Page 1

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ Α΄: Πειραματικά σχολεία : το θεσμικό πλαίσιο και ο ρόλος τους στο εκπαιδευτικό σύστημα

Η ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ ΤΩΝ ΤΑΛΑΝΤΟΥΧΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΕΝΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΩΝ Α.Ε.Ι.

Ανδρέας Πούλος διδάκτωρ της Διδακτικής των Μαθηματικών μαθηματικός στο Π.Σ.Π.Θ. Μυκόνου 11, 54638, Θεσσαλονίκη, 2310-904876, andremat@otenet.gr

1


ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εισήγηση αυτή είναι μέρος ενός προβληματισμού, τον οποίο καταθέτω για περισσότερο από 15 χρόνια βελτιωμένο, εμπλουτισμένο και προσαρμοσμένο στις νέες κοινωνικές και παιδαγωγικές συνθήκες που διαμορφώνονται στη χώρα μας. Σχετίζεται άμεσα με το ρόλο που Θα πρέπει να διαδραματίσουν τα Πειραματικά Σχολεία στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, όπως και της συνεργασίας μεταξύ των Σχολείων αυτών για την ενίσχυση και ολοκλήρωση του ρόλου τους. Περιλαμβάνει δεδομένα και κριτική αποτίμηση της εμπειρίας σχολείων του εξωτερικού που ανέλαβαν να προσανατολίσουν την εκπαίδευση των μαθητών τους και προς αυτή την κατεύθυνση, όπως και στοιχεία που έχουν κατατεθεί σε διεθνή Συνέδρια για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση κυρίως στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες. Στο κείμενο αποτυπώνονται και εκτιμήσεις, σχόλια και παρατηρήσεις θετικές είτε αρνητικές, οι οποίες προέρχονται από δημοσιευμένες εργασίες μου, ή δημόσιες ανακοινώσεις και αφορούν την ανάδειξη και αξιοποίηση των ταλαντούχων μαθητών.

2


Η εισήγηση αυτή είναι μέρος ενός προβληματισμού, που με απασχολεί αρκετά χρόνια και τον οποίο καταθέτω σήμερα, βελτιωμένο, εμπλουτισμένο και προσαρμοσμένο στις νέες κοινωνικές, οικονομικές και παιδαγωγικές συνθήκες που διαμορφώνονται στη χώρα μας. Οι βασικές ιδέες και απόψεις μου έχουν επηρεαστεί βαθύτατα από τη συμμετοχή μου στο Διεθνές Συνέδριο για τη Μαθηματική Εκπαίδευση (I.C.M.E. 8) στην Σεβίλλη της Ισπανίας τον Ιούλιο του 1996. Εκεί παρακολούθησα συστηματικά για μια εβδομάδα τις εργασίες της ομάδας για την εκπαίδευση ταλαντούχων μαθητών στα Μαθηματικά. Την πρώτη δημόσια έκθεση των απόψεων μου παρουσίασα στο 18o Σεμινάριο Μαθηματικής Παιδείας της Ε.Μ.Ε. στην Θεσσαλονίκη (3-10-97) που πραγματοποιήθηκε στη Σχολή Θετικών Επιστημών του Α.Π.Θ. με τίτλο «Η αξιοποίηση των ταλαντούχων μαθητών στα Μαθηματικά». Αργότερα κατέθεσα μία βελτιωμένη πρόταση σε εισήγησή μου στην Αθήνα, στο πλαίσιο της εορταστικής επετείου της λειτουργίας του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Μάιο του 2001 «Το σχολείο στην τρίτη χιλιετία», με τίτλο «Ο ρόλος των Πειραματικών σχολείων στην εκπαίδευση και η αξιοποίηση των ταλαντούχων μαθητών». Σχετικές θέσεις με το θέμα αυτό αποτυπώθηκαν σε άρθρο μου το 2003 με τίτλο «Ένας δεύτερος ρόλος για το Πειραματικό Σχολείο του Α.Π.Θ.», στο περιοδικό «Χρονικά του Π.Σ.Π.Θ.», όπως και σε ένα δεύτερο άρθρο μου με τίτλο «Η εκπαίδευση των ταλαντούχων μαθητών στα Μαθηματικά στην Ουγγαρία» (2003) που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Έρευνα και Εκπαίδευση», που κυκλοφορούσε στη Θεσσαλονίκη. Θεωρώ επίσης, καθοριστική για τη διαμόρφωσή των απόψεων μου, για το θέμα που αναπτύσσω, τη συμμετοχή μου στο Διεθνές Συνέδριο για τη Μαθηματική Εκπαίδευση (I.C.M.E. 10) που πραγματοποιήθηκε στην Κοπεγχάγη της Δανίας τον Ιούλιο του 2004, διότι σε αυτό παρακολούθησα για μια εβδομάδα τις εργασίες της ομάδας για την εκπαίδευση των ταλαντούχων μαθητών στα Μαθηματικά και της Ομάδας για την επίλυση μαθηματικών προβλημάτων. Οι ανησυχίες μου για το θέμα που περιγράφω αποτυπώθηκαν επίσης σε εισήγησή μου στην συνάντηση των Πειραματικών σχολείων των Α.Ε.Ι. που πραγματοποιήθηκε στη Μυτιλήνη τον Απρίλιο του 2006 με πρωτοβουλία του Πανεπιστημίου Αιγαίου, όπως και σε εισήγησή μου στο 24ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας, στην Κοζάνη τον Νοέμβριο του 2007 με τίτλο: «Συμπεράσματα από τη λειτουργία του 1ου Θερινού Σχολείου Μαθηματικών το 2007» και σε εισήγησή μου σε Ημερίδα που διοργάνωσαν η Διεύθυνση Β/θμίας Εκπαίδευσης Δ. Θεσσαλονίκης και το Παράρτημα Κεντρικής Μακεδονίας της Ε.Μ.Ε. στα εκπαιδευτήρια Φρυγανιώτη το Νοέμβριο του 2008 με τίτλο: «Η αξιοποίηση των ταλαντούχων μαθητών στα Μαθηματικά». Παρ’ ότι διεθνείς στατιστικές αναφέρουν ότι ένα ποσοστό περίπου 4% του μαθητικού πληθυσμού παρουσιάζει ιδιαίτερες – εξέχουσες ικανότητες, στη χώρα μας συνειδητά ή όχι αγνοούμε ότι υπάρχει πρόβλημα εκπαίδευσης αυτών των παιδιών. Το πρόβλημα υπάρχει, επειδή δεν δίνεται η δυνατότητα σε τέτοια άτομα να αναπτύξουν τις ικανότητές τους – το αν αυτές είναι έμφυτες ή επίκτητες είναι ένα άλλο ερώτημα, αλλά αυτό δεν μας απασχολεί εδώ – να βρουν μία δημιουργική διέξοδο από τα στενά όρια και τους περιορισμούς που θέτει η τυπική εκπαίδευση και το τυπικό σχολείο. Ειδικά για τα ταλαντούχα παιδιά των οικογενειών με χαμηλό εισόδημα, το σχολείο είναι η τελευταία ευκαιρία για να εκδηλώσουν και να αναπτύξουν τις ιδιαίτερες ικανότητες και τα προσόντα τους. Το τυπικό σχολείο όμως, λόγω της δομής και της γραφειοκρατικής του λειτουργίας, αποδεικνύεται τελικά τροχοπέδη για την ανάπτυξη τέτοιων παιδιών. Σημειώνουμε ότι, στη βιβλιογραφία αναφέρεται ότι τα πρώιμα προικισμένα παιδιά, με πολύ υψηλές διανοητικές ικανότητες και διαφορετική για τα συνήθη δεδομένα προβληματική, μπορούν ευκολότερα και συχνότερα να γίνουν θύματα περιφρόνησης και κακής αντιμετώπισης εκ μέρους των δασκάλων και των συμμαθητών τους ή να δεχθούν συμπεριφορές περιθωριοποίησης και αποθάρρυνσης. Σε κάθε άτομο παράγεται ένας ψυχολογικός πόνος, όταν το αποθαρρύνουν και το αποτρέπουν, όταν αυτό αντιλαμβάνεται ότι δε το κατανοούν. Ιδιαίτερα για τον ψυχισμό των ταλαντούχων παιδιών, το να έχουν μία ικανότητα ή μία δύναμη που «δεν τους επιτρέπεται» να τη χρησιμοποιήσουν, βιώνεται συνήθως τραυματικά και έχει επίπτωση στην αυτοεκτίμησή τους. Η παραδοσιακή εκπαίδευση, 3


όλων των βαθμίδων στη χώρα μας, αγνοεί επιδεικτικά ή στην καλύτερη περίπτωση δεν υπολογίζει επαρκώς τις ανάγκες των χαρισματικών παιδιών. Αυτά συχνά έρχονται στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχοντας ήδη αναπτύξει πολλές από τις βασικές τους ικανότητες και σχεδόν από την πρώτη ημέρα νιώθουν απομόνωση, καθώς οι άλλοι τους θεωρούν διαφορετικούς. Τα σχολεία μας, εξάλλου, είναι εντελώς ανελαστικά, δεν επιτρέπουν τροποποιήσεις στη δομή του Αναλυτικού προγράμματος και αλλαγές στο ωρολόγιο πρόγραμμα. Επιζητούν πεισματικά μία ισότητα προς τα κάτω, όταν δείχνουν μία εξόφθαλμη ανοχή σε περιπτώσεις μαθητών με πολλές και αδικαιολόγητες απουσίες από τα μαθήματα, αδιαφορίας και συμπεριφοράς την οποία δικαιολογούμε με όρους όπως «παιδαγωγική ευελιξία», «κοινωνική κατανόηση», κ.λπ. Στη χώρα μας ιδρύθηκαν, αν και με μεγάλη καθυστέρηση σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σχολεία αθλητικά, σχολεία μουσικά, πρόσφατα και καλλιτεχνικά σχολεία, με (θεωρητικό) σκοπό να αναπτυχθούν οι ικανότητες ορισμένων νέων στον αθλητισμό, στη μουσική, και στις τέχνες, ιδρύθηκαν σχολεία για παιδιά με ειδικές ανάγκες, αλλά όχι και για παιδιά με ιδιαίτερες ικανότητες. Σημειώνω, χωρίς κανένα σχόλιο, ότι ιδρύθηκαν μάλιστα και σχολεία εκκλησιαστικά. Παρ’ όλα αυτά, στα νομοσχέδια για τις κατά καιρούς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή νύξη όχι για σχολεία, αλλά ούτε καν για φροντίδα μαθητών με ιδιαίτερες ικανότητες στις Επιστήμες. Ο εγχώριος παιδαγωγικός και κοινωνιολογικός προβληματισμός αγνοεί επιδεικτικά το πρόβλημα. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές περιπτώσεις κίνητρο για συγγραφή άρθρων και εκπόνηση εργασιών για την εκπαίδευση παιδιών με ειδικές ανάγκες, αποτελούν οι θέσεις εκπαιδευτικού προσωπικού σε ειδικά σχολεία. Κανείς όμως δεν αναφέρεται στην ανάγκη εκπαίδευσης ταλαντούχων μαθητών, ίσως και για τον λόγο ότι δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας σε αυτού του είδους την εκπαίδευση. Παρ’ όλα αυτά το πρόβλημα υπάρχει, οι ταλαντούχοι μαθητές ασφυκτιούν στο τυπικό σχολείο, δεν τους δίνεται η δυνατότητα και δεν διαμορφώνονται συνθήκες και προϋποθέσεις για να αναπτύξουν τις ιδιαίτερες ικανότητές τους. Για το λόγο αυτό πολλές φορές αντιδρούν με τρόπους που δεν είναι κατανοητοί από τους συμμαθητές τους, αλλά και από τους διδάσκοντες. Ευτυχώς όμως, αυξάνονται οι φωνές για την επίλυση αυτού του παιδαγωγικού προβλήματος, αν και νομίζω ότι ως κοινωνία και ως χώρα βρισκόμαστε ακόμη στο επίπεδο της κατανόησης του προβλήματος και προφανώς δεν μπορούμε να περάσουμε σε στάδια της επίλυσής τους. Παραθέτω ορισμένα παραδείγματα: Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί το κείμενο με τίτλο Καλό το «έξυπνο» σχολείο, αλλά τι κάνουμε με τα Έξυπνα Παιδιά του Σχολείου; που δημοσιεύτηκε από την ιστοσελίδα του Alfavita στις 6 Φεβρουαρίου του 2008 από τον Αναστάσιο Ματσόπουλο, Επίκουρο Καθηγητή Σχολικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, από το οποίο παραθέτουμε ορισμένα αποσπάσματα. Η ερώτηση που θα ήθελα να θέσω ως πανεπιστημιακός δάσκαλος και ως σχολικός ψυχολόγος είναι γιατί ακόμα στην Ελλάδα δεν υπάρχει νομοθεσία για την εκπαίδευση των έξυπνων, ταλαντούχων ή και ακόμα χαρισματικών παιδιών; Υπάρχει από το 2000 ο νόμος ειδικής αγωγής για παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (π.χ. μαθησιακές δυσκολίες, δυσκολίες λόγου, διάχυτες αναπτυξιακές δυσκολίες) και ξεκάθαρες οδηγίες για την διαφοροποίηση της διδασκαλίας, εξέτασης και εν γένει αγωγής τέτοιων παιδιών. Σωστή και πρέπουσα η νομοθεσία αν και χρίζει βελτιώσεων. Αλλά και τα έξυπνα παιδιά δεν χρίζουν ιδιαίτερης μεταχείρισης από το εκπαιδευτικό σύστημα; Δεν χρειάζονται ιδιαίτερη μεταχείριση, αγωγή, διαφορετική διδασκαλία και διαφορετικές προσδοκίες και κίνητρα για επιδόσεις; Με έξυπνα παιδιά δεν εννοώ μόνο αυτά που έχουν υψηλό δείκτη νοημοσύνης και έχουν υψηλές επιδόσεις σε αναλυτικά τεστ λεκτικών ικανοτήτων και τεστ Μαθηματικών και Φυσικής, αλλά και παιδιά που μπορεί να έχουν υψηλή διαπροσωπική, μουσική, κιναισθητική νοημοσύνη κ.α. Υπάρχουν πολλά είδη νοημοσύνης ασχέτως αν στα ελληνικά (και όχι μόνο) σχολειά μόνο η αναλυτική, λεκτική και μαθηματική νοημοσύνη συνήθως καλλιεργείται, ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται. Είναι λοιπόν αναγκαίο (κατά την γνώμη μου έχουμε ήδη αργήσει) να δούμε ως εκπαιδευτική κοινότητα και ως Πολιτεία και αυτή την πλευρά της εκπαίδευσης. Της συστηματικής εκπαίδευσης παιδιών χαρισματικών και ταλαντούχων. Όταν οι άλλες σύγχρονες κοινωνίες προστατεύουν αυτό το 4


εθνικό κεφάλαιο, εμείς στην Ελλάδα ούτε καν το εντοπίζουμε στο σχολείο, σπάνια το καλλιεργούμε συστηματικά, και όταν αυτό το ταλέντο φτάσει στο Πανεπιστήμιο, το χάνουμε συνήθως σε χώρες προηγμένες που ξέρουν να το εκτιμήσουν και να το αξιοποιήσουν για δικό τους όφελος. Έτσι ως Πολιτεία κάνουμε δύο θεμελιώδη λάθη. Πρώτο λάθος δεν εντοπίζουμε τα παιδιά με υψηλούς δείκτες νοημοσύνης για να τα βοηθήσουμε να μάθουν περισσότερα, με περισσότερη όρεξη και μια αγάπη για την μάθηση (και όχι να καταλήξουν να την αποστρέφονται) και εν γένει να εξελιχθούν περαιτέρω, αλλά τους κατατάσσουμε με τον «μέσο» μαθητή σε ένα σχολείο μετριότητας. Δυστυχώς, χάνουμε την ευκαιρία να εκπαιδεύσουμε τα χαρισματικά και ταλαντούχα παιδιά στο δημόσιο σχολείο. Δεύτερο λάθος, που είναι συνέχεια του πρώτου, δεν κάνουμε κάτι δυναμικό να κρατήσουμε τα παιδιά αυτά στη χώρα μας, ώστε εδώ να προκόψουν για να προκόψει και ο τόπος μαζί τους. Όταν δε σπουδάσουν σε Ευρώπη και Αμερική, τα ξεχνάμε και δεν τους δίνουμε κανένα κίνητρα (μάλλον πολλά αντικίνητρα) να επιστρέψουν πίσω στην πατρίδα, την ηλιόλουστη Ελλάδα. Οι Έλληνες αυτοί διψούν με νοσταλγία και θέλουν να γυρίσουν. Έχουν τον αυτοσεβασμό τους που τους επιτάσσει «όχι έτσι», «όχι με μέσο και ρουσφέτι», «όχι με αναξιοκρατικές συνθήκες για δουλειά», «όχι με αυτούς τους εξευτελιστικούς μισθούς». Αυτά τα παιδιά (που αρκετά ίσως εντάσσονται στη κατηγορία του χαρισματικού και ταλαντούχου μαθητή) τα έχει ανάγκη η Ελλάδα για να γυρίσουν και να ανυψώσουν λίγο τη χώρα. Φέρνουν τα όνειρα τους και θέλουν να τα εναποθέσουν στη αγκαλιά της πατρίδας και θέλουν εκείνη να τους φερθεί ως στοργική μάνα και όχι ως κακιά μητριά. Αυτά τα χαρισματικά παιδιά που θα γίνουν οι επόμενοι ηγέτες είναι η πραγματική επένδυση για την Ελλάδα. Η καλύτερη επένδυση που μπορεί να κάνει μια χώρα. Πάνω από αναπτυξιακά προγράμματα και τις στρατηγικές επενδύσεις. Αυτή είναι μια από τις καλύτερες στρατηγικές επενδύσεις που θα μπορούσε να κάνει η χώρα μας. Σκεφτείτε το. Από την πλευρά μας σημειώνουμε ότι η έλλειψη ενδιαφέροντος για την μελέτη, ανάδειξη και επίλυση του προβλήματος που συζητάμε, φαίνεται καθαρά και μόνο από ένα δεδομένο. Σε κανένα Ελληνικό ΑΕΙ ή ΤΕΙ δεν υπάρχει ούτε ένα μέλος ΔΕΠ με γνωστικό αντικείμενο τους χαρισματικούς, ταλαντούχους μαθητές. Βεβαίως, σε μία κοινωνία στην οποία το κέρδος έχει αντικαταστήσει κάθε ιδεολογία και το σύνολο των δραστηριοτήτων των μελών της, περιστρέφεται γύρω από την απόκτηση χρήματος, είναι φυσικό και το πρόβλημα της ανάδειξης των ταλαντούχων μαθητών να αποτελέσει ένα ακόμη παράδειγμα πλουτισμού ορισμένων επιτηδείων. Δεν είναι καθόλου απίθανο να δημιουργηθούν ομάδες «ειδικών», οι οποίες θα αναλάβουν την επίλυση του προβλήματος με κίνητρα καθαρά οικονομικά. Παράλληλα, κονδύλια της Ε.Ε. και άλλων Οργανισμών μπορεί να απορροφηθούν για τη «μελέτη» του προβλήματος χωρίς να προκύψει κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα. Δεν είναι τυχαία η επισήμανση του δικτύου «Απόλλων» για τα χαρισματικά και ταλαντούχα παιδιά σε έγγραφό του προς το ΥΠ.Ε.Π.Θ. και την επιτροπή μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής στις 27 Αυγούστου 2008. Σε αυτό τονίζεται ότι: Αν και με χρηματοδότηση από ΕΠΕΑΕΚ γράφτηκε Οδηγός για «ιδιαίτερες νοητικές ικανότητες και ταλέντα» και υπήρχε από το 2004 στην ιστοσελίδα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, σήμερα πλέον υπάρχει μόνο το εισαγωγικό σημείωμα και τα περιεχόμενα του. Προσωπικά, δεν είναι κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους το έργο αυτό δεν προβάλλεται κάπου, αφού μάλιστα υλοποιήθηκε με χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ελληνικό κράτος μέσω του Κοινοβουλίου ανακάλυψε τον ευφυή τρόπο να προσπεράσει το πρόβλημα της εκπαίδευσης των ταλαντούχων μαθητών. Την 29η Οκτωβρίου 2003 ψηφίστηκε σχέδιο νόμου στη ΙΔ' Συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων, στο άρθρο 2, παράγραφος 7α, στο οποίο αναφέρεται: «Στο άρθρο 1, παράγραφος 2 του νόμου 2817/2000 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ειδικής εκπαιδευτικής μεταχείρισης μπορεί να τύχουν τα άτομα που έχουν ιδιαίτερες ικανότητες και ταλέντα». Πέραν τούτου, ουδέν. Από τα πολλά παραδείγματα ταλαντούχων νέων, τους οποίους τα σχολεία στα οποία φοίτησαν, δεν τους βοήθησαν να αναδείξουν το ταλέντο και τα χαρίσματά τους, επιλέγουμε αυτό του Κ. Δασκαλάκη απόφοιτου της Βαρβακείου Σχολής και υιού, του τότε διευθυντή της. Ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης, απόφοιτος του τμήματος Ηλεκτρολόγων του ΕΜΠ με βαθμό 9,98 και 5


διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ, έλαβε το 2008 για την διδακτορική του διατριβή με τίτλο «The Complexity of Nash Equilibria», το πρώτο βραβείο καλύτερης διατριβής στις Η.Π.Α. Απάντησε σε ένα πρόβλημα που είχε τεθεί εδώ και 57 χρόνια από τον γνωστό κάτοχο του βραβείου Νόμπελ John Nash. Στα ελληνικά Μ.Μ.Ε. το γεγονός παρουσιάστηκε εξαιρετικά συνοπτικά, επειδή αυτό συνέπεσε με το Φεστιβάλ της Γιουροβίζιον, παρ’ ότι ο νεαρός επιστήμονας έγινε δεκτός από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Είναι προφανές ότι ο ταλαντούχος αυτός επιστήμονας θα εργαστεί εκεί που εκτιμούν την αξία και τις δυνατότητές του. Δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε, αφού το θέμα είναι και κοινωνικό, ότι τα πολιτικά Κόμματα στη χώρα μας αποτελούν έναν ισχυρότατο ανασταλτικό παράγοντα τόσο για την ανάδειξη του προβλήματος, όσο και για τις ενέργειες επίλυσής του. Τα Κόμματα της αποκαλούμενης συντηρητικής παράταξης παρακάμπτουν επιδεικτικά το πρόβλημα. Τα μέλη τους, όπως και τα μέλη της οικονομικά κυρίαρχης τάξης στη χώρα μας, απασχολούνται κυρίως με οικονομικές δραστηριότητες και προφανώς οι επιστήμες δεν είναι στις άμεσες προτεραιότητές τους, για τον επιπλέον λόγο ότι δεν παρέχουν σοβαρά κέρδη. Εξάλλου, στην παγκόσμια ιστορία των Επιστημών και ειδικά των Μαθηματικών εξαιρετικά λίγοι διάσημοι μαθηματικοί ήταν μέλη της άρχουσας τάξης. Αλλά στο συγκεκριμένο ζήτημα, οι απόψεις και θέσεις των Ελληνικών πολιτικών κομμάτων της αποκαλούμενης Αριστεράς δεν διαφέρουν. Μάλιστα, μερικές φορές αναπτύσσουν και ιδεολογήματα αντιπαράθεσης για ένα θέμα στο οποίο οι «αντίπαλοι», ούτε καν το αντιμετωπίζουν ως πρόβλημα. Ορισμένοι εκπρόσωποί τους, θεωρούν ότι κάθε προσπάθεια διαφοροποιημένης εκπαίδευσης έχει σκοπό «να αναπτύξει την κερδοφορία του Κεφαλαίου», ενισχύεται από τις «δυνάμεις της Αγοράς», αποσκοπεί στον «ταξικό διαχωρισμό» κλπ. Αναφέρομαι σε αυτές τις πολιτικές δυνάμεις, επειδή θεωρούν ότι εκπροσωπούν την πρόοδο και την εξέλιξη της Ελληνικής Κοινωνίας. Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι τέτοιες απόψεις και κυρίως τέτοιες πρακτικές, αντικειμενικά αυτό που κάνουν είναι να στέλνουν μαθητές στα ιδιωτικά σχολεία, τα οποία ανιχνεύουν ταλαντούχους μαθητές από τα δημόσια σχολεία και στη συνέχεια τα εντάσσουν στο δυναμικό τους μέσω των αποκαλούμενων «υποτροφιών» και άλλων κινήτρων. Κατά τη γνώμη μου στη περίπτωση αυτή έχουμε μία κραυγαλέα αντίφαση, ενώ υποτίθεται ότι τέτοιες θέσεις και πρακτικές είναι υπέρ της Δημόσιας - κρατικής εκπαίδευσης, αντικειμενικά λειτουργούν υπέρ της ιδιωτικής. Είναι επίσης γνωστό, ότι στο πλαίσιο μιας επιπόλαιης ρητορικής, οποιοδήποτε επιχείρημα – λογικό ή παράλογο – μπορούμε να το αντικρούσουμε με ένα άλλο επιχείρημα επίσης λογικό ή παράλογο. Έτσι, δεν είναι παράξενη η απάντηση στο ερώτημα «γιατί στις χώρες του αποκαλούμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, υπήρχαν ειδικά σχολεία εκπαίδευσης ταλαντούχων μαθητών;», η απάντηση είναι «αυτά υπήρχαν προς όφελος της σοσιαλιστικής κοινωνίας, ενώ η δημιουργία αντίστοιχων σχολείων σε καπιταλιστικές κοινωνίες είναι προς όφελος της άρχουσας τάξης». Βεβαίως με τέτοιου είδους λογικούς ακροβατισμούς δεν έχει νόημα η ερώτηση, «πώς είναι δυνατόν η «άρχουσα τάξη» στην Ελλάδα να μην γνωρίζει τα συμφέροντά της και δεν παίρνει καμία πρωτοβουλία ανάδειξης των ταλαντούχων μαθητών;», ή τουλάχιστον δεν λαμβάνει υπόψη της τα επιχειρήματα των «ταξικών εχθρών της» και δεν προχωρεί στην ίδρυση σχολείων ταλαντούχων μαθητών. Ας απαγκιστρωθούμε από τον ανούσιο πολιτικό λόγο και ας επικεντρωθούμε στον επιστημονικό λόγο. Υπενθυμίζουμε το κλασικό πλέον συμπέρασμα της Αναπτυξιακής Ψυχολογίας, το οποίο κατά τη γνώμη μας έχει μεγάλη παιδαγωγική αξία. Σύμφωνα με τον Ρώσο ψυχολόγο Lev Vygotsky (1896-1934), για τον οποίο υπάρχει και η «έξωθεν καλή μαρτυρία», η δημιουργική μάθηση είναι αυτή που προηγείται της ανάπτυξης. Με δεδομένο ότι τα χαρισματικά και ταλαντούχα παιδιά έχουν αποκτήσει ένα μεγάλο μέρος των γνώσεων που προβλέπει το Αναλυτικό Πρόγραμμα πριν ακόμη ξεκινήσει το σχολικό έτος ή έχουν αποκτήσει πολύ περισσότερες γνώσεις με τη λήξη του, οι δυνατότητες που τους προσφέρονται για «μία άλλη ποιότητα στη μάθηση» είναι πολύ λιγότερες από εκείνες των συμμαθητών τους, εκτός και αν γίνουν εξατομικευμένες προσαρμογές στο Αναλυτικό Πρόγραμμα. Σημειώνουμε, σε σχέση με αυτό που προαναφέραμε, ότι ορισμένες ενώσεις, όμιλοι ή μεμονωμένα άτομα, με αφορμή τη διαπιστωμένη ανάγκη εκπαίδευσης και 6


χειρισμού των ταλαντούχων μαθητών, αναπτύσσουν πρωτοβουλίες, ενημερωτικές συναντήσεις, σεμινάρια, κλπ. στα οποία οι συμμετέχοντες – συνήθως γονείς των νέων – τα παρακολουθούν έναντι χρηματικής αμοιβής. Στην περίπτωση αυτή οι κρατικοί φορείς της εκπαίδευσης, η αποκαλούμενη «Πολιτεία», είναι απόντες, χωρίς να αναπτύσσουν και αυτοί κάποια ανάλογη δραστηριότητα. Αντίθετα, στην Κύπρο και από το Υπουργείο Παιδείας και από Ομάδες Πρωτοβουλίας εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, εκπονούνται σχέδια και αναπτύσσονται δραστηριότητες προς την κατεύθυνση της ανάδειξης των ταλαντούχων μαθητών. Υπενθυμίζω ότι στην Κυπριακή Δημοκρατία την πολιτική ευθύνη τέτοιων δραστηριοτήτων την έχει η Αριστερά, μια άλλη Αριστερά όμως σε σύγκριση με αυτή της Ελλάδας και αν θέλετε και μία άλλη Δεξιά. Βεβαίως, δεν αγνοούμε ότι οι ιστορικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, όχι μόνο δεν της επέτρεψαν να ασχοληθεί σοβαρά με το πρόβλημα της εκπαίδευσης των ταλαντούχων νέων, αλλά διαμόρφωσαν μία άκρως αρνητική στάση απέναντι στο πρόβλημα αυτό. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να παραθέσω ένα απόσπασμα από λόγο του πολύ γνωστού καθηγητή της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών του Χρήστου Ντούμα για το θέμα που συζητάμε, το οποίο θεωρώ ότι εκφράζει παραστατικά πικρές αλήθειες, ανεξάρτητα από τις πολιτικές ετικέτες που έχουμε τη συνήθεια να τοποθετούμε: Ανάμεσα στις έννοιες που κακοποιήθηκαν και, ίσως ηθελημένα, στρεβλώθηκαν είναι και αυτή που εκφράζει η γαλλική λέξη elite. Εκφερόμενη στη γαλλική εκδοχή της σε όλες τις γλώσσες από τις οποίες έχει υιοθετηθεί σημαίνει, σύμφωνα με τα λεξικά, το καλύτερο κοινωνικά, οικονομικά, πνευματικά κομμάτι ενός κοινωνικού συνόλου και κατ’ επέκταση κάθε τι το εκλεκτό. Στην ελληνική κοινωνία του καιρού μας, η αδυναμία άρθρωσης σωστού πολιτικού λόγου έχει οδηγήσει σε αφόρητο και επικίνδυνο λαϊκισμό. Θύμα αυτής της κατάστασης είναι και η λέξη elite που με την παρερμηνεία και ίσως σκόπιμη στρέβλωσή της, διαπομπεύτηκε σε βαθμό που να είναι περίπου συνώνυμη της κοινωνικής κατάρας. Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι η κοινωνία, κάθε κοινωνία, έχει ανάγκη την ύπαρξη elite, χρειάζεται δηλαδή να διαθέτει επίλεκτα μέλη. Δεν πιστεύω να μπορεί να υπάρξει πολίτης, σε όποια κομματική ή συνδικαλιστική παράταξη και αν ανήκει, που να μη θέλει να έχει στη διάθεση του εκλεκτό γιατρό, εκλεκτό δικηγόρο, εκλεκτό δάσκαλο, εκλεκτό αρχιτέκτονα, γενικά εκλεκτό επιστήμονα, εκλεκτό δημόσιο υπάλληλο, εκλεκτό επαγγελματία, αγρότη, χτίστη, υδραυλικό, φούρναρη, ηλεκτρολόγο, έμπορο κ.λπ.. Καθένας απ' αυτούς ανήκει στην elite του κλάδου του, είναι επίλεκτος, παρέχοντας υψηλής στάθμης υπηρεσίες στην κοινωνία της οποίας είναι μέλος. Είναι αυτονόητο ότι για την συνεχή βελτίωση και ανάπτυξη της, κάθε κοινωνία έχει συμφέρον να αυξάνει συνεχώς, να πολλαπλασιάζει, τον αριθμό των επίλεκτων μελών της. Και αυτό μπορεί μόνο να γίνει μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό δηλαδή που ελάχιστα φαίνεται να απασχολεί τη ελληνική πολιτεία. Δυστυχώς κομματική μικρόνοια και λαϊκισμός, τα ελάχιστα όντως πρότυπα σχολεία, τα συκοφάντησε ως σχολεία για την προνομιούχα κοινωνική elite. Έτσι, όταν με το πλήρωμα του χρόνου ήλθε, θα έλεγα επέλασε, ο λαός στην εξουσία, αντί να τα πολλαπλασιάσει, αντί να μετατρέψει σε προνομιούχα elite όλα τα ελληνόπουλα, τα κατάργησε, στρεβλώνοντας και στην περίπτωση αυτή τη σημασία της έννοιας πρότυπο. Γιατί δεν ήταν ο ρόλος τους ως προτύπων που τα καθιστούσε προνόμιο μιας κοινωνικής elite, ήταν ο μικρός τους αριθμός ανά την επικράτεια. Η λέξη πρότυπο σημαίνει υπόδειγμα στο οποίο φιλοδοξείς να μοιάσεις, έτσι και το πρότυπο σχολείο αποτελεί υπόδειγμα, μοδέλο όπως θα λέγαμε στην ορθή νεοελληνική, στο οποίο θα πρέπει όλα τα σχολεία να φιλοδοξούν να μοιάσουν. Γι αυτό σε οποιαδήποτε προσπάθεια για την ριζική αλλαγή στόχων και συστήματος στην παιδεία μας, το πρότυπο σχολείο αποτελεί προϋπόθεση και όχι αυτοσκοπό. Οι προσωπικές μου προσπάθειες για τη στήριξη ταλαντούχων μαθητών στο μάθημα των Μαθηματικών στο οποίο από το Νόμο μου επιτρέπεται να δραστηριοποιούμαι, περιστρέφονταν γύρω από την διδασκαλία μαθημάτων εκτός ωραρίου διδασκαλίας (κυρίως τα Σάββατα) σε μαθητές του Πειραματικού Σχολείου του Α.Π.Θ. και αργότερα από το σχολικό έτος 2003-2004 και μετά, στο πλαίσιο της Πρόσθετης Διδακτικής Στήριξης για θέματα επίλυσης προβλημάτων μαθηματικών διαγωνισμών και μάλιστα όχι μόνον του σχολείου μου, αλλά και μαθητών από άλλα σχολεία της 7


Θεσσαλονίκης. Αυτό διακόπηκε από το σχολικό έτος 2008-2009, επειδή το Σάββατο αποκλείστηκε ως ημέρα διδασκαλίας της Π.Δ.Σ. από το ΥΠ.Ε.Π.Θ. Παράλληλα, με αυτή τη δραστηριότητα, στο πλαίσιο των αποκαλούμενων συνθετικών-δημιουργικών εργασιών, συντόνισα και επέβλεψα εργασίες εξαιρετικά ικανών μαθητών μου, οι οποίες θεωρώ ότι είναι παραδείγματα σοβαρής ενασχόλησης με τα Μαθηματικά. Η συμμετοχή μου, ως διδάσκοντος, στα θερινά μαθηματικά σχολεία που οργανώνει η Ελληνική Μαθηματική Εταιρεία και η επαφή μου και ανταλλαγή απόψεων με άλλους συναδέλφους, της Δευτεροβάθμιας αλλά και της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, θεωρώ ότι αποτελεί ένα πεδίο δοκιμών ήδη διαμορφωμένων απόψεων και ένας τροφοδότης νέων ιδεών και προτάσεων, οι οποίες ελέγχονται, τροποποιούνται ή απορρίπτονται στην πράξη. Είναι βεβαίως ουτοπικό σε περίοδο βαθειάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης να ζητάμε και να συζητάμε για προτάσεις αντιμετώπισης τέτοιων εκπαιδευτικών και παιδαγωγικών ζητημάτων που απαιτούν και σοβαρές εκτός των άλλων οικονομικές δαπάνες. Αυτό που μπορούμε να συζητήσουμε είναι κάποιες «ανέξοδες» προτάσεις, τις οποίες και καταθέτω: 1. συνεργασία με τα Κέντρα Διαφοροδιαγνωστικής Διάγνωσης και Υποστήριξης ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών (ΚΕΔΔΥ) που υπάγονται άμεσα στο ΥΠ.Ε.Π.Θ. με σκοπό την υποστήριξη, πληροφόρηση και ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών, γονέων και της κοινωνίας για θέματα που αφορούν τους ταλαντούχους μαθητές, 2. συναισθηματική υποστήριξη των ταλαντούχων μαθητών για την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τόσο στο σχολείο, όσο και στο στενό οικογενειακό τους περιβάλλον, ακόμα και την κοινωνική υποστήριξη των μαθητών αυτών από ένα δίκτυο υποτροφιών και υλικών ενισχύσεων για όσους από αυτούς αποδεδειγμένα ανήκουν σε ένα οικονομικά και κοινωνικά ανεπαρκές περιβάλλον, 3. συντονισμός μέσω του Διαδικτύου των προαναφερόμενων προσπαθειών και η οργάνωση ενός φόρουμ συζητήσεων, διαλόγου και επικοινωνίας, στο οποίο θα παρέχονται έγκυρες και σοβαρές πληροφορίες σε θέματα που απασχολούν τους εμπλεκόμενους, 4. παρότρυνση ενεργειών και δημιουργία ενός θεσμικού πλαισίου για τη υλοποίηση ενός ηλεκτρονικού περιοδικού μέσω του Πανελληνίου Σχολικού Δικτύου που εποπτεύεται από το ΥΠ.Ε.Π.Θ., στο οποίο θα κατατίθενται εργασίες, προβληματισμοί, φωτογραφικό υλικό και άλλα κείμενα ταλαντούχων μαθητών σχετικά με τις επιστήμες. 5. ανταλλαγή απόψεων και θέσεων μεταξύ των διδασκόντων των Πειραματικών, αλλά και των άλλων Δημόσιων Σχολείων – ας τονιστεί αυτό – που έχουν όμοιες ανησυχίες και στόχους, 6. παραγωγή εντύπων και επιλογή κατάλληλου εκπαιδευτικού υλικού, βιβλίων άρθρων, φυλλαδίων, με χαμηλό κόστος για την διδασκαλία μαθητών με τέτοιου είδους ενδιαφέροντα, ενεργοποίηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και άλλων αρμόδιων οργάνων της Εκπαίδευσης, για την επεξεργασία προτάσεων και οδηγιών που θα διευκολύνουν του διδάσκοντες του σχολείου στο έργο της ενίσχυσης και ουσιαστικής βοήθειας των ταλαντούχων μαθητών τους, 7. ελαστική εφαρμογή του Προγράμματος Πρόσθετης Διδακτικής Στήριξης για μαθητές που ενδιαφέρονται να αναπτύξουν τις δεξιότητες και το ταλέντο τους στις Επιστήμες, 8. εξατομίκευση της διδασκαλίας στο πλαίσιο ενός προγράμματος παράλληλης και ενισχυτικής διδασκαλίας, όπως καθορίζεται και από τον νέο Νόμο περί Ειδικής Αγωγής, 9. εμπλουτισμός του Προγράμματος Σπουδών των Πειραματικών σχολείων, έτσι ώστε να αναπτυχθούν τα ταλέντα ορισμένων μαθητών τους, επειδή στη χώρα μας η επιτάχυνση, δηλαδή να τελειώσει κάποιος μαθητής το σχολείο (αντίστοιχα ένας φοιτητής ένα Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι.) σε λιγότερο από τον προβλεπόμενο χρόνο είναι κάτι το αδιανόητο, 10. οργάνωση διαγωνισμών μεταξύ των ενδιαφερόμενων μαθητών των Πειραματικών, αλλά και άλλων δημόσιων σχολείων, παράλληλα και όχι ανταγωνιστικά με τους διαγωνισμούς που οργανώνουν οι επιστημονικοί φορείς, η Ελληνική Μαθηματική Εταιρεία, η Ένωση Ελλήνων Φυσικών, η Ένωση Ελλήνων Χημικών, η Ελληνική Αστρονομική Εταιρεία κλπ. 8


Βιβλιογραφικές αναφορές Βισκαδουράκης Βασίλης, (2007), «Συζήτηση με τον καθηγητή του Μαθηματικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Κρήτης Μιχάλη Λάμπρου», περιοδικό Φι, τεύχος 4o, σελ. 183-189. Ενημερωτικό κείμενο για τον στρατηγικό σχεδιασμό, για την υλοποίηση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, (2008), Ομάδα Προώθησης της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, άρθρο αναρτημένο στο Διαδίκτυο, www.diki.org Heller K.A., Monks F.J., Sternberg R., Subotnik R., (Eds.), (2000), International Handbook of Gifted and Talent (2η έκδοση), Elsevier Science Ltd, Oxford, U.K. MATHEU, Αναγνώριση, Κίνητρα και Στήριξη ταλαντούχων μαθητών στα Ευρωπαϊκά Σχολεία, (2007), Έκδοση του MATH.EU. Project, μετάφραση στα ελληνικά Ν. Σπανουδάκης και Μ. Λάμπρου. Λόξα Γιοβάννα, (2004), Οδηγός για μαθητές με ιδιαίτερες νοητικές ικανότητες και ταλέντα. Οδηγίες για τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Έκδοση ΥΠ.Ε.Π.Θ., Π.Ι. Τμήμα Ειδικής Αγωγής. Λουκόπουλος Κώστας, «Ο 17χρονος Έλληνας Αϊνστάιν», άρθρο στην εφημερίδα «Έθνος» στις 17/10/2009. Ματσόπουλος Αναστάσιος, (2008), Καλό το «έξυπνο» σχολείο, αλλά τι κάνουμε με τα Έξυπνα Παιδιά του Σχολείου; Άρθρο στην ιστοσελίδα του Alfavita στις 6 Φεβρουαρίου του 2008. Μεϊμάρης Μιχάλης & Λόξα Γιοβάνα, (2003), Ανοικτή, Ευέλικτη και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση: Μία λύση για την επιμόρφωση εκπαιδευτών χαρισματικών και ταλαντούχων μαθητών. 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο για την Ανοικτή και εξ αποστάσεως Εκπαίδευση. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, σελίδες 8. Νικολαντωνάκης Κώστας & Πούλος Ανδρέας, (2005), «Ο διαγωνισμός Ο.Ο.Σ.Α / PISA 2003 και η μαθηματική εκπαίδευση στην Ελλάδα». Περιοδικό «Έρευνα και Εκπαίδευση», Τόμος 4ος, σελ. 17-31. Ντορενστάουτερ-Παπουτσάκη Πελαγία, (1994), Το προικισμένο παιδί. Μία πρώτη επιστημονική προσέγγιση σ’ ένα θέμα άγνωστο. Εκδόσεις «Το Ποντίκι», Αθήνα. Ντούμας Χρήστος, (2009), Πρότυπα Σχολεία για υποδειγματικούς πολίτες. Λόγος στην ημερίδα που διοργάνωσαν οι Σύλλογοι αποφοίτων της Ζωσιμαίας Σχολής και της Βαρβακείου Σχολής στην Παλαιά Βουλή με θέμα «Ο ρόλος των Προτύπων Σχολείων στη σύγχρονη εκπαίδευση». Πούλος Ανδρέας, (1993), «Ανθρώπινος εγκέφαλος και μαθηματικές ικανότητες». Περιοδικό «Διάσταση», έκδοση της Ε.Μ.Ε., Νο 1-2, σελ. 69-80. Πούλος Ανδρέας, (1999), Για την αξιοποίηση των ταλαντούχων μαθητών στα Μαθηματικά. Η περίπτωση της Νότιας Κορέας. Περιοδικό Χρονικά, έκδοση του Π.Σ.Π.Θ., τεύχος 9ο, σελ. 67-76. Πούλος Ανδρέας, (2002), Ο Οιδίποδας και η Σφίγγα. Λύνοντας προβλήματα μαθηματικών διαγωνισμών και Ολυμπιάδων, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα. Πούλος Ανδρέας, (2002), «Ο ρόλος των πειραματικών σχολείων στην εκπαίδευση και αξιοποίηση των ταλαντούχων μαθητών», στον τόμο «Το σχολείο στην τρίτη χιλιετία», έκδοση του Π.Σ.Π.Α., Αθήνα, σελ. 51- 56. Πούλος Ανδρέας, (2003), «Ένας δεύτερος ρόλος για το Πειραματικό Σχολείο του Α.Π.Θ.». Περιοδικό «Χρονικά», Έκδοση του Π.Σ.Π.Θ., Τεύχος 13o, σελ. 73-78. Πούλος Ανδρέας, (2003) «Η εκπαίδευση των ταλαντούχων μαθητών στα Μαθηματικά στην Ουγγαρία». Περιοδικό «Έρευνα και Εκπαίδευση», Θεσσαλονίκη, Τόμος 3ος, σελ. 11-18.

9

Poylos  

ασκησεις

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you