Page 1

1


Κεφάλαιο Πρώτο

Τα τύμπανα χτυπούσαν αργά και ρυθμικά καθώς οι δυο στοίχοι των φρουρών με τις πορφυρές στολές πλησίαζαν το ικρίωμα μεταφέροντας ανάμεσά τους τον καταδικασμένο σε θάνατο άνδρα. Εκείνος βάδιζε με το κεφάλι ψηλά, στητός και αγέρωχος σαν να πήγαινε προς τη στέψη του σε βασιλιά και όχι προς το θάνατο. Άκουγε τους στεναγμούς και το θρήνο εκείνων που τον μοιρολογούσαν από τώρα αλλά δεν κοίταζε, κρατούσε το βλέμμα του καρφωμένο μπροστά. Η πλατεία βρισκόταν στην άκρη της πόλης στη βάση σχεδόν του τείχους. Στρατιώτες είχαν παραταχθεί στις πλευρές της πλατείας κρατώντας τον κόσμο μακριά. Όλοι όσοι είχαν μαζευτεί το είχαν κάνει για να αποχαιρετίσουν τον άρχοντά τους και ήταν μόνο ο φόβος που τους κρατούσε να μην δείξουν τα αισθήματά τους αν και πολλές γυναίκες έκλαιγαν φανερά. Στο κέντρο της πλατείας ήταν τοποθετημένο το ικρίωμα με το αιματοβαμμένο κούτσουρο, ο δήμιος περίμενε ήδη με το μεγάλο πέλεκυ ακουμπισμένο μπροστά του. Στα αριστερά του ικριώματος υπήρχε μια εξέδρα όπου σε μια πολυθρόνα που έμοιαζε με θρόνο καθόταν ένας άνδρας με κόκκινο μανδύα. Τα χέρια του, που ακουμπούσαν στα σκαλισμένα σε λεοντοκεφαλές μπράτσα της πολυθρόνας, ήταν ντυμένα με κόκκινα γάντια. Ήταν ο δικαστής που είχε καταδικάσει αυτόν τον άνδρα. Ο μελλοθάνατος δεν τον κοίταξε καθώς ανέβαινε στο ικρίωμα. Αντίθετα κοίταξε σε ένα σημείο ακριβώς απέναντι. Εκεί μια όμορφη κοπέλα ντυμένη με ένα φόρεμα που πρόδιδε αριστοκρατική καταγωγή έκλαιγε στην αγκαλιά μιας συνομήλικής της. Για πρώτη φορά το βλέμμα του μαλάκωσε και στο πρόσωπό του φάνηκε κάποιο συναίσθημα. -Ροδόλφε της Ασόν, είπε ο δικαστής με μια φωνή δυνατή και παγερή. Καταδικάστηκες σε θάνατο και η ποινή θα εκτελεστεί άμεσα. Έχεις να πεις τίποτα; Ο Ροδόλφος της Ασόν κοίταξε περιφρονητικά τον δικαστή και μετά έστρεψε το βλέμμα του και πάλι στην κοπέλα που έκλαιγε. Ήταν η Φιντέλια, η

2


κοπέλα που σε ένα μήνα θα γινόταν σύζυγός του. Την κοίταξε έντονα σαν να ήθελε να πάρει μαζί του την εικόνα της. -Ας αποδοθεί δικαιοσύνη! είπε ο δικαστής. Ο δήμιος τον έριξε στα γόνατα και ακούμπησε το κεφάλι του στο ξύλο. Εκείνος συνέχιζε να κοιτάει την αγαπημένη του. Είχε ήσυχη τη συνείδησή του, ήταν αθώος για όλες τις κατηγορίες που ο δικαστής είχε απαγγείλει εναντίον του, και δεν τον ένοιαζε ο θάνατος. Το μόνο που τον λυπούσε ήταν η απώλεια της ζωής που θα ζούσε με την Φιντέλια. Ήθελε πολύ μια οικογένεια. Η Φιντέλια τον κοίταζε, ήταν έτοιμη να καταρρεύσει και η φίλη της την είχε αγκαλιάσει και τη στήριζε. Ο δήμιος σήκωσε τον πέλεκυ, το φως του ήλιου έλαμψε πάνω στην καλογυαλισμένη λεπίδα. Η Φιντέλια έκρυψε το πρόσωπό της στο στήθος της φίλης της, δεν άντεχε να βλέπει την εκτέλεση εκείνου που αγαπούσε. Ο δήμιος κατέβασε με φόρα τη φονική λεπίδα που σταμάτησε εκατοστά από το λαιμό του θύματός του. Πνιχτά σχόλια ακούστηκαν από το πλήθος, ήταν ένα βασανιστήριο που συνήθιζαν οι δήμιοι. Όμως η έκφραση του προσώπου του δήμιου έδειχνε πως κατέβαλλε προσπάθεια να ολοκληρώσει την κίνησή του. Ο δικαστής ήταν πιο γρήγορος να καταλάβει τι συνέβαινε. -Εσύ! βρυχήθηκε δείχνοντας κατηγορηματικά στην απέναντι πλευρά της πλατείας. Εκεί, στην πρώτη γραμμή του πλήθους στεκόταν ένας άνδρας με λευκό μανδύα. Το αριστερό χέρι του τεντωμένο έδειχνε το δήμιο που εξακολουθούσε να προσπαθεί να ολοκληρώσει την εκτέλεση του Ροδόλφου της Ασόν. Πέρασε ανάμεσα σε δυο φρουρούς και προχώρησε προς το δικαστή. Τα βήματά του ακούγονταν ηχηρά στις πλάκες της πλατείας. -Ο Θεός μας δίνει δύναμη για να βοηθούμε εκείνους που έχουν ανάγκη, είπε ο άνδρας με το λευκό μανδύα. -Ο δικός μου θεός μου δίνει δύναμη για να την απολαύσω! κραύγασε αλαζονικά ο δικαστής.

3


-Μπαγκράς, είπε όχι χωρίς κάποια έκπληξη ο νεοφερμένος. -Σκοτώστε τον! διέταξε ο δικαστής. Ο άνδρας έκανε μια απότομη κίνηση με το απλωμένο χέρι του και το όπλο τινάχτηκε από το χέρι του δήμιου. Τίναξε πίσω το λευκό μανδύα του, αποκαλύπτοντας το λευκό πουκάμισο και το μαύρο παντελόνι κάτω από αυτόν, και τράβηξε μια σπάθα. Με φοβισμένες κραυγές το πλήθος τραβήκτηκε πίσω θέλοντας να αποφύγει να βρεθεί ανάμεσα στους στρατιώτες και τον άνδρα αυτόν με τις προφανώς ανεπτυγμένες δυνάμεις αποκαλύπτοντας και άλλους άνδρες που πλησίαζαν για να λάβουν μέρος στη μάχη, κάποιοι με επίσης λευκούς μανδύες αλλά οι περισσότεροι με μαύρους. -Δεν στέκεται μόνος του μάγε, είπε ένας από αυτούς με τους λευκούς μανδύες. Με ένα εφιαλτικό γέλιο ο δικαστής άλλαξε μορφή μπροστά στα μάτια τους. Τώρα ήταν ένας ξερακιανός άνδρας ντυμένος με έναν μαύρο μανδύα κεντημένο με ασημένια αποκρυφιστικά σύμβολα. Στα χέρια του κρατούσε ένα ραβδί που κατέληγε σε ένα σχέδιο σαν το γαμψό νύχι ενός αρπακτικού. Ο πρώτος από τους αντιπάλους του μάγου με το λευκό μανδύα είχε φτάσει στο δήμιο. Εκείνος είχε τραβήξει ένα μαχαίρι και το ακουμπούσε στο λαιμό του Ροδόλφου. -Αν τον σκοτώσεις, είπε ο άνδρας, ποιος θα σε σώσει από' μένα; Πέταξε το μαχαίρι και φύγε. Δεν θα σε καταδιώξω. Ο δήμιος κοίταξε στα μάτια τον αντίπαλό του. Είχε γαλανά μάτια και ένα έντονο βλέμμα που τον έκανε να νιώθει ότι τον διαπερνούσε. Πέταξε το μαχαίρι και τράπηκε σε φυγή. Ο αντίπαλός του δεν τον καταδίωξε αλλά ασχολήθηκε με το να βοηθήσει τον Ροδόλφο της Ασόν να σηκωθεί και μετά να του λύσει τα χέρια. -Σου χρωστάω τη ζωή μου και σου είμαι πραγματικά υπόχρεος, ποιος είσαι; ρώτησε εκείνος. 4


-Ονομάζομαι Ραμίρ Γκάνελον. -Και είσαι καταραμένος στην αιωνιότητα! βρυχήθηκε ο μάγος. Στράφηκαν και οι δυο και είδαν τον μάγο να έχει στρέψει το ραβδί του πάνω στον Ραμίρ Γκάνελον. Μια ριπή ενέργειας τινάκτηκε από την άκρη του ραβδιού και χτύπησε στο έδαφος μπροστά στα πόδια του Ραμίρ. -Εναγκαλίσου τη Λήθη, φώναξε ο μάγος, εναγκαλίσου τον ίδιο σου τον αφανισμό. Στο σκοτάδι θα πορεύεσαι και στο σκοτάδι θα ζεις. Δύναμη δεν θα' χεις και τίποτα από όλα αυτά δεν θα μπορείς να θυμηθείς. Μια

σφαίρα

μαύρης

ενέργειας

τύλιξε

ξαφνικά

τον

Ραμίρ και

εξαφανίστηκε μετά παίρνοντάς τον μαζί της.

Ονομαζόταν Ροβέρτος της Αβέρν και ήταν από τους καλύτερους πολεμιστές ανάμεσα στους Ιππότες του Όρκου. Είχε γνωριστεί με τον Ραμίρ πολλά χρόνια πριν, την πρώτη τους μέρα σαν δόκιμοι. Είχαν γίνει στενοί φίλοι και είχαν πολεμήσει μαζί πολλές φορές. Τώρα ο Ροβέρτος πολεμούσε λίγο μακρύτερα από το φίλο του. Όντας αμφιδέξιος πολεμούσε κρατώντας ένα σπαθί σε κάθε χέρι. Ριχνόταν στη μάχη στα σημεία που ήταν εντονότερη και σκορπούσε τον όλεθρο στους εχθρούς. Οι φρουροί του μάγου δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν τους Ιππότες και πολλοί κείτονταν ήδη νεκροί. Στη φωτιά της μάχης παρέμενε απόλυτα ψύχραιμος και συγκροτημένος. Πολεμούσε μεθοδικά και ήταν τρομερός αντίπαλος, άφοβος απέναντι στον οποιονδήποτε, πολυμήχανος και τολμηρός. Είδε τον μάγο να στρέφει το ραβδί του και φώναξε μια προειδοποίηση στο φίλο του που χάθηκε στο θόρυβο της μάχης, την κλαγγή των όπλων και τις φωνές των μαχητών. Επιχείρησε να τον προειδοποιήσει τηλεπαθητικά αλλά ο μάγος είχε προνοήσει γι' αυτό, είχε ρίξει κάποιο ξόρκι γύρω από τον Ραμίρ που δεν επέτρεπε να τον ειδοποιήσει με αυτόν τον τρόπο. Όρμηξε να προλάβει την κίνηση του μάγου. Με μια τρομερή πολεμική κραυγή επιτέθηκε στους φρουρούς επιχειρώντας να ανοίξει δρόμο προς το φίλο του. Με τα δυο σπαθιά του να στερούν ζωές σε κάθε χτύπημα, ένας αληθινός 5


άγγελος του θανάτου, άνοιξε ένα ματωμένο μονοπάτι αλλά ήταν αδύνατον να προλάβει. Είδε την μαύρη σφαίρα να τυλίγει τον Ραμίρ. -Μάικ! φώναξε. Ένας από τους άλλους Ιππότες με τους λευκούς μανδύες γύρισε και κοίταξε τον Ροβέρτο. Εκείνος του έδειξε προς την κατεύθυνση του Ραμίρ που εκείνη ακριβώς τη στιγμή εξαφανιζόταν. Ο Ιππότης στράφηκε και αποτελείωσε με ένα κοφτό χτύπημα τον αντίπαλό του. Ύστερα αντέστρεψε τη σπάθα του και ακούμπησε την αιχμή της στο έδαφος. Γονάτισε και άρχισε να προφέρει κάτι σαν ευχή ή εξορκισμό. Ο Ροβέρτος ένιωσε την παγωνιά πίσω του και στράφηκε για να αντικρίσει μια αψίδα μέσα στην οποία βασίλευε το πιο ερεβώδες σκοτάδι που είχε ποτέ αντικρίσει. «Είναι μια Σκιώδης Πύλη,» άκουσε τον Μάικ στο μυαλό του, «θα σε οδηγήσει στον ίδιο τόπο και χρόνο όπου έστειλε τον Ραμίρ. Δεν ξέρω πόσο κοντά αλλά είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω χωρίς άλλες πληροφορίες.» Ο Ροβέρτος γύρισε και κοίταξε τον συμπολεμιστή του. -Θα τον φέρω πίσω, υποσχέθηκε πριν περάσει την πύλη. Το τελευταίο πράγμα που είδε πριν τον καταπιεί το σκοτάδι ήταν ο Μάικ που προχωρούσε να αντιμετωπίσει το μάγο.

Τον κύκλωσε ένα σκοτάδι πιο βαθύ και από το αρχέγονο σκότος πριν τη δημιουργία του σύμπαντος. Ένιωσε το σώμα του να παγώνει σε σημείο που το κρύο να του προκαλεί πόνο. Τεράστιες δυνάμεις απειλούσαν να τον συνθλίψουν και απόκοσμες φωνές σφυροκοπούσαν ανελέητα το μυαλό του τρεφόμενες με τον πυρήνα της ύπαρξής του. Ρούφηξαν άπληστα τις αναμνήσεις του, απομύζησαν τις δυνάμεις του, τον χτύπησαν ως που να απομείνει εξαντλημένος. Δεν ήξερε ποιος ήταν πλέον. Τότε οι απόκοσμες αυτές φωνές τον άφησαν, τον τίναξαν προς έναν κόσμο όπου θα ήταν ευάλωτος, εύκολη λεία για εκείνους που ακολουθούσαν και εκεί το δρόμο του σκοταδιού. Δεν ήταν σε θέση να παλέψει, δεν είχε πια τον τρόπο να αντισταθεί.

6


«Μην απελπίζεσαι Ραμίρ Γκάνελον,» μια απαλή φωνή μίλησε στο μυαλό του και ο ήχος της ήταν ικανός να μειώσει έστω και λίγο το μαρτύριό του, «έχασες τις δυνάμεις σου αλλά όχι την ψυχή σου και το ποιος είσαι δεν εξαρτάται παρά μόνο από αυτήν. Έχε θάρρος γιατί ο κόσμος στον οποίο βρίσκεσαι δεν έχει ακόμα ασπασθεί το σκοτάδι.» Η φωνή χάθηκε. Ένιωσε το περιβάλλον γύρω του να αλλάζει με τρόπους που δεν μπορούσε να κατανοήσει και την επόμενη στιγμή προσέκρουσε με την πλάτη σε κάτι σκληρό. ένιωσε σταγόνες να πέφτουν στο πρόσωπό του και άνοιξε τα μάτια του. Ο ουρανός ήταν γεμάτος με μολυβένια σύννεφα και ήδη έπεφτε ένα ψιλόβροχο, αυτό που είχε νιώσει στο πρόσωπό του. Σηκώθηκε από το έδαφος. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα μικρό τρίγωνο γης καλυμμένο με αγριόχορτα και πολύ περισσότερα σκουπίδια. Δυο τρία καχεκτικά δενδράκια πάλευαν να επιβιώσουν και καλοδέχονταν τη βροχή που τα καθάριζε από τη σκόνη και τα πότιζε. Περπάτησε στην άκρη αυτού του χώρου που θεωρητικά ήταν πάρκο και βγήκε στο δρόμο, κοίταξε τα ψηλά κτίρια, ένα γύρω. Δεν ήξερε που βρισκόταν, ούτε ποιος ήταν. Ήταν στο έλεος του πρώτου εχθρού που θα συναντούσε. Στάθηκε. ένας γρήγορος έλεγχος αποκάλυψε ότι μπορεί το πνεύμα του να είχε χτυπηθεί και να ένιωθε τον εαυτό του σαν να ήταν ξένος, όμως το σώμα του είχε περάσει τη δοκιμασία ανέγγικτο. Δεν ήταν τραυματισμένος, σχεδόν δεν ένιωθε ούτε καν κουρασμένος. Φορούσε ακόμα τα ίδια ρούχα, λευκό πουκάμισο, μαύρο παντελόνι και το λευκό μανδύα. Η σπάθα του, που το είχε θηκαρώσει για να απελευθερώσει το Ροδόλφο της Ασόν, ήταν ακόμα στο πλευρό του μέσα στη δερμάτινη θήκη του. Δεν ήταν ανυπεράσπιστος παρότι δεν θυμόταν πως να χειριστεί την σπάθα. Τράβηξε την κουκούλα του μανδύα πάνω από τα ξανθά μαλλιά του για να προστατευτεί από τη βροχή και κοίταξε τριγύρω. Προς τα που έπρεπε να κινηθεί; Δεν υπήρχε κάτι γνώριμο σε αυτό το ξένο, και παράδοξο για εκείνον, περιβάλλον. Δεν υπήρχε τρόπος να βρει τα σημεία του ορίζοντα. Προχώρησε προς την κατεύθυνση που ήταν ήδη στραμμένος.

7


Ο Ροβέρτος της Αβέρν δεν αντιμετώπισε την επίθεση που βίωσε ο φίλος του. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο ότι εκείνος δεν είχε δεχθεί την κατάρα του μάγου αλλά και στο ότι ταξίδευε μέσα από τη Σκιώδη Πύλη κατευθυνόμενος από τη δύναμη του συντρόφου του. Ένιωσε και εκείνος το ψύχος που το ταξίδι ανάμεσα στους κόσμους συνεπαγόταν αλλά αυτό ήταν όλο. Βρέθηκε σε ένα στενό δρομάκι χαμένο ανάμεσα σε δυο ψηλά κτίρια και κοίταξε τριγύρω. Αυτό που αντίκριζε του ήταν το ίδιο ξένο όπως και στον Ραμίρ, δεν έμοιαζε με τίποτα που είχαν δει στο δικό τους κόσμο. Θυμήθηκε αυτά που είχε διηγηθεί ένας άλλος Ιππότης που είχε ταξιδέψει σε αυτόν τον κόσμο, ο ίδιος που τον είχε στείλει και τώρα εδώ. Ήταν ένας κόσμος ολότελα διαφορετικός από τον δικό τους. Τουλάχιστον μοιραζόταν τις ίδιες αξίες – αν και όχι πάντα – με το δικό τους και δεν υπηρετούσε τις δυνάμεις του Σκότους. -Καλύτερα να βρω τον Ραμίρ και να φύγουμε από' δω το γρηγορότερο. Έριξε μια εξεταστική ματιά γύρω. Δεν περίμενε να δει κάποια απτή απόδειξη της παρουσίας του φίλου του ή της Πύλης. Ήξερε ότι ο Ραμίρ θα είχε μετακινηθεί, αυτό θα του έλεγε το ένστικτό του, σε όποια κατάσταση και αν ήταν. Περίμενε να υπάρχουν ίχνη της δυνάμεως που είχε ασκηθεί στην υφή του σύμπαντος αλλά ένιωθε μόνο τα ίχνη της δικής του άφιξης. Δεν βρισκόταν αρκετά κοντά σε εκείνη του Ραμίρ. Γύρω του απλωνόταν ένας δρόμος από ένα σκληρό υλικό που δεν αναγνώριζε και στο οποίο δεν έμεναν ίχνη. Στις άκρες του υψώνονταν ψηλά πολυώροφα κτίσματα από τα οποία δεν ακουγόταν τίποτα μιας και ήταν αργά τη νύχτα. Στις βάσεις των τοίχων υπήρχαν πολλά σκουπίδια και εδώ και’ κει σχάρες για να φεύγει το νερό της βροχής. Ο Ροβέρτος κοίταξε τον ουρανό και τα αστέρια, ξένα τελείως από εκείνα που έβλεπαν στο δικό τους κόσμο. Θυμήθηκε κάτι που είχε πει ο Μάικ για τον κόσμο αυτό και αναζήτησε ένα συγκεκριμένο άστρο. Τώρα ήξερε που ήταν τουλάχιστον ο βοράς. Αποφάσισε να κατευθυνθεί βόρεια πρώτα.

8


Δεν πίστευε στα μάτια της. Είχε κοιτάξει το στενό και ήταν άδειο. Είχε πάρει το βλέμμα της να δει τη βροχή, που είχε αρχίσει να πέφτει δυνατότερη και λιγόστευε τις πιθανότητες να βρει πελάτη απόψε, και όταν ξανακοίταξε αυτός στεκόταν εκεί. Από που είχε εμφανιστεί; Δεν είχε αυτοκίνητο, δεν είχε βγει από κάποιο σπίτι. Ο άνδρας ερχόταν προς το μέρος της, ντυμένος στα μαύρα με μαύρο μανδύα που διέθετε και κουκούλα. Φαινόταν γεροδεμένος και όπως πλησίασε, και διέκρινε τα χαρακτηριστικά του, είδε ότι ήταν γοητευτικός άνδρας. Είχε καστανά μαλλιά και γαλανά μάτια, μια ουλή διέσχιζε κάθετα το αριστερό μάγουλό του. Θα της ήταν ευχάριστο να την αγγίξει αυτός. Κάτι που δεν συνέβαινε εύκολα στη δουλειά της. Αν μη τι άλλο δεν είχε εκείνο το άπληστο, γλοιώδες βλέμμα που είχαν εκείνοι που συνήθως άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί της. Το όνομά της ήταν Γιαρμίλα Ντομπόροβιτς, είχε έρθει στην Ελλάδα αναζητώντας μια καλύτερη τύχη και είχε αναγκαστεί να εκπορνευτεί υπό την απειλή της απέλασης ή της εξόντωσης. Είχε μαζευτεί κάτω από την μαρκίζα ενός μαγαζιού με μηχανήματα για να προφυλαχθεί από την βροχή αλλά τώρα αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη της. Εξάλλου σε λίγο θα περνούσε ο Τζίμυ και δεν ήθελε να σκέφτεται τι θα γινόταν αν δεν μπορούσε να του δώσει λεφτά. Δεν τον έλεγαν άδικα κτήνος. Επιθεώρησε την εμφάνισή της βιαστικά. Ντυμένη με ένα αμάνικο μπλουζάκι, που αγκάλιαζε προκλητικά το στήθος της, και ένα σορτς ήταν αρκετά ελκυστική. Πλησίασε τον άνδρα και άπλωσε το χέρι της να τον πιάσει από το μπράτσο, με έκπληξη διαπίστωσε πως ήταν σκληρό σαν να αποτελείτο από σίδερο. Δεν πτοήθηκε όμως. -Θες να περάσεις καλά ξένε; είπε. Την κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι του έλεγε.

Δεν ήταν ότι δεν καταλάβαινε. Είχε χρειαστεί ένα ελάχιστο διάστημα για να αναγνωρίσει τη γλώσσα. Έμοιαζε με τη γλώσσα της Νεμούρια, ενός βασιλείου του κόσμου του. Είχε απλά αιφνιδιαστεί από την κίνησή της, μια κίνηση που δύσκολα θα έκανε μια γυναίκα στο δικό του κόσμο ακόμα και αυτές που ασκούσαν το επάγγελμά της. 9


-Δεν χρειάζομαι παρέα, είπε ήσυχα, χρειάζομαι όμως πληροφορίες. Είδες κάποιον σαν εμένα; Παρόμοια ρούχα, ξανθός με γαλανά μάτια; Ίσως ήταν κάπως σαν αποπροσανατολισμένος, σαν τραυματισμένος ίσως. -Όχι, δεν είδα κάποιον, απάντησε. -Αν είναι να την πάρεις τελείωνε, αλλιώς άσε την μπας και βρει άλλον. Η Γιαρμίλα ρίγησε, αυτός ήταν ο Τζίμυ. Θυμήθηκε με τρόμο το ξυλοκόπημα που είχε δεχθεί άλλη φορά που τον είχε δυσαρεστήσει. Ο Ροβέρτος στράφηκε και κοίταξε τον προαγωγό που πλησίαζε. -Στην πατρίδα μου, είπε ο Ιππότης περιφρονητικά, άτομα σαν εσένα πάνε στα μπουντρούμια. Τα μάτια του Τζίμυ στένεψαν. Ένα μαχαίρι εμφανίστηκε στο χέρι του. -Με απειλείς; σφύριξε. Γολιάθ! Ο Γολιάθ ήταν ο σωματοφύλακάς του, ένας πραγματικός γίγαντας από το Καζακστάν που είχε ξεχάσει πια το πραγματικό του όνομα αφού όλοι έτσι τον φώναζαν. Εμφανίστηκε αθόρυβα δίπλα στον Τζίμυ τον οποίο υπάκουε τυφλά έχοντας τα ίδια άγρια ένστικτα με εκείνον. Παρά τον όγκο του ήταν γρήγορος και επιδέξιος. -Σας προειδοποιώ, είπε ο Ροβέρτος, για τις συνέπειες, μιας επίθεσης εναντίον μου. -Τσάκισέ τον Γολιάθ! είπε ο Τζίμυ και ο μεγαλόσωμος μπράβος του επιτέθηκε. Ο Ροβέρτος όμως δεν ήταν εύκολο θύμα σαν αυτούς που είχε μάθει να αντιμετωπίζει ο Γολιάθ. Χτύπησε με τη γροθιά του γρήγορα και κοφτά στο στήθος σημαδεύοντας τον στην καρδιά. Ήταν η σειρά του Ιππότη να εκπλαγεί καθώς ο Γολιάθ δεν κατάλαβε τίποτα από το χτύπημα και την επόμενη στιγμή τον άρπαζε στα χέρια του με σκοπό να τον συνθλίψει. Αλλά όπως τον σήκωσε ο Ροβέρτος επιτέθηκε ξανά. άπλωσε τα χέρια του και άρπαξε το κεφάλι του Γολιάθ, το ένα χέρι του άρπαξε το σαγόνι και το άλλο το ινίο του. Το έστριψε απότομα, με ένα ξερό κρακ ο λαιμός του μπράβου έσπασε και σωριάστηκε σαν σπασμένη κούκλα στο βρεγμένο δρόμο. Ο Ροβέρτος στράφηκε στον Τζίμυ που 10


είχε μαρμαρώσει από τον τρόμο. Δεν το περίμενε αυτό. Ο Ιππότης έκανε ένα βήμα μπροστά και τότε ο κακοποιός επιτέθηκε, το χτύπημα με το μαχαίρι ήταν τελείως άτσαλο, ο Ροβέρτος το απέφυγε εύκολα και μετά το έστρεψε πάνω στον Τζίμυ που καρφώθηκε στο ίδιο του το όπλο. Τον άφησε να σωριαστεί στο δρόμο και αυτόν και γύρισε στην Γιαρμίλα. -Είδες κάποιον σαν εμένα; Είναι φίλος και πρέπει να τον βρω. -Δεν είδα, είπε εκείνη. Ο Ροβέρτος της έβαλε στο χέρι κάτι και απομακρύνθηκε. Ήταν ένα χρυσό νόμισμα διαπίστωσε εκείνη με έκπληξη.

Ήταν μια απέραντη πόλη και εχθρική, που βρισκόταν ο Ραμίρ; Και πως θα τον έβρισκε; Θα ήταν πολύ πιο δύσκολο απ' ό,τι είχε υποθέσει. Είχε τουλάχιστον βοηθήσει μια κοπέλα που είχε ανάγκη από βοήθεια. Στην ευθεία του δρόμου που ακολουθούσε έβλεπε ένα λόφο. Θα ανέβαινε σε υψηλότερο έδαφος, από' κει είχε μια τελευταία ελπίδα να βρει τον Ραμίρ γρήγορα.

Είχε περπατήσει για αρκετή ώρα. Οι δρόμοι που είχε διασχίσει ήταν όλοι παρόμοιοι, μικρά βρώμικα στενά που ακόμα και η βροχή δεν μπορούσε να καθαρίσει αλλά ερχόταν να κυλίσει σε μικρά θολά ποταμάκια στις βάσεις των πεζοδρομίων. Οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν κλεισμένα ερμητικά σαν να βρισκόταν σε μια πόλη που τελούσε υπό πολιορκία. Πολλές φορές είχε συναντήσει ανθρώπους κουλουριασμένους σε γωνιές ανάμεσα σε κτίρια που πάσχιζαν να κρατηθούν ζεστοί. Άλλοι είχαν τρυπώσει σε χαρτοκιβώτια ή σε μεγάλους σιδερένιους κάδους που είχε ήδη καταλάβει ότι προορίζονταν για τα απορρίμματα. Που μπορούσε να πάει; Τον διακατείχε ένα αίσθημα κινδύνου. Δεν ήξερε γιατί αλλά ήταν βέβαιος πως βρισκόταν σε θανάσιμο κίνδυνο. Αν όμως ήταν έτσι τότε καλύτερα να συνέχιζε να κινείται, θα γινόταν πιο δύσκολο να εντοπιστεί από ό,τι και αν ήταν αυτό από το οποίο κινδύνευε.

11


Μια δυνατή βροντή συντάραξε τη γη κάτω από τα πόδια του. Ο λιγοστός δημόσιος φωτισμός που τον συντρόφευε ως τώρα έπαψε να υπάρχει βυθίζοντάς τον σε ένα βαθύ σκοτάδι. Προσπάθησε να διακρίνει τι υπήρχε μπροστά για να συνεχίσει να κινείται και τελικά διαπίστωσε πως υπήρχε κάπου κοντά του ένα φως το οποίο φαινόταν αχνό και έδειχνε να προέρχεται κάτω από τη γη. Με ανύπαρκτες εναλλακτικές προχώρησε προς το φως. Ήταν κοντά και στο δρόμο δεν υπήρχαν εμπόδια, φτάνοντας είδε ότι δεν είχε κάνει λάθος, το φως ερχόταν από ένα άνοιγμα μέσα στη γη όπου μπορούσε να κατέβει από μια σειρά πέτρινα σκαλοπάτια. Ήταν μια υπόγεια διάβαση, και γρήγορα ο Ραμίρ κατάλαβε ότι δεν ήταν άδεια. Το φως προερχόταν από μια φωτιά που έκαιγε μέσα σε ένα σαπισμένο βαρέλι. Γύρω από τη φωτιά ήταν μαζεμένοι αρκετοί άνθρωποι, με κουρελιασμένα και βρώμικα ρούχα οι περισσότεροι. Ο Ραμίρ κοντοστάθηκε μια στιγμή για να συνηθίσουν τα μάτια του στο φως και μετά συνέχισε το δρόμο του. Οι άνθρωποι τον κοίταξαν επιφυλακτικά αλλά δεν αντέδρασαν στην παρουσία του. Εκείνος συνέχισε να περπατάει. Η υπόγεια διάβαση ήταν πιο μεγάλη από ό,τι νόμιζε και προφανώς παρατημένη απ' όλους πλην αυτών των απόκληρων αφού μπορούσε να καταλάβει από αυτά που έβλεπε ότι πολλοί από αυτούς ζούσαν εδώ κάτω μόνιμα. Κόντευε να φτάσει στην άλλη άκρη της υπόγειας διάβαση όταν έγινε φανερό ότι η βροχή έξω είχε δυναμώσει σε πραγματικό καταρράκτη. Ο μανδύας τον προφύλασσε από τον καιρό αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι θα ευχαριστιόταν να βγει στο χαλασμό που γινόταν εκεί έξω όπου ακόμα επικρατούσε το απόλυτο σκοτάδι. Αυτό πολύ περισσότερο από την νεροποντή τον έκανε απρόθυμο να βγει και πάλι έξω. Θα ήταν ακόμα πιο ευάλωτος. Σε αυτόν εδώ τον χώρο ήταν σε θέση να ελέγχει τουλάχιστον ποιος τον πλησίαζε. Αναζήτησε ένα μέρος να κάτσει και δεν άργησε να το βρει. Σε πολλά σημεία οι άστεγοι είχαν σκάψει κοιλώματα στους τοίχους όπου κουλουριασμένοι προσπαθούσαν να κοιμηθούν ξεχνώντας για λίγο την κατάστασή τους. Σε μια τέτοια κοιλότητα κάθισε και ο ίδιος τυλιγμένος με τον μανδύα του.

12


Ο λόφος του Λυκαβηττού προσφέρει στους κατοίκους της Αθήνας μια πανοραμική θέα της πόλης τους. Για τον Ροβέρτο όμως ήταν ένα θέαμα απαισιοδοξίας. Συνειδητοποιούσε τώρα σε όλο του το μεγαλείο το μέγεθος αυτής της πόλης. Ήταν πραγματικά αχανής, δεν θα μπορούσε να την περιγράψει αλλιώς, πολλές φορές μεγαλύτερη από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου του και σίγουρα πολύ πιο πυκνοκατοικημένη. Κοίταξε το σκοτάδι διανθισμένο από χιλιάδες μικρά και μεγαλύτερα φώτα, αυτό που θα έκανε τώρα ήταν η τελευταία ελπίδα του να βρει τον Ραμίρ. Άρχισε να προφέρει αργά μια επίκληση, ήξερε πως δεν ήταν το δυνατό του σημείο, αλλά δεν είχε και άλλη επιλογή. Ευχήθηκε να είχε τον Μάικ μαζί του. Εκείνος όμως είχε το δικό του αγώνα να δώσει. Ολοκλήρωσε την επίκληση και η εικόνα μπροστά στα μάτια του άλλαξε. Τώρα δεν έβλεπε φως και σκοτάδι στον υλικό κόσμο αλλά την πορεία που κάθε μια ψυχή της ανθρωποθάλασσας που κατοικούσε την Αθήνα είχε πάρει. Φως και σκοτάδι αναλόγως προς τα που προσανατολιζόταν κάθε ψυχή. Κανονικά η αύρα του Ραμίρ θα έπρεπε να ξεχωρίζει σαν ήλιος ανάμεσα σε κεριά αλλά αυτό δεν συνέβαινε και ο Ροβέρτος δεν μπορούσε να εξηγήσει το γιατί. Τότε είδε κάτι ακόμα χειρότερο. Σκιές ίπταντο πάνω από την πόλη. Ακολουθούσαν κάθε άνθρωπό, παραμόνευαν σε κάθε σημείο της πόλης. Ο Ροβέρτος δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ήξερε πολύ καλά τι ήταν αυτές οι σκιές. Ήταν πνεύματα που υπηρετούσαν κάποιον σκοτεινό μάγο, ψυχές που ήδη είχαν ζήσει μια ζωή στην υπηρεσία του Σκότους και ζητούσαν τώρα να κυριεύσουν κάποιον για να συνεχίσουν να το υπηρετούν. -Ψυχές του Δαίμονα, είπε με απέχθεια χρησιμοποιώντας την ονομασία που έδιναν οι Ιππότες σε αυτές τις ψυχές. Ακούγοντας το όνομα τους να εκφέρεται δυνατά δυο από τις πιο κοντινές σκιές στράφηκαν προς το μέρος του. Επιτέθηκαν με μια κραυγή άηχη στον υλικό κόσμο αλλά εκκωφαντική στο μυαλό του Ο Ροβέρτος έκανε πίσω και έριξε μια ματιά γύρω, ήταν μόνος εδώ τέτοια ώρα, δεν θα κινδύνευε κάποιος αθώος. Ύστερα τράβηξε τα δυο σπαθιά του.

13


Ένας άνδρας πλησίασε τον Ραμίρ. Εκείνος τον κοίταξε προσπαθώντας να εκτιμήσει αν αποτελούσε κίνδυνο. Στο ίδιο κοίλωμα είχε καταφύγει και μια γυναίκα με ένα μωρό στην αγκαλιά που βιάστηκε να απομακρυνθεί από κοντά του. -Το μέρος είναι δικό μου, δίνε του! μούγκρισε ο άνδρας. Προτιμώντας να αποφύγει τη σύγκρουση ο Ραμίρ σηκώθηκε αλλά όπως το έκανε αυτό άνοιξε ο μανδύας του αποκαλύπτοντας το πουγκί που κρεμόταν από τη ζώνη του. Ο άνδρας το κοίταξε άπληστα. Ένα μαχαίρι είχε εμφανιστεί τώρα στο χέρι του. -Δώσε μου τα λεφτά σου, είπε. Ο Ραμίρ δεν ήταν όμως διατεθειμένος να υπακούσει. Τα δάκτυλά του τυλίχτηκαν γύρω από τη λαβή της σπάθας του και την ξεθηκάρωσε με μια απότομη κίνηση κάνοντας τον άλλο να πισωπατήσει έντρομος. Ο Ραμίρ δεν ήταν σίγουρος πως μπορούσε να χρησιμοποιήσει το όπλο που κρατούσε αλλά συνειδητοποιούσε ότι θα ήταν λάθος να το δείξει. Έκανε ένα βήμα προς τον αντίπαλό του που τράπηκε σε φυγή. Ο Ραμίρ επέστρεψε τη σπάθα στη θέση της και τυλιγμένος με τον μανδύα του κάθισε και πάλι στο κοίλωμα. Η γυναίκα με το μωρό τον κοίταξε και κάθισε όταν εκείνος της ένευσε καταφατικά.

Δυο Ψυχές του Δαίμονα λιγότερες ίπταντο πάνω από την πόλη όταν ο Ροβέρτος άφησε πίσω του το λόφο του Λυκαβηττού. Η νίκη του αυτή όμως είχε αφήσει μια πικρή γεύση. Βρισκόταν σε έναν κόσμο που κινδύνευε να περάσει στην κυριαρχία του Σκότους και δεν μπορούσε να εντοπίσει τον Ραμίρ. Με τα όπλα του θηκαρωμένα και κρυμμένα κάτω από το μανδύα άρχισε να κατεβαίνει προς την πόλη. Συγκέντρωσε τη σκέψη του σε μια προσπάθεια να επικοινωνήσει με τον Μάικ. «Μάικ, δεν μπορώ να βρω τον Ραμίρ. Δοκίμασα να νιώσω την αύρα του αλλά δεν είναι δυνατόν, είναι σαν να έχει χαθεί.»

14


Ο Μάικ απέκρουσε με τη σπάθα του το ραβδί του Μπαγκράς που τίναξε σπίθες. Ο μάγος πρόφερε μια κατάρα και έκανε πίσω. Ο Ιππότης τον ακολούθησε αλλά την επόμενη στιγμή εκείνος σχημάτισε στον αέρα ένα αποκρυφιστικό σύμβολο και εξαφανίστηκε από την εξέδρα. Ο Μάικ στράφηκε και σάρωσε με το βλέμμα την πλατεία, οι σύντροφοί του έστεκαν νικητές, οι άνδρες του μάγου ήταν όλοι νεκροί. -Έφυγε; ρώτησε ο Ροδόλφος της Ασόν. Ο Μάικ δεν απάντησε, αισθανόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Συνέχισε να κρατάει τη σπάθα του έτοιμος για μάχη. -Είναι ακόμη εδώ, είπε ο Μάικ. Ο Ιππότης κοίταξε ανήσυχος γύρω. Η υποψία του αποδείχθηκε βάσιμη. Ο Μπαγκράς δεν είχε φύγει, εμφανίστηκε δίπλα στη Φιντέλια την άγγιξε στον ώμο και φώναξε χαιρέκακα: -Η εκδίκηση είναι δική μου. Την επόμενη στιγμή εξαφανίστηκαν και οι δυο ενώ ο Ροδόλφος έβγαζε μια κραυγή τρόμου.

15


Κεφάλαιο Δεύτερο

Ο Ραμίρ ένιωσε ένα άσχημο προαίσθημα κινδύνου και κοίταξε τριγύρω του. Δεν φαινόταν να έχει αλλάξει κάτι. Γύρω από το βαρέλι με τη φωτιά οι άστεγοι μοιράζονταν ένα μπουκάλι με κάποιο ποτό. Άλλοι έτρωγαν ότι είχαν καταφέρει να βρουν ενώ πολλοί προσπαθούσαν να κοιμηθούν εκμεταλλευόμενοι τη σχετική ζεστασιά που υπήρχε. Η γυναίκα που καθόταν κοντά του θήλαζε το μωρό της. Δεν υπήρχε κάτι που να δείχνει ανησυχητικό αλλά το προαίσθημα δεν τον άφηνε. Σηκώθηκε και προχώρησε προς την άκρη της υπόγειας διάβασης. Η βροχή είχε σταματήσει τώρα. Ίσως ήταν καλύτερα να προχωρήσει μιας και ένιωθε ότι κινδύνευε. Τον πρόλαβε μια κραυγή από την άλλη άκρη της υπόγειας διάβασης. -Το Αλλοδαπών βγήκε παγανιά! Τρέξτε να κρυφτείτε! Αμέσως σχεδόν αστυνομικοί όρμησαν μέσα στην διάβαση ντυμένοι με στολές μάχης και οπλισμένοι με ρόπαλα και ασπίδες. Οι άστεγοι δεν είχαν την δύναμη ή τα μέσα για να αντιτάξουν την οποιαδήποτε αντίσταση και γρήγορα βγήκαν από το υπόγειο καταφύγιό τους μαζεμένοι σε μια στρυμωγμένη ομάδα που φορτώθηκε σε ένα από τα ειδικά φορτηγά της αστυνομίας. Ο Ραμίρ δεν είχε προβάλλει αντίσταση, θα ήταν μάταιο να το κάνει με τόσους αντιπάλους. Έψαχνε ωστόσο την ευκαιρία για να αποδράσει, το συναίσθημα κινδύνου είχε τώρα γίνει πιο έντονο. Στριμωγμένος ανάμεσα σε άλλους άστεγους παρακολουθούσε τις κινήσεις των αστυνομικών που είχαν απλωθεί στην γύρω περιοχή για να κάνουν και άλλες συλλήψεις. Γύρω από το φορτηγό είχαν μείνει λίγοι. Ένας αστυνομικός πλησίασε σέρνοντας από το χέρι μια κοπέλα. εκείνη αντιστεκόταν όσο μπορούσε με αποτέλεσμα να σηκώσει το ρόπαλο του και να το κατεβάσει με βία στην πλάτη της. Η κοπέλα σωριάστηκε στο υγρό και βρώμικο οδόστρωμα σφαδάζοντας από τον πόνο. Ο αστυνομικός ύψωσε και πάλι το όπλο του να χτυπήσει και ο Ραμίρ αντέδρασε ενστικτωδώς, ύψωσε το χέρι του προς το μέρος του.

16


Το κατέβασε σαστισμένος, γιατί είχε κάνει μια τέτοια κίνηση; Τι θα μπορούσε να κάνει από μια τέτοια απόσταση; Ο αστυνομικός ξαναχτύπησε την κοπέλα και η οργή κυρίευσε τον Ραμίρ. Ξεθηκάρωσε τη σπάθα, που είχε κρατήσει κρυμμένη στο μανδύα του από τους αστυνομικούς, και την κατέβασε με βία στην κλειδαριά της πόρτας τσακίζοντάς την. Κλώτσησε την πόρτα που άνοιξε διάπλατα και πήδηξε έξω. Οι αστυνομικοί αιφνιδιάσθηκαν απολύτως και όταν επιτέθηκαν στο Ραμίρ ήταν έτοιμος να τους αντιμετωπίσει. Η σπάθα διέγραψε έναν ευρύ κύκλο διαλύοντας όπλα και ασπίδες και τρέποντας σε φυγή τους αστυνομικούς. Ο Ραμίρ προχώρησε προς τον αστυνομικό που χτυπούσε την κοπέλα, εκείνος βλέποντας τον να έρχεται προς το μέρος του με υψωμένη τη σπάθα σαν άγγελος εκδικητής έπεσε στα γόνατα πετώντας το ρόπαλό του. -Έλεος, ικέτευσε. Ο Ραμίρ σήκωσε τη σπάθα του αλλά σταμάτησε. Κάτι μέσα του δεν τον άφηνε να σκοτώσει έναν ανυπεράσπιστο αντίπαλο. Έριξε το όπλο στη θήκη του και έσκυψε να βοηθήσει την κοπέλα που τον κοίταζε με έκπληξη. Σηκώθηκε ενώ πίσω του έβγαιναν από το φορτηγό και οι υπόλοιποι κρατούμενοι. -Είσαι εκείνος που ψάχνει... είπε η κοπέλα. Ο Ραμίρ δεν πρόλαβε να της ζητήσει εξήγηση για την περίεργη αυτή δήλωση. Οι αστυνομικοί επέστρεφαν με ενισχύσεις,

Ο Ροδόλφος της Ασόν κοίταξε την πλατεία, οι κάτοικοι της πόλης είχαν αρχίσει να μεταφέρουν τα πτώματα των εχθρών τους στο μέρος που θα τα έκαιγαν έξω από την πόλη. Οι Ιππότες ήταν μαζεμένοι σε μια πλευρά και συζητούσαν. Ο νεαρός ευγενής δεν μπορούσε να νιώσει ανακούφιση για την απαλλαγή της πόλης του από την τυραννία του δικαστή που είχε αποδειχθεί πως ήταν ένας σκοτεινός μάγος ή για την δική του διάσωση. Η αγαπημένη του ήταν στα χέρια ενός μισητού εχθρού, τι θα της έκανε άραγε; Ίσως να ήταν ήδη νεκρή. Αυτή η σκέψη έστειλε ένα ρίγος να διατρέξει την σπονδυλική του στήλη. Είδε έναν από τους Ιππότες να αφήνει τους συντρόφους του και να πηγαίνει προς το σημείο που είχε τελευταία σταθεί ο μάγος. Στο σημείο αυτό 17


πεσμένη στα γόνατα έκλαιγε η κοπέλα που είχε συμπαρασταθεί στη Φιντέλια όταν παρακολουθούσαν την παραλίγο εκτέλεσή του. Ο Ιππότης την πλησίασε και την ανασήκωσε ευγενικά. Της είπε κάτι χαμηλόφωνα και εκείνη ένευσε. Μετά απομακρύνθηκε, ο Ιππότης γονάτισε στο ένα γόνατο και ακούμπησε το χέρι του στο έδαφος. Ο Ροδόλφος αναρωτήθηκε τι έκανε αλλά ήξερε – το είχε ζήσει εξάλλου – πως διέθεταν δυνάμεις πέρα από εκείνες των απλών ανθρώπων. Ο Ιππότης έκλεισε τα μάτια του και φάνηκε να συγκεντρώνεται. Ύστερα σηκώθηκε και πήγε στην εξέδρα. Στάθηκε εκεί με τα μάτια και πάλι κλειστά. -Ξέρω που πήγε, είπε μετά, και ξέρω τι έκανε στον Ραμίρ.

Ο Ροβέρτος της Αβέρν στάθηκε κάτω από το πλούσιο φύλλωμα ενός δένδρου και κοίταξε γύρω του. Κανείς δεν βρισκόταν κοντά του, άνθρωπος ή πνεύμα. Συγκεντρώθηκε στην προσπάθειά του να στείλει τη σκέψη του πέρα από τους περιορισμούς του χρόνου και του τόπου. Το άλσος γύρω του άρχισε να χάνει την συμπαγή υπόστασή του σαν ύλη και να χάνεται. Αν και ο Ροβέρτος δεν είχε κάνει ούτε ένα βήμα και το σώμα του βρισκόταν ακόμα εκεί, το πνεύμα του ταξίδευε μακριά προσπαθώντας να αγγίξει τη συνείδηση του φίλου και συμπολεμιστή του. «Δεν μπορώ να νιώσω την παρουσία του Ραμίρ σ' αυτόν τον κόσμο. Είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ.» «Είναι σαν να μην υπήρξε από μιας πλευράς, ο Μπαγκράς του στέρησε τη μνήμη και τις δυνάμεις του.» Ήταν δυνατό; Και αν ναι πως θα μπορούσε να βρει τον Ραμίρ σε αυτήν την πόλη των εκατομμυρίων κατοίκων; Τι θα έκανε; Θα έψαχνε τους δρόμους και τα κτίσματα; Ήταν αδύνατον. «Οι δυνάμεις μας είναι εγγενείς, πως μπόρεσε να πετύχει κάτι τέτοιο;» «Δεν είχε ξαναγίνει και για να το πετύχει έχει υφάνει τη γητεία στην ίδια του την ύπαρξη και αυτό είναι ένα λάθος που θα του κοστίσει, μπορώ να τον αισθανθώ όπου και αν πάει. Θα τον βρω και θα τον σκοτώσω. Μην εγκαταλείψεις τον Ραμίρ, είσαι η μόνη του ελπίδα.» 18


«Δεν θα τον εγκαταλείψω ποτέ, αυτό είναι σίγουρο.» Η ψυχική επαφή διακόπηκε. Ο Ροβέρτος αισθάνθηκε ότι την είχε διακόψει ο φίλος του. Αν το είχε κάνει γιατί ήταν δύσκολη η μακρόχρονη διατήρησή της ανάμεσα σε κόσμους ή αν κάποιος εξωτερικός περισπασμός τον είχε αναγκάσει να το κάνει, ίσως είχε δεχθεί κάποια επίθεση, δεν μπορούσε να το ξέρει. Συνειδητοποίησε ότι δεν του είχε πει για τις δυο Ψυχές του Δαίμονα που είχε εξοντώσει και τη σημασία της παρουσίας τους εδώ. Δεν είχε σημασία τώρα, ήταν ακόμα ένα πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσει. Άρχισε και πάλι να κατεβαίνει προς την πόλη. Γρήγορα όμως σταμάτησε, σκιές κινούνταν στο μονοπάτι μπροστά του.

Ο Ραμίρ ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τους επερχόμενους αστυνομικούς, το χέρι του πήγε στη λαβή της σπάθας του. Δεν ήξερε το πως συνέβαινε αυτό αλλά είχε αποδειχθεί ότι ήξερε να τη χειριστεί πολύ καλά. Δεν πρόλαβε να την ξεθηκαρώσει, ένα χέρι γλίστρησε μέσα στο δικό του και μια φωνή τον παρότρυνε. -Τρέξε. Η κοπέλα που είχε βοηθήσει τον κοίταζε με αγωνία. Ο Ραμίρ της ανταπέδωσε το βλέμμα και μετά κοίταξε και πάλι τους αστυνομικούς. Το προαίσθημα του κινδύνου που από νωρίτερα ένιωθε παρέμενε. Αλλά που βρισκόταν ο κίνδυνος; Στους επερχόμενους άνδρες ή σε αυτήν την άγνωστη κοπέλα με τα επίσης άγνωστα κίνητρα; Μπορούσε να την εμπιστευτεί; «Όταν ο δρόμος σου δεν είναι ξεκάθαρος εμπιστέψου το ένστικτό σου, δεν θα σε γελάσει.» Δεν θυμόταν ποιος του το είχε πει αυτό, ούτε σε ποια περίσταση, η φράση είχε ξεπηδήσει ξαφνικά, από το πουθενά στο μυαλό του. Είχε όμως την οικεία αίσθηση της συμβουλής από κάποιον που εμπιστευόταν και αποφάσισε να την ακολουθήσει.

19


-Που μπορούμε να πάμε; ρώτησε την κοπέλα. Εκείνη δεν απάντησε αλλά άρχισε να τρέχει και ο Ραμίρ την ακολούθησε. Έτρεχαν σε μικρά δρομάκια ακόμα πιο μικρά και άθλια από αυτά που είχε ήδη διασχίσει εκείνος στην περιπλάνησή του. Οι κραυγές των αστυνομικών και των αστέγων που είχαν αποδράσει από το φορτηγό μαζί με το Ραμίρ χάθηκαν πίσω. Οι δυο τους είχαν καταφέρει να διαφύγουν της προσοχής των αστυνομικών και δεν τους καταδίωκαν πια. Η κοπέλα στάθηκε σε ένα μικρό στενό δρόμο γεμάτο σκουπίδια. Ακούμπησε στον τοίχο ενός ψηλού κτιρίου και πήρα βαθιά ανάσα ενώ η βροχή εξακολουθούσε να τη μουσκεύει. Είχε λαχανιάσει και τον κοίταξε με έκπληξη καθώς εκείνος δεν έδειχνε σημάδια κόπωσης. -Με λένε Γιαρμίλα, είπε, σ' ευχαριστώ. Αν με συνελάμβαναν θα πήγαινα γραμμή για απέλαση. -Δεν θα ήταν καλό αυτό; τη ρώτησε. -Μου κάνεις πλάκα έτσι; είπε η κοπέλα. Ο Ραμίρ δεν απάντησε. Το συναίσθημα του κινδύνου είχε γίνει τόσο έντονο που ένιωθε να τον πνίγει. Κοίταξε γύρω αλλά δεν είδε κάτι. Τώρα ακούγονταν κάτι αλλόκοτοι ήχοι που εκείνος δεν είχε ξανακούσει αλλά η Γιαρμίλα δεν δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει. -Περιπολικά, να πάρει! Προχώρησε προς την είσοδο ενός κοντινού κτιρίου που είχε δει και καλύτερες μέρες, η πόρτα είχε ρημαχτεί από χτυπήματα και παρουσίαζε ένα άθλιο θέαμα βαμμένη και ξαναβαμμένη με φτηνό χρώμα. Τα τζάμια γύρω ήταν όλα σπασμένα. Έσπρωξε την πόρτα που άνοιξε αμέσως και μετά στράφηκε στον Ραμίρ. -Δεν θες να σε πιάσουν, πίστεψέ με. -Θα τα καταφέρω, είπε ο Ραμίρ και προχώρησε προς την άλλη άκρη του δρόμου. Το χέρι του είχε πάει ήδη στη λαβή της σπάθας του.

20


Η Γιαρμίλα τον κοίταξε για μια στιγμή. -Έλα μαζί μου, είπε μετά. -Ίσως είναι επικίνδυνο για' σένα, είπε ο Ιππότης ειλικρινά. Νιώθω ότι κινδυνεύω και αυτό μπορεί να σημαίνει ότι κινδυνεύεις και' συ. Δεν θα ήθελα να συμβεί κάτι τέτοιο. Ένα δέσιμο μαγείας διαλύθηκε στο σκοτάδι. Κάπου μακριά ο Μπαγκράς ούρλιαξε με ανήμπορη λύσσα. Η Γιαρμίλα άκουσε ένα περιπολικό να σταματάει στην άκρη του δρόμου και ποδοβολητό ανδρικών βημάτων που πλησίαζαν. -Έλα γρήγορα, είπε. Ο Ραμίρ την ακολούθησε στο κτίριο, το πάτωμα ήταν μάλλον μαρμάρινο, βρωμιά δεκαετιών το είχε καλύψει ολοκληρωτικά και αμετάκλητα. Τον οδήγησε σε μια σκάλα και κατέβηκαν σε ένα πηχτό σκοτάδι. Η Γιαρμίλα στάθηκε και μετά από μερικές στιγμές ένα ορθογώνιο φωτός εμφανίστηκε, είχε ανοίξει μια πόρτα. Του ένευσε να την ακολουθήσει και βρέθηκε σε ένα μικρό δωμάτιο. Οι τοίχοι είχαν το χρώμα του τσιμέντου μιας και δεν είχαν ποτέ βαφτεί από όσο μπορούσε να δει από τα μέρη που ήταν ακάλυπτοι. Στους τοίχους και στο πάτωμα ήταν απλωμένα φθαρμένα χαλιά και κιλίμια. Τα λίγα έπιπλα ήταν φτιαγμένα από μελαμίνη ή και απλό κόντρα πλακέ. -Καλώς ήρθες στο φτωχικό μου, είπε η κοπέλα. -Είθε ο Θεός να δίνει την ευλογία Του στους κατοίκους του, απάντησε ο Ραμίρ χρησιμοποιώντας έναν παραδοσιακό χαιρετισμό των Ιπποτών. Η Γιαρμίλα τον κοίταξε με περιέργεια μιας και δεν είχε ακούσει κάτι τέτοιο. Τράβηξε από πάνω της το βρεγμένο μπλουζάκι της αποκαλύπτοντας το λεπτό σώμα της και είδε τον Ραμίρ να γυρίζει ευγενικά αλλού το βλέμμα του. Σίγουρα αυτός ο άνδρας δεν ήταν όπως οι άλλοι που είχε συναντήσει. Ο ένας τοίχος και η οροφή του μικρού διαμερίσματος ήταν καλυμμένος από τους σωλήνες της κεντρικής θέρμανσης του κτιρίου κάτι που το έκανε να δείχνει ακόμα πιο μικρό αλλά το κρατούσε τουλάχιστον ζεστό. Ο Ραμίρ κάθισε 21


σε μια καρέκλα ενώ η οικοδέσποινά του περνούσε στο μπάνιο που ήταν το μόνο άλλο δωμάτιο για να αλλάξει τα υπόλοιπα ρούχα της. Την προσοχή του τράβηξε μια παλιά παιδική κούνια στερεωμένη σε κασόνια. Πλησίασε και είδε μέσα ένα κοριτσάκι γύρω στα τρία να κοιμάται. Ασυναίσθητα άπλωσε το χέρι του να χαϊδέψει το κεφάλι με τις ξανθιές μπούκλες. Ένα δεύτερο μαγικό δέσιμο διαλύθηκε σαν μην είχε υπάρξει ποτέ. -Η αδερφή μου η Κατερίνα, Κάτκα χαϊδευτικά. Δεν θυμάται τη μητέρα μας, με λέει μαμά. Ο Ραμίρ γύρισε και κοίταξε την Γιαρμίλα. τυλιγμένη σε μια ρόμπα, με τα καστανά μαλλιά της απλωμένα να στεγνώσουν έδειχνε ακόμα πιο μικρή και ευάλωτη. Το χλωμό πρόσωπό της έκανε τα μάτια της να δείχνουν πιο μεγάλα αλλά και τρομαγμένα, ειδικά τώρα που είχε αφαιρέσει το μακιγιάζ της. -Είσαστε μόνες στον κόσμο; -Ναι, είπε η κοπέλα. Ο Ραμίρ ένευσε και κοίταξε το κοριτσάκι που κοιμόταν. Ύστερα ύψωσε τα μάτια προς την οροφή, στο ισόγειο ακούγονταν βήματα και φωνές. Με το χέρι του στη λαβή της σπάθας προχώρησε προς την πόρτα. -Καλύτερα να μην με βρουν εδώ, είπε. Μην βρεθείς και' συ μπλεγμένη. Η Γιαρμίλα κούνησε το κεφάλι της. -Είμαι μπλεγμένη, δεν έχω χαρτιά. Θα το ρισκάρω. Ίσως να μην κατέβουν εδώ. Άκουγαν ωστόσο τους αστυνομικούς να χτυπάνε πόρτες και να ζητάνε τα χαρτιά κάποιων με τη συνηθισμένη τους «λεπτότητα,» φασαρία που ήταν αρκετή για να ξυπνήσει τη μικρή Κάτκα. Η Γιαρμίλα έσπευσε να ησυχάσει το κοριτσάκι και να το ξαναβάλει για ύπνο ενώ ο Ραμίρ παρέμεινε κοντά στην πόρτα.

Δεν ήξερε πόσοι ή ποιοι ήταν αλλά η ενέδρα τους δεν ήταν καλοστημένη και εκείνος δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι θα ήταν σε θέση να την 22


εξουδετερώσει. Προχώρησε σαν να μην είχε αντιληφθεί τίποτα έτοιμος όμως για μια αστραπιαία αντίδραση όταν θα εκδηλωνόταν η επίθεση. Ένα χέρι τυλίχτηκε γύρω από το λαιμό του και μια φωνή είπε στο αυτί του: -Ρίξε στο χώμα το πορτοφόλι σου, το κινητό και ό,τι χρυσαφικό φοράς. Ο Ροβέρτος δεν μπορούσε να τον δει αλλά σίγουρα μπορούσε να τον μυρίσει, μια αποφορά απλυσιάς και ποτού, και μπορούσε να τον αισθανθεί. Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο. Τίναξε το κεφάλι του βίαια πίσω και ανταμείφθηκε με τον υγρό ήχο του τσακίσματος μιας μύτης. Το σφίξιμο στο λαιμό του χαλάρωσε επιτρέποντάς του να γυρίσει και να χτυπήσει τον αντίπαλό του με τον ίδιο τρόπο και το ίδιο αποτέλεσμα που είχε νωρίτερα στον Γολιάθ. Αντιμετώπισε και τους συνεργούς του αντιπάλου του με γυμνά χέρια αλλά θανάσιμα αποτελέσματα. Οι κινήσεις του, γρήγορες σαν την αστραπή και θανάσιμες, ήταν πολύ περισσότερο απ' ό,τι οι κακοποιοί ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν. Συνέχισε το δρόμο του αφήνοντας πίσω του τέσσερα πτώματα. Ήταν μόνο οι πρώτοι από όσους θα σκότωνε σε αυτόν τον κόσμο.

Ο θόρυβος εντάθηκε στο ισόγειο καθώς οι αστυνομικοί έκαναν συλλήψεις και κατέστειλαν κάθε αντίδραση ή αντίσταση με την χρήση των ροπάλων τους. Ο Ραμίρ αφουγκραζόταν για τις ενδείξεις εκείνες που θα σήμαιναν ότι προχωρούσαν σε έρευνα και στο υπόγειο. Η Γιαρμίλα ξανακοίμισε την αδερφή της και ήρθε κοντά του. Περίμεναν σιωπηλοί να δουν τι θα γίνει. Φαίνεται

πως

οι

αστυνομικοί

τελικά

ικανοποιήθηκαν

από

τα

αποτελέσματα της έρευνας τους γιατί έφυγαν με όσους είχαν συλλάβει αφήνοντας το κτίριο και τους ενοίκους του να βυθιστούν στην νυχτερινή ησυχία. Ο Ραμίρ στράφηκε στη Γιαρμίλα ενώ άνοιγε την πόρτα. -Ευχαριστώ για τη βοήθειά σου.

23


-Δεν μπορείς να φύγεις τώρα, είπε η κοπέλα πιάνοντας τον καρπό του χεριού του. Μπορεί κάποιοι να βρίσκονται εκεί έξω και δεν είναι ασφαλές να κυκλοφορείς τέτοια ώρα, προφανώς δεν είσαι από' δω ε; Ο Ραμίρ δεν μπορούσε να απαντήσει την ερώτηση. -Από όσα είδα νομίζω πως όχι, απάντησε τελικά. -Αυτό λέω και' γω, είπε η Γιαρμίλα. Λίγο νωρίτερα από' σένα όμως είδα ακόμα έναν σαν εσένα. -Δηλαδή; -Πρέπει να μιλήσουμε, είπε η Γιαρμίλα και τον τράβηξε μέσα στο μικρό της διαμέρισμα. Εκείνη κάθισε στο κρεβάτι της, ο Ραμίρ βολεύτηκε σε μια παλιά χαμηλή πολυθρόνα απέναντί της. -Λίγο πριν με συλλάβει ο αστυνομικός που με χτυπούσε είχα συναντήσει έναν άνδρα. Σίγουρα ερχόσαστε από το ίδιο μέρος. Παρόμοια ρούχα και προφορά. Και' κείνος γαλανομάτης αλλά με καστανά μαλλιά, είχε ένα σημάδι στο μάγουλο. Η περιγραφή θύμιζε κάτι στον Ραμίρ που όμως δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. -Ρώτησε για' σένα. Είναι αποφασισμένος να σε βρει, πολύ αφοσιωμένος... σαν αδερφός ένα πράγμα. -Αδερφός προς αδερφό στη ζωή και το θάνατο, πρόφερε ο Ραμίρ ασυναίσθητα τα λόγια του όρκου που έδιναν οι Ιππότες με το χρίσμα. Η Γιαρμίλα τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Ο Ραμίρ ανταπέδωσε το βλέμμα. -Ποιος είσαι; ρώτησε η κοπέλα. Από που έρχεστε και πως βρεθήκατε εδώ; -Δεν ξέρω, είπε ο Ραμίρ. Δεν θυμάμαι ούτε το όνομά μου. Δεν θυμάμαι τίποτα πριν από τη στιγμή που βρέθηκε σε αυτό το μέρος, ξέρω όμως να μάχομαι και χειρίζομαι αποτελεσματικά τη σπάθα. 24


-Έχεις χαρτιά πάνω σου; Ταυτότητα; Ο Ραμίρ ένευσε αρνητικά. -Δεν έχεις πάνω σου τίποτα που να μπορεί να σου πει ποιος είσαι; Τι έχεις πάνω σου; Ο Ραμίρ έψαξε τις τσέπες του και αράδιασε μπροστά στην Γιαρμίλα λίγα αντικείμενα, ένα μικρό φιαλίδιο με ένα κόκκινο υγρό κλεισμένο με μεταλλικό πώμα, ένα όμοιο φιαλίδιο με ένα διάφανο σαν νερό υγρό, ένα διπλωμένο κομμάτι ύφασμα, ένα κομμάτι περγαμηνής διπλωμένο σε ρολό και ένα μικρό μεταλλικό δίσκο. Η κοπέλα περιεργάστηκε αυτά τα αντικείμενα που είχε ακουμπήσει στο κρεβάτι της ο Ιππότης. Τα δυο φιαλίδια ήταν φτιαγμένα από ένα είδος χοντρού γυαλιού και φαίνονταν πολύ ανθεκτικά. Το κομμάτι υφάσματος έδειχνε ένα συνηθισμένο κομμάτι από κάποιο γκρίζο χοντρό υφαντό, η Γιαρμίλα το κράτησε ανάμεσα στα δάκτυλά της, θα ήταν ζεστό ένα ρούχο με τέτοια ύφανση. Η περγαμηνή έτριξε καθώς την ξεδίπλωνε και την ίσιωνε πάνω στο γόνατό της. Ήταν πυκνογραμμένη αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει το κείμενο που αποτελείτο από χαρακτήρες που έμοιαζαν με αυτούς του λατινικού αλφαβήτου αλλά δεν ήταν σε κάποια γλώσσα που γνώριζε. Στο τέλος του κειμένου υπήρχε μια σφραγίδα που εικόνιζε ένα κάστρο με ένα στέμμα από πάνω. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι έγραφε όμως όπως και το υπόλοιπο κείμενο. Άφησε για τελευταίο το μεταλλικό δίσκο. Ήταν λίγο πιο μεγάλος από τα παλιά κέρματα των εκατό δραχμών. Η μια πλευρά ήταν τραχιά και φαινόταν πως από την πλευρά αυτή ήταν ενωμένος με κάτι άλλο από το οποίο είχε αποκοπεί. Στην άλλη είχε ένα σκαλισμένη μια λυκοκεφαλή. Ο Ραμίρ κοίταξε και αυτός τα αντικείμενα πριν τα βάλει πίσω στις τσέπες του μανδύα του. Η Γιαρμίλα έπνιξε ένα χασμουρητό. -Είναι αργά, είπε, ίσως το πρωί έχουμε καλύτερες ιδέες για το τι να κάνουμε. Δυστυχώς δεν έχω παρά αυτήν την πολυθρόνα να σου προσφέρω. -Είναι μια χαρά, είπε ο Ραμίρ.

25


Στην κούνια της η μικρή Κάτκα κλαψούρισε, ο Ραμίρ άπλωσε το χέρι του και την χάιδεψε. Το κοριτσάκι ησύχασε. Ο Μπαγκράς ούρλιαξε με ανήμπορη λύσσα καθώς ένα μαγικό δέσιμο κατέρρεε. Η Γιαρμίλα ξάπλωσε και κοίταξε τον Ραμίρ που τυλιγόταν με τον μανδύα του. Ενώ έσβηνε το φως ρώτησε: -Πως σε λένε; -Ραμίρ, Ραμίρ Γκάνελον. -Είπες πως δεν θυμόσουν το όνομά σου, είπε η κοπέλα. -Το ξέρω, είπε ο Ραμίρ, αλλά τώρα που με ρώτησες η απάντηση μου ήρθε αβίαστα. -Ίσως θυμηθείς και άλλα πράγματα έτσι, είπε η Γιαρμίλα. Καληνύχτα Ραμίρ. -Καληνύχτα, είπε ο Ραμίρ. Δεν κοιμήθηκε αμέσως όμως. Έμεινε να αφουγκράζεται τους ήχους της νύχτας σε έναν κόσμο που ήταν τελείως ξένος με τον δικό του. Άκουγε μακριά τα αυτοκίνητα που περνούσαν που και που, πιο κοντά τα βήματα κάποιου σπάνιου περαστικού. Μέσα στο μικρό σπίτι δεν ακουγόταν παρά το τρίξιμο των σωλήνων που κρύωναν και η ανάσα της Γιαρμίλα που είχε παραδοθεί γαλήνια στην αγκαλιά του Μορφέα. Πεπεισμένος πως τουλάχιστον προς το παρόν δεν κινδύνευε, τελικά αποκοιμήθηκε.

Το γραφείο είχε τον αέρα της άκρας πολυτέλειας, από το παχύ περσικό χαλί στο πάτωμα μέχρι την ξύλινη επένδυση του τοίχου. Ήταν αρκετά ευρύχωρο με πανάκριβα έπιπλα από έβενο και μαόνι. Υπήρχαν βιβλιοθήκες, ένα έπιπλο που φιλοξενούσε ένα πλήρες ψηφιακό σύστημα για αναπαραγωγή ήχου και εικόνας, ένα μεγάλο γραφείο με ένα βοηθητικό που φιλοξενούσε έναν υπολογιστή, και δυο πολυθρόνες μπροστά από το γραφείο. 26


Ο άνδρας που καθόταν στο γραφείο ήταν συνηθισμένος σε αυτήν την πολυτέλεια, όπως ήταν συνηθισμένος και στη δύναμη. Καθισμένος στην αναπαυτική δερμάτινη πολυθρόνα παρακολουθούσε με προσοχή τα λόγια του άλλου άνδρα που στεκόταν μπροστά του. -Είχαμε κάτι ενδιαφέρον, είπε ο άλλος. Οι κάμερες ασφαλείας της τράπεζας έπιασαν μια συμπλοκή ανάμεσα σε αστέγους και την αστυνομία. Ένας είχε ένα σπαθί. -Σπαθί; είπε με ενδιαφέρον ο καθισμένος και έγειρε μπροστά. Ήταν ένας γεροδεμένος άνδρας με μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια. Το βλέμμα του όμοιο με αρπακτικού που φιξάρει το θύμα του έφερνε ρίγος σε όποιον τολμούσε να τον αντικρίσει κατάματα. -Μάλιστα, είχατε πει να έχουμε το νου μας για κάτι τέτοιο. Ελέγξαμε την λήψη με το φασματοσκόπιο. Το όπλο αυτό δεν είναι φτιαγμένο με κάποιο γνωστό μέταλλο. -Φυσικά και δεν είναι, είπε ο άνδρας. Τον έχει η αστυνομία; -Απέδρασε. Ο άνδρας έγειρε πάλι πίσω και το πρόσωπό του χάθηκε στη σκιά καθώς το γραφείο ήταν βυθισμένο στο ημίφως. Ο άλλος περίμενε υπομονετικά την άδεια να φύγει. -Που έγινε αυτό; -Στο κέντρο. Η αστυνομία τον έχασε. -Εκεί μπορεί να κρυφτεί μια χαρά ανάμεσα στους αστέγους και τους μετανάστες παράνομους ή μη. Δεν θα μπορεί να τον βρει κανείς. Πρέπει να βρω τρόπο να τον τραβήξω εκεί που θα είναι εύκολο να πιαστεί. -Ίσως υπάρχει ένας τρόπος, όχι να τον τραβήξουμε έξω αλλά να τον κάνουμε υψηλή προτεραιότητα για την αστυνομία. -Μπα; Πως;

27


-Πριν λίγες ώρες βρέθηκε νεκρός ένας προαγωγός με το σωματοφύλακά του, δεν τους σκότωσε αυτός. Όποιος το έκανε, το έκανε με γυμνά χέρια. Θα το φορτώσουμε σε αυτόν, η αστυνομία θα θέλει τότε να τον βρει. -Όχι, δεν θέλω να εμπλακεί η αστυνομία, όχι πριν τη θέσω υπό τον έλεγχό μου. Θα το αναλάβουν οι δικοί μας. -Εντάξει αφεντικό. Ο καθισμένος άνδρας τον απέπεμψε με ένα νεύμα και έμεινε μόνος να σκέφτεται. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Καθώς το γραφείο βρισκόταν στον υψηλότερο όροφο του πλέον νεόδμητου και ψηλού ουρανοξύστη της πόλης γνωστού και ως πύργου της Umargo, από το όνομα της εταιρίας στην οποία ανήκε, είχε μια απλόχερη θέα σε μεγάλο μέρος του κέντρου της πόλης. Εκείνος όμως δεν έβλεπε ένα πανόραμα της αλλά έναν κόσμο έτοιμο να τον κατακτήσει. Γιατί εκείνος δεν ήταν ένας συνηθισμένος επιχειρηματίας, ούτε κανένας από εκείνους που είχαν δει τα θεμέλια του κτιρίου είχε ξαναδεί το φως της ημέρας.

Ο Ροβέρτος αποφάσισε πως έπρεπε να βρει ένα μέρος για να περάσει τη νύχτα, έπρεπε να ξεκουραστεί και να σκεφθεί τις επόμενες κινήσεις του. Σταμάτησε στην πόρτα ενός απόμερου ξενοδοχείου. Δεν φαινόταν να τον παρακολουθεί κανείς ή να τραβάει ανεπιθύμητη προσοχή. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια ως την γυάλινη πόρτα και την έσπρωξε για να μπει. Στον πάγκο της υποδοχής βρισκόταν ένας σωματώδης άνδρας με ξυρισμένο κρανίο. Ο Ροβέρτος τον πλησίασε και ζήτησε ένα δωμάτιο. Ο άλλος τον κοίταξε σαν να είχε ζητήσει κάτι αλλόκοτο. -Μόνος σου; είπε τελικά. Ή είπες να βρεις παρέα εδώ; -Όχι ευχαριστώ, είπε ο Ροβέρτος. Απλά θέλω ένα δωμάτιο για τη νύχτα. -Σαράντα ευρώ, είπε ο άλλος ξινισμένα. -Ευρώ είναι προφανώς το νόμισμά σας, είπε ο Ροβέρτος. Που μπορώ να αλλάξω χρυσό με αυτά τα νομίσματα; -Χρυσό; 28


Ο Ροβέρτος έδωσε στον άνδρα ένα χρυσό νόμισμα σαν αυτό που είχε δώσει στη Γιαρμίλα λίγες ώρες νωρίτερα. Εκείνος το κοίταξε και μετά το επέστρεψε λέγοντας: -Θα σου βρω κάποιον. Έδωσε στον Ροβέρτο ένα κλειδί και είπε: -Δωμάτιο εννιά στον πρώτο. Ο Ροβέρτος ένευσε και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες για το δωματιό του. Ο άνδρας στην υποδοχή περίμενε να σιγουρευτεί ότι δεν τον άκουγε και μετά σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και σχημάτισε βιαστικά ένα νούμερο. -Έλα εδώ, είπε όταν του απάντησαν, και φέρε και τα παιδιά. Σας έχω μια δουλειά.

Ο Ροδόλφος της Ασόν καβάλησε με μια σβέλτη κίνηση το άλογό του. Φορούσε ακόμα τα μαύρα ρούχα που φορούσε οδεύοντας προς την εκτέλεση αλλά τώρα φορούσε επιπλέον έναν ελαφρύ θώρακα και έναν μαύρο μανδύα. Είχε οπλιστεί με ένα εγχειρίδιο περασμένο στη μέση του και ένα σπαθί που κρεμόταν στο πλευρό του. Ώθησε, με ένα απαλό χτύπημα του γαντοφορεμένου χεριού του στο λαιμό, το άλογο να πλησιάσει την ομάδα των Ιπποτών που ετοιμάζονταν να αντιμετωπίσουν τον Μπαγκράς. Από εκείνους δεν γνώριζε κανέναν, πιο πολύ γνώριζε τον Ροβέρτο της Αβέρν που είχε τόσο θαρραλέα βουτήξει στο αβυσσαλέο σκοτάδι για να βοηθήσει τον φίλο του. Πλησίασε ωστόσο και είπε: -Υποθέτω ότι θα καταδιώξετε τον μάγο. -Ναι, είπε εκείνος που ο Ροβέρτος είχε φωνάξει Μάικ. Οι περισσότεροι από' μας θα πάνε βόρεια στη Νύλια για να τραβήξουν την προσοχή του μάγου με μια επίθεση στα στρατεύματά του που βρίσκονται εκεί. Εμείς όμως θα πάμε όμως στο Λόου Κόουβ για να βρούμε ένα μέσο να μας περάσει στο νησί του Αλκιμάρ. Εκεί στο καταραμένο κάστρο έχει καταφύγει ο Μπαγκράς. -Θα έρθω μαζί σας, είπε ο Ροδόλφος.

29


-Το περίμενα αυτό, είμαι ο Μάικ, ο Τελευταίος Άρχοντας της Χαμένης Πόλης. Σάιμον του Θαλ, Αλεξάντερ και Ίθαν του Ζίριον, και ο Γκίντεον Νεμίνιον. Ο Σάιμον του Θαλ ήταν ένας ψηλός και γεροδεμένος άνδρας, από την ομάδα των Ιπποτών ήταν ο μόνος που είχε φορέσει κανονική πανοπλία μάχης. Ο Αλεξάντερ και ο Ίθαν φαίνονταν με την πρώτη ματιά πως ήταν αδέρφια και μάλιστα δίδυμα, τα ίδια γαλανά μάτια, το ίδιο εξεταστικό βλέμμα, οι ίδιες κινήσεις. Ο Γκίντεον είχε ένα παρουσιαστικό που θα ταίριαζε καλύτερα σε λόγιο παρά σε πολεμιστή, Ήταν ένας ήρεμος άνδρας με ήσυχους και μετρημένους τρόπους. Και οι πέντε Ιππότες ήταν ανεβασμένοι στη σέλα έτοιμοι να ξεκινήσουν όταν ήρθε κοντά τους ο Ροδόλφος έτσι αμέσως μετά τις συστάσεις που έκανε ο Μάικ προχώρησαν προς την πύλη της πόλης. Μόλις την πέρασαν ξεχύθηκαν σε καλπασμό. Το Λόου Κόουβ ήταν μιας βδομάδας ταξίδι μακριά.

30


Κεφάλαιο Τρίτο

-Κάνε στην άκρη ονειροπαρμένη. Η Λίζα παραμέρισε γρήγορα για να περάσουν τα τρία κορίτσια που έρχονταν πίσω της στο σχολικό διάδρομο. Η μεσαία ήταν που την είχε προσβάλλει και τώρα χαμογελούσε με κάποιο σχόλιο των δυο άλλων. Η Λίζα δεν ήξερε τι σχόλιο είχαν κάνει αλλά είχε τη δυσάρεστη αίσθηση πως ήταν εις βάρος της, όχι ότι θα ήταν η πρώτη φορά. Από τότε που είχε αλλάξει σχολείο ήταν καθημερινό φαινόμενο οι δήθεν καλοσυνάτες παρατηρήσεις, τα σχόλια και οι ειρωνείες. Η Μαριάννα και οι φίλες της είχαν βρει στο πρόσωπό της ένα εύκολο θύμα. Δεν ήταν το μοναδικό, η Μαριάννα και οι φίλες της συνήθιζαν να εκμηδενίζουν με αδυσώπητο ψυχολογικό πόλεμο τα άτομα που δεν ανήκαν στην κλίκα τους ή όποια για κάποιο λόγο αντιπαθούσαν. Μπήκε στην τάξη της και κάθισε στο θρανίο της αποφεύγοντας να κοιτάξει την Μαριάννα ή την παρέα της. Η Μαρκέλλα, η στενότερη φίλη της Μαριάννας, έκανε ένα σχόλιο «τέτοια φορέματα δεν φοράνε ούτε οι υπηρέτριες σπίτι μου» που έκανε τις υπόλοιπες να γελάσουν. Η Λίζα έκανε πως δεν άκουσε το μειωτικό σχόλιο. Την πλήγωνε να της φέρονται έτσι αλλά δεν είχε νόημα να αντιδράσει θα κατάφερνε απλά να κάνει τα πράγματα χειρότερα. Θυμόταν πολύ καλά τι είχε γίνει όταν είχε πρωτοέρθει στο σχολείο και είχε αντιδράσει στην κακεντρέχεια της Μαριάννας. Έδιωξε βιαστικά τις σκέψεις από το μυαλό της. Δεν υπήρχε λύση σε αυτό το πρόβλημα και το ήξερε. Ας συγκεντρωνόταν στο μάθημα που τώρα θα άρχιζε, για αυτόν τον λόγο ήταν εδώ εξ' άλλου. Η καθηγήτρια που δίδασκε κοινωνιολογία ήταν μια πενηντάρα γυναίκα, ξερακιανή με αυστηρό παρουσιαστικό. Ο τρόπος που δίδασκε ήταν μονότονος και βαρετός, χρειαζόταν κανείς ατσάλινη πειθαρχία για να μπορεί να παρακολουθήσει την παράδοση του μαθήματος από' κείνη. Η Λίζα κατέβαλλε κάθε προσπάθεια να το κάνει αλλά στάθηκε αδύνατον όπως και άλλες φορές στο παρελθόν.

31


Οι σκέψεις της απομακρύνθηκαν από το μάθημα, από τις δυσκολίες που η καθημερινή ζωή της όρθωνε μπροστά της, και ταξίδεψαν σε μαγευτικά τοπία και όμορφες πόλεις μιας άλλης εποχής που είχε δει στα όνειρά της. Ανέκαθεν τα είχε αυτά τα όνειρα, από τότε που θυμόταν τον εαυτό της τα έβλεπε. Όσο μεγάλωνε γίνονταν και εκείνα εκτενέστερα και πιο λεπτομερή. Είχε δει εφιάλτες αλλά και υπέροχα παραμυθένια όνειρα. Αυτά τα δεύτερα αποτελούσαν το καταφύγιό της πολλές φορές. Δεν ήταν άνθρωπος που αρεσκόταν σε ψεύτικες παρηγοριές και ψευδαισθήσεις αλλά η ζωή μερικές φορές εναπέθετε στους ώμους της βάρη δυσβάστακτα για τα δεκαεπτά της χρόνια. Σ' εκείνες τις δύσκολες ώρες σκεφτόταν τα όνειρα αυτά που είχε δει, τα μαγευτικά τοπία, τις παραμυθένιες πολιτείες και τα επιβλητικά κάστρα. -Ίσως η δεσποινίς Ιακώβου μπορεί να μας εξηγήσει τις διαφορές, είπε η καθηγήτρια με την στριγγή φωνή της. Η Λίζα τινάκτηκε, είχε και πάλι παρασυρθεί στις σκέψεις της και είχε ξεχάσει την πεζή πραγματικότητα. Τώρα θα πλήρωνε αυτήν την απόδρασή της μιας και δεν είχε ιδέα για ποιο πράγμα μιλούσε η καθηγήτρια. Κοίταξε βιαστικά γύρω για μια βοήθεια, μια ένδειξη για το τι περίμενε η Λάμπρου από' κείνη αλλά το μόνο που αντίκρισε ήταν χαιρέκακα χαμόγελα και ειρωνικές ματιές ή αδιάφορα στην καλύτερη περίπτωση πρόσωπα. Τι θα έκανε; Η Λάμπρου ήταν φειδωλή με τους βαθμούς που έβαζε και στην ίδια έδειχνε κάθε αυστηρότητα που μπορούσε, θα άρπαζε την ευκαιρία να της μειώσει το βαθμό στο τετράμηνο. Πανικός άρχισε να την κυριεύει. «Τι θα κάνω τώρα;» σκέφθηκε ενώ ένα κακό χαμόγελο διαγραφόταν στα χείλη της καθηγήτριας και με την άκρη του ματιού της είδε τη Μαρκέλλα να χαμογελάει και να ψιθυρίζει κάτι στη Μαριάννα. -Οι διαφορές είναι οι εξής, άρχισε να λέει σε μια προσπάθεια να κερδίσει χρόνο αν και δεν είχε ιδέα τι θα έλεγε μετά. Δεν είχε την ευκαιρία να συνεχίσει την απέλπιδα προσπάθειά της. ένα περίεργο τρίξιμο ακούστηκε, τα καρφιά που συγκρατούσαν τον πίνακα στον τοίχο τινάκτηκαν από τις οπές τους σαν βαλβίδες σε καζάνι υπό πίεση. Ο πίνακας

32


έπεσε στο πάτωμα με έναν κρότο ικανό να ξυπνήσει άνθρωπο στο επόμενο τετράγωνο και η καθηγήτρια ούρλιαξε: -Σεισμός! Όλοι έξω. Έδωσε η ίδια το παράδειγμα ορμώντας στη πόρτα αντίθετα με οτιδήποτε είχαν διδαχθεί στα μαθήματα προστασίας για τέτοιες περιπτώσεις. Η Λίζα κάθισε στη θέση της έκπληκτη με αυτό που είχε συμβεί, είχε γλιτώσει με μια σύμπτωση που δεν θα μπορούσε να περιμένει ότι θα συμβεί ούτε μια

στο

εκατομμύριο. Δεν ήταν όμως σύμπτωση. Και δεν θα αργούσε πολύ να το μάθει.

Ο Ροβέρτος δεν είχε κοιμηθεί, είχε ξαπλώσει λίγο και είχε ξεκουραστεί αλλά είχε περάσει τη νύχτα του σκεπτόμενος κυρίως τις επόμενες κινήσεις του σε αυτήν την αχανή πόλη για να βρει τον φίλο του. Δεν μπορούσε να τον αισθανθεί, κάτι που θα είχε λύσει πολύ εύκολα το πρόβλημα. Δεν είχε ίχνη να ακολουθήσει, θα έπρεπε να συνεχίσει να ψάχνει για κάποιον που είχε δει τον Ραμίρ. Αλλά πόσο χρόνο θα απαιτούσε αυτό; Και αν είχε πόσο πριν θα είχε γίνει αυτό; Θα ήταν ακόμη δυνατό να ακολουθήσει τη διαδρομή του και να τον βρει; Θα ήταν αργά; Θα είχαν χαθεί τα ίχνη; Ακόμα περισσότερο από που θα έπρεπε να ξεκινήσει την αναζήτηση; Κατάφερε να απαντήσει το τελευταίο ερώτημα αν και απαίτησε προσπάθεια ο εντοπισμός του σημείου. Ήταν λογικό να ξεκινήσει την αναζήτηση από το σημείο που είχε εισέλθει ο Ραμίρ σ' αυτόν τον κόσμο. Επίσης ήταν λογικό να ψάξει μέρα αλλά και νύχτα μιας και οι άνθρωποι που βρίσκονταν στο δρόμο τη μια ίσως να μην ήταν την άλλη. Θα ήταν και πάλι δύσκολο αλλά ήξερε από να αρχίσει. Το σημείο που ο Ραμίρ πρωτοπάτησε στον κόσμο αυτό ήταν σημείο όπου είχε ασκηθεί ισχυρή μαγεία και μια τέτοια άφηνε πάντα ίχνη που μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από κάποιον προικισμένο ακόμα και αν δεν ήταν μάγος. Θα μπορούσε να το βρει. Αυτό που δεν υπολόγισε ήταν το μέγεθος της αχανούς πόλης αλλά τελικά το κατάφερε, προσδιόρισε το μέρος που είχε πρωτοβρεθεί ο Ραμίρ.

33


Ήταν έτοιμος να αφήσει το δωμάτιο όταν το ένιωσε, μια αίσθηση σαν κάτι στην υφή του σύμπαντος να είχε αλλάξει, σαν μια σταθερή συνιστώσα να είχε μεταβληθεί. Η αίσθηση τον γέμισε ολόκληρο για μια στιγμή και ο Ροβέρτος ευχήθηκε να είχε μαζί του τον Μάικ ή τον Γκίντεον. Θα ήξεραν να του πουν τι συμβαίνει. Τις σκέψεις του διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα. -Ναι, είπε ο Ροβέρτος ενώ φρόντιζε να κρύβει ο μανδύας τα σπαθιά του αλλά να μην τον εμποδίζει να τα τραβήξει αν χρειαζόταν. Άνοιξε την πόρτα και βρέθηκε να αντικρίζει την κάννη ενός πιστολιού.

Αντίθετα με τα όσα είχαν προηγηθεί την πρώτη του νύχτα σε αυτόν τον νέο κόσμο που είχε βρεθεί το ξύπνημα του ήταν από τα πιο όμορφα που είχε ποτέ. Ξύπνησε ακούγοντας την Γιαρμίλα να τραγουδάει, είχε μια πολύ απαλή φωνή και το τραγούδι της ήταν τρυφερό και γεμάτο συναίσθημα αν και ο Ραμίρ δεν καταλάβαινε τη γλώσσα. Άνοιξε τα μάτια του για να αντικρίσει την Γιαρμίλα να τραγουδάει στην Κάτκα που την κοίταζε από την κούνια της ενώ κουνιόταν στο ρυθμό της μελωδίας. Ανακάθισε και η κοπέλα στράφηκε προς αυτόν. - Σε ξύπνησα, με συγχωρείς. -Δεν πειράζει, είπε ο Ιππότης. Πρέπει να έχει ξημερώσει. -Από αρκετή ώρα. Ήσουν κουρασμένος ε; -Υποθέτω. Τραγουδάς όμορφα. -Ευχαριστώ, είπε η Γιαρμίλα και χαμογέλασε, ήταν ένα τραγούδι που μου έλεγε η μητέρα μου όταν ήμουν μικρή. Τώρα εγώ το λέω στην Κάτκα και ίσως μια μέρα εκείνη να το πει στα δικά της παιδιά. Εγώ δεν θα αποκτήσω δικά μου, πρόσθεσε και το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη της. -Γιατί όχι; απάντησε ο Ραμίρ, ποτέ δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει το μέλλον.

34


-Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, αλλά πως θα μπορούσα να φέρω παιδιά στον κόσμο; Για να ζήσουν αυτήν την ζωή; Δεν κατάλαβες με ποιο τρόπο επιβιώνω; Ο Ραμίρ δεν πρόλαβε να απαντήσει τίποτα. Στη σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο ακούστηκαν ποδοβολητά. Και υπήρχε μόνο ένα μέρος που αυτοί οι άνδρες μπορεί να κατευθύνονταν.

Ο Μάικ τράβηξε τα χαλινάρια του αλόγου του κάνοντάς το να σταματήσει. Έκλεισε τα

μάτια του και ψέλλισε κάτι που ο Ροδόλφος δεν

κατάλαβε αλλά φάνηκε οικείο στον Γκίντεον Νεμίνιον. Ο Τελευταίος Άρχοντας της Χαμένης Πόλης στράφηκε προς εκείνον ακριβώς και είπε: -Το ένιωσες και' συ, έτσι; -Ναι. -Είναι δυνατόν; Η πρώτη φορά μετά από τρεις αιώνες. -Μάλλον έπρεπε να πεις καιρός ήταν, είπε ο Γκίντεον. -Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βιαστούμε, είπε ο Μάικ, πριν ο Μπαγκράς ή κάποιος άλλος απ' αυτούς την αντιληφθεί.

Ο Ροβέρτος κοίταξε τον άνδρα που τον σημάδευε με το πιστόλι, ήταν ο ίδιος που το προηγούμενο βράδυ ήταν στην υποδοχή. Πισωπάτησε και ο άνδρας μπήκε στο δωμάτιο ακολουθούμενος από άλλους τρεις. Ο Ιππότης δεν έδειξε φόβο ή ταραχή, ούτε καν έκπληξη. Δεν το περίμενε αλλά το να το δείξει θα αποτελούσε θανάσιμο λάθος. Παρατήρησε τους αντιπάλους του, έδειχναν σίγουροι ότι ήταν κύριοι της καταστάσεως και ότι τον είχαν στο χέρι. -Που είναι το χρυσάφι; είπε ο ένας από τους άνδρες. Ο Ροβέρτος έβαλε το χέρι μέσα στο μανδύα του και ο άνδρας με το ξυρισμένο κεφάλι ύψωσε το όπλο του.

35


-Αργά, είπε, αλλιώς μπορεί η επόμενη κίνησή σου να είναι και η τελευταία που θα κάνεις. Ο Ροβέρτος του έτεινε το πουγκί του αλλά ο κακοποιός έδειξε το πάτωμα με την παλιά φθαρμένη μοκέτα. Ο Ιππότης το έριξε κάτω, παρά την μοκέτα έκανε αρκετό θόρυβο. Οι τέσσερεις άνδρες κοιτάκτηκαν και ο ένας έσπευσε να το μαζέψει και να το ανοίξει ανυπόμονα. Τα χρυσά νομίσματα που κύλισαν στην απλωμένη παλάμη του έκαναν τα μάτια του να λάμψουν από απληστία. -Πιάσαμε την καλή, είπε. Τι νομίσματα, είναι αυτά; -Υπάρχουν κι άλλα; Που ήταν κρυμμένα; είπε ο άνδρας με το ξυρισμένο κεφάλι θεωρώντας ότι ήταν παλιά μέρος κάποιου θησαυρού ίσως. Τι γράφουν; ρώτησε το συνεργό του. -Δεν ξέρω, κάτι σε ξενη γλώσσα αφεντικό. -Δώσε να δω, είπε το “αφεντικό” και στράφηκε προς τα πίσω δίνοντας στο Ροβέρτο την ευκαιρία που ζητούσε. Με την ταχύτητα που χρόνια εκπαίδευσης και πείρας του είχαν χαρίσει τράβηξε τα όπλα του. Τα δυο σπαθιά διέγραψαν δυο ματωμένες τροχιές σκοτώνοντας τον άνδρα με το ξυρισμένο κεφάλι και εκείνον που είχε στα χέρια του το πουγκί, που έπεσε στο πάτωμα σκορπώντας προς κάθε κατεύθυνση χρυσα καλογυαλισμένα νομίσματα. Ο αιφνιδιασμός ήταν τόσο απόλυτος που οι άλλοι δυο κακοποιοί δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν καθόλου. Δυο ακόμη χτυπήματα και ο Ροβέρτος ήταν ο μόνος που στεκόταν στο δωμάτιο. Με γρήγορες κινήσεις μάζεψε τα νομίσματα που είχαν σκορπιστεί στο δάπεδο. Δεν ήταν η αξία τους που τον ένοιαζε, δεν ήθελε να αφήσει ίχνη. Σύντομα ήταν έτοιμος να φύγει από το δωμάτιο με το πουγκί πίσω στη ζώνη του και τα όπλα του θηκαρωμένα και κρυμμένα κάτω από τον μανδύα του. Στο δρόμο διαπίστωσε ότι δεν τραβούσε την προσοχή ιδιαίτερα. Δεν έβρεχε αλλά ο αέρας ήταν παγωμένος και οι λιγοστοί άνθρωποι στους δρόμους κυκλοφορούσαν κουκουλωμένοι ώστε ο μανδύας του να μην φαίνεται αταίριαστος ειδικά αφού ο Ροβέρτος δεν φορούσε την κουκούλα του.

36


Ο Ιππότης κατευθύνθηκε προς το σημείο όπο μπορούσε ακόμα να αισθανθεί τα ίχνη της μαγείας του Μπαγκράς που είχε στείλει τον φίλο του σε αυτόν τον περίεργο κόσμο.

Η νύχτα άρχισε να απλώνει τα πέπλα της στον κόσμο και οι πέντε Ιππότες με τον Ροδόλφο της Ασόν συνέχιζαν να καλπάζουν. Είχαν καλύψει μια αρκετά μεγάλη απόσταση αφού δεν είχαν σταματήσει παρά για να ξεκουράσουν τα άλογά τους. Οι πέντε Ιππότες δεν έδειχναν να κουράζονται, ο Ροδόλφος ήξερε πως η εκπαίδευση και οι δυνάμεις που ανέπτυσσαν τους επέτρεπαν να αντέχουν σε αρκετές κακουχίες. Ο ίδιος είχε εξαντληθεί, δεν ήταν λίγα όσα είχε ζήσει σε αυτήν την ημέρα, αλλά η αγάπη του για τη Φιντέλια και η απόφαση να μην την εγκαταλείψει τον κρατούσε ακόμα όρθιο στη σέλα. Λίγα λόγια είχαν ανταλλάξει στο ταξίδι τους αυτό, κυρίως για τη διαδρομή που θα ακολουθούσαν και το τι πιθανόν τους περίμενε στο καταραμένο νησί του Αλκιμάρ. Καθώς το σκοτάδι πύκνωνε άρχισαν να ψάχνουν για ένα κατάλληλο σημείο όπου θα μπορούσαν να περάσουν τη νύχτα τους. Ήταν ο Αλεξάντερ του Ζίριον που το εντόπισε. Λίγο έξω από τον δρόμο βρισκόταν ένα σύμπλεγμα βράχων που ήταν ακριβώς ό,τι χρειάζονταν. Προχώρησαν ως εκεί και ανακάλυψαν ότι είχε δίκιο. Τα βράχια θα τους προστάτευαν αρκετά από τα στοιχεία της φύσεως αλλά και θα είχαν την δυνατότητα άμυνας σε περίπτωση επίθεσης. Ξεπέζεψαν και άφησαν τα άλογά τους να βοσκήσουν στο πλούσιο χορτάρι αφού τα απάλλαξαν από την ιπποσκευή τους. Μιας και δεν βρίσκονταν σε εχθρική περιοχή άναψαν φωτιά. Δείπνησαν με τρόφιμα από τις προμήθειες που είχαν μαζί τους και ετοιμάστηκαν για ύπνο. Οι πέντε Ιππότες μοιράστηκαν μεταξύ τους τις ώρες της νύχτας που θα φυλούσαν σκοπιά αφήνοντας τον Ροδόλφο να ξεκουραστεί. Ο Μάικ πήρε την πρώτη βάρδια. Στάθηκε σε μια άκρη μακριά από τη φωτιά για να μην είναι αντιληπτή η παρουσία του από οποιονδήποτε που θα πλησίαζε κακόβουλα το μικρό καταυλισμό τους. Τυλιγμένος στο μανδύα του κοίταζε τα άστρα και σκεφτόταν αν θα μπορούσε να είχε προβλέψει την 37


αντίδραση του Μπαγκράς κάνοντας κάτι που θα σταματούσε τον μάγο από το να στείλει τον Ραμίρ σε έναν άλλο κόσμο και να απαγάγει τη Φιντέλια για την οποία ανησυχούσε πολύ περισσότερο. Ο Ραμίρ δεν έπαυε να είναι Ιππότης και ο Ροβέρτος θα έκανε τα πάντα για να τον βρει, η κοπέλα ήταν ανυπεράσπιστη. Τα άλογα χλιμίντρισαν ανήσυχα και ο Μάικ συνοφρυώθηκε. Τι τα είχε τρομάξει; Μια βαριά μυρωδιά έφτασε στα ρουθούνια του. την ήξερε πολύ καλα αγριόλυκοι. -Στα όπλα! φώναξε. Μια βαρβαρική πολεμική κραυγή ήταν η απάντηση.

Τα βήματα πολλαπλασιάστηκαν και μετά σταμάτησαν έξω από την πόρτα του μικρού διαμερίσματος. Σιωπή, όπως αυτή πριν από την καταιγίδα, επικράτησε. Ο Ραμίρ στράφηκε στην Γιαρμίλα και της είπε γρήγορα αλλά με ήρεμη φωνή: -Πάρε την Κάτκα και κρατηθήτε μακριά. Η κοπέλα πήρε τη μικρή αδερφή της και τραβήκτηκαν πίσω πίσω κοντά στην πόρτα του μπάνιου. Ο Ραμίρ ξεθηκάρωσε τη σπάθα του αποφασιστικά και στάθηκε στην πόρτα. Η σκέψη του ήτα κρυστάλλινα διαυγής και ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει. Η πόρτα τινάκτηκε στο πλάι με έναν εκκωφαντικό κρότο και μια ομάδα ανδρών όρμησε μέσα. Ο Ραμίρ κινήθηκε να τους αντιμετωπίσει. Ήταν πέντε άνδρες, ο καθένας ψηλός και σωματώδης σαν παλαιστής των βαρέων βαρών, κάτι που δεν αποκλείεται να ήταν, και οπλισμένοι με πιστόλια που έμοιαζαν παιδικά παιχνίδια στα τεράστια χέρια τους. Ο Ραμίρ ακολουθώντας

το ένστικτό του επιτέθηκε πριν περάσουν

την

πόρτα

εκμεταλευόμενος το γεγονός ότι η στενότητα του χωρου περιόριζε την κίνηση των αντιπάλων του προσφέροντάς του πλεονέκτημα. Κατέβασε τη σπάθα του στον πρώτο τραυματίζοντάς τον θανάσιμα. Ενώ εκείνος σωριαζόταν στο δάπεδο με ένα ουρλιακτό, που τρόμαξε την Κάτκα τόσο ώστε να αρχίσει να κλαίει γοερά, ο Ραμίρ επιτιθόταν στον δεύτερο άνδρα που ήταν γρήγορος στο να παραμερίσει 38


χαρίζοντας στον έναν από τους συντρόφους του γρήγορο θάνατο στην άκρη της λεπίδας του Ιππότη. Ο Ραμίρ έκανε πίσω για να αντιμετωπίσει αυτόν τον άνδρα αλλά εκείνος είχε προλάβει να υψώσει το όπλο του. Ο πυροβολισμός ακούστηκε εκκωφαντικός στον κλειστό χώρο και η σφαίρα πέρασε κοντά στο μάγουλο του, τόσο ώστε να νιώσει τη θερμότητα που εξέπεμπε να αφήνει το σημάδι της στο μάγουλό του. Η Γιαρμίλα ούρλιαξε αλλά δεν μπορούσε να γυρίσει να δει αν είχε χτυπηθεί. Χτύπησε τον άνδρα με τον αγκώνα του και τον έκανε να ρίξει το όπλο αλλά δεν ήταν σε θέση να τον εξουδετερώσει. Χτύπησε με τη σπάθα του εξοντώνοντας τον τρίτο από τους αντιπάλους του αλλά δεν πρόλαβε να τραβηκτεί πίσω και ο άνδρας που είχε αφοπλίσει τον άρπαξε στην ατσάλινη μέγγενη των χεριών του. Ο Ραμίρ βόγγηξε από πόνο και η σπάθα έπεσε από το χέρι του. Ο πέμπτος από τους αντιπάλους του όρμηξε μπροστά να τον αποτελειώσει αλλά ο Ιππότης δεν είχε ακόμα πει την τελευταία του λέξη. Στηρίκτηκε στον άνδρα που τον είχε αρπάξει στα χέρια του και κλώτσησε και με τα δυο πόδια τον άλλο. Τον πέτυχε στο στήθος και τον τίναξε πίσω, εκείνος σκόνταψε στα πεσμένα σώματα και βρέθηκε στο δάπεδο. Αλλά ο τελευταίος είχε καταφέρει να κλείσει τη λαβή του γύρω από το σώμα του και τον συνέθλιβε. Η μυική δύναμη του άλλου ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να αντιδράσει καθώς τον έσφιγγε εμποδίζοντας και την αναπνοή του. Ένας δεύτερος πυροβολισμός ακούστηκε και ο άνδρας κλονίστηκε σαν δένδρο που το χτύπησε κεραυνός. Ο Ραμίρ ένιωσε το θανάσιμο σφίξιμο να χαλαρώνει και μετά να παύει καθώς ο αντίπάλός του τον άφησε και πισωπάτησε. Σωριάστηκε στο δάπεδο με μια τεράστια πληγή στην πλάτη και μια έκφραση υπέρτατης απορίας σαν να μην περίμενε ότι μπορούσε να συμβεί αυτό σε' κεινον. Ο Ραμίρ είδε τη Γιαρμίλα με ένα όπλο – που προφανώς είχε πάρει από το δάπεδο από κάποιον από τους άνδρες που ο Ραμίρ είχε σκοτώσει – να κοιτάζει τον νεκρό. Άφησε το πιστόλι να πέσει στο έδαφος και η ίδια κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της. Ήταν χλωμή και έτρεμε. Ο Ραμίρ πήγε κοντά της. -Είχα ξαναδεί θανάτους αλλά πρώτη φορά σκότωσα κάποιον, είπε η κοπέλα.

39


-Ευχαριστώ, είπε ο Ραμίρ. Θα είχα ίσως πεθάνει αν δεν ήσουν εσύ. -Στο χρωστούσα, είπε η κοπέλα, αν με απέλαυναν τι θα γινόταν η Κάτκα μόνη της εδώ; -Δεν ξέρω αλλά δεν χρειάζεται να με ευχαριστείς, είπε ο Ραμίρ. Πρέπει να φύγω. Αυτοί οι άνδρες ήρθαν για' μενα. -Θα φύγουμε μαζί. Ο Ραμίρ στράφηκε και την κοίταξε. -Δεν χρειάζεται να κινδυνεύσεις, είπε, αρκεί να πεις στις αρχές ότι έγινες μάρτυρας μιας συμπλοκής. -Δεν έχω χαρτιά, είπε η κοπέλα. Θα συλληφθώ και θα απελαθώ στην καλύτερη περίπτωση. Θα έρθω μαζί σου αν.... αν δεν είμαι βάρος. Δεν με νοιάζει αν θα κινδυνεύσω. -Εντάξει, έλα, ήταν η απάντηση του Ραμίρ, αν και δεν ξέρω και' γω που να πάω ή τι να κάνω. Ούτε τι θέλουν από' μενα αυτοί οι άνδρες. Η Γιαρμίλα σηκώθηκε και μάζεψε μερικά ρούχα για να ντυθεί, κάτι που έκανε στο μπάνιο, και μετά άρχισε να μαζεύει με γρήγορες κινήσεις ρούχα και κάποια πράγματα σε ένα σακίδιο. Από μια τρύπα του τοίχου όπου περνούσε ένας σωλήνας έβγαλε ένα προσεκτικά διπλωμένο ματσάκι χαρτονομισμάτων. Το έχωσε βιαστικά στην τσέπη του παντελονιού της και στράφηκε στον Ραμίρ. -Είμαι έτοιμη. Πήρε την Κάτκα αγκαλιά και ακολούθησε τον Ιππότη στη σκάλα που τους έφερε στο ρημαγμένο ισόγειο, η κατάστασή του φαινόταν ακόμα περισσότερο στο φως της ημέρας. Βγήκαν στο δρόμο, το στενό ήταν άδειο και δεν υπήρχε κανείς τριγύρω πέρα από ένα ψωραλέο, λιπόσαρκο σκυλί. Προχώρησαν προς τον κεντρικό δρόμο. Είχαν φτάσει μόλις στον μεγαλύτερο δρόμο όταν ένας πυροβολισμός ακούστηκε. Ο Ραμίρ τινάκτηκε καθώς η σφαίρα τον έβρισκε ψηλά στην ωμοπλάτη.

40


Η Λίζα ήταν καθισμένη στη θέση της και κοιτούσε την καθηγήτρια που τους έκανε Γαλλικά. Η Μπλανς συγκέντρωνε τα βλέμματα της τάξης αν και όχι για το μάθημα που έκανε. Τα αγόρια την παρακολουθούσαν γιατί ήταν μια πολύ ελκυστική γυναίκα και τα κορίτσια γιατί ντυνόταν πάντα σύμφωνα με τις επιταγές της μόδας. Η συζήτηση ξέφευγε σε πολλές περιπτώσεις σε τέτοια θέματα και το μάθημα ξεχνιόταν. Τη Λίζα δεν την πείραζε όμως, αυτή τη στιγμή ήταν ευπρόσδεκτη η ευκαιρία να χαθεί στις σκέψεις της χωρίς να χρειάζεται να καταβάλλει προσπάθεια να παρακολουθεί κάποιο μάθημα. Άκουσε τη Μαριάννα να λέει κάτι για κάποιο μοντέλο ή κάτι τέτοιο αλλά δεν την απασχόλησε. Το μυαλό της γύρισε στο περιστατικό της προηγούμενης ώρας, για πρώτη φορά είχε σταθεί τόσο τυχερή, εξωφρενικά τυχερή. Συνειδητοποιούσε ότι κλάσματα του δευτερολέπτου πριν συμβεί το απίστευτο γεγονός είχε ασυνείδητα παρακαλέσει για κάτι, οτιδήποτε, που θα την έσωζε. Και είχε συμβεί. Ήταν τόσο δύσκολο να το δεχθεί. Ένα χτύπημα στο κεφάλι με κάτι βαρύ, ένα βιβλίο συνειδητοποίησε, την έβγαλε από τις σκέψεις της. Ήταν ο Μάνος, το ανδρικό αντίστοιχο της Μαριάννας. Ένας νεαρός άνδρας που θεωρούσε τον εαυτό του ακαταμάχητο και ήταν σκληρός και απάνθρωπος. Φυσικά ήταν το αγόρι της Μαριάννας αν βέβαια κάποιος από τους δυο τους μπορούσε να νιώσει κάτι τόσο τρυφερό όσο η αγάπη και δεν ήταν απλά μια σχέση βασισμένη στο συμφέρον και το σεξ. -Άντε ονειροπαρμένη, σήκω, τελείωσε η ώρα. Η Λίζα δεν μίλησε. Ο Μάνος γέλασε και με τους φίλους του προχώρησε προς την έξοδο. Η κοπέλα έμεινε με το κεφάλι σκυμμένο. Δεν περίμενε πως θα είχε τέτοια αντιμετώπιση όταν πρωτοήρθε στο σχολείο αλλά τώρα πια το αντίθετο θα την ξάφνιαζε. Σηκώθηκε από το θρανίο της και άρχισε να βάζει τα βιβλία της στην τσάντα της. Την κρέμασε ύστερα στον ώμο της και προχώρησε προς την έξοδο. Το σχολείο θεωρείτο, και ήταν, πρότυπο, από εγκαταστάσεις και προσωπικό εως μεθόδους και αποτελέσματα. Δεν υπήρχε άλλο αντάξιό του ούτε ανάμεσα στα ιδιωτικά ούτε, πολύ περισσότερο, ανάμεσα στα κρατικά σχολεία της χώρας. Η Λίζα με όνειρό της τις φιλολογικές σπουδές είχε έρθει εδώ για να 41


έχει μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας στις επερχόμενες εξετάσεις παρά το υπέρογκο ποσό των απαιτούμενων διδάκτρων. Δεν είχε απογοητευθεί από το σχολείο και αυτά που πρόσφερε αλλά δεν είχε ποτέ φανταστεί τη σκληρότητα που θα αντιμετώπιζε από τη Μαριάννα και τις φίλες της. Δεν υπήρχε κανένας που να την αντιμετώπιζε φιλικά μιας και εκείνοι που πιθανώς θα το ήθελαν προτιμούσαν να μην επισύρουν την οργή της Μαριάννας και της κλίκας της. Στο διάδρομο προχωρούσε αποφεύγοντας να κοιτάζει τους συμμαθητές της ή άλλους μαθητές. Προχώρησε προς την τραπεζαρία, πεινούσε πολύ μιας και δεν είχε φάει πρωινό πριν φύγει από το σπίτι της το πρωί. Προχώρησε στην ουρά για να πάρει φαγητό. Το σχολείο προσέφερε τη δυνατότητα γεύματος μιας και υπήρχαν και απογευματινά μαθήματα προετοιμασίας για τις εξετάσεις και για την μελέτη για την επόμενη μέρα γεγονός που σήμαινε ότι οι μαθητές έφευγαν από το σχολείο γύρω στις έξι το απόγευμα. Η Λίζα προχώρησε προς τον πάγκο για να πάρει φαγητό. Το σχολείο λειτουργούσε ένα είδος εστιατορίου με τιμές χαμηλότερες από την αγορά. Η Λίζα έβγαλε από την τσέπη της τα χρήματα που είχε για το φαγητό και τα μέτρησε προσεκτικά, μετά το βλέμμα της διέτρεξε τον πίνακα με τις τιμές αναζητώντας είδη που μπορούσε να αγοράσει. Αποφάσισε τι θα έπαιρνε, όχι ότι υπήρχαν πολλές επιλογές με τα χρήματα που είχε. Έκανε την αγορά της και πήρε το δίσκο της. Προχώρησε προς το τραπέζι που καθόταν συνήθως με κάποιες άλλες μαθήτριες που δεν ανήκαν σε κάποια παρέα αλλά και δεν είχαν ούτε μεταξύ τους αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις. Είχε δει ότι η Μαριάννα και οι φίλες της κάθονταν μακριά της αλλά δεν είχε προσέξει πως θα περνούσε δίπλα στο τραπέζι του Μάνου και της παρέας του. Το κατάλαβε μόνο όταν τα πόδια της μπλέκτηκαν σε ένα απλωμένο πόδι και παραπάτησε. Έχασε την ισορροπία της και έπεσε, μετά από δυο ασταθή βήματα, στα γόνατα. Ο δίσκος έφυγε από τα χέρια της σκορπώντας στο πάτωμα τα πράγματα που είχε πάρει. Γέλια ακούστηκαν και εκείνη έσκυψε το κεφάλι σε μια μάταια προσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυά της. “Γιατί; σκέφθηκε πληγωμένη, δεν είχε ενοχλήσει ποτέ κανέναν. Γιατί την ταπείνωναν έτσι;” Δεν ήξεραν πόσο κακό της έκαναν, το ότι θα έμενε νηστική ως 42


που να επιστρέψει σπίτι της ήταν το λιγότερο. Ο Μάνος είπε κάτι προσβλητικό και οι φίλοι του γέλασαν. Ύψωσαν τα ποτήρια τους σε μια αλαζονική πρόποση και τα τσούγκρισαν με φόρα. Τα ποτήρια τσάκιστηκαν με κρότο περιλούζοντάς τους με αφρισμένα αναψυκτικά και προκαλώντας τη γενική θυμηδία. Η Λίζα σηκώθηκε και βγήκε έξω απαρατήρητη.

Ο Ροβέρτος κοίταξε το υποτιθέμενο πάρκο με ενδιαφέρον που δεν δικαιολογείτο από το θέαμα, αν και η βροχή το είχε κάνει κάπως καλύτερο από αυτό που ο Ραμίρ είχε αντικρίσει την προηγούμενη νύχτα. Όμως ο Ιππότης ένιωθε την επέμβαση της μαγείας στην ίδια τη δομή του κόσμου, ήταν ακόμα εδώ έντονη και ρυθμική σαν το χτύπημα μιας γιγαντιαίας καρδιάς. Το σημείο αυτό ήταν όπου είχε βρεθεί ο Ραμίρ για πρώτη φορά σε αυτόν εδώ τον κόσμο. Από εδώ θα έπρεπε να ξεκινήσει την αναζήτηση των ιχνών του. Ένιωσε και πάλι την αλλόκοτη αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην υφή του κόσμου. -Αφυπνίζεται, ψιθύρισε δυσοίωνα.

Η προειδοποιητική κραυγή του Μάικ ξύπνησε τους συντρόφους του που έσπευσαν να τον βοηθήσουν. Και χρειαζόταν βοήθεια γιατί ο εχθρός είχε πλησιάσει πλέον. Ήταν μια ομάδα πολεμιστών πάνω σε αγριόλυκους, μια σίγουρη απόδειξη πως βρίσκονταν στην υπηρεσία του Μπαγκράς. Γιατί βρίσκονταν εδώ, τόσο μακριά από τα υπόλοιπα στρατεύματα του σατανικού μάγου, ήταν ένα ερώτημα που προς το παρόν έπρεπε να περιμένει. Κύκλωσαν τον μικρό καταυλισμό με τους αγριόλυκους να βρυχώνται υπόκωφα. -Για το όνομα της Λιμέρνα, βόγγηξε ο Ροδόλφος, τι είναι αυτά τα κτήνη; -Αγριόλυκοι, απάντησε ήρεμα ο Σάιμον του Θαλ. Είναι τα πιο συνηθισμένα υποζύγια των δυνάμεων του εχθρού. Κάθε αγριόλυκος μεγάλος σαν πόνι, αλλά όχι το ίδιο άκακος, έφερε έναν πολεμιστή οπλισμένο με δόρυ. Πλησίαζαν με ταχύτητα για να επιτεθούν. Οι 43


Ιππότες και ο Ροδόλφος πήραν θέση στα ανοίγματα των βράχων, το μέρος που είχε βρει ο Αλεξάντερ του Ζίριον ήταν πολύ ευνοϊκό για τον αμυνόμενο και τους έδινε μια ελπίδα για την επερχόμενη μάχη στην οποία ο εχθρός είχε πολλαπλάσιο αριθμό. Δεν υπήρχε χρόνος για σκέψεις, οι πρώτοι από τους εχθρούς είχαν φτάσει κοντά τους.

Οι πολεμιστές αυτοί ανατρέφονταν από παιδιά παρέα με τους

αγριόλυκους και εξοικειώνονταν απόλυτα με ένα από τα αγριότερα είδη στον κόσμο. Αποτελούσαν έτσι μια θανατηφόρα πολεμική μηχανή αφού πολεμούσαν μαζί αναβάτης και υποζύγιο. Επιτέθηκαν στους Ιππότες χωρίς δισταγμό αλλά εκείνοι παρέμειναν συαθερά στη θέση τους και απέκρουσαν την επίθεση. Μια άγρια λυσσώδης μάχη ξέσπασε. Οι Ιππότες πολεμούσαν με τάξη και ψυχραιμία καλύπτοντας ο ένας τον άλλο, αποκρούοντας χτυπήματα και καταφέρνοντας τα δικά τους. Αίμα άρχισε να κυλάει στους βράχους, κυρίως των εχθρών τους, και οι φωνές των τραυματισμένων ακούγονταν αρκετά μακριά. Οι κλαγγές των όπλων έσμιγαν με τα λυσσασμένα γρυλίσματα των αγριόλυκων που έβλεπαν τους Ιππότες να αφανίζουν τους συντρόφους τους αλλά οι ίδιοι να μένουν όρθιοι. Τελικά αυτή η πείσμονα αντίσταση των Ιπποτών έσπασε το νεύρο των επιτιθέμενων που τράπηκαν σε φυγή. Σαν ένας ο Αλεξάντερ και ο Ίθαν έτρεξαν στα άλογά τους. Καθώς ξεχύνονταν σε καταδίωξη των εχθρών ο πρώτος φώναξε στους συντρόφους τους. -Θα σας βρούμε στο πέρασμα Φαγιάσα.

Ο Ραμίρ βόγγηξε με πόνο καθώς η σφαίρα τον χτύπησε και ένας καυτός πόνος απλώθηκε στο σώμα του. Στράφηκε με κόπο και κοίταξε πίσω, από την πολυκατοικία που βρισκόταν το σπίτι της Γιαρμίλα είχε βγει ο τελευταίος από τους άνδρες που τους είχαν επιτεθεί και ο Ραμίρ τον είχε απλά ρίξει αναίσθητο. Κρατούσε ακόμα το πιστόλι του υψωμένο. Χωρίς να δείξει ότι είχε χτυπηθεί ο Ιππότης ξεθηκάρωσε την σπάθα του και κινήθηκε προς τον αντίπαλό του που πιστεύοντας ότι τον είχε πετύχει αλλά δεν του είχε κάνει τίποτα η σφαίρα τράπηκε σε φυγή.

44


Έστριψε στην επόμενη γωνία ρίχνοντας μια τελευταία ματιά πίσω του. Ο Ραμίρ στάθηκε, χαμήλωσε τη σπάθα του και άγγιξε με την αιχμή το έδαφος, στηρίχθηκε στο όπλο ενώ χλώμιαζε. Η Γιαρμίλα πλησίασε και είδε με ανησυχία το λευκό μανδύα του να βάφεται από το αίμα. Ο Ραμίρ θηκάρωσε τη σπάθα και έκανε να γυρίσει προς το μέρος της αλλά ένιωσε μια τρομερή αδυναμία και ζάλη να τον καταλαμβάνει. Παραπάτησε και η Γιαρμίλα έσπευσε να τον στηρίξει. -Πρέπει να βρούμε ένα καταφύγιο, ψέλλισε ο Ιππότης. -Ξέρω ένα μέρος, είπε η Γιαρμίλα. Πέρασε το χέρι της γύρω από τη μέση του Ραμίρ για να τον στηρίξει.

Ο Ροβέρτος κατέβηκε τα σκαλιά της υπόγειας διάβασης επιφυλακτικά. Στάθηκε για μια στιγμή να συνηθίσουν τα μάτια του στο μισοσκόταδο και μετά προχώρησε. Ήταν σίγουρος ότι ο Ραμίρ είχε περάσει από' δω αν και τώρα δεν υπήρχε κανένας στη διάβαση. Προχώρησε για την άλλη άκρη αναζητώντας ίχνη του φίλου του. Μετά την έφοδο της αστυνομίας τη νύχτα δεν υπήρχαν πλέον άστεγοι αλλά δεν ήταν τελικά τόσο έρημη όσο είχε υποθέσει ο Ιππότης αρχικά. Πλησίαζε στην απέναντι έξοδο όταν δυο άνδρες βρέθηκαν μπροστά του να του κλείνουν το δρόμο. Δεν ήταν τυχαίο αλλά ο Ροβέρτος αποφάσισε να μη δείξει ότι είχε κάποια υποψία για τις προθέσεις τους. Συνέχισε να περπατάει προς την έξοδο της διάβασης έχοντας όμως ετοιμαστεί να τραβήξει τα όπλα του αμέσως μόλις θα δεχόταν επίθεση. Είχε φτάσει σε απόσταση μερικών βημάτων από τους δυο άνδρες όταν ο ένας από αυτούς είπε κοφτά: -Αυτός είναι. Τώρα. Ο Ροβέρτος αντιλήφθηκε μια κίνηση πίσω του και στράφηκεε γρήγορα για να δει έναν άνδρα με ένα ρόπαλο να επιτίθεται. Σήκωσε το ένα χέρι του και μπλόκαρε το χτύπημα ενώ με το άλλο χέρι του άρπαζε τον αντίπαλό του από τα ρούχα. Τον τράβηξε μπροστά και στρεφόμενος τον έσπρωξε πάνω στους άλλους δυο άνδρες. Εκείνοι είχαν τραβήξει και οι δυο ειδικά όπλα παραλύσεως με ηλεκτρικό ρεύμα, ο σύντροφός τους που βρέθηκε ανάμεσα σε εκείνους και τον 45


Ροβέρτο δέχθηκε μια διπλή εκκένωση που τον έκανε να διπλωθεί στα δύο από τον πόνο. Ο Ροβέρτος τον άφησε να σωριαστεί στο έδαφος ενώ περνούσε στην επίθεση. Οι δυο σπάθες του διέγραψαν δυο κοφτά τόξα αφαιρώντας δυο ζωές και επέστρεψαν στις θήκες τους. Ο Ιππότης έσκυψε πάνω από τα πτώματα, πέρα από δυο αρκετά γεμάτα πορτοφόλια και δυο πιστόλια μεγάλου διαμετρήματος δεν βρήκε παρά μόνο ένα στοιχείο, μια σκληρή κάρτα με την επιγραφή UMARGO και ένα άγνωστης προελεύσεως και χρησιμότητας ανάγλυφο στην άκρη. Αν ήταν εξοικειωμένος με αυτόν τον κόσμο στον οποίο είχε βρεθεί θα είχε αναγνωρίσει ένα ηλεκτρονικό πάσο. Ο άνδρας που είχε δεχθεί την ηλεκτρική εκκένωση βόγγηξε καθώς άρχισε να συνέρχεται. Ο Ροβέρτος έβαλε το πάσο σε μια τσέπη του μανδύα του και μετά στράφηκε στον άνδρα. Ίσως μπορούσε να μάθει κάτι από αυτόν.

Το ξημέρωμα τους βρήκε να καλπάζουν βορειοανατολικά συνεχίζοντας το ταξίδι τους. Ο Ροδόλφος και οι τρεις Ιππότες και πάλι δεν μιλούσαν καθώς ταξίδευαν. Εκείνος με το μυαλό του στην Φιντέλια και οι υπόλοιποι αναλογιζόμενοι τι τους περίμενε αν και είχαν και άλλα πράγματα να τους απασχολούν. Είχε δει τον Μάικ σε παραπάνω από μια περιπτώσεις να κλείνει τα μάτια και να συγκεντρώνεται σε κάτι που ο ίδιος δεν μπορούσε να αντιληφθεί ενώ ο Γκίντεον Νεμίνιον ήταν επίσης συνοφρυωμένος να προσπαθούσε να βρει τη λύση σε κάποιο πρόβλημα. Συνέχιζαν να καλπάζουν και με την αλλαγή του καιρού προς το χειρότερο. Είχε σηκωθεί ένας παγωμένος βοριάς και έκανε κρύο παρά την παρουσία του ήλιου στον ουρανό. Σταμάτησαν μόνο όσο ήταν απαραίτητο για να μην εξοντώσουν τα άλογά τους.

Ο άνδρας βόγγηξε και προσπάθησε να ανακαθίσει αλλά σταμάτησε αισθανόμενος τον Ροβέρτο να τον πατάει στο στήθος. Ο Ιππότης κοίταξε βλοσυρά τον αιχμάλωτό του και είπε ξερά: -Ξεκίνα να μιλάς, όσο πιο πολλά πεις τόσο περισσότερο θα ζήσεις. 46


Ο κώδικας τιμής των Ιπποτών δεν επέτρεπε την εκτέλεση ενός αιχμαλώτου που δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά ο άλλος δεν το ήξερε και κοίταξε τον Ροβέρτο έντρομος. Κούνησε ωστόσο το κεφάλι του αρνητικά. Ηθελημένα αργά ο Ροβέρτος ξεθηκάρωσε τη μια σπάθα του και έτεινε την αιχμή προς τον πεσμένο αντίπαλό του. -Μίλα και θα σου χαρίσω έναν γρήγορο θάνατο. -Είσαι Ιππότης, δεν βασανίζετε τους αντιπάλους σας. Εκείνος το είπε. Ο Ροβέρτος κατάφερε να κρύψει την έκπληξή του με δυσκολία. Ποιος σε αυτόν τον κόσμο είχε αναγνωρίσει τον ίδιο σαν Ιππότη και ήξερε γι' αυτούς; -Ναι έτσι είναι, είπε απότομα, αλλά σε' σενα θα κάνω μια εξαίρεση. Ψάχνω έναν φίλο που είναι αδερφός για' μενα. Το πρωτόκολλο και οι κανόνες δεν με νοιάζουν ιδιαίτερα, κατάλαβες; Άγγιξε με τη σπάθα το λαιμό του αντιπάλου του που πάνιασε. -Εντάξει, θα μιλήσω, είπε βιαστικά. -Σοφή απόφαση, είπε ο Ροβέρτος και τράβηξε το όπλο του όπως και το πόδι του επιτρέποντας στον άλλο να ανασηκωθεί και μετά να καθίσει στο βρώμικο τσιμέντο που ήταν το δάπεδο της διάβασης. Γιατί μου στήσατε ενέδρα; -Δεν περιμέναμε εσένα. -Τότε γιατί ο ένας από τους συντρόφους σου είπε αυτός είναι; -Δεν περιμέναμε εσένα. Τον άλλο. -Τον Ραμίρ; Πως ξέρετε για τον Ραμίρ; -Ξέρει εκείνος, είπε πως τον νιώθει σαν αγκάθι στο πλευρό του. -Πως είναι δυνατόν; αναρωτήθηκε ο Ροβέρτος και έκανε την επόμενη ερώτηση στον αιχμάλωτό του. Για ποιον δουλεύεις; -Για... ξεκίνησε ο άνδρας αλλά σταμάτησε απότομα. Ένα βογγητό ξέφυγε από τα χείλη του και το σώμα του τεντώθηκε σε ένα τόξο γεμάτο ένταση. Προσπ άθησε να μιλήσει αλλά ακούστηκε μόνο ένα φρικαλέο γουργουρητό. Αίμα άρχισε 47


να κυλάει από το στόμα του, τη μύτη και τα μάτια του και σε δευτερόλεπτα ήταν νεκρός. Ο Ροβέρτος κοιταξε το πτώμα ανήσυχος, αυτό δεν ήταν καλό. Τέτοιες δυνάμεις μπορούσαν να ανήκουν μόνο σε κάποιον που υπηρετούσε το Σκότος και αυτό με τη σειρά του σήμαινε κάτι ακόμα χειρότερο. Δεν ήταν μόνο ο ίδιος και ο Ραμίρ που είχαν ταξιδέψει σε αυτόν τον κόσμο λοιπόν. Αυτό που είχε υποψιαστεί βλέποντας τις Ψυχές του Δαίμονα ήταν τελικά αλήθεια.

Η Λίζα άκουσε με ανακούφιση το κουδούνι που σήμανε την λήξη του τελευταίου μαθήματος για την μέρα. Οι συμμαθητές της ετοιμάστηκαν να βγουν αλλά εκείνη δεν βιαζόταν, όχι ότι δεν ήθελε να φύγει από το σχολείο, τίποτα άλλο δεν ήθελε περισσότερο. Δεν ήθελε όμως να βγει μαζί τους από την τάξη. Γιατί; για να έχουν ακόμα μια ευκαιρία να τη βασανίσουν; Σηκώθηκε από τη θέση της αφού είχε απομείνει μόνη της στην τάξη. Κρέμασε την τσάντα της στον ώμο της και βγήκε. Έξω το κρύο ήταν τσουχτερό και έτσι τράβηξε το μπουφάν γύρω από το σώμα της. Πήρε το δρόμο για την κοντινή στάση του μετρό αγνοώντας την κίνηση γύρω της. Άκουσε πίσω της στο δρόμο την σειρήνα ενός ασθενοφόρου να στριγκλίζει και ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Αυτός ο ήχος της θύμιζε πάντα τη μέρα του θανάτου του πατέρα της. Δάκρυα κύλισαν από τα μάτια της. Τα σκούπισε βιαστικά καθώς έπαιρνε την κυλιόμενη σκάλα για να κατέβει στο σταθμό του μετρό. Η ζωή τους δεν ήταν ποτέ εύκολη αλλά μετά το θάνατο του πατέρα της η κατάσταση είχε επιδεινωθεί. Παρά την προσπάθεια που κατέβαλλε η μητέρα της τα οικονομικά τους ήταν σε οριακή κατάσταση. Τα δίδακτρα του σχολείου, ακόμα και με την υποτροφία με την οποία βρισκόταν σε αυτό, ήταν ένα βάρος που δυσκόλευε την ήδη δύσκολη θέση τους. Ο ήχος του συρμού του μετρό που έφτασε στο σταθμό την έβγαλε από τις σκέψεις της. Μπήκε και μην βρίσκοντας άδεια θέση στάθηκε όρθια κοντά στην πόρτα. Ο συρμός ξεκίνησε, η Λίζα ακούμπησε το κεφάλι της στο μπράτσο της 48


όπως κρατιόταν από μια χειρολαβή. Η

ρυθμική κίνηση του συρμού την

νανούρισε, και ήταν τόσο κουρασμένη. Τα μάτια της έκλεισαν και αποκοιμήθηκε. Είδε δυο νέους άνδρες να ιππεύουν δυο καστανά άλογα και οπλισμένοι με σπάθες να καταδιώκουν μια ομάδα καβαλάρηδων πάνω σε κάποιο ζώα. Έμοιζαν τόσο πολύ που προέκυπτε αβίαστα το συμπέρασμα πως ήταν δίδυμοι αδερφοί. Κατεδίωκαν και σκότωναν τους αναβάτες και τα τέρατα που ίππευαν Ξύπνησε με ένα τίναγμα και βρέθηκε να κοιτάζει την πόρτα κια το σκοταδι του τούνελ πέρα από αυτή. Το βλέμμα της εστίασε στο πρόσωπο του άνδρα που στεκόταν πίσω της. Η καρδιά της έχεασε έναν χτύπο με αυτό που έβλεπε στο παράθυρο. Το πρόσωπο του ανθρώποι φαινόταν σαν να είχε λιώσει για να πάρει μια μορφή πιο ρευστή και βασανισμένη, μια γκροτέσκα μάσκα πόνου. Γύρισε και κοίταξε τον άνδρα, ένας συνηθισμένος σαραντάρης που ούτε καν την κοιτούσε. Πρέπει να έφταιγε η κούραση. Γύρισε και πάλι μπροστά της. Στο τζάμι το πρόσωπο δεν είχε αλλάξει, ορθάνοιχτο στόμα σαν να ούρλιαζε, δυο πύρινα μάτια γεμάτα κακία. Και ένα χέρι σκιώδες να απλώνεται προς αυτήν. Ο συρμός έφτασε στην επόμενη στάση και η Λίζα βγήκε βιαστικά έξω. Είχε κάνει μόλις λίγα βήματα όταν το κατάλαβε, ο άνδρας την ακολουθούσε.

Ο Ραμίρ άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε μια γκρίζα επιφάνεια που συνειδητοποίησε σχεδόν αμέσως πως ήταν η οροφή του χώρου όπου βρισκόταν. Ήταν γκρι στο χρώμα του τσιμέντου από το οποίο ήταν φτιαγμένη και αρκετά βρώμικη για να μαρτυράει χρόνια εγκατάλειψης. Ο Ιππότης έκανε να ανασηκωθεί αλλά ο έντονος πόνος που τον διέτρεξε τον απέτρεψε από το να συνεχίσει την προσπάθεια. Ξάπλωσε και πάλι με τον πόνο να επικεντρώνεται ψηλά στην πλάτη του. Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή ως που να νιώσει τον πόνο να μαλακώνει κάπως. Ανοίγοντάς τα κοίταξε τριγύρω, οι τοίχοι που μπορούσε να δει είχαν το ίδιο χάλι με την οροφή ενώ μια σειρά από μικρά τζάμια που βρίσκονταν στην κορυφή ενός τοίχου, ακριβώς κάτω από την οροφή, ήταν καλυμμένα από σκόνη δεκαετιών και ιστούς αράχνης ώστε ελάχιστο φως να μπαίνει.

49


Έκανε μια προσπάθεια ακόμα να σηκωθεί αλλά αυτήν την φορά τα κατάφερε. Βρέθηκε καθιστός και μπόρεσε να παρατηρήσει καλύτερα το χώρο γύρω του. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα πρόχειρο στρώμα από άδεια σακιά που είχε φτιαχτεί στο βάθος μιας μικρής πλατφόρμας. Στηρίκτηκε στον πιο κοντινό τοίχο. -Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να σηκωθείς. Ο Ραμίρ γύρισε και είδε την Γιαρμίλα που ήταν καθισμένη στο πάτωμα, δίπλα της σε ένα στρώμμα σαν το δικό του κοιμόταν η Κάτκα. -Ήμουν πολλές ώρες αναίσθητος; ρώτησε ο Ιππότης. -Ναι, φοβήθηκα πως... -Γλίτωσα φαίνεται, είπε ο Ραμίρ και ψηλάφησε το τραύμα του που όσο ήταν αναίσθητος είχε περιποιηθεί η Γιαρμίλα και το είχε επιδέσει. Την ευχαρίστησε. -Νομίζω ότι η σφαίρα δεν έμεινε μέσα, είπε η Γιαρμίλα αμήχανη. Δεν είχε συνηθίσει να την ευχαριστούν όπως έκανε αυτός ο άνδρας. Ήταν σίγουρα πολύ διαφορετικός από κάθε άνδρα που είχε συναντήσει στην ως τώρα ζωή της. Τις ώρες που εκείνος ήταν αναίσθητος είχε πολλές φορές αναρωτηθεί ποιος ήταν και από που να ερχόταν. -Έχασες πολύ αίμα, πρέπει να σε δει γιατρός αλλά κάποιος που δεν θα κάνει ερωτήσεις για το πως τραυματίστηκες. Την κοίταξε και εκείνη ανταπέδωσε το βλέμμα. Ήταν και αυτή μια μεγάλη διαφορά, η πιο μεγάλη ίσως, ο τρόπος που την κοίταζε. Το βλέμμα του ήταν ευγενικό, φιλικό. Δεν την κοιτούσε απαξιωτικά γι' αυτό που ήταν ούτε με το απωθητικά λάγνο βλέμμα εκείνων που έσβηναν στο σώμα της τους πόθους και τα πάθη τους. Και όταν κοιτούσε την Κάτκα υπήρχε στοργή στα μάτια του. -Μου χρειάζεται ένα απόσταγμα Λάφοντιλ, είπε ο Ραμίρ και σταμάτησε. -Τι είναι αυτό; ρώτησε η Γιαρμίλα ξαφνιασμένη, δεν είχε ακούσει ποτέ αυτό το φάρμακο, μήπως ο άνδρας αυτός ήταν γιατρός;

50


Η Λίζα ένιωσε να παγώνει, κοίταξε και πάλι πίσω. Δεν χωρούσε αμφιβολία, ο άνδρας την ακολουθούσε και την κοίταζε έντονα. Έτρεξε στις κυλιόμενες σκάλες που όμως ήταν γεμάτες κόσμο. Κοίταξε πίσω, ο άνδρας πλησίαζε. Οι σκάλες της φάνηκαν ξαφνικά πολύ αργές και άρχισε να ανεβαίνει τις κλασικές σκάλες που λίγοι τις προτιμούσαν και μπορούσε να κινηθεί γρήγορα. Το παγωμένο χέρι του φόβου έσφιξε την καρδιά της καθώς διαπίστωνε ότι ο άνδρας ήταν το ίδιο, αν όχι περισσότερο, γρήγορος και κέρδιζε έδαφος. Η Λίζα με τον πανικό να την κυριεύει επιτάχυνε και έφτασε στην επιφάνεια του εδάφους. Δεν είχε ποτέ νιώσει τέτοιο φόβο. Πετάκτηκε στο δρόμο χωρίς να σκεφτεί καθόλου τα αυτοκίνητα. Κορναρίσματα και θυμωμένες φωνές ακολούθησαν αλλά η Λίζα δεν άκουσε τίποτα από όλα αυτά καθώς έτρεχε προς το σπίτι της με την ελπίδα πως εκεί θα ήταν ασφαλής.

Ο Ροβέρτος στάθηκε στο σημείο όπου την προηγούμενη νύχτα είχαν αποδράσει από την αστυνομίκή φύλαξη οι άστεγοι με τη βοήθεια του Ραμίρ. Τα ίχνη ήταν τόσα πολλά και μπερδεμένα που δεν μπορούσε πλέον να ακολουθήσει αυτά που ανήκαν στο φίλο του. Κοίταξε προβληματισμένος γύρω αλλά δεν υπήρχαν παρά λίγοι περαστικοί και μάλλον βιαστικοί διαβάτες. Σε μια κόγχη ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες σκεπασμένη με ένα ανοιγμένο χαρτοκιβώτιο καθόταν μια γριά ζητιάνα. -Νεαρέ! τον φώναξε. Ο Ροβέρτος την κοίταξε. Σε εκείνον αναφερόταν σίγουρα αλλά δεν έβλεπε το γιατί. Πήγε προς το μέρος της αναρωτώμενος αν θα μπορούσε να μάθει κάτι από εκείνη. Η ζητιάνα θα ήταν ενδεχομένως σ' αυτήν την θέση συνέχεια, ίσως είχε δει κάτι. Στάθηκε μπροστά της και τη ρώτησε: -Εμένα φώναξες; -Εσένα, είπε η γριά. υπήρχε κάτι πάνω της που δεν ταίριαζε αλλά ο Ιππότης δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι ήταν αυτό. -Γιατί; την ρώτησε.

51


-Γιατί θες να μάθεις. -Τι να μάθω; -Χθες που μαζέψανε τους κακομοίρηδες από' δω και τους κλείσανε στην κλούβα ήρθε ένας άγγελος και τους ελευθέρωσε! Ήταν προφανώς τρελή η δύστυχη. Ο Ροβέρτος την κοίταξε με οίκτο που δεν πρόλαβε να εκφράσει καθώς η γριά συνέχισε. -Φορούσε λευκό μανδύα και κρατούσε ένα μεγάλο σπαθί. Έκοψε την πόρτα και τους ελευθέρωσε και μετά αφόπλισε τον κακούργο που χτυπούσε την κακόμοιρη την κοπέλα. Λευκός μανδύας και σπαθί; Ήταν υπερβολικά μεγάλη σύμπτωση για να είναι σύμπτωση, πρέπει να είχε δει τον Ραμίρ. -Που πήγε μετά ο άγγελος; -Έφυγε με την κοπέλα. Ταιριάζουν ξερεις. -Προς τα που; Η γριά έδειξε μια κατεύθυνση. Ο Ροβέρτος έβαλε στο χέρι της ένα χρυσό νόμισμα και προχώρησε προς τη διεύθυνση που του έδειξε αφού πρώτα της είπε: -Ο Θεός να σε ευλογεί καλοκυρά. Θα είχε ανησυχήσει αν είχε κοιτάξει πίσω του καθώς απομακρυνόταν γιατί η γριά δεν ήταν πια εκεί. ΄

52


Κεφάλαιο Τέταρτο

Η Λίζα έτρεξε όπως δεν είχε ξανατρέξει ποτέ στη ζωή της, ως που δεν είχε πια άλλη δύναμη, στάθηκε τότε βαριανασαίνοντας και ακούμπησε σε έναν τοίχο. Έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να μη χάσει τις αισθήσεις της, κοίταξε πίσω, είχε καταφέρει να ξεφύγει από τον εφιαλτικό διώκτη της. Στάθηκε και πάλι όρθια και προχώρησε προς το σπίτι της. Έστριψε στο δρόμο που οδηγούσε εκεί και έμεινε ακίνητη σαν να ήταν παγωμένο άγαλμα και όχι άνθρωπος. Ο διώκτης της στεκόταν μπροστά της με ένα κακό χαμόγελο να απλώνεται στο πρόσωπό του. Άπλωσε το χέρι του προς το λαιμό της αλλά το τράβηξε σαν να κάηκε καθώς ένα μπλε φως τύλιξε την κοπέλα. -Προστατεύεσαι, γρύλισε και πρόφερε μια κατάρα, τυφλή να ζήσεις και τυφλή να υποφέρεις. Η Λίζα δεν κατάλαβε σε ποιον αναφερόταν η κατάρα μιας και στην ίδια δεν έκανε τίποτα. Το φως χάθηκε όμως και ο διώκτης της είπε με μίσος: -Τώρα θα πεθάνεις.

-Λάφοντιλ, είπε ο Ραμίρ ήσυχα, είναι το ένα φυτό που το απόσταγμά του, το Λάουμφουλ είναι θεραπευτικό. Είναι κόκκινο και........ Σταμάτησε συνειδητοποιώντας τι είχε κάνει. Ασυναίσθητα είχε θυμηθεί κάτι όπως και το προηγούμενο βράδυ είχε κάνει με το όνομά του. -Παράξενο, μονολόγησε. Η Γιαρμίλα δεν μίλησε. Δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά αυτό το φάρμακο και δεν είχε ιδέα αν θα ήταν εύκολο να το βρει σε κάποιο φαρμακείο. Αλλά στο μυαλό της ήρθε κάτι άλλο. -Όταν κοιτάζαμε τα πράγματά σου είχες ένα φιαλίδιο με ένα τέτοιο υγρό. Ο Ραμίρ το θυμήθηκε, ναι είχε δίκιο η Γιαρμίλα. Έψαξε το μανδύα του, η κοπέλα τον είχε χρησιμοποιήσει για να τον σκεπάσει, και έβγαλε το μικρό 53


φιαλίδιο με το κόκκινο υγρό. Το κοίταξε για λίγο σκεφτικός. Μετά τράβηξε το μεταλλικό πώμα και ένα βαρύ άρωμα γέμισε το χώρο. -Ναι, είπε ο Ραμίρ, είναι Λάουμφουλ. Έφερε το φιαλίδιο στα χείλη του αλλά η Γιαρμίλα τον σταμάτησε. -Είσαι σίγουρος; -Όχι, παραδέκτηκε ο Ραμίρ με ένα χαμόγελο. Αλλά κάποιος μου είπε κάποτε ότι όταν αμφιβάλλω πρέπει να εμπιστεύομαι το ένστικτό μου. -Και το οποίο σου λέει να πιεις αυτό το υγρό; -Ναι, είπε ο Ραμίρ και ήπιε μια γερή γουλιά από το περιεχόμενο του φιαλιδίου. Μια απρόσμενη και καλοδεχούμενη ζέστη τον κυρίευσε. Έκλεισε το φιαλίδιο με το πώμα και το έβαλε στην τσέπη του. Ένιωθε τον πόνο να μαλακώνει και κατάλαβε ότι μπορούσε και πάλι να κινήσει το τραυματισμένο χέρι του. -Ναι, είπε στην Γιαρμίλα που τον παρακολουθούσε με σφιγμένα χείλη. Σίγουρα είναι θεραπευτικό. Ήδη αισθάνομαι καλύτερα. Εκείνη χαμογέλασε με έκδηλη ανακούφιση.

Η Λίζα κοίταξε τον άνδρα που την είχε ακινητοποιήσει. Καταλάβαινε αυτήν την στιγμή πως νιώθει το θύμα που αντιλαμβάνεται ότι το έχει φιξάρει το αρπακτικό. Ο φόβος της ήταν απόλυτος, την είχε παραλύσει. Θα είχε σωριαστεί στο βρεγμένο οδόστρωμα αν δεν την κρατούσε από το λαιμό ο άνδρας. Έστρεψε το βλέμμα της στα μάτια του για να συναντήσει το δικό του με την ελπίδα να ικετέψει για έλεος. Μετάνιωσε γιατί αυτό που είδε δεν θα το ξεχνούσε ποτέ, τα μάτια του ήταν μια άβυσσος κακίας και μίσους. Μέσα τους παιχνίδιζε μια σατανική φλόγα.

54


Η επαφή όμως αποκάλυψε και στον εχθρό της κάτι. Με ένα θυμωμένο επιφώνημα σήκωσε το ελεύθερο χέρι του. Το ακούμπησε στο μάγουλό της, κάνοντάς την να ριγήσει. Ήταν παγωμένο σαν να μην ήταν σάρκα αλλά μάρμαρο. -Ονειρεύεσαι Ιππότες; σύριξε και τη χτύπησε δυνατά με το δάκτυλο στο μέτωπο. Τώρα θα δεις τι παθαίνουν εκείνοι που τολμούν να αντιτίθονται στις δυνάμεις των Αρχόντων του Σκότους. Το χτύπημα έκανε τη Λίζα να ουρλιάξει από τον πόνο.

Ο Ροβέρτος σταμάτησε απότομα σαν να είχε προσκρούσει σε έναν αόρατο τοίχο. Τίποτα δεν είχε ακουστεί στο μικρό δρόμο που βρισκόταν αλλά στα αυτιά του αντηχούσε μια φρικτή νεκρομαντική κατάρα. Έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει. Όποιος την είχε εκτελέσει θα μπορούσε σίγουρα να τον οδηγήσει στον μάγο που είχε σκοτώσει από μακριά τον άνδρα στην υπόγεια διάβαση και που ήξερε για την παρουσία του ίδιου και του Ραμίρ σ' αυτόν τον κόσμο. Έφτασε στο σημείο που είχε δει την γριά ζητιάνα νωρίτερα και πρόσεξε πως δεν ήταν πια εκεί αλλά τώρα δεν ήταν η κατάλληλη ώρα να ασχοληθεί με αυτό. Έστριψε στο πιο κοντινό στενό και συνέχισε να τρέχει. Λίγο πριν την έξοδο του στενού ένιωσε τον αέρα να παγώνει και να αλλάζει υφή σαν να γινόταν πιο στερεός. Ήξερε πολύ καλά τι συνέβαινε. Χωρίς να μειώσει την ταχύτητά του με μια ρευστή κίνηση ξεθηκάρωσε τα όπλα του.

Είχαν αποφασίσει να επιταχύνουν το ταξίδι τους και έτσι συνέχιζαν να ιππεύουν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Οι ανεπτυγμένες ικανότητες προσανατολισμού και ιχνηλασίας των Ιπποτών τους κρατούσαν στο σωστό δρόμο και τώρα κάλπαζαν σε χαλαρό σχηματισμό καθώς η νύχτα παραχωρούσε τη θέση της στο γκριζωπό φως της αυγής. Το χτύπημα ήρθε από το πουθενά και αιφνιδίασε απόλυτα τον Μάικ που τινάκτηκε από το άλογό του σαν να τον είχε χτυπήσει ένα γιγαντιαίο εκκρεμές και προσγειώθηκε με την πλάτη στο χορταριασμένο έδαφος. Οι σύντροφοί του σταμάτησαν τα άλογα τους και έτρεξαν κοντά του. Ο Ιππότης σπαρταρούσε σαν 55


το ψάρι που βρίσκεται έξω από το νερό ενώ αίμα έτρεχε από τα μάτια του και τα χείλη του. -Για όνομα της Λιμέρνα! είπε ο Ροδόλφος της Ασόν. Τι του επιτίθεται.

Η Λίζα άρχισε να χάνει την επαφή με τον κόσμο, δεν είχε πια καμία συναίσθηση του περιβάλλοντος. Μια γλυκιά νάρκη άρχισε να την κυριέυει, καθώς απομακρυνόταν από τη ζωή το μυαλό της πήγε στον πατέρα της, σε λίγο θα ήταν μαζί του. Ο εχθρός της γρύλισε σαν ενοχλημένος από τη γαλήνη της σκέψης αυτής. Η εικόνα της μητέρας της να θρηνεί στον τάφο της ίδιας σχηματίστηκε ξεκάθαρα στο μυαλό της Λίζας.

-Μια νεκρομαντική κατάρα από πολύ μακριά, είπε ο Γκίντεον και έπιασε από τον αγκώνα τον Μάικ. Αιμορραγώντας ακόμα ο Ιππότης είχε καταφέρει να σηκωθεί στα γόνατα και τώρα ήταν καιρός να αντεπιτεθεί στο ον που του είχε επιτεθεί. -Ας ενδυθεί την κατάρα σαν ένδυμα που δεν θ' απεκδυθεί και σαν ζώνη την οποία ποτέ δεν θα ξεζωστεί. Η κατάρα είχε προφερθεί από τον Μάικ με τη φωνή του να δυναμώνει σε κάθε λέξη. Σηκώθηκε όρθιος και άπλωσε το χέρι του. Η σπάθα του, που με την πτώση είχε τιναχθεί μακριά του, ήρθε σ' αυτό. Πρόφερε σκληρά: -Σποδός ήσουν και σποδός θα ξαναγίνεις! Με μια απότομη κίνηση κάρφωσε τη σπάθα του στο έδαφος. Ο ήχος ακούστηκε εκκωφαντικός σαν να είχε συντρίψει βράχο με το όπλο του.

56


Μπροστά στα μάτια της Λίζας ο εχθρός της διαλύθηκε σε μια βροχή από σπίθες που χάθηκαν στο νυχτερινό αέρα. Η κοπέλα δεν μπορούσε να το πιστέψει και μετά συνειδητοποίησε ότι μπορούσε να φύγει και άρχισε να τρέχει. Σταμάτησε μόνο μπαίνοντας στο μικρό κήπο του σπιτιού της. Δεν το έκανε γιατί ένιωθε πλέον ασφαλής αλλά γιατί την ανάγκαζε το αναπάντεχο θέαμα.

Ο Μάικ έριξε άφθονο νερό στο πρόσωπό του καθαρίζοντάς το από το αίμα. Σκούπισε το παγωμένο νερό της πηγής με μια πετσέτα και μετά την έβαλε στο μικρό σακίδιο με τα πράγματά του που κρεμόταν στη σέλα του αλόγου του. Πήρε να βάλει το πουκάμισό του που το είχε βγάλει για να πλυθεί ενώ πλησίαζε ο Γκίντεον Νεμίνιον. -Αυτή δεν ήταν τυχαία επίθεση, είπε. -Όχι, είπε ο Μάικ. Ήταν μια επίθεση από Ψυχή Δαίμονα που έχει κυριεύσει άνθρωπο. -Από το Αλκιμάρ; Είναι μακριά. -Από κάπου μακρύτερα ακόμα. Από τον κόσμο όπου βρίσκονται ο Ραμίρ και ο Ροβέρτος. -Πως είναι δυνατόν; Ο Μάικ ολοκλήρωσε το ντύσιμό του και φόρεσε τη ζώνη με τη θήκη της σπάθας του. Κοίταξε τον γαλανό, ασυννέφιαστο ουρανό σκεφτικός. -Δεν είναι δυνατόν. Τουλάχιστον υπό φυσιολογικές συνθήκες. -Θα το ξέραμε αν υπήρχε πύλη στο νησί, δεν ήταν πάντοτε καταραμένος τόπος. Τι άλλο δικαιολογεί μια... Εκείνη; -Φαίνεται ότι η Ονειρεύτριά μας είναι πολύ ισχυρή, επιβεβαίωσε ο Τελευταίος Άρχοντας της Χαμένης Πόλης. Δεν ελέγχει τις δυνάμεις της όμως και ο καταραμένος είδε μέσα από τα μάτια της. -Τον κατέστρεψες;

57


-Ναι, αλλά η παρουσία του σε εκείνον τον κόσμο σημαίνει πως ο Μπαγκράς δεν έστειλε εκεί τυχαία τον Ραμίρ. Κάποιος από τους συντρόφους του έχει πάει σ’ αυτόν τον κόσμο. Και μάλιστα πολύ καλά προετοιμασμένος. -Για ποιο λόγο όμως; Για την Ονειρεύτρια; -Δεν το πιστεύω, μάλλον κάτι άλλο σχεδιάζει και ο Μπαγκράς το ξέρει. Καλπασμός αλόγων ακούστηκε και οι δυο Ιππότες στράφηκαν να δουν ποιος πλησίαζε με τα χέρια τους να πηγαίνουν στις λαβές των όπλων τους, μια προφύλαξη που δεν ήταν απαραίτητη μιας και εκείνοι που πλησίαζαν ήταν οι δυο δίδυμοι κύριοι του Ζίριον. -Αποστολή εξετελέσθη, είπε αεράτα ο Ίθαν, πηδώντας από τη σέλα, δεν ξέφυγε κανένας. -Μάθαμε τι τους έφερε τόσο μακριά από τον κύριο όγκο των στρατευμάτων τους; ρώτησε ο Σάιμον του Θαλ. -Ναι, είπε ο Αλεξάντερ του Ζίριον. Αποστάτες που αποφάσισαν πως δεν αξίζει να πεθάνουν για το μάγο και είπαν να αυτονομηθούν και να ζήσουν ληστεύοντας ταξιδιώτες. -Διάλεξαν λάθος ανθρώπους για να επιτεθούν, είπε σαρκαστικά ο Ροδόλφος. Αφού είχαν έρθει και οι δυο αδερφοί συνέχισαν το ταξίδι τους. Ο Γκίντεον έφερε το άλογο του δίπλα στου Μάικ. Εκείνος φαινόταν εξαντλημένος και βυθισμένος σε σκέψεις. -Τι σε προβληματίζει; Η επίθεση; -Η επίθεση αυτή καθ' αυτή όχι. Αυτό που με απασχολεί είναι ότι αισθάνθηκα και μια ακόμα παρουσία, αρκετά δυνατή. -Τι ήταν; -Δεν ξέρω, δεν έχω συναντήσει κάτι παρόμοιο ποτέ. Αν ήταν άνθρωπος θα είχε μια αρχαία σοφία συνδιασμένη με εφηβική ανεμελιά. Δεν είναι λογικό. Αλλά και δεν είναι άνθρωπος. Δεν βγάζει πολύ νόημα ε; 58


-Όχι, παραδέχθηκε ο Γκίντεον. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα τη βρούμε την απάντηση. -Ναι, είπε ο Μάικ αλλά κάτι είχε αποσπάσει την προσοχή του. Γρύπες, είπε τελικά και τράβηξε τη σπάθα του από τη θήκη της.

Ο Ροβέρτος θηκάρωσε τα όπλα του. Είχε βγει νικητής από την μάχη του με τα δαιμονικά όντα αλλά τον είχαν καθυστερήσει. Δεν μπορούσε να αισθανθεί πλέον το ον που είχε εκφέρει την κατάρα στη Σκοτεινή Γλώσσα τραβώντας την προσοχή του. Τι είχε συμβεί; Τράβηξε πιο σφιχτά τον μανδύα γύρω του καθώς ο άνεμος φυσούσε μανιασμένα και το κρύο δυνάμωνε. Οι περαστικοί είχαν λιγοστέψει πολύ στο δρόμο

κάτι

που

έκανε

ακόμα

πιο

εύκολο

να

αντιληφθεί

ότι

τον

παρακολουθούσαν.

Η Λίζα προχώρησε διστακτικά στον κήπο της μικρής μονοκατοικίας. Στο μονοπάτι μπροστά της, ανάμεσα στα παρτέρια με τις βοκαμβίλιες ήταν πεσμένο ένα ανθρώπινο σώμα. Η Λίζα πλησίασε με φόβο. Στις πλάκες ήταν σωριασμένη μια κοπέλα όχι μεγαλύτερη από την ίδια με μακριά ξανθά μαλλιά και ένα κουρελιασμένο λευκό φόρεμα. Γονάτισε δίπλα της και εκείνη κινήθηκε, ήταν ζωντανή ακόμα. Έκανε να την ανασηκώσει και μια τρομαγμένη κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της. Η κοπέλα είχε στρέψει το βλέμμα της προς αυτή. Είχε δυο υπέροχα σκουρογάλανα μάτια αλλά το βλέμμα της ήταν απλανές, στερημένο από την όραση και από τα μάτια της έτρεχε αίμα. “Τυφλή να ζήσεις και τυφλή να υποφέρεις.” Τα λόγια του παρολίγον δολοφόνου της επέστρεψαν ζωντανά στη μνήμη της. Άραγε αναφερόταν σε αυτήν την κοπέλα; Τι έπρεπε να κάνει; Θα την βοηθούσε δεν υπήρχε περίπτωση να μην το κάνει, αλλά δεν ήξερε το πως. Δεν μπορούσε να την μεταφέρει καν μέσα στο σπίτι.

59


-Βοήθεια, ψέλλισε η κοπέλα με μια απαλή πονεμένη φωνή. Έρχονται, πρόσθεσε με τρόμο.

Η Κάτκα κλαψούρισε και η Γιαρμίλα πήγε κοντά της. Κάποιο όνειρο βασάνιζε το κοριτσάκι που στον ύπνο του είχε ξεσκεπαστεί. Η Γιαρμίλα την σκέπασε και της χάιδεψε τα μαλλιά ως που ησύχασε. Σηκώθηκε και έτριψε τα μπράτσα της. -Κρυώνεις; ρώτησε ο Ραμίρ. Η Γιαρμίλα στράφηκε και τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Την τελευταία περίπου ώρα ο Ραμίρ είχε κλειστά τα μάτια του και η κοπέλα είχε υποθέσει πως κοιμόταν. -Ναι κάνει κρύο, είπε, και πήρα μια κουβέρτα μόνο για την Κάτκα. -Μπορείς να πάρεις τον μανδύα μου, πρότεινε ο Ραμίρ και έκανε να τον μαζέψει από πάνω του όπως τον είχε σκεπαστεί. -Εσύ τι θα κάνεις; Θα πιάσει πιο πολύ κρύο τη νύχτα. -Κάτι μου λέει πως έχω περάσει και χειρότερα. -Δεν μπορώ να τον πάρω και να αφήσω εσένα να τα βγάλεις πέρα με το κρύο, αντέτεινε η κοπέλα, και σταμάτησε. Θα μπορούσαμε να τον μοιραστούμε, πρότεινε διστακτικά και κοίταξε τον Ιππότη. Εκείνος δεν έδειξε να προβληματίζεται. -Φυσικά, είπε και της έκανε νόημα να πάει δίπλα του. Ο μανδύας του Ραμίρ έφτανε να τους σκεπάσει και τους δυο και ήταν ήδη ζεστός από το σώμα του, η Γιαρμίλα δέχθηκε με χαρά αυτήν την θαλπωρή. Τώρα μπορούσε να αγνοήσει τον αέρα που είχε δυναμώσει. Ένιωσε το χέρι του Ραμίρ να αγγίζει το γοφό της και τινάχθηκε, είχε πέσει τόσο έξω στην κρίση της γι' αυτόν; Δεν διέφερε από τους άλλους άνδρες τελικά;

60


-Συγνώμη, απολογήθηκε ο Ιππότης, ξάπλωσες από την πλευρά που έχω το όπλο μου, έπρεπε να το μεταφέρω από την άλλη να το έχω εύκαιρο αν παρουσιαστεί ανάγκη. Η Γιαρμίλα κοκκίνησε για τη σκέψη που είχε κάνει, κοίταξε τον Ραμίρ για να δει αν είχε αντιληφθεί τι σκεπτόταν αλλά είχε κλείσει τα μάτια του και πάλι. -Τι σκέφτεσαι; ρώτησε. -Υπάρχει κάτι, μια σκέψη, μια αίσθηση, που προσπαθεί να έρθει στην επιφάνεια του μυαλού μου αλλά δεν μπορεί. Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι. -Ξεκουράσου τώρα, είπε η κοπέλα και το πρωί ίσως να καταλάβεις που θα είσαι λιγότερο κουρασμένος. -Μπορεί, απάντησε ο Ραμίρ. Έμειναν σιωπηλοί, χαμένοι και οι δυο στις σκέψεις τους με τον αέρα έξω να ουρλιάζει σαν κάποιο τεράστιο θηρίο που έψαχνε για το θήραμά του.

Η Λίζα δεν αντιλαμβανόταν τον παγωμένο αέρα που μαστίγωνε το σώμα της. Προσπαθούσε να σηκώσει από τις πλάκες που σχημάτιζαν το μονοπάτι του κήπου την κοπέλα με το λευκό φόρεμα. Τα γεμάτα τρόμο λόγια της είχαν μεταφέρει έναν έντονο καθηλωτικό φόβο στην ψυχή της Λίζας που δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που φοβόταν η άλλη κοπέλα αλλά καταλάβαινε πως έπρεπε να βρουν γρήγορα ένα καταφύγιο. Κατάφερε να στήσει την τραυματισμένη κοπέλα στα πόδια της και με το χέρι περασμένο γύρω από τη μέση της να την βοηθήσει να κάνει μερικά βήματα. Η κοπέλα την είχε αγκαλιάσει από τους ώμους. Προχωρούσαν όμως αργά και τώρα είχε αρχίσει να νιώθει και η Λίζα πως κάτι απειλητικό, και φρικτό ταυτόχρονα κινείτο προς το μέρος τους, κρύος ιδρώτας φάνηκε σε χονδρές σταγόνες στο μέτωπό της. Ένιωθε άρρωστη ξαφνκά.

61


Ο Ροβέρτος στάθηκε ανήσυχος, είχε διαισθανθεί κάτι που δεν είχε καμία θέση να το νιώθει εδώ. Αποτραβήκτηκε σε μια γωνιά στη σκιά ενός ψηλού κτιρίου και προσπάθησε να διερευνήσει αυτό που είχε νιώσει. Δεν ήταν τόσο αναπάντεχο αν το καλοσκεφτόταν, ήξερε ήδη ότι υπήρχαν Ψυχές του Δαίμονα στον κόσμο αυτό. Άρα μπορούσαν να υπάρχουν και Σκλάβοι. Ενστικτωδώς έπιασε τις λαβές των σπαθιών του. Θα απάλλασε τον κόσμο από το βδέλυγμα των όντων αυτών του Σκότους. Βήματα ακούστηκαν πίσω του και θύμισαν πως υπήρχε και άλλο ένα θέμα που έπρεπε να τακτοποιήσει, τον άνδρα που τον παρακολουθούσε. Είχε πλησιάσει τώρα και έτρεχε έχοντας χάσει τον Ροβέρτο από τα μάτια του. Ο Ιππότης χαμογέλασε και ετοιμάστηκε για μια αιφνιδιαστική επίθεση. Άφησε τον άνδρα να φτάσει σχεδόν στο σημείο που στεκόταν και μετά επιτέθηκε. Ο άνδρας όμως δεν αιφνιδιάσθηκε, ούτε καν ταράχθηκε. Με απρόσμενη ταχύτητα και ευελιξία έκανε μια στροφή για να αντικρίσει τον Ροβέρτο και απέκρουσε το χτύπημά του με ένα μαύρο, σιδερένιο ραβδί. -Θακ νάλαμαν καρμν, τον καταράστηκε στη Σκοτεινή Γλώσσα και ο Ιππότης κατάλαβε πως είχε μπροστά του μια Ψυχή του Δαίμονα που είχε κυριεύσει κάποιον άνθρωπο. Έπρεπε να τον αντιμετωπίσει και μετά να ασχοληθεί με τους άλλους, τους Σκλάβους, που βρίκονταν κάπου κοντά.

Η Λίζα έφτασε στην πόρτα του σπιτιού της, κοίταξε πίσω. Αυτά τα λίγα μέτρα από την μέση περίπου του κήπου ως την πόρτα ποτέ δεν της είχαν φανεί τόσο δύσκολα. Κράτησε την κοπέλα με την πλάτη στον τοίχο για να ψάξει στην τσάντα της για το κλειδί. Δεν το βρήκε με την πρώτη και ο φόβος την άρπαξε στην παγωμένη αγκαλιά του. Με γρήγορες κινήσεις έψαξε και πάλι ενώ η τραυματισμένη κοπέλα ψιθύριζε: -Έρχονται. Η Λίζα βρήκε το κλειδί, δεν κατάφερε με την πρώτη να το βάλει στην κλειδαριά με το χέρι της να τρέμει αλλά στη δεύτερη προσπάθεια πέτυχε και 62


άνοιξε την πόρτα. Την έσπρωξε να ανοίξει διάπλατα και μετά βοήθησε την άλλη κοπέλα να μπει στο σπίτι. Την άφησε, γύρισε να κλείσει την πόρτα και κοίταξε έξω. Το σκοτάδι είχε πια πέσει για τα καλά και δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα πέρα από την μικρή πορτούλα του κήπου. Μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα του σπιτιού. Η άλλη κοπέλα παρέμενε ακουμπισμένη στον τοίχο. Ήταν μόνες τους στο σπίτι, η μητέρα της δεν είχε επιστρέψει ακόμα από τη δουλειά. Η Λίζα οδήγησε την άλλη κοπέλα στο μικρό καθιστικο και την βοήθησε να καθίσει σε μια πολυθρόνα. Σωριάστηκε και εκείνη σε μια διπλανή. -Πρέπει να ανάψω φώτα, είπε αφού άρχισε να της περνάει το πρώτο λαχάνιασμα της προσπάθειας που είχε καταβάλλει. -Όχι, είπε βιαστικά η άλλη κοπέλα, βεβαιώσου πρώτα πως δεν βρίσκεται κάποιος έξω. Η Λίζα την κοίταξε. -Ποια είσαι; Τι συμβαίνει;

Οι γρύπες ήταν μεγάλα ζώα με σώμα λιονταριού, φτερά και κεφάλι αετού. Είχαν άγρια ένστικτα και ήταν προικισμένα με μια μοχθηρή νοημοσύνη, ταγμένα στην υπηρεσία των στρατιών του Σκότους ήταν πιστά σους αναβάτες τους και πολεμούσαν με θηριωδία. Τρέφονταν με τις σάρκες των θυμάτων τους κάτι που τους έκανε πάντα πρόθυμους να πολεμήσουν. Τώρα πλησίαζε ένα σμήνος με πάνω από μια ντουζίνα κτήνη που μετέφεραν δυο αναβάτες το καθένα. Οι Ιππότες σταμάτησαν τα άλογά τους και ξεπέζεψαν, τα άλογα φοβούνταν τους γρύπες και αφήνιαζαν, έτσι θα ήταν πιο εύκολο να πολεμήσουν πεζοί αν και θα βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. Ξεθηκάρωσαν τα σπαθιά τους και ετοιμάστηκαν για μάχη. Οι γρύπες χαμήλωσαν και οι αναβάτες τους εξηκόντισαν δόρατα εναντίον τους. Οι Ιππότες τα απέκρουσαν με τα σπαθιά τους και περίμεναν για την εφόρμηση των εχθρών τους. Είχαν σχηματίσει κύκλο πλάτη με πλάτη για να μπορούν να αλληλοκαλύπτονται και να πολεμούν. Με μια βαρβαρική κραυγή οι εχθροί τους

63


εφόρμησαν, κυρτά σπαθιά, κοφτερά δόντια και γαμψά νύχια έλαμψαν στο πρωινό φως. Η μάχη ήταν σκληρή και με μεγάλη ένταση, οι πέντε Ιππότες και ο Ροδόλφος της Ασόν, πολεμούσαν με αποφασιστικότητα και πείσμα. Απέκρουαν χτυπήματα και ανταπέδιδαν με δικά τους. Οι γρύπες συνέχιζαν τη μάχη και μετά τον θάνατο των αναβατών τους και μέχρι να πέσουν νεκροί έχοντας δεχθεί αρκετά χτυπήματα. Ο Ίθαν και ο Αλεξάντερ Ζίριον μάχονταν μαζί με κινήσεις συντονισμένες σαν να ήταν ένας μαχητής. Ο Γκίντεον πολεμούσε με απόλυτη ψυχραιμία ενώ ο Σάιμον του Θαλ συμπλήρωνε την πολεμική του κατάρτιση με την μυική δύναμη. Οι γροθιές του ηταν σχεδόν τόσο θανάσιμες όσο η σπάθα του. Ο Μάικ μαχόταν χρησιμοποιώντας τόσο το όπλο του όσο και τις πνευματικές του δυνάμεις. Είχε μόλις τραυματίσει θανάσιμα έναν γρύπα, αφού είχε σκοτώσει τους αναβάτες του, όταν έγινε το κακό. Προχώρησε μπροστά και με ένα δυνατό, κοφτό χτύπημα αποκεφάλισε το κτήνος. Την ίδια στιγμή ένας από τους αναβάτες του επόμενου γρύπα έριξε πάνω του ένα δίκτυ σαν αυτά που χρησιμοποιούσαν οι μονομάχοι στην αρένα. Πριν προλάβει ο Ιππότης να αντιδράσει ο γρύπας σηκώθηκε στα πίσω του πόδια σφίγγοντας το δίκτυ γύρω από το σώμα του. Η σπάθα ξέφυγε από το χέρι του καθώς ο γρύπας απογειωνόταν και ο ίδιος βρισκόταν παγιδευμένος. Με μια θριαμβευτική κραυγή ο γρύπας σηκώθηκε ψηλά στον ουρανό.

Η τραυματισμένη κοπέλα άπλωσε το χέρι της και βρήκε αυτό της Λίζας. Την κράτησε με μια λαβή σταθερή και δυνατή αλλά ταυτόχρονα εύθραυστη. -Θα σου εξηγήσω όσα ξέρω, είπε, αλλά πρώτα βεβαιώσου ότι δεν υπάρχει κανείς έξω. Η Λίζα ήταν έτοιμη να αρνηθεί να κάνει οτιδήποτε πριν μάθει τι συμβαίνει και πως ξαφνικά είχε περάσει από την καθημερινή της ζωή σε έναν παράδοξο κόσμο βίας και θανάτου, αλλά κάτι στην φωνή της κοπέλας την έπεισε. Υπήρχε μια παράκληση που την ώθησε να δεχθεί το αίτημά της. 64


Πήγε κοντά στην πόρτα και κοίταξε έξω από το μικρό παράθυρο δίπλα της. Στην αρχή δεν είδε τίποτα, μετά διέκρινε ανθρώπινες φιγούρες που είχαν μπει ήδη στον κήπο και με δυσκολία έπνιξε μια κραυγή. Κάποιοι έψαχναν για εκείνες, ή την κοπέλα που είχε βρει στον κήπο, και βρίσκονταν εξαιρετικά κοντά. -Κάποιοι είναι εκεί έξω, είπε η Λίζα. -Βρήκαν τα ίχνη μου, είπε η κοπέλα. Πρέπει να φύγω, δεν πρέπει να τους οδηγήσω σε' σενα. Η Λίζα ήταν τρομοκρατημένη αλλά αυτό δεν μπορούσε να το επιτρέψει, να βγει η τυφλωμένη κοπέλα έξω και να αντιμετωπίσει μόνη της τους εχθρούς της. Θυμήθηκε με φρίκη εκείνον που είχε δοκιμάσει να την σκοτώσει, και που θα το είχε πετύχει αν δεν είχε χτυπηθεί από... δεν ήξερε και η ίδια τι. Δεν θα άφηνε την κοπέλα αυτή να αντιμετωπίσει κάτι τέτοιο. Την σταμάτησε ενώ ψηλαφούσε τον τοίχο για να βρει το δρόμο για την έξοδο. -Δεν θα βγεις, είπε ψιθυριστά. Θα μείνουμε μέσα, μπορούν να μπουν στο σπίτι; -Ναι. Η Λίζα κοίταξε έξω, οι διώκτες τους είχαν πλησιάσει και μπορούσε να τους δει κάπως καθαρότερα. Ένα ρίγος την διαπέρασε, ήταν άνθρωποι δεν υπήρχε αμφιβολία, αλλά οι κινήσεις τους αργές και βεβιασμένες σαν να τις έκαναν ακούσια υπακούοντας σε κάποια πιο ισχυρή θέληση που είχε υποτάξει τη δική τους κινώντας τους σαν μαριονέτες. Τραβήχτηκε από το παράθυρο και ακούμπησε στον τοίχο, έκλεισε τα μάτια της απελπισμένη. Τι μπορούσαν να κάνουν δυο κορίτσια ενάντια σε μια ομάδα ανδρών έστω και αν εκείνοι κινούνταν αργά και κάπως σπασμωδικά; Έκλεισε τα μάτια της απελπισμένη. Ριψοκινδύνευσε άλλη μια ματιά έξω και αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια κραυγή. Οι διώκτες τους πλησίαζαν το σπίτι.

65


Σπίθες τινάζονταν από το ραβδί που κρατούσε ο εχθρός του Ροβέρτου καθώς απέκρουε τα αλλεπάλληλα χτυπήματα που του κατάφερνε ο Ιππότης και με τα δυο σπαθιά του. Τον είχε αναγκάσει να υποχωρήσει και τον έφερνε σε όλο και πιο δύσκολη θέση. Το σοκάκι αντηχούσε από τα χτυπήματα και φωτιζόταν από τις λάμψεις της μαγείας που χρησιμοποιούσε ο άλλος απέναντι στον Ροβέρτο. Η Ψυχή του Δαίμονα που κατείχε τον άνθρωπο αυτό ήταν αρκετά ισχυρή προικισμένη με δυνάμεις μαγείας αλλά ο Ροβέρτος απέκρουε με τα δυο σπαθιά τις ριπές ενέργειας που εξαπέλυε εναντίον του και αντεπιτεθόταν με επιδεξιότητα. Ο αντίπαλός του έκανε πίσω και έβγαλε μια υψίσυχνη κραυγή.

Ο Ίθαν του Ζίριον κοίταξε γύρω του το πεδίο της μάχης, οι γρύπες και οι αναβάτες τους κοίτονταν νεκροί. Ο Σάιμον επέδενε το χέρι του, είχε ένα βαθύ κόψιμο στο μπράτσο από το ράμφος ενός γρύπα. Ο Γκίντεον Νεμίνιον είχε απομακρυνθεί από το πεδίο της μάχης και είχε καθίσει στη ρίζα ενός δέντρου. Είχε μαζέψει τα πόδια του κάτω από το σώμα του και είχε κλείσει τα μάτια του. Φαινόταν βυθισμένος σε σκέψεις. Ο Ροδόλφος της Ασόν έψαχνε να βρει ένα σπαθί μιας και το δικό του είχε σπάσει στον αλυσιδωτό θώρακα ενός από τους αναβάτες των γρυπών. Ο Σάιμον τελείωσε με το τραύμα του και έκανε μερικές κινήσεις να δει κατά πόσο επηρέαζε τη μαχητική ικανότητά του. Πήγε προς το άλογό του και έδεσε στη σέλα το μικρό σακίδιό του. -Μπορούμε να ξεκινήσουμε; -Ναι, είπε ο Ίθαν. Ο Ροδόλφος κούνησε το κεφάλι του σε μια άηχη κατάφαση καθώς κοίταζε το εύρημά του. ένα μακρύ σπαθί σε πολύ καλή κατάσταση. -Γκίντεον; -Ναι πάμε, είπε εκείνος ενώ σηκωνόταν από το έδαφος. Πρέπει να βιαστούμε. Ο Μάικ βρίσκεται στα χέρια του Μπαγκράς. 66


-Πως το ξέρεις; ρώτησε ο Αλεξάντερ που βρισκόταν ήδη στη σέλα. -Επικοινώνησα με τους δικούς μας στη Νύλια. Κανένας γρύπας δεν πλησίασε τα εχθρικά στρατεύματα άρα αυτός που κουβαλάει τον Μάικ μπορεί να πήγε σε ένα μόνο μέρος. Το Αλκιμάρ. -Στο κάστρο του Μπαγκράς, είπε ο Σάιμον βλοσυρά. Δεν θέλω να φανταστώ τι θα του κάνει αυτό το κάθαρμα ο μάγος. -Πάμε, είπε ο Αλεξάντερ, δεν σταματάμε ως που να φτάσουμε στο Λόου Κόουβ. Ξεκίνησαν με γρήγορο καλπασμό οι πέντε τους παίρνοντας μαζί και το άλογο του Μάικ.

-Κεράφ Γκναχ! πρόφερε στη Σκοτεινή Γλώσσα ο αντίπαλος του Ροβέρτου και η άκρη του σιδερένιου ραβδιού του μεταμορφώθηκε σε ένα απαίσιο κεφάλι ερπετού με πύρινα μάτια και ορθάνοιχτα σαγόνια γεμάτα δόντια που έσταζαν δηλητήριο.

Ο

Ιππότης

τραβήκτηκε

πίσω

αποφεύγοντας

το

θανάσιμο

τραυματισμό και μετά χτύπησε με δύναμη και με τα δυο όπλα του. Το κεφάλι του ερπετού έπεσε τσακισμένο στο δάπεδο και ο άλλος άνδρας έκανε πίσω τρομοκρατημένος. Έβγαλε ακόμα μια υψίσυχνη κραυγή.

Η Λίζα κοίταξε την τραυματισμένη κοπέλα, είχε αρχίσει να τρέμει σαν να την διαπερνούσαν ρίγη. Πήγε κοντά της, την στήριξε και ρώτησε χαμηλόφωνα. -Είσαι άρρωστη; -Είναι αυτοί, είπε η κοπέλα, έρχονται για' σενα αλλά θέλουν και' μενα. Είμαι σαν... ρίγησε πριν συνεχίσει. Είμαι σαν εκλεκτή τροφή γι' αυτούς. -Να φύγουμε, είπε η Λίζα, έλα θα πάμε από την πόρτα της κουζίνας. Πέρασε το χέρι της γύρω από τη μέση της κοπέλας που την αγκάλιασε από τους ώμους και στηρίκτηκε πάνω της. Έκανε να κινηθεί προς τον διάδρομο

67


που οδηγούσε στην κουζίνα αλλά την σταμάτησε μια οιμωγή που δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο. Οι διώκτες τους είχαν περικυκλώσει το σπίτι. Η Λίζα σταμάτησε και μετά άφησε την άλλη κοπέλα απαλά να στηρικτεί στον τοίχο. Μια σκέψη, από εκείνες που η απελπισία φέρνει στο μυαλό των ανθρώπων, μια τελευταία ελπίδα εκεί που δεν υπάρχει καμία στην πραγματικότητα, είχε έρθει να καθοδηγήσει τις επόμενες κινήσεις της. Ίσως οι διώκτες τους περιμένοντας την κίνησή της είχαν μεταφερθεί στην πίσω πλευρά του σπιτιού. Πλησίασε εξώπορτα και κοίταξε έξω πολύ προσεκτικά. Τραβήκτηκε πίσω ουρλιάζοντας, σε απόσταση μερικών εκατοστών από το τζάμι βρισκόταν το πρόσωπο ενός από τους διώκτες τους. Το πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο από κάποιον ανείπωτο πόνο και στα μάτια του φώλιαζε το πιο βαθύ σκοτάδι. Εκείνος έβγαλε μια κραυγή καλώντας τους συντρόφους του. -Μας ανακάλυψαν, είπε η άλλη κοπέλα. -Εγώ φταίω, θρήνησε η Λίζα. Οι διώκτες τους άρχισαν να χτυπούν την πόρτα για να την ανοίξουν.

-Δεν θέλω να σκέφτομαι τι θα του κάνει ο μάγος μόλις τον πάρει στα χέρια του το φίλο σας, είπε ο Ροδόλφος της Ασόν και κούνησε το κεφάλι του. -Δεν θα τον σκοτώσει, όχι όλο αυτό έγινε για να τον πάρει αιχμάλωτο, είπε ο Γκίντεον. Δεν ξέρω το γιατί βέβαια. -Πως ξέρεις ότι δεν είναι νεκρός; -Θα το είχα αισθανθεί, είπε ο Ιππότης. Κάτι άλλο τον θέλει. Ο Μάικ είναι δυνατός αλλά ο Μπαγκράς είναι κτήνος, όσο πιο γρήγορα τον ελευθερώσουμε τόσο καλύτερα. Συνέχισαν να καλπάζουν ενώ έπεφτε άλλη μια φορά η νύχτα.

Η πόρτα κλονίστηκε και μετά οι διώκτες τους σταμάτησαν την προσπάθεια, σταμάτησαν να κάνουν οτιδήποτε. Δεν ακούγονταν καν. Η Λίζα 68


διακινδύνευσε να κοιτάξει έξω, οι διώκτες τους είχαν παραμείνει ακίνητοι και έδειχναν να ακούν κάτι. -Τι συμβαίνει; αναρωτήθηκε η κοπέλα.

Ο Ροβέρτος ήξερε. Ο αντίπαλος του είχε αποτραβηκτεί μακριά του με το ραβδί και το ένα μπράτσο του τσακισμένα. Έβγαλε μια κραυγή σαν την προηγούμενη καλώντας τους υπηρέτες του να τον υπερασπιστούν. -Θα πεθάνεις Ιππότη σύριξε. Ύψωσε το άθικτο χέρι του και έδειξε τον Ροβέρτο. Τυφλός να ζήσεις και τυφλός να υποφέρεις, πρόφερε την κατάρα αλλά ο Ιππότης ήταν προετοιμασμένος να την αντιμεωπίσει. -Το μίσος σου είναι μάταιο και η κατάρα σου κενή, απάντησε με έναν τόνο επιτακτικό. Ο αντίπαλός του φάνηκε να εξασθενεί από την αποτυχία της κατάρας του αλλά ένα χαμόγελο θριάμβου φάνηκε στα χείλη του. Ο Ροβέρτος αντέδρασε αστραπιαία και τινάκτηκε στο πλάι ακριβώς την κατάλληλη στιγμή για να μην τον πετύχει το πισώπλατο χτύπημα ενός από εκείνους που μέχρι πριν λίγο κατεδίωκαν την Λίζα, τους Σκλάβους. Κύλισε στο βρεγμένο οδόστρωμα αλλά σηκώθηκε πριν οι πολυάριθμοι τώρα αντίπαλοί του προλάβουν να τον καθηλώσουν στη δυσμενή αυτή θέση. Με τα δυο του σπαθιά ανά χείρας προχώρησε εμπρός χτυπώντας αλύπητα,

-Έφυγαν! Η Λίζα δεν είχε την δύναμη να πάει μέχρι την κοντινότερη πολυθρόνα. Γλύστρισε με την πλάτη στον τοίχο ως που βρέθηκε καθισμένη στο πάτωμα. Μάζεψε τα πόδια της κοντά στο σώμα της με τα γόνατά της στο στήθος και έγειρε το κεφάλι αποκαμωμένη. Έκλεισε τα μάτια της με τις σκέψεις να μπερδεύονται στο μυαλό της. Ποιος την κατεδίωκε; Ποιος μπορεί να ήθελε το θάνατό της; Δεν ήταν παρά ένα συνηθισμένο κορίτσι γιατί να θέλει κανείς να την σκοτώσει; Ακόμα και 69


οι συμμαθήτριές της στο σχολείο δεν την μισούσαν, απλά την έβλεπαν σαν εύκολο στόχο και σαν παιχνίδι. Είχε κάποιον εχθρό που δεν γνώριζε; Εχθρό μάλιστα που είχε συνάφεια με υπερκόσμιες δυνάμεις; Και αν ήταν έτσι τι ακριβώς είχε συμβεί απόψε; Ποιος την είχε βοηθήσει; Τι είχε συμβεί με τους διώκτες τους; Έτσι ξαφνικά είχαν φύγει, τι είχαν ακούσει; Κοίταξε την άλλη κοπέλα. Στεκόταν εκεί που την είχε αφήσει, καρτερικά σαν να περίμενε κάτι. -Μπορείς να μου πεις τι συμβαίνει; τη ρώτησε. Είπες ότι θα μου εξηγήσεις όσα ξέρεις.

Ο

Ροβέρτος

μαχόταν

με

την

συνηθισμένη

του

ταχύτητα

και

αποτελεσματικότητα. Αλλά κάθε του χτύπημα εδώ δεν είχε σαν συνέπεια αίμα και πόνο. Κάθε ένας από τους αντιπάλους του που υπέκυπτε στην ανώτερη πολεμική δεινότητά του διαλυόταν σε μια λεπτή σκόνη που παράσερνε ο άνεμος. Ήξερε το γιατί, ήταν Σκλάβοι, άνθρωποι που η Ψυχή του Δαίμονα είχε υποδουλώσει στην δική της θέληση. Η ζωτική τους δύναμη είχε εξανεμιστεί, ήταν ουσιαστικά νεκροί που κινούνταν από το δαιμονικό ον που τους είχε υποτάξει και έτσι τα σώματα τους διαλύονταν. Αντίθετα με τον άνθρωπο που είχε οικειοθελώς δεχθεί την Ψυχή του Δαίμονα οι Σκλάβοι ήταν ακούσιοι υπηρέτες. Εξ' αιτίας της έλλειψης ζωής και θέλησης δεν αποτελούσαν έναν τρόπο δημιουργίας αξιόμαχου στρατού αλλά χρησιμοποιούνταν από τα πλάσματαα του Σκότους για την προστασία τους. Αλλά όχι από το Ροβέρτο της Αβέρν, ο Ιππότης εξόντωσε όλους τους Σκλάβους και προχώρησε να εξοντώσει και τον υπεύθυνο του κακού. Ο αντίπαλός του είχε ανακάμψει όσο εκείνος μαχόταν με τπυς Σκλάβους και είχε καλέσει σε ενίσχυση και άλλες Ψυχές του Δαίμονα. Απτόητος ο Ροβέρτος προχώρησε στη μάχη με τα δυο σπαθιά του έτοιμα. Πρόφερε έναν ισχυρό εξορκισμό καθώς τα σκοτεινά πνεύματα του επιτίθονταν.

-Με λένε Διώνη, είπε η άλλη κοπέλα, 70


Είχε έρθει και είχε γονατίσει δίπλα στη Λίζα που εξακολούθουσε να είναι καθισμένη στο πάτωμα με την πλάτη στον τοίχο και τα πόδια μαζεμένα μπροστά της. Είχε ακουμπήσει το μέτωπο στα γόνατά της και άκουγε με τα μάτια κλειστά. Μετά την ένταση των όσων είχαν συμβεί είχε αναπόφευκτα έρθει η κόπωση και η Λίζα ένιωθε εξαντλημένη αλλά ταυτόχρονα περίμενε να μάθει γιατί είχαν συμβεί όλα αυτά τις τελευταίες ώρες. -Δεν είμαι άνθρωπος. Η Λίζα άνοιξε τα μάτια της και γυρισε να κοιτάξει την κοπέλα. αν της το έλεγε κάποιος μέχρι το ίδιο πρωί θα είχε γελάσει. Τώρα όμως, μετά από όσα είχε δει απόψε, δεν μπορούσε παρά να ριγήσει από το φόβο που ένιωσε να την καταλαμβάνει. Αλλά η κοπέλα αυτή δε φαινόταν επικίνδυνη. Φαινόταν ευάλωτη και το μόνο άτομο που αυτήν την τρομακτική νύχτα φαινόταν να είναι με το μέρος της. -Δεν είσαι; ρώτησε. -Όχι, και δεν είμαι από αυτόν τον κόσμο. Αλλά οι δυνάμεις του Σκότους δείχνουν να σε θέλουν και αποφάσισα να κάνω ό,τι μπορώ για να σε προστατεύσω από αυτούς. Χωρίς μεγάλη επιτυχία ως τώρα. Αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ για' σενα, δεν θα... Σταμάτησε και έδειξε να αφουγκράζεται μακρινούς ήχους. -Τι είναι; Επιστρέφουν; ρώτησε η Λίζα με τρόμο να φωλιάζει και πάλι στην ψυχή της. -Δεν θα επιστρέψουν ποτέ, όχι αυτοί. Ο Ροβέρτος της Αβέρν το φρόντισε αυτό. Και τώρα μάχεται... μακάρι να μπορούσα να τον βοηθήσω. -Ποιος είναι ο Ροβέρτος. Από τον κόσμο σου; -Από τον κόσμο μου ναι, αλλά δεν είναι σαν εμένα εκείνος είναι άνθρωπος. Στον κόσμο μας το Σκοτάδι απειλεί να σκεπάσει τα πάντα. Αυτή τη στιγμή επικρατεί ειρήνη αλλά αυτό είναι πολύ προσωρινό. Δεν ξέρω γιατί σε θεωρούν τόσο σημαντική αλλά το έχουν αντιληφθεί και οι Ιππότες για να βρίσκονται εδώ. Αυτό που σου επιτέθηκε ήταν μια Ψυχή του Δαίμονα. Είναι το πνεύμα κάποιου 71


που πέθανε υπηρετώντας το σκοτάδι και επέστρεψε για να συνεχίσει να το κάνει. Κυριεύουν ανθρώπους για το σκοπό αυτό, κάποιους που έχουν κακή προαίρεση και μετά δημιουργούν ακόλουθους που υποδουλώνουν χάρη στις δυνάμεις τους σαν αυτούς που είδες. -Ένας τέτοιος σε τραυμάτισε; ρώτησε η Λίζα. -Ναι, απάντησε η Διώνη. Κατάλαβε ότι σε προστάτευα και με χτύπησε. -Λυπάμαι, είπε η Λίζα και το εννοούσε. Δεν θέλω να υποφέρουν άλλοι για' μενα. -Θα επουλωθούν τα τραύματά μου, μην φοβάσαι. Μόνο λίγη ανάπαυση θα χρειαστώ. -Δεν θα ξαναγυρίσουν; -Όχι, ο Ιππότης τους εξόντωσε όλους και μάλλον θα εξοντώσει και τον κύριό τους. Η Λίζα σηκώθηκε με κόπο από το πάτωμα. -Ας κοιμηθούμε τότε λίγο τώρα που μπορούμε.

Ο Ροβέρτος στάθηκε για μια στιγμή, τώρα ήταν μόνος του με τον μοχθηρό αντίπαλό του. Με τα δυο σπαθιά του έτοιμα προχώρησε μπροστά εναντίον του. Εκείνος είχε επωφεληθεί από την ανάπαυλα που είχε κερδίσει θυσιάζοντας τους ακολούθους του για να θεραπεύσει το τραυματισμένο χέρι του και τώρα κρατώντας το ραβδί του ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει και πάλι τον Ιππότη. Ύψωσε το ραβδί και πρόφερε μια κατάρα. Παρά το καίριο χτύπημα που είχε καταφέρει ο Ροβέρτος νωρίτερα το ραβδί φαινόταν να διατηρεί τη μαγική δύναμή του. Μια πορφυρή φλόγα τινάκτηκε από την άκρη του. Ο Ιππότης την απέκρουσε με τα σπαθιά του και πριν προλάβει ο αντίπαλος του να επαναλάβει την επίθεση τον έφτασε και χτύπησε και με τα δυο όπλα του. Στάθηκε στο σοκάκι ενώ το σώμα του αντιπάλου του διαλυόταν σε μια λεπτή σκόνη που την παρέσυρε ο δυνατός αέρας. Θηκάρωσε τα όπλα του κάτω 72


από το μανδύα του. Τώρα δεν υπήρχε τίποτα που να θυμίζει τη σκληρή μάχη που είχε διεξαχθεί εδώ. «Αλλά και κανένα ίχνος από τον Ραμίρ,» σκέφθηκε δύσθυμα ο Ιππότης, θα έπρεπε να ξεκινήσει το ψάξιμο από την αρχή. Και από που; Άφησε το σοκάκι με κατεύθυνση το τελευταία γνωστή που είχε πάρει ο Ραμίρ. Μαζί με μια κοπέλα αν όντως τον είχε δει εκείνη η γριά ζητιάνα. Δεν ένιωθε τίποτα άλλο τώρα, σαν ήταν και πάλι όλα όπως έπρεπε σε αυτόν τον κόσμο κάτι που σίγουρα δεν ίσχυε. Κάποιος ήξερε για τους Ιππότες και τον κόσμο τους, Κάποιος είχε συνάψει συμμαχία με τις δυνάμεις του Σκότους αν δεν ανήκε ο ίδιος σε αυτές. Κάποιος που ήθελε να αιχμαλωτίσει τον Ραμίρ. Κοντοστάθηκε, ναι είχε ένα στοιχείο να ακολουθήσει. Έβγαλε από την τσέπη του το ηλεκτρονικό πάσο που είχε πάρει από τον άνδρα στην υπόγεια διάβαση. Ναι είχε ακόμα ένα ίχνος να ακολουθήσει.

Η Λίζα περπατούσε σε ένα στενό ορεινό μονοπάτι. Δεν ήταν όμως η έφηβη κοπέλα που είχε βρεθεί αντιμέτωπη με τον θάνατο απόψε, ήταν ένα κοριτσάκι οκτώ ετών. Όπως τη νύχτα που είχε πρωτοδεί αυτό το όνειρο. Στην άκρη του, εκεί που το μονοπάτι έστριβε ακολουθώντας την καμπύλη του βουνού δεν απλωνόταν το γαλανό του ουρανού αλλά φαινόταν σαν να είχε σχιστεί ο ουρανός και από το άνοιγμα ερχόταν ένα θερμό λευκό φως. Το κοριτσάκι που τότε ήταν η Λίζα έτρεξε προς το θελκτικό αυτό φως. Κοίταξε μέσα από το άνοιγμα και είδε να απλώνεται μπροστά της σαν ζωντανός χάρτης ένας άλλος κόσμος, με πόλεις και χωριά, θάλασσες και ψηλά όρη. Ήταν και πάλι ο εαυτός της, κοίταξε τον κόσμο αυτόν που είχε ονειρευτεί τότε, αυτόν τον ίδιο που πάντα ονειρευόταν. Αντίκριζε ένα πανόραμα αυτού του κόσμου λουσμένου σε ένα χρυσό φώς. Από το φως στο σκοτάδι. Το σκοτεινό σημείο τράβηξε το βλέμμα της. Φάνηκε να έλκει την προσοχή της και τώρα που το είχε προσέξει ερχόταν προς το μέρος της, το έβλεπε από πιο κοντά. Ήταν ένα νησί βυθισμένο μόνιμα σε μια σκιά κάτω από τα σύννεφα μιας μανιασμένης καταιγίδας και πάνω του ένα κάστρο με βαρύτατη οχύρωση. Πέρασε τα τείχη σαν να μην είχαν καμία υπόσταση και βρέθηκε να κοιτάζει μια αίθουσα που την έκανε να τρομάξει. Ήταν σκοτεινή και 73


μακρόστενη χωρίς παράθυρα με τους τοίχους καλυμμένους με αποκρυφιστικά σύμβολα. Στη μια πλευρά βρισκόταν ένας τεράστιος θρόνος φτιαγμένος από μαύρο μάρμαρο. Δίπλα του, πάνω σε ένα βάθρο σκαλισμένο στη μορφή ενός χυδαίου, γκροτέσκου όντος, βρισκόταν μια μεγάλη μαύρη σφαίρα. Στο θρόνο ήταν καθισμένος ένας αδύνατος μαυροφορεμένος άνδρας με το ένα χέρι του απλωμένο στη σφαίρα. Η προσοχή του ήταν στραμμένη στο πλάι της αίθουσας όπου ήταν ένα σιδερένιο κλουβί με μια κοπέλα κλεισμένη σ' αυτό. -Άδικα περιμένεις. Δεν θα έρθει για' σενα Φιντέλια, είπε ο άνδρας που δεν ήταν άλλος από τον Μπαγκράς. Σε εγκατέλειψε. Η κοπέλα που στεκόταν στο κλουβί όρθια με τα χέρια της να σφίγγουν τα κάγκελα τον κοίταξε. Ήταν τρομοκρατημένη αλλά απάντησε αν και η φωνή της έτρεμε. -Δεν θα έρθει να πέσει στα χέρια σου. Ξέρει πως είμαι πρόθυμη να πεθάνω για εκείνον. -Τι συγκινητικό, κάγχασε ο μάγος. Δεν είναι έτσι, δεν θα έρθει. Σε εγκατέλειψε. Τα λόγια του έδειξαν να πονάνε την κοπέλα. Δεν ήταν ορατό αλλά η Λίζα μπορούσε να νιώσει πως ο Μπαγκράς τρεφόταν από τον πόνο της Φιντέλια. Η οδύνη της τον δυνάμωνε. - Η αγάπη σου είναι μάταια και η ελπίδα σου χαμένη, είπε χαιρέκακα ο μάγος. -Ν' αμφιβάλλεις ότι τ' αστέρια είναι φωτιά ν' αμφιβάλλεις για την αλήθεια και το ψέμα αλλά ποτέ μην αμφιβάλλεις για την αγάπη. Ο Μπαγκράς πρόφερε μια βλαστήμια και στράφηκε προς την κατεύθυνση της φωνής όπως και η Φιντέλια. Στη μέση της αίθουσας, απέναντι από τον θρόνο βρισκόταν μια μεγάλη σφαίρα αιωρούμενη ένα μέτρο περίπου από το έδαφος. Στο εσωτερικό της καθισμένος βρισκόταν ένας άνδρας με τα πόδια μαζεμένα κάτω από το σώμα του και με τα χέρια του να ακουμπάνε στα γόνατά του. Το 74


κεφάλι του ήταν γερμένο μπροστά και δεν έβλεπε τα χαρακτηριστικά του παρά μόνο τα ξανθά μαλλιά του που ήταν λερωμένα με αίμα. Ο άνδρας αυτός ήταν αιχμάλωτος του μάγου που τον είχε ήδη υποβάλλει σε μια σειρά από δοκιμασίες και βασανιστήρια που δεν είχαν λυγίσει τον αιχμάλωτο. -Δεν έχεις οικογένεια, δεν έχεις σπίτι, δεν έχεις τίποτα! φώναξε με μίσος ο μάγος και άγγιξε τη σφαίρα δίπλα του. Η Λίζα δεν μπορούσε να τη δει αλλά ένιωσε την επίθεση που εξαπέλυσε ο μάγος στον αιχμάλωτό του. Εκείνος την απέκρουσε και, προς μεγάλη της έκπληξη, το βλέμμα του καρφώθηκε στο δικό της. -Είδες ήδη πολλά Ονειρεύτρια, άκουσε τη φωνή του στο μυαλό της, απαλή και φιλική. Πήγαινε πίσω πριν σε αντιληφθεί ο Μπαγκράς. Δεν θα μπορέσω να σε προστατέψω όπως με την Ψυχή του Δαίμονα. Η εικόνα μπροστά στα μάτια της άρχισε να θολώνει. -Ποιος είσαι; ρώτησε. -Ονομάζομαι Μάικ ο Τελευταίος Άρχοντας Της Χαμένης Πόλης. Η απάντηση τη συνόδεψε στην πορεία προς το συνειδητό και το ξύπνημα.

75


Κεφάλαιο Πέμπτο

Το Λόου Κόουβ ήταν ένα μικρό χωριουδάκι χτισμένο στην ακτή του Κόλπου Των Εθνών ονομασμένου έτσι γιατί πέντε διαφορετικά έθνη μοιράζονταν τις ακτές του. Ήταν απλωμένο κατά μήκος της ακτής και οι κάτοικοί του ήταν κατά κύριο λόγο ψαράδες. Έχοντας ζήσει όλη τους τη ζωή μέσα και δίπλα στο υγρό στοιχείο δεν φοβούνταν τίποτα από όσα υπήρχαν σ' αυτό πέρα από ένα και μοναδικό πράγμα, το καταραμένο νησί του Αλκιμάρ. Το νησί ήταν πολύ κοντά στο χωριό και όπως το έβλεπαν σκεπασμένο με τα αιώνια σύννεφα της καταιγίδας δεν χρειάζονταν τίποτα άλλο για να πιστέψουν όσα λέγονταν για το Σκοτεινό κύριό του. Δεν μιλούσαν συχνά γι' αυτό και όποτε το έκαναν το έκαναν χαμηλόφωνα και προσέχοντας μην τους ακούει κανείς. Την ώρα που έφταναν στο χωριό ο Ροδόλφος της Ασόν και οι τέσσερεις Ιππότες το σκοτάδι είχε πέσει και οι κάτοικοι του χωριού μαζεύονταν από τις δουλειές τους στα σπίτια τους για το δείπνο και τον ύπνο που θα τους ξεκούραζε από τον καθημερινό τους μόχθο. Κάποιοι λίγοι είχαν μαζευτεί στην μοναδική ταβέρνα του Λόου Κόουβ. Οι πέντε ταξιδιώτες δεν σταμάτησαν αλλά προχώρησαν στο λιμανάκι του χωριού. Εκεί ξεπέζεψαν και ο Γκίντεον Νεμίνιον προχώρησε σε ένα κοντινό σπίτι. Χτύπησε την πόρτα και όταν του άνοιξε ένας ηλικιωμένος άνδρας με άσπρα μαλλιά που έπεφταν ατημέλητα στους ώμους του, άρχισε να του μιλάει στην τοπική διάλεκτο. Επέστρεψε κοντά στους υπόλοιπους μετά από μερικά λεπτά. -Θα αφήσουμε εδώ τα άλογά μας και θα πάρουμε το μικρό πλοιάριό του. -Είστε ναυτικοί; ρώτησε ο Ροδόλφος. Γιατί εγώ δεν ξέρω τίποτα από ναυσιπλοΐα. -Ο Ίθαν με τον Αλεξάντερ θα καταφέρουν να το οδηγήσουν στο Αλκιμάρ. Είπα ακόμα το πρώι να δηλώσει κλοπή του πλοίου, συνέχισε ο Γκίντεον, αν αποτύχουμε στην αποστολή μας δεν χρειάζεται να υποστεί την οργή του Μπαγκράς γιατί μας έδωσε το μέσο να πάμε στο νησί.

76


-Δεν θα αποτύχουμε, είπε ο Σάιμον. Ξεκίνησαν για την ξύλινη αποβάθρα όπου βρισκόταν το μεταφορικό τους μέσον προς το καταραμένο νησί.

Ο Ροβέρτος δυσκολεύτηκε να βρει το κτίριο, που ήταν γνωστό σε πολλούς από τους κατοίκους της περιοχής, γιατί δεν ήθελε να ρωτήσει κάποιον φοβούμενος μην τραβήξει την προσοχή ενός εχθρού που υπερείχε σε αριθμό. Όταν το βρήκε σταμάτησε σε ένα απόμερο σημείο παρατηρώντας το. Δεν φαινόταν διαφορετικό από τα γύρω κτίρια και δεν υπήρχαν σημάδια ότι συνέβαινε κάτι. Αλλά το αισθανόταν ότι είχε έρθει στο σωστό μέρος. Υπήρχε μια αύρα κακού τόσο έντονη και πνιγηρή σαν να στεκόταν στον καπνό μιας μεγάλης πυρκαγιάς. Κοίταξε αυτούς που έμπαιναν και έβγαιναν στο κτίριο, κυρίως το πρώτο τόσο πρωί. Δεν είχε ανακαλύψει κάτι το ασυνήθιστο, άνθρωποι που έρχονταν στη δουλειά τους ή για κάποιο θέμα τους εδώ. Κάποιοι ήταν θυμωμένοι, μνησικακούσαν και έβριζαν από μέσα τους αλλά ήταν απλά φορτωμένοι με τις ανθρώπινες αδυναμίες δεν υπηρετούσαν τις δυνάμεις του Σκότους. Μετά από αρκετή ώρα παρατήρησης αποφάσισε να εισχωρήσει στο κτίριο. Έπρεπε να μάθει τι συνέβαινε και το ένιωθε πως οι απαντήσεις που αναζητούσε βρίσκονταν εδώ. Πλησίασε την εντυπωσιακή γυάλινη είσοδο έτοιμος να παραμερίσει το μανδύα του και να τραβήξει τα όπλα του αν δεχόταν επίθεση. Η πόρτα άνοιξε με ένα απλό σπρώξιμο και ο Ιππότης βρέθηκε σε ένα μικρό χώρο ανάμεσα σε δυο πόρτες και στάθηκε. Υπήρχαν δυο κάμερες ασφαλείας που κατέγραφαν τις κινήσεις του όπως στεκόταν στο χαλί με το σταμπαρισμένο WELCOME. Δίπλα στην πόρτα υπήρχε μια εσοχή με ένα κόκκινο φωτάκι. Ο Ροβέρτος μάντεψε ότι είχε να κάνει κάτι με το αντικείμενο που είχε πάρει από τον άνδρα στην υπόγεια διάβαση αλλά δεν ήξερε πως να το χρησιμοποιήσει. Έπρεπε ωστόσο να κάνει κάτι, δεν μπορούσε να παραμείνει εκεί, θα τραβούσε την προσοχή και θα ήγειρε υποψίες.

77


Σήκωσε το χέρι του και χτύπησε την πόρτα ήσυχα. Δυο άνδρες της ασφάλειας τον κοίταξαν με περιέργεια. Έβγαλε από την τσέπη του το ηλεκτρονικό πάσο. -Κάτι έπαθε, είπε, δεν κάνει τίποτα. Οι δυο άνδρες κοιτάκτηκαν και μετά ο ένας άνοιξε την πόρτα. Ο Ροβέρτος μπήκε γνέφοντας το ευχαριστώ του. -Δώσε να δω, είπε ο ένας από τους άνδρες, αν μπορώ να το φτιάξω. Ο Ιππότης του έδωσε το ηλεκτρονικό πάσο και προχώρησε προς τη σκάλα διασχίζοντας το εντυπωσιακό φουαγιέ. Δεν φάνηκε να τραβάει την προσοχή. Κόντευε να φτάσει στη μεγάλη σκάλα όταν ένιωσε κάτι σκληρό να ακουμπάει στην πλάτη του και μια φωνή να ψιθυρίζει στο αυτί του: -Νόμιζες ότι είσαι πιο έξυπνος από' μας ε; Προχώρα ήσυχα τώρα αν δεν θες να σε εκτελέσω επί τόπου.

Μια ομοβροντία αστραπόβροντων ικανών να τρομάξουν και τον γενναιότερο άνδρα τους υποδέκτηκε καθώς πλησίαζαν το καταραμένο νησί του Αλκιμάρ και ο άνεμος δυνάμωνε κάνοντας το πλοιάριο να κλυδωνίζεται άγρια. Οι δυο άρχοντες του Ζίριον κατάφερναν να το κυβερνούν όμως οδηγώντας το προς έναν όρμο που διέκριναν κάτω από τα σύννεφα της καταιγίδας. -Πλησιάζουμε, είπε ο Σάιμον. -Θυμηθείτε, είπε ο Γκίντεον Νεμίνιον ήρεμα αλλά αρκετά δυνατά ώστε να ακούγεται πάνω από τη βοή των κυμάτων, πρέπει να βρούμε τον Μάικ πριν αντιμετωπίσουμε τον Μπαγκράς. Πρέπει να περάσουμε απαρατήρητοι ως τότε. Με έναν μαλακό, πνιχτό ήχο το πλοιάριο άγγιξε την αμμώδη ακτή. Είχαν φτάσει, μια απόκοσμη οιμωγή τους υποδέκτηκε.

Ο Ροβέρτος με την κάνη του πιστολιού στην πλάτη του προχώρησε προς τον ανελκυστήρα όπως του υπέδειξαν οι αιχμαλωτιστές του. Δεν είχε παραδοθεί, 78


κάθε άλλο. Περίμενε την πρώτη ευκαιρία να αντιδράσει. Τα μάτια του κατέγραφαν την κάθε κίνηση γύρω του και ήταν σε ετοιμότητα να εκμεταλλευτεί και την πιο ελάχιστη ευκαιρία για να ξεφύγει από τα χέρια των εχθρών του. Πλησιάζοντας τον ανελκυστήρα κοίταξε την αστραφτερή μεταλλική πόρτα. Μελέτησε την εικόνα που έβλεπε στην αντανάκλαση στην επιφάνειά της. Εκτός από τον έναν που τον σημάδευε υπήρχαν ακόμα δυο άνδρες που ήταν οπλισμένοι αν και δεν κρατούσαν φανερά τα όπλα τους. Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν στο θαλαμίσκο, έσπρωξαν τον Ιππότη στην πίσω πλευρά με το πρόσωπό του στραμμένο στο τοίχωμα του. Τώρα το όπλο δεν πίεζε την πλάτη του. Ο Ροβέρτος διακινδύνευσε μια κλεφτή ματιά πάνω από τον ώμο του. Οι τρεις άνδρες έδειχναν αρκετά χαλαρωμένοι, σίγουροι πως είχαν τον έλεγχο της καταστάσεως. Αντέδρασε με την ταχύτητα που τον χαρακτήριζε πάντα στη μάχη. Τίναξε το δεξί του χέρι σφιγμένο σε γροθιά και πέτυχε τον άνδρα που βρισκόταν πιο κοντά του στο πρόσωπο. ένας ξερός ήχος τον ενημέρωσε ότι είχε σπάσει την μύτη του αντιπάλου του που διπλώθηκε στα δύο βογγώντας. Ταυτόχρονα τράβηξε με το άλλο χέρι του τον δεύτερο από τους άνδρες προς το κέντρο του θαλαμίσκου, ανάμεσα στον ίδιο και σε εκείνον που κρατούσε το πιστόλι που δεν πυροβόλησε από φόβο μήπως και χτυπήσει το σύντροφό του. Ο Ροβέρτος έσπρωξε τον έναν πάνω στον άλλο και στη σύγχιση που ακολούθησε ξεθηκάρωσε τα όπλα του. Μερικά χτυπήματα και ήταν ο μόνος ζωντανός μέσα στον ανελκυστήρα που σταμάτησε την κάθοδό του. Η πόρτα άνοιξε και ο Ροβέρτος αντίκρισε ένα αναπάντεχο θέαμα.

Ο Ραμίρ άνοιξε τα μάτια του νιώθοντας ανανεωμένος. Αν και το προηγούμενο πρωί με τα όσα είχαν προηγηθεί είχε αργήσει να ξυπνήσει, ήταν από εκείνους που ξυπνούν νωρίς. Κοίταξε γύρω με προσοχή μην ξυπνήσει την Γιαρμίλα, όλα ήταν όπως το βράδυ όταν κοιμήθηκε. Αλλά κάτι τον ανησυχούσε. Σαν κάτι να μην ήταν όπως έπρεπε. Η Γιαρμίλα κοιμόταν ήρεμα, με μια γαλήνη που σπάνια απλωνόταν στο πρόσωπό της αν και ο Ιππότης δεν μπορούσε να το

79


ξέρει αυτό. Είχε μετακινηθεί στον ύπνο της και είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στο στέρνο του. Την μετακίνησε με προσοχή για να μην ξυπνήσει και τη σκέπασε με το μανδύα του. Σηκώθηκε όρθιος και τεντώθηκε να ξεμουδιάσει. Πολύ αργά θυμήθηκε το τραυματισμένο χέρι του αλλά δεν μπόρεσε να σταματήσει την κίνησή του. Παρά το τι περίμενε δεν πόνεσε, ούτε καν μια ενόχληση. Κοίταξε το τραύμα, και έκπληκτος διαπίστωσε πως είχε επουλωθεί πλήρως. Ψηλάφησε το τραύμα, δεν είχε μείνει κανένα ίχνος. Το παραπονεμένο κλαψούρισμα της Κάτκα τον απέσπασε από την εξέταση του τραύματος. Πήγε κοντά στο κοριτσάκι που κοιμόταν, είχε κλάψει στον ύπνο της. Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το κεφάλι της μικρούλας. -Κοιμίσου ήσυχα κοριτσάκι, δεν θα επιτρέψω σε τίποτα να σε βλάψει. Ένα μαγικό δέσιμο ακόμα λύθηκε. Έμενε πια μόνο ένα, το τελευταίο και ισχυρότερο. Ο Μπαγκράς ούρλιαξε με ανήμπορη λύσσα.

-Μάικ ο Τελευταίος Άρχοντας της Χαμένης Πόλης, ψιθύρισε η Λίζα ξυπνώντας. Ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω το μικρό της δωμάτιο ακόμα νυσταγμένη. Όλα ήταν όπως κάθε πρωί. Το γραφείο με την μικρή της βιβλιοθήκη στον απέναντι τοίχο, η σχολική τσάντα της δίπλα του, η ντουλάπα με τα ρούχα της στα πόδια του κρεβατιού. Έτριψε τα μάτια της και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Διέσχισε με λίγα βήματα το δωμάτιό της και άνοιξε την πόρτα που έβγαζε στο διάδρομο που ένωνε τα δωμάτια του σπιτιού. προχώρησε στο χωλ όπου στον καναπέ είχε ξαπλώσει να κοιμηθεί η Διώνη. Η μυστηριώδης κοπέλα στεκόταν κοντά στην πόρτα και κοίταζε έξω. -Διώνη; Η άλλη κοπέλα γύρισε και την κοίταξε. “Βλέπει,” διαπίστωσε με έκπληξη η Λίζα. Τα γαλανά μάτια της έλαμπαν με μια εσωτερική ένταση. 80


-Συμβαίνει κάτι; Κινδυνεύουμε; -Όχι αυτήν την στιγμή. -Ξέρεις ποιος είναι ο Μάικ; ρώτησε η Λίζα και διηγήθηκε τι είχε δει. -Ναι, ξέρω, είπε η Διώνη. Είναι ένας πολεμιστής με μεγάλη αφοσίωση στον αγώνα κατά του Σκότους. Και...... Η Λίζα δεν άκουσε τη συνέχεια της φράσης της άλλης κοπέλας, το δωμάτιο γύρω της άρχισε να χάνεται σαν μια εικόνα που ξεθωριάζει στο δυνατό φως του ήλιου αλλά με τη διαδικασία να ολοκληρώνεται σε δευτερόλεπτα. Ένα άλλον περιβάλλον αντικατέστησε το γνώριμο του σπιτιού της. Δεν ήταν φιλόξενο ή οικείο αλλά ήταν γνωστό γιατί το είχε ξαναδεί. Βρισκόταν στη μεγάλη αίθουσα του μάγου στο Αλκιμάρ. Κοίταξε γύρω της, δεν είχε αλλάξει τίποτα από την προηγούμενη φορά που είχε δει αυτό το φρικτό δωμάτιο. Η κοπέλα παρέμενε ακόμα στο κλουβί, ήταν ξαπλωμένη στο δάπεδο κουλουριασμένη σε εμβρυακή στάση. Ο αιχμάλωτος στην αιωρούμενη σφαίρα ήταν στην ίδια στάση με τα μάτια κλειστά. Στράφηκε προς τη θέση του μάγου και μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της. Τα μαύρα σαν την άβυσσο μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω της.

Το κάστρο του Αλκιμάρ καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας του νησιού και λίγα σημεία ήταν ακάλυπτα και αφρούρητα, οι πέντε επιδρομείς είχαν βρει ένα τέτοιο όχι μακριά από την πύλη του κάστρου. Ασφάλισαν το πλοιάριό τους και μετά κινήθηκαν με προσοχή ανάμεσα στους βράχους της ακτής. Το ότι δεν υπήρχαν σκοποί δεν σήμαινε ότι δεν υπήρχαν περίπολοι. Προπορευόταν ο Σάιμον και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι. Ο Ιππότης διάλεγε τη διαδρομή τους φροντίζοντας να παραμένουν κρυμμένοι από το κάστρο και έχοντας τις αισθήσεις του σε επιφυλακή για να αποφύγει τον αιφνιδιασμό από κάποια περίπολο. Φτάσανε κοντά στην πύλη. Ήταν ανοιχτή αλλά δεν διακρινόταν τίποτα πέρα από αυτή στο πηχτό σκοτάδι. 81


-Είναι υπερβολικά εύκολο, ψιθύρισε ο Αλεξάντερ. -Ίσως είναι παγίδα, είπε ο Ροδόλφος. -Αν είναι θα πρέπει να την στρέψουμε προς όφελός μας, είπε ο Σάιμον. Κινήθηκαν γρήγορα στο στενό ανοιχτό χώρο προς την πύλη. Είχαν όλοι τραβήξει τα όπλ τους και ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν. Ο Σάιμον προπορευόταν ακόμα και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι. Είχαν φτάσει στην αψίδα της πύλης όταν ένα φως φάνηκε. -Ποιος είναι εκεί; ρώτησε μια τραχιά φωνή. Το χαρακτηριστικό κλικ μιας βαλίστρας που οπλίζει τη συνόδευσε.

Ακόμα και για τον Ροβέρτο που δεν είχε πείρα από τα κτίσματα αυτού του τόσο διαφορετικού κόσμου, ήταν φανερό πως αυτό που έβλεπε μπροστά του δεν ήταν το αναμενόμενο υπόγειο ενός κτιρίου. Μπροστά του απλωνόταν ένας χώρος που προφανώς ήταν φυσικός εξώστης σε ένα μεγαλύτερο σπήλαιο. Ο Ιππότης πλησίασε την άκρη του φυσικού αυτού εξώστη και κοίταξε κάτω. Το σπήλαιο ήταν αρκετά μεγάλο και ευρύχωρο για έναν μικρό στρατό. Σκάλες λαξευμένες στο βράχο κατέβαιναν από το σημείο που στεκόταν στο σπήλαιο κάτω. Ήταν άδειο αλλά φωτιζόταν από πυρσούς τόσο πολύ σαν να είχε παράθυρα που να έφερναν το φως από έξω. Δεν υπήρχαν σύμβολα ή αντικείμενα που να πρόσφεραν την παραμικρή ένδειξη για τη χρήση αυτής της σπηλιάς αλλά οι αισθήσεις του τον προειδοποιούσαν πως βρισκόταν σε ένα χώρο μεγάλου κακού. Όταν κοίταξε την απέναντι άκρη του σπηλαίου είδε την απάντηση. Στο τοίχωμα του σπηλαίου ήταν σκαλισμένη μια αψίδα. Ήταν φανερό πως είχε πρώτα λειανθεί ο τοίχος για να μπορεί να σκαλιστεί η αψίδα με όλη την περίτεχνη διακόσμηση και τα σύμβολα που την κοσμούσαν. Φαινόταν σαν μάταιος τόσος κόπος για μια αψίδα που δεν οδηγούσε πουθενά. Αλλά ο Ροβέρτος ήξερε καλύτερα. Αυτό που έβλεπε εδώ ήταν η προσπάθεια να ανοιχτεί μια

82


Σκιώδης Πύλη, μια δίοδος που ένωνε τον κόσμο του με αυτόν τον κόσμο, η ίδια δίοδος με την οποία ο ίδιος και ο Ραμίρ είχαν έρθει εδώ. Υπήρχαν συγκεκριμένοι άνθρωποι που μπορούσαν να ανοίξουν με τις δυνάμεις τους μια πύλη ανάμεσα στους κόσμους. Αλλά υπήρχε και ένας ακόμα τρόπος που απαιτούσε την τέλεση τόσο φρικαλέων πράξεων που έσχιζαν την ίδια την υφή του σύμπαντος. Μπροστά στην αψίδα υπήρχε ένας αιματοβαμμένος βωμός. Είχαν ήδη τελέσει θυσίες, προχωρούσαν με το ανίερο τελετουργικό. Τι μπορούσε να κάνει τώρα; Άκουσε πίσω του τις πόρτες του ανελκυστήρα να κλείνουν και το θαλαμίσκο να ανεβαίνει. Ήταν παγιδευμένος εδώ κάτω.

Ο Μπαγκράς έβγαλε μια τρομερή κραγή και το χέρι του άγγιξε τη μαύρη σφαίρα δίπλα του, μια τρομερή έκλυση δυνάμεως ξεχύθηκε από τη σφαίρα και τινάκτηκε προς το μέρος της Λίζας που φώναξε τρομαγμένη αλλά η μαγική δύναμη την προσπέρασε και χτύπησε την αιωρούμενη σφαίρα. Ο Τελευταίος Άρχοντας της Χαμένης Πόλης δεν έδειξε να πονάει ή να υποφέρει αλλά στα μάτια του φάνηκε η προσπάθεια που κατέβαλλε για να αμυνθεί από την επίθεση αυτή. Η κοπέλα τον κοίταξε και ξαφνικά ήξερε. αν και δεν μπορούσε να καταλάβει το πως, ότι από τη στιγμή που είχε βρεθεί στο Αλκιμάρ βρισκόταν συνεχώς σε επιφυλακή για να αντέχει την επίθεση του σκοτεινού μάγου και να αντεπιτίθεται. Ήταν πιασμένοι σε μια θανάσιμη πνευματική μονομαχία. Ο μάγος είχε αιχμαλωτίσει τον αντίπαλό του και τον κρατούσε στην σφαίρα αλλά δεν τολμούσε να χαλαρώσει την επαγρύπνισή του γιατί θα δραπέτευε και τότε θα τον σκότωνε. Διαισθάνθηκε την οργή του Μπαγκράς για κάτι που είχε συμβεί κάπου αλλού. Ο μάγος ξεστόμισε μια κατάρα και πήρε το ραβδί του που ήταν στερεωμένο δίπλα στο θρόνο. Σημάδεψε τον Μάικ. Πρόφερε μια κατάρα ενώ το άλλο άγγιζε τη μαύρη σφαίρα. Ο Ιππότης γέλασε.

83


-Δεν το ήξερες Μπαγκράς; Αθώα ψυχή απαλλαγμένη από την κακία είναι αντίδοτο για πολλά δεσίματα. -Αλλά για αυτό δεν υπάρχει αντίδοτο! ούρλιαξε ο Μπαγκράς και μια φλόγα τινάχτηκε από το ραβδί του προς τον Μάικ.

Ο Ραμίρ ένιωσε να τον τυλίγει μια δίνη χρωμάτων σαν να είχε μετατραπεί ξαφνικά ο κόσμος σε ένα καλειδοσκόπιο. Έκλεισε τα μάτια του και περίμενε να περάσει αυτή η αποπροσανατολιστική αίσθηση. Τα άνοιξε και συνειδητοποίησε πως ήξερε τώρα ποιος ήταν. Θυμόταν και πάλι. Δεν είχε τις δυνάμεις του αλλά τώρα πια η μνήμη του δεν ήταν χαμένη στο σκοτάδι. Κοίταξε την Κάτκα. -Ευχαριστώ μικρούλα, είπε. Έλυσες τα δεσίματα του Μπαγκράς. Σου υπόσχομαι να σε προστατεύσω όσο θα είμαι σε αυτόν τον κόσμο. -Τι εννοείς; Ο Ραμίρ στράφηκε και κοίταξε την Γιαρμίλα που είχε ξυπνήσει και είχε απορήσει με τα λόγια που εκείνος είχε απευθύνει στην κοιμισμένη αδερφή της. -Ξέρω ποιος είμαι. Τώρα θυμάμαι. Πήγε και κάθισε κοντά στην κοπέλα και της εξήγησε ποιος ήταν και πως είχε βρεθεί να περιπλανιέται στους δρόμους της πρωτεύουσας. -Σίγουρα σου φαίνονται παράξενα όλα αυτά και εξωπραγματικά. Αλλά δεν είμαι τρελός, σε βεβαιώνω. -Το ξέρω, είπε ήσυχα η Γιαρμίλα, δεν είσαι τρελός. Θα δυσκολευόμουν να σε πιστέψω υπό άλλες συνθήκες αλλά έχω αποδείξεις. Είδα να εμφανίζεται από το πουθενά ένας άλλος άνδρας που ξέρω ότι αναζητούσε εσένα. Το τραύμα σου θεραπεύθηκε με ένα… δεν ξέρω και' γω τι ενώ κανονικά ήθελες επέμβαση και ράμματα. Σε πιστεύω. -Ευχαριστώ... ξεκίνησε ο Ραμίρ αλλά η Γιαρμίλα τον σταμάτησε. -Εγώ σε ευχαριστώ, αν δεν ήσουν εσύ θα είχα απελαθεί.

84


-Εξ' αιτίας μου αναγκάστηκες να αφήσεις το σπίτι σου και κινδυνεύετε, αντέτεινε ο Ιππότης. -Έτσι κι' αλλιώς κινδυνεύουμε, είπε η Γιαρμίλα, με τον τρόπο που ζούμε. Αλλά τουλάχιστον αυτός ο κινδυνος αξίζει τον κόπο. Έμειναν να κοιτάζονται στα μάτια. Τη μαγεία έσπασαν τα ποδοβολητά κάτω στο ισόγειο. Δεν ήταν πια μόνοι στο κτίριο.

Ένας άνδρας εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πύλης κρατώντας μια βαλίστρα και έναν δαυλό. Ο Σάιμον όρμηξε μπροστά αποφασισμένος να τα παίξει όλα για όλα. -Εσύ είσαι Γκαρούδ; Πόσες φορές σου έχω πει να λες το σύν... Ο άνδρας αντελήφθηκε την σκιά που ερχόταν προς το μέρος του και έκοψε την φράση στη μεση της λέξης. Έριξε το δαυλό που κρατούσε και σήκωσε τη βαλίστρα σε θέση βολής. Τράβηξε τη σκανδάλη αλλά ο Σάιμον ήταν πια πολύ κοντά. Παραμέρισε τη βαλίστρα και τον άρπαξε από το λαιμό ενώ κατέφταναν και οι υπόλοιποι. Έκρυψαν το πτώμα σε μια σκοτεινή γωνιά και προχώρησαν στο εσωτερικό του κάστρου. Νεκρική ησυχία επικρατούσε στους διαδρόμους του και προχώρησαν χωρίς να συναντήσουν κανέναν. -Δεν μου αρέσει αυτό. Ακόμα και με τα στρατεύματά του στη Νύλια ο μάγος θα έπρεπε να έχει αρκετούς και εδώ. Κάτι σκαρώνει, είπε ο Αλεξάντερ του Ζίριον. -Συμφωνώ, είπε ο αδερφός του, καμία ιδέα για το προς τα που πρέπει να πάμε; -Ναι, είπε ο Γκίντεον. Σίγουρα ο Μπαγκράς θα έχει φροντίσει για τη μέγιστη ασφαλή κράτηση του φίλου μας και ξέρω που θα τον έχει αλλά πρέπει να βρούμε το δρόμο για εκεί. 85


-Κάποιος έρχεται, είπε ο Σάιμον που προπορευόταν. Κοίταξαν γύρω για κάποια κρυψώνα. Βήματα ακούστηκαν να έρχονται βιαστικά και από πίσω τους. -Μάλλον θα χρειαστεί να πολεμήσουμε, είπε ο Ροδόλφος της Ασόν.

Ο Ροβέρτος κοίταξε γύρω του το σπήλαιο. Δεν υπήρχε άλλη έξοδος πέρα από αυτή που είχε κλειστεί μόλις γι' αυτόν. Δεν απελπίστηκε, το γεγονός πως είχε παγιδευτεί εδώ κάτω σήμαινε πολύ απλά πως θα έπρεπε να πολεμήσει για να μείνει ζωντανός και ελεύθερος. Δεν θα αργούσαν να αντιληφθούν ότι είχε ξεφύγει και να στείλουν κάποιους να τον βρουν. Τότε θα είχε την ευκαιρία να αποδράσει. Αναρωτήθκε αν μπορούσε να κάνει κάτι να εμποδίσει τα σχέδια εκείνων που ετοιμάζονταν να ανοίξουν μια Σκιώδη Πύλη εδώ. Θυμήθηκε κάτι που είχε διδαχθεί πολλά χρόνια πριν όταν ήταν ακόμα ένας νεαρός δόκιμος. Η καταστροφή του βωμού δεν θα κατέστρεφε τα σχέδιά τους αλλά θα τα καθυστερούσε σημαντικά. Κατέβηκε στο σπήλαιο. Η θερμοκρασία εδώ παρά τους δαυλούς ήταν πολύ πιο χαμηλή και το κρύο έκανε την αναπνοή του να βγαίνει σαν υδρατμός. Προχώρησε προς το βωμό με την απόφαση να τον ισοπεδώσει αλλά σταμάτησε μετά από μερικά βήματα. Ο βωμός προστατευόταν από ένα ισχυρό μαγικό πεδίο, δεν μπορούσε να το διαπεράσει για να τον καταστρέψει. Επέστρεψε πάλι στον εξώστη. Ακριβώς εκείνη την στιγμή άκουσε τον ανελκυστήρα να καταφτάνει.

-Τι έγινε; ρώτησε η Γιαρμίλα καθώς ο Ραμίρ τιναζόταν όρθιος και ξεθηκάρωνε τη σπάθα του. -Μας βρήκαν, απάντησε ο Ιππότης και έτρεξε στη σκάλα όπου φαινόταν ήδη το κεφάλι του πρώτου από τους αντιπαλους του. Τον χτύπησε με τη σπάθα ενώ η Γιαρμίλα έτρεχε να πάρει στην αγκαλιά της την Κάτκα. Το κοριτσάκι ξύπνησε από την κραυγή του άνδρα καθώς γκρεμιζόταν από τη σκάλα και 86


ξέσπασε σε λυγμούς. Η Γιαρμίλα την έσφιξε στο στήθος της ψιθυρίζοντας καθησυχαστικά. Στη σκάλα ο Ραμίρ μαχόταν με θάρρος και αποτελεσματικά, εμπόδιζοντας τους εχθρούς του να ανέβουν στο πατάρι και να τον κυκλώσουν και καταφέρνοντας θανάσιμα πλήγματα. Δεν φαινόταν να κουράζεται και δεν δείλιαζε παρά τον αριθμό των εχθρών του. Μια δεύτερη ομάδα ανδρών μπήκε στο κτίριο κουβαλώντας μια μεγάλη σκάλα και την τοποθέτησε έτσι ώστε να δίνει πρόσβαση στο πατάρι. Αμέσως μετά οι αντίπαλοί του άρχισαν να ανεβαίνουν και απ' αυτή. Ο Ιππότης έκανε πίσω για να μπορεί να αντιμετωπίζει τους άνδρες και από τις δυο σκάλες αλλά γρήγορα βρέθηκε κυκλωμένος. Συνέχισε να μάχεται ως που μια ψυχρή φωνή είπε: -Πέτα το όπλο σου αλλιώς θα πεθάνει. Δυο άνδρες είχαν ακινητοποιήσει την Γιαρμίλα και την Κάτκα. Ένας τρίτος κρατούσε ένα μαχαίρι στο λαιμό του κοριτσιού. Ο Ραμίρ δεν δίστασε, ήξερε πολύ καλά τι θα έκανε. Η Γιαρμίλα όμως είχε άλλη γνώμη. -Μην παραδοθείς. Άσε' μας. Ο Ραμίρ έριξε τη σπάθα του στο τσιμεντένιο δάπεδο και ακούστηκε ένας υπόκωφος ήχς σαν να έπεφτε κάτι πολύ πιο βαρύ ή μεγάλο. Οι αντίπαλοί του έσπευσαν να του δέσουν τα χέρια. Τους οδήγησαν και τους τρεις σε ένα μικρό βαν. Τους έριξαν στο πίσω μέρος και αμέσως ξεκίνησε με ταχύτητα.

-Όχι! Καθαρά από ένστικτο η Λίζα άπλωσε το χέρι της να εμποδίσει τη φλόγα που είχε τιναχτεί από το ραβδί του Μπαγκράς να χτυπήσει τον Μάικ. Η φλόγα προς μεγάλη της έκπληξη άγγιξε το χέρι της και άλλαξε πορεία. Τυλίκτηκε γύρω από το χέρι της σαν να ήταν ζωντανό ον. Μια βλαστήμια ξέφυγε από τα χείλη του Μπαγκράς που σηκώθηκε όρθιος. Άρπαξε το ραβδί του και προχώρησε προς την

87


αιωρούμενη σφαίρα. Η Λίζα πισωπάτησε τρομαγμένη αλλά ο Μάικ τη σταμάτησε. -Μη φοβάσαι, ο Μπαγκράς δεν μπορεί να σε δει. Το σώμα σου βρίσκεται πίσω στον κόσμο σου, είσαι εδώ μόνο με το πνεύμα σου. Και αυτό δεν μπορεί να το δει, τον εμποδίζω εγώ. Αν και κατάλαβε τώρα ότι κάτι συμβαίνει. Ο μάγος πρόφερε μια κατάρα και μια ριπή ενέργειας χτύπησε τη σφαίρα που έλαμψε με ένα απόκοσμο φως καθώς ο Ιππότης επιστράτευε τις δυνάμεις του για να αμυνθεί. -Δεν μπορείς να μας σταματήσεις, είπε ο μάγος.

Είχαν βρεθεί σε έναν στενό διάδρομο ανάμεσα σε δυο περιπόλους που η κάθε μια υπερτερούσε σε αριθμό ανδρών δυο προς έναν. Αλλά αρνήθηκαν να παραδοθούν αμαχητί και επιτέθηκαν στους εχθρούς τους αμέσως μόλις εκείνοι εμφανίσθηκαν. Τους αιφνιδίασαν και κατάφεραν να σκοτώσουν μερικούς πριν οι αντίπαλοί τους συνέλθουν από το ξάφνιασμα. Μετά μια σκληρή και πείσμονα μάχη άναψε. Οι τέσσερεις Ιππότες και ο Ροδόλφος πολεμούσαν με μένος. Εκείνοι γιατί ήταν ταγμένοι σε έναν σκοπό που θα υπηρετούσαν ακόμα και πεθαίνοντας, εκείνος για να σώσει την κοπέλα που αγαπούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Οι δυο δίδυμοι κύριοι του Ζίριον αποτελούσαν θανάσιμο συνδιασμό, είχαν μόνοι τους αναλάβει την μια πλευρά της μάχης αντιμετωπίζοντας τη μια περίπολο. Ο Αλεξάντερ προχωρούσε μπροστά ενώ ο Ίθαν κάλυπτε τα νώτα του. Οι δυο Ιππότες είχαν αποδεκατίσει την περίπολο και έφταναν στον αρχηγό της όταν μια νέα ομάδα φρουρών εμφανίστηκε. Ο Αλεξάντερ όρμηξε πάνω τους εξολοθρεύοντας τους δυο από τους τέσσερεις και μπλοκάροντας τα υψωμένα ξίφη των άλλων δυο με τη σπάθα του. -Σπαθί! φώναξε στον αδερφό του που έσπευσε να τινάξει ένα από τα πεσμένα στο δάπεδο όπλα των αντιπάλων τους. Ο Αλεξάντερ το έπιασε στον αέρα και με μια ρευστή κίνηση τραυμάτισε θανάσιμα και τους δυο αντιπάλους του.

88


Πίσω τους ο Σάιμον αποτελείωσε τους τελευταίους αντιπάλους χρησιμοποιώντας τη σπάθα του αλλά και αυτή του Μάικ που την κουβαλούσε ως που να την επιστρέψει στον κύριό της. Σιγή επικράτησε μόλις έμειναν και πάλι μόνοι τους στο διάδρομο. Κανένας άλλος δεν φαινόταν να έχει αντιληφθεί την παρουσία τους εδώ. Συνέχισαν στο διάδρομο μέχρι που έφτασαν σε μια αψίδα που ανοιγόταν σε μια μεγάλη αίθουσα. Το θέαμα ήταν αναπάντεχο. Η μεγάλη αίθουσα ήταν γεμάτη με στρατιώτες ανθρώπινης και μη προέλευσης παρατεταγμένους σε τακτικές σειρές. Ήταν όλοι έτοιμοι για μάχη ντυμένοι με πανοπλίες και πάνοπλοι με σπαθιά και τσεκούρια. -Δύναμη εφόδου, ψιθύρισε ο Σάιμον. -Εφόδου που; είπε ο Ροδόλφος και έδειξε την αψίδα που ήταν στην άλλη πλευρά της αίθουσας σκαλισμένη στον τοίχο. Δεν υπάρχει άλλη έξοδος από την αίθυσα παρά μόνο από' δω. -Υπάρχει, είπε ο Γκίντεον αλλά δεν πρόλαβε να εξηγήσει. Ένας περίεργος ήχος πέτρας που τρίβεται σε πέτρα ακούστηκε και ο τοίχος δεξιά τους, που αποτελούσε το πίσω μέρος της αίθουσας που έβλεπαν, άρχισε να υποχωρεί κυλώντας στο πλάι. Το άνοιγμα που όλο πλάταινε οδηγούσε στην αίθουσα του Μπαγκράς και ο μάγος στεκόταν σ' αυτό. -Φιντέλια, είπε ο Ροδόλφος έχοντας διακρίνει την αγαπημένη του φυλακισμένη ακόμα στο κλουβί κοντά στο θρόνο του μάγου. Ο Γκίντεον τον έπιασε από τον ώμο για να προλάβει κάποια αυθόρμητη κίνηση. -Δεν θα τη βοηθήσεις αν σκοτωθείς.

Ο Ροβέρτος στάθηκε ακριβώς μπροστά από τον ανελκυστήρα και μόλις άνοιξε η πόρτα επιτέθηκε. Οι αντίπαλοί του που δεν περίμεναν να βρεθεί εκεί μπροστά τους αιφνιδιάσθηκαν και δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν. Ο Ιππότης μετέφερε γρήγορα τα πτώματα των εχθρών του σε ένα σκοτεινό φυσικό κοίλωμα πίσω από το φρεάτιο του ανελκυστήρα και επέστρεψε στο θαλαμίσκο. 89


Στο πάτωμα ήταν πεσμένος ένας μικρός φορητός ασύρματος. Ο Ροβέρτος τον πήρε στο χέρι του και τον κοίταξε αναρωτώμενος ποια ήταν η χρησιμότητά του. Μια κρύα φωνή που έδινε διαταγές του έλυσε την απορία. -Το προσωπικό να αφεθεί να φύγει, πείτε τους ότι σχολάμε νωρίς σήμερα γιατί έχει γενέθλια το αφεντικό. Συγκεντρωθείτε κάτω, φέρτε τους αιχμαλώτους. Ήταν η ευκαιρία να δραπετεύσει αλλά δεν θα το έκανε. Το ότι συγκεντρώνονταν όλοι εδώ σήμαινε ότι έρχονταν να ανοίξουν την πύλη και αυτό έπρεπε να το εμποδίσει. Υποψιαζόταν εξ' άλλου πως στους αιχμαλώτους συμπεριλαμβανόταν και ο Ραμίρ. Λογικό συμπέρασμα αφού στη θυσία για το άνοιγμα της πύλης θύμα θα ήταν κάποιος με δύναμη, δύναμη που θα θυσιαζόταν για την γέννεση της πύλης. Ο Ροβέρτος κρύφτηκε στις σκιές και περίμενε. Θα ελευθέρωνε τον Ραμίρ και μαζί θα σταματούσαν τα σχέδια αυτών που ετοίμαζαν μια μαζική εισβολή στον κόσμο αυτό.

-Πάνω στην ώρα, είπε ο Μάικ στο μυαλό της Λίζας. Ήρθαν ενισχύσεις. Ένα βούκινο ακούστηκε να ηχεί κάπου μακριά και ένα δεύτερο απάντησε από πιο κοντά. -Τους κατάλαβαν, είπε ο Μάικ. Ποδοβολητά ακούστηκαν στο διάδρομο. Ο Μπαγκράς κοίταξε προς την είσοδο και εντόπισε τους Ιππότες. Με ένα μοχθηρό γέλιο ύψωσε το ραβδί του καλώντας τους φρουρούς του με ένα ξόρκι. -Ονειρεύτρια, είπε ο Μάικ, έλα κοντά μου. Γρήγορά δεν έχουμε χρόνο, Η Λίζα κοίταξε τη σφαίρα που κρατούσε αιχμάλωτο τον Ιππότη. Κλαγγές όπλων και ουρλιακτά ακούγονταν από το διάδρομο όπου οι Ιππότες και ο Ροδόλφος μάχονταν κυκλωμένοι από τους στρατιώτες του μάγου. Ο Μπαγκράς είχε διατάξει τη φρουρά του να τους εξοντώσει αλλά τα παρατεταγμένα

90


στρατεύματα είχαν διαταχθεί να μείνουν στη θέση τους. Η κοπέλα κοίταξε τον Μάικ και μετά την αιωρούμενη φυλακή του. -Δεν θα σε βλάψει, δεν εμποδίζει την είσοδο. Την έξοδο εμποδίζει και αυτό μόνο σε' μενα που έχω το υλικό μου σώμα. -Αν δεν έχω σώμα γιατί ακόμα με αντιλαμβάνομαι έτσι; -Η ψυχή είναι άυλη, δεν έχει μορφή για να αντιληφθείς. Έλα κοντά μου, δεν έχουμε πολύ χρόνο. Η Λίζα δίστασε και κοίταξε πάλι το σημείο όπου οι πέντε πολεμιστές αντιμετώπιζαν την επίθεση των αντιπάλων τους. Ήταν πολύ καλοί μαχητές αλλά είχαν κυκλωθεί από μεγάλο αριθμό εχθρών και πολλοί ακόμα περίμεναν να τους επιτεθούν. Ο Σάιμον είχε ήδη τραυματιστεί αλλά συνέχιζε να μάχεται μαζί με το Ροδόλφο και τον Γκίντεον. Ο Ίθαν και ο Αλεξάντερ είχαν αποκοπεί πιο πέρα αλλά στέκονταν πλάτη με πλάτη για να καλύπτουν τα νώτα τους και μάχονταν με μια θανατηφόρα αποτελεσματικότητα που τρόμαζε τους αντιπάλους τους. -Έλα, είπε ξανά ο Μάικ. Η Λίζα τον κοίταξε και ξαφνικά χωρίς να ξέρει το γιατί και το πως ένιωσε κάτι να την ενώνει μαζί του και είδε το παρελθόν του, μακροχρόνιο και γεμάτο αγώνα κατά των δυνάμεων του Σκότους. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν θα της έκανε ποτέ κακό, ούτε θα της έλεγε ποτέ ψέμματα για να πετύχει το σκοπό του. Προχώρησε προς την αιωρούμενη σφαίρα.

Τους είχαν βάλει σε ένα μικρό δωμάτιο χωρίς έπιπλα και χωρίς άλλο άνοιγμα πέρα από την πόρτα απ' όπου είχαν μπει. Η Γιαρμίλα και η Κάτκα κάθισαν στο δάπεδο, ο Ραμίρ πηγαινοερχόταν στον κλειστό χώρο αναζητώντας μια οδό διαφυγής. Η Γιαρμίλα τον κοιτούσε αμίλητη αλλά σηκώθηκε ξαφνικά και τον έπιασε από το μπράτσο. -Σταμάτα, είπε επιτακτικά, φθείρεις τον εαυτό σου. Ο Ραμίρ στάθηκε και την κοίταξε. Η κοπέλα χαμήλωσε το βλέμμα. 91


-Και με κάνεις να νιώθω πιο ένοχη, πρόσθεσε απαλά. -Ένοχη; Γιατί; -Σε αιχμαλώτισαν εξαιτίας μου, είπε η κοπέλα. Δεν θα σε έπιαναν αν δεν αναγκαζόσουν να παραδοθείς για να μην σκοτώσουν την Κάτκα. Ο Ραμίρ στράφηκε ώστε να είναι ακριβώς αντικριστά της. -Δεν φταις εσύ, είπε ήσυχα. Ποτέ δεν θα δεχόμουν να σώσω τη ζωή μου θυσιάζοντας μια αθώα ψυχή, μια μάλιστα που της χρωστάω. -Αυτήν την ευγενική σκέψη θα την πληρώσεις ίσως με τη ζωή σου, είπε η Γιαρμίλα και δάκρυα εμφανίστηκαν στα μάτια της. -Ίσως, είπε ο Ραμίρ, αλλά ακόμα δεν έγινε αυτό. Και δεν θα πέσω χωρίς να πολεμήσω. -Ελπίζω να πεθάνω εγώ πριν το δω αυτό, είπε σιγανά η Γιαρμίλα, δεν θα το αντέξω να σε δω να πεθαίνεις. Ο Ραμίρ την αγκάλιασε. Εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του αντλώντας παρηγοριά και δύναμη από την επαφή αυτή. -Μη χάνεις την ελπίδα σου, είπε ο Ιππότης, ακόμα δεν χάθηκαν όλα. Η κοπέλα ύψωσε το βλέμμα της για να διαπιστώσει πως εκείνος την κοιτούσε, μόλις λίγα εκατοστά τους χώριζαν και ο Ραμίρ τα πέρασε γέρνοντας προς το μέρος της. Τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της απαλά και η Γιαρμίλα παραδόθηκε σε αυτό το πρώτο της φιλί που δινόταν χωρίς συμφέρον, μόνο επειδή το ήθελε. Ένιωσε ξαφνικά ασφαλής, προστατευμένη. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του Ραμίρ και το φιλί τους παρατάθηκε αλλά μόλις για μια στιγμή. Η πόρτα άνοιξε με κρότο και οι αιχμαλωτιστές τους επέστρεψαν ντυμένοι με μαύρους μανδύες. Βγήκαν από το δωμάτιο και τους οδήγησαν στον ανελκυστήρα, το μεγάλο κτίριο είχε τώρα πια ερημώσει. Η Γιαρμίλα πήρε την Κάτκα στην αγκαλιά της και ρίγησε καθώς άκουσε τα βήματά τους να αντηχούν στο άδειο φουαγιέ.

92


Πρόσεξε ότι ένας από τους άνδρες είχε τη σπάθα του Ραμίρ, μετά κοίταξε λοξά τον ίδιο. Το είχε προσέξει και εκείνος.

Η Λίζα πλησίασε την αιωρούμενη σφαίρα και στάθηκε για μια στιγμή, ύστερα την άγγιξε, η αίσθηση ήταν δυσάρεστη, σαν να είχε βυθιστεί σε πάγο σε τέτοιο βαθμό που το κρύο να την καίει. Η σκοτεινή δύναμη του μάγου την κύκλωσε και αισθάνθηκε να επικοινωνεί με το μυαλό του Μπαγκράς, μια ειδεχθής αίσθηση μιας και δεν υπήρχε εκεί παρά μίσος και κακία. Η δοκιμασία της ήταν στιγμιαία και μετά βρέθηκε στο εσωτερικό της σφαίρας δίπλα στον Ιππότη που είχε κλείσει τα μάτια του και ακουμπούσε τα χέρια του στα γόνατά του, ένιωθε πως συγκέντρωνε τις δυνάμεις του. -Κοίτα την αψίδα Ονειρεύτρια, της είπε ήσυχα. Τι βλέπεις; Η Λίζα κοίταξε την αψίδα που ήταν σκαλισμένη στον τοίχο και μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της. Γιατί αντίθετα με τους υπόλοιπους δεν έβλεπε τον τοίχο αλλά πέρα από την αψίδα. Και αυτό που έβλεπε την τρόμαζε, έβλεπε ένα σπήλαιο με έναν αιματοβαμμένο βωμό κοντά στην άλλη πλευρά της αψίδας και άνδρες με μαύρους μανδύες παρατεταγμένους μπροστά του. -Τι... τι είναι αυτό; ψιθύρισε. -Κάτι που συμβαίνει στον κόσμο σου και δεν θα έπρεπε, είπε ο Ιππότης, και που θα πάψει. Αλλά πρώτα πρέπει να τελειώσει αυτό που γίνεται εδώ. Η Λίζα στράφηκε να τον κοιτάξει αλλά ο Ιππότης είπε βιαστικά: -Μην αποστρέφεις το βλέμμα σου από την Πύλη αυτή Ονειρεύτρια, είσαι η μόνη που βλέπει πέρα από αυτή. Κράτα ανοιχτή αυτή τη δίοδο για' μενα λίγο και όλα θα τελειώσουν. Η Λίζα ένιωσε το μυαλό του να αγγίζει το μυαλό της, ένιωσε τη δύναμή του, μια δύναμη το ίδιο μεγάλη σαν του Μπαγκράς αλλά στραμμένη στο να πολεμάει το σκοτάδι και να προστατεύει όσους το είχαν ανάγκη. Τον αισθάνθηκε να συγκεντρώνεται και να στρέφει αυτήν του τη δύναμη στην αψίδα.

93


Μόλις βγήκαν από τον ανελκυστήρα ο Ραμίρ ρίγησε, ακόμα και χωρίς τις ανώτερες δυνάμεις των Ιπποτών μπορούσε να νιώσει το κακό και το σκοτάδι που μαζευόταν στο σπήλαιο αυτό. Ένας από τους άνδρες με τους μαύρους μανδύες άρπαξε την Κάτκα από τα χέρια της Γιαρμίλα, το κοριτσάκι ξέσπασε σε κλάματα, κάτι που έκανε την αντίσταση της κοπέλας ακόμα εντονότερη. Πάλευε με νύχια και με δόντια να ξεφύγει από τους άνδρες που την κρατούσαν. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή της αναταραχής διάλεξε ο Ροβέρτος για να επέμβει. Με τα δυο σπαθιά του ήδη τραβηγμένα επιτέθηκε σκορπώντας τον όλεθρο. Ελευθέρωσε τον Ραμίρ σωριάζοντας τους άνδρες που τον κρατούσαν νεκρούς. -Ροβέρτο! Πάνω στην ώρα! είπε ο Ραμίρ. Έσπευσε να ανακτήσει το όπλο του και να μπει στη μάχη και προχώρησε να ελευθερώσει τη Γιαρμίλα και την Κάτκα. Έφτασε γρήγορα στην κοπέλα αλλά η Κάτκα ήταν τώρα ακουμπισμένη στο βωμό και ένας άνδρας με μαύρο χιτώνα, του είδους που πολύ καλά αναγνώριζαν ο Ραμίρ και ο Ροβέρτος, εκφωνούσε μαγικές επικλήσεις με ένα στιλέτο να αιωρείται πάνω από το λαιμό της.

Ο Σάιμον μπλόκαρε με το σπαθί του την επίθεση ενός αντιπάλου και του έριξε μια γροθιά με το ελεύθερο χέρι του σπάζοντάς του κυριολεκτικά τα μούτρα αφού ο αντίπαλός του έπεσε βογκώντας με σπασμένη μύτη και το ένα ζυγωματικό. Η λάμα ενος σπαθιού πέρασε δίπλα στο πρόσωπό του και ένιωσε το θανατηφόρο φιλί του ατσαλιού που χάραξε το μάγουλό του. Ο Ροδόλφος της Ασόν πρόλαβε και μπλόκαρε το χτύπημα του πολεμιστή ενώ ο Σάιμον ανακτούσε την ισορροπία του και περνούσε στην αντεπίθεση εναντίον του παραλίγο δολοφόνου του. Λίγο πιο πέρα ο Ίθαν και ο Αλεξάντερ κατάφερναν να ανοίξουν μια δίοδο ανάμεσα στα στίφη των εχθρών για να ενωθούν με τους συντρόφους τους. -Πρέπει να κάνουμε κάτι και γρήγορα, είπε ο Αλεξάντερ, δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα με όλους αυτούς.

94


-Έχεις κάποια ιδέα; ρώτησε ο αδερφός του αλλά η φωνή του χάθηκε σε έναν εκκωφαντικό ήχο που κανένας τους δεν είχε ξανακούσει. Ένα εκτυφλωτικό μπλε φως γέμιζε την αψίδα τώρα. Κανείς τους δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο και το φως αυτό, που έμοιαζε με το φως που βλέπει κανείς όταν είναι κάτω από την επιφάνεια του νερού και κοιτάζει προς τα πάνω, τους μάγευε, ασκούσε μια περίεργη έλξη πάνω τους. -Έγινε! κραύγασε σαν μανιακός ο Μπαγκράς. Ο δρόμος είναι ανοιχτός για να κατακτήσουμε αυτόν τον κόσμο. Εμπρός! Περάστε για τη δόξα των Αρχόντων Του Σκότους. Οι παρατεταγμένοι στρατιώτες του μάγου άρχισαν να προχωρούν, να περνάνε στο φως και να εξαφανίζονται. Οι τέσσερεις Ιππότες και ο Ροδόλφος δεν είχαν χρόνο να παρακολουθούν το θέαμα πολεμούσαν για τη ζωή τους ενώ το παρανοικό γέλιο του μάγου ακουγόταν πάνω από τους ήχους της μάχης.

Ο Ραμίρ και ο Ροβέρτος μάχονταν με πείσμα και με θανατηφόρα αποφασιστικότητα προσπαθώντας να φτάσουν στην Κάτκα πριν να είναι αργά. Η Γιαρμίλα παρακολουθούσε με δάκρυα στα μάτια, χλωμή σαν πεθαμένη, την προσπάθεια για τη διάσωση της αδερφής της. Είχε προσπαθήσει και η ίδια να βοηθήσει αλλά αδυνατούσε να τα βάλει με τους οπλισμένους ακόλουθους του μάγου. Ωστόσο οι δυο Ιππότες τους είχαν φέρει σε δεινή θέση. Έπεφταν ο ένας μετά τον άλλο ενώ ο κύριός τους δεν μπορούσε να τους βοηθήσει καθώς η προσοχή του έπρεπε να παραμείνει αδιάσπαστα στραμμένη στο δύσκολο έργο που εκτελούσε. Οι ακόλουθοι είχαν απομείνει λίγοι και οι δυο Ιππότες ήταν κοντά στο βωμό. Θα προλάβαιναν όμως να σώσουν την Κάτκα από το μαχαίρι που ήδη άγγιζε το λαιμό της;

Τα τελευταία στρατεύματα του μάγου πέρασαν μέσα από το φως που θα τους οδηγούσε σε έναν άλλο κόσμο. Ο Μπαγκράς έβγαλε μια θριαμβευτική κραυγή και έκανε μια κίνηση με το ραβδί του. Τα κάγκελα γύρω από τη Φιντέλια 95


εξαφανίστηκαν και εκείνη μεταφέρθηκε μπροστά στο μάγο. Με ένα άγριο γέλιο ο εκείνος τράβηξε μέσα από τα ρούχα του ένα ασημένιο στιλέτο. Το ύψωσε πάνω από την Φιντέλια την οποία είχε ρίξει ήδη στα γόνατα. Με μια άγρια κραυγή ο Ροδόλφος ρίχτηκε ανάμεσα στους αντιπάλους του σε μια απέλπιδα προσπάθεια να φτάσει κοντά στην αγαπημένη του. Ο Μπαγκράς γέλασε μανιασμένα καθώς αντελήφθηκε αυτήν την ηρωική κίνηση. Το φως μέσα στην αψίδα έσβησε και το γέλιο του μάγου κόπηκε απότομα. -Δεν είναι δυνατόν, μούγκρισε.

Ο Ροβέρτος πολεμούσε με μανία, ήταν ίδιος άγγελος του θανάτου ντυμένος στα μαύρα και σκορπώντας το θάνατο στους αντιπάλους του. Ο Ραμίρ δίπλα του μαχόταν με πείσμα παρά το μειονέκτημα της απώλειας των δυνάμεών του. Ακόμα και έτσι ήταν ικανότατος πολεμιστής αλλά στερούταν της ευκαιρίας να σταματήσει τη δολοφονία της Κάτκα για έναν ανίερο σκοπό από απόσταση. Πιο πίσω η Γιαρμίλα παρακολουθούσε με τρόμο την υπερπροσπάθεια των Ιπποτών να σώσουν την αδερφή της. «Γιατί να νοιάζεσαι; άκουσε ξαφνικά την φωνή του μάγου στο μυαλό της, άσε τη να πεθάνει. Θα απαλλαγείς από το βάρος της, ελεύθερη να ζήσεις μια νέα ζωή δική σου εξ' ολοκλήρου. Ο Ραμίρ Γκάνελον είναι άρχοντας και θα είσαι ευτυχισμένη μαζί του. Αρκεί να αφήσεις την Κάτκα να πεθάνει.» -Όχι! ούρλιαξε η Γιαρμίλα. Δεν θα αντάλασσα την Κάτκα με οποιαδήποτε ευτυχία. Για εκείνη θα έκανα τα πάντα. «Αν ήσουν μόνη δεν θα είχες πάρει το δρόμο που πήρες.» -Την αγαπώ και δεν μετανιώνω για όσα έκανα για εκείνη, δεν θα ήθελα να ζούσα χωρίς εκείνη. «Ζήσε χωρίς αυτήν τότε!» Ο μάγος σήκωσε το αστραφτερό στιλέτο και ετοιμάστηκε να το κατεβάσει στο λαιμό της Κάτκα.

96


-Τι βλέπεις τώρα Ονειρεύτρια; ρώτησε ο Μάικ και η Λίζα που κοίταζε έντρομη τον Μπαγκράς να σημαδεύει με το στιλέτο του την Φιντέλια έστρεψε το βλέμμα της στην αψίδα. Ήταν και πάλι μια απλή αψίδα σκαλισμένη στον τοίχο. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια κραυγή έκπληξης που μετατράπηκε σε επιφώνημα τρόμου καθώς ο Μπαγκράς κατέβαζε το στιλέτο του προς την Φιντέλια. Ο Ροδόλφος έφτασε ακριβώς εκείνη τη στιγμή και όρμηξε στον μάγο. Εκείνος με ένα νεύμα τον τίναξε μακριά. Στράφηκε και πάλι προς τη Φιντέλια που κοίταζε τον αγαπημένο της. -Η ζωή της δεν σου ανήκει Μπαγκράς! Ο μάγος γύρισε και είδε τον Μάικ να τον κοιτάζει βλοσυρός. Ύστερα κοίταξε την αψίδα όπου είχε υπάρξει για λίγο Πύλη. -Εσύ! Εσύ το έκανες. -Τα στρατεύματά σου χάθηκαν στη Λήθη, Μπαγκράς, Ο Σάιμον που κουβαλούσε τη σπάθα του Μάικ έκρινε πως ο φίλος του τώρα θα τη χρειαζόταν και με την ηράκλεια δύναμή του την πέταξε προς το μέρος του. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και η σπάθα ήρθε σε αυτό. Μόλις άγγιξε την αιωρούμενη σφαίρα τη διάλυσε τόσο εύκολα σαν να ήταν απλά σαπουνόφουσκα. Ο Μάικ άρπαξε το όπλο του και προχώρησε προς το μάγο. Εκείνος έσπευσε να τον αντιμετωπίσει προφέροντας κατάρες και εκτοξεύοντας ξόρκια που ο Ιππότης απέκρουε με τη σπάθα του. Έφτασε κοντά στον Μπαγκράς και ο μάγος αναγκάστηκε να αποκρούσει με το ραβδί του την σπάθα του Ιππότη. Αλλά δεν είχε τη δύναμη να αντέξει για πολύ στην πολεμική δεινότητα του Μάικ όπως είχε συμβεί και στην Ασόν. Με ένα απότομο τίναγμα του όπλου του έκανε πίσω και ο Μπαγκράς έχασε την ισορροπία του και έγειρε μπροστά. Ο Μάικ κατέβασε με ορμή τη σπάθα του πάνω στο ραβδί του μάγου κομματιάζονας το. Η κραυγή του Μπαγκράς, που ήταν τώρα ανίσχυρος, μετατράπηκε σε ρόγχο καθώς ο Μάικ τον διαπερνούσε με τη σπάθα του. Ο Μπαγκράς έπεσε στα γόνατα. 97


-Έτσι αφανίζονται όσοι υπηρετούν το Σκοτάδι, είπε ο Ιππότης και κατέβασε τη σπάθα του για άλλη μια φορά. Το κεφάλι του Μπαγκράς κύλισε στο δάπεδο.

-Αίμα για να ανοίξει η δίοδος! ούρλιαξε ο μάγος και κατέβασε το στιλέτο στο λαιμό της Κάτκα αλλά δεν έφτασε ποτέ εκεί. Μια δύναμη σταμάτησε το χέρι του και το ακινητοποίησε ενάντια στη θέλησή του. Ύψωσε το βλέμμα του και αντίκρισε τον Ραμίρ να τον κοιτάει ψυχρά ενώ το απλωμένο χέρι του τον έδειχνε. Ο Ιππότης έδειχνε διαφορετικός στα μάτια του μάγου τώρα. Μια αύρα δύναμης τον κύκλωνε. -Δεν μπορεί! Ο Ραμίρ έκανε μια κίνηση με το χέρι του και τον τίναξε πάνω στην αψίδα. Ως που να σηκωθεί από κάτω ο μάγος, ο Ιππότης είχε φτάσει στο βωμό ενώ ο Ροβέρτος είχε αποτελειώσει τους τελευταίους αντιπάλους τους. Η Κάτκα έτρεξε στη Γιαρμίλα που την πήρε στην αγκαλιά της. Ο μάγος έκανε να αποκρούσει το χτύπημα του Ραμίρ με το στιλέτο που κρατούσε αλλά ήταν μια μάχη που δεν μπορούσε να κερδίσει. Ο Ιππότης απέφυγε το χτύπημά του και με μια κίνηση τον διαπέρασε με τη σπάθα του καρφώνοντάς τον στην πέτρινη αψίδα. Το σπήλαιο και το κτίριο από πάνω του τραντάκτηκαν, πέτρες άρχισαν να πέφτουν από την οροφή. -Θα καταρρεύσει, είπε η Γιαρμίλα, έχουν σκάψει τα θεμέλια. -Η δύναμη του μάγου το κρατούσε, είπε ο Ραμίρ, τώρα που αυτή η δύναμη δεν υπάρχει θα καταρρεύσει. Πρέπει να φύγουμε. Η αψίδα γέμισε ξαφνικά με βαθύ σκοτάδι και ο τοίχος πίσω της χάθηκε. -Να και ο τρόπος να γίνει αυτό! Ώρα να πάμε σπίτι, είπε ο Ροβέρτος. Ο Ραμίρ γύρισε και κοίταξε την Γιαρμίλα, η κοπέλα πήγε κοντά του. 98


-Φαντάζομαι ότι κάπου εδώ λέμε αντίο, είπε. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει αλλά την πονούσε η σκέψη ότι ο Ραμίρ θα έφευγε και δεν θα τον έβλεπε ξανά. Αλλά τι μπορούσε να γίνει; Ο Ραμίρ είχε ξαναβρεί τον εαυτό του και έπερεπε να επιστρέψει εκεί που ανήκε. Η ίδια δεν ανήκε πουθενά και ο μόνος που δεν την είχε αντιμετωπίσει σαν γυναίκα του δρόμου θα έφευγε για πάντα. -Δεν είναι απαραίτητο αυτό, είπε ο Ραμίρ. Αν θέλεις μπορείς να έρθεις μαζί μου. -Μαζί σου... Είμαι όμως... -Και να κάνεις μια νέα αρχή. Η Γιαρμίλα άφησε για μια στιγμή την Κάτκα για να ριχτεί στην αγκαλιά του.

Μόλις ο Ροβέρτος, ο Ραμίρ και η Γιαρμίλα με την Κάτκα βρέθηκαν στο Αλκιμάρ ο Μάικ έκλεισε την Πύλη ενώ το κτίριο στην άλλη πλευρά κατέρρεε. Ο Ραμίρ έμεινε κοντά στην Γιαρμίλα και την Κάτκα που κοίταζαν με περιέργεια γύρω τους ενώ ο Ροβέρτος πλησίασε τους εν όπλοις συντρόφους του. -Έχασα πολλά, να υποθέσω. -Μπα κάτι αψιμαχίες, είπε ο Αλεξάντερ. -Δεν κινδυνέψαμε καθόλου, συμπλήρωσε ο Ίθαν προκαλώντας τα γέλια των άλλων. -Όλα καλά, είπε ο Γκίντεον κοιτώντας τον Ροδόλφο που είχε στην αγκαλιά του τη Φιντέλια. να πάρουμε το δρόμο του γυρισμού. Έχω πολλά να γράψω.

-Είναι καιρός να επιστρέψεις στον κόσμο σου Ονειρεύτρια, είπε ο Μάικ στη Λίζα. Σε ευχαριστώ για τη βοήθειά σου. -Δεν νομίζω ότι δεν θα τα κατάφερνες μόνος σου. 99


-Με βοήθησες να εξαπατήσω τον Μπαγκράς και να στείλει τα στρατεύματά του στο κενό. Νόμιζε ότι άνοιξε η πύλη από την άλλη πλευρά και έστειλε το στρατό του να περάσει. Εκείνος εξηκόντισε τον Ραμίρ σε μια πύλη αλλά δεν τις ελέγχει και αυτό ήταν το λάθος στα σχέδιά τους. Δεν μπορεί να διακρίνει που οδηγούν ή να αισθανθεί την υφή τους. -Χαίρομαι αν βοήθησα. Η Λίζα χαμογέλασε στον Ιππότη πριν χαθεί από τα μάτια του. -Αντίο Ονειρεύτρια, είπε εκείνος. Ως που να ξανασυναντηθούμε.

Η Λίζα άνοιξε τα μάτια της και τεντώθηκε στο κρεβάτι, ένιωθε σαν να ξυπνούσε από έναν βαθύ ύπνο όπου είχε ονειρευτεί όλα τα γεγονότα που είχε ζήσει τις τελευταίες ώρες. Σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Όλα μέσα στο σπίτι ήταν όπως έπρεπε, ήταν μόνη της διαπίστωσε. Η Διώνη είχε φύγει. Προφανώς δεν κινδύνευε πια. Η εξώπορτα άνοιξε και μπήκε η μητέρα της. -Καλημέρα αγάπη μου. -Καλημέρα μαμά, όλα καλά; Άργησες. -Όλα καλά καρδούλα μου, αλλά είχαν κλείσει το κέντρο και γι' αυτό άργησα. Έπεσε ένα κτίριο, ευτυχώς είχε εκκενωθεί και δεν υπήρχαν θύματα. -Κατάλαβα, έλα να πάρουμε μαζί πρωινό. Καθώς η μητέρα της ετοίμαζε το πρωινό τους εκείνη έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή.

Οι καταιγίδες δεν στοίχειωναν πια το Αλκιμάρ, οι ταξιδώτες που άφηναν το νησί το έκαναν σε μια θάλασσα γαλήνια. Ο Αλεξάντερ και ο Ίθαν κυβερνούσαν και πάλι το πλοιάριο, η Κάτκα κοιμόταν και ο Ραμίρ με την Γιαρμίλα συζητούσαν καθισμένοι στην πλώρη. Η Φιντέλια ήταν καθισμένη στο δάπεδο και 100


είχε το κεφάλι της στα γόνατα του αγαπημένου της Ροδόλφου. Οι υπόλοιποι αναπαύονταν από τις μάχες που είχαν δώσει μιλώντας για όσα είχαν ζήσει. Στην πρύμνη ο Γκίντεον, χρονικογράφος των Ιπποτών εδώ και πολύ καιρό, είχε αρχίσει μια νέα καταγραφή. Δίπλα του ο Μάικ τον παρακολουθούσε σχολιάζοντας. Ο Τελευταίος Άρχοντας Της Χαμένης Πόλης κοίταξε προς το μέρος της σαν να την έβλεπε και ένα χαμόγελο χαράκτηκε στα χείλη του.

ΤΕΛΟΣ

101

707 οι ταξιδιώτες των κόσμων microsoft word document  
Advertisement