Page 1


ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: NO IN BETWEEN Aπό τις Εκδόσεις Gallery Books, Νέα Υόρκη 2014 ΤΙΤΛΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ: Όλα ή τίποτα ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Lisa Renee Jones Μ ΕΤΑΦΡΑΣΗ: Αναστάσιος Αργυρίου ΕΠΙΜ ΕΛΕΙΑ – ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜ ΕΝΟΥ: Κατερίνα Δουρίδα ΣΥΝΘΕΣΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Νέλλυ Βασιλείου ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Ραλλού Ρουχωτά © Julie Patra Publishing, Inc., 2014 All rights reserved. Published by arrangement with the original publisher, GALLERY BOOKS, a division of Simon & Schuster, Inc. © Φωτογραφίας εξωφύλλου: Ilona Wellmann/Trevillion Images © EKΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥΛΙΠΑ, Αθήνα 2016

Πρώτη ηλεκτρονική έκδοση: Ιούνιος 2016

ISBN 978-618-5044-36-7

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥΛΙΠΑ Τ.Θ. 520 81 Τ.Κ. 144 10, Μ εταμόρφωση Αττικής Τηλ.: 801-700-7570 www.ekdoseistoulipa.gr e-mail: info@ekdoseistoulipa.gr


Στον Ντιέγκο, που μοιράστηκε αυτό το ταξίδι μαζί μου και το έκανε καλύτερο.


Πρόλογος

Νοέμβριος 2012, Απόσπασμα 1 Στο αεροπλάνο από Παρίσι προς Σαν Φρανσίσκο Σύντομα από Σάρα ΜακΜίλαν θα γίνω Σάρα Μέριτ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι αλήθεια, ότι ο Κρις Μέριτ, ο θεσπέσιος, ταλαντούχος, χαρισματικός αυτός άντρας στο δερμάτινο κάθισμα δίπλα μου, πρόκειται να γίνει άντρας μου. Κανονικά θα έπρεπε να κουρνιάσω δίπλα του, να κλείσω τα μάτια και να απολαύσω τον υπέροχο δεσμό μας που μοιάζει να γίνεται όλο και πιο ισχυρός, αλλά προφανώς δεν μπορώ να χαλαρώσω. Το μυαλό μου είναι ακόμα μπερδεμένο από το προηγούμενο βράδυ και όλα όσα έγιναν τις λίγες ώρες πριν φύγουμε από το Παρίσι. Τα απίστευτα γεγονότα του τελευταίου μήνα ξετυλίγονται διαρκώς στο κεφάλι μου, με αποτέλεσμα τη μια να σφίγγεται το στομάχι μου και την άλλη να χαρίζω αυθόρμητα χαμόγελα στους γύρω μου. Κι έτσι τώρα βρίσκομαι εδώ και καταγράφω τις σκέψεις μου σε ένα τουριστικό ημερολόγιο, με τον Πύργο του Άιφελ χαραγμένο στο εξώφυλλο (την ίδια εικόνα που έχουν όλα όσα αγοράζει κανείς από το Παρίσι!), το οποίο αγόρασα από το αεροδρόμιο, όπως ακριβώς έκανε η Ρεμπέκα. Έκανε. Νιώθω το στομάχι μου να


σφίγγεται κάθε φορά που αναφέρομαι σε αυτή σε παρελθοντικό χρόνο. Είναι μια άγνωστη που τώρα δε βρίσκεται πια στη ζωή, ωστόσο έχει γίνει κομμάτι του εαυτού μου. Είναι αδύνατο να περιγράψω πόσο βαθιά με έχουν επηρεάσει η ζωή και τα λόγια της. Από τότε που ξεκίνησα να διαβάζω τα ημερολόγια της Ρεμπέκα, ήθελα να αρχίσω κι εγώ να γράφω, πράγμα που τελικά με κάνει να νιώθω πως δεν την έχω χάσει – πως υπάρχει ακόμα ελπίδα να τη συναντήσω. Ίσως είναι μια μορφή άρνησης η ελπίδα μου πως δεν τη σκότωσε η Άβα. Νιώθω μια ακατανίκητη ανάγκη να ανακαλύψω ότι βρίσκεται ακόμα κάπου εκεί έξω και γυρίζει τον κόσμο με τον πλούσιο, γοητευτικό άντρα με τον οποίο έφυγε για να ξεχάσει τον Μαρκ. Κι αν εγώ νιώθω έτσι, δεν μπορώ να φανταστώ πόση οδύνη μπορεί να νιώθει ο Μαρκ. Είδα τον πόνο στα μάτια του όταν η Άβα ομολόγησε πως σκότωσε τη Ρεμπέκα. Ήταν ο πόνος που αφήνει έναν άνθρωπο αδύναμο και τον κάνει να αιμορραγεί – ο πόνος που ένιωσα όταν έχασα τη μητέρα μου. Μόλις μία εβδομάδα πριν, όταν έφτασα στο Παρίσι και έμαθα ότι η Ρεμπέκα είχε αλλάξει την ομολογία της κατηγορώντας εμένα και τον Μαρκ, τρομοκρατήθηκα. Δεν ήξερα πού θα οδηγούσε όλο αυτό και τι θα σήμαινε για μένα. Ωστόσο, τώρα ο φόβος μου έχει μετατραπεί σε θυμό και η ήττα σε επιθυμία για πόλεμο. Πιστεύω ότι χρειαζόμουν χρόνο να αντιμετωπίσω το τρομερό νέο του θανάτου της Ρεμπέκα και την απόπειρα κατά της δικής μου ζωής ταυτόχρονα με την απώλεια του Ντίλαν και τον κίνδυνο να χάσω τον Κρις. Όσο κι αν αντιστάθηκα στο να πάω στο Παρίσι, χαίρομαι πολύ που το έκανα. Η πραγματική αποκάλυψη στη σχέση μας με τον Κρις έγινε την τελευταία μας νύχτα στο Παρίσι, λίγες μόνο ώρες πριν φύγουμε. Ακόμα δεν μπορώ να ξεριζώσω από τη μνήμη μου το μεταμεσονύκτιο τηλεφώνημα, για να σώσουμε την Άμπερ, και


ακόμα περισσότερο την εικόνα της δεμένη στο «δωμάτιο παιχνιδιών» της Ίζαμπελ με σημάδια από μαστίγιο σε όλο της το κορμί. Όσο όμως φρικτό κι αν ήταν αυτό, τουλάχιστον την οδήγησε σε κέντρο αποκατάστασης. Έπεισε επίσης τον Κρις ότι δε μου είχε αποκαλύψει όλα όσα έπρεπε πριν την πρόταση γάμου. Δεν πιστεύω πόσο έξω έπεσα για το μυστικό του και κατηγορώ τον εαυτό μου που δεν κοίταξα βαθύτερα τον άντρα που αγαπώ. Γνωρίζω καλά πως ο πόνος μπορεί να ποτίσει βαθιά την ψυχή μας και δεν ξεριζώνεται εύκολα από εκεί. Δέχτηκα υπερβολικά εύκολα το ότι η μεγάλη του αποκάλυψη στο Παρίσι ήταν ο λόγος που αναζήτησε το μαστίγιο χρόνια πριν. Για το αγόρι που είχε πυροβολήσει και σκοτώσει κατά τη ληστεία της οικογένειας της Άμπερ και το ότι δεν κατάφερε να σώσει τους γονείς της. Και δεν ήταν καν για την κατάρρευση που ομολόγησε πως βίωνε κάθε χρόνο την εβδομάδα αυτής της επετείου. Το πραγματικό μυστικό του, ο βαθύς πόνος στην ψυχή του, ήταν ότι ο θάνατος του Ντίλαν του έδειξε πόσο έλεγχο είχε το μαστίγιο πάνω του. Χθες βράδυ ομολόγησε ότι όταν έλειπε για την κηδεία του Ντίλαν, αναζήτησε αυτή την ανακούφιση πολλές φορές. Ο Κρις δεν μπορεί να πει πλέον ότι δε θα χρειαστεί ποτέ ξανά το μαστίγιο, έτσι θα αντιμετωπίσουμε μαζί αυτό το τέρας και θα νικήσουμε. Θα του δείξω ότι είμαι δυνατή και ότι δε θα καταρρεύσω. Δε θα με καταστρέψει, όπως ορκίζεται ότι έκανε στην Άμπερ και τώρα φοβάται για μένα. Μα πώς μπορεί να πιστεύει κάτι τέτοιο; Με έχει σώσει ήδη άπειρες φορές. Τώρα είναι η σειρά μου να σώσω εγώ αυτόν.


1

«Φτάσαμε σπίτι, μωρό μου». Πιάνω το ζεστό χέρι του Κρις κι εκείνος με βοηθά να βγω από το μαύρο αυτοκίνητο που νοικιάσαμε για να μας πάει από το αεροδρόμιο στο διαμέρισμά μας στο Σαν Φρανσίσκο. «Επιτέλους», μουρμουρίζω, νιώθοντας πως ταξιδεύω αιώνες και όχι μόνο δεκάξι ώρες. «Επιτέλους», συμφωνεί ο Κρις, παρασύροντάς με μακριά από τον παγωμένο αέρα του Νοέμβρη στο υπόστεγο του κτιρίου, όπου περιμένουμε τον οδηγό να ξεφορτώσει τις αποσκευές μας. «Και ξέρεις τι σημαίνει η λέξη “σπίτι”», προσθέτει και με τραβά κοντά του, τυλίγοντας το χέρι του γύρω από τους γοφούς μου. «Ναι», τον διαβεβαιώνω, γνωρίζοντας ότι αναφέρεται στην «τιμωρία» που έχει σχεδιάσει για μένα εξαιτίας της άρνησής μου να γίνω μέλος της «Λέσχης Πολλών Μ ιλίων» παρά το ιδιωτικό τζετ που είχε νοικιάσει για το ταξίδι μας. «Έκανες τις προθέσεις σου σαφέστατες». Χαμηλώνει το κεφάλι, το στόμα του βρίσκει το αυτί μου και το αξύριστο ξανθό σαγόνι του γαργαλά το μάγουλό μου. «Φοβόσουν ότι αν κάναμε σεξ στο αεροπλάνο θα μας συλλάμβαναν. Δε θα συνέβαινε, αλλά, σε κάθε περίπτωση, θα βεβαιωνόμουν ότι θα


άξιζε τον κόπο». «Δεν το κάνουμε μπροστά σε κοινό», του θυμίζω και κάνω να απομακρυνθώ πριν βυθιστώ στο αποπλανητικό γήινο, πλούσιο άρωμά του. Δίχως καμία διάθεση να με αφήσει να ξεφύγω, τυλίγει το χέρι του στη μέση μου, κολλά το κορμί μου στο δικό του και τα χέρια μου ακουμπούν στο δερμάτινο μπουφάν που καλύπτει το στέρνο του ενώ εκείνος λέει: «Σου είπα ότι θα έλεγα στην αεροσυνοδό να εξαφανιστεί». «Θέλετε να ανεβάσω πάνω τις αποσκευές σας τώρα, κύριε Μ έριτ;» ρωτά ο θυρωρός. Ο Κρις χαμογελά απαλά. «Τώρα θα ήταν καλά». Το γεμάτο πάθος βλέμμα που μου ρίχνει πριν με αφήσει δείχνει ότι δεν αναφέρεται στις αποσκευές. Κάνω ένα βήμα πίσω και παρακολουθώ τον Κρις που δίνει γερό φιλοδώρημα σε διάφορα μέλη του προσωπικού κι επιστρέφει για να με αγκαλιάσει από τον ώμο. Μ ε τα κορμιά μας κολλημένα, νιώθω τη ζεστασιά να με πλημμυρίζει καθώς περνάμε τις συρόμενες πόρτες της ρεσεψιόν – και αυτό δεν οφείλεται μόνο στα πονηρά παιχνίδια που είμαι σίγουρη πως ο Κρις θα μου κάνει σε λίγο. Έχω καταφέρει να διώξω από το μυαλό μου όλα τα προβλήματα που πρόκειται να αντιμετωπίσουμε αύριο με την αστυνομία για την υπόθεση της Άβα, και θυμάμαι την πρώτη μου επίσκεψη σε αυτό τον χώρο και πόσο δρόμο έχουμε διανύσει από τότε. Η θύμηση αυτή ολοκληρώνεται όταν βλέπουμε τον Τζέικομπ να μας περιμένει στη ρεσεψιόν, με το μαύρο κοστούμι και το ακουστικό στο αυτί, όπως ακριβώς εκείνη την πρώτη μέρα. «Καλωσορίσατε σπίτι, κύριε Μ έριτ», χαιρετά, και κοιτάζοντας εμένα προσθέτει, «κυρία Μ ακΜ ίλαν». Του χαμογελώ κι εκείνος σηκώνει το φρύδι. «Κάτι δεν έχω


καταλάβει;» «Όχι», τον διαβεβαιώνω. «Αντιθέτως, εγώ κατάλαβα κάτι: μου έλειψε ο στωικός και επίσημος τρόπος που μας χαιρετάς. Τώρα νιώθω πράγματι σαν στο σπίτι μου». «Δεν είχα αντιληφθεί ότι ήμουν στωικός», λέει, δείχνοντας θετικά στωικός. «Σαν τον Εξολοθρευτή, δίχως όμως το μεγάλο όπλο», αστειεύεται ο Κρις. Μ ου ξεφεύγει ένα γελάκι που ο Τζέικομπ δε φαίνεται να αντιλαμβάνεται. Ρίχνει στον Κρις ένα βλέμμα και με εντελώς ανέκφραστο πρόσωπο λέει: «Απαγορεύεται από τον κανονισμό της εταιρείας η χρήση μεγάλων όπλων εν ώρα εργασίας. Αν και με τις παρτίδες που έχω ανοίξει με τον Μ πλέικ, όλα παίζουν». Πασχίζω να συγκρατήσω κι άλλο γέλιο που μου έρχεται και σηκώνω τα χέρια ψηλά. «Αρκετή αντρική κουβέντα για μένα». Ο Κρις χασκογελά και με φιλά στο μάγουλο. Το όνομα του ιδιωτικού ντετέκτιβ που ερευνά την εξαφάνιση της Ρεμπέκα και της Έλα κάνει το στομάχι μου να δεθεί κόμπος. «Μ ια και μιλάμε για τον Μ πλέικ», λέω όσο πιο αδιάφορα μπορώ, παρόλο που με πιάνει άγχος για το αυριανό ραντεβού στο αστυνομικό τμήμα, «είχαμε κανένα νέο για την Άβα, τη Ρεμπέκα ή την Έλα όσο ταξιδεύαμε;» «Από όσο ξέρω, όχι», λέει ο Τζέικομπ. Ο Κρις με οδηγεί αγκαζέ προς το ασανσέρ και λέει στον Τζέικομπ: «Έχουμε ανάγκη από ύπνο. Κάνε πως δεν είμαστε εδώ». Κι εγώ γυρνώ και συμπληρώνω: «Εκτός κι αν έχεις νέα από τον Μ πλέικ». «Μ όνο αν είναι σημαντικά», προσθέτει ο Κρις καθώς ανοίγουν οι πόρτες του ασανσέρ και μπαίνουμε μέσα. Υποψιάζομαι ότι ο Κρις γνωρίζει κάτι που δε μου λέει και


περιμένω να κλείσουν οι πόρτες για να τον ρωτήσω. «Αν εσύ και ο Τζέικομπ γνωρίζετε κάτι και δε μου το λέτε…» Μ ε διακόπτει πιάνοντάς με από τους καρπούς και με τραβά κοντά του, κολλά τους γοφούς του πάνω μου και με χαϊδεύει στη μέση. «Δεν ξέρω τίποτα παραπάνω από σένα», υπόσχεται. «Θυμήσου όσα είπαμε στο Παρίσι, μωρό μου». Ακουμπά την παλάμη του στο μάγουλό μου, το δάχτυλό του χαϊδεύει προκλητικά το σαγόνι μου και με βαθιά φωνή μου λέει: «Δεν υπάρχουν μυστικά. Δεν υπάρχει ανάμεσα». Η ατμόσφαιρα γύρω μας ηλεκτρίζεται και η αιτία είναι ο Κρις. Το βλέμμα του σκοτεινιάζει απότομα, κάτι που έχω πια συνηθίσει να περιμένω από αυτόν. Δεν είναι πια παιχνιδιάρης και ανάλαφρος – ωστόσο, ούτε κι εγώ είμαι. Η ένταση ανάμεσά μας είναι πια ωμή και σαρκική, ωστόσο απαλή και αισθησιακή. Ο Κρις μου χαϊδεύει τα μαλλιά, το χέρι του ταξιδεύει στον αυχένα μου, στον ώμο, στο μπράτσο μου και σχεδόν νιώθω τις νευρικές απολήξεις του κορμιού μου να ζωντανεύουν, να καλωσορίζουν αυτόν και τη λαχτάρα για ηδονή που τόσο δυναστικά μου διεγείρει. Όταν όμως τα μάτια μου συναντούν τα δικά του, μέσα τους βλέπω κάτι περισσότερο από αυτό που περιμένω. Στα βάθη αυτών των υπέροχων πράσινων ματιών βλέπω κάτι που δεν καταλαβαίνω. Κάτι ακόμα πιο έντονο από τον υπόκωφο βόμβο της διέγερσης που φλέγεται χαμηλά στην κοιλιά μου. Αβεβαιότητα ίσως; Τρωτότητα; Ναι. Όχι. Είμαι μπερδεμένη, ωστόσο ξέρω πως βλέπω κάτι που ο Κρις θέλει να δω. Το ασανσέρ σταματά. Γυρίζω και αντικρίζω την έξοδο που οδηγεί απευθείας μέσα στο διαμέρισμά μας. Όπως την πρώτη νύχτα που ήρθα εδώ, έχω την αδιαμφισβήτητη αίσθηση ότι μόλις περάσω την πόρτα, δε θα είμαι ποτέ ξανά η ίδια. Η ζωή δε θα είναι


ποτέ πια ίδια. Συνειδητοποιώ ότι ο Κρις δε με αγγίζει πια. Ούτε εκείνη τη νύχτα με άγγιζε. Είναι σαν να νιώθει την ανάγκη μου να προχωρήσω μόνη μου, και ένα κομμάτι του εαυτού μου ξέρει το γιατί. Θέλει να ξέρει ότι νιώθω το σπίτι του και σπίτι μου. Μ ου θυμίζει το γιατί επικοινωνούμε, το γιατί είμαστε τα χαμένα κομμάτια ενός παζλ που ενώνονται τέλεια. Όσο τέλειος κι αν φαίνεται στα μάτια μου με τις ατέλειές του, ποτέ δε θα δει τον εαυτό του όπως τον βλέπω εγώ. Ποτέ δε θα καταλάβει ότι είναι τέλειος. Πάντα θα χρειάζεται εμένα να είμαι τα μάτια του, κι αυτός να είναι τα δικά μου. Μ παίνω στο διαμέρισμα, περπατώ στο γυαλιστερό, ανοιχτόχρωμο ξύλο. Οι αποσκευές μας βρίσκονται ήδη στην είσοδο. Επαναλαμβάνοντας επίτηδες αυτό που είχα κάνει την πρώτη νύχτα μου εδώ, γιατί νιώθω πως αυτό είναι που θέλει, κατεβαίνω τα σκαλιά προς το σαλόνι. Αφήνω την τσάντα μου στο τραπεζάκι και συνεχίζω μέχρι τη μεγάλη τζαμαρία. Ακουμπώ τις παλάμες μου στο τζάμι και χαζεύω τον πορτοκαλί δίσκο του ήλιου που βυθίζεται στο νερό, βλέπω τα αστέρια, που ένα ένα αρχίζουν να φωτίζουν μια πόλη γεμάτη τόσα μυστικά όσα είχαμε κάποτε εγώ και ο Κρις. Τώρα όμως ο λευκός καμβάς μας είναι γεμάτος χρώματα, όχι φόβους, κι εκεί που κάποτε υπήρχε μόνο πάθος τώρα έχει ανθίσει και η αγάπη. Μ ουσική αρχίζει να παίζει και χαμογελώ όταν ακούω το «Broken» των Lifehouse. Εκπλήσσομαι που ο Κρις θυμήθηκε ότι αυτό ήταν το τραγούδι που έβαλε την πρώτη μας νύχτα μαζί. Διαλύομαι, λένε οι στίχοι. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Εγώ δε διαλύομαι, αλλά καθώς ο Κρις έρχεται και στέκεται πίσω μου και η ζεστασιά του ποτίζει το κορμί μου, σίγουρα δυσκολεύομαι να αναπνεύσω.


Μ ε απαλές κινήσεις μου βγάζει το παλτό, και αυτή η επανάληψη της σκηνής στέλνει ένα ερωτικό ρίγος στη ραχοκοκαλιά μου. Χαμηλώνω τα μάτια, η ανάσα μου σκαλώνει καθώς αναμένω το άγγιγμά του, περιμένω, λαχταρώ, μέχρι που τα χέρια του κάθονται κτητικά στη μέση μου. Γέρνει πάνω μου και η αίσθηση της σκληρής του στύσης πάνω στη μέση μου είναι αδιανόητα ερεθιστική. Το απαλό άγγιγμα των δαχτύλων του που παραμερίζουν τα μαλλιά μου από τον λαιμό μου κυλά πάνω μου σαν τον ζεστό ήλιο που τρυπώνει από το ανοιχτό παράθυρο. «Βάλε τα χέρια σου στο τζάμι πάνω από το κεφάλι σου», διατάζει απαλά. Η προσταγή αυτή με εξιτάρει και ο πειρασμός να κάνω αυτό που προστάζει, να ξαναζήσω την πρώτη μας νύχτα μαζί, είναι ισχυρός. Ωστόσο, έχω την ενοχλητική αίσθηση πως ξαναζώ την αβεβαιότητα που πίστευα πως είχαμε ξεπεράσει. Δεν κατανοώ αυτό το συναίσθημα και δε μου αρέσει. Στην απελπισία μου να το διώξω, γυρνώ και τον κοιτάζω και για μια στιγμή μαγεύομαι από την ψηλή κορμοστασιά του και την ωμή αρρενωπότητά του. Και καθώς δεν καταφέρνω να αρθρώσω ούτε λέξη, παίρνει ξανά τον έλεγχο. Μ ε κολλά στο τζάμι, οι δυνατοί μηροί του εγκλωβίζουν τα πόδια μου, τα χέρια του αφήνουν πυρωμένα σημάδια στους γοφούς μου. Γέρνει το κεφάλι του, το αξύριστο σαγόνι του γδέρνει απαλά το δέρμα μου καθώς μου λέει: «Θα σε γαμήσω πάλι πάνω στο παράθυρο». Σε παρακαλώ. Ναι. Μη με κάνεις να ικετεύσω, σκέφτομαι, και ο υπόλοιπος κόσμος σβήνει γύρω μου. Το μόνο που μένει είναι αυτός ο άντρας, η κάψα που δημιουργεί μέσα μου και η ομιχλώδης βεβαιότητα ότι ήθελα κάτι να πω. Δαγκώνει τον λοβό του αυτιού μου, με γλείφει ερωτικά και παίρνει μακριά τον πόνο που


προκάλεσε, τα χέρια του ταξιδεύουν προς τα πάνω, στα πλευρά μου, τα δάχτυλά του χαϊδεύουν τις καμπύλες του στήθους μου. Οι ρώγες μου σκληραίνουν και ο υπόκωφος βόμβος που έχει δημιουργήσει στο φύλο μου εδώ και ώρες με τα ερωτικά του λόγια ανθίζει και εντείνεται. «Κρις», ψιθυρίζω, σαν να παρακαλάω. Γι’ αυτόν. Τον θέλω, τον θέλω ολόκληρο. «Τα χέρια πάνω από το κεφάλι», διατάζει ξανά. Θέλω να υπακούσω. Το να είμαι στο έλεος αυτού του άντρα είναι κάτι που ανεβάζει την αδρεναλίνη μου περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αλλά αυτό το αίσθημα πάλι γαντζώνεται μέσα μου, η αίσθηση ότι δεν είναι όλα εντάξει. Γέρνω πάνω του, τυλίγω τα δάχτυλά μου γύρω από την μπλούζα του, και αναζητώ το όμορφο, ανεξιχνίαστο πρόσωπό του. «Είμαστε καλά;» Έκπληξη περνά φευγαλέα από τα μάτια του κι ύστερα αυτό το αόριστο αίσθημα που θέλω να αποκαλώ τρωτότητα, που όμως δεν είναι. Δεν ξέρω τι είναι. Πιάνει απαλά το πρόσωπό μου. «Σε χρειάζομαι υπερβολικά για να υπάρχει άλλη απάντηση». «Τότε γιατί νιώθω ότι είσαι μακριά μου;» «Δεν είμαι. Είμαι ακριβώς εδώ κι αιμορραγώ για σένα με κάθε τρόπο». Δεν καταλαβαίνω τον πόνο που κρύβουν τα λόγια του και περισσότερο δεν καταλαβαίνω ποιο ακριβώς είναι το συναίσθημα που προσπαθεί να καταπολεμήσει. «Τι σημαίνει αυτό;» Ρίχνει το κεφάλι προς τα πίσω, απελευθερώνοντας όλη την ένταση που έχει μέσα του. Τα δευτερόλεπτα περνούν σαν αιώνες και επιτέλους χαμηλώνει το βασανισμένο του βλέμμα στο δικό μου. «Ακόμα σκέφτομαι τη χθεσινή νύχτα. Ακόμα τη ζω». «Τι σημαίνει αυτό;» λέω ξανά. «Δεν ξέρω τι σημαίνει», ομολογεί. «Αυτό είναι το πρόβλημα. Αυτός είναι ο φόβος μου».


«Κρις, με μπερδεύεις. Δώσε μου να καταλάβω». «Όταν ήρθες στο κλαμπ μετά τον θάνατο του Ντίλαν, δεν ήμουν ο εαυτός μου, είχα ξεφύγει τελείως. Αν είχα μείνει, δεν ξέρω τι θα σου είχα κάνει – ή τι θα είχα κάνει μαζί σου». «Αυτό είναι λοιπόν». Θυμάμαι που μου έλεγε ότι κάποτε ήταν σαν την Άμπερ, ότι, κατά πολλούς τρόπους, ακόμα είναι. «Η κατάρρευση της Άμπερ σε έκανε να φοβάσαι ότι θα πάθεις κι εσύ ξανά το ίδιο». «Θα συμβεί. Είμαι σαν ωρολογιακή βόμβα. Κάποια στιγμή θα συμβεί». «Δεν το ξέρεις αυτό». «Το ξέρω. Πάντα το ήξερα, αλλά το αρνιόμουν. Όχι όμως πια. Κάποια στιγμή θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε». Ο πρώτος πληθυντικός που χρησιμοποιεί με κάνει να χαλαρώνω. Τον πιάνω από τα μπράτσα, τα μάτια μου αναζητούν τα δικά του. «Δε φοβάμαι». «Το ξέρω». Φοβάται όμως και αυτό είναι το πρόβλημα. Ακόμα υπάρχει αυτό το καταραμένο μαστίγιο που απειλεί να μας χωρίσει. Χτυπά η ενδοεπικοινωνία και ο Κρις ισιώνει την πλάτη και περνά απότομα το χέρι από τα μαλλιά του. Γεμάτη περιέργεια και ανησυχία για τον λόγο της διακοπής, ακούω με αγωνία τον Κρις να πατά το κουμπί και να γρυλίζει: «Το καλό που σου θέλω να είναι σημαντικό». «Είναι εδώ ο ντετέκτιβ Γκραντ», απαντά ο Τζέικομπ. «Επιμένει να έρθει πάνω». Αδρεναλίνη με πλημμυρίζει και ανεβαίνω τρέχοντας τα σκαλιά στον Κρις. «Γιατί ήρθε; Αφού είναι να τον συναντήσουμε αύριο στο αστυνομικό τμήμα». Ο Κρις σηκώνει το χέρι του για να σωπάσω και απαντά στον


Τζέικομπ: «Πες του ότι θα τον δούμε αύριο. Και τηλεφώνησε στον Μ πλέικ για να σιγουρευτούμε ότι δεν υπάρχει κάτι νεότερο που πρέπει να γνωρίζουμε». «Αφήστε το πάνω μου», λέει ο Τζέικομπ. Ο Κρις αφήνει το κουμπί της ενδοεπικοινωνίας και γυρνά σε μένα, πιάνοντάς με από τους ώμους. «Βαθιές ανάσες, μωρό μου. Όλα θα πάνε καλά. Το πιθανότερο είναι να ήθελε να μας στριμώξει για να πάρει περισσότερες πληροφορίες δίχως τον Ντέιβιντ παρόντα». «Γιατί να θέλει να αποφύγει τον δικηγόρο μας; Και δε δείχνουμε ύποπτοι από τη στιγμή που δεν του μιλάμε;» «Αυτό θέλει να πιστέψουμε, όμως δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε, οπότε τι μας νοιάζει τι πιστεύει εκείνος; Σίγουρα περιμένει ότι έξυπνοι άνθρωποι με καλούς δικηγόρους δε θα του μιλούσαν». «Και αυτό ακριβώς θέλω να πω. Δεν κάναμε τίποτα κακό. Σε μένα επιτέθηκε η Άβα, εμένα προσπάθησε να σκοτώσει. Γιατί να θέλει λοιπόν να μας στριμώξει;» «Μ άλλον αυτό συμβαίνει με κάθε σημαντικό ύποπτο, αλλά θα τηλεφωνήσω στον Ντέιβιντ για να βεβαιωθώ». Βγάζει το κινητό από την τσέπη του και πηγαίνει στο παράθυρο του σαλονιού, ενώ εγώ κάθομαι ανήσυχη στην άκρη του καναπέ. Παρόλο που ακούω προσεκτικά, ελπίζοντας να καταλάβω τη συζήτηση με τον Ντέιβιντ, δεν μπορώ. Κλείνει επιτέλους το τηλέφωνο και κάθεται κοντά μου, τραβώντας τα πόδια μου στην αγκαλιά του. «Ο Ντέιβιντ λέει ότι θα γίνει ακρόαση σχετικά με το ποσό εγγύησης της Άβα αυτή την Παρασκευή. Μ άλλον θα ζητήσουν κατάθεση από όλους τους μάρτυρες». Ακουμπώ τους αγκώνες μου στο δερμάτινο μπράτσο πίσω μου.


«Τι σημαίνει αυτό;» «Ο δικηγόρος της ζητά μείωση του ποσού της εγγύησης και αυτό τους δίνει λίγο ακόμα χρόνο για ανακρίσεις». «Δηλαδή μπορεί να βγει;» «Ας ελπίσουμε πως όχι». Η καρδιά μου βουλιάζει. «Άρα ναι». «Την κράτησαν την πρώτη φορά. Ας ελπίσουμε πως θα έχουν αρκετά στοιχεία ώστε να την κρατήσουν και τώρα. Θα μάθουμε περισσότερα αύριο στο αστυνομικό τμήμα». «Μ ήπως αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να είχαμε μιλήσει στον ντετέκτιβ απόψε;» «Όχι. Ο Ντέιβιντ θέλει να είναι μαζί μας. Δεν του έχουν πει αρκετά ώστε να νιώθει άνετα με την έκβαση της συζήτησης. Επίσης τόνισε ότι αυτή είναι χρονιά εκλογών, που σημαίνει ότι η Εισαγγελία βρίσκεται στον πυρετό της επανεκλογής». «Που σημαίνει ότι έχουν κίνητρο να λύσουν την υπόθεση και να υπάρξει καταδίκη». «Ναι. Ακριβώς». Περιμένω ελπίζοντας να πει περισσότερα και, όταν δεν το κάνει, συνειδητοποιώ αργά την πραγματικότητα και το στομάχι μου δένεται κόμπος. «Καταδίκη με κάθε κόστος – ακόμα κι ενός αθώου». «Θέλω να πιστεύω ότι η Εισαγγελία έχει και μια ηθική». Σηκώνει το κινητό που χτυπά για ακόμα μία φορά κι εγώ ακούω προσεκτικά. «Πάρε με όταν τον βρεις», λέει μόνο πριν αφήσει το τηλέφωνο στο τραπεζάκι. «Ο Τζέικομπ δε βρίσκει τον Μ πλέικ. Θα μας πάρει όταν τον βρει. Επίσης προσπαθεί να βρει τον Μ αρκ μια και ο μπάσταρδος δεν απαντά στις κλήσεις μου». «Άρα απλώς περιμένουμε». «Ναι, αλλά τουλάχιστον το κάνουμε μαζί». Μ ε τραβά κοντά


του κι εγώ κουρνιάζω πάνω στο γεροδεμένο κορμί του, ακουμπώ το κεφάλι μου στο στέρνο του, το μυαλό μου μετρά τους χτύπους της καρδιάς του. Μαζί, επαναλαμβάνω μέσα μου. Κλείνω τα μάτια κι επαναλαμβάνω τη λέξη ξανά και ξανά.


2

Ξυπνώ αιχμάλωτη από το πανέμορφο καταπράσινο βλέμμα του Κρις και σταδιακά συνειδητοποιώ ότι βρισκόμαστε στον καναπέ με τα πόδια μας πλεγμένα μεταξύ τους. «Γεια», μουρμουρίζω, χαϊδεύοντας το αξύριστο σαγόνι του. «Γεια». «Εύκολα θα μου γίνει συνήθειο να ξυπνώ μαζί σου κάθε μέρα». Κλείνει το χέρι του πάνω από τα δάχτυλά μου και τα φιλά. «Ελπίζω να σου έχει ήδη γίνει». Χαμογελώ. «Χρειάζομαι κι άλλη εξάσκηση. Πολύ περισσότερη. Πόση ώρα κοιμόμαστε;» «Περίπου δώδεκα ώρες». «Τι;» Ανασηκώνομαι στον αγκώνα μου, παραμερίζοντας τα μαλλιά μου από τα μάτια μου που μισοκλείνουν στο φως του ήλιου που μπαίνει από τη μεγάλη τζαμαρία. «Πώς γίνεται να μην πήγαμε στο κρεβάτι; Φοράμε ακόμα τα ρούχα μας». «Μ ας έβγαλα τα παπούτσια πριν από κανένα τρίωρο, όταν ξύπνησες για να πας τουαλέτα». «Πήγα τουαλέτα;» Γελάει. «Ναι. Σκόπευα να μεταφερθούμε στο κρεβάτι όταν γύρισες, αλλά προφανώς με πήρε ο ύπνος».


«Δε θυμάμαι απολύτως τίποτα. Μ ήπως πήραν ο Μ πλέικ ή ο Μ αρκ και κοιμόμουν;» «Κανένας δεν πήρε». Τεντώνεται μέχρι το τραπεζάκι και ελέγχει το κινητό του. «Μ πα. Τίποτα». «Γιατί δε σε έχει πάρει ο Μ πλέικ;» «Υποθέτω πως δεν είχε κάτι καινούργιο να μας πει και δε θα ήθελε να μας ξυπνήσει δίχως λόγο. Είναι μόνο οκτώ το πρωί». «Μ άλλον έχεις δίκιο, αλλά το να μας αγνοεί ο Μ αρκ είναι παράλογο. Προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε μαζί του εδώ και μέρες. Ήλπιζα πραγματικά να μας ενημέρωνε για το πώς χειρίζεται η αστυνομία την υπόθεση». Σκαρφαλώνω η μισή στον Κρις για να πιάσω την τσάντα μου από το τραπεζάκι. «Το γόνατο, μωρό μου», βογκάει, πιάνοντας το πόδι μου. «Το γόνατο». «Ουπς, συγγνώμη», λέω και αρπάζω στα γρήγορα το κινητό μου για να καθίσω πάλι δίπλα του. «Ούτε κι εγώ έχω καμιά κλήση. Χμμ. Οι μόνοι που έχουν μείνει στην γκαλερί από το προσωπικό είναι η Αμάντα και ο Ραλφ. Ίσως μπορώ να βρω τον Ραλφ να μας πει τι συμβαίνει με τον Μ αρκ». Αρχίζω να πληκτρολογώ τον αριθμό της γκαλερί, μα διστάζω, φοβούμενη για το τι θα απαντήσω σε ερωτήσεις που θα μου κάνει όταν με πάρει. Αν με πάρει. Αυτή τη στιγμή κανείς δε φαίνεται να θέλει να μας μιλήσει. «Πόσα νομίζεις ότι ξέρουν οι υπάλληλοι της γκαλερί για ό,τι συμβαίνει;» «Μ ίλησα στον Ντέιβιντ και τον Μ πλέικ πριν φύγουμε από Παρίσι και μου επιβεβαίωσαν ότι δεν έχει κοινοποιηθεί τίποτα πέρα από τη σύλληψη του Ρίκο και της Μ έρι». «Νόμιζα πως κάτι τέτοια θέματα βγαίνουν πάντα στον τύπο». «Η αστυνομία μπορεί να σφραγίσει τον φάκελο στο τμήμα των δημοσίων σχέσεων και απ’ ό,τι φαίνεται αυτό έκαναν. Ο Ντέιβιντ λέει ότι η Εισαγγελία δε θέλει να έχει στα χέρια της υπόθεση


αγνοούμενου ατόμου με τη λέξη “φόνος”, μέχρι να έχει σίγουρη καταδίκη». Φόνος. Η καρδιά μου σφίγγεται και γρήγορα προσπαθώ να αποδιώξω τη λέξη πριν αρχίσει να επηρεάζει και το μυαλό μου. «Αναρωτιέμαι τι έχει πει ο Μ αρκ στο προσωπικό, αν έχει πει κάτι. Μ άλλον θα αφήσω μήνυμα στον Ραλφ και ας ελπίσουμε ότι μέχρι να το πάρει θα έχουμε μάθει νέα του Μ πλέικ ή του Μ αρκ». «Άφησε το μήνυμά σου», λέει. «Εγώ θα απασχοληθώ όσο περιμένουμε». Μ ε τραβά στο κέντρο του καναπέ και ξαπλώνει πάνω μου το υπέροχο βάρος του κορμιού του. «Χμμμ», μουρμουρίζω, καθώς η σκληρή του στύση πιέζει την κοιλιά μου, «προφανώς το γόνατό μου δεν έκανε και πολύ μεγάλη ζημιά». Δείχνω το κινητό μου και πατώ την επανάκληση. «Φρόνιμα. Να τηλεφωνήσω πρώτα». «Ό,τι πεις», υπόσχεται και είμαι σίγουρη πως δε μιλά για το τηλεφώνημα όταν τα χέρια του ταξιδεύουν από τη μέση μου στο στήθος μου. «Σταμάτα», μουρμουρίζω. «Καλεί». Απτόητος, μου σηκώνει την μπλούζα και τα δάχτυλά του χορεύουν πάνω στο γυμνό μου δέρμα. «Σταμάτα», απαιτώ, χώνοντας τα δάχτυλά μου στα σέξι ξανθά μαλλιά του για να τον κάνω να με κοιτάξει. «Όχι», απαντά απλά. «Ναι». «Το ναι μ’ αρέσει», συμφωνεί, και παρά το ότι τον κρατώ από τα μαλλιά, καταφέρνει να γλιστρήσει το δάχτυλό του ανάμεσα στους μηρούς μου και να με ερεθίσει πάνω από το τζιν. Τα βλέφαρά μου πεταρίζουν στην κάψα που καταλαμβάνει το φύλο μου και το μόνο που σκέφτομαι είναι εκείνον να με γλείφει εκεί. Παραδόξως, καταφέρνω και ακούω τον τηλεφωνητή και


αφήνω τα μαλλιά του Κρις για να πληκτρολογήσω το εσωτερικό του Ραλφ. Ο Κρις αρπάζει την ευκαιρία για να κατεβάσει το φερμουάρ του τζιν μου. Και όταν το στόμα του κολλά πάνω στο δέρμα που μόλις ξεγύμνωσε, και η γλώσσα του βυθίζεται στον αφαλό μου, εκείνη τη στιγμή απαντά ο Ραλφ κι εγώ δεν μπορώ να αρθρώσω λέξη, πόσο μάλλον πρόταση με συνοχή. Ο Κρις μου παίρνει το τηλέφωνο κι εγώ το αρπάζω. «Όχι. Πρέπει να ξαναπάρω». «Ξαναπάρε όταν ανοίξουν». Μ ου παίρνει το κινητό και το πετά στη δεξιά πολυθρόνα. «Έχουμε πολύ χρόνο να σκοτώσουμε μέχρι τη συνάντηση για να αγχώνεσαι τόσο πολύ». «Χρόνο που πρέπει να εκμεταλλευτούμε για να πάρουμε απαντήσεις». «Και η απάντηση θα είναι “ναι” όταν σε κάνω να την πεις». Μ ου κατεβάζει το τζιν μαζί με το κιλοτάκι μέχρι τους γοφούς. «Προσπάθησε πρώτα να μιλήσεις με τον Μ πλέικ, Κρις». Πετά το παντελόνι μου όπως πέταξε το κινητό μου και αρχίζει να μου σηκώνει την μπλούζα. «Αμέσως μόλις τελειώσουμε από εδώ». Μ ου ξεκουμπώνει το σουτιέν, χουφτώνει τα στήθη μου, τα δάχτυλά του χαϊδεύουν τις ρώγες μου και σκύβει για να γλείψει τη μία που έχει σκληρύνει και πονά από ηδονή. «Έχεις κανένα πρόβλημα με αυτό;» «Πρόβλημα;» ρωτάω ξέπνοη. «Τι πρόβλημα;» Χαμογελά αχνά και μου βγάζει την μπλούζα. Κάνω να κατεβάσω τα χέρια μου αλλά μου τα ακινητοποιεί πάνω από το κεφάλι. «Κράτα τα εκεί. Κούνα τα και θα τιμωρηθείς όπως σου είχα υποσχεθεί χθες βράδυ». Σέρνει το χέρι του πάνω στο γυμνό μου στήθος, ρουφά αχόρταγα τις ρώγες μου και νιώθω τις σουβλιές της ηδονής μέχρι το φύλο μου. Πλημμυρίζω αδρεναλίνη, λίγο φόβο για το άγνωστο και


ταυτόχρονα νιώθω την απόλυτη διέγερση. «Μ ε ποιον τρόπο θα τιμωρηθώ;» ρωτάω και τα πόδια μου σφίγγονται ασυναίσθητα γύρω από τους γοφούς του. Το βλέμμα του πέφτει καυτό πάνω στις ρώγες μου και στα βαριά, πρησμένα μου στήθη πριν καρφωθεί στα μάτια μου. «Καλύψαμε τη λίστα των δυνατοτήτων χθες στο αεροπλάνο». Κάψα με ποτίζει ολόκληρη στη θύμηση των ψιθυριστών άκρως ερεθιστικών υποσχέσεων. «Ναι, το κάναμε». Μ ου ανοίγει τα πόδια και γλιστρά τα δάχτυλά του στο υγρό, καυτό τριγωνάκι, ενώ το δάχτυλό του διαγράφει απαλούς κύκλους πάνω στην κλειτορίδα μου. «Θέλεις το στόμα μου εδώ;» «Ναι», μου ξεφεύγει η απάντηση. «Τι θα κάνεις αν σου πω πως αν τελειώσεις πριν σου το επιτρέψω, το τίμημα θα είναι να επιλέξω μια από τις τιμωρίες που σκέφτομαι;» Γελάω βραχνά και του θυμίζω: «Την έχουμε ξανακάνει αυτή την κουβέντα. Θα αποτύχω. Στην πραγματικότητα, αυτή ακριβώς τη στιγμή, και μόνο να αναπνεύσεις, θα τελειώσω». Το ερωτικό, πανούργο στόμα του σχηματίζει χαμόγελο ικανοποίησης. «Τότε καλύτερα να περάσουμε απευθείας στην τιμωρία». Η αδρεναλίνη που με πλημμυρίζει κάνει το κορμί μου να τρέμει ολόκληρο. Ίσως πάλι να είναι εκείνος που με κάνει να τρέμω. «Αξίζω τον οργασμό αν είναι να με τιμωρήσεις», καταφέρνω να ψελλίσω. Γελάει και το γέλιο του ακούγεται πονηρό και κυρίαρχο, σαν να έχει ήδη αποφασίσει ποια από τις υποσχέσεις που μου έδωσε στο αεροπλάνο πρόκειται να πραγματοποιήσει. «Για να δούμε πόσο έτοιμη είσαι τελικά», μουρμουρίζει, βυθίζοντας ένα δάχτυλο μέσα μου, και ύστερα ακόμα ένα, χαράζοντας ταυτόχρονα μια γραμμή


ηδονής. Αντιστέκομαι στο κύρτωμα των γοφών μου, στην ηδονή της λύτρωσης και μοιάζει να το καταλαβαίνει, να το γνωρίζει. «Μ πορείς να τελειώσεις αν θες, μωρό μου», λέει, «αν όμως κουνήσεις τα χέρια σου, τότε θα σε τιμωρήσω». Τυλίγει το χέρι του γύρω από τη μέση μου και με σηκώνει ώστε τα δάχτυλά του να βυθιστούν περισσότερο μέσα μου. «Κατάλαβες;» «Ναι», λέω ασθμαίνοντας. «Ναι». Δεν καταλαβαίνω ακριβώς σε τι συμφωνώ, γιατί τα δάχτυλά του στέλνουν μικρά βέλη ηδονής σε όλο το κορμί μου. «Ωραία». Σκύβει και με φιλά στην κοιλιά και ύστερα νιώθω τη γλώσσα του να χορεύει στις πρησμένες μου ρώγες. «Υπάρχει μόνο τιμωρία», μουρμουρίζει πάνω στο δέρμα μου και ύστερα από μια μικρή παύση προσθέτει: «Ή καθόλου τιμωρία». Τιμωρία ή καθόλου τιμωρία. Οι λέξεις αυτές χορεύουν στο μυαλό μου, και απρόσκλητο το ίδιο κάνει και το απόσπασμα από το ημερολόγιο της Ρεμπέκα. Ήξερες ότι πρέπει να σε τιμωρήσω. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θεωρούσε αυτή την πρόταση του Μ αρκ τόσο εθιστική, μα τώρα το καταλαβαίνω. Νιώθω το ίδιο δέος και λαχτάρα που περιέγραφε εκείνη μαζί του, τον πόνο που κρύβει μέσα του φόβο και ταυτόχρονα πόθο. Οι ώμοι του Κρις πιέζουν τα γόνατά μου, η καυτή του ανάσα καψαλίζει την πρησμένη μου κλειτορίδα και η προσμονή μέσα μου είναι σχεδόν αβάσταχτη. Κάνω να κουνήσω τα χέρια μου για να τον τραβήξω κοντά μου μα κρατιέμαι. Αν τον παρακούσω, ξέρω ότι η τιμωρία μου θα ξεκινήσει με τη στέρηση του στόματός του, και το θέλω το στόμα του. Απεγνωσμένα. Κι άλλες καυτές ανάσες με χαϊδεύουν και η γλώσσα του ψιθυρίζει ανάμεσα στους μηρούς μου, και πρέπει να γραπώσω γερά τα δερμάτινα μπράτσα του καναπέ για να κρατήσω τα χέρια μου ακίνητα. Μ ε βασανίζει, προσπαθεί να με κάνει να κάνω αυτό που


μου απαγόρευσε. Μ α δεν το κάνω. Δε θα το κάνω. Περιμένω την ύστατη ανταμοιβή, που τελικά έρχεται. Το ζεστό του στόμα κλείνει πάνω στην κλειτορίδα μου και είναι λες και η σκληρή μπάλα έντασης που είναι φωλιασμένη μέσα μου να απελευθερώνεται, μόνο και μόνο για να κουρνιάσει ξανά στη θέση της. Τώρα έχω το στόμα του, τη γλώσσα του, αλλά λαχταρώ εκείνη τη γλυκιά, υπέροχη στιγμή όταν όλα γύρω μου θα εκραγούν ηδονικά. Και αυτή η στιγμή πλησιάζει, είναι τόσο κοντά. Η γλώσσα του είναι μαγική, χορεύει πάνω στην κλειτορίδα μου, διαγράφει κύκλους πάνω της, ενώ τα δάχτυλά του βυθίζονται ρυθμικά μέσα μου. Οι αναστολές μου έχουν εξατμιστεί, ασθμαίνω, κινούμαι μαζί του, βρίσκομαι τόσο στο χείλος του γκρεμού που νιώθω πως θα γίνω χίλια κομμάτια. Μ ε κρατά επίτηδες εκεί, επιβραδύνει τις κινήσεις του όταν εγώ θέλω να τις επιταχύνει, κινείται όταν εγώ θέλω να μείνει ακίνητος. Δεν αντέχω άλλο. Κατεβάζω το χέρι μου στο κεφάλι του, κι έτσι απλά, σταματά αυτό που κάνει. Μ ου κόβεται η ανάσα, προσπαθώ να τον πιάσω, όμως είναι πολύ αργά για να κάνω πίσω, να αλλάξω αυτό που έκανα. Στέκεται από πάνω μου, το βλέμμα του συναντά το δικό μου. «Σου είπα να μείνεις ακίνητη». «Το ξέρω, αλλά–» «Δεν υπάρχει αλλά. Τιμωρία ή καθόλου τιμωρία. Αυτές ήταν οι επιλογές». Εντελώς ξαφνικά, με γυρνά μπρούμυτα και με τραβά να πέσω στα γόνατα, σηκώνοντας τους γλουτούς μου στον αέρα. Η καρδιά μου χτυπά σαν τρελή και η βεβαιότητα της επερχόμενης τιμωρίας ξεχύνει αδρεναλίνη σε όλο το κορμί μου. Ξαφνικά το γυμνό του χέρι χτυπά τα οπίσθιά μου, το τσούξιμο μου προκαλεί σοκ, απλώνεται ακτινωτά στο δέρμα μου μέχρι τη σπονδυλική μου στήλη. Βογκάω και κυρτώνω τη μέση μου, κι αυτό είναι μεγάλο λάθος. Δέχομαι το επόμενο χτύπημα της παλάμης του


που μου προκαλεί μεγαλύτερο πόνο, περισσότερο τσούξιμο. Καταφέρνω και θυμάμαι ό,τι μου έχει μάθει και αρχίζω να μετρώ με το επόμενο χτύπημα. Τρία, τέσσερα, πέντε. Κρατώ την ανάσα μου στο έξι που δεν έρχεται ποτέ. Ο Κρις με γυρνά, με πιέζει στον καναπέ με το βάρος του σώματός του, τα δάχτυλά του μπλέκονται στα μακριά μαλλιά μου. Για μερικά δευτερόλεπτα οι ανάσες μας συγχρονίζονται, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται γύρω μας. Νιώθω αυτό τον άντρα σε κάθε κύτταρο του κορμιού μου, σε κάθε πόρο και νευρική απόληξη. Και όταν το στόμα του πλησιάζει το δικό μου, καυτό και αποφασιστικό, αδιαμφισβήτητο δείγμα ότι έχει τον απόλυτο έλεγχο, νιώθω ότι δεν έχω λαχταρήσει ποτέ ένα φιλί όσο το λαχταρώ τώρα. Είμαι δική του και κανένα σημείο του κορμιού μου δεν μπορεί να αντισταθεί σε αυτό. Κανένα κομμάτι μου δεν το αρνείται. Υπάρχει απλώς μόνο αυτό που μπορεί να πάρει από μένα. Την υποταγή μου. Ασθμαίνω τη στιγμή που ξεκολλά το στόμα του από το δικό μου και αφήνει τα μαλλιά μου που χύνονται πάνω στο κορμί μου. Γλιστρά ανάμεσα στα πόδια μου και λιώνω όταν το στόμα του συναντά την κλειτορίδα μου. Ρουφά και γλείφει, στέλνοντας κύματα ηδονής σε κάθε μου κύτταρο. Και αυτή τη φορά με πηγαίνει εκεί που θέλω να πάω και τότε χάνομαι, ζαλίζομαι από τη λύτρωση που με περιμένει. Μ ε γλείφει μια τελευταία φορά και το φύλο μου συσπάται γύρω από τα δάχτυλά του, κάθε μυς του κορμιού μου γεμίζει ένταση ώσπου επιτέλους με πλημμυρίζει η ηδονή. Τα πάντα είναι ένα σαρωτικό κύμα αισθήσεων που κάνει όλα τα άλλα να χάνονται. Επιστρέφω ξανά αργά στην πραγματικότητα, ασθμαίνοντας από την αίσθηση που άφησε αυτό που μόλις μου έκανε. Ο Κρις κάνει να απομακρυνθεί, μα προσπαθώ να τον τραβήξω


κοντά μου. «Περίμενε. Σε παρακαλώ». Κι έτσι απλά, με σηκώνει και με ρίχνει στον ώμο του, το χέρι του σφίγγει τον πισινό μου. Η καρδιά μου βροντοχτυπά στη σκέψη ότι θα με χτυπήσει ξανά και η ανάσα μου σκαλώνει. Μ παίνει στο μπάνιο, ανάβει το φως, και με καθίζει στον λευκό πάγκο. Ύστερα πηγαίνει μέχρι την ντουσιέρα και την ανοίγει, βγάζοντας ταυτόχρονα την μπλούζα του. Το βλέμμα μου καταβροχθίζει τη γραμμωμένη πλάτη του και τον τρόπο με τον οποίο τεντώνεται ο δράκος στο δέρμα του σε κάθε του κίνηση. Αποπνέει δύναμη και έλεγχο. Είναι το απόλυτο αρσενικό. Είναι ο μέλλων σύζυγός μου και η σκέψη ότι θα είμαι γυναίκα αυτού του άντρα είναι άκρως ερωτική. Γυρνά και με κοιτάζει, με μάτια που ξεχειλίζουν καυτό πόθο. Ξεκουμπώνει το τζιν του, το αφήνει να γλιστρήσει στο πάτωμα κι εγώ δε χορταίνω στη θέα του αγαλματένιου κορμιού του. «Έλα εδώ», προστάζει κι εγώ δε χρειάζομαι δεύτερη κουβέντα. Μ ε έχει κατηγορήσει ότι απολαμβάνω τον έλεγχό του, κι έχει δίκιο. Όχι μόνο μου αρέσει, αλλά τον λαχταρώ, του προσφέρω την απόλυτη υποταγή μου, πράγμα που δε θα έκανα ποτέ με κανέναν άλλον. Κατεβαίνω από τον πάγκο και, ερεθισμένη από το ελαφρύ τσούξιμο που νιώθω στα οπίσθιά μου, διανύω την απόσταση που μας χωρίζει και στέκομαι μπροστά του, ενώ το κορμί μου τρέμει στη σκέψη τού πόσο πολύ λαχταρώ το άγγιγμά του. Νιώθω σαν να έχει να με αγγίξει αιώνες και όχι μόλις μερικά δευτερόλεπτα. Υποθέτω πως θα μου το αρνηθεί, θα με κάνει να περιμένω, αλλά με μια ξαφνική αλλαγή της διάθεσης, ένα κύμα τρυφερότητας απαλύνει τα μάτια και το πρόσωπό του. Πριν καλά καλά το καταλάβω, με τραβά στο ντους και στην αγκαλιά του. Η παλάμη μου ακουμπά στο στέρνο του. «Μ ε χτύπησες. Χωρίς


να με προειδοποιήσεις». Μ ε κολλά στον τοίχο. «Και γιατί νομίζεις το έκανα αυτό;» Το βλέμμα του σκοτεινιάζει πάλι, παρασύρει κι εμένα και τραυλίζω καθώς του απαντώ. «Δεν… δεν ξέρω». «Γιατί αν καταρρεύσω ξανά θα γίνει στα ξαφνικά. Θα πρέπει να είσαι προετοιμασμένη γι’ αυτό. Θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι». Η καρδιά μου σφίγγεται από κατανόηση. Δε με απομακρύνει λόγω της Άμπερ. Μ ε τραβά ακόμα πιο κοντά του. Τυλίγω τα χέρια μου γύρω του. «Θα είμαστε». «Πρέπει να είμαστε», τονίζει ξανά και με σφίγγει τόσο δυνατά σαν να πιστεύει ότι θα με χάσει. Γι’ αυτό τον κρατώ κι εγώ πιο σφιχτά, γιατί το έχει ανάγκη.

Έχει πάει σχεδόν μεσημέρι όταν βγαίνω από το μπάνιο και βρίσκω τον Κρις να μιλά στο τηλέφωνο χαζεύοντας από το μεγάλο παράθυρο. Φοράει μαύρο τζιν Diesel, ασορτί μακό μπλουζάκι Diesel και τα μποτάκια που διαλέξαμε μαζί στο Παρίσι, και κρατά μια κούπα καφέ. Το άκαμπτο κορμί του και η ένταση στους ώμους του με κάνουν να αναρωτιέμαι αν κοιμήθηκε πολύ λιγότερο από όσο θέλει να δείχνει. Και αν ανησυχεί πολύ περισσότερο για τη σημερινή συνάντηση. Κάθομαι στην αφράτη δερμάτινη πολυθρόνα απέναντί του κι αυτός γυρνά και κλείνει το τηλέφωνο. Τα μάτια του με κοιτούν φωτεινά, το φως του ήλιου αιχμαλωτίζει τις κεχριμπαρένιες τους κηλίδες και τις κάνει χρυσαφένιες. Μ ε πλησιάζει νωχελικά και το βλέμμα του σαρώνει εξεταστικά τη μαύρη μου φούστα και το πουλόβερ με V που φορώ.


Σκύβει από πάνω μου ακουμπώντας το χέρι του στο γόνατό μου. «Είσαι πανέμορφη, μωρό μου», λέει με βραχνή, γεμάτη πόθο φωνή. Αυτός ο πόθος με κάνει να κοκκινίζω. «Σ’ ευχαριστώ. Θεώρησα πως πρέπει να ντυθώ επαγγελματικά για τη συνάντηση». «Να ντύνεσαι για να εντυπωσιάζεις τον εαυτό σου, όχι τους άλλους». Τα μάτια του λαμπυρίζουν με την πονηριά που τόσο λατρεύω κι εκείνος συνεχίζει: «Να γδύνεσαι για να εντυπωσιάζεις εμένα». Προσπαθώ να χαμογελάσω, μα αποτυγχάνω παταγωδώς, και ο Κρις το παρατηρεί αμέσως. «Έι», λέει, χαϊδεύοντας το μάγουλό μου. «Χαλάρωσε, μωράκι μου. Δεν υπάρχει λόγος να αγχώνεσαι για τη συνάντηση». Τον κοιτάζω εξεταστικά, ψάχνοντας για κάποιο ίχνος έντασης, μα δε βλέπω τίποτα. Ίσως να το φαντάστηκα. «Μ ε ενοχλεί που πάμε εντελώς στα τυφλά. Ο Μ αρκ δε μας έχει πάρει. Ούτε ο Ραλφ, παρόλο που του έχω αφήσει δύο μηνύματα. Ο Μ πλέικ και ο Ντέιβιντ δε μας έχουν πει κάτι καινούργιο. Αποκλείεται να ήρθε δίχως λόγο ο ντετέκτιβ εδώ χθες βράδυ. Και σε παρακαλώ πες μου ότι τώρα μιλούσες με τον Ντέιβιντ». «Προφανώς δεν πρέπει να σε αφήνω να πίνεις πάνω από δύο φλιτζάνια καφέ. Τρέχεις με τα χίλια», με πειράζει. «Και όχι, δε μιλούσα με τον Ντέιβιντ. Ήταν ο κοσμηματοπώλης που σου έλεγα. Σχεδίασα ένα δαχτυλίδι που σκοπεύω να σου δείξω, αλλά ήθελα πρώτα να βεβαιωθώ ότι μπορεί να δουλέψει με αυτό που έχω στο μυαλό μου». «Σχεδίασες δαχτυλίδι για μένα;» ρωτάω ενθουσιασμένη. «Θα έχω έναν αυθεντικό Κρις Μ έριτ στο δάχτυλό μου!» «Και στο κρεβάτι σου», με πειράζει. «Αλλά ναι. Σχεδίασα ένα δαχτυλίδι. Λείπουν μερικές ακόμα πινελιές και μετά θα το δεις». Ακτινοβολώ. Μ ε κάποιον τρόπο, ο Κρις κατάφερε να με κάνει


να ξεχάσω όλες τις αγωνίες μου. Τον πλησιάζω και κλείνω το πρόσωπό του στις παλάμες μου. «Αυτό ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσες να μου κάνεις». Χαμογελά και καλύπτει τα χέρια μου με τα δικά του, κατεβάζοντάς τα ανάμεσά μας. «Ας ελπίσουμε ότι δε θα αλλάξεις γνώμη όταν το δεις». «Το ξέρεις πως δε θα αλλάξω. Δε θέλω να περιμένω για να το δω. Μ πορώ να ρίξω μια ματιά; Σε παρακαλώ; Δε με νοιάζει που δεν έχει τελειώσει». Σηκώνεται και με τραβά μαζί του. «Μ ετά τη συνάντηση με την αστυνομία». Η φράση με χτυπά σαν παγωμένος αέρας. «Σωστά», λέω, καταπίνοντας τον κόμπο στον λαιμό μου. «Η συνάντηση». «Ο Ντέιβιντ θέλει να συναντηθούμε πρώτα σε μια καφετέρια κοντά στο τμήμα, αλλά έχουμε μπόλικο χρόνο μέχρι τότε. Περνάμε από την γκαλερί μήπως μάθουμε τίποτα για τον Μ αρκ; Ίσως έτσι ηρεμήσεις λίγο». «Ναι», συμφωνώ γρήγορα. «Πολύ καλή ιδέα». Και είναι όντως καλή ιδέα, γιατί όμως το στομάχι μου έχει γίνει πέτρα; «Ο Ραλφ και η Αμάντα θα αρχίσουν τις ερωτήσεις», με προειδοποιεί. «Το ίδιο και η αστυνομία. Θα κάνω και εξάσκηση. Και θα νιώσω καλύτερα αν είμαι προετοιμασμένη πριν πάμε στο τμήμα». Μ ε κοιτάζει εξεταστικά. «Είσαι σίγουρη;» «Ναι», λέω. «Είμαι σίγουρη». Δε μοιάζει να πείθεται και το στομάχι μου κάνει ακόμα μία τούμπα. Ένα μέρος του εαυτού μου δε θέλει να πάει στην γκαλερί και δεν ξέρω γιατί.


Σαν τα αγκάθια στα τριαντάφυλλα που τόσο του αρέσει να μου προσφέρει, καλωσορίζω τον πόνο του μαστιγίου στην πλάτη μου. Είναι η απόδραση από όλα όσα έχω χάσει, όλα όσα έχω δει κι έχω κάνει, και μετανιώνω που κάνω. Εκείνος μου το προσφέρει αυτό. Εκείνος είναι το ναρκωτικό μου. Ο πόνος είναι το ναρκωτικό μου. Με σαρώνει και δε νιώθω τίποτε άλλο πέρα από το δάγκωμα του δέρματος και το γλυκό μετάξι του σκότους και της ηδονής που ακολουθεί. Ρεμπέκα Μέισον


3

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν το καφέ της Άβα είναι ανοιχτό καθώς στρίβουμε τη γωνία πίσω από την γκαλερί. Δεν ξέρω καν γιατί με νοιάζει, αλλά αν λάβω υπόψη μου το πόσο σφίγγεται το στομάχι μου στη θέα της ταμπέλας, προφανώς με νοιάζει. Ίσως είναι ο λόγος που δεν ήθελα να έρθω εδώ εξαρχής – ή μάλλον η Άβα είναι ο λόγος. Είναι ο λόγος που όλοι μας περνάμε μια κόλαση. Είναι το τέρας που δολοφόνησε τη Ρεμπέκα και που κόντεψε να στείλει κι εμένα στον τάφο. Ευτυχώς, μόλις ο Κρις παρκάρει την 911 στο πάρκινγκ πίσω από την γκαλερί η σκέψη μου στρέφεται εντελώς αλλού. «Αυτό είναι το αυτοκίνητο του Ραλφ», λέω, δείχνοντας μια μαύρη Κάμρι, το μοναδικό άλλο αμάξι στο πάρκινγκ. «Η Αμάντα έρχεται με λεωφορείο, αλλά όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι παρκάρουν εδώ. Ποιος διευθύνει άραγε την γκαλερί τώρα που λείπει ο Μ αρκ;» Ο Κρις ανοίγει την πόρτα του και βγάζει το ένα πόδι του στο πεζοδρόμιο. «Φαντάζομαι ότι με όλα όσα συμβαίνουν, την αποχώρησή σου και τη Μ έρι στη φυλακή, δεν υπάρχουν και πολλά να διευθύνει κανείς. Ο Μ πλέικ είπε ότι η γκαλερί είναι κλειστή για το κοινό εδώ και μία εβδομάδα. Δεν τηλεφωνείς στη ρεσεψιόν να δούμε αν θα μας αφήσουν να μπούμε;»


Πληκτρολογώ τον αριθμό και βγαίνει τηλεφωνητής. Ο Κρις κάνει τον γύρο της Πόρσε και μου ανοίγει την πόρτα την ώρα που αφήνω ακόμα ένα μήνυμα στην προσωπική γραμμή του Ραλφ. «Καμία τύχη», λέω, αφήνοντας τον Κρις να με βοηθήσει να βγω από το αυτοκίνητο. «Ίσως λειτουργεί ακόμα ο κωδικός ασφαλείας μου». Δίχως ιδιαίτερη αισιοδοξία, ο Κρις παραμερίζει το ανοιχτό δερμάτινο μπουφάν του και βάζει τα χέρια στη μέση του. «Υπό κανονικές συνθήκες, θα έβαζα στοίχημα ότι ο Μ αρκ δε θα έκανε τέτοια παράλειψη. Αλλά εδώ οι συνθήκες μόνο φυσιολογικές δεν είναι». Μ ια ριπή παγωμένου αέρα μας χτυπά και σφίγγω τη μαύρη καπαρντίνα πάνω μου. «Είμαι έτοιμη να μπω μέσα», λέω, κινώντας προς το κτίριο. Στην πόρτα ο Κρις με πλησιάζει και η επιβλητική κορμοστασιά του με προστατεύει από τον άνεμο καθώς πληκτρολογώ τον κωδικό μου – ο οποίος απορρίπτεται. «Άρα πάμε από την μπροστινή είσοδο», λέει ο Κρις και με πιάνει από τον αγκώνα. «Ίσως μας δει κανείς από την τζαμαρία». Διασχίζουμε την πλαϊνή πλευρά του κτιρίου, όπου ευτυχώς ο αέρας κόβει και βλέπουμε πάνω στην τζαμαρία την ταμπέλα Κλειστό. Στον όροφο της έκθεσης δεν υπάρχουν φώτα ούτε κανένα σημάδι ζωής, ωστόσο αρχίζω να χτυπώ και μαζί μου και ο Κρις. Μ ετά από δέκα εκνευριστικά λεπτά και πάνω που είμαι έτοιμη να τα παρατήσω, βλέπω την Αμάντα να έρχεται τρέχοντας. Περιμένω στην πόρτα να τη χαιρετήσω και μόλις ανοίγει, τυλίγει τα χέρια της γύρω από τον λαιμό μου και ξεσπά σε κλάματα. Την αγκαλιάζω εντελώς σαστισμένη. Η Αμάντα είναι μικρή και αρκετά ντροπαλή, αλλά ποτέ δεν ήταν υπερβολική στις αντιδράσεις της. «Τι συμβαίνει, γλυκιά μου;» ρωτάω,


ανταλλάσσοντας ένα βλέμμα ανησυχίας με τον Κρις. Μ ε αφήνει και σκουπίζει τα δάκρυά της. «Συγγνώμη… Απλώς…» Διστάζοντας, μοιάζει να αντιλαμβάνεται κάτι σημαντικό. «Ελάτε μέσα», λέει, τραβώντας με από το χέρι. «Πριν μας την πέσουν πάλι οι δημοσιογράφοι». Μ παίνω στον εκθεσιακό χώρο με τον Κρις πίσω μου και το στομάχι μου είναι παράδοξα ήρεμο. Η Αμάντα τρέχει να κλειδώσει πάλι την πόρτα και όταν γυρνά προς το μέρος μας, δείχνει ράκος καθώς παραμερίζει τα μακριά σκούρα μαλλιά της από το πρόσωπό της. «Δε φαντάζεσαι τι τρέλα επικρατεί εδώ. Πρέπει να απομακρυνθούμε από την είσοδο. Οι δημοσιογράφοι τραβούν φωτογραφίες από την τζαμαρία». Τρέχει προς το πίσω μέρος με μένα και τον Κρις να την ακολουθούμε. «Είδα το αμάξι του Ραλφ», λέω. «Μ όνο εσείς οι δύο είστε εδώ;» «Ναι», απαντά. «Όλη την εβδομάδα μόνο οι δυο μας είμαστε». Ο Κρις περνά μπροστά και μας ανοίγει την πόρτα για τα γραφεία. «Ο Μ αρκ δεν έχει έρθει καθόλου;» ρωτάει την ώρα που η Αμάντα τον προσπερνά. «Όχι», λέει. «Η μητέρα του έπαθε λοίμωξη στο αίμα από την επέμβαση που έκανε για τον καρκίνο. Είναι καλύτερα τώρα, αλλά πέρασε δύσκολα, νομίζω». Η Αμάντα μπαίνει στα γραφεία κι εγώ κοντοστέκομαι δίπλα στον Κρις, του οποίου η σοβαρή έκφραση διόλου δε με καθησυχάζει. «Έχεις ακούσει ποτέ σου τέτοιου είδους λοίμωξη;» «Ναι. Έχω δει κάποιες περιπτώσεις στο Νοσοκομείο Παίδων. Είναι πολύ δύσκολη περίπτωση». «Τι εννοείς;» «Ο ασθενής δίνει μεγάλη μάχη. Και είτε αναρρώνει είτε πεθαίνει».


«Ωστόσο, μάλλον αυτή το ξεπέρασε, σωστά;» «Το πρόβλημα είναι ότι αποδυναμώνεται κι άλλο το ανοσοποιητικό σύστημα και αυτό δεν είναι καλό». «Αυτό τουλάχιστον εξηγεί την εξαφάνιση του Μ αρκ». Κουνά το κεφάλι και μπαίνουμε στο οβάλ γραφείο όπου η Αμάντα στέκεται στην υποδοχή δεξιά. «Ραλφ!» φωνάζει. «Έλα εδώ!» Ο Ραλφ εμφανίζεται στην πόρτα του γραφείου του δίπλα από τον χώρο υποδοχής και μόλις μας βλέπει, τα μάτια του φωτίζονται. «Σάρα!» φωνάζει, απλώνοντας τα χέρια για να με αγκαλιάσει και λέγοντας κάτι κινέζικα. «Σε παρακαλώ, πες μου ότι ήρθες για να βοηθήσεις». Γέρνω πίσω κοιτάζοντάς τον εξεταστικά και δε βλέπω πουθενά τον Ραλφ που γνωρίζω. Τα πυκνά σκούρα μαλλιά του είναι ανακατεμένα, το μπλε παπιγιόν του λυμένο, το λευκό του πουκάμισο τσαλακωμένο και τα μαύρα γυαλιά του στραβά. «Να και κάτι καινούργιο», λέω. Σμίγει τα φρύδια. «Μ α σε έχω αγκαλιάσει κι άλλες φορές». «Για την ατημέλητη εμφάνιση μιλάω και για τα κινέζικα που λες. Και γιατί δεν απαντάς στις κλήσεις μου;» Ξύνει το κεφάλι του. «Έχει χαλάσει ο τηλεφωνητής. Εδώ γίνεται χαμός. Μ ε το ζόρι προσπαθούμε να επιβιώσουμε». «Πες τους γιατί μιλάς κινέζικα», τον προτρέπει η Αμάντα, αλλά δεν του δίνει χρόνο να απαντήσει. «Όταν μιλά στους δημοσιογράφους, τη μια απαγγέλει ακατανόητα ρητά των μπισκότων τύχης και την άλλη κινέζικα». Ο Ραλφ σηκώνει τους ώμους. «Έτσι κλείνουν το τηλέφωνο». Κοιτάζει τον Κρις και η φωνή του ξεχειλίζει θαυμασμό. «Γεια σας, κύριε Μ έριτ. Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω. Ελπίζω να μην ήρθατε να πάρετε τα έργα σας, όπως άλλοι. Φυσικά, ο Ρίκο δε


μετρά». «Όχι», λέει ο Κρις, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. «Δε θα πάρω τα έργα μου, αλλά θέλω η γκαλερί να ξεκινήσει να δουλεύει πάλι. Πέρασε ο Ρίκο; Βγήκε από τη φυλακή;» «Τηλεφώνησε ο δικηγόρος του», εξηγεί ο Ραλφ. «Δεν είμαι σίγουρος πού είναι ο Ρίκο. Εδώ δεν προλαβαίνω να διευθετήσω όσα συμβαίνουν μέσα στην γκαλερί πόσο μάλλον έξω από αυτή». Η Αμάντα κάθεται βαριά στην καρέκλα της ρεσεψιόν. «Ζω τη χειρότερη εβδομάδα της ζωής μου». Συνοφρυώνομαι, κοιτάζοντας ακόμα τον Ραλφ. «Μ α ο Ρίκο δεν είχε έργα του στην γκαλερί. Τα πήρε όταν έφυγε η Ρεμπέκα». «Το ξέρω», επιβεβαιώνει ο Ραλφ. «Γι’ αυτό είναι παράξενο. Ο δικηγόρος του δεν έμοιαζε να γνωρίζει τα δεδομένα». «Είπες ότι τηλεφωνούν δημοσιογράφοι;» ρωτάει ο Κρις, που προφανώς σκέφτεται το ίδιο με μένα. Ότι δεν ήταν ο δικηγόρος του Ρίκο αυτός που τηλεφώνησε. Ήταν δημοσιογράφος. «Και έρχονται», προσθέτει ο Ραλφ. «Όλοι θέλουν να μάθουν για τη Μ έρι που πουλούσε πλαστά έργα. Το να κάνει τέτοια απάτη η βασική πωλήτρια της γκαλερί δεν εμπνέει και μεγάλη εμπιστοσύνη στον κόσμο. Και το ότι είχε κι έναν διάσημο καλλιτέχνη όπως τον Ρίκο Άλβαρες να τη βοηθάει χειροτερεύει την κατάσταση ακόμα περισσότερο. Οι πελάτες μας και οι καλλιτέχνες μειώνονται με τρελούς ρυθμούς». «Εγώ δυσκολεύομαι περισσότερο όταν ρωτάνε για τη Ρεμπέκα», προσθέτει η Αμάντα. «Οι δημοσιογράφοι ρωτάνε διαρκώς γι’ αυτή. Πιέζουν πολύ, κι ακόμα κι αν ο Μ αρκ μας επέτρεπε να μιλήσουμε, εγώ δε θα μπορούσα. Το μόνο που ξέρω είναι ότι έφυγε και ότι υποτίθεται πως θα ξαναγυρίσει. Φαντάζομαι ότι πιστεύουν πως ήταν ανακατεμένη κι αυτή στην υπόθεση». Προφανώς ο Μ αρκ δεν τους έχει πει τίποτα. «Το ξέρω πως


είναι δύσκολο», λέω. «Μ α το τηλέφωνο δεν είναι συνδεδεμένο με τον τηλεφωνητή του κέντρου; Γιατί τους μιλάτε;» «Μ ας ξεγελούν», απαντά. «Αφήνουν μηνύματα προσποιούμενοι τους πελάτες». Αυτό ενισχύει την υποψία μου ότι ο Ραλφ μίλησε σε δημοσιογράφο και όχι στον δικηγόρο του Ρίκο. «Σας είπε ο Μ αρκ πότε θα μπορέσει να επιστρέψει ή να στείλει βοήθεια;» ρωτάει ο Κρις. Ο Ραλφ ρουθουνίζει. «Ούτε στις κλήσεις μας δεν απαντά. Τώρα πρέπει να μιλάμε με την Κρίσταλ Σμιθ». «Ποια είναι αυτή;» ρωτάω. «Γνωστό μου ακούγεται το όνομα», σχολιάζει ο Κρις. «Νομίζω πως κάποια στιγμή της μίλησα για κάποια έργα που θα έδινα σε δημοπρασία». «Μ έχρι αυτή την εβδομάδα δεν είχα ιδέα ποια είναι», λέει η Αμάντα. «Είναι η διευθύντρια του Κύματος τώρα που η μητέρα του Μ αρκ είναι άρρωστη. Αυτή μας ενημέρωσε για τη λοίμωξη. Όχι εκείνος. Το τελευταίο που μας είπε ο Μ αρκ ήταν να οργανώσουμε μια μεγάλη δεξίωση για το άνοιγμα της γκαλερί, όμως η Κρίσταλ μας είπε να μην το κάνουμε». Ο Κρις ξύνει το σαγόνι του και μοιάζει το ίδιο μπερδεμένος με μένα. «Παρακάμπτει τον Μ αρκ;» «Αυτός ούτε τον καφέ μας δε μας άφηνε να διαλέγουμε», προσθέτω. «Ακριβώς», συμφωνεί ο Ραλφ. «Το Αφεντικό έχει εξαφανιστεί. Κι έχει πάρει τη θέση του η Αφεντικίνα». Πόσο σκληρά χτύπησε τον Μ αρκ η τελευταία εβδομάδα; Ο Κρις ακουμπά το χέρι του στον αυχένα μου. «Πάμε να μιλήσουμε λίγο». Κοιτάζει τον Ραλφ και την Αμάντα. «Αν προκύψει κανένα πρόβλημα όσο είμαστε εδώ, ελάτε να μας


φωνάξετε. Θα είμαστε στο γραφείο της Σάρα». Μ ε πιάνει από το χέρι και με οδηγεί στο παλιό μου γραφείο. Στο παλιό γραφείο της Ρεμπέκα. Μ υρίζω τα κεριά με άρωμα τριαντάφυλλου που θα έπρεπε να έχουν ξεθυμάνει εδώ και καιρό και νιώθω ότι ένα κομμάτι της υπάρχει ακόμα στον χώρο. «Πολύ φοβάμαι ότι η μητέρα του Μ αρκ είναι πολύ χειρότερα από όσο πιστεύουν», λέει ο Κρις μόλις κλείνει την πόρτα. «Αλλιώς δεν εξηγείται το ότι έχει αφήσει την γκαλερί στο έλεος του Θεού». «Αυτό και το πένθος του για τη Ρεμπέκα». «Δε θα προσποιηθώ πως καταλαβαίνω τη σχέση που είχε με τη Ρεμπέκα. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, και δεν είναι καλό. Η γκαλερί είναι υπό διάλυση. Πάω να ρίξω μια ματιά στο γραφείο του». «Εγώ θα τηλεφωνήσω σε αυτή την Κρίσταλ». Κοντοστέκεται στην πόρτα και κοιτάζει το ρολόι του. «Σε μισή ώρα πρέπει να φύγουμε για το ραντεβού μας με τον Ντέιβιντ». Κάνω νεύμα κι αυτός φεύγει, αφήνοντάς με μόνη στο γραφείο. Βγάζω το παλτό μου, το ρίχνω στην πολυθρόνα και κάθομαι στο γραφείο για να τηλεφωνήσω αλλά το βλέμμα μου πέφτει σε έναν πίνακα στα δεξιά της πόρτας. Ο υπέροχος πίνακας με τα τριαντάφυλλα της ζωγράφου Τζόρτζια Ο’Νέι είναι από την προσωπική συλλογή του Μ αρκ, και επιλέχθηκε για τον τοίχο της Ρεμπέκα επειδή αντιπροσωπεύει τη σχέση Αφέντη και υποτακτικής που είχαν. Μ υριάδες συναισθήματα κατακλύζουν το στήθος μου και τα παραμερίζω, αρχίζοντας να πληκτρολογώ τον αριθμό του Κύματος. «Θα ήθελα να μιλήσω στον Μ αρκ Κόμπτον», λέω στην τηλεφωνήτρια. «Μ ισό λεπτό», απαντά η γυναίκα δίχως δισταγμό, κι εγώ κρατώ


την ανάσα μου, περιμένοντας να ακούσω την ατσάλινη, αυταρχική φωνή του. Ωστόσο, μια γυναικεία φωνή απαντά. «Εδώ Κρίσταλ Σμιθ. Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;» Απογοήτευση. «Κυρία Σμιθ. Γεια σας. Είμαι η Σάρα Μ ακΜ ίλαν και–» «Σάρα». Η φωνή της έχει μια χροιά ενθουσιασμού, ωστόσο δεν καταλαβαίνω γιατί. «Επέστρεψες στην Αμερική;» «Εεε… ναι. Μ ε γνωρίζετε;» «Φυσικά. Παρόλο που δεν έχουμε συνεργαστεί μεταξύ μας, γνωρίζω πολύ καλά πως αντικατέστησες τη Ρεμπέκα στη Σαγήνη». Αντικατέστησες τη Ρεμπέκα. Οι συγκεκριμένες λέξεις μου προκαλούν τέτοιες τύψεις που σκύβω και πιέζω το χέρι στο πρόσωπό μου. Αντικατέστησα τη Ρεμπέκα. Πήρα τη ζωή της. Έζησα τη ζωή της. «Συγγνώμη», λέει απαλά σαν να διαισθάνεται την αμηχανία μου. Ίσως πάλι να έμεινα σιωπηλή παραπάνω από όσο κατάλαβα. «Λάθος διατύπωση». «Δεν είπατε κάτι λάθος», λέω και συνειδητοποιώ ότι η ευαισθησία της σημαίνει πως ξέρει παραπάνω λεπτομέρειες από το υπόλοιπο προσωπικό, αλλά φοβάμαι να πω περισσότερα και να κάνω λανθασμένες υποθέσεις. «Ο λόγος που τηλεφωνώ είναι γιατί βρίσκομαι εδώ στη Σαγήνη. Προσπαθώ να βρω τον Μ αρκ και ήλπιζα να ήταν εδώ». «Τις τελευταίες μέρες βρίσκεται διαρκώς κοντά στη μητέρα του. Τώρα είναι καλύτερα, αλλά πέρασε πολύ δύσκολες ώρες». «Άρα είναι καλά;» «Όσο καλά μπορεί να είναι κάποιος που έχει καρκίνο στο τρίτο στάδιο και έχει μόλις αναρρώσει από λοίμωξη». Αναρρώσει. Αισιόδοξη λέξη. «Σωστά. Φυσικά. Ξέρετε τι σχέδια έχει για την γκαλερί; Ούτε στο προσωπικό δε μιλά».


«Όχι». Διστάζει για λίγο και δημιουργείται μια παράξενη ένταση στην ατμόσφαιρα πριν πει: «Προσφέρθηκα να αλλάξω θέση μαζί του και να διευθύνω τη Σαγήνη όσο αυτός βρίσκεται εδώ στη Νέα Υόρκη, αλλά φαντάζομαι ότι έχει λόγους να βρίσκεται και ο ίδιος εκεί. Δε μου λέει και πολλά». «Ο Μ αρκ σε κανέναν δε λέει πολλά». «Ναι. Το βλέπω». Διστάζει ξανά. «Κοίτα, Σάρα. Δε θέλω να σε πιέσω. Στην πραγματικότητα» –γελά παράξενα– «θέλω να σε πιέσω. Ξέρω ότι έφυγες από την γκαλερί, αλλά μπορείς σε παρακαλώ να επιστρέψεις για μερικές εβδομάδες;» Ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα σαστισμένη. «Ο Μ αρκ σας ζήτησε να μου μιλήσετε;» «Όχι. Το εννοούσα όταν είπα ότι ο Μ αρκ δε μου μιλά». Η φωνή της δείχνει ότι έχει κάποια στενή σχέση με τον Μ αρκ, όταν εκείνος συνήθως δεν έχει στενή σχέση με κανέναν. Όμως ο Μ αρκ κάνει πολλά αλλοπρόσαλλα πράγματα αυτή την εβδομάδα. «Σε παρακαλώ, βοήθησε την κατάσταση», προσθέτει. «Πρέπει να αναρρώσει, όπως και η μητέρα του». «Πόσο καλά γνωρίζεις τη μητέρα του;» ρωτάω γιατί μου δίνεται όλο και περισσότερο η εντύπωση ότι έχει στενό δεσμό με την οικογένεια. «Εκείνη με προσέλαβε και είναι…» η φωνή της ραγίζει, «είναι ιδιαίτερος άνθρωπος. Και πολύ πεισματάρα όταν θέλει. Πρέπει να τα κάνω όλα τέλεια, διαφορετικά θα έρθει να δουλέψει με τα σωληνάκια της χημειοθεραπείας. Η Αμάντα και ο Ραλφ έχουν πελαγώσει», συνεχίζει, «κι εγώ αντιμετωπίζω όλους τους θυμωμένους καλλιτέχνες, τους παλαβούς δημοσιογράφους και τους πελάτες που επιμένουν να μιλήσουν στη διεύθυνση. Χρειάζομαι βοήθεια. Δεν μπορώ να διευθύνω το Κύμα και τη Σαγήνη ταυτόχρονα».


Ο Μ αρκ απουσιάζει. Έχει εξαφανιστεί τελείως. Η μητέρα του πρέπει να είναι πιο άσχημα από όσο γνωρίζουμε. Ίσως ακόμα πιο άσχημα από όσο πιστεύει η Κρίσταλ. «Δεν μπορώ να υποσχεθώ», λέω, και θέλω να βοηθήσω, αλλά δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω με την έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη. «Έχω να πάω σε μια συνάντηση. Έχεις κάποιον αριθμό που μπορώ να σε καλέσω αργότερα;» «Φυσικά, αλλά ο Μ αρκ πρόκειται να έρθει εκεί απόψε. Πρέπει να μιλήσουμε πριν φτάσει και να βρούμε ένα σχέδιο στο οποίο θα συμφωνήσει». Άρα ο Μ αρκ δεν της παραχωρεί τα ηνία. Τα παίρνει από μόνη της και οι δυο μας σαν ομάδα θα πρέπει να προχωρήσουμε πολύ προσεκτικά με το Αφεντικό πριν όλα αυτά τελειώσουν. «Θα σε πάρω απόψε», υπόσχομαι. «Τι ώρα φεύγεις;» Ο Ραλφ χτυπά την πόρτα μου και εμφανίζεται κρατώντας μια εφημερίδα. «Κάτσε να σου δώσω το κινητό μου», λέει η Κρίσταλ, ενώ ο Ραλφ έρχεται ως το γραφείο μου, αφήνει την εφημερίδα και φεύγει. «Και δε με νοιάζει τι ώρα θα είναι. Όποτε σε βολεύει», προσθέτει, «ούτως ή άλλως, δεν κοιμάμαι και πολύ». Ανταλλάσσουμε τηλέφωνα και κλείνουμε. Καθώς βάζω το τηλέφωνο στη βάση του, το βλέμμα μου στέκεται στον τίτλο της εφημερίδας που προφανώς ο Ραλφ ήθελε να δω: Μεγάλο σκάνδαλο σε τοπική γκαλερί. Αρπάζω την εφημερίδα και αρχίζω να διαβάζω. Υπάλληλος της γκαλερί εμπλέκεται σε σκάνδαλο πλαστών πινάκων με συνεργάτη, ίσως και εγκέφαλο, τον διάσημο καλλιτέχνη Ρίκο Άλβαρες, ενώ άλλη υπάλληλος της γκαλερί έχει μυστηριωδώς εξαφανιστεί. Πού βρίσκεται η Ρεμπέκα Μέισον; Εξαφανίστηκε για να αποφύγει κατηγορίες για το σκάνδαλο ή είναι το θύμα μιας σκοτεινής συγκάλυψης;


Διαβάζω στα γρήγορα όλο το άρθρο. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στην Άβα ή στην επίθεσή της σε μένα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα ελλιπές άρθρο με ελάχιστες λεπτομέρειες. Αλλά αυτό που μου ραγίζει την καρδιά είναι η φωτογραφία της Ρεμπέκα. Είναι η ίδια φωτογραφία που έχει η ιστοσελίδα της Σαγήνης, που την απεικονίζει με μακριά, καστανά, λαμπερά μαλλιά και ένα υπέροχο χαμόγελο. Έμοιαζε τόσο πολύ με την Έλα, νέα με όλη τη ζωή μπροστά της, και τώρα δεν υπάρχει πια… όπως η Έλα. Φοβάμαι για την Έλα, και με κάθε μέρα που περνά, ανησυχώ όλο και περισσότερο πως δε θα επιστρέψει ποτέ. Δε θέλω να καταλήξει νεκρή σαν τη Ρεμπέκα. Νεκρή. Αυτή είναι η λέξη που αποφεύγω εδώ και καιρό και έτσι στα ξαφνικά μου επαναφέρει μια ανάμνηση που δε θέλω να ξαναζήσω. Είμαι στο νοσοκομείο μετά το έμφραγμα της μητέρας μου και περιμένω στην αίθουσα αναμονής τον γιατρό. Βλέπω τα μπλε καθίσματα κατά μήκος του τοίχου, ακούω τα κινούμενα σχέδια που παρακολουθεί κάποιος άντρας εδώ και ώρες. Μ ια γυναίκα κάθεται με τα γόνατα στο στήθος σε μια καρέκλα στη γωνία και από τα ηχεία ακούγεται μια μουσική σαν φλάουτο. Ο γιατρός μπαίνει στην αίθουσα και όλοι σηκωνόμαστε όρθιοι, αλλά τα μάτια του στυλώνονται πάνω μου. Είναι καστανά. Τα μαλλιά του μαύρα. Δείχνει χλομός καθώς με πλησιάζει. Λυπάμαι. Κάναμε τα πάντα και έδωσε μεγάλη μάχη, αλλά η μητέρα σου δεν τα κατάφερε. Τα μάτια μου τσούζουν με τη μνήμη που έχω χρόνια να ξαναζήσω τόσο έντονα, και ξαφνικά το γλυκό άρωμα του τριαντάφυλλου που πλημμυρίζει τον χώρο μού είναι αφόρητο και νιώθω ότι θα ξεράσω. Αρπάζω τον κάδο απορριμμάτων, πασχίζοντας να διώξω τη ναυτία. Μ α τι έπαθα; Εγώ δεν παθαίνω ποτέ ναυτία.


Η πόρτα ανοίγει και δε χρειάζεται να σηκώσω τα μάτια για να καταλάβω ότι είναι ο Κρις. Ακόμα και σε αυτή την κατάσταση, νιώθω τον ηλεκτρισμό που δημιουργεί όταν μπαίνει σε έναν χώρο, αλλά δεν μπορώ να σηκώσω το κεφάλι. Γονατίζει δίπλα μου και ακουμπά το ζεστό χέρι του στο γόνατό μου. «Έι», μουρμουρίζει απαλά. «Τι συνέβη, μωρό μου; Είσαι καλά; Μ ίλα μου». Μίλα μου. Το λέει συχνά αυτό και μου αρέσει. Μ ου αρέσει που με ακούει και με νοιάζεται. Είναι τόσο πολύ μέρος του εαυτού μου, που δεν ξέρω τι θα έκανα αν τον έχανα, όπως τη μητέρα μου. Όπως φοβάμαι πως έχω χάσει την Έλα. «Σάρα, μωρό μου. Πες μου ότι είσαι καλά». «Καλά είμαι», καταφέρνω να ψελλίσω. «Μ ε έπιασε μια ξαφνική αδιαθεσία. Έτσι απότομα, αλλά τώρα περνά». «Θέλεις να σου φέρω κάτι να πιεις;» «Όχι». Καταφέρνω να ισιώσω την πλάτη. «Είμαι καλά». Το βλέμμα του πέφτει πάνω στο γραφείο και αρπάζει την εφημερίδα στην οποία διαβάζει όσα κι εγώ λίγο νωρίτερα. «Ξαφνική αδιαθεσία, ε;» Πετά την εφημερίδα πάλι στο γραφείο. «Μ όλις διάβασες αυτό το άρθρο σ’ έπιασε;» «Εγώ ήμουν απλώς προσωρινή αντικαταστάτριά της». Η φωνή μου τρέμει. «Υποτίθεται πως θα επέστρεφε». Πιάνει το χέρι μου και μου φιλά τις αρθρώσεις των δαχτύλων. «Το ξέρω. Πίστεψέ με, μωρό μου, το ξέρω». «Ξέρω πως είπες ότι ο Εισαγγελέας δε βγάζει πολλά παραέξω, αλλά φοβάμαι πως αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα που δε γνωρίζουμε. Βρήκες τίποτα στο γραφείο του Μ αρκ;» «Ξεκαθάρισε τα αρχεία του, που σημαίνει είτε ότι δε σκοπεύει να ξαναγυρίσει σύντομα είτε ότι προστατεύει τις υποθέσεις σε περίπτωση που τις σκαλίσει κανείς». Κοιτάζει το ρολόι του.


«Πρέπει να πηγαίνουμε, αν είσαι σε θέση φυσικά». «Ναι, είμαι καλά τώρα. Δεν ξέρω γιατί με επηρέασε τόσο πολύ αυτό το άρθρο». Ο Κρις σηκώνεται και βοηθά κι εμένα να σηκωθώ. «Το τζετ λαγκ και το άγχος είναι κακός συνδυασμός». «Μ ίλησα με την Κρίσταλ. Ο Μ αρκ έρχεται απόψε. Είπε ότι βρισκόταν διαρκώς στο πλευρό της μητέρας του. Μ ου ζήτησε να επιστρέψω στην γκαλερί για μερικές εβδομάδες και πρέπει να το κάνω. Νιώθω ότι είναι το σωστό». Ο Κρις με κοιτάζει εξεταστικά για λίγο και στερεώνει τα μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου. «Τότε θα επιστρέψουμε». «Μ αζί;» «Δε σε αφήνω εδώ μόνη σου με τον Μ αρκ». «Αν αυτό έχει σχέση με ό,τι σου είπα στο Παρίσι–» «Έχει απόλυτη σχέση με αυτό. Θέλω να τον βοηθήσω και θα το κάνουμε. Αλλά δε θα ξεχάσω ότι όταν ήμουν στα χειρότερά μου σου είπε ότι θα σε γαμήσει τόσο που να με ξεχάσεις. Δεν τον εμπιστεύομαι». Γνέφω αργά. «Το ξέρω. Είναι κατεστραμμένος». «Κι εγώ είμαι, αλλά τουλάχιστον το παραδέχομαι. Και ξέρω πόσο ισχυρός είναι ο πόνος. Μ πορεί να σε τρελάνει και να σε οδηγήσει να κάνεις πράγματα που ποτέ δε θα φανταζόσουν. Ποτέ, μα ποτέ μην τον υποτιμάς. Ποτέ, Σάρα». Μ ε σφίγγει στην αγκαλιά του. «Καταλαβαίνεις τι σου λέω;» Δε μιλά πια για τον Μ αρκ. Μ ιλά για εκείνον, και εμάς, και για το πού έχει βρεθεί και το πού φοβάται ότι θα παρασύρει κι εμένα. «Ναι, καταλαβαίνω».


4

Ο δικηγόρος μας μοιάζει με τον Βιν Ντίζελ σε κοστούμι. Καθώς ετοιμάζεται να καθίσει στο τραπέζι της καφετέριας δίπλα στο αστυνομικό τμήμα λέει στο κινητό του: «Καμία περίπτωση, δεν ερχόμαστε στις δύο και τέταρτο». Κοιτάζει το Ρόλεξ του. «Είναι δύο παρά τέταρτο και το ραντεβού μας είναι για τις τρεις. Αυτό είναι παιχνίδι ισχύος για να αγχωθούν οι πελάτες μου και δεν έχω όρεξη για τέτοιες μαλακίες. Και μην τους κάνεις τις ηλίθιες ερωτήσεις που συζητήσαμε». Κάνει μια μικρή παύση και μετά ρουθουνίζει. «Ναι καλά. Ό,τι πεις, ντετέκτιβ. Μ αλάκες. Όλοι τους», γρυλίζει, χώνοντας το κινητό στην τσέπη του και κοιτάζοντας τον Κρις. «Θα σου έδινα το χέρι αλλά δε θέλω να σου σπάσω το μαγικό εργαλείο». «Εννοείς τη μηχανή που σου βγάζει λεφτά», αστειεύεται ο Κρις. «Ακριβώς», συμφωνεί χαμογελώντας πριν γυρίσει να μου δώσει το χέρι. «Είμαι ο Ντέιβιντ, αλλά φαντάζομαι το κατάλαβες. Ελπίζω να μη σε τρόμαξα με τα νεύρα μου». «Όχι», λέω, κάνοντας χειραψία. «Δε με τρόμαξες, αλλά με τρομάζει όλη αυτή η διαδικασία». «Άσ’ τα όλα πάνω μου, γλυκιά μου, και θα είσαι εντάξει. Αν χρειαστεί θα τους το παίξω Ρόκι». Κάνει νόημα σε μια σερβιτόρα


και παραγγέλνει ένα τριπλό παρασκεύασμα. Ύστερα λέει: «Ας μπούμε κατευθείαν στο ψητό. Η Άβα έχει Παρασκευή πρωί ακρόαση για την εγγύηση. Δεν έχει κάνει συμφωνία για το ποσό και θέλει να το μειώσει ώστε να είναι ελεύθερη μέχρι τη δίκη. Φυσικά, αυτό είναι κάτι που δε θέλουμε να συμβεί». «Θα μπορούσε όμως;» ρωτάω. «Η αστυνομία έχει βρεθεί σε αδιέξοδο», εξηγεί. «Ποτέ δε θέλουν να αφήνουν έναν δολοφόνο εκτός φυλακής, αλλά δεν μπορούν να προσάψουν κατηγορίες αν δεν είναι βέβαιοι πως ευσταθούν σε δικαστήριο. Και δίχως πτώμα, η πιθανότητα να συμβεί αυτό είναι μικρή. Οπότε προβλέπω ότι θα αποσύρουν αυτές τις κατηγορίες και θα επικεντρωθούν στην επίθεση εναντίον σου, Σάρα». «Μ α παραδέχτηκε ότι τη σκότωσε», διαμαρτύρομαι. «Πώς γίνεται να μην είναι αυτό αρκετό;» «Όσο τρελό κι αν ακούγεται», απαντά ο Ντέιβιντ, «πολλοί ομολογούν εγκλήματα που δεν έχουν διαπράξει. Ο άνθρωπός μου μέσα στο τμήμα μου λέει ότι η αστυνομία πιστεύει ότι η Άβα είναι ένοχη και σκοπεύουν να την κρατήσουν. Απλώς πρέπει να αποδείξουν ότι επιχείρησε να σε σκοτώσει και επομένως αποτελεί κίνδυνο για σένα και την κοινωνία γενικότερα». Κάνει μια παύση για να κατεβάσει μια γενναία γουλιά από το ποτό που άφησε η σερβιτόρα μπροστά του. «Οι ακροάσεις αυτές δεν είναι πολύπλοκες, αλλά, κατά τη διάρκειά τους, βγαίνουν στο φως περισσότερες λεπτομέρειες. Αν αποσυρθούν οι κατηγορίες φόνου, οι άνθρωποι της Άβα θα πουν πως η υπόθεση απόπειρας φόνου δε βαραίνει περισσότερο από ό,τι η υπόθεση για φόνο». Ανοίγει τον χαρτοφύλακά του και μας δίνει κάτι χαρτιά. «Αυτή είναι μια λίστα ερωτήσεων που πιστεύω πως θα σας κάνουν σήμερα ή στο μέλλον. Και οι απαντήσεις σας θα καταγράφονται».


Κοιτάζω τη λίστα και νιώθω ότι τρώω γροθιά στο στομάχι. 1. 2. 3. 4.

Ποια είναι η σχέση σας με τον σαδομαζοχισμό; Πόσο στενή ήταν η σχέση της Σάρα και του Μ αρκ; Πόσο στενή ήταν η σχέση του Μ αρκ και της Άβα; Είχε σχέση ποτέ ο Κρις με την Άβα ή τη Ρεμπέκα;

Αυτό θα μοιάζει με δημόσιο μαστίγωμα. Στις τρεις παρά δέκα, κάθομαι ανάμεσα στον Κρις και τον Ντέιβιντ σε ένα ορθογώνιο μεταλλικό τραπέζι μέσα στην αίθουσα ανάκρισης του αστυνομικού τμήματος. Επειδή δεν ξεχνάω ότι τα πάντα καταγράφονται, μένω σιωπηλή όση ώρα οι δυο τους μιλάνε για αθλητικά. Στο μεταξύ, ο Ντέιβιντ αργοπίνει τον τρίτο τριπλό καφέ που πήρε από την καφετέρια και το πόδι του μαζί με το γόνατό του δεν έχουν σταματήσει να τραντάζονται σπασμωδικά. Αυτό με εκνευρίζει λίγο. Ίσως φταίνε και τα αόρατα μάτια που νιώθω ότι μας κοιτάζουν πίσω από τον καθρέφτη. Το κινητό μου χτυπάει μήνυμα. Το αρπάζω και βλέπω πως είναι από την Αμάντα. Μ ε έχει πάρει τρεις φορές στα πέντε λεπτά από την ώρα που καθίσαμε, αλλά το σήμα εδώ είναι ανύπαρκτο και οι κλήσεις της προωθούνται. «Η Αμάντα πάλι;» ρωτάει ο Κρις. Γνέφω. «Μ ήνυμα αυτή τη φορά». Κρατάω το κινητό ώστε να το διαβάσουμε μαζί. Ένας παράξενος τύπος είναι απ’ έξω και δε φεύγει. Την έχει στήσει στην πόρτα. Με τον Ραλφ φοβόμαστε να πάμε στο αυτοκίνητό του. Ο Κρις βγάζει το κινητό του. «Πες της ότι στέλνω τον Τζέικομπ, αλλά καλό θα ήταν να καλέσει και την αστυνομία».


«Μ πορώ να τους το πω κι εδώ», λέω, καθώς ο Κρις στέλνει μήνυμα στον Τζέικομπ. Ο Ντέιβιντ απορρίπτει την ιδέα. «Αυτοί εδώ δε θα βοηθήσουν. Θα πάνε πιο γρήγορα αν τηλεφωνήσει». Πληκτρολογώ τον αριθμό της Αμάντα αλλά συνεχίζω να μην έχω σήμα, ενώ ο Κρις δέχεται μήνυμα. «Φταίει το δωμάτιο», λέει ο Ντέιβιντ. «Έχω διαπιστώσει ότι μπορώ να στέλνω μηνύματα αλλά όχι να τηλεφωνώ. Βγες έξω αλλά κάνε γρήγορα. Μ ας βασανίζουν για λίγο, αλλά όπου να ’ναι θα έρθουν». Σηκώνομαι και ο Κρις με πιάνει από το μπράτσο. «Μ ην πιάσεις κουβέντα με κανέναν. Πες τους ότι δε μιλάς χωρίς τον Ντέιβιντ παρόντα». Γνέφω και μου αφήνει το χέρι. Βγαίνοντας από την πόρτα, μπαίνω σε έναν χώρο που βουίζει από ομιλίες και ηλεκτρονικά, γεμάτο γραφεία, άλλα άδεια και άλλα κατειλημμένα. Πολύς κόσμος τριγυρνά, άλλοι με παρατηρούν και άλλοι όχι. Κάθομαι σε μια από τις μεταλλικές καρέκλες κατά μήκος του τοίχου και τηλεφωνώ στην Αμάντα που απαντά με την πρώτη, λαχανιασμένη και αγχωμένη. «Σάρα». «Ναι. Είσαι καλά;» «Ναι. Προς το παρόν. Συγγνώμη που σε ενοχλώ, αλλά η Κρίσταλ είναι σε συνάντηση κι αυτός ο τύπος μας έχει φρικάρει. Φοβόμουν να καλέσω την αστυνομία και να τραβήξω περισσότερο την προσοχή των δημοσιογράφων». «Ο Κρις στέλνει τον επικεφαλής της ασφάλειας του κτιρίου μας. Τον λένε Τζέικομπ. Άσε τον να μπει όταν έρθει, αλλά, αν νομίζεις ότι κινδυνεύετε, κάλεσε την αστυνομία». «Δεν είμαι σίγουρη. Μ πορεί να είναι απλώς δημοσιογράφος. Δε θέλω να το κάνω μεγάλο θέμα, αλλά με τον Ραλφ έχουμε


τρομάξει». «Πόση ώρα είναι εκεί;» «Ήρθε λίγο αφότου φύγατε». Δε μου αρέσει αυτό. «Μ η ρισκάρεις τίποτα. Ο Τζέικομπ θα είναι εκεί σε πέντε λεπτά. Στείλε μου μήνυμα όταν φτάσει για να ξέρω ότι είστε καλά». «Εντάξει. Ευχαριστώ». Τερματίζω την κλήση και καλώ τον Τζέικομπ. «Σε παρακαλώ, πες μου ότι κοντεύεις να φτάσεις στην γκαλερί», λέω όταν απαντά. «Ένα τετράγωνο μακριά». «Ωραία. Λένε ότι ο τύπος βρίσκεται εκεί έξω από την ώρα που φύγαμε». «Θα το τακτοποιήσω», με διαβεβαιώνει και όταν το κλείνουμε, σηκώνομαι για να μπω ξανά στο δωμάτιο. Το δέρμα μου ανατριχιάζει και με κατακλύζει ένα οικείο κύμα δύναμης που ξέρω πως προέρχεται μόνο από έναν άνθρωπο. Σηκώνω το βλέμμα μου που έρχεται αντιμέτωπο με το ατσάλινο γκρίζο βλέμμα του Μ αρκ Κόμπτον. Παγώνω, παραλύω, δεν είμαι προετοιμασμένη για τέτοια συνάντηση, παρόλο που η Κρίσταλ μου είπε ότι επέστρεφε. Όμως όντως έχω κοκαλώσει, το αίμα μου βράζει, η καρδιά μου χάνει χτύπους. Ένας άλλος άντρας με πανάκριβο κοστούμι, σαν το γκρίζο του Μ αρκ, έρχεται δίπλα του. Τα χαρακτηριστικά του τραχιά και αρρενωπά, σε αντίθεση με την κλασική ομορφιά του Μ αρκ. Και ενώ ο Μ αρκ είναι καλοξυρισμένος και όμορφος, με τα κοντά ξανθά μαλλιά του πάντα καλοχτενισμένα, τα πυκνά μαύρα μαλλιά του άλλου άντρα είναι αρκετά μακριά ώστε να πιάνονται κοτσίδα στον αυχένα του και η αξυρισιά στο σαγόνι του δημιουργεί κάτι παραπάνω από μια σκούρα σκιά. Ο άντρας λέει κάτι στον Μ αρκ και καταλαβαίνω ότι είναι


μάλλον ο δικηγόρος του. Ο Μ αρκ ελάχιστη σημασία του δίνει και αρχίζει να με πλησιάζει με τη χάρη θηρευτή: είναι πανέμορφος, δυναμικός, αδύνατον να τον αγνοήσεις, και εγώ είμαι το θήραμά του. Δεν έχω ανοσία στην αρρενωπότητα και τον δυναμισμό του Μ αρκ, αλλά το να επηρεάζομαι από την επιβλητική του παρουσία και το να τον θέλω είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Εδώ διαφέρουμε με τη Ρεμπέκα και δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τα λόγια της. Ήταν υπέροχος. Πραγματικά ο πιο όμορφος άντρας που έχω γνωρίσει. Ο πόθος εξερράγη μέσα μου. Θέλησα να τον νιώσω κοντά μου, να γευτώ το άγγιγμά του. Να τον αγγίξω. Ξεκίνησε από ένα ξελόγιασμα και μετά τον ερωτεύτηκε, και ξαφνικά θυμώνω με τον Μ αρκ που δε συνειδητοποίησε τι είχε μαζί της πριν τη χάσει. Εξοργίζομαι ακόμα περισσότερο που προσπάθησε να την απομακρύνει εμπλέκοντας την Άβα και τον Ράιαν, και ίσως και άλλους, στις προσωπικές τους στιγμές. Κάνω ένα βήμα και σταματώ ακριβώς μπροστά του, αλλά μιλά πριν προλάβω εγώ. «Κυρία Μ ακΜ ίλαν», λέει με τη χαμηλή, βαρύτονη φωνή του που είναι ταυτόχρονα λάγνα μα και ατσάλινη. Σηκώνω το πιγούνι και συναντώ το βλέμμα του, και βλέπω τον πόνο που ανεπιτυχώς προσπαθεί να καλύψει στα βάθη των γκρίζων ματιών του. Βλέπω τη χαμένη αγάπη και η οργή μου για εκείνον εξανεμίζεται. «Μ αρκ», ψιθυρίζω, αιμορραγώντας γι’ αυτόν, μαζί του. «Χαίρομαι που σε βλέπω». Δίχως να το αποφασίσω συνειδητά, τον αγκαλιάζω και πιέζω το μάγουλό μου στο στήθος του. Δε με αγκαλιάζει, μα δε με νοιάζει. Μ ε σκοτώνει που συνειδητοποιώ ότι η Ρεμπέκα έμαθε τελικά στον Μ αρκ τι σημαίνει αγάπη και είναι κρίμα που δε θα το μάθει ποτέ. «Κυρία Μ ακΜ ίλαν», με προειδοποιεί κοφτά. «Δεν είναι ώρα τώρα για τρυφερότητες».


Κάνω ένα βήμα πίσω και βάζω τα χέρια στη μέση μου. «Γιατί δεν απαντάς στις κλήσεις μας;» Η έκφρασή του είναι ανεξιχνίαστη, ο πόνος που είδα μερικά λεπτά πριν προσεκτικά συγκαλυμμένος. «Σίγουρα γνωρίζετε πως ήμουν αρκετά απασχολημένος». Ο ξένος μας πλησιάζει, τα διαπεραστικά γαλάζια του μάτια στυλώνονται πάνω μου. «Από εδώ ο Τίγρης», λέει ο Μ αρκ. «Ο δικηγόρος μου». «Τι τρέχει με σας τους άντρες; Δεν μπορείτε να αποκαλέσετε κάποιον με το κανονικό του όνομα;» «Εσύ θα πρέπει να είσαι η Σάρα», λέει ο Τίγρης. «Είναι ένα όνομα που έχω κερδίσει με το σπαθί μου, γι’ αυτό και μου αρέσει». «Και πώς ακριβώς το κέρδισες;» ρώτησα δαγκώνοντας το δόλωμα. «Ξεσκίζω το λαρύγγι όποιου πάει να τη φέρει στους πελάτες μου», απαντά και δε μου αρέσει καθόλου το υπονοούμενο, ακόμα κι αν είναι της φαντασίας μου. Τον κοιτάζω στενεύοντας τα μάτια. «Είπες “Εσύ θα πρέπει να είσαι η Σάρα”. Πώς το ήξερες;» «Του έχω μιλήσει για την τάση σας να μιλάτε πολύ», απαντά ο Μ αρκ. «Γνωρίζει για τη δική σου τάση αλαζονείας;» τον προκαλώ. «Γνωρίζει», επιβεβαιώνει ο Μ αρκ με ελαφρώς σφιγμένο σαγόνι. Συνειδητοποιώ ότι χτύπησα νεύρο, ένα νωπό ακόμα νεύρο. «Συγγνώμη», λέω βιαστικά. «Μ ου ξέφυγε. Δεν ήθελα να σε πληγώσω». Μ ου ρίχνει ένα από αυτά τα βαριά βλέμματα. «Κανένα πρόβλημα, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Προειδοποίησα επίσης τον Τίγρη ότι έχεις την τάση να γίνεσαι επώδυνα ειλικρινής». «Δεν έχει τίποτα κακό η ειλικρίνεια», σχολιάζει ο Τίγρης.


Του ρίχνω ένα εκνευρισμένο βλέμμα. «Έχει, αν πληγώνεις τον άλλον». Γυρνάω στον Μ αρκ. «Μ πορούμε να μιλήσουμε λίγο ιδιαιτέρως;» «Απαγορεύονται οι προσωπικές συζητήσεις», λέει ο Τίγρης. Τον κοιτάζω σαν χαζή. «Προστατεύεις τον Μ αρκ από εμένα;» «Προστατεύω και τους δυο σας από τους υπόλοιπους», λέει με επαγγελματικό ύφος. «Κρατήστε τις αγκαλίτσες και τις ιδιαίτερες συζητήσεις για αλλού». Κοιτάζει το ρολόι του. «Τρεις η ώρα. Πρέπει να πάμε στη συνάντηση». Τρεις. Τώρα καταλαβαίνω γιατί η αστυνομία ήθελε να μεταφέρει το ραντεβού μας στις δύο και τέταρτο. Δεν ήθελαν να πέσουμε πάνω στον Μ αρκ και αναρωτιέμαι γιατί. Μ ήπως το ζήτησε ο Μ αρκ; Κάνω να ρωτήσω, αλλά ο Μ αρκ κοιτάζει έντονα κάτι πίσω από τον ώμο μου. Γυρνώ και βλέπω τον Κρις να στέκεται στην πόρτα και να ανταλλάσσει ένα έντονο βλέμμα με τον Μ αρκ. Όταν η προσοχή του στρέφεται σε μένα, τα μάτια του είναι ανεξιχνίαστα και η έκφρασή του πέτρινη. Δε λέει τίποτα, αλλά ξέρω τι θέλει. Προχωρώ και σταματώ μπροστά του. «Κρις–» Κουνά κοφτά το κεφάλι και μπαίνει πάλι στο δωμάτιο. Παίρνω μια βαθιά ανάσα, συγκεντρώνω δυνάμεις γι’ αυτό που πρόκειται να αντιμετωπίσω και τον ακολουθώ στο δωμάτιο όπου στο τραπέζι κάθονται πλέον και δύο αστυνομικοί.


5

Ο Κρις κι εγώ καθόμαστε στις θέσεις μας και η ανακούφιση που νιώθω όταν μου πιάνει το χέρι κάτω από το τραπέζι είναι απερίγραπτη. Αυτή η ανάκριση είναι αρκετά τρομακτική από μόνη της, δίχως να αγωνιώ αν αυτό που συνέβη με τον Μ αρκ θα επηρεάσει κι εμάς. «Χαίρομαι που επιτέλους μπορέσατε να έρθετε», λέει ο ντετέκτιβ που κάθεται απέναντί μου. Δε χρειάζεται να διαβάσω το σήμα στο πουκάμισό του που λέει «Γκραντ» για να αναγνωρίσω τη σαρκαστική, βραχνή από το τσιγάρο φωνή του άντρα που μιλούσα όταν ήμουν στο Παρίσι. Το τσαλακωμένο λευκό πουκάμισό του, η χαλαρή μαύρη γραβάτα του και τα ανακατεμένα ψαρά μαλλιά του ολοκληρώνουν την εικόνα που υπονοεί ότι έχει ζήσει μια ζωή στην κόψη του ξυραφιού. «Σου είπα να μην το πας εκεί», προειδοποιεί ο Ντέιβιντ. «Της επιτέθηκαν. Της άξιζε μία εβδομάδα μακριά από την κόλαση που έζησε». Η δεύτερη ντετέκτιβ, μια γυναίκα όμορφη σαν Μ πάρμπι, που κάθεται απέναντι από τον Κρις, κοιτάζει τον Ντέιβιντ. «Είναι ανάγκη να μιλάς έτσι;» Ο Ντέιβιντ ρουθουνίζει. «Φοβάσαι ότι θα ανακαλύψει κανείς


πως σου αρέσει, ντετέκτιβ Μ ίλερ;» Κρατώ την ανάσα μου σε αυτό το ανόητο σχόλιο. Η έκφραση του Κρις είναι σκληρή, αλλά το σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελό του μαρτυρά ότι το διασκεδάζει κι εγώ προσπαθώ να παρηγορηθώ από την έλλειψη άγχους του. Η ντετέκτιβ Μ ίλερ παίρνει μια έκφραση αηδίας και σταυρώνει τα χέρια της πάνω από το μπλε σακάκι και τη λευκή μεταξωτή μπλούζα της. «Είσαι μεγάλος μαλάκας, Ντέιβιντ». Έχω μείνει άναυδη. «Ποπό στόμα!» την επιπλήττει ο Ντέιβιντ. Το βλέμμα που ανταλλάσσουν μοιάζει περισσότερο με φλόγα που σιγοκαίει παρά με αηδία. Ο ντετέκτιβ Γκραντ μου ρίχνει ένα βλέμμα γεμάτο κατηγόρια. «Όταν ένα θύμα θέλει να βάλει έναν πιθανό δολοφόνο πίσω από τα σίδερα, δε φεύγει σε άλλη χώρα, κυρία Μ ακΜ ίλαν». Τα δάχτυλα του Κρις σφίγγουν το πόδι μου. «Ξέρετε», αρχίζει να λέει με αυτό τον θανατηφόρο νωχελικό σαρκασμό, «είναι πραγματικά εξωφρενικό όταν τα θύματα πιστεύουν ότι νοιάζεστε για τα συναισθήματά τους. Εμείς σίγουρα δε θα θέλαμε να ανησυχείτε για τέτοια πράγματα». Ισιώνει την πλάτη και πλέκει τα δάχτυλά του πάνω στο τραπέζι. «Να μια ιδέα. Γιατί δε βάζετε αφίσες στις βιτρίνες καταστημάτων που να λένε: Προσοχή: θύματα βίαιων εγκλημάτων. Δεν είστε θύματα μέχρι να πούμε εμείς ότι είστε. Μ ην απομακρυνθείτε από την πόλη, διαφορετικά σας περιμένει τιμωρία». Ο Ντέιβιντ αφήνει ένα βροντερό γέλιο και κατεβάζει τον καφέ του. Ο Γκραντ και η Μ ίλερ κοιτάζουν τον Κρις λες κι έχει φυτρώσει δεύτερο κεφάλι, ενώ ο Κρις χαμογελά χωρίς να κρύβει ότι διασκεδάζει με την όλη φάση. Στο δωμάτιο απλώνεται βαριά σιωπή. Κι εκεί που αρχίζω να


πιστεύω ότι η κατάσταση γίνεται αβάσταχτη, ο Ντέιβιντ κάνει το πιο παράξενο πράγμα. Αρχίζει να τραγουδά ένα χριστουγεννιάτικο τραγούδι: Ο Αϊ-Βασίλης θα ’ρθει ξανά. Ο ντετέκτιβ Γκραντ χάνει την υπομονή του. «Αρκετά, Ντέιβιντ. Και σταμάτα με αυτούς τους καφέδες, διάολε. Κάθε φορά που έρχεσαι με έναν τέτοιο εδώ μέσα, με τρελαίνεις». «Αυτός είναι ο σκοπός μου», τον διαβεβαιώνει ο Ντέιβιντ και καταλαβαίνω ότι έχει μια μακρά σχέση και με τους δύο. Αρχίζω επίσης να βλέπω ότι η συμπεριφορά του είναι εσκεμμένη. Βγάζει τους πάντες από τα ρούχα τους για να έχει εκείνος τον απόλυτο έλεγχο. Πολύ λογικά, ο ντετέκτιβ Γκραντ βγάζει τη δυσαρέσκειά του στον Κρις. «Όσο για σας, κύριε Μ έριτ, γνώριζα ότι είστε καλλιτέχνης–» «Ζάμπλουτος, εκπληκτικά ταλαντούχος καλλιτέχνης», επεμβαίνει ο Ντέιβιντ κι εγώ με το ζόρι συγκρατώ τα γέλια μου. Ο Γκραντ συνεχίζει. «Αλλά κανείς δε με ενημέρωσε ότι είστε και κωμικός». Ο Κρις γέρνει χαλαρά πίσω στην καρέκλα του. «Εγώ θα στοιχημάτιζα στο εξυπνάκιας». «Επομένως, σκοπεύατε να το παίξετε εξυπνάκιας σε έναν αστυνομικό», λέει κοφτά η ντετέκτιβ Μ ίλερ. «Ακριβώς», συμφωνεί ο Κρις. «Όπως ο ντετέκτιβ Γκραντ σκόπευε να το παίξει εξυπνάκιας στο θύμα που υποτίθεται πως πρέπει να προστατεύει. Όχι ακριβώς η εικόνα που δείχνουν όλες οι αφίσες της πόλης, σωστά;» Κάτω από αυτά τα λόγια υπάρχει μια συγκαλυμμένη απειλή, μια υπόσχεση ότι ο τρόπος που μας φέρονται θα βγει παραέξω, πράγμα που ενισχύεται από τη δήλωση του Ντέιβιντ για το πόσο βαθιές είναι οι τσέπες του Κρις. «Ξέρετε», επεμβαίνει ο Ντέιβιντ. «Υποθέτω ότι τα πράγματα


είναι δύσκολα κατά την προεκλογική περίοδο. Ο κόσμος θέλει να νιώθει ασφαλής. Η πίεση για μια καταδίκη με οποιοδήποτε κόστος θα πρέπει να είναι τεράστια». Ο ντετέκτιβ Γκραντ γέρνει προς τον Ντέιβιντ και σχεδόν γρυλίζει: «Μ η μου πετάς εμένα αυτές τις αηδίες περί εκλογών. Εδώ δεν είμαστε εκλεγμένοι υπάλληλοι. Κάνουμε τη δουλειά μας ανεξάρτητα με το ποια περίοδος είναι». «Τότε κάντε τη», λέει ο Ντέιβιντ. «Προχωρήστε στις ερωτήσεις και αφήστε τα παιχνίδια ισχύος για κανέναν άλλον». Ένας μυς πάλλεται στο σαγόνι του Γκραντ αλλά αρπάζει ένα ντοσιέ και το ανοίγει. «Κυρία Μ ακΜ ίλαν. Σύμφωνα με την αναφορά της αστυνομίας τη βραδιά του συμβάντος, δηλώνετε ότι πήγατε στο σπίτι του κυρίου Κόμπτον γιατί είχατε τσακωθεί με τον κύριο Μ έριτ. Υποθέσατε ότι ο κύριος Κόμπτον θα σας έδινε συμβουλές. Συζητούσατε μαζί του στο σαλόνι όταν ξέσπασε το επεισόδιο. Ο Ράιαν Κίλμερ, τον οποίο γνωρίζατε από μια συνεργασία του με τον κύριο Κόμπτον, και η κατηγορουμένη, Άβα Πέρες, την οποία γνωρίζατε από το καφέ που διατηρεί, βγήκαν από το πίσω δωμάτιο, και οι δύο ημίγυμνοι και αναστατωμένοι. Η Άβα σας είδε, θύμωσε και σας επιτέθηκε. Ο Μ αρκ την άρπαξε για να σας προστατέψει και σας είπε να φύγετε. Βγήκατε από το σπίτι και η Άβα σας ακολούθησε, πρώτα προσπαθώντας να σας πατήσει με το αυτοκίνητο και μετά βγάζοντας όπλο εναντίον σας». «Ναι», ψελλίζω αδύναμα, με έναν κόμπο στον λαιμό από αυτές τις φρικτές μνήμες. «Ακριβώς». «Σας απείλησε ποτέ ότι θα σας σκοτώσει;» ρωτάει. «Μ έσα στο σπίτι, την ώρα που μου επιτέθηκε, είπε ότι θα με σκοτώσει όπως σκότωσε τη Ρεμπέκα». «Και γιατί πιστεύετε πως ήθελε να σκοτώσει εσάς ή ακόμα και τη Ρεμπέκα;»


«Αν λάβουμε υπόψη ότι θύμωσε μαζί μου μόνο και μόνο επειδή μιλούσα στον Μ αρκ, υποθέτω από ζήλια». Αυτό μου κοστίζει μια απότομη και άβολη ερώτηση. «Κάνατε σεξ με τον κύριο Κόμπτον;» «Όχι», λέω σθεναρά, αντιλαμβανόμενη απόλυτα την παρουσία του Κρις δίπλα μου. «Ήμουν με τον Κρις τότε, όπως και τώρα». Το βλέμμα του ντετέκτιβ Γκραντ είναι απερίγραπτα κυνικό. «Θέλατε;» Οι άμυνές μου ορθώνονται. «Όχι. Ούτε εκείνη τη νύχτα, ούτε ποτέ». «Εκείνος ήθελε να κάνετε σεξ;» «Δεν… δεν ξέρω». Η ντετέκτιβ Μ ίλερ σχολιάζει ειρωνικά. «Ελάτε τώρα, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Μ ια γυναίκα ξέρει πότε ένας άντρας θέλει να κάνει σεξ μαζί της». «Ναι», απαντά ο Κρις. «Ο Μ αρκ ήθελε να κάνει σεξ με τη Σάρα». Μ ορφάζοντας, κλείνω σφιχτά τα μάτια καθώς προσθέτει: «Εγώ ήξερα πως ήθελε. Είμαι σίγουρος ότι το ήξερε και η Άβα». «Ωστόσο, εσείς, κυρία Μ ακΜ ίλαν», λέει ο ντετέκτιβ Γκραντ, «δε θέλατε να κάνετε σεξ μαζί του». «Παρακάτω», διατάζει ο Ντέιβιντ. Ο ντετέκτιβ Γκραντ αλλάζει θέμα. «Πιστεύετε ότι σκόπευε να σας χτυπήσει και να σας σκοτώσει με το αυτοκίνητο;» Εισπνέω βαθιά και αυτά τα φρικτά δευτερόλεπτα επιστρέφουν και με χτυπούν με τη δύναμη κύματος. Σχεδόν νιώθω τη νυχτερινή αύρα, ακούω τη μηχανή του αυτοκινήτου και τη δική μου ανάσα. «Ναι. Ήθελε να με σκοτώσει. Εκείνο το δέντρο μου έσωσε τη ζωή. Αν δεν είχα κρυφτεί πίσω του δε θα βρισκόμουν εδώ τώρα». «Όταν απέτυχε, τράβηξε το όπλο εναντίον σας;»


Γνέφω. «Ακριβώς». «Και σας διέταξε να μπείτε στο αυτοκίνητο;» «Ναι». «Άρα είχε την ευκαιρία να σας πυροβολήσει αλλά δεν το έκανε». Δεν είναι ερώτηση και ο θυμός είναι τόσο ισχυρός που με πονά. «Ήθελε να με σκοτώσει». Γέρνω πιο κοντά του. «Προσπάθησε να με σκοτώσει με το αυτοκίνητο. Και αν ο Κρις δε ρίσκαρε την ίδια του τη ζωή για να την αφοπλίσει, τώρα δε θα βρισκόμουν εδώ». Ο Κρις πλέκει τα δάχτυλά του στα μαλλιά μου στον αυχένα μου, πράγμα που κάνει συνήθως στις προσωπικές μας στιγμές όταν έχει εκείνος τον έλεγχο. Είναι σαν να με χτυπά ηλεκτρικό ρεύμα, και συνειδητοποιώ πως αυτός είναι ο σκοπός του. Καθώς επικεντρώνομαι σε αυτόν, η οργή μου καταλαγιάζει και παίρνω μια βαθιά ανάσα που με ηρεμεί. Το χέρι του Κρις γλιστρά αργά από τον αυχένα μου και επιστρέφει στο πόδι μου. Αφού μετρώ αργά ως το δέκα, ανοίγω πάλι τα μάτια μου. Οι δύο ντετέκτιβ έχουν γυρίσει από την άλλη και κάτι ψιθυρίζουν μεταξύ τους. Γυρίζουν, και αυτή τη φορά μιλά η ντετέκτιβ Μ ίλερ. «Σίγουρα όλοι εδώ γνωρίζουμε ότι η κυρία Πέρες απέσυρε την ομολογία της για τον φόνο της Ρεμπέκα. Είναι δύσκολο να προσάψουμε κατηγορίες φόνου όταν λείπει το πτώμα και προσωρινά θα αποσύρουμε αυτές τις κατηγορίες για να στοιχειοθετήσουμε μια υπόθεση. Έχουμε μέχρι την Παρασκευή το πρωί να αποφασίσουμε αν θα προχωρήσουμε με την κατηγορία της απόπειρας φόνου». Απότομα, ο Ντέιβιντ σηκώνεται από την καρέκλα του, στηρίζεται στο τραπέζι και χαμογελά. «Διάολε, είμαι καλός». Γυρίζει στον Κρις κι εμένα. «Δεν είμαι καλός; Εμπρός. Πείτε το». «Γι’ αυτό σε προσέλαβα», τον διαβεβαιώνει ο Κρις.


Η ντετέκτιβ Μ ίλερ μορφάζει. «Σε παρακαλούμε, Ντέιβιντ. Πες μας γιατί καυχιέσαι. Ανυπομονούμε να μάθουμε». «Φυσικά και θα σας πω», λέει ο Ντέιβιντ και η έκφρασή του δείχνει την ίδια ικανοποίηση με τη φωνή του. «Ήξερα ότι θα μπλοφάρατε με τις κατηγορίες απόπειρας φόνου. Είναι όλα μέρος του παιχνιδιού σας για να πάρετε πληροφορίες που ούτως ή άλλως θα σας έδιναν οικειοθελώς. Και πιο χαμηλά δε θα μπορούσατε να πέσετε, αν λάβουμε υπόψη ότι η κατηγορουμένη αποπειράθηκε να σκοτώσει τη Σάρα». «Αθώα μέχρι αποδείξεως του εναντίου», σχολιάζει η ντετέκτιβ Μ ίλερ. Η οργή μου επιστρέφει δριμύτερη σαν την κόψη σπαθιού. «Επιχείρησε να με πατήσει με αυτοκίνητο. Είχε τρακάρει στο δέντρο την ώρα που ήρθε η αστυνομία. Πόσες ακόμα αποδείξεις χρειάζεστε;» «Και οι τέσσερις μάρτυρες;» ρωτάει ο Ντέιβιντ. «Δεν τους υπολογίζουμε αυτούς;» Σηκώνει το δάχτυλό του. «Ένας». Μ ετά δεύτερο δάχτυλο. «Δύο. Να συνεχίσω;» «Ξέρουμε να μετράμε», λέει εκνευρισμένα η ντετέκτιβ Μ ίλερ. Ο Ντέιβιντ συνεχίζει σαρκαστικά. «Προφανώς δεν ξέρετε γιατί διαρκώς “ξεχνάτε”. Ας είμαι σαφής. Η κυρία Πέρες αποτελεί κίνδυνο για τους πελάτες μου και την κοινωνία. Αν εσείς δεν μπορείτε να πείσετε έναν δικαστή ότι πρέπει να μπει πίσω από τα σίδερα, θα πρέπει να βγουν ασφαλιστικά μέτρα για τον Κρις και τη Σάρα πριν αφεθεί ελεύθερη αυτή η γυναίκα. Και το καλό που σας θέλω, να φορά ανιχνευτή για να παρακολουθείται διαρκώς. Δεν ξέρετε πόσο βαθιά θα φτάσω αν συμβεί το οτιδήποτε στους πελάτες μου». «Δεν είναι τόσο απλά όσο τα λες, δικηγόρε», λέει σφιγμένα ο ντετέκτιβ Γκραντ. «Υπάρχουν μπερδεμένες σχέσεις σε αυτή την


υπόθεση και οι ιστορίες που αλλάζουν κάθε τρεις και λίγο με έχουν τρελάνει». «Εμείς δεν έχουμε αλλάξει την ιστορία μας», τονίζει ο δικηγόρος. «Αν το έχει κάνει η κυρία Πέρες, αυτό την κάνει να δείχνει ακόμα πιο αναξιόπιστη, και ο αναξιόπιστος άνθρωπος είναι επικίνδυνος». «Δεν μπορούμε να πούμε άλλα σε αυτό το σημείο», του λέει η ντετέκτιβ Μ ίλερ. «Θα θέλαμε να συνεχίσουμε την ανάκριση και να προχωρήσουμε από εκεί». Ο Ντέιβιντ γέρνει πίσω στην καρέκλα του και αφού χτυπά το στιλό μερικές φορές πάνω στο τραπέζι συμφωνεί. «Πέντε λεπτά. Εκμεταλλευτείτε τον χρόνο». Η ντετέκτιβ Μ ίλερ γυρνά σε μένα. «Ποια είναι η Έλα Φέργκιουσον;» «Η γειτόνισσα και φίλη μου, που αγόρασε την αποθήκη της Ρεμπέκα. Κλέφτηκε και μου άφησε την αποθήκη». «Και πού βρίσκεται τώρα;» «Ξέρετε ότι αγνοείται και ότι έχει γίνει αναφορά γι’ αυτό», απαντά εκνευρισμένος ο Ντέιβιντ. «Μ πείτε στο θέμα διαφορετικά τελειώσαμε από εδώ». «Το θέμα», λέει ο ντετέκτιβ Γκραντ σφιγμένα, «είναι ξεκάθαρο. Θέλουμε να μάθουμε πού βρίσκεται η Έλα». Εκεί χτύπησαν ευαίσθητο νεύρο και λέω εκνευρισμένα: «Κι εγώ το ίδιο. Πού είναι; Έκανα αναφορά εδώ, και στη Γαλλία, αλλά κανείς δε φαίνεται να την ψάχνει. Όπως κανείς δε φαινόταν να νοιάζεται για τη Ρεμπέκα, ακόμα κι όταν άρχισα εγώ να την ψάχνω». «Και πότε ακριβώς αρχίσατε να ψάχνετε για την Έλα;» ρωτά η ντετέκτιβ Μ ίλερ, αγνοώντας την αγωνία μου. «Τα λέει όλα στην κατάθεση», λέει πάλι ο Ντέιβιντ


εκνευρισμένος. «Θέλω να το ακούσω ξανά», αντιλέγει η ντετέκτιβ Μ ίλερ. Επεμβαίνω, ανυπομονώντας να φύγω πια από αυτό το δωμάτιοκλουβί. «Η Έλα μου έδωσε το κλειδί της αποθήκης τη βραδιά που κλέφτηκε, μαζί με τα ημερολόγια. Ξεκίνησα να τα διαβάζω και άρχισα να ανησυχώ για την ασφάλεια της Ρεμπέκα. Αποφάσισα να προσπαθήσω να τη βρω. Όταν μου είπαν ότι έχει πάρει άδεια επ’ αορίστου, ανησύχησα ακόμα περισσότερο, γι’ αυτό πήγα στην γκαλερί». Ο ντετέκτιβ Γκραντ γέρνει το κεφάλι στο πλάι. «Και καταλήξατε να πάρετε τη δουλειά της». «Προσωρινά. Είχα άδεια το καλοκαίρι και από τη στιγμή που έχω σπουδάσει ιστορία της τέχνης σκέφτηκα ότι μπορώ να ψάχνω τη Ρεμπέκα κερδίζοντας ένα επιπλέον εισόδημα». «Μ ε λίγα λόγια ξεκινήσατε να ζείτε τη ζωή της». Ο τόνος του είναι καθαρά κατηγορηματικός. Κάνω έναν μορφασμό αηδίας, έχω βαρεθεί πια το γεγονός ότι δεν κάνουν τίποτα και το ότι κατηγορούν τους άλλους γι’ αυτό. «Η δουλειά και ο δεσμός που δημιουργήθηκε με τη Ρεμπέκα διαβάζοντας τα ημερολόγια είναι οι λόγοι που με οδήγησαν στο να την ψάξω. Εγώ είμαι ο μοναδικός λόγος που τώρα την ψάχνουν και άλλοι». Ο Κρις μου σφίγγει το χέρι υποστηρίζοντάς με σιωπηλά. «Δεν μπόρεσα να τη σώσω, αλλά τουλάχιστον θέλω να αποδοθεί δικαιοσύνη. Κάποιος πρέπει να σταματήσει την Άβα πριν κάνει κακό και σε άλλον». Ο ντετέκτιβ Γκραντ με αγνοεί και στρέφει την προσοχή του στον Κρις. «Είστε μέλος του κλαμπ του κυρίου Κόμπτον, κύριε Μ έριτ;» «Ναι», απαντά δίχως δισταγμό ο Κρις και μοιάζοντας να μην τον επηρεάζει η ξαφνική αλλαγή θέματος.


Ο ντετέκτιβ μου ρίχνει ένα βλέμμα. «Εσείς, κυρία Μ ακΜ ίλαν;» «Όχι», λέω ακολουθώντας το παράδειγμα του Κρις. «Έχετε πάει ποτέ στο κλαμπ;» με πιέζει. «Δύο φορές», απαντά για λογαριασμό μου ο Κρις. «Και τις δύο μαζί μου». Αυτό κοστίζει στον Κρις επιπλέον ερωτήσεις από τον Γκραντ. «Ήσασταν ποτέ στο κλαμπ ταυτόχρονα με τη Ρεμπέκα;» Ο Κρις δε διστάζει ούτε στιγμή. «Από όσο γνωρίζω όχι, αλλά εγώ βρισκόμουν σε ιδιαίτερο δωμάτιο. Δε με ενδιέφερε τι γινόταν στο υπόλοιπο κλαμπ». Ο Γκραντ τον κοιτάζει εξεταστικά για αρκετά δευτερόλεπτα και μετά γυρνά απότομα σε μένα. «Εσείς είδατε ποτέ τη Ρεμπέκα στο κλαμπ, κυρία Μ ακΜ ίλαν;» Οι σφυγμοί μου καλπάζουν με αυτή την κατηγορία, αλλά ο Ντέιβιντ δε μου δίνει την ευκαιρία να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Κοπανά θυμωμένος το τραπέζι και δηλώνει: «Τέρμα τα παιχνίδια. Δεν έχει γνωρίσει ποτέ της τη Ρεμπέκα. Αναφέρεστε στην ημερομηνία που αγόρασε την αποθήκη. Εκείνη είχε ήδη φύγει από την πόλη». «Και όταν η Ρεμπέκα επέστρεψε στο Σαν Φρανσίσκο;» λέει ο Γκραντ και στρέφει πάλι το μένος του σε μένα. «Τη συναντήσατε τότε;» «Δεν έχω συναντήσει ποτέ μου τη Ρεμπέκα», λέω και ορκίζομαι πως η καρδιά μου έχει ανέβει στον λαιμό μου. «Ο λόγος που έπιασα δουλειά ήταν μόνο για να την αντικαταστήσω προσωρινά». «Επομένως, αν η Ρεμπέκα επέστρεφε, θα χάνατε τη δουλειά των ονείρων σας, σωστά;» λέει. «Τι πράγμα; Όχι». Φέρνω το χέρι μου, που ξαφνικά τρέμει, από το τραπέζι στα πόδια μου. «Θα μπορούσα να είχα κρατήσει τη δουλειά μου. Μ ε τον Μ αρκ το είχαμε συζητήσει αυτό».


«Η Ρεμπέκα ήταν να επιστρέψει πριν ξεκινήσει η Σάρα τη δουλειά στην γκαλερί», του θυμίζει ο Ντέιβιντ. «Άρα τελειώσαμε εδώ και πάμε παρακάτω. Σταματήστε να την εκφοβίζετε». «Στην πραγματικότητα», λέει η ντετέκτιβ Μ ίλερ, «δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι να αποκαλύψουμε τις ημερομηνίες που ταξίδεψε η Ρεμπέκα». Ο Ντέιβιντ την κοιτά έντονα για λίγο και ρουθουνίζει πάλι. «Για να καταλάβω καλά. Τώρα αποφασίσατε πως η Ρεμπέκα Μ έισον ήρθε στην πόλη, έφυγε ξανά και μετά επέστρεψε;» «Αυτό που λέω, δικηγόρε», απαντά κοφτά, «είναι τίποτα. Δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι να αποκαλύψουμε όσα γνωρίζουμε για τα ταξίδια της». «Και βέβαια δεν είστε», λέει ο Ντέιβιντ ειρωνικά. «Πώς αλλιώς θα βασανίζατε το θύμα;» Αναστενάζει βαριά και κάνει νεύμα με το χέρι. «Ας περάσουμε στο επόμενο θέμα, αλλιώς η ανάκριση τελειώνει εδώ». «Ευχαρίστως». Η προσοχή της στρέφεται σε μένα. «Ας γυρίσουμε στο κλαμπ λοιπόν. Κυρία Μ ακΜ ίλαν–» «Θα γλιτώσω σε όλους μας λίγο χρόνο», διακόπτει ο Κρις, γέρνοντας μπροστά. «Η Σάρα δεν ήταν ποτέ και δεν είναι μέλος του κλαμπ». Και συνεχίζει: «Πήγα τη Σάρα στο κλαμπ για έναν και μόνο λόγο: για να της δείξω σε τι ήμουν μπλεγμένος και γιατί δεν ήθελα να αποτελεί μέρος αυτού που πίστευα πως ήταν το παρελθόν μου. Δεν κάναμε σεξ όσο βρισκόμασταν εκεί. Δεν πήγαμε στους κοινόχρηστους χώρους. Δεν της επέτρεψα ούτε καν να μιλήσει σε κάποιον όσο ήμασταν εκεί». «Δεν της επιτρέψατε;» ρωτά η ντετέκτιβ Μ ίλερ με μια έκφραση αποτροπιασμού. «Για να την προστατέψω», εξηγεί ο Κρις. «Αυτό το έχουμε ξανακούσει», λέει ειρωνικά ο ντετέκτιβ


Γκραντ. «Τι σημαίνει αυτό;» ρωτάω αμυντικά. Ο Ντέιβιντ παρεμβαίνει. «Πώς σχετίζονται όλα αυτά με το γεγονός ότι η Άβα αποπειράθηκε να σκοτώσει την πελάτισσά μου;» απαιτεί να μάθει. Και πάλι απαντά η ντετέκτιβ Μ ίλερ. «Υπάρχει προσωπική σχέση ανάμεσα στην κατηγορουμένη και τους μάρτυρες. Πρέπει να κατανοήσουμε αυτή τη δυναμική». «Όχι για την ακρόαση σχετικά με την εγγύηση», ανταπαντά ο Ντέιβιντ. «Ξέρεις πολύ καλά ότι πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για τα πάντα», απαντά ο ντετέκτιβ Γκραντ. «Επίσης», προσθέτει η Μ ίλερ, «αν η κυρία Πέρες καταφέρει να βγει με μειωμένη εγγύηση, συμφέρον όλων μας είναι ο Εισαγγελέας να θελήσει να παίξει το κεφάλι του και να της ασκήσει δίωξη». Ο Ντέιβιντ σμίγει τα φρύδια και σφίγγει τα χείλη. «Κάτι βρόμικο μου μυρίζει εδώ. Κι εμένα δε μου αρέσουν οι υποθέσεις που βρομάνε. Δίκαια πράματα λοιπόν. Σας έδωσα πέντε λεπτά. Σας έχουν μείνει περίπου δύο». Η ντετέκτιβ Μ ίλερ απευθύνεται πάλι στον Κρις. «Δε θέλετε τη Σάρα στο κλαμπ, γιατί; Επειδή το θεωρείτε επικίνδυνο;» «Καθόλου. Ο Μ αρκ Κόμπτον παίρνει πολύ στα σοβαρά την ασφάλεια των μελών του κλαμπ του, διαφορετικά δε θα πατούσα ποτέ το πόδι μου εκεί μέσα. Απλώς δεν είναι κατάλληλο για μένα ή τη Σάρα». «Εννοείτε ο σαδομαζοχισμός ή ο τρόπος ζωής ή…» «Δεν υπάρχει τίποτα επιλήψιμο στον τρόπο ζωής, αν εκεί το πάτε. Ο σαδομαζοχισμός είναι σαν οτιδήποτε άλλο. Είναι κατάλληλος για κάποιους και όχι για άλλους. Μ πορεί να είναι ένας τρόπος με τον οποίο κανείς αντιμετωπίζει καταστάσεις που δε θα


μπορούσε αλλιώς. Μ πορεί να είναι μια απλή απόδραση από την καθημερινή πίεση. Έχει πολλούς υγιείς, ευχάριστους σκοπούς, αλλά, όπως τα πάντα, μπορεί να φτάσει σε ακραίες καταστάσεις. Χαμογελά. «Εσείς φτάσατε σε ακραίες καταστάσεις, κύριε Μ έριτ;» Μ πήγω τα δάχτυλα στον μηρό μου, αγωνιώντας για το πού πηγαίνει όλο αυτό, αλλά ο Κρις δεν πτοείται καθόλου. «Δυο κομματάκια σοκολάτα κάθε μέρα σε έναν φυσιολογικό άνθρωπο δεν κάνουν κακό, αλλά για έναν διαβητικό μπορεί να επιφέρουν τον θάνατο. Το τι είναι ακραίο εξαρτάται από τον άνθρωπο». «Αυτό δεν είναι απάντηση», λέει ο ντετέκτιβ Γκραντ δυσαρεστημένος. «Αν όμως δε θέλετε να μιλήσετε για σας, ας μιλήσουμε για τον Μ αρκ Κόμπτον. Αυτός φτάνει σε ακραίες καταστάσεις όσον αφορά τον σαδομαζοχισμό;» «Ρωτήθηκε και απαντήθηκε», παρεμβαίνει ο Ντέιβιντ. «Είπε ότι το ακραίο εξαρτάται από τον άνθρωπο». «Κι εγώ είπα ότι αυτό δεν είναι απάντηση», λέει απότομα ο ντετέκτιβ Γκραντ, στρέφοντας την προσοχή του πάλι σε μένα. «Κυρία Μ ακΜ ίλαν, όταν διαβάζατε τα ημερολόγια, βρήκατε ακραία τη συμπεριφορά του κυρίου Κόμπτον;» «Δε θα απαντήσει», λέει ο Ντέιβιντ. «Η γνώμη κάποιου δε γίνεται αποδεκτή στο δικαστήριο και όλοι ξέρουμε ότι τα ημερολόγια δεν αναφέρουν καν το όνομα του Μ αρκ Κόμπτον». Ο ντετέκτιβ Γκραντ του ρίχνει ένα απότομο βλέμμα. «Από πότε έγινες και δικηγόρος του Κόμπτον;» «Δε μου άρεσε η ερώτησή σου». Ο Ντέιβιντ κάνει πάλι νεύμα με το χέρι. «Παρακάτω». Σμίγοντας τα χείλη, ο Γκραντ βγάζει δύο ημερολόγια από το ντοσιέ του. «Διαβάσατε όλα τα ημερολόγια που μας δώσατε, κυρία Μ ακΜ ίλαν;»


«Ναι. Προσπαθούσα να βρω στοιχεία που θα μου έδειχναν πού βρίσκεται». «Διαβάσατε το απόσπασμα όπου ο κύριος Κόμπτον χρησιμοποιεί μαχαίρι για να εκφοβίσει τη Ρεμπέκα στη διάρκεια του σεξ;» «Και πάλι», επεμβαίνει ο Ντέιβιντ. «Δεν έχουμε αποδείξεις πως ο άντρας στο ημερολόγιο είναι ο Μ αρκ Κόμπτον». Ο Γκραντ δεν τον κοιτάζει. «Διαβάσατε το απόσπασμα, κυρία Μ ακΜ ίλαν;» Ο λαιμός μου έχει φράξει και γνέφω, γιατί φοβάμαι πως η αλλοιωμένη φωνή μου θα δείξει κάποια ενοχή σε αυτό το κυνήγι μαγισσών. «Γι’ αυτό αρχίσατε να την ψάχνετε;» με πιέζει. «Γιατί φοβόσασταν για εκείνη;» «Δεν ήρθαμε εδώ για να μιλήσουμε για τον κύριο Κόμπτον», λέει ο Ντέιβιντ. «Θέλουμε να μάθουμε ποια ήταν τα κίνητρα της κυρίας Μ ακΜ ίλαν, για να βεβαιωθούμε ότι η ιστορία της θα ευσταθεί μπροστά στους ενόρκους. Αν δεν τα πάει καλά, αυτό θα ευνοήσει την κατηγορουμένη». «Δεν είχε σχέση με τα αποσπάσματα», λέω με ειλικρίνεια. «Απεχθάνομαι τη σκέψη να χάνει κανείς τα υπάρχοντά του σε δημοπρασία, γι’ αυτό και δε συμμετείχα όταν το έκανε η Έλα». Βγάζει ένα ημερολόγιο από το ντοσιέ και το σηκώνει ψηλά. «Υποθέτω γνωρίζετε αυτό το ημερολόγιο;» Γνέφω. «Είναι το ημερολόγιο της δουλειάς της». «Διαβάσατε τη σημείωση που έγραψε;» Το ανοίγει σε μια σελίδα και το γυρνά, δείχνοντάς μου ένα κείμενο που έχει σημειώσει με κολλητικό χαρτάκι. Διαβάζω το οικείο κείμενο δυνατά. «Έργο για δημοπράτηση στο


Κύμα. Νόμιμο; Να βρω ειδικό». Τον κοιτάζω. «Έδειξα αυτή τη σημείωση στον ιδιωτικό ντετέκτιβ που προσλάβαμε για να βρει τη Ρεμπέκα. Ανησυχούσα μήπως κατά κάποιον τρόπο αυτό οδήγησε στην εξαφάνισή της. Έτσι αποκαλύφθηκε η δράση της Μ έρι και του Ρίκο». «Και ποιος είναι αυτός ο ιδιωτικός ντετέκτιβ;» ρωτά η ντετέκτιβ Μ ίλερ. «Ο Μ πλέικ Γουόκερ της Ασφάλειας Γουόκερ», λέει ο Ντέιβιντ. «Πράγμα το οποίο γνωρίζετε από τη στιγμή που τον ανακρίνατε». «Απλώς βεβαιώνομαι ότι δεν υπάρχει και άλλος ιδιωτικός ντετέκτιβ», δηλώνει η ντετέκτιβ Μ ίλερ και η ένταση ανάμεσα στους δύο είναι πλέον χειροπιαστή. Ο ντετέκτιβ Γκραντ παραμένει προσηλωμένος σε μένα. «Ανησυχήσατε μήπως έχουν σκοτώσει τη Ρεμπέκα;» «Κατά τη γνωριμία μου με τον Ρίκο βεβαιώθηκα ότι ήταν ερωτευμένος με τη Ρεμπέκα. Δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να της κάνει κακό». «Και η Μ έρι;» επιμένει. «Ήταν ευέξαπτη μαζί μου και πιστεύω πως με τον ίδιο τρόπο συμπεριφερόταν και στη Ρεμπέκα». Ο Γκραντ σηκώνει το φρύδι. «Και γιατί αυτό;» «Δουλεύαμε και οι δύο με τον Μ αρκ στα έργα για δημοπράτηση του Κύματος και μας εμπιστεύτηκε τη δουλειά της». «Κοιμηθήκατε ποτέ με τον κύριο Κόμπτον ή είχατε άλλου είδους σεξουαλική σχέση;» «Ρωτήθηκε και απαντήθηκε», λέει ο Ντέιβιντ απότομα. Παρά την ένστασή του, απαντώ. «Ποτέ». Η ντετέκτιβ Μ ίλερ αλλάζει θέση στην καρέκλα της. «Μ οιάζετε να έχετε αποκλείσει το ενδεχόμενο ο Ρίκο να έχει κάποια σχέση με την εξαφάνιση της Ρεμπέκα. Για τη Μ έρι τι πιστεύετε;»


«Συμπεριφέρεται με σχετική κακία», λέω, «αλλά η Μ έρι γνώριζε τα αισθήματα του Ρίκο για τη Ρεμπέκα. Ο Ρίκο δεν τα έκρυβε. Και κατά τη γνώμη μου, η Μ έρι είναι περισσότερο εκδικητικός τύπος. Θα ήθελε να πληγώσει τη Ρεμπέκα και τον Μ αρκ – όχι όμως και να κάνει φόνο». Ο ντετέκτιβ Γκραντ βάζει το ημερολόγιο μπροστά στον Κρις. «Έσβησε το όνομά σου και τις σημειώσεις της για σένα. Γιατί;» Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπά δυνατά. Ξέρουν ότι ο Κρις τσακώθηκε με τον Μ αρκ για τη Ρεμπέκα; Πώς μπορούν να το ξέρουν; Θα τους το έλεγε ο Μ αρκ; «Δεν μπορώ να υποθέσω γιατί κάποιος κάνει κάτι», απαντά ο Κρις, υπεκφεύγοντας. Το ημερολόγιο έρχεται και πάλι μπροστά μου. «Έχετε εσείς καμιά ιδέα γιατί έσβησε το όνομα του κυρίου Μ έριτ;» Μ α πού το πηγαίνουν; Κατηγορούν τον Κρις για κάτι; «Δεν είδα σημειώσεις που να δείχνουν το γιατί σε όσα διάβασα». Παραδόξως η φωνή μου είναι σταθερή, σε αντίθεση με τα γόνατά μου που τρέμουν. Ο Ντέιβιντ κοπανά τα χέρια στο τραπέζι. «Και τώρα θα ζητήσω από τους πελάτες μου να φύγουν για να πούμε δυο λόγια ιδιαιτέρως». Σηκώνεται όρθιος. «Η ανάκριση τελείωσε».

«Φοβάμαι, Κρις», λέω όταν βγαίνουμε από το αστυνομικό τμήμα στο πάρκινγκ, ακόμα ταραγμένη από την ανάκριση. Κοντοστέκεται, γυρνά προς το μέρος μου και μου πιάνει τα μπράτσα. «Δεν είχε να κάνει με σένα, μωρό μου. Σε χρησιμοποιούν για πληροφορίες. Αντιμετώπιζέ τους όπως τον Μ αρκ. Μ ην τους αφήνεις να σε εκφοβίζουν».


«Ο Μ αρκ δεν μπορεί να με βάλει φυλακή». «Ούτε εκείνοι μπορούν», με διαβεβαιώνει. «Έχεις άλλοθι». «Μ α υπονόησαν ότι η Ρεμπέκα επέστρεψε και ξανάφυγε. Το έκαναν να ακούγεται σαν να τη σκότωσα για να κρατήσω τη δουλειά μου». «Ο Μ πλέικ θα είχε βρει κι άλλη ημερομηνία ταξιδιού. Όλα είναι παιχνίδι του μυαλού. Είμαι σίγουρος πως δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι». Περνά το χέρι μέσα από τα μαλλιά του. «Και ελπίζω να ήμουν κι εγώ στο Παρίσι όταν επέστρεψε η Ρεμπέκα. Δε συγκράτησα την ημερομηνία. Δεν είχα λόγο να το κάνω μέχρι τώρα». Χλομιάζω. «Πιστεύεις ότι θα σε κυνηγήσουν;» «Όχι. Πιστεύω ότι θα κυνηγήσουν τον Μ αρκ. Και θα χρησιμοποιήσουν όποιο μέσο εκφοβισμού διαθέτουν για να μπλέξουν κι εμάς αν τους αφήσουμε». «Φαίνεται να πιστεύουν ότι είναι αναμεμειγμένος στην εξαφάνισή της, σωστά;» «Ναι. Το πιστεύουν». «Εσύ;» Παρόλο που μέσα μου ξέρω ότι ο Μ αρκ είναι αθώος, ανακαλύπτω ότι κρατώ την ανάσα μου.

Ποτέ δε θα μου ανήκει όπως ανήκω εγώ σε εκείνον. Ποτέ δε θα τον ελέγχω όπως με ελέγχει εκείνος. Παίζω σύμφωνα με τους κανόνες του και ποτέ δεν ξέρω πώς θα αλλάξουν, ή τι ή ποιος θα γίνει μέρος του καινούργιου παιχνιδιού που γίνεται σε καθεμιά από τις συναντήσεις μας.


Ρεμπέκα Μέισον


6

Αντί να μου απαντήσει, ο Κρις με οδηγεί στην 911 και κλείνει τις πόρτες. Κάθεται με τους καρπούς στο τιμόνι, κοιτάζοντας μπροστά, με την ένταση να ξεχειλίζει από μέσα του. Κρατώ την ανάσα μου, περιμένοντας ακόμα την απάντηση. Επιτέλους, γυρνά και με κοιτάζει. «Όχι. Δεν πιστεύω ότι ο Μ αρκ έχει σχέση με την εξαφάνιση της Ρεμπέκα». «Τότε γιατί έκανες τόση ώρα να απαντήσεις;» «Γιατί πήρε αποφάσεις που την οδήγησαν εκεί που κατέληξε. Προσπάθησα πολύ να μην τον κατηγορώ, αλλά έχει μερίδιο ευθύνης και πρέπει να το καταλάβει, διαφορετικά θα το επαναλάβει διακινδυνεύοντας ένα παρόμοιο αρνητικό αποτέλεσμα. Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορεί». Όπως ο Κρις ανέλαβε την ευθύνη για την Άμπερ. «Κι εγώ ήμουν θυμωμένη με τον Μ αρκ, αλλά, παρά τις αμαρτίες του, κι έχει μπόλικες, δεν ανάγκασε αυτός την Άβα να σκοτώσει τη Ρεμπέκα». «Όχι. Και αν η Άβα ήταν άλλη, η Ρεμπέκα μπορεί απλώς να είχε καταλήξει σαν την Άμπερ. Αλλά έφερε και τις δύο σε κατάσταση που οδήγησαν σε αυτό το είδος μίσους και οργής. Λες ότι την αγαπούσε. Εγώ λέω όχι. Ή τουλάχιστον δεν ήταν


ερωτευμένος μαζί της όπως είμαι εγώ μαζί σου και όπως δεν ήμουν με την Άμπερ. Δεν παρασύρεις κάποιον που αγαπάς σε τέτοια κόλαση, ούτε παίζεις μαζί του τέτοιου είδους παιχνίδια με το μυαλό και το κορμί. Βγαίνεις από την κόλαση για να είσαι μαζί με τον άλλον». Τα μάτια μου τσούζουν, γέρνω κοντά του και τον αγγίζω στο μάγουλο. «Σ’ αγαπώ. Και η Άμπερ θα είναι μια χαρά, Κρις». «Μ ια χαρά; Έχασε χρόνια από τη ζωή της και φταίω εγώ γι’ αυτό». Τώρα καταλαβαίνω γιατί ήμουν τόσο αποφασισμένη να σώσω την Άμπερ. Δεν είναι μία από τις ουλές του. Είναι μια ανοιχτή πληγή που αιμορραγεί. «Όχι. Δε φταις». «Φταίω. Γι’ αυτό καταλαβαίνω και τον Μ αρκ. Καταλαβαίνω τα λάθη του. Καταλαβαίνω τις ενοχές που νιώθει. Και τώρα ζει και με τον φόβο του θανάτου της μητέρας του. Οπότε θα τον βοηθήσουμε να το ξεπεράσει, αλλά θέλω να γνωρίζω την κατάστασή του, ώστε να δω πώς θα την αντιμετωπίσω. Αν συνεχίσει να αρνείται τον ρόλο του σε ό,τι συνέβη, και αρνηθεί να κάνει αλλαγές, αυτό θα φέρει το τέλος της σχέσης μου μαζί του». Φιλά το χέρι μου και ανάβει τη μηχανή. Θέλω να πω κι άλλα, αλλά χτυπά το κινητό του και χάνω την ευκαιρία προς το παρόν. Μ έχρι να φτάσουμε στο διαμέρισμά μας, ο Κρις μαθαίνει από τον Τζέικομπ ότι τελικά δημοσιογράφος ήταν αυτός που την είχε στήσει έξω από την γκαλερί. Επίσης, κανόνισε συνάντηση μαζί του για να συζητήσουν θέματα ασφάλειας. Κλείνει το τηλέφωνο και στρίβει στη γωνία του κτιρίου προς το γκαράζ. «Θα πάρω τη Χάρλεϊ για τη συνάντηση με τον Τζέικομπ οπότε μπορείς να έχεις το αυτοκίνητο». «Νόμιζα ότι θα έρθω μαζί σου». Κουνά το κεφάλι. «Μ ετά τη συνάντηση με τον Τζέικομπ θα


προσπαθήσω να μιλήσω με τον Μ αρκ για να δω τα σχέδιά του, και θέλω να το κάνω μόνος μου. Και ο Τζέικομπ λέει πως η Αμάντα θέλει να παραιτηθεί μετά τη σημερινή τρομάρα, οπότε φαντάζομαι ότι θα θες να της μιλήσεις». «Ω όχι, αυτό δεν είναι καθόλου καλό. Και οι δυο τους που έμειναν λίγοι είναι. Ναι. Θα πάω να της μιλήσω». Ο Κρις παρκάρει την 911 και αφήνει τη μηχανή αναμμένη. Όταν πηγαίνω στην πλευρά του οδηγού για να καθίσω, λέει: «Την επόμενη εβδομάδα θα πάμε να διαλέξουμε ένα αυτοκίνητο που να σου αρέσει». «Έχω το Φορντ μου». «Δώσε το στην Αμάντα. Είπες ότι δεν έχει αμάξι. Εσένα θα σου πάρουμε καινούργιο». «Δε χρειάζομαι καινούργιο αμάξι». «Ναι». Μ ε τραβά στην αγκαλιά του. «Χρειάζεσαι. Ένα που να το νιώθεις δικό σου και που να πληροί τις προϋποθέσεις μου, οι οποίες είναι υψηλές όταν έχει να κάνει με σένα». Δε μου δίνει χρόνο να διαμαρτυρηθώ. «Πες στην Αμάντα ότι θα βάλουμε φύλακα ασφαλείας στην γκαλερί από αύριο. Αυτό θα την κάνει να νιώσει καλύτερα. Θα το πω και στον Μ αρκ όταν τον δω». Μ ου χαϊδεύει τα μαλλιά και φέρνει το πρόσωπό μου κοντά στο δικό του. «Προσπάθησε να μην ανησυχείς πολύ. Μ ια χαρά θα είμαστε». Μ ου δίνει ένα ρουφηχτό φιλί και διασχίζει το γκαράζ προς τη Χάρλεΐ του. Μια χαρά θα είμαστε, επαναλαμβάνω μέσα μου, σκεπτόμενη αυτό που είπε για τη Ρεμπέκα και την Άμπερ. Γιατί πιστεύω ότι αυτή το φορά το είπε περισσότερο για τον εαυτό του παρά για μένα;


Όταν φτάνω στο πάρκινγκ της γκαλερί, εκπλήσσομαι που βλέπω την ασημί ΒΜ W του Ράιαν Κίλμερ παρκαρισμένη κοντά στην πόρτα, όχι πολύ μακριά από το μαύρο σεντάν του Τζέικομπ. Κλειδώνω την 911, προχωρώ προς το κτίριο και τηλεφωνώ στον Τζέικομπ να μου ανοίξει. «Τι θέλει εδώ ο Ράιαν Κίλμερ;» ρωτάω όταν μου ανοίγει την πόρτα. «Από όσο μπορώ να δω, παρηγορεί την Αμάντα», λέει καθώς μπαίνουμε μέσα. «Έφτασε δέκα λεπτά μετά από μένα». Μ έσα μου ξυπνά το μητρικό ένστικτο, είμαι αποφασισμένη να προστατέψω την Αμάντα. «Αυτό φοβόμουν». «Να υποθέσω ότι δεν τον συμπαθείτε;» «Ούτε στο ελάχιστο. Είναι πολύ μικρή γι’ αυτόν κι αυτός είναι…» συγκρατούμαι και δε λέω Αφέντης, γιατί δεν ξέρω πόσα γνωρίζει ο Τζέικομπ γι’ αυτή την πλευρά της ζωής του Κρις, «πολύ μεγάλος για εκείνη». Τα μάτια του Τζέικομπ τρεμοπαίζουν για μια στιγμή μάλλον από κατανόηση, αλλά λέει μόνο: «Συμφωνώ. Θα είστε εντάξει αν φύγω όσο είναι ακόμα εδώ;» Η μνήμη του Ράιαν και του Μ αρκ να με στριμώχνουν στο σπίτι του Ράιαν είναι ενοχλητική, αλλά όχι τρομακτική. «Μ ια χαρά θα είμαι», τον διαβεβαιώνω. «Για την Αμάντα ανησυχώ περισσότερο». «Κατανοητό». Διστάζει για μια στιγμή. «Μ ια προειδοποίηση για την έρευνα», προσθέτει ύστερα από μια στιγμή, «γιατί μιλώ εκ πείρας. Όποιος εμπλέκεται μπορεί να θελήσει να προστατέψει τον εαυτό του πετώντας κάποιον άλλο στην πυρά». «Το ξέρω», τον καθησυχάζω, σκεπτόμενη τον πατέρα μου και τον Μ άικλ. «Θα φυλώ τα νώτα μου. Και σ’ ευχαριστώ για όλα, Τζέικομπ. Ξέρω ότι είναι η δουλειά σου να βρίσκεσαι εδώ για


μένα, αλλά την κάνεις καλά και το εκτιμώ πολύ». Τα στωικά χαρακτηριστικά του μαλακώνουν. «Είναι μεγάλη μου ευχαρίστηση, κυρία Μ ακΜ ίλαν». Ανοίγει την πόρτα για να φύγει αλλά κοντοστέκεται. «Η Ασφάλεια Γουόκερ έχει κανονίσει να έρθει εδώ φύλακας αύριο το πρωί, αλλά στο μεταξύ λίγη προσοχή δε βλάπτει. Αν φύγετε αφού σκοτεινιάσει και δεν έχει έρθει ο κύριος Μ έριτ, είτε πείτε σε κάποιον να σας συνοδεύσει μέχρι έξω, είτε καλέστε εμένα και θα έρθω». «Εντάξει. Ευχαριστώ». Βγαίνει και οι αυτόματες κλειδαριές κλειδώνουν πίσω του. Κάνω να γυρίσω και διστάζω για λίγο και τότε το συνειδητοποιώ. Αν υπάρχουν κάμερες εκτός και εντός του κτιρίου, κάθε επίσκεψη της Ρεμπέκα θα έχει καταγραφεί. Αν η Ρεμπέκα ήρθε εδώ, τότε θα υπάρχει απόδειξη. Και γιατί να μην ερχόταν εδώ ή στο σπίτι του Μ αρκ; Πώς κατέληξε με την Άβα, την οποία ούτε καν συμπαθούσε; Μ όνο μία απάντηση βγάζει νόημα. Ήρθε εδώ, ανακάλυψε ότι ο Μ αρκ ήταν εκτός πόλης, και πήγε στο καφέ. Ο Μ αρκ είπε ότι δε γνώριζε για την επιστροφή της. Μ ήπως πήγε δίπλα να μαζέψει κουράγιο για να έρθει εδώ, μην ξέροντας πως ο Μ αρκ έλειπε; Με κάποιον τρόπο, κατέληξε με την Άβα. Ακόμα σκέφτομαι τις πιθανότητες όταν μπαίνω στα άδεια γραφεία όπου χτυπά το τηλέφωνο. Πηγαίνω στο γραφείο του Ραλφ και τον βρίσκω να μαζεύει τον χαρτοφύλακά του. Κοιτάζω το ρολόι μου και βλέπω ότι δεν είναι ούτε έξι, πολύ νωρίς δηλαδή για να κλείσει η γκαλερί. «Όλα καλά;» ρωτάω, ανήσυχη πως δεν είναι μόνο η Αμάντα που θέλει να παραιτηθεί. Σηκώνει τα μάτια του πάνω μου. «Όσο καλά μπορούν να είναι εδώ πέρα αυτές τις μέρες. Δεν περίμενα να σε δω ξανά απόψε». «Ο Κρις είχε μία συνάντηση και σκέφτηκα να περάσω να δω πώς πάνε τα πράγματα μετά το πρόβλημα με τον δημοσιογράφο.


Πού είναι η Αμάντα;» «Φλερτάρει με τον Ράιαν στο κουζινάκι». Γέρνει στο γραφείο του, το παπιγιόν του στραβό και χαλαρό. «Εμφανίστηκε τη στιγμή που ετοιμαζόταν να τα βάλει με τον δημοσιογράφο που μας παρακολουθούσε όλο το μεσημέρι. Ευτυχώς που την ελκύουν οι πλούσιοι και όμορφοι, γιατί αυτός την έπεισε να μείνει». Χαμηλώνει τη φωνή του. «Και όσο ευγνώμων κι αν είμαι που έπιασαν τα μαγικά του, αυτή πάει να πέσει σε τόσο βαθιά νερά που είναι τρομακτικό». Έχει τόσο δίκιο. «Το ξέρω. Προσπάθησα στο παρελθόν να την προειδοποιήσω γι’ αυτόν. Προφανώς δε με άκουσε». «Προσπάθησε περισσότερο». Και πάλι έχει δίκιο. «Θα το κάνω». «Ωραία. Γιατί εμένα δε με ακούει». Ισιώνει το κορμί του. «Έμαθες ότι γύρισε το Αφεντικό στην πόλη;» «Τον είδα στο αστυνομικό τμήμα. Μ ήπως τηλεφώνησε ή πέρασε;» «Όχι. Ο Ράιαν μας είπε ότι είναι εδώ κι ελπίζουμε να επιστρέψει να βάλει μια τάξη». Εκνευρίζομαι που ο Μ αρκ μιλά με τον Ράιαν αλλά αγνοεί τις κλήσεις μου. Μ ήπως η έρευνα έχει μετατρέψει εμένα και τον Κρις σε αντιπάλους ενάντια στον Ράιαν και τον Μ αρκ; Μ ήπως, ακόμα χειρότερα, ενάντια στον Μ αρκ, τον Ράιαν και την Άβα; Όχι, αυτό είναι χαζομάρα. Ο Μ αρκ δεν είναι με την Άβα. Ελπίζω ούτε και ο Ράιαν. Ο Ραλφ περνά το λουρί του χαρτοφύλακά του στον ώμο του. «Αφού δε λειτουργεί η έκθεση, η Κρίσταλ μας είπε να κλείνουμε στις έξι. Θα έρθεις αύριο;» Δεν ξέρω, μέχρι ο Κρις να μιλήσει με τον Μ αρκ. «Δεν έχω αποφασίσει ακόμα, αλλά είμαι ένα τηλεφώνημα μακριά. Και από


αύριο εδώ θα υπάρχει ασφάλεια. Δεν πρόκειται να σας ενοχλήσουν άλλοι δημοσιογράφοι». «Καλό νέο αυτό. Πάμε να πάρουμε και τον Ράιαν με την Αμάντα ώστε να φύγουμε όλοι μαζί;» «Καλύτερα να μείνω και να προσπαθήσω να της μιλήσω όσο έχω την ευκαιρία». «Σίγουρα; Δε θέλω να σας αφήσω μόνες εδώ». «Μ ια χαρά θα είμαστε. Νομίζω πως καλύτερα θα μιλήσουμε αν είμαστε οι δυο μας». Γνέφει και πριν βγει με αγκαλιάζει. Στη διαδρομή προς το κουζινάκι κοντοστέκομαι στη ρεσεψιόν και μένω άναυδη μπροστά στις δεκάδες σελίδες μηνυμάτων του τηλεφωνητή, αν και υποπτεύομαι ότι τα ίδια άτομα καλούν και ξανακαλούν. Πρέπει να βοηθήσω την κατάσταση εδώ. Δε γίνεται η Κρίσταλ να χειριστεί και τις δύο γκαλερί ταυτόχρονα. Αφού η Αμάντα ακόμα δεν έχει επιστρέψει, αφήνω το παλτό και την τσάντα μου στο γραφείο και πηγαίνω στο κουζινάκι. Το απαλό μουρμουρητό που ακούω με κάνει να κοιτάξω επιφυλακτικά από την πόρτα. Ο Ράιαν και η Αμάντα στέκονται στην άλλη πλευρά του τραπεζιού και κοιτάζονται. Εκείνος γέρνει κοντά της, με το κεφάλι σκυμμένο και της ψιθυρίζει κάτι που δεν ακούω. Η Αμάντα γέρνει πίσω κι έχω την ευκαιρία να διακρίνω λίγο το πρόσωπό της. «Δεν είμαι έτοιμη», ψιθυρίζει. «Δεν μπορώ». Γνωρίζοντας ακριβώς για ποιο πράγμα μιλάνε, σφίγγω τις γροθιές μου, αλλά είναι το μόνο που μπορώ να κάνω για να μην ουρλιάξω. Μ α και βέβαια δεν είναι έτοιμη. Είναι παιδί. Αυτός έχει περάσει τα τριάντα, είναι ένας Αφέντης με μεγάλη σεξουαλική εμπειρία. «Είσαι έτοιμη», επιμένει, και φτάνω στα όριά μου.


Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, μπαίνω στο δωμάτιο και τολμώ να πέσω στα βαθιά βουτώντας στη ζωή κάποιου άλλου. «Έτοιμη για τι;» Ο Ράιαν γυρνά σε μένα και τα μάτια του σαρώνουν διαπεραστικά το κορμί μου. Το στομάχι μου δένεται κόμπος και ξαναζώ τη στιγμή που πήγαν να με αποπλανήσουν μαζί με τον Μ αρκ, τότε που με εγκλώβισαν, με άγγιξαν. «Σάρα», λέει απαλά ο Ράιαν, σαν να με ξέρει κι από χθες. «Χαίρομαι που σε βλέπω. Την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε οι συνθήκες δεν ήταν και οι καλύτερες». Έτσι αποκαλεί το γεγονός ότι η Άβα πήγε να με σκοτώσει; «Ανησυχούσα», προσθέτει. «Πώς είσαι;» «Όσο καλά μπορεί να είναι ο καθένας μας υπό αυτές τις όχι και τόσο καλές συνθήκες». Στενεύει τα χείλη. «Πράγματι. Μ άλλον δεν είναι η χρονιά μας, σωστά;» Η αδιαφορία του για τον θάνατο της Ρεμπέκα και του παραλίγο δικού μου με εξοργίζει και αποφασίζω καλύτερα να μη μιλήσω. Αντιθέτως, γυρίζω στην Αμάντα. «Δεν είσαι έτοιμη για ποιο πράγμα;» Παίζει αμήχανα με τα δάχτυλά της. «Ω, εγώ…» «Θέλει προαγωγή», προλαβαίνει ο Ράιαν, «και φοβάται να τη ζητήσει από τον Μ αρκ». Η απάντησή του είναι τόσο άμεση και πειστική, το βλέμμα του τόσο σταθερό, που σχεδόν τον πιστεύω. Όμως ξέρω ότι η Αμάντα παραλίγο να παραιτηθεί σήμερα και όταν την κοιτάζω, αποφεύγει το βλέμμα μου, δείχνοντας άθελά της πως λέει ψέματα. «Μ πορώ να μιλήσω εγώ στον Μ αρκ για σένα», προσφέρομαι, ελπίζοντας να εκμαιεύσω την αλήθεια. Σηκώνει απότομα το βλέμμα της πάνω μου. «Όχι. Σε


παρακαλώ, όχι. Δεν είμαι… έτοιμη. Όχι ακόμα. Σε παρακαλώ, υποσχέσου μου, Σάρα. Μ ην πεις τίποτα». «Θα περιμένω μέχρι να νιώσεις έτοιμη», λέω. «Απλώς ενημέρωσέ με». Αμέσως χαλαρώνει. «Ευχαριστώ. Ναι, θα το κάνω». Κοιτάζει τον Ράιαν. «Πάω να μαζέψω τα πράγματά μου». Μ οιάζει να περιμένει την έγκρισή του κι εκείνος της τη δίνει με ένα νεύμα. Τότε, και μόνο τότε, βγαίνει βιαστικά από το δωμάτιο. Τα πάντα σε αυτή τη συμπεριφορά ουρλιάζουν Αφέντης και υποτακτική. Πλησιάζω τον Ράιαν. «Είσαι τρελός;» ψιθυρίζω. «Η Ρεμπέκα είναι νεκρή και εκατομμύρια μάτια είναι στραμμένα στην γκαλερί και τον Μ αρκ. Δεν είναι ώρα τώρα να παίζεις τον Αφέντη και την υποτακτική με μέλη του προσωπικού». Σηκώνει το φρύδι. «Τον Μ αρκ; Όχι τον κύριο Κόμπτον;» Γελάει. «Ήταν τρελός που πίστευε πως θα τον αποκαλούσες ποτέ Αφέντη». Νιώθω απερίγραπτη αμηχανία στη σκέψη ότι έχουν συζητήσει μεταξύ τους το ενδεχόμενο να με κάνουν υποτακτική τους, όπως έκαναν τη Ρεμπέκα. «Όχι», λέω ξερά. «Δε θα το έκανα και ούτε η Αμάντα θα το κάνει. Είναι πολύ μικρή και πολύ αθώα, και σίγουρα πολύ ανώριμη για να τα βγάλει πέρα μαζί σας». «Καμιά γυναίκα στη ζωή μου δεν έχει χρειαστεί να τα βγάλει πέρα με μένα, Σάρα. Δεν είμαι Μ αρκ. Ξέρω ότι διάβασες τα ημερολόγια της Ρεμπέκα. Αποκλείεται να έχει γράψει κάτι που να δείχνει ότι είμαι». Η αμηχανία μου φουντώνει. Μ όλις παραδέχτηκε ότι είναι ο άλλος άντρας στα ημερολόγια. Και τότε θυμάμαι την προειδοποίηση του Τζέικομπ και αναρωτιέμαι αν ο Ράιαν ψαρεύει πληροφορίες για να διαπιστώσει αν αναφέρεται στα ημερολόγια.


Ωστόσο, δεν ξέρω γιατί τον νοιάζει. Η Άβα σκότωσε τη Ρεμπέκα, έτσι δεν είναι; «Αυτό που λέω», του τονίζω, «είναι ότι αυτή δεν είναι καλή στιγμή για να φέρεις τον τρόπο ζωής σου στην γκαλερί». «Τον τρόπο ζωής μου; Κοιτάξου στον καθρέφτη, Σάρα. Είναι και δικός σου τρόπος ζωής, κι αν θες να ξέρεις, τηλεφώνησα στο Κύμα για να βρω τον Μ αρκ, ο οποίος δεν απαντά σε κανέναν. Μ ου είπαν ότι ερχόταν εδώ. Κάλεσα στην προσωπική του γραμμή και η Αμάντα μου είπε πως κάποιος την είχε στήσει στην πόρτα. Βρισκόμουν κοντά και ήρθα να βοηθήσω. Τώρα θα την πάω σπίτι της. Κανένα παιχνίδι. Απλώς φέρομαι σαν κύριος. Αν εμφανιστεί ο Μ αρκ, πες του ότι πέρασα». Εξαφανίζεται στον διάδρομο. Όσο όμορφα κι αν τα λέει, δεν πιστεύω ότι οι προθέσεις του για την Αμάντα είναι αγνές. Πάντα πίστευα ότι ήταν λιγότερο επιθετικός από τον Μ αρκ, αλλά τώρα πια δεν είμαι και τόσο σίγουρη. Ίσως να είναι ο μεγαλύτερος παίκτης όλων.


7

Με πέταξε στον τοίχο και μου έσκισε το κιλοτάκι. Τα χείλη του κόλλησαν κοντά στο αυτί μου, η ανάσα του καυτή στον λαιμό μου, καθώς έλεγε «ξέρεις τους κανόνες, ξέρεις ότι πρέπει να σε τιμωρήσω». Ρεμπέκα Μέισον Τώρα που είμαι μόνη μου έχω την ιδανική ευκαιρία να ρίξω μια ματιά τριγύρω – ίσως να ψάξω την καταγραφή της εξωτερικής κάμερας. Δεν ξέρω ακριβώς τι ψάχνω, αλλά νιώθω ότι υπάρχει ένα χαμένο κομμάτι του παζλ για το οποίο δε γνωρίζει κανείς. Διπλοτσεκάρω το σύστημα ασφαλείας και πηγαίνω στο παλιό μου γραφείο. Μ όλις κάθομαι, το βλέμμα μου μαγνητίζεται ξανά από τον πίνακα με τα τριαντάφυλλα. Είναι σαν το μυαλό μου να προσπαθεί να μου πει κάτι. Ανατριχιάζω στιγμιαία και παίρνω τον Τζέικομπ να τον ενημερώσω ότι είμαι μόνη μου. «Θα μείνω λίγο ακόμα, αλλά σίγουρα θα θέλω συνοδεία όταν θα φεύγω». «Είναι όλα ασφαλισμένα;» ρωτάει. «Ναι, το έλεγξα». «Ωραία. Πάρτε με σε μία ώρα, διαφορετικά θα σας πάρω εγώ».


Αναστενάζω από ανακούφιση. «Σ’ ευχαριστώ και πάλι, Τζέικομπ». «Θα με ευχαριστήσετε αν δεν ξεχάσετε να με καλέσετε σε μία ώρα». Κλείνουμε το τηλέφωνο και το γεγονός ότι ο Τζέικομπ νιώθει ότι είμαι ασφαλής με το σύστημα συναγερμού με κάνει να χαλαρώσω κάπως. Όμως, πιστεύει επίσης ότι ο δολοφόνος της Ρεμπέκα βρίσκεται στη φυλακή. Συνοφρυώνομαι σε αυτή τη σκέψη που ήρθε από το πουθενά. Μ α βρίσκεται φυλακή. Φυσικά και βρίσκεται. Πάνω που ετοιμάζομαι να ψαχουλέψω στην γκαλερί, τηλεφωνεί ο Κρις. «Γεια σου, μωρό μου». Η βαθιά φωνή του απλώνεται μέσα μου και νιώθω την ένταση από τη συνάντησή μου με τον Ράιαν να λιώνει και να χάνεται. Βουλιάζω περισσότερο στο απαλό δέρμα της πολυθρόνας μου. «Γεια». «Είσαι ακόμα στην γκαλερί;» «Ναι. Μ πορείς να έρθεις;» «Όχι. Μ ου τηλεφώνησε επιτέλους ο Μ αρκ και πρόκειται να τον συναντήσω σε είκοσι λεπτά». «Έμαθες κανένα νέο από τον Ντέιβιντ αφότου έφυγε από το τμήμα;» «Μ ιλήσαμε με μηνύματα. Μ ετά τον Μ αρκ θα δω εκείνον για πλήρη ενημέρωση. Ο Τζέικομπ έφυγε;» «Ναι, αλλά θα έρθει να με πάρει όταν θα είμαι έτοιμη να φύγω. Έχουμε κανένα νέο για τις ημερομηνίες ταξιδιών της Ρεμπέκα;» «Ο Μ πλέικ επιβεβαίωσε ότι η Ρεμπέκα επέστρεψε πριν ξεκινήσεις στην γκαλερί, κι εγώ βεβαιώθηκα ότι ήμουν στο Παρίσι ολόκληρη εκείνη την εβδομάδα, αλλά θα τσεκάρει ξανά μήπως και του ξέφυγε καμιά ημερομηνία».


«Θεωρεί κάτι τέτοιο πιθανό;» «Έλεγξε όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς και δε βρήκε τίποτα, αλλά θα ελέγξει πάλι. Θα κοιτάξει επίσης και τις ιδιωτικές πτήσεις, αλλά, αν μετακινήθηκε με αυτοκίνητο, αυτό δεν μπορεί να το ξέρει». Η καρδιά μου βουλιάζει. «Σωστά. Και αυτό δίνει στην αστυνομία τη δυνατότητα να μας χειραγωγεί και να μας εκφοβίζει». «Αυτό μπορούν να το κάνουν μόνο αν τους αφήσουμε. Δε θα το κάνουμε και ούτε ο Ντέιβιντ θα τους αφήσει». «Είπε ο Μ αρκ τίποτα χρήσιμο όταν μιλήσατε;» «Όχι, μιλήσαμε μόνο για ένα λεπτό – που μου θυμίζει ότι πρέπει να ξεκινήσω για το ραντεβού μας. Πάρε με αν χρειαστείς κάτι και μη φύγεις από εκεί δίχως τον Τζέικομπ». «Εντάξει». «Προσπάθησε να μην αγχώνεσαι πολύ, μωρό μου. Ο Ντέιβιντ είναι πολύ καλός στη δουλειά του. Είναι αλαζόνας, φωνακλάς και αντιπαθητικός, αλλά έτσι τον βολεύει, κι αυτό βολεύει κι εμάς». «Το ξέρω». «Μ ην το ξεχνάς και θα τα πούμε σύντομα». Χαμηλώνει τη φωνή του. «Ξέρω ένα παράθυρο που έχει πάνω το όνομά σου». Κλείνει κι εγώ αφήνω το τηλέφωνο με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Είναι όμως χαμόγελο θλίψης. Τον λατρεύω αυτό τον άντρα. Θέλω να τον παντρευτώ. Απλώς δε θέλω να το κάνω στη διάρκεια αυτού του εφιάλτη και πρέπει να κάνω τα πάντα για να τελειώσει. Ξέρουμε ότι το τέλος δε θα είναι ευχάριστο, αλλά τουλάχιστον θα είναι ένα τέλος. Σηκώνομαι, βγαίνω στο χολ και αποφασίζω να ξεκινήσω την έρευνά μου από το δωμάτιο προμηθειών, όπου ψάχνω κούτες φακέλων ή αρχεία της ασφάλειας. Δε βρίσκω τίποτα όμως. Ψάχνω


στο άδειο γραφείο του Μ αρκ όπου και πάλι δε βρίσκω τίποτα. Μ ήπως καταγράφονται όλα απευθείας στον υπολογιστή του; Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι η κάμερα καταγράφει κι εμένα που κάθομαι στο γραφείο του και ψαχουλεύω, αλλά σηκώνω αδιάφορα τους ώμους. Το χειρότερο που μπορεί να κάνει είναι να με απολύσει. Μ ετά από μία ώρα εξερεύνησης, τηλεφωνώ στον Τζέικομπ. Ύστερα, ψάχνω τα τέσσερα γραφεία των ασκούμενων και μετά τα ντουλάπια στο κουζινάκι. Σειρά μετά έχει το γραφείο της Αμάντα και τέλος οι φάκελοι του Ραλφ. Τελικά, καταλήγω πάλι στο γραφείο μου. Έχω ήδη ψάξει τους φακέλους και τα συρτάρια και τώρα το βλέμμα μου πέφτει στη βιβλιοθήκη. Κάθομαι στο πάτωμα και ανοίγω το ραδιόφωνο στο κινητό μου για να κάνω πιο ανεκτή τη μοναξιά μου. Αρχίζω να κοιτάζω τα βιβλία, ψάχνοντας για σημειώσεις ή άλλα σημαντικά στοιχεία. Ένα όνομα. Έναν αριθμό. Οτιδήποτε. Δεν ξέρω. Καθώς ψάχνω, στοιβάζω τα βιβλία και βεβαιώνομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα από κάτω τους στα ράφια. Μ όλις τακτοποιώ το χάλι που δημιούργησα, ακούω τον ήχο της πόρτας του εξωτερικού γραφείου και παγώνω. Κρατώ την ανάσα μου γεμάτη αγωνία ώσπου ο αέρας πάλλεται από μια οικεία ενέργεια πριν εμφανιστεί στην πόρτα ο Μ αρκ. Μ ε βήμα σταθερό και δυναμικό καλύπτει την απόσταση ανάμεσά μας δίχως να μου δώσει χρόνο να συνειδητοποιήσω αυτό που συμβαίνει. Στέκεται δεσπόζοντας από πάνω μου και με καρφώνει με ένα ανεξιχνίαστο ατσάλινο γκρίζο βλέμμα. «Δε γνώριζα ότι έχετε ταλέντο και στις διαρρήξεις, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Τι κάνετε;» Είτε δε συναντήθηκε με τον Κρις ή απλώς θέλει να με κάνει να τα χάσω. «Το προσωπικό σου φρίκαρε με έναν ρεπόρτερ που την


έστησε απ’ έξω για δύο ώρες και η Αμάντα παραλίγο να παραιτηθεί. Ήρθα αμέσως, αλλά με πρόλαβε ο Ράιαν. Της έκανε τον Μ άγο Μ άικ και την έπεισε να μείνει». «Τον Μ άγο Μ άικ;» «Είναι μια ταινία με κάτι άντρες που χορεύουν γυμνοί, οπότε αποκλείεται να την έχεις δει». Μ ου απλώνει το χέρι. «Σηκωθείτε από το πάτωμα, κυρία Μ ακΜ ίλαν». Μ ε σηκώνει στα πόδια μου και ξαφνικά βρίσκομαι στον έναν πόντο από εκείνον. «Ευχαριστώ», ψελλίζω με κόπο, και τα μάτια του που στενεύουν ελαφρώς μου δείχνουν ότι αντιλαμβάνεται την αμηχανία μου. Είναι δύναμη γι’ αυτόν να με επηρεάζει, ακόμα ένα παιχνίδι του – κι εγώ έχω σιχαθεί πια τα παιχνίδια. Τραβώ το χέρι μου και απομακρύνομαι. «Συναντήθηκες με τον Κρις;» ρωτάω. «Ναι». «Και;» «Και θα αφήσω εκείνον να σου πει». Αναστενάζω. «Φυσικά. Γιατί να μου πεις εσύ από τη στιγμή που στέκεσαι εδώ μπροστά μου; Εντάξει όμως». Φαίνεται να το διασκεδάζει, νομίζω. «Σε περίπτωση που ξέχασε να σου το πει», λέω, «με ξαναπροσέλαβες. Δηλαδή, κανονικά η Κρίσταλ με προσέλαβε, και, πριν θυμώσεις μαζί της, το έκανε γιατί σε νοιάζεται». «Ούτε καν θα αναρωτηθώ γιατί υποθέτετε ότι ξέρετε πώς νιώθει η κυρία Σμιθ για μένα, από τη στιγμή που δεν τη γνωρίζετε καθόλου». «Μ ου το είπε». Μ ε κοιτάζει. «Έτσι ξέρετε ότι ο Κρις νοιάζεται για σας, κυρία


Μ ακΜ ίλαν; Σας το λέει;» Δεν καταλαβαίνω τι υπονοεί, αλλά είμαι σίγουρη πως είναι ένα χαστούκι στον Κρις και δε μου αρέσει. «Μ ου το δείχνει και μου το λέει, Μ αρκ. Είναι καλός συνδυασμός». Κάτι σκοτεινό τρεμοπαίζει στα μάτια του, κάτι φευγαλέο, αλλά συνεχίζει τις αδιάκριτες ερωτήσεις. «Πώς ακριβώς σας το δείχνει;» Σφίγγω τα χείλη. «Τα προσωπικά είναι για τον καθένα προσωπικά». «Καλή απάντηση, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Είμαι σίγουρη πως ο Κρις θα την επιδοκίμαζε. Σημαίνει ότι μπορεί να σας εμπιστευτεί και η εμπιστοσύνη δύσκολα δίδεται ή κερδίζεται». Μ ήπως αυτό το σχόλιο αφορά τη Ρεμπέκα; Ή την Άβα; Μ ήπως τον Ράιαν; Ίσως είναι κάτι βαθύτερο. Ίσως έχει σχέση με αυτό που τον έκανε να είναι αυτός που είναι σήμερα, όπως η Άμπερ είναι μέρος αυτού που έκανε τον Κρις να είναι αυτό που είναι σήμερα. «Μ αρκ…» Όμως εκείνος κλείνει τα μάτια, και παίρνει μια βαθιά ανάσα, συναισθήματα που σπάνια επιτρέπει σε άλλους να βλέπουν στο πρόσωπό του. Κάνει απότομη μεταβολή και βγαίνει από το γραφείο, αφήνοντάς με να τον κοιτάζω αποσβολωμένη. Και τότε φτάνει στ’ αυτιά μου το τραγούδι που παίζει το τηλέφωνό μου. Πες κάτι, σε εγκαταλείπω, πες κάτι, σε εγκαταλείπω. Εγώ θα είμαι αυτός αν θέλεις… Το «Say Something» των A Great Big World σου προκαλεί πάντα ένα βασανιστικό συναίσθημα, αλλά τώρα ακούγεται χειρότερο σε συνδυασμό με τους μήνες απουσίας της Ρεμπέκα. Δεν μπορώ ούτε να φανταστώ πόσο λαχταρά ο Μ αρκ να ακούσει τη φωνή της, πόσο πολύ κρέμεται από την ελπίδα ότι μπορεί να ξαναγυρίσει. Πόσο εύχεται να της είχε πει αυτό που ποτέ δεν


τόλμησε – ότι την αγαπούσε. Κλείνω το ραδιόφωνο και πηγαίνω στο γραφείο του Μ αρκ. Έχει τα χέρια ακουμπισμένα στον τοίχο, το κεφάλι σκυφτό και ένταση ξεχειλίζει από όλο του το σώμα. Αυτός δεν είναι ο συγκροτημένος άντρας που ξέρω. Αυτός είναι ο άντρας που είδα να καταρρέει εκείνη τη νύχτα κάτω από το δέντρο, όταν η Άβα ομολόγησε πως σκότωσε τη Ρεμπέκα. Θέλω να πάω κοντά του, αλλά μέσα μου ξέρω πως δε θέλει να τον δω σε αυτή την κατάσταση. Οπισθοχωρώ την ώρα που λέει: «Χρειάζεστε κάτι, κυρία Μ ακΜ ίλαν;» «Απλώς… καληνύχτα». Δεν κουνιέμαι. Θέλω να κάνω ή να πω κάτι για να τον βοηθήσω. «Πηγαίνετε σπίτι, κυρία Μ ακΜ ίλαν», λέει απότομα. Αναστενάζω ηττημένη, γυρνώ και τον αφήνω μόνο, αλλά δεν είναι εύκολο. Όχι όταν ξέρω καλά πόσο πονά το να είναι κανείς μόνος.

Καθώς περιμένω τον Τζέικομπ να έρθει για να με συνοδεύσει, μου τηλεφωνεί ο Κρις και μου ζητά να συναντήσω αυτόν και τον Ντέιβιντ στην πιτσαρία κοντά στο σπίτι μας. Φτάνω σπίτι ένα τέταρτο αργότερα και δίνω την 911 στον παρκαδόρο. Χαιρετώ τον Τζέικομπ, που με ακολούθησε ως εδώ και πηγαίνω προς το εστιατόριο. Έχουμε παραγγείλει πολλές φορές πίτσα από εκεί, αλλά ποτέ δεν έχω καθίσει μέσα. Αποδεικνύεται πως είναι περισσότερο ένα ιταλικό εστιατόριο παρά πιτσαρία, με χαμηλό φωτισμό, απαλή μουσική και ζεστή ατμόσφαιρα. Μ ε χαιρετά ένας ψηλός, μεγαλόσωμος άντρας με


καστανά και λίγο γκρίζα μαλλιά. «Εσύ θα πρέπει να είσαι η Σάρα». Ανταλλάσσουμε χειραψία. «Ναι, η Σάρα είμαι. Κι εσύ θα πρέπει να είσαι… μάντης;» Το γέλιο του είναι βραχνό και βαθύ. «Πολύ χρήσιμο θα ήταν αυτό. Όμως όχι. Ο Κρις σε περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια και είσαι όσο όμορφη είπε. Είμαι ο Μ άρκο, ο ιδιοκτήτης». Κοκκινίζω. «Ευχαριστώ. Μ ου έχει μιλήσει ο Κρις για σένα. Δεν έχεις και μαγαζί με τσόπερ;» «Μ αγαζί με τσόπερ, συνεργείο για μηχανές, ό,τι θες. Μ ε τον Κρις μαστορεύουμε συχνά τη Χάρλεΐ του». Μ ου κλείνει το μάτι. «Χαίρομαι που δεν είναι πια μοναχικός καβαλάρης». Χαμογελώ και όπως πάντα χαίρομαι που ο Κρις είναι αγαπητός σε τόσο πολλούς ανθρώπους. Ο Μ άρκο δείχνει το παλτό μου. «Άσε να το πάρω εγώ αυτό». Το βγάζω και του το δίνω κι εκείνος με μια μεγαλοπρεπή χειρονομία με οδηγεί μπροστά. «Έλα, θα σε συνοδεύσω στο τραπέζι σου». Τον ακολουθώ που στρίβει σε μια γωνία όπου υπάρχει μια σειρά έξι τραπεζιών σε έναν ημιώροφο, όλα με παραβάν γύρω τους. «Υπέροχος χώρος», μουρμουρίζω. Χαμογελά στη φιλοφρόνηση για το μαγαζί του και καθώς ανοίγει ένα παραβάν, βλέπω τον Κρις και τον Ντέιβιντ με μια μπίρα στα χέρια. Ο Κρις με κοιτά και τα μάτια του φωτίζονται και η θέρμη και η τρυφερότητα στο βλέμμα του διαλύει για μια στιγμή όλη την παράνοια της μέρας που πέρασα. Αφήνει την μπίρα του και μου πιάνει το χέρι. Το καυτό του βλέμμα και το άγγιγμά του απλώνουν απέραντη ζεστασιά μέσα μου και παρασύρουν μακριά όλη την ένταση που νιώθω. Μ όλις κάθομαι δίπλα του, ο Κρις σηκώνει το κεφάλι. «Βλέπω γνώρισες τη Σάρα», λέει στον Μ άρκο. Ο Μ άρκο μου κλείνει το μάτι και απαντά στον Κρις κάτι στα


ιταλικά νομίζω. Δε βγάζω και πολύ νόημα από όσα λένε όταν ο Κρις αρχίζει να χαϊδεύει νωχελικά τον μηρό μου, στέλνοντας κύματα ηδονής στο φύλο μου. Ο Κρις χαμογελά και απαντά στον Μ άρκο στα αγγλικά. «Έχεις δίκιο, Μ άρκο». Γλιστρά το χέρι του διακριτικά κάτω από το τραπεζομάντιλο, κάτω από τη φούστα μου και τα ζεστά του δάχτυλα σφίγγουν τον γυμνό μηρό μου. «Η Σάρα είναι όμορφη και άσε για άλλες τη συμπεριφορά του Δον Ζουάν. Αυτή είναι δική μου». Κοκκινίζω και όχι από τη φιλοφρόνηση ή τα λόγια του, αλλά από τον τρόπο που το χέρι του ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά και τα δάχτυλά του αγγίζουν το σλιπάκι μου. «Κοκκίνισε», παρατηρεί ο Μ άρκο, φιλώντας τα δάχτυλά του, λες και το έπαθα λόγω της συζήτησης. «Μ πέλα». Η γλώσσα του κυλά με την ιταλική προφορά και άθελά μου θυμάμαι την ισπανική εκδοχή της όμορφης που χρησιμοποιούσε ο Ρίκο Άλβαρες. Ο Μ άρκο δείχνει τον Κρις. «Πρόσεχε. Μ ου αρέσουν οι προκλήσεις». Δεν αφήνει χρόνο στον Κρις να αντικρούσει το σχόλιο κι εξαφανίζεται κλείνοντας πίσω του το παραβάν, το οποίο αμέσως μετά ανοίγει λίγο και προσθέτει: «Η πίτσα σας φτάνει από λεπτό σε λεπτό», και μου κλείνει το μάτι. Χτυπά το κινητό του Ντέιβιντ και απαντά, δίνοντάς μου την ευκαιρία να αρπάξω το χέρι του Κρις και να του ψιθυρίσω: «Φρόνιμα». Γελάει, τα μάτια του ζεστά με μια πονηρή υπόσχεση που λιώνει και γίνεται τρυφερότητα, και το χέρι του, ευτυχώς, επιστρέφει στον μηρό μου. «Μ ου έλειψες». Λιώνω στη γλυκιά, απρόσμενη δήλωση. «Κι εμένα μου έλειψες». Χαμογελώ και τολμώ να προκαλέσω το θηρίο. «Και σίγουρα με έκανες να θέλω να βρισκόμασταν σπίτι». «Σύντομα, μωρό μου», υπόσχεται. «Σύντομα».


«Μ αλάκες», γκρινιάζει ο Ντέιβιντ, τραβώντας την προσοχή μας. Αφήνει το κινητό στο τραπέζι και με κοιτά. «Να που ξανασυναντιόμαστε, Σάρα Μ ακΜ ίλαν». Χαμογελώ, διασκεδάζοντας με τον αλλόκοτο τρόπο που μιλά. «Πράγματι», λέω. «Ξανασυναντιόμαστε». Ο Κρις μου δίνει την μπίρα του. «Πάρε. Τον καταλαβαίνεις καλύτερα όταν πίνεις». Γελάω και παρόλο που δεν είμαι ιδιαίτερα φίλη της μπίρας, πίνω μια γουλιά και δίνω πάλι το μπουκάλι στον Κρις. «Το χρειαζόμουν αυτό. Μ ε κατατρόμαξες σήμερα στο τμήμα, Ντέιβιντ». Ρουθουνίζει και πίνει από την μπίρα του. «Δεν πρέπει να τους αφήνεις να παίρνουν τα πάνω τους. Είναι επικίνδυνο και γι’ αυτούς και για μας». «Τραγούδησες χριστουγεννιάτικα», του θυμίζω. «Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω». Ανεβοκατεβάζει τα φρύδια. «Ξαφνική κρίση δημιουργικότητας. Τράβηξε την προσοχή τους από τον Κρις». Ο Κρις χασκογελά. «Νομίζω πως τελικά τους έπεισες ότι είσαι τρελός. Και μια και μιλάμε για τρέλα. Νομίζω πως κάποιος πρέπει να θυμίσει στους δύο ντετέκτιβ τον ρόλο τους». Ο Ντέιβιντ χαλαρώνει τη γραβάτα του. «Η φύση των οργάνων της τάξης είναι “εμείς, αυτοί, και όλοι οι άλλοι”. Ποτέ δεν ξέρεις τι πραγματικά κάνουν ή σκέφτονται. Σκοπός της ανάκρισης είναι να σε αναγκάσουν να πεις κάτι που δε θες». Ακουμπά τον αγκώνα του στο τραπέζι. «Κατά τη γνώμη μου, τα ημερολόγια και όλοι όσοι αναφέρονται στα κείμενα έχουν γίνει βασική τους προτεραιότητα». «Δηλαδή ο Μ αρκ, ο Ράιαν και η Άβα», λέω, «όμως η Ρεμπέκα δεν αναφέρει ονόματα». «Ο Μ αρκ πάντως είπε ότι ο Γκραντ έχει πέσει με τα μούτρα


πάνω του», λέει ο Κρις. «Έφτασε ακόμα και στο σημείο να εγκαταλείψει το κλαμπ για να προστατέψει τα μέλη του». «Θα πίστευε κανείς ότι ο Μ αρκ και ο Ράιαν επικοινωνούν», λέω. «Αλλά ο Ράιαν πέρασε από την γκαλερί το απόγευμα και είπε ότι ο Μ αρκ δεν απαντά στις κλήσεις του». «Ο Ράιαν καλά θα κάνει να το ξεχάσει αυτό», λέει ο Κρις. «Ο δικηγόρος του Μ αρκ θεωρεί ότι ο Ράιαν θα κάνει τα πάντα για να τη βγάλει καθαρή, ακόμα και να κατηγορήσει τον Μ αρκ». «Τον γνώρισα τον Τίγρη στο τμήμα σήμερα», τους θυμίζω. «Οπότε συγχωρέστε με αν δε δίνω και μεγάλη σημασία στη γνώμη του. Συμπεριφερόταν λες και ο Μ αρκ χρειαζόταν σωματοφύλακα να τον προστατέψει από μένα». «Ο Τίγρης δεν απέκτησε αυτό το παρατσούκλι χωρίς λόγο», μας διαβεβαιώνει ο Ντέιβιντ. «Θα κάνει τα πάντα για να προστατέψει τον πελάτη του, αλλά σε αυτή την περίπτωση μάλλον φοβόταν μην πιστέψει κανείς ότι ο Μ αρκ θα σου ζητούσε να τον προετοιμάσεις για την ανάκριση». Πίνει μια γουλιά μπίρα. «Και αυτό δε θα ήταν καλό. Πράγμα που με φέρνει στη δουλειά σου στην γκαλερί. Δε συμφωνώ και είμαι σίγουρος ότι δε θα συμφωνήσει ούτε και ο δικηγόρος του Μ αρκ». «Πρέπει να βοηθήσω», επιμένω, ισιώνοντας την πλάτη. «Όλα διαλύονται. Το προσωπικό φοβάται. Και είδα τον Μ αρκ απόψε και δε μου είπε ότι θα αποτελέσει πρόβλημα». Γυρνάω στον Κρις. «Πέρασε από την γκαλερί τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να φύγω και είχε τα χάλια του». «Ήδη κάναμε αυτή τη συζήτηση με τον Κρις», λέει ο Ντέιβιντ πριν προλάβει ο Κρις να απαντήσει. «Δε με ενδιαφέρει ο Μ αρκ. Εσείς με ενδιαφέρετε. Πρέπει να προσλάβει κάποιον άλλον». Γυρνώ στον Κρις για υποστήριξη, όμως εκείνος λέει: «Ηρέμησε, μωρό μου. Είπα ήδη στον Ντέιβιντ ότι θα βοηθήσουμε


τον Μ αρκ μέχρι να σταθεροποιηθεί η μητέρα του. Κανείς δεν αξίζει να φοβάται για τη ζωή του γονιού του ενώ παλεύει για τη δική του». «Πώς είναι;» «Μ όλις ξεκίνησε τη μάχη της κατά του καρκίνου. Η λοίμωξη που έπαθε μετά την επέμβαση παραλίγο να της κοστίσει τη ζωή». «Όταν μίλησα με την Κρίσταλ μου είπε ότι πήγαινε καλύτερα, οπότε, υποθέτω, εννοούσε πως σταθεροποιείται;» «Από ό,τι κατάλαβα, ναι». «Η θέση μου όσον αφορά τον Μ αρκ είναι η εξής», λέει ο Ντέιβιντ και ακούγεται σαν να είναι έτοιμος να πει κάτι που θα ταράξει τα νεύρα μου. «Άσ’ το», του λέει ο Κρις. «Πάμε σε άλλο θέμα. Δεν ήθελες να μιλήσουμε για την ακρόαση ορισμού της εγγύησης;» Εκείνη την ώρα ανοίγει το παραβάν κι εμφανίζεται ένας σερβιτόρος με μια αχνιστή πίτσα και το αναψυκτικό μου. Όταν μένουμε πάλι μόνοι, ρωτάω: «Ποιο είναι το πρόβλημα με την ακρόαση αυτή;» Ο Ντέιβιντ παίρνει ένα κομμάτι πίτσα. «Πριν απαντήσω, θέλω να ξέρετε το εξής. Διαφωνώ με το να συναντιέστε οπουδήποτε με τον Μ αρκ, πόσο μάλλον στην γκαλερί». Αφήνει την πίτσα στο πιάτο του. «Για την ακρόαση, Ντέιβιντ», του λέει ο Κρις. «Σωστά», απαντά. «Την ακρόαση. Δε θα υπάρξουν καταθέσεις μαρτύρων, οπότε μη φοβάστε γι’ αυτό». Μ περδεύομαι. «Δεν ήξερα ότι υπήρχε τέτοιο ενδεχόμενο». «Οι ακροάσεις ορισμού εγγύησης επιτρέπουν περιορισμένες καταθέσεις για τη δημόσια ασφάλεια», εξηγεί ο Ντέιβιντ. «Αλλά ο Εισαγγελέας μάλλον δε θέλει να περιπλέξει την κατάσταση, πράγμα που βρίσκω πολύ έξυπνο εκ μέρους του. Έχει τέσσερις


μάρτυρες μαζί με σένα, Σάρα, που λένε ότι η κατηγορουμένη επιχείρησε να σε σκοτώσει. Δε χρειαζόμαστε την υπεράσπιση να ξεκινήσει κατακρεούργηση χαρακτήρων. Αυτό θα το κάνει αργότερα». Ο Κρις με σερβίρει, αλλά το μόνο που δε σκέφτομαι τώρα είναι το φαγητό. «Τι εννοείς κατακρεούργηση χαρακτήρων;» Ο Ντέιβιντ σκουπίζει το στόμα του με το πετσετάκι. «Η ειλικρίνεια και ο χαρακτήρας σου θα μπουν στο μικροσκόπιο. Είναι αναμενόμενο, αλλά πιστεύω ότι θα πάρει άσχημη τροπή σε αυτή τη δίκη. Έχω έναν δικό μου στην Εισαγγελία που μου είπε ότι η υπεράσπιση απείλησε τον Εισαγγελέα». Ο Κρις μένει με την πίτσα στο χέρι μετέωρη. «Τον απείλησε;» Ο Ντέιβιντ γνέφει και καταβροχθίζει μισό κομμάτι με μία μπουκιά. «Από ό,τι φαίνεται, η υπεράσπιση είπε, όχι και τόσο διακριτικά, ότι ο Τύπος θα λάβει» –κάνει εισαγωγικά με τα δάχτυλά του– «“τυχαία” πληροφορίες για ένα περίεργο κλαμπ, έναν φόνο και άλλες τέτοιες σαχλαμάρες. Λόγια του ανθρώπου που έχω μέσα, όχι δικά μου». Ζαλίζομαι στο ενδεχόμενο να αφεθεί ελεύθερη η Άβα. «Πιστεύεις ότι ανησυχούν για τον Τύπο τόσο πολύ ώστε να την αφήσουν ελεύθερη;» Ο Ντέιβιντ κάνει στην άκρη την πίτσα του, πράγμα που δείχνει ότι πρόκειται να μιλήσει πολύ σοβαρά. «Η ευνοϊκή μεταχείριση της Άβα στη δίκη δε θα εμποδίσει την υπεράσπιση να κοινοποιήσει το θέμα μετά τον ορισμό της εγγύησης. Γι’ αυτό ήθελα να σας μιλήσω απόψε. Ακόμα κι αν δεν τους αρέσει, η Εισαγγελία έχει προετοιμαστεί για μεγάλο δημοσιογραφικό πανηγύρι την Παρασκευή. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι της Άβα θα ρίξουν στο προσκήνιο κάθε όνομα και αντιπερισπασμό που έχουν στη διάθεσή τους».


«Που σημαίνει εμένα κι εσένα, μωρό μου», προσθέτει ο Κρις. «Και η παραμονή μας στην γκαλερί θα μας κάνει μεγαλύτερο στόχο». Γυρνά προς το μέρος μου και με κοιτά με σφιγμένο σαγόνι. «Είμαστε μάρτυρες εναντίον της Άβα, και επειδή δεν είμαστε αναμεμειγμένοι στην ομάδα των τεσσάρων, είμαστε οι πιο αξιόπιστοι. Μ πορούν εύκολα να μας επιτεθούν. Πρέπει να είσαι προετοιμασμένη να δεις το θέμα στους τίτλους των εφημερίδων. Το κλαμπ. Τον σαδομαζοχισμό. Εμένα. Εσένα». «Σωστά», συμφωνεί ο Ντέιβιντ. «Και ενόσω μπορώ να σας προστατέψω από οτιδήποτε στο δικαστήριο, δεν μπορώ να σας προστατέψω από τον Τύπο, εκτός κι αν σας συκοφαντήσουν». Η καρδιά μου βουλιάζει. Ξαφνικά το σκάνδαλο φαίνεται πολύ πιο γιγάντιο από πριν. «Και τι γίνεται με τον Κρις και το φιλανθρωπικό του έργο; Αυτό μπορεί να τον καταστρέψει». «Μ ωρό μου, είμαι καλά. Μ πορώ να το χειριστώ αυτό». «Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος», διαφωνώ. «Ο Λανς Άρμστρονγκ δημιούργησε τη Λάιβστρονγκ και χρειάστηκε να τον διώξουν για να επιβιώσουν». Γυρνώ στον Ντέιβιντ. «Μ πορούμε να τους κατηγορήσουμε για συκοφαντία από τώρα;» Ο Ντέιβιντ μορφάζει. «Μ ε τίποτα». «Μ α γιατί; Μ πορεί να καταστρέψουν τον Κρις και–» «Σάρα, γλυκιά μου», με διακόπτει με τόνο απόλυτα συγκαταβατικό. «Οι ντετέκτιβ έκαναν λάθος. Εσύ πρέπει να κόψεις την καφεΐνη τελικά. Άσε με να κάνω τη δουλειά μου». Μ ου πέφτει το σαγόνι. Μ ε είπε «γλυκιά του» και μου είπε να τον αφήσω να κάνει τη δουλειά του; Το ποτήρι ξεχείλισε και σκέφτομαι ότι μου έχουν πέσει πολλοί αλαζόνες σε μια μέρα. Και τότε χτυπά ξανά το κινητό του και το απαντά δίχως να ιδρώσει το αυτί του. «Σάρα», λέει ο Κρις, σφίγγοντας το πόδι μου για να τον


προσέξω. Ξεκολλάω το βλέμμα μου από τον Ντέιβιντ και κοιτάζω τον Κρις. «Δουλειά του είναι να προστατέψει τη φήμη και την καριέρα σου». «Μ ωρό μου–» «Μ ην αρχίζεις τα “μωρό μου” ένα λεπτό από τη στιγμή που με αποκάλεσε “γλυκιά του”», ξεσπώ. «Πάω στην τουαλέτα να αναπνεύσω». Η λαβή του στο πόδι μου σφίγγει περισσότερο. «Είναι απλώς αγχωμένος». «Αν προσπαθήσεις να με κρατήσεις εδώ, να σε προειδοποιήσω ότι έχω μια πολύ ζωηρή φαντασίωση αυτή τη στιγμή, που περιλαμβάνει εμένα να λούζω τον Ντέιβιντ με την μπίρα του». Χαμογελά και μου αφήνει το πόδι. «Το φαντάστηκα ότι θα συμφωνήσεις». Ακολουθώ την πινακίδα για την τουαλέτα, διασχίζω έναν στενό διάδρομο και κλειδώνομαι σε έναν μικρό χώρο, όπου γέρνω στον νιπτήρα. Ο Ντέιβιντ υποτιμά τη ζημιά που μπορεί να κάνει ο Τύπος στον Κρις. Δεν μπορούμε να περιμένουμε να συμβεί πρώτα για να οργανώσουμε ένα σχέδιο. Δεν προλαβαίνω να πάρω ανάσα, όταν ακούγεται χτύπημα στην πόρτα. «Σάρα». Ξεκλειδώνω και αφήνω τον Κρις να μπει, ο οποίος κλειδώνει πάλι αμέσως. Σίγουρη πως ήρθε για να υπερασπιστεί τον Ντέιβιντ, λέω: «Είναι κόπανος, Κρις. Θα μας χτυπήσει δημοσιογραφικός τυφώνας και πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Πρέπει να καθαρίσουμε το όνομά σου και πρέπει να πας στο Παρίσι για τη φιλανθρωπική εκδήλωση, να φύγεις μακριά από όλα αυτά. Απομακρύνσου από αυτό τον εφιάλτη. Πρέπει να φύγεις». Μ ε κολλά στον πάγκο, πιέζει τους γοφούς του πάνω μου και ο


γλυκός εραστής που ήταν μέχρι μερικά λεπτά πριν εξαφανίζεται. Το σαγόνι του είναι σφιγμένο, τα μάτια του σκληρά. «Μ όλις πρότεινες να σε αφήσω να αντιμετωπίσεις όλα αυτά μόνη;» «Ναι, αλλά–» «Ακόμα δε με εμπιστεύεσαι». «Τι πράγμα; Αυτό είναι τρελό, Κρις!» «Είναι σωστό. Στο πίσω μέρος του μυαλού σου, πιστεύεις ακόμα ότι αν κάποιος μου πατήσει τα κουμπιά όπως έγινε με τον Ντίλαν, θα φύγω. Σου είπα. Δε φεύγω και δε θα σε αφήσω να μας αμφισβητήσεις ξανά». «Δε μας αμφισβητώ». «Το κάνεις. Αλλά θα το διορθώσουμε αυτό και ήδη ξέρω ότι μόνο ένας τρόπος υπάρχει να το κάνουμε, εκτός από το εγώ να καταρρεύσω κι εσύ να συνειδητοποιήσεις ότι έχω έρθει για να μείνω. Το πήγαινα αργά για να προστατεύσω την εμπιστοσύνη που έχουμε χτίσει μεταξύ μας, αλλά είμαστε έτοιμοι για το επόμενο βήμα, και πρόκειται να σε πιέσω και θα σε πιέσω πολύ. Θα γκρεμίσω όλες τις αναστολές σου μέχρι να τις κάνω δικές μου. Θα σε κάνω να τρελαθείς αναρωτώμενη τι ακολουθεί παρακάτω και να τρελαθείς ακόμα περισσότερο όταν θα έρθει. Θα σε πάω σε μέρη που νομίζεις πως δεν μπορείς να πας και θα ανακαλύψεις ότι μπορείς. Και όταν θα μου πεις το “δέχομαι”, δε θα έχουν μείνει πια καθόλου αμφιβολίες και φραγμοί. Είσαι έτοιμη για όλα όσα σημαίνει αυτό;» «Ναι», ψιθυρίζω. «Είναι αυτό που θέλω εδώ και καιρό». «Τότε ξεκινάμε τώρα». Μ ε γυρνά με το πρόσωπο στον πάγκο, μου ανεβάζει απότομα τη φούστα και χουφτώνει τον πισινό μου. Τα μάτια του συναντούν τα δικά μου στον καθρέφτη. «Θα σου ρίξω ξυλιές. Δε θα υπάρξουν ούτε προκαταρκτικά ούτε γαμήσι μετά. Θα σε τσούξει. Δε θα φωνάξεις. Όταν τελειώσω, θα φύγω, κι


εσύ θα φέρεις το όμορφο κωλαράκι σου μέσα και θα καθίσεις δίπλα μου σαν να μην έχει συμβεί το παραμικρό. Είτε το δέχεσαι είτε όχι». Η ιδέα είναι τρομακτική και ερεθιστική, κι έχω γίνει μούσκεμα και πονώ και νιώθω τόσο πολλά ταυτόχρονα, που δεν μπορώ ούτε να αναπνεύσω. «Εεε… ναι. Ναι, δέχομαι». Μ ου σκίζει το εσώρουχο και το χώνει στην τσέπη του. Το χέρι του κατεβαίνει με δύναμη στον πισινό μου και το σοκ είναι τόσο μεγάλο, που μόλις και μετά βίας πνίγω την κραυγή μου. Το δεύτερο χτύπημα έρχεται αστραπιαία. Προσπαθώ να μετρήσω. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Ω Θεέ μου. Έξι. Μ ε γυρνά να τον κοιτάξω, βάζει τα χέρια στον πάγκο, δε με αγγίζει. Ασθμαίνω από τον πόνο και την ηδονή, τα γόνατά μου τρέμουν. «Κατέβασε τη φούστα σου κι έλα στο τραπέζι. Σε θέλω εκεί σε δύο λεπτά. Αν αργήσεις έστω και ένα δευτερόλεπτο, θα σε φέρω πάλι εδώ και θα σε χτυπήσω ξανά. Κατάλαβες;» «Ναι». Κάνει μεταβολή και βγαίνει από το μπάνιο.


8

Πόνεσα με έναν γλυκόπικρο, ερεθιστικό τρόπο κι ενώ ένιωσα εκτεθειμένη και ευάλωτη, κατάλαβα ότι αυτά τα παιχνίδια με ερεθίζουν με τρόπους που ποτέ δε θα φανταζόμουν. Τα λόγια της Ρεμπέκα παίζουν στο μυαλό μου καθώς γραπώνω τον νιπτήρα για να μη σωριαστώ. Ο πόνος στον πισινό μου απλώνεται ακτινωτά μέχρι τα τρεμάμενα πόδια μου. Ζεματάω παντού, είμαι μούσκεμα ανάμεσα στα πόδια μου, και τόσο ερεθισμένη που η απουσία του Κρις με πονά περισσότερο από το χέρι του. Μ έχρι τώρα δεν είχα καταλάβει τι ήταν αυτό που έλκυε τη Ρεμπέκα σε τέτοιου είδους παιχνίδια. Είναι σαν να στροβιλίζομαι εκτός ελέγχου, κι ωστόσο αυτό είναι υπέροχο με έναν απαγορευμένο, ασύλληπτο τρόπο. Ο Κρις με πιέζει. Θέλω να με πιέσει. Ξαφνικά θυμάμαι την απειλή του. Σε θέλω εκεί σε δύο λεπτά. Αν αργήσεις έστω και ένα δευτερόλεπτο, θα σε φέρω πάλι εδώ και θα σε χτυπήσω ξανά. Παρόλο που το ξύλο δεν είναι και τόσο τρομερή απειλή, ο πισινός μου ακόμα πονά από την παλάμη του Κρις, αφήνοντας άλλα μέρη του κορμιού μου να λαχταρούν την ανταμοιβή που θα πάρω αν τον υπακούσω. Ανοίγω με φόρα την πόρτα και διασχίζω βιαστικά τον διάδρομο,


αλλά κοντοστέκομαι έξω από το παραβάν, όχι εξαιτίας αυτού που συνέβη με τον Κρις, αλλά επειδή συνειδητοποιώ κάτι. Όταν έφυγα από το τραπέζι ήμουν νευριασμένη με τον Ντέιβιντ, ο οποίος είναι πολύ προστατευτικός για το καλό μου αυτή τη στιγμή. Ξαφνικά πιέζομαι να δείξω άνετη και ανέκφραστη, λες και αυτό θα αλλάξει το πόσο διάφανη είμαι. Ο Κρις βάζει τέλος στο μαρτύριό μου τραβώντας το παραβάν και αμέσως με αιχμαλωτίζουν τα αναμμένα κάρβουνα στα βάθη του καυτού του βλέμματος. Μ ε κοιτά εξεταστικά για λίγο, μια νότα ικανοποίησης φωτίζει στιγμιαία τα μάτια του, και νιώθω την κάψα στα μάγουλά μου, ίδια με αυτή που έχω στο κορμί μου. Ξέρει ότι μου άρεσε αυτό που μου έκανε. Του άρεσε αυτό που μου έκανε. Και του αρέσει που ακολουθώ τις προσταγές του. Μ ου πιάνει το χέρι και με τραβά στο τραπέζι, το άγγιγμά του με καψαλίζει. «Άργησες», με μαλώνει απαλά, και αυτή τη φορά χαίρομαι που ο Ντέιβιντ είναι πάλι στο τηλέφωνο. «Στεκόμουν ακριβώς απ’ έξω», τονίζω, όσο περνά το χέρι του από πίσω μου για να κλείσει το παραβάν. Ύστερα βολεύεται ξανά στη θέση του, γυρίζοντας το σώμα του οικεία προς εμένα. «Καλή προσπάθεια, μωρό μου», λέει και με καρφώνει με ένα βλέμμα που πετάει φωτιές. «Όμως ξέρω πως ξέρεις ότι δε θα πιάσει». Τα χείλη του σχηματίζουν ένα απειροελάχιστο χαμόγελο και αν μέχρι τώρα ανησυχούσα ότι μερικές ξυλιές στο μπάνιο θα με έκαναν να νιώσω περίεργα με τον Κρις, δεν ανησυχώ. Στην πραγματικότητα, καθώς στερεώνει τα μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου, κρατά τα δάχτυλά του λίγο πάνω στο δέρμα μου. «Υπόσχομαι όμως να το φιλήσω και θα περάσει». Κι εγώ νιώθω μια απέραντη γλυκιά οικειότητα ανάμεσά μας. Σαν να σκαρφαλώσαμε στην κορυφή ενός τοίχου. «Ενημέρωσέ με», λέει ο Ντέιβιντ δυνατά, κλείνοντας το


τηλέφωνο. Το βλέμμα του Κρις στέκεται για λίγο στο δικό μου και με προφανή απροθυμία που με χαροποιεί, γέρνει πίσω στο μαξιλάρι για να γυρίσει στον Ντέιβιντ, ο οποίος μας κοιτά. Και μας κοιτά. Τα δευτερόλεπτα περνούν και τα χέρια μου σχηματίζουν γροθιές από τον ξαφνικό φόβο ότι με κάποιον τρόπο γνωρίζει για τον πόνο στα οπίσθιά μου. «Ήμουν κόπανος, Σάρα», λέει ο Ντέιβιντ, θυμίζοντάς μου αυτό που ο Κρις με επιτυχία με έκανε να ξεχάσω. Έχει δίκιο. Είναι. Αλλά ευτυχώς είναι ένας κόπανος που δε φαίνεται να ξέρει ότι το κιλοτάκι μου είναι στην τσέπη του Κρις. «Επειδή παραδέχεσαι ότι ήσουν κόπανος ή επειδή το λέει ο Κρις;» τον προκαλώ. «Και τα δύο», απαντά. Γνέφω ελαφρά. «Τότε είναι ομόφωνο». «Ναι, λοιπόν, συγγνώμη, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε θα ξανασυμβεί. Παθιάζομαι με αυτό που κάνω». Αρπάζει τον χαρτοφύλακά του. «Και αυτή τη στιγμή, θα κάνω τη δουλειά μου και θα συγκρίνω σημειώσεις με τον Τίγρη. Σου υπόσχομαι πως δε θα ξεσκίσει τον λαιμό αυτού του κόπανου». «Θα συναντηθείς με τον δικηγόρο του Μ αρκ;» «Ακριβώς, γλυκιά μου». Μ ου κλείνει το μάτι και σηκώνει τα χέρια ψηλά. «Μ η μου εκσφενδονίσεις τίποτα. Αστειεύομαι. Τέρμα τα “γλυκιά μου”. Στο μέλλον θα λέω μόνο “γλύκα” ή “κούκλα”». Κοιτάζει τον Κρις. «Θα σε πάρω το πρωί για ενημέρωση». «Απόψε να με πάρεις», λέει ο Κρις. «Θα είναι αργά», τον προειδοποιεί ο Ντέιβιντ. «Δεν πειράζει». Ο Κρις δείχνει το τραπέζι. «Το δείπνο κερασμένο από μένα απόψε». Ο Ντέιβιντ χαμογελά. «Λες και θα δεχόμουν κάτι άλλο».


Πηγαίνει στο παραβάν και με κοιτάζει πάλι εξεταστικά. «Δεν είπες πολλά. Αυτό μου προκαλεί εκνευρισμό». «Η καφεΐνη φταίει για τον εκνευρισμό», του απαντώ. Γελάει βροντερά και κοιτάζει τον Κρις. «Πνευματώδης, σωστά;» «Μ ερικές φορές υπερβολικά για το δικό της καλό». Ο Ντέιβιντ γρυλίζει δίχως προφανή λόγο και μετά εξαφανίζεται πίσω από το παραβάν. Ο Κρις αφήνει μερικά χαρτονομίσματα στο τραπέζι. «Πάμε κι εμείς».

Μ έχρι να πάρουμε τα παλτά μας κουβεντιάζουμε με τον Μ άρκο και το ότι ο Κρις εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία για να με αγγίζει με κάνει να χαμογελώ με τρόπους που φτάνουν πέρα από το γέλιο που μου προκαλεί η αμοιβαία συμπάθεια ανάμεσα στους δύο άντρες. Όταν βγαίνουμε έξω στην παγωμένη νύχτα χέρι χέρι, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται από το άγγιγμά μας. Όμως δε μιλά κι έχει σταματήσει να με κοιτάζει και ξέρω το γιατί. Είναι μέρος της προσμονής γι’ αυτό που θα ακολουθήσει. Υποσχέθηκε τιμωρία. Θα με τιμωρήσει. Και ακριβώς όπως το προέβλεψε, λαχταρώ να μάθω τι με περιμένει. Κι ενώ κανονικά χαίρομαι όταν συναντώ τον Τζέικομπ στην είσοδο, απόψε χαίρομαι που ο αντικαταστάτης του αρκείται που τον χαιρετάμε με ένα νεύμα. Μ όλις μπαίνουμε στο ασανσέρ, ο Κρις με αφήνει, πατά το κουμπί του ορόφου και ακουμπά στον τοίχο. «Άργησες», μου θυμίζει. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό». «Ναι. Μ ου είπες». «Τι είπα;»


«Ότι θα με τιμωρήσεις». «Πώς;» «Θα με χτυπήσεις ξανά». «Ναι», συμφωνεί. «Θα το κάνω». Αλλά κάτι στον τρόπο που το λέει μου δείχνει ότι δε θα είναι «απλώς» ξυλιές, αν μπορεί κανείς να το πει έτσι. Θα είναι περισσότερα. Θα κάνει κάτι που θα με φτάσει στα όριά μου. Η πόρτα του ασανσέρ ανοίγει στο διαμέρισμά μας και ο Κρις πατά το κουμπί για να την κρατήσει ανοιχτή, αλλά τα μάτια του μένουν στυλωμένα πάνω μου. «Πήγαινε στο σαλόνι και γδύσου, μετά κάτσε στον καναπέ». Τα χείλη μου μισανοίγουν στην ξαφνική προσταγή. «Θέλεις να–» «Ναι», λέει με τόνο σταθερό. «Θέλω». «Και αυτό θα κάνω», λέω. «Και ξέρεις γιατί;» Τον πλησιάζω και γλιστρώ τα χέρια μου κάτω από το μπουφάν του πάνω στο στέρνο του. «Γιατί δεν είναι ότι δε σου έχω εμπιστοσύνη και γιατί βλέπεις μέσα μου, Κρις. Είναι γιατί εσύ δε μου έχεις εμπιστοσύνη και αυτό με τρομάζει». Κάνω να απομακρυνθώ, αλλά πλέκει τα δάχτυλά του στα μαλλιά μου και με φιλά, βαθιά, κτητικά, με τόσο πάθος, που όταν σταματά τα πόδια μου τρέμουν. «Πήγαινε να γδυθείς», προστάζει, δίχως να σχολιάσει αυτό που είπα. Θέλω να του εκμαιεύσω μια απάντηση, οτιδήποτε, αλλά το ασανσέρ δεν είναι ο κατάλληλος χώρος. Βγαίνω και κατεβαίνω τα σκαλιά σχεδόν τρέχοντας. Αρχίζω να γδύνομαι, το φως του φεγγαριού και τα αστέρια τρυπώνουν από τις μεγάλες τζαμαρίες λούζοντας το δωμάτιο κι εμένα με μια απαλή λάμψη. Ρίχνω μια λοξή ματιά, ελπίζοντας να δω τον Κρις, μα δεν τον βλέπω, ενώ ταυτόχρονα ακούω μουσική και αναγνωρίζω το τραγούδι


«M adness» των M use. Γνωρίζοντας ότι ο Κρις πάντα επιλέγει κάτι με κάποιον σκοπό, παρατηρώ τα λόγια. Δεν μπορώ να βγάλω τις αναμνήσεις από το μυαλό μου. Και νιώθω μέσα μου μια τρέλα. Μμμ. Και προσπάθησα πολύ να σε ξεχάσω. Ξεροκαταπίνω, ξέρω ότι συνδέει τα λόγια του τραγουδιού με τη μάχη που δίνει καθημερινά ενάντια στους δαίμονές του και τη μάχη να με προστατεύσει από το άτομο που πιστεύει ότι τον κάνουν. Κι άλλα λόγια ποτίζουν το μυαλό μου. Και τώρα θέλω να ξέρω είναι αυτό πραγματική αγάπη, ή μήπως είναι τρέλα που μας κάνει να επιβιώνουμε. Μ ου λέει πως φοβάται ότι δε θα τον αγαπώ αν τον γνωρίσω πραγματικά. Πάντα υπάρχει αυτό ανάμεσά μας. Τώρα προσπαθεί να το καταπολεμήσει για μένα, και για μας, και αυτό έχει σημασία. Έχει τόσο μεγάλη σημασία. Έχω γδυθεί και κάθομαι στο κέντρο του καφέ δερμάτινου καναπέ. Μ προστά μου απλώνεται μια θάλασσα από αστέρια πάνω στον μαύρο καμβά του ουρανού, και θυμάμαι την πρώτη νύχτα που ήρθα εδώ, όταν ερωτεύτηκα αυτό τον υπέροχο καλλιτέχνη, απρόθυμη να τον δω σαν κάτι περισσότερο. Έχουμε κάνει πολύ δρόμο από τότε, κι ακόμα νιώθω ότι υπάρχουν εμπόδια να υπερνικήσουμε. Και θέλω να το κάνουμε. Ανατριχιάζω τη στιγμή που ο Κρις, φορώντας μόνο το χαμηλοκάβαλο τζιν του, εμφανίζεται δεξιά μου και νιώθω αυτό το οικείο κύμα επίγνωσης. Μ ε καίει και απλώνεται μέσα μου σαν ζεστό μέλι στο αίμα μου, ανάμεσα στους μηρούς μου. Μ ε επηρεάζει με τρόπους που δε φανταζόμουν ότι θα μπορούσε ποτέ να με επηρεάσει άνθρωπος, και αυτή τη στιγμή, αυτό το λεπτό που


νιώθω ότι δε βρίσκομαι μέσα στο σώμα μου, φωλιασμένο βαθιά στην ψυχή μου, καταλαβαίνω ότι είχε δίκιο στο μπάνιο απόψε. Μ ε τρομοκρατεί να σκέφτομαι πόσο βαθιά θα πληγωνόμουν αν τον άφηνα ξανά. Αλλά ξέρω επίσης πως έχω αποφασίσει να πάρω αυτό το ρίσκο. Πηγαίνει στο τραπεζάκι του σαλονιού και το απομακρύνει, δημιουργώντας χώρο γι’ αυτό που είμαι σίγουρη πως θα είναι γλυκό βασανιστήριο. Το βλέπω στα μάτια του καθώς με πλησιάζει και σαρώνει απειλητικά με το βλέμμα του το γυμνό κορμί μου. Κοιτάζω το ορθογώνιο κουτί που κρατά. Στέκεται με το ένα γόνατο στο πάτωμα μπροστά μου και το αφήνει στα πόδια μου. Και παρόλο που γνωρίζω τα παιχνίδια μας, και ξέρω ότι δεν πρέπει να το αγγίξω όπως δεν πρέπει να αγγίξω εκείνον, αναγκάζομαι να γραπώσω τον καναπέ για να μην το κάνω. «Άνοιξε το κουτί», προστάζει και τα μάτια του έχουν αυτή την κυριαρχία που είχαν και στο μπάνιο πριν με χτυπήσει. Αλλά υπονοούν και κάτι παραπάνω, κάτι που μου θυμίζει το ευάλωτο συναίσθημα που είδα μέσα τους χθες βράδυ. Μ ου άνοιξε τον εαυτό του για να το δω, και αυτή η προθυμία να μου δίνεται κάνει την ελπίδα μου μεγαλύτερη από τον φόβο μου. Πιάνω το κουτί και το χέρι μου τρέμει από την αδρεναλίνη και την προσμονή που κυλά στο αίμα μου. Μ οιάζει να το καταλαβαίνει, γι’ αυτό ανοίγει το καπάκι και το αφήνει στην άκρη. Κι έτσι, μένω να κοιτώ το ροζ, χνουδωτό παντλ. «Έμοιαζε λιγότερο τρομακτικό στην ιστοσελίδα», σχολιάζω. Γλιστρά τα δάχτυλά του κάτω από το πιγούνι μου, σηκώνει το βλέμμα μου στο δικό του, και νιώθω αυτό το αμυδρό άγγιγμα σε κάθε μου κύτταρο. Τον θέλω. Τον θέλω πολύ. «Μ πορείς πάντα να πεις “όχι”». «Όχι. Εννοώ ναι. Εννοώ–»


Σκύβει και με φιλά, και τα χείλη του γδέρνουν απαλά τα δικά μου, νιώθω το αισθησιακό γλείψιμο της γλώσσας του και τότε το στόμα του απομακρύνεται και με αιχμαλωτίζει το γεμάτο προσταγή βλέμμα του. «Άγγιξέ το. Νιώσε το». Ανασαίνω βαθιά και αγγίζω το παντλ, αφήνω τη γούνα του να γαργαλήσει την παλάμη μου. Μ ου πιάνει το χέρι και μου το κλείνει γύρω από το αντικείμενο, αφήνει το κουτί στην άκρη και βάζει το παιχνίδι πάνω στα πόδια μου. «Η αίσθηση είναι διαφορετική από το χέρι μου». «Πιο επώδυνο;» «Διαφορετικό. Όχι πιο επώδυνο. Γείρε πίσω στις παλάμες σου». Η υπακοή είναι κάτι που μου έρχεται αυτόματα πια και κάνω αυτό που προστάζει. Η στάση που παίρνω ανεβάζει ψηλά τα στήθη μου. Ο Κρις με σαρώνει με το βλέμμα, ένα καυτό, αισθησιακό χάδι που νιώθω παντού και πουθενά. Δε με αγγίζει. Μ όνο το γούνινο παντλ έρχεται σε επαφή με το δέρμα μου, χαϊδεύει τα πόδια μου, τα μπράτσα μου, την κοιλιά μου και τέλος, τις ευαίσθητες ρώγες μου. Δε βιάζεται, δεν παραλείπει κανένα σημείο, και σε πολλά επιστρέφει ξανά και ξανά. Μ ουδιάζω από ζεστασιά, η ένταση κυλά και φεύγει από τους μυς μου. Κι άλλο από το γλυκό μέλι σταλάζει από μέσα μου και κατακάθεται ανάμεσα στους μηρούς μου. Αλλά τη στιγμή που έχω ξεχάσει ότι όλο αυτό είναι ένα προοίμιο της «τιμωρίας», ο Κρις απομακρύνει το παντλ και κάθεται στον καναπέ δίπλα μου. «Γονάτισε κοιτάζοντας προς εμένα». Ξαφνικά συνειδητοποιώ πού το πηγαίνει. Μ ε θέλει στα πόδια του στην πιο ευάλωτη θέση. «Κρις, εγώ–» «Μ η σκέφτεσαι. Απλώς κάνε το». Ο τόνος του είναι σκληρός, απότομος, ανέκφραστος, και είναι σαν να μου αφαιρεί όλες τις επιλογές. Δεν ξέρω πώς ή γιατί


λειτουργεί αυτό σε μένα, αλλά λειτουργεί, και υπακούω. Γυρίζω έτσι που τα γόνατά μου να στηρίζονται στον ντυμένο ακόμα με το τζιν μηρό του και νιώθω στην παλάμη μου τον μυ του ποδιού του που σφίγγεται. Σκύβει, μου πιάνει το πρόσωπο και με γυρνά να τον κοιτάξω. «Σ’ έχω πονέσει ποτέ;» «Όχι, και βέβαια όχι». «Και δε θα ξεκινήσω τώρα». Περνά τον αντίχειρά του πάνω στο χείλος μου και ακουμπά το μάγουλό του πάνω στο δικό μου. Η καυτή του ανάσα χαϊδεύει το αυτί μου. «Αυτή η στάση μου επιτρέπει να χτυπήσω συγκεκριμένα σημεία που θα σου αρέσουν». «Και το ξέρεις αυτό επειδή–» «Έχω εμπειρία», συμπληρώνει, κάνοντας λίγο πίσω για να με κοιτάξει. «Επομένως το έχεις κάνει και σε άλλες γυναίκες». Γνωρίζω το παρελθόν του και προσπαθώ να μη σκέφτομαι το πώς μπορώ να συγκριθώ μαζί τους από φόβο μην τρελαθώ κι εγώ κι αυτός. «Δεν είμαι κανένα πρωτάκι, μωρό μου», μου θυμίζει. «Το ξέρεις αυτό, αλλά μαζί σου είναι διαφορετικά. Τα πάντα είναι διαφορετικά μαζί σου». Είναι ακριβώς αυτό που χρειάζομαι ν’ ακούσω και αυτό που, ακόμα και στις πιο μεγάλες στιγμές ανασφάλειας, με κάνει να νιώθω. Κάθε δισταγμός εξανεμίζεται και με μια βαθιά ανάσα γέρνω στην αγκαλιά του, αλλά ο Κρις πλέκει τα δάχτυλά του στα μαλλιά μου και κολλά το στόμα του στο δικό μου. «Δεν είσαι υποχρεωμένη να το κάνεις». «Ήμουν απλώς νευρική. Αυτό είναι όλο». «Είσαι σίγουρη;» «Απόλυτα». Δεν πείθεται, στενεύει τα μάτια. «Βλέπω φόβο στα μάτια σου,


Σάρα. Δε μου αρέσει αυτό». Τον αγγίζω στο σαγόνι. «Φόβος ότι είμαι πολύ ευάλωτη και σε έχω απόλυτη ανάγκη». «Και ο δικός μου φόβος; Είναι μήπως εσύ δε με έχεις αρκετή ανάγκη». Πλησιάζει το στόμα του στο δικό μου, κι εγώ ψιθυρίζω: «Πολύ αργά». Και τότε η γλώσσα του εισβάλλει στο στόμα μου και με φιλά τόσο παθιασμένα που με αφήνει ξέπνοη, και όταν με αφήνει, δε διστάζω να απαντήσω την ερώτηση που βλέπω στα μάτια του. Τεντώνομαι στην αγκαλιά του, στηρίζομαι στους αγκώνες πάνω στον απαλό δερμάτινο καναπέ. Γέρνω το κεφάλι μπροστά, έτσι ώστε τα μαλλιά μου να αφήσουν γυμνή την πλάτη μου. Πιο εκτεθειμένη δε θα μπορούσα να είμαι. «Χαλάρωσε, μωρό μου», μουρμουρίζει ο Κρις και ακουμπά τη ζεστή του παλάμη στη μέση μου. «Προσπαθώ». «Πάρε μια βαθιά εισπνοή». Καθώς εισπνέω αρχίζει να με χαϊδεύει στη σπονδυλική στήλη. Ξανά και ξανά, νιώθω τις αργές, απαλές κινήσεις να με αποπλανούν, να λιώνουν την ένταση μέσα μου. Ο χρόνος μοιάζει να σταματά και μπορεί να περνούν δευτερόλεπτα ή λεπτά, αλλά αρχίζω να ξανακούω τη μουσική. Τα λόγια λιώνουν με το άγγιγμά του, γίνονται απόλυτα ερωτικά, σχεδόν υπνωτιστικά. Αργά το χέρι του κατεβαίνει χαμηλότερα, στα οπίσθιά μου, και συνεχίζει τις κυκλικές κινήσεις. Οι αισθήσεις με αποπλανούν, με κάνουν να βουλιάζω και σταματώ να σκέφτομαι. Μ έχρι που το χέρι του μένει ακίνητο και τα δάχτυλά του σφίγγονται πάνω στον πισινό μου. Τινάζομαι, κάνω να ανακαθίσω, αλλά ο Κρις βάζει την παλάμη του στην πλάτη μου και με ακινητοποιεί. «Μ είνε ακίνητη, μωρό μου. Θα σε προειδοποιήσω πρώτα».


Ασθμαίνω, προσπαθώ να επιβραδύνω την ανάσα μου. «Ναι. Όχι. Δηλαδή, ναι». «Χαλάρωσε, μωρό μου», μουρμουρίζει ξανά. Πιέζω τον εαυτό μου να χαλαρώσει, να βουλιάξω πάνω του και στον καναπέ, και κλείνω τα μάτια. Περιμένω το χτύπημα από στιγμή σε στιγμή, όμως, μου ανοίγει τα πόδια και με χαϊδεύει στη σχισμή του πισινού μου μέχρι που τα δάχτυλά του γλιστρούν στην υγρή φωτιά που δείχνει ότι είμαι εντελώς ερεθισμένη. Και είμαι ερεθισμένη από το πόσο απόλυτα βρίσκομαι στο έλεός του. Βάζει το χέρι του από κάτω μου, τα δάχτυλά του παίζουν με την κλειτορίδα μου με τον πιο ηδονικό τρόπο, όμως το άλλο χέρι του παραμένει στον πισινό μου. Το ένα χέρι είναι η υπενθύμιση αυτού που πρόκειται να ακολουθήσει. Όμως τα δάχτυλά του γλιστρούν μέσα μου, και η απειλή του άλλου χεριού ξεθωριάζει κι αυτό φαίνεται καθώς υψώνω ξεδιάντροπα τους γοφούς μου για να νιώσω περισσότερο την πίεση της παλάμης του. Ξαφνικά, ωστόσο, τα δάχτυλά του με αφήνουν και ασθμαίνω καθώς το χέρι του αρχίζει να χτυπά απαλά τον πισινό μου. Κρατώ την ανάσα μου, πιστεύω ότι αυτή είναι η προειδοποίηση πριν τον πόνο, αλλά το άγγιγμά του παραμένει ελαφρύ, ερωτικό. Μ ε χτυπά απαλά πολλές φορές, η αίσθηση είναι μεθυστική και ξαναφτάνω στα άκρα, το φύλο μου συσπάται, πονά. Νιώθω τον Κρις να κινείται και να πιάνει κάτι, και τότε η μουσική αλλάζει. «Άκου το τραγούδι», προστάζει. «Πρόσεξε τα λόγια». Η φωνή δυναμώνει και το «Hysteria» των M use βροντά σε όλο το σαλόνι. «Γιατί το θέλω τώρα. Το θέλω τώρααα. Δώσε μου την καρδιά και την ψυχή σου. Και δε θα καταρρεύσω. Θα λυτρωθώ». Αδρεναλίνη με πλημμυρίζει και ο δυνατός ρυθμός κατακλύζει το μυαλό μου και ξέρω ότι αυτή είναι η προειδοποίηση που


εννοούσε. Προσπαθώ να πάρω δύναμη γι’ αυτό που πρόκειται να έρθει, αλλά το μόνο που σκέφτομαι είναι πόσο δυνατά παίζουν τα λόγια, και τινάζομαι όταν η γούνα του παντλ χτυπά απαλά τα οπίσθιά μου. Τα χτυπήματα γίνονται πιο γρήγορα μα όχι πιο δυνατά. Η μουσική σκίζει το μυαλό μου και κάθε μου νευρική απόληξη είναι υπερφορτωμένη, το κορμί μου μουδιάζει σε κάθε άγγιγμα του παντλ. Μ ια κάψα αρχίζει να φουντώνει μέσα μου, ένας πόνος για περισσότερα, για οτιδήποτε είναι αυτό που θα ακολουθήσει. Δεν είναι πια φόβος, είναι ανάγκη, αλλά εκείνος δε μου το δίνει. Η μουσική σφυροκοπά στο μυαλό μου, σαν να αντηχεί τις σκέψεις μου. Το θέλω τώρα. Το θέλω τώρα. Ναι. Το θέλω. «Κρις–» Τα δάχτυλά του βυθίζονται στα μαλλιά μου και μου τραβά πίσω το κεφάλι. «Τώρα, μωρό μου», προειδοποιεί. Ένα δυνατό χτύπημα καταλήγει στον πισινό μου και η μέση μου κυρτώνει από το σοκ, αλλά δε μου δίνεται η ευκαιρία να το επεξεργαστώ, πόσο μάλλον να διαμαρτυρηθώ. Έρχεται κι άλλο χτύπημα. Κι άλλο. Τέσσερα, σκέφτομαι. Όχι, πέντε. Δε μετρώ. Δεν μπορώ να μετρήσω. Τότε σταματά, αλλά ούτε τα μαλλιά μου αφήνει ούτε μιλά. Δεν κινείται καθόλου. Εγώ κείτομαι εκεί, νιώθοντας το απαλό τράβηγμα στα μαλλιά μου, την κάψα στα μάγουλά μου, μα τότε νιώθω κάτι παράξενο στο στήθος μου από το οποίο δεν μπορώ να ξεφύγω. Ξαφνικά, αυτή η αίσθηση μετατρέπεται σε κύμα γέλιου. Δεν έχω ιδέα γιατί γελάω. Δεν έγινε κάτι αστείο. Αντιθέτως, νιώθω ερεθισμένη, σε έξαψη και ούτε και ξέρω τι άλλο. Δίχως προειδοποίηση το παντλ προσγειώνεται και πάλι πάνω μου, και το γέλιο μου κόβεται μαχαίρι. Τρεις ακόμα φορές νιώθω το κάψιμό του και τότε σταματά. Ο Κρις μου αφήνει τα μαλλιά. Βογκάω και πέφτω μπροστά και παραδόξως κι άλλο γέλιο βγαίνει από βαθιά μέσα μου, αλλά διαφέρει από κάθε άλλο γέλιο που έχω


βιώσει. Είναι σαν να ξεριζώνεται από μέσα μου ένα απροσδιόριστο συναίσθημα. Ο Κρις με γυρνά προς το μέρος του και, γεμάτη ντροπή με ό,τι κι αν είναι αυτό που μου συμβαίνει, κρύβω το πρόσωπό μου στο στέρνο του, και φωλιάζω στη ζεστασιά του κορμιού του. «Σάρα, κοίταξέ με». «Όχι». Κι άλλο ανόητο γέλιο με πνίγει. «Δεν μπορώ». Μ ου χαϊδεύει τα μαλλιά. «Το γέλιο μοιάζει με το κλάμα. Είναι μια απόλυτα φυσιολογική αντίδραση στις ενδορφίνες. Μ ην το συγκρατείς». «Άρα δεν είμαι τρελή;» Τρίβει τη μύτη του στο μάγουλό μου. «Αν είσαι τρελή, τότε είμαστε μαζί τρελοί». Δε γελάω πια και το συναίσθημα στο στήθος μου φουντώνει σε κάτι τελείως διαφορετικό. Κάτι που μόνο ο Κρις με κάνει να νιώθω. Ακουμπώ τις παλάμες μου στο στέρνο του, γέρνω πίσω και τον κοιτώ στα μάτια, και ενώ περίμενα ότι θα νιώθω ευάλωτη, νιώθω ακριβώς το αντίθετο. «Μ αζί», επαναλαμβάνω και η λέξη κυλά σαν μέλι στα χείλη μου, όπως εκείνος στο κορμί μου. Πλησιάζει το στόμα του στο δικό μου και η ανάσα του είναι μια γλυκιά αποπλάνηση, ένα προοίμιο για το φιλί που λαχταρώ, όπως λαχταρώ εκείνον. Για μερικά ατελείωτα δευτερόλεπτα, μένουμε έτσι και ορκίζομαι πως ακούω τους χτύπους της καρδιάς μου. Ο Κρις κινείται πρώτος, απλώνει το χέρι του στην πλάτη μου, με τραβά κοντά του, κι εγώ πλέκω τα δάχτυλά μου στα ξανθά μαλλιά του, αλλά και πάλι δε φιλιόμαστε. Απλώς ανασαίνουμε μαζί, μέχρι που η ανάγκη ανάμεσά μας ξεσπά. Τα χείλη μας ενώνονται και αρχίζουμε να φιλιόμαστε με τρελό πάθος και τα χέρια μας ανιχνεύουν τα κορμιά μας. Χουφτώνει τα στήθη μου, παίζει με τις ρώγες μου και το κορμί


μου φλέγεται, τον θέλω μέσα μου. Βογκάω και δίχως αναστολές τοποθετώ το σώμα μου ώστε να με καβαλήσει. Τυλίγω τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό του. «Θέλω τόσο πολύ να βρεθώ μέσα σου», ομολογώ, μετά κοκκινίζω και διορθώνω, «εννοώ–» «Θες να βρεθείς μέσα μου;» με πειράζει και το γέλιο του δονείται στο κορμί μου και κάνει το φύλο μου να συσπάται. «Ξέρεις τι εννοώ», χασκογελώ. «Και τώρα ξέρεις γιατί ποτέ μου δε φλέρταρα με άντρες. Δεν το ’χω. Γιατί φοράς ακόμα παντελόνι;» «Για να μη σε γαμήσω πριν να είμαι έτοιμος». Πιάνει το τζιν του. «Έλα πιο πάνω». Μ ε μερικές δημιουργικές κινήσεις το χέρι μου τυλίγεται γύρω από τη στύση του και τον τραβώ πάνω μου. Μ ετά με τεντώνει, με γεμίζει με τρόπους πολύ πέρα από τον σαρκικό, με τρόπους που φτάνουν μέχρι τα μύχια της ψυχής μου. Τον παίρνω ολόκληρο, βαθιά, τόσο απόλυτα σαν να μην μπορώ να τον χορτάσω. Βρισκόμαστε σε μια τρελή παραζάλη, η μουσική βροντοχτυπά γύρω μας, τα κορμιά μας λικνίζονται, τρίβονται. Μ ε κάποιο τρόπο κάνουμε ταυτόχρονα έρωτα και σεξ και είναι η απόλυτη τελειότητα. Είναι σωστό και αληθινό και ολοκληρωτικό, όπως η αγάπη μου γι’ αυτό τον άντρα. Γέρνω προς τα γόνατά του και τα χέρια του είναι στη μέση μου, με γραπώνει, με ανασηκώνει, το βλέμμα του χαϊδεύει τις ρώγες μου, ενώ η στύση του με αγγίζει και με φτάνει στα άκρα. Μ παίνει μέσα μου, με τραβά προς τα κάτω, με σπρώχνει. Ξανά και ξανά. Όλο και πιο δυνατά. Η μουσική ποτίζει ξανά τ’ αυτιά μου, και ο γρήγορος ρυθμός μοιάζει να συγχρονίζεται με τον ερωτικό χορό μας, μέχρι που νιώθω τη δύναμη της λύτρωσης να με πλημμυρίζει. «Κρις», ικετεύω καθώς οι μύες μου αρχίζουν να σφίγγονται. «Θα πέσω».


Μ ε στηρίζει πάνω του, με κλείνει μέσα στα χέρια του, με τραβά πάνω στους γοφούς του. Είναι σκληρός και το κορμί μου αντιδρά στην αίσθηση του να τον έχω μέσα μου, πάνω μου. Το φύλο μου σφίγγεται και τότε με κατακλύζουν οι σπασμοί. Ο Κρις θάβει το πρόσωπό του στον λαιμό μου, ένα βαθύ, σαν γρύλισμα βογκητό του ξεφεύγει καθώς τρέμει και χύνει το ζεστό υγρό του μέσα μου. Καταρρέουμε μαζί, ο ένας γραπωμένος στον άλλον. Δευτερόλεπτα περνούν, ίσως και λεπτά… δεν ξέρω και δε με νοιάζει. Είμαι μαζί του. Χαμηλώνει τη μουσική και θυμάμαι αυτό το πρώτο τραγούδι και αυτό που μου έλεγε. Του πιάνω το πρόσωπο και για μία φορά, εγώ είμαι αυτή που τον αναγκάζω να με κοιτάξει. «Είναι αληθινό». «Ποιο;» ρωτάει. «Αυτό με ρωτούσες μ’ εκείνο το πρώτο τραγούδι, έτσι δεν είναι; Είναι αυτό αρκετά αληθινό ώστε να αντέξει τα πάντα, όσο άσχημα κι αν είναι; Η απάντηση είναι ναι, είναι αληθινό. Και θα σου πω αυτό που μου είπες στο Παρίσι. Αν το βάλεις στα πόδια, Κρις, να είσαι γρήγορος, γιατί θα τρέξω πίσω σου. Τέτοια σκύλα είμαι». Περιμένω να γελάσει, μα δεν το κάνει. Το όνομά μου βγαίνει σαν ψίθυρος από τα χείλη του, ένα βασανισμένο τραχύ γρύλισμα και το χέρι του κατεβαίνει στον αυχένα μου, το στόμα του σφραγίζει το δικό μου. Περνά τη γλώσσα του πάνω από τα χείλη μου, το φιλί του απαιτητικό, άγριο, και γεύομαι την ανάγκη του να με πιστέψει, την ανάγκη του να ξέρει ότι είμαστε καλά, αληθινοί και παντοτινοί. Δε σταματά να με φιλά ακόμα και όταν με σηκώνει και με πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα. Μ ας καθαρίζει και μετά με αγκαλιάζει από πίσω. Μ ένουμε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, με τα πόδια πλεγμένα και η στιγμή είναι υπέροχη, τόσο υπέροχη που


τολμώ να πιστέψω ότι το παρελθόν δεν μπορεί να μας χωρίσει ποτέ. Οι δαίμονές μας τελικά είναι λιγότερο δυνατοί από εμάς. Κι ωστόσο κάπως, έτσι ξαφνικά, μπορώ σχεδόν να ακούσω στο κεφάλι μου τη φωνή της Ρεμπέκα να διαβάζει τα γραμμένα στο χαρτί λόγια. Η έξαψη του φόβου είναι πολύ καλύτερη από την ήττα της πλήξης. Η έξαψη του να μην ξέρεις τι σε περιμένει είναι πολύ καλύτερη από το να ξέρεις ότι η κάθε μέρα θα είναι ίδια με την προηγούμενη. Να μη νιώθεις ποτέ ανυπομονησία, να μη νιώθεις τίποτα. Όχι. Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω. Οπότε γιατί φοβάμαι τόσο πολύ να πάω μπροστά;


9

Ο εφιάλτης ξαναγύρισε. Είμαι στο τρόλεϊ με κόσμο, αλλά ανοιγοκλείνω τα μάτια και όλοι εξαφανίζονται. Μένω μόνη με ένα και μοναδικό άτομο. Τη νεκρή μητέρα μου. Τη ρωτάω, όπως κάθε φορά σε αυτά τα όνειρα, πώς και βρίσκεται εδώ, αλλά εκείνη απλώς μου χαμογελά. Η έκφρασή της έχει κάτι το διαβολικό που με πληγώνει και με κάνει να αμφισβητώ την αγάπη που νόμιζα πως είχε για μένα. Μήπως το υποσυνείδητό μου μου λέει ότι είναι ψεύτικη όπως και οι ιστορίες που μου έλεγε για τον πατέρα μου; Το τρόλεϊ συνεχίζει την πορεία του δίχως οδηγό και αρχίζουμε να κατηφορίζουμε έναν λόφο προς τον Κόλπο. Ξέρω πώς συνεχίζεται ο εφιάλτης. Έχω δει πολλές εκδοχές του, αλλά ποτέ δεν μπορώ να ελέγξω την αντίδρασή μου. Αρχίζω να ουρλιάζω και θέλω να πηδήξω, αλλά το όχημα τρέχει πολύ γρήγορα. Δεν μπορώ να εμποδίσω το αναπόφευκτο. Δεν μπορώ και δεν το κάνω. Το τρόλεϊ πέφτει στον ωκεανό και το παγωμένο νερό ποτίζει τα ρούχα μου, τρυπάει το δέρμα μου σαν κοφτερή λάμα. Προσπαθώ να κολυμπήσω μέχρι την επιφάνεια αλλά το όχημα είναι από πάνω μου, με τραβά κάτω, όλο και πιο βαθιά… δεν


μπορώ να φτάσω στην επιφάνεια. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Και η μητέρα μου δεν είναι πουθενά. Έχει εξαφανιστεί. Όπως κι εγώ. Ξυπνώ προσπαθώντας να πάρω ανάσα, ανακάθομαι απότομα, και μου παίρνει αρκετές ανάσες για να συνειδητοποιήσω ότι βρίσκομαι στο κρεβάτι μου. «Ηρέμησε, μωρό μου. Το ξυπνητήρι είναι». Η φωνή του Κρις διαλύει το χάος που επικρατεί στο μυαλό μου. Το χέρι του στην πλάτη μου ηρεμεί την ένταση που σφίγγει σαν μέγγενη τη σπονδυλική μου στήλη. «Είδα εφιάλτη», λέω, ευγνώμων για το χέρι του γύρω από τον αυχένα μου και το μέτωπό του κολλημένο στο δικό μου. «Ήταν… ήταν σαν να ήμουν η Ρεμπέκα, και έγραφα σε ένα από τα ημερολόγιά της». Γέρνει πίσω και κοιτώντας με περίεργα παίρνει το τηλεκοντρόλ από το κομοδίνο και ανοίγει τα στόρια αφήνοντας το φως της μέρας να πλημμυρίσει το δωμάτιο. «Νόμιζα πως τα αποσπάσματά της ήταν ερωτικά, όχι τρομακτικά». Φέρνω τα γόνατα στο γυμνό μου στήθος. «Όχι όλα. Έγραφε και πολλά για τους εφιάλτες της και τον θάνατό της». «Μ ισό. Έγραφε για τον θάνατό της; Γιατί το ακούω πρώτη φορά αυτό;» «Ήταν απλώς εφιάλτες. Δε το είχα για κάτι σημαντικό». «Ήταν υποπροϊόν της ζωής της, οπότε ρωτάω, τις τους προκαλούσε; Μ ήπως φοβόταν κάποιον;» «Όχι. Δεν αναφερόταν σε κάποιον. Πνιγόταν στον Κόλπο. Νομίζω πως είχαν περισσότερο σχέση με τον έλεγχο. Για την αίσθηση ότι κάτι στη ζωή της έφευγε εκτός ελέγχου και δεν μπορούσε να το σταματήσει».


«Υπήρχε κάποιος άλλος στους εφιάλτες;» «Η νεκρή μητέρα της». Γέρνει το κεφάλι στο πλάι, κοιτώντας με εξεταστικά. «Για να καταλάβω καλά. Η Ρεμπέκα είχε θέματα με τον έλεγχο, έναν απόντα πατέρα, αγάπη για την τέχνη και θέματα με τη μητέρα της». Ένας κόμπος δημιουργείται στο στήθος μου, που σφίγγει με ραγδαία ταχύτητα. «Και αγαπούσε έναν άντρα που φοβόταν ότι ποτέ δε θα μπορούσε να είναι πραγματικά δικός της. Ναι. Μ οιάζουμε. Γι’ αυτό με επηρέασαν τόσο πολύ τα λόγια της». «Σάρα, από πού προέκυψαν όλα αυτά;» «Συγγνώμη. Δεν έχουν σχέση με το τώρα. Έχουν με το παρελθόν, τότε που διάβαζα τα ημερολόγια και με άφησες. Την καταλάβαινα δίχως καν να τη γνωρίζω». «Βλέπω ότι τελικά είχα δίκιο που κλείδωσα αυτά τα ημερολόγια». «Εκείνη την εποχή, ναι», παραδέχομαι μουτρωμένη. «Αλλά τα λόγια της ήταν επίσης αυτά που μου έδωσαν το κουράγιο να αναζητήσω ένα όνειρο που θα μας οδηγούσε τον έναν στον άλλον. Η Ρεμπέκα άλλαξε τη ζωή μου, Κρις, και με στοιχειώνει ανεξάρτητα από αυτά τα ημερολόγια. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά νιώθω ότι πάντα ήθελα να δικαιωθεί». Σηκώνω λίγο τα μάτια ψηλά και κουνώ το κεφάλι. «Ακούγομαι σαν τρελή». «Όχι». Τυλίγει τα χέρια του γύρω από τις γάμπες μου, κάτω από τα δικά μου. «Ακούγεσαι σαν κάποια που νοιάζεται, και τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν λίγοι». «Εσύ είσαι ένας από αυτούς», λέω. «Βοηθάς ανθρώπους, Κρις, και το λατρεύω αυτό σε σένα. Βοηθάς τον Μ αρκ, παρόλο που δεν αξίζει τη βοήθειά σου». «Έχω ανακαλύψει ότι στη ζωή οι στιγμές που χρειαζόμαστε βοήθεια είναι αυτές που την αξίζουμε λιγότερο».


«Μ ερικές φορές άνθρωποι σαν τη Ρεμπέκα την αξίζουν και δεν την έχουν ποτέ». Το κινητό του στο κομοδίνο χτυπά με μήνυμα και με αφήνει για να το πιάσει. «Και τώρα που το θυμήθηκα», λέω, «πήρε ποτέ τηλέφωνο ο Ντέιβιντ;» «Αυτός είναι τώρα», λέει, δείχνοντας το τηλέφωνο και διαβάζοντας: «Είχα επείγον περιστατικό με πελάτη χθες βράδυ και όλο το πρωί σήμερα. Θα σας ενημερώσω αργότερα. Απλώς μην πείτε σήμερα κάτι που δε θα έλεγα εγώ και θα είστε εντάξει». Γελάω. «Σοβαρά τώρα; Μ ην πείτε κάτι που δε θα έλεγα εγώ; Κανείς δε λέει τα πράγματα που λέει αυτός. Άκου γλύκα». Ο Κρις χαμογελά. «Την επόμενη φορά που θα βγούμε για φαγητό μαζί του, θα σου παραγγείλω μια κανάτα μπίρα». Χαμογελώ και κουνώ το κεφάλι. «Πολύ θα το ήθελα». Συνειδητοποιώ ότι ξέχασα ακόμα ένα πράγμα την προηγούμενη νύχτα. «Δε μου είπες τι έγινε στη συνάντησή σου με τον Μ αρκ». «Όχι πολλά. Είναι σαν ραγισμένος τούβλινος τοίχος, που προσποιείται πως είναι από ατσάλι. Και η πρόσοψη που ενίσχυε αυτή την εικόνα δεν υπάρχει πια. Ο Τίγρης τον ανάγκασε να παραχωρήσει σε άλλον τη διεύθυνση του κλαμπ». «Σε ποιον;» «Στον επικεφαλής της ασφάλειας». «Εκπλήσσομαι. Αυτό το κλαμπ είναι ένα μεγάλο κομμάτι του». «Ίσως είναι το καλύτερο που του έχει συμβεί ποτέ. Θα τον αναγκάσει να αντιμετωπίσει τη ζωή και όχι να κρύβεται». «Δεν ξέρω αν συμφωνώ ή διαφωνώ. Δύσκολα αποκρυπτογραφεί κανείς τον Μ αρκ». «Και τον βοηθά». «Αρνήθηκε την προσφορά μου να τον βοηθήσω στην γκαλερί;» «Όχι, δεν είναι ηλίθιος. Αυτή τη στιγμή θέλει να βρίσκεται


δίπλα στη μητέρα του, που σημαίνει ότι η Σαγήνη δεν είναι προτεραιότητά του». «Δε θα έπρεπε να είναι». «Έχεις δίκιο – και η μητέρα του αξίζει να έχει τον γιο της δίπλα της στον πόλεμο με το τέρας του καρκίνου. Θα βοηθήσουμε εμείς σε αυτό». Κοιτάζει το κινητό του. «Είναι οκτώ τώρα. Ο Μ αρκ συμφώνησε να προσλάβει ασφάλεια και ο Τζέικομπ θα μας συναντήσει στην γκαλερί στις εννιά». «Ο Τζέικομπ; Και η δουλειά του εδώ;» «Ο Μ πλέικ συμφώνησε με τη διαχείριση του κτιρίου σήμερα να πάει ο Τζέικομπ στην γκαλερί. Η Ασφάλεια Γουόκερ θα χειριστεί την γκαλερί σε όλη τη διάρκεια αυτής της δοκιμασίας». Πάει προς το μπάνιο. «Έρχεσαι να κάνουμε οικονομία στο νερό;» «Καλύτερα όχι, αν δε θες να αργήσουμε». Σκύβει και με φιλάει στον λαιμό. «Καλά λες, γιατί σίγουρα θα σε έτρωγα για πρωινό και θα παρέλειπα το ντους». Πετά τα σκεπάσματα και αρχίζει να πηγαίνει προς το μπάνιο, και η γύμνια του είναι χάρμα οφθαλμών. Έχει τον πιο υπέροχο πισινό. Ξαπλώνω στο κρεβάτι και αναστενάζω ευτυχισμένη μυρίζοντας το άρωμα που έχει αφήσει πίσω του. Τα πράγματα μπορεί να είναι άσχημα αλλά είναι και πολύ πολύ υπέροχα. Γυρνώ μπρούμυτα, παίρνω το τηλεκοντρόλ από το κομοδίνο και ανοίγω τις ειδήσεις. Ύστερα παίρνω το ημερολόγιό μου από το συρτάρι. Κάθομαι με την πλάτη στο κεφαλάρι και κοιτάζω το εξώφυλλο με τον πύργο του Άιφελ, λίγο απρόθυμη να το ανοίξω. Μ ετά τη συνάντηση με την αστυνομία, και βλέποντας τα λόγια της Ρεμπέκα να γίνονται βορά του κοινού, δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι θέλω να πάθω το ίδιο. Ωστόσο, το ανοίγω σε μια κενή σελίδα, βγάζω το στιλό από τη ράχη και συνειδητοποιώ πως αρχίζω να αναβιώνω το πρώτο απόσπασμα που διάβασα στο ημερολόγιο της


Ρεμπέκα. Επικίνδυνος. Για μήνες έβλεπα όνειρα και εφιάλτες για το πόσο τέλεια προσωποποιεί τη λέξη. Νωχελικές, εναλλακτικές πραγματικότητες, όπου μπορώ να μυρίσω το αρρενωπό του άρωμα, να νιώσω το σκληρό κορμί του πάνω στο δικό μου. Να γευτώ τη γλυκιά και αισθησιακή σαν σοκολάτα γεύση του με τη μεταξένια απαιτητικότητα που απολαμβάνω σε κάθε παραπάνω μπουκιά. Τόσο υπέροχη, που ξέχασα ότι υπάρχει ένα τίμημα για τόσο μεγάλη ευτυχία. Και υπάρχει τίμημα. Πάντα υπάρχει τίμημα. Η λέξη επικίνδυνος με ενοχλεί, όπως ενόχλησε και τον ντετέκτιβ Γκραντ. Πάντα με ενοχλούσε. Η χρήση της ήταν ο βασικός λόγος που άρχισα να ψάχνω τη Ρεμπέκα. Ο Κρις με ρώτησε αν φοβόταν κάποιον. Φοβόταν. Φοβόταν τον Μ αρκ και τη δύναμη που είχε να την πληγώνει, αλλά αυτό δεν είναι και τόσο παράξενο. Την ίδια σκέψη είχα κι εγώ για τον Κρις χθες βράδυ. Σηκώνω το βλέμμα και κοιτάζω την τηλεόραση καθώς η φωτογραφία της Άβα εμφανίζεται δίπλα στην όμορφη ξανθιά παρουσιάστρια των ειδήσεων. Ψάχνω το τηλεκοντρόλ και δυναμώνω τη φωνή. «Αθώα ή ένοχη; Αυτό φαίνεται πως είναι το ερώτημα για τη γυναίκα που ομολόγησε πως σκότωσε την αγνοούμενη ονόματι Ρεμπέκα Μέισον και επιτέθηκε σε μια άλλη. Τώρα οι πηγές μας λένε πως στην αυριανή ακρόαση ορισμού εγγύησης θα δηλώσει αθώα, ισχυριζόμενη πως εξαναγκάστηκε να ομολογήσει από κάποιον που απειλεί τη ζωή της».


Μ ια φωτογραφία της Ρεμπέκα εμφανίζεται στη θέση της Άβα. «Το βασικό όμως ερώτημα είναι “πού βρίσκεται η Ρεμπέκα Μέισον;” Μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί πτώμα, και δίχως αυτό, η αστυνομία θα δυσκολευτεί να υποστηρίξει κατηγορίες για φόνο. Μήπως η απάντηση βρίσκεται στους καλλιτεχνικούς κύκλους στους οποίους εργαζόταν; Μήπως έχει σχέση με τα σεξ κλαμπ και τους δισεκατομμυριούχους πελάτες; Πηγές λένε ότι κι αυτό είναι πιθανό. Δείτε αύριο το ειδικό ρεπορτάζ της Κάλι Ουίλσον». Το ρεπορτάζ με αφήνει άφωνη, και όταν νιώθω το κρεβάτι να κουνιέται, κοιτάζω και βλέπω τον Κρις, ντυμένο με μαύρο μακρυμάνικο μακό και μαύρο τζιν να κάθεται δίπλα μου. «Τελικά βγήκαν όλα στη φόρα πια». Σφίγγει τα χείλη του. «Μ άλλον». «Τι πιστεύεις;» Μ ου παίρνει το τηλεκοντρόλ και κλείνει την τηλεόραση. «Πιστεύω ότι η υπόθεση θα πάρει άσχημη τροπή».

Σαράντα λεπτά αργότερα βγαίνουμε από το κτίριο. Δίνει στον παρκαδόρο ένα μεγάλο χαρτονόμισμα για να μας φέρει το αυτοκίνητο, και τα μάτια του πιτσιρικά φωτίζονται μπροστά στη γενναιοδωρία του Κρις πριν τρέξει βιαστικά. Μ όλις φεύγει, ο Κρις γραπώνει τα πέτα του παλτού μου και τα ανοίγει, εξετάζοντας το γαλάζιο ταγέρ μου. Κοκκινίζω και κλείνω αμέσως το παλτό. «Φρόνιμα. Δεν είμαστε μόνοι μας». «Δείχνεις πολύ γαμάτη για να βρίσκεσαι κοντά στον Μ αρκ Κόμπτον. Αύριο θα φορέσεις σακί. Ένα τεράστιο, κακάσχημο σακί». Γελάω, αλλά δε μου διαφεύγει η φευγαλέα νευρικότητα στη


διάθεσή του ούτε και κάνω το λάθος να την αγνοήσω. Σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών και του δίνω ένα φιλί. «Θα έχω σωματοφύλακα», του θυμίζω. «Στην πραγματικότητα, δύο. Εσένα και τον Τζέικομπ». Μ οιάζει να έχει κι άλλα να πει για το ζήτημα, αλλά χτυπάει το κινητό του και το βγάζει από την τσέπη του. «Από το κέντρο αποκατάστασης της Άμπερ», λέει βλοσυρά. «Είναι ήδη περασμένες εννιά», μου λέει πριν απαντήσει. «Μ πορείς να πάρεις τον Τζέικομπ να του πεις ότι θα είμαστε εκεί σε πέντε λεπτά;» Γνέφω και βγάζω το κινητό από την τσάντα μου προσπαθώντας ταυτόχρονα να ακούσω τη συνομιλία. Μ έχρι να πληκτρολογήσω τον αριθμό του Τζέικομπ, ακούω τον Κρις να λέει: «Ό,τι χρειαστεί. Τα χρήματα δεν αποτελούν πρόβλημα», κι έχω την εντύπωση ότι τα νέα δεν είναι καλά. «Είμαι εδώ», απαντά ο Τζέικομπ, δίχως να μπει στον κόπο να με καλημερίσει. «Εσείς πού είστε;» «Πέντε λεπτά μακριά». «Θα σας περιμένω μέσα στην γκαλερί. Έφτασα νωρίς. Μ ου άνοιξε το Αφεντικό σας». Γελάω με το παρατσούκλι που χρησιμοποιεί το προσωπικό για τον Μ αρκ, αλλά το γέλιο μου βγαίνει πνιχτό, τόσο φορτωμένο με ένταση όσο η γλώσσα σώματος του Κρις. «Μ ου φαίνεται πως είναι εκεί ο Ραλφ και σου μαθαίνει τη διάλεκτο της γκαλερί». «Είναι και ναι», επιβεβαιώνει ο Τζέικομπ. «Προφανώς το Αφεντικό είναι ο κωδικός του “μαλάκα”». «Φαντάζομαι ότι είναι κακοδιάθετος;» «Έχει διαθέσεις; Εγώ άκουσα ότι μόνο “μαλάκας” είναι». «Συνήθως είναι αλαζόνας και δύστροπος, αλλά δίκαιος και αρκετά γενναιόδωρος με τους υπαλλήλους του. Αυτή τη στιγμή όμως η μητέρα του έχει καρκίνο και η Ρεμπέκα… ήταν σημαντική


γι’ αυτόν». «Μ ην ανησυχείτε. Έχω μεγάλη ανοχή στους μαλάκες. Είναι δώρο από τον πατέρα μου». Το σχόλιό του χτυπά ένα ευαίσθητο νεύρο που τρέφω κρυφά. Κόντεψα να πεθάνω την προηγούμενη εβδομάδα και ο πατέρας μου ούτε που το ξέρει. «Ο πατέρας σου πρέπει να μοιάζει στον δικό μου», λέω κυνικά. «Πραγματικά ελπίζω όχι», λέει. «Έξω την έχει στήσει ένα δημοσιογραφικό βανάκι. Θα σας περιμένω στο πίσω πάρκινγκ». Βάζω το κινητό στην τσάντα μου και βλέπω ότι ο Κρις μιλάει ακόμα στο δικό του, ακούει προσεκτικά αυτά που του λένε, με βλέμμα που κοιτά μακριά. Αν βλέπει ότι ο παρκαδόρος μας φέρνει την Πόρσε και μου ανοίγει την πόρτα για να μπω, δεν το αντιλαμβάνεται. Ανήσυχη, κοντοστέκομαι έξω από το αυτοκίνητο και περιμένω, και περνάνε άλλα τρία λεπτά μέχρι να κλείσει το τηλέφωνο και με σφιγμένο το σαγόνι το χώνει στην τσέπη του. Τον βλέπω που κοιτάζει ξαφνιασμένος το αμάξι που έχει φτάσει. Σπάνια ξαφνιάζεται ο Κρις. Πηγαίνει στην πλευρά του οδηγού κι εγώ μπαίνω μέσα, αφήνοντας τον παρκαδόρο να κλείσει την πόρτα μου. «Όλα καλά με τον Τζέικομπ;» ρωτά ο Κρις καθώς βάζει μπροστά τη μηχανή. «Είναι ήδη εκεί και γνώρισε τον Μ αρκ. Υπάρχει ένα δημοσιογραφικό βανάκι στην μπροστινή είσοδο, οπότε θέλει να τον συναντήσουμε στο πίσω πάρκινγκ». Μ αλακώνω τη φωνή μου και ρωτάω: «Τι συμβαίνει με την Άμπερ;» Φτάνει στο τέλος της διαδρομής και φρενάρει και για μερικά δευτερόλεπτα κοιτάζει μπροστά πριν γυρίσει σε μένα με μάτια σκοτεινά. «Έγινε βίαιη. Λένε πως χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή και ότι πρέπει να μείνει περισσότερο από όσο υπολόγιζαν».


«Κακό αυτό». «Ναι. Κακό». Θέλω να τον παρηγορήσω, αλλά στον Κρις δεν αρέσουν τα μεγάλα λόγια όσο δεν αρέσουν και σε μένα και σίγουρα δε θα καταλαγιάσουν τις τύψεις που τον τρώνε. Σκέφτομαι ότι συγκρίνει την Άμπερ με τη Ρεμπέκα και τον εαυτό του με τον Μ αρκ, κι ένα άσχημο συναίσθημα με πλημμυρίζει. Δε βοηθάει τον Μ αρκ για τον Μ αρκ. Προσπαθεί να εξιλεωθεί για τις δικές του αμαρτίες.

Ο Κρις στρίβει στο δρομάκι ανάμεσα στο καφέ και την γκαλερί και λέει στο τηλέφωνο: «Θα έρθουμε από την πίσω πόρτα για να αποφύγουμε τους δημοσιογράφους. Θα αφήσω πρώτα τη Σάρα και μετά θα παρκάρω. Εντάξει». «Πιστεύεις πως θα μας την πέσουν οι δημοσιογράφοι;» ρωτάω όταν κλείνει το τηλέφωνο. «Μ ετά το πρωινό ρεπορτάζ, και η κουτσή Μ αρία θα θέλει να εμπλακεί στην υπόθεση. Οπότε ναι. Κι αν όχι τώρα, σύντομα». Πλησιάζει την 911 ακριβώς δίπλα στην πόρτα, όπου στέκεται ο Τζέικομπ στωικός με το κλασικό μαύρο κοστούμι του. «Να θυμάσαι», με προειδοποιεί ο Κρις καθώς ο Τζέικομπ ανοίγει την πόρτα μου. «Ο Ραλφ και η Αμάντα θα έχουν ακούσει ειδήσεις. Δεν έχουν πει τίποτα για σένα ακόμα, αλλά αύριο η ιστορία θα είναι διαφορετική. Πρέπει να αποφασίσεις τι θες να τους πεις και πότε». Γνέφω ελαφρά και βγαίνω από το αυτοκίνητο. Η υπόθεση θα πάρει άσχημη τροπή. Η επιλογή των λέξεων είναι περίεργη, αλλά πολύ κατάλληλη. Ο φόνος είναι πάντα άσχημη υπόθεση. Ο Τζέικομπ κλείνει την πόρτα του αυτοκινήτου κι εγώ μπαίνω στην γκαλερί με εκείνον ακριβώς πίσω μου. Ύστερα μου λέει:


«Μ είνετε μέσα». Γυρνώ και τον βλέπω να βγαίνει πάλι έξω. Πιάνω την πόρτα και μένω άφωνη με το πλήθος των δημοσιογράφων που τρέχουν προς την 911, η οποία τώρα παρκάρει. Κάποιος φωνάζει και διάφοροι αρχίζουν να τρέχουν προς το μέρος μου. Οπισθοχωρώ και κλείνω την πόρτα. Αποσβολωμένη, κρατώ την ανάσα μου και περιμένω να εμφανιστούν ο Κρις και ο Τζέικομπ. Αυτό είναι τρέλα. Κάτι τέτοια γίνονται μόνο στις κίτρινες φυλλάδες, όχι στην πραγματική ζωή. Τα δευτερόλεπτα περνούν βασανιστικά αργά και αρχίζω να αγχώνομαι. Μ ήπως να καλέσω την αστυνομία για καταπάτηση ιδιοκτησίας από τον Τύπο; Τρέχω στο γραφείο. «Αμάντα», λέω βιαστικά. «Θέλω το νούμερο…» Συνειδητοποιώ ότι δε βρίσκεται στο γραφείο της. «Δεν έχει εμφανιστεί μέχρι τώρα», φωνάζει ο Ραλφ από το γραφείο του. «Και δεν απαντά ούτε στο τηλέφωνο». Ω Θεέ μου. Τι άλλο θα συμβεί σήμερα; Ανήσυχη, πάω στην πόρτα του και τον βρίσκω ένα ράκος, ανάμεσα σε βουνά από ντοσιέ και φακέλους. «Το έχει ξανακάνει ποτέ; Την είχα για αξιόπιστη». «Ποτέ», λέει εκνευρισμένος που του απέσπασα την προσοχή από το κομπιουτεράκι του. «Αλλά μπορεί να τρόμαξε με τα νέα της Άβα σήμερα το πρωί». «Τα έμαθες», λέω, δεχόμενη το ένα χτύπημα πίσω από το άλλο. «Και ποιος δεν τα ’μαθε. Φόνος, σεξ, σκάνδαλα κ.λπ. κ.λπ. Η Αμάντα είναι άβγαλτη. Σίγουρα θα έχει πάθει σοκ». «Δηλαδή;» «Όλα αυτά θα της έπεσαν βαριά». «Κι εσύ;» «Θα ζήσω, ειδικά από τη στιγμή που το Αφεντικό μού είπε ότι


θα είσαι μαζί μας. Όμως εσύ έχεις να ασχοληθείς με τις πωλήσεις κι εγώ δεν μπορώ να κάνω και τη δική μου και τη δική της δουλειά. Το Αφεντικό μού έχει φορτώσει όλα τα οικονομικά της γκαλερί». Χαμηλώνει τη φωνή του. «Τα δεδομένα που συγκεντρώνεις για να βγάλεις μια επιχείρηση στην αγορά». «Τι;» Τον πλησιάζω, σταματώ μπροστά από το γραφείο του και ψιθυρίζω: «Πιστεύεις ότι σκοπεύει να πουλήσει την γκαλερί;» «Η μαμά μου δεν ανέθρεψε ηλίθιο. Σίγουρα εξετάζει τις επιλογές του. Είτε αυτό, είτε σκέφτεται μια συγχώνευση με το Κύμα». «Λάθος θα κάνεις». Ο Μ αρκ δε θα πουλούσε ποτέ το καμάρι του. «Δεν κάνω». Το λέει με τόση σιγουριά που δεν μπορώ να απαντήσω κάτι. Αν έχει δίκιο, αυτό με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είτε η μητέρα του Μ αρκ είναι χειρότερα από όσο γνωρίζουμε, είτε η υπόθεση με την αστυνομία είναι χειρότερη από όσο νομίζουμε. Ή και τα δύο. «Θα φροντίσω εγώ τα διοικητικά», υπόσχομαι στον Ραλφ. «Εσύ κάνε τα δικά σου και πάρε με αν έχεις νέα της Αμάντα». «Το ίδιο κι εσύ», φωνάζει καθώς βγαίνω από το γραφείο του και μπαίνω στο δικό μου, όπου αφήνω βιαστικά την τσάντα μου και τρέχω να κρεμάσω το παλτό μου στη ρεσεψιόν. «Βδέλλες, καθάρματα έτοιμα να καταστρέψουν τη ζωή κάποιου για τριάντα δευτερόλεπτα δημοσιότητας», γρυλίζει ο Κρις καθώς μπαίνει στο γραφείο με τον Τζέικομπ πίσω του. «Τόσο καλά, ε;» ρωτάω καθώς πάω να τον συναντήσω στην είσοδο. «Θα τοποθετήσουμε περίφραξη γύρω από το πάρκιγκ για να μην ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Δε με νοιάζει ακόμα κι αν χρειαστεί να τα πληρώσω εγώ. Πήρα ήδη τον Μ πλέικ και του είπα να το


κανονίσει». «Πότε έρχεται η ρεσεψιονίστ;» ρωτάει ο Τζέικομπ. «Ήθελα να δω τα μηνύματα από την υπηρεσία». «Κανονικά έπρεπε να είχε έρθει εδώ και είκοσι πέντε λεπτά», λέω. «Χθες έφυγε σαν σίφουνας πριν προλάβω να της πω ότι θα βάζαμε επιπλέον ασφάλεια. Μ πορώ όμως να σου δώσω εγώ τα μηνύματα». «Θα τα πάρω μόνος μου», προσφέρεται ο Τζέικομπ. «Εσείς κάντε τη δουλειά σας». «Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω αυτή τη στιγμή για να βοηθήσω. Δεν μπορούμε να προγραμματίσουμε εγκαίνια με την τρέλα που επικρατεί εκεί έξω». Και μετά από όσα μου είπε και ο Ραλφ, αναρωτιέμαι αν έχει πια καμιά σημασία. «Εγώ θα έλεγα να ξεκινήσεις πείθοντας τους καλλιτέχνες να μην αποσύρουν τα έργα τους», προτείνει ο Κρις. «Θα σε βοηθήσω κι εγώ. Θα μιλήσω σε όποιον χρειαστεί. Ο Μ αρκ είναι στο γραφείο του;» «Ναι», φωνάζει ο Ραλφ από το δικό του, επιβεβαιώνοντας ότι μας ακούει. «Και τώρα η Αμάντα έχει αργοπορήσει μισή ώρα». Χτυπά μήνυμα στο τηλέφωνο του Τζέικομπ κι εκείνος το κοιτά. «Πρέπει να φύγω. Έχει έρθει το συνεργείο για να τοποθετήσει επιπλέον εξοπλισμό ασφαλείας». Εξαφανίζεται, και ο Κρις με πλησιάζει, ρίχνοντάς μου ένα βλέμμα σαν να με ξεγυμνώνει. «Αύριο», λέει, σκύβοντας στο αυτί μου για να μου ψιθυρίσει, «θα φορέσεις σακί αλλιώς θα σε δέσω στο κρεβάτι». Μ ε καρφώνει με το βλέμμα. «Κατανοητός;» Του χαμογελώ πονηρά και τον αρπάζω από τα πέτα όπως έκανε εκείνος νωρίτερα. «Μ άλιστα, Αφέντη», ψιθυρίζω. Ο Κρις δείχνει να το διασκεδάζει. «Σε προκαλώ να πεις το ίδιο αργότερα να δεις τι αποτελέσματα θα έχει». Πάει προς τον


διάδρομο. «Αλλά προς το παρόν, αυτός ο “Αφέντης” πάει να δει το “Αφεντικό”». Γελάω και φωνάζω πίσω του. «Σε προκαλώ να τον αποκαλέσεις έτσι μπροστά του». Η πόρτα πίσω μου ανοίγει και βλέπω την Αμάντα να πηγαίνει τρέχοντας προς το γραφείο της, με τα μακριά καστανά μαλλιά της δεμένα αλογοουρά. «Γεια», λέει, χαιρετώντας με περίεργα με το χέρι. «Συγγνώμη που άργησα. Κάναμε κύκλους γύρω από το τετράγωνο, περιμένοντας τους δημοσιογράφους να μπουν στο βανάκι τους». Κάναμε; Ποιοι κάναμε; Σκέφτομαι να τη ρωτήσω ευθέως αλλά τη βλέπω τόσο αγχωμένη που λέω: «Ελπίζω να μην έκανες τη συγκάτοικό σου να αργήσει στη δουλειά». Αποστρέφει το βλέμμα, λίγο πολύ επιβεβαιώνοντας τον φόβο μου. Ήταν με τον Ράιαν. «Σου τηλεφωνούσαμε!» φωνάζει ο Ραλφ από το γραφείο του. «Ω». Αναψοκοκκινίζει και βγάζει το παλτό της. «Συγγνώμη. Δε φόρτισα το κινητό μου χθες». Επειδή δεν ήταν σπίτι. Κάθε μου ένστικτο μου λέει ότι ήταν μαζί του και ότι αυτός της κάνει κακό. Ίσως να είναι και επικίνδυνος. Όχι. Όχι επικίνδυνος. Πώς μου ήρθε αυτό; «Τι πρέπει να κάνω σήμερα;» ρωτάει, κρεμώντας το παλτό της. Η μαύρη της φούστα είναι στραβά φορεμένη κι ένα κουμπί του πουκαμίσου της κουμπωμένο λάθος. «Μ πορείς να φέρεις τα μηνύματα στο γραφείο μου;» ρωτάω και συνειδητοποιώ ότι δεν ξαφνιάστηκε καθόλου που με είδε. «Ναι, φυσικά», συμφωνεί η Αμάντα. «Το Αφεντικό είναι εδώ;» «Αμπαρωμένο στο γραφείο του», της λέω. «Και όλοι είμαστε σε κόκκινο συναγερμό», φωνάζει ο Ραλφ, και από το ύφος της καταλαβαίνω ότι αυτός είναι ένας κωδικός για το


ότι ο Μ αρκ είναι κακοδιάθετος. «Ευχαριστώ για την προειδοποίηση». Όταν αρχίζει να κοιτά παντού εκτός από μένα, ρωτάω σιγανά: «Είσαι καλά;» Μ ε κοιτάζει και η αμηχανία της είναι εμφανής. Νομίζω πως φοβάται ότι θα καταλάβω για εκείνη και τον Ράιαν και ότι θα νευριάσω. Ή μήπως φοβάται ότι θα το ανακαλύψει ο Μ αρκ; Εκτός κι αν… ω Θεέ μου, παραλίγο να καταπιώ τη γλώσσα μου. Σε παρακαλώ, κάνε να μην έχει μπλεχτεί και ο Μ αρκ με την Αμάντα. Σε παρακαλώ, κάνε να μην είναι αυτός ο λόγος που δεν ξαφνιάστηκε με την παρουσία μου εδώ. «Καλά είμαι», λέει, αλλά οι λέξεις βγαίνουν πνιχτές. Ξεροβήχει διακριτικά και προσθέτει: «Απλώς είναι… οι δημοσιογράφοι και η Ρεμπέκα… και όλο αυτό». Είναι λογική απάντηση, γιατί λοιπόν περιμένω να μου πει κάτι άλλο; Της δίνω χρόνο μερικά δευτερόλεπτα αλλά δε μιλάει ξανά. Απρόθυμη να το βάλω κάτω, ρωτάω: «Μ πορώ να κάνω κάτι για να σε βοηθήσω σε όλο αυτό;» Αποστρέφει πάλι το βλέμμα, κουνώντας ζωηρά το κεφάλι. «Όχι, όλα καλά». Καλά. Πηγαίνω προς το γραφείο μου και καθώς περνώ από την πόρτα του Ραλφ μου κάνει νόημα. Κοντοστέκομαι στην πόρτα του και με ρωτάει: «Θα ήταν χαζομάρα να παραγγείλω καφέ από δίπλα και να ζητήσω να μου τον φέρουν; Εννοώ, ξέρω πως αυτό ήταν το καφέ της Άβα, αλλά–» «Είναι ανοιχτό το καφέ της Άβα;» «Δεν έκλεισε ποτέ. Το δουλεύει ο άντρας της. Και ναι, καλά άκουσες. Ούτε κι εγώ ήξερα πως ήταν παντρεμένη, αλλά μάλλον ζούσαν χωριστά».


Φυσικά θα αναλάμβανε το καφέ ο άντρας της. Η απάντηση είναι απόλυτα λογική, όπως και οι λόγοι αργοπορίας της Αμάντα και η αμηχανία της. Κι ωστόσο, τίποτα δε φαίνεται λογικό.


10

Μ ία ώρα αργότερα ο Τζέικομπ βρίσκεται μαζί με τον Κρις στο γραφείο του Μ αρκ, κι εγώ κοιτάζω τα μηνύματα που ζήτησε ο Τζέικομπ για τυχόν προβλήματα. Αλλά κάθε μερικά δευτερόλεπτα κοιτάζω τα τριαντάφυλλα στον πίνακα της Τζόρτζια Ο’Νέι, προσπαθώντας να καταλάβω τι μου ξεφεύγει. Μ ου τριβελίζει το μυαλό, γι’ αυτό ανοίγω την τσάντα μου και βγάζω το ημερολόγιό μου. Αρχίζω να καταγράφω τις θεωρίες μου για την εξαφάνιση της Ρεμπέκα: Δρούσε μόνη της η Άβα; Θα ήταν η Άβα τόσο τρελή ώστε να ομολογήσει έναν φόνο που δε διέπραξε; Και αν η Ρεμπέκα δεν είναι τελικά νεκρή; Εκνευρίζομαι με τον εαυτό μου που γράφει αυτή την τελευταία ερώτηση, αλλά είναι αυτή που όλοι αναρωτιόμαστε μέσα μας. Συνεχίζω καταγράφοντας όλους τους σημαντικούς για τη Ρεμπέκα ανθρώπους: 1. Η μητέρα της: Μ εγάλωσε μόνη της τη Ρεμπέκα και


πέθανε με ένα μυστικό για τον πατέρα της που έκανε τη Ρεμπέκα κομμάτια. Ποτέ δεν έμαθα το μυστικό, αλλά είμαι σίγουρη πως η Ρεμπέκα δε γνώριζε ποιος ήταν ο πατέρας της. Αν όμως τη γνώριζε εκείνος; Αν η ύπαρξή της ήταν απειλή γι’ αυτόν ή ίσως και για μια άλλη οικογένεια; 2. Πρώην φίλος: Δεν ξέρω το όνομά του, αλλά από τα λεγόμενά της την παρακολουθούσε διαρκώς. Έμοιαζε άσχετος με την υπόθεση, είναι όμως; 3. Μ έρι: Ζηλιάρα, κακιά, ανταγωνιστική. Σίγουρα ήταν καψούρα με τον Μ αρκ. 4. Ράιαν: Ένας από τους εραστές της, ωστόσο όχι από επιλογή. Τον έφερε στη σχέση ο Μ αρκ. Δε γνωρίζω τη δυναμική της σχέσης τους αρκετά για να ξέρω τι ένιωθε γι’ αυτή. Η Ρεμπέκα δεν εξέφρασε κανένα συναίσθημα γι’ αυτόν, πράγμα παράξενο, αν σκεφτεί κανείς τη στενή τους σχέση. 5. Μ αρκ: Κατά τον Κρις, την αγαπούσε αλλά δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της. Διαφωνώ. Είδα τα μάτια του τη νύχτα που άκουσε ότι ήταν νεκρή. Και σίγουρα αυτή φοβόταν τον έλεγχο που είχε πάνω της όπως κανένας άλλος. Αν υπάρχει λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος, πού περπατούσε ο Μ αρκ τότε και τώρα; 6. Ρίκο: Ο άνθρωπος που μου είπε ότι η αγάπη και το μίσος χωρίζονται από μια λεπτή γραμμή. Ήταν, και ακόμα είναι, γοητευμένος από τη Ρεμπέκα. Μ ισεί τον Μ αρκ γιατί τον ήθελε εκείνη. Όπως και με τον Μ αρκ, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι κάποιος που αγαπά τόσο βαθιά θα σκότωνε


αυτό το άτομο, αλλά τι γίνεται στην περίπτωση που σε απορρίπτουν; Τι μπορεί να συμβεί σε μια στιγμή πάθους; «Γεια σου, μωρό μου». Σηκώνω το βλέμμα και βλέπω τον Κρις στην πόρτα μου, αρρενωπό και ερωτικό μέσα στα τζιν και τα δερμάτινα. Δε φορούσε το μπουφάν πριν λίγο. «Φεύγεις;» «Πρέπει να πάω στην τράπεζα να κανονίσω μερικές δουλειές πριν το αύριο γίνει μεγαλύτερο τσίρκο από το σήμερα». Δείχνει την πόρτα. «Θα με πας ως την πόρτα;» «Ναι, φυσικά». Σηκώνομαι κι εκείνος με κοιτάζει, παρακολουθεί κάθε βήμα μου, τα μάτια του ταξιδεύουν καυτά στο κορμί μου και εκνευρίζομαι που αυτό με ερεθίζει τόσο. Ίσως είναι βέβαια και η μνήμη του χεριού του πάνω στον πισινό μου. Έχει δίκιο πάντως. Μ ερικές ξυλιές σε κάνουν να ξεχνάς τα πάντα. Μ όλις τον πλησιάζω, με πιάνει, πλέκει τα δάχτυλά του στα δικά μου και στέκεται μπροστά μου. «Αν συνεχίσεις να με κοιτάς έτσι», λέει, «θα πω στο διάολο η γκαλερί και θα σε πάρω σπίτι να σε γαμήσω». «Η αναμονή αυξάνει την επιθυμία», του θυμίζω, όπως συχνά κάνει εκείνος σε μένα. «Α, η άτακτη μικρή μου δασκαλίτσα. Μ αθαίνεις». Μ ε οδηγεί στον διάδρομο. «Τι έγινε στο γραφείο του Μ αρκ;» ρωτάω καθώς πηγαίνουμε προς την πόρτα. «Μ ιλήσαμε μέσω Skype με έναν από τους αδερφούς του Μ πλέικ για τις λεπτομέρειες της ασφάλειας». «Ο Μ πλέικ πού είναι;» «Έρχεται από τη Νέα Υόρκη. Γι’ αυτό έπρεπε να συνεννοηθούμε με τον αδερφό του».


«Νόμιζα πως ο Κέλβιν έχει το Σαν Φρανσίσκο». «Συμπαθώ τον Κέλβιν, αλλά με τόσα που συμβαίνουν προτιμώ να έχω εδώ τον Μ πλέικ. Κάποια στιγμή αύριο θα συζητήσει και ιδιαιτέρως με τον Ραλφ και την Αμάντα. Θέλουμε να σιγουρευτούμε ότι δε θα τους πλησιάσουν οι δημοσιογράφοι». Αυτό χτυπά τον συναγερμό μέσα μου. «Η Αμάντα συμπεριφέρεται πολύ παράξενα, Κρις. Ίσως να την πλησίασαν ήδη. Δε μου αρέσει που το λέω, αλλά, μετά από όσα είδα σήμερα, ίσως το καλύτερο είναι να κλείσει η γκαλερί και οι πωλήσεις να γίνονται μέσω του Κύματος για λίγο». Φτάνουμε στην πίσω έξοδο και ο Κρις σταματά λίγο πριν φτάσει στους ανθρώπους της ασφάλειας. «Μ πορεί να την πουλήσει», λέει χαμηλόφωνα για να μην τον ακούσουν. Τον πλησιάζω και μιλώ το ίδιο χαμηλόφωνα. «Ο Ραλφ μου είπε πως ετοιμάζει τα οικονομικά για πώληση, αλλά δεν τον πήρα στα σοβαρά. Η γκαλερί είναι το καμάρι του Μ αρκ και μέρος της ταυτότητάς του». «Ε λοιπόν, και οι δύο ξέρουμε ότι η ταυτότητά του έχει κλονιστεί αυτή τη στιγμή και νομίζω πως θα ρίξει όλο το βάρος στο Κύμα». «Ω Θεέ μου – η μητέρα του; Νόμιζα πως ήταν καλύτερα». «Δεν ξέρω. Δε λέει πολλά. Και ίσως απλώς σκοπεύει να αποσυρθεί. Εικασίες κάνω». Κοιτάζει το ρολόι του. «Θα μου πάρει κανά δυο ώρες. Πρέπει να διευθετήσω κάποιες επενδύσεις». Βάζει το χέρι του στη μέση μου. «Θα ζητήσω από το Λούβρο να βρουν αντικαταστάτη για τη φιλανθρωπική εκδήλωση, ώστε να μην έχουμε κι αυτό στο κεφάλι μας». «Τι; Όχι». Τον πιάνω από το μπράτσο. «Κρις, αν αυτό έχει σχέση με το χθεσινό–» Μ ου πιάνει το πρόσωπο. «Θέλω να ξέρεις ότι τίποτα δεν είναι


πιο σημαντικό από εσένα και αυτό και εμάς». «Σε παρακαλώ, ξέχνα το χθεσινό. Το ξέρω αυτό». «Δεν το ξέρεις αρκετά, μωρό μου, αλλά θα το διορθώσω». Μ ε αφήνει. «Πρέπει να φύγω. Μ ε περιμένει ο τραπεζίτης μου, αλλά πάρε με αν χρειαστείς κάτι. Θα το σηκώσω. Ο Μ πλέικ θα είναι εδώ κατά το απόγευμα για να συζητήσουμε για την πρόοδο της έρευνας». «Τον ρώτησες για…» «Ναι. Κανένα νέο για την Έλα. Λυπάμαι, μα προσπαθεί». «Θέλω να είμαι κι εγώ στη συνάντηση με τον Μ πλέικ». «Το φανταζόμουν. Θα τον ρωτήσω αν μπορεί να έρθει με την ομάδα του, καθώς και ο Ντέιβιντ, σπίτι μας». Ακούγοντας για την Άβα θυμάμαι το καφέ. «Έμαθες ότι το καφέ είναι ανοιχτό;» «Μ ου το είπε ο Τζέικομπ». «Ο Ραλφ λέει ότι το δουλεύει ο εν διαστάσει άντρας της». «Ο άντρας της; Έχει άντρα η Άβα;» «Κι εγώ έτσι αντέδρασα όταν το άκουσα». Σμίγω τα φρύδια και σημειώνω νοερά να προσθέσω και αυτό στο ημερολόγιό μου. «Την ημέρα που πετύχαμε την Άβα στο κατάστημα της Σανέλ, μου είπε ότι ο πρώην της προσπαθούσε να την κάνει να ζηλέψει για να την ξανακερδίσει. Σκέφτεσαι λοιπόν αυτό που σκέφτομαι;» «Ότι η Άβα χρειαζόταν βοήθεια για να εξαφανίσει τη Ρεμπέκα και τη βρήκε σε αυτόν». «Λογικό δεν είναι;» «Ναι. Είναι ένα λογικό συμπέρασμα και σίγουρα η αστυνομία πιστεύει το ίδιο». «Αν ήσουν τόσο σίγουρος για το τι κάνει η αστυνομία, ο Μ πλέικ δε θα ερχόταν σήμερα. Θα σου ήταν αρκετή η ομάδα του».


Μ ε τραβά κοντά του. «Θα μας ήταν, μωρό μου. Ό,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου και ό,τι είναι δικό σου είναι σίγουρα και δικό μου. Γυναίκα». Μ ε φιλά δυνατά στο στόμα και μετά πηγαίνει προς την πόρτα όπου σταματά να μιλήσει σε έναν από τους ανθρώπους της ασφάλειας. Στέκομαι εκεί και τον κοιτώ και δεν είμαι σίγουρη τι με επηρεάζει περισσότερο. Η ασφάλεια του να ξέρω ότι αυτός ο υπέροχος άντρας θέλει να γίνω γυναίκα του, ή το γεγονός πως δεν αρνήθηκε τον λόγο που έρχεται ο Μ πλέικ. Είχα δίκιο. Δεν εμπιστεύεται την αστυνομία. Ίσως ανησυχεί σαν εμένα ότι δε θα κάνουν σωστά τη δουλειά τους.

Στο γραφείο βγάζω τη λίστα με τις πιθανές πωλήσεις, αλλά εξακολουθεί να μου αποσπά την προσοχή ο πίνακας και αναρωτιέμαι γιατί συμβαίνει αυτό. Ίσως να αντιπροσωπεύει απλώς όσα έχουν χαθεί και δεν πρόκειται ποτέ πια να βρεθούν και μια αίσθηση απελπισίας που δεν μπορώ να διώξω από μέσα μου. Παρόλο που φαίνεται να μην μπορώ να μαζέψω τα μυαλά μου, αρχίζω επιτέλους να εντοπίζω τους πελάτες της γκαλερί που πιστεύω θα δείξουν μεγαλύτερη κατανόηση για την κατάσταση. Μ ου χτυπά το τηλέφωνο η Αμάντα. «Έχεις γραμμή. Είναι η Κρίσταλ από το Κύμα». Μ ορφάζω όταν συνειδητοποιώ ότι ποτέ δεν την πήρα πίσω και την οργή που μπορεί να αντιμετώπισε από τον Μ αρκ. Σηκώνω το τηλέφωνο. «Πέρνα τη», λέω, και πάω να κλείσω την πόρτα για να ξανακαθίσω στο γραφείο μου. «Κρίσταλ», λέω. «Συγχώρεσέ με που δε σε πήρα χθες». «Ήσουν εκεί. Αυτό μετρά».


«Θύμωσε ο Μ αρκ που με προσέλαβες ξανά;» «Φυσικά. Ξεκίνησε λέγοντας “Κυρία Σμιθ” με τη γνωστή αυταρχική φωνή του. Και προσπάθησε να ολοκληρώσει με “Ελπίζω να μη χρειαστεί να ξανακάνουμε ποτέ αυτή τη συζήτηση”». «Προσπάθησε;» «Ήμουν με τη μητέρα του. Είχε μια από τις σπάνιες εριστικές στιγμές της και ήθελε να του μιλήσει». Γελάω. «Ω Θεέ μου. Θα το καταδιασκέδασε». «Στην πραγματικότητα, πιστεύω ότι αποζητά οτιδήποτε εριστικό αυτές τις μέρες». «Σίγουρα έχεις δίκιο», λέω και όχι για πρώτη φορά πιστεύω ότι ξέρει περισσότερα ακόμα κι από τη μητέρα του Μ αρκ. Τον ξέρει. «Πώς είναι;» με ρωτά απαλά και κάτι στον τόνο της δείχνει ότι δεν εννοεί σε σχέση με τις δουλειές. «Κλεισμένος στο καβούκι του», απαντώ, «αλλά δε νομίζω ότι είναι καλά». Κοιτάζω τα μηνύματα στο γραφείο μου, πολλά από δημοσιογράφους. «Σε προειδοποίησε για τους δημοσιογράφους που μπορεί να έρθουν προς εσάς;» «Γνωρίζω την υπόθεση της Ρεμπέκα και είδα ειδήσεις σήμερα. Τα ξέρω όλα, Σάρα. Και εννοώ όλα. Δεν μπορείς να με σοκάρεις. Δεν μπορείς να με τρομάξεις. Ούτε αυτοί μπορούν. Ούτε καν ο Μαρκ μπορεί να με τρομάξει». Υπάρχει μια γροθιά πίσω από τα λόγια της που μου θυμίζει αρκετά τον Κρις για να την αγνοήσω. «Απλώς… πρόσεχε, Κρίσταλ. Μ ην–» «Δεθώ συναισθηματικά; Μ ε τον Μ αρκ; Δεν είμαι τόσο χαζή. Μ ε τους γονείς του; Πολύ αργά. Είναι η δεύτερη οικογένειά μου και ανησυχώ γι’ αυτούς. Η μητέρα του είναι εξαντλημένη από τις χημειοθεραπείες και τις ακτινοβολίες, και ο Μ αρκ είπε στον


πατέρα του τι συμβαίνει. Μ ε βοηθά να τη φροντίζω, αλλά συναισθηματικά δεν είναι τόσο δυνατός για να τα καταφέρει μόνος του». «Αναρωτιέμαι για τη Σαγήνη», λέω, τολμώντας να την ψαρέψω για το ενδεχόμενο να την πουλήσει ο Μ αρκ. «Ο Μ αρκ–» Ακούγεται ένα αχνό χτύπημα στο βάθος. «Μ ισό λεπτό, Σάρα. Συγγνώμη». Την ακούω που ανοίγει την πόρτα και μουρμουρίζει κάτι σε κάποιον. Μ ετά από λίγο επιστρέφει. «Πρόκειται να ξεκινήσει μια πολύπλοκη δημοπρασία, αλλά υπάρχει λόγος που σε κάλεσα. Ο Νιούμαν Ράιλι. Τον ξέρεις;» «Γνωρίζω τη δουλειά του. Είναι ένας από τους καλλιτέχνες που έχει έργα εδώ στη Σαγήνη». «Μ έχρι σήμερα. Είναι μεγάλη ντίβα και έχει εξοργιστεί. Έχει νευριάσει που η γκαλερί είναι κλειστή και κανείς δεν απαντά στις κλήσεις του. Προφανώς, εγώ δε μετράω γι’ αυτόν από τη στιγμή που έχω μιλήσει τρεις φορές μαζί του. Το θέμα είναι ότι θέλει να μιλήσει στον Μ αρκ». «Του είπες για τη μητέρα του Μ αρκ και τη Ρεμπέκα;» «Ναι. Αδιαφορεί. Νομίζω πως γι’ αυτό αδιαφορεί και ο Μ αρκ. Μ ε λίγα λόγια, ο Νιούμαν βρίσκεται σε πτήση προς το Σαν Φρανσίσκο αυτή τη στιγμή που μιλάμε. Σκοπεύει να αποσύρει ο ίδιος τα έργα του από την γκαλερί. Άφησα στον Μ αρκ μήνυμα αφού έκλεισε με τη μητέρα του, αλλά σου τηλεφώνησα γιατί ήμουν σίγουρη πως δεν επικοινωνεί μαζί σου. Δεν ήθελα να σε αιφνιδιάσει η άφιξη του Νιούμαν». «Ο Μ αρκ βρίσκεται εδώ, οπότε μάλλον σχεδιάζει να μιλήσει εκείνος μαζί του όταν έρθει». Χαμηλώνει τη φωνή της. «Μ εταξύ μας, δεν είμαι σίγουρη ότι έχει κάποιο σχέδιο. Η μητέρα του άρχισε να κλαίει την ώρα που του μιλούσε, κι αυτό είμαι σίγουρη πως τον αναστάτωσε. Τον


ήθελε μαζί της στη χημειοθεραπεία και σίγουρα κι εκείνος θα ήθελε να βρίσκεται εδώ». Πιέζω τους κροτάφους μου. «Γι’ αυτό έχει κλειδαμπαρωθεί στο γραφείο του. Θα το χειριστώ εγώ. Σ’ ευχαριστώ, Κρίσταλ». «Εγώ σ’ ευχαριστώ, Σάρα. Πρέπει να φύγω. Πάρε με αν με χρειαστείς». Η γραμμή νεκρώνει και κάθομαι ένα λεπτό να χωνέψω τον τρόπο με τον οποίο με ευχαρίστησε, σαν να είναι δική της η οικογένεια που προστατεύει. Δείχνει συναισθηματικά δεμένη μαζί τους, πράγμα που κανονικά θα ήταν καλό, αλλά τώρα… τώρα σκέφτομαι ότι το συναισθηματικό δέσιμο είναι μερικές φορές επικίνδυνο. Η Άμπερ βρίσκεται στην αποκατάσταση λόγω του Κρις. Ο Ρίκο αντιμετωπίζει κατηγορίες λόγω της σχέσης του με τη Ρεμπέκα. Η Άβα κατηγορείται για φόνο. Η Ρεμπέκα… είναι νεκρή. Θέλω να δω τη σχέση της Κρίσταλ με τον Μ αρκ και την οικογένειά του σαν κάτι καλό. Αντιθέτως όμως, ανησυχώ. Και γνώριζε άραγε τη Ρεμπέκα; Μ ήπως είχε ταυτόχρονα σχέση με τον Μ αρκ; Ήταν άραγε κάποια που καλούσαν στα παιχνίδια τους; Γνωρίζει την Άβα; Νιώθω άσχημα που την υποπτεύομαι αν είναι ειλικρινής, αλλά πρέπει να είμαι επιφυλακτική. Παίρνω τον Κρις και το σηκώνει σχεδόν αμέσως. «Σου έλειψα κιόλας;» «Μ ου έλειψε το κρεβάτι μας με μας πάνω του, μακριά από όλα αυτά», λέω. «Σε παίρνω σε κακή στιγμή;» «Ποτέ. Τι συμβαίνει, μωρό μου;» Αναστενάζω. «Έχω ένα πρόβλημα. Τι έκπληξη». «Μ ήπως το όνομά του αρχίζει από Μ ;» Χαμογελώ πονηρά. «Ναι». Του εξιστορώ όσα μου είπε η Κρίσταλ για τον Ράιλι. «Νομίζω πως πρέπει να το χειριστώ εγώ, όχι ο Μ αρκ, αλλά πιστεύω ότι δε θα το πάρει με καλό μάτι.


Αναρωτιόμουν μήπως γνωρίζεις τον Ράιλι και έχεις να μου δώσεις τίποτα συμβουλές». «Ναι. Τον ξέρω τον Ράιλι. Έχουμε κάνει μαζί μερικές φιλανθρωπίες. Νιώθει παραγκωνισμένος στον καλλιτεχνικό κόσμο. Το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα καλό. Δε θα με παραξενέψει αν μιλήσει στον Τύπο. Είμαι μερικά τετράγωνα μακριά. Θα ενημερώσω την ασφάλεια και θα του μιλήσω εγώ. Πρόκειται να γίνουν μερικά πρότζεκτ που πιστεύω θα τον πείσουν να δείξει επιείκεια». «Σ’ ευχαριστώ, Κρις». «Ευχαρίστησέ με αργότερα. Στο κρεβάτι. Ή αλλού. Σκέψου εσύ». Χαμογελώ στο τηλέφωνο και απαντώ με το γνωστό πλέον ανάμεσά μας αστείο: «Θα χρησιμοποιήσω τη φαντασία σου». «Ακόμα καλύτερα». Μ ε το που κατεβάζω το ακουστικό μού χτυπά η Αμάντα πάλι. «Είναι ο Ράιαν στη γραμμή και λέει ότι είναι απ’ έξω για να δει τον Μ αρκ. Δεν τον αφήνουν να μπει». «Το είπες στον Μ αρκ;» «Δε σηκώνει το τηλέφωνο». «Δεν είναι καλή ώρα τώρα». Κι ακόμα κι αν ήταν, δε νομίζω πως ο Μ αρκ θα έβλεπε τον Ράιαν. «Πρέπει να τηλεφωνεί πρώτα». «Λέει ότι ο Μ αρκ δεν απαντά στις κλήσεις του». «Πέρνα μου τη γραμμή». «Μ α… το έκλεισε». Όχι, δεν το έκλεισε. Την πήρε στο κινητό, αντί να της τηλεφωνήσει μέσω της ασφάλειας. «Αν πάρει πάλι, πέρνα τον σε μένα». «Ναι. Εντάξει. Ευχαριστώ». Έχοντας στο μυαλό μου την παράξενη σχέση ανάμεσα στον


Μ αρκ και τον Ράιαν, ανοίγω το ημερολόγιο και γράφω τα λόγια του Ρίκο σύμφωνα με τη δική μου εκδοχή. Λεπτή γραμμή ανάμεσα στη φιλία και το μίσος. Υπογραμμίζω τη φράση.


11

Ο Ράιλι εμφανίζεται το μεσημέρι, και ο Τζέικομπ αμέσως τον οδηγεί στον Κρις. Εγώ παραγγέλνω για όλους πίτσα, ακόμα και για τους εργάτες που κοντεύουν πλέον να τοποθετήσουν την περίφραξη γύρω από το πάρκινγκ. Σχετική ησυχία επικρατεί στην γκαλερί και έχω την ευκαιρία να επιστρέψω στο ημερολόγιό μου. Έχω συγκεντρώσει τόσες πληροφορίες που αποφασίζω απόψε να τις δώσω στον Μ πλέικ. Γυρνώ στο πρώτο απόσπασμα που έγραψα στο αεροπλάνο, επιλέγω μια τυχαία γραμμή και αρχίζω να διαβάζω. Νόμιζε πως είχε νικήσει την ανάγκη του για το μαστίγιο εκτός από τη μία μέρα του χρόνου, αλλά ο θάνατος του Ντίλαν τον διέψευσε. Αυτό φτάνει για να κόψω τη σελίδα και να τη σκίσω σε κομματάκια τα οποία πετάω στο καλάθι των αχρήστων. Δε θα αφήσω τα λόγια μου να γίνουν παράθυρο στα μυστικά του Κρις και τώρα αναρωτιέμαι αν η Ρεμπέκα θα ένιωθε το ίδιο αν ήταν ζωντανή. Έρχονται οι πίτσες και αποφασίζουμε όλοι να φάμε στα γραφεία


μας. Μ ε ένα κομμάτι στο πιάτο μου, πάω να φάω την πρώτη μπουκιά, όμως αλλάζω γνώμη και καλώ τον Μ αρκ. Απαντά με ένα ξερό «Όχι τώρα, κυρία Μ ακΜ ίλαν». «Μ α παραγγείλαμε–» «“Όχι τώρα” σημαίνει όχι τώρα». Παίρνω βαθιά ανάσα και κάθομαι. Και συνεχίζω να κάθομαι. Μ ετά σηκώνομαι. Αυτός ο άντρας με έχει εκφοβίσει αμέτρητες φορές, αλλά, αυτή τη στιγμή, η θλίψη του με φοβίζει περισσότερο από τον ίδιο. Καταρρέει. Μ όνος. Ακριβώς ό,τι έπαθα κι εγώ μετά τον θάνατο της μητέρας μου. Πολύ αποφασισμένη, κάνω τον γύρο του γραφείου μου και πηγαίνω προς την πόρτα του. Χτυπώ και η απάντησή του είναι άμεση. «“Όχι τώρα” σημαίνει όχι τώρα, κυρία Μ ακΜ ίλαν». Συγκεντρώνω δυνάμεις, γυρνώ το πόμολο και μπαίνω στο γραφείο του. Είναι η προσωποποίηση κάθε τρομακτικού άντρα που με έχει γονατίσει, ωστόσο δεν είναι ένας από αυτούς. Είναι περισσότερα, είναι διαφορετικός. Είναι κάτι ανεξήγητο. «Κυρία Μ ακΜ ίλαν–» Νευριάζω που με αποκαλεί με επίσημο τρόπο, και μέσα σε ένα δευτερόλεπτο έχω διασχίσει το δωμάτιο κι έχω βάλει τις παλάμες πάνω στο γραφείο του. «Σάρα. Μ ε λένε Σάρα». Μ ένει να με κοιτάζει, και το μόνο που τον κάνει να δείχνει ανθρώπινος είναι το ότι ανοιγοκλείνει τα μάτια του. Η σιωπή πέφτει βαριά ανάμεσά μας, η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα είναι χειροπιαστή. «Σκεφτείτε τι ακριβώς κάνετε», με προειδοποιεί και ο τόνος του είναι σχεδόν σαν χαστούκι και πρέπει να υπενθυμίσω στον εαυτό μου ότι το ατσάλινο εξωτερικό που βγάζει προς τα έξω είναι απλώς μια βιτρίνα. Έχω δει φευγαλέα τον πληγωμένο άνθρωπο από κάτω, τον άνθρωπο που ματώνει η ψυχή του και είναι μόνος του στη


θλίψη που βιώνει. «Χρειάζομαι οδηγίες για την αντιμετώπιση κάποιων προβλημάτων». «Πηγαίνετε σπίτι. Τα προβλήματα λύθηκαν». Το ποτήρι έχει ξεχειλίσει τόσο πολύ, που νιώθω ατρόμητη. Κάνω τον γύρο του γραφείου, εισβάλλοντας στον προσωπικό του χώρο, κι εκείνος γυρνά την καρέκλα του για να με κοιτάξει. Το βλέμμα του με χτυπά σαν έκρηξη φωτιάς. Είναι θυμωμένος. Ίσως και εξοργισμένος, δηλαδή όσο πιο τρομακτικός γίνεται, αλλά τουλάχιστον δείχνει ένα συναίσθημα. Κάτι είναι κι αυτό. Κι εγώ είμαι αυτή που γκρεμίζει τον ατσάλινο έλεγχό του. Γέρνει πίσω στην καρέκλα του, βολεύεται μέσα στο δέρμα της, αλλά δεν είναι πραγματικά χαλαρός. «Τι ακριβώς κάνετε, κυρία Μ ακΜ ίλαν;» «Προσπαθώ να σου μιλήσω». «Αντίθετα με σας, εγώ δεν είμαι και πολύ της κουβέντας». Μ ιλά με τόσο ψυχρό τρόπο που θα πάγωνε ολόκληρη η πολιτεία του Τέξας. Δεν υποχωρώ. «Ξέρω ότι πονάς». Ο πόνος στα μάτια του εξαφανίζεται όσο απότομα εμφανίστηκε. «Προτίθεστε να με γαμήσετε για να διώξετε τον πόνο μου;» με προκαλεί. «Γιατί αυτό κάνω, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Διώχνω αυτά που νιώθω με το γαμήσι». Τα δάχτυλά μου σφίγγουν με δύναμη την άκρη του γραφείου και σηκώνω αποφασιστικά το σαγόνι. «Δε φοβάμαι τόσο εύκολα». «Μ ια απλή πρόσκληση ήταν. Ένα καλό γαμήσι δεν πρέπει να φοβίζει κανέναν. Κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε κάποιος το κάνει λάθος». Η μπηχτή για τον Κρις με βγάζει εκτός εαυτού, αλλά αυτό επιδιώκει – και τότε θυμάμαι τα λόγια του Κρις ότι κάποιος


χρειάζεται βοήθεια όταν το αξίζει λιγότερο. «Θέλω να σε βοηθήσω, Μ αρκ. Γι’ αυτό βρίσκομαι στην γκαλερί. Γι’ αυτό στέκομαι εδώ και δε ζητώ την άδειά σου για να είμαι φίλη σου». «Η βιτρίνα της φιλίας είναι επικίνδυνη». «Το ίδιο είπες κάποτε και για την αγάπη», ανταπαντώ, θυμίζοντάς του ότι πήγε να με «σώσει» όταν έφυγε ο Κρις. Τα δάχτυλά του γραπώνουν τα δερμάτινα μπράτσα της καρέκλας. Δεν του άρεσε αυτή η απάντηση. «Είτε γδύνεστε είτε φεύγετε». Η φωνή του είναι χαμηλή, ξεχειλίζει θυμό. «Σταμάτα να μου μιλάς έτσι. Για μια φορά ας κάνουμε ένα βήμα πέρα από αυτό. Και είσαι θυμωμένος μαζί μου. Το καταλαβαίνω αυτό, Μ αρκ. Τουλάχιστον μου δείχνεις κάποιο συναίσθημα. Τουλάχιστον είσαι αληθινός». «Θα με μπερδεύετε με κάποιον που έχει συναισθήματα, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Εγώ δεν έχω». «Ο θυμός είναι κι αυτός συναίσθημα. Η επιθυμία είναι συναίσθημα. Ο πόθος και το πάθος; Μ άντεψε! Συναισθήματα κι αυτά». «Αυτά είναι αισθήματα». «Το συναίσθημα είναι αίσθημα». «Αγάπη. Μ ίσος. Θλίψη. Αυτά είναι αισθήματα. Το γαμήσι είναι ηδονή. Το είδος που προτίθεμαι να σας προσφέρω». Αρνούμαι να του δείξω πόσο με νευριάζει. «Νιώθεις θλίψη. Ήμουν στο γραφείο όταν εκείνο το τραγούδι σε έκανε να καταρρεύσεις για τη Ρεμπέκα, και ήμουν κάτω από εκείνο το δέντρο μαζί σου τη νύχτα που έμαθες ότι είναι νεκρή». «Μ ια νύχτα που προφανώς δε θυμάστε καλά, αν σκεφτούμε ότι σας είπα να μείνετε μακριά μου. Δεν ανταποκρίνεστε καλά σε οδηγίες». «Νομίζω πως γι’ αυτό σου αρέσω», τον κατηγορώ. «Και νομίζω


πως γι’ αυτό αγαπούσες και τη Ρεμπέκα». Χαμηλώνει τα βλέφαρα και αυτή τη φορά δεν προσπαθεί να κρύψει τον πόνο του. Ίσως δεν μπορεί. Ίσως να χτύπησα βαθύ νεύρο, αλλά δεν το μετανιώνω. Πρόκειται να πνιγεί στην άρνησή του. Ελπίζω αυτό να είναι μια πρόοδος, μια ευκαιρία γι’ αυτόν να θεραπευτεί. Το σθένος μου κάμπτεται όταν με καρφώνει με ένα έντονο βλέμμα, σηκώνεται, δεσπόζοντας από πάνω μου, και βάζει τα χέρια του στους ώμους μου. «Σάρα», λέει απαλά, σοκάροντάς με έτσι που με αποκαλεί με το μικρό μου όνομα. «Μ ου θυμίζεις εκείνη. Το ήξερες αυτό;» Τα χείλη μου μισανοίγουν από το σοκ αυτής της δήλωσης. Μ ε προσέλαβε, με διεκδίκησε, γιατί του θύμιζα τη γυναίκα που λαχταρούσε. Μ ε γυρνά προς την πόρτα και σκύβει, η ζεστή του ανάσα χαϊδεύει το μάγουλό μου. «Αυτό δεν είναι καθόλου καλό για κανέναν μας αυτή τη στιγμή. Πηγαίνετε, κυρία Μ ακΜ ίλαν». Κατεβάζει τα χέρια του, αλλά τον νιώθω πίσω μου, απίστευτα κοντά μου. Δεν είμαι ηλίθια να κουνήσω κόκκινο πανί σε έναν θυμωμένο ταύρο. Πηγαίνω γρήγορα προς την πόρτα, μα κοντοστέκομαι και γυρίζω. «Ο Ράιαν προσπαθεί να χωθεί στο κρεβάτι της Αμάντα, αν δεν έχει ήδη χωθεί. Αυτό εμένα μου φαίνεται αρκετά σοβαρό πρόβλημα». Παρόλο που αργεί λίγο να μιλήσει, η απάντησή του είναι ακριβής και απόλυτη. «Και έχετε δίκιο». «Τι πρέπει να κάνω;» «Τίποτα. Θα το χειριστώ εγώ». Δεν είναι η απάντηση που θέλω, ούτε αυτή που θα δεχτώ, γι’ αυτό και δεν προσποιούμαι πως το κάνω. Κάνω μεταβολή και φεύγω, αφήνοντας τον Μ αρκ μόνο…. Ξανά.


Τρεις ώρες αργότερα, ο Κρις έχει σώσει την κατάσταση με τον Ράιλι και μου τηλεφωνεί για να μου πει ότι πάει να τον αφήσει στο αεροδρόμιο. Ανακουφίζομαι και ταυτόχρονα νιώθω εξαντλημένη γιατί έχω εξηγήσει την κατάσταση της γκαλερί ήδη σε αμέτρητους πελάτες. Ωστόσο, η σκληρή δουλειά απέδωσε καρπούς. Είκοσι άτομα ενδιαφέρονται για τα εγκαίνια κι ένας πελάτης θέλει να αγοράσει έναν από τους πίνακες του Κρις. Πάνω που πάω να τηλεφωνήσω στον επόμενο πελάτη, εμφανίζεται στην πόρτα μου ο Τζέικομπ και με πλησιάζει. «Η αστυνομία έχει ένταλμα. Είναι νόμιμο και δεν μπορώ να τους εμποδίσω για πάνω από μερικά λεπτά, ίσως ούτε και τόσα. Πάω να προειδοποιήσω τον Μ αρκ». «Ω όχι!» Σηκώνομαι. «Τι πρέπει να κάνω;» «Προετοιμάστε το προσωπικό και φέρτε τους στην μπροστινή είσοδο», απαντά. «Τα όργανα της τάξης την έχουν κλείσει ώστε να μην έχουμε επεισόδια με τους δημοσιογράφους. Θα σας επιτρέψουν να πάρετε μόνο το παλτό και την τσάντα σας, κι αυτά θα τα ψάξουν πριν φύγετε». «Πήρες τον Κρις;» «Ναι. Θα είναι εδώ σε μισή ώρα. Η αστυνομία δεν μπορεί να μπει στο κτίριο προτού παρθούν ορισμένα μέτρα για την ασφάλεια των έργων τέχνης, πράγμα που δε θα πάρει πολλή ώρα. Θα συντονιστώ με τον Μ αρκ». Καθώς φεύγει βιαστικά, εμφανίζεται στην πόρτα μου ο Ραλφ. «Τι συμβαίνει;» «Έχουν βγάλει ένταλμα για την γκαλερί». Κάτω από τη μασχάλη του χώνεται και η Αμάντα. «Τι; Θα ψάξουν την γκαλερί; Σοβαρά μιλάς;» «Πολύ φοβάμαι πως ναι», λέω. Η συζήτηση που σκόπευα να κάνω μαζί τους αργότερα προφανώς πρέπει να γίνει τώρα. «Αύριο


είναι η ακρόαση ορισμού εγγύησης για την Άβα. Ο δικηγόρος της απείλησε πως θα τα βγάλει όλα στον Τύπο αν δε μειωθεί το ποσό και αυτό εμπλέκει και την γκαλερί. Πάρτε ό,τι θέλετε να έχετε σπίτι και μετά πηγαίνετε στην μπροστινή είσοδο, αλλά πιθανόν δε θα σας αφήσουν να πάρετε τίποτα εκτός από τα παλτά και τις τσάντες σας». Μ ε κοιτούν σαν να έχει φυτρώσει δεύτερο κεφάλι στους ώμους μου. Τους κάνω νόημα να συνέλθουν. «Άντε! Πάτε να πάρετε τα πράγματά σας». Εξαφανίζονται κι εγώ παίρνω το παλτό και την τσάντα μου, και τότε θυμάμαι το ημερολόγιό μου. Αν το πάρω, θα τραβήξω την προσοχή πάνω του. Αν δεν το πάρω, σίγουρα θα το διαβάσουν. Μ ετανιώνοντας οικτρά για τις λεπτομέρειες που έχω γράψει, αποφασίζω να το αφήσω. Βγαίνοντας από το γραφείο μου, βρίσκω τον Ραλφ και την Αμάντα να περιμένουν στο δικό της. Μ ε κοιτά. «Απλώς φεύγουμε;» Κοιτάζω στα δεξιά του διαδρόμου την κλειστή πόρτα του Μ αρκ και αναρωτιέμαι αν πρέπει να περιμένουμε εκείνον και τον Τζέικομπ, όταν ανοίγει η πόρτα στα αριστερά μου. Γυρνώ απότομα και έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με την ντετέκτιβ Μ ίλερ. «Κυρία Μ ακΜ ίλαν», με χαιρετά. Τα βαμμένα ροζ χείλη της είναι σφιγμένα. «Ντετέκτιβ Μ ίλερ». Δείχνω τον Ραλφ και την Αμάντα. «Μ πορεί να φύγει το προσωπικό;» Τους κοιτάζει με τόση ένταση, που θα μπορούσε να κλονίσει πολύ πιο έμπειρους ανθρώπους από τον Ραλφ και την Αμάντα. Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή κοντά σε ανθρώπους που ευχαριστιούνται να εκφοβίζουν τους άλλους, οπότε η πρόθεσή της


είναι σε μένα απόλυτα εμφανής. «Μ πορούν να φύγουν;» την πιέζω. «Οι αστυνομικοί στην πόρτα θα σας δώσουν οδηγίες. Μ πορείτε να πηγαίνετε», τους λέει τελικά. Θέλω να της πω ότι δεν έχουν συλληφθεί, συνεπώς μπορούν να φύγουν όπως και να ’χει, αλλά το ξανασκέφτομαι και το βουλώνω. Απομακρύνεται από την πόρτα και ο Ραλφ και η Αμάντα εξαφανίζονται δίχως δεύτερη σκέψη. Τώρα βρίσκομαι μόνη με μια γυναίκα που ευχαρίστως θα με κρεμούσε ανάποδα. Έρχεται προς το μέρος μου μέσα στο στενό μαύρο παντελόνι της. Όπως τα μαλλιά και το μακιγιάζ της, όλα είναι μια μεταμφίεση για τον θηρευτή που βλέπω στα μάτια της. Αλήθεια, διαφέρει άραγε πολύ από την Άβα; Σταματά λίγα βήματα μακριά μου και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος. «Πρέπει να ομολογήσω πως δεν περίμενα να σας δω εδώ». «Και γιατί αυτό;» «Διαφύγατε στο Παρίσι. Φαντάστηκα πως θα θέλατε να κρατήσετε χαμηλό προφίλ». Εξοργίζομαι, αλλά ευτυχώς η φωνή μου βγαίνει σταθερή. «Δε διέφυγα πουθενά. Και χαίρομαι που πήρα αυτή την εβδομάδα για τον εαυτό μου. Έτσι ταραγμένη που ήμουν από την επίθεση, δε νομίζω πως θα αντιμετώπιζα τη δική σας επίθεση όσο αποτελεσματικά το κάνω τώρα». «Κάνουμε απλώς τη δουλειά μας». «Όχι. Εγώ έκανα τη δουλειά σας. Έπεισα τους διάφορους να αρχίσουν να ψάχνουν τη Ρεμπέκα, αλλά, ακόμα και με όλη αυτή την προσοχή τώρα, ούτε αυτή βρήκατε ούτε τη φίλη μου την Έλα». «Α, ναι, την Έλα».


«Ναι. Και εξακολουθώ να θέλω απαντήσεις». Εξωτερικεύω μια ανησυχία που έχω στο μυαλό μου. «Η Έλα αγόρασε την αποθήκη της Ρεμπέκα. Κι αν αυτό την έβαλε σε κίνδυνο; Μ ήπως γι’ αυτό άραγε έχει εξαφανιστεί; Οι δύο γυναίκες που αγνοούνται έχουν έναν κρίκο που τις συνδέει». «Μ πορεί να είστε εσείς αυτός ο κρίκος». Η κατηγορία της με χτυπά σαν γροθιά. «Μ ιλάτε σοβαρά; Το στρέφετε εναντίον μου; Δεν είναι παράξενο που δεν μπορείτε τελικά να βρείτε καμιά τους». Οι ματιές μας συγκρούονται, ο αέρας γύρω μας παγώνει και τότε νιώθω ένα χέρι στην πλάτη μου. «Πηγαίνετε έξω, κυρία Μ ακΜ ίλαν», προστάζει ο Μ αρκ. «Ναι», συμφωνεί η ντετέκτιβ Μ ίλερ, δίχως να πάρει το βλέμμα της από πάνω μου. «Χρειάζομαι λίγο χρόνο ιδιαιτέρως με τον “Αφέντη”». «Δεν είναι–» «Κυρία Μ ακΜ ίλαν», διακόπτει ο Μ αρκ, «καλύτερα να αφήνετε τον δικηγόρο σας να συζητά με την ντετέκτιβ Μ ίλερ. Εκτός αυτού, νομίζω πως η ντετέκτιβ Μ ίλερ προτιμά περισσότερο εκείνον αντί για σας». Το σοκ που νιώθω στο αναπάντεχο σχόλιο αντικατοπτρίζεται και στο πρόσωπο της ντετέκτιβ, και το σχόλιο και η αντίδρασή της επιβεβαιώνουν αυτό που υποπτεύθηκα κατά την ανάκριση. Κάτι παίζεται ανάμεσα σε αυτή και τον δικηγόρο μου, και αυτό λειτουργεί εναντίον μου. Το πώς το γνωρίζει βέβαια αυτό ο Μ αρκ δεν ξέρω, αλλά στοιχηματίζω ότι έχει βάλει το χεράκι του ο Τίγρης. Καθώς την προσπερνώ και βγαίνω από το γραφείο, ακούω τον Μ αρκ να λέει: «Ας μπούμε στο ψητό, ντετέκτιβ Μ ίλερ. Σίγουρα δε θέλετε μια μήνυση για την καταστροφή που θα προκαλέσει όλο


αυτό στα έργα τέχνης. Θα υπάρξει…» Τότε η πόρτα κλείνει και δεν ακούω την υπόλοιπη πρόταση. Μ όνη πλέον στην γκαλερί, περνώ το χέρι μέσα από τα μαλλιά μου και γέρνω στον τοίχο. Η επίθεση της Άβα, ο Ντίλαν, ο Μ άικλ… όλα συνέβησαν σε διάστημα δύο εβδομάδων και χρειάστηκα λίγο χρόνο μακριά για να προετοιμαστώ γι’ αυτό τον εφιάλτη. Να προετοιμαστώ για τη μάχη – και αυτό ακριβώς είναι. Το γεγονός ότι μας συμπεριφέρονται ως ενόχους μέχρι να αποδειχτούμε αθώοι κλονίζει την εμπιστοσύνη μου στο νομικό σύστημα.

Ένα τέταρτο αργότερα, έχω υποστεί μια έρευνα που κάνει την έρευνα στα αεροδρόμια να ωχριά, και βγαίνω στον παγωμένο αέρα, σφίγγοντας πάνω μου το παλτό μου. Παντού υπάρχουν περιπολικά και αστυνομικοί, αλλά ευτυχώς έχουν αποκλείσει τον δρόμο και δεν υπάρχει ούτε ένας δημοσιογράφος. Βλέπω τον Ραλφ και την Αμάντα να μιλούν κοντά στο στενό που οδηγεί στο πίσω πάρκινγκ ανάμεσα στο καφέ και στην γκαλερί. Ο Ραλφ μου κάνει νόημα, αλλά χτυπά το κινητό μου και βλέπω ότι είναι ο Κρις. «Πού είσαι;» «Έξω από την περίφραξη. Περνάω κόλαση για να φτάσω σε σένα». Τρίβω το μέτωπό μου. «Ούτε κι εμένα με αφήνουν να έρθω εκεί. Θα μείνουμε εδώ μέχρι να μας αφήσουν». «Απλώς μην απαντήσεις σε ερωτήσεις χωρίς τον Ντέιβιντ». «Η ντετέκτιβ Μ ίλερ πήγε να με παγιδεύσει. Και ξέρεις ότι αυτή και ο Ντέιβιντ–» «Ναι. Μ ου το είπε εκείνος».


Ο τόνος του είναι σαν να λέει «τέλος συζήτησης» κι εγώ διαβάζω ανάμεσα στις γραμμές. Πιστεύει ή ξέρει ότι τα κινητά μας παρακολουθούνται. «Νιώθω ότι έχουμε πέσει σε μαύρη τρύπα», μουρμουρίζω. «Βιάσου κι έλα. Είμαι στο δρομάκι». «Θα σε βρω». Χώνω το κινητό στην τσέπη μου και βλέπω ότι ο Ραλφ είναι ακόμα εκεί που ήταν, αλλά χωρίς την Αμάντα. Τον πλησιάζω, κοιτάζω στο δρομάκι και συνοφρυώνομαι. «Πού είναι η Αμάντα;» «Είπαν ότι μπορούμε να φύγουμε». Δείχνει προς το καφέ και βλέπω την Αμάντα στο πεζοδρόμιο. «Περιμένει να έρθουν να την πάρουν», συνεχίζει ο Ραλφ. «Το δικό μου αμάξι είναι πίσω. Θα με πάει εκεί σε λίγο ο Τζο». «Ποιος είναι ο Τζο;» Σα να με άκουσε, πίσω μου εμφανίζεται ένας ρωμαλέος αστυνομικός. Ο Ραλφ μου τον δείχνει και λέει: «Ο Τζο. Ο ιππότης μου με την αστραφτερή πανοπλία». Το πέτρινο πρόσωπο του άντρα δεν αλλάζει και ο Ραλφ με κοιτά. «Μ ην ανησυχείς, εσύ είσαι ακόμα η σανίδα σωτηρίας μου. Θα έρθεις αύριο;» «Δεν ξέρω. Θα σε πάρω». Μ ε αγκαλιάζει και ψιθυρίζει: «Την Αμάντα έρχεται να την πάρει ο Ράιαν. Νομίζω πως είναι πρόβλημα». Κάνει λίγο πίσω και με κοιτάζει. «Εσύ πήγαινε βρες τον σέξι καλλιτέχνη σου και φύγε από δω». Μ αζί με τον Τζο διασχίζουν το δρομάκι ενώ εγώ περνώ απέναντι για να πάω στην Αμάντα, δυστυχώς όμως πολύ αργά. Μ ε το που φτάνω δίπλα της σταματά μπροστά μας η ασημί BM W του Ράιαν. Στέκομαι μπροστά της και χτυπώ το παράθυρο. Ο Ράιαν το κατεβάζει. «Τι κάνεις;» τον ρωτώ απαιτητικά.


Τα καστανά του μάτια σκληραίνουν αλλά ο τόνος του είναι άνετος. «Χρειάζεται κάποιον να την πάει σπίτι». «Ξέρεις τι εννοώ. Δε φτάνει που είναι νεκρό ένα αθώο κορίτσι;» «Η Ρεμπέκα δεν ήταν αθώα. Ήταν έξυπνη, κοσμογυρισμένη και πεισματάρα». «Κάτι για το οποίο ξέρουμε ότι ο Μ αρκ σε βοήθησε να την τιμωρήσεις, επανειλημμένως». «Ερωτική τιμωρία: ηδονή, Σάρα. Αν δεν το ξέρεις αυτό, τότε ο Κρις κάνει κάτι λάθος». Άντε πάλι επίθεση στον Κρις. Εξοργίζομαι, αλλά σήμερα συγκρατούμαι και δεν τσιμπώ το δόλωμα. «Η Αμάντα είναι μικρή και εντυπωσιάζεται εύκολα. Μ ην την εκμεταλλεύεσαι». «Ας αφήσουμε εκείνη να αποφασίσει τι είναι καλό γι’ αυτή». «Δεν αποφασίζει εκείνη. Είναι υπό την επιρροή σου, και για όλα αποφασίζεις εσύ». «Σου είπα, εγώ δε λειτουργώ έτσι. Πρόσεξε καλά ποιον κατηγορείς και για τι. Ο Μ αρκ δεν μπλέκεται σε τίποτα που να μην έχει τον έλεγχο, ειδικά σε ό,τι αφορούσε τη Ρεμπέκα. Δεν ήμουν εγώ ο Αφέντης της. Σκέψου έξυπνα, Σάρα. Πρόσεχε». Η τελευταία λέξη ακούγεται περισσότερο σαν απειλή αντί προειδοποίηση. Κοιταζόμαστε έντονα, μια πράξη στην οποία έχω κάνει πολλή εξάσκηση σήμερα. Γυρίζω και κοιτάζω την Αμάντα, η οποία έχει τα χέρια χωμένα στο μακρύ, μαύρο παλτό της. Έχει γουρλώσει τα μάτια και είναι χλομή. Μ οιάζει με τρομαγμένο ποντίκι κι εγώ βεβαιώνομαι ακόμα περισσότερο ότι δεν ανήκει στον κόσμο του Ράιαν. «Σάρα;» λέει. Όσο και να προσπαθήσω πιστεύω ότι δε θα ακούσει τίποτα από όσα έχω να πω. Είναι γοητευμένη, και όπως έμαθα καλά από τη


γνωριμία μου με τον Μ άικλ, όταν συμβαίνει αυτό, η λογική πάει περίπατο. Την πλησιάζω και μαλακώνω τη φωνή μου. «Μ ην κάνεις κάτι που δε θες. Εντάξει;» Σμίγει τα φρύδια. «Δε θα κάνω. Ποτέ δε θα έκανα». Μ έχρι να νιώσει τόσο ερωτευμένη που το «ναι» θα είναι η μόνη λέξη που θα ξέρει και θα μετανιώνει το επόμενο πρωί. «Φόρτισε το κινητό σου και πάρε με αν με χρειαστείς, ακόμα και μέσα στη νύχτα». Δίχως να απαντήσει, μπαίνει στο αμάξι και το μόνο που μπορώ να κάνω πλέον είναι να παρακαλώ για την ασφάλειά της. Βλέπω το αμάξι να ξεκινά και καταπολεμώ την επιθυμία μου να τρέξω να το σταματήσω. Γυρνώ να ψάξω τον Κρις και βλέπω τον Μ αρκ να δεσπόζει δίπλα μου, με μάτια να λάμπουν σαν καυτό ατσάλι. Μ ε πιάνει δυνατά από το μπράτσο. «Ελάτε μαζί μου», προστάζει και επιταχύνω το βήμα μου για να τον προλαβαίνω. «Πού πάμε;» Συνεχίζει να περπατά και αμέσως μετά με τραβά στην πόρτα μιας εσοχής. Στην ίδια εσοχή που με είχε τραβήξει κάποτε ο Κρις, πράγμα που κάνει τη στιγμή ακόμα πιο άβολη. Δε θέλω να βρίσκομαι εδώ μαζί του, ή εκείνος να βάλει τις παλάμες του στον τοίχο δίπλα στο κεφάλι μου όπως είχε κάνει ο Κρις, αλλά βρίσκομαι και αυτός το κάνει. Και σίγουρα δε θέλω το σώμα του τόσο κοντά στο δικό μου. «Τι στο διάολο σκεφτόσασταν;» ρωτά απότομα. Μ περδεύομαι. «Τι εννοείς; Μ ε την ντετέκτιβ Μ ίλερ;» «Μ ε τον γαμημένο τον Ράιαν, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Σας είπα ότι θα το χειριστώ εγώ». Απρόκλητα, έρχονται στο μυαλό μου τα λόγια του Ράιαν. Ο Μαρκ δεν μπλέκεται σε τίποτα που να μην έχει τον έλεγχο. Τα


αποδιώχνω. «Η Αμάντα έφευγε μαζί του». «Είπα ότι θα το χειριστώ», επαναλαμβάνει σφιγμένα. «Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι η Άβα εξαφάνισε μόνη της τη Ρεμπέκα; Κάποιος τη βοήθησε. Μ ην προκαλείτε τη μοίρα». Κι άλλο λεπτό νήμα συνεχίζει να υφαίνει το πέπλο του μυστηρίου. «Αν λες ότι πιστεύεις πως ήταν ο Ράιαν, τότε σίγουρα δεν μπορούμε να αφήσουμε την Αμάντα να φύγει μαζί του!» «Αν ήξερα ότι ήταν αυτός, θα ευχόταν να ήταν νεκρός μέχρι να τελείωνα μαζί του. Δεν ξέρω, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Αλλά είπε στην αστυνομία ότι ήξερε πως η Ρεμπέκα είχε επιστρέψει εκείνη τη νύχτα. Και τους είπε ότι η Άβα την έφερε σε μένα». «Ω Θεέ μου. Μ αρκ, εγώ–» «Θα ήταν ζωντανή, γαμώτο, αν η Άβα την είχε φέρει σε μένα». Τολμώ να αγγίξω το μπράτσο του για παρηγοριά. «Το ξέρω». Κοιτά το χέρι μου γι’ αυτό το τραβώ. «Δεν ξέρουμε – αυτό είναι το θέμα», λέει. «Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι έχει εξαφανιστεί». Ξεκολλά από τον τοίχο. «Σας είπα να μείνετε μακριά μου. Αποτυγχάνετε οικτρά. Θα σας διευκολύνω. Από αύριο οργανώστε το προσωπικό να δουλεύει από το σπίτι». Λήγει τη συζήτηση στρίβοντας τη γωνία κι εγώ χάνω την ανάσα μου καθώς βλέπω τον Κρις να εμφανίζεται στην εσοχή.


12

«Τι στο διάολο ήταν αυτό;» ρωτά ο Κρις. Το γεγονός πως δε με αγγίζει δείχνει πόσο νευριασμένος είναι. «Δεν ξέρω. Είναι βόμβα έτοιμη να εκραγεί, Κρις». «Δε με ενδιαφέρει αυτό. Πώς βρέθηκες εδώ μαζί του;» «Μ ε άρπαξε από το μπράτσο και με έσυρε εδώ και για να το αποφύγω θα έπρεπε να κάνω σκηνή μπροστά στην αστυνομία». «Γιατί, Σάρα;» «Νευρίασε επειδή ήρθα σε αντιπαράθεση με τον Ράιαν για την Αμάντα». «Τι εννοείς ήρθες σε αντιπαράθεση;» «Ήρθε να την πάρει και ο τύπος με τρομάζει. Γιατί την κυνηγά τώρα με όλα αυτά που συμβαίνουν; Δεν μπορώ να κάθομαι και να τη βλέπω να πέφτει θύμα αυτού του ανθρώπου». Ο λαιμός μου σφίγγεται. «Δε θέλω να καταλήξει σαν τη Ρεμπέκα. Και παρόλο που ο Μ αρκ με κατσάδιασε ώστε να τον αφήσω να χειριστεί τον Ράιαν, εγώ δεν ηρέμησα. Κάτι δεν πάει καλά με αυτό τον τύπο». «Τι σημαίνει αυτό;» «Είπε στην αστυνομία ότι η Άβα του είπε πως είδε τη Ρεμπέκα τη βραδιά που γύρισε και ότι την πήγε στον Μ αρκ. Ωστόσο, ποτέ δεν το ανέφερε αυτό στον Μ αρκ – παρόλο που έπαιρνε μέρος στο


τρίο. Τι νόημα βγάζει όλο αυτό; Φοβάμαι πως βοήθησε την Άβα να κάνει… ό,τι είναι τέλος πάντων αυτό που της έκαναν. Και τώρα έχει πέσει με τα μούτρα στην Αμάντα». Ο Κρις σφίγγει το σαγόνι. «Ή η Άβα χρησιμοποιεί τον Ράιαν για να έχει άλλοθι». «Μ α αυτός και η Άβα είχαν στενή σχέση με τον Μ αρκ και τη Ρεμπέκα. Ο Ράιαν μπορεί να ζήλευε όπως η Άβα. Μ πορεί να τη βοήθησε να σκοτώσει τη Ρεμπέκα. Ή μπορεί πάλι να το έκανε μόνος του». «Θα πω στον Μ πλέικ να παρακολουθεί την Αμάντα». Μ ε κοιτάζει εξεταστικά, έντονα. «Πίσω στον Μ αρκ τώρα και την εσοχή. Δε μου αρέσει». «Το ξέρω. Ούτε κι εμένα. Και…» διστάζω γιατί ξέρω ότι θα ρίξω λάδι στη φωτιά, αλλά πρέπει να του το πω. «Είχα θεματάκια με τον Μ αρκ σήμερα». «Το ίδιο κι εγώ. Τα δικά μου ξεκινούν από την εσοχή». «Τα δικά μου ξεκινούν από μια αντιπαράθεση στο γραφείο του, όταν ομολόγησε ότι του θυμίζω τη… τη Ρεμπέκα. Λέει πως δεν μπορεί να βρίσκεται γύρω μου. Θέλει να προετοιμάσω το προσωπικό να εργάζεται από το σπίτι ξεκινώντας από μεθαύριο». «Του θυμίζεις τη Ρεμπέκα», επαναλαμβάνει σφιγμένα. «Ναι». Τυλίγω τα χέρια μου γύρω μου. «Δε μου αρέσει αυτό για πολλούς και διάφορους λόγους. Στην πραγματικότητα, με κάνει να νιώθω χάλια». Αποστρέφει το βλέμμα του, τρίβοντας τον αυχένα του και μετά κουνά το κεφάλι και με ξανακοιτά. «Πρέπει να φύγουμε πριν αλλάξουν γνώμη και μας σταματήσουν». «Δε θα πεις τίποτε άλλο για τον Μ αρκ;» «Τι θες να πω, Σάρα; Εγώ τον βοηθώ κι αυτός την πέφτει διαρκώς στη γυναίκα μου. Πρέπει να σκεφτώ και να αποφασίσω τι


στο διάολο θα κάνω μαζί του. Όμως, προς το παρόν, θέλει να μας συναντήσει ο Ντέιβιντ. Θα έρθει και ο Μ πλέικ σε ένα εστιατόριο δίπλα στο τμήμα». «Και οι δημοσιογράφοι;» «Ας ελπίσουμε ότι βρίσκονται όλοι εδώ. Νοίκιασα αυτοκίνητο σε περίπτωση που παρακολουθούν το δικό μας». Το δικό μας. Η λεξούλα αυτή είναι ένας ψίθυρος ανακούφισης. Τον πλησιάζω και τον αγκαλιάζω. «Σ’ αγαπώ». Τυλίγει τα χέρια του στη μέση μου και με τραβά κοντά του. «Κι εγώ σ’ αγαπώ. Αλλά, μωρό μου, όταν ένας άντρας σου λέει να μείνεις μακριά του και σου εξηγεί το γιατί, πρέπει να συμμορφώνεσαι πριν να είναι αργά». Πλέκει τα δάχτυλά του στα δικά μου και αρχίζει να περπατά.

Ο ήλιος που δύει λούζει τα πάντα με μια αχνή λάμψη όταν το νοικιασμένο αυτοκίνητο του Κρις παρκάρει μπροστά στο εστιατόριο. Είμαι γεμάτη ένταση και περιμένω ένα σμήνος δημοσιογράφων να πέσει πάνω μας, πράγμα που τελικά δε συμβαίνει. Ωστόσο, όταν μπαίνουμε στο χλιδάτο μπεργκεράδικο με τους τιρκουάζ πολυέλαιους και τα μαρμάρινα τραπέζια, εξακολουθώ να κοιτάζω γύρω μου για τυχόν κάμερες. «Προσπάθησε να χαλαρώσεις, μωρό μου», μουρμουρίζει ο Κρις καθώς πλησιάζουμε την κοπέλα στην υποδοχή. Τσεκάρει την κράτησή μας και την ακολουθούμε ανάμεσα στα τραπέζια. Ο προορισμός μας, που σίγουρα είναι κατόπιν παραγγελίας, είναι ένας μικρός στρογγυλός χώρος στο τέρμα του εστιατορίου που έχει την πολυτέλεια να κρύβεται πίσω από έναν


τοίχο. Ο Μ πλέικ φορά το μπλε σκούρο μακό με τον λογότυπο της εταιρείας και τα μαύρα, μακριά πιασμένα σε αλογοουρά μαλλιά του τον κάνουν να δείχνει σαν επαναστάτης χωρίς αιτία. Ο Ντέιβιντ, από την άλλη, φορά ένα σκούρο γκρι κοστούμι και το φαλακρό του κεφάλι γυαλίζει κάτω από τα φώτα. Το μόνο κοινό που έχουν αυτή τη στιγμή είναι ότι λειτουργούν σαν σκουπιδοτενεκέδες που κάνουν διαγωνισμό «ποιος θα φάει πιο γρήγορα το ψωμί του». Μ όλις μας βλέπουν να πλησιάζουμε, παρατάνε το ψωμί και σηκώνονται. «Μ η σηκώνεστε», λέει ο Κρις. «Ξέρουμε πόσο λατρεύετε το φαγητό». Ο Μ πλέικ βολεύεται πάλι στην καρέκλα του και μου κλείνει το μάτι. «Νηστικό αρκούδι δε χορεύει», αστειεύεται, καθώς ο Κρις κι εγώ βγάζουμε τα παλτά μας. Ο Ντέιβιντ, που έχει γυρίσει ξανά στο βουτύρωμα του ψωμιού του, προσθέτει: «Καις πολλές θερμίδες όταν είσαι υπολογιστικός μαλάκας. Αλλά η Σάρα το ξέρει ήδη αυτό για μένα». Χαμογελάει. «Τα λέω σωστά, γλύκα;» Κοιτάζοντάς τον βλοσυρά, κάθομαι απέναντι από τον Μ πλέικ, ο οποίος πνίγεται με το ψωμί του. «Συγγνώμη», λέει παίρνοντας το ποτό του. «Οι γυναίκες στην οικογένεια Ουόκερ θα του έκοβαν τα μπαλάκια αν τις αποκαλούσε “γλύκα”». Δείχνει τον Ντέιβιντ. «Νομίζω πως προκαλεί τη μοίρα του». Ο Κρις κάθεται και περνά το χέρι του γύρω από τον ώμο μου. «Την προκαλεί. Και για να σε προειδοποιήσω, Ντέιβιντ, η Σάρα κόντεψε να σου αδειάσει στο κεφάλι μια κανάτα μπίρα την προηγούμενη φορά που την αποκάλεσες έτσι». «Κόκα κόλα καλύτερα», λέει ο Μ πλέικ. «Κολλάει περισσότερο. Ρώτα τη γυναίκα μου. Κάποτε άδειασε μια ολόκληρη στο κεφάλι


του αδερφού μου Ρόις». Γελάω. «Γιατί;» «Νομίζω πως της είπε ότι το όπλο του ήταν μεγαλύτερο από το δικό της». Ξεκαρδιζόμαστε. «Σ’ ευχαριστώ πολύ, Μ πλέικ. Το χρειαζόμασταν λίγο γέλιο». Εμφανίζεται η σερβιτόρα και παραγγέλνουμε στα γρήγορα γιατί ο Ντέιβιντ έχει περιορισμένο χρόνο. «Λοιπόν», λέει μόλις φεύγει η σερβιτόρα. «Τι έγινε σήμερα που πρέπει να ξέρω; Εκτός από το ένταλμα που ήταν αναμενόμενο». Περνώντας κατευθείαν στο θέμα που έχω στο μυαλό μου, λέω: «Ο Ράιαν είπε στην αστυνομία ότι η Άβα του είπε πως πήγε τη Ρεμπέκα στον Μ αρκ, τη νύχτα που εκείνη επέστρεψε». Ο Ντέιβιντ ρουθουνίζει. «Μ ου είπε, του είπα; Αυτό είναι χαλασμένο τηλέφωνο και ποτέ δεν ευσταθεί». «Εκτός αυτού», προσθέτει ο Μ πλέικ, «ο Μ αρκ ποτέ δε μίλησε στον Ράιαν, την Άβα ή τη Ρεμπέκα τη νύχτα που επέστρεψε η Ρεμπέκα. Έχω τα τηλεφωνικά αρχεία που το αποδεικνύουν. Και οι ημερομηνίες είναι επίσης σωστές. Εκείνος ήρθε από Νέα Υόρκη έξι ώρες μετά την άφιξη της Ρεμπέκα. Έλεγξα τη βάση δεδομένων της εταιρείας ασφάλειας του Μ αρκ και είδα το βίντεο. Μ ε βάση τους χρόνους, από το αεροδρόμιο πήγε απευθείας σπίτι και ούτε ήταν κανείς μαζί του, ούτε κανείς τον επισκέφτηκε. Συμπέρασμα; Η Άβα δεν πήγε τη Ρεμπέκα στον Μ αρκ εκείνη τη νύχτα. Και, πιστέψτε με, αφού το ξέρω εγώ, το ξέρει και η αστυνομία». «Μ ετάφραση;» προσθέτει ο Ντέιβιντ. «Η Άβα είναι μια σκύλα ψεύτρα. Αλλά αυτό το ξέραμε ήδη». «Και ο Ράιαν;» ρωτάω. «Μ ίλησε με την Άβα τη βραδιά που επέστρεψε η Ρεμπέκα;» «Ναι», απαντά ο Μ πλέικ. «Ήταν μια κλήση δέκα λεπτών και


ξαναλέω, αφού το ξέρω εγώ, το ξέρει και η αστυνομία. Το βίντεο της ασφάλειας του διαμερίσματός του δείχνει ότι εκείνη την ώρα ήταν σπίτι. Έφυγε κανονικά το πρωί όπως πάντα, εννέα ώρες αργότερα». «Μ α μπορεί να του είπε ότι πήγε τη Ρεμπέκα στον Μ αρκ», συνεχίζω. «Μ πορεί να του είπε και ότι απλώς έψηνε μηλόπιτες», λέει ο Ντέιβιντ. «Δεν υπάρχει καταγραφή της κλήσης. Ίσως με αυτό τον τρόπο θέλησε να καλύψει το τομάρι της σε περίπτωση που την έπιαναν». «Αυτό ακριβώς που είπα κι εγώ όταν το άκουσα», μου θυμίζει ο Κρις. «Το ξέρω», λέω. «Απλώς έχω κακό προαίσθημα για τον Ράιαν». «Η αστυνομία τον παρακολουθεί», με διαβεβαιώνει ο Ντέιβιντ. «Και με τις ημερομηνίες ταξιδιών της Ρεμπέκα;» ρωτάει ο Κρις. «Κανένα νέο;» «Χρησιμοποιούν αυτές τις βλακείες για να σας εκφοβίσουν ώστε να μιλήσετε», απαντά ο Μ πλέικ. «Τα κάναμε κάτι τέτοια κατά κόρον όταν ήμουν στο σώμα. Η Ρεμπέκα χρησιμοποίησε το κινητό της την ημέρα που ξέρουμε ότι επέστρεψε στην πόλη, και από τότε δεν το έχει χρησιμοποιήσει ξανά. Δε δίνει σήμα αλλά αυτό είναι αναμενόμενο, αν λάβουμε υπόψη πόσο καιρό είναι εξαφανισμένη». Αυτό είναι σαν γροθιά στο στομάχι. Σε κανέναν δεν έλειψε και οργίζομαι με τον Μ αρκ που άφησε τον εγωισμό του να μπει στη μέση. Την ξέγραψε, ενδίδοντας στο τυπικό παιχνίδι της άρνησης. Αφού δεν υπήρχε εκείνη, δεν υπήρχε και η απόρριψή της. «Και για να είμαστε σχολαστικοί», προσθέτει ο Μ πλέικ, «ρώτησα και τον φίλο της με τον οποίο ταξίδευε πριν επιστρέψει. Δεν είχε άλλο κινητό από αυτό που γνωρίζουμε. Τουλάχιστον από


όσο ήξερε εκείνος». «Τον είχα ξεχάσει αυτόν», λέω, κοιτάζοντας τον Ντέιβιντ. «Κάνουν έρευνα γι’ αυτόν;» «Για όλους κάνουν», λέει, «αλλά η ντετέκτιβ Μ ίλερ λέει ότι τον έχουν αποκλείσει από ύποπτο». «Η Ρεμπέκα επέστρεψε στο Σαν Φρανσίσκο», λέει ο Μ πλέικ. «Εκείνος όχι. Αυτό είναι ισχυρό άλλοθι». «Και ο προηγούμενος φίλος για τον οποίο έγραφε κατά καιρούς η Ρεμπέκα;» ρωτάω. «Τον γνώρισε σε ένα μπαρ και αυτός είχε πάθει ψύχωση μαζί της». «Έφυγε από την πολιτεία πριν εξαφανιστεί η Ρεμπέκα», απαντά ο Μ πλέικ, που προφανώς έχει απάντηση στα πάντα. «Τίποτε από όλ’ αυτά δεν αποδεικνύει ότι τη σκότωσε η Άβα», λέω, και το άγχος μου που θα βγει από τη φυλακή γίνεται όλο και μεγαλύτερο. «Υπάρχει περίπτωση οι παράλογες κατηγορίες της Άβα να πείσουν τον δικαστή και τους ενόρκους να παραβλέψουν τους τέσσερις μάρτυρες της επίθεσης εναντίον μου;» «Δε θα αφήσω να συμβεί κάτι τέτοιο», απαντά ο Ντέιβιντ, προσπαθώντας να με καθησυχάσει, όμως αποτυγχάνει. «Άρα μπορεί να συμβεί», τον προκαλώ. «Δεν έχω χάσει ποτέ υπόθεση», είναι η απάντησή του. «Αποφεύγεις την ερώτηση, και αυτό δε με κάνει να νιώθω καλύτερα». «Χτίζουμε μια υπόθεση γύρω της», λέει ο Μ πλέικ. «Κομμάτι κομμάτι, θα ενώσουμε το παζλ». «Έχω ωστόσο και κάποια καλά νέα», προσθέτει ο Ντέιβιντ. «Ο Τίγρης κι εγώ επιτέλους διευθετήσαμε ένα σημαντικό θέμα. Έχει περιορίσει την κατάσταση με το κλαμπ, τουλάχιστον προς το παρόν. Ο Μ αρκ συμφώνησε να μας δώσει τη λίστα των μελών με τον όρο να μη δημοσιοποιηθεί ποτέ».


Ο Κρις γέρνει, ακουμπώντας το χέρι του στο τραπέζι. «Και αυτά γιατί είναι καλά νέα;» Ο τόνος της φωνής του μου δείχνει ότι δεν αδιαφορεί και τόσο για την υπερβολική έκθεση του κλαμπ. «Δεν μπορεί το δικαστήριο να διατάξει την προσκόμιση της λίστας;» «Ναι», συμφωνεί ο Ντέιβιντ, «αλλά η αστυνομία έχει ό,τι χρειάζεται, η πιθανότητα να το παρατραβήξει τόσο πολύ είναι μικρή. Κι εδώ είναι το καλύτερο: η λίστα περιλαμβάνει υψηλά ιστάμενους δικαστές και επιχειρηματίες, πολλοί από τους οποίους είναι πολιτικοί χορηγοί. Και οι δωρητές εκστρατειών προστατεύονται, συχνά προς μεγάλη σύγχυση των οργάνων της τάξης». «Αυτή είναι η γαμημένη αλήθεια», λέει ο Μ πλέικ. «Αυτά είναι καλά νέα, Κρις», του λέει ο Ντέιβιντ. «Αυτό μας διαβεβαιώνει ότι δε θα υπάρξουν περιπολικά και εντάλματα για το κλαμπ στο εγγύς μέλλον». «Πώς είμαστε σίγουροι ότι η Άβα δε θα διαρρεύσει αυτές τις πληροφορίες, αν δεν το έχει ήδη κάνει;» ρωτάει ο Κρις. «Ω, θα το κάνει», απαντά ο Ντέιβιντ. «Αλλά ο Μ αρκ έχει για βιτρίνα το Μ πέι Σίτι Κλαμπ Πούρων. Οι δημοσιογράφοι θα δυσκολευτούν πολύ να βρουν την αλήθεια». Γυρνώ στον Κρις. «Κλαμπ Πούρων; Χάθηκα τώρα. Ιδέα δεν είχα». «Δε μου φάνηκε σχετικό από τη στιγμή που ούτως ή άλλως δεν είμαστε μπλεγμένοι», εξηγεί και μετά κοιτά πάλι τον Ντέιβιντ. «Όμως το χρήμα είναι δύναμη. Αν η Άβα μιλήσει για το κλαμπ, ο Τύπος θα ψάξει να βρει κάποιον που να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της. Και αν η τιμή είναι δελεαστική θα βρουν αυτόν τον κάποιον, ακόμα κι αν η ιστορία είναι ψευδής. Εγώ είμαι πρόθυμος να σφαγιαστώ από τον Τύπο, αλλά πολλοί δε θα


επιβιώσουν όπως εγώ». «Καταλαβαίνω», λέει ο Ντέιβιντ, «και νομίζω πως βασική μας ανησυχία τώρα είναι η δίκη και το ότι μπορεί να υπάρξουν μέλη του κλαμπ που, μετά από εκβιασμό, θα καταθέσουν προς όφελος της Άβα. Γι’ αυτό ο χρόνος είναι σημαντικός. Θα τη βάλουμε σε πραγματική φυλακή, όπου θα νιώσει την πραγματική τιμωρία και όχι σε πολυτελές νοσοκομείο. Και τότε θα είναι πρόθυμη να δεχτεί συμφωνία». «Συμφωνία», λέω ανέκφραστα. «Τι είδους συμφωνία;» «Αυτό δεν έχει σημασία», λέει ο Μ πλέικ. «Θα αποδείξω ότι σκότωσε τη Ρεμπέκα πριν χρειαστεί να γίνει αυτό». «Μ ε άλλα λόγια, η συμφωνία δε θα είναι και καμιά ιδιαίτερη τιμωρία», λέω. Ο Ντέιβιντ τρίβει το κεφάλι του και σκύβει μπροστά. «Πίστεψέ με. Είμαι πολύ καλός στη δουλειά μου. Αν δεν μπορείς να εμπιστευτείς εμένα, εμπιστεύσου τον Κρις. Έχει λόγο που με επέλεξε». «Είναι κόπανος, αλλά είναι ο δικός μας κόπανος, μωρό μου», λέει ο Κρις, επαναλαμβάνοντας τα λόγια μου. «Ακριβώς», λέει ο Ντέιβιντ. «Ο εισαγγελέας έχει κίνητρο να βάλει τον φόνο στο τραπέζι. Από αύριο που θα αποσύρουν αυτή την κατηγορία, δε θα έχουν μία, αλλά, στην ουσία, δύο αγνοούμενες και καμία εξήγηση. Το τόνισα και αυτό, πιστέψτε με. Όσο περισσότερη πίεση νιώθουν, τόσο καλύτερα κάνουν τη δουλειά τους». Καταπίνω το οξύ που μου προκαλεί η φράση «δύο αγνοούμενες». «Ή θα βρουν εξιλαστήριο θύμα. Η ντετέκτιβ Μ ίλερ πήγε να με παγιδεύσει σήμερα στην γκαλερί. Είπε πως το κοινό σημείο ανάμεσα στη Ρεμπέκα και την Έλα είναι η αποθήκη κι εγώ».


«Αυτό είναι γελοίο», λέει ο Μ πλέικ. «Σοβαρά, Σάρα. Το άλλοθί σου είναι ακλόνητο. Απλώς φοβούνται τίτλους εφημερίδων “κατά συρροήν δολοφόνος παραμένει ελεύθερος”. Τέτοιου είδους μαλακίες κάνουν τους αστυνομικούς να κρύβονται κάτω από το κρεβάτι». Ο Ντέιβιντ σκύβει και χαμηλώνει τη φωνή του. «Ουδέν σχόλιο – αυτή θα είναι η απάντησή σου στα πάντα. Επαναλαμβάνω, Σάρα: Σταμάτα, γαμώτο, να τους μιλάς δίχως να είμαι εγώ παρών. Αυτή παίζει με το κεφάλι σου και σε δοκιμάζει για να δει πώς θα χειριστείς την υπόθεση κατά τη δίκη». Δύο σερβιτόρες εμφανίζονται και αρχίζουν να μοιράζουν το φαγητό μας. Ο Κρις αναδεύεται στη θέση του, γέρνει στο τραπέζι και στρέφει την πλάτη στους άλλους, γυρνώντας προς εμένα. Μ ε κοιτάζει εξεταστικά για λίγο, τα μάτια του μαλακώνουν με ό,τι είναι αυτό που βλέπει και με χαϊδεύει στο μάγουλο. «Πάρε βαθιές ανάσες, μωρό μου». «Προσπαθώ». «Δεν υπάρχει κατά συρροήν δολοφόνος. Η Άβα δε γνώριζε την Έλα». «Και αν φοβόταν κάτι που μπορεί να υπήρχε στα ημερολόγια και τη σκότωσε για να τα πάρει;» «Ξέρουμε ότι η Έλα ήταν στο Παρίσι. Δεν έχει σχέση με όλο αυτό». Έχει δίκιο. «Αυτό που με τσαντίζει είναι ότι όλοι έχουν τη δική τους ατζέντα. Μ ε κάνει να νιώθω εντελώς εκτός ελέγχου». «Γι’ αυτό προσλαμβάνουμε κατάλληλους ανθρώπους που εμπιστευόμαστε». «Συγγνώμη», λέει κάποιος και κοιτάζω πάνω από τον ώμο μου και βλέπω τη σερβιτόρα που κρατά τη σαλάτα μου. «Και ο εν διαστάσει σύζυγος της Άβα;» ρωτάω μόλις


απομακρύνεται η κοπέλα. «Δεν είναι πιθανός ύποπτος», λέει ο Μ πλέικ, «και το βασίζω αυτό στην ξανθιά φιλενάδα του, που μοιάζει να απορροφά όλο του τον χρόνο. Επίσης έχει ένα μπαρ στο Ουάρφ, όπου εργαζόταν τη νύχτα που επέστρεψε η Ρεμπέκα». «Μ α αυτό είναι τέλειο», λέω. «Κι αν η Άβα την πήγε εκεί; Έχει καμιά βάρκα αυτός;» Ο Μ πλέικ βουτά μια τηγανητή πατάτα στο κέτσαπ. «Δεν έχει βάρκα». «Όμως μπορεί να γνωρίζει ανθρώπους που έχουν, σωστά; Στην προβλήτα δουλεύει». «Η Σάρα πιστεύει ότι η Ρεμπέκα βρίσκεται στον πάτο του ωκεανού», λέει απαλά ο Κρις, σφίγγοντας το πόδι μου. Τα καστανά μάτια του Μ πλέικ συναντούν τα δικά μου. «Επειδή έβλεπε τους εφιάλτες». Δεν είναι ερώτηση και το στομάχι μου δένεται κόμπος που καταλαβαίνω ότι έχει διαβάσει τα αποσπάσματα όπως και πολύς άλλος κόσμος. Του γνέφω κοφτά. «Είναι σαν να είχε προαίσθημα για τον θάνατό της». Τα μάτια του Μ πλέικ λάμπουν φευγαλέα, λες και αυτό τον επηρεάζει με κάποιο τρόπο, ωστόσο είναι δύσκολο να μην επηρεαστεί κανείς διαβάζοντας αυτά τα ημερολόγια. «Έχω περιέργεια και για τον πατέρα της. Εντόπισα έναν παλιό φίλο της μητέρας της που ορκίζεται ότι ο πατέρας της είναι ο Κένεθ Μ πέργκεντι. Ο Μ πέργκεντι είναι μεγαλοεπενδυτής ακινήτων και έχει σχέσεις με τη μαφία». Κοιτάζω τον Κρις. «Ο Νέβιλ», ψιθυρίζω. «Έχει κι αυτός σχέσεις με τη μαφία». «Στη Γαλλία», μου υπενθυμίζει ο Κρις. Ο Μ πλέικ χτυπά το τραπέζι για να μου τραβήξει την προσοχή.


«Καμία σχέση. Περίμενα αυτή την αντίδραση γι’ αυτό δε σου το είπα. Ήμουν σίγουρος πως θα έβγαζες δικά σου συμπεράσματα». Νιώθω την ένταση να γραπώνεται στο κορμί μου. «Κατά συρροήν δολοφόνοι, μαφιόζοι και δύο άτομα που συνδέονται μαζί μου αγνοούνται». Η φωνή μου προδίδει την ένταση που νιώθω. «Γιατί να βγάλω συμπεράσματα;» Ξαφνικά νιώθω απίστευτη κλειστοφοβία και σηκώνομαι. «Σάρα–» Σκύβω και φιλώ τον Κρις. «Συγγνώμη – καλά είμαι. Θέλω απλώς ένα λεπτό μόνη μου». «Είσαι σίγουρη;» Βλέπω την ανησυχία στα μάτια του και επαναλαμβάνω: «Σιγουρότατη». Δίχως να έχει πειστεί, λέει απρόθυμα: «Κάνε γρήγορα». Ακολουθώ το σήμα για τις τουαλέτες, μπαίνω μέσα και γέρνω πάνω στην κλειστή πόρτα. Μ ου είναι αδύνατο να σκεφτώ λογικά έτσι που πνίγομαι από ακανόνιστες ανάσες. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Ποτέ δεν ξεσπώ στους άλλους. Και ο Ντέιβιντ πρέπει να φύγει σύντομα, γι’ αυτό δεν μπορώ να μείνω εδώ μέσα πολύ, αλλά… Ποιον κοροϊδεύω; Ξέρω πολύ καλά τι συμβαίνει. Συσσωρεύεται εδώ και καιρό και απλώς δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Ξεκίνησε πάλι στο Παρίσι, λίγο μετά την επίθεση της Άβα. Και είναι ο λόγος που κατέληξα πάνω από τον σκουπιδοτενεκέ στο γραφείο της Ρεμπέκα. Έχει επιστρέψει το συναίσθημα που ένιωθα σποραδικά για έξι μήνες μετά την επίθεση του Μ άικλ. Σηκώνω το πρόσωπο στο ταβάνι, προσπαθώ να εισπνεύσω αργά και αφήνω την ανάσα μου. Δε θέλω να ξαναγυρίσω εδώ. Δεν μπορώ να ξαναγυρίσω εδώ. Ντρέπομαι για την αδυναμία μου. Ντρέπομαι;


Εισπνέω συνειδητοποιώντας ότι αυτά τα συναισθήματα έχουν έναν σκοπό πέρα από εμένα – έναν σημαντικό σκοπό. Αυτό νιώθει ο Κρις στην ανάγκη του για το μαστίγιο και γι’ αυτό προσπαθεί να το κρύψει από μένα όταν το κάνει. Δεν είναι ότι φοβάται τι μπορεί να μου προκαλέσει: είναι ντροπή. Βαθιά χαραγμένη στην ψυχή του. Πώς θα καταφέρω να τον πείσω ότι είμαι αρκετά δυνατή για να διαχειριστώ αυτό το κομμάτι του, αν δεν είμαι αρκετά δυνατή για να διαχειριστώ τον εαυτό μου; Ένα χτύπημα ακούγεται στην πόρτα και αναπηδώ. «Γαμώτο», ψιθυρίζω, γραπώνοντας τον πάγκο. Πρέπει να συνέλθω. Πρέπει να γυρίσω στο τραπέζι και θα γυρίσω συγκροτημένη. Πρέπει. Για μένα και για τον Κρις, τη Ρεμπέκα και την Έλα. Δε θα ενδώσω στις κρίσεις πανικού. Αρνούμαι. Μ όλις βγάλω την αποψινή βραδιά, θα ανακαλύψω το κίνητρό μου και θα είμαι πάλι μια χαρά. Όπως ήμουν τα τελευταία δύο χρόνια. Γεμάτη αποφασιστικότητα, ανοίγω διάπλατα την πόρτα και μένω άφωνη από το σοκ. Απ’ έξω στέκεται ο Ρίκο Άλβαρες.


13

«Α, μπέλα». Η προφορά του Ρίκο είναι βαριά, το κομψό πουκάμισο και το μαύρο παντελόνι του κολλαριστά. Τα έντονα, αριστοκρατικά χαρακτηριστικά του και το ζεστό σταρένιο δέρμα του είναι τόσο οικεία και εντυπωσιακά όσο τα θυμάμαι, αλλά, αντίθετα με τις προηγούμενες συναντήσεις μας, δε χαίρομαι με την επίσκεψη ούτε νιώθω ασφαλής με την παρουσία του. «Τι κάνεις εδώ;» «Πρέπει να μιλήσουμε». Προχωρά, έχοντας σαφώς πρόθεση να με γυρίσει πίσω στις γυναικείες τουαλέτες. «Όχι». Βγαίνω στον διάδρομο και κλείνω απότομα την πόρτα πίσω μου. «Αν θες να μιλήσουμε, μίλα εδώ». Το καθάριο άρωμα της κολόνιας του με κάνει να συνειδητοποιώ το πόσο κοντά βρισκόμαστε ο ένας στον άλλον. Τα γαλάζια του μάτια στενεύουν, και περνούν αρκετά δευτερόλεπτα πριν κάνει πίσω για να μου δώσει χώρο. «Μ ε φοβάσαι. Απίστευτο, από τη στιγμή που είμαι εδώ για να σε προειδοποιήσω, να σε προστατέψω». «Μ ε ακολούθησες ως εδώ», τον κατηγορώ. «Δεν νιώθω προστατευμένη. Νιώθω ότι με παρακολουθούν». «Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να σου μιλήσω χωρίς την


παρουσία σωματοφυλάκων. Δεν περίμενα ότι θα επέστρεφες στην γκαλερί. Δεν είναι ασφαλές. Πρέπει να μείνεις μακριά από τον Μ αρκ». «Δεν είναι ο Μ αρκ το πρόβλημα». «Είσαι ίδια με τη Ρεμπέκα, τόσο τυφλή στο κακό που κουβαλά αυτός ο άντρας. Δεν έκανα αυτό για το οποίο κατηγορούμαι, ούτε και η Μ έρι. Γιατί να κάνω κάτι τέτοιο; Είμαι ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος». «Γιατί τον μισείς». «Ναι. Τον μισώ. Ξέρω ότι πλήγωσε τη Ρεμπέκα και τον πίεζα σε κάθε ευκαιρία που έβρισκα. Τον φόβισα και γι’ αυτό μου την έστησε». Κουνάω το κεφάλι μου, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του. «Τότε γιατί να συμπεριλάβει τη Μ έρι και να κηλιδώσει το όνομα της οικογενειακής του επιχείρησης; Δε θα το έκανε αυτό». «Είχα ζητήσει από τη Μ έρι να με βοηθήσει, όπως ζήτησα κι από σένα. Μ άλλον ο Μ αρκ το έμαθε. Άκουσέ με, μπέλα. Είναι επικίνδυνος. Σκότωσε τη Ρεμπέκα. Το ξέρω πως τη σκότωσε». «Η Άβα ομολόγησε πως σκότωσε εκείνη τη Ρεμπέκα». «Είναι τόσο ένοχη όσο εσύ και η Ρεμπέκα που παγιδευτήκατε στη γοητεία του Μ αρκ. Πήρε πάνω της το έγκλημα για να σώσει τον Μ αρκ, αλλά ευτυχώς λογικεύτηκε. Πρόκειται να καταστραφεί. Πρόσεχε μην καταστραφείς κι εσύ μαζί του». «Σου είπε η Άβα κάτι τέτοιο;» «Εγώ σου το λέω. Μ είνε μακριά από αυτόν και την γκαλερί. Μ ην αγνοήσεις την προειδοποίησή μου. Κόντεψες να σκοτωθείς μία φορά. Μ ην προκαλείς τη μοίρα». Απομακρύνεται προς την πίσω έξοδο κι εγώ μένω να τον κοιτώ, αποσβολωμένη, μην ξέροντας τι να κάνω. «Σάρα».


Γυρνώ στη φωνή του Κρις και πέφτω στην αγκαλιά του. Μ ε κρατά σφιχτά και νιώθω ασφάλεια και σιγουριά ακριβώς τη στιγμή που η γη τρέμει κάτω από τα πόδια μου. «Τι τρέχει;» ρωτά ανήσυχος. «Συνέβη κάτι;» «Ο Ρίκο. Ήταν εδώ. Μ ας ακολούθησε. Βγήκα από το μπάνιο και–» «Σε πείραξε;» «Όχι». Κουνάω το κεφάλι μου. «Μ ε–» «Πού είναι;» «Έφυγε από την πίσω πόρτα. Κρις, λέει πως ο Μ αρκ παγίδεψε αυτόν και τη Μ έρι γιατί προσπαθούσαν να αποδείξουν πως σκότωσε τη Ρεμπέκα. Είπε πως ο Μ αρκ ανάγκασε την Άβα να ομολογήσει και» –ξεροκαταπίνω– «μου είπε να μείνω μακριά από τον Μ αρκ. Είπε ότι είναι επικίνδυνος. Ήξερε για την επίθεση εναντίον μου και είπε πως δε θα ήθελε να με δει να παθαίνω κακό». «Η επίθεση εναντίον σου δεν έχει γίνει γνωστή στο κοινό. Αυτό σημαίνει πως μίλησε με την Άβα. Γαμώτο. Θα πληρώσει την εγγύησή της». Κλείνει το κεφάλι μου στα χέρια του. «Είσαι καλά;» «Ναι», λέω και είναι αλήθεια. Έτσι λειτουργούν οι ανόητες κρίσεις πανικού μου. Δεν είναι λογικές ούτε προβλέψιμες, και ούτε και όσα κάνει ο Ρίκο είναι. «Δεν ξέρω αν με προειδοποιούσε ή με απειλούσε». Σφίγγει το σαγόνι του και πλέκει τα δάχτυλά του στα δικά μου. «Έλα. Πάμε να φύγουμε από δω». Είναι ακριβώς αυτό που θέλω να ακούσω και τον ακολουθώ δίχως δεύτερη σκέψη. Αν προηγουμένως φοβόμουν μη δω κανέναν δημοσιογράφο, τώρα φοβάμαι δέκα φορές περισσότερο μη δω μπροστά μου πάλι τον Ρίκο. Ο Μ πλέικ και ο Ντέιβιντ μάλλον κατάλαβαν ότι κάτι συμβαίνει γιατί πετάγονται όρθιοι πριν


φτάσουμε στο τραπέζι. «Τι συνέβη;» ρωτά ο Μ πλέικ καθώς ο Κρις με βοηθά να φορέσω το παλτό μου. Ο Κρις αρπάζει το μπουφάν του και το φορά, ενώ συγχρόνως τους εξιστορεί τα γεγονότα. «Παίρνω τη Σάρα από εδώ και θα προειδοποιήσω τον Μ αρκ στην περίπτωση που ο Ρίκο πηγαίνει σε κείνον». Ο Ντέιβιντ γνέφει. «Θα ενημερώσω και τον Τίγρη». «Θα σας συνοδεύσω έξω», λέει ο Μ πλέικ. «Αφήστε με να ελέγξω πρώτα τον δρόμο πριν βγείτε», συμπληρώνει και φεύγει. «Δε νιώθω πολύ άνετα με τόσους αγνώστους εδώ», λέει ο Κρις στον Ντέιβιντ. «Θα μείνουμε στην πόλη μέχρι τη δίκη, αλλά μετά θα πάω τη Σάρα στους νονούς μου στη Σονόμα, μακριά από όλα αυτά. Θέλω να βεβαιωθείς ότι δε θα μας εμποδίσει κανείς, όπως θέλω επίσης να βγουν περιοριστικά μέτρα για τον Ρίκο, την Άβα και τη Μ έρι. Θέλω επίσης άδεια να πάω τη Σάρα στο Παρίσι όσο θα περιμένουμε για τη δίκη. Και θέλω όλα αυτά να γίνουν χθες, ώστε να προγραμματίσουμε τα σχέδιά μας». «Δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα». «Τότε καλά θα κάνεις να βεβαιωθείς ότι δε θα αφήσουν την Άβα ελεύθερη. Κι αν αυτό σημαίνει ότι αύριο πρέπει να έρθουμε να καταθέσουμε, τότε θα το κάνουμε». Αυτό είναι κάτι που δεν περίμενα, αλλά είναι λιγότερο τρομακτικό από την Άβα ελεύθερη. «Θα κάνω ό,τι χρειαστεί», λέω. «Δε σας θέλουν εκεί», λέει ο Ντέιβιντ, «αλλά πάω αυτή τη στιγμή στο τμήμα. Θα ακυρώσω το επόμενο ραντεβού μου και θα βγάλω μια άκρη απ’ όλα αυτά». «Πάρε με», λέει απότομα ο Κρις, πιάνοντας το χέρι μου και προχωρώντας προς την πόρτα, ενώ ταυτόχρονα βγάζει το κινητό


του. Στην πόρτα, λίγο πιο πέρα από τον κόσμο, σταματάμε και ακούω τη συνομιλία του με τον Μ αρκ. «Εμφανίστηκε ο Ρίκο στο εστιατόριο και στρίμωξε τη Σάρα. Η Άβα τον έπεισε ότι εσύ την ανάγκασες να ομολογήσει. Θα της πληρώσει την εγγύηση». Μ ένει σιωπηλός για λίγο και με κοιτά. «Είναι ταραγμένη, αλλά καλά. Άκου, φίλε. Να προσέχεις. Το ότι ήρθε εδώ απόψε δείχνει ότι έχει ξεφύγει και δε θα εκπλαγώ αν έρθει και σε σένα». Ακούει για λίγο. «Δεν είμαι σίγουρος ακόμα. Θα σε ενημερώσω». Μ όλις κλείνει, ρωτάω: «Δεν είσαι σίγουρος για τι;» «Αν θες να πας στην γκαλερί αύριο, ή αν θα έπρεπε να πας». «Πρέπει να πάμε στη δίκη αύριο, Κρις. Αν δεν πάμε, φοβάμαι πως θα γίνουν διάφορα και δε θα ξέρουμε τι μας γίνεται». Ο Μ πλέικ έρχεται μέσα και ο Κρις τυλίγει το χέρι του στον λαιμό μου. «Θα το συζητήσουμε στο σπίτι». Το σπίτι με τον Κρις είναι το καταφύγιο που χρειάζομαι αυτή τη στιγμή και γέρνω πάνω του, απολαμβάνοντας το δυνατό κορμί του πάνω στο δικό μου. «Ο Ρίκο έφευγε από το πάρκινγκ ακριβώς την ώρα που έβγαινα», λέει ο Μ πλέικ. «Δε φαίνεται να υπάρχει άλλο πρόβλημα. Ο οδηγός σάς περιμένει στην είσοδο». Βγαίνουμε από το κτίριο με τον Μ πλέικ να μας προστατεύει και κάθομαι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Ο Μ πλέικ λέει στον Κρις: «Θα σας ακολουθήσω μέχρι το διαμέρισμα και θα πω στον Τζέικομπ να σας περιμένει. Θα εντοπίσουμε τον Ρίκο και τη Μ έρι και θα βάλω ανθρώπους να τους παρακολουθούν». Ο Κρις μπαίνει στο αυτοκίνητο και με τραβά πάνω του, σαν να με θέλει κοντά του, με κρατά παραπάνω από σφιχτά ή ίσως όχι αρκετά σφιχτά. Αυτή τη στιγμή, δε νομίζω πως μπορεί να με


κρατήσει όσο σφιχτά θα ήθελα. Η διαδρομή κυλά μέσα στη σιωπή. Μ ε τους δημοσιογράφους να καραδοκούν παντού δεν τολμάμε να μιλήσουμε μπροστά στον οδηγό, και αυτό το αποπνικτικό συναίσθημα που είχα στο μπάνιο επιστρέφει κατά κύματα. Προφανώς οφείλεται στην επίσκεψη του Ρίκο. Τα άκρα στα οποία μπορεί να φτάσει για να καταστρέψει τον Μ αρκ μοιάζουν τρομακτικά με αυτά στα οποία θα έφτανε η Άβα για να σκοτώσει τη Ρεμπέκα. Πίστευα πως ο Ρίκο ήταν αλαζόνας αλλά παρεξηγημένος, περισσότερο προστάτης παρά επιθετικός, όπως είχε περιγράψει η Ρεμπέκα στα ημερολόγιά της, αλλά τώρα δεν είμαι και τόσο σίγουρη. Δεν είχα την Άβα ικανή για φόνο, όμως το έκανε. Ούτε και τον Μ άικλ, παρά το ότι ήταν κάθαρμα, είχα ικανό για όσα μου έκανε. Μ έχρι να σταματήσει το αμάξι στο σπίτι νιώθω ότι πνίγομαι από όλα τα «αν» και ανυπομονώ να βρω διαφυγή. Ο Τζέικομπ μας υποδέχεται μόλις βγαίνουμε και τον ακολουθούμε στην αριστερή είσοδο του κτιρίου, μακριά από τα αδιάκριτα αυτιά και μάτια. «Ο Ρίκο βρίσκεται σπίτι του», μας λέει, «κι έχουμε βάλει να τον παρακολουθούν». Ανακούφιση με πλημμυρίζει. «Ευτυχώς», μουρμουρίζω. «Και η Μ έρι;» ρωτά ο Κρις. Δε μου είχε περάσει καν από το μυαλό ότι αποτελεί πιθανό κίνδυνο. Απόδειξη ότι δε σκέφτομαι καθόλου καθαρά. «Η Μ έρι μένει με τους γονείς της», απαντά ο Τζέικομπ. «Επιβεβαιώσαμε ότι είναι εκεί αυτή τη στιγμή και βάλαμε επίσης άνθρωπο να την παρακολουθεί. Πρέπει να ομολογήσω ότι ξαφνιάστηκα με το γεγονός πως ο Ρίκο τα έκανε πλακάκια με την Άβα. Νόμιζα ότι είχε αισθήματα για τη Ρεμπέκα». «Μ ισεί τον Μ αρκ», λέω. «Κι έτσι εύκολα πιστεύει την Άβα όταν του λέει πως ο Μ αρκ σκότωσε τη Ρεμπέκα και πως ύστερα


την απείλησε και την ανάγκασε να ομολογήσει ψέματα». Ο Τζέικομπ μοιάζει να το σκέφτεται για λίγο. «Χμμμ». «Ναι», απαντά ο Κρις. «Το ίδιο είπα κι εγώ». Τους κοιτάζω. «Τι σημαίνει αυτό;» «Κατά τη γνώμη μου», λέει ο Κρις, «δε μας τα λέει καλά ο Ρίκο». «Ακριβώς το ίδιο πιστεύω κι εγώ», συμφωνεί ο Τζέικομπ, «και μου έρχονται στο μυαλό διάφορα σενάρια. Η εμμονή του Ρίκο για τη Ρεμπέκα έφτανε στα όρια της παράνοιας. Ίσως σκότωσε αυτός τη Ρεμπέκα πάνω σε κρίση ζήλιας». Μ ένω άφωνη από το σοκ. «Ο Ρίκο; Όχι. Δεν υπάρχει σενάριο που να λέει ότι ο Ρίκο σκοτώνει τη Ρεμπέκα και η Άβα ομολογεί. Είναι παράλογο». «Δε χρειάζεται να είναι λογικό», λέει ο Κρις. «Η Άβα είναι μια τρελή σκύλα κι αν οι γιατροί που την εξέτασαν δεν το είδαν αυτό, είναι τόσο ηλίθιοι όσο αυτή τρελή». Κουνάω το κεφάλι μου. «Όχι. Ο Ρίκο δε βγάζει νόημα. Απλώς δε βγάζει. Ο Ράιαν λέει ότι του τηλεφώνησε η Άβα τη νύχτα που επέστρεψε η Ρεμπέκα και τα τηλεφωνικά αρχεία το επιβεβαιώνουν αυτό». «Ο Ρίκο προσπάθησε να καταστρέψει τον Μ αρκ και τη Σαγήνη», διαφωνεί ο Κρις, «και το έκανε με κίνδυνο της ελευθερίας και της επιτυχίας του. Δεν υποτιμώ το τι είναι ικανός να κάνει». Έχει δίκιο. Παραβλέπω ακριβώς αυτό που σκεφτόμουν στη διαδρομή για το σπίτι. Ο Ρίκο υποφέρει από την ίδια παράλογη ζήλια με την Άβα. Όλο αυτό το σενάριο είναι τρελό. Το μόνο που ήθελε η Ρεμπέκα ήταν να κυνηγήσει τα όνειρά της και να αγαπηθεί όπως αγαπούσε. Θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια για το τι της συνέβη; Θα είμαστε ξανά ποτέ πραγματικά ασφαλείς; Νιώθω σαν


να στεκόμαστε στο κέντρο μιας κόλασης και το έδαφος στα πόδια μας είναι απλώς μια αυταπάτη. Ο Κρις βάζει το χέρι του στην πλάτη μου κι εγώ γέρνω πάνω του, στη ζεστασιά, στην ασφάλεια που μου εμπνέει. «Μ ε τη Σάρα θα πάμε πάνω», λέει. «Πάρε με αν έχεις νεότερα». «Χρειάζεστε οτιδήποτε τώρα;» ρωτά ο Τζέικομπ. Ξεσπώ. «Τη Ρεμπέκα ζωντανή και όλο αυτό να αποδειχτεί μια μεγάλη παρεξήγηση». Ο Τζέικομπ γουρλώνει τα μάτια κι εγώ κοκκινίζω. Αρχίζω να το χάνω πάλι. Κάνω μεταβολή και προχωρώ προς την πόρτα, με την ένταση να σκαρφαλώνει από τα πόδια μου προς το κεφάλι σε κάθε μου βήμα. Κατρακυλώ τον λόφο στον οποίο είχα καταφέρει επιτέλους να ανέβω. Δεν είμαι τόσο αδύναμη. Όχι πια. Αυτό ήταν στο παρελθόν, ήταν ο παλιός εαυτός μου. Το παρελθόν. Το παρελθόν. Το παρελθόν. Θα το σταματήσω. Απλώς χρειάζομαι χώρο. Πρέπει να σκεφτώ τα κίνητρά μου. Χρειάζομαι… χώρο. Ο Κρις κάτι μουρμουρίζει στον Τζέικομπ και μετά με προφταίνει καθώς μπαίνω στο λόμπι. «Σάρα», λέει απαλά, προτρέποντάς με να τον κοιτάξω, και η δύναμή του είναι τόσο ισχυρή που δεν μπορώ να αντισταθώ. Αλλά η ανάγκη μου να κρύψω τα σκορπισμένα μου συναισθήματα νικά. Ο Κρις δε με θέλει έτσι. Ούτε εγώ με θέλω έτσι. «Κύριε Μ έριτ. Κυρία Μ ακΜ ίλαν». Η φωνή ανήκει σε έναν άγνωστο άντρα με κοστούμι και ακουστικό που στέκεται στη ρεσεψιόν. Καταλαβαίνω πως είναι ο αντικαταστάτης του Τζέικομπ. Είμαι αχαρακτήριστα αγενής έτσι που προχωρώ προς το ασανσέρ δίχως να του ρίξω ούτε μία ματιά. Ευτυχώς, ο Κρις


σταματά να χαιρετήσει τον άνθρωπο, δίνοντάς μου λίγο χρόνο να συγκροτηθώ. Φτάνω στο ασανσέρ και πατώ το κουμπί. Όταν οι πόρτες δεν ανοίγουν αμέσως ξαναπατώ το κουμπί, εκνευρισμένη με το τρέμουλο του χεριού μου. Γιατί δεν μπορώ να είμαι σαν τους ανθρώποους που κρύβουν αυτό που αισθάνονται; Κάποιος που δεν τρέμει σαν ψάρι; Κάποιος που δεν– Οι πόρτες ανοίγουν και διακόπτουν τις σκέψεις μου. Μ παίνω στο ασανσέρ και πατώ το κουμπί για να κρατήσω τις πόρτες, χάνοντας την ευκαιρία να συγκροτηθώ. Ο Κρις μπαίνει μαζί μου, συρρικνώνοντας τον χώρο με την πληθωρική παρουσία του και ορκίζομαι ότι δεν μπορώ πλέον να αναπνεύσω. Έρχεται κοντά μου, με σκεπάζει με το αδιανόητα υπέροχο κορμί του. Κοιτάζει τον πίνακα και πατά τον κωδικό του ορόφου μας και δείχνει απόλυτα ερωτικός με τις ξανθές τούφες να πέφτουν ακατάστατες στο μάγουλό του. Προσπαθώντας να αποδιώξω το αναπάντεχο κύμα επιθυμίας, χαμηλώνω το βλέμμα πριν παρασυρθώ και τον αγγίξω. Μ ου φαίνεται απίστευτο το ότι θέλω να φύγω από αυτόν τον άντρα ενώ ταυτόχρονα θέλω και να τον φιλήσω, αλλά ξέρω ότι αυτή θα είναι η πιο μεγάλη διαδρομή με ασανσέρ της ζωής μου. Τα δάχτυλά του τυλίγονται γύρω από τη μέση μου, κτητικά και ζεστά, στέλνοντας βέλη επίγνωσης σε όλο το κορμί μου. Βάζει την παλάμη του χαμηλά στη μέση μου και με κολλά πάνω του. Το χέρι μου ακουμπά στο στέρνο του, στο σημείο πάνω από την καρδιά που έχει γίνει το δικό μου σημείο. Δε θέλω να το χάσω αυτό, ούτε εμάς, ούτε αυτόν. «Μ ίλα μου, μωρό μου», λέει απαλά, και σταλάζουν αργά και βαθιά μέσα μου αυτά τα λόγια. Θέλω να του πω τι νιώθω, αλλά ξέρω ότι, αν τον αγαπώ, δεν μπορώ να το κάνω. Όχι από τη στιγμή που θέλω να


αντικαταστήσω το μαστίγιο. Και το θέλω. Το θέλω αυτό για εκείνον και για μας. Τον αγαπώ υπερβολικά για να τον αφήσω να δει την Άμπερ σε μένα. Ήδη τρέμει αυτή την πιθανότητα. Ότι θα επέτρεπα στο μαστίγιο να νικήσει. Ο Κρις με πιάνει από τα μάγουλα, με αναγκάζει να τον κοιτάξω και η τρυφερότητα στα μάτια του θα μπορούσε να λιώσει πάγο. «Μ ίλα μου», λέει πάλι, αυτή τη φορά σαν να προστάζει ευγενικά. «Όχι τώρα». Είναι μια ικεσία που έρχεται από τα βάθη της ψυχής μου. «Αν με αγαπάς, όχι τώρα». Τα πράσινα μάτια του στενεύουν, σκληραίνουν. «Αν; Από πού ήρθε αυτή η λέξη;» «Συγγνώμη… εγώ…» «Σάρα…» Του πιάνω τους καρπούς. «Πρέπει… Κρις, πρέπει να σκεφτώ». «Σκέψου μαζί μου. Μ ίλα μου, Σάρα». «Όχι». Το λέω πριν προλάβω να σταματήσω, απότομα, όπως μίλησα και στο τραπέζι νωρίτερα, και ξέρω ότι θα τον κάνω σίγουρα να καταλάβει ότι αυτή τη στιγμή δεν πάω καλά. «Όχι;» «Κρις». Πιέζω το στήθος του. «Πρέπει να με αφήσεις λίγο να ξεκαθαρίσω τα πράγματα». «Να ξεκαθαρίσεις ποια πράγματα;» «Δεν ξέρω. Πρέπει–» Οι πόρτες ανοίγουν και κάνω να βγω. Αντί να ξεφύγω, καταλήγω πάνω στον ώμο του και με κουβαλά στο διαμέρισμα. Βάζω τα χέρια στο πρόσωπό μου και το αίμα που ανεβαίνει στο κεφάλι μου με δυσκολεύει ακόμα περισσότερο να σκεφτώ, το χέρι του στον πισινό μου το κάνει δε αδύνατο. Δεν μπορώ να το κάνω τώρα. Δεν ξέρω πώς θα αντιδράσω. Δεν ξέρω ποια θα είμαι. Μ ε αφήνει όρθια στην άκρη του κρεβατιού, με την πλάτη μου


προς εκείνον και ανάβει το φως, που με λούζει με μια αχνή, πορτοκαλιά λάμψη. «Ό,τι κι αν είναι αυτό», λέει, κατεβάζοντας το παλτό μου και κρατώντας το στους καρπούς μου, «θα το κάνουμε να εξαφανιστεί». Παίρνω μια τρεμάμενη ανάσα και τον αφήνω να μου βγάλει το παλτό. «Δεν μπορείς να λες ότι θα το κάνεις και να γίνεται. Δεν είναι τόσο εύκολο». Μ ε κλείνει στη δυνατή αγκαλιά του, χώνει το πρόσωπό του στα μαλλιά μου, εισπνέει το άρωμα από τον λαιμό μου, και η δική του υπέροχη μυρωδιά με τυλίγει και με μεθά. «Δεν είπα ότι θα ήταν εύκολο». Το χέρι του χαϊδεύει τη μέση μου και τραβά την μπλούζα από τη φούστα μου. «Είπα απλώς ότι θα το αντιμετωπίσουμε μαζί». Οι παλάμες του γλιστρούν κάτω από το μετάξι, βρίσκουν το γυμνό μου δέρμα, και το άγγιγμά του είναι σαν υγρή φωτιά στις φλέβες μου. Οι αισθήσεις κυλούν μέσα μου και συγκρούονται με τα συναισθήματα. Κλείνω τα μάτια σφιχτά για να κρύψω αυτό που νιώθω, λες και ο Κρις μπορεί να δει το πρόσωπό μου, αλλά δεν μπορεί και ξέρω ότι αυτό θέλει. Ο τρόπος που ενστικτωδώς ξέρει τι χρειάζομαι είναι ταυτόχρονα τελειότητα και παγίδα. Θα ήταν τόσο εύκολο να του πω τι συμβαίνει μέσα μου, αλλά και τόσο κοντόφθαλμο και εγωιστικό. Θα ένιωθα καλύτερα, αλλά θα έκλεβα τη δυνατότητά του να νιώθει ελεύθερος με μένα και τελικά θα μετέτρεπα τον εαυτό μου σε υποχρέωσή του. Μ ε ακόμα μια βαθιά ανάσα, γυρνώ στον Κρις, και κάνω αυτό που θα έκανα νωρίτερα αν σκεφτόμουν καθαρά. Σταματώ να προσπαθώ να κρυφτώ από τον άντρα μέσα στον οποίο θέλω να χαθώ, και αναζητώ το είδος της διαφυγής που μόνο αυτός μπορεί να μου δώσει. Τυλίγοντας τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό του, ομολογώ όσα τολμώ. «Δεν ξέρω γιατί αφήνω να με επηρεάζουν όλα όσα γίνονται τον τελευταίο καιρό. Μ άλλον σκέφτομαι


υπερβολικά πολύ». «Σκέφτεσαι υπερβολικά πολύ», επαναλαμβάνει και δεν είναι ερώτηση. Είναι αμφιβολία, και η αμφιβολία, όπως τα μυστικά, είναι δηλητήριο. «Σε ξέρω. Κάτι δε μου λες, και περιμένω περισσότερα από σένα». «Ξέρω ότι ανησυχείς και θες να με προστατέψεις, Κρις. Έτσι είσαι και σ’ αγαπώ γι’ αυτό, αλλά, σε παρακαλώ, μην προσπαθείς να μπεις στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή, όταν εγώ θέλω να βγω από αυτό. Είμαι στα όριά μου, και το μόνο “παραπάνω” που θέλω είναι το είδος του “παραπάνω” που μόνο εσύ μπορείς να μου δώσεις. Θέλω το μέρος που μου δίνεις, το οποίο δεν αφήνει χώρο για τίποτα εκτός από σένα. Το χρειάζομαι αυτό. Χρειάζομαι εσένα». «Ωστόσο εμένα προσπαθείς να αποφύγεις». «Όχι εσένα, Κρις. Εμένα. Το μυαλό μου κοντεύει να καεί. Ανησυχώ για αύριο. Ανησυχώ για την Έλα και την Αμάντα και…» πιέζω τις παλάμες μου στο πρόσωπό του. «Γάμησέ με, Κρις. Έχω ανάγκη να με γαμήσεις». Η απάντησή του είναι σιωπή, και νιώθω τη βαθιά, αργή αναπνοή του, την ήρεμη σκέψη του που με κάνει να μετρώ βασανιστικά τα δευτερόλεπτα. Γέρνει πίσω και με κοιτάζει στα μάτια. «Δε θα πιάσει». «Γιατί όχι;» ρωτάω. Η φωνή του είναι τραχιά σαν γυαλόχαρτο. «Θα ήταν τόσο εύκολο για μένα να σε δέσω στο κρεβάτι και να σε γαμήσω με κάθε τρόπο, αλλά αυτό δε θα με αποσπούσε από το να σου κάνω ερωτήσεις, όπως ίσως νομίζεις. Θα γινόταν το εργαλείο για να πάρω απαντήσεις που δε θες να μου δώσεις». «Ακόμα κι αν δεν είναι αυτό που θέλω;» «Δε θα μπορέσω να συγκρατηθώ. Γιατί την τελευταία φορά που


είδα αυτό το βλέμμα στα μάτια σου ήταν εξαιτίας του Μ άικλ». Απότομα, με απομακρύνει. «Αλλά δε θα σε πιέσω να μου πεις τι τρέχει, όσο κι αν με τρελαίνει αυτή τη στιγμή. Αυτό θα με έκανε το ίδιο μ’ εκείνον. Αλλά να είμαι σαφής, Σάρα: Αν θες να σε εμπιστεύομαι και να σου δείχνω τα πάντα, θα πρέπει να με εμπιστεύεσαι κι εσύ». Βγαίνει από το υπνοδωμάτιο, αφήνοντάς με να τον κοιτώ.


14

Κοιτάζω αποσβολωμένη την πόρτα από την οποία βγήκε ο Κρις. Ξέρει ότι ακόμα με επηρεάζει ο Μ άικλ. Ούτε εγώ δεν το ήξερα. Πώς το ξέρει εκείνος; Ίσως και να το ήξερα, αλλά να μην ήθελα να το παραδεχτώ – και αυτό είναι ένα λάθος που ο Κρις δεν κάνει. Αποδέχεται τις πληγές του. Πολλές φορές μου έχει πει ότι ο τρόπος που ζει ο Μ αρκ είναι επικίνδυνος, πείθοντας τον εαυτό του ότι ο απόλυτος έλεγχος στους πάντες και τα πάντα με κάποιον τρόπο σβήνει το παρελθόν του. Ο Κρις το αποκαλεί επερχόμενη σύγκρουση. Κι έχει δίκιο. Βλέπω τον Μ αρκ να καταρρέει, κομμάτια του να σκορπίζονται, να θρυμματίζονται σαν γυαλί στο έδαφος που νομίζει γερό κάτω από τα πόδια του, αλλά ακόμα κι αυτό είναι ασταθές. Ίσως η ικανότητα του Μ αρκ να ζει με τη μάσκα του σωστού να είναι αυτό που με τραβά σ’ εκείνον, μια και είμαι κι εγώ ένοχη γι’ αυτό. Έτσι επιβίωσα από τον Μ άικλ και ποτέ δε ζήλεψα την ικανότητα του Κρις να γνωρίζει τον εαυτό του όσο εγώ τώρα. Βγάζω τα παπούτσια μου και μπαίνω στο μπάνιο να γδυθώ, ανυπόμονη να του εξηγήσω τα πάντα, ώστε να μην πιστέψει ότι το αποψινό αποτελεί έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του. Σκέφτομαι να εμφανιστώ στο στούντιό του γυμνή, με κάθε τρόπο


εκτεθειμένη, για να τονίσω αυτό που θέλω. Αλλά η διάθεσή του αλλάζει με ταχύτητα φωτός, κι εγώ πρέπει να ακολουθώ με τον σωστό ρυθμό. Αποφασίζω να κινηθώ με προσοχή και φοράω μια μακριά, μεταξωτή ροζ ρόμπα. Ξυπόλυτη και γεμάτη αγωνία διασχίζω βιαστικά το διαμέρισμα προς τον μακρύ διάδρομο. Η πόρτα του στούντιο είναι μια χαραμάδα ανοιχτή αλλά τα φώτα είναι σβηστά και επικρατεί σιωπή, ενώ στον Κρις αρέσει συνήθως να ακούει μουσική. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, αλλά αλλάζω την απόφασή μου να κινηθώ προσεκτικά. Εξάλλου αυτό με έβαλε σε μπελάδες εξαρχής. Μ ε τον Κρις είναι όλα ή τίποτα. Έτσι ήταν πάντα. Πρέπει να του το δείξω αυτό, να τον κάνω να καταλάβει ότι δε συγκρατούμαι. Βγάζω τη ρόμπα και μπαίνω στο στούντιο. Ο Κρις στέκεται στο κέντρο, ξυπόλυτος, δίχως μπλούζα και το γεμάτο μελάνι δέρμα του και το γραμμωμένο στήθος του ξεχειλίζουν αρρενωπότητα. Είναι λουσμένος στις σκιές, τα χαρακτηριστικά του πασπαλισμένα με αστερόσκονη, τα ξανθά του μαλλιά ανακατεμένα και ατημέλητα, και σχεδόν τον βλέπω να περνά μέσα τους τα δάχτυλά του συγχυσμένος. Εξαιτίας μου. Στην προσπάθειά μου να τον προστατέψω, τον έκανα ράκος. Περιμένω να πει ή να κάνει κάτι, μα δεν κάνει τίποτα, και αργά συνειδητοποιώ τι βρίσκεται δίπλα του: ο πίνακας με εμένα γυμνή, καθισμένη σε αυτό το πάτωμα, με τα χέρια και τα πόδια δεμένα. Είναι ένα σημάδι ότι περίμενε να τον ακολουθήσω και, δίχως αμφιβολία, μια προειδοποίηση και υπόσχεση για το τι έχει σχεδιάσει. Το βλέμμα του σαρώνει το κορμί μου, αργά και νωχελικά, και μετά στέκεται στο πρόσωπό μου. «Βλέπω ήρθες ντυμένη για την περίσταση. Έλα εδώ». Δε διστάζω στιγμή. Ποτέ δεν το κάνω όταν ο Κρις προβάλει την αυταρχική πλευρά του. Τα πόδια μου διασχίζουν γρήγορα το


δωμάτιο. Θέλω να του δείξω ότι ανυπομονώ. Και όντως έτσι είναι. Όσο πιο σύντομα με αγγίξει και τον αγγίξω, τόσο πιο σύντομα θα μπορέσω να αναπνεύσω. «Σταμάτα», προστάζει όταν φτάνω στο κέντρο του δωματίου. Σταματώ και διανύει την απόσταση που μας χωρίζει γεμάτος χάρη και αυτοπεποίθηση. Ο άντρας μου, ο άντρας που δε θέλω να χάσω. Σταματά μπροστά μου και μπορώ να μυρίσω το γήινο, υπέροχο άρωμά του που έχει καταλήξει να μου θυμίζει κυριαρχία, δύναμη και σπίτι. Τα πράσινα μάτια του συναντούν προκλητικά τα δικά μου. «Μ ε το να έρχεσαι γυμνή είναι σαν να ζητάς να σε γαμήσω, Σάρα». «Ναι», λέω απαλά. «Σε παρακαλώ». «Θυμάσαι τι σου είπα ότι σημαίνει για μένα ο πίνακας;» «Είπες ότι έχει σχέση με την εμπιστοσύνη». «Ακριβώς. Σου είπα επίσης ότι αν σε γαμήσω απόψε, θα σε κάνω να μου πεις γιατί πήγες να ξεφύγεις από μένα». «Το ξέρω». «Ωστόσο, άλλαξα γνώμη. Θες να γαμηθείς, θα σε γαμήσω. Αλλά δε θέλω αυτό που δε θες να μου δώσεις οικειοθελώς». «Τα πάντα, Κρις. Σου δίνω όλο μου το είναι, και σου το δίνω οικειοθελώς». «Κι ωστόσο υπάρχει φόβος στα μάτια σου, κι αντί να μου λες το γιατί, εσύ τρέχεις μακριά. Ξέρεις πόσο πολύ με τρελαίνει αυτό, ή ποιος φαντάζομαι πως είναι ο λόγος;» «Δεν ήθελα να σε ανησυχήσω». Αγκαλιάζω τον εαυτό μου για να μην απλώσω τα χέρια μου πάνω του. Λαχταρώ να τον αγγίξω απελπισμένα, αλλά αισθάνομαι την έντασή του, το ότι αυτή τη στιγμή θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο. Το καταλαβαίνω. Το έχω ζήσει και μου δίνει την ελευθερία να αφήνομαι. Και αυτό ακριβώς πρέπει να κάνω τώρα. Να αφεθώ και να του μιλήσω.


«Πριν εμφανιστεί ο Ρίκο στο εστιατόριο, έπαθα κρίση πανικού. Δεν ξέρω γιατί. Χώθηκα στο μπάνιο για να συνέλθω. Δε νιώθω ο εαυτός μου από την επίθεση της Άβα και μετά. Νομίζω πως το ξέρεις αυτό». «Και δεν μπορούσες απλώς να μου το πεις; Έτρεξες μακριά, Σάρα». «Όχι, δεν το έκανα. Αυτό δεν καταλαβαίνεις – ή δε σου δίνω να καταλάβεις. Προσπαθούσα να βεβαιωθώ ότι δε θα τρέξεις εσύ». «Μ ωρό μου, δεν τρέχω. Δεν το έχω κάνει ποτέ». «Όμως έχεις προσπαθήσει να κάνεις εμένα να τρέξω πολλές φορές. Είναι το ίδιο πράγμα, Κρις. Επιτέλους, με αφήνεις να μπω στα σκοτεινά μέρη του εαυτού σου. Επιτέλους, πιστεύω ότι μπορώ να νικήσω το μαστίγιο, αλλά βλέπω τις στιγμές που φοβάσαι ότι θα δω το κομμάτι σου που αυτό ελέγχει. Δε θέλω να με απομακρύνεις επειδή πιστεύεις ότι είμαι σαν την Άμπερ». Μ ε τραβά κοντά του. «Δεν είσαι η Άμπερ. Ποτέ δε θα είσαι σαν αυτή». Του πιάνω τον καρπό. «Ξέρω ότι θες να με προστατέψεις, και γι’ αυτό σ’ αγαπώ περισσότερο από όσο φαντάζεσαι». «Πολύ εύκολα όμως βρήκες τρόπο να με απομακρύνεις απόψε. Η εμπιστοσύνη δεν είναι απλή υπόθεση. Πρέπει κανείς να θέλει να φανεί πόσο ευάλωτος και εκτεθειμένος είναι». «Κι εγώ θέλω να το κάνω αυτό. Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ τώρα». Κοιτάζει εξεταστικά το πρόσωπό μου, και δεν ξέρω τι ψάχνει, τι χρειάζεται, ή τι βρίσκει. Μ ε αφήνει απότομα. «Τέντωσε τα χέρια και ένωσε τα δάχτυλά σου». Συνειδητοποιώ ότι πρόκειται να κατανοήσω πλήρως τον πίνακα που ζωγράφισε με μένα και η έξαψη κυλά σαν παλιρροϊκό κύμα σε όλο το κορμί μου. Μ ου στέλνει ένα μήνυμα. Ότι δε συγκρατείται. Η εξομολόγησή μου, όσο ατελής κι αν ήταν, δεν άλλαξε τίποτα.


Του προσφέρω τα χέρια μου και συνειδητοποιώ τώρα περισσότερο από ποτέ τη γύμνια μου και τα στήθη μου που πιέζονται μεταξύ τους. Ο Κρις βάζει το χέρι στην κωλότσεπη και βγάζει μια κολλητική ταινία με την οποία δένει τους καρπούς μου. Ύστερα, μου λυγίζει τους αγκώνες και πιέζει τους καρπούς μου στο στήθος μου, έχοντας τα δάχτυλά του πάνω στα δεσμά. Έχει μεταμορφωθεί στον σκοτεινό Κρις, τον αυταρχικό Αφέντη που δε δείχνει συναισθήματα. Τον Κρις που με ερεθίζει με τρόπους που δε θα φανταζόμουν ποτέ από κανέναν. «Κάθισε κάτω», προστάζει, και ο τρόπος που δείχνει τέτοια δύναμη με μόνο έναν μικρό ψίθυρο κάνει το κορμί μου να φλέγεται. Ο λαιμός μου έχει στεγνώσει και η καρδιά μου χτυπά τόσο δυνατά, που σίγουρα ο Κρις την ακούει. Κάθομαι κι εκείνος γονατίζει για να με βοηθήσει ώστε να μην πέσω με τα χέρια έτσι δεμένα. «Στο πάτωμα», μουρμουρίζει, σπρώχνοντάς με απαλά ώστε τα γυμνά μου οπίσθια να καθίσουν στο δάπεδο. Μ ου λυγίζει τα γόνατα στο στήθος και τα πέλματά μου λίγο ανοιχτά ώστε να στηρίζω το σώμα μου. Χαμηλώνει τις μακριές του βλεφαρίδες, μισοφέγγαρα πάνω στα μάγουλά του και καταλαβαίνω ότι παλεύει με αυτό που μόλις πέρασε ανάμεσά μας. Ξέρει ότι θέλω να δω πως δε συγκρατείται, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με μένα. Νομίζω πως κι εκείνος το έχει ανάγκη, Να του δείξω κι εγώ πόσο τον εμπιστεύομαι, όχι μόνο να το πω. Ο Κρις μου δένει τους αστραγάλους και πετά την ταινία πίσω του. Νιώθω κάθε νεύρο μου τόσο ζωντανό, που ο θόρυβος που κάνει η ταινία όταν πέφτει στο πάτωμα μοιάζει με βροντή που σείει όλο το δωμάτιο, μαζί και το κορμί μου. Βάζει τα χέρια του στα γόνατά μου και το άγγιγμα απλώνεται ακτινωτά παντού πάνω μου,


ξυπνώντας νευρικές απολήξεις στα πιο βαθιά και λησμονημένα σημεία μου. Νιώθω αυτό τον άντρα παντού, τον θέλω παντού. Σαν να καταλαβαίνει όμως τι νιώθω, και θέλει να με βασανίσει, απομακρύνεται. Τρέμω από την παγωνιά που αφήνει πίσω του. Θα με βασανίσει, θα με κάνει να τον περιμένω. Θα με κάνει να τον ικετεύσω. Σηκώνεται, δεσπόζει από πάνω μου, κι εγώ σηκώνω το βλέμμα και τον κοιτάζω, προσπαθώ να τον διαβάσω, και η αναμονή αυτού που πρόκειται να συμβεί με μουδιάζει ολόκληρη. Κι έτσι πρέπει. Το βλέπω στα μάτια του και θυμάμαι τα λόγια του όταν είδα για πρώτη φορά τον πίνακα. Έχει σχέση με την εμπιστοσύνη. Το είδος της εμπιστοσύνης που θέλω από σένα και δεν έχω δικαίωμα να ζητήσω. Θα με πιέσει. Θα με πάει σε μέρη άβολα. Κάπου που ίσως δε θέλω να πάω, μα θα το κάνω. Μ ε τον Κρις, θα το κάνω. Έρχεται από πίσω μου και μου δείχνει ένα κόκκινο μεταξωτό ύφασμα, απόδειξη ότι έχω υποθέσει σωστά. Σκοπεύει να φτάσει την εμπιστοσύνη σε εντελώς νέο επίπεδο. «Σου έχουν δέσει ποτέ τα μάτια;» «Όχι». «Έχεις καμία αντίρρηση;» ρωτάει. Το στομάχι μου κάνει τρελό χορό και οι ρώγες μου σκληραίνουν τόσο που πονάνε. «Ναι. Δηλαδή όχι. Δεν έχω αντίρρηση». Χαμηλώνει το κεφάλι, η καυτή του ανάσα χαϊδεύει το μάγουλό μου. «Θα μπορούσα να σου κάνω οτιδήποτε αυτή τη στιγμή και δε θα ήσουν σε θέση να με σταματήσεις». «Δε θέλω να σε σταματήσω». «Οτιδήποτε, Σάρα», τονίζει. «Σε εμπιστεύομαι, Κρις», λέω, με φωνή ξέπνοη, την οποία είναι πολύ παρατηρητικός για να μην προσέξει. Ξέρει πόσο με επηρεάζει


και αυτό είναι μέρος της δύναμής του. «Στηρίξου στους αγκώνες σου», προστάζει. Γέρνω μπροστά κι εκείνος ακουμπά απαλά το μάγουλό του στο δικό μου και λέει: «Δε θα σε χτυπήσω». Μ ε ελευθερώνει κι εγώ καψαλίζομαι με τη βεβαιότητα ότι αυτό δεν το είπε για να με καθησυχάσει. Το είπε για να με κάνει να αναρωτιέμαι τι τελικά θα μου κάνει. Μ ε δοκιμάζει, κάτι το οποίο ήλπιζα να είχαμε ξεπεράσει, αλλά εγώ φταίω που ήρθαμε πάλι σε αυτή τη θέση. Ίσως να μη φύγαμε ποτέ. Στην πραγματικότητα, δε θα έχουμε φύγει μέχρι τη μέρα που θα επιλέξει εμένα αντί το μαστίγιο. Γέρνω μπροστά και στηρίζω το βάρος μου στους αγκώνες μου, με αποτέλεσμα τα οπίσθιά μου να ορθώνονται. Αν αυτό δεν είναι εκτεθειμένη και ευάλωτη θέση, τότε δεν ξέρω τι είναι. Δε με αγγίζει, αλλά νιώθω το καυτό του βλέμμα και ακούω το θρόισμα του παντελονιού του καθώς σηκώνεται και τα βήματα των ξυπόλυτων ποδιών του καθώς διασχίζει το δωμάτιο. Μ έσα στη σιωπή και ανίκανη να βλέπω, τα νεύρα μου τσιτώνονται σε κάθε ήχο. Ακούω τα βήματα του Κρις καθώς πλησιάζει πάλι αλλά και πάλι μου κόβεται η ανάσα όταν τον νιώθω δίπλα μου και το χέρι του τυλίγεται στη μέση μου. Το άγγιγμα μου προκαλεί φωτιά κι εκείνος μου σηκώνει το σώμα και τοποθετεί τους αγκώνες μου σε ένα μαξιλαράκι, το οποίο βάζει και κάτω από το κορμί μου. Αυτό το κομμάτι του Κρις πραγματικά με τρελαίνει. Ο άντρας που αποτελεί την απόλυτη αντίφαση για τον εαυτό του, που μου δίνει ξυλιές, αλλά και που ανησυχεί για το παραμικρό μου πρόβλημα. Ο άντρας που μπορεί να με προστάζει, αλλά ρωτά πώς νιώθω για τα πάντα. Δεν ξέρω πώς πετυχαίνει αυτή τη λεπτή ισορροπία, αλλά είναι ο λόγος που όχι μόνο δέχομαι να μου δένει μάτια και χέρια γυμνή, αλλά το κάνω και χωρίς να φοβάμαι. Ακάλεστα, λιμνάζουν μέσα μου συναισθήματα. Στο τέλος της


σχέσης μου με τον Μ άικλ, και μόνο η σκέψη ότι θα με άγγιζε μου προκαλούσε ναυτία. Ωστόσο, να που βρίσκομαι με τον Κρις – και αυτό είναι ένα από τα πολλά που πρέπει να του πω πριν τελειώσει η βραδιά. Ακούγεται ένας ήχος που προσπαθώ να αναγνωρίσω αλλά δεν τα καταφέρνω. Ξέρω ότι ο Κρις είναι πίσω μου, ακούω τους θορύβους που κάνει, και ξαφνικά σοκάρομαι από ένα υγρό που στάζει στην πλάτη μου. Μ ου κόβεται η ανάσα από το κρύο υλικό αλλά μετά χαλαρώνω όταν ο Κρις αρχίζει να το αλείφει στο δέρμα μου. Λάδι. Δεν έχω ιδέα πού θα καταλήξει όλο αυτό ή τι ακριβώς σχεδιάζει, ούτε μπορώ να σκεφτώ καθαρά έτσι που με αγγίζει, έτσι που με χαϊδεύει παντού στα πλευρά και τον πισινό. Επαναλαμβάνει διαρκώς την ίδια αισθησιακή κίνηση. Ξανά και ξανά. Σταδιακά, οι μύες μου χαλαρώνουν, η ένταση γλιστρά από πάνω μου και βυθίζομαι στις αισθήσεις που μου δημιουργεί, οι ρώγες μου πάλλονται, το φύλο μου σφίγγεται στην ανάγκη να τον νιώσω μέσα μου. Η ηδονή εκτοξεύεται ακόμα περισσότερο όταν ρίχνει κι άλλο υγρό πάνω μου, αλλά αυτή τη φορά είναι ζεστό, σχεδόν καυτό και πιο παχύρρευστο. Πολύ πιο παχύρρευστο. Ύστερα, κάτι απίστευτα παγωμένο αντικαθιστά τη ζεστασιά καθώς ο Κρις τρίβει ένα παγάκι σε όλο μου το δέρμα. «Κρύο». «Τι είναι;» ρωτά επιτακτικά. «Πάγος. Είναι πάγος». Ξανά το καυτό υγρό πάνω μου. «Και τώρα;» ρωτάει. «Είναι ζεστό». Ρίχνει κι άλλο και τότε καταλαβαίνω τι είναι. «Κερί». Απαντά με ένα χάδι με το παγάκι και ύστερα με περισσότερο κερί. Ακούω τον εαυτό μου που ασθμαίνει. Όχι. Βογκά. Δεν ξέρω


τι είδους ήχοι είναι αυτοί που βγάζω. Οι αισθήσεις είναι αμέτρητες, συμβαίνουν πολλά ταυτόχρονα. Έχω αποπροσανατολιστεί. Έχω ερεθιστεί και το δέρμα μου είναι παντού μουδιασμένο. Θέλω να σταματήσει. Θέλω να συνεχίσει αλλά σταματά απότομα, δίχως προειδοποίηση ή εξήγηση. Και μετά τίποτα. Δε συμβαίνει τίποτα. Ακινησία στο κορμί μου και στο δωμάτιο. Κανένας ήχος. Καμία κίνηση. Ούτε ζέστη ούτε κρύο. Μ όνο ο πόνος μέσα μου που θέλω απελπισμένα να γεμίσει. Τα λεπτά περνούν και η καρδιά μου αρχίζει πάλι να χτυπά δυνατά, άγρια, τόσο άγρια. Θέλω να κάνει κάτι, οτιδήποτε, και πάνω που λέω πως θα χάσω το μυαλό μου και θα ουρλιάξω από ανυπομονησία, λάδι καλύπτει την πλάτη μου. Τα χέρια του κινούνται ρυθμικά πάνω στο δέρμα μου, τα νεύρα μου ουρλιάζουν από τον αισθησιακό πόνο καθώς λιώνει το κερί. Κι αυτό συνεχίζεται για ώρα, και νιώθω ότι η πλάτη μου δεν αντέχει άλλο όταν επιτέλους τα χέρια του με χαϊδεύουν χαμηλότερα, στους γοφούς, στα οπίσθια. Χωρίς να βιάζεται, επιμένει στα σημεία, με αγγίζει, με μαλάζει. Μ ε ερεθίζει. Ξέροντας ότι δεν πρόκειται να ακολουθήσουν ξυλιές, η ένταση που δεν ήξερα ότι είχα μέσα μου γλιστρά και φεύγει. Σαν να περίμενε ακριβώς αυτή τη στιγμή, ο Κρις βυθίζει απότομα τα δάχτυλά του στη χαραμάδα του πισινού μου. Σφίγγομαι, ερεθίζομαι ακόμα πιο πολύ, όμως τα δάχτυλά του δεν κατεβαίνουν στο φύλο μου. Μ ένουν σε αυτό το σημείο του κορμιού μου όπου κανείς άντρας δεν έχει πάει. Ξαφνικά συνειδητοποιώ τι θέλει να κάνει και κυρτώνω τη μέση. «Κρις…» Βάζει την παλάμη του στην πλάτη μου. «Χαλάρωσε, μωρό μου. Το έχεις κάνει ποτέ…» «Όχι», λέω γρήγορα. «Ποτέ. Κρις–» «Πάρε βαθιά ανάσα, μωρό μου. Όπως χθες. Τίποτε άλλο παρά


ηδονή». «Ναι», εκπνέω, πασχίζοντας να μη φέρω άλλη αντίρρηση. Αυτό έχει να κάνει με την εμπιστοσύνη, και τον εμπιστεύομαι. «Ηδονή», επαναλαμβάνει, και αρχίζει να με χαϊδεύει ξανά, μόνο που αυτή τη φορά με το άλλο του χέρι χαϊδεύει και το φύλο μου, αποσπώντας το μυαλό μου από τον φόβο. Τα δάχτυλά του γεμίζουν από το ζεστό υγρό μου. Ο τρόπος που με αγγίζει, όλες οι αισθήσεις, ξεχειλίζουν από μέσα μου. Βρίσκομαι στο χείλος του οργασμού, είμαι τόσο χαμένη που μου παίρνει κάμποσο να συνειδητοποιήσω ότι τα δάχτυλά του έχουν χωθεί και από μπροστά και από πίσω. Και πάλι δεν μπορώ να το επεξεργαστώ. Δεν μπορώ να διαμαρτυρηθώ. Δε θέλω να διαμαρτυρηθώ. «Κρις…» Τα λόγια μου χάνονται στην κίνηση των δαχτύλων του, οι γοφοί μου ανασηκώνονται. «Τι;» Δε θυμάμαι καν τι ήθελα να πω. Οι αισθήσεις στροβιλίζονται σαν δίνη μέσα μου, ένα αλλόκοτο υπέροχο σκοτάδι με τυλίγει. Νομίζω πως με ρωτά και κάτι άλλο. Δεν ξέρω. Το μόνο που νιώθω είναι τα δάχτυλά του που σφυροκοπούν μέσα μου, και τη δίνη των αισθήσεων. «Ω», ασθμαίνω. «Θα… θα με…» Οι σπασμοί γύρω από τα δάχτυλά του είναι έντονοι και μοιάζουν ατελείωτοι, ωστόσο δε χορταίνω, θέλω κι άλλο. Εξαντλημένη από την ένταση, βουλιάζω πιο βαθιά στο μαξιλάρι από κάτω μου. Ο Κρις βγάζει αργά τα δάχτυλά του από μέσα μου και ακουμπά τα χέρια του για λίγο στους γοφούς μου. Κάτι μαλακό και μεταξένιο απλώνεται στην πλάτη μου, στεγνώνει το λάδι, και μετά ο Κρις με σηκώνει στα χέρια του και με μεταφέρει. Κουλουριάζομαι πάνω στο στήθος του, έτσι δεμένη δεν μπορώ να τον αγκαλιάσω, αλλά είμαι απολύτως σίγουρη ότι δε θα του


πέσω. Τα ρουθούνια μου ρουφούν αχόρταγα την πλούσια, ζεστή μυρωδιά του δωματίου μας και περιμένω ότι θα με ξαπλώσει στο κρεβάτι. Αντιθέτως, με καθίζει στο κρεβάτι και μου βγάζει το μαντίλι από τα μάτια. Μ όλις βλέπω το πρόσωπό του, όλα τα συναισθήματα καίνε το στήθος μου και κάνουν τα μάτια μου να τσούζουν. Θέλω να κατηγορήσω πάλι την αδρεναλίνη, αλλά, αυτή τη φορά, δε νομίζω πως φταίει αυτή. Φταίει η βαθιά πληγή που έχω στην ψυχή μου και η οποία αρνείται να επουλωθεί. Ο Κρις πάει στο κομοδίνο και παίρνει έναν σουγιά για να κόψει τις ταινίες. Μ όλις ελευθερώνονται τα χέρια μου, τον αγκαλιάζω σφιχτά και τον φιλώ. Φέρνει το χέρι του πίσω από το κεφάλι μου, με πιέζει πάνω στο στόμα του, αλλά εγώ είμαι αυτή που τον φιλώ, εγώ είμαι η τρελά πεινασμένη γι’ αυτό τον άντρα που δε θέλω να χάσω. «Τι δε μου λες;» ρωτά απαιτητικά, ξεκολλώντας το στόμα του από το δικό μου. «Πρώτα θέλω να ξέρεις κάτι. Την πρώτη μας νύχτα μαζί, δεν είχα αφήσει άλλον άντρα να με αγγίξει για δύο χρόνια. Μ ε σένα δεν ένιωσα φόβο, Κρις. Ούτε δισταγμό. Μ αζί σου ένιωθα καλά, απελευθερωμένη. Και τώρα ξέρεις τι έχω περάσει. Ξέρεις πόσο τρομερό ήταν αυτό για μένα». «Γιατί μου τα λες όλα αυτά;» «Γιατί η αποψινή κρίση πανικού δεν ήταν απλά μια κρίση πανικού». «Τι σημαίνει αυτό;» ρωτά απαλά. Τρέμω ελαφρά και ρίχνει πάνω μου μια κουβέρτα. «Μ ίλα μου, Σάρα. Θέλω να καταλάβω». Γνέφω. «Τότε που ο Μ άικλ… τότε που…» «Σε βίασε».


«Μ ην το αποκαλείς έτσι». «Πρέπει να παραδεχτείς αυτό που ήταν, να το αντιμετωπίσεις. Και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πάμε σε αυτό τον ψυχολόγο που συζητήσαμε στο Παρίσι, τότε θα πάμε». «Εγώ το πρότεινα. Το ξέρω. Και θα έπρεπε. Αλλά προς το παρόν θέλω να ξεκινήσω με σένα». «Είμαι όλος αυτιά, μωρό μου. Ό,τι κι αν είναι, σωστό ή λάθος, είμαι εδώ». «Το ξέρω. Απλώς ελπίζω να μην το μετανιώσεις». Πάει να διαμαρτυρηθεί μα τον αγγίζω στα χείλη. «Απλώς άκου». Γνέφει ελαφρά κι εγώ αφήνω το χέρι μου να γλιστρήσει. «Αφότου απείλησα τον Μ άικλ με τα περιοριστικά μέτρα, φοβόμουν μην επιστρέψει. Κρυβόμουν συχνά στο σπίτι μου και κλείστηκα στον εαυτό μου. Λίγες εβδομάδες αργότερα, την ώρα που δίδασκα σε μια τάξη, με έπιασε ξαφνικά πανικός. Κατέληξα στο μπάνιο λουσμένη στον κρύο ιδρώτα, δίχως να ξέρω το γιατί. Δεν υπήρχε εμφανής λόγος. Κι έτσι ξεκίνησε – η μία κρίση πανικού μετά την άλλη». «Πόσο συχνά;» «Καθημερινά, για έξι μήνες. Ήμουν μόνη και δεν είχα κανέναν έμπιστο φίλο για να μιλήσω. Και τότε σκέφτηκα να πάω σε ψυχολόγο. Αλλά ξέροντας πώς λειτουργεί ο Μ άικλ, ήξερα επίσης ότι με παρακολουθούσε και θα θεωρούσε τις επισκέψεις μου στον ψυχολόγο σημάδι αδυναμίας, πράγμα που στα μάτια του θα με έκανε πάλι το θήραμα. Αντιμετώπισα την κατάσταση μόνη μου και ευτυχώς οι κρίσεις πανικού σταμάτησαν όσο απότομα είχαν ξεκινήσει». «Ξέρεις γιατί ξεκίνησαν. Ξέρεις γιατί σταμάτησαν;» «Έγινε όταν επιτέλους ένιωσα ότι για πρώτη φορά είχα τον έλεγχο της ζωής μου. Ευχαριστώ μια πρώην μαθήτριά μου γι’ αυτό.


Ο πατέρας της Ελίζαμπεθ χτυπούσε αυτή και τη μητέρα της. Ερχόταν συχνά στο σχολείο με μελανιές, και μαζί με ανώτερούς μου έκανα προσπάθεια να τη βοηθήσω. Αυτή και η μητέρα της δεν παραδέχονταν το πρόβλημα, αλλά εγώ δέθηκα με το κορίτσι. Σταδιακά, άρχισε να μου εκμυστηρεύεται διάφορες λεπτομέρειες». «Είδες τον εαυτό σου μέσα σε κείνη». «Ναι. Εμένα ποτέ δε με χτύπησαν, αλλά ο πόνος που μου είχαν προκαλέσει ο πατέρας μου και ο Μ άικλ ήταν πολύ νωπός. Και ο τρόπος που η μητέρα της ουσιαστικά αδιαφορούσε ήταν επίσης ένα ευαίσθητο σημείο. Λάτρευα τη μητέρα μου, αλλά αποδεχόταν την ψυχολογική βία του πατέρα μου». «Οπότε δυνάμωσες για χάρη της Ελίζαμπεθ;» «Ω ναι. Η διδασκαλία έβγαλε από μέσα μου το μητρικό ένστικτο». «Τι απέγινε η Ελίζαμπεθ;» «Μ ια μέρα εμφανίστηκε στο σχολείο η μητέρα της με το αυτοκίνητο έτοιμο να φύγουν για άλλη πόλη. Την ώρα που ήμασταν στο πάρκινγκ, εμφανίστηκε ο πατέρας». Κουνάω το κεφάλι μου. «Η κατάσταση έγινε άσχημη. Έγινε βίαιος και όρμησε στη μητέρα. Εκείνη είχε επιτέλους υψώσει ανάστημα για τον εαυτό της και την κόρη της, κι εγώ δεν μπορούσα να τον αφήσω να της κάνει κακό. Μ πήκα ανάμεσά τους». «Ω, γαμώτο, μωρό μου, και τι έγινε;» «Μ ου έσπασε τη μύτη. Τον έστειλα φυλακή. Η Ελίζαμπεθ και η μητέρα της έφυγαν από την πόλη και από τότε δεν έμαθα ξανά νέα τους». Δείχνει να κατανοεί. «Και οι κρίσεις πανικού σταμάτησαν». «Ναι. Και από εκείνη τη στιγμή, ορκίστηκα να μην αφήσω ποτέ ξανά κανέναν να με ελέγχει. Αλλά εσύ… εσύ είσαι ο μόνος άνθρωπος που με κάνει να νιώθω ότι μπορώ να γκρεμίσω αυτό το


τείχος δίχως επιπτώσεις. Αυτό είναι εμπιστοσύνη, Κρις». «Όμως δεν γκρέμισες το τείχος απόψε». «Και σου είπα γιατί». Γλιστρά τα χέρια του πίσω από τον λαιμό μου. «Δεν είσαι η Άμπερ. Ποτέ δε θα γίνεις Άμπερ. Εκείνη αναζήτησε το μαστίγιο για να κερδίσει την αγάπη μου. Εσύ την έχεις και μόνο που αναπνέεις. Όσα σου φαίνονται ως ελαττώματα, στα μάτια μου είναι η τελειότητα». «Κρις», ψιθυρίζω, υπερβολικά συγκινημένη για να συνεχίσω. Τον αγαπώ με όλη την καρδιά και την ψυχή μου. «Κανείς», προσθέτει ωμά, «και κυρίως η Άμπερ, δε θα μπει ποτέ ανάμεσά μας». Μ ε φιλά, ένα βαθύ, παθιασμένο φιλί, που κάνει το κεφάλι μου να γυρίζει. «Πάμε να φύγουμε από την πόλη μετά τη δίκη αύριο», λέει, ξεκολλώντας το στόμα του από το δικό μου. «Θα πάμε να δούμε την Κέιτι και τον Μ άικ. Έχουμε έναν γάμο να σχεδιάσουμε». Το μήνυμά του είναι ξεκάθαρο. Τίποτα από όσα εξομολογήθηκα δεν αλλάζει την επιθυμία του να με κάνει γυναίκα του. «Δε θέλω να παντρευτούμε στη διάρκεια αυτής της κόλασης», λέω. «Θέλω η μέρα που θα παντρευτώ τον καλύτερό μου φίλο να είναι ιδιαίτερη». «Τον καλύτερό σου φίλο;» ρωτά και τα μάτια του λάμπουν. «Είσαι. Το ξέρεις αυτό, έτσι δεν είναι;» «Κι εσύ είσαι τα πάντα για μένα, Σάρα. Ας πάνε όλα στο διάολο. Θα σχεδιάσουμε τον γάμο μας. Μ πορούμε να ορίσουμε την ημερομηνία αργότερα. Και θα πω στον κοσμηματοπώλη να μας συναντήσει στης Κέιτι και του Μ άικ». Χαϊδεύει τα χείλη μου με τα δικά του. «Θέλω να σου δείξω κάτι». Κάνει λίγο πίσω και ανάμεσα από το κρεβάτι και τη συρταριέρα βγάζει ένα μπλοκ. «Το δαχτυλίδι που σχεδίασα».


Ισιώνω την πλάτη, ανυπομονώντας να δω το δημιούργημά του. «Ναι. Σε παρακαλώ». Δυσπιστία χρωματίζει τα μάτια του. «Δεύτερη φορά που το λες αυτό απόψε». Τα μάγουλά μου κοκκινίζουν κι αυτός γελάει. «Θα σε κάνω να το πεις και τρίτη πριν τελειώσει η βραδιά». Του ρίχνω ένα καυτό βλέμμα και κάνω να πιάσω το μπλοκ. «Μ η με πειράζεις. Θέλω να δω το σχέδιο». «Μ ισό λεπτό». Γυρνά σελίδα και με αφήνει να δω το σκίτσο. Κοιτάζω αποσβολωμένη το απίστευτα μεγάλο στρογγυλό πετράδι με το περίτεχνο σχέδιο και προς στιγμήν γοητεύομαι από το ταλέντο του στη λεπτομέρεια. Αλλά καθώς κοιτάζω το φαρδύ δαχτυλίδι, ανοιγοκλείνω τα μάτια και συνειδητοποιώ ότι δεν πιστεύω αυτό που βλέπω. Κι ωστόσο το βλέπω. Έχει σχεδιάσει ένα περίτεχνο σχέδιο από τριαντάφυλλα και τώρα που παρατηρώ την πέτρα καλύτερα, διαπιστώνω ότι και αυτή είναι ένα τριαντάφυλλο. Σηκώνω σοκαρισμένη τα μάτια μου στον Κρις, αλλά οι ερωτήσεις ξεθωριάζουν μόλις βλέπω μια σπάνια αβεβαιότητα στα μάτια του. Δεν έχει ιδέα ότι για μένα αυτό αποτελεί μια σύνδεση με τη Ρεμπέκα. Δε θέλησε να διαβάσει τα ημερολόγια κι εγώ δε μίλησα ποτέ για τα τριαντάφυλλα. Αυτό σημαίνει κάτι άλλο για εκείνον – κάτι ιδιαίτερο που δε θα ήθελα να καταστρέψω. Μ ου χαϊδεύει το μάγουλο. «Αν δε σου αρέσει…» Του χαμογελώ τρυφερά. «Το λατρεύω. Πραγματικά το λατρεύω». Σμίγει τα φρύδια. «Σίγουρα;» «Ναι, σίγουρα». Θέλω να τον ρωτήσω από πού εμπνεύστηκε τα τριαντάφυλλα, αλλά αφήνει το μπλοκ στην άκρη, με ξαπλώνει στο κρεβάτι και με σκεπάζει με το υπέροχο κορμί του. Μ ια στιγμή αργότερα αρχίζει να με φιλά. Την επόμενη στιγμή το χέρι του ταξιδεύει στη μέση μου, στα στήθη και στον λαιμό μου.


Ξεχνώ τα τριαντάφυλλα. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι ο άντρας που δημιούργησε ένα αριστούργημα για μένα.


15

Είναι σχεδόν χαράματα όταν αποκοιμιέμαι στην αγκαλιά του Κρις, αλλά ξυπνώ απότομα με το ξυπνητήρι και πιάνω το τηλεκοντρόλ για να βάλω ειδήσεις. Ο Κρις μου το παίρνει από τα χέρια και με τραβά στο ντους, όπου με μεγάλη επιτυχία αποσπά το μυαλό μου από την ακρόαση ορισμού εγγύησης. Όμως, μία ώρα αργότερα, τα νεύρα μου έχουν γίνει πάλι τσατάλια, και βηματίζω πέρα δώθε κάτω από το υπόστεγο στην είσοδο του κτιρίου μας περιμένοντας να έρθει το αυτοκίνητο, και καταφέρνω να μπουρδουκλωθώ στο ίσιωμα. Ως εκ θαύματος, από τη βέβαιη τούμπα με σώζει ο Κρις που με γραπώνει από τη μέση. Μ ε κοιτάζει εξεταστικά. «Σταμάτα να κάνεις σαν σπαστικό, αλλιώς θα σε βάλω στα γόνατά μου». Τον κοιτώ άφωνη. «Τι;» Γελάει, με αυτό το βραχνό, σέξι γέλιο του. «Αυτό το καταπληκτικό έχουν οι ξυλιές», λέει, ψιθυρίζοντάς μου πονηρά στο αυτί. «Ακόμα και η απλή απειλή σε κάνει να ξεχνάς όλα τα άλλα». Τον κοιτάζω άγρια. «Δεν είναι αστείο». «Όχι». Το χέρι του γλιστρά κάτω από την καπαρντίνα μου, τα δάχτυλά του σφίγγονται στον γοφό μου. «Είναι πολλά, αλλά


σίγουρα όχι αστείο, μωρό μου». Το αυτοκίνητο σταματά πίσω μας. «Είσαι–» «Κύριε Μ έριτ», λέει ο θυρωρός. Ο Κρις σηκώνει το φρύδι. «Είμαι τι;» Σέξι. Υπέροχος. «Αλήτης». Γελάει ξανά, τυλίγει το χέρι του στον λαιμό μου και ο ήχος της φωνής του λειτουργεί σαν βάλσαμο μέσα μου. «Πάμε να τελειώνουμε ώστε να σου δείξω πόσο αλήτης είμαι». Μ ου ανοίγει την πόρτα και το άγχος μου επιστρέφει. Ανοίγω το ραδιόφωνο για να ακούσω τις ειδήσεις. «Ελπίζω ο Ντέιβιντ να είπε στον Τίγρη ότι ο Ρίκο κατηγόρησε τον Μ αρκ», λέω μόλις ο Κρις κάθεται στη θέση του οδηγού. «Δε μίλησες και πολύ μαζί του στο τηλέφωνο». «Δε μίλησα», λέει. «Δεν ξέρω τι του είπε ο Ντέιβιντ, αλλά θα μάθουμε τι ξέρει ο Μ αρκ μόλις φτάσουμε στην γκαλερί». «Δεν πιστεύω ότι θα είναι εκεί. Σίγουρα όχι από τη στιγμή που μου είπε ότι δε θέλει να με ξαναδεί». Ο Κρις βάζει ταχύτητα. «Εκεί θα είναι. Πρέπει να βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα. Έτσι θα μπορεί να ελέγχει τα πάντα. Και για να είμαι ξεκάθαρος, ο μόνος λόγος που σε αφήνω να τον πλησιάσεις, μετά από όσα είπε για σένα και τη Ρεμπέκα, είναι γιατί θα βρίσκομαι κι εγώ εκεί για να σε προσέχω». «Το ίδιο είπες και νωρίτερα όταν διάλεξες τι θα φορέσω», σχολιάζω για το ζιβάγκο, μέχρι το γόνατο μαύρο φόρεμα. «Και δεν παραπονιέμαι που θα σε έχω μαζί μου σήμερα, αλλά πρέπει κι εγώ να ξεκαθαρίσω κάτι: δε χρειάζομαι σωματοφύλακα να με προστατεύει από τον Μ αρκ. Μ πορώ να τον χειριστώ και μόνη μου». «Έχεις μεγάλη καρδιά. Ακόμα και η Άμπερ κατάφερε να σε κερδίσει. Αυτό σε βάζει σε μπελάδες».


«Θα ήθελα να διαφωνήσω, αλλά επιλέγω μάχες που μπορώ να κερδίζω». Ο Κρις στρίβει στο στενό που οδηγεί στο οχυρωμένο πάρκινγκ και πληκτρολογεί έναν κωδικό εισόδου, κι εγώ ξαφνιάζομαι που δε βλέπω ούτε έναν δημοσιογράφο. «Ο Μ αρκ δεν είναι εδώ», λέω όταν παρκάρουμε και δε βλέπω πουθενά την Τζάγκουάρ του. «Μ όνο το αυτοκίνητο του Ραλφ είναι εδώ και προφανώς οι άντρες της ασφάλειας». «Συμβαίνει κάτι που θα έπρεπε να ξέρουμε;» ρωτάει ο Κρις τον Τζέικομπ που μας ανοίγει την πίσω πόρτα. «Τίποτα εκτός από το ότι ο Μ πλέικ και ο Κέλβιν βρίσκονται στο δικαστήριο και επικρατεί τρέλα με τους δημοσιογράφους. Ο Μ πλέικ με ενημερώνει διαρκώς. Θα σας κρατώ ενήμερους για κάθε εξέλιξη». Ο Κρις γνέφει και πηγαίνουμε προς το γραφείο όπου, κρίνοντας από τον θόρυβο που κάνει ο Ραλφ έτσι που κοπανά τα πλήκτρα, έχει ήδη πιάσει δουλειά. Η Αμάντα είναι άφαντη. «Θα σας έλεγα καλημέρα, μα δεν είναι καθόλου καλή», φωνάζει ο Ραλφ. «Μ έσα έχει καφέ, και όχι, η Αμάντα δεν τηλεφώνησε», λέει χωρίς να σταματά να πληκτρολογεί. Κρεμάω το παλτό μου στην κρεμάστρα πίσω από το γραφείο της Αμάντα, και ο Κρις κάνει το ίδιο με το δερμάτινο μπουφάν του. «Μ η βγάζεις συμπεράσματα», λέει τη στιγμή που για λίγο και εντελώς παράδοξα μου αποσπά την προσοχή το ξεθωριασμένο του τζιν και το γαλάζιο μακό του και σκέφτομαι ότι κάθε κορίτσι χρειάζεται έναν άντρα που να την κάνει να ξεχνά τόσο εύκολα το άγχος της. Ο Κρις με πλησιάζει και παραμερίζει τα μαλλιά μου από τους ώμους μου. «Μ όνο δυο λεπτά έχει αργήσει». «Ναι, αλλά…»


«Δεν αργεί ποτέ», λέει ο Ραλφ. «Χθες ξεχάστηκε με τον Ράιαν και μετά έφυγε μαζί του. Τώρα δεν είναι εδώ. Δε μου αρέσει. Δε μου αρέσει καθόλου». Εκείνη τη στιγμή μπαίνει ο Τζέικομπ και προχωρά προς τον Κρις. Μ άλλον βλέπει την ανησυχία στο πρόσωπό μου και σηκώνει γρήγορα το χέρι και λέει: «Κανένα νεότερο και κανένας λόγος ανησυχίας. Ο αδερφός του Μ πλέικ, ο Ρόις, θέλει να μιλήσει στον Κρις». Ο Κρις μου σφίγγει το χέρι. «Πρέπει να μιλήσω. Ο Ρόις έχει κάτι γνωστούς από το FBI με συνδέσμους στο Παρίσι. Τους χρησιμοποιεί για να βρει την Έλα». «Σ’ ευχαριστώ. Κι εκείνον τον ευχαριστώ». Δείχνει το γραφείο του Ραλφ. «Πάρ’ τον από δω», λέει. Γνέφω κι εκείνος εξαφανίζεται στην γκαλερί με τον Τζέικομπ. Πηγαίνω στο γραφείο του Ραλφ και κοντοστέκομαι στην πόρτα. «Προσπάθησες να τηλεφωνήσεις στην Αμάντα;» «Όχι ακόμα». Πλέκει τα δάχτυλά του πάνω στο γραφείο, το πορτοκαλί παπιγιόν του σχεδόν φωσφορίζει. «Μ υρίζομαι κάτι στην ατμόσφαιρα. Πρέπει να ξέρω κάτι;» «Ο Μ αρκ θέλει να μας βάλει να δουλεύουμε από το σπίτι τις επόμενες εβδομάδες. Θα συνεννοούμαστε πλέον από τηλεφώνου». «Κανένα πρόβλημα, αλλά πρέπει να τελειώσω πρώτα αυτές τις αναφορές για τον Μ αρκ». «Πόση ώρα θα σου πάρει;» «Μ ε τη βοήθεια της Αμάντα, όλη μέρα. Δίχως αυτή, σήμερα και αύριο». «Δεν μπορείς να τελειώσεις σπίτι;» «Πλάκα μου κάνεις; Η αστυνομία έκανε χάλια τους φακέλους μου. Δεν μπορώ να βρω ούτε τα μισά από όσα χρειάζομαι. Και αν τα μεταφέρω, η κατάσταση θα γίνει χειρότερη».


«Ήθελα να έχεις φύγει μέχρι να τελειώσει η ακρόαση σήμερα και αρχίσουν να μας την πέφτουν οι δημοσιογράφοι». «Όχι αν το Αφεντικό χρειάζεται αυτές τις αναφορές. Και από τη στιγμή που μου τηλεφώνησε το πρωί γι’ αυτές, προφανώς τις θέλει». «Τηλεφώνησε; Είπε αν θα έρθει;» Ρουθουνίζει. «Λες και μου λέει τίποτα. Απλώς ήθελε να σιγουρευτεί ότι δουλεύω τις αναφορές». Όσο κι αν κατανοώ την ψυχική κατάσταση του Μ αρκ, δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να έχει εγκαταλείψει τελείως την γκαλερί. «Θα σε βοηθήσω εγώ», λέω και κάθομαι στην καρέκλα. «Κάτσε να τηλεφωνήσω πρώτα στην Αμάντα, και μετά μου λες τι θες να κάνω». «Θα τηλεφωνήσω εγώ», προσφέρεται, πατώντας ένα κουμπί στο τηλέφωνο και βάζοντας ανοιχτή ακρόαση. Η κλήση πηγαίνει απευθείας στον τηλεφωνητή. Κάνει μια γκριμάτσα και κλείνει το τηλέφωνο. «Όπως χθες. Σου λέω, η εμμονή της με τον Ράιαν την έχει αλλάξει. Λιώνει γι’ αυτόν, αν καταλαβαίνεις τι υπονοώ». Μ ετά βίας κρύβω την έκπληξή μου. Τι ξέρει ο Ραλφ για τον Ράιαν, ή ακόμα και για τον Μ αρκ; «Ναι, το πρόσεξα κι εγώ. Είναι μικρή κι αυτός μεγαλύτερος και πλούσιος. Μ άλλον την έχει κάνει να πιστεύει ότι ζει το παραμύθι της Σταχτοπούτας». Χαμογελά ειρωνικά. «Εγώ θα έλεγα τις Πενήντα Αποχρώσεις του Πρίγκιπα». Η καρδιά μου χάνει έναν χτύπο. «Τι εννοείς;» «Λοιπόν». Γέρνει μπροστά και αρχίζει να μιλά συνωμοτικά. «Μ ου είπε ότι είναι πολύ αυταρχικός, πρόστυχα αυταρχικός». Μ ένω άφωνη από το σοκ. «Σου είπε κάτι τέτοιο;» «Ναι, αλλά μόνο αυτό. Προσπάθησα. Ω γλυκιά μου, προσπάθησα. Είναι καυτός. Ήθελα λεπτομέρειες».


Το στομάχι μου ανακατεύεται. Θα μάθει περισσότερες λεπτομέρειες από όσες θα ήθελε μόλις ξεκινήσει το πανηγύρι με τους δημοσιογράφους και ξαφνικά χαίρομαι που ο Μ αρκ αποφάσισε να κλείσει την γκαλερί. Δείχνω τους φακέλους και αλλάζω θέμα. «Μ ιλώντας για λεπτομέρειες, πες μου τι να κάνω για να σε βοηθήσω». Μ ία ώρα αργότερα ακόμα δεν έχουμε μπορέσει να βρούμε την Αμάντα, κι εκτός από μια στιγμή που ήρθε να τσεκάρει τι κάνω, ο Κρις έχει περάσει όλη τη μέρα με τον Τζέικομπ. Κουβαλώντας τους φακέλους που μου ανέθεσε ο Ραλφ, πηγαίνω προς το γραφείο μου. Καθώς στρίβω για την πόρτα μου και ανάβω το φως, κοκαλώνω. Είναι άδειο. Εντελώς άδειο. Ούτε βιβλία. Ούτε το κερί με άρωμα τριαντάφυλλου. Ούτε καν υπολογιστής, μόνο ένα τηλέφωνο. Μ παίνω μέσα και γυρίζω προς τον τοίχο και έκπληκτη διαπιστώνω ότι ο πίνακας με τα τριαντάφυλλα υπάρχει ακόμα, αλλά στέκεται στο πάτωμα. Φαντάζομαι ότι ο λόγος που βρίσκεται ακόμα εδώ έχει σχέση με την ασφάλεια. Μ ε ενοχλεί που τον μετακίνησαν, με ενοχλεί τόσο που πονά το στομάχι μου. Συμβολίζει εκείνη. Συμβολίζει εκείνους, τον Μ αρκ κι εκείνη. Αν φύγει αυτός, τότε τι μένει; Δίχως τα ημερολόγια, ο πίνακας είναι το μόνο που μου έχει απομείνει από τη Ρεμπέκα. Παραμερίζοντας τα όσα νιώθω, στοιβάζω τους φακέλους πάνω στο γραφείο και αφήνω την τσάντα μου στη συρταριέρα. Καθώς πάω να καθίσω, ένα σιγανό σφύριγμα τραβά το βλέμμα μου στην πόρτα, όπου στέκεται ο δικός μου Πρίγκιπας. «Πήραν τα πάντα μιλάμε», λέει ο Κρις, κλείνοντας την πόρτα. «Πάλι καλά που δεν πήραν και τα έπιπλα». «Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό», λέει, ερχόμενος δίπλα μου. «Όσο περισσότερα μαθαίνουν για τη Ρεμπέκα, τόσο μεγαλύτερες


είναι οι πιθανότητες να τη βρουν». Μ υρίζω τη γήινη μαζί με σαπούνι μυρωδιά του Κρις, και σίγουρα όχι της Ρεμπέκα. Τα τριαντάφυλλά της δεν υπάρχουν πια. Όπως εκείνη. «Γιατί έκλεισες την πόρτα;» ρωτάω. «Έμαθες τίποτα νεότερο για την ακρόαση;» «Δέχτηκαν απειλή για βόμβα στο δικαστήριο. Η ακρόαση αναβλήθηκε για τις δύο». «Απειλή για βόμβα;» «Ο Ντέιβιντ και ο Μ πλέικ πιστεύουν ότι το έκαναν οι δικηγόροι της Άβα. Ο Μ πλέικ προσπαθεί να το αποδείξει, αλλά λέει ότι οι άνθρωποί της έχουν καλύψει πολύ έξυπνα τα ίχνη τους». «Γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο; Δε θέλουν να τη βγάλουν όσο το δυνατόν νωρίτερα από τη φυλακή;» «Ακούγεται ότι περιμένουν έναν μάρτυρα που δεν εμφανίστηκε». «Ποιον μάρτυρα;» «Δεν έχει σημασία. Το φρόντισα». «Τι σημαίνει αυτό, Κρις;» Εκείνος με κοιτάζει απλώς κι αυτό με τρελαίνει. «Έχει σχέση με μένα, έτσι δεν είναι; Πες μου. Δεν είμαι πορσελάνινο–» «Λουλούδι. Ξέρω». παίρνει μια βαθιά ανάσα και αρχίζει. «Υπήρξαν τηλεφωνήματα ανάμεσα στον δικηγόρο της Άβα και τον Μ άικλ». Γελάω με ένα τρελό γέλιο και νομίζω πως δεν άκουσα καλά. Η αλήθεια είναι πως νιώθω λίγο τρελή αυτή τη στιγμή. «Ο Ντέιβιντ είχε δίκιο. Οι άνθρωποι της Άβα έχουν σκοπό να κατακρεουργήσουν χαρακτήρες». Τα μάτια μου τσούζουν. Ο Κρις με πιάνει από το πιγούνι. «Το φρόντισα. Τηλεφώνησα στον πατέρα σου».


«Στον πατέρα μου». Ο τόνος μου είναι ξερός, τα συναισθήματά μου αγριεμένα, αλλά τουλάχιστον τα δάκρυα που απειλούσαν να κυλήσουν στέγνωσαν. «Πάω στοίχημα πως ήταν μεγάλη επιτυχία. Τι είπε ο αγαπητός μου πατερούλης;» «Απέλυσε τον Μ άικλ, ο οποίος τώρα εργάζεται σε ανταγωνιστή». Νιώθω ότι είμαι στη Ζώνη του Λυκόφωτος της Κόλασης. «Άρα ο πατέρας μου δεν έχει κανέναν έλεγχο πάνω του τώρα. Όχι ότι πίστευα πως θα έκανε κάτι για να με βοηθήσει». «Ναι, έχει. Δεσμεύει τον Μ άικλ με έναν όρο στο συμβόλαιο λήξης συνεργασίας. Λέει ότι τα ψιλά γράμματα θα φροντίσουν την κατάσταση γρήγορα και αποτελεσματικά». «Μ α βέβαια. Γιατί να τον αμφισβητήσω; Αν η κόρη του μπλέξει, μπλέκει κι εκείνος. Μ άλλον έχει και τα θετικά του να έχει κανείς έναν εγωμανή για πατέρα». «Το σημαντικό είναι ότι το ζήτημα έληξε. Το έμαθα χθες και το διευθέτησα, και σήμερα ξυπνάμε με μια απειλή για βόμβα. Προφανώς ο Μ άικλ λάκισε και οι άνθρωποι της Άβα προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο για να τον μεταπείσουν». «Το ήξερες από χθες και δε μου το είπες;» «Θα σου το έλεγα, αλλά…» «Φοβόσουν ότι θα φρικάρω. Ακριβώς αυτό που φοβόμουν κι εγώ αν σου έλεγα για τις κρίσεις πανικού». Αναστενάζω. «Ο Μ άικλ βρίσκεται στην πόλη;» «Σάρα. Δεν πίστευα ότι θα φρικάρεις». «Δεν μπορείς να μου λες ότι δε θα ανησυχήσεις αν πάθω άλλη κρίση πανικού». «Δε σου λέω κάτι τέτοιο. Αλλά, αν πάθεις, θα είμαι εδώ για να σε στηρίξω». «Δε θέλω να χρειαστεί να με στηρίξεις».


«Μ α αυτό κάνουμε εμείς, μωρό μου. Στηρίζουμε ο ένας τον άλλον. Πήραμε αυτή την απόφαση όταν αποφασίσαμε να παντρευτούμε. Στα καλά και στα άσχημα. Τέλος συζήτησης. Εντάξει;» Γνέφω και, γαμώτο, τα μάτια μου τσούζουν. «Εντάξει». «Ωραία. Και ναι, ο Μ άικλ βρίσκεται στην πόλη, αλλά σε λίγες ώρες δε θα βρισκόμαστε εμείς. Όσο πιο γρήγορα φύγουμε για τη Σονόμα, τόσο πιο χαρούμενος θα είμαι». «Θα μπει στο δικαστήριο και θα ψευδομαρτυρήσει για μένα. Θεέ μου. Είναι τόσο κακός. Πρέπει να πάω στη δίκη». «Αποκλείεται. Δε σε θέλουν εκεί και ούτε εγώ το θέλω». «Πρέπει να υπερασπιστώ τον εαυτό μου». «Ο πατέρας σου με διαβεβαίωσε ότι ο Μ άικλ δε θα πάει. Κι ακόμα κι αν πήγαινε, θα σε υπερασπιζόταν ο εισαγγελέας γιατί είσαι η βασική τους μάρτυρας». «Μ έχρι τώρα έχω δεχτεί επιθέσεις από όλα τα μέτωπα. Είπε ο πατέρας μου τίποτα που παραλίγο να πεθάνω; Όχι. Καλύτερα να μην απαντήσεις. Ξέρω ότι δε θα μου αρέσει η απάντηση». Ακουμπά το μέτωπό του στο δικό μου και η σιωπή του είναι η μόνη επιβεβαίωση που χρειάζομαι. Ο πατέρας μου δε δίνει δεκάρα για την ασφάλειά μου. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η φήμη του. Δεν μπορώ να σκεφτώ αυτό τώρα, και κοιτάζω τον Κρις. «Φαντάζομαι ο Μ πλέικ έχει βάλει ανθρώπους να παρακολουθούν τον Μ άικλ;» «Ναι. Αν πλησιάσει το δικαστήριο, θα το μάθουμε. Κανένα νέο από την Αμάντα;» «Τίποτα. Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί της, το ίδιο και ο Ραλφ. Έχω κακό προαίσθημα γι’ αυτή, Κρις». «Εύκολα έχει κανείς κακά προαισθήματα όταν βρίσκεται στη


διάρκεια μιας έρευνας φόνου. Αν θες, μπορώ να πω σε κάποιον της ασφάλειας να περάσει από το σπίτι της». «Νομίζω πως πρέπει να πάω εγώ. Εμένα με ξέρει, κι αν εμφανιστεί κάποιος άγνωστος στην πόρτα της, θα φρικάρει». «Όχι, μωρό μου. Ξέρω πως το να κάνεις κάτι, οτιδήποτε, αυτή τη στιγμή θα σε κάνει να νιώσεις πως έχεις τον έλεγχο, αλλά πρέπει να σκεφτούμε τον Ρίκο και τους δημοσιογράφους». «Ο Ρίκο είναι θυμωμένος με τον Μ αρκ, όχι με μένα». «Η ζήλια και η εκδικητικότητα οδηγούν τους ανθρώπους σε παράλογες πράξεις. Το συζητήσαμε αυτό. Οπότε, μην υποτιμάμε τον Ρίκο. Θα πάω εγώ να τσεκάρω την Αμάντα. Μ ε ξέρει και μπορώ να σου τηλεφωνήσω για να της μιλήσεις όταν φτάσω». «Μ πορώ να έρθω μαζί σου». Ο Κρις κουνά το κεφάλι. «Εσύ μείνε εδώ να βοηθήσεις τον Ραλφ να τελειώσει. Μ ετά την Αμάντα θέλω να κάνω μια μικρή επίσκεψη και στον Ράιαν και σίγουρα εκεί δε σε θέλω μαζί μου». «Εντάξει. Απλώς πάρε με όταν φτάσεις σπίτι της». «Φυσικά». Μ ου χαϊδεύει τα μαλλιά. «Δε νομίζω πως θα δεις τον Μ αρκ σήμερα. Από ό,τι κατάλαβα, τον κάλεσαν αναπάντεχα για ανάκριση σήμερα το πρωί, αλλά στείλε μου μήνυμα αν εμφανιστεί». Η φωνή του χαμηλώνει, γίνεται βραχνή. «Μ ην ξεχνάς όμως. Είσαι δική μου, μωρό μου, κι εγώ προστατεύω αυτά που μου ανήκουν. Δε θα αφήσω κανείς να σε πληγώσει με κανέναν τρόπο». Μ ε φιλά στο μέτωπο και φεύγει.

Μ ισή ώρα αργότερα κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα περιμένοντας νέα του Κρις, αλλά καταφέρνω να γίνω παραγωγική, ξεκαθαρίζοντας φακέλους και χαρτιά που βρίσκονται στο απόλυτο


χάος. Πώς δικαιολογεί η αστυνομία το χάλι που άφησε πίσω της; Είμαι έτοιμη να πάω πάλι στο γραφείο του Ραλφ όταν ακούω την εξωτερική πόρτα να ανοίγει. Ελπίζοντας για κάτι νεότερο, φτάνω στην πόρτα μου ακριβώς τη στιγμή που σταματά μπροστά μου ο Μ αρκ. Βρισκόμαστε μύτη με μύτη, ένα εκατοστό ο ένας από τον άλλον και τα παγωμένα γκρίζα μάτια του με αιχμαλωτίζουν. Για λίγο δεν μπορώ να αναπνεύσω, και το ξέρει. Το βλέπω στα μάτια του που στενεύουν, στην ικανοποίηση που μου δείχνει ότι παρεξηγεί την αντίδρασή μου σαν κάτι που δεν είναι – και ποτέ δε θα γίνει. Επανέρχομαι απότομα στα συγκαλά μου και κάνω ένα βήμα πίσω. «Στο γραφείο μου, κυρία Μ ακΜ ίλαν», λέει απότομα και με αφήνει να κοιτώ την πλάτη του. Οι ώμοι μου βουλιάζουν. Τελικά δεν ήμουν τυχερή να μην τον δω σήμερα. Βάζω τη γροθιά μου στο στήθος μου, όπου η ανόητη καρδιά μου βροντοχτυπά. Μ ισώ το ότι μπορεί να με επηρεάζει έτσι. Ότι οποιοσδήποτε άντρας μπορεί να με επηρεάζει έτσι. Ο Μ αρκ χτυπά το ευαίσθητο σημείο που χτυπούσαν ο πατέρας μου και ο Μ άικλ, άνθρωποι τους οποίους σκέφτομαι πολύ σήμερα. Αντιδρώ σε αυτόν περισσότερο από συνήθεια παρά από ελεύθερη βούληση, όπως κάνω με τον Κρις. Διασχίζω διστακτικά τον διάδρομο προς το γραφείο του Μ αρκ, επαναλαμβάνοντας μέσα μου τα χθεσινά λόγια του. Μου θυμίζεις εκείνη. Είναι κάπως ειρωνικό το ότι εγώ του θυμίζω το παρελθόν του κι εκείνος το δικό μου. Μ παίνω στο γραφείο του και τον βρίσκω να ακουμπά στο έπιπλο με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, σαν ισχυρός, απρόσιτος Βασιλιάς. «Κλείστε την πόρτα», διατάζει.


«Δε νομίζω πως είναι καλή ιδέα». «Την πόρτα, κυρία Μ ακΜ ίλαν». Διστάζω, αλλά ο φόβος μου για την απίστευτη ικανότητα του Ραλφ να ακούει τα πάντα νικά. Κλείνω την πόρτα, ελπίζοντας να μην κάνω μεγάλο λάθος.


16

Το ευρύχωρο γραφείο του Μ αρκ συρρικνώνεται τη στιγμή που εγκλωβίζομαι μέσα μαζί του. Η ενέργεια και η δύναμή του ακτινοβολούν στον χώρο, μια έντονη, γνώριμη αίσθηση η οποία τώρα συνειδητοποιώ πως αναδεύει λίγο από το παρελθόν μου, μαζί και τις άμυνές μου. «Γιατί βρίσκεστε ακόμα εδώ εσείς και ο Ραλφ;» απαιτεί να μάθει. Πιέζω τον εαυτό μου να σταθεί στο ύψος του. «Ο Ραλφ δεν μπορεί να κάνει τις αναφορές που θες από το σπίτι. Εγώ τον βοηθώ γιατί η Αμάντα δεν εμφανίστηκε σήμερα». «Μ ου το είπε ο Τζέικομπ αυτό». Περιμένω να εκφράσει την ανησυχία του ή να πει ότι έχει κάποιο σχέδιο ή έστω να δώσει κάποια εξήγηση, αλλά το μόνο που παίρνω πίσω είναι σιωπή. «Δεν το συνηθίζει να λείπει. Ο Κρις πήγε να δει αν είναι καλά». «Βεβαιώθηκα ότι δε θα της επιτρέψουν την είσοδο στο κλαμπ, αν ο Ράιαν θελήσει να την πάει εκεί». «Μ ίλησες με τον Ράιαν;» ρωτάω με ελπίδα. «Σας είπα, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Δε συμφέρει ούτε τον Ράιαν ούτε εμένα να επικοινωνούμε μεταξύ μας αυτή τη στιγμή».


Συγκρατώ ένα ειρωνικό σχόλιο που θα με οδηγήσει σε μια μάχη που αποκλείεται να κερδίσω και επιλέγω να ψαρέψω πληροφορίες. «Πιστεύεις ότι είναι αναμεμειγμένος στην εξαφάνιση της Ρεμπέκα, έτσι δεν είναι;» «Μ ε ρωτήσατε το ίδιο και χθες». «Ακριβώς», συμφωνώ, «και ρωτάω ξανά σήμερα». «Πραγματικά δε γνωρίζετε τα όριά σας, έτσι δεν είναι, κυρία Μ ακΜ ίλαν;». «Φυσικά και τα γνωρίζω», λέω αποφασιστικά και βάζω τα χέρια στη μέση. «Τα δικά σου πιέζω. Είπες ότι ο Ράιαν ήξερε για την επιστροφή της Ρεμπέκα στο Σαν Φρανσίσκο». «Σωστό». «Όμως εσύ δεν ήξερες». «Και πάλι σωστό». Το ύφος μου μαλακώνει ξανά με τη βεβαιότητα ότι εδώ πρόκειται για προδοσία της φιλίας που είχαν. «Μ ήπως φαντάστηκε ότι αυτό θα σε πλήγωνε;» «Δεν επιτρέπω στον Ράιαν να γνωρίζει τι με πληγώνει». «Τον αποκαλείς φίλο». «Ένας κοινωνικά αποδεκτός όρος, ωστόσο θα τον αποκαλούσα περισσότερο επαγγελματική γνωριμία». «Μ ία γνωριμία όμως που εμπιστεύεσαι», λέω. «Εμπιστευόμουν. Παρελθοντικός χρόνος». Αλλάζει θέμα. «Έμαθα ότι ο Ρίκο ήρθε σε επαφή μαζί σου χθες». «Εμφανίστηκε στο εστιατόριο και με στρίμωξε στην πόρτα του μπάνιου». «Και γιατί το έκανε αυτό;» «Για να με προειδοποιήσει να μείνω μακριά σου». Τα χείλη του ανασηκώνονται πονηρά. «Τουλάχιστον συμφωνούμε σε κάτι».


Αγνοώ την αναφορά στη χθεσινή μας κουβέντα και προχωρώ στα σημαντικά. «Σε μισεί και πιστεύει ότι σκότωσες τη Ρεμπέκα. Αυτό εμένα μου ακούγεται επικίνδυνο, ειδικά από τη στιγμή που πιστεύεις ότι πέταξε όσα βγάζουν οι περισσότεροι σε μια ζωή για να σε καταστρέψει». Σηκώνει το φρύδι. «Ανησυχείτε για μένα, κυρία Μ ακΜ ίλαν;» «Ναι, Μ αρκ, ανησυχώ για σένα», λέω, αρνούμενη να τσιμπήσω το δόλωμα. «Και ξέρω ότι με τον Κρις έχετε τα θέματά σας, αλλά κι εκείνος ανησυχεί». «Θέματα», επαναλαμβάνει ξερά. «Αναφέρεστε στην προειδοποίηση που έδωσε στη Ρεμπέκα να μείνει μακριά μου; Ή τη δική μου σε σας να μείνετε μακριά από αυτόν; Ίσως πάλι τα “θέματα” να έχουν σχέση με το ότι σας εγκατέλειψε μόνη και δυστυχισμένη κι εγώ επιχείρησα να σας γαμήσω για να έρθετε στα συγκαλά σας». Αν σκοπός του είναι να με σοκάρει, που είμαι σίγουρη πως αυτό θέλει, δεν το πετυχαίνει. Σταυρώνω τα χέρια και του ρίχνω ένα παγωμένο βλέμμα. «Τι τρέχει με σένα και γίνεσαι ξαφνικά τόσο ανόητος;» «Δεν ήξερα ότι έχετε τόσο λεπτές ευαισθησίες. Νόμιζα πως ο Κρις θα το είχε διορθώσει αυτό μέχρι τώρα. Εγώ σίγουρα θα το είχα κάνει». Βάζω πάλι τα χέρια στη μέση. «Σταμάτα, Μ αρκ». «Είμαι σίγουρος πως και η Ρεμπέκα είπε το ίδιο στον Κρις. Και είδαμε πού κατέληξε». «Αρκετά», λέω θυμωμένη, και πασχίζω να μην πω περισσότερα, να θυμηθώ ότι πονά και ότι η συμπεριφορά του πυροδοτείται από ένας θεός ξέρει τι συναισθήματα. «Ο Ρίκο σε κατηγόρησε ότι του την έστησες. Αν αυτό λέει σε μένα, αυτό θα λέει και για την υπεράσπισή του στην αστυνομία».


«Δεν αλλάζετε το θέμα και πολύ διακριτικά, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Αλλά, πάλι, η διακριτικότητα δεν είναι το δυνατό σας σημείο. Ο Τίγρης μου είπε για τις κατηγορίες και δεν είναι κάτι που με εκπλήσσει. Αυτοσκοπός του Ρίκο είναι να με καταστρέψει και οι τσέπες του είναι αρκετά βαθιές για να το προσπαθήσει. Μ ε ενδιαφέρει; Όχι. Ο Ρίκο Άλβαρες είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτομαι αυτή τη στιγμή». Παρόλο που η έκφραση και ο τόνος του είναι ανεξιχνίαστα, υπάρχει ένα κρυφό μήνυμα στα λόγια του. Τίποτα από όσα μπορεί να του κάνει ο Ρίκο δε συγκρίνεται με τον χαμό της Ρεμπέκα ή τον φόβο του για τη μητέρα του. «Πότε πας ξανά Νέα Υόρκη;» «Πετάω το βράδυ για να αποκεφαλίσω όποιον δημοσιογράφο τολμήσει να εμφανιστεί στην πόρτα του Κύματος». «Ενημέρωσα την Κρίσταλ για τα σημερινά γεγονότα και την πιθανή τρέλα που μπορεί να πιάσει τον Τύπο. Δεν ήθελα να της έρθει απότομα και να σε παρατήσει». Ο πάγος επιστρέφει στα αδιαπέραστα γκρίζα μάτια του. «Πηγαίνετε να βοηθήσετε τον Ραλφ να τελειώσει τις αναφορές και μετά φύγετε, κυρία Μ ακΜ ίλαν». Μ ένω άφωνη μπροστά στην απόλυτη απόρριψη κι ετοιμάζομαι να απαντήσω. «Μ α–» «Μ η διαμαρτύρεστε, κυρία Μ ακΜ ίλαν». Θέλω, μα τώρα ο Μ αρκ έχει γίνει πέτρα, και το καλό που μου θέλω είναι να φύγω από το δωμάτιο. Κάνω μεταβολή και πάω προς την πόρτα, πριν κάνω κάτι τρελό όπως το να τον ταρακουνήσω για να τον κάνω να συνέλθει. «Κυρία Μ ακΜ ίλαν». Το χέρι μου κοκαλώνει στο πόμολο και νιώθω ότι έχω ξαναζήσει το σκηνικό. Αυτό μου θυμίζει τις αμέτρητες φορές στο παρελθόν όταν ο Μ αρκ με ανάγκαζε να φεύγω κακήν κακώς από


το γραφείο του ένα μπερδεμένο κουβάρι, ενώ με σταματούσε για ένα τελευταίο χτύπημα. Κοντοστέκομαι, κρατώντας την ανάσα μου, γιατί ξέρω ότι σίγουρα θα με ταράξει, όπως πάντα σκοπεύει. «Μ ε τον Κρις μοιάζουμε πολύ περισσότερο από ό,τι πιστεύετε», λέει, επαναλαμβάνοντας αυτό που μου έχει πει πάμπολλες φορές ο Κρις. «Η Ρεμπέκα άντεξε υπερβολικά πολύ. Μ ην κάνετε το ίδιο λάθος». Οργή με πλημμυρίζει, άγρια και καυτή. Φοβούμενη για το πώς θα αντιδράσω, ανοίγω απότομα την πόρτα και βγαίνω στο χολ. Δεν είμαι η Ρεμπέκα και ο Κρις δεν είναι ο Μ αρκ. Δε θα τον αφήσω να παίξει με το μυαλό μου. Ο ρυθμός των βημάτων μου και η καρδιά μου που βροντοχτυπά δεν επιβραδύνονται μέχρι να μπω στο γραφείο μου και να καθίσω στην καρέκλα. Κοιτάζω τον πίνακα με τα τριαντάφυλλα που αποτελεί μέρος αυτού που ήταν ο Μ αρκ και η Ρεμπέκα μαζί, και δεν μπορώ να μη σκεφτώ τα τριαντάφυλλα στη βέρα μου. Από το κινητό μου ακούγεται ο ήχος του μηνύματος και το αρπάζω για να δω τι μου γράφει ο Κρις. Δεν είναι σπίτι. Πάω στου Ράιαν. Δεν είναι τα νέα που ήλπιζα, αλλά το περίμενα. Ξέροντας τι πρέπει να κάνω και τρέμοντας την αντίδρασή του, γράφω: Είναι εδώ ο Μαρκ. Σε τρία δευτερόλεπτα χτυπάει το κινητό μου. «Το ήξερα πως θα υπήρχε λόγος που διάλεξα αυτό το φόρεμα», λέει ο Κρις, και παρόλο που μιλά σαν να αστειεύεται, υπάρχει εμφανής ένταση στη φωνή του. «Είναι πιο ανυπόφορος από ό,τι συνήθως», του λέω, «και ανυπομονεί να διώξει εμένα και τον Ραλφ από εδώ όσο εμείς. Τόλμησα να τον ρωτήσω για τον Ράιαν και, φυσικά, μόνο που δε μου έβαλε τις φωνές».


«Ούτε εγώ αντέχω τη σιωπή του καθώς και τον συγχρονισμό του Ράιαν με την Αμάντα. Πρέπει να καταφέρουμε να τη βγάλουμε έξω από αυτή την κατάσταση. Φτάνω στο γραφείο του Ράιαν σε ένα τέταρτο». «Μ ήπως είναι σπίτι του;» «Πλήρωσα τον θυρωρό και μου είπε ότι ο Ράιαν έφυγε πριν από ώρες και ήταν μόνος του». «Αυτό δεν είναι καλό. Πού είναι η Αμάντα;» «Ελπίζω να μου πει εκείνος. Θα σε πάρω αμέσως μόλις μάθω κάτι. Στο μεταξύ, μείνε μακριά από τον Μ αρκ». Παρόλο που δε μετανιώνω για την επιστροφή μου στην γκαλερί, γιατί ακόμα τη θεωρώ μέσον για να βρω τη Ρεμπέκα, είμαι έτοιμη να φύγω. Πάω να πάρω καφέ από το κουζινάκι και βλέπω τον Ραλφ να εξαφανίζεται μέσα στην γκαλερί με τον Τζέικομπ πίσω του. Σμίγοντας τα φρύδια, αφήνω τον καφέ στο γραφείο μου, αρπάζω το κινητό μου και πηγαίνω στον εκθεσιακό χώρο τον οποίο βρίσκω άδειο. Ο ήχος των φωνών με οδηγεί στην μπροστινή είσοδο και βλέπω τον Ραλφ και τον Τζέικομπ να στέκονται έξω, με την πλάτη τους γυρισμένη σε μένα. Διασχίζω τον χώρο, ανοίγω την πόρτα και πέφτω πάνω σε κάτι άντρες του Μ πλέικ. Προχωρώ προς το μέρος του Ραλφ και του Τζέικομπ και όταν διαπιστώνω ποιος είναι μαζί τους κοκαλώνω.


17

«Να τη», λέει ο ντετέκτιβ Γκραντ, που δεν είναι ντυμένος καθόλου κατάλληλα για δικαστήριο, αξύριστος και με τζιν. «Η γυναίκα στην οποία ήλπιζα να μιλήσω. Ο σωματοφύλακάς σας από εδώ είπε ότι δεν είσαι διαθέσιμη». «Δεν είναι», λέει ο Τζέικομπ σφιγμένα. «Πηγαίνετε μέσα, κυρία Μ ακΜ ίλαν». «Ναι», συμφωνεί ο ντετέκτιβ. «Πηγαίνετε μέσα, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Θα τα πω με τον Ραλφ». Ο τρόμος στο πρόσωπο του Ραλφ μου δείχνει πόσο απελπισμένα θέλει να τον σώσουν, και του σφίγγω το χέρι. «Άντε να τελειώσεις τις αναφορές». «Ήδη συμφώνησε να μου μιλήσει», επιμένει ο ντετέκτιβ Γκραντ. Εκνευρισμένη με τον τρόπο που αυτός ο άντρας εκτοξεύει υπονοούμενα, το βλέμμα μου συναντά το δικό του. «Κανονίστε μια συνάντηση ώστε να έχει και δικηγόρο». «Χρειάζομαι δικηγόρο;» λέει έντρομος ο Ραλφ. «Από πότε χρειάζομαι δικηγόρο; Μ όλις που τη γνώριζα τη Ρεμπέκα. Τη συμπαθούσα, ωστόσο. Αλήθεια τη συμπαθούσα». Ω, γαμώτο. «Ηρέμησε, Ραλφ», λέω βιαστικά, και τον πιάνω από


τα μπράτσα. «Μ ην τρομάζεις. Είναι απλώς ένα μέτρο προφύλαξης. Είσαι μια χαρά». «Δεν είσαι ύποπτος», τον καθησυχάζει ο ντετέκτιβ Γκραντ που στέκεται πίσω μου. «Απλώς θέλω να μιλήσουμε γι’ αυτό». Σίγουρη ότι δε θέλω να μάθω ποιο είναι αυτό, γυρνώ και τον βλέπω να κρατά ένα βιβλίο. Το στομάχι μου δένεται κόμπος όταν συνειδητοποιώ ότι είναι το ημερολόγιό μου. «Τι είναι αυτό;» ρωτάει ο Ραλφ. «Το ημερολόγιο της Σάρα», απαντά ο ντετέκτιβ Γκραντ, ρίχνοντάς μου ένα σκληρό βλέμμα. «Είναι ενδιαφέρον ότι ξεκινήσατε να γράφετε όσο διαβάζατε αυτά της Ρεμπέκα. Είναι πραγματικά ενδιαφέροντα τα όσα γράφετε, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Ενδόμυχες σκέψεις. Για παράδειγμα», κάνει μια παύση και το ανοίγει σε μια σημειωμένη σελίδα, «εδώ γράφετε ότι ο Μ αρκ–» «Θα σας μιλήσω», τον διακόπτω, ξέροντας ότι έχω γράψει λεπτομέρειες για τη σχέση του με τη Ρεμπέκα. «Όμως πρέπει να τηλεφωνήσω στον δικηγόρο μου πρώτα». «Δεν έχουμε χρόνο γι’ αυτό», λέει ο ντετέκτιβ. «Βρίσκεται στο δικαστήριο όπου πρέπει να βρίσκομαι κι εγώ σε…» κοιτάζει το ρολόι του, «μία ώρα. Στην πραγματικότητα, ας κερδίσουμε λίγο χρόνο κι ας μιλήσουμε οι τρεις μας εδώ». Κοιτάζει τον Ραλφ. «Η Σάρα έχει γράψει κάτι για το οποίο θέλω τη γνώμη σου». Κοιτάζει τη σελίδα. «Τα ακριβή λόγια είναι: “Αν υπάρχει λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος, πού βρισκόταν ο Μ αρκ τότε και τώρα;”» Σηκώνει το βλέμμα του από το ημερολόγιο. «Η ερώτησή μου, Ραλφ, είναι για τις παρατηρήσεις σου…» «Αρκετά», λέω απότομα, ευχόμενη να γνώριζα τα δικαιώματά μου όσον αφορά τα προσωπικά μου αντικείμενα. «Θα σας μιλήσω». «Κυρία Μ ακΜ ίλαν…» λέει ο Τζέικομπ.


«Είμαι καλά», τον διαβεβαιώνω, γνωρίζοντας ότι θα τηλεφωνήσει στον Ντέιβιντ, τον Κρις ή και στους δύο. Θέλω μόνο να τραβήξω την προσοχή του Ραλφ και του ντετέκτιβ από το ημερολόγιο και να κερδίσω χρόνο μέχρι να φτάσει το ιππικό. Ρίχνω στον Ραλφ ένα αυστηρό βλέμμα και του λέω: «Πήγαινε μέσα, σε παρακαλώ». «Τελειώσαμε, Ραλφ», του λέει ο ντετέκτιβ. «Δε χρειάζεται να μου το πείτε δεύτερη φορά», μουρμουρίζει ο Ραλφ, που ήδη απομακρύνεται. «Να ’μαστε, λοιπόν», λέει ο ντετέκτιβ Γκραντ, κάνοντας πίσω μπρος στις φτέρνες του και κοιτάζοντας τον Τζέικομπ ο οποίος σφίγγει τα χείλη. «Πάμε στο καφέ δίπλα, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Να μιλήσουμε ιδιαιτέρως». «Στο καφέ;» λέω δύσπιστα. «Θέλετε να πάμε στο καφέ;» «Ναι, θέλω. Τι καλύτερο μέρος για να θυμηθείτε το παρελθόν;» Μ ε παρακινεί να προχωρήσω κι εγώ κάνω ένα βήμα μπροστά, αλλά ο Τζέικομπ με πιάνει από το μπράτσο. «Μ ην το κάνετε αυτό», μου λέει. «Είμαι εντάξει». «Ο κύριος Μ έριτ αποκλείεται να συμφωνήσει», λέει. «Όχι», απαντώ. «Αποκλείεται, αλλά και πάλι θα το κάνω». Σφίγγει το σαγόνι αλλά με αφήνει κι έρχεται δίπλα μου. «Θα έρθω μαζί σας». «Θα μιλήσουμε μόνοι, κυρία Μ ακΜ ίλαν», λέει ο ντετέκτιβ Γκραντ, λες κι εγώ δήλωσα ότι θα έρθει μαζί μας ο Τζέικομπ, «διαφορετικά θα βάλω πάλι τον Ραλφ στην παρεούλα μας». Το αίμα μου βράζει σε αυτή την απειλή, αλλά δεν έχω περιθώριο να διαμαρτυρηθώ. Γυρνώ στον Τζέικομπ. «Δε θα επιτρέψω να παρενοχλούν τον Ραλφ για χάρη μου. Μ είνε εδώ, σε παρακαλώ».


«Θα περιμένω έξω από το καφέ». «Καμία αντίρρηση», λέει ο ντετέκτιβ Γκραντ και βγαίνουμε στον παγωμένο αέρα του Νοέμβρη. Αγκαλιάζω τον εαυτό μου και νιώθω εκτεθειμένη όχι λόγω της παγωνιάς. Όταν ο Τζέικομπ προχωρά μπροστά για να ανοίξει την πόρτα του καφέ, έχω πια παγώσει ως το κόκαλο. «Δε θα το κουνήσω ρούπι», με διαβεβαιώνει. «Σ’ ευχαριστώ». Θέλω να μπω γρήγορα στη ζεστασιά, αλλά τα πόδια μου ριζώνουν στο πεζοδρόμιο και αρχίζω να βουλιάζω στη δίνη των αναμνήσεων. Θυμάμαι το χαμογελαστό πρόσωπο της Άβα, το γέλιο της, τα αστεία της σχόλια για τον Κρις και τον Μ αρκ. Την οργή της όταν σήκωσε το όπλο εναντίον μου και τη μανία της να με σκοτώσει. Ήθελε να με σκοτώσει. Το είδα στα μάτια της. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα, κυρία Μ ακΜ ίλαν;» ρωτάει προκλητικά ο ντετέκτιβ Γκραντ. Η προσοχή μου επιστρέφει σ’ αυτόν και παραχώνω την Άβα ξανά στην τρύπα που φυλώ για όλα τα σκουπίδια της ζωής μου. «Ξέρετε ότι υπάρχει πρόβλημα και ποιο ακριβώς είναι. Είστε μεγάλος χειραγωγός. Πολύ μεγάλος». Μ παίνω στο καφέ με το κεφάλι ψηλά. Περνώντας από τη βιτρίνα με τους διάφορους καφέδες και κούπες, ρουφώ την πλούσια, γήινη μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ. Κάποτε χαιρόμουν να μυρίζω και να γεύομαι αυτό το άρωμα. Σήμερα όμως καίει τη μύτη και τον λαιμό μου και μου ανακατεύει το στομάχι. Ενώ κοντοστέκομαι για να βρω ένα άδειο τραπέζι, το βλέμμα μου στέκεται στον πάγκο, όπου ένας άγνωστος άντρας με μακριά σκούρα μαλλιά και χέρια γεμάτα τατουάζ εξυπηρετεί έναν πελάτη. «Ο σύζυγος της Άβα, ο Ραφαέλ», μου λέει ο ντετέκτιβ Γκραντ,


ερχόμενος δίπλα μου. «Τα μέλη του συγκροτήματος στο οποίο παίζει νομίζω πως τον αποκαλούν Ραφ». «Ο σύζυγος της Άβα;» ρωτάω έκπληκτη. Παρόλο που είναι όμορφος και έχει τον τύπο του αλήτη ροκά, απέχει πολύ από αυτό που εγώ αποκαλώ κλασική ομορφιά. Είναι το ακριβώς αντίθετο του Μ αρκ. «Σύζυγος εν διαστάσει μάλλον». «Αυτός δεν είχε ένα μπαρ;» «Έχει, αλλά παίζει και σε συγκρότημα. Και από ό,τι φαίνεται, τώρα έχει και καφέ». Δείχνει ένα τραπέζι. «Ας καθίσουμε. Δεν έχω χρόνο για καφέ». Ανακουφισμένη που θα ξεμπερδέψω γρήγορα, ακολουθώ τον ντετέκτιβ στο τραπέζι και κάθομαι κοντά στον τοίχο. Έχω την αίσθηση ότι με παρακολουθούν. Κοιτάζω γύρω μου και το βλέμμα του Ραφ που είναι στυλωμένο πάνω μου με κάνει να νιώθω γυμνή. Ο ντετέκτιβ Γκραντ κοπανά την εφημερίδα στο τραπέζι κι εγώ αναπηδώ τρομαγμένη. «Ας μιλήσουμε», λέει, και με καρφώνει με το πάντα διεισδυτικό, όλο κατηγόρια βλέμμα του. «Να διαβάσουμε τη γνώμη σας για τον Μ αρκ Κόμπτον;» ρωτάει. «Ή μήπως προτιμάτε απλώς να τη μοιραστείτε μαζί μου;» Οργισμένη μαζί του ξανά, ακουμπώ το κινητό στα πόδια μου και πλέκω τα δάχτυλά μου πάνω στο τραπέζι. «Γιατί να τη μοιραστώ αφού τη διαβάσατε;» τον προκαλώ. «Και είναι νόμιμο να δείχνετε τα προσωπικά μου αντικείμενα στον Ραλφ;» «Μ πορείτε να χρησιμοποιήσετε όλα τα λεφτά του πλούσιου φιλαράκου σας για να μου κάνετε μήνυση και τότε θα μάθουμε». «Του πλούσιου φιλαράκου μου; Προσπαθείτε επίτηδες να γίνεστε αντιπαθής ή σας βγαίνει τόσο αυθόρμητα που δεν μπορείτε να συγκρατηθείτε;» Χασκογελάει. «Ω, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Νομίζω πως βλέπω τώρα


γιατί γοητεύετε τόσο πολλούς άντρες». «Τόσο πολλούς άντρες;» απαιτώ να μάθω. «Είμαι με τον Κρις, και μόνο με τον Κρις. Κι αν θέλετε να ξέρετε, ντετέκτιβ, αποδεικνύετε πλέον περίτρανα πόσο χειραγωγός είστε. Ακόμα και αυτό το σχόλιο ήταν παγίδα για να πω κάτι που δεν πρόκειται να πω». Απτόητος, χτυπά το ημερολόγιό μου. «Ας μιλήσουμε για τον Μ αρκ». «Η μόνη του ενοχή είναι ότι αγαπά τη Ρεμπέκα», λέω πριν προλάβω να συγκρατηθώ. «Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος. Εσείς η ίδια το γράψατε». «Επειδή μου το είπε ο Ρίκο Άλβαρες. Γι’ αυτόν πρέπει να ανησυχείτε. Την αγαπούσε κι αυτός και ζήλευε παράφορα τον Μ αρκ». Γέρνω πίσω. «Αυτά έχω να πω μόνο. Τελειώσαμε». «Αυτό δεν έχει να κάνει με σας και τον Κρις Μ έριτ. Σας έχω απαλλάξει και τους δύο». «Αλήθεια;» «Ναι. Έχετε και οι δύο ακλόνητα άλλοθι». Σκύβει μπροστά. «Θέλω να βρω τη Ρεμπέκα, κυρία Μ ακΜ ίλαν. Βοηθήστε με». «Θέλω, αλλά δεν μπορώ να το κάνω δίχως την παρουσία του δικηγόρου μου». «Μ ας σας είπα ότι σας απάλλαξα». «Το ξέρω, αλλά πιστεύετε ότι είναι ένοχος ο Μ αρκ. Και δεν πρόκειται να σας βοηθήσω να καταδικάσετε έναν αθώο». «Πώς είστε τόσο σίγουρη ότι είναι αθώος;» Το κινητό μου δονείται και ξέρω ποιος είναι πριν καν δω το νούμερο του Κρις στην οθόνη. Ξέροντας πόση αγωνία θα έχει, σηκώνω το δάχτυλο και λέω: «Δώστε μου μισό λεπτό, παρακαλώ». Γέρνει πίσω στην καρέκλα του. «Κανένα πρόβλημα. Μ ε την


ησυχία σας. Μ όνο στο δικαστήριο έχω να πάω για να καταθέσω εναντίον του ανθρώπου που σας επιτέθηκε». Το δηκτικό σχόλιο με κάνει να αγνοήσω την κλήση. «Ακριβώς, τον άνθρωπο που μου επιτέθηκε – κι ωστόσο επιμένατε να συναντηθούμε εδώ, στο καφέ της; Κάποιος που θα ενδιαφερόταν για το καλό μου δε θα έκανε κάτι τέτοιο». «Το ότι δεν καταλαβαίνετε τη λογική μου δε σημαίνει ότι κάτι δεν είναι λογικό». «Το ότι πιστεύετε ότι είστε ήρωας δε σημαίνει ότι δεν είστε κόπανος». Το κινητό μου αρχίζει να χτυπά ξανά και απορρίπτω την κλήση, αλλά δεν το αφήνω από τα χέρια μου. Πατώ την αυτόματη κλήση για το νούμερο του Ντέιβιντ. «Κυρία Μ ακΜ ίλαν;» λέει ο ντετέκτιβ Γκραντ, ακριβώς τη στιγμή που ο Ντέιβιντ απαντά με ένα «Τι στο διάολο συμβαίνει, Σάρα; Μ όλις με πήρε ο Κρις και μου είπε ότι είσαι με τον ντετέκτιβ Γκραντ». «Γι’ αυτό σε παίρνω. Καλά σου είπε. Είμαι με τον ντετέκτιβ Γκραντ αυτή τη στιγμή». «Μ ιλάς μαζί του μόνο αν είμαι κι εγώ παρών. Σε καμία άλλη περίπτωση. Τι από αυτό δεν καταλαβαίνεις;» «Απείλησε να δείξει το προσωπικό μου ημερολόγιο στον Ραλφ αν δεν πήγαινα μαζί του–» «Ποιο ημερολόγιο, και να πας πού μαζί του;» «Σημειώσεις που κράτησα για τα άτομα που γνώριζε η Ρεμπέκα. Πήρε το ημερολόγιό μου στη διάρκεια της έρευνας στην γκαλερί χθες. Και με έφερε στο καφέ». «Το καφέ που έχει η γυναίκα που πήγε να σε σκοτώσει;» «Ναι». «Δώσε μου να μιλήσω στο κάθαρμα». Δίνω το κινητό μου στον ντετέκτιβ Γκραντ, που δείχνει


περισσότερο να το διασκεδάζει παρά να ενοχλείται. «Έξυπνη κοπέλα. Μ ε εντυπωσιάζετε, κυρία Μ ακΜ ίλαν». Βάζει το κινητό στο αυτί του. «Γεια σου, Ντέιβιντ». Περνάνε μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και προσθέτει «Ηρέμησε. Τα ξέρω όλα αυτά». Αρχίζουν να λένε διάφορα και δεν μπορώ πλέον να καταλάβω ποιος κερδίζει τη μάχη. Συνειδητοποιώντας ότι ο ντετέκτιβ έχει αρχίσει να μιλά κάπως δυνατά, σηκώνω το βλέμμα και κοιτάζω πάλι στον πάγκο. Βλέπω τον Κόρι, το κολεγιόπαιδο που εργάζεται εδώ από τότε που θυμάμαι, να μιλά έντονα με τον Ραφ. Ο Κόρι μοιάζει να εκνευρίζεται και κάνει έντονες χειρονομίες. Ο Ραφ σηκώνει ψηλά τις παλάμες σαν να του λέει να ηρεμήσει. Ο ντετέκτιβ με σκουντά και μου δίνει πίσω το κινητό. «Η σειρά σας». Απρόθυμα, τραβώ το βλέμμα μου από τον πάγκο και παίρνω το τηλέφωνο. Ο ντετέκτιβ Γκραντ κοιτάζει πάνω από τον ώμο του και αμέσως γυρνά την καρέκλα του για να παρακολουθεί καλύτερα τη δράση. Μ όλις πάω να μιλήσω, ο Ντέιβιντ αρχίζει τον εξάψαλμο. «Δεν ξέρω σε τι τριπάκι θέλησε να σε βάλει, αλλά σήκω τώρα και φύγε από κει μέσα. Ήρθε εκεί επίτηδες γνωρίζοντας ότι εγώ θα βρίσκομαι εδώ. Δεν πρόκειται να δείξει το ημερολόγιό σου σε κανέναν». Δυσκολεύομαι να το πιστέψω αυτό, μετά τη συζήτηση με τον ντετέκτιβ, αλλά δεν έχω σκοπό να διαμαρτυρηθώ. Ούτως ή άλλως, ο Ντέιβιντ δε μου δίνει καν την ευκαιρία να το κάνω. «Στείλε μου μήνυμα όταν φύγει ή αν υπάρξει πρόβλημα. Δε θα μπορέσω να απαντήσω σε κλήση εκτός κι αν είναι κάτι πολύ επείγον». «Εντάξει». «Ωραία. Τώρα σήκω φύγε. Α, και έκανες πολύ καλά που μου τηλεφώνησες, μωρό. Μ πράβο, αδερφούλα».


Μωρό και μπράβο, αδερφούλα. Μ ου έρχεται να βάλω τα γέλια. Αλήθεια, τι άλλο μπορώ να κάνω τώρα; Νιώθω σαν να πρωταγωνιστώ σε κακή σαπουνόπερα. Σηκώνομαι και ο ντετέκτιβ με ακολουθεί. «Σίγουρα καταλαβαίνετε ότι δεν μπορώ να μιλήσω», του λέω. «Θα μιλήσουμε», με διαβεβαιώνει. «Ίσως όχι τώρα, αλλά θα μιλήσουμε». Ένας δυνατός κρότος ακούγεται από τον πάγκο και βλέπω τον Ραφ να παλεύει με τον Κόρι. Ο Ραφ τον κλοτσά και καταλήγουν και οι δύο να κυλιούνται πίσω από τη βιτρίνα. «Τι καλά», μουρμουρίζει ο ντετέκτιβ Γκραντ, «πολύ ενδιαφέρον. Ευχόμουν η μικρή μας συνάντηση να ζωντάνευε λίγο τα πράματα, αλλά αυτό ξεπερνά τις προσδοκίες μου. Μ πορεί να είμαι κόπανος, κυρία Μ ακΜ ίλαν, αλλά αρκετά έξυπνος κόπανος. Μ ερικές φορές πρέπει να ρίχνεις λίγο λάδι στη φωτιά. Και για να ξέρετε, η Άβα μάλλον θα βγει με εγγύηση, αλλά θα βγάλω περιοριστικά μέτρα και θα πετύχω καταδίκη. Θα είμαστε σε επαφή». Τρέχει προς τον πάγκο κι εγώ στέκομαι εκεί αποσβολωμένη και τον κοιτάζω που ορμά στον χαμό. Αρπάζει τον Ραφ, ο Κόρι τον χτυπά, κι εγώ τρέχω στην πόρτα για βοήθεια από τον Τζέικομπ. «Καβγάς», ψελλίζω. «Γίνεται καβγάς μέσα και ο ντετέκτιβ χρειάζεται βοήθεια». Ο Τζέικομπ βλαστημά και ανοίγει την πόρτα. Ρίχνει μια ματιά μέσα και βγάζει τον ασύρματο από τη ζώνη του. «Κέλβιν, χρειάζομαι ενισχύσεις. Έλα πάρε τη Σάρα». Και μετά σε μένα: «Απέχει δύο τετράγωνα. Μ ην κουνηθείτε». «Εντάξει. Πρόσεχε». Μ παίνει στο καφέ κι εγώ περιμένω τον Κέλβιν, τον οποίο έχω δει μία φορά αλλά τον εμπιστεύομαι. Γυρνώ προς τον δρόμο και


έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με το χειρότερο λάθος της ζωής μου: τον Μ άικλ.


18

Ο Μ άικλ πέφτει πάνω μου, τα χέρια του σφίγγουν τη μέση μου και το άγγιγμά του με κάνει να ανατριχιάζω. «Άφησέ με», του λέω, σπρώχνοντάς τον στο στέρνο. Ακούω σειρήνες να πλησιάζουν, αλλά δεν είναι εδώ να με σώσουν. Εγώ πρέπει να με σώσω. Τολμά και χαμηλώνει το χέρι του από τη μέση στους γοφούς μου και η οργή εκρήγνυται από ένα βαθύ σημείο μέσα μου που είχα ξεχάσει πως υπάρχει. «Είπα άφησέ με», γρυλίζω, σηκώνοντας απότομα το πόδι μου για να του ρίξω γονατιά στα αχαμνά. Δυστυχώς προλαβαίνει και μου το πιάνει με εντελώς ανάρμοστο τρόπο. «Έχεις δύο δευτερόλεπτα πριν αρχίσω να ουρλιάζω», τον προειδοποιώ. «Είμαι σίγουρος πως δε θες να τραβήξεις την προσοχή αυτή τη στιγμή». «Για δοκίμασέ με», τον προκαλώ. «Άντε να σε δω». Στενεύει τα μάτια και μοιάζει να αντιλαμβάνεται σε πόσο επικίνδυνο έδαφος βαδίζει, γι’ αυτό απομακρύνεται λίγο. Αλλά βάζει τα χέρια του στον τοίχο δίπλα μου και τα μπράτσα του με εγκλωβίζουν. Όμως δε θέλω να δραπετεύσω. Θέλω επιτέλους να αντιμετωπίσω και αυτόν και το παρελθόν που με στοιχειώνει τόσο


καιρό. «Τι θες εδώ;» απαιτώ. Δείχνει τόσο πολιτισμένος στο μαύρο κοστούμι και το σκούρο μπλε πουκάμισο, που σίγουρα επέλεξε για να ταιριάζει με τα μάτια του, ώστε δύσκολα θα πίστευε κανείς πόσο βάρβαρος είναι. «Δεν ήρθα στο Σαν Φρανσίσκο για να καταθέσω εναντίον σου», ισχυρίζεται, αραδιάζοντας τα ψέματα τόσο εύκολα όσο και εκατοντάδες άλλες φορές. «Ήρθα για να σε προστατέψω, γιατί από ό,τι βλέπω ο φιλαράκος σου δεν τα καταφέρνει και τόσο καλά. Θα μείνω στην πόλη μέχρι το τέλος της δίκης, ανεξάρτητα από το πόσο θα διαρκέσει. Γι’ αυτό μπορείς να είσαι σίγουρη». Γελάω και ακούγομαι λίγο παρανοϊκή, αλλά η παράνοια είναι ελεγχόμενη. Είναι δική μου και θα εκδηλωθεί όπως και όποτε θέλω εγώ. «Πραγματικά ανεκτίμητο αυτό, Μ άικλ», λέω. «Κατάφερες να διαστρεβλώσεις την κατάσταση ώστε να γίνεις πάλι συμπαθής στον πατέρα μου». «Δε ζήτησα εγώ να μπλεχτώ σε αυτό, αλλά είμαι εδώ τώρα και είναι ξεκάθαρο ότι είμαι χρήσιμος». Γίνεται τόσο πειστικός στον ρόλο του Κύριου Ψηλού, Μ ελαχρινού και Τέλειου, που ανακατεύεται το στομάχι μου όταν σκέφτομαι όλους τους ανθρώπους που εκμεταλλεύεται. Κι εγώ υπήρξα μία από αυτούς. «Να σου πω κάτι;» λέω. «Άντε γαμήσου, Μ άικλ. Άντε γαμήσου. Άντε γαμήσου. Και άντε γαμήσου». Το πρόσωπό του αλλοιώνεται από το σοκ κι εγώ το απολαμβάνω. «Αν νομίζεις ότι θα σε βοηθήσω να ξανακερδίσεις τη δουλειά σου στον πατέρα μου επειδή φοβάμαι μη με κατακρεουργήσεις στο δικαστήριο, κάνεις τραγικό λάθος. Ο Τύπος θα με κατακρεουργήσει ούτως ή άλλως, οπότε το τι θα κάνεις εσύ δεν έχει καμία σημασία». Νιώθω μια κίνηση στα δεξιά μου και ακούω τον Τζέικομπ.


«Κάνε. Πίσω». Τα μάτια του Μ άικλ αστράφτουν από θυμό αλλά είναι αρκετά έξυπνος και ξεκολλά από τον τοίχο. Το επόμενο δευτερόλεπτο έχω δεξιά μου τον Τζέικομπ και αριστερά μου τον Κέλβιν, αλλά τα αδίστακτα, ψυχρά μάτια του Μ άικλ δε φεύγουν από πάνω μου. «Θα μένω στο Φερμόντ», λέει και μόλις που συγκρατεί τον θυμό του. Κάνει μια δραματική παύση. «Επ’ αόριστον». «Γύρνα σπίτι σου, Μ άικλ», λέω ξερά. «Δεν υπάρχει τίποτα για σένα εδώ». Τα χείλη του συστρέφονται διαβολικά. «Αυτό υποθέτω θα το δούμε», απαντά με τέτοια αλαζονεία που μου έρχεται να τον χαστουκίσω, αλλά έχει ήδη κάνει μεταβολή να φύγει. Φεύγει, αλλά παραμένει. Δεν έχω καταφέρει να τον ξεφορτωθώ. «Είστε καλά;» ρωτάει ο Τζέικομπ. Αν μπλέχτηκε στον καβγά σίγουρα δεν το δείχνουν τα ατσαλάκωτα ρούχα του και το τέλειο πρόσωπό του. «Σας πείραξε;» ρωτά ο Κέλβιν, πλησιάζοντας, και συνειδητοποιώ ότι δεν τον έχω ξαναδεί να φορά κοστούμι. Είναι επικεφαλής της ομάδας από την Ασφάλεια Ουόκερ, πράγμα που τον κάνει αφεντικό του Τζέικομπ. «Είμαι καλά», τον διαβεβαιώνω και παραδόξως είναι αλήθεια. «Και πρέπει να ευχαριστήσω τον Τζέικομπ γι’ αυτό. Αρνήθηκε να φύγει από το πλάι μου ακόμα και την ώρα που ήμουν με τον ντετέκτιβ». «Ευτυχώς που δεν το έκανε», σχολιάζει ο Κέλβιν. «Ο Μ άικλ υποτίθεται πως θα βρισκόταν στο αεροπλάνο της επιστροφής». «Προφανώς η αναχώρησή του από το ξενοδοχείο έγινε για να μας αποπροσανατολίσει», λέει ο Τζέικομπ. «Δε με εκπλήσσει», λέω, τρέμοντας σε μια ριπή παγωμένου αέρα. «Ο Κρις…»


«Έρχεται να με κατσαδιάσει που άφησα να συμβεί κάτι τέτοιο», λέει ο Τζέικομπ εμφανώς ταραγμένος. «Δε φταις εσύ γι’ αυτό, Τζέικομπ», τον διαβεβαιώνω, «κι εγώ θα είμαι η πρώτη που θα το πω στον Κρις». «Από τη στιγμή που σας προστατεύω, οτιδήποτε πάει στραβά είναι δικό μου λάθος», με διορθώνει. «Έπρεπε να είχα αφήσει τον ντετέκτιβ να τις φάει». Η πόρτα του καφέ ανοίγει και από μέσα βγαίνουν ο Ραφ και ο Κόρι με χειροπέδες. Ο Κέλβιν ακουμπά το χέρι στον τοίχο και σηκώνει το πιγούνι του στον Τζέικομπ. «Τι στο διάολο συνέβη εκεί μέσα;» «Ο πιτσιρικάς, ο Κόρι, μάλλον είναι καψούρης με την Άβα, και προφανώς αποκάλεσε τη Σάρα βρομιάρα ψεύτρα». Χλομιάζω. «Εμένα; Μ α ούτε που με ξέρει». «Έτσι μιλούν οι νέοι», λέει ο Κέλβιν. «Μ άλλον μιλά τη γλώσσα της Άβα. Και πώς αυτό εξελίχθηκε σε καβγά;» «Ο Ραφ, που σε περίπτωση που δεν το έχω πει, είναι τεχνικά ακόμα σύζυγος της Άβα, υπερασπίστηκε τη Σάρα», λέει ο Τζέικομπ. «Είπε λοιπόν ότι ψεύτρα είναι η Άβα. Κι έτσι πιάστηκαν στα χέρια». Θυμάμαι το κατάστημα της Σανέλ, όταν η Άβα δέχτηκε τηλεφώνημα από τον Ραφ. «Μ α αυτός δεν ήθελε πίσω την Άβα;» «Αυτός δεν είναι ένας άντρας που θέλει πίσω τη γυναίκα του», με διαβεβαιώνει ο Τζέικομπ, ρίχνοντας ένα βλέμμα στο περιπολικό την ώρα που κλείνουν οι πόρτες. «Πρέπει να μιλήσω στον ντετέκτιβ πριν φύγει». «Πήγαινε», λέει ο Κέλβιν. «Προσέχω εγώ τη Σάρα». Ο Τζέικομπ φεύγει βιαστικά και ο Κέλβιν με οδηγεί προς την γκαλερί, ευχόμενος να αποφύγει τους δημοσιογράφους. Καθώς περπατάμε, νιώθω ένα ξαφνικό κύμα έντασης να με σαρώνει.


Ευτυχώς, έχω την ευκαιρία να το καταπολεμήσω μέχρι να φτάσουμε. Δε θα αφήσω τον Μ άικλ να έχει ισχύ πάνω μου – ούτε καν με τη μορφή μερικών δακρύων. Μ όλις μπαίνουμε στην γκαλερί, ο Ραλφ πετάγεται από το γραφείο του. «Τι συνέβη; Είσαι καλά;» «Καλά είμαι», λέω, αν και είμαι στα πρόθυρα ημικρανίας. «Τον χειρίστηκα τον ντετέκτιβ. Αλλά εσύ», προσθέτω, «δεν πρέπει να αφήνεις την αστυνομία να σε εκφοβίζει τόσο. Τι ώρα είναι;» Κοιτάζει το ρολόι του. «Δύο παρά δέκα. Ώρα για φαγητό. Τι λέτε για πίτσα;» «Βεβαίως», λέω, σίγουρη όμως πως δεν πρόκειται να κατεβάσω μπουκιά τώρα που αρχίζει η ακρόαση της Άβα. «Ξέρεις τι μου αρέσει. Μ πορείς να παραγγείλεις;» «Έγινε. Μ ία με έξτρα τυρί». Κλείνομαι στο γραφείο μου. Ακουμπώ στην πόρτα, κλείνω τα μάτια σφιχτά για να ηρεμήσω, αλλά κάποιος προσπαθεί να την ανοίξει. «Σάρα». Ανακούφιση με πλημμυρίζει στο άκουσμα της φωνής του Κρις. Κάνω πέρα για να περάσει. Μ παίνει στο γραφείο, κλείνει την πόρτα και η ακαταμάχητη δύναμη που αποπνέει απλώνεται στον χώρο και μέσα μου. «Έμαθα για τον Μ άικλ», λέει, τραβώντας με στην αγκαλιά του, και είναι ζεστός και σκληρός και υπέροχος όπως μόνο αυτός μπορεί να είναι. «Δεν το πιστεύω ότι τον άφησα να σε πλησιάσει». Ακουμπά στην πόρτα και μου πιάνει το πρόσωπο. «Ορκίστηκα να μην τον αφήσω να σου κάνει ποτέ πια κακό. Νόμιζα πως βρισκόταν στο αεροπλάνο. Οι άνθρωποι της ομάδας του Μ πλέικ επιβεβαίωσαν την πτήση του και τον είδαν να μπαίνει στο αμάξι του».


Του πιάνω τα χέρια. Ποτέ δε θα χορτάσω να έχω τον Κρις να με πιάνει έτσι, ή να με κοιτάζει σαν να είμαι τα πάντα γι’ αυτόν, όπως κάνει τώρα. «Ο Τζέικομπ μου είπε ότι πίστεψαν πως έφευγε, αλλά είμαι καλά. Δε φταίει αυτός, Κρις. Τον ξεγέλασαν. Ούτε κι εσύ φταις. Εσύ είσαι ο άντρας που αγαπώ, όχι ο σωματοφύλακάς μου». «Ναι καλά που δεν είμαι! Και ο Μ άικλ θα ανακαλύψει ότι οι μαλακίες του δεν αλλάζουν τίποτα. Δε χρειάζεται να ανησυχείς». Ανησυχεί όμως εκείνος, και πολύ περισσότερο από τον φυσιολογικό, αυταρχικό, προστατευτικό άντρα που λατρεύω. Το βλέπω στα μάτια του και φοβάμαι πως ο λόγος είναι η χθεσινή μου εξομολόγηση. «Δε φοβήθηκα και δεν πρόκειται να με πιάσει κρίση πανικού, αν αυτό νομίζεις», λέω. «Σου είπα. Ποτέ δε με πιάνουν σε λογικές στιγμές». Μ ας γυρίζει και με κολλά με την πλάτη στον τοίχο, πιέζοντας τους γοφούς του στους δικούς μου και βάζοντας τα χέρια του δίπλα στο κεφάλι μου. «Μ ην το κάνεις αυτό, Σάρα. Μ ην υποθέτεις ότι σε θεωρώ αδύναμη. Χθες φοβόσουν για την ασφάλεια της Έλα. Αν αυτή δεν είναι λογική αιτία για κρίση πανικού, τότε δεν ξέρω ποια είναι». «Κι εσύ μη βρίσκεις δικαιολογίες για μένα. Αυτό είναι άρνηση – αυτό που θεωρείς ότι καταστρέφεις όποιον αγγίζεις». Κάνω να σκύψω κάτω από τα χέρια του. Μ ε εμποδίζει με το πόδι του. «Κανείς δε βρίσκει δικαιολογίες. Δε λειτουργώ έτσι και το ξέρεις». «Σίγουρα θα αναρωτιέσαι πότε και πού θα πάθω την επόμενη». Κουνά το κεφάλι του. «Δημιουργείς πρόβλημα εκεί που δεν υπάρχει, αλλά να ξέρεις αυτό. Αν πάθεις άλλη κρίση πανικού, θα είμαι δίπλα σου να σε πιάσω». «Αυτό ακριβώς δεν ήθελα. Δε θέλω να τριγυρνάς διαρκώς


γύρω μου έτοιμος να με πιάσεις». «Αυτό κάνουμε εμείς, μωρό μου. Πιάνουμε ο ένας τον άλλον. Το έχω αποδεχτεί αυτό όταν καταρρέω. Τώρα πρέπει να το αποδεχτείς κι εσύ». Μ ε χαϊδεύει στο μάγουλο. «Κατάλαβες;» Αν και ο τόνος του είναι σκληρός, τα μάτια του είναι το αντίθετο. Εννοεί αυτά που είπε. Σαφώς δεν αφήνει τα όσα γνωρίζει να αλλοιώσουν τον τρόπο που βλέπει εμένα ή εμάς. «Εδώ θα πρέπει να συμφωνήσεις μαζί μου», λέει. «Συμφωνώ. Το ίδιο θέλω κι εγώ». «Ωραία. Τώρα πες μου τι συνέβη με τον Μ άικλ». «Λέει ότι θα μείνει μέχρι τη δίκη. Και το πιο τρομερό; Λέει ότι το κάνει για να προστατέψει εμένα και τον πατέρα μου». «Είναι ένας τρόπος να σε εκφοβίσει ότι θα σε διαβάλει στο δικαστήριο». «Και μια ύστατη προσπάθεια να κερδίσει πάλι τη συμπάθεια του πατέρα μου, πράγμα το οποίο του είπα ακριβώς – λίγο πριν αρχίσω να του ουρλιάζω να πάει να γαμηθεί αρκετές φορές». Μ ε κοιτάζει άφωνος. «Έστειλες τον Μ άικλ να πάει να γαμηθεί;» «Πολλές φορές και αρκετά άγρια. Και αν σκεφτούμε ότι βρισκόμασταν σε δημόσιο χώρο, δεν είναι μια από τις λαμπρότερες στιγμές μου». «Λοιπόν», λέει σκεπτικός, «έπρεπε να δείξεις ότι εννοείς αυτά που λες». Χαμογελά με αυτό τον σέξι, υπέροχο τρόπο και η τεράστια μπάλα έντασης στο κεφάλι μου λιώνει και μετατρέπεται σε γέλιο. «Ναι», συμφωνώ. «Μ άλλον έτσι είναι». Βάζει κτητικά το χέρι του στον γοφό μου. «Σήμερα κατατρόπωσες πολλά μέτωπα. Ο Ντέιβιντ ξεκαρδίστηκε με τον τρόπο που του τηλεφώνησες και κόλλησες τον ντετέκτιβ στον


τοίχο». «Έμαθες ότι ο Γκραντ με χρησιμοποίησε για να ξεκινήσει δίπλα καβγάς;» «Ναι, το έμαθα. Ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Αναρωτιέμαι τι ξέρουν γι’ αυτούς τους δύο που δεν ξέρουμε εμείς». «Σε μένα πάντως δεν είπε τίποτα. Μ ου έδωσε την εντύπωση ότι ήθελε να μάθει περισσότερα για τον Μ αρκ και τον Ρίκο». Ο Κρις παραμερίζει μια τούφα από τα μάτια μου. Η διάθεσή του αλλάζει ξαφνικά ως συνήθως και τα δάχτυλά του χαϊδεύουν φευγαλέα το μάγουλό μου. «Η χθεσινή κρίση πανικού δε σημαίνει τίποτα, Σάρα. Το ότι πολέμησες σήμερα σημαίνει τα πάντα. Αποδεικνύει ότι αφήνεις το παρελθόν πίσω σου. Το ξέρεις, έτσι δεν είναι;» «Ναι», λέω, συνειδητοποιώντας ότι έχει δίκιο. «Η κρίση πανικού με τρόμαξε γιατί με έκανε να νιώσω εκτός ελέγχου, αλλά δε νιώθω έτσι με τον Μ άικλ σήμερα. Καθόλου. Δεν είμαι το ίδιο άτομο που ήμουν όταν ήμασταν μαζί, ή ακόμα κι έναν μήνα πριν. Ή ακόμα και πριν εκείνη την τελευταία νύχτα στο Παρίσι. Χάρη σ’ εσένα. Χάρη σ’ εμάς». «Εμάς», επαναλαμβάνει. «Ναι», επιβεβαιώνω τον δεσμό που μας ενώνει. «Εμάς». Τα δάχτυλά του σφίγγουν τα οπίσθιά μου και το βλέμμα του στυλώνεται στο στόμα μου. Όταν το σηκώνει, η ματιά του είναι καυτή όσο και το πάθος που νιώθω ξαφνικά. «Θέλω να σε γαμήσω εδώ και τώρα», δηλώνει και με αιφνιδιάζει. «Ω όχι», λέω γρήγορα. «Όχι εδώ. Δε γίνεται». «Γίνεται», με διαβεβαιώνει και το χέρι του αρχίζει να μου ανεβάζει τη φούστα. Του το ακινητοποιώ. «Όχι», επιμένω. «Όχι εδώ, Κρις. Και η ακρόαση έχει ήδη ξεκινήσει. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να


αντιμετωπίσουμε το αποτέλεσμα». «Δε θα μας πάρει πολύ», λέει και τα δάχτυλά του μπλέκονται στα μαλλιά μου έτσι που πλησιάζει το στόμα του μια ανάσα από το δικό μου. «Δεν είπαμε ότι θα εστιάζουμε σε όσα μπορούμε να ελέγχουμε; Κι εγώ επιλέγω να ελέγχω όλα όσα μπορώ να σου κάνω όσο περιμένουμε το τηλεφώνημα του Ντέιβιντ». «Κρις…» Τα χείλη του χαϊδεύουν τα δικά μου, ένα ανάλαφρο άγγιγμα που πυροδοτεί ένα κύμα αισθήσεων σε όλο το κορμί μου. «Είσαι τόσο άδικος». «Και αυτό σου φαίνεται δίκαιο;» Μ ε γυρνά και με περπατά προς τα πίσω μέχρι που κολλάω στο γραφείο. «Θα σε γαμήσω ακριβώς εδώ, τώρα». Μ ε σηκώνει από τη μέση, με καθίζει στο γραφείο και χώνει τα χέρια του κάτω από τη φούστα μου στους μηρούς μου. «Καμία αντίρρηση;» Μ ου ανοίγει τα γόνατα και στέκεται ανάμεσα στα πόδια μου, φωλιάζοντας τη χοντρή του στύση στο σωστό σημείο. «Αφού το θέτεις έτσι», λέω τόσο ξέπνοα όσο νιώθω, «καμία αντίρρηση». Το επικίνδυνα τέλειο στόμα του σχηματίζει λοξό χαμόγελο και βυθίζει το πρόσωπό του στον λαιμό μου, ενώ εγώ τον αγκαλιάζω. Η γλώσσα του παίζει πονηρά με ένα ευαίσθητο σημείο πίσω από το αυτί μου και η αίσθηση απλώνεται μέχρι το φύλο μου. Οι μηροί μου σφίγγουν τους γοφούς του και το χέρι του χουφτώνει το στήθος μου, χαϊδεύει τη ρώγα μου, και οι βλεφαρίδες μου πεταρίζουν, χαμηλώνουν. Και τότε κάπως το βλέμμα μου πέφτει πάνω από τον ώμο του στον πίνακα με τα τριαντάφυλλα που ακουμπά στο πάτωμα. Ακάλεστα, τυχαία αποσπάσματα από τα ημερολόγια της Ρεμπέκα παίζουν στο μυαλό μου. Σχεδόν ακούω τη φωνή της στο κεφάλι μου, νιώθω την ανάγκη του Μ αρκ μέσα από τη δική μου


ανάγκη για τον Κρις. Εξαιτίας αυτού του χώρου που ήταν το γραφείο της. Είναι το μέρος τους, το παρελθόν τους. Είναι η απώλεια και ο πόνος του Μ αρκ και ο θάνατος της Ρεμπέκα. Είναι αυτοί, όχι εμείς. Μ ια ακατανίκητη ανάγκη να σταματήσω με κατακλύζει, και βάζω τα χέρια μου στο στέρνο του Κρις. «Περίμενε», λέω, ισιώνοντας το κορμί μου. «Περίμενε, Κρις. Περίμενε». Κάνει πίσω, με κοιτάζει με βλέμμα βαρύ, ακουμπά τις παλάμες του στο γραφείο δίπλα μου, η ανάσα του τραχιά. «Τι συμβαίνει;» Το μυαλό μου καλπάζει με αμέτρητα πράγματα που θέλω να του πω, για τα τριαντάφυλλα και τον Μ αρκ και τη Ρεμπέκα, αλλά το μόνο που βλέπω είναι το δαχτυλίδι που σχεδίασε για μένα. Δεν ξέρω ακόμα τι σημαίνουν γι’ αυτόν τα συγκεκριμένα λουλούδια, και δεν μπορώ να καταστρέψω όσα έχει κάνει για μένα λέγοντας κάτι ακατάλληλο στην πιο ακατάλληλη στιγμή. Τελικά λέω: «Αυτό το μέρος είναι εκείνοι». «Εκείνοι;» ρωτάει. «Η Ρεμπέκα και ο Μ αρκ. Είναι… εκείνοι. Δε θέλω να είμαστε εμείς». Στα μάτια του διακρίνω κατανόηση. Σκύβει το κεφάλι σαν να προσπαθεί να ανακτήσει τον έλεγχο. Χτυπά το κινητό του και ισιώνει την πλάτη για να το σηκώσει. «Ντέιβιντ», λέει. «Τελείωσε;» Ακούει για λίγο και μετά μου κάνει νεύμα. Κατεβαίνω από το γραφείο, στρώνω τη φούστα μου, αλλά δεν ξεκολλώ τα μάτια από το ανέκφραστο πρόσωπο του Κρις όσο ακούει τον Ντέιβιντ. Βλέπω τη φλέβα στο σαγόνι του να πάλλεται όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που κάνει απότομη μεταβολή και μου γυρνά την πλάτη. «Θα φορά συσκευή παρακολούθησης;» ρωτάει, ακουμπώντας το ένα χέρι στην πόρτα.


Ο σφυγμός μου επιταχύνεται, και η γροθιά μου έρχεται στο στήθος μου, όπου τώρα η καρδιά μου βροντοχτυπά. Η Άβα βγαίνει από τη φυλακή. Θα είναι ελεύθερη. Χώνω το πρόσωπο στις παλάμες μου, πασχίζοντας να ηρεμήσω τον λευκό θόρυβο στο κεφάλι μου και να ακούσω τη συζήτηση του Κρις, αλλά δεν τα καταφέρνω. Ηρέμησε, λέω μέσα μου. Ηρέμησε! Επιτέλους, ακούω πάλι τη φωνή του Κρις. «Εμένα;» τον ακούω να ρωτάει. «Πότε; Γαμώτο, Ντέιβιντ. Ναι. Εντάξει. Θα έρθω». Ακολουθεί παύση και συνειδητοποιώ ότι έχει κλείσει το τηλέφωνο. Αφήνω τα ιδρωμένα χέρια μου να πέσουν στα πόδια μου. «Την άφησαν», λέω. «Ναι». Βάζει το κινητό στην τσέπη του κι έρχεται κοντά μου και μου πιάνει τα γόνατα. «Θα φορά ανιχνευτή αστραγάλου, κι έχουμε βγάλει περιοριστικά μέτρα εναντίον της ως όρο αποφυλάκισης. Ο Ντέιβιντ ακόμα προσπαθεί να πάρει άδεια για μας να φύγουμε για Παρίσι μέχρι τη δίκη, η οποία θα γίνει σε αρκετούς μήνες από σήμερα». «Απέσυραν την κατηγορία φόνου;» «Προς το παρόν, αλλά ο Ντέιβιντ πιστεύει ότι αυτό θα αλλάξει. Θέλουν εμένα και τον Μ αρκ στο τμήμα». «Γιατί εσένα; Ο ντετέκτιβ Γκραντ μου είπε ότι σε απάλλαξε, Κρις». «Πρώτη φορά το ακούω αυτό, αλλά, όπως και να ’χει, αν μπορώ να τους βοηθήσω να ξαναβάλουν την Άβα φυλακή, θα το κάνω. Ας ελπίσουμε ότι δε θα πάρει πολύ, αλλά πρώτα θα σε πάω σπίτι». «Όχι. Θα μείνω. Η ομάδα του Μ πλέικ δε θα είναι τόσο διάσπαρτη μ’ εμένα εδώ, και από εδώ θα μπορώ να παρακολουθώ καλύτερα τις εξελίξεις».


«Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Το ξέρω πως περίμενες αυτή την έκβαση, αλλά το όνομά σου έγινε γνωστό στο δικαστήριο με τον Τύπο παρόντα». Μ ε αρπάζει από τους γοφούς και με καθίζει ξανά στο γραφείο. «Ωστόσο, γίνεται χειρότερο. Κατ’ αρχήν, ο δικηγόρος της Άβα επέμεινε στην ιστορία συνωμοσίας, ότι δηλαδή εμείς οι τέσσερις την παγιδεύσαμε για να της κλείσουμε το στόμα για τον θάνατο της Ρεμπέκα. Αυτή η ιστορία λοιπόν έγινε γνωστή στον Τύπο». «Ο ντετέκτιβ Γκραντ μου είπε ότι έχουμε απαλλαγεί από κάθε κατηγορία. Δεν μπορούν να μας υπερασπιστούν;» «Είτε είναι αλήθεια είτε όχι, αυτό δεν έχει και πολλή σχέση με την ακρόαση ορισμού εγγύησης. Δυστυχώς, οι παράλογοι ισχυρισμοί της Άβα, σε συνδυασμό με το ότι αποσύρθηκαν οι κατηγορίες για φόνο, έριξαν αρκετή λάσπη στην υπόθεση της Εισαγγελίας ώστε να μειωθεί η εγγύηση». «Όλα αυτά τα περίμενα», λέω, και παρατηρώ την ανεπαίσθητη ένταση στο πρόσωπο του Κρις. Υπάρχει κάτι που φοβάται να μου πει. «Τι άλλο, Κρις;» «Ο δικηγόρος της Άβα ισχυρίστηκε ότι μισούσες τη Ρεμπέκα επειδή ήταν ερωμένη μου».


19

«Δεν άγγιξα ποτέ τη Ρεμπέκα, Σάρα», λέει ο Κρις, και τα πόδια του εγκλωβίζουν τα δικά μου σαν να φοβάται ότι θα του φύγω. «Ξέρω εσένα και ξέρω ότι η υπεράσπιση προσπαθεί να κάνει τη δουλειά της – όσο γλοιώδεις τακτικές κι αν χρησιμοποιεί. Αυτό δε σημαίνει ότι δε δυσκολεύομαι να ακούω όσα λέγονται». «Πίστεψέ με, μωρό μου, το ξέρω. Κι αυτός είναι ένας παραπάνω λόγος να φύγουμε από την πόλη». Αναστενάζω. «Ξαφνικά εύχομαι να βρισκόμασταν πάλι στο κάστρο στη Γαλλία». «Αν μπορούσα να ναυλώσω ένα αεροπλάνο και να πραγματοποιήσω αυτή την ευχή απόψε, θα το έκανα». «Το ξέρω. Αλλά έχουμε παγιδευτεί στη δίνη αυτού του χάους. Δεν μπορεί η αστυνομία να μας απαλλάξει δημοσίως για να ηρεμήσουμε λίγο;» «Μ ην ελπίζεις σε πολλά. Ο Ντέιβιντ με προειδοποίησε ότι δε διευκολύνουν ποτέ κανέναν. Πρέπει να θυμόμαστε ότι παίζουν βρόμικα με ανθρώπους που παίζουν βρόμικα. Δεν ξέρουν ποιον να εμπιστευτούν μέχρι να ανακαλύψουν τα γεγονότα. Γεγονότα που θέλουμε να ανακαλύψουν. Και να θυμάσαι επίσης ότι ακόμα κι αν μας απαλλάξουν, ο εφιάλτης του Τύπου δε θα σταματήσει. Είμαστε


στόχοι για τους αλήτες που εκπροσωπούν την Άβα κι αν μπορούν να διογκώσουν την υπόθεση, δε θα διστάσουν να το κάνουν». «Αυτό ακριβώς φαίνεται πως κάνουν». «Θα είναι εκατό φορές χειρότερα μετά τις αποψινές ειδήσεις και θέλω να έχουμε φύγει πριν ξεκινήσει το δελτίο. Θα πούμε στον Μ πλέικ να μας στείλει ένα βίντεο να το δούμε αφού έχουμε φύγει από την πόλη». «Δε θα μας βρουν οι δημοσιογράφοι στης Κέιτι και του Μ άικ;» «Θα μείνουμε σε ένα σπίτι που νοίκιασα. Μ ια χαρά θα είμαστε». Κάθε ανακούφιση που νιώθω εξατμίζεται όταν συνειδητοποιώ κάτι. «Δεν μπορούμε να πάμε να δούμε την Κέιτι και τον Μ άικ. Ούτε που φαντάζομαι τι μπορεί να σκεφτούν όταν ακούσουν τις ειδήσεις. Πώς θα τους αντικρίσω ξανά, Κρις;» «Τους τηλεφώνησα και τους ενημέρωσα – πλήρως. Τους είπα πόσο βρόμικο παιχνίδι πρόκειται να παιχτεί. Το πρώτο που ρώτησε η Κέιτι ήταν πώς τα πας εσύ». «Γιατί είναι τέλεια στα πάντα. Αυτό δεν αλλάζει το τι μπορεί να σκέφτεται για μένα, ή για μας. Ντρέπομαι να τους αντικρίσω». «Να μην ντρέπεσαι. Ξέρουν πώς λειτουργεί ο Τύπος. Έχουν γευτεί τη γλύκα κάποτε σε ένα σχετικό με τους ίδιους σκάνδαλο. Ξέρουν πόσο πολύ διαστρεβλώνονται τα γεγονότα προς όφελος κάποιων». «Και πάλι…» Μ ου πιάνει το πρόσωπο και με φιλά δυνατά στο στόμα. «Σου ορκίζομαι, μωρό μου. Αν πίστευα ότι υπάρχει πρόβλημα, δε θα πηγαίναμε». Κάνει πίσω και κοιτάζει το ρολόι του. «Πρέπει να φύγω για να γυρίσω πίσω μια λογική ώρα. Θα πω στον Μ αρκ να πάμε μαζί για να τον ψαρέψω αν ξέρει κάτι που δεν ξέρουμε. Θα σε πάρω ή θα σου γράψω αν δω ότι παίρνει πάνω από ώρα».


Εξαφανίζεται στο χολ. Θα είναι άσχημο να ακούσω τις κατηγορίες για τον Κρις και τη Ρεμπέκα. Η καρδιά μου πονά και μόνο στη σκέψη. Θέλω τα πάντα να τελειώσουν μα δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Τίποτα από όσα κάνω δεν αλλάζει κάτι και νιώθω ένα σφίξιμο μέσα μου – σαν να πρέπει να κάνω κάτι πριν να είναι αργά, αλλά δεν ξέρω τι ή γιατί.

Τρεις ώρες μετά την αναχώρησή του, ο Κρις δεν έχει γυρίσει ακόμα από το τμήμα. Κρίνοντας από τα πολυάριθμα μηνύματά του, τη μια περιμένει και την άλλη συζητά και δεν έχω ιδέα πότε θα επιστρέψει. Ευτυχώς, στην γκαλερί επικρατεί ηρεμία, αν και ο Τζέικομπ προειδοποίησε εμένα και τον Ραλφ ότι έξω επικρατεί πανδαιμόνιο. Είμαι έτοιμη να δώσω στον Ραλφ τα τελευταία δεδομένα που συνέλεξα, όταν μπαίνει στο γραφείο μου ο Τζέικομπ. «Η Αμάντα βρίσκεται ασφαλής στο σπίτι των γονιών της στο Λος Άντζελες». Αφήνει μπροστά μου ένα χαρτάκι με τον αριθμό της. «Φαντάστηκα πως θα το θέλατε αυτό». Ανακούφιση με πλημμυρίζει. «Ω, δόξα τω Θεώ. Αλλά γιατί βρίσκεται στο Λος Άντζελες;» «Ιδέα δεν έχω. Την εντοπίσαμε από την αεροπορική εταιρεία. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες, αλλά μάλλον κάτι ή κάποιος την τρόμαξε. Πρέπει να μάθουμε ποιος ή τι, και οι άνθρωποι μιλάνε πιο ανοιχτά σε αυτούς που εμπιστεύονται». Καταλαβαίνοντας πού το πάει, γνέφω. «Θα την πάρω και θα σου πω αν μάθω κάτι». «Να θυμάστε ότι σας αναφέρουν στις ειδήσεις. Θα γνωρίζει τι


λέγεται». Το στομάχι μου σφίγγεται. «Το φαντάστηκα». «Θα είμαι στο κουζινάκι αν με χρειαστείτε. Δεν έφαγα μεσημεριανό. Αν θέλετε, ελάτε να φάμε παρέα». «Γιαμ», λέω. «Κρύα πίτσα». «Τα μικροκύματα κάνουν θαύματα». «Τα μικροκύματα μαλακώνουν τη ζύμη». «Πράγμα που είναι καλύτερο από το τίποτα». Εξαφανίζεται στο χολ. Η προσοχή μου στρέφεται στο χαρτάκι που μου έδωσε, και κάνω αυτό που όλη μέρα απέφευγα: μπαίνω στο διαδίκτυο για να δω τα νέα. Αμέσως καταλαβαίνω ότι θα το μετανιώσω πικρά, αλλά σαν μαγνητισμένη σε ταινία τρόμου, συνεχίζω να διαβάζω. Ένοχη ή θύμα μιας ερωτικής πλεκτάνης που στράβωσε; Αυτό είναι το ερώτημα για την Άβα Πέρες. Μετά από τις κατηγορίες ότι δολοφόνησε τη Ρεμπέκα Μέισον, η οποία αγνοείται εδώ και μήνες, τώρα ισχυρίζεται ότι ομολόγησε μετά από εκβιασμό. Αυτές οι κατηγορίες αποσύρθηκαν σήμερα, αλλά ακόμα κατηγορείται για επίθεση και απόπειρα φόνου κατά της Σάρα ΜακΜίλαν. Ποια είναι αυτή η Σάρα ΜακΜίλαν; Εργάζεται για τον Μαρκ Κόμπτον, τον ιδιοκτήτη του ερωτικού κλαμπ. Η κυρία ΜακΜίλαν έχει σχέση και με τον δισεκατομμυριούχο καλλιτέχνη Κρις Μέριτ, που φημολογείται ότι είναι μέλος τους προαναφερόμενου ερωτικού κλαμπ. Και οι δύο άντρες λέγεται πως είχαν ερωτική σχέση με τη Ρεμπέκα Μέισον, την αγνοούμενη γυναίκα που κάποτε κατείχε τη θέση της Σάρα ΜακΜίλαν στην γκαλερί. Δεν αντέχω να διαβάσω άλλο και πατάω το escape. Πιέζω τα δάχτυλα στους κροτάφους μου. Όμως ήξερα τι θα έλεγαν. Η


άρνηση είναι επικίνδυνο πράγμα. Και είμαι καλά. Δε θα γίνω θύμα κανενός, ούτε καν του Τύπου. Τίποτα σε αυτή την ιστορία δεν είναι αναπάντεχο. Σηκώνω το κινητό μου και πληκτρολογώ τον αριθμό που μου έδωσε ο Τζέικομπ για να μιλήσω με την Αμάντα. Μ ετά από τρία χτυπήματα, απαντά ένας άντρας. «Γεια σας», λέω. «Θα ήθελα την Αμάντα. Είμαι η Σάρα. Δουλεύουμε μαζί». «Μ ισό λεπτό». Περιμένω και τα λεπτά μου φαίνονται αιώνας. «Σάρα;» Ακούγεται παράξενη, σαν να μη θέλει να μου μιλήσει. «Αμάντα. Γεια. Ανησύχησα που δε σε είδα στη δουλειά». «Ήθελα να σε πάρω». «Τι συνέβη; Φοβήθηκα ότι κάτι έπαθες». «Το ξέρω». Παύση για λίγο. «Είχες δίκιο. Έπεσα στα βαθιά». «Τι εννοείς;» «Ο Ράιαν. Γουστάρει όλα αυτά τα πρόστυχα που αρέσουν σ’ εσάς, ενώ σ’ εμένα όχι». «Δεν υπάρχει “εσάς”. Σου είπα ότι σήμερα στις ειδήσεις θα μιλούσαν για ερωτικό σκάνδαλο. Οι άνθρωποι της Άβα θέλουν να κηλιδώσουν το όνομά μου ώστε ο εισαγγελέας να αποσύρει τις κατηγορίες». «Άκουσα ότι σου επιτέθηκε». «Πράγματι. Είχα περάσει από του Μ αρκ για να τον συμβουλευτώ για κάτι και ήταν εκεί αυτή με τον Ράιαν. Άρχισε να ουρλιάζει ότι θα με σκοτώσει, όπως τη Ρεμπέκα. Ήταν τρομερό». «Ω Θεέ μου. Δεν είχα ιδέα». «Ήταν κάτι παραπάνω από τρομερό. Αλλά ίσως καταφέρουμε να βρούμε δικαιοσύνη μέσα από αυτό». «Τώρα νιώθω άσχημα που έφυγα». «Μ η νιώθεις άσχημα που θέλησες να απομακρυνθείς από αυτό


το χάος. Είμαι σίγουρη ότι μπορείς να κρατήσεις τη δουλειά σου αν το θες». «Όχι. Όχι, δεν μπορώ να γυρίσω. Ο Ράιαν… έκανε πράγματα… κι άρχισα να κλαίω, και ήταν τρομερό. Δεν μπορώ να τον αντικρίσω και μετά τον Μ αρκ κι εσένα, και–» «Γλυκιά μου. Δεν κάνω τα πράγματα που κάνει ο Ράιαν. Ούτε ο Κρις. Προσπάθησα να σε προειδοποιήσω». «Το ξέρω. Έπρεπε να σε είχα ακούσει». «Δε θα σου πω ότι σου το είπα. Το σημαντικό είναι ότι είσαι ασφαλής και είσαι καλά. Θα μείνεις εκεί για λίγο;» «Δεν ξέρω. Δεν είχα χρόνο να το σκεφτώ». «Πάρε με να μου πεις. Σε παρακαλώ». «Εντάξει, Σάρα. Σε ευχαριστώ, και λυπάμαι που σου συνέβησαν αυτά». «Είμαι δυνατή. Να είσαι κι εσύ». «Θα είμαι. Γεια σου, Σάρα». Το κλείνει και σηκώνω το βλέμμα στον Ραλφ που στέκεται στην πόρτα. «Μ πήκα στο διαδίκτυο. Είμαι ένοχη. Είμαι αδύναμη μερικές φορές. Το παραδέχομαι». Κλείνω τα μάτια για μια στιγμή και όταν τα ξανανοίγω και βλέπω τον Ραλφ, έχει καθίσει στην καρέκλα μπροστά μου με ένα αναπάντεχο ύφος. Αναστενάζοντας παραιτημένα, του λέω τα ίδια που είπα και στην Αμάντα. «Ουάου», λέει όταν τελειώνω, κουνώντας το κεφάλι. «Απλώς… ουάου. Η σκύλα πήγε να σε φάει». «Να με φάει;» «Δε βλέπεις Σοπράνος;» «Όχι». «Πού ζεις, γλυκιά μου; Όταν ο Τόνι είχε πρόβλημα…» Περνά το δάχτυλο από τον λαιμό του. «Έκοβε κεφάλια και έστελνε


πτώματα στον πάτο της θάλασσας». «Στον πάτο της θάλασσας», ψελλίζω, και θυμάμαι τους εφιάλτες της Ρεμπέκα στους οποίους πνίγεται. «Όπου τον βόλευε». Γουρλώνει τα μάτια. «Πιστεύεις–» «Όχι». Σηκώνω το χέρι. «Σταμάτα. Δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό». «Πιστεύεις ότι η Άβα την πέταξε στον ωκεανό». Το ύφος του αγριεύει, η φωνή του τσακίζει από οργή. «Αυτό θα εξηγούσε το γιατί δεν τη βρίσκουν». Κοπανά τα χέρια του στο γραφείο. «Δε γίνεται να αφήσεις αυτή τη σκύλα να τη γλιτώσει για τον φόνο της Ρεμπέκα. Κάνε τη να πληρώσει. Βάλ’ τη φυλακή». Σοκαρισμένη από αυτή την πλευρά του Ραλφ που δεν έχω ξαναδεί ποτέ, γνέφω. «Προσπαθούμε». «Ωραία. Και γάμα τον Τύπο και το σκάνδαλό τους. Κράτα το κεφάλι ψηλά. Είσαι πεταλούδα, Σάρα. Άνοιξε τα φτερά σου και άσε τους να δουν τα σατανικά σου χρώματα αν χρειαστεί». Γελάω. «Τα σατανικά μου χρώματα;» «Ακριβώς». «Σ’ αγαπώ, Ραλφ. Αλήθεια σου λέω». Σηκώνεται, κάνει τον γύρο του γραφείου και με κλείνει στην αγκαλιά του. «Κι εγώ σ’ αγαπώ». Γέρνει λίγο πίσω και με κοιτάζει εξεταστικά. «Πρέπει να πας σπίτι στον καυτό σου καλλιτέχνη. Τώρα μπορώ να τελειώσω και μόνος μου τη δουλειά». «Ο καυτός μου καλλιτέχνης θα χαρεί πολύ με αυτό», απαντώ, συγκρατώντας κι άλλα γέλια που μου έρχονται. «Σύντομα θα είναι εδώ. Εσύ άντε σπίτι». «Είσαι σίγουρη;» «Σιγουρότατη». «Δε χρειάζεται να μου το πεις δεύτερη φορά». Τρέχει στην πόρτα και κοντοστέκεται για να με χαιρετήσει μεγαλοπρεπώς. Στο


μεταξύ περνά μπροστά από το γραφείο μου ο Μ αρκ δίχως να ρίξει ούτε ματιά προς εμένα. Ελπίζοντας ότι αυτό σημαίνει πως λίγο παραπίσω ακολουθεί ο Κρις, του τηλεφωνώ αλλά μετά από πέντε χτυπήματα βγαίνει τηλεφωνητής. Του γράφω ένα μήνυμα και ο Τζέικομπ με διακόπτει από το να κοιτάζω μάταια την οθόνη για μια απάντηση, χώνοντας το κεφάλι του από την πόρτα. «Ο Κέλβιν θα συνοδεύσει τον Ραλφ σπίτι του για να τον προστατέψει από τον Τύπο. Κανένα νεότερο για την Αμάντα;» «Ναι, μόλις της μίλησα. Τελικά βρέθηκε να κολυμπά στα βαθιά με τον Ράιαν και ντράπηκε γι’ αυτό». «Δε φαντάζομαι να την πείραξε;» «Δε μου δόθηκε αυτή η εντύπωση. Ήξερα ότι θα έπεφτε στα βαθιά γι’ αυτό προσπάθησα να την κρατήσω μακριά του. Το ήξερε κι εκείνος και αυτό είναι που με εκνευρίζει περισσότερο. Είναι σαν να ήθελε να την αναστατώσει». «Ή ίσως έστελνε ένα μήνυμα στον Μ αρκ». «Τι εννοείς;» «Ο Ράιαν γνώριζε την Αμάντα τουλάχιστον έναν χρόνο, και διάλεξε τώρα, την πιο παράλογη στιγμή, να την κυνηγήσει. Ήξερε επίσης ότι ο Μ αρκ βασιζόταν σε αυτή για τη δουλειά της εδώ και ότι ένα ερωτικό σκάνδαλο θα ήταν μεγάλο πλήγμα για την γκαλερί». «Και ο Μ αρκ τον απομάκρυνε», λέω, καταλαβαίνοντας πού το πάει. Ένα ρίγος με διαπερνά. «Έχω πολύ κακό προαίσθημα γι’ αυτό τον άνθρωπο». «Νομίζω πως όλοι έχουμε – και ξέρουμε ότι έχει στενή σχέση με την Άβα. Παρεμπιπτόντως, είχατε νέα του Κρις;» «Όχι. Όχι ακόμα». «Λοιπόν, θα είμαι μπροστά αν με χρειαστείτε. Αν βαρεθείτε,


μπορείτε να φάτε εκείνη την πίτσα που δε δοκιμάσατε ποτέ». Χαμογελώ με το ενδιαφέρον του για μένα. «Θα το σκεφτώ». Μ ου ρίχνει ένα βλέμμα που με κάνει να πιστεύω ότι θα επιμείνει, και φεύγει. Χτυπώντας ρυθμικά τα δάχτυλά μου στο γραφείο, κοιτάζω τον πίνακα με τα τριαντάφυλλα στο πάτωμα και αρχίζω να εκνευρίζομαι που με στοιχειώνει τόσο. Τηλεφωνώ ξανά στον Κρις χωρίς επιτυχία. Μ ετά από άλλα δέκα λεπτά, αρχίζω να ανησυχώ. Αποφασίζω να δοκιμάσω με τον Ντέιβιντ, αλλά φυσικά είναι με τον Κρις και δεν απαντά. Παίρνω τον Μ πλέικ. Καμία απάντηση. Άλλα δέκα λεπτά περνούν και παίρνω τον Τζέικομπ, ο οποίος δεν έχει κανένα νέο. Το κινητό μου χτυπά και το σηκώνω γρήγορα χωρίς να δω ποιος καλεί. «Κρις;» «Όχι, συγγνώμη. Η Κρίσταλ είμαι». «Ω γεια σου, Κρίσταλ. Όλα καλά;» «Όσο καλά μπορεί να είναι με τους δημοσιογράφους να μας πνίγουν. Σίγουρα σ’ εσας είναι εκατό φορές χειρότερα». «Εγώ κρύβομαι όλη μέρα. Αν έχεις πάρε δώσε με τον Τύπο, σίγουρα θα άκουσες το όνομά μου». «Ναι, αλλά ήξερα για την επίθεση της Άβα εναντίον σου. Χθες βράδυ μου τηλεφώνησε ο Μ αρκ και μου εξιστόρησε τα πάντα. Ήθελε να με προετοιμάσει. Αλλά περισσότερο ανησυχούσε για το πώς θα αντιμετωπίσει την κατάσταση η μητέρα του και ήθελε να βρίσκεται εδώ. Ωστόσο λέει ότι δε θα έρθει αυτό το Σαββατοκύριακο». «Πριν λίγες ώρες μου είπε πως θα έπαιρνε την αποψινή πτήση». «Άρα δεν ξέρεις γιατί άλλαξε γνώμη;» «Όχι. Δεν ήξερα καν ότι άλλαξε γνώμη». «Σάρα», λέει με την ανησυχία να χρωματίζει τη φωνή της, «μου είπε ότι χρειάζεται να χειριστώ τα πάντα εγώ».


«Αυτό δεν είναι κάτι που θα έλεγε ο Μ αρκ». «Όχι, δεν είναι. Αυτός ο άντρας δε “χρειάζεται” τίποτα από κανέναν, και σίγουρα δε θα έλεγε “χειρίσου τα πάντα” όσον αφορά το Κύμα και τη μητέρα του. Δεν ακουγόταν καλά και δε βρίσκομαι εκεί για να διαπιστώσω το γιατί. Έχουμε κανένα νέο για τη Ρεμπέκα;» «Δεν είμαι σίγουρη. Ο Κρις βρίσκεται στο τμήμα και ο Μ αρκ μόλις μπήκε στην γκαλερί». «Άρα είναι εκεί μαζί σου;» «Είναι στο ίδιο κτίριο αλλά δε θα έλεγα ότι είναι μαζί μου. Σημασία δε μου έδωσε». «Μ πορείς να μάθεις τι συμβαίνει και να με πάρεις;» «Ναι. Εντάξει». «Ξέρω ότι περνάς μια κόλαση, αλλά είναι δύσκολο να βρίσκομαι εδώ με τα χέρια δεμένα. Έχω στα χέρια μου το βιος αυτής της οικογένειας και φοβάμαι μην τους απογοητεύσω». «Δε θα τους απογοητεύσεις», τη διαβεβαιώνω. Είναι προφανές ότι νοιάζεται για τον Μ αρκ και ελπίζω να μην καταλήξει πληγωμένη. «Άσε να μιλήσω στον Μ αρκ. Αν δε σε πάρω σύντομα θα είναι γιατί με τον Κρις θα προσπαθούμε να φύγουμε από την πόλη για να γλιτώσουμε από τον Τύπο». «Καταλαβαίνω. Αν βρεις την ευκαιρία, σε παρακαλώ, πες στον Μ αρκ ότι ο πατέρας του ξέρει τι συμβαίνει, αλλά η μητέρα του όχι και δε θα την αφήσουμε να μάθει. Έχουμε ένα σχέδιο. Του άφησα μήνυμα για να τον καθησυχάσω, αλλά δεν έχω ιδέα πότε θα το ακούσει». Το κινητό μου χτυπάει. «Εντάξει. Αυτός μάλλον είναι ο Κρις και πρέπει να το σηκώσω». «Εντάξει, αντίο, Σάρα». Σηκώνω γρήγορα το κινητό μόλις βλέπω το νούμερο του Κρις,


αλλά η γραμμή νεκρώνει. «Όχι. Όχι». Τον παίρνω εγώ αλλά βγαίνει τηλεφωνητής. Το τηλέφωνό μου χτυπάει ξανά και είναι ο Τζέικομπ. «Μ ίλησες με τον Κρις;» ρωτάω. «Μ όλις προσπάθησε να με πάρει». «Ναι. Είπε να σας πω ότι πάει στο διαμέρισμα να πάρει τις αποσκευές σας και μετά θα περάσει από εδώ να σας πάρει. Είναι με τον Ντέιβιντ και θα σας ενημερώσει μόλις έρθει». «Είναι όλα καλά;» «Σας δόθηκε η άδεια να φύγετε από την πόλη. Αυτό είναι καλό σημάδι». «Εντάξει. Ευχαριστώ». Δεν έχω πολύ χρόνο για να μιλήσω με τον Μ αρκ, γι’ αυτό και σπεύδω στο γραφείο του. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και χτυπώ την πόρτα. Και ξαναχτυπώ. Σμίγω τα φρύδια παραξενεμένη από τη μουσική που ακούω από μέσα. Αυτός δεν είναι ο Μ αρκ που ξέρω. Όπως και να έχει, δεν είμαι σίγουρη ότι με ακούει που χτυπάω. Έτσι, κρατώντας την ανάσα μου, ανοίγω την πόρτα προς τη φωλιά του λύκου. Πες κάτι Πες κάτι, τα παρατάω Συγγνώμη που δεν μπόρεσα να έρθω σε σένα Θα σε ακολουθούσα παντού Πες κάτι, τα παρατάω Και θα καταπνίξω την περηφάνια μου Εσύ είσαι αυτή που αγαπώ Και σου λέω αντίο


A Great Big World


20

Ανοίγω ελαφρά την πόρτα του Μ αρκ και τα λόγια του τραγουδιού που άκουγα στο κινητό μου δυο βραδιές νωρίτερα τότε που ο Μ αρκ έφυγε απότομα από το γραφείο μου, μου δείχνουν ότι τα πράματα δεν είναι καθόλου καλά. Αντιθέτως, είμαι βέβαιη ότι κάτι πάει πάρα πολύ στραβά. Μ παίνω αθόρυβα και βλέπω την καρέκλα του άδεια. Ο Μ αρκ κάθεται στον μαύρο δερμάτινο καναπέ δεξιά μου. Έχει βγάλει το σακάκι, η γραβάτα του είναι χαλαρή και κρατά ένα ποτήρι με κεχριμπαρένιο υγρό, ωστόσο καταφέρνει και μου ρίχνει ένα υπεροπτικό βλέμμα. «Υπάρχουν όρια, κυρία Μ ακΜ ίλαν», με μαλώνει. «Ο κόσμος χτυπά την πόρτα». «Χτύπησα. Δεν άκουγες». «Αυτό δε σημαίνει πρόσκληση. Δεν ήθελα να ακούσω». Ξαναγεμίζει το ποτήρι του και ορκίζομαι πως βλέπω το χέρι του να τρέμει ελαφρά. Συμπόνια με πλημμυρίζει και διασχίζω το δωμάτιο προς το λάπτοπ από το οποίο ακούγεται η μουσική. Κατεβάζει ακόμα μια γερή γουλιά και με καρφώνει με ένα κουρασμένο βλέμμα. Δε μιλάει και νομίζω πως περιμένει εμένα να πω κάτι, όπως λέει το τραγούδι, αλλά μπορεί να κάνω και λάθος.


Ίσως δε θέλει να πω τίποτα, γιατί δεν είμαι εγώ αυτή που έχει ανάγκη να μιλήσει. Είναι η Ρεμπέκα. «Πώς είσαι;» λέω όταν δεν αντέχω άλλο τη σιωπή. «Γαμάτα, υπέροχα». Ξαναγεμίζει το ποτήρι. «Είχα καλά νέα οπότε είναι μια καλή μέρα». «Τι καλά νέα;» «Απαλλάχθηκα από ύποπτος για τον φόνο της Ρεμπέκα. Το ίδιο κι εσείς και ο Κρις, αλλά σίγουρα το ξέρετε ήδη». Σηκώνει το ποτήρι του. «Ποτάκι να το γιορτάσουμε;» Δεν μπορώ να γιορτάσω τίποτα που περιέχει τη λέξη φόνος. «Δεν ήξερα ότι πίνεις». «Μ όνο όταν η χαρά μου είναι ανείπωτη». Ο πόνος στα λόγια του είναι τόσο πικρός, που νομίζω πως θα τα θρυμματίσει και θα τον παρασύρει μαζί του. Πηγαίνω και κάθομαι στην άλλη άκρη του καναπέ και γυρνώ προς το μέρος του. «Απάλλαξαν τον Ράιαν;» «Ναι. Φαίνεται να έχει ακλόνητο άλλοθι». «Ο Μ πλέικ ακόμα προσπαθεί να βρει μια σχέση». Γυρνά και με κοιτά. «Δεν το μάθατε, έτσι;» Ένα ρίγος με διαπερνά. «Να μάθω τι;» Δείχνει τον υπολογιστή και τον γυρνώ σε μένα και η εικόνα ζωντανεύει. Εμφανίζεται ένα άρθρο και διαβάζω: Η αστυνομία κάνει έρευνα στην παραλία του Μιούιρ Γουντς. «Ω Θεέ μου», ψιθυρίζω και συνεχίζω να διαβάζω παρακάτω. Παρόλο που η αστυνομία δεν αποκαλύπτει τον λόγο της έρευνας, λένε ότι σχετίζεται με την αγνοούμενη Ρεμπέκα Μέισον. Τα υπόλοιπα είναι μια σύνοψη της σημερινής ακρόασης και όταν τελειώνω το άρθρο γυρνώ στον Μ αρκ. «Τι άλλο ξέρεις;» Τα μάτια του συγκρούονται με τα δικά μου, και ο πόνος μέσα τους είναι σαν λάμα που ξεσκίζει την καρδιά μου.


«Δεν έχω ιδέα», απαντά. «Δε μου λένε τίποτα, και η τρομερή και φοβερή φήμη του Τίγρη αυτή τη στιγμή δε μετρά μία. Ούτε σε αυτόν μιλάνε». «Συνέλαβαν τον Κόρι σήμερα. Μ άλλον κάτι θα τους είπε». «Προφανώς. Κι άλλα καλά νέα, παρεμπιπτόντως. Το ρεπορτάζ που θα τα έβγαζε όλα στη φόρα απόψε δε θα γίνει. Η αστυνομία πρόσφερε στον δημοσιογράφο ένα αποκλειστικό για κάτι μεγάλο που θα έχει σύντομα». «Πιστεύεις… πιστεύεις ότι τη βρήκαν;» «Όχι. Πιστεύω ότι είναι στον πάτο του γαμημένου ωκεανού και δεν έχουν ακόμα αρκετά στοιχεία για να αποδείξουν πώς βρέθηκε εκεί. Και δεν πιστεύω ούτε με σφαίρες ότι η Άβα κατάφερε κάτι τέτοιο μόνη της». «Νομίζεις ότι τη βοήθησε ο Κόρι;» «Κάποια σχέση σίγουρα είχε. Δεν τον θεωρώ αρκετά έξυπνο όμως για να το έκανε μόνος του». «Ο Ράιαν;» «Ναι. Πιστεύω πως είναι ο Ράιαν». «Η Άβα θα τον καταδώσει αν νιώσει ότι στριμώχνεται». «Αυτό θα το δούμε, υποθέτω». Ξαφνικά η φωνή του σκληραίνει, αγριεύει. «Γιατί είστε στο γραφείο μου;» «Τηλεφώνησε η Κρίσταλ και–» «Σας είπα ότι την Κρίσταλ θα τη χειρίζομαι εγώ». «Όπως χειρίστηκες τον Ράιαν και την Αμάντα;» λέω πριν προλάβω να συγκρατηθώ. «Την κατατρόμαξε κι έτρεξε να κρυφτεί στο πατρικό της». «Αυτό μάλλον είναι ό,τι καλύτερο μπορούσε να της συμβεί. Είδαμε τι έπαθε η Ρεμπέκα που έμεινε. Βλέπουμε τι πάθατε εσείς». «Τίποτα δεν έπαθα εγώ». «Αλήθεια;»


«Ναι. Δεν ξέρω τι εννοείς». «Σε ποιον ανήκεις, Σάρα;» Αδρεναλίνη με πλημμυρίζει και πετάγομαι όρθια. Μ ε ακολουθεί, στέκεται σχεδόν κολλητά μου. «Απάντησε». «Τι προσπαθείς να αποδείξεις, Μ αρκ;» «Οι φίλοι δεν αφήνουν τους φίλους να κάνουν λάθη». Και μένω άφωνη καθώς προσθέτει: «Χάρη σου κάνω που σε ταρακουνάω να ξυπνήσεις». Βάζω τις παλάμες μου στο στέρνο του για να τον σπρώξω. «Σταμάτα, Μ αρκ. Είσαι μεθυσμένος». «Σε χρειάζομαι», μουρμουρίζει. «Το ξέρεις. Γι’ αυτό είσαι εδώ». Κουνάω το κεφάλι. «Όχι με τον τρόπο που–» Το χέρι του ανεβαίνει στα μαλλιά μου και τώρα το στόμα του είναι κοντά στο δικό μου. «Αναρωτιόμουν τι γεύση έχεις». Σκύβει να με φιλήσει και ενστικτωδώς του ρίχνω γονατιά στα αχαμνά. Διπλώνεται στα δύο, βλαστημά και με αφήνει. Τρεκλίζω προς τα πίσω και βάζω το τραπεζάκι ανάμεσά μας. «Σοβαρά τώρα, Σάρα;» Βουλιάζει στον καναπέ. «Έπρεπε να μου ρίξεις γονατιά, γαμώτο; Ένα φιλί ήταν, όχι πράξη πολέμου». «Σου είπα να σταματήσεις. Δεν άκουγες, γιατί είσαι τύφλα. Έχεις γίνει τύφλα από τον πόνο και τις ενοχές. Και ξέρω τι κάνεις. Αν είχα αφήσει να συμβεί, τότε εγώ και ο Κρις δε θα ήμασταν τίποτα, και η αγάπη δε θα σήμαινε τίποτα για σένα – πράγμα που πολύ θα ήθελες να πιστέψεις αυτή τη στιγμή. Γιατί έτσι δε θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσεις αυτό που έχασες με τη Ρεμπέκα. Αλλά πρέπει να το αντιμετωπίσεις, Μ αρκ. Έφυγε. Λυπάμαι που σου το λέω, αλλά πρέπει να πάψεις να αρνείσαι την αλήθεια. Παραδέξου το και παραδέξου ότι την αγαπούσες. Το αξίζει». Μ ε κοιτά με ανέκφραστα μάτια για αρκετά δευτερόλεπτα. Ύστερα πιάνει το μπουκάλι και ξαναγεμίζει το ποτήρι του, αλλά


μένει εκεί ακίνητος, κοιτάζοντας απλανώς το υγρό. «Δε θα πεις τίποτα;» ρωτάω απαιτητικά. Κατεβάζει το ποτό μονοκοπανιά. «Λες αρκετά και για τους δυο μας. Πήγαινε». Προχωρώ προς την ανοιχτή πόρτα, αλλά γυρνάω και συναντώ τα μάτια του. «Αν το να έχει την καρδιά και το κορμί μου σημαίνει ότι ανήκω στον Κρις», λέω, «τότε του ανήκω. Δε φοβάμαι να το παραδεχτώ, γιατί αξίζει το ρίσκο της καταστροφής που συχνά συνοδεύει την αγάπη». Κάνω μεταβολή και φεύγω, κλείνοντας την πόρτα, αλλά πριν προλάβω να συνέλθω, πέφτω πάνω στον Κρις. Μ ε τραβά στην αγκαλιά του, πιάνει το πρόσωπό μου, το στόμα του κοντά στο δικό μου, η καρδιά του βροντοχτυπά κάτω από την παλάμη μου. «Άκουσες», ψιθυρίζω. «Κάθε λέξη». Και ύστερα με φιλάει, και βυθίζομαι στη γεύση του, στη γεύση μας, και είναι όμορφο και σωστό όσο οτιδήποτε άλλο στη ζωή μου. Όταν επιτέλους τα χείλη μας ξεκολλούν, οι ματιές μας ενώνονται και εκατομμύρια ανείπωτα λόγια περνάνε ανάμεσά μας. Παίρνει το χέρι μου στο δικό του και αρχίζουμε να περπατάμε προς την έξοδο, αλλά ξαφνικά νιώθω ότι δεν μπορώ να φύγω, γνωρίζοντας ότι ο Μ αρκ βρίσκεται μόνος σε αυτό το δωμάτιο. Ο Κρις μάλλον νιώθει το ίδιο γιατί και οι δύο σταματάμε στην πόρτα και μένουμε να την κοιτάμε. Βλέπω τη μάχη που γίνεται μέσα του, το κεφάλι που σκύβει ανάμεσα στους ώμους. Θεέ μου, πόσο αγαπώ αυτό τον άντρα. Είναι πολλά περισσότερα από το πινέλο που χειρίζεται με τόσο ταλέντο. Πολλά περισσότερα από το παρελθόν του και τον πόνο του. Ξέρω ακόμα και πριν το κάνει ότι ούτε αυτός μπορεί να φύγει από εδώ και να αφήσει τον Μ αρκ σε αυτή την κατάσταση. Μ ε κοιτάζει και αναστενάζει βαθιά. «Επιστρέφω αμέσως».


Σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου και τον φιλάω. «Είσαι ο πιο υπέροχος άντρας που έχω γνωρίσει ποτέ μου». «Μ η μου δίνεις περισσότερη αξία από όση αξίζω. Δεν αποκλείεται να του ρίξω μπουνιά, αλλά θα του δώσω μια παγοκύστη για τη διαδρομή προς τη Σονόμα αν θέλει να έρθει». Χαμογελώ. «Κλότσα τον όπως έκανα εγώ. Δε θα πονέσει και το χέρι σου». Βγαίνω στην γκαλερί και αποφασίζω ότι μια βόλτα ανάμεσα στα έργα τέχνης του είναι ό,τι μου χρειάζεται αυτή τη στιγμή. Αναζητώ την υπογραφή Κρις Μ έριτ και κοιτάζω τα δέκα αριστουργήματα που είναι τοποθετημένα σε σχήμα κύβου, όλα εκδοχές του Σαν Φρανσίσκο μέσα από τα μάτια του άντρα που σύντομα θα γίνει σύζυγός μου. Στέκομαι στο κέντρο, κάθομαι στο πάτωμα, κλείνω τα μάτια και αφήνω τις μνήμες να με πλημμυρίσουν. Εκείνη την πρώτη νύχτα που ήρθα να βρω τη Ρεμπέκα, στην έκθεση του Ρίκο Άλβαρες. Τον τρόπο που βοήθησα ένα ζευγάρι ηλικιωμένων να διαλέξουν έναν Κρις Μ έριτ, και που χάρη σε αυτό μου πρόσφερε δουλειά ο Μ αρκ. Που γνώρισα τον Κρις. Που άδειασε η τσάντα μου μπροστά του. Γελάω στη θύμηση και ξαφνικά ο Κρις γονατίζει μπροστά μου. «Τι κάνεις;» «Θυμάμαι τον “Άντρα με το Κόκκινο Παπούτσι”». Χαμογελά. «Στο πάτωμα;» «Ναι. Στο κέντρο του σύμπαντός σου». «Μ ωρό μου, έχουμε μεγάλο μέρος του κόσμου να δούμε, και με το που θα τελειώσει όλος αυτός ο εφιάλτης, σκοπεύω να σου τον δείξω». Σηκώνεται και με τραβά πάνω. «Το ρεπορτάζ δε θα παιχτεί τελικά. Η αστυνομία τους έπεισε να το αναβάλουν με την υπόσχεση ενός μεγαλύτερου αποκλειστικού όταν θα είναι έτοιμοι να το δημοσιοποιήσουν».


«Το έμαθα. Δεν μπορούν όμως οι άνθρωποι της Άβα να απευθυνθούν σε άλλο κανάλι;» «Από ό,τι κατάλαβα, η αστυνομία απείλησε όλα τα κανάλια με βαριές κυρώσεις αν δεν περιμένουν». «Μ ακάρι να μπορούσα να πω ότι αυτό είναι καλό, αλλά συμβαίνει γιατί έρχονται κακά μαντάτα». «Δικαιοσύνη έρχεται», λέει. «Τα κακά μαντάτα ήρθαν πριν από πολλές εβδομάδες». Ένας κόμπος σχηματίζεται στον λαιμό μου. «Ναι. Αλλά ό,τι κι αν βρουν σε αυτή την παραλία θα μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το πραγματικό μέγεθος της τραγωδίας». «Ναι, πράγματι. Πάμε να φύγουμε από δω. Η Κέιτι και ο Μ άικ ανυπομονούν να μας δουν». «Και ο Μ αρκ;» «Θέλει να μείνει εδώ σε περίπτωση που προκύψουν νεότερα από την έρευνα στην παραλία». «Ανησυχώ γι’ αυτόν να είναι μόνος του αν ανακαλύψουν κάτι». «Δε θα είναι μόνος του. Όταν μπήκα στο γραφείο του τον άκουσα να κανονίζει πτήση για να φέρει παρέα». «Την Κρίσταλ; Νοιάζεται πολύ γι’ αυτόν και την οικογένειά του. Πολύ φοβάμαι ότι θα πληγωθεί». «Λέει ότι είναι έξυπνη. Το μόνο που μπορούμε να ευχηθούμε είναι να βλέπει αρκετά καθαρά και για τους δυο τους». Πλέκει τα δάχτυλά του στα δικά μου και παίρνοντας το παλτό και την τσάντα μου, πηγαίνουμε προς το αυτοκίνητο που έχει νοικιάσει ο Κρις. «Ο Μ άικλ έφυγε», λέει ο Τζέικομπ που στέκεται στην πίσω πόρτα. «Ο Κέλβιν τον είδε με τα μάτια του να μπαίνει στο αεροπλάνο». Ανακουφίζομαι, αλλά μέσα μου πιστεύω ότι ποτέ δε θα φύγει πραγματικά. Όπως βαθιά μέσα μου πιστεύω ότι δεν έχει φύγει και η


Ρεμπέκα. «Σ’ ευχαριστούμε, Τζέικομπ». Το βλέμμα του παραμένει πάνω μου λίγο ακόμα και μετά κοιτάζει τον Κρις. «Αν θέλετε να έρθω στη Σονόμα το Σαββατοκύριακο, μπορώ». «Προτιμώ να μείνεις εδώ να βοηθήσεις τον Μ πλέικ. Η τοπική εταιρεία που προσέλαβαν οι νονοί μου μοιάζει καλή». «Προσέλαβαν ασφάλεια;» ρωτάω. «Προληπτικά, μέχρι τη δίκη», λέει ο Κρις, βάζοντας το χέρι του στη μέση μου. «Δε θα ήθελα να τους ενοχλήσουν δημοσιογράφοι». Ο Τζέικομπ μας ανοίγει την πόρτα και ο Κρις κάνει να με βάλει στο πίσω κάθισμα του μαύρου σεντάν, όταν διστάζω και γυρνώ να κοιτάξω την γκαλερί. «Τι τρέχει, μωρό μου;» ρωτάει ο Κρις. «Έχω την αίσθηση ότι διαβάζω ένα βιβλίο που δεν είμαι έτοιμη ακόμα να τελειώσω». «Οπότε ξεκινάμε ένα νέο κεφάλαιο της ιστορίας». «Ναι». Αλλά πονάω για μια γυναίκα που δε γνώρισα ποτέ μου, ενώ νιώθω πως την ήξερα χρόνια. Η Ρεμπέκα με βοήθησε να βρω τον εαυτό μου και πάντα θα αποτελεί κομμάτι μου. Γυρνώ να μπω στο αυτοκίνητο, όταν ξαφνικά από την πόρτα βγαίνει ο Τζέικομπ. «Περιμένετε. Η Άβα βγήκε. Φαντάστηκα πως θα θέλατε να το μάθετε. Ο Ρίκο πλήρωσε την εγγύηση και μια φίλη της ορίστηκε επόπτης της. Μ ια γυναίκα η οποία είναι και φίλη του Ρίκο». Το στομάχι μου δένεται κόμπος. «Τα περιοριστικά μέτρα;» «Ο Μ πλέικ επιβεβαίωσε με τον Ντέιβιντ ότι ισχύουν». Ο Τζέικομπ κοιτάζει τον Κρις. «Φαντάζομαι ότι ο Ντέιβιντ θα σε πάρει όπου να ’ναι». «Και θα φορά ανιχνευτή;» ρωτάω. «Ναι», λέει ο Τζέικομπ, «αλλά αυτό γίνεται μετά από κάνα δυο


μέρες. «Θα πάει μια εταιρεία στο σπίτι όπου θα μένει και θα τον συνδέσει με τη γραμμή του τηλεφώνου». Ο Κρις με γυρνά να τον κοιτάξω και βάζει τα χέρια του στους ώμους μου. «Μ η φοβάσαι. Φεύγουμε από την πόλη. Πιθανόν να έχει επιστρέψει στη φυλακή μέχρι να γυρίσουμε». «Αυτό είναι υπερβολικά αισιόδοξη σκέψη, Κρις. Προτιμώ να αντιμετωπίζω την πραγματικότητα». «Δε λέω αερολογίες. Το ξέρεις αυτό. Η αστυνομία πιστεύει πως ό,τι κι αν είναι αυτό που ψάχνουν θα οδηγήσει ξανά σε καταδίκη της, και γρήγορα μάλιστα». «Πώς το ξέρεις;» «Το είπε η ντετέκτιβ Μ ίλερ στον Ντέιβιντ». «Είμαι έτοιμη να φύγουμε από εδώ». Κάνω ένα νεύμα στον Τζέικομπ και μπαίνω στο αυτοκίνητο. «Τι σκέφτεσαι;» με ρωτά ο Κρις την ώρα που ο οδηγός μας πηγαίνει να πάρουμε την 911. «Η Άβα είναι ελεύθερη και η Ρεμπέκα δεν υπάρχει πια». Και στο μυαλό μου ακούω έναν από τους στίχους του τραγουδιού που άκουγε ο Μ αρκ: Συγγνώμη που δεν μπόρεσα να έρθω σε σένα.


21

Το σχέδιο του Κρις να αποφύγουμε τους δημοσιογράφους πετυχαίνει και περίπου στις 7:00 παίρνουμε την 911 που έχει παρκάρει σε ένα γκαράζ αρκετά χιλιόμετρα από την γκαλερί δίχως απρόοπτα. Και οι δύο πεινάμε σαν λύκοι, αλλά ανυπομονούμε να φύγουμε από την πόλη, οπότε επιλέγουμε να πάρουμε μεξικάνικο στον δρόμο και να το φάμε στο αυτοκίνητο παρκαρισμένοι στο πεζοδρόμιο. Πάνω που δαγκώνω την πρώτη μπουκιά από το μπουρίτο μου, πετάγεται σάλτσα σε όλο το ταμπλό και το τιμόνι, ενώ ο Κρις τη γλιτώνει παρά τρίχα. Γελάει και σηκώνει τα χέρια ψηλά. «Ό,τι κι αν έκανα, υπόσχομαι να μην το ξανακάνω». Κατακόκκινη και ξεκαρδισμένη στα γέλια, καθαρίζω το ταμπλό και όταν πάω να καθαρίσω και το τιμόνι, με αρπάζει και με φιλά. Όταν γυρνάω πίσω στη θέση μου, νιώθω ζεστασιά αντί την παγωνιά που με τύλιξε όταν άκουσα τα νέα για την Άβα. Και καθισμένη εκεί, στο ζεστό κουκούλι του αυτοκινήτου, νιώθω ευλογημένη γυναίκα. Είμαι ζωντανή. Είμαι με τον άντρα που αγαπώ. Και παρόλο που αυτή η αγάπη ξεπροβάλλει από όλα τα απίστευτα πράγματα που καθορίζουν τον χαρακτήρα του, και σίγουρα δεν μπορώ να παραπονεθώ για την ερωτική πλευρά του, η


αυθόρμητη ταπεινοφροσύνη του με αγγίζει. Μ ε συγκινεί η ικανότητά του να είναι τόσο πανέμορφος, ταλαντούχος, πλούσιος και ισχυρός κι ωστόσο να απολαμβάνει πρόχειρο φαγητό στο αυτοκίνητο όσο κι εγώ. Μ ε τόση απώλεια και πόνο στην ατμόσφαιρα, αυτή η μικρή λεπτομέρεια κάνει την καρδιά μου να λιώνει. Όταν επιτέλους ξεκινάμε, αρχίζει να με καταβάλλει η κούραση και κουλουριάζομαι στο πλάι κοιτάζοντας τον Κρις, με το δερμάτινο μπουφάν του ριγμένο στους ώμους μου. «Είσαι κουρασμένος;» ρωτάω, νιώθοντας άσχημα που εγώ μπορώ να ξεκουραστώ ενώ εκείνος όχι. «Όχι ακόμα, αλλά εγώ έχω περάσει πολλές φορές το τζετ λαγκ από το Παρίσι. Εσύ όχι. Ξεκουράσου». «Νιώθω τύψεις». «Για πολλά», λέει. «Έμαθες για την Αμάντα;» ρωτάω, και δεν το κάνω για να αλλάξω θέμα. Έχει σχέση με αυτή τη λέξη. Τύψεις. «Δεν είσαι προστάτης της Αμάντα, Σάρα». «Το ξέρω». «Το ξέρω ότι το ξέρεις, αλλά αφήνεις την ανησυχία σου για την Έλα και τη σύνδεση που νιώθεις με τη Ρεμπέκα να σε κάνουν να νιώθεις μητέρα ολονών. Φύλα τη δύναμή σου». «Η ανησυχία μου για την Έλα και τη Ρεμπέκα μπορεί να με έκανε εύπιστη με την Άμπερ, αλλά δε με νοιάζει. Είχε ανάγκη για βοήθεια». «Έχεις δίκιο, κι εγώ αντί να τη βοηθώ την έσπρωχνα στον γκρεμό. Ίσως το ότι ήρθες στο Παρίσι να ήταν ο καταλύτης για να ζητήσει βοήθεια». «Δε μου αρέσει να σκέφτομαι ότι την ώθησα στο χείλος, αλλά νομίζω είχε πλησιάσει εκεί από μόνη της. Σχεδόν μπορούσα να


νιώσω τη μάχη που έκανε για να μη βυθιστεί στην κόλαση. Δύσκολα μισείς κάποιον όταν τον λυπάσαι». «Το καταλαβαίνω αυτό, και τη σχέση μαζί μου. Αλλά την Αμάντα τη γνωρίζεις ελάχιστα». «Έχει σχέση με τη Ρεμπέκα, και με το ότι ο Ράιαν το είχε βάλει σκοπό να την κάνει τη νέα του κατάκτηση. Δεν τον εμπιστεύομαι. Ξέρω ότι έχει άλλοθι, αλλά νιώθω μέσα μου πως με κάποιον τρόπο εμπλέκεται με την εξαφάνιση της Ρεμπέκα». «Αν εμπλέκεται, η Άβα θα τον πουλήσει», με διαβεβαιώνει ο Κρις. «Το καλό με τους ανθρώπους που δεν έχουν ηθικούς φραγμούς είναι ότι κινούνται γύρω από ανθρώπους επίσης δίχως ηθικούς φραγμούς. Και τότε προδίδουν ο ένας τον άλλον». «Μ έχρι τώρα δεν το έχει κάνει όμως, κι αυτός υποτίθεται πως πρόκειται να καταθέσει εναντίον της για την επίθεση σε μένα». «Ακόμα δεν έχει νιώσει πίεση. Οι κατηγορίες για φόνο αποσύρθηκαν και οι άνθρωποί της δουλεύουν για να ξεσκίσουν τους μάρτυρες ώστε να αποσυρθεί και η κατηγορία επίθεσης εναντίον σου. Αλλά από όσα είπε η ντετέκτιβ Μ ίλερ στον Ντέιβιντ, ο πιτσιρικάς από το καφέ μιλάει κι έχει πολλά να πει». Ανακάθομαι. «Σαν τι;» «Δεν ξέρω, αλλά όσα είπε οδήγησαν στην έρευνα στην παραλία. Έχω την αίσθηση ότι η Άβα θα αρχίσει να κελαηδάει σύντομα και θα αποκαλυφθεί η αλήθεια». Βουλιάζω στο δερμάτινο κάθισμα και κοιτάζω το μαύρο σκοτάδι έξω. Η αλήθεια πρόκειται να αποκαλυφθεί. Την αλήθεια όμως δε φοβούνται οι περισσότεροι άνθρωποι;

Το μεγάλο εξοχικό που έχει νοικιάσει ο Κρις στέκεται στην


κορυφή ενός λόφου κι έχει πύλη. «Η θέα λένε ότι είναι μαγευτική τη μέρα. Έχει θερμαινόμενη πισίνα, γυμναστήριο και ιδιωτικό αμπελώνα. Και το σημαντικότερο, έχει χώρο που μπορώ να χρησιμοποιήσω ως στούντιο και δωμάτιο που μπορείς να κάνεις γραφείο για τη συμβουλευτική σου εταιρεία στην περίπτωση που χρειαστεί να καταφύγουμε εδώ για κάποιον καιρό». «Ακούγεται υπέροχο», λέω, καθώς βγαίνουμε από το αυτοκίνητο στο γκαράζ. «Σκέφτηκα ότι θα θέλουμε να μείνουμε τουλάχιστον μέχρι να καταλαγιάσει η τρέλα με τους δημοσιογράφους». Πηγαίνει στην πόρτα του σπιτιού και παίρνει τον τεράστιο φάκελο που είναι στερεωμένος πάνω της. Τον ανοίγει και μου δίνει ένα κλειδί. «Έχεις επίσης και τον κωδικό της πύλης και το τηλεκοντρόλ της γκαραζόπορτας είναι στο αντήλιο του αυτοκινήτου». Παίρνω το κλειδί. «Είπες τελικά στο Λούβρο ότι δε θα κάνεις τη φιλανθρωπική εκδήλωση;» «Ναι. Τους αποζημίωσα σε χρήμα. Μ ην ανησυχείς γι’ αυτό. Θα το κάνουμε του χρόνου». «Μ ήπως όμως τώρα που μας απάλλαξαν, μπορούμε να πάμε;» «Μ πορούμε, αν το αποφασίσουμε, αλλά στην αντίθετη περίπτωση μπορούν να οργανώσουν κάτι άλλο». Ακούγεται το κουδούνι της πόρτας, κι αυτός περνά το χέρι του μέσα από τα ξανθά, ανάκατα μαλλιά του. «Μ άλλον είναι η Κέιτι και ο Μ άικ». Κοιτάζω το ρολόι του. «Εννιά η ώρα», λέω. «Ακριβώς στην ώρα τους». «Συγγνώμη, μωρό μου. Προσπάθησα να την πείσω να περιμένει ως αύριο. Αλλά επέμενε να μας δει απόψε». Πατάει την ενδοσυνεννόηση και η Κέιτι ακούγεται αμέσως. «Είμαστε όλοι εδώ. Υπέροχα!» φωνάζει.


Ο Κρις της λέει: «Θα ανοίξω την πύλη. Ελάτε να παρκάρετε στο γκαράζ». Ανοίγει και το γκαράζ και με κοιτά. «Λίγο υπομονή ακόμα και θα ξεραθούμε στον ύπνο». «Δεν πειράζει. Αγαπώ την Κέιτι». «Ωραία. Γιατί καλό είναι να είσαι προετοιμασμένη για γαμήλια βόμβα. Πρόκειται να σου ρίξει μία αρκετά μεγάλη. Θα σου πει όλες τις λεπτομέρειες εκατό φορές. Να θυμάσαι να της λες ότι τον θες διακριτικό και σε στενό κύκλο, διαφορετικά θα καλέσει όλη την υφήλιο». Χαμογελώ στη σκέψη της ενθουσιασμένης Κέιτι. Βλέπω μπροστά μου τους προβολείς και συνειδητοποιώ πόσο έχει αλλάξει η ζωή μου – το πόσο μόνη ήμουν για έξι μήνες, ενώ τώρα δεν είμαι. Νιώθω απέραντη συγκίνηση και γυρνώ στον Κρις να τον αγκαλιάσω. «Κι εγώ σ’ αγαπώ… και δεν μπορώ να σε χάσω». «Αυτό αποκλείεται. Δε φεύγω ξανά. Ήταν ένα λάθος που δε σκοπεύω να επαναλάβω». «Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ πως δε θέλω να σε χάσω όπως έχασε ο Μ αρκ τη Ρεμπέκα». «Δε θα με χάσεις». «Κανείς δεν μπορεί να υποσχεθεί κάτι τέτοιο. Γυρνούσε πίσω σε αυτόν. Είχαν μια ευκαιρία που χάθηκε εν ριπή οφθαλμού». Βάζει τα χέρια του στους ώμους μου. «Έχεις δίκιο. Κανείς δεν ξέρει πόσο θα ζήσει. Αλλά δε θα με χάσεις όπως έχασε ο Μ αρκ τη Ρεμπέκα, γιατί δεν έχεις τίποτα να μετανιώνεις με μένα όπως αυτός μ’ εκείνη. Και όταν κήδεψα τον Ντίλαν και γύρισα σ’ εσένα, ήξερα ότι μαζί σου ήταν όλα ή τίποτα. Καμία μετάνοια». Οι προβολείς τρεμοπαίζουν κι ένα αυτοκίνητο παρκάρει δίπλα στην 911, αλλά ο Κρις δε γυρνά. «Δεν υπάρχει ανάμεσα», ψιθυρίζω. «Ακριβώς».


Οι πόρτες του αυτοκινήτου ανοίγουν. «Σάρα!» ακούω και γυρίζω και βλέπω την Κέιτι και τον Μ άικ να έρχονται προς το μέρος μας, τόσο ενθουσιασμένοι και θερμοί όσο τους θυμάμαι. Είναι γύρω στα εξήντα και τα γκρίζα μαλλιά της είναι μακριά και ίσια, ενώ εκείνου λίγο αραιά στην κορυφή. Και οι δύο είναι κομψά ντυμένοι. Ο Μ άικ κάνει χειραψία με τον Κρις και τον τραβά στην αγκαλιά του. Χαμογελώ όταν η Κέιτι έρχεται και με αγκαλιάζει σφιχτά και το χαρακτηριστικό άρωμα τριαντάφυλλου που φορά φτάνει στα ρουθούνια μου και με συνταράσσει ολόκληρη. Κάνει λίγο πίσω και με κοιτάζει. «Είσαι χλομή». Ρίχνει στον Κρις ένα βλέμμα σαν να τον μαλώνει. «Γιατί είναι τόσο χλομή;» Γιατί μυρίζεις τριαντάφυλλο, και μάλλον αρχίζω να τρελαίνομαι. «Δεν ήταν καθόλου εύκολη μέρα, Κέιτι», απαντά ο Κρις. Γυρίζει πάλι σε μένα. «Ήταν δύσκολη μέρα, ε; Η ζωή μας παίζει τόσο άσχημα παιχνίδια μερικές φορές και πολλοί λένε και κάνουν τα πάντα για να βγουν από πάνω. Κάποτε, με κατηγόρησαν ότι κοιμήθηκα με δημοσιογράφο για να τραβήξω την προσοχή του Τύπου στο οινοποιείο. Ένα κάθαρμα ανταγωνιστής με παρουσίασε σαν βρομοθήλυκο. Θέλω να ξέρεις πως τίποτα από όσα ακούμε δεν μπορεί να μας κλονίσει. Εδώ θα είσαι πάντα η Σάρα μας». «Συμφωνώ με την Κέιτι», λέει ο Μ άικ και με αγκαλιάζει σφιχτά, και διάολε, σίγουρα είμαι τρελή, γιατί κι αυτός τριαντάφυλλο μυρίζει. «Σας ευχαριστώ και τους δύο», λέω, συγκινημένη από την ιστορία που μοιράστηκε μαζί μου για να με κάνει να νιώθω λιγότερο άβολα. Και το πετυχαίνει. Δε νιώθω καθόλου να με κατακρίνουν. Ο Κρις είχε δίκιο. Δεν έχω τίποτα να φοβάμαι εδώ. «Θα με ευχαριστήσεις με το να με αφήσεις να σε βοηθήσω να οργανώσεις τον γάμο».


Γελάω. «Δε θα δεχόμουν κάτι διαφορετικό». Χαμογελά. «Τέλεια». Πάει προς τη γυαλιστερή μαύρη BM W τους. «Σας πήραμε μερικά τρόφιμα για να βολευτείτε και να ξεκουραστείτε απόψε». Ρίχνει στον Κρις ένα βλέμμα με νόημα. «Βλέπεις; Σας γλιτώσαμε από τη λιμοκτονία μέχρι να ανοίξουν τα μαγαζιά αύριο». Ο Κρις χασκογελά. «Έπρεπε να το είχα φανταστεί πως θα ερχόσουν προετοιμασμένη. Σ’ ευχαριστούμε, Κέιτι». Κροταλίζει τα δάχτυλά της. «Εμπρός, άντρες». Δείχνει το αυτοκίνητο. «Ξεφορτώστε». Ύστερα πρέπει να ξεφορτωθούν οι αποσκευές και να τοποθετηθούν τα τρόφιμα στο ψυγείο μέσα στην υπέροχη, τεράστια, εξοχικού στιλ κουζίνα. «Ο καφές είναι σχεδόν έτοιμος», φωνάζει η Κέιτι μόλις τακτοποιήσαμε τα πράγματα. «Πάμε να φωνάξουμε τα αγόρια να μιλήσουμε για τον γάμο. Αύριο μπορούμε να πάμε για ψώνια». «Θέλουμε κλειστό γάμο, σε στενό κύκλο», λέω. «Λίγους και καλούς». «Γίνεται. Στο κάστρο, σωστά;» «Έτσι είπαμε με τον Κρις». Τα μάτια της φωτίζονται από χαρά. «Υπέροχα. Αύριο θα πάμε να διαλέξουμε το σημείο. Είμαι τόσο χαρούμενη, Σάρα. Είσαι τέλεια για τον Κρις». «Είναι τέλειος κι αυτός για μένα». «Τότε είναι που παντρεύεσαι κάποιον – όταν είστε τέλειοι ο ένας για τον άλλον». «Είμαστε», λέω, χωρίς να συγκρατήσω τη σοβαρότητα στη φωνή μου. «Μ ε κάθε τρόπο». Ακούω τις φωνές του Κρις και του Μ άικ λίγο πριν εμφανιστούν, και ο Κρις έρχεται πίσω μου και με αγκαλιάζει. Το


ίδιο κάνει ο Μ άικ στην Κέιτι. Μ ια αίσθηση ότι ανήκω σε οικογένεια με πλημμυρίζει, σαν να με σκεπάζει μια ζεστή κουβέρτα που δεν είχα ποτέ. Είμαι στο ασφαλές μέρος που ήθελα για πρώτη φορά στη ζωή μου. «Μ υρίζω καφέ;» ρωτάει ο Κρις. Η Κέιτι ακτινοβολεί από χαρά και μέσα σε λίγα λεπτά καθόμαστε όλοι γύρω από το τραπέζι με αχνιστές κούπες και συζητάμε. «Είμαι τόσο ενθουσιασμένη που παντρεύεστε. Η Σάρα λέει πως θέλετε γάμο σε στενό κύκλο». «Ναι», απαντά ο Κρις. «Στενό κύκλο, Κέιτι. Σε ξέρω. Μ ην αρχίσεις να προσθέτεις ονόματα μόλις φτιάξουμε τη λίστα». «Δε θα το κάνω, αλλά πρέπει να δουλέψουμε γρήγορα, αν θέλουμε να κλείσουμε ημερομηνία πριν επιστρέψετε στο Παρίσι». «Προσοχή», λέει ο Μ άικ σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. «Η γλώσσα της θα αρχίσει να πηγαίνει ροδάνι. Ίσως χρειαστώ κρασί. Ο καφές δε θα μου κάνει τίποτα». «Είμαι απλώς χαρούμενη», λέει η Κέιτι. «Περίμενα όλη τη ζωή του Κρις γι’ αυτή τη στιγμή. Και ειλικρινά, στα τριάντα πέντε του, δεν πίστευα πια ότι θα έρθει». «Λοιπόν, τώρα μπορείς να ηρεμήσεις», την πειράζει ο Κρις. «Μ ε όλα όσα συμβαίνουν εδώ, ακυρώσαμε το Παρίσι, οπότε δε βιαζόμαστε. Έχουμε μπόλικο χρόνο και η Σάρα θέλει να έχει τελειώσει η δίκη πριν τον γάμο». «Σωστή απόφαση», συμφωνεί ο Μ άικ. «Δεν μπορείτε να χειρίζεστε τα νομικά ζητήματα αν πηγαινοέρχεστε από χώρα σε χώρα». «Άρα, για την ημερομηνία», λέει η Κέιτι, «τι θα λέγατε για την Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου;» «Δεν είμαι σίγουρος ότι θα έχει τελειώσει η δίκη μέχρι τότε», λέει ο Κρις, πίνοντας τον καφέ του.


«Γιατί δεν το κανονίζουμε για εκείνη τη μέρα», λέει η Κέιτι, «κι αν χρειαστεί, τη μετακινούμε. Στο μεταξύ μπορούμε να σχεδιάσουμε και τις υπόλοιπες λεπτομέρειες». Χάνω την αίσθηση του χρόνου έτσι που κουβεντιάζουμε επί παντός επιστητού, μέχρι που χτυπά το κινητό του Κρις. Το κοιτάζει, και βλέπω την ανεπαίσθητη ένταση στο πρόσωπό του ακόμα και πριν με κοιτάξει και πει «Ο Ντέιβιντ». «Ο δικηγόρος μας», εξηγώ στην Κέιτι και τον Μ άικ. Ο Κρις απαντά την κλήση λέγοντας: «Πες μου κάτι καλό». Ακούει για λίγο και μετά λέει: «Δώσε μου ένα λεπτό». Σηκώνεται και πηγαίνει στον πάγκο να πάρει το τηλεκοντρόλ μιας μικρής τηλεόρασης που βρίσκεται στην εσοχή των ντουλαπιών. Σηκώνομαι και πηγαίνω μαζί του καθώς ψάχνει τα κανάλια. «Το βρήκα, Ντέιβιντ. Θα σε ξαναπάρω». Δυναμώνει τη φωνή και η Κέιτι και ο Μ άικ έρχονται να παρακολουθήσουν μαζί μας τον ρεπόρτερ που βρίσκεται σε μια παραλία και ανεμοδέρνεται, με τη θάλασσα στο βάθος. «Το μόνο που γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή είναι ότι έχουν μεταφερθεί κούτες εκτός της οικίας των Τομ και Ντόροθι Μέρντοκ, γονιών του Κόρι Μέρντοκ – υπαλλήλου της Άβα Πέρες, της γυναίκας που ομολόγησε ότι δολοφόνησε την αγνοούμενη Ρεμπέκα Μέισον. Οι κατηγορίες αυτές αποσύρθηκαν όταν ισχυρίστηκε ότι η ομολογία της έγινε κατόπιν εκβιασμού και προφανώς δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να την κρατήσουν. Η κυρία Πέρες ακόμα κατηγορείται για απόπειρα δολοφονίας κατά της Σάρα ΜακΜίλαν, η οποία εργαζόταν στην ίδια γκαλερί με τη Ρεμπέκα Μέισον. Η αστυνομία δε μιλάει για όσα γνωρίζει σχετικά με το πού βρισκόταν η Ρεμπέκα Μέισον, ή για τη σχέση του Κόρι Μέρντοκ με την υπόθεση. Λέγεται ότι υπάρχει ένα ερωτικό σκάνδαλο σχετικό, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουμε καταφέρει να


επιβεβαιώσουμε ή να απορρίψουμε αυτές τις φήμες. Η αστυνομία μας ενημερώνει ότι θα λύσει όλες τις απορίες μας σε μια συνέντευξη τύπου ίσως το πρωί της Δευτέρας. Θα σας ενημερώνουμε για καθετί νεότερο». Ο Κρις κλείνει την τηλεόραση και στο δωμάτιο απλώνεται σιωπή. Τότε χτυπά πάλι το κινητό του και απαντά, και περισσότερο ακούει παρά μιλά. Όταν κλείνει το τηλέφωνο, περνά απότομα το χέρι του μέσα από τα ήδη ανάκατα μαλλιά του. «Λοιπόν;» ρωτάω. «Ο Ντέιβιντ δε γνωρίζει πολλά. Η ντετέκτιβ Μ ίλερ διατηρεί σιγή ιχθύος για τα περισσότερα, αλλά της ξέφυγε κάτι σημαντικό. Βρήκαν ακόμα ένα ημερολόγιο και πιστεύουν ότι η Ρεμπέκα το έγραψε τη βραδιά που γύρισε στο Σαν Φρανσίσκο». Βάζω το χέρι στον λαιμό μου. «Στην παραλία το βρήκαν;» «Δεν είπε πού. Ο Ντέιβιντ λέει ότι παίζεται το τομάρι της αν μαθευτεί ότι του είπε ακόμα και γι’ αυτό». «Και η Ρεμπέκα; Τη βρήκαν;» Κουνά το κεφάλι. «Ο Ντέιβιντ δεν πιστεύει ότι θα τη βρουν». Τα γόνατά μου τρέμουν και το στομάχι μου δεν είναι καλύτερα. «Γιατί βρίσκεται στον πάτο της θάλασσας». «Προφανώς έχουν λόγο να πιστεύουν αυτό». Ακουμπώ στον πάγκο και ξαναπαίζω στο μυαλό μου το απόσπασμα του ημερολογίου που ονειρεύτηκα. Προσπαθώ να κολυμπήσω μέχρι την επιφάνεια αλλά το όχημα είναι από πάνω μου, με τραβά κάτω, όλο και πιο βαθιά… δεν μπορώ να φτάσω στην επιφάνεια. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Και η μητέρα μου δεν είναι πουθενά. Έχει εξαφανιστεί. Όπως κι εγώ. Ο Κρις κι εγώ κοιμόμαστε μέχρι αργά το πρωί του Σαββάτου και ξυπνάμε με καφέ στη βεράντα που βλέπει τα Όρη Πάλισεϊντς


και τον αμπελώνα μας. Ο Ντέιβιντ και ο Μ πλέικ υπόσχονται να μας τηλεφωνήσουν αν έχουν νεότερα και ο Κρις προσπαθεί να με πείσει να ξεχάσω την υπόθεση και να απολαύσω τη μέρα. Κατά τις δύο, πηγαίνουμε με τον Κρις να συναντήσουμε την Κέιτι και τον Μ άικ στο οινοποιείο. Αφού έχω να πάω για ψώνια με την Κέιτι, έχω ντυθεί πρόχειρα με ένα σκούρο μπλε τζιν και μια σμαραγδί μεταξωτή μπλούζα και ολοκληρώνω το σύνολο με τις αγαπημένες μου μπότες που αγόρασα στο Παρίσι. Ο Κρις φορά ένα μακό με στάμπα δράκου, μαύρο τζιν και μποτάκια, και δείχνει πιο όμορφος κι από εξώφυλλο περιοδικού. Στο κάστρο, ο Μ άικ πάει με τον Κρις να κάνουν κάποιες αλλαγές στον αμπελώνα, ενώ η Κέιτι κι εγώ χαζεύουμε τις βιτρίνες για ένα φόρεμα. Αργά το απόγευμα, οι τέσσερίς μας συναντιόμαστε στο κάστρο για δείπνο πριν έρθει ο κοσμηματοπώλης να μας μιλήσει για το δαχτυλίδι μου. Και το δείπνο γίνεται με τρομερό στιλ, σε μια ιδιωτική τραπεζαρία που έχει μια πόρτα προς ένα μπουντρούμι, ένα στρογγυλό πέτρινο τραπέζι και φαναράκια με χαμηλό φωτισμό στους τσιμεντένιους τοίχους. Η χαρά μου μετριάζεται μόνο από το τεράστιο μπουκέτο στο κέντρο του τραπεζιού που αποτελείται από τριαντάφυλλα. Αυτά τα λουλούδια με κυνηγούν παντού. Μ ε στοιχειώνουν. Παραδόξως, καταφέρνω να απολαύσω το υπέροχο δείπνο των τεσσάρων πιάτων. Έχουμε μόλις τελειώσει το γλυκό και τον καφέ όταν ένας από τους σερβιτόρους κάτι ψιθυρίζει στην Κέιτι και αυτή ανακοινώνει: «Έχει έρθει ο κοσμηματοπώλης. Επιτρέπεται να μείνουμε να δούμε το σχέδιο;» Ο Κρις με κοιτά κι εγώ γνέφω. «Ναι. Φυσικά». Λίγα λεπτά αργότερα, στο τραπέζι βρίσκεται μαζί μας ο Έβερετ, ένας ψηλός, μελαχρινός, σγουρομάλλης άντρας, γνωστός για την


τέχνη του όσο γνωστός είναι ο Κρις για τη δική του, και αρχίζει να μου παίρνει μέτρα για το δαχτυλίδι. «Έτοιμοι», λέει αφού μου μετρά όλα τα δάχτυλα, αν και δεν έχω ιδέα γιατί. «Είμαστε έτοιμοι να σου σχεδιάσουμε ένα υπέροχο δαχτυλίδι». Ο Κρις ανοίγει το μπλοκ πάνω στο τραπέζι και το γλιστρά προς τον Έβερετ. Η Κέιτι και ο Μ άικ τεντώνουν τον λαιμό τους για να δουν το σκίτσο, αλλά ο Έβερετ το παίρνει και αρχίζει να το μελετά προσηλωμένος. «Α, κύριε Μ έριτ», λέει τελικά. «Είναι θαυμάσιο, ένα απόλυτο πρωτότυπο το οποίο θα είναι τιμή μου να σχεδιάσω. Ας μιλήσουμε για τις πέτρες». Αφήνει το μπλοκ και βγάζει ένα δικό του ντοσιέ για να μου δείξει φωτογραφίες κοσμημάτων. «Θα προτιμούσα να διαλέξει ο Κρις», λέω, κοιτάζοντάς τον. «Θέλω να είναι αυτό που έχεις φανταστεί εσύ. Αυτό είναι που το κάνει τόσο ιδιαίτερο για μένα». «Θέλω να σου αρέσει κι εσένα», επιμένει. «Είναι αυθεντικό Κρις Μ έριτ», λέω, αποφασισμένη να ξεχάσω ότι τα τριαντάφυλλα μου θυμίζουν τη Ρεμπέκα. «Ήδη το λατρεύω». Η Κέιτι παίρνει το μπλοκ για να δει το σκίτσο και βγάζει έναν απαλό λυγμό που μου τραβά την προσοχή. «Τριαντάφυλλα», ψιθυρίζει. «Για τη μητέρα σου». Το βλέμμα του σοβαρεύει. «Για τη μητέρα μου». «Είναι υπέροχη χειρονομία, γιε μου», προσθέτει ο Μ άικ. Κοιτάζω τον Κρις απορημένη. «Δεν καταλαβαίνω». Σηκώνεται. «Πάμε μια βόλτα και θα σου εξηγήσω». «Συγγνώμη», λέει η Κέιτι. «Μ ήπως έκανα γκάφα;» «Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγγνώμη», την καθησυχάζει ο Κρις και μετά κοιτάζει τον Έβερετ. «Μ πορείς να μας αφήσεις τις φωτογραφίες;»


«Φυσικά. Κι έχω και ό,τι χρειάζεται και για το άλλο κομμάτι που συζητήσαμε». «Τέλεια», λέει ο Κρις. «Σ’ ευχαριστώ». Ο Μ άικ και η Κέιτι σηκώνονται. «Να σας συνοδεύσω», λέει ο Μ άικ στον κοσμηματοπώλη. Οι τρεις τους βγαίνουν από το δωμάτιο και ο Κρις μου δίνει το χέρι του. «Πάμε να πάρουμε τα παλτά μας να πάμε μια βόλτα», λέει, και η φωνή του είναι βραχνή, έχει μια συναισθηματική ποιότητα που συνήθως διατηρεί γι’ αυτές τις προσωπικές μας στιγμές όπου όλα ανάμεσά μας αναφλέγονται και εκρήγνυνται. Πλέκω τα δάχτυλά μου στα δικά του. «Ναι», λέω. «Πάμε μια βόλτα». Λίγα λεπτά αργότερα περπατάμε χέρι χέρι σε ένα πλακόστρωτο μονοπάτι που καταλήγει σε ένα ξύλινο γεφυράκι πάνω από μια μεγάλη λίμνη. Στο ίδιο γεφυράκι που βρισκόμασταν όταν μου εξομολογήθηκε το πρόβλημα του πατέρα του με το αλκοόλ. Ακριβώς όπως εκείνη τη νύχτα, τα πορτοκαλί φαναράκια λούζουν τα πάντα με μια χρυσαφένια λάμψη και τα αστέρια δείχνουν σαν ασημένιες πούλιες στον μαύρο καμβά του ουρανού. Όπως είχε κάνει τότε, ο Κρις με οδηγεί σε ένα κιόσκι πάνω στο γεφυράκι, όπου εισπνέω τη γλυκιά μυρωδιά των ρόδων που κρέμονται από πάνω μας, μπουμπούκια ακόμη, ανάμεσα στα πράσινα φύλλα. Μ όλις φτάνουμε στο κιόσκι, ακουμπά στην κουπαστή και με τυλίγει στην αγκαλιά του. «Κοίτα ψηλά». Σηκώνουμε τα κεφάλια και κοιτάζουμε τα ανθάκια που σχηματίζουν μια πανέμορφη κουβέρτα από πάνω μας. «Εδώ θα ήθελα να παντρευτούμε», λέει, τραβώντας το βλέμμα μου στο δικό του. «Ακριβώς εδώ, κάτω από τα τριαντάφυλλα που βοήθησε η μητέρα μου την Κέιτι να φυτέψει». Η καρδιά μου σφίγγεται. «Η μητέρα σου;»


«Ναι. Έπεισε την Κέιτι ότι όλα δείχνουν πιο όμορφα με τριαντάφυλλα. Η Κέιτι κόβει τουλάχιστον ένα κάθε βράδυ στη μνήμη της». Γελάει και ο ήχος έχει μια χροιά θλίψης. «Ή διαλέγει ένα γελοία μεγάλο τριαντάφυλλο και βάζει τον Μ άικ να το φτάσει για να το κόψει». Η καρδιά μου σκίζεται από το έντονο συναίσθημα που πυροδοτεί η ιστορία του: θυμάμαι τη δική μου μητέρα, θυμάμαι τον πόνο της Ρεμπέκα όταν έχασε τη δική της. «Γι’ αυτό μύριζαν και οι δύο τριαντάφυλλο χθες βράδυ». «Σίγουρα γι’ αυτό». Ένα δάκρυ κυλά στο μάγουλό μου και ο Κρις το σκουπίζει. «Γιατί κλαις;» Του πιάνω το χέρι και το κρατώ στο στήθος μου, σαν να θέλω να τον βάλω στην καρδιά μου. «Γιατί είναι σημαντικό. Αυτό είναι σημαντικό. Εμείς είμαστε σημαντικοί και ο τρόπος που προσκάλεσες τη μητέρα σου στη ζωή μας μέσω αυτού του δαχτυλιδιού είναι τόσο ιδιαίτερος που δεν υπάρχουν λόγια να τον περιγράψουν». Η λατρεία στα μάτια του είναι σαν τον πρωινό ήλιο, ξυπνά σημεία του εαυτού μου που ήταν θαμμένα στα σκοτάδια. Είναι το άλλο μου μισό, η αδελφή ψυχή μου, ο άνθρωπος που με ξέρει καλύτερα κι από τον εαυτό μου. «Δε θα σε αφήσω ποτέ», δηλώνει. Χαμογελώ. «Παρομοίως». Χαμογελάει και ο πόνος του παρελθόντος λιώνει. Χάρη σε μένα, νομίζω – και είναι το πιο υπέροχο συναίσθημα στον κόσμο το να μπορώ να το κάνω αυτό. Σκύβει να με φιλήσει, αλλά σταματά όταν ακούμε τη φωνή της Κέιτι. «Μ άλλον το φιλί θα πρέπει να περιμένει». Χαμογελώ. «Η αναμονή το κάνει καλύτερο, σωστά;» «Αλλά στο μεταξύ είναι βασανιστήριο», παραδέχεται.


«Να το θυμάσαι αυτό την επόμενη φορά». «Μ ετά χαράς», υπόσχεται και η πονηριά που τόσο λατρεύω χρωματίζει τα μάτια του. «Έμαθες την ιστορία για τα τριαντάφυλλα;» ρωτά η Κέιτι που έχει ήδη έρθει κοντά μας. «Άφησα να την πεις εσύ», λέει ο Κρις, πάνω που χτυπά το κινητό του. Το βγάζει από την τσέπη του και το κοιτά. «Πολύ θα ήθελα να το εκσφενδονίσω στη λίμνη αυτή τη στιγμή». «Κι εγώ», συμφωνώ, φοβούμενη πως θα τελειώσει η τέλεια βραδιά μας. Κοιτάζει την οθόνη και μου λέει: «Ο Μ πλέικ». Θέλω να ακούσω τι θα πουν, αλλά η Κέιτι με πιάνει αγκαζέ και με τραβά μέσα στο κιόσκι, εξιστορώντας μου κάτι που μόλις και μετά βίας ακούω. Ο Κρις κατεβαίνει από το γεφυράκι και το σφίξιμο στους ώμους του μου δείχνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Επιτέλους γυρνά και διασχίζει γρήγορα το γεφυράκι. Όταν σταματά δίπλα μου, πλέκει το χέρι του στο δικό μου και με τραβά κοντά του, σαν να θέλει να γραπωθεί από πάνω μου. «Η Σάρα κι εγώ πρέπει να φύγουμε», λέει. «Ο Μ πλέικ και η ομάδα του θα βρίσκονται εδώ σε πέντε λεπτά». «Ποιος είναι ο Μ πλέικ;» ρωτάει ο Μ άικ. «Ο επικεφαλής της ομάδας ασφαλείας», εξηγεί ο Κρις. «Κρις, γιατί;» ρωτάω ανήσυχη. Μ ε τραβά μπροστά του και βάζει τα χέρια του στους ώμους μου. «Πρέπει να–» «Έλεος, πες το». «Η Άβα δραπέτευσε και δεν μπορούν να εντοπίσουν ούτε τον Ράιαν ούτε τον πιτσιρικά από το καφέ».


22

Νιώθω να ζαλίζομαι, και παραπαίω. Ο Κρις με πιάνει από τη μέση, με στηρίζει πάνω του. Κοιτάζει την Κέιτι και τον Μ άικ. «Δώστε μας μερικά λεπτά». «Πάμε να υποδεχτούμε τους άντρες ασφαλείας», λέει ο Μ άικ. «Και ο Ράιαν;» ρωτάω. «Είναι με την Άβα;» «Το μόνο που ξέρουν είναι ότι ο Ράιαν πήρε μια πτήση για Λος Άντζελες». «Ω Θεέ μου. Εκεί βρίσκεται η Αμάντα». Τον σπρώχνω ελαφρά. «Δώσε μου το κινητό σου να την πάρω. Όχι, καλύτερα να την πάρω από το δικό μου. Έχω τον αριθμό της». «Σάρα». Μ ε πιάνει από τους ώμους. «Ξέρουν ότι η Αμάντα βρίσκεται στο Λος Άντζελες. Το χειρίζονται. Και τώρα που εμείς έχουμε απαλλαγεί, η Εισαγγελία προσέλαβε την ασφάλεια Ουόκερ να βοηθήσει με την έρευνα. Είμαστε πλήρως ενημερωμένοι, σου τ’ ορκίζομαι». «Και πάλι, πρέπει να πάρω την Αμάντα. Πρέπει–» «Μ ωρό μου, πάρε βαθιά ανάσα και άσε με να το χειριστώ εγώ. Και ο Μ πλέικ. Είναι καλός στη δουλειά του. Αυτός και τα αδέρφια του έχουν μεγάλη πείρα με τα όργανα της τάξης». «Γιατί έρχεται εδώ;»


Η Άβα το έσκασε και δε θέλει να διακινδυνεύσει να μας βρει». «Μ α πώς μπορεί να γνωρίζει γι’ αυτό το μέρος;» «Δεν ξέρουμε αν έχει χρηματική ή άλλη βοήθεια, ή απλώς το έσκασε προσπαθώντας να γλιτώσει. Αν θέλουμε να είμαστε προσεκτικοί πρέπει να υποθέσουμε ότι έχει βοήθεια». «Οπότε πού πάμε;» «Προς το παρόν στο σπίτι στην πόλη». «Μ α ο Τύπος;» «Αυτή τη στιγμή είναι το μικρότερο από τα προβλήματά μας. Ο Μ πλέικ λέει ότι το διαμέρισμα είναι το πιο ασφαλές μέρος για μας. Από εκεί, θα αποφασίσουμε τι θα κάνουμε. Μ πορεί να πάμε Παρίσι. Μ πορεί και όχι». «Πρώτα πρέπει να βγάλω επαγγελματική βίζα». «Δεν πειράζει. Αυτό μπορεί να γίνει στις ΗΠΑ ή μέσω μιας εκ των εταιρειών μου αν χρειαστεί. Θα το λύσουμε. Τώρα όμως πρέπει να πάμε σε ασφαλές σημείο». Σηκώνω τα μάτια και βλέπω τον Μ πλέικ, τον Κέλβιν και τον Τζέικομπ να έρχονται, και η θέα αυτών των τριών ισχυρών αντρών που μας πλησιάζουν με κάνει να νιώθω πως πνίγομαι. Πόσο σοβαρά είναι τα πράματα ώστε να χρειαζόμαστε και τους τρεις τους; Ο Κρις μάλλον αντιλαμβάνεται το ύφος μου, γιατί κοιτά πρώτα πάνω από τον ώμο του και μετά πάλι εμένα. «Οι πιθανότητες να σε κυνηγήσει η Άβα είναι απειροελάχιστες. Θα προσπαθήσει να διαφύγει. Αλλά δεν το διακινδυνεύω. Είπα στον Μ πλέικ να έρθει προετοιμασμένος». Μ ου πιάνει το πρόσωπο. «Προστατεύω ό,τι μου ανήκει, μωρό μου». Ένα δευτερόλεπτο αργότερα περιβάλλομαι από ένα προστατευτικό κουκούλι αντρών. Ο Κρις είναι το καταφύγιό μου. Είναι η δύναμή μου.


Μ ία ώρα μετά, ο Κρις κι εγώ έχουμε αποχαιρετήσει την Κέιτι και τον Μ άικ, και ο Μ πλέικ μας έχει διαβεβαιώσει ότι έχει βάλει άντρες να τους προστατεύουν. Επιστρέφουμε στο νοικιασμένο σπίτι να πακετάρουμε και είμαστε στην κουζίνα ακούγοντας τις ειδήσεις όταν εμφανίζεται ο Μ πλέικ. «Επιβεβαιώσαμε ότι ο Ράιαν είναι με την Αμάντα». Γίνομαι πέτρα, οι συναγερμοί μου χτυπάνε για δέκατη φορά μέσα σε μια ώρα. «Τι; Πού; Είναι καλά;» «Βρίσκεται ακόμα στο Λος Άντζελες στο πατρικό της, όπως κι εκείνος. Είπε στην αστυνομία ότι τον προσκάλεσε και είναι καλεσμένος της». Σμίγω τα φρύδια και κουνάω το κεφάλι. «Αυτό δε βγάζει νόημα. Μ ου είπε ότι την τρόμαξε». «Οι γονείς της επιβεβαίωσαν τα λεγόμενά της, πράγμα που του δίνει αυτή τη στιγμή άλλοθι για την εξαφάνιση της Άβα. Ισχυρίζεται ότι δε βρισκόταν πουθενά κοντά στην Άβα για να τη βοηθήσει να δραπετεύσει και οι ώρες πτήσεων επιβεβαιώνουν αυτό τον ισχυρισμό». «Άρα δεν είναι μπλεγμένος;» ρωτάω, ακουμπώντας στον πάγκο της κουζίνας δίπλα στον Κρις. «Αυτό δεν κολλάει. Σίγουρα ο πιτσιρικάς από το καφέ δεν έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει την Άβα να δραπετεύσει». «Δεν είπα ότι ο Ράιαν δεν εμπλέκεται», διορθώνει ο Μ πλέικ. «Είπα ότι έχει άλλοθι. Ανησυχώ γι’ αυτό τον πιτσιρικά, τον Κόρι. Επρόκειτο να καταθέσει εναντίον της Άβα. Οπότε μπορεί να κινδυνεύει από αυτή ή από όποιον τη βοηθά». Ο Κρις με αγκαλιάζει από τον ώμο. «Υπονοείς τον Ράιαν;» «Δεν αποκλείω κανέναν», λέει ο Μ πλέικ. «Κι έχω μάθει κάτι πολύ χρήσιμο από τη συνεργασία μου με την αστυνομία. Υπάρχει μια γυναίκα ονόματι Τζόρτζια Ο’Νέι που–»


«Είναι μια καλλιτέχνης», λέω. «Ζωγράφισε τον πίνακα με τα τριαντάφυλλα στο γραφείο της Ρεμπέκα. Ο πίνακας αυτός βρίσκεται διαρκώς στο μυαλό μου. Τι μ’ αυτή;» «Ήταν στο κλαμπ και μίλησε», εξηγεί ο Μ πλέικ. «Είπε ότι είχε προβλήματα με τον Ράιαν κι έφυγε από το κλαμπ εξαιτίας του. Έπαθε εμμονή μαζί της. Τον απείλησε πως θα πάει στον Μ αρκ, κι αυτός λάκισε». Κουνάω το κεφάλι μου, μπερδεμένη. «Νομίζω πως κάτι διάβασα γι’ αυτό στο ημερολόγιο της Ρεμπέκα. Μ άλλον γι’ αυτό σκεφτόμουν διαρκώς τον πίνακα». «Είπες ότι ο πιτσιρικάς θα κατέθετε εναντίον της Άβα», λέει ο Κρις. «Τι είχε εναντίον της;» «Της δάνεισε τη βάρκα των γονιών του. Ισχυρίζεται πως του είπε ότι ήθελε να εντυπωσιάσει έναν πιθανό επενδυτή για το καφέ της κι αυτή πηδήχτηκε μαζί του για να τον ευχαριστήσει. Τώρα που το έσκασε μαζί της, υποθέτουμε ότι είναι μπλεγμένος περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση, το καινούργιο ημερολόγιο βρέθηκε στη βάρκα κάτω από ένα κάθισμα. Και τα τεστ DNA αποδεικνύουν πως η Ρεμπέκα βρισκόταν στη βάρκα». Τα νέα με χτυπούν αλύπητα και χώνω το πρόσωπό μου στο στήθος του Κρις. Δάκρυα κυλούν στα μάγουλά μου. «Το ήξερα, αλλά δεν ήθελα να είναι αλήθεια». Μ ου πιάνει το κεφάλι. «Το ξέρω, μωρό μου. Κανείς μας δεν ήθελε». Οργή αρχίζει να καίει το στήθος μου και γυρνώ στον Μ πλέικ γεμάτη δάκρυα. «Ο Ράιαν έχει χρήματα. Αποκλείεται να προσέλαβε κάποιον για να βοηθήσει την Άβα να δραπετεύσει; Αποκλείεται να απήγαγαν τον πιτσιρικά;» «Είναι σίγουρα μια εκδοχή που εξετάζουμε», επιβεβαιώνει. «Όμως ο Ράιαν είναι έξυπνος. Αν εμπλέκεται, θα έχει καλύψει τα


ίχνη του». «Και ο Ρίκο;» ρωτάει ο Κρις. «Την έβγαλε από τη φυλακή και έχει εξίσου βαθιές τσέπες». «Ναι», συμφωνώ. «Και τη θεωρεί αθώα». «Κι αυτό το εξετάζουμε», επιβεβαιώνει ο Μ πλέικ. «Ίσως μπορώ να τον κάνω εγώ να ομολογήσει», λέω. «Μ πορούμε να καταγράψουμε ένα τηλεφώνημα;» «Είναι έξυπνος, Σάρα», προειδοποιεί ο Κρις. «Δεν πρόκειται να παραδεχτεί τίποτα». «Πρέπει να προσπαθήσω», επιμένω. «Είναι πιο λογικό να τη βοήθησε αυτός παρά ο Ράιαν. Πιστεύει στ’ αλήθεια πως είναι αθώα. Πιστεύει ότι τη σκότωσε ο Μ αρκ. Είναι θυμωμένος, ζηλιάρης και πικρόχολος». «Δεν είναι κακή ιδέα», συμφωνεί ο Μ πλέικ. «Αν θέλετε να δοκιμάσουμε, μπορούμε να κατεβάσουμε μια εφαρμογή στο κινητό για να καταγραφεί η κλήση. Είναι νόμιμο από τη στιγμή που παίρνεις μέρος στη συζήτηση. Πού είναι το κινητό σου;» Γυρνώ να πιάσω την τσάντα μου από τον πάγκο, αλλά ο Κρις με σταματά. «Όχι», λέει. «Ανεξάρτητα από τον ρόλο του σε αυτό, ο Ρίκο δε συμπεριφέρεται λογικά. Δε χρειάζεται να τραβήξεις περισσότερο την προσοχή του». «Ξέρω ότι ανησυχείς, αλλά ούτε το να γυρνά ελεύθερη η Άβα είναι η απάντηση». «Αν τη βοήθησε ο Ρίκο, έχει σχέδιο και να είσαι σίγουρη ότι εμπλέκει και τον Μ αρκ». «Τότε μπορεί να κινδυνεύει αυτός». Γυρνώ πάλι στον Μ πλέικ. «Μ πορώ να πω στον Ρίκο ότι ο Μ αρκ απαλλάχτηκε πέραν πάσης αμφιβολίας;» «Μ πορείς», λέει και τα μάτια του συναντούν τα μάτια του Κρις πάνω από το κεφάλι μου. «Εσύ αποφασίζεις, Κρις. Νομίζω πάντως


πως θα είναι καλά. Δεν πιστεύω ότι ο Ρίκο έχει βάλει στόχο τη Σάρα». Κοιτάζω τον Κρις. «Δεν είναι δική σου η απόφαση. Δική μου είναι». Κουνά το κεφάλι. «Ούτε δική σου ούτε δική μου. Δική μας. Τώρα παίρνουμε μαζί αποφάσεις». «Ναι. Το ξέρω». Βάζω την παλάμη μου στο στήθος του. «Αλλά η Άβα ελεύθερη είναι πολύ πιο επικίνδυνη για μας από ό,τι ο Ρίκο, που στην πραγματικότητα θέλει τον Μ αρκ». Βλέπω τη φλέβα στο σαγόνι του να πάλλεται. «Κρις», τον ικετεύω. «Δε θα πάθω τίποτα. Έχεις εδώ έναν μικρό στρατό να με προστατεύει». «Εντάξει. Κάνε το καταραμένο τηλεφώνημα. Αλλά θα συμφωνήσουμε από πριν όσα θα πεις». «Φυσικά». Αφήνει την τσάντα μου και βγάζω το κινητό μου να το δώσω στον Μ πλέικ ο οποίος αρχίζει να κατεβάζει την εφαρμογή. «Ας καθίσουμε στο τραπέζι», προτείνει ο Μ πλέικ και κοιτάζει τον Τζέικομπ που στέκεται στην πόρτα. «Πόσο χρόνο χρειάζεστε;» ρωτά ο Τζέικομπ. «Είμαστε ακόμα ασφαλείς;» «Είμαστε εντάξει», επιβεβαιώνει ο Τζέικομπ. «Δώσε μας ένα τέταρτο». Ο Μ πλέικ κάθεται δίπλα μου και απέναντι στον Κρις και μου δείχνει πώς να χρησιμοποιήσω την εφαρμογή. «Απλώς ενεργοποίησέ την πριν καλέσεις τον Ρίκο». Τα επόμενα πέντε λεπτά, αυτός και ο Κρις με συμβουλεύουν για το τι δεν πρέπει να πω στον Ρίκο, σε βαθμό που αρχίζουν να με τρελαίνουν. «Σταματήστε», λέω. «Το ’χω. Είμαι έτοιμη». Δεν τους δίνω χρόνο να διαμαρτυρηθούν. Καλώ τον Ρίκο. Απαντά στο τρίτο χτύπημα. «Μ πέλα. Θα έλεγα πως


ξαφνιάζομαι που σε ακούω, αλλά μάλλον όχι τελικά. Ενδιαφέρουσα μέρα η σημερινή, δε νομίζεις;» «Τη βοήθησες να δραπετεύσει;» απαιτώ να μάθω. Ο Κρις και ο Μ πλέικ σηκώνουν τα χέρια ψηλά με την ευθύτητά μου, αλλά εγώ ακολουθώ το ένστικτό μου. «Αυτή είναι η ένοχη. Όχι ο Μ αρκ. Τον απάλλαξαν». «Δεν έχω ακούσει τίποτα για τον Μ αρκ αν τον απάλλαξαν ή τον κατηγορούν». «Βρήκαν αποδείξεις, Ρίκο. Η Άβα το έκανε. Ήθελε τον Μ αρκ, και όταν γύρισε η Ρεμπέκα, κατάλαβε ότι θα τον έχανε. Σε παρακαλώ, σε ικετεύω. Αν γνωρίζεις πού βρίσκεται, πες το». Ακολουθεί απόλυτη σιωπή στη γραμμή και κάθε μυς του κορμιού μου είναι τσιτωμένος όσο περιμένω. «Δεν τη βοήθησα να δραπετεύσει», λέει τελικά. «Αλλά εσύ και όποιος ακούει αυτό το τηλεφώνημα μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι αν ανακαλύψω πως σκότωσε τη Ρεμπέκα, και τη βρω πριν την αστυνομία, δε θα προλάβει να φτάσει ζωντανή στα χέρια της δικαιοσύνης». Η γραμμή νεκρώνει. Και, αποσβολωμένη, δεν μπορώ ούτε να αναπνεύσω. Μ ου παίρνει αρκετή ώρα να αφήσω το κινητό στο τραπέζι. «Σάρα», λέει ο Κρις. «Μ ωρό μου, τι συνέβη;» «Νομίζω πως θα σκοτώσει την Άβα». Ο Μ πλέικ αρπάζει το τηλέφωνο και ανοίγει την εφαρμογή για να παίξει η συνομιλία.

Φεύγουμε από το νοικιασμένο σπίτι μέσα σε ένα μαύρο σεντάν με τον Τζέικομπ οδηγό και τον Μ πλέικ με τον Κέλβιν στην 911. Το ότι πιστεύουν πως γινόμαστε στόχος στην 911 καθόλου δε με


καθησυχάζει. Μ ε τον Κρις καθόμαστε αγκαλιασμένοι και αμίλητοι, και το μυαλό μας σχεδόν ακούγεται που παίρνει χίλιες στροφές. Και δεν έφταναν όλα αυτά, πέφτουμε και σε μποτιλιάρισμα πριν το Σαν Φρανσίσκο, κι έπειτα από μία ώρα κολλημένοι στην κίνηση, αποφασίζουμε να σταματήσουμε κάπου να φάμε και να πάμε τουαλέτα. Μ όλις μπαίνουμε στο εστιατόριο, ρίχνω μια ματιά στους σωματοφύλακές μου που περιμένουν να καθίσω στο κέντρο του καναπέ και αποφασίζω να πάω πρώτα στο μπάνιο. «Έρχομαι μαζί σου», λέει ο Κρις, έχοντας αναλάβει τον ρόλο του βασικού σωματοφύλακα. Καθώς περπατάμε στον μικρό διάδρομο, ρωτάει: «Είσαι καλά;» «Όσο είμαι μαζί σου, είμαι καλά». Το σμίξιμο των φρυδιών του μου δείχνει ότι δεν πείθεται και σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου και τον φιλάω. «Ορκίζομαι». «Απλώς να θυμάσαι ότι οι άνθρωποι κάνουν τις επιλογές τους και μετά ζουν με αυτές. Μ πορούμε να προσπαθήσουμε να τους αλλάξουμε, αλλά δεν μπορούμε να πάρουμε αποφάσεις γι’ αυτούς. Αν κάνεις τα πάντα για να βοηθήσεις, πρέπει να αποδέχεσαι και το αποτέλεσμα που προκαλούν στον εαυτό τους». Γνέφω. «Επιστρέφω αμέσως». Μ παίνω στο μπάνιο και κλειδώνω την πόρτα. Την ώρα που πλένω τα χέρια μου χτυπάει το κινητό μου. Το βγάζω από την τσάντα και ξαφνιάζομαι όταν βλέπω ότι είναι η Σαντάλ. «Σαντάλ!» λέω ζωηρά, έχοντας πεθυμήσει τη φίλη μου από το Παρίσι. «Σάρα». Η φωνή της είναι ένας βραχνός ψίθυρος. «Τι συμβαίνει;» «Είναι εδώ ο Τριστάν. Θέλει να σου μιλήσει. Είπε ότι δεν έχει το τηλέφωνό σου και δεν ήξερα αν έπρεπε να του το δώσω».


Το στομάχι μου δένεται κόμπος στη θύμηση του άντρα που προσπάθησε να αντικαταστήσει τον Κρις στη ζωή της Άμπερ, και απέτυχε. Είναι στο Παρίσι και βοηθά την Άμπερ με την αποτοξίνωση, την οποία πληρώνει ο Κρις. Γιατί θέλει να μιλήσει σε μένα; «Σάρα;» λέει η Σαντάλ. «Ναι», λέω. «Εντάξει». «Σάρα», λέει με τη σκληρή φωνή του. «Τριστάν; Γιατί παίρνεις εμένα και όχι τον Κρις;» «Η Άμπερ αυτοκτόνησε». Σωριάζομαι στην πόρτα. «Όχι. Όχι. Όχι». Τα μάτια μου τσούζουν. «Πότε; Πώς;» «Κρεμάστηκε στο κέντρο αποκατάστασης. Δεν μπορώ να μιλήσω στον Κρις. Ίσως να μην μπορέσω ποτέ ξανά». Η φωνή του ραγίζει. «Άφησε ένα σημείωμα. Θέλει να αποτεφρωθεί. Όχι κηδεία. Και δε θέλει τον Κρις με τίποτα. Πέθανε μισώντας τον. Κι εγώ τον μισώ. Κράτα τον μακριά, διαφορετικά… κι εγώ δεν ξέρω τι θα κάνω. Πρέπει να φύγω. Απλώς… κράτα τον μακριά τον γαμημένο». Η γραμμή νεκρώνει. Βουλιάζω στο πάτωμα, τα δάκρυά μου τρέχουν ποτάμι. Η Άμπερ είναι νεκρή κι εγώ πρέπει να το πω στον Κρις.


23

Κάθομαι στο πάτωμα, τα δάκρυα τρέχουν στα μάγουλά μου και τότε χτυπάει την πόρτα ο Κρις. «Είσαι καλά, μωρό μου;» «Ναι. Συγγνώμη. Έρχομαι». Όμως έχω παραλύσει. Τι πρέπει να κάνω; Δεν μπορώ να του το πω. Όχι τώρα, ανάμεσα σε τόσους άντρες, σε δημόσιο χώρο, όταν πρόκειται να παγιδευτεί στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Πρέπει να περιμένω μέχρι να μείνουμε μόνοι. Σηκώνομαι με κόπο και τρεκλίζω μέχρι τον νιπτήρα. Κοιτάζω τα κόκκινα, πρησμένα μάτια μου. Ούτε το κρύο νερό δε θα κρύψει το γεγονός ότι έκλαιγα. Πρέπει να τον κάνω να πιστέψει ότι φταίει η κόλαση που ζούμε. Χτυπάει ξανά. «Σάρα. Άνοιξέ μου». «Μ όνο μισό λεπτό». Ανοίγω την τσάντα μου και πουδράρομαι όταν αρχίζουν να τρέχουν πάλι δάκρυα. Πίστευα ότι τη βάλαμε στην αποκατάσταση εγκαίρως. Υποτίθεται πως θα γινόταν καλά. «Σάρα». Εγκαταλείπω την προσπάθεια να σουλουπωθώ και γυρνώ και ανοίγω την πόρτα. Αμέσως μόλις βλέπω τον υπέροχο, κατεστραμμένο άντρα μου, τα δάκρυα αρχίζουν πάλι να τρέχουν ποτάμι. Μ παίνει μέσα και κλείνει την πόρτα και με παίρνει στη


ζεστή αγκαλιά του. «Έι. Μ ωράκι». Μ ου πιάνει το πρόσωπο και παραμερίζει τα υγρά μαλλιά μου από τα μάγουλά μου. «Τι συμβαίνει; Νόμιζα πως ήσουν καλά» «Ήμουν. Δεν είναι κρίση πανικού. Αυτές δεν έρχονται… με δάκρυα. Αυτό είναι… Αυτό είναι απλώς… Μ ε πονάει που είναι νεκρή». Η Άμπερ. Η Ρεμπέκα. Δεν μπορώ να του το πω. «Και είναι πραγματικότητα, και δεν ήθελα να συμβεί». Ακουμπά το μέτωπό του στο δικό μου. «Το ξέρω. Είναι μεγάλο το βάρος, αλλά θα περάσει. Απλώς πρέπει να κάνουμε υπομονή». Του πιάνω τα χέρια και θέλω να τον αγκαλιάσω και να τον παρηγορήσω. Η μέρα που και οι δύο φοβόμασταν έφτασε, η μέρα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε τους δαίμονές του και πρέπει να το κάνουμε ενόσω ήδη καιγόμαστε στις φλόγες της κόλασης. Και πρέπει να είμαι αρκετά δυνατή για να τον βοηθήσω να μην καεί ζωντανός. Καταπίνω τον πόνο μου και γνέφω. «Ναι». Πιέζω τον εαυτό μου να τον κοιτάξει. «Το κάνουμε. Θα το κάνουμε. Σ’ αγαπώ». Μ ου σκουπίζει τα δάκρυα. «Κι εγώ σ’ αγαπώ και μπορούμε να το ξεπεράσουμε. Τα πάντα μπορούμε να ξεπεράσουμε». Συναισθήματα με κατακλύζουν και πιέζω τις παλάμες μου στα μάγουλά του. «Ναι. Τα πάντα μπορούμε να ξεπεράσουμε».

Το να επιστρέψω στο τραπέζι με τους υπόλοιπους άντρες και να κρατήσω τα μάτια μου στεγνά είναι σχεδόν αδιανόητα δύσκολο, αλλά τα καταφέρνω για χάρη του Κρις. Και η διαδρομή προς το σπίτι είναι ακόμα πιο δύσκολη, γεμάτη σιωπή που μου δίνει τον χρόνο να ξαναθυμηθώ κάθε στιγμή με την Άμπερ και να


αμφισβητήσω κάθε μου πράξη και κάθε λέξη που της είπα. Ξέρω ότι το ίδιο θα πάθει και ο Κρις, εκατό φορές χειρότερα. Είναι σχεδόν έντεκα το βράδυ όταν επιτέλους φτάνουμε στο γκαράζ του κτιρίου μας, και νιώθω ότι έχω καταπιεί μολύβι και ότι μια μέγγενη σφίγγει το στήθος μου. Σκέφτομαι την επόμενη στιγμή και δεν μπορώ να ανασάνω. Ο Κρις με βοηθά να βγω από το αυτοκίνητο και πηγαίνει προς την 911, κάνοντας πλάκα στον Μ πλέικ ότι το πατά πολύ το γκάζι. Ο Τζέικομπ κλείνει την μπροστινή πόρτα του σεντάν και τεντώνεται, κι εγώ βρίσκω την ευκαιρία να του ψιθυρίσω: «Βάλαμε την πρώην φιλενάδα του Κρις σε κέντρο αποκατάστασης στο Παρίσι πριν φύγουμε. Μ όλις αυτοκτόνησε. Πρέπει να του το πω». «Γαμώ το κέρατό μου». Ξύνει το σαγόνι του. «Το έμαθα την ώρα που τρώγαμε. Πρέπει να του το πω ιδιαιτέρως και θέλω να βεβαιωθώ ότι δε θα μας διακόψουν μέχρι να σου τηλεφωνήσω εγώ». «Έγινε». «Ευχαριστώ». Τα μάτια μου τσούζουν. «Μ όλις που στέκομαι όρθια, γι’ αυτό… μπορούμε να κάνουμε γρήγορα και να φύγουν όλοι τώρα;» «Αφήστε το πάνω μου. Κάνατε καλά που περιμένατε». Πάει προς τους άλλους τρεις άντρες. Χρειάζομαι μια ανάσα που φαίνεται πως δεν καταφέρνω να πάρω. Στέκομαι εκεί, με την πλάτη γυρισμένη στους άντρες και δεν είμαι σίγουρη πόση ώρα περνά. Τότε νιώθω το χέρι του Κρις στον ώμο μου και το καλύπτω με το δικό μου, καταφέρνοντας να πάρω αυτή την ανάσα. Γυρνώ να τον κοιτάξω. «Κανένα νέο;» «Μ όλις χάσαμε μια συνέντευξη τύπου για την έρευνα της Άβα


και του Κόρι. Είπαν ότι θα έχουν περισσότερες λεπτομέρειες αύριο το πρωί». «Άρα έχει κοινοποιηθεί. Κανένα ίχνος της Άβα;» «Κανένα. Ούτε έχει πάρει κάποιο μεταφορικό μέσο, ούτε την έχει δει κανείς. Αλλά η συνέντευξη τύπου θα το αλλάξει αυτό. Ο Μ πλέικ λέει ότι θα υπάρξουν πολλές πληροφορίες». Δείχνει το ασανσέρ. «Ο Τζέικομπ πήρε πάνω τα παλτά και τις αποσκευές μας. Πάμε να χαθούμε στον δικό μας κόσμο». Τι ωραία που θα ήταν να μπορούσαμε. Μ ε πιάνει από τον ώμο, ενώ αυτός είναι εκείνος που χρειάζεται προστασία από αυτό που πρόκειται να του ξεφουρνίσω. Κάνουμε τη διαδρομή στο ασανσέρ μέσα στη σιωπή και αναρωτιέμαι αν σκέφτεται πώς θα με κάνει να ξεπεράσω το μαρτύριο που νιώθω. Το ξέρω πως αυτό σκέφτεται. Έτσι είναι ο Κρις. Ο μαύρος ιππότης μου. Ο ήρωάς μου. Θεέ μου, ας είμαι τώρα το ίδιο κι εγώ γι’ αυτόν. Η πόρτα του ασανσέρ ανοίγει και ο Τζέικομπ που στέκεται μπροστά μας με κοιτάζει. Η έκφρασή του είναι προσεκτική αλλά καταλαβαίνω ότι ξέρει κι αυτό είναι μια παρηγοριά. «Οι αποσκευές σας είναι στην κρεβατοκάμαρα», λέει καθώς μπαίνουμε στο φουαγιέ. «Καλύπτουμε όλο το κτίριο. Δεν περιμένουμε να συμβεί κάτι απόψε, αλλά, αν εντοπιστούν η Άβα και ο Κόρι, θα σας ενημερώσω. Διαφορετικά, θα συναντηθούμε εδώ πριν τη συνέντευξη τύπου στις εννιά το πρωί». Μ ου έρχεται να κλάψω και γρήγορα τους αφήνω να καληνυχτιστούν και τρέχω στη σκάλα προς το σαλόνι. Αφήνω την τσάντα μου στην πολυθρόνα και στέκομαι στο παράθυρο να θαυμάσω τον μαύρο ουρανό, τα αστέρια και το φεγγάρι που ξεπροβάλλει ανάμεσα από σύννεφα και μια επερχόμενη καταιγίδα. Ακουμπώ τις παλάμες μου στο ψυχρό γυαλί και σκύβω το κεφάλι. Δεν ξέρω πώς να του το πω.


Νιώθω τη στιγμή που το δωμάτιο γεμίζει με την παρουσία του και κλείνω σφιχτά τα μάτια, περιμένοντας το άγγιγμά του. Έρχεται προκαλώντας μου ακόμα περισσότερη ταραχή. Τόση ταραχή. Γυρνώ και τον πιάνω από τη μέση. «Ακούμπα στο παράθυρο». Σμίγει τα φρύδια αλλά το κάνει, επιτρέποντάς μου να τον εγκλωβίσω με το σώμα μου. Πρέπει να τον κρατήσω. Πρέπει να ελέγξω το πώς θα συμβεί αυτό. Ξεροκαταπίνω, τον κοιτάζω κι εύχομαι να είχα ανάψει τα φώτα. «Σάρα…» Σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου και τον φιλάω. «Απλώς… άκου. Εντάξει;» γνέφει ελαφρά κι εγώ βάζω πάλι τα χέρια μου γύρω από τη μέση του. «Τηλεφώνησε ο Τριστάν». Οι λέξεις βγαίνουν σαν πονεμένος ψίθυρος και νιώθω το σώμα του Κρις να σφίγγεται. «Πώς και σου τηλεφώνησε ο Τριστάν;» «Πήγε… στη Σαντάλ. Είπε ότι δεν μπορεί να σου μιλήσει. Κρις…» Βάζει τα χέρια του στους ώμους μου. «Απλώς πες το, Σάρα. Ό,τι κι αν είναι, πες το». «Η Άμπερ… αυτοκτόνησε». Μ ένει ακίνητος. Δε μιλά. Δεν ξέρω πόση ώρα περνά αλλά νιώθω το ηφαίστειο που είναι έτοιμο να εκραγεί ένα δευτερόλεπτο πριν γυρίσει και κάνει μερικά βήματα πίσω. Απομακρύνεται. Απομακρύνεται. «Πότε;» «Μ ε πήρε ο Τριστάν την ώρα που τρώγαμε. Δεν ήθελα να σου το πω μπροστά στους άλλους και μετά να κάνεις όλη τη διαδρομή εγκλωβισμένος σε ένα αυτοκίνητο, ανίκανος να αντιδράσεις». Κλείνει τα μάτια σφιχτά. «Σε ευχαριστώ». Θέλω να τον αγγίξω, ω Θεέ μου, πόσο θέλω να τον αγγίξω, αλλά διαισθάνομαι ότι δεν είναι έτοιμος.


«Πώς;» ρωτάει τελικά. «Κρεμάστηκε». «Και το γαμημένο κέντρο άφησε να συμβεί κάτι τέτοιο; Πλήρωνα για να την προστατεύουν και πού είναι το τηλεφώνημα που έπρεπε να μου κάνουν; Προφανώς είναι πολύ απασχολημένοι με το να μιλάνε με τους δικηγόρους τους από φόβο ότι θα τους μηνύσω και θα τους πάρω και τα βρακιά τους». «Το ξέρω. Κι εγώ το ίδιο σκέφτηκα». Βγάζει το κινητό από την τσέπη του κι αρχίζει να παίρνει τηλέφωνο, εκπλήσσοντάς με όταν γέρνει στο τζάμι δίπλα μου χωρίς ωστόσο να με αγγίζει. Ακούω καθώς μιλά με το κέντρο και μετά με τον Ντέιβιντ. Είναι ήρεμος. Διατηρεί τον έλεγχο. Όπως τότε που πήγε στην εκδήλωση του Νοσοκομείου Παίδων παρόλο που μέσα του αιμορραγούσε. Κλείνει το τηλέφωνο και το αφήνει να πέσει στο πάτωμα. Κι έτσι μένουμε να στεκόμαστε εκεί πλάι πλάι πάνω στο παράθυρο, πάνω από την πόλη. Ο χρόνος σταματά. Μ όνο ο πόνος του υπάρχει, που ξεχειλίζει στο δωμάτιο σαν οξύ που κοχλάζει. Κάποια στιγμή, δίχως να μου μιλήσει ή να με κοιτάξει, ξεκολλά από το παράθυρο και διασχίζει το δωμάτιο, κι εγώ φοβάμαι τη στιγμή που θα πάει προς το ασανσέρ, τη στιγμή που θα αναζητήσει το μαστίγιο κι εγώ θα πρέπει να τον σταματήσω. Όμως δεν πάει προς το ασανσέρ. Στρίβει δεξιά και πηγαίνει προς το στούντιο. Ανακούφιση με πλημμυρίζει. Μ ένει. Θα το παλέψει αυτό μαζί μου. Δεν ξέρω αν θέλει να τον ακολουθήσω, αλλά πρέπει να το κάνω. Πρέπει να βεβαιωθώ ότι είναι καλά. Τον ακολουθώ και μπαίνω επιφυλακτικά στο στούντιο. Σταματώ δίπλα στην πόρτα. Από τα παράθυρα που περιβάλλουν το δωμάτιο μπαίνει μόνο σκοτάδι, καθόλου φως. Ακούγεται θρόισμα ρούχων, μια αμυδρή κίνηση, αλλά το μόνο που διακρίνω είναι το


περίγραμμα του κορμιού του. Και τότε ένα αχνό φως τρεμοπαίζει, μια αχνή λάμψη που ρίχνει στο στούντιο σκιές, και ανακουφίζομαι όταν βλέπω ότι έχει βγάλει την μπλούζα, τα παπούτσια και τις κάλτσες του. Έτσι ζωγραφίζει πάντα και προφανώς θα αντιμετωπίσει τον πόνο του μέσω της τέχνης του. Σίγουρη πως ξέρει ότι βρίσκομαι εδώ, γλιστρώ αργά στον τοίχο και τον παρακολουθώ καθώς πλησιάζει σιωπηλός στο καβαλέτο. Τον βλέπω να γεμίζει τον καμβά με μπογιά και γρήγορα διαπιστώνω ότι ζωγραφίζει έναν δράκο, το σύμβολο της δύναμής του, και αυτόν που είχε χτυπήσει η Άμπερ στο σώμα της. Ώρες περνούν, νομίζω, και βγάζω κι εγώ τα παπούτσια και τις κάλτσες μου. Φέρνω τα γόνατα στο στήθος. Έτοιμη να δράσω τη στιγμή που θα με χρειαστεί, βλέπω τη θλίψη του Κρις να ξεχύνεται στον καμβά. Μ αγεύομαι με κάθε κίνηση του χεριού του, κάθε πινελιά, καθώς ο δράκος παίρνει τη μορφή αυτού που έχει στο μπράτσο του. Ξαφνικά κάνει πίσω και πετά το πινέλο. Στέκεται εκεί κοιτάζοντας το έργο του. Και τότε καταρρέει. Πέφτει στα γόνατα με το κεφάλι ανάμεσα. Διασχίζω το δωμάτιο σαν αστραπή και βάζω τα χέρια μου στους ώμους του. Μ ε τραβά να γονατίσω μπροστά του, μου πιάνει το πρόσωπο κι εγώ κοιτάζω τα κόκκινα μάτια του και το τσακισμένο πρόσωπό του. «Δε χρειάζομαι το μαστίγιο. Εσένα χρειάζομαι». «Εδώ είμαι», του υπόσχομαι, καταρρακωμένη μα ανακουφισμένη. «Εδώ είμαι». Χώνει τα δάχτυλά του στα μαλλιά μου και αφήνει να ξεχυθεί όλη η οδύνη του. «Δεν μπορώ να σε χάσω». «Δε θα με χάσεις. Ποτέ. Το ορκίζομαι». Μ ε τραβά στο πάτωμα μαζί του, με κρατά σαν να φοβάται ότι θα του φύγω και θα εξαφανιστώ για πάντα. «Δεν μπορείς να


υποσχεθείς κάτι τέτοιο», ψιθυρίζει μέσα στα μαλλιά μου. «Κανένας μας δεν μπορεί». Του πιάνω το πρόσωπο, τον αναγκάζω να με κοιτάξει. «Είπαμε επίσης να μη μετανιώνουμε για τίποτα», του θυμίζω. «Ποτέ». «Μ ετανιώνω για τόσο πολλά με εκείνη. Για τόσο πολλά. Νόμιζα… προσπάθησα…» «Το ξέρω. Θυμήσου τι είπες για τον Ρίκο και την Άβα: διαλέγουμε τι κάνουμε με τη ζωή που μας δίδεται και ζούμε με τα αποτελέσματα. Ελεύθερη βούληση. Επιλέγεις να βοηθήσεις του άλλους. Τη βοήθησες». «Της γάμησα τη ζωή». «Όχι, δεν το έκανες. Είχε προβλήματα και της προσφέραμε βοήθεια». «Πολύ αργά όμως. Ήξερα ότι χρειαζόταν βοήθεια, αλλά δεν έκανα τίποτα μέχρι που το είδες κι εσύ». «Μ ην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου, Κρις. Μ η». Τα δάχτυλά του βρίσκουν το πρόσωπό μου, τα μαλλιά μου και τα χείλη μου και τότε με φιλά, αλμυρά δάκρυα κυλούν στα μάγουλά μου και στα δικά του. Καταλήγουμε ξαπλωμένοι στο πλάι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον, γδύνοντας ο ένας τον άλλον ακριβώς εκεί στο σκληρό πάτωμα. Αλλά δεν πειράζει. Βογκάμε ταυτόχρονα καθώς μπαίνει μέσα μου, κι εγώ γραπώνομαι πάνω του, τον κρατώ παραπάνω από σφιχτά, όπως σκοπεύω να κάνω την υπόλοιπη ζωή μου. Δεν ξέρω πού ξεκινά εκείνος και πού τελειώνω εγώ, αλλά ίσως αυτό είναι το μεγαλείο αυτού που έχουμε γίνει. Ξεκινάμε και τελειώνουμε μαζί. Είμαστε δύο κομμάτια παζλ που ενώνονται τέλεια. Και αυτή τη στιγμή αναζητούμε τη γαλήνη στο μόνο μέρος που ξέρουμε να ψάξουμε – ο ένας στον άλλον. Όταν περνά το άγριο πάθος, μένουμε ακίνητοι. Βροντές ξεσπούν έξω από τα παράθυρα, βροχή αρχίζει να μαστιγώνει τα


τζάμια, κι εμείς απλώς αγκαλιαζόμαστε και τελικά αποκοιμιόμαστε.

Μ ία εβδομάδα αργότερα, καθόμαστε με τον Κρις στο τραπέζι της κουζίνας περιτριγυρισμένοι από παράθυρα και τον ωκεανό να λαμπυρίζει σαν μπλε βελούδο στο βάθος. Εγώ φοράω το μακό του κι εκείνος το παντελόνι της πιτζάμας του το οποίο τον ανάγκασα να βάλει για να μπορέσω να συγκεντρωθώ στο πρωινό που φτιάχνω. Έχουμε μόλις τελειώσει την ομελέτα μας και ακούμε ειδήσεις που δε λένε τίποτα που να μη γνωρίζουμε ήδη. Η Άβα και ο Κόρι είναι ακόμα άφαντοι και οι γονείς του Κόρι βγαίνουν συχνά στα κανάλια ισχυριζόμενοι ότι ο γιος τους είναι αθώος. Ο Μ αρκ βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, βρίσκοντας καταφύγιο στην οικογένειά του, όπως και η Κρίσταλ. Η Κρίσταλ δε μου λέει πολλά, κι εύχομαι να μην έχει πέσει στα βαθιά μαζί του. «Αν ο Ρίκο είναι αναμειγμένος στην εξαφάνιση της Άβα», λέει ο Κρις, «πιστεύω ότι η δίκη θα του βγάλει θυμό προς τον Μ αρκ και θα τον πιέσει να σπάσει». «Εγώ ακόμα νομίζω ότι εμπλέκεται ο Ράιαν, αλλά ίσως επειδή δε θέλω να σκέφτομαι την απειλή του Ρίκο πως θα σκοτώσει την Άβα». «Ελεύθερη βούληση, μωρό μου», μουρμουρίζει θλιμμένα, λόγια που έχουμε πει συχνά την τελευταία εβδομάδα. «Έκανε τις επιλογές της, όπως κι αυτός, και είναι και οι δύο υπεύθυνοι γι’ αυτές. Αλλά χαίρομαι πολύ που φεύγουμε για Παρίσι αύριο. Θέλω να βρισκόμαστε μακριά, όσο είναι ακόμα ελεύθερη αυτή». Η καρδιά μου σφίγγεται και σκύβω να του χαϊδέψω τα μαλλιά. «Αυτό που κάνεις για την Άμπερ, το να δίνεις τους πίνακες των δράκων σε δημοπρασία για το Νοσοκομείο Παίδων, είναι ένας


υπέροχος τρόπος να την τιμάς». Μ ου πιάνει το χέρι. «Ας βγει και κάτι θετικό από όλο αυτό». Χτυπά το κουδούνι και συνοφρυώνομαι, περιμένοντας σφαίρες εκεί που δεν υπάρχουν όπλα. Μ ε φιλά ανάμεσα στα σμιχτά φρύδια μου. «Σταμάτα το αυτό. Περιμένω μια παράδοση». Ανακουφισμένη, γέρνω πίσω στην καρέκλα μου. «Ευτυχώς». Νομίζω πως βλέπω ένα αχνό χαμόγελο και ίσως και μια νότα πονηριάς στα μάτια του Κρις πριν βγει από την κουζίνα. Τουλάχιστον το ελπίζω. Αυτός ο άντρας χρειάζεται πάλι το χαμόγελο στη ζωή του. Σηκώνομαι και ξαναγεμίζω τις κούπες μας με καφέ. Μ όλις γυρίζω στο τραπέζι επιστρέφει και ο Κρις με μια αδιαμφισβήτητη λάμψη στα μάτια που φοβόμουν ότι δε θα ξαναδώ ποτέ. Κάθεται στο τραπέζι και γυρνά τις καρέκλες μας αντικριστά. «Το δαχτυλίδι σου δε θα είναι έτοιμο για έναν μήνα ακόμα λόγω των λίθων που παράγγειλα, αλλά θα το έχουμε εγκαίρως για τον γάμο τον Φεβρουάριο. Αλλά η πρώτη μου σκέψη για το δαχτυλίδι δεν ήταν τα τριαντάφυλλα. Κι έφτιαξα αυτό το πρώτο δαχτυλίδι στα μέτρα σου». Βγάζει ένα μαύρο βελούδινο κουτάκι και ανοίγει το καπάκι, κι εγώ μένω άφωνη μπροστά σε αυτό που αντικρίζω. Ένα δαχτυλίδι που λάμπει με κόκκινα, κίτρινα και μπλε χρώματα. «Ένας δράκος», ψιθυρίζω. «Που δείχνει τη δύναμη που αντιπροσωπεύεις για μένα». Δάκρυα συγκίνησης κυλούν από τα μάτια μου. Μ ου φορά το δαχτυλίδι και η ουρά του δράκου τυλίγεται στο δάχτυλό μου. «Το λατρεύω». Τον αγκαλιάζω. «Και λατρεύω κι εσένα». Κι αυτός με κρατά, με σφίγγει πάνω του, λίγο παραπάνω από το κανονικό, ακριβώς όπως μου αρέσει.


Επίλογος

«Γεια σου, Άλβαρες», ακούω καθώς ο Α.Τζ. Ράιτ έρχεται και περπατά δίπλα μου στην Προβλήτα 39 ανάμεσα στο πλήθος του Σαββάτου, που λειτουργεί σαν κάλυψη ώστε η συνάντησή μας να μη γίνει αντιληπτή από περίεργα μάτια. «Ο μικρός;» ρωτάω, κοιτάζοντας τον ρωμαλέο πρώην μισθοφόρο του οποίου το νέο επάγγελμα είναι να κάνει τις αναπόφευκτες βρομοδουλειές μου. «Άσχημα χτυπημένος αλλά ζωντανός, όπως διέταξες», απαντά. «Η αστυνομία θα λάβει τηλεφώνημα για τον εντοπισμό του αργότερα απόψε». «Κρίμα που χρειάστηκε να το κάνουμε αυτό, αλλά δεν έπρεπε να βοηθήσει την Άβα με τη βάρκα. Κι εκείνη;» «Όπως ζήτησες», απαντά. «Υποφέρει». Χαμογελώ. «Τέλεια». «Πόσο θες να το συνεχίσω πριν τη σκοτώσω;» «Μ ε το πάσο σου. Έχω μπόλικα χρήματα για να πληρώνω τον χρόνο σου. Θα συζητήσουμε το πότε θα τελειώσει στην επόμενη συνάντησή μας. Ο Μ αρκ Κόμπτον;» «Η επιχείρηση “Καταστροφή του Μ αρκ Κόμπτον” είναι υπό εξέλιξη. Μ ην ανησυχείς για τίποτα». Χαμογελώ.


Ευχαριστίες

Ευχαριστώ πολύ τη Λουίζ Φιούρι και τον εκδότη μου Μ ίκι Νάντινγκ, που έδειξαν γι’ αυτή τη σειρά το ίδιο πάθος με μένα. Ανυπομονώ να δω τι θα φέρει το μέλλον για μας, κυρίες μου!


ΤΕΛΟΣ

Eπισκεφθείτε τις Εκδόσεις ΤΟΥΛΙΠΑ στις διευθύνσεις: http://ekdoseistoulipa.gr και http://www.facebook.com/EkdoseisToulipa

ΟΛΑ Η' ΤΙΠΟΤΑ - LISA RENEE JONES  

#4

ΟΛΑ Η' ΤΙΠΟΤΑ - LISA RENEE JONES  

#4

Advertisement