Page 1


Κώστας Κυριακίδης

Ο Μενέλαος η Αντριάννα και η Οικογένεια των Δράκων ΠΑΡΑΜΥΘΙ


Copyright © Kostas Kiriakidis 2013 Published in England by AKAKIA Publications, 2013 Κώστας Κυριακίδης

Ο Μενέλαος, η Αντριάννα και η Οικογένεια των Δράκων Εικονογράφηση: Έφη Ηλιοπούλου ISBN: 978-1-909550-88-9

Cover Images: Source: ShutterStock.com Copyright: Chatchada Thaprik / File No: 137006060

PUBLICATIONS

St Peters Vicarage, Wightman Road, London N8 0LY, UK T. 0044 203 28 66 550 T. 0044 203 28 96 550 F. 0044 203 43 25 030 M. 0044 7411 40 6562 www.akakia.net publications@akakia.net

All rights reserved. No part of this publication may be reproduced, translated, stored in a retrieval system, or transmitted, in any form or by any means, electronic, mechanical, photocopying, microfilming, recording, or otherwise, without the prior permission in writing of the Author and the AKAKIA Publications, at the address above.

2013, London, UK


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΠΛΕ ΔΡΑΚΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ Ο ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΚΙ Η ΑΝΤΡΙΑΝΝΑ


Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΠΛΕ ΔΡΑΚΟΣ

Κάποτε, πριν πολλά πολλά χρόνια, στις παρυφές του πιο ψηλού βουνού του κόσμου, ζούσε ο μεγάλος και τρανός, ο φοβερός και τρομερός Μπλε Δράκος. Ήταν γιγάντιος. Το μεγαλύτερο πλάσμα πάνω στην Γη. Περπατούσε περήφανα και το έδαφος ταρακουνιόταν λες και γινόταν σεισμός. Στο πέρασμα του όλα τα υπόλοιπα ζώα, λιοντάρια, τίγρεις, λύκοι, αρκούδες, κροκόδειλοι, έψαχναν με τρόμο ένα μέρος για να κρυφτούν. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί να τον φοβίσει. Γι’ αυτό τον λόγο προχωρούσε πάντα καμαρωτός και κοίταζε ψηλά χωρίς να προσέχει που πατάει.

Μια μέρα όμως, καθώς πήγαινε την καθημερινή του βόλτα στο δάσος για να μαζέψει ξύλα για την φωτιά αλλά και φρούτα για να ετοιμάσει η μαμά του το μεσημεριανό φαγητό, δεν πρόσεξε τις φλούδες από μπανάνες στο έδαφος, που είχαν πετάξει δυο πιθηκάκια που είχαν περάσει από εκεί λίγο νωρίτερα. Έτσι περήφανα όπως περπατούσε με το κεφάλι πάντα ψηλά, πάτησε τις φλούδες, γλίστρησε και σωριάστηκε φαρδύς πλατύς πάνω στο χώμα. Ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης δημιουργήθηκε από την πτώση του.


Ο Μπλε Δράκος αισθάνθηκε όλο το σώμα του να πονά. Το κεφάλι του στριφογυρνούσε, λες και το είχε χτυπήσει σε ένα κορμό δέντρου με όλη του την δύναμη. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε τα χέρια αλλά ούτε και τα πόδια του. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα απολύτως. Μόνο τα μάτια του μπορούσε να ανοιγοκλείσει κι αυτό με δυσκολία. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που καταλάβαινε αυτό που όλα τα άλλα ζώα γνώριζαν πολύ καλά. Τον Φόβο!

Απέναντι από το σημείο στο οποίο ήταν σωριασμένος ο Μπλε Δράκος βρισκόταν ένα πανύψηλο δέντρο με μεγάλο και χοντρό κορμό. Ξαφνικά ο Μπλε Δράκος άκουσε έναν θόρυβο από εκείνη την πλευρά του δέντρου. Προσπάθησε να καταλάβει τι ήταν αλλά δεν τα κατάφερνε κι ο θόρυβος ολοένα και μεγάλωνε κι ερχόταν όλο και πιο κοντά του. Κι όσο πλησίαζε ο θόρυβος, τόσο μεγάλωνε κι ο φόβος του. Σε λίγο εμφανίστηκε στην βάση του κορμού ένα φίδι. Έβγαζε την γλώσσα του και γελούσε κοιτάζοντας τον γίγαντα που βρισκόταν απέναντι του να μην μπορεί να κουνήσει ούτε τα δάχτυλα του χεριού του.

-Τι λες εσύ μεγάλε Μπλε Δράκε; Ωραία δεν είναι η ζωή; τον ρώτησε το φίδι.


Ο Μπλε Δράκος είχε τρομοκρατηθεί. Δεν μπορούσε να βγάλει ούτε μια λέξη απ’ το στόμα του. Το φίδι συνέχισε να του μιλάει.

-Είσαι τεράστιος. Τόσο μεγάλος που δεν φοβάσαι κανέναν. Τόσο περήφανος που νόμιζες ότι τίποτα και κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει. Τώρα όμως ήρθε η στιγμή που θα καταλάβεις ότι δεν είσαι τόσο τρομερός και φοβερός. Και ποιος θα το περίμενε αλήθεια; Εγώ, ένα μικρό κι ασήμαντο φίδι θα σε καταβροχθίσω! είπε το φίδι πανηγυρίζοντας.

Ο Μπλε Δράκος δεν μπορούσε ούτε βοήθεια να φωνάξει. Αλλά και να μπορούσε, ποιος θα τον άκουγε άλλωστε μέσα στην ερημιά; Ή ποιος θα ήθελε να τον βοηθήσει;

Έκλεισε τα μάτια του μην αντέχοντας άλλο να βλέπει την απαίσια όψη του φιδιού που θριαμβολογούσε με περίσσεια κακία.

Το φίδι πλησίασε πολύ κοντά τον Μπλε Δράκο και την ώρα που ετοιμαζόταν να ανοίξει το στόμα του και να τον δαγκώσει, ρίχνοντας του το δηλητήριο για να τον σκοτώσει……., σαν από θαύμα εμφανίστηκε ένας αετός, ο οποίος μονομιάς άρπαξε το φίδι, το σήκωσε στον αέρα, το στριφογύρισε κανά δυο φορές και το πέταξε με δύναμη πάνω στον κορμό του δέντρου. Το φίδι έμεινε εκεί, ασάλευτο. Ο αετός είχε σώσει τον μεγάλο Μπλε Δράκο.


Λίγο αργότερα περνούσε με την μαμά της μια Ροζ δράκαινα από το σημείο που ξάπλωνε ο Μπλε Δράκος. Τον είδε από μακριά κι έτρεξε αμέσως να τον βοηθήσει.

-Τι έπαθες; Είσαι καλά; τον ρώτησε αλλά δεν πήρε απάντηση. Η Ροζ Δράκαινα κατάλαβε ότι ο Μπλε Δράκος είχε χτυπήσει πολύ σοβαρά. Παρακάλεσε την μαμά της να τρέξει να ζητήσει βοήθεια κι αυτή έμεινε εκεί να τον προσέχει.

Ο Μπλε Δράκος παρέμενε ξαπλωμένος με τα μάτια του γεμάτα ευγνωμοσύνη για τους δυο σωτήρες του: τον αετό και την Ροζ Δράκαινα. Και μετά τον φόβο αισθάνθηκε για πρώτη φορά και κάτι άλλο μέσα στην καρδιά του. Την Αγάπη! Όχι αυτήν που


αισθανόταν για τους γονείς του, αλλά μια άλλη, λίγο διαφορετική, λίγο περίεργη που τον έκανε να θέλει να κοκκινίσει ολόκληρος, μιαν δεύτερη Αγάπη! Αργότερα θα καταλάβαινε καλύτερα γιατί χτυπούσε τόσο δυνατά η καρδιά του, όλη την ώρα που κοίταζε ξαπλωμένος τα μάτια της Ροζ Δράκαινας.

Σε λίγη ώρα έφτασαν οι γονείς του και με δυσκολία κατάφεραν να τον σηκώσουν. Τον πήγαν στο σπίτι τους, τον περιποιήθηκαν, του δώσανε δυναμωτικό φαγητό και πολλά φρούτα και μετά από δεκαπέντε μέρες ο Μπλε Δράκος μπορούσε και πάλι να κουνά τα χέρια και τα πόδια του. Είχε γίνει καλά.

Το μάθημα του βέβαια το είχε μάθει πολύ καλά. Ποτέ ξανά δεν θα κοιτούσε τον ουρανό όταν περπατούσε, αλλά κυρίως ποτέ ξανά δεν θα θεωρούσε τον εαυτό του ανίκητο. Είχε μάθει πλέον καλά τι σήμαινε ο Φόβος κι ότι ακόμα κι αυτός, ο μεγάλος και τρομερός Δράκος έπρεπε να είναι πολύ προσεχτικός σε οτιδήποτε κι αν έκανε.


Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ

Και μια ωραία ηλιόλουστη μέρα, στο βασίλειο των δράκων, γεννήθηκε και ο μικρούλης Κίτρινος Δράκος. Πατέρας του ήταν ο μεγάλος Μπλε Δράκος και μητέρα του η γλυκιά και τρυφερή Ροζ Δράκαινα.

Ο μικρούλης Κίτρινος Δράκος ήταν πολύ καλός. Η καρδιά του ήταν γεμάτη αγάπη για όλους. Ούτε που σκεφτόταν να τρομάξει τα άλλα ζώα ή να τα πειράξει, έτσι για πλάκα. Λαχταρούσε μα παίξει με τα άλλα ζώα, με τα ελάφια, τα άλογα, τους ελέφαντες, τα μικρά τιγράκια και τους μικρούς λύκους, τα αρκουδάκια, αλλά όλα τα ζώα, μόλις έβλεπαν την σκιά του να πλησιάζει, έτρεχαν να κρυφτούν αλαφιασμένα, τρέμοντας από τον φόβο. Μάταια ο μικρός Κίτρινος Δράκος τα φώναζε να βγουν απ’ τις φωλιές τους. Αυτά ούτε που μπορούσαν να ακούσουν την φωνή τους από την τρομάρα τους. Μάταια τους υποσχόταν ότι δεν θα τους πειράξει, ότι ήθελε απλά να παίξει μαζί τους κι ότι δεν είχαν κανένα λόγο να τον φοβούνται. Τα ζώα δεν άκουγαν κουβέντα και παρέμεναν στις κρυψώνες ολόκληρη την μέρα σχεδόν μέχρι να είναι απολύτως σίγουρα ότι ο Κίτρινος Δράκος έχει φύγει κι ότι δεν τους έχει στήσει καμιά παγίδα.


Ήταν τόσο μεγάλη η λαχτάρα του να παίξει με κάποιον άλλο, πέρα από τον εαυτό του και τους γονείς του, που έφτασε μέχρι την μακρινή χώρα των ανθρώπων, που ήταν τριγυρισμένη από πανύψηλα τείχη. Τρείς μέρες περπατούσε ακούραστα, λάμποντας στην ιδέα ότι υπήρχαν παιδιά στον κόσμο που θα μπορούσαν να παίξουν μαζί του. Μόλις όμως έφτασε έξω από τα τείχη, ένας αγγελιοφόρος τον πλησίασε τρέμοντας από φόβο, λέγοντας του ότι ο βασιλιάς από το βασίλειο των ανθρώπων τον παρακαλούσε να μην πλησιάσει άλλο, γιατί τα βήματα από το περπάτημα του είχαν προκαλέσει μεγάλο σεισμό, με αποτέλεσμα να γκρεμίζονται τα σπίτια που υπήρχαν μέσα στο βασίλειο. Ο μικρούλης Κίτρινος Δράκος είπε στον αγγελιοφόρο ότι το μόνο που ήθελε ήταν να παίξει με τα παιδιά αλλά ο άνθρωπος απάντησε ότι τα παιδιά απαγορεύεται να βγουν έξω από τα τείχη του βασιλείου.

Με δυσκολία κρατήθηκε ο μικρός Κίτρινος Δράκος για να μην βάλει τα κλάματα μπροστά στον αγγελιοφόρο. Γύρισε πίσω στο σπίτι του αλλά από τότε ήταν συνέχεια μουτρωμένος και δεν χαμογελούσε ποτέ.

Η μαμά του, η Ροζ Δράκαινα τον ρωτούσε να της πει τι του συμβαίνει αλλά ο μικρός Κίτρινος Δράκος δεν έβγαζε μιλιά.


Μια μέρα, ο Μπλε Δράκος μπήκε στο δωμάτιο του γιού του και τον είδε να κλαίει.

-Τι έπαθες αγόρι μου; Χτύπησες πουθενά; τον ρώτησε και πήγε να τον αγκαλιάσει. Ο μικρός Κίτρινος Δράκος σκούπισε γρήγορα τα δάκρυα του και μπήκε στο κρεβάτι, ολόκληρος κάτω απ’ την κουβέρτα.

-Δεν χτύπησα, καλά είμαι, του απάντησε κάτω από την κουβέρτα.

-Και τότε γιατί κλαίς; συνέχισε να ρωτάει ο Μπλε Δράκος.

-Δεν κλαίω. Ένα σκουπιδάκι μπήκε στο μάτι μου, αυτό είναι όλο, είπε ο μικρός Κίτρινος Δράκος που δεν του άρεσε να τον βλέπουν να κλαίει. Θυμόταν και τα λόγια του παππού του, του Σοφού Πράσινου Δράκου, που του έλεγε από μωρό ότι οι δράκοι δεν κλαίνε ποτέ, παρά μόνο φωνάζουν και βγάζουν φλόγες κι έτσι ντρεπόταν πολύ όταν του ερχόταν να κλάψει.

-Αγόρι μου, είπε στοργικά ο Μπλε Δράκος, γιατί δεν μου λες τι έχεις; Τι σου συμβαίνει και έχασες το ωραίο σου γέλιο; Θα πρέπει να ξέρεις ότι όλα όσα περνάς, τα έχω περάσει κι εγώ, πριν από σένα. Γιατί κι εγώ ήμουν παιδί κάποτε. Δεν γεννήθηκα μπαμπάς


κατευθείαν. Ήμουν μικρούλης και μεγάλωσα. Πες μου τι έχεις. Να δείς ότι θα το έχω περάσει κι εγώ, πίστεψε με.

-Πες μου τότε μπαμπά, με ποιόν έπαιζες εσύ όταν ήσουν μικρός; Ήσουν πάντα μόνος σου, όπως ήμουν κι εγώ; ρώτησε ο μικρός Κίτρινος Δράκος, χωρίς να βγάλει το κεφάλι του όμως από την κουβέρτα.

Ο Μπλε Δράκος έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν την περίμενε αυτή την ερώτηση. Έχει δίκιο το παιδί. Πως δεν το σκέφτηκα νωρίτερα ότι αυτό ήταν το πρόβλημα;’ σκέφτηκε. Μετά τον χάιδεψε στην πλάτη και είπε.

-Μην ανησυχείς γιέ μου, όλα θα φτιάξουν, θα το δείς. Σηκώθηκε και πήγε βιαστικά να βρεί την γυναίκα του, την Ροζ Δράκαινα.

Οι μέρες περνούσαν χωρίς να συμβαίνει τίποτα το ιδιαίτερο ή το σημαντικό. Ο μικρός Κίτρινος δράκος συνέχιζε να είναι μουτρωμένος, τίποτα δεν μπορούσε να τον ευχαριστήσει. Ούτε τα ωραία φαγητά που του έφτιαχνε η μαμά του, ούτε οι βόλτες με τους γονείς του στο δάσος, ούτε οι βουτιές στην θάλασσα. Δεν έβρισκε κανένα ενδιαφέρον σε ότι κι αν έκανε. Ούτε στην ζωγραφική, ούτε στο διάβασμα, ούτε φυσικά στο παιχνίδι με τις μπάλες που του έφτιαχνε ο μπαμπάς του.


Μέχρι που μια μέρα, ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού, γύρισε ο μπαμπάς του απ’ την δουλειά, με ένα μυστηριώδες χαμόγελο, που ο μικρός Κίτρινος Δράκος έβλεπε για πρώτη φορά.

-Πού είσαι αγόρι μου; Έλα να σε φιλήσω. Χρόνια σου πολλά!, του είπε και τον φίλησε στο μάγουλο. Ήταν τα γενέθλια του μικρού Κίτρινου Δράκου. Έκλεινε τα πέντε του χρόνια κι έμπαινε στα έξι.

-Έλα, πάμε μέσα στο σπίτι να σου δείξω το δώρο σου, του είπε. Ο μικρός Κίτρινος Δράκος δεν άλλαξε διάθεση. Συνέχισε να είναι συνοφρυωμένος.

-Καλά, θα μου το δείξεις άλλη ώρα μπαμπά, τώρα παίζω, του απάντησε ανόρεχτα.

-Έλα, μην καθυστερείς. Έλα να το δεις και θα με θυμηθείς’, επέμεινε ο Μπλε Δράκος.

-Τι θα είναι βρε μπαμπά; Καμιά τεράστια μπάλα; Ή καμιά βάρκα όπως πέρσι; Σίγουρα κάποιο παιχνίδι θα είναι. Θα το δω μετά, δεν χάθηκε κι ο κόσμος!

-Τίποτα απ’ αυτά. Ούτε που μπορείς να το φανταστείς.


-Αποκλείεται να μην μπορώ να το φανταστώ. Άντε πάμε, θα με σκάσεις, είπε ο μικρούλης Κίτρινος Δράκος ακολουθώντας τον μπαμπά του μέσα στο σπίτι.

Ο Μπλε Δράκος φώναξε την Ροζ Δράκαινα να έρθει κοντά τους. Όταν αυτή εμφανίστηκε, ο Μπλε Δράκος είπε γεμάτος χαρά και περηφάνια:

-Ορίστε, αυτό είναι το δώρο σου!

-Πού είναι; Εγώ μόνο την μαμά βλέπω, είπε με απορία ο μικρούλης.

-Ε, ναι. Αυτό είναι το δώρο σου. Η μαμά. Ή καλύτερα η κοιλιά της μαμάς σου, είπε ο Μπλε Δράκος γελώντας.

Ο μικρός Κίτρινος Δράκος δεν καταλάβαινε τίποτα. Κοίταζε μια τον μπαμπά του και μια την μαμά του και άρχισε να πιστεύει ότι τον κορόιδευαν. Ο Μπλε Δράκος αποφάσισε να αφήσει τα παιχνίδια.

-Μέσα στην κοιλιά της μαμάς υπάρχει ένα μικρό δρακάκι παιδί μου και σε λίγο καιρό θα βγει έξω για να το δούμε! Είναι ο αδελφός ή η αδελφή σου, συνέχισε χαρούμενα ο Μπλε Δράκος. Αυτό είναι το


δώρο σου για φέτος! Ένας αδελφούλης ή μια αδελφούλα για να μπορείτε να παίζετε όλη την μέρα μαζί!

Ο μικρός Κίτρινος Δράκος δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Ήταν αληθινά ευτυχισμένος. Ήταν το πιο ωραίο δώρο που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Κλαίγοντας από χαρά και χωρίς να τον νοιάζει πλέον αν είναι ντροπή, αγκάλιασε τους γονείς του κι η καρδιά του ξεχείλιζε από χαρά, αγάπη και γλυκιά προσμονή για την ώρα που θα έβγαινε έξω από την κοιλιά της μαμάς του ο αδελφούλης ή η αδελφούλα του.

Τα επόμενα δύο βράδια δεν κοιμήθηκε καθόλου. Σκεφτόταν συνέχεια όλα αυτά που θα μάθαινε στον μικρό ή στην μικρή της οικογένειας καθώς και όλα τα παιχνίδια που θα παίζανε μαζί.


Πολύ θα ήθελα να σας πω ότι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Θα ήταν ψέμα μεγάλο όμως, γιατί πραγματικά δεν το γνωρίζω. Και δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το ψέμα νομίζω.

Αυτό που ξέρω όμως και μπορώ να το πω με σιγουριά, είναι ότι οι φίλοι μας, τα παιδιά και οι δράκοι, έζησαν όλη τους την ζωή με την καρδιά τους γεμάτη από αγάπη. Χωρίς κακία, χωρίς άσχημα αισθήματα για κανέναν και για τίποτα.

Μόνο αγάπη υπήρχε μέσα τους σε όλο το πέρασμα τους από την ζωή. Κι είναι απόλυτα βέβαιο, ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο στη ζωή απ’ αυτό...

ΤΕΛΟΣ

Menelaos drakoi preview  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you