Page 1

Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου: Ο Ήρωας των Ηρώων xryshaygh.com/enimerosi/view/tagmatarchhs-iwannhs-belissariou-o-hrwas-twn-hrwwn

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018 - 07:28

Σαν σήμερα το 1913, περνάει στο Πάνθεον των ηρώων ο Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου. Ποτίζει με το αίμα του την ιερή γη της Μακεδονίας. Το αίμα του ήρωα ενώνεται στα σπλάχνα της Ελληνικής γης με αυτό χιλιάδων ηρώων που αγωνίστηκαν, για την Ελληνικότητα της Μακεδονίας. Σχηματίζει ένα ολοζώντανο ποτάμι που θα καλύψει το μελάνι των Πρεσπών και θα πνίξει τους εντολοδόχους των παγκοσμιοποιητών. Δεν θα ασχοληθώ όμως άλλο με προδότες, αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω τις παρακάτω γραμμές για έναν πραγματικό θρύλο της νεώτερης στρατιωτικής μας ιστορίας, τον Ιωάννη Βελισσαρίου, σαν να ανάβω ένα ταπεινό κεράκι στην μνήμη του. Ο Βελισσαρίου γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1861 στην Κύμη της Ευβοίας. Ο πατέρας του, εύπορος κτηματίας, είχε εξασφαλίσει στην οικογένεια του μία άνετη ζωή. Ο νεαρός Βελισσαρίου όμως έμενε αδιάφορος απέναντι στα πλούτη και στα υλικά αγαθά. Υψηλές αξίες και ιδανικά όριζαν από νωρίς τις ενέργειες και τις προσδοκίες του. Οι γονείς του φρόντισαν να μεγαλώσει με στοργή και να εκπαιδευτεί με επιμέλεια. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο Βελισσαρίου, κατατάχθηκε κατόπιν εξετάσεων στη Σχολή Υπαξιωματικών, απ’ όπου αποφοίτησε το 1887, ανάμεσα στους πρώτους, με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού πεζικού. Όσοι είχαν την τιμή να τον γνωρίσουν τον 1/6


υπολήπτονταν τόσο για τον ευθύ και άκακο χαρακτήρα του, όσο και για τη στρατιωτική και τη γενικότερη ακαδημαϊκή μόρφωση του. Ανάμεσα στις αγαπημένες του συνήθειες συγκαταλέγονταν η μελέτη της ιστορίας και οι ατελείωτες συζητήσεις γύρω από τα εθνικά θέματα. Κατά την κρίσιμη περίοδο πριν από την έναρξη του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897, υποστήριζε με σθένος την υιοθέτηση δραστικών λύσεων (σε αντίθεση με την «ψύχραιμη αντιμετώπιση», που οι πολιτικάντηδες προτείνουν διαχρονικά). Η έναρξη των επιχειρήσεων τον βρήκε να υπηρετεί ως διμοιρίτης του 4ου Λόχου του ΙΙΙ/5 Τάγματος, που υπαγόταν στην 2η Ταξιαρχία. Τότε έδωσε τα πρώτα δείγματα της απαράμιλλης ανδρείας του παραμένοντας στη θέση του ακόμη και όταν όλες οι γειτονικές φίλιες δυνάμεις είχαν συμπτυχθεί. Ενώ υπό τα πυρά του υπεράριθμου εχθρού τα τμήματα του κέντρου της 2ης Ταξιαρχίας είχαν ήδη συμπτυχθεί ή είχαν τραπεί σε άτακτη φυγή, η διμοιρία του Βελισσαρίου, που βρισκόταν στο κέντρο του πυρός, δεν υπέκυψε στην αφόρητη εχθρική πίεση και δεν εγκατέλειψε τη θέση της. Ο Βελισσαρίου τις κρίσιμες εκείνες στιγμές δεν είχε μόνο το ψυχικό σθένος να παραμείνει στη θέση του, να διευθύνει έναν αγώνα που είχε πλέον χαθεί, αλλά και την ηγετική φυσιογνωμία που απαιτείτο ώστε να κρατήσει μαζί του τους στρατιώτες της διμοιρίας του, την ώρα που τα γύρω τμήματα διαλύονταν Συμπτύχθηκε μόνο αφού πρώτα έλαβε ειδική εντολή από τον διοικητή του, ο οποίος από νωρίς είχε υποχωρήσει. Η ατυχής για την Ελλάδα εξέλιξη των επιχειρήσεων του 1897, δημιούργησε ένα κλίμα, παρόμοιο με το σημερινό: ηττοπάθειας και δυσφορίας. Από το βήμα της Βουλής ακούγονταν απόψεις και αντιλήψεις αποθαρρυντικές για την επιβίωση της Ελλάδος. Οι πολιτικάντηδες της εποχής υποστήριζαν με «παρρησία» πως η Ελλάδα ήταν πολύ μικρή και ανίσχυρη και μόνο η εποπτεία και η καθοδήγηση κάποιας «Μεγάλης Δύναμης» θα μπορούσε να βελτιώσει την τύχη της. Το φρόνημα όμως του Βελισσαρίου έμενε ακλόνητο. Πίστευε πως οι Έλληνες όφειλαν να προετοιμάζονται προκειμένου να «μετατοπίσουν» τα σύνορα της πατρίδας ώστε να καλύψουν όλους τους αλύτρωτους Έλληνες, αλλά και την πραγματική πρωτεύουσα της χώρας, την Κωνσταντινούπολη. Για την επίτευξη των εθνικών ιδεωδών, ο Βελισσαρίου θέτει υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές του 1908, αν και όπως έλεγε: «Η αποτυχία μου είναι εξασφαλισμένη. Η υποψηφιότητα μου κατ' ουσία δεν είναι άλλο παρά εκδήλωση διαμαρτυρίας». Υπήρξε από τους πρωτεργάτες στην ίδρυση του «Στρατιωτικού Συνδέσμου», που συστάθηκε ως απόρροια της δυσαρέσκειας για τις πολιτικές εξελίξεις. Σε όσους δυσανασχετούσαν με την ανάμιξη του Στρατού στην πολιτική, δεν παρέλειπε να απαντά: «Ο Στρατός θα επανέλθει βεβαίως στο καθήκον του, όταν οι πολιτικοί αναλάβουν ειλικρινά το δικό τους». Κατά την εκδήλωση του κινήματος στου Γουδή, τον Αύγουστο του 1909, συμμετείχε ως ένας από τους πλέον αποφασισμένους επαναστάτες, χωρίς στη συνέχεια να διεκδικήσει οιοδήποτε αξίωμα ή αναγνώριση. Όσον αφορά τη στρατιωτική του κατάρτιση, δεν έπαψε να μελετά ζητήματα τακτικής και στρατηγικής. Το 1910 μάλιστα, ως γνώστης της γαλλικής γλώσσας, μετέφρασε στα ελληνικά το βιβλίο του μετέπειτα στρατάρχη Φος «Περί των αρχών του πολέμου». Στο έργο αυτό μελέτησε την τακτική της «ακράτου επιθέσεως», την οποία υιοθέτησε και εφάρμοσε με εξαιρετική επιτυχία στη συνέχεια. 2/6


Η έναρξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου τον βρίσκει διοικητή τάγματος στις προφυλακές (Τύρναβος). Γνωρίζοντας πως ακόμη και για τους πλέον ανδρείους στρατιώτες το «βάπτισμα του πυρός» είναι μία επίπονη διαδικασία, δεν παρέλειψε να τους απευθύνει τις τελευταίες παραινέσεις: «Παιδιά το τουφέκι ανοίγει σήμερα. Ο Θεός βοηθός. Πάνε δεκαπέντε χρόνια τώρα που κάναμε έναν άλλο πόλεμο και χάσαμε. Μια ντροπή κάθισε από τότε στην ψυχή μας και μια μουντζούρα στο πρόσωπο μας. Αυτή τη ντροπή πρέπει να τη βγάλουμε από πάνω μας. Και αυτό από εσάς το περιμένει η πατρίδα. Εμπρός λοιπόν, παιδιά, στο όνομα του Θεού και της πατρίδας. Θα τους κυνηγήσουμε τους Τούρκους ως την Πόλη. Ζήτω λοιπόν η Πατρίδα, ζήτω ο Βασιλέας, ζήτω ο Διάδοχος, ζήτω ο Ελληνικός Στρατός». Οι ζητωκραυγές που ακολούθησαν δόνησαν τον αέρα, προκαλώντας τον τρόμο στον εχθρό που βρισκόταν απέναντι. Από τις πρώτες ημέρες του πολέμου επέδειξε άφταστο ηρωισμό, σε βαθμό μάλιστα να επιπληχθεί από τους προϊσταμένους του, ότι έθετε σε υπερβολικούς κινδύνους το τάγμα του, καθώς επιτέθηκε, χωρίς να αναμένει την προπαρασκευή πυροβολικού. Ο ίδιος ο Αρχιστράτηγος επέπληξε τον Βελισσαρίου, τον ο​ποίο μάλιστα αποκάλεσε τρελό, λαμβάνο​‐ ντας την εξής απάντηση: «Παρατηρείτε ε​μένα Υψηλότατε διότι έσπευσα και δεν πα​ρατηρείτε εκείνους οι οποίοι εβράδυναν». Ο Ταγμα​τάρχης Βελισσαρίου βρίσκεται στις 16/2/13, επικεφαλής του 9ου Τάγματος Ευζώνων που μαζί με το 8ο (υπό τον Ιατρίδη) είχαν πάρει διαταγή υπερκέρασης του Μπιζανίου, με κίνηση προς το ύψωμα Άγιος Νικόλαος και στη συνέχεια προς το χωριό Πεδινή, το οποίο και κατέλαβε. Τα δύο ευζωνικά τάγματα συνέχισαν την προέλαση, παρόλο που υπήρχε διαταγή για ανακοπή της, αποκόπτοντας τις συγκοινωνίες των Τούρκων, με την κατάληψη της αμαξιτής οδό που ένωνε τα Ιωάν​νινα με την Πρέβεζα. Αξίζει να ση​‐ μειωθεί πως η διείσδυση γινόταν ανάμεσα σε τρία τουρκικά οχυρά. Ο Βελισσαρίου όπου διέκρινε φάλαγ​γες του εχθρού που συμπτυσσόταν, φώναζε: «Εμπρός παιδιά, να τους φτάσουμε, να τους πάρου​με φαλάγγι τους τουρκαλάδες» και αυτοί έτρεχαν πίσω του γεμάτοι ενθουσιασμό. Παρά τα πυκνά εχθρικά πυρά, τα δύο ευζωνικά τάγματα κατάφε​ραν να καταλάβουν το χωριό Άγιος Ιωάννης, έκοψαν τα τηλεφωνικά καλώδια, και αιχμαλώτισαν 37 αξιωματικούς και 935 οπλίτες του τουρκι​κού Στρατού που υποχωρούσαν και διέρ​χονταν από την περιοχή, χωρίς να γνωρί​ζουν τη διείσδυση των ευζώνων. Η προέλαση των δύο ταγμάτων συνεχίστηκε, παρά τις αντίθετες διαταγές της ιεραρχίας. Ο Βελισσαρίου από την περιοχή του Αγίου Ιωάννη βλέπει τα Ιωάννινα. Η τύχη βοηθά τους τολμηρούς. Στις 23.00 της 20ης Φεβρουαρίου οι Τούρκοι, με κομμένες τις επικοινωνίες, βλέποντας τις πολλές φωτιές, που επίτηδες είχαν ανάψει τα δύο ευζωνικά τάγματα, και νομίζοντας ότι μεγάλος όγκος του Ελληνικού στρατού έχει υπερκεράσει το Μπιζάνι στέλνουν στον Βελισσαρίου αντιπροσωπεία του Εσάτ πασά για την παράδοση των Ιωαννίνων. Περιχαρής ο ήρωας παρουσιάζεται στον Διάδοχο για να του αναγγείλει: «Ήρθα να σας φέρω τα Γιάννενα, με τα φτερά των ευζώνων μου». Την επομένη οι καμπάνες των εκκλησιών στα Ιωάννινα κτυπούσαν χαρμόσυνα και ο Ταγματάρχης Βελισσαρίου συνόδευε τον Διάδοχο στη θριαμ​βευτική είσοδο του. Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος βρίσκει τον Βελισσαρίου πάλι διοικητή του 9ου Τάγματος Ευζώνων. Στη μάχη του Λαχανά, ο Βελισσαρίου αγωνίστηκε σαν λιοντάρι. Κινούμενος έφιππος περνούσε από τις θέσεις όλων των ανδρών του για να τους εμψυχώνει. Σε κάποια στιγμή της μάχης και ενώ εκδηλωνόταν έφοδος, άρπαξε τον σαλπιγκτή από τον γιακά, τον 3/6


σήκωσε όρθιο, όπως και ο ίδιος, και τον διέταξε να σαλπίζει συνεχώς «Προχωρείτε»! Ο ίδιος, όπως έκανε πάντα στις δύσκολες στιγμές, έμενε εκτεθειμένος στα εχθρικά πυρά και φώναζε στους ευζώνους του για να τους δώσει θάρρος: «Βλέπετε μωρέ, οι σφαίρες δεν μας χτυπάνε, μόνο η καρδιά χτυπάει!». Με τέτοιο Διοικητή τίποτα δεν σταματά τους Ευζώνους. Στις 16.00 της 21ης Ιουνίου μπαίνουν στον Λαχανά. Με κατακόκκινες λόγχες, από το αίμα των εχθρών τους, συνεχίζουν την καταδίωξη των υποχωρούντων Βουλγάρων, χωρίς να τους δώσουν χρόνο να ανασυνταχθούν και να εγκατασταθούν αμυντικά στα παρακείμενα υψώματα. Οι «φτερωτοί» εύζωνοι είναι πια ασυγκράτητοι. Με καταδρομική επιχείρηση στις 27 Ιουνίου, μετά από μακρά και κοπιώδη ανηφορική πορεία, εκτελούν έφοδο, κάτω από καταιγιστικά πυρά και καταλαμβάνουν τα στενά της Στρώμνιτσας «Σιδηρά Πύλη», αναγκάζοντας τους Βούλγαρους να υποχωρήσουν, καταδιωκόμενοι, προς το Πετρίτσι. Στις 12 Ιουλίου 1913 αρχίζει η γιγαντομαχία της Κρέσνας. Το Τάγμα του Βελισσαρίου, υπό καταρρακτώδη βροχή και εχθρικά πυρά κάνει βίαιη διάβαση του πλημμυρισμένου ποταμού Οσένοβα. Αμέ​σως μετά οι εύζωνοι αναρριχώνται στην πλαγιά του υψώματος όπου ήταν ταγμένος ο εχθρός, έχοντας στο πλευρό τους άξιους συμπολεμιστές το Τάγμα Κρητών, με Διοικητή τον Ταγματάρχη Κολοκοτρώνη. Οι βουλγαρικές δυνάμεις, στις 17.00, αφού ενισχύθηκαν με τρία ακόμη τάγματα, εκδηλώνουν αντεπίθεση. Τα τάγματα των Ευζώνων και Κρητών είναι κατάκοπα και ενισχύθηκαν μόνο με δύο λόχους του 8ου Τάγματος Ευζώνων. Παρ’ όλα αυτά περνούν στην επίθεση. Την στιγμή που ο εχθρός υποχωρεί άτακτα σκοτώνεται ο Κολοκοτρώνης, και το τάγ​μα του αποσυντίθεται. Όλη τη νύκτα, παρά τη δυνατή βροχή στρατιώτες και αξιωματικοί σκάβουν ορύγ​ματα, μεταφέρουν πέτρες, προπαρασκευάζουν με κάθε τρόπο την άμυνα για την επόμενη ημέρα. Φθάνουν και ενισχύσεις το ΙΙΙ/17 Τάγμα και το υπόλοιπο του 8ου Τάγματος Ευζώνων. Ενισχύονται όμως και οι Βούλγαροι. Στις 04.00 της 13ης Ιουλίου οι Βούλγαροι επεχείρησαν εκ νέου επίθεση, πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Από το μεσημέρι άρχισαν αλλεπάλληλες επιθέ​‐ σεις στα ελληνικά Τάγματα, τα οποία αμύνονται απελπισμένα απέναντι στον περί​που διπλάσιο και υποστηριζόμενο από πυ​ρά πυροβολικού, εχθρό. Οι απώλειες είναι τεράστιες. Τα ορύγματα γεμίζουν με πτώματα στρατιω​τών και αξιωματικών. Ο Βελισσαρίου διατρέχει ακούραστα τις ελληνικές θέ​σεις, εμψυχώνοντας τους ηρωικούς συναγωνι​στές του. Οι επιθέσεις και αντεπιθέσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Η ορμή των ευζώνων αρχίζει να πτοεί τους Βουλγάρους, αλλά διαπιστώνεται πρόσκαιρη έλλειψη πυ​ρομαχικών. Ακούγονται κραυγές: «Δεν έχουμε φυσίγ​για». Μέσα στη βουή της μάχης, η απάντηση του Βελισσαρίου είναι μοναδική: «Και τι; Χαθήκανε μωρέ οι πέτρες; Κοτρόνες δεν υπάρχουν εδώ; Με τις πέτρες!». Δίνει ο ίδιος το παρά​δειγμα αρπάζει την πρώτη πέτρα και την πετά προς τους Βουλγάρους. Οι εύζωνοι δεν αργούν να τον μιμηθούν. Ο «λιθοβο​λισμός» διαρκεί αρκετά, προκαλώντας τον τρόμο στους Βουλγάρους. Επιτέλους φθάνει και η αναχορηγία των πυρομαχικών. Οι βουλγαρικές δυ​νάμεις ανασυντάσσονται και αντεπιτίθενται. Ο Βελισσαρίου, μαινό​μενος, σηκώνεται όρθιος και κραδαίνο​ντας το περίστροφο του φωνάζει: «Όποιος θέλει τη νίκη ή αλλιώς τον θάνα​το ας με ακολουθήσει!». Τρέχει πρώτος προς τον εχθρό. Πίσω του, συνε​παρμένοι από τον άφθαστο ηρωισμό του Διοικητή τους, ορμούν οι εύζωνοι. Το θεριστικό πυρ των εχθρικών πολυβόλων προκαλεί μεγάλες απώλειες στο Τάγμα, το οποίο όμως συνεχίζει να πολεμά λυσσασμένα. Κάποια στιγμή ο Ταγματάρχης Βε​λισσαρίου πέφτει τραυματισμένος. Οι εύ​ζωνοι, σπεύδουν, παρά τα πυκνά εχθρικά πυρά, να τραβή​ξουν τον «πατέρα» τους, όπως τον αποκα​λούσαν, στα ορύγματα. Η μάχη 4/6


συνεχίζεται. Ο Ταγματάρχης μένει εκεί, στο όρυγμα μαζί με τους άν​δρες του, τους παρακινεί συνεχώς, ενώ μεταφέρεται στο ορεινό χειρουργείο: «Παιδιά τη δου​λειά σας. Θα μου δέσουν την πληγή και θα γυρίσω σε δυό ώρες». Το τραύμα του ήρωα όμως είναι βαρύ​‐ τατο. Ο ίδιος ζητά να τον αφήσουν να ξαπλώσει κάτω, όπως άλλωστε είχε συνηθίσει να κοιμάται επί τό​σα χρόνια,. Οι γιατροί δεν θέλουν να τον αφήσουν πάνω στο υγρό χώμα. Εκείνος επιμένει. Τελικά αφήνει την τελευταία του πνοή, έχοντας ως στρώμα του τη γη που απελευθέρωνε και ως προσκέφαλο τους βράχους. Η ηρωική μορφή του Ταγματάρχη δεν επέστρεψε ποτέ στη μάχη. Σίγουρα όμως η ψυχή του στεκόταν πάντα δίπλα στους ευ​ζώνους, που αγάπησε σαν παιδιά του, παροτρύνοντας τους να ελευθερώσουν όλη την Μακεδονία μας. Αυτήν την Μακεδονία μας, που σήμερα κάποιοι προδότες ξεπουλούν για να μένουν (ελπίζω για λίγο ακόμα) γαντζωμένοι στις καρέκλες της εξουσίας Ο Βελισσαρίου τάφηκε την επομένη σε κάποιο σημείο έξω από το χωριό Γκράντεβο, κοντά στην Άνω Τζουμαγιά (την πρωτεύουσα της σκλαβωμένης Μακεδονίας του Πιρίν). Στην κηδεία του παραβρέθηκαν και οι εύ​ζωνοι του. Όταν το φέρετρο κατέβαινε στη γη, οι λυγμοί των συμπολεμιστών του έ​σπασαν την παγερή σιωπή που επικρατού​σε. Σίγουρα αυτοί οι Εύζωνες ούτε που θα φαντάζονταν ότι το σύγχρονο «Ελληνικό» Κράτος των εθνομηδενιστών ακόμα «παρακαλάει» τους Βούλγαρους για να βρει τον τάφο και τα λείψανα του ήρωα. «Αγνοούνται» και αυτά μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες λείψανα Ελλήνων ηρώων που βρίσκονται στην αγκαλιά της γης των σκλαβωμένων πατρίδων: στην Βόρειο Ήπειρο, στην Μικρά Ασία, στην Β. Κύπρο και αλλού. Αυτοί που αγωνίστηκαν για την ελευθερία της Ελλάδος, δεν τιμούνται από το ψευτορωμαίικο. Οι κατ’ επίφαση «δημοκράτες» τιμούν με τριήμερους! εορτασμούς τους «νεκρούς» του πολυτεχνείου. Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος πληροφο​ρήθηκε τον θάνατο του Βελισσαρίου και λέγεται πως είπε: «Ήταν επόμενο. Τέτοιοι ήρωες δεν ζουν πολύ». Στο συλλυπητήριο τηλεγράφημα που έστειλε στη σύζυγο του έγραφε: «Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων». Μόνο ένα τέτοιο λακωνικό μήνυμα άρμοζε στον θάνατο ενός θρύλου. Το ακόλουθο αριστουργηματικό ποίημα (του Φωκίωνα Πανά) που αφιερώθηκε στον Βελισσαρίου καταφέρνει να τρέξει όλη την ένδοξη ιστορία μας σε πέντε δίστιχα: Εις τον Ήρωα των Ηρώων Τόξα και βέλη ετρέμανε στο θεϊκό σου χέρι Όταν την Τροία έσειες των Αχαιών ξεφτέρι Του ήλιου το φως εκρύβανε τα μύρια σας κοντάρια Όταν τον Πέρση εσκίζατε των Πλαταιών λιοντάρια Τουφέκια εβρονταστράφτανε το Χάρο αδελφωμένα Της Λευτεριάς σαν έχυνες το φως Εικοσιένα Μα με λιθάρια, με βουνά, με πέτρες με κοτρόνια. Δύο μόνο επολέμησαν, δύο ξακουσμένοι αιώνια. Σεις ω Τιτάνες τον παληόν παλεύοντες θεόν μας Και συ ω Βελισσάριε, Τιτάν των ημερών μας. 5/6


Ο ήρωας Βελισσαρίου τελείωνε κάθε ομιλία του προς τους αγαπημένους του ευζώνους λέγοντας: «Δια της λόγχης στην Σόφια». Ακούστε, την αιώνια ψυχή του. Μας φωνάζει από εκεί ψηλά: «Δια της Χρυσής Αυγής στο Αργυρόκαστρο, στο Μοναστήρι, στην Άνω Τζουμαγιά, στην Τραπεζούντα, στην Κερύνεια, στην Σμύρνη, στην Πόλη, στην Αγιασοφιά και ακόμα παραπέρα στην Κόκκινη Μηλιά». Ρίκα Θωμάκου

6/6

Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου Ο Ήρωας των Ηρώων  
Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου Ο Ήρωας των Ηρώων  
Advertisement