Page 1


ΠΑΝΟΣ ΚΑΖΟΛΗΣ                 

ΜΕ ΚΑΘΕ  ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ  Μυθιστόρημα                                   


Copyright © Panos Kazolis 2013  Published in England by AKAKIA Publications, 2013           

Πάνος Καζόλης 

ΜΕ ΚΑΘΕ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ  Μυθιστόρημα      ISBN: 978‐1‐909550‐95‐7    Copyright © Panos Kazolis 2013  CopyrightHouse.co.uk ID: 146195      Cover Images:  Source: ShutterStock.com / Copyright: Beauty Photographer  / File No: 116945515         

PUBLICATIONS 

St Peters Vicarage, Wightman Road, London N8 0LY, UK    T. 0044 203 28 66 550  T. 0044 203 28 96 550  F. 0044 203 43 25 030  M. 0044 7411 40 6562    www.akakia.net  publications@akakia.net        All rights reserved.  No part of this publication may be reproduced, translated, stored in a retrieval system, or  transmitted, in any form or by any means, electronic, mechanical, photocopying, microfilming,  recording, or otherwise, without the prior permission in writing  of the Author and the AKAKIA  Publications, at the address above.        2013, London, UK 


ΜΕ ΚΑΘΕ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ       

Καθώς ανασήκωσε το κεφάλι του αφηρημένα, η ματιά του έπεσε στο  ρολόι του τοίχου και ξαφνικά άρχισε να βιάζεται. Μπρούμυτα με γυμνή  πλάτη  μπροστά  του  η  ευτραφής  κυρία  που  έχασε  την  επαφή  με  τα  δάχτυλά  του,  άφησε  να  τη  ξεφύγει  ένας  αναστεναγμός  δυσαρέσκειας  σαν ροχαλητό και γύρισε με κόπο τον χοντρό λαιμό της να τον κοιτάξει.  «Γιατρέ;»  Ο  γιατρός  ακούμπησε  το  στηθοσκόπιο  στα  γραφείο,  κάθισε  στην  πολυθρόνα του και της μίλησε κοιτάζοντας τα χαρτιά του.  «Εντάξει, μπορείτε να ντυθείτε.»  «Δηλαδή γιατρέ αυτό ήταν όλο; Ούτε δυο λεπτά δεν με εξετάσατε!»  Θα  προτιμούσε  να  την  βρίσει  και  να  την  διαβολοστείλει,  όμως  δεν  γινόταν να παραβλέψει ότι χάρη σε μερικές ξελιγωμένες του είδους της  κατάφερνε  ως  τώρα  να  διατηρεί  το  ιδιωτικό  ιατρείο  του  ανοιχτό.  Σηκώθηκε  από  το  κάθισμά  του  να  φανεί  πως  βιάζεται  και  της  χαμογέλασε με το θεατρικό χαμόγελο που συνήθιζε να χρησιμοποιεί τα  τελευταία χρόνια.  «Πιστέψτε  με  είναι  προτιμότερο  να  περάσετε  αύριο  από  το  ιατρείο  μου.  Θα  πω  της  γραμματέως  μου  να  σας  κανονίσει  ένα  ραντεβού.  Καταλαβαίνετε,  εδώ  στο  ΙΚΑ  είμαστε  πολύ  πιεσμένοι  από  χρόνο.  Στο  ιατρείο μου θα δούμε τα πάντα διεξοδικά και με την ησυχία μας.»  Η  χοντρή  ξαναβρήκε  το  κέφι  της  κι  έφυγε  κάνοντας  όνειρα  για  την  επόμενη, ο γιατρός συμμάζεψε τα χαρτιά του κι άρχισε να ξεκουμπώνει  τη μπλούζα του όταν ακούστηκε το χτύπημα  στην  πόρτα και ο  νεαρός  που  δεν  περίμενε  απάντηση  μπήκε  φουριόζος  ανεμίζοντας  ένα  βιβλιάριο  ασθενείας.  Σταμάτησε  να  ξεκουμπώνει  τη  μπλούζα  του  και  κοίταξε τον εισβολέα αγριεμένος, αλλά ο νεαρός τον πρόλαβε.  «Μη  μου  στραβώνεις  γιατρέ.  Συγνώμη  δηλαδή,  το  ξέρω  ότι  είναι  περασμένη  η  ώρα,  μόνο  δύο  φαρμακάκια  να  μου  γράψεις  κι  εξαφανίζομαι στο λεπτό. Είναι επείγον!»  Με  την  τελευταία  του  λέξη  φτερνίστηκε  δυνατά,  έβγαλε  μια  χρησιμοποιημένη χαρτοπετσέτα από την τσέπη του και φύσηξε τη μύτη  του.  Ο  γιατρός  έκανε  μια  γκριμάτσα  αποστροφής,  δίστασε  μια  στιγμή  και πέρασε πάλι πίσω από το γραφείο του. 


«Δώσε μου το»  Ξεφύλλισε  με  τα  ακροδάχτυλα  τα  πολυταλαιπωρημένο  βιβλιάριο  ασθενείας και τον κοίταξε έκπληκτος.  «Τι τα θέλεις εσύ αυτά τα χάπια;»  Ο  νεαρός  σταμάτησε  να  ψάχνει  που  να  πετάξει  την  μυξωμένη  χαρτοπετσέτα, την ξανάχωσε στη τσέπη του και γέλασε.  «Δεν είναι για μένα γιατρέ. Του πατέρα μου είναι το βιβλιάριο.»  Για μια στιγμή ο γιατρός σκέφτηκε να του το πετάξει στα μούτρα και να  τον  διατάξει  να  ξαναπεράσει  με  τον  κηδεμόνα  του,  έτσι  μόνο  για  να  εκδικηθεί  που  τον  καθυστερούσε,  αλλά  γιατί  βιαζόταν  τόσο;  Το  μόνο  θηλυκό  που  τον  περίμενε  στο  σπίτι  ήταν  η  τηλεόραση,  ίσως  και  η  κοπέλα  που  θα  έπαιρνε  την  παραγγελία  του  για  το  ντελίβερι.  Θα  έτρωγε  ένα  ανόρεχτο  γεύμα  ακόμη  και  στις  μοναχικές  ώρες  που  θα  ακολουθούσαν ως το απόγευμα που άνοιγε το ιατρείο του, θα έψαχνε  ξανά να βρει πόση αλήθεια κρυβόταν  στα λόγια της Σόνιας, όταν πριν  δεκαπέντε  μέρες  ακριβώς  του  ανακοίνωσε  ότι  τον  εγκαταλείπει  κατηγορώντας τον κι από πάνω, ότι ναι μεν ήταν ένα παλικάρι με χρυσή  καρδιά, πλην όμως στο σεξ έπαιρνε μηδέν και ότι αυτή δεν μπορούσε  να σπαταλάει άλλο τη ζωή της κάνοντας ερωτικό φροντιστήριο σε ένα  τενεκέ.  Αναστέναξε  και  άρχισε  να  γράφει  την  συνταγή  όταν  ο  νεαρός  ξαναφτερνίστηκε  με  θόρυβο.  Ο  γιατρός  τον  κοίταξε  συνοφρυωμένος  και του έδειξε το βιβλιάριο.  «Θα  γράψω  κάτι  και  για  σένα,  μάλλον  τα  χρειάζεσαι  περισσότερο  απ’  τον πατέρα σου. Ένα σιρόπι και λίγα χαπάκια…  Το παλικάρι συμμάζεψε ρουθουνίζοντας όσες μύξες δεν χώρεσαν στην  ελεεινή χαρτοπετσέτα του και γέλασε πονηρά.  «Άσε γιατρέ, δεν μου χρειάζονται…»  Ο  γιατρός  τον  κοίταξε  αυστηρά.  Κατά  καιρούς  όλο  και  κάποιος  εξυπνάκιας  θα  εμφανιζόταν  να  παριστάνει  τον  υπεράνθρωπο  και  αρκετοί  απ’  αυτούς  κατέληγαν  στα  νοσοκομεία  παρέα  με  τον  ανόητο  εγωισμό τους, ωστόσο ο νεαρός δεν έδειχνε να τους μοιάζει. Ντυμένος  ακριβά,  αλλά  τσαπατσούλικα  και  τουλάχιστο  τρεις  μέρες  αξύριστος,  σίγουρα δεν ήταν από τους τύπους που επιδίωκαν τη προσοχή κανενός.  «Τι σε κάνει  να πιστεύεις  ότι δεν χρειάζεσαι φάρμακα; Το πιθανότερο  είναι να χειροτερέψει και τότε…»  Ο νεαρός τον έκοψε γελώντας.  «Έχω φάρμακο γιατρέ… και μάλιστα βότανο!» 


Ο γιατρός  του  επέστρεψε  το  βιβλιάριο  και  κούνησε  το  κεφάλι  του  αδιάφορα.  «Α, ναι; Ποιο;»  Το παλικάρι δεν δίστασε ούτε στιγμή.  «Αυτό εδώ γιατρέ. Μερικοί το κάνουν καπνιστό, άλλοι γουργουριστό…  Εγώ  για  να  πω  την  αλήθεια  το  προτιμώ  με  τσαγάκια.  Εξαφανίζει  τα  κρυώματα  στο  άψε  σβήσε.  Στο  αφήνω,  που  ξέρεις,  ίσως  χρειαστεί  και  σε σένα καμιά φορά…»  Ο νεαρός έφυγε γελώντας και ο κατάπληκτος γιατρός έμεινε να κοιτάζει  το  «δωράκι»  του  πάνω  στο  γραφείο.  Όχι  πως  ήταν  άσχετος.  Στα  φοιτητικά  χρόνια  τα  ραντεβού  με  τις  φούντες  είχαν  μια  σταθερή  εβδομαδιαία  βάση  και  τα  γλέντια  με  την  τότε  παρέα  του  έχτισαν  αναμνήσεις που δεν θα ξεχνιόταν ποτέ. Στη θύμησή τους χαμογέλασε,  έριξε  το  μικρόδεμα  στη  τσέπη  του  παντελονιού  του,  τακτοποίησε  τη  μπλούζα του στην ντουλάπα των γιατρών κι άνοιξε την πόρτα να φύγει.  Ένοιωθε κιόλας καλύτερα.   


Ντάλα μεσημέρι  ακόμα,  ο  ήλιος  εξαφανίστηκε  με  μιας,  ο  ουρανός  μαύρισε,  βάρυνε  και  ο  ξαφνικός  αέρας  που  μπήκε  από  το  ανοιχτό  παράθυρο πλάι του, άρπαξε την κουρτίνα και τον σκέπασε ολόκληρο. Ο  Ντένης  μάσησε  μια  βλαστήμια,  ξεμπέρδεψε  όπως  όπως  την  κουρτίνα  από πάνω του, ανασηκώθηκε όσο χρειαζόταν και έκλεισε το παράθυρο.  Τρεις  ορόφους  πιο  κάτω  είδε  τους  πεζούς  που  κινούταν  βιαστικά  να  προλάβουν το μπουρίνι, είδε και την εντυπωσιακή αστραπή στο βάθος  και  όταν  ξανακάθισε  στη  δερμάτινη  πολυθρόνα  του  είδε  και  την  απουσία  της  καύτρας  από  το  πούρο  του.  Τότε  πρόσεξε  την  μεγαλόπρεπη τρύπα στο μεταξωτό φουλάρι του και έγινε έξαλλος.  «Ε, αϊ στο κόρακα τελικά. Δεν είναι κατάσταση αυτή! Από γκαντεμιά σε  γκαντεμιά…»  Από  τα  γραφεία  τους  οι  τρεις  κοπελιές  ανασήκωσαν  τα  κεφάλια  τους,  κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ξανάσκυψαν στους υπολογιστές πνίγοντας  τα  γελάκια  τους.  Με  την  νεότερη  να  μετρά  ήδη  πέντε  χρόνια  στην  επιχείρηση, οι συχνές εκρήξεις του αφεντικού είχαν καταντήσει ρουτίνα  για  όλες  μια  και  ήταν  ακίνδυνες,  σύντομες  όσο  ένα  πυροτέχνημα  και  πάντα πρόσφεραν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για πειράγματα.  «Μάλλον αναντικατάστατο, έτσι κύριε Ντένη; Και τώρα τι θα της πείτε;  Ότι το χάσατε ή το κάνατε δώρο αλλού;»  Η  περιπαιχτική  ειρωνεία  της  καστανομάλλας  με  τις  βαμμένες  κόκκινες  ανταύγειες έδωσε την αφορμή να ξεσπάσουν και οι άλλες στα γέλια.  «Λέω να της πω ότι το χάρισα σε σένα. Αντέχεις το βιτριόλι;»  Αποφεύγοντας το δολοφονικό βλέμμα της κοπέλας, άφησε το φουλάρι  μπροστά της, έκανε μεταβολή και βγήκε από το γραφείο χαμογελώντας  σατράπικα, όμως ξέχασε την ομπρέλα του. Έκλεινε πίσω του την πόρτα  όταν  του  την  θύμισε  ο  κεραυνός,  αλλά  δεν  τόλμησε  να  γυρίσει.  Σιγουρεύτηκε  ότι  δεν  ξέχασε  τα  κλειδιά  και  το  κινητό  του  και  κοντοστάθηκε  για  μια  τελευταία  ματιά  στον  καθρέφτη  του  προθάλαμου.  Ναι,  εντάξει,  είχε  μερικά  κιλά  παραπάνω,  είχε  και  την  καράφλα  που  αργά  και  σταθερά  του  πριόνιζε  την  αυτοπεποίθηση,  ωστόσο  ήταν  πάντα  κομψοντυμένος,  σφριγηλός,  αρρενωπός  και  επιπλέον  διέθετε  την  άνεση  κίνησης  που  χαρίζει  μια  στρωμένη  δουλειά,  που  ίσως  να  μην  σε  κάνει  πλούσιο  ποτέ,  αλλά  ούτε  θα  σου  στερήσει  την  ευχέρεια  να  κάνεις  κι  ένα  ταξιδάκι  παραπάνω  για  τα  κέφια  σου.  Ήταν  σε  ‘κεινο  το  ταξίδι  στην  Θεσσαλονίκη  όταν  πήρε  τη  καστανομάλλα ως αρχαιότερη μαζί του να τον βοηθήσει με τη  δουλειά 


και από  εκεί  δίχως  να  το  πολυκαταλάβουν  βρέθηκαν  σε  μια  καμπάνα  στη  Χαλκιδική.  Τα  δύο  εικοσιτετράωρα  που  έμειναν  κλεισμένοι  εκεί  άγγιξαν  το  απόλυτο  σεξουαλικό  όνειρο  κάθε  αρσενικού,  όταν  όμως  επέστρεψαν,  η  κοπέλα  χώρισε  τον  πουριτανό  αρραβωνιαστικό  της,  άρχισε  να  ντύνεται  πιο  τολμηρά,  άλλαξε  χτένισμα  και  πρόσθεσε  τις  κόκκινες ανταύγειες για να είναι στη μόδα.  Ο κίνδυνος για τον μποέμ και συνειδητοποιημένο εργένη επιχειρηματία  έγινε  φανερός  και  παρ’  ότι  κάνα  δυο  φίλοι  τον  συμβούλευαν  να  την  απολύσει  για  να  προλάβει  τα  χειρότερα,  ο  ίδιος  αρνιόταν  και  να  σκεφτεί κάτι τέτοιο. Εξάλλου, ήταν μια κατάσταση που τον διασκέδαζε.  Παρίστανε  πως  δεν  καταλαβαίνει  τις  μπηχτές  της,  ανταπέδιδε  με  μισοαθώα  πειράγματα  και  συνέχιζε  με  ανέφελη  συνείδηση  την  ελεύθερη και άτακτη ζωή του.  Αποχαιρέτησε το είδωλό του με μια φιλική κοροϊδευτική γκριμάτσα και  γύρισε  να  κατέβει  από  τις  σκάλες.  Υποστήριζε  ότι  αυτή  η  συνήθεια  αποτελούσε μια καλη άσκηση για να διατηρεί την φόρμα του και όταν  τον ρωτούσαν γιατί δεν κάνει το ίδιο κι όταν ανεβαίνει, απαντούσε ότι  η γυμναστική πρέπει να έχει στόχο το καλό της υγείας μας και όχι την  υπονόμευσή της. Ως συνήθως έλεγε την μισή αλήθεια, αφού την άλλη  μισή  συμπλήρωνε  το  Μαράκι  που  στέγαζε  τα  κάλλη  του  στην  γκαρσονιέρα  του  πρώτου  και  που  κόντρα  στις  φιλότιμες  προσπάθειές  του,  έξι  μήνες  τώρα  δεν  κατάφερε  να  περάσει  το  κατώφλι  της  ούτε  πόντο.  Η  κοπέλα  επέστρεφε  από  το  σούπερ  μάρκετ  φορτωμένη  σακούλες και της απέμεναν δύο σκαλοπάτια ως το κεφαλόσκαλο, όταν  στο  αστραπόβροντο  είδε  από  πάνω  της  τον  Ντένη  και  κόντεψε  να  γκρεμοτσακιστεί.  Γελώντας  με  την  τρομάρα  της,  την  συγκράτησε  εύκολα  και  την  βοήθησε  ν’  ανέβει.  Η  κοπέλα  ακούμπησε  κάτω  τα  ψώνια κι έπιασε το στήθος της.  «Ουφ! Με κοψοχόλιασες καλέ κύριε Ντένη!»  «Φταίω  εγώ  ρε  Μαράκι  που  όταν  συναντιόμαστε  κομματιάζεται  ο  ουρανός; Κι αν αυτό δεν είναι θεϊκό σημάδι, τι είναι;»  Η  μικρή  ισορρόπησε  την  ανάσα  της  και  πετάρισε  τα  βλέφαρα  ντροπαλά.  «Αχ καλέ κύριε Ντένη αυτά τα λόγια σας…»  Επιμελημένα  ατημέλητη  στα  είκοσι  χρόνια  της,  με  φιδίσιο  κορμάκι,  ξανθό  κοντό  μαλλί  και  γκρίζα  ματάκια,  το  Μαράκι  ενσάρκωσε  το  φρέσκο  φρούτο  που  απουσίαζε  απ’  το  τραπέζι  του  Ντένη.  Σχετικά  νεοφερμένη  στη  μεγάλη  πόλη,  η  νεαρή  εργαζόταν  ως  γραμματέας  και 


σπούδαζε ψυχολογία  δια  αλληλογραφίας.  Ο  Ντένης  έκανε  ένα  βήμα  στο πλάι και της έφραξε τη πόρτα.  «Άσε με να σε βοηθήσω να τα τακτοποιήσεις. Έτσι, για να επανορθώσω  που σε τρόμαξα.»  Δήθεν  τρομαγμένη  στ’  αλήθεια  αυτή  τη  φορά,  η  μικρή  ξαναπετάρησε  τα βλέφαρα και κοίταξε γύρω της.  «Αστειεύεστε;  Δεν  κάνει  καλέ!  Εξάλλου  σε  λίγο  περιμένω  τους  φίλους  μου!»  Από μικρός ο Ντένης είχε μάθει να μην πιέζει, ειδικά τις όμορφες.  «Εντάξει  μικρούλα,  μου  χρωστάς  όμως  ένα  καφέ.  Μη  ξεχνάς  ότι  σου  έσωσα τη ζωή πριν από λίγο. Είμαστε σύμφωνοι;»  Η κοπέλα έβαλε το κλειδί στη πόρτα και του χαμογέλασε πονηρά πάνω  από τον ώμο της.  «Μόνο για καφέ όμως.»  «Φυσικά, άντε και λίγη κουβεντούλα, τι άλλο;»  Έκανε να φύγει αλλά κάτι σκέφτηκε και στράφηκε πάλι προς τη κοπέλα.  «Δεν  μου  λες,  αυτοί  οι  φίλοι  σου…  είναι  καλοί  φίλοι;  Θέλω  να  πω,  εμπιστοσύνης;»  Τον κοίταξε παραξενεμένη προσπαθώντας να καταλάβει που το πάει.  «Στην  πραγματικότητα  για  δύο  φίλες  μου  πρόκειται  και…  ναι  τις  εμπιστεύομαι, αν και δεν καταλαβαίνω τι…»  Ο Ντένης έτριψε το πηγούνι του.  «Διακρίνω κάποια επιφύλαξη… αλλά τέλος πάντων, αφού το λες… Πες  μου κάτι ακόμα. Ξέρει καμιά σας να στρίβει τσιγάρο;»  «Τι πράγμα;»  Το  Μαράκι  τον  κοίταξε  με  μισάνοιχτο  στόμα  απορημένη,  αυτός  κρατήθηκε με το ζόρι να μην χιμήξει να την φιλήσει και της έδειξε με το  κεφάλι την ανοιχτή σακούλα.  «Α, είδες τον καπνό γι’ αυτό. Σιγά το δύσκολο. Όλες μας ξέρουμε αν και  για να πω την αλήθεια, η Βέρα είναι η καλύτερη.»  «Ωραία,  άκου  λοιπόν.  Μια  που  θα  το  διασκεδάσετε,  διασκεδάστε  το  σωστά. Πες της να βάλει λίγο κι απ’ αυτό και θα με θυμηθείς!»  «Δηλαδή τι;»  «Δεν υπάρχει λόγος να ξέρουν που το βρήκες, άστο να είναι το μυστικό  μας.»  Καθώς η έκπληκτη κοπέλα ακούμπησε ξανά τις σακούλες στο κατώφλι  της για να περιεργαστεί αυτό που της έβαλε στη παλάμη, αυτός γύρισε  και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες. 


«Και δεν μου λες Μαράκι, έβρεχε τώρα που ερχόσουν;»  Του απάντησε αφηρημένα.  «Ποιο; Α, ναι, μόλις ξεκινούσε.»  Η βροχή δεν του φάνηκε δυνατή και εκτίμησε ότι η απόσταση μέχρι το  αυτοκίνητό του ήταν ίση περίπου ως το μπαράκι όπου τον περίμενε ο  φίλος  του,  έτσι  αποφάσισε  να  πάει  με  τα  πόδια.  Στα  μισά  της  απόστασης  είχε  μουσκέψει  κιόλας  ως  τα  εσώρουχα  και  το  κακό  συμπληρώθηκε  δέκα  μέτρα  πριν  φτάσει,  όταν  το  σπασμένο  λούκι  της  γωνίας  του  κατέβασε  μαζεμένο  μισό  κουβά  νερό  στο  σβέρκο.  Όταν  κατάφερε να ανοίξει την γυάλινη πόρτα του μπαρ, τα λίγα μαλλιά του  ήταν  κολλημένα  στο  δεξί  του  μάτι,  τα  πανάκριβα  λινά  ρούχα  του  έμοιαζαν  με  τσουβάλια  από  γύφτικο  πανέρι  και  τα  ιταλικά  σεβρώ  έκαναν  υδρομασάζ  στα  δάχτυλα  των  ποδιών  του.  Μέχρι  να  τακτοποιηθεί κάπως στον προθάλαμο, το μπουρίνι απ’ έξω σταμάτησε.  Από το τραπεζάκι στο βάθος της σχεδόν έρημης αίθουσας ο Νεκτάρης  αφοσιωμένος  ολόψυχα  στη  μελαχρινή  σερβιτόρα  δεν  τον  είδε  να  μπαίνει.  Όρθια  πλάι  του  με  το  μπλοκάκι  στο  χέρι  η  κοπέλα  κοίταζε  αφηρημένη  τα  βρεγμένα  παράθυρα  περιμένοντας  υπομονετικά  τον  ιδιόρρυθμο πελάτη να τελειώσει με τα ηλίθια γλυκόλογα και να πάρει  την  παραγγελία  της  να  φύγει.  Ο  περίεργος  ήχος  που  έμοιαζε  με  παφλασμό, καθώς ο Ντένης βάδιζε προς το μέρος του παραξένεψε τον  Νεκτάρη  που  σταμάτησε  να  φλυαρεί  και  σήκωσε  το  κεφάλι  του.  Για  λίγο  έμεινε  με  το  στόμα  ανοιχτό  και  ξαφνικά  έσκασε  στα  γέλια.  Μουρμουρίζοντας  μια  βλαστήμια  ο  Ντένης  ξεκόλλησε  όπως  όπως  το  μουσκεμένο παντελόνι από τα μπούτια του για να μπορέσει να καθίσει  και στράφηκε στη σερβιτόρα.  «Έλα καλή μου κοπέλα, άσε αυτόν τον βλαμμένο να χαχανίζει και φέρε  μου σε παρακαλώ μια πετσέτα και μια διπλή βότκα. Ταυτόχρονα έτσι;  Άντε μπράβο.»  Ανακουφισμένη που ξεμπέρδεψε γρήγορα, η κοπέλα έφυγε βιαστική κι  αυτός γύρισε αγριεμένος στον Νεκτάρη.  «Εσύ ρε γιατί γελάς σαν μαλάκας;»  Ο  Νεκτάρης  συγκράτησε  όσο  μπορούσε  τα  χαχανητά  που  του  έφεραν  δάκρυα και προσπάθησε να δείξει σοβαρός.  «Να ρωτήσω κάτι;»  «Τι θέλεις;»  Σφίχτηκε μην του ξεφύγουν τα γέλια που τον έπνιγαν και ξαναρώτησε.  «Υπάρχουν κι άλλοι επιζώντες;» 


«Από πού ρε;»  «Απ’ το ναυάγιο, λέω.»  Και ξέσπασε ξανά στα γέλια χτυπώντας το τραπέζι με το κεφάλι του και  τις γροθιές του.  Η καρπαζιά που έσκασε στο σβέρκο του ήταν μέτριας έντασης, αλλά η  βρεγμένη παλάμη του Ντένη την έκανε αποτελεσματική.  «Αν  σε  κάνει  ευτυχισμένο  να  με  βλέπεις  μούσκεμα,  τότε  να  συναντιόμαστε σε πισίνες, ρε παλιόμουτρο, όχι σε μπαράκια.»  Ο  Νεκτάρης  σκούπισε  τα  μάτια  του  και  πήρε  δύο  ανάσες  παριστάνοντας τον θιγμένο.  «Καλά  ρε  μην  εξάπτεσαι  τόσο.  Αν  έβλεπες  τα  μούτρα  σου  όταν  μπήκες.»  Τον έπιασαν πάλι τα γέλια, αλλά έγειρε πίσω να γλιτώσει την δεύτερη  φάπα και του έκλεισε το μάτι συνωμοτικά.  «Πιες το ποτό σου ρε να πάμε να αλλάξεις, μη μας πάθεις τίποτα γέρος  άνθρωπος,  και  μετά  σου  υπόσχομαι  κέφια  μέχρι  πρωίας.  Εντάξει  παλικάρι  μου;  Άντε  απέβαλε  το  άγχος  επιτέλους,  μην  πιάνεσαι  κορόιδο.»  Ο  Ντένης  ευχαρίστησε  με  τα  μάτια  τη  σερβιτόρα,  κατέβασε  μια  γερή  γουλιά  από  τη  βότκα  του  και  σχεδόν  χαμογέλασε  προσπαθώντας  να  μετρήσει  πόσες  φορές  έζησε  ανάλογες  σκηνές  στο  παρελθόν.  Από  τις  δεκάδες  περιπτώσεις  που  μπορούσε  να  θυμηθεί,  οι  περισσότερες  κατέληγαν  σε  μπελάδες  και  μπλεξίματα  με  τον  ίδιο  να  πληρώνει  τα  σπασμένα,  ωστόσο  δεν  αρνιόταν  ότι  στις  ελάχιστες  φορές  όπου  απαιτήθηκε  και  η  συνδρομή  του  Νεκτάρη,  αυτός  αποδείχτηκε  ψύχραιμα  αποτελεσματικός  και  προπαντός  πιστός  σαν  σκύλος.   Γειτονόπουλα σε μια άκρη της πόλης, από πιτσιρικάδες έπαιζαν παρέα  στους κήπους των μονοκατοικιών και στις αλάνες και μεγάλωναν όπως  μεγάλωνε  και  η  γειτονιά  τους  που  πολύ  γρήγορα  γέμισε  από  άγνωστους  ανθρώπους,  τα  γραφικά  σπιτάκια  αντικαταστάθηκαν  από  τσιμεντένια  οκταόροφα  τέρατα,  οι  αλάνες  έγιναν  υπεραγορές,  οι  δρόμοι  έπηξαν  από  αυτοκίνητα  και  άρχισε  να  τους  πνίγει.  Μικροί  ακόμη,  αλλά  ζυμωμένοι  και  ψημένοι  στους  δρόμους,  αποφάσισαν  να  ανοίξουν  τα  φτερά  τους  νωρίς,  να  πετάξουν  κι  αυτοί  να  κατακτήσουν  τον κόσμο. Τότε οι δρόμοι τους χώρισαν. Απασχολημένοι με το κυνήγι  της  μοίρας  τους  για  πολύ  καιρό  δεν  συναντήθηκαν.  Ενθουσιώδες  και  ανήσυχο  πνεύμα  ο  Ντένης,  αλλά  συνάμα  και  υπερήφανος  με  στοιχεία  ευπατρίδη,  απέρριψε  με  περιφρόνηση  δύο  προτάσεις  με  καλές 


προοπτικές για το Δημόσιο και προτίμησε την επιχειρηματική αρένα να  τσακώνεται με τα λιοντάρια. Αντίθετα ο Νεκτάρης έστησε μια κομπίνα  με δύο κομματόσκυλα που ανέλαβαν να βεβαιώσουν τον βουλευτή ότι  πρόκειται  για  δικό  τους  παιδί,  έτσι  δύο  μήνες  αργότερα  αυτός  διορίστηκε  στη  πολεοδομία  και  τα  κομματόσκυλα  απέκτησαν  την  ψηφιακή  βιντεοκάμερα  που  ονειρευόταν.  Λίγα  χρόνια  μετά  ο  διευθυντής  της  υπηρεσίας  του  κατάφερε  επιτέλους  να  τον  μεταθέσει  για  να  απαλλαγεί  από  την  παρουσία  του  και  κέρασε  ενθουσιασμένος  όλο  τον  όροφο,  ο  Νεκτάρης  όμως  πήρε  προαγωγή,  μετακόμισε  σε  καλύτερη περιοχή και ξαναβρήκε τον Ντένη. Ο Ντένης είχε αφοσιωθεί  στη  δουλειά  του,  την  οργάνωσε  με  προσοχή,  δούλεψε  σκληρά  για  χρόνια κι όταν πάτησε γερά στα πόδια του, σαραντάρης πια, αγόρασε  μια  κουκλίστικη  μεζονέτα  και  πολυτελές  αυτοκίνητο,  φρεσκάρισε  την  γκαρνταρόμπα  του  και  χύθηκε  στη  πιάτσα  να  απολαύσει  ότι  δεν  πρόλαβε στη πρώτη του νεότητα. Δεμένος από παιδί με μια παράξενη  και  συχνά  φορτική  αφοσίωση  για  τον  φίλο  του,  ο  Νεκτάρης  είχε  πανηγυρίσει για το ξαναντάμωμα, όχι όμως κι ο Ντένης που ναι μεν η  αγάπη του παιδικού φίλου του κάπου μέσα του τον συγκινούσε, ήξερε  όμως  ότι  αυτό  είχε  και  τίμημα  που  οπωσδήποτε  στην  πορεία  θα  χρυσοπλήρωνε.  Στην  φάση  αυτή  της  ζωής  του  ένας  παλιόφιλος  φωνακλάς,  διεφθαρμένος  ως  το  προτελευταίο  του  κύτταρο  και  κολλημένος  επάνω  του  σαν  στρείδι,  θα  προξενούσε  ντόρο  με  αποτέλεσμα  να  του  χαλάσει  την  ρέγουλα  που  μόχθησε  να  πετύχει,  ο  Νεκτάρης  όμως  σε  χρόνο  ρεκόρ  ξέμπλεξε  τα  χαρτιά  της  νέας  του  αποθήκης  από  την  πολεοδομία  γλιτώνοντάς  τον  από  ένα  βαρύ  «λάδωμα»  και  επιπλέον  όταν  του  το  ανακοίνωσε  περιχαρής  και  περήφανος,  έστριψε  ένα  αρχοντικό  τρίφυλλο  να  τον  ανεβάσει  κι  ύστερα  τον  έσυρε  στα  στριπτιζάδικα  όλη  νύχτα  να  το  γιορτάσουν.  Έκτοτε αν και συχνά προσπαθούσε να ξεγλιστρήσει, ο Νεκτάρης μ’ ένα  μαγικό τρόπο κατάφερνε να περνάνε σχεδόν όλα τα απογεύματα μαζί.  Ο Ντένης τελείωσε με το σκούπισμα των λίγων μαλλιών του και πέταξε  την πετσέτα στο διπλανό κάθισμα.  «Τελικά θα μου πεις ρε ποιο είναι το επείγον που με ξεσήκωσες ή έγινα  λούτσα για το τίποτα;»  Η φάτσα του δημοσίου υπαλλήλου φωτίστηκε.  «Τα πιπίνια λεβέντη μου, τα πιπίνια! Αν δεις για τι πλάσματα πρόκειται,  οι  δήθεν  γόησσες  που  ξέρεις  θα  σου  φανούν  ξεφτισμένες 


πατσαβούρες.. Αδερφέ  μου,  σου  μιλάω  για  κάτι  μωρά,  να  πάθεις!  Άγγελοι!!!»  «Και που είναι ρε οι άγγελοι, πέταξαν;»  «Που  ήθελες  να  είναι,  εδώ;  Τις  μήνυσα  να  το  αναβάλλουμε  για  αργότερα.»  «Δεν το ‘πιασα…»  «Για  το  μπουρίνι  ρε  μπουμπούνα.  Να  μην  τα  προφυλάξουμε;  Μεζεδάκια είναι. Να τα χαλάσουμε, πριν τα γευτούμε;»  Ο  Ντένης  σκέφτηκε  πάλι  την  καρπαζιά,  αλλά  συμβιβάστηκε  μ’  ένα  μούγκρισμα.  «Κι εμένα ρε τέρας γιατί δεν με ειδοποίησες να σωθώ;»  Ο Νεκτάρης έσκυψε το κεφάλι του σαν πληγωμένη κόρη και ψιθύρισε.  «Είπα ότι ήταν μια ευκαιρία να τα πούμε και λίγο μόνοι ρε αδερφέ.»  Τον αγριοκοίταξε και σηκώθηκε αναστενάζοντας.  «Πάω  ν’  αλλάξω  πριν  αρπάξω  καμιά  πνευμονία,  γιατί  ύστερα  θα  σε  κυνηγάω να σε σκοτώσω.»  «Ένα λεπτό να πληρώσω κι έρχομαι.»   


Όπως ένας καθωσπρέπει κύριος, ο γιατρός έφερε τη παλάμη του στο  στόμα  και  ρεύτηκε  σεμνά.  Κατόπιν  κοίταξε  ένοχα  γύρω  του  κι  έγνεψε  στον μπάρμαν να πλησιάσει.  «Μπορείτε να μου φτιάξετε ένα τοστ, παρακαλώ;»  Ανακάθισε πιο αναπαυτικά στο σκαμπό του, συνάντησε στον καθρέφτη  ανάμεσα  απ’  τα  μπουκάλια  τη  μούρη  του  και  μόρφασε  απογοητευμένος.  «Αλλεπάλληλα  ρεψίματα  και  καούρες  συνιστούν  προσοχή»,  είπε  τα  λόγια  που  συνήθιζε  να  λέει  στους  ασθενείς  του  και  το  είδωλό  του  έμεινε ανέκφραστο περιμένοντας.  «Τώρα θα μου πεις, τι στην τύφλα τους ξέρουν και οι γιατροί;»  Αντίκρυ  του,  το  είδωλό  του  συγκατένευσε  με  κατανόηση.  Φυσικά  το  τέταρτο  ποτό  δεν  χρειαζόταν.  Εδώ  που  τα  λέμε  ούτε  το  ένα  ήταν  απαραίτητο.  Και  για  να  ‘χουμε  καλό  ρώτημα  δηλαδή,  που  το  πας  και  λαμπαδιάζεις τα σωθικά σου κάθε μέρα μ’ αυτά τα δηλητήρια; Γι’ αυτό  σπούδαζες τόσα χρόνια αγόρι μου; Μπεκρής επαναστάτης κόντρα στον  εαυτό  σου;  Απέναντι  του  ο  τύπος  ανάμεσα  απ’  τα  μπουκάλια  ίσως  κάγχασε  πρώτος,  όμως  μόνο  αυτόν  κοίταξε  περίεργα  ο  μπάρμαν.  Δάγκωσε αφηρημένα μια γωνία από το τοστ και κάρφωσε την αυστηρή  ματιά του στον καθρέφτη.  «Λίγη αυτογνωσία δεν θα μας βλάψει, έτσι; Τέρμα φίλε μου τα ποτά. Σε  κάνουν  γελοίο,  χώρια  ότι  υπονομεύουν  και  την  υγεία  σου.  Είμαστε  σύμφωνοι; Φαντάζεσαι να αρχίσουν να τρέμουν τα χέρια μας; Πάει, την  βάψαμε! Εξάλλου εκείνος ο νεαρός όπου να ‘ναι θα ξαναφανεί για τα  φάρμακα του πατέρα του… Τρεις μέρες τις περάσαμε θαύμα, θυμάσαι;  Αν δεν υπήρχε και κείνη η ξενέρωτη… πως την λένε…, τέλος πάντων, θα  περνούσαμε  ακόμη  καλύτερα.  Θα  μου  πεις  ναι,  εντάξει,  αλλά  τώρα  τι  γίνεται; Δεν ξέρω, πάντως τα ποτά κομμένα. Συνεννοηθήκαμε;»  Η δυσπιστία που διέκρινε στο ύφος του απέναντι δεν του άρεσε, αλλά  δεν  θέλησε  να  δώσει  συνέχεια.  Ένευσε  με  τα  δάχτυλα  για  τον  λογαριασμό,  στάθηκε  στα  πόδια  του,  έβγαλε  το  πορτοφόλι  του  να  πληρώσει  και  ξαναμελαγχόλησε.  Σε  αγαστή  σύμπνοια  με  την  σχεδόν  άδεια  ζωή  του  τον  τελευταίο  καιρό,  το  πορτοφόλι  του  απαιτούσε  επείγοντα διορθωτικά μέτρα, πριν απ’ οτιδήποτε όμως είχε ανάγκη τον  παλιό καλό του εαυτό, φρέσκες συγκινήσεις και όρεξη για δουλειά και  πάνω απ’ όλα μια νέα ισχυρή, χωρίς επιφυλάξεις αυτοπεποίθηση. Στην  αρχή  οι  δεσμοί  του  σαρανταοκταώρου  έμοιαζαν  καλή  λύση  στο  πρόβλημα,  γρήγορα  όμως  έγιναν  πλήθος  και  τον  μπέρδεψαν,  έτσι 


αναγκάστηκε να  κυκλοφορεί  με  το  κινητό  του  απενεργοποιημένο,  η  μοναχική του πορεία εξελίχτηκε σε μονόδρομο και τα ερωτήματα που  αφορούσαν  στην  αποτελεσματικότητά  του  ως  αρσενικού  παρέμεναν  αναπάντητα. Η τρύπα στον εγωισμό του έχασκε ανοιχτή κι αυτός έτρεχε  ολοταχώς  να  καταταγεί  στο  στρατόπεδο  των  μισογύνηδων.  Προικισμένες  να  οσμίζονται  άμεσα  τις  αρνητικές  αλλαγές,  οι  «ασθενείς»  κυρίες  έκριναν  ότι  ο  γοητευτικός  γιατρός  δεν  άξιζε  πια  τα  παραπανίσια  έξοδα,  έτσι  σιγά  σιγά  λάκισαν  και  ο  τζίρος  του  ιατρείου  έπεσε  στο  μισό.  Αυτές  που  απέμειναν  να  προσπαθούν  ήταν  λίγες  γεροντοκόρες  που  δεν  πρόλαβαν  να  καπαρώσουν  κάποιον  με  στολή,  και η γραμματέας του η Μάρα. Ο γιατρός παραδεχόταν ότι στο σχετικά  μικρό χρονικό διάστημα που η κοπέλα εργαζόταν για αυτόν κατάφερε  να  συμμαζέψει  την  πεντάχρονη  αταξία  του,  έδωσε  φρέσκια  πνοή  στο  ιατρείο, χαμογελούσε συχνά και αβίαστα, ήταν ευγενική με τον κόσμο,  αλλά  όταν  έμεναν  μόνοι  τον  πολιορκούσε  τόσο  φορτικά  που  τον  ανάγκαζε  πάντα  να  εφευρίσκει  κάποια  ανόητη  δικαιολογία  για  να  εξαφανιστεί.  Στην  τελευταία  και  δραματική  συνδιάλεξή  του  με  την  πρώην του,  η  Μάρα  που κρυφάκουγε από την συσκευή του γραφείου  της βέβαιη πια ότι η διάσταση είναι οριστική, έγινε ακόμη πιο τολμηρή.  Το μπούστο από εκείνη την μέρα μεγάλωσε, ενώ οι φούστες μάζεψαν  κι  άλλο,  τα  τυχαία  αγγίγματα  έγιναν  συχνότερα  κι  όταν  γονάτισε  μπροστά του να μαζέψει το στυλό που της έπεσε, ο γιατρός ένιωσε ένα  περίεργο τρέμουλο να τον συνεπαίρνει, όμως έσφιξε τα δόντια να μην  προδοθεί,  έκανε  μεταβολή  και  έφυγε  αμίλητος  και  συγχυσμένος.  Λίγο  πιο κάτω σκέφτηκε να γυρίσει πίσω και να την απολύσει, αλλά αμέσως  μετά σκέφτηκε τους δύο μισθούς που της χρωστούσε και μαλάκωσε, κι  όταν αργότερα ανέλυσε το θέμα πιο ψύχραιμα τα ‘βάλε άλλη μια φορά  με τον εαυτό του. Τώρα η κοπέλα θα είχε κάθε δικαίωμα να τον θεωρεί  βλάκα  ή  κομπλεξικό,  αλλά  μήπως  δεν  ήταν;  Τέτοιες  αντιδράσεις  απόδειχναν  με  σαφήνεια  ότι  τα  πυρακτωμένα  καρφιά  της  πρώην  πέτυχαν  διάνα  στον  στόχο  τους.  Εκείνο  το  βράδυ  ήπιε  μόνος  του  στο  σπίτι  ώσπου  μέθυσε,  ωστόσο  το  πρωί  ξύπνησε  ευδιάθετος.  Το  απόγευμα  αποφασισμένος  ξαφνικά  να  αντιμετωπίσει  την  ψυχολογική  κατρακύλα του, ετοιμάστηκε ήρεμα, φόρεσε το πιο ανέμελο ύφος του  και πήγε στο ιατρείο του. Πρόσχαρη με το γνωστό νάζι στη φωνή της η  Μάρα  τον  ενημέρωσε  για  τα  ραντεβού  και  τις  υποθέσεις  που  εκκρεμούσαν και τελειώνοντας τον ρώτησε αν μπορούσε να φύγει μια  ώρα νωρίτερα. Την κοίταξε ξαφνιασμένος  και η κοπέλα γέλασε. 


«Δεν συμβαίνει τίποτα καλέ. Θέλω να προλάβω το σούπερ μάρκετ πριν  κλείσει.»  «Φυσικά, να πας. Είναι κάτι έκτακτο;»  Η κοπέλα έπιασε το υπονοούμενο και φάνηκε να διασκεδάζει.  «Δεν θα το ‘λεγα, αλλά που ξέρεις;»  «Πολύ ωραία, δώσ’ του να καταλάβει!»  Ο ξινισμένος σαρκασμός του έκανε την κοπέλα να σκάσει στα γέλια.  «Τι  ιδέες  βάζεις  στο  κεφάλι  σου  καλέ;  Τις  φίλες  μου  κάλεσα,  ήταν  η  σειρά μου. Θέλεις να ‘ρθεις;»  Η  ερώτηση  πρόταση  έπεσε  αναπάντεχα  και  τον  ξάφνιασε.  Πριν  προλάβει να σκεφτεί κάτι, η Μάρα κάρφωσε τα όμορφα μάτια της στα  δικά του και τον κεραυνοβόλησε.  «Ξέρεις που μένω δεν είναι έτσι;»  Γύρισε  για  να  επιστρέψει  στο  γραφείο  της  στον  προθάλαμο,  κοντοστάθηκε λίγο στην πόρτα και του έστειλε το υστερόγραφο.  «Μεγάλο αγόρι είσαι γιατρέ. Πιστεύω ότι θα κάνεις το σωστό.»  Έστρεψε  με  χάρη  μπαλαρίνας  τους  υπέροχους  γοφούς  της  κι  έκλεισε  την πόρτα απαλά.   


Ο γιατρός  βλαστήμησε  το  αλκοόλ  και  τον  ευάλωτο  χαρακτήρα  του,  χαιρέτησε με αόριστες χειρονομίες τον μπάρμαν και κάνα δυο άλλους,  χτύπησε  τον  ώμο  του  στην  εξώπορτα,  παραπάτησε  στο  σκαλοπάτι  και  κατευθύνθηκε τρεκλίζοντας στο πάρκινγκ να πάρει το αυτοκίνητό του.  «Έλα δώσ’ το επιτέλους! Τι θα γίνει με σένα, πάλι ξεχάστηκες;»  Ο Ντένης κοίταξε αφηρημένος το τρίφυλλο που κρατούσε, τράβηξε μια  τζούρα  και  του  το  έδωσε.  Ο  Νεκτάρης  μείωσε  ταχύτητα,  έφερε  το  τσιγαριλίκι στο τιμόνι μπροστά του, το εξέτασε και κούνησε τη κεφάλα  του αποδοκιμάζοντας.  «Σαν  τον  κώλο  σου  το  έκανες.  Μια  φορά  σε  άφησα  να  στρίψεις  και  κοίτα τα χάλια σου!»  Ως σαραντάρης πια ο Ντένης ήξερε τα χάλια του κώλου του γι’ αυτό η  παρομοίωση τον εκνεύρισε.  «Κατ’  αρχήν  βρε  ρεμάλι,  ο  κώλος  μου  εξακολουθεί  να  είναι  πιο  όμορφος κι από τα μούτρα σου και κατά δεύτερο, εσύ δεν μου ζήτησες  να το τυλίξω εγώ; Γιατί δεν το έκανες μόνος σου όπως κάνεις πάντα;»  «Μήπως ξεχνάς ότι κάποιος πρέπει να οδηγεί και το αυτοκίνητο;»  «Μήπως εσύ ξεχνάς ότι οδηγείς το δικό μου αυτοκίνητο;»  Ο φίλος του χασκογέλασε ανασηκώνοντας τους ώμους.  «Τι  να  σου  κάνω  αδερφέ;  Ούτε  να  οδηγήσεις  μπορείς,  ούτε  να  στρίψεις, μέχρι που βαριέσαι να την πέφτεις στις γκόμενες. Τελικά όλα  μόνος μου τα κάνω, κι έχουμε και παραπονάκια;»  Συνήθως  μια  συζήτηση  με  τον  Νεκτάρη  έμοιαζε  με  μοναχική  πορεία  που  είχε  προορισμό  στο  πουθενά,  αυτή  τη  φορά  όμως  είχε  δίκιο  κι  ο  Ντένης προτίμησε να κλείσει το θέμα εκεί.  Από  καιρό  τώρα  αισθανόταν  ότι  η  ζωτικότητα  και  η  εύθυμη  διάθεσή  του  σιγά  σιγά  τον  εγκατέλειπαν,  αυτά  που  τον  συγκινούσαν  λιγόστεψαν,  βαριόταν  να  οδηγήσει  κι  όταν  βρισκόταν  υποχρεωμένος  να  τυλίξει  το  τρίφυλλο  ο  ίδιος,  φρόντιζε  να  έχει  τόσο  ελεεινό  αποτέλεσμα, ώστε να μην του το ξαναπροτείνουν. Ένοιωθε την ανάγκη  να  του  συμβεί  κάτι  καινούριο,  κάτι  ικανό  να  τον  ξυπνήσει,  να  ξεφύγει  από  τον  λήθαργο  που  βουτούσε,  και  για  κάποιο  ανεξήγητο  λόγο,  ξαφνικά  είχε  την  αίσθηση  ότι  αυτό  δεν  θα  αργούσε.  Χαλάρωσε  όσο  μπορούσε  καλύτερα  στο  κάθισμά  του,  τράβηξε  μια  απολαυστική  ρουφηξιά,  μισόκλεισε  τα  μάτια  και  το  ξανάδωσε  στον  Νεκτάρη  που  έβαλε τις φωνές.  «Τι  είν’  αυτά  ρε  Ντένη;  Δεν  φτάνει  που  το  ‘φτιαξες  μάπα,  ορίστε  ξεκόλλησε κιόλας!» 


Σάλιωσε το δάχτυλό του και έσκυψε να το κολλήσει, έτσι δεν πρόλαβε  να  αντιληφθεί  το  λευκό  NISSAN  που  παραβίασε  την  προτεραιότητα  κι  ερχόταν  κατευθείαν  επάνω  τους.  Χαμένος  μέσα  στη  θολούρα  του  αλκοόλ,  ο  γιατρός  αναρωτήθηκε  αν  η  πινακίδα  του  STOP  που  προσπέρασε  ήταν  άλλη  μια  σουρωμένη  παραίσθηση  κι  αυτό  ήταν  το  τελευταίο  που  πρόλαβε  να  σκεφτεί.  Ίδια  με  σιδερένιο  χάρο,  η  σκουρόχρωμη  μερσέντες  που  βρέθηκε  ξαφνικά  μπροστά  του  δεν  του  άφηνε  πολλά  περιθώρια  να  αντιδράσει.  Με  το  στόμα  ολάνοιχτο  από  τρόμο, έκοψε ενστικτωδώς δεξιά και απέφυγε τον εμβολισμό σώζοντας  τις ζωές τους, ωστόσο δεν στάθηκε αρκετό για να αποφύγει τελείως την  σύγκρουση.  Κάνοντας  ένα  παρατεταμένο  ανατριχιαστικό  θόρυβο  το  NISSAN  χτύπησε  την  μερσέντες  κάπου  κοντά  στον  πίσω  τροχό,  τα  αυτοκίνητα  σκάλωσαν  προς  στιγμή,  σύρθηκαν  είκοσι  μέτρα  στριγκλίζοντας  και  κατέληξαν  πάνω  στο  πεζοδρόμιο.  Η  ησυχία  στον  έρημο  συνοικιακό  δρόμο  επανήλθε  στο  φυσιολογικό  και  η  χοντρή  κυρία  από  το  παράθυρο  της  μονοκατοικίας,  αφού  δεν  είδε  κάτι  συνταρακτικό να σκοτώσει την ώρα της, άφησε την κουρτίνα να πέσει  και  επέστρεψε  στην  τηλεόραση,  καθώς  ο  γιατρός  έριχνε  απανωτούς  μπάτσους στα μάγουλά του για να συνέλθει από το σοκ. Ως δια μαγείας  η  σούρα  του  εξατμίστηκε,  αλλά  το  τρέμουλο  που  την  διαδέχτηκε  τον  παρέλυσε  ολόκληρο.  Σαν  ορμητικός  χείμαρρος  οι  σκέψεις  που  πλημμύρισαν το μυαλό του τον σάστισαν και οι επακόλουθες συνέπειες  του  έφεραν  κρύο  ιδρώτα.  Ίσως  να  μην  δημοσίευαν  την  φωτογραφία  του στα πρωτοσέλιδα, όμως έβλεπε καθαρά τους γιγάντιους τίτλους να  στιγματίζουν  τον  ασυνείδητο  μεθυσμένο  γιατρό  που  έγινε  αιτία  να  τραυματισθούν αθώοι συμπολίτες… Τότε θυμήθηκε τους επιβάτες του  άλλου  αυτοκινήτου  και  άρπαξε  το  πόμολο.  Δίχως  άχνα  ο  Νεκτάρης,  ελαφρά  σκυμμένος  ακόμη,  κοιτούσε  σαστισμένος  το  ξεκολλημένο  τρίφυλλο  και  το  σαλιωμένο  του  δάχτυλο  σαν  να  προσπαθούσε  να  αποφασίσει τι να κάνει στη συνέχεια, όταν ο Ντένης είδε την πόρτα του  NISSAN να ανοίγει και του έχωσε μια αγκωνιά στα πλευρά.  «Σύνελθε ρε ηλίθιε. Κάνε γρήγορα!»  Ο Νεκτάρης πήρε την ματιά του από το τρίφυλλο και σήκωσε αργά το  κεφάλι του προσπαθώντας να καταλάβει.  «Τι έγινε ρε φίλε, τι ήταν αυτό;»  «Κάνε γρήγορα βρε μαλάκα. Για μπάτσος μου φαίνεται ο τύπος.»  «Με μπάτσο τρακάραμε;» 


Με το  βλέμμα  στον  άγνωστο  που  πλησίαζε  διστακτικός,  ο  Ντένης  του  έριξε άλλη μια αγκωνιά.  «Ακόμη το κρατάς ρε βούρλο;»  «Και τι να το κάνω, αν το πετάξω τώρα θα το δει στα σίγουρα.»  «Δεν ξέρω, πάτα το κάτω ή καλύτερα φάτο, αλλά κάνε σβέλτα σου λέω.  Καταλαβαίνεις  ρε  όρνιο  τι  έχουμε  να  πάθουμε;  Φτάνει  που  τον  τρακάραμε  τον  άνθρωπο,  έτσι  και  μας  πιάσουν  και  με  χασίσια,  ζήτω  που καήκαμε!»  Ο Νεκτάρης κατάλαβε ότι έπρεπε να δράσει, αλλά ήταν άσκοπο πια. Η  πόρτα  του  Ντένη  άνοιξε  και  ο  γιατρός  τρέμοντας  σύγκορμος  από  αγωνία έχωσε τη μούρη του μέσα.  «Είστε καλά; Μήπως χτυπήσατε;»  Πρώτα  συνειδητοποίησε  ότι  οι  δύο  άντρες  που  τον  κοίταζαν  εμβρόντητοι δεν φαινόταν να έχουν πάθει το παραμικρό, αμέσως μετά  τα μάτια του έτσουξαν απ’ το πυκνό ντουμάνι και είδε το τρίφυλλο. Για  μερικά  δευτερόλεπτα  όλοι  τους  κοιτάχθηκαν  αμήχανα,  ύστερα  ο  γιατρός αναστέναξε ανακουφισμένος και άπλωσε το χέρι του.  «Μάκης Χρονόπουλος… Γιατρός.»  Το  κλίμα  άλλαξε  με  μιας  και  ο  Ντένης  σχεδόν  χαμογέλασε.  Ακολούθησαν  οι  συστάσεις  και  αφού  διαφώνησαν  για  λίγο  διεκδικώντας  ο  καθένας  για  λογαριασμό  του  την  ευθύνη  της  σύγκρουσης,  τον  κάλεσαν  να  μπει  στο  αμάξι,  μην  δώσουν  την  εντύπωση  στους  περίοικους  ότι  μαλώνουν.  Από  ‘κει  και  πέρα  η  προσέγγιση των τριών αντρών ήταν πολύ εύκολη. Με κρυφή λαχτάρα, ο  γιατρός  αποδέχτηκε  την  προσφορά  του  Νεκτάρη,  τράβηξε  δύο  λαίμαργες ρουφηξιές, το πέρασε στον Ντένη, αυτός ξανά στον Νεκτάρη  κι  όταν  πια  το  τρίφυλλο  έφτασε  στη  τζιβάνα,  τότε  αποφάσισαν  να  βγουν  από  το  αμάξι  να  ελέγξουν  τις  ζημιές  τους.  Περιμένοντας  τα  χειρότερα, οι δυο τρεις τσαλακωμένες λαμαρίνες της μερσεντές και τα  γυαλιά από το σπασμένο φανάρι του NISSAN, τους φάνηκαν ανέκδοτο  και τα τρανταχτά γέλια τους ξανάφεραν τη χοντρή κυρία στο παράθυρο  που σταυροκοπήθηκε παραξενεμένη. Σκασμένος στα γέλια ο Νεκτάρης  έστειλε  ένα  θεαματικό  φιλί  στη  γειτόνισσα  που  ξανάκανε  το  σταυρό  της,  ύστερα  κάθισε  στο  τιμόνι,  τοποθέτησε  ένα  περιοδικό  πάνω  στα  πόδια του κι έβγαλε τα τσιγαρόχαρτα.  «Ξανά τσιγάρο θα στρίψεις ρε αχόρταγε;»  Εκείνος σταμάτησε να γελάει και τον κοίταξε απορημένος. 


«Φυσικά ρε Ντένη. Το προηγούμενο ήταν για δύο και το ήπιαμε τρεις,  χώρια που με το τρακάρισμα ξενερώσαμε τελείως. Μήπως προτιμάς να  το ψηφίσουμε;»  Έκλεισε το μάτι με νόημα στο γιατρό κι έσκασε πάλι στα γέλια.  «Τέλος  πάντων,  μόνο  κάνε  γρήγορα  να  ξεκουμπιστούμε  από  δω  πριν  μας  πάρουν  για  παλαβούς  και  πλακώσουν  τα  περιπολικά.  Τον  γιατρό  τον ρώτησες αν θέλει καπάκι;»  Ο γιατρός ήθελε αρκεί να του έδιναν τρία λεπτά να τακτοποιηθεί. Στον  ελάχιστο  χρόνο  που  ξόδεψε  ο  Νεκτάρης  ώσπου  να  στρίψει  το  νέο  τσιγάρο, αυτός τράβηξε το αυτοκίνητό του σε καλύτερο σημείο, έκρυψε  τα  κλειδιά  στην  εξάτμιση  και  συνεννοήθηκε  από  το  κινητό  του  με  τον  υπεύθυνο της οδικής βοήθειας να πάνε να το μαζέψουν. Ύστερα μπήκε  στο πίσω κάθισμα της Μερσεντές και έτριψε τα χέρια του.  «Λοιπόν κύριοι, έχετε κάποιο πρόγραμμα;»  Ο  Ντένης  αγριοκοίταξε  τον  Νεκτάρη  που  είχε  τελειώσει  με  την  κατασκευή του και καμάρωνε το έργο του.  «Πρόγραμμα είχαμε, μέχρι που το ζώον από δω έκλεισε τα μάτια και σε  τρακάρισε…»  «Δεν φταίει ο Νεκτάρης, εγώ παραβίασα…»  «Άσε γιατρέ. Τον δικαιολογείς γιατί δεν τον ξέρεις. Πίστεψέ με, και στις  σπάνιες  περιπτώσεις  που  δεν  φταίει,  πάλι  αυτός  φταίει,  να  είσαι  βέβαιος.»  Ο γιατρός μόρφασε στεναχωρημένος.  «Δεν ξέρω για άλλες περιπτώσεις, στην συγκεκριμένη πάντως εγώ είμαι  αυτός που σας χάλασε την έξοδο.»  Ο  Ντένης  τράβηξε  μια  τζούρα,  γύρισε  και  τον  χτύπησε  φιλικά  στο  γόνατο.  «Όπως και να ‘χει μη σκας γιατρέ, θα κάνουμε νέο πρόγραμμα. Εξάλλου  αυτές  που  μας  περιμένουν  είναι  δύο,  και  τώρα  εμείς  πληθύναμε.  Επιβάλλεται λοιπόν να…»  Ο γιατρός θυμήθηκε και κράτησε το τρίφυλλο μετέωρο ανάμεσά τους.  «Εγώ είμαι καλεσμένος σε κάποιο σπίτι και από ότι γνωρίζω οι κοπέλες  θα  είναι  τρεις.  Αν  προτιμάτε  και  σεις  την  ησυχία  από  το  νταβαντούρι  στα μπαράκια, μπορούμε να πάμε εκεί.»  «Γιατί όχι; Ας δοκιμάσουμε εκεί. Τις ξέρεις καλά τις κοπέλες;»  «Αυτή που με κάλεσε είναι η βοηθός μου στο ιατρείο. Τις άλλες δεν τις  ξέρω καθόλου. Λοιπόν, τι λέτε;»  «Ξεκίνα Νεκτάρη.» 


Η στρουμπουλή κατέβασε το κρασί μονορούφι και βρόντηξε το ποτήρι  της.  «Στα κομμάτια όλοι τους. Έτσι κι αλλιώς γουρούνια ήταν και γουρούνια  θα μείνουν!»  Με  σουρωμένα χαχανητά η ξανθιά απέναντι της  συμφώνησε, η Μάρα  όμως το ξανασκέφτηκε.  «Κάπως  υπερβάλουμε  κορίτσια.  Δεν  είναι  όλοι  τους  γουρούνια.  Υπάρχουν και σωστοί άντρες, πώς να το κάνουμε δηλαδή!»  Η  χοντρούλα  κάρφωσε  το  τρίτο  κομμάτι  της  κρεατόπιτας  και  ειρωνεύτηκε.  «Υπάρχουν  και  σωστοί  ε;  Και  που  είναι  αυτοί,  μου  λες;  Απ’  όσο  ξέρω  εγώ, όσοι δεν είναι γκέι κρατιούνται ακόμη απ’ το φουστάνι της μαμάς  τους,  αλλά  αν  δεχτούμε  ότι  περισσεύουν  και  λίγοι  σωστοί,  ποια  να  πρωτοπρολάβει;»  «Παραδέχεσαι όμως ότι έχει και σωστούς.»  Η χοντρούλα εξαφάνισε την κρεατόπιτα και κάγχασε μπουκωμένη.  «Εντάξει, αλλά μου λες που βρίσκονται;»  Εκείνη τη στιγμή άκουσαν την πόρτα.   

Epifilaksi preview  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you