Page 1


Ψηφιακή έκδοση Φεβρουάριος 2014 Τίτλος πρωτοτύπου Camilla Läckberg, Sjöjungfrun, Forum 2008 © 2008, Camilla Läckberg Published by arrangement with Nordin Agency, Sweden. © 2013, Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-960-566-605-7 Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου.


Camilla Lackberg Η γοργόνα

Μετάφραση από τα σουηδικά Γρηγόρης Κονδύλης


Στον Μάρτιν «I wanna stand with you on a mountain».


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

7

Το ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα έβγαινε πάλι στο φως. Κάτι τέτοιο δεν μπορούσες να το κρύψεις. Κάθε λέξη τον είχε φέρει πιο κοντά στο ακατονόμαστο, στο τρομακτικό. Σε αυτό που είχε προσπαθήσει τόσο πολλά χρόνια να κρατήσει απωθημένο. Τώρα δεν μπορούσε να τρέχει άλλο σαν φυγάς. Ένιωσε το πρωινό αεράκι να γεμίζει τα πνευμόνια του καθώς περπατούσε όσο γρηγορότερα μπορούσε. Η καρδιά βροντοχτυπούσε στο στήθος του. Δεν ήθελε να πάει εκεί, αλλά έπρεπε να πάει. Έτσι, είχε αφήσει την τύχη να αποφασίσει. Αν ήταν κάποιος εκεί, θα τα έλεγε όλα. Αν όχι, θα συνέχιζε για τη δουλειά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Όταν όμως χτύπησε, η πόρτα άνοιξε. Μπήκε μέσα και προσπάθησε να διακρίνει κάτι στο αμυδρό φως, μισοκλείνοντας τα μάτια. Δεν ήταν το άτομο που περίμενε να συναντήσει αυτό που στεκόταν μπροστά του. Άλλο άτομο ήταν. Τα μακριά της μαλλιά κυμάτιζαν ρυθμικά κατά μήκος της πλάτης της όταν την ακολούθησε στο διπλανό δωμάτιο. Εκείνος άρχισε να μιλάει, να κάνει ερωτήσεις. Οι σκέψεις στροβιλίζονταν όλο και περισσότερο. Τίποτε δεν ήταν όπως φαινόταν. Ήταν λάθος, αλλά και σωστό συνάμα. Ξαφνικά εκείνος σώπασε. Κάτι τον είχε βρει στο ύψος του διαφράγματος με τέτοια δύναμη που έκανε τις λέξεις να κοπούν στα δυο. Έστρεψε το βλέμμα του προς τα κάτω. Είδε το αίμα που άρχισε να ξεχύνεται μόλις τραβήχτηκε το μαχαίρι από την πληγή. Και μετά άλλη μια μαχαιριά, άλλος, καινούργιος πόνος. Και η λεπίδα που κινούνταν μέσα στο κορμί του.


8

KAMILLA LACKBERG

Κατάλαβε ότι είχαν τελειώσει όλα. Ότι όλα θα τελείωναν εδώ, παρόλο που είχε τόσο πολλά να κάνει ακόμη, να δει, να ζήσει. Ταυτόχρονα, υπήρχε και ένα είδος δικαιοσύνης σε όλα αυτά. Δεν του άξιζε η καλή ζωή που είχε, όλη η αγάπη που είχε απολαύσει. Όχι έπειτα από αυτό που είχε κάνει. Όταν ο πόνος παρέλυσε όλες τις αισθήσεις του και το μαχαίρι έμεινε ακίνητο, ήρθε και το νερό. Η κίνηση, ίδιο λίκνισμα βάρκας. Κι όταν η ψυχρή θάλασσα τον αγκάλιασε, εκείνος δεν ένιωθε τίποτα πια. Το τελευταίο που θυμόταν ήταν τα μαλλιά της. Μακριά, σκούρα.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

9

«Τρεις ολόκληροι μήνες περάσανε. Γιατί δεν τον βρίσκετε;» Ο Πάτρικ Χέντστρεμ περιεργάστηκε τη γυναίκα μπροστά του. Φαινόταν πιο αφρόντιστη και πιο κουρασμένη κάθε φορά που την έβλεπε. Ερχόταν στο αστυνομικό τμήμα του Τανουμσχέντε κάθε βδομάδα. Κάθε Τετάρτη. Κι αυτό το έκανε από τότε που είχε εξαφανιστεί ο άντρας της, στις αρχές του Νοέμβρη. «Κάνουμε ό,τι μπορούμε, Σία. Το ξέρεις αυτό». Εκείνη έγνεψε χωρίς να πει κουβέντα. Τα χέρια της, που τα είχε ακουμπισμένα στα γόνατα, έτρεμαν ελαφρά. Έπειτα σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Δεν ήταν πρώτη φορά που ο Πάτρικ έβλεπε αυτή την εικόνα. «Δεν πρόκειται να γυρίσει πίσω, έτσι δεν είναι;» Τώρα δεν έτρεμαν μόνο τα χέρια της αλλά και η φωνή, και ο Πάτρικ αναγκάστηκε να καταπνίξει την παρόρμηση να σηκωθεί, να κάνει τον γύρο του γραφείου και να πάρει στην αγκαλιά του την εύθραυστη γυναίκα. Ήταν υποχρεωμένος να συμπεριφέρεται επαγγελματικά, έστω κι αν οι κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς δεν συμφωνούσαν με την επιθυμία του να την προστατεύσει. Συλλογίστηκε πώς έπρεπε να της απαντήσει. Στο τέλος πήρε μια βαθιά ανάσα: «Όχι, δεν το νομίζω». Εκείνη δεν έκανε άλλες ερωτήσεις. Αλλά ο Πάτρικ είδε πως αυτό που είχε πει απλώς επιβεβαίωνε αυτό που η Σία Σέλνερ ήδη γνώριζε. Ο σύζυγός της δεν θα επέστρεφε ποτέ στο σπίτι. Στις τρεις Νοεμβρίου ο Μάγκνους είχε σηκωθεί στις εξίμισι, έκανε ντους, ντύθηκε, χαιρέτησε τα δύο του παιδιά και τη γυναίκα του. Λίγο μετά τις οχτώ τον είχαν δει να φεύγει από το σπίτι για να πάει στη δουλειά του στα


10

KAMILLA LACKBERG

Παράθυρα Τάνουμ. Έπειτα κανείς δεν ήξερε πού πήγε. Δεν συνάντησε ποτέ τον συνάδελφο με το αμάξι του οποίου πήγαιναν και οι δύο στη δουλειά. Κάπου ανάμεσα στο σπίτι του, στην περιοχή κοντά στο αθλητικό κέντρο και στο σπίτι του συναδέλφου, στο μίνι γκολφ της Φιελμπάκα, εξαφανίστηκε. Κάθισαν και εξέτασαν όλη τη ζωή του. Είχαν στείλει ένα δελτίο αναζήτησης σε όλα τα τμήματα των γύρω περιοχών, μίλησαν με πάνω από πενήντα άτομα, τόσο από τον χώρο εργασίας όσο και από την οικογένεια, τους φίλους και τους γνωστούς του. Έψαξαν για χρέη από τα οποία πιθανώς να θέλησε να ξεφύγει, οτιδήποτε θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί ένας συνετός σαραντάρης, ο οποίος είχε σύζυγο και δύο παιδιά στην εφηβεία, εξαφανίστηκε μια μέρα στα καλά καθούμενα. Δεν βρήκαν τίποτα όμως. Δεν υπήρχαν στοιχεία που να δείχνουν ότι είχε φύγει στο εξωτερικό, ούτε είχε γίνει καμία ανάληψη από τον κοινό τους λογαριασμό, του ίδιου και της γυναίκας του, στην τράπεζα. Ο Μάγκνους Σέλνερ είχε γίνει απλώς ένα φάντασμα. Όταν ο Πάτρικ συνόδευσε τη Σία έξω και επέστρεψε, πέρασε και χτύπησε διακριτικά την πόρτα της Πάουλα Μοράλες. «Πέρασε» ακούστηκε μεμιάς και εκείνος μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω του. «Η γυναίκα του ήταν πάλι;» «Ναι» είπε ο Πάτρικ με έναν αναστεναγμό και κάθισε στην καρέκλα μπροστά από το γραφείο της Πάουλα. Έβαλε τα πόδια του πάνω στο τραπέζι, αλλά έπειτα από ένα άγριο βλέμμα που του έριξε η συνάδελφος, τα κατέβασε πάραυτα. «Πιστεύεις ότι είναι νεκρός;» «Ναι, δυστυχώς» είπε ο Πάτρικ. Εξέφραζε για πρώτη φορά φωναχτά τον φόβο που είχε από τις πρώτες μέρες της εξαφάνισης του Μάγκνους. «Τα ελέγξαμε όλα και ο άνθρωπος αυτός δεν είχε κανέναν από τους συνήθεις λόγους να εξαφανιστεί. Φαίνεται απλώς ότι έφυγε από το σπίτι και μετά… έγινε καπνός!» «Πτώμα όμως δεν υπάρχει». «Όχι, πτώμα δεν υπάρχει» είπε ο Πάτρικ. «Και πού να πας να ψάξεις; Δεν μπορούμε να οργώσουμε όλο τον βυθό της θάλασσας ούτε να οργανώσουμε αλυσίδες αναζήτησης στα δάση έξω από τη Φιελ-


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

11

μπάκα. Απομένει να σταυρώσουμε τα χέρια και να ελπίζουμε ότι κάποιος θα τον βρει. Ζωντανό ή όχι. Γιατί τώρα δεν ξέρω πώς πρέπει να συνεχίσουμε. Και δεν ξέρω τι να πω όταν εμφανίζεται η Σία εδώ κάθε βδομάδα και περιμένει να έχουμε κάνει κάποια πρόοδο». «Είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται την κατάσταση. Για να νιώθει και η ίδια ότι κάνει κάτι αντί να κάθεται στο σπίτι και να περιμένει. Ξέρω ότι κι εμένα θα έσπαγαν τα νεύρα μου». Η Πάουλα έριξε μια ματιά στη φωτογραφία που είχε δίπλα στον υπολογιστή. «Ναι, ξέρω» είπε ο Πάτρικ. «Αλλά ακόμα κι αυτό δεν βοηθάει την κατάσταση». «Όχι, δεν βοηθάει». Έπεσε σιωπή για λίγο μέσα στο μικρό υπηρεσιακό δωμάτιο. Ο Πάτρικ σηκώθηκε. «Δεν έχουμε παρά να ελπίζουμε ότι θα εμφανιστεί κάποια στιγμή. Με οποιονδήποτε τρόπο». «Ναι, έχεις δίκιο» είπε η Πάουλα. Αν και ο τόνος της φωνής της πρόδιδε την ίδια απογοήτευση που υπήρχε και στη φωνή του Πάτρικ.


12

KAMILLA LACKBERG

«Xοντρομπαλού!» «Κοίτα ποια μιλάει!» Η Άννα κοίταξε την αδελφή της και έγνεψε με νόημα προς την κοιλιά της. Η Ερίκα Φαλκ έστριψε ώστε να βλέπει τη μια πλευρά της στον καθρέφτη, ακριβώς όπως η Άννα, και αναγκάστηκε να συμφωνήσει. Μα τον Θεό, ήταν τεράστια. Έμοιαζε σαν μια γιγάντια κοιλιά, με λίγο Ερίκα πάνω της, έτσι για τα μάτια. Και έτσι ένιωθε. Όταν ήταν έγκυος στη Μάγια το σώμα της ήταν ένα θαύμα λυγεράδας, συγκριτικά. Αλλά τούτη τη φορά είχε δύο μωρά στην κοιλιά της. «Ξέρεις, δεν σε ζηλεύω καθόλου» είπε η Άννα με την ωμή ειλικρίνεια της μικρότερης αδελφής. «Α, σ’ ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό» είπε η Ερίκα και την έσπρωξε λίγο με την κοιλιά. Η Άννα τής το ανταπέδωσε και λίγο έλειψε να χάσουν και οι δύο την ισορροπία τους. Κούνησαν τα χέρια τους στον αέρα για να ξαναβρούν το κέντρο βάρους, αλλά άρχισαν να γελούν τόσο πολύ που αναγκάστηκαν να καθίσουν στο πάτωμα. «Αυτό πρέπει να είναι φάρσα!» είπε η Ερίκα και σκούπισε μερικά δάκρυα από την άκρη των ματιών της. «Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να έχει τέτοια εμφάνιση. Είμαι σαν διασταύρωση Μπαρμπαπαπά και εκείνου του τύπου στο σκετς των Μόντι Πάιθον που σκάει μόλις τρώει μια σοκολάτα μέντας». «Θα σου είμαι αιώνια ευγνώμων για τα δίδυμά σου, γιατί τώρα νιώθω σαν συλφίδα δίπλα σου». «Παρακαλώ» αποκρίθηκε η Ερίκα και έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί. Δεν τα κατάφερε. «Περίμενε, θα σε βοηθήσω εγώ» είπε η Άννα, αλλά έχασε κι αυτή


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

13

τη μάχη με τον νόμο της βαρύτητας και έπεσε στα μαλακά ξανά. Κοιτάχτηκαν και οι δύο και, σαν να το είχαν συμφωνήσει, φώναξαν ταυτόχρονα: «Νταν!» «Ναι, τι είναι;» ακούστηκε από τον κάτω όροφο. «Δεν μπορούμε να σηκωθούμε!» φώναξε η Άννα. «Τι είπες;» αντιγύρισε ο Νταν. Τον άκουσαν να ανεβαίνει τη σκάλα και να έρχεται προς την κρεβατοκάμαρα όπου βρίσκονταν και οι δυο τους. «Μα τι κάνετε;» ρώτησε εκείνος γελώντας σαν είδε τη συμβία του και την κουνιάδα του στο πάτωμα μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη του τοίχου. «Δεν μπορούμε να σηκωθούμε» είπε η Ερίκα με όση σοβαρότητα μπόρεσε να επιστρατεύσει και του άπλωσε το χέρι. «Περίμενε να πάω να φέρω το κλαρκ» είπε ο Νταν και προσποιήθηκε ότι έκανε μεταβολή για να πάει πάλι κάτω. «Για πρόσεξε καλά» είπε η Ερίκα, ενώ η Άννα γελούσε τόσο πολύ που αναγκάστηκε να ξαπλώσει ανάσκελα. «Εντάξει, ίσως να τα καταφέρουμε κι έτσι». Ο Νταν έπιασε το χέρι της Ερίκα για να την τραβήξει. «Έει ωπ!» «Κόψε τα ηχητικά εφέ, σε παρακαλώ». Η Ερίκα σηκώθηκε με κόπο. «Διάβολε, πόσο τεράστια είσαι!» έκανε ο Νταν, και η Ερίκα τού έριξε μία στο μπράτσο. «Το έχεις πει αυτό ήδη εκατό φορές και δεν είσαι ο μόνος. Μπορείς να σταματήσεις να μιλάς συνέχεια γι’ αυτό και να επικεντρωθείς στη δική σου χοντρομπαλού;» «Πολύ ευχαρίστως». Ο Νταν τράβηξε και την Άννα να σηκωθεί και άρπαξε την ευκαιρία να της δώσει ένα γερό φιλί στο στόμα. «Να πιάσετε κάνα δωμάτιο, άμα θέλετε να κάνετε τέτοια» είπε η Ερίκα και παραμέρισε με μια σπρωξιά τον Νταν. «Μα δικό μας είναι αυτό το δωμάτιο» είπε ο Νταν και φίλησε ξανά την Άννα. «Ωραία, τότε ας επικεντρωθούμε στον λόγο για τον οποίο βρίσκομαι εδώ» είπε η Ερίκα και πήγε στην γκαρνταρόμπα της αδελφής της. «Δεν ξέρω γιατί νομίζεις ότι μπορώ να σε βοηθήσω» είπε η Άννα και ακολούθησε αδέξια την Ερίκα. «Δεν νομίζω ότι έχω κάτι που να


14

KAMILLA LACKBERG

σε χωράει». «Δεν έχεις, αλλά εγώ τι θα κάνω;» Η Ερίκα άρχισε να ψάχνει τα ρούχα στις κρεμάστρες. «Το πάρτι για την παρουσίαση του βιβλίου του Κρίστιαν είναι απόψε και η μόνη επιλογή ενδυμασίας για μένα είναι η ινδιάνικη σκηνή της Μάγια». «Εντάξει, εντάξει, κάτι θα βρούμε τότε. Το παντελόνι που φοράς φαίνεται μια χαρά και νομίζω πως έχω μια μπλούζα που ίσως να σε χωράει. Εμένα μου ήταν μεγάλη, εν πάση περιπτώσει». Η Άννα έβγαλε μια μοβ τουνίκ με κεντήματα από την γκαρνταρόμπα. Η Ερίκα έβγαλε το φανελάκι της και με τη βοήθεια της Άννας πέρασε την τουνίκ πάνω από το κεφάλι της. Το να την τραβήξει όμως πάνω από την κοιλιά ήταν σαν να έφτιαχνε λουκάνικο, από εκείνα τα μεγάλα, αλλά τα κατάφερε. Στράφηκε προς τον καθρέφτη και κοίταξε επικριτικά το είδωλό της. «Υπέροχη είσαι» είπε η Άννα, και η Ερίκα τής απάντησε με ένα γρύλισμα. Με τον όγκο που είχε αποκτήσει το σώμα της, εκείνο το «υπέροχη» της φαινόταν εντελώς ουτοπικό, αλλά τουλάχιστον έδειχνε αρκετά αξιοπρεπής και σχεδόν ντυμένη. «Εντάξει είναι» είπε και έκανε μια προσπάθεια να βγάλει την μπλούζα μόνη της πριν τα παρατήσει και αφήσει την Άννα να τη βοηθήσει. «Πού γίνεται αλήθεια το πάρτι;» ρώτησε η Άννα καθώς ίσιωνε την τουνίκ και την κρεμούσε ξανά στην κρεμάστρα. «Στο Grand Hotel». «Ευγενικό εκ μέρους του εκδοτικού οίκου να οργανώσει πάρτι παρουσίασης για έναν που κάνει ντεμπούτο» είπε η Άννα και πήγε προς τη σκάλα. «Είναι πέρα για πέρα ενθουσιασμένοι. Και οι προπαραγγελίες είναι πολύ καλές για πρώτο βιβλίο, οπότε το κάνουν πολύ ευχαρίστως. Και θα υπάρξουν θετικές κριτικές από τον Τύπο, καταπώς άκουσα από τον εκδότη μας». «Ποια είναι η δική σου άποψη για το βιβλίο; Υποθέτω ότι σου άρεσε, αλλιώς δεν θα το είχες προτείνει στον εκδότη. Αλλά πόσο καλό είναι τελικά;» «Είναι…» Η Ερίκα το σκέφτηκε λίγο καθώς κατέβαινε προσεκτικά τα σκαλιά ακριβώς πίσω από τη μικρότερη αδελφή της. «Είναι


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

15

μαγικό. Σκοτεινό και όμορφο, ανησυχητικό και δυνατό και… ναι, μαγικό είναι ο καλύτερος τρόπος να το περιγράψω». «Ο Κρίστιαν πρέπει να είναι τρελός από τη χαρά του». «Ναι… είναι». Η Ερίκα μίλησε κάπως διστακτικά καθώς κατευθυνόταν με βήμα οικείο στην κουζίνα και άρχισε να γεμίζει την καφετιέρα. «Ναι, μάλλον είναι. Και ταυτόχρονα…» Σταμάτησε για να μη χάσει το μέτρημα των κουταλιών καφέ που έβαζε στο φίλτρο. «Χάρηκε πάρα πολύ όταν έγινε δεκτό το βιβλίο του, αλλά φαίνεται πως η δουλειά με το βιβλίο αυτό σκάλισε αναμνήσεις. Δύσκολο να πω, δεν τον γνωρίζω τόσο καλά εδώ που τα λέμε. Και ειλικρινά δεν ξέρω γιατί ρώτησε εμένα, αλλά εγώ φυσικά τον βοήθησα όταν μου το ζήτησε. Έχω αναμφίβολα κάποια εμπειρία στο διάβασμα και την επιμέλεια χειρογράφων, παρόλο που εγώ δεν γράφω μυθιστορήματα. Και στην αρχή πήγαν όλα πολύ καλά, ο Κρίστιαν ήταν θετικός και ανοιχτός σε κάθε πρόταση. Αλλά στο τέλος με απέφευγε μερικές φορές όταν ήθελα να συζητήσουμε κάποια πράγματα. Δεν μπορώ να το καταλάβω. Αλλά είναι λίγο εκκεντρικός τύπος, ίσως να είναι αυτό μόνο». «Τότε βρήκε το σωστό επάγγελμα» είπε με απόλυτη σοβαρότητα η Άννα, και η Ερίκα στράφηκε προς το μέρος της. «Δηλαδή εγώ τώρα δεν είμαι μόνο χοντρή, είμαι και εκκεντρική από πάνω;» «Μην ξεχνάς το αφηρημένη». Η Άννα έγνεψε προς την καφετιέρα που η Ερίκα είχε μόλις βάλει σε λειτουργία. «Ξέρεις, γίνεται καλύτερος ο καφές αν βάλεις και νερό στη μηχανή». Η καφετιέρα έβγαλε έναν ήχο σαν να συμφωνούσε, και η Ερίκα, αφού κοίταξε άγρια την αδελφή της, πήγε και την έκλεισε. Έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού μηχανικά. Έβαλε τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα στο πλυντήριο πιάτων αφού τα είχε πρώτα ξεπλύνει, μάζεψε τα αποφάγια από τον νεροχύτη με το χέρι και μετά τον καθάρισε με βούρτσα και λίγο απορρυπαντικό πιάτων. Κατόπιν μούσκεψε το πανάκι καθαρισμού, το έστυψε και πέρασε με αυτό το τραπέζι της κουζίνας για να το καθαρίσει από ψίχουλα και λίπη. «Μαμά, μπορώ να πάω στο σπίτι της Σάντρα;» Η Έλιν μπήκε στην


16

KAMILLA LACKBERG

κουζίνα και η προκλητική έκφραση στο εφηβικό πρόσωπο της δεκαπεντάχρονης έδειχνε ότι ήταν ήδη πεπεισμένη πως η απάντηση θα ήταν αρνητική. «Ξέρεις ότι δεν γίνεται. Περιμένουμε τη γιαγιά και τον παππού απόψε». «Έρχονται τόσο συχνά τώρα τελευταία. Γιατί πρέπει να μένω κι εγώ μέσα συνέχεια;» Η φωνή της ήταν πιο δυνατή τώρα και πήρε εκείνο τον γκρινιάρικο τόνο που η Σία δεν μπορούσε καθόλου ν’ ακούει. «Μα εσένα και τον Λούντβιγκ θέλουν να δουν. Καταλαβαίνεις ότι θα στενοχωρηθούν αν λείπετε». «Ναι, αλλά είναι βαρετό! Και η γιαγιά βάζει πάντα τα κλάματα, και ο παππούς όλο της λέει να σταματήσει. Εγώ θέλω να πάω στη Σάντρα. Θα είναι όλοι οι άλλοι εκεί». «Μήπως υπερβάλλεις τώρα;» είπε η Σία ενώ ξέπλενε το πανί καθαρισμού και το κρεμούσε στη βρύση. «Δεν νομίζω ότι θα είναι “όλοι” εκεί. Μπορείς να πας ένα άλλο βράδυ, όταν δεν θα έρθουν η γιαγιά και ο παππούς». «Ο μπαμπάς δεν θα με υποχρέωνε να μείνω». Η Σία ένιωσε σαν να χάθηκε ο αέρας από τα πνευμόνια της. Δεν το άντεχε άλλο αυτό. Δεν άντεχε τον θυμό και τα πεισμώματα αυτό τον καιρό. Ο Μάγκνους θα ήξερε πώς να το χειριστεί. Θα ήξερε πώς να χειριστεί την κατάσταση με την Έλιν. Η ίδια δεν τα κατάφερνε. Όχι μόνη. «Ο μπαμπάς δεν είναι εδώ τώρα». «Και πού είναι τότε;» ούρλιαξε η Έλιν και την έπιασαν τα κλάματα. «Μας παράτησε; Μάλλον θα κουράστηκε μ’ εσένα και την γκρίνια σου. Παλιο… παλιόγρια!» Τα πάντα σταμάτησαν στο κεφάλι της Σία. Ήταν σαν να εξαφανίστηκαν μεμιάς όλοι οι ήχοι και όλα γύρω της μετατράπηκαν σε μια γκρίζα ομίχλη. «Είναι νεκρός». Η φωνή της ακούστηκε σαν να ερχόταν από αλλού, σαν να ήταν κάποιος ξένος που μιλούσε. Η Έλιν την είχε καρφώσει με το βλέμμα. «Είναι νεκρός» επανέλαβε η Σία. Ένιωθε παράξενα ήρεμη, σαν


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

17

να αιωρούνταν πάνω από τον εαυτό της και την κόρη της και απλώς παρατηρούσε ήσυχα τη σκηνή. «Λες ψέματα» είπε η Έλιν με το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει σαν να είχε τρέξει πολλά χιλιόμετρα. «Δεν λέω ψέματα. Αυτό πιστεύει η αστυνομία. Κι εγώ ξέρω ότι έτσι είναι». Σαν άκουσε τον εαυτό της να λέει αυτά τα λόγια, κατάλαβε πόσο αληθινά ήταν. Είχε αρνηθεί να το συνειδητοποιήσει, είχε γαντζωθεί απελπισμένα στην ελπίδα. Αλλά η αλήθεια ήταν πως ο Μάγκνους ήταν νεκρός. «Πώς γίνεται να το ξέρεις αυτό; Και πώς γίνεται να το ξέρει η αστυνομία;» «Διότι ο πατέρας σου δεν θα μας παρατούσε στα καλά καθούμενα». Η Έλιν κούνησε βίαια το κεφάλι της σαν να ήθελε να εμποδίσει τη σκέψη να ριζώσει εκεί μέσα. Αλλά η Σία είδε ότι και η κόρη της ήξερε. Ο Μάγκνους δεν θα έφευγε ποτέ έτσι. Έκανε μερικά βήματα στην κουζίνα και αγκάλιασε την κόρη της. Η Έλιν τινάχτηκε, αλλά μετά χαλάρωσε και την άφησε να την αγκαλιάσει, άφησε τον εαυτό της να γίνει πάλι μικρό παιδί. Η Σία τής χάιδεψε τα μαλλιά, ενώ το κλάμα γινόταν εντονότερο. «Σσς» είπε για να την ησυχάσει, και ένιωσε τη δική της αντοχή να αυξάνεται κατά κάποιον τρόπο όσο μειώνονταν οι αντιστάσεις της κόρης της. «Άντε, πήγαινε στη Σάντρα απόψε. Θα σε δικαιολογήσω εγώ στη γιαγιά και στον παππού». Συνειδητοποίησε ότι εκείνη θα έπαιρνε πια όλες τις αποφάσεις. Ο Κρίστιαν Τιντέλ κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Μερικές φορές δεν ήξερε πραγματικά πώς έπρεπε να ανταποκριθεί στην εξωτερική του εμφάνιση. Ήταν σαράντα χρονών. Κατά κάποιον τρόπο τα χρόνια είχαν περάσει και τώρα κοιτούσε έναν άντρα που δεν ήταν απλώς ώριμος, αλλά είχε αρχίσει να αποκτά και γκρίζους κροτάφους. «Τι κομψός που είσαι!» Ο Κρίστιαν τινάχτηκε μόλις εμφανίστηκε η Σάνα πίσω του και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του. «Με κατατρόμαξες. Μην ξανάρθεις κρυφά πίσω μου». Τραβήχτηκε από το αγκάλιασμά της και πρόλαβε να δει την απογοητευμένη


18

KAMILLA LACKBERG

έκφρασή της στον καθρέφτη πριν στραφεί προς το μέρος της. «Συγγνώμη» είπε εκείνη και κάθισε στο κρεβάτι. «Κι εσύ είσαι όμορφη» είπε εκείνος και ένιωσε ακόμα περισσότερες τύψεις όταν είδε πως το μικρό κομπλιμέντο έκανε τα μάτια της να λάμψουν. Την ίδια στιγμή ένιωσε εκνευρισμό. Εκνευριζόταν πάντα όταν εκείνη συμπεριφερόταν σαν κουταβάκι που κουνούσε την ουρά με την παραμικρή προσοχή που του έδινε ο ιδιοκτήτης του. Η σύζυγός του ήταν δέκα χρόνια νεότερή του, και μερικές φορές αισθανόταν ότι η διαφορά θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και είκοσι χρόνια. «Μπορείς να με βοηθήσεις με τη γραβάτα;» Πήγε κοντά της και εκείνη σηκώθηκε και του έδεσε με έμπειρα χέρια τη γραβάτα. Ο κόμπος έγινε τέλειος με την πρώτη προσπάθεια, κι εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω για να καμαρώσει το έργο της. «Θα σκίσεις απόψε». «Μμ…» έκανε εκείνος, κυρίως επειδή δεν ήξερε τι έπρεπε να πει. «Μαμά! Ο Νιλς με χτυπάει!» Ο Μέλκερ μπήκε τρέχοντας σαν να τον κυνηγούσε μια ολάκερη αγέλη αγριεμένων λύκων και με τα χέρια του λερωμένα από το φαγητό πιάστηκε από το πρώτο ασφαλές πράγμα που μπορούσε να φτάσει: το πόδι του Κρίστιαν. «Διάβολε!» Ο Κρίστιαν τίναξε απότομα από το πόδι του τον πεντάχρονο γιο του. Αλλά ήταν ήδη αργά. Και τα δύο μπατζάκια είχαν φανερά ίχνη από κέτσαπ στο ύψος του γονάτου. Ο Κρίστιαν προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Τον τελευταίο καιρό δυσκολευόταν πολύ με αυτό. «Δεν έχεις κανέναν έλεγχο στα παιδιά!» της είπε με σφιγμένα δόντια και άρχισε να ξεκουμπώνει επιδεικτικά το παντελόνι για να το αλλάξει. «Σίγουρα μπορώ να το καθαρίσω» είπε η Σάνα καθώς άρχισε να κυνηγάει τον Μέλκερ που τώρα κατευθυνόταν προς το κρεβάτι με τα λερωμένα δάχτυλά του. «Και πώς θα γίνει αυτό όταν πρέπει να βρίσκομαι εκεί σε μία ώρα; Όχι, θα το αλλάξω». «Μα…» έκανε η Σάνα, με έναν λυγμό στη φωνή. «Εσύ κοίτα να δεις τι θα κάνεις με τα παιδιά».


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

19

Η Σάνα ανοιγόκλεινε τα μάτια σε κάθε συλλαβή, σαν να τη χτυπούσε με τα λόγια του. Άρπαξε σιωπηλή τον Μέλκερ και τον έβγαλε έξω από την κρεβατοκάμαρα. Όταν έφυγε, ο Κρίστιαν κάθισε βαριά στο κρεβάτι. Με την άκρη του ματιού του έβλεπε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Ένας άντρας με σοβαρότητα και αποφασιστικότητα. Με σακάκι, πουκάμισο, γραβάτα και σλιπ. Σκυφτός, σαν να σήκωνε όλα τα προβλήματα του κόσμου στους ώμους του. Δοκίμασε να ισιώσει τη ράχη του και πρόταξε το στήθος του. Φάνηκε αμέσως πολύ καλύτερος. Αυτό εδώ ήταν το δικό του βράδυ. Κανείς δεν μπορούσε να του το πάρει. «Κάνα νέο;» Ο Γιέστα Φλίγκαρε ύψωσε με ένα ερωτηματικό βλέμμα το θερμός με τον καφέ προς τον Πάτρικ, ο οποίος μόλις είχε μπει στο κουζινάκι του αστυνομικού τμήματος. Ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά για τον καφέ και κάθισε κι αυτός στο τραπέζι. Ο Ερνστ άκουσε ότι ετοιμαζόταν καφές με βουτήματα, μπήκε μέσα με αδέξιο, βαρύ βάδισμα και λούφαξε κάτω από το τραπέζι με την ελπίδα πως θα έπεφτε καμιά λιχουδιά την οποία θα άρπαζε αμέσως με την τραχιά του γλώσσα. «Έλα». Ο Γιέστα έσπρωξε ένα φλιτζάνι με σκέτο καφέ μπροστά στον Πάτρικ και κάθισε απέναντί του. «Φαίνεσαι λίγο χλωμός» είπε και κοίταξε προσεκτικά τον νεότερο συνάδελφό του. Ο Πάτρικ ανασήκωσε τους ώμους. «Απλώς είμαι λίγο κουρασμένος. Η Μάγια έχει αρχίσει να μην κοιμάται καλά και είναι όλο νεύρα. Και η Ερίκα είναι εντελώς τελειωμένη, για ευνόητους λόγους. Οπότε είναι βαρύ το φορτίο στο σπίτι». «Και θα γίνει βαρύτερο» είπε ο Γιέστα ξερά. Ο Πάτρικ γέλασε. «Είσαι πραγματικά η προσωποποίηση της ενθάρρυνσης, Γιέστα, αλλά αποκλείεται να γίνουν χειρότερα τα πράγματα». «Δεν έμαθες πάντως τίποτα νεότερα για τον Μάγκνους Σέλνερ, έτσι δεν είναι;» Ο Γιέστα έριξε διακριτικά ένα βούτημα κάτω από το


20

KAMILLA LACKBERG

τραπέζι και ο Ερνστ ξεσκόνισε χαρούμενα με την ουρά του τα μπατζάκια του Πάτρικ. «Όχι, τίποτα» είπε ο Πάτρικ και ήπιε μια γουλιά καφέ. «Την είδα που ήρθε πάλι αποδώ». «Ναι, πέρασα από το γραφείο της Πάουλα και το συζητήσαμε λίγο. Είναι σαν κάποιου είδους ψυχαναγκαστικό τελετουργικό. Αν και δεν είναι τόσο παράξενο. Πώς να χωνέψει κάποια ότι ο άντρας της εξαφανίστηκε;» «Ίσως θα πρέπει να ανακρίνουμε μερικούς ακόμα» είπε ο Γιέστα και έριξε άλλο ένα μπισκοτάκι κάτω από το τραπέζι. «Και ποιοι θα είναι αυτοί;» Ο Πάτρικ αντιλήφθηκε πόσο εκνευρισμένος ακούστηκε. «Μιλήσαμε με την οικογένεια, με τους φίλους του, χτυπήσαμε πόρτες σε όλη την περιοχή γύρω από το σπίτι του, βγάλαμε αφίσες, ανακοινώσεις και ζητήσαμε πληροφορίες από τον τοπικό Τύπο. Τι περισσότερο να κάνουμε;» «Δεν σε ξέρω να παραιτείσαι τόσο εύκολα». «Όχι, αλλά αν έχεις καμιά πρόταση, ευχαρίστως να την ακούσω». Ο Πάτρικ μετάνιωσε μεμιάς για τον απότομο τόνο της φωνής του, έστω κι αν ο Γιέστα δεν φάνηκε να ενοχλείται από αυτό. «Είναι τρομερό να καθόμαστε και να ελπίζουμε ότι θα τον ανακαλύψουμε κάπου νεκρό» είπε σε φιλικότερο τόνο «αλλά είμαι πεπεισμένος ότι μόνο τότε θα μάθουμε τι ακριβώς συνέβη. Πάω στοίχημα ότι δεν εξαφανίστηκε οικειοθελώς, και αν βρούμε το πτώμα τότε θα έχουμε κάτι για ξεκίνημα». «Ναι, δίκιο έχεις. Είναι πραγματικά απαίσιο να σκεφτόμαστε πως ο άντρας αυτός θα ξεβραστεί από τη θάλασσα ή θα βρεθεί νεκρός σε κάποιο δάσος. Αλλά έχω κι εγώ την ίδια αίσθηση που έχεις κι εσύ. Και πρέπει να είναι πολύ φρικτό…» «Να μη γνωρίζεις τι έχει γίνει – αυτό εννοείς;» είπε ο Πάτρικ και μετακίνησε λίγο τα πόδια του που είχαν αρχίσει να ιδρώνουν, μια που ο Ερνστ είχε θρονιάσει τον ζεστό πισινό του πάνω τους. «Ναι, σκέψου το λίγο. Να μην έχεις ιδέα πού εξαφανίστηκε το άτομο που αγαπάς. Είναι όπως με τους γονείς που τα παιδιά τους εξαφανίζονται. Υπάρχει ένας αμερικανικός ιστότοπος με εξαφανισμένα παιδιά. Ένα σωρό ιστοσελίδες με φωτογραφίες και αναζητήσεις. Είναι, διάβολε, απαίσιο, αυτό έχω να πω εγώ».


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

21

«Δεν θα επιβίωνα ποτέ από κάτι τέτοιο» είπε ο Πάτρικ. Σκέφτηκε την κορούλα του, τον ζωντανό σίφουνα. Και μόνο η σκέψη ότι μπορεί κάποιος να του την έπαιρνε ήταν απολύτως ανυπόφορη. «Τι συζητάτε εσείς; Είναι σαν να ξενυχτάτε νεκρό εδώ μέσα». Η χαρούμενη φωνή της Άνικα διέκοψε τη σιωπή που είχε επικρατήσει. Κάθισε κι αυτή μαζί τους στο τραπέζι. Το νεότερο μέλος του τμήματος, ο Μάρτιν Μολίν, ακολούθησε αμέσως μετά. Τον είχαν τραβήξει στην κουζίνα οι ομιλίες και η μυρωδιά του καφέ. Δούλευε μερική απασχόληση γιατί είχε γονική άδεια, και δεν έχανε ευκαιρία να πάει να βρει τους συναδέλφους του και να μιλήσει με ενήλικες, έτσι για αλλαγή. «Για τον Μάγκνους Σέλνερ λέγαμε» είπε ο Πάτρικ με ύφος που έδειχνε πως η κουβέντα αυτή είχε τελειώσει τώρα. Για να τονίσει περισσότερο αυτή την επιθυμία του άλλαξε θέμα. «Πώς τα πας με τη μικρούλα;» «Α, βγάλαμε καινούργιες φωτογραφίες χθες» είπε η Άνικα και εμφάνισε μερικές φωτογραφίες που είχε στην τσέπη της ζακέτας της. «Κοίτα πόσο μεγάλωσε». Άπλωσε τις φωτογραφίες πάνω στο τραπέζι, και ο Πάτρικ με τον Γιέστα τις μοιράστηκαν για να τις κοιτάξουν. Ο Μάρτιν τις είχε δει αμέσως μόλις είχε έρθει το πρωί. «Είναι τόσο όμορφη!» είπε ο Πάτρικ. Η Άνικα έγνεψε ότι συμφωνούσε. «Είναι δέκα μηνών τώρα». «Και πότε θα πάτε να την πάρετε;» ρώτησε ο Γιέστα με γνήσιο ενδιαφέρον. Ήξερε καλά πως είχε συντελέσει στο να αρχίσουν να συζητούν η Άνικα και ο Λέναρτ την περίπτωση υιοθεσίας, οπότε θεωρούσε αυτό το κοριτσάκι στις φωτογραφίες εν μέρει και δικό του, τρόπον τινά. «Μας έρχονται κάπως ανάμεικτα μηνύματα» είπε η Άνικα. Μάζεψε τις φωτογραφίες και τις έβαλε προσεκτικά στην τσέπη της. «Σε κάνα δυο μήνες υπολογίζω». «Υποθέτω ότι σου φαίνονται αιωνιότητα». Ο Πάτρικ σηκώθηκε και έβαλε το φλιτζάνι του στο πλυντήριο πιάτων. «Ναι, ακριβώς. Αλλά ταυτόχρονα… Η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει. Κι αυτή υπάρχει, είναι εκεί». «Ναι, είναι» είπε ο Γιέστα. Ενστικτωδώς έβαλε το χέρι του πάνω


22

KAMILLA LACKBERG

στο χέρι της Άνικα, αλλά αμέσως μετά το τράβηξε. «Πρέπει να δουλέψω τώρα. Δεν έχω χρόνο για άλλες φλυαρίες» μουρμούρισε ντροπαλά και σηκώθηκε. Οι τρεις συνάδελφοί του τον παρακολούθησαν χαμογελαστοί καθώς εκείνος έβγαινε από την κουζίνα. «Κρίστιαν!» Η διευθύντρια του εκδοτικού οίκου τον πλησίασε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της, που ήταν γεμάτη βαρύ άρωμα. Ο Κρίστιαν κράτησε την ανάσα του για να μη χρειαστεί να εισπνεύσει εκείνο το απαίσιο άρωμα. Η Γκάμπι φον Ρούσεν δεν ήταν γνωστή για τις διακριτικές της εμφανίσεις. Όλα ήταν σε περίσσεια όσον αφορούσε την Γκάμπι: υπερβολικό μαλλί, υπερβολικό βάψιμο, υπερβολικό άρωμα και επιπλέον μια προτίμηση σε ρούχα που, αν ήθελες να είσαι ευγενικός, μπορούσες να τα περιγράψεις ως εντυπωσιακά. Προς τιμήν της βραδιάς φορούσε ένα παντελώς ροζ ταγέρ με ένα τεράστιο, πράσινο υφασμάτινο τριαντάφυλλο στο πέτο και, ως συνήθως, τα τακούνια της ήταν επικίνδυνα ψηλά. Παρά την ενίοτε ελαφρώς γελοία εμφάνιση δεν υπήρχε κανείς που να μην υπολογίζει τη διευθύντρια του νέου εκδοτικού οίκου της Σουηδίας ή να μην την παίρνει στα σοβαρά. Είχε πάνω από τριάντα χρόνια εμπειρία στον κλάδο και μυαλό εξίσου αιχμηρό με τη γλώσσα της. Όποιος είχε κάνει, έστω και μια φορά, το λάθος να την υποτιμήσει ως αντίπαλο δεν το ξανάκανε. «Θα είναι πολύ διασκεδαστικό όλο αυτό!» Η Γκάμπι τον κρατούσε κοντά της και τον έπνιγε στην αίγλη της. Ο Κρίστιαν, που ακόμη αγωνιζόταν να αποφύγει την έντονη μυρωδιά του αρώματος, το μόνο που έκανε ήταν να γνέψει καταφατικά. «Ο Λαρς-Έρικ και η Ούλα-Λένα εδώ στο ξενοδοχείο ήταν εντελώς απίθανοι» συνέχισε εκείνη. «Τι υπέροχοι άνθρωποι! Και ο μπουφές που έστησαν είναι υπέροχος. Έχω την αίσθηση πως είναι το απολύτως κατάλληλο μέρος για να λανσάρουμε το βιβλίο σου. Αλήθεια, εσύ πώς νιώθεις;» Ο Κρίστιαν τής ξέφυγε διακριτικά και έκανε ένα βήμα πίσω. «Να, μου φαίνεται λίγο σουρεαλιστικό, πρέπει να πω. Σκεφτόμουν αυτό το μυθιστόρημα εδώ και πολύ καιρό και τώρα… ναι, τώρα είμαι εδώ». Λοξοκοίταξε προς τη στοίβα των βιβλίων που ήταν πάνω


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

23

σε ένα τραπέζι δίπλα στην έξοδο. Μπορούσε να δει παντού το όνομά του και τον τίτλο: Η γοργόνα. Το στομάχι του σφίχτηκε· ήταν πραγματικότητα, τελικά. «Άκου πώς το σκεφτήκαμε» είπε εκείνη και τον τράβηξε από το μανίκι. Την ακολούθησε άβουλος. «Θα αρχίσουμε με μια συνάντηση με τους δημοσιογράφους που θα είναι απόψε εδώ, για να τα πείτε με την ησυχία σας. Είμαστε πολύ ικανοποιημένοι με την παρουσία του Τύπου. Γέτεμποργς Πόστεν, Γέτεμποργς Τίντνινγκ, Μπουχουσλένινγκεν και Στρέμσταντς Τίντνινγκ είναι εδώ. Δεν είναι βέβαια καμία από τις πανεθνικές εφημερίδες, αλλά αυτό αντισταθμίζεται, και με το παραπάνω, από τη σημερινή, διθυραμβική κριτική στη Σβένσκα Νταγκμπλάντετ». «Ποια;» είπε ο Κρίστιαν ενώ η Γκάμπι τον τραβούσε προς μια μικρή εξοχή δίπλα στη σκηνή, όπου θα υποδέχονταν προφανώς τον Τύπο. «Θα σου πω μετά» είπε η Γκάμπι και τον έβαλε να καθίσει στην καρέκλα που ήταν πιο κοντά στον τοίχο. Εκείνος προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο της κατάστασης, αλλά ήταν σαν να είχε πέσει μέσα σε δίνη δίχως καμία δυνατότητα να βγει από εκεί, και η αίσθηση αυτή έγινε εντονότερη όταν είδε την Γκάμπι να απομακρύνεται. Μέσα στην αίθουσα το προσωπικό έτρεχε και έστρωνε τα τραπέζια. Κανένας δεν του έδινε σημασία. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του. Σκέφτηκε το βιβλίο, τη Γοργόνα, τις ώρες που είχε περάσει μπροστά στον υπολογιστή. Εκατοντάδες, χιλιάδες ώρες. Σκέφτηκε κι εκείνη, τη Γοργόνα. «Ο Κρίστιαν Τιντέλ;» Μια φωνή διέκοψε τις σκέψεις του κι εκείνος σήκωσε το κεφάλι του. Ο άντρας μπροστά του στεκόταν με το χέρι απλωμένο και φαινόταν να περιμένει μια χειραψία. Ο Κρίστιαν σηκώθηκε και του έσφιξε το χέρι. «Μπίργερ Γιάνσον, Στρέμσταντς Τίντνινγκ». Ο άντρας άφησε στο πάτωμα μια μεγάλη τσάντα για φωτογραφική μηχανή. «Ναι, καλωσόρισες. Παρακαλώ, κάθισε» είπε ο Κρίστιαν, αβέβαιος για το πώς έπρεπε να συμπεριφερθεί. Κοίταξε γύρω του για την Γκάμπι, αλλά είδε μόλις φευγαλέα κάτι έντονα ροζ που κινούνταν εκεί κάτω στην είσοδο. «Τα δίνουν όλα για όλα, βλέπω, για την παρουσίαση» είπε ο


24

KAMILLA LACKBERG

Μπίργερ Γιάνσον και κοίταξε γύρω του. «Ναι, έτσι φαίνεται» είπε ο Κρίστιαν. Έπειτα έπεσε σιωπή και φάνηκαν και οι δύο κάπως αμήχανοι. «Ν’ αρχίσουμε; Ή θα περιμένουμε και τους άλλους;» Ο Κρίστιαν κοίταξε με απλανές βλέμμα τον ρεπόρτερ. Τι έπρεπε να γίνει; Δεν είχε ξανακάνει κάτι παρόμοιο. Ο Γιάνσον φαίνεται πως ερμήνευσε τη στάση του ως συναίνεση, τοποθέτησε ένα μαγνητόφωνο στο τραπέζι και το έβαλε σε λειτουργία. «Λοιπόν…» έκανε και έριξε ένα προτρεπτικό βλέμμα στον Κρίστιαν. «Αυτό είναι το πρώτο σας μυθιστόρημα». Ο Κρίστιαν αναρωτήθηκε αν τώρα είχε νόημα να κάνει κάτι περισσότερο από το να επιβεβαιώσει απλώς τον ισχυρισμό. «Ναι, έτσι είναι» είπε και καθάρισε τον λαιμό του. «Μου άρεσε πολύ» είπε ο Μπίργερ Γιάνσον με τραχιά φωνή, η οποία ερχόταν σε αντίθεση με τα επαινετικά λόγια του. «Ευχαριστώ» είπε ο Κρίστιαν. «Τι θέλετε να πείτε με το βιβλίο αυτό;» Ο Γιάνσον έλεγξε το μαγνητόφωνο για να βεβαιωθεί ότι πράγματι δούλευε. «Τι θέλω να πω; Δεν ξέρω πραγματικά. Είναι μια ιστορία, μια αφήγηση, την οποία είχα στο μυαλό μου και που έπρεπε να βγει προς τα έξω». «Είναι μια πολύ σκοτεινή ιστορία. Ζοφερή, θα έλεγα μάλιστα» είπε ο Μπίργερ και κοίταξε τον Κρίστιαν σαν να ήθελε να κοιτάξει μέσα στις πιο απόκρυφες πτυχές της ζωής του. «Έτσι βλέπετε την κοινωνία;» «Δεν ξέρω αν αυτό που προσπάθησα να μεταφέρω μέσω του βιβλίου είναι η δική μου θεώρηση της κοινωνίας» είπε ο Κρίστιαν πασχίζοντας πυρετωδώς να πει κάτι πνευματώδες. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ το γράψιμό του κατ’ αυτό τον τρόπο, η ιστορία υπήρχε εκεί πάρα πολύ καιρό, μέσα του, και στο τέλος αναγκάστηκε να τη γράψει στο χαρτί. Τι ήθελε όμως να πει για την κοινωνία; Η σκέψη αυτή δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του. Τελικά τον έσωσε η Γκάμπι. Πήγε κοντά του μαζί με τους άλλους δημοσιογράφους, ο Μπίργερ Γιάνσον έκλεισε το μαγνητόφωνό του, ενώ όλοι χαιρετήθηκαν και κάθισαν στο τραπέζι. Πέρασε κάποιο λεπτό και ο Κρίστιαν άρπαξε την ευκαιρία για να συγκεντρωθεί.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

25

Η Γκάμπι έκανε μια χειρονομία για να τραβήξει την προσοχή όλων τους. «Καλωσορίσατε σε τούτη εδώ τη συνάντηση με το νέο ανερχόμενο αστέρι του συγγραφικού στερεώματος, τον Κρίστιαν Τιντέλ. Εμείς από τον εκδοτικό οίκο είμαστε πολύ περήφανοι που μας δόθηκε η ευκαιρία να εκδώσουμε το μυθιστόρημά του Η γοργόνα, και πιστεύουμε ότι αποτελεί την αρχή μιας μακράς και υπέροχης σταδιοδρομίας στη συγγραφή. Ο Κρίστιαν δεν πρόλαβε να δει ακόμη κάποιες κριτικές και με μεγάλη μου χαρά θέλω να σου πω, Κρίστιαν, ότι σήμερα οι εφημερίδες Σβένσκα Νταγκμπλάντετ, Ντάγκενς Νιχέτερ και Αρμπεταρμπλάντετ –για ν’ αναφέρω μόνο μερικές– έγραψαν λαμπρές κριτικές. Επίτρεψέ μου να διαβάσω κάνα δυο επιλεγμένες παραγράφους από αυτές τις κριτικές». Φόρεσε ένα ζευγάρι γυαλιά και άπλωσε το χέρι να πιάσει μια στοίβα χαρτιά που ήταν μπροστά της, πάνω στο τραπέζι. Κάποια κομμάτια ξεχώριζαν υπογραμμισμένα με ροζ μαρκαδόρο σε λευκό φόντο. «“Ένας δεξιοτέχνης της γλώσσας που απεικονίζει πόσο εκτεθειμένος είναι ο μέσος άνθρωπος, δίχως ωστόσο να χάνει την ευρύτερη προοπτική του θέματος”. Αυτή ήταν η Σβένσκα Νταγκμπλάντετ» διευκρίνισε η Γκάμπι με ένα νεύμα προς τον Κρίστιαν και μετά ξεφύλλισε μέχρι το επόμενο χαρτί. «“Η ανάγνωση του έργου του Κρίστιαν Τιντέλ προσφέρει και απόλαυση και πόνο, καθώς ρίχνει το απογυμνωτικό φως της πρόζας του στις ψεύτικες υποσχέσεις της κοινωνίας για ασφάλεια και δημοκρατία. Τα λόγια του κόβουν σαν μαχαίρι τη σάρκα, τους μυς και τη συνείδηση και με ωθούν με ζήλο περισσό στην περαιτέρω ανάγνωση αναζητώντας, σαν άλλος φακίρης, περισσότερο από εκείνο τον βασανιστικό αλλά απολαυστικό πόνο κάθαρσης”. Αυτά τα λέει η Ντάγκενς Νιχέτερ» είπε η Γκάμπι και έβγαλε τα γυαλιά της ενώ παρέδιδε το μικρό πακέτο με τις κριτικές στον Κρίστιαν. Εκείνος το πήρε δύσπιστος στα χέρια του. Είχε ακούσει τα λόγια και αισθανόταν καλά που άφηνε να τον λούζουν με επαίνους, αλλά αν ήθελε να είναι ειλικρινής όφειλε να παραδεχτεί ότι δεν καταλάβαινε για τι πράγμα μιλούσαν. Αυτός το μόνο που είχε κάνει ήταν να γράψει για εκείνη, να αφηγηθεί την ιστορία της. Είχε βγάλει από


26

KAMILLA LACKBERG

μέσα του τις λέξεις και όλα αυτά που ήταν εκείνη, σε μια εκκένωση που ενίοτε τον άφηνε εντελώς κενό. Δεν ήθελε να πει κάτι για την κοινωνία. Για εκείνη ήθελε να πει κάτι. Οι διαμαρτυρίες του κόλλησαν στην άκρη της γλώσσας του. Κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να καταλάβει και ίσως έτσι έπρεπε να είναι. Ποτέ του δεν θα μπορούσε να το εξηγήσει. «Υπέροχα» είπε και άκουσε τα λόγια να βγαίνουν κενά περιεχομένου από το στόμα του. Έπειτα ακολούθησαν κι άλλες ερωτήσεις. Περισσότεροι έπαινοι και περισσότερες σκέψεις για το βιβλίο του. Κι ο ίδιος ένιωθε πως δεν μπορούσε να απαντήσει σωστά ούτε σε μια ερώτηση. Πώς να περιγράψει κάποιος κάτι που γέμιζε κάθε πτυχή της ζωής; Που δεν ήταν απλώς μια αφήγηση, αλλά που μιλούσε επίσης για επιβίωση. Για πόνο. Ο ίδιος έκανε ό,τι μπορούσε. Προσπαθούσε να απαντάει με σαφήνεια και περίσκεψη. Προφανώς τα κατάφερνε, μια που η Γκάμπι έγνεφε πού και πού απόλυτα ικανοποιημένη προς το μέρος του. Όταν τελείωσαν όλα αυτά, ο Κρίστιαν ήθελε στην πραγματικότητα να πάει στο σπίτι του. Ένιωθε εντελώς αδειανός. Αλλά ήταν αναγκασμένος να παραμείνει εκεί, στην όμορφη τραπεζαρία του Grand Hotel, και πήρε μια βαθιά ανάσα καθώς ετοιμάστηκε να υποδεχτεί τους επισκέπτες που είχαν αρχίσει να καταφθάνουν. Χαμογέλασε, αλλά ήταν ένα χαμόγελο που κόστιζε περισσότερο απ’ όσο θα ήταν σε θέση να φανταστεί κανείς. «Θα μπορέσεις να μείνεις νηφάλια απόψε;» έκανε σφυριχτά στη γυναίκα του ο Έρικ Λιντ, για να μην τους ακούσουν και οι υπόλοιποι που στέκονταν στην ουρά για να μπουν στον χώρο που θα γινόταν το πάρτι. «Εσύ θα μπορέσεις να μη βάλεις χέρι σε καμία απόψε;» αντιγύρισε η Λουίζ χωρίς να μπει στον κόπο να ψιθυρίσει. «Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάς» είπε ο Έρικ. «Και χαμήλωσε λίγο τη φωνή σου, σε παρακαλώ». Η Λουίζ περιεργάστηκε με ψυχρό βλέμμα τον σύζυγό της. Ήταν όμορφος, δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Και κάποτε αυτό την είχε αγγίξει. Είχαν συναντηθεί στο πανεπιστήμιο και πολλές κοπέλες την


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

27

κοιτούσαν με ζήλια που είχε καταφέρει να τα φτιάξει με τον Έρικ Λιντ. Έπειτα εκείνος είχε αργά και σταθερά γαμήσει κυριολεκτικά την αγάπη της, τον σεβασμό της και την εμπιστοσύνη της. Όχι μαζί της βέβαια, Θεός φυλάξει. Διότι ο Έρικ δεν είχε κανένα πρόβλημα να το κάνει αυτό και εκτός της συζυγικής κλίνης. «Γεια σας! Κι εσείς εδώ; Πόσο χαίρομαι!» Η Σεσίλια Γιανσντότερ έφτασε σπρώχνοντας κοντά τους και τους φίλησε και τους δυο στα μάγουλα. Ήταν η κομμώτρια της Λουίζ και, επίσης, ερωμένη του Έρικ τον τελευταίο χρόνο. Αλλά πίστευαν και δύο ότι η Λουίζ δεν το γνώριζε, φυσικά. «Γεια σου, Σεσίλια» είπε η Λουίζ και χαμογέλασε. Ήταν γλυκιά κοπέλα, και αν άρχιζε να κρατάει κακία σε όλες τις γυναίκες που είχαν πλαγιάσει με τον άντρα της δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να μένει στη Φιελμπάκα. Άλλωστε είχε σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια να ασχολείται μ’ αυτό το θέμα. Είχε τα κορίτσια. Κι εκείνη την υπέροχη εφεύρεση που λέγεται κρασί σε χάρτινη συσκευασία. Τι να τον κάνει και τον Έρικ; «Υπέροχο δεν είναι που θα έχουμε άλλον έναν συγγραφέα εδώ στη Φιελμπάκα; Πρώτα την Ερίκα Φαλκ και τώρα τον Κρίστιαν». Η Σεσίλια χοροπηδούσε σχεδόν από τη χαρά της. «Διαβάσατε το βιβλίο;» «Διαβάζω μόνον οικονομικές εφημερίδες και περιοδικά» είπε ο Έρικ. Η Λουίζ σήκωσε ψηλά τα μάτια της σε μιαν έκφραση αποδοκιμασίας. Ήταν τόσο χαρακτηριστικό για τον Έρικ να γκομενίζει λέγοντας ότι δεν διάβαζε βιβλία. «Ελπίζω να πάρουμε μαζί μας ένα αντίτυπο για το σπίτι» είπε και τύλιξε το παλτό πιο σφιχτά πάνω στο κορμί της. Δεν κουνιόταν κι αυτή η ουρά μπας και έμπαιναν κάποια στιγμή μέσα, στη ζέστη. «Α, ναι, η Λουίζ είναι αυτή που διαβάζει στην οικογένεια. Άλλωστε τι άλλο να κάνεις όταν δεν δουλεύεις; Έτσι δεν είναι, αγάπη μου;» Η Λουίζ ανασήκωσε τους ώμους και άφησε το δηκτικό σχόλιο να περάσει έτσι. Δεν είχε κανένα νόημα να επισημάνει ότι ήταν ιδέα του Έρικ να μείνει η ίδια στο σπίτι και να μεγαλώσει τα κορίτσια. Ή ότι


28

KAMILLA LACKBERG

αυτή ήταν που σκοτωνόταν από το πρωί ως το βράδυ για να λειτουργεί ο μηχανισμός της τακτοποιημένης ζωής του την οποία εκείνος έπαιρνε ως δεδομένη. Ακολούθησε λίγη κουβεντούλα ακόμα ενώ προχωρούσαν αργά. Στο τέλος κατάφεραν να μπουν στη ρεσεψιόν και να κρεμάσουν τα παλτά τους. Έπειτα κατέβηκαν τα λιγοστά σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην τραπεζαρία. Με το βλέμμα του Έρικ να την καρφώνει πισώπλατα η Λουίζ κατευθύνθηκε προς το μπαρ. «Μην παρακουραστείς» είπε ο Πάτρικ και φίλησε την Ερίκα στο στόμα, καθώς εκείνη έβγαινε από την πόρτα με την κοιλιά τούρλα. Η Μάγια είχε γκρινιάξει λίγο όταν είδε τη μαμά της να φεύγει, αλλά ηρέμησε αμέσως όταν ο Πάτρικ την έβαλε μπροστά στην τηλεόραση για να παρακολουθήσει το παιδικό πρόγραμμα Μπουλιμπούμπα. Μόλις είχε ξεκινήσει η εκπομπή με τον πράσινο δράκο. Η Μάγια γκρίνιαζε πολύ τους τελευταίους μήνες, δεν την έκανες καλά με τίποτα, και τα ξεσπάσματά της όποτε της έλεγαν «όχι» θα μπορούσαν να κάνουν οποιαδήποτε ντίβα της όπερας να πρασινίσει από τη ζήλια. Ο Πάτρικ την καταλάβαινε εν μέρει. Πρέπει να είχε επηρεαστεί και αυτή από τη γεμάτη ένταση αναμονή, την ανάμεικτη με τρόμο, για την άφιξη των μικρών αδελφών της. Δίδυμα, για όνομα του Θεού, δίδυμα! Παρόλο που το ήξεραν από τον πρώτο κιόλας υπέρηχο που έκαναν τη δέκατη όγδοη εβδομάδα, ο Πάτρικ δεν είχε καταφέρει να το χωνέψει ακόμη. Αναρωτιόταν μερικές φορές πού θα έβρισκαν την αντοχή να τα βγάλουν πέρα. Τα πράγματα θα ήταν ούτως ή άλλως δύσκολα με ένα μωρό. Πώς θα τα κατάφερναν με δύο; Τι θα έκαναν με τον θηλασμό και τον ύπνο και όλα τα συμπαρομαρτούντα; Άσε που έπρεπε να αγοράσουν καινούργιο αυτοκίνητο για να χωράει τρία παιδιά με τα ανάλογα καροτσάκια. Αυτό από μόνο του ήταν υπερβολή. Ο Πάτρικ κάθισε στον καναπέ, δίπλα στη Μάγια, και κοίταξε μπροστά του με βλέμμα απλανές. Τον τελευταίο καιρό ήταν πολύ κουρασμένος. Ήταν σαν να έχανε συνεχώς δυνάμεις και μερικά πρωινά σηκωνόταν με δυσκολία από το κρεβάτι. Αλλά ίσως να μην ήταν και τόσο παράξενο αυτό. Εκτός από τα όσα είχε να αντιμετωπίσει στο


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

29

σπίτι –μια Ερίκα κατάκοπη, μια Μάγια που ήταν το άκρον άωτον του πείσματος– ένιωθε να τον κουράζει και η δουλειά. Όλα αυτά τα χρόνια, μετά τη γνωριμία του με την Ερίκα, τους είχαν τύχει πολλές δύσκολες υποθέσεις φόνων, και η μόνιμη διαμάχη με τον προϊστάμενό του, τον Μπέρτιλ Μέλμπεργ ήταν επίσης εξαντλητική. Και τώρα του είχε τύχει η εξαφάνιση του Μάγκνους Σέλνερ. Ο Πάτρικ δεν ήξερε αν ήταν εμπειρία ή ένστικτο, αλλά ήταν πεπεισμένος πως κάτι είχε συμβεί στον Μάγκνους. Μπορεί να ήταν θύμα δυστυχήματος ή εγκλήματος, δεν μπορούσε να είναι σίγουρος ακριβώς, αλλά ήταν έτοιμος να στοιχηματίσει την καριέρα του ότι ο Μάγκνους Σέλνερ δεν ήταν πια ζωντανός. Το να είναι υποχρεωμένος να συναντά τη γυναίκα του Σέλνερ –η οποία φαινόταν όλο και πιο συρρικνωμένη, όλο και πιο διαλυμένη, κάθε φορά που την έβλεπε– ήταν πολύ ψυχοφθόρο και για τον ίδιο. Είχαν κάνει οπωσδήποτε ό,τι περνούσε από το χέρι τους, κι όμως η εικόνα της Σία Σέλνερ δεν έλεγε να φύγει από τον νου του. «Μπαμπά!» Η Μάγια διέκοψε τις σκέψεις του με ένα απρόσμενο απόθεμα φωνητικής έντασης. Ο μικρός της δείκτης ήταν στραμμένος στην τηλεόραση και ο Πάτρικ κατάλαβε μεμιάς σε τι οφειλόταν η κρίση της. Ο ίδιος πρέπει να είχε χαθεί σε δαιδαλώδεις διαδρόμους σκέψεων, και μάλιστα για πολύ περισσότερο απ’ όσο φανταζόταν, διότι το Μπουλιμπούμπα είχε ήδη τελειώσει και είχε αντικατασταθεί από ένα πρόγραμμα για ενήλικες, για το οποίο η Μάγια δεν είχε κανένα απολύτως ενδιαφέρον. «Θα το φτιάξει ο μπαμπάς» είπε και σήκωσε ψηλά τα χέρια του μπας και κάνει τη Μάγια να σταματήσει. «Τι θα έλεγες για την Πίπη τη Φακιδομύτη;» Επειδή η Πίπη ήταν, προς το παρόν, η μεγάλη συμπάθεια της Μάγια, ο Πάτρικ ήξερε ήδη την απάντηση. Έβγαλε λοιπόν την ταινία και όταν άρχισε να παίζει το βίντεο με την Πίπη στις εφτά θάλασσες, κάθισε πάλι δίπλα στην κόρη του και την αγκάλιασε με το ένα χέρι. Εκείνη, σαν ένα μικρό, ζεστό λούτρινο ζωάκι χώθηκε καλύτερα στην αγκαλιά του γεμάτη ικανοποίηση. Πέντε λεπτά αργότερα ο Πάτρικ κοιμόταν.


30

KAMILLA LACKBERG

Ο Κρίστιαν είχε αρχίσει να ιδρώνει. Η Γκάμπι τού είχε ανακοινώσει ότι σε λίγο θα έβγαινε στη σκηνή. Η τραπεζαρία δεν ήταν διόλου φίσκα από κόσμο, αλλά υπήρχαν καμιά εξηνταριά καλεσμένοι γεμάτοι προσδοκία που κάθονταν εκεί, με ένα πιάτο φαγητό και ένα ποτήρι μπίρα ή κρασί. Ο ίδιος ο Κρίστιαν δεν είχε καταφέρει να πιει κάτι άλλο πέρα από κόκκινο κρασί. Αυτήν τη στιγμή κατέβαζε το τρίτο ποτήρι, παρόλο που ήξερε πως δεν έπρεπε να πιει τόσο πολύ. Δεν θα ήταν τόσο ευχάριστο αν καθόταν και ψεύδιζε στο μικρόφωνο όταν θα του έκαναν ερωτήσεις. Αλλά χωρίς το κρασί δεν θα κατάφερνε να απαντήσει. Το βλέμμα του περιπλανιόταν στον χώρο όταν ένιωσε ένα χέρι στο μπράτσο του. «Γεια σου, πώς είσαι; Φαίνεσαι λίγο σφιγμένος». Η Ερίκα τον κοιτούσε ανήσυχη. «Ναι, έχω κάποια νευρικότητα» ομολόγησε και παρηγορήθηκε που μπόρεσε να το πει σε κάποιον. «Ξέρω ακριβώς πώς είναι» είπε η Ερίκα. «Έκανα την πρώτη μου εμφάνιση σε μια εκδήλωση για νέους συγγραφείς στη Στοκχόλμη και μαζεύανε κυριολεκτικά τα κομμάτια μου από το πάτωμα μετά. Και δεν θυμόμουν απολύτως τίποτα απ' όσα είχα πει στη σκηνή». «Έχω την αίσθηση ότι θα χρειαστούν και για τα δικά μου κομμάτια μια σκούπα μετά» είπε ο Κρίστιαν και πέρασε το χέρι από τον λαιμό του. Για ένα δευτερόλεπτο σκέφτηκε τα γράμματα και ένιωσε τον πανικό να τον τυλίγει με περισσή αγριάδα. Παραπάτησε και μόνον χάρη στην Ερίκα, που τον κράτησε, κατάφερε να μη σωριαστεί κάτω. «Μπα, τι βλέπω;» έκανε η Ερίκα. «Υποψιάζομαι ότι χρειάστηκες κάτι τονωτικό. Μάλλον δεν θα πρέπει να πιεις άλλο πριν από την εκδήλωση». Πήρε απαλά το ποτήρι με το κρασί από το χέρι του και το άφησε στο κοντινότερο τραπέζι. «Σου υπόσχομαι ότι θα τα πας μια χαρά. Η Γκάμπι θα αρχίσει παρουσιάζοντας εσένα και το βιβλίο, μετά θα κάνω εγώ μερικές ερωτήσεις τις οποίες έχουμε ήδη συζητήσει. Έχε μου εμπιστοσύνη. Το μόνο πρόβλημα που θα παρουσιαστεί είναι να καταφέρουν να με ανεβάσουν στη σκηνή». Η Ερίκα γέλασε και ο Κρίστιαν τη μιμήθηκε. Το γέλιο του δεν είχε πολλή εγκαρδιότητα και ήταν κάπως διαπεραστικό, αλλά λειτούργησε. Κατάφερε να νιώσει λίγο χαλαρότερος και αισθάνθηκε ότι


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

31

μπορούσε να αναπνεύσει ξανά. Απώθησε τη σκέψη για τα γράμματα κάπου στο βάθος του μυαλού του. Τίποτα δεν έπρεπε να τον επηρεάσει απόψε. Είχε μιλήσει για τη Γοργόνα στο βιβλίο του, και είχε τελειώσει πια μαζί της. «Γεια σου, αγάπη μου». Η Σάνα ήρθε στην παρέα τους και τα μάτια της ανοιγόκλεισαν παιχνιδιάρικα σαν κοίταξε στην αίθουσα. Ο Κρίστιαν ήξερε ότι αυτή εδώ ήταν μια μεγάλη στιγμή για τη Σάνα. Ίσως μάλιστα και μεγαλύτερη απ' ό,τι γι’ αυτόν. «Τι όμορφη που είσαι» της είπε και εκείνη ρούφηξε τον έπαινο όπως η διψασμένη γη τη βροχή. Και ήταν πράγματι όμορφη. Ήξερε ότι ήταν τυχερός που την είχε συναντήσει. Ανεχόταν πολλές από τις παραξενιές του, περισσότερες απ’ όσες θα μπορούσαν να ανεχτούν οι περισσότεροι. Δεν έφταιγε αυτή που δεν μπορούσε να γεμίσει τα κενά μέσα του. Πιθανώς να μην μπορούσε κανείς να το κάνει. Έβαλε το χέρι του στην πλάτη της και τη φίλησε στα μαλλιά. «Αχ, τι γλυκούλικα που είστε!» Η Γκάμπι κατέφθασε φουριόζα, με τα τακούνια της να ακούγονται ρυθμικά στο πάτωμα. «Κρίστιαν, ήρθαν λουλούδια για σένα». Εκείνος κοίταξε την ανθοδέσμη που κρατούσε η Γκάμπι στην αγκαλιά της. Ήταν μια όμορφη σύνθεση, αλλά λιτή. Μόνο λευκά κρίνα. Με το ένα χέρι του να τρέμει ανεξέλεγκτα πήρε τον λευκό φάκελο που συνόδευε την ανθοδέσμη. Έτρεμε τόσο πολύ, που δυσκολεύτηκε να τον ανοίξει και ίσα που αντιλήφθηκε τα απορημένα βλέμματα που του έριχναν οι γυναίκες δίπλα του. Ακόμα και η κάρτα ήταν απλή – λευκή, από χοντρό χαρτί, το κείμενο με μαύρο μελάνι και με καλλιγραφικά γράμματα, ο ίδιος γραφικός χαρακτήρας που υπήρχε και στις επιστολές. Απέμεινε να κοιτάζει τις χειρόγραφες αράδες. Μετά σκοτείνιασαν όλα γύρω του.


32

KAMILLA LACKBERG

Ήταν η ομορφότερη που είχε δει ποτέ του. Μύριζε υπέροχα και τα μακριά μαλλιά της ήταν χτενισμένα προς τα πίσω και πιασμένα με λευκή κορδέλα. Έλαμπαν τόσο που σχεδόν αναγκάστηκε να μισοκλείσει τα μάτια. Έκανε ένα διστακτικό βήμα προς το μέρος της, αβέβαιος για το αν ήθελε να συμμετάσχει σε όλη αυτή την ομορφιά. Εκείνη άπλωσε τα χέρια της δίνοντάς του να καταλάβει ότι μπορούσε να συμμετάσχει, και εκείνος έτρεξε γρήγορα να χωθεί στην αγκαλιά της. Μακριά απ' όλο εκείνο το μαύρο, μακριά απ’ όλο εκείνο το κακό. Αντί γι’ αυτά, είδε να τον περιβάλλει κάτι λευκό, ένα φως, μια ευωδιά λουλουδιών, και μαλλιά, απαλά σαν μετάξι, χάιδεψαν το μάγουλό του. «Είσαι τώρα η μητέρα μου;» είπε εκείνος τελικά και έκανε απρόθυμα ένα βήμα προς τα πίσω. Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Είναι σίγουρο;» Εκείνος περίμενε να έρθει κάποιος, να πει κάποια άγρια κουβέντα και να τα διαλύσει όλα, να του πει ότι ονειρευόταν. Ότι ένα τόσο υπέροχο πλάσμα δεν θα μπορούσε να είναι η μητέρα κάποιου σαν κι ελόγου του. Αλλά δεν ακούστηκε από πουθενά φωνή. Αντιθέτως, εκείνη του έγνεψε ξανά καταφατικά και τώρα δεν άντεξε άλλο. Όρμησε στην αγκαλιά της και κατάλαβε πως δεν ήθελε να φύγει ποτέ από εκεί. Κάπου βαθιά μέσα στο μυαλό του υπήρχαν άλλες εικόνες, άλλες μυρωδιές και άλλοι ήχοι που ήθελαν να βγουν στην επιφάνεια, αλλά όλα αυτά πνίγονταν στην ευωδιά τούτων των λουλουδιών και στο θρόισμα του φορέματός της. Τα απώθησε. Τα ανάγκασε να εξαφανιστούν και να αντικατασταθούν από τα καινούργια, τα υπέροχα. Τα απίστευτα. Κοίταξε πάνω, προς την καινούργια του μητέρα, και η καρδιά του χτύπησε πιο γρήγορα, από την ευτυχία. Όταν εκείνη έπιασε το χέρι του


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

33

και τον οδήγησε μακριά από εκεί, εκείνος την ακολούθησε πολύ πρόθυμα.


34

KAMILLA LACKBERG

«Άκουσα ότι η συνάντηση πήρε κάπως δραματική τροπή χθες. Μα τι σκεφτόταν ο Κρίστιαν; Να πάει και να μεθύσει σε μια τέτοια εκδήλωση!» Ο Κένετ Μπένγκτσον έφτασε αργά στο γραφείο έπειτα από ένα δύσκολο πρωινό στο σπίτι. Άφησε το σακάκι του πάνω στον καναπέ αλλά έπειτα από ένα αποδοκιμαστικό βλέμμα του Έρικ το μάζεψε και το κρέμασε στην κρεμάστρα του χολ. «Ναι, ήταν αναμφισβήτητα άσχημο τέλος για τη βραδιά» απάντησε ο Έρικ. «Βέβαια, είχα τη Λουίζ που ήταν έτοιμη για βουτιά στον πάτο του μπουκαλιού, οπότε κατάφερα να αποφύγω τουλάχιστον αυτή την εμπειρία». «Τόσο άσχημα, λοιπόν;» είπε ο Κένετ και περιεργάστηκε τον Έρικ. Σπανίως του εμπιστευόταν ο Έρικ κάτι τόσο προσωπικό. Πάντα έτσι ήταν. Από τότε που ήταν παιδιά και έπαιζαν μαζί, αλλά και τώρα που ήταν πλέον ενήλικες. Ο Έρικ αντιμετώπιζε τον Κένετ σαν κάποιον που μόλις και μετά βίας ανεχόταν, σαν να του έκανε χάρη που επέτρεπε στον εαυτό του να τον κάνει παρέα. Κι αν δεν ήταν γεγονός πως ο Κένετ είχε όντως κάτι να προσφέρει στον Έρικ, η φιλία τους θα είχε διαλυθεί πριν από πολύ καιρό. Πράγμα που είχε συμβεί εξάλλου τα χρόνια που ο Έρικ σπούδαζε στο πανεπιστήμιο και εργαζόταν στο Γέτεμποργ. Ο Κένετ είχε μείνει στη Φιελμπάκα και έφτιαξε το δικό του λογιστικό γραφείο. Ένα γραφείο το οποίο με τα χρόνια πήγαινε όλο και καλύτερα. Διότι ο Κένετ είχε ένα ταλέντο. Ήξερε πως δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα όμορφος ούτε γοητευτικός, και δεν είχε την αυταπάτη ότι το επίπεδο νοημοσύνης του ήταν πάνω από τον μέσο όρο. Αλλά είχε μια περίεργη ικανότητα να κάνει μαγικά με τους αριθμούς. Μπορούσε να


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

35

παίζει τα ποσά στους ισολογισμούς όπως έπαιζε την μπάλα ο Ντέιβιντ Μπέκαμ. Αυτό σε συνδυασμό με μια ικανότητα να παίρνει τους εφοριακούς με το μέρος του, τον έκαναν ξαφνικά, και για πρώτη φορά, άτομο με πολύ μεγάλη σημασία για τον Έρικ. Έγινε ο αδιαφιλονίκητος συνέταιρος όταν ο Έρικ αποφάσισε να ασχοληθεί με την πολύ προσοδοφόρα –τα τελευταία χρόνια– αγορά ακινήτων στη δυτική ακτή. Φυσικά ο Έρικ τού είχε ξεκαθαρίσει ότι έπρεπε να έχει συνείδηση της θέσης του, και γι' αυτό ο Κένετ είχε πάρει μόνο το ένα τρίτο της εταιρείας και όχι το μισό που θα έπρεπε να είχε λόγω της συμβολής του στην επιχείρηση. Αλλά αυτό δεν πείραζε τον Κένετ. Δεν προσπαθούσε άλλωστε να γίνει πλούσιος ή ισχυρός. Του έφτανε που ασχολούνταν με αυτό που ήξερε να κάνει καλά και που ήταν συνέταιρος του Έρικ. «Ναι, δεν ξέρω πραγματικά τι να κάνω με τη Λουίζ» είπε ο Έρικ και σηκώθηκε από την καρέκλα του γραφείου του. «Αν δεν ήταν τα παιδιά…» Κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι και φόρεσε το παλτό του. Ο Κένετ τού έδειξε με ένα νεύμα ότι τον καταλάβαινε. Στην πραγματικότητα ήξερε πολύ καλά ποιο ήταν το πρόβλημα. Και δεν ήταν βέβαια τα παιδιά. Αυτό που εμπόδιζε τον Έρικ να χωρίσει από τη Λουίζ ήταν ότι σε περίπτωση χωρισμού εκείνη θα έπαιρνε τα μισά χρήματά τους και τα μισά περιουσιακά στοιχεία. «Πάω για μεσημεριανό. Θα λείψω για αρκετή ώρα. Αυτό το γεύμα θα τραβήξει μάλλον πολύ». «Εντάξει» είπε ο Κένετ. Θα τραβήξει πολύ. Μάλιστα… «Είναι στο σπίτι;» Η Ερίκα στεκόταν στα σκαλοπάτια του σπιτιού της οικογένειας Τιντέλ. Η Σάνα φάνηκε να διστάζει για μερικά λεπτά, αλλά μετά παραμέρισε και την άφησε να περάσει. «Πάνω είναι. Στο γραφείο του. Κάθεται απλώς μπροστά στον υπολογιστή και τον κοιτάζει». «Μπορώ ν’ ανέβω;» Η Σάνα έγνεψε καταφατικά. «Ναι, εμένα πάντως δεν με ακούει, ό,τι κι αν πω. Ίσως εσύ να τα καταφέρεις καλύτερα».


36

KAMILLA LACKBERG

Ο τόνος της φωνής της έκρυβε πίκρα και η Ερίκα την περιεργάστηκε για λίγο. Φαινόταν κουρασμένη. Κουρασμένη και κάτι άλλο, το οποίο η Ερίκα δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν. «Θα δω τι μπορώ να κάνω». Η Ερίκα ανέβηκε με κόπο τις σκάλες, κρατώντας την κοιλιά της με το ένα χέρι. Ακόμα και μια τόσο απλή προσπάθεια της έβγαζε το λάδι τώρα τελευταία. «Γεια σου». Χτύπησε διακριτικά την πόρτα και ο Κρίστιαν στράφηκε προς το μέρος της. Καθόταν μπροστά στον υπολογιστή του με την οθόνη κλειστή. «Μας κατατρόμαξες χτες» είπε εκείνη και κάθισε στην πολυθρόνα που ήταν στη γωνία. «Απλώς είχα λίγη υπερκόπωση» είπε ο Κρίστιαν. Αλλά οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια του ήταν βαθιές και τα χέρια του έτρεμαν ελαφρώς. «Είναι βέβαια κι αυτό το θέμα του Μάγκνους που με ανησυχεί». «Είσαι σίγουρος ότι δεν είναι κάτι άλλο;» Ακούστηκε περισσότερο απότομη απ’ όσο ήθελε. «Βρήκα αυτό εδώ χτες και το πήρα μαζί μου». Ψαχούλεψε στην τσάντα της και έβγαλε το μήνυμα που ήταν καρφιτσωμένο στο μπουκέτο με τους λευκούς κρίνους. «Πρέπει να σου έπεσε». Ο Κρίστιαν κάρφωσε το βλέμμα του στην κάρτα. «Πάρ’ το από μπροστά μου». «Τι σημαίνει αυτό που γράφει;» Η Ερίκα κοίταξε ανήσυχη τον άντρα τον οποίον είχε αρχίσει να θεωρεί φίλο της. Εκείνος δεν απάντησε. Η Ερίκα επανέλαβε με ηπιότερο ύφος: «Κρίστιαν, τι σημαίνει αυτό; Αντέδρασες πολύ έντονα χτες το βράδυ. Μην προσπαθήσεις να με ξεγελάσεις μόνο με τη δικαιολογία της υπερκόπωσης». Εκείνος συνέχιζε να μένει αμίλητος, αλλά ξαφνικά έσπασε τη σιωπή η φωνή της Σάνα από το άνοιγμα της πόρτας. «Πες της για τα γράμματα». Η Σάνα έμεινε εκεί στην πόρτα περιμένοντας την απάντηση του συζύγου της. Η σιωπή κράτησε λίγο ακόμα, μέχρι που ο Κρίστιαν άνοιξε, με έναν στεναγμό, το τελευταίο συρτάρι του γραφείου του και πέταξε πάνω μια μικρή στοίβα με επιστολές. «Μου έρχονται εδώ και λίγο καιρό».


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

37

Η Ερίκα πήρε τα γράμματα και τα ξεφύλλισε προσεκτικά. Λευκά χαρτιά με κείμενο γραμμένο με μαύρο στιλό. Και δίχως αμφιβολία με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα που είχε δει στην κάρτα που είχε μαζί της. Ακόμα και οι λέξεις τής φαίνονταν γνώριμες. Διαφορετική διατύπωση, αλλά το ίδιο θέμα. Διάβασε μεγαλόφωνα το πρώτο γράμμα στη στοίβα: «Περπατάει δίπλα σου, σε ακολουθεί. Δεν έχεις δικαίωμα στη ζωή σου. Ανήκει σ’ αυτήν». Η Ερίκα σήκωσε απορημένη το κεφάλι από το χαρτί. «Τι εννοεί; Καταλαβαίνεις τίποτα από αυτά εσύ;» «Όχι». Η απάντηση ήρθε γρήγορα και αποφασιστικά. «Όχι, ιδέα δεν έχω. Δεν ξέρω κανέναν που να θέλει το κακό μου. Και δεν ξέρω ποια είναι “αυτή”. Έπρεπε να τα είχα πετάξει» είπε και άπλωσε τα χέρια του να πάρει πίσω τα γράμματα, αλλά η Ερίκα δεν έκανε καμία κίνηση να του τα δώσει. «Έπρεπε να πας στην αστυνομία». Ο Κρίστιαν κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, μάλλον κάποιος διασκεδάζει εις βάρος μου». «Αυτό εδώ δεν φαίνεται γι' αστείο. Κι ούτε εσύ φαίνεται να το θεωρείς αστείο πια». «Το ίδιο του είπα κι εγώ» διέκοψε η Σάνα. «Νομίζω ότι είναι τρομακτικό όλο αυτό, αν σκεφτεί κανείς τα παιδιά και όλα τ’ άλλα. Κι αν είναι κάποιος διεστραμμένος που…» Κάρφωσε το βλέμμα της στον Κρίστιαν, και η Ερίκα κατάλαβε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που έκαναν αυτήν τη συζήτηση. Αλλά εκείνος κούνησε πάλι το κεφάλι του αρνητικά, επίμονα. «Δεν θέλω να δώσω πολλή σημασία σ' αυτό το πράγμα». «Πότε ακριβώς άρχισε όλο αυτό;» «Τότε που άρχισες με το βιβλίο» είπε η Σάνα και ο άντρας της τη λοξοκοίταξε ενοχλημένος. «Ναι, μάλλον τότε ήταν περίπου» συμφώνησε κι αυτός. «Πριν από ενάμιση χρόνο». «Μπορεί να υπάρχει κάποια σχέση; Γίνεται στο βιβλίο αναφορά σε κάποιο πραγματικό άτομο ή σε πραγματικό γεγονός; Υπάρχει κάποιος που μπορεί να νιώθει πως απειλείται από αυτά που έχεις γράψει;» Η Ερίκα κοιτούσε με βλέμμα σταθερό τον Κρίστιαν, ο οποίος


38

KAMILLA LACKBERG

φαινόταν πολύ ενοχλημένος. Ήταν φανερό πως δεν επιθυμούσε καθόλου να συζητήσει αυτό το θέμα. «Όχι, πρόκειται για ένα λογοτεχνικό έργο και τίποτ’ άλλο» είπε εκείνος και έσφιξε τα χείλη. «Κανείς δεν μπορεί να πει ότι νιώθει δακτυλοδεικτούμενος μέσα από αυτό. Εσύ, άλλωστε, διάβασες το χειρόγραφο. Ακούγεται αυτοβιογραφικό;» «Δεν θα το έλεγα» είπε η Ερίκα και ανασήκωσε τους ώμους. «Αλλά τυχαίνει να γνωρίζω ότι εύκολα υφαίνει κανείς και τη δική του πραγματικότητα στα μυθιστορήματα, συνειδητά ή μη». «Όχι σου λέω» ξέσπασε ο Κρίστιαν, έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. Η Ερίκα κατάλαβε πως ήταν ώρα να φύγει και προσπάθησε να σηκωθεί από την καρέκλα. Αλλά η βαρύτητα δεν ήταν με το μέρος της και το μόνο αποτέλεσμα από τις προσπάθειές της ήταν μερικά ρουθουνίσματα απογοήτευσης. Το μουτρωμένο πρόσωπο του Κρίστιαν μαλάκωσε λίγο και της έδωσε το χέρι του για να τη βοηθήσει. «Σίγουρα θα είναι κάποιος παλαβός που άκουσε πως έγραψα ένα βιβλίο και του πέρασαν από το μυαλό τίποτα παράξενες ιδέες. Τίποτα περισσότερο» είπε εκείνος με πιο ήρεμη φωνή. Η Ερίκα αμφέβαλλε ότι αυτή ήταν όλη η αλήθεια, αλλά η αμφιβολία της ήταν απλώς κάτι που διαισθανόταν, κάτι που δεν μπορούσε να αποδείξει. Καθώς πήγαινε προς το αυτοκίνητο έλπιζε ότι ο Κρίστιαν δεν θα πρόσεχε ότι τα γράμματα στο συρτάρι του ήταν μόνο πέντε τώρα, αντί για έξι. Διότι την ώρα που πήγε να φύγει είχε ρίξει ένα από αυτά στην τσάντα της. Δεν καταλάβαινε και η ίδια πώς είχε τολμήσει να κάνει κάτι τέτοιο, αλλά αφού ο Κρίστιαν δεν ήθελε να της πει τίποτα, ήταν αναγκασμένη να το ερευνήσει από μόνη της. Το ύφος στα γράμματα ήταν απειλητικό και ο φίλος της μπορεί να κινδύνευε. «Αναγκάστηκες να χάσεις κάποιο ραντεβού με πελάτη;» Ο Έρικ δάγκωσε απαλά τη θηλή της Σεσίλια. Εκείνη βόγκηξε και τεντώθηκε στο κρεβάτι στο διαμέρισμά της. Το κομμωτήριό της ήταν σε βολική απόσταση από εκεί, στο ισόγειο του κτιρίου. «Πολύ θα το ήθελες, έτσι; Ν' αρχίσω να διώχνω πελάτες για να


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

39

βρω χρόνο για σένα. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι τόσο σπουδαίος;» «Γιατί; Υπάρχει μήπως κάτι που να είναι σπουδαιότερο από αυτό εδώ;» Άφησε τη γλώσσα του να παίξει πάνω στα στήθια της και εκείνη τον τράβηξε πάνω της, ανήμπορη πλέον να περιμένει. Όταν τελείωσαν εκείνη ακούμπησε το κεφάλι στο μπράτσο του, και ένιωσε μερικές σκληρές τρίχες να τη γαργαλούν ανάλαφρα στο μάγουλο. «Ένιωσα λίγο περίεργα που έπεσα χτες πάνω στη Λουίζ. Και σ’ εσένα». «Μμ» απάντησε ο Έρικ και έκλεισε τα μάτια. Δεν είχε καμία όρεξη να συζητήσει το θέμα της γυναίκας του ή του γάμου τους με την ερωμένη του. «Μου αρέσει, άλλωστε, η Λουίζ» είπε η Σεσίλια μπλέκοντας τα δάχτυλά της στις τρίχες του στήθους του «και αν ήξερε…». «Ναι, αλλά δεν ξέρει τίποτα» τη διέκοψε ο Έρικ απότομα και μισοσηκώθηκε από το κρεβάτι. «Και δεν πρόκειται ποτέ να μάθει τίποτα». Η Σεσίλια σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε και εκείνος κατάλαβε αμέσως προς τα πού θα πήγαινε η κουβέντα. «Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να το μάθει». Ο Έρικ αναστέναξε βαθιά μέσα του. Μα έπρεπε πάντα να κάνουν συζητήσεις για το μετά και για το μέλλον; Κατέβασε τα πόδια του στο πάτωμα και άρχισε να φοράει τα ρούχα του. «Θα φύγεις κιόλας;» έκανε η Σεσίλια και η πληγωμένη έκφραση στο πρόσωπό της τον εκνεύρισε ακόμα περισσότερο. «Έχουν μαζευτεί πολλά στη δουλειά» της είπε κοφτά και κούμπωσε το πουκάμισό του. Ένιωσε τη μυρωδιά του σεξ να φτάνει στα ρουθούνια του, αλλά θα έκανε ντους στο γραφείο. Πάντα είχε μια αλλαξιά εκεί για τέτοιες περιπτώσεις. «Έτσι θα γίνεται δηλαδή;» Η Σεσίλια ήταν μισοξαπλωμένη στο κρεβάτι και ο Έρικ δεν μπόρεσε να μην αφήσει το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο γυμνό κορμί της. Τα στήθη της ήταν στραμμένα προς τα πάνω με μεγάλες, σκούρες θηλές, οι οποίες είχαν σκληρύνει ξανά από τη λίγη ψύχρα που επικρατούσε στο δωμάτιο. Ο Έρικ το ξανασκέφτηκε στα γρήγορα. Εδώ που τα λέμε δεν βιαζόταν και τόσο


40

KAMILLA LACKBERG

να επιστρέψει στο γραφείο και δεν θα έλεγε όχι σε άλλον έναν γύρο. Μάλλον θα χρειαζόταν λίγη περισσότερη πειθώ και καλοπιάσματα τώρα, αλλά η προσμονή που είχε ήδη προλάβει να καταλάβει όλο το κορμί του έλεγε πως θα άξιζε τον κόπο. Κάθισε ξανά στο κρεβάτι, μαλάκωσε τη φωνή και το βλέμμα του, έβαλε το χέρι στο μάγουλό της και το χάιδεψε. «Σεσίλια» είπε και συνέχισε με λόγια που κυλούσαν αβίαστα στη γλώσσα του, όπως τόσες φορές παλιότερα. Όταν εκείνη κόλλησε ξανά πάνω του, ο Έρικ ένιωσε τα στήθη της μέσα απ' το πουκάμισό του. Το ξεκούμπωσε πάλι. Έπειτα από ένα καθυστερημένο μεσημεριανό στο εστιατόριο Κελάρι, ο Πάτρικ παρκάρισε μπροστά στο χαμηλό, λευκό κτίριο που δεν θα κέρδιζε ποτέ βραβείο αρχιτεκτονικής και κατόπιν μπήκε στη ρεσεψιόν του αστυνομικού τμήματος του Τανουμσχέντε. «Έχεις επίσκεψη» είπε η Άνικα και τον κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της. «Ποιος είναι;» «Δεν ξέρω, αλλά είναι πολύ όμορφη. Λίγο γεματούλα ίσως, αλλά πιστεύω ότι θα σου αρέσει». «Μα τι κάθεσαι και λες;» έκανε μπερδεμένος ο Πάτρικ και αναρωτήθηκε μέσα του γιατί η Άνικα είχε αρχίσει να ασχολείται με ζευγαρώματα για συναδέλφους που ήταν ευτυχισμένοι στον γάμο τους. «Ε, πήγαινε να δεις και μόνος σου, σε περιμένει στο γραφείο σου» είπε η Άνικα και του έκλεισε το μάτι. Ο Πάτρικ πήγε στο γραφείο του και σταμάτησε στην πόρτα. «Γεια σου, αγάπη μου. Τι κάνεις εδώ;» Η Ερίκα καθόταν στην πολυθρόνα επισκεπτών μπροστά στο γραφείο του και ξεφύλλιζε αφηρημένα το περιοδικό Αστυνομία. «Πολύ άργησες» του είπε χωρίς ν’ απαντήσει την ερώτησή του. «Έτσι είναι οι κουραστικές μέρες των αστυνομικών;» Ο Πάτρικ απλώς ρουθούνισε. Ήξερε ότι άρεσε στην Ερίκα να τον πειράζει. «Λοιπόν; Τι κάνεις εδώ;» τη ρώτησε και κάθισε στην καρέκλα του γραφείου του. Έσκυψε μπροστά και κοίταξε τη γυναίκα του. Για άλλη μια φορά σκέφτηκε πόσο όμορφη ήταν. Θυμήθηκε την πρώτη


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

41

φορά που τον είχε επισκεφτεί στο τμήμα, τότε που είχε δολοφονηθεί η φιλενάδα της, Αλεξάντρα Βίκνερ, και ήταν πεπεισμένος ότι η Ερίκα είχε ομορφύνει κι άλλο από τότε. Το ξεχνούσε αυτό καμιά φορά, μέσα στη ρουτίνα της καθημερινότητας, καθώς οι μέρες περνούσαν σε μια ζωή όλο δουλειά, μια ζωή με τα πηγαινέλα στον παιδικό σταθμό, με τις επισκέψεις στο σουπερμάρκετ και τα βράδια που άραζε κατάκοπος στον καναπέ και κοιτούσε τηλεόραση. Αλλά καμιά φορά ερχόταν σαν πραγματική έκπληξη η σκέψη τού πόσο μακριά από την καθημερινότητα ήταν ο έρωτάς του για κείνη. Και τώρα που καθόταν εκεί, απέναντί του, με τον χειμωνιάτικο ήλιο να μπαίνει από το παράθυρο και να τονίζει το ξανθό χρώμα των μαλλιών της και με τα δυο παιδιά τους στην κοιλιά της, η αίσθηση αυτή ήταν τόσο έντονη που γνώριζε πως αυτές οι στιγμές θα διαρκούσαν μια ζωή. Ο Πάτρικ συνειδητοποίησε ότι δεν είχε ακούσει τι του είχε απαντήσει η Ερίκα και την παρακάλεσε να το επαναλάβει. «Ναι, είπα ότι πήγα και μίλησα με τον Κρίστιαν τώρα το πρωί». «Πώς είναι;» «Φαινόταν να αισθάνεται αρκετά καλά, λίγο ταραγμένος ήταν απλώς. Αλλά…» Δάγκωσε τα χείλη της. «Αλλά τι; Πίστευα απλώς ότι είχε πιει ένα ποτηράκι παραπάνω και ότι ήταν νευρικός». «Μμ, μόνο που αυτό δεν είναι όλη η αλήθεια». Η Ερίκα έβγαλε προσεκτικά μια πλαστική σακούλα από την τσάντα της και την έδωσε στον Πάτρικ. «Τη μικρή κάρτα την έλαβε χτες μαζί με μια ανθοδέσμη. Και το γράμμα είναι ένα από τα έξι που έχει λάβει τον τελευταίο ενάμιση χρόνο περίπου». Ο Πάτρικ κοίταξε τη σύζυγό του λίγο περισσότερο από το συνηθισμένο και άρχισε να ανοίγει τη σακούλα. «Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να τα διαβάσεις χωρίς να τα βγάλεις. Τα έχουμε πιάσει ήδη εγώ και ο Κρίστιαν. Σίγουρα δεν χρειάζονται άλλα δακτυλικά αποτυπώματα». Ο Πάτρικ τής έριξε άλλο ένα παρατεταμένο βλέμμα, αλλά έκανε ό,τι του είπε και διάβασε προσεκτικά το κείμενο στην κάρτα και μετά στο γράμμα μέσα στην πλαστική σακούλα. «Πώς θα τα ερμήνευες αυτά εσύ;» Η Ερίκα μετακινήθηκε λίγο


42

KAMILLA LACKBERG

προς τα εμπρός στο κάθισμά της, αλλά αναγκάστηκε αμέσως να κατανείμει σωστότερα το βάρος της στην καρέκλα που ήταν έτοιμη να μπατάρει. «Ναι, όντως φαίνονται σαν απειλές. Έστω κι αν δεν διατυπώνονται άμεσα». «Ναι, έτσι το ερμήνευσα κι εγώ. Και είναι απολύτως σίγουρο ότι έτσι το ερμηνεύει και ο Κρίστιαν, έστω κι αν προσπαθεί να υποβαθμίσει τη σημασία τους. Δεν θέλει καν να δείξει τα γράμματα στην αστυνομία». «Δηλαδή, αυτά εδώ…» Ο Πάτρικ σήκωσε τη σακούλα στο ύψος του προσώπου της Ερίκα. «Α, μάλλον έτυχε να τα πάρω μαζί μου. Πόσο αδέξιο εκ μέρους μου». Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι σε μια προσπάθεια να φανεί αξιολάτρευτη, αλλά ο σύζυγός της δεν έχαψε το δόλωμα. «Δηλαδή τα έκλεψες από τον Κρίστιαν;» «Ε κι εσύ τώρα. Τα έκλεψα! Απλώς τα δανείστηκα για λίγο». «Και τι περιμένεις να κάνω εγώ με αυτό το… δανεικό υλικό;» ρώτησε ο Πάτρικ αν και ήξερε ποια θα ήταν η απάντηση. «Προφανώς κάποιος απειλεί τον Κρίστιαν κι εκείνος φοβάται. Είδα και σήμερα τον φόβο στο πρόσωπό του. Το παίρνει πολύ σοβαρά αυτό το θέμα. Τώρα, δεν καταλαβαίνω γιατί δεν θέλει να το αναφέρει στην αστυνομία, αλλά μήπως θα μπορούσες εσύ, κάπως διακριτικά, να δεις αν υπάρχει κάτι στο γράμμα και στην κάρτα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί;» Η φωνή της Ερίκα ήταν ικετευτική και ο Πάτρικ ήξερε ήδη ότι θα ενέδιδε. Όταν η Ερίκα είχε τέτοια διάθεση δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα. Κι αυτό ήταν για τον Πάτρικ μια ακριβοπληρωμένη εμπειρία. «Καλά, καλά» της είπε και σήκωσε ψηλά τα χέρια του. «Θα κοιτάξω να δω μήπως ανακαλύψω κάτι. Αλλά δεν θα το βάλω και ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων μου». Η Ερίκα χαμογέλασε. «Ευχαριστώ, αγάπη μου». «Άντε, πήγαινε τώρα στο σπίτι να ξεκουραστείς» είπε ο Πάτρικ και δεν μπόρεσε να μη σκύψει μπροστά να τη φιλήσει. Όταν εκείνη έφυγε, ο Πάτρικ άρχισε να περιεργάζεται, αφηρημένα ομολογουμένως, τη σακούλα με τα απειλητικά λόγια. Το μυαλό του δούλευε υποτονικά και αργά, αν και ένιωθε πως κάτι είχε αρχίσει


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

43

να αναδεύεται εκεί μέσα. Ο Κρίστιαν και ο Μάγκνους ήταν φίλοι. Να ήταν άραγε δυνατόν;… Απόδιωξε μεμιάς τη σκέψη, που δεν σταμάτησε ωστόσο να επιστρέφει επίμονη και τον ανάγκασε να κοιτάξει τη φωτογραφία που ήταν καρφιτσωμένη στον τοίχο μπροστά του. Να υπήρχε άραγε κάποια σχέση; Ο Μπέρτιλ Μέλμπεργ έσπρωχνε το καροτσάκι μπροστά του. Ο Λίο καθόταν ως συνήθως χαρούμενος και ικανοποιημένος και χαμογελούσε περιστασιακά αφήνοντας να φανούν δύο κάτω δόντια. Ο Ερνστ είχε μείνει στο τμήμα σήμερα, αλλά κατά τ’ άλλα συνήθιζε κι αυτός να βαδίζει υπάκουα δίπλα στο καρότσι του μωρού και να φροντίζει για την ασφάλεια του παιδιού που είχε γίνει το επίκεντρο και της δικής του ζωής. Διότι ο Λίο ήταν ήδη το επίκεντρο της ζωής του Μέλμπεργ. Ο Μέλμπεργ δεν είχε φανταστεί ποτέ του ότι θα αισθανόταν έτσι για κάποιον. Από τότε που παρακολούθησε τη γέννησή του, από τότε που έγινε ο πρώτος που τον κράτησε στην αγκαλιά του, ο Λίο είχε καταφέρει να αδράξει την καρδιά του με σιδερένιο χέρι. Βέβαια, κάτι ανάλογο είχε καταφέρει επίσης να κάνει και η γιαγιά του Λίο, αλλά στην κορυφή της λίστας με τα σημαντικότερα άτομα στη ζωή του Μέλμπεργ βρισκόταν τούτος ο μπόμπιρας. Ο Μέλμπεργ κατευθύνθηκε απρόθυμα ξανά προς το αστυνομικό τμήμα. Στην πραγματικότητα ήταν η Πάουλα που θα φρόντιζε τον μικρό Λίο όσο η σύντροφός της Γιοχάνα θα πήγαινε να κάνει μερικές δουλειές. Αλλά όταν η Πάουλα αναγκάστηκε να πάει στο σπίτι μιας γυναίκας, της οποίας ο πρώην άντρας ήταν έτοιμος «να την κάνει τουλούμι στο ξύλο», ο Μέλμπεργ έτρεξε πρώτος να δηλώσει πως θα αναλάμβανε αυτός να βγάλει το παιδί για περίπατο. Τώρα όμως δεν ήθελε να τον αφήσει πάλι στα χέρια κάποιου άλλου. Ο Μέλμπεργ ζήλευε πολύ την Πάουλα επειδή θα έπαιρνε σύντομα γονική άδεια. Δεν θα τον πείραζε καθόλου να πάρει κι αυτός μια άδεια για να περάσει λίγο χρόνο με τον Λίο. Ίσως να ήταν καλή ιδέα, διότι εδώ που τα λέμε, ως καλός προϊστάμενος και ηγέτης όφειλε να δίνει και στους υφισταμένους του μια ευκαιρία να αναπτυχθούν. Εκτός αυτού ο Λίο χρειαζόταν ένα ισχυρό αρσενικό πρότυπο εξαρχής. Με δύο μαμάδες και κανέναν μπαμπά στον ορίζοντα ο Μέλμπεργ έπρεπε να αρχίσει


44

KAMILLA LACKBERG

όντως να σκέφτεται το καλό του παιδιού και να του δώσει την ευκαιρία να έχει δίπλα του έναν πραγματικό και αξιόπιστο άντρα. Κάποιον σαν κι ελόγου του, για παράδειγμα. Ο Μέλμπεργ έσπρωξε τη βαριά πόρτα του τμήματος με τον γοφό και τράβηξε μέσα το καρότσι πισωπατώντας. Η Άνικα έλαμψε ολάκερη σαν τους είδε, και ο Μέλμπεργ φούσκωσε σαν διάνος από την περηφάνια. «Μπα, βγήκαμε έξω και κόψαμε τις βολτίτσες μας;» έκανε η Άνικα και σηκώθηκε για να βοηθήσει τον Μέλμπεργ με το καρότσι. «Ναι, τα κορίτσια χρειάστηκαν τη βοήθειά μου γιατί ήταν απασχολημένα» αποκρίθηκε ο Μέλμπεργ και άρχισε να βγάζει προσεκτικά τα εξωτερικά ρούχα του μικρού. Η Άνικα τον κοίταζε και το διασκέδαζε. Η εποχή των θαυμάτων δεν είχε περάσει ακόμη. «Έλα λοιπόν, μικρέ μου, να δούμε αν είναι εδώ η μαμά» έκανε γλυκά ο Μέλμπεργ και σήκωσε τον Λίο. «Η Πάουλα δεν γύρισε ακόμη» είπε η Άνικα και πήγε ξανά στο γραφείο της. «Α, τι κρίμα… Τότε θα αναγκαστείς να μείνεις λίγο ακόμα με τον γέρο παππού σου, μικρέ» είπε με φανερή ικανοποίηση ο Μέλμπεργ και πήγε προς την κουζίνα με τον Λίο στην αγκαλιά. Η ιστορία περί παππού Μπέρτιλ ήταν πρόταση των κοριτσιών όταν ο Μέλμπεργ μετακόμισε στης Ρίτα πριν από δύο μήνες. Και τώρα χρησιμοποιούσε με την παραμικρή ευκαιρία τον τίτλο αυτό, τον είχε συνηθίσει και τον απολάμβανε. Παππούς Μπέρτιλ. Ο Λούντβιγκ είχε γενέθλια και η Σία προσπαθούσε να προσποιηθεί ότι επρόκειτο για συνηθισμένα γενέθλια. Δεκατριών ετών. Τόσος καιρός είχε περάσει από τότε που είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια μέσα στη μαιευτική κλινική για τη σχεδόν γελοία ομοιότητα πατέρα και γιου. Μια ομοιότητα που όχι μόνο δεν είχε μειωθεί με τα χρόνια, αλλά είχε αυξηθεί κι άλλο. Τώρα αυτό ήταν κάτι που την έκανε, από τα βάθη της καρδιάς της, να μη θέλει να κοιτάζει καν τον Λούντβιγκ. Να μη βλέπει εκείνο τον συνδυασμό των καστανών ματιών με μια ιδέα πράσινου, αλλά και τα ξανθά μαλλιά που ξάνθαιναν ακόμα περισσότερο με το έμπα του καλοκαιριού και έμοιαζαν σχεδόν κατάλευκα. Ο Λούντβιγκ είχε επίσης το ίδιο κορμί με τον Μάγκνους, και


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

45

έκανε τις ίδιες κινήσεις που συνήθιζε να κάνει κι εκείνος. Ψηλός, καλαμοκάνης και με χέρια που εκείνη τα ένιωθε ίδια με του Μάγκνους σαν τυλίγονταν γύρω της. Ακόμα και οι παλάμες τους έμοιαζαν. Με τρεμάμενα χέρια η Σία προσπάθησε να γράψει το όνομα του Λούντβιγκ στην τούρτα με μαρζιπάν φιστικιού και τριμμένο αμύγδαλο. Ήταν κι αυτό κάτι στο οποίο έμοιαζαν εκείνοι οι δύο. Ο Μάγκνους μπορούσε κάλλιστα να καταβροχθίσει μια τέτοια τούρτα εντελώς μόνος του, και το άδικο σε όλη αυτή την ιστορία ήταν πως δεν έπαιρνε ούτε γραμμάριο. Η ίδια έτσι και κοιτούσε απλώς ένα μικρό βούτημα έπαιρνε μισό κιλό. Αλλά τώρα είχε λεπτύνει τόσο όσο ονειρευόταν. Από τότε που είχε εξαφανιστεί ο Μάγκνους τα κιλά άρχισαν να φεύγουν από πάνω της. Κάθε μπουκιά τής φαινόταν υπερβολικά μεγάλη. Είχε κι εκείνο τον κόμπο στο στομάχι από την ώρα που ξυπνούσε μέχρι την ώρα που πήγαινε να ξαπλώσει και να βυθιστεί σε έναν ανήσυχο ύπνο, που την έκανε να τρώει σαν πουλάκι, μικρές μπουκιές, μια σταλιά η μία. Παραπάνω δεν μπορούσε. Μολαταύτα δεν της καιγόταν καρφάκι για την εικόνα της, δεν κοιτιόταν πια σε καθρέφτη. Τι νόημα είχε τη στιγμή που ο Μάγκνους δεν ήταν εκεί; Μερικές φορές ευχόταν να είχε πεθάνει ο Μάγκνους μπροστά στα μάτια της. Να είχε πάθει μια καρδιακή προσβολή ή να τον είχε πατήσει αμάξι. Οτιδήποτε, αρκεί να το ήξερε και να είχε ασχοληθεί με την κηδεία, με την επικύρωση της διαθήκης και με όλα εκείνα τα πρακτικά θέματα που απαιτούνταν όταν κάποιος πέθαινε. Ίσως τότε να είχε νιώσει τον πόνο του πένθους, ώσπου σιγά σιγά θα υποχωρούσε και θα άφηνε πίσω μια ενοχλητική αίσθηση απώλειας, ανάκατη με όμορφες μνήμες. Τώρα όμως δεν είχε τίποτα. Όλα ήταν σαν ένα μεγάλο κενό. Εκείνος είχε χαθεί και δεν υπήρχε πλέον αντικείμενο πένθους μήτε τρόπος να προχωρήσει. Δεν κατάφερνε πια ούτε τη δουλειά της να κάνει, δεν ήξερε για πόσο ακόμα θα κρατούσε η αναρρωτική άδεια. Κοίταξε την τούρτα. Τα είχε κάνει μαντάρα με την κρέμα. Δεν μπορούσες να διαβάσεις τίποτα από εκείνα τα εξογκώματα που κάλυπταν το μαρζιπάν, και ένιωθε αυτή την κατάσταση να ρουφάει όποιο περίσσεμα δύναμης της είχε απομείνει. Σωριάστηκε με την πλάτη κόντρα στο ψυγείο και ο λυγμός που άρχισε να σχηματίζεται


46

KAMILLA LACKBERG

μέσα της, παντού μέσα της, ήθελε να βγει, να ξεσπάσει. «Μαμά, μην κλαις». Η Σία ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της. Ήταν το χέρι του Μάγκνους. Όχι, του Λούντβιγκ ήταν. Η Σία κούνησε το κεφάλι. Η πραγματικότητα ετοιμαζόταν να γλιστρήσει μακριά της και να εξαφανιστεί στο σκοτάδι που η Σία ήξερε ότι καραδοκούσε. Ένα υπέροχο, ζεστό σκοτάδι που θα την τύλιγε για πάντα αν το επέτρεπε. Μέσα όμως από τα δάκρυα είδε τα καστανά μάτια και τα ξανθά μαλλιά και ήξερε ότι δεν μπορούσε να παραιτηθεί. «Την τούρτα» είπε ανάμεσα σε λυγμούς και έκανε να σηκωθεί. Ο Λούντβιγκ τη στήριξε, τη βοήθησε να σταθεί στα πόδια της και έπειτα πήρε απαλά το σωληνάριο με την κρέμα από το χέρι της. «Θα το τακτοποιήσω εγώ, μαμά. Πήγαινε να ξεκουραστείς λίγο, κι εγώ θα ετοιμάσω την τούρτα». Της χάιδεψε το μάγουλο. Ήταν μόλις δεκατριών αλλά δεν ήταν πια παιδί. Ήταν ο πατέρας του τώρα, ήταν ο Μάγκνους, ο βράχος της. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να τον αφήσει να επωμιστεί αυτό τον ρόλο, ήταν ακόμη πολύ μικρός. Αλλά δεν άντεχε να κάνει άλλο απ' το να αλλάξει ρόλους μαζί του, και μάλιστα με ευγνωμοσύνη. Σκούπισε τα μάτια της με το μανίκι του πουλόβερ, ενώ ο Λούντβιγκ πήρε ένα μαχαίρι και καθάρισε προσεκτικά τα γλιτσιασμένα εξογκώματα από την τούρτα των γενεθλίων του. Το τελευταίο που είδε η Σία καθώς έβγαινε από την κουζίνα ήταν ο γιος της που προσπαθούσε να σχηματίσει το πρώτο γράμμα του ονόματός του. Λ, όπως Λούντβιγκ.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

47

«Είσαι το όμορφο αγόρι μου, το ξέρεις;» είπε η μητέρα και τον χτένισε προσεκτικά. Εκείνος απλώς έγνεψε καταφατικά. Και βέβαια το ήξερε. Ήταν το όμορφο αγόρι της μητέρας. Του το έλεγε συνεχώς από τότε που τους είχε ακολουθήσει στο σπίτι και δεν κουραζόταν ποτέ να το ακούει. Καμιά φορά σκεφτόταν τα περασμένα. Εκείνο το σκοτάδι, εκείνη τη μοναξιά. Αλλά του έφτανε να ρίξει μια ματιά σ’ εκείνο το όμορφο πλάσμα που ήταν τώρα η μητέρα του, και τα περασμένα εξαφανίζονταν, γλιστρούσαν μακριά και χάνονταν. Ήταν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Ήταν φρεσκολουσμένος και η μητέρα τον είχε τυλίξει μ’ εκείνο το πράσινο μπουρνούζι με τα κίτρινα λουλούδια. «Θέλει η αγάπη μου λίγο παγωτό;» «Τον κακομαθαίνεις». Η φωνή του πατέρα από το άνοιγμα της πόρτας. «Και πού είναι το κακό σ' αυτό;» αντιγύρισε η μάνα. Τυλίχτηκε σφιχτά μέσα στο μπουρνούζι και τράβηξε την κουκούλα στο κεφάλι του για να κρυφτεί από τον σκληρό τόνο στα λόγια που έκαναν γκελ στα πλακάκια και επέστρεφαν. Από τη μαυρίλα που έβγαινε ξανά στην επιφάνεια. «Λέω απλώς ότι δεν του κάνεις καλό με το να τον κακομαθαίνεις». «Μήπως λες ότι δεν ξέρω πώς ν’ αναθρέψω τον γιο μας;» Τα μάτια της μητέρας σκοτείνιασαν κι έγιναν απύθμενα. Ήταν σαν να ήθελε να αφανίσει τον πατέρα με το βλέμμα και μόνο. Και, ως συνήθως, η οργή της έκανε τον θυμό του πατέρα να χαθεί. Όταν σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του, εκείνος φάνηκε να συρρικνώνεται. Μαζεύτηκε και έγινε μικρός πολύ. Ένας μικρός, γκρίζος πατέρας. «Σίγουρα εσύ ξέρεις καλύτερα» μουρμούρισε εκείνος και έφυγε με


48

KAMILLA LACKBERG

το κεφάλι σκυφτό. Έπειτα ακούστηκε ο ήχος των παπουτσιών που φόρεσε και η εξώπορτα που έκλεισε προσεκτικά. Ο πατέρας θα πήγαινε πάλι περίπατο. «Δεν μας νοιάζει τι λέει αυτός» μουρμούρισε η μητέρα στο αυτί του, που ήταν καλυμμένο από το πράσινο πετσετέ ύφασμα. «Εγώ κι εσύ αγαπιόμαστε. Μόνον εγώ κι εσύ». Εκείνος κόλλησε πάνω στα στήθια της σαν μικρό ζώο και την άφησε να τον κανακέψει, να τον παρηγορήσει. «Μόνον εγώ κι εσύ» ψιθύρισε κι αυτός.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

49

«Μη! Δεν θέλω!» Η Μάγια εξάντλησε ένα μεγάλο μέρος του πενιχρού της λεξιλογίου όταν το πρωί της Παρασκευής ο Πάτρικ έκανε απέλπιδες προσπάθειες να την αφήσει στη νηπιαγωγό Εύα. Η κόρη του κρεμάστηκε από το μπατζάκι του και ούρλιαζε, και στο τέλος τον ανάγκασε να της ανοίξει τα δάχτυλά της ένα προς ένα. Τον πονούσε η καρδιά του όταν είδε να την παίρνουν μακριά του και να τεντώνει τα χεράκια της προς το μέρος του. Εκείνο το λυγμικό «Μπαμπά!» αντηχούσε στο μυαλό του καθώς πήγαινε στο αυτοκίνητο. Κάθισε για αρκετά λεπτά και κοιτούσε έξω σκεφτικός με το κλειδί της μίζας στο χέρι. Αυτό γινόταν εδώ και δύο μήνες τώρα, και σίγουρα ήταν άλλος ένας τρόπος με τον οποίο η Μάγια έδειχνε τι πίστευε για την εγκυμοσύνη της Ερίκα. Κι ο Πάτρικ έδινε τη μάχη αυτή κάθε πρωί. Το είχε προτείνει ο ίδιος. Παραήταν κουραστικό για την Ερίκα να ντύνει και να γδύνει τη Μάγια, και οπωσδήποτε δεν υπήρχε περίπτωση να σκύψει να της δέσει τα παπούτσια. Οπότε έμενε μία εναλλακτική λύση. Ήταν όμως κουραστικό και άρχιζε πριν ακόμη φτάσουν στον παιδικό σταθμό. Ήδη από την ώρα που την έντυνε, η Μάγια σκαρφάλωνε πάνω του και πήγαινε να του ξεφύγει και ο Πάτρικ ντρεπόταν να το παραδεχτεί αλλά μερικές φορές την άρπαζε πολύ άγαρμπα και η Μάγια ούρλιαζε με όλη τη δύναμή της. Έπειτα ο Πάτρικ ένιωθε ότι ήταν ο χειρότερος μπαμπάς του κόσμου. Έτριψε κουρασμένα τα μάτια του, πήρε μια βαθιά ανάσα και έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο. Αλλά αντί να κατευθυνθεί προς το Τανουμσχέντε είχε την έμπνευση να στρίψει προς τις βίλες πίσω από την περιοχή Κούλεν. Πάρκαρε μπροστά από το σπίτι της οικογένειας


50

KAMILLA LACKBERG

Σέλνερ και πήγε με διστακτικό βήμα προς την πόρτα. Κανονικά θα έπρεπε να είχε ειδοποιήσει ότι θα περνούσε, αλλά τώρα ήταν ήδη εδώ. Σήκωσε το χέρι του και το άφησε να πέσει βαρύ στη λευκή εξώπορτα. Ένα χριστουγεννιάτικο στεφάνι είχε απομείνει από τις γιορτές κρεμασμένο στην πόρτα. Κανένας δεν είχε σκεφτεί να το βγάλει ή να το αλλάξει με κάποιο άλλο διακοσμητικό. Δεν ακούστηκε τίποτα μέσα από το σπίτι και ο Πάτρικ χτύπησε άλλη μια φορά. Ίσως να μην ήταν κανείς εκεί. Αλλά μετά του φάνηκε πως άκουσε βήματα και είδε τη Σία να ανοίγει την πόρτα. Ολάκερο το σώμα της σφίχτηκε σαν τον είδε και ο Πάτρικ έσπευσε να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, δεν έρχομαι γι’ αυτό που φαντάστηκες» είπε. Καταλάβαιναν και οι δύο για ποιο πράγμα μιλούσε. Οι ώμοι της έπεσαν και παραμέρισε για να τον αφήσει να περάσει. Ο Πάτρικ έβγαλε τα παπούτσια του, κρέμασε το τζάκετ του σε έναν από τους ελάχιστους γάντζους που δεν ήταν παραφορτωμένοι με ρούχα για εφήβους. «Απλώς σκέφτηκα να περάσω για να μιλήσουμε λίγο» είπε και ένιωσε μεμιάς αβέβαιος για το πώς θα έπρεπε να της παρουσιάσει κάποιες σκόρπιες σκέψεις που είχε κάνει. Η Σία έγνεψε καταφατικά και μπήκε στην κουζίνα που βρισκόταν δεξιά από το χολ. Ο Πάτρικ την ακολούθησε. Είχε πάει από εκεί ξανά, κάνα δυο φορές. Τις μέρες μετά την εξαφάνιση του Μάγκνους είχαν καθίσει εκεί, στο τραπέζι της κουζίνας, που ήταν φτιαγμένο από πευκόξυλο, και είχαν συζητήσει για τα πάντα πολλές φορές. Της έκανε ερωτήσεις για θέματα που έπρεπε να είναι αυστηρώς προσωπικά, αλλά που δεν ήταν πια από τη στιγμή που ο Μάγκνους Σέλνερ πέρασε την εξώπορτα και δεν επέστρεψε ποτέ. Το σπίτι φαινόταν να μην έχει αλλάξει σε τίποτα. Ευχάριστο και συνηθισμένο, λίγο ανοικοκύρευτο ίσως, με ίχνη από ανέμελα παιδιά σε εφηβική ηλικία παντού. Αλλά την τελευταία φορά που είχαν καθίσει εδώ μαζί υπήρχε ακόμη μια αίσθηση ελπίδας. Τώρα η παραίτηση ήταν φανερή, κάλυπτε τα πάντα εκεί μέσα. Ακόμα και τη Σία. «Έχω λίγη τούρτα ακόμη. Ο Λούντβιγκ είχε γενέθλια χτες» είπε η Σία αφηρημένα και σηκώθηκε να βγάλει ένα ολόκληρο τέταρτο τούρτας από το ψυγείο. Ο Πάτρικ προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί,


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

51

αλλά η Σία είχε ήδη αρχίσει να βάζει πάνω στο τραπέζι πιατάκια και κουτάλια, κάτι που έκανε τον Πάτρικ να αντιληφθεί ότι σήμερα θα έτρωγε τούρτα για πρωινό. «Πόσων χρονών έγινε;» Ο Πάτρικ έκοψε ένα κομμάτι τούρτα, όσο πιο αξιοπρεπώς λεπτό μπορούσε. «Δεκατριών» είπε η Σία και ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της όταν έβαλε κι αυτή ένα μικρό κομμάτι στο πιάτο της. Ο Πάτρικ πολύ θα ήθελε να μπορούσε να την αναγκάσει να φάει κάτι περισσότερο, είχε αδυνατίσει πάρα πολύ τους τελευταίους μήνες. «Υπέροχη ηλικία. Ή μπορεί και όχι» είπε ο Πάτρικ και άκουσε πόσο σφιγμένος ήταν. Ένιωσε την κρέμα της τούρτας να τον μπουκώνει. «Μοιάζει τόσο στον μπαμπά του» είπε η Σία και το κουταλάκι της χτύπησε στο πιατάκι. Το άφησε κάτω και κοίταξε τον Πάτρικ. «Τι θέλεις;» Εκείνος καθάρισε τον λαιμό του. «Ίσως να πω και χαζομάρες, αλλά ξέρω ότι θέλεις να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας και να με συγχωρείς αν…» «Λέγε απλώς τι είναι» τον διέκοψε η Σία. «Να, σκέφτηκα κάτι. Ο Μάγκνους έκανε παρέα με τον Κρίστιαν Τιντέλ. Πώς γνωρίζονταν αυτοί οι δύο;» Η Σία τον κοίταξε απορημένη, αλλά δεν τον ρώτησε πώς και γιατί. Απλώς φάνηκε να σκέφτεται. «Ειλικρινά δεν ξέρω. Πιστεύω ότι γνωρίστηκαν σχεδόν αμέσως όταν ο Κρίστιαν μετακόμισε εδώ με τη Σάνα. Αυτή είναι άλλωστε από τη Φιελμπάκα. Ήταν πριν από εφτά χρόνια, περίπου. Ναι, έτσι είναι, διότι η Σάνα έμεινε έγκυος στον Μέλκερ σύντομα και ο Μέλκερ είναι πέντε χρονών τώρα. Ναι, θυμάμαι που λέγαμε πως τα κατάφεραν στο πιτς φιτίλι αυτοί οι δυο». «Δηλαδή γνωρίστηκαν μέσω της Σάνα κι εσένα;» «Όχι, η Σάνα είναι δέκα χρόνια μικρότερή μου, δεν κάναμε παρέα ποτέ παλιότερα. Για να σου πω την αλήθεια, ούτε θυμάμαι πώς έγινε και γνωριστήκαμε. Θυμάμαι μόνον ότι ο Μάγκνους είχε προτείνει να τους καλέσουμε στο σπίτι για φαγητό, και έπειτα από αυτό συναντηθήκαμε πολλές φορές. Η Σάνα κι εγώ δεν έχουμε πολλά κοινά, αλλά


52

KAMILLA LACKBERG

είναι ευχάριστη γυναίκα και τόσο η Έλιν όσο και ο Λούντβιγκ περνούσαν καλά με τα αγοράκια τους. Και μου άρεσε οπωσδήποτε περισσότερο ο Κρίστιαν από τους άλλους φίλους του Μάγκνους». «Για ποιους μιλάς;» «Τους παλιούς φίλους του Μάγκνους από τότε που ήταν παιδί. Τον Έρικ Λιντ και τον Κένετ Μπένγκτσον. Αυτούς και τις γυναίκες τους τους συναναστρεφόμουν μόνο για χάρη του Μάγκνους. Είναι απίστευτα διαφορετικοί άνθρωποι, πρέπει να πω». «Και ο Μάγκνους με τον Κρίστιαν; Πόσο στενοί φίλοι ήταν;» Η Σία χαμογέλασε. «Ο Κρίστιαν δεν έχει μάλλον στενούς φίλους. Δίνει την εντύπωση του βαρύθυμου και δεν είναι εύκολο να τον πλησιάσει κανείς. Αλλά με τον Μάγκνους ήταν εντελώς άλλος άνθρωπος. Ο άντρας μου επηρέαζε τους ανθρώπους. Τους έκανε να χαλαρώνουν». Ξεροκατάπιε και ο Πάτρικ συνειδητοποίησε ότι είχε μιλήσει για τον άντρα της σαν να μην υπήρχε πια. «Αλλά γιατί ρωτάς για τον Κρίστιαν; Μη μου πεις ότι του συνέβη κάτι;» πρόσθεσε ανήσυχη η Σία. «Όχι, τίποτα σοβαρό». «Βέβαια άκουσα αυτό που συνέβη στο πάρτι παρουσίασης του βιβλίου του. Ήμουν κι εγώ καλεσμένη, αλλά θα μου φαινόταν πολύ παράξενο να πάω εκεί χωρίς τον Μάγκνους. Ελπίζω ο Κρίστιαν να μην παρεξηγήθηκε που δεν πήγα». «Δύσκολο να το φανταστώ» είπε ο Πάτρικ. «Αλλά φαίνεται πως κάποιος του έστελνε γράμματα με απειλητικό περιεχόμενο τον τελευταίο χρόνο. Ίσως τώρα να φανεί ότι ψάχνω ψύλλο στ’ άχυρα, αλλά θα ήθελα να σε ρωτήσω αν ο Μάγκνους είχε λάβει κάτι παρόμοιο. Γνωρίζονταν και ίσως να συνέβη κάτι παρόμοιο στον Μάγκνους». «Απειλητικά γράμματα;» είπε η Σία. «Και νομίζεις ότι δεν θα σου το είχα πει ήδη; Γιατί να αποκρύψω κάτι που θα μπορούσε να σας βοηθήσει να ανακαλύψετε τι συνέβη στον Μάγκνους;» Η φωνή της ήταν δυνατότερη και τσιριχτή. «Είμαι απολύτως σίγουρος ότι αν ήξερες κάτι τέτοιο θα μου το έλεγες» βιάστηκε να της πει ο Πάτρικ. «Αλλά δεν θα μπορούσε να σου το έχει αποκρύψει ο Μάγκνους για να μη σε ανησυχήσει;» «Και πώς θα το ήξερα τότε για να σου το πω εσένα;» «Η εμπειρία μου με έχει διδάξει ότι οι γυναίκες διαισθάνονται τα


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

53

περισσότερα δίχως να τους τα έχει πει κανένας. Τουλάχιστον η γυναίκα μου φαίνεται πως το έχει αυτό το χάρισμα». Η Σία χαμογέλασε ξανά. «Ναι, έχεις κάποιο δίκιο σ’ αυτό. Είναι αλήθεια, θα το καταλάβαινα αν κάτι στενοχωρούσε τον Μάγκνους. Αλλά αυτός ήταν ο συνήθης, ανέμελος εαυτός του. Είναι ο πιο σταθερός και πιο αξιόπιστος άνθρωπος, σχεδόν πάντα χαρούμενος και θετικός. Αυτό καμιά φορά με τρέλαινε και προσπαθούσα να τον προκαλέσω να αντιδράσει, ειδικά όταν ήμουν κακοδιάθετη και εκνευρισμένη. Δεν τα κατάφερα ποτέ μου. Ο Μάγκνους ήταν αυτός που ήταν. Αν κάτι τον ανησυχούσε θα μιλούσε πρώτα μ’ εμένα για το πρόβλημα, κι αν μολαταύτα δεν το έκανε, εγώ θα το καταλάβαινα τελικά, κατά κάποιον τρόπο. Ήξερε τα πάντα για μένα και ήξερα τα πάντα γι’ αυτόν. Ξέραμε τα πάντα ο ένας για τον άλλον». Η φωνή της ήταν αποφασιστική και ο Πάτρικ κατάλαβε ότι η Σία εννοούσε αυτά που είπε. Κι ωστόσο ο Πάτρικ αμφέβαλλε. Ποτέ δεν ξέρεις τα πάντα για τον άλλον. Ούτε καν για το άτομο με το οποίο συζείς και το οποίο αγαπάς. Την κοίταξε. «Με συγχωρείς αν το παρατραβάω, αλλά μπορείς να μ’ αφήσεις να ρίξω μια ματιά εδώ γύρω; Για να αποκτήσω μια καλύτερη εικόνα για το ποιος ήταν ο Μάγκνους». Παρόλο που είχαν ήδη μιλήσει για τον Μάγκνους σε παρελθόντα χρόνο, ο Πάτρικ μετάνιωσε μεμιάς για τη διατύπωσή του. Αλλά η Σία δεν το σχολίασε. Αντίθετα έκανε μια χειρονομία προς την πόρτα και είπε: «Μπορείς να κοιτάξεις όσο θέλεις. Το εννοώ. Κάντε ό,τι θέλετε, ρωτήστε ό,τι θέλετε, αρκεί να τον βρείτε» είπε και σκούπισε σχεδόν επιθετικά ένα δάκρυ με την ανάποδη της παλάμης της. Ο Πάτρικ κατάλαβε ότι εκείνη ήθελε να μείνει μόνη για λίγο και το εκμεταλλεύτηκε για να σηκωθεί. Πήγε στο καθιστικό. Ήταν σαν το καθιστικό χιλιάδων άλλων σουηδικών σπιτιών. Ένας μεγάλος καναπές από το ΙΚΕΑ σε σκούρο μπλε χρώμα. Βιβλιοθήκη «Μπίλι» με ενσωματωμένο φωτισμό. Μια τηλεόραση επίπεδης οθόνης σε μια βάση που ήταν από το ίδιο ξύλο με το τραπέζι στην κουζίνα. Διακοσμητικά μπιμπελό και σουβενίρ από ταξίδια, φωτογραφίες των παιδιών στους τοίχους. Ο Πάτρικ πλησίασε για να δει καλύτερα μια κορνιζαρισμένη γαμήλια φωτογραφία που κρεμόταν πάνω από τον κα-


54

KAMILLA LACKBERG

ναπέ. Δεν ήταν καμιά παραδοσιακή φωτογραφία, από εκείνες τις στημένες. Απλώς έδειχνε τον Μάγκνους να είναι ξαπλωμένος στο πλάι στο γρασίδι, να στηρίζει με το χέρι το κεφάλι του και να φοράει φράκο. Η Σία ήταν ακριβώς πίσω του, με ένα νυφικό φόρεμα με πτυχές και φραμπαλάδες. Χαμογελούσε πλατιά και είχε βάλει το πόδι της αποφασιστικά πάνω στον Μάγκνους. «Οι γονείς πήγαν να πάθουν εγκεφαλικό όταν είδαν τη γαμήλια φωτογραφία» είπε η Σία πίσω του και ο Πάτρικ στράφηκε προς το μέρος της. «Είναι λίγο… διαφορετική φωτογραφία». Ο Πάτρικ την ξανακοίταξε. Είχε βέβαια συναντηθεί με τον Μάγκνους μερικές φορές από τότε που είχε μετακομίσει στη Φιελμπάκα, αλλά είχαν μείνει στους συνήθεις ευγενικούς χαιρετισμούς. Τώρα που είχε κοιτάξει προσεκτικότερα εκείνο το ειλικρινές, χαρωπό πρόσωπο ένιωσε αυθόρμητα πως ίσως να του άρεσε ως άνθρωπος αν τον γνώριζε καλύτερα. «Μπορώ να ανέβω πάνω;» ρώτησε ο Πάτρικ. Η Σία έγνεψε καταφατικά από εκεί που στεκόταν ακουμπισμένη στο κούφωμα της πόρτας. Υπήρχαν και στη σκάλα φωτογραφίες και ο Πάτρικ σταμάτησε για να τις μελετήσει. Αποτελούσαν μαρτυρίες μιας πλούσιας ζωής, εστιασμένης στην οικογένεια, και χαράς για τα απλά πράγματα της ζωής. Και φαινόταν ξεκάθαρα πως ο Μάγκνους Σέλνερ ήταν απίστευτα περήφανος για τα παιδιά του. Ειδικά μια φωτογραφία έκανε τον Πάτρικ να νιώσει έναν κόμπο στον λαιμό. Μια φωτογραφία από διακοπές. Ο Μάγκνους στεκόταν όρθιος με την Έλιν και τον Λούντβιγκ εκατέρωθεν και είχε τα χέρια του στους ώμους τους. Το βλέμμα του μαρτυρούσε μιαν άφατη ευτυχία και ο Πάτρικ αναγκάστηκε να στρέψει αλλού το δικό του. Προχώρησε και ανέβηκε τα τελευταία σκαλοπάτια για τον πάνω όροφο. Τα δύο πρώτα δωμάτια ήταν των παιδιών. Το δωμάτιο του Λούντβιγκ ήταν εκπληκτικά νοικοκυρεμένο. Δεν υπήρχαν ρούχα πεταμένα στο πάτωμα, το κρεβάτι ήταν στρωμένο και στο γραφείο υπήρχαν βαζάκια για στιλό και άλλα σχετικά αντικείμενα σε τακτοποιημένες αράδες. Το ενδιαφέρον του μικρού για ένα συγκεκριμένο είδος αθλητισμού ήταν φανερό. Μια φανέλα της Εθνικής Σουηδίας με το αυτόγραφο του Ζλάταν ήταν σε περίοπτη θέση πάνω από το κρεβάτι.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

55

Κατά τ’ άλλα, στους τοίχους κυριαρχούσαν αφίσες της ΙΦΚ Γέτεμποργ. «Ο Λούντβιγκ και ο Μάγκνους συνήθιζαν να πηγαίνουν στους ποδοσφαιρικούς αγώνες της ομάδας όσο συχνότερα μπορούσαν». Ο Πάτρικ αναπήδησε. Για άλλη μια φορά τον είχε ξαφνιάσει η φωνή της Σία. Πρέπει να είχε την ικανότητα να κινείται απαλά και αθόρυβα, μια που δεν την είχε ακούσει καν ν' ανεβαίνει τη σκάλα. «Νοικοκυρεμένο αγόρι». «Ναι, σαν τον μπαμπά του. Κυρίως ο Μάγκνους ήταν που συμμάζευε και καθάριζε το σπίτι. Εγώ είμαι η πιο ανοικοκύρευτη απ’ όλους. Αν κοιτάξεις στο επόμενο δωμάτιο θα καταλάβεις ποιο από τα παιδιά πήρε από μένα». Ο Πάτρικ άνοιξε την επόμενη πόρτα παρά την προειδοποιητική πινακίδα με τα μεγάλα γράμματα που έγραφε: ΧΤΥΠΑ ΠΡΙΝ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΜΕΣΑ! «Έλεος» έκανε ο Πάτρικ και πισωπάτησε. «Ναι, το “έλεος” είναι η σωστή λέξη για να περιγράψεις αυτό το πράγμα» είπε αναστενάζοντας η Σία και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος σαν να ήθελε να εμποδίσει τον εαυτό της να αρχίσει το καθάρισμα εκεί μέσα. Διότι στο δωμάτιο της Έλιν επικρατούσε ένα απερίγραπτο χάος. Ένα χάος σε ροζ. «Περίμενα να ξεπεράσει τη ροζ φάση της αργά ή γρήγορα, αλλά φαίνεται πως η τάση αυτή κλιμακώθηκε. Πέρασε από το ροζ της μικρής πριγκίπισσας στο ροζ του σοκ». Ο Πάτρικ ανοιγόκλεισε τα μάτια. Έτσι θα ήταν και της Μάγια το δωμάτιο σε κάνα δυο χρόνια; Και σκέψου αν τα δίδυμα ήταν κορίτσια. Θα πνιγόταν στο ροζ. «Εγώ σήκωσα τα χέρια ψηλά. Μπορεί να έχει κλειστή την πόρτα της όσο θέλει, για να μη βλέπω αυτό το χάλι. Απλώς ελέγχω για μυρωδιές πού και πού, πριν αρχίσει να μυρίζει πτωματίλα εκεί μέσα». Φάνηκε ν’ αντιδρά κι η ίδια για την επιλογή των λέξεων που έκανε, αλλά συνέχισε αμέσως: «Ο Μάγκνους δεν άντεχε ούτε να σκέφτεται την ύπαρξη μιας τέτοιας ακαταστασίας. Αλλά τον έπεισα να την αφήσει να κάνει τα δικά της. Μια που ήμουν κι εγώ ίδια, ξέρω ότι θα είχαμε ένα σωρό αχρείαστες κουβέντες και φασαρίες μεταξύ μας. Νοικοκυρεύτηκα όταν απέκτησα δικό μου διαμέρισμα και πιστεύω


56

KAMILLA LACKBERG

ότι το ίδιο θα κάνει και η Έλιν». Έκλεισε την πόρτα ξανά και έδειξε προς το δωμάτιο στο βάθος. «Εκεί είναι το δικό μας υπνοδωμάτιο. Δεν έχω αγγίξει τίποτα από τα πράγματα του Μάγκνους». Το πρώτο που παρατήρησε ο Πάτρικ ήταν πως είχαν τα ίδια σκεπάσματα και στο δικό του σπίτι. Με μπλε και λευκές ρίγες, αγορασμένα από το ΙΚΕΑ. Κατά κάποιον τρόπο αυτό τον έκανε να νιώσει άσχημα. Να νιώσει ευάλωτος. «Ο Μάγκνους κοιμόταν από τη μεριά του παράθυρου». Ο Πάτρικ πήγε στη μεριά του κρεβατιού που ξάπλωνε ο Μάγκνους. Βέβαια θα προτιμούσε να τα ελέγξει όλα αυτά μόνος του και με την ησυχία του. Αισθανόταν σαν να ψαχούλευε κρυφά σε κάτι που δεν τον αφορούσε, και η αίσθηση αυτή γινόταν εντονότερη όσο η Σία στεκόταν εκεί και τον παρακολουθούσε. Άλλωστε ούτε και ο ίδιος ήξερε τι ακριβώς έψαχνε να βρει. Απλώς ήθελε να μπει λίγο περισσότερο στο πετσί του Μάγκνους Σέλνερ, να τον δει σαν άνθρωπο με σάρκα και οστά και όχι μόνον σαν πρόσωπο σε μια φωτογραφία στον τοίχο του αστυνομικού τμήματος. Το βλέμμα της Σία ήταν ακόμη καρφωμένο στην πλάτη του, το ένιωθε, κάτι που τον έκανε να στραφεί τελικά προς το μέρος της και να της πει: «Δεν θέλω να το πάρεις στραβά, αλλά γίνεται να κοιτάξω εδώ γύρω μόνος μου;» Μέσα του έλπιζε ότι η Σία θα τον καταλάβαινε. «Φυσικά, με συγχωρείς» αποκρίθηκε εκείνη και χαμογέλασε απολογητικά. «Καταλαβαίνω ότι θα πρέπει να είναι ενοχλητικό να έχεις εμένα πάνω από το κεφάλι σου. Θα πάω κάτω να κάνω κάτι δουλειές, οπότε μπορείς να κινείσαι ελεύθερα». «Ευχαριστώ» είπε ο Πάτρικ και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Άρχισε το ψάξιμο από το κομοδίνο. Γυαλιά, μια στοίβα χαρτιά που απεδείχθη πως ήταν το χειρόγραφο της Γοργόνας, ένα άδειο ποτήρι και μια καρτέλα Αλβεντόν ήταν τα μοναδικά πράγματα που υπήρχαν εκεί. Ο Πάτρικ άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου και κοίταξε προσεκτικά μέσα. Τίποτα από τα περιεχόμενα δεν κίνησε το ενδιαφέρον του. Ένα βιβλίο τσέπης, το Ηλιακή καταιγίδα της Όσα Λάρσον, ένα κουτί με ωτασπίδες και μια σακούλα με καραμέλες για τον λαιμό. Ο Πάτρικ σηκώθηκε και πήγε στην γκαρνταρόμπα που κάλυπτε


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

57

όλη τη μία στενή πλευρά του υπνοδωματίου. Γέλασε όταν άνοιξε τις συρόμενες πόρτες και πήρε άλλη μια γεύση από αυτό που του είχε πει η Σία για τις διαφορετικές αντιλήψεις τους περί νοικοκυροσύνης. Η μισή γκαρνταρόμπα που έβλεπε προς το παράθυρο αποτελούσε ένα θαύμα νοικοκυροσύνης. Όλα ήταν όμορφα διπλωμένα και ταξινομημένα σε συρμάτινα καλάθια: κάλτσες, σλιπ, γραβάτες και ζώνες. Από πάνω κρέμονταν σιδερωμένα πουκάμισα και σακάκια μαζί με πόλο μπλουζάκια και τισέρτ. Τα τισέρτ ήταν κρεμασμένα σε κρεμάστρες – απίστευτο! Ο Πάτρικ συνήθιζε το πολύ πολύ να τα στοιβάζει σε ένα συρτάρι για να τα βγάζει μετά και να βλαστημάει που ήταν τόσο ζαρωμένα όταν τα χρειαζόταν. Και από αυτή την άποψη η άλλη μισή γκαρνταρόμπα που ανήκε στη Σία έμοιαζε να ακολουθεί το δικό του σύστημα. Όλα ήταν στοιβαγμένα φύρδην μίγδην, λες και κάποιος είχε ανοίξει την πόρτα της γκαρνταρόμπας, τα είχε πετάξει όλα μέσα και την έκλεισε βιαστικά. Έκλεισε ξανά τις συρόμενες πόρτες και κοίταξε το κρεβάτι. Υπήρχε κάτι σπαραξικάρδια θλιβερό σε ένα διπλό κρεβάτι όπου μόνο η μία πλευρά χρησιμοποιείται. Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε ποτέ του να κοιμηθεί σε διπλό κρεβάτι που θα ήταν κατά το ήμισυ άδειο. Μόνον η σκέψη να ξαπλώσει χωρίς την Ερίκα τού φαινόταν ανυπόφορη. Όταν κατέβηκε κάτω στην κουζίνα η Σία μάζευε τα πιατάκια τους. Του έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα κι εκείνος της είπε φιλικά: «Σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες την άδεια να ρίξω μια ματιά τριγύρω. Δεν ξέρω αν έχει κάποια σημασία, αλλά τώρα νιώθω ότι ξέρω λίγο περισσότερα πράγματα για τον Μάγκνους, για το ποιος ήταν… είναι». «Έχει σημασία. Για μένα». Της είπε αντίο, πέρασε την εξώπορτα και βγήκε. Σταμάτησε στη σκάλα και κοίταξε το μαραμένο στεφάνι που κρεμόταν στην πόρτα. Έπειτα από μια στιγμή δισταγμού το κατέβασε. Ο Μάγκνους με την τόσο έντονη αίσθηση νοικοκυροσύνης δεν θα το ήθελε να κρέμεται ακόμη εκεί. Και τα δύο παιδιά φώναζαν με όλη τους τη δύναμη. Ο ήχος αναπηδούσε στους τοίχους της κουζίνας και εκείνος νόμιζε ότι το κεφάλι


58

KAMILLA LACKBERG

του θα εκραγεί. Δεν είχε κοιμηθεί καλά εδώ και πολλές νύχτες. Οι σκέψεις στροβιλίζονταν στο μυαλό του, λες και έπρεπε να επεξεργαστεί καθεμιά από δαύτες σχολαστικότατα πριν περάσει στην επόμενη. Είχε μάλιστα σκεφτεί να σηκωθεί και να πάει στο σπιτάκι κάτω στο νερό για να γράψει. Αλλά η νυχτερινή σιγαλιά και το σκοτάδι εκεί έξω το μόνο που θα έκαναν θα ήταν να προσφέρουν στα φαντάσματά του πεδίο δράσης, και τούτος δεν ήταν σε θέση να πνίξει τις φωνές τους με τις διατυπώσεις του. Γι’ αυτό κι είχε μείνει εκεί ξαπλωμένος και κοιτούσε αφηρημένα το ταβάνι, καθώς η απόγνωση τον πλημμύριζε από παντού. «Σταματήστε τώρα αμέσως!» Η Σάνα ξεχώρισε τα αγοράκια που πάλευαν άγρια για το πακέτο του Ο’Βoy το οποίο βρέθηκε ατυχώς κάπου κοντά τους. Έπειτα στράφηκε προς τον Κρίστιαν που καθόταν και κοιτούσε με βλέμμα απλανές μπροστά του, με το σάντουιτς μισοφαγωμένο στο τραπέζι και τον καφέ ανέγγιχτο στο φλιτζάνι. «Θα ήταν ανακουφιστικό αν είχα λίγη βοήθεια εδώ πέρα!» «Κοιμήθηκα πολύ άσχημα» απάντησε εκείνος και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ που είχε ήδη κρυώσει. Σηκώθηκε και τον έχυσε στον νεροχύτη, γέμισε το φλιτζάνι με άλλον και έσταξε μέσα λίγο γάλα. «Ναι, καταλαβαίνω απόλυτα ότι έχεις πολλά στο μυαλό σου αυτήν τη στιγμή, και ξέρεις ότι σε υποστήριξα όλο τον καιρό που εργαζόσουν με το βιβλίο. Αλλά έχω κι εγώ τα όριά μου». Η Σάνα τράβηξε βίαια το κουτάλι από το χέρι του Νιλς, ακριβώς τη στιγμή που εκείνος ήταν έτοιμος να το κοπανήσει στο κεφάλι του μεγαλύτερου αδελφού του, και το πέταξε με θόρυβο στον νεροχύτη. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να συγκέντρωνε δυνάμεις πριν αφήσει να βγουν όλα εκείνα που είχαν συσσωρευτεί μέσα της. Ο Κρίστιαν ευχόταν να είχε η Σάνα ένα κουμπί αναμονής για να το πατήσει και να την κάνει να περιμένει. Δεν άντεχε. «Δεν έβγαλα κιχ όταν πήγαινες απευθείας από τη δουλειά στην αποθηκούλα κάτω στο νερό και καθόσουν εκεί όλο το βράδυ και έγραφες. Εγώ έφερνα τα παιδιά από τον σταθμό, εγώ μαγείρευα, εγώ φρόντιζα να τρώνε, εγώ καθάριζα εδώ στο σπίτι, τους βούρτσιζα τα δόντια, τους διάβαζα παραμύθια, τα έβαζα στο κρεβάτι. Και όλα αυτά


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

59

τα έκανα χωρίς να παραπονιέμαι, ενώ εσύ ασχολιόσουν με τη γαμημένη τη δημιουργία σου!» Αυτό το τελευταίο έσταζε σαρκασμό, έναν σαρκασμό που δεν είχε ακούσει ποτέ πριν να βγαίνει από το στόμα της· έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να κρατήσει απέξω τα λόγια που εκσφενδονίζονταν πάνω του. Αλλά εκείνη συνέχισε αμείλικτα. «Και πιστεύω ότι είναι υπέροχο που πηγαίνει καλά το πράγμα. Το ότι εξέδωσες το βιβλίο και ότι φαίνεται να είσαι ένα καινούργιο αστέρι στον λογοτεχνικό ορίζοντα. Πιστεύω ότι είναι πολύ ευχάριστο και χαλάλι σου. Μ’ εμένα τι γίνεται όμως; Πού κολλάω εγώ σε όλα αυτά; Κανένας δεν με επαινεί εμένα, κανείς δεν στρέφεται προς τα μένα για να πει: “Που να πάρει ο διάβολος, Σάνα, πόσο καλή είσαι. Τι τύχη για τον Κρίστιαν που σε έχει δίπλα του”. Ούτε εσύ δεν το λες. Θεωρείς απλώς δεδομένο ότι θα δουλεύω σαν σκλάβα εδώ στο σπίτι με τα παιδιά και το νοικοκυριό ενώ εσύ θα κάνεις “αυτό που πρέπει να κάνεις”». Σχημάτισε δύο εισαγωγικά στον αέρα. «Κι εντάξει, να το κάνω. Να φορτωθώ εγώ όλο το βάρος. Ξέρεις ότι λατρεύω να φροντίζω τα παιδιά, αλλά αυτό δεν το κάνει λιγότερο βαρύ. Και αυτό που ζητάω είναι να μου πεις τουλάχιστον ένα “ευχαριστώ”! Μπας και ζητάω πολλά, που να πάρει και να σηκώσει;» «Σάνα, όχι όταν ακούν τα παιδιά…» έκανε ο Κρίστιαν, αλλά αντιλήφθηκε ότι είχε πει το πιο λαθεμένο πράγμα. «Μπα, δεν είναι αυτό. Πάντα βρίσκεις έναν λόγο για να μη μου μιλήσεις, για να μη με πάρεις στα σοβαρά! Είτε είσαι πολύ κουρασμένος είτε δεν έχεις χρόνο επειδή πρέπει να γράψεις εκείνο το βιβλίο, ή δεν θέλεις να το συζητήσεις μπροστά στα παιδιά, ή, ή, ή… δεν ξέρω τι». Τα αγόρια κάθονταν εντελώς βουβά και κοιτούσαν με τρομαγμένο βλέμμα τον Κρίστιαν και τη Σάνα, και ο Κρίστιαν ένιωσε την κούραση να παραχωρεί τη θέση της στον θυμό. Αυτό ήταν κάτι που απεχθανόταν στη Σάνα και κάτι το οποίο είχαν συζητήσει πολλές φορές. Το γεγονός, δηλαδή, ότι δεν δίσταζε να ανακατεύει τα αγόρια στους καβγάδες τους. Ήξερε ότι εκείνη θα προσπαθούσε να πάρει τα παιδιά με το μέρος της στη μεταξύ τους διαμάχη που γινόταν όλο και εντονότερη. Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Ήξερε πως όλες οι αντιθέσεις τους οφείλονταν στο ότι δεν την αγαπούσε και ότι ποτέ δεν την


60

KAMILLA LACKBERG

είχε αγαπήσει. Και στο ότι κι εκείνη το γνώριζε, έστω κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Μάλιστα την είχε επιλέξει γι’ αυτό τον λόγο, επειδή δεν ήταν κάποια που θα μπορούσε να αγαπήσει. Όχι με τον ίδιο τρόπο που είχε… Χτύπησε τη γροθιά του στην άκρη του τραπεζιού και τόσο η Σάνα όσο και τα παιδιά αναπήδησαν με την απρόσμενη κίνησή του. Το χέρι τον πονούσε πολύ από το χτύπημα, κι αυτό ακριβώς ήταν που ήθελε. Ο πόνος έδιωξε όλα όσα δεν επέτρεπε στον εαυτό του να σκεφτεί και ένιωσε ότι μπορούσε να ανακτήσει πλέον τον έλεγχο. «Δεν θα κάνουμε αυτήν τη συζήτηση τώρα» είπε κοφτά και απέφυγε να κοιτάξει τη Σάνα κατάματα. Ένιωσε το βλέμμα της στην πλάτη του όταν πήγε στο χολ, πήρε το τζάκετ του, φόρεσε παπούτσια και βγήκε έξω. Το τελευταίο που άκουσε πριν κοπανήσει την πόρτα για να κλείσει ήταν η Σάνα που έλεγε στα παιδιά πως ο μπαμπάς τους ήταν ηλίθιος. Το χειρότερο ήταν η πλήξη. Να προσπαθεί να γεμίσει τις ώρες της όταν τα κορίτσια ήταν στο σχολείο με κάτι που να έχει τουλάχιστον λίγο νόημα. Όχι πως δεν είχε δουλειές να κάνει. Το ότι έκανε τη ζωή του Έρικ άνετη ήταν δουλειά με απαιτήσεις. Έπρεπε να υπάρχουν πάντοτε πουκάμισα κρεμασμένα, πλυμένα και σιδερωμένα, να προγραμματίζονται και να γίνονται γεύματα για συνεργάτες επιχειρηματίες και το σπίτι έπρεπε πάντα να λαμποκοπάει. Είχαν βέβαια βοήθεια με το καθάρισμα, την πλήρωναν μετρητοίς, χωρίς απόδειξη, μια φορά την εβδομάδα, αλλά πάντοτε υπήρχαν πράγματα που ήθελαν φροντίδα. Εκατομμύρια πράγματα που έπρεπε να λειτουργούν και να βρίσκονται στη θέση τους, δίχως ο Έρικ να αντιλαμβάνεται ότι γινόταν έστω και η παραμικρή προσπάθεια. Το πρόβλημα ήταν απλώς πως όλα αυτά ήταν τόσο αναθεματισμένα βαρετά. Εκείνη λάτρευε να βρίσκεται στο σπίτι όσο τα κορίτσια ήταν μικρά. Λάτρευε όλες τις δουλειές για τα μικρά, ακόμα και το να αλλάζει πάνες, κάτι που ο Έρικ δεν έκανε ποτέ του, ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Αλλά εκείνη δεν την πείραζε, διότι αισθανόταν πως την είχαν ανάγκη. Ότι ήταν χρήσιμη. Ήταν το κέντρο του κόσμου τους, το άτομο που σηκωνόταν πριν από αυτές και έκανε τον ήλιο να λάμπει.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

61

Αλλά αυτός ο καιρός είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Τα κορίτσια πήγαιναν σχολείο πια. Ασχολούνταν πλέον με φίλους και δραστηριότητες αναψυχής και την έβλεπαν σαν ένα άτομο που βρισκόταν εκεί για να τα εξυπηρετεί. Όπως την έβλεπε και ο Έρικ. Επίσης, διαπίστωνε με λύπη ότι όλοι αυτοί είχαν αρχίσει να γίνονται αρκετά αφόρητοι. Ο Έρικ αντιστάθμιζε τη λειψή του δέσμευση αγοράζοντας για τις κόρες του ό,τι γούσταραν, και είχε μεταδώσει την περιφρόνησή του γι’ αυτήν και στα κορίτσια. Η Λουίζ πέρασε το χέρι της από τον πάγκο της κουζίνας. Ιταλικό μάρμαρο, ειδικά εισαγμένο. Ο Έρικ το είχε διαλέξει κατά τη διάρκεια ενός επαγγελματικού ταξιδιού. Σ’ εκείνη δεν άρεσε. Πολύ κρύο και πολύ σκληρό. Αν είχε δικαίωμα επιλογής θα είχαν πάρει κάτι σε ξύλο, ίσως σκούρα βελανιδιά. Άνοιξε ένα από τα λαμπερά, λεία πορτάκια των ντουλαπιών. Και αυτά ψυχρά, επίδειξη γούστου χωρίς συναίσθημα. Για τον σκούρο πάγκο της θα είχε διαλέξει λευκά ρουστίκ πορτάκια ντουλαπιών, βαμμένα στο χέρι, έτσι ώστε να φαίνονται οι πινελιές που θα έδιναν ζωή στην επιφάνεια. Έσφιξε στη χούφτα ένα από εκείνα τα μεγάλα ποτήρια για κρασί. Γαμήλιο δώρο από τους γονείς του Έρικ. Φυσητά, ασφαλώς. Ήδη κατά το γαμήλιο δείπνο είχε υποστεί μια σχοινοτενή διάλεξη από τη μητέρα του Έρικ για το μικρό, αλλά επίλεκτο, εργαστήρι γυαλιού στη Δανία, εκεί όπου είχαν κάνει ειδική παραγγελία τα ακριβά ποτήρια. Κάτι σκίρτησε μέσα της και το χέρι της άνοιξε σαν από μόνο του. Το ποτήρι έγινε χιλιάδες θρύψαλα στο πάτωμα από μαύρη πέτρα θαλάσσης. Το πάτωμα που ήταν επίσης από την Ιταλία, φυσικά. Ήταν ένα από τα πολλά πράγματα που ο Έρικ φαινόταν να έχει κοινό με τους γονείς του: το σουηδικό δεν τους έκανε με τίποτα. Κι όσο από πιο μακριά προερχόταν κάτι, τόσο καλύτερα. Αρκεί να μην ήταν από την Ταϊβάν, φυσικά. Η Λουίζ κακάρισε, άπλωσε το χέρι της για να πιάσει ένα άλλο ποτήρι και πάτησε πάνω στα σπασμένα γυαλιά με τις παντόφλες που φορούσε μέσα στο σπίτι. Έπειτα κατευθύνθηκε αποφασιστικά προς το κιβώτιο με το κρασί που βρισκόταν πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Ο Έρικ την περιγελούσε που έπινε κρασί από χάρτινο κουτί. Γι’ αυτόν δεν έκανε τίποτε άλλο από το εμφιαλωμένο κρασί, το οποίο κόστιζε εκατοντάδες κορόνες το λίτρο. Ποτέ δεν θα περνούσε από το μυαλό του να μολύνει τους γευστικούς του κάλυκες


62

KAMILLA LACKBERG

με ένα κρασί για διακόσιες κορόνες το κουτί. Μερικές φορές, για να του τη σπάσει, γέμιζε το δικό του ποτήρι με το κρασί που έπινε η ίδια, αντί για εκείνο το γαλλικό για ψευτοαριστοκράτες ή το άλλο το νοτιοαφρικανικό, τα οποία πάντα συνοδεύονταν από μακροσκελείς παρουσιάσεις του ιδιαίτερου χαρακτήρα τους. Το περίεργο ήταν πως είχαν τον ίδιο ιδιαίτερο χαρακτήρα με το δικό της φτηνιάρικο κρασί, αφού ποτέ του δεν πρόσεξε καμιά διαφορά. Τέτοιες μικρές κινήσεις εκδίκησης ήταν που την έκαναν να αντέχει ακόμη τη ζωή και να μπορεί να αδιαφορεί για το ότι εκείνος έστρεφε τα κορίτσια εναντίον της, της συμπεριφερόταν σαν να ήταν σκουπίδι και γαμούσε μια γαμημένη κομμώτρια. Η Λουίζ έβαλε το ποτήρι κάτω από την κάνουλα και το γέμισε μέχρι πάνω. Έπειτα είπε ένα «εβίβα» στην αντανάκλασή της στην πόρτα του ψυγείου που ήταν από ανοξείδωτο χάλυβα. Η Ερίκα δεν μπορούσε να βγάλει τα γράμματα από το μυαλό της. Έκοβε βόλτες μέσα στο σπίτι, αλλά αναγκάστηκε να καθίσει στο τραπέζι της κουζίνας για λίγο, όταν αισθάνθηκε έναν αμβλύ πόνο στην οσφυϊκή περιοχή. Πήρε ένα μπλοκ και ένα στιλό που ήταν στο τραπέζι και άρχισε να γράφει αυτά που θυμόταν από τα γράμματα που είχε δει στο σπίτι του Κρίστιαν. Είχε καλή μνήμη στα κείμενα, οπότε ήταν σχεδόν σίγουρη ότι είχε καταγράψει τα περισσότερα. Διάβασε και ξαναδιάβασε αυτά που είχε γράψει, και έπειτα από κάθε ανάγνωση είχε την αίσθηση πως εκείνες οι σύντομες αράδες γίνονταν όλο και πιο απειλητικές. Ποιος είχε λόγο να νιώθει τέτοια οργή κατά του Κρίστιαν; Η Ερίκα κούνησε το κεφάλι της εκεί που καθόταν. Στην πραγματικότητα ήταν αδύνατον να καταλάβεις αν ήταν γυναίκα ή άντρας το άτομο που είχε γράψει τα γράμματα. Αλλά ήταν κάτι στο ύφος, στη δομή των προτάσεων και των εκφράσεων, που της έδινε την αίσθηση του μίσους μιας γυναίκας. Όχι ενός άντρα. Άπλωσε διστακτικά το χέρι να πιάσει το ασύρματο τηλέφωνο. Αλλά το τράβηξε αμέσως. Ίσως να ήταν ανόητο. Αλλά όταν διάβασε, για άλλη μια φορά, τις λέξεις στο μπλοκ που είχε μπροστά της, άρπαξε το τηλέφωνο και κάλεσε έναν αριθμό κινητού που τον ήξερε από μνήμης. «Γκάμπι». Η διευθύντρια του εκδοτικού οίκου απάντησε αμέσως


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

63

μετά το πρώτο χτύπημα. «Γεια σου, η Ερίκα είμαι». «Ερίκα!» Η τσιριχτή φωνή της Γκάμπι ανέβηκε μια οκτάβα, και η Ερίκα αναγκάστηκε να κρατήσει το ακουστικό λίγο πιο μακριά από το αυτί της. «Πώς είσαι, καλή μου; Δεν γέννησες ακόμη; Ξέρεις ότι τα δίδυμα συνηθίζουν να έρχονται νωρίς!» Η Γκάμπι ακουγόταν λες και έτρεχε. «Όχι, δεν γέννησα ακόμη» είπε η Ερίκα και προσπάθησε να κρύψει την ενόχλησή της. Δεν καταλάβαινε γιατί ο κόσμος ένιωθε την ανάγκη να της υπενθυμίζει ότι τα δίδυμα γεννιούνται νωρίτερα. Άλλωστε θα το ανακάλυπτε και από μόνη της όταν θα ερχόταν η ώρα. «Τηλεφωνώ για τον Κρίστιαν». «Ναι, αλήθεια, πώς είναι ο Κρίστιαν;» είπε η Γκάμπι. «Προσπάθησα να του τηλεφωνήσω πολλές φορές, αλλά η γυναικούλα του μου λέει ότι δεν είναι στο σπίτι, κάτι που πιστεύω ότι είναι ψέμα. Ήταν βέβαια τρομερό όταν σωριάστηκε έτσι στα καλά καθούμενα. Έχει αύριο να υπογράψει το βιβλίο του για πρώτη φορά και πρέπει να ειδοποιήσουμε σύντομα αν είναι να αναβληθεί, κάτι που δεν θα ήταν καθόλου καλό». «Τον συνάντησα και μάλλον είναι σε θέση να υπογράψει αύριο. Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς γι’ αυτό» είπε η Ερίκα και ετοιμάστηκε να πει αυτό για το οποίο είχε πραγματικά τηλεφωνήσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα, όσο της επέτρεπε ο περιορισμένος χώρος των πνευμόνων της και συνέχισε: «Είναι κάτι που θέλω να σε ρωτήσω». «Ρώτα με, μη διστάζεις». «Σας ήρθε τίποτα στον εκδοτικό οίκο που να αφορά τον Κρίστιαν;» «Τι εννοείς;» «Να, αναρωτιέμαι αν σας ήρθαν τίποτα γράμματα ή μέιλ σχετικά με τον Κρίστιαν ή γι’ αυτόν. Με απειλητικό περιεχόμενο». «Απειλητικά γράμματα;» Η Ερίκα άρχισε να αισθάνεται όλο και περισσότερο σαν παιδί που κάρφωσε συμμαθητή του, αλλά τώρα ήταν αργά για να κάνει πίσω. «Ναι, ο Κρίστιαν λάβαινε απειλητικά γράμματα επί ενάμιση χρόνο, σχεδόν από την εποχή που άρχισε να γράφει το βιβλίο. Και


64

KAMILLA LACKBERG

βλέπω ότι είναι ανήσυχος, έστω κι αν δεν θέλει να το δείξει πραγματικά. Σκέφτηκα, λοιπόν, μήπως ήρθε κάτι και στον εκδοτικό οίκο». «Όχι, τι μου λες τώρα; Τίποτα τέτοιο δεν έφτασε σ’ εμάς. Γράφει από ποιον είναι; Ξέρει ο Κρίστιαν ποιος είναι;» Η Γκάμπι σκόνταφτε στις λέξεις και ο ήχος των τακουνιών της που χτυπούσαν στην άσφαλτο είχε σταματήσει, άρα πρέπει να είχε σταθεί για λίγο. «Είναι ανώνυμα και δεν πιστεύω ότι ο Κρίστιαν γνωρίζει ποιος του τα έστειλε. Αλλά τον ξέρεις τώρα κι εσύ, δεν είναι καν σίγουρο ότι θα έλεγε κάτι ακόμα κι αν ήξερε. Αν δεν ήταν η Σάνα, ούτε εγώ θα μάθαινα τίποτα απ’ όλα αυτά. Και το ότι κατέρρευσε στο πάρτι την Τετάρτη οφείλεται στο ότι η καρτούλα που συνόδευε την ανθοδέσμη φαινόταν να προέρχεται από το ίδιο πρόσωπο που είχε γράψει τα γράμματα». «Αυτό ακούγεται απολύτως τρελό! Έχει σχέση με το βιβλίο;» «Έκανα την ίδια ερώτηση στον Κρίστιαν. Αλλά αυτός επιμένει να ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει κανένας που μπορεί να νιώθει δακτυλοδεικτούμενος από όσα γράφονται εκεί μέσα». «Λοιπόν, αυτό είναι πραγματικά τρομακτικό. Μπορείς να με ενημερώσεις αν μάθεις κάτι περισσότερο;» «Θα προσπαθήσω» είπε η Ερίκα. «Και μην αποκαλύψεις, σε παρακαλώ, στον Κρίστιαν ότι σου τα είπα όλα αυτά». «Φυσικά όχι. Αυτά θα μείνουν μεταξύ μας. Και θα ελέγχω προσεκτικότερα την αλληλογραφία που λαμβάνουμε για τον Κρίστιαν. Μάλλον θα λάβουμε αρκετά γράμματα τώρα που το βιβλίο θα βγει στο εμπόριο». «Ευχάριστο αυτό με τις κριτικές» είπε η Ερίκα για ν’ αλλάξει θέμα. «Είναι απολύτως υπέροχο!» έκανε η Γκάμπι με τέτοιον ενθουσιασμό που η Ερίκα αναγκάστηκε να απομακρύνει ξανά το ακουστικό από το αυτί της. «Άκουσα ήδη ότι το όνομα του Κρίστιαν αναφέρεται για το Βραβείο Άγκουστ. Για να μην πω ότι δέκα χιλιάδες αντίτυπα είναι ήδη καθ’ οδόν προς τα βιβλιοπωλεία». «Μα είναι απίστευτο» είπε η Ερίκα και ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά από περηφάνια. Διότι αν κάποιο άτομο ήξερε καλά πόσο είχε μοχθήσει ο Κρίστιαν γι’ αυτό το βιβλίο ήταν σίγουρα η


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

65

Ερίκα, και τη χαροποιούσε πάρα πολύ που οι κόποι του έπιαναν επιτέλους τόπο. «Σίγουρα είναι» τιτίβισε η Γκάμπι. «Αλλά τώρα δεν μπορώ να μιλήσω άλλο, καλή μου. Πρέπει να κάνω μερικά τηλεφωνήματα». Κάτι στην τελευταία φράση της Γκάμπι έκανε την Ερίκα να νιώσει άβολα. Έπρεπε να το σκεφτεί καλύτερα πριν τηλεφωνήσει στην εκδότρια. Έπρεπε να έχει φανεί πιο ήρεμη. Προς επιβεβαίωση των σκέψεων αυτών, ένα από τα δίδυμα της έριξε μια γερή κλοτσιά στα πλευρά. Ήταν μια πολύ παράξενη αίσθηση. Ευτυχία. Η Άννα την είχε αποδεχτεί σταδιακά και είχε μάθει να ζει μ’ αυτή. Είχε περάσει καιρός από τότε που είχε ξανανιώσει έτσι, αν είχε νιώσει ποτέ. «Δώσε εδώ!» Η Μπελίντα πήρε στο κυνήγι τη Λίσεν, τη μικρότερη κόρη του Νταν, η οποία πήγε και κρύφτηκε φωνάζοντας πίσω από την Άννα. Στο χέρι της κρατούσε σφιχτά τη βούρτσα μαλλιών της Μπελίντα. «Δεν μπορείς να την πάρεις! Δώσ’ την εδώ». «Άννα…» Η φωνή της Λίσεν ήταν παρακλητική, αλλά η Άννα την έφερε μπροστά της και την κράτησε εκεί με μια χαλαρή λαβή. «Αν πήρες τη βούρτσα της Μπελίντα χωρίς την άδειά της, πρέπει να την επιστρέψεις». «Το άκουσες!» έκανε η Μπελίντα. Η Άννα της έριξε μια προειδοποιητική ματιά. «Κι εσύ, Μπελίντα, δεν είναι ανάγκη να κυνηγάς τη μικρότερη αδελφή σου σε όλο το σπίτι». Η Μπελίντα ανασήκωσε τους ώμους. «Αφού παίρνει τα πράγματά μου, το φταίξιμο είναι δικό της». «Περίμενε μέχρι να έρθει ο μικρός αδελφός» έκανε η Λίσεν. «Θα σπάσει όλα τα πράγματά σου!» «Εγώ θα μετακομίσω από το σπίτι σύντομα, οπότε τα δικά σου πράγματα θα σπάσει» είπε η Μπελίντα και της έβγαλε τη γλώσσα. «Δεν μου λες εσύ, πόσο είσαι; Δεκαοχτώ ή πέντε;» έκανε η Άννα, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα γέλια της. «Γιατί είστε σίγουρες ότι θα είναι αγόρι;» «Διότι η μαμά λέει πως αν κάποια έχει τόσο μεγάλο πισινό όσο


66

KAMILLA LACKBERG

εσύ, τότε γεννάει αγόρι». «Σουτ!» έκανε η Μπελίντα και αγριοκοίταξε τη Λίσεν, η οποία δεν φαινόταν να καταλαβαίνει πού ήταν το πρόβλημα. «Συγγνώμη» πρόσθεσε αμέσως μετά. «Δεν πειράζει». Η Άννα χαμογέλασε αλλά ένιωσε ταυτόχρονα και λίγο ενοχλημένη. Έτσι, λοιπόν; Η πρώην του Νταν πίστευε ότι η Άννα είχε μεγάλο πισινό. Αλλά ούτε τέτοια σχόλια –τα οποία δεν ήταν και εντελώς αναληθή, ομολογουμένως– μπορούσαν να της χαλάσουν την καλή διάθεση. Η Άννα είχε πιάσει κάποτε απόλυτο πάτο, χωρίς υπερβολή, όπως και τα παιδιά της μαζί μ' αυτήν. Η Έμα και ο Άντριαν, που σε πείσμα όλων όσα πέρασαν ήταν τώρα πια δύο παιδιά γεμάτα ασφάλεια και αρμονία. Μερικές φορές ούτε η ίδια δεν πίστευε ότι αυτό ήταν αλήθεια.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

67

«Θα είσαι καλός τώρα που θα έρθουν οι επισκέπτες μας;» έκανε η μητέρα και τον κοίταξε σοβαρά. Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Ούτε στο όνειρό του δεν θα σκεφτόταν να συμπεριφερθεί άσχημα και να ντροπιάσει τη μητέρα του. Το μόνο που ήθελε ήταν να της κάνει το χατίρι, για να συνεχίσει κι εκείνη να τον αγαπά. Ακούστηκε το κουδούνι της εξώπορτας και η μητέρα σηκώθηκε απότομα. «Ήρθαν!» Άκουσε την προσδοκία στη φωνή της, ήταν ένας τόνος φωνής που τον ανησύχησε. Μερικές φορές η μητέρα μεταμορφωνόταν σε άλλον άνθρωπο, ειδικά όταν ο ίδιος άκουγε εκείνο το καμπανάκι που ο ήχος του αντηχούσε τώρα στην κρεβατοκάμαρά της. Αλλά δεν ήταν απαραίτητο να συμβεί το ίδιο και τούτη τη φορά. «Να πάρω το πανωφόρι σου;» Άκουσε τη φωνή του πατέρα κάτω στο χολ και το μουρμουρητό των επισκεπτών. «Πήγαινε εσύ μπροστά, έρχομαι κι εγώ». Η μητέρα κούνησε το χέρι προς το μέρος του και εκείνος ένιωσε τη μυρωδιά του αρώματός της. Κάθισε στην τουαλέτα της και έλεγξε τα μαλλιά και το βάψιμό της μια τελευταία φορά, καθώς θαύμαζε ταυτόχρονα τον εαυτό της στον μεγάλο καθρέφτη. Εκείνος στεκόταν ακόμη εκεί και την κοιτούσε συνεπαρμένος. Σχηματίστηκε μια ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της όταν τα βλέμματά τους ανταμώθηκαν στον καθρέφτη. «Δεν σου είπα να πας κάτω;» είπε αυστηρά, και εκείνος ένιωσε πως το σκοτάδι τον άδραξε ξανά για κλάσμα δευτερολέπτου. Ντροπιασμένος, έσκυψε το κεφάλι και πήγε προς τη μεριά των μουρμουρητών στο χολ. Θα συμπεριφερόταν καλά. Η μητέρα δεν θα χρειαζόταν να ντρέπεται γι’ αυτόν.


68

KAMILLA LACKBERG

Ο ψυχρός αέρας έγδερνε σε βάθος τον λαιμό του. Ήταν μια αίσθηση που λάτρευε. Όλοι πίστευαν ότι ήταν τρελός που έβγαινε και έτρεχε εκεί έξω χειμωνιάτικα. Αλλά αυτός προτιμούσε να κάνει τα χιλιόμετρά του τρέχοντας μέσα στο καταχείμωνο, παρά να τρέχει καλοκαιριάτικα μέσα στον καύσωνα. Και κάτι τέτοια Σαββατοκύριακα άρπαζε την ευκαιρία να τρέξει λίγο παραπάνω. Ο Κένετ έριξε μια ματιά στο ρολόι στον καρπό του. Το ρολόι διέθετε όλα όσα χρειαζόταν για ένα σωστό τρέξιμο. Μετρητή σφυγμών, μετρητή βημάτων, ακόμα και τα δεδομένα πρόσφατων προπονήσεων. Ο στόχος τώρα ήταν ο Μαραθώνιος της Στοκχόλμης. Τον είχε κάνει δύο φορές παλιότερα, όπως και τον Μαραθώνιο της Κοπεγχάγης. Προπονούνταν είκοσι χρόνια, κι αν μπορούσε να διαλέξει θα προτιμούσε να πεθάνει σε είκοσι, τριάντα χρόνια κατά τη διάρκεια ενός αγώνα. Διότι η αίσθηση του τρεξίματος –όταν τα πόδια πετούσαν πάνω από το έδαφος, ρυθμικά σαν χτύπημα τυμπάνου, με σταθερό ρυθμό, ο οποίος άφηνε την αίσθηση ότι γινόταν ένα με τους χτύπους της καρδιάς– δεν έμοιαζε με καμιά άλλη. Είχε μάθει να εκτιμάει, όλο και περισσότερο κάθε χρόνο, ακόμα και εκείνη την κούραση, εκείνη την αμβλεία αίσθηση στα πόδια όταν άρχιζε να παράγεται το γαλακτικό οξύ. Ένιωθε ζωντανός όταν έτρεχε. Αυτή ήταν η καλύτερη εξήγηση που μπορούσε να δώσει. Καθώς πλησίαζε στο σπίτι άρχισε να μειώνει τον ρυθμό του τρεξίματος. Έκανε επιτόπιο τροχαδάκι για λίγο μπροστά στα σκαλοπάτια και μετά πιάστηκε από την κουπαστή για να κάνει διατάσεις στους μυς των ποδιών. Η ανάσα έβγαινε ολόλευκη από το στόμα του


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

69

και ένιωθε καθαρός και δυνατός έπειτα από ένα σχετικά γρήγορο τρέξιμο είκοσι χιλιομέτρων. «Εσύ είσαι, Κένετ;» Η φωνή της Λίσμπετ ακούστηκε από τον ξενώνα όταν η εξώπορτα έκλεισε με θόρυβο πίσω του. «Εγώ είμαι, μωρό μου. Θα μπω να κάνω ένα σύντομο ντους, και μετά έρχομαι κοντά σου». Άνοιξε το ντους στο καυτό και στάθηκε κάτω από το νερό που το ένιωσε σαν καρφίτσες σε όλο το κορμί του. Τούτο εδώ ήταν σχεδόν το πιο υπέροχο απ’ όλα. Τόσο υπέροχο που με δυσκολία κατάφερε να βγει. Ανατρίχιασε από το κρύο σαν βγήκε από την καμπίνα του ντους. Συγκριτικά το μπάνιο ήταν σαν ιγκλού Εσκιμώου. «Μπορείς να μου φέρεις την εφημερίδα;» «Φυσικά, αγάπη μου». Τζιν παντελόνι, φανελάκι και ένα πουλόβερ, και ήταν έτοιμος. Έβαλε τα πόδια του σε ένα ζευγάρι χρωματιστά τσόκαρα που είχε αγοράσει το καλοκαίρι και έτρεξε έξω στο γραμματοκιβώτιο. Όταν πήρε την εφημερίδα ανακάλυψε έναν λευκό φάκελο που είχε κολλήσει στον πάτο του κουτιού. Μάλλον δεν τον είχε προσέξει την προηγούμενη μέρα. Όταν είδε το όνομά του γραμμένο με μαύρο μελάνι στον φάκελο ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Όχι κι άλλο! Αμέσως μόλις μπήκε μέσα άνοιξε τον φάκελο, έβγαλε την κάρτα που περιείχε και τη διάβασε όρθιος στο χολ. Ήταν ένα σύντομο και παράξενο κείμενο. Ο Κένετ γύρισε την κάρτα από την άλλη μεριά για να δει μήπως ήταν κάτι γραμμένο κι εκεί. Τίποτα. Το μόνο που υπήρχε ήταν οι δύο αινιγματικές αράδες. «Τι έγινε, Κένετ;» Εκείνος έκρυψε αμέσως το γράμμα. «Κάτι κοιτούσα απλώς. Έρχομαι τώρα». Πήγε προς την πόρτα της με την εφημερίδα στο χέρι. Ένιωθε καυτή τη λευκή κάρτα με τα καλλιγραφικά γράμματα στην κωλότσεπη. Είχε γίνει σαν ναρκωτικό. Η Σάνα είχε εθιστεί στην απόλαυση που ένιωθε όταν έλεγχε την αλληλογραφία του, όταν έψαχνε τις τσέπες του, όταν διάβαζε προσεκτικά την αναλυτική χρέωση στον λογαριασμό τηλεφώνου. Κάθε φορά που δεν έβρισκε τίποτα ένιωθε το


70

KAMILLA LACKBERG

κορμί της να χαλαρώνει. Αλλά αυτό δεν κρατούσε πολύ. Σύντομα άρχιζε πάλι να την τυλίγει η αγωνία και αυξανόταν σταδιακά η ένταση σε όλο της το σώμα, ώσπου η λογική που της έλεγε να σταματήσει, να ελέγξει τον εαυτό της, χανόταν. Τότε καθόταν ξανά στον υπολογιστή. Έγραφε τη διεύθυνση του μέιλ του και τον κωδικό πρόσβασης, τον οποίο είχε ανακαλύψει με ευκολία. Είχε άλλωστε τον ίδιο κωδικό παντού. Την ημερομηνία γέννησής του, για να το θυμάται εύκολα. Στην πραγματικότητα δεν είχε καμία δικαιολογία για εκείνο το συναίσθημα που της ξέσχιζε το στήθος, που έσκαβε τα σωθικά της μέχρι να την κάνει να θέλει να ουρλιάξει με όλη της τη δύναμη. Ο Κρίστιαν δεν είχε κάνει ποτέ κάτι που θα την έκανε να τον υποπτευθεί. Όσα χρόνια τον παρακολουθούσε δεν είχε βρει τίποτα παράταιρο. Ο Κρίστιαν ήταν σαν ανοιχτό βιβλίο, κι ωστόσο δεν μπορούσες να τον διαβάσεις. Μερικές φορές εκείνη ένιωθε πως ο Κρίστιαν βρισκόταν εντελώς αλλού, κάπου όπου η ίδια δεν είχε πρόσβαση. Και γιατί της είχε πει τόσο λίγα για την καταγωγή του; Οι γονείς του είχαν πεθάνει πριν από πολύ καιρό, της είχε πει, και ποτέ δεν της έτυχε να συναντήσει κάποιον από το σόι που λογικά έπρεπε να έχει. Ούτε παιδικοί φίλοι υπήρχαν πουθενά. Κανένα τηλέφωνο από παλιούς γνωστούς. Ήταν λες κι εκείνος είχε αρχίσει να υπάρχει την ίδια στιγμή που τη γνώρισε και μετακόμισαν στη Φιελμπάκα. Εκείνη δεν είχε δει καν το διαμέρισμά του στο Γέτεμποργ όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά. Απλώς εκείνος πήγε μόνος του εκεί, με ένα φορτηγάκι για μετακομίσεις, και επέστρεψε με ένα ασήμαντο φορτίο πράγματα. Η Σάνα έριξε μια ματιά στα εισερχόμενα του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου. Κάνα δυο από τον εκδοτικό οίκο –κάποιες εφημερίδες ήθελαν του πάρουν συνέντευξη–, κάποιες πληροφορίες από τον Δήμο, σχετικά με τη δουλειά του στη βιβλιοθήκη. Τίποτα περισσότερο. Το συναίσθημα ανακούφισης ήταν εξίσου υπέροχο όπως πάντα όταν βγήκε από τον λογαριασμό του στο μέιλ. Πριν κλείσει τον υπολογιστή εντελώς έριξε μια ματιά, όπως το συνήθιζε, στο ιστορικό της πλοήγησης στο διαδίκτυο, αλλά ούτε κι εκεί υπήρχε κάτι ασυνήθιστο. Ο Κρίστιαν είχε μπει στους ιστότοπους της Εξπρέσεν, της Αφτονμπλάντετ και στις ιστοσελίδες του εκδοτικού οίκου. Είχε επίσης


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

71

κοιτάξει για καινούργιο παιδικό καθισματάκι αυτοκινήτου στο Μπλόκετ. Ήταν όμως αυτό το θέμα με τα γράμματα. Ο Κρίστιαν ισχυριζόταν επίμονα ότι δεν ήξερε ποιος έγραφε εκείνες τις αινιγματικές αράδες και του τις έστελνε. Υπήρχε ωστόσο κάτι στον τόνο της φωνής του που ερχόταν σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του. Η Σάνα δεν μπορούσε πραγματικά να καταλάβει τι ήταν αυτό που την τρέλαινε. Τι δεν της έλεγε; Ποιος έστελνε τα γράμματα; Μήπως κάποια γυναίκα που ήταν κάποτε ερωμένη του; Που ήταν ακόμη ερωμένη του; Ανοιγόκλεισε τα χέρια της και πίεσε τον εαυτό της να πάρει βαθιές και ήρεμες ανάσες, ξανά. Η προσωρινή ηρεμία είχε ήδη εξαφανιστεί και μάταια προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως όλα ήταν όπως έπρεπε. Σιγουριά. Ήταν το μόνο που ζητούσε. Ήθελε να ξέρει αν ο Κρίστιαν την αγαπούσε. Βαθιά μέσα της όμως γνώριζε ότι ο Κρίστιαν δεν ήταν ποτέ δικός της. Ότι πάντα αναζητούσε κάτι άλλο, κάποιον άλλο, όλα τα χρόνια που ήταν μαζί. Ήξερε ότι δεν την είχε αγαπήσει ποτέ του. Όχι πραγματικά, τουλάχιστον. Και μια μέρα θα έβρισκε το άτομο με το οποίο εκείνος ήθελε πραγματικά να είναι μαζί, το άτομο που πραγματικά αγαπούσε, και τότε εκείνη θα έμενε μόνη. Τύλιξε τα χέρια γύρω από το κορμί της, όπως καθόταν στην καρέκλα του γραφείου. Μετά σηκώθηκε. Ο λογαριασμός από το κινητό του Κρίστιαν είχε έρθει την προηγούμενη ημέρα. Θα της έπαιρνε λίγη ώρα να τον μελετήσει. Η Ερίκα περπατούσε άσκοπα μέσα στο σπίτι. Αυτή η αναμονή, που τελειωμό δεν είχε, την τρέλαινε. Το τελευταίο βιβλίο της ήταν έτοιμο και δεν είχε τη διάθεση να αρχίσει κάτι καινούργιο τώρα. Ούτε μπορούσε να ασχοληθεί με κάτι άλλο στο σπίτι για πολύ, διότι έπειτα από λίγο η μέση και οι αρθρώσεις της θα άρχιζαν να διαμαρτύρονται. Οπότε είτε διάβαζε είτε παρακολουθούσε τηλεόραση. Ή έκανε ό,τι έκανε τώρα. Έκοβε βόλτες μέσα στο σπίτι για λίγο, εντελώς απογοητευμένη. Αλλά σήμερα, τουλάχιστον, ήταν Σάββατο και ο Πάτρικ ήταν στο σπίτι. Είχε πάρει μαζί του τη Μάγια για έναν μικρό περίπατο, για να πάρει και η μικρή λίγο αέρα, και η Ερίκα τώρα τους περίμενε με ανυπομονησία να γυρίσουν.


72

KAMILLA LACKBERG

Το κουδούνισμα από την εξώπορτα έκανε την καρδιά της να φέρει σχεδόν τούμπα στο στήθος της. Πριν προφτάσει να πάει μέχρι εκεί, η πόρτα άνοιξε διάπλατα και η Άννα μπήκε στο χολ. «Αρχίζεις να τρελαίνεσαι κι εσύ από αυτή την κατάσταση;» ρώτησε εκείνη και έβγαλε το κασκόλ και το τζάκετ της. «Και λίγα λες!» είπε η Ερίκα και ένιωσε αμέσως πολύ χαρούμενη. Πήγαν στην κουζίνα και η Άννα πέταξε στο τραπέζι μια θαμπή από αχνούς σακούλα. «Φρεσκοψημένα κουλουράκια. Η Μπελίντα τα έφτιαξε». «Έφτιαξε κουλουράκια η Μπελίντα;» έκανε η Ερίκα και προσπάθησε να φανταστεί τη μεγαλύτερη θετή κόρη της Άννας με ποδιά, να ζυμώνει μ’ εκείνα τα δάχτυλα που τα νύχια τους ήταν βαμμένα με μαύρο μανόν. «Είναι ερωτευμένη» είπε η Άννα, λες και αυτό εξηγούσε τα πάντα. Και ίσως να τα εξηγούσε, εδώ που τα λέμε. «Α , μάλιστα. Είναι πάντως μια παρενέργεια που δεν θυμάμαι να με έπληξε ποτέ» είπε η Ερίκα και έβαλε τα κουλουράκια σε μια πιατέλα. «Της είπε ξεκάθαρα χτες ότι του αρέσουν τα κορίτσια που είναι για σπίτι». Η Άννα ανασήκωσε ένα φρύδι και κοίταξε με νόημα την Ερίκα. «Μπα; Έτσι είπε;» Η Άννα γέλασε καθώς άπλωσε να πάρει ένα κουλουράκι. «Ήρεμα, ήρεμα, δεν χρειάζεται να πας στο σπίτι του και να τον δείρεις. Τον συνάντησα και, πίστεψέ με, η Μπελίντα θα τον βαρεθεί μέσα σε μια βδομάδα και θα επιστρέψει στους μαυροντυμένους τύπους που παίζουν σε άγνωστα συγκροτήματα και δεν δίνουν δεκάρα αν είναι γυναίκα για σπίτι ή όχι». «Ας το ελπίσουμε. Αλλά τα κουλουράκια δεν είναι καθόλου άσχημα». Η Ερίκα έκλεισε τα μάτια μόλις έφαγε μια μπουκιά. Τα φρεσκοψημένα κουλουράκια ήταν ό,τι πιο κοντινό σε οργασμό τούτη την περίοδο και στην κατάσταση που βρισκόταν. «Ναι, το πλεονέκτημα με το ότι είμαστε όπως είμαστε είναι ότι μπορούμε να ρίχνουμε μέσα μας όσα κουλουράκια θέλουμε» είπε η Άννα και άρπαξε το δεύτερό της. «Ναι, αλλά στο τέλος έρχεται ο λογαριασμός» αντιγύρισε η Ερίκα


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

73

αλλά δεν μπόρεσε να μην ακολουθήσει το παράδειγμα της Άννας και να πάρει άλλο ένα. Η Μπελίντα ήταν όντως φυσικό ταλέντο. «Με τα δίδυμα θα τα χάσεις αυτά τα κιλά, και όχι μόνον αυτά» είπε γελώντας η Άννα. «Ναι, έχεις σίγουρα δίκιο». Η Ερίκα ένιωσε να χάνεται σε σκέψεις και η αδελφή της φάνηκε να έχει καταλάβει τι σκεφτόταν. «Καλά θα πάνε όλα. Άλλωστε δεν είσαι μόνη αυτήν τη φορά. Έχεις κι εμένα. Μπορούμε να βάλουμε δύο πολυθρόνες δίπλα δίπλα και να θηλάζουμε όλη μέρα». «Και να τηλεφωνούμε με τη σειρά και να παραγγέλνουμε τι θέλουμε για φαΐ όταν οι κύριοι σύζυγοι θα έρχονται στο σπίτι». «Ναι, βλέπεις; Υπέροχα θα είναι». Η Άννα έγλειψε τα δάχτυλά της και έγειρε πίσω στενάζοντας. «Ωχ, έσκασα από το πολύ φαΐ». Έβαλε τα πρησμένα πόδια της στην καρέκλα δίπλα της και σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στομάχι. «Μίλησες με τον Κρίστιαν;» «Ναι, ήμουν εκεί την Πέμπτη». Η Ερίκα ακολούθησε το παράδειγμα της Άννας και ανέβασε κι αυτή ψηλά τα πόδια της. Το μοναχικό κουλουράκι από την πιατέλα τής φώναζε, και έπειτα από έναν σύντομο αγώνα με την αναποφασιστικότητά της, άπλωσε το χέρι και το πήρε. «Και τι έγινε εκεί πέρα, λοιπόν;» Η Ερίκα δίστασε για λίγο, αλλά δεν είχε συνηθίσει να κρατάει μυστικά από την αδελφή της και της αφηγήθηκε στο τέλος τα πάντα για τα γράμματα με το απειλητικό ύφος. «Τρομακτικό, διάβολε» είπε η Άννα και κούνησε το κεφάλι. «Περίεργο είναι επίσης που άρχισαν να έρχονται πριν βγει καν το βιβλίο. Θα ακουγόταν περισσότερο λογικό να τα λάβαινε όταν το βιβλίο θα αναφερόταν στον Τύπο. Εννοώ, φαίνεται πως ο αποστολέας πρέπει να είναι λίγο πειραγμένος». «Ναι, έτσι φαίνεται. Ο Κρίστιαν, ωστόσο, δεν θέλει να το δει τόσο σοβαρά. Έτσι λέει τουλάχιστον. Αλλά πρόσεξα ότι η Σάνα είναι ανήσυχη πολύ». «Διόλου περίεργο» είπε η Άννα και σάλιωσε το δάχτυλό της για να μαζέψει την υπόλοιπη ζάχαρη που υπήρχε στην πιατέλα. «Σήμερα, πάντως, θα υπογράψει τα πρώτα του βιβλία» είπε η Ερίκα, με αρκετή περηφάνια στη φωνή. Ένιωθε να συμμετέχει από


74

KAMILLA LACKBERG

πολλές απόψεις στην επιτυχία του Κρίστιαν και μέσω εκείνου ξαναζούσε κι αυτή την πρώτη της επίσημη εμφάνιση στα γράμματα. Τις υπογραφές του πρώτου βιβλίου της. Ήταν πραγματικά μεγάλη στιγμή, πολύ μεγάλη. «Α , υπέροχα». Η Ερίκα μόρφασε λίγο σαν θυμήθηκε την πρώτη φορά που υπέγραψε το δικό της βιβλίο, σε ένα βιβλιοπωλείο της Στοκχόλμης. Ήταν μία ώρα καθιστή και προσπαθούσε να δείχνει αδιάφορη ενώ περνούσαν όλοι δίπλα της σαν να μην υπήρχε. «Είχε πολλές αναφορές στον Τύπο, οπότε είναι σίγουρα πολλοί που θα έρθουν, αν μη τι άλλο από περιέργεια» είπε και ευχήθηκε να βγει σωστή. «Είναι πάντως μεγάλη τύχη που οι εφημερίδες δεν μυρίστηκαν αυτό με τις απειλές» είπε η Άννα. «Απλώς τύχη; Μεγάλη τύχη είναι» είπε η Ερίκα και άλλαξε θέμα. Αλλά εκείνη η αίσθηση ανησυχίας μέσα της δεν έλεγε να φύγει με τίποτα.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

75

Θα πήγαιναν διακοπές και εκείνος ανυπομονούσε. Δεν ήξερε τι ακριβώς σήμαινε η λέξη «διακοπές», αλλά ακουγόταν πολλά υποσχόμενη. Και θα πήγαιναν με το τροχόσπιτο που ήταν παρκαρισμένο στο οικόπεδο. Δεν έπαιζε ποτέ μέσα σ’ αυτό. Είχε προσπαθήσει μερικές φορές να κοιτάξει μέσα από το παράθυρο, να δει πίσω από τις καφετιές κουρτίνες. Αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να διακρίνει κάτι, και το τροχόσπιτο ήταν πάντα κλειδωμένο. Τώρα η μητέρα είχε αρχίσει να το καθαρίζει. Η πόρτα του ορθάνοιχτη για να «αεριστεί καλά», όπως είπε η μητέρα, η οποία είχε πάρει ένα κάρο μαξιλάρια από εκεί και τα έριξε στο πλυντήριο για να ξεπλυθεί από πάνω τους ο χειμώνας. Όλα του φαίνονταν σαν μια απίθανη, παραμυθένια περιπέτεια. Αναρωτιόταν αν θα τον άφηναν να κάθεται μέσα στο τροχόσπιτο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, σαν σε κινούμενο σπίτι που τραβάει προς κάτι καινούργιο και άγνωστο. Αλλά δεν τόλμησε να ρωτήσει. Η διάθεση της μητέρας ήταν παράξενη τελευταία. Τα αυστηρά και δηκτικά λόγια τους ακούγονταν καθαρά, και ο πατέρας έβγαινε όλο και συχνότερα για περιπάτους, όταν δεν ήταν κρυμμένος πίσω από μια εφημερίδα. Μερικές φορές την έπιανε να τον κοιτάζει παράξενα. Υπήρχε κάτι διαφορετικό στο βλέμμα της που τον τρόμαζε και τον έστελνε ξανά στο σκοτάδι που είχε αφήσει πίσω του. «Θα στέκεσαι εκεί και θα κοιτάζεις ή θα βάλεις ένα χεράκι;» Η μητέρα στεκόταν με τα χέρια στη μέση. Εκείνος τινάχτηκε από τη σκληράδα στη φωνή της, η οποία εμφανιζόταν τώρα ξανά, και έτρεξε αμέσως κοντά της.


76

KAMILLA LACKBERG

«Πάρε αυτά εδώ και πήγαινέ τα στο πλυσταριό» του είπε εκείνη και του πέταξε μερικές κουβέρτες που βρομούσαν, με τέτοια δύναμη που παραλίγο να χάσει την ισορροπία του. «Ναι, μητέρα» είπε εκείνος και βιάστηκε να φύγει. Μακάρι να ’ξερε τι λάθος είχε κάνει. Αυτός που υπάκουγε τη μητέρα ό,τι κι αν του έλεγε. Ποτέ δεν της αντιμιλούσε, φερόταν καλά και ποτέ δεν λερωνόταν. Κι όμως, εκείνη έδινε μερικές φορές την εντύπωση ότι δεν μπορούσε ούτε να τον κοιτάξει. Είχε προσπαθήσει να ρωτήσει τον πατέρα. Βρήκε, λοιπόν, το κουράγιο σε μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις που είχαν μείνει οι δυο τους και ρώτησε γιατί η μητέρα δεν τον αγαπούσε πια. Ο πατέρας είχε κατεβάσει για μια στιγμή την εφημερίδα και απάντησε κοφτά ότι αυτά ήταν βλακείες και ότι δεν ήθελε να ξανακούσει τέτοιες κουβέντες. Η μητέρα θα στενοχωριόταν πολύ αν μάθαινε τι είχε πει. Έπρεπε να είναι ευγνώμων που είχε μια τέτοια μητέρα. Δεν ρώτησε ξανά. Το τελευταίο που επιθυμούσε ήταν να στενοχωρήσει τη μητέρα. Το μόνο που ευχόταν ήταν να τη βλέπει χαρούμενη και ν’ αρχίσει να τον χαϊδεύει ξανά στα μαλλιά και να του λέει ότι ήταν το όμορφο αγόρι της. Αυτά ζητούσε όλα κι όλα. Άφησε τις κουβέρτες μπροστά στο πλυντήριο και απόδιωξε από μέσα του τη θλίψη και το σκοτάδι. Άλλωστε θα έφευγαν για διακοπές. Με το τροχόσπιτο.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

77

Ο Κρίστιαν χτύπησε ρυθμικά το στιλό του πάνω στο μικρό τραπέζι που είχαν τοποθετήσει εκεί. Δίπλα του υπήρχε μια μεγάλη στοίβα με αντίτυπα της Γοργόνας. Ακόμη δεν μπορούσε να το χορτάσει, τόσο εξωπραγματικό τού φαινόταν να βλέπει το ίδιο του το όνομα σε ένα βιβλίο. Σε ένα πραγματικό βιβλίο. Πάντως δεν είχε πλακώσει ακόμη κανένα πλήθος κόσμου και ούτε πίστευε πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Διότι μόνον συγγραφείς σαν τη Μάρκλουντ και τον Γκιγιού τραβούσαν πλήθη κόσμου στις υπογραφές βιβλίων. Ο ίδιος ήταν ικανοποιημένος με τα πέντε αντίτυπα που είχε υπογράψει μέχρι τώρα. Εντούτοις ένιωθε λίγο αποπροσανατολισμένος εκεί που καθόταν. Ο κόσμος περνούσε δίπλα του, τον κοιτούσε με περιέργεια, αλλά δεν σταματούσε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τους χαιρετήσει όταν τον κοιτούσαν ή αν έπρεπε να προσπαθήσει να δείχνει πως ήταν απασχολημένος με κάτι. Η Γκούνελ, η ιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου, έσπευσε να τον γλιτώσει. Ήρθε κοντά του και έγνεψε προς τη στοίβα με τα βιβλία. «Θα μπορούσες να υπογράψεις μερικά αντίτυπα; Καλά θα ήταν να υπάρχουν μερικά υπογεγραμμένα αντίτυπα για να τα πουλήσουμε αργότερα». «Ασφαλώς. Πόσα;» ρώτησε ο Κρίστιαν, χαρούμενος που θα είχε κάτι να κάνει. «Ξέρω κι εγώ… καμιά δεκαριά κομμάτια» είπε η Γκούνελ και τακτοποίησε μερικά αντίτυπα που είχαν γείρει προς τη μια μεριά της στοίβας. «Κανένα πρόβλημα».


78

KAMILLA LACKBERG

«Το διαφημίσαμε πάντως καλά» είπε η Γκούνελ. «Γι’ αυτό είμαι σίγουρος» είπε ο Κρίστιαν και χαμογέλασε. Καταλάβαινε πως η Γκούνελ φοβόταν ότι ο Κρίστιαν θα θεωρούσε τη λιγοστή προσέλευση αναγνωστών ως κακή διαχείριση εκ μέρους του βιβλιοπωλείου. «Δεν είμαι και κανένα γνωστό όνομα, οπότε δεν περίμενα και πολλά». «Πουλήθηκαν όμως μερικά αντίτυπα» είπε εκείνη φιλικά και τον άφησε για να πάει να βοηθήσει στο ταμείο. Τεντώθηκε να πιάσει ένα βιβλίο και έβγαλε το καπάκι του στιλό για ν’ αρχίσει. Με την άκρη του ματιού του πρόσεξε κάποιον που είχε σταθεί μπροστά στο τραπεζάκι και όταν σήκωσε το κεφάλι είδε ένα μεγάλο, κίτρινο μικρόφωνο κολλημένο στο πρόσωπό του. «Βρισκόμαστε στο βιβλιοπωλείο όπου ο Κρίστιαν Τιντέλ κάθεται, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, και υπογράφει αντίτυπα του πρώτου του μυθιστορήματος Η γοργόνα. Κρίστιαν, κυριαρχείς στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων σήμερα. Πόσο ανήσυχος είσαι για τις απειλές εναντίον σου; Ειδοποιήθηκε η αστυνομία;» Ο ρεπόρτερ του ραδιοφώνου, που δεν είχε ακόμη συστηθεί, αλλά ο οποίος ήταν από το τοπικό ραδιόφωνο αν έκρινε κανείς από την ετικέτα στο μικρόφωνο, τον κοίταζε περιμένοντας απάντηση. Το μυαλό του ήταν εντελώς κενό. «Στα πρωτοσέλιδα;» έκανε ο Κρίστιαν. «Ναι, είσαι στη διαφημιστική αφίσα της Γέτεμποργς Πόστεν, δεν το είδες;» Ο ρεπόρτερ δεν περίμενε την απάντηση του Κρίστιαν, αλλά συνέχισε και επανέλαβε την ερώτηση που είχε κάνει πριν από λίγο: «Ανησυχείς για τις απειλές; Έχεις αστυνομική προστασία σήμερα;» Ο ρεπόρτερ κοίταξε γύρω του στο βιβλιοπωλείο, αλλά στράφηκε έπειτα ξανά στον Κρίστιαν, που καθόταν με το στιλό πάνω από το βιβλίο που θα υπέγραφε. «Δεν ξέρω πώς… » κατάφερε να ψελλίσει. «Ναι, αλλά είναι αλήθεια, έτσι δεν είναι; Σε απειλούσαν όσο έγραφες το βιβλίο σου και κατέρρευσες την Τετάρτη όταν πήρες άλλο ένα γράμμα που ήρθε απευθείας στο πάρτι για την παρουσίασή του, έτσι δεν είναι;» «Ναι» είπε ο Κρίστιαν και ένιωσε να μην μπορεί να πάρει ανάσα. «Ξέρεις ποιος σου έστελνε τα απειλητικά γράμματα; Η αστυνομία


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

79

τον ξέρει;» Το μικρόφωνο βρέθηκε ξανά μερικά εκατοστά από το στόμα του και ο Κρίστιαν αναγκάστηκε να συγκρατήσει τον εαυτό του για να μην το αρπάξει και το πετάξει πέρα. Δεν ήθελε να απαντήσει σε αυτές τις ερωτήσεις. Δεν μπορούσε να καταλάβει με ποιον τρόπο είχαν διαρρεύσει αυτά τα πράγματα στον Τύπο. Αμέσως σκέφτηκε το γράμμα που είχε στην τσέπη του τζάκετ. Αυτό που είχε έρθει την προηγουμένη και το οποίο είχε προλάβει να πάρει από την υπόλοιπη αλληλογραφία πριν το δει η Σάνα. Πανικόβλητος προσπαθούσε να βρει διέξοδο. Συνάντησε το βλέμμα της Γκούνελ, κι εκείνη φάνηκε πως κατάλαβε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η Γκούνελ πήγε αμέσως κοντά τους. «Τι τρέχει εδώ;» «Παίρνω μια συνέντευξη». «Ρωτήσατε τον Κρίστιαν αν θέλει να δώσει συνέντευξη;» Κοίταξε τον Κρίστιαν που κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Μάλιστα». Κάρφωσε το βλέμμα της στον ρεπόρτερ, ο οποίος είχε χαμηλώσει τώρα το μικρόφωνο. «Εκτός αυτού, ο Κρίστιαν είναι απασχολημένος. Υπογράφει το βιβλίο του εδώ, στο βιβλιοπωλείο μας. Και θέλω, όντως, να σου ζητήσω να τον αφήσεις στην ησυχία του για να το κάνει». «Ναι, αλλά… » άρχισε να λέει ο ρεπόρτερ του ραδιοφώνου, αλλά μετά έκλεισε το στόμα του. Πάτησε ένα από τα κουμπιά στον εξοπλισμό μαγνητοφώνησης. «Δεν θα μπορούσα να πάρω μια σύντομη συνέντευξη μετά… » «Εξαφανίσου» είπε η Γκούνελ, και ο Κρίστιαν δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. «Ευχαριστώ» της είπε όταν ο δημοσιογράφος εξαφανίστηκε. «Τι αφορούσε αυτό εδώ; Φαινόταν πολύ επίμονος». Η ανακούφιση από την αποχώρηση του δημοσιογράφου χάθηκε πολύ σύντομα και ο Κρίστιαν ξεροκατάπιε με δυσκολία πριν απαντήσει. «Ισχυριζόταν ότι η Γέτεμποργς Πόστεν γράφει για μένα στις διαφημιστικές της αφίσες. Έχω λάβει μερικά απειλητικά γράμματα και προφανώς τα ΜΜΕ το έχουν μάθει ήδη». «Μα τι λες;» Η Γκούνελ τον κοίταξε πρώτα ταραγμένη και μετά


80

KAMILLA LACKBERG

ανήσυχη. «Θέλεις να πάω ν’ αγοράσω την εφημερίδα για να δεις τι γράφει;» «Μπορείς να το κάνεις;» ρώτησε ο Κρίστιαν με χτυποκάρδι. «Βέβαια, θα το τακτοποιήσω εγώ». Τον χτύπησε παρηγορητικά στον ώμο και έφυγε. Ο Κρίστιαν έμεινε ακίνητος για λίγο, κοιτώντας το κενό. Έπειτα έπιασε το στιλό και άρχισε να υπογράφει τα βιβλία, όπως του είχε ζητήσει η Γκούνελ. Ύστερα από λίγο ένιωσε την ανάγκη να πάει στην τουαλέτα. Άλλωστε δεν είχε δα και καμιά ουρά μπροστά στο τραπέζι του. Μπορούσε κάλλιστα να λείψει για λίγο χωρίς κανένα πρόβλημα. Διέσχισε βιαστικά το βιβλιοπωλείο και έφτασε στο δωμάτιο προσωπικού στην πίσω μεριά της αίθουσας και μερικά λεπτά αργότερα βγήκε από εκεί και τράβηξε ξανά για το πόστο του. Κάθισε στο τραπέζι. Η Γκούνελ δεν είχε προλάβει να επιστρέψει ακόμη με την εφημερίδα, και επιστράτευσε το κουράγιο του γι’ αυτό που θα έβλεπε σύντομα. Ο Κρίστιαν πήρε ξανά το στιλό, αλλά κοίταξε ταυτόχρονα τα βιβλία που θα υπέγραφε. Ήταν μπερδεμένος. Έτσι τα είχε αφήσει; Κάτι ήταν διαφορετικό από τη στιγμή που χρειάστηκε να πάει στην τουαλέτα, και σκέφτηκε πως κάποιος θα επωφελήθηκε από την απουσία του για να ξαφρίσει ένα αντίτυπο. Αλλά η στοίβα δεν του φαινόταν μικρότερη και αποφάσισε ότι μάλλον έκανε λάθος και άνοιξε το πρώτο βιβλίο για να γράψει δυο λόγια για τον μελλοντικό αναγνώστη. Η σελίδα όμως δεν ήταν κενή. Και ο γραφικός χαρακτήρας ήταν πολύ γνώριμος. Εκείνη είχε περάσει από εκεί. Η Γκούνελ ήρθε προς το μέρος του με τη Γέτεμποργς Πόστεν και ο Κρίστιαν είδε μια μεγάλη φωτογραφία του στην πρώτη σελίδα. Ήξερε τι σήμαινε αυτό. Τα περασμένα επρόκειτο να βγουν στην επιφάνεια, το παρελθόν θα τον προλάβαινε. Εκείνη δεν θα το έβαζε ποτέ κάτω. «Θεούλη μου, ξέρεις πόσα λεφτά χάλασες την τελευταία φορά που ήσουν στο Γέτεμποργ;» Ο Έρικ καθόταν με τον λογαριασμό της πιστωτικής και κοιτούσε το σύνολο.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

81

«Ναι, καμιά δεκαριά χιλιάδες ήταν μόνο» είπε η Λουίζ και συνέχισε να βάφει τα νύχια της απολύτως ήρεμη. «Δέκα χιλιάδες! Πώς μπορεί να σπαταλήσει κανείς δέκα χιλιάδες σε μία και μοναδική βόλτα για ψώνια;» Ο Έρικ ανέμισε το χαρτί και το πέταξε μετά στο τραπέζι της κουζίνας μπροστά του. «Αν είχα πάρει κι εκείνη την τσάντα που έβαλα στο μάτι θα είχα φτάσει τις τριάντα χιλιάδες» είπε εκείνη και κοίταξε ικανοποιημένη το ροζ χρώμα των νυχιών της. «Δεν είσαι στα καλά σου, που να σε πάρει ο διάολος!» Πήρε πάλι τον λογαριασμό και τον κοίταξε λες και θα μπορούσε με τη θέλησή του να κάνει το σύνολο ν’ αλλάξει. «Δεν έχουμε λεφτά;» έκανε η γυναίκα του και τον κοίταξε με ένα αχνό χαμόγελο. «Δεν είναι θέμα αν έχουμε τα λεφτά ή όχι. Το θέμα είναι ότι εγώ δουλεύω μέρα νύχτα για να φέρω λεφτά στο σπίτι κι εσύ απλώς τα σπαταλάς σε… ηλιθιότητες». «Α , ναι, εγώ δεν κάνω τίποτα εδώ στο σπίτι όλη μέρα» είπε η Λουίζ και σηκώθηκε, ανεμίζοντας τα χέρια της για να στεγνώσει το μανόν. «Κάθομαι απλώς και τρώω πραλίνες και βλέπω ολημερίς σαπουνόπερες. Και μια που εσύ τα μεγάλωσες τα κορίτσια επίσης, εγώ δεν έχω κάνει τίποτα εδώ μέσα, έτσι; Εσύ άλλαζες πάνες, εσύ τις τάιζες, εσύ τις πήγαινες στον παιδικό και στο νηπιαγωγείο, εσύ είχες αναλάβει το νοικοκυριό. Έτσι δεν είναι;» Τον προσπέρασε δίχως να τον κοιτάξει. Ήταν μια συζήτηση που είχαν κάνει χιλιάδες φορές. Και σίγουρα θα την έκαναν άλλες χίλιες αν δεν συνέβαινε κάτι δραστικό. Ήταν σαν δύο συγχρονισμένοι χορευτές, οι οποίοι ήξεραν τέλεια τα βήματα και μπορούσαν να τα εκτελούν με περισσή κομψότητα. «Αυτό ήταν μία από τις ευκαιρίες που βρήκα στο Γέτεμποργ. Όμορφο, έτσι;» Παρουσίασε ένα δερμάτινο μπουφάν που κρεμόταν σε μια κρεμάστρα στο χολ. «Ήταν σε έκπτωση, κόστισε μόνο τέσσερα χιλιάρικα». Το κράτησε μπροστά της, το κοίταξε, και μετά το κρέμασε πάλι στη θέση του. Έπειτα ανέβηκε τη σκάλα για τον πάνω όροφο. Ούτε αυτήν τη φορά θα κέρδιζε κάποιος από τους δύο αυτό τον γύρο. Ήταν ισοδύναμοι αντίπαλοι και όλες οι συγκρούσεις τους, όλα


82

KAMILLA LACKBERG

αυτά τα χρόνια, τελείωναν με ισοπαλία. Κατά ειρωνικό τρόπο θα ήταν καλύτερα να ήταν ο ένας πιο αδύναμος από τον άλλο. Διότι τότε θα είχε τελειώσει και ο αποτυχημένος έγγαμος βίος τους. «Την επόμενη φορά θα ψαλιδίσω την κάρτα» της φώναξε εκείνος. Οι κοπέλες ήταν σε μια φίλη τους, οπότε δεν υπήρχε λόγος να μιλούν χαμηλόφωνα. «Όσο θα συνεχίζεις να επενδύεις λεφτά στις ερωμένες σου δεν θα ασχολείσαι με την κάρτα μου. Νομίζεις πως είσαι ο μόνος που μπορεί να ελέγξει τους λογαριασμούς των καρτών;» Ο Έρικ βλαστήμησε. Ήξερε ότι έπρεπε να είχε αλλάξει τη διεύθυνση ώστε να στέλνουν τους λογαριασμούς στο γραφείο. Δεν γινόταν να αρνηθεί ότι ήταν αρκετά γενναιόδωρος σ’ εκείνη η οποία, προσώρας, είχε τη χαρά και την τιμή να τον έχει στο κρεβάτι της. Βλαστήμησε ξανά και φόρεσε τα παπούτσια του. Αντιλήφθηκε ότι τελικά αυτό τον γύρο τον είχε κερδίσει η Λουίζ. Και ότι το ήξερε κι εκείνη. «Πάω ν’ αγοράσω μια απογευματινή εφημερίδα» φώναξε και κοπάνησε την πόρτα πίσω του. Τα χαλίκια τινάχτηκαν όταν πάτησε το γκάζι της BMW και ο σφυγμός του δεν έπεσε παρά μόνον όταν πλησίασε στο κέντρο της κωμόπολης. Γιατί δεν είχε κάνει προγαμιαίο συμβόλαιο; Αν το είχε κάνει, η Λουίζ θα ήταν μακρινή ανάμνηση τώρα πια. Αλλά εκείνη την εποχή ήταν φτωχοί φοιτητές, και όταν εκείνος είχε, πριν από κάνα δυο χρόνια, αναφέρει το θέμα, εκείνη του γέλασε κατάμουτρα. Τώρα αυτός αρνιόταν να την αφήσει να φύγει με τα μισά απ’ όσα είχε δουλέψει, χτίσει και αποκτήσει ο ίδιος, με αυτά για τα οποία είχε αγωνιστεί και είχε κοπιάσει. Με τίποτα! Χτύπησε τη γροθιά στο τιμόνι, αλλά ηρέμησε αμέσως μόλις έστριψε στο πάρκινγκ του συνεταιριστικού σουπερμάρκετ Κόνσουμ. Τα ψώνια ήταν δουλειά της Λουίζ, και γι’ αυτό ο Έρικ προσπέρασε βιαστικά τα ράφια με τα τρόφιμα. Σταμάτησε για λίγο μπροστά στα ράφια με τις καραμέλες και τα γλυκίσματα, αλλά αποφάσισε να μην πάρει τίποτα. Όταν κατευθύνθηκε στο μέρος που είχαν τις εφημερίδες, ακριβώς δίπλα στο ταμείο, σταμάτησε απότομα. Τα μαύρα, παχιά γράμματα της αφίσας με τους κύριους τίτλους τού φάνηκαν να του φωνάζουν: «Το νέο αστέρι της συγγραφής Κρίστιαν Τιντέλ ζει με την απειλή του θανάτου!» Και από κάτω με μικρότερα στοιχεία:


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

83

«Έλαβε απειλητικό γράμμα στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του – Κατέρρευσε». Ο Έρικ αναγκάστηκε να πιέσει τον εαυτό του για να πλησιάσει. Αισθανόταν σαν να περπατούσε σε βαθιά νερά. Πήρε μία Γέτεμποργς Πόστεν και με τρεμάμενα χέρια την ξεφύλλισε και έφτασε στις σελίδες που ήθελε. Όταν διάβασε όσα έγραφαν εκεί έτρεξε προς την έξοδο. Δεν είχε πληρώσει για την εφημερίδα, και κάπου πίσω του άκουσε την ταμία να του φωνάζει. Αλλά συνέχισε να τρέχει. Έπρεπε να φτάσει στο σπίτι. «Πώς στον διάβολο το ανακάλυψαν αυτό οι εφημερίδες;» Ο Πάτρικ και η Μάγια είχαν πάει για ψώνια και μόλις μπήκαν, ο Πάτρικ πέταξε τη Γέτεμποργς Πόστεν στο τραπέζι πριν πάει να βάλει τα τρόφιμα στο ψυγείο. Η Μάγια είχε σκαρφαλώσει σε μία από τις καρέκλες της κουζίνας και βοηθούσε με πολλή χαρά βγάζοντας τα πράγματα από τις σακούλες. «Ααα… » ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει η Ερίκα. Ο Πάτρικ σταμάτησε στη μέση μιας κίνησης. Ήξερε αρκετά καλά τη σύζυγό του και μπορούσε να ερμηνεύσει κάτι τέτοια σημάδια. «Τι έκανες, Ερίκα;» Στεκόταν με ένα πακέτο βούτυρο στο χέρι και την κοιτούσε κατάματα. «Μπορεί να διέρρευσε από μένα, μάλλον». «Μα πώς; Σε ποιον μίλησες;» Ακόμα και η Μάγια αντιλήφθηκε την ένταση στην κουζίνα και έμεινε ακίνητη κοιτώντας τη μαμά της. Η Ερίκα ξεροκατάπιε και είπε αποφασιστικά: «Στην Γκάμπι». «Στην Γκάμπι!» Ο Πάτρικ φαινόταν έτοιμος να κρεπάρει. «Μα στην Γκάμπι το είπες; Και γιατί δεν τηλεφωνούσες απευθείας στη Γέτεμποργς Πόστεν;» «Δεν σκέφτηκα… » «Ναι, αυτό σίγουρα δεν το έκανες. Και τι λέει ο Κρίστιαν για όλα αυτά;» είπε ο Πάτρικ και της έδειξε τους τίτλους που έβγαζαν μάτι. «Δεν ξέρω» είπε η Ερίκα. Όλο το μέσα της έγινε ένα κουβάρι σαν σκέφτηκε πώς θα αντιδρούσε ο Κρίστιαν. «Ως αστυνομικός πρέπει να σου πω ότι αυτό ήταν το χειρότερο


84

KAMILLA LACKBERG

που μπορούσε να συμβεί. Αυτή η προσοχή στο θύμα μπορεί να ενεργοποιήσει όχι μόνο τον ίδιο τον αποστολέα αλλά και μιμητές του». «Μη μου φωνάζεις, ξέρω ότι ήταν ανόητο». Η Ερίκα ένιωσε τα δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Έκλαιγε εύκολα, και οι ορμόνες της εγκυμοσύνης δεν έκαναν καλύτερα τα πράγματα. «Δεν το σκέφτηκα. Τηλεφώνησα στην Γκάμπι για να μάθω αν είχαν λάβει τίποτα απειλητικά γράμματα στον εκδοτικό οίκο, και κατάλαβα, αμέσως μόλις το είπα, ότι ήταν μεγάλη ανοησία να της το αναφέρω. Αλλά ήταν ήδη αργά… » Η φωνή της πνίγηκε σε λυγμούς και ένιωσε να τρέχουν τα μάτια και η μύτη της. Ο Πάτρικ τής έδωσε ένα χαρτομάντιλο και μετά τύλιξε γύρω της τα χέρια του, της χάιδεψε τα μαλλιά. Της μίλησε ήρεμα στο αυτί: «Αγάπη μου, μη στενοχωριέσαι. Δεν είχα την πρόθεση να ακουστώ θυμωμένος. Ξέρω ότι δεν το σκέφτηκες ότι θα γίνονταν έτσι τα πράγματα. Έλα τώρα… » Την κούνησε λίγο στην αγκαλιά του και εκείνη ένιωσε τα δάκρυά της να σταματούν. «Δεν πίστευα ότι θα μπορούσε… » «Ξέρω, ξέρω. Αλλά αυτή δεν είναι σαν κι εσένα, είναι άλλος άνθρωπος. Και πρέπει να μάθεις ότι δεν σκέφτονται όλοι με τον ίδιο τρόπο». Την απομάκρυνε ελάχιστα από κοντά του και την κοίταξε κατάματα. Η Ερίκα σκούπισε τα μάγουλά της με το χαρτί που είχε πάρει από τον Πάτρικ. «Και τι κάνω τώρα;» «Να πας να μιλήσεις με τον Κρίστιαν. Ζήτα του συγγνώμη και εξήγησέ του». «Μα… » «Όχι μα. Αυτή είναι η μόνη λύση». «Έχεις δίκιο» είπε η Ερίκα. «Αλλά πρέπει να σου πω ότι διστάζω να το κάνω. Και ότι σκέφτομαι να πω δυο σοβαρά λόγια στην Γκάμπι». «Πρώτα απ’ όλα, την επόμενη φορά θα πρέπει να σκεφτείς τι λες και σε ποιον. Η Γκάμπι σκέφτεται πρωτίστως την επιχείρησή της και εσείς έρχεστε δεύτεροι. Έτσι λειτουργεί αυτό». «Ναι, ναι, καταλαβαίνω. Δεν χρειάζεται να φλυαρείς». Η Ερίκα αγριοκοίταξε τον άντρα της.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

85

«Ας την αφήσουμε αυτή την κουβέντα» είπε ο Πάτρικ και συνέχισε να βάζει πράγματα στο ψυγείο. «Πρόλαβες να κοιτάξεις καθόλου τα γράμματα;» «Όχι, δεν είχα χρόνο στη διάθεσή μου» είπε ο Πάτρικ. «Αλλά θα το κάνεις, έτσι;» επέμεινε η Ερίκα. Ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά, ενώ άρχισε να κόβει λαχανικά για το βραδινό φαγητό. «Ναι, βέβαια. Αλλά θα με διευκόλυνε αν συνεργαζόταν ο ίδιος ο Κρίστιαν. Για παράδειγμα, πολύ θα ήθελα δω και τα άλλα γράμματα επίσης». «Μίλησέ του τότε. Ίσως εσύ να τον μεταπείσεις». «Μα θα καταλάβει ότι μου τα είπες όλα εσύ». «Κοίτα να δεις, τον “έδωσα” ήδη σε μία από τις μεγαλύτερες απογευματινές εφημερίδες της Σουηδίας, οπότε καλό θα ήταν να αρπάξεις την ευκαιρία όσο με έχει στην μπούκα». «Ε , δεν πιστεύω να είναι τόσο άσχημα τα πράγματα μεταξύ σας». «Αν ήμουν στη θέση του, δεν θα μου ξαναμιλούσα ποτέ». «Σταμάτα πια να είσαι τόσο απαισιόδοξη» είπε ο Πάτρικ και σήκωσε τη Μάγια και την έβαλε να καθίσει στον πάγκο της κουζίνας, δίπλα του. Η Μάγια λάτρευε να κάθεται εκεί όταν μαγείρευαν και ήθελε πολύ να «βοηθάει». «Πήγαινε αύριο εκεί και εξήγησέ του πώς έγιναν όλα, ότι δεν ήταν καν στις προθέσεις σου να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα. Έπειτα θα του κάνω κι εγώ μια κουβέντα και θα προσπαθήσω να τον πείσω να συνεργαστεί μαζί μας». Έδωσε στη Μάγια ένα κομμάτι αγγούρι, το οποίο εκείνη άρχισε να περιποιείται με τα ελάχιστα αλλά πολύ αιχμηρά δόντια της. «Αύριο, λοιπόν». Η Ερίκα αναστέναξε. «Αύριο» είπε ο Πάτρικ που έσκυψε και φίλησε τη γυναίκα του στο στόμα. Έπιασε τον εαυτό του να ρίχνει συνεχώς ματιές στην άκρη του ποδοσφαιρικού γηπέδου. Δεν ήταν το ίδιο χωρίς αυτόν. Σε κάθε προπόνηση, ανεξαρτήτως καιρού, εκείνος ήταν παρών. Το ποδόσφαιρο ήταν το χόμπι τους. Αυτό που έκανε τη φιλία τους να διαρκεί, παρά την επιθυμία του να ξεφύγει, να απελευθερωθεί από


86

KAMILLA LACKBERG

τους γονείς. Διότι αυτός και ο πατέρας του ήταν φίλοι. Εντάξει, διαφωνούσαν καμιά φορά, όπως όλοι οι άλλοι πατεράδες και γιοι. Αλλά κατά βάση ήταν φίλοι. Ο Λούντβιγκ έκλεισε τα μάτια του και τον φαντάστηκε. Με τζιν παντελόνι και φούτερ με κουκούλα που έγραφε «Φιελμπάκα» στο στήθος, αυτό που φορούσε συνεχώς κι ας πείσμωνε η μητέρα. Τα χέρια στις τσέπες και τα μάτια στην μπάλα. Και στον Λούντβιγκ. Αλλά δεν φώναζε ποτέ, όχι σαν κάποιους άλλους πατεράδες που έρχονταν στις προπονήσεις και στους αγώνες και περνούσαν όλη την ώρα ουρλιάζοντας στους γιους τους: «Όσκαρ, σύνελθε γαμώτο!» ή «Ντάνε, πάρε τα πόδια σου, γαμώ τον διάολό μου!» Όχι, τίποτα από αυτά δεν έκανε ο πατέρας του. Μόνο μερικά «Καλό, Λούντβιγκ» , «Ωραία πάσα!» , «Δώστε τους να καταλάβουν, Λούντε!» Είδε με την άκρη του ματιού μια πάσα που έστελνε την μπάλα προς το μέρος του και την προώθησε με μια κλοτσιά, εντελώς ρουτινιάρικα. Η χαρά για το ποδόσφαιρο δεν υπήρχε πια εκεί. Αλλά προσπαθούσε να τη βρει, έτρεχε εδώ πέρα και αγωνιζόταν, παρά το χειμωνιάτικο κρύο. Μπορούσε να ρίξει το φταίξιμο σε όσα είχαν συμβεί και να τα παρατήσει. Να παρατήσει τις προπονήσεις, να σταματήσει να ενδιαφέρεται για τη μια ή την άλλη ομάδα. Κανένας δεν θα τον κατηγορούσε, όλοι θα τον καταλάβαιναν. Εκτός από τον πατέρα του. Η παραίτηση δεν αποτελούσε ποτέ επιλογή γι’ αυτόν. Ήταν λοιπόν εδώ. Ένας από την ομάδα. Αλλά έλειπε η χαρά, και η άκρη του γηπέδου ήταν άδεια. Ο πατέρας έλειπε, το ήξερε τώρα. Ο πατέρας έλειπε.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

87

Δεν τον άφησαν να μείνει μέσα στο τροχόσπιτο. Και αυτή ήταν η πρώτη από τις πολλές απογοητεύσεις που έζησε κατά τη διάρκεια των λεγόμενων διακοπών. Τίποτα δεν είχε πάει όπως είχε ελπίσει. Η σιωπή, που έσπαζαν μόνο τα σκληρά λόγια, συμπιεζόταν όταν δεν είχε ένα σπίτι ολάκερο να κινηθεί. Ήταν λες και διακοπές σήμαινε πως υπήρχε περισσότερος χρόνος για τσακωμούς, περισσότερος χρόνος για ξεσπάσματα της μητέρας. Ο πατέρας έμοιαζε να γίνεται πιο λιγοστός και πιο γκρίζος. Ήταν η πρώτη φορά που πήγε μαζί τους, αλλά είχε καταλάβει ότι η μητέρα και ο πατέρας το ’χαν συνήθειο να πηγαίνουν κάθε χρόνο σ’ εκείνο το μέρος με το παράξενο όνομα. Φιελμπάκα. Το όνομα σήμαινε καταράχι, κατηφοριά βουνού. Μόνο που δεν έβλεπε πουθενά βουνά, και κατηφοριές υπήρχαν ελάχιστες μόνο. Πάνω απ’ όλα το έδαφος ήταν εντελώς επίπεδο στο κάμπινγκ όπου είχαν παρκάρει το τροχόσπιτο, στριμωγμένο και τούτο ανάμεσα σε πολλά άλλα. Δεν ήταν σίγουρος ότι του άρεσε αυτό. Αλλά ο πατέρας τού είχε πει πως το σόι της μητέρας καταγόταν από τη Φιελμπάκα και γι’ αυτό η μητέρα ήθελε να έρχονται εδώ. Κι αυτό παράξενο του φαινόταν, διότι ούτε σόι είχε δει πουθενά. Σε κάποιον από τους καβγάδες που έγιναν σ’ εκείνο τον στενό χώρο είχε ακούσει ότι υπήρχε εδώ κάποια που λεγόταν Γριά Γκιόσα και κατάλαβε ότι αυτή ήταν το σόι. Αστείο όνομα. Γριά Γκιόσα. Μόνο που δεν φαινόταν να τη γουστάρει η μητέρα, μια που η φωνή της σκλήραινε περισσότερο όταν μιλούσε γι’ αυτήν, και δεν πήγαν να την ανταμώσουν ποτέ. Γιατί τότε ήταν αναγκασμένοι να έρχονται εδώ;


88

KAMILLA LACKBERG

Αυτό που μισούσε περισσότερο στη Φιελμπάκα και τις διακοπές ήταν τελικά το κολύμπι. Δεν είχε ξανακολυμπήσει σε θάλασσα. Στην αρχή δεν ήταν σίγουρος τι ήταν αυτό που έπρεπε να του αρέσει. Αλλά η μητέρα άρχισε τις παροτρύνσεις. Είπε ότι δεν ήθελε να έχει για γιο έναν που φοβόταν το νερό και ότι έπρεπε να σταματήσει τις ανοησίες. Έτσι πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε περπατώντας προσεκτικά στα κρύα νερά, παρόλο που το ψύχος και η αλμύρα στα πόδια του τον έκαναν να κοντανασαίνει. Όταν το νερό έφτασε στη μέση σταμάτησε. Ήταν πολύ κρύο, δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. Ένιωθε σαν να περπατούσαν διάφορα στα πόδια του, στους αστραγάλους, σαν κάτι να σερνόταν πάνω του. Η μητέρα πήγε κοντά του, γέλασε και τον έπιασε από το χέρι, τον πήρε μαζί της στα βαθύτερα. Και μεμιάς εκείνος αισθάνθηκε πολύ ευτυχισμένος. Το χέρι του στο χέρι της μητέρας, και το γέλιο της αντηχούσε στην επιφάνεια του νερού και πάνω του. Ήταν σαν να κινούνταν από μόνα τους τα πόδια, σαν να αιωρούνταν και ν’ άφηναν τον πάτο. Στο τέλος δεν υπήρχε τίποτα σταθερό κάτω από τα πόδια του, αλλά δεν τον πείραζε, γιατί η μητέρα τον κρατούσε, τον κουβαλούσε, τον αγαπούσε. Και έπειτα τον άφησε. Ένιωσε την παλάμη της να γλιστράει από τη δική του, μετά τα δάχτυλα και τα ακροδάχτυλα, μέχρι που όχι μόνο τα πόδια αλλά και το χέρι του ψαχούλευαν σπασμωδικά το τίποτα. Αισθάνθηκε ξανά την κρυάδα στο στέρνο, και του φάνηκε πως η στάθμη του νερού ανέβαινε. Έφτασε στους ώμους του, στον λαιμό του, κι εκείνος κρατούσε ψηλά το σαγόνι για να μην μπει το νερό στο στόμα του, αλλά το νερό σίμωνε ταχιά στο στόμα που εκείνος δεν πρόλαβε να κλείσει, και το στόμα γέμισε αλάτι και ψύχος που κατέβηκε ορμητικά στο λαρύγγι, και η στάθμη του νερού συνέχιζε να ανεβαίνει, στα μάγουλα, στα μάτια, κι ένιωσε το νερό να κλείνει παντού γύρωθε και να σφαλίζει σαν καταπακτή πάνω από το κεφάλι του, μέχρι που στόμωσαν οι ήχοι και ο μόνος ήχος, σαν θρόισμα, ήταν εκείνο το σούρσιμο. Σπασμωδικά χειρονομούσε, χτυπούσε αυτό που ήθελε να τον τραβήξει κάτω. Αλλά δεν μπορούσε να επιβληθεί σ’ εκείνο τον συμπαγή υδάτινο τοίχο, και όταν στο τέλος ένιωσε το χέρι κάποιου στο δικό του, ένα χέρι στο μπράτσο του, η πρώτη ενστικτώδης αντίδρασή του ήταν να αμυνθεί. Έπειτα τον τράβηξαν έξω και το πάνω μέρος του κεφαλιού


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

89

έσπασε την επιφάνεια του νερού. Η πρώτη ανάσα ήταν βίαιη και οδυνηρή και ακολούθησαν κι άλλες, άπληστες ανάσες. Η λαβή της μητέρας στο μπράτσο του ήταν πολύ σφιχτή, αλλά δεν τον ενοχλούσε. Διότι το νερό δεν μπορούσε να τον αρπάξει ξανά. Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε, ευγνώμων που τον είχε σώσει, που δεν τον είχε αφήσει να χαθεί. Αλλά αυτό που αντίκρισε στο βλέμμα της ήταν περιφρόνηση. Κατά κάποιον τρόπο είχε κάνει λάθος, την είχε προδώσει πάλι. Μακάρι όμως να ήξερε με ποιον τρόπο το είχε κάνει. Είχε για πολλές μέρες μελανιές στο μπράτσο του.


90

KAMILLA LACKBERG

«Έπρεπε καλά και σώνει να με κουβαλήσεις εδώ σήμερα;» Σπάνια έδειχνε τον εκνευρισμό του ο Κένετ. Πίστευε ότι έπρεπε να φαίνεται ήρεμος και συγκεντρωμένος σε όλες τις περιπτώσεις. Αλλά η Λίσμπετ είχε φανεί πολύ λυπημένη όταν της είπε πως είχε τηλεφωνήσει ο Έρικ και ότι έπρεπε να πάει για κάνα δυο ώρες στο γραφείο, παρόλο που ήταν Κυριακή. Εκείνη δεν είχε διαμαρτυρηθεί, και αυτό ήταν χειρότερο. Ήξερε πόσο λίγες ώρες είχαν ακόμα μαζί. Πόσο σημαντικές και ανεκτίμητες ήταν. Κι όμως δεν διαμαρτυρήθηκε. Αντιθέτως, εκείνος την είδε να συγκεντρώνει δυνάμεις για να μπορέσει να χαμογελάσει και να πει: «Βέβαια, πήγαινε. Εντάξει είμαι». Πόσο θα ήθελε να τη δει εξοργισμένη, να του φωνάζει. Να του λέει ότι έπρεπε να αρχίσει να θέτει προτεραιότητες. Αλλά δεν ήταν του τύπου της αυτά. Δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε μια φορά, στα είκοσι χρόνια που ήταν παντρεμένοι, να του υψώνει τη φωνή. Ούτε σε κάποιον άλλον, εδώ που τα λέμε. Δεχόταν όλες τις αναποδιές και τις στενοχώριες με ηρεμία, και τον παρηγορούσε κι από πάνω, όταν εκείνος τύχαινε να γονατίζει από τις ατυχίες. Όταν δεν άντεχε να είναι δυνατός, γινόταν εκείνη δυνατή για χάρη του. Και τώρα την άφηνε για να πάει στη δουλειά. Σπαταλούσε κάνα δυο ώρες από τον πολύτιμο χρόνο τους και μισούσε τον εαυτό του που έτρεχε αμέσως σαν σκυλάκι μόλις ο Έρικ κροτάλιζε τα δάχτυλά του. Δεν το καταλάβαινε αυτό. Ήταν ένα μοτίβο που είχε σχηματιστεί τόσο νωρίς ώστε να γίνει ένα κομμάτι της προσωπικότητάς του. Και ήταν πάντα εκείνη που υπέφερε. Ο Έρικ δεν απάντησε καν. Είχε καρφώσει το βλέμμα στην οθόνη του υπολογιστή και φαινόταν να βρίσκεται σε άλλο κόσμο.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

91

«Ήταν ανάγκη να κουβαληθώ εδώ σήμερα;» επανέλαβε ο Κένετ. «Κυριακάτικα; Δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι αύριο;» Ο Έρικ στράφηκε αργά προς τον Κένετ. «Σέβομαι απολύτως τον προσωπικό σου χρόνο» είπε στο τέλος. «Αλλά αν δεν οργανώσουμε τα πάντα ενόψει του κύκλου προσφορών αυτή τη βδομάδα, μπορούμε κάλλιστα να κατεβάσουμε τα ρολά τούτης της επιχείρησης. Όλοι πρέπει να κάνουμε τις θυσίες μας». Ο Κένετ αναρωτήθηκε μέσα του για ποιες θυσίες μιλούσε ο Έρικ, ποιες θυσίες είχε κάνει προσωπικά. Και σίγουρα δεν ήταν τόσο επείγοντα τα πράγματα όσο ήθελε να τα παρουσιάσει ο Έρικ. Θα μπορούσε άνετα να τακτοποιήσει όλα τα χαρτιά την επομένη. Επίσης ο ισχυρισμός ότι η επιχείρησή τους εξαρτιόταν από αυτά ήταν υπερβολικός. Πιθανότατα ο Έρικ ήθελε απλώς έναν λόγο για να φύγει από το σπίτι, αλλά γιατί να κουβαλήσει και τον Κένετ εδώ; Η απάντηση ήταν προφανής: επειδή μπορούσε. Επέστρεψαν με σφιγμένα τα δόντια στη δουλειά τους και δούλεψαν σιωπηλοί για λίγο. Το γραφείο ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο όλο κι όλο, οπότε δεν υπήρχε δυνατότητα να κλειστεί κανείς σε δικό του χώρο για να έχει την ησυχία του. Ο Κένετ κρυφοκοίταξε τον Έρικ. Υπήρχε κάτι διαφορετικό πάνω του. Ήταν δύσκολο να πεις τι ήταν, αλλά ο Έρικ φαινόταν καταπονημένος κατά κάποιον τρόπο. Πιο εξαντλημένος, τα μαλλιά του δεν ήταν τέλεια χτενισμένα ως συνήθως, το πουκάμισο λίγο τσαλακωμένο. Όχι, δεν ήταν ο εαυτός του σήμερα. Ο Κένετ σκέφτηκε αν έπρεπε να τον ρωτήσει αν ήταν όλα εντάξει στο σπίτι, αλλά δεν το έκανε. Αντί γι’ αυτό είπε, όσο πιο ήρεμα μπορούσε: «Είδες την είδηση για τον Κρίστιαν χτες;» Ο Έρικ μόρφασε. «Ναι». «Τι φάση κι αυτή. Να σε απειλεί κάποιος ψυχάκιας» είπε ο Κένετ με χαλαρό κι αδιάφορο τόνο. Η καρδιά του όμως χτυπούσε άγρια μέσα στο στήθος του. «Μμμ… » Ο Έρικ δεν είχε πάρει στιγμή το βλέμμα του από την οθόνη. Αλλά δεν άγγιζε ούτε το πληκτρολόγιο ούτε το ποντίκι. «Σου είπε ποτέ ο Κρίστιαν κάτι γι’ αυτό;» Ήταν σαν να προσπαθούσε να μην ξύσει το κακάδι μιας πληγής. Δεν ήθελε να μιλάει γι’ αυτό, ούτε ο Έρικ φαινόταν να θέλει να το συζητήσει. Κι ωστόσο δεν μπορούσε να σταματήσει να ρωτάει. «Ή όχι;»


92

KAMILLA LACKBERG

«Όχι, δεν μου είπε ποτέ τίποτα για απειλές» είπε ο Έρικ και άρχισε να ψαχουλεύει με ενδιαφέρον κάποια έγγραφα πάνω στο γραφείο. «Αλλά είναι πλήρως απασχολημένος με το βιβλίο, και δεν συναντιόμασταν ούτε τηλεφωνιόμασταν πολύ συχνά. Και ίσως κάτι τέτοια πράγματα να τα φυλάει κανείς για τον εαυτό του». «Δεν θα έπρεπε να ειδοποιήσει την αστυνομία;» «Και πού το ξέρεις ότι δεν το έκανε;» Ο Έρικ συνέχισε να ψάχνει τις στοίβες των εγγράφων που είχε μπροστά του χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, καταπώς φαινόταν. «Αυτό είναι αλήθεια, όντως… » Ο Κένετ βυθίστηκε στη σιωπή. «Αλλά τι να κάνει η αστυνομία αν όλα αυτά έγιναν ανώνυμα; Εννοώ ότι θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε παλαβός». «Και πώς να το ξέρω εγώ αυτό;» έκανε ο Έρικ και βλαστήμησε όταν κόπηκε από ένα χαρτί. «Γαμώ τον διάολό μου». Ρούφηξε το πληγωμένο δάχτυλο. «Νομίζεις ότι έγιναν στα σοβαρά όλα αυτά;» Ο Έρικ έβγαλε έναν αναστεναγμό. «Μα γιατί πρέπει να κάνουμε υποθέσεις για το θέμα αυτό; Δεν έχω την παραμικρή ιδέα, σου λέω». Η φωνή ανέβηκε λίγο σε ένταση και στο τέλος έσπασε, και ο Κένετ τον κοίταξε ξαφνιασμένος. Ο Έρικ δεν ήταν πραγματικά ο εαυτός του. Μήπως συνέβαινε κάτι με τη δουλειά; Ο Κένετ δεν είχε εμπιστευτεί ποτέ τον Έρικ. Θα μπορούσε άραγε να έχει κάνει κάποια ανοησία; Απόδιωξε αμέσως τη σκέψη αυτή. Έλεγχε πολύ καλά τους λογαριασμούς και θα το καταλάβαινε αμέσως αν ο Έρικ είχε κάνει καμιά βλακεία. Σίγουρα κάποιο πρόβλημα με τη Λουίζ θα είχε. Ήταν πραγματικό αίνιγμα το πώς οι δυο αυτοί άντεχαν ακόμη μαζί και όλος ο κόσμος, εκτός από τους ίδιους, είχε καταλάβει πως θα έκαναν μεγάλη χάρη ο ένας στον άλλο αν έλεγαν αντίο και έπαιρναν διαφορετικούς δρόμους. Αλλά δεν μπορούσε να πει τίποτα γι’ αυτό, δεν τον αφορούσε. Άλλωστε είχε αρκετά δικά του προβλήματα. «Απλώς αναρωτιόμουν» είπε ο Κένετ. Έκανε κλικ σε ένα αρχείο Excel με την τελευταία μηνιαία έκθεση. Οι σκέψεις του ήταν κάπου αλλού. Το φόρεμα είχε ακόμη τη μυρωδιά της. Ο Κρίστιαν το έφερε στη


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

93

μύτη του και ρούφηξε τα υπολείμματα του αρώματός της που είχαν ενσωματωθεί στο ύφασμα. Κι όταν έκλεισε τα μάτια και ένιωσε την ευωδιά στα ρουθούνια μπόρεσε να τη φέρει στο μυαλό του όπως ήταν, να τη φανταστεί καθαρά μπροστά του. Τα μαύρα μαλλιά που έφταναν μέχρι τη μέση και τα οποία μάζευε τόσο συχνά σε πλεξίδα ή κότσο στον αυχένα. Αυτό το χτένισμα θα φαινόταν παλιομοδίτικο και γιαγιαδίστικο σε άλλες, αλλά όχι πάνω της. Κινούνταν σαν χορεύτρια, παρόλο που είχε αφήσει πίσω της την καριέρα της χορεύτριας. Δεν είχε τη βούληση, είχε πει. Το ταλέντο υπήρχε, αλλά όχι η θέληση να βάλει τον χορό στην κορυφή των προτεραιοτήτων της, να θυσιάσει έρωτα, χρόνο, γέλιο και φίλους. Της άρεσε να ζει τη ζωή στο έπακρο. Κι έτσι σταμάτησε να χορεύει, αλλά όταν συναντήθηκαν, και μέχρι το τέλος, είχε ακόμη τον χορό στο κορμί της. Εκείνος μπορούσε να κάθεται και να την κοιτάζει με τις ώρες. Να τη βλέπει όταν τριγύριζε μέσα στο σπίτι, τακτοποιούσε και σιγοτραγουδούσε ενώ τα πόδια της κινούνταν με τέτοια χάρη που νόμιζες πως αιωρούνταν. Έφερε ξανά το φόρεμα στο πρόσωπό του. Η αίσθηση του υφάσματος που κολλούσε απαλά στα γένια του και άφηνε τη δροσιά του στα μάγουλά του που τα ένιωθε πυρετικά καυτά. Την τελευταία φορά που είχε φορέσει το φόρεμα ήταν Παραμονή Μεσοκαλόκαιρου, το βράδυ. Το μπλε ύφασμα τόνιζε το χρώμα στα μάτια της και η σκούρα πλεξίδα κατά μήκος της πλάτης της γυάλιζε όσο και το λαμπερό ύφασμα. Ήταν ένα υπέροχο βράδυ. Ένα από τα λίγα Μεσοκαλόκαιρα με λαμπρό ήλιο. Είχαν καθίσει έξω στον κήπο. Ρέγγα και βραστές πατάτες, απευθείας από την κατσαρόλα. Αλληλοβοηθήθηκαν στο στρώσιμο του τραπεζιού. Το παιδί ήταν στη σκιά και η κουνουπιέρα ήταν τυλιγμένη γύρω από το καροτσάκι, για να μην ενοχλούν το παιδί τα έντομα. Το παιδί ήταν προστατευμένο. Το όνομα του παιδιού πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του κι εκείνος μόρφασε σαν να είχε τσιμπηθεί από κάτι αιχμηρό. Πίεσε τον εαυτό του να σκεφτεί τα θαμπά από τον πάγο ποτήρια και τους φίλους που τα ύψωναν σε πρόποση, για το καλοκαίρι, για τον έρωτα, γι’ αυτούς τους δυο. Σκέφτηκε τις φράουλες που εκείνη είχε φέρει έξω, σ’ ένα μεγάλο μπολ. Τη θυμόταν που κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας


94

KAMILLA LACKBERG

για να τις καθαρίσει κι εκείνος την πείραζε για το γεγονός ότι κάθε τρίτη ή τέταρτη φράουλα κατέληγε στο στόμα της αντί στο μπολ. Το μπολ που θα έβαζε μπροστά στους καλεσμένους, μαζί με σαντιγί με ελάχιστη ζάχαρη, όπως το ’χε μάθει από τη γιαγιά της. Τη θυμόταν να δέχεται τα πειράγματά του μ’ ένα γέλιο, να τον τραβάει πάνω της και να τον φιλάει με χείλη που είχαν γεύση ώριμης φράουλας. Του ξέφυγε ένας λυγμός εκεί που καθόταν με το φόρεμα στα χέρια. Δεν μπόρεσε να εμποδίσει τα κλάματα που ακολούθησαν. Το ύφασμα απέκτησε σκούρες κηλίδες από δάκρυα και τα σκούπισε με το μανίκι του πουλόβερ. Δεν ήθελε να το λερώσει, δεν έπρεπε να λερώσει το ελάχιστο που του είχε απομείνει. Ο Κρίστιαν έβαλε προσεκτικά το φόρεμα στη βαλίτσα. Ήταν το μόνο που είχε απομείνει από τους δυο τους. Το μόνο που μπορούσε να διατηρεί και να φυλάει. Έκλεισε το καπάκι της βαλίτσας και την έσπρωξε προσεκτικά στη γωνία. Η Σάνα δεν έπρεπε να τη βρει. Μόνον η σκέψη ότι θα την άνοιγε, θα κοιτούσε μέσα και θα έπιανε το φόρεμα του προκαλούσε ναυτία. Ήξερε ότι ήταν λάθος, αλλά είχε διαλέξει τη Σάνα για έναν και μόνο λόγο. Επειδή δεν της έμοιαζε. Επειδή η Σάνα δεν είχε χείλη με γεύση ώριμης φράουλας και επειδή δεν κινούνταν σαν χορεύτρια. Αλλά αυτό δεν είχε φτάσει. Το παρελθόν τον είχε προλάβει εντέλει. Το ίδιο μοχθηρά όπως είχε προλάβει κι εκείνη που φορούσε αυτό το μπλε φόρεμα. Τώρα ο Κρίστιαν δεν έβλεπε πουθενά διέξοδο. «Μπορείτε να προσέξετε τον Λίο για λίγο;» Η Πάουλα κοίταξε τη μητέρα της και λοξοκοίταξε –με προσδοκία μάλλον– τον Μέλμπεργ. Τόσο αυτή όσο και η Γιοχάνα είχαν συνειδητοποιήσει, πολύ σύντομα μετά τη γέννηση του γιου τους, ότι στο πρόσωπο του νέου φίλου της μητέρας της είχαν βρει μια τέλεια μπέιμπι σίτερ. Ο Μέλμπεργ ήταν εντελώς ανήμπορος να πει όχι. «Όχι, εμείς… » άρχισε να λέει η Ρίτα, αλλά ο Μέλμπεργ τη διέκοψε βιαστικά. «Κανένα πρόβλημα, εγώ και η κυρά μου μπορούμε να φυλάξουμε τον μικρό. Πηγαίνετε εσείς». Η Ρίτα αναστέναξε παραιτημένη αλλά δεν μπόρεσε να μην κοιτά-


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

95

ξει με αγάπη εκείνο το ακατέργαστο διαμάντι με το οποίο είχε αποφασίσει να συζήσει. Ήξερε ότι πολλοί τον θεωρούσαν χοντροκομμένο, άξεστο και αγενή άνθρωπο. Αλλά αυτή είχε διακρίνει εξαρχής άλλα χαρίσματα σ’ αυτό τον άντρα, χαρίσματα που εκείνη ως γυναίκα θα μπορούσε να ενθαρρύνει. Και είχε δίκιο. Της φερόταν σαν να ήταν βασίλισσα. Έφτανε να τον δεις να κοιτάζει τον εγγονό της για να καταλάβεις τι καλό έκρυβε μέσα του. Αγαπούσε απίστευτα το αγοράκι. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι η ίδια είχε βρεθεί αίφνης στη δεύτερη θέση στην καρδιά του, αλλά δεν την πείραζε. Επίσης είχε αρχίσει να τον κουμαντάρει καλύτερα τώρα στην πίστα χορού. Βασιλιάς της σάλσα δεν θα γινόταν ποτέ, βέβαια, αλλά η Ρίτα δεν χρειαζόταν πλέον να χρησιμοποιεί παπούτσια με ατσάλινη επένδυση στα δάχτυλα των ποδιών. «Αν καταφέρνεις να τον κρατήσεις μόνος σου για λίγο, ίσως να θέλει κι η μαμά να μας ακολουθήσει. Εγώ και η Γιοχάνα λέμε να πάμε στο Τορπ και να αγοράσουμε μερικά πράγματα για το δωμάτιο του Λίο». «Φέρ’ τον εδώ» έκανε ο Μπέρτιλ απλώνοντας ανυπόμονα τα χέρια για να πάρει το παιδί που ήταν στην αγκαλιά της Πάουλα. «Φυσικά και θα τα καταφέρουμε για κάνα δυο ώρες. Ένα μπουκάλι ή δύο μόλις πεινάσει, και έπειτα λίγη ποιοτική παρέα με τον παππού Μπέρτιλ. Είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι καλύτερο για το παιδί;» Η Πάουλα του παρέδωσε τον γιο της και ο Μπέρτιλ τον πήρε στην αγκαλιά του. Εντελώς αταίριαστο ζευγάρι, σκέφτηκε η Πάουλα. Αλλά είχαν μια ιδιαίτερη σχέση, δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Ακόμα κι αν ο Μπέρτιλ Μέλμπεργ ήταν στα μάτια της ο χειρότερος προϊστάμενος που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, είχε εντούτοις αποδειχτεί ο καλύτερος παππούς του κόσμου. «Θα τα καταφέρεις λες;» έκανε λίγο ανήσυχη η Ρίτα. Διότι παρόλο που βοηθούσε πολύ με τον Λίο, οι εμπειρίες του από παιδιά και φροντίδα παιδιών ήταν τουλάχιστον περιορισμένες. Ο δικός του γιος, ο Σίμον, είχε φτάσει να γίνει έφηβος για να μπει στη ζωή του Μπέρτιλ. «Φυσικά» έκανε θιγμένος ο Μπέρτιλ. «Μαμ, νάνι, κακά. Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι; Αυτό κάνω άλλωστε κι εγώ, εδώ και εξήντα χρόνια περίπου». Σχεδόν τις έβγαλε σπρώχνοντας έξω και έκλεισε


96

KAMILLA LACKBERG

πίσω τους την πόρτα. Τώρα θα έκαναν παρέα με την ησυχία τους, αυτός και το παιδί. Δύο ώρες αργότερα ήταν κάθιδρος. Ο Λίο φώναζε με όλη του τη δύναμη και η μυρωδιά από τα κακά κυριαρχούσε σαν ομίχλη σε όλο το καθιστικό. Ο παππούς Μπέρτιλ προσπαθούσε απεγνωσμένα να τον ηρεμήσει, αλλά το αγοράκι απλώς φώναζε όλο και δυνατότερα. Τα μαλλιά του Μέλμπεργ, τα οποία ήταν τακτοποιημένα σαν φωλιά πουλιών στο πάνω μέρος του κεφαλιού του, είχαν πέσει πάνω από το δεξί αυτί, κι ο Μέλμπεργ ένιωθε τον ιδρώτα να απλώνεται σε κηλίδες, μεγάλες σαν πιάτα, κάτω από τις μασχάλες του. Πλησίαζε στο όριο του πανικού, και έριξε μια ματιά στο κινητό που ήταν στο τραπεζάκι του καθιστικού. Μήπως έπρεπε να τηλεφωνήσει στα κορίτσια; Σίγουρα θα ήταν ακόμη στο Τορπ και θα τους έπαιρνε τρία τέταρτα να έρθουν ως εδώ, ακόμα κι αν έμπαιναν τώρα αμέσως στο αυτοκίνητο. Αλλά αν ζητούσε τη βοήθειά τους ίσως να μην τον άφηναν να κρατήσει ξανά τον μικρό. Όχι, αυτό εδώ έπρεπε να το λύσει μόνος του. Είχε αναμετρηθεί με αρκετά καθάρματα όταν ήταν νεότερος, είχε συμμετάσχει σε ανταλλαγές πυροβολισμών και είχε μπλέξει με τρελούς ναρκομανείς που κουβαλούσαν μαχαίρι. Οπότε σίγουρα μπορούσε να τα βγάλει πέρα και με τούτη την κατάσταση που είχε προκύψει. Ο μικρός, άλλωστε, δεν ήταν μεγαλύτερος από μια φραντζόλα, έστω κι αν διέθετε τις φωνητικές ικανότητες ενός πραγματικού άντρα. «Έλα, αγόρι μου, να δούμε πώς θα το λύσουμε τώρα αυτό» είπε ο Μέλμπεργ και άφησε κάτω το εξοργισμένο μωρό. «Για να δούμε, γερή δόση κακά αυτή που έκανες, και σίγουρα θα πεινάς. Με άλλα λόγια, έχουμε κρίση και από τις δύο μεριές. Τώρα πρέπει να αναρωτηθούμε ποια από τις δύο έχει προτεραιότητα». Ο Μέλμπεργ φώναζε για να καλύπτει τις φωνές του μικρού. «Βέβαια, το φαΐ έρχεται πάντα πρώτο, για μένα τουλάχιστον. Άντε, πάμε να γεμίσουμε ένα μπουκάλι με γάλα για σένα». Ο Μπέρτιλ σήκωσε τον Λίο και τον πήγε στην κουζίνα. Είχε λάβει ξεκάθαρες οδηγίες για το πώς θα έφτιαχνε το γάλα, και με τον φούρνο μικροκυμάτων θα γινόταν στο πιτς φιτίλι. Δοκίμασε προσεκτικά τη θερμοκρασία του πίνοντας ο ίδιος μια γουλιά.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

97

«Αμάν, μικρέ μου. Δεν είναι δα και νέκταρ τούτο εδώ. Αλλά καλύτερα να περιμένεις μέχρι να μεγαλώσεις λίγο ακόμα για να δοκιμάσεις τις πραγματικές λιχουδιές». Ο Λίο ξεφώνισε σαν είδε το μπουκάλι και ο Μπέρτιλ κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και τακτοποίησε τον Λίο στο δεξί του χέρι. Έβαλε τη θηλή στο στόμα του και ο Λίο άρχισε να ρουφάει άπληστα το περιεχόμενο. Το ήπιε όλο σε χρόνο μηδέν και ο Μέλμπεργ ένιωσε το μικρό σώμα να χαλαρώνει επιτέλους. Αλλά σύντομα ο μικρός άρχισε να στριφογυρνάει με δυσφορία, και η μυρωδιά ήταν τώρα τόσο ενοχλητική που δεν την άντεχε ούτε ο ίδιος ο Μέλμπεργ. Το πρόβλημα ήταν πως η αλλαγή πάνας ήταν μια ασχολία από την οποία είχε καταφέρει να ξεφύγει μέχρι στιγμής. «Εντάξει, λοιπόν, το ένα θέμα το λύσαμε. Μας μένει το άλλο» είπε με εύθυμο ύφος, το οποίο δεν αντιστοιχούσε διόλου στα συναισθήματά του γι’ αυτό που έπρεπε να κάνει. Ο Μέλμπεργ μετέφερε τον γκρινιάρη Λίο στο μπάνιο. Είχε βοηθήσει τα κορίτσια να βιδώσουν μια αλλαξιέρα στον τοίχο, και εκεί υπήρχαν όλα όσα απαιτούνταν για την επιχείρηση «Αλλαγή Πάνας». Απίθωσε το αγοράκι στην αλλαξιέρα και του έβγαλε προσεκτικά το παντελονάκι. Προσπαθούσε να ανασαίνει από το στόμα, αλλά η μυρωδιά ήταν τόσο διαπεραστική που δεν βοηθούσε ούτε αυτό. Ο Μέλμπεργ ξεκόλλησε τις ταινίες από τα πλάγια της πάνας και λίγο έλειψε να λιποθυμήσει όταν ξεδιπλώθηκε ολάκερος ο θησαυρός μπροστά στα μάτια του. «Ιησού Χριστέ!» Κοίταξε απελπισμένος τριγύρω του και είδε ένα πακέτο με υγρά μαντιλάκια. Άπλωσε το χέρι του για να τα πιάσει και όταν άφησε το ποδαράκι του Λίο εκείνος άρπαξε την ευκαιρία να χώσει και τα δύο πόδια του στην πάνα. «Όχι, όχι έτσι» έκανε ο Μέλμπεργ, άρπαξε μια χούφτα μαντιλάκια και άρχισε να τον σκουπίζει. Αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τον πασαλείψει ακόμα περισσότερο με τα κακά. Μετά αντιλήφθηκε ότι η μόνη λύση ήταν να απομακρύνει την πηγή του προβλήματος. Σήκωσε τα πόδια του Λίο και τράβηξε την πάνα. Με μια έκφραση αηδίας την έριξε στο καλαθάκι αχρήστων στο πάτωμα. Μισό πακέτο μαντιλάκια αργότερα άρχισε να βλέπει κάποιο φως στο τούνελ. Είχε καθαρίσει τα περισσότερα και ο Λίο είχε ηρεμήσει.


98

KAMILLA LACKBERG

Ο Μέλμπεργ σκούπισε με περισσή φροντίδα ό,τι είχε απομείνει και πήρε από το ράφι πάνω από την αλλαξιέρα μια καθαρή πάνα. «Βλέπεις, τώρα είμαστε σε σωστό δρόμο» είπε ικανοποιημένος ο Μέλμπεργ, ενώ ο Λίο κουνούσε ασταμάτητα τα πόδια και φαινόταν να εκτιμάει το γεγονός ότι ο ποπός του έπαιρνε αέρα. «Από ποια μεριά μπαίνει αυτό εδώ τώρα;» Ο Μέλμπεργ έστριψε από όλες τις μεριές την πάνα και αποφάσισε τελικά ότι ο διάκοσμος με τα μικρά ζωάκια έπρεπε να είναι από πίσω, όπως και η ετικέτα σε ένα ρούχο. Βέβαια, δεν κάθισε και πολύ καλά η πάνα και οι ταινίες στο πλάι ήταν έτσι κι έτσι. Μα να μην μπορούν να κατασκευάσουν ένα πράγμα της προκοπής! Ευτυχώς που ήταν άντρας που έπιαναν τα χέρια του και που αντιμετώπιζε αποφασιστικά κάθε δυσκολία. Ο Μέλμπεργ σήκωσε ψηλά τον Λίο, τον πήρε μαζί του στην κουζίνα και τον ισορρόπησε στον ώμο του καθώς έψαχνε στο τελευταίο συρτάρι. Εκεί βρήκε αυτό που έψαχνε. Την κολλητική ταινία. Πήγε στο καθιστικό, άφησε τον Λίο στον καναπέ και αφού τύλιξε κάνα δυο φορές την ταινία γύρω από την πάνα, στάθηκε και κοίταξε ικανοποιημένος το έργο του. «Αυτό ήταν. Κι οι κοπέλες φοβούνταν ότι δεν θα μπορούσα να σε φροντίσω. Τι λες κι εσύ, δεν αξίζουμε τώρα έναν υπνάκο στον καναπέ;» Ο Μπέρτιλ σήκωσε το ζωσμένο με ταινία μωρό και ξάπλωσε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε στον καναπέ με τον Λίο στην αγκαλιά. Ο Λίο τού έριξε μερικές σπρωξιές στην αρχή, αλλά μετά έχωσε ικανοποιημένος το προσωπάκι του κάτω από το σαγόνι του αρχιεπιθεωρητή. Όταν οι γυναίκες της ζωής τους επέστρεψαν στο σπίτι, μισή ώρα αργότερα, είχαν πέσει και οι δύο σε ύπνο βαθύ. «Είναι στο σπίτι ο Κρίστιαν;» Η Ερίκα θα προτιμούσε να είχε κάνει μεταβολή και να είχε φύγει τρέχοντας από εκεί, όταν άνοιξε η Σάνα την πόρτα. Αλλά ο Πάτρικ είχε δίκιο. Δεν είχε άλλη επιλογή. «Ναι. Απλώς είναι πάνω στη σοφίτα. Θα του φωνάξω». Η Σάνα στράφηκε προς τη σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο. «Κρίστιαν! Σε ζητούν» φώναξε και μετά κοίταξε την Ερίκα. «Έλα μέσα, θα κατέβει αμέσως».


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

99

«Ευχαριστώ». Η Ερίκα αισθάνθηκε άβολα εκεί που στεκόταν με τη Σάνα στο χολ, αλλά άκουσε σύντομα βήματα από τη σκάλα. Όταν είδε τον Κρίστιαν πρόσεξε πόσο εξαντλημένος φαινόταν και ένιωσε αμέσως τις τύψεις της να μεγαλώνουν. «Γεια σου» της είπε εκείνος με ερωτηματικό βλέμμα. Πήγε κοντά της και την αγκάλιασε. «Πρέπει να σου μιλήσω για κάτι» είπε η Ερίκα και αισθάνθηκε ξανά την ανάγκη να κάνει μεταβολή και να το βάλει στα πόδια. «Ναι; Εντάξει. Έμπα μέσα πρώτα». Ο Κρίστιαν τής έκανε νόημα να περάσει κι εκείνη έβγαλε από πάνω της το τζάκετ. «Θέλεις κάτι να πιεις;» «Όχι, ευχαριστώ». Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Το μόνο που ήθελε ήταν να τελειώνει με αυτό εδώ. «Πώς πήγαν οι υπογραφές;» ρώτησε μετά και κάθισε στη μια γωνιά του καναπέ στο καθιστικό. Το μαξιλάρι βούλιαξε. «Καλά» είπε ο Κρίστιαν με έναν τρόπο που δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω ερωτήσεις στο θέμα αυτό. «Είδες την εφημερίδα χτες;» της αντιγύρισε. Το πρόσωπό του είχε πάρει ένα γκρίζο χρώμα από το χειμωνιάτικο φως που έπεφτε μέσα από το παράθυρο. «Ναι, γι’ αυτό ήθελα να σου μιλήσω». Η Ερίκα επιστράτευσε όλο το κουράγιο της για να συνεχίσει. Ένα από τα δίδυμα τής έριξε μια γερή κλοτσιά στα παΐδια κι εκείνη ξεφώνισε πνιχτά. «Κλοτσάνε;» «Ναι, μπορείς να το πεις κι έτσι». Έπειτα πήρε μιαν ανάσα και συνέχισε: «Δικό μου ήταν το λάθος που διέρρευσε στον Τύπο». «Τι εννοείς;» Ο Κρίστιαν ανακάθισε στον καναπέ και το κορμί του στυλώθηκε. «Δεν ήμουν όμως εγώ που έδωσα στους δημοσιογράφους την πληροφορία» βιάστηκε η Ερίκα να προσθέσει. «Αλλά υπήρξα αρκετά ανόητη ώστε να το πω σε λάθος άτομο». Δεν μπορούσε να κοιτάξει τον Κρίστιαν στα μάτια, κοιτούσε τα χέρια του. «Στην Γκάμπι;» έκανε με κουρασμένη φωνή ο Κρίστιαν. «Μα δεν κατάλαβες ότι αυτή θα… » Η Ερίκα τον διέκοψε. «Ο Πάτρικ είπε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Και έχετε δίκιο και οι δύο. Έπρεπε να καταλάβω ότι δεν μπορούσα να την εμπιστευτώ, ότι θα το χρησιμοποιούσε σαν μια ευκαιρία για


100

KAMILLA LACKBERG

δημοσιότητα. Αισθάνομαι παντελώς ηλίθια. Δεν έπρεπε να έχω επιδείξει τέτοια αφέλεια». «Όχι, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα τώρα» είπε ο Κρίστιαν. Το παραιτημένο ύφος του έκανε την Ερίκα να νιώσει ακόμα χειρότερα. Πολύ θα ήθελε να της είχε βάλει τις φωνές, να την επιπλήξει, παρά να βλέπει εκείνη την κουρασμένη κι απογοητευμένη έκφραση στο πρόσωπό του. «Συγγνώμη, Κρίστιαν. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό». «Ναι, ας ελπίσουμε ότι εκείνη έχει δίκιο τελικά». «Ποια;» «Η Γκάμπι. Ότι θα πουλήσω περισσότερα βιβλία ύστερα απ’ αυτό». «Δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί να είναι κανείς τόσο κυνικός. Το να σε ξεμπροστιάσει έτσι μόνο και μόνο για να πάνε καλά οι δουλειές… » «Δεν έφτασε εκεί που είναι σήμερα με το να προσπαθεί να είναι φίλη με όλους». «Κι όμως, αναρωτιέμαι αν αξίζει τον κόπο». Η Ερίκα ένιωθε ήδη πολύ στενοχωρημένη που είχε προδώσει τον φίλο της, κατά λάθος και με καλή πρόθεση βέβαια, και δεν μπορούσε να καταλάβει με τίποτα πώς κάποιος μπορούσε να το κάνει αυτό συνειδητά. Και για το κέρδος. «Μπόρα είναι, θα περάσει» είπε ο Κρίστιαν, αν και δεν ακουγόταν να το πιστεύει ο ίδιος. «Σε παλάβωσαν στα τηλέφωνα οι δημοσιογράφοι σήμερα;» Η Ερίκα ανακάθισε μερικές φορές στον καναπέ στην προσπάθειά της να βρει μια βολική στάση. Όπως κι αν καθόταν ένιωθε ότι κάποιο από τα όργανά της πιεζόταν. «Έπειτα από το πρώτο τηλεφώνημα σήμερα απενεργοποίησα το κινητό. Δεν θα τους δώσω περισσότερη τροφή». «Και πώς πάει με τα… » Η Ερίκα δίστασε. «Έλαβες άλλες απειλές; Το καταλαβαίνω ότι δεν θα θέλεις να μου εκμυστηρευτείς τίποτα πια αλλά, πίστεψέ με, το πήρα το μάθημά μου». Το πρόσωπο του Κρίστιαν σκοτείνιασε. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και άργησε να δώσει απάντηση. Όταν την έδωσε η φωνή του


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

101

ακουγόταν αδύναμη και κουρασμένη. «Δεν θέλω να το κάνω θέμα. Ήδη πήρε υπερβολικές διαστάσεις». Ακούστηκε ένας θόρυβος από τον πάνω όροφο και ένα μικρό άρχισε να φωνάζει δυνατά και τσιριχτά. Ο Κρίστιαν δεν έκανε καμιά κίνηση να σηκωθεί, αλλά η Ερίκα άκουσε πίσω της τη Σάνα να ανεβαίνει τρέχοντας τη σκάλα. «Τα πάνε καλά;» είπε η Ερίκα και έγνεψε προς τα πάνω. «Όχι ιδιαίτερα. Στον μεγάλο μου γιο δεν αρέσει ο ανταγωνισμός, αν αυτό σου λέει κάτι». Ο Κρίστιαν χαμογέλασε. «Ο άνθρωπος έχει την τάση να επικεντρώνεται λίγο περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει στο πρώτο του παιδί, όταν μπορεί» είπε η Ερίκα. «Ναι, έτσι είναι» απάντησε ο Κρίστιαν και το χαμόγελο χάθηκε από το πρόσωπό του. Είχε μια πολύ παράξενη έκφραση, την οποία η Ερίκα δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Στον πάνω όροφο τώρα φώναζαν και τα δύο αγόρια μαζί, και η θυμωμένη φωνή της Σάνα προστέθηκε στις δικές τους. «Πρέπει να μιλήσεις στην αστυνομία» είπε η Ερίκα. «Μίλησα, όπως κατάλαβες, με τον Πάτρικ, και γι’ αυτό παίρνω την ευθύνη. Η γνώμη του είναι να το πάρεις πολύ σοβαρά το θέμα και το πρώτο βήμα είναι να πας στην αστυνομία. Μπορείς να ξεκινήσεις συναντώντας απλώς τον Πάτρικ, ανεπίσημα αν θέλεις». Άκουσε ότι του μιλούσε παρακλητικά, αλλά τα γράμματα την είχαν επηρεάσει πολύ άσχημα και διαισθανόταν ότι και ο Κρίστιαν ένιωθε το ίδιο. «Δεν θέλω να μιλήσω άλλο γι’ αυτό» είπε εκείνος και σηκώθηκε. «Ξέρω ότι δεν ήθελες να γίνουν τα πράγματα όπως έγιναν όταν μίλησες στην Γκάμπι. Αλλά πρέπει οπωσδήποτε να σεβαστείς ότι δεν θέλω να το μεγαλοποιήσω αυτό το θέμα». Οι κραυγές από τον πάνω όροφο είχαν φτάσει τώρα σε νέα ύψη και ο Κρίστιαν πήγε προς τη σκάλα. «Να με συγχωρείς, αλλά πρέπει να βοηθήσω τη Σάνα πριν σκοτωθούν μεταξύ τους τα παιδιά. Δεν θα σε συνοδεύσω έξω, εντάξει;» Ανέβηκε βιαστικά πάνω χωρίς να την αποχαιρετήσει και η Ερίκα είχε την αίσθηση ότι ο Κρίστιαν έτρεχε να ξεφύγει από κάτι.


102

KAMILLA LACKBERG

Μα δεν θα επέστρεφαν ποτέ στο σπίτι; Το τροχόσπιτο το ένιωθε όλο και μικρότερο κάθε μέρα που περνούσε, και σύντομα είχε εξερευνήσει κάθε γωνιά του κάμπινγκ. Ίσως στο σπίτι να άρχιζαν να ενδιαφέρονται πάλι γι’ αυτόν. Εδώ έκαναν σαν να μην υπήρχε. Ο πατέρας έλυνε σταυρόλεξα και η μητέρα ήταν άρρωστη. Αυτή την εξήγηση πήρε, εν πάση περιπτώσει, όταν προσπάθησε να πάει μέσα, στη μητέρα του, εκεί όπου ήταν ξαπλωμένη όλη την ημέρα, στη μικρή κουκέτα του τροχόσπιτου. Δεν είχε κολυμπήσει ξανά μαζί του. Παρόλο που θυμόταν τον φόβο κι εκείνο που τυλίχτηκε γύρω από τα πόδια του, τα προτιμούσε από εκείνη τη μόνιμη απαγόρευση να τη βλέπει. «Η μητέρα είναι άρρωστη. Πήγαινε να παίξεις». Κι εκείνος έφευγε και γέμιζε τις μέρες του μόνος του. Τα άλλα παιδιά στο κάμπινγκ προσπάθησαν στην αρχή να παίξουν μαζί του. Αλλά εκείνος δεν ενδιαφερόταν. Αν δεν μπορούσε να είναι μαζί με τη μητέρα, δεν ήθελε να είναι με κανέναν. Όταν είδε πως δεν ανάρρωνε ένιωσε μεγάλη ανησυχία. Την άκουγε μερικές φορές να κάνει εμετό. Και φαινόταν πολύ χλωμή. Κι αν ήταν κάτι επικίνδυνο; Κι αν πέθαινε κι αυτή και τον άφηνε; Όπως η μαμά του. Η σκέψη αυτή και μόνο τον έκανε να θέλει να συρθεί σε μια γωνιά και να κρυφτεί. Να κλείσει σφιχτά τα μάτια, πολύ σφιχτά, ώστε το σκοτάδι να μη βρίσκει θέση μέσα του. Δεν έπρεπε να αφήνει τον εαυτό του να σκέφτεται έτσι. Η όμορφη μητέρα του δεν ήταν δυνατόν να πεθάνει. Όχι και αυτή. Είχε βρει ένα δικό του μέρος. Πάνω στο βουνό, με θέα προς το


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

103

κάμπινγκ και το νερό. Μπορούσε μάλιστα να δει την οροφή του τροχόσπιτού τους αν τεντωνόταν λιγάκι. Εκεί περνούσε τις μέρες του τώρα, εκεί μπορούσε να βρει την ησυχία του. Όταν καθόταν εκεί μπορούσε να κάνει τις ώρες να περνούν εύκολα. Και ο πατέρας ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι. Τον είχε ακούσει να το λέει. Αλλά η μητέρα δεν ήθελε. Δεν θα δώσω στην γκιόσα τέτοια ευχαρίστηση, έλεγε η μητέρα ξαπλωμένη στην κουκέτα, χλωμή και πιο αδυνατισμένη από ποτέ. Ήθελε η γκιόσα να ξέρει ότι βρίσκονταν εκεί όλο το καλοκαίρι, όπως πάντα, τόσο κοντά, δίχως να πάνε ποτέ να τη δουν. Όχι, δεν θα πήγαιναν στο σπίτι. Προτιμούσε να πεθάνει παρά να φύγει νωρίτερα. Τέρμα τα λόγια. Ό ,τι αποφάσιζε η μητέρα αυτό γινόταν. Θα συνέχιζε να πηγαίνει στο μέρος του καθημερινά. Να κάθεται εκεί με τα χέρια σφιγμένα γύρω από τα γόνατα, με τις σκέψεις και τη φαντασία του να οργιάζουν. Μόνον αν επέστρεφαν στο σπίτι θα ήταν όλα όπως παλιά. Σίγουρα πράγματα.


104

KAMILLA LACKBERG

«Μην τρέχεις μακριά, Ρόκι!» Ο Γιέτε Πέρσον φώναζε δυνατά, αλλά ο σκύλος έδειχνε να μην ακούει, ως συνήθως. Είδε μόνο την ουρά του, πριν το γκόλντεν ριτρίβερ με το ανοιχτόχρωμο τρίχωμα στρίψει αριστερά πίσω από έναν μεγάλο βράχο. Ο Γιέτε άνοιξε το βήμα του, όσο περισσότερο μπορούσε, αλλά το δεξί πόδι τον εμπόδιζε. Έπειτα από το εγκεφαλικό δεν τον υπάκουε πραγματικά, αλλά ο Γιέτε δεν έπαυε να θεωρεί τυχερό τον εαυτό του. Οι γιατροί δεν του είχαν δώσει μεγάλες ελπίδες ότι θα μπορούσε ποτέ ξανά να κινηθεί μόνος του, μετά το εγκεφαλικό που έπληξε όλη τη δεξιά πλευρά του σώματός του. Αλλά δεν είχαν υπολογίσει πόσο πεισματάρης ήταν. Χάρη στην επιμονή που του είχε δώσει ο Θεός και χάρη στον φυσικοθεραπευτή του, ο οποίος τον πίεζε σαν να προετοιμαζόταν για Ολυμπιακούς, είχε καταφέρει να κινείται όλο και περισσότερο κάθε εβδομάδα που περνούσε. Καμιά φορά υποτροπίαζε και σίγουρα είχε, πολλές φορές, φτάσει στο σημείο να τα παρατήσει. Αλλά συνέχιζε να αγωνίζεται και έκανε προόδους που τον έφερναν πιο κοντά στον στόχο του. Τώρα έκανε καθημερινά έναν ωριαίο περίπατο με τον Ρόκι. Κινούνταν σπασμωδικά και σαφώς αργά, αλλά τον περίπατο τον έκαναν. Ό,τι καιρό και να ’χε έβγαιναν, και κάθε μέτρο αποτελούσε νίκη. Ο σκύλος εμφανίστηκε ξανά. Οσφραινόταν γύρω στην παραλία, στην πλαζ του Σέλβικ, και κοίταζε πάνω καμιά φορά για να δει αν το αφεντικό του ήταν ακόμη εκεί. Ο Γιέτε άρπαξε την ευκαιρία να σταματήσει και να πάρει μιαν ανάσα. Ψαχούλεψε ξανά την τσέπη του, για εκατοστή φορά ίσως, για να βεβαιωθεί ότι είχε μαζί του το κινητό του. Εντάξει, εκεί ήταν. Για να σιγουρευτεί το έβγαλε και έλεγξε αν


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

105

ήταν ενεργοποιημένο, ότι δεν είχε κλείσει τυχαία τον ήχο και ότι δεν είχε χάσει καμία κλήση. Ακόμη δεν είχε τηλεφωνήσει κανένας. Έπειτα έβαλε ανυπόμονα το τηλέφωνο στην τσέπη του. Ήξερε πως ήταν γελοίο να ελέγχει το κινητό κάθε πέντε λεπτά. Αλλά του είχαν υποσχεθεί ότι θα τηλεφωνούσαν όταν θα ερχόταν. Το πρώτο εγγόνι. Η κόρη του η Ίνα είχε καθυστερήσει ήδη δυο εβδομάδες από την ημερομηνία της γέννας και ο Γιέτε δεν καταλάβαινε πώς μπορούσαν η κόρη και ο γαμπρός του να είναι τόσο ήρεμοι. Βέβαια, ίσως να διέκρινε, για να είναι ειλικρινής, μια κάποια ενόχληση όταν τηλεφώνησε για δέκατη φορά την ίδια μέρα και ρώτησε αν είχε γίνει κάτι. Αλλά ένιωθε πως αυτός ήταν πολύ πιο ανήσυχος από εκείνους τους δύο. Τις τελευταίες νύχτες έμενε μάλιστα άγρυπνος τις περισσότερες ώρες και κοιτούσε μια το ξυπνητήρι μια το κινητό. Κάτι τέτοια γεγονότα ήταν συνηθέστερα τις νυχτερινές ώρες. Κι αν τύχαινε να κοιμάται βαθιά και δεν άκουγε το τηλέφωνο; Χασμουρήθηκε. Οι αγρύπνιες είχαν αρχίσει να επηρεάζουν τις δυνάμεις του. Είχαν γεννηθεί μέσα του πολλά συναισθήματα όταν η Ίνα και ο Γιέσπερ τού είπαν ότι περίμεναν παιδί. Του το είχαν πει δύο μέρες μετά που είχε πάθει το εγκεφαλικό και τον μετέφεραν επειγόντως με ασθενοφόρο στην Ουντεβάλα. Στην πραγματικότητα ήθελαν να περιμένουν κι άλλο μέχρι να του το πουν, ήταν άλλωστε πολύ νωρίς και μόλις το είχαν μάθει και οι ίδιοι. Αλλά κανένας δεν πίστευε ότι ο Γιέτε θα ζούσε. Ούτε ήταν σίγουροι ότι τους άκουσε όταν του το είπαν ενώ ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, συνδεδεμένος με σωληνάκια και μηχανήματα. Αλλά εκείνος είχε ακούσει, είχε ακούσει κάθε λέξη. Και αυτό έδωσε στην επιμονή του τη στήριξη που χρειαζόταν. Κάτι για να κρατηθεί στη ζωή. Θα γινόταν παππούς. Η μοναδική του κόρη, το φως της ζωής του, θα αποκτούσε μωρό. Πώς θα μπορούσε να χάσει κάτι τέτοιο; Ήξερε ότι η Μπριτ-Μαρί τον περίμενε. Άλλωστε ο ίδιος δεν είχε καμία αντίρρηση να αφήσει τούτη τη ζωή και να πάει να τη συναντήσει ξανά. Του έλειπε πολύ, κάθε μέρα, κάθε λεπτό, όλα αυτά τα χρόνια που είχαν περάσει, από τότε που αυτός και η κόρη του είχαν μείνει μόνοι τους. Αλλά τώρα τον χρειάζονταν και το εξήγησε αυτό στην Μπριτ-Μαρί. Είπε ότι δεν θα πήγαινε ακόμη κοντά της, επειδή το κοριτσάκι τους τον χρειαζόταν εκεί.


106

KAMILLA LACKBERG

Η Μπριτ-Μαρί κατάλαβε. Ήταν σίγουρος ότι θα το έκανε. Είχε ξυπνήσει ξανά, είχε αφήσει τον ύπνο που ήταν τόσο διαφορετικός και κατά κάποιον τρόπο τόσο ελκυστικός. Είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και κάθε βήμα που είχε κάνει από εκείνη τη στιγμή το είχε κάνει για τον μικρό ή τη μικρή. Είχε τόσο πολλά να προσφέρει και σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να εκμεταλλευτεί κάθε παραπανίσιο λεπτό που του είχε χαριστεί για να κακομάθει το εγγονάκι του. Ας διαμαρτύρονταν όσο ήθελαν η Ίνα και ο Γιέσπερ. Αυτό ήταν προνόμιο ενός παππού. Το τηλέφωνο στην τσέπη του χτύπησε διαπεραστικά και ο Γιέτε τινάχτηκε εκεί που στεκόταν, βυθισμένος σε σκέψεις. Με ανυπόμονα χέρια το έβγαλε από την τσέπη και λίγο έλειψε να του πέσει στο έδαφος. Κοίταξε την οθόνη και οι ώμοι του έπεσαν από την απογοήτευση όταν είδε το όνομα ενός καλού φίλου. Δεν τόλμησε να απαντήσει. Δεν έπρεπε να το βρουν κατειλημμένο όταν θα τηλεφωνούσαν. Τώρα όμως δεν έβλεπε πουθενά τον σκύλο. Έβαλε το τηλέφωνο στην τσέπη και κουτσαίνοντας πήγε προς την κατεύθυνση που τον είχε δει τελευταία φορά. Κάτι ανοιχτόχρωμο κινήθηκε στο οπτικό πεδίο που κάλυπτε η άκρη του ματιού του και κοίταξε προς το νερό. «Ρόκι!» φώναξε με φωνή γεμάτη τρόμο. Ο σκύλος είχε πάει πέρα στον πάγο. Απείχε περίπου είκοσι μέτρα και είχε το κεφάλι σκυφτό. Όταν άκουσε τον Γιέτε να τον φωνάζει άρχισε να γαβγίζει δυνατά και να σκάβει με το πόδια του. Ο Γιέτε αντιλήφθηκε ότι κρατούσε την ανάσα του. Αν ήταν λυκοχείμωνο, δηλαδή δριμύς και βαρύς χειμώνας, δεν θ’ ανησυχούσε τόσο. Πολλές φορές, κυρίως τα παλιά τα χρόνια, ο Γιέτε και η Μπριτ-Μαρί έπαιρναν μαζί τους σάντουιτς και ένα θερμός με καφέ και διέσχιζαν τον πάγο για να φτάσουν σε κάποιο από τα κοντινά νησιά. Αλλά τούτη τη χρονιά είχε ρίξει μαλακό χιόνι που είτε έλιωνε είτε πάγωνε, και ήξερε ότι ο πάγος μπορεί να έκρυβε παγίδες. «Ρόκι!» φώναξε ξανά. «Έλα εδώ!» Προσπάθησε να ακουστεί όσο αυστηρότερος μπορούσε, αλλά ο σκύλος τον αγνοούσε. Τώρα ο Γιέτε είχε μόνο μία σκέψη στο μυαλό του. Δεν μπορούσε να χάσει τον Ρόκι. Ο σκύλος δεν θα επιβίωνε αν ο πάγος έσπαζε και έπεφτε στο παγωμένο νερό, και αυτό δεν θα το άντεχε ο Γιέτε. Ήταν φίλοι δέκα χρόνια τώρα, και είχε φανταστεί πολλές εικόνες από το εγγονάκι που θα γεννιόταν και θα έπαιζε με τον σκύλο, οπότε δεν


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

107

μπορούσε να σκεφτεί τίποτα απ’ όλα αυτά χωρίς τον Ρόκι. Πήγε προς την άκρη της παραλίας. Δοκίμασε με το πόδι του τον πάγο. Θρυμματίστηκε σε χιλιάδες τριχοειδείς ρωγμές στην επιφάνεια, αλλά όχι μέχρι κάτω. Πιθανώς θα μπορούσε να τον αντέξει. Προχώρησε. Ο Ρόκι γάβγιζε ακόμη δυνατά και έσκαβε με τα νύχια. «Έλα δω» προσπάθησε να τον δελεάσει πάλι ο Γιέτε, αλλά ο σκύλος στεκόταν στη θέση του και δεν φαινόταν να θέλει να το κουνήσει. Ο πάγος πιο μέσα φαινόταν πιο συμπαγής από ό,τι στην άκρη του νερού, αλλά ο Γιέτε αποφάσισε, για να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο, να πέσει στα τέσσερα. Έπεσε λοιπόν με κόπο μπρούμυτα και προσπάθησε να αγνοήσει το κρύο που διαπερνούσε το κορμί του παρά το γεγονός ότι είχε ντυθεί βαριά. Ήταν δύσκολο να κινηθεί προς τα εμπρός πεσμένος μπρούμυτα. Τα πόδια του γλιστρούσαν όταν προσπαθούσε να ωθήσει το κορμί του με τη βοήθειά τους και σκέφτηκε πως θα έπρεπε να είναι λιγότερο επιπόλαιος και να φοράει παπούτσια με καρφιά, όπως έκανε κάθε λογικός συνταξιούχος όταν έξω γλιστρούσε. Κοίταξε γύρω του και εντόπισε δύο βέργες που ίσως θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Κατάφερε να συρθεί μέχρι εκεί και έπειτα τις χρησιμοποίησε σαν αυτοσχέδια κραμπόν για πάγο. Τώρα ήταν πιο εύκολο και κινούνταν προς τον σκύλο πόντο πόντο. Ενδιάμεσα έκανε νέες προσπάθειες να φωνάξει κοντά του τον σκύλο, αλλά ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε βρει ο Ρόκι πρέπει να ήταν πολύ ενδιαφέρον για να το παρατήσει έστω και για ένα δευτερόλεπτο. Όταν ο Γιέτε κόντευε να φτάσει στον Ρόκι, άκουσε τον πάγο να τρίζει και να διαμαρτύρεται κάτω από το βάρος του. Ο Γιέτε σκέφτηκε την ειρωνεία στο γεγονός ότι είχε αγωνιστεί τόσους μήνες με την αποκατάσταση για να πάει και να πνιγεί κάτω από τον πάγο έξω από το Σέλβικ. Μέχρι στιγμής πάντως ο πάγος φαινόταν να αντέχει, και τώρα ήταν τόσο κοντά ώστε να μπορεί ν’ απλώσει το χέρι και ν’ αγγίξει το τρίχωμα του Ρόκι. «Αγόρι μου, δεν μπορείς να στέκεσαι εδώ» του είπε με ήρεμη φωνή και σύρθηκε λίγο πιο κοντά για να μπορέσει να πιάσει το περιλαίμιο του σκύλου. Το πώς μετά θα κατάφερνε να κουβαλήσει έναν απρόθυμο σκύλο και τον εαυτό του πίσω στη στεριά δεν το είχε σκεφτεί καθόλου. Αλλά σίγουρα θα τα κατάφερνε και με αυτό.


108

KAMILLA LACKBERG

«Τι είναι αυτό που σου φαίνεται τόσο τρελά ενδιαφέρον;» Άρπαξε τον σκύλο από το περιλαίμιο. Έπειτα κοίταξε προς τα κάτω. Την ίδια στιγμή ακούστηκε το τηλέφωνο από την τσέπη του. Ήταν, ως συνήθως, δύσκολο να γίνει κάτι, ειδικά μια Δευτέρα πρωί. Ο Πάτρικ καθόταν στην καρέκλα με τα πόδια πάνω στο γραφείο του. Κοιτούσε τη φωτογραφία του Μάγκνους Σέλνερ, σαν να ήθελε να τον κάνει να του πει πού βρισκόταν. Ή , σωστότερα, πού βρισκόταν το πτώμα του. Ανησυχούσε επίσης για τον Κρίστιαν. Ο Πάτρικ άνοιξε το συρτάρι στα δεξιά του και έβγαλε τη μικρή πλαστική σακούλα με το γράμμα και την κάρτα. Ήθελε πολύ να τα στείλει για ανάλυση, να τα κοιτάξουν για δακτυλικά αποτυπώματα. Αλλά είχε τόσο λίγα στα χέρια του, τίποτα συγκεκριμένο δεν είχε συμβεί. Ούτε καν η Ερίκα, η οποία σε αντίθεση με τον ίδιο είχε διαβάσει όλα τα γράμματα, μπορούσε να πει με σιγουριά ότι κάποιος σκόπευε να κάνει κακό στον Κρίστιαν. Ωστόσο η διαίσθησή της, όπως και του Πάτρικ, της έλεγε κάτι διαφορετικό. Διαισθάνονταν και οι δύο ότι υπήρχε κάτι πολύ κακόβουλο πίσω από τις αράδες αυτές. Χαμογέλασε στον εαυτό του με τη διατύπωση. Κακόβουλο. Δεν ήταν και τόσο επιστημονική η περιγραφή αυτή. Αλλά τα γράμματα φαίνονταν να μεταφέρουν μια επιθυμία για πρόκληση βλάβης. Δεν μπορούσε να το περιγράψει καλύτερα. Κι αυτή η αίσθηση τον ανησυχούσε πολύ. Το είχε συζητήσει με την Ερίκα όταν εκείνη επέστρεψε από τον Κρίστιαν. Ο Πάτρικ θα προτιμούσε να είχε πάει ο ίδιος για να συζητήσει μαζί του, αλλά η Ερίκα τον συμβούλεψε να μην το κάνει. Πίστευε ότι ο Κρίστιαν δεν θα ήταν δεκτικός και παρακάλεσε τον Πάτρικ να περιμένει μέχρι να καταλαγιάσει ο θόρυβος που είχε προκληθεί από τα άρθρα των εφημερίδων. Εκείνος συμφώνησε. Τώρα που καθόταν και κοιτούσε τον καλλιγραφικό χαρακτήρα αναρωτιόταν αν είχε πράξει σωστά. Τινάχτηκε σαν χτύπησε το τηλέφωνο. «Πάτρικ Χέντστρεμ». Έβαλε ξανά τη σακούλα στο συρτάρι και το έκλεισε. Μετά έμεινε μεμιάς ακίνητος. «Συγγνώμη. Πώς είπατε;» Άκουσε με προσοχή και αμέσως μόλις κατέβασε το ακουστικό άρ-


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

109

χισε να δουλεύει πυρετωδώς. Πρώτα έκανε μερικά σύντομα τηλεφωνήματα και μετά βγήκε τρέχοντας στον διάδρομο και χτύπησε την πόρτα του Μέλμπεργ. Δεν περίμενε απάντηση, αλλά μπήκε αμέσως μέσα. Και ξύπνησε τόσο τον σκύλο όσο και το αφεντικό του. «Τι στον διάολο… » Ο Μέλμπεργ ανασηκώθηκε αγουροξυπνημένος από τη χαλαρή στάση του στην καρέκλα του γραφείου και κοίταξε έντονα τον Πάτρικ. «Δεν έχεις μάθεις να χτυπάς πριν μπεις μέσα;» Ο αρχιεπιθεωρητής έσιαξε τα μαλλιά του. «Λοιπόν; Δεν βλέπεις ότι είμαι απασχολημένος; Τι θέλεις;» «Νομίζω ότι βρήκαμε τον Μάγκνους Σέλνερ». Ο Μέλμπεργ ήταν ξαφνικά όλο αυτιά. «Ναι; Και πού είναι; Σε κάνα νησί της Καραϊβικής;» «Όχι ακριβώς. Κάτω από τον πάγο είναι. Έξω από το Σέλβικ». «Κάτω από τον πάγο;» Ο Ερνστ ένιωσε την ένταση στην ατμόσφαιρα και σήκωσε τα αυτιά του. «Τηλεφώνησε ένας γέρος που είχε βγει περίπατο με τον σκύλο του. Δεν ξέρουμε ακόμη, φυσικά, αν πρόκειται για τον Μάγκνους Σέλνερ, δεν έχει επιβεβαιωθεί. Αλλά υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες να είναι αυτός». «Και τι περιμένουμε, που να πάρει ο διάβολος;» έκανε ο Μέλμπεργ και τινάχτηκε πάνω. Άρπαξε το τζάκετ του και προσπέρασε τον Πάτρικ σπρώχνοντάς τον. «Είστε του κερατά αργοκίνητοι σε τούτο εδώ το τμήμα! Χρειαζόσουν τόση ώρα για να το πεις αυτό; Στο αυτοκίνητο, πάραυτα! Εσύ οδηγείς». Ο Μέλμπεργ έτρεξε στο πάρκινγκ και ο Πάτρικ πέρασε βιαστικά από το γραφείο του για να πάρει το τζάκετ του. Αναστέναξε. Θα ήθελε να μην είχε από κοντά τον προϊστάμενό του, αλλά ήξερε πολύ καλά ότι ο Μέλμπεργ δεν θα έχανε την ευκαιρία να βρεθεί στο επίκεντρο των γεγονότων. Ήταν αυτό που λάτρευε, αρκεί να μη συμπεριλάμβανε και δουλειά. «Έλα, λοιπόν, σανίδωσέ το!» Ο Μέλμπεργ καθόταν ήδη στη θέση του συνοδηγού. Ο Πάτρικ κάθισε πίσω από το τιμόνι και έβαλε μπροστά.


110

KAMILLA LACKBERG

«Είναι η πρώτη φορά που βγαίνετε στην τηλεόραση;» τιτίβισε η κοπέλα που έκανε το μακιγιάζ. Ο Κρίστιαν συνάντησε το βλέμμα της στον καθρέφτη και έγνεψε καταφατικά. Το στόμα του ήταν στεγνό και τα χέρια του υγρά. Πριν από δύο εβδομάδες είχε δεχτεί να συμμετάσχει στην εκπομπή Πρωινό με ειδήσεις του Καναλιού 4, αλλά τώρα το μετάνιωνε πικρά. Σε όλο το ταξίδι για τη Στοκχόλμη χτες το βράδυ πάλευε με την παρόρμηση να τα παρατήσει και να γυρίσει πίσω. Η Γκάμπι ήταν τρισευτυχισμένη όταν της τηλεφώνησαν από το Κανάλι 4. Είχαν ακούσει πως επρόκειτο να εμφανιστεί ένα καινούργιο αστέρι στο λογοτεχνικό στερέωμα και ήθελαν να είναι οι πρώτοι που θα του έπαιρναν τηλεοπτική συνέντευξη. Η Γκάμπι τού είχε εξηγήσει πως δεν υπήρχε καλύτερο μάρκετινγκ από αυτό, και ότι θα πουλούσε πάρα πολλά βιβλία αφιερώνοντας μόνο λίγο χρόνο για να εμφανιστεί. Κι αυτός επέτρεψε στον εαυτό του να παρασυρθεί. Είχε ζητήσει άδεια από τη βιβλιοθήκη και η Γκάμπι τού έκλεισε θέση στο τρένο για τη Στοκχόλμη και δωμάτιο ξενοδοχείου. Αρχικά εκείνος ένιωθε κάποιον ενθουσιασμό που θα τον έδειχνε η τηλεόραση με το βιβλίο του. Με τη Γοργόνα. Θα εμφανιζόταν σε ένα εθνικό κανάλι ως «συγγραφέας» και θα μιλούσε για το πρώτο του μυθιστόρημα. Αλλά τα πρωτοσέλιδα του Σαββατοκύριακου είχαν καταστρέψει τα πάντα. Πώς είχε επιτρέψει να τον ξεγελάσουν έτσι; Είχε ζήσει αποτραβηγμένος τόσο πολλά χρόνια και είχε πιστέψει ότι μπορούσε πια να εμφανιστεί ξανά. Ακόμα και όταν άρχισαν να έρχονται τα γράμματα, αυτός συνέχισε να ζει με την αυταπάτη ότι όλα είχαν τελειώσει, ότι ήταν ασφαλής. Οι τίτλοι των εφημερίδων τον έβγαλαν από την πλάνη του. Κάποιος θα τους έβλεπε, κάποιος θα θυμόταν. Όλα θα έβγαιναν ξανά στην επιφάνεια. Ανατρίχιασε εκεί που καθόταν. Η κοπέλα που έκανε το μακιγιάζ τον κοίταξε. «Κρυώνετε με τόση ζέστη εδώ μέσα; Μήπως αρπάξατε κανένα κρυολόγημα;» Εκείνος έγνεψε καταφατικά και χαμογέλασε. Καλύτερα έτσι. Δεν θα χρειαζόταν να δώσει εξηγήσεις.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

111

Το στρώμα του μακιγιάζ τού φαινόταν παχύ και αφύσικο. Του είχαν βάλει μέικαπ ακόμα και στ’ αυτιά και στα χέρια, προφανώς επειδή το κανονικό χρώμα του δέρματος φαινόταν χλωμό και πρασινωπό μέσα από τον φακό χωρίς μακιγιάζ. Κατά κάποιον τρόπο καλό ήταν. Διότι έτσι ήταν σαν να φορούσε μάσκα. Μπορούσε να κρύβεται πίσω από αυτήν. «Εντάξει, έτοιμος είστε τώρα. Η υπεύθυνη του στούντιο θα έρθει να σας πάρει σ’ ένα λεπτάκι». Η μακιγιέζ επιθεώρησε ικανοποιημένη το έργο της. Ο Κρίστιαν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Η μάσκα τού αντιγύρισε το βλέμμα. Μερικά λεπτά αργότερα τον οδήγησαν σε μια γωνιά για διάλειμμα έξω από το στούντιο. Εκεί υπήρχε στρωμένος ένας εντυπωσιακός μπουφές με πρωινό, αλλά ο Κρίστιαν αρκέστηκε σε λίγο χυμό πορτοκάλι. Η αδρεναλίνη είχε φτάσει στα ύψη και το χέρι του έτρεμε λίγο όταν σήκωσε το ποτήρι. «Μπορείτε να έρθετε μαζί μου τώρα». Η υπεύθυνη του στούντιο του έκανε νόημα και εκείνος άφησε μισογεμάτο το ποτήρι με τον χυμό στο τραπέζι. Την ακολούθησε με τρεμάμενα γόνατα και μπήκε στο στούντιο που ήταν στον κάτω όροφο. «Μπορείτε να καθίσετε» ψιθύρισε η συνοδός του και του έδειξε τη θέση του. Ο Κρίστιαν τινάχτηκε όταν, αμέσως μετά, ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του. «Συγγνώμη, απλώς θα σας βάλω ένα μικρόφωνο» ψιθύρισε ένας άντρας με ακουστικά στα αυτιά και ο Κρίστιαν έγνεψε καταφατικά. Το στόμα του τώρα ήταν –αν ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο– στεγνότερο, και ήπιε όλο το νερό από ένα ποτήρι που υπήρχε μπροστά του. «Γεια σου, Κρίστιαν, χαίρομαι που σε συναντώ. Διάβασα το βιβλίο σου και πρέπει να πω ότι πιστεύω πως είναι υπέροχο». Η Κριστίν Κάσπερσεν του έδωσε το χέρι της και ο Κρίστιαν τής το έσφιξε έπειτα από μια στιγμή δισταγμού. Με τον ιδρώτα που είχε εκείνη τη στιγμή στα χέρια του ένιωσε σαν να έπιανε βρεγμένο σφουγγάρι. Κοντά τους ήρθε και κάθισε επίσης και ο παρουσιαστής του προγράμματος. Τους χαιρέτησε και συστήθηκε ως Άντερς Κραφτ. Στο τραπέζι βρισκόταν το βιβλίο και πίσω από αυτούς ο μετεωρολόγος παρουσίαζε τον καιρό. Έπρεπε να μιλούν ψιθυριστά.


112

KAMILLA LACKBERG

«Δεν πιστεύω να έχεις νευρικότητα;» είπε η Κριστίν και χαμογέλασε. «Δεν χρειάζεται, επικεντρώσου σ’ εμάς και όλα θα πάνε μια χαρά». Ο Κρίστιαν έγνεψε ξανά. Του είχαν ξαναγεμίσει το ποτήρι με νερό και το ήπιε κι αυτό μεμιάς. «Είναι η σειρά μας τώρα, σε είκοσι δευτερόλεπτα περίπου» είπε ο Άντερς Κραφτ και του έκλεισε το μάτι. Ο Κρίστιαν ένιωσε να ηρεμεί λίγο, ελάχιστα, από την αυτοπεποίθηση που εξέπεμπε το ζευγάρι απέναντί του, και έκανε τα πάντα για να μη σκέφτεται τις κάμερες γύρω του που θα τον εμφάνιζαν σε ζωντανή μετάδοση σε ένα μεγάλο τμήμα του σουηδικού λαού. Η Κριστίν άρχισε να μιλάει απευθυνόμενη σε ένα σημείο πίσω του και ο Κρίστιαν κατάλαβε ότι ήταν στον αέρα. Η καρδιά χοροπήδησε στο στήθος του, τα αυτιά του βούιζαν και πίεσε τον εαυτό του να ακούσει τι έλεγε η Κριστίν. Έπειτα από μια μικρή εισαγωγή έγινε η πρώτη ερώτηση: «Κρίστιαν, επαινέθηκες πολύ από τους κριτικούς για το πρώτο σου βιβλίο με τίτλο Η γοργόνα. Και τα πρώτα μηνύματα λένε ότι και το ενδιαφέρον των αναγνωστών είναι ασυνήθιστα μεγάλο για έναν εντελώς άγνωστο συγγραφέα. Πώς νιώθεις γι’ αυτό;» Η φωνή του έτρεμε λίγο σαν άρχισε να μιλάει, αλλά η Κριστίν τον κοιτούσε με σταθερό και ήρεμο βλέμμα και ο Κρίστιαν επικεντρώθηκε σε αυτή, όχι στην κάμερα που την έβλεπε με την άκρη του ματιού του, και αφού μπέρδεψε λίγο τα λόγια του στην αρχή, άκουσε τη φωνή του να γίνεται σταθερότερη. «Νιώθω, βέβαια, υπέροχα. Πάντα είχα το όνειρο να γίνω συγγραφέας και το γεγονός ότι το βλέπω να γίνεται πραγματικότητα, και μάλιστα με τόσο εντυπωσιακή υποδοχή, είναι κάτι που ξεπερνάει και τις πιο τρελές μου προσδοκίες». «Ο εκδοτικός οίκος επένδυσε γερά. Σε βλέπουμε σε μεγάλες αφίσες στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, κυκλοφορούν φήμες για μια πρώτη έκδοση δεκαπέντε χιλιάδων αντιτύπων και στις σελίδες με τα πολιτιστικά των εφημερίδων φαίνεται πως όλοι σπεύδουν να σε συγκρίνουν με τα μεγάλα ονόματα της λογοτεχνίας. Μήπως είναι πάρα πολλά όλα αυτά για σένα;» Ο Άντερς Κραφτ τον κοιτούσε φιλικά.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

113

Ο Κρίστιαν αισθανόταν σιγουρότερος τώρα, η καρδιά του χτυπούσε πλέον κανονικά. «Το ότι ο εκδοτικός μου οίκος πιστεύει σ’ εμένα και τολμά να επενδύσει στο όνομά μου σημαίνει, φυσικά, πολλά. Αλλά το να με συγκρίνουν με άλλους συγγραφείς είναι λίγο παράξενο. Διότι όλοι έχουμε τον δικό μας, μοναδικό τρόπο γραφής». Τώρα βρισκόταν σε σίγουρο έδαφος. Χαλάρωσε κι άλλο και έπειτα από κάνα δυο ερωτήσεις ένιωσε ότι θα μπορούσε να κάτσει εκεί και να μιλάει με τις ώρες. Η Κριστίν Κάσπερσεν σήκωσε κάτι από το τραπέζι και το γύρισε προς την κάμερα. Ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει ξανά. Η Γέτεμποργς Πόστεν του Σαββάτου με το δικό του όνομα και με παχιά στοιχεία. Οι λέξεις ΑΠΕΙΛΗ ΘΑΝΑΤΟΥ κραύγαζαν απέναντί του. Το νερό στο ποτήρι είχε τελειώσει και εκείνος ξεροκατάπιε μερικές φορές για να μπορέσει να υγράνει το στόμα του. «Στη Σουηδία γίνεται όλο και συνηθέστερο το φαινόμενο να αποτελούν οι διασημότητες αντικείμενο απειλών. Αλλά αυτό εδώ άρχισε πριν γίνεις γνωστός στο ευρύτερο κοινό. Από πού πιστεύεις ότι προέρχονται οι απειλές;» Στην αρχή η φωνή του ακούστηκε σαν κρώξιμο, αλλά μετά κατάφερε να πει: «Αυτό που αναφέρετε έχει αφαιρεθεί από το πλαίσιο συμφραζόμενων στο οποίο ανήκει και πήρε απίστευτες διαστάσεις. Πάντα υπάρχουν άνθρωποι που είναι ζηλόφθονοι ή άνθρωποι με ψυχολογικά προβλήματα και… ναι, δεν έχω και περισσότερα να πω για το θέμα αυτό». Όλο το κορμί του ήταν σφιγμένο και σκούπισε τα χέρια του στο παντελόνι του κάτω από το τραπέζι. «Τότε να σε ευχαριστήσουμε που ήρθες και μας μίλησες για το βιβλίο σου Η γοργόνα με τις διθυραμβικές κριτικές». Ο Άντερς Κραφτ σήκωσε το βιβλίο προς την κάμερα και χαμογέλασε, ενώ ο Κρίστιαν πλημμύρισε από ανακούφιση σαν αντιλήφθηκε ότι η συνέντευξη είχε τελειώσει. «Μια χαρά πήγε» είπε η Κριστίν Κάσπερσεν και μάζεψε τα χαρτιά της. «Ναι, όντως» είπε ο Άντερς Κραφτ και σηκώθηκε. «Με συγχωρείτε αλλά πρέπει να πάω στην παρουσίαση του Ξυστού τώρα». Ο άντρας με τα ακουστικά ξέμπλεξε τον Κρίστιαν από το καλώδιο


114

KAMILLA LACKBERG

του μικροφώνου. Ο Κρίστιαν σηκώθηκε. Είπε ευχαριστώ και ακολούθησε την υπεύθυνη συνοδό του έξω από το στούντιο. Τα χέρια του έτρεμαν ακόμη. Ανέβηκαν τη σκάλα, πέρασαν τη γωνιά διαλείμματος με τον μπουφέ και μετά κατέβηκαν και βγήκαν έξω στο κρύο. Ο Κρίστιαν ένιωθε ταραγμένος και ζαλισμένος, και δεν ήταν σίγουρος πως ήταν σε θέση να συναντήσει την Γκάμπι στον εκδοτικό οίκο όπως είχαν κανονίσει. Καθώς το ταξί τον πήγαινε προς το κέντρο της πόλης, ο Κρίστιαν κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Ήξερε ότι είχε χάσει εντελώς τον έλεγχο τώρα. «Μάλιστα. Και πώς το λύνουμε αυτό;» Ο Πάτρικ κοίταξε πέρα στον πάγο. Ο Τούρμπγιερν Ρουντ δεν φαινόταν καθόλου ανήσυχος, ως συνήθως. Διατηρούσε πάντα την ψυχραιμία του, όσο δύσκολο κι αν ήταν το καθήκον του. Στη δουλειά του, στη Σήμανση της Ουντεβάλα, ήταν συνηθισμένος να λύνει και τα δυσκολότερα προβλήματα. «Θα ανοίξουμε τρύπα στον πάγο και θα τον τραβήξουμε με σχοινί». «Θα σας κρατήσει ο πάγος;» «Αν οι άντρες έχουν τον κατάλληλο εξοπλισμό δεν υπάρχει πρόβλημα. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που βλέπω είναι να ανοίξουμε τρύπα και αυτός εκεί ο άντρας να ξεκολλήσει και να παρασυρθεί από το ρεύμα κάτω από τον πάγο». «Και πώς θα το αποφύγετε αυτό;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Θα πρέπει να κάνουμε μια μικρή τρύπα πρώτα και να τον πιάσουμε με έναν γάντζο, πριν σπάσουμε κι άλλο τον πάγο». «Το έχετε κάνει αυτό άλλη φορά;» Ο Πάτρικ δεν ένιωθε ακόμη εντελώς σίγουρος. «Για να δούμε… » Ο Τούρμπγιερν καθυστέρησε να απαντήσει και φάνηκε να το σκέφτεται. «Όχι, μάλλον δεν μας έχει τύχει ποτέ υπόθεση με πτώμα παγιδευμένο κάτω από τον πάγο. Κάτι τέτοιο θα το θυμόμουν». «Ναι» είπε ο Πάτρικ και κοίταξε πάλι προς το σημείο όπου πρέπει να βρισκόταν το πτώμα. «Κάντε ό,τι είναι να κάνετε λοιπόν. Εγώ θα πάω να μιλήσω στον μάρτυρα». Ο Πάτρικ είχε προσέξει ότι ο Μέλμπεργ στεκόταν και μιλούσε έντονα με τον άντρα που είχε βρει το


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

115

πτώμα. Ποτέ δεν ήταν καλό να αφήνεις τον Μπέρτιλ να μιλάει για πολλή ώρα με κάποιον, είτε αυτός ο κάποιος ήταν μάρτυρας είτε οτιδήποτε άλλο γενικώς. «Γεια σας. Πάτρικ Χέντστρεμ» είπε όταν έφτασε κοντά στον Μέλμπεργ και στον άλλον άντρα. «Γιέτε Πέρσον» απάντησε ο άντρας και έσφιξε το χέρι του Πάτρικ, προσπαθώντας ταυτόχρονα να κρατήσει ακίνητο ένα ανυπόμονο γκόλντεν ριτρίβερ. «Ο Ρόκι θα ήθελε πολύ να ξαναπάει εκεί πέρα, με δυσκολία κατάφερα να τον φέρω στη στεριά» είπε ο Γιέτε και τράβηξε λίγο το λουρί του σκύλου για να δείξει ποιος ήταν το αφεντικό. «Ο σκύλος ήταν που τον βρήκε;» Ο Γιέτε κατένευσε. «Ναι, πήγε εκεί, στον πάγο, και δεν έλεγε να έρθει πίσω. Στεκόταν απλώς εκεί και γάβγιζε. Φοβόμουν μήπως σπάσει ο πάγος και πνιγεί, οπότε αναγκάστηκα να πάω κι εγώ εκεί. Και τότε είδα… » Χλώμιασε και πιθανώς να σκεφτόταν το πρόσωπο του νεκρού κάτω από την παγωμένη επιφάνεια. Έπειτα απόδιωξε τη σκέψη αυτή και ξαναπήρε λίγο χρώμα στα μάγουλά του. «Πρέπει να μείνω κι άλλο εδώ; Η κόρη μου είναι καθ’ οδόν προς το μαιευτήριο για να γεννήσει. Είναι το πρώτο μου εγγόνι». Ο Πάτρικ χαμογέλασε. «Α , καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί δεν σας χωράει ο τόπος. Περιμένετε μόνο λίγο, και θα σας αφήσουμε να φύγετε ώστε να μη χάσετε τίποτα». Ο Γιέτε έμεινε ικανοποιημένος με την υπόσχεση αυτή και ο Πάτρικ συνέχισε με μερικές ερωτήσεις ακόμα. Κατάλαβε όμως σύντομα πως ο άντρας αυτός δεν μπορούσε να του πει περισσότερα. Απλώς είχε την ατυχία να βρεθεί σε λάθος τόπο τη λάθος ώρα, ή ίσως στον σωστό τόπο τη σωστή ώρα, ανάλογα με το πώς ήθελε να το δει κανείς. Αφού κράτησε τα στοιχεία του, ο Πάτρικ άφησε τον άντρα που θα γινόταν παππούς να φύγει. Εκείνος κατευθύνθηκε σχεδόν τρέχοντας και κουτσαίνοντας προς τη μεριά του πάρκινγκ. Ο Πάτρικ επέστρεψε στην παραλία, κοντά σ’ εκείνο το σημείο όπου εργαζόταν τώρα μεθοδικά ένας άντρας της Σήμανσης για να ανοίξει μια μικρή τρύπα με τρυπάνι από την οποία θα έπιανε με ένα είδος γάντζου το πτώμα. Για σιγουριά είχε ξαπλώσει μπρούμυτα, με


116

KAMILLA LACKBERG

ένα σχοινί δεμένο γύρω από τη μέση του. Το σχοινί αυτό έφτανε μέχρι τη στεριά, όπως και το σχοινί από τον γάντζο. Ο Τούρμπγιερν δεν έπαιρνε ρίσκα με τους άντρες του. «Μόλις τον πιάσουμε καλά με τον γάντζο θα ανοίξουμε, όπως είπα, μια μεγαλύτερη τρύπα και θα τον τραβήξουμε πάνω». Η φωνή του Τούρμπγιερν ακούστηκε από τα αριστερά του Πάτρικ, ο οποίος τινάχτηκε, μια που είχε αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην παρακολούθηση της δουλειάς στον πάγο. «Θα τον τραβήξετε έξω στη στεριά μετά;» «Όχι, επειδή υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε τυχόν ίχνη που μπορεί να υπάρχουν στα ρούχα. Θα προσπαθήσουμε αντιθέτως να τον βάλουμε σε σάκο για πτώματα όσο θα είναι ακόμη στον πάγο, και μετά θα τον τραβήξουμε». «Είναι δυνατόν να υπάρχουν ίχνη έπειτα από τόσον καιρό στο νερό;» έκανε με δυσπιστία ο Πάτρικ. «Μπα, σίγουρα τα περισσότερα έχουν ήδη καταστραφεί. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί να υπάρχει κάτι στις τσέπες ή στις πτυχές των ρούχων, και καλό θα ήταν να καλύψουμε όλες τις πιθανότητες». «Ναι, έχεις δίκιο, υποθέτω». Ο Πάτρικ δεν πίστευε ότι ήταν πολύ πιθανό να βρουν κάτι. Είχε συμμετάσχει και παλιότερα σε ανάσυρση πτωμάτων από το νερό και αν είχαν μείνει εκεί για κάμποσο καιρό δύσκολα έβρισκες κάποιο ίχνος πάνω τους. Σκίασε με το χέρι τα μάτια του. Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει αρκετά στον ουρανό, και η αντανάκλασή του στον πάγο έκανε τα μάτια του να δακρύσουν. Με τα μάτια μισόκλειστα είδε ότι ο γάντζος είχε ήδη στερεωθεί στο πτώμα, ενώ τώρα οι τεχνικοί ασχολούνταν με το άνοιγμα μιας μεγαλύτερης τρύπας στον πάγο. Σιγά σιγά τράβηξαν το πτώμα έξω. Ήταν πολύ μακριά για να μπορεί να διακρίνει λεπτομέρειες ο Πάτρικ, και ήταν ευγνώμων γι’ αυτό. Άλλος ένας άντρας φάνηκε να κινείται προσεκτικά πάνω στο πάγο, και όταν το πτώμα ανασύρθηκε εντελώς έξω από το νερό, το έπιασαν και το τοποθέτησαν προσεκτικά σε έναν μαύρο σάκο τον οποίο φρόντισαν να κλείσουν επιμελώς. Ένα νεύμα στους υπόλοιπους τεχνικούς που βρίσκονταν στην παραλία, και το σχοινί αμέσως τεντώθηκε. Τραβούσαν τον σάκο με αργές κινήσεις προς τη στεριά. Ο Πάτρικ πισωπάτησε ενστικτωδώς όταν είδε τον σάκο να πλησιάζει


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

117

στο σημείο όπου βρισκόταν, αλλά έπειτα αναθεμάτισε τον εαυτό του που έδειξε τέτοια αδυναμία. Ζήτησε να ανοίξουν τον σάκο και μετά ανάγκασε τον εαυτό του να κοιτάξει τον άντρα που είχε παγιδευτεί κάτω από τον πάγο. Οι υποψίες του επιβεβαιώθηκαν. Ήταν σχεδόν απολύτως σίγουρος ότι είχαν βρει τον Μάγκνους Σέλνερ. Ο Πάτρικ ένιωσε εντελώς άδειος μέσα του όταν είδε να σφραγίζουν τον σάκο, να τον σηκώνουν και να τον κουβαλούν στον χώρο πάνω από την πλαζ που λειτουργούσε ως πάρκινγκ. Δέκα λεπτά αργότερα το πτώμα ήταν καθ’ οδόν προς την Ιατροδικαστική Υπηρεσία του Γέτεμποργ για νεκροψία. Από τη μια αυτό σήμαινε ότι σύντομα θα δίνονταν κάποιες απαντήσεις και θα έβρισκαν ίχνη και στοιχεία που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν. Θα δινόταν ένα τέλος. Από την άλλη, μόλις επιβεβαιωνόταν η ταυτότητα του πτώματος, ο Πάτρικ θα έπρεπε να το ανακοινώσει στην οικογένεια. Κι αυτό ήταν κάτι που δεν βιαζόταν διόλου να κάνει.


118

KAMILLA LACKBERG

Επιτέλους τέλειωσαν και οι διακοπές. Ο πατέρας είχε μαζέψει όλα τα πράγματά τους και τα έβαλε στο αυτοκίνητο και στο τροχόσπιτο. Η μητέρα ήταν ξαπλωμένη, όπως πάντα. Πιο αδύνατη και πιο χλωμή από πριν. Τώρα το μόνο που ήθελε ήταν να επιστρέψουν στο σπίτι, είχε πει. Στο τέλος ο πατέρας τού αποκάλυψε γιατί ήταν τόσο χάλια η μητέρα. Στην πραγματικότητα δεν ήταν άρρωστη. Αλλά είχε ένα μωρό στην κοιλιά. Έναν μικρό αδελφό ή μια μικρή αδελφή. Εκείνος δεν κατάλαβε γιατί αυτό την έκανε να νιώθει τόσο άσχημα. Αλλά έτσι ήταν, σύμφωνα με τον πατέρα. Στην αρχή είχε χαρεί. Ένα αδέλφι με το οποίο θα μπορούσε να παίζει. Έπειτα τους είχε ακούσει να μιλούν, τη μητέρα και τον πατέρα, και τότε είχε καταλάβει. Τώρα ήξερε γιατί δεν ήταν πια το όμορφο αγόρι της μαμάς, γιατί εκείνη δεν του χάιδευε τα μαλλιά και δεν τον κοιτούσε μ’ εκείνο το βλέμμα. Ήξερε ποιος την είχε πάρει μακριά του. Την προηγούμενη ημέρα είχε επιστρέψει στο τροχόσπιτο κινούμενος σαν Ινδιάνος. Είχε πλησιάσει πολύ αθόρυβα, αλαφροπατώντας στα μοκασίνια του, με ένα φτερό στα μαλλιά. Αυτός ήταν ο Ινδιάνος Θυμωμένο Σύννεφο, και η μητέρα με τον πατέρα τα χλωμά πρόσωπα. Μπορούσε να τους δει να κινούνται πίσω από την κουρτίνα του τροχόσπιτου. Η μητέρα δεν ήταν ξαπλωμένη. Ήταν όρθια και μιλούσε, και το Θυμωμένο Σύννεφο χάρηκε γιατί ίσως τώρα η μητέρα να ένιωθε καλύτερα, τώρα ίσως το μωρό να μην την αρρώσταινε τόσο. Ακουγόταν μάλιστα ευτυχισμένη, κουρασμένη αλλά ευτυχισμένη. Το Θυμωμένο Σύννεφο σίμωσε κι άλλο, αθόρυβα, ήθελε ν’ ακούει συνεχώς τη χαρούμενη φωνή του χλωμού προσώπου. Βήμα το βήμα την πλησίαζε, έφτασε κάτω από το ανοιχτό παράθυρο και με την πλάτη στον τοίχο


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

119

έκλεισε τα μάτια και άκουσε. Άνοιξε όμως τα μάτια όταν εκείνη άρχισε να μιλάει γι’ αυτόν. Έπειτα τον πλημμύρισε όλο εκείνο το σκοτάδι, απίστευτα ορμητικό. Είχε επιστρέψει κοντά της κι ένιωθε την άσχημη μυρωδιά στα ρουθούνια, άκουγε τη σιωπή που αντηχούσε στο κεφάλι του. Η φωνή της μητέρας διαπερνούσε τη σιωπή, διαπερνούσε το σκοτάδι. Παρόλο που ήταν μικρός κατάλαβε ακριβώς τι ήταν αυτό που άκουσε. Μετάνιωνε που είχε γίνει μητέρα του. Τώρα θα αποκτούσαν ένα δικό τους παιδί, και αν ήξερε ότι θα γινόταν αυτό, δεν θα τον έπαιρνε ποτέ στο σπίτι. Και άκουσε τον πατέρα που έλεγε, με τη μονότονη και κουρασμένη φωνή του: «Ναι, αλλά τώρα το παιδί το έχουμε εδώ, οπότε ας κάνουμε γι’ αυτό ό,τι καλύτερο μπορούμε». Το Θυμωμένο Σύννεφο καθόταν εντελώς ακίνητο και εκείνη ακριβώς τη στιγμή γεννήθηκε το μίσος. Δεν είχε καταφέρει να ντύσει το συναίσθημα αυτό με λόγια. Αλλά ήξερε ότι ήταν ένα υπέροχο συναίσθημα και, ταυτόχρονα, πολύ βασανιστικό. Έτσι, όταν ο πατέρας άρχισε να φορτώνει το αυτοκίνητο με την γκαζιέρα, τα ρούχα, τις κονσέρβες και όλα τ’ άλλα συμπράγκαλα, το φόρτωσε και το παιδί με το μίσος του. Γέμισε όλα τα πίσω καθίσματα όπου βρισκόταν. Αλλά δεν μισούσε τη μητέρα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Αφού την αγαπούσε. Μισούσε αυτόν που την είχε πάρει μακριά του.


120

KAMILLA LACKBERG

Η Ερίκα είχε πάει στη Βιβλιοθήκη της Φιελμπάκα. Ήξερε ότι ο Κρίστιαν είχε ρεπό σήμερα. Τα είχε καταφέρει μια χαρά στο Πρωινό με ειδήσεις, τουλάχιστον μέχρι πριν από το τέλος. Διότι μετά, όταν άρχισαν να τον ρωτούν για τις απειλές, η νευρικότητά του έγινε ιδιαίτερα εμφανής. Ήταν βασανιστικό να τον βλέπεις κατακόκκινο και κάθιδρο, και η Ερίκα είχε αναγκαστεί να κλείσει την τηλεόραση πριν ολοκληρωθεί η συνέντευξη. Και να τη τώρα, να προσποιείται πως έψαχνε ανάμεσα στα βιβλία, ενώ σκεφτόταν πώς θα προσέγγιζε τον πραγματικό της στόχο: τη Μάι, τη συνάδελφο του Κρίστιαν, για να κάνει μια κουβέντα μαζί της. Διότι όσο περισσότερο σκεφτόταν η Ερίκα τα γράμματα τόσο πειθόταν ότι δεν μπορεί να ήταν άγνωστος αυτός που απειλούσε τον Κρίστιαν. Όχι, αυτό ήταν προσωπικό, και η απάντηση πρέπει να υπήρχε στο περιβάλλον του Κρίστιαν ή στο παρελθόν του. Μόνο που το πρόβλημα ήταν ότι αυτός δεν μιλούσε ποτέ για τον εαυτό του. Μόλις το πρωί είχε σκεφτεί να καταγράψει όλα όσα είχε ακούσει από τον Κρίστιαν για τη ζωή του. Αλλά έμεινε άπρακτη με το στιλό στο χέρι και ένα άδειο φύλλο χαρτί μπροστά της. Συνειδητοποίησε ότι δεν γνώριζε τίποτα. Παρόλο που αυτή και ο Κρίστιαν είχαν περάσει αρκετό χρόνο μαζί κατά τη διάρκεια της δουλειάς του με το χειρόγραφο, και παρόλο που εκείνη θεώρησε ότι είχαν έρθει πολύ κοντά και είχαν γίνει φίλοι, ο Κρίστιαν δεν της είχε πει ποτέ τίποτα. Ούτε από πού καταγόταν, ούτε πώς λέγονταν οι γονείς του ή τι έκαναν. Ούτε τι είχε σπουδάσει, ούτε αν ασχολούνταν με κάποιο άθλημα νέος. Ούτε αν είχε φίλους παλιά και αν είχε κρατήσει επαφή μαζί τους. Τίποτα δεν ήξερε.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

121

Όλα αυτά έθεσαν σε κίνηση έναν συναγερμό μέσα της. Διότι οι άνθρωποι πάντα αποκαλύπτουν μικρολεπτομέρειες για τον εαυτό τους στην κουβέντα, αφηγούνται μικρά σπαράγματα από την ιστορία της ζωής τους, που δείχνουν πώς ήταν κάποτε και τι τους έκανε αυτό που έγιναν. Το γεγονός ότι ο Κρίστιαν δεν είχε βγάλει μιλιά για όλα αυτά, έκανε την Ερίκα να καταλάβει πως η απάντηση βρισκόταν εκεί. Το ερώτημα ήταν τώρα αν ο Κρίστιαν είχε καταφέρει να αποκρύψει από όλους αυτές τις πληροφορίες. Μπορεί κάποιος συνάδελφος που δούλευε μαζί του καθημερινά να είχε ακούσει κάποιο από τα μυστικά του. Η Ερίκα έριξε μια ματιά στη Μάι που πληκτρολογούσε κάτι στον υπολογιστή. Τουλάχιστον ήταν μόνες τους στη βιβλιοθήκη και θα μπορούσαν να μιλήσουν ανενόχλητα. Στο τέλος η Ερίκα πήρε την απόφαση να ακολουθήσει μια εφικτή τακτική. Δεν μπορούσε να πάει έτσι στα καλά καθούμενα και ν’ αρχίσει να ρωτάει τη Μάι για τον Κρίστιαν, δίχως να προσπαθήσει πρώτα να κάνει μια προσεκτική πρώτη προσέγγιση. Έπιασε τη μέση της, αναστέναξε και κάθισε βαριά σε μια από τις καρέκλες που υπήρχαν μπροστά στη ρεσεψιόν όπου βρισκόταν η Μάι. «Πρέπει να είναι βάσανο, ε; Δίδυμα άκουσα» είπε η Μάι και την κοίταξε με μητρική τρυφερότητα. «Ναι, είναι δύο εδώ μέσα». Η Ερίκα χάιδεψε την κοιλιά της ενώ πάσχιζε να δείχνει ότι χρειαζόταν να πάρει μιαν ανάσα πριν συνεχίσει. Εδώ που τα λέμε δεν χρειάστηκε να υποκριθεί και πολύ. Όταν κάθισε αντιλήφθηκε, με ευγνωμοσύνη, ότι ανακουφίστηκε όλη η πλάτη της. «Ξεκουράσου όσο μπορείς, τότε». «Ναι, αυτό κάνω» είπε η Ερίκα και χαμογέλασε. «Είδες τον Κρίστιαν το πρωί στην τηλεόραση;» είπε ύστερα από λίγο. «Αχ, όχι, δεν τον είδα. Ήμουν ήδη εδώ, δυστυχώς. Αλλά το έγραψα στο DV D, νομίζω. Δεν τα καταφέρνω και τόσα καλά με αυτές τις συσκευές. Πώς τα πήγε, ήταν καλός;» «Ναι, μια χαρά. Τα πήγε καλά με το βιβλίο του». «Ναι, είμαστε πολύ περήφανοι γι’ αυτόν» είπε η Μάι και έλαμψε ολόκληρη. «Δεν είχα την παραμικρή ιδέα ότι έγραφε γενικώς, πριν


122

KAMILLA LACKBERG

ακούσω ότι θα εκδιδόταν το βιβλίο του. Και τι βιβλίο! Και τι κριτικές!» «Ναι, είναι υπέροχο». Η Ερίκα έμεινε για λίγο σοβαρή. «Όλοι όσοι γνωρίζουν τον Κρίστιαν πρέπει να είναι πολύ χαρούμενοι για χάρη του. Ελπίζω να νιώθουν το ίδιο και οι παλιοί του συνεργάτες. Αλήθεια, πού δούλευε είπαμε πριν έρθει στη Φιελμπάκα;» Προσπάθησε να δείξει ότι ήξερε αλλά δεν θυμόταν. «Χμ… » Σε αντίθεση με την Ερίκα η Μάι φάνηκε να το σκέφτεται πραγματικά. «Ξέρεις, τώρα που το λες ανακαλύπτω ότι δεν ξέρω. Παράξενο. Αλλά ο Κρίστιαν ήρθε εδώ πριν από μένα, και μάλλον δεν έχουμε μιλήσει για το τι έκανε πριν». «Ούτε ξέρεις, δηλαδή, από πού κατάγεται ή πού έμενε πριν μετακομίσει στη Φιελμπάκα;» Η Ερίκα κατάλαβε ότι η ερώτησή της παραήταν συγκεκριμένη και προσπάθησε να πάρει ένα πιο ουδέτερο ύφος. «Σήμερα το σκεφτόμουν, όταν έβλεπα τη συνέντευξη. Είχα πάντα την αίσθηση ότι μιλούσε διάλεκτο της Σμόλαντ, αλλά τώρα μου φάνηκε πως διέκρινα και ίχνη κάποιας άλλης διαλέκτου, την οποία δεν μπόρεσα να εντοπίσω ακριβώς». Δεν ήταν κανένα ψέμα της προκοπής αυτό, αλλά δεν είχε καταφέρει να βρει τίποτ’ άλλο. Η Μάι φάνηκε να το έχαψε. «Όχι, διάλεκτος της Σμόλαντ δεν είναι, είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Αλλά δεν ξέρω τι είναι ακριβώς. Μιλάμε φυσικά εδώ στη δουλειά, και ο Κρίστιαν είναι πάντα ευχάριστος και εξυπηρετικός». Έδειχνε να προσπαθεί να βρει μια σωστή διατύπωση. «Αλλά σου δίνει πάντα την εντύπωση πως υπάρχει ένα όριο. Ως εδώ και μη παρέκει, δηλαδή. Μπορεί να λέω και χαζομάρες τώρα, αλλά ποτέ δεν τον ρώτησα κάτι προσωπικό, διότι έχει δείξει με τον τρόπο του ότι τέτοιες ερωτήσεις δεν θα ήταν ευπρόσδεκτες». «Ναι, καταλαβαίνω τι λες» είπε η Ερίκα. «Ούτε μίλησε ποτέ για κάτι απ’ όλα αυτά εντελώς τυχαία και παρεμπιπτόντως, υποθέτω». Η Μάι έπεσε ξανά σε σκέψεις. «Όχι, δεν θυμάμαι να… Α , ναι, για περίμενε… « «Ναι;» έκανε αμέσως η Ερίκα και αναθεμάτισε την ανυπομονησία της. «Ήταν κάτι ασήμαντο. Αλλά μου δόθηκε η εντύπωση… Μιλήσαμε για την Τρολχέταν κάποτε, είχα πάει να επισκεφτώ την αδελφή μου που μένει εκεί. Φαινόταν πως γνώριζε την πόλη. Έπειτα, σαν να


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

123

ήθελε να εμποδίσει τον εαυτό του να πει κι άλλα, άρχισε να μιλάει για άλλα πράγματα. Θυμάμαι, δηλαδή, ότι αντέδρασε τότε. Ότι άλλαξε θέμα πολύ απότομα». «Και σου δόθηκε η εντύπωση ότι έχει ζήσει εκεί;» «Ναι, έτσι νομίζω. Παρόλο που, όπως είπα, δεν είμαι εντελώς σίγουρη γι’ αυτό». Δεν ήταν πολλά. Αλλά ήταν τουλάχιστον κάτι από το οποίο μπορούσε να πιαστεί. Τρολχέταν. «Έλα μέσα, Κρίστιαν». Η Γκάμπι τον καλωσόρισε στην πόρτα κι εκείνος προχώρησε διστακτικά μέσα στο λευκό περιβάλλον που αποτελούσε τη στέγη του εκδοτικού οίκου. Όσο πολύχρωμη και υπερβολική ήταν η ιδιοκτήτρια, τόσο λιτό και σε παστέλ αποχρώσεις ήταν το γραφείο της. Ίσως να ήταν ακριβώς αυτό το νόημα, μια που ο χώρος αποτελούσε έτσι ένα εντυπωσιακό φόντο για την Γκάμπι και την έκανε να λάμπει ακόμα περισσότερο. «Λίγο καφεδάκι;» Του έδειξε που ήταν οι κρεμάστρες και εκείνος κρέμασε το τζάκετ του. «Ναι, ευχαρίστως». Την ακολούθησε όταν εκείνη διέσχισε έναν μακρύ διάδρομο που αντηχούσε ολάκερος από το ρυθμικό χτύπημα των ψηλοτάκουνών της. Η κουζίνα ήταν βαμμένη σε παστέλ χρώματα όπως και το υπόλοιπο γραφείο, αλλά οι κούπες που έβγαλε από το ντουλάπι είχαν έντονο ροζ χρώμα και καθώς φαινόταν δεν υπήρχε και κανένα άλλο χρώμα να διαλέξεις εκεί μέσα. «Καφέ λάτε; Καπουτσίνο; Εσπρέσο;» Η Γκάμπι έδειξε μια τεράστια μηχανή του καφέ που δέσποζε στον πάγκο και εκείνος σκέφτηκε λίγο τι έπρεπε να διαλέξει. «Λάτε, ευχαριστώ». «Έρχεται ο λάτε, λοιπόν». Πήρε την κούπα του Κρίστιαν και άρχισε να πατάει κουμπιά. Όταν η μηχανή σταμάτησε να φρουμάζει η Γκάμπι τού έκανε νόημα να την ακολουθήσει. «Πάμε στο γραφείο μου. Εδώ μπαινοβγαίνει πολύς κόσμος». Έγνεψε επικριτικά σε μια τριαντάρα γυναίκα που μπήκε στην κουζίνα. Από το κατατρομαγμένο βλέμμα της γυναίκας μπορούσε κανείς να καταλάβει ότι η Γκάμπι κρατούσε το προσωπικό της από το λουρί.


124

KAMILLA LACKBERG

«Κάθισε». Το γραφείο της Γκάμπι ήταν δίπλα στην κουζίνα. Όμορφο, αλλά απρόσωπο. Δεν υπήρχαν οικογενειακές φωτογραφίες, ούτε μικρά προσωπικά αντικείμενα. Τίποτα που θα μπορούσε να δώσει περαιτέρω ενδείξεις για το ποια ήταν πραγματικά η Γκάμπι, κάτι που έκανε τον Κρίστιαν να σκεφτεί ότι έτσι ακριβώς το ήθελε. «Τι καλός που ήσουν το πρωί!» Κάθισε πίσω από το γραφείο της και τον κοίταξε λάμποντας ολόκληρη. Εκείνος κατένευσε και κατάλαβε ότι εκείνη είχε δει τη νευρικότητά του. Αναρωτήθηκε αν η Γκάμπι είχε τύψεις που τον είχε ξεμπροστιάσει στα ΜΜΕ και τον άφησε εντελώς απροστάτευτο σε ό,τι θα ακολουθούσε. «Έχεις εντυπωσιακή παρουσία». Τα δόντια της έλαμψαν κατάλευκα όταν του χαμογέλασε. Πάρα πολύ λευκά, προφανώς έπειτα από λεύκανση. Ο Κρίστιαν έσφιξε τη ροζ κούπα στις κάθιδρες παλάμες του. «Θα προσπαθήσουμε να σε πάμε σε περισσότερες τηλεοπτικές εκπομπές» συνέχισε να φλυαρεί η Γκάμπι. «Στην Κάριν στις 21.30, στη Μαλού στο Κανάλι 4, ίσως σε κάποιο από τα προγράμματα τηλεοπτικών παιχνιδιών. Πιστεύω ότι… « «Δεν θα κάνω άλλες τηλεοπτικές εμφανίσεις». Η Γκάμπι τον κάρφωσε με το βλέμμα της. «Συγγνώμη. Είπες ότι δεν ξαναβγαίνεις στην τηλεόραση;» «Αυτό ακριβώς είπα. Είδες τι συνέβη το πρωί. Δεν θα εκτεθώ πάλι σ’ αυτό». «Η τηλεόραση πουλάει». Τα ρουθούνια της Γκάμπι ανοιγόκλειναν. «Και μόνον αυτή η σύντομη εμφάνισή σου το πρωί θα δώσει πραγματική ώθηση στις πωλήσεις». Χτυπούσε ενοχλημένη τα μακριά νύχια της στην επιφάνεια του γραφείου. «Σίγουρα θα το κάνει, αλλά δεν έχει σημασία. Δεν θα συμμετάσχω άλλο σε αυτό». Το εννοούσε πραγματικά. Ούτε ήθελε ούτε μπορούσε να φανεί περισσότερο απ’ όσο είχε φανεί ήδη. Αυτό και μόνο ήταν αρκετό, προκαλούσε τη μοίρα του. Ίσως να μπορούσε να βάλει φρένο σε αυτό, αν σταματούσε. Τώρα. «Πρέπει να πω ότι δεν είσαι και πολύ συνεργάσιμος. Δεν μπορώ να πουλήσω το βιβλίο σου, να το φτάσω στο αναγνωστικό κοινό, αν


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

125

εσύ δεν βοηθήσεις. Και η βοήθειά σου συνίσταται στο να συμμετάσχεις στην προώθηση του βιβλίου». Η φωνή της ήταν σκέτος πάγος. Ένα βουητό άρχισε μέσα στο κεφάλι του Κρίστιαν. Κοίταξε τα ροζ νύχια της Γκάμπι με φόντο την ανοιχτόχρωμη επιφάνεια του γραφείου και προσπάθησε να σταματήσει το βουητό που γινόταν όλο και εντονότερο. Έξυσε δυνατά την αριστερή του παλάμη. Είχε νιώσει μια φαγούρα κάτω από την επιδερμίδα. Σαν ένα αόρατο έκζεμα, το οποίο απλώς χειροτέρευε μόλις το άγγιζε. «Δεν θα συμμετάσχω» επανέλαβε. Δεν τολμούσε να την κοιτάξει κατάματα. Η ήπια νευρικότητα που ένιωθε ενόψει αυτής εδώ της συνάντησης είχε μετατραπεί σε πανικό. Δεν μπορούσε να τον αναγκάσει να το κάνει. Ή μήπως μπορούσε; Τι έγραφε αλήθεια το συμβόλαιο που είχε υπογράψει και δεν είχε διαβάσει καν μέσα στη χαρά του που συμφώνησαν να εκδώσουν το βιβλίο του; Η φωνή της Γκάμπι έκοψε σαν μαχαίρι το βουητό στο κεφάλι του. «Θεωρούμε τη συμμετοχή σου αναμενόμενη, Κρίστιαν. Εγώ τη θεωρώ αναμενόμενη». Ο εκνευρισμός της έτρεφε αυτό που σερνόταν κάτω από την επιδερμίδα και του προκαλούσε εκείνη τη φαγούρα. Έξυσε ακόμα δυνατότερα την παλάμη του, μέχρι που ένιωσε ένα τσούξιμο. Όταν κοίταξε το χέρι του είδε τις ματωμένες γρατσουνιές που είχαν προκαλέσει τα νύχια του. Σήκωσε το βλέμμα. «Πρέπει να πάω στο σπίτι τώρα». Η Γκάμπι τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Τι συμβαίνει πραγματικά;» Η ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της βάθυνε όταν είδε το αίμα στην παλάμη του. «Κρίστιαν… » Η Γκάμπι δεν ήξερε πώς να συνεχίσει και εκείνος δεν άντεχε άλλο εκεί μέσα. Οι σκέψεις βούιζαν όλο και περισσότερο, έλεγαν πράγματα που δεν ήθελε να ακούσει. Όλα τα ερωτηματικά, όλες οι συνδέσεις, όλα ανακατεύονταν μέχρι που η φαγούρα κάτω απ’ την επιδερμίδα του ήταν το μόνο που μπορούσε να νιώσει. Σηκώθηκε και βγήκε από το γραφείο. Ο Πάτρικ κοιτούσε το τηλέφωνο. Μια ολοκληρωμένη έκθεση για το πτώμα που είχαν βρει κάτω από τον πάγο θα έπαιρνε πολύ καιρό, αλλά μια επιβεβαίωση ότι το πτώμα ανήκε στον Μάγκνους Σέλνερ θα τη λάμβανε σύντομα, όπως υπολόγιζε. Οι φήμες είχαν αρχίσει ήδη


126

KAMILLA LACKBERG

να οργιάζουν στη Φιελμπάκα, και ο Πάτρικ δεν ήθελε να το μάθει από αλλού η Σία. Αλλά το τηλέφωνο παρέμενε σιωπηλό μέχρι στιγμής. «Τίποτα;» Το πρόσωπο της Άνικα στο άνοιγμα της πόρτας είχε μια ερωτηματική έκφραση. Ο Πάτρικ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, αλλά ο Πέντερσεν θα πρέπει να τηλεφωνήσει όπου να ’ναι». «Ας το ελπίσουμε» είπε η Άνικα και την ίδια στιγμή που έκανε μεταβολή για να πάει στη ρεσεψιόν ακούστηκε το χτύπημα του τηλεφώνου. «Ναι… Εντάξει… Καταλαβαίνω… Ευχαριστώ». Κατέβασε το ακουστικό και ξεφύσησε. «Ο Πέντερσεν επιβεβαιώνει ότι είναι ο Μάγκνους Σέλνερ. Δεν μπορεί ωστόσο να προσδιορίσει την αιτία του θανάτου πριν από τη νεκροψία, αλλά μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι ο Σέλνερ υπήρξε θύμα βίαιης επίθεσης. Είχε σοβαρά τραύματα από κάτι αιχμηρό». «Καημένη Σία». Ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. Ένιωσε ένα βάρος στην καρδιά όταν σκέφτηκε ποια υποχρέωση είχε τώρα. Ωστόσο, ήθελε να πάει ο ίδιος και να της το ανακοινώσει. Της το χρωστούσε έπειτα από όλες τις επισκέψεις της στο τμήμα, όλο και πιο θλιμμένη, όλο και πιο καταβεβλημένη κάθε φορά, αλλά κουβαλώντας πάντα μέσα της κάτι που έμοιαζε με ελπίδα. Όμως τώρα δεν υπήρχε πια ελπίδα, και το μόνο που είχε να της προσφέρει ήταν κάποιου είδους βεβαιότητα. «Μάλλον είναι καλύτερα να σηκωθώ και να πάω να της μιλήσω αμέσως» είπε εκείνος και σηκώθηκε. «Πριν το μάθει από κάποιον άλλον». «Μόνος θα πας;» «Όχι, θα πάρω την Πάουλα μαζί μου». Πήγε στο δωμάτιο της συναδέλφου του και χτύπησε την ανοιχτή πόρτα. «Αυτός είναι;» Η Πάουλα έμπαινε πάντα κατευθείαν στο θέμα. «Ναι. Θα πάω να μιλήσω με τη γυναίκα του. Θα έρθεις μαζί μου;» Η Πάουλα φάνηκε να διστάζει, αλλά δεν ήταν από τους ανθρώπους που απέφευγαν το καθήκον. «Βέβαια, οπωσδήποτε» είπε, φόρεσε το τζάκετ της στολής της και ακολούθησε τον Πάτρικ που ήταν ήδη καθ’ οδόν προς την έξοδο.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

127

Στη ρεσεψιόν τούς σταμάτησε ο Μέλμπεργ. «Έμαθες τίποτα;» ρώτησε ανυπόμονα. «Ναι, ο Πέντερσεν επιβεβαίωσε ότι είναι ο Μάγκνους Σέλνερ». Ο Πάτρικ στράφηκε για να πάει στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο μπροστά στο τμήμα. Αλλά ο Μέλμπεργ δεν είχε τελειώσει ακόμη. «Πήγε και πνίγηκε, ε; Το ήξερα ότι είχε αυτοκτονήσει. Σίγουρα κάποιο πρόβλημα με γυναίκες ή μ’ εκείνο το πόκερ που παίζουν στο ίντερνετ. Το ήξερα». «Δεν φαίνεται να είναι αυτοκτονία». Ο Πάτρικ ζύγισε πολύ καλά τα λόγια του. Ήξερε από εμπειρία, πικρή μάλιστα, ότι ο Μέλμπεργ αντιμετώπιζε τις πληροφορίες όπως ήθελε και μπορούσε να οδηγήσει τα πάντα σε καταστροφή. «Ω, διάολε! Φόνος, δηλαδή;» «Δεν γνωρίζουμε πολλά ακόμη». Η φωνή του Πάτρικ είχε έναν προειδοποιητικό τόνο. «Το μόνο που ο Πέντερσεν μπόρεσε να μου πει ήταν πως ο Μάγκνους Σέλνερ είχε εκτεταμένα τραύματα». «Ω, διάολε» είπε ξανά ο Μέλμπεργ. «Αυτό σημαίνει φυσικά ότι αυτή η έρευνα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με περισσή προσοχή. Πρέπει να ανεβάσουμε τους ρυθμούς, και να βάλουμε όσα έγιναν ή δεν έγιναν κάτω από το μικροσκόπιο. Μέχρι τώρα δεν είχα εμπλακεί αρκετά, αλλά τώρα θα πρέπει να βάλουμε στην υπόθεση και το μεγαλύτερο ατού του τμήματός μας». Ο Πάτρικ με την Πάουλα αντάλλαξαν ματιές. Ο Μέλμπεργ δεν πρόσεξε, ως συνήθως, κανένα σημάδι έλλειψης εμπιστοσύνης αλλά συνέχισε με τον ίδιο ενθουσιασμό: «Θα κάνουμε μια από κοινού εξέταση όλου του υλικού που έχουμε. Στις τρεις περιμένω τους πάντες εδώ πεινασμένους και υπ’ ατμόν για δράση. Σπαταλήσαμε πάρα πολύ χρόνο. Μα είναι δυνατόν να μας πήρε τρεις μήνες για να βρούμε αυτό τον άνθρωπο; Είναι να ντρέπεσαι σχεδόν». Κοίταξε αυστηρά τον Πάτρικ, ο οποίος πάλευε σκληρά μέσα του για να αντισταθεί σε μια παιδαριώδη παρόρμηση να κλοτσήσει τον προϊστάμενό του στο καλάμι. «Στις τρεις, λοιπόν. Έγινε αντιληπτό. Αλλά θα το εκτιμούσα αν μας επέτρεπες να φύγουμε τώρα. Η Πάουλα και εγώ πηγαίνουμε στη σύζυγο του Μάγκνους Σέλνερ».


128

KAMILLA LACKBERG

«Καλά, καλά» είπε ο Μέλμπεργ ανυπόμονα και τους έκανε νόημα να φύγουν. Ήταν ήδη βυθισμένος σε σκέψεις για το πώς θα μοίραζε τα καθήκοντα σε αυτή την υπόθεση που, καθώς φαινόταν, θα ήταν έρευνα για φόνο. Ο Έρικ είχε σε όλη του τη ζωή τον έλεγχο. Αυτός ήταν που αποφάσιζε. Αυτός ήταν ο κυνηγός. Τώρα υπήρχε κάποιος που κυνηγούσε αυτόν, κάποιος άγνωστος που δεν μπορούσε να δει. Τον φόβιζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Θα ήταν όλα ευκολότερα αν μπορούσε να καταλάβει ποιος ήταν αυτός που τον κυνηγούσε. Αλλά, ειλικρινά, δεν το γνώριζε. Είχε αφιερώσει πολύ χρόνο για να το σκεφτεί, για να κάνει μια απογραφή της ζωής του. Είχε ξαναθυμηθεί τις γυναίκες του, τις επαγγελματικές του συνεργασίες, τους φίλους και τους εχθρούς του. Δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι είχε αφήσει ανθρώπους πίσω του γεμάτους πίκρα και θυμό. Αλλά μίσος; Δεν ήταν τόσο σίγουρος γι’ αυτό. Τα γράμματα που είχε πάρει βρομούσαν πάντως από μίσος και από την επιθυμία για εκδίκηση. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Για πρώτη φορά ο Έρικ ένιωθε μόνος στον κόσμο. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούσε πόσο λεπτή ήταν η προστατευτική επίστρωση της ζωής του, και πόσο λίγη σημασία είχαν η πρόοδος και τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη όταν τα πράγματα έφταναν στο διά ταύτα. Μάλιστα, είχε κάνει τη σκέψη να τα εκμυστηρευθεί όλα αυτά στη Λουίζ. Ή στον Κένετ. Αλλά δεν κατάφερνε ποτέ να βρει τη στιγμή που εκείνη δεν θα τον κοιτούσε με περιφρόνηση. Και ο Κένετ ήταν πάντα τόσο υποχωρητικός. Οπότε κανείς τους δεν αποτελούσε γόνιμο έδαφος για εκμυστηρεύσεις. Ή για να γίνουν δέκτες της ανησυχίας που είχε νιώσει από τότε που άρχισαν να έρχονται τα γράμματα. Δεν είχε σε ποιον να στραφεί, λοιπόν. Αντιλήφθηκε ότι είχε προκαλέσει μόνος του την απομόνωσή του, και διέθετε επαρκή αυτογνωσία για να ξέρει ότι τίποτα διαφορετικό δεν θα έκανε αν του δινόταν η ευκαιρία να τα ξανακάνει όλα από την αρχή. Η επιτυχία είχε γλυκιά γεύση. Η αίσθηση της υπεροχής και της λατρείας στο πρόσωπό του ήταν μεθυστική. Δεν μετάνιωνε για τίποτα, αν και πολύ θα ήθελε να υπήρχε κάποιος για να του μιλήσει.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

129

Αφού δεν είχε τίποτ’ άλλο, αποφάσισε να αναζητήσει το επόμενο καλύτερο πράγμα. Το σεξ. Τίποτα δεν τον έκανε να αισθάνεται τόσο ακατανίκητος, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα τον έλεγχο με έναν τρόπο που δεν συνήθιζε αλλιώς. Δεν είχε να κάνει με το ταίρι. Διότι ταίρια υπήρξαν πολλά όλα αυτά τα χρόνια, και μάλιστα τόσο πολλά ώστε να μην μπορεί πια να συνδέσει ονόματα με πρόσωπα. Θυμόταν απλώς ότι κάποια είχε τέλεια στήθη, αλλά όσο κι αν προσπάθησε δεν μπόρεσε να θυμηθεί ποιανής το πρόσωπο συνδεόταν με τα στήθια αυτά. Και κάποια είχε υπέροχη γεύση. Τον έκανε να θέλει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του, να ρουφάει τα αρώματά της. Αλλά το όνομά της; Δεν είχε την παραμικρή ιδέα. Προς το παρόν ήταν η Σεσίλια, και δεν πίστευε πως θα μπορούσε να τη θυμάται για κάτι ιδιαίτερο αργότερα. Ήταν μέτρια. Από κάθε άποψη. Απολύτως αποδεκτή στο κρεβάτι, αλλά δεν σε έκανε κιόλας ν’ ακούς επουράνιες μελωδίες. Ένα σώμα αρκετά καλοφτιαγμένο για να μπορεί να του προκαλεί στύση, αλλά όχι από αυτά που φανταζόταν όταν έπεφτε στο κρεβάτι του και αυτοϊκανοποιούνταν. Ήταν εκεί, ήταν διαθέσιμη και πρόθυμη. Ακριβώς αυτή ήταν η βασική της γοητεία, και εκείνος γνώριζε ότι σύντομα θα κουραζόταν. Αλλά για την ώρα ήταν ό,τι έπρεπε. Χτύπησε ανυπόμονα το κουδούνι της πόρτας της και ήλπιζε ότι δεν θα χρειαζόταν πολλή κουβεντούλα μέχρι να μπει μέσα της και να νιώσει την ένταση να χαλαρώνει. Ήδη όταν του άνοιξε την πόρτα εκείνος συνειδητοποίησε ότι αυτές οι προσδοκίες θα γίνονταν θρύψαλα. Της είχε στείλει ένα μήνυμα από το κινητό και ρωτούσε αν μπορούσε να περάσει από εκεί. Η απάντηση ήταν «ναι». Τώρα σκέφτηκε ότι έπρεπε μάλλον να της έχει τηλεφωνήσει για να ακούσει σε τι διάθεση βρισκόταν. Διότι την είδε πολύ αποφασιστική. Όχι θυμωμένη ή μουτρωμένη, όχι, τίποτε από αυτά. Απλώς αποφασιστική και ήρεμη. Και αυτό τον ανησύχησε περισσότερο απ’ όσο θα ανησυχούσε αν ήταν οργισμένη. «Έλα μέσα, Έρικ» είπε εκείνη και τον άφησε να περάσει. Έρικ. Δεν του άρεσε να χρησιμοποιεί κάποιος το όνομά του με αυτό τον τρόπο. Σήμαινε ότι ο άλλος ήθελε να δώσει βάρος σε αυτά που θα έλεγε. Ότι ο άλλος ήθελε να τραβήξει όλη την προσοχή του.


130

KAMILLA LACKBERG

Σκέφτηκε αν θα ήταν προτιμότερο να κάνει μεταβολή, να πει ότι έπρεπε να φύγει και να αποφύγει να μπει στα ενδότερα της αποφασιστικότητάς της. Αλλά η πόρτα ήταν ήδη ορθάνοιχτη και η Σεσίλια πήγαινε προς την κουζίνα. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έτσι έκλεισε απρόθυμα την πόρτα πίσω του, έβγαλε το τζάκετ, το κρέμασε και την ακολούθησε. «Καλά που ήρθες. Μόλις σκεφτόμουν να σου τηλεφωνήσω» είπε εκείνη. Εκείνος έμεινε όρθιος ακουμπώντας στον πάγκο της κουζίνας, έγειρε λίγο πίσω και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. Περίμενε. Τώρα θα ξεκινούσε πάλι το ίδιο, όπως πάντα. Ένα βαλς, ένας χορός. Αυτός που εκτελούνταν πάντα όταν εκείνες ήθελαν να βγουν μπροστά, να πάρουν το πάνω χέρι και να προχωρήσουν, όταν εκείνες έθεταν όρους και απαιτούσαν υποσχέσεις και ταξίματα που εκείνος δεν θα μπορούσε ποτέ να δώσει. Ορισμένες φορές κάτι τέτοιες στιγμές μπορούσαν να του προσφέρουν ένα είδος ικανοποίησης. Απολάμβανε να συντρίβει αργά και επιμελώς τις αξιοθρήνητες προσδοκίες τους. Αλλά όχι σήμερα. Σήμερα είχε την ανάγκη να νιώσει το γυμνό δέρμα και τις γλυκές μυρωδιές, να σκαρφαλώσει στην κορφή και να βιώσει την υπέροχα κουραστική εκσπερμάτωση. Το χρειαζόταν αυτό για να κρατήσει αυτόν που τον κυνηγούσε σε απόσταση. Και τούτη η ανόητη γυναίκα είχε επιλέξει τούτη τη μέρα για να δει τα όνειρά της να συντρίβονται. Ο Έρικ στεκόταν ακίνητος και κοιτούσε ψυχρά τη Σεσίλια, η οποία του ανταπέδιδε το βλέμμα με ηρεμία και αυτοσυγκέντρωση. Ήταν κάτι καινούργιο. Ήταν μαθημένος να αντικρίζει νευρικότητα στις ερωμένες του, μάγουλα αναψοκοκκινισμένα ενόψει του άλματος που ετοιμαζόταν να γίνει, μια έξαψη επειδή είχαν βρει το «εσωτερικό κουράγιο» να απαιτήσουν αυτό που νόμιζαν πως δικαιούνταν. Αλλά η Σεσίλια στεκόταν απλώς απέναντί του χωρίς να χαμηλώνει το βλέμμα. Άνοιξε το στόμα της ακριβώς τη στιγμή που το κινητό, το οποίο είχε στην τσέπη του παντελονιού του, άρχισε να δονείται. Πάτησε το κουμπί και διάβασε το μήνυμα. Μία και μοναδική πρόταση. Μια πρόταση που έκανε τα γόνατά του να λυθούν. Κάπου από πολύ μακριά άκουσε, ταυτόχρονα, τη φωνή της Σεσίλια. Απευθυνόταν σ’ αυτόν,


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

131

έλεγε κάτι. Δεν μπορούσε όμως να αφομοιώσει τα λόγια της. Αλλά εκείνη τον ανάγκασε να ακούσει, ανάγκασε το μυαλό του να μετατρέψει τους ήχους, τις συλλαβές σε νόημα. «Είμαι έγκυος, Έρικ». Είχαν μείνει σιωπηλοί σε όλη τη διαδρομή προς τη Φιελμπάκα. Η Πάουλα είχε ρωτήσει διστακτικά τον Πάτρικ αν ήθελε να αναλάβει αυτή να μιλήσει στη σύζυγο του Μάγκνους, αλλά εκείνος είχε απλώς κουνήσει αρνητικά το κεφάλι. Πέρασαν και πήραν μαζί τους τη Λένα Άπελγκρεν, την παστόρισσα, η οποία καθόταν τώρα στο πίσω κάθισμα. Ούτε κι αυτή είπε τίποτα από τη στιγμή που έμαθε όσα χρειαζόταν να μάθει για την περίπτωση. Όταν έστριψαν και μπήκαν στο δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι της οικογένειας Σέλνερ, ο Πάτρικ μετάνιωσε που είχαν πάρει το περιπολικό και όχι το Βόλβο του. Ένα περιπολικό που σταματούσε έξω από το σπίτι η Σία θα το ερμήνευε μόνο με έναν τρόπο. Πάτησε το κουδούνι. Η Σία άνοιξε μέσα στα επόμενα πέντε δευτερόλεπτα και ο Πάτρικ κατάλαβε από την έκφρασή της ότι είχε δει το αυτοκίνητο και είχε βγάλει το συμπέρασμά της. «Τον βρήκατε» είπε εκείνη και τύλιξε πιο σφιχτά πάνω της τη ζακέτα, καθώς το χειμωνιάτικο ψύχος πέρασε μέσα από την ανοιχτή εξώπορτα. «Ναι» είπε ο Πάτρικ. «Τον βρήκαμε». Για μια στιγμή η Σία φάνηκε να διατηρεί την αυτοκυριαρχία της, αλλά μετά ήταν σαν να μην την κρατούσαν πια τα πόδια της και κατέρρευσε στο δάπεδο του χολ. Ο Πάτρικ και η Πάουλα έσπευσαν αμέσως να τη σηκώσουν κι εκείνη, στηριζόμενη πάνω τους, πήγε στην κουζίνα, όπου τη βοήθησαν να καθίσει σε μία από τις καρέκλες. «Θέλεις να τηλεφωνήσουμε σε κάποιον;» Ο Πάτρικ κάθισε δίπλα στη Σία και έπιασε το χέρι της. Την είδε να το σκέφτεται για λίγο. Το βλέμμα της ήταν ακίνητο και καρφωμένο κάπου μακριά, και ο Πάτρικ κατάλαβε πόσο δύσκολο της ήταν να συγκεντρώσει τις σκέψεις της. «Θέλεις να φέρουμε εδώ τους γονείς του Μάγκνους;» τη ρώτησε με ήπιο ύφος και την είδε να γνέφει καταφατικά. «Το ξέρουν αυτοί;» είπε με φωνή που έτρεμε. «Όχι» αποκρίθηκε ο Πάτρικ. «Αλλά είναι εκεί μαζί τους τώρα δύο


132

KAMILLA LACKBERG

άλλοι αστυνομικοί και μπορώ να τηλεφωνήσω και να ρωτήσω αν θέλουν να έρθουν από εδώ». Αλλά δεν χρειάστηκε. Διότι εμφανίστηκε εκεί έξω άλλο ένα περιπολικό που παρκάρισε δίπλα στο πρώτο και ο Πάτρικ κατάλαβε πως ο Γιέστα και ο Μάρτιν ήδη είχαν προλάβει να ανακοινώσουν το συμβάν στους γονείς του Μάγκνους, οι οποίοι έβγαιναν τώρα από το περιπολικό. Μπήκαν μέσα χωρίς να χτυπήσουν το κουδούνι και ο Πάτρικ άκουσε την Πάουλα να πηγαίνει στο χολ και να συζητάει χαμηλόφωνα με τον Γιέστα και τον Μάρτιν. Από το παράθυρο της κουζίνας τούς είδε να βγαίνουν ξανά έξω στο κρύο, να μπαίνουν στο αυτοκίνητο και να φεύγουν. Η Πάουλα επέστρεψε στην κουζίνα, ακολουθούμενη από τη Μαργκαρέτα και τον Τόρστεν Σέλνερ. «Θεώρησα ότι ήταν υπερβολικό με τέσσερις αστυνομικούς εδώ μέσα, και τους είπα να επιστρέψουν στο τμήμα. Ελπίζω να έπραξα σωστά» είπε εκείνη. Ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. Η Μαργκαρέτα πήγε απευθείας στη Σία και την αγκάλιασε. Στην αγκαλιά της πεθεράς της η Σία άφησε να της ξεφύγει ο πρώτος λυγμός, και μετά ήταν σαν να έσπασαν τα φράγματα και τα δάκρυα ξεχύθηκαν συνοδευόμενα πλέον από μακρόσυρτους, παρατεταμένους λυγμούς. Ο Τόρστεν φαινόταν χλωμός και χαμένος, και η παστόρισσα πήγε κοντά του και συστήθηκε. «Καθίστε κι εσείς, εγώ θα πάω να φτιάξω λίγο καφέ» είπε η Λένα. Δεν γνωρίζονταν παρά μόνον εξ όψεως, και εκείνη ήξερε ότι τώρα το καθήκον της ήταν να παραμείνει στο περιθώριο και να βγει μπροστά μόνον αν χρειαζόταν. Κανένα μαντάτο θανάτου δεν έμοιαζε με το άλλο και ορισμένες φορές η παρουσία της χρειαζόταν για λόγους ηρεμίας ή και για να ετοιμάσει κάτι ζεστό να πιουν. Άρχισε να ψάχνει στα ντουλάπια και έπειτα από λίγο βρήκε όσα χρειαζόταν. «Έλα, Σία μου» είπε η Μαργκαρέτα και τη χάιδεψε στην πλάτη. Πάνω από το κεφάλι της Σία συνάντησε το βλέμμα του Πάτρικ κι εκείνος πίεσε τον εαυτό μου να μην αποστρέψει το βλέμμα από εκείνη τη βαθιά θλίψη στα μάτια μιας μητέρας που μόλις έμαθε ότι έχασε ένα παιδί. Κι ωστόσο ήταν αρκετά δυνατή ώστε να παρηγορεί τη νύφη της. Υπήρχε κάτι σε ορισμένες γυναίκες που ήταν τόσο δυνατό ώστε τίποτα να μην μπορεί να τις συντρίψει. Οι αναποδιές, οι


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

133

κακοτυχίες τις έκαναν να σκύβουν, να κάμπτονται, αλλά δεν μπορούσαν να τις συντρίψουν. «Λυπάμαι πολύ». Ο Πάτρικ στράφηκε στον πατέρα του Μάγκνους που κοιτούσε μπροστά του με βλέμμα απλανές εκεί που καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας. Ο Τόρστεν δεν απάντησε. «Έφτιαξα λίγο καφέ». Η Λένα έβαλε μπροστά του ένα φλιτζάνι και μετά ακούμπησε το χέρι της για μερικά δευτερόλεπτα στον ώμο του. Στην αρχή ο Τόρστεν δεν αντέδρασε, αλλά έπειτα είπε αδύναμα: «Ζάχαρη;» «Θα το φροντίσω». Η Λένα άρχισε να ψάχνει ξανά τα ντουλάπια και σύντομα έβαλε στο τραπέζι ένα πακέτο με κύβους ζάχαρης. «Δεν καταλαβαίνω… » είπε ο Τόρστεν και έκλεισε τα μάτια. Μετά τα άνοιξε ξανά και συνέχισε: «Δεν καταλαβαίνω. Ποιος ήθελε το κακό του Μάγκνους; Ποιος να θέλει να κάνει κακό στο αγόρι μας;» Κοίταξε τη σύζυγό του, αλλά εκείνη δεν τον άκουγε. Στεκόταν ακόμη με τα χέρια της τυλιγμένα στη μέση της Σία, ενώ ένας όλο και μεγαλύτερος λεκές απλωνόταν στην γκρίζα μπλούζα της. «Δεν ξέρουμε» είπε ο Πάτρικ και έγνεψε με ευγνωμοσύνη στην παστόρισσα που έδωσε και σ’ αυτόν ένα φλιτζάνι πριν καθίσει μαζί τους. «Και τι ξέρετε τότε;» Η φωνή πνίγηκε στον λαιμό του Τόρστεν, από την οργή και τη θλίψη. Η Μαργκαρέτα τού έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα που έλεγε: Όχι τώρα. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Έσκυψε το κεφάλι του μπροστά στο αυστηρό βλέμμα της γυναίκας του και άπλωσε το χέρι του να πάρει μερικούς κύβους ζάχαρη τους οποίους έριξε συνοφρυωμένος στον καφέ του. Έπεσε σιωπή γύρω από το τραπέζι. Το κλάμα της Σία είχε αρχίσει να καταλαγιάζει, αλλά η Μαργκαρέτα την κρατούσε κοντά της, άφηνε τη δική της θλίψη στην άκρη προσώρας. Η Σία σήκωσε το κεφάλι. Τα μάγουλά της είχαν ραβδώσεις από τα δάκρυα και η φωνή της ακούστηκε πολύ αμυδρά: «Τα παιδιά. Δεν ξέρουν τίποτα. Είναι στο σχολείο, πρέπει να έρθουν στο σπίτι». Ο Πάτρικ έγνεψε απλώς καταφατικά. Έπειτα σηκώθηκε και πήγαν μαζί με την Πάουλα έξω στο περιπολικό.


134

KAMILLA LACKBERG

Έκλεισε με τα χέρια τ’ αυτιά του. Δεν καταλάβαινε πώς κάποιος τόσο μικρός μπορούσε να κάνει τόσο μεγάλο σαματά, και πώς κάποιος τόσο άσχημος μπορούσε να τραβάει τόσο την προσοχή των άλλων. Όλα είχαν αλλάξει μετά τις εβδομάδες διακοπών στο κάμπινγκ. Η μητέρα όλο και χόντραινε, μέχρι που εξαφανίστηκε από το σπίτι μια εβδομάδα και έπειτα επέστρεψε με μια μικρή αδελφή. Εκείνος αναρωτιόταν για όλα αυτά. Αλλά κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί να του δώσει απαντήσεις. Γενικώς κανείς δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτόν. Με τον πατέρα τα πράγματα ήταν όπως πάντα. Και η μητέρα είχε μάτια μόνο για εκείνο τον ζαρωμένο μικρό μπόγο. Κουβαλούσε συνεχώς στην αγκαλιά της τη μικρή του αδελφή που δεν σταματούσε να φωνάζει. Συνεχώς την τάιζε, την άλλαζε, την καλόπιανε και της μιλούσε. Αυτός ήταν απλώς εμπόδιο, και τις μόνες φορές που είχε την προσοχή της μητέρας του ήταν όταν τον μάλωνε. Δεν του άρεσε όταν το έκανε αυτό η μητέρα, αλλά ήταν καλύτερα από το να τον κοιτάζει σαν να ήταν διάφανος, σαν να ήταν αέρας. Αυτό που την ενοχλούσε περισσότερο ήταν όταν εκείνος έτρωγε πολύ. Η μητέρα ήταν πολύ προσεκτική με το φαγητό. «Πρέπει να σκέφτεστε τη σιλουέτα σας» έλεγε όταν ο πατέρας ζητούσε κι άλλη σάλτσα. Εκείνος ξαναγέμιζε πάντα το πιάτο του τώρα τελευταία. Όχι μόνον μία, αλλά δύο και τρεις φορές. Αρχικά η μητέρα προσπάθησε να του πει όχι. Αλλά εκείνος απλώς την κοιτούσε και με αργές και αποφασιστικές κινήσεις έβαζε περισσότερη σάλτσα ή περισσότερο πουρέ στο πιάτο. Στο τέλος η μητέρα παράτησε κάθε προσπάθεια και απλώς τον


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

135

αγριοκοίταζε. Και οι μερίδες γίνονταν όλο και μεγαλύτερες. Ένα κομμάτι του απολάμβανε την αποστροφή στα μάτια της όταν εκείνος άνοιγε το στόμα του και καταβρόχθιζε το φαγητό. Τουλάχιστον τον κοιτούσε. Κανείς δεν τον αποκαλούσε πια «παιδί μου όμορφο». Όμορφος δεν ήταν πια, άσχημος ήταν. Αλλά εκείνη δεν τον αγνοούσε. Η μητέρα πήγαινε συχνά και ξάπλωνε όταν το μωρό ήταν στην κούνια. Τότε εκείνος πήγαινε στη μικρή αδελφή του. Αλλιώς δεν του επέτρεπαν να την αγγίζει, όχι όταν έβλεπε η μητέρα. «Μάζεψε τα χέρια σου, μπορεί να είναι βρόμικα». Αλλά όταν η μητέρα κοιμόταν αυτός μπορούσε να πηγαίνει και να κοιτάζει το μωρό. Και να το αγγίζει. Έγειρε στο πλάι το κεφάλι του και την κοίταξε. Το πρόσωπό της ήταν σαν πρόσωπο μικροσκοπικής γριάς. Λίγο κοκκινωπή. Στον ύπνο έσφιγγε τα χέρια της και κουνιόνταν. Είχε τινάξει από πάνω της το πάπλωμα. Εκείνος δεν τη σκέπασε. Γιατί να το κάνει; Άλλωστε αυτή ήταν που του είχε αφαιρέσει τα πάντα. Η Άλις. Ακόμα και το όνομα τον έκανε να νιώθει αποστροφή. Μισούσε την Άλις.


136

KAMILLA LACKBERG

«Θέλω να δώσεις τα κοσμήματά μου στα κορίτσια της Λάιλα». «Λίσμπετ, καλή μου, σε παρακαλώ, δεν μπορεί να περιμένει;» Έπιασε το χέρι της που ήταν ακουμπισμένο εκεί στο πάπλωμα. Το έσφιξε και ένιωσε τα εύθραυστα οστά. Σαν κόκαλα πουλιού. «Όχι, Κένετ, δεν μπορεί να περιμένει. Δεν μπορώ να αναπαυθώ αν δεν ξέρω ότι τα πράγματα έχουν τακτοποιηθεί. Δεν θα ησύχαζα ποτέ αν ήξερα ότι σε άφησα με ένα χάος» είπε εκείνη και χαμογέλασε. «Μα… » Εκείνος καθάρισε τον λαιμό του και προσπάθησε ξανά. «Είναι τόσο… » Η φωνή του έσπασε ξανά, και ένιωσε τα δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια του. Τα σκούπισε βιαστικά. Έπρεπε ν’ αντέξει, έπρεπε να είναι δυνατός. Αλλά τα δάκρυα έτρεχαν και έπεφταν στη λουλουδάτη παπλωματοθήκη, αυτή που είχαν από την αρχή της σχέσης τους και που τώρα είχε ξεθωριάσει από το πολύ πλύσιμο. Πάντα αυτή χρησιμοποιούσε ο Κένετ, επειδή ήξερε πως εκείνη τη λάτρευε. «Δεν χρειάζεται να υποκρίνεσαι μ’ εμένα» είπε εκείνη και τον χάιδεψε στο κεφάλι. «Την καράφλα μου χαϊδεύεις πάλι;» είπε εκείνος και προσπάθησε να χαμογελάσει, κι εκείνη του έκλεισε το μάτι. «Πάντα πίστευα ότι τα μαλλιά στο κεφάλι είναι υπερεκτιμημένα, το ξέρεις. Είσαι πολύ ομορφότερος όταν γυαλίζει λίγο». Εκείνος γέλασε. Αυτή η γυναίκα είχε πάντα την ικανότητα να τον κάνει να γελάει. Ποια θα το έκανε τώρα; Ποια θα τον φιλούσε στη φαλάκρα και θα του έλεγε πόσο τυχερή ήταν που ο Θεός είχε φτιάξει έναν διάδρομο προσγείωσης για τα φιλιά της καταμεσής στο κεφάλι


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

137

του; Ο Κένετ ήξερε ότι δεν ήταν ο ομορφότερος άντρας που είχε περπατήσει στη γη. Αλλά στα μάτια της Λίσμπετ ήταν πάντα ο ομορφότερος. Ο Κένετ, από τη μεριά του, ήταν ακόμη έκπληκτος που του έλαχε μια τόσο όμορφη σύζυγος. Ακόμα και τώρα, που ο καρκίνος είχε πάρει όσα μπορούσε να πάρει και είχε καταφάει ό,τι είχε βρει στο διάβα του. Εκείνη στενοχωριόταν που είχε χάσει τα μαλλιά της, κι εκείνος είχε προσπαθήσει να κάνει το ίδιο αστείο μαζί της. Ότι ο Θεός είχε φτιάξει τώρα έναν διάδρομο προσγείωσης για τα δικά του φιλιά. Αλλά το δικό της χαμόγελο δεν έφτανε ποτέ στα μάτια της. Ήταν πάντα περήφανη για τα μαλλιά της. Ξανθά και σγουρά. Εκείνος έβλεπε τα μάτια της να δακρύζουν σαν στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και περνούσε αργά το χέρι πάνω από τα αραιά τσουλούφια που είχαν απομείνει μετά τη θεραπεία. Δεν έπαυε να τη βρίσκει όμορφη, αλλά ήξερε πόσο υπέφερε εκείνη. Έτσι το πρώτο που έκανε όταν έτυχε να ταξιδέψει στο Γέτεμποργ ήταν να μπει σε μια μπουτίκ και να αγοράσει ένα μαντίλι Ερμές. Η Λίσμπετ πάντα ήθελε ένα τέτοιο, αλλά πάντα διαμαρτυρόταν όταν εκείνος ετοιμαζόταν να της το αγοράσει. «Δεν γίνεται να αγοράσεις ένα τόσο μικρό κομμάτι ύφασμα για τόσο πολλά λεφτά» είχε πει όταν εκείνος προσπάθησε να τη μεταπείσει. Αλλά τούτη τη φορά τής αγόρασε το φουλάρι. Το ακριβότερο που είχαν. Εκείνη είχε σηκωθεί με κόπο από το κρεβάτι και άνοιξε το πακέτο, έβγαλε το φουλάρι από το όμορφο περιτύλιγμά του και το πήρε μαζί της μπροστά στον καθρέφτη. Με το βλέμμα καρφωμένο στο πρόσωπό της είχε δέσει εκείνο το μεταξωτό και γυαλιστερό φουλάρι, με τα χρυσαφιά και κίτρινα σχέδια, γύρω από το κεφάλι της. Το φουλάρι κάλυψε τις αδύναμες τούφες, έκρυψε το γυμνό κεφάλι. Και ξανάφερε τη λάμψη στα μάτια της, την οποία η σκληρή θεραπεία είχε αφαιρέσει μαζί με τα μαλλιά. Εκείνη δεν είχε πει κουβέντα, αλλά είχε πάει κοντά του εκεί που καθόταν στο κρεβάτι της, έσκυψε και τον φίλησε καταμεσής στη φαλάκρα. Έπειτα ξάπλωσε ξανά στο κρεβάτι της αρρώστιας της. Έγειρε πίσω στο λευκό μαξιλάρι, που έκανε το χρυσαφί να λάμψει. Έκτοτε φορούσε πάντα το φουλάρι γύρω από το κεφάλι. «Θέλω να πάρει η Ανέτ το χοντρό χρυσό περιδέραιο και η Ζοσε-


138

KAMILLA LACKBERG

φίν να πάρει τα μαργαριτάρια. Τα άλλα ας τα μοιραστούν όπως θέλουν, και ας ελπίσουμε ότι δεν θα τα χαλάσουν στη μοιρασιά». Η Λίσμπετ γέλασε, σίγουρη πως οι θυγατέρες της αδελφής της θα τα έβρισκαν στη μοιρασιά των κοσμημάτων που είχε προλάβει να αγοράσει στη ζωή της. Ο Κένετ σκίρτησε. Είχε χαθεί για λίγο στις αναμνήσεις του και τα λόγια της τον τράβηξαν απότομα από εκεί μέσα. Καταλάβαινε τη σύζυγό του και την ανάγκη της να τα τακτοποιήσει όλα πριν εγκαταλείψει τούτη τη ζωή. Ταυτόχρονα δεν άντεχε πράγματα που του θύμιζαν το αναπόφευκτο, που δεν απείχε πια πολύ, σύμφωνα μ’ εκείνους που ήξεραν. Θα έδινε τα πάντα για να μην κάθεται τώρα εδώ με ένα εύθραυστο χέρι μέσα στο δικό του ακούγοντας την αγαπημένη του σύζυγο να μοιράζει τα πράγματα που είχε σε τούτο τον κόσμο. «Και δεν θέλω να είσαι μόνος για το υπόλοιπο της ζωής σου. Φρόντισε να βγαίνεις λίγο, για να βλέπεις τι κυκλοφορεί. Αλλά μακριά από εκείνες τις αγγελίες για δεσμούς στο διαδίκτυο, διότι πιστεύω… » «Ε , όχι, σταμάτα τώρα» είπε εκείνος και της χάιδεψε το μάγουλο. «Πιστεύεις πραγματικά ότι θα υπάρξει ποτέ γυναίκα που θα μπορέσει να σε συναγωνιστεί; Καλύτερα να μην κάνω τίποτα». «Δεν θέλω να μείνεις μόνος σου» είπε εκείνη σοβαρά και έσφιξε το χέρι του όσο μπορούσε. «Ακούς; Ο άνθρωπος πρέπει να προχωράει στη ζωή». Σταγόνες ιδρώτα φάνηκαν στο μέτωπό της και εκείνος τις σκούπισε τρυφερά μ̓ ένα χαρτομάντιλο από το κομοδίνο. «Είσαι εδώ τώρα. Και αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία». Κάθισαν για λίγο αμίλητοι, κοιτάζοντας κατάματα ο ένας τον άλλο. Όλη η ζωή που είχαν περάσει αντάμα, βρισκόταν εκεί. Εκείνο το μεγάλο πάθος στην αρχή, το οποίο δεν είχε εξαφανιστεί ποτέ πραγματικά, παρόλο που η καθημερινότητα κατέτρωγε τις γωνίες του. Όλα τα γέλια, όλη η συντροφικότητα, όλα τα πράγματα που έκαναν μαζί. Όλες οι νύχτες που κοιμούνταν σφιχταγκαλιασμένοι, κολλητά ο ένας πάνω στον άλλο, μ’ εκείνη να ακουμπάει το μάγουλό της στο στέρνο του. Όλα τα χρόνια τα γεμάτα επιθυμία για παιδιά που δεν ήρθαν ποτέ, με τις προσδοκίες που παρασύρθηκαν μακριά από τα κόκκινα ποτάμια των έμμηνων ρύσεων, αλλά που στο τέλος κατέλη-


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

139

ξαν στο δέλτα της ήρεμης αποδοχής. Η ζωή που τη γέμισαν με φίλους, με ενδιαφέροντα, με τον μεταξύ τους έρωτα. Το κινητό του χτύπησε έξω στο χολ. Εκείνος έμεινε καθιστός, δίχως να αφήνει το χέρι της. Αλλά το τηλέφωνο συνέχισε να χτυπάει και στο τέλος εκείνη του έγνεψε καταφατικά. «Καλύτερα να το πάρεις. Φαίνεται πως κάποιος θέλει οπωσδήποτε να σου μιλήσει». Ο Κένετ σηκώθηκε απρόθυμα, πήγε έξω στο χολ και πήρε το κινητό από το κομό. Έρικ, έγραφε στην οθόνη. Ένιωσε πάλι να εκνευρίζεται. Ακόμα και τώρα καταπατούσε την προσωπική του ζωή ο Έρικ. «Ναι;» απάντησε χωρίς να ενδιαφερθεί να κρύψει πώς ένιωθε. Αλλά όσο άκουγε τον άλλο, τα συναισθήματά του άλλαζαν. Αφού του έκανε μερικές σύντομες ερωτήσεις διέκοψε τη συνομιλία και πήγε ξανά μέσα στη Λίσμπετ. Πήρε μια βαθιά ανάσα με το βλέμμα καρφωμένο στο πρόσωπό της, το σκαμμένο από την αρρώστια αλλά όμορφο στα δικά του μάτια, πλαισιωμένο από μιαν άλω χρυσοκίτρινη. «Φαίνεται πως βρήκαν τον Μάγκνους. Είναι νεκρός». Η Ερίκα είχε προσπαθήσει να τηλεφωνήσει στον Πάτρικ πολλές φορές, αλλά δεν πήρε απάντηση. Πρέπει να είχε πέσει πολλή δουλειά στο τμήμα. Καθόταν στο σπίτι μπροστά στον υπολογιστή και έψαχνε στο διαδίκτυο. Προσπαθούσε επίμονα να συγκεντρωθεί, αλλά δεν ήταν δυνατόν με δυο ζευγάρια πόδια να την κλοτσούν μέσα από την κοιλιά. Δυσκολευόταν επίσης να κρατήσει τις σκέψεις της σε τάξη. Ανησυχούσε. Οι αναμνήσεις από τον πρώτο καιρό με τη Μάγια, οι οποίες απείχαν παρασάγγες από τις ρόδινες εικόνες της ευτυχισμένης οικογένειας με μωρό που είχε φανταστεί. Ήταν σαν να έπεφτε σε μια μαύρη τρύπα στον χρόνο όταν προσπαθούσε να σκεφτεί το παρελθόν, και τώρα όλα αυτά θα επαναλαμβάνονταν στο διπλάσιο. Δύο μωρά για τάισμα, δύο μωρά να ξυπνούν, δύο να απαιτούν όλη της την προσοχή, όλο τον χρόνο της. Ίσως ήταν εγωίστρια, ίσως γι’ αυτό της ήταν τόσο δύσκολο να εναποθέσει όλο το εγώ της, όλη τη ζωή της, στα χέρια κάποιου άλλου. Στα χέρια των παιδιών της. Στενοχωριόταν


140

KAMILLA LACKBERG

γι’ αυτό και, ταυτόχρονα, ένιωθε τύψεις. Διότι με ποιο δικαίωμα ανησυχούσε για κάτι τόσο υπέροχο όπως το να αποκτήσει άλλα δύο παιδιά μεμιάς; Αλλά ανησυχούσε. Ανησυχούσε τόσο που ένιωθε διαλυμένη. Ταυτόχρονα είχε και τη γνώση τώρα πια. Η Μάγια την έκανε τόσο ευτυχισμένη ώστε η Ερίκα να μη μετανιώνει ούτε στιγμή από εκείνη τη δύσκολη περίοδο. Κι όμως, οι αναμνήσεις ήταν εκεί, και την κατέτρωγαν. Δέχτηκε ξαφνικά μια κλοτσιά τόσο δυνατή που της κόπηκε η ανάσα. Κάποιο από τα μωρά, ίσως και τα δύο, είχε οπωσδήποτε ταλέντο στο ποδόσφαιρο. Ο πόνος την επανέφερε στο παρόν. Είχε συνειδητοποιήσει ότι οι σκέψεις για τον Κρίστιαν και τα γράμματα ήταν, πιθανώς, πράγματα με τα οποία ασχολούνταν για να κρατάει τις σκέψεις και τους φόβους της μακριά. Αλλά δεν έβρισκε τίποτα κακό σ’ αυτό. Μπήκε στο Google και πληκτρολόγησε πρώτα το όνομά του: Κρίστιαν Τιντέλ. Εμφανίστηκαν πολλές σελίδες με αποτελέσματα. Όλες αναφέρονταν στο βιβλίο, καμία για το παρελθόν του. Προσπάθησε άλλη μια φορά προσθέτοντας τη λέξη «Τρολχέταν». Κανένα αποτέλεσμα. Αν είχε μείνει εκεί θα έπρεπε να έχει αφήσει κάποιο ίχνος πίσω του. Θα έπρεπε να μπορεί να βρει κάτι παραπάνω. Δάγκωνε το νύχι του αντίχειρα ενώ σκεφτόταν. Μήπως βρισκόταν σε εντελώς λάθος δρόμο; Εδώ που τα λέμε δεν υπήρχε τίποτα που να δείχνει ότι τα γράμματα προέρχονταν από κάποιον που ο Κρίστιαν γνώριζε πριν έρθει στη Φιελμπάκα. Επέστρεφε, ωστόσο, συνεχώς στο ερώτημα γιατί ο Κρίστιαν δεν ήθελε να μιλήσει για το παρελθόν του. Ήταν σαν να είχε διαγράψει όλη τη ζωή του πριν μετακομίσει στη Φιελμπάκα. Ή μήπως δεν ήθελε να μιλήσει αποκλειστικά στην Ερίκα; Η σκέψη αυτή την ενοχλούσε, όμως δεν μπορούσε να την αποφύγει. Αλλά εδώ που τα λέμε ούτε στη δουλειά του είχε φανεί ιδιαίτερα ανοιχτός, δεν ήταν όμως το ίδιο πράγμα. Είχε την αίσθηση ότι η ίδια και ο Κρίστιαν είχαν έρθει πολύ κοντά όταν δούλευαν με το χειρόγραφό του, όταν αντάλλασσαν σκέψεις και ιδέες, όταν συζητούσαν για ύφος και αποχρώσεις γραφής. Μπορεί όμως να μην ήταν έτσι, τελικά. Η Ερίκα αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να μιλήσει και με κάποιον άλλον


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

141

από τους φίλους του Κρίστιαν πριν αφήσει τη φαντασία της να αφηνιάσει. Αλλά με ποιον; Δεν ήξερε και πολλά για το ποιους έκανε παρέα ο Κρίστιαν. Ο πρώτος που σκέφτηκε ήταν ο Μάγκνους Σέλνερ, αλλά αν δεν συντελούνταν κάποιο θαύμα, ο Μάγκνους δεν αποτελούσε επιλογή. Ο Κρίστιαν και η Σάνα φαινόταν ότι συναντιόνταν μ’ εκείνον τον Έρικ Λιντ που είχε την οικοδομική εταιρεία και με τον συνέταιρό του Κένετ Μπένγκτσον. Η Ερίκα δεν είχε την παραμικρή ιδέα πόσο στενοί φίλοι ήταν ο Κρίστιαν με αυτούς και ποιος από αυτούς θα μπορούσε να γνωρίζει περισσότερα για τον Κρίστιαν. Επίσης: Πώς θα αντιδρούσε ο Κρίστιαν αν μάθαινε ότι εκείνη πήγαινε και ανέκρινε φίλους και γνωστούς σχετικά μ’ αυτόν; Αποφάσισε να αγνοήσει τους δισταγμούς της. Η περιέργειά της ήταν πολύ μεγαλύτερη. Άλλωστε για το καλό του Κρίστιαν τα έκανε όλα. Κι εφόσον αυτός δεν ήθελε να ερευνήσει εις βάθος αυτό το θέμα με τα απειλητικά γράμματα, θα το έκανε εκείνη. Ξαφνικά συνειδητοποίησε με ποιον έπρεπε να μιλήσει για αρχή. Ο Λούντβιγκ κοίταξε ξανά το ρολόι του. Σύντομα θα χτυπούσε διάλειμμα. Τα μαθηματικά ήταν το μάθημα που δεν γούσταρε με τίποτα και, ως συνήθως, η ώρα των μαθηματικών πάντα αργούσε να περάσει. Πέντε λεπτά ακόμα. Σήμερα είχαν διάλειμμα μαζί με το 7Α , που σήμαινε ότι θα έκανε διάλειμμα ταυτόχρονα με τη Σούζι. Εκείνη είχε το ντουλάπι της στην ίδια αράδα πίσω από το δικό του και αν ήταν τυχερός θα πήγαιναν εκεί ταυτόχρονα ν’ αφήσουν τα βιβλία τους μετά τα μαθήματα. Ήταν ερωτευμένος μαζί της πάνω από μισό χρόνο τώρα. Κανένας δεν το ήξερε, εκτός από τον καλύτερο φίλο του, τον Τομ. Και ο Τομ ήξερε ότι θα υφίστατο έναν αργό και απολύτως βασανιστικό θάνατο αν το έλεγε πουθενά. Χτύπησε το κουδούνι για να βγουν και ο Λούντβιγκ έκλεισε ευγνώμων το βιβλίο των μαθηματικών και βγήκε τρέχοντας από την αίθουσα. Κοίταξε γύρω του ενώ πήγαινε προς το ντουλάπι, αλλά η Σούζι δεν φαινόταν πουθενά. Ίσως να μην είχε τελειώσει ακόμη. Σύντομα θα τολμούσε να της μιλήσει. Το είχε πάρει απόφαση. Απλώς δεν ήξερε πώς έπρεπε ν’ αρχίσει, τι θα έλεγε. Είχε προσπαθήσει να βάλει τον Τομ να τα ρίξει σε κάποια από τις φίλες της, ώστε να μπορέσει να την πλησιάσει κατ’ αυτό τον τρόπο. Αλλά ο Τομ είχε


142

KAMILLA LACKBERG

αρνηθεί, οπότε ο Λούντβιγκ είχε αναγκαστεί να επινοήσει κάτι άλλο. Όταν έφτασε στα ντουλάπια δεν είδε κανέναν. Ξεκλείδωσε το δικό του, έβαλε μέσα τα βιβλία του και κλείδωσε επιμελώς. Ίσως εκείνη να μην είχε έρθει σήμερα. Δεν την είχε δει ούτε νωρίτερα, μπορεί να ήταν άρρωστη ή να μην είχε μαθήματα. Η σκέψη αυτή τον καταπτόησε τόσο πολύ ώστε άρχισε να σκέφτεται να κάνει κοπάνα την τελευταία ώρα. Σχεδόν τινάχτηκε όταν κάποιος τον άγγιξε στον ώμο. «Συγγνώμη, Λούντβιγκ, δεν είχα σκοπό να σε τρομάξω». Η διευθύντρια στεκόταν πίσω του. Φαινόταν χλωμή και σφιγμένη και σε χρόνο μηδέν ο Λούντβιγκ κατάλαβε για ποιο λόγο είχε πάει κοντά του. Οι σκέψεις για τη Σούζι, όλα όσα εκείνος θεωρούσε πριν από λίγο απολύτως σημαντικά, εξαφανίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από έναν πόνο τόσο βαθύ που πίστευε ότι δεν θα τον εγκατέλειπε ποτέ. «Θα ήθελα να με ακολουθούσες στο γραφείο μου. Η Έλιν είναι ήδη εκεί και περιμένει». Εκείνος έγνεψε. Δεν υπήρχε λόγος να ρωτήσει περί τίνος επρόκειτο, το ήξερε ήδη. Ο πόνος έφτανε μέχρι τα ακροδάχτυλά του και δεν ένιωθε τα πόδια του καθώς ακολουθούσε τη διευθύντρια. Απλώς τα κουνούσε, μια το ένα μια το άλλο, όπως ήξερε ότι έπρεπε να κάνει, αλλά δεν ένιωθε τίποτα. Λίγο πιο κάτω στον διάδρομο, στα μισά της διαδρομής για το γραφείο της διευθύντριας, συνάντησε τη Σούζι. Τον κοίταξε, το βλέμμα της συνάντησε το δικό του. Αλλά ήταν λες και είχε περάσει μια αιωνιότητα από τότε που αυτό το βλέμμα σήμαινε κάτι. Τώρα την κοιτούσε και δεν την έβλεπε. Δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο πέρα από τον πόνο. Γύρω από τον πόνο αντηχούσε μόνον η κενότητα των πάντων. Η Έλιν ξέσπασε σε κλάματα όταν τον είδε. Σίγουρα καθόταν και πάλευε να μην ενδώσει στα δάκρυα, και όταν εκείνος πέρασε το κατώφλι όρμησε πάνω του, χώθηκε στην αγκαλιά του. Εκείνος την κρατούσε σφιχτά και τη χάιδευε στην πλάτη όσο εκείνη έκλαιγε. Ο αστυνομικός που είχε συναντήσει μερικές φορές παλιότερα στεκόταν παράμερα και τους άφηνε να παρηγορήσουν ο ένας τον άλλο. Ακόμη δεν είχε μιλήσει. «Πού τον βρήκαν;» ρώτησε τελικά ο Λούντβιγκ. Η ερώτηση ήρθε


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

143

χωρίς να ξέρει και ο ίδιος ότι τη διατύπωσε. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι ήθελε να ακούσει την απάντηση. «Κάτω στο Σέλβικ» είπε ο αστυνομικός, που ο Λούντβιγκ νόμιζε πως τον έλεγαν Πάτρικ. Η συνάδελφός του στεκόταν κάνα δυο βήματα παραπίσω. Φαινόταν σαν χαμένη. Ο Λούντβιγκ την καταλάβαινε. Ούτε αυτός ήξερε τι να πει. Ή τι να κάνει. «Σκεφτήκαμε να σας πάμε μέχρι το σπίτι». Ο Πάτρικ έγνεψε στην Πάουλα να προπορευτεί. Η Έλιν και ο Λούντβιγκ ακολούθησαν. Στην πόρτα η Έλιν σταμάτησε και στράφηκε προς τον Πάτρικ. «Πνίγηκε ο μπαμπάς;» Σταμάτησε και ο Λούντβιγκ, αλλά είδε ότι ο αστυνομικός δεν επρόκειτο να πει τίποτα περισσότερο τώρα. «Ας πάμε στο σπίτι, Έλιν. Θα τα πούμε μετά όλα τ’ άλλα» είπε χαμηλόφωνα και πήρε την αδελφή του από το χέρι. Στην αρχή εκείνη αντέδρασε. Δεν ήθελε να προχωρήσει, ήθελε να μάθει. Έπειτα άρχισε να περπατάει ξανά. «Εντάξει, για ακούστε… » Ο Μέλμπεργ έκανε μια τεχνητή παύση. Έδειξε τον πίνακα ανακοινώσεων, πάνω στον οποίον ο Πάτρικ είχε αναρτήσει επιμελώς όλο το υλικό που είχε για την εξαφάνιση του Μάγκνους Σέλνερ. «Εδώ έχω συγκεντρώσει αυτά που ξέρουμε, και δεν είναι πολλά, μεταξύ μας. Τρεις μήνες και αυτά είναι όλα όσα καταφέρατε να βρείτε. Ένα πράγμα σας λέω, είστε πραγματικά τυχεροί που βρίσκεστε εδώ στην επαρχία και όχι στο καυτό μέτωπο που λέγεται Γέτεμποργ. Εκεί θα είχαμε κάνει αυτή τη δουλειά σε μια εβδομάδα!» Ο Πάτρικ και η Άνικα αντάλλαξαν ένα βλέμμα. Η θητεία του Μέλμπεργ στην αστυνομία του Γέτεμποργ ήταν ένα συχνά επαναλαμβανόμενο θέμα τώρα που ήταν αρχηγός της αστυνομίας στο Τανουμσχέντε. Πάντως τώρα φαινόταν ότι είχε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να επιστρέψει στο Γέτεμποργ, ελπίδα που μόνον αυτός είχε πιστέψει ότι θα γινόταν πραγματικότητα. «Κάναμε ό,τι μπορούσαμε» είπε ο Πάτρικ κουρασμένα. Είχε συνειδητοποιήσει πλέον ότι δεν είχε νόημα να προσπαθεί να εναντιωθεί στις κατηγορίες του Μέλμπεργ. «Εξάλλου, μόλις σήμερα η υπόθεση


144

KAMILLA LACKBERG

εξελίχθηκε σε έρευνα φόνου. Μέχρι τώρα τη θεωρούσαμε εξαφάνιση». «Καλά, καλά. Μπορείς να μας πεις εν συντομία τι συνέβη, πού βρέθηκε και πώς, και τι σου έχει πει μέχρι στιγμής ο Πέντερσεν; Θα του τηλεφωνήσω κι εγώ ύστερα, βεβαίως, απλώς δεν πρόλαβα να το κάνω μέχρι τώρα. Θα αρκεστούμε στα δικά σου στοιχεία προς το παρόν». Ο Πάτρικ ανέφερε όσα είχαν γίνει κατά τη διάρκεια της μέρας. «Ήταν όντως παγιδευμένος κάτω από τον πάγο;» Ο Μάρτιν Μολίν ρίγησε και κοίταξε τον Πάτρικ. «Θα μας στείλουν φωτογραφίες από τον τόπο του εγκλήματος μετά, αλλά έτσι είναι, είχε παγώσει και είχε κολλήσει εκεί από κάτω. Αν το σκυλί δεν είχε πάει στον πάγο, θα περνούσε καιρός μέχρι να βρούμε τον Μάγκνους Σέλνερ. Αν τον βρίσκαμε. Διότι μόλις θα έλιωνε ο πάγος, το πτώμα θα ξεκολλούσε και μετά θα παρασυρόταν από το ρεύμα. Θα μπορούσε να καταλήξει οπουδήποτε». Ο Πάτρικ κούνησε το κεφάλι. «Άρα αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορέσουμε να μάθουμε πού και πότε τον πέταξαν στο νερό;» Ο Γιέστα φαινόταν κατηφής και χάιδευε αφηρημένα τον Ερνστ που ακουμπούσε στο πόδι του. «Ο πάγος σχηματίστηκε μόλις τον Δεκέμβριο. Πρέπει να περιμένουμε την αναφορά του Πέντερσεν για το πόσο καιρό εκτιμάει ότι ήταν νεκρός ο Μάγκνους, αλλά μαντεύω ότι πέθανε αμέσως μετά τη δήλωση της εξαφάνισής του». Ο Πάτρικ σήκωσε προειδοποιητικά το δάχτυλο. «Αλλά όπως είπα, δεν έχουμε χειροπιαστά στοιχεία που να στηρίζουν κάτι τέτοιο και δεν μπορούμε να δουλέψουμε βασιζόμενοι αποκλειστικά σε αυτή την υπόθεση». «Ακούγεται όμως λογικό» είπε ο Γιέστα. «Μίλησες για τραύματα στο σώμα. Τι ξέρουμε γι’ αυτά;» Τα καστανά μάτια της Πάουλα στένεψαν και χτύπησε ανυπόμονα το στιλό της πάνω σε ένα μπλοκ που είχε μπροστά της στο τραπέζι. «Δεν έμαθα ούτε γι’ αυτό το θέμα πολλά. Ξέρετε τώρα τον Πέντερσεν. Δεν του αρέσει να λέει τίποτα πριν κάνει ενδελεχή έρευνα. Το μόνο που είπε ήταν ότι ο Μάγκνους Σέλνερ είχε υποστεί βία και είχε σοβαρά τραύματα από αιχμηρό όργανο».


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

145

«Κάτι που, πιθανώς, σημαίνει ότι τον χτύπησαν με μαχαίρι» διαπίστωσε ο Γιέστα. «Πιθανώς». «Πότε θα έχουμε περισσότερες πληροφορίες από τον Πέντερσεν;» Ο Μέλμπεργ είχε καθίσει στην κορυφή του τραπεζιού και κροτάλιζε τα δάχτυλά του για να προσελκύσει κοντά του τον σκύλο. Ο Ερνστ παράτησε αμέσως τον Γιέστα και πήγε με βαρύ βήμα προς τα εκεί, όπου ακούμπησε το κεφάλι του στο γόνατο του αφεντικού του. «Θα κάνει νεκροψία στο τέλος της εβδομάδας, μου είπε. Οπότε κατά το Σαββατοκύριακο, αν είμαστε τυχεροί, αλλιώς στην αρχή της επόμενης εβδομάδας». Ο Πάτρικ αναστέναξε. Μερικές φορές αυτό εδώ το επάγγελμα δεν ταίριαζε με την ανυπομονησία του. Ήθελε να έχει απαντήσεις τώρα, όχι σε μία εβδομάδα. «Για την εξαφάνιση τι ξέρετε;» Ο Μέλμπεργ κρατούσε ψηλά το άδειο φλιτζάνι του προς τη μεριά της Άνικα, η οποία προσποιούνταν πως δεν το έβλεπε. Έκανε μια νέα προσπάθεια με τον Μάρτιν Μολίν, η οποία πήγε καλύτερα. Ο Μάρτιν δεν είχε δουλέψει επαρκώς τις αντιστάσεις του. Ο Μέλμπεργ έγειρε πίσω ικανοποιημένος όταν ο νεότερος συνεργάτης του εξαφανίστηκε προς την κουζίνα. «Ξέρουμε ότι έφυγε από το σπίτι λίγο μετά τις οχτώ το πρωί. Η Σία έφυγε για τη δουλειά της, στην Γκρέμπεσταντ, κατά τις εφτάμισι. Δουλεύει με μερική απασχόληση σε ένα μεσιτικό γραφείο εκεί πέρα. Τα παιδιά είχαν φύγει από τις εφτά για να προλάβουν το λεωφορείο για το σχολείο». Ο Πάτρικ έκανε μια παύση για να πιει μια γουλιά από τον καφέ που είχε φέρει ο Μάρτιν και τους σερβίριζε τώρα όλους. Η Πάουλα άρπαξε την ευκαιρία να κάνει μια ερώτηση. «Πώς ξέρεις ότι έφυγε από το σπίτι αμέσως μετά τις οχτώ το πρωί;» «Ένας γείτονας τον είδε να φεύγει εκείνη την ώρα από το σπίτι». «Με αυτοκίνητο;» «Όχι. Η Σία είχε πάρει το μοναδικό αυτοκίνητο της οικογένειας και σύμφωνα μ’ αυτήν ο Μάγκνους συνήθιζε να πηγαίνει με τα πόδια, ως επί το πλείστον». «Όχι μέχρι το Τάνουμ, έτσι δεν είναι;» έκανε ο Μάρτιν. «Όχι, τον έπαιρνε ένας συνάδελφος με το δικό του αυτοκίνητο, ο Ουλφ Ροσάντερ, που μένει κάτω στο γήπεδο του μίνι γκολφ. Μέχρι


146

KAMILLA LACKBERG

εκεί πήγαινε με τα πόδια. Αλλά εκείνο το πρωί τηλεφώνησε στον Ροσάντερ και του είπε ότι θα αργούσε. Έκτοτε δεν ξαναφάνηκε». «Το ξέρουμε αυτό;» έκανε ο Μέλμπεργ. «Τον ψάξαμε περισσότερο εκείνο τον Ροσάντερ; Μόνο τον λόγο του έχουμε ότι ο Μάγκνους δεν πήγε ποτέ εκεί». «Ο Γιέστα πήγε και μίλησε με τον Ροσάντερ και τίποτα δεν δείχνει ότι ψεύδεται, ούτε αυτά που λέει ούτε η συμπεριφορά του» είπε ο Πάτρικ. «Ή μπορεί να μην τον πιέσατε αρκετά» είπε ο Μέλμπεργ και έγραψε κάτι στο μπλοκ του. Σήκωσε το κεφάλι και κάρφωσε το βλέμμα του στον Πάτρικ. «Φέρτε τον εδώ και κάντε του μια γερή ανάκριση». «Δεν είναι λίγο υπερβολικό αυτό; Μπορεί ο κόσμος να μη θέλει να μας μιλήσει αν μάθει ότι τραβολογάμε οποιονδήποτε ως μάρτυρα στο τμήμα» αντιτάχθηκε η Πάουλα. «Δεν μπορείτε να πάτε εσύ και ο Πάτρικ να τον επισκεφτείτε στη Φιελμπάκα; Ξέρω, βέβαια, ότι έχεις πολλά να κάνεις αυτό τον καιρό, οπότε αν θέλεις μπορώ να πάω εγώ με τον Πάτρικ». Έκλεισε κρυφά το μάτι στον Πάτρικ. «Χμ, δεν έχεις κι άδικο. Έχω αρκετά να κάνω, όντως. Καλά το σκέφτηκες, Πάουλα. Εσύ και ο Πάτρικ, λοιπόν, πάτε και τα λέτε ένα χεράκι μ’ αυτόν εδώ τον… Ροσέλ». «Ροσάντερ» τον διόρθωσε ο Πάτρικ. «Ναι, αυτό είπα κι εγώ». Ο Μέλμπεργ αγριοκοίταξε τον Πάτρικ. «Εν πάση περιπτώσει, μιλήστε εσύ και η Πάουλα μ’ αυτόν. Πιστεύω ότι μπορεί να μας δώσει κάτι». Κούνησε ανυπόμονα το χέρι του. «Συνεχίστε, λοιπόν. Τι άλλο έχετε κάνει;» «Χτυπήσαμε πόρτες σε όλη τη διαδρομή που εικάζουμε ότι έκανε ο Μάγκνους αν πήρε τον συνηθισμένο δρόμο μέχρι τον Ροσάντερ. Κανείς δεν είδε τίποτα, αλλά αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει και τίποτα. Ο κόσμος είναι απασχολημένος με τα δικά του το πρωί» είπε ο Πάτρικ. «Φαίνεται πως έγινε καπνός τη στιγμή που βγήκε από την πόρτα του σπιτιού του. Μέχρι που τον βρήκαμε στον πάγο». Ο Μάρτιν κοίταξε απεγνωσμένα τον Πάτρικ, ο οποίος έκανε προσπάθεια να ακούγεται πιο αισιόδοξος απ’ όσο ένιωθε.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

147

«Κανένας δεν γίνεται καπνός. Κάπου υπάρχουν ίχνη. Απλώς πρέπει να τα βρούμε». Ο Πάτρικ άκουγε τις κοινοτοπίες να βγαίνουν από το στόμα του με μεγάλη ευκολία, αλλά ήταν το μόνο που μπορούσε να προσφέρει προς το παρόν. «Και η ιδιωτική του ζωή; Ψάξαμε αρκετά βαθιά την ιδιωτική του ζωή; Ψάξαμε μήπως κρύβει πτώματα στην ντουλάπα του;» Ο Μέλμπεργ γέλασε με το ίδιο του το αστείο, αλλά κανένας άλλος δεν τον μιμήθηκε. «Στον στενότερο κύκλο επαφών του Μάγκνους και της Σία ήταν ο Έρικ Λιντ, ο Κένετ Μπένγκτσον και ο Κρίστιαν Τιντέλ. Με τις γυναίκες τους. Μιλήσαμε με όλους αυτούς και με την οικογένεια του Μάγκνους, και όλο κι όλο που καταφέραμε να μάθουμε ήταν πως ο Μάγκνους ήταν ένας αφοσιωμένος οικογενειάρχης και καλός φίλος. Ούτε κουτσομπολιά, ούτε μυστικά, ούτε φήμες». «Βλακείες!» είπε ο Μέλμπεργ και ρουθούνισε. «Όλοι έχουν κάτι να κρύψουν. Απλώς πρέπει να το βγάλουμε στην επιφάνεια. Προφανώς δεν κοπιάσατε πολύ». «Εμείς… » άρχισε να λέει ο Πάτρικ. Έπειτα σώπασε όταν συνειδητοποίησε πως ο Μέλμπεργ ίσως, έστω και για μια φορά, είχε δίκιο. Ίσως να μην είχαν ψάξει βαθύτερα τα πράγματα, να μην είχαν κάνει τις σωστές ερωτήσεις. «Φυσικά και θα ανακρίνουμε πάλι από την αρχή την οικογένεια και τους φίλους του τώρα» συνέχισε. Μεμιάς έφερε στο μυαλό του τον Κρίστιαν Τιντέλ και το γράμμα που ήταν στο πάνω συρτάρι του γραφείου του. Αλλά δεν ήθελε να τους πει τίποτα ακόμη, όχι πριν έχει κάτι πιο συγκεκριμένο από μια απλή διαίσθηση. «Εντάξει, λοιπόν. Τότε θα τα κάνουμε όλα ξανά και θα τα κάνουμε σωστά!» Ο Μέλμπεργ σηκώθηκε τόσο απότομα ώστε ο Ερνστ, που είχε ακουμπισμένο το κεφάλι στο γόνατό του, λίγο έλειψε να φέρει τούμπα. Είχε σχεδόν προλάβει να φτάσει στην πόρτα όταν στράφηκε και με αυστηρό ύφος κοίταξε το προσωπικό του που καθόταν συγκεντρωμένο γύρω από το στρογγυλό τραπέζι. «Και αυξάνουμε λίγο τους ρυθμούς δουλειάς τώρα, έτσι;» Είχε σκοτεινιάσει έξω από τα παράθυρα του τρένου. Είχε σηκωθεί


148

KAMILLA LACKBERG

τόσο νωρίς το πρωί, που τώρα ένιωθε ότι ήταν κιόλας βράδυ, παρόλο που το ρολόι επιβεβαίωνε ότι ήταν αργά το απόγευμα. Στην τσέπη του το κινητό είχε χτυπήσει αρκετές φορές, αλλά το είχε αγνοήσει. Όποιος κι αν τηλεφωνούσε κάτι θα ήθελε από αυτόν, ήταν κάποιος που θα τον κυνηγούσε και θα απαιτούσε διάφορα. Ο Κρίστιαν κοίταξε έξω. Μόλις περνούσαν τη Χεργιούνγκα. Είχε αφήσει το αυτοκίνητο στην Ουντεβάλα. Θα χρειαζόταν έπειτα τρία τέταρτα της ώρας με το αυτοκίνητο για να επιστρέψει στη Φιελμπάκα. Ακούμπησε το μέτωπο στο τζάμι και έκλεισε τα μάτια. Ένιωσε την κρυάδα της γυάλινης επιφάνειας στο δέρμα του. Το σκοτάδι απέξω πίεζε να μπει μέσα, μέσα του. Πήρε μιαν απότομη, βαθιά ανάσα και απόστρεψε το πρόσωπό του. Στο τζάμι είχαν μείνει σαφή αποτυπώματα από το μέτωπο και την άκρη της μύτης του. Σήκωσε το χέρι και τα καθάρισε. Δεν ήθελε να τα έχει εκεί, δεν ήθελε να βλέπει δικά του ίχνη. Όταν το τρένο έφτασε στην Ουντεβάλα ήταν τόσο κουρασμένος ώστε μόλις και μετά βίας έβλεπε καθαρά. Είχε προσπαθήσει να πάρει έναν υπνάκο την τελευταία ώρα του ταξιδιού, αλλά οι εικόνες τρεμόπαιζαν στο μυαλό του και τον εμπόδιζαν να ξεκουραστεί. Σταμάτησε στα Μακ Ντόναλντς στο Τορπ και αγόρασε έναν μεγάλο καφέ που τον ήπιε στα γρήγορα για να βάλει μέσα του την καφεΐνη. Το κινητό δονήθηκε ξανά, αλλά δεν είχε το ψυχικό σθένος να το βγάλει από την τσέπη του, και ακόμα λιγότερο σθένος είχε να μιλήσει μ’ εκείνον που τόσο επίμονα τον αναζητούσε. Σίγουρα η Σάνα. Θα ήταν εκνευρισμένη όταν αυτός θα έφτανε στο σπίτι, αλλά ας ήταν κι έτσι. Ένιωσε μια φαγούρα στο κορμί και στριφογύρισε λίγο εκεί που καθόταν στη θέση του οδηγού. Τα φώτα που αυτοκινήτου που ήταν πίσω του έπεφταν απευθείας στον καθρέφτη και για μια στιγμή τυφλώθηκε όταν ξανακοίταξε το σκοτάδι μπροστά του. Κάτι σ’ αυτά τα φώτα –η σταθερή απόστασή τους απ’ αυτόν και η λάμψη τους– τον έκανε να γυρίσει ξανά το βλέμμα του προς τον καθρέφτη. Το ίδιο αυτοκίνητο που ήταν πίσω του από τη στάση που είχε κάνει στο Τορπ. Να ήταν άραγε το ίδιο; Έτριψε με το χέρι τα μάτια του. Δεν ήταν σίγουρος για τίποτα πια. Τα φώτα τον ακολούθησαν και όταν βγήκε από την εθνική οδό


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

149

για να στρίψει για τη Φιελμπάκα. Ο Κρίστιαν μισόκλεισε τα μάτια σε μια προσπάθεια να διακρίνει τι είδους αμάξι ήταν αυτό. Αλλά ήταν πολύ σκοτεινά και τα φώτα τον τύφλωναν. Το σφίξιμο στο τιμόνι έκανε τα χέρια του να ιδρώσουν. Το έσφιγγε τόσο πολύ που οι αρθρώσεις των χεριών του άρχισαν να πονούν, και σύντομα αναγκάστηκε να ισιώσει τα δάχτυλά του. Την είδε μπροστά του. Την είδε με το μπλε της φόρεμα, με το παιδί στην αγκαλιά. Η μυρωδιά από φράουλες, η μυρωδιά των χειλιών της. Η αίσθηση από το ύφασμα του φορέματος στο δέρμα του. Τα μαλλιά της, μακριά, καστανά. Κάτι πετάχτηκε μπροστά στο αυτοκίνητο. Ο Κρίστιαν πάτησε απότομα φρένο και τα λάστιχα έχασαν για μερικά δευτερόλεπτα την επαφή με τον δρόμο. Το αυτοκίνητο γλίστρησε προς το χαντάκι και εκείνος ένιωσε να τα παρατάει, το άφησε να γίνει. Αλλά μόλις μερικά εκατοστά από την άκρη, το αυτοκίνητο σταμάτησε. Τα λευκά οπίσθια ενός ζαρκαδιού φάνηκαν καθαρά στο φως των φαναριών του και ο Κρίστιαν το ακολούθησε με το βλέμμα όταν εκείνο έφυγε τρέχοντας. κατατρομαγμένο, πέρα στο λιβάδι. Ο κινητήρας εξακολουθούσε ακόμη να λειτουργεί, αλλά ο ήχος του χανόταν στο βουητό του κεφαλιού του. Στον καθρέφτη που έβλεπε πίσω είδε ότι και το άλλο αυτοκίνητο είχε σταματήσει, και ήξερε βαθιά μέσα του ότι έπρεπε να ξεκινήσει και να φύγει. Μακριά από τα φώτα που έλαμπαν στον καθρέφτη του. Μια πόρτα αυτοκινήτου άνοιξε και κάποιος βγήκε από το αμάξι πίσω του. Ποιος ήταν αυτός που ερχόταν προς το μέρος του; Είχε τόσο σκοτάδι εκεί έξω και είδε μια φιγούρα, που δεν μπορούσε να προσδιορίσει αν ήταν άντρας ή γυναίκα, η οποία πλησίαζε. Μερικά βήματα ακόμα και εκείνη η σκοτεινή σιλουέτα θα έφτανε στην πόρτα του. Τα χέρια του στο τιμόνι άρχισαν να τρέμουν. Απέστρεψε το βλέμμα από τον καθρέφτη, κοίταξε προς το λιβάδι και την άκρη του δάσους, που μόλις και μετά βίας διακρινόταν λίγο πιο κάτω. Κοιτούσε και περίμενε. Η πόρτα από τη μεριά του συνοδηγού άνοιξε. «Πώς είσαι; Είσαι καλά; Παραλίγο να το χτυπήσεις εκείνο το ζαρκάδι». Ο Κρίστιαν κοίταξε προς τη μεριά της φωνής. Ένας ασπρομάλλης


150

KAMILLA LACKBERG

στα εξήντα περίπου στεκόταν και τον κοιτούσε. «Εντάξει είμαι» μουρμούρισε ο Κρίστιαν. «Απλώς ξαφνιάστηκα λίγο». «Ναι, είναι απαίσιο να σου πετάγεται κάτι μπροστά στο αμάξι έτσι στα καλά καθούμενα. Σίγουρα νιώθεις καλά;» «Απολύτως. Θα ξεκινήσω για το σπίτι τώρα. Πάω για τη Φιελμπάκα». «Α , έτσι; Κι εγώ πάω μέχρι το Χαμπουργσούντ. Προσοχή στην οδήγηση, τότε». Ο άντρας έκλεισε την πόρτα και ο Κρίστιαν ένιωσε τους παλμούς της καρδιάς να μειώνονται. Ήταν απλώς φαντάσματα, αναμνήσεις από το παρελθόν. Τίποτα που θα μπορούσε να τον βλάψει. Μια φωνούλα στο μυαλό του προσπάθησε να του μιλήσει για τα γράμματα. Αυτά δεν ήταν αποκυήματα φαντασίας. Αλλά αυτός έκανε τον κουφό, δεν μπορούσε να ακούσει τέτοια τώρα. Αν άρχιζε να σκέφτεται αυτά τα γράμματα, εκείνη θα έπαιρνε πάλι το πάνω χέρι. Είχε καταβάλει τόσο κόπο για να ξεχάσει. Δεν θα την άφηνε να τον αγγίξει ξανά. Βγήκε πάλι στον δρόμο και κατευθύνθηκε προς τη Φιελμπάκα. Στην τσέπη του τζάκετ το κινητό συνέχιζε να δονείται.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

151

Η Άλις συνέχιζε να ουρλιάζει, μέρα και νύχτα. Εκείνος άκουγε τη μητέρα και τον πατέρα να μιλούν γι’ αυτό. Ότι η μικρή είχε κάτι που το λέγανε κολικό. Σε ό,τι κι αν οφειλόταν, ήταν σίγουρα ανυπόφορο να εκτίθεσαι στη φασαρία που έκανε. Οι φωνές κάνανε εισβολή σε όλη του τη ζωή, του αφαιρούσαν τα πάντα. Η μητέρα πώς και δεν τη μισούσε για όλο εκείνο το πανδαιμόνιο που προκαλούσε με τις φωνές της; Γιατί την κουβαλούσε στην αγκαλιά της, γιατί της τραγουδούσε, τη νανούριζε και την κοιτούσε με τόσο γλυκιά έκφραση στο πρόσωπο, σαν να τη λυπόταν; Δεν ήταν για λύπηση η Άλις. Τα έκανε όλα σκόπιμα. Ήταν εντελώς σίγουρος γι’ αυτό. Όταν μερικές φορές έσκυβε πάνω από την κούνια της, εκεί όπου ήταν ξαπλωμένη σαν τεράστιο, άσχημο σκαθάρι, εκείνη τον κοιτούσε. Τον κοιτούσε μ’ ένα βλέμμα που έλεγε ότι δεν ήθελε να τον αγαπάει κι αυτόν η μητέρα. Γι’ αυτό ούρλιαζε και απαιτούσε όλη την προσοχή της. Για να μη μένει τίποτα γι’ αυτόν. Μπορούσε να δει, πού και πού, ότι και ο πατέρας ένιωθε το ίδιο. Ότι κι αυτός ήξερε πως η Άλις τα έκανε όλα σκόπιμα, για να μην έχει ούτε αυτός την εύνοια της μητέρας. Αλλά ο πατέρας δεν έκανε τίποτα. Γιατί όμως; Αφού ο πατέρας ήταν μεγάλος, ενήλικας. Θα μπορούσε να κάνει την Άλις να σταματήσει. Ούτε στον πατέρα επιτρεπόταν να παίρνει αγκαλιά το μωρό. Προσπαθούσε καμιά φορά, τη σήκωνε αδέξια ψηλά, τη χτυπούσε απαλά στον ποπό και στην πλάτη για να την κάνει να ησυχάσει. Αλλά η μητέρα πάντα του έλεγε ότι δεν το έκανε σωστά, ότι θα έπρεπε να αφήσει την Άλις στα δικά της χέρια. Και τότε εκείνος υποχωρούσε ξανά. Μια μέρα, ωστόσο, ο πατέρας αποφάσισε να τη φροντίσει. Η Άλις


152

KAMILLA LACKBERG

ξεφώνιζε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τρεις μέρες στη σειρά. Εκείνος ήταν ξάγρυπνος στο δωμάτιό του και πίεζε ένα μαξιλάρι με δύναμη πάνω στο κεφάλι και τ’ αυτιά του για να κρατήσει τον θόρυβο μακριά. Αλλά κάτω από το μαξιλάρι το μίσος του δυνάμωνε. Απλωνόταν βαρύ πάνω του και μέσα του και δεν μπορούσε να ανασάνει πια, οπότε αναγκάστηκε να πετάξει το μαξιλάρι για να πάρει λίγο αέρα. Η μητέρα ήταν κουρασμένη τώρα. Είχε μείνει κι αυτή ξάγρυπνη τρεις νύχτες. Οπότε αποφάσισε να κάνει μιαν εξαίρεση, να αφήσει το μωρό στον πατέρα και να πάει να ξαπλώσει. Και ο πατέρας αποφάσισε να την μπανιαρίσει και τον ρώτησε αν ήθελε να βλέπει κι εκείνος. Ο πατέρας έλεγξε προσεκτικά τη θερμοκρασία όταν γέμισε την μπανιέρα με νερό, και κοιτούσε την Άλις –η οποία ήταν επιτέλους σιωπηλή– όπως την κοιτούσε και η μητέρα. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε σημαντικός ο πατέρας. Ήταν απλώς μια αόρατη φιγούρα που χανόταν στην ακτινοβολία της μητέρας, κάποιος που είχε κλειδωθεί έξω από τη συμμαχία μητέρας-Άλις. Αλλά τώρα έγινε αίφνης σημαντικός, τώρα που χαμογελούσε στην Άλις, και η Άλις τού ανταπέδιδε το χαμόγελο. Ο πατέρας βύθισε προσεκτικά το μικρό γυμνό κορμί στο νερό. Την τοποθέτησε σε μια θέση καλυμμένη με πετσετέ πανί, η οποία ήταν σαν μια μικρή αιώρα, ώστε η μικρή να είναι μισοκαθισμένη. Με απαλές κινήσεις έπλυνε τα χέρια, τα πόδια και τη φουσκωτή κοιλιά της. Εκείνη κουνούσε συνεχώς χέρια και πόδια. Τώρα δεν φώναζε, επιτέλους δεν φώναζε. Αλλά δεν είχε σημασία. Είχε νικήσει. Ακόμα και ο πατέρας είχε αφήσει το καταφύγιό του πίσω από την εφημερίδα για να της χαμογελάσει. Στεκόταν εντελώς ακίνητος στο κατώφλι του μπάνιου. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τα χέρια του πατέρα που κινούνταν πάνω στο μικρό κορμί του μωρού. Ο πατέρας, που ήταν σχεδόν ο πιο έμπιστος άνθρωπός του από τότε που η μητέρα είχε σταματήσει να τον κοιτάζει. Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας κι αυτός τινάχτηκε. Ο πατέρας κοίταξε μια την πόρτα του μπάνιου και μια την Άλις, αβέβαιος για το τι έπρεπε να κάνει ακριβώς. Στο τέλος είπε: «Μπορείς να προσέχεις την αδελφή σου για λίγο; Θα πάω μια στιγμή να δω ποιος είναι. Επιστρέφω αμέσως». Εκείνος δίστασε λίγο. Έπειτα ένιωσε το κεφάλι του να κινείται καταφατικά. Ο πατέρας σηκώθηκε από τη γονατιστή στάση του δίπλα


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

153

στην μπανιέρα και του ζήτησε να πάει εκεί. Τα πόδια του κινήθηκαν μηχανικά όταν έκανε τα ελάχιστα βήματα μέχρι την μπανιέρα. Η Άλις σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Εκείνος είδε με την άκρη του ματιού του τον πατέρα να βγαίνει από το μπάνιο. Ήταν μόνοι τώρα, αυτός και η Άλις.


154

KAMILLA LACKBERG

Η Ερίκα κοίταζε αποσβολωμένη τον Πάτρικ. «Στον πάγο;» «Ναι, εκείνος ο κακόμοιρος που τον βρήκε πρέπει να υπέστη πραγματικό σοκ». Ο Πάτρικ τής αφηγήθηκε εν συντομία τα γεγονότα της ημέρας. «Αυτό ξαναπές το!» Η Ερίκα κάθισε βαριά στον καναπέ και η Μάγια προσπάθησε αμέσως να πάει να καθίσει στα γόνατά της. Κάτι που δεν ήταν και το ευκολότερο πράγμα του κόσμου. «Έλα… έλα» ξεφώνιζε η Μάγια με το στόμα της πάνω στην κοιλιά της Ερίκα. Από τότε που της εξήγησαν ότι τα μωρά μπορούσαν να την ακούσουν, η Μάγια άρπαζε κάθε ευκαιρία για να επικοινωνήσει. Επειδή το λεξιλόγιό της ήταν ακόμη περιορισμένο –για να το πούμε ήπια– η συνομιλία γινόταν κάπως μονότονη. «Κοιμούνται μάλλον, μην τα ξυπνάς» είπε η Ερίκα και της έκανε «σουτ» με το δάχτυλο στο στόμα. Η Μάγια μιμήθηκε τη χειρονομία και μετά πίεσε το αυτί της στην κοιλιά της μαμάς για να διαπιστώσει αν όντως τα μωρά κοιμούνταν. «Πρέπει να ήταν δύσκολη μέρα» είπε χαμηλόφωνα η Ερίκα. «Ναι» απάντησε ο Πάτρικ και προσπάθησε να βγάλει από το μυαλό του το πρόσωπο της Σία και των παιδιών. Ειδικά το βλέμμα στα μάτια του Λούντβιγκ, που έμοιαζαν τόσο με τα μάτια του Μάγκνους, θα έμενε αποτυπωμένο μέσα του για πολύ καιρό. «Εν πάση περιπτώσει, τώρα ξέρουν. Καμιά φορά πιστεύω ότι η αβεβαιότητα είναι χειρότερη» είπε και κάθισε δίπλα στην Ερίκα, με τη Μάγια ανάμεσά τους. Η μικρή όρμησε και κάθισε στη δική του αγκαλιά, εκεί όπου υπήρχε λίγο περισσότερος χώρος, και έχωσε το κεφαλάκι της


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

155

στο στέρνο του. Ο Πάτρικ χάιδεψε τα ξανθά της μαλλιά. «Σίγουρα έχεις δίκιο. Είναι όμως πολύ δύσκολο όταν χάνεται η ελπίδα, από την άλλη». Δίστασε για λίγο. «Έχετε κάποια ιδέα για το τι μπορεί να συνέβη;» Ο Πάτρικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, δεν ξέρουμε τίποτα προς το παρόν. Απολύτως τίποτα». «Και τα γράμματα στον Κρίστιαν;» έκανε εκείνη. Μέσα της πάλευε λίγο με τον εαυτό της. Μήπως θα έπρεπε να του πει ότι είχε πάει στη βιβλιοθήκη σήμερα, και να του μιλήσει για τις σκέψεις της σχετικά με το παρελθόν του Κρίστιαν; Αποφάσισε να μην το κάνει. Ας το άφηνε μέχρι να μάθει κάτι περισσότερο. «Δεν έχω ακόμη προλάβει ν’ ασχοληθώ μ’ αυτό. Αλλά θα μιλήσουμε με την οικογένεια του Μάγκνους και τους φίλους τους ξανά και τότε θα καταφέρω να πιάσω, εντέλει, κι αυτό με τον Κρίστιαν». «Τον ρώτησαν για τις απειλές στο Πρωινό με ειδήσεις σήμερα το πρωί» είπε η Ερίκα και ρίγησε όταν σκέφτηκε το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις ερωτήσεις στις οποίες είχαν υποβάλει τον Κρίστιαν σε ζωντανή μετάδοση. «Και τι απάντησε;» «Το απέκρουσε μια χαρά, αλλά φαινόταν ότι είχε πιεστεί πάρα πολύ». «Δεν είναι και παράξενο». Ο Πάτρικ φίλησε το κεφαλάκι της κόρης του. «Εσύ τι λες; Πάμε να ετοιμάσουμε λίγο φαγητό στη μαμά και στα μωρά;» Σηκώθηκε και πήρε τη Μάγια στην αγκαλιά του. Εκείνη έγνεψε καταφατικά με ανυπομονησία. «Τι θα ετοιμάσουμε; Αρακά με κακά;» Η Μάγια γέλασε τόσο πολύ που την έπιασε λόξιγκας. Ήταν πολύ έξυπνη για την ηλικία της και μόλις είχε ανακαλύψει το χιούμορ με τσίσα και κακά. «Μπα» έκανε ο Πάτρικ. «Λέω να κάνουμε ψαροκροκέτες με πουρέ καλύτερα, έτσι; Αφήνουμε τον αρακά με τα κακά για μια άλλη μέρα». Η κόρη του το σκέφτηκε για λίγο. Έπειτα έγνεψε καταφατικά, δείχνοντας ότι του κάνει το χατίρι. Ψαροκροκέτες, λοιπόν. Η Σάνα πηγαινοερχόταν μέσα στο σπίτι. Τα παιδιά στο καθιστικό


156

KAMILLA LACKBERG

παρακολουθούσαν το παιδικό τηλεοπτικό πρόγραμμα Μπουλιμπούμπα. Εκείνη δεν μπορούσε να καθίσει στιγμή ακίνητη. Γυρόφερνε συνεχώς και στο ένα χέρι έσφιγγε σπασμωδικά το κινητό. Κάθε τρεις και λίγο καλούσε τον αριθμό. Καμία απάντηση. Ο Κρίστιαν δεν απαντούσε στο τηλέφωνο όλη μέρα και το ένα σενάριο τρόμου εναλλασσόταν με το άλλο μέσα στο μυαλό της. Ειδικά αφού είχε μαθευτεί το νέο για την τύχη του Μάγκνους που είχε σοκάρει όλη την κοινωνία της Φιελμπάκα. Είχε ελέγξει τα μέιλ του πάνω από δέκα φορές εκείνη τη μέρα. Ήταν σαν κάτι που θέριευε μέσα της, που γινόταν όλο και ισχυρότερο και στο τέλος απαιτούσε να αντικρουστεί ή να επιβεβαιωθεί. Κατά βάθος ευχόταν σχεδόν να τον πιάσει στα πράσα για κάτι που δεν έπρεπε να κάνει. Τότε θα ήξερε τι συνέβαινε και θα έβρισκαν διέξοδο το άγχος και ο φόβος που κατέτρωγαν τα σωθικά της. Ήξερε στην πραγματικότητα ότι αντιδρούσε λαθεμένα. Με την ανάγκη που είχε να τον ελέγχει και με τις συνεχείς και επίμονες ερωτήσεις της για τον ποιον συναντούσε και τι σκεφτόταν, απλώς τον απομάκρυνε όλο και περισσότερο. Το ήξερε αυτό, όταν διατηρούσε ένα ορθολογικό επίπεδο σκέψης, αλλά τα συναισθήματα ήταν πολύ έντονα. Ειδικά εκείνο που έλεγε πως δεν μπορούσε να τον εμπιστεύεται, ότι κάτι της έκρυβε, ότι η ίδια δεν ήταν επαρκής. Ότι εκείνος δεν την αγαπούσε. Η σκέψη ήταν τόσο οδυνηρή που αναγκάστηκε να καθίσει στο πάτωμα της κουζίνας και να τυλίξει τα χέρια γύρω από τα γόνατα. Το ψυγείο δονούνταν πίσω στην πλάτη της, αλλά εκείνη δεν το ένιωθε ιδιαίτερα, ένιωθε μόνο το κενό μέσα της. Πού να βρισκόταν, άραγε; Γιατί δεν είχε τηλεφωνήσει; Γιατί δεν τον έβρισκε πουθενά; Πήρε ξανά τον αριθμό. Το τηλέφωνο χτυπούσε συνεχώς, αλλά κανείς δεν απαντούσε. Σηκώθηκε και πήγε στο τραπέζι της κουζίνας όπου ήταν το γράμμα. Είχε έρθει άλλο ένα σήμερα. Το είχε ανοίξει αμέσως. Οι αράδες ήταν αινιγματικές όπως πάντα. Ξέρεις ότι δεν μπορείς να ξεφύγεις. Υπάρχω στην καρδιά σου, και γι’ αυτό δεν μπορείς ποτέ να κρυφτείς, ακόμα κι αν φτάσεις στα πέρατα του κόσμου. Τα μαύρα γράμματα της ήταν γνωστά. Η Σάνα σήκωσε το γράμμα με τρεμάμενο χέρι και το έφερε στη μύτη της. Μύριζε


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

157

χαρτί και μελάνι. Ούτε άρωμα ούτε τίποτα παρόμοιο, που να αποκαλύπτει κάτι για τον αποστολέα του. Ο Κρίστιαν ισχυριζόταν, με μια γελοία επιμονή, ότι δεν ήξερε ποιος ήταν ο συντάκτης των γραμμάτων, αλλά η Σάνα δεν τον πίστευε. Τόσο απλό ήταν. Η οργή ξεχείλισε από μέσα της, πέταξε το γράμμα στο τραπέζι και ανέβηκε σχεδόν τρέχοντας τη σκάλα. Κάποιο από τα παιδιά τη φώναξε από τον καναπέ, αλλά εκείνη το αγνόησε. Ένιωθε την ανάγκη να μάθει, την ανάγκη να αναζητήσει απαντήσεις. Ήταν σαν να είχε κυριεύσει κάποιος άλλος το κορμί της, σαν να μην μπορούσε πλέον να ελέγξει τον εαυτό της. Άρχισε από την κρεβατοκάμαρα, άνοιξε τα συρτάρια του Κρίστιαν και πέταξε έξω το περιεχόμενο. Έλεγξε σχολαστικά όσα είχε βγάλει έξω και μετά ψηλάφησε με το χέρι τα άδεια συρτάρια. Τίποτα, απολύτως τίποτα, εκτός από φανελάκια, κάλτσες και σλιπ. Ψάχνοντας γυρόφερε τη ματιά της στο δωμάτιο. Η γκαρνταρόμπα. Η Σάνα πήγε στις ντουλάπες τους που κάλυπταν όλο τον έναν τοίχο και άρχισε να τις ψάχνει μεθοδικά, τη μια μετά την άλλη. Ό,τι είχε εκεί μέσα ο Κρίστιαν πετάχτηκε στο πάτωμα. Πουκάμισα, παντελόνια, ζώνες και παπούτσια. Δεν βρήκε τίποτα προσωπικό, τίποτα που να μπορεί να της πει κάτι περισσότερο για τον άντρα της ή που να τη βοηθήσει να διαπεράσει το τείχος που είχε χτίσει εκείνος γύρω του. Πετούσε έξω τα πράγματά του με φρενιασμένη ταχύτητα. Στο τέλος απέμειναν μόνο τα ρούχα της και τα πράγματά της. Κάθισε βαριά στο κρεβάτι και χάιδεψε το κάλυμμα, αυτό που είχε ράψει η γιαγιά της. Είχε πολλά πράγματα που αποκάλυπταν ποια ήταν και από πού ερχόταν. Το κάλυμμα, την τουαλέτα της άλλης της γιαγιάς, τα κολιέ από τη μητέρα της. Όλα τα γράμματα από φίλους και συγγενείς τα φυλούσε σε κουτιά στην γκαρνταρόμπα. Κουτιά από παπούτσια που ήταν όμορφα τακτοποιημένα σε ένα ράφι, το καπέλο της αποφοίτησης σε καπελιέρα, δίπλα στην αποξηραμένη γαμήλια ανθοδέσμη. Ένα πλήθος πράγματα που αφηγούνταν την ιστορία της, τη ζωή της. Συνειδητοποίησε μεμιάς ότι ο άντρας της δεν είχε τέτοια πράγματα. Ήταν βέβαια λιγότερο συναισθηματικός από την ίδια και δεν


158

KAMILLA LACKBERG

είχε τη δική της τάση να φυλάει διάφορα πράγματα. Αν και κάτι έπρεπε να υπάρχει. Κανείς δεν περνάει τη ζωή του χωρίς αντικείμενα που ξαναφέρνουν στον νου μνήμες. Κοπάνησε το κάλυμμα με τις γροθιές της. Η αβεβαιότητα έκανε την καρδιά της να βροντοχτυπάει. Ποιος ήταν ο Κρίστιαν τελικά; Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της και έμεινε παντελώς ακίνητη. Υπήρχε ένα μέρος που δεν είχε ψάξει. Η σοφίτα. Ο Έρικ στριφογύριζε το ποτήρι στο χέρι του. Παρατηρούσε το βαθυκόκκινο χρώμα του κρασιού, το οποίο γινόταν φωτεινότερο στην άκρη του. Σημάδι ενός φρέσκου κρασιού, όπως είχε μάθει σε ένα από τα πάμπολλα σεμινάρια οινογνωσίας που είχε παρακολουθήσει. Όλη του η ζωή ετοιμαζόταν να καταρρεύσει, και δεν μπορούσε να καταλάβει πραγματικά πώς κατέληξε εκεί. Ήταν σαν να τον είχε παρασύρει ένα ρεύμα τόσο ισχυρό που δεν μπορούσε να αντισταθεί. Ο Μάγκνους ήταν νεκρός. Το ένα σοκ είχε γλιστρήσει μέσα στο άλλο, και γι’ αυτό μόλις τώρα μπορούσε να αφομοιώσει την πληροφορία που του είχε δώσει η Λουίζ. Πρώτα ήταν το μήνυμά της που έλεγε πως είχε ακούσει ότι ο Μάγκνους είχε βρεθεί νεκρός και μετά, ταυτόχρονα σχεδόν, το μαντάτο ότι η Σεσίλια ήταν έγκυος. Δύο συμβάντα που τον είχαν συγκλονίσει συθέμελα και τα οποία τα πληροφορήθηκε μέσα σε μισό λεπτό. «Μπορείς τουλάχιστον να απαντάς;» Η φωνή της Λουίζ ήταν απότομη. «Τι;» έκανε εκείνος και αντιλήφθηκε ότι η Λουίζ τού είχε πει κάτι που δεν το κατάλαβε. «Τι είπες;» «Σε ρώτησα πού ήσουν σήμερα όταν έστειλα το μήνυμα για τον Μάγκνους. Τηλεφώνησα πρώτα στο γραφείο και δεν ήσουν εκεί. Έπειτα τηλεφώνησα πολλές φορές στο κινητό σου, αλλά απαντούσε μόνον ο αυτόματος τηλεφωνητής σου». Ψεύδιζε, όπως έκανε όλο το βράδυ. Πιθανώς είχε αρχίσει να πίνει ήδη από το απόγευμα. Η αποστροφή πλημμύρισε το είναι του, ανακατεύτηκε με το κρασί και του προσέδωσε μια αψιά γεύση χάλυβα. Τον γέμιζε αηδία το γεγονός ότι εκείνη είχε παραιτηθεί από τα πάντα στη ζωή. Γιατί δεν


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

159

μπορούσε να συνέλθει αντί να τον κοιτάζει μ’ εκείνο το βλέμμα μάρτυρα και το κορμί γεμάτο κρασί; «Ήμουν έξω σε δουλειά». «Σε δουλειά;» Η Λουίζ ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι της. «Ναι, μπορώ να καταλάβω τι είδους δουλειά ήταν». «Σταμάτα πια» έκανε εκείνος κουρασμένος. «Όχι σήμερα. Σήμερα βρήκες, απ’ όλες τις μέρες;» «Ναι, γιατί όχι σήμερα;» Ο τόνος της φωνής της έδειχνε ότι επιθυμούσε τη σύγκρουση και ο Έρικ ήξερε καλά ότι η Λουίζ ήθελε πολύ να τσακωθεί. Τα κορίτσια κοιμούνταν εδώ και λίγη ώρα και τώρα ήταν μόνον οι δυο τους. Αυτός και η Λουίζ. «Ένας από τους στενότερους φίλους μας βρέθηκε νεκρός σήμερα. Δεν μπορείς τουλάχιστον απόψε να με αφήσεις στην ησυχία μου;» Η Λουίζ σώπασε. Εκείνος κατάλαβε ότι είχε ντροπιαστεί. Για μια στιγμή ήρθε στο μυαλό του η εικόνα της κοπέλας που είχε γνωρίσει στο πανεπιστήμιο: γλυκιά, έξυπνη και ετοιμόλογη. Αλλά η εικόνα αυτή χάθηκε μεμιάς και απέμειναν η πλαδαρή επιδερμίδα και τα δόντια που είχαν χρωματιστεί μπλε-μοβ από το κόκκινο κρασί. Αισθάνθηκε ξανά εκείνη την αψιά γεύση στο στόμα. Και η Σεσίλια. Τι θα έκανε με τη Σεσίλια; Απ’ ό,τι ήξερε ήταν η πρώτη φορά που κάποια από τις ερωμένες του έμενε έγκυος. Ίσως να ήταν τυχερός. Αλλά αυτή η τύχη είχε στερέψει τώρα. Θα το κρατούσε, του είχε πει. Είχε σταθεί εκεί στην κουζίνα της και εντελώς ψυχρά του το ανακοίνωσε. Καμία επιχειρηματολογία, καμία συζήτηση. Απλώς του το είπε γιατί έπρεπε, και για να του δώσει τη δυνατότητα να συμβάλει ή όχι. Είχε ενηλικιωθεί ξαφνικά η Σεσίλια. Τα κακαριστά γελάκια και η αφέλεια είχαν χαθεί. Καθώς στεκόταν απέναντί της κατάλαβε, από το βλέμμα της, ότι εκείνη έβλεπε για πρώτη φορά ποιος πραγματικά ήταν. Και ο Έρικ ένιωσε μια νευρικότητα. Δεν ήθελε να βλέπει καθόλου τον εαυτό του μέσα από τα δικά της μάτια. Δεν ήθελε καν να βλέπει τον εαυτό του. Τον θαυμασμό τον θεωρούσε δεδομένο σε όλη του τη ζωή. Μερικές φορές και τον φόβο, ο οποίος του ήταν εξίσου ικανοποιητικός. Αλλά εκείνη, κρατώντας προστατευτικά το στομάχι της, τον είχε κοιτάξει με βλέμμα γεμάτο αποστροφή. Η σχέση τους είχε τελειώσει. Του είχε παρουσιάσει τις επιλογές που είχε. Είτε θα αποσιωπούσε


160

KAMILLA LACKBERG

την ταυτότητα του πατέρα του παιδιού, αν έμπαινε στον λογαριασμό της ένα γερό ποσό κάθε μήνα από τη στιγμή που θα γεννιόταν το παιδί μέχρι που θα συμπλήρωνε τα δεκαοχτώ. Είτε θα το έλεγε στη Λουίζ και μετά θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να τον εξευτελίσει. Κοιτώντας ο Έρικ τη σύζυγό του αναρωτήθηκε αν είχε κάνει σωστή επιλογή. Δεν αγαπούσε τη Λουίζ. Την απατούσε και την πλήγωνε, και ήξερε ότι εκείνη θα ήταν πιο ευτυχισμένη χωρίς αυτόν. Αλλά η δύναμη της συνήθειας ήταν μεγάλη. Δεν ήταν ευχάριστη η σκέψη να περάσει μια εργένικη ζωή με άπλυτα πιάτα και ρούχα, με έτοιμο φαγητό μπροστά στην τηλεόραση και συναντήσεις με τις κόρες του τα Σαββατοκύριακα. Κέρδιζε εκείνη επειδή αυτός είχε την τάση της καλοπέρασης. Και το δικαίωμα στη μισή του περιουσία. Αυτή ήταν η αλήθεια. Και αυτή την καλοπέραση θα την πλήρωνε ακριβά για τα επόμενα δεκαοχτώ χρόνια. Καθόταν κοντά μια ώρα στο αυτοκίνητο λίγο παραπέρα από το σπίτι. Έβλεπε τη Σάνα να κινείται εκεί μέσα. Και οι κινήσεις του σώματός της πρόδιδαν την ταραχή της. Δεν άντεχε να αντιμετωπίσει τον θυμό της, το κλάμα της και τις κατηγορίες εναντίον του. Αν δεν ήταν τα παιδιά… Ο Κρίστιαν έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και μπήκε στο δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι για να εμποδίσει τον εαυτό του να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Κάθε φορά που ένιωθε την αγάπη για τους γιους του να ξεχειλίζει στο στέρνο του, τον πλημμύριζε ο φόβος. Είχε προσπαθήσει να μην τους αφήσει να τον πλησιάσουν πολύ. Είχε προσπαθήσει να κρατήσει τον κίνδυνο και το κακό μακριά. Αλλά τα γράμματα τον έκαναν να συνειδητοποιήσει ότι το κακό ήταν ήδη εδώ. Και ότι η αγάπη για τους γιους του ήταν βαθιά και δίχως γυρισμό. Έπρεπε να προστατεύσει τα παιδιά, όποιο κι αν ήταν το τίμημα. Δεν μπορούσε να αποτύχει πάλι. Διότι τότε όλη του η ζωή και όσα πίστευε θα άλλαζαν για πάντα. Έγειρε το κεφάλι του πάνω στο τιμόνι, ένιωσε το πλαστικό στο μέτωπο και περίμενε να ακούσει την εξώπορτα ν’ ανοίγει από στιγμή σε στιγμή. Αλλά η Σάνα δεν είχε ακούσει μάλλον το αυτοκίνητο να έρχεται, οπότε είχε μερικά δευτερόλεπτα ακόμα για να μπορέσει να συγκεντρωθεί.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

161

Είχε πιστέψει ότι μπορούσε να δημιουργήσει ένα δίχτυ ασφαλείας με το να αποκλείσει εκείνο το κομμάτι της καρδιάς του που ανήκε σ’ αυτούς. Αλλά είχε κάνει λάθος. Δεν μπορούσε να ξεφύγει. Και δεν μπορούσε να σταματήσει να τους αγαπάει. Άρα ήταν αναγκασμένος να αντιμετωπίσει το κακό και να αναμετρηθεί μαζί του, πρόσωπο με πρόσωπο. Να αντιμετωπίσει αυτό το οποίο, εδώ και πολύ καιρό, έκρυβε μέσα του και που τώρα το είχε αποκαλύψει το βιβλίο. Στην αρχή είχε σκεφτεί μήπως δεν έπρεπε να το έχει γράψει. Πως όλα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά αν δεν υπήρχε. Ταυτόχρονα γνώριζε ότι δεν επρόκειτο για ελεύθερη επιλογή. Είχε αναγκαστεί να το γράψει, είχε αναγκαστεί να γράψει για κείνη. Η εξώπορτα άνοιξε τώρα. Η Σάνα στεκόταν εκεί τρέμοντας από το κρύο, σφίγγοντας τη ζακέτα στο κορμί της. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι από το τιμόνι και την κοίταξε. Το φως από το χολ την έκανε να μοιάζει με μαντόνα, έστω με ξεφτισμένη ζακέτα και παντούφλες. Η Σάνα ήταν ασφαλής και ο Κρίστιαν το κατάλαβε όταν την είδε να στέκεται εκεί. Διότι δεν άγγιζε τίποτα μέσα του. Ποτέ δεν το είχε καταφέρει και ποτέ δεν επρόκειτο. Δεν χρειαζόταν λοιπόν να την προστατεύει. Αντιθέτως θα έπρεπε να της δώσει κάποιες εξηγήσεις. Ένιωθε τα πόδια του βαριά και άτονα σαν βγήκε από το αυτοκίνητο. Κλείδωσε πατώντας το κουμπί στα κλειδιά και πήγε προς το φως. Η Σάνα οπισθοχώρησε πιο μέσα στο χολ και τον κοίταξε. Το πρόσωπό της ήταν κατάχλωμο. «Προσπάθησα να σε βρω. Πολλές φορές. Τηλεφωνώ από την ώρα του μεσημεριανού, και δεν μπήκες καν στον κόπο να απαντήσεις. Πες μου ότι σου έκλεψαν το τηλέφωνο ή ότι χάλασε, πες ό,τι θες που θα μπορούσε να εξηγήσει, λογικά κάπως, το γεγονός ότι δεν μπορούσα να σε βρω». Ο Κρίστιαν ανασήκωσε τους ώμους. Δεν μπορούσε να της δώσει καμία τέτοια εξήγηση. «Δεν ξέρω» αποκρίθηκε και έβγαλε από πάνω του το τζάκετ. Ακόμα και τα χέρια του τα ένιωθε σχεδόν παράλυτα. «Δεν ξέρεις… » Οι λέξεις εκτοξεύτηκαν και παρόλο που εκείνος είχε τραβήξει την εξώπορτα και είχε κλείσει έξω το κρύο, εκείνη στεκόταν ακόμη με τα χέρια γύρω από το κορμί της.


162

KAMILLA LACKBERG

«Ήμουν κουρασμένος» είπε εκείνος, γνωρίζοντας πόσο ανεπαρκής ακούστηκε αυτή η δικαιολογία. «Ήταν μια δύσκολη συνέντευξη η πρωινή και ύστερα συνάντησα την Γκάμπι και… Ήμουν κουρασμένος». Δεν είχε καθόλου όρεξη να εξηγήσει τι συνέβη στη συνάντηση με την εκδότρια. Αυτό που ήθελε ήταν να πάει απευθείας στον πάνω όροφο, να ξαπλώσει κάτω από τα σκεπάσματα, να κοιμηθεί και να ξεχάσει. «Κοιμούνται τα παιδιά;» ρώτησε και την προσπέρασε. Τη σκούντησε καθώς την προσπερνούσε κι εκείνη λίγο έλειψε να πέσει. Δεν του απάντησε όμως, κι εκείνος επανέλαβε: «Κοιμούνται τα παιδιά;» «Ναι». Ανέβηκε τη σκάλα και πήγε στο δωμάτιο των γιων του. Έμοιαζαν με αγγελούδια εκεί που ήταν ξαπλωμένα στα κρεβάτια τους. Κατακόκκινα μάγουλα και πυκνές βλεφαρίδες σαν μαύρες βεντάλιες. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού του Νιλς και του χάιδεψε τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά. Αφουγκράστηκε τις ρυθμικές ανάσες του Μέλκερ. Όταν σηκώθηκε, τα σκέπασε και τα δύο καλά κι έπειτα κατέβηκε πάλι κάτω. Η Σάνα στεκόταν στο ίδιο σημείο στο χολ που την είχε αφήσει. Άρχισε να υποψιάζεται πως αυτό εδώ ήταν κάτι διαφορετικό από τους συνήθεις καβγάδες, από τις συνήθεις κατηγορίες. Ήξερε ότι τον παρακολουθούσε και τον έλεγχε με κάθε τρόπο που μπορούσε, ότι έλεγχε το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του και ότι τηλεφωνούσε στη δουλειά με κάποια επινοημένη δικαιολογία για να διαπιστώσει απλώς ότι όντως ήταν στη δουλειά και όχι κάπου αλλού. Όλα αυτά ο Κρίστιαν τα ήξερε και τα είχε αποδεχτεί. Αυτό εδώ όμως ήταν διαφορετικό. Αν μπορούσε να διαλέξει θα έκανε μεταβολή και θα ανέβαινε ξανά στον πάνω όροφο. Θα έκανε πράξη τη σκέψη να πάει απευθείας στο κρεβάτι. Αλλά ήξερε πως ήταν μάταιο. Η Σάνα είχε κάτι να πει και θα το έκανε είτε αυτός στεκόταν εκεί κάτω είτε ξάπλωνε στο κρεβάτι. «Έγινε κάτι;» ρώτησε ο Κρίστιαν και ξαφνικά ένιωσε να παγώνει. Ήταν δυνατόν να είχε κάνει κάτι η Σάνα; Ήξερε τι ήταν ικανή να κάνει.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

163

«Ήρθε άλλο ένα γράμμα σήμερα» είπε η Σάνα και επιτέλους κινήθηκε. Πήγε στην κουζίνα και εκείνος υπέθεσε ότι έπρεπε να την ακολουθήσει. «Ένα γράμμα;» Ο Κρίστιαν ένιωσε ανακούφιση. Δεν ήταν τίποτα χειρότερο. «Το ίδιο τροπάρι» είπε η Σάνα και πέταξε τον φάκελο προς το μέρος του. «Ποιος τα στέλνει αυτά εδώ; Και μη μου πεις ότι δεν ξέρεις. Ούτε για ένα δευτερόλεπτο δεν θα σε πιστέψω». Η φωνή της άρχισε να γίνεται τσιριχτή. «Ποια είναι, Κρίστιαν; Είναι αυτή που πήγες να συναντήσεις σήμερα; Γι’ αυτό δεν μπορούσα να σε βρω; Γιατί τα κάνει αυτά;» Οι ερωτήσεις και οι κατηγορίες ξεχύνονταν από μέσα της και ο Κρίστιαν κάθισε κουρασμένος στην καρέκλα της κουζίνας που ήταν κοντά στο παράθυρο. Κρατούσε στο χέρι του το γράμμα, δίχως να το κοιτάζει ή να το διαβάζει. «Ιδέα δεν έχω, Σάνα». Κατά βάθος επιθυμούσε να καθίσει και να της τα πει όλα. Αλλά δεν μπορούσε. «Λες ψέματα». Ένας λυγμός βγήκε από μέσα της. Έσκυψε το κεφάλι της και σκούπισε τη μύτη με το μανίκι της ζακέτας. Έπειτα σήκωσε ξανά το βλέμμα. «Ξέρω ότι λες ψέματα. Υπάρχει κάποια ή τουλάχιστον υπήρχε. Σήμερα πηγαινοερχόμουνα εδώ μέσα σαν τρελή και έψαχνα για πράγματα που θα μου έδιναν έστω και την παραμικρή ένδειξη για το ποιος είναι ο άνθρωπος που παντρεύτηκα. Και ξέρεις κάτι; Δεν υπήρχε τίποτα. Τίποτα! Δεν έχω ιδέα ποιος είσαι!» Η Σάνα τού φώναζε και εκείνος την άφησε να εκφράσει την οργή της. Είχε δίκιο, για να λέμε και του στραβού το δίκιο. Αυτός είχε αφήσει τα πάντα πίσω του, αυτό που ήταν και αυτό που είχε υπάρξει κάποτε. Αλλά έπρεπε να είχε καταλάβει ότι εκείνη δεν θα επέτρεπε να την παραδώσει στη λήθη, στο παρελθόν. Έπρεπε να το είχε καταλάβει αυτό. «Πες κάτι, λοιπόν!» Ο Κρίστιαν τινάχτηκε. Η Σάνα είχε σκύψει μπροστά και της έφευγαν σάλια καθώς φώναζε. Εκείνος σήκωσε αργά το χέρι και σκούπισε το πρόσωπό του. Έπειτα η Σάνα χαμήλωσε τη φωνή της και έφερε το πρόσωπό της πιο κοντά στο δικό του. Τώρα ο τόνος της φωνής της ήταν σχεδόν ψιθυριστός.


164

KAMILLA LACKBERG

«Αλλά συνέχισα να ψάχνω. Όλοι έχουν κάτι που δεν θέλουν να το αφήσουν πίσω τους. Οπότε θέλω να ξέρω… » Έκανε μια παύση και εκείνος ένιωσε την ανησυχία να απλώνεται σε όλο το κορμί του σαν μυρμήγκιασμα. Το πρόσωπό της είχε πάρει μιαν έκφραση ικανοποίησης και αυτό ήταν καινούργιο και τρομακτικό. Εκείνος δεν ήθελε να ακούσει άλλα, δεν ήθελε να παίξει άλλο αυτό εδώ το παιχνίδι, αλλά ήξερε ότι η Σάνα θα συνέχιζε αμείλικτη προς τον στόχο της. Εκείνη άπλωσε το χέρι της και πήρε κάτι που βρισκόταν σε μία από τις καρέκλες στην άλλη πλευρά του τραπεζιού. Τα μάτια της γυάλιζαν από όλα τα συναισθήματα που είχε αποθηκεύσει όλα τα χρόνια που ήταν μαζί. «Θέλω να ξέρω τίνος είναι αυτό εδώ» είπε και εμφάνισε κάτι μπλε. Ο Κρίστιαν κατάλαβε μεμιάς περί τίνος επρόκειτο. Πάλεψε σκληρά με την παρόρμηση να το αρπάξει από τα χέρια της. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να αγγίζει το φόρεμα! Ήθελε να της το πει, να της το φωνάξει και να την κάνει να καταλάβει ότι είχε υπερβεί κάθε όριο. Αλλά το στόμα του ήταν στεγνό και δεν μπορούσε να βγάλει καθόλου φωνή. Άπλωσε το χέρι του προς το μπλε ύφασμα που ήξερε πόσο απαλό το αισθανόταν όταν το ακουμπούσε στο μάγουλό του ή πόσο ανάλαφρο και αβαρές το ένιωθε στο χέρι. Αλλά εκείνη τράβηξε το χέρι της, τράβηξε το φόρεμα μακριά του. «Ποιανής είναι αυτό εδώ;» Η φωνή ήταν ακόμα χαμηλότερη τώρα, μόλις και μετά βίας ακουγόταν. Η Σάνα ξεδίπλωσε το φόρεμα, το κράτησε μπροστά της, σαν να στεκόταν σε ένα κατάστημα και ήθελε να δει αν το χρώμα τής πήγαινε. Ο Κρίστιαν δεν την έβλεπε καθόλου τώρα, μόνο για το φόρεμα είχε μάτια. Δεν άντεχε να το βλέπει να μαγαρίζεται στα χέρια κάποιας άλλης. Ταυτόχρονα το μυαλό του δούλευε απίστευτα ψυχρά και αποτελεσματικά. Οι τόσο επιμελώς διαχωρισμένοι κόσμοι του βρίσκονταν σε πορεία σύγκρουσης και δεν γινόταν να αποκαλύψει την αλήθεια. Αλλά το καλύτερο ψέμα είναι αυτό που περιέχει ψήγματα αλήθειας. Ξαφνικά ένιωσε απόλυτα ήρεμος. Θα έδινε στη Σάνα αυτό που ήθελε, θα της έδινε ένα κομμάτι του παρελθόντος του. Έτσι άρχισε να αφηγείται και έπειτα από λίγο εκείνη κάθισε κάτω. Άκουσε την


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

165

ιστορία του, αλλά μόνον ένα μέρος της. Οι ανάσες της ήταν άτακτες. Είχαν μήνες να κοιμηθούν στο διπλό κρεβάτι στον πάνω όροφο. Έπειτα από κάμποσο καιρό η αρρώστια δεν της επέτρεπε πια να ανεβαίνει εκεί πάνω, κι εκείνος της είχε ετοιμάσει το δωμάτιο που είχαν για τους ξένους και το είχε κάνει πολύ όμορφο. Όσο πιο όμορφο γινόταν να κάνει κάποιος ένα τόσο μικρό δωμάτιο. Διότι όσο κι αν πάλευε να το κάνει άνετο, δεν έπαυε να είναι ένας ξενώνας. Μόνο που αυτήν τη φορά επισκέπτης ήταν ο καρκίνος. Είχε καταλάβει το δωμάτιο με τη μυρωδιά του, την επιμονή του και μια προαναγγελία θανάτου. Σύντομα ο καρκίνος θα τους άφηνε, αλλά ο Κένετ –εκεί που ήταν ξαπλωμένος και άκουγε τις άτακτες, σπασμωδικές ανάσες της Λίσμπετ– ευχόταν μέσα του να έμενε κι άλλο ο επισκέπτης. Διότι δεν επρόκειτο να φύγει μόνος του, θα έπαιρνε μαζί του το πιο αγαπημένο του πρόσωπο. Το κίτρινο φουλάρι ήταν στο κομοδίνο. Γύρισε στο πλάι, στήριξε το κεφάλι στο χέρι και κοίταξε τη σύζυγό του στο αδύναμο φως που έστελναν οι φανοστάτες του δρόμου από το παράθυρο. Άπλωσε το ένα χέρι και χάιδεψε προσεκτικά το χνούδι στο κεφάλι της. Εκείνη σκίρτησε κι αυτός τράβηξε αμέσως το χέρι του, φοβούμενος μήπως την ξυπνήσει από τον ύπνο που τόσο πολύ είχε ανάγκη, αλλά που σπανίως την επισκεπτόταν για πολλή ώρα. Δεν μπορούσε καν να κοιμάται κοντά της πια – όχι όπως παλιά. Ήταν κάτι που λάτρευαν και οι δυο και στην αρχή το είχαν προσπαθήσει. Είχαν στριμωχτεί ο ένας δίπλα στον άλλο στο κρεβάτι κάτω από το πάπλωμα, και εκείνος την είχε αγκαλιάσει όπως πάντα έκανε, από την πρώτη νύχτα που πλάγιασαν μαζί. Αλλά η αρρώστια τούς είχε στερήσει ακόμα κι αυτήν τη χαρά. Η επαφή την πονούσε. Κάθε φορά που την άγγιζε εκείνη τιναζόταν. Τότε εκείνος τοποθέτησε δίπλα ένα ράντσο. Η σκέψη να μην κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο μαζί της ήταν αφόρητη. Η σκέψη να κοιμάται στον πάνω όροφο, στο κρεβάτι τους, δεν υπήρξε καν. Δεν κοιμόταν καλά στο ράντσο. Η μέση του υπέφερε όλο και περισσότερο και έπρεπε να δοκιμάζει προσεκτικά τις πιασμένες αρθρώσεις του κάθε πρωί. Είχε κάνει τη σκέψη να αγοράσει ένα κανονικό


166

KAMILLA LACKBERG

κρεβάτι και να το βάλει εκεί δίπλα, αλλά παρόλο που το ήθελε ήξερε ότι δεν είχε νόημα. Δεν θα υπήρχε ανάγκη για παραπανίσιο κρεβάτι για πολύ ακόμα. Σύντομα θα κοιμόταν μόνος εκεί πάνω. Ο Κένετ ανοιγόκλεισε τα μάτια για να διώξει τα δάκρυα και είδε τη Λίσμπετ να ανασαίνει ακόμη, ανάσες ρηχές και δύσκολες. Τα μάτια κινούνταν κάτω από τα κλειστά βλέφαρά της, σαν να έβλεπε κάποιο όνειρο. Αναρωτιόταν τι να έβλεπε στο όνειρό της. Να έβλεπε τον εαυτό της υγιή; Να έτρεχε με το κίτρινο φουλάρι δεμένο γύρω από τα μακριά μαλλιά της; Στράφηκε και κοίταξε αλλού. Έπρεπε να προσπαθήσει να κοιμηθεί ξανά, είχε άλλωστε και μια δουλειά που έπρεπε να φροντίσει. Είχε μείνει πολλές νύχτες ξαπλωμένος εδώ στο ράντσο, γύριζε και την κοιτούσε, φοβούμενος μήπως χάσει έστω κι ένα λεπτό. Κι ένιωθε πάντα μια κούραση που δεν έλεγε να υποχωρήσει. Ένιωσε ότι έπρεπε να κατουρήσει. Καλύτερα να σηκωθεί. Δεν θα μπορούσε να κοιμηθεί πριν ξεμπερδέψει μ’ αυτό. Έστριψε με κόπο για να μπορέσει να σηκωθεί. Άκουσε τη μέση του και το κρεβάτι να τρίζουν και κάθισε για λίγο στην άκρη του κρεβατιού για να τεντωθούν λίγο οι μύες που είχαν υποστεί σύσπαση. Ένιωσε το πάτωμα κρύο όταν σηκώθηκε και πήγε αθόρυβα προς το χολ. Το μπάνιο βρισκόταν στα αριστερά και τα μάτια του αντέδρασαν στο δυνατό φως μόλις πάτησε τον διακόπτη. Σήκωσε το καπάκι της τουαλέτας, κατέβασε το παντελόνι της πιτζάμας και έκλεισε τα μάτια σαν ένιωσε την πίεση στην ουροδόχο κύστη να μειώνεται. Ξαφνικά ένα ρεύμα αέρα στα πόδια του τον έκανε να κοιτάξει πάνω. Η πόρτα του μπάνιου ήταν ανοιχτή και ήταν σαν να είχε μπει μέσα ένας ψυχρός άνεμος. Προσπάθησε να στρέψει το κεφάλι του για να δει τι ήταν, αλλά δεν ήταν έτοιμος ακόμη και ίσως να κατουρούσε έξω αν έστριβε πολύ. Όταν τελείωσε, τίναξε τις τελευταίες σταγόνες, ανέβασε το παντελόνι της πιτζάμας και πήγε προς την πόρτα. Σίγουρα θα ήταν απλώς της φαντασίας του, μια που δεν ένιωθε πια το ψύχος. Κι όμως κάτι του έλεγε ότι έπρεπε να είναι προσεκτικός. Το φως στο χολ ήταν αμυδρό. Η λάμπα του μπάνιου φώτιζε μόλις λίγο πιο μπροστά του και το υπόλοιπο σπίτι ήταν τυλιγμένο στα σκο-


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

167

τάδια. Η Λίσμπετ συνήθιζε να τοποθετεί πάντα χριστουγεννιάτικα άστρα στα παράθυρα από τον Νοέμβρη, και μετά έμεναν εκεί μέχρι τον Μάρτη, διότι της άρεσε πολύ το φως που σκορπούσαν. Αλλά φέτος δεν είχε τις δυνάμεις να το κάνει και εκείνος δεν το είχε θυμηθεί καν. Ο Κένετ βγήκε στο χολ περπατώντας στα νύχια. Δεν ήταν της φαντασίας του. Η θερμοκρασία ήταν χαμηλότερη εδώ, σαν να είχε ανοίξει η εξώπορτα. Πήγε μέχρι εκεί και έπιασε το πόμολο. Ξεκλείδωτη. Δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο, δεν θυμόταν πάντα να κλειδώσει, ούτε καν τις νύχτες. Την κλείδωσε και, για σιγουριά, δοκίμασε το πόμολο για να βεβαιωθεί ότι είχε κλειδώσει καλά. Έκανε μεταβολή για να επιστρέψει στο κρεβάτι, αλλά ένιωσε το δέρμα του να μυρμηγκιάζει. Μια αίσθηση πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Κοίταξε προς την πόρτα της κουζίνας. Δεν ήταν αναμμένο κανένα φως εκεί, μόνον ο φανοστάτης του δρόμου έστελνε μέσα την αναλαμπή του. Ο Κένετ μισόκλεισε τα μάτια και έκανε ένα βήμα μπροστά. Υπήρχε κάτι άσπρο στο τραπέζι της κουζίνας, κάτι που δεν υπήρχε εκεί όταν είχε ξεστρώσει το τραπέζι πριν πάει να κοιμηθεί. Έκανε μερικά βήματα ακόμα. Κύματα φόβου διαπέρασαν το κορμί του. Καταμεσής στο τραπέζι υπήρχε ένα γράμμα. Άλλο ένα γράμμα. Και δίπλα από τον λευκό φάκελο κάποιος είχε τοποθετήσει ένα από τα μαχαίρια της κουζίνας τους. Η ατσάλινη λάμα άστραφτε στο λιγοστό φως του φανοστάτη. Ο Κένετ κοίταξε γύρω του. Αλλά συνειδητοποίησε πως όποιος κι αν ήταν ο εισβολέας, άντρας ή γυναίκα, είχε πια φύγει. Τα μόνα που είχαν απομείνει ήταν ένα γράμμα και ένα μαχαίρι. Ο Κένετ πολύ θα ήθελε να καταλάβει τι σόι μήνυμα ήταν αυτό.


168

KAMILLA LACKBERG

Εκείνη του χαμογελούσε. Ένα πλατύ χαμόγελο, χωρίς δόντια, μόνον ούλα. Αλλά εκείνος δεν άφηνε να τον ξεγελάσει. Ήξερε τι ήθελε. Ήθελε να παίρνει και να παίρνει μέχρι να μην του αφήσει τίποτα πια. Ένιωσε ξαφνικά τη μυρωδιά στα ρουθούνια του. Τη γλυκερή, απαίσια μυρωδιά. Τη μυρωδιά που ήταν τότε εκεί, και που ήταν τώρα εδώ. Πρέπει να προερχόταν από εκείνη. Κοίταξε κάτω, το μικρό, υγρό και γυαλιστερό κορμί. Τα πάντα πάνω της του προκαλούσαν αηδία. Η φουσκωμένη κοιλιά, η σχισμή ανάμεσα στα σκέλια της, τα μαλλιά της που ήταν σκούρα και διόλου ομοιόμορφα κατανεμημένα στο κεφάλι. Έβαλε το ένα χέρι του στο κεφάλι της. Ένιωσε τον σφυγμό κάτω από το δέρμα. Κοντινό και εύθραυστο. Το χέρι του την πίεσε δυνατότερα και εκείνη γλίστρησε βαθύτερα. Γελούσε ακόμη. Το νερό τύλιξε τα πόδια της, πιτσίλισε καθώς οι φτέρνες της χτύπησαν στον πάτο της μπανιέρας. Στην εξώπορτα, μακριά από εκεί, πολύ μακριά, άκουσε τη φωνή του πατέρα. Δυνάμωνε και χαμήλωνε και δεν φαινόταν ότι θα ερχόταν στο μπάνιο αμέσως. Ένιωθε ακόμη τους παλμούς στην παλάμη του και εκείνη άρχισε να κλαψουρίζει λίγο. Το χαμόγελο εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν, σαν να ήταν αβέβαιη αν έπρεπε να είναι χαρούμενη ή λυπημένη. Ίσως να ένιωθε, μέσω του χεριού του, πόσο πολύ τη μισούσε, πόσο πολύ απεχθανόταν κάθε δευτερόλεπτο δίπλα της. Θα ήταν πολύ καλύτερα δίχως αυτή, δίχως τα ξεφωνητά. Δεν θα ήταν υποχρεωμένος να βλέπει πια την ευτυχία στο πρόσωπο της μητέρας όταν κοιτούσε τη μικρή της, και την έλλειψη χαράς όταν η μητέρα στρεφόταν προς το μέρος του. Ήταν τόσο ξεκάθαρο. Όταν η μητέρα έπαιρνε τα μάτια της από την Άλις και τον κοιτούσε ήταν σαν να έσβηνε


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

169

κάποιος μια λάμπα. Το φως χανόταν. Αφουγκράστηκε ξανά για τον πατέρα. Η Άλις είχε πάρει την απόφαση να μην ξεσπάσει σε κλάματα ακόμη και εκείνος της χαμογέλασε. Έπειτα έβαλε προσεκτικά το χέρι του κάτω από το κεφάλι της, για στήριγμα, όπως είχε δει τη μητέρα να κάνει. Με το άλλο χέρι απομάκρυνε το στήριγμα στο οποίο ήταν μισοξαπλωμένη. Δεν ήταν εντελώς εύκολο. Η μικρή κουνιόταν ασταμάτητα και γλιστρούσε. Στο τέλος έβγαλε εκείνη την «αιώρα μπάνιου» και την έσπρωξε παραπέρα. Τώρα όλο της το βάρος έπεφτε στο αριστερό του χέρι. Η γλυκερή, εμετική μυρωδιά γινόταν εντονότερη και εκείνος έστρεψε αλλού το κεφάλι, έτοιμος να ξεράσει. Ένιωσε το βλέμμα της να τον καίει στο μάγουλο και το δέρμα της ήταν υγρό και γλιστερό στο χέρι του. Την απεχθανόταν επειδή τον είχε κάνει να νιώσει ξανά τη μυρωδιά, που τον ανάγκαζε να θυμηθεί. Τράβηξε αργά το χέρι του και την κοίταξε. Το κεφάλι της έπεσε πίσω στην μπανιέρα και λίγο πριν αγγίξει το νερό εκείνη πήρε ανάσα για να ξεφωνίσει. Αλλά ήταν πολύ αργά, και το μικρό της πρόσωπο εξαφανίστηκε κάτω από το νερό. Τα μάτια της τον κοιτούσαν κάτω από τους κυματισμούς του νερού. Κουνούσε χέρια και πόδια, αλλά δεν μπορούσε να βγει στην επιφάνεια, ήταν πολύ μικρή, πολύ αδύναμη. Εκείνος δεν χρειάστηκε καν να κρατήσει κάτω το κεφάλι της. Ήταν ακουμπισμένο στον πάτο της μπανιέρας και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να το κουνάει δεξιά κι αριστερά. Εκείνος κάθισε ανακούρκουδα, ακούμπησε το μάγουλό του στην κουπαστή της μπανιέρας και παρακολουθούσε τον αγώνα που έδινε η μικρή. Δεν έπρεπε να του έχει πάρει την όμορφη μητέρα του. Της άξιζε θάνατος. Δεν έφταιγε αυτός. Έπειτα από λίγο τα χέρια και τα πόδια σταμάτησαν να κινούνται και ακούμπησαν κι αυτά στον πάτο της μπανιέρας. Εκείνος ένιωσε την ηρεμία να απλώνεται μέσα του. Η μυρωδιά είχε εξαφανιστεί και μπορούσε να ανασάνει ξανά. Όλα θα επέστρεφαν στο κανονικό ξανά. Με το κεφάλι γερμένο στο πλάι, ακουμπισμένο στην ψυχρή εμαγιέ επικάλυψη της κουπαστής, περιεργάστηκε την Άλις που ήταν τώρα εντελώς ακίνητη.


170

KAMILLA LACKBERG

«Περάστε, περάστε». Ο Ουλφ Ροσάντερ έμοιαζε αγουροξυπνημένος, αλλά ήταν ντυμένος όταν άνοιξε να περάσουν ο Πάτρικ και η Πάουλα. «Ευχαριστούμε που μας δεχτήκατε αμέσως, παρόλο που σας ειδοποιήσαμε τελευταία στιγμή» είπε η Πάουλα. «Κανένα πρόβλημα. Απλώς τους είπα στη δουλειά ότι θα πάω λίγο αργότερα. Και με όλα αυτά που έγιναν έδειξαν απόλυτη κατανόηση. Όλοι μας χάσαμε έναν συνάδελφο». Πήγε προς το καθιστικό κι εκείνοι τον ακολούθησαν. Το δωμάτιο ήταν σαν να είχε βομβαρδιστεί. Παιχνίδια και άλλα πράγματα ήταν σκορπισμένα παντού και ο Ουλφ παραμέρισε έναν σωρό παιδικά ρούχα από τον καναπέ για να τους κάνει χώρο να καθίσουν. «Επικρατεί πάντα χάος τα πρωινά εδώ μέσα όταν είναι να φύγουν για τον παιδικό σταθμό» έκανε εκείνος απολογούμενος. «Πόσων ετών είναι;» ρώτησε η Πάουλα και ο Πάτρικ ακούμπησε πίσω και την άφησε να συνεχίσει. Ως αστυνομικός δεν υποτιμούσε ποτέ την αξία της ψιλοκουβέντας. «Τριών και πέντε» είπε ο Ροσάντερ και έλαμψε ολόκληρος. «Δύο κορίτσια. Είναι η δεύτερη φουρνιά παιδιά που αποκτώ. Έχω δύο γιους, δεκατεσσάρων και δεκάξι, επίσης. Αλλά προς το παρόν είναι στη μητέρα τους, αλλιώς θα ήταν πολύ χειρότερα εδώ μέσα». «Και πώς τα πάνε τα παιδιά με τέτοια διαφορά ηλικίας;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Πέραν πάσης προσδοκίας, για να πω την αλήθεια. Οι γιοι μου


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

171

είναι έφηβοι και φυσικά δεν λείπουν κάποιες προστριβές. Αλλά τα κορίτσια τούς λατρεύουν και η λατρεία τους βρίσκει ανταπόκριση. Τους αποκαλούν μάλιστα Αδέλφια Άλκες». Ο Πάτρικ γέλασε και η Πάουλα τους κοίταξε απορημένη. «Είναι από ένα παιδικό βιβλίο» της εξήγησε. «Περίμενε μερικά χρόνια και θα το μάθεις κι εσύ». Μετά σοβαρεύτηκε ξανά και στράφηκε στον Ροσάντερ. «Λοιπόν, όπως θα ακούσατε βρήκαμε τον Μάγκνους». Το χαμόγελο του Ροσάντερ έσβησε. Πέρασε το χέρι από τα μαλλιά του που ήταν ήδη ανακατεμένα. «Ξέρετε πώς πέθανε; Τον πήρε το νερό;» Ήταν μια παλιομοδίτικη έκφραση αλλά πολύ γνωστή σε ανθρώπους που ζούσαν τόσο κοντά σε θάλασσα. Ο Πάτρικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν έχουμε κάτι συγκεκριμένο ακόμη. Αλλά αυτό που μετράει τώρα είναι να ξεκαθαρίσουμε τι συνέβη το πρωί που εξαφανίστηκε». «Ναι, το καταλαβαίνω, αλλά δεν ξέρω πώς μπορώ να συνεισφέρω». Ο Ροσάντερ έκανε μια χειρονομία παραίτησης. «Ξέρω μόνον ότι τηλεφώνησε και είπε ότι είχε αργήσει λίγο». «Ήταν ασυνήθιστο αυτό;» ρώτησε η Πάουλα. «Να καθυστερήσει ο Μάγκνους;» Ρυτίδες φάνηκαν στο μέτωπο του Ροσάντερ. «Λοιπόν, τώρα που το σκέφτομαι νομίζω ότι δεν το είχε κάνει ποτέ». «Πόσον καιρό πηγαίνατε μαζί στη δουλειά;» Ο Πάτρικ έβαλε διακριτικά στην άκρη μια πλαστική πασχαλίτσα πάνω στην οποία καθόταν. «Από τότε που άρχισα να δουλεύω στα Παράθυρα Τάνουμ, πριν από πέντε χρόνια. Πριν από εμένα ο Μάγκνους έπαιρνε το λεωφορείο, αλλά αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε στη δουλειά και τότε του είπα ότι μπορούσε να έρχεται μαζί μου. Τσοντάροντας κάτι για τη βενζίνη, βέβαια». «Και σε όλα αυτά τα πέντε χρόνια δεν τηλεφώνησε ποτέ για να πει ότι θα καθυστερούσε;» επανέλαβε η Πάουλα. «Όχι, ούτε μία φορά. Θα το θυμόμουν αν το είχε κάνει». «Πώς ακουγόταν όταν τηλεφώνησε;» έκανε ο Πάτρικ. «Ήρεμος; Αναστατωμένος; Δεν ανέφερε γιατί θα καθυστερούσε;»


172

KAMILLA LACKBERG

«Όχι, δεν είπε τίποτα γι’ αυτό. Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος, γιατί πέρασε τόσος καιρός ήδη, αλλά δεν ακουγόταν να είναι ο εαυτός του». «Από ποια άποψη;» Ο Πάτρικ έγειρε μπροστά. «Δεν θα τον έλεγα ταραγμένο, όχι, αλλά μου δόθηκε η εντύπωση πως κάτι συνέβαινε. Σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε μαλώσει με τη Σία ή με τα παιδιά». «Είπε κάτι που σας έκανε να το σκεφτείτε αυτό;» είπε η Πάουλα και αντάλλαξε ένα βλέμμα με τον Πάτρικ. «Όχι, δηλαδή θέλω να πω ότι η συνομιλία μας κράτησε τρία δευτερόλεπτα. Ο Μάγκνους τηλεφώνησε και είπε ότι είχε καθυστερήσει και ότι μπορούσα να φύγω αν αργούσε κι άλλο. Θα πήγαινε στη δουλειά μόνος του. Έπειτα έκλεισε το τηλέφωνο. Εγώ περίμενα λίγο και μετά μπήκα στο αυτοκίνητο και έφυγα. Αυτό ήταν όλο. Υποθέτω πως ήταν ο τόνος της φωνής του που με έκανε να υποθέσω ότι είχε γίνει κάποια φασαρία στο σπίτι». «Γνωρίζετε αν είχε προβλήματα στον γάμο του;» «Δεν άκουσα ποτέ τον Μάγκνους να λέει κακή κουβέντα για τη Σία. Αντιθέτως, φαίνονταν να τα πηγαίνουν πολύ καλά. Βέβαια, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται στις άλλες οικογένειες, αλλά εγώ θεωρούσα πάντα τον Μάγκνους ένα άτομο ευτυχισμένο στον γάμο του. Αν και δεν μιλούσαμε ποτέ γι’ αυτό. Κυρίως μιλούσαμε για τον καιρό και για το ποδόσφαιρο». «Θα λέγατε πως ήσασταν φίλοι;» ρώτησε ο Πάτρικ. Ο Ροσάντερ άργησε ν’ απαντήσει. «Όχι, δεν θα έλεγα ότι ήμασταν φίλοι. Πηγαίναμε μαζί στη δουλειά και καμιά φορά κουβεντιάζαμε όταν κάναμε διάλειμμα για μεσημεριανό, αλλά ποτέ δεν κάναμε παρέα αλλιώς. Δεν ξέρω γιατί, για να πω την αλήθεια· μας άρεσε να κάνουμε παρέα ο ένας τον άλλο. Αλλά, ξέρετε, ο καθένας έχει τις παρέες του, και είναι λίγο δύσκολο να ξεφύγει από αυτές». «Οπότε αν ένιωθε να απειλείται από κάποιον, ή αν κάτι τον ανησυχούσε, δεν θα σας το έλεγε, έτσι δεν είναι;» ρώτησε η Πάουλα. «Όχι, δεν θα το έκανε. Αλλά τον έβλεπα πέντε μέρες τη βδομάδα, οπότε θα το καταλάβαινα αν τον ανησυχούσε κάτι. Ήταν πάντα όπως συνήθως. Χαρούμενος, ήρεμος και ασφαλής. Ένα πολύ καλό παιδί,


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

173

για να το πω απλά». Ο Ροσάντερ κοίταξε κάτω, τα χέρια του. «Λυπάμαι που δεν μπορώ να βοηθήσω περισσότερο». «Ήσασταν πολύ εξυπηρετικός». Ο Πάτρικ σηκώθηκε και η Πάουλα τον μιμήθηκε. Χαιρέτησαν και οι δύο τον Ροσάντερ σφίγγοντάς του το χέρι. Τον ευχαρίστησαν. Στο αυτοκίνητό τους έκαναν μια σύνοψη της κουβέντας. «Τι πιστεύεις;» έκανε η Πάουλα και κοίταξε το προφίλ του Πάτρικ, που καθόταν δίπλα της στην πλευρά του συνοδηγού. «Κράτα το βλέμμα σου στον δρόμο!» Ο Πάτρικ έπιασε τη χειρολαβή της πόρτας καθώς η Πάουλα παρά τρίχα απέφευγε τη σύγκρουση με ένα φορτηγό στη δύσκολη στροφή έξω από το Μέρχουλτ. «Ωχ» έκανε η Πάουλα και έστρεψε ξανά την προσοχή της στον δρόμο. «Γυναίκες στο τιμόνι» μουρμούρισε ο Πάτρικ. Η Πάουλα κατάλαβε ότι την πείραζε και επέλεξε να αγνοήσει το σχόλιο. Άλλωστε είχε βρεθεί και η ίδια στη θέση του συνοδηγού με τον Πάτρικ να οδηγεί, και θεωρούσε το γεγονός ότι του είχαν δώσει δίπλωμα οδήγησης καθαρό θαύμα. «Δεν πιστεύω ότι ο Ουλφ Ροσάντερ έχει κάποια σχέση μ’ αυτό εδώ» είπε ο Πάτρικ απαντώντας στην ερώτησή της και η Πάουλα κατένευσε. «Θα συμφωνήσω μαζί σου. Ως προς αυτό ο Μέλμπεργ έχει χάσει τ’ αυγά και τα πασχάλια». «Απομένει να τον πείσουμε πως κάνει λάθος». «Αλλά καλά κάναμε που πήγαμε και τον βρήκαμε. Πρέπει να του ξέφυγαν του Γιέστα αυτά την προηγούμενη φορά. Υπήρχε κάποιος λόγος που ο Μάγκνους άργησε για πρώτη φορά μέσα σε πέντε χρόνια. Η εντύπωση του Ροσάντερ ήταν πως ακουγόταν ταραγμένος, ή εν πάση περιπτώσει δεν ακουγόταν όπως συνήθως όταν τηλεφώνησε. Και μάλλον δεν είναι καθόλου σύμπτωση ότι εξαφανίστηκε την ίδια μέρα». «Έχεις δίκιο. Απλώς δεν ξέρω πώς θα προχωρήσουμε για να γεμίσουμε τα κενά. Ρώτησα τη Σία το ίδιο πράγμα νωρίτερα, αν είχε συμβεί κάτι ιδιαίτερο εκείνο το πρωί, και είπε όχι. Πήγε βέβαια στη


174

KAMILLA LACKBERG

δουλειά της πριν από τον Μάγκνους, αλλά τι μπορεί να συνέβη εκείνο το μικρό χρονικό διάστημα που έμεινε μόνος του στο σπίτι;» «Έλεγξε κανένας τις λίστες τηλεφωνικών κλήσεων;» είπε η Πάουλα προσέχοντας να μην πάρει το βλέμμα της από τον δρόμο ξανά. «Πολλές φορές. Κανένας δεν τηλεφώνησε στο σπίτι εκείνο το πρωί. Κανένας δεν τον πήρε στο κινητό του. Το μόνο τηλεφώνημα που έγινε ήταν το δικό του στον Ροσάντερ. Έπειτα τίποτα». «Είναι δυνατόν να τον επισκέφτηκε κάποιος στο σπίτι;» «Δεν νομίζω». Ο Πάτρικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Οι γείτονες έχουν καλή θέα προς το σπίτι, κάθονταν και έτρωγαν πρωινό όταν έφυγε ο Μάγκνους. Μπορεί, βεβαίως, να τους ξέφυγε κάποιος πιθανός επισκέπτης, αλλά το θεώρησαν μάλλον απίθανο». «Μέιλ;» Πάλι αρνητικό κούνημα του κεφαλιού. «Πήραμε την άδεια της Σία να ελέγξουμε τον υπολογιστή, και δεν υπήρχε κανένα μέιλ που να κινεί το παραμικρό ενδιαφέρον». Έμειναν για λίγο σιωπηλοί μέσα στο αυτοκίνητο. Ήταν και οι δύο βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Πώς έγινε να εξαφανιστεί δίχως ίχνη ο Μάγκνους Σέλνερ μια μέρα, και έπειτα από τρεις μήνες να βρεθεί στα παγωμένα νερά κολλημένος στον πάγο; Τι είχε συμβεί πραγματικά εκείνο το πρωί; Ανόητο εκ μέρους της που είχε αποφασίσει να περπατήσει. Η απόσταση ανάμεσα στο σπίτι της στο Σέλβικ και στον προορισμό της φάνταζε στο μυαλό της σαν απόσταση αναπνοής. Παγκόσμιο ρεκόρ αναπνοής, σε αυτή την περίπτωση. Η Ερίκα έπιασε τη μέση της και σταμάτησε με κομμένη την ανάσα. Κοίταξε κάτω προς τα γραφεία των Παραθαλάσσιων Κατασκευών που ήταν ακόμη πάρα πολύ μακριά. Αλλά και το σπίτι της ήταν μακριά τώρα, οπότε είτε θα άραζε εδώ, σ’ έναν σωρό χιονιού, ή θα αποφάσιζε να συνεχίσει κακήν κακώς. Δέκα λεπτά αργότερα πέρασε κατάκοπη την πόρτα των γραφείων. Δεν είχε τηλεφωνήσει από πριν, είχε σκεφτεί ότι ίσως να κέρδιζε πόντους στην κουβέντα αν έκανε μια απροειδοποίητη επίσκεψη. Είχε φροντίσει να βεβαιωθεί ότι το αυτοκίνητο του Έρικ δεν ήταν εκεί.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

175

Με τον Κένετ ήθελε να μιλήσει. Και κατά προτίμηση ανενόχλητα. «Είναι κανείς εδώ;» Κανένας δεν φαινόταν να έχει ακούσει το χτύπημά της στην πόρτα, οπότε η Ερίκα προχώρησε στα ενδότερα των γραφείων. Ήταν μια συνηθισμένη βίλα που είχε μετατραπεί σε γραφεία. Το μεγαλύτερο μέρος του ισογείου ήταν ένας ενιαίος χώρος και στους τοίχους υπήρχαν βιβλιοθήκες γεμάτες ντοσιέ. Μεγάλες αφίσες των σπιτιών που είχαν χτίσει κάλυπταν τους τοίχους και σε καθεμιά από τις δύο άκρες της αίθουσας υπήρχε ένα γραφείο. Στο ένα καθόταν ο Κένετ. Φαινόταν να μην έχει αντιληφθεί καθόλου την παρουσία της, διότι κοιτούσε κάπου μακριά με βλέμμα απλανές, εντελώς ακίνητος. «Γεια» έκανε εκείνη διστακτικά. Ο Κένετ τινάχτηκε. «Γεια σου! Συγγνώμη, δεν σε άκουσα να έρχεσαι». Σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος της. «Ερίκα Φαλκ, αν δεν κάνω λάθος». «Ακριβώς». Του έσφιξε το χέρι και χαμογέλασε. Ο Κένετ την είδε που κοιτούσε άπληστα την πολυθρόνα επισκεπτών και άπλωσε το χέρι για να της δώσει να καταλάβει ότι μπορούσε να καθίσει. «Κάθισε. Σηκώνεις πολύ βάρος καθώς βλέπω. Δεν πρέπει να έχεις πολύ ακόμα, έτσι δεν είναι;» Η Ερίκα έγειρε με ευγνωμοσύνη προς το μπράτσο της πολυθρόνας και ένιωσε το βάρος στην απόληξη της ραχοκοκαλιάς της να γίνεται πιο υποφερτό. «Θέλω ακόμα, σίγουρα πράγματα, αλλά είναι δίδυμα» είπε εκείνη και σχεδόν μόρφασε σαν άκουσε τον εαυτό της να μιλάει γι’ αυτό. «Α , τότε θα έχεις πολλή δουλειά» είπε φιλικά ο Κένετ και κάθισε σε μια πολυθρόνα δίπλα της. «Ψάχνεις για καινούργιο σπίτι;» Η Ερίκα τρόμαξε όταν τον είδε από κοντά, στο φως του λαμπατέρ δίπλα τους. Φαινόταν κουρασμένος και καταβεβλημένος. Ή μάλλον, ανήσυχος σαν κυνηγημένος ήταν η σωστή λέξη. Θυμήθηκε μεμιάς ότι είχε ακούσει πως η γυναίκα του ήταν σοβαρά άρρωστη. Αντιστάθηκε στην παρόρμηση να του πιάσει το χέρι, υποπτεύτηκε πως δεν θα το εκλάμβανε σωστά. Αλλά δεν μπορούσε να μην πει κάτι. Η θλίψη και η κόπωση ήταν τόσο έκδηλες, τόσο βαθιά χαραγμένες στις γραμμές του προσώπου του. «Πώς είναι η γυναίκα σου;» του είπε και ευχήθηκε μέσα της να


176

KAMILLA LACKBERG

μη θεωρηθεί αδιακρισία η ερώτησή της. «Άσχημα. Δεν νιώθει καθόλου καλά». Κάθισαν σιωπηλοί για λίγο. Έπειτα ο Κένετ ανακάθισε στην πολυθρόνα και προσπάθησε να χαμογελάσει, ένα χαμόγελο ωστόσο που δεν μπόρεσε να κρύψει τον πόνο που υπήρχε πίσω του. «Μάλιστα, τι λέγαμε; Ψάχνετε για καινούργιο σπίτι; Είναι πολύ όμορφο αυτό που έχετε πάντως. Όπως και να ’χει, με τον Έρικ πρέπει να μιλήσεις. Εγώ ασχολούμαι με τους αριθμούς και τα βιβλία, δεν είμαι καλός στην κουβέντα. Αλλά ο Έρικ θα επιστρέψει μετά το μεσημεριανό, νομίζω, οπότε αν έρθεις ξανά τότε… « «Όχι, δεν είμαι εδώ για ν’ αγοράσω σπίτι». «Α , μάλιστα. Και τι σε φέρνει εδώ τότε;» Η Ερίκα δίστασε. Καταράστηκε την περιέργειά της που την έβαζε να χώνει παντού τη μύτη της. Άντε τώρα να το εξηγήσεις αυτό εδώ. «Υποθέτω ότι έμαθες για τον Μάγκνους Σέλνερ, έτσι δεν είναι; Ότι τον βρήκαν;» έκανε διστακτικά. Το πρόσωπο του Κένετ πήρε μια επιπλέον απόχρωση του γκρίζου και έγνεψε καταφατικά. «Όπως κατάλαβα κάνατε αρκετή παρέα, ε;» «Γιατί θέλεις να το μάθεις αυτό;» ρώτησε ο Κένετ και το βλέμμα του έγινε μεμιάς πιο προσεκτικό. «Εγώ… » Έψαχνε να βρει κάποια καλή εξήγηση δίχως να τα καταφέρνει. Θα δοκίμαζε ένα ψέμα. «Διάβασες τις εφημερίδες για τα απειλητικά γράμματα που λάβαινε ο Κρίστιαν Τιντέλ;» Ο Κένετ έγνεψε ξανά επιφυλακτικά. Κάτι άστραψε στα μάτια του, αλλά είχε εξαφανιστεί πριν η Ερίκα καταλάβει καλά καλά ότι το είδε. «Ο Κρίστιαν είναι φίλος μου και θέλω να τον βοηθήσω. Πιστεύω ότι κάτι συνδέει τις απειλές εναντίον του και αυτό που συνέβη στον Μάγκνους Σέλνερ» συνέχισε εκείνη. «Τι τα συνδέει;» έκανε ο Έρικ και έγειρε μπροστά. «Δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό» έκανε εκείνη αόριστα. «Αλλά θα με βοηθούσες πολύ αν μπορούσες να μου πεις μερικά πράγματα για τον Μάγκνους. Είχε κάποιους εχθρούς; Μπορεί κάποιος να ήθελε το κακό του;» «Όχι, δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν». Ο Κένετ έγειρε ξανά πίσω στην πολυθρόνα και όλη του η στάση έδειχνε την απροθυμία του να


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

177

συνεχίσει την κουβέντα. «Πόσον καιρό γνωρίζεστε;» Η Ερίκα κατεύθυνε τη συνομιλία σε ένα λιγότερο φορτισμένο έδαφος. Μερικές φορές, μια παράκαμψη αποτελούσε την καλύτερη διαδρομή. Τα κατάφερε. Ο Κένετ φάνηκε να χαλαρώνει. «Βασικά, γνωριζόμαστε όλη μας τη ζωή. Είμαστε συνομήλικοι, οπότε πηγαίναμε στην ίδια τάξη στο δημοτικό και στο γυμνάσιο. Εμείς οι τρεις ήμασταν πάντα παρέα». «Εμείς οι τρεις, είπες; Δηλαδή εσύ, ο Μάγκνους και ο Έρικ Λιντ;» «Ναι, ακριβώς. Αν είχαμε γνωριστεί μεγάλοι μάλλον δεν θα κάναμε παρέα, αλλά η Φιελμπάκα είναι τόσο μικρή και μεγαλώσαμε μαζί κατά κάποιον τρόπο, και έπειτα απλώς συνεχίσαμε. Όταν ο Έρικ έμενε στο Γέτεμποργ δεν τον βλέπαμε και πολύ, αλλά όταν επέστρεψε εδώ συναντηθήκαμε πολλές φορές οικογενειακώς. Από συνήθεια, υποθέτω». «Θα έλεγες ότι ήσασταν στενοί φίλοι;» Ο Κένετ το σκέφτηκε για λίγο. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, πέρα στους πάγους και μετά απάντησε: «Όχι, δεν θα το έλεγα. Εγώ και ο Έρικ δουλεύουμε μαζί, οπότε έχουμε συχνή επαφή. Αλλά δεν είμαστε. Και δεν πιστεύω ότι ο Έρικ έχει κολλητούς, γενικώς. Όσο για τον Μάγκνους κι εμένα, ήμασταν πολύ διαφορετικοί. Δεν μπορώ να πω κακή κουβέντα για τον Μάγκνους, όπως και κανείς άλλος απ’ ό,τι ξέρω. Πάντα περνούσαμε καλά μαζί, αλλά ποτέ δεν είχαμε ιδιαίτερα στενές σχέσεις. Παλιά ήταν ο Μάγκνους και ο καινούργιος της παρέας, ο Κρίστιαν, που είχαν περισσότερα κοινά μεταξύ τους». «Πώς μπήκε ο Κρίστιαν στην εικόνα;» «Δεν ξέρω πραγματικά. Ο Μάγκνους ήταν που τον έφερε στην παρέα, αυτόν και τη Σάνα, αμέσως μετά τη μετακόμιση του Κρίστιαν εδώ. Έπειτα έγινε αυτονόητα μέλος της παρέας». «Ξέρεις τίποτα για το παρελθόν του;» «Όχι» είπε και σώπασε για λίγο. «Αλλά τώρα που το λες… δεν ξέρω σχεδόν τίποτα για το τι έκανε πριν μετακομίσει στη Φιελμπάκα. Δεν μιλήσαμε ποτέ γι’ αυτό». Ο Κένετ φαινόταν και ο ίδιος ξαφνιασμένος από την απάντησή του. «Πώς τα πάτε εσύ και ο Έρικ με τον Κρίστιαν;»


178

KAMILLA LACKBERG

«Είναι λίγο δύσκολος να τον καταλάβεις και είναι συχνά πολύ κατηφής. Αλλά είναι καλό παιδί, και αν πιει κάνα δυο ποτηράκια κρασί και χαλαρώσει, περνάμε πολύ καλά». «Σου έδωσε ποτέ την εντύπωση του πολύ αγχωμένου, κατά κάποιον τρόπο; Να ανησυχεί ίσως για κάτι;» «Για τον Κρίστιαν λες;» Πάλι φάνηκε μια λάμψη στα μάτια του Κένετ που εξαφανίστηκε μεμιάς. «Ναι. Του στέλνουν αυτά τα απειλητικά γράμματα εδώ και ενάμιση χρόνο περίπου». «Τόσο καιρό; Δεν το ήξερα». «Εσύ πάντως και ο Έρικ δεν παρατηρήσατε τίποτα;» Ο Κένετ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όπως είπα, ο Κρίστιαν είναι λίγο… περίπλοκος, θα μπορούσες ίσως να πεις. Δεν μπορείς να ξέρεις τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό του. Δεν ήξερα, για παράδειγμα, ότι έγραφε βιβλίο μέχρι λίγο πριν τυπωθεί». «Το διάβασες; Είναι πολύ τρομακτικό» είπε η Ερίκα. Ο Κένετ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν είμαι πολύ των βιβλίων. Αλλά απ’ ό,τι άκουσα πήρε πολύ καλές κριτικές». «Υπέροχες κριτικές» επιβεβαίωσε η Ερίκα. «Αλλά δεν είπε τίποτα για τα γράμματα σ’ εσάς, δηλαδή;» «Όχι, ο Κρίστιαν δεν είπε τίποτα γι’ αυτά. Αλλά, όπως ανέφερα, συναναστρεφόμασταν κυρίως σε κοινωνικές περιστάσεις. Οικογενειακά δείπνα, γιορτές, πρωτοχρονιάτικα γλέντια, Μεσοκαλόκαιρο, και τέτοια. Ο Μάγκνους ήταν πιθανώς ο μόνος με τον οποίο μιλούσε περισσότερο ο Κρίστιαν». «Και ο Μάγκνους δεν ανέφερε ποτέ τίποτα;» «Όχι». Ο Κένετ σηκώθηκε. «Αν μου επιτρέπεις, πρέπει να δουλέψω λίγο τώρα. Είναι σίγουρο ότι δεν θέλετε ένα καινούργιο σπίτι;» Χαμογέλασε και έκανε μια χειρονομία προς τις αφίσες στον τοίχο. «Μπα, αυτό που έχουμε είναι πολύ καλό, σ’ ευχαριστώ. Αλλά όμορφα είναι κι αυτά». Η Ερίκα έκανε να σηκωθεί, με ισχνά αποτελέσματα. Ο Κένετ άπλωσε το χέρι του και τη βοήθησε. «Ευχαριστώ». Η Ερίκα τύλιξε το μακρύ κασκόλ γύρω από τον λαιμό της. «Λυπάμαι, ειλικρινά» είπε μετά. «Για τη σύζυγό σου. Ελπίζω να… » Δεν βρήκε τι άλλο να πει, και ο Κένετ έγνεψε σιωπηλός. Ανατρίχιασε σαν βγήκε ξανά έξω στο κρύο.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

179

Ο Κρίστιαν δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί. Συνήθως απολάμβανε τη δουλειά του στη βιβλιοθήκη, αλλά σήμερα ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί, αδύνατον να κρατήσει την προσοχή του σε οτιδήποτε. Όλοι όσοι έμπαιναν μέσα είχαν κάποιο σχόλιο για το βιβλίο του Η γοργόνα. Ότι το είχαν διαβάσει, ότι θα το διάβαζαν, ότι τον είχαν δει στο Πρωινό με ειδήσεις. Κι αυτός να αποκρίνεται σε όλους ευγενικά. Ευχαριστούσε όταν τον επαινούσαν και εξηγούσε εν συντομία την πλοκή σε όσους αναρωτιόνταν. Αλλά, στην πραγματικότητα, ήθελε μόνο να ουρλιάξει. Δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται αυτό το τρομερό που είχε συμβεί στον Μάγκνους. Τα χέρια του είχαν αρχίσει ξανά να μυρμηγκιάζουν και το μυρμήγκιασμα εξαπλωνόταν. Στα μπράτσα, στον κορμό, κάτω στα πόδια. Ώρες ώρες ένιωθε σαν να καιγόταν όλο το κορμί του από τη φαγούρα και δυσκολευόταν πολύ να μείνει ακίνητος. Γι’ αυτό και κινούνταν συνεχώς πέρα δώθε ανάμεσα στα ράφια. Μετακινούσε βιβλία που είχαν τοποθετηθεί σε λάθος θέση, τραβούσε προς τα έξω τις ράχες των βιβλίων ώστε να βρίσκονται σε ευθείες αράδες. Για μια στιγμή σταμάτησε. Στεκόταν με το χέρι σηκωμένο, ακουμπισμένο πάνω στα βιβλία, και δεν μπορούσε να το μετακινήσει ή να το κατεβάσει. Και οι σκέψεις ήρθαν, οι σκέψεις που είχαν αρχίσει να έρχονται όλο και πιο συχνά. Τι έκανε εδώ; Γιατί ήταν εδώ, ακριβώς τώρα, σε τούτο τον χώρο; Κούνησε το κεφάλι για να τις αποδιώξει, αλλά εκείνες χώνονταν όλο και βαθύτερα. Κάποιος πέρασε έξω από την είσοδο της βιβλιοθήκης. Πρόλαβε μόνο να δει φευγαλέα το άτομο αυτό, μάλλον μια κίνηση είδε απλώς. Αλλά αυτό που ένιωσε ήταν το ίδιο με το χθεσινοβραδινό κατά την επιστροφή στο σπίτι. Ένιωσε κάτι απειλητικό και γνώριμο αντάμα. Σχεδόν έφτασε τρέχοντας στην είσοδο, κοίταξε έξω στον διάδρομο, προς την κατεύθυνση που είχε πάει εκείνο το άτομο. Άδειο, τίποτα, κανένας. Δεν ακούγονταν ούτε βήματα ούτε άλλοι θόρυβοι, και δεν φαινόταν κανένας. Μήπως το φαντάστηκε; Ο Κρίστιαν πίεσε τα μηνίγγια του με τα δάχτυλα. Έκλεισε τα μάτια και είδε μπροστά του τη Σάνα. Την έκφραση του προσώπου της όταν της είπε αυτό που


180

KAMILLA LACKBERG

ήταν μισή αλήθεια και μισό ψέμα. Το ανοιχτό της στόμα, τη συμπόνια ανάμεικτη με φρίκη. Δεν θα ρωτούσε τίποτ’ άλλο τώρα. Όχι για κάμποσο καιρό. Και εκείνο το μπλε φόρεμα ήταν πάλι στη σοφίτα, εκεί όπου ανήκε. Με ένα σπάραγμα αλήθειας είχε αγοράσει μια στιγμή ηρεμίας. Αλλά σύντομα εκείνη θα άρχιζε ν’ αμφισβητεί όσα της είχε πει, ν’ αναζητάει απαντήσεις και εκείνο το κομμάτι της ιστορίας που δεν της είχε αφηγηθεί. Αυτό το κομμάτι έπρεπε να μείνει θαμμένο. Άλλες επιλογές δεν υπήρχαν. Είχε ακόμη κλειστά τα μάτια όταν άκουσε κάποιον να καθαρίζει τον λαιμό του. «Με συγχωρείτε. Ονομάζομαι Λαρς Ούλσον. Είμαι δημοσιογράφος. Ήθελα να σας ρωτήσω αν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε. Προσπάθησα να σας τηλεφωνήσω, αλλά δεν πήρα απάντηση». «Έχω κλείσει το κινητό». Κατέβασε τα χέρια από τους κροτάφους. «Τι θέλετε;» «Χτες βρήκαν έναν άντρα κάτω από τον πάγο στο νερό. Τον Μάγκνους Σέλνερ, που ήταν εξαφανισμένος από τον Νοέμβριο. Ήσασταν καλοί φίλοι απ’ ό,τι κατάλαβα, ε;» «Γιατί ρωτάτε;» Ο Κρίστιαν οπισθοχώρησε και ταμπουρώθηκε πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν. «Μοιάζει πολύ περίεργη σύμπτωση, δεν νομίζετε; Εσείς να δέχεστε απειλές εδώ και πολύ καιρό και ένας από τους στενότερους φίλους σας να βρίσκεται νεκρός. Εκτός αυτού έχουμε και πληροφορίες ότι πιθανώς δολοφονήθηκε». «Δολοφονήθηκε;» έκανε ο Κρίστιαν και έκρυψε τα χέρια του κάτω από τον πάγκο. Έτρεμαν πάρα πολύ. «Ναι, υπάρχουν τραύματα στο πτώμα που υποδηλώνουν κάτι τέτοιο. Γνωρίζετε αν δεχόταν και ο Μάγκνους Σέλνερ απειλές ή ποιος μπορεί να σας έστελνε τα γράμματα;» Ο τόνος της φωνής του δημοσιογράφου ήταν επίμονος και δεν άφηνε περιθώρια στον Κρίστιαν να μην απαντήσει. «Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτό. Δεν ξέρω τίποτα». «Ναι, αλλά φαίνεται πως κάποιος είναι κολλημένος μαζί σας, και δεν είναι διόλου απίθανο να σκεφτεί κανείς πως αυτό θα επηρεάσει


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

181

και τα άτομα γύρω σας. Για παράδειγμα, έχει απειληθεί η οικογένειά σας κατά κάποιον τρόπο;» Ο Κρίστιαν μόνο να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι κατάφερε. Εικόνες ήρθαν στο μυαλό του και τις απόδιωξε μεμιάς. Δεν έπρεπε να τις αφήσει να πάρουν το πάνω χέρι. Ο δημοσιογράφος δεν πρόσεξε τη φανερή απροθυμία του Κρίστιαν να απαντήσει στις ερωτήσεις. Ή μπορεί να την πρόσεξε, αλλά την αγνόησε παντελώς. «Απ’ ό,τι κατάλαβα οι απειλές άρχισαν να έρχονται πριν στραφούν πάνω σας τα φώτα της δημοσιότητας με την έκδοση του βιβλίου. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για κάτι προσωπικό. Μπορείτε να το σχολιάσετε αυτό;» Ξανά μια έντονη αρνητική κίνηση του κεφαλιού. Ο Κρίστιαν έσφιγγε τα σαγόνια του τόσο δυνατά, που ένιωθε το πρόσωπό του σαν μια άκαμπτη μάσκα. Ήθελε να φύγει μακριά, να μη χρειαστεί να απαντήσει σε όλες αυτές τις ερωτήσεις, να σταματήσει να σκέφτεται εκείνη και το πώς έπειτα από τόσο πολλά χρόνια είχε καταφέρει να τον προφτάσει. Δεν έπρεπε να την αφήσει πάλι να μπει στη ζωή του. Και όλα αυτά όταν ταυτόχρονα ήξερε πως ήταν πολύ αργά. Εκείνη ήταν ήδη εδώ, δεν μπορούσε να ξεφεύγει άλλο. Ίσως και να μην είχε μπορέσει ποτέ να το κάνει. «Δηλαδή, δεν έχετε ιδέα ποιος μπορεί να βρίσκεται πίσω από τα απειλητικά γράμματα; Και αν έχουν κάποια σχέση με τον φόνο του Μάγκνους Σέλνερ;» «Μου φάνηκε πως είπατε ότι έχετε πληροφορίες που δείχνουν πως ο Μάγκνους ίσως δολοφονήθηκε. Όχι ότι είναι όντως έτσι». «Ναι, αλλά είναι μια λογική υπόθεση» απάντησε ο δημοσιογράφος. «Και, όπως είπα, πρέπει να συμφωνείτε ότι στη μικρή Φιελμπάκα αποτελεί περίεργη σύμπτωση να απειλείται κάποιος και ένας φίλος του να βρίσκεται νεκρός. Εγείρει κάποια ερωτήματα μια τέτοια κατάσταση». Ο Κρίστιαν ένιωσε να εκνευρίζεται. Ποιος τους έδινε το δικαίωμα να μπαίνουν στη ζωή του, να απαιτούν απαντήσεις και να ζητούν κάτι που δεν είχε να τους δώσει; «Δεν έχω να πω κάτι περισσότερο γι’ αυτά».


182

KAMILLA LACKBERG

«Υποθέτω πως καταλαβαίνετε ότι θα γράψουμε γι’ αυτά με ή χωρίς τη συμβολή σας. Μπορεί να σας συμφέρει να ακουστεί και η δική σας άποψη για το θέμα». «Είπα ό,τι είχα να πω» επανέλαβε ο Κρίστιαν, αλλά ο δημοσιογράφος δεν φαινόταν να έχει σκοπό να φύγει. Τότε ο Κρίστιαν σηκώθηκε. Βγήκε από τη βιβλιοθήκη, μπήκε στην τουαλέτα και κλείδωσε την πόρτα. Τρόμαξε σαν είδε την εικόνα του στον καθρέφτη. Ήταν λες και τον κοιτούσε κάποιος άλλος από το γυαλί. Δεν αναγνώριζε με τίποτα τον εαυτό του. Έκλεισε τα μάτια και στήριξε τα χέρια του στον νιπτήρα. Η ανάσα του ήταν κοφτή και ρηχή. Με επιμονή και ισχυρή θέληση προσπάθησε να κάνει τους ρυθμούς της καρδιάς του να πέσουν, προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο. Αλλά εδώ κινδύνευε να του πάρουν την ίδια του τη ζωή. Το ήξερε. Κάποτε εκείνη του είχε πάρει τα πάντα, και τώρα είχε έρθει εδώ για να το κάνει ξανά. Οι εικόνες χόρευαν πίσω από τα κλειστά βλέφαρά του. Άκουγε και τις φωνές. Τις φωνές της και τις φωνές τους. Δίχως να μπορεί να κρατηθεί έγειρε το κεφάλι πίσω. Μετά χύμηξε με όλη του τη δύναμη μπροστά. Άκουσε τον θόρυβο του καθρέφτη που έσπαζε, ένιωσε μια σταγόνα αίμα στο μέτωπο. Αλλά δεν πονούσε. Διότι τη στιγμή που ένα θραύσμα του καθρέφτη χώθηκε στο δέρμα του, οι φωνές σταμάτησαν. Κι εκείνη η σιωπή ήταν σκέτη ευλογία. Ήταν μόλις μετά τις δώδεκα το μεσημέρι κι εκείνη ήταν υπέροχα μεθυσμένη. Όσο έπρεπε. Χαλαρή, απαθής, αλλά δίχως να έχει χάσει επαφή με την πραγματικότητα. Η Λουίζ έριξε λίγο κρασί στο ποτήρι της. Το σπίτι ήταν άδειο. Τα κορίτσια ήταν στο σχολείο και ο Έρικ στο γραφείο. Ή κάπου αλλού, ίσως στην πουτάνα του. Ο Έρικ συμπεριφερόταν παράξενα τις τελευταίες μέρες. Ήταν πιο λιγομίλητος και πιο υποτονικός. Και ο τρόμος είχε αναμειχθεί με την ελπίδα. Έτσι ήταν πάντα όταν φοβόταν ότι ο Έρικ θα την εγκατέλειπε πραγματικά. Ήταν λες και αυτή ήταν δύο άτομα. Ένα που ένιωθε λύτρωση επειδή θα γλίτωνε τη φυλακή που ονομαζόταν έγγαμος βίος, μαζί με όλες τις προδοσίες και τα ψέματα. Και ένα άλλο άτομο που


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

183

ένιωθε πανικό μπροστά στην εγκατάλειψη. Εντάξει, θα έπαιρνε μερίδιο από τα λεφτά του Έρικ, αλλά τι να τα κάνει μόνη της; Δεν υπήρχε πολλή συντροφικότητα στην τωρινή ζωή της. Κι ωστόσο ήταν καλύτερο από το τίποτα. Είχε ένα ζεστό κορμί δίπλα της στο κρεβάτι τις νύχτες και κάποιον να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας και να διαβάζει εφημερίδα με το πρωινό. Είχε κάποιον. Αν την άφηνε θα ήταν εντελώς εγκαταλειμμένη. Τα κορίτσια είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, θεωρούσαν το σπίτι προσωρινό κέντρο διερχομένων, ένιωθαν περαστικές καθ’ οδόν προς τους φίλους ή το σχολείο. Είχαν ήδη αρχίσει να υιοθετούν εκείνο τον εφηβικό τρόπο ομιλίας, δηλαδή δεν έλεγαν πολλά και σπάνια απαντούσαν σε κάτι που τα ρωτούσες. Όταν ήταν στο σπίτι εκείνη έβλεπε ως επί το πλείστον τις κλειστές πόρτες των δωματίων τους, και το μόνο σημάδι ζωής ήταν οι συνεχείς και ρυθμικοί κραδασμοί και το βροντοχτύπημα από το στερεοφωνικό τους. Είχε αδειάσει και άλλο ένα ποτήρι κρασί. Το ξαναγέμισε. Πού να ήταν τώρα ο Έρικ; Να ήταν στο γραφείο ή μαζί της; Να ήταν ξαπλωμένος και να κυλιόταν αγκαλιά με το γυμνό κορμί της Σεσίλια, να έμπαινε μέσα της, να χάιδευε τα στήθια της; Εδώ στο σπίτι δεν έκανε, εν πάση περιπτώσει, τίποτα απολύτως. Δεν την είχε αγγίξει εδώ και πάνω από δύο χρόνια. Μερικές φορές, στις αρχές, είχε προσπαθήσει να απλώσει κρυφά το χέρι της, να το βάλει κάτω από το πάπλωμα και να τον χαϊδέψει. Αλλά αφού ταπεινώθηκε μερικές φορές –όταν εκείνος, επιδεικτικά, της γυρνούσε την πλάτη ή απλώς έσπρωχνε πέρα το χέρι της– τα παράτησε. Είδε το είδωλό της στο λείο και καλογυαλισμένο ατσάλι της πόρτας του ψυγείου. Ως συνήθως παρατήρησε τον εαυτό της, σήκωσε το χέρι και άγγιξε το πρόσωπό της. Δεν ήταν δα τόσο άσχημη, ή ήταν; Κάποτε ήταν όμορφη. Διατηρούσε το βάρος της, πρόσεχε τι έτρωγε και απεχθανόταν συνομήλικές της που άφηναν τα κουλουράκια και τα ψωμιά να γεμίζουν τις λιπαποθήκες τους και μετά πίστευαν ότι μπορούσαν να κρύψουν τα ψωμάκια τους κάτω από λουλουδάτα φορέματα που έμοιαζαν με αντίσκηνα. Η ίδια μπορούσε να φορέσει εφαρμοστό τζιν παντελόνι με την τιμή της ανέπαφη. Σήκωσε δοκιμαστικά το πιγούνι. Είχε αρχίσει να κρεμάει λίγο εκεί. Σήκωσε το πιγούνι ακόμα λίγο. Έτσι ακριβώς, έτσι έπρεπε να φαίνεται.


184

KAMILLA LACKBERG

Χαμήλωσε το πιγούνι. Είδε πώς το δέρμα έπεσε χαλαρό και σχημάτισε μια μικρή πτυχή, και αντιστάθηκε στην παρόρμηση ν’ αρπάξει ένα κουζινομάχαιρο και να κόψει εκείνη την απαίσια πέτσα. Ένιωσε μεμιάς αηδία για την εικόνα του εαυτού της. Δεν ήταν παράξενο που δεν ήθελε να την αγγίζει πια ο Έρικ. Δεν ήταν παράξενο που ήθελε να νιώθει τεντωμένο δέρμα κάτω από τα χέρια του, ότι ήθελε ν’ αγγίζει κάποια που δεν είχε αρχίσει σιγά σιγά να καταρρέει και να σαπίζει από μέσα προς τα έξω. Σήκωσε το ποτήρι και τίναξε το περιεχόμενό του προς το ψυγείο, θάμπωσε την εικόνα του εαυτού της και την αντικατέστησε μ’ ένα λαμπερό κόκκινο υγρό, το οποίο έτρεξε προς τα κάτω σ’ εκείνη τη λεία επιφάνεια. Το τηλέφωνο ήταν στον πάγκο μπροστά της και σήκωσε το ακουστικό. Σχημάτισε με έμπειρο χέρι τον αριθμό του γραφείου. Έπρεπε να μάθει πού βρισκόταν ο Έρικ. «Γεια σου, Κένετ. Είναι εκεί ο Έρικ;» Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά όταν έκλεισε το τηλέφωνο, αν και τώρα πια έπρεπε ήδη να το έχει συνηθίσει. Ο κακόμοιρος ο Κένετ. Είχε αναγκαστεί να καλύψει τον Έρικ άπειρες φορές όλα αυτά τα χρόνια. Να επινοεί ψέματα στα γρήγορα, δήθεν ότι ο Έρικ είχε βγει για κάποια δουλειά, αλλά σίγουρα θα επέστρεφε σύντομα στο γραφείο. Γέμισε το ποτήρι δίχως να ενδιαφερθεί να σκουπίσει το κρασί που είχε πετάξει πάνω στο ψυγείο και μετά πήγε στο δωμάτιο που ο Έρικ χρησιμοποιούσε ως γραφείο. Στην πραγματικότητα, ο Έρικ δεν την άφηνε να μπαίνει εκεί. Ισχυριζόταν ότι διασαλευόταν η τάξη του αν έμπαινε κάποιος άλλος και χρησιμοποιούσε το δωμάτιο, και ήταν αυστηρά απαγορευμένο έστω και να πατάει το πόδι της εκεί μέσα. Γι’ αυτό κι εκείνη πήγε ακριβώς εκεί. Ακούμπησε στα κουτουρού πάνω στο γραφείο το ποτήρι με το κρασί και άρχισε ν’ ανοίγει το ένα συρτάρι μετά το άλλο. Όλα αυτά τα χρόνια που ήταν γεμάτη αμφιβολίες δεν είχε ψάξει ποτέ τα πράγματα του Έρικ. Είχε επιλέξει την άγνοια. Οι υποψίες ήταν καλύτερες από τη γνώση, έστω κι αν στην περίπτωσή της η διαφορά ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Με κάποιον τρόπο καταλάβαινε πάντα με ποια τα είχε κατά καιρούς ο Έρικ. Δύο από τις γραμματείς του όσο ήταν στο Γέτεμποργ, μία από τις νηπιαγωγούς των κοριτσιών, η μητέρα ενός


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

185

συμμαθητή τους. Το είχε καταλάβει από εκείνο το φευγαλέο και λίγο ένοχο βλέμμα τους όταν τις συναντούσε. Αναγνώριζε το άρωμά τους και πρόσεχε ένα στιγμιαίο άγγιγμα που δεν ταίριαζε στην περίσταση. Τώρα άνοιγε για πρώτη φορά τα συρτάρια του, έψαχνε τα χαρτιά του, αδιάφορη για το αν εκείνος θα καταλάβαινε το πέρασμά της από εκεί. Διότι τώρα σιγουρευόταν όλο και περισσότερο ότι εκείνη η καταπιεστική σιωπή των τελευταίων ημερών μπορούσε να σημαίνει μόνον ένα πράγμα. Ότι θα την εγκατέλειπε. Θα την πετούσε σαν σκουπίδι, σαν ένα πράγμα με ημερομηνία λήξης, μια γυναίκα που του είχε κάνει παιδιά, που καθάριζε το σπίτι του, που μαγείρευε τα γαμημένα τα δείπνα του για τις γαμημένες επαγγελματικές επαφές· συχνά τόσο βαρετά άτομα, που την έκαναν να νιώθει, κάθε φορά που αναγκαζόταν να κάθεται και να συζητά μαζί τους, πως το κεφάλι της θα έσπαγε. Αν εκείνος πίστευε πως αυτή θα έκανε πίσω σαν πληγωμένο ζώο χωρίς αγώνα, χωρίς αντίσταση, έκανε σίγουρα λάθος. Γνώριζε επίσης τις δουλειές που είχε κάνει όλα αυτά τα χρόνια, δουλειές που δεν σήκωναν περαιτέρω έλεγχο. Θα του κόστιζε ακριβά το λάθος να την υποτιμήσει. Το τελευταίο συρτάρι ήταν κλειδωμένο. Εκείνη το τράβηξε, το τράβηξε όσο δυνατότερα μπορούσε, αλλά εκείνο δεν έλεγε ν’ ανοίξει. Ήξερε ότι έπρεπε να το ανοίξει. Υπήρχε κάποιος λόγος που το κρατούσε κλειδωμένο ο Έρικ, κάτι υπήρχε εκεί μέσα που δεν ήθελε να το δει η Λουίζ. Έριξε μια ματιά στην επιφάνεια του γραφείου. Ένα γραφείο μοντέρνο, με άλλα λόγια ένα γραφείο που δεν θα δυσκολευόταν ν’ ανοίξει όπως θα δυσκολευόταν μ’ ένα γραφείο παλιότερου τύπου, από εκείνα τα βαριά και συμπαγή. Το μάτι της έπεσε σε έναν χαρτοκόπτη. Ό,τι έπρεπε. Τράβηξε το συρτάρι μέχρι που φάνηκε το γλωσσίδι της κλειδαριάς και μετά έχωσε τον χαρτοκόπτη στη χαραμάδα. Έπειτα άρχισε να πιέζει. Στην αρχή φαινόταν ότι το συρτάρι δεν επρόκειτο να ανοίξει με τίποτα, αλλά έβαλε κι άλλη δύναμη και οι ελπίδες της ανανεώθηκαν όταν το ξύλο άρχισε να τρίζει επικίνδυνα. Όταν τελικά υποχώρησε η κλειδαριά, έγινε πολύ απότομα και λίγο έλειψε να πέσει πίσω, αλλά πιάστηκε την τελευταία στιγμή από την άκρη του γραφείου και κατάφερε να κρατηθεί όρθια. Κοίταξε γεμάτη περιέργεια μέσα στο συρτάρι. Είδε κάτι λευκό στον πάτο του. Άπλωσε το χέρι και προσπάθησε να εστιάσει το


186

KAMILLA LACKBERG

βλέμμα και να διώξει εκείνη τη θαμπάδα. Λευκοί φάκελοι, το συρτάρι περιείχε μόνο λευκούς φακέλους. Θυμόταν ότι τους είχε δει μαζί με την υπόλοιπη αλληλογραφία, αλλά δεν είχε αντιδράσει τότε. Είχαν αποσταλεί στον Έρικ, οπότε τους είχε βάλει στη δική του στοίβα αλληλογραφίας, την οποία εκείνος κοιτούσε όταν επέστρεφε από τη δουλειά. Αλλά γιατί τους φυλούσε σε ένα κλειδωμένο συρτάρι του γραφείου του; Η Λουίζ πήρε τους φακέλους, κάθισε κάτω στο πάτωμα και τους άπλωσε μπροστά της. Πέντε κομμάτια, με το ονοματεπώνυμο του Έρικ και τη διεύθυνσή του, γραμμένα με μαύρο στιλό και καλλιγραφικό στιλ. Σκέφτηκε για μια πολύ σύντομη στιγμή να τα βάλει πάλι στο συρτάρι και να συνεχίσει να ζει στην άγνοια δίχως να τη νοιάζει τίποτα. Αλλά η κλειδαριά ήταν ήδη σπασμένη και ο Έρικ θα καταλάβαινε, ούτως ή άλλως, ότι είχε μπει στο γραφείο του αμέσως μόλις επέστρεφε. Οπότε μπορούσε κάλλιστα να διαβάσει τα γράμματα. Άπλωσε το χέρι για να πιάσει το ποτήρι, είχε ανάγκη να νιώσει το αλκοόλ να κυλάει στο λαρύγγι της, να φτάνει στο στομάχι, να ηρεμεί ό,τι την πονούσε. Τρεις γουλιές. Έπειτα ακούμπησε το ποτήρι δίπλα της και άνοιξε τον πρώτο φάκελο. Όταν τα διάβασε όλα τα συγκέντρωσε σε μια στοίβα. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Τίποτα περισσότερο από το ότι κάποιος ήθελε το κακό του. Κάτι κακό απειλούσε τη ζωή τους, την οικογένειά τους, κι εκείνος δεν είχε πει κουβέντα. Αυτό την έκανε να εξοργιστεί, μια οργή που ξεπερνούσε κατά πολύ οποιονδήποτε θυμό μπορεί να είχε νιώσει μέχρι τότε. Δεν τη θεωρούσε άξια να την πληροφορήσει γι’ αυτό εδώ. Αλλά τώρα θα του ζητούσε εξηγήσεις. Δεν μπορούσε να συνεχίσει να της συμπεριφέρεται με τέτοια ασέβεια. Έβαλε τους φακέλους δίπλα της στο κάθισμα του συνοδηγού όταν μπήκε στο αυτοκίνητο. Της πήρε λίγο να βάλει το κλειδί στη μίζα, αλλά έπειτα από κάνα δυο βαθιές ανάσες τα κατάφερε. Καταλάβαινε ότι δεν έπρεπε να οδηγήσει στην κατάσταση που ήταν, αλλά όπως τόσες φορές παλιότερα φίμωσε τη συνείδησή της και κατεύθυνε το αμάξι στον δρόμο.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

187

Τώρα του φαινόταν σχεδόν χαριτωμένη, τώρα που ήταν τόσο ακίνητη και δεν ξεφώνιζε, που δεν απαιτούσε και δεν έπαιρνε. Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το μέτωπό της. Το άγγιγμα έκανε το νερό να αναδευτεί ξανά, και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της αλλοιώθηκαν από τους κυματισμούς στην επιφάνεια. Πέρα στην εξώπορτα ο πατέρας ακούστηκε να αποχαιρετά τον επισκέπτη. Ο ήχος βημάτων που πλησίαζαν. Ο πατέρας θα καταλάβαινε. Διότι είχε παραμεριστεί κι αυτός. Η μικρή είχε κλέψει κι αυτουνού τις απολαβές. Κούνησε τα δάχτυλά του στο νερό, έκανε σχέδια και κυματισμούς. Τα χέρια και τα πόδια της ήταν ακουμπισμένα στον πάτο της μπανιέρας. Μόνο τα γόνατα και ένα μέρος του μετώπου της έβγαιναν πάνω από την επιφάνεια του νερού. Τώρα άκουσε τον πατέρα ακριβώς έξω από την πόρτα του μπάνιου. Δεν σήκωσε το βλέμμα του. Ένιωθε ξαφνικά πως δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα από πάνω της. Του άρεσε έτσι η μικρή. Για πρώτη φορά τού άρεσε. Πίεσε το μάγουλό του ακόμα περισσότερο στην κουπαστή. Αφουγκραζόταν και περίμενε τον πατέρα να καταλάβει ότι είχαν γλιτώσει τώρα απ’ αυτή. Είχαν ξανακερδίσει τη μητέρα, και αυτός και ο πατέρας. Ο πατέρας θα χαιρόταν, ήταν σίγουρος γι’ αυτό… Μετά ένιωσε να τον τραβάει κάποιος απότομα από την μπανιέρα. Έκπληκτος κοίταξε πάνω. Το πρόσωπο του πατέρα ήταν παραμορφωμένο από τόσο πολλά συναισθήματα που ούτε κι αυτός ήξερε πώς έπρεπε να τα ερμηνεύσει. Αλλά ο πατέρας δεν φαινόταν χαρούμενος. «Τι έκανες;» Η φωνή του πατέρα έσπασε, άρπαξε την Άλις και την


188

KAMILLA LACKBERG

έβγαλε από την μπανιέρα. Στεκόταν σαν χαμένος, με το χαλαρό κορμάκι στην αγκαλιά του και μετά την απίθωσε απαλά στο χαλί στο πάτωμα. «Τι έκανες;» είπε ξανά ο πατέρας, δίχως να τον κοιτάζει. «Πήρε τη μητέρα». Ένιωσε τις εξηγήσεις να στριμώχνονται στον λαιμό και να μη λένε να βγουν. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Είχε πιστέψει ότι θα άρεσε αυτό στον πατέρα. Ο πατέρας δεν απάντησε. Απλώς του έριξε μια γρήγορη ματιά γεμάτη δυσπιστία. Έπειτα έσκυψε πάλι και πίεσε ελαφρά το στέρνο του μωρού. Έπιασε τη μύτη της, φύσηξε προσεκτικά στο στόμα της και έπειτα ζούληξε πάλι το στέρνο της. «Γιατί το κάνεις αυτό, πατέρα;» Άκουσε και μόνος του πόσο κλαψιάρικα το είπε. Στη μητέρα δεν άρεσε να κλαψουρίζει. Τύλιξε τα χέρια του γύρω από τα γόνατά του και πίεσε την πλάτη του στην μπανιέρα. Δεν έπρεπε να πάρουν τέτοια τροπή τα πράγματα. Γιατί τον κοιτούσε τόσο παράξενα ο πατέρας; Δεν φαινόταν μόνον οργισμένος, τον κοιτούσε σαν να τον φοβόταν επίσης. Ο πατέρας συνέχισε να φυσάει στο στόμα της Άλις. Τα χέρια και τα πόδια της παρέμεναν το ίδιο ακίνητα στο χαλί του μπάνιου, όπως ήταν και στον πάτο της μπανιέρας. Πού και πού σκιρτούσε λίγο όταν ο πατέρας πίεζε το στέρνο της, αλλά την κίνηση αυτή την προκαλούσε ο πατέρας, δεν ήταν δική της. Αλλά την τέταρτη φορά που ο πατέρας σταμάτησε να της κάνει τεχνητή αναπνοή, το ένα της χέρι τρεμούλιασε. Έπειτα ακούστηκε ένας βήχας κι έπειτα ήρθε το ξεφωνητό. Το πασίγνωστο, τσιριχτό, απαιτητικό ξεφωνητό. Και τότε σταμάτησε πάλι να του αρέσει η μικρή. Τα βήματα της μητέρας ακούστηκαν στη σκάλα από τον πάνω όροφο. Ο πατέρας έσφιξε την Άλις στην αγκαλιά του και όλη η μπροστινή μεριά του πουκάμισού του μούσκεψε. Η μικρή ξεφώνιζε τόσο δυνατά που έκανε το μπάνιο να δονείται, κι εκείνος ευχόταν να σταματήσει να ξεφωνίζει και να είναι τόσο σιωπηλή και καλή όσο ήταν πριν της κάνει ο πατέρας όσα της έκανε. Καθώς η μητέρα πλησίαζε, ο πατέρας κάθισε ανακούρκουδα μπροστά του. Τα μάτια του φάνταζαν μεγάλα και τρομαγμένα, όταν με το πρόσωπο κοντά στο δικό του και με φωνή χαμηλή τού είπε: «Δεν θα ξαναμιλήσουμε ποτέ γι’ αυτό που έγινε εδώ. Και αν το ξανακάνεις, θα σε ξαποστείλω τόσο γρήγορα που δεν θα προλάβεις καν ν’ ακούσεις


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

189

την πόρτα να χτυπάει πίσω σου. Κατάλαβες; Δεν θα την ξαναγγίξεις!» «Τι γίνεται εδώ μέσα;» Η φωνή της μητέρας από το άνοιγμα της πόρτας. «Πάει κανένας να ξαπλώσει και προσπαθεί να ξεκουραστεί και να ηρεμήσει για λίγο. Και αμέσως αρχίζει η υστερία. Τι έπαθε αυτή; Της έκανε κάτι;» Έστρεψε το βλέμμα της πάνω του εκεί που καθόταν στο πάτωμα. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα ακούστηκε μόνο το ξεφωνητό της Άλις ως απάντηση. Έπειτα ο πατέρας σηκώθηκε με τη μικρή στην αγκαλιά και είπε: «Μπα, απλώς δεν την τύλιξα με την πετσέτα αμέσως μόλις βγήκε από το μπάνιο. Θυμωμένη είναι απλώς». «Είσαι σίγουρος ότι δεν της έκανε κάτι αυτός;» Τον κοιτούσε συνεχώς, αλλά εκείνος συνέχιζε να έχει σκυφτό το κεφάλι και έκανε πως ήταν απασχολημένος να τραβάει τα κρόσσια του χαλιού στο μπάνιο. «Ναι, απλώς βοήθησε εδώ. Τα πήγε μια χαρά μαζί της». Με την άκρη του ματιού του είδε τον πατέρα να του ρίχνει ένα προειδοποιητικό βλέμμα. Η μητέρα φάνηκε να ικανοποιείται με αυτή την εκπαίδευση. Άπλωσε ανυπόμονα τα χέρια της για να πάρει την Άλις, και ο πατέρας τής την παρέδωσε. Όταν έφυγε για να ηρεμήσει τη μικρή, πατέρας και γιος κοιτάχτηκαν. Αλλά δεν μίλησε κανένας τους. Όμως εκείνος είδε στα μάτια του πατέρα ότι εννοούσε όσα είχε πει. Δεν θα μιλούσαν ποτέ ξανά γι’ αυτό.


190

KAMILLA LACKBERG

«Κένετ;» Η φωνή έσπασε όταν προσπάθησε να φωνάξει τον σύζυγό της. Καμία απάντηση. Μήπως ήταν της φαντασίας της; Όχι, είχε ακουστεί σαν να άνοιξε η πόρτα και να ξανάκλεισε. «Ποιος;» Πάλι σιωπή. Η Λίσμπετ προσπάθησε να ανασηκωθεί, αλλά οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν με τέτοια ταχύτητα τις τελευταίες ημέρες, που δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε. Η δύναμη που της απέμενε καταναλωνόταν εκείνες τις ώρες που ήταν στο σπίτι ο Κένετ. Έκανε τα πάντα για να τον πείσει ότι ένιωθε καλύτερα απ’ όσο ήταν πραγματικά, ώστε να μείνει στο σπίτι λίγο ακόμα. Δεν ήθελε τη μυρωδιά του νοσοκομείου και την αίσθηση από εκείνα τα τραχιά σεντόνια στο κορμί της. Τον ήξερε τόσο καλά. Θα την πήγαινε σε χρόνο ρεκόρ στο νοσοκομείο αν ήξερε πόσο άσχημα ήταν. Θα το έκανε επειδή κρατούσε με μια σπασμωδική λαβή ακόμη την ελπίδα. Αλλά το κορμί της της έλεγε ότι πλησίαζε η ώρα. Όσες εφεδρείες δυνάμεων διέθετε είχαν τελειώσει και η αρρώστια είχε πάρει πλέον το πάνω χέρι. Είχε νικήσει. Και εκείνη δεν επιθυμούσε άλλο από το να πεθάνει στο σπίτι της, με τα δικά της σκεπάσματα πάνω στο κορμί της και το δικό της μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι. Και με τον Κένετ να κοιμάται δίπλα της όλη τη νύχτα. Έμενε συχνά ξάγρυπνη και αφουγκραζόταν, προσπαθούσε να αποστηθίζει τον ήχο καθεμιάς από τις ανάσες του. Ήξερε πόσο άβολα ήταν γι’ αυτόν σ’ εκείνο το ετοιμόρροπο ράντσο. Αλλά δεν άντεχε να του πει να πάει πάνω να κοιμηθεί. Ίσως ήταν εγωιστικό, αλλά τον αγαπούσε πάρα πολύ για να μείνει μακριά του τον ελάχιστο καιρό που της απέμενε. «Κένετ;» φώναξε για τρίτη φορά. Μόλις είχε πείσει τον εαυτό της


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

191

πως το είχε απλώς φανταστεί, όταν άκουσε τον γνωστό ήχο από το πλακάκι που είχε ξεκολλήσει λίγο εκεί έξω στο χολ. Πάντα ακουγόταν να διαμαρτύρεται έντονα όταν πατούσε πάνω του κάποιος. «Είναι κανείς εδώ;» Αρπάχτηκε από την άκρη του κρεβατιού και προσπάθησε ξανά να ανακαθίσει. Ένιωσε σαν τον κεντρικό χαρακτήρα ενός από τα αγαπημένα της μυθιστορήματα, τη Μεταμόρφωση του Φραντς Κάφκα, όπου ο Γκρέγκορ Σάμσα μεταμορφώνεται σε κατσαρίδα που δεν μπορεί να γυρίσει όπως είναι ξαπλωμένη ανάσκελα, αλλά μένει εκεί αβοήθητη. Τώρα ακούστηκαν βήματα από το χολ. Ήταν διστακτικά βήματα, αλλά πλησίαζαν συνεχώς. Η Λίσμπετ ένιωσε τον πανικό να την πλημμυρίζει. Ποιος ήταν αυτός που δεν απαντούσε όταν του φώναζε; Σίγουρα ο Κένετ δεν μπορεί ν’ αστειευόταν μαζί της κατ’ αυτό τον τρόπο. Ποτέ άλλοτε δεν της είχε κάνει τόσο άσχημες φάρσες ούτε την είχε εκθέσει σε απρόσμενες εκπλήξεις. Αποκλείεται να το έκανε τώρα. Τα βήματα δεν απείχαν πολύ τώρα. Κάρφωσε το βλέμμα της στην παλιά ξύλινη πόρτα την οποία είχε τρίψει και βάψει μόνη της πριν από μια αιωνιότητα – έτσι το ένιωθε. Στην αρχή η πόρτα ήταν ακίνητη κι εκείνη σκέφτηκε πως ίσως να ήταν το μυαλό της που της έπαιζε παιχνίδια, ότι ο καρκίνος μπορεί να είχε απλωθεί και στον εγκέφαλο τώρα, ώστε να μην μπορεί πια να σκεφτεί καθαρά και να αντιληφθεί την πραγματικότητα όπως ήταν. Αλλά μετά η πόρτα άρχισε να κινείται προς τα μέσα. Κάποιος ήταν από πίσω και την έσπρωχνε να την ανοίξει. Εκείνη φώναξε για βοήθεια, φώναξε όσο δυνατά μπορούσε για να καταπνίξει την τρομακτική σιωπή. Όταν η πόρτα άνοιξε εντελώς εκείνη σταμάτησε. Και το άτομο εκεί άρχισε να μιλάει. Η φωνή τής ήταν γνωστή και ταυτόχρονα άγνωστη, και μισόκλεισε τα μάτια μήπως και δει καλύτερα. Τα μακριά, σκούρα μαλλιά την έκαναν να φέρει ενστικτωδώς το χέρι στο κεφάλι για να δει αν το κίτρινο φουλάρι ήταν στη θέση του. «Ποιος;» είπε εκείνη, αλλά το άτομο έφερε το δάχτυλο στα χείλη και την έκανε να σωπάσει. Η φωνή ξανακούστηκε. Τώρα ερχόταν από την άκρη του κρεβατιού, ακουγόταν κοντά στο πρόσωπό της, της έλεγε πράγματα που την έκαναν να θέλει να κλείσει τ’ αυτιά για να μην ακούει. Κούνησε


192

KAMILLA LACKBERG

πέρα δώθε το κεφάλι της, δεν ήθελε να ακούσει, αλλά η φωνή συνέχισε. Ήταν σαγηνευτική και ανελέητη. Αφηγούνταν μια ιστορία, και κάτι στον τόνο της και στις λεπτομέρειες της αφήγησης την έκαναν να καταλάβει ότι η ιστορία ήταν αληθινή. Και αυτή η αλήθεια ήταν περισσότερο απ’ όσο μπορούσε ν’ αντέξει. Άκουγε παραλυμένη την αφήγηση να συνεχίζεται. Και όσο περισσότερα άκουγε και μάθαινε, τόσο ασθενέστερη γινόταν η λαβή από τη λεπτή κλωστή της ζωής που την κρατούσε ακόμη εκεί. Είχε ζήσει σε χρόνο δανεικό και από καθαρή θέληση, βασισμένη στην αγάπη και στην πίστη της σ’ αυτήν. Αλλά όταν της την άρπαξαν, η λαβή χαλάρωσε. Το τελευταίο που άκουσε ήταν η φωνή. Έπειτα η καρδιά της έσπασε. «Πότε πιστεύεις ότι θα μπορέσουμε να μιλήσουμε με τη Σία ξανά;» Ο Πάτρικ κοίταξε τη συνάδελφό του. «Δυστυχώς δεν γίνεται να περιμένουμε» έκανε η Πάουλα. «Σίγουρα καταλαβαίνει ότι πρέπει να συνεχίσουμε την έρευνα». «Ναι, δίκιο έχεις, σίγουρα» έκανε ο Πάτρικ που δεν ακουγόταν απολύτως πεπεισμένος. Ήταν πάντα μια δύσκολη πράξη εξισορρόπησης. Το να κάνεις τη δουλειά σου και ίσως να υποχρεώνεσαι να ενοχλήσεις άγαρμπα κάποιον πενθούντα ή να φέρεσαι σαν συνάνθρωπος και να αφήνεις τη δουλειά να έρθει δεύτερη. Αλλά η Σία, βέβαια, μέσω των ανελλιπών εβδομαδιαίων επισκέψεών της κάθε Τετάρτη στο τμήμα, έδινε ξεκάθαρα το στίγμα των προτεραιοτήτων της. «Τι μπορούμε να κάνουμε; Τι υπάρχει που δεν κάναμε; Ή που μπορούμε να ξανακάνουμε; Κάτι που μας ξέφυγε». «Κατ’ αρχάς, ο Μάγκνους έζησε όλη τη ζωή του στη Φιελμπάκα, οπότε αν είχε μυστικά, είτε στο παρελθόν είτε τώρα, θα βρίσκονται εδώ. Αυτό μας διευκολύνει. Αν και το ράδιο αρβύλα είναι συνήθως αποτελεσματικότατο, δεν έχουμε καταφέρει να βρούμε το παραμικρό γι’ αυτόν. Τίποτα που θα μετρούσε σαν κίνητρο για κάποιον να τον βλάψει, πόσο μάλλον να προχωρήσει σε κάτι δραστικό όπως ένας φόνος». «Ναι, φαίνεται πως ήταν πραγματικά ο τύπος του οικογενειάρχη. Σταθερός γάμος, καλοαναθρεμμένα παιδιά, κανονικές κοινωνικές συναναστροφές. Παρ’ όλα αυτά, κάποιος του επιτέθηκε με μαχαίρι.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

193

Μπορεί να ήταν πράξη ενός τρελού; Ενός ψυχικά άρρωστου ατόμου που κάποια στιγμή αποτρελάθηκε και επέλεξε ένα θύμα τυχαία;» Η Πάουλα δεν ακουγόταν να πιστεύει και πολύ σε αυτήν τη θεωρία. «Δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε, αλλά δεν το πιστεύω. Αυτό που αντιτίθεται σοβαρά σε αυτήν τη θεωρία είναι το γεγονός ότι τηλεφώνησε στον Ροσάντερ και του είπε ότι θα καθυστερούσε. Και όταν το έκανε δεν ακουγόταν ως συνήθως. Όχι, κάτι συνέβη εκείνο το πρωί». «Θα πρέπει να στραφούμε, με άλλα λόγια, σε άτομα που γνώριζε». «Αυτό εύκολα το λες αλλά δύσκολα το κάνεις» είπε ο Πάτρικ. «Η Φιελμπάκα έχει περίπου χίλιους κατοίκους. Λίγο πολύ, οι πάντες γνωρίζουν τους πάντες». «Ναι, ευχαριστώ, για την πληροφορία, το έχω ήδη καταλάβει» είπε γελώντας η Πάουλα. Ήταν σχετικά καινούργια στο Τανουμσχέντε και προσπαθούσε να συνηθίσει το σοκ που υπέστη χάνοντας την ανωνυμία της μεγαλούπολης. «Αλλά θεωρητικά έχεις δίκιο. Και δεδομένης αυτής της ιδιαιτερότητας θα πρότεινα ν’ αρχίσουμε από μέσα και να κινηθούμε προς τα έξω. Θα μιλήσουμε με τη Σία με την πρώτη ευκαιρία που θα μας δοθεί. Έπειτα θα μιλήσουμε με τους στενότερους φίλους, τον Έρικ Λιντ, τον Κένετ Μπένγκτσον και, φυσικά, τον Κρίστιαν Τιντέλ. Κάτι κρύβεται πίσω από εκείνα τα απειλητικά γράμματα… » Ο Πάτρικ άνοιξε το πάνω συρτάρι του γραφείου και έβγαλε την πλαστική σακούλα με το γράμμα και την κάρτα. Αφηγήθηκε όλη την ιστορία για το πώς τα απέκτησε αυτά η Ερίκα, και η Πάουλα τον άκουγε με δυσπιστία. Έπειτα πήρε και διάβασε τα απειλητικά λόγια σιωπηλή. «Αυτό εδώ είναι σοβαρό» είπε η Πάουλα. «Θα έπρεπε να τα στείλουμε για ανάλυση». «Ξέρω» είπε ο Πάτρικ «αλλά ας μη βγάλουμε τίποτα βιαστικά συμπεράσματα. Το ότι όλα συνδέονται είναι απλώς μια διαίσθηση που έχω». «Ναι» είπε η Πάουλα και σηκώθηκε. «Ούτε εγώ πιστεύω ότι είναι σύμπτωση». Σταμάτησε πριν βγει από το γραφείο του Πάτρικ. «Θα μιλήσουμε με τον Κρίστιαν σήμερα;»


194

KAMILLA LACKBERG

«Όχι, θα ήθελα να αφιερώσουμε την υπόλοιπη μέρα μαζεύοντας πληροφορίες γι’ αυτούς τους τρεις: Κρίστιαν, Έρικ και Κένετ. Θα τις μελετήσουμε μαζί αύριο το πρωί για να δούμε αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. Θέλω επίσης να μελετήσουμε και οι δυο μας πολύ προσεκτικά τις σημειώσεις από τις συζητήσεις που κάναμε μ’ αυτούς αμέσως μετά την εξαφάνιση του Μάγκνους. Μπας και εντοπίσουμε κάτι που δεν ταιριάζει με αυτά που είπαν την προηγούμενη φορά». «Θα μιλήσω με την Άνικα, η οποία σίγουρα μπορεί να βοηθήσει με το σχετικό υλικό». «Ωραία. Κι εγώ θα τηλεφωνήσω στη Σία για να δω πότε μπορεί να μας συναντήσει». Ο Πάτρικ έμεινε να κοιτάζει αφηρημένος το τηλέφωνο μετά την αποχώρηση της Πάουλα. «Σταματήστε να τηλεφωνείτε εδώ!» Η Σάνα κοπάνησε το ακουστικό στη συσκευή. Το τηλέφωνο δεν είχε σταματήσει να χτυπάει όλη τη μέρα. Δημοσιογράφοι που ζητούσαν τον Κρίστιαν. Δεν έλεγαν τι τον θέλανε, αλλά δεν ήταν και δύσκολο να καταλάβεις. Το γεγονός ότι ο Μάγκνους είχε βρεθεί νεκρός τόσο σύντομα μετά την αποκάλυψη για τα απειλητικά γράμματα έκανε τους δημοσιογράφους, φυσικά, να συνδέσουν τα δύο γεγονότα. Αλλά αυτό ήταν παράλογο. Οι δύο αυτές περιπτώσεις δεν μπορούσαν να έχουν σχέση μεταξύ τους. Φημολογούνταν, βεβαίως, ότι ο Μάγκνους είχε δολοφονηθεί, αλλά εκείνη αρνιόταν να το πιστέψει αν δεν το άκουγε πρώτα από εγκυρότερες πηγές και όχι από τα κουτσομπολιά. Αλλά ακόμα κι αν κάτι τόσο αδιανόητο αποδεικνυόταν αληθές, γιατί θα έπρεπε να έχει κάποια σχέση με τα γράμματα που είχε λάβει ο Κρίστιαν; Ήταν όπως ακριβώς της είχε πει ο ίδιος ο Κρίστιαν όταν προσπάθησε να την καθησυχάσει. Κάποιος ψυχικά διαταραγμένος άνθρωπος έτυχε να βάλει στον στόχο εκείνον, κάποιος που, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν εντελώς ακίνδυνος. Εκείνη θέλησε να τον ρωτήσει γιατί τότε είχε αντιδράσει τόσο έντονα στο πάρτι παρουσίασης του βιβλίου του. Πίστευε άραγε ο ίδιος όσα έλεγε; Αλλά οι ερωτήσεις κόλλησαν κάπου στον λαιμό της και δεν έβγαιναν όταν της αποκάλυψε από πού προερχόταν το μπλε φόρεμα. Και με την αποκάλυψη αυτή όλα τ’ άλλα ήρθαν σε δεύτερη


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

195

μοίρα. Ήταν φρικτό και την πόνεσε πραγματικά η καρδιά της όταν άκουσε την ιστορία του. Ήταν, όμως, ταυτόχρονα και παρήγορο διότι ξεκαθάριζε πολλά. Και δικαιολογούσε πολλά. Οι δικές της στενοχώριες πέρασαν, επίσης, σε δεύτερη μοίρα όταν σκέφτηκε τη Σία και όσα περνούσε. Θα τους έλειπε ο Μάγκνους, και στην ίδια και στον Κρίστιαν. Η παρέα που κάνανε ήταν πάντα ειλικρινής, και κατά κάποιον τρόπο αυτονόητη, θα έλεγες. Ο Έρικ, ο Κένετ και ο Μάγκνους είχαν μεγαλώσει μαζί και είχαν κοινό παρελθόν. Τους θυμόταν από τότε, αλλά λόγω της διαφοράς ηλικίας δεν τους είχε κάνει παρέα μέχρι που μπήκε και ο Κρίστιαν στην εικόνα και άρχισαν να τους μαθαίνουν ως ανθρώπους. Εντάξει, καταλάβαινε ότι οι γυναίκες των άλλων τη θεωρούσαν μικρή και ίσως κάπως αφελή. Ωστόσο πάντα την υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες, και με τα χρόνια αυτές οι συναναστροφές είχαν γίνει ένα κομμάτι της ζωής τους. Γιόρταζαν μαζί τις μεγάλες γιορτές και όλα ήταν μια χαρά. Μερικές φορές τραπέζωναν εντελώς αυθόρμητα η μια οικογένεια την άλλη τα Σαββατοκύριακα. Από τις γυναίκες τους της άρεσε περισσότερο η Λίσμπετ. Ήταν ήρεμη, αξιοπρεπώς αστεία και μιλούσε πάντα με τη Σάνα σαν να μιλούσε σε μια συνομήλικη. Εκτός αυτού λάτρευε τα παιδιά τους, τον Νιλς και τον Μέλκερ, και θεωρούσε μεγάλη σπατάλη χρόνου το γεγονός ότι η ίδια και ο Κένετ δεν είχαν αποκτήσει δικά τους παιδιά. Αλλά οι τύψεις κατέτρωγαν τη Σάνα που δεν άντεχε να πάει να δει τη Λίσμπετ. Είχε προσπαθήσει τα Χριστούγεννα. Πήγε εκεί μ’ ένα χριστουγεννιάτικο λουλούδι και ένα κουτί σοκολατάκια Αλαντίν, αλλά μόλις είδε τη Λίσμπετ ξαπλωμένη στο κρεβάτι, περισσότερο νεκρή παρά ζωντανή, της ήρθε να κάνει μεταβολή και να φύγει τρέχοντας. Η Λίσμπετ πρόσεξε την αντίδρασή της. Και η Σάνα είδε ότι πρόσεξε την αντίδρασή της, είδε την κατανόηση που έδειξε γι’ αυτό, μαζί με μια μικρή δόση απογοήτευσης. Δεν άντεχε να ξαναδεί εκείνη την απογοήτευση, δεν άντεχε να συναντήσει τον θάνατο με ανθρώπινη περιβολή και να προσποιείται ότι εκεί στο κρεβάτι ήταν η φίλη της. «Γεια σου, πώς κι είσαι σπίτι τόσο νωρίς;» Σήκωσε ξαφνιασμένη το βλέμμα όταν είδε τον Κρίστιαν να περνάει το κατώφλι και να κρεμάει τα ρούχα του στο χολ με άγαρμπες κινήσεις. «Άρρωστος είσαι;


196

KAMILLA LACKBERG

Δεν δουλεύεις μέχρι τις πέντε σήμερα;» «Δεν αισθάνομαι και πολύ καλά» μουρμούρισε εκείνος. «Όντως, δεν φαίνεσαι και τόσο καλά» είπε εκείνη και τον κοίταξε ανήσυχη. «Και τι έκανες στο μέτωπό σου;» Εκείνος έκανε μια χειρονομία αδιαφορίας. «Α , τίποτα σοβαρό». «Γρατζουνίστηκες;» «Σταμάτα. Δεν αντέχω τις ανακρίσεις σου». Πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε με πιο ήρεμη φωνή: «Πέρασε από τη βιβλιοθήκη ένας δημοσιογράφος και ρωτούσε για τον Μάγκνους και τα γράμματα. Με έχουν κουράσει πολύ όλα αυτά». «Μμ, κι εδώ τηλεφωνούν σαν τρελοί. Και τι του είπες;» «Όσο λιγότερα μπορούσα». Σταμάτησε εκεί. «Αλλά σίγουρα κάτι θα δούμε στις εφημερίδες γι’ αυτό και αύριο. Ό,τι θέλουν γράφουν». «Η Γκάμπι πάντως θα χαρεί» είπε η Σάνα δηκτικά. «Πώς πήγε η συνάντηση μαζί της, παρεμπιπτόντως;» «Καλά» απάντησε κοφτά ο Κρίστιαν, αλλά κάτι στο ύφος του της έλεγε ότι αυτό δεν ήταν όλη η αλήθεια. «Αλήθεια; Μπορώ να καταλάβω ότι ήσουν οργισμένος που σε ξεμπρόστιασε έτσι τις προάλλες… » «Σου είπα ότι πήγε καλά!» έκανε μέσα από τα δόντια του ο Κρίστιαν. «Πρέπει να αμφισβητείς πάντα όσα λέω;» Η οργή τον πλημμύρισε ξανά και η Σάνα έμεινε ακίνητη και απλώς τον κοιτούσε. Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό όταν την πλησίασε και συνέχισε να φωνάζει. «Πρέπει να με αφήσεις στην ησυχία μου, που να πάρει ο διάολος! Το καταλαβαίνεις; Σταμάτα να με κυνηγάς όλο το εικοσιτετράωρο. Σταμάτα να φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν». Εκείνη κοίταξε κατάματα τον άντρα της, τον οποίον όφειλε να γνωρίζει έπειτα από τόσα χρόνια. Αλλά εκείνος που της αντιγύρισε το βλέμμα ήταν ένας ξένος. Και για πρώτη φορά η Σάνα ένιωσε να τον φοβάται. Η Άννα μισόκλεισε τα μάτια καθώς μπήκε οδηγώντας στη στροφή μετά τον Ιστιοπλοϊκό Όμιλο, με προορισμό το Σέλβικ. Η σιλουέτα που περπατούσε με δυσκολία λίγο πιο μπροστά είχε κάποιες ομοιότητες με την αδελφή της, αν έκρινε κανείς από το χρώμα των μαλλιών


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

197

και τα ρούχα. Κατά τ’ άλλα η φιγούρα εκείνη θύμιζε πολύ την Μπαρμπαμαμά. Η Άννα έκοψε ταχύτητα και κατέβασε το τζάμι της πόρτας της. «Γεια σου, σ’ εσένα πήγαινα μόλις τώρα. Μου φαίνεται πως θα χρειαστεί να κάνεις με αυτοκίνητο αυτό το τελευταίο κομμάτι». «Ναι, ευχαριστώ» είπε η Ερίκα, άνοιξε την πόρτα από τη μεριά του συνοδηγού και κάθισε βαριά στη θέση. «Υπερεκτίμησα την ικανότητά μου να περπατώ. Είμαι εντελώς ψόφια και μουσκίδι στον ιδρώτα». «Και πού είχες πάει, δηλαδή;» Η Άννα έβαλε πρώτη και κατευθύνθηκε προς το σπίτι που ήταν κάποτε το πατρικό τους, και στο οποίο έμεναν τώρα η Ερίκα με τον Πάτρικ. Το σπίτι που λίγο έλειψε να πουληθεί, αλλά η Άννα απόδιωξε μεμιάς τις σκέψεις που είχαν σχέση με τον Λούκας και το παρελθόν. Εκείνος ο καιρός είχε περάσει. Για πάντα. «Ξέρεις, πήγα κι έκανα μια κουβεντούλα με τον Κένετ στις Παραθαλάσσιες Κατασκευές». «Γιατί; Μη μου πεις πως θα πουλήσετε το σπίτι». «Όχι, όχι» έσπευσε να τη διαβεβαιώσει η Ερίκα. «Ήθελα μόνο να μιλήσω λίγο μαζί του για τον Κρίστιαν. Και για τον Μάγκνους». Η Άννα πάρκαρε μπροστά από την όμορφη, παλιά βίλα. «Γιατί;» ρώτησε, αλλά αμέσως μετά το μετάνιωσε. Η περιέργεια της μεγάλης αδελφής της δεν είχε όρια, και μερικές φορές δημιουργούσε καταστάσεις που η Άννα δεν ήθελε καν ν’ ακούσει γι’ αυτές. «Συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα τίποτα για το παρελθόν του Κρίστιαν. Ποτέ του δεν έχει πει κουβέντα για το παρελθόν του» είπε η Ερίκα και βγήκε με κόπο από το αυτοκίνητο. «Και εκτός αυτού πιστεύω ότι το όλο θέμα είναι κάπως περίεργο. Ο Μάγκνους πιθανότατα δολοφονήθηκε και ο Κρίστιαν απειλείται. Δεδομένου ότι αυτοί οι δύο είναι καλοί φίλοι, δεν μπορώ να δεχτώ έτσι απλά την εξήγηση περί σύμπτωσης». «Ναι, αλλά λάβαινε και ο Μάγκνους απειλητικά γράμματα;» Η Άννα μπήκε στο χολ μετά την Ερίκα και κρέμασε τα ρούχα της. «Όχι, από ό,τι κατάλαβα εγώ. Διότι αν ήταν έτσι θα το ήξερε ο Πάτρικ». «Και είσαι σίγουρη ότι θα σου το έλεγε αν ανακάλυπτε κάτι τέτοιο κατά τη διάρκεια της έρευνας;»


198

KAMILLA LACKBERG

Η Ερίκα χαμογέλασε. «Εννοείς επειδή ο αγαπητός μου σύζυγος είναι τόσο καλός στο να κρατά το στόμα του κλειστό;» «Εντάξει, στο σημείο αυτό κερδίζεις» είπε γελώντας η Άννα και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Ο Πάτρικ δεν κατάφερνε σχεδόν ποτέ να κρατήσει κάτι μυστικό για πολύ όταν η Ερίκα αποφάσιζε να του το εκμαιεύσει. «Επίσης είδα ότι δεν γνώριζε απολύτως τίποτα για τα γράμματα που λάβαινε ο Κρίστιαν, όταν του τα έδειξα. Αν είχε μάθει κάτι ανάλογο για τον Μάγκνους, θα είχε αντιδράσει διαφορετικά». «Μμ, μάλλον έχεις δίκιο. Έμαθες τίποτα από τη συνάντηση με τον Κένετ, λοιπόν;» «Όχι, σχεδόν τίποτα. Αλλά είχα την αίσθηση πως δυσφορούσε πολύ που τον ρωτούσα γι’ αυτό. Ήταν σαν να άγγιζα ένα ευαίσθητο σημείο, αλλά δεν μπορώ να πω ακριβώς με ποιον τρόπο». «Πόσο καλά γνωρίζονται αυτοί οι δύο;» «Δεν ξέρω πραγματικά. Δυσκολεύομαι πολύ να δω τι κοινό μπορεί να έχει ο Κρίστιαν με τον Κένετ και τον Έρικ. Με τον Μάγκνους το καταλαβαίνω». «Επίσης, πάντα είχα την εντύπωση ότι ο Κρίστιαν και η Σάνα είναι κάπως αταίριαστο ζευγάρι». «Ναι… » Η Ερίκα έψαχνε να βρει την κατάλληλη λέξη. Δεν ήθελε να ακουστεί σαν να κακολογούσε κάποιον. «Η Σάνα δίνει την αίσθηση της πολύ νέας» είπε τελικά. «Επίσης πιστεύω ότι είναι πολύ ζηλιάρα. Και από μια μεριά την καταλαβαίνω. Ο Κρίστιαν είναι ωραίος άντρας, και δεν σου δίνεται η εντύπωση ότι η σχέση τους είναι ισότιμη». Είχε φτιάξει μια ολόκληρη τσαγιέρα τσάι και την έβαλε στο τραπέζι, μαζί με μέλι και γάλα. «Τι εννοείς ισότιμη;» ρώτησε γεμάτη περιέργεια η Άννα. «Κοίτα, δεν κάνω πολλή παρέα μαζί τους, αλλά έχω την αίσθηση ότι η Σάνα λατρεύει τον Κρίστιαν, ενώ εκείνος της φέρεται λίγο αφ’ υψηλού». «Αυτό δεν ακούγεται τόσο ευχάριστο» είπε η Άννα και ήπιε μια γουλιά τσάι που της φάνηκε πολύ καυτό. Ακούμπησε πάλι κάτω την κούπα για να το αφήσει να κρυώσει λίγο. «Όχι, και ίσως εγώ να βγάζω βιαστικά συμπεράσματα από τα λίγα που είδα. Αλλά υπάρχει κάτι στη σχέση τους που την κάνει να μοιάζει


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

199

περισσότερο με σχέση μεταξύ παιδιού και γονέα παρά με σχέση δύο ενηλίκων». «Το βιβλίο του πάει καλά, πάντως». «Ναι, και το αξίζει» είπε η Ερίκα. «Ο Κρίστιαν είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους συγγραφείς που έχω συναντήσει και θα χαρώ πολύ να τον ανακαλύψουν οι αναγνώστες». «Και όσα γράφτηκαν έπαιξαν κάποιο ρόλο επίσης. Ποτέ δεν πρέπει να υποτιμάς την περιέργεια του κόσμου». «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν με νοιάζει πώς θα πειστούν να αγοράσουν το βιβλίο, αρκεί να το κάνουν» είπε η Ερίκα και έβαλε μέσα στο τσάι μια δεύτερη κουταλιά μέλι. Έπινε το τσάι της τόσο γλυκό σε σημείο που να κολλάει στα δόντια, και είχε προσπαθήσει να απεξαρτηθεί από αυτήν τη συνήθεια, αλλά πάντα κατέληγε να υποκύπτει στον πειρασμό. «Πώς αισθάνεσαι μ’ αυτό εδώ, αλήθεια;» Η Άννα έδειξε την κοιλιά της Ερίκα και δεν μπόρεσε να κρύψει την ανησυχία στη φωνή της. Δεν ήταν παρούσα τη δύσκολη εποχή μετά τη γέννηση της Μάγια, μια που είχε να παλέψει με τα δικά της προβλήματα. Αλλά τούτη τη φορά ανησυχούσε πολύ για την αδελφή της. Δεν ήθελε να τη δει να χάνεται ξανά στις ομίχλες της κατάθλιψης. «Θα ήταν ψέματα αν σου έλεγα ότι δεν φοβάμαι» είπε διστακτικά η Ερίκα. «Όμως νιώθω πολύ πιο έτοιμη ψυχικά αυτήν τη φορά. Ξέρω τι με περιμένει, πόσο δύσκολοι είναι οι πρώτοι μήνες. Αλλά ταυτόχρονα δεν μπορείς να ξέρεις πώς θα είναι τα πράγματα με δύο παιδιά μαζί. Ίσως να είναι πολύ δυσκολότερο, όσο έτοιμη κι αν νομίζω πως είμαι». Θυμόταν ακόμη πώς ένιωθε τον καιρό μετά τη γέννηση της Μάγια. Δεν θυμόταν λεπτομέρειες, δεν θυμόταν στιγμές από την καθημερινότητα των πρώτων μηνών. Έτσι, η ζωή φάνταζε εντελώς μαύρη όταν προσπαθούσε να θυμηθεί το παρελθόν. Αλλά διατηρούσε καλά μέσα της εκείνη την αίσθηση και πανικοβαλλόταν και με την απλή σκέψη του ξανακυλήματος σ’ εκείνη την απύθμενη απελπισία και την πλήρη εγκατάλειψη που είχε βιώσει. Η Άννα κατάλαβε τι σκεφτόταν η Ερίκα. Άπλωσε το χέρι και έπιασε το δικό της.


200

KAMILLA LACKBERG

«Δεν θα έχουμε τα ίδια αυτήν τη φορά. Εντάξει, θα έχεις περισσότερη δουλειά από ό,τι με τη Μάγια, δεν μπορώ να πω ψέματα. Αλλά είμαι εδώ και σε φυλάω, ο Πάτρικ σε φυλάει, και θα σε πιάσουμε αμέσως μόλις πας να πέσεις σ’ εκείνη τη βαθιά τρύπα ξανά. Σου το υπόσχομαι. Κοίταξέ με, Ερίκα». Ανάγκασε την αδελφή της να σηκώσει το κεφάλι και να την κοιτάξει στα μάτια. Όταν είχε την πλήρη προσοχή της επανέλαβε ήρεμα και με σταθερή φωνή: «Δεν θα σε αφήσουμε να καταλήξεις ξανά εκεί». Η Ερίκα ανοιγόκλεισε τα μάτια για να διώξει μερικά δάκρυα και έσφιξε το χέρι της αδελφής της. Είχαν αλλάξει πολλά μεταξύ τους τα τελευταία χρόνια. Η Ερίκα δεν ήταν πια ένα είδος μητέρας για την Άννα. Δεν ήταν καν μεγάλη αδελφή πια. Ήταν απλώς αδερφές, νέτα σκέτα. Και φίλες. «Έχω ένα μεγάλο δοχείο παγωτό σοκολάτα με αμύγδαλα Μπεν & Τζέρι στην κατάψυξη. Να το βγάλω;» «Και τώρα μου το λες;» είπε η Άννα με προσβεβλημένη έκφραση. «Φέρε το παγωτό πριν σε διαγράψω από συγγενή». Ο Έρικ αναστέναξε όταν είδε το αυτοκίνητο της Λουίζ να μπαίνει στο πάρκινγκ μπροστά από το γραφείο. Εκείνη δεν συνήθιζε να περνάει από εκεί και το γεγονός ότι είχε έρθει δεν μπορούσε να σήμαινε κάτι καλό. Τον είχε αναζητήσει στο τηλέφωνο μόλις πριν από λίγο. Του το είχε πει ο Κένετ, όταν ο Έρικ επέστρεψε από τα καταστήματα που είχε πάει για λίγο. Επιτέλους, για μια φορά είχε μπορέσει να πει στον συνέταιρό του την αλήθεια για το πού ήταν. Αναρωτήθηκε γιατί εκείνη ήθελε τόσο πολύ να τον συναντήσει. Να είχε άραγε μάθει για τη σχέση του με τη Σεσίλια; Μπα, το γεγονός ότι πηδούσε κάποια δεν θα μπορούσε να την κάνει να μπει στο αμάξι και να έρθει ως εδώ μέσα στα χιόνια. Ξαφνικά πάγωσε. Μήπως είχε μάθει ότι η Σεσίλια ήταν έγκυος; Μήπως είχε σπάσει τη συμφωνία τους η Σεσίλια, τη συμφωνία που η ίδια είχε προτείνει; Μήπως η επιθυμία της να τον πληγώσει και να τον εκδικηθεί ήταν τελικά μεγαλύτερη από την επιθυμία της να παίρνει ένα μηνιάτικο ποσό για την ίδια και για το παιδί της; Είδε τη Λουίζ να βγαίνει από το αυτοκίνητο. Η σκέψη ότι μπορεί να τον είχε καρφώσει η Σεσίλια τον είχε αφήσει παράλυτο. Ποτέ δεν


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

201

έπρεπε να υποτιμάει κανείς τις γυναίκες. Όσο περισσότερο το σκεφτόταν, τόσο πιθανότερο του φαινόταν να είχε εκείνη θυσιάσει τα λεφτά για την ικανοποίηση να του καταστρέψει τη ζωή. Η Λουίζ πέρασε την είσοδο. Φαινόταν ταραγμένη. Όταν μπήκε μέσα εκείνος ένιωσε αμέσως την κρασίλα που την τύλιγε σαν μια πυκνή ομίχλη. «Είσαι με τα καλά σου; Οδήγησες μεθυσμένη;» της φώναξε εκνευρισμένος. Με την άκρη του ματιού του είδε πως ο Κένετ έκανε ότι ασχολούνταν με κάτι στην οθόνη του υπολογιστή του, αλλά και ότι όσο κι αν το ήθελε δεν θα μπορούσε να αποφύγει ν’ ακούσει όσα λέγονταν. «Χέσ’ το αυτό» είπε ψευδίζοντας η Λουίζ. «Οδηγώ πάντως καλύτερα μεθυσμένη απ’ όσο οδηγάς εσύ νηφάλιος». Παραπάτησε και ο Έρικ κοίταξε το ρολόι του. Τρεις το απόγευμα κι εκείνη ήταν ήδη λιώμα. «Τι θέλεις;» Ήθελε απλώς να τελειώνει μαζί της. Αν ήταν να του κάνει τον κόσμο του συντρίμμια ας το έκανε μια ώρα αρχύτερα. Πάντα ήταν άνθρωπος της δράσης, ποτέ δεν είχε οπισθοχωρήσει μπροστά στα δύσκολα. Αλλά αντί εκείνη να αρχίσει να τον κατηγορεί για τη Σεσίλια και να του πει πως ήξερε για το παιδί, να τον στείλει στον διάολο και να του επισημάνει ότι θα του έπαιρνε ό,τι είχε και δεν είχε, έβαλε το χέρι της στην τσέπη του παλτού της και έβγαλε κάτι λευκό. Πέντε άσπρους φακέλους. Ο Έρικ τούς αναγνώρισε αμέσως. «Μπήκες στο γραφείο μου; Έψαξες τα συρτάρια μου;» «Ναι, και βέβαια το έκανα, γαμώτο. Διότι εσύ δεν μου λες ποτέ τίποτα. Ούτε καν πως κάποιος σου στέλνει απειλητικά γράμματα. Μπας και με θεωρείς ηλίθια; Νομίζεις ότι δεν καταλαβαίνω πως πρόκειται για τα ίδια γράμματα που έγραφαν στις εφημερίδες; Από αυτά που έχει λάβει και ο Κρίστιαν; Και τώρα ο Μάγκνους είναι νεκρός». Η οργή της έβραζε και ξεχείλιζε. «Και γιατί δεν μου τα έδειξες αυτά; Κάποιος αρρωστημένος στέλνει στο σπίτι μας απειλές κι εσύ θεωρείς ότι δεν έχω δικαίωμα να το γνωρίζω; Εγώ που είμαι εκεί στο σπίτι μόνη και απροστάτευτη όλη μέρα;» Ο Έρικ έριξε μια ματιά στον Κένετ, ενοχλημένος που ο συνάδελφός του άκουγε τη Λουίζ να τον ντροπιάζει. Όταν είδε την έκφραση


202

KAMILLA LACKBERG

του προσώπου του όμως πάγωσε. Ο Κένετ δεν κοιτούσε πλέον την οθόνη του υπολογιστή. Είχε καρφώσει το βλέμμα του στους πέντε άσπρους φακέλους που είχε πετάξει η Λουίζ πάνω στο γραφείο. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό. Για μια στιγμή κοίταξε τον Έρικ, έπειτα έστρεψε αλλού το κεφάλι του ξανά. Αλλά ήταν ήδη αργά. Ο Έρικ κατάλαβε. «Έλαβες κι εσύ τέτοια;» Η Λουίζ ξαφνιάστηκε με την ερώτηση του Έρικ και κοίταξε τον Κένετ. Στην αρχή φάνηκε σαν να μην τον είχε ακούσει, συνέχισε απορροφημένος να μελετά ένα περίπλοκο διάγραμμα Εxcel για έξοδα και έσοδα. Αλλά ο Έρικ δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να ξεφύγει έτσι. «Κένετ, σου έκανα μια ερώτηση!» ακούστηκε επιτακτική η φωνή του Έρικ. Όπως ήταν όλα αυτά τα χρόνια που γνωρίζονταν. Και ο Κένετ αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο που αντιδρούσε όταν ήταν μικροί. Ήταν ακόμη ο ενδοτικός, αυτός που πάντα ακολουθούσε και αναγνώριζε την εξουσία του Έρικ και την ανάγκη του να έχει τον έλεγχο. Έστρεψε αργά την καρέκλα του γραφείου του, μέχρι που βρέθηκε να κοιτάζει κατάματα τον Έρικ και τη Λουίζ. Έδεσε τα χέρια του γύρω από το γόνατο και απάντησε χαμηλόφωνα: «Έλαβα τέσσερα. Τρία με το ταχυδρομείο και ένα που είχαν αφήσει πάνω στο τραπέζι της κουζίνας μου». Η Λουίζ έγινε κάτωχρη. Η οργή της για τον Έρικ αναζωπυρώθηκε και στράφηκε προς το μέρος του. «Τι είναι αυτό; Πρώτα ο Κρίστιαν, έπειτα εσύ και ο Κένετ; Τι κάνατε οι τρεις σας; Και ο Μάγκνους; Λάβαινε κι αυτός τέτοια γράμματα;» Κοίταξε με βλέμμα επιτιμητικό τον άντρα της, μετά τον Κένετ και ξανά τον άντρα της. Επικράτησε σιωπή για λίγο. Μετά ο Κένετ κοίταξε τον συνάδελφό του και ανασήκωσε τους ώμους. Ο Έρικ κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, απ’ όσο ξέρω. Ο Μάγκνους δεν ανέφερε ποτέ τίποτα, αλλά αυτό δεν σημαίνει και κάτι. Εσύ ξέρεις;» Απευθύνθηκε στον Κένετ που επίσης κούνησε το κεφάλι του. «Όχι. Αν ο Μάγκνους μιλούσε σε κάποιον, αυτός θα ήταν ο Κρίστιαν». «Και πότε πήρες εσύ το πρώτο;» Το μυαλό του Έρικ είχε αρχίσει να επεξεργάζεται πληροφορίες. Εκτιμούσε το πρόβλημα απ’ όλες τις


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

203

πλευρές, προσπαθούσε να βρει μια λύση για να πάρει ξανά τα ηνία. «Δεν ξέρω σίγουρα. Πριν από τα Χριστούγεννα πάντως. Κάποια στιγμή τον Δεκέμβριο». Ο Έρικ άπλωσε να πάρει τα γράμματα στο γραφείο. Η Λουίζ είχε καταρρεύσει, η οργή της είχε γίνει σαν σκασμένο λάστιχο. Στεκόταν ακίνητη μπροστά στον άντρα της και τον κοιτούσε να ταξινομεί τα γράμματα με βάση την ημερομηνία στη σφραγίδα του ταχυδρομείου. Το πλέον πρόσφατο ήταν κάτω κάτω και το πήρε ξανά στα χέρια του, και μισόκλεισε τα μάτια για να δει τι έγραφε η σφραγίδα. «Δεκαπέντε Δεκέμβρη». «Περίπου την ίδια εποχή με το δικό μου πρώτο γράμμα» είπε ο Κένετ και έστρεψε ξανά το βλέμμα στο πάτωμα. «Έχεις ακόμη τα γράμματα; Μπορείς να ελέγξεις πότε σφραγίστηκαν αυτά που ήρθαν με το ταχυδρομείο;» είπε ο Έρικ με την πλέον αποτελεσματική και αυστηρά επαγγελματική φωνή του. Ο Κένετ έγνεψε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Όταν μου άφησαν το τέταρτο γράμμα έβαλαν δίπλα του και ένα από τα κουζινομάχαιρα που έχουμε εκεί μέσα». «Μήπως το είχες αφήσει εσύ εκεί;» Η Λουίζ δεν ψεύδιζε πια. Ο φόβος την είχε κάνει να ξεμεθύσει και είχε διώξει μακριά τις ομίχλες από το μυαλό της. «Όχι, ξέρω ότι ήταν όλα μαζεμένα και το τραπέζι άδειο όταν πήγα και ξάπλωσα». «Η εξώπορτα ήταν ξεκλείδωτη;» Ο Έρικ ακουγόταν ακόμη ψυχρός και συγκεντρωμένος. «Ναι, έτσι πιστεύω. Δεν θυμάμαι πάντα να την κλειδώσω». «Τα δικά μου γράμματα, πάντως, μόνο με το ταχυδρομείο έρχονταν» δήλωσε ο Έρικ και έψαξε πάλι τους φακέλους. Έπειτα θυμήθηκε κάτι που είχε διαβάσει στο άρθρο για τον Κρίστιαν. «Ο Κρίστιαν είναι αυτός που άρχισε να λαβαίνει τα απειλητικά γράμματα πρώτος. Άρχισαν να έρχονται πριν από ενάμιση χρόνο. Εγώ κι εσύ αρχίσαμε να τα λαμβάνουμε μόλις πριν από τρεις μήνες. Οπότε μπορεί το όλο θέμα να έχει σχέση μ’ αυτόν. Αυτός είναι στην πραγματικότητα ο στόχος του συντάκτη των επιστολών κι εμείς απλώς μπλεχτήκαμε τυχαία στο χάος αυτό λόγω της γνωριμίας μας με


204

KAMILLA LACKBERG

τον Κρίστιαν». Η φωνή του Έρικ ακούστηκε ταραγμένη. «Και ο διάολος να τον πάρει αν ξέρει κάτι γι’ αυτό εδώ και δεν έχει πει τίποτα. Αν εξέθεσε εμένα και την οικογένειά μου στην τρέλα του οποιουδήποτε χωρίς να μας προειδοποιήσει». «Μα δεν ξέρει ότι πήραμε κι εμείς γράμματα» αντέταξε ο Κένετ, και ο Έρικ αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι είχε δίκιο. «Όχι, αλλά μάλλον θα το μάθει τώρα και με το παραπάνω μάλιστα». Ο Έρικ μάζεψε τους φακέλους του, τους τακτοποίησε όλους μαζί και χτύπησε το πάκο στην επιφάνεια του γραφείου για να μην προεξέχει κανένας τους. «Σκέφτεσαι να του μιλήσεις;» Ο Κένετ ακούστηκε αγχωμένος και ο Έρικ αναστέναξε. Μερικές φορές δεν άντεχε τον φόβο του συνεταίρου του για τις αντιπαραθέσεις. Πάντα έτσι ήταν. Ο Κένετ ακολουθούσε πάντοτε το ρεύμα, δεν έλεγε ποτέ όχι, μόνο ναι. Βέβαια, αυτό συνέφερε τον Έρικ. Διότι έτσι υπήρχε μόνον ένας που αποφάσιζε. Μέχρι τώρα ήταν αυτός, κι έτσι θα συνέχιζε. «Φυσικά και θα μιλήσω μαζί του. Και με την αστυνομία. Θα έπρεπε να το έχω κάνει εδώ και καιρό, αλλά μόνον όταν διάβασα για τα γράμματα του Κρίστιαν άρχισα να το παίρνω σοβαρά». «Καιρός ήταν» μουρμούρισε η Λουίζ και ο Έρικ την αγριοκοίταξε. «Δεν θέλω να ταραχτεί η Λίσμπετ». Ο Κένετ σήκωσε ελαφρώς το πιγούνι και στα μάτια του υπήρχε μια προκλητική λάμψη. «Κάποιος μπήκε στο σπίτι σου, άφησε ένα γράμμα στο τραπέζι της κουζίνας σου και άφησε δίπλα κι ένα μαχαίρι. Αν ήμουν στη θέση σου αυτό θα με ανησυχούσε περισσότερο, όχι αν θα ταραχτεί η Λίσμπετ. Άλλωστε είναι μόνη της στο σπίτι τις περισσότερες ώρες της μέρας. Τι θα γίνει αν το άτομο αυτό μπει στο σπίτι σου όταν δεν είσαι εκεί;» Είδε ότι είχε βάλει τον Κένετ σε σκέψεις. Ενώ εκνευριζόταν με την αναποτελεσματικότητα του συναδέλφου του, δεν σταματούσε να εθελοτυφλεί στο γεγονός ότι και ο ίδιος δεν είχε αναφέρει τα γράμματα. Αν και από την άλλη, τα δικά του γράμματα είχαν έρθει όλα με το ταχυδρομείο. «Εντάξει, ας κάνουμε το εξής. Πήγαινε εσύ στο σπίτι και φέρε τα γράμματα που έλαβες. Θα τα παραδώσουμε όλα στην αστυνομία για


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

205

ν’ αρχίσουν αμέσως την έρευνα». Ο Κένετ σηκώθηκε. «Φεύγω με τη μία. Και επιστρέφω αμέσως». «Αυτό να κάνεις» είπε ο Έρικ. Όταν ο Κένετ έφυγε και η εξώπορτα έκλεισε πίσω του, ο Έρικ στράφηκε στη Λουίζ και την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα. «Έχουμε πολλά να πούμε». Η Λουίζ τον κοίταξε για λίγο. Έπειτα σήκωσε το χέρι της και άστραψε στον σύζυγό της ένα χαστούκι.


206

KAMILLA LACKBERG

«Δεν έχει κανένα πρόβλημα, σου λέω!» Η φωνή της μητέρας ήταν θυμωμένη και ακουγόταν έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα. Εκείνος έφυγε αθόρυβα και πήγε να κρυφτεί πίσω από τον καναπέ, λίγο παραπέρα. Όχι όμως πολύ μακριά, για να μπορεί να ακούει κιόλας. Όσα αφορούσαν την Άλις ήταν σημαντικά. Του άρεσε περισσότερο τώρα. Δεν τον κοιτούσε πια μ’ εκείνο το αρπακτικό βλέμμα. Τις περισσότερες ώρες έμενε ακίνητη και ήταν σιωπηλή κι εκείνος το θεωρούσε υπέροχο. «Είναι οχτώ μηνών και δεν έχει κάνει ούτε μια προσπάθεια να μπουσουλήσει ή να περπατήσει. Πρέπει να τη δει ένας γιατρός». Ο πατέρας μιλούσε με χαμηλή φωνή. Με τον τόνο φωνής που χρησιμοποιούσε όταν ήθελε να πείσει τη μητέρα να κάνει κάτι που η ίδια δεν ήθελε. Το επανέλαβε, έβαλε τα χέρια του στους ώμους της για να την αναγκάσει να ακούσει όσα είχε να της πει. «Κάτι δεν πάει καλά με την Άλις. Όσο νωρίτερα ζητήσουμε βοήθεια τόσο καλύτερα. Δεν της κάνεις καλό με το να εθελοτυφλείς». Η μητέρα του κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Τα μαύρα μαλλιά της έλαμπαν στην πλάτη της και πολύ ήθελε να απλώσει το χέρι του και να τα πιάσει. Τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά της και εκείνος ήξερε πως παρ’ όλα όσα έλεγε είχε ήδη αρχίσει να υποχωρεί. Ο πατέρας στράφηκε. Του έριξε μια βιαστική ματιά εκεί που καθόταν, πίσω από τον καναπέ. Χαμογέλασε στον πατέρα, δεν καταλάβαινε τι εννοούσε με εκείνη τη ματιά. Αλλά ήταν μάλλον λάθος να χαμογελάσει, διότι ο πατέρας συνοφρυώθηκε και φάνηκε να αγριεύει, σαν να ήθελε να τον κάνει να αλλάξει έκφραση.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

207

Ούτε καταλάβαινε γιατί η μητέρα και ο πατέρας ήταν τόσο αναστατωμένοι και λυπημένοι. Η Άλις ήταν ήσυχη και καλή τώρα. Η μητέρα δεν χρειαζόταν να την έχει αγκαλιά όλη την ώρα και όπου την άφηνε καθόταν μια χαρά. Ωστόσο η μητέρα και ο πατέρας δεν ήταν ικανοποιημένοι. Και παρόλο που τώρα υπήρχε χώρος και γι’ αυτόν, του συμπεριφέρονταν σαν να μην υπήρχε. Το ότι το έκανε ο πατέρας δεν τον ένοιαζε και τόσο πολύ, δεν ήταν αυτός που μετρούσε. Αλλά δεν του έδινε ούτε η μητέρα σημασία, και αν το έκανε τον κοιτούσε με αηδία και απέχθεια. Επειδή ήταν σαν να μην μπορούσε να βάλει φρένο στον εαυτό του. Δεν μπορούσε να μη σηκώνει διαρκώς το πιρούνι, να το φέρνει στο στόμα, να μασάει, να καταπίνει, να παίρνει κι άλλο, να νιώθει το κορμί του να χοντραίνει. Ο φόβος ήταν μεγάλος, ο φόβος μήπως σταματήσει να τον κοιτάζει μια για πάντα η μητέρα. Δεν ήταν πια το όμορφο αγοράκι της μητέρας. Αλλά ήταν εδώ και καταλάμβανε κάποιο χώρο.


208

KAMILLA LACKBERG

Επικρατούσε ησυχία όταν έφτασε στο σπίτι. Σίγουρα η Λίσμπετ θα κοιμόταν. Σκέφτηκε να πάει πρώτα να της ρίξει μια ματιά, αλλά δεν ήθελε να ρισκάρει να την ξυπνήσει αν είχε καταφέρει να κοιμηθεί πριν από λίγο. Καλύτερα να το έκανε πριν φύγει. Χρειαζόταν πολύ τον ύπνο. Ο Κένετ σταμάτησε για μια στιγμή στο χολ. Αυτή εδώ ήταν η σιωπή με την οποία θα μάθαινε να ζει σύντομα. Βέβαια είχε μείνει μόνος και παλιότερα. Η Λίσμπετ είχε δεσμευτεί πολύ με τη δουλειά της ως δασκάλα και συχνά δούλευε μέχρι αργά το βράδυ. Αλλά η σιωπή όταν εκείνος επέστρεφε στο σπίτι πριν από εκείνη ήταν διαφορετική. Ήταν μια πολλά υποσχόμενη σιωπή, γεμάτη προσδοκία μέχρι τη στιγμή που εκείνη άνοιγε την πόρτα και έμπαινε μέσα: «Αγάπη μου, έφτασα επιτέλους! «. Δεν θα ξανάκουγε πια αυτές τις λέξεις. Η Λίσμπετ θα έφευγε αλλά δεν θα επέστρεφε ποτέ στο σπίτι. Τον τύλιξε ξαφνικά η θλίψη. Σπαταλούσε πολλή ενέργεια για να την κρατάει μακριά του και να μην την αισθανθεί πριν την ώρα της. Αλλά τώρα κατέρρευσαν όλα. Ακούμπησε το μέτωπο στον τοίχο και ένιωσε τα δάκρυα ν’ ανεβαίνουν στα μάτια του. Και τα άφησε να έρθουν, έκλαψε βουβά και τα δάκρυα στάλαζαν κάτω στα πόδια του. Για πρώτη φορά επέτρεψε στον εαυτό του να νιώσει πώς θα ήταν χωρίς εκείνη. Άλλωστε εκείνη είχε, από πολλές απόψεις, φύγει κιόλας. Η αγάπη παρέμενε ακόμη μεγάλη, αλλά διαφορετική. Διότι εκείνη η Λίσμπετ που βρισκόταν στο κρεβάτι του ξενώνα ήταν μόνο μια σκιά της γυναίκας που αγαπούσε. Η Λίσμπετ δεν υπήρχε πια κι εκείνος την πενθούσε.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

209

Έμεινε αρκετά εκεί, με το μέτωπο στον τοίχο. Έπειτα λιγόστεψαν και τα δάκρυα, τώρα στάλαζαν με πιο αργό ρυθμό. Κι όταν σταμάτησαν, εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα, σήκωσε το κεφάλι και σκούπισε τα υγρά μάγουλά του με το χέρι. Έφτανε ως εδώ. Δεν είχε την πολυτέλεια να κλάψει άλλο. Πήγε στο δωμάτιο που είχε για γραφείο. Τα γράμματα βρίσκονταν στο πάνω συρτάρι. Η πρώτη του σκέψη, όταν τα λάβαινε, ήταν να τα πάρει και να τα πετάξει, να τα αγνοήσει, αλλά κάτι τον είχε εμποδίσει. Και όταν ήρθε το τέταρτο, την προηγούμενη βραδιά, και το βρήκε μέσα στο σπίτι του, ευχαριστήθηκε που τα είχε κρατήσει όλα. Διότι τώρα καταλάβαινε ότι έπρεπε να τα πάρει στα σοβαρά. Κάποιος ήθελε το κακό του. Ήξερε ότι έπρεπε να έχει παραδώσει τα γράμματα στην αστυνομία μεμιάς, και να μην επιτρέψει να τον εμποδίσει ο φόβος μήπως ενοχλήσει τη Λίσμπετ στην ήρεμη αναμονή του θανάτου της. Έπρεπε να την έχει προστατεύσει λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη του αυτά τα γράμματα. Ευτυχώς που το είχε αντιληφθεί σύντομα, ευτυχώς που ο Έρικ τον έκανε να το αντιληφθεί σύντομα. Αν της συνέβαινε κάτι λόγω της συνηθισμένης απραξίας του, δεν θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό του. Με τρεμάμενα χέρια σήκωσε τους φακέλους, πήγε αθόρυβα από το χολ στην κουζίνα και τους έβαλε σε μια συνηθισμένη σακούλα για τρόφιμα των τριών λίτρων. Σκέφτηκε μήπως έπρεπε να φύγει αμέσως, για να μην την ξυπνήσει. Αλλά δεν μπορούσε να φύγει χωρίς να της ρίξει μια ματιά. Να δει αν όλα ήταν εντάξει, να δει το πρόσωπό της, να τη δει να ξεκουράζεται με την ησυχία της. Άνοιξε προσεκτικά την πόρτα του ξενώνα. Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα και άρχισε να τη βλέπει, όλο και περισσότερο. Κοιμόταν. Τα μάτια της ήταν κλειστά κι εκείνος ρούφηξε κάθε χαρακτηριστικό του προσώπου της, κάθε κομμάτι του. Αδύνατο, με επιδερμίδα αφυδατωμένη, αλλά πάντα όμορφο. Έκανε μερικά διστακτικά και αθόρυβα βήματα προς τα μέσα, δεν μπορούσε να μην πάει να την αγγίξει. Αισθάνθηκε ξαφνικά ότι κάτι δεν ήταν όπως έπρεπε. Έδειχνε όπως πάντα όταν κοιμόταν, αλλά κατάλαβε αμέσως τι είχε προκαλέσει την αντίδρασή του. Επικρατούσε πολλή ησυχία, δεν ακουγόταν τίποτα. Ούτε καν η


210

KAMILLA LACKBERG

ανάσα της. Ο Κένετ χύμηξε μπροστά. Ακούμπησε τα δυο του δάχτυλα στον λαιμό της, μετά τα ακούμπησε στον αριστερό της καρπό, ψαχούλεψε μπρος και πίσω, ενώ ευχόταν έντονα από μέσα του να εντοπίσει παλμό. Αλλά εις μάτην, δεν έβρισκε τίποτα. Επικρατούσε σιωπή στο δωμάτιο και ακινησία στο κορμί της. Τον είχε αφήσει. Άκουσε τον ήχο αναφιλητού, σαν από κάποιο ζώο. Έναν λαρυγγικό, απεγνωσμένο ήχο. Και συνειδητοποίησε ότι προερχόταν από τον ίδιο. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και σήκωσε το κορμί της, προσεκτικά, λες και μπορούσε ακόμη να νιώσει πόνο. Το κεφάλι της ακουμπούσε βαρύ στα γόνατά του. Τη χάιδεψε στο μάγουλο και ένιωσε τα δάκρυα ν’ ανεβαίνουν ξανά. Η θλίψη τού επιτέθηκε με τέτοια δύναμη που έσβησε όσα είχε βιώσει παλιότερα, όλα όσα θύμιζαν θλίψη. Τούτη εδώ ήταν μια σωματική θλίψη και πολλαπλασιαζόταν και καταλάμβανε όλο το κορμί του, έστριβε με μανία κάθε νευρική απόληξη. Ο πόνος τον έκανε να ουρλιάξει με όλη του τη δύναμη. Το ουρλιαχτό αντήχησε μέσα στο μικρό δωμάτιο, αναπήδησε πάνω στο λουλουδάτο πάπλωμα και στην ξεθωριασμένη ταπετσαρία και επέστρεψε με δύναμη πάνω του. Τα χέρια της ήταν σταυρωμένα πάνω στο στήθος και εκείνος τα ξεσταύρωσε με προσοχή. Ήθελε να κρατήσει το χέρι της στο δικό του για τελευταία φορά. Ένιωσε την τραχιά επιδερμίδα πάνω στη δική του. Το δέρμα που είχε χάσει την απαλότητά του από τις θεραπείες, αλλά που του ήταν ακόμη τόσο οικείο. Σήκωσε το χέρι της και το έφερε στο στόμα του. Πίεσε τα χείλη του στην ανάστροφή του ενώ τα δάκρυα ύγραιναν τα χέρια και των δυο τους, τα ένωναν. Έκλεισε τα μάτια και η γεύση της αρμύρας των δακρύων του αναμείχθηκε με τη μυρωδιά της. Αυτό που θα ήθελε στην πραγματικότητα ήταν να μείνει εκεί για πάντα και να μην την αφήσει ποτέ του. Ήξερε όμως πως ήταν αδύνατο. Η Λίσμπετ δεν ήταν πλέον δική του, δεν ήταν πια εδώ, και έπρεπε ν’ αφήσει το χέρι της, να την αφήσει να φύγει. Δεν πονούσε πια, ο πόνος της είχε τελειώσει. Ο καρκίνος είχε νικήσει αλλά και χάσει, διότι θα πέθαινε μαζί της. Άφησε κάτω το χέρι της, το απίθωσε προσεκτικά στο πλάι του κορμιού της. Το δεξί της χέρι ήταν ακόμη πάνω στο στήθος της. Το


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

211

πήρε κι αυτό και το απίθωσε στο άλλο της πλευρό. Σταμάτησε στη μέση της κίνησης. Υπήρχε κάτι στο χέρι της, κάτι λευκό. Η καρδιά του βροντοχτύπησε. Θέλησε να ενώσει πάλι τα χέρια της και να κρύψει αυτό που υπήρχε εκεί μέσα, αλλά δεν μπορούσε. Με δάχτυλα που έτρεμαν άνοιξε το δεξί της χέρι. Το λευκό αντικείμενο έπεσε στο πάπλωμα. Το χαρτί ήταν διπλωμένο και το μήνυμα δεν φαινόταν, αλλά εκείνος ήξερε ήδη. Ένιωθε την παρουσία του κακού στο δωμάτιο. Ο Κένετ άπλωσε το χέρι και πήρε το σημείωμα. Δίστασε για μια στιγμή, αλλά μετά άρχισε να το διαβάζει. Η Άννα μόλις είχε φύγει όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Η Ερίκα σκέφτηκε αρχικά ότι ίσως η αδελφή της να είχε ξεχάσει κάτι, αλλά η Άννα δεν ήταν από τα άτομα που ασχολούνταν με μικρολεπτομέρειες του τύπου «χτυπώ το κουδούνι και περιμένω να μου ανοίξουν». Συνήθως άνοιγε μόνη της την πόρτα και μπουκάριζε μέσα χωρίς πολλά πολλά. Η Ερίκα άφησε κάτω τα φλιτζάνια που είχε πάρει για να πάει στον νεροχύτη και κατευθύνθηκε στην πόρτα. «Γκάμπι; Τι κάνεις εσύ εδώ;» Παραμέρισε για να περάσει μέσα η εκδότρια, η οποία τούτη την ημέρα φώτιζε το γκρίζο, χειμωνιάτικο περιβάλλον με ένα πανωφόρι σε έντονο τιρκουάζ χρώμα και με τεράστια, γυαλιστερά χρυσά σκουλαρίκια. «Ήμουν στο Γέτεμποργ σε συνάντηση και σκέφτηκα ότι βόλευε να περάσω κι από εδώ για να μιλήσουμε λίγο». Να περάσει από εδώ; Ήταν ταξίδι μιάμισης ώρας το να έρθεις μόνο, και δεν είχε καν τηλεφωνήσει για να βεβαιωθεί ότι η Ερίκα ήταν στο σπίτι. Τι να ήθελε άραγε που ήταν τόσο βιαστικό; «Θα ήθελα να μιλήσω μαζί σου για τον Κρίστιαν». Η Γκάμπι απάντησε στην ερώτηση που δεν της είχε κάνει η Ερίκα και μετά την προσπέρασε και μπήκε στο χολ. «Έχεις λίγο καφέ;» «Εεε… ναι, βέβαια». Ως συνήθως, κάθε συνάντηση με την Γκάμπι ήταν σαν να σε χτυπούσε τρένο. Δεν νοιάστηκε να βγάλει τις μπότες της, αλλά τις σκούπισε όσο καλύτερα μπορούσε στο χαλί πριν περάσει με τα αιχμηρά τακούνια της στο ξύλινο πάτωμα. Η Ερίκα κοίταξε λίγο ανήσυχη τις


212

KAMILLA LACKBERG

όμορφες, γυαλιστερές σανίδες του πατώματος και ευχήθηκε να μη μείνουν σημάδια πάνω τους. Δεν είχε πάντως νόημα να το πει στην Γκάμπι. Η Ερίκα δεν θυμόταν να την είχε δει ποτέ της με τις κάλτσες και αναρωτήθηκε αν έβγαζε τα παπούτσια της όταν πήγαινε για ύπνο. «Είναι πολύ… χαριτωμένα εδώ» είπε η Γκάμπι και χαμογέλασε πλατιά. Αλλά η Ερίκα είδε ότι το βλέμμα της ήταν γεμάτο τρόμο για την ακαταστασία που επικρατούσε με όλα τα παιχνίδια, τα ρούχα της Μάγια, τα χαρτιά του Πάτρικ και όλα τ’ άλλα που ήταν πεταμένα στον κάτω όροφο. Η Γκάμπι είχε ξαναπεράσει από το σπίτι τους, αλλά τότε η Ερίκα το ήξερε εκ των προτέρων ότι θα έρθει και είχε συμμαζέψει. Η εκδότρια τίναξε μερικά ψίχουλα από την καρέκλα πριν καθίσει στο τραπέζι της κουζίνας. Η Ερίκα βιάστηκε να πάρει μια πετσέτα κουζίνας και να περάσει το τραπέζι που δεν είχε καθαριστεί ούτε από το πρωινό ούτε από τον καφέ με την Άννα. «Η αδελφή μου ήταν μόλις εδώ» είπε και εξαφάνισε το άδειο κουτί παγωτού. «Ελπίζω να ξέρεις πως είναι μύθος ότι μπορείς να τρως για δύο όταν είσαι έγκυος» είπε η Γκάμπι και περιεργάστηκε την τεράστια κοιλιά της Ερίκα. «Μμμ» έκανε η Ερίκα και συγκράτησε τον εαυτό της για να μην πετάξει τίποτα δηκτικό. Η Γκάμπι δεν ήταν γνωστή για τους καλούς της τρόπους. Η λεπτή σιλουέτα της ήταν αποτέλεσμα αυστηρής διατροφής και σκληρής προπόνησης με προσωπικό γυμναστή στο Στουρεμπάντετ τρεις φορές την εβδομάδα. Ούτε έφερε άλλωστε ίχνη γέννας. Η καριέρα της είχε πάντα απόλυτη προτεραιότητα. Για να την πειράξει η Ερίκα, εμφάνισε μια πιατέλα με μπισκοτάκια και την έσπρωξε προς την Γκάμπι. «Ένα μπισκότο θα το πάρεις βέβαια, ε;» Είδε την Γκάμπι να διχάζεται ανάμεσα στην επιθυμία να φανεί ευγενική και σε μια απελπισμένη παρόρμηση να πει όχι. Στο τέλος κατέληξε σε συμβιβασμό. «Μισό θα πάρω, αν μου επιτρέπεις». Η Γκάμπι έσπασε προσεκτικά ένα μπισκότο και με μια έκφραση σαν να έτρωγε κατσαρίδα το έβαλε στο στόμα της. «Ήθελες να μιλήσουμε για τον Κρίστιαν, έτσι δεν είναι;» είπε η Ερίκα που δεν κατάφερε να κρύψει την περιέργειά της.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

213

«Ναι, δεν ξέρω τι τον έπιασε». Η Γκάμπι φαινόταν ανακουφισμένη που το μισό μπισκότο είχε τελειώσει και ξέπλυνε το στόμα της με μια γερή γουλιά καφέ. «Αρνείται να συμμετέχει σε περαιτέρω προβολή του έργου του, αλλά αυτό δεν είναι σωστό. Είναι αντιεπαγγελματικό!» «Φαίνεται να τον πλήγωσαν πολύ όσα γράφτηκαν στις εφημερίδες» είπε διστακτικά η Ερίκα και ένιωσε ξανά τύψεις για τη συμβολή της σ’ αυτό. Η Γκάμπι έκανε μια απορριπτική χειρονομία δείχνοντας το τέλειο μανικιούρ της. «Ναι, αυτό το καταλαβαίνω, εδώ που τα λέμε. Αλλά θα κατακαθίσει γρήγορα ο κουρνιαχτός των εφημερίδων, ο οποίος έδωσε άλλωστε και σημαντική ώθηση στις πωλήσεις του βιβλίου. Ο κόσμος ένιωσε περιέργεια γι’ αυτόν και για το μυθιστόρημά του. Εννοώ πως τελικά ο Κρίστιαν κερδίζει απ’ όλα αυτά. Πρέπει επίσης να συνειδητοποιήσει ότι αφιερώσαμε πολύ χρόνο και χρήμα για τον ίδιο και για την προβολή του βιβλίου. Περιμένουμε κι εμείς μια ανταπόδοση». «Ναι, φυσικά» μουρμούρισε η Ερίκα, αν και αβέβαιη για τη θέση της στο ζήτημα αυτό. Από τη μια καταλάβαινε τον Κρίστιαν, πρέπει να ήταν απαίσιο να εκτίθεται η προσωπική σου ζωή με τέτοιον τρόπο στις εφημερίδες. Από την άλλη, η αλήθεια ήταν πως θα κατακαθόταν ο κουρνιαχτός που είχε προκληθεί και πολύ γρήγορα μάλιστα. Ήταν στην αρχή της συγγραφικής του καριέρας και ίσως να χαιρόταν για πολλά χρόνια αυτή την προσοχή που είχε στραφεί τώρα πάνω του. «Γιατί μιλάς όμως μαζί μου;» πρόσθεσε η Ερίκα επιφυλακτικά. «Δεν θα έπρεπε να το συζητήσεις με τον Κρίστιαν;» «Είχαμε μια συνάντηση χτες» είπε κοφτά η Γκάμπι. «Και μπορεί να πει κανείς ότι δεν πήγε πολύ καλά». Έσφιξε τα χείλη της σαν να ήθελε να τονίσει αυτό που είχε πει, και η Ερίκα κατάλαβε ότι η συνάντηση πρέπει να είχε πάει κατά διαόλου. «Ω, πολύ άσχημο αυτό. Αλλά ο Κρίστιαν είναι πολύ αγχωμένος αυτήν τη στιγμή, πιστεύω, και θα πρέπει να δείξει κανείς λίγη κατανόηση… » «Ναι, το καταλαβαίνω, αλλά ταυτόχρονα έχω μια επιχείρηση και έχουμε υπογράψει ένα συμφωνητικό με τον Κρίστιαν. Παρόλο που το συμφωνητικό δεν ρυθμίζει λεπτομερώς τις υποχρεώσεις του όσον


214

KAMILLA LACKBERG

αφορά τον Τύπο, την προώθηση και τα παρόμοια, δεν παύει να υπονοείται ότι κι εμείς περιμένουμε ορισμένα πράγματα από αυτόν. Ορισμένοι συγγραφείς μπορεί να καταφέρνουν να το παίξουν ερημίτες και να μη συμμετέχουν σε εκδηλώσεις, θεωρώντας πως είναι υπεράνω. Αλλά εκείνοι είναι ήδη καθιερωμένοι και έχουν μεγάλο αναγνωστικό κοινό. Ο Κρίστιαν δεν είναι ούτε κατά διάνοια ένας από αυτούς. Ίσως να φτάσει κάποτε εκεί, αλλά μια συγγραφική καριέρα δεν χτίζεται σε μια νύχτα, και μετά την υπέροχη αρχή που έκανε με τη Γοργόνα οφείλει, και στον εαυτό του και στον εκδοτικό του οίκο, να κάνει ορισμένες θυσίες». Η Γκάμπι έκανε μια παύση και κοίταξε με έντονο βλέμμα την Ερίκα. «Και ήλπιζα ότι εσύ θα μπορούσες να του τα εξηγήσεις αυτά τα πράγματα». «Εγώ;» Η Ερίκα δεν ήξερε τι να πει. Δεν ήταν σίγουρη πως ήταν το σωστό άτομο για να πείσει τον Κρίστιαν να πέσει στο στόμα του λύκου ξανά. Κι άλλωστε αυτή ήταν που είχε φέρει τον λύκο εξαρχής στην πόρτα του. «Δεν ξέρω αν αυτό θα ήταν… » Έψαχνε για μια διπλωματική διατύπωση όταν τη διέκοψε η Γκάμπι: «Εντάξει, συμφωνούμε λοιπόν. Θα τον συναντήσεις και θα του εξηγήσεις τι περιμένουμε από αυτόν». «Τι… » Η Ερίκα κοιτούσε την Γκάμπι και αναρωτιόταν τι είχε πει που θα μπορούσε να εκληφθεί ως καταφατική απάντηση. Αλλά η Γκάμπι είχε ήδη σηκωθεί. Ίσιωσε τη φούστα της, πήρε την τσάντα της και την κρέμασε στον ώμο. «Ευχαριστώ για τον καφέ και την κουβέντα. Μου αρέσει που μπορούμε και συνεργαζόμαστε τόσο καλά». Έσκυψε μπροστά και φίλησε την Ερίκα σταυρωτά, στον αέρα και χωρίς να αγγίξει τα μάγουλά της, φυσικά, και κατόπιν κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα με τα τακούνια της να χτυπούν στο ξύλινο πάτωμα. «Μην ενοχλείσαι, θα βρω μόνη μου τον δρόμο» φώναξε. «Γεια σου, γεια σου». «Γεια σου, γεια σου» φώναξε και η Ερίκα κουνώντας το χέρι. Δεν ένιωθε απλώς σαν να τη χτύπησε τρένο, αλλά και σαν να την παρέσυρε χιλιόμετρα μακριά. Ο Πάτρικ και ο Γιέστα ήταν στο αυτοκίνητο. Είχαν περάσει μόνο


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

215

πέντε λεπτά από τη στιγμή που έλαβαν το τηλεφώνημα. Ο Κένετ Μπένγκτσον στην αρχή δεν μπορούσε να μιλήσει, αλλά λίγο μετά ο Πάτρικ άρχισε να καταλαβαίνει τι του έλεγε. Ότι η γυναίκα του είχε δολοφονηθεί. «Τι διάολο συμβαίνει, τελικά;» Ο Γιέστα κούνησε το κεφάλι και κρατήθηκε σφιχτά, όπως πάντα όταν οδηγούσε ο Πάτρικ, από τη χειρολαβή πάνω από το παράθυρο του συνοδηγού. «Πρέπει να πατάς τόσο πολύ το αναθεματισμένο το γκάζι στις στροφές; Έχω κολλήσει σχεδόν πάνω στο τζάμι». «Συγγνώμη». Ο Πάτρικ μείωσε λίγο ταχύτητα, αλλά σύντομα το πόδι του πάτησε πάλι το γκάζι. «Τι συμβαίνει, είπες; Ναι, αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ» είπε με τα δόντια σφιγμένα και έριξε μια ματιά στον καθρέφτη για να βεβαιωθεί ότι τους ακολουθούσαν η Πάουλα με τον Μάρτιν. «Τι σου είπε δηλαδή; Είχε κι αυτή τραύματα από μαχαίρι;» ρώτησε ο Γιέστα. «Δεν μπόρεσα να του πάρω μια λογική κουβέντα, για να πω την αλήθεια. Ήταν πολύ σοκαρισμένος. Είπε απλώς ότι πήγε σπίτι και βρήκε τη σύζυγό του δολοφονημένη». «Απ’ ό,τι άκουσα εγώ, δεν είχε και πολλή ζωή ακόμα, πάντως» είπε ο Γιέστα. Απεχθανόταν οτιδήποτε είχε να κάνει με αρρώστια και θάνατο, και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το είχε περάσει περιμένοντας να τον χτυπήσει κι αυτόν κάποια ανίατη ασθένεια. Απλώς ήθελε να προλάβει πρώτα να παίξει όσο περισσότερο γκολφ μπορούσε. Αλλά τούτη τη στιγμή ο Πάτρικ έδειχνε λιγότερο υγιής από τον ίδιο. «Παρεμπιπτόντως, ούτε κι εσύ φαίνεσαι να νιώθεις πολύ καλά». «Μα τι σ’ έπιασε, διάολε, και μιλάς συνέχεια γι’ αυτό;» έκανε εκνευρισμένος ο Πάτρικ. «Ίσως πρέπει κι εσύ να δοκιμάσεις πώς είναι να έχεις και δουλειά και μικρά παιδιά. Να μην προλαβαίνεις ποτέ, να μην κοιμάσαι ποτέ». Ο Πάτρικ μετάνιωσε για τα λόγια του την ίδια στιγμή που βγήκαν από το στόμα του. Ήξερε ότι ο μεγάλος πόνος στη ζωή του Γιέστα ήταν ο γιος του, που είχε πεθάνει αμέσως μετά τη γέννησή του. «Συγγνώμη, ήταν ανόητο εκ μέρους μου» του είπε και ο Γιέστα


216

KAMILLA LACKBERG

έγνεψε. «Δεν πειράζει». Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, ακουγόταν μόνον ο ήχος που έκαναν τα λάστιχα καθώς το αυτοκίνητο κινούνταν κατά μήκος του δρόμου για τη Φιελμπάκα. «Καλό αυτό με την Άνικα και τη μικρή» είπε ο Γιέστα στο τέλος και το πρόσωπό του μαλάκωσε. «Μεγάλος ο χρόνος αναμονής, όμως» είπε ο Πάτρικ, χαρούμενος που άλλαζαν θέμα. «Ναι, μου κάνει εντύπωση που τραβάει τόσο. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα γι’ αυτό. Θέλω να πω, το παιδί υπάρχει, είναι εκεί. Ποιο είναι λοιπόν το πρόβλημα;» Ο Γιέστα ήταν σχεδόν το ίδιο απογοητευμένος με την Άνικα και τον άντρα της, τον Λέναρτ. «Γραφειοκρατία» είπε ο Πάτρικ. «Και κατά κάποιον τρόπο θα πρέπει να είναι κανείς ευγνώμων που ελέγχουν τα πάντα μέχρι κεραίας και δεν δίνουν απλώς τα παιδιά σε οποιονδήποτε». «Ναι, έχεις δίκιο σ’ αυτό». «Εντάξει, φτάσαμε». Ο Πάτρικ έστριψε και έφτασε μπροστά στο σπίτι του ζεύγους Μπένγκτσον. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα σταμάτησε και το περιπολικό με την Πάουλα στο τιμόνι, και όταν έσβησαν οι κινητήρες ακουγόταν μόνο το θρόισμα από το δάσος. Ο Κένετ Μπένγκτσον άνοιξε την εξώπορτα. Το πρόσωπό του ήταν κάτωχρο και ο ίδιος φαινόταν να τα έχει χαμένα. «Πάτρικ Χέντστρεμ» είπε ο Πάτρικ και έδωσε το χέρι του στον Κένετ. «Πού είναι;» Έκανε νόημα στους άλλους να περιμένουν απέξω. Δεν θα ήταν καλό για τη μετέπειτα εξέταση του χώρου να μπουν όλοι τους μέσα. Ο Κένετ κράτησε την πόρτα ανοιχτή και έδειξε προς το χολ. «Εκεί μέσα. Εγώ… εγώ να μείνω εδώ;» Κοίταξε τον Πάτρικ με αφηρημένο βλέμμα. «Μείνετε με τους συναδέλφους μου, και θα μπω μόνον εγώ» είπε ο Πάτρικ και έριξε στον Γιέστα μια ματιά που σήμαινε πως τον παρακαλούσε να φροντίσει τον σύζυγο του θύματος. Οι ικανότητες του Γιέστα ως αστυνομικού απείχαν πολύ από το ιδανικό, αλλά με τους ανθρώπους είχε χάρισμα και ο Πάτρικ ήξερε ότι ο Κένετ θα ήταν σε καλά χέρια. Σύντομα θα ερχόταν και το ασθενοφόρο με το ιατρικό


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

217

προσωπικό. Τους είχε τηλεφωνήσει πριν φύγουν από το τμήμα, οπότε το ασθενοφόρο δεν θα αργούσε πολύ ακόμα. Ο Πάτρικ προχώρησε προσεκτικά στο χολ και έβγαλε τα παπούτσια του. Πήγε προς τα εκεί που του είχε δείξει ο Κένετ και υπέθεσε ότι εννοούσε την πόρτα στο τέλος του διαδρόμου. Ήταν κλειστή και όταν πήγε ο Πάτρικ να την ανοίξει σταμάτησε στο μέσο της κίνησης. Ίσως να υπήρχαν δακτυλικά αποτυπώματα. Με τη βοήθεια του αγκώνα πίεσε προς τα κάτω το πόμολο και άνοιξε την πόρτα με το βάρος του σώματός του. Εκείνη ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι με κλειστά μάτια και τα χέρια στο πλάι. Έμοιαζε να κοιμάται. Εκείνος έκανε δύο βήματα προς το μέρος της, κοίταξε για τραύματα στο κορμί. Ούτε αίμα ούτε τραύματα υπήρχαν. Βέβαια, το κορμί της έφερε εμφανή ίχνη της αρρώστιας. Ο σκελετός διακρινόταν κάτω από το τεντωμένο, αφυδατωμένο δέρμα και το κεφάλι φαινόταν καραφλό κάτω από το μαντίλι που φορούσε. Τον πόνεσε η καρδιά του στη σκέψη του τι πρέπει να είχε περάσει αυτή η γυναίκα, του τι είχε περάσει ο Κένετ που ήταν αναγκασμένος να βλέπει τη σύζυγό του σε αυτή την κατάσταση. Όλα έδειχναν όμως ότι η γυναίκα αυτή είχε απλώς πεθάνει στον ύπνο της, τίποτε άλλο. Ο Πάτρικ βγήκε πισωπατώντας από το δωμάτιο. Όταν βγήκε έξω στο κρύο ξανά, ο Γιέστα στεκόταν και μιλούσε στον Κένετ προσπαθώντας να τον ηρεμήσει, ενώ η Πάουλα και ο Μάρτιν βοηθούσαν τον οδηγό του ασθενοφόρου να φτάσει με την όπισθεν μέχρι το σπίτι. «Λοιπόν, πήγα και την είδα» είπε ο Πάτρικ χαμηλόφωνα στον Κένετ με το ένα χέρι στον ώμο του. «Και δεν είδα τίποτα που να αποτελεί ένδειξη δολοφονίας, όπως είπατε στο τηλέφωνο. Απ’ ό,τι έχω καταλάβει, η γυναίκα σας ήταν σοβαρά άρρωστη, έτσι δεν είναι;» Ο Κένετ έγνεψε βουβά. «Δεν είναι πιθανότερο να έφυγε στον ύπνο της;» «Όχι, τη δολοφόνησαν». Ο Κένετ γύρισε και τον κοίταξε απότομα. Ο Πάτρικ αντάλλαξε μια ματιά με τον Γιέστα. Δεν ήταν ασυνήθιστο άτομα σε κατάσταση σοκ να αντιδρούν περίεργα και να λένε παράξενα πράγματα.


218

KAMILLA LACKBERG

«Γιατί το πιστεύετε αυτό; Ήμουν, όπως σας είπα, μέσα στη σύζυγό σας μόλις τώρα, και δεν υπάρχουν τραύματα στο σώμα της, τίποτα που να υποδεικνύει κάτι… ασυνήθιστο». «Τη δολοφόνησαν, σας λέω!» επέμεινε ο Κένετ, και ο Πάτρικ άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο τώρα. Θα έπρεπε να ζητήσει από το πλήρωμα του ασθενοφόρου να ρίξει μια ματιά στον άντρα. «Για κοιτάξτε εδώ!» Ο Κένετ έβγαλε κάτι από την τσέπη του και το έδωσε στον Πάτρικ που το πήρε χωρίς να το καλοσκεφτεί. Ήταν ένα μικρό κομμάτι λευκό χαρτί, διπλωμένο στη μέση. Ο Πάτρικ έριξε ένα απορημένο βλέμμα στον Κένετ και ξεδίπλωσε το χαρτί. Είδε γραμμένο με μαύρο στιλό και καλλιγραφικά γράμματα το εξής: Η αλήθεια για σένα τη σκότωσε! Ο Πάτρικ αναγνώρισε μεμιάς τον γραφικό χαρακτήρα. «Πού το βρήκατε αυτό εδώ;» «Στο χέρι της. Το πήρα από το χέρι της». Ο Κένετ τραύλιζε. «Και δεν είναι η ίδια που το έγραψε;» Ήταν βέβαια μια περιττή ερώτηση, αλλά ο Πάτρικ ήθελε να την κάνει, για να αποκλείσει μια για πάντα κάθε αμφιβολία. Στην πραγματικότητα, ήξερε ήδη την απάντηση. Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν ο ίδιος. Και οι απλές λέξεις διεμήνυαν την ίδια μοχθηρία που υπήρχε και στο γράμμα που είχε πάρει η Ερίκα από τον Κρίστιαν. Και είδε όντως τον Κένετ να κουνάει αρνητικά το κεφάλι. «Όχι» είπε και σήκωσε ψηλά κάτι που τώρα μόλις αντιλήφθηκε ο Πάτρικ ότι κρατούσε στο χέρι. «Είναι το ίδιο άτομο που έστειλε κι αυτά εδώ». Μέσα από το διαφανές πλαστικό ο Πάτρικ είδε μερικούς λευκούς φακέλους. Η διεύθυνση ήταν γραμμένη με μαύρο στιλό και το στιλ καλλιγραφικό. Όπως και στο σημείωμα που είχε στο χέρι του. «Πότε τα λάβατε αυτά;» ρώτησε ο Πάτρικ και ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. «Μόλις ήμασταν έτοιμοι να σας τα παραδώσουμε» είπε χαμηλόφωνα ο Κένετ και έδωσε τη σακούλα στον Πάτρικ. «Ποιοι;» έκανε ο Πάτρικ μελετώντας προσεκτικά τους φακέλους. Τέσσερις επιστολές. «Εμείς. Εγώ και ο Έρικ. Έχει λάβει κι αυτός μερικά τέτοια».


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

219

«Εννοείτε τον Έρικ Λιντ; Λάβαινε κι αυτός γράμματα;» επανέλαβε ο Πάτρικ για να επιβεβαιώσει ότι είχε ακούσει καλά. Ο Κένετ έγνεψε καταφατικά. «Μα γιατί δεν τα παραδώσατε σ’ εμάς νωρίτερα;» Ο Πάτρικ προσπάθησε να κρύψει την αγανάκτηση που πρόδιδε η φωνή του. Ο άντρας που είχε μπροστά του μόλις είχε χάσει τη γυναίκα του και δεν ήταν ώρα για επιπλήξεις. «Εγώ… εμείς… Μόλις σήμερα αντιληφθήκαμε εγώ και ο Έρικ ότι είχαμε λάβει και οι δύο γράμματα. Και για τον Κρίστιαν το μάθαμε το Σαββατοκύριακο, όταν το έγραψαν οι εφημερίδες. Δεν ξέρω για τον Έρικ, αλλά εγώ, από τη μεριά μου, δεν ήθελα να ανησυχήσω την… » Η φωνή του πνίγηκε. Ο Πάτρικ κοίταξε πάλι τα γράμματα στη σακούλα. «Μόνο τρία έχουν διεύθυνση παραλήπτη και σφραγίδα ταχυδρομείου. Ένα από αυτά έχει μόνο το όνομά σας πάνω. Πώς το λάβατε αυτό;» «Κάποιος μπήκε στο σπίτι μας χτες τη νύχτα και το άφησε στο τραπέζι της κουζίνας». Δίστασε και ο Πάτρικ δεν μίλησε, ένιωθε πως έρχονταν κι άλλα. «Δίπλα στο γράμμα υπήρχε και ένα μαχαίρι. Ένα από τα δικά μας κουζινομάχαιρα. Και αυτό το μήνυμα δεν το ερμηνεύεις παρά μόνο με έναν τρόπο» είπε και τον έπνιξαν τα δάκρυα, αλλά συνέχισε: «Κατάλαβα ότι ήμουν εγώ ο αποδέκτης του μηνύματος. Γιατί όμως τη Λίσμπετ; Γιατί να σκοτώσει τη Λίσμπετ;» Σκούπισε ένα δάκρυ με την ανάποδη της παλάμης του, προφανώς ντροπιασμένος που έκλαιγε μπροστά στον Πάτρικ και στους άλλους. «Ακούστε με, δεν ξέρουμε πραγματικά αν δολοφονήθηκε, έτσι δεν είναι;» έκανε με ήπιο ύφος ο Πάτρικ. «Αλλά σίγουρο είναι ότι κάποιος ήταν εδώ. Έχετε καμιά ιδέα για το ποιος μπορεί να ήταν; Ποιος μπορεί να έχει στείλει τα γράμματα;» Κράτησε το βλέμμα του καρφωμένο στον Κένετ για να μπορέσει να παρακολουθήσει κάθε αλλαγή στα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Και απ’ ό,τι κατάλαβε, ο Κένετ μιλούσε ειλικρινά όταν απάντησε: «Το σκέφτηκα πολύ όταν άρχισαν να έρχονται τα γράμματα. Ήταν λίγο πριν από τα Χριστούγεννα. Αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιον που να θέλει το κακό μου. Διότι δεν υπάρχει κανένας. Ποτέ


220

KAMILLA LACKBERG

μου δεν έκανα εχθρούς, με κανέναν τρόπο. Είμαι πολύ… ασήμαντος». «Και ο Έρικ; Πόσο καιρό παίρνει τέτοια γράμματα;» «Από τότε που άρχισαν να έρχονται και σ’ εμένα. Τα έχει στο γραφείο. Απλώς εγώ έφυγα για να έρθω στο σπίτι και να πάρω τα δικά μου· μετά θα σας ειδοποιούσαμε… » Η φωνή του έσβησε και ο Πάτρικ κατάλαβε ότι ο Κένετ είχε επιστρέψει νοερά στο δωμάτιο όπου είχε βρει τη γυναίκα του νεκρή. «Τι μπορεί να σημαίνουν τα λόγια στο σημείωμα;» ρώτησε διστακτικά ο Πάτρικ. «Τι είναι αυτό το “η αλήθεια για σένα” που γράφει ο συντάκτης του σημειώματος;» «Δεν ξέρω» είπε χαμηλόφωνα ο Κένετ. «Πραγματικά δεν ξέρω». Έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τι θα κάνετε τώρα μ’ εκείνη;» «Θα μεταφερθεί στο Γέτεμποργ για περαιτέρω εξετάσεις». «Τι εξετάσεις; Εννοείτε νεκροψία;» Ο Κένετ έκανε μια γκριμάτσα. «Ναι. Νεκροψία. Δυστυχώς είναι απαραίτητη για να βεβαιωθούμε τι ακριβώς συνέβη». Ο Κένετ έγνεψε, αλλά στα μάτια είχε μια λάμψη και τα χείλη του είχαν αρχίσει να παίρνουν ένα ανεπαίσθητο μπλε χρώμα. Ο Πάτρικ συνειδητοποίησε ότι είχαν μείνει πολύ έξω στο κρύο και ότι ήταν πολύ ελαφρά ντυμένος, οπότε έσπευσε να πει: «Κάνει κρύο, πρέπει να μπείτε μέσα». Μετά σκέφτηκε λίγο και ξανάπε: «Μήπως θα μπορούσατε να σκεφτείτε το ενδεχόμενο να έρθετε μαζί μου μέχρι το γραφείο; Το δικό σας γραφείο, εννοώ. Για να μιλήσουμε με τον Έρικ. Μπορείτε να πείτε όχι αν δεν αντέχετε, θα πάω μόνος μου. Ίσως να θέλετε να μιλήσετε σε κάποιον, παρεμπιπτόντως». «Όχι, δεν θέλω. Θα έρθω μαζί σας, ευχαρίστως» είπε ο Κένετ σχεδόν πεισματικά. «Θέλω να μάθω ποιος τα έκανε όλα αυτά». «Εντάξει τότε». Ο Πάτρικ τον έπιασε ελαφρά από τον αγκώνα και τον οδήγησε προς το αμάξι. Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και μετά πήγε προς τον Μάρτιν και την Πάουλα για να τους δώσει μερικές σύντομες οδηγίες. Πήγε και πήρε ένα τζάκετ για τον Κένετ πριν κάνει νόημα στον Γιέστα να τον ακολουθήσει. Η ομάδα των τεχνικών της Σήμανσης ήταν καθ’ οδόν και ο Πάτρικ ήλπιζε να προλάβει να


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

221

επιστρέψει πριν τελειώσουν οι τεχνικοί. Αλλιώς θα μιλούσε μαζί τους αργότερα. Αυτό εδώ ήταν πολύ επείγον και δεν μπορούσε να περιμένει. Όταν έκαναν όπισθεν και βγήκαν από το δρομάκι του σπιτιού, ο Κένετ έριξε ένα παρατεταμένο βλέμμα στο σπίτι. Τα χείλη του σάλεψαν σαν να σχημάτιζαν ένα σιωπηλό αντίο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει πραγματικά, ήταν εξίσου άδειο όπως και λίγο πριν. Η μόνη διαφορά ήταν πως υπήρχε ένα πτώμα για ταφή και ότι η τελευταία ελπίδα είχε εξαφανιστεί. Τα προαισθήματά της είχαν επιβεβαιωθεί, αλλά ένας Θεός ξέρει πόσο θα ήθελε να είχε πέσει έξω. Πώς θα μπορούσε να ζήσει δίχως τον Μάγκνους; Πώς θα έμοιαζε μια ζωή χωρίς αυτόν; Ήταν τόσο εξωπραγματικό ότι ο σύζυγός της, ο πατέρας των παιδιών, θα κείτονταν σε έναν τάφο στο νεκροταφείο. Ο Μάγκνους, που ήταν πάντοτε γεμάτος ζωή, που πάντα ήθελε να περνάει όμορφα και φρόντιζε να περνούν όμορφα και οι άλλοι δίπλα του. Βέβαια, εκνευριζόταν καμιά φορά μαζί του, για την ξεγνοιασιά του και τις συνεχείς φάρσες του. Γινόταν έξαλλη όταν ήθελε να συζητήσουν κάτι σοβαρό κι εκείνος απλώς έπαιζε και αστειευόταν μαζί της μέχρι που δεν άντεχε άλλο και η ίδια και ξεσπούσε σε γέλια, παρόλο που δεν το ήθελε. Ταυτόχρονα δεν θα ήθελε ποτέ να αλλάξει καμία από τις συνήθειές του. Και τι δεν θα ’δινε για να περάσει μία και μοναδική ώρα μαζί του. Ή έστω μισή ώρα, ένα λεπτό. Δεν ήταν άλλωστε έτοιμοι, μόλις είχαν αρχίσει την κοινή τους ζωή. Είχαν κάνει μόνον ένα μικρό κομμάτι του ταξιδιού που είχαν προγραμματίσει. Εκείνη η ταραχώδης συνάντηση όταν ήταν δεκαεννιά. Τα πρώτα χρόνια του έρωτα. Η πρόταση γάμου από τον Μάγκνους και ο γάμος στην εκκλησία της Φιελμπάκα. Τα παιδιά. Οι νύχτες με τα ξεφωνητά των παιδιών όταν τα φυλούσαν με βάρδιες. Όλες οι στιγμές παιχνιδιού και γέλιου με την Έλιν και τον Λούντβιγκ. Οι νύχτες μετά την ερωτική συνεύρεση ή που απλώς αποκοιμιούνταν πιασμένοι χέρι χέρι. Και μετά, τα τελευταία χρόνια, όταν τα παιδιά άρχισαν να μεγαλώνουν και οι ίδιοι άρχισαν να νιώθουν ξανά άνθρωποι. Ήταν τόσο πολλά που απέμεναν, ο δρόμος μπροστά τους φαινόταν μακρύς και γεμάτος απολαύσεις. Ο Μάγκνους ανυπομονούσε να


222

KAMILLA LACKBERG

πειράξει τα παιδιά για τα πρώτα τους φλερτ, που θα έρχονταν αμήχανα, ντροπαλά και τραυλίζοντας στο σπίτι τους για να συστηθούν. Θα βοηθούσαν την Έλιν και τον Λούντβιγκ να μετακομίσουν στο πρώτο τους διαμέρισμα, θα κουβαλούσαν έπιπλα, θα έβαφαν τοίχους, θα γάζωναν κουρτίνες. Ο Μάγκνους θα έβγαζε λόγο στους γάμους και των δύο. Θα μιλούσε πολύ, θα συγκινούνταν, θα περιέγραφε με πολλές λεπτομέρειες τα παιδικά τους χρόνια. Είχαν μάλιστα αρχίσει να φαντάζονται και τα εγγόνια τους, αν και ήθελαν πολλά χρόνια ακόμα για να φτάσουν εκεί. Αλλά εκεί βρισκόταν κι αυτό, σαν μια υπόσχεση στην άκρη του δρόμου της ζωής, λαμπερή σαν κόσμημα. Ο καλύτερος παππούς και η καλύτερη γιαγιά του κόσμου, αυτό θα γίνονταν. Πάντα θα τα βοηθούσαν και πάντα θα τα κακομάθαιναν. Θα έδιναν στα παιδιά σοκολάτες και γλυκά πριν από το φαγητό, και θα τους αγόραζαν πάρα πολλά παιχνίδια. Θα τους αφιέρωναν χρόνο, όλο τον χρόνο που είχαν. Όλα αυτά είχαν χαθεί τώρα. Τα μελλοντικά τους όνειρα δεν θα γίνονταν ποτέ πραγματικότητα. Ένιωσε ξαφνικά ένα χέρι στον ώμο της. Άκουσε τη φωνή του, αλλά ήταν τόσο ανυπόφορα ίδια με του Μάγκνους που αναγκάστηκε να σταματήσει να την ακούει, να σταματήσει να νιώθει. Έπειτα από λίγο η φωνή σώπασε, και το χέρι απομακρύνθηκε. Μπροστά της είδε τον δρόμο που χανόταν, σαν να μην ήταν ποτέ εκεί. Το τελευταίο κομμάτι προς το σπίτι του Κρίστιαν ήταν σαν πορεία προς τον Γολγοθά. Είχε τηλεφωνήσει στη βιβλιοθήκη να ρωτήσει πού ήταν, αλλά της είπαν ότι είχε πάει σπίτι. Οπότε στριμώχτηκε κι αυτή με κόπο πίσω από το τιμόνι και έβαλε πλώρη κατά κει. Δεν ήταν ακόμη σίγουρη αν ήταν σοφή απόφαση ν’ ακολουθήσει την προτροπή της Γκάμπι. Από την άλλη, όμως, δεν ήξερε πώς να ξεμπλέξει από την κατάσταση αυτή. Η Γκάμπι δεν δεχόταν όχι για απάντηση. «Τι θέλεις;» ρώτησε η Σάνα όταν άνοιξε. Φαινόταν πολύ πιο θλιμμένη απ’ ό,τι συνήθως. «Θα ήθελα να μιλήσω με τον Κρίστιαν» απάντησε η Ερίκα ελπίζοντας ότι δεν θα χρειαζόταν να σταθεί εδώ στην πόρτα και να εξηγήσει τι τον ήθελε. «Δεν είναι στο σπίτι».


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

223

«Πότε θα έρθει;» ρώτησε η Ερίκα υπομονετικά και ένιωσε σχεδόν ευγνωμοσύνη για τη δυνατότητα αναβολής αυτής της συνάντησης. «Κάθεται και γράφει. Στην αποθηκούλα κάτω στο νερό. Μπορείς να πας εκεί αν θέλεις, αλλά δεν ξέρεις πώς θα αντιδράσει αν τον ενοχλήσεις». «Άσ’ το σ’ εμένα». Η Ερίκα δίστασε. «Είναι σημαντικό» πρόσθεσε. Η Σάνα ανασήκωσε τους ώμους. «Κάνε όπως νομίζεις. Ξέρεις πού είναι;» Η Ερίκα κατένευσε. Είχε επισκεφτεί τον Κρίστιαν στο μικρό του αυτοσχέδιο γραφείο κάνα δυο φορές παλιότερα. Πέντε λεπτά αργότερα φρενάρισε έξω από την αράδα των μικρών αποθηκών δίπλα στο νερό, λεμβοστάσια τα λέγανε, ψαροκάλυβα ήταν, ίσα για μια βάρκα και τα σύνεργα ψαρικής. Αυτό στο οποίο καθόταν ο Κρίστιαν και δούλευε ήταν κληρονομιά από την οικογένεια της Σάνα. Ο παππούς της το είχε αγοράσει για ένα κομμάτι ψωμί και τώρα ήταν ένα από τα ελάχιστα λεμβοστάσια που ανήκαν σε μόνιμο κάτοικο της Φιελμπάκα. Ο Κρίστιαν πρέπει να είχε ακούσει το αυτοκίνητο να έρχεται, μια που άνοιξε την πόρτα πριν του χτυπήσει εκείνη. Η Ερίκα παρατήρησε μια πληγή στο μέτωπό του, αλλά αποφάσισε πως δεν ήταν ώρα να τον ρωτήσει γι’ αυτό. «Α , εσύ είσαι» είπε εκείνος με την ίδια έλλειψη ενθουσιασμού που είχε δείξει και η Σάνα. Η Ερίκα άρχισε να νιώθει σαν να είχε πανούκλα. «Ναι, εγώ και κάνα δυο ακόμα» προσπάθησε ν’ αστειευτεί, αλλά ο Κρίστιαν δεν φάνηκε καθόλου να το διασκεδάζει. «Δουλεύω» της είπε και δεν έκανε καμία απολύτως κίνηση να την αφήσει να περάσει. «Δεν θα σ’ ενοχλήσω περισσότερο από μερικά λεπτά». «Ξέρεις κι εσύ πώς είναι όταν έχει κάποιος ξεκινήσει να δουλεύει» είπε εκείνος. Αυτό εδώ πήγαινε ακόμα χειρότερα απ’ ό,τι περίμενε η Ερίκα. «Κοίτα, ήρθε και με επισκέφτηκε η Γκάμπι πριν από λίγο. Μου είπε για τη συνάντησή σας». Οι ώμοι του Κρίστιαν έπεσαν και ξεφύσησε. «Κι έκανε όλον αυτό


224

KAMILLA LACKBERG

τον δρόμο μέχρι τη Φιελμπάκα μόνο γι’ αυτό;» «Ήταν στο Γέτεμποργ, σε συνάντηση. Αλλά είναι πολύ ανήσυχη. Και πιστεύει ότι εγώ… Ε , δεν μπορούμε να μπούμε μέσα να τα πούμε καλύτερα;» Αμίλητος ο Κρίστιαν παραμέρισε λίγο για να την αφήσει να περάσει. Το ταβάνι ήταν τόσο χαμηλό ώστε ήταν αναγκασμένος να περπατάει σκυφτός, αλλά η Ερίκα που ήταν μισό κεφάλι κοντύτερη από τον Κρίστιαν περπατούσε όρθια. Εκείνος της γύρισε την πλάτη και προχώρησε στο δωμάτιο που έβλεπε προς τη θάλασσα. Ο ανοιχτός υπολογιστής και οι σελίδες που ήταν σκορπισμένες στο πτυσσόμενο τραπέζι μπροστά στο παράθυρο αποδείκνυαν ότι ο Κρίστιαν είχε πει αλήθεια, ότι πραγματικά δούλευε. «Λοιπόν, τι σου είπε;» Κάθισε, σταύρωσε τα μακριά του πόδια και σταύρωσε επίσης και τα χέρια μπροστά στο στέρνο. Όλο του το κορμί έδειχνε πόσο απρόθυμος ήταν να κάνει αυτήν τη συζήτηση. «Είναι, όπως σου είπα, ανήσυχη. Ή ταραγμένη είναι πιο σωστή λέξη, ίσως. Είπε ότι δεν σκέπτεσαι να δώσεις περισσότερες συνεντεύξεις και να κάνεις δημόσιες σχέσεις για το βιβλίο». «Έτσι είναι». Ο Κρίστιαν πίεσε κι άλλο τα σταυρωμένα χέρια του πάνω στο στήθος. «Μπορώ να ρωτήσω γιατί;» «Είμαι σίγουρος ότι ξέρεις γιατί» της έκανε απότομα και η Ερίκα τινάχτηκε. Εκείνος φάνηκε να το πρόσεξε και έδειξε να μετανιώνει για τον τραχύ τρόπο ομιλίας του. «Ξέρεις γιατί» είπε με λιγότερο συναίσθημα. «Δεν μπορώ… Απλώς δεν μπορώ. Όχι ύστερα απ’ όλα όσα έγραψαν για μένα». «Ανησυχείς μήπως τραβήξεις περισσότερη προσοχή στο άτομό σου; Γι’ αυτό το κάνεις; Σε απείλησαν ξανά; Ξέρεις από ποιον προέρχονται οι απειλές;» Οι ερωτήσεις ξεχύνονταν από μέσα της. Ο Κρίστιαν κούνησε δυνατά το κεφάλι για να αρνηθεί. «Δεν ξέρω τίποτα». Η φωνή του ήταν πάλι έντονη. «Δεν γνωρίζω απολύτως τίποτα! Θέλω μόνο λίγη ηρεμία και ησυχία γύρω μου, να δουλέψω ήρεμα και να ξεφύγω… » Σταμάτησε και έστρεψε αλλού το βλέμμα. Η Ερίκα παρατήρησε σιωπηλή τον Κρίστιαν. Δεν ταίριαζε ακριβώς σ’ αυτό εδώ το περιβάλλον. Αυτό το είχε ξανασκεφτεί τις προηγούμενες ελάχιστες φορές που τον είχε συναντήσει εδώ, και τώρα της


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

225

ξανάρθε σαν σκέψη στο μυαλό. Ο Κρίστιαν έμοιαζε παράταιρος ανάμεσα σε όλα εκείνα τα εργαλεία ψαρικής και τα δίχτυα που στόλιζαν τους τοίχους. Το μικρό ψαροκάλυβο έμοιαζε σχεδόν σαν κουκλόσπιτο, μέσα στο οποίο ο Κρίστιαν φαινόταν σαν να είχε στριμώξει τα μακριά του πόδια και χέρια και κόλλησε εκεί χωρίς να μπορεί να βγει. Ίσως κατά κάποιον τρόπο να συνέβαινε ακριβώς αυτό. Η Ερίκα κοίταξε τα χειρόγραφα πάνω στο τραπέζι. Από εκεί που στεκόταν δεν μπορούσε να δει το περιεχόμενό τους, αλλά υπολόγισε ότι θα ήταν περίπου εκατό σελίδες. «Αυτό είναι το καινούργιο βιβλίο σου;» Η Ερίκα δεν είχε σκοπό να ξεφύγει από το θέμα που τον είχε ταράξει, αλλά ήθελε να του δώσει και λίγο χρόνο να ηρεμήσει κάπως. «Ναι». Φάνηκε να χαλαρώνει. «Είναι ένα είδος συνέχειας; Της Γοργόνας;» Ο Κρίστιαν χαμογέλασε. «Δεν υπάρχει συνέχεια της Γοργόνας» είπε και κοίταξε πέρα στη θάλασσα. «Δεν καταλαβαίνω πώς θα μπορούσε κανείς να τολμήσει» συνέχισε διστακτικά. «Συγγνώμη;» Η Ερίκα δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που είχε πει και τον έκανε να χαμογελάσει. «Τι εννοείς να τολμήσει;» «Να πηδήσει». Η Ερίκα ακολούθησε το βλέμμα του. Αμέσως κατάλαβε τι εννοούσε. «Εννοείς από τον πύργο με τους βατήρες κατάδυσης; Στο Μπαντχόλμεν;» «Ναι». Ο Κρίστιαν την κοιτούσε χωρίς να ανοιγοκλείνει τα μάτια. «Εγώ δεν τόλμησα ποτέ. Αλλά εγώ είμαι απίστευτα φοβητσιάρα με το νερό, και να σκεφτεί κανείς ότι μεγάλωσα εδώ». «Ούτε εγώ το τόλμησα ποτέ μου». Η φωνή του Κρίστιαν ακουγόταν απόμακρη, σαν σε όνειρο. Η Ερίκα περίμενε με αγωνία τη συνέχεια. Κάτι υπήρχε ανάμεσα σ’ αυτά τα λόγια, μια ένταση που ήταν έτοιμη να οδηγήσει σε έκρηξη. Δεν τολμούσε ούτε να κουνηθεί ούτε ν’ ανασάνει. Έπειτα από μερικά λεπτά ο Κρίστιαν συνέχισε. Αλλά δεν φαινόταν πια να συνειδητοποιεί την παρουσία της. «Εκείνη τόλμησε». «Ποιος;» Η Ερίκα ψιθύρισε την ερώτηση. Στην αρχή πίστεψε ότι δεν θα έπαιρνε ποτέ απάντηση. Της απάντησε μόνο η σιωπή. Έπειτα όμως ο Κρίστιαν είπε τόσο χαμηλόφωνα, που μόλις και ακούστηκε: «Η γοργόνα».


226

KAMILLA LACKBERG

«Από το βιβλίο;» Η Ερίκα δεν καταλάβαινε απολύτως τίποτα. Τι προσπαθούσε να πει; Και πού βρισκόταν αυτήν τη στιγμή το μυαλό του; Στο εδώ δεν ήταν, στο τώρα δεν ήταν, μαζί της δεν ήταν. Ήταν κάπου αλλού και η Ερίκα ευχόταν με όλη της την ψυχή να ήξερε πού. Το επόμενο δευτερόλεπτο η στιγμή είχε χαθεί. Ο Κρίστιαν πήρε μια βαθιά ανάσα και στράφηκε προς το μέρος της. Είχε επιστρέψει. «Θέλω να επικεντρωθώ στο νέο μυθιστόρημα. Όχι να κάθομαι και να δίνω συνεντεύξεις και να γράφω ευχές για γενέθλια στα βιβλία που μου ζητούν να υπογράψω». «Είναι μέρος της δουλειάς μας, Κρίστιαν» επισήμανε ήρεμα η Ερίκα, αλλά δεν μπόρεσε να μη νιώσει έναν κάποιον εκνευρισμό για την αλαζονεία του. «Δεν έχω δηλαδή δυνατότητα επιλογής;» Η φωνή ήταν ήρεμη τώρα, αλλά η ένταση υπήρχε ακόμη εκεί. «Αν δεν ήσουν έτοιμος να κάνεις αυτό το κομμάτι της δουλειάς, θα έπρεπε να το έχεις πει αμέσως. Ο εκδοτικός οίκος, η αγορά, οι αναγνώστες –και, για όνομα του Θεού, αυτοί είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα– περιμένουν να αφιερώσουμε ένα μέρος του χρόνου μας σ’ αυτούς. Αν δεν είναι κανείς έτοιμος να το κάνει αυτό, ε, τότε πρέπει να είναι ξεκάθαρος εξαρχής. Δεν μπορείς ν’ αλλάξεις τους κανόνες στη μέση του παιχνιδιού». Ο Κρίστιαν κοιτούσε κάτω στο πάτωμα, και εκείνη πρόσεξε ότι την άκουγε προσεκτικά και δεχόταν αυτά που έλεγε. Όταν σήκωσε το κεφάλι ξανά είχε δάκρυα στα μάτια του. «Δεν μπορώ, Ερίκα. Δεν γίνεται να σου εξηγήσω, αλλά… » Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του και προσπάθησε ξανά. «Δεν μπορώ. Ας πάνε να με μηνύσουν, ας με βάλουν στη μαύρη λίστα, δεν με νοιάζει. Εγώ θα συνεχίσω να γράφω ούτως ή άλλως, επειδή πρέπει. Αλλά δεν μπορώ να παίξω αυτό το παιχνίδι». Έξυσε με μανία τα χέρια του, σαν να είχε χιλιάδες μυρμήγκια κάτω από το δέρμα του. Η Ερίκα τον κοίταζε ανήσυχη. Ο Κρίστιαν ήταν σαν τεντωμένη χορδή που θα έσπαγε από στιγμή σε στιγμή. Η Ερίκα κατάλαβε ωστόσο ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Δεν ήθελε να μιλήσει μαζί της. Αν ήθελε να λύσει το αίνιγμά του θα έπρεπε να ψάξει μόνη της για απαντήσεις, δίχως τη βοήθειά του.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

227

Εκείνος την κοίταξε για λίγο και μετά τράβηξε απότομα την καρέκλα πιο κοντά στο τραπέζι που ήταν ο υπολογιστής. «Πρέπει να δουλέψω τώρα». Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο. Κλειστό. Η Ερίκα σηκώθηκε. Ευχόταν να μπορούσε να δει τι γινόταν μέσα στο μυαλό του, να βγάλει από εκεί τα μυστικά του, αυτά που η Ερίκα ήξερε ότι ήταν το κλειδί για τα πάντα. Αλλά εκείνος της είχε γυρίσει την πλάτη και καθόταν μπροστά στην οθόνη. Είχε απορροφηθεί από τις λέξεις που είχε γράψει ο ίδιος, σαν να ήταν οι τελευταίες που θα διάβαζε στη ζωή του. Εκείνη δεν είπε τίποτα όταν έφυγε. Ούτε καν αντίο. Ο Πάτρικ καθόταν στο γραφείο του και πάλευε να διώξει εκείνη την καταραμένη κούραση. Έπρεπε να συγκεντρωθεί τώρα που η έρευνα είχε μπει σε μια κρίσιμη καμπή. Είδε το κεφάλι της Πάουλα στο άνοιγμα της πόρτας. «Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε εκείνη, και διαπίστωσε ταυτόχρονα πως ο Πάτρικ είχε μια νοσηρή χλωμάδα και σταγόνες ιδρώτα στο κούτελο. Ανησυχούσε γι’ αυτόν. Φαινόταν εξαντλημένος τελευταία, δεν γινόταν να το παραβλέψει κανείς. Ο Πάτρικ πήρε μια βαθιά ανάσα και ανάγκασε τις σκέψεις του να επιστρέψουν στα πρόσφατα γεγονότα. «Η Λίσμπετ Μπένγκτσον μεταφέρθηκε στο Γέτεμποργ για νεκροψία. Δεν έχω μιλήσει με τον Πέντερσεν, αλλά αν σκεφτούμε ότι απομένουν κάνα δυο μέρες για να πάρουμε τα αποτελέσματα από τη νεκροψία του Μάγκνους Σέλνερ, θα έλεγα ότι πρέπει να υπολογίζουμε πως δεν θα έχουμε νέα μέχρι την αρχή της επόμενης εβδομάδας, τουλάχιστον». «Τι πιστεύεις; Λες να τη δολοφόνησαν;» Ο Πάτρικ δίστασε. «Όσον αφορά τον Μάγκνους είμαι εντελώς σίγουρος. Τα τραύματα που είχε αποκλείεται να τα προκάλεσε ο ίδιος στον εαυτό του. Δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα επίθεσης. Αλλά με τη Λίσμπετ… Δεν ξέρω τι να πω. Δεν είχε καθόλου εξωτερικές βλάβες, απ’ όσο μπόρεσα να δω, και ήταν άλλωστε σοβαρά άρρωστη. Οπότε κάλλιστα θα μπορούσε να είναι φυσικός θάνατος. Αν δεν ήταν αυτό το σημείωμα. Κάποιος μπήκε στο δωμάτιό της και το


228

KAMILLA LACKBERG

έβαλε στα χέρια της, αλλά αν έγινε πριν ή ταυτόχρονα ή μετά τον θάνατό της είναι αδύνατον να πω. Πρέπει να περιμένουμε μέχρι να μας δώσει ο Πέντερσεν λίγο περισσότερες πληροφορίες». «Και τα γράμματα; Τι είπαν ο Έρικ και ο Κένετ; Είχαν καμιά θεωρία για το ποιος και γιατί;» «Όχι. Και οι δύο λένε ότι δεν έχουν την παραμικρή ιδέα. Και αυτήν τη στιγμή δεν έχω κανέναν λόγο να μην τους πιστέψω. Αλλά φαίνεται απίστευτο αυτά τα τρία άτομα που λάβαιναν γράμματα να επιλέχτηκαν τυχαία. Γνωρίζονται μεταξύ τους, κάνουν παρέα, και κάπου πρέπει να υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής. Ο οποίος μας διαφεύγει». «Γιατί δεν έλαβε και ο Μάγκνους γράμματα, αν είναι έτσι;» έκανε η Πάουλα. «Δεν το ξέρουμε. Μπορεί να λάβαινε γράμματα χωρίς να το έχει πει σε κανέναν». «Μίλησες με τη Σία γι’ αυτό;» «Ναι, το έκανα όταν άκουσα πρώτη φορά για τα γράμματα του Κρίστιαν. Εκείνη ισχυρίστηκε πως ο Μάγκνους δεν είχε λάβει κανένα. Διότι θα το ήξερε, είπε, και θα μας το έλεγε από την αρχή. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις σίγουρα. Ίσως ο Μάγκνους να το απέκρυψε για να την προστατέψει». «Έχω την αίσθηση πως όλο αυτό το θέμα κλιμακώθηκε. Το να μπαίνεις στο σπίτι του άλλου νυχτιάτικα είναι σοβαρότερο από το να στέλνεις γράμματα με το ταχυδρομείο». «Δίκιο έχεις» είπε ο Πάτρικ. «Θα προτιμούσα να δώσω στον Κένετ αστυνομική προστασία, αλλά δεν έχουμε προσωπικό για τέτοια». «Όχι, δεν έχουμε» έκανε η Πάουλα. «Αλλά αν αποδειχτεί ότι η γυναίκα του δεν πέθανε από φυσικά αίτια… » «Θα δούμε τι θα κάνουμε τότε» είπε ο Πάτρικ κουρασμένα. «Έστειλες τα γράμματα για ανάλυση, αλήθεια;» «Ναι, τα έστειλα αμέσως. Μαζί και το γράμμα του Κρίστιαν που πήρε η Ερίκα». «Που έκλεψε η Ερίκα, θέλεις να πεις» είπε η Πάουλα και προσπάθησε να κρύψει ένα χαμόγελο. Διασκέδαζε απίστευτα όταν ο Πάτρικ προσπαθούσε να υπερασπιστεί τα κατορθώματα της γυναίκας του. «Εντάξει, έκλεψε λοιπόν» είπε ο Πάτρικ και κοκκίνισε λίγο.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

229

«Αλλά δεν νομίζω πως θα πρέπει να ελπίζουμε πολλά. Είμαστε ήδη πολλοί αυτοί που τα πήραμε στα χέρια μας και είναι δύσκολο να εντοπίσεις από πού προέρχεται ένα συνηθισμένο λευκό χαρτί και μαύρο μελάνι. Τέτοια πράγματα τα αγοράζεις παντού στη Σουηδία». «Ναι» είπε η Πάουλα. «Και υπάρχει κίνδυνος να έχουμε να κάνουμε με κάποιον που καλύπτει προσεκτικά τα ίχνη του». «Πιθανόν, αλλά μπορεί να έχουμε και λίγη τύχη κάπου». «Δεν έχουμε και πολύ από αυτό το προϊόν τελευταία» μουρμούρισε η Πάουλα. «Όχι, δεν έχουμε, υποθέτω… » Ο Πάτρικ κάθισε βαρύς στην καρέκλα και άρχισαν και οι δύο να σκέφτονται σιωπηλοί. «Αύριο θα πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή, ξανά. Θα κάνουμε μια ανασκόπηση στις εφτά το πρωί και μετά συνεχίζουμε». «Τα πράγματα από την αρχή, αύριο, λοιπόν» επανέλαβε η Πάουλα και πήγε στο δικό της γραφείο. Αυτό που χρειάζονταν τώρα ήταν κάτι πραγματικά καινούργιο. Και ο Πάτρικ φαινόταν να χρειάζεται γερή ξεκούραση. Υπενθύμισε στον εαυτό της να τον προσέχει. Δεν φαινόταν καθόλου καλά. Το γράψιμο προχωρούσε δύσκολα. Οι λέξεις στριμώχνονταν στο μυαλό του δίχως να μπορούν να σχηματίσουν προτάσεις. Ο κέρσορας στην οθόνη αναβόσβηνε πειραχτικά. Αλλά ήταν δυσκολότερο με τούτο το βιβλίο, δεν υπήρχαν πολλά στοιχεία από τον εαυτό του σε αυτό. Στη Γοργόνα υπήρχαν, απεναντίας, υπερβολικά πολλά. Έκανε εντύπωση στον Κρίστιαν ότι κανείς δεν το είχε ανακαλύψει. Ότι όλοι το είχαν διαβάσει και το είχαν αντιμετωπίσει σαν ένα παραμύθι, σαν μια σκοτεινή φαντασία. Ο μεγαλύτερος φόβος του είχε αποδειχτεί ανοησία. Κατά τη διάρκεια όλης εκείνης της επίμοχθης αλλά απαραίτητης δουλειάς με το βιβλίο είχε παλέψει με τον φόβο για το τι θα συνέβαινε όταν σήκωνε την πέτρα. Για το τι θα έβγαινε έρποντας από εκεί όταν το φως της μέρας θα έφτανε σε αυτό που υπήρχε από κάτω. Αλλά δεν είχε συμβεί τίποτα. Οι άνθρωποι ήταν τόσο αφελείς, τόσο συνηθισμένοι να σιτίζονται με ιστορίες μυθοπλασίας ώστε να μην αναγνωρίζουν την πραγματικότητα έστω και κάτω από την απλούστερη μεταμφίεση. Κοίταξε πάλι την οθόνη. Προσπάθησε να παροτρύνει τις λέξεις, να ξαναβρεί αυτό που θα γινόταν όντως ένα


230

KAMILLA LACKBERG

παραμύθι. Ήταν όπως είχε πει στην Ερίκα. Δεν υπήρχε καμιά συνέχεια της Γοργόνας. Η αφήγηση τελείωνε εκεί. Είχε παίξει με τη φωτιά και οι φλόγες έκαιγαν κάτω από τα πόδια του. Εκείνη πλησίαζε τώρα, το ένιωθε μέσα του. Τον είχε βρει, και το φταίξιμο ήταν ολοκληρωτικά δικό του. Έκλεισε τον υπολογιστή αναστενάζοντας. Είχε ανάγκη να καθαρίσει το μυαλό του. Φόρεσε το τζάκετ και τράβηξε το φερμουάρ μέχρι πάνω στον λαιμό. Με τα χέρια στις τσέπες περπάτησε με γρήγορο βήμα προς την πλατεία Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Το καλοκαίρι έσφυζε από κόσμο, όπως και οι δρόμοι. Τώρα ήταν έρημη. Αλλά του ταίριαζε καλύτερα αυτή η ερημιά. Δεν ήξερε πού πήγαινε πριν στρίψει στην αποβάθρα όπου βρίσκονταν τα σκάφη της Θαλάσσιας Διάσωσης. Τα πόδια του τον κατεύθυναν προς το Μπαντχόλμεν και στους βατήρες κατάδυσης που διαγράφονταν στο φόντο του γκρίζου χειμωνιάτικου ουρανού. Φυσούσε δυνατά και όταν ανέβηκε πάνω στην πέτρινη γέφυρα που οδηγούσε στη νησίδα, μια ριπή ανέμου άρπαξε το τζάκετ του και το φούσκωσε σαν να ήταν πανί ιστιοφόρου. Ανάμεσα στους ξύλινους τοίχους που διαχώριζαν τα αποδυτήρια ήταν απάγκιο, αλλά μόλις βγήκε έξω στα βράχια προς τη μεριά του πύργου με τους βατήρες, ξαναβρέθηκε στο έλεος του ανέμου. Σταμάτησε. Άφησε τον άνεμο να τον κουνάει μπρος πίσω καθώς σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε ψηλά στον πύργο. Δεν θα έλεγε ότι ήταν κάτι όμορφο, αλλά ήταν στη θέση του. Από την ψηλότερη εξέδρα του μπορούσες να δεις όλη τη Φιελμπάκα και το άνοιγμα προς τη θάλασσα. Ο πύργος διέθετε ακόμη μια φθαρμένη αξιοπρέπεια. Σαν μια γηραιά κυρία που είχε ζήσει πολύ καλά και που δεν ντρεπόταν που αυτό φαινόταν πάνω της. Δίστασε για μια στιγμή. Κατόπιν πάτησε στο πρώτο σκαλοπάτι. Κρατήθηκε από την κουπαστή με τα κρύα χέρια του. Ο πύργος έτριζε και διαμαρτυρόταν. Τα καλοκαίρια στέκονταν ορδές εφήβων που έτρεχαν πάνω κάτω στον πύργο, αλλά τώρα ο άνεμος τον είχε ταλαιπωρήσει τόσο πολύ που δεν ήξερε αν θα άντεχε το δικό του βάρος. Αλλά δεν είχε σημασία. Έπρεπε να ανέβει. Ο Κρίστιαν ανέβηκε μερικά σκαλοπάτια ακόμα. Τώρα δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία ότι ο πύργος κουνιόταν για τα καλά από τον άνεμο. Κουνιόταν σαν εκκρεμές και έκανε το κορμί του να πηγαίνει πέρα


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

231

δώθε. Συνέχισε όμως και στο τέλος έφτασε στην κορφή. Έκλεισε για λίγο τα μάτια, κάθισε στην εξέδρα και πήρε μιαν ανάσα. Έπειτα άνοιξε τα μάτια. Εκείνη ήταν εκεί, με το μπλε φόρεμα. Χόρευε στον πάγο, με το παιδί στην αγκαλιά, δίχως να αφήνει ίχνη στο χιόνι. Παρόλο που ήταν ξυπόλυτη, ακριβώς όπως εκείνο το Μεσοκαλόκαιρο, δεν φαινόταν να κρυώνει. Ήταν και το παιδί ντυμένο ελαφρά, λευκό παντελόνι κι ένα πουκαμισάκι, αλλά χαμογελούσε μέσα στον χειμωνιάτικο αγέρα, σαν να μην το ενοχλούσε τίποτα. Σηκώθηκε όρθιος στηριζόμενος σε ασταθή πόδια. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο σταθερά πάνω της. Ήθελε να της φωνάξει, να την προειδοποιήσει. Ο πάγος ήταν λεπτός, δεν γινόταν να περπατάς πάνω του, δεν γινόταν να χορεύεις πάνω του. Είδε τις ρωγμές, μερικές είχαν ανοίξει, άλλες ήταν έτοιμες ν’ ανοίξουν κι άλλο. Αλλά εκείνη χόρευε με το παιδί στην αγκαλιά και το φόρεμα ανέμιζε γύρω από τα πόδια της. Γελούσε και έγνεφε, με τα μαύρα μαλλιά της να πλαισιώνουν το πρόσωπό της. Ο πύργος ταλαντευόταν. Αλλά αυτός στεκόταν όρθιος, αντιστάθμιζε τις ταλαντώσεις με τα χέρια ανοιχτά. Προσπάθησε να της φωνάξει, αλλά βγήκε μόνον ένας στριγκός ήχος από το λαρύγγι του. Έπειτα την είδε. Ένα λευκό, υγρό χέρι. Έβγαινε από το νερό, προσπαθούσε ν’ αδράξει τα πόδια της που χόρευαν, προσπαθούσε ν’ αδράξει το φόρεμα, ήθελε να την τραβήξει στον βυθό. Είδε τη γοργόνα. Το λευκό της πρόσωπο, το οποίο τεντωνόταν άπληστο προς τη γυναίκα και το παιδί, τεντωνόταν προς αυτούς που ο ίδιος αγαπούσε. Αλλά η γυναίκα δεν την έβλεπε. Συνέχιζε να χορεύει, πήρε το χέρι του παιδιού και του έγνεψε, τα πόδια της κινούνταν γύρω στον πάγο, ενίοτε μόλις ένα χιλιοστό μακριά από το λευκό χέρι που προσπαθούσε να την πιάσει. Μια αστραπή στο μυαλό του. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, ήταν ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε. Ο Κρίστιαν έφερε τα χέρια στα αυτιά του και έκλεισε τα μάτια. Και τώρα ακούστηκε η κραυγή. Δυνατή και στριγκή βγήκε από το λαρύγγι του, αναπήδησε στον πάγο και στους βράχους, έξυσε τις πληγές στο στήθος. Όταν σώπασε κατέβασε επιφυλακτικά τα χέρια από τα αυτιά του. Έπειτα άνοιξε τα μάτια. Η γυναίκα και το παιδί


232

KAMILLA LACKBERG

είχαν εξαφανιστεί. Αλλά τώρα ήξερε. Ήξερε ότι εκείνη δεν θα τα παρατούσε αν δεν έπαιρνε όσα ήταν δικά του.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

233

Εκείνη απαιτούσε ακόμη πολλά. Η μητέρα αφιέρωνε πολλές ώρες για να την εκπαιδεύσει, να λυγίζει τις αρθρώσεις της, να της κάνει ασκήσεις με εικόνες και μουσική. Είχε γυρίσει ουρανό και γη μέχρι να αποδεχτεί το γεγονός. Ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την Άλις. Αλλά εκείνος δεν θύμωνε πια τόσο πολύ. Δεν τη μισούσε για τις ώρες που έκλεβε από τη μητέρα. Διότι είχε χαθεί από τα μάτια της ο θρίαμβος. Ήταν ήρεμη και σιωπηλή. Καθόταν κυρίως μόνη της και ασχολούνταν με κάτι, επαναλάμβανε τις ίδιες κινήσεις για ώρες, κοιτούσε συνεχώς έξω από το παράθυρο ή τον τοίχο, κοιτούσε κάτι που μόνον η ίδια μπορούσε να δει. Μάθαινε πράγματα. Πρώτα να κάθεται, μετά να μπουσουλάει, και τέλος να περπατάει. Ακριβώς όπως όλα τα άλλα παιδιά. Απλώς η Άλις χρειαζόταν περισσότερο καιρό. Τύχαινε καμιά φορά να τον κοιτάζει ο πατέρας πάνω από το κεφάλι της μικρής. Και για μια απειροελάχιστη στιγμή τα βλέμματά τους συναντιόνταν και στο βλέμμα του πατέρα υπήρχε κάτι που ο ίδιος δεν μπορούσε να εξηγήσει. Αλλά καταλάβαινε ότι ο πατέρας τον παρακολουθούσε, και παρακολουθούσε την Άλις. Εκείνος ήθελε να πει στον πατέρα ότι δεν χρειαζόταν. Γιατί να της κάνει κάτι, γιατί να την πειράξει; Ήταν άλλωστε τόσο καλή τώρα. Δεν την αγαπούσε. Αγαπούσε μόνο τη μητέρα. Αλλά την ανεχόταν. Η Άλις ήταν τώρα ένα κομμάτι του κόσμου του, ένα μικρό κομμάτι της πραγματικότητάς του, κατά τον ίδιο τρόπο που ήταν η τηλεόραση με τα παράσιτά της, το κρεβάτι πάνω στο οποίο ξάπλωνε τα βράδια ή το θρόισμα των εφημερίδων που διάβαζε ο πατέρας. Η Άλις ήταν ένα αυτονόητο κομμάτι και εξίσου ασήμαντο.


234

KAMILLA LACKBERG

Αντιθέτως, η Άλις τον λάτρευε. Δεν το καταλάβαινε αυτό. Γιατί διάλεγε αυτόν και όχι την όμορφη μητέρα τους; Έλαμπε ολόκληρη όταν τον έβλεπε, και μόνον αυτός μπορούσε να την κάνει να απλώνει τα χέρια για να τη σηκώσει και να την πάρει αγκαλιά. Κατά τ’ άλλα δεν της άρεσε η επαφή. Συχνά τιναζόταν και προσπαθούσε να τραβηχτεί όταν την έπιανε η μητέρα για να τη χαϊδέψει και να την πάρει αγκαλιά. Εκείνος δεν μπορούσε να το καταλάβει αυτό. Αν η μητέρα ήθελε να αγγίξει και να χαϊδέψει αυτόν κατά τον ίδιο τρόπο, θα έτρεχε αμέσως στην αγκαλιά της, θα έκλεινε τα μάτια του και δεν θα έφευγε ποτέ από εκεί. Η άνευ όρων αγάπη της Άλις τον μπέρδευε. Του πρόσφερε, ωστόσο, μια κάποια ικανοποίηση ότι κάποιος τον ήθελε. Μερικές φορές δοκίμαζε την αγάπη της. Τις ελάχιστες στιγμές που ο πατέρας ξεχνούσε να τους παρακολουθεί και πήγαινε στην τουαλέτα ή στην κουζίνα για να πάρει κάτι, εκείνος συνήθιζε να δοκιμάζει πόσο μακριά έφτανε η αγάπη της. Φρόντιζε να δει σε πόσα πράγματα μπορούσε να την εκθέσει πριν σβήσει η λάμψη από τα μάτια της. Μερικές φορές την τσιμπούσε, άλλες της τραβούσε τα μαλλιά. Μια φορά της είχε βγάλει κρυφά το ένα παπούτσι και τη γρατσούνισε στην πατούσα με τον μικρό σουγιά που είχε βρει και πάντα κουβαλούσε μαζί του στην τσέπη. Στην πραγματικότητα, δεν του άρεσε να την πληγώνει, αλλά ήξερε πόσο επιφανειακή μπορούσε να είναι η αγάπη, πόσο εύκολα μπορούσε να εξανεμιστεί. Προς μεγάλη του έκπληξη, η Άλις δεν έκλαιγε ποτέ, δεν τον κοιτούσε καν παραπονεμένα. Απλώς καθόταν εκεί. Σιωπηλή, με το φωτεινό της βλέμμα στραμμένο πάνω του. Κανένας δεν πρόσεχε τις μικρές μελανιές και πληγές στο κορμάκι της. Διότι πάντα κάπου θα χτυπούσε, θα έπεφτε κάτω, θα έπεφτε πάνω σε πράγματα και θα κοβόταν. Ήταν σαν να κινούνταν με μια καθυστέρηση λίγων δευτερολέπτων, και συχνά δεν αντιδρούσε παρά μόνον όταν είχε ήδη χτυπήσει. Αλλά και τότε πάλι δεν έκλαιγε. Εξωτερικά δεν φαινόταν τίποτα. Ακόμα κι εκείνος αναγκαζόταν να παραδεχτεί ότι έμοιαζε με άγγελο. Αν η μητέρα έβγαινε έξω με την Άλις στο καροτσάκι –το καροτσάκι για το οποίο η Άλις ήταν πολύ μεγάλη τώρα πια, αλλά το χρησιμοποιούσαν επειδή της έπαιρνε πολλή ώρα να περπατήσει– οι άνθρωποι που συναντούσαν, άγνωστοι άνθρωποι μάλιστα, σχολίαζαν την εξωτερική εμφάνιση της Άλις.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

235

«Τι όμορφο παιδάκι» τιτίβιζαν. Έσκυβαν από πάνω της, την κοιτούσαν με πεινασμένα μάτια, σαν να ήθελαν να ρουφήξουν τη γλύκα της. Κι εκείνος συνήθιζε να κοιτάζει τη μητέρα, να βλέπει πώς για ένα δευτερόλεπτο έλαμπε από περηφάνια, πώς ίσιωνε το κορμί της και έγνεφε καταφατικά. Έπειτα χανόταν, καταστρεφόταν πάντα εκείνη η στιγμή. Η Άλις άπλωνε τα χέρια της προς τους θαυμαστές της και με αδέξιες κινήσεις προσπαθούσε να πει κάτι, αλλά οι λέξεις παραμορφώνονταν και μια γραμμή σάλιο κρεμόταν από το στόμα της. Τότε οι άνθρωποι έκαναν πίσω. Στην αρχή την κοιτούσαν με φρίκη και μετά στρέφονταν με το βλέμμα γεμάτο οίκτο προς τη μητέρα, της οποίας η περηφάνια εξαφανιζόταν. Εκείνον δεν τον κοιτούσαν καν. Ήταν απλώς κάποιος που πήγαινε πίσω από τη μητέρα και την Άλις, αν του επιτρεπόταν να τις ακολουθήσει. Ήταν μια παχιά, άμορφη μάζα για την οποία κανείς δεν ενδιαφερόταν. Αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε. Ήταν λες κι εκείνος ο θυμός, αυτό το πράγμα που έκαιγε στο στήθος του, είχε πεθάνει την ίδια στιγμή που το νερό τύλιξε το πρόσωπο της Άλις. Δεν ένιωθε ούτε καν τη μυρωδιά στα ρουθούνια του πια. Η γλυκερή μυρωδιά είχε εξαφανιστεί, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ακόμα κι αυτή την είχε ξεπλύνει το νερό. Απέμενε μόνο η ανάμνηση. Όχι σαν ανάμνηση από κάτι πραγματικό, απλώς σαν μια αίσθηση κάποιου πράγματος που ανήκε στο παρελθόν. Ήταν διαφορετικός τώρα. Κάποιος που ήξερε ότι η μητέρα δεν τον αγαπούσε πια.


236

KAMILLA LACKBERG

Ξεκίνησαν νωρίς. Ο Πάτρικ είχε αρνηθεί ν’ ακούσει οποιαδήποτε διαμαρτυρία για τη συνάντησή τους στις εφτά το πρωί. «Έχω μια πολύ διφορούμενη εικόνα για το ποιος μπορεί να είναι ο δράστης σε τούτη την υπόθεση» είπε αφού είχε συνοψίσει την κατάσταση. «Φαίνεται πως έχουμε να κάνουμε με ένα άτομο με σοβαρή ψυχική διαταραχή αλλά που ταυτόχρονα είναι πολύ προσεκτικό και καλά οργανωμένο. Πρόκειται για έναν επικίνδυνο συνδυασμό». «Δεν ξέρουμε αν αυτός που σκότωσε τον Μάγκνους είναι ο ίδιος που έστειλε τα γράμματα και που μπήκε κρυφά στο σπίτι του Κένετ» αντέταξε ο Μάρτιν. «Όχι, δεν το ξέρουμε, αλλά τίποτα δεν φαίνεται να στηρίζει και το αντίθετο. Προτείνω να ξεκινήσουμε, προς το παρόν, από την υπόθεση ότι όλα σχετίζονται». Ο Πάτρικ πέρασε το χέρι από το πρόσωπό του. Το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας το είχε περάσει στριφογυρνώντας στο κρεβάτι του και ήταν πιο κουρασμένος από ποτέ. «Θα τηλεφωνήσω στον Πέντερσεν αφού τελειώσουμε εδώ, και θα δούμε αν μπορεί να μας πει κάτι οριστικό για την αιτία θανάτου του Μάγκνους Σέλνερ». «Νόμιζα ότι θα έπαιρνε κάνα δυο μέρες ακόμα» είπε η Πάουλα. «Ναι, αλλά δεν βλάπτει να πιέσουμε και λίγο». Ο Πάτρικ έδειξε τον πίνακα στον τοίχο. «Χάσαμε πάρα πολύ χρόνο. Πάνε τρεις μήνες από τότε που εξαφανίστηκε ο Μάγκνους και μόλις τώρα μάθαμε για τις απειλές κατά άλλων ατόμων». Όλων τα βλέμματα καρφώθηκαν στις φωτογραφίες που ήταν αναρτημένες στη σειρά στον πίνακα. «Έχουμε τέσσερις φίλους: τον Μάγκνους Σέλνερ, τον Κρίστιαν


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

237

Τιντέλ, τον Κένετ Μπένγκτσον και τον Έρικ Λιντ. Ο ένας είναι νεκρός, οι άλλοι τρεις έχουν πάρει απειλητικά γράμματα από κάποιον που πιστεύουμε πως είναι γυναίκα. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε αν έπαιρνε και ο Μάγκνους γράμματα. Η γυναίκα του, η Σία, πάντως, δεν φαίνεται να γνωρίζει κάτι. Οπότε, πάλι δυστυχώς, μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ». «Αλλά γιατί ειδικά αυτούς τους τέσσερις;» Η Πάουλα κοίταξε τις φωτογραφίες. «Αν το γνωρίζαμε θα ξέραμε σίγουρα και ποιος βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά» είπε ο Πάτρικ. «Άνικα, πρόλαβες μήπως να βρεις κάτι για το παρελθόν τους;» «Μπα, τίποτα προς το παρόν. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις σε ό,τι αφορά τον Κένετ Μπένγκτσον. Βρήκα αρκετά για τον Έρικ Λιντ, αλλά τίποτα που να μας ενδιαφέρει. Κυρίως υπόνοιες για ύποπτη οικονομική δραστηριότητα και τα παρόμοια». «Στοιχηματίζω ότι αυτός ο Έρικ είναι ανακατεμένος με κάποιον τρόπο» είπε ο Μέλμπεργ. «Γλιστράει σαν χέλι αυτός ο διαολεμένος τύπος. Κυκλοφορούν ένα κάρο φήμες για τις επιχειρηματικές δοσοληψίες του. Εκτός αυτού είναι και γυναικάς. Είναι απόλυτα σαφές ότι πρέπει να τον περάσουμε από γερό έλεγχο». Χτύπησε με το δάχτυλο την άκρη της μύτης του. «Και γιατί δολοφονήθηκε ο Μάγκνους, σε αυτή την περίπτωση;» είπε ο Πάτρικ και δέχτηκε ένα ενοχλημένο βλέμμα από τον Μέλμπεργ. «Δεν προχώρησα τόσο πολύ με τον Κρίστιαν» πρόσθεσε η Άνικα ατάραχη. «Αλλά θα συνεχίσω και, φυσικά, θα σας ενημερώσω αμέσως μόλις βρω κάτι χρήσιμο». «Μην ξεχνάς ότι αυτός ήταν που έλαβε πρώτος γράμμα». Η Πάουλα κοιτούσε ακόμη τον πίνακα. «Άρχισε να λαβαίνει γράμματα πριν από ενάμιση χρόνο. Είναι μάλιστα αυτός που έχει λάβει τα περισσότερα. Ταυτόχρονα φαίνεται περίεργο ότι μπλέχτηκαν και οι άλλοι, αν μόνον ένας από αυτούς ήταν στόχος. Έχω τη σαφή αίσθηση πως κάτι τους συνδέει». «Συμφωνώ. Και το ότι ήταν ο Κρίστιαν που τράβηξε πρώτος την προσοχή αυτού του ατόμου πρέπει επίσης να σημαίνει κάτι». Ο Πάτρικ σκούπισε το μέτωπό του. Είχε ασφυκτική ζέστη στο δωμάτιο και


238

KAMILLA LACKBERG

είχε αρχίσει να ιδρώνει. Στράφηκε προς την Άνικα: «Εσύ επικεντρώσου στον Κρίστιαν, τώρα που θα συνεχίσεις». «Δεν παύω να πιστεύω ότι πρέπει να εστιάσουμε στον Έρικ» είπε ο Μέλμπεργ. Αγριοκοίταξε τον Γιέστα: «Εσύ τι λες, Φλίγκαρε; Διότι, εδώ που τα λέμε, εσύ κι εγώ έχουμε την περισσότερη εμπειρία απ’ όλους εδώ μέσα. Δεν θα έπρεπε να δώσουμε περισσότερη προσοχή στον Έρικ Λιντ;» Ο Γιέστα στριφογύρισε άβολα στην καρέκλα του. Είχε βγάλει πέρα μια ολάκερη καριέρα στην αστυνομία εφαρμόζοντας τον κανόνα τής ελάχιστης δυνατής τριβής. Αλλά αφού το πάλεψε μέσα του για λίγο, κούνησε στο τέλος το κεφάλι αρνητικά: «Ναι, καταλαβαίνω τι λες, αλλά εδώ θα συμφωνήσω με τον Χέντστρεμ ότι ο Κρίστιαν Τιντέλ είναι το πιο ενδιαφέρον άτομο αυτήν τη στιγμή». «Εντάξει, αν θέλετε να χαραμίσετε κι άλλον χρόνο, παρακαλώ» είπε ο Μέλμπεργ και σηκώθηκε με πληγωμένη έκφραση. «Έχω καλύτερα πράγματα να κάνω από το να κάθομαι και να πετάω διαμάντια σε γουρούνια». Αμέσως μετά βγήκε από το δωμάτιο. Τα καλύτερα πράγματα που είχε κατά νου ο Μέλμπεργ ήταν πιθανώς ένας υπνάκος από εκείνους που διαρκούν πολύ. Αλλά ο Πάτρικ δεν είχε σκοπό να τον εμποδίσει. Όσο λιγότερο μπλεκόταν στην υπόθεση, τόσο το καλύτερο. «Εσύ ασχολείσαι με τον Κρίστιαν, λοιπόν» είπε ο Πάτρικ και έγνεψε στην Άνικα. «Πότε νομίζεις ότι θα μου έχεις κάτι έτοιμο;» «Μέχρι αύριο θα έχω μια καλύτερη εικόνα του παρελθόντος του». «Πολύ ωραία. Μάρτιν και Γιέστα, εσείς να πάτε στο σπίτι του Κένετ και να προσπαθήσετε να μάθετε περισσότερες λεπτομέρειες για χθες και για τα γράμματα. Πιθανώς θα έπρεπε να μιλήσουμε ξανά με τον Έρικ Λιντ. Εγώ, όπως είπα, θα τηλεφωνήσω στον Πέντερσεν μόλις πάει οχτώ η ώρα». Ο Πάτρικ έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Ακόμη εφτάμισι ήταν. «Μετά σκεφτόμουν να πάμε στο σπίτι της Σία, Πάουλα». Η Πάουλα κατένευσε. «Πες μου όταν είσαι έτοιμος και φύγαμε». «Καλώς. Ξέρετε λοιπόν όλοι τι πρέπει να κάνετε». Ο Μάρτιν σήκωσε το χέρι. «Ναι;» «Δεν θα έπρεπε να σκεφτούμε κάποια μορφή προστασίας για τον


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

239

Κρίστιαν και τους άλλους;» «Το σκέφτηκα, φυσικά. Αλλά δεν έχουμε τους πόρους γι’ αυτό, και στην πραγματικότητα έχουμε ακόμη πολύ λίγα στοιχεία, οπότε αναμένουμε. Κάτι άλλο;» Σιωπή. «Εντάξει, ας ανασκουμπωθούμε». Σκούπισε τον ιδρώτα από το κούτελό του ξανά. Την επόμενη φορά θα έπρεπε, παρ’ όλο το χειμωνιάτικο κρύο, ν’ αφήσει ένα παράθυρο ανοιχτό, για να παίρνουν λίγο οξυγόνο. Όταν οι άλλοι έφυγαν, ο Πάτρικ στάθηκε λίγο ακόμα και μελέτησε τον πίνακα. Τέσσερις άντρες, τέσσερις φίλοι. Ο ένας νεκρός. Τι ήταν αυτό που τους συνέδεε; Αισθανόταν σαν να τον γυρόφερνε συνεχώς κι αθόρυβα, στα ακροδάχτυλα. Ποτέ τους δεν είχαν καλή σχέση, ούτε καν στις αρχές. Με δυσκολία το παραδεχόταν, αλλά η Σάνα δεν μπορούσε πλέον να κλείνει τα μάτια μπροστά στην αλήθεια. Ποτέ δεν την είχε αφήσει να μπει πραγματικά στη ζωή του. Είχε πει αυτό που θα περίμενε κανείς από αυτόν να πει, τη φλέρταρε και της έκανε κομπλιμέντα. Αλλά εκείνη δεν τον είχε πιστέψει πραγματικά, έστω κι αν αρνιόταν να το ομολογήσει στον εαυτό της. Διότι εκείνος ήταν πολύ περισσότερα απ’ όσα η ίδια θα μπορούσε να είχε ονειρευτεί. Το επάγγελμά του μπορεί να σου έφερνε στον νου κάποιο άτομο αραχνιασμένο και βαρετό, αλλά ο Κρίστιαν ήταν το ακριβώς αντίθετο. Μοναδικός και όμορφος, με βλέμμα που φαινόταν να τα έχει δει όλα. Και όταν την κοιτούσε κατάματα, εκείνη γέμιζε από μόνη της όλα τα κενά. Ποτέ δεν την είχε αγαπήσει, και η Σάνα συνειδητοποίησε ότι το ήξερε αυτό από την αρχή. Κι ωστόσο είχε ξεγελάσει τον εαυτό της. Έβλεπε αυτά που επιθυμούσε να δει και αγνοούσε οτιδήποτε σκλήριζε «ψέμα». Τώρα δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν ήθελε να τον χάσει. Και παρόλο που δεν έβρισκε ανταπόκριση στην αγάπη της, τον αγαπούσε εκείνη κι αυτό της αρκούσε, αρκεί να μην την εγκατέλειπε. Ταυτόχρονα ένιωθε άδεια και έρημη μέσα της μόλις σκεφτόταν έναν τέτοιο τρόπο ζωής, να είναι δηλαδή η μόνη που ήταν ερωτευμένη σε αυτήν τη σχέση. Ανακάθισε στο κρεβάτι και τον κοίταξε. Εκείνος κοιμόταν βαθιά.


240

KAMILLA LACKBERG

Άπλωσε διστακτικά το χέρι της και άγγιξε τα μαλλιά του. Τα πυκνά, σκούρα μαλλιά με τις γκρίζες πινελιές. Μια τούφα είχε πέσει πάνω στα μάτια του και εκείνη την παραμέρισε με προσοχή. Τα πράγματα δεν είχαν πάει καλά το προηγούμενο βράδυ, κι αυτό συνέβαινε όλο και συχνότερα τελευταία. Ποτέ της δεν ήξερε πότε εκείνος θα εκρήγνυτο και θα ξεσπούσε για κάτι μεγάλο ή μικρό. Χτες ήταν τα παιδιά που έκαναν πολλή φασαρία. Άλλοτε δεν ήταν καλό το φαγητό ή η ίδια είχε πει κάτι με λάθος ύφος. Δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτό. Όλα όσα ήταν δύσκολα στα χρόνια που είχαν περάσει μαζί είχαν γίνει καθημερινότητα και σύντομα δεν θα υπήρχε τίποτα καλό πια. Ήταν σαν να κινούνταν με ταχύτητα φωτός προς κάτι άγνωστο, προς το σκοτάδι, κι εκείνη δεν ήθελε να φωνάξει «σταμάτα» για να σταματήσουν. Ήθελε μόνο να γίνουν όλα όπως ήταν παλιά. Μολαταύτα τώρα καταλάβαινε περισσότερα. Της είχε αποκαλύψει ένα κομμάτι από το παρελθόν του. Και όσο τρομακτική κι αν ήταν αυτή η ιστορία, εκείνη ένιωθε ότι της είχε δώσει ένα δώρο με όμορφο περιτύλιγμα. Της είχε μιλήσει για τον εαυτό του, είχε μοιραστεί κάτι μαζί της, κάτι που δεν είχε μοιραστεί με κανέναν άλλο. Και αυτό το φυλούσε ως κόρη οφθαλμού. Απλώς δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει με την εμπιστοσύνη που της είχε δείξει. Ήθελε να τον βοηθήσει, να μιλήσουν περισσότερο και να μάθει κι άλλα για όσα κανένας άλλος δεν γνώριζε. Αλλά δεν της έδωσε τίποτα. Είχε προσπαθήσει να τον ρωτήσει περισσότερα χτες, και το όλο θέμα έληξε με εκείνον να φεύγει και να κοπανάει την πόρτα με τέτοια δύναμη που έκανε τα τζάμια να τρίξουν. Δεν ήξερε πότε είχε επιστρέψει στο σπίτι. Κατά τις έντεκα εκείνη είχε αποκοιμηθεί κλαίγοντας και τώρα που είχε ξυπνήσει τον είδε ξαπλωμένο δίπλα της. Η ώρα ήταν σχεδόν εφτά. Αν ήταν να πάει στη δουλειά του θα έπρεπε να σηκωθεί. Κοίταξε το ξυπνητήρι. Δεν το είχε βάλει να χτυπήσει. Μήπως έπρεπε να τον ξυπνήσει; Παρέμεινε εκεί, στην άκρη του κρεβατιού, διστακτική. Τα μάτια του κινούνταν με ταχύτητα κάτω από τα κλειστά βλέφαρα. Η Σάνα θα έδινε οτιδήποτε για να μάθει τι ονειρευόταν ο Κρίστιαν εκείνη τη στιγμή, τι εικόνες έβλεπε. Το σώμα του σκιρτούσε ανάλαφρα και το πρόσωπό του είχε πάρει μια βασανισμένη έκφραση. Εκείνη σήκωσε


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

241

αργά το χέρι της και το ακούμπησε ανάλαφρα στον ώμο του. Θα θύμωνε πολύ αν αργούσε στη δουλειά του επειδή εκείνη δεν τον είχε ξυπνήσει. Αλλά αν είχε ρεπό, θα θύμωνε που δεν τον άφησε να κοιμηθεί. Μακάρι να ήξερε πώς να του προσφέρει ικανοποίηση, ίσως ακόμα και ευτυχία. Η φωνή του Νιλς από το παιδικό δωμάτιο την έκανε να τιναχτεί. Το παιδί φώναζε τρομαγμένο. Η Σάνα σηκώθηκε και αφουγκράστηκε. Σκέφτηκε για μια στιγμή πως ίσως να το φαντάστηκε, ότι η φωνή του Νιλς ίσως ήταν ένας απόηχος των δικών της ονείρων, στα οποία τα παιδιά φαίνονταν να την καλούν συνεχώς, να την έχουν ανάγκη. Αλλά η φωνή ξανακούστηκε. «Μαμά!» Μα γιατί ακουγόταν τόσο τρομαγμένος; Η καρδιά της Σάνα άρχισε να βροντοχτυπά και τα πόδια της πήραν φωτιά. Έριξε πάνω της τη ρόμπα και όρμησε στο διπλανό δωμάτιο που μοιράζονταν τα παιδιά. Ο Νιλς ήταν καθισμένος στο κρεβάτι του. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα και στραμμένα προς το άνοιγμα της πόρτας, προς το μέρος της. Είχε σηκώσει τα χεράκια του στον αέρα, ήταν σαν μικρός Εσταυρωμένος. Η Σάνα ένιωσε το σοκ σαν μια γερή γροθιά στο στομάχι. Είδε τα ανοιχτά, τρεμάμενα δάχτυλά του, το στήθος του, τις πιτζάμες με τα αρκουδάκια που λάτρευε, αυτές που από το πολύ πλύσιμο είχαν αρχίσει να ξεφτίζουν στις μανσέτες. Είδε και το κόκκινο. Το μυαλό της επεξεργάστηκε με μεγάλη δυσκολία την εικόνα. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα της προς τον απέναντι τοίχο και η κραυγή πρόλαβε να θεριέψει τρομακτικά πριν να βγει από το λαρύγγι της. «Κρίστιαν! Κ ΡΙΣ Τ ΙΑΝ!» Ένα κάψιμο στα πνευμόνια του. Περίεργο συναίσθημα καταμεσής σε όλη εκείνη την ομίχλη στην οποία βρισκόταν. Από χτες το απόγευμα ήδη, όταν βρήκε τη Λίσμπετ νεκρή στο κρεβάτι, η ζωή του ήταν σαν ομιχλώδες τοπίο. Το σπίτι ήταν τόσο σιωπηλό όταν εκείνος επέστρεψε αφού είχε πάει στο γραφείο με την αστυνομία. Είχαν έρθει και την είχαν πάρει. Η Λίσμπετ δεν ήταν πια εκεί. Είχε αναρωτηθεί αν έπρεπε να πάει να μείνει κάπου αλλού. Του φαινόταν αδύνατο να δρασκελίσει το κατώφλι του σπιτιού του. Αλλά πού να πήγαινε; Δεν είχε κανέναν να πάει. Άλλωστε εκείνη υπήρχε


242

KAMILLA LACKBERG

εδώ. Στους πίνακες των τοίχων, στις κουρτίνες των παραθύρων, στον γραφικό χαρακτήρα των μικρών σημειωμάτων στα τάπερ με τα τρόφιμα στην κατάψυξη. Στην επιλογή σταθμού αν άνοιγες το ραδιόφωνο στην κουζίνα και σε όλα τα περίεργα τρόφιμα που γέμιζαν τα ντουλάπια: λάδι τρούφας, παξιμάδια από αλεύρι ντίνκελ και περίεργα τουρσιά. Πράγματα που είχε κουβαλήσει πολύ ικανοποιημένη στο σπίτι και ποτέ της δεν χρησιμοποίησε. Την πείραζε συνεχώς για τα φιλόδοξα σχέδια μαγειρέματος που είχε κατά νου και που πάντα κατέληγαν σε κάτι πολύ απλούστερο. Πόσο θα ήθελε να την πειράξει άλλη μια φορά. Ο Κένετ άνοιξε τον διασκελισμό του. Ο Έρικ τού είχε πει ότι δεν χρειαζόταν να πάει στη δουλειά σήμερα. Αλλά ο Κένετ χρειαζόταν τη ρουτίνα. Τι να έκανε στο σπίτι; Είχε σηκωθεί αμέσως μόλις χτύπησε το ξυπνητήρι, όπως πάντα. Είχε σηκωθεί από το ράντσο, δίπλα από το άδειο της κρεβάτι. Ακόμα και οι πόνοι στη μέση ήταν τώρα ευπρόσδεκτοι. Ήταν ο ίδιος πόνος που είχε όταν εκείνη ήταν ακόμη ζωντανή. Σε μία ώρα θα ήταν στο γραφείο. Του έπαιρνε σαράντα λεπτά καθημερινά να τρέξει τη διαδρομή μέσα στο δάσος. Είχε προσπεράσει το γήπεδο ποδοσφαίρου πριν από μερικά λεπτά, κάτι που σήμαινε πως είχε ήδη καλύψει τη μισή διαδρομή περίπου. Αύξησε κι άλλο την ταχύτητά του. Τα πνευμόνια του του μηνούσαν πως είχε αρχίσει να πλησιάζει το όριο της αντοχής του, αλλά τα πόδια του συνέχιζαν να σφυροκοπούν το έδαφος. Αυτό ήταν καλό. Ο πόνος στα πνευμόνια έδιωχνε ένα μέρος από τον πόνο της καρδιάς. Αρκετά ώστε να μη χρειάζεται να πέσει στο έδαφος, να κουλουριαστεί, να γίνει μια μπαλίτσα και ν’ αφήσει τη θλίψη να τον κατακυριεύσει. Δεν καταλάβαινε πώς θα μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνη. Ήταν σαν να χρειαζόταν να ζήσει χωρίς αέρα. Εξίσου αδύνατο, εξίσου ασφυκτικό. Το πόδια του κινούνταν όλο και γρηγορότερα. Μικρές κηλίδες φωτός τρεμόσβηναν μπροστά στα μάτια του και το οπτικό πεδίο του στένεψε. Εστίασε σε ένα σημείο πολύ μακριά, ένα άνοιγμα στη βλάστηση απ’ όπου ξεγλιστρούσε μια υποψία χαράματος. Το σκληρό φως από τους φανοστάτες κατά μήκος της διαδρομής ήταν ακόμη κυρίαρχο. Η διαδρομή στένεψε και έγινε ένα μικρό μονοπάτι, το έδαφος έγινε πιο ανώμαλο, γέμισε λακκούβες και τρύπες. Ήταν επίσης λίγο


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

243

παγωμένο ακόμη, αλλά εκείνος ήξερε τη διαδρομή και δεν ενδιαφέρθηκε να κοιτάξει κάτω. Κοιτούσε προς το φως και εστίαζε στο πρωί που πλησίαζε. Στην αρχή δεν κατάλαβε τι έγινε. Ήταν σαν να είχε στήσει κάποιος έναν αόρατο τοίχο ακριβώς μπροστά του. Έμεινε ακίνητος πάνω στον διασκελισμό με τα πόδια στον αέρα. Έπειτα έπεσε μπροστά. Ενστικτωδώς άπλωσε τα χέρια για να μετριάσει την πτώση και η πρόσκρουση, όταν οι παλάμες του χτύπησαν στο έδαφος, έκανε τον πόνο να πολλαπλασιαστεί μέσα από τους βραχίονες και να φτάσει μέχρι πάνω στους ώμους. Έπειτα τον επισκέφτηκε ένα άλλο είδος πόνου. Ένας πόνος που έτσουζε και έκαιγε, ένας πόνος που του έκοψε την ανάσα. Κοίταξε προς τα κάτω, τα χέρια του. Και οι δύο παλάμες ήταν καλυμμένες από ένα παχύ στρώμα γυαλιού. Μεγάλα και μικρά κομμάτι από διάφανο γυαλί που τώρα βάφονταν αργά κατακόκκινα από το αίμα το οποίο έβγαινε από τα σημεία όπου τα θραύσματα είχαν διαπεράσει το δέρμα του. Δεν κινήθηκε. Γύρω του επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Όταν προσπάθησε, τελικά, να σηκωθεί, ένιωσε τα πόδια του να έχουν κολλήσει κάπου. Τα κοίταξε. Ακόμα κι εκεί είχαν μπει τα γυαλιά στο δέρμα του, είχαν διαπεράσει το παντελόνι της φόρμας. Έπειτα άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο έδαφος. Και τότε είδε το σχοινί. «Βάλε ένα χεράκι, λοιπόν!» Η Ερίκα ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Η Μάγια είχε αντιδράσει σε όλη τη διαδικασία του ντυσίματός της, από το βρακάκι μέχρι την εξωτερική φόρμα και τώρα στεκόταν κατακόκκινη από τα νεύρα της και ξεφώνιζε, ενώ η Ερίκα προσπαθούσε να της φορέσει ένα ζευγάρι γάντια. «Κάνει κρύο έξω. Πρέπει να φορέσεις γάντια» προσπάθησε άλλη μια φορά η Ερίκα, παρόλο που η λεκτική επικοινωνία σήμερα δεν είχε λειτουργήσει καθόλου. Η Ερίκα ένιωσε το κλάμα να ανεβαίνει και να της στέκεται στον λαιμό. Ένιωθε άσχημα για όλες τις φωνές και τους τσακωμούς και, στην πραγματικότητα, ήθελε μόνο να βγάλει το εξωτερικό φορμάκι της Μάγια και να την αφήσει να μείνει στο σπίτι, να μην πάει στον


244

KAMILLA LACKBERG

παιδικό σταθμό, και να περάσει μαζί της μια υπέροχη μέρα όλο χάδια. Αλλά ήξερε πως αυτό δεν γινόταν. Δεν θα άντεχε να τα βγάλει πέρα με τη Μάγια μια ολόκληρη μέρα μόνη της, και εκτός αυτού τα πράγματα θα πήγαιναν χειρότερα αύριο, αν έκανε το λάθος να ενδώσει σήμερα. Κι αν έτσι περνούσε ο Πάτρικ κάθε μέρα, τότε δεν ήταν περίεργο που φαινόταν τόσο εξαντλημένος. Με μεγάλο κόπο κατάφερε να σηκωθεί από εκεί που καθόταν ανακούρκουδα και δίχως πολλές κουβέντες πήρε τη θυγατέρα της από το χέρι και βγήκαν από την εξώπορτα. Τα γάντια τα είχε βάλει στην τσέπη. Ίσως να πήγαιναν καλύτερα τα πράγματα όταν θα έφταναν στον παιδικό σταθμό. Τουλάχιστον έλπιζε πως οι νηπιαγωγοί θα είχαν καλύτερη τύχη από την ίδια. Καθώς πήγαιναν στο αυτοκίνητο, η Μάγια στυλώθηκε και αντιστάθηκε όσο περισσότερο μπορούσε. «Έλα τώρα. Δεν μπορώ να σε κουβαλήσω». Η Ερίκα την τράβηξε λίγο δυνατότερα, με αποτέλεσμα η Μάγια να σκοντάψει και να πέσει και ν’ αρχίσει να κλαίει όσο δυνατότερα μπορούσε. Τώρα άρχισε να κλαίει και η Ερίκα. Αν τις έβλεπε κάποιος θα τηλεφωνούσε σίγουρα στις υπηρεσίες της Κοινωνικής Πρόνοιας. Η Ερίκα κάθισε αργά ανακούρκουδα, και προσπάθησε να αγνοήσει τα σπλάχνα της που τα ένιωθε να στριμώχνονται. Βοήθησε τη Μάγια να σηκωθεί και της είπε με ηπιότερο ύφος: «Συγγνώμη που η μαμά ήταν ανόητη. Θα αγκαλιαστούμε λίγο;» Η Μάγια συνήθως δεν έλεγε ποτέ της όχι σε μια ευκαιρία για αγκαλιές, αλλά τώρα αγριοκοίταζε την Ερίκα και απλώς έκλαιγε περισσότερο. Ακουγόταν σαν μπουρού στην ομίχλη. «Έλα, κοριτσάκι μου» της είπε η Ερίκα και τη χάιδεψε στο μάγουλο. Έπειτα από λίγο η κόρη της άρχισε να ηρεμεί και το σπαραξικάρδιο κλάμα μετατράπηκε σε απλούς λυγμούς. Η Ερίκα έκανε μια καινούργια προσπάθεια: «Δεν θα δώσεις στη μαμά μια αγκαλιά;» Η Μάγια δίστασε για μια στιγμή, αλλά δέχτηκε τελικά την αγκαλιά της μαμάς. Έχωσε το μουτράκι της στον λαιμό της μαμάς και η Ερίκα ένιωσε να μουσκεύει από τις μύξες και τα δάκρυα. «Συγγνώμη, δεν ήθελα να σε κάνω να πέσεις. Πόνεσες, αγάπη μου;» «Μμμ» έκανε ρουφώντας τη μύτη της η Μάγια, δείχνοντας όλη


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

245

τη δυστυχία της. «Να το φυσήξω να περάσει;» ρώτησε η Ερίκα. Ήταν κάτι που εκτιμούσε πάντα η μικρή. Η Μάγια έγνεψε καταφατικά. «Και πού να φυσήξω; Πού σε πονάει;» Η Μάγια το σκέφτηκε για λίγο και μετά άρχισε να δείχνει κάθε σημείο του κορμιού της που της ερχόταν στο μυαλό. Η Ερίκα τη φύσηξε παντού και τίναξε το χιόνι από την εξωτερική κόκκινη φόρμα της Μάγια. «Δεν νομίζεις ότι θα περιμένουν οι φίλοι σου στον σταθμό;» έκανε η Ερίκα. Μετά έβγαλε το άσο από το μανίκι της: «Ο Τούρε θα είναι ήδη εκεί και θα ρωτάει πότε θα πας κι εσύ». Η Μάγια σταμάτησε να ρουφάει τη μύτη της. Ο Τούρε ήταν ο μεγάλος της έρωτας. Ήταν τρεις μήνες μεγαλύτερός της, αλλά με μια ενέργεια που ξεπερνούσε τους πάντες, και με μια ιδιαίτερη αδυναμία στη Μάγια που ταίριαζε με τα δικά της συναισθήματα γι’ αυτόν. Η Ερίκα κράτησε την ανάσα της. Έπειτα η Μάγια έσκασε χαμόγελο και είπε: «Πάμε Τούρε». «Ναι» είπε η Ερίκα «πάμε να δούμε τον Τούρε. Καλύτερα να βιαστούμε πριν πιάσει δουλειά ο Τούρε, και τον στείλουν σε κάποια υπηρεσία του εξωτερικού ή κάτι τέτοιο». Η Μάγια την κοίταξε απορημένη και η Ερίκα δεν μπόρεσε να μη γελάσει. «Μην ακούς τη χαζή τη μαμά σου. Ας βιαστούμε να προλάβουμε τον Τούρε».


246

KAMILLA LACKBERG

Ήταν δέκα χρονών όταν όλα άλλαξαν. Στην πραγματικότητα είχε ήδη προσαρμοστεί αρκετά καλά. Δεν ήταν ευτυχισμένος, έτσι όπως είχε πιστέψει πως θα γινόταν όταν είδε για πρώτη φορά την όμορφη μητέρα του, ή όπως ήταν κάποτε, πριν αρχίσει να μεγαλώνει η Άλις στην κοιλιά της μητέρας. Αλλά ούτε δυστυχισμένος ήταν. Είχε μια θέση στη ζωή, άφηνε τον εαυτό του να κάνει όνειρα στον κόσμο των βιβλίων και αυτό του αρκούσε. Και το λίπος του σώματός του τον προστάτευε, αποτελούσε πανοπλία γι’ αυτό που του έγδερνε το μέσα του. Η Άλις τον αγαπούσε πολύ, όπως και πριν. Τον ακολουθούσε σαν σκιά αλλά δεν έλεγε πολλά, κάτι που τον βόλευε μια χαρά. Αν εκείνος χρειαζόταν κάτι, η Άλις ήταν πάντα εκεί. Αν εκείνος διψούσε εκείνη του έφερνε αμέσως νερό, αν εκείνος πεινούσε εκείνη πήγαινε κρυφά στα ντουλάπια της κουζίνας και του έφερνε να φάει τα μπισκότα που έκρυβε εκεί η μητέρα. Ο πατέρας συνέχιζε να έχει καμιά φορά εκείνο το παράξενο βλέμμα, αλλά δεν τον παρακολουθούσε πλέον. Η Άλις ήταν μεγάλη τώρα, ήταν πέντε χρονών. Είχε μάθει τελικά να περπατάει και να μιλάει. Αλλά έμοιαζε με όλα τα άλλα παιδιά μόνον αν στεκόταν ακίνητη και δεν έλεγε τίποτα. Τότε ήταν τόσο γλυκιά που ο κόσμος σταματούσε και την κοιτούσε, όπως έκαναν και τότε που ήταν μικρή στο καροτσάκι. Αν όμως εκείνη κινούνταν ή άρχιζε να μιλάει, οι άνθρωποι έπαιρναν εκείνη τη λυπημένη έκφραση και κουνούσαν το κεφάλι. Ο γιατρός είχε πει ότι δεν θα γινόταν ποτέ καλά. Βέβαια αυτόν δεν τον έπαιρναν ποτέ μαζί τους στον γιατρό, δεν τον έπαιρναν πουθενά ουσιαστικά, αλλά δεν είχε ξεχάσει ποτέ πώς να γλιστρά παντού και αθόρυβα σαν Ινδιάνος. Κινούνταν σε όλο το σπίτι δίχως να κάνει τον


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

247

παραμικρό θόρυβο και συνεχώς αφουγκραζόταν. Άκουγε τις συζητήσεις και γνώριζε όσα λέγονταν για την Άλις. Κυρίως μιλούσε η μητέρα. Αυτή ήταν που συνόδευε πάντα την Άλις στον γιατρό για να βρουν κάποια καινούργια θεραπεία, μια νέα μέθοδο ή κάποια νέα μορφή ασκήσεων που θα βοηθούσαν την Άλις να ανακτήσει την κινητικότητα, την ομιλία και τις ικανότητες εκείνες που θα ταίριαζαν καλύτερα με την εξωτερική της εμφάνιση. Κανένας δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτόν. Ήταν κι αυτό κάτι που κατάλαβε κρυφακούγοντας. Ήταν λες και δεν υπήρχε, λες και βρισκόταν απλώς εκεί για να πιάνει χώρο. Αλλά είχε μάθει να ζει με αυτό. Τις ελάχιστες φορές που πονούσε η καρδιά του σκεφτόταν τη μυρωδιά και αυτό που τώρα πλέον είχε αρχίσει να φαντάζει σαν κακό παραμύθι. Μια μακρινή ανάμνηση. Αυτό άλλωστε του έφτανε για να ζει σαν αόρατος για όλους, εκτός από την Άλις. Τώρα που την είχε κάνει καλό κορίτσι. Ένα τηλεφώνημα τα άλλαξε όλα. Η γριά γκιόσα είχε πεθάνει και το σπίτι πέρασε στη μητέρα. Το σπίτι στη Φιελμπάκα. Είχαν να πάνε εκεί από τότε που είχε γεννηθεί η Άλις, από εκείνο το καλοκαίρι στο τροχόσπιτο όταν έχασε τα πάντα. Και τώρα θα μετακόμιζαν εκεί. Το είχε αποφασίσει η μητέρα αυτό. Ο πατέρας προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί αλλά δεν εισακούστηκε, ως συνήθως. Στην Άλις δεν άρεσε η αλλαγή. Ήθελε τα πάντα να είναι όπως ήταν, το ίδιο πράγμα καθημερινά, οι ίδιες ρουτίνες. Έτσι, όταν πακετάρισαν όλα τα πράγματά τους και μπήκαν στο αυτοκίνητο με τον πατέρα οδηγό, η Άλις στράφηκε προς τα πίσω και κόλλησε τη μύτη της στο πίσω τζάμι. Κοιτούσε το σπίτι μέχρι που δεν μπορούσε πια να το διακρίνει. Έπειτα γύρισε πάλι προς τα εμπρός και κόλλησε πάνω του. Ακούμπησε το μάγουλό της στον ώμο του και για μια στιγμή εκείνος σκέφτηκε να την παρηγορήσει, να τη χαϊδέψει λίγο στο κεφάλι ή να της κρατήσει το χεράκι. Αλλά δεν το έκανε. Εκείνη δεν ξεκόλλησε από πάνω του σε όλη τη διαδρομή.


248

KAMILLA LACKBERG

«Με ξεφτίλισες χτες» είπε ο Έρικ. Στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας προσπαθώντας να δέσει τη γραβάτα του. Η Λουίζ δεν απάντησε. Του γύρισε την πλάτη και έμεινε ξαπλωμένη στο πλάι. «Άκουσες τι είπα;» Ύψωσε λίγο τη φωνή του, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να τον ακούσουν τα κορίτσια που ήταν στα δωμάτιά τους, στην άλλη μεριά του χολ. «Άκουσα» είπε εκείνη χαμηλόφωνα. «Να μην το ξανακάνεις αυτό. Ποτέ! Άλλο αν γουστάρεις να συμπεριφέρεσαι εδώ μέσα σαν σκύλα σκνίπα στο μεθύσι. Αρκεί να φαίνεσαι νορμάλ όταν σε βλέπουν τα κορίτσια, αλλιώς δεν δίνω δεκάρα. Αλλά κόψε τις επισκέψεις στο γραφείο, που να σε πάρει». Καμία απάντηση. Τον ενοχλούσε που εκείνη δεν αντιδρούσε. Θα προτιμούσε τα δηκτικά της σχόλια από τη σιωπή. «Με αηδιάζεις. Το ξέρεις;» Ο κόμπος της γραβάτας ήταν πολύ χαμηλά. Εκείνος βλαστήμησε και την έλυσε για να την ξαναδέσει. Έριξε μια ματιά στη Λουίζ. Ήταν ακόμη ξαπλωμένη με την πλάτη στραμμένη προς το μέρος του, αλλά τώρα είδε τους ώμους της να ταρακουνιούνται. Διάβολε. Αυτό εδώ το πρωινό πήγαινε όλο και χειρότερα. Απεχθανόταν τη μεταμέλειά της μετά από ένα γερό μεθύσι, που συνοδευόταν από κλάματα και αυτολύπηση. «Σταμάτα τώρα. Πρέπει να συνέλθεις». Ένιωθε ότι εξαντλούνταν η υπομονή του με το να λέει συνεχώς τα ίδια λόγια. «Συναντιέσαι ακόμη με τη Σεσίλια;» Η ερώτηση ακούστηκε υπόκωφη μέσα από το μαξιλάρι. Έπειτα εκείνη έστρεψε το πρόσωπό της


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

249

προς το μέρος του για ν’ ακούσει την απάντηση. Ο Έρικ την κοίταξε με αηδία. Δίχως το μέικαπ και δίχως τα ακριβά ρούχα της φαινόταν απαίσια. Εκείνη επανέλαβε την ερώτηση: «Τη βλέπεις ακόμη; Την πηδάς;» Το ήξερε. Μπράβο της. Και δεν της το ’χε. «Όχι». Σκέφτηκε την τελευταία συζήτηση που είχε κάνει με τη Σεσίλια. Δεν ήθελε να μιλήσει γι’ αυτό. «Γιατί; Τη βαρέθηκες κιόλας;» Η Λουίζ επέμενε, σαν σκυλί που μπήγει τα δόντια του σε κάτι και δεν το αφήνει με τίποτα. «Παράτα το!» Από το δωμάτιο των κοριτσιών δεν ακουγόταν τίποτα και ο Έρικ ευχόταν να μην είχαν ακούσει. Συνειδητοποίησε ότι είχε φωνάξει δυνατά. Αλλά δεν είχε όρεξη να σκεφτεί τώρα τη Σεσίλια και το μωρό για το οποίο θα ήταν αναγκασμένος να πληρώνει κρυφά. «Δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτήν» είπε με ηπιότερη φωνή και κατάφερε τελικά να φτιάξει σωστά τον κόμπο της γραβάτας. Η Λουίζ τον κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό. Έδειχνε πολύ γερασμένη. Τα δάκρυα έλαμπαν στις άκρες των ματιών της. Το κάτω χείλι της έτρεμε και συνέχιζε να τον κοιτάζει σιωπηλή. «Θα πάω στη δουλειά τώρα. Ξεκόλλα τον πισινό σου από το κρεβάτι και φρόντισε να πάνε τα κορίτσια στο σχολείο. Αν το καταφέρεις». Την κοίταξε με βλέμμα ψυχρό και μετά της γύρισε την πλάτη. Ίσως να άξιζε τον κόπο να την ξαποστείλει τελικά. Υπήρχαν ένα σωρό γυναίκες που θα ήταν τρισευτυχισμένες με όσα είχε να τους προσφέρει. Εύκολα θα την αντικαθιστούσε. «Πιστεύεις ότι θα είναι σε κατάσταση να μας μιλήσει;» Ο Μάρτιν στράφηκε στον Γιέστα. Κατευθύνονταν προς το σπίτι του Κένετ, αλλά κανένας από τους δύο δεν ήθελε να τον ενοχλήσει με τόσο πρόσφατο τον θάνατο της συζύγου του. «Δεν ξέρω» απάντησε ο Γιέστα με έναν τρόπο που έδειχνε καθαρά ότι δεν ήθελε να μιλήσει γι’ αυτό. Έμειναν και οι δυο σιωπηλοί. «Πώς πάτε με τη μικρή;» έκανε έπειτα από λίγο ο Γιέστα. «Πολύ καλά!» Ο Μάρτιν έλαμψε ολόκληρος. Έπειτα από μια μακρά περίοδο αποτυχημένων σχέσεων είχε σχεδόν απελπιστεί και δεν πίστευε ότι θα έφτιαχνε ποτέ του οικογένεια. Αλλά η Πία το άλλαξε


250

KAMILLA LACKBERG

αυτό και το φθινόπωρο είχαν αποκτήσει μια μικρή κόρη. Η εργένικη ζωή τού φαινόταν τώρα σαν ένα ξεθωριασμένο και όχι τόσο ευχάριστο όνειρο. Ξανά σιωπή. Ο Γιέστα χτύπησε τα δάχτυλά του στο τιμόνι, αλλά σταμάτησε έπειτα από μια ενοχλημένη ματιά του Μάρτιν. Ξαφνιάστηκαν και οι δύο από το κουδούνισμα στο κινητό του Μάρτιν. Ο Μάρτιν απάντησε και το πρόσωπό του άρχισε να παίρνει μια όλο και σοβαρότερη έκφραση. «Πρέπει να πάμε». Ο Μάρτιν έκλεισε το κινητό. «Τι; Πού; Τι συνέβη;» «Ο Πάτρικ ήταν. Κάτι συνέβη στο σπίτι του Κρίστιαν Τιντέλ. Τηλεφώνησε μόλις στο τμήμα και μιλούσε εντελώς ασυνάρτητα. Κάτι που αφορά τα παιδιά». «Ω, διάβολε». Ο Γιέστα πάτησε αμέσως γκάζι. «Κρατήσου» είπε στον Μάρτιν και συνέχισε να αυξάνει ταχύτητα. Άρχισε να νιώθει μια δυσφορία στο στομάχι. Πάντα δυσκολευόταν να χειριστεί καταστάσεις όπου θύματα ήταν παιδιά. Ήταν κάτι που δεν γινόταν διόλου ευκολότερο με τα χρόνια. «Δεν ήξερε να σου πει τίποτε άλλο;» «Όχι» αποκρίθηκε ο Μάρτιν. «Ο Κρίστιαν ήταν προφανώς πολύ ταραγμένος. Δεν μπόρεσαν να του πάρουν μια σωστή κουβέντα. Οπότε θα μάθουμε τι έγινε όταν φτάσουμε. Ο Πάτρικ και η Πάουλα ξεκίνησαν επίσης για εκεί, αλλά μάλλον εμείς θα φτάσουμε πρώτοι. Δεν χρειάζεται να τους περιμένουμε, είπε ο Πάτρικ». Ήταν και ο Μάρτιν κατάχλωμος. Του ήταν δύσκολο να πηγαίνει σε τόπο εγκλήματος ακόμα κι αν ήταν προετοιμασμένος. Τώρα δεν είχαν ιδέα τι τους περίμενε εκεί. Μόλις έφτασαν στο σπίτι του Κρίστιαν και της Σάνα δεν ενδιαφέρθηκαν να παρκάρουν σωστά, απλώς μπήκαν λοξά στην αυλή και όρμησαν έξω. Δεν απάντησε κανένας όταν χτύπησαν το κουδούνι. Άνοιξαν την πόρτα. «Είναι κανείς εδώ;» Άκουσαν κάποιους ήχους από τον πάνω όροφο και ανέβηκαν τρέχοντας τη σκάλα. «Αστυνομία! Είναι κανείς εδώ;» φώναξαν ξανά. Πάλι δεν πήραν απάντηση, αλλά μέσα από ένα δωμάτιο άκουσαν λυγμούς και τις δυνατές φωνές των παιδιών, μαζί με τον ήχο νερού που πάφλαζε.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

251

Ο Γιέστα πήρε μιαν ανάσα και κοίταξε μέσα. Η Σάνα καθόταν στο πάτωμα του μπάνιου κλαίγοντας δυνατά και το κορμί της έτρεμε ολόκληρο. Στην μπανιέρα κάθονταν δυο μικρά αγόρια. Το νερό γύρω τους ήταν ελαφρώς ροζ και η Σάνα τα σαπούνιζε με σπασμωδικές κινήσεις. «Τι συνέβη; Είναι τραυματισμένα;» Ο Γιέστα κοιτούσε τα παιδιά στην μπανιέρα. Η Σάνα έριξε μια σύντομη ματιά πίσω της, αλλά μετά στράφηκε πάλι προς τα παιδιά και συνέχισε να τα πλένει. «Είναι τραυματισμένα, Σάνα; Να τηλεφωνήσουμε για ασθενοφόρο;» Ο Γιέστα πήγε κοντά της, κάθισε ανακούρκουδα και έβαλε το χέρι του στον ώμο της. Αλλά η Σάνα δεν απάντησε. Απλώς έτριβε τα παιδιά χωρίς φανερό αποτέλεσμα. Εκείνο το κόκκινο δεν έβγαινε με τίποτα, και μάλλον απλωνόταν περισσότερο. Ο Γιέστα κοίταξε προσεκτικότερα τα παιδιά και ένιωσε τους σφυγμούς του να μειώνονται. Το κόκκινο δεν ήταν αίμα. «Ποιος το έκανε αυτό;» Η Σάνα άφησε έναν λυγμό και σκούπισε με την αναστροφή του χεριού τις ροζ σταγόνες που είχε στο πρόσωπο. «Είναι… είναι… » Η φωνή της έσπασε και ο Γιέστα τής έσφιξε απαλά τον ώμο για να την καθησυχάσει. Με την άκρη του ματιού του είδε τον Μάρτιν να στέκεται στο κατώφλι. «Είναι χρώμα» είπε γυρνώντας προς τον Μάρτιν. Έπειτα κοίταξε ξανά τη Σάνα. Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε μια νέα προσπάθεια να μιλήσει: «Ο Νιλς με φώναξε. Είχε ανακαθίσει στο κρεβάτι. Και ήταν… ήταν έτσι. Κάποιος είχε γράψει στον τοίχο και πρέπει να έπεσε χρώμα στα κρεβάτια τους. Νόμισα ότι ήταν αίμα». «Ακούσατε τίποτα τη νύχτα; Ή το πρωί;» «Όχι, τίποτα». «Πού είναι το δωμάτιο των παιδιών;» ρώτησε ο Γιέστα. Η Σάνα έδειξε έξω, προς τον διάδρομο. «Πάω να το ελέγξω» είπε ο Μάρτιν και εξαφανίστηκε. «Έρχομαι κι εγώ». Ο Γιέστα ανάγκασε τη Σάνα να τον κοιτάξει στα μάτια πριν σηκωθεί. «Επιστρέφουμε αμέσως. Εντάξει;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά και ο Γιέστα σηκώθηκε και πήγε έξω


252

KAMILLA LACKBERG

στον διάδρομο. Από το παιδικό δωμάτιο ακούγονταν ταραγμένες φωνές. «Κρίστιαν, άφησέ το κάτω αυτό». «Πρέπει να το βγάλω… » Ο Κρίστιαν ακουγόταν το ίδιο συγχυσμένος με τη Σάνα, και όταν ο Γιέστα μπήκε στο δωμάτιο τον είδε να στέκεται με έναν μεγάλο κουβά νερό, έτοιμος να πετάξει το περιεχόμενό του στον τοίχο. «Πρέπει να το δούμε πρώτα κι εμείς». Ο Μάρτιν σήκωσε απαγορευτικά το χέρι του προς τον Κρίστιαν, ο οποίος ήταν μόνο με το σλιπ. Στο στήθος του υπήρχαν κόκκινες κηλίδες χρώμα τις οποίες είχε μάλλον αποκτήσει όταν βοήθησε τη Σάνα να κουβαλήσει τα παιδιά στο μπάνιο. Έκανε μια κίνηση να πετάξει το νερό, αλλά ο Μάρτιν τινάχτηκε μπροστά και άρπαξε τον κουβά. Ο Κρίστιαν δεν πρόβαλε καμία αντίσταση, απλώς άφησε τον κουβά που ταλαντευόταν. Τώρα που είχαν τον Κρίστιαν υπό έλεγχο, ο Γιέστα στράφηκε προς αυτό που είχε θελήσει να σβήσει. Στον τοίχο, πάνω από τα κρεβάτια των παιδιών, κάποιος είχε γράψει: Δεν σου αξίζουν. Το κόκκινο χρώμα φαινόταν πως είχε κυλήσει στον τοίχο, κάτω από τα γράμματα. Έμοιαζαν γραμμένα με αίμα. Την ίδια εντύπωση έδιναν και οι κηλίδες χρώματος στα κρεβάτια των παιδιών. Ο Γιέστα καταλάβαινε τώρα πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που είχε υποστεί η Σάνα όταν μπήκε στο υπνοδωμάτιο των παιδιών. Όπως και την αντίδραση του Κρίστιαν. Το πρόσωπό του ήταν εντελώς ανέκφραστο καθώς κοιτούσε τα γράμματα στον τοίχο. Αλλά κάτι μουρμούριζε στον εαυτό του. Ο Γιέστα πλησίασε λίγο ακόμα για να ακούσει τι έλεγε. «Δεν μου αξίζουν. Δεν μου αξίζουν». Ο Γιέστα τον έπιασε απαλά από το μπράτσο. «Πήγαινε να ρίξεις κάτι πάνω σου, και μετά μιλάμε». Με μια ελαφριά σπρωξιά τον κατεύθυνε προς το διπλανό δωμάτιο που είχε καταλάβει ότι ήταν η κρεβατοκάμαρα του Κρίστιαν και της Σάνα. Ο Κρίστιαν αφέθηκε να οδηγηθεί εκεί, αλλά μετά κάθισε απλώς στο κρεβάτι δίχως να κάνει την παραμικρή κίνηση να ντυθεί. Ο Γιέστα έριξε ένα ερευνητικό βλέμμα γύρω του και βρήκε ένα μπουρνούζι κρεμασμένο σ’ έναν γάντζο στην πίσω πλευρά της πόρτας. Το


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

253

έδωσε στον Κρίστιαν, ο οποίος το φόρεσε με αργές, σχεδόν αγκυλωμένες κινήσεις. «Θα πάω να δω τη Σάνα και τα παιδιά τώρα. Έπειτα μπορούμε να πάμε κάτω στην κουζίνα και να συζητήσουμε». Ο Κρίστιαν έγνεψε καταφατικά. Τα μάτια του άδεια, σαν καλυμμένα από μια γυάλινη μεμβράνη. Ο Γιέστα τον άφησε καθισμένο στο κρεβάτι και πήγε στον Μάρτιν που ήταν ακόμη στο δωμάτιο των παιδιών. «Τι γίνεται εδώ πέρα;» Ο Μάρτιν κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος. «Αυτό εδώ είναι εντελώς νοσηρό. Αυτός που το έκανε πρέπει να είναι τρελός. Και τι σημαίνει αυτό το πράγμα; “Δεν σου αξίζουν”. Ποια; Τα παιδιά;» «Αυτό πρέπει να ψάξουμε. Ο Πάτρικ και η Πάουλα πρέπει να φτάσουν από στιγμή σε στιγμή. Μπορείς να πας κάτω να τους συναντήσεις; Τηλεφώνησε να έρθει και ένας γιατρός. Νομίζω πως τα παιδιά είναι σώα και αβλαβή, αλλά κι αυτά, όπως η Σάνα και ο Κρίστιαν, φαίνεται να έχουν υποστεί γερό σοκ. Οπότε καλύτερα να τους ρίξει κάποιος μια ματιά. Λέω να βοηθήσω τη Σάνα να καθαρίσει τα παιδιά. Αλλιώς, αν την αφήσω μόνη της, θα τα γδάρει από το πολύ τρίψιμο». «Πρέπει να καλέσουμε και τους τεχνικούς της Σήμανσης επίσης». «Ακριβώς. Πες στον Πάτρικ, μόλις εμφανιστεί, να τηλεφωνήσει αμέσως στον Τούρμπγιερν, για να στείλει εδώ την ομάδα. Και ας προσπαθήσουμε να μην πηγαινοερχόμαστε πολύ μέσα στο σπίτι από εδώ και μπρος». «Τον τοίχο τον γλιτώσαμε, πάντως» είπε ο Μάρτιν. «Ναι, είχαμε τύχη βουνό». Κατέβηκαν μαζί τη σκάλα και ο Γιέστα κατάφερε σύντομα να εντοπίσει την πόρτα που οδηγούσε στο υπόγειο. Ένας γυμνός γλόμπος φώτιζε τη σκάλα που οδηγούσε εκεί και ο Γιέστα την κατέβηκε με προσοχή. Όπως τα περισσότερα υπόγεια έτσι και τούτο της οικογένειας Τιντέλ ήταν γεμάτο με παντός είδους συμπράγκαλα: χαρτοκιβώτια, παλιά παιχνίδια, κουτιά με την επιγραφή «χριστουγεννιάτικα στολίδια» , εργαλεία που δεν φαίνονταν να χρησιμοποιούνται ιδιαίτερα συχνά και ένα ράφι με είδη ζωγραφικής, βάζα, μπουκάλια, πινέλα και πανιά. Ο Γιέστα άπλωσε το χέρι του να πιάσει ένα μισογε-


254

KAMILLA LACKBERG

μάτο μπουκάλι νέφτι, αλλά την ίδια στιγμή που τα δάχτυλά του σφίχτηκαν γύρω από το μπουκάλι είδε κάτι με την άκρη του ματιού του. Στο πάτωμα ήταν ένα πανί. Με κόκκινο χρώμα πάνω του. Διάβασε στα γρήγορα τις ετικέτες των βάζων στο ράφι. Κανένα από αυτά δεν περιείχε κόκκινο χρώμα. Αλλά ο Γιέστα ήταν σίγουρος. Ήταν η ίδια απόχρωση κόκκινου με εκείνη στο δωμάτιο των παιδιών. Όποιος είχε χρησιμοποιήσει το χρώμα για να γράψει στον τοίχο ίσως να πιτσιλίστηκε και ο ίδιος και να ήρθε εδώ κάτω να πλυθεί. Κοίταξε το μπουκάλι που είχε στο χέρι. Που να πάρει ο διάβολος, μπορεί να υπήρχαν δακτυλικά αποτυπώματα που δεν έπρεπε να καταστρέψει. Αλλά χρειαζόταν το περιεχόμενο. Τα παιδιά έπρεπε να ξεπλυθούν και να βγουν από το μπάνιο. Βρήκε τη λύση σε ένα άδειο μπουκάλι κόκα κόλα. Δίχως να πιάσει το μπουκάλι με το νέφτι με το άλλο χέρι, άδειασε το περιεχόμενό του στο μπουκάλι από κόκα κόλα και το έβαλε πάλι πίσω στο ράφι. Με λίγη τύχη μπορεί και να μην είχε καταστρέψει όλα τα δακτυλικά αποτυπώματα. Ακόμα και το πανί θα μπορούσε, ίσως, να δώσει κάποιο στοιχείο. Με το μπουκάλι της κόκα κόλα στο χέρι ανέβηκε πάλι στον πάνω όροφο. Ο Πάτρικ και η Πάουλα δεν είχαν φτάσει ακόμη, αλλά κάπου κοντά θα ήταν. Η Σάνα ασχολούνταν ακόμη με το επίμονο τρίψιμο των παιδιών τη στιγμή που ο Γιέστα μπήκε στο μπάνιο. Τα παιδιά ξεφώνιζαν απελπισμένα και ο Γιέστα κάθισε ανακούρκουδα δίπλα στην μπανιέρα και είπε με ήπιο τόνο: «Το χρώμα δεν θα καταφέρεις να το βγάλεις μόνο με σαπούνι. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε νέφτι». Της έδειξε το μπουκάλι που κρατούσε. Εκείνη σταμάτησε και τον κοίταξε. Ο Γιέστα πήρε μια πετσέτα από έναν γάντζο δίπλα στον νιπτήρα και έριξε αρκετό νέφτι πάνω της. Η Σάνα συνέχιζε να τον κοιτάζει. Εκείνος σήκωσε την πετσέτα για να τη δει και μετά έπιασε το μπράτσο του μεγαλύτερου παιδιού. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να τα ηρεμήσει, απλώς έπρεπε να κάνει τη δουλειά του γρήγορα. «Κοίτα, το χρώμα βγαίνει τώρα». Παρόλο που το παιδί συστρεφόταν σαν χέλι, ο Γιέστα τα κατάφερε μια χαρά. «Θα καθαρίσουν εντελώς, θα το βγάλουμε». Συνειδητοποίησε ότι μιλούσε στη Σάνα σαν να μιλούσε σε κάποιο


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

255

μικρό παιδί, αλλά φαινόταν να τα καταφέρνει, διότι εκείνη άρχισε να δείχνει όλο και πιο συγκεντρωμένη σε ό,τι έκανε ο Γιέστα. «Έτοιμο το ένα». Άφησε κάτω την πετσέτα, πήρε το ντους και ξέπλυνε το νέφτι από το κορμί του παιδιού. Το αγόρι κλότσαγε σαν μανιακό όταν ο Γιέστα το σήκωσε για να το βγάλει από την μπανιέρα, αλλά η Σάνα αντέδρασε και άρπαξε ένα μπουρνούζι με το οποίο τύλιξε το παιδί. Τον έβαλε πάνω στο ένα της γόνατο και τον κούνησε παρηγορητικά έχοντας το κεφαλάκι του στο στήθος της. «Εντάξει, μικρέ, τώρα είναι η σειρά σου». Το μικρότερο αγόρι φάνηκε να καταλαβαίνει πως αν άφηνε τον αστυνομικό να τον πλύνει θα έβγαινε από την μπανιέρα και θα καθόταν στα γόνατα της μαμάς. Σταμάτησε να κλαίει μεμιάς και έμεινε εντελώς ακίνητος όσο ο Γιέστα έριχνε κι άλλο νέφτι στην πετσέτα και άρχισε να του αφαιρεί το χρώμα. Λίγο αργότερα ήταν κι αυτό ελάχιστα ροζ πλέον και κάθισε στο γόνατο της Σάνα, τυλιγμένο από την κορφή μέχρι τα νύχια με μια μεγάλη πετσέτα μπάνιου. Από τον κάτω όροφο ο Γιέστα άκουσε κουβέντες και έπειτα βήματα στη σκάλα. Ο Πάτρικ εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας. «Τι συνέβη;» ρώτησε λαχανιασμένος. «Είναι όλοι εντάξει; Ο Μάρτιν είπε ότι τα παιδιά δείχνουν σώα και αβλαβή». Το βλέμμα του Πάτρικ καρφώθηκε στην μπανιέρα που ήταν γεμάτη ροζ νερό. «Τα παιδιά είναι μια χαρά. Λίγο σοκαρισμένα μόνο. Όπως και οι γονείς τους». Ο Γιέστα σηκώθηκε και πήγε έξω στο χολ με τον Πάτρικ. Του αφηγήθηκε εν συντομία όσα είχαν συμβεί. «Αυτό είναι εντελώς τρελό. Ποιος κάνει τέτοια πράγματα;» «Το ίδιο είπαμε κι εγώ με τον Μάρτιν. Κάτι δεν πάει καθόλου καλά, και λίγα λέω. Και πιστεύω ότι ο Κρίστιαν γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα μας έχει πει». Επανέλαβε αυτό που είχε μουρμουρίσει ο Κρίστιαν. «Ναι, αυτή την αίσθηση είχα κι εγώ για λίγο. Πού είναι τώρα;» «Στο υπνοδωμάτιο. Ας πάμε να δούμε αν είναι σε θέση να μας μιλήσει». «Ναι, είναι μάλλον ώρα να το κάνει». Το κινητό του Πάτρικ χτύπησε. Το έβγαλε από την τσέπη και απάντησε. Έπειτα τινάχτηκε. «Μα τι λες; Μπορείς να το επαναλάβεις;» Κοιτούσε ταραγμένος


256

KAMILLA LACKBERG

τον Γιέστα ο οποίος άδικα πάσχιζε να ακούσει τι έλεγε το άτομο στην άλλη γραμμή. «Εντάξει, το κατάλαβα. Είμαστε στους Τιντέλ, έγινε κι εδώ κάτι, αλλά θα το λύσουμε». Έκλεισε το κινητό. «Ο Κένετ Μπένγκτσον μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Ουντεβάλα. Βγήκε να τρέξει το πρωί και κάποιος του είχε στήσει παγίδα. Ένα σχοινί στον δρόμο του τον έκανε να σκοντάψει και να πέσει πάνω σ’ έναν σωρό σπασμένα γυαλιά». «Γαμώ τον διάολό μου» ψιθύρισε ο Γιέστα. Και για δεύτερη φορά εκείνο το πρωί είπε: «Τι γίνεται εδώ πέρα;» Ο Έρικ κοιτούσε το κινητό. Ο Κένετ είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Συνεπής όπως πάντα, είχε πείσει το πλήρωμα του ασθενοφόρου να τηλεφωνήσει και να ειδοποιήσει ότι δεν θα πήγαινε στη δουλειά. Κάποιος του είχε στήσει παγίδα στη διαδρομή που έκανε τρέχοντας τα πρωινά. Ο Έρικ δεν σκέφτηκε καν ότι θα μπορούσε να είναι κάτι τυχαίο, μια κακόγουστη φάρσα που είχε ξεφύγει. Ο Κένετ έκανε πάντα την ίδια διαδρομή. Κάθε πρωί, την ίδια ακριβώς διαδρομή. Όλοι το ήξεραν αυτό και ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να το μάθει αν ήθελε. Οπότε δεν υπήρχε αμφιβολία πως κάποιος ήθελε να κάνει κακό στον Κένετ. Κι αυτό σήμαινε πως κάποιος ήθελε να κάνει και σ’ αυτόν τον ίδιο κακό. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να δυσκολεύουν. Όλα αυτά τα χρόνια είχε πάρει πολλά ρίσκα και είχε πατήσει πολλούς στον κάλο. Αλλά ποτέ δεν είχε μπορέσει να προβλέψει αυτό εδώ και τον τρόμο που ένιωθε τώρα. Στράφηκε στην οθόνη και μπήκε στη σελίδα της τράπεζάς του. Έπρεπε να επανεξετάσει τις επιλογές του. Οι σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό του, αλλά προσπάθησε να συγκεντρωθεί στα σύνολα των λογαριασμών και να διοχετεύσει τον φόβο σε ένα σχέδιο, σε μια οδό διαφυγής. Επέτρεψε, για μια στιγμή, στον εαυτό του να σκεφτεί ποιος ήταν αυτός που βρισκόταν πίσω από τα γράμματα, που είχε πιθανότατα δολοφονήσει τον Μάγκνους και που τώρα φαινόταν να έχει στρέψει την προσοχή του στον Κένετ. Για αρχή. Έπειτα απόδιωξε αυτές τις σκέψεις. Δεν είχε κανένα νόημα να κάνει τέτοιες σκέψεις.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

257

Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Τώρα έπρεπε να φροντίσει να σώσει το δικό του τομάρι, να πάρει ό,τι μπορούσε και να ταξιδέψει σε θερμότερα κλίματα, όπου δεν θα τον έφτανε κανείς. Να μείνει εκεί μέχρι να κοπάσει η θύελλα. Βέβαια θα του έλειπαν τα κορίτσια όσο θα ήταν μακριά. Αλλά ήταν αρκετά μεγάλα τώρα, και ίσως αυτή η κίνησή του να ανάγκαζε τη Λουίζ να συνέλθει, αν είχε αυτή την κύρια ευθύνη για τις κόρες τους, αντί να στηρίζεται πάνω του. Φυσικά δεν θα τις άφηνε έτσι. Θα φρόντιζε να μείνουν αρκετά χρήματα στους λογαριασμούς για να τα βγάλουν πέρα για κάμποσο καιρό. Έπειτα ας έβρισκε και η Λουίζ κάποια δουλειά. Καλό θα της έκανε. Δεν ήταν δυνατόν να περιμένει να τη ζει αυτός σε όλη της τη ζωή. Είχε κάθε δικαίωμα να κινηθεί έτσι, και αυτά που είχε κερδίσει όλα τα περασμένα χρόνια θα έφταναν για μια νέα ζωή. Θα του πρόσφεραν την ασφάλεια που ήθελε. Είχε ακόμη τα πράγματα υπό έλεγχο, απλώς χρειαζόταν να τακτοποιήσει κάποια πρακτικά θέματα. Μεταξύ άλλων, να μιλήσει με τον Κένετ. Θα έπρεπε να πάει αύριο στο νοσοκομείο, αρκεί ο συνέταιρός του να ήταν αρκετά καλά για να δουν μερικά λογιστικά θέματα. Θα ήταν βέβαια σκληρό για τον Κένετ να εγκαταλείψει την εταιρεία τόσο γρήγορα μετά τον θάνατο της Λίσμπετ, και σίγουρα θα υπήρχαν κάποιες θλιβερές συνέπειες. Αλλά ο Κένετ ήταν μεγάλος τώρα, και ίσως ο Έρικ να του έκανε χάρη αν τον ανάγκαζε να στηριχτεί μόνο στον εαυτό του. Τώρα που το ξανασκεφτόταν, ίσως να ήταν καλό και για τη Λουίζ και για τον Κένετ που δεν θα ήταν πλέον κοντά τους να τους κρατάει από το χέρι. Έπειτα ήταν και η Σεσίλια. Αλλά αυτή είχε ήδη ξεκαθαρίσει ότι δεν χρειαζόταν τη βοήθειά του, πέρα από κάποια οικονομική στήριξη. Και σίγουρα θα μπορούσε να βγάλει ένα μικρό ποσό και γι’ αυτήν. Έτσι θα έκανε. Και η Σεσίλια θα τακτοποιούνταν, και όλοι μια χαρά θα ήταν. Και τα κορίτσια θα καταλάβαιναν. Με τον καιρό, θα καταλάβαιναν. Είχε πάρει αρκετό χρόνο να αφαιρέσουν όλα τα γυαλιά. Υπήρχαν ακόμη δύο κομμάτια. Είχαν εισχωρήσει βαθιά και θα χρειαζόταν πιο σοβαρή επέμβαση για να αφαιρεθούν. Αλλά ήταν τυχερός, του είπαν.


258

KAMILLA LACKBERG

Τα γυαλιά δεν είχαν πειράξει καμία κεντρική αρτηρία. Αλλιώς τα πράγματα θα ήταν πολύ άσχημα. Έτσι ακριβώς είχε πει ο γιατρός με εύθυμο τόνο. Ο Κένετ γύρισε το κεφάλι του προς τον τοίχο. Δεν καταλάβαιναν ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν να είναι χειρότερα. Ότι θα προτιμούσε να του είχε κόψει ένα από τα γυαλιά την κεντρική αρτηρία, να σταματούσε ο πόνος και να εξαφανιζόταν το κακό από την καρδιά του. Να εξαφανίζονταν και οι άσχημες αναμνήσεις. Διότι στο ασθενοφόρο, όσο οι σειρήνες ούρλιαζαν στ’ αυτιά του και αυτός μόρφαζε από πόνο στο κάθε τράνταγμα του οχήματος που έτρεχε σαν τρελό, τα κατάλαβε όλα. Ήξερε ξαφνικά ποιος ήταν αυτός που τους κυνηγούσε. Που τους μισούσε και ήθελε το δικό του το κακό και των άλλων. Που είχε πάρει τη Λίσμπετ μακριά του. Το ότι εκείνη πέθανε με την αλήθεια να αντηχεί στ’ αυτιά της ήταν κάτι περισσότερο από ανυπόφορο για τον ίδιο. Κοίταξε τα χέρια του που ήταν πάνω από το πάπλωμα. Ήταν καλυμμένα με επιδέσμους. Το ίδιο και τα πόδια του. Είχε τρέξει τον τελευταίο του μαραθώνιο. Θα χρειαζόταν ένα θαύμα για να γιατρευτεί σωστά και να γίνουν όλα όπως πριν, είχε πει ο γιατρός. Αν και δεν είχε καμία σημασία τώρα αυτό. Δεν ήθελε να τρέξει άλλο. Ούτε μακριά της ήθελε πλέον να τρέξει. Εκείνη είχε ήδη πάρει το μόνο που είχε κάποια σημασία. Τα υπόλοιπα δεν τον ενδιέφεραν. Ήταν κάποιου είδους βιβλική δικαιοσύνη στην οποία δεν μπορούσε να αντιταχθεί. Οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος. Ο Κένετ έκλεισε τα μάτια και είδε τις εικόνες που είχε απωθήσει στα κατάβαθα της μνήμης του. Με τα χρόνια ήταν σαν να μην είχε συμβεί ποτέ. Μία και μοναδική φορά είχαν έρθει οι αναμνήσεις στην επιφάνεια. Ήταν εκείνο το Μεσοκαλόκαιρο, όταν όλα φαίνονταν να οδηγούν στην καταστροφή. Αλλά τα τείχη είχαν αντέξει, κι εκείνος είχε απωθήσει ξανά τις εικόνες στις σκοτεινότερες εσοχές του εγκεφάλου του. Και τώρα είχαν επανέλθει. Εκείνη τις είχε φέρει ξανά στο φως, αναγκάζοντας και τον ίδιο να τις κοιτάξει. Κι αυτός δεν άντεχε όσα έβλεπε. Και το κυριότερο ήταν ότι δεν άντεχε το γεγονός πως αυτές οι εικόνες αποτέλεσαν την ύστατη εμπειρία της Λίσμπετ. Είχαν αλλάξει άραγε όλα; Μήπως εκείνη είχε πεθάνει με μια κατάμαυρη


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

259

τρύπα στην καρδιά, εκεί που υπήρχε πριν η αγάπη της για τον ίδιο; Μήπως είχε γίνει τελικά, εκείνη την ύστατη στιγμή, ένας ξένος για κείνη; Άνοιξε ξανά τα μάτια του. Κοίταξε το ταβάνι και ένιωσε τα δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του. Ας ερχόταν να τον πάρει τώρα. Δεν θα έτρεχε μακριά της. Οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος.


260

KAMILLA LACKBERG

«Κάνε παραπέρα, παλιοχοντρέ!» Τα παιδιά τον έσπρωχναν επίτηδες όταν περνούσαν δίπλα του στον διάδρομο. Εκείνος προσπαθούσε να τα αγνοεί, να παραμένει το ίδιο αόρατος στο σχολείο όπως και στο σπίτι. Αλλά δεν γινόταν. Ήταν σαν να περίμεναν κάποιον σαν κι αυτόν, κάποιον που ξεχώριζε, για να τον κάνουν αντικείμενο των σκληρών πειραγμάτων τους. Εκείνος το καταλάβαινε. Όλες οι ώρες διαβάσματος τον είχαν κάνει να ξέρει περισσότερα, να καταλαβαίνει περισσότερα από τους πιο πολλούς συνομήλικούς του. Στα μαθήματα ήταν πρώτος και οι καθηγητές τον λάτρευαν. Αλλά σε τι βοηθούσε αυτό όταν δεν μπορούσε να κλοτσήσει ούτε μια μπάλα, να τρέξει γρήγορα ή να φτύσει μακρύτερα. Αυτά ήταν που μετρούσαν, τέτοια χαρίσματα είχαν σημασία. Κατευθύνθηκε με αδέξιο βήμα προς το σπίτι. Κοιτούσε συνεχώς γύρω του για να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν τον παραφυλούσε. Ευτυχώς που έμενε κοντά στο σχολείο. Ο δρόμος, ο γεμάτος κινδύνους δρόμος, ήταν τουλάχιστον σύντομος. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να κατηφορίσει το Χοκεμπάκεν, να στρίψει αριστερά προς την προκυμαία που έβλεπε προς το Μπαντχόλμεν και εκεί ήταν το σπίτι. Το σπίτι που είχαν κληρονομήσει από τη γριά γκιόσα. Η μητέρα έτσι την αποκαλούσε ακόμη. Έτσι την αποκαλούσε κάθε φορά που πετούσε, με περισσή απόλαυση, κάποιο από τα πράγματά της στο κοντέινερ που είχαν στήσει έξω στον κήπο μόλις μετακόμισαν εκεί. «Τώρα θα δει η γριά γκιόσα. Τώρα παίρνουν δρόμο οι όμορφες καρέκλες της» έλεγε η μητέρα που καθάριζε και ξεκαθάριζε το σπίτι σαν τρελή. «Τώρα πετάω τις πορσελάνες της γιαγιάς σου, το βλέπεις;» Ποτέ του δεν είχε μάθει γιατί την αποκαλούσε γριά γκιόσα, γιατί η


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

261

μητέρα ήταν τόσο οργισμένη μαζί της. Μια φορά που είχε προσπαθήσει να ρωτήσει τον πατέρα, εκείνος απλώς μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο. «Ήρθες κιόλας;» Η μητέρα καθόταν και χτένιζε τα μαλλιά της Άλις όταν εκείνος εμφανίστηκε στο κατώφλι. «Τελειώσαμε την ίδια ώρα όπως πάντα» είπε εκείνος και αγνόησε το χαμόγελο της Άλις. «Τι έχει για φαγητό;» «Φαίνεσαι να έχεις φάει για όλη την υπόλοιπη χρονιά. Δεν έχει φαγητό σήμερα. Μπορείς να ζήσεις από το λίπος που κουβαλάς». Η ώρα ήταν μόνο τέσσερις. Ένιωθε ήδη πόσο πολύ θα πεινούσε. Αλλά κατάλαβε από το ύφος της μητέρας ότι δεν είχε κανένα νόημα να διαμαρτυρηθεί. Ανέβηκε πάνω, στο δωμάτιό του, έκλεισε την πόρτα και ξάπλωσε στο κρεβάτι με ένα βιβλίο. Γεμάτος προσδοκία έβαλε το χέρι του κάτω από το στρώμα. Αν ήταν τυχερός ίσως να της είχε ξεφύγει κάτι, αλλά εκεί δεν υπήρχε τίποτα. Ήταν πραγματικά καλή σ’ αυτό. Έβρισκε πάντα τα αποθέματα φαγητού και γλυκισμάτων, όσο κι αν εκείνος προσπαθούσε να τα κρύψει καλύτερα. Κάνα δυο ώρες αργότερα το στομάχι του γουργούριζε ανυπόφορα. Ήταν τόσο πεινασμένος που του ερχόταν να βάλει τα κλάματα. Από κάτω μοσχομύριζε κουλουράκια και ήξερε ότι η μητέρα έψηνε κανελοκούλουρα μόνο και μόνο για να τον τρελαίνει η μυρωδιά τους. Οσφράνθηκε τον αέρα και μετά γύρισε πλευρό και έκρυψε το πρόσωπό του στο μαξιλάρι. Μερικές φορές σκεφτόταν να το σκάσει μια και καλή από εκεί. Άλλωστε κανείς δεν θα νοιαζόταν. Ίσως να έλειπε στην Άλις, αλλά δεν έδινε δεκάρα τσακιστή γι’ αυτήν. Η Άλις είχε τη μητέρα. Η μητέρα αφιέρωνε όλο τον ελεύθερο χρόνο της στην Άλις. Γιατί λοιπόν να μην κοιτάζει η Άλις τη μητέρα αντί για κείνον μ’ εκείνα τα γεμάτα λατρεία μάτια της; Γιατί να θεωρεί η Άλις δεδομένο αυτό που εκείνος θα έδινε τα πάντα να αποκτήσει; Πρέπει να τον είχε πάρει ο ύπνος, διότι ξύπνησε από ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα. Το βιβλίο είχε πέσει πάνω στο πρόσωπό του και πρέπει να του έτρεχαν τα σάλια στον ύπνο μια που το μαξιλάρι του ήταν μούσκεμα. Σκούπισε το μάγουλό του με το χέρι και σηκώθηκε αγουροξυπνημένος για να πάει να ανοίξει. Απέξω στεκόταν η Άλις. Είχε το ένα χέρι της απλωμένο προς το μέρος του. Κρατούσε ένα κουλούρι.


262

KAMILLA LACKBERG

Του τρέξανε τα σάλια, αλλά δίστασε. Η μητέρα θα θύμωνε πολύ αν καταλάβαινε ότι η Άλις είχε ανέβει πάνω για να του δώσει κάτι να φάει. Τα μάτια της Άλις ήταν ορθάνοιχτα καθώς τον κοιτούσε. Ήταν σαν να τον εκλιπαρούσε να της δώσει σημασία και να την αγαπήσει. Μια εικόνα σχηματίστηκε στο μυαλό του. Μια εικόνα και η αίσθηση ενός γλιστερού, βρεγμένου μωρού. Η Άλις που τον κοιτούσε μέσα από το νερό. Το πώς κουνούσε σπασμωδικά τα χέρια της και μετά έμεινε ακίνητη. Άρπαξε το κουλούρι και της έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Μάταια όμως. Οι εικόνες υπήρχαν ακόμη εκεί.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

263

Ο Πάτρικ είχε στείλει τον Γιέστα και τον Μάρτιν στην Ουντεβάλα για να δουν αν ήταν σε θέση να μιλήσει μαζί τους ο Κένετ. Η ομάδα τεχνικών του Τούρμπγιερν Ρουντ είχε ξεκινήσει και θα χωριζόταν σε δύο μικρότερες ομάδες για να ερευνήσουν και το μέρος όπου είχε πέσει ο Κένετ και το σπίτι στο οποίο βρίσκονταν τώρα. Ο Γιέστα διαμαρτυρήθηκε που του είπαν να φύγει, προτιμούσε να μείνει και να μιλήσει με τον Κρίστιαν. Αλλά ο Πάτρικ ήθελε ν’ αφήσει την Πάουλα. Πίστευε ότι θα ήταν καλό ν’ αφήσει μια γυναίκα να μιλήσει με τη Σάνα και τα παιδιά. Ωστόσο κατέγραψε προσεκτικά την πληροφορία για το πανί στο υπόγειο. Ήταν πραγματικά έξυπνο εκ μέρους του Γιέστα να το προσέξει, αναγκάστηκε να παραδεχτεί ο Πάτρικ. Με λίγη τύχη μπορεί να έβρισκαν πάνω δακτυλικά αποτυπώματα και DNA του δράστη, που ήταν πολύ προσεκτικός μέχρι τώρα. Κοίταξε τον άντρα μπροστά του. Ο Κρίστιαν έδειχνε ταλαιπωρημένος και γερασμένος. Ήταν σαν να είχε γεράσει δέκα χρόνια από την τελευταία φορά που τον είχε δει. Δεν είχε μπει στον κόπο να δέσει σωστά τη ζώνη του μπουρνουζιού και έδειχνε πολύ ευάλωτος με το στήθος εκτεθειμένο. Ο Πάτρικ αναρωτήθηκε αν έπρεπε να του πει να κλείσει το μπουρνούζι, για λόγους δικής του αξιοπρέπειας, αλλά δεν το έκανε. Το ντύσιμο ήταν σίγουρα το τελευταίο που ενδιέφερε τον Κρίστιαν αυτήν τη στιγμή. «Τα αγόρια σας έχουν ηρεμήσει. Η συνάδελφός μου, η Πάουλα, θα μιλήσει με τη γυναίκα και τα παιδιά σου, θα είναι πολύ διακριτική και θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να μη φοβηθούν ή ταραχτούν περισσότερο. Εντάξει;» Ο Πάτρικ προσπάθησε να κοιτάξει τον Κρίστιαν κατάματα για να δει αν τον άκουγε. Στην αρχή δεν είδε καμία


264

KAMILLA LACKBERG

αντίδραση και σκέφτηκε μήπως έπρεπε να επαναλάβει όσα είχε πει. Αλλά στο τέλος ο Κρίστιαν έγνεψε αργά και καταφατικά. «Εντωμεταξύ σκέφτηκα ότι εγώ κι εσύ θα έπρεπε να μιλήσουμε λίγο» πρόσθεσε ο Πάτρικ. «Ξέρω ότι δεν ενδιαφέρθηκες ιδιαίτερα να μιλήσεις μαζί μας νωρίτερα, αλλά τώρα μάλλον δεν έχεις άλλη επιλογή. Κάποιος μπήκε μέσα στο σπίτι σου, πήγε στο δωμάτιο των παιδιών σου και έκανε κάτι που δεν τα έβλαψε σωματικά, αποτελεί όμως μια εξαιρετικά τρομακτική εμπειρία γι’ αυτά. Αν γνωρίζεις ποιος μπορεί να βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά πρέπει να μας το πεις. Το κατάλαβες;» Πάλι η ίδια καθυστέρηση μέχρι να γνέψει καταφατικά ο Κρίστιαν. Καθάρισε τον λαιμό του σαν να ετοιμαζόταν να πει κάτι, αλλά δεν βγήκε ούτε λέξη από τα χείλη του. Ο Πάτρικ συνέχισε: «Μόλις χτες μάθαμε ότι ο Κένετ και ο Έρικ επίσης λάβαιναν απειλητικά γράμματα από το ίδιο άτομο που έστελνε και σ’ εσένα. Και σήμερα το πρωί ο Κένετ τραυματίστηκε βαριά κατά το πρωινό του τρέξιμο στο δάσος. Κάποιος του είχε στήσει παγίδα». Ο Κρίστιαν κοίταξε ξαφνικά προς το μέρος του, αλλά μετά χαμήλωσε το βλέμμα. «Δεν έχουμε στοιχεία ότι απειλήθηκε και ο Μάγκνους, αλλά εργαζόμαστε με βάση την υπόθεση ότι πρόκειται για το ίδιο άτομο. Έχω λοιπόν την αίσθηση ότι γνωρίζεις περισσότερα γι’ αυτά απ’ όσα έχεις πει. Ίσως να είναι κάτι που δεν ήθελες να βγει στην επιφάνεια, ή κάτι που θεωρείς ασήμαντο, αλλά άφησε εμάς να το κρίνουμε αυτό. Και το παραμικρό στοιχείο μπορεί να είναι σημαντικό». Ο Κρίστιαν έφτιαχνε κύκλους με το δάχτυλό του πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού. Έπειτα κοίταξε τον Πάτρικ. Για μια στιγμή ο Πάτρικ νόμισε πως ο Κρίστιαν ήταν έτοιμος να του πει κάτι. Όμως ο Κρίστιαν επέστρεψε στη σιωπή του. «Ιδέα δεν έχω» είπε τελικά. «Ξέρω όσα ξέρετε κι εσείς για το ποιος βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά». «Έχεις συνειδητοποιήσει ότι εσύ και η οικογένειά σου διατρέχετε μεγάλο κίνδυνο όσο αυτό το άτομο κυκλοφορεί ελεύθερο;» Μια απόκοσμη ηρεμία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του Κρίστιαν. Η ταραχή είχε εξαφανιστεί. Αντιθέτως, είχε πάρει μια έκφραση την οποία ο Πάτρικ θα χαρακτήριζε ως αποφασιστική.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

265

«Το καταλαβαίνω. Και υποθέτω ότι θα κάνετε ό,τι περνάει από το χέρι σας για να βρείτε τον ένοχο. Αλλά εγώ δεν μπορώ να σας βοηθήσω, δυστυχώς. Δεν ξέρω τίποτα». «Δεν σε πιστεύω» του είπε με ειλικρίνεια ο Πάτρικ. Ο Κρίστιαν ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Απλώς σας λέω πώς έχουν τα πράγματα. Ότι δεν ξέρω τίποτα». Φάνηκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή να ανακαλύπτει ότι ήταν σχεδόν γυμνός. Τύλιξε το μπουρνούζι γύρω του και έδεσε καλά τη ζώνη. Ο Πάτρικ αγανάκτησε τόσο που σκέφτηκε για μια στιγμή να τον αρπάξει και να τον ταρακουνήσει. Ήταν πεπεισμένος πως ο Κρίστιαν κάτι του έκρυβε. Δεν ήξερε τι ήταν, κι ούτε αν είχε σχέση με την έρευνα. Αλλά σίγουρα κάτι ήταν. «Πότε πήγατε και ξαπλώσατε χτες;» Ο Πάτρικ αποφάσισε ν’ αλλάξει θέμα προς το παρόν, για να επιστρέψει σε αυτό αργότερα. Δεν είχε σκοπό να αφήσει τον Κρίστιαν να του ξεφύγει τόσο εύκολα. Είχε δει πόσο τρομαγμένα ήταν τα παιδιά εκεί στο μπάνιο προηγουμένως. Ίσως την επόμενη φορά ο δράστης να μην περιοριζόταν σε κόκκινο χρώμα μόνο. Έπρεπε να δώσει στον Κρίστιαν να καταλάβει πόσο σοβαρά ήταν τα πράγματα. «Εγώ ξάπλωσα αργά. Λίγο μετά τη μία. Δεν ξέρω πότε ξάπλωσε η Σάνα». «Ήσουν στο σπίτι όλο το βράδυ;» «Όχι, ήμουν έξω και έκανα έναν περίπατο. Εγώ και η Σάνα αντιμετωπίζουμε μερικά… προβλήματα. Χρειαζόμουν να βγω να ξεσκάσω». «Και πού πήγες;» «Δεν ξέρω. Πουθενά ιδιαίτερα. Έκανε μια βόλτα γύρω από τον λόφο, μεταξύ άλλων, και μετά πέρασα και μια βόλτα από το κέντρο». «Μόνος; Σχεδόν μεσάνυχτα;» «Δεν ήθελα να μείνω μέσα. Και πού αλλού να πήγαινα;» «Δηλαδή γύρισες στο σπίτι κατά τη μία; Πόσο σίγουρος είσαι για την ώρα;» «Αρκετά. Κοίταξα το ρολόι κάτω στην πλατεία Ίνγκριντ Μπέργκμαν, και τότε ήταν μία παρά τέταρτο. Παίρνει κάνα δεκάλεπτο, ίσως τέταρτο για να φτάσω εδώ με τα πόδια. Οπότε η ώρα θα πρέπει να ήταν ακριβώς όταν έφτασα».


266

KAMILLA LACKBERG

«Κοιμόταν τότε η Σάνα;» Ο Κρίστιαν κατένευσε. «Ναι, κοιμόταν. Και τα παιδιά επίσης. Επικρατούσε απόλυτη σιωπή στο σπίτι». «Κοίταξες στο δωμάτιο των παιδιών όταν έφτασες στο σπίτι;» «Πάντα το κάνω. Ο Νιλς είχε κλοτσήσει και πετάξει κάτω το πάπλωμα, ως συνήθως, και τον ξανασκέπασα». «Και δεν είδες τίποτα ασυνήθιστο ή παράξενο;» «Κάτι δηλαδή σαν μεγάλα, κόκκινα γράμματα στον τοίχο, εννοείς;» Ο τόνος του ήταν σαρκαστικός και ο Πάτρικ άρχισε να εκνευρίζεται. «Επαναλαμβάνω: δεν είδες κάτι ασυνήθιστο, τίποτα που να σε έκανε να αντιδράσεις, όταν ήρθες στο σπίτι;» «Όχι» είπε ο Κρίστιαν. «Τίποτα που να με έκανε να αντιδράσω. Διότι αν έβλεπα κάτι δεν θα πήγαινα να ξαπλώσω και να κοιμηθώ, έτσι δεν είναι;» «Όχι, μάλλον όχι». Ο Πάτρικ ένιωθε να ιδρώνει ξανά. Τι τους έπιανε και είχαν τόσο πολλή ζέστη στα σπίτια τους; Τράβηξε λίγο τον γιακά του. Ένιωθε σαν να μην μπορούσε να ανασάνει όπως έπρεπε. «Κλείδωσες την πόρτα όταν ήρθες στο σπίτι;» Ο Κρίστιαν φάνηκε συλλογισμένος. «Δεν ξέρω» έκανε. «Πιστεύω ναι, πάντα κλειδώνω. Μόνο που… δεν θυμάμαι αν το έκανα». Ο σαρκασμός είχε χαθεί. Μιλούσε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθύριζε: «Δεν θυμάμαι αν κλείδωσα την πόρτα». «Και δεν ακούσατε τίποτα τη νύχτα;» «Όχι, τίποτα. Εγώ τουλάχιστον, αλλά ούτε η Σάνα πρέπει να άκουσε τίποτα. Κοιμόμαστε και οι δύο αρκετά βαριά. Ξύπνησα μόνον όταν η Σάνα άρχισε να ξεφωνίζει το πρωί. Δεν άκουσα ούτε καν τον Νιλς… » Ο Πάτρικ αποφάσισε να κάνει άλλη μία προσπάθεια: «Και, απ’ όσα μου λες, δεν έχεις καμία απολύτως θεωρία για τον λόγο που κάποιος κάνει αυτά τα πράγματα και γιατί σου στέλνει απειλητικά γράμματα εδώ και ενάμιση χρόνο; Ούτε την παραμικρή υπόνοια;» «Μα γιατί δεν ακούς, διάβολε, τι σου λέω;» Το ξέσπασμα ήρθε από το πουθενά και έκανε τον Πάτρικ να τιναχτεί. Ο Κρίστιαν είχε φωνάξει δυνατά και η Πάουλα φώναξε από πάνω:


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

267

«Όλα εντάξει εκεί κάτω;» «Εντάξει είμαστε» αντιγύρισε φωναχτά και ο Πάτρικ, ελπίζοντας να μην κάνει λάθος. Ο Κρίστιαν φαινόταν έτοιμος να κρεπάρει. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο και άρχισε να ξύνει νευρικά την παλάμη του. «Δεν ξέρω τίποτα» επανέλαβε ο Κρίστιαν και φαινόταν να παλεύει να μη βάλει ξανά τις φωνές. Ξυνόταν τόσο δυνατά που άρχισαν να φαίνονται γρατζουνιές στο δέρμα του. Ο Πάτρικ περίμενε να ηρεμήσει λίγο ο Κρίστιαν και να επιστρέψει το φυσικό χρώμα στο πρόσωπό του. Όταν εκείνος σταμάτησε να ξύνεται κοίταξε με έκπληκτο βλέμμα τις γρατζουνιές στην παλάμη του, σαν να μην καταλάβαινε πώς είχαν γίνει. «Υπάρχει κάποιο μέρος στο οποίο μπορείτε να πάτε για λίγο καιρό μέχρι να μάθουμε περισσότερα;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Η Σάνα και τα παιδιά μπορούν να πάνε στην αδελφή της στο Χαμπουργσούντ και να μείνουν εκεί για λίγο». «Κι εσύ;» «Θα μείνω εδώ». Ο Κρίστιαν ακουγόταν αποφασισμένος. «Δεν ακούγεται πολύ καλή ιδέα αυτό» είπε εξίσου αποφασιστικά ο Πάτρικ. «Δεν έχουμε τη δυνατότητα να σου προσφέρουμε προστασία σε εικοσιτετράωρη βάση. Θα προτιμούσα να πήγαινες κάπου αλλού, όπου θα ένιωθες ασφαλέστερος». «Θα μείνω εδώ». «Εντάξει» είπε ο Πάτρικ απρόθυμα. «Φρόντισε να φύγει η οικογένειά σου το συντομότερο δυνατό. Θα προσπαθήσουμε να ελέγχουμε το σπίτι όσο περισσότερο γίνεται, αλλά δεν έχουμε πόρους για να… » «Δεν χρειάζομαι προστασία» τον διέκοψε ο Κρίστιαν. «Τα καταφέρνω μόνος μου». Ο Πάτρικ τον κοίταξε κατάματα. «Κυκλοφορεί ένα σοβαρά διαταραγμένο άτομο που ήδη έχει δολοφονήσει έναν, ίσως και δύο, και που φαίνεται αποφασισμένο να κάνει τα ίδια σ’ εσένα, στον Κένετ και πιθανώς στον Έρικ. Αυτό εδώ δεν είναι κανένα παιχνιδάκι. Φαίνεται να μην το καταλαβαίνεις». Μιλούσε αργά και με σαφήνεια για να περάσει το μήνυμά του. «Το καταλαβαίνω απολύτως. Αλλά θα μείνω εδώ».


268

KAMILLA LACKBERG

«Αν αλλάξεις γνώμη ξέρεις πού είμαι. Και όπως είπα νωρίτερα: δεν πιστεύω ούτε στιγμή πως δεν ξέρεις τίποτα. Κι ελπίζω να αντιλαμβάνεσαι τι διακινδυνεύεις με το να μη μου λες. Ό,τι κι αν είναι, θα το μάθουμε στο τέλος. Απλώς το θέμα είναι αν θα το μάθουμε πριν πάθει κάποιος κάτι σοβαρό ή μετά». «Πώς είναι ο Κένετ;» μουρμούρισε ο Κρίστιαν και απέφυγε το βλέμμα του Πάτρικ. «Ξέρω απλώς ότι είναι βαριά τραυματισμένος, τίποτα περισσότερο». «Τι συνέβη;» «Κάποιος είχε βάλει ένα σχοινί στο μονοπάτι που έτρεχε και κάτω είχε απλώσει ένα παχύ στρώμα από θρυμματισμένα γυαλιά. Οπότε καταλαβαίνεις γιατί σε εκλιπαρώ να συνεργαστείς μαζί μας». Ο Κρίστιαν δεν απάντησε. Στράφηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το πρόσωπό του ήταν κάτασπρο σαν το χιόνι εκεί έξω και τα σαγόνια του σφιγμένα. Αλλά η φωνή του ήταν ψυχρή και άδεια από συναισθήματα όταν επανέλαβε, με το βλέμμα χαμένο κάπου στον ορίζοντα: «Δεν ξέρω τίποτα. Δεν. Ξέρω. Τίποτα». «Πονάει;» Ο Μάρτιν κοίταξε τα μπανταρισμένα χέρια του άντρα, που ήταν ακουμπισμένα πάνω από τα σκεπάσματα. Ο Κένετ έγνεψε καταφατικά. «Αντέχετε να μας απαντήσετε σε μερικές ερωτήσεις;» Ο Γιέστα τράβηξε μια καρέκλα και έγνεψε στον Μάρτιν να τον μιμηθεί. «Μια που πήρατε καρέκλες να καθίσετε έχετε ήδη βγάλει το συμπέρασμα ότι αντέχω» είπε ο Κένετ και χαμογέλασε αχνά. Ο Μάρτιν δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από τα χέρια του Κένετ που ήταν τυλιγμένα σε επιδέσμους μέχρι πάνω. Πρέπει να τον είχε πονέσει πολύ αυτό το πράγμα. Και το πέσιμο πάνω στα γυαλιά και η αφαίρεσή τους. Κοίταξε αβέβαιος τον Γιέστα. Μερικές φορές του φαινόταν πως δεν θα αποκτούσε ποτέ αρκετή πείρα για να ξέρει πώς να ενεργήσει σε παρόμοιες καταστάσεις ως αστυνομικός. Μήπως έπρεπε απλώς να μπει στο ψητό και να κάνει τις ερωτήσεις που ήθελε; Ή έπρεπε να δείξει σεβασμό για τον μεγαλύτερο σε ηλικία συνάδελφό του και να


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

269

αφήσει αυτόν να κατευθύνει τη συνομιλία; Πάντα υποχρεωνόταν να κάνει αυτές τις σκέψεις. Πάντα νεότερος, πάντα αυτός που έστελναν εδώ κι εκεί. Ήθελε κι αυτός να μείνει στο σπίτι του Κρίστιαν, όπως ακριβώς και ο Γιέστα, που παραπονιόταν γι’ αυτό σε όλη τη διαδρομή προς την Ουντεβάλα. Ήθελε κι αυτός να κάνει ερωτήσεις στον Κρίστιαν και στη σύζυγό του, να μιλήσει με τον Τούρμπγιερν και την ομάδα του όταν θα έφταναν, να βρίσκεται συνεχώς στο πεδίο της δράσης. Τον ενοχλούσε πολύ που ο Πάτρικ επέλεγε συχνά να δουλεύει με την Πάουλα, παρόλο που ο Μάρτιν είχε έρθει στο αστυνομικό τμήμα δύο χρόνια πριν από εκείνη. Βέβαια εκείνη είχε εμπειρίες από τη Στοκχόλμη, ενώ ο ίδιος είχε δουλέψει στο Τανουμσχέντε σε όλη τη βραχεία, μέχρι σήμερα, αστυνομική του καριέρα. Υπήρχε όμως απαραίτητα κάτι αρνητικό σε όλα αυτά; Ήταν εξοικειωμένος με τον τόπο, γνώριζε όλα τα καθάρματα της περιοχής, ήξερε πώς σκεφτόταν ο κόσμος, πώς λειτουργούσε τούτη η μικρή κοινωνία. Είχε μάλιστα πάει στην ίδια τάξη με μερικούς από τους χειρότερους τύπους της περιοχής. Για την Πάουλα όλα αυτά ήταν άγνωστα. Και ύστερα είχαν κυκλοφορήσει και οι φήμες για την ιδιωτική της ζωή, είχαν απλωθεί σαν πυρκαγιά σε δάσος, και πολλοί την κοιτούσαν καχύποπτα. Για τον ίδιο τον Μάρτιν δεν έπαιζε κανένα ρόλο αν άνθρωποι του ίδιου φύλου συζούσαν. Αλλά πολλοί από αυτούς με τους οποίους ήταν αναγκασμένοι να συγχρωτίζονται καθημερινά δεν έδειχναν την ίδια κατανόηση. Γι’ αυτό του φαινόταν λίγο περίεργο που ο Πάτρικ τώρα επέλεγε να προωθεί συνεχώς την Πάουλα σε όλες τις υποθέσεις. Το μόνο που ήθελε ο Μάρτιν ήταν να του δείξουν λίγη εμπιστοσύνη. Να σταματήσουν να του φέρονται σαν να ήταν κανένα παιδαρέλι. Άλλωστε δεν ήταν και τόσο νέος πια. Άσε δε που είχε γίνει και πατέρας. «Συγγνώμη;» Ήταν τόσο απορροφημένος από τις μαύρες σκέψεις του που δεν είχε καταλάβει ότι ο Γιέστα του μιλούσε. «Να, σκέφτηκα μήπως θέλεις ν’ αρχίσεις». Ο Μάρτιν κοίταξε έκπληκτος τον Γιέστα. Τι διάβολο, διάβαζε και τις σκέψεις των άλλων τώρα; Αλλά άρπαξε την ευκαιρία. «Μπορείτε να μας πείτε με δικά σας λόγια τι συνέβη;» Ο Κένετ τεντώθηκε για να πιάσει ένα ποτήρι με νερό από το τρα-


270

KAMILLA LACKBERG

πεζάκι δίπλα στο κρεβάτι του, αλλά συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα χέρια του. «Περιμένετε, θα το φροντίσω εγώ». Ο Μάρτιν πήρε το νερό και τον βοήθησε να πιει από το καλαμάκι. Έπειτα ο Κένετ έγειρε πίσω στα μαξιλάρια και τους περιέγραψε αντικειμενικά και ήρεμα όσα είχαν γίνει από τη στιγμή που έδεσε τα παπούτσια του για να πάει να τρέξει την ίδια διαδρομή που έκανε κάθε πρωί. «Τι ώρα ήταν όταν ξεκινήσατε;» Ο Μάρτιν είχε βγάλει στιλό και μπλοκάκι. «Εφτά παρά τέταρτο» αποκρίθηκε ο Κένετ και ο Μάρτιν το έγραψε αμέσως. Είχε αποκομίσει την εντύπωση πως αν ο Κένετ έλεγε ότι ήταν εφτά παρά τέταρτο, τότε πρέπει να ήταν έτσι ακριβώς. Χωρίς καμία απόκλιση. «Τρέχετε την ίδια ώρα κάθε πρωί;» Ο Γιέστα έγειρε πίσω στην καρέκλα και σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος. «Ναι, με μια απόκλιση δέκα λεπτών περίπου». «Μήπως σας πέρασε από το μυαλό… Δεδομένου ότι… » Ο Μάρτιν δίσταζε. «Δεν σκεφτήκατε να μην πάτε για τρέξιμο, μια που μόλις χτες πέθανε η γυναίκα σας;» συμπλήρωσε την πρόταση του Μάρτιν ο Γιέστα, χωρίς να ακουστεί αγενής. Και δίχως η ερώτηση να ακουστεί σαν μομφή. Ο Κένετ δεν απάντησε αμέσως. Κατάπιε και μετά είπε χαμηλόφωνα: «Αν ήταν κάποιο πρωί που χρειαζόμουν οπωσδήποτε να πάω για τρέξιμο, αυτό ήταν το σημερινό». «Καταλαβαίνω» είπε ο Γιέστα. «Κάνετε πάντα την ίδια διαδρομή;» «Ναι, εκτός από μερικά Σαββατοκύριακα, που κάνω δύο γύρους. Είμαι λίγο βαρετός ως άνθρωπος. Δεν μου αρέσουν οι εκπλήξεις, οι περιπέτειες και οι αλλαγές καταστάσεων και πραγμάτων». Σώπασε. Τόσο ο Γιέστα όσο και ο Μάρτιν κατάλαβαν τι σκεφτόταν και δεν μίλησαν ούτε αυτοί. Ο Κένετ καθάρισε τον λαιμό του και έστρεψε αλλού το πρόσωπό του για να μη δουν εκείνοι τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά του. Άλλο ένα καθάρισμα του λαιμού για να σταθεροποιήσει τη φωνή


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

271

του: «Όπως είπα, μου αρέσει η ρουτίνα. Τρέχω την ίδια διαδρομή πάνω από δέκα χρόνια». «Υποθέτω ότι το ξέρουν πολλοί αυτό». Ο Μάρτιν σήκωσε το βλέμμα του από το μπλοκ, όπου είχε γράψει «δέκα χρόνια» , και έκανε έναν κύκλο γύρω από τις δύο λέξεις. «Ποτέ δεν υπήρξε λόγος να το κρατήσω κρυφό». Πάλι εκείνο το χαμόγελο, που εξαφανίστηκε σχεδόν μεμιάς. «Συναντήσατε κανέναν στη διαδρομή το πρωί;» έκανε ο Γιέστα. «Μπα, ούτε ψυχή. Σπάνια συναντώ κάποιον εκεί. Τυχαίνει καμιά φορά να πέσω σε άτομα που έχουν βγάλει τον σκύλο τους βόλτα, ή κάποιον με καροτσάκι και παιδιά που θέλουν καλά και σώνει πρωινή βόλτα. Αλλά είναι βέβαια σπάνιες περιπτώσεις. Συνήθως είμαι εντελώς μόνος σε όλη τη διαδρομή. Όπως και σήμερα το πρωί». «Δεν είδατε κανένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο κοντά στο μονοπάτι;» Ο Μάρτιν δέχτηκε ένα επαινετικό βλέμμα από τον Γιέστα για την ερώτηση που έκανε. Ο Κένετ σκέφτηκε για λίγο. «Όχι, δεν νομίζω. Δεν μπορώ να απαντήσω σε αυτό, μπορεί να υπήρχε κάποιο αυτοκίνητο εκεί και να μην το πρόσεξα. Αλλά όχι, τι λέω, θα το είχα δει, τώρα που το ξανασκέφτομαι». «Οπότε τίποτα ασυνήθιστο;» επέμεινε ο Γιέστα. «Όχι, ήταν ακριβώς όπως τα άλλα πρωινά. Μόνο που… » Οι λέξεις έμειναν μετέωρες στον αέρα και τα δάκρυα ξαναφάνηκαν στα μάτια του. Ο Μάρτιν ντράπηκε που ένιωθε αμήχανα από τα δάκρυα του Κένετ. Ένιωθε σαν χαμένος και δεν ήξερε αν έπρεπε να κάνει κάτι, αλλά ο Γιέστα έγειρε ήρεμα πάνω από τον Κένετ και πήρε ένα χαρτομάντιλο από το κομοδίνο. Σκούπισε προσεκτικά τα μάγουλα του Κένετ. Έπειτα έγειρε ξανά από πάνω του και άφησε το χαρτομάντιλο εκεί απ’ όπου το πήρε. «Μάθατε τίποτα;» ρώτησε ο Κένετ. «Για τη Λίσμπετ;» «Όχι, είναι πάρα πολύ νωρίς ακόμη. Θα πάρει λίγο καιρό για να μάθουμε τα συμπεράσματα του ιατροδικαστή» είπε ο Μάρτιν. «Εκείνη τη σκότωσε». Ο άντρας στο κρεβάτι φάνηκε να συρρικνώνεται και να γίνεται μικρότερος. Το βλέμμα του ήταν απλανές.


272

KAMILLA LACKBERG

«Συγγνώμη, τι είπατε;» ρώτησε ο Γιέστα και έγειρε μπροστά. «Ποια είναι “εκείνη”; Ξέρετε ποιος το έκανε αυτό σ’ εσάς και στη γυναίκα σας;» Ο Μάρτιν άκουσε τον Γιέστα να κρατάει την ανάσα του και αντιλήφθηκε πως κι αυτός το ίδιο έκανε. Κάτι άστραψε στα μάτια του Κένετ. «Δεν έχω ιδέα» είπε αποφασιστικά. «Είπατε “εκείνη”» επισήμανε ο Γιέστα. Ο Κένετ απέφυγε το βλέμμα του. «Ο γραφικός χαρακτήρας στα γράμματα μοιάζει γυναικείος. Οπότε απλώς υπέθεσα ότι είναι μια γυναίκα». «Χμ» έκανε ο Γιέστα δείχνοντας έτσι στον Κένετ ότι δεν τον πίστευε, χωρίς να του το πει κατάμουτρα. «Πρέπει να υπάρχει κάτι που κάνει ειδικά εσάς τους τέσσερις στόχο. Τον Μάγκνους, τον Κρίστιαν, τον Έρικ κι εσάς. Κάποιος έχει προηγούμενα μαζί σας. Και όλοι σας λέτε –εκτός από τον Μάγκνους, βέβαια– ότι δεν γνωρίζετε ποιος και γιατί. Αλλά θα πρέπει να υπάρχει ένα βαθύ μίσος πίσω από τέτοιες πράξεις, και το ερώτημα είναι τι ακριβώς προκάλεσε ένα τέτοιο μίσος. Δυσκολεύομαι πολύ να πιστέψω ότι δεν γνωρίζετε τίποτα, ή ότι δεν έχετε κάποια θεωρία, τουλάχιστον». Έσκυψε τώρα πολύ κοντά στον Κένετ. «Πρέπει να είναι κάποιος ψυχικά διαταραγμένος. Δεν έχω άλλη εξήγηση». Ο Κένετ έστρεψε αλλού το κεφάλι και σταμάτησε να μιλάει. Ο Μάρτιν κοίταξε τον Γιέστα πάνω από το κρεβάτι του νοσοκομείου. Καταλάβαιναν και οι δύο ότι δεν θα έπαιρναν άλλη κουβέντα από τον Κένετ. Προς το παρόν. Η Ερίκα κοιτούσε σοκαρισμένη το τηλέφωνο. Ο Πάτρικ είχε τηλεφωνήσει από το τμήμα και της είχε πει ότι θα αργούσε απόψε. Της είχε εξηγήσει εν συντομία την κατάσταση και εκείνη δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που άκουγε. Ότι κάποιος έκανε ό,τι έκανε στα παιδιά του Κρίστιαν. Και στον Κένετ. Ένα σχοινί στο μονοπάτι, απλό και ευφυές. Το μυαλό της άρχισε αμέσως να δουλεύει. Έπρεπε να συνεχίσει με ταχύτερο ρυθμό. Ένιωσε από τη φωνή του πόσο απογοητευμένος ήταν ο Πάτρικ, και τον καταλάβαινε. Η πορεία των γεγονότων είχε


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

273

κλιμακωθεί και η αστυνομία δεν ήταν καν κοντά σε κάποια λύση. Ζύγισε συλλογισμένη το κινητό στο χέρι της. Ο Πάτρικ θα γινόταν έξαλλος αν μπερδευόταν στα πόδια του. Αλλά η Ερίκα ήταν συνηθισμένη να κάνει έρευνα για τα βιβλία της. Βέβαια σ’ εκείνες τις περιπτώσεις επρόκειτο για ολοκληρωμένες έρευνες εγκλημάτων, αλλά δεν θα ήταν και μεγάλη η διαφορά αν ασχολούνταν με μια έρευνα σε εξέλιξη. Και, κυρίως, ήταν πολύ βαρετό να κάθεται και να μην κάνει τίποτα εκεί στο σπίτι. Είχε μια τρομακτική φαγούρα να κάνει κάτι, να προσφέρει κάτι. Εκτός αυτού, είχε ένστικτο. Αυτό την είχε οδηγήσει να κάνει το σωστό πολλές φορές παλιότερα. Τώρα το ένστικτο της έλεγε ότι η απάντηση βρισκόταν στον Κρίστιαν. Υπήρχαν πολλά που μιλούσαν υπέρ αυτής της άποψης: ότι εκείνος ήταν ο πρώτος που είχε αρχίσει να λαβαίνει γράμματα, ότι ήταν τόσο μυστικοπαθής σε ό,τι αφορούσε το παρελθόν του και ότι ήταν φανερά νευρικός. Μικρά αλλά σημαντικά πράγματα. Έπειτα από τη συνομιλία τους στην αποθηκούλα δίπλα στο νερό, η Ερίκα είχε επίσης την αίσθηση ότι ο Κρίστιαν κάτι ήξερε, ότι κάτι έκρυβε. Φόρεσε γρήγορα –για να μην προλάβει ν’ αλλάξει γνώμη– το τζάκετ της. Θα τηλεφωνούσε στην Άννα από το αυτοκίνητο για να τη ρωτήσει αν μπορούσε να πάρει τη Μάγια από τον σταθμό. Θα προλάβαινε να επιστρέψει στο σπίτι μέχρι το βράδυ, αλλά δεν θα προλάβαινε να περάσει να πάρει και τη Μάγια. Ήταν μιάμιση ώρα μέχρι το Γέτεμποργ με το αυτοκίνητο, δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέμε ότι πετάχτηκες μια στιγμή. Αλλά αν δεν έβρισκε κάτι θα άρπαζε την ευκαιρία να δει τον ετεροθαλή αδελφό τους, της ίδιας και της Άννας, τον Γιέραν. Η σκέψη ότι είχε έναν ετεροθαλή αδελφό ήταν ακόμη λίγο απίστευτη. Ήταν μια ανατρεπτική ανακάλυψη το γεγονός ότι η μητέρα της, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, είχε αποκτήσει έναν γιο κρυφά και μετά τον έδωσε για υιοθεσία. Τα δραματικά συμβάντα του προηγούμενου καλοκαιριού είχαν φέρει και κάτι καλό, και έκτοτε η Ερίκα και η Άννα είχαν αναπτύξει μια πολύ στενή σχέση με τον Γιέραν. Ήξεραν ότι ήταν πάντοτε ευπρόσδεκτες να τον επισκεφθούν, και αυτόν και τη μητέρα η οποία τον είχε αναθρέψει.


274

KAMILLA LACKBERG

Η Άννα συμφώνησε αμέσως να πάει να πάρει τη Μάγια, την οποία υπεραγαπούσαν τα παιδιά και της Άννας και του Νταν. Κι αναμφίβολα η Μάγια θα επέστρεφε στο σπίτι εντελώς εξουθενωμένη από τα παιχνίδια και με την κοιλίτσα γεμάτη ζαχαρωτά. Έπειτα η Ερίκα ξεκίνησε. Η δουλειά της με τη συγγραφή βιβλίων για πραγματικές υποθέσεις φόνου –βιβλία που είχαν γνωρίσει απίστευτη επιτυχία– την είχε εκπαιδεύσει καλά σε θέματα έρευνας. Μακάρι να είχε τον προσωπικό αριθμό του Κρίστιαν, θα γλίτωνε μερικά τηλεφωνήματα. Αλλά θα τα κατάφερνε και μόνο με το όνομα και με αυτό που θυμήθηκε ξαφνικά πως της είχε πει η Σάνα κάποτε: ότι ο Κρίστιαν έμενε στο Γέτεμποργ όταν γνωρίστηκαν. Αυτό που είχε αναφέρει η Μάι στη βιβλιοθήκη για την Τρολχέταν τριβέλιζε ακόμη το μυαλό της Ερίκα, αλλά αποφάσισε ότι το Γέτεμποργ ήταν η πιο λογική αφετηρία. Εκεί έμενε ο Κρίστιαν πριν έρθει στη Φιελμπάκα και από εκεί θα άρχιζε και η Ερίκα. Το μόνο που έλπιζε ήταν ότι από εκεί θα μπορούσε να κάνει το πολυπόθητο ταξίδι στο παρελθόν του, αν ήταν απαραίτητο. Δεν αμφέβαλε ούτε στιγμή ότι η αλήθεια βρισκόταν στο παρελθόν του Κρίστιαν. Έπειτα από τέσσερα τηλεφωνήματα βρήκε κάτι: τη διεύθυνση κατοικίας του Κρίστιαν πριν μετακομίσει στης Σάνα. Σταμάτησε σε ένα βενζινάδικο λίγο πριν από το Γέτεμποργ και αγόρασε έναν χάρτη της πόλης. Άρπαξε επίσης την ευκαιρία για να πάει στην τουαλέτα και να ξεπιαστεί λίγο. Ήταν πολύ άβολο να οδηγεί με δύο έμβρυα ανάμεσα στην ίδια και στο τιμόνι. Η μέση της ήταν πιασμένη, τα πόδια της μουδιασμένα. Μόλις κατάφερε να στριμωχτεί ξανά στη θέση του οδηγού, χτύπησε το κινητό της. Κι ενώ προσπαθούσε να ισορροπήσει ένα χάρτινο ποτηράκι με καφέ στο ένα χέρι, έβγαλε με το άλλο το κινητό για να δει την οθόνη. Ο Πάτρικ. Καλύτερα να άφηνε τον αυτόματο τηλεφωνητή να απαντήσει. Θα του εξηγούσε μετά. Ειδικά αν επέστρεφε και είχε κάτι που θα μπορούσε να τους βοηθήσει στην έρευνα. Ίσως τότε να απέφευγε μερικές από τις επιπλήξεις που ήξερε ότι την περίμεναν. Έριξε μια τελευταία ματιά στον χάρτη, έβαλε μπροστά και έστριψε για να βγει στον αυτοκινητόδρομο. Είχαν περάσει εφτά χρόνια από τότε που ο Κρίστιαν έμενε σ’ εκείνη τη διεύθυνση στην οποία


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

275

πήγαινε τώρα η Ερίκα. Άρχισε ξαφνικά να έχει αμφιβολίες. Ποιες ήταν οι πιθανότητες να υπάρχουν ακόμη κάποια ίχνη από τον Κρίστιαν εκεί; Ο κόσμος μετακόμιζε συνεχώς δίχως να αφήνει τίποτα πίσω του. Η Ερίκα αναστέναξε. Τώρα είχε πια φτάσει, ήθελε δεν ήθελε, και θα πήγαινε να πιει έναν καφέ στου Γιέραν πριν επιστρέψει στο σπίτι. Οπότε το ταξίδι δεν θα ήταν εντελώς άσκοπο. Άκουσε έναν ήχο ειδοποίησης από το κινητό. Ο Πάτρικ είχε αφήσει μήνυμα. «Πού πήγαν όλοι;» Ο Μέλμπεργ κοιτούσε αγουροξυπνημένος γύρω του. Είχε πάρει έναν σύντομο υπνάκο μόνο και όταν ξύπνησε το τμήμα ήταν άδειο. Μήπως είχαν πάει όλοι για καφέ και δεν του είπαν τίποτα; Χύμηξε προς τη ρεσεψιόν και βρήκε την Άνικα εκεί. «Τι γίνεται εδώ τελικά; Νόμισαν όλοι ότι έχουμε Σαββατοκύριακο; Γιατί δεν είναι κανείς εδώ να δουλεύει; Αν τους βρω να κάθονται στο Χεμπαγκερίετ για καφέ θα τους πάρει ο διάολος. Αυτός εδώ ο δήμος περιμένει από εμάς να είμαστε πάντα σε εγρήγορση, και το καθήκον που έχουμε» κουνούσε το δάχτυλό του στον αέρα «είναι να είμαστε στη θέση μας όταν μας χρειάζονται οι δημότες». Ο Μέλμπεργ λάτρευε τον ήχο της ίδιας του της φωνής. Ο αυστηρός τόνος τού πήγαινε, ήταν απολύτως πεπεισμένος γι’ αυτό. Η Άνικα τον κοιτούσε χωρίς να λέει τίποτα. Ο Μέλμπεργ άρχισε να αισθάνεται άβολα. Περίμενε ότι θα άκουγε από την Άνικα ένα σωρό δικαιολογίες και συγγνώμες εκ μέρους των συναδέλφων. Αλλά εκείνη έμενε σιωπηλή, κι αυτός ένιωσε μέσα του μια υφέρπουσα ανησυχία που γινόταν σιγά σιγά δυσφορία. Έπειτα από λίγο η Άνικα είπε ήρεμα: «Απάντησαν σε μια επείγουσα κλήση. Στη Φιελμπάκα. Έγιναν πολλά όσο εσύ εργαζόσουν στο γραφείο σου». Η λέξη «εργαζόσουν» δεν ειπώθηκε με κάποιον προφανή σαρκασμό, αλλά κάτι του έλεγε πως η Άνικα ήξερε για τον υπνάκο του. Τώρα το μόνο που του απέμενε ήταν να κρατήσει τα προσχήματα. «Γιατί δεν μου είπε κανείς τίποτα;» «Ο Πάτρικ προσπάθησε. Χτύπησε την πόρτα σου αρκετές φορές. Αλλά είχες κλειδώσει και δεν απαντούσες. Στο τέλος αναγκάστηκε


276

KAMILLA LACKBERG

να φύγει». «Ναι… όντως» με απορροφάει τόσο πολύ η δουλειά καμιά φορά ώστε ούτε ακούω ούτε βλέπω τίποτα» είπε ο Μέλμπεργ και βλαστήμησε από μέσα του. Ο διάολος να έπαιρνε αυτή την ευκολία του στον ύπνο. Ήταν ευλογία και κατάρα συνάμα. «Μμ… » απάντησε η Άνικα και στράφηκε ξανά στον υπολογιστή της. «Τι συνέβη, λοιπόν;» ρώτησε εκείνος θυμωμένα, έχοντας ακόμη την αίσθηση ότι τον ξεγέλασαν. Η Άνικα του εξήγησε συνοπτικά τι είχε συμβεί στο σπίτι του Κρίστιαν και με τον Κένετ. Ο Μέλμπεργ είχε μείνει απλώς με το στόμα ανοιχτό. Αυτό εδώ γινόταν όλο και πιο παράξενο. «Σύντομα θα αρχίσουν να επιστρέφουν, τουλάχιστον ο Πάτρικ και η Πάουλα, και τότε θα μάθεις περισσότερα για το τι ακριβώς συμβαίνει. Ο Μάρτιν και ο Γιέστα πήγαν στην Ουντεβάλα για να μιλήσουν στον Κένετ, οπότε αυτοί ίσως αργήσουν να επιστρέψουν λίγο». «Πες στον Πάτρικ να έρθει αμέσως σ’ εμένα μόλις εμφανιστεί» είπε ο Μέλμπεργ. «Και πες του να χτυπήσει γερά την πόρτα αυτήν τη φορά». «Ναι, θα του το πω. Και θα τονίσω ειδικά να χτυπήσει δυνατότερα. Σε περίπτωση που είσαι πάλι απορροφημένος από τη δουλειά». Η Άνικα τον κοίταξε με σοβαρό ύφος, αν και ο Μέλμπεργ δεν μπορούσε να απαλλαχτεί από την αίσθηση ότι τον δούλευε. «Δεν μπορείς να έρθεις κι εσύ; Γιατί να μείνεις εδώ;» Η Σάνα πέταξε αφηρημένα δύο μπλούζες στη βαλίτσα. Ο Κρίστιαν δεν απάντησε, κάτι που αναστάτωσε περισσότερο τη Σάνα. «Απάντησέ μου, λοιπόν. Θα μείνεις μόνος στο σπίτι; Είναι τόσο ανόητο, τόσο πολύ… » Πέταξε εκνευρισμένη ένα παντελόνι τζιν προς τη μεριά της βαλίτσας, αλλά αστόχησε και το τζιν κατέληξε στο πάτωμα, μπροστά στα πόδια του Κρίστιαν. Η Σάνα πήγε εκεί να το μαζέψει, αλλά αντί γι’ αυτό έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπό του. Προσπάθησε να τον κάνει να την κοιτάξει στα μάτια, αλλά εκείνος επέμενε να κοιτάζει αλλού. «Καλέ μου, αγαπημένε μου Κρίστιαν. Δεν καταλαβαίνω. Γιατί


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

277

δεν έρχεσαι μαζί μας; Δεν είναι ασφαλές για σένα να μείνεις εδώ». «Δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβεις» είπε εκείνος και της κατέβασε τα χέρια. «Εδώ θα μείνω, τελεία και παύλα. Δεν θα το σκάσω». «Να το σκάσεις από ποιον; Από τι; Ο διάβολος να σε πάρει αν ξέρεις ποιος είναι και δεν λες τίποτα». Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της, κι ήταν ακόμη αισθητή η ζεστασιά στα χέρια της από το πρόσωπο του Κρίστιαν. Εκείνος δεν της επέτρεπε να τον πλησιάσει, και αυτό την πλήγωνε αφάνταστα. Σε τέτοιες καταστάσεις έπρεπε να στηρίζει ο ένας τον άλλο. Αλλά εκείνος της γύριζε την πλάτη, δεν την ήθελε. Η ταπείνωση αυτή έκανε τα μάγουλά της να κοκκινίσουν κι έστρεψε το βλέμμα της στη βαλίτσα για να συνεχίσει. «Πόσον καιρό πιστεύεις ότι πρέπει να μείνουμε εκεί;» ρώτησε και έβαλε στη βαλίτσα μερικά εσώρουχα και κάλτσες που είχε πάρει από το πάνω συρτάρι του κομό. «Πώς να το ξέρω αυτό;» Ο Κρίστιαν είχε βγάλει το μπουρνούζι, είχε σκουπίσει το κόκκινο χρώμα από το στήθος του και είχε φορέσει τζιν παντελόνι και ένα φανελάκι. Η Σάνα πίστευε ακόμη πως ήταν ο ομορφότερος άντρας που είχε δει. Τον αγαπούσε τόσο πολύ που καταντούσε οδυνηρό. Έκλεισε το συρτάρι και έριξε μια ματιά έξω στο χολ όπου κάθονταν και έπαιζαν τα παιδιά. Ήταν πιο ήσυχα απ’ ό,τι συνήθιζαν. Σοβαρά. Ο Νιλς έπαιζε με τα αυτοκινητάκια του και ο Μέλκερ με τους πλαστικούς υπερήρωές του. Αλλά το έκαναν χωρίς τα συνηθισμένα ηχητικά εφέ και δίχως να τσακώνονται, κάτι που σε άλλη περίπτωση θα ήταν αναπόφευκτο. «Πιστεύεις ότι τα παιδιά… » Το κλάμα τής έκοψε τη φωνή και προσπάθησε ξανά: «Πιστεύεις ότι υπέστησαν κάποιο τραύμα;» «Μα δεν έχουν ούτε γρατζουνιά». «Δεν εννοώ σωματικά». Η Σάνα δεν μπορούσε να καταλάβει πώς γινόταν να παραμένει ο Κρίστιαν τόσο ψύχραιμος, τόσο ήρεμος. Το πρωί έδειχνε σοκαρισμένος, μπερδεμένος και φοβισμένος όπως κι αυτή. Τώρα συμπεριφερόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα ή σαν να ήταν ασήμαντο ό,τι συνέβη. Κάποιος είχε μπει στο σπίτι τους ενώ αυτοί κοιμούνταν, πήγε στο δωμάτιο των παιδιών τους και ίσως να τα άφησε με τον φόβο και την


278

KAMILLA LACKBERG

ανασφάλεια για μια ολόκληρη ζωή, και να τους αφαίρεσε μια για πάντα την αυταπάτη ότι εκεί, στο σπίτι τους, στα κρεβάτια τους, μπορούσαν να είναι ασφαλή. Ότι τίποτα δεν μπορούσε να συμβεί όταν η μαμά και ο μπαμπάς βρίσκονταν μόλις μερικά μέτρα παραπέρα. Αυτή η σιγουριά είχε χαθεί για πάντα. Κι όμως ο μπαμπάς τους στεκόταν εκεί, ήρεμος και απόμακρος σαν να μην τον ένοιαζε. Και τώρα, αυτήν εδώ τη στιγμή, η Σάνα τον μισούσε γι’ αυτό. «Τα παιδιά ξεχνούν γρήγορα» είπε ο Κρίστιαν και κοίταξε τα χέρια του. Η Σάνα πρόσεξε ότι είχε έντονες γρατζουνιές στη μία παλάμη και αναρωτήθηκε πώς τις είχε αποκτήσει. Αλλά δεν ρώτησε. Για μια φορά στη ζωή της δεν ρώτησε. Να ήταν άραγε τούτο εδώ το τέλος; Αν ο Κρίστιαν δεν μπορούσε να την πλησιάσει, να την αγαπήσει, όταν τους απειλούσε κάτι τόσο κακό και απαίσιο, ίσως ήταν ώρα να τα παρατήσει. Συνέχισε να γεμίζει τη βαλίτσα χωρίς να τη νοιάζει με τι τη γέμιζε. Τα δάκρυα έκαναν την όρασή της να θολώσει καθώς έπαιρνε μερικά ρούχα από τις κρεμάστρες. Στο τέλος η βαλίτσα είχε γεμίσει με το παραπάνω και αναγκάστηκε να καθίσει πάνω της για να την κλείσει. «Περίμενε, άσε με να σε βοηθήσω». Ο Κρίστιαν σηκώθηκε και κάθισε πάνω στη βαλίτσα. Με το βάρος του κατάφερε να την κλείσει αρκετά για να μπορέσει η Σάνα να τραβήξει το φερμουάρ. «Θα την πάω εγώ κάτω». Την έπιασε από τη λαβή, τη σήκωσε και την έβγαλε από το δωμάτιο, προσπερνώντας τα παιδιά. «Γιατί να πάμε στη θεία Ανιέτα; Γιατί παίρνουμε τόσο πολλά πράγματα μαζί μας; Θα λείψουμε πολύ;» Η αγωνία στη φωνή του Μέλκερ έκανε τον Κρίστιαν να σταματήσει στη μέση της σκάλας. Για λίγο. Έπειτα συνέχισε να κατεβαίνει σιωπηλός. Η Σάνα πήγε κοντά στους γιους τους και κάθισε ανακούρκουδα. Προσπάθησε να ακουστεί ήρεμη όταν είπε: «Θα κάνουμε ότι πάμε διακοπές. Αλλά δεν θα πάμε πολύ μακριά, μόνο μέχρι τη θεία και τα ξαδέρφια σας. Άλλωστε σας αρέσει πολύ εκεί πέρα. Και απόψε θα φροντίσουμε να περάσουμε όμορφα. Μια που έχουμε διακοπές, θα φάτε καραμέλες απόψε, κι ας μην είναι Σάββατο».


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

279

Τα αγοράκια την κοιτούσαν με καχυποψία, αλλά η λέξη «καραμέλες» λειτούργησε καταλυτικά. «Θα πάμε όλοι μαζί;» ρώτησε ο Μέλκερ, και ο αδελφός του επανέλαβε ψευδίζοντας ελαφρά: «Θα πάμε όλοι μαζί;» Η Σάνα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Όχι, μόνον εμείς οι τρεις. Ο μπαμπάς πρέπει να μείνει εδώ». «Ναι, ο μπαμπάς πρέπει να μείνει εδώ και να παλέψει μ’ εκείνους τους ανόητους». «Ποιος ανόητους;» έκανε η Σάνα και χάιδεψε τον Μέλκερ στο μάγουλο. «Αυτούς που ανακάτεψαν το δωμάτιό μας». Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και καμώθηκε τον αγριεμένο. «Αν ξανάρθουν, ο μπαμπάς θα τους τσακίσει!» «Ο μπαμπάς δεν θα παλέψει με κανέναν ανόητο. Γιατί κανένας δεν θα ξανάρθει». Χάιδεψε τα μαλλιά του Μέλκερ και βλαστήμησε από μέσα της τον Κρίστιαν. Γιατί δεν ήθελε να πάει μαζί τους; Γιατί δεν μιλούσε; Σηκώθηκε. «Θα περάσουμε υπέροχα. Πραγματική περιπέτεια. Πάω λίγο να βοηθήσω τον μπαμπά να βάλει τα πράγματα στο αυτοκίνητο και μετά θα έρθω να σας πάρω. Εντάξει;» «Εντάξει» απάντησαν τα αγοράκια, αλλά δίχως ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Ένιωσε τα βλέμματά τους καρφωμένα πάνω της καθώς κατέβαινε τη σκάλα. Τον βρήκε στο αυτοκίνητο, τη στιγμή που ετοιμαζόταν να βάλει τη βαλίτσα στο πορτμπαγκάζ. Η Σάνα πήγε κοντά του και τον έπιασε από το μπράτσο. «Τελευταία ευκαιρία τώρα, Κρίστιαν. Αν ξέρεις κάτι, αν έχεις την παραμικρή ιδέα ποιος μας τα κάνει αυτά, σε εκλιπαρώ γονατιστή να μου το πεις. Για χάρη μας. Αν δεν μου το πεις τώρα και μάθω μετά ότι το ήξερες, την έβαψες. Το κατάλαβες; Την έβαψες!» Ο Κρίστιαν σταμάτησε στη μέση της κίνησης, με τη μισή βαλίτσα στο πορτμπαγκάζ. Για μια στιγμή η Σάνα νόμισε πως θα της αποκάλυπτε κάτι. Αλλά αμέσως μετά εκείνος αποτίναξε το χέρι της και έβαλε τη βαλίτσα μέσα. «Δεν ξέρω τίποτα. Σταμάτα την γκρίνια!» Κοπάνησε την πόρτα του πορτμπαγκάζ και την έκλεισε.


280

KAMILLA LACKBERG

Όταν ο Πάτρικ και η Πάουλα έφτασαν στο τμήμα, η Άνικα σταμάτησε τον Πάτρικ καθώς έμπαινε. «Ο Μέλμπεργ ξύπνησε όσο λείπατε. Ήταν λίγο αναστατωμένος που δεν τον ενημερώσατε». «Μα του χτυπούσα μια ώρα την πόρτα, αλλά δεν μου άνοιξε ποτέ». «Ναι, αυτό του είπα κι εγώ, αλλά επέμενε ότι ήταν πολύ απορροφημένος από τη δουλειά και δεν σε άκουσε». «Εμ, βέβαια» έκανε ο Πάτρικ και ένιωσε άλλη μια φορά πόσο απαυδισμένος ήταν με τον ανίκανο προϊστάμενό του. Αλλά, για να είναι απόλυτα ειλικρινής, ήθελε κιόλας να αποφύγει να έχει τον Μέλμπεργ από κοντά του. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο ρολόι του. «Εντάξει, θα πάω μέσα να ενημερώσω τον αξιότιμο αρχηγό μας. Θα συναντηθούμε στην κουζίνα για μια γρήγορα ανασκόπηση σε ένα τέταρτο. Πες το και στον Γιέστα και στον Μάρτιν, σε παρακαλώ. Έρχονται όπου να ’ναι». Έπειτα πήγε απευθείας στην πόρτα του γραφείου τού Μέλμπεργ και χτύπησε. Δυνατά. «Έλα μέσα». Ο Μέλμπεργ φαινόταν πολύ απασχολημένος με μια στοίβα έγγραφα. «Άκουσα ότι αγρίεψαν τα πράγματα, και πρέπει να πω ότι δεν κάνει καλή εντύπωση για την αστυνομία να ανταποκρίνεστε σε τόσο σοβαρές και επείγουσες κλήσεις δίχως τη συμμετοχή του ανωτέρου σας». Ο Πάτρικ άνοιξε το στόμα ν’ απαντήσει, αλλά ο Μέλμπεργ σήκωσε ψηλά το ένα χέρι. Προφανώς δεν είχε τελειώσει ακόμη. «Αυτή η συμπεριφορά στέλνει λάθος μήνυμα στους πολίτες, ειδικά αν δεν παίρνουμε κάτι τέτοιες υποθέσεις στα σοβαρά». «Μα… » «Δεν θέλω μα. Δεκτή η συγγνώμη σου. Απλώς μην το ξανακάνεις». Ο Πάτρικ άκουγε τον σφυγμό του να σφυροκοπάει στ’ αυτιά του. Το κάθαρμα! Έσφιξε τη γροθιά του, αλλά μετά την άνοιξε πάλι και πήρε μια βαθιά ανάσα. Έπρεπε ν’ αφήσει κατά μέρος τον Μέλμπεργ τώρα και να εστιάσει στα σημαντικά θέματα. Στην έρευνα. «Πες μου τώρα, τι συνέβη; Και σε τι συμπεράσματα καταλήξατε;»


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

281

Ο Μέλμπεργ έγειρε ανυπόμονος μπροστά. «Είπα να κάνουμε σε λίγο μια συνάντηση στην κουζίνα. Αν συμφωνείς κι εσύ» πρόσθεσε ο Πάτρικ με σφιγμένα τα δόντια. Ο Μέλμπεργ το σκέφτηκε για λίγο. «Ναι, ίσως είναι καλή ιδέα. Περιττό να τα λέμε δυο φορές. Εντάξει, αλλά δεν ξεκινάμε τότε, Χέντστρεμ; Ξέρεις, ο χρόνος έχει σημασία σε μια τέτοια έρευνα». Ο Πάτρικ γύρισε την πλάτη στον προϊστάμενό του και βγήκε από το γραφείο. Ο Μέλμπεργ είχε πάντως δίκιο σε ένα πράγμα. Ο χρόνος ήταν σημαντικός.


282

KAMILLA LACKBERG

Τα πάντα αφορούσαν την επιβίωση. Αυτό όμως απαιτούσε κάθε χρόνο όλο και μεγαλύτερη προσπάθεια. Η μετακόμιση ήταν ευχάριστη για όλους, εκτός από τον ίδιο. Ο πατέρας είχε πιάσει μια δουλειά που του άρεσε και στη μητέρα άρεσε να μένει στο σπίτι της γκιόσας και να το αλλάζει εκ βάθρων, να διαγράφει όλα τα ίχνη της. Η Άλις φαινόταν να αισθάνεται καλά από την ηρεμία και τη γαλήνια ατμόσφαιρα που επικρατούσε στη μικρή κοινωνία, εννιά μήνες τον χρόνο τουλάχιστον. Η μητέρα τής έκανε μαθήματα στο σπίτι. Ο πατέρας είχε διαφωνήσει στην αρχή, είχε πει ότι η Άλις έπρεπε να βγαίνει για να συναντάει συνομήλικους, ότι χρειαζόταν να συναντάει άλλους ανθρώπους. Η μητέρα, όμως, τον είχε κοιτάξει και είπε με ψυχρή φωνή: «Η Άλις μόνον εμένα χρειάζεται». Και εκεί έληξε η συζήτηση. Ο ίδιος πάχαινε συνεχώς και έτρωγε ασταμάτητα. Λες και η παρόρμηση για φαγητό είχε αποκτήσει δική της ζωή. Διότι έριχνε μέσα του, ψυχαναγκαστικά, ότι φαγώσιμο έβλεπε μπροστά του. Αλλά αυτό δεν τραβούσε πλέον την πολυπόθητη προσοχή της μητέρας. Τύχαινε μερικές φορές να του ρίξει καμιά ματιά αηδιασμένη, αλλά συνήθως τον αγνοούσε. Είχε πολύ καιρό να τη σκεφτεί σαν την όμορφη μητέρα του και να λαχταρήσει την αγάπη της. Είχε παραιτηθεί και συμφιλιωθεί με την ιδέα πως δεν ήταν κάποιος που μπορούσε να αγαπήσει κανείς, πως δεν του άξιζε αγάπη. Το μόνο άτομο που τον αγαπούσε ήταν η Άλις. Διότι κι αυτή του έμοιαζε, ήταν ένα τέρας. Κινούνταν σπασμωδικά, μιλούσε λίγο μπερδεμένα και δεν μπορούσε να κάνει τα πιο απλά πράγματα. Ήταν οχτώ


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

283

χρονών και δεν μπορούσε να δέσει μόνη της τα κορδόνια των παπουτσιών της. Τον ακολουθούσε συνεχώς, είχε γίνει σκιά του. Τα πρωινά, όταν πήγαινε να πάρει το σχολικό, εκείνη στεκόταν στο παράθυρο και τον κοιτούσε να φεύγει, με τα χέρια ακουμπισμένα στο τζάμι και τη λαχτάρα στα μάτια. Εκείνος δεν καταλάβαινε γιατί το έκανε, αλλά την άφηνε να το κάνει. Το σχολείο ήταν μαρτύριο. Κάθε πρωί, όταν έμπαινε στο λεωφορείο, ένιωθε σαν να τον πήγαιναν σε κάποια φυλακή. Βέβαια, τα μαθήματα του άρεσαν, τα περίμενε πώς και πώς, αλλά τα υπόλοιπα τον γέμιζαν τρόμο. Κι αν τα χρόνια της βασικής εκπαίδευσης ήταν απαίσια, το γυμνάσιο αποδείχτηκε χειρότερο. Τον παρενοχλούσαν συνεχώς, τον πείραζαν και τον έσπρωχναν, κατέστρεφαν τα πράγματα στο ντουλάπι του και τον αποκαλούσαν με διάφορα παρατσούκλια, φωναχτά, έξω στο προαύλιο. Χαζός δεν ήταν, καταλάβαινε ότι αποτελούσε δεδομένο θύμα. Το χοντρό κορμί του τον ανάγκαζε να διαπράττει τη μεγαλύτερη αμαρτία όλων: να ξεχωρίζει. Το ήξερε, αλλά αυτό δεν τον βοηθούσε. «Βρίσκεις την πούτσα σου όταν κατουράς ή σε εμποδίζει η κοιλιά;» Ο Έρικ. Αραχτός τεμπέλικα σ’ ένα από τα τραπέζια του σχολικού προαύλιου και περιτριγυρισμένος από τη συνήθη παρέα πρόθυμων υποστηρικτών. Ήταν ο χειρότερος. Το δημοφιλέστερο αγόρι στο σχολείο, όμορφος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, χωνόταν στους δασκάλους και είχε μονίμως τσιγάρα πάνω του, τα οποία κάπνιζε ο ίδιος και μοίραζε στους υποστηρικτές του. Δεν ήξερε ποιον απεχθανόταν περισσότερο. Τον Έρικ, που φαινόταν να ωθείται στις πράξεις του από καθαρή μοχθηρία και ανακάλυπτε συνεχώς καινούργιους τρόπους να τον πληγώνει, ή τους χαμογελαστούς ηλίθιους που λάτρευαν να κάθονται δίπλα στον Έρικ για να κλέβουν λίγη από την αίγλη του. Ήξερε ταυτόχρονα πως θα έδινε οτιδήποτε για να είναι ένας από αυτούς. Να κάθεται στο τραπέζι με τον Έρικ, να τον ευχαριστεί για κάθε τσιγάρο που θα τον κερνούσε, να σχολιάζει τα κορίτσια που περνούσαν από μπροστά του και να ανταμείβεται με αυτάρεσκα ρουθουνίσματα και κοκκινισμένα μάγουλα. «Ακούς, ρε; Σου μιλάω! Να απαντάς όταν σε ρωτάω κάτι!» Ο Έρικ σηκώθηκε από το τραπέζι και οι άλλοι δύο τον κοίταξαν με ανανεωμένο ενδιαφέρον. Εκείνο το άλλο το αγόρι που ασχολούνταν με τον αθλητισμό, ο Μάγκνους, τον κοίταξε κατάματα. Μερικές φορές του


284

KAMILLA LACKBERG

φαινόταν ότι διέκρινε κάποιο είδος συμπόνιας στα μάτια του, αν και δεν ήταν αρκετή για να πέσει στην εκτίμηση του Έρικ. Ο Κένετ ήταν απλώς δειλός και απέφευγε να τον κοιτάζει κατάματα. Τώρα κοιτούσε τον Έρικ και περίμενε να του δώσει οδηγίες. Αλλά σήμερα ο Έρικ δεν φαινόταν να έχει πολλή διάθεση να τον πειράξει, διότι κάθισε και άρχισε να γελάει. «Πάρε δρόμο, λοιπόν, παλιοχοντρέ! Αν τρέξεις λίγο ίσως να γλιτώσεις το ξύλο σήμερα!» Πόσο θα ήθελε να μην το βάλει στα πόδια, να γυρίσει και να πει στον Έρικ να πάει στον διάολο. Μετά θα τον πλάκωνε στο ξύλο με δύναμη και με στοχευμένα χτυπήματα, ενώ όσοι είχαν μαζευτεί γύρω τους θα αντιλαμβάνονταν σιγά σιγά ότι το είδωλό τους ήταν έτοιμο να πέσει. Και ο Έρικ θα σήκωνε με κόπο το κεφάλι από το έδαφος και, με το αίμα να τρέχει από τη μύτη, θα τον κοίταζε με βλέμμα όλο σεβασμό. Έπειτα θα είχε κι αυτός δεδομένη τη θέση του στην παρέα. Θα ανήκε κι αυτός κάπου. Αλλά έκανε μεταβολή και το έβαλε στα πόδια. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε, διέσχισε αδέξια το προαύλιο. Το στήθος του έκαιγε και το λίπος χοροπηδούσε στο κορμί του. Πίσω του τους άκουσε να γελούν.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

285

Η Ερίκα προσπέρασε τον κυκλικό κόμβο της Κορσβέγκεν όπως τη λένε, δηλαδή της Διασταύρωσης, με την ανάσα κομμένη. Η κυκλοφορία στο Γέτεμποργ της δημιουργούσε πάντα νευρικότητα, και τούτη η διασταύρωση ειδικά της προκαλούσε καθαρό τρόμο. Αλλά την προσπέρασε σώα και αβλαβής και μετά ανέβηκε αργά την οδό Εκλάντα, ενώ κοιτούσε προσεκτικά σε ποιον δρόμο έπρεπε να στρίψει. Οδός Ρούσενχιλ. Τα ενοικιαζόμενα σπίτια βρίσκονταν στο τέλος του δρόμου και έβλεπαν προς την Κορσβέγκεν και το Λίσεμπεργ. Κοίταξε τους αριθμούς και παρκάρισε μπροστά σε αυτό που ήθελε. Κοίταξε το ρολόι. Το σχέδιό της ήταν να χτυπήσει το κουδούνι για να δει αν ήταν κανείς μέσα. Αν δεν ήταν, είχαν συνεννοηθεί με τον Γιέραν να πάει να μείνει για κάνα δυο ώρες στης μητέρας του και μετά να επιστρέψει ξανά εδώ να ξαναχτυπήσει. Αν πήγαινε έτσι το πράγμα θα αργούσε πολύ να επιστρέψει στο σπίτι το βράδυ, οπότε ευχήθηκε μέσα της να βρει κάποιον σε τούτο το σπίτι. Είχε το όνομα στο μυαλό της, είχε τηλεφωνήσει και το είχε μάθει καθώς οδηγούσε προς το Γέτεμποργ, και το βρήκε αμέσως στο θυροτηλέφωνο. Γιάνος Κόβακς. Άκουσε το κουδούνι να χτυπάει μέσα. Το πίεσε ξανά και άκουσε από το θυροτηλέφωνο μια φωνή με έντονη ξενική προφορά. «Ποιος είναι;» «Το όνομά μου είναι Ερίκα Φαλκ. Θα ήθελα να κάνω μερικές ερωτήσεις για κάποιον που έμενε παλιότερα στο διαμέρισμά σας, τον Κρίστιαν Τιντέλ». Περίμενε με αγωνία. Η εξήγηση ακούστηκε ανόητη στα δικά της αυτιά, αλλά έλπιζε ότι ο άντρας θα ήταν περίεργος


286

KAMILLA LACKBERG

και θα την άφηνε να μπει. Ένας ήχος από την πόρτα απέδειξε πως ήταν τυχερή. Το ασανσέρ σταμάτησε στον δεύτερο όροφο και η Ερίκα βγήκε. Μία από τις τρεις πόρτες ήταν μισάνοιχτη και ένας κοντός και λίγο παχύς άντρας στα εξήντα την κοιτούσε με περιέργεια από το μικρό άνοιγμα. Όταν είδε την τεράστια κοιλιά της έβγαλε αμέσως την αλυσίδα ασφαλείας και άνοιξε την πόρτα διάπλατα. «Περάστε, περάστε» της είπε πρόθυμα. «Ευχαριστώ» είπε η Ερίκα και μπήκε μέσα. Μια έντονη μυρωδιά από πολύχρονο μαγείρεμα πικάντικων φαγητών έφτασε στα ρουθούνια της και αισθάνθηκε το στομάχι της να ανακατεύεται. Στην πραγματικότητα η μυρωδιά δεν ήταν δυσάρεστη, αλλά η εγκυμοσύνη είχε κάνει την όσφρησή της πολύ ευαίσθητη σε έντονες μυρωδιές. «Έχω καφέ, ωραίο και δυνατό καφέ». Έδειξε μια μικρή κουζίνα που βρισκόταν στο βάθος του χολ. Εκείνη τον ακολούθησε και έριξε μια ματιά στο δωμάτιο, που ήταν μάλλον το μοναδικό τού διαμερίσματος. Λειτουργούσε τόσο ως καθιστικό όσο και ως κρεβατοκάμαρα. Εδώ ήταν, λοιπόν, που έμενε ο Κρίστιαν πριν μετακομίσει στη Φιελμπάκα. Η Ερίκα ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει λίγο δυνατότερα από την προσδοκία. «Καθίστε». Ο Γιάνος Κόβακς την κάθισε σε μια ξύλινη καρέκλα και της πρόσφερε καφέ. Με έναν θριαμβευτικό τόνο στη φωνή του έβαλε μπροστά της ένα πιάτο με βουτήματα. «Κουλουράκια παπαρούνας. Ουγγρική σπεσιαλιτέ! Η μητέρα μου στέλνει συχνά πακέτα με κουλουράκια παπαρούνας επειδή ξέρει ότι μου αρέσουν. Δοκιμάστε ένα». Την παρότρυνε να πάρει, και εκείνη πήρε ένα κουλουράκι από το πιάτο και το δάγκωσε προσεκτικά. Ήταν μια άγνωστη γεύση, απολύτως άγνωστη, αλλά υπέροχη. Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι δεν είχε φάει μετά το πρωινό, και το στομάχι της γουργούρισε με ευγνωμοσύνη όταν το πρώτο κομμάτι από το κουλουράκι έφτασε εκεί. «Τρώτε για δύο. Πάρτε άλλο ένα κουλουράκι, πάρτε δύο, πάρτε όσα θέλετε!» Ο Γιάνος Κόβακς έσπρωξε το πιάτο προς το μέρος της


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

287

και τα μάτια του άστραψαν από χαρά. «Μεγάλο μωρό» είπε χαμογελώντας και έδειξε την κοιλιά της. Η Ερίκα τού ανταπέδωσε το χαμόγελο. Δεν μπόρεσε να μην επηρεαστεί από την υπέροχη διάθεσή του. «Ε , συμβαίνει να κουβαλώ δύο στην κοιλιά μου». «Α , δίδυμα». Χτύπησε καταχαρούμενος τα χέρια του. «Μεγάλη ευλογία». «Έχετε παιδιά;» ρώτησε η Ερίκα με το στόμα γεμάτο. Ο Γιάνος Κόβακς ύψωσε περήφανα το ανάστημά του. «Έχω δύο ωραίους γιους. Είναι μεγάλοι τώρα. Έχουν και οι δυο καλές δουλειές. Στη Βόλβο. Έχω και πέντε εγγόνια επίσης». «Και η σύζυγός σας;» ρώτησε η Ερίκα διστακτικά και κοίταξε γύρω της. Δεν φαινόταν να μένει γυναίκα στο διαμέρισμα. Ο Γιάνος Κόβακς χαμογελούσε ακόμη, αλλά το χαμόγελο ήταν λίγο αχνότερο τώρα. «Πριν από εφτά χρόνια περίπου μπήκε μια μέρα στο σπίτι και είπε “μετακομίζω τώρα αποδώ μέσα”. Κι έπειτα έφυγε». Άνοιξε διάπλατα τα χέρια του. «Τότε ήταν που μετακόμισα κι εγώ εδώ. Εδώ μέναμε και πριν, είχαμε ένα τριάρι στον όροφο από κάτω». Έδειξε το πάτωμα. «Αλλά όταν βγήκα σε πρόωρη σύνταξη και με άφησε η γυναίκα μου, δεν μπορούσα να μείνω πια εκεί. Την ίδια εποχή γνώρισε και ο Κρίστιαν μια κοπέλα και ήταν έτοιμος να μετακομίσει, οπότε ήρθα κι εγώ εδώ. Όλα τακτοποιούνται στο τέλος» είπε με δυνατή φωνή και φαινόταν να το εννοεί. «Α , ξέρατε δηλαδή τον Κρίστιαν πριν μετακομίσει;» έκανε η Ερίκα και δοκίμασε μια γουλιά καφέ. Ήταν πραγματικά νόστιμος. «Ε , δεν τον ήξερα καλά. Απλώς συναντιόμασταν εδώ στο κτίριο. Εμένα πιάνουν τα χέρια μου» ο Γιάνος Κόβακς σήκωσε ψηλά τα χέρια του «και βοηθάω όποτε μπορώ. Και ο Κρίστιαν δεν ήξερε ν’ αλλάξει ούτε λάμπα». «Ναι, το φαντάζομαι αυτό» είπε η Ερίκα και χαμογέλασε. «Εσείς γνωρίζετε τον Κρίστιαν; Γιατί μου κάνετε ερωτήσεις γι’ αυτόν; Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έμενε εδώ. Δεν πιστεύω να συνέβη κάτι;» «Είμαι δημοσιογράφος» είπε η Ερίκα χρησιμοποιώντας τη δικαι-


288

KAMILLA LACKBERG

ολογία που είχε σκεφτεί στο αυτοκίνητο καθ’ οδόν προς το Γέτεμποργ. «Ο Κρίστιαν είναι τώρα συγγραφέας και θα γράψω ένα μεγάλο άρθρο γι’ αυτόν, οπότε προσπαθώ να μάθω κάτι για το παρελθόν του». «Είναι ο Κρίστιαν συγγραφέας; Καθόλου άσχημα. Ναι, εδώ που τα λέμε πάντα είχε ένα βιβλίο στο χέρι. Και ένας ολόκληρος τοίχος στο διαμέρισμα ήταν γεμάτος βιβλία». «Γνωρίζετε τι έκανε όταν έμενε εδώ; Πού δούλευε;» Ο Γιάνος Κόβακς κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, δεν ξέρω. Και ποτέ μου δεν ρώτησα. Πρέπει να έχεις και λίγο σεβασμό για τους γείτονες. Να μη χώνεις παντού τη μύτη σου. Αν κάποιος θέλει να σου πει κάτι μόνος του, σου το λέει». Ακουγόταν υγιής φιλοσοφία ζωής και η Ερίκα σκέφτηκε ότι καλό θα ήταν να τη συμμερίζονταν και άλλοι άνθρωποι, ειδικά στη Φιελμπάκα. «Ερχόταν να τον δει κανένας;» «Ποτέ. Εδώ που τα λέμε, τον λυπόμουν μάλιστα γι’ αυτό. Ήταν πάντοτε μόνος. Ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος έτσι. Όλοι θέλουμε παρέα». Απολύτως σωστό, σκέφτηκε η Ερίκα και ήλπιζε να είχε και ο Γιάνος Κόβακς κάποιον να τον επισκέπτεται πού και πού. «Άφησε τίποτα πίσω του; Στην αποθήκη ή αλλού;» «Μπα, ήταν εντελώς άδειο όταν μετακόμισα εδώ. Δεν υπήρχε τίποτα». Η Ερίκα αποφάσισε να μη συνεχίσει άλλο. Ο Γιάνος Κόβακς δεν φαινόταν να έχει περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή του Κρίστιαν. Τον ευχαρίστησε και είπε ευγενικά αλλά αποφασιστικά όχι σε μια σακούλα κουλουράκια. Ήταν έτοιμη να βγει από το διαμέρισμα όταν ο Γιάνος Κόβακς τη σταμάτησε. «Α , ναι, πώς μου ξέφυγε αυτό! Πρέπει να γερνάω». Χτύπησε με τον δείκτη του χεριού τον κρόταφο, έκανε μεταβολή και μπήκε μέσα στο διαμέρισμα. Έπειτα από ένα λεπτό επέστρεψε κρατώντας κάτι στο χέρι. «Όταν συναντήσετε τον Κρίστιαν, μπορείτε να του δώσετε αυτό


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

289

εδώ; Πείτε του πως έκανα όπως μου είπε και πέταξα ό,τι αλληλογραφία τού είχε έρθει. Αλλά αυτά εδώ… να, θεώρησα πως θα ήταν παράξενο να τα πετάξω. Και δεδομένου πως έρχονταν ένα ή δύο κάθε χρόνο από τότε που μετακόμισε, φαίνεται πως κάποιος θέλει οπωσδήποτε να έρθει σε επαφή μαζί του. Δεν είχα την καινούργια του διεύθυνση, κι έτσι τα φύλαγα. Δώστε του τα, λοιπόν, μαζί με χαιρετισμούς από τον Γιάνος». Χαμογέλασε με το πλατύ του χαμόγελο και της έδωσε ένα πάκο λευκούς φακέλους. Η Ερίκα ένιωσε τα χέρια της να τρέμουν όταν το πήρε.


290

KAMILLA LACKBERG

Στο σπίτι είχε πέσει μεμιάς εκκωφαντική σιωπή. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και ακούμπησε το κεφάλι στα χέρια του. Ένιωθε ένα αδιάκοπο σφυροκόπημα στα μηνίγγια του και η φαγούρα είχε αρχίσει ξανά. Έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε το μάγουλο στο τραπέζι. Προσπάθησε να μπει στο εσωτερικό της σιωπής και να αποδιώξει την αίσθηση ότι κάτι προσπαθούσε να διαπεράσει το δέρμα του. Ένα μπλε φόρεμα. Τρεμοφεγγίσματα πίσω από τα βλέφαρά του. Έρχονταν κι έφευγαν. Το παιδί στην αγκαλιά της. Γιατί δεν έβλεπε ποτέ το πρόσωπο του παιδιού; Ήταν άδειο, δεν είχε περίγραμμα κι έτσι δεν μπορούσε να το διακρίνει. Να το είχε άραγε δει ποτέ του; Ή μήπως το παιδί είχε επισκιαστεί από την άφατη αγάπη του για εκείνη; Δεν θυμόταν, είχε περάσει τόσο πολύς καιρός. Το κλάμα ξεκίνησε απροειδοποίητα και ήρεμα, και σιγά σιγά σχηματίστηκε μια λιμνούλα στο τραπέζι. Έπειτα έγινε εντονότερο, ανέβηκε στο στήθος και ξεχύθηκε μέχρι που άρχισε να τραντάζεται όλο το κορμί. Ο Κρίστιαν σήκωσε το κεφάλι. Ήταν αναγκασμένος να διώξει τις εικόνες, να διώξει εκείνη. Αλλιώς θα έσπαγε, θα κομματιαζόταν. Άφησε το κεφάλι του να πέσει βαριά στο τραπέζι, το μάγουλό του συνάντησε τη σκληρή επιφάνεια με δύναμη. Ένιωσε το ξύλο στο δέρμα του και σήκωσε το κεφάλι του μια και δυο και τρεις φορές. Το κοπανούσε πάνω στη σκληρή ξύλινη επιφάνεια. Σε σύγκριση με τη φαγούρα και τη φωτιά που ένιωθε να καίει το κορμί του, τούτος ο πόνος ήταν σχεδόν υπέροχος. Αλλά αυτό δεν τον βοήθησε να αποδιώξει τις εικόνες που είχαν κολλήσει στο μυαλό του. Διότι εκείνη στεκόταν εξίσου σαφής και ολοζώντανη μπροστά του. Χαμογελούσε και του άπλωνε το χέρι, ήταν τόσο κοντά ώστε μπορούσε να


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

291

τον αγγίξει, αρκεί να τέντωνε το χέρι της λίγο ακόμα. Είχε ακουστεί κάτι από τον πάνω όροφο; Σταμάτησε στη μέση μιας κίνησης, με το κεφάλι κάνα εκατοστό από το τραπέζι, λες και κάποιος είχε πατήσει το κουμπί της παύσης στην ταινία της ζωής του. Αφουγκράστηκε, εντελώς ακίνητος. Ναι, κάτι είχε ακούσει από πάνω. Κάτι σαν ανάλαφρα βήματα. Ο Κρίστιαν σήκωσε αργά το κεφάλι. Όλο το κορμί του ήταν τεντωμένο, σε επιφυλακή. Έπειτα σηκώθηκε από την καρέκλα, και όσο πιο αθόρυβα μπορούσε κινήθηκε προς τη σκάλα. Έβαλε το χέρι του στην κουπαστή της και την ανέβηκε πατώντας στη μία πλευρά της, εκείνη που ήταν προς τον τοίχο, εκείνη την πλευρά που έτριζε λιγότερο. Με την άκρη του ματιού του είδε κάτι να τρεμοπαίζει, πέρασε φευγαλέα και γρήγορα πάνω στο χολ. Μήπως ήταν όλα της φαντασίας του; Ό,τι και να ’ταν είχε χαθεί τώρα, και το σπίτι ήταν σιωπηλό και ήρεμο. Ένα σκαλοπάτι έτριξε κι εκείνος κράτησε την ανάσα του. Αν εκείνη ήταν εδώ πάνω θα ήξερε ότι ανέβαινε κι αυτός. Να τον περίμενε άραγε; Ένιωσε να τον κατακλύζει μια παράξενη ηρεμία. Η οικογένεια είχε φύγει τώρα. Εκείνη δεν θα μπορούσε πια να τους κάνει κακό. Ήταν μόνον ο ίδιος εδώ, ό,τι γινόταν θα γινόταν μεταξύ τους, ακριβώς όπως είχε γίνει εξαρχής. Ένα παιδί κλαψούρισε. Παιδί ήταν ή κάτι άλλο; Το άκουσε πάλι και τώρα του φάνηκε σαν ένας από τους ήχους που βγάζει ένα παλιό σπίτι. Ο Κρίστιαν έκανε μερικά βήματα ακόμα και έφτασε στον πάνω όροφο. Το χολ ήταν άδειο. Το μόνο που ακουγόταν ήταν η ίδια του η ανάσα. Η πόρτα του δωματίου των παιδιών ήταν ορθάνοιχτη. Ήταν όλα άνω κάτω εκεί μέσα. Είχαν συμβάλει και οι τεχνικοί της σήμανσης στην ανακατωσούρα, αφήνοντας σε όλο το δωμάτιο ίχνη μαύρης σκόνης για τον εντοπισμό αποτυπωμάτων. Κάθισε καταμεσής στο πάτωμα με το πρόσωπο στραμμένο στα γράμματα στον τοίχο. Το χρώμα φαινόταν ακόμη σαν αίμα με την πρώτη ματιά. Δεν σου αξίζουν. Ήξερε ότι εκείνη είχε δίκιο, δεν του άξιζαν. Ο Κρίστιαν είχε μείνει με το βλέμμα καρφωμένο στα γράμματα, άφησε το μήνυμα να περάσει στα κατάβαθα της συνείδησής του. Θα διόρθωνε τα πράγματα.


292

KAMILLA LACKBERG

Μόνον αυτός μπορούσε να διορθώσει τα πράγματα. Ξαναδιάβασε σιωπηλά τις λέξεις. Αυτόν κυνηγούσε εκείνη. Και κατάλαβε πού ήθελε να τον συναντήσει. Θα της έδινε αυτό που ήθελε. «Τούτη η δεύτερη μάζωξη θα είναι σύντομη». Ο Πάτρικ άπλωσε το χέρι και πήρε το ρολό χαρτί κουζίνας από τον πάγκο, έκοψε λίγο και σκούπισε το μέτωπό του. Ίδρωνε απίστευτα. Πρέπει να ήταν σε χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι νόμιζε. «Λοιπόν, τα πράγματα έχουν ως εξής: Ο Κένετ Μπένγκτσον βρίσκεται στο νοσοκομείο. Ο Γιέστα και ο Μάρτιν θα μας πουν περισσότερα γι’ αυτό σε λίγο». Τους έγνεψε καταφατικά. «Το δεύτερο είναι ότι κάποιος μπήκε στο σπίτι του Κρίστιαν Τιντέλ μέσα στη νύχτα. Το άτομο δεν έβλαψε βέβαια κάποιον σωματικά, αλλά έγραψε ένα μήνυμα με κόκκινο χρώμα στον τοίχο του δωματίου των παιδιών. Όπως καταλαβαίνετε, είναι όλοι σοκαρισμένοι στην οικογένεια. Πρέπει δηλαδή να ξεκινήσουμε από την υπόθεση πως έχουμε ένα άτομο που δεν γνωρίζει όρια και το οποίο πρέπει, ως εκ τούτου, να αντιμετωπίζουμε ως επικίνδυνο». «Όπως καταλαβαίνετε, επίσης, ήθελα κι εγώ να συμμετάσχω σε αυτή την επείγουσα πρωινή αποστολή σας». Ο Μέλμπεργ καθάρισε τον λαιμό του. «Δυστυχώς, όμως, δεν ενημερώθηκα». Ο Πάτρικ επέλεξε να τον αγνοήσει και συνέχισε, με το βλέμμα στην Άνικα: «Βρήκες τίποτα άλλες πληροφορίες για το παρελθόν του Κρίστιαν;» Η Άνικα δίστασε. «Ίσως, αλλά θα ήθελα να ελέγξω άλλη μια φορά ορισμένα στοιχεία». «Ναι, κάν’ το» είπε ο Πάτρικ και στράφηκε προς τον Γιέστα και τον Μάρτιν. «Τι μάθατε από την κουβέντα σας με τον Κένετ; Πώς είναι, κατ’ αρχάς;» Ο Μάρτιν έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Γιέστα, ο οποίος του έκανε νόημα να ξεκινήσει. «Τα τραύματά του δεν θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του, αλλά σύμφωνα με τους γιατρούς είναι καθαρή τύχη που ζει. Τα γυαλιά έκοψαν και χέρια και πόδια σε πολλές μεριές, και αν συναντούσαν καμιά κεντρική αρτηρία θα είχε, πιθανότατα, πεθάνει επιτόπου». «Το ερώτημα είναι τι είχε κατά νου ο δράστης. Να ήθελε απλώς να τραυματίσει τον Κένετ ή ήταν απόπειρα δολοφονίας;»


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

293

Κανένας δεν απάντησε την ερώτηση του Πάτρικ και ο Μάρτιν συνέχισε: «Ο Κένετ είπε πως όλοι γνώριζαν ότι έτρεχε καθημερινά σ’ εκείνο το μονοπάτι τα πρωινά, σχεδόν πάντα την ίδια ώρα. Οπότε, από την άποψη αυτή, μπορούμε να θεωρήσουμε τους πάντες στη Φιελμπάκα ύποπτους». «Δεν μπορούμε όμως να υποθέσουμε απλώς ότι το άτομο που το έκανε είναι από εδώ. Μπορεί να είναι κάποιος που βρίσκεται εδώ προσωρινά» συμπλήρωσε ο Γιέστα. «Και πώς γνώριζε, τότε, το άτομο αυτό την πρωινή ρουτίνα του Κένετ; Δεν είναι πιθανότερο να πρόκειται για κάποιον που μένει στη Φιελμπάκα;» έκανε ο Μάρτιν. Ο Πάτρικ σκέφτηκε για λίγο. «Χμ… Μάλλον δεν μπορούμε να αποκλείσουμε πως είναι από αλλού. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς τον Κένετ κάνα δυο μέρες για να καταλάβει ότι είναι άνθρωπος με σταθερές συνήθειες. Ο ίδιος ο Κένετ τι είπε;» πρόσθεσε. «Έχει καμιά ιδέα τι μπορεί να κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά;» Ο Γιέστα και ο Μάρτιν ξανακοιτάχτηκαν, αλλά τούτη τη φορά πήρε ο Γιέστα τον λόγο: «Λέει ότι δεν έχει την παραμικρή ιδέα. Αλλά κι εγώ και ο Μάρτιν έχουμε την αίσθηση ότι λέει ψέματα. Κάτι ξέρει, αλλά για κάποιον λόγο το κρατάει μυστικό. Αναφέρθηκε σε κάποια “εκείνη”«. «Ναι;» Ο Πάτρικ συνοφρυώθηκε. «Αποκομίζω την ίδια εντύπωση όταν μιλάω με τον Κρίστιαν, ότι μου κρύβει κάτι δηλαδή. Τι μπορεί να είναι όμως; Κανονικά έπρεπε να ενδιαφέρονται να λυθεί αυτό το θέμα. Στην περίπτωση του Κρίστιαν, φαίνεται πως κινδυνεύει και η ίδια του η οικογένεια. Και ο Κένετ άλλωστε είναι πεπεισμένος ότι η γυναίκα του δολοφονήθηκε, έστω κι αν δεν διαπιστώσαμε ακόμη κάτι τέτοιο. Οπότε, γιατί δεν συνεργάζονται;» «Δηλαδή, ούτε ο Κρίστιαν μίλησε;» Ο Γιέστα άνοιξε με επιμέλεια ένα γεμιστό μπισκότο και έγλειψε τη γέμιση. Έδωσε κρυφά το υπόλοιπο στον Ερνστ που ήταν ξαπλωμένος στα πόδια του, κάτω από το τραπέζι. «Όχι, δεν κατάφερα να του πάρω κουβέντα» είπε ο Πάτρικ. «Ήταν σοκαρισμένος, φυσικά. Αλλά επιμένει πεισματικά ότι δεν γνωρίζει ποιος και γιατί, και δεν έχω τίποτα για ν’ αποδείξω το αντίθετο.


294

KAMILLA LACKBERG

Μόνον μια αίσθηση, σαν κι αυτή που σας δημιουργήθηκε με τον Κένετ. Επέμεινε να μείνει στο σπίτι. Ευτυχώς, έστειλε τη Σάνα και τα παιδιά στην αδελφή της Σάνα, στο Χαμπουργσούντ. Ας ελπίσουμε ότι θα είναι ασφαλείς εκεί». «Βρήκαν οι τεχνικοί τίποτα ενδιαφέρον; Τους ενημέρωσες, υποθέτω, για το πανί που είχε πάνω του χρώμα και για το μπουκάλι, έτσι δεν είναι;» έκανε ο Γιέστα. «Έμειναν εκεί αρκετά, πάντως. Και ναι, πήραν μαζί τους τα αντικείμενα που βρήκες στο υπόγειο. Καλή δουλειά, μου είπε να σου μηνύσω ο Τούρμπγιερν. Αλλά θα πάρει τον χρόνο του κι αυτό, ως συνήθως, πριν να μας στείλουν πιο συγκεκριμένα συμπεράσματα. Εγώ θα τηλεφωνήσω στον Πέντερσεν και θα τον πιέσω. Δεν τον βρήκα το πρωί. Ας ελπίσουμε ότι θα μας δώσουν προτεραιότητα, για να πάρουμε τα αποτελέσματα της νεκροψίας σύντομα. Δεν μπορούμε να χάνουμε χρόνο τώρα που κλιμακώνονται τα πράγματα». «Να μου πεις αν θέλεις να του τηλεφωνήσω εγώ. Για να έχει και κάποιο κύρος το αίτημα» είπε ο Μέλμπεργ. «Σ ’ ευχαριστώ, αλλά θα φροντίσω να το λύσω μόνος μου. Θα είναι δύσκολο, αλλά θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ». «Εντάξει, αλλά να ξέρεις ότι είμαι κι εγώ εδώ. Πλήρης υποστήριξη» είπε ο Μέλμπεργ. «Πάουλα, τι είπε η γυναίκα του Κρίστιαν;» Ο Πάτρικ στράφηκε στη συνάδελφό του. Είχαν πάει μαζί στη Φιελμπάκα, αλλά δεν είχε προλάβει να ρωτήσει για τη Σάνα. Το τηλέφωνό του χτυπούσε ασταμάτητα. «Δεν πιστεύω ότι ξέρει τίποτα» είπε η Πάουλα. «Είναι απελπισμένη και μπερδεμένη. Και φοβισμένη. Ούτε πιστεύει πως ο Κρίστιαν γνωρίζει ποιος ήταν ο δράστης, αν και αυτό το είπε λίγο διστακτικά, οπότε υποθέτω πως δεν είναι απολύτως σίγουρη. Καλό θα ήταν να μιλήσουμε πάλι μαζί της, σε πιο ήρεμες συνθήκες και όταν της περάσει το πρώτο σοκ. Μαγνητοφώνησα τη συνομιλία μας, οπότε μπορείς να την ακούσεις κι εσύ αν θέλεις. Η κασέτα είναι στο γραφείο σου. Ίσως να ακούσεις κάτι που μου ξέφυγε». «Ευχαριστώ» είπε ξανά ο Πάτρικ και το εννοούσε αυτήν τη φορά. Η Πάουλα ήταν πάντα αξιόπιστη και ήταν ευτύχημα που την είχε μαζί του στην έρευνα.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

295

Κοίταξε τη μικρή ομάδα. «Εντάξει, τότε τελειώσαμε. Άνικα, εσύ συνεχίζεις με το υλικό από το παρελθόν του Κρίστιαν, και σε κάνα δυο ώρες θα τα ξαναπούμε. Τώρα θα πάρω την Πάουλα και θα πάμε στη Σία. Δεν καταφέραμε να πάμε ακόμη σήμερα. Και μου φαίνεται ότι χρειάζεται να συζητήσω ξανά μαζί της, ενόψει των εξελίξεων. Διότι είμαι σίγουρος πως ο θάνατος του Μάγκνους συνδέεται κατά κάποιον τρόπο με αυτά εδώ». Η Ερίκα κάθισε σε ένα καφέ για να κοιτάξει με την ησυχία της τα γράμματα. Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό που άνοιγε την αλληλογραφία κάποιου άλλου. Αν ο Κρίστιαν ήθελε να τα πάρει, θα φρόντιζε να αφήσει την καινούργια του διεύθυνση στον Γιάνος Κόβακς ή θα είχε ζητήσει ανακατεύθυνση από το ταχυδρομείο. Τα χέρια της έτρεμαν όταν έσκισε τον πρώτο φάκελο. Είχε φορέσει τα λεπτά δερμάτινα γάντια της που είχε στο αυτοκίνητο. Ο φάκελος τη δυσκόλεψε κάπως, και όταν πίεσε περισσότερο το μαχαίρι που της είχαν φέρει, λίγο έλειψε να αναποδογυρίσει το μεγάλο ποτήρι με τον καφέ λάτε πάνω στα άλλα γράμματα. Μετακίνησε αμέσως το ποτήρι σε απόσταση ασφαλείας. Δεν αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα στον φάκελο. Δεν ήταν ο ίδιος μ’ εκείνον στα απειλητικά γράμματα, και θα έλεγε με σιγουριά ότι έμοιαζε περισσότερο με γραφικό χαρακτήρα άντρα παρά γυναίκας. Έβγαλε το επιστολόχαρτο και το ξεδίπλωσε. Έμεινε έκπληκτη. Περίμενε να δει ένα γράμμα, αλλά ήταν μια παιδική ζωγραφιά. Το χαρτί, όταν το ξεδίπλωσε, ήταν ανάποδα, και η Ερίκα το γύρισε και κοίταξε τη ζωγραφιά. Δύο άτομα, δύο φιγούρες με απλές γραμμές. Μία μεγάλη και μία μικρή. Η μεγάλη φιγούρα κρατούσε τη μικρή από το χέρι και φαίνονταν και οι δύο χαρούμενες. Ήταν τριγυρισμένες από λουλούδια και ο ήλιος έλαμπε στη δεξιά πάνω γωνία. Στέκονταν πάνω σε μια πράσινη γραμμή που ήταν πιθανώς γρασίδι. Πάνω από τη μεγάλη φιγούρα κάποιος είχε γράψει αδέξια τη λέξη «Κρίστιαν» και πάνω από τη μικρή τη λέξη «Εγώ». Η Ερίκα σήκωσε το ποτήρι με τον καφέ λάτε για να πιει μια γουλιά. Ένιωσε ότι είχε κολλήσει παχύ αφρόγαλα γύρω από το στόμα της και το σκούπισε αφηρημένα με το μανίκι. Ποιος ήταν ο «Εγώ» ; Ποιο ήταν το μικρό άτομο δίπλα στον Κρίστιαν;


296

KAMILLA LACKBERG

Έβαλε ξανά στην άκρη το ποτήρι και πήρε τους υπόλοιπους φακέλους. Τους άνοιξε στα γρήγορα. Στο τέλος βρέθηκε με έναν σωρό ζωγραφιές μπροστά της. Απ’ όσο μπορούσε να δει είχαν γίνει από το ίδιο άτομο. Κάθε ζωγραφιά απεικόνιζε δύο φιγούρες: τη μεγάλη φιγούρα Κρίστιαν και τη μικρή Εγώ. Κατά τ’ άλλα, τα μοτίβα ποίκιλλαν. Σε ένα, η μεγάλη φιγούρα στεκόταν δίπλα σε κάτι που έμοιαζε με παραλία, ενώ το κεφάλι και τα χέρια της μικρής πρόβαλλαν έξω από το νερό. Σε ένα άλλο μοτίβο έβλεπες κάποια κτίρια στο βάθος, μεταξύ άλλων και μια εκκλησία. Μόνο στην τελευταία ζωγραφιά της στοίβας υπήρχαν περισσότερες φιγούρες. Αλλά δεν μπορούσες να διακρίνεις πόσες ήταν. Σχημάτιζαν ένα ενιαίο σύνολο, ένα κουβάρι από χέρια και πόδια. Η ζωγραφιά αυτή ήταν επίσης σκοτεινότερη από τις άλλες. Δεν υπήρχε ούτε ήλιος ούτε λουλούδια. Η μεγάλη φιγούρα ήταν τοποθετημένη στην αριστερή πλευρά. Δεν είχε πλέον το γελαστό στόμα, ούτε η μικρή φιγούρα ήταν χαρούμενη. Στην άλλη πλευρά υπήρχαν ένα σωρό μαύρες γραμμές. Η Ερίκα μισόκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να διακρίνει τι θα μπορούσε να αναπαριστά αυτή η ζωγραφιά, αλλά ήταν αδέξια ζωγραφισμένη και δεν ήταν δυνατόν να κατανοήσεις τι ήθελε να δείξει. Κοίταξε το ρολόι και αισθάνθηκε ότι ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι. Κάτι σε αυτή την τελευταία ζωγραφιά τής ανακάτωνε το στομάχι. Δεν μπορούσε να πει με σιγουριά τι ήταν, αλλά την επηρέαζε πολύ. Η Ερίκα σηκώθηκε με κόπο. Αποφάσισε να μη συναντήσει τον Γιέραν σήμερα. Εκείνος σίγουρα θα απογοητευόταν, αλλά θα το έκαναν κάποια άλλη φορά. Σε όλη τη διαδρομή προς τη Φιελμπάκα ήταν σκεφτική. Οι ζωγραφιές που είχε δει περνούσαν ασταμάτητα από το μυαλό της. Η μεγάλη φιγούρα Κρίστιαν και η μικρή φιγούρα Εγώ. Ένιωσε, καθαρά ενστικτωδώς, ότι το Εγώ αποτελούσε το κλειδί για όλα. Και μόνον ένας υπήρχε που θα μπορούσε να της πει ποιο ήταν το άτομο αυτό. Αύριο το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν να μιλήσει με τον Κρίστιαν. Αυτήν τη φορά θα αναγκαζόταν να της απαντήσει.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

297

«Αυτό είναι πολύ παράξενο. Μόλις ετοιμαζόμουν να σου τηλεφωνήσω». Η φωνή του Πέντερσεν ήταν όπως πάντα ουδέτερη και αυστηρή. Αλλά ο Πάτρικ ήξερε ότι από κάτω κρυβόταν αρκετό χιούμορ. Τον είχε ακούσει να αστειεύεται μερικές φορές, έστω κι αν δεν ήταν πολλές. «Μπα; Κι εγώ σκέφτηκα να τηλεφωνήσω για να σας αγχώσω λίγο. Χρειαζόμαστε συμπεράσματα. Οτιδήποτε μπορεί να μας βοηθήσει για να προχωρήσουμε». «Ναι, αλλά δεν ξέρω πόσο μπορώ να σε βοηθήσω. Αλλά φρόντισα όντως, με δική μου πρωτοβουλία, να δώσω προτεραιότητα στις νεκροψίες που αφορούν την υπόθεσή σας. Τελειώσαμε με τον Μάγκνους Σέλνερ χτες το βράδυ αργά, και μόλις τελείωσα και με τη Λίσμπετ Μπένγκτσον». Ο Πάτρικ φαντάστηκε τον Πέντερσεν να κάθεται και να μιλάει στο τηλέφωνο με τα υπηρεσιακά ρούχα γεμάτα αίματα και με το ακουστικό στο γαντοφορεμένο χέρι του. «Και τι βρήκατε;» «Πρώτον, το αυτονόητο: ο Σέλνερ δολοφονήθηκε. Μπορούσε να βγάλει κανείς το ίδιο συμπέρασμα με την πρώτη οπτική επιθεώρηση του πτώματος, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Μου έχουν τύχει κάνα δυο υποθέσεις όλα αυτά τα χρόνια, κατά τις οποίες άτομα είχαν πεθάνει από άκρως φυσικά αίτια και είχαν υποστεί τα τραύματά τους μετά θάνατον». «Αλλά δεν ήταν έτσι στην περίπτωσή μας, ε;» «Όχι, με τίποτα. Το θύμα είχε ένα σωρό κοψίματα στο στέρνο και στο στομάχι, που έχουν γίνει με αιχμηρό αντικείμενο, πιθανότατα μαχαίρι. Και ήταν αναμφισβήτητα αυτό που προκάλεσε τον θάνατό του. Η επίθεση έγινε από μπροστά και είχε τα κλασικά αμυντικά τραύματα στα χέρια και στους πήχεις». «Μπορούμε να πούμε τι είδος μαχαίρι ήταν;» «Όχι, δεν θέλω να κάνω εικασίες. Αλλά αν κρίνω από τα τραύματα θα έλεγα πως ήταν ένα μαχαίρι με λεία επιφάνεια. Και… » έκανε μια τεχνητή παύση «θα έλεγα ότι είναι κάποιου είδους μαχαίρι για ψάρια» είπε με ικανοποίηση ο Πέντερσεν. «Πώς το ξέρεις αυτό;» έκανε ο Πάτρικ. «Πρέπει να υπάρχουν ένα εκατομμύριο διαφορετικά είδη μαχαιριών».


298

KAMILLA LACKBERG

«Ναι, και όντως δεν μπορώ να πω ότι είναι ακριβώς ψαρομάχαιρο. Αλλά είναι ένα μαχαίρι που χρησιμοποιήθηκε για να καθαρίσουν ψάρια». «Μάλιστα, αλλά πώς το ξέρεις αυτό;» Η ανυπομονησία κατέτρωγε τον Πάτρικ, και ευχήθηκε να μην είχε ο Πέντερσεν την τάση να δραματοποιεί τόσο τα πράγματα. Άλλωστε ο Πάτρικ κρεμόταν ήδη από τα χείλη του. «Βρήκα λέπια ψαριών» είπε ο Πέντερσεν. «Τι; Πού; Πώς μπορεί να υπήρχε κάτι στο πτώμα έπειτα από τόσον καιρό στο νερό;» Ο Πάτρικ ένιωσε τον σφυγμό του να τρελαίνεται. Ήθελε τόσο πολύ να μάθει κάτι, οτιδήποτε, που θα μπορούσε να αποτελέσει στοιχείο για να συνεχίσει την έρευνα. «Ένα μεγάλο μέρος από τα λέπια σίγουρα εξαφανίστηκε στο νερό. Αλλά βρήκα μερικά κομμάτια βαθιά μέσα στα τραύματα. Τα έστειλα για εξέταση, μήπως και βρούμε από τι είδους ψάρι προέρχονται. Ας ελπίσουμε ότι αυτό θα σας βοηθήσει». «Ναι, μάλλον θα βοηθήσει» είπε ο Πάτρικ, αν και συνειδητοποίησε ότι η πληροφορία ήταν βασικά άχρηστη. Εξάλλου, για τη Φιελμπάκα μιλούσαν. Μια κωμόπολη όπου τα λέπια ψαριών δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. «Κάτι άλλο για τον Σέλνερ;» «Τίποτα ιδιαίτερο». Ο Πέντερσεν ακουγόταν λίγο απογοητευμένος που ο Πάτρικ δεν είχε ενθουσιαστεί περισσότερο με τα ευρήματά του. «Τον μαχαίρωσαν για τα καλά και πιθανώς να πέθανε ακαριαία. Πρέπει να είχε αιμορραγήσει πολύ. Ο τόπος του εγκλήματος θα έμοιαζε με σφαγείο». «Βρέθηκε στο νερό αμέσως μετά;» «Αδύνατον να πω με σιγουριά κάτι τέτοιο» απάντησε ο Πέντερσεν. «Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι έμεινε πολύ στο νερό, και πιθανώς να πέταξαν αμέσως το κορμί του εκεί μέσα. Αλλά αυτό το συμπέρασμα είναι περισσότερο βασισμένο στο τι θεωρώ πιο πιθανό να έκανε ο δράστης, παρά σε επιστημονικό συμπέρασμα. Θα σου στείλω με φαξ την έκθεση, ως συνήθως». «Και η Λίσμπετ; Τι βρήκες γι’ αυτή;» «Πέθανε από φυσικά αίτια». «Είσαι σίγουρος;»


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

299

«Έκανα μια πολύ εμπεριστατωμένη νεκροψία». Τώρα ο Πέντερσεν ακουγόταν προσβεβλημένος και ο Πάτρικ βιάστηκε να συμπληρώσει: «Δηλαδή λες ότι δεν δολοφονήθηκε;» «Σωστά το κατάλαβες» είπε ο Πέντερσεν, ακόμη κάπως θιγμένος. «Και για να είμαι εντελώς ειλικρινής, είναι κάτι σαν θαύμα το γεγονός ότι έζησε τόσο πολύ. Ο καρκίνος είχε εξαπλωθεί σε όλα τα ζωτικά όργανα του σώματος. Η Λίσμπετ Μπένγκτσον ήταν μια πολύ άρρωστη γυναίκα. Και απλώς πέθανε». «Οπότε, ο Κένετ έκανε λάθος» είπε ο Πάτρικ, περισσότερο απευθυνόμενος στον εαυτό του. «Συγγνώμη;» «Όχι, τίποτα. Απλώς σκεφτόμουν δυνατά. Σ ’ ευχαριστώ που έδωσες προτεραιότητα σ’ αυτό εδώ. Χρειαζόμαστε κάθε πιθανή βοήθεια αυτήν τη στιγμή». «Είναι δηλαδή τόσο άσχημα τα πράγματα;» ρώτησε ο Πέντερσεν. «Ναι, ακριβώς, τόσο άσχημα είναι».


300

KAMILLA LACKBERG

Αυτός και η Άλις είχαν κάτι κοινό. Αγαπούσαν το καλοκαίρι. Αυτός επειδή δεν είχε σχολείο και γλίτωνε από τους βασανιστές του. Η Άλις επειδή μπορούσε να κολυμπάει στη θάλασσα. Περνούσε όλη την ώρα που την άφηναν στο νερό. Κολυμπούσε πέρα δώθε και έκανε μακροβούτια. Όλα όσα τη δυσκόλευαν με το σώμα της και τις κινήσεις της στη στεριά, εξαφανίζονταν την ίδια στιγμή που γλιστρούσε μέσα στο νερό. Διότι τότε κινούνταν ανεμπόδιστα και ομαλά. Η μητέρα καθόταν και την κοίταζε επί ώρες. Χτυπούσε παλαμάκια σε κάθε κόλπο που η Άλις έκανε στο νερό και ενθάρρυνε τις κολυμβητικές της απόπειρες. Την αποκαλούσε γοργόνα της. Αλλά η Άλις δεν ενδιαφερόταν και τόσο για τον ενθουσιασμό της μητέρας. Η Άλις έψαχνε με το βλέμμα να τον βρει και του φώναζε: «Κοίταξέ με!» Βουτούσε από τον βράχο και αναδυόταν ξανά χαμογελαστή. «Είδες; Είδες τι έκανα;» Η φωνή της φανέρωνε ανυπομονησία και τον κοιτούσε με πεινασμένο βλέμμα. Αλλά εκείνος δεν της απαντούσε ποτέ. Έριχνε απλώς μια βιαστική ματιά, σηκώνοντας το κεφάλι από το βιβλίο, από εκεί που καθόταν και διάβαζε, πάνω σε μια πετσέτα που είχε απλώσει πάνω στα βράχια. Δεν ήξερε τι ακριβώς ζητούσε από αυτόν. Συνήθως απαντούσε η μητέρα αντί γι’ αυτόν, αφού πρώτα του έριχνε μια αγριεμένη και απορημένη ματιά. Ούτε εκείνη το καταλάβαινε. Εκείνη που είχε δώσει όλο τον χρόνο και όλη την αγάπη της στην Άλις. «Ναι, αγάπη μου, είδα! Α, τι όμορφα!» φώναζε στην Άλις. Αλλά η Άλις φαινόταν να μην ακούει καν τη φωνή της μητέρας. Μόνο έλεγε, πάλι προς αυτόν:


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

301

«Τώρα κοίτα! Κοίτα τι θα κάνω!» Και κολυμπούσε ελεύθερο πέρα προς τον ορίζοντα. Οι κινήσεις των χεριών της ήταν συγχρονισμένες και ρυθμικές. Η μητέρα ορθώθηκε ανήσυχη: «Άλις, αγάπη μου. Όχι πιο βαθιά τώρα». Σκίασε τα μάτια με την παλάμη της. «Φεύγει πολύ βαθιά. Πήγαινε να τη φέρεις!» Εκείνος προσπάθησε να κάνει όπως η Άλις, να καμωθεί πως δεν άκουγε. Γύρισε αργά σελίδα και εστίασε στις λέξεις, στα μαύρα γράμματα σε λευκό χαρτί. Έπειτα ακολούθησε ένας αφόρητος πόνος στο τριχωτό της κεφαλής του. Η μητέρα είχε πιάσει δυνατά τα μαλλιά του και τα τραβούσε με όλη της τη δύναμη. Τινάχτηκε πάνω και τότε τον άφησε. «Πήγαινε να φέρεις την αδελφή σου. Κούνα το λίπος σου λίγο και φρόντισε να κολυμπήσει προς τα έξω». Για μια στιγμή εκείνος θυμήθηκε το χέρι της γύρω από το δικό του όταν κολυμπούσαν κάποτε αντάμα, ότι εκείνη τον είχε αφήσει και ότι εκείνος χάθηκε κάτω από την επιφάνεια του νερού. Έκτοτε δεν του άρεσε να κολυμπάει. Υπήρχε κάτι τρομακτικό στο νερό. Υπήρχαν πράγματα κάτω από την επιφάνεια που δεν έβλεπε, που δεν εμπιστευόταν. Η μητέρα έπιασε το λίπος γύρω από τη μέση του και το τσίμπησε δυνατά. «Πήγαινε να τη φέρεις. Τώρα. Αλλιώς θα σ’ αφήσω εδώ όταν φύγουμε για το σπίτι». Ο τόνος τής φωνής της δεν του άφηνε περιθώρια. Ήξερε ότι εκείνη εννοούσε ό,τι έλεγε. Αν δεν έκανε ό,τι του έλεγε, θα τον άφηνε εδώ, στο νησί. Με την καρδιά να σφυροκοπάει πήγε προς το νερό. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει όση θέληση διέθετε για να πάρει την απόφαση, να τινάξει τα πόδια και να πέσει μέσα. Δεν τολμούσε να βουτήξει με το κεφάλι, όπως η Άλις, αλλά έπεσε στο γαλάζιο, στο πράσινο νερό, με τα πόδια πρώτα. Μπήκε νερό στα μάτια του και τα ανοιγόκλεισε για να μπορέσει να δει ξανά. Ένιωσε τον πανικό να πλησιάζει, την ανάσα του να γίνεται ρηχή, γρήγορη. Μισόκλεισε τα μάτια. Πέρα μακριά, προς τον ήλιο, είδε την Άλις. Με αδέξιες κινήσεις άρχισε να κολυμπάει προς το μέρος της. Ένιωθε τη μητέρα να τον παρακολουθεί από τα βράχια, με τα χέρια στη μέση. Δεν μπορούσε να κολυμπήσει ελεύθερο. Οι κινήσεις του μέσα στο


302

KAMILLA LACKBERG

νερό ήταν σύντομες και βιαστικές. Αλλά συνέχισε προς τα ανοιχτά, έχοντας συνεχώς κατά νου το βάθος από κάτω του. Ο ήλιος τον τύφλωνε και δεν μπορούσε να δει πια την Άλις. Έβλεπε μόνο το λευκό, εκτυφλωτικό φως, που έκανε τα μάτια του να κλαίνε. Το μόνο που ήθελε ήταν να φτάσει στην Άλις και να την πάει πίσω στη μητέρα. Διότι η μητέρα αγαπούσε την Άλις και αυτός αγαπούσε τη μητέρα. Την αγαπούσε, μολαταύτα. Ξάφνου ένιωσε κάτι γύρω από τον λαιμό του. Κάτι που τον κρατούσε γερά και τραβούσε το κεφάλι του κάτω από το νερό. Τώρα πλέον πανικοβλήθηκε και άρχισε να κουνάει σπασμωδικά τα χέρια, προσπαθούσε να ξεφύγει και να ανέβει πάλι στην επιφάνεια. Έπειτα η πίεση στον λαιμό χάθηκε το ίδιο ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί και εκείνος πήρε βαθιά ανάσα μόλις ένιωσε τον αέρα στο πρόσωπό του. «Χαζούλη, εγώ ήμουν». Η Άλις χτυπούσε τα πόδια της στο νερό χωρίς φανερή προσπάθεια και τον κοιτούσε με βλέμμα που έλαμπε. Τα μαύρα μαλλιά της που τα είχε κληρονομήσει από τη μητέρα, έλαμπαν στον ήλιο και το αλμυρό νερό στραφτάλιζε στα βλέφαρά της. Εκείνος είδε ξανά τα μάτια. Τα μάτια να τον κοιτάζουν κάτω από την επιφάνεια του νερού. Το κορμί χαλαρό και χωρίς ζωή, να μην κινείται καθόλου και να έχει ακουμπήσει στον πάτο της μπανιέρας. Τίναξε το κεφάλι του, δεν ήθελε να δει αυτές τις εικόνες. «Η μητέρα θέλει να επιστρέψεις» είπε εκείνος λαχανιασμένος. Δεν μπορούσε να κουνάει τα πόδια του και να ισορροπεί μέσα στο νερό με την ίδια ευκολία που το έκανε η Άλις, και το χοντρό κορμί του βούλιαζε συνεχώς σαν να είχε μεγάλα βαρίδια στους αστραγάλους. «Τότε θα πρέπει να με τραβήξεις έξω» είπε η Άλις με τον ιδιαίτερο τρόπο της, σαν να μην έβρισκε η γλώσσα της τη σωστή θέση μέσα στο στόμα όταν μιλούσε. «Δεν αντέχω, παράτα με». Εκείνη γέλασε και τίναξε τα βρεγμένα μαλλιά της. «Θα σε ακολουθήσω μόνο αν με τραβήξεις». «Μα εσύ κολυμπάς καλύτερα από μένα, γιατί να σε τραβήξω εγώ;» Αλλά ήξερε ότι είχε χάσει. Της έκανε νόημα να τυλίξει τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του ξανά, και τώρα που ήξερε τι ήταν, ότι ήταν αυτή, το πράγμα πήγε πολύ καλύτερα.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

303

Άρχισε να κολυμπάει. Ήταν επίμοχθο, αλλά τα κατάφερνε. Ένιωθε δυνατά τα μπράτσα της Άλις γύρω από τον λαιμό του. Η Άλις είχε κολυμπήσει τόσο πολύ όλο το καλοκαίρι ώστε διαγράφονταν σαφώς οι μύες στα μπράτσα της. Κρεμόταν πίσω του και τον άφηνε να την τραβάει σαν να ήταν κάνα παιδικό φουσκωτό. Ακούμπησε το μάγουλό της στην πλάτη του. «Εγώ είμαι η δική σου γοργόνα» του είπε. «Όχι της μαμάς».


304

KAMILLA LACKBERG

«Μα δεν ξέρω… » Η Σία κοιτούσε κάποιο σημείο μακριά και πάνω από τον ώμο του Πάτρικ, με τις κόρες των ματιών διεσταλμένες. Ο Πάτρικ υπέθεσε ότι της είχαν δώσει κάποιο ηρεμιστικό, που την έκανε να δείχνει τόσο απούσα. «Ξέρω πως έχουμε κάνει αυτές τις ερωτήσεις πολλές φορές. Αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε να βρούμε τι συνδέει τον θάνατο του Μάγκνους με όσα συνέβησαν σήμερα. Και αυτό είναι πιο επιτακτικό τώρα που διαπιστώθηκε επίσημα ότι ο Μάγκνους όντως δολοφονήθηκε. Μπορεί να είναι κάτι που δεν σκέφτηκες, κάποια μικρή λεπτομέρεια που μπορεί να μας βοηθήσει να συνεχίσουμε» ακούστηκε παρακλητική η φωνή της Πάουλα. Ο Λούντβιγκ μπήκε αργά στην κουζίνα και κάθισε δίπλα στη Σία. Πιθανώς να είχε κρυφακούσει όσα είχαν ειπωθεί. «Θέλουμε να βοηθήσουμε» είπε με σοβαρή φωνή. Η έκφραση των ματιών του τον έκανε να δείχνει πολύ μεγαλύτερος από δεκατριών που ήταν. «Πώς είναι η Σάνα και τα παιδιά;» ρώτησε η Σία. «Είναι σοκαρισμένοι, βεβαίως». Ο Πάτρικ και η Πάουλα είχαν συζητήσει σε όλη τη διαδρομή προς τη Φιελμπάκα για το αν έπρεπε να αναφέρουν στη Σία όσα είχαν συμβεί. Δεν είχε νόημα να τη φορτώσουν με περισσότερα άσχημα μαντάτα τώρα. Αλλά πάλι ήταν υποχρεωμένοι να την ενημερώσουν. Άλλωστε θα το μάθαινε σύντομα από φίλους και συγγενείς. Ίσως τα πρόσφατα γεγονότα να τη βοηθούσαν να θυμηθεί κάτι που είχε ξεχάσει. «Ποιος είναι αυτός που κάνει τέτοια πράγματα; Στα παιδιά… »


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

305

έκανε εκείνη με μια φωνή που αποκάλυπτε και συμπόνια και κενότητα αντάμα. Τα φάρμακα είχαν αμβλύνει πολύ τα συναισθήματα και τις εντυπώσεις. Τα έκαναν λιγότερο οδυνηρά. «Δεν ξέρω» είπε ο Πάτρικ και του φάνηκε σαν ν’ άκουσε τον αντίλαλο από τα λόγια του μέσα στην κουζίνα. «Και ο Κένετ… » Η Σία κούνησε το κεφάλι. «Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να συνεχίσουμε να ρωτάμε. Κάποιος έβαλε στόχο τον Κένετ, τον Κρίστιαν και τον Έρικ. Και κατά πάσα πιθανότητα τον Μάγκνους» είπε η Πάουλα. «Μα ο Μάγκνους δεν έλαβε ποτέ του τέτοια γράμματα. Σαν κι αυτά που λάβαιναν οι άλλοι». «Όχι, απ’ όσο γνωρίζουμε μέχρι τώρα. Πιστεύουμε εντούτοις ότι ο θάνατός του συνδέεται με τις απειλές κατά των άλλων» είπε η Πάουλα. «Τι λένε ο Έρικ και ο Κένετ; Δεν ξέρουν περί τίνος πρόκειται; Ή ο Κρίστιαν; Κάποιος από αυτούς θα ’πρεπε να καταλαβαίνει» είπε ο Λούντβιγκ. Είχε βάλει προστατευτικά το χέρι του στον ώμο της μαμάς του. «Ναι, κάτι τέτοιο θα περίμενε κανείς» είπε ο Πάτρικ. «Αλλά επιμένουν ότι δεν ξέρουν τίποτα». «Τότε πώς να μπορώ εγώ… » Η φωνή της Σία έσπασε και έσβησε. «Συνέβη μήπως κάτι ιδιαίτερο όλα τα χρόνια που κάνατε παρέα; Κάτι που σου έκανε εντύπωση; Οτιδήποτε;» έκανε ο Πάτρικ. «Όχι, τίποτα ασυνήθιστο δεν συνέβη ποτέ. Το έχω πει ήδη». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ο Μάγκνους, ο Κένετ και ο Έρικ έκαναν παρέα από τα σχολικά τους χρόνια. Εξαρχής η παρέα αποτελούνταν από αυτούς τους τρεις. Ποτέ μου όμως δεν έβλεπα τι κοινό μπορούσε να έχει ο Μάγκνους με κάποιον από αυτούς, αλλά φαίνεται πως συνέχισαν να κάνουν παρέα λόγω συνήθειας. Δεν υπάρχουν τόσο πολλοί καινούργιοι άνθρωποι να συναναστραφείς εδώ στη Φιελμπάκα». «Πώς ήταν οι σχέσεις μεταξύ τους;» Η Πάουλα έσκυψε μπροστά. «Τι εννοείς;» «Να, όλες οι σχέσεις διέπονται από ένα είδος δυναμικής, ο καθένας αναλαμβάνει διαφορετικούς ρόλους. Πώς ήταν οι σχέσεις μεταξύ τους πριν μπει στην παρέα ο Κρίστιαν;»


306

KAMILLA LACKBERG

Η Σία συλλογίστηκε για λίγο με σοβαρό ύφος και έπειτα απάντησε: «Ο Έρικ ήταν πάντα αρχηγός. Αυτός που αποφάσιζε. Ο Κένετ ήταν… το κουταβάκι. Ακούγεται απαίσιο, αλλά πάντα υπάκουε τον Έρικ σε όλα και μου έδινε την εντύπωση ενός κουταβιού που στριφογύριζε κοντά στα πόδια του Έρικ και προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή του». «Και ο Μάγκνους πού βρισκόταν σε σχέση με αυτό;» ρώτησε ο Πάτρικ. Η Σία φάνηκε πάλι σκεφτική. «Ξέρω πως πίστευε ότι ο Έρικ το έπαιζε μερικές φορές νταής και μεγάλος, και συνέβαινε καμιά φορά να του το λέει όταν το παρατραβούσε. Ο Μάγκνους μπορούσε, σε αντίθεση με τον Κένετ, να του τα λέει χύμα και ο Έρικ συμμορφωνόταν». «Δεν μάλωσαν ποτέ;» συνέχισε ο Πάτρικ. Ένιωθε έντονα ότι η απάντηση κρυβόταν στον παρελθόν των τεσσάρων, στις σχέσεις μεταξύ τους. Το γεγονός όμως ότι η απάντηση αυτή ήταν τόσο βαθιά θαμμένη και είχε μεγάλη δυσκολία να βγει στην επιφάνεια τον τρέλαινε πραγματικά. «Ε , κάποιες κόντρες πάντα υπήρχαν, όπως γίνεται ανάμεσα σε άτομα που γνωρίζονται πολλά χρόνια. Ο Έρικ μπορεί να γίνει πολύ προκλητικός μερικές φορές. Αλλά ο Μάγκνους ήταν πάντοτε ήρεμος. Ποτέ μου δεν τον είδα να ξεσπάει ή να υψώνει τη φωνή του. Ούτε μια φορά όλα αυτά τα χρόνια που ήμασταν μαζί. Και ο Λούντβιγκ είναι ακριβώς σαν τον πατέρα του». Στράφηκε προς τον γιο της και τον χάιδεψε στο μάγουλο. Εκείνος της χαμογέλασε αχνά, αλλά φαινόταν σκεφτικός. «Είδα τον μπαμπά να μαλώνει μια φορά. Με τον Κένετ». «Πότε;» έκανε έκπληκτη η Σία. «Θυμάσαι το καλοκαίρι που ο μπαμπάς είχε αγοράσει τη βιντεοκάμερα και εγώ τριγύριζα και σας τραβούσα συνεχώς». «Αχ, ναι, Θεέ μου. Τι τραβήξαμε τότε μαζί σου. Έμπαινες ακόμα και στην τουαλέτα και τραβούσες όταν ήταν η Έλιν εκεί. Και πρέπει να πω ότι τότε έπαιζες τη ζωή σου κορόνα γράμματα». Τα μάτια της ζωντάνεψαν κάπως και ένα χαμόγελο έδωσε λίγο χρώμα στα μάγουλά της.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

307

Ο Λούντβιγκ σηκώθηκε απότομα και λίγο έλειψε να ρίξει την καρέκλα που καθόταν. «Ελάτε, θα σας δείξω κάτι!» Ήταν ήδη στην πόρτα της κουζίνας. «Πηγαίνετε στο καθιστικό εσείς κι έρχομαι σε λίγο». Τον άκουσαν να ανεβαίνει τρέχοντας τη σκάλα για τον πάνω όροφο και ο Πάτρικ με την Πάουλα σηκώθηκαν και έκαναν όπως τους είπε. Στο τέλος τους ακολούθησε και η Σία. «Εδώ είναι». Ο Λούντβιγκ είχε κατέβει ξανά, με μια μικρή κασέτα στο ένα χέρι και μια βιντεοκάμερα στο άλλο. Έβγαλε ένα καλώδιο και συνέδεσε την κάμερα με την τηλεόραση. Ο Πάτρικ και η Πάουλα τον παρακολουθούσαν σιωπηλοί, και ο Πάτρικ ένιωσε τον σφυγμό του να χτυπάει λίγο γρηγορότερα. «Τι θα μας δείξεις;» ρώτησε η Σία και κάθισε στον καναπέ. «Θα δείτε» είπε ο Λούντβιγκ. Έβαλε μέσα την κασέτα και πάτησε το κουμπί αναπαραγωγής. Ξαφνικά το πρόσωπο του Μάγκνους γέμισε την οθόνη. Πίσω τους η Σία πήρε μια ηχηρή ανάσα και ο Λούντβιγκ στράφηκε ανήσυχος προς αυτήν. «Είσαι καλά, μαμά; Αν όχι, μπορείς να πας στην κουζίνα για λίγο». «Καλά είμαι» είπε εκείνη, αλλά τα μάτια της γέμισαν δάκρυα καθώς κοιτούσε την τηλεόραση. Ο Μάγκνους αστειευόταν, έκανε γκριμάτσες και μιλούσε με το άτομο που κρατούσε την κάμερα. «Τραβούσα όλη εκείνη την παραμονή του Μεσοκαλόκαιρου» είπε χαμηλόφωνα ο Λούντβιγκ και ο Πάτρικ πρόσεξε πως και τα μάτια του παιδιού ήταν τώρα υγρά. «Κοιτάξτε, τώρα έρχονται ο Έρικ και η Λουίζ» είπε και έδειξε. Ο Έρικ μπήκε από την πόρτα της βεράντας και έγνεψε στον Μάγκνους. Η Λουίζ και η Σία αγκαλιάστηκαν και η Λουίζ έδωσε ένα πακέτο στην οικοδέσποινα. «Πρέπει να το προχωρήσω. Αυτό που είπα είναι πιο μετά» είπε ο Λούντβιγκ και πάτησε κάποιο κουμπί στη βιντεοκάμερα και είδαν όλο το γλέντι του Μεσοκαλόκαιρου σε όλο και πιο γρήγορη κίνηση. Είδαν να σουρουπώνει καθώς η μέρα γινόταν νύχτα. «Νομίζατε ότι είχαμε ξαπλώσει» είπε ο Λούντβιγκ. «Αλλά εμείς σηκωθήκαμε αθόρυβα και σας κρυφακούγαμε. Ήσασταν μεθυσμένοι


308

KAMILLA LACKBERG

και λέγατε χαζομάρες και μας φάνηκε πολύ διασκεδαστικό». «Λούντβιγκ!» είπε η Σία αμήχανη. «Ε , αφού ήσασταν μεθυσμένοι» αντέταξε ο γιος της. Και αν έκρινε κανείς από το πώς μιλούσαν όλοι μαζί, μάλλον ο Λούντβιγκ τούς είχε βιντεοσκοπήσει σ’ αυτήν ακριβώς την κατάσταση. Είχαν υψώσει όλοι τη φωνή τους και τα γέλια τους αντηχούσαν στο καλοκαιρινό σούρουπο. Γενικώς φαινόταν πως η παρέα περνούσε πολύ καλά. Η Σία άρχισε να λέει κάτι αλλά ο Λούντβιγκ έφερε το δάχτυλο στα χείλη. «Σσς, έρχεται όπου να ’ναι». Κοίταξαν όλοι την οθόνη και στο καθιστικό επικράτησε σιωπή. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι θόρυβοι από το γλέντι στο φιλμ. Δύο άτομα σηκώθηκαν, πήραν μαζί τους τα πιάτα και πήγαν προς το σπίτι. «Πού κρυβόσασταν εσείς;» ρώτησε ο Πάτρικ. «Στο σπιτάκι που παίζουμε στον κήπο. Ήταν τέλεια κρυψώνα. Μπορούσα να τραβάω από το παράθυρο». Έφερε ξανά το δάχτυλο στα χείλη. «Ακούστε τώρα». Δύο φωνές, λίγο παραπέρα από τις άλλες. Και οι δύο ταραγμένες. Ο Πάτρικ έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Λούντβιγκ. «Ο μπαμπάς και ο Κένετ» διευκρίνισε ο Λούντβιγκ χωρίς να ξεκολλήσει το βλέμμα του από την τηλεόραση. «Πήγαν παράμερα για να καπνίσουν». «Μα ο μπαμπάς δεν κάπνιζε τότε, έτσι δεν είναι;» έκανε η Σία και έγειρε μπροστά για να βλέπει καλύτερα. «Κάπνιζε καμιά φορά κρυφά, σε γλέντια και σε τέτοια. Δεν το πρόσεξες ποτέ;» Ο Λούντβιγκ είχε πατήσει παύση για να μη χάσουν το υπόλοιπο. «Σοβαρά;» έκανε αποσβολωμένη η Σία. «Δεν το ήξερα». «Εδώ πάντως αυτός και ο Κένετ κρύφτηκαν πίσω από τη γωνιά του σπιτιού για να καπνίσουν». Έδειξε με το τηλεχειριστήριο και ξεκίνησε πάλι το βίντεο. Ακούστηκαν ξανά οι δύο φωνές. Μόλις και μετά βίας καταλάβαινες τι έλεγαν. «Το σκέφτεσαι ποτέ;» Ήταν ο Μάγκνους. «Για τι πράγμα μιλάς;» έκανε ψευδίζοντας ο Κένετ.


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

309

«Ξέρεις τι εννοώ». Ακόμα και ο Μάγκνους ακουγόταν πολύ μεθυσμένος. «Δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό». «Κάποια στιγμή πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτό» είπε ο Μάγκνους και υπήρχε κάτι παρακλητικό, κάτι γυμνό στη φωνή του, το οποίο έκανε τον Πάτρικ να ανατριχιάσει. «Ποιος λέει ότι πρέπει να το κάνουμε; Ό,τι έγινε έγινε». «Ναι, αλλά δεν καταλαβαίνω πώς μπορείτε να ζείτε μ’ αυτό. Πρέπει, που να πάρει ο διάβολος, να… » Η φράση χάθηκε σε ένα ασαφές μουρμουρητό. Ο Κένετ ξανά. Στη φωνή του ήταν διάχυτος ο εκνευρισμός. Αλλά υπήρχε και κάτι άλλο εκεί. Φόβος. «Σύνελθε, Μάγκνους! Δεν βγαίνει τίποτα με το να το συζητάμε. Σκέψου τη Σία και τα παιδιά. Και τη Λίσμπετ». «Ναι, ξέρω, αλλά τι διάβολο θέλεις να κάνω; Το σκέφτομαι μερικές φορές και τότε νιώθω εδώ μέσα… » Είχε πολύ σκοτάδι για να δεις προς τα πού έδειχνε. Ύστερα απ’ αυτό δεν μπόρεσαν να ξεχωρίσουν κάτι άλλο από τη συνομιλία. Είχαν χαμηλώσει τις φωνές τους, μουρμούρισαν κάτι και ύστερα πήγαν και κάθισαν με την υπόλοιπη παρέα. Ο Λούντβιγκ πάτησε παύση και η εικόνα πάγωσε στις πλάτες των δύο ανδρών. «Το είδε ο μπαμπάς σου αυτό εδώ;» είπε ο Πάτρικ. «Όχι, το κράτησα στο δωμάτιό μου. Συνήθως ήταν αυτός που κρατούσε τις κασέτες, αλλά αυτήν εδώ την είχα τραβήξει κρυφά, και γι’ αυτό την έκρυψα στο δωμάτιό μου. Έχω μερικές στην γκαρνταρόμπα». «Ούτε εσύ την είχες ξαναδεί αυτή την κασέτα;» Η Πάουλα κάθισε δίπλα στη Σία, η οποία κοιτούσε την τηλεόραση με το στόμα ελαφρώς ανοιχτό. «Όχι» έκανε εκείνη. «Όχι». «Ξέρεις για τι πράγμα μιλούσαν;» ρώτησε η Πάουλα και έβαλε το χέρι της πάνω στο χέρι της Σία. «Εγώ… Όχι». Είχε το βλέμμα της στραμμένο στις σκοτεινές πλάτες του Μάγκνους και του Κένετ. «Ιδέα δεν έχω». Ο Πάτρικ την πίστευε. Ό,τι κι αν ήταν αυτό για το οποίο μιλούσε ο Μάγκνους, το είχε κρύψει πολύ καλά από τη σύζυγό του.


310

KAMILLA LACKBERG

«Ο Κένετ πρέπει να ξέρει» είπε ο Λούντβιγκ. Πάτησε το στοπ, έβγαλε την κασέτα και την έβαλε ξανά στη θήκη της. «Θα ήθελα να τη δανειστώ αυτή την κασέτα» είπε ο Πάτρικ. Ο Λούντβιγκ δίστασε λίγο πριν βάλει την κασέτα στο απλωμένο χέρι του Πάτρικ. «Δεν θα τη χαλάσετε, έτσι;» «Σου υπόσχομαι ότι θα είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί. Θα την πάρεις πίσω όπως μου την παρέδωσες». «Θα μιλήσετε με τον Κένετ τώρα;» ρώτησε ο Λούντβιγκ και ο Πάτρικ έγνεψε καταφατικά. «Ναι, θα μιλήσουμε μαζί του». «Γιατί όμως δεν είπε τίποτα μέχρι τώρα;» Η Σία ακουγόταν λίγο μπερδεμένη. «Αυτό αναρωτιόμαστε κι εμείς». Η Πάουλα της χάιδεψε ξανά το χέρι. «Αλλά θα το μάθουμε σίγουρα». «Ευχαριστώ, Λούντβιγκ» είπε ο Πάτρικ και σήκωσε ψηλά την κασέτα. «Αυτό εδώ μπορεί να αποδειχτεί πολύτιμο». «Δεν κάνει τίποτα. Απλώς το σκέφτηκα όταν είπες αν είχαν μαλώσει καμιά φορά». Όλο του το πρόσωπο κοκκίνισε. «Πάμε, λοιπόν;» Ο Πάτρικ στράφηκε στην Πάουλα που σηκώθηκε. «Να φροντίσεις τη μητέρα σου. Πάρε με τηλέφωνο αν γίνει κάτι» είπε ο Πάτρικ χαμηλόφωνα στον Λούντβιγκ και του έβαλε στο χέρι μια κάρτα του. Καθώς έφευγαν με το αυτοκίνητο, ο Λούντβιγκ στάθηκε και τους κοιτούσε. Έπειτα μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα. Ο χρόνος περνούσε πολύ αργά στο νοσοκομείο. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή και έδειχνε μια αμερικανική σαπουνόπερα. Η νοσοκόμα είχε έρθει και τον ρώτησε αν ήθελε να του αλλάξει κανάλι. Αλλά εκείνος δεν είχε τη δύναμη να απαντήσει, κι εκείνη έφυγε. Η μοναξιά ήταν χειρότερη απ’ όσο είχε καταφέρει να φανταστεί. Η απουσία της ήταν αφόρητη και το μόνο που κατάφερνε να κάνει ήταν να εστιάζει στο να αναπνέει. Ήξερε επίσης ότι εκείνη θα ερχόταν. Είχε αργήσει πολύ και τώρα δεν υπήρχε πια τρόπος να ξεφύγει. Αλλά αυτός δεν φοβόταν, του ήταν ευπρόσδεκτη. Θα τον γλίτωνε από τη μοναξιά και από τη θλίψη


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

311

που τον κομμάτιαζε καθημερινά. Ήθελε να πάει στη Λίσμπετ, για να της εξηγήσει τι είχε συμβεί. Έλπιζε ότι εκείνη θα καταλάβαινε πως ήταν άλλος άνθρωπος τότε, και ότι εκείνη τον είχε αλλάξει. Δεν άντεχε τη σκέψη ότι εκείνη είχε πεθάνει με τελευταία εικόνα τις αμαρτίες του. Αυτό, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το είχε βάρος στην καρδιά του και μετέτρεπε κάθε του ανάσα σε βασανιστική προσπάθεια. Ένα χτύπημα στην πόρτα και ο Πάτρικ Χέντστρεμ, ο αστυνομικός, εμφανίστηκε στο οπτικό του πεδίο. Πίσω του ήταν εκείνη η μικρή μελαχρινή συνάδελφός του. «Γεια σου, Κένετ. Πώς είσαι;» Οι αστυνομικοί έδειχναν πολύ σοβαροί. Πήραν δύο καρέκλες και τις τράβηξαν κοντά στο κρεβάτι. Ο Κένετ δεν απάντησε. Συνέχισε απλώς να κοιτάζει την τηλεόραση, όπου οι ηθοποιοί έπαιζαν με φόντο ένα πολύ φτηνιάρικο σκηνικό. Ο Πάτρικ επανέλαβε την ερώτηση και στο τέλος ο Κένετ στράφηκε προς το μέρος τους. «Ήμουν και καλύτερα». Μα τι να τους απαντούσε; Πώς να τους περιγράψει πώς ένιωθε πραγματικά, ότι καιγόταν και πονούσε μέσα του, ότι ένιωθε την καρδιά του έτοιμη να σπάσει; Όλες οι απαντήσεις θα ακούγονταν σαν γνήσια κλισέ. «Οι συνάδελφοί μας πέρασαν ήδη από εδώ σήμερα. Συνάντησες τον Γιέστα και τον Μάρτιν νωρίτερα». Ο Κένετ είδε τον Πάτρικ να κοιτάζει τους επιδέσμους του, σαν να προσπαθούσε να φανταστεί την αίσθηση των εκατοντάδων σπασμένων γυαλιών που χώνονταν στο δέρμα του. «Ναι» απάντησε ο Κένετ αδιάφορα. Δεν είχε πει τίποτα τότε, και δεν θα έλεγε τίποτα τώρα. Απλώς θα περίμενε. Εκείνη. «Τους είπες, λοιπόν, ότι δεν ξέρεις ποιος θα μπορούσε να κρύβεται πίσω από αυτό που σου συνέβη το πρωί». Ο Πάτρικ τον κοίταξε και ο Κένετ συνάντησε άφοβα το βλέμμα του. «Ναι, είναι αλήθεια». Ο αστυνομικός καθάρισε τον λαιμό του. «Εμείς όμως πιστεύουμε ότι δεν είναι αλήθεια». Από πού το είχαν μάθει; Ο Κένετ ένιωσε μεμιάς να τον πλημμυρίζει ο φόβος. Δεν ήθελε να το ξέρουν, δεν ήθελε να τη βρουν. Εκείνη έπρεπε να αποτελειώσει αυτό που είχε αρχίσει. Ήταν η μοναδική του


312

KAMILLA LACKBERG

σωτηρία. Αν πλήρωνε το τίμημα για ό,τι είχε κάνει, θα μπορούσε να εξηγήσει και στη Λίσμπετ. «Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάτε». Κοίταξε αλλού, αλλά κατάλαβε πως ο φόβος είχε φανεί στα μάτια του. Οι δύο αστυνομικοί είχαν αντιδράσει σ’ αυτό. Το εξέλαβαν ως αδυναμία, ως δυνατότητα να τον κάνουν να μιλήσει. Έκαναν λάθος όμως. Δεν είχε να χάσει τίποτα και μπορούσε να κερδίσει τα πάντα με τη σιωπή του. Σκέφτηκε για μια στιγμή τον Έρικ και τον Κρίστιαν. Κυρίως τον Κρίστιαν. Τον είχαν μπλέξει χωρίς να φταίει σε τίποτα. Όχι όπως ο Έρικ. Αλλά δεν μπορούσε να σκέφτεται κι αυτούς. Μόνον η Λίσμπετ μετρούσε. «Ερχόμαστε από το σπίτι της Σία. Μας έδειξαν μια βιντεοκασέτα από ένα γλέντι Μεσοκαλόκαιρου στο σπίτι τους». Ο Πάτρικ φαινόταν να περιμένει κάποια αντίδραση, αλλά ο Κένετ δεν ήξερε για ποιο πράγμα μιλούσε. Η παλιά τους ζωή, με τα γλέντια και τους φίλους, φαινόταν μακρινή. «Ο Μάγκνους είχε πιει αρκετά κι εσείς οι δύο πήγατε παράμερα για να καπνίσετε. Φαινόταν πως θέλατε πολύ να μην ακούσει κανείς αυτά που είπατε». Ακόμη δεν καταλάβαινε τι του έλεγε ο Πάτρικ. Όλα ήταν τυλιγμένα σε ένα παχύ στρώμα ομίχλης. Τίποτα δεν διέθετε πια σαφήνεια και ευκρίνεια. «Ο γιος του Μάγκνους, ο Λούντβιγκ, σας βιντεοσκόπησε χωρίς να το γνωρίζετε. Ο Μάγκνους ήταν ταραγμένος. Ήθελε να μιλήσετε για κάτι που είχε συμβεί. Εσύ εκνευρίστηκες μαζί του και είπες πως ό,τι έγινε έγινε. Ότι έπρεπε να σκεφτεί την οικογένειά του. Δεν το θυμάσαι αυτό;» Ναι, τώρα το θυμόταν. Ήταν ακόμη λίγο θολή η ανάμνηση αυτή, αλλά θυμόταν πώς είχε νιώσει σαν είδε τον πανικό στα μάτια του Μάγκνους. Γιατί το συζήτησαν ακριβώς εκείνο το βράδυ δεν το είχε καταλάβει ποτέ του. Φαινόταν καθαρά πως ο Μάγκνους ήθελε πολύ να το αποκαλύψει, να λυτρωθεί. Και αυτή η πρόθεση του Μάγκνους τον είχε τρομάξει. Είχε σκεφτεί τη Λίσμπετ, τι θα έλεγε, πώς θα τον έβλεπε μετά την αποκάλυψη. Στο τέλος είχε καταφέρει να ηρεμήσει τον Μάγκνους, μέχρι εκεί θυμόταν καθαρά. Αλλά από εκείνη τη στιγμή περίμενε κάτι να γίνει, κάτι που θα τα κατέστρεφε όλα. Και τώρα είχε συμβεί, αλλά όχι με τον τρόπο που πίστευε. Διότι ακόμα


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

313

και στα φρικτότερα σενάρια που είχε φανταστεί, η Λίσμπετ ήταν ακόμη ζωντανή για να τον κατηγορήσει, να τον επιπλήξει. Υπήρχε μια μικρή πιθανότητα να τον αφήσει να της εξηγήσει. Αλλά τώρα ήταν όλα διαφορετικά, και απαιτούνταν επιβολή δικαιοσύνης για να μπορέσει να της εξηγήσει. Δεν θα άφηνε αυτούς εδώ να του το χαλάσουν. Γι’ αυτό κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Προσπάθησε να φανεί σκεφτικός. «Όχι, δεν το θυμάμαι καθόλου αυτό το πράγμα». «Μπορούμε να φροντίσουμε να δεις την ταινία, αν είναι να σε βοηθήσει να θυμηθείς» είπε η Πάουλα. «Βέβαια, μπορώ να τη δω. Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ ότι επρόκειτο για κάτι σημαντικό, διότι τότε θα το θυμόμουν. Σίγουρα θα ήταν κουβέντες πάνω στο μεθύσι. Ο Μάγκνους γινόταν καμιά φορά έτσι όταν έπινε. Μελοδραματικός και συναισθηματικός. Έκανε την τρίχα τριχιά». Έβλεπε ότι δεν τον πίστευαν. Αλλά δεν είχε καμία σημασία, δεν μπορούσαν να διαβάσουν τις σκέψεις του. Σύντομα το μυστικό θα αποκαλυπτόταν, το καταλάβαινε κι αυτός. Δεν θα έκαναν πίσω αν δεν μάθαιναν τα πάντα. Αλλά αυτό δεν έπρεπε να γίνει πριν έρθει εκείνη, πριν ο ίδιος υποστεί ό,τι του άξιζε. Έμειναν λίγο ακόμα. Αλλά του ήταν εύκολο να αντικρούσει τις ερωτήσεις τους. Δεν θα έκανε αυτός τη δική τους τη δουλειά, έπρεπε να σκεφτεί τον εαυτό του και τη Λίσμπετ. Ο Έρικ και ο Κρίστιαν ας έκαναν ό,τι μπορούσαν για τον εαυτό τους. Πριν φύγουν, είδε τον Πάτρικ να γυρίζει και να τον κοιτάζει φιλικά. «Θέλουμε επίσης να σου πούμε ότι πήραμε τα αποτελέσματα για τον θάνατο της Λίσμπετ. Δεν τη δολοφόνησαν. Πέθανε από φυσικά αίτια». Ο Κένετ έστρεψε αλλού το πρόσωπό του. Ήξερε πώς έκαναν λάθος. Λίγο έλειψε να αποκοιμηθεί καθώς έφευγαν από την Ουντεβάλα. Για μια σύντομη στιγμή τα βλέφαρά του έκλεισαν και βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα. «Τι κά