Page 1


ΕΛΕΝΗ Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ ‐ ΜΑΡΙΑ Γ. ΨΑΛΤΑΚΗ                       

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ  ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ                                                             


Copyright © Eleni N. Stamatiou & Maria G. Psaltaki 2013  Published in England by AKAKIA Publications, 2013            Ελένη Ν. Σταματίου ‐ Μαρία Γ. Ψαλτάκη 

Οικονομική Κρίση, Κοινωνία  και Περιβάλλον στην Ελλάδα      ISBN: 978‐1‐909550‐81‐0    Copyright © Eleni N. Stamatiou & Maria G. Psaltaki 2013        Cover Images:  www.zougla.gr/money/article/pagosmia‐ikonomiki‐krisi‐an‐i‐elada‐vgi‐apo‐to‐evro  http://advancedoffshore.in/safety  Images have been chosen and been sent by Eleni N. Stamatiou & Maria G. Psaltaki                       

 PUBLICATIONS    St Peters Vicarage, Wightman Road, London N8 0LY, UK    T. 0044 203 28 66 550  T. 0044 203 28 96 550  F. 0044 203 43 25 030  M. 0044 7411 40 6562    www.akakia.net  publications@akakia.net        All rights reserved.  No part of this publication may be reproduced, translated, stored in a retrieval system, or transmitted, in any form or by any  means, electronic, mechanical, photocopying, microfilming, recording, or otherwise, without the prior permission in writing  of  the Author and the AKAKIA Publications, at the address above.        2013, London, UK


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ       ΠΡΟΛΟΓΟΣ    ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ    ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΩΝ    ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΠΟΠΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ    Α΄ ΜΕΡΟΣ: ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ    Β΄ ΜΕΡΟΣ: ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ & ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ    ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ    ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ 


ΠΡΟΛΟΓΟΣ       Εναυσμα  για  την  κατάρτιση  του  παρόντος  ερωτηματολογίου  ήταν  η  αποτύπωση  και  η  διερεύνηση  της  σύνδεσης  του  περιβάλλοντος  και  των  κοινωνικοοικονομικων  αιτίων  και  επιπτώσεων,  ή  αλλιώς  της  σύνδεσης  περιβαλλοντικών  και  κοινωνικοοικονομικών  παραμέτρων,  καθώς  και  της  ανάπτυξης  “ειδικού  περιβαλλοντικού  βαρόμετρου”,  δεδομένης  της  υφιστάμενης  οικονομικής  κρίσης 1 ,  για  τις  αντίστοιχες  τάσεις και διαφαινόμενες προοπτικές στην Ελλάδα και διεθνώς.    Ομάδα  –  στόχο  του  ερωτηματολογίου  αποτέλεσαν  οι  μέσοι  πολίτες,  δηλαδή  εκείνοι  με  μορφωτικό  επίπεδο  ικανό  (τουλάχιστον  δευτεροβάθμιας  εκπαίδευσης)  και  ηλικία  που  να  αντανακλά  την  ελάχιστη  απαιτούμενη εμπειρία ζωής, ώστε να είναι σε θέση να κατανοήσουν σε βάθος τόσο τις θεωρητικής όσο  και τις ρεαλιστικής φύσης ερωτήσεις και να αποτυπώσουν/ θεμελιώσουν αξιόπιστη άποψη ή θέση, βάσει  της παρατιθέμενης θεματολογίας.    Επιδίωξη των ερευνητριών υπήρξε η κατά το δυνατόν διασπορά του πλήθους των ερωτηθέντων, με βάση  τον  τόπο  διαμονής  τους,  παράγοντα  που  αναζητήθηκε  και  καλύφθηκε  εντός  της  ελληνικής  επικράτειας  (Αττική, υπόλοιπη Στερεά Ελλάδα, Κεντρική Μακεδονία, Κρήτη, Ηπειρος, Βόρειο Αιγαίο) και εκτός αυτής.  Στο  διάστημα  Δεκεμβρίου  2010  –Φεβρουαρίου  2011  εστάλησαν  2000  ερωτηματολόγια  μέσω  ηλεκτρονικού  ταχυδρομείου  κυρίως,  ή  τηλεομοιοτυπίας  (φαξ),  ή  διανεμήθηκαν  προς  συμπλήρωση,  ενώ  μικρός αριθμός αυτών απαντήθηκε τηλεφωνικά, υπό τον τύπο προσωπικής συνέντευξης. Από το σύνολο  των  ερωτηματολογίων  απαντήθηκαν  ή  συμπληρώθηκαν  επαρκώς  ‐  κατόπιν  και  παρακίνησης  και  υπενθύμισης  προς  τους  ερωτηθέντες‐  τα  1900  (δηλαδή  πολύ  μεγάλο  ποσοστό,  γεγονός  που  συνιστά  επίτευγμα,  με  βάση  την  εμπειρία),  τα  στοιχεία  των  οποίων  κατόπιν  μελέτης  και  επεξεργασίας  αξιοποιήθηκαν προς στατιστική ανάλυση και εξαγωγή συμπερασμάτων.    Από τις ερευνήτριες υπήρξε μέριμνα ώστε να τηρηθεί η προσήκουσα εχεμύθεια και ανωνυμία, ενώ πέρα  από  δημογραφικού  ενδιαφέροντος  στοιχεία  (φύλο,  ηλικιακή  κλίμακα,  πληθυσμιακή  κλίμακα  τόπου  διαμονής,  κ.ά.),  δε  ζητήθηκαν  πληροφορίες  προσωπικού  χαρακτήρα.  Επισημαίνεται  η  ενθάρρυνση  της  ελεύθερης  διατύπωσης  και  η  γνωστοποίηση  στους  ερωτηθέντες  της  μη  ύπαρξης,  θεώρησης  ή  θέσης  σωστών ή λανθασμένων απαντήσεων. Επιδίωξη ήταν η κατά το δυνατόν απαίτηση μόνο βραχέως χρόνου  για τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου και την απάντηση ή ανάπτυξη των ζητούμενων.    Η  εξαγωγή  συμπερασμάτων  αναμένεται  να  είναι  ουσιαστικής  συμβολής  στη  συστηματική  προσπάθεια  ανάδειξης,  τεκμηρίωσης  και  ανάλυσης  της  προαναφερόμενης  προβληματικής  και  τελικά  πολλών  νέων  συνιστωσών του συνολικού ζητήματος.     Λόγω της τρέχουσας οικονομικής συγκυρίας και των συνεπειών αυτής, η τάση αναζήτησης των αιτίων και  η  σύνδεση  αιτίου  και  αιτιατού  επί  του  συγκεκριμένου  θέματος,  αποτελεί  ζήτημα  ενδιαφέροντος  για  το  κοινό,  το  οποίο  αποδείχθηκε  σε  μεγάλο  βαθμό  δεκτικό  στην  από  πλευράς  του  διατύπωση  απόψεων,  παρατηρήσεων  και  σχολιασμών  και  με  έντονη  την  ανάγκη  ανταπόκρισης,  επικοινωνίας  και  εξωτερίκευσης, ακόμη δε και με την αυθόρμητη χρήση, συχνά αδόκιμων εκφράσεων και χαρακτηρισμών  προς υποστήριξη των θέσεών του. Αυτό συνδέεται με τη μέριμνα των συγγραφέων το παρόν να αποκλίνει  από  την  τυπική  ακαδημαϊκή  θεωρητική  προσέγγιση,  αλλά  αντίθετα  να  απορρέει  από  τη  ζώσα  πραγματικότητα και να αφήνει βαθμούς ελευθερίας έκφρασης και τεκμηρίωσης, να είναι περιεκτικό και  να περιλαμβάνει τον κατά το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό ενδεχομένων περιπτώσεων.    Η παρούσα εργασία απευθύνεται και επιδιώκεται να είναι αξιοποιήσιμη σε διεπιστημονικό επίπεδο, από  επιστημονικούς και ερευνητικούς φορείς, από τον πολιτικό, από τον δημόσιο λειτουργό, αλλά πρωτίστως  από τον μέσο πολίτη, ενθαρρύνοντας περαιτέρω την αναζήτηση και τη δραστηριοποίηση σε θετικές και  αποτελεσματικές ενέργειες στο αντίστοιχο ευρύ πεδίο. 


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ       Θερμές  ευχαριστίες  οφείλονται  στους  συμμετέχοντες  πολίτες  από  πολλές  γωνιές  της  επικράτειας  αλλά  και του εξωτερικού, για την ανταπόκριση και τη συνεργασιμότητά τους, χωρίς τη συμβολή των οποίων δεν  θα ήταν δυνατή η πληρότητα της παρούσας έρευνας.    Ευχαριστούμε  θερμά,  υψηλόβαθμα  νυν  και  πρώην  στελέχη  του  ΣτΕ  (κυρίως  του  Τμήματος  Ε΄)  και  ανώτατους δικαστικούς, στελέχη του Διπλωματικού Σώματος, μέλη της Ακαδημίας Αθηνών και Καθηγητές  Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, αλλά και έμπειρους διδάσκοντες της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας στο  αντικείμενο της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, για την παροχή πληροφοριών χρήσιμων στη συγκρότηση  του ερωτηματολογίου. Για τον ίδιο λόγο ευχαριστούμε εκπροσώπους της Εκκλησίας, μέλη επιτροπών με  αντικείμενο την ηθική, την βιοηθική ή και το περιβάλλον ή και βραβευθέντες για εξέχον κοινωνικό έργο.    Για  την  συνεισφορά  τεχνογνωσίας  σε  θέματα  των  ειδικοτήτων  τους  ευχαριστούμε  τη  Δρα  Περιβαλλοντολόγο  κα  Έλενα  Καλλικαντζάρου,  τον  Δρα  επιστήμονα  Πληροφορικής‐Σύμβουλο  Επιχειρήσεων κ. Richard – Nicolas Lacroix και τον ιατρό Δρα κ. Κωνσταντίνο Σταματίου.     Ευχαριστούμε,  επίσης,  τους  εκλεκτούς  Δασκάλους  μας,  Ομότιμους  Καθηγητές  ΕΜΠ  κ.κ.  Νίκο  Μαρκάτο,  πρώην Πρύτανη και Ιωσήφ Στεφάνου, που μας προσέφεραν, πέραν των τυπικών, ανεκτίμητα μαθήματα  ήθους  και  υπευθυνότητας  ως  προς  την  προσφορά  στον  τόπο  μας,  την  κοινωνία,  το  περιβάλλον  και  τον  άνθρωπο.     Από τον χώρο της Νομικής επιστήμης, επιθυμούμε να ευχαριστήσουμε τους κάτωθι:    ƒ Τον  Καθηγητή  Διοικητικής  Επιστήμης  στο  Τμήμα  Πολιτικής  Επιστήμης  και  Δημόσιας  Διοίκησης  της  Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Αντώνη Μακρυδημήτρη, για την ενθάρρυνσή του και την  εκτίμησή του στο αντικείμενο και στη συμβολή της μελέτης μας.  ƒ Τον  Καθηγητή  Δημοσίου  Δικαίου  της  Νομικής  Σχολής  του  Πανεπιστημίου  Αθηνών  κ.  Παύλο‐  Μιχαήλ  Ευστρατίου  για  την  εποικοδομητική  κριτική,  τις  βελτιωτικές  παρεμβάσεις  και  την  ανταλλαγή  προβληματισμών.  ƒ Και  ξεχωριστά  τον  δικηγόρο,  Δρα  Νομικής  κ.  Κωνσταντίνο  Μπακογιάννη,  Ειδικό  Επιστήμονα  στο  Συνήγορο του Πολίτη, για το επιστημονικό ενδιαφέρον με το οποίο περιέβαλε τις αναζητήσεις μας, τις  εύστοχες  νομικής  φύσης  παρατηρήσεις  του,  την  προθυμία  συνεισφοράς  και  την  πολύπλευρη  βοήθειά  του.    Tέλος,  ευχαριστούμε  τις  οικογένειές  μας  για  τη  υποστήριξη  που  μας  παρείχαν  καθ’  όλο  το  χρόνο  εκπόνησης της παρούσας εξαντλητικής μελέτης.    Χωρίς τη συμβολή όλων των παραπάνω η ποιότητα της δεν θα ήταν η ίδια.   


ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΩΝ        Α. Ελληνικές    ΑΕΙ  Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ιδρυμα  ΑΕΠ  Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν   ΑΠΕ  Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας  ΑΠΘ  Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης   ΑΣΚΤ  Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών  ΑΤΕΙ  Ανώτατο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ιδρυμα  ΓΓΙΦ  Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων   ΕΕ  Ευρωπαϊκή Ενωση  ΕΚΔΔΑ  Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης  ΕΚΠΑ  Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών  ΕΜΠ  Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο   ΕΣΠΑ  Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς  ΕΣΣΔ  Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών  ΗΠΑ  Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής  ΙΧ  Ιδιωτικής χρήσης   ΚΕΝΑΚ  Κανονισμός Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων  ΚΠΣ  Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης   ΜΚΟ  Μη Κυβερνητική Οργάνωση  ΜΜΕ  Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης  ΜΜΜ  Μέσα Μαζικής Μεταφοράς  ΟΗΕ  Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών  ΣΕΠΕ  Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας  ΣτΕ  Συμβούλιο της Επικράτειας   ΣτΠ  Συνήγορος του Πολίτη  ΤΕΕ  Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας  ΥΠΕΚΑ  Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής  ΥΠΕΠΘ  Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων  ΥΠΕΧΩΔΕ  Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων  ΥΧΟΠ  Υπουργείο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλοντος  ΧΥΤΑ  Χώροι Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων    Β. Ξενόγλωσσες    ETDS  Environmental Terminology and Discovery Service  IUCN  International Union for Conservation of Nature   LSE  London School of Economics and Political Science  LULU  Local Unwanted Land‐Uses  NIMBY  Not in my backyard  SDEP  Social Dimensions of Environmental Policy (OECD)  OECD  Organisation for Economic Co‐operation and Development  UCLA  University of California, Los Angeles  UNCED  UN Conference on Environment and Development  UNEP  UN Environmental Program  UNESCO  UNs Educational, Scientific and Cultural Organization   WCED  World Commission on Environment and Development  WWF  World Wildlife Fund 


ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΠΟΠΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ        Α. Διαγράμματα    Ερ.30  Η δυνατότητα παρέμβασης προς βελτίωση του φυσικού, ανθρωπογενούς και πολιτιστικού  περιβάλλοντος συνδέεται με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο των ενδιαφερομένων (σημειώστε x)    Β. Πίνακες     1  Κατανομή ερωτηθέντων κατά φύλο    2  Κατανομή ερωτηθέντων κατά ηλικιακή κλίμακα ανά φύλο   3  Κατανομή % ερωτηθέντων κατά ηλικιακή κλίμακα ανά φύλο   4  Κατανομή % ερωτηθέντων σε γονείς (ή μη)‐με ανήλικα ή ενήλικα τέκνα   5  Πληθυσμός πόλης διαμονής ερωτώμενων   6  Επίπεδο εκπαίδευσης ερωτώμενων ανά Περιφέρεια Ελλάδας και κατοίκων εξωτερικού   7  % ερωτώμενων Γ΄ ‐ Β΄ θμιας εκπαίδευσης ανά Περιφέρεια Ελλάδας και κατοίκων εξωτερικού   8  Τομέας ενδιαφέροντος‐πεδίο απασχόλησης ερωτηθέντων   9  Πώς θα ορίζατε το περιβαλλοντικό ζήτημα ;  10  Βασικές συνιστώσες περιβαλλοντικού προβλήματος  11  Τι αποτελεί περιβαλλοντικό πρόβλημα;  12  Γιατί το περιβαλλοντικό ζήτημα είναι πρόβλημα της σύγχρονης εποχής;  13  Οι βασικές αιτίες δημιουργίας του περιβαλλοντικού προβλήματος‐ποσοστό απαντήσεων  14  Οι βασικές αιτίες δημιουργίας του περιβαλλοντικού προβλήματος‐ επιλογή αριθμού ερωτηθέντων  15  Συνοχή/σύνδεση μεταξύ κοινωνίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων  16  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ κοινωνίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων σε διεθνές  επίπεδο  17  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ κοινωνίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων σε ευρωπαϊκό  επίπεδο  18  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ κοινωνίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων σε εθνικό  επίπεδο  19  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ κοινωνίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων σε επίπεδο  τοπικής αυτοδιοίκησης   20  Συνοχή μεταξύ κοινωνίας και περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης  21  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ κοινωνίας και περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης σε διεθνές  επίπεδο  22  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ κοινωνίας και περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης σε  ευρωπαϊκό επίπεδο  23  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ κοινωνίας και περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης σε εθνικό  επίπεδο  24  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ κοινωνίας και περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης σε επίπεδο  τοπικής αυτοδιοίκησης  25  Συνοχή μεταξύ οικονομίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων  26  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ οικονομίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων σε διεθνές  επίπεδο  27  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ οικονομίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων σε ευρωπαϊκό  επίπεδο  28  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ οικονομίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων σε εθνικό  επίπεδο  29  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ οικονομίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων σε επίπεδο  τοπικής αυτοδιοίκησης 


30 Για την επίλυση των περιβαλλοντικών προβλημάτων πρέπει να λαμβάνονται αρκετά υπόψη  κοινωνικο‐οικονομικές παράμετροι;  31  Kοινωνικο‐οικονομικές παράμετροι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την επίλυση των  περιβαλλοντικών προβλημάτων  32  Συνοχή μεταξύ πολιτικής και περιβαλλοντικών προβλημάτων  33  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ πολιτικής και περιβαλλοντικών προβλημάτων σε διεθνές  επίπεδο  34  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ πολιτικής και περιβαλλοντικών προβλημάτων σε ευρωπαϊκό  επίπεδο  35  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ πολιτικής και περιβαλλοντικών προβλημάτων σε εθνικό επίπεδο  36  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ πολιτικής και περιβαλλοντικών προβλημάτων σε επίπεδο  τοπικής αυτοδιοίκησης  37  Υπάρχει συνοχή μεταξύ ηθικής και περιβαλλοντικών ζητημάτων;  38  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ ηθικής και περιβαλλοντικών ζητημάτων σε διεθνές επίπεδο  39  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ ηθικής και περιβαλλοντικών ζητημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο  40  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ ηθικής και περιβαλλοντικών ζητημάτων σε εθνικό επίπεδο  41  Βασικές παράμετροι συνοχής μεταξύ ηθικής και περιβαλλοντικών ζητημάτων σε επίπεδο τοπικής  αυτοδιοίκησης  42  Υπάρχουν δυνατότητες ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στα περιβαλλοντικά ζητήματα;  43  Δυνατότητες ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στα περιβαλλοντικά ζητήματα  44  Ανταπόκριση στην ερώτηση 14.1.β  45  Ανταπόκριση στην ερώτηση 14.1.γ  46  Προτάσεις εναλλακτικών δυνατοτήτων  47  Αξιολόγηση της ενημέρωσης των πολιτών για τα περιβαλλοντικά ζητήματα  48  Εμπλοκή διακριτικής μεταχείρισης στα περιβαλλοντικά ζητήματα  49  Εμπλοκή διακριτικής μεταχείρισης στα περιβαλλοντικά ζητήματα σε διεθνές επίπεδο  50  Εμπλοκή διακριτικής μεταχείρισης στα περιβαλλοντικά ζητήματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο  51  Εμπλοκή διακριτικής μεταχείρισης στα περιβαλλοντικά ζητήματα σε εθνικό επίπεδο  52  Εμπλοκή διακριτικής μεταχείρισης στα περιβαλλοντικά ζητήματα σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης  53  Αξιολόγηση διεθνών κοινωνικών προβλημάτων, κατά βαθμό σοβαρότητας ανά φύλο και ηλικιακή  κλίμακα ερωτώμενων  54  Αξιολόγηση κοινωνικών προβλημάτων της Ελλάδας, κατά βαθμό σοβαρότητας ανά φύλο και ηλικιακή  κλίμακα ερωτώμενων  55  Αξιολόγηση διεθνών οικονομικών προβλημάτων, κατά βαθμό σοβαρότητας ανά φύλο και ηλικιακή  κλίμακα ερωτώμενων  56  Αξιολόγηση οικονομικών προβλημάτων της Ελλάδας, κατά βαθμό σοβαρότητας ανά φύλο και  ηλικιακή κλίμακα ερωτώμενων  57  Ιεράρχηση κατά βαθμό σοβαρότητας ‐ % συνόλου ανά βαθμό κατά φύλο  58  Προϋποθέσεις επανάκτησης τουριστικού ενδιαφέροντος και προσέλκυσης στην παραθαλάσσια ζώνη  της πόλης και της ευρύτερης περιοχής  59  Καθημερινή μετακίνηση και συχνότητα χρήσης μέσου από τους ερωτηθέντες  60  Συμμετοχή σε εθελοντικές περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες – δράσεις  61  Θεματικά αντικείμενα με τα οποία σχετίστηκε αναφορά/προσφυγή σε αρμόδιους φορείς  62  Υποχρεωτική παρακολούθηση ενός τουλάχιστον μαθήματος, σχετικού με το περιβάλλον  63  Η ανάπτυξη περιβαλλοντικών πρωτοβουλιών στην πολιτική της συμβάλλει στη δημοφιλία μιας  επιχείρησης και στην προτίμησή της από το αγοραστικό κοινό    Γ. Γραφήματα τομέων (pie charts)    Ερ. 2  Θεωρείτε το περιβαλλοντικό ζήτημα πρόβλημα της σύγχρονης εποχής;   Ερ. 3  Θεωρείτε ότι υπάρχει συνοχή/σύνδεση μεταξύ κοινωνίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων;  Ερ. 5  Θεωρείτε ότι υπάρχει συνοχή μεταξύ κοινωνίας και περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης; 


Ερ. 7  Θεωρείτε ότι υπάρχει συνοχή/σύνδεση μεταξύ οικονομίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων;  Ερ. 9  Θεωρείτε ότι για την επίλυση των περιβαλλοντικών προβλημάτων πρέπει να λαμβάνονται αρκετά  υπόψη κοινωνικο‐οικονομικές παράμετροι;  Ερ.12  Θεωρείτε ότι υπάρχει συνοχή μεταξύ ηθικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων;  Ερ.13  Θεωρείτε ότι υπάρχουν δυνατότητες ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στα περιβαλλοντικά  ζητήματα;  Ερ.16  Θεωρείτε ότι υπάρχει συνοχή μεταξύ κοινωνικο‐οικονομικών παραμέτρων και δημοσιοποίησης  περιβαλλοντικών ζητημάτων;  Ερ.25  Η ποιότητα ζωής σχετίζεται με την ποιότητα του περιβάλλοντος (σημειώστε x):  Ερ.26  Η δυσχέρεια πρόσβασης /συμμετοχής σε περιβαλλοντικά αγαθά όπως το καθαρό πόσιμο νερό, η  καθαρή ατμόσφαιρα, η καθαρή ενέργεια, συνδέεται με έλλειψη κοινωνικοοικονομικών αγαθών, έλλειψη  επαρκούς στέγασης, ανασφάλεια εργασίας, χαμηλές απολαβές, χαμηλό επίπεδο τυπικής εκπαίδευσης,  κ.ά. (σημειώστε x):  Ερ.29  Μεγαλύτερο ποσοστό πρασίνου και ελεύθερων χώρων ανά κάτοικο συναντάται σε περιοχές  υψηλότερων εισοδημάτων (σημειώστε x):  Ερ.31  Οι καθημερινές σας μετακινήσεις στην πόλη γίνονται (δυνατότητα πολλαπλών  επιλογών/απαντήσεις: καθόλου, ελάχιστα, συνήθως, πάντα):  Ερ.32   Εχετε συμμετάσχει σε εθελοντικές περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες – δράσεις;  Ερ.34  Εχετε ποτέ υποβάλει αναφορά σχετική με το περιβάλλον (ως παράπονο, διαμαρτυρία, αίτηση  αποκατάστασης, καταγγελία, κ.λπ.) σε αρμόδιους κρατικούς φορείς ή ανεξάρτητες αρχές ή Μη  Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ); Και γιατί ;  Ερ. 35  Αν ναι, σε (δυνατότητα πολλαπλών επιλογών/x):Κρατική υπηρεσία, Υπηρεσία της τοπικής  Αυτοδιοίκησης, Μη Κυβερνητική Οργάνωση, Ανεξάρτητη Αρχή, Δικαστική Αρχή.   Ερ.38  Η τρέχουσα οικονομική κρίση έχει καταστήσει μέρος του κοινωνικού συνόλου αδιάφορο για την  προστασία του περιβάλλοντος, καθώς προτεραιότητα αποτελεί πλέον, η βραχυπρόθεσμη στόχευση  εξασφάλισης της διαβίωσής του (με δεδομένες τις μειωμένες απολαβές, την απειλή ή το καθεστώς  ανεργίας, την απειλή εργασιακών και κοινωνικών κεκτημένων, κ.ά.). (Σημειώστε x):  Ερ.40  Η ανάπτυξη κοινωνικοοικονομικών προτύπων με κύριο άξονα αναφοράς την περιβαλλοντική  συνιστώσα συμβάλλει στην ενίσχυση του κύρους και της αξιοπιστίας ενός κράτους. (Σημειώστε x):   


Α΄ΜΕΡΟΣ       ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ    1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ    1.1 Αντικείμενο, σκοπός, μεθοδολογία έρευνας    Η παρούσα έρευνα με ερωτηματολόγιο, ακαδημαϊκού χαρακτήρα, πραγματοποιήθηκε από κοινού και για  αμιγώς  επιστημονικούς  λόγους  από  τις  ερευνήτριες  (με  αλφαβητική  σειρά)  Δρα  Ελένη  Σταματίου,  αρχιτέκτονα  ΕΜΠ,  πολεοδόμο  ‐  περιβαλλοντολόγο  και  Δρα  ΕΜΠ  Μαρία  Ψαλτάκη,  φυσικό  ‐  περιβαλλοντολόγο,  με  στόχο  τη  διερεύνηση  της  σύνδεσης  περιβαλλοντικών  και  κοινωνικοοικονομικών  παραμέτρων  και  της  ανάπτυξης  “ειδικού  περιβαλλοντικού  βαρόμετρου”,  δεδομένης  της  υφιστάμενης  οικονομικής κρίσης, για τις αντίστοιχες τάσεις και διαφαινόμενες προοπτικές στην Ελλάδα και διεθνώς.    Η  μελέτη  περιλαμβανομένης  της  εισαγωγής,  αναπτύσσεται  σε  δύο  μέρη,  θεωρητικό  και  εμπειρικό,  με  οκτώ συνολικά κεφάλαια, τα οποία κλείνουν με γενικά συμπεράσματα αντί επιλόγου, με σκοπό την ορθή  κατά περιεχόμενο διάρθρωσή της και την καλύτερη κατανόηση στη σταδιακή παρακολούθησή της.    Το  πρώτο  μέρος  της  μελέτης  πραγματοποιήθηκε  βάσει  βιβλιογραφικής  ανασκόπησης  ενώ  το  εμπειρικό  ερευνητικό μέρος υλοποιήθηκε με την χρήση του ερωτηματολογίου. Η ανάλυση των απαντήσεων έγινε με  τη βοήθεια στατιστικών πακέτων, όπου ήταν εφικτό.    Το Α΄μέρος (κεφ. 1‐3) περιλαμβάνει το εννοιολογικό περιεχόμενο και τις θεωρητικές προσεγγίσεις, καθώς  επίσης και την ιστορική ανασκόπηση στο θέμα της σχέσης ‘’οικονομία‐κοινωνία‐περιβάλλον’’ με αναφορά  στη διεθνή εμπειρία και εστιασμό στην περίπτωση της Ελλάδας.    Το  Β΄  μέρος  (κεφ.  4‐9)  περιλαμβάνει  την  εμπειρική  και  ερευνητική  διαδικασία,  με  την  παράθεση  του  ερωτηματολογίου,  την  ανάλυση  των  ερωτήσεων  με  αναφορά  στις  επιδιώξεις  και  τους  στόχους  που  εξυπηρετούν,  τη  συλλογή  ενδεικτικών  πρωτογενών  απαντήσεων,  τη  στατιστική  ανάλυση  και  τα  συμπεράσματα  που  εξάγονται,  την  επισκόπηση  απαντήσεων  και  βασικές  διαπιστώσεις  και  ερμηνεία  απόψεων,όπως και την ανάδειξη της διαμόρφωσης νέων τάσεων.    Το παρόν κεφάλαιο (1ο) παρουσιάζει τη γενική δομή της εργασίας και αναφέρεται στο περιεχόμενο, στο  αντικείμενο,  στο  σκοπό,  στο  στόχο  και  στη  μεθοδολογία  της  έρευνας,  καθώς  και  στις  προϋποθέσεις  διασφάλισης της ποιότητας και της εγκυρότητας αυτής.    Το  δεύτερο  (2ο)  αναφέρεται  στην  επιλογή  της  θεματικής  και  των  επιμέρους  συνιστωσών  της  και  στην  παρουσίαση  και  ανάλυση  των  βασικών  εννοιών,  στις  οποίες  βασίζεται  ή  τις  οποίες  πραγματεύεται  με  άμεσο ή έμμεσο τρόπο, απαραίτητες για την καλύτερη κατανόηση του κειμένου από τον αναγνώστη.    Η  σχέση  και  η  αλληλεπίδραση  μεταξύ  οικονομίας,  κοινωνίας  και  περιβάλλοντος  ακολουθεί  (3ο)  σε  ιστορικό πλαίσιο,κατόπιν αναφοράς στη διεθνή εμπειρία αναλύεται η περίπτωση της Ελλάδας.    Το  επόμενο  κεφάλαιο  (4ο)  παρέχει  στον  αναγνώστη  μια  πρώτη  επαφή  με  τις  ερωτήσεις  του  ερωτηματολογίου,  όπως ετέθησαν προς απάντηση, συμπλήρωση και ανάπτυξη στους ερωτηθέντες, ενώ  δίδεται γενική πληροφόρηση για τη δομή και τη διάρθρωση του ερωτηματολογίου σε επιμέρους μέρη.    Το  κεφάλαιο  που  ακολουθεί  (5ο)  αναλύει  το  περιεχόμενο  καθεμίας  από  τις  ερωτήσεις,  αναφέροντας,  επίσης,  τη  σκοπιμότητα  της  θέσης  της.  Παράλληλα  με  την  παροχή  υποσημειώσεων  επιδιώκεται  η 


αποσαφήνιση εννοιών, καθώς και ο εμπλουτισμός με περαιτέρω πληροφόρηση και ενημέρωση γύρω από  συναφή γεγονότα, νομοθεσία, διαδικασίες, κ.ά.    Το  6ο  κεφάλαιο  περιλαμβάνει  τη  συλλογή  και  τη  γενική  ταξινόμηση  και  κατηγοριοποίηση  των  απαντήσεων σε γενικές τάσεις και κατευθύνσεις, με αντίστοιχη επεξεργασία των δεδομένων και πρώτες  γενικές εκτιμήσεις, ώστε να είναι πιο εύληπτο το περιεχόμενο στον αναγνώστη.    Ακολουθεί  (7ο  κεφάλαιο)  η  κυρίως  στατιστική  ανάλυση  και  τεκμηρίωση,  με  αποτύπωση  δεδομένων  σε  πίνακες,  κυκλικά  διαγράμματα  ή  γραφήματα  τομέων  ή  διαγράμματα  πίτας  (pie  charts)  και  λοιπές  σχηματικές  παραστάσεις,  με  σκοπό  την  καλύτερη  κατανόηση,  παρακολούθηση  και  σύγκριση  των  στατιστικών  αποτελεσμάτων.  Τα  προαναφερόμενα  συνοδεύονται  από  επαρκή  περιγραφή  και  ανάλυση  και καταγράφονται εκτιμήσεις και προοπτικές.    Στο  επόμενο  κεφάλαιο  (8ο)  καταγράφονται  τα  γενικά  και  τα  επιμέρους  συμπεράσματα,  οι  ευρύτερες  τάσεις  που  διαμορφώνονται  και  επιχειρείται  η  αποκρυπτογράφηση  του  περιεχομένου  της  στατιστικής  ανάλυσης,  των  γενικών  τάσεων  και  της  έκφρασης  της  κοινής  γνώμης,  όπως  αποκαλύφθηκε  μέσω  των  απαντήσεων και της ανταπόκρισής τους στην έρευνα μέσω του ερωτηματολογίου.    Ο  επίλογος  (9ο  κεφάλαιο)  συνοψίζοντας  την  καταγραφόμενη  κατάσταση,  κι  εκτιμώντας  τις  αντίστοιχες  τάσεις  και  διαφαινόμενες  προοπτικές  στην  Ελλάδα  και  διεθνώς,  επιχειρεί  να  παρακινήσει  το  κοινό  σε  περαιτέρω  προβληματισμό  και  να  ενθαρρύνει  πρωτοβουλίες  και  δράσεις  σε  ατομικό  ή  και  συλλογικό  επίπεδο,  όλους  και  τον  καθένα  ξεχωριστά,  με  συμβολή  στην  προστασία  και  την  ορθή  διαχείριση  του  περιβάλλοντος καθώς και στη συνετή αξιοποίηση των πόρων του, με σκοπό την αειφόρο ανάπτυξη, όσο  και με την ευρύτερη υπεύθυνη στάση απέναντι στις επόμενες γενιές.     Από  το  σύνολο  των  2000  ερωτηματολογίων  απαντήθηκαν  ή  συμπληρώθηκαν  επαρκώς  ‐  κατόπιν  και  παρακίνησης των ερευνητριών προς τους ερωτηθέντες ‐ τα 1900, τα στοιχεία των οποίων κατόπιν μελέτης  και  επεξεργασίας  αξιοποιήθηκαν  ανάλογα  προς  στατιστική  ανάλυση  και  εξαγωγή  συμπερασμάτων.  Εμπειρικά  και  από  τη  διεθνή  βιβλιογραφία  (βλ.  συναφή  βιβλιογραφία  στο  αντικείμενο  της  στατιστικής)  προκύπτει  ότι  σε  έρευνες  ερωτηματολογίου  απαντά  γενικά  ποσοστό  μικρότερο  του  25%  των  ερωτηθέντων.  Στην  παρούσα  περίπτωση  οι  ερευνήτριες  με  συστηματική  προσπάθεια  κατόρθωσαν  να  αποσπάσουν  ιδιαίτερα  μεγάλο  ποσοστό  απαντήσεων  ερωτηματολογίου  (95%),  γεγονός  το  οποίο  αποτελεί, ήδη, καινοτομία. Σκοπός τους ήταν η συλλογή ικανού δειγματοληπτικού υλικού και αξιόλογων  και αξιόπιστων ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένων προς επεξεργασία, ώστε να αποτυπωθεί, τελικά, εικόνα  της κατάστασης κατά το δυνατόν πλησιέστερη της πραγματικότητας.     Με  επιδίωξη  τη  διασφάλιση  της  ποιότητας  και  της  εγκυρότητας  της  έρευνας  χρησιμοποιήθηκαν  οι  ακόλουθες στρατηγικές:    • Αντιπροσωπευτικότητα [Κώτσιος:164, Cantell1983:100], με επιδίωξη μεγάλου μεγέθους κατάλληλου  δείγματος, με διασπορά στο γεωγραφικό χώρο, με ποικιλία ιδιοτήτων και χαρακτηριστικών (φύλο,  ηλικιακή κλίμακα, τόπος διαμονής, μορφωτικό επίπεδο, εξειδίκευση και απασχόληση, κ.ά.).  • Αναστοχαστικότητα [Mason 2003 :244], με εντοπισμό και ερμηνεία του ρόλου μας στη διαδικασία  των  συνεντεύξεων,  ώστε  να  εξασφαλίζεται  αντικειμενικότητα  αλλά  και  ελευθερία  έκφρασης  και  σαφήνεια ερώτησης και διατύπωσης απάντησης.  • Διαλογική  [Robson 2007:243] με επανεξέταση των συνεντεύξεων και αναθεώρηση των ερμηνειών,  καθώς και παροχή επιπλέον διευκρινίσεων, κατά το δυνατό.  • Παράθεση  λεπτομερών  καταγραφών  [Robson  2007:243],  με  παράθεση  αποσπασμάτων  διατυπώσεων που αποδεικνύουν την συνεπαγόμενη ερμηνεία μας.  • Ελεγχος  από  τρίτους  [Κώτσιος:164,  Cantell  1983:100],  με  επιδίωξη  τον  αντικειμενικό  έλεγχο  της  ανάλυσης  και  της  ερμηνείας  μας,  με  αποτελέσματα  και  συμπεράσματα  που  ετέθησαν  υπό  κρίση,  σύγκριση, συζήτηση έως την επιβεβαίωσή τους. 


Η μελέτη  συνοδεύεται  από  εκτενές  εποπτικό  υλικό  (διαγράμματα,  πίνακες,  σχήματα,  κ.ά.)  και  μεγάλο  αριθμό υποσημειώσεων, που καθιστούν πιο ευχερή, κατανοητή και ενδιαφέρουσα τη ροή του κειμένου  και  την  παρακολούθηση  της  μελέτης,  αλλά  και  αξιόπιστο  και  τεκμηριωμένο  το  περιεχόμενο,  από  την  ανάλυση των παρατιθέμενων ερωτήσεων έως τα συμπεράσματα.   


1.2 Υπόθεση εργασίας    Η  κρίση,  οικονομική  και  περιβαλλοντική,  είναι,  ουσιαστικά,  κρίση  ανθρώπινης  συμπεριφοράς  που  εκφράζεται  με  την  εκθετική  οικονομική  μεγέθυνση,  την  προκλητική  ανισότητα  της  κατανομής  του  πλούτου,  τον  απροκάλυπτο  έλεγχο  και  την  εκμετάλλευση  των  πλουτοπαραγωγικών  πόρων  του  πλανήτη  από μικρό αριθμό μεγάλων επιχειρήσεων κερδοσκοπικής, με κάθε τίμημα, στόχευσης και πρακτικής, την  υποταγή,  εν  πολλοίς,  της  πολιτικής,  και  συνεπώς  των  εθνών,  σε  αυτές  και  τις  αντίστοιχες  ομάδες  επωφελούμενων ατόμων. Η στάση αυτή έχει καταστήσει τους εμπλεκόμενους και επωφελούμενους στη  διεθνή  συλλογική  συνείδηση  συνένοχους  και  υπόλογους  απένανι  στην  κοινωνία,  η  οποία,  καλείται  να  αντιδράσει και να συνεχίσει ολοένα και πιο δυναμικά την ενεργοποίησή της με σκοπό την ανατροπή της  καταστροφής του πλανήτη και τελικά της υποβάθμισης της ποιότητας ζωής του μέσου πολίτη.    Τα  έργα  του  ανθρώπου  μπορούν  να  έχουν  μακροχρόνιες  συνέπειες  ακόμη  και  για  χιλιάδες  έτη  με  επιπτώσεις στην υγεία και στο επίπεδο ζωής πολλών κοινωνιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η  ανθρωπογενoύς  αιτίας  μεταβολή  του  κλίματος,  που  οφείλεται  σε  δραστηριότητες  των  τωρινών  γενεών  κυρίως  και  στις  θεωρούμενες  ως  προηγμένες  χώρες  του  κόσμου,  αλλά  επηρεάζει  δεκάδες  γενεών  στο  μέλλον και σε όλο τον πλανήτη. Επομένως, η προστασία του περιβάλλοντος εξαρτάται από τον ίδιο τον  άνθρωπο,  ο  οποίος  χρειάζεται  σωστή  και  ηθική  διαχείριση  της  συμπεριφοράς  του  έναντι  του  πλανήτη  μας, σε επίπεδο ατομικό ή συλλογικό.     Η  πρωτοφανής  οικονομική  κρίση  από  την  οποία  δοκιμάζεται  σκληρά  η  ελληνική  κοινωνία  τα  τελευταία  έτη, αναμένεται να έχει αλλάξει εν πολλοίς τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής, όπως και τις αντιλήψεις του  μέσου πολίτη, τη φιλοσοφία του για το τρίπτυχο οικονομία‐κοινωνία‐περιβάλλον, τις προτεραιότητές  του  και τους  στόχους του.Ενδιαφέρον είναι να διερευνηθεί αν η ανταπόκρισή του είναι η αδιαφορία για το  περιβάλλον με πρόκριση της επιβίωσης και του προσωπικού του συμφέροντος όπως το εννοεί, ακόμη κι  αν η στάση του είναι επιβλαβής για την κοινωνία και την Πολιτεία, για τις οποίες νιώθει απογοήτευση και  βρίσκεται φύσει και θέσει σε απόσταση, ή αν καθιστώντας την κρίση ‘‘ευκαιρία’’ στοχεύει, με αγωνιστική  διάθεση  και  μακροπρόθεσμη  προοπτική,  υπηρετώντας  με  τον  τρόπο  του  την  προστασία  και  τη  συνετή  διαχείριση του περιβάλλοντος, προτάσσοντας και αξιοποιώντας τις ιδιότητες και τις αξίες που αυτό φέρει,  σε αμοιβαίο όφελος του ιδίου του ενδιαφερόμενου και της κοινωνίας.      Ο  ρόλος  του  επιστήμονα  στο  παρόν  πόνημα  είναι  να  διαγνώσει  προς  ποια  κατεύθυνση  και  υπό  ποια  οπτική πορεύεται σήμερα η κοινωνία ως προς το περιβάλλον, αν, πως και πόσο έχει μεταστραφεί η σχέση  και  η  νοοτροπία  του  μέσου  πολίτη  ως  προς  αυτό,  τόσο  σε  θεωρητική  κλίμακα  όσο  και  πρακτική  και  να  αποτιμήσει  τη  συμπεριφορά  και  τα  πεπραγμένα  του  σε  καθημερινό  επίπεδο,  όσο  και  σε  πιο  σοβαρά  διλήμματα και στάση ζωής. Επίσης να προσδιορίσει το όραμά του, τις επιλογές και τις προτεραιότητές του  καθώς  και  να  εκτιμήσει  επιδράσεις,  εξελίξεις  και  προοπτικές,  ή  και  τη  διαμόρφωση  συλλογικής  συνείδησης και τάσης.    Η  έρευνα  επιδιώκει  την  ανάδειξη  και  την  τεκμηρίωση  αυτής  της  ανάγκης,  με  ανάλογη  συμβολή  στη  συνολική προβληματική και στη γενικότερη προσπάθεια ανάδειξης πραγματικών προβλημάτων, αναγκών,  προτεραιοτήτων  προς  επίλυση,  σύμφωνα  με  την  εκτίμηση,  την  εμπειρία  και  τα  βιώματα  του  μέσου  πολίτη,  αλλά  και  τις  παρατηρήσεις  και  τις  επισημάνσεις  του  ως  ενεργού  ή  συνειδητού  μέλους  της  κοινωνίας.  Η  προθυμία  των  ερωτηθέντων,  πέραν  των  ζητούμενων  απαντήσεων,  να  αναπτύξουν  επιχειρήματα και εκ νέου προβληματισμούς, τεκμηριώνοντας με παραδείγματα και υπογραμμίζοντας με  χαρακτηριστικές διατυπώσεις, εμπλούτισε την έρευνα με επιπλέον χρήσιμα και αξιοποιήσιμα περαιτέρω  στοιχεία. Η ίδια αυτή η ανάγκη και η προθυμία έκφρασης από πλευράς των ερωτηθέντων, συχνά, εννοεί,  εξηγεί και υπογραμμίζει περισσότερα και από τα λεχθέντα και υποδεικνύει τάσεις και στάσεις και ατομική  ή  συλλογική  ανοχή,  αντοχή,  ροπή  και  συμπεριφορά  ή  αντιμετώπιση  και  αντίδραση  σε  γεγονότα  και  καταστάσεις.   


Η ειλικρίνεια των απαντήσεων και συχνά ο άμεσος, αυθόρμητος τρόπος έκφρασης που την επιβεβαιώνει,  όπως  και  η  αξιοπιστία  που  αναζητήθηκε  μέσω  της  γεωγραφικής  διασποράς  και  του  μεγάλου  αριθμού  απαντήσεων,  προσέφερε  αξιόλογο  και  ικανό  ποιοτικά  και  ποσοτικά  υλικό  προς  μελέτη,  εκτίμηση  και  εξαγωγή συμπερασμάτων.    Τελικά,  η  περιβαλλοντική  προβληματική  αντιπροσωπεύει  κεντρικό  ηθικό,  κοινωνικοοικονομικό  και  πολιτικό ζήτημα και η οικονομική ύφεση μπορεί να καταστεί ευκαιρία ανάδειξης και αξιοποίησης αρχών  και προτεραιοτήτων. Ειδικότερα, επιβάλλεται ο επαναπροσδιορισμός του τρόπου ζωής με εστιασμό στο  περιβάλλον,  αλλά  και  η  προώθηση  κρατικών  και  συλλογικών  μακροπρόθεσμων  πολιτικών  προσανατολισμένων στον άνθρωπο και στη διασφάλιση των απαραίτητων περιβαλλοντικών αγαθών με  την τήρηση των αντίστοιχων αρχών και προτύπων.   


2. ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ     Θεμιτή  είναι,  πριν  την  κυρίως  ανάπτυξη  του  θέματος,  η  αναφορά  σε  έννοιες  που  περιλαμβάνει  η  προβληματική του εξεταζόμενου αντικειμένου και στις σχετικές θεωρητικές προσεγγίσεις.     Στη  βιβλιογραφία  περιλαμβάνεται  αριθμός  ορισμών  για  την  αειφορική  ανάπτυξη,  έννοια  ουσιαστικής  σημασίας  για  τη  διερεύνηση  της  σχέσης  περιβάλλοντος  και  κοινωνικοοικονομικών  παραγόντων,  αιτίων  και επιπτώσεων. Ο πιο δημοφιλής ορισμός είναι ο ακόλουθος: «Αειφορική ανάπτυξη είναι η ανάπτυξη η  οποία  ικανοποιεί  τις  ανάγκες  του  παρόντος,  χωρίς  να  θέτει  σε  κίνδυνο  τη  δυνατότητα  των  μελλοντικών  γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες»[Εκθεση Brundtland, 1987]. Για την πραγματοποίησή της  πρέπει να συνδυάζεται η κοινωνική πρόοδος που θα λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες όλων των πολιτών, την  αποτελεσματική περιβαλλοντική διαχείριση και τη διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης  και απασχόλησης. Στόχος της είναι η καλύτερη ποιότητα ζωής για όλους τους πολίτες, τόσο σήμερα, όσο  και για τις επόμενες γενεές [www.minenv.gr].     Στους  αντίποδες  αυτού,  άλλος  λιγότερο  δημοφιλής  ορισμός,  από  τη  Στρατηγική  για  την  Αειφορία  των  οργανισμών  IUCN,  UNEP  και  WWF  (1991)  υπό  τον  τίτλο  «Φροντίζοντας  τη  Γη»,  ορίζει  ότι  «αειφόρος  ανάπτυξη σημαίνει βελτίωση της ποιότητας της ζωής του ανθρώπου στο πλαίσιο της φέρουσας ικανότητας  των υποτηρικτικών συστημάτων». Ο ορισμός συνδέεται με την υιοθέτηση αρχών που αναφέρονται σε δύο  τομείς:  την  οικολογική  αειφορία  (αλληλεξάρτηση  βιοποικιλότητας,  διαβίωση  ανθρώπου  στη  Γη  χωρίς  σοβαρές  επιπτώσεις  στη  φύση,  δικαιοσύνη  ανάμεσα  στα  είδη)  και  την  κοινωνική  δικαιοσύνη  (βασικές  ανθρώπινες ανάγκες, δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών, ανθρώπινα δικαιώματα, ισότιμη συμμετοχή, κ.ά.).     Από την εμπειρία της UNESCO (2001) συνάγεται ότι ο συνδυασμός των δύο προαναφερόμενων ορισμών,  αποδίδει  την  κεντρική  φιλοσοφία  της  αειφορικής  ανάπτυξης,  η  οποία  πρέπει  να  ευνοεί  τόσο  τους  ανθρώπους,  όσο  και  τα  οικοσυστήματα.  Δηλαδή  επιδιώκει  το  συνδυασμό  ικανοποίησης  αναγκών  του  ανθρώπου  με  σεβασμό  στη  δικαιοσύνη  μεταξύ  των  γενεών,  με  τη  βελτίωση  της  ποιότητας  ζωής,  προστατεύοντας, παράλληλα το περιβάλλον.     Ενδιαφέρουσα είναι η θέση που προβάλλει η κοινωνική οικολογία, δηλαδή η φιλοσοφική και κοινωνική  τάση  που  αναζητά  τη  γενεσιουργό  αιτία  των  οικολογικών  προβλημάτων  στα  βαθύτατα  κοινωνικά  προβλήματα  των  πρόσφατων  ετών.  Σύμφωνα  με  τη  θεωρία  της  η  περιβαλλοντική  υποβάθμιση  είναι  αντιμετωπίσιμη μόνο με την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Προαπαίτηση, δηλαδή, για ένα  υγιές  και  ασφαλές  για  τον  άνθρωπο  περιβάλλον  είναι  η  εξάλειψη  των  αποκλίσεων  τόσο  σε  επίπεδο  εθνικό και κρατικό (κοινωνικές τάξεις) όσο και οικουμενικό (υπό ανάπτυξη κράτη) [Κώτσιος: 32 ].     Αντίστοιχη βασική έννοια είναι η ‘’ανάπτυξη’’, για την οποία η επιστημονική κοινότητα δεν έχει καταλήξει  σε  ομοφωνία  ως  προς  τη  νοηματοδότηση  του  όρου 2   .  Οι  διάφορες  αναπτυξιακές  θεωρίες  και  κοινωνικοπολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις και αντιλήψεις εισάγουν ποικιλία εννοιών με αντικειμενική  υπόσταση  (αύξηση,  εξέλιξη,  κίνηση,  μεταβολή,  πρόοδος,  διαχείριση,  μεταρρύθμιση,  μετασχηματισμός,  νεωτερισμός,  κ.ά.),  που  χαρακτηρίζουν  ποιοτικά  και  ποσοτικά  την  ανάπτυξη.  Από  τις  πρώτες  δεκαετίες  του  εικοστού  αιώνα  η  δυτική  αντίληψη  ως  προς  τη  θεώρηση  του  σύγχρονου  κόσμου,  της  ιστορίας,  του  πολιτισμού,  έχει  επιδράσει  στη  διαμόρφωση  της  τάσης  η  ανάπτυξη  να  έχει  χαρακτήρα  θεμιτό  και  να  αποτελεί  κριτήριο  και  στόχο  κοινωνικοικονομικής  εξέλιξης,  ανεξάρτητα  αν  αναφέρεται  σε  κοινωνίες,  περιοχές ή συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Πάντως «σε κάθε κλάδο της σύγχρονης σκέψης η αντίληψη  της ανάπτυξης διαδραματίζει κεντρικό ρόλο»[Σουμάχερ 1980: 187, Κώτσιος:32].    Με  τον  όρο  κοινωνία  εννοείται  το  σύνολο  των  ατόμων  που  συμβιώνουν  σε  κάποιον  τόπο  ή  σε  μία  ιστορική  περίοδο  και  η  έννοια  αυτή  έχει  ευρεία  (ανθρωπότητα)  ή  στενή  εφαρμογή  (ομάδες  ανθρώπων  στο  χώρο  και  το  χρόνο).  Σύμφωνα  με  εναλλακτικό  ορισμό  ως  κοινωνία  φέρεται  η  διαρκής  στο  χρόνο  συνεργατική  ομάδα,  τα  μέλη  της  οποίας  ανέπτυξαν  οργανωμένα  πρότυπα  σχέσεων  μέσω  της  διαρκούς  κοινωνικοοικονομικής  ή  πολιτικής  αλληλεπίδρασής  τους  [Merriam  Webster].  Οι  ανθρώπινες  κοινωνίες 


χαρακτηρίζονται από  τις  (κοινωνικές)  σχέσεις  μεταξύ  ατόμων  που  μοιράζονται  και  συνδιαμορφώνουν  έναν κοινό πολιτισμό. Μια δεδομένη κοινωνία μπορεί να περιγραφεί ως το πλέγμα των σχέσεων αυτών  μεταξύ των μελών της με την κοινή αποδοχή και καθιέρωση κανόνων και πρακτικών, με χαρακτηριστικό  παράδειγμα αυτό της συμπεριφοράς του μέσου πολίτη απέναντι στο περιβάλλον, όπως έχει επικρατήσει  μέχρι σήμερα, μέσω κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και προτεραιοτήτων.    Ενδεικτική  της  κατάστασης  είναι  η  στρατηγική  πρωτοβουλία  των  Κοινωνικών  Διαστάσεων  της  Περιβαλλοντικής  Πολιτικής  (Social  Dimensions  of  Environmental  Policy  /SDEP),  του  OECD,  η  οποία  συμβάλλει  στην  κατανόηση  των  κοινωνικών  και  πολιτικο‐οικονομικών  δυνάμεων  που  διαμορφώνουν  δίκαιη  και  αειφορική  περιβαλλοντική  πολιτική.  Εχει  ως  αποστολή  τη  βελτίωση  της  διαχείρισης  του  περιβάλλοντος της γης, μέσω έρευνας επί κοινωνικών διαστάσεων και διαστάσεων πολιτικής αειφορίας.  Τα  προγράμματα  υπό  αυτή  τη  νέα  πρωτοβουλία  ενσωματώνουν  την  έρευνα  των  φυσικών  και  των  κοινωνικών  επιστημών  στις  απαντήσεις  της  κοινωνίας  στην  κλιματική  αλλαγή  και  στο  ρόλο  της  δημοκρατίας  στη  διαμόρφωση  και  την  εφαρμογή  της  αειφορικής  περιβαλλοντικής  πολιτικής  [OECD  Observer 2006].    Οι  έντονες  πιέσεις,  όπως  αυτές  απορρέουν  από  την  προβληματική  κατάσταση  που  χαρακτηρίζει  το  περιβάλλον  σήμερα,  καθώς  και  οι  σύγχρονες  απαιτήσεις  για  πολιτική  κι  ηθική  υπευθυνότητα  τόσο  των  πολιτών  (ατομικό  επίπεδο)  όσο  και  των  κοινωνιών  (συλλογικό  επίπεδο),  αναγκαστικά  επηρεάζουν  την  ποιότητα ζωής και επαναπροσδιορίζουν τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον  και τα συστατικά στοιχεία αυτού.     Το αδιέξοδο, στο οποίο έχει περιέλθει κι η συνειδητοποίηση του οξύτατου προβλήματος, έχει επηρεάσει  και  τη  διαμόρφωση  των  ηθικών  αξιών  του.  Η  αναθεώρηση  και  η  επαναξιολόγηση  τους  οδηγούν  στην  ανάγκη χάραξης νέας πορείας προς συνεκτίμηση και συνεξέταση ακόμα και μη ανθρώπινων όντων κατά  τη διαμόρφωση του νέου πλέγματος ηθικών αξιών.     Ο  επαναπροσδιορισμός  των  σχέσεων  ανθρώπου  –  περιβάλλοντος  και  η  αναγκαιότητα  επιπλέον  διερεύνησης  της  ηθικής  πλευράς  του  ζητήματος,  αποτελεί  το  πεδίο  έρευνας  κι  εφαρμογής  της  περιβαλλοντικής  ηθικής.  Η  τελευταία  μελετά  όχι  πλέον  την  ηθική  των  σχέσεων  των  ανθρώπων  μεταξύ  τους,  αλλά  την  ηθική  της  σχέσης  τους  με  το  περιβάλλον  και  τα  ανθρώπινα  και  μη  ‘’στοιχεία’’  του.  Η  διερεύνηση  της  σχέσης  περιβάλλοντος  και  κοινωνικοοικονομικών  αιτίων  και  επιπτώσεων  διέρχεται  από  την εμβάθυση σε επιμέρους ουσιώδη και κρίσιμα ζητήματα, όπως η κρίση στο παγκόσμιο περιβάλλον, η  εξέλιξη  και  ο  μετασχηματισμός  του  αστικού  περιβάλλοντος,  ο  ρόλος  της  φύσης  στην  ανάπτυξη,  το  περιβάλλον και η περιβαλλοντική εκπαίδευση, οι κοινωνικές και πολιτιστικές διαστάσεις της ανάπτυξης, η  φιλοσοφική  οπτική  για  τη  σχέση  ανθρώπου  –  φύσης,  οι  προϋποθέσεις  της  ποιότητας  ζωής,  κ.ά.,  που  περιστρέφονται γύρω από τους κεντρικούς πόλους : περιβάλλον, κοινωνία, οικονομία.   


3. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ,  ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ     3.1  Γενικά    Ηδη  στους  πρώτους  πολιτισμούς  η  εξάρτηση  της  ανθρώπινης  ζωής  και  της  διαβίωσης  με  τη  φύση  είχε  γίνει αντιληπτή, οδηγώντας σε καλές πρακτικές, όπως ενδεικτικά, η μέριμνα για χρήση εδαφών και δασών  έως  συγκεκριμένο  όριο  ή  με  την  επανάχρηση  υπολειμμάτων  τροφίμων  και  υλικών  σε  γεωργοκτηνοτροφικές λειτουργίες, στο πλαίσιο της μικρής κοινωνίας ή σε μεγαλύτερες κλίμακες [Lacroix  2010:12‐13].     Στην  ιστορική  φάση  κατόπιν  της  εμφάνισης  προβλημάτων  και  τοπικών  ελλείψεων,  διατυπώθηκαν  μέσω  διαταγμάτων  πρωτοβουλίες  και  δράσεις  προστασίας  της  φύσης  και  της  βιοποικιλότητας,  που  όριζαν  σεβασμό  στη  φύση  με  την  προσαρμογή  του  χρόνου  της  συγκομιδής  στις  απαιτούμενες  συνθήκες  ενώ  εστιάστηκαν στη σχέση ανθρώπου‐κοινωνίας‐φύσης.    Στην  αρχαιότητα  μεγάλο  ποσοστό  πολεμικών  συρράξεων  είχαν  τη  μορφή  επιδρομών  προς  εξασφάλιση  φυσικών  πόρων  [Lacroix  2010:13].  Στον  ελλαδικό  χώρο,  κατά  τον  ιστορικό  Θουκυδίδη  [Ιστοριών  1.2,  1.2.4],  οι  ελλείψεις  σε  πρώτες  ύλες  και  φυσικούς  πόρους  (δάση,  ύδατα,  κ.ά.)  στάθηκαν,  συχνά,  αιτία  ήττας ή συνθηκολόγησης, στις διάφορες φάσεις του Πελοποννησιακού Πολέμου.    Η προβληματική της εναρμόνισης περιβάλλοντος και λειτουργίας των πόλεων περιελάμβανε τις ρυθμίσεις  ύδρευσης,  άρδευσης  (Μεσοποταμία),  αποχέτευσης  (αρχαία  Ρώμη)  και  κατασκευής  συναφών  έργων,  διαχείρισης  των  λυμάτων  και  των  απορριμμάτων.  Από  το  Μεσαίωνα  και  μετά  κυρίαρχο  ζήτημα  ήταν  η  αντιμετώπιση  της  ρύπανσης  και  της  μόλυνσης  που  επέτεινε  η  πυκνή  δόμηση  και  ενίοτε  η  έλλειψη  στοιχειωδών  όρων  υγιεινής.  Αναδείχθηκε  η  ανάγκη  περιβαλλοντικών  αρχών  συνδεόμενων  με  α)  την  αξίωση  για  ποιότητα  ζωής  και  β)  την  εξέλιξη  της  οικονομικής  δραστηριότητας  σε  πλαίσιο  συνετής  περιβαλλοντικής αξιοποίησης της φύσης [Lacroix 2010:14].     Η  επιστημονική  διερεύνηση  τοποθετεί  την  εκκίνηση  κατάρτισης  θεσμικού  πλαισίου  αειφορικής  διαχείρισης συμβατής περιβαλλοντικά επιχειρηματικότητας και οικονομικής πολιτικής για το περιβάλλον,  στη σύγχρονη ιστορία, στον 19ο αιώνα, με ουσιαστική ενεργοποίηση στον 20ο στις ΗΠΑ και την Ευρώπη  [Τερκενλή  1996]  .  Εκφράστηκε,  κυρίως,  με  τη  θέσπιση  προστατευόμενων  περιοχών  (Fontainebleau  στη  Γαλλία,  ίδρυση  στις  ΗΠΑ  των  πρώτων  εθνικών  δρυμών,  στο  Yosemite  της  California  το  1864  και  στο  Yellowstone  του  Wyoming  το  1872).  Η  μετά  τον  Β΄  Παγκόσμιο  Πόλεμο  επιστημονική  και  πολιτική  ευαισθητοποίηση,  που  σταδιακά  έλαβε  διαστάσεις,  ταυτίστηκε  με  τις  πρώτες  διατυπώσεις  οικολογικών  επιστημονικών  θεωριών  σε  συνδυασμό  με  τις  σύγχρονες  οικονομικές  θεωρίες  [Lacroix  2010:14,  Ζήσης  2003, Σταματίου 1997, Φλογαϊτη 1998].     Σοβαρότατα  περιβαλλοντικά  ζητήματα  οδήγησαν  σε  διεθνείς  διασκέψεις  για  το  περιβάλλον  και  σε  αναλόγου  περιεχομένου  πολιτικές  της  ΕΕ,  οι  οποίες  συνιστούν,  πλέον,  το  πλαίσιο  αντιμετώπισης  περιβαλλοντικών  θεμάτων,  μεταξύ  των  οποίων  η  χωροθέτηση  εγκαταστάσεων  και  έργων  αλλά  και  η  λειτουργία  της  ‘‘πράσινης’’  επιχειρηματικότητας.  Σε  αυτά  περιλαμβάνονται  Μελέτες  Περιβαλλοντικών  Επιπτώσεων,  περιβαλλοντικές  πιστοποιήσεις  (International  Standard  Organization) 3   ISO  14000 4 ,  ΕΜΑS 5 ,  οικολογικά  σήματα  (eco‐labels) 6 ,  σε  όλους  τους  τομείς  υπηρεσιών  και  προϊόντων,  κ.ά.  [Lacroix  2009].  Ταυτόχρονα,  η  περιβαλλοντική  ζωνοποίηση  (zoning) 7   οικονομικών  και  αναπτυξιακών  δραστηριοτήτων  (καθιέρωση  δικτύου  οικοτόπων  Natura  κατόπιν  της  92/43  Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ  του  1992,  υδροβιότοποι  Ramsar  μέσω  της  ομώνυμης  Συνθήκης  1971,  κ.λπ.)  και  οι  τομεακές  πολιτικές  για  το  περιβάλλον  [Ζήσης  2003],  καθώς  και  η  Εταιρική  Κοινωνική  Ευθύνη  και  οι  πολιτικές  για  τις  ιδιωτικές  αναπτυξιακές  δραστηριότητες  οριοθέτησαν  ευνοϊκό  πλαίσιο  συνέργειας  του  κοινωνικού  και  του  οικονομικού  με  τον  περιβαλλοντικό παράγοντα.   


3.2 Η περίπτωση της Ελλάδας    Η  νομοθετική  διαδικασία  για  την  προστασία  του  φυσικού  περιβάλλοντος  στην  Ελλάδα  εκκίνησε  με  τη  θεσμοθέτηση  των  Εθνικών  Δρυμών  του  Ολύμπου  και  του  Παρνασσού  το  1938,  ενώ  το  άρθρο  24  του  Συντάγματος του 1975 (πλέον τροποποιημένο 1986, 2001) καθόρισε τη διαμόρφωση της ευνοϊκής ‐έστω  και  νομοθετικά,  καταρχήν‐  στάσης  της  Πολιτείας  στην  περιβαλλοντική  προστασία  και  διαχείριση  [Αραβαντινός  1997].  Η  οικεία  νομοθεσία  με  το  Ν.  1650/86  περί  προστασίας  του  περιβάλλοντος  (που  προβλέπει  κατηγορίες  προστατευόμενων  περιοχών),  το  Ν.  2742/1999  για  το  χωροταξικό  σχεδιασμό  και  την αειφόρο ανάπτυξη, η ΚΥΑ (Κοινή Υπουργική Απόφαση) 3044/2002 που επισπεύδει τη δημιουργία των  φορέων  διαχείρισης  καθώς  και  τα  Προεδρικά  Διατάγματα  για  τους  διαχειριστικούς  φορείς  κ.ά.,  είχαν  επίσης  σημαντική  συμβολή  [ΥΠΕΧΩΔΕ  2003].  Επίσης,  Ευρωπαϊκές  Οδηγίες  (όπως  π.χ.  η  60/2000  για  τα  νερά, στοχεύουν στη διασφάλιση όρων σεβασμού στη διαχείριση και την αξιοποίηση του περιβάλλοντος  και των φυσικών πόρων [Lacroix 2010:14].    Η  ενσωμάτωση  της  αειφορικής  συνιστώσας  στο  χώρο  του  επιχειρείν  (παραγωγή,  αγορά,  κατανάλωση,  σύστημα  συσκευασιών  και  αποβλήτων,  κ.ά.),  όπως  και  της  εταιρικής  κοινωνικής  ευθύνης  (με  δράσεις  υπέρ  της  κοινωνίας  και  του  περιβάλλοντος),  αποτελεί  υπεραξία,  ανταγωνιστικό  πλεονέκτημα  και  απάντηση στις απαιτήσεις μεγάλου μέρους καταναλωτών ενώ επίσης, αποκαλύπτει νέες δυνατότητες και  προοπτικές  της  επιχειρηματικότητας  (καινοτομίες,  καθιέρωση  καλών  πρακτικών,  εξοικονόμηση  πρώτων  υλών και ενέργειας, βελτίωση δημόσιας εικόνας εταιριών, κ.λπ.) [Ζήσης, Lacroix 2010, Σταματίου 2011].  Γνωστά  είναι  παραδείγματα  ελληνικών  μικρομεσαίων  επιχειρήσεων  διαφόρων  κλάδων,  οι  οποίες  εστιασμένες  σε  οικολογικά  προϊόντα,  υπηρεσίες,  διεργασίες  και  πρακτικές,  επεκτάθηκαν  με  επιτυχία  εκτός συνόρων.     Στο ίδιο πνεύμα, λειτουργεί τα τελευταία έτη,  Μονάδα Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας σε αριθμό  ΑΕΙ  (Οικονομικό  Πανεπιστήμιο  Αθηνών,  Πάντειο  Πανεπιστήμιο,  κ.ά.),  με  σκοπό  την  υποστήριξη  και  τον  επιχειρηματικό  προσανατολισμό  και  την  αντίληψη  των  φοιτητών,  με  εστιασμό  στη  φιλική  προς  το  περιβάλλον  επιχειρηματικότητα  (ή  ακόμη  στην  ‘‘πράσινη’’  επιχειρηματικότητα) 8   [ΜΚΕ  Οικονομικό  Πανεπιστήμιο www.mke.aueb.gr].    Σημαντικό κεφάλαιο στην Ελλάδα αποτέλεσε η περιβαλλοντική εκπαίδευση, με υλοποίηση από το 1991,  ως  τμήμα  των  προγραμμάτων  της  Α΄βάθμιας  και  της  Β΄βάθμιας  εκπαίδευσης,  σύμφωνα  με  τον  Ν.  1892/90.  Αναπτύχθηκε  κυρίως  για  λόγους  εναρμονισμού  με  τις  διακηρύξεις  και  τις  δραστηριότητες  διεθνών  οργανισμών 9 ,  αλλά  και  ανάπτυξης  οικολογικής  αντίληψης  ως  προς  τη  διαχείριση  και  την  αξιοποίηση φυσικών πόρων. Μέχρι σήμερα, παρά τις όποιες ατέλειες υλοποίησής της, οδήγησε σε πολλές  καινοτομίες (από δημιουργία φυτωρίων έως κατασκευή οικολογικών αυτοκινήτων, χρήση υπολείμματος  λαδιού ως καυσίμου, κ.ά.), αναγνωρίσεις και βραβεύσεις,  κυρίως, μάλιστα σε  σχολεία της περιφέρειας.  Στο  ίδιο  πλαίσιο  εποικοδομητικές  ήταν  συνέργειες  και  συνεργασίες  σχολικών  μονάδων  με  ΑΕΙ  και  μη  κυβερνητικές οργανώσεις.     Αριθμός  αυτών,  τοπικής  ή  διεθνούς  εμβέλειας,  διαδραμάτισαν  σημαντικό  εκπαιδευτικό  όσο  και  ακτιβιστικό ρόλο σε περιπτώσεις διάσωσης του φυσικού, όσο και του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Επίσης  κατέστησαν γνωστά στο πλατύ κοινό σοβαρά προβλήματα και συμμετείχαν σε κατευθύνσεις και πολιτικές  αντιμετώπισης.    Τμήματα ΑΕΙ (Τμήμα Περιβάλλοντος Π. Αιγαίου 1995, Τμ. Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων  Πανεπιστημίου Δυτ. Ελλάδας 1998, κ.ά.) και ΑΤΕΙ, που ιδρύθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, με αντικείμενο  το  φυσικό  και  το  ανθρωπογενές  περιβάλλον,  ήρθαν  να  συμπληρώσουν  σε  συγγενείς  κατευθύνσεις  το  έργο  προϋπαρχόντων  Τμημάτων  Σχολών  (Γεωπονικής,  Δασολογίας,  Αρχιτεκτονικής,  Μηχανικών  Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, κ.ά.) με συναφή προσανατολισμό.    


Η επιστημονική  έρευνα  βασίστηκε  σε  μεγάλο  βαθμό  στην  προβληματική  που  κληροδοτήθηκε  ως  αποτέλεσμα παλαιότερων νομοθετημάτων όσο και καθιερωμένων πρακτικών, με εμφανείς τις συνέπειες  στο περιβάλλον.     Σταθμό  στην  ιστορία  του  πολεοδομικού  σχεδιασμού  στην  Ελλάδα  αποτέλεσε  η  ψήφιση  (1923)  του  Ν.Δ.  «Περί  Σχεδίων  Πόλεων,Κωμών  και  Συνοικισμών  του  Κράτους  και  οικοδόμησης  αυτών»,  με  βασικούς  κανόνες διαμόρφωσης του δημόσιου χώρου και στοιχειώδους μέριμνας αστικής υγιεινής και ασφάλειας.  Ειδικότερα έθεσε τις προϋποθέσεις και όρισε τις διαδικασίες για τον αστικό σχεδιασμό και την εφαρμογή  των  σχεδίων  πόλης  σε  μια  εποχή  με  κρίσιμα  προβλήματα  στη  διαχείριση  του  χώρου  (αποκατάσταση  Ελλήνων  προσφύγων  Μ.  Ασίας,  άναρχη  ανάπτυξη  και  εκμετάλλευση  γης,  ανέχεια  πληθυσμού,  κ.ά.)  και  την αναγκαιότητα αντίστοιχων διοικητικών πράξεων, δηλαδή έκδοσης οικοδομικών αδειών.Το 1929 είναι  γεγονός  και  ο  πρώτος  Γενικός  Οικοδομικός  Κανονισμός  (ΓΟΚ)  «εμπορευματοποίηση  κατοικίας»  (Νόμος  «περί οριζοντίου ιδιοκτησίας»).    Στην  Ελλάδα  γενικά  επιτρέπεται  η  δόμηση  στις  εκτός  σχεδίου  περιοχές,  εκτός  από  εκείνες  που  ισχύουν  συγκεκριμένοι περιορισμοί με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς  [Χριστοφιλόπουλος 2002, 2005, 2007α,β]. Η κοινή χρήση του αιγιαλού 10  πρώτη φορά καθορίστηκε ρητά  µε ειδικό κανόνα του άρθρου 7 του Α.Ν. 2344/1940 (εμπλουτίσθηκε το 1968, 1970, τροποποιήθηκε με Ν.  2791/2001, Ν. 3201/2003), οπότε χρονολογείται και η πρώτη προσπάθεια ολοκληρωμένης αντιμετώπισης  της διαχείρισης και της προστασίας του αιγιαλού 11  και της παραλίας [Νικολάου και Σταματίου 1999]. Για  τα  δάση  το Διάταγμα  86/1969  εισήγαγε  τον  Δασικό  κώδικα  και  ακολούθησαν  οι  Νόμοι  9998/1979,  208/2003, 3229/2004 και άλλα 75 περίπου διατάγματα, τα οποία καθορίζουν τη διαχείριση των δασικών  εκτάσεων.    Η  περίοδος  1945‐1966  που  σφραγίστηκε  από  τις  κοινωνικοοικονομικές  συνέπειες  του  Β΄  Παγκοσμίου  Πολέμου  συνοδεύτηκε  από  την  εμφάνιση  της  ‘‘πρώτης  γενιάς  αυθαιρέτων’’  με  380.000  αυθαίρετα  κτίσματα  σε  Αθήνα,  Θεσσαλονίκη,  και  άλλα  ακόμη  σε  πόλεις  της  περιφέρειας.  Παράλληλη  ήταν  η  σταδιακή υποβάθμιση του φυσικού τοπίου (από πυρκαγιές, παράνομη υλοτόμηση ή και οικοπεδοποίηση,  κ.ά.),  στις  περιαστικές,  αλλά  κυρίως  στις  αστικές  περιοχές,  που  οδήγησε  στην  αναθεώρηση  του ΓΟΚ  [Ευστρατίου 2006] το 1955 και την πρώτη νομιμοποίηση 12 .    Το Σύνταγμα του 1975 και συγκεκριμένα το άρθρο 24 έθεσε το πλαίσιο προστασίας τόσο του φυσικού όσο  και  του  πολιτιστικού  περιβάλλοντος.  Όρισε  ότι  ανήκει  στην  κρατική  αρμοδιότητα  ρύθμισης  η  «Χωροταξική 13  αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση 14  και η επέκταση  των  πόλεων  και  των  οικιστικών  γενικά,  περιοχών….»  με  σκοπό  την  εξυπηρέτηση  της  λειτουργικότητάς  τους  και  την  εξασφάλιση  των  καλύτερων  δυνατών  όρων  διαβίωσης.Ορίστηκε,  εξάλλου,  η  υποχρεωτική  συμμετοχή των ιδιοκτησιών προς τη δημιουργία των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων (εισφορά γης)  και προς την κατασκευή των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων 15  [Κουδούνη 2012].    Η διάγνωση σοβαρών προβλημάτων στο ανθρωπογενές και στο φυσικό περιβάλλον οδήγησε στην ίδρυση  του ΥΧΟΠ 16  το 1980, που με επέκταση των αρμοδιοτήτων του ως προς τα δημόσια έργα μετονομάστηκε  σε  ΥΠΕΧΩΔΕ 17 ,  μέχρι  που  αργότερα  (2009)  επιβλήθηκε  η  σύσταση  υπουργείου  εστιασμένου  στο  περιβάλλον, του ΥΠΕΚΑ (Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής) 18 .    Οι  διαγνωσμένες  παθογένειες  της  Δημόσιας  Διοίκησης  [Μακρυδημήτρης  1986,  1999α,β,  2006],  πολλές  από τις οποίες συνδέθηκαν με ποικίλων τύπων ζητήματα κακοδιοίκησης που οδήγησαν σε δυσκολίες και  αδιέξοδα  στον  τομέα  του  ανθρωπογενούς  και  φυσικού  περιβάλλοντος  κι  όχι  μόνο,  τα  συσσωρευμένα  προβλήματα  κυρίως  της  μεταπολεμικής  εποχής,  οι  νέες  απαιτήσεις  των  τελευταίων  δεκαετιών,  και  οι  προτεραιότητες της χώρας στην αναπτυξιακή της προοπτική, έκριναν απαραίτητη την ίδρυση (1983) του  Εθνικού  Κέντρου  Δημόσιας  Διοίκησης  (ΕΚΔΔΑ),  ΝΠΔΔ,  με  αποστολή  τη  δημιουργία  στελεχών  της  διοίκησης επιτελικού και αναπτυξιακού χαρακτήρα, την αναβάθμιση του δυναμικού μέσα από τη διαρκή  εκπαίδευση  και  τη  συνεχή  εκπαίδευση  και  την  πιστοποιημένη  επιμόρφωση  και  τον  εκσυγχρονισμό  του 


δημοσίου και  των  φορέων  του,  μέσω  της  έρευνας,  της  τεκμηρίωσης  και  της  καινοτομίας  [www.ekdd.gr/ekdda].    Παράλληλα,  βασικά  και  καινοτόμα  για  την  εποχή  τους  νομοθετήματα  καθόρισαν  γενικούς  κανόνες  σχεδιασμού,  δόμησης  και  διαμόρφωσης  του  ανθρωπογενούς  περιβάλλοντος,  σε  συνάρτηση  και  με  το  φυσικό. Μεταξύ αυτών κύρια ήταν:    ‐Ο οικιστικός νόμος 1337/1983, αρχικά μεταβατικού χαρακτήρα (για μια πενταετία, η οποία ανανεώθηκε  και  κατόπιν  καταργήθηκε  ως  δεσμευτική  ημερομηνία)  καταρτίστηκε  με  σκοπό  την  άμεση  αντιμετώπιση  των  χρονιζόντων  προβλημάτων  της  αυθαίρετης  δόμησης,  χαρακτηριστικού  των  ελληνικών  πόλεων  και  κυρίως  αυτών  της  περιφέρειας  [Σταματίου  2004α,β,γ]  και  για  τη  διασφάλιση  στοιχειώδους  οργάνωσης  απαραίτητης τεχνικής και κοινωνικής υποδομής [Κουδούνη 2012].     ‐Ο Ν. 998/79 «περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας».  ‐Ο  Ν.960/79  «περί  υποχρέωσης  δημιουργίας  χώρων  στάθμευσης».  Δεδομένο  ήδη  το  κυκλοφοριακό  πρόβλημα  και  διαπιστωμένες  οι  σοβαρές  ελλείψεις  χώρων  κατάλληλων  και  καθορισμένων  χώρων  στάθμευσης στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και σε μεγάλες πόλεις της περιφέρειας, είχαν ως συνέπεια την  ταλαιπωρία των πεζών, την κατάληψη κοινόχρηστων χώρων και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των  κατοίκων.    ‐Ο Ν. 880/79 «ανώτατα όρια Σ.Δ.‐μεταφορά Σ.Δ., οριοθέτηση ρεμάτων».  ‐Το  Π.Δ/γμα  81/80  για  τη  θεσμοθέτηση  γενικών  και  ειδικών  κατηγοριών  χρήσεων  γης  των  οικιστικών  περιοχών,  το  οποίο  αντικαταστάθηκε  από  το  Π.Δ/γμα  της  23.2/6.31987  «περιεχόμενο  και  κατηγορίες  χρήσεων γης» ΦΕΚ 166Δ, ισχύον πλαίσιο χρήσεων γης στον αστικό χώρο.  ‐Ο νέος οικιστικός νόμος 2508/1997 «Βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη και άλλες διατάξεις»    Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το ΣτΕ (με εκκίνηση λειτουργίας το 1929), ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο  της  χώρας  και,  από  το  1992  που  λειτούργησε,  το  καθ'  ύλη  αρμόδιο  Ε΄  Τμήμα 19 ,  στην  προστασία  του  περιβάλλοντος, καθώς ελέγχει αν στην πράξη η Διοίκηση τηρεί τις διακηρύξεις του Συντάγματος και της  νομοθεσίας  για  την  προστασία  του  περιβάλλοντος  (προστασία  δασών  και  πολιτιστικού  και  ανθρωπογενούς  περιβάλλοντος,  εκπόνηση  Μελέτης  Περιβαλλοντικών  Επιπτώσεων,  κ.λπ.) 20   και  δε  διστάζει  να  ακυρώσει  υλοποίηση  μεγάλων  δημοσίων  έργων  που  δεν  πληρούν  τους  σχετικούς  όρους  [Ευστρατίου 1999, 2004].    Η συνεισφορά του Συνηγόρου του Πολίτη [Μπακογιάννης 2004, 2007, 2011] από το 1998, με τον αρμόδιο  Κύκλο Ποιότητας Ζωής [Λουκάκος κ.ά., Ψαλτάκη 2008], έγκειται, μεταξύ άλλων, στη διαμεσολαβησή του  μεταξύ  πολιτών  και  υπηρεσιών  με  σκοπό  τη  συμμόρφωση  προς  τη  νομιμότητα.  Αρμοδιότητά  του  είναι  θέματα  παραβίασης  της  περιβαλλοντικής  νομοθεσίας,  υποβάθμισης  του  φυσικού  περιβάλλοντος  [Μαυρομάτη  και  Ψαλτάκη,  Φιλιππάκη  και  Ψαλτάκη],  αυθαίρετες  παρεμβάσεις  στο  οικιστικό  και  πολιτιστικό  περιβάλλον  και  γενικότερης  υποβάθμισης  της  ποιότητας  ζωής,  ο  χειρισμός  υποθέσεων  παραβιάσεων  σε  ζώνες  περιβαλλοντικής  προστασίας,  περιβαλλοντικής  αδειοδότησης  έργων  και  επιχειρήσεων, χαρακτηρισμού δασικών εκτάσεων, διαχείρισης της παράκτιας ζώνης, ολοκλήρωσης έργων  υποδομής,  ελέγχου  της  αυθαίρετης  δόμησης,  εγκατάστασης  και  λειτουργίας  σταθμών  βάσης  κινητής  τηλεφωνίας,  λειτουργίας  καταστημάτων  υγειονομικού  ενδιαφέροντος,  δεσμεύσεων  ιδιοκτησίας,  προστασίας  της  πολιτιστικής  κληρονομιάς,  πρόσβασης  των  πολιτών  σε  περιβαλλοντικές  πληροφορίες  [Συνήγορος του Πολίτη 2010, 2011, 2012, Συνήγορος του Πολίτη/ Ποιότητα ζωής /www.synigoros.gr].    Το  υφιστάμενο  νομοθετικό  πλαίσιο  σχετικά  με  τους  περιβαλλοντικούς  ελέγχους  στην  Ελλάδα  βασίζεται  κυρίως στον Ν. 1650/86 «περί προστασίας του περιβάλλοντος» (ΦΕΚ 160/Α/1986) άρθρο 6, που αποτελεί  νόμο – πλαίσιο, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 3010/2002 για την «εναρμόνιση του Ν. 1650/1986 με τις  Οδηγίες 97/11 ΕΕ και 96/61 ΕΕ, διαδικασία οριοθέτησης και ρυθμίσεις θεμάτων για τα υδατορέματα και  άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 91/Α/2002) 21 . Σε συνάφεια με διατάξεις του Ν. 1650/86 που περιλαμβάνει και την 


προστασία της  ιστορικής  και  πολιτιστικής  παράδοσης,  ακολούθησε  ο  Ν.  3028/2002  «προστασία  Αρχαιολογικών  χώρων  και  πολιτιστικής κληρονομιάς  γενικότερα»,  αντικαθιστώντας  τον  Νόμο  3351/1932  «προστασία  Αρχαιολογικών  χώρων  και  πολιτιστικής  κληρονομιάς.»  Δίνει  νέα  προοπτική  στο  αντικείμενο  καθώς  ενσωματώνει  σε  μεγάλο  βαθμό  τα  πορίσματα  της  προηγηθείσας  νομολογίας,  με  την  οποία  έχει  ερμηνευθεί η έννοια του πολιτιστικού περιβάλλοντος, κατά το Σύνταγμα του 1975.    Παρά την πρόοδο προς την κατεύθυνση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, εξακολουθεί να  υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών ελέγχου. Για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι σοβαρές  παραβάσεις  της  περιβαλλοντικής  νομοθεσίας,  αλλά  και  για  να  εφαρμοστούν  οι  γενικότερες  δεσμεύσεις  που  απορρέουν  από  την  Κοινοτική  Νομοθεσία,  συστάθηκε  στο  ΥΠΕΧΩΔΕ,  η  Ειδική  Υπηρεσία  Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (Ε.Υ.Ε.Π.) 22 ,το 2001 [Καλλικαντζάρου 2006, 2009α,β]. Βασική αρμοδιότητα  της είναι η διενέργεια ελέγχων για τη διαπίστωση της τήρησης των περιβαλλοντικών όρων στα έργα και  τις δραστηριότητες του δημόσιου, ευρύτερου δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε ολόκληρη τη χώρα αλλά  και η εισήγηση επιβολής κυρώσεων 23 .    Διλήμματα  που  απασχόλησαν  επιστημονικούς  κύκλους,  τη  Διοίκηση,  ή  και  τη  Δικαιοσύνη  ήταν  η  γενικότερη  έλλειψη  χωροταξικού  σχεδιασμού  [Νικολάου  1994α,β],  η  χωροθέτηση  Ολυμπιακών  Έργων  (2004)  και  οι  επιπτώσεις  τους,  κατασκευές  δημοσίων  έργων  με  αλλαγές  χρήσεις  γης  στον  αστικό  ιστό,  κυκλοφοριακές  υποδομές,  ελεύθερη  πρόσβαση  αιγιαλού  και  παραλίας 24 ,  καταλληλότητα  ή  μη  πόσιμων  υδάτων  ή  υδάτων  κολύμβησης 25 .  Ως  παραδείγματα  καλών  πρακτικών  προβλήθηκαν  η  ενεργειακή  αξιοποίηση  και  επάρκεια  στην  Ανάβρα  Μαγνησίας  [Σταματίου  και  Μαυρομμάτης  2011],  η  εκτεταμένη  χρήση ποδηλάτου [Βλαστός και Μηλάκης 2003] και οι συναφείς υποδομές και δημιουργία δικτύου στην  Καρδίτσα και άλλες πόλεις, κ.ά.    Ζητήματα αιχμής αποτέλεσαν η διαχείριση των ορεινών όγκων [Μπεριάτος 2000, 2003, 2006], οι φορείς  Διαχείρισης  Προστατευόμενων  Περιοχών 26   (ΝΠΙΔ)  [Σταματίου  2011],  το  Δασολόγιο  και  το  Κτηματολόγιο  [Σταματίου 2009α, 2010α,β], η δημόσια κτήση, περιβαλλοντικά θέματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης [Λαγός  και  Σταματίου  2006]  και  σχετικά  με  την  τουριστική  ανάπτυξη  [Λαγός  2005],  η  χωροταξία,  η  φέρουσα  ικανότητα  αλλά  και  η  φυσιογνωμία  των  μικρών  νησιών,  κ.λπ.  [Κοκκώσης  και  Τσάρτας  2001,  Στεφάνου  1994, 2003, 2004].    Η εντυπωσιακά μεγάλη βιοποικιλότητα αναλογικά μάλιστα με το μέγεθός της, οι ευνοϊκές κλιματολογικές  και  εδαφικές  συνθήκες,  ο  πλούτος  του  υπεδάφους,  καθώς  και  οι  ιστορικές  και  πολιτιστικές  καταβολές,  αντιπροσωπεύουν  εξαιρετικά  σημαντικά  συγκριτικά  πλεονεκτήματα  [Ζήσης:  11],  τα  οποία  η  Ελλάδα  πρέπει να αξιοποιήσει ώριμα και ορθολογικά, στη βάση της στρατηγικής προσέγγισης υπό το πρίσμα του  εθνικού συμφέροντος και επ΄αγαθώ της κοινωνίας, με μακρόπνοη προοπτική.   


3.3 Διλήμματα και προβληματισμοί    Η προστασία του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος αποτελεί πεδίο εστιασμού ολοένα και  περισσότερο  τα  τελευταία  έτη,  από  την  επιστημονική  κοινότητα  και  τις  κρατικές  πολιτικές.  Αποτελεί,  επίσης, οικείο αντικείμενο επιχειρηματολογίας των πολιτών μέσω των πρακτικών και των βιωμάτων της  καθημερινής  ζωής.  Η  προστασία  και  η  διαχείριση  των  εδαφικών  και  υδάτινων  πόρων,  η  διατήρηση  της  βιοποικιλότητας  και  ο  στόχος  της  αειφορικής  ανάπτυξης  βρίσκονται  συχνά  στο  επίκεντρο  του  ενδιαφέροντος και του δημόσιου και ιδιωτικού διαλόγου.     Πέρα  από  την  οικονομοτεχνική  συνιστώσα  (κόστος  διατήρησης,  ανάλυση  κόστους‐οφέλους,  κ.ά.)  στη  συγκυρία  της  πρωτοφανούς  οικονομικής  κρίσης  με  τις  εμφανέστατες  δυσμενέστατες  και  σοβαρότατες  συνέπειες  για  τον  μέσο  πολίτη,  την  κοινωνία  και  τον  απειλούμενο  κοινωνικό  ιστό,  αναζητούνται  απαντήσεις για την οικονομική, την κοινωνική και την περιβαλλοντική διάσταση.    Παρά  ο  γεγονός  ότι  στην  Ελλάδα,  ήδη  από  τις  αρχές  της  δεκαετίας  του  ΄70,  τα  περιβαλλοντικά  προβλήματα  από  υπαρκτά  είχαν  καταστεί  ορατά  και  απειλητικά  αυξανόμενα,  το  ζήτημα  του  περιβάλλοντος για το κράτος εξακολουθούσε να μην είναι προτεραιότητας [Plessas]. Eνδεικτική είναι σε  σύγκριση  με  τα  15  κράτη‐μέλη  της  ΕΕ  ‐  πριν  τη  διεύρυνσή  της  ‐  η  καθυστέρηση  με  την  οποία  το  ‘‘περιβάλλον’’ ως κοινό αγαθό υπό προστασία ‐ συμπεριλήφθηκε στον προγραμματισμό της Πολιτικής και  της  Διοίκησης  ως  θέμα  προς  προς  διευθέτηση.  Η  ανάδειξη  του  ζητήματος  του  περιβάλλοντος  σε  πολιτικού, κοινού και ευρύτερου ενδιαφέροντος θέμα ξεκίνησε πρόσφατα, μόλις στις αρχές τις δεκαετίας  του ΄90, με αρχικά περιορισμένη και ελάχιστα αποτελεσματική πρόοδο. Η τελευταία, υλοποιήθηκε γενικά  ως ένα βαθμό, με την αναδιοργάνωση των τοπικών υπηρεσιών περιβάλλοντος σε νομαρχιακό επίπεδο και  τη θεσμοθέτηση της παρουσίας του ΥΠΕΧΩΔΕ στους ΟΤΑ μέσω της σύστασης Γραφείων Περιβάλλοντος σε  κάθε Νομαρχία (σχετική ΥΑ 84498/2579/13.12.1990) [Σπανού1995:121].    Χαρακτηριστικό παράδειγμα της παραμέλησης και απαξίωσης του τομέα του περιβάλλοντος από πλευράς  Διοίκησης  είναι  και  η  χαμηλή  απορρόφηση  των  συναφών  κοινοτικών  πόρων  του  Επιχειρησιακού  Προγράμματος «Περιβάλλον» (ΕΠΠΕΡ), που ουδέποτε προσέγγισε τα επιθυμητά επίπεδα.     Αξιο επισήμανσης είναι το γεγονός ότι η περιβαλλοντική πολιτική στην Ελλάδα, παρά τις ευρωπαϊκές και  διεθνείς εξελίξεις και επιταγές, ουδέποτε υπήρξε αυτόνομη των υπολοίπων. Από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ,  το 2007 τουλάχιστον 19 διέθεταν και διαθέτουν αυτόνομο Υπουργείο Περιβάλλοντος, ενώ σε κανένα δεν  εντοπίζεται  η  αντικρουόμενη  ‐θεωρητικά  και  πρακτικά‐  συνύπαρξη,  στο  ίδιο  υπουργείο,  του  περιβάλλοντος με τα δημόσια έργα [Ελαφρός και Λιάλιος:9]. Το περιβάλλον ως αντικείμενο διερεύνησης  και διαχείρισης στην Ελλάδα εξακολούθησε επί μακρόν να παραμένει, κατά κύριο λόγο, δευτερεύον και  σε  καμμία  περίπτωση  προτεραιότητα,  ενώ  οι  όποιες  κρατικές  πρωτοβουλίες,  συχνά,  ακολουθούσαν  αναγκαστικά κοινοτικές ή διεθνείς επιταγές, ή αποτελούσαν υποχρεωτική συμμόρφωση με συνθήκες και  συμβάσεις,  που  ως  μέλος  έπρεπε  να  τηρήσει  το  ελληνικό  κράτος.  Επίσης  με  σκοπό  τον  προσωρινό  και  βραχυπρόθεσμο  κατευνασμό  αντιδράσεων,  ενίοτε  δε  και  τον  αποπροσανατολισμό,  σε  ανομοιογενείς  πολιτικές  ή  παράδοξες  ρυθμίσεις  που  απέβλεπαν  στην  μονόπλευρη  εκμετάλλευση  αυτού  και  όχι  στην  αξιοποίηση ή αναβάθμισή του.    Δεν ήταν λίγες οι φορές, σύμφωνα με καταγγελίες πολιτών συλλογικά και ατομικά, κατοίκων περιοχών,  τοπικής ή εθνικής ή μεγαλύτερης εμβέλειας φιλοπεριβαλλοντικών φορέων, ΜΚΟ, ειδικών επιστημόνων,  κ.λπ., που έχουν προσφύγει σε αρμόδια όργανα ή στον Τύπο, κατά τις οποίες το περιβάλλον θεωρείται ότι  έχει  θυσιαστεί  ή  βάναυσα  τραυματιστεί  προς  χάριν  της  ικανοποίησης  ψηφοθηρικών  ή  άλλων  σκοπιμοτήτων,  ‘‘πελατειακών  σχέσεων’’,  υποταγής  στα  ‘‘μεγάλα  συμφέροντα’’,  κ.ά.,  με  συνέπειες  στην  υγεία και στην ποιότητα ζωής του πληθυσμού.    Στην αναζήτηση αιτιών απαντά η συγκεντρωτική φύση του διοικητικού συστήματος, η κακοδιοίκηση και η  γραφειοκρατία,  που  στάθηκαν  εμπόδιο  στο  αληθινό  ενδιαφέρον  μερίδας  εμπνευσμένων  και 


επιστημονικά προικισμένων  κρατικών  λειτουργών,  ο  κατακερματισμός  της  τοπικής  αυτοδιοίκησης  και  ενίοτε η αυθαιρεσία και η ‘’κράτος εν κράτει’’ νοοτροπία εκπροσώπων της, η διαπλοκή οικονομικών και  επιχειρηματικών  συμφερόντων  στην  κρατική  λειτουργία,  το  έλλειμμα  διαφάνειας  σε  αποφάσεις  και  αξιοκρατίας σε επιλογές προσώπων, που δεν ευνόησαν όσο έπρεπε, ή όσο ήταν δυνατόν, την ευόδωση  μιας  συστηματικής  προσπάθειας  προς  την  κατεύθυνση  της  απαραίτητης  διοικητικής  υποδομής  για  την  αποτελεσματική  περιβαλλοντική  προστασία.  Η  μη  έγκαιρη  και  έγκυρη  ευθυγράμμιση  της  κρατικής  διοίκησης στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για αποτελεσματική εφαρμογή και έλεγχο της περιβαλλοντικής  πολιτικής  και  νομοθεσίας,  αλλά  και  η  αδυναμία  αξιόπιστης,  ομογενούς  και  συντονισμένης  συμμετοχής  και  δραστηριοποίησης  του  εγχώριου  οικολογικού  μη  κυβερνητικού  κινήματος  σε  στρατηγικές  δράσεις  προστασίας του περιβάλλοντος, προϋπόθεση άσκησης στις αρχές της ανάλογης πολιτικής πίεσης, εξηγούν  ως  ένα  βαθμό  την  μη  ένταξη  των  περιβαλλοντικών  ζητημάτων  σε  θέση  προτεραιότητας  από  πλευράς  κρατικής διοίκησης.    Η  σημερινή  κοινωνία,  έχοντας,  τις  τελευταίες  κυρίως  δεκαετίες,  αντιμετωπίσει  διλήμματα  επιλογών  και  προτεραιοτήτων  μεταξύ  ανάπτυξης  και  περιβαλλοντικής  ισορροπίας,  πλέον  συνειδητοποιεί  το  γεγονός  της  εξάντλησης  των  μη  ανανεώσιμων  πόρων,  της  δραματικής  αλλοίωσης  του  τοπίου  της  υπαίθρου,  της  απαξίωσης  του  αστικού  περιβάλλοντος  και  αντιλαμβάνεται  τις  κοινωνικοοικονομικές  συνέπειες  (περιθωριοποίηση κοινωνικών ομάδων φυσικές καταστροφές και υποβάθμιση στις φτωχότερες περιοχές  του  πλανήτη,  κ.ά.).  Βιώνει,  επίσης,  τις  σχετικές  με  την  κυκλοφορία  και  τις  μεταφορές,  ενδεικτικές  δυσκολίες της καθημερινότητας που καθιστούν αναγκαιότητα την αναγωγή των δημόσιων συγκοινωνιών  σε  βασικό  μέσο  μετακίνησης  σε  συνδυασμό  με  το  ποδήλατο  και  το  περπάτημα  για  μικρότερες  αποστάσεις.    Οι  σχετικές  παρατηρήσεις  και  οι  προβληματισμοί  άπτονται  διαφορετικών  οπτικών  και  επιστημονικών  προσεγγίσεων για το περιβάλλον [Δεκλερής κ.ά. 2005, Δεκλερής 2000], συνιστώντας τη βάση της έρευνας  που  ακολουθεί.  Η  τελευταία  αποσκοπεί,  μεταξύ  άλλων,  στη  βελτίωση  της  περιβαλλοντικής  στάσης  και  διαχείρισης για τον Έλληνα πολιτικό, τον δημόσιο λειτουργό και τον πολίτη [Ελληνική Εταιρία 2005], αλλά  και άτομα από το διεθνή χώρο, που ενδιαφέρονται να αναπτύξουν οικολογική συνείδηση και να τηρούν  βιώσιμη συμπεριφορά.   


Β΄ΜΕΡΟΣ       ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ & ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ    4. ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ    4.1 Διάρθρωση και χρηστικότητα    Το ερωτηματολόγιο, αναλόγως σκοπού και περιεχομένου, απαρτίζεται από τρία τμήματα:    1) Την  εισαγωγή  και  τα  δημογραφικά  στοιχεία,  όπου  ζητείται  για  λόγους  στατιστικής  τεκμηρίωσης,  η  καταγραφή  του  φύλου,  της  ηλικιακής  κλίμακας  (4  επιλογές),  του  αριθμού  των  παιδιών  και  του  καθορισμού  τους  σε  ανήλικα  και  ενήλικα,  της  πληθυσμιακής  κλίμακας  (5  επιλογές),  του  τόπου  διαμονής, ο νομός διαμονής και ο τομέας ενδιαφέροντος και το επιστημονικό πεδίο ενασχόλησης του  ενδιαφερομένου.     2) Το  Α΄  μέρος,  υπό  τον  γενικό  τίτλο  ‘’περιβάλλον‐  κοινωνία‐οικονομία’’  κατευθύνεται  στο  θεωρητικό  περιεχόμενο του περιβάλλοντος και των βασικών συνιστωσών του και επιχειρείται η καταγραφή των  απόψεων των ερωτώμενων περί της έννοιας  του περιβάλλοντος, του περιβαλλοντικού προβλήματος,  των  αιτίων  αυτού  και  της  ποικιλότροπης  σύνδεσής  του  με  κοινωνικοοικονομικές  παραμέτρους,  της  σύνδεσης  μεταξύ  κοινωνίας  και  περιβαλλοντικών  προβλημάτων,  οικονομίας  και  περιβαλλοντικών  προβλημάτων,  της  λήψης  υπόψη  κοινωνικοοικονομικών  παραμέτρων  στην  επίλυση  περιβαλλοντικών  προβλημάτων, της συνοχής/σύνδεσης μεταξύ οικονομίας και περιβαλλοντικών προβλημάτων και  των  συνιστωσών  της,  της  συνοχής  μεταξύ  ηθικής  και  περιβαλλοντικών  ζητημάτων,  των  δυνατοτήτων  ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στα περιβαλλοντικά ζητήματα, της αξιολόγησης της ενημέρωσης  των πολιτών για τα περιβαλλοντικά ζητήματα  από την Πολιτεία, την Ακαδημαϊκή Κοινότητα, τα μέσα  ενημέρωσης  και  τις  Μη  Κυβερνητικές  Οργανώσεις,  της  ενδεχόμενης  συνοχής  μεταξύ  κοινωνικο‐ οικονομικών παραμέτρων και δημοσιοποίησης περιβαλλοντικών ζητημάτων, της εμπλοκής ζητημάτων  διακριτικής μεταχείρισης στα περιβαλλοντικά ζητήματα και της αναζήτησης εναλλακτικών προτάσεων.  Το  μέρος  αυτό  απαρτίζεται  από  20  ερωτήσεις,  από  τις  οποίες  οι  περισσότερες  ζητούν  μέσω  υποερωτημάτων  διευκρινίσεις,  συγκεκριμένες  απόψεις  και  παραδείγματα,  καθώς  επίσης  και  εναλλακτικές προτάσεις.    3) Το  Β΄  μέρος,  υπό  τον  γενικό  τίτλο  ‘’περιβαλλοντικά  ζητήματα  και  δράσεις  –  κοινωνικοοικονομικές  συνθήκες,  προϋποθέσεις,  προοπτικές’’,  προσανατολίζεται  στο  πιο  απτό  και  πρακτικό  επίπεδο  της  συνολικής  συλλογιστικής  και  επιχειρείται  η  καταγραφή  των  απόψεων  των  ερωτώμενων  περί  της  αξιολόγησης  της  σοβαρότητας  επιλεγμένων  κοινωνικών  και  οικονομικών  προβλημάτων  της  Ελλάδας  και  διεθνών,  της  διαβάθμισης  της  σχέσης  ποιότητας  ζωής  και  ποιότητας  του  περιβάλλοντος,  της  σύνδεσης  δυσχέρειας  πρόσβασης/συμμετοχής  σε  περιβαλλοντικά  αγαθά  με  έλλειψη  κοινωνικοοικονομικών αγαθών, κ.ά. Παράλληλα θέτει στην κρίση των ερωτώμενων ζητήματα σχετικά  με σοβαρά περιβαλλοντικά θέματα, όπως οι συνέπειες της γειτνίασης με χώρους υγειονομικής ταφής  απορριμμάτων,  η  αποκατάσταση  περιοχών  πρώην  υποδοχέων  βιομηχανικών  λυμάτων,  η  αναλογία  ποσοστού  πρασίνου  και  ελεύθερων  χώρων  ανά  κάτοικο  σε  σύνδεση  με  το  ύψος  του  εισοδήματος,  η  δυνατότητα  παρέμβασης  προς  περιβαλλοντική  βελτίωση  σε  σχέση  με  το  μορφωτικό  επίπεδο  των  ενδιαφερόμενων,  οι  καθημερινές  μετακινήσεις  στην  πόλη  και  η  χρήση  μέσου,  η  συμμετοχή  σε  εθελοντικές  περιβαλλοντικές  οργανώσεις,  η  υποβολή  αναφοράς  σε  αρμόδιους  κρατικούς  φορείς,  η  περιβαλλοντική επιμέρους θεματική αυτής, οι φορείς που προτιμώνται προς προσφυγή των πολιτών, η  υποχρεωτική παρακολούθηση σχετικών με το περιβάλλον μαθημάτων σε ΑΕΙ/ΑΤΕΙ, η παρατηρούμενη  προτεραιότητα της εξασφάλισης της διαβίωσης έναντι της προστασίας του περιβάλλοντος, η συμβολή 


της ανάπτυξης  περιβαλλοντικών  πρωτοβουλιών  στη  δημοφιλία  μιας  επιχείρησης  και  η  συμβολή  της  ανάπτυξης κοινωνικοικονομικών προτύπων περιβαλλοντικής κατεύθυνσης.     Και  αυτό  το  μέρος  απαρτίζεται  από  20  ερωτήσεις,  από  τις  οποίες  οι  περισσότερες  ζητούν  μέσω  υποερωτημάτων διευκρινίσεις, απόψεις και παραδείγματα, καθώς επίσης και εναλλακτικές προτάσεις,  με περιθώρια ικανοποιητικής ανάπτυξης ή εναλλακτικής επιλογής.    Καινοτομία  του  παρόντος  αποτελεί  η  δομή  του  ερωτηματολογίου  σε  δύο  μέρη,  θεωρητικού  και  ρεαλιστικού  χαρακτήρα,  με  πλήθος  ισάριθμων  ανά  μέρος  ερωτήσεων  και  η  συλλογή  και  το  περιεχόμενο  των  ‐πρωτογενών‐  ερωτήσεων,  που  αποτελεί  επινόηση  των  συγγραφέων  και  αντλεί  στοιχεία από την επικαιρότητα με επιμέρους ποικίλη θεματολογία, ώστε να καλύπτει μεγάλο μέρος της  προβληματικής.  Οι  ερωτήσεις  απαρτίζονται  από  αυτές  με  μονοσήμαντη  απάντηση,  ερωτήσεις  πολλαπλών  επιλογών,  ιεράρχησης‐προτεραιότητας  μεταξύ  δεδομένων  επιλογών,  ‘’ανοικτές’’  ερωτήσεις ελεύθερης ανάπτυξης, αφήνουν περιθώρια διατύπωσης ολοκληρωμένης άποψης από τους  ενδιαφερόμενους,  με  αναφορά  παραδειγμάτων,  προσωπικών  βιωμάτων,  κ.ά.  Η  διάρθρωση,  το  περιεχόμενο, η διατύπωση, οι επεξηγήσεις και οι απαιτήσεις του ερωτηματολογίου επινοήθηκαν ώστε  να ανταποκρίνονται πλήρως στο γνωσιακό επίπεδο και επίπεδο αντίληψης και εμπειρίας, βιωματικής ή  μη,  των  ερωτηθέντων  (ατόμων  παραγωγικής  ηλικίας,  με  οικογενειακές  υποχρεώσεις  και  με  ενδιαφέροντα  περιβαλλοντικής  κατεύθυνσης  τουλάχιστον  σε  ό,τι  αγγίζει  την  καθημερινότητά  τους),  ώστε  να  ληφθούν  επαρκείς  ποσοτικά  και  ποιοτικά  απαντήσεις,  με  αξιόπιστες  απόψεις,  θέσεις  και  ρεαλιστικές όσο και εναλλακτικές προτάσεις.     Η ανάλυση του περιεχομένου καθενός ξεχωριστά από τα ερωτήματα, με αναφορά στην επιδίωξη και  στο στόχο του και η παράθεση συναφών υποσημειώσεων με επεξηγήσεις επί των περιλαμβανόμενων  όρων και εννοιών, αποτελεί επίσης πρωτοτυπία, με σκοπό την καλύτερη κατανόηση των ζητούμενων  και την κατά το δυνατόν πιο κατάλληλη απάντηση.    Μέσω της έκφρασης απόψεων και της πιθανής εκτόνωσης απωθημένων, αναδεικνύονται ψυχολογικές  και κοινωνικές διαστάσεις του θέματος προς διατύπωση προτάσεων και ανάπτυξη θεωριών. Μεγάλος  αριθμός  απαντήσεων  αποτελεί  πυρήνα  παραγωγής  γνώσης,  νέων  ιδεών  και  αφετηρία  καθιέρωσης  προτύπων και καλών πρακτικών με περιβαλλοντική και κοινωνική συμβολή.   

Oikonomiki krisi preview  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you