Page 1

Στο Βάθος Θάλασσα… κι Αλήθειες

Ξένια Σιφναίου


Αφιερωµένο στην Οικογένειά µου...την πρώτη που µε δηµιούργησε, τη δεύτερη που µε έπλασε… και όλη µαζί, αυτή τη µία, µεγάλη και µοναδική που αγκαλιαζόµαστε καθηµερινά… Σας αγαπάω! Ειδική αφιέρωση στο νέο πλασµατάκι που ήρθε στη ζωή µας και µας γέµισε τις καρδιές µε ελπίδα, αγάπη και σοφία για µια ακόµη φορά… και σε όλα µας τα παιδάκια, τον Τζώρτζη, τον Μιχάλη, τον Μιχάλη junior και την Αγγελική µας.

Ξένια Σιφναίου, 2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ...

.....…… .....………………. .……………….4 ………….4

ΠΡΟΣΕΧΩΣ...

.……………….5 .……………….5-15

ΑΝΑΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΑΓΑΠΗ…

……………….16 ……………….16-26

ΣΤΟ ΒΥΘΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ...

……………….27 ……………….27-32

Η ΑΠΑΓΩΓΗ…

……………….33 ……………….3333-41

ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΚΑΡΙΕΡΑ...

………………. ……………….4242-52

ΠΥΡ-ΕΞΟΥΣΙΟ

…....………… ....…………53 …………5353-59

Η ΕΠΙΛΟΓΗ...

………………. ……………….6060-69

ΠΕΡΙ ΦΙΛΙΑΣ...

………………. ……………….7070-75

ΧΗΡΑ ΦΕΤΗΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ...

………………. ……………….7676-81

ΟΡΑΤΟΤΙΣ ΑΠΕΙΡΗ...

………………. ……………….8282-88

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΖΩΗΣ... ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΑ ΨΥΧΗΣ...

……………….8 ……………….89 .89-95

ΕΠΙΛΟΓΟΣ...

.....……… .....………..........96 .………..........96

Ξένια Σιφναίου, 3


Εισαγωγή

Βρέχοντας τα πόδια λίγο στην ακροθαλασσιά, οι σκέψεις έγιναν λέξεις… οι λέξεις έγιναν φράσεις κι αυτές παράγραφοι… Καθεµιά παράγραφος, εικόνες αµέτρητες, σε µια βάρκα φορτωµένες ξεκίνησαν να ταξιδεύουν σε ένα λιµάνι γεµάτο βάρκες… που έφτασαν όλες να κουτουλάνε µεταξύ τους… κι όλα αυτά επειδή δεν µπορούσαν να βγουνε στ’ανοιχτά… δεν έβρισκαν τρόπο να χωρέσουν. Κι η µουσική τους εξεχείλιζε… και η ψυχή µου έβραζε! Μόλις τους έδωσε ο Θεός πανιά, πήρα την πένα κι άρχισα… και ο απόπλους επιτράπηκε, και να’ µαστε τώρα στ ανοιχτά… να χαζεύουµε τις βάρκες να παίρνουν σχήµατα, να αποκτούν νοήµατα και να σχηµατίζουν διαδροµές! Και µουσικές. Καλό ταξίδι σε όλους! Ξένια Σιφναίου

Ξένια Σιφναίου, 4


ΠΡΟΣΕΧΩΣ...

Ξένια Σιφναίου, 5


Σ’αγάπησα δυνατά, και πόνεσα γι αυτό. Σ’αφήνω κι ανασαίνω... γλυκαίνω...

Έβαλα το στενό, τριµµένο τζιν, ένα λευκό λινό πουκάµισο... αγαπηµένα ρούχα... πήρα µία weekend τσάντα και έκλεισα την πόρτα προσεχτικά πίσω µου... παίρνοντας µία γεύση πως είχε µείνει ξεχασµένη ανοιχτή για χρόνια... µα έκλεισε χωρίς να τρίξει. Περιπλανήθηκα ελάχιστα... ίσα-ίσα για να βρω το παρκαρισµένο µου αυτοκίνητο. Σαν να είχα κλείσει ήδη το επόµενο ραντεβού µου, και βρέθηκα στην παραλιακή, µε τα παράθυρα κατεβασµένα και τον αέρα να µου δίνει ώθηση, σαν µυστήριος και αόρατος συνεργός. Το δωµάτιο του ξενοδοχείου µε περίµενε ακριβώς όπως το είχα ζητήσει... είχα φτάσει από το Πόρτο Χέλι στη Βουλιαγµένη, σε χρόνο αµέτρητο, ασήµαντο και αδιάφορο... ήµουν τώρα στην έδρα µου. Το µόνο που δεν είχα ζητήσει µα ήταν εκεί και αναβόσβηνε επίµονα ήταν η ένδειξη στο τηλέφωνο του δωµατίου ότι είχα µηνύµατα... τον είχα τόσο αδικήσει, ή απλά όταν κατάλαβε ότι έφυγα χωρίς επιστροφή σκέφτηκε πού θα ήθελα να βρίσκοµαι καλύτερα; Τίποτε από τα δύο... ήταν ο ∆ιευθυντής του ξενοδοχείου που µε καλωσόριζε, και η µαµά που έψαχνε να καταλάβει πού βρισκόµουν, χωρίς να µου λέει όµως αν ήθελε κάτι... Προσπέρασα και έτρεξα στη ντουσιέρα, µε µια αίσθηση ανακούφισης. Πέρασα άφθονη ώρα µε το σαπούνι από πράσινα εσπεριδοειδή να αγκαλιάζει κάθε µου γωνιά... και να ξεβγάζει το άρωµά του... όχι µε µανία, όχι µε κακή διάθεση, αλλά µε το συναίσθηµα: ‘καιρός ήταν να ζήσουµε χώρια.. για πάντα... στο αντίο... χωρίς αντάµωση και χωρίς βλέµµατα... ’ Κάτω από το δροσερό νερό του ντους που έτρεχε γενναιόδωρα, σκεφτόµουν λίγο επίπονα... δεν ήταν λίγα 15 χρόνια... ήταν µία ολόκληρη εφηβική ζωή... εντελώς απρογραµµάτιστη όµως. Κι έτσι µε τη σκέψη έτρεξαν τα 15 χρόνια σαν νερό ορµητικό πάνω στο κορµί µου... κι άφησαν τα σηµάδια τους... Ξεκίναγε από τη γνωριµία µας που είχε γίνει µέσω µίας σχεδόν κοινής παρέας, εκτός αθηναϊκού εδάφους,... συνέχιζε µε µία σχέση που ήρθε σχεδόν αργά, γιατί κι οι δύο τότε βγαίναµε από άλλες σχέσεις, λίγο επεισοδιακά αλλά οµολογώ συγχρονισµένα σαν προβαρισµένη χορογραφία... και τα υπόλοιπα τα αφήσαµε στην τύχη τους, σαν να νοµίζαµε πως θα κυλήσουν όπως είχε ξεκινήσει η γνωριµία µας... αβίαστα, χαλαρά και εύκολα. Έτσι κάπως ήρθε και η εγκυµοσύνη... και το γλυκό µας κοριτσάκι η Α. Οπότε µετά ο γάµος, τα ξενύχτια ενός σχεδόν ήσυχου µωρού, κι ένα γαµήλιο ταξίδι

Ξένια Σιφναίου, 6


αρκετά µετά απ’όλα αυτά, στην όµορφη Ισπανία... µε άφθονο Πορτό και Ανδαλουσιανές κιθάρες. Τον γυρισµό µας από το ταξίδι τον υποδέχτηκε µία στρωµένη ζωή, µε καλές δουλειές και για τους δυό µας, τα 3 πρώτα χρόνια, και ένα κοριτσάκι που µεγάλωνε µέσα στη γλύκα, την αγάπη, και τις πολλές χάρες από οικογένεια και φίλους... Εµείς γινόµασταν σιγά-σιγά αρκετά εγωκεντρικοί µε την καριέρα µας, ο καθένας στον τοµέα του. Ο πρώην ήταν, και είναι, ∆ιευθυντής Client Service σε πολυεθνική διαφηµιστική εταιρεία, από τις πιο µεγάλες παγκοσµίως. Εγώ έκανα σταθερά ανοδικά βήµατα στον χώρο των συµβουλευτικών υπηρεσιών, και η εξειδίκευσή µου ήταν στην ανάπτυξη υψηλόβαθµων στελεχών... έφτασα ψηλά αλλά όχι αβίαστα... και έχασα αρκετές ώρες από το παιχνίδι µου µε την Α. Εκτός από το πλάνο για 2ο παιδί, που κι αυτό ήταν µακρινό, δεν υπήρχε κανενός είδους άλλο πλάνο, ούτε για το σπίτι µας, ούτε για νέο οικόπεδο, ούτε για άλλη δουλειά, ούτε για τίποτα και κανέναν... Απλανής λοιπόν ζωή, µε αρκετά ταξίδια, άλλα για δουλειά και άλλα για διακοπές οι 3 µας... όµορφη ζωή, που κάτι της έλειπε! Και ήρθε η στιγµή που άρχισα να νιώθω πως βαλτώνουµε... Ο πρώην πύκνωσε τα ταξίδια του, και τις επαφές µε τη µητρική για πολλά και διαφορετικά projects που τον έβαζαν επικεφαλής γιατί είχε γρήγορη αντίληψη. Τα δούλευε έξω και µετά έφερνε όλη τη γνώση στο γραφείο του για να αλλάζει, να βελτιώνει καταστάσεις. Εγώ έµπαινα πολύ στο development νέων έργων εδώ, που σήµαινε πολλές επαφές µε ανθρώπους κλειδιά των επιχειρήσεων για κατανόηση της αγοράς που θα ανοίγαµε, και πολλές ώρες δηµιουργικής δουλειάς στο γραφείο και στο σπίτι, ως αργά, ξηµερώµατα πολλές φορές. Πολλή αφοσίωση, ο καθένας στα δικά του... και ο καθένας στην Α... . κάτι που σκλήρυνε τους δικούς µας κυµατισµούς... τους έφερνε γρήγορα να σκάνε στην ακρογιαλιά και γρήγορα να ξαναγίνονται κύµα, χωρίς ενδιάµεσες ανάσες, χωρίς κουβεντούλα µε µαλακιές απλωτές. Όλα µας είχαν γίνει σύντοµα, γρήγορα, λίγο ξερά, και µε τα εντελώς απαραίτητα χαρακτηριστικά... Tο κρεβάτι µας παρέµενε καλό, αλλά κι αυτό είχε κάνει τις γωνιές του και τις µοναχικές κρυψώνες, ίσως στις στιγµές που µετά ανάβαµε ένα τσιγάρο, µιλάγαµε γλυκά και τώρα τις είχαµε βγάλει από το µοντάζ της ταινίας, για να προλάβουµε όλα τα υπόλοιπα που είχαν µπει στη ζωή µας. Είχαµε κόψει το τσιγάρο, αλλά δεν νοµίζω πως έφταιγε αυτό! Άλλωστε εγώ το έριξα στα πουράκια, προς αναζήτηση πιο ποιοτικών και δυνατών γεύσεων, αλλά το βγάλαµε από την κρεβατοκάµαρα και από όλο το σπίτι από τότε που γεννήθηκε η Α. Κάθε θόρυβος µας έκοβε, κάθε κλαµατάκι µας έκανε να τσεκάρουµε την κούνια πρώτα, κάθε τηλεφώνηµα το πιάναµε σχεδόν µε ανακούφιση αντί µε εκνευρισµό... Είχαν γίνει λιγότερες οι στιγµές

Ξένια Σιφναίου, 7


που απολαµβάναµε ο ένας τον άλλον, και πολύ περισσότερες αυτές που οι σκέψεις µας ταξίδευαν αλλού – στα δικά µας ιδιωτικά νησιά. Αυτά όλα, όταν περνάει ο χρόνος και δεν τα αντιµετωπίζεις, παίρνουν γεωµετρικές διαστάσεις και γίνονται υπερήλικες! Τα αφήσαµε χαλαρά και µόνα τους... χωρίς πλάνο και αυτά... ώσπου πια γίναµε θεατές τους, κι όλα εκείνα που µεγάλωναν, µας έτρωγαν κοµµάτια από τα ρούχα µας αρχικά... από τις σάρκες µας µετά... Και έφαγαν πρώτα τη σάρκα που µας έδενε... Ζωή που ούτε µε ντους ξεπλενόταν ούτε µε τίποτα... Είχα αρχίσει να µουδιάζω µέσα στο ντους τόση ώρα... Τόσες σκέψεις... τόσες στιγµές... Οι πετσέτες, χλιαρές ακόµα από τις επιδέξιες φροντίδες των ξενοδόχων, αγκάλιασαν µε το δικό τους άρωµα τις πιο γλυκές µου αναµνήσεις και τις οδήγησαν ως το µπαλκόνι... αυτές είχα επιλέξει να κρατήσω για να βγάλω τη βραδιά... Με το λευκό, φρέσκο µου µακρύ πουκάµισο, κάθισα να απολαύσω το παγωµένο λευκό κρασί που χαλάρωνε ιδρωµένο στη σαµπανιέρα του, και το λεπτοκαµωµένο πουράκι που έβγαλα από το humidor δίπλα από το κοµοδίνο µου. Σ’ αυτό το δωµάτιο έµενα αρκετά σαββατοκύριακα, είτε µε τον πρώην και την Α. είτε µόνη µου – µου το είχε παραχωρήσει το γραφείο µου για επαγγελµατικούς λόγους – σαν εναλλακτικό γραφείο, και για τις συναντήσεις µας µε ξένους συνεργάτες, γιατί είχε καταπληκτικούς χώρους µε θέα. Ήταν ιδανικό για επίσηµα γεύµατα, και είχε όλο τον εξοπλισµό για σύνδεση µε διαδίκτυο, εκτυπωτές, φαξ, τόσο στο δωµάτιο όσο και στους κοινόχρηστους χώρους. Η νύχτα ήταν απαλά δροσιστική και θύµιζε λίγο πρωτο-σεπτεµβριανές µέρες... µα είχαµε ακόµα αρχές Αυγούστου και όλες τις διακοπές µπροστά µας... όλη τη ζωή σχεδόν... Μέτραγα αστέρια και αεροπλάνα που ταξίδευαν στον φωτεινό ορίζοντα, µε σύντροφο ένα ολο-άσηµο φεγγάρι, και έτσι κάπως αγόραζα χρόνο, έπινα γενναίες σκέψεις, ώσπου να ξηµερώσει και να σου πω τα νέα µου... να γλιστρήσω δίπλα σου, να µυρίσω τα σεντόνια που σε αγκάλιαζαν όλο το βράδυ, και να σου ψιθυρίσω... ’επιτέλους τον άφησα... είµαι εδώ µαζί σου... ολόκληρη... το πλήρωσα όλο το δάνειο’. Η µπαλκονόπορτά µου έστεκε µισάνοιχτη... το αεράκι ερχόταν από παντού... η θάλασσα ήταν στα 10 µέτρα... να την πιεις στις δύο χούφτες. Οι ώρες κύλαγαν µε σκέψεις που µπερδεύονταν... µου άρεσε όµως να κρατώ αυτές που µύριζαν µέλλον, και δηµιουργούσα µονοπατάκια µε πολλά θετικά ανθρωπάκια να περιµένουν σε στροφές και να δίνουν το φορτίο τους στις σκέψεις που ‘δείχναν να έχουν χάσει το δρόµο τους... Είχα κάνει πολλή δουλειά στο γραφείο µε συµβούλους ανά την Ευρώπη που είχαν ασχοληθεί µε

Ξένια Σιφναίου, 8


την προσέγγιση ‘Επίκεντρό µας είναι η Λύση και όχι το Πρόβληµα’ και αυτοί µας είχαν βοηθήσει να σχηµατίσουµε αυτή τη νοοτροπία, να τη ζυµώσουµε για να γίνει στάση ζωής... Αυτή η γνώση γινόταν εργαλείο τώρα... γινόταν ο καλύτερος σύµµαχος... και όλοι µου οι στόχοι ήταν µπροστά µου, αρκεί να τους έβαζα σε σειρά... αρκεί να τους έδινα ρυθµό. Οι ώρες και οι σκέψεις φορτώθηκαν στο φορτηγάκι των βραδινών υπαλλήλων του ξενοδοχείου και έφυγαν µαζί µε αυτή τη βάρδια... Είχα χαλαρώσει πολύ στη βεράντα, µε το απαλό αεράκι, µε τις µυρωδιές ενός ξηµερώµατος µε υποσχέσεις και προσµονές... µε τη γεύση των σταφυλιών και των τυλιγµένων φύλλων καπνού που κάηκαν για τα µάτια και τα χείλη µου... η κούραση ερχόταν γλυκά... παρέλυε το σώµα... Σου χτύπησα απαλά την πόρτα, κι εµφανίστηκες, µε το ένα χέρι να στηρίζεται στην πόρτα, ίσως για να βεβαιωθεί πως είχες ξυπνήσει, και το άλλο να µε προσκαλεί κοντά σου... φόραγες το λευκό σου boxeraki και το σώµα σου έδειχνε καταπληκτικά µαυρισµένο µέσα στην άσπρη µε ραφ ραψωδία του δωµατίου... η µπαλκονόπορτα ήταν στην αγαπηµένη µου στάση... µισάνοιχτη... και άφηνε τον ήχο της υπερχείλισης να πληµµυρίζει το δωµάτιο. Τα µάτια σου ήταν ανεπαίσθητα υγρά... από την προσµονή; Από τον ύπνο; Χώθηκα όπως το είχα ονειρευτεί, στα µυρωδάτα σεντόνια µας, και βρήκα την αγκαλιά σου ανακουφιστική... όπως την ήθελα... όχι όπως την ήξερα! Με κάθε σου φιλί µου πήρες λέξη λέξη όλη την αλήθεια της βραδιάς και των ηµερών που προηγήθηκαν... Σου µίλαγα, µα και σκεφτόµουν σιωπηρά... τον είχα αγαπήσει... δεν το αρνήθηκα στιγµή, µα τον ξέχναγα σιγά-σιγά... Άφηνα κοµµάτια της αγάπης µας εδώ κι εκεί, όπου πηγαίναµε µαζί του... και απ’ όπου φεύγαµε, όποιον συναντούσαµε... και έµεινα να τον αποχαιρετώ και να τον σκορπάω µακριά µου. Μετά από µία νύχτα έντονα σεξουαλική µαζί µε τον πρώην, πάσχιζα να θυµηθώ πώς ήταν οι πρώτες µας φορές µαζί, τι µας είχε κάνει να απολαµβάνουµε τον έρωτα όπου κι αν βρισκόµασταν... ακόµα και στα µέτρια πάρτυ, ακόµα και σε στριµωχτά αυτοκίνητα, ή στο άδειο, άφτιαχτο σπίτι µας. Μετά από αυτή την προσπάθεια, κατάλαβα πως δεν θα γινόταν τίποτα σε έντονο βαθµό ξανά... τίποτα ιδιαίτερο, µα ίσα-ίσα... κάτι ξεβγαλµένο µε πολλά νερά... χρωµατιστό µπλουζάκι που τόπους-τόπους έχει λευκά κοµµάτια από κατά λάθος χλωρίνη! Κάποια στιγµή, µέσα στις αγκαλιές σου και την εξιστόρηση της τελικής σκηνής µας µε αυτόν που τώρα είχε γίνει πρώην µου, άκουσα µία παιδική φωνή, µα δεν την άφησα να µου χαλάσει τον ειρµό... τα φιλιά σου ήταν τόσο βαθιά, τόσο ρυθµικά, σαν να βρισκόµασταν στην Κούβα, µία χώρα που ακόµα κι όταν τη σκέφτοµαι ακούω τη µουσική της.

Ξένια Σιφναίου, 9


Μου έφερες µία κούπα ζεστό γαλλικό καφέ, και καθίσαµε λίγες ακόµα ώρες κουβεντιάζοντας, και βουτώντας τα κουλουράκια µας, ο ένας στου αλλουνού τον καφέ, για να µη χάσουµε ούτε στιγµή τη γεύση που και οι δύο λατρεύουµε, τα φανταστική λιµνούλα που υπάρχει µόνο όταν ενώνουµε τα χείλη µας εµείς... η Ο. και ο Ε. Το βλέµµα σου, µου φαινόταν, δεν είχε στεγνώσει ούτε στιγµή... µάλιστα ήταν αναπνοές που νόµιζα πως βούρκωνες λίγο... Από αυτά που άκουγες; Από αυτά που ήθελες από τη ζωή µας όλη; Μείναµε για λίγες µέρες ακόµα κρυµµένοι από όλους τους φίλους µας, ... άλλωστε κανείς δεν ήξερε, ούτε πως ήµασταν µαζί, ούτε πόσον καιρό γνωριζόµαστε... και οι περισσότεροι φίλοι µας ήταν από τη δουλειά. ∆ουλεύαµε µαζί... Το γραφείο ήταν δικό σου, κι εγώ είχα έρθει, τέσσερα χρόνια τώρα, αρχικά ως διευθύντρια, και στα δύο χρόνια µου έδωσες το partnership όπως είχαµε συµφωνήσει και θέσει ως στόχο για τη συνεργασία µας και την απόδοσή µου. Η γνωριµία µας πήγαινε πιο βαθιά στον χρόνο, και είχαµε πλέον συµφωνήσει να της δώσουµε και παρόν... Σε είχα γνωρίσει σε ένα επαγγελµατικό συνέδριο, και το ίδιο βράδυ, σε ένα κοινό µας γεύµα µε τους ξένους οµιλητές του συνεδρίου µου είχες ξεδιπλώσει τις πιο σηµαντικές πτυχές της ζωής που είχες διανύσει αλλά και έβλεπες µπροστά σου. Τα βλέµµατά µας είχαν κλειδώσει σε µία σχέση που αργότερα µάθαµε και στα σώµατά µας πώς να τη ζήσουνε... µας πήρε αρκετό χρόνο όµως να βρεθούµε στο κρεβάτι... γιατί εγώ νόµιζα πως είχα τον ιδανικό γάµο κι εσύ την ιδανική σχέση... µε τη δουλειά σου... κι έναν διαλυµένο γάµο ήδη στο σακίδιό σου! Με περίµενες υποµονετικά να δώσω τέλος στο γάµο µου... που µε οδηγούσε σε πόρτες χωρίς διέξοδο και σε µία πρωτοφανή αυτοκαταστροφική συµπεριφορά που είχε αλλάξει πολύ την εµφάνισή µου τον τελευταίο χρόνο... ευτυχώς οι περισσότεροι υπέθεταν ότι αυτό οφειλόταν στην περίοδο µετά τη γέννα, που οι γυναίκες συνήθως αφοσιώνονται στο παιδί τους, και παραµελούν κάπως την εµφάνισή τους... το περίεργο είναι πως το ίδιο υπέθετε και ο πρώην! Έτσι, είχα να αντιµετωπίσω µόνο τον εαυτό µου, κι εσένα – που µε την υποµονή σου µου έδειχνες πως είναι θέµα χρόνου να πάρω τις αποφάσεις µου... Ο πρώτος κύβος έπεφτε... η πρώτη πόρτα είχε ανοίξει µπροστά µου, κι εγώ την είχα κλείσει πίσω µου, δίνοντας πολλές τελείες σε µία ταλαιπωρηµένη σχέση, που χάλαγε πλέον όποια ανάµνηση είχαµε χτίσει µε τον άντρα µου... ∆εκαπέντε χρόνια σχέσης, και ένα παιδί... αγαπηµένες, γλυκές στιγµές που

Ξένια Σιφναίου, 10


ήθελα να τις κρατήσω φυλαχτό και τις χάραζα σε αµέτρητα ηµερολόγια, µε πένες και µολύβια, και τις στοίβαζα σε µία κούτα που είχα δικά µου βιβλία και γραπτά. Αυτή την κούτα είχα φροντίσει πρώτη να πάρω από το σπίτι µας, πριν φύγω κι εγώ οριστικά... Το παιδί µας ήταν σε διακοπές µε τους γονείς µου, στο εξοχικό τους σπίτι στο Σούνιο, κι εµείς µε τον άντρα µου είχαµε πάει για λίγες µέρες σε ένα παραθαλάσσιο ξενοδοχείο, επειδή εγώ το είχα ζητήσει, για να βρούµε χαµένες άκρες ή να λύσουµε τους κόµπους µας, και να τραβήξουµε σε δικούς µας προορισµούς (αυτό νοµίζω πως ήταν περισσότερο δική µου σκέψη παρά δική του). ∆εν ήµουν σίγουρη αν θα κατάφερνα να λύσω το δικό µου ιστιοπλοϊκό και θ ’άφηνα τα πανιά µου να µε οδηγήσουν στη ζωή που ονειρευόµουνα! Μου το έκανε πιο εύκολο εκείνος. Ήταν πολύ απόλυτος και τραχύς. Σαν να µην πίστευε πως είχε νόηµα να αλλάξουµε κάτι στη ζωή µας. Σαν να υπερέβαλλα και έβλεπα πράγµατα που δεν υπήρχαν! Σαν να προσπαθούσε να µε πείσει πως έτσι είναι τα πράγµατα και δεν θα’ πρεπε να περιµένω ροδοπέταλα σε κάθε δωµάτιο του σπιτιού µας, ούτε πια σε κάθε χρονιά που περνάγαµε µαζί, γιατί απλούστατα τώρα έπρεπε να δίνουµε µόνο στην καινούρια µας αγάπη... το παιδάκι µας. Κι εµείς οι δύο από αυτό θα τρεφόµασταν πια... Όταν άκουσα κι αυτές τις λέξεις, αισθάνθηκα πως βρίσκοµαι σε νοσοκοµειακό κρεβάτι, και τρέφοµαι από τον ίδιο ορό µε εκείνον... το παιδί µας. Πνίγηκα κι έκανα ώρα να συνέλθω, ένα ολόκληρο απόγευµα ως το ηλιοβασίλεµα... κάνοντας αµέτρητες βουτιές και απλωτές στην παραλία του ξενοδοχείου... Πήγαµε βόλτα σ’ αυτή την παραλία το ίδιο βράδυ, και περπατάγαµε για ώρα, παράλληλα, χωρίς πλεχτά χέρια όπως παλιότερα, µε τις δικές του σκέψεις ο καθένας, και µε λίγες κουβέντες µεταξύ µας – απλά για να βεβαιωθούµε πως η παρέα µας δεν ήτανε σκιά. Φάγαµε σαλάτες θαλασσινών, και µαζί µε το υπέροχο chardonnay του παραγωγού που προµήθευε χρόνια το ξενοδοχείο, και το εστιατόριο που βούταγε σχεδόν µέσα στα αργωσαρωνικά νερά, γλιστρήσαµε σε γνώριµες αγκαλιές και σπασµωδικά φιλιά που για εµένα ήταν ψαχτά στο σκοτάδι, γεµάτα αγωνία και πολλά δάκρυα που ευτυχώς έβγαιναν βουβά και σκεπαζόντουσαν από τον ιδρώτα του. Η σιγουριά µου γι αυτό που καιρό σκεφτόµουν να κάνω, σφραγίστηκε µε ένα δικό του βογγητό που µου ήταν ξένο, σχεδόν πρωτόγνωρο, και το δικό µου στιγµιαίο πόνο κάτω από την κοιλιά, που θα µε έκανε από εδώ και µπρος να αποφεύγω οποιαδήποτε δική του παραίνεση για συζυγικές αγάπες... H σεξουαλική πράξη εκείνης της νύχτας ήταν µία παρωδία που έριξε βίαια την αυλαία και γκρέµισε τους ηθοποιούς σε λήθη...

Ξένια Σιφναίου, 11


∆εν άντεξα ούτε στη σκέψη... ούτε στην προοπτική µίας τέτοιας ζωής... και δεν σκέφτηκα να πάρω ούτε ένα ζευγάρι παπούτσια από τα πράγµατα που είχα πάρει µαζί µου για τις µέρες που θα περνάγαµε µαζί. Έφυγα όπως πήγα σε αυτό το ξενοδοχείο. Με το τζιν, τα αθλητικά µου και το λευκό πουκάµισο... µε ένα µισο-άδειο σακ βουαγιάζ... ξηµερώµατα... σαν τον κλέφτη, όχι αυτόν που παραµονεύει για να µπει στο σπίτι µε τους κοιµισµένους και τα χρυσαφικά... αλλά αυτόν που δεν βλέπει την ώρα να φύγει γιατί απλούστατα δεν βρίσκει τίποτα αξίας για να κλέψει από το άψυχο σπίτι του κοιµισµένου έρωτα... Ο γαλλικός καφές, τα σεντόνια, οι φεγγαρόλουστες βραδιές µε παγωµένα εκλεκτά λευκά κρασιά και ψαρικά κάθε µορφής, πλαισίωναν κάθε µας µέρα µε τον Ε. Το κινητό µου χτύπαγε καµιά φορά επίµονα, και έβλεπα τον αριθµό του πρώην... κάτι µου φαινόταν περίεργο σε όλα αυτά... αλλά δεν έµπαινα στη λογική να το αναλύσω... το άφηνα στην άκρη για να απολαύσω την ελεύθερη αγκαλιά και τις βαθιές αναπνοές. Τα SMS ήταν σχεδόν δακρύβρεχτα, και κάποια πιο απελπισµένα... µε έναν αέρα τελεσίγραφης αγάπης... και η ανάµνησή του πλέον ήταν µία πατητή στη θάλασσα, από αυτές που το θύµα δεν καταφέρνει να βρει το δρόµο του στην επιφάνεια του νερού και βουλιάζει στην κινούµενη άµµο του βυθού... Το άρωµα από τα κουβανέζικα πούρα σου µε µέθαγε, ένα ακόµα βίωµα που µας έφερε πιο κοντά αφού και οι δύο είχαµε ταξιδέψει στο παρελθόν στην Κούβα, χώρια, και σχεδιάζαµε να το ξανακάνουµε µαζί... και από το πρώτο µας ταξίδι εκεί είχαµε γυρίσει µε το κουσούρι των πούρων αγκαλιά... εσύ περιστασιακά, σε βραδιές µε νόηµα, και µε µεγάλα vitolas που έκαιγαν ως αργά, πολύ αργά το βράδυ (µερικά τα είχα ζήσει µαζί σου και δεν έσβηναν παρά µόνο στα βαθιά ξηµερώµατα που µας έβρισκαν µαζί)... Εγώ µε πιο minutos ή petit coronas, και λίγο πιο τακτικά... ιδίως γιατί ήµουν άνθρωπος της γευστικής απόλαυσης (oral θα έλεγαν οι ψυχολόγοι), και δεν χόρταινα αυτή την αυθεντική αίσθηση που έκρυβε το χειρωνακτικό µεράκι των κουβανών, και τα χρόνια καλλιέργειας των καπνών που κουβάλαγε κάθε τυλιγµένο φύλλο µέσα και γύρω από το πούρο. Έτσι καίγαµε αυτές τις βραδιές, που ελεύθεροι ξεκινάγαµε τις διακοπές µας, και τα σχέδια να συζήσουµε τον ερχόµενο χρόνο... Μπαινοβγαίναµε σε µία δανεική φουσκωτή βάρκα, καταλήγοντας σε όµορφα και απλά νησάκια, παρθένες ή λιγο-πατηµένες παραλίες, και βουτάγαµε µε τις ώρες στα διάφανα και δροσερά νερά, κάναµε έρωτα χωρίς άγχος πως θα αποχωριζόµαστε... ∆εν ήταν πάντα ακόµα τόσο µαγικά... όχι... Ίσως γιατί εγώ ξέπλενα ακόµα µυρωδιές κι ανάσες από ένα παρελθόν που είχε µείνει σε περίεργα σηµεία στο δέρµα µου... µα το δικό µας ερωτικό παιχνίδι

Ξένια Σιφναίου, 12


τώρα ήταν για ώρα ατέλειωτη, µε ήχους αγαπηµένους και µε µία γλυκιά αίσθηση πως θα ταξιδεύαµε µαζί... κι αν δεν τελείωνε το ένα ταξίδι, θα άρχιζε το άλλο µέσα σε αυτό, και θα µε πήγαινε παραπέρα, µαζί σου... πιο κοντά σου... σε πιο ζεστά µέρη... σε πιο γαλάζια νερά... σε πιο λευκή άµµο... µε µεγαλύτερη ζάλη, όχι από ταχύτητα, αλλά από επιθυµία. Είχα αρχίσει να ακούω πιο τακτικά την παιδική φωνή, σαν να προσπαθούσε από κάτι να µε τραβήξει; Να µε προειδοποιήσει ίσως; Το σχέδιο τώρα ήταν να µαζέψω µε τη βοήθεια µίας φίλης µου, τα λίγα υπάρχοντα από το σπίτι µου και να τακτοποιήσω, όσο γίνεται πιο φιλικά, τη διαµονή του παιδιού στο πατρικό µου, ώσπου να βρω διαµέρισµα για να µείνουµε οι δυο µας, και µετά βήµα-βήµα να σχεδιάσουµε το πού και το πότε µε τον Ε. και το παιδί, τη γλυκιά µου Α... Οι γονείς µου γνώριζαν πως ο γάµος µας δεν πήγαινε καλά... δεν γνώριζαν το τελικό χτύπηµα που του είχα καταφέρει... αν και ίσως να τους είχε ήδη πάρει τηλέφωνο ο πρώην. Ο Ε. δεν είχε γνωρίσει κανέναν, κι αυτό µου άρεσε... θα γινόταν αργότερα... τώρα τον ήθελα για εµένα µόνο... Στο γραφείο ήµασταν 12 άτοµα... κι αυτοί σιγά-σιγά θα το µάθαιναν, ίσως από εµάς, και ειλικρινά δεν µπορούσα να σκεφτώ πώς θα τους φαινόταν, γιατί όλο αυτό το διάστηµα είχαµε το νου µας µε τον Ε. να µην φανεί τίποτα και µάλιστα είχα ακόµα φτάσει στο σηµείο να αφήνω επίτηδες έναν συνάδελφο να µε φλερτάρει για να µην καρφωθούµε! Αυτό, ο Ε. δεν το ήξερε και ούτε είχα σπεύσει να του το αναγγείλω... απλά εξυπηρετούσε τα κοινά µας σχέδια... να µείνει η γλυκιά µας σχέση στη δική µας αγκαλιά, στο δικό µας κρεβάτι. Το πρώτο 10µερο του Αυγούστου κύλησε έτσι, σχεδόν ήρεµα, νωχελικά και µε αγαπηµένες γεύσεις. Ετοιµαζόµασταν να αποπλεύσουµε στην Ύδρα για να περάσουµε το 15Αύγουστο, στην ασφαλή φιλοξενία ενός αγαπηµένου µέντορα – κοινού µας καθηγητή στο ΜΒΑ που κάναµε σε διαφορετικούς χρόνους, στο Λονδίνο. ∆εν µπορείς να µη νιώσεις πως οι πιο όµορφες στιγµές είναι αυτές που έχεις σχεδιάσει ελάχιστα έως και καθόλου! Είναι βίωµα πλέον αυτό! ∆εν µπορείς να µη σκεφτείς πως όταν γνωρίζεις κάποιον, η πρώτη φορά που τον προσέχεις δεν είναι τότε που πραγµατικά ένιωσες κάτι γι’ αυτόν... απλά εκείνη την ώρα συνειδητοποιείς το συναίσθηµα και το εκλογικεύεις... το σώµα και το υποσυνείδητό σου όµως έχουν καταγράψει από πιο νωρίς τον χάρτη του σώµατός του, το πρόσωπό του, τη µατιά του... Με τον Ε. είχαµε ζήσει και περπατήσει σε ίδια µέρη, µακριά από πατρίδες, είχαµε πάρει µυρωδιές και αναπνοές από ίδια τοπία, σε ασύγχρονο χρονικό πεδίο, αλλά µε µία λογική ιδιαίτερη που φαίνεται πως έκρυβε κώδικες... η ερµηνεία τους έλειπε.

Ξένια Σιφναίου, 13


Ο καθηγητής µας είχε βρει καταφύγιο στην Ύδρα από τότε ακόµα που είχε την ακαδηµαϊκή του άδεια, και τώρα, σε χρόνια σύνταξης πια, είχε αγκυροβολήσει σε ένα καταπληκτικής αισθητικής σπίτι εκεί, και έγραφε βιβλία για ∆ιοίκηση Ανθρώπινων Πόρων και σύγχρονη σαιξπηρική ποίηση. Εγώ του είχα µεταφράσει το πρώτο του βιβλίο στα Ελληνικά... ήταν για το Νέο Μοντέλο Ηγεσίας και την γενιά Υ, και είχε βγάλει 4 εκδόσεις µόνο στην Ελλάδα... Είχα κοιµηθεί το πρώτο βράδυ µέσα στο ιστιοπλοϊκό που είχαµε νοικιάσει... Είχαµε φτάσει αργά το απόγευµα στο λιµάνι της Ύδρας... και δεν είχα καλή διάθεση... προσπαθούσα να ξετρυπώσω το συναίσθηµα που µου συννέφιαζε όλη την ευφορία των ηµερών... Στο κατάστρωµα, στην πρύµνη του ιστιοπλοϊκού, ξαπλωµένη σε ένα παχύ, λευκό µαξιλάρι, άφηνα τις σκέψεις να κολυµπούν αβίαστες... κι πέρασε ώρα πολλή, µα το συναίσθηµα δεν έδειχνε να έχει διάθεση να παραδοθεί! Τον καθηγητή µας θα τον βλέπαµε την εποµένη... είχαµε φάει ελαφρά αλλά κάτι µε είχε πειράξει... ίσως το ντόπιο νερό; Ίσως το χύµα κρασάκι που ήπιαµε και είχε υπολείµµατα ρετσίνας; Κοιµήθηκα στο µπράτσο του Ε. που δεν ήταν τόσο αναπαυτικό... όλα µε ενοχλούσαν... «Έλα»... Ξύπνησα απότοµα, σαν να έπεφτα από την ταράτσα του πατρικού µου... φώναζε η Α. µου... µέσα στον ιδρώτα και στα ανακατεµένα σεντόνια του δωµατίου µου... φώναζε ‘µαµά... µαµά’ σε ένα κορµί κουλουριασµένο, ακίνητο... και άτακτα ριγµένο στο υπέρ-διπλο κρεβάτι. Την κοίταξα για αρκετά λεπτά σαν χαµένη... σα να είχα µόλις προσγειωθεί από σεληνιακό ταξίδι. Όταν µπήκε και η µαµά στο δωµάτιο, σαν κάτι να µου φάνηκε πιο... κρυστάλλινο, αλλά σαν άπλυτο ακόµα ποτήρι... ‘Αγάπη µου, Ο. µου, ξύπνα γλυκιά µου. Ο άντρας σου µας έχει τρελάνει στα τηλεφωνήµατα, και το παιδί σε πεθύµησε... σε ζητούσε γι αυτό την έφερα εδώ... πώς και ήρθες αγάπη µου στη Βουλιαγµένη; Πού είναι ο άντρας σου τώρα; «Τι έγινε τελικά µε το δωµάτιο που µου είχες πει πως θα σε βρω µετά την κουβέντα που θα κάνατε; χωρίσατε;» µου είπε ψιθυριστά η µαµά όταν η Α. πήγε στο µπαλκόνι να δει τη θέα... «Με ρωτάει συνέχεια ο άντρας σου, πού είσαι, πού µένεις... νοµίζει πως σε κρύβω σπίτι... ήρθε κιόλας να σε ψάξει στο Σούνιο... ο πατέρας σου αναστατώθηκε, η Α. παραξενεύτηκε και αναγκάστηκα να της πω ότι είχατε τσακωθεί µε τον µπαµπά της και ήρθες εδώ για να µείνεις λίγο µόνη σου...

Ξένια Σιφναίου, 14


εδώ... . πού εδώ όµως που δεν ήξερα πού ήσουν; Και άφησα µηνύµατα σε 3 τηλεφωνητές;» ∆εν είχα πάει ποτέ στον Ε. γιατί απλούστατα δεν το ήξερε ούτε ο ίδιος πόσο τον ήθελα... είχαµε βγει κάποιες φορές έξω µαζί, και είχαµε συζητήσει όµορφα... φιλικά... µε ένα απαλό φλερτ νοµίζω από τη µεριά του... Θα τράβαγα όλον αυτόν τον δρόµο µόνη µου µε την Α., ώσπου να βρω το νέο µου µονοπάτι... στη δουλειά µάλλον θα πήγαινα καλά, γιατί είχα δώσει πολύ µεράκι, την αγαπούσα και το ήθελα πραγµατικά να πετύχει αυτό που είχαµε διαµορφώσει µε τον Ε. τα τελευταία χρόνια. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι... µόνη... µε βήµατα αργά... πιο σίγουρα... Κι αν ήθελε ο Ε. να µε δει όπως τον έβλεπα εγώ, σε όλες αυτές τις σκηνές του ονείρου... σε όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια µε τον πρώην, δεν θα του έκλεινα την πόρτα, γιατί απλά είχα δει το ‘προσεχώς’... και το είχα ερωτευτεί... Το παρελθόν δεν ήθελα, κι αυτό έδειχνε πως το’ χω πίσω µου... και εγώ κάπου στη φωτογραφία φαινόµουν να χαράζω νέες πορείες. Άναψα ένα πουράκι, και κάθισα στο µπαλκόνι µε τη µαµά µου και την Α... ’Καληµέρα’ είπα δυνατά... και οι βουκαµβίλιες µου απάντησαν µε τον τρόπο τους, ταξιδεύοντας µε το γλυκό αεράκι, στη βεράντα και τον από κάτω κήπο... ‘Πότε θα δούµε τον µπαµπά µαµά; Πότε θα πάµε από το σπίτι; ’ ‘Όποτε θες αγάπη µου θα πας... όχι πια µαζί κι εγώ... Εγώ εδώ και ο µπαµπάς εκεί... κι εσύ µαζί µας... θα τα βρούµε, ε; ’ της είπα και ανακουφίστηκα που µε κοίταζε συνοµωτικά... Περίµενε κατάστρωση σχεδίου... από µικρή της άρεσε να κάνουµε plots... να χαράζουµε πορεία και να της περιγράφω τον ρόλο της, τον στόχο του ταξιδιού, και τα λάφυρα που αναµενόταν να αποκοµίσουµε... έτσι και τώρα... Θα κάναµε σχέδια µαζί... και θα βρίσκαµε τους ανθρώπους που θα µας ταίριαζαν... Θα τους βάζαµε στο σενάριο... θα τους παίρναµε στο ταξίδι... και τα λάφυρά µας θα ήταν αυτοί... οι άνθρωποί µας... το ταξίδι µας µαζί τους... Προσεχώς και η αγάπη...

ΤΕΛΟΣ...

Ξένια Σιφναίου, 15


ΑΝΑΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΑΓΑΠΗ…

Ξένια Σιφναίου, 16


Παντρεµένοι εδώ και χρόνια... δεν είχε σηµασία ο αριθµός. Η αγάπη τους έπαιρνε µορφές, άλλαζε χρώµατα και σχέδια όπως παλιά οι εποχές... Το φθινόπωρο γινόταν σχέση ανώριµη και ερωτική, ροµαντική κι ευαίσθητη... θυµόντουσαν τις πρώτες τους στιγµές µαζί, τα πρώτα φιλιά κοντά στη φθινοπωρινή θάλασσα και το αεράκι που τους δρόσιζε µετά από έντονη καλοκαιρινή δραστηριότητα... είχε κίτρινες, κόκκινες και καφετί αποχρώσεις. Είχε τη µυρωδιά του αεροδροµίου και των συναντήσεών τους µεταξύ πτήσεων... Τον χειµώνα σκεπαζόταν µε ζεστές κουβέρτες και γκριζό-χρωµα ρούχα, έβαζε τα καλά της και έπαιρνε τα βουνά! Η βροχή και το χιόνι δεν τους σταµατούσε, απλά τους κούραζε λίγο όταν τους πετύχαινε στη διαδροµή... αλλιώς έκαιγαν πολλά ξύλα στο τζάκι, και οι αγκαλιές τους πύκνωναν... βρίσκανε ζεστασιά σε µικρές και ουσιαστικές παρέες – όχι στη φασαρία της πολυκοσµίας. Η άνοιξη ήταν η εποχή του. Άνθιζε µαζί µε τις παπαρούνες και τις µαργαρίτες, και φούντωνε σαν κυπαρίσσι, µόνο σε ζεστά κλίµατα µε δροσερά βραδάκια! Το κέφι του, πιο διάφανο και αυθόρµητο, παρέσερνε κι εκείνη σε έναν καθηµερινό χορό. Το µυαλό δύσκολα συγκεντρωνόταν µα οι υποχρεώσεις πάντα έτρεχαν σε πολλά µέτωπα και µε ταχύτητα. Εκείνη τον παρακολουθούσε, και άφηνε τον εαυτό της να παρασυρθεί από τη δική του ευθυµία. Με βαθιές αναπνοές απολάµβανε κι από µόνη της µία εποχή που όταν ήταν µικρή είχε όλο διάβασµα και εξετάσεις, και τότε υπέµενε καρτερικά πιστεύοντας πως µεγαλώνοντας θα είχε την πολυτέλεια να διασκεδάζει µόνο – κάθε άνοιξη που είχε στερηθεί στη µικρότερη ηλικία! Πού να ήξερε πως όταν δουλεύεις, την άνοιξη δεν παίρνεις συνήθως άδεια, ακόµα κι όταν έχεις δική σου δουλειά. Το καλοκαίρι ήταν µία εποχή που ήταν πιο κοινό τους αίµα... γνωρίστηκαν και δέθηκαν µέσα σε ένα καλοκαίρι... σε νησί... µε τη θάλασσα κουµπάρο και µια βάρκα γι αδελφή. Κουβάδες µε θαλασσινό νερό και όστρακα ξέπλεναν το πέρασµά τους, βαθιές και απλωτές σκιές από λεύκες και πλατάνια δρόσιζαν τα απογέµατά τους, τρυζόνια και παγωµένα λευκά αποστάγµατα µάγευαν τις αξηµέρωτες βραδιές τους! Ήταν αναµφισβήτητα και δική της εποχή το καλοκαίρι, της Μ., γιατί ένιωθε περισσότερο το σώµα της στο φυσικό του τοπίο. Μα είχε γίνει αυτό κοινό τους κτήµα, και το µοιραζόταν χωρίς ίχνος κτητικότητας, όπως µοιραζόταν και το κορµί της µαζί του, και όλες τις ηδονές που της χάριζε εκείνος, ο Φ., ανακαλύπτοντάς το. Έτσι ερχόταν κάθε φορά ένα φρέσκο φθινόπωρο να ξεπλύνει τις άµµους από τα πόδια τους και να κρατήσει δροσερές τις καλοκαιρινές τους αναµνήσεις.

Ξένια Σιφναίου, 17


Και οι δύο στη ζωή τους, πριν γνωριστούν µεταξύ τους, είχαν περάσει ειρηνικά... σχετικά εύκολα δηλαδή... και τους είχαν δοθεί ευκαιρίες λόγω άνετης οικονοµικής κατάστασης των οικογενειών τους. Είχαν σπουδάσει όµως και είχαν εκµεταλλευτεί παραγωγικά αυτή την άνεση. Αυτό τους έδινε εφόδια οµορφιάς και αναµνήσεων, ωραίων παραστάσεων και καλών στιγµών, αλλά δεν τους είχε χτίσει µε δυνατό µπετόν, και στις αναποδιές δεν ήξεραν ότι η πίστη και η επιµονή συχνά σε βγάζουν νικητή. Περιέργως µάλιστα, νόµιζαν και οι δύο, πως απλά θα έρθει ο λογαριασµός και θα δώσουν το αντίστοιχο ποσό για να τελειώσει εκεί οποιοδήποτε θέµα. Έτσι έγινε και όταν η Μ. γνώρισε τον Γ. σε µία δεξίωση για τα εγκαίνια του νέου ξενοδοχείου της αλυσίδας που αντιπροσώπευε επικοινωνιακά. Η Μ. ήταν επικεφαλής Επικοινωνίας και ∆ηµοσίων Σχέσεων των ξενοδοχείων Α. που κοσµούσαν Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάφο, Αγ.Νικόλαο Κρήτης, Σίφνο, Τζιά και Ύδρα. Ο Γ., επιχειρηµατίας µε σοβαρές επενδύσεις σε Ελλάδα και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, είχε απλά κάνει κράτηση στο καινούριο τους ξενοδοχείο στη Θεσσαλονίκη γιατί του άρεσε να δοκιµάζει νέους χώρους µε στυλ, και να περνάει άνετα τις λίγες ώρες που περίσσευαν από τα επαγγελµατικά του ραντεβού. Η Μ. είχε επιµεληθεί όλη τη δεξίωση των εγκαινίων, και φρόντιζε την υποδοχή, ακόµα και αυτών που δεν ήταν στη λίστα των καλεσµένων – και τους είχαν απλά τραβήξει τα φώτα και ο κόσµος – άλλωστε ήταν πελάτες του ξενοδοχείου, ή υποψήφιοι πελάτες τους, και είχαν κάθε δικαίωµα να συµµετέχουν στη γιορτή της ανάπτυξής του. Είχε µία λάµψη στο πρόσωπο που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη... αν µπορούσε να πει κανείς, αυτή η λάµψη έβγαινε από όλο της το στήσιµο, όχι µόνο από το πρόσωπο... Ο άντρας της δεν πολύ-συµµετείχε στα της δουλειάς της, ούτε εκείνη πολύεπέµενε, γιατί δεν είχε και πολύ το µυαλό της στη χαλαρή βραδιά. Γι αυτήν ήταν δουλειά και ήταν σε επαγρύπνηση ολόκληρη, γιατί το βασικότερο σε τέτοιες εκδηλώσεις είναι να είναι όλοι ευχαριστηµένοι και να λειτουργούν όλα όπως πρέπει... σαν ελβετικό ρολογάκι. Σε αυτή την κατάσταση τη γνώρισε ο Γ. ∆εν είχε το νου του για γνωριµίες. Γύρναγε στο ξενοδοχείο µετά από µία δύσκολη µέρα σκληρών διαπραγµατεύσεων για µία νέα επένδυση που ήθελε να κάνει σε αλυσίδα πολυτελών εστιατορίων που είχαν ξεκινήσει από τη Θεσσαλονίκη. Εκείνη τον υποδέχτηκε µε ένα χαµόγελο 5 αστέρων – σαν να είχε κάνει κράτηση µήνες πριν, και σαν να ήταν ο πιο συχνός τους πελάτης – που ήταν πλάκα πλάκα, απλά δεν ένιωθε έτσι όπου αλλού είχε πάει γιατί δεν τον έκαναν να αισθανθεί έτσι...

Ξένια Σιφναίου, 18


Εκείνος, µε το αίσθηµα του κυρίαρχου του παιχνιδιού που τον είχαν µόλις αναγνωρίσει, του βγήκε εντελώς αυθόρµητα και φυσικά να της φιλήσει το χέρι και αργότερα, στο τραπέζι που είχε καθίσει, να της προσφέρει και ένα ποτήρι σαµπάνια, και να περάσει λίγα λεπτά συζητώντας µαζί της όρθιος – πού στιγµή για χαλαρότητα η Μ. – όταν την πέτυχε να περνάει µπροστά από το τραπέζι του µε χαλαρό βήµα, όταν εκείνος βρισκόταν στο φρούτο. Ήταν µόνος στο τραπέζι και όσο κι αν αποζητούσε τέτοιες ώρες τη µοναξιά για να κάνει απολογισµό ηµέρας, του κακοφαινότανε καµιά φορά που οι µπουκιές πήγαιναν κάτω ασυνόδευτες... µέσα στη σιωπή µίας γεµάτης αίθουσας και µε µία άδεια καρέκλα απέναντί του. Ο Γ. διαπίστωσε πως είχε πολύ ζεστή φωνή η Μ... και πως µύριζε υπέροχα... δεν ήθελε να αφήσει εκείνα τα λίγα λεπτά που πέρασε µαζί της να φύγουν µε τον Βαρδάρη, και λίγο πριν ανέβει στο δωµάτιό του πέρασε από το σηµείο που στεκόταν η Μ. µε τον ∆ιευθυντή του Ξενοδοχείου και της άφησε διακριτικά την κάρτα του, ευχαριστώντας την για την πρόσκληση και όλη την περιποίηση. Η κάρτα του έγραφε ευχές για το νέο ξενοδοχείο, και είχε το προσωπικό του κινητό χειρόγραφα. Η Μ. δεν είχε προλάβει να νιώσει παρά µόνο µέσα από τα µάτια του µία... εκτίµηση; Ευγνωµοσύνη ίσως για την εξυπηρέτηση που του είχαν προσφέρει; Είχε ζεστά µάτια απ’ ότι είχε προσέξει, και έναν γλυκό τρόπο να εκφράζεται! Μακάρι οι πελάτες να έδειχναν έτσι όπως ο Γ. αυτό που ένιωθαν όταν οι υπηρεσίες τους ήταν σωστές. Μακάρι! Γιατί όλοι θυµούνται συνήθως τα παράπονα! Και µόνο αυτά! Σπάνια ακούς το ‘ευχαριστώ’ σε ξενοδοχείο. Ιδίως αν πληρώνεις χρυσό το δωµάτιο... εκεί απαιτείς, και τα ευχαριστώ είναι συλλεκτικής αξίας. Την κάρτα του Γ. την έδωσε στον ∆ιευθυντή του Ξενοδοχείου για να περάσει τα στοιχεία του στο πελατολόγιο. Και σύντοµα αυτή η κάρτα βρέθηκε στο καλάθι δίπλα στον υπολογιστή του ∆ιευθυντή, και ο Γ. είχε ήδη λάβει µία προωθητική επικοινωνία για τις ηµέρες του Αγίου Βαλεντίνου και ένα ροµαντικό weekend στα ξενοδοχεία τους. Μήνες µετά έλαβε η Μ. ένα τηλεφώνηµα στο γραφείο. Ήταν στο ξενοδοχείο τους στη Τζιά για µία µεγάλη δεξίωση που ετοίµαζαν για το καλωσόρισµα των καλοκαιρινών τους επισκεπτών... η κουβέντα ξεκίνησε µε ύφος παραπόνου κι εκείνη σκέφτηκε: ‘µα βέβαια... ένας δυσαρεστηµένος πελάτης βρήκε χρόνο και είπε να µου τα ψάλλει µεσηµεριάτικα... τι περίεργο’. Της συστήθηκε... Γιώργος Κυπραίος, επιχειρηµατίας, και της θύµισε πως είχε παραστεί στη δεξίωση των εγκαινίων του ξενοδοχείου τους στη Θεσσαλονίκη. Εκείνη είχε πάρει το συγκαταβατικό ύφος και περίµενε να αρχίσουν τα παράπονα... και ήρθε η ώρα τους: ‘Περίµενα τηλεφώνηµά σας να βρεθούµε αλλά το κινητό µου δεν χτύπησε όλους αυτούς τους µήνες από τον Φεβρουάριο... και είναι το προσωπικό µου νούµερο ξέρετε... ’

Ξένια Σιφναίου, 19


Ξαφνιάστηκε και δεν είχε έτοιµη ατάκα για αυτό! Ποιος περίµενε τηλεφώνηµά της; Στο προσωπικό του κινητό; Τι ήθελε ακριβώς; Βρήκε γρήγορα τον αέρα που τη χαρακτήριζε και του απάντησε: ‘συγνώµη, δεν κατάλαβα... προσωπικό είναι το τηλεφώνηµα; Γιατί από τη reception µου είπαν πως είναι επαγγελµατικό;’ Τώρα το ξάφνιασµα ήταν στη δική του πλευρά του γηπέδου! Το µπαλάκι είχε πάρει φάλτσο και γύρναγε απρόβλεπτα! ∆εν τον θυµόταν! Να που είχε πέσει σε κενό αέρος λοιπόν. Λίγα δευτερόλεπτα αµηχανίας και ο καλός του εαυτός παίρνει πάλι τον έλεγχο του πηδαλίου. Μιλάει ευγενικά και ζεστά. Αναγνωρίζει το λάθος του – αφοπλιστική τεχνική – δικαιολογώντας την ταυτόχρονα: ‘µα φυσικά! Πώς να µε θυµάστε! Τόσον κόσµο που συναντάτε καθηµερινά!’ Απλά αναρωτήθηκε, κλείνοντας την κουβέντα τους, που δεν είχε κυλήσει όπως περίµενε ο Γ., αν µπορούσε να κανονίσει αυτή τη φορά να συναντηθεί µε τη Μ. σε ραντεβού, απογευµατινή ώρα, στην Αθήνα, σχετικά µε κάποιες εκδηλώσεις που ήθελε να γίνουν στους χώρους των ξενοδοχείων τους, και να αναλάβει εκείνη την επιµέλειά τους. Ήθελε να κλείσει µία σηµαντική συµφωνία και τα ξενοδοχεία τους προσφέρονταν γι αυτό το σκοπό. Λογικά αυτό θα το αναλάµβανε η υπεύθυνη επικοινωνίας των εταιρειών του, αλλά ήταν προσωπικό το ζήτηµα και µία καλή αφορµή να θυµίσει στη Μ. ποιος ήταν. Και για κείνη ήταν κάτι που θα µπορούσε άλλος από την οµάδα της να το διαχειριστεί. Αλλά το κράτησε για δικό της... περισσότερο από περιέργεια, για να δει ποιος ήταν αυτός που δεν θυµόταν, από αυτή τη βραδιά των εγκαινίων στη Θεσσαλονίκη... γιατί της είχε δώσει την αίσθηση πως ήταν κάτι που όφειλε να διορθώσει, από καλή καρδιά και από θέληση να κάνει πάντα το καλύτερο για τους άλλους, και γιατί εκείνη η βραδιά ήταν ιδιαιτέρως λαµπερή και νόµιζε πως τη θυµόταν καλά, γιατί όλα είχαν πάει τέλεια... κατ’ ευχήν δηλαδή. Μήνας Ιούνιος και η συνάντηση είχε οριστεί στο εστιατόριο που βρισκόταν στο ρετιρέ του Αθηναϊκού τους ξενοδοχείου, µε θέα τον Λυκαβητό και την Αίγινα σε µέρες µε καλοπροαίρετο βοριαδάκι! Ώρα 8 και µισή το βράδυ, κι εκείνη δεν είχε φύγει καθόλου από το ξενοδοχείο από το πρωί... είχε βρει ευκαιρία να κάνει πολλά που είχαν µαζευτεί στο γραφείο της, γιατί συνήθως δεν καθόταν και πολύ στο γραφείο – την έτρωγαν οι διαδροµές! Φόραγε ένα απαλό πορτοκαλί φόρεµα, µε λευκό ψηλοτάκουνο πέδιλο, και είχε φρεσκάρει το κοντό µαλλί της µε λίγο gel... έδειχνε σαν φρεσκολουσµένο µε τσαχπινιά στις άκρες! Έριξε και µία πινελιά από το άρωµά της και ανέβηκε τους 18 ορόφους µε το ασανσέρ προσωπικού - ταχύτατα, και τα 3 σκαλοπάτια που τη χώριζαν από τη σάλα του εστιατορίου µε αργό, προσεχτικό βήµα.

Ξένια Σιφναίου, 20


Εκείνος καθόταν σε ένα διθέσιο τραπέζι, στα όρια του µικρού µπαλκονιού του εστιατορίου και της σάλας – πάνω στις ορθάνοιχτες µπαλκονόπορτες, και απολάµβανε το ρεύµα που έκανε ο αέρας, όταν την εντόπισε να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια. Φόραγε σκούρο µπεζ κουστούµι και λευκό λινό πουκάµισο, ήταν ελαφριά µαυρισµένος, και οµολογουµένως γοητευτικότατος, παρατήρησε αυθόρµητα η Μ. Εκείνη τη βραδιά σφραγίστηκε µία συµφωνία που στο ξενοδοχείο έφερε σηµαντικότατα έσοδα, ακριβώς γιατί είχε διάρκεια σε χρόνο... είχε επαναληπτικότητα... ό,τι καλύτερο µπορεί να συµβεί σε ένα ξενοδοχείο που αποζητά να έχει ικανοποιηµένους πελάτες που επιστρέφουν (returning customers) – και η Μ. πίστευε ιδιαιτέρως σε αυτό... Για την ακρίβεια η συµφωνία που έκλεισαν είχε ζωή 2 ολόκληρα χρόνια από εκείνη τη µέρα... και τους έφερε άλλες 4 εταιρείες πελάτες σε λίγες µόνο εβδοµάδες, µόνο λόγω καλών συστάσεων του Γ. Εκείνη η βραδιά σηµάδεψε και τη ζωή της, γιατί βγήκε από µία πορεία ετών και κατευθύνθηκε σε ένα µαγευτικό νησί, που δεν υπήρχε στον χάρτη της, που δεν ήταν στο πλάνο πορείας της, και δεν ήξερε γιατί, πώς, πόσο και αν θα έφευγε από εκεί. Έζησε ένα ατέλειωτο καλοκαίρι, που κράτησε 14 µήνες... ∆εν λογάριασε εποχές και θρησκείες, βγήκε έξω από κάθε τι που ήξερε και µπορούσε να ελέγξει, και απλά το έζησε. ∆εν ήταν µία σχέση δεµένη, ούτε στηρίχθηκε µόνο στο ξελόγιασµα, στην κουβέντα, και στο ψυχικό δέσιµο... ήταν µία φουρτούνα που συνοδευόταν από µατιές, λιγοστές κουβέντες, πολλές γυµνές αγκαλιές, και αµέτρητα κύµατα... ήταν µία συνεχής θύελλα µέσα σε 4 τοίχους συνήθως... Παθιασµένα κύµατα... κύµατα που τους βύθιζαν, τους άδειαζαν, τους χτύπαγαν, τους δρόσιζαν... κύµατα απανωτά, κύµατα µε λευκές κόγχες, κύµατα παχιά... κύµατα αχανή και ακατάστατα, κύµατα που αγγίζουν τον πάτο και επιστρέφουν για να γλύψουν τον ουρανό, κύµατα που σκάνε και γαληνεύουν... κύµατα... κι όλα αυτά σε φόντο λευκό, και γαλάζιο συνήθως... µε αρώµατα και ροµαντική µουσική... αλωνίσανε και γνωρίσανε σχεδόν όλα τα καλά ξενοδοχεία της Ελλάδος αυτούς τους 14 µήνες! Ήρθε µία µέρα που θέλησε εκείνη να ορίσει και να τιθασεύσει αυτή τη θύελλα... και έδωσε το τέλος µε το δικό της ραβδί – σαν να όριζε την τελευταία νότα και το τελευταίο µαγικό κόλπο µαζί. Ήταν καταστροφικός ο ορισµός που έδωσε σε αυτό που έζησαν µε τον Γ. ∆εν ήξερε πώς να το κάνει, και δεν κατάλαβε πώς βρήκε τη δύναµη... Είχε βγει στη βεράντα του ξενοδοχείου τους στη Σίφνο, στο Βαθύ, και κοίταζε τον ήρεµο κόλπο, ένα υπερφυσικό γιωτ που είχε αράξει κάθετα και έκοβε

Ξένια Σιφναίου, 21


όλον τους τον αέρα, και δύο κιούπια ασηµένια που στέκονταν στις δύο άκρες του µπαλκονιού τους. Σκέφτηκε στιγµιαία – επαγγελµατική διαστροφή – πως τα κιούπια σε κάθε δωµάτιο ήταν εκκεντρική υπερβολή χωρίς να δίνουν τίποτα ιδιαίτερο στον επισκέπτη... δεν ήταν καν πήλινα που έφερναν µεγαλύτερη ζεστασιά στο περιβάλλον τοπίο. Το συγκεκριµένο ξενοδοχείο όµως ήταν το πρώτο του επιχειρηµατία. Είχε περιθώρια να µάθει πολλά ακόµα. Θα του πρότεινε ίσως κάποια συνάδελφο που να µπορούσε να τον βοηθήσει αισθητικά... Μα πώς µπορούσε όµως τέτοιες στιγµές να σκέφτεται τόσο ψύχραιµα; Τόσο επαγγελµατικά; Ο Γ. κοιµόταν ειρηνικά... κάθισε στο πλευρό του κρεβατιού τους, και τον ξύπνησε χαϊδεύοντας το στήθος του. Του έδωσε ένα βαθύ φιλί και τον κοίταξε µε τα υγρά της µάτια. Εκείνος κατάλαβε. Χωρίς να της µιλήσει, µπήκε για ένα ντους, και βγήκε στη βεράντα µε µία βερµούδα µπλέ και ένα ανοιχτό λευκό πουκάµισο. ∆εν της ζήτησε εξηγήσεις. Είχε αποφασίσει η Μ. να δώσει µία ευκαιρία στη σχέση της µε τον άντρα της. Την αγκάλιασε σφιχτά και την κράτησε εκεί. Εκείνη, µέσα από το στήθος του, άκουσε τη ζεστή φωνή του να την ευχαριστεί για ό,τι είχανε ζήσει, µέχρι εκείνο το λεπτό, και δευτερόλεπτα αργότερα να την πληγώνει µε το πιο αιχµηρό, καυτό του όπλο, την αυτοπεποίθησή του, λέγοντάς της ότι ένιωθε πως δεν θα το ξαναζούσε ποτέ ξανά εκείνος αυτό που περάσανε µαζί... το ήξερε αλλά δεν τον ένοιαζε. Εκείνη βηµάτισε ως την πόρτα µε αστάθεια, και την έκλεισε αργά... στο Βαθύ... στο άπατο... Σ’ αυτό το δωµάτιο έκλεισε ένα κεφάλαιο που δεν είχε γυρέψει σε κανένα βιβλίο, µα το είχε ζήσει, και είχε ζωντανέψει µέσα της όλους τους παιδικούς ήρωες που θαύµαζε... Την είχε κάνει να διεκδικήσει, να ζήσει, και να ηττηθεί µε το κεφάλι ψηλά. Της είχε δώσει και όλα τα όπλα για να αντιµετωπίσει τώρα αυτό που την περίµενε... µία ορειβασία στο πιο δύσκολο αναβατικό µονοπάτι που είχε συναντήσει – πάλι χωρίς χάρτη πορείας, και µε λιγοστές σωµατικές δυνάµεις. Μα το ήθελε! Ο άντρας της, είχε αντιληφθεί λεπτές διαφορές στη Μ. και είχε παραξενευτεί τους τελευταίους µήνες. Στη διάθεση και στην ενέργειά της, που έδειχνε λίγο πεσµένη όταν βρισκόντουσαν. Στις µατιές και στα αγγίγµατά της ήταν η Μ που ήξερε... τα λόγια της όµως; Και οι σιωπές της; Είχε κυρίως µία αφηρηµάδα που δεν χώραγε στο συνηθισµένο ρεπερτόριό της. Όλοι έλεγαν πόσο συγκροτηµένη και άγρυπνη ήταν σε όλα της... πόσο µάλλον εκείνος που τη ζούσε καθηµερινά. Αυτό που τον ταρακούνησε περισσότερο, µα µετά από λίγο έβαλε επίσης στην άκρη του µυαλού του, ήταν λίγο πριν το Πάσχα, που του είχε πει πως φέτος δεν θα µπορούσαν να προγραµµατίσουν κάτι γιατί είχε απρόβλεπτη δουλειά και θα έπρεπε να είναι συνεχώς µεταξύ Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πάφου. Το

Ξένια Σιφναίου, 22


περίεργο δεν ήταν η δουλειά, γιατί η ζωή της έτσι ήταν συνήθως, αλλά εκείνος ήξερε πως η Μ. είχε εκπαιδεύσει µία δυνατή οµάδα, και για 2 χρόνια τώρα, η δουλειά της ήταν πιο ελεγχόµενη, πιο στρωτή. Τι είχε συµβεί; Τι είχε αλλάξει; Αυτό που τον είχε ξεγελάσει ειλικρινά, και άφηνε τον χρόνο να περνάει χωρίς να της κάνει εκείνος κάποια κουβέντα, ήταν το κορµί της. Στο κρεβάτι είχε γίνει όπως την είχε µάθει την άνοιξη... υποτακτική και δοτική... χειµαρρώδης αλλά µε δικούς του ρυθµούς... ∆εν τον είχε αρνηθεί καµία φορά, και µάλιστα του άρεσε γιατί είχαν πυκνώσει οι φορές που έκαναν έρωτα... σπάνιο µετά από τόσα χρόνια γάµου, απ’ ότι άκουγε από φίλους του! Όταν πέρασε και το καλοκαιράκι, ήρεµα µεν αλλά πάλι κάπως περίεργα, και τα δικά του απορηµένα βλέµµατα είχαν πυκνώσει, η Μ. τον πήρε ένα τηλέφωνο από το Λιµάνι του Πειραιά... µόλις είχε µπει στο αυτοκίνητό της και θα κατευθυνόταν σπίτι τους. Του ζήτησε να βρεθούν για ένα ποτό έξω... και έκλεισαν για τις 11.00 στο παραλιακό µπαράκι που αγαπούσαν. Είχαν να πάνε εκεί από τις πρώτες επετείους τους... του άρεσε η ιδέα της... βραδάκι µε φεγγάρι, και ένα καλοκαίρι στην κορύφωσή του, µε κάπως µεγάλη µέρα ακόµα! Την περίµενε, και είχε τα δυο του χέρια χαλαρά δεµένα πίσω από το κεφάλι... µε φανερά καλοκαιρινή διάθεση. Εκείνη κάθισε αφήνοντας το σακ βουαγιάζ της δίπλα τους, ανάµεσά τους στο πάτωµα, και βρήκε το ποτό της να την περιµένει στο τραπέζι. Πήρε ένα φύλλο δυόσµου από το ποτήρι και το έβαλε στη χούφτα της. Ήπιε µε το καλαµάκι λίγη από τη ζάχαρη που είχε µείνει στον πάτο, µαζί µε µπόλικες γουλιές από καφέ ρούµι... Τον φίλησε µε κλειστά µάτια... ένα ζεστό φιλί... αλλιώτικο όµως... βαθύ και κοφτερό µαζί. Εκείνος παρατήρησε ότι είχε υγρά µάτια όταν αποµακρύνθηκε το πρόσωπό της και τα άνοιξε, και ήταν εξωτικά γοητευτική... τα µαλλιά της είχαν ξανθές φυσικές ανταύγειες, και µία φράντζα έπεφτε στο µέτωπό της, δίνοντας µία πινελιά µυστηρίου στα µάτια και στο στόµα της... Θεέ µου πόσο της πήγαιναν τα κοντά µαλλιά, και αυτό το παιδικό-πονηρό ύφος που έπαιρνε όταν τον κοίταζε... του θύµισε διακοπές... ένιωσε να βρίσκεται σε µπαράκι της Σαντορίνης και να τη φλερτάρει ξανά... να την πολιορκεί για ώρα και να τη ρίχνει στο κρεβάτι του µε την ορµή ενός 30άρη! Μα κάτι στο βλέµµα της µαρτυρούσε πως θα ‘τρωγε χυλόπιτα σήµερα! Κάτι που τον πάγωνε! Έσπασε τη σιωπή της µε λίγη αστάθεια στη φωνή... Του εξιστόρησε µε µία αναπνοή τι είχε συµβεί τους τελευταίους µήνες, προστατεύοντάς τον από λεπτοµέρειες που θα τον πλήγωναν περισσότερο. Τον κοίταζε σε όλη τη διάρκεια του µονολόγου της, και τελείωσε λέγοντας πως δεν ζήταγε τίποτα παραπάνω από τη συγχώρεσή του, και τον χρόνο του, όσο χρειαζόταν, για να

Ξένια Σιφναίου, 23


είναι µαζί... για να τα ξαναβρούν. Του είπε πως αυτό ήθελε εκείνη και θα έκανε ό,τι χρειαζόταν για να συµβεί. Καµία φωτογραφία του άντρα της δεν είχε το βλέµµα που αντίκριζε όση ώρα του µιλούσε... Κανένα του άγγιγµα δεν είχε την υφή του χεριού που εκείνη τη στιγµή και για λίγο ακόµα την κράταγε. Άδειο βλέµµα σαν διαµέρισµα που είχε αδειάσει εσπευσµένα, και τραχιά χέρια που γρατζούναγαν το δέρµα της εγκαταλείποντας το κράτηµα όπως το σπασµένο νύχι που χτυπάει πάνω σε ακούρδιστες χορδές κιθάρας και χαλάει µία όµορφη καλοκαιρινή µουσική συµφωνία. Καµία τους στιγµή δεν ήταν σαν εκείνη, τόσο δραµατική και τόσο, µα τόσο επίπονη. Είχαν ξαναπεράσει δύο σύντοµους χωρισµούς, µα κανένας δεν είχε 3ο πρόσωπο µέσα του. Αυτό που θα περνούσαν τώρα δεν είχε καµία σχέση µε χωρισµό... κι ας είχε βάλει εκείνη τα ορειβατικά της µποτάκια, κι ας είχε έτοιµα όλα τα σχοινιά και τους κρίκους που υποθετικά θα την έσωζαν από αιφνίδιες πτώσεις... Αισθανόταν έτοιµη µα δεν ήξερε για τι πράγµα ακριβώς... Αισθανόταν σίγουρη για την αγάπη της για εκείνον και αυτό την έκανε δυνατή, όσο κι αν τα πόδια της τώρα δεν µπορούσαν ούτε ως το αυτοκίνητο να την πάνε. Εκείνος σηκώθηκε µαλακά από το τραπέζι, τη φίλησε στο κεφάλι και έφυγε... εξατµίστηκε. Εκείνη στάθηκε για λίγο ακόµα µόνη στο τραπέζι... Περίµενε µήπως γύρναγε πίσω, να µιλήσουνε... Μετά, ίσα που θυµήθηκε να αναζητήσει τον λογαριασµό... Ο σερβιτόρος της είπε πως ήταν ήδη πληρωµένα τα ποτά... Σαν να το ήξερε πως θα φύγει απότοµα εκείνος; Της είπε πως ο κύριος πλήρωσε µόλις παρέλαβε τα ποτά, κάτι που δεν συνήθιζε, κυρίως µε τη σκέψη πως θα έπαιρναν και 2ο και έτσι άφηνε όλα τα ενδεχόµενα ανοιχτά... έτσι του άρεσε να της λέει... Σύρθηκε ως την παραλία... κάθισε οκλαδόν, και το λευκό της φόρεµα αγκάλιασε τη ζεστή αµµουδιά... την καθήλωσε. Άκουγε το ελαφρύ κυµατάκι να γλιστράει ακανόνιστα και να µπερδεύεται µελωδικά µε τη φωνή της Celine Dion στο τραγούδι της ‘just walk away... ’ Ο χωρισµός της µε τον Γ. στο Βαθύ, λίγες ώρες πριν, της φάνταζε το πιο εύκολο που είχε ζήσει. Στο ταξίδι της µε το high speed είχε πάρει αυτή την Αναπληρωµατική Αγάπη σαν το πιο πολύτιµο βότσαλο και τώρα το άφηνε, το παραχωρούσε στο αλµυρό νερό όλης της αττικής θάλασσας, σαν σπονδή, σαν ευχή για να αντιµετωπίσει τις µέρες και τις νύχτες που θα ακολουθούσαν... Ανέπνεε βαθιά και ζήταγε στη θάλασσα να την καταλάβει... να τη συγχωρήσει εκείνη πρώτα. Αυτό που δεν σκεφτόταν, µα το κουβάλαγε ο κάθε θιγµένος

Ξένια Σιφναίου, 24


από αυτή την ιστορία ήταν ότι είχε πληγώσει τον Γ., είχε πληγωθεί από τη φυγή του Φ. και είχε καταφέρει πολλαπλά πλήγµατα στη σχέση τους... πολλά ανοιχτά τραύµατα µέσα σε λίγες ώρες... λίγες µέρες... λίγους µήνες ! Ο άντρας της µπήκε στο αυτοκίνητό του... έβαλε µπρος τη µηχανή. ∆εν τον ένοιαζε που την άφησε πίσω µόνη της. Ήθελε να την πονέσει... και ήξερε πως αυτό που της έκανε ήταν πιο επίπονο από το να την χαστουκίσει... Εξαφανίστηκε από το σπίτι και από το τηλέφωνο για µέρες... Και δεν ήξερε κι εκείνος πώς να το αντιµετωπίσει. Άλλωστε δεν είχε ξανανιώσει κι αυτός από την πλευρά του αναπληρωµατικός... ούτε όταν έπαιζε µπάσκετ στην οµάδα του σχολείου στο λύκειο, και καθόταν για ολόκληρο δεκάλεπτο στον πάγκο χωρίς να χύσει ιδρώτα στο παρκέ... Ήταν ειλικρινά πρωτόγνωρη η αίσθηση, το τρέµουλο… ∆εν ήξερε, δεν ήθελε, ξέχναγε και να αναπνεύσει... Περπάταγε µόνος του σε µία παραλία, πάνω κάτω, σαν τρελός, σαν να µην ήθελε να προχωρήσει παραπέρα, και χάραζε την άµµο... Την έκανε αυλάκι σε κάθε διαδροµή του... και ρώταγε τα βράχια όταν έφτανε στη µία άκρη της παραλίας: Τί να κάνω; Τι να ζητήσω; Να πληρώσω τον λογαριασµό µου και να φύγω για πάντα; ∆εν θα της άξιζε αυτό; Η Μ. είδε µόνη της το χάραµα και την ανατολή... ώσπου της φέρανε µία κουβέρτα από το µπαράκι και της είπανε ότι κλείνουνε. Ο Φ. γύρισε µόνος του σε ένα άδειο δωµάτιο ξενοδοχείου στο Σούνιο... εκεί είχε καταλήξει µε το αυτοκίνητο... Πέταξε µε δύναµη από πάνω του ρούχα, παπούτσια, γυαλιά, και κοίταζε ξαπλωµένος τις λευκές κουρτίνες ώσπου τον πήρε ο ύπνος, ξηµερώµατα κοντά... µε όνειρα τρικυµιώδη και αιχµηρά... Ούτε οι 12 θεοί του Ολύµπου µαζεµένοι δεν µπορούσαν τώρα να τους συµπαρασταθούν... ο Άρης όµως και η Αφροδίτη, δύο φωτεινά αστέρια, ορατά στο ανθρώπινο µάτι, έστεκαν στο πλευρό τους... Στο πλευρό τώρα της Μ. που την οδήγησαν ως το αυτοκίνητο, και την είδαν ασφαλή να µπαίνει σπίτι τους και να τον περιµένει εκεί... για όσο χρειαστεί... για πάντα... Στο πλευρό του Φ. για να κοιµηθεί και να ησυχάσει τις φοβίες του για λίγες ώρες... για να σηκωθεί γερός και λίγο πιο φρέσκος το µεσηµέρι της επόµενης και να σκεφτεί λίγο πιο καθαρά... λίγο πιο ψύχραιµα. Ο Γ. βρέθηκε λίγους µήνες αργότερα από τον χωρισµό τους σε δωµάτιο του ξενοδοχείου της Θεσσαλονίκης, εκεί που την είχε πρωτογνωρίσει όπως έλεγε, αναίσθητος, οριζόντιος, µε οξύ έµφραγµα του µυοκαρδίου. Είχε ένα ανεπαίσθητο χαµόγελο λένε στο πρόσωπο. Να έφυγε άραγε ευτυχής; Ήταν σίγουρα νέος, και ο θάνατος σόκαρε όλο το προσωπικό του ξενοδοχείου... Η

Ξένια Σιφναίου, 25


Μ. ενηµερώθηκε τηλεφωνικώς γι αυτό, γιατί βρισκόταν Αθήνα, µε αναρρωτική άδεια, και θα επέστρεφε άγνωστο πότε. Αλλά το γεγονός του θανάτου του ήταν µία κρίση που έπρεπε να αντιµετωπιστεί, και να µην διογκωθεί από τα ΜΜΕ γι’ αυτό την είχαν πάρει τηλέφωνο να τη συµβουλευτούν. Είχε σφραγιστεί ένα τέλος δύσκολο αλλά και αναπάντεχο σε αυτή την ιστορία, και από τη µεριά του Φ. δεν είχε ακόµα κανένα σηµάδι... κι αυτό την πόναγε τώρα... την άφηνε µε µία κρύα, άδεια αγκαλιά µέσα σε ένα φθινόπωρο πιο γκρίζο από πολύ νωρίς, µέσα στον Σεπτέµβρη. Ο Φ. ακόµα εκείνη σκεφτόταν… και το χτες κυρίως… τις ωραίες τους στιγµές… αλλά δεν ήταν έτοιµος για δράση… ακόµα ζούσε µε αισθήσεις και στιγµές τους.

ΤΕΛΟΣ...

Ξένια Σιφναίου, 26


ΣΤΟ ΒΥΘΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ...

Ξένια Σιφναίου, 27


Ξύπνησε µέσα στον ιδρώτα. Κοιτάχτηκε στο µικρό καθρέφτη του δωµατίου τους και τρόµαξε... άσπρη σαν το πανί. Είχε δει όνειρο πως ο Λ. έπεφτε από το µπαλκόνι τους, µε το κεφάλι... Ένα όνειρο που της έβαψε όλη τη µέρα µώβ... την έκανε σκεφτική και σιωπηρή... και γιατί της ξεσήκωνε βαθιά συναισθήµατα φόβου, του φόβου της απώλειας, και γιατί η πραγµατικότητά της δεν απείχε πάρα πολύ από αυτό το όνειρο. Κάτι είχε χάσει και δεν ήξερε πώς να το επαναφέρει... ούτε µόνη της, ούτε µε τον άντρα της που µοιράζονταν την έννοια αυτή. Ο Λ., ο δεκαεφτάχρονος γιος τους, πριν από λίγες µέρες τους είχε ανακοινώσει πως δεν είχε καµία διάθεση πια να διαβάζει και να πηγαίνει σχολείο όπως οι συµµαθητές του. Ήθελε να φύγει για λίγο καιρό, µε µία παρέα που είχε γνωρίσει το προηγούµενο καλοκαίρι, να κάνουν ένα ταξίδι στην Ευρώπη, µε την ελπίδα πως θα βρει τι θέλει να κάνει στη ζωή του... Το µόνο σίγουρο ήταν αυτό που δεν ήθελε να κάνει. Να περάσει δηλαδή ένα µίζερο καλοκαίρι όπως οι περισσότεροι συµµαθητές του, και να αρχίσει µέσα στον Αύγουστο φροντιστήρια για να δώσει πανελλήνιες εξετάσεις πάλι µέσα στο καλοκαίρι, µε στόχο να µπει σε σχολές που ούτε γνώριζε ούτε είχε διάθεση να µάθει τι έκαναν... και τι σε έβγαζαν µετά από 4 ή 5 χρόνια. Το σύστηµα των εξετάσεων και των σχολών έτσι όπως ίσχυε για τις χρονιές του, δεν µπορούσε να το δεχτεί, και τους το έκανε ξεκάθαρο αυτό... ίσως πιο απόλυτα από τις πρώτες του δηλώσεις περι σχολείου και διαβασµάτων, για να δώσει έµφαση στο ότι δεν σκόπευε να ακολουθήσει τη δική τους γραµµή. Καθότι είχαν και οι δύο πτυχίο από ελληνικό πανεπιστήµιο και ήταν δηµόσιοι λειτουργοί, σε φορείς που αφορούσαν τον άνθρωπο και την εκπαίδευσή του ο ένας, και σε χρηµατοοικονοµικό κλάδο ο άλλος. Μόλις σιγουρεύτηκε – από το παγωµένο βλέµµα τους – πως είχε πει αυτά που ήθελε και τον είχαν ακούσει οι γονείς του, προχώρησε στο να τους ενηµερώσει ότι σε τρεις ηµέρες έφευγε. Το σοκ για τους γονείς ήταν άµεσο και στιγµιαίο, σαν σεισµός µε µικρό εστιακό βάθος και κοντινή εστία αλλά µε µεγάλη διάρκεια. Είχαν προσπαθήσει να ανοίξουνε κουβέντα µαζί του, αλλά τους το είχε ξεκόψει. Είχε µαζέψει αρκετά χρήµατα από τη χειµερινή του εργασία σε ένα µπαράκι και τους ζήτησε µόνο συµπλήρωµα για τα οδοιπορικά του. Θα γυρνούσε σε περίπου έναν µήνα, και τότε θα ξανασυζητούσαν για τον χειµώνα που θα ερχότανε... Ήταν τέλος Ιουνίου. Ο Γ. και η Ν. ήταν πραγµατικά ανίκανοι για οποιαδήποτε αντίδραση... Η πρακτική πλευρά του θέµατος βοήθησε τη Ν. για λίγες ώρες να µην σκέφτεται τίποτα, γιατί έπρεπε να δει τι θα έπαιρνε µαζί του ο Λ. στο ταξίδι και να κάνει µία µικρή έρευνα για την παρέα των συνταξιδιωτών – όλα ουσιαστικά σε δύο ηµέρες. Τα πράγµατα έδειχναν νορµάλ από τον βιογραφικό έλεγχο που έκανε η Ν. στην παρέα του – και τον καφέ που τους κέρασε λίγες ώρες πριν το ταξίδι τους... ο Λ. θα έφευγε, µε το αυτοκίνητο του ενός, και µε

Ξένια Σιφναίου, 28


2 µηχανές κι άλλο ένα αυτοκίνητο για συνοδεία... η παρέα ήταν 9 άτοµα. ∆ύο ζευγάρια µε τις µηχανές τους και 5 νεαροί άντρες σε 2 αυτοκίνητα... λίγο στριµωχτά γιατί κουβαλούσαν και τις σκηνές τους, αλλά µε πολύ µεράκι οργανωµένα όλα. Οι συνοδηγοί είχαν χάρτες και δροµολόγια καταρτισµένα, και όλο τον απαραίτητο εξοπλισµό στα πόδια τους... και έδειχναν όλοι τους πολύ ενθουσιασµένοι για το ταξίδι που ανοιγόταν µπροστά τους. Ο Γ. και η Ν. τους αποχαιρέτησαν µπροστά από την αυλή τους και µπήκαν µέσα στο σπίτι σκυφτοί... µόνοι τους πια. Ως εκείνη τη στιγµή δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα για τα νέα δεδοµένα που τους είχε ανακοινώσει ο Λ. πριν από τρεις µέρες. Και τώρα δεν είχαν και ιδιαίτερη βιασύνη να ανοίξουν ένα θέµα που ήταν πολύ νωπό και άγνωστο γι αυτούς. Ξεκίνησε η Ν. µε τα πρακτικά πάλι θέµατα που διευκόλυναν τη ροή των πάντων, και της έδιναν ένα πλεονέκτηµα όση ώρα δούλευαν τα χέρια, το µυαλό να κυλά σε ράγες σαν βαγόνι προγραµµατισµένο, σε ευθεία πορεία... χωρίς να χρειάζεται να το ελέγχει ή να το οδηγεί εκείνη... «Θες καφεδάκι;» «Α! ναι... φτιάξε και για εσένα και έλα να τα πούµε στη βεράντα... πάω έξω να κάνω ένα τσιγαράκι... » «Μην το ανάβεις ακόµα... περίµενέ µε... » ∆ύο εβδοµάδες αργότερα, σε παρόµοιο σκηνικό, είχαν στο τραπέζι της βεράντας τους µία σειρά από καρτ -ποστάλ, µε πολύχρωµα γραµµατόσηµα, και διάσηµες Ευρωπαϊκές πόλεις αραδιασµένες... δύο κούπες γεµάτες ως επάνω µε φρεσκοκαβουρδισµένο περιποιηµένο ελληνικό (µερακλίδικους καφέδες έφτιαχνε η Ν. µας) και βλέµµατα απορηµένα. Ο Λ. τους είχε στείλει λίγες, σταράτες λεξούλες σε µπόλικες κάρτες, µε επεξήγηση της πόλης που είχαν επισκεφτεί και απεικονιζόταν στην κάρτα, µε ένα τοπικό σχόλιο και τον προορισµό τους µετά από εκεί – σχεδόν πανοµοιότυπα γραµµένες όλες οι κάρτες... σαν οδοιπορικό στο Άγιον Όρος µε πιο κοσµική οπτική... Φωτογραφίες δικές τους δεν είχαν ανεβάσει ακόµα σε computer για να τους στείλει... και από υγεία, τους ενηµέρωνε, ήταν όλοι καλά – παρά τη γρίπη που είχε θερίσει πληθυσµούς σε όλες τις πόλεις που είχανε ήδη επισκεφτεί, και είχε γεµίσει νοσοκοµεία... ευτυχώς µε κανένα θανατηφόρο περιστατικό. Και οι δύο, σχεδόν µαζί είπαν: ωραίες όλες αυτές οι κάρτες, αλλά µία φωτογραφία του θα αρκούσε! Άπληστοι γονείς! Άλλοι δεν είχαν πάρει ούτε µία σελίδα γράµµα από το παιδί τους. Ούτε από τον στρατό που η µοναξιά τον ξυπνάει τον άλλον... Κι εδώ µε τόσες κάρτες, πάλι δεν έδειχναν καλυµµένοι! Όχι, δεν ήταν απληστία ούτε αχαριστία... Οι γονείς θέλουν να βλέπουν µάτια

Ξένια Σιφναίου, 29


και κορµοστασιά... έτσι καταλαβαίνουν αν αυτά που τους λέει ή γράφει το παιδί τους είναι αλήθεια ή παραµύθια. Στην πραγµατικότητα, η καθηµερινότητά τους σαν ζευγάρι που είχαν έναν γιο 17 χρονών και µία κόρη στα 14, είχε γίνει για πρώτη φορά δύστοκη. Έτσι την έβλεπαν και οι δύο. Και δεν ήταν µόνο γιατί είχε συµβεί αυτό µε τον Λ. και το διάβασµα, αλλά και γιατί είχαν αποµονωθεί στις σκέψεις τους ο καθένας – και είχαν αποξενωθεί µεταξύ τους χωρίς να το βλέπουν να συµβαίνει. Είχαν αρχίσει ένα ανελέητο γαϊτανάκι αυτό-κατηγοριών, που όταν ο άλλος ήταν µπροστά, επεκτεινόταν και τον έπαιρνε κι αυτόν η µπάλα. «∆εν το πρόσεξα εγκαίρως», «τον πίεζα για κάτι που δεν του άρεσε», «δεν έπρεπε να τον είχαµε αφήσει σ αυτό το σχολείο», «έπρεπε να προσέξεις περισσότερο τις παρέες του», «έπρεπε να είσαι πιο κοντά του και να το είχες προβλέψει αυτό που θα γινόταν... » κι άλλα τέτοια. Το καλοκαίρι τέλειωσε, εκείνοι δεν πήγαν διακοπές, περιµένοντας τον Λ. να γυρίσει, έστειλαν την κόρη τους σε µία φίλη της στη Χαλκιδική που είχε εξοχικό, και όταν γύρισε ο Λ. έµεναν να τον κοιτάζουν και να περιµένουν να τους µιλήσει. Έτσι έφαγαν και όλο τον χειµώνα τους... περιµένοντας τον Λ. να τους µιλήσει... Και όταν ο Λ. τους µίλησε, οι δυο τους είχαν γίνει σκιές µίας ζωής που ως τότε είχε κυλήσει σχετικά στρωτά. Ο Λ. είχε έτοιµο το πλάνο, και τη βαλίτσα του για να το υλοποιήσει. Είχε βρει, από το καλοκαιρινό του ταξίδι στην Ευρώπη, έναν Ισπανό ιδιοκτήτη 12 εστιατορίων σε όλη τη χώρα. Μετά από µία συζήτηση που ξεκίνησε µε απλή γνωριµία για να τον συγχαρεί ο Λ. για το άψογο σέρβις του, και να του κάνει µονάχα 2 σχόλια που θα µπορούσαν να τον βοηθήσουν στο µέλλον, ο ιδιοκτήτης του ζήτησε να αναλάβει υπεύθυνος εξυπηρέτησης πελατών για όλα τα σηµεία, µε συνεργάτες σε κάθε ένα από αυτά τους Υπεύθυνους των εκάστοτε εστιατορίων. Είχε σκεφτεί, πως αν όλα πήγαιναν καλά εκεί, µετά από 2 χρόνια θα µπορούσε να αναζητήσει ανώτερη θέση, ή να ασχοληθεί µε κάτι παρόµοιο σε άλλον επιχειρηµατία. ∆εν τον ενδιέφερε να τελειώσει το σχολείο... ή θα µπορούσε να το κάνει εκεί, µαθαίνοντας παράλληλα και τη γλώσσα, που είχε τυχαία και δειλά-δειλά ξεκινήσει πριν 2 χρόνια, µάλλον επειδή του άρεσε η καθηγήτρια ισπανικών στο σχολείο του. Ωραία ακούγονται όλα αυτά... αλλά αυτό που θα αντιµετώπιζε η κόρη τους που θα έµενε πίσω στην Ελλάδα, δεν το είχε προβλέψει κανείς από τους 4 τους! Τρεις µήνες αφότου έφυγε ο Λ. για Βαρκελώνη, ο Γ. και η Ν. χώρισαν, και του έστελναν γράµµατα ο καθένας από διαφορετική διεύθυνση. Η Μ., η κόρη

Ξένια Σιφναίου, 30


τους, έµεινε µε τη µαµά, και έβλεπε τον µπαµπά αρκετά συχνά... όχι όµως κάθε µέρα. Το γραφείο της και τα ρούχα της ήταν στης µαµάς το σπίτι, είχε αφήσει όµως και 2 αλλαξιές και κάτι τετράδια µε µολύβια στον µπαµπά... Τρεις φορές στα 4 χρόνια που έµεινε στη Βαρκελώνη ο Λ., η αδελφή του πήγε να τον δει, γιατί δεν µπορούσε εκείνος τακτικά να πηγαίνει – λόγω δουλειάς. Μετά ο Λ. απέκτησε βάση στην Ισπανική πόλη Ταρίφα, γιατί τα εστιατόρια επεκτάθηκαν και στην Αφρική, και βόλευε περισσότερο σαν έδρα για να τα παρακολουθεί από κοντά σαν επικεφαλής λειτουργίας τους. Είχε πάρει και απολυτήριο σχολείου και τα Ισπανικά του ήταν άψογα για συνεννόηση και επαγγελµατικές επαφές. Η Ν. έκανε µία σχέση αρκετά µετά τον χωρισµό, και ο Γ. γρήγορα προχώρησε να συζήσει µε τη φίλη του, ετών 27, και να χάσει από επίσηµη αγαπηµένη του την κόρη του. Και οι δύο διατήρησαν ένα θόλωµα στο βλέµµα όταν σκεφτόντουσαν το γάµο τους και το πώς χώρισαν µέσα σε µερικούς µήνες... αυτό που τους βασάνιζε περισσότερο ήταν το πού στηριζόταν τελικά η σχέση τους, που διαλύθηκε σαν αµµουδένιο κάστρο στην ακροθαλασσιά... µε το πρώτο φύσηµα, και το πρώτο δειλό καλοκαιρινό µελτεµάκι. Στο βυθό της ψυχής... άβυσσος και κινούµενη άµµος... ποιος άραγε φτάνει εκεί για να το διαπιστώσει; Και ποιος επιστρέφει όταν φτάσει ως εκεί; Ο Λ. όχι µόνο επιβίωσε από αυτή την αλλαγή που κυνήγησε στη ζωή του, αλλά κατάφερε να γίνει επιχειρηµατίας. Άνοιξε 4 δικά του εστιατόρια σε Ισπανία και Αφρική, και έκανε όσα ταξίδια δεν είχε προλάβει να ονειρευτεί ως τότε, όχι όλα για επαγγελµατικούς λόγους, κι αυτό γιατί είχε νιώσει πως η ζωή είχε νόηµα µόνο όταν κυνηγάς τον Προσωπικό σου Μύθο, και διαβάζοντας τον Αλχηµιστή του Πάολο Κοέλιο απέκτησε θρησκεία και πορεία στη ζωή. Η Ν. έµεινε µόνη, σε ένα απλό και απέριττο διαµέρισµα, να νοσταλγεί µία περίοδο που της φαινόταν πολύ µακρινή, και πολλές φορές σαν να µην την είχε ζήσει η ίδια. Ο σύντροφός της είχε περάσει κι αυτός ένα διαζύγιο, χωρίς παιδιά, και έτσι τους ήρθε βολικό να ενώσουν τη ζωή τους – χωρίς χαρτιά και επίσηµες σφραγίδες... ήταν µία πολύτιµη παρέα για την Ν. αλλά... κυρίως ένα ισχυρό αντίδοτο στη µοναξιά της ηλικίας της που ήταν παγερή απειλή. Ο Γ. παντρεύτηκε και έκανε άλλο ένα παιδί... µα και πάλι δεν κατάφερε να φέρει τα παιδιά τους µε τη Ν. πιο κοντά... είχαν πάρει πια τον δρόµο τους, και ευτυχώς ήταν καλός και για τα δύο. Οι γονείς τελικά ήταν αυτοί που έπλεαν πλέον στην άβυσσο, χωρίς καµία διάθεση να κάνουν απλωτές, χωρίς καµία βουλιµία να βρούνε έναν πλούσιο βυθό µε τα κοράλια και τους θησαυρούς που υποσχόταν το χτίσιµο της νέας τους ζωής χωριστά... Μία ραστώνη τύλιγε το κοινό παρελθόν τους... Ο καθένας χάραξε τον δρόµο του, και άφησε στον παράδροµο να στέκει το

Ξένια Σιφναίου, 31


χαλασµένο αυτοκίνητο του γάµου τους – χωρίς αναλύσεις και προσπάθειες να το επιδιορθώσουν. Μέσα σε αυτό το αυτοκίνητο, άφησαν και αποσκευές, και άλµπουµ µε φωτογραφίες και ρούχα αγαπηµένα... Και τα παιδιά αγωνίστηκαν για να τα βρούνε και να τα ανασυνθέσουν... Η κόρη τους ανέλαβε αυτό το έργο πιο ζεστά και εν µέσω παραστάσεων που σκηνοθετούσε, µίλαγε µε τη µαµά και τον µπαµπά, ατέλειωτα απογεύµατα στο σπίτι του καθενός, µαγνητοφωνώντας τις συνοµιλίες τους και συνθέτοντας ένα οδοιπορικό... όταν το ολοκλήρωσε ο αδερφός της είχε αποκτήσει δίδυµα... το έδεσε σε βιβλίο και τους το αφιέρωσε, δείχνοντάς τους συχνά τις φωτογραφίες και τα κάρτ ποστάλ που είχε στείλει ο µπαµπάς τους από το πρώτο του ταξίδι στην Ευρώπη, και από την παραµονή του στη Βαρκελώνη. Η ζωή συνεχίζεται, ακόµα και από τον βυθό, σκέφτηκε η µητέρα τους όταν το διάβασε... ο µπαµπάς τους έκανε καιρό να το πιάσει στα χέρια του... και δεν έκανε κάποιο σχόλιο παρά µόνο όταν τον ρώτησε η Μ. πώς του φάνηκε, που είπε ένα λακωνικό: «Καλό! Το περίµενα λίγο πιο δηκτικό, αλλά δεν πήρες πλευρά τελικά στα γεγονότα – δεν το περίµενα να σου πω την αλήθεια, αλλά µε εξέπληξες ευχάριστα!». Όλη η αγάπη που κατοικούσε στο πατρικό τους, ό,τι όµορφο και ζεστό είχαν ζήσει έµεινε σε αυτό το βιβλίο, και κλείστηκε εκεί. Κι αυτό ήταν αρκετό… όχι όµως για όλη την οικογένεια.

ΤΕΛΟΣ...

Ξένια Σιφναίου, 32


Η ΑΠΑΓΩΓΗ…

Ξένια Σιφναίου, 33


«Η εξαφάνιση του επιχειρηµατία Χ. Α. έχει συγκλονίσει τη χώρα... τα ίχνη του έχουν χαθεί εδώ και 4 ηµέρες, και η οικογένειά του έχει δώσει ελάχιστα στοιχεία στα ΜΜΕ µε φόβο µην χρησιµοποιηθούν λανθασµένα και αυτό αποβεί µοιραίο για τη ζωή του... ». Η τηλεόραση κλείνει και η σιωπή απλώνεται παντού... Λέξεις σκόρπιες πετάγονται µπροστά από τα µάτια της. Tο τζάκι τσιρίζει θυµωµένα... τα κούτσουρα ήταν µούσκεµα και πείσµωναν σε οποιαδήποτε προσπάθεια να συνεργαστούν και να ανάψουν µία φωτιά συντροφιάς... Ήταν Πέµπτη ήδη... Ο Χ. είχε φύγει εκτάκτως την Κυριακή το απόγευµα για το γραφείο, µετά από τηλεφώνηµα στο κινητό του, που από την αντίδρασή του εκείνη κατάλαβε πως ήταν κάτι σοβαρό. Μόλις είχαν τελειώσει το οικογενειακό τους τραπέζι, και ήταν µε τα παιδιά, τους παππούδες και τις γιαγιάδες, στο σαλόνι για καφέ και γλυκό... Τη φίλησε βιαστικά και σε λίγη ώρα η µηχανή του διθέσιου σπορ αυτοκινήτου του ακουγόταν ήδη από µακριά... της είχε µείνει µία πικρή, αλκαλική γεύση στο στόµα από εκείνη τη στιγµή της αναχώρησής του... µετά από λίγο αυτό το είχε αποδώσει στο φαγητό... µάλλον κάπου είχε παραπέσει το µυρωδικό και τώρα έβγαινε ξανά στην επιφάνεια... Ο δικός της Χ. τώρα είχε γίνει ο Χ.Α., ο γνωστός επιχειρηµατίας που είχε εξαφανιστεί και η οικογένειά του τον αναζητούσε... Πώς να το χωρέσει το µυαλό της και από πού να το πιάσει για να λύσει το αίνιγµα; Στον γυρισµό από το γραφείο είχε πάθε έµφραγµα στο αυτοκίνητο και είχε πέσει σε γκρεµό; Τον είχαν σκοτώσει και είχαν εξαφανίσει τα ίχνη του; Τον είχαν απαγάγει; Το 3ο σενάριο ήταν το µόνο ελπιδοφόρο... τουλάχιστον θα ήταν µάλλον ακόµα εν ζωή. Ύποπτοι σε αυτή την υπόθεση θα µπορούσαν να είναι όλοι – οι συνεργάτες του, οι ανταγωνιστές του, οι υπάλληλοί του, ο κοινωνικός του περίγυρος... µε αρχή του νήµατος αυτόν που τον είχε πάρει την Κυριακή το απόγευµα τηλέφωνο. Μπαίνοντας γρήγορα στο internet κατάφερε ηλεκτρονικά, στην ανάλυση λογαριασµού της κινητής τηλεφωνίας του, να εντοπίσει το νούµερο, σε προσέγγιση µε την ώρα που τον είχαν καλέσει. Ήταν του Β., στενού του συνεργάτη στο γραφείο, που την είχε πάρει τηλέφωνο να µάθει νέα από την εξαφάνιση χτες... αλλά δεν της είχε πει πως αυτός είχε πάρει τηλέφωνο την Κυριακή τον άντρα της... µόνο ότι ήταν µαζί του στο γραφείο για κάποια ώρα την Κυριακή, και µετά τον είχε αφήσει εκεί γιατί είχε κάτι οικογενειακές υποχρεώσεις ο ίδιος και έπρεπε να φύγει. Ήταν λίγο βαρύς σε διάθεση, αλλά καθόλου ανήσυχος, απ’ ότι είχε µπορέσει ο συνεργάτης του να διακρίνει. Ψιλο-χλωµό να ήταν µπλεγµένος εκείνος σε ενέργειες εναντίον του άντρα

Ξένια Σιφναίου, 34


της, αλλά θα έδινε τα στοιχεία του στις Αρχές για περαιτέρω διερεύνηση... δεν ξέρεις ποτέ... Η έννοια της ήταν τόσο πολυσύνθετη που ένα κουβάρι θα τη ζήλευε. Η ίδια ήταν στιγµές που ένιωθε στα πρόθυρα της παράλυσης... έπρεπε να δείχνει βράχος για τα παιδιά, να δουλεύει το µυαλό της µε ταχύτητα για να συνεργαστεί µε τις Αρχές και να βοηθήσουν στην ανεύρεσή του... Και σε όλα αυτά, είχε τόση στεναχώρια για τον Χ. και πώς θα πέρναγε όλες αυτές τις ώρες που έχανε τις αναπνοές της... Πού θα ήταν... Μόνος του; Με σκληρούς ξένους ανθρώπους; Κάπου τραυµατίας και ανήµπορος να αντιδράσει; Στα χέρια κάποιων που ήθελαν να του πάρουν όσα περισσότερα χρήµατα είχε και δεν είχε; Είχε άραγε στην τσέπη του κανένα εισπνεόµενο για ώρα ανάγκης; Αν τον έπιανε κρίση άσθµατος; Πέµπτη βράδυ έλαβε τηλεφώνηµα στο σπίτι τους. Ο Χ. είχε απαχθεί, ο δράστης είπε πως ήταν µόνος του, και το έκανε γιατί τον τελευταίο καιρό οι επιχειρηµατικές κινήσεις του άντρα της είχαν ενοχλήσει τα χρηστά ήθη. Σε αυτό και στην αναφορά του ποσού που ζήταγε είχε περιοριστεί ο απαγωγέας σε εκείνο το τηλεφώνηµα. Τη διαβεβαίωσε για την καλή κατάσταση της υγείας του Χ. και της είπε πως αν άκουγε έστω και το παραµικρό στις ειδήσεις για τον Χ. σε σχέση µε αυτά που της είχε πει, θα του έκοβε το ένα χέρι. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, το µούδιασµα είχε φτάσει ως τους ώµους της... δεν κουνήθηκε για αρκετά λεπτά προσπαθώντας να σκεφτεί αυτά που είχε ακούσει... «... ενοχλήσει... είναι καλά... κουβέντα στην αστυνοµία... 10 εκατοµµύρια ευρώ... 10 µέρες διορία για να προλάβεις να τα συγκεντρώσεις... » Σε λίγη ώρα πήρε τηλέφωνο και ήρθαν οι γονείς τους όλοι... στο σαλόνι εκείνο που πριν από λίγες ηµέρες µαζεύτηκαν για καφέ και γλυκό, και για να απολαύσουν το Κυριακάτικο απόγευµα µε θέα την αγριεµένη χειµωνιάτικη θάλασσα, τώρα κάθονταν όλοι σκεφτικοί... µε έντονα συναισθηµατικά ξεσπάσµατα και πολλές σιωπές... Σε λιγότερο από µία ώρα από την ώρα που βρέθηκαν όλοι µαζί είχε συνειδητοποιήσει πόσο λάθος ήταν που τους είχε φωνάξει, αλλά τι να έκανε; Να τους άφηνε κι αυτούς στο σκοτάδι; Όσο εύκολα τους είχε µαζέψει, τόσο γρήγορα προφασίστηκε πως έπρεπε να µιλήσει µε τις Αρχές και τους τόνισε πως έπρεπε να κρατήσουν τα λόγια του απαγωγέα για τα αυτιά τους, γιατί διαφορετικά κινδύνευε η ζωή του Χ., ξεπροβοδίζοντάς τους. Η µαµά της επέµενε να µείνει µαζί της το βράδυ... δεν λύγισε αυτή τη φορά η Ζ... έπρεπε να συγκεντρωθεί και να καταστρώσει πλάνο. Σε λιγότερο από 3 ηµέρες, τόσο οι αρχές όσο και ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που είχε προσλάβει, είχαν πιέσει αµείλικτα γνωστούς, φίλους και συνεργάτες του

Ξένια Σιφναίου, 35


Χ. µήπως βγάλουν άκρη µε την απαγωγή. Κανένα απολύτως στοιχείο στον ορίζοντα. Η συγκέντρωση των χρηµάτων έγινε µεθοδικά και ψύχραιµα... αν και µε αµέτρητα τηλεφωνήµατα σε τράπεζες και στελέχη της εταιρείας του Χ. µε πρόσβαση στα οικονοµικά της εταιρείας και τους λογαριασµούς της. Τα βράδια της Ζ. συνέχιζαν να είναι βουτηγµένα στη νοσταλγία και την απελπισία... υπήρχε περίπτωση να µην τον ξαναέβλεπε ποτέ; Κινδύνευε άραγε η ζωή του, είτε έδινε τα χρήµατα είτε όχι; ∆εν ήξερε πολλές απαγωγές που να είχαν αίσιο τέλος, αν και όλη της η εµπειρία από απαγωγές περιοριζόταν σε κινηµατογραφικές ταινίες. Αλλά για σκέψου... αν στις ταινίες δεν είχαν αίσιο τέλος, στην πραγµατικότητα τι; Σε λιγότερο από 10 ηµέρες ήρθε ένα ακόµη τηλεφώνηµα από τον απαγωγέα. Εκείνη του είπε χωρίς να περιµένει να ακούσει γιατί την πήρε τηλέφωνο πιο νωρίς, πως είχε συγκεντρώσει σχεδόν όλο το ποσό... Η φωνή του όµως ήταν πιο απότοµη... πιο κοφτή... είχε γίνει ένα µοιραίο λάθος... κάποιος από τους ανακρινόµενους συνεργάτες του Χ. είχε µιλήσει σε δηµοσιογράφο... ο Χ. είχε ήδη χάσει το δεξί του χέρι από τον αγκώνα και κάτω... και ιατρική βοήθεια του είχε παρασχεθεί από έναν συνεργάτη του απαγωγέα που ήταν παθολόγος και είχε επιστρατευτεί γι αυτόν το λόγο. Με µία πρωτόγνωρη ψυχραιµία, που µόλις θα έκλεινε το τηλέφωνο θα την έχανε ολόκληρη όπως της ήρθε, τους ζήτησε επιτακτικά να του µιλήσει στο τηλέφωνο. Της είπε µε σπασµένη φωνή πως ήταν καλά... τώρα ήτανε καλά... και της ζήτησε να βρει τα χρήµατα, να συγκεντρωθεί σε αυτό... όπως ήξερε εκείνη... Την ήξερε... στα δύσκολα συγκέντρωνε όλες τις δυνάµεις της και λειτουργούσε υπερ-ηρωϊκά. Αλλά µετά που όλα ίσιωναν και πέρναγε ο κίνδυνος κατέρρεε και έκανε µέρες να συνέλθει. Το είχε περάσει πολύ αυτό µε τις περιπέτειες υγείας των παιδιών τους... της είχε τονίσει αυτό της το χάρισµα στα λίγα δευτερόλεπτα που µίλησαν πριν αρπάξει και πάλι το τηλέφωνο ο δήµιος- απαγωγέας. Τηλέφωνο κλείνει... η Ζ. πέφτει πίσω στην πολυθρόνα... το κεφάλι ψηλά να κοιτάζει το ταβάνι... κραυγή διαχέεται σε όλο το σπίτι... χέρια αυτόµατα στο στόµα... να φιµώσουν τον ήχο που η ίδια αισθάνεται να της σκίζει το θώρακα... κεφάλι τώρα σκυφτό, ανάµεσα στα γόνατα, χέρια πάνω στο κεφάλι... Πού είχανε µπλέξει; Πώς ήτανε ο Χ. πραγµατικά; Τι είχε περάσει από εκείνη την Κυριακή; Αυλαία πέφτει και το κεφάλι της είναι ακόµα σκυφτό... Όλες οι περιπέτειες που είχανε ζήσει οικογενειακώς ως τότε είχαν αίσιο τέλος... Αχ Θεέ µου, ας είχε κι αυτή, ευχόταν τώρα η Ζ. πίσω από την πεσµένη αυλαία. 9 ηµέρες αργότερα... οι ώρες που αποµένουν ως τη διορία είναι λιγοστές... Απελπισία...

Ξένια Σιφναίου, 36


Τα χρήµατα έχουν συγκεντρωθεί... η ελπίδα της να τον ξαναδεί είναι σκόρπια σε θάλασσες και απότοµα βουνά... Το τηλεφώνηµα έρχεται Σάββατο πρωί... το ραντεβού κλείνει για το απόγευµα της επόµενης µέρας, σε ένα νησί έξω από τη Βουλιαγµένη, µε ρητή εντολή να ξεκινήσει µε το σκάφος της από το Λιµάνι της Ζέας. Το ήξερε κι αυτό ο απατεώνας; Με το ειδικό νούµερο που της έχει δώσει ο αρχηγός της Αστυνοµίας, ενηµερώνει τις Αρχές για τις κινήσεις που της έχει περιγράψει ο απαγωγέας και παραλείπει το τελευταίο στάδιο σκόπιµα, για να είναι εκεί η αστυνοµία αλλά να µην επέµβει άκαιρα και πέσουν όλα της τα σχέδια στη θάλασσα, µαζί µε το πτώµα του άντρα της... Μαζεύει τις 5 τσάντες µε τα χρήµατα, φιλάει τον Γ. και τον Κ. – τα δύο τους αγόρια - λέγοντάς τους πως θα τους ξαναδεί σύντοµα, µαζί µε τον µπαµπά τους αυτή τη φορά, και κατευθύνεται στο Λιµάνι της Ζέας... Φτάνει εκεί, δυστυχώς χωρίς το συναίσθηµα πως πάει κοσµικό weekend στις Σπέτσες, και ανεβαίνει στο σκάφος τους, δίνοντας οδηγία στον καπετάνιο να σαλπάρουν. Το ραντεβού µε τους απαγωγείς ήταν στις Φλέβες λίγο έξω από τον Λαιµό της Βουλιαγµένης – κι αυτό το ήξερε µόνο ο καπετάνιος µε λίγα λόγια σταράτα - που είχαν ανταλλάξει από το τηλέφωνο λίγη ώρα πριν. Στους αστυνοµικούς είχε πει ότι θα πήγαινε µε το σκάφος της στο Λαιµό, απέναντι από τον Όµιλο της Βουλιαγµένης, και τους είχε υποδείξει ένα σηµείο, που αν όλα πήγαιναν καλά, θα εµφανιζόταν το σκάφος τους, όταν θα είχαν πια παραδώσει τα χρήµατα και παραλάβει τον Χ. Πλησιάζοντας τις Φλέβες, η Ζ. είχε κρυφτεί στο ‘καβούκι’ του σκάφους... Κοίταζε από το ίδιο τζάµι που ο καπετάνιος ατένιζε την πορεία του, και τον ρώταγε συνέχεια τι έβλεπε... Εκείνος κοίταζε µια στα όργανά του σκάφους και µια έξω, και είχε το νου του στις ξέρες που γνώριζε πως είχε αυτό το νησάκι στα πέριξ κάθε κόλπου. ∆εν είχε την πολυτέλεια να ατενίζει τις παραλίες, και της ζήτησε αν µπορούσε να συγκεντρωθεί εκείνη σε αυτό, και να προσπαθήσει να παρατηρήσει οποιαδήποτε κίνηση στο κατά τα αναµενόµενα ήσυχο νησί µε τις λιγοστές παραλίες... Ο απαγωγέας είχε ζητήσει να βρεθούν στο σηµείο του νησιού που βρισκόταν στα ανοιχτά – όχι σε αυτό που φαινόταν από τον Λαιµό της Βουλιαγµένης... Από αυτό και µόνο είχε φανεί η ελάχιστη πείρα του σε θαλασσινά ζητήµατα, και η ακόµα λιγότερη γνώση του περί ναυτικών όρων. Με αυτό είχε αναθαρρήσει λίγο η Ζ. γιατί σκέφτηκε πως θα µπορούσε να τον παγιδεύσει αν δεν της παρέδιδε τον Χ. άµεσα. Πού µπορεί να σε οδηγήσει άραγε η αφελής σκέψη ενός νοµοταγή πολίτη που είχε σκοτώσει µόνο κουνούπια και µύγες στη ζωή του;

Ξένια Σιφναίου, 37


Πλησίαζαν τώρα τον όρµο που της είχε φανεί πως είδε κάτι... αυτό το κάτι από κοντά ήταν 3 άντρες... και κανένας από αυτούς δεν ήταν ο Χ. Απελπισία... άγνοια... κι ένα σφίξιµο στο στήθος ακινητοποίησαν τη Ζ. στην πλώρη του σκάφους. Ήταν αρκετά κοντά για να διακρίνει τις κάνες 2 όπλων... και να δει καθαρά το νόηµα του ενός από τους 3 που την διέταζε συνοπτικά να κατέβει από το σκάφος. Με έναν πήδο, που κάτω από άλλες συνθήκες θα έφτανε στην οποιαδήποτε στεριά πλησίαζαν, χωρίς κανένα τράνταγµα γιατί ήταν γυµνασµένη και µαθηµένη σε τέτοια ‘αεροπλανικά’ µε το σκάφος τους, βρέθηκε σωριασµένη στον στενό τσιµεντένιο µόλο. Της πήρε λίγη ώρα για να σηκωθεί... βεβιασµένα ασφαλώς γιατί οι κύριοι δεν είχαν και καµία ιδιαίτερη υποµονή... Της είπαν βιαστικά πως ο Χ. ήταν στην άλλη άκρη της παραλίας, µέσα σε µία σκηνή που διέκρινε µε το µάτι της αλλά χωρίς να µπορεί να δει αν βρισκόταν κάποιος µέσα. Εκεί είδε κι έναν ακόµα άντρα που προφανώς τον φύλαγε; Ζήτησαν να δώσει εντολή στον καπετάνιο να πετάξει τις τσάντες µία µία σε εκείνους, και να αποµακρυνθεί µόνος του από τον µόλο µε το σκάφος, ώσπου να φύγουν εκείνοι πρώτοι µε το φουσκωτό τους. Με όσο θάρρος της είχε αποµείνει, τους ζήτησε να της αποδείξουν πως ο άντρας της ήταν ζωντανός και µέσα στη σκηνή. Σε δευτερόλεπτα µέσα, µίλησαν µε τον άντρα που ήταν έξω από τη σκηνή µέσω ασυρµάτου, κι αυτός έβγαλε το όπλο του και σκόπευσε στη σκηνή... «Μήηηηη... τι κάνει;» «∆εν ζήτησες αποδείξεις; Πώς θα καταλάβεις αν είναι ζωντανός, αν δεν τον ακούσεις να φωνάζει;» «Μα τι λές; ∆εν µπορεί να βάλει τον ασύρµατο στο στόµα του να µου πει µία κουβέντα; Μόνο µία;» «∆εν θα µας πεις και τον τρόπο... δεν ορίζεις εσύ το παιχνίδι µικρή... διάλεξε... πυροβολισµός και φωνή, ή σιωπή και πίστη;» Με µία κίνηση του χεριού της έδωσε το σύνθηµα στον καπετάνιο να πετάξει τις τσάντες µία µία... και στην 3η τον σταµάτησε... «Ελέγξτε τις τσάντες και δώστε µου ένα σήµα πως είναι ζωντανός, χωρίς πυροβολισµό παρακαλώ...». Το είπε πολύ κατευναστικά, µε κανέναν τόνο ειρωνίας ή διάθεση εµπαιγµού... πώς το είχε καταφέρει αυτό ένας Θεός ξέρει! Ο ασυρµατιστής έδωσε εντολή στον άντρα έξω από τη σκηνή και εκείνος πυροβόλησε στον αέρα... το αίµα της ένιωσε να σταµατάει να τρέχει µέσα της... αλλά πρόλαβε να δει κάτι να κουνιέται µέσα στη σκηνή. Αναθάρρησε... οι απαγωγείς µέσα στα επόµενα λεπτά αποµακρύνονταν µε τις 5 τσάντες που

Ξένια Σιφναίου, 38


τους ανήκαν πλέον... και όλη σχεδόν την άµεσα διαθέσιµη περιουσία του Χ. και της Ζ σε ρευστό. Εκείνη βάδιζε προς τη σκηνή. Πλησιάζοντας διέκρινε µία φιγούρα µέσα, που σε µέγεθος θύµιζε περισσότερο κουλουριασµένο σκυλί, παρά άνθρωπο, σε οποιαδήποτε µορφή... πόσο µάλλον τον Χ. που ήταν και µεγαλόσωµος, µε ύψος 1.94. Μέσα στη σκηνή βρήκε δεµένο και φιµωµένο έναν συνεργάτη του Χ, που µόλις τον ελευθέρωσε έµαθε πως τον Χ. θα τον έβρισκε στο σπίτι τους... στο σπιτάκι που είχαν για µοναχικές περισυλλογές. Ήταν πιο ασφαλές γι αυτούς να τον αφήσουν εκεί, παρά να τον κουβαλήσουν µε το φουσκωτό από εκεί που το είχαν αραγµένο, για να µην κινήσουν υποψίες... Της είπε τέλος πως θα χρειαζόταν άµεση ιατρική βοήθεια γιατί είχε µολυνθεί το χέρι του από τον ακρωτηριασµό... και πως όλα θα πήγαιναν καλά. Πού την έβρισκε τόση αισιοδοξία; Ο χρόνος από τις Φλέβες στο Παλαιό Ψυχικό, παρέα µε τον συνεργάτη του Χ., δεν µέτρησε στο κοντέρ του σκάφους, ούτε του αυτοκινήτου της, που ζήτησε στον καπετάνιο να οδηγήσει. Ο χρόνος πάγωσε και παρόλ’ αυτά της φάνηκε πως ταξίδευε µέρες. Μόλις έφτασε στο πίσω µέρος της αυλής, και κοίταξε προς τον ξενώνα, είδε τον Χ. να κρέµεται µε το ζόρι από το πόµολο της εξώπορτας και αίµα να κυλάει από τον ώµο του... Πρόλαβε να της πει ότι του είχαν προκαλέσει και δεύτερο τραύµα, στο ακρωτηριασµένο χέρι, για να µην µπορέσει να ξεφύγει από τον ξενώνα και τηλεφωνήσει πουθενά... και έπειτα λιποθύµησε. Νοσοκοµείο... τηλεφωνήµατα... γονείς... γιατροί και σειρήνες, όλα να βουίζουν ανακατεµένα µέσα στο µυαλό της σε χρόνο άχρονο... σε στιγµές άµετρες... σε εικόνες ανυπολόγιστων πράξεων... Ο Χ. κρατήθηκε 2 ολόκληρες µέρες στη ζωή. Στο λήθαργο και την ηµιδιαύγεια, της διηγήθηκε µε µεγάλη προσπάθεια τις µέρες που πέρασε στην αιχµαλωσία των απαγωγέων, και αυτά που του καταλόγισαν – µαζί µε τα τηλεφωνήµατα που είχαν πάρει σε συνεργάτες του για να τους εκβιάσουν κι αυτούς. Ήξεραν πράγµατα που ο ίδιος δεν είχε αποκαλύψει σε κανέναν. Ήταν οργανωµένο το έγκληµα από µέσα... και µε σίγουρη παρακολούθηση των κινήσεών του από καιρό. Τον συνεργάτη του τον είχαν εντοπίσει και απαγάγει λίγες µέρες πριν τις Φλέβες, για ξεκάρφωµα περισσότερο, αλλά δεν είχε περάσει κι αυτός λίγα... Την πλήρωσε µάλλον ελαφριά, χωρίς ακρωτηριασµούς και µε 5οο,οοο ευρώ... τόσα είχαν ζητήσει στη γυναίκα του, και εκείνη είχε καταφέρει – άγνωστο πώς - να µην ξεφύγει καµία πληροφορία σε δηµοσιογράφους... ο αδερφός της ήταν αστυνοµικός...

Ξένια Σιφναίου, 39


∆εν είχε πολύ χρόνο, το είχε διαισθανθεί, και προσπάθησε να της εξηγήσει τι πρέπει να κάνει µε τους δικηγόρους του, για να διαφυλάξει την περιουσία των παιδιών τους, και να µεγαλώσουν χωρίς έννοιες... τα δάκρυά του έτρεχαν αδιάκοπα, από ταλαιπωρία και έντονη έννοια… τη 2η µέρα στο νοσοκοµείο, είδε και για λίγη ώρα τους γιούς του... δεν ήταν µέσα στο δωµάτιο εκείνη – τους άφησε µόνους. Τις υπόλοιπες ώρες της φίλαγε συνεχώς το χέρι... της έλεγε: «κράτα Ζ. µου... σε χρειάζονται οι γιοί µας... σε σένα στηριζόµαστε όλοι τώρα... θέλω να είσαι γενναία... ». Και όταν εκείνη είχε γυρίσει για λίγο στο παράθυρο του δωµατίου του και έβλεπε έξω τον δρόµο, τον άκουσε να ψιθυρίζει ένα ‘φεύγω’ και να ξεψυχά στην αγκαλιά που µόλις πρόλαβε να του ανοίξει. Τον έχασε... της φάνηκε σαν ταινία όλο αυτό, που θα τελείωνε τώρα και θα σηκωνόταν µαζί του, χέρι χέρι, για να βγουν από τον κινηµατογράφο... Όχι; ∆εν τελείωσε; Τώρα αρχίζει; Η ταινία ή η ζωή ολόκληρη από την αρχή; Τελικά, οι απαγωγές έτσι είναι γραφτό να τελειώνουν; Και στις ταινίες και στη ζωή; Καµία διαφορά; Καµία εξαίρεση; Αν υπήρχε εξαίρεση, µάλλον δεν θα την παρατηρούσε εκείνη πλέον... ταινίες µε απαγωγές θα έβλεπε τώρα; Πάνω στο µνήµα του, έστεκε ώρες καθηµερινά, επι χρόνια... και του µίλαγε... τον ρώταγε... «Τι είναι τα χρηστά ήθη; Γιατί τα πρόσβαλες; Τι πείραζε αυτό; Γιατί έπρεπε να τιµωρηθείς έτσι; Ποιος σε είχε παγιδεύσει; Γιατί είχε γλιτώσει, παρά τα χρόνια που περνούσαν και τις έρευνες που έλεγε η αστυνοµία πως συνεχίζονται;» Και µετά του ζήταγε να τη φορτίσει πάλι µε δύναµη, να γυρίσει σπίτι, στα αγόρια τους, που µεγάλωναν ξένοιαστα, χάρις στη δική του προσπάθεια και προνοητικότητα τόσα χρόνια που έχτιζε τη δική του επιχείρηση και πλούτιζε σταδιακά... Γύρναγε σπίτι µε το κεφάλι ψηλά, και την καρδιά σφιγµένη... φορτισµένη από τη δύναµή του, και την πίστη που της έδειχνε µε κάθε τρόπο. Τον είχε χάσει απότοµα και άδοξα, µα δεν είχε τώρα την πολυτέλεια να το σκέφτεται αυτό. Φοβόταν πως κάθε τέτοια σκέψη θα απεικονιζόταν στο πρόσωπό της και θα φόβιζε τα αγόρια τους...

Ξένια Σιφναίου, 40


Κράτησε µέσα της ζεστή τη µέρα που της είχε κάνει πρόταση γάµου ο Χ., και την έπαιζε συχνά αυτή τη σκηνή, για να τη βλέπουνε στα µάτια της τα αγόρια τους και να παίρνουν θάρρος για τη ζωή, για τα όνειρα που ήδη έκαναν∗, για την καριέρα που θα ήθελαν να χτίσουν κι αυτοί µία µέρα...

ΤΕΛΟΣ...

Έλεγε ο ‘Αλχηµιστής’ του Paulo Coelho πως ‘όλοι οι άνθρωποι στα πρώτα νεανικά τους χρόνια ξέρουν ποιος είναι ο Προσωπικός Μύθος τους…απλά µπορεί µε τον χρόνο να ξεχαστούν, και µία µυστική δύναµη να προσπαθεί να τους αποδείξει µεγαλώνοντας ότι είναι αδύνατο να πραγµατοποιήσει κανείς τον Προσωπικό του Μύθο. Γι αυτό οι καρδιές µιλούν µόνο στα µικρά παιδιά…µετά αφήνουν τον καθένα στο προορισµό του, και µιλούν οι καρδιές όλο και πιο σιγά, αλλά ποτέ δεν σιωπούν…’

Ξένια Σιφναίου, 41


ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΚΑΡΙΕΡΑ...

Ξένια Σιφναίου, 42


Λονδίνο Ακούς, παρατηρείς, αφουγκράζεσαι...

Είσαι στη στροφή της καριέρας σου, θέλεις να ακούσεις τι γίνεται και να δράσεις... στην κατεύθυνση που θα πηγαίνει η αγορά 10 χρόνια από τώρα... Είσαι θρασύς, µελετηµένος και ψύχραιµος. Πάνω απ’ όλα ο στόχος... Στη σηµερινή σου δουλειά αισθάνεσαι πλέον µαλθακός... ανεπαρκής. Σκέφτεσαι σοβαρά να φύγεις από τη δουλειά που έχεις τώρα, και να εκφραστείς ελεύθερα... να κάνεις αυτό που πάντα ονειρευόσουνα... κι αυτό να συνοδεύεται από µπόλικες βόλτες στο κέντρο του Λονδίνου ή στην κοντινή θαλάσσια περιοχή, παρέες όποτε θες εσύ, ωραίο φαγητό, ευρωπαϊκή κουζίνα όχι πάντοτε πετυχηµένες επιλογές χάριν καλής παρέας... και πολλή συζήτηση, άλλοτε σε µορφή µοναχικού συλλογισµού, και άλλοτε µε λίγους εκλεκτούς που ξέρεις ότι έχουν ανησυχίες και τους αρέσει να τις µοιράζονται και να τις αναπτύσσουν. Μα τα όνειρά σου από µικρό παιδί ήταν πάντοτε άφθονα, χρωµατιστά και έντονα, σαν τη µουσική στα πάρτυ της εφηβείας σου! Ροκ και ελευθερία. Στο σπίτι σου ζεις µε την κόρη σου για να πάει και η σύζυγος διακοπές µε ησυχία. Πώς είχανε στραβώσει τα πράγµατα µεταξύ σας µε τη γυναίκα σου; Αν ήξερες ίσως προσπαθούσες να προλάβεις αυτό που ζούσατε τα τελευταία 3 χρόνια... ξεχωριστά διαµερίσµατα, ξεχωριστές ζωές, και δίκαιο µοίρασµα του παιδιού χωρίς ακόµα επίσηµο διαζύγιο. Σε µία σου βόλτα στο Brighton είχες δει τη δύση του ηλίου... τον ήλιο να βουτάει στην κοντινή θαλασσινή συννεφιά και να χαρίζει ένα αιµάτινο αλλά ξεθωριασµένο κόκκινο στον ορίζοντα... κι εσύ στην αποβάθρα, χωρίς εισιτήριο, µε ένα πουράκι στο χέρι, να εισπνέεις ιώδιο και καπνό... Μαζί µε αυτό είχες δει και τη θάλασσα να παίρνει έναν βουβό κυµατισµό, σαν να ήτανε βαρύς εκείνη τη µέρα ο ήλιος. Μέσα και πέρα από εκείνο το σκηνικό πήρες µία απόφαση ζωής... Το επόµενο πρωινό επισκέφτηκες τις δύο τράπεζες που συνεργαζόσουν σαν ευσυνείδητος ιδιώτης που διαχειριζόσουν κάποια µέτρια ποσά από µισθοδοσία και 2 ενοίκια, συν κάποια µικρά εισοδήµατα από τη συγγραφική σου ιδιότητα και µεταφράσεις κειµένων που έκανες παράλληλα από ισπανικά στα ελληνικά. Μίλησες µε τους τραπεζικούς σου συµβούλους, µάζεψες κάποια νούµερα στην ατζέντα σου και κατευθύνθηκες στο γραφείο σου, µε στόχο να µαζέψεις τα λιγοστά προσωπικά σου υπάρχοντα και να πεις αντίο στα 2 αφεντικά!

Ξένια Σιφναίου, 43


Ως τις 11.οο το πρωί εκείνης της ηµέρας είχες παραιτηθεί, είχες µαζέψει το γραφείο σου, είχες δεσµευθεί πως θα διαχειριστείς όλες τις εκκρεµότητές σου µε πελάτες, δίνοντας έναν στόχο αυτό να έχει γίνει µέσα σε 3 εβδοµάδες και είχες πει πως αυτό θα το έκανες χωρίς απαραίτητα να βρίσκεσαι στο γραφείο σου ώστε η ευτυχία της αποχώρησής σου να µην δηµιουργήσει περίεργο κλίµα µεταξύ των συναδέλφων σου (ε! όχι να κατηγορηθείς ότι παρέσυρες και άλλον κόσµο να φύγει! Μόνο αυτό σου έλειπε να ακούσεις φεύγοντας!). Έπινες έναν απολαυστικό cappuccino µε µπόλικη κρέµα και κανέλα στο αγαπηµένο σου café κάτω από το γραφείο, παρακολουθώντας βιαστικούς περαστικούς και τις συζητήσεις των 2 baristas που σχολίαζαν την έντονη βραδινή ζωή τους µε γλαφυρότητα και αυτοσαρκασµό. Λίγο µετά κατευθυνόσουν στο σπίτι µε 2 σακούλες από το βιβλιοπωλείο/paperstore που προτιµούσες να επενδύεις κάποια χρήµατα κάθε µήνα για χαρτιά, µελάνια και καµιά καινούρια πένα ή µηχανικό µολύβι που σου γυάλιζε! Στρώθηκες κατευθείαν στη δουλειά που ήθελες να στήσεις, απλώνοντας 2 κόλλες Α3 χαρτί στο γραφείο σου – που είχε την κλίση ενός αρχιτεκτονικού σχεδιαστικού γραφείου αλλά ήταν από κρύσταλλο, και ξύλινα πόδια από σφένδαµο που ρύθµιζαν και την κλίση της εύθραυστης τάβλας. Το µηχανικό µολύβι που µόλις είχες αγοράσει, µε τις χοντρές µύτες 1,4 2b χάραξε τις πρώτες λέξεις της καταιγίδας συνειρµών που λάτρευες να κάνεις, όταν ξεκινούσες κάτι από το µηδέν, σαν πρώτο βήµα. Να ένα κουσούρι που είχες αποκτήσει µέσα από τη δουλειά σου! Στην πλάτη σου ένιωθες τις ανάσες των σοφών, αφού είχες τοποθετήσει µία επι-τοίχια βιβλιοθήκη από άκρη σε άκρη, και µε τέλος το ταβάνι. Στ’ αριστερά σου είχες την µπαλκονόπορτα, µε θέα τα γειτονικά business apartment blocks και τον παιχνιδιάρικο λονδρέζικο ουρανό, που όµως έκρυβε καλά τον µοναχικό του εαυτό και έκανε πολύ συχνά τα πείσµατα ενός κακοµαθηµένου που αναζητά την προσοχή σου αδιάκοπα! Απέναντί σου µία εργένικη κουζίνα µε πάσο, µία υδατογραφία ενός κυκλαδικού νησιού στο ένα της πλάι , και ένα χρωµατιστό ψυγείο µε τη βρετανική σηµαία στην πόρτα του στο άλλο πλευρό, πολύ cult αισθητική προσθήκη, και από τα λίγα πράγµατα που πήρες µαζί σου φεύγοντας από το σπίτι και την παντρεµένη ζωή σου µε την S. Λέξεις... συνειρµοί... τοµές σε έννοιες... φαντασία... και όλα αυτά να τα ενώνει ένας κοινός πυρήνας, η επιθυµία σου να βοηθάς ανθρώπους. Όταν ήσουν µικρός καθόσουν στη βεράντα του σπιτιού σου, ατένιζες τα δέντρα και αργότερα το πάρκο απέναντι, άκουγες σε walkman τους ABBA ή τους Bee Gees, ξεχώριζες το ‘the winner takes it all’ των ABBA, και οραµατιζόσουν πως έτρεχες δυνατά µε το ποδήλατο. Ο κόσµος, ήταν µαζεµένος στο βάθος του ονείρου... σαν να σε περίµενε, και έφτανες ως εκεί

Ξένια Σιφναίου, 44


για να διαπιστώσεις ότι κάποιος βρισκόταν στη θάλασσα και χρειαζόταν βοήθεια... Ήσουν εκεί την κατάλληλη στιγµή, και έπεφτες στο νερό για να σώσεις τον άνθρωπο... επιστρέφοντας στην επιφάνεια του νερού και ανάµεσα στον κόσµο που πάλι σε κοίταζε σαν να σε περίµενε, αλλά τώρα και µε θαυµασµό, έβγαινες νικητής και σωτήρας, µέσα σε χειροκροτήµατα, και λίγο πιο µετά έπαιρνες και τιµητική διάκριση γι’αυτή σου την ηρωϊκή πράξη. Αυτό ήταν... βοηθούσες και έσωζες κόσµο! Οι τελευταίοι σου συνειρµοί πάνω σε ένα ήδη γεµάτο χαρτί ήταν όλοι µε επίκεντρο τον άνθρωπο, το καλό, το νόηµα στη ζωή µας, το όραµα µίας γεµάτης, καλο-ξοδεµένης ζωής. Όλες οι σκέψεις και οι εικόνες που είχες άδειασαν σε ένα συνεχές 6ωρο... όταν πρωτο-σήκωσες το κεφάλι για να δεις την ώρα, έξω είχε σκοτεινιάσει... δεν ήθελε και πολύ για να το πάθει αυτό η λονδρέζικη ώρα, και αυτόµατα, πριν δεις το ρολόι, σηκώθηκες να φτιάξεις ένα ουίσκυ, µε πάγο και λίγο µεταλλικό νερό. Η γλυκιά µυρωδιά των φρούτων που είχες πάρει το προηγούµενο πρωινό από ένα open market κοντά στο διαµέρισµά σου σε καθήλωσε για αρκετή ώρα στην κουζίνα, να κόβεις φρουτάκια και να γεµίζεις διαρκώς το ποτήρι µε το νερό σου... το ουίσκι το κράταγες για λίγο σε αναµονή. Οι ασυνάρτητες σκέψεις σου, από την ώρα που είχες αποµακρυνθεί από το γραφείο σου, µε τα Α3 γεµάτα, άρχισαν να διαµορφώνουν έννοιες, ιδέες, επιχειρηµατικά πλάνα, να γίνονται concrete, που στα αγγλικά σηµαίνει και ‘συγκεκριµένο’ αλλά και ‘τσιµέντο’. Χρειαζόσουν ένα γραφείο, που θα µπορούσε αρχικά να είναι στο σπίτι σου, για να µην νοικιάζεις επαγγελµατικούς χώρους και ξεκινάς µε έξοδα, και ίσως δύο ακόµα ανθρώπους για να τρέξεις αυτή τη δουλειά! Έναν για την υποστήριξη και οργάνωση του γραφείου – εξυπηρέτηση κόσµου, τηλεφωνική επικοινωνία, e mailing & αρχειοθετήσεις, και έναν να επικοινωνεί µε επαγγελµατίες και να οργανώνει συνεδρίες επαγγελµατικής ανάπτυξης, κατ’ άτοµο ή κατά οµάδες, µε εµπειρία σε αυτόν τον χώρο και δυνατότητα να συντονίζει κάποιες οµάδες. Εσύ θα έκανες την επαφή µε εταιρίες για να περάσεις αυτή την ιδέα επιχειρηµατικά, ως εργαλείο ανάπτυξης στελεχών που θα ωφελούσε την επιχείρηση µε αυξηµένα νούµερα απόδοσης και παραγωγικότητας. Αυτό το απόγευµα στο σπίτι σου δηµιούργησες µία ιδέα που γέµισε την ψυχή σου ενέργεια και αισιοδοξία. Το ίδιο βράδυ σκέφτηκες πως µέσα σε λίγες ώρες είχες κλείσει ένα κεφάλαιο µισθωτής εργασίας που αριθµούσε αρκετές σελίδες. Και ταυτόχρονα είχες γράψει τον τίτλο του επόµενου κεφαλαίου. Σε δύο χρόνια από εκείνη τη µέρα είχες ανοίξει πολλά κεφάλαια ταυτόχρονα και είχες πάρει 4 ανθρώπους στο γραφείο, εκ των οποίων οι 3 σου άνοιγαν νέες πόρτες. Κι όµως, για να έρθει αυτή η στιγµή, το χώµα έχει καλλιεργηθεί,

Ξένια Σιφναίου, 45


έχει οργωθεί, έχει ποτιστεί, µε µεγάλη επένδυση χρόνου και προσπάθειας, και όλες οι δυνάµεις µας είναι έτοιµες να µας αποκαλύψουν αυτή την ιδέα, να εκραγούν και να σπρώξουν µε ώθηση, σαν πίδακας, τη ΣΤΙΓΜΗ. Έτσι νοµίζουµε συνήθως... πως υπάρχει µία στιγµή που όλα µας φαίνονται ξεκάθαρα, και είναι η ώρα της έµπνευσης. Αυτή τη στιγµή όµως τη δουλεύουµε για άπειρα λεπτά... που τα συµπυκνώνουµε µετά σε ηµέρες, ώρες, δευτερόλεπτα... Εσύ, επειδή δεν σου αρκούσε και δεν σε γέµιζε η διαχείριση υποθέσεων και χρηµάτων, συµµετείχες σε πολλά από τα life coaching sessions που οργάνωνε ο ένας σου συνάδελφος, αρθρογραφούσες σε περιοδικά του τοµέα που άγγιζε το ανθρώπινο κεφάλαιο, και είχες ξεκινήσει ένα βιβλίο, στηριζόµενος στις αρχές της προσωπικής ανάπτυξης και της επιθυµίας σου να εµπνεύσεις τους άλλους. Η κόρη σου µάλλον θα ακολουθούσε τον κλάδο των ανθρωπιστικών επιστηµών… Παρακολουθούσε µε ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα όσα συνέβαιναν και συζητιώνταν µέσα στο σπίτι και στο γραφείο σου, και αυτό είχε λειτουργήσει σαν έµπνευση στις επιλογές της… Την είχες ακούσει 2-3 φορές να µιλάει για εσένα µε ενθουσιασµό στη µαµά της, κι αυτό ήταν για σένα δυνατή επιβράβευση. Tο βιβλίο σου µέσα σε 10 µήνες είχε ολοκληρωθεί και ήταν υπό έκδοση, µε πρωτότυπο στα Αγγλικά και αυτόµατη µετάφραση ειδικού συνεργάτη στα Ελληνικά. Ήταν από τα λίγα στην ελληνική εκδοτική αγορά µε τέτοια θεµατολογία, και τόση συµπυκνωµένη εµπειρία, µε µαρτυρίες από ειδικούς και πλούσια βιβλιογραφία έµπειρων Βρετανών και Αµερικάνων ‘προπονητών’ επιχειρήσεων και στελεχών (coaches). Η προσωπική σου ζωή ήταν λίγο αφηµένη, σε κάποια γωνία του σπιτιού... δεν της πολυ-έδινες σηµασία παρόλο που έβγαινες µε φίλους και πελάτες σε αρκετές δεξιώσεις, σε πάρτυ και µπαράκια µε πιο κλειστές παρέες. Ζούσες µέσα από τις ζωές και τα λεγόµενα των άλλων, και αυτό σου έδινε την ψευδαίσθηση µίας προσωπικής ζωής που όµως δεν ήταν δική σου, και για εκείνη την ώρα δεν σου στοίχιζε αυτό, ούτε σου κόστιζε! Η κόρη σου επέµενε να βγαίνεις, ίσως γιατί έβλεπε και τη µαµά της να κάνει το ίδιο, χωρίς απαραίτητα να την κάνει αυτό πιο ευτυχισµένη. Μάλιστα, µία φορά σου είχε πει ότι γύρισε ένα βράδυ η µαµά της από ένα πάρτυ, και κλείστηκε στο δωµάτιό της... µετά από λίγο την είχε ακούσει να κλαίει... ώσπου την είχε πάρει ο ύπνος. Και τότε είχε µπει η κόρη σου στο δωµάτιό της και είχε χωθεί στην αγκαλιά της... και είχαν κοιµηθεί ήρεµα και οι δύο ως αργά το πρωί της επόµενης µέρας... όπως κάνατε κάποτε οι 3 σας τα Σαββατοκύριακα που σας άρεσε αυτή η χαλαρότητα... το χουζούρι! Όσο γλύκαινε και προχωρούσε η δουλειά σου, ηρεµούσε και το φλέγµα που είχες κρατήσει µέσα σου για την S. Όταν έφτασες στο ώριµο σηµείο να µην την κατηγορείς για τον χωρισµό σας, σχηµατίσατε έναν φιλικό κύκλο που

Ξένια Σιφναίου, 46


φάνηκε πως τον θέλατε και οι δύο, και στη µέση του κύκλου είχατε µία φωτιά που τροφοδοτούσατε συνεχώς µε κούτσουρα και την αναµοχλεύατε µαζί, µε φροντίδα και ενδιαφέρον να µένει πάντα ζωντανή. Η κόρη σας ήταν το τζάκι και η φωτιά αυτή µαζί... ∆εν το περίµενες αλλά συνέβη, χωρίς βία, χωρίς απότοµες κουβέντες, χωρίς αναφορές στο παρελθόν. Η S., ως γραφίστρια και µε χόµπυ τη φωτογραφία, σου έφτιαξε εικαστικά τη δουλειά σου και έκανε το καλύτερο οπτικό branding. Η κόρη σας καµάρωνε αυτή τη σχέση, µε κίνδυνο να νοµίζει πως ο γάµος εκεί κάπου κατέληγε για όλους. Η προοπτική να αποκτήσεις προσωπική ζωή στένευε µε αυτά τα πέτρινα τειχάκια που είχες χτίσει τριγύρω από τη ζωή σου, µε τους ανθρώπους σου από τη µέσα µεριά! Κι όµως, εδώ που ήταν πιο δύσκολο, εδώ συνέβη το απροσδόκητο. Και ένα φωτεινό απόγευµα, περπάταγες µε έναν συνεργάτη σου µιλώντας για τα επιτυχηµένα πρωινά σας ραντεβού µε δύο επιχειρηµατίες, που είχαν καταφέρει να στρώσουν µέσα σε 8 µήνες τη δουλειά και τη ζωή τους συνολικά. ∆ίπλα σας, δύο κοπέλες που περπάταγαν µε ταχύ ρυθµό, στα early 40s τους, συζητούσαν για την παρουσίαση του βιβλίου της µίας, που είχε γίνει το προηγούµενο απόγευµα. Και είχε αρκετό κόσµο, και µερικούς φίλους που καµία από τις δύο δεν περίµενε να δει εκεί, σε ένα από τα κεντρικότερα βιβλιοπωλεία του φηµισµένου εκδοτικού οίκου Random House του Λονδίνου, και τέτοια µέρα... βροχερή και αστραπο-λουσµένη. Είχαν ένα ζεστό και ενθουσιώδη ρυθµό στην κουβέντα τους που έκανε τη δική σας να αναλάβει γρήγορα ρόλο Β’εθνικής, και κάποια στιγµή γυρίσατε και οι δύο µαζί χαµογελώντας στις κοπέλες που προετοιµάζονταν να σας προσπεράσουν, για να πάνε λίγο πιο γρήγορα - θέµα ρυθµών υποθέτω... Τις αφοπλίσατε... σαστίσανε για δευτερόλεπτα και χάθηκε ο ρυθµός του προσπεράσµατός τους. Το ίδιο γρήγορα, καθότι ετοιµόλογοι και οι δυό σας εξ επαγγέλµατος, είπατε ο ένας στον άλλον να κάνετε πιο κει γιατί παρεµποδίζατε πιο γρήγορες και όµορφες υπάρξεις να περπατήσουν µε ταχύ ρυθµό. Και µετά στο καπάκι είπες εσύ: «πάντως... θα ήθελα στην επόµενη παρουσίαση που θα κάνετε να έρθω κι εγώ... θα ήθελα να γνωρίσω µία συγγραφέα από κοντά και να µου γράψει µία προσωπική αφιέρωση... » Η Κ. σου χάρισε ένα ζεστό χαµόγελο, καθόλου πειραγµένο που είχες ακούσει την κουβέντα της µε την Ε. Σου απάντησε µε τη σειρά της πως λυπόταν που δεν είχε µαζί της ένα αντίτυπο να σου δώσει επι τόπου, και δεν σου φάνηκε περίεργο αυτό που σου απάντησε γιατί υπέθεσες ότι ήταν εξοικειωµένη να µιλάει και να απαντάει σε κόσµο που δεν τον ήξερε απαραίτητα. Έβγαλες γρήγορα από το πορτοφόλι σου µία επαγγελµατική κάρτα και της την

Ξένια Σιφναίου, 47


πρότεινες, δείχνοντας πως το εννοούσες – ήθελες να γνωρίσεις από κοντά µία συγγραφέα! Όλα αυτά έγιναν ενόσω και οι 4 περπατούσατε – στο ρελαντί πλέον – αλλά περπατούσατε, και η κουβέντα σας, αν και σύντοµη, είχε το πνεύµα εγρήγορσης και σπιρτάδας που φανταζόσουν σε έναν άνθρωπο που θα ήθελες να ξαναδείς, σε ένα δείπνο ίσως. Σε 3 ηµέρες έλαβες στο γραφείο σου έναν σχετικά βαρύ φάκελο µε φυσαλίδες, και καλλιτεχνικά, όµορφα γράµµατα απέξω – µε µπορντώ µελάνι γραµµένα. Τον πήρες γρήγορα µαζί σου, έκλεισες την πόρτα – κάτι που δεν συνήθιζες – και τον άνοιξες µε βουλιµία. Μέσα είχε το βιβλίο της Κ µε αφιέρωση σε ριζόχαρτο, γραµµένη πάλι µε µπορντώ µελάνι, ιδιοχείρως από τη συγγραφέα. Σου έλεγε πως ευχόταν να βρεις το µυθιστόρηµά της το ίδιο αναζωογονητικό και φρέσκο όπως είναι οι πρωινοί περίπατοι, µε το ξηµέρωµα, σε πάρκα σαν κι αυτό που βρεθήκατε. Σε ξάφνιασε γιατί ήταν σα να ήξερε πως σου άρεσε να ξεκινάς τη µέρα σου περπατώντας, σε κάποιο από τα κοντινά στο σπίτι σου πάρκα, πριν πας στο γραφείο... που ήταν στο ακριβώς διπλανό διαµέρισµα από το σπίτι σου! Μετά σκέφτηκες πως ίσως το έκανε κι εκείνη, γι’ αυτό της ήταν κάτι τόσο οικείο να σου γράψει! Τι καλή ιδέα... τι γλυκιά σύµπτωση! Εκείνη τη µέρα που έλαβες το βιβλίο της, βιάστηκες να κλείσεις τις υποθέσεις σου, να προτρέψεις ανυπόµονα τους συνεργάτες σου στα ραντεβού που είχαν κανονιστεί και να µείνεις στο γραφείο, πάντα µε κλειστή πόρτα, για να διαβάσεις τις πρώτες αράδες της Κ. και του 3ου κατά σειρά µυθιστορήµατος που είχε γράψει τα τελευταία 10 χρόνια, µε τίτλο: «Η ζωή δεν µιλά... µόνο αγγίζει». Το µυθιστόρηµα το ρούφηξες σχεδόν, σε 2 µέρες... και ετοίµασες µία µικρή επιστολή χειρόγραφα, νιώθοντας σαν µαθητής, γιατί µάλλον από τότε είχες να γράψεις επιστολή ή γράµµα χειρόγραφα! Άτιµα computers! Σκέφτηκες αρκετά τι να της γράψεις, και τελικά σου βγήκε κάπως έτσι... «Σ’ ευχαριστώ που µου υποσχέθηκες φρεσκάδα, και µου χάρισες δροσιά καλοκαιρινής βραδιάς, που περιµένει το ξηµέρωµα για να ξεχυθεί στο πάρκο και να οργώσει πάθη και αναµνήσεις... Το µυθιστόρηµά σου το βρήκα υπέροχα λυρικό και εικονοπλαστικό... θα ήθελα να σε πετύχω σε έναν από αυτούς τους περιπάτους σου και αντί να ακούµε µόνοι µας τις µουσικές µας, να ανταλλάξουµε µία φρέσκια καληµέρα.» Το έστειλες µε courier κι εσύ, στον εκδοτικό της οίκο, για να σιγουρευτείς πως δεν θα µπαγιατέψει περιµένοντας να φτάσει στο κατάλληλο ταχυδροµικό κουτί.

Ξένια Σιφναίου, 48


Πριν προλάβετε να ορίσετε ραντεβού, σας πρόλαβε το πάρκο! Σε δύο µέρες από την επιστολή που έστειλες τη συνάντησες να βαδίζει γρήγορα σε ένα σηµείο στην αρχή του St.James park, και την έπιασες από τον ώµο για να την καληµερίσεις. Γύρισε απότοµα και λίγο ταραγµένη... έβγαλε τα ακουστικά και δύο ανάσες ανακούφισης βλέποντάς σε µε τις φόρµες και τα ακουστικά, µε το µπεζ καπελάκι σου και τα µαύρα αθλητικά παπούτσια, να της χαµογελάς. Σε θυµήθηκε γρήγορα και παραδέχτηκε πως ήσουν η πιο ευχάριστη έκπληξη που είχε εδώ και καιρό! Καθίσατε σε ένα κοντινό παγκάκι και της εκµυστηρεύτηκες πως λόγω της δουλειάς σου είχες καιρό να διαβάσεις µυθιστόρηµα... πως κι εσύ έγραφες, αλλά κυρίως για τη δουλειά σου, και πως εκτός από ένα ολοκληρωµένο βιβλίο, τα περισσότερα ήταν διάσπαρτα άρθρα και δηµοσιεύσεις που αφορούσαν το life coaching. Εκεί κάπου σταµάτησες, και είδες τα µάτια της να λάµπουν. Όχι µόνο δεν σε είχε πάρει για έναν ακόµα φλύαρο αναγνώστη της που της έδινες γλυκανάλατα κοπλιµέντα, αλλά έδειχνε να σ’ ακούει µε ενεργό ενδιαφέρον. Της είπες πως το γραπτό είναι και για σένα ένας τρόπος έκφρασης πολύ οικείος, αλλά είχες βρει µηχανισµούς να χειρίζεσαι και τον προφορικό λόγο των άλλων µε απλές και καίριες ερωτήσεις. Σε ρώτησε πόσον καιρό έκανες αυτή τη δουλειά και ξαφνιάστηκε που δεν της είπες από µικρό παιδί! Σου ζήτησε να διαβάσει το βιβλίο σου και κλείσατε ραντεβού να τα πείτε σε ένα κοινό αγαπηµένο bistrot σε 3 βραδιές από εκείνο το πρωινό, για να της το δώσεις αυτοπροσώπως και να τα πείτε σε πιο χαλαρό περιβάλλον και µε όµορφη πάντα µουσική. Μετά τη συνάντηση στο πάρκο την άφησες να συνεχίσει το ελαφρύ της jogging – γρήγορο περπάτηµα περισσότερο, και έµεινες στο παγκάκι να κοιτάζεις µε δέος αυτό το φαινόµενο που ζωγραφιζόταν στον ουρανό, συχνά µετά από βροχή, ή µία βραδιά µέσα στην υγρασία... αυτό που µέσα από την πυκνή συννεφιά, και χάρη σε κάποιες βαθιές τρύπες που δηµιουργούσε ο αέρας ανάµεσα στα σύννεφα, περνούσαν οι αχτίδες του ηλίου... θριαµβευτικά αλλά µε ταπεινότητα, για να χαρίσουν τη λάµψη τους σε ανθρώπους που διψούν για περισσότερο ήλιο. Ο συνεργάτης σου άκουγε µε έκπληξη, λίγες ώρες αργότερα, όλα αυτά που είχαν γίνει από την 1η σας συνάντηση µαζί του και µε τις κοπέλες, και σου ευχήθηκε να προχωρήσει αυτή η γνωριµία και σε κάτι πιο πικάντικο. Θα το δει αλλιώς όµως, όλο αυτό, αργότερα! Κι εσύ θα κρατήσεις αυτή την ευχή του, και θα την κάνεις δική σου... Είχες λίγη αγωνία γι’ αυτή την προγραµµατισµένη βραδιά. Κατά κάποιον τρόπο την είχες επιδιώξει, αλλά ήξερες πως τα απρογραµµάτιστα ήταν το δυνατό σου σηµείο, κι εκεί συνήθως κέρδιζες τον άλλον! Κι εδώ είχες το

Ξένια Σιφναίου, 49


κλειδί αλλά για λάθος πόρτα... γιατί να κερδίσεις κάποιον όταν βγαίνεις ένα χαλαρό ραντεβού; Γιατί να είναι όλα πάντα για νίκες και κέρδη; ‘The winner takes it all, the loser standing small... ’ που έλεγε και το αγαπηµένο σου τραγούδι; Μήπως όµως ο νικητής στέκεται µόνος του τελικά... όπως και ο ηγέτης; Μετά από αρκετές βραδιές σαν την πρώτη σας, όπου η µουσική, τα κεριά, το κρασί και το ελαφρύ σας φαγητό θύµιζαν πλέον βραδιές γευσιγνωσίας που απλά έλειπε ένα µπαχάρι ή λίγο πιπέρι σε κάθε γεύµα, βρεθήκατε στο διαµέρισµά της. ∆εν προλάβατε να φτιάξετε αυτόν το περίφηµο καφέ που όλοι µας υποσχόµαστε αλλά µάλλον κανείς δεν τον πίνει σε τέτοιες στιγµές... ούτε καν τον υποσχεθήκατε... και περάσατε τρεις ολόκληρες µέρες µέσα στο διαµέρισµα της Κ. ανακαλύπτοντας ό,τι έµψυχο και άψυχο υπήρχε µέσα σε αυτό... µε κάθε τρόπο! Σώµατα, αγγίγµατα, αναπνοές, βλέµµατα... δεν µπαίνουν εύκολα σε λέξεις γιατί κάτι χαλάει... µένουν στις αισθήσεις και αποτελούν εκρηκτικές στιγµές ζωής... Νόµιζες πως δεν είχες δικαίωµα να τις ξαναζήσεις, κι αυτή σου η έκπληξη όταν τις συναντούσες στο κορµί της και στις αγκαλιές σας έκανε το πάθος σου ακόµα πιο αφοπλιστικό για την Κ. Οι περισσότερες στιγµές στα δύο χρόνια που µείνατε σύντροφοι, ήταν µέσα σε αυτό το διαµέρισµα, ή σε ξενοδοχεία της Ελλάδος, της Σκωτίας και της Ιταλίας... αγαπηµένοι σας προορισµοί. ∆οκιµάζατε πρωινά... δοκιµάζατε ο ένας τον άλλον γευστικά... περπατάγατε χιλιόµετρα κοιτάζοντας κτίρια και σχολιάζοντας γούστα... γράφατε µε ελαφρύ χέρι κάποιες αράδες, εσύ για ένα δεύτερο επαγγελµατικό σου πόνηµα, που όµως δεν είχε τίτλο, αλλά είχε τον γνωστό ιδιαίτερο θεµατικό πυρήνα της ‘προπονητικής’ (coaching), κι εκείνη για το 4ο µυθιστόρηµά της που ήθελε να είναι ταξιδιωτικό. Προσπαθούσατε ο καθένας να µην αποσπάει τον άλλον, αλλά και να αντέξει αυτό το βάσανο για όσο θα κράταγε... και τα βράδια σας, όταν δεν κάνατε έρωτα, προτιµούσατε να διαβάζετε ένα κοινό βιβλίο και να το τελειώνετε µαζί – κάνοντας στέρεο την αποφώνηση και ευχαριστώντας τον συγγραφέα σαν να ήταν επί σκηνής και περίµενε το χειροκρότηµά σας για να κλείσει το βιβλίο του! Όταν γυρνάγατε στην καθηµερινότητα, λειτουργούσατε σαν ροµποτάκια µηχανικά, και ξαναγυρνάγατε στη βάση σας για φόρτιση το βράδυ! Είχες νιώσει πως χάνεις τη µαγεία της δουλειάς σου µέσα στα µάτια της... πως για να ζήσεις µαζί της, έπρεπε να θυσιάσεις την αγάπη µε την οποία έχτισες το γραφείο σου... Άθελά σου το ένιωθες αυτό, και µάλλον στον πυρετό του ενθουσιασµού σου για την Κ., κι εκεί είναι που στραβοπάτησες, χάνοντας ισορροπίες και λογικές! Μάλλον και οι συνεργάτες σου σε έβλεπαν και φοβήθηκαν πως θα τίναζες όλα αυτά τα χρόνια στον αέρα... λες και τους ανήκες, εσύ και τα χρόνια τούτα. Μόνο η Κ. παρέµενε ψύχραιµη, και σαν αποτραβηγµένη από όλο αυτό... σαν

Ξένια Σιφναίου, 50


να µην την αφορούσε! ∆εν ανακατεύτηκε καθόλου µε τη δουλειά σου, ούτε σου ζήταγε να γνωρίσει τους συνεργάτες σου... άλλο αν εσύ ήθελες να βγαίνετε παρέα τους και µε την Κ. αγκαλιά... Μία στιγµή µόνο θέλει – όπως και η γνωριµία, έτσι και το γκρέµισµα; Κάτι ακούς, βιάζεσαι να το πιστέψεις, και όλοι σου οι καρποί αρχίζουν να ατονούν, να βγάζουν ζουζούνια, να αρρωσταίνουν, σαν κάτι κολλητικό να εξαπλώνεται ξαφνικά σε όλα όσα έχεις αγγίξει µε χρυσά δάχτυλα λίγα χρόνια πριν. Κάποιος σου είπε ότι η Κ. σε πλησίασε µε σκοπό, και ο ‘διπλανός’ του κάποιου στο επιβεβαίωσε, µε µία παραπάνω µαρτυρία σαν στοιχείο. Εσύ έτρεξες κατευθείαν στο συµπέρασµα: ‘ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό... ’ Το ίδιο βιαστικά σκέφτηκες πως δεν σου άξιζε κάτι καλύτερο, κάτι πιο αυθεντικό! Κι έτσι κάπως, έριξες µία πέτρα και µεµιάς κατέβασες κάτω 2 τζαµαρίες! Η Κ. ήταν αδιαµφισβήτητα ένας γοητευτικός άνθρωπος, µε πνεύµα, ενδιαφέροντα και αισθητική, που είχε εξαιρετικό σεξ-απίλ και σου τόνωνε κάθε όψη του αντρικού εγωισµού περί αναγνώρισης και καταξίωσης σε τρίτους και κολλητές παρέες... σου ταίριαζε σωµατικά και ψυχικά, σαν σύντροφος σε αυτή την πιο ώριµη φάση που περνούσατε και οι δυο µαζί... κι αυτό σας έδενε. Κι όµως, σκέφτηκες πως κάτι θα έκρυβε κι αυτή µε τη σειρά της! Κάπου χρώσταγε! Αλλιώς γιατί να σου εµφανιστεί σ’ αυτή τη φάση της ζωής σου – που επαγγελµατικά είχες σκοράρει, αγγίζοντας κορυφή, και οικονοµικά είχες ό, τι επιθυµούσες; Επαγγελµατικά µυστικά ψάρευε η κυρία! Γνώσεις γύρευε, σε έναν τοµέα που δεν τον γνώριζε, ώστε να εισχωρήσει σε δεύτερο επίπεδο. Κι εσύ, µετά από µία βδοµάδα ‘ακουστική’, κι αφού γύρεψες και σηµάδια στη συµπεριφορά της για να επιβεβαιώσεις τις µαρτυρίες των καλοθελητών γνωστών και συνεργατών σου - θα τα έβρισκες, δεν υπήρχε αµφιβολία - τη ‘σούταρες’ µε τον πιο απόµακρο τρόπο... την κάλεσες για απογευµατινή βόλτα σε παρκάκι, και της είπες απλά, κοφτά, χωρίς διάθεση διαλόγου, πως δεν ήθελες να την ξαναδείς, και πως είναι κρίµα να χρησιµοποιεί την οµορφιά και τη συγγραφική της ιδιότητα για να τρέφει βίτσια όπως αυτό της κατασκόπου! Ήταν µονόλογος ουσιαστικά... δεν της άφησες περιθώρια να απαντήσει, ούτε να απολογηθεί, και εκείνη οπισθοχώρησε σιωπηλά... µε κάποια πληγή στα µάτια; Βουβή πάντως. ∆εν την ξαναείδες, απλά διάβαζες τα βιβλία που έγραψε µετά από σένα, και ήταν φανερό πως είχε γίνει πιο απαισιόδοξη και πιο εριστική – σαν να της έφταιγαν οι αναγνώστες της... έβγαζε ένα φλέγµα που εσύ το είχες από καιρό ξεφορτωθεί... ή µάλλον έτσι νόµιζες...

Ξένια Σιφναίου, 51


Γύρισες µε µεγαλύτερο σθένος και πάθος στη δουλειά σου, δικαιολόγησες τον εαυτό σου για ό,τι έκανες σε αυτή τη σχέση, και αναγνώρισες πως µόνο κάποιες φιλίες µπορούσες πλέον να κρατήσεις κοντά σου, εκτός από την κόρη σου, που ειλικρινά πικράθηκε απ’ ότι συνέβη µε την Κ. Μα δεν ήσουν πια τόσο λαµπερός και γοητευτικός στη δουλειά σου, γιατί είχες θαµπώσει αυτές τις αξίες µε µία σχέση που φαγώθηκες να καταστρέψεις νωρίς – πριν γιγαντωθεί και σου πάρει όλον τον χώρο και όλη την ασφάλεια που ένιωθες πλέον µόνο όταν ήσουν µόνος σου! Το αρνητικό φορτίο που ξεσήκωσες µε αυτή τη διάλυση, παρέσυρε τη δουλειά σου σε 2 δύσκολα χρόνια, από τα οποία βγήκες επιζών, αλλά όχι πλέον νικητής... Και το δεύτερο βιβλίο που ολοκλήρωσες ήταν τελικά µυθιστόρηµα... ήταν για τις σχέσεις... ήταν µία ειλικρινής αλλά καθυστερηµένη συγνώµη στην Κ. που ήρθε στην παρουσίαση του βιβλίου σου, σε άκουσε, πήρε ένα αντίτυπο και ξεγλίστρησε στο φεγγάρι, στη δροσιά της βραδιάς εκείνης, στην ακουστική σου µονάχα... Αυτό ήσουν πλέον για εκείνη... και για τον εαυτό σου. Σκιά... ακουστική... καριέρα... µετάνοια. Εσύ κράταγες την ελπίδα πως θα ξαναβρεθείτε µε την Κ. πιο κοντά… και το προσπάθησες µετά από εκείνη την παρουσίαση.

ΤΕΛΟΣ...

Ξένια Σιφναίου, 52


ΠΥΡ-ΕΞΟΥΣΙΟ...

Ξένια Σιφναίου, 53


Μια Αττική παραδοµένη στις ορέξεις της φωτιάς... ένα απέραντο και αχόρταγο τζάκι που καίει νυχθηµερόν, µα αντί να προωθεί τη συντροφικότητα, τη ζεστασιά ενός σπιτικού τζακιού, καίει γέφυρες, και ζεµατίζει τα µάτια και τις καρδιές... Κάποιοι κάτοικοι ζουν την κόλαση από κοντά, και κάποιοι είναι εντελώς ξεκοµµένοι από την καθηµερινότητά της, αλλά και από τα νέα, τα έκτακτα δελτία και τις συνεχείς ενηµερώσεις. Η Αττική καίγεται για 2η φορά µέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια. Είµαστε στην πρώτη µέρα των γεγονότων. ∆ύο χέρια στο τιµόνι, και µια παιδική φωνή στο πίσω κάθισµα, να σιγοτραγουδά το ‘επεράσαµ’όµορφα’! Ζούµε σε έναν κόσµο δίπολο...και τώρα είµαστε στο βόρειο ηµισφαίριο. ∆ροσιά και ευηµερία. Είσαι µόνη σου. Επιστρέφεις µε τον 9χρονο γιο σου στο σπίτι. Έχεις πάρει διαζύγιο εδώ και 2 χρόνια και ζείτε οι δυό σας σε ένα άνετο διαµέρισµα στο Νέο Ψυχικό. Τώρα είσαι στην Κάτω Κηφισιά, µόλις έχεις µπει από την Εθνική Οδό και κατευθύνεσαι προς τη Λεωφόρο Κηφισίας, επιστρέφοντας από ένα φιλικό σπίτι στον Άγιο Στέφανο. Περνάς από δρόµους οικείους. Μόνο που αισθάνεσαι τη διαφορά. Η ατµόσφαιρα είναι πιο φορτισµένη... όχι µεταφορικά... ∆εν τολµάς να ανοίξεις κι άλλο το παράθυρο του αυτοκινήτου γιατί αισθάνεσαι πως οι αναπνοές σου δεν θα είναι δροσερές – ούτε καθαρές. Οι φίλοι αυτοί είναι αγαπηµένοι, µε παιδί στην ηλικία του µικρού και το ζευγάρι πολύ ‘δικοί’ σου άνθρωποι, συνάδελφοι από την πρώτη σου δουλειά. Βρήκατε µια χαλαρή στιγµή µέσα στις διακοπές, κανονίσατε να βρεθείτε για κουβεντούλα, και τ’αγόρια σας αλητέψανε στο δωµάτιό τους µε τα αµέτρητα παιχνίδια που είχαν να µοιραστούν. Πέρασε η ώρα, έτσι όπως ξέρει αυτή να περνάει µε αγαπηµένη παρέα και έφτασε η ώρα του αποχωρισµού, µε τις γνωστές υποσχέσεις να µιλήσετε και να ξαναβρεθείτε σύντοµα. Τα σκέφτεσαι όλα αυτά στο τιµόνι, και τους αγαπάς περισσότερο γιατί παρά τις αλλαγές στη ζωή όλων, παραµένουν, σαν φίλοι, η δική σου σταθερή αξία. Στη δική σου ζωή τα πράγµατα δεν πήραν την τροπή που είχες ενδεχοµένως ονειρευτεί. Παρά τις δυσκολίες όµως, είχες ένα παιδάκι λατρεµένο κοντά σου, και τον άντρα σου που απλά περάσατε δυσκολίες, και επίσης απλά αποφασίσατε να ακολουθήσετε διαφορετικούς δρόµους και να ζήσετε τελικά χωριστά. Εκείνος µε κάποια σχέση που είχε δηµιουργήσει πριν χωρίσετε, εσύ µε τη δουλειά σου, µε τους φίλους σου και τον αγαπηµένο σου γιο. Οι γονείς και των δυο σας το βίωσαν σαν δική τους αποτυχία και αρχίσανε να αρρωσταίνουν. Φυσικά και η ηλικία τους δεν βοηθούσε... Κάπως έτσι χάσατε τον πατέρα του Ν. και τη µαµά σου… το στήριγµά σου σε όλα τα στάδια... του έρωτα, του γάµου αλλά και του χωρισµού σου µε τον Ν. – του µοναδικού άντρα στη ζωή σου ως τη στιγµή που γέννησες! Σηµαντικά στηρίγµατα... ∆υνατές απώλειες.

Ξένια Σιφναίου, 54


Στο σήµερα, στα 36 σου, είχες τις καλοκαιρινές διακοπές ως ορόσηµο. Είχες τον χρόνο να περάσεις µε τον γιο σου στιγµές λίγο πιο ξένοιαστες, και να σκεφτείς – να χαράξεις νέα πορεία στη ζωή σου, τόσο µε τον Ν. που σε πλησίαζε επικίνδυνα τους τελευταίους µήνες – µέσα σε ένα συναισθηµατικό τυφώνα που είχε ξεκινήσει µε την απώλεια των αγαπηµένων σας ανθρώπων – όσο και µε τον γιο σου που είχε αρχίσει να περνάει µία γοητευτική εφηβεία, από τα 9 του µε έναν πρώιµο έρωτα, και δύο φίλους του που τον στήριζαν σε µία καθαρά αντρική επανάσταση! Όµορφες σκέψεις, και ένα µέλλον που απλωνόταν µπροστά σας, λίγο πιο ελπιδοφόρο, λίγο πιο φωτεινό... µε την εµπειρία και τη δύναµη που σου χάριζαν οι απώλειες... Το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο έπαιζε εκείνη την ώρα το «In assenza di te» της Laura Pausini, αγαπηµένης τραγουδίστριας από τις πρώτες µέρες γνωριµίας σου µε τον Ν. κι εσύ βρέθηκες γρήγορα να αναπολείς εκείνες τις µέρες, και να οδηγείς σιγοτραγουδώντας, σε άλλους ρυθµούς από τον γιο σου, αλλά µε µία συντονισµένη και ασύγχρονη ταυτόχρονα ερωτική διάθεση. Ξαφνικά µία λάµψη, κι ένας ήχος. Η ζωή σου δεν πρόλαβε να περάσει από µπροστά σου, και το πρόσωπό σου πήρε µία έκφραση πόνου, γιατί πρόφτασες να σκεφτείς τον Ν., το γιο σου, και τα χρόνια που δεν θα έχει πλέον µπροστά του. Χριστέ µου γιατί; Μαύρη αυλαία. Η απόλυτη απώλεια. Από το όλα στο τίποτα µε ένα κλίκ. Όλη η ουσία είναι στη στιγµή που βιώνεις τη διαφορά... στο δευτερόλεπτο τούτο που λες: ‘αυτό ήτανε;’, ‘και τώρα τι;’. Όσα ξέρεις και όσα δεν κατέχεις απλά δεν έχουν την παραµικρή σηµασία µέσα σε αυτή τη στιγµή που καταλαβαίνεις πως θα εξαφανιστείς. Η ζωή της Β. µέσα από τα µάτια του ‘πρώην’ Ρούχα απλωµένα, χαλαρά, µετά από πεζοπορία ωρών µε παλιόφιλους. Μυρωδιές κέδρου, υγρασίας, και λευκού αγνού αποστάγµατος, µαζί µε τον καπνό µου να µπερδεύονται γλυκά και απέριττα στη βεράντα ενός βουνίσιου καταλύµατος. Έχω έρθει να θυµηθώ τα µαθητικά µου χρόνια στα πηλιορείτικα χωριά. Το σχολείο που στόλισε δύο χρόνια της ζωής µου… τα πιο ροµαντικά και γραφικά, τους γέρους του πατέρα µου που µένουν ακόµα εδώ, στις Μηλιές, και τα µέρη που περπάταγα µέσα στις εποχές, µια για να πάω σχολείο, µια για να πάω σε κάποιο παντοπωλείο - θελήµατα µαµάς - µια για να βρεθώ στο σπίτι φίλου να διαβάσουµε παρέα και να ξεφυλίσσουµε κανένα από αυτά τα πονηρά περιοδικά που είχαµε τότε πρωτο-ανακαλύψει στο µαγαζί του κυρ Παντελή – ενός σοφού πενηντάρη που είχε τη δύναµη να µας απολαµβάνει, µάλλον

Ξένια Σιφναίου, 55


ενθυµούµενος τα δικά του παιδικά χρόνια, και να µην µας καρφώνει στη µαµά! Τώρα θέλω να περάσω µερικές εβδοµάδες, αξιοποιώντας την άδεια του εκπαιδευτικού για να τελειώσω µία ακαδηµαϊκή µου εργασία, και να βάλω τα συναισθήµατά µου σε ‘τάξη’. Να καταλάβω βασικά αν υπάρχει γέφυρα γυρισµού για το σπιτικό που δηµιούργησα και γκρέµισα µε τα ίδια µου τα καµώµατα. Να σκεφτώ τί εκκρεµότητες έχω αφήσει και πώς θα µπορούσα από αυτές τις κλωστές να πιαστώ και να υφάνω τη µεταξύ µας απόσταση µε τη Β...να ανάψω ξανά το τζάκι και να χωθώ στην αγκαλιά της που τόσο έχω πεθυµήσει... Είµαι τώρα στη Μακρυνίτσα, και παρόλο που αυτό το χωριό το έχω ζήσει µε το κουτάλι σαν παιδί δηµοτικού και περιπλανώµενου εκπαιδευτικού, τώρα θυµάµαι τις στιγµές που έχουµε περάσει µαζί µε τη Β. σε µία από τις πρώτες µας εκδροµές σαν ζευγάρι, τις αγκαλιές που µου έκανε κάτω από το πλατάνι του χωριού, τη ζεστασιά των χειλιών της όταν αντί να µου µιλήσει ένωνε τα µάτια της µε τα δικά µου και έψαχνε τα χείλη µου για να µε καθησυχάσει, τις αµέτρητες ώρες που περνάγαµε µέσα στα ταβερνάκια µε το τσίπουρο και το τσιγάρο µας παρέα, κοντά στο τζάκι ή µε ένα ελληνικό καφεδάκι που έφτανε να ξεραίνεται στον πάτο του φλιτζανιού κι ακόµα στο ίδιο τραπέζι να βρισκόµαστε. Γιατί βασανίζοµαι έτσι; Κι αν δε θέλει; Ο γιος µας δεν είναι αρκετός σαν αφορµή για να βλεπόµαστε. Η αλήθεια είναι πως τον τελευταίο καιρό έχουµε και οι δύο µαλακώσει τον τρόπο µας! Η δουλειά της πηγαίνει καλύτερα, ο µικρός έχει στρώσει στο σχολείο, εγώ έχω χωρίσει από τη σχέση που µας είχε διαλύσει το σπιτικό και τα στοµάχια µας τα τελευταία 4 χρόνια, και µαζί µε τον χωρισµό αυτό έχω καταφέρει να βρω τα λάθη µου και να πω τις συγνώµες µου εκεί που τις χρωστούσα. Έχω κρατήσει την τελευταία και πιο σηµαντική για τη Β. µου... και θέλω να γυρίσω λίγο πιο γρήγορα στην Αθήνα – όσο έχουν κι εκείνοι διακοπές από σχολείο και δουλειές, για να τους δω λίγο παραπάνω. Το είχα ζητήσει τηλεφωνικώς και η Β., µετά από µερικές παύσεις περισυλλογής, µου είχε πει να τους πάρω απλά τηλέφωνο για να τους πετύχω σπίτι. Είχανε καλέσµατα σε φίλους του Ν. κυρίως και ήθελε να του κάνει όλα τα χατήρια. Έλαβα ένα τηλεφώνηµα όσο ήµουν στη διαδροµή του γυρισµού. Ήµουν στο ύψος της Θήβας... η Β. και ο Ν. ήταν στον Ευαγγελισµό µε βαριά τραύµατα. Μαχαιριά στην καρδιά.

Ξένια Σιφναίου, 56


Η ζωή στο σήµερα… Είχε γίνει έκρηξη σε ένα σηµείο µέσα στο δάσος της Κάτω Κηφισιάς, και ο κρότος και ο ήχος είχαν αναγκάσει τη Β. να κάνει µία σπασµωδική κίνηση στο τιµόνι, και να πέσει σε ένα αυτοκίνητο που µόλις ξεπάρκαρε. Αυτά είχε προλάβει να του τα πει η Β. όταν ξαναβρήκε τις αισθήσεις της. Ευτυχώς η έκρηξη είχε ενεργοποιήσει τους κατοίκους που τους βρήκαν εγκλωβισµένους στο αυτοκίνητο και κάλεσαν αµέσως ασθενοφόρο. Το αυτοκίνητο κάηκε λίγο µετά, µε αλλεπάλληλες εκρήξεις, και ώσπου να έρθει η πυροσβεστική είχε ήδη εξαπλωθεί η πυρκαγιά. Το άλλο αυτοκίνητο είχε εξαφανιστεί και η Β. δεν θυµόταν πολλά ωστε να βοηθήσει τις Αρχές. Μόνο ότι είχε δει δύο µαύρα κεφάλια µέσα. Έτρεξα σαν τρελός να προλάβω να τους δω, κι όλα αυτά τα έµαθα από µία κυρία που τους είχε συνοδέψει στο νοσοκοµείο, η οποία µε πήρε και τηλέφωνο και προσπαθούσε να µε καθησυχάσει. Φαινόντουσαν και οι δύο σαν να είχαν διαφύγει τον κίνδυνο. Θεέ µου τους είχα προλάβει! Ο Ν. άργησε να βρει τις αισθήσεις του και τα λεπτά που πέρασαν ώσπου να δούµε τα µάτια του ανοιχτά ήταν σκέτος εφιάλτης. Όταν µπήκα στο δωµάτιο κρατιόντουσαν χέρι χέρι. Ήταν τέτοια η χαρά µου που τους βρήκα αρτιµελείς που όταν τους αντίκρυσα λύθηκα στα γέλια και στα δάκρυα µαζί. Η Β. έδειξε προς στιγµήν να τα χάνει, αλλά όταν είδε το βλέµµα µου πίσω από τα δάκρυα κατάλαβε. Ήταν τόση η αγωνία µου που δεν χρειαζόταν να ρωτήσει. Ήταν τόση η χαρά µου που δεν κοβότανε στα δύο, ούτε στα µάτια, ούτε στην αγκαλιά µου. Γονάτισα και έγειρα το κεφάλι µου στο στήθος της Β. Ήταν ανακούφιση και µεταµέλεια µαζί. Ήταν τόσο το συναίσθηµα που δεν έβγαινε µιλιά. Τους πήρα δύο µέρες µετά από το νοσοκοµείο στο διαµέρισµά µου, στην Πλάκα. ∆υσκολεύτηκα λίγο, λόγω πεζόδροµων, να τους οδηγήσω χωρίς να τους κουράσω µε περπάτηµα, αλλά όταν φτάσαµε στον όροφο που έµενα είδα τα µάτια τους να λάµπουν! Μάλλον τους άρεσε αυτό που έβλεπαν! Τους κράτησα δύο εβδοµάδες στο σπίτι µου και πέρασα καταπληκτικά. Ανακάλυψα τη χαρά να τους περιποιούµαι! Ήταν ειλικρινά µία απόλαυση που δεν περίµενα, κι ένα δώρο για τις σκέψεις επανασύνδεσης που είχα κάνει όσο ήµουν στο Πήλιο. Είχα πάρει µερικά καλούδια από τον Βόλο φεύγοντας, και τώρα καθόµουν στο τραπέζι της φωτεινής µου κουζίνας µε τη Β. και πίναµε ένα τσιπουράκι µε το τσιγάρο µας, µαζί µε ελίτσες και τσίρο. Ο Ν. είχε έναν φίλο στο δωµάτιό του και έπαιζαν µε τις ηλεκτρονικές κονσόλες τους.

Ξένια Σιφναίου, 57


Προσπάθησα να αποφύγω κοινότοπα κλισέ στην κουβέντα µας και ήµουν πολύ µετρηµένος – παρά τα συναισθήµατα που έβραζαν και ξεχείλιζαν όλα µέσα µου. Η Β. ήταν πολύ ήρεµη και γλυκιά απέναντί µου. Το αίσθηµα ευγνωµοσύνης που µοιραζόµασταν ήταν διάχυτο. Η γλυκιά µου Β. µέσα στην ταλαιπωρία της µου φαινόταν πανέµορφη. ∆υνατή και χαρούµενη. Σύντοµη και πληγωµένη όταν πήγαινε να περιγράψει τί ένιωσε όταν βρέθηκε σε ένα χτυπηµένο αυτοκίνητο µε τον Ν. στο πίσω κάθισµα να έχει χάσει τις αισθήσεις του και µία φωτιά λίγο πιο κει να γλύφει τα κοντινά τους δέντρα! Έλεγε µερικές λέξεις... βούρκωνε και σιωπούσε λίγο µετά. Μου’ρχόταν να την πάρω αγκαλιά και να την οδηγήσω στο κρεβάτι µου... να κρυφτώ στη ζεστή της αγκαλιά... Αντί γι’αυτό, της κράταγα το χέρι και την κοιτoύσα στα µάτια... ευχόµουν ίσως να έβλεπε αυτή µου τη σκέψη, µα δεν τολµούσα να την εκφράσω. Ήθελα να κερδίσω αυτό το άτυχο και απρόσµενο δώρο που είχε προσγειωθεί στη ζωή µου... Ήθελα να το βάλω σιγά-σιγά στο σπίτι µου, και να κλείσω την πόρτα απαλά ώστε να ανήκει µέσα του. Αυτό έγινε αρκετούς µήνες µετά το ατύχηµα. Μα χτιζόταν σιγά σιγά. Με εκδροµές τα Σαββατοκύριακα και βραδυνά στο σπίτι µου µε κεριά και µουσικούλα. Ο Ν. έδειχνε να το απολαµβάνει. Και η Β. το ίδιο, αλλά ώρες-ώρες µου έδινε την εντύπωση ότι της άρεσε να µε βασανίζει. Για πολύ καιρό κοιµόµασταν χώρια στις εκδροµές, και τα βράδια που ερχόταν σπίτι µου, έφευγε µετά το δείπνο, και µου άφηνε τον Ν.... σαν να πήγαινε µετά και σε άλλο σπίτι, ή σαν κάποιος άλλος να την περίµενε στο διαµέρισµά της. Ήθελε, µου έλεγε, τον χώρο και τον χρόνο δικό της... Της τα έδινα όπως µου τα ζητούσε, µα τα βράδια µου ήταν ανήσυχα χωρίς αυτή τη συντροφιά της... Είχαµε και οι δύο ανάγκη για αντίθετα πράγµατα για αρκετό καιρό! Και είχα βρει εκτόνωση στην πρωινή γυµναστική. Έκανα jogging ή διάδροµο καθηµερινά, και ο ιδρώτας που κύλαγε µέσα από τα ρούχα µου, µε λύτρωνε! Απερίγραπτα τα συναισθήµατα που κυλούσαν ανάµεσά µας και που µας έφερναν πιο κοντά στο νόηµα της ζωής... στην προσπάθεια, στον σκοπό, στην ευγνωµοσύνη και τη λύτρωση. Με τη Β. αρχίσαµε να συζούµε και παρά τα παράπονα που της έκανα για τον χρόνο που µας πήρε, αισθανόµουν σαν να πρωτο-ερωτεύοµαι και να βγαίνω ραντεβού µε τη γυναίκα της ζωής µου. Ήταν µαγικές οι µέρες µας, µέσα στη συντροφικότητα και την αγκαλιά µιάς αγάπης που ήξερε να συγχωρεί και να απολαµβάνει. Ήταν µεγάλη η επιβράβευση, ζωγραφισµένη στα µάτια του Ν. που µας έβλεπε αγαπηµένους µαζί. ∆ηµιουργούσαµε καινούριες αναµνήσεις... σα να είχαµε πρωτο-γνωριστεί στο νοσοκοµείο! Τις πρώτες µας καλοκαιρινές διακοπές, κλείνοντας ένα χρόνο πλέον από το ατύχηµα και την πυρκαγιά που κατέκαψε µεγάλο µέρος του

Ξένια Σιφναίου, 58


πράσινου της κάτω Κηφισιάς, τις περάσαµε στο νησί που είχαµε πρωτογνωριστεί. Και στην αγαπηµένη µας εκκλησία, σε ένα λοφάκι λίγο πιο πάνω από τη θάλασσα, ανταλλάξαµε όρκους αγάπης µεταξύ µας, µε µάρτυρα τον Ν. και τα κύµατα, και επιστρέψαµε στη ζωή που µας άξιζε. Κάποια χρόνια αργότερα, κάναµε µία αδελφούλα στον Ν. που τη λάτρεψε σαν δικό του παιδάκι! Αυτό που ζω σήµερα δεν περιγράφεται άλλο. Ευχαριστώ τον Θεό για κάθε µέρα που µου χαρίζει µε την οικογένειά µου! Και για τα λάθη που µου συγχώρεσε. Ζω µε την τόλµη ενός ανθρώπου που αγάπησε δύο φορές... που σχεδόν ξαναγεννήθηκε και νιώθω το πυρ-εξούσιο της ζωής µου να µου δίνεται. Ένα µικρό τσίµπηµα µου έµεινε στην καρδιά... που έπρεπε κάτι να καεί, και κάποιοι να γλιτώσουν, για να ξαναζήσω και να σωθώ. Όχι… χαλάλι δεν θα πω... µα ένα µεγάλο ευχαριστώ.

ΤΕΛΟΣ...

Ξένια Σιφναίου, 59


Η ΕΠΙΛΟΓΗ...

Ξένια Σιφναίου, 60


Είχα πείσει τον εαυτό µου να µην σηκωθεί από το κρεβάτι µετά από απανωτούς µήνες εργασιακής κακοποίησης! Το σώµα µου αντιστεκόταν µουδιασµένο και βαρύ, κάτω από ένα σεντόνι που όλη τη βραδιά ρούφαγε σαν το σφουγγάρι τον ιδρώτα µου. Ειλικρινά ήταν από τις βραδιές που νόµιζα πως δεν θα ξηµέρωνε ποτέ! Κι όµως, η πρώτη ηλιαχτίδα πρόβαλλε µε θράσος µέσα από τα διαβρωµένα παντζούρια µας και χτύπησε κατευθείαν στο αριστερό µου βλέφαρο! Να πάρει η ευχή! Μόλις είχα χάσει και την τελευταία µου ελπίδα να χωθώ µέσα στη λήθη ενός ύπνου! Και στεκόµουν αφυδατωµένος και ανίσχυρος σε ένα στρώµα που µε πόναγε σαν να είχε φτιαχτεί µόνο από γωνίες! Τί θα κέρδιζα αν εµφανιζόµουν σήµερα στο γραφείο; Τί θα φορτωνόµουν αν δεν πήγαινα; Πώς θα µπορούσα να εµφανιστώ µετά από αυτά που είχαν συµβεί; Πώς και δεν µε είχε πάρει πίσω ο δικηγόρος µου µετά από τη λεπτοµερή ανάλυση που του είχα στείλει µε τα όσα είχαν συµβεί; Ας τα πάρουµε όµως από την αρχή, µήπως και µπορέσω έτσι να βγάλω µία άκρη, γιατί αν περιµένω από τον δικηγόρο µου να µε σώσει, τότε καλύτερα να πάρω και µία κούτα τσιγάρα και να πάω να παραδοθώ µόνος µου στον Κορυδαλλό! Πριν από κάµποσους µήνες, για την ακρίβεια από την αρχή της χρονιάς, είχα ξεκινήσει συνεργασία µε µία πολλά υποσχόµενη πολυεθνική εταιρεία, κολοσσό στο εξωτερικό που έκανε τα πρώτα της βήµατα στην Ελλάδα. Είχα επιλεγεί ανάµεσα σε έναν αριθµό στελεχών για τη θέση του Υπεύθυνου Εταιρικής Επικοινωνίας, και το ίδιο είχε γίνει για όλες τις ∆ιευθυντικές θέσεις της εταιρείας, µέσω ενός headhunter. Οι διαδικασίες αξιολόγησης και επιλογής µας έδειχναν καθ’όλα αδιάβλητες και γνώριζα πως τα αποτελέσµατά µας πήγαιναν υπο µορφήν report στη µαµά εταιρεία που έδρευε στο Λονδίνο. Το γεγονός ότι είχα δουλέψει µε το συγκεκριµένο γραφείο headhunters δίνοντάς τους δουλειές όσο ήµουν στις προηγούµενες 2 εταιρείες µου ήξερα ότι είχε κάποια βαρύτητα στην ευνοϊκή αντιµετώπισή µου, και διαισθανόµουν πως θα είχε και στην επιλογή µου! Όλα αυτά όµως κινούνται στη σφαίρα των εντυπώσεων, των αισθήσεων, και όχι των αποδείξεων. Όταν τελικά σε επιλέγουν για συνεργασία, όπως και γενικά όταν τα αποτελέσµατα βγαίνουν θετικά, δεν αναζητάς ποτέ τα αίτια ή την ανάλυση των αποτελεσµάτων! Αισθάνεσαι πως το αξίζεις γιατί απλά είσαι ο καλύτερος, και προχωράς στο παρασύνθηµα! Όταν όµως υπάρχουν αρχεία, και άνθρωποι που κατά κάποιον τρόπο δεν έχουν δεχτεί – ή καταπιεί – τη δική σου επιλογή έναντι άλλων, επίσης επιφανών στελεχών µε αντίστοιχες περγαµηνές ή αντίστοιχα των ίδιων έναντι εσού, τότε κάποια στιγµή κάποιος θα γυρίσει το ρολόι πίσω, θα ανατρέξει, θα

Ξένια Σιφναίου, 61


βρει και θα αναρωτηθεί δυνατά. Με κάποια σχετική αφορµή, αυτή η απλή αναζήτηση θα γίνει έρευνα µε στοιχεία και θα φτάσεις να κατηγορηθείς ότι δεν ήσουν και ο πλέον κατάλληλος... θα αµφισβητηθούν τα άµεσα αποτελέσµατά σου στη δουλειά, και θα αρχίσει µία αντίστροφη µέτρηση που όσο γερό στοµάχι και να ‘χεις, κάθε στιγµή κινδυνεύεις να καταρρεύσεις, να λυγίσεις έστω, και να λιποψυχήσεις! Έτσι έγινε... και µετά από µία επικοινωνιακή κρίση, όπου η εταιρεία, λόγω λιγοστών οικονοµικών πόρων στην Ελλάδα, είχε αποφασίσει να µην προχωρήσουµε στη δηµιουργία proactive crisis manual όπως στο εξωτερικό, εκτέθηκε στην ελληνική κοινωνία, αντιµετώπισε τον θάνατο ενός εργαζόµενου της λόγω αµέλειας, και µετά από πυροσβεστική επικοινωνία µε τους εκπροσώπους Τύπου, όταν έσβησαν τα φώτα της κακής δηµοσιότητας στράφηκε ενάντια στον εκπρόσωπο επικοινωνίας της στην Ελλάδα – σε εµένα δηλαδή. Τώρα είµαστε στην 4η µέρα της αντίστροφης µέτρησης, και δεν έφταναν τα όσα µου καταλόγιζε η µαµά εταιρεία διαµέσου τοπικού γραφείου, βρέθηκε και ο 2ος επικρατέστερος υποψήφιος για τη θέση που κατείχα εγώ να κάνει κολλεγιά µε τους headhunters που κι αυτοί έψαχναν τρόπους να αµυνθούν και µε έσερναν οµαδικώς στα δικαστήρια µε την απειλή αποζηµιώσεων εκατοµµυρίων, τόσο στη µαµά εταιρεία, όσο και στην οικογένεια του θανόντος υπαλλήλου (!), και στον αδικηθέντα υποψήφιο που αν ήταν εκείνος στη θέση µου όλα θα είχανε αντιµετωπιστεί εντελώς διαφορετικά. Ωραίο κουβάρι ε? Από πού θα µου προτείνατε να το πιάσω λοιπόν; Από την αρχή; Ποια αρχή; Μήπως από το τέλος; Ποιο τέλος; Πάµε από την ουσία. Μήπως έχει έρθει η στιγµή να ξεκινήσω δική µου δουλειά, που απλά τόσον καιρό ανέβαλλα λόγω γενικών οικονοµικών συγκυριών στη χώρα µας και λιγότερης δικής µου εµπειρίας στον χώρο; Μήπως έχει έρθει η στιγµή να κάνω αυτό το ταξίδι στις σκανδιναβικές χώρες που η Ξ. µου επιµένει να κάνουµε εδώ και χρόνια, για να διερευνήσουµε το ενδεχόµενο να ζήσουµε εκεί; Μήπως είναι η στιγµή να κάνω την απόλυτη στροφή και να γράψω ένα βιβλίο ‘περί κρίσης’, αφού µε τριγυρίζει και µε φαγουρίζει µία ολόκληρη δεκαετία τώρα; Μήπως απλά παραλογίζοµαι στα ιδρωµένα µου σεντόνια και πρέπει να σηκωθώ να φτιάξω έναν δυνατό καφέ και να χαθώ στους ευεργετικούς καταρράκτες ενός πρωινού ντους; Ούτε αυτή την απλή απόφαση δεν µπορώ να πάρω µετά από όλα αυτά που µου έχουνε συµβεί και σας περιγράφω τώρα! Και µετά από εκατοντάδες αποφάσεις που έχω στο ιστορικό µου, σ’ αυτό το µικρό διάστηµα που είµαι στην εταιρεία αυτή... Μετά, σκέφτοµαι και το εξής... αφού είχαν επιλέξει εµένα, καλώς ή κακώς ας το αφήσουµε στην ιστορία να το κρίνει πλέον, έτσι όπως µε επέλεξαν, µε τον Γενικό ∆ιευθυντή τότε τι είχαν κάνει; Ήταν πιο διαφανείς και πιο δίκαιοι στην

Ξένια Σιφναίου, 62


επιλογή του; Μήπως θα έπρεπε να αµυνθώ µε επίθεση; Τελικά, ένας σύµβουλος για κάθε εταιρεία, ένας ‘προπονητής’ για προγύµναση και αντιµετώπιση των όσων συµβαίνουν ή προβλέπονται γι’αυτήν και για τα µέλη της ξεχωριστά, είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητος! Ποιος θα µπορούσε να είναι αυτός για εµάς; Για εµένα; Ντούς λοιπόν, και γρήγορα πριν αλλάξω γνώµη! Κι όλες οι σκέψεις ίσως αυτόµατα να ξεπλυθούν. Είκοσι λεπτά έντονο περπάτηµα στο διάδροµο που έχουµε εγκαταστήσει στο κλειστό µας µπαλκόνι... ιδρώτας µέχρι δακρύων, να φτάνει ως το κέντρο της φυσικής µου ύπαρξης, και δροσερό ντους στο καπάκι! Καφές γαλλικός, φρεσκο-καβουρδισµένος και ήδη το µυαλό έχει αρχίσει να παίρνει θετικές στροφές και πάλι... Θα πάω να στηθώ σαν µπάστακας έξω από το γραφείο του δικηγόρου µου, και κάποια στιγµή µέσα στην ηµέρα θα αναγκαστεί να µε δει! Όχι... µε εκβιαστική παρουσία δεν γίνεται καλό παιχνίδι! Άλλη στρατηγική θα ακολουθήσω µε τον δικηγόρο µου, απλά δεν την έχω βρει ακόµα. Θα γράψω στο status µου στο Facebook update ότι δεν θα ξαναπατήσω στο γραφείο, και θα παραπέµπω στο blog µου για να εξηγήσω ποιος ήταν ο πραγµατικός απατεώνας σ αυτό το βρώµικο παιχνίδι! Κι έτσι κάπως θα ανοίξω επικοινωνιακό και πραγµατικό πόλεµο µε την εταιρεία µου! Αυτό κι αν είναι αυτοκτονία! Μήπως να ρωτήσω την Ξ. µου τί να κάνω; Μα τώρα που την κοιτάζω γαλήνια στο κρεβάτι µας, ούτε να την αγγίξω δεν τολµάω... Ακόµα καλύτερα, θα πάρω µία φίλη µας, που έχει µεσάνυχτα από δουλειές και επιχειρήσεις... και είναι ιδανική στο να σε ακούει σαν εξωτερικός ουδέτερος παρατηρητής... Έτσι κάπως σου πετάει τις πιο εύστοχες προτάσεις, που ουσιαστικά εσύ ο ίδιος έχεις πει, απλά στις ξανασερβίρει µε γαρνιτούρα και ακούγονται ιδανικές! Πρέπει να περιµένω να ξυπνήσει πρώτα, αυτή όπως κι όλος ο κόσµος που έχω σκεφτεί να απευθυνθώ... Ανάθεµα την αϋπνία µου! Για άλλη µια φορά µε ακινητοποιεί... Ανοίγω την TV και πέφτω πάνω σε κάτι πρωινούς γκρινιάρηδες που αναλύουν το πολιτικο-οικονοµικό χάλι στο οποίο έχουµε περιέλθει µετά από χρόνια καταχρήσεων των εκάστοτε κυβερνήσεων που µας µαστίζουν σαν πανδηµίες! Ανοίγω το ραδιόφωνο και βάζω αυστηρά µουσικό σταθµό! Παράλληλα, γυρνάω την τηλεόραση σε κανάλι που παίζει µόνο παιδικά προγράµµατα, και βλέπω µε ανακούφιση κλασσικά επεισόδια µε τον Snoopy,τον Linus και τον Charlie σε αυτούς τους ατέλειωτους φιλοσοφικούς τους διαλόγους... Το τηλέφωνο χτυπάει... είναι 08.15 το πρωί... ο δικηγόρος µου! Mου ζητάει να βρεθούµε στο γυµναστήριο που κάνουµε µαζί κολύµβηση κάθε ΣΚ, παρόλο που είναι εργάσιµη µέρα, έτσι... γι αλλαγή. Είµαι ήδη στο αυτοκίνητο, όταν χτυπάει το κινητό µου και είναι η Ξ. µου. Ξύπνησε λέει από την πόρτα που έκλεισα µε δύναµη φεύγοντας. Της εξηγώ βιαστικά πού πάω και ποιόν θα

Ξένια Σιφναίου, 63


συναντήσω, και της λέω πως δεν θα γυρίσω σπίτι αν δεν έχω βρει λύση στο εργασιακό µου µπλόκο! Η αποφασιστικότητά µου επανέρχεται σταδιακά, καθώς ο ήλιος ωριµάζει σε ένα ζεστό πρωινό... ∆εν είµαι σε θέση όµως να ξέρω την αντίδραση της Ξ. µου και τα συναισθήµατά της για όλη αυτή την περιπέτεια, καθώς έχω καιρό να την κοιτάξω στα µάτια! Απλά ακούω από την άλλη µεριά της γραµµής ένα ανεπαίσθητο ‘µµµ’ και υποθέτω πως κατανοεί... γιατί έτσι θέλω τώρα να νιώσω... πως συµφωνεί και καταλαβαίνει... πως µε υποστηρίζει! Μετά από έξι 50άρια ελεύθερο, σταµατάµε παράλληλα στη µέση της έβδοµης διαδροµής, ξέπνοοι σχεδόν, και κρατιόµαστε από το χρωµατιστό διαχωριστικό... λίγα δευτερόλεπτα σιωπής για να βρούµε αναπνοή κι έπειτα ο Μ., ο δικηγόρος µου ξεκινάει λακωνικά: «τι χρειάζεσαι από εµένα;» Του απαντάω στον ίδιο τόνο: «να µου αναλύσεις τις επιλογές µου, µετά από τα γεγονότα που σου εξέθεσα» Ο Μ. συνεχίζει: «ξεκινάµε µε λίγες αποδείξεις, πολλές ενδείξεις, και µία αλήθεια... Έχει σκοτωθεί ένας εργαζόµενος κι εσύ έχεις σηµαία τη θέλησή σου να τα βάλεις µε µία εταιρεία κολοσσό για να αποδείξεις πως δεν είσαι... ελέφαντας! Είσαι προετοιµασµένος για κάτι τέτοιο;» «∆εν νοµίζω πως θα είµαι ποτέ έτοιµος για κάτι τέτοιο... όπως δεν είναι κάποιος προετοιµασµένος για µία κατά µέτωπο σύγκρουση... τόσο ψυχολογικά, όσο και ουσιαστικά (µε τις απαραίτητες αποδείξεις ή προφυλάξεις), και νοµίζω πως δεν είναι έτοιµος ποτέ κανείς να αντιµετωπίσει µία τέτοια κατάσταση σε όλη της τη διάσταση... µήπως είναι έτοιµος κανείς να τρακάρει; Κι όµως, πολλοί το παθαίνουν... και πορεύονται αν βγουν ζωντανοί ή µε ελαφριά τραύµατα!» Ο Μ. µου αντιγύρισε γρήγορα... «Είναι λοιπόν ένα τόλµηµα για σένα; Ένα άλµα; Υπάρχει δίχτυ ασφαλείας από κάτω σου για να φρενάρει την πτώση σου; Ρωτάω γιατί όπως και σε µία δίκη διαζυγίου ή βιασµού πάντα θα ακουστούν και τα αρνητικά για το υποτιθέµενο θύµα... κυρίως αυτά θα ακουστούν µάλλον! Το ξέρεις αυτό, έτσι δεν είναι; Πρέπει να είσαι έτοιµος να ακούσεις για τον Α. πράγµατα όχι και τόσο κολακευτικά.» «Ναι Μ. µου, είµαι σε µία ηλικία που δεν τρέφω αυταπάτες πια... Απλά θέλω να προσπαθήσω να αποτινάξω τη λάσπη που µου ρίξανε και να δω πέρα από αυτήν... το αύριο που µε περιµένει... µπορώ πιστεύεις;» «Αυτό µπορείς να το κάνεις και µε ένα απλό ∆ελτίο Τύπου. ∆εν στοιχίζει τίποτα και πάει παντού!» «Ναι, αλλά το ∆ελτίο Τύπου δεν σε προστατεύει από το να πληρώσεις κάποια εκατοµµύρια ευρώ, και να φορτωθείς και τον θάνατο ενός ανθρώπου, χωρίς

Ξένια Σιφναίου, 64


καµία δική σου ουσιαστική ευθύνη! Σε µία περίοδο µάλιστα που προσπαθείς να ξεχάσεις και να ξαναγεννηθείς φτιάχνοντας κάτι δικό σου από το µηδέν.» «Ωραία, κατανοητά όλα αυτά... εγώ όµως πώς µπορώ να σε βοηθήσω σε όλο αυτό;» «Να αναλάβεις την υπόθεσή µου στο δικαστήριο! Απλά τα πράγµατα!» «Μα ξέρεις πως εγώ δεν αγορεύω πλέον! Έχω φύγει χρόνια από αυτό το σπορ.» «Ναι, αλλά είσαι νοµικός σύµβουλος που βρίσκει, και καθοδηγεί µάχιµους δικηγόρους, σωστά; Σε εµπιστεύοµαι λοιπόν, να µου βρεις τον καταλληλότερο δικηγόρο γι αυτή τη δουλειά.» «Σου υπόσχοµαι να κάνω ότι µπορώ.» «Ωραία... µέσα στο ΣΚ περιµένω νέα σου!» Έτσι χωρίσαµε πάλι τις διαδροµές µας, εγώ έκανα 500 µέτρα ακόµα, και ο Μ. βγήκε άµεσα από την πισίνα, σαν να είχε να προλάβει πολλές υποθέσεις πριν πιάσει τη δική µου. Βγαίνοντας από το κολυµβητήριο, πήρα έναν cappuccino to go από το απέναντι café και απόλαυσα την πρωινή µου διαδροµή ως την Κηφισιά ρουφώντας σε µικρές γουλιές το αφρόγαλα, ανακατωµένο µε Colombian espresso για δυνατή γεύση, µε την αφράτη και µπόλικη κανέλλα. Στο ραδιόφωνο έπαιζε σύγχρονα τραγούδια και είχα πέσει στο “You and I”. ∆εν γύρισα σπίτι, όπως είχα υποσχεθεί στην Ξ., µα γέµισα τη µέρα µου µε συναντήσεις. Μετά το κολυµβητήριο συνάντησα έναν συνάδελφο, Υπεύθυνο Ανάπτυξης στην εταιρεία, περισσότερο από ανάγκη να δω ένα οικείο πρόσωπο και να ακούσω δύο-τρία πράγµατα για τη δουλειά και από ανάγκη να µην αποκοπώ τόσο βίαια από τη µέχρι στιγµής καθηµερινότητά µου... Αγχωµένη κίνηση… από κεκτηµένη ταχύτητα και άνευ ουσίας µάλλον ρίχνοντας δεύτερες σκέψεις σε αυτή την παρόρµηση! Όπως το περίµενα, τα πράγµατα µετά το ατύχηµα ήταν αρκετά δύσκολα για την εταιρεία, και αυτοί που έβγαιναν στην αγορά το συναντούσαν πιο έντονα αυτό. Πολλές εταιρείες έχουν αντιµετωπίσει παρόµοια περιστατικά, η διαφορά είναι πως το έχουν διαχειριστεί πολύ διαφορετικά, τόσο ουσιαστικά όσο και επικοινωνιακά. Από αυτή τη συνάντηση έφυγα µε µία πικρία στο στόµα... την ίδια γεύση που είχα όλες τις µέρες από το ξέσπασµα της κρίσης, ως τη µέρα που έλαβα τις µηνύσεις σπίτι µου! σαν να είχα πιει δέκα εσπρέσσο σκέτους! Η επόµενη συνάντηση ήταν µε τον µεσίτη για την εύρεση επαγγελµατικού χώρου µε συγκεκριµένες προδιαγραφές, τόσο σε τετραγωνικά όσο και σε δωµάτια και περιοχή...

Ξένια Σιφναίου, 65


Νωρίς το απόγευµα είχα τηλεφωνικό ραντεβού µε Ιρλανδία, µε µία εταιρεία που είχα προσεγγίσει, experts σε crisis management και εταιρική επικοινωνία, και το τηλεφώνηµα το έκανα µέσα από ένα Starbucks στην Ερυθραία, µε το laptop µπροστά µου και έναν διπλό γλυκό εσπρέσσο στα αριστερά µου! Οι απογευµατινές µου συνοµιλίες, τόσο µε τον µεσίτη, όσο και µε τους Ιρλανδούς µε φόρτισαν µε αισιοδοξία γιατί αφορούσαν το µέλλον µου. Γύρισα σπίτι, η Ξ µόλις είχε µπει από το γραφείο και κοιταχτήκαµε για δευτερόλεπτα, ανταλλάσσοντας την ενέργεια της ηµέρας σε βλέµµατα και εκφράσεις που δεν χρειάζονται λέξεις για να δειχτούν... µε ένιωσε και την κατάλαβα... δεν είχε περάσει τόσο καλά στο γραφείο της αλλά δεν έδειχνε να τη νοιάζει τόσο αυτό. Καθίσαµε στη βεράντα µε ένα φρεσκο-ανοιγµένο µπουκάλι κόκκινο Κατώγι Αβέρωφ, χωρίς να έχουµε µιλήσει καθόλου ως εκείνη τη στιγµή. Αφήσαµε µερικές αναπνοές να φύγουν µε ώθηση, και κρατήσαµε το οξυγόνο µας καθαρό για τις µικρές, αθόρυβες και ουσιαστικές ανάσες. Όταν γέµισα το ποτήρι της, ευχήθηκε να γιορτάσουµε σύντοµα τα εγκαίνια του νέου µου γραφείου, και της ευχήθηκα να πάρει τη θέση που διεκδικούσε µέσα στην εταιρεία για υπεύθυνη HR σε όλη τη Μεσόγειο, σε ελληνική εταιρεία µε έντονη εξαγωγική δραστηριότητα που αναπτυσσόταν ραγδαία τα τελευταία 3 χρόνια. Ξανακοιταχτήκαµε πριν τσουγκρίσουµε τα ποτήρια µας και χαµογελάσαµε σε ένδειξη αναγνώρισης όλων των εµποδίων που αντιµετωπίζαµε και οι δύο το τελευταίο διάστηµα! Εγώ αµέσως µετά σκέφτηκα το αλκοόλ που έχω καταναλώσει τον τελευταίο καιρό, και µπήκα στη διαδικασία της αυτοκριτικής, χωρίς ιδιαίτερη σκληρότητα – να βρω έναν τρόπο να το µειώσω σταδιακά για να µην µου γίνει συνήθεια. Η Ξ. ακούµπαγε το ποτήρι στο τραπέζι και κοίταζε προς πέρα, στη µεριά που όταν ήταν καθαρή η ατµόσφαιρα έβλεπες Αίγινα, όταν της έριξα την πρόταση να παντρευτούµε. Με αγκάλιασε και σχεδόν µε παρηγόρησε, λέγοντας πως πίστευε ότι θα ήταν καλύτερα να κλείναµε τα µέτωπα που είχαµε ανοιχτά µε τη δουλειά πρώτα και µετά, γιατί όχι; Να το δούµε και αυτό! Με εξέπληξε η ψυχραιµία και η λογική που πρόβαλε σε κάτι που το ήθελε και το περίµενε – νοµίζω – τον τελευταίο χρόνο που µέναµε µαζί. Πίνοντας και τις τελευταίες γουλιές από το «Κατώγι», σκέφτηκα πόσα είχε περάσει εξαιτίας µου το τελευταίο διάστηµα και τις πρότεινα να φύγουµε το ΣΚ για Ύδρα, να αλλάξουµε παραστάσεις. Πρόβαλλε µικρή αντίσταση, και παράλληλα το µυαλό της γρήγορα µου έδωσε την εντύπωση πως ταξίδευε ήδη στο τί πράγµατα θα έπαιρνε µαζί, αν θα µπορούσε να κάνει µπάνιο, στο βιβλίο που θα επέλεγε να τη συντροφεύει για τις δύο αυτές µέρες... Την Παρασκευή το απόγευµα, στη διαδροµή για το λιµάνι µου εκµυστηρεύτηκε πως τη θέση που διεκδικούσε µάλλον θα την έδιναν σε κάποιον που ερχόταν από την αγορά, άντρα, µε εµπειρία στον χώρο τους και από επίβλεψη ξένων χωρών, πιο ‘έτοιµο’ από εκείνη να αναλάβει αντίστοιχα

Ξένια Σιφναίου, 66


καθήκοντα. ∆εν έδειχνε πειραγµένη, ούτε τσαντισµένη... περισσότερο προβληµατισµένη για το µέλλον της εκεί µου φάνηκε µετά τη συζήτηση αυτή. Το ΣΚ καταφέραµε να µην µιλήσουµε καθόλου για δουλειά. Στο δελφίνι απολαµβάναµε χαζεύοντας τα απόνερα και καπνίζοντας σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του πηγαιµού στο βεραντάκι που έχουν όλα τα δελφίνια στο πίσω µέρος τους. Οι αναπνοές µας ήταν γενναίες σε ιώδιο και καπνό! Με την άφιξή µας στο νησί, ήρθε η πρώτη έκπληξη για την Ξ. Ένα µπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα στο κρεβάτι του ξενοδοχείου µας και στη µέση ένα κόκκινο! Η αγκαλιά της µου έδωσε την εντύπωση της γυναίκας που ξέρει πολύ καλά πού πατάει, απλά για την ώρα είχε επιλέξει ένα µικρό δροµάκι για να ξαποστάσει και να αλλάξει εικόνες! Τα φιλιά της µε παρέλυσαν, και ένιωσα όπως τις πρώτες µέρες της γνωριµίας µας... µικρός Θεός προσγειωµένος (στους δρόµους της Αθήνας) στην όµορφη Ελλάδα, την ερωµένη της Ευρώπης. Κάναµε έρωτα, µε τα µπαγκάζια µας να κοιτούν απορηµένα που δεν τα είχαµε αγγίξει, και το δωµάτιο να µυρίζει χλωρίνη... ευτυχώς το ψυγειάκι είχε νερό παγωµένο και φρούτα... και µία µικρή σαµπάνια που σέρβιρα στα ποτηράκια µας, επάνω στα ιδρωµένα µας σεντόνια, στη δροσιά του σκιερού δωµατίου και κοιτάζοντας νωχελικά το λιµάνι της πέρασα ένα µονόπετρο που είχα αγοράσει µία µέρα πριν από το κέντρο της Αθήνας, από ένα αγαπηµένο της κοσµηµατοπωλείο... Παρά τη συζήτηση που είχαµε κάνει πριν µερικές µέρες, έδειξε πραγµατικά να µην το περιµένει. Έτσι σαστισµένη και λίγο ιδρωµένη όπως ήταν, ανέβηκε επάνω µου και σταθήκαµε µε κορµιά και χέρια πλεγµένα να αναπνέουµε µέσα από τα λιµανάκια που σχηµάτιζε ο λαιµός µας, εγώ πίνοντας τις µυρωδιές της κι εκείνη γλύφοντας το αλάτι που είχε µείνει επάνω µου... . Σηκωθήκαµε αργά το απόγευµα ενός Σαββάτου που το είχαµε αφιερώσει στη χαλάρωσή µας.. χωρίς πρόγραµµα και σχέδια... τουλάχιστον έτσι νόµιζε η Ξ. Οι εκπλήξεις συνεχίστηκαν όλο το ΣΚ µε µουσικές και δώρα, όλα αυτά που µάθαινα για την Ξ. τα χρόνια της γνωριµίας µας... το βράδυ του Σαββάτου την πότισα µε το αγαπηµένο της λευκό παγωµένο Chardonnay σε ένα λιτό ιταλικό εστιατόριο που είχε ανοίξει την ίδια σαιζόν, και µου είπε πολλά... δεν ήταν όλα όµορφα, αλλά είχε έναν τρόπο να τα παρουσιάζει που µε άφηνε µε ένα χαµόγελο αφέλειας και ηρεµίας... και µε την αίσθηση ότι παρόλ’αυτά εµείς θα συνεχίζαµε να είµαστε µαζί και καλά, ίσως και για πάντα! Με αγαπούσε πολύ... ίσως µε είχε προλάβει σε αυτό το συναίσθηµα (και στην κοινή µας πορεία) γιατί είχε διακρίνει γρήγορα πόσο ταιριάζαµε, και πού διαφωνούσαµε, είχε ξεχωρίσει ίσως πρώτη στα µάτια µου τις συναισθηµατικές µου αποσκευές, κι όταν εγώ την πρωτο-φίλησα, ήταν έτοιµη να µε βάλει στη ζωή της... σαν να µε περίµενε...

Ξένια Σιφναίου, 67


Μου ζήτησε να µην βλέπω τόσο στενά και εγωκεντρικά αυτό που µου συνέβαινε µε τη δουλειά µου, γιατί έχανα το µήνυµα και το µάθηµα πίσω από αυτό... Μου είχε πει κι άλλες φορές πως ήµουν πολύ εγωκεντρικός µα δεν έδινα πάντα σηµασία γιατί ήταν - πίστευα – η µεγάλη µας διαφορά σε αυτό, που την έκανε να το βλέπει έτσι! Όταν την ακούµπησα στο κρεβάτι τραγουδούσε το ‘χάρτινο το φεγγαράκι’’... όταν την πήρα αγκαλιά για να την ηρεµήσω από το τρέµολο των χορδών της... από τις εντάσεις και τα adagio που περάσαµε, µου είπε πως έκαιγα.. Την πήρα στα χέρια και περάσαµε µισή ώρα κάτω από το ντους... όταν ξανα ακουµπήσαµε τα σεντόνια µας και λύσαµε τις πετσέτες, γύρισε µπρούµυτα και κούρνιασε κοντά µου, πλέκοντας τα πόδια της µέσα στα δικά µου και αναστενάζοντας το φινάλε µίας έντονης µέρας... Έµεινα λίγο παραπάνω ξύπνιος, για να της χαϊδεύω την πλάτη και να σκέφτοµαι τα χρόνια που θα περνάγαµε µαζί... τόλµησα να κάνω όνειρα πριν κλείσω κι εγώ τα µάτια µου κι άφησα το φεγγάρι έξω από το παράθυρό µας να καλοσωρίσει µόνο του το ξηµέρωµα... Η Κυριακή µας ήταν πιο παρεΐστικη... είχα φροντίσει να ενηµερώσω τους φίλους µας που µένανε περισσότερο στο νησί λόγω της δουλειάς τους και λόγω σπιτιών που είχαν εκεί, και βρεθήκαµε αρχικά στην παραλία για µια βουτιά και µετά για τρελή θαλασσο-φαγία, µε θέα το λιµάνι και µουσική Σπανουδάκη. Οι φίλοι µας τα χάσανε µε το δαχτυλίδι της Ξ. που αν και διακριτικό σε εµφάνιση έκανε µπαµ στο χέρι της γιατί δεν φορούσε άλλα δαχτυλίδια! Το χαµόγελό της όταν το παρατήρησαν ήταν φοβερή επιβράβευση για τα συναισθήµατα και τα όνειρα που έκανα για εµάς. Είχα µετατοπίσει όλα τα θέµατα που µε απασχολούσαν και κοίταζα το λιµάνι, σκεφτόµενος σαν µία βάρκα που µόλις είχε σηκώσει άγκυρα και έφευγε στα ανοιχτά... ∆εν θα µε σταµατούσαν τα µποφώρ, ούτε οι άνθρωποι που ζαλίζονται µέσα στη βάρκα... όλα αυτά τα έβλεπα ως περαστικά και κοίταζα το πέλαγος, και σχεδίαζα πορεία για να φτάσουµε στον πρώτο µας προορισµό... δεν µε άγχωνε που σε λίγες ώρες θα ήµασταν Αθήνα... θα σταµατούσαµε για λίγο, για ανεφοδιασµό, και µετά πάλι θα µπαρκάραµε για τον επόµενο στόχο! Έκανα µία φευγαλέα µα τόσο δυναµωτική σκέψη... θα ακολουθούσα την Ξ. στα ταξίδια που έκανε µε τη δουλειά της... θα µπορούσα να δουλεύω εξ αποστάσεως, και να κάνω και ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις για κάποια ξένα περιοδικά – έχοντας ανοίξει τέτοια µονοπάτια από την προηγούµενη δουλειά µου στον χώρο της επικοινωνίας... Αυτή την αισιοδοξία δεν την έχασα ούτε µέσα στο δελφίνι του γυρισµού γιατί είχε αράξει στην αγκαλιά µου η Ξ και συνερχόταν πολύ χαριτωµένα από την οινοποσία των ηµερών µε γλυκόλογα και φιλάκια στο λαιµό: αυτές τις στιγµές κράτησα µέσα µου, µαζί µε όλα τα φιλιά της, και µου’διναν δύναµη όταν βρέθηκα στα δικαστήρια να υπερασπίζοµαι τον εαυτό µου έναντι θηρίων του ωκεανού! Οι δίκες που πέρασα µου θύµισαν τα όνειρα που µε ξύπναγαν στα παιδικά µου χρόνια... αυτά που έβλεπα εµένα να παλεύω µε ανθρωπόµορφα

Ξένια Σιφναίου, 68


τέρατα, µόνος µου κυρίως, και να µην τα καταφέρνω πάντα... εξού και ξύπναγα ιδρωµένος... Τώρα αυτά τα όνειρα παίζονταν σε real time συνθήκες, και κανένα ξύπνηµα δεν µε έσωζε από τη φουρτούνα... Η βάρκα µου ήταν χιλιο-τσακισµένη και όταν βγήκα και από την τελική δίκη ήµουν πιασµένος σε έναν πάσαλο και χτύπαγα τα πόδια µου µε ορµή µήπως φτάσω σε µία στεριά... η ποινή που µου επιβλήθηκε ήταν χρηµατική, προς την εταιρεία και την οικογένεια του αποθανόντος, χωρίς να έχει στοιχειοθετηθεί όµως επαρκώς το κατηγορητήριο. Η ποινή ήταν σαφώς µεγαλύτερη για την εταιρεία προς την τραγική οικογένεια. Αυτό ήταν φυσικά ένα τίποτα µπροστά στην απώλειά τους, και µπροστά στην βιωσιµότητα της εταιρείας που σε λίγους µήνες είχε καταφέρει να σβήσει και το παραµικρό αρνητικό δηµοσίευµα από όλα τα µέσα... ούτε που θέλω να σκέφτοµαι πώς, γιατί ήταν από αυτά που µου είχαν ζητηθεί να κάνω κι εγώ όταν είχα την ανάλογη θέση εκεί, και ο βλάκας δεν είχα µαγνητόφωνο τότε για να σώσω την υπόληψή µου και να γλιτώσω από την παρωδία που έζησα για 8 µήνες µετά από αυτό... όσο διήρκεσε η αναµονή και οι δίκες... Τα λάθη µου τα πλήρωσα µε την πώληση ενός διαµερίσµατος, και την καθυστέρηση της δικής µου δουλειάς... Τον άνθρωπο που χάθηκε τον έβλεπα τακτικά στον ύπνο µου να περπατάει σε ένα µπαλκόνι χωρίς κάγκελα και να µε κοιτάζει µε απορία αλλά και απόγνωση που δεν ήξερε ως εκείνη την ώρα τον κίνδυνο που διέτρεχε δουλεύοντας εκεί... Τώρα, τρία χρόνια µετά, τα παρατηρώ όλα από τη βεράντα του σπιτιού µας µε την Ξ. στη Βουλιαγµένη... και όσο χαζεύω τον Λαιµό και τα σκαφάκια που µπαινοβγαίνουν ακόµα και µέσα στο καταχείµωνο, µετράω τις πληγές µου, κι αυτή που µε καίει πιο πολύ είναι που δεν είχα την ηρεµία να κάνω ένα παιδάκι σε όλο αυτό το διάστηµα… που η Ξ. είχε περάσει τα 38 και αργούσαµε να συλλάβουµε... Με είχε πιάσει σχετικό άγχος, αλλά δεν το είχα ψάξει ακόµα ιατρικά... και φυσικά ούτε συζήτηση να κάνω κάποια νύξη και στην Ξ. γι’αυτό, µήπως το κοιτάξουµε µαζί. Μύριζα το ιώδιο και την περίµενα να γυρίσει, κάνοντας σχέδια, όταν ανοίξει η πόρτα να την πάρω αγκαλιά, να της πώ πόσο την αγαπάω, να της κανονίσω άλλο ένα όµορφο weekend µακριά από την Αθήνα... και να την ποτίσω µε την Παρασκευ-ιάτικη διάθεσή µου... Μα... πού είναι; Είναι ήδη 11.15 το βράδυ και δεν ακούω καν τη µηχανή της στον δρόµο µας... Στάσου… ακούω έναν βρυχηθµό στο βάθος της βραδινής σιγαλιάς… Αισθάνοµαι όπως στο όνειρο... να περπατώ στη βεράντα χωρίς κάγκελα... να ψάχνω τα λάθη µου σε έναν χώρο χωρίς κρυψώνες, να περιµένω τον άλλον σαν σωτηρία στις σκέψεις που µε κυνηγούν... και µε µία θετική σκέψη να σπάω τα δεσµά και να νιώθω πως το αλεξίπτωτο δουλεύει... µ’ αγαπάει!

ΤΕΛΟΣ…

Ξένια Σιφναίου, 69


ΠΕΡΙ ΦΙΛΙΑΣ...

Ξένια Σιφναίου, 70


Βαζάκι µε α-γλυκό του κουταλιού... µισοτελειωµένο... Πικραµένα, στεγνά δάκρυα στις χούφτες... ‘Φίλοι δεν υπάρχουν’ µου είχες πει... λίγο µετά έφυγες. Ένα βράδυ που τσακωθήκαµε πολύ, µου είπες, κλείνοντας την πόρτα µας µε βρόντο, πως δεν µπορείς να ζήσεις άλλο µαζί µου. Κι έκανες το κενό φιλίας τεράστιο... κι έκανες τη µοναξιά µου καταρράκτη χωρίς προορισµό... χωρίς τέλος. Τώρα σε εσένα µιλάω... και όσο σου τα λέω, αδειάζω! Ρωτάω, ‘γιατί’ κι απάντηση δεν παίρνω. Μου είχες πει «αλλάζει η ζωή, και οι άνθρωποι µαζί της», και µου είχε φανεί τετριµµένο, στερεότυπο. Σήµερα, µένοντας µόνη µου, σ’ ένα αρκετά µικρότερο διαµέρισµα απ’ αυτό που µέναµε µαζί τα τελευταία 8 χρόνια, η ησυχία δεν παύει να είναι ενοχλητική, κι η φασαρία ως συνήθως απρόσκλητη. Νόµιζα πως όσο ήµουν µαζί σου, οι φιλίες µου είχαν γίνει πιο ‘δύσκολες’ και λίγο πιο περίεργες γιατί ήµουν µαζί σου. Μα τώρα που χωρίσαµε βλέπω το κενό που υπήρχε ανέκαθεν, σαν µία τεράστια πληγή µε αιχµή και µπόλικο αίµα να αναβρύζει. Η φιλία ήταν χαµένη από χέρι τελικά... Τι συνέβη; Η προσοχή µου διασπάται, και η πληγή διογκώνεται... µεγαλώνει γεωµετρικά (το µόνο που έµαθα σχετικό µε γεωµετρία, είναι το µεγάλωµα... η δραστική αλλαγή της γεωµετρικής ανάπτυξης... τίποτε άλλο δεν µε άγγιξε από τις θετικές επιστήµες περισσότερο από αυτό!) Γιατί µαλώσαµε αγαπηµένες µου; Γιατί σας έχασα χωρίς να µιλήσουµε, να το διαπραγµατευτούµε; Πώς άφησα το τηλέφωνο κάτω χωρίς ένα αντίο; Μία ένδειξη έστω πως κάπου πηγαίνουµε, κι ας ήταν και σε αδιέξοδο αυτή η πορεία; Πού πήγαν εκείνες οι ολονύχτιες συζητήσεις που ορκιζόµασταν πλήρη ασυνεννοησία µε το αντρικό φύλο, µε τη βεβαιότητα πως κανένας άντρας δεν θα µας χώριζε; Πώς στο τέλος λέγαµε πως θα συγκατοικούσαµε και θα γερνούσαµε παρέα, µε τα κοσµήµατα και τα τσαγάκια µας; Εσύ πού είσαι τώρα αγαπηµένε µου; Τι σε έκανε να µε εγκαταλείψεις δίχως αύριο; Γιατί έκλεισες τόσο δυνατά την πόρτα φεύγοντας; Αγεφύρωτες οι απορίες µου. Κι όλες πονάνε να πάρει η ευχή... πολύ όµως. «Ξέρω πως δεν έχω αγαπήσει έτσι ξανά, και κανένας δεν µε έχει αγαπήσει περισσότερο... µε εσένα έχω αγαπήσει και έχω κλάψει... έχω ζήσει κι έχω πεθάνει... και τι δεν θα έδινα τώρα απλά για να είµαι µαζί σου... Ξέρω πως πρέπει να σε ξεχάσω για να συνεχίσω... δεν µπορώ άλλο να κρατάω τα δάκρυά µου... η ζωή δεν θα είναι ίδια το ξέρω, πρέπει να πάρω πάνω µου το φταίξιµο και να βρω τη δύναµη να σε ξεπεράσω... », ερµηνεία της Celine Dion που δεν ήξερα - ως σήµερα - γιατί µε άγγιξε τόσο από την πρώτη στιγµή που την άκουσα.

Ξένια Σιφναίου, 71


Ζήσαµε µαζί γλυκέ µου µία γεµάτη καθηµερινότητα και πολύ έντονες βραδιές. Είχαµε και οι δύο έντονη κοινωνική ζωή από τις δουλειές µας. Υποχρεώσεις που τις συνδυάζαµε µε εξόδους, εκδροµές, 3µερα, δείπνα, χορούς, εγκαίνια, και ό,τι άλλο µπορείς να φανταστείς από εξω-σπιτική δραστηριότητα, και υπήρχαν εβδοµάδες που χάναµε λογαριασµό και δεν προλαβαίναµε ούτε την καφετιέρα µας να βάλουµε για έναν γρήγορο πρωινό καφέ. Το παρακάναµε είναι αλήθεια. Αλλά και στο σπίτι όταν µέναµε, ξεχνάγαµε να βγούµε κάποιες φορές! Των άκρων και των εντάσεων. Των παθών επίσης. Και των αµέτρητων δυνατών στιγµών... των ανεξίτηλων. Σήµερα ζω σε ένα διαµέρισµα 70 τετρ.µέτρων στα νότια προάστεια. Με Mini Cooper racing green, µαχητική ζωή, ρυθµούς κεκτηµένους, και πάθη αρκετά για το ευπαθές και µικροσκοπικό µου σώµα, που δυστυχώς όσο ήµασταν µαζί τα µοιραζόµασταν, και τώρα τα συνέχισα σαν να πήρα και το δικό σου µερτικό στον ώµο... Είχα µια ιδιαίτερη αδυναµία στο κόκκινο κρασί και στα κουβανέζικα καπνά, και κατά καιρούς έκανα παραλλαγές, µε τις µέρες και τα κέφια µου... Mα µε τις σχέσεις µου είχα µία σταθερότητα πάντα... ήταν η βάση µου, και το κίνητρο να αναζητώ την αλλαγή σε όλα τα υπόλοιπα γύρω µου. Έφυγα πολλές φορές από µία ζώνη ανάπαυσης που σχηµατιζόταν µέσα µου... (‘comfort zone’), και συνειδητά ξεβολευόµουν. Μα ένα ήταν το καλοκαίρι που ερωτεύτηκα, ένα το καλοκαίρι που χώρισα... ένα το καλοκαίρι που ‘διώχθηκα’ και άλλο ένα που αποφάσισα να τα γυρίσω όλα τούµπα! Ανάµεσα σε αυτά, έχασα ανθρώπους από δίπλα µου, και όσο το έκανα αυτό έβρισκα εσένα λίγο παραπάνω! Όταν έχασα εσένα, δεν βρήκα κανέναν από τους άλλους, ούτε τους πήρα πίσω, παρά έβαλα τα δύο πόδια κάτω, και περπάτησα, και έτρεξα, και έπεσα, και έµαθα να αναπνέω χωρίς µηχανισµούς υποστήριξης... ‘Σ’ αγαπάω από τη µέρα που γνωριστήκαµε’ ερµηνεύει πάλι η Celine Dion στο ‘Just walk away’, κι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει, γιατί είναι ανθρώπινο συναίσθηµα µε συµβόλαιο ζωής... Τώρα έµαθα να ζω, µα κι ακόµα αναρωτιέµαι πώς είναι η ζωή χωρίς φίλους... χωρίς τον κολλητό µου. Ξέρεις κάτι; ∆εν πρόλαβα... δεν άφησα τον εαυτό µου να σκεφτεί αυτά που δεν ζήσαµε ή αυτά που δεν ήταν καλά µαζί σου. Σε κράτησα ζεστό και χαµογελαστό στη σκέψη µου παρά τον απόλυτο χωρισµό µας. Με τις φίλες µου ήταν αλλιώς... οι χωρισµοί µας ήταν ήπιοι, ανείπωτοι, αλλά πιο οριστικοί και αµετάκλητοι. Η ψύχρα που ένιωθα µέσα µου ήταν χειρότερη και από σπασµένο γυαλί που τρίβεται επίµονα στο χιόνι και σκίζει τα δάχτυλα... ήτανε ψύχρα υγρή, σε χειµώνα χωρίς τζάκι, χωρίς ζακέτες και γάντια. Γιατί να ζούµε ο καθένας µόνος του και να µην µοιραζόµαστε τις έννοιες, τις φοβίες και τις χαρές µας, χωρίς άλλα ενδιάµεσα και χαµηλά συναισθήµατα, απ’ αυτά που κάνουν τις ανθρώπινες σχέσεις δύστοκες; Γιατί γίναµε ανθρωπάκια στην προσπάθειά µας να ζήσουµε, ή να καταλάβουµε τη ζωή;

Ξένια Σιφναίου, 72


Έτσι µας δίδαξαν ή έτσι µάθαµε; Γιατί περιχαρακωθήκαµε σε µερικούς τοίχους και αξιώµατα; Εδώ σε θέλω... άντε να µου απαντήσεις λογικά και τετράγωνα τώρα. Και τι σχέση έχουν οι γενιές και η διαφορετική ζωή που κάνουµε τώρα από τότε µε τη ‘φιλία’ και τις ανθρώπινες σχέσεις; ∆εν θα έπρεπε αυτές να είναι στην αδιάβλητη κατηγορία ‘διαχρονικές αξίες’; Μπορώ να βρω πολλές δικαιολογίες, πολλά κενά να καλύψω µε τον συλλογισµό µου. Μα ένα είναι βέβαιο... δεν ξαναγυρνούν τα ζεστά φιλικά συναισθήµατα... δεν επανέρχονται στην αρχική τους διάθεση... απλά υπάρχουν σαν νοσταλγίες κι αναµνήσεις, και µας σκάβουν την ψυχή! Ήρθα στη λογική σου σήµερα, και πίστεψα πως δεν υπάρχουν φίλες, µα αυτό δεν µε ανακουφίζει καθόλου, ούτε µου δίνει δύναµη να συνεχίσω... Απλά ηρεµεί λίγο την ψυχή που ψάχνει τα φταιξίµατα... απαλύνει το βάρος του ‘τι έκανα για να τις χάσω’, και του ‘τι θα έπρεπε να είχα κάνει διαφορετικά’... Εσύ τελικά γύρισες κοντά µου, κι εγώ έβγαλα την πίστη µου σε εµάς από το συρτάρι, και την ακούµπησα στο κρεβάτι µας, ανάµεσα και γύρω µας. Οι φίλες µου χαθήκανε σαν διάττοντες αστέρες, και τώρα εκπέµπουν θαµπά στο σύµπαν µας. Και όταν καµιά φορά µιλάω στο τηλέφωνο µαζί τους, θυµάµαι να βάζω το γλυκό κασετόφωνο, να ρωτάω τι κάνουν και πώς είναι, µα αισθάνοµαι πλέον σαν πληρωµένος δολοφόνος... απόµακρη και άνευρη µαζί τους... δεν µε αγγίζει η έννοια και η ζωή τους πια... δεν είναι απαξίωση όλο αυτό... είναι ένα πλεχτό συναισθηµάτων που φοράω και πλέον το βγάζω από πάνω µου συχνά! Βρεθήκαµε ξανά µαζί σε ένα café, ένα συνηθισµένο απόγευµα Κυριακής σχόλης. Εγώ µπήκα να πάρω έναν καφέ για τον δρόµο, και είχα παρκάρει ακριβώς απέξω, ως γνήσια τυχερή σε τέτοια θέµατα. Εσύ είχες πάει να διαβάσεις τις εφηµερίδες σου και καθόσουν µόνος µε έναν αχνιστό καφέ φίλτρου... το κουλουράκι σου δεν το είχες αγγίξει ακόµα. Κάνοντας να φύγω, µε τον καφέ στο χέρι, σε πρόσεξα να µε κοιτάζεις! Είχες βουρκώσει λίγο; Σε πλησίασα... σηκώθηκες και µου’ πιασες ζεστά το χέρι. Κάθισα για λίγο στην καρέκλα που είχες αφήσει κενή. Όχι τόσο γιατί ήθελα να καθίσω, αλλά γιατί ένιωθα τις δυνάµεις µου να µε εγκαταλείπουν... ύπουλα και ξαφνικά. Μέσα σε δευτερόλεπτα, η µυρωδιά και το άγγιγµά σου µε είχαν µουδιάσει. Κατακλυσµός ανεξέλεγκτος. Ανεπιθύµητη παράδοση άνευ όρων στο συναίσθηµα. Πρώτη φορά ένιωθα τόσο αβοήθητη. ∆εν υπήρχε γυρισµός µετά από αυτό το συναίσθηµα. Και µιλώντας µαζί σου κατάλαβα πως δεν ήθελα να γυρίσω ξανά στο διαµέρισµά µου µόνη µου – χωρίς εσένα. Οι µέρες και οι νύχτες που ακολούθησαν ήταν άχρονες. Το µόνο που ξέρω είναι πως πάλι µέσα σε καλοκαίρι και φθινόπωρο έγιναν. Και τελικά µείναµε στο δικό µου διαµέρισµα ώσπου να αποφασίσουµε πώς θα προχωρήσουµε. Και ήταν πιο συντροφικός αυτός ο χώρος µας και ο χρόνος µας στη ‘χώρα του µαζί’. Βρήκα καινούριες φιλενάδες από εκείνη τη στιγµή, και οι παλιές έµειναν απλά αγαπηµένες, και τώρα γράφω σε όλες αυτό το γράµµα. Γράφω σε αυτή που όταν άλλαζα δουλειά την πήρα πρώτη τηλέφωνο να το µοιραστώ µαζί της...

Ξένια Σιφναίου, 73


σε αυτή που όταν έµεινα έγκυος είχε την έννοια µου και µου έφερνε νερό στο γραφείο... γράφω και σε αυτή που την ενοχλεί το τσιγάρο µου γιατί νοιάζεται, και όταν άρχισα να χάνω κιλά το είδα στο πρόσωπό της. Νιώθω ασφάλεια όταν τους λέω πράγµατα, και κρατάω πισινές – όχι πολλές – χάριν παρελθόντος και βεβαρηµένου δικού µου µητρώου. Μήπως πίστεψα τώρα λίγο παραπάνω στη φιλία εξαιτίας τους; Όχι ιδιαίτερα... απλά αποφάσισα να µην χάσω την πίστη µου στη φιλία, ό,τι και να µου έχει συµβεί σχετικά µε αυτήν. Και όλα αυτά γίνονται και ‘νιώθονται’ µε αγάπη... αυτή που µας έµαθε ο ∆ηµιουργός µας, κι εµείς πεισµατικά αρνούµαστε, βασανίζουµε, αναιρούµε και ευτελίζουµε. Αγαπώ και δίνοµαι, και ας γίνει ό,τι θέλει αφού αυτό µπορώ κι αυτό καταφέρνω! Πιστεύω σε αυτό που λένε: ‘δίνεις εσύ ό,τι αισθάνεσαι και παίρνεις ό,τι σου δώσουν... για όσο µπορείς’. Ο Καβάφης δεν µίλησε γι’ αυτά; Για το ‘όσο µπορείς’ και για ‘των σχέσεων και των συναναστροφών την καθηµερινή ανοησία’; Έγραψε για τη ζωή ολόκληρη µε αυτά τα λόγια: «Κι αν δεν µπορείς να κάµεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο µπορείς: µην την εξευτελίζεις µες στην πολλή συνάφεια του κόσµου, µες στες πολλές κινήσεις κι οµιλίες. Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθηµερινήν ανοησία, ώσπου να γίνει σα µια ξένη φορτική.» Κι αυτό το έγραψε το 1913! Τι σηµασία έχει η χρονολογία; Το συναίσθηµα δεν είναι διαχρονικό; Κι η φύση του ανθρώπου τι είναι; Απλά περιβάλλεται από άλλο κοινωνικό ‘χαρτί’. Έπρεπε να τη ζήσω αυτή την ανοησία για να γυρίσω µπροστά, σε αυτά που µετράνε, τα σηµαντικά... την τροφή της ψυχής! Έκανα πράγµατα µέσα σε ένα καλοκαίρι που µάζευα ωριµότητα ολάκερης ζωής για να τα παράγω. Ήταν η ώρα τους. Ήρθε η στιγµή. Και τώρα απολαµβάνω. Καρπούς και νέκταρ γεµάτα ενέργεια. Και έπρεπε να χάσω τις φίλες µου γι αυτό. Ήταν ένα τίµηµα και τώρα δεν µε τρώει αυτή η πληγή γιατί έχει κρυώσει... έχει κάνει καύκαλο και υπάρχει πλέον σαν µνήµη. Σαν εξωτερικός σκληρός δίσκος. Τις έχασα σαν φυσικές παρουσίες, µα τις έχω µέσα µου... τις κουβαλώ και δεν έχουν βάρος. Κέρδισα τη γνώση και το βίωµα να εισπνέω την κάθε στιγµή µε τους ανθρώπους σαν µοναδική. Κι αυτό θέλω να το µοιράσω απλόχερα για να αποτινάξω την ανθρώπινη, τη γήινη αλαζονεία που κληρονοµήσαµε από προγόνους και τη σέρνουµε µαζί µας από τη µέρα που γεννιόµαστε. Κι αυτή τη µοιρασιά ανθρώπινης αναπνοής θέλω να την αφιερώσω στους απανταχού

Ξένια Σιφναίου, 74


επιχειρηµατίες, ηγέτες, ειδήµονες και κυβερνήτες που ακόµα νοµίζουν πως εµείς ελέγχουµε τον κόσµο και τις ζωές µας, και έχουν ξεχάσει πως ό, τι κάνουµε το δηµιουργήσαµε για να καταλάβουµε τη ζωή µας και να τη διαµορφώσουµε στα µέτρα που εµείς µπορούµε να συλλάβουµε, για όσο χρόνο µας δίνεται σε αυτή την παρτίδα ζωής. Με απέραντη και ανιδιοτελή αγάπη, στις φίλες µου... ό,τι και να νιώθουν, όσο κι αν είναι αυτό... για όσο είµαστε εδώ…

ΤΕΛΟΣ...

Ξένια Σιφναίου, 75


ΧΗΡΑ ΦΕΤΗΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ...

Ξένια Σιφναίου, 76


Γυναίκα αποµίµηση... µισή ύπαρξη κι όµως εκείνη πιστεύει πως έτσι ολοκληρώνεται... έτσι κερδίζει τον κόσµο. Μπαινοβγαίνει σε αεροπλάνα και πολυτελή αυτοκίνητα, µένει σε όµορφα δωµάτια που ποτέ δεν είναι δικά της στο τέλος της ηµέρας. Tα εργαλεία της είναι η τεχνολογία σε συσκευασία µικρών έργων τέχνης του σύγχρονου κόσµου, τα ρούχα της, παραλλαγές του γκρίζου, του µαύρου, του λευκού µε χρωµατιστά αξεσουάρ, και η αγκαλιά της, µία επιλογή συνεργατών που µένουν λίγο παραπάνω από τις ώρες γραφείου κοντά της. Τι κάνει ένας άνθρωπος για να ζήσει; ∆ουλεύει και µετά ζει λίγο... Ενίοτε ζει και µετά δουλεύει για να επιβιώσει... η Ν. δουλεύει στη ζωή της και ζει τη δουλειά της, πίνοντας κάθε γουλιά µε τη σκέψη του αύριο, για να είναι πάντα µπροστά... για να τους περνάει όλους. Έχει γίνει ένα η δουλειά και η ζωή της, αλλά ένας έχει το πάνω χέρι εδώ, αδιάψευστα, ακλόνητα και διαχρονικά, και δεν είναι εκείνη, όσο κι αν το νοµίζει... Ασχολείται µε συγχωνεύσεις και εξαγορές. Κάνει τις επαφές µε κάθε εταιρεία σε τέτοια φάση αλλαγής, χτίζει το πλάνο, δίνει ολοκληρωµένες προτάσεις για να συµβεί αυτό µε επιτυχία, και... δίνει τις γνώσεις της για έναν ακόµα χρόνο µετά από κάθε εξαγορά, ώστε εκτός από τα νούµερα, να συγχωνευτούν και οι άνθρωποι, και η επιτυχία του κάθε τέτοιου εγχειρήµατος να είναι µε τη δική της σφραγίδα! Σύµβουλος Επιχειρήσεων µε όνοµα καλο-χτισµένο και καλο-πληρωµένο. Σε µία τέτοια εξαγορά δύο χρόνια πριν το σήµερα, γνώρισε την οικογένεια που αποφάσισε να πουλήσει και τον επιχειρηµατία που αγόραζε. Ήταν γι’αυτή µία συνηθισµένη υπόθεση... τα ταξίδια για να κλειστεί η συµφωνία ήταν µέρος της ρουτίνας της, ίσως οι χώρες που ταξίδεψε σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν όµως τόσο συνήθεις για επαγγελµατικές υποθέσεις... Κούβα, Νικαράγουα, Ελλάδα, και αρκετά συχνά για πολλές µέρες στις δύο πρώτες, σε συνθήκες όχι και τόσο ορθόδοξες, όπου χρειαζόταν ντόπιους για να µην πιαστεί κορόιδο ακόµα και στα πιο απλά. Η οικογένεια την ενέπλεξε συναισθηµατικά στη δική τους ιστορία. Ο ένας γιος της οικογένειας την πολιορκούσε από την πρώτη µέρα της γνωριµίας τους. Είχε το χάρισµα της γοητείας, ίσως περισσότερο και από τον πατέρα του περιέργως, και δυστυχώς το χειριζόταν πολύ επιδέξια. Έβαζε χρώµα σε αυτά που την προσέλκυαν... στη φωνή και στα αγγίγµατά του. Ήταν αυθεντικά γοητευτικός, και ο τύπος άντρα που µπορούσε να την πλησιάσει και να της κρατήσει το ενδιαφέρον περισσότερο από µερικές ώρες... ήταν ο άντρας που την κέρδιζε όσο κι αν δεν ήθελε να το δείχνει ή να το παραδέχεται, γιατί απλά την κυρίευε

Ξένια Σιφναίου, 77


ολοκληρωτικά σαν καθεστώς, και την έκανε να αισθάνεται πως τελικά υπάρχει ουσιαστική διαφορά µεταξύ των δύο φύλων. Εκείνη παρόλ’ αυτά δεν θα πήγαινε ποτέ µάρτυρας σε δίκη για την υπεράσπιση των διαφορών αυτών... δεν θα έκανε κάτι να το παραδεχτεί φανερά εν ολίγοις. Όταν βρεθήκανε µόνοι τους στο δωµάτιό της στο ξενοδοχείο Parque Central της Αβάνας που την είχε στείλει για 3η φορά ο πατέρας – επιχειρηµατίας για µία αξιολόγηση προµηθευτών... η µυρωδιά της πόλης... η µουσική που όλη µέρα έπαιζε στους δρόµους... τα έντονα ποτά που είχε δοκιµάσει... τα λευκά λινά τους πουκάµισα που είχαν απαλό ιδρώτα και αρώµατα πούρων από το πέρασµα µίας ολόκληρης ηµέρας σε εργοστάσια και στους µεταξύ δρόµους... Όλα, σαν ορχήστρα κρουστών και εγχόρδων σε απόλυτη αρµονία, εκείνη τη βραδιά την έβαλαν σε µία δίνη που ως τότε νόµιζε πως µπορούσε να ελέγξει – όπως συνήθιζε στη ζωή της. Ενέδωσε για ολόκληρες εβδοµάδες σε ένα συναίσθηµα που είχε ακούσει από φίλους ότι το έλεγαν ‘κεραυνοβόλο’ πάθος και το έζησε µε όλο το κορµί και το µυαλό της ως το τέλος του. Αυτές τις εβδοµάδες έµαθε γι’ αυτόν τον άντρα όσα δεν είχε ακούσει απ’ όλους τους εραστές της µαζεµένα, ήπιε τα πιο καθαρά και εκλεπτυσµένα ποτά φτιαγµένα από τον προσωπικό του µπάρµαν, και γεύτηκε τη γύµνια τους χωρίς αναστολές και κρυφές γωνίες. O έρωτάς τους στα σεντόνια ήταν ο πιο εξουθενωτικός και λυτρωτικός δεσµός που είχε ζήσει... γιατί απλά παραδινόταν στο ρυθµό και τα θέλω του χωρίς ίχνος εγωισµού και το απολάµβανε... µοναδικές διαστάσεις της Ν. που και η ίδια χαιρόταν απορηµένα όταν τις νοσταλγούσε µετά – παρά το τέλος αυτής της σχέσης. Η πτώση ήταν κατακόρυφη και απότοµη. Αµέσως µετά το στάδιο του ‘µαζί’, αψηφώντας κάθε προσεκτικό και µελετηµένο βήµα της ως εκείνη την ώρα... η αγκαλιά του κατάστρεψε και τους δύο. Η συγχώνευση δεν έγινε ποτέ, ο επιχειρηµατίας έχασε ένα σεβαστό ποσό και µέτρησε µία χαρακιά αποτυχίας στην ατζέντα του, η οικογένεια έχασε ό,τι είχε και δεν είχε λόγω απότοµης πτωτικής πορείας της αγοράς τους, αλλά το βασικότερο ήταν η υγεία όλων... κι αυτή χάθηκε βασανιστικά αργά, και µε πολύ ψυχικό πόνο. Πρώτα φύγανε οι γονείς, µετά τσακώθηκαν τα αδέλφια, κι εκείνη ήταν στη µέση, αφορµή και αποτέλεσµα µαζί. Η Ν. έχασε την αξιοπιστία της αλλά το χειρότερο... πήγε µακρινό περίπατο και η κρυστάλλινη κρίση της, και κατάλαβε όλους αυτούς που στο βιογραφικό τους έγραφαν κάποιο χόµπι σαν κάτι σηµαντικό που εκείνη ως τότε επιδεικτικά, συνειδητά και µε µπόλικη ειρωνεία... παρέλειπε. Για ένα διάστηµα, ιδιαίτερα µικρό σε σχέση µε την µέχρι

Ξένια Σιφναίου, 78


τότε καριέρα της, διαχειρίστηκε κάποιες συγχωνεύσεις, αλλά εντελώς µηχανικά. ∆εν είχε τίποτα να τη στηρίξει σε αυτή την πτώση, ούτε την αγκαλιά που έζησε λίγο πριν νιώσει τη σπρωξιά, και αυτό γιατί η ίδια την κατέστρεψε λίγο πριν πέσει. Του είπε να φύγει πρώτος, µήπως σωθεί κάτι από όλη την ιστορία... κατάφερε απλά να ζήσουν χώρια την καταστροφή τους. Το τελειωτικό χτύπηµα ήταν η απόλυσή της από την εταιρεία της. Αυτή ήταν η σπρωξιά στον γκρεµό, και µαζί µε αυτή ένιωσε και την τρικλοποδιά που έχουν ζήσει πολλά στελέχη επιχειρήσεων από συναδέλφους, ενίοτε και από υφισταµένους, που πάνε να σώσουν το τοµάρι τους σε στιγµές κρίσης, θυσιάζοντας άλλους, µε ηχηρά αλλά ανούσια επιχειρήµατα, για να σιγουρευτούν ότι πέφτει µόνη της και σίγουρα... Το πρόσχηµα εδώ ήταν ότι τους είχε εκθέσει όλους στην αγορά και έπρεπε να φανεί πως ήταν ιδιωτική πρωτοβουλία και όχι γραµµή της εταιρείας να χειρίζονται έτσι τους πελάτες τους! Ο γυρισµός στην πατρική εστία ήταν αναπόφευκτος... και ταπεινωτικός για εκείνη. Ανάγκασε τον εαυτό της να εργαστεί στην επιχείρηση του αδελφού της, αλλά επέλεξε εκείνη να γίνει γραµµατέας ενός διευθυντή για να µην ζήσει ξανά την ευθύνη µίας υψηλότερης θέσης... Επέλεξε να προσπαθήσει να φτιάξει µία διαφορετική ζωή απλά επειδή η εναλλακτική της ήταν να µην ζήσει. Βρήκε έναν ‘προπονητή ζωής’ (= life coach) για να θέσει νέους στόχους και να βρει λύσεις για το µέλλον της. Το παρελθόν της δεν ήθελε σκάλισµα – ήθελε να το ακουµπήσει σε µία γωνιά και να το έχει εκεί, σαν φωτιστικό δαπέδου µε καµµένη λάµπα –τίποτα παραπάνω. Μέσα από αυτή την προπόνηση έµαθε να αναπνέει µε ρυθµό, να αποδέχεται τις αδύναµες αλλά κυρίως τις δυνατές πλευρές της, να κοιτάζει τους ανθρώπους στα µάτια και να προσπαθεί να καταλάβει πράγµατα µέσα από αυτούς και όχι πίσω από αυτούς. Έκανε µία σχέση που δεν κράτησε πολύ, αλλά της έδωσε άφθονα συναισθήµατα... υποστήριξη, συντροφικότητα, και ζεστασιά. Έµεινε µαζί του όσο θα κρατούσε µία εγκυµοσύνη, και έφυγε όσο αυθόρµητα και απλά είχαν αποφασίσει να συγκατοικήσουν, λέγοντάς του πως είχε µάθει να είναι ατοµίστρια, και της ήταν πολύ επίπονο να µοιράζεται τόσα, για τόσον καιρό, µε άλλον άνθρωπο χωρίς να αισθάνεται ότι συµβιβάζει τη ζωή της. Έφυγε, πριν πέσει στην κατηγορία των γυναικών που κατηγορούν τον σύντροφό τους γι’ αυτά που δεν καταφέρνουν οι ίδιες να κάνουν πριν τα 40 τους χρόνια! Βρήκε το

Ξένια Σιφναίου, 79


διαµέρισµα που µένει σήµερα, και άρχισε να ζει το παρόν της βήµα – βήµα. Κι έτσι κάπως έρχονται οι τίτλοι τέλους... χωρίς πριγκιπόπουλα και άσπρα άλογα, χωρίς όµορφα παιδάκια και οικογενειακές φωτογραφίες... Μία µοναχική καρικατούρα, πορτρέτο της εποχής της, µε δάφνες και λαµπερά χαµόγελα στρωµένα σε παρελθόντα χρόνο, όλα κι όλα να κοσµούν µία γωνία δωµατίου µε γκρίζο-κόκκινο χαλί και... τη µοναδική της αποτυχία να µαυρίζει κάθε σκέψη της, να σβήνει κάθε µνήµη από την έντονη ζωή της, να καίει κάθε µυρωδιά που απολάµβανε στα µέρη που ζούσε... αυτή η γωνιά στο παρελθόν της την έκαιγε συχνά κι ας µην είχε βάλει ακόµα καινούρια λάµπα στο φωτιστικό για να την τιµήσει. Σε ξενοδοχείο δεν ξανα-πάτησε παρά µόνο στη δεξίωση γάµου µίας πολύ καλής της φίλης από το σχολείο. Από τη δουλειά της στον αδερφό της, παραιτήθηκε λίγους µήνες µετά τον χωρισµό της µε τον Φ., γιατί της την έπεσε ο διευθυντής της. Από το πατρικό της είχε φύγει λόγω του Φ. (της 9µηνης συγκατοίκησης) και βρήκε µία δουλειά από αγγελία σε ένα µικρό γραφείο συµβούλων που έπαιρνε ευρωπαϊκά έργα και επιδοτήσεις. Βιογραφικό κουτσουρεµένο, αλλά... µέσα στη ζωή κι αυτό! Η ζωή της άρχισε να ξαναγράφεται από το µηδέν... µέσα από ένα διαµέρισµα στη Γλυφάδα... πολύ µακριά από τη θάλασσα, µα τόσο συντροφικό που την πόναγε καµιά φορά. Ο αδελφός της χώρισε, και παρόλο που αισθάνθηκε, µέσα από το έντονα αυτό-προσδιοριστικό στάδιο που πέρναγε κι αυτός, πως τον χρησιµοποίησε σε ένα µεταβατικό στάδιο της ζωής της, δεν της κάκιωσε γι αυτό... τον βοήθησε εκείνη µε τη συµπεριφορά της... Χωρίς µοµφές και πισωγυρίσµατα, τον έκανε να νιώσει ευπρόσδεκτος, να νιώσει πως τελικά την είχε βοηθήσει έστω κι έτσι... και πήγαινε συχνά να τη δει στη Γλυφάδα... Καθόντουσαν καµιά φορά σε ένα café στη µαρίνα, και χάζευαν τα δύο του παιδιά να παίζουν µε βοτσαλάκια και µικρά κλαριά που έβρισκαν εκεί... Εκείνη προσπάθησε µία – δύο φορές να του γνωρίσει φίλες της για να ξαναφτιάξει τη ζωή του, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία όµως... Ζούσαν µάλλον µία ιδιάζουσα οικογενειακή κατάρα τα δύο αδέλφια... λόγω της πολλής αγάπης και ζεστασιάς που είχαν βιώσει στο πατρικό τους από τους γονείς τους; Ποιος µπορεί να πει; Σε ένα κοινό τους ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, που έκαναν και οι δύο για τις δουλειές τους, επέλεξαν το τραίνο µετ’ επιστροφής, και οι ώρες που τους δόθηκαν ήταν πολύτιµες για να βγάλουν την ψυχή τους ο καθένας... σε ένα σχετικά ασφαλές και οικείο περιβάλλον µε την απαραίτητη αποµόνωση

Ξένια Σιφναίου, 80


αλλά και τις κοινές αίθουσες φαγητού και διασκέδασης... και είχε ανυπολόγιστη αξία αυτό! Με φόντο το παράθυρο και τα τοπία που άλλαζαν σαν ζωντανοί πίνακες ζωγραφικής µε εναλλαγές χρωµάτων και ωρών µέσα στη µέρα, και µε παρέα ένα µπουκάλι νέτο τσίπουρο, και δύο µπουκάλια νερό στη µέση ενός µακρόστενου τραπεζιού... Εκείνος είχε χωρίσει τη γυναίκα του γιατί την ήθελε πιο πολύ στο σπίτι παρά ισότιµη σύντροφο, και βάσταγε πολλά στην ψυχή του µέσα κι απέναντι στα 4 αθώα µατάκια των παιδιών του... Εκείνη ήταν, όπως τελικά µία χήρα, σε µία ζωή τώρα πιο ουσιώδη και βασισµένη στο παρόν, αλλά που κάποτε αισθανόταν πως όριζε και οδηγούσε... και τότε, παρά την ψευδαίσθηση που ζούσε, θυµόταν πως ένιωθε πιο πλήρης. Έτσι καθαροί επέστρεψαν στην Αθήνα. Εκείνος µε τα παιδιά του να µεγαλώνουν µε έναν δανεικό πατέρα, κι εκείνον για συµπλήρωµα, και το γραφείο να τον τρώει καθηµερινά... Εκείνη στο σπίτι, στα βιβλία και τα χειρόγραφά της, σε µία δουλειά εξαιρετικά ήρεµη, και µε τα όνειρά της στο pause ώσπου να ξεκαθαρίσει µέσα της την ετυµηγορία για τη ζωή που είχε κάνει, µε στόχο να βρει ενέργεια, να πατήσει το play και να δώσει τόνο και ρυθµό στο τραγούδι της ζωής της, στο δικό της µονοπάτι, µε ή χωρίς συντροφιά, σε σόλο ή σε ντουέτο.

ΤΕΛΟΣ...

Ξένια Σιφναίου, 81


ΟΡΑΤΟΤΙΣ ΑΠΕΙΡΗ...

Ξένια Σιφναίου, 82


Το συναίσθηµα Ταραχή... κενό, και πολλή ένταση. Πολλή σκέψη. Όλα στο πολύ, και λίγο µετά κενό, σαν να πετάω µε ελικόπτερο και να πέφτω µε αλεξίπτωτο, χωρίς τη σιγουριά πως θα ανοίξει, αλλά και χωρίς ιδιαίτερη έννοια πια γι’ αυτό... Φυσάει ορµητικά... τα λευκά τριαντάφυλλα στο γραφείο σου όµως µένουν ακίνητα... βουβά... Οι συνάδελφοί σου είναι απαρηγόρητοι, και µπαινοβγαίνουν στο γραφείο σου, στον χώρο που υπήρξες πολλά χρόνια ‘αφεντικό’, κοιτώντας, χωρίς λόγια, στη µεριά της θέσης σου... Εγώ έχω κλειστεί στο πιο µικρό δωµατιάκι που βρήκα µέσα µου... δεν ήξερα πως υπήρχε. Εκεί νιώθω ακόµα λίγη από τη ζέστη του κορµιού σου. Κι ενώ σπίτι δεν µένω πολλή ώρα, η µοναξιά µου θα γέµιζε έναν ωκεανό µε τον κίνδυνο άµεσης υπερχείλισης! Όσο ήσουν µαζί µου, όταν φύσαγε δυνατά άφηνα το µυαλό µου να ταξιδεύει. Σκεφτόµουν συχνά πως είµαστε σε κάποιο νησί... στην Μύκονο που δεν είχαµε πάει ποτέ µαζί... στη Σαντορίνη που πάλι δεν είχαµε πατήσει παρέα κι αυτό ήταν το κοινό µας µυστικό... µέχρι τη Σµύρνη έφτανε το ταξίδι µου... στις ρίζες µου, κι εκεί σε έπαιρνα µαζί µου. Είναι πολλά τα χρόνια που ζήσαµε µαζί, και λίγες οι ώρες που έφυγες, µα εγώ τα αισθάνοµαι αντίστροφα τώρα... και κάθε λεπτό που περνάει, αυτή η αίσθηση γίνεται πιο έντονη... ο πόνος πιο βαθύς. Όπου κι αν βρεθώ, βλέπω το αυτοκίνητό σου διαρκώς µ’ εσένα µέσα, σε βλέπω και στα µαγαζιά να πληρώνεις στο ταµείο, µε γυρισµένη την πλάτη σου σε εµένα, και περιµένω να µε δεις, να µου κλείσεις το µάτι σαν σήµα ότι το βρήκες αυτό που ήθελες. Εγώ πάλι συνειδητοποιώ επιτόπου ότι το έχασα αυτό που είχα... Αγαπούλα µου γλυκιά, η µέρα δεν ξέρω πώς περνάει πλέον, πού ξοδεύεται. Μην µε ρωτήσεις γιατί µάλλον ξέρεις την απάντηση. Τα µαρούλια που µουλιάζουν στην κουζίνα, πολλές φορές τα πετάω µαραµένα πια, γιατί δεν σ’ έχω να µε κυνηγάς να τα φτιάξω! Μια που τα βάζω να µουλιάσουν, περιµένοντας µήπως και µου µιλήσεις… και µια που τα πετάω µέσα στη σιωπή σου. Είσαι µέσα στην κάθε µου κίνηση και σκέψη... και γδέρνοµαι κάθε φορά που πάω να σε αγγίξω µε τις αναµνήσεις µας. Η µπογιά της σιγουριάς έφυγε από πάνω µου, σαν να ήταν δανεική. ∆εν ήταν αυτοπεποίθηση αυτό που είχα τελικά. Ήταν η δύναµη που έπαιρνα από µέσα σου να συνεχίσω... η συντροφικότητα που µου΄δινε την ψευδαίσθηση του ανίκητου. Στο βάθος µπλε. Βλέπω την αλήθεια ολόγυµνη µπροστά µου κι εγώ τη βαφτίζω θάλασσα, σκούρο µπλε κι αγριεµένο... έφυγε πια ο ουρανός από τη

Ξένια Σιφναίου, 83


ζωή µου, το ψηλό, το ιδανικό. Έφυγες... όσο και να σου µιλάω, εσύ απλά έφυγες. Και αυτό δεν µου δίνει καµία απάντηση... µόνο ερωτηµατικά... κόκκινα και έντονα... bold ερωτηµατικά1. Αν αυτό ήταν ένα γράµµα θα άρχιζε και θα τελείωνε µε µία µόνο δήλωση: “Σ’ αγαπάω. Γύρνα πίσω τώρα... δεν αντέχω ούτε στιγµή την απουσία σου”. ∆εν µπορώ, αλήθεια... µη µε δοκιµάζεις άλλο. Χείµαρρος οι σκέψεις και τα συναισθήµατα. Ορµητικά νερά που τρέχουν... βιάζονται να καταλήξουν κάπου... να σκάσουν και να βγουν από αυτό που τους κρατάει... από ένα προστατευτικό, πλεχτό κέλυφος... Έχει µπει Σεπτέµβρης... γλυκόπικρος µήνας. Από τότε που διάβασα το βιβλίο της Ρόζαµουντ Πίλτσερ οµόρφυναν οι σκέψεις µου για τον Σεπτέµβρη... πήραν χρώµα κοκκινο-κίτρινο. Για τη δουλειά όµως, ο Σεπτέµβρης είναι ένας τραχύς µήνας, κι αυτό που τον κάνει πιο δύσκολο είναι η σύγκριση µε ένα καλοκαίρι που είναι πια πίσω µας. Οι ελπίδες πλέον ο Σεπτέµβρης να γίνει όµορφος, δικός µου µήνας, πέταξαν βίαια σαν σµήνος που τρόµαξε από ήχο εκκωφαντικό. Έφυγες µέσα σε αυτόν τον µήνα και τον άφησες για πάντα κατακόκκινο, µπρούσκο λεκέ σε λευκό πουκάµισο. Κάνω συχνές βόλτες στην παραλία. Σήµερα έχει βαριά συννεφιά, µαύρη θάλασσα, παχύ κύµα, στάλες επίµονες. Ξεκίνησε βροχή. Με πέτυχε στο πεζούλι µίας παραλίας γυµνής από οµπρέλες και ξαπλώστρες, να παρακολουθώ τον κόσµο να αντιµετωπίζει µε ταραχή το φθινοπωρινό µπουρίνι κι εγώ να ρουφάω τον καπνό από το πουράκι µου, µαζί µε µπόλικη υγρασία. ∆ύο λεπτά ήταν αρκετά για να νοτίσει όλο το φόρεµα. Λευκό σαλβάρι, που δεν ήταν, αλλά έγινε εφαρµοστό πάνω στο σώµα. Τα µαλλιά ήρθαν πιο κοντά στα µάγουλα... στο σβέρκο... στους ώµους. Ξέπλυνα κάθε επιπόλαια σκέψη και µου’ µεινε η απώλεια. Να πάρει η ευχή, να πάρει... (Φωνάζω τώρα. Με ακούς που φωνάζω; Αν ήµουν σε θέατρο, θα έκοβα το αίµα των θεατών.) Πώς έφυγες έτσι; Γιατί τόσο απόλυτο... τόση βία σε µία στιγµιαία απώλεια; Γιατί τόσο γρήγορα στο απόλυτο, στο σκέτο µηδέν;

1

Αναφορά σε MS Office λειτουργίες. Σε κείµενο που γράφεται σε απλή εφαρµογή επεξεργασίας στον υπολογιστή, µπορείς να τονίσεις µία λέξη, φράση, παράγραφο, σελίδα και ολόκληρο γραπτό µε µία απλή εντολή στη µορφολογία των γραµµάτων που τα κάνει να δείχνουν πιο έντονα. Και όλο αυτό γίνεται εντελώς ανώδυνα. Ενώ µε την παλιά γραφοµηχανή, που έφτυνε αρκετό µελάνι παραπάνω ώρες-ώρες, ήταν δύσκολα τα πράγµατα. Εσύ ήσουν το computer, µε τις πολλές δυνατότητες... κι εγώ τώρα είµαι µία γραφοµηχανή παροπλισµένη, που δεν ξέρει πώς να γράψει πια… που φτύνει µελάνι και αίµα µαζί στην κάθε σκέψη που σε περιέχει…

Ξένια Σιφναίου, 84


Το ατύχηµα Επέστρεφες οδικώς από Θεσσαλονίκη. Είχες πάει για τη δουλειά σου. Ήταν για 5 ηµέρες οπότε σκέφτηκες πως ήταν ευκαιρία να στρώσεις το καινούριο αυτοκίνητο. ∆εν ένιωθες ιδιαίτερα άνετα µε τα αεροπλάνα, οπότε πήρες πιο εύκολα την απόφαση αν και θα έχανες ουσιαστικά µία ηµέρα στο πήγαινε-έλα. Πριν έρθεις σπίτι πέρασες από την τράπεζα να πληρώσεις έναν λογαριασµό. Περίµενες στην ουρά του µικρού υποκαταστήµατος της γειτονιάς µας και ήσουν κοντά στα ταµεία. Μπήκαν δύο άντρες ψηλοί – έτσι είπαν στις ειδήσεις των 18.00 – και ζήτησαν σε όλους να πέσουν κάτω και στους υπαλλήλους να τους δώσουν γρήγορα τα µετρητά από τα ταµεία τους. Έριξαν µία εκφοβιστική βολή προς τα επάνω, αυτή ακριβώς που σε πέτυχε στο σβέρκο µετά από κάµποσους εξοστρακισµούς σε µεταλλικά σηµεία! Αναχώρησες ακαριαία... δεν πρόλαβες να ψελλίσεις ούτε κουβέντα πριν σταµατήσεις οριστικά να αναπνέεις. Αυτό µου το είπε ο υπάλληλος της τράπεζας που θα σε εξυπηρετούσε αν είχε προλάβει, και ο οποίος έτρεξε από πάνω σου αµέσως µετά τον πυροβολισµό, αψηφώντας τις εντολές των εισβολέων. Μου είπε ότι στο βλέµµα σου είχες ένα ξάφνιασµα, µία απορία. Τι ήθελες εκεί; Τί συνέβη; Έµεινες έτσι, στο πάτωµα... ξέπνοος. Προσθέτω εγώ τώρα κι άλλα ερωτηµατικά... γιατί ένιωθες να φεύγεις ενώ µόλις είχες έρθει από το ταξίδι σου; Γιατί άργησα να σε αναζητήσω; Ήταν λίγο ποιητής ο υπάλληλος. Απορώ πώς πρόσεξε τόσα πολλά επάνω σου, στα µάτια σου, δύο µάτια που δεν ήξερε ως εκείνη τη στιγµή, και πώς νοιάστηκε να έρθει και να µου τα πει όλα αυτά στην κηδεία σου. Το έκανε µάλλον γιατί ένιωσε κάτι από εµάς µέσα σε αυτό το τελευταίο βλέµµα σου. Άφησέ µε γλυκέ µου να λέω ακόµα λίγο το ‘εµείς’, το ‘εµάς’... δεν µπορώ να το ξεκολλήσω από πάνω, ούτε από µέσα µου. ∆ύο χρόνια µετά, η δικαστική απόφαση βγήκε σχεδόν αθωωτική για τους 2 ψηλούς ληστές. Κατηγορήθηκαν για ληστεία και οπλοκατοχή, στον φόνο µπήκε ένα ‘εξ αµελείας’ από δίπλα και καθάρισαν µε µία ποινή λίγων ετών, εξαγοράσιµη, και απλά περιοριστικά µέτρα. Είδες η ζωή σου πόσο αξίζει για την κυρία ∆ικαιοσύνη, αυτή µε τη ζυγαριά... την πόρνη λεβέντισσα όπως την έλεγες; Η ζωή µας ξαφνικά ένα φτερό στο ζύγι της. Η αλήθεια είναι πως δεν περίµενα τίποτα ιδιαίτερο από αυτή τη δίκη γιατί ούτως ή άλλως εσένα σε είχα χάσει. Αλλά µε πόνεσε η ελαφρότητα της απόφασης. Πόσο λίγο µέτρησε η απώλεια της δικής σου ζωής στην κρίση του αδικήµατος που είχαν διαπράξει οι µάγκες, ε; Αυτοί µετά από λίγες µέρες θα αλώνιζαν σίγουρα και πάλι στους δρόµους της Αθήνας και θα έπιναν µπυρίτσα σχεδιάζοντας την επόµενη κοµπίνα τους. Βγήκα από την αίθουσα του δικαστηρίου µε λυγισµένα πόδια και κοντές αναπνοές. Είχα τόση ανάγκη από φρέσκο αέρα... Ένιωθα σαν να είχα κλειστεί σε ασανσέρ µαζί µε όλους τους αθωωµένους εγκληµατίες της

Ξένια Σιφναίου, 85


χώρας µας... Πνιγµός στα πιο βρώµικα νερά του τόπου µου... και µε πλήρη άπνοια στον ορίζοντα. Ποταµός από γλυκές αναµνήσεις µας Όταν φύσαγε ο µπάτης, έβγαινα στο µπαλκόνι µας και έπαιρνα βαθιές αναπνοές. Ήλπιζα να µυρίσω κάτι από τη θάλασσα που κουβαλάει αυτός ο άνεµος. Με αναζητούσες και µου έκανες παρέα, συνήθως µε κανένα τσιγαράκι. Όταν θέλαµε αγκαλιές µπαίναµε πάλι µέσα να µην µας βλέπουν. Είχαµε αυτή τη σεµνή αγάπη... την ταπεινή, που δεν ήθελε πολύ να δείχνει. Έβγαινε µόνη της και στόλιζε τον αέρα γύρω µας χωρίς εµείς να την προκαλούµε ούτε να τη διαλαλούµε. Εγώ ήθελα να σε µοιράζοµαι, να σε αγκαλιάζω και να σε φιλάω και όταν ήµασταν µπροστά σε κόσµο. ∆εν µε πείραζε... µου άρεσε, όχι για την επίδειξη αλλά για τον αυθορµητισµό. Εσύ ήσουν πιο µαζεµένος. Όταν µου κράταγες όµως το χέρι στο περπάτηµα, και όταν κοιµόµασταν αγκαλιά στο κρεβάτι µας ένιωθα αυτή την ασφάλεια... αυτό το αδιάβλητο που δεν ανήκει στην ανθρώπινη σφαίρα συναισθηµάτων ή βιωµάτων. Τώρα µε φυσάει καταπρόσωπο ο ίδιος µπάτης... µε βρίσκει εντελώς εκτεθειµένη. Κι έτσι ακριβώς θέλω να σου µιλήσω για όλα. ∆εν έχει νόηµα πια να κρατήσω µέσα µου κάποιες σκέψεις ή γεγονότα, όχι τόσο γιατί σε φοβάµαι, αλλά όταν αλλάζει τόσο µια ζωή, όταν το παρόν και το µέλλον γίνονται τόσο βίαια κονιορτός, το παρελθόν φαντάζει βάλσαµο... σαν αρχή ενός ταξιδιού για τη σωτηρία της ψυχής... σαν ένα µπουκαλάκι που ανοίγει κι απελευθερώνει το άρωµα της λύτρωσης. ∆εν θα τα οµορφύνω αυτά που θα σου πω, ούτε θα τα δικαιολογήσω, απλά τα ξεδιπλώνω κάτω από τον ουρανό, για να τα κοιτάξεις... Το παραστράτηµα Τα δύο πρώτα χρόνια που ήµασταν µαζί ήταν και πολύ δυνατά, και πολύ όµορφα... αλλά και κάπως περίεργα. Ήµασταν µαζί ώρες που δεν µετρούσαν παρά µόνο όταν τέλειωναν... κάναµε έρωτα µε υπερβολή σε όλες τις διαστάσεις... τα σεντόνια µας, από δροσερά στην αρχή, γέµιζαν υγρασία σαν φθινοπωρινά στιγµιότυπα κοντά στη θάλασσα. Εγώ ήµουν ακόµα σε έναν κόσµο που δεν ζήταγε πολλά, απλά τη ζωή την ίδια! Ξυπνούσα και ρούφαγα αχόρταγα την κάθε αναπνοή. Έτσι ζούσα και µαζί σου, µε πάθος στην κάθε µας αγκαλιά, και έπαιρνα άπληστα ό,τι είχες να µου δώσεις. Και µου έδινες εσένα, χωρίς να κρατάς τίποτα πίσω. Ήταν δύο χρόνια µαζί σου, που εγώ έπαιρνα εσένα ολόκληρο, και έδινα ό, τι ήξερα και ένιωθα ως πιο αληθινό. Πάνω σε αυτό το δόσιµο, στα δύο χρόνια και κάτι ψιλά που ήµαστε µαζί και... ελάχιστα χώρια, έκανα κάτι ακόµα, κάτι παράλληλο... και δόθηκα σε αυτό µα δεν πήρα πολλά. ∆εν πήρα τη ζωή που µου χάρισες εσύ. Μάζεψα ένα κοµµάτι

Ξένια Σιφναίου, 86


φεύγοντας από εκείνον, σαν βότσαλο γυαλιστερό από ονειρική παραλία. Μικρό µεν, αλλά πολύτιµο φυλαχτό. Το έζησα έντονα, µα δεν κράτησε πολύ. Και όσο το περιγράφω τόσο παραλογίζοµαι... Πώς γυρνούσα από σεντόνι σε σεντόνι και άλλαζα µυρωδιές µε τόση άνεση, χωρίς να θλίβοµαι; Ή να συνθλίβοµαι; Ζούσα µε εσάς τους δύο µέσα µου τόσο φυσικά, σαν να µην µπορούσε να γίνει αλλιώς. Η αδρεναλίνη µου πάφλαζε. Αλλά δεν ήταν εύκολο. Γιατί πώς να σας ξεχωρίσω αφού και οι δυο σας µου τα δίνατε όλα κι εγώ γέµιζα αχόρταγα τα µπαγκάζια µου2; Με µικρά βήµατα κι εντελώς ασυνείδητα έφτιαχνα τα πράγµατά µου κι ετοιµαζόµουν να φύγω µε έναν από τους δυο σας... ξέρεις µε ποιόν. Και φεύγοντας από το κρεβάτι του, του είπα πάλι ψέµατα. Όπως τότε που είχα χωρίσει µαζί σου δεν του είχα πει πως τα ξαναβρήκαµε, τώρα του είπα πως δεν ήµουν έτοιµη για σοβαρή σχέση ακόµα... Λίγους µήνες µετά µείναµε µαζί, και αργότερα παντρευτήκαµε γλυκέ µου. Και τώρα σου το λέω, όχι για να σε πληγώσω, γιατί ακόµα και να θέλω να το κάνω αυτό δεν µπορώ πια. Απλά το ξεβγάζω. Και το ξέρεις, πως το έχω µετανιώσει. Γιατί εκεί που είσαι µόνο την ψυχή βλέπεις... κατευθείαν και καθαρά. Τη µετάνοια. Σκηνικό τέλους... ή αλλιώς επίλογος ‘Έφυγα’ κι εγώ µαζί σου. Και στεναχωριόµουν γι αυτό. Ένιωθα πως είχα ακόµα να δώσω και να πω πολλά, αλλά έχασα την όρεξη να βλέπω το µέλλον µε ενδιαφέρον. Πήρα τη ζωή µου πίσω. Τη µάζεψα σε ένα καβούκι που είχε µόνο άµµο και νερό. Για πολύ καιρό έζησα σε µια σιωπή γεµάτη µε τους δικούς σου θορύβους µόνο. Ώσπου το σώµα µου άρχισε να αλλάζει και κατάλαβα πως δεν είχα πλέον περιθώρια να ‘αποσυρθώ’. Είναι πλέον καλοκαίρι. Περπατώ µε πόδια γυµνά. Ερωτοτροπώ µε κάθε κόκκο της ζεσταµένης άµµου να κυριεύει τα άκρα µου, και το ιώδιο από το σπρέι των κυµάτων να κατακτά τις υπόλοιπες αισθήσεις µου. ∆ωµάτιο ανοιχτό στο πέλαγος, κι από αυτό ξεµακραίνω... Η µουσική που ακόµα ακούγεται, έρχεται στ’ αυτιά µου απαλή, ανάλογη µε το σκηνικό, ερωτική... Είναι Laura Pausini νοµίζω. Έχω αγκαλιά µου το αγοράκι που συλλάβαµε το βράδυ πριν φύγεις για Θεσσαλονίκη, πριν φύγεις για πάντα στον απόκρηµνο βοριά. Ντυµένοι σε µία λευκή συµφωνία λινών και βαµβακερών ρούχων, ατενίζουµε οι δυο µας εκείνη τη γωνία στην άκρη του κόλπου που όταν φεύγει κάποιος χάνεται, και όταν έρχεται, ξεπροβάλλει... και η προσµονή γίνεται ταραχή ώσπου να δέσει. 2

Μπαγκάζια - les baggages: οι αποσκευές, οι βαλίτσες, που τις γεµίζεις είτε για να φύγεις µακριά από κάποιον, είτε για να βρεθείς κοντά του! Όλοι οι συνδυασµοί µέσα στη ζωή είναι.

Ξένια Σιφναίου, 87


Εκεί σε έχουµε αφήσει, σε µία φυγή αναπάντεχη, σε έναν γυρισµό ανέλπιστο. Και οι ψίθυροι σε αυτή τη νέα ζωούλα που µου έµελλε να αναθρέψω χωρίς εσένα είναι γεµάτοι ζεστασιά. Σε µία προσπάθειά µου να µεταδώσω τη δική σου τρυφερότητα, τη µοναδική σου ζεστασιά σε φωνή και αγγίγµατα, του µιλάω σιγανά, µεταξένια σχεδόν, και του χαϊδεύω το κατάξανθο κεφαλάκι του. Περπατάµε πλέον µαζί, µε ελπίδα και δύναµη... για εσένα όλα. Ορατότις δύο... τρία... άπειρη, µα µε µπόλικη πίστη, περιτυλιγµένη από την απειρία της ζωής.. Αντίο αγαπηµένε µας και καλή αντάµωση.

ΤΕΛΟΣ...

Ξένια Σιφναίου, 88


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΖΩΗΣ... ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΑ ΨΥΧΗΣ...

Ξένια Σιφναίου, 89


Εικόνες και στιγµές... µυρωδιές, αγγίγµατα και γενναίες γουλιές που έρχονται και το παρόν µαγεύουν, αιχµαλωτίζοντας µέλλον και παρελθόν σε ένα συναισθηµατικό τρενάκι... για πάντα τις αναµνήσεις µας κυριεύουν. Ένα οδοιπορικό σε µία χρονιά που και οι δύο έχουµε κρατήσει ώς ξεχωριστή στην κοινή µας ζωή... Αναπνοή και ΚΛΙΚ...σε ένα απόµερο µπαράκι στεκόµαστε αντικρυστά, µετά από µακρύ περίπατο σε µία περιοχή γεµάτη παραδοσιακά µαγαζάκια στην καρδιά του Λονδίνου, µε έντονα χειµωνιάτικη θερµοκρασία... έχεις βάλει τα χέρια µου µέσα στα δικά σου και µε ζεσταίνεις... ανοίγουµε συµβολικά τον κατάλογο, και επιλέγουµε ένα µπουκάλι κρασί Chardonnay... δεν το έχουµε ξαναδοκιµάσει σαν ποικιλία...µα η περιγραφή στον κατάλογο µας αρκεί... κάθε γουλιά και βλέµµα ή φιλί, κάθε σου άγγιγµα ακόµα το µυρίζω στο κορµί µου... αξέχαστη βραδιά...δεν θυµάµαι αν φάγαµε κάτι µε το κρασί, αλλά µάλον κάτι παραγγείλαµε! γυρίσαµε στο δωµάτιο αγκαλιασµένοι σφιχτά και πιωµένοι γλυκά... µε µία αίσθηση ότι ο κόσµος όλος µόνο δικός µας µπορεί να είναι! Ακόµα πίνουµε αυτό το κρασί παρέα µε αυτές τις γλυκές αναµνήσεις... το δύσκολο είναι τώρα να τις συντονίσουµε και να τις δούµε µαζί, όπως θα βλέπαµε µία ταινία! Αναπνοή και ΚΛΙΚ... βόλτα σε ένα λιµανάκι κοντά στο London Bridge, σε µία µαρίνα µε σκαφάκια και έντονο ναυτικό χρώµα. St.Catherine’s dock. Αναµνήσεις από χρονιά που ήθελες να ξεχάσεις γιατί είχες βρεθεί εκεί για λόγους υγείας και σκεφτόσουν νοσοκοµείο, γιατρούς, αγωνία, αναµονή, ανατροπές, ηµέρες ατέλειωτες... Μαζί όµως ζήσαµε κρύο σφιχτό, φωτογραφίες σφιχταγκαλιασµένοι στη γέφυρα και µετά ανακάλυψη της µαγείας κοντά σε ένα ιστορικό σηµείο του Λονδίνου... βιτρίνες µε ρούχα ναυτικά, µπουφάν πολύχρωµα, κόµπους, αφίσες µε ιστιοπλοϊκά να γέρνουν στο νερό, κατάρτι µε σκοινιά σαν έµβληµα της περιοχής και δύο pub στην άκρη. Μυρωδιές γεµάτες... ζεστασιά... κι εσύ µ’ αφήνεις στο τραπέζι και πας να συνεννοηθείς...γυρνάς µε δύο ποτήρια στο χέρι... whole pint µπύρας και ένα ποτήρι λευκό κρασί... η µπύρα ήταν για εσένα, και ήταν η αγαπηµένη µου Guiness. Ήξερες να µε κάνεις να νιώθω τη φροντίδα σου... κι η παρουσία σου µου γινόταν ολοένα και πιο απαραίτητη. Σε έχω βγάλει φωτογραφία µε τα ποτήρια στο χέρι, και ένα χαµόγελο που ακόµα δεν χορταίνω να κοιτάζω... Αναπνοή και ΚΛΙΚ... φεύγουµε από την εστία, ντυµένοι πολύ ζεστά, µετά από ώρες ατέλειωτες στο κρεβάτι και ζεστά ντους για να φρεσκάρουµε το πρωινό µας... (πηγαίναµε αντίθετα στα ηµερήσια προγράµµατα των συγκατοίκων µου που ακολουθούσαν την πανεπιστηµιακή ρουτίνα και µόνο µετά το κατάλαβα αυτό... τότε φαινόταν πολύ φυσιολογικό µε τη δική σου παρουσία στο δωµάτιό µου!)... Μεσηµέρι πια, µα ο ήλιος πουθενά... Στο µετρό κρατιόµαστε

Ξένια Σιφναίου, 90


από το ίδιο σηµείο... κι εγώ µπαίνω συνέχεια στην αγκαλιά σου... σε κάθε φρένο, σε κάθε ξεκίνηµα... µυρίζω το λαιµό σου και µπαίνω µε ορµή στο στέρνο σου, στα γλυκά σου χέρια που µε συγκρατούν και µε ανεβάζουν... κατεβαίνουµε µε σκοπό να επισκεφτούµε ένα µουσείο και πετυχαίνουµε την περιοχή που γεννήθηκε ο Sherlock Holmes, στο σταθµό της Baker street. Πίνουµε έναν γρήγορο καφέ µέσα στη στάση του metro, να ζεσταθούµε και να βρεθούµε πάλι κοντά, καθιστοί σ’αυτά τα ψηλά σκαµνάκια µε το τραπέζι µπροστά µας και στριµωχτά για να µην χάσουµε ούτε δευτερόλεπτο από τη ζεστασιά που κράταγαν ακόµα τα κορµιά µας από τις πρωινές αγκαλιές... ήταν το πιο γλυκό ρόφηµα που έχω πιεί µαζί σου! Κι εκεί, µέσα στο µικρό café οι αγκαλιές σου ήταν πολλές... ζεστές... απ’ αυτές που δεν χορταίνεις να µπαίνεις... Αναπνοή και ΚΛΙΚ. Βραδινή έξοδος...η φοιτητική φορεσιά δίνει τη θέση της σε κοντή φούστα, καλό παπούτσι µε σοβαρό, ψηλό σχετικά τακούνι, παλτό, βάψιµο, χτένισµα και πολλά φιλιά να µου παίρνουν το lipstick για να βάζω κι άλλο... κι άλλο... Πάµε σε ένα καλό εστιατόριο, κοντά στο Notting Hill, το BBB (Beach Blanket Babylon) ... ∆εν θυµάµαι τί φάγαµε (θα µου έκανε εντύπωση αν θυµόµουν γιατί δεν ασχοληθήκαµε πολύ µε την παραγγελία). Εσύ είχες την έννοια να φάω λίγο κρέας µήπως δυναµώσω γιατί µε είχες βρει πολύ αδυνατισµένη... εγώ δεν έβλεπα την ώρα να ξαναβρεθούµε αγκαλιά στο κρεβάτι, κάτω από το πάπλωµα και να στριµωχτούµε στον τοίχο, κάτω από το παράθυρο που έβλεπε στο αίθριο της εστίας...για να πούµε τα ‘σ’ αγαπώ’ µας ανενόχλητοι... Νοµίζω πως µε πήρες φωτογραφία σε αυτό το εστιατόριο... νοµίζω πως έπιασες το ερωτευµένο µου βλέµµα σ’ εκείνη τη φωτογραφία και θυµάµαι πως είχε κάποιους πίνακες ζωγραφικής να µας πλαισιώνουν... ένας µου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση και νοµίζω σου είχα ζητήσει να φαίνεται στη φωτογραφία... (πού είναι αυτή η φωτογραφία τώρα;). Το εστιατόριο είχε πολλή πέτρα, ο χώρος δεν ήταν ενιαίος αλλά χωριζόταν σε δωµάτια, µε κρύπτες, και έδινε µία prive αίσθηση... έναν σεβασµό στις στιγµές που θέλαµε να ζούµε... Είχε και κάποια χαρακτηριστικά κελαριού... το πάτωµα, ο διάκοσµος των τοίχων, τα κεριά και τα βαριά παλιά φωτιστικά που κρέµονταν από το ταβάνι. Ακριβό, ζεστό και συντροφικό µέρος µε καλό φαγητό και ιδιαίτερο κρασί... οι εντυπώσεις έµειναν κι ας µην θυµόµαστε τίποτα παραπέρα, ούτε πώς να ξαναπάµε σε εκείνο το εστιατόριο, ούτε κι αν υπάρχει ακόµα! Ο σύγχρονος κόσµος σέβεται αυτές τις φοβίες εξαφάνισης και µε τη βοήθεια του Google βρήκα πως υπάρχει ακόµα το ΒΒΒ και µπορείς να κάνεις και ηλεκτρονική κράτηση! Μεγαλεία! Αναπνοή και ΚΛΙΚ... σταθµός metro... εσύ µόλις έχεις έρθει από το Lutton. Εγώ έχω περάσει από ένα γειτονικό café για να πάρω ένα ζεστό capuccino, νοµίζοντας πως θα σε περιµένω για ώρα... µόλις φτάνω στον σταθµό σε πετυχαίνω στην πλατφόρµα... Έκπληξη, χαρά, µυρωδιά ζεστού καφέ...

Ξένια Σιφναίου, 91


Εσύ περίµενες πως θα είµαι εκεί... εγώ καταπολεµούσα την προσµονή µου περπατώντας γύρω από τον σταθµό, νοµίζοντας πως όλα µετράνε ακόµα σε ελληνικά ρολόγια και άρα υπολογίζοντας µε µπόλικη καθυστέρηση την άφιξή σου... Ευτυχώς είχες έρθει... ευτυχώς δεν περίµενα... γιατί είχα ξεκινήσει να περιµένω εδώ και κάποιες µέρες και το σήµερα µου φαινόταν από µόνο του απέραντο... και µε ελάχιστες ώρες ύπνου για να µην χάσω ούτε στιγµή µε τη δική σου σκέψη... Εσύ µου µούτρωσες λίγο που δεν στεκόµουν σαν υποµονετική Πηνελόπη στην πλατφόρµα του metro στον σταθµό του Farrington, µα γρήγορα µε ακολούθησες ως διψασµένος ταξιδιώτης που ανυποµονούσες να δεις τον χώρο µου... να κατακτήσεις µία ακόµα γωνιά του είναι µου... Αναπνοή και ΚΛΙΚ... αποβάθρα αποχαιρετισµού. Τα δάκρυα δεν υπακούν και τρέχουν χωρίς έλεος, γι’ αυτόν που φεύγει από κοντά µου... η αγκαλιά µου νιώθει ήδη το κρύο του λονδρέζικου χειµώνα να την παραλύει... Εσύ στέκεις µε απορία, και σαστισµένος κάνεις βήµατα µακριά µου, λίγο µετά µε ξαναφέρνεις στην αγκαλιά σου, µου χαϊδεύεις τα µαλλιά και ξαναπιάνεις τη βαλίτσα σου... µε παρηγορείς πως σύντοµα θα ξαναβρεθούµε στην Αθήνα... Λες και θα µου έφτανε αυτό! Σου χαµογελάω για να δείξω πως σε ακούω...µα ποιός νοιάζεται για την Αθήνα; Για το αύριο; Τα δάκρυα προδίδουν κάθε ίχνος αυτοσυγκράτησης που µου έχει αποµείνει! ∆εν θέλω να σου πω να µην φύγεις, αλλά θα έδινα τα πάντα για µία ακόµα µέρα µαζί σου... ∆εν θέλω να στεναχωριέσαι που κλαίω µα αποζητώ να πάρω πίσω κάθε σου άγγιγµα στο πρόσωπό µου, κάθε φιλί σου παραπάνω που κερδίζω επάνω στην πλατφόρµα του αποχαιρετισµού... κι εσύ πια µπαίνεις µέσα στο τραίνο, η πόρτα είναι ανοιχτή και στέκεσαι... και µε κοιτάζεις... Mία κοπέλα µου ζητάει να της πω την ώρα, µα γυρνώντας να µε κοιτάξει σαστίζει και αποµακρύνεται διακριτικά... έχεις µόλις φύγει µα το τρένο σου αφήνει το ίχνος του κενού, το ρεύµα που δηµιουργεί µε αδειάζει πιο απότοµα, και σύντοµα στερεύουν τα δάκρυα... µένει ο ήχος και το κρύο... Λίγη ώρα αργότερα πάµε σινεµά µε τις φιλενάδες µου, που έχουν οργανώσει έξοδο για να ξεχαστώ... πάµε στο ‘H ζωή είναι ωραία’ µε τον Roberto Benigni (La vita e bella), κι ενώ όλοι µέσα στο σινεµά κλαίνε γοερά, εγώ ατενίζω την ταινία µε στεγνά µάτια και αταίριαστη ψυχραιµία, γιατί απλά δεν έχω άλλα αποθέµατα... στα έχω δώσει όλα για Αθήνα! Γιατί καµιά φορά η ζωή ξεπερνά τις ταινίες σε δράµα και συναίσθηµα! Γύρισες σπίτι σου και έκανα µέρες να συνέλθω, γιατί κάθε γωνιά του δωµατίου µου σε είχε κρατήσει και κανένα σηµείο στον δρόµο µου πια δεν ήταν ίδιο χωρίς εσένα...ούτε καν στο πανεπιστήµιο... ούτε στις διαδροµές µου µε τα πόδια, ούτε στο metro, ούτε στα µαγαζιά, ούτε στο café που έπαιρνα το πρωινό µου... H µοναξιά µου η φοιτητική, από λειτουργική και απαραίτητη είχε γίνει τραχιά και επίπονη µετά από την πρώτη σου επίσκεψη... ∆εν διάβασα καθόλου τις µέρες που έµεινες κοντά µου... απλά ανέπνεα την

Ξένια Σιφναίου, 92


κάθε σου µατιά, ρουφούσα τις φροντίδες σου αχόρταγα, έπινα τα γλυκόλογά σου µε πάθος, και άφηνα το σώµα µου να σου δείξει την ευγνωµοσύνη και τη γενναιοδωρία που εισέπραττε από εσένα... Η ενέργεια ανάµεσά µας θα µπορούσε να κρατήσει ένα σπίτι φωτισµένο αµέτρητο καιρό! Όλα τα έζησα σε αφθονία εκείνες τις µέρες, και µε την καρδιά µου να χτυπά σαν να είχα τρέξει µαραθώνιο... Οι µέρες µας έγιναν ώρες µοναξιάς βασανιστικές και τα λόγια που ανταλλάξαµε µε συντρόφευαν για λίγο, και ξεθώριαζαν γρατζουνώντας τις σάρκες µου... τα σπλάχνα µου... ώσπου µέσα στην παγωµένη χειµωνιά έσπασε το κορµί µου χίλια κοµµάτια και µόνο εσύ βρήκες τον τρόπο να το φτιάξεις όπως το είχες γνωρίσει... όταν πλέον γύρισα οριστικά στην Αθήνα. Έσπασε και η καρδιά µου κι άφησε ένα κοµµάτι της εκεί που έζησε µόνη της, µαζί σου, άφησε άλλο ένα στα δικά σου χέρια παντοτινά και πήρε κι ένα κοµµάτι της µαζί, για να θυµάται και να ξαναζεί... Αυτά τα αποσπάσµατα πασπαλίζονται µε ζάχαρη άχνη, σερβίρονται µε σαµπάνια, σαντιγύ και φράουλες, τρώγονται κάθε στιγµή που γιορτάζουµε τον έρωτα και µένουν στην καρδιά µας, στο κοινό µας είναι, παντοτινά Αν νιώσω πως ξεχνάς, θα σου θυµίζω... εσύ τί θυµάσαι από αυτές τις στιγµές; Το κλάµα µε αναφιλητά που έκανα στον σταθµό όταν έφευγες; Τις µυρωδιές µας; Τα µάτια µου; Μίλα µου... ‘Είχα την αγωνία µου που θα έφευγα, πώς θα έφτανα στο αεροδρόµιο, θα ήταν όλα εντάξει µε το αεροπλάνο; Θα έφευγε στην ώρα του; Και µετά κοίταζα εσένα κι έλεγα τί βλάκας που είµαι... πού πάω; Γιατί φεύγω και σε αφήνω έτσι πίσω; Είναι δυνατόν να µε αγαπάει τόσο πολύ; Όχι... δεν µπορεί... Έκλαιγες πολύ και φοβήθηκα... ξεκόλλησε κάτι µέσα µου που έφευγα έτσι... ήθελα να κοπώ στα δύο και να µείνω λίγο ακόµα µαζί σου... Αναπνοή και ΚΛΙΚ... έφτασα στο Λονδίνο, σε βρήκα στο Farrington να έρχεσαι, µε ένα σκεπαστό ποτήρι που άχνιζε και ένα ανέµελο ύφος... σαν να υποδεχόσουν απλά έναν επισκέπτη... έναν φίλο σου! Ήταν έκπληξη για εµένα... ήµουν όµως και λίγο κουρασµένος... και ήθελα τόσο να σε αγκαλιάσω...φτάσαµε στο δωµάτιό σου γρήγορα, µε τα πόδια και τη βαλίτσα µου µε τα ροδάκια! Πολύ ζεστό και όµορφο δωµάτιο... κάναµε έρωτα... είχες λιγοστέψει και µου φαινόσουν πολύ εύθραυστη... σε ήθελα συνέχεια... Αναπνοή και ΚΛΙΚ... αποφασίσαµε να πάµε για πικ νικ και φτάσαµε στο St.James Park... βγαίνοντας από το metro είδα τον ουρανό πολύ βαρύ και σου είπα πως θα βρέξει µε βεβαιότητα. Μου είπες ‘δεν νοµίζω’... κι όµως το ίδιο κοµµάτι ουρανού κοιτάζαµε... κι εσύ ήσουν αλλού... δεν ξέρω... δεν έµοιαζε να σε πολύ-νοιάζει τί θα έκανε ο καιρός... Σε έχω βγάλει και µία φωτογραφία εκεί... καθισµένη στο γκαζόν… Μετά από λίγο έριχνε τόση βροχή που ήθελα να ήµαστε κάπου µέσα... ξαπλωµένοι... γυµνοί... αγκαλιασµένοι... Λίγο µετά τα καταφέραµε, κι αγκαλιά νοσταλγούσαµε εκείνη την ξαφνική

Ξένια Σιφναίου, 93


βροχή... Ακόµα όµως θυµάµαι την αφέλειά σου και το χαµόγελο... αυτό το χαµόγελο που µου’ λεγε γλυκά: «και τι έγινε, και να βρέξει; θα βραχούµε; και τι έγινε;». Αναπνοή και ΚΛΙΚ... όταν έφευγα, τη δεύτερη φορά που ήρθα στο Λονδίνο, ήταν πιο άνοιξη, είχε λίγο παραπάνω ήλιο και λιγότερο κρύο... Σε πήγαινα σε µέρη που µπορούσαµε να καθίσουµε και έξω... µου άρεσε να σε βλέπω τόσο χαµογελαστή... ήθελα να σε δυναµώσω πάλι γιατί µου φαινόσουν σαν απροστάτευτο φυλλαράκι... αερικό... Σε πότιζα για να µου παραδίνεσαι πιο εύκολα... ακόµα πιο γλυκά... µε τον δικό σου τρόπο µε άφηνες αλλά και νερό να έπινες, έτσι θα ερχόσουν πάλι κοντά µου...Σε φχαριστιόµουνα έτσι δικιά µου...να µε κοιτάς σε κάθε µας στιγµή...στις λονδρέζικες pub µε τα pints µας... µε τα πακέτα Marlboro που σου είχα φέρει από το αεροδρόµιο να κάνουµε µοιρασµένες τζούρες... µε τα πρωινά µας στο ξενοδοχείο που έµενα για το συνέδριο που παρακολουθούσα... δεν σε χόρταινα µε τίποτα... Και εσύ ήσουν εκεί κοντά µου, και µόνο έτσι! Η αναχώρησή µου εκείνη τη φορά ήταν λίγο πιο ήπια... µε συνόδευσες όµως ως και το τελευταίο σηµείο που µπορούσες να περάσεις σαν απλή επισκέπτης... και µετά εγώ έµεινα ώρα στο αεροπλάνο ώσπου να απογειωθώ... εσύ είχες πάει σε ένα σηµείο που µπορούσες να δεις την απογείωση... σε εξωτερικό χώρο, σαν ταράτσα, και µε έβλεπες... Εγώ κοίταζα έξω από το παράθυρο µα δεν κατάφερα να σε εντοπίσω και νόµιζα πως είχες φύγει... Στο τηλέφωνο µου είπες πως είχες ανησυχήσει που έκανα τόση ώρα να φύγω, και επειδή δεν άκουγες τις αναγγελίες, δεν έβλεπες τον πίνακα αναχωρήσεων δεν ήξερες γιατί έµενε το αεροπλάνο καθηλωµένο στη θέση του... ήσουν µόνη σου µε µία µαµά που είχε αγκαλιάσει τα δύο της αγοράκια και αποχαιρετούσε τον άντρα της στο ίδιο αεροπλάνο. Εκείνη κρυβόταν πίσω από τα κορµάκια των παιδιών της για να κλάψει και να µην την δουν. Εσύ µε χαιρετούσες µε χαµόγελο και σιγουριά... πλέον ο καιρός που µας χώριζε ήταν λιγότερος... φαινόταν πιο ανεκτός... λίγο ακόµα θέλαµε για να είµαστε πάλι µαζί, µέσα πια στο καλοκαίρι του 1999... Σ’ευχαριστώ αγόρι µου για τις δικές σου αναµνήσεις και εικόνες. Αυτό το καλοκαίρι, γυρνώντας από το Λονδίνο µε µπαγκάζια γεµάτα χαρτιά, βιβλία, και λιγοστά ρούχα είχα µία αποστολή! Να τελειώσω τη δουλειά µου µε το πανεπιστήµιο, και να στείλω ολοκληρωµένη την εργασία µου πίσω για να πάρω πτυχίο. Κάναµε λίγες διακοπές, δούλεψα γι αυτόν τον σκοπό, αλλά όπως πάντα η ζωή έχει τα δικά της σχέδια και εντωµεταξύ παρεµβλήθηκαν λίγοι θόρυβοι και πολλά γεγονότα! Ένας σεισµός που άλλαξε την ψευδαίσθηση ασφάλειας που έχουµε ζώντας καθηµερινά σ’ αυτόν τον τόπο, µία αρρώστια που χρειαζόταν ξερίζωµα για να εξασφαλίσει τη ζωή, και αρκετό κουράγιο, καθηµερινά, να ζούµε µε το χαµόγελο και να το πιστεύουµε!

Ξένια Σιφναίου, 94


Αποσπάσµατα ζωής υπάρχουν πολλά... η µυρωδιά και η γεύση αυτών των στιγµών που συνοδεύονται από το κρασί του έρωτα δεν είναι πολλές! Κι αυτά ήθελα να µοιραστώ... γι’ αυτά ήθελα να πω ευχαριστώ!

ΤΕΛΟΣ;

Ξένια Σιφναίου, 95


Επίλογος Ευχαριστώ τον αναγνώστη που έδωσε τα µάτια και τον χρόνο του να ταξιδέψει µέσα σε αυτές τις λέξεις… Ευχαριστώ την πένα και την όποια έµπνευση αισθάνοµαι εγώ πως είχα… Ευχαριστώ τον Θεό που υποµονετικά περιµένει να βγουν κάποια πράγµατα από τις ψυχές όλων µας, ώστε να αγγίξουν κάποιες ακόµα ψυχές παραέξω, και σκέφτοµαι νοσταλγικά πια το καλοκαίρι του 2009 στον Άγιο Ανδρέα που γράφτηκε το µεγαλύτερο µέρος αυτών των διηγηµάτων, µέσα σε µία ατµόσφαιρα ηρεµίας, ξεκούρασης, φυσικής µυρωδιάς, αλατιού καλοκαιριού και δυνατών στιγµών… Το µεγάλο ευχαριστώ ανήκει στην οικογένειά µου, που µου δίνει αυτές τις εικόνες, αυτές τις αναµνήσεις, αυτές τις αγκαλιές, τις λέξεις και τις σιωπές, αλλά πάνω απ’ όλα τη δυνατότητα να ζω και να προσµένω και σε άλλες τέτοιες στιγµές.

Ξένια Σιφναίου, 96


Οπισθόφυλλο

Επιτέλους συµφιλιώθηκα µε τη διττή µορφή της ζωής µου... δέχτηκα πως δεν µπορώ να µη δουλεύω γιατί ζω σε έναν κόσµο υλιστικό και οφείλω να είµαι ρεαλίστρια... Τα παιδιά µου δεν µπορούν να µεγαλώσουν και να τραφούν µόνο µε διηγήσεις και παραµύθια...ή µήπως µπορούν; Kι εγώ δεν µπορώ να ζήσω µόνο διανύοντας τους υλιστικούς δρόµους... έχω ανάγκη το οξυγόνο και την ανάταση που µου προκαλούν οι λέξεις, από µόνες τους και σε σύνολα...σε πρωτότυπους συνδυασµούς. Σ’ αυτό το βιβλίο περιγράφω έναν ιδανικό κόσµο, µε ψήγµατα ρεαλισµού και περπατώ στις ράγες της ζωής περιγράφοντας χαρακτήρες και στιγµές που έχουν υπάρξει και µπορούν να συµβούν, µέσα και γύρω µας. Απευθύνοµαι και αφιερώνοµαι σε µάτια διψασµένα.

Ξένια Σιφναίου, 97

The Book_All 11 Stories  

Short stories about life, love, friendship,devotion, loss, and other strong emotions

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you