Page 1

Κεφάλαιο Πρώτο Μια Ναυτική Αποστολή Με Πολύ Διαφορετικά Μέλη

Η βροχή είχε από ώρα αρχίσει να πέφτει κάνοντας το γκρίζο πρωινό ακόμα πιο σκοτεινό. Βέβαια ήταν ο πλέον συνηθισμένος καιρός για την εποχή αλλά και για την πόλη του Λονδίνου. Η πρωτεύουσα της Βρετανίας φημιζόταν για τον καιρό της αυτό σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της αυτοκρατορίας. Το νερό έπεφτε ορμητικό και σχημάτιζε μεγάλα παγωμένα ρυάκια στους δρόμους. Η Σάρα Κέρμπι προσπαθούσε να τα αποφεύγει αυτά τα ρυάκια, δεν ήταν μόνο ότι θα λερωνόταν αλλά θα πάγωνε κιόλας. Και δε διέθετε δεύτερα παπούτσια. Κουβαλώντας το μεγάλο κοφίνι με τα λαχανικά από την αγορά έτρεχε να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο ξενοδοχείο του Broken Arms όπου εργαζόταν σαν παραδουλεύτρα. Σκλάβα πες καλύτερα, σκέφθηκε η κοπέλα, δεν έπαιρνε μισθό, δούλευε με μόνο αντάλλαγμα το φαγητό και την στέγη πάνω από το κεφάλι της. Μια φορά στο τόσο έπαιρνε και λίγο ύφασμα για καινούρια ρούχα. Αυτό ήταν όλο παρότι η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, η Μαίρη Κόβακ, είχε υποχεθεί στον πατέρα της να την προσέχει πριν ο πλοίαρχος Κέρμπι αποπλεύσει για το ταξίδι που έμελε να είναι το τελευταίο του. Έφτασε στο ξενοδοχείο και μπήκε στο τεράστιο χωλ. Άφησε το κοφίνι κάτω και σκούπισε τη βροχή από το πρόσωπό της. Ετοιμαζόταν να το ξαναπιάσει όταν δυο μικρά χέρια ήρθαν να τη βοηθήσουν. Εκείνη κοίταξε με ευγνωμοσύνη την Αντέλα. Η Αντέλα ήταν μια μιγάδα από τις Γαλλικές αποικίες στην Καραϊβική, είχε αιχμαλωτισθεί πάνω σε ένα εμπορικό Γαλλικό πλοίο και είχε βρεθεί στην υπηρεσία της Μαίρης μιας και δεν υπήρχε κανείς να καταβάλλει λύτρα για εκείνη ή να ενδιαφέρεται για το τι θα γίνει. -Ευχαριστώ, είπε η Σάρα. 1


-Μην ευχαριστείς, είπε με την τραγουδιστή της προφορά η Αντέλα, είμαστε φίλες. -Ναι είμαστε, είπε η Σάρα. -Μην τεμπελιάζετε! Προχωράτε στην κουζίνα γρήγορα! φώναξε μια βαριά φωνή και οι δυο κοπέλες έσπευσαν να κάνουν όπως τους είπε. Ήταν ο επιστάτης και βοηθός της Μαίρης και δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Άφησαν το κοφίνι στην κουζίνα και η μαγείρισσα τους είπε να βγουν για λίγο στην αυλή, ήταν η μόνη που θα μπορούσαν να πουν ότι τις αντιμετώπιζε με κάποια συμπάθεια. Μπροστά από το ξενοδοχείο απλωνόταν μια χαλικόστρωτη αυλή. Σ’ αυτήν σταματούσαν άμαξες που έφερναν ή έπαιρναν πελάτες του ξενοδοχείου και από’ δω παραλάμβαναν και οι σταβλίτες τα άλογα. Τώρα, χάρη και στη βροχή, δεν υπήρχε σχεδόν κανένας στην αυλή και οι δυο κοπέλες στάθηκαν κοντά στην πόρτα του ξενοδοχείου προστατευμένες από την βροχή κάτω από την μαρκίζα της πρόσοψης. -Μακάρι να μας αφήνανε λίγο να πάρουμε μια ανάσα, είπε η Σάρα τρίβοντας τα χέρια της που είχαν κοκκινίσει από το κοφίνι. -Μόνο τη νύχτα, και αυτό για λίγο, είπε η Αντέλα με παράπονο. Ελπίζω τουλάχιστον ότι την Πέμπτη θα έχουμε το απόγευμά μας. -Αν δεν βρει πάλι τρόπο να μας το στερήσει η μέγαιρα. Αλλά αν βγούμε.... Κοίτα Αντέλα. Η Σάρα λέγοντας τα τελευταία λόγια έβγαλε από τον κόρφο της ένα μικρό λευκό μαντίλι και το ξεδίπλωσε, από μέσα πρόβαλλε ένα αστραφτερό χρυσό νόμισμα. -Μια γκινέα, θαύμασε η Αντέλα. Που βρήκες τόσα λεφτά; -Μου τα έδωσε ένας καλός άνθρωπος, ένας..... -Εγώ λέω ότι τα έκλεψες, παλιοθήλυκο!

2


Η Σάρα αναπήδησε τρομαγμένη και το νόμισμα έπεσε από τα χέρια της. Ο επιστάτης είχε ήδη βάλει τις φωνές κατηγορώντας τη για κλέφτρα και σε λίγο είχαν μαζευτεί γύρω τους όλοι οι άνδρες που δούλευαν στις εξωτερικές δουλειές, σταβλίτες, υπηρέτες, αχθοφόροι αλλά και οι καμαριέρες. Κατέφτασε και η Μαίρη που άκουσε την κατηγορία από τον επιστάτη. -Βέβαια, είπε σηκώνοντας από τα χαλίκια το νόμισμα, μια παραδουλεύτρα δεν μπορεί να απέκτησε με κάποιον άλλο τρόπο αυτά τα χρήματα. Κύριε Σμιθ, πρέπει να τιμωρηθεί. -Μάλιστα κυρία, είπε ο επιστάτης. Με ένα νεύμα του δυο άνδρες έπιασαν την Σάρα και τη γυρίσανε με την πλάτη προς εκείνον, ύστερα ο ένας σήκωσε το φουστάνι της αποκαλύπτοντας τα γυμνά της πόδια και τους γλουτούς της. Ο Σμιθ κρατούσε τώρα ένα ξύλινο αντικείμενο σαν ρακέτα, ήταν διάτρητο ώστε να φεύγει ο αέρας και να μην φέρνει αντίσταση κάτι που θα καθιστούσε το κάθε χτύπημα πολύ πιο επίπονο. Το σήκωσε και το κατέβασε με ορμή αλλά δεν έφτασε ποτέ στο στόχο του. Τσακίστηκε με ένα ηχηρό κρακ, αυτό που το είχε τσακίσει ήταν ένα γιαταγάνι με φαρδιά, αστραφτερή λάμα. Και το κρατούσε ένας ψηλός Άραβας ντυμένος με μια εντυπωσιακή μπλε κελεμπία και λευκό σαρίκι. -Πως τολμάς να ανακατεύεσαι αράπη; είπε η Μαίρη. -Αν δεν ήταν ατιμωτικό να βάψω τη λάμα μου με αίμα ανυπεράσπιστης γυναίκας θα ήσουν νεκρή τώρα, είπε ο Άραβας με καλλιεργημένη φωνή. Φαινόταν να έχει μάθει Αγγλικά στην Οξφόρδη ή το Καίμπρητζ. -Ποιος είσαι; -Είμαι ο Αζίζ Σαχ Αντίν Ιμπν Ρασίντ, εμίρης του Ρας – Αλ – Καϊμά. Εγώ της έδωσα το νόμισμα. -Είσαι ψεύτης! είπε η Μαίρη. Γιατί της το έδωσες; Είναι ερωμένη σου; Τα μάτια του Άραβα στένεψαν. Ήταν προφανώς ότι τον είχε προσβάλλει. Αλλά δεν έδειξε να την ενδιαφέρει, έκανε ένα νόημα στο Σμιθ και τους υπόλοιπους αλλά την ίδια στιγμή ένα κονσέρτο από μεταλλικούς ήχους όπλων 3


που οπλίζουν την έκαναν να κοιτάξει προς την είσοδο του ξενοδοχείου. Εκεί στεκόταν ένας άνδρας, στο δεξί χέρι του κρατούσε ένα σπαθί, δεν ήταν το σύνηθες ξίφος που είχαν οι περισσότεροι, ήταν μια βαριά σπάθα, σωστή ρομφαία. Στο άλλο του κρατούσε μια πιστόλα που σημάδευε τον Σμιθ. Γύρω του ήταν μαζεμένοι μια ομάδα ανδρών, ναυτικοί, αν έκρινε κανείς από το ντύσιμό τους, και όλοι οπλισμένοι. -Δεν θα ήταν συνετό να τον προσβάλλεις, είπε ο άνδρας ήσυχα, ο τελευταίος που το έκανε το μετάνιωσε. -Αστυνομία! ούρλιαξε η Μαίρη Κόβακ. Μια ομάδα ανδρών κατέφτασε με τυφέκια και μαζί τους ένας άνδρας έφιππος. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της Σάρας όταν τον είδε, ήταν ο λόρδος Κόρθαξ, ο εραστής της Μαίρης. Όπως πάντα είχε ένα μικρό στρατό από υπηρέτες και λακέδες μαζί του. Αναμέτρησε την κατάσταση με το βλέμμα και αμέσως κινήθηκε να πάει στο πλευρό της ερωμένης του. -Είμαι ο λόδος Κόρθαξ, ο πρώτος λόρδος του ναυαρχείου είναι φίλος μου. Παραδώστε τα όπλα σας και τους δυο αυτούς που απείλησαν μια κυρία ανώτερή τους και θα το ξεχάσω το περιστατικό. Αλλιώς θα φροντίσω να σας κρεμάσουν όλους σαν στασιαστές. -Δεν στασίασαν, απάντησε ο άνδρας ενώ θηκάρωνε τη σπάθα του και περνούσε την πιστόλα σε μια θήκη στη ζώνη του. Ακολούθησαν εμένα. Άρα δεν έχεις τίποτα μαζί τους. Απλά μου είναι κάπως αφοσιωμένοι. Μήπως θα μπορούσαμε να το παραβλέψουμε όλο αυτό; -Όχι. Θα σας δω όλους στην κρεμάλα. -Το’ ξερα. Πάντα αναγνωρίζω ένα κάθαρμα όταν το βλέπω. -Πως τολμάς να μιλάς έτσι σε έναν καλύτερό σου ναύτη; -Καλύτερος; Αμφιβάλλω. Ο άνδρας χαμογέλασε. Έκανε ένα νόημα στη Σάρα.

4


-Αν σε πειράξει κανείς, στείλε μου ένα μήνυμα, μένω στο λιμάνι στην ταβέρνα ο Κασμάς και το Φτυάρι. Απλά να ζητήσουν τον σερ Μάικ.

Ο ναύαρχος Σεντ Βίνσεντ ήταν ένας από τους καλύτερους αξιωματικούς της διοίκησης του Βασιλικού Ναυτικού και ήταν ευτύχημα που τον είχε στο δυναμικό του σε μια τέτοια δύσκολη εποχή που μαινόταν ο πόλεμος με τον αδίστακτο Ναπολέοντα. Ήταν γρήγορος στο να παίρνει τις αποφάσεις του και, το κυριότερο, έπαιρνε τις σωστές. Ήταν άφοβος άνθρωπος μαθημένος να κάνει το σωστό και να έχει το θάρρος να το υποστηρίζει. Τώρα απέναντι στον πολιτικό του προϊστάμενο, τον πρώτο λόρδο του ναυαρχείου σερ Άντριαν Κίνκαιηντ λόρδο του Μπαθ, καθόταν ήρεμος περιμένοντας να μάθει τι ήταν αυτό που τον είχε κάνει να τον καλέσει εδώ τέτοια ώρα, αργά το βράδυ. Βέβαια ο Κίνκαιηντ δεν ήταν σαν τους αριστοκράτες που νοιάζονταν μόνο για την καλοπέρασή τους αλλά και πάλι ήταν κάπως περίεργο. Ο λόρδος σήκωσε το βλέμμα του από το έγγραφο που μελετούσε και είπε: -Θυμάσαι την αναφορά ότι το Βικτουάρ ετοιμαζόταν για απόπλου από το το ναύσταθμο της Βρέστης; -Ναι, βέβαια. Μάθαμε και περισσότερο; -Ναι και όχι από τις μυστικές μας υπηρεσίες. Ήρθε μήνυμα από τον Κόλινγουντ. Το Βικτουάρ διάσπασε τον αποκλεισμό μας. -Ξέρουμε που πάει; Τι αποστολή έχει; Το Βικτουάρ ήταν ένα από τα πλέον βαριά οπλισμένα πολεμικά των Γάλλων με εκατό κανόνια και πάνω από χίλιους άνδρες πλήρωμα. Ήταν επικίνδυνος αντίπαλος. -Θα πλεύσει νότια με σκοπό να παρεμποδίσει τη ναυσιπλοϊα μας και μετά να περάσει στον Ειρηνικό και να χτυπήσει τις εκεί απροστάτευτες αποικίες μας.

5


-Πρέπει να το καταδιώξουμε, είπε ο ναύαρχος

και έμεινε για λίγο

σκεπτικός. Κάποιο καλό πλοίο με δύναμη και..... Το Ανίκητος. Θα μιλήσω στον Τζέημς. Ο πρώτος λόρδος ανασήκωσε το ένα φρύδι. -Μ' αυτό το πλήρωμα; Αλλά χαίρομαι που το ανέφερες γιατί σχετίζονται με ένα θέμα που μου ανέφερε ο λόρδος Κόρθαξ. Ο Κίνκαιηντ αναφέρθηκε στο περιστατικό και κατέληξε: -Και θες να στείλεις τέτοιους ανθρώπους σε μια τόσο σημαντική αποστολή; -Ακριβώς τέτοιοι άνθρωποι χρειάζονται! Άνδρες που θα έκαναν τα πάντα για να βοηθήσουν τους δικούς τους. Ο Κινκαίηντ το σκέφθηκε για λίγο, μετά χαμογέλασε. -Ίσως θα είναι καλύτερα έτσι, δεν θα με ζαλίζει και ο Κόρθαξ.

-Τζέημς; Ο πλοίαρχος Τζέημς Κάλχουν στράφηκε και κοίταξε τον άνδρα που είχε προφέρει το όνομά του και δεν ήταν άλλος από τον ναύαρχο Σεντ Βίνσεντ. Βρίσκονταν στο δωμάτιο του πρώτου στην ταβέρνα ο Κασμάς και το Φτυάρι. Ο ναύαρχος είχε προτιμήσει να τον ενημερώσει ιδιωτικά για την αποστολή που αναλάμβαναν με το πλήρωμά του για να διατηρηθεί η μυστικότητα. -Δύσκολη αποστολή. Αλλά θα τη φέρουμε σε πέρας. Πότε ξεκινάμε; -Η πίστωση έχει εγκριθεί άρα μπορείτε να ασχοληθείτε με τα εφόδιά σας και τον εξοπλισμό που σας λείπει. Από πλήρωμα πως είσαστε; -Σχεδόν πλήρεις, και μιας και το Βασιλικό Σώμα Πεζοναυτών μου έστειλε τους πεζοναύτες που μου λείπανε, είμαστε λίγο πολύ εντάξει.

6


-Χαίρομαι που το ακούω. Καταδιώκετε το Βικτουάρ φυσικά αλλά είμαστε σε πόλεμο κάθε Γαλλικό πλοίο που θα βρεθεί στο δρόμο σας είναι νόμιμη λεία. Τα όποια λάφυρα είναι φυσικά δικά σας. -Ωραία, είπε ο Τζέημς Κάλχουν. Σε είκοσι τέσσερις ώρες θα είμαστε έτοιμοι και το πρωί θα αποπλεύσουμε. -Πολύ καλά, είπε ο ναύαρχος. Να μην προλάβει να το τραβήξει άλλο ο Κόρθαξ. Ήταν ηλίθιο περιστατικό. Τώρα κάτι άλλο. Ξέρω ότι δεν είναι το πιο βολικό αλλά θα μπορούσες να πάρεις κάποιους επιβάτες; -Επιβάτες; -Είναι η χήρα και οι κόρες ενός παλιού συμπολεμιστή που σκοτώθηκε στο Αμπουκίρ. Κληρονόμησε ένα μικρό κτήμα στη Νέα Ζηλανδία και αποφάσισε να αναζητήσουν την τύχη τους εκεί. Εσείς μπορεί να μην φτάσετε ως τον προορισμό τους αλλά θα πάτε αρκετά νότια. Θα τις αφήσετε σε κάποια από τις βάσεις μας και θα συνεχίσουν με άλλο πλοίο από' κει. Θα τις εφοδιάσω με μια συστατική επιστολή. Ο Τζέημς δεν το σκέφθηκε πολύ. Δεν ήταν προληπτικός ώστε να μη θέλει μια γυναίκα, και ειδικά χήρα στο πλοίο, και παρότι δεν είχε πολεμήσει στο Αμπουκίρ άρα δεν ήταν χήρα συμπολεμιστή με τη στενή σημασία της λέξης, αποφάσισε να προσφέρει τη βοήθειά του. -Κανένα πρόβλημα, θα τις μεταφέρουμε, πόσα άτομα; -Τέσσερα. -Εντάξει. Θα ζητήσω από τον Μάικ να τους παραχωρήσει την καμπίνα του και να τη διαμορφώσουμε για να μείνουν εκεί. -Ευχαριστώ Τζέημς. -Δεν χρειάζεται σερ. Ο Μάικ δεν έχει πρόβλημα να κοιμηθεί με το πλήρωμα. Ίσως στο θάλαμο των δοκίμων μιας και θα αναλάβει την εκπαίδευσή τους.

7


-Ωραία, είπε ο ναύαρχος και σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, όπως ο Τζέημς Κάλχουν στεκόταν κοντά στο παράθυρο με το τελευταίο φως της μέρας να τον λούζει έμοιαζε με κάποιον θρυλικό κουρσάρο. Ντυμένος στα μαύρα και οπλισμένος με το κλασσικό σπαθί των αξιωματικών έμοιαζε να είχε ξεπηδήσει μέσα από μια από εκείνες τις ιστορίες που αγαπούν να διηγούνται οι ναυτικοί. -Καλή τύχη σε όλους σας. Είθε να επιστρέψετε σύντομα νικητές.

-Που είναι η Μέγκαν; Αμάν αυτό το κορίτσι! Που χάθηκε; Η Μάργκαρετ Άσκουιθ χαμογέλασε με την έκρηξη της μεγαλύτερης κόρης της προς τη μικρότερη. Αλλά εκείνη δεν αναρωτιόταν, φανταζόταν που θα ήταν η μικρή της κόρη, όπως ήξερε και το ποιος θα την έβρισκε. Μπορούσε λοιπόν να μη διακόψει τις ετοιμασίες. Κοίταξε γύρω της. Αυτό το σπίτι το αγαπούσε, ήταν αυτό στο οποίο είχε έρθει σαν νεόνυμφη, σχεδόν τριάντα χρόνια πριν και εδώ είχε ζήσει όλα της τα χρόνια σαν σύζυγος, εδώ είχαν γεννηθεί οι κόρες της. Αλλά θα έπρεπε να φύγουν, το επίδομα που είχε εγκριθεί για εκείνη μετά το θάνατο του συζύγου της δεν αρκούσε για να ζήσουν, γι' αυτό θα πήγαιναν στην Νέα Ζηλανδία όπου ένας θείος της που είχε φύγει με τον Κουκ, τριάντα χρόνια νωρίτερα, είχε μια αγροικία μαζί με ένα αγρόκτημα που μαζί με το επίδομα θα κατάφερνε να τους συντηρήσει. Κοίταξε το μεγάλο χωλ, δίπλα στην πόρτα βρίσκονταν τέσσερα μπαούλα, ένα της κάθε μιας τους. Είχαν πάρει μαζί τους ρούχα και ό,τι άλλο η κάθε μια είχε κρίνει πως δεν μπορούσε να αποχωριστεί με τον περιορισμό να μην έχουν περισσότερες από μια αποσκευές. Καμία δεν θα άφηνε πίσω κάτι αγαπημένο μιας και δεν ήξεραν αν ή πότε θα επέστρεφαν στο σπίτι. Μια άμαξα ακούστηκε να σταματάει απέξω. Έπρεπε να φύγουν. Πλησίασε στην πόρτα και την άνοιξε. Ο αμαξάς, ένας ψηλός και γεροδεμένος άνδρας είχε ήδη κατέβει από τη θέση του. Η Μάργκαρετ του έδειξε τα μπαούλα και τον παρακάλεσε να τα φορτώσει στην άμαξα. Εκείνη πήγε να ειδοποιήσει τις κόρες της. 8


Όπως το είχε φανταστεί η Ελεωνόρ βρισκόταν στο δωμάτιό της. Ήταν καθισμένη στο κρεβάτι της πάνω από το άσπρο σεντόνι που το σκέπαζε και κοίταζε χωρίς πραγματικά να βλέπει τον απέναντι τοίχο. Για εκείνη ήταν πιο δύσκολο να αφήσει το σπίτι τους, δεν ήταν ότι άφηνε πίσω φίλους ή κάποιο πρόσωπο που να σήμαινε πολλά για εκείνη. Απλά είχε ζήσει όλη την ως τώρα ζωή της μέσα στους χώρους του. Μετά την στοιχειώδη εκπαίδευση δεν είχε επιζητήσει να προχωρήσει και είχε επιστρέψει στο σπίτι για να τακτοποιηθεί σε μια ήσυχη μετρημένη ζωή. Δεν είχε ποτέ επιζητήσει τίποτα άλλο και δεν είχε κάνει οικογένεια αντίθετα με την αδερφή της, την Κάθρην, που έδειχνε από μικρή ότι θα αγαπούσε κάποιον και θα δημιουργούσε οικογένεια στην οποία θα αφοσιωνόταν ολόψυχα. -Ελεωνόρ.... Η κοπέλα την κοίταξε. Στα μάτια της φαινόταν η θλίψη της για την αναχώρησή της από το σπίτι. -Είμαστε έτοιμες να φύγουμε. -Η Μέγκαν; -Θα την βρει η Κέητ. Η Ελεωνόρ ένευσε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Καθώς το έκανε χάιδεψε με το χέρι της την επιφάνειά του. Κάπως σαν να αποχαιρετύσε το σπίτι τους. Ακολούθησε τη μητέρα της στο χωλ. Ο αμαξάς που είχε μπει για να πάρει ένα από τα μπαούλα στάθηκε να τις κοιτάξει. Δεν ήταν περίεργο αυτό, η Ελεωνόρ ήταν μια όμορφη κοπέλα με λεπτό αέρινο σώμα, πλούσια μακριά μαλλιά και δέρμα στο χρώμα της ζάχαρης.

Η Κάθρην Άσκουιθ έμοιαζε αρκετά με την μεγαλύτερη αδερφή της. Είχε και εκείνη μακριά μαλλιά αλλά τα δικά της ήταν ξανθά και όχι καστανά και το σώμα της ήταν λίγο πιο γεμάτο από της Ελεωνόρ. Δεν έμοιαζαν ωστόσο καθόλου στο χαρακτήρα. Η Κάθρην ήταν πιο εξωστρεφής και έδειχνε πολύ περισσότερο μια διάθεση να γνωρίσει τον κόσμο όσο η αδερφή της έδειχνε να τον 9


αποστρέφεται. Χάρη σε αυτήν την επιθυμία της καταλάβαινε καλύτερα τους άλλους. Και η Μέγκαν δεν αποτελούσε εξαίρεση. Την καταλάβαινε πολύ καλά και ήξερε που να ψάξει για να τη βρει. Μπήκε στη βιβλιοθήκη και κοντοστάθηκε. Η μεγάλη υδρόγειος σφαίρα στη γωνιά του δωματίου κοντά στο παράθυρο ήταν ξεσκέπαστη και κάποιος είχε γύρίσει την πλευρά που εικόνιζε την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Παρατήρησε την μεγάλη ήπειρο χαρτογραφημένη στα παράλια και μόνο ασαφώς περιγεγραμμένη στην ενδοχώρα. Θα ζούσαν σε έναν πρωτόγνωρο νέο κόσμο και αυτό της κέντριζε το ενδιαφέρον. Όχι βέβαια όσο στη Μέγκαν. Εκείνη είχε αποδεκτεί αμέσως και χωρίς καμία λύπη την ιδέα της μετακόμισης στην άλλη άκρη του κόσμου και είχε πιάσει να διαβάζει βιβλία και να μελετάει χάρτες για το μέρος που θα πήγαιναν, κάτι που έκανε ακόμα και τώρα. -Έλα Μέγκ, ήρθε η ώρα, είπε στο κορίτσι που καθισμένο στο χαλί διάβαζε από ένα μεγάλο βιβλίο που είχε ανοιγμένο μπροστά του. -Ήρθε η άμαξα; -Ναι, ήρθε. -Πολύ ωραία! Η Μέγκαν Άσκουιθ σηκώθηκε από το χαλί, πήρε το βιβλίο και το μετέφερε σε μια βιβλιοθήκη, παραμέρισε το σεντόνι που την κάλυπτε και το έβαλε στη θέση του. Ύστερα έτρεξε στην υδρόγειο σφαίρα. Τη γύρισε για να βρει την Αγγλία και μετά την ξαναγύρισε δείχνοντας στην αδερφή της το ταξίδι που θα έκαναν. -Μας περιμένουν, είπε η Κάθρην απαλά. -Ω ναι! Η Μέγκαν πήρε από το πάτωμα ένα σεντόνι και σκέπασε την υδρόγειο, μετά ακολούθησε την αδερφή της έξω στο διάδρομο. Η μικρότερη κόρη της οικογένειας είχε μακριά καστανά μαλλιά πιασμένα σε μια κοτσίδα και ένα πολύ γλυκό πρόσωπο.

10


Στο χωλ ο αμαξάς είχε τελειώσει με την μεταφορά των αποσκευών και η Ελεωνόρ είχε ήδη επιβιβαστεί στην άμαξα. Οι δυο αδερφές της την ακολούθησαν και τελευταία βγήκε η Μάργκαρετ που έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε. Η άμαξα ξεκίνησε. Η Μάργκαρετ με την Κάθρην κάθονταν κοιτώντας προς την φορά που κινείτο η άμαξα, η Ελεωόρ με την Μέγκαν αντίθετα. Ήταν προφανές γιατί είχε διαλέξει αυτή τη θέση η Ελεωνόρ. Ήθελε να βλέπει το σπίτι που άφηναν πίσω για όσο περισσότερο αυτό θα ήταν δυνατό. Όταν το έχασε πια από τα μάτια της τα έκλεισε και έγειρε πίσω. Ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό της.

-Οκτώ χιλιάδες τερακόσια κιλά γαλέτα, τέσσερις χιλιάδες οκτακόσια παστού βοδινού και άλλα τόσα χοιρινού, δυο χιλιάδες τετρακόσια κιλά μπιζέλια, δυο χιλιάδες τετρακόσια κιλά κουάκερ, τετρακόσια κιλά βούτυρο, τετρακόσια κιλά ζάχαρη, αλάτι, εξακόσια κιλά αλεύρι. Ο Μάικ Γκόρντον άκουσε τον αποθηκάριο του πλοίου να απαριθμεί τα εφόδια που είχαν φορτώσει επαληθεύοντάς τα από έναν κατάλογο που είχε στα χέρια του. Αν και κανονικά ήταν πλοηγός εκτελούσε πολλές φορές χρέη υπάρχου στο πλοίο αν ο πλωτάρχης Γιάροου απουσίαζε. -Φαρμακευτικές προμήθειες; -Φάρμακα, επίδεσμοί και όλα τα άλλα υλικά είναι εντάξει, είπε ο γιατρός. -Πυρομαχικά; -Ο αρχιπυροβολητής ανέφερε πλήρη εφοδιασμό για τα πυροβόλα και ο λοχαγός Κάμπελ ανέφερε ότι εφοδιαστήκαμε επαρκώς σε ατομικό οπλισμό και πυρομαχικά. -Είμαστε έτοιμοι λοιπόν. Ο πλοίαρχος που είναι; -Στο ναυαρχείο, ο ναύαρχος θα τον κάλεσε να του ενεχειρίσει διαταγές για μια περιπολία στη Βόρεια Θάλασσα και στο Σκαγεράκη.

11


-Πονηρή αλεπού, είπε ο Μάικ με ένα χαμόγελο, παραπλανητικές κινήσεις λοιπόν. Φοβάται ότι έχουμε κατασκόπους του Βοναπάρτη. Να είμαστε έτοιμοι για απόπλου. -Περιμένουμε και επιβάτες, δεν είναι έτσι; -Έτσι είναι Νικ, και σας θέλω ιπποτικούς με τις κυρίες. -Μάλιστα σερ! -Κόφτο Νικ! Έχουμε τίποτα άλλο; -Ο Πητ είπε ότι του έταξες βοηθό. Πριν προλάβει να απαντήσει ο Μάικ είδε την Αντέλα να πλησιάζει τρέχοντας στην προβλήτα που ήταν αγκυροβολημένο το Ανίκητος. Κατέβηκε την ξύλινη ράμπα ως την προβλήτα και στάθηκε καθώς το κορίτσι έφτανε ξέπνοο. -Η Σάρα, είπε ασθμαίνοντας, την πήγαν στο δικαστήριο. -Ηρέμησε, είπε ο Μάικ, και πες μου τι έγινε. Η Αντέλα πήρε μερικές λαχανιασμένες ανάσες πριν ξαναμιλήσει. Η Σάρα δικαζόταν σαν κλέφτρα, μπορεί το θέμα με τη γκινέα να είχε λήξει αλλά η Μαίρη την είχε παγιδεύσει. Της είχε χαρίσει ένα σάλι σαν δείγμα συγνώμης που την είχε αδικήσει και μετά την είχε κατηγορήσει ότι το είχε κλέψει. Ο Μάικ στάθηκε για μια στιγμή ακίνητος, βυθισμένος σε σκέψη. Μετά στράφηκε στον συνομιλητή του που τον είχα ακολουθήσει από το κατάστρωμα στην προκυμαία. -Νίκ, θα πάρεις την Αντέλα από' δω υπό την προστασία σου και δεν θα αφήσεις κανέναν να την βλάψει. Είναι δική μου διαταγή αν ρωτήσει κανείς. -Μάλιστα, είπε εκείνος με ένα κατεργάρικο χαμόγελο και στράφηκε στην κοπέλα. Ακολουθείστε με δεσποινίς. -Ρόμπερτ! φώναξε ο Μάικ. -Πες το! απάντησε ένας ψηλός ξανθός άνδρας από τη γέφυρα του πλοίου.

12


-Θα πάω μια βόλτα, ενδιαφέρεσαι; Προβλέπονται φασαρίες. -Που πας; -Στο Old Bailey, πάω να σταματήσω μια δίκη. -Ενδιαφέρον, είπε ο άνδρας και κατέβηκε από τη γέφυρα στο κατάστρωμα με ένα σάλτο. Ο Μάικ στράφηκε στον Αζίζ που είχε ακούσει και κατέβαινε από το πλοίο με το γιαταγάνι περασμένο στην φαρδιά ζώνη του. -Θα έρθεις μαζί; ρώτησε. -Φυσικά, είπε ο Άραβας, και στο δικαστήριο και στο ταξίδι, ούτως ή άλλως ο λόρδος Κίνκαιηντ μου διευκρίνισε ότι οι διαπραγματεύσεις θα αργήσουν να ξεκινήσουν, δεν έχει νόημα λοιπόν να παραμένω εδώ. -Ωραία, θα διδάξεις στους δοκίμους αστρονομία αν θες. -Θα ήταν ενδιαφέρον. Εσύ θα τους αναλάβεις; -Ναι, απάντησε ο Μάικ, καθώς έπαιρναν το δρόμο για τα δικαστήρια. Ο Τζέημς με ενημέρωσε το πρωί και ήδη μεταφέρθηκα στο θάλαμο των δοκίμων οι οποίοι θα είναι δώδεκα σε αυτό το ταξίδι. Ο Αζίζ ένευσε και καθώς ακολουθούσε τον Μάικ έφερε τη συζήτηση στο θέμα που πήγαιναν να διευθετήσουν. -Πως σκοπεύεις να αποδείξεις την παγίδα; Μια μάρτυς ίσον καμία μάρτυς και εσύ δεν την πήρες καν μαζί σου. Τι θα κάνεις; -Αν δεν μπορέσω να αποδέιξω την αθωότητά της θα επικαλεστώ το νόμο περί ναυτολόγησης. Είμαστε σε πόλεμο και θα πιάσει. Φτάσανε στα δικαστήρια συνοδευόμενοι από τον Ρόμπερτ Μπόουεν, τον πηδαλιούχο του Ανίκητος και μερικούς ακόμα άνδρες οπλισμένους. Στην μεγαλοπρεπή είσοδο του δικαστικού μεγάρου ο Μάικ χαιρέτησε τους δυο αστυνομικούς φύλακες και τους έδειξε τα διαπιστευτήριά του. Εκείνοι

13


χαιρέτησαν με σεβασμό και ο ένας φώναξε έναν κλητήρα για να τον οδηγήσει στην αίθουσα που ήθελε.

Η άμαξα σταμάτησε στον φαρδύ πλακόστρωτο δρόμο που διέτρεχε το λιμάνι κάθετα πρός τις αποβάθρες και παράλληλα με την γαλήνια, τελείως δίχως κύματα νερά του ποταμού. Ο αμαξάς πήδηξε από το κάθισμά του κάτω και άνοιξε την πόρτα. Η

Μέγκαν ήταν η πρώτη που βγήκε και ακολούθησε η

Κάθρην, η μητέρα τους και τελευταία η Ελεωνόρ. Ο αμαξάς ξεφόρτωσε από την άμαξα τα μπαούλα. -Θα μπορούσατε να μας βοηθήσετε με τα πράγματα μέχρι να βρούμε το πλοίο που θα ταξιδέψουμε; ρώτησε η Μάργκαρετ αλλά εκείνος αρνήθηκε. -Να πάρετε αχθοφόρους, είπε άκεφα ενώ επέστρεφε στη θέση του και έπαιρνε τα χαλινάρια των αλόγων. Η Μάργκαρετ έσκυψε το κεφάλι, δεν ήξερε καν που ήταν το πλοίο και έλπιζε να γλιτώσει το έξοδο αυτό, τα οικονομικά τους ήταν τόσο περιορισμένα. -Τι ψάχνετε κυρία; Αν επιτρέπεται; Γύρισε και αντίκρισε έναν ψηλό άνδρα με την κόκκινη στολή των πεζοναυτών και με αυστηρό παρουσιαστικό. -Ψάχνω το Ανίκητος, είπε, θα επιβιβαστούμε σε αυτό με τις κόρες μου. Αλλά έχουμε.... σταμάτησε καθώς είδε τον νεαρό άνδρα να χαμογελάει. -Είμαι ο λοχαγός Τζώρτζ Κάμπελ, διοικητής των πεζοναυτών του πλοίου. Θα είναι ευχαρίστησή μου να σας συνοδεύσουμε εκεί με τους άνδρες μου. Μόνο τότε η Μάργκαρετ πρόσεξε το απόσπασμα των πεζοναυτών που παρατεταγμένο σε τετράδες περίμενε τον αξιωματικό του. Εκείνος ένευσε και μερικοί στρατιώτες ήρθαν να πάρουν τα μπαούλα των γυναικών. -Σας είμαι υπόχρεη. -Μην το συζητάτε, είπε ο λοχαγός, πάμε στο πλοίο ούτως ή άλλως.

14


Ο Μάικ ακολούθησε τον κλητήρα με τη συνοδεία των ανδρών του πληρώματος που είχαν ακολουθήσει από το πλοίο. Πριν μπει στην αίθουσα ωστόσο εντόπισε κάποιον που χρειαζόταν, ήταν ο σερ Τζάσπερ Σάουθεραντ, ένας ευγενής με το ασυνήθιστο χόμπι να αναλαμβάνει δίκες που άλλοι δεν ήθελαν και θεωρούσαν χαμένες. -Τζάσπερ! -Μάικ! Καιρό έχω να σε δω, έλεγα ότι ήσουν στη θάλασσα. Ο σερ Τζάσπερ ήταν ένας εύσωμος κοκκινοπρόσωπος άνδρας με μεγάλη άνεση λόγου που πάντα συνόδευε με πολλές έντονες εκφραστικές κινήσεις. -Σήμερα θα αποπλεύσω. Πάω βόρεια, ναυτικός αποκλεισμός στους Δανούς, αλλά να μείνει μεταξύ μας. -Μάλιστα, μάλιστα. Και πως από' δω; Ο Τζέρεμι μου είπε ότι κατάφερες να εκνευρίσεις τον Κόρθαξ. Σε μήνυσε; Ευχαρίστως να σε αναλάβω, θα χαρώ να του τρίψω τη μούρη στο χώμα. -Όχι δεν με μήνυσε αν και σίγουρα έχουμε ένα λογαριασμό να κλείσουμε. Η υπόθεση που με απασχολεί είναι μιας φτωχής κοπέλας που κατηγορείται για κλοπή, είπε ο Μάικ και θέλω να την ελευθερώσω. Είναι η ίδια κοπέλα από την οποία ξεκίνησε και το περιστατικό με τον Κόρθαξ. Ο σερ Τζάσπερ άκουσε τον Μάικ με μεγάλη προσοχή και μετά χαμογέλασε. Κοίταξε στην αίθουσα. Ύστερα ξανά τον νεαρό άνδρα απέναντί του. -Δικάζει ο λόρδος Σεντ Τζων. Υπέροχα. Άφησε τον Μάικ χωρίς να του εξηγήσει περισσότερα και προχώρησε στον διάδρομο ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων του κοινού προς τη Σάρα που ακριβώς εκείνη τη στιγμή κλήθηκε στο ειδώλιο του κατηγορουμένου από τον γραμματέα του δικαστηρίου. Προς έκπληξη του κοριτσιού ανέλαβε την υπεράσπισή του και η Μαίρη κατάθεσε ότι είχε ανακαλύψει ότι η παραδουλεύτρα στο ξενοδοχείο της είχε 15


κλέψει ένα σάλι. Δεν την είχε αντιληφθεί η ίδια αλλά είχε βρεθεί μετά στα πράγματά της. Την είχε υποψιαστεί γιατί ήταν και άλλη φορά ύποπτη για κλοπή και την είχε σώσει η κακώς εννοούμενη φιλανθρωπία. Αφού τα κατέθεσε όλα αυτά κάθισε στο εδώλιο του μάρτυρα με μια έκφραση ενάρετης δικαίωσης στο πρόσωπό της. Ο σερ Τζάσπερ πήρε το λόγο και πέρασε αμέσως στην επίθεση. -Δεν αληθεύει ότι κάνατε την ίδια σκέψη για την γκινέα που είδατε την πελάτισσά μου να κρατάει; -Ποια γκινέα; Σιγά μην είχε αυτό το παλιοθήλυκο τόσα λεφτά. -Το αρνείστε λοιπόν; -Φυσικά. -Καλώ τον Μάικ Γκόρντον. Ο Μάικ προχώρησε στο διάδρομο πλησιάζοντας την έδρα του δικαστή που είπε: -Είσαστε ο Μάικ Γκόρντον; -Μάλιστα. -Εργάζεστε; -Είμαι πλοηγός του HMS Ανίκητος. -Δεν φοράς στολή, πετάκτηκε η Μαίρη Κόβακ αλλά ο δικαστής χτύπησε οργισμένος το σφυρί στην έδρα κόβοντάς την. -Ο κανονισμός απαιτεί την επίσημη στολή μόνο κατά τις επίσημες περιστάσεις που αναφέρονται σε αυτόν ρητά και ονομαστικά. Η παραλαβή των προμηθειών και η ετοιμασία του πλοίου για απόπλου δεν είναι επίσημες περιστάσεις. -Μια δίκη είναι όμως! πετάκτηκε ξανά η Μαίρη Κόβακ με μια θριαμβευτική έκφραση στο πρόσωπό της. Ασεβείς στο δικαστήριο. Πως περιμένεις να γίνει δεκτή η κατάθεσή σου;

16


-Το ίδιο κάνετε και' σεις και αν συνεχίσετε θα σας κλείσω μέσα για ασέβεια προς το δικαστηρίου, είπε ο Σεντ Τζων αυστηρά. Συνεχίστε μάρτυς. Πείτε μας για το περιστατικό το οποίο επικαλείται η υπεράσπιση. Ο Μάικ το έκανε χωρίς να παραλείψει τίποτα και χωρίς να κρύψει ότι είχε βρει την επέμβασή του διασκεδαστική αλλά και δίκαιη. -Μπορεί να επιβεβαιώσει άλλος κανείς τα λεγόμενά σας; -Φυσικά, είπε ανενδοίαστα ο Μάικ και απαρίθμησε όλα τα μέλη του πληρώματος που ήταν μαζί του στο περιστατικό και τονίζοντας ποιοι ήταν και τώρα μαζί του. Ο δικαστής τον άκουσε με προσοχή, η ατάραχη διήγηση του Μάικ τον είχε πείσει και το γεγονός ότι είχε μαζί του μάρτυρες αποδείκνυε την αλήθεια σε όσα έλεγε. Οι παρεμβάσεις της αντιδίκου εξάλλου του είχαν αποκαλύψει πολλά για το χαρακτήρα της. Έτσι μπορούσε να καταλάβει ότι όλα είχαν γίνει όπως έλεγε η Σάρα. -Το δικαστήριο αφού σκέφθηκε κατά το νόμο, είπε, αποφάσισε ότι η κατηγορουμένη είναι αθώα και ότι η ενάγουσα ενήργησε δολίως. Η άσκηση ένδικων μέσων επαφίεται στην κατηγορούμενη. -Δεν θέλω να ασκήσω δίωξη, είπε η Σάρα. -Έχει καλώς, είπε ο Τζέρεμι Σεντ Τζων. Όσο για εσάς κυρία Κόβακ πρέπει να τονίσω ότι καταθέσατε ψευδώς και αυτό συνιστά ψευδορκία. Θα ορίσουμε δικάσιμο και θα καταβάλετε τριάντα λίρες στερλίνες ως εγγύηση. Η Μαίρη Κόβακ χλόμιασε και στράφηκε προς τη Σάρα. -Αυτό δεν τελείωσε εδώ. -Τελείωσε, είπε κοφτά ο Μάικ. Η δεσποινίς Κέρμπι θα μπαρκάρει στο Ανίκητος. Μην απειλείτε λοιπόν το πλήρωμά μου γιατί δεν το επιτρέπω και είναι παράνομο, είμαστε σε πόλεμο όσο και αν μερικοί χαμένοι στην ευδαιμονία τους το ξεχνάνε.

17


Άφησαν την σκληρόκαρδη ξενοδόχο να τακτοποιήσει τις εκκρεμοτητές της με το νόμο και αφού αποχαιρέτησαν τον σερ Τζάσπερ βγήκαν στο δρόμο. -Άλεξ, είπε ο Μάικ σε έναν νεαρό δόκιμο που ακολοθούσε μαζί με τους υπολοίπους άνδρες του πληρώματος, θα πας με την Σάρα να πάρει τα πράγματά της από το ξενοδοχείο. Ξέρεις τι να κάνεις αν κάποιος δοκιμάσει να σε σταματήσει. -Μάλιστα σερ! είπε ο νεαρός. Ελάτε μαζί μου δεσποινίς.

Ο Τζέημς Κάλχουν στάθηκε στην γέφυρα του πλοίου του ντυμένος στα μαύρα, όπως έκανε πάντα όταν δεν φορούσε την στολή του. Εξέτασε το κατάστρωμα, όλα ήταν τακτοποιημένα, τα άρμενα είχαν δεθεί, τα μπρούντζα γυαλιστεί, οι προμήθειες είχαν φορτωθεί όπως και τα απαραίτητα πυρομαχικά και ήταν όλα έτοιμα για την αναχώρησή τους. Πρόσεξε τον Τζώρτζ Κάμπελ να επιβιβάζεται στο πλοίο συνοδεύοντας μια γυναίκα και μετά είδε πως ακολουθούσαν και ακόμα τρεις, η τελευταία σχεδόν παιδί ακόμα. Ήταν λοιπόν οι επιβάτιδες που περίμεναν. Είδε τον Νίκολας να πλησιάζει και να λέει κάτι βιαστικά στον Κάμπελ που έδωσε αμέσως μια κοφτή εντολή σε μερικούς άνδρες του που κουβαλούσαν τις αποσκευές των τεσσάρων γυναικών. Κατέβηκε από την γέφυρα στο κατάστρωμα και πλησίασε τις γυναίκες. Η μεγαλύτερη από εκείνες στράφηκε και τον αντίκρισε και ο πλοίαρχος χάθηκε για μια στιγμή στο ζεστό βλέμμα της. Ύστερα πρόσεξε την κούραση που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό της και κατάλαβε ότι χρειαζόταν ανάπαυση από το ταξίδι της. -Καλώς ήθατε στο πλοίο, είμαι ο πλοίαρχος Τζέημς Κάλχουν. -Πλοίαρχε, είμαι η Μάργκαρετ Άσκουιθ, σας είμαι υπόχρεη που δεχθήκατε να μας μεταφέρετε.

18


-Δεν είναι παρά το πρέπον, απάντησε ο πλοίαρχος και η γυναίκα προχώρησε να του συστήσει τις κόρες της. Όμορφες νεαρές κυρίες αλλά καμία με την γοητεία της μητέρας τους. -Ελπίζω να μην σας καθυστερήσαμε, είπε η Μάργκαρετ. -Θα αποπλεύσουμε με την μεσημεριανή παλίρροια. Κύριε Γιάρροου, φώναξε στον ύπαρχο. Αναφέρατε κατάσταση του πλοίου. -Εφοδιασμός και ετοιμασίες περατωμένες, αν επιστρέψει και ο Μάικ με τους υπόλοιπους από το δικαστήριο θα είμαστε και όλοι παρόντες. -Εντάξει, ελπίζω να μην μονομαχήσει με τον λόρδο Κόρθαξ. Ο ναύαρχος έχει απαγορεύσει τις μονομαχίες και θα δυσαρεστηθεί. -Ο Κόρθαξ να δεις, είπε ο Νίκολας και ακούστηκαν γέλια από πολλούς από τους άνδρες. -Μπόουνς, είπε σε έναν από τους κελευστές του πλοίου ο Τζέημς. Οδήγησε τις κυρίες στο κατάλυμμά τους. -Μάλιστα! απάντησε ο κελευστής Χάραλντ Μπόουνς που σαν για να διαψεύδει το επώνυμό του ήταν ένας ψηλός και εύσωμος άνδρας. Ελάτε από' δω κυρίες, προσέξτε παρακαλώ τα σχοινιά τούτου του καρονά. Ήταν έτοιμες να περάσουν στο εσωτερικό του πλοίου όταν άκουσαν τον Νίκολας να φωνάζει. -Επιστρέφει ο Μάικ και ο Μπόουντεν με τους άλλους, είναι και ο Αζίζ μαζί τους. -Ωραία, είπε ο Τζέημς. Ετοιμαζόμαστε για σαλπάρισμα!

Η Μάργκαρετ Άσκουιθ κάθισε στην κουκέτα της και έριξε μια ματιά στην καμπίνα γύρω. Δεν ήταν πολύ ευρύχωρα και για τις τέσσερίς τους αλλά είχαν καταφέρει να βολευθούν για να περάσουν τις μέρες του ταξιδιού. Τα μπαούλα τους ήταν στην μια πλευρά, στον πιο στενό τοίχο της καμπίνας και οι κουκέτες τους μοιρασμένες ανά δυο. 19


Η Ελεωνόρ είχε ξαπλώσει στη δική της, η πρωινή αναχώρηση, το ταξίδι αλλά κυρίως η συναισθηματική φόρτιση την είχαν εξαντλήσει. Η Μέγκαν δίπλα της είχε ανεβεί όρθια στην κουκέτα της και κοίταζε με προσοχή το χάρτη που ήταν τοποθετημένος στον τοίχο, καθώς ήταν καρφωμένος ο Μάικ δεν μπορούσε να τον πάρει και τον είχε αφήσει όταν άλλαξε κατάλυμμα στο πλοίο για να φιλοξενηθούν οι επιβάτισσές τους. Η Κάθρην είχε πάει κοντά στο παράθυρο της καμπίνας τους και είχε διαπιστώσει πως είχαν ήδη λύσει τους κάβους και είχαν σηκώσει την σκάλα επιβίβασης, ήταν έτοιμοι για τον απόπλου. Άκουσαν πάνω από τα κεφάλια τους τον θόρυβο των τελευταίων ετοιμασιών και τον μακρινό ήχο του εργάτη στην πλώρη καθώς σήκωναν την άγκυρα. -Έχουμε ευνοϊκό άνεμο, άκουσαν τη βαθιά φωνή του Τζέημς, ανοίξτε κάθε διαθέσιμο τετραγωνικό πανιού, να τον εκμεταλλευτούμε πλήρως. Η Κάθρην κοίταξε έξω και είδε ότι είχαν αρχίσει να απομακρύνονται από την προκυμαία. Το ταξίδι τους είχε αρχίσει. -Να πάω στο κατάστρωμα να δω; ρώτησε η Μέγκαν. Η Μάργκαρετ κοίταξε την μικρή κόρη της και μετά την αμέσως μεγαλύτερη. Η Κάθριν ένευσε ότι θα πήγαινε μαζί της και έτσι είπε: -Εντάξει, πήγαινε με την Κάθρην. Η Μέγκαν πήδηξε από την κουκέτα της κάτω και φόρεσε γρήγορα τα γοβάκια της. Ύστερα στράφηκε στην αδερφή της. -Έλα, πάμε! Βγήκαν στο κατάστρωμα και κοντοστάθηκαν. Το πλοίο έδειχνε τώρα τελείως διαφορετικό μέσα στον πυρετό δραστηριότητας. Πολλοί άνδρες ήταν ανεβασμένοι στα κατάρτια, άλλοι ήταν στο κατάστρωμα και κάποιοι στη γέφυρα. Ο Τζέημς στεκόταν στη γέφυρα κοντά στον πηδαλιούχο. Λίγο πιο πέρα ο Μάικ ήταν σκυμμένος πάνω από έναν χάρτη χαράζοντας την πορεία που θα ακολουθούσαν τις επόμενες μέρες. 20


Η Μέγκαν κοίταξε τον πλοηγό και μετά την προσοχή της τράβηξε ο Αζίζ που στεκόταν στη γέφυρα με τα χέρια διπλωμένα στο στήθος και την κελεμπία του με το σαρίκι να ανεμίζουν στον δυνατό άνεμο.

Η Ελεωνόρ είχε αποκοιμηθεί και η Μάργκαρετ είχε βυθιστεί σε σκέψεις. Αν και δεν το έδειχνε στις κόρες της ανησυχούσε πολύ για την καινούρια αυτή ζωή που είχαν ξεκινήσει να δημιουργήσουν. Αναρωτιόταν αν θα κατάφερναν να ξεπεράσουν τις αντιξοότητες που σίγουρα θα υπήρχαν. Ήλπιζε ότι θα τα κατάφερναν και θα ρίζωναν ειδικά αφού οι εναλλακτικές τους ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτες. Το ταξίδι τους ευτυχώς ξεκινούσε με καλό τρόπο, είχαν γίνει δεχτές στο πλοίο πολύ καλύτερα από όσο θα τολμούσε ποτέ να ελπίσει. Από τις σκέψεις τη διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα της καμπίνας. Σηκώθηκε να ανοίξει πιστεύοντας πως ήταν οι κόρες της και έτσι ξαφνιάστηκε πολύ βλέποντας έναν ναύτη στην πόρτα της. Φορούσε όπως οι περισσότεροι μια λευκή πουκαμίσα και ένα μαύρο παντελόνι, εν πλω στολή φορούσαν μόνο σε πολύ επίσημες περιπτώσεις. -Ο πλοίαρχος Κάλχουν ρωτάει αν θα είχατε την ευγενή καλωσύνη να παρευρεθείτε στο πρώτο δείπνο εν πλω μαζί με τις δεσποινίδες κόρες σας. -Ω ευχαριστώ πολύ, είπε ξαφνιασμένη η Μάργκαρετ. Τι ώρα; -Μόλις χτυπήσει η καμπάνα αλλαγής βάρδιας μετά τη δύση του ηλίου. -Ευχαριστώ, είπε και πάλι η Μάργκαρετ. Έκλεισε την πόρτα και έμεινε να σκέφτεται.

Μόνο τα καλύτερα ξενοδοχεία μπορούσαν να μιμηθούν την τάξη του Βασιλικού Ναυτικού στα επίσημα γεύματα μιας και ακόμα και όταν γευμάτιζαν με παστό χοιρινό και γαλέτα το έκαναν με στυλ, με έναν καμαρώτο πίσω από κάθε θέση.

21


Το αποψινό δείπνο μπορεί να μην προοριζόταν για ναυάρχους αλλά όπως όριζαν οι παραδόσεις ακόμα και το τραπέζι του πλοιάρχου έπρεπε να έχει την ίδια λαμπρότητα όταν είχε καλεσμένους. Έτσι όταν η Μάργκαρετ πέρασε την πόρτα της καμπίνας του πλοιάρχου την υποδέχθηκαν ευγενικά και ένας ναύτης τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει και μετά έκανε δυο βήματα πίσω όπου και στάθηκε. -Καλησπέρα

κυρία Άσκουιθ,

είπε

ο

πλοίαρχος,

τιμή

μου

που

αποδεκτήκατε την πρόσκληση. -Ω! Παρακαλώ. Η τιμή είναι όλη δική μου, απάντησε η Μάργκαρετ κοκκινίζοντς ελαφρά. Πέρα από την Μάργκαρετ στο τραπέζι με το Τζέημς κάθονταν, ο ύπαρχός του, ο Γιάροου, και ο επικεφαλής των πεζοναυτών του πλοίου, ο Τζώρτζ Κάμπελ. Η Μάργκαρετ βρήκε την ευκαιρία να τον ευχαριστήσει και πάλι για την βοήθεια που τους είχε προσφέρει στην προκυμαία. -Δεν ήταν κόπος, χαρα μας να έχουμε στο πλοίο μερικές τόσο όμορφες κυρίες. -Δεν συνηθίζονται οι γυναίκες στα πλοία του Βασιλικού ναυτικού ε; -Συνήθως έχουμε μια ή δυο για να φροντίζουν και τους δοκίμους μας, συζύγους αξιωματικών. Σε αυτό το ταξίδι έχουμε την κυρία Γιάροου, τη σύζυγο του Μάρτιν από' δω, αλλά έχουμε ακόμα την Σάρα Κέρμπι που την προσλάβαμε για βοηθό στο μάγειρά μας, τον Πήτερ, του οποίου την δεξιοτεχνία θα δοκιμάσετε σε λίγο. -Μάλιστα κατάλαβα, και έχετε και' μας τώρα. -Και μια ακόμα επιβάτισσα, είπε ο Γιάροου, μια κοπέλα που πήρε υπό την προστασία του ο Μάικ. Εκείνη που ήταν μαζί με τη Σάρα. -Προστατευόμενη; απόρησε η Μάργκαρετ και ο Γιάροου ανέλαβε να της εξηγήσει το πρόσφατο μπλέξιμο του πλοηγού τους. Γενναίο εκ μέρους του, είπε όταν της εξήγησαν, να μη φοβηθεί το λόρδο.

22


-Δεν είναι από τους ανθρώπους που φοβούνται εύκολα. Και δεν είναι καν πληβείος όπως φαντάζεται ο Κόρθαξ τον οποίο μπορεί εύκολα να παραμερίσει. Αλλά αυτό πάει τελείωσε. Η Μάργκαρετ διαισθάνθηκε πως δεν ήταν μια προσπάθεια να κλείσουν το θέμα αλλά θεωρούσαν ότι δεν θα είχε πια συνέχεια αφού είχαν σαλπάρει για μια αποστολή που θα έπαιρνε αρκετό καιρό να ολοκληρωθεί. Άλλαξε θέμα. -Η κυρία σας γιατί δεν είναι μαζί μας; ρώτησε τον Γιάροου. -Είναι λίγο αδιάθετη απόψε, αλλά θα τη γνωρίσετε αύριο πιστεύω, είπε εκείνος.

Το Ανίκητος έπλεε στη θάλασσα της Μάγχης με κατεύθυνση νότια – νοτιοανατολική και με τον άνεμο ούριο να φουσκώνει όλα τα πανιά. Ησυχία επικρατούσε στο κατάστρωμα όπου βρίσκονταν μόνο όσοι είχαν υπηρεσία. Προς μεγάλη χαρά των δοκίμων το μάθημα αστρονομίας είχε αναβληθεί μιας και το ολόγιομο φεγγάρι έκανε την παρατήρηση των αστερισμών δύσκολη ειδικά για εκείνους που δεν ήταν εξοικειωμένοι. Έτσι ο Μάικ τους είχε στείλει για ύπνο στο θάλαμο των δοκίμων μετά από το πρώτο μάθημα χειρισμού ξίφους. Ο ίδιος είχε παραμείνει στη γέφυρα. Είχε αναλάβει υπηρεσία σαν αξιωματικός φυλακής. Στεκόταν λίγο πιο πέρα από τον Μπόουεν που ήταν στο τιμόνι και παρακολουθούσε τα άστρα να χάνονται στον ορίζοντα, στο σημείο που το μαύρο του ουρανού έδινε τη θέση του στο πιο βαθύ μαύρο της θάλασσας ενώ το φεγγάρι χάραζε ένα ασημένιο μονοπάτι στην επιφάνειά της. Ήταν πάνω από δεκαπέντε χρόνια στη θάλασσα και δεν έπαυαν ποτέ να τον μαγεύουν τέτοιες νύχτες. Ο Αζίζ ανέβηκε στην γέφυρα και στάθηκε κοιτάζοντας τον ωκεανό. Είχε τα χέρια μέσα στα μανίκια της κελεμπίας του που ο άνεμος ανέμιζε τις πλούσιες πτυχές της. -Ωραία νύχτα, είπε. -Ναι, είναι. 23


-Αναμένουμε προβλήματα; -Όχι, ο Γαλλικός στόλος είναι κλεισμένος στη Βρέστη. Θα έχουμε ήσυχο ταξίδι μέχρι την άλλη πλευρά του Ατλαντικού λογικά. -Πολύ ωραία. Μια κίνηση στο κατάστρωμα τράβηξε την προσοχή του Μάικ, κάποιος είχε κινηθεί στο σκοτάδι κοντά στο μεσιανό κατάρτι. Ο πλοηγός κατέβηκε γρήγορα από τη γέφυρα και αθόρυβα πλησίασε τη σκιά. Φτάνοντας κοντά αναγνώρισε την Αντέλα. -Δεν πρέπει να βγαίνεις στο κατάστρωμα τη νύχτα, μπορεί να χτυπήσεις στα σκοτεινά. -Ναι, το ξέρω, είπε η κοπέλα. Απλά ήθελα να σε δω, να σε ευχαριστήσω. Δεν είχα το χρόνο νωρίτερα όπως γίνανε όλα βιαστικά. -Δεν χρειάζεται, έκανα μόνο αυτό που έπρεπε. -Εγώ πάντως πρέπει να το πω, είπε η Αντέλα και τον αγκάλιασε, ευχαριστώ, είπε απαλά.

Η Μάργκαρετ επέστρεψε στην καμπίνα της με μια αίσθηση ευεξίας που δεν είχε νιώσει εδώ και πολύ καιρό. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει το γιατί. Ένα μέρος των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν είχε παραμεριστεί και στην παρέα των ανώτερων αξιωματικών του πλοίου είχε νιώσει ευπρόσδεκτη και προστατευμένη, προστατευμένη όπως νιώθει κάποιος που ξέρει ότι έχει φίλους που θα του σταθούν σε μια δύσκολη ώρα. Παρότι παντρεμένη με έναν πλοίαρχο του Βασιλικού ναυτικού δεν γνώριζε παρά ελάχιστα για την υπηρεσία και το πως λειτουργούσε και έτσι δεν περίμενε την υποδοχή αυτή που έλυνε προβλήματα και την έκανε να νιώθει ήδη ευπρόσδεκτη. Με την καρδιά της ξαλαφρωμένη από την υποδοχή είχε νιώσει καλύτερα και είχε ευχαριστηθεί το φιλικό αυτό δείπνο. Μπήκε στην καμπίνα της νιώθοντας 24


πολύ όμορφα και ευγνωμωνόντας τον πλοίαρχο ή όποιον ήταν που είχε την ιδέα να την καλέσει στο δείπνο. Κοίταξε τις κόρες της που κοιμούνταν. Χρειάζονταν φίλους και έλπιζε ότι τους είχαν βρει. Άρχισε να ξεντύνεται κοιτώντας τες με στοργή. Η Κάθρην κοιμόταν κουλουριασμένη σε μια εμβρυακή στάση, η Ελεωνόρ κοιμόταν με το ένα χέρι κάτω από το κεφάλι της όπως έκανε από μικρή. Η Μέγκαν κοιμόταν ανάσκελα, κοιτούσε προφανώς τον χάρτη στον τοίχο της καμπίνας ως που αποκοιμήθηκε. Ξάπλωσε και εκείνη και κοίταξε έξω τον έναστρο ουρανό. Άκουσε πάνω από το κεφάλι της το καμπανάκι στη γέφυρα να χτυπάει την βάρδια, τους άνδρες να αναφέρουν κατά μήκους του πλοίου: Όλα καλά! και τον Μάικ να λέει: -Ωραία, όλο αριστερά τώρα κύριε Όλιβερ. Αποκοιμήθηκε πριν ακούσει την απάντηση του πηδαλιούχου.

Η Ελεωνόρ άνοιξε τα μάτια της και έμεινε να κοιτάζει τον τοίχο μπροστά της. Για μια στιγμή έμεινε να κοιτάζει τελείως αποπροσανατολισμένη. Μετά θυμήθηκε ότι ήταν στο πλοίο. Κοίταξε τις σανίδες του τοίχου, τέλεια αρμοσμένες μεταξύ τους και βαμμένες πρόσφατα, ακόμα μπορούσε να μυρίσει τη φρέσια μπογιά. Ανασηκώθηκε και μετά ανακάθισε. Η οικογένειά της κοιμόταν ακόμα. Λάθος. Η Μέγκαν δεν ήταν στην κουκέτα της. Που είχε πάει πρωί πρωί; Δεν ήξερε τι ώρα ήταν αλλά από το φως που έμπαινε στην καμπίνα από το παράθυρο ήταν φανερό πως ήταν πολύ νωρίς. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και ντύθηκε γρήγορα με ένα φόρεμα παραλείποντας τον κορσέ στη βιασύνη της να πάει να βρει τη μικρή της αδερφή και εξ' ανάγκης μιας και κοιμούνταν η άλλη αδερφή της και η μητέρα τους που θα μπορούσαν να την βοηθήσουν μ' αυτό. Βγήκε στο κατάστρωμα και κοντοστάθηκε για να συνηθίσει το κρύο αλλά και γιατί δεν χρειαζόταν να ψάξει πλέον. Έβλεπε την Μέγκαν, το κορίτσι κοιτούσε με φωτεινά μάτια γεμάτα θαυμασμό τους ναύτες στα κατάρτια και τους άνδρες στη γέφυρα με μια εμφανή λαχτάρα να πάει και εκείνη κοντά τους. 25


Στη γέφυρα βρισκόταν και πάλι ο Μάικ, κοίταζε το πέλαγος σαν να έβλεπε σ’ αυτό κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι οι άλλοι. Δίπλα του ο Μπόουντεν κρατούσε το πλοίο στην πορεία του, αν δεν πρόσεχε κάποιος τη λαβή των χεριών του πάνω στο πηδάλιο θα νόμιζε ότι δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια. Ο πηδαλιούχος ήταν από τους λίγους παραδοσιακούς ναυτικούς που ακόμα έπιαναν τα μαλλιά τους σε μια μικρή κοτσίδα στη βάση του αυχένα. Το βλέμμα της Ελεωνόρ στάθηκε και πάλι στον Μάικ που τώρα μιλούσε με τον Αζίζ, παρατήρησε ότι και οι δυο ήταν οπλισμένοι. Ο Άραβας κάτι έδειχνε και ο Μάικ κούνησε το κεφάλι του. Σαν να ένιωσε το βλέμμα της ύστερα γύρισε και την κοίταξε. Άφησε τη γέφυρα και κατέβηκε στο κατάστρωμα. Πλησίασε την Ελεωνόρ. -Καλημέρα σας δεσποινίς, υποθέτω είστε μια από τις επιβάτισσές μας. Ελπίζω να τακτοποιηθήκατε καλά στην καμπίνα σας. -Ναι είναι εντάξει, είπε ψυχρά σχεδόν εχθρικά η Ελεωνόρ. Ο Μάικ την κοίταξε ξαφνιασμένος αλλά την απάντησή του πρόλαβε η φωνή του παρατηρήτή. -Πλοίο στα δεξιά και νομίζω ότι είναι Γαλλικό!

26


Κεφάλαιο Δεύτερο Λάμψεις Μέσα Στη Νύχτα

Ο Μάικ κοίταξε τον ορίζοντα αλλά ακόμα από’ κει που στεκόταν δεν μπορούσε να δει το πλοίο. -Ενημερώστε τον πλοίαρχο, είπε και στράφηκε στην Ελεωνόρ, καλύτερα να πάτε μέσα δεσποινίς. Ανέβηκε στην γέφυρα και πήρε το τηλεσκόπιο, ήταν ένα αχρωματικό τηλεσκόπιο από τα καλύτερα που υπήρχαν, το είχε αγοράσει στη Λιέγη τρία χρόνια νωρίτερα. Εντόπισε το πλοίο που έπλεε ανατολικά με όλα του τα πανιά ανοιχτά και υψωμένη την τρίχρωμη σημαία της επανάστασης. -Ναι είναι Γάλλος, είπε και ξέσφιξε τη θήκη του σπαθιού του. Ο Τζέημς κατέφτασε στη γέφυρα και πήρε το τηλεσκόπιο. -Το Βουκένταυρος, είπε. Έχει εκατό κανόνια, αλλά μπορούμε να το επιχειρήσουμε. Σε θέσεις μάχης διέταξε. Η διαταγή έφερε έναν πυρετό δραστηριότητας στο πλοίο. Εκτός από τους αρμενιστές, εκείνους που είχαν καθήκοντα ναυσιπλοίας στη βάρδια αυτή, οι υπόλοιποι ρίχτηκαν στην προετοιμασία του πλοίου. Το Ανίκητος είχε τρία επίπεδα ονομαζόμενα κατάστρωμα, υπόστρωμα και αμπάρι. Το αμπάρι χρησιμοποιείτο για αποθήκευση προμηθειών ακόμα και τη φύλαξη ζωντανών ζώων που είχαν μαζί τους για τον ανεφοδιασμό τους σε γάλα και αυγά αλλά και φρέσκο κρέας. Εκεί κάτω βρισκόταν επίσης και η αποθήκη των πυρομαχικών, τόσο για τα ατομικά όπλα όσο και για τα κανόνια του πλοίου όπως και το πειθαρχείο, μπαλαούρο στη ναυτική γλώσσα. Στο υπόστρωμα βρισκόταν η δεύτερη σειρά κανονιών και οι καμπίνες του πληρώματος. Εκτός από το αναρρωτήριο στην πλώρη και τις καμπίνες που ήταν κάτω από τη γέφυρα, οι υπόλοιπες καμπινες είχαν φορητά χωρίσματα τα οποία τώρα 27


μετακινούνταν για να δημιουργηθεί ένας ενιαίος χώρος που θα κινούνταν οι πυροβολητές. Κάποιοι μάζευαν γρήγορα τις αιώρες που κοιμούνταν και τα πράγματά τους στοιβάζοντάς τα στους προκαθορισμένους χώρους ενώ άλλοι ετοίμαζαν τα κανόνια. Στο κατάστρωμα ετοίμαζαν τα υπόλοιπα κανόνια ενώ οι ελεύθεροι σκοπευτές έπαιρναν θέση στα ξάρτια αλλά και στη γέφυρα. Οι πεζοναύτες είχαν ήδη παραταχθεί για να αποτρέψουν εχθρικό ρεσάλτο αν τα δυο πλοία έρχονταν κοντά ώστε να είναι αυτό εφικτό. Ο Τζέημς παρακολουθούσε τις προετοιμασίες ενώ ο Μάικ δίπλα του δεν έχανε το άλλο πλοίο από τα μάτια του και κανόνιζε την πορεία του πλοίου τους για να πλησιάζουν το άλλο πολεμικό. Ο πλοίαρχος του Γαλλικού πλοίου τους είχε πλέον αντιληφθεί και προσπαθούσε να τους ξεφύγει αλλά είχαν ευνοϊκό τον άνεμο και η απόσταση μίκραινε γρήγορα. Τελικά ο Γάλλος φάνηκε να το παίρνει απόφαση και έκοψε ταχύτητα ετοιμαζόμενος για μάχη.

Η Ελεωνόρ και η Μέγκαν επέστρεψαν στην καμπίνα τους όπου βρήκαν την μητέρα τους και την αδερφή τους να αφουγκράζονται ανήσυχες τους ήχος από πάνω και γύρω τους. Το πρόσωπο της Μάργκαρετ φωτίστηκε μόλις τις είδε. -Τι γίνεται; Γιατί αυτή η αναστάτωση; ρώτησε. -Εντοπίσανε ένα πλοίο του Βοναπάρτη, είπε η Ελεωνόρ. -Θα γίνει ναυμαχία, να ανέβω στο κατάστρωμα να δω; πετάκτηκε η Μέγκαν κάνοντας τη μια αδερφή της να χαμογελάσει και την άλλη να την στραβοκοιτάξει. -Δεν πρέπει να φεύγεις χωρίς να μας το λες, είπε με έναν αναστεναγμό η Μάργκαρετ. Ξέρω ότι είσαι ενθουσιασμένη με το ταξίδι μας αλλά πρέπει να προσέχεις κιόλας. -Μα δεν κινδυνεύω! Μπορώ να πω μάλιστα ότι με προσέχανε στο κατάστρωμα, είπε το κορίτσι, και ο σερ Μάικ με άφησε να δω και από το

28


τηλεσκόπιό του πριν έρθεις εσύ Ελεωνόρ για να δω αν φαίνεται ακόμα η Αγγλία πίσω μας. -Μίλησες μαζί του; είπε η αδερφή της δείχνοντας να νευριάζει. -Ναι, και νομίζω ότι εσύ ήσουν αρκετά αγενής μαζί του! Η Ελεωνόρ συνοφρυώθηκε με αυτήν την επίπληξη και απάντησε κοφτά. -Δεν είναι πρέπον να μιλάμε με ναύτες δεν..... Η φράση της έμεινε μισή καθώς το πλοίο συνταράκτηκε ολόκληρο από την πρώτη ομοβροντία των κανονιών της δεξιάς πλευράς του.

Ο Τζέημς περίμενε μέχρι την τελευταία δυνατή στιγμή να διατάξει να ανοίξουν τις μπουκαπόρτες θέλοντας να αιφνιδιάσει τον αντίπαλό του και το πέτυχε. Αιφνιδίασε το Γάλλο και το αποτέλεσμα της βολής ήταν πολύ καλό. Παρατηρώντας μς το κύαλι είδε τις σιδερένιες μπάλες των κανονιών να πέφτουν σε μια θανάσιμη βοχή. Μερικές πέσανε στο νερό κυρίως εκείνων των πυροβόλων που βρίσκονταν προς την πρύμνη του Aνίκητος αλλά οι πιο πολλές πλήξανε το στόχο. Είδε κομμάτια ξύλου από το κατάστρωμα να τινάζονται στον αέρα και πολλούς άνδρες να πέφτουν νεκροί ή τραυματισμένοι. Ακόμα πιο σημαντικό, το Βουκένταυρος έχασε την κορυφή των καταρτιών του, κάτι που θα μείωνε πολύ την δυνατότητά του για ελιγμούς. -Πηδάλιο όλο δεξιά! διέταξε τώρα για να αποφύγει την αντεπίθεση του Γάλλου. Το κατάφερε με αρκετή επιδεξιότητα. Οι περισσότερες βολες του κατέληξαν στα αφρισμένα νερά του στενού, λίγες χτύπησαν το κατάστρωμα προκαλώντας ζημιές αλλά καμιά απώλεια με την μεγαλύτερη καταστροφή στην πλώρη. Είχε κοπεί το μπομπρέσο, το ιστίο πάνω από το ακρόπρωρο. -Όλο δεξιά, διέταξε τον πηδαλιούχο. -Μάλιστα σερ.

29


Ο Αζίζ σήκωσε ένα ντουφέκι που κρατούσε, ήταν μακρύκανο και όλο στολισμένο με περίτεχνα ασημένια σχέδια. Ο Άραβας σημάδεψε και πυροβόλησε. Ο Μάικ που κοιτούσε με το τηλεσκόπιο κατένευσε. -Πέτυχες τον πηδαλιούχο τους. Οι πεζοναύτες ακολούθησαν το παράδειγμα του Αζίζ αλλά αποδείκτηκε πως οι δικές τους βολές δεν είχαν αποτέλεσμα, τα δικά τους όπλα ήταν εκτός εμβέλειας. Οι πυροβολητές του Ανίκητος είχαν ξαναγεμίσει τα κανόνια και μια δεύτερη ομοβροντία συγκλόνισε το πλοίο. Το χτύπημα αυτή τη φορά ήταν πιο αποτελεσματικό. Το κατάστρωμα του σαρώθηκε, και τα τρία κατάρτια έπεσαν κομμένα λίγο πάνω από τη βάση τους. Το Βουκένταυρος έχασε ταχύτητα και σύντομα σταμάτησε. Ζητωκραυγές ακούστηκαν όταν η τρίχρωμη σημαία κατέβηκε και υψώθηκε η λευκή που σήμαινε την παράδοση του πλοίου. Η πρώτη τους ναυμαχία για την αποστολή αυτή είχε τελειώσει. -Μάικ, αναφορά ζημιών, είπε ο Τζέημς. Κύριε Κάμπελ ετοιμάστε ένα άγημα για να ελέγξουμε το πλοίο. -Μάλιστα, απάντησε ο διοικητής των πεζοναυτών και έδωσε γρήγορα μερικές διαταγές στους άνδρες του. Μια βάρκα ξεκίνησε από το Γαλλικό πλοίο και έφερε στο Ανίκητος τον κυβερνήτη του. Ήταν ένας γκριζομάλλης ευθυτενής άνδρας που έτεινε στον Τζέημς το σπαθί του. -Κρατείστε το, απάντησε ο Βρετανός. Δεν σκοπεύω να σας πάρω για αιχμάλωτο μιας και τώρα ξεκινώ το ταξίδι μου. Η πατρίδα σας είναι κοντά, μπορείτε να επιστρέψετε σ' αυτήν. -Θα κατεβάσουμε την φαλαινίδα, θα μας χωρέσει όλους, δεν απομείναμε και πολλοί. Οι Γάλλοι εγκαταλείψανε το πλοίο τους με δυο μεγάλες ακάτους τελικά. Με τον αέρα που φυσούσε σε λίγες ώρες θα βγαίνανε στα παράλια της Βρετάνης. 30


Ο Κάμπελ με τους πεζοναύτες του κατέλαβαν το πλοίο ίσα για να διαπιστώσουν αν υπήρχε τίποτα άξιο να ανακτηθεί και μετά του έβαλαν φωτιά αποτελειώνοντας την καταστροφή που είχαν κάνει τα κανόνια. Οι ζημιές του Ανίκητος ήταν εύκολο να διορθωθούν εν πλω και από απώλειες δεν είχαν παρά μικροτραυματισμούς και ένα σπασμένο χέρι. Είχαν πετύχει μια ιδανική νίκη, ο καλύτερος τρόπος να αρχίσουν την αποστολή τους. Το Ανίκητος πήρε και πάλι την πορεία του ενώ πίσω του τα φλεγόμενα υπολείμματα του Βουκένταυρος βυθίζονταν.

Το πλήρωμα επέστρεψε στη ρουτίνα του ταξιδιού, βαλθήκανε να στήσουν ξανά τα διαχωριστικά και να κρεμάσουν τις αιώρες. Όσοι δεν είχαν υπηρεσία εξάλλου θα πήγαιναν για ξεκούραση, Όπως ήταν το έθιμο ο οπλονόμος χτύπησε την πόρτα της καμπίνας των επιβατισσών τους για να τις ενημερώσει ότι τώρα αν το ήθελαν μπορούσαν να βγουν στο κατάστρωμα. Η Μέγκαν φυσικά και το ήθελε αλλά το ίδιο ήθελε και η Μάργκαρετ έτσι βγήκαν στο κατάστρωμα και η Κάθρην ακολούθησε. Το Ανίκητος έπλεε σε μια γαλήνια θάλασσα και στεριά δε φαινόταν πουθενά. Η Μέγκαν κοίταξε τα ψηλά κατάρτια όπου οι ναύτες άπλωναν τα πανιά για να εκμεταλλευτούν τον αέρα που είχε δυναμώσει. Η Κάθρην αφέθηκε απλά στον άνεμο που τη χάιδευε ανακατεύοντας τα μαλλιά της και κάνοντάς τα να ανεμίζουν. Η Μάργκαρετ στάθηκε δίπλα της. Αυτές οι δυο κόρες της έδειχναν να έχουν προσαρμοστεί στο ταξίδι αυτό. Η σκέψη της πήγε στην Ελεωνόρ. Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας η Μέγκαν της είχε εκμυστηρευθεί τη σύντομη στιχομυθία της Ελεωνόρ με τον Μάικ. Η Μάργκαρετ ήξερε πως η μεγάλη της κόρη δεν ήταν ανοιχτή σαν τη μικρότερη αλλά δεν ήταν και σνομπ. Αυτή η συμπεριφορά της έδειχνε μια άρνηση να δεκτεί την νέα κατάσταση της ζωής της και δεν μπορούσε να κάνει κάτι να την βοηθήσει. -Συγνώμη σερ, μπορώ να ανέβω στη γέφυρα;

31


Η Μάργκαρετ γύρισε ξαφνιασμένη. Είχε χαθεί στις σκέψεις της και είχε ξεχάσει τη Μέγκαν που είχε τώρα απευθυνθεί με ευγένεια αλλά θαρραλέα στον Μάικ Γκόρντον. -Σε ενδιαφέρει η ναυσιπλοία βλέπω! -Μάλιστα σερ, είναι κρίμα που δεν μπορεί μια γυναίκα να κυβερνήσει πλοίο. Δεν είναι; -Θα το ήθελες; -Πάρα πολύ. Θα είναι πολύ όμορφα να ταξιδεύεις με δυνατό άνεμο, ο αέρας να σου ανεμίζει τα μαλλιά και να φουσκώνει τα πανιά. Ο ωκεανός μπροστά σου να τον ταξιδέψεις, να τον εξερευνήσεις. -Μίλησες σαν γνήσιος ναυτικός! -Ο μπαμπάς μου ήταν πλοίαρχος, είχα ταξιδέψει με το πλοίο του. Ο Μάικ κοίταξε το κορίτσι, η Μέγκαν δεν μπορούσε να το ξέρει αλλά γνώριζε τον πατέρα της, είχαν πολεμήσει μαζί και εκείνος ήταν που είχε φέρει το πλοίο του πίσω στο Γιβλαρτάρ μετά την ναυμαχία του Αμπουκίρ και στην συνέχεια στην πατρίδα. Και φαινόταν ότι ούτε η Μάργκαρετ τον θυμόταν, καλύτερα, δεν θα ήθελε να της υπενθυμίζει τη θλίψη της όταν χήρεψε. -Αφού σε ενδιαφέρει τόσο πολύ η ναυτική τέχνη, είπε, και αφού θα ταξιδέψετε κάμποσο καιρό μαζί μας, έχω να σου προτείνω κάτι. Η Μέγκαν τον κοίταξε με προσοχή περιμένοντας να δει που θα κατέληγε αυτή η συζήτηση. -Στο ταξίδι αυτό εγώ θα εκπαιδεύω τους δοκίμους, είπε ο Μάικ, με την αδειά μου θα παρακολουθήσεις τα μαθήματα. -Ευχαριστώ σερ, είπε το κορίτσι αληθινά συγκινημένο και η Μάργκαρετ πήρε το λόγο. -Σας είμαστε πραγματικά υπόχρεες σερ Μάικ. -Δεν χρειάζεται. 32


Εκείνη τη στιγμή η καμπάνα του πλοίου χτύπησε μεσημέρι και κατά το έθιμο ο αξιωματικός υπηρεσίας το ανήγγειλε στον πλοίαρχο που ανέβαινε εκείνη τη στιγμή στη γέφυρα. -Δεκτόν, είπε ο Τζέημς. -Έλα Μέγκαν, είπε η μητέρα της στην έφηβη, πάμε στην καμπίνα μας, πρέπει να ετοιμαστούμε για το γεύμα. Αφήσαμε και την αδερφή σου μόνη της. -Δεν νομίζω να την πείραξε, μάλλον το προτιμάει αυτές τις μέρες. -Να είναι μόνη; Γιατί; απόρησε ο Μάικ. -Έχει λυπηθεί πολύ για την αλλαγή αυτή στη ζωή μας, είπε με ειλικρίνεια η Μέγκαν. -Την καταλαβαίνω, δεν είναι εύκολες οι αλλαγές, αλλά ας μην απογοητεύεται. -Μακάρι να το δει και εκείνη, είπε η Μάργκαρετ και με τη Μέγκαν επέστρεψαν στην καμπίνα τους.

Το Ανίκητος συνέχισε να πλέει σε μια άδεια θάλασσα μέχρι που το σκοτάδι άρχισε να πέφτει. Τότε συνάντησαν ένα πλοίο που δεν έφερε το πλήρωμα σε θέση μάχης όπως το πρωί μιας και ήταν δικό τους, το Πολυδεύκης, που ερχόταν από τη Μεσόγειο. Οι δυο πλοίαρχοι αντάλλαξαν πληροφορίες και νέα και μετά τα δυο πολεμικά συνέχισαν την πορεία τους. Η Μάργκαρετ δέχθηκε μια πρόσκληση από τον πλωτάρχη Γιάρροου να δειπνήσει με εκείνον και τη σύζυγό του στο καρέ των αξιωματικών. Την δέχθηκε, ήθελε να γνρίσει την σύζυγο του πλωτάρχη που το προηγούμενο βράδυ ήταν αδιάθετη. Η Κάθρην ανέλαβε να συνοδεύσει την Μάργκαρετ στο κατάστρωμα για να παρακολουθήσει το μάθημα των δοκίμων μιας και η Ελεωνόρ εξακολουθούσε να είναι απρόθυμη να βγει από την καμπίνα.

33


Απόψε η φωτεινότητα της νύχτας ήταν η κατάλληλη για να γίνει ένα μάθημα αστρονομίας. Ο Μάικ είχε συγκεντρωμένους τους δώδεκα δοκίμους γύρω του και τους έκανε μάθημα. Δεν είχε τον τυπικό ξερό τόνο των καθηγητών αλλά τους έκανε ένα πολύ παραστατικό μάθημα με παραδείγματα και δείχνοντάς τους στην πράξη τι ήθελε από αυτούς. Η Μέγκαν καθόταν πάνω στον κιλίβαντα ενός κανονιού και άκουγε μαγεμένη. Οι δόκιμοι είχαν παρατηρήσει την παρουσία της, ακούστηκε και κάποιο σφύριγμα μάλιστα από κάποιον, αλλά δεν είχαν δείξει να τους πείραζε η παρουσία της ούτε είχαν ρωτήσει γι' αυτή. Άκουγε για την τροχιά των αστεριών και ποια δεν δύουν σε κάθε εποχή ώστε να είναι χρήσιμα σαν σημεία αναφοράς, για το πως μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ώστε να πάρουν το στίγμα τους και για όρους όπως αζιμούθιο και συντεταγμένες. Παρά την αφοσίωσή της στα λεγόμενα του Μάικ πρόσεξε την Ελεωνόρ που είχε βγει στο κατάστρωμα και είχε σταθεί κοντά στο μεσιανό κατάρτι με την πλάτη στην κουπαστή. Ακριβώς τη στιγμή που η Ελεωνόρ ακουμπούσε στην κουπαστή το πλοίο έγειρε απότομα από μια ξαφνική και έντονη πνοή ανέμου. Η κοπέλα έχασε την ισορροπία της και έπεσε κάνοντας την Μέγκαν να ουρλιάξει. Ο Μάικ γύρισε ξαφνιασμένος από την κραυγή της. Η Μέγκαν του έδειξε προς το σημείο που είχε εξαφανιστεί η αδερφή της και εκείνος κατάλαβε. Ξεζώστηκε γρήγορα τη ζώνη με τα όπλα του και φώναξε: -Άνθρωπος στη θάλασσα. Ύστερα πήδηξε στο σκοτεινό ωκεανό. Τον υποδέχθηκε η παγωμένη αγκαλιά του Ατλαντικού αλλά δεν έδωσε σημασία καθώς είχε συνηθίσει στα κρύα αυτά νερά. Κλώτσησε δυνατά για να επιστρέψει στην επιφάνεια και αναζήτησε την Ελεωνόρ. Ήταν σκοτεινά παντού γύρω του αλλά είχε καλή αίσθηση του προσανατολισμού και έτσι κολύμπησε προς το σημείο που είχε πέσει η κοπέλα. Μπορούσε να ακούσει εξάλλου την προσπάθειά της να παραμείνει στην επιφάνεια.

34


Με δυνατές απλωτές άρχισε να κολυμπάει παλεύοντας με το κύμα σε κάθε του κίνηση. Άκουσε πίσω του τις διαταγές για να σταματήσει το πλοίο, ήξερε εκ πείρας ότι θα χρειαζόταν να διανύσει κάποια απόσταση. Έπρεπε να φτάσει την Ελεωνόρ και να την κρατήσει στην επιφάνεια ως που να τους περισυλλέξουν. Έφτασε κοντά της καθώς η κοπέλα χανόταν κάτω από την επιφάνεια του νερού. Αυτή τη φορά οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν και δεν ξαναβγήκε στην επιφάνεια. Βούτηξε στο νερό, τώρα βρέθηκε σε ένα απόλυτο σκοτάδι αλλά πλέον ήταν κοντά. Απέφυγε να βρεθεί σε επαφή με τα απλωμένα χέρια της, ήταν σε κατάσταση πανικού και θα αρπαζόταν από πάνω του δυσκολεύοντας την κατάσταση, πέρασε κάτω από αυτά και την αγκάλιασε από τη μέση. Ύστερα έδωσε ώθηση με τα πόδια μεταφέροντας και τους δυο στην επιφάνεια. Πήρε βαθιά ανάσα και γύρισε με την πλάτη στον καιρό, ήταν πιο ξεκούραστο το κολύμπι έτσι, ήταν σε σχεδόν ύπτια θέση και είχε τραβήξει στο στήθος του την Ελεωνόρ για να ακουμπάει και να μπορέσει να ξεκουραστεί. Η κοπέλα ήταν χλωμή, είχε τρομάξει και είχε πιει και πολύ νερό, ήταν καταβεβλημένη. Τώρα δεν μπορούσε να δει το Ανίκητος καθώς είχε ξεμακρύνει. Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσαν να γυρίσουν το πλοίο, ο αέρας θα ήταν εξαιρετικά αντίθετος. Θα έπρεπε να σταματήσουν το πλοίο και να κατεβάσουν μια βάρκα για να τους περιμαζέψουν. Αλλά αυτό θα έπαιρνε χρόνο. Και δεν ήξερε αν τον είχαν. Σε αυτά τα νερά δεν υπήρχαν καρχαρίες ή άλλα ζώα που θα έθεταν σε κίνδυνο τις ζωές τους αλλά το κρύο μπορούσε να τους σκοτώσει το ίδιο εύκολα. Με έναν αναστεναγμό η Ελεωνόρ έχασε τις αισθήσεις της. Ο Μάικ έσφιξε τη λαβή του γύρω από τη μέση της ενώ ανασήκωσε το κεφάλι της που είχε γείρει προς το στήθος της για να μην πνιγεί. Κοίταξε ολόγυρα, έπρεπε να βγουν από το νερό γρήγορα αλλά βρίσκονταν μίλια μακριά από κάθε στεριά.

35


Η Μέγκαν έμεινε να κοιτάζει το σημείο απ' όπου είχε χαθεί η αδερφή της και είχε πηδήξει ο Μάικ στο νερό. Δεν μπορούσε να το πιστέψει αυτό που είχε συμβεί. Είχε ουρλιάξει από ένστικτο όταν είδε την Ελεωνόρ να πέφτει αλλά τώρα ένιωθε παγωμένη, μουδιασμένη, βυθιζόταν σε μια κατάσταση σοκ. Ένιωσε ένα χέρι να ακουμπάει στον ώμο της, το άγγιγμα ήταν συμπονετικό αλλά ταυτόχρονα και στιβαρό, άγγιγμα ναυτικού. Γύρισε να δει ποιος ήταν. Αντίθετα με ό,τι περίμενε δεν ήταν ένας από τους θαλασσοδαρμένους ναυτικούς του πληρώματος αλλά ένα αγόρι λίγο πιο μεγάλο από εκείνη. Φορούσε ένα λευκό πουκάμισο ανοιχτό στο στέρνο, παντελόνι και μπότες ως το γόνατο. -Θα τη σώσει ο Μάικ, είπε απαλά, κάπως ντροπαλά. Η Μέγκαν τον αναγνώρισε. Τον έλεγαν Άλεξ Στιούαρτ και ήταν ένας από τους δοκίμους του Ανίκητος. -Η Ελεωνόρ δεν ξέρει κολύμπι, είπε άτονα. -Θα την πρόλαβε ο Μάικ μην ανησυχείς. Να, γυρνάμε να τους πάρουμε. Ήταν αλήθεια, ο Τζέημς είχε ακούσει την κραυγή του Μάικ και είχε έρθει στην γέφυρα. Ανενδοίαστα διέταξε αλλαγή πορείας και καθώς μιλούσαν αυτό ήδη συνέβαινε. Εκείνη τη στιγμή βγήκε στο κατάστρωμα και η Μάργκαρετ μαζί με την σύζυγο του Γιάρροου. Η Κάθρην έτρεξε στη μητέρα της να της πει τα άσχημα νέα.

Ο Μάικ ένιωθε παγωμένος ως τα βάθη του είναι του, ήξερε ότι σε λίγο θα άρχιζε να τον κυριεύει η νυσταλέα λήθη του κρύου και όταν θα υπέκυπτε θα πνιγόταν μαζί με την κοπέλα στην αγκαλιά του. Τώρα δεν έβλεπε τίποτα γύρω, η ομίχλη σερνόταν στην επιφάνεια σχεδόν του νερού. Με ένα τίναγμα η Ελεωνόρ ανέκτησε τις αισθήσεις της. Έκανε να κινηθεί αλλά ο Μάικ την απέτρεψε.

36


-Μην κινείσαι, κάνε οικονομία στις δυνάμεις σου, θα τις χρειαστείς πιο μετά. Η Ελεωνόρ έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. Έτρεμε από το κρύο. -Θα μας βρουν λες; -Ναι, απάντησε ο Μάικ. Αν δεν είχε αυτήν την ομίχλη θα βλέπαμε το πλοίο. -Νομίζω ότι βλέπω φως, είπε η Ελεωνόρ και με κόπο σήκωσε το χέρι της. Ο Μάικ κοίταξε συνοφρυωμένος προς την κατεύθυνση που του είχε υποδείξει. Δεν ήταν η σωστή για να είναι το Ανίκητος αλλά είχε δίκιο, πρέπει να βρισκόταν εκεί ένα πλοίο. Και ύστερα είδε πορτοκαλί λάμψεις, το αδιάψευστο σημάδι πλοίου που είχε ανοίξει πυρ.

-Τίποτα, πρέπει να απομακρύνθηκαν αρκετά, είπε ένας από τους ναύτες που ερευνούσαν με το βλέμμα τα σκοτεινά νερά του Ατλαντικού. Η Μέγκαν ξέσπασε σε λυγμούς ακούγοντάς τον και έκρυψε το πρόσωπό της στο στέρνο του Άλεξ που ήταν ακόμη μαζί της. Εκείνος την αγκάλιασε και χάιδεψε τα πυκνά μαλλιά της, αμήχανος κοίταξε μακριά από το πλοίο το σκοτάδι που τους περιέβαλε με την ομίχλη που σηκωνόταν σαν πέπλο από το νερό και τότε είδε τις πορτοκαλί λάμψεις που σήμαιναν..... -Εισερχόμενα από αριστερά! φώναξε κάνοντας τον Τζέημς να κοιτάξει προς εκείνη την κατεύθυνση. -Πηδάλιο όλο δεξιά κύριε Όλιβερ, φώναξε. Θέσεις μάχης! Ένας πεζοναύτης άρχισε να χτυπάει την καμπάνα του πλοίου καλώντας όλο το πλήρωμα να αναλάβει καθήκοντα για την επερχόμενη ναυμαχία. Ο Όλιβερ άρχισε με βία να γυρίζει το πηδάλιο κάνοντας το πλοίο να γυρίσει απότομα, γέρνοντας. Το σκαρί και τα κατάρτια έτριξαν από την πίεση που εναπέθετε πάνω τους ο ελιγμός του Τζέημς. 37


Οι

μπάλες

των

κανονιών

σφύριξαν

ανάμεσα

στα

κατάρτια

αποτυγχάνοντας να πλήξουν τα ιστία και τα απλωμένα πανιά. Πιο χαμηλά άλλες πέρασαν το κατάστρωμα αναγκάζοντάς τους να πέσουν στο ξύλινο δάπεδο σε πολλά σημεία για να τις αποφύγουν ενώ κάποιες βρήκαν το στόχο αφήνοντας πίσω τραυματίες και νεκρούς. Η Μάργκαρετ στεκόταν στη βαση της γέφυρας κοντά στην πόρτα από την οποία είχε βγει στο κατάστρωμα και παρακολουθούσε νιώθοντας παγωμένη, ανήμπορη να κάνει κάτι. Πρώτα ο κίνδυνος που απειλούσε τη μεγαλύτερη κόρη της, τώρα αυτό. Δεν ήταν ο κίνδυνος που την είχε παγώσει αλλά η οδύνη. Κάπως έτσι θα ήταν η σκηνή του θανάτου του συζύγου της. Είχε πεθάνει σε μια ναυμαχία άρα σε συνθήκες που θα έμοιαζαν με αυτές. Ίσως πιο πολύ και από όσο υπέθετε. Η σκέψη αυτή την είχε καθηλώσει τόσο αποτελεσματικά σαν να ήταν αλυσοδεμένη. Η Κάθρην είχε συρθεί κοντά στην άκρη του καταστρώματος και από το άνοιγμα που εξυπηρετούσε ένα από τα κανόνια κοίταζε τη θάλασσα ψάχνοντας για την αδερφή της προσπαθώντας να μη χάσει το θάρρος της. -Ιδιώτης, είπε ο Αζίζ κοιτώντας με μια διόπτρα προς την κατεύθυνση του επιτιθέμενου πλοίου. -Γι' αυτό κυκλοφορεί εδώ έξω, είπε ο Τζέημς, θα τον μάθουμε να μην επιτίθεται σε πλοία μας. Ο Γιάρροου και ο Κάμπελ ανέβηκαν στη γέφυρα. Ο ύπαρχος είχε ένα σκίσιμο στο μάγουλο από ένα κομμάτι ξύλο που μια βολή του εχθρού είχε τινάξει από το παραπέτο στην αριστερή πλευρά. Ο Κάμπελ έδειχνε σε πλήρη εγρήγορση παρότι είχε μόλις ξυπνήσει από την καμπάνα που σήμανε τον συναγερμό. -Αρμενιστές και πυροβολητές στη θέση τους, ανέφερε ο Γιάρροου. -Ελεύθεροι σκοπευτές και ομάδες μάχης για την απόκρουση ρεσάλτου στις θέσεις τους, είπε ο Κάμπελ. Ας τους δώσουμε ένα καλό μάθημα. -Αζίζ. Ο Άραβας έκλεισε τη διόπτρα και στράφηκε στον πλοίαρχο. 38


-Κατέβασε μια βάρκα με τέσσερις ναύτες και τους δοκίμους και συνέχισε την έρευνα για τον Μάικ. Προσπάθησε να μην βρεθείς ανάμεσα σε' μας και τον καταραμένο το Γάλλο. Ο Άραβας ένευσε και κατέβηκε από τη γέφυρα φωνάζοντας κοντά του τον Άλεξ. Ο δόκιμος στραφηκε στην Μέγκαν. -Πρέπει να σε αφήσω. -Να προσέχεις, είπε εκείνη. Ο Άλεξ την άφησε, όχι χωρίς κάποια απροθυμία, και έτρεξε να βοηθήσει με την καθέλκυση της βάρκας από την αντίθετη πλευρά από την οποία ερχόταν ο Γάλλος.

Ο Μάικ κοίταζε ερευνητικά το σκοτάδι, προσπαθούσε να δει αν οι βολές του Γαλλικού πλοίου είχαν πλήξει το Ανίκητος και σε ποιο βαθμό. Δεν είχε ακουστεί κάποια έκρηξη οπότε ήξερε ότι δεν είχε συμβεί το χειρότερο αλλά και πάλι το πλοίο του θα μπορούσε να είχε χτυπηθεί αρκετά. Η ομίχλη όμως δεν του επέτρεπε να δει τίποτα και κανένας άλλος ήχος δεν ακουγόταν πάνω από την σιωπηλή θάλασσα. Η Ελεωνόρ ήταν σιωπηλή, δεν είχε χάσει τις αισθήσεις της αλλά δεν είχε και δυνάμεις, ένιωθε πως το κρύο απομυζούσε τη ζωή από μέσα της σαν βαμπίρ το αίμα. Άκουγε την κοφτή ανάσα του Μάικ και καταλάβαινε την προσπάθεια που κατέβαλλε για να κρατήσει και τους δυο στην επιφάνεια. -Άσε με, είπε, η φωνή της ένας αδύναμος ψίθυρος. Σώσε τη ζωή σου. -Αποκλείεται, θα σωθούμε ή θα πεθάνουμε μαζί. Ποια θα είναι η τιμή μου αν σε αφήσω να πεθάνεις για να σωθώ; Τι άνθρωπος θα είμαι; είπε ο Μάικ με κοφτές φράσεις. Αλλά όσο και αν δεν ήθελε να το κάνει καταλάβαινε ότι θα ερχόταν σύντομα η στιγμή που θα εξαντλείτο και θα βυθίζονταν και οι δύο. Αλλά δεν θα την άφηνε, όχι πριν χάσει τις αισθήσεις του. 39


-Έχεις οικογένεια; ψιθύρισε η Ελεωνόρ. -Όχι. -Τουλάχιστον δεν θα δυστυχίσει κάποιος εξ' αιτίας μου. -Όχι, κανείς, είπε ο Μάικ, μόνο ο βασιλιάς θα πονοκεφαλιάσει σε ποιον να δώσει τον τίτλο μου. -Είσαι ευγενής; Ο Μάικ συνειδητοποίησε ότι η κοπέλα δεν είχε ιδέα ποιος ήταν που την κρατούσε. Το κεφάλι της έγειρε άτονα στον ώμο του. Είχε χάσει τις αισθήσεις της. Το νερό τους σκέπασε την επόμενη στιγμή αλλά χτυπώντας δυνατά τα πόδια του κατάφερε να επιστρέψουν στην επιφάνεια πριν η αναίσθητη κοπέλα εισπνεύσει νερό και πνιγεί. -Άλλο ένα τέτοιο και τελειώσαμε, μονολόγησε ο πλοηγός του Ανίκητος. Μακριά κάπου μέσα στην ομίχλη ακούστηκε μια ομοβροντία κανονιών.

-Όλο αριστερά κύριε Όλιβερ! φώναξε ο Τζέημς. Φέρε μας πρίμα. Οι πυροβολητές ήταν έτοιμοι, τα κανόνια ήταν γεμισμένα και έτοιμα για βολή. Οι πεζοναύτες είχαν πάρει θέσεις και περίμεναν την ευκαιρία για μια καλή βολή μέσα στο σκοτάδι. Η ομίχλη παρέμενε πηχτή και δυσκόλευε τον εντοπισμό των αντιπάλων τους. Ο Τζέημς κοίταζε το γκρίζο παραπέτασμα που τύλιγε το πλοίο του. είχε φέρει το Ανίκητος σε θέση να εκμεταλλευτεί τον άνεμο αλλά είχε διατάξει να μαζέψουν τα πανιά. Ήθελε να πείσει τους αντιπάλους του ότι το πλοίο είχε πληγεί καίρια, κάτι που ήξερε ότι θα τους έκανε απρόσεκτους. Στη γύρω θάλασσα δεν ακουγόταν τίποτα, ακόμα και η βάρκα που αναζητούσε τον Μάικ με την Ελεωνόρ είχε απομακρυνθεί τόσο που να μην ακούγεται ο ήχος από τα κουπιά τους.

40


Η Μάργκαρετ συνέχιζε να στέκεται στην βάση της γέφυρας και να παρακολουθεί το πλήρωμα που περίμενε με τεντωμένα νεύρα την επίθεση. Εκείνοι που είχαν τραυματιστεί στην πρώτη ανταλλαγή πυρών με τον αντίπαλο είχαν μεταφερθεί κάτω για να δεχθούν ιατρική φροντίδα. Εξακολουθούσε να νιώθει καρφωμένη στη θέση της ανήμπορη να κάνει οτιδήποτε. Δεν μπορούσε να αντιδράσει να διώξει το φόβο. Η Κάθρην από τη μεριά της συνέχιζε να κοιτάζει την θάλασσα ελπίζοντας να δει τη βάρκα να επιστρέφει με την αδερφή της αλλά είχε και το νου της στη Μέγκαν που φαινόταν σαστισμένη, αποσβολωμένη από όσα είχαν γίνει. Ο Τζέημς την είδε. Κατέβηκε γρήγορα από τη γέφυρα. -Καλύτερα να μπείτε μέσα, ειπε. Σαν να βγήκε από το λήθαργο η Μάργκαρετ κοίταξε τον πλοίαρχο. Εκείνος της ένευσε να μπει μέσα. Την επόμενη στιγμή ακούστηκε από τον παρατηρητή στο μεσιανό κατάρτι. -Πανί στα αριστερά. Το αντίπαλο πλοίο ξεπρόβαλε από την ομίχλη και μια βροχή από σφαίρες έπεσε στο κατάστρωμα του Ανίκητος προκαλώντας λίγες απώλειες ωστόσο μιας και οι άνδρες στο κατάστρωμα είχαν προλάβει να φυλαχθούν. -Πυρ! φώναξε ο Κάμπελ και οι πεζοναύτες ανταπέδωσαν τα πυρά. Ένας πεζοναύτης τινάχθηκε πίσω με ένα τραύμα ψηλά στο στήθος και σωριάστηκε δίπλα στην Κάθρην. Η κοπέλα δεν πανικοβλήθηκε, αντέδρασε αντιθέτως με ψυχραιμία. Έψαξε γρήγορα για ένα κομμάτι ύφασμα και κατέληξε στο φουλάρι του στρατιώτη. Το δίπλωσε γρήγορα και το πίεσε στο τραύμα του προσπαθώντας να μειώσει την αιμορραγία. Η Μάργκαρετ βλέποντάς την να αγωνίζεται να σώσει τη ζωή ενός ξένου ένιωσε να βγαίνει από την λήθη της απραξίας και την ανάγκη να βοηθήσει και αυτή, και δεν ήταν ανάγκη να ρωτήσει που χρειαζόταν η βοήθειά της, με τους τραυματίες. Έτρεξε να βοηθήσει δυο ναύτες που ήθελαν να μεταφέρουν έναν τραυματισμένο συνάδερφό τους στο υπόστρωμα.

41


Ο Μάικ ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Άρχισε να βυθίζεται, προσπάθησε να κρατήσει την Ελεωνόρ στην επιφάνεια αλλά ήταν πια πολύ αδύναμος. Αφέθηκε στην υγρή αγκαλιά της θάλασσας που έσπευσε να τον τραβήξει στα βάθη της. Τα μάτια του έκλεισαν, λίγα δευτερόλεπτα και θα εισέπνεε νερό, και τότε θα ήταν το τέλος. Ξαφνικά έχασε την Ελεωνόρ από το κράτημά του, δεν μπορούσε να καταλάβει αν την είχε παρασυρει το νερό ή αν είχε αποσπαστεί μόνη της καταλαβαίνοντας ότι εκείνος δεν μπορούσε πια να την κρατήσει. ευχήθηκε να ήταν το δεύτερο καθώς παραδινόταν στην λήθη. Δυνατά χέρια τον άρπαξαν και τον τράβηξαν έξω από το νερό. Ο κρύος αέρας τον πάγωσε αλλά τον συνέφερε. Τον ξάπλωσαν στον πάτο μιας βάρκας, πρόθυμα χέρια άρχισαν να τρίβουν τους καρπούς των χεριών για να τονώσουν την κυκλοφορία του αίματος και να ζεσταθεί. Κάποιος ανασήκωσε το κεφάλι του και ένιωσε λίγες σταγόνες κονιάκ να κυλάνε στα παγωμένα χείλη του. Συνήλθε σιγά σιγά και ανασηκώθηκε. Είδε τους σωτήρες του, οι δόκιμοι του Ανίκητος ήταν πολύ περήφανοι για την διάσωσή του και τώρα έλαμναν δυνατά για να γυρίσουν στο πλοίο τους. Ο Μάικ άλλαξε γρήγορα ρούχα, μιας και ο Άλεξ είχε προνοήσει να φέρει μερικά. Ύστερα έσκυψε πάνω από την Ελεωνόρ. Εκείνη βρισκόταν σε χειρότερη κατάσταση, ασυνήθιστη στο περιβάλλον αυτό είχε υποστεί σοκ και οι συνέπειες της παραμονής στο νερό ήταν μεγαλύτερες για εκείνη. Της έτριβαν τα άκρα για να τη ζεστάνουν αλλά δν αρκούσε. Δεν είχε καθόλου τις αισθήσεις της για να της δώσουν κονιάκ, αν το δοκιμάζανε μπορεί να την πνίγανε. Έπρεπε να της βγάλουνε τα ρούχα. Ο Μάικ άρχισε αμέσως να ασχολείται με τα κορδόνια του φορέματός της αλλά καθώς ήταν βρεγμένα ήταν αδύνατον να τα λύσει. -Ένα μαχαίρι, είπε και ο Αζίζ του έδωσε το στιλέτο που ήταν περασμένο στην ζώνη του. Ο Μάικ έκοψε γρήγορα τα κορδόνια και άρχισε να την απαλλάσει από το βρεγμένο φόρεμα. Η Ελεωνόρ άνοιξε τα μάτια της, κατάλαβε ότι την έγδυναν και προσπάθησε αδύναμα να διαμαρτυρηθεί. 42


-Είναι απαραίτητο, είπε ο Μάικ, αν θέλουμε να γλιτώσεις την πνευμονία και το θάνατο. Απέμεινε στα χέρια του γυμνή, τρέμοντας από το κρύο. Την τύλιξε με μια κουβέρτα και την έτριβε για να ζεσταθεί. Η βάρκα είχε πάρει πορεία επιστροφής στο πλοίο. Μια δυνατή έκρηξη ακούστηκε καθώς πλησίαζαν.

43


Κεφάλαιο Τρίτο Εν Πλω

Στο Ανίκητος επικρατούσε ευφορία καθώς ανέβαζαν την βάρκα στο πλοίο. Είχαν νικήσει ένα δεύτερο Γαλλικό πλοίο, με την τελευταία ομοβροντία το κουρσάρικο είχε ανατιναχτεί, και είχαν σώσει και τους δικούς τους από τη θάλασσα. Ο Τζέημς διέταξε να πάρουν και πάλι πορεία δυτικά για να διασχίσουν τον Ατλαντικό. Το πλοίο είχε κάποιες ζημιές από τη δεύτερη αυτή ναυμαχία και την ανατίναξη του κουρσάρικου που είχε γίνει τόσο κοντά στο Ανίκητος που να τους πετύχουν πολλά από τα θραύσματα. Ο πλοίαρχος είχε αποφασίσει ωστόσο ότι δεν ήταν καμία ζημιά επείγουσας φύσης και είχε στείλει το πλήρωμά του, πέρα από εκείνους που είχαν υπηρεσία, να ξεκουραστεί. Όταν η βάρκα ανελκύστηκε στο πλοίο ο Μάικ ήταν ο πρώτος που πήδηξε στο κατάστρωμα κρατώντας στα χέρια του την τυλιγμένη στην κουβέρτα Ελεωνόρ, οι δόκιμοι βλέποντάς τον στο φως που ήταν περισσότερο τώρα τρόμαξαν. Ήταν κατάχλωμος, εμφανέστατα στα όρια της κατάρρευσης. Μόλις πάτησε στο κατάστρωμα ωστόσο συνέχισε το δρόμο του προς την πρώην καμπίνα του μεταφέροντας την Ελεωνόρ με προσοχή. Η Μάργκαρετ για μια στιγμή τρόμαξε αλλά μετά κατάλαβε πως η κόρη της ήταν ζωντανή και έτι προπορεύθηκε και άνοιξε την πόρτα. Ο Μάικ ξάπλωσε την κοπέλα απαλά στο κρεβάτι που ήταν δικό του κανονικά και έκανε πίσω. Η κουβέρτα άνοιξε αποκαλύπτοντας το σώμα της. Απέστρεψε ιπποτικά το βλέμμα και είπε στην Μάργκαρετ: -Να την ντύσετε ζεστά και θα είναι εντάξει. Έκανε ένα βήμα προς την πόρτα και ένιωσε τους τοίχους της καμπίνας να μετατοπίζονται βίαια. Λιποθύμισε την επόμενη στιγμή. Ο Αζίζ που τον είχε ακολουθήσει πρόλαβε και τον έπιασε από τη μέση για να μην πέσει με δύναμη

44


στο πάτωμα και με τη βοήθεια του Μπόουνς τον μετέφερε στην καμπίνα των δοκίμων.

Η Μάργκαρετ βγήκε στο κατάστρωμα και ανάσανε με απόλαυση την θαλάσσινη αύρα. Φυσούσε ευνοϊκός άνεμος και τα πανιά του Ανίκητος ήταν φουσκωμένα. Τα σκοινιά που τα κρατούσαν στις θέσεις τους έτριζαν τεντωμένα και το πλόιο είχε αναπτύξει τη μέγιστη δυνατή με τον καιρό αυτό ταχύτητα. Στάθηκε παράμερα για να μην εμποδίζει και κοίταξε γύρω. Στα κατάρτια οι αρμενιστές ασχολούνταν με τα καθήκοντά τους και πιο ψηλά από όλους ο παρατηρητής ανίχνευε τον ορίζοντα για προβλήματα. Ο μαραγκός και οι βοηθοί του όπως και ο οπλουργός με τους δικούς του είχαν στρωθεί στις επισκευές κάνοντας το πλοίο να αντηχεί από τος ήχους των σφυριών. Το πλήρωμα ήταν σε καλή διάθεση, είχαν ξεκινήσει για ένα μεγάλο ταξίδι και το είχαν κάνει με τον καλύτερο τρόπο. Εργάζονταν στις επισκευές ή στα καθημερινά τους καθήκοντα με προθυμία και δεν έλειπαν και κάποια πειράγματα. Κοίταξε πέρα από τη θάλασσα όπου στα βόρεια ξεχώριζαν οι ακτές της Αγγλίας. Πλησίαζαν το ακρωτήριο του Λαντς Εντ, την τελευταία στεριά που θα έβλεπαν για αρκετές εβδομάδες. Κοίταξε στη γέφυρα, ο Τζέημς βρισκόταν εκεί και παρακολουθούσε το πλήρωμά του να εκτελεί τα καθήκονα του. Στο πηδάλιο βρισκόταν ο Όλιβερ που είχε δεμένο το δεξιό χέρι του ψηλά κοντά στον ώμο και στον καρπό. Δίπλα του βρισκόταν ο Γιάρροου. Ο Μάικ δεν ήταν στην γέφυρα και η Μάργκαρετ αναρωτήθηκε αν είχε συνέλθει από τη γενναία προσπάθεια που είχε καταβάλλει για να σώσει την κόρη της. Η Ελεωνόρ ήταν καλά, την είχε εξετάσει ο γιατρός του πλοίου και είχε απoφανθεί ότι την δεν είχε πάθει τίποτα από την μικρή της περιπέτεια πέρα από το να χάσει ένα φόρεμα.

45


Η Ελεωνόρ ξύπνησε και γύρισε ανάσκελα στο κρεβάτι, ένιωθε ζεστά και άνετα έτσι όπως ήταν. Φορούσε ένα χοντρό νυχτικό και μια πουκαμίσα από πάνω, αναρωτήθηκε γιατί και μετά ήρθαν στο μυαλό της όλα όσα είχαν γίνει τη νύχτα. Ανακάθισε. Ένιωθε πολύ καλά τώρα. Έβγαλε την πουκαμίσα και το νυχτικό και άρχισε να ντύνεται. Συνειδητοποίησε ότι ήταν μόνη στην καμπίνα, φυσικά. Η Μέγκαν θα ήθελε να βγει στο κατάστρωμα και είχαν πάει και η μητέρα με την αδερφή της για να την αφήσουν εκείνη να κοιμηθεί και να ξεκουραστεί. Το είχε κάνει. Ένιωθε πολύ καλά. Καθώς ντυνόταν σκέφθηκε τον αυτόκλητο σωτήρα της, θα έπρεπε να τον ευχαριστήσει, αν εκείνος δεν είχε αποφασίσει να βουτήξει για να την σώσει τώρα θα ήταν νεκρή. Θυμήθηκε πως είχε μιλήσει μαζί του νωρίτερα και δεν ήταν καθόλου ευγενική. Ήταν αλήθεια πως δεν ήταν της δικής τους κοινωνικής θέσης οι ναύτες αλλά είχε παραφερθεί. Ένιωσε να κοκκινίζει. Δεν θα ήταν εύκολο να του ζητήσει συγνώμη αλλά θα έπρεπε να το κάνει. Βγήκε από την καμπίνα της και προχώρησε στο κατάστρωμα. Είδε τη μητέρα της και πήγε προς το μέρος της. Πιο μπροστά κοντά στην πλώρη βρισκόταν η Κάθρην και η Μέγκαν. Η μικρή της αδερφή παρακολουθούσε με προσήλωση τους άνδρες που επανατοποθετούσαν ένα κανόνι στη θέση του αφού είχαν επιδιορθώσει το παραπέτο που είχε χτυπηθεί στη ναυμαχία. Η Κάθρην αν και την πρόσεχε μιλούσε με τον αρχηγό των πεζοναυτών. Πως τον έλεγαν; Η Ελεωνόρ δεν είχε συγκρατήσει το όνομά του παρότι είχε συστηθεί όταν τις βοήθησε με τις αποσκευές τους. Δεν έβλεπε πουθενά τον Μάικ και αναρωτήθηκε αν είχε τραυματιστεί στην προσπάθειά του να τη σώσει ή αν απλά δεν βρισκόταν εδώ γιατί δεν είχε υπηρεσία. Σταμάτησε τελικά έναν υποναύκληρο και τον ρώτησε: -Συγνώμη κύριε, ο αξιωματικός που εκπαιδεύει τους δοκίμους.... δεν τον βλέπω....

46


-Ο κύριος Γκόρντον είναι στο θάλαμο των δοκίμων, είναι εκτός υπηρεσίας χθες που έπεσε στη θάλασσα για να σώσει... Ο υπαξιωματικός σταμάτησε. Για να σώσει εσάς να υποθέσω; -Ναι, είπε η Ελεωνόρ κοκκινίζοντας. Μπορείτε να μου πείτε που είναι ο θάλαμος των δοκίμων; Ο άνδρας το έκανε και η Ελεωνόρ τον ευχαρίστησε. Ακολούθησε τις οδηγίες του και έφτασε στο θάλαμο. Μόλις πέρασε την ανοιχτή πόρτα ένας δόκιμος είπε δυνατά και επίσημα: -Κυρία στο θάλαμο! Καθώς ο θάλαμος των δοκίμων ήταν μια περιοχή που μπορούσε να βρεθεί μια γυναίκα ο κανονισμός προέβλεπε την επίσημη αυτή προειδοποίηση για ενημέρωση των δοκίμων. Παρότι ήταν νέoι ήταν πια άνδρες και δεν θα έπρεπε να εμφανιστούν απρεπώς σε μια γυναίκα. Τώρα δεν υπήρχε πρόβλημα, οι δόκιμοι ήταν όλοι ντυμένοι με τις στολές τους, μόνο ο Μάικ ήταν στο κρεβάτι καθισμένος με την πλάτη στο τοίχωμα του πλοίου. -Καλημέρα, είπε και στάθηκε αμήχανη. -Ελεύθεροι, είπε ο Μάικ και οι δόκιμοι βγήκαν από την καμπίνα αφήνοντάς τους μόνους. -Ευχαριστώ, είπε η Ελεωνόρ. Πιο εύκολα έτσι..... Εννοώ να σου πω... Κοκίνισε και σταμάτησε. Πήρε βαθιά ανάσα. Τι είχε πάθει; Κοίταξε τον Μάικ. Την περίμενε ευγενικά να συνεχίσει. Το πρόσωπό του έφερε ακόμα τα σημάδια της ταλαιπωρίας που είχε υπομείνει αλλά έδειχνε καλά. Ήταν σκεπασμένος ως τη μέση και γυμνός από τη μέση και πάνω. Στο πλευρό του είχε μια μακρόστενη ουλή. -Σπαθί μαμελούκου στην Αίγυπτο, είπε βλέποντας ότι κοιτούσε την ουλή. -Συγνώμη, δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση. -Κανένα πρόβλημα. 47


-Ήρθα για να σε ευχαριστήσω, αν δεν ήσουν εσύ δεν θα ήμουν εδώ τώρα. -Αν δεν ήμουν εγώ θα είχε βουτήξει κάποιος άλλος. -Δεν το έκανε. -Δεν χρειαζόταν αφού είχα πέσει εγώ, μου είχαν εμπιστοσύνη ότι θα τα καταφέρω, είπε με ένα χαμόγελο ο Μάικ. Η Ελεωνόρ χαμογέλασε. Τον κοίταξε. Είχε πει το ένα από αυτά που έπρεπε αλλά δεν μπορούσε να πει το άλλο. Ήταν δύσκολο να ζητήσει συγνώμη. Δεν μπορούσε να το κάνει. -Καλή ανάρρωση, είπε τελικά και γύρισε να φύγει. -Ευχαριστώ, είπε ο Μάικ. Αύριο θα μπορώ να αναλάβω και πάλι τα καθήκοντά μου, απλά ο γιατρός ήθελε να ξεκουραστώ λίγο. Η Ελεωνόρ βγήκε από την καμπίνα και ο Μάικ έγειρε πίσω. Η διάσωσή της τον είχε εξαντλήσει περισσότερο από όσο της είχε πει αλλά δεν ήθελε να το καταλάβει εκείνη. Την είχε συμπαθήσει παρά τον ακατάδεκτο πολλές φορές τρόπο της και δεν ήθελε να αισθανθεί άσχημα βλέποντάς τον εξαντλημένο. Έκλεισε τα μάτια του καθώς το Ανίκητος τραβούσε δυτικά στον Ατλαντικό.

Η Ελεωνόρ καθόταν στο κρεβάτι της και προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στο βιβλίο που κρατούσε αλλά ήταν αδύνατον. Το μυαλό της γύριζε συνέχεια στον Μάικ. Της φαινόταν αδιανόητο ευθύς εξαρχής να πηδήξει κάποιος στο σκοτεινό ωκεανό για να τη σώσει. Πόσο δε ένας άνδρας που θα είχε κάθε λόγο να μην τον νοιάζει αν θα πνιγόταν. Τον είχε ευχαριστήσει όπως έπρεπε αλλά τη βάραινε η συμπεριφορά της για την οποία δεν είχε ζητήσει συγνώμη. Τελικά άφησε το βιβλίο και ξεκίνησε να βγει στο κατάστρωμα, φυσικά ήξερε ότι δεν θα τον έβρισκε αλλά δεν ήταν πρέπον να πάει στο θάλαμο τν δοκίμων ούτε είχε και το θάρρος να το κάνει αφού ακόμη και τώρα ήξερε πως δεν θα μπορούσε να ζητήσει συγνώμη.

48


Στάθηκε στο κατάστρωμα και άφησε τον αέρα να χαϊδέψει το πρόσωπό της και να ανεμίσει τα μαλλιά της. Στο κατάστρωμα επικρατούσε ησυχία. Ο άνεμος εξακολουθούσε να πνέει ούριος και το Ανίκητος έπλεε σταθερά χωρίς πρόβλημα έτσι δεν υπήρχαν ανάγκες για πολλές διαταγές. Όσοι δεν ήταν σε υπηρεσία είχαν μαζευτεί κυρίως στην πλώρη ή κάτω στους χώρους του πληρώματος. Αναρωτήθηκε τι να έκανε ο Μάικ, αν ήταν καλά. Είχε φανεί αρκετά γενναίος αλλά δεν της είχε διαφύγει το πόσο εξουθενωμένος ήταν. Είδε έναν από τους δόκιμους να κατεβαίνει από τη γέφυρα και αποφάσισε να τον ρωτήσει. -Συγνώμη κύριε, είπε, μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση; -Παρακαλώ κυρία, είπε ο δόκιμος. -Μπορείτε να μου πείτε αν ο σερ Μάικ είναι καλά; -Ο σερ Μάικ είναι κουρασμένος από τη νυχτερινή του περιπέτεια. Θα πρέπει απλά να αναπαυθεί λίγο. -Τον αποκαλείτε σερ Μάικ λόγω..... Ο δόκιμος την κοίταξε σαν να τον είχε ρωτήσει τι χρώμα έχει ο ουρανός. -Μα λόγω της θέσης του κυρία, είναι κόμης του Λήθ. Η Ελεωνόρ κοίταξε τον δόκιμο δυσάρεστα ξαφνιασμένη. Ήταν ευγενής λοιπόν! Τώρα ένιωθε ακόμα πιο άσχημα μιας και η συμπεριφορά της από την αρχή γινόταν τελείως αδικαιολόγητη. Και πως θα μπορούσε να ζητήσει συγνώμη; -Ευχαριστώ, είπε στον δόκιμο και απομακρύνθηκε χαμένη σε σκέψεις.

Μιας και ο Μάικ ήταν εξαντλημένος δίδασκε τους δόκιμους καθισμένος στο κρεβάτι του με αυτούς βολεμένους στα δικά τους ένα γύρο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα και μερικά ευτράπελα μιας και το γεγονός ότι ήταν μαζεμένοι έτσι τους ωθούσε σε πλάκες και πειράγματα.

49


Ο Μάικ δεν ήταν πολύ αυστηρός και κρατούσε την πειθαρχεία χωρίς να τιμωρεί. Τώρα τους επέτρεπε μια πιο ανεπίσημη συμπεριφορά αφού έβλεπε ότι δεν έβλαπτε τα μαθήματά τους. Ήξερε εξάλλου ότι χρειαζόταν και κάποιος περισπασμός κάπου κάπου. -Τώρα θα πάτε στο κατάστρωμα, είπε ο Μάικ, για να σας διδάξει ο Αζίζ αστρονομία. -Θα σας αφήσουμε μόνο σερ; ρώτησε ένας δόκιμος ονόματι Τζων Ντάραμ. -Δεν θα πάθω τίποτα Τζων, θα διαβάσω λίγο ως που να επιστρέψετε και να είναι ώρα για ύπνο. -Μάλιστα σερ. Οι δόκιμοι είχαν αρχίσει να βγαίνουν από το θάλαμο όταν ο Μπιλ Ντόγκαν, ο παλιότερος ανάμεσά τους, είπε: -Μπορεί να τον συντροφεύσει και καμία όμορφη κυρία. Γέλασαν όλοι και ο Μάικ παρατήρησε: -Μπα! Αυτό τελείωσε, άντε πηγαίνετε!

Το επόμενο πρωί η Ελεωνόρ βγήκε νωρίς στο κατάστρωμα, ανησυχούσε αλλά δεν ήθελε να το δείξει. Την κατάλληλη πρόφαση της την έδωσε η Μέγκαν που ακόμα δεν είχε χορτάσει την εμπειρία του ταξιδιού με το μεγάλο πολεμικό και εξακολουθούσε να θέλει να περνάει ώρες στο κατάστρωμα, βγήκε μαζί της για να την προσέχει. Ο Μάικ δεν ήταν στη γέφυρα ή στο κατάστρωμα και η Ελεωνόρ δεν κατάφερε να εμποδίσει μια παγωμένη αίσθηση φόβου να εισχωρήσει ως τα μύχια της καρδιάς της. Θεωρούσε τον εαυτό της υπεύθυνο για ό,τι θα πάθαινε ο πλοηγός του Ανίκητος. -Ελεωνόρ, είπε η Μέγκαν πρόσχαρα χωρίς να έχει ιδέα για τις σκοτεινές σκέψεις της αδερφής της, αφού τα μαθήματα των δοκίμων γίνονται στο θάλαμό

50


τους νομίζεις ότι θα μπορούσα να πηγαίνω εκεί για να τα παρακολουθώ; Υπόσχομαι να είμαι ήσυχη και να μην τους ενοχλώ. -Όχι, βέβαια! νευρίασε η Ελεωνόρ, θα ήταν απρεπέστατο αυτό. -Και αχρείαστο, είπε μια φωνή πίσω της. Τα μαθήματα θα γίνονται κανονικά από απόψε. Οι δυο αδερφές στράφηκαν και είδαν τον Μάικ. Εκείνος χαμογέλασε στην Μέγκαν και καλημέρισε την Ελεωνόρ, που ξαφνικά ένιωθε πολύ ήσυχη και γαλήνια, προχωρώντας προς τη γέφυρα. Εκείνη τη στιγμή τον αντελήφθηκαν και οι άνδρες του πληρώματος και ακολούθησε ένα παρατεταμένο χειροκρότημα μαζί με μερικά μακρόσυρτα σφυρίγματα. Ανέβηκε στη γέφυρα όπου τον υποδέχθηκε ο Τζέημς. -Καλώς ήρθες πίσω Μάικ, χάραξέ μας πορεία για το νέο κόσμο.

Ο Άλεξ έκανε ένα βήμα μπροστά με ταχύτητα κατεβάζοντας ορμητικά το σπαθί του για να το δει να προσκρούει πάνω στο σπαθί του Μάικ τόσο βίαια ώστε να πεταχθούν σπίθες από τις διασταυρωμένες λεπίδες. Ο νεαρός δόκιμος έχασε την ισορροπία του και έπεσε προς τα εμπρός, ο Μάικ τράβηξε το ελεύθερο χέρι του κάνοντάς τον να πέσει στο κατάστρωμα με την πλάτη στα σανίδια, έκανε ένα βήμα μπροστά και σταμάτησε. -Και είσαι νεκρός, είπε. Στράφηκε

στην

ομάδα

των

υπόλοιπων

δοκίμων

που

τους

παρακολουθούσαν. Η Μέγκαν καθόταν λίγο πιο πέρα, πάνω σε μια μεγάλη κουλούρα διπλωμένου σχοινιού, και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον. Είχε αρχίσει να μαθαίνει πολλά παρακολουθώντας τα μαθήματα και πολλές φορές ήξερε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις του Μάικ αλλά όχι τώρα, τώρα δεν ήξερε τι δεν είχε κάνει καλά ο φίλος της. -Έβαλε πολλή δύναμη στο χτύπημα, αυτό μόνο του δεν είναι κακό, εξήγησε ο Μάικ, αλλά έχασε την ισορροπία του, κάτι που ένας έμπειρος αντίπαλος θα το εκμεταλλευτεί αμέσως. 51


Ένας άλλος δόκιμος πήρε θέση απέναντι στον Μάικ. Χαιρέτησε υψώνοντας το ξίφος του και μετά επιτέθηκε. Ο πλοηγός απέκρουσε το χτύπημα και μετά έκανε μια λοξή κίνηση με το χέρι του και τσίμπησε με την αιχμή του όπλου του το χέρι του αντιπάλου του. Εκείνος με ένα επιφώνημα άφησε το ξίφος του να πέσει. -Το λάθος σου ξέρεις ποιο ήταν; -Ναι, είπε μορφάζοντας ο δόκιμος, δεν κάλυψα το πλευρό μου. -Πράγματι. Ο επόμενος δόκιμος, ο Μπιλ Ντόγκαν, ξιφούλκησε και πήρε θέση. Χτύπησε γρήγορα και επιδέξια. αλλά ο Μάικ απάντησε με επιδεξιότητα και ξεκίνησαν μια γρήγορη μονομαχία με ταχύτατες κινήσεις και επιδέξιες ανταλλαγές χτυπημάτων. Οι κινήσεις τους ήταν τέτοιες που θύμιζαν χορογραφία. Τελικά ο Μάικ έκανε μια παραπλανητική κίνηση που ξεγέλασε τον Μπιλ και καθώς βρέθηκε στο πλευρό του ακούμπησε τη σπάθα με το πλατύ μέρος στο λαιμό του. Εκείνος κατέβασε το σπαθί του παραιτημένος. -Σε έχει νικήσει ποτέ κανένας σε μονομαχία; -Αν το είχε κάνει μάλλον δεν θα ήμουν εδώ, είπε ο πλοηγός με ένα χαμόγελο. Έχω κινδυνεύσει να σκοτωθώ, έχω χάσει το όπλο μου αλλά κατάφερα να νικήσω αλλιώς θα ήμουν νεκρός. Μιλάω πάντα για μονομαχίες μέσα σε μάχη. -Μονομαχία για λόγους τιμής; -Όχι, είπε ο Μάικ, δεν δέχομαι να μονομαχήσω, κατά πάσα πιθανότητα θα νικήσω αφού ο αντίπαλος δεν θα έχει την πείρα μου και αυτό θα ήταν σαν φόνος. Όχι δεν έχω μονομαχήσει ποτέ. Έλα Τζων, εσύ έμεινες να δοκιμαστείς. Ο δόκιμος προχώρησε μπροστά και άρχισε να ξιφομαχεί με τον Μάικ. Έκανε μια παραπλανητική κίνηση και μετά όρμηξε μπροστά. Ο Μάικ έκανε μπροστά για να τον αντιμετωπίσει και γλύστρισε στο βρεγμένο κατάστρωμα, την ίδια στιγμή ο Τζων διαπίστωσε έντρομος ότι είχε πάρει πολύ φόρα και θα διαπερνούσε άθελά του το στέρνο του πεσμένου Μάικ.

52


Μια κραυγή ξέφυγε από την Ελεωνόρ που βρισκόταν στο κατάστρωμα για να προσέχει την αδερφή της αλλά κανένας δεν την πρόσεξε. Η Μέγκαν τινάκτηκε όρθια και έφερε τα πλεγμένα χέρια της στο στόμα. Ο πλοηγός απέδειξε πώς είχε επιβιώσει ως τώρα στα πεδία των μαχών. Γύρισε στο πλάι και τίναξε το πόδι του χτυπώντας πίσω από το αριστερό γόνατο τον Τζων. Ο δόκιμος όπως είχε τεντωμένο το πόδι του έχασε την ισορροπία του και έπεσε. Το ξίφος έφυγε από το χέρι του και κροτάλισε στο κατάστρωμα. Για μια στιγμή έμειναν όλοι άφωνοι και μετά οι δόκιμοι ξέσπασαν σε ζητωκραυγές ενώ ο Μάικ σηκωνόταν. -Συγνώμη σερ, είπε ο Τζων τρέμοντας από το σοκ του παραλίγο να τον σκοτώσει. -Δεν πειράζει, ατύχημα ήταν. Απλά δεν μπόρεσα να σου δείξω τι έκανες λάθος. Την επόμενη φορά. Ελεύθεροι. Οι δόκιμοι χαιρέτησαν και πήραν το δρόμο για το υπόστρωμα. Ο Μάικ προχώρησε προς την γέφυρα. Σταμάτησε μόνο μια στιγμή δίπλα στην Ελεωνόρ. -Ευχαριστώ, είπε και ανέβηκε στη γέφυρα όπου ο Γιάρροου τον περίμενε για να παραδώσει τη βάρδια. Η Ελεωνόρ επέστρεψε στην καμπίνα της μαζί με την Μέγκαν. Μόνο αργότερα, όταν ξαπλωμένη περίμενε να την πάρει ο ύπνος, κατάλαβε τι εννοούσε ο πλοηγός του Ανίκητος. Είχε ακούσει την κραυγή της και είχε καταλάβει πως είχε τρομάξει για εκείνον.

Το ταξίδι κατά πλάτος του Ατλαντικού συνεχίστηκε χωρίς κανένα απρόοπτο και τρεις εβδομάδες αργότερα το Ανίκητος έμπαινε στο λιμάνι του Κίνγκστον, της πρωτεύουσας της Τζαμάικα και κύριας Βρετανικής βάσης στα νερά της Καραϊβικής. Ο Τζέημς έφερε το πλοίο σε μια από τις απόμερες προβλήτες. Από τη γέφυρα ο πλοίαρχος έβλεπε την πόλη που ήταν πολύ ήσυχη μέσα στην κάψα του μεσημεριού. Το Κίνγκστον είχε αντικαταστήσει την παλιά 53


πρωτεύουσα της Τζαμάικα, το Πορτ Ρουαγιάλ, όταν αυτή καταστράφηκε από σεισμό. Τώρα ήταν ήδη μια μεγάλη πυκνοκατοικημένη πόλη με φρούριο και επίσημα κτίρια. -Πρέπει να συναντηθώ με τον κυβερνήτη, είπε ο Τζέημς, ίσως υπάρχουν εντολές και νέα για μας, ποιος αξιωματικός θα μείνει εδώ; -Θα μείνω εγώ, προσφέρθηκε ο Μάικ, δεν έχω ιδιαίτερο λόγο να θέλω να βγω στη στεριά. -Εντάξει. Θα έχεις λίγους εδώ μιας και οι περισσότεροι θα βγουν στην στεριά. Οι πεζοναύτες θα βγουν συντεταγμένοι. -Ωραία. Εγώ με τον Αζίζ αρκούμε λοιπόν. Ο Τζέημς κατέβηκε στο κατάστρωμα όπου συνάντησε την Μάργκαρετ μαζί με την Κάθρην. Τις χαιρέτησε και μετά πρόσθεσε: -Υποθέτω ότι μετά από τόσες μέρες στη θάλασσα θα θέλετε να περπατήσετε και πάλι στην ξηρά. -Είναι μια άγνωστη πόλη, είπε η Μάργκαρετ, οπότε... άφησε τη φωνή της να σβήσει. -Θα χαρώ να σας συοδέψω, είπε ο Τζέημς. Πρέπει να δω τον κυβερνήτη αλλά μετά είμαι στη διάθεσή σας. -Θα ήταν υπέροχο αυτό, είπε η Μάργκαρετ και στράφηκε στην Κάθρην. Θα έρθεις; -Ναι, πάω να ρωτήσω την Ελεωνόρ αν και νομίζω ότι ξέρω τι θα απαντήσει. Εκείνη τη στιγμή η Μέγκαν πλησίασει τρέχοντας και με μια έκφραση έξαψης στο πρόσωπό της. -Μητέρα, οι δόκιμοι θα πανε μια εκδρομή στο νησί και ο Άλεξ με προσκάλεσε να πάω μαζί τους. Αχ θα είναι ωραία να το δω από κοντά. Μπορώ να πάω;

54


-Θα είναι ασφαλής πιστεύω, είπε η Μάργκαρετ, κοιτώντας τον Τζέημς. -Ναι, είπε έγνευσε εκείνος, οι δόκιμοι θα πάνε όλοι μαζι οπότε θα είναι ασφαλής μαζί τους. Η Μάργκαρετ στράφηκε στην μικρότερη κόρη της και της είπε απλά: -Μπορείς να πας. Λίγο αργότερα είχαν εγκαταλείψει οι περισσότεροι το πλοίο αφήνοντας ένα μικρό πλήρωμα ασφαλείας. Ο Μάικ ήταν ο ανώτερος αξιωματικός που είχε μείνει στο πλοίο. Είχε ανεβεί στη γέφυρα και ατένιζε τη θάλασσα με τον Αζίζ. Οι δόκιμοι είχαν φύγει μαζί με την Μέγκαν και είχαν ξεκινήσει για μια βόλτα στο νησί έφιπποι. Ο Τζέημς μαζί με τον Γιάρροου είχαν ξεκινήσει για το μέγαρο του κυβερνήτη συνοδευόμενοι από μια ομάδα πεζοναυτών ενώ μια δεύτερη θα συνόδευε την Μάργκαρετ μαζί με την Κάθρην και την κυρία Γιάρροου. Οι δυο μεγαλύτερες γυναίκες είχαν γνωριστεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και είχαν γίνει φίλες, ειδικά από όταν ανακαλύφθηκε η αιτία της αδιαθεσίας της συζύγου του υπάρχου την πρώτη νύχτα του ταξιδιού, ήταν στην αρχή της εγκυμοσύνης. Ήταν το πρώτο τους παιδί και ήταν και οι δυο πανευτυχείς. Ο Μάικ κοίταξε τον ήλιο που έγερνε προς τη δύση καθώς το απόγευμα προχωρούσε. Κάτι του έλεγε ότι η παραμονή τους στο μεγάλο νησί της Καραϊβικής θα ήταν μια ενδιαφέρουσα εμπειρία.

55


Κεφάλαιο Τέταρτο Η Μάχη

-Να σας προσφέρω ένα δροσιστικό; Κάτι από τους υπέροχους χυμούς που φτιάχνουμε από τα τροπικά μας φρούτα; Ο σερ Τόμας Άλκοτ, ο κυβερνήτης της Τζαμάικα, ήταν ένας μέσου ύψους γεμάτος άνδρας με μαύρα πονηρά μάτια και ίδιου χρώματος μαλλιά αν και οι περισσότεροι έξω από το κυβερνητικό μέγαρο δε το ήξεραν καθώς φορούσε τότε την επίσημη λευκή πουδραρισμένη περούκα. -Όχι ευχαριστούμε, απάντησε ο Τζέημς. Ας περάσουμε στο θέμα μας. Σας μιλήσαμε ήδη για την αποστολή μας. Υπάρχουν πληροφορίες που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν; -Ναι, έχουμε αρκετές πληροφορίες. Μόνο που δεν θα χαρείτε όταν τις μάθετε. -Γιατί αυτό; -Το Βικτουάρ βρίσκεται στο Φορ Ντε Φρανς, ο στρατηγός Νουαγιόν άλλαξε τις διαταγές που είχαν από τον Βιλνέβ, δεν θα κινηθούν για να παρεμποδίσουν το εμπόριό μας. Το Βικτουάρ θα λάβει μέρος σε μια επιχείρηση που ο Νουαγιόν ετοιμάζει. Σκοπός της εκστρατείας ίσως να είναι η Τζαμάικα! -Πόσο καιρό το ξέρετε αυτό; -Μόλις λίγες μέρες, είπε ο κυβερνήτης. Στο ενδιάμεσο έστειλα μήνυμα στο Λονδίνο με ένα εμπορικό πλοίο παρότι ως που να έχω το όποιο νέο πιθανότατα η κατάσταση εδώ θα είχε εξελιχθεί. Φυσικά πήρα τα μέτρα μου για την άμυνα. -Μπορώ να ρωτήσω ποια είναι αυτά;

56


-Έθεσα τη φρουρά σε ετοιμότητα και δημιουργήσαμε και ένα σώμα από ντόπιους. Δεν είναι το ίδιο μάχιμοι αλλά θα μπορέσουμε να απωθήσουμε μια επίθεση. Ο Τζέημς κοίταξε τον Γιάρροου, όπως και ο ίδιος, ο ύπαρχός του είχε εκπλαγεί δυσάρεστα με τα νέα. Ο πλοίαρχος σηκώθηκε και πήγε κοντά στο παράθυρο του γραφείου του κυβερνήτη. Από το σημείο αυτό φαινόταν το Ανίκητος. -Καλύτερα να μην περιμένουμε εδώ την επίθεση, να αντιμετωπίσουμε τον εχθρό στη θάλασσα. Ο κυβερνήτης τον κοίταξε όπως ήταν καθισμένος πίσω από το βαρύ μαονένιο γραφείο του. -Έχουμε μόλις τέσσερις φρεγάτες εδώ και ακόμα τέσσερα σλουπ. Μικρή δύναμη. -Ξέρουμε πόσα πλοία έχει ο Νουαγιόν; -Όχι. -Υπάρχει ένα πλοίο ακόμα στο λιμάνι, είπε ο Τζέημς που εξακολουθούσε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο, και είναι αρκετά καλά οπλισμένο. Δεν έχει ανεβασμένη σημαία. -Είναι το Νταρ Ραμόζα, είπε ο κυβερνήτης. Είναι Αυστριακό. -Αυστριακό; απόρησε ο Τζέημς. Τι δουλειά έχει εδώ; -Μετέφερε τον πρέσβη της αυτοκρατορίας στην Ουάσινγκτον και πιάσανε λιμάνι εδώ λόγω της κακοκαιρίας την προηγούμενη εβδομάδα. -Είναι σε πόλεμο με τη Γαλλία, ίσως θα μπορούσαμε να τους πείσουμε να πολεμήσουν μαζί μας. -Πιθανόν, είπε ο σερ Τόμας. Θα μιλήσω στον χερ Ρίχτερ, τον πλοίαρχό τους. -Μαζί με το Ανίκητος δέκα πλοία, είπε ο Γιάρροου. Από άνδρες; 57


-Η φρουρά μας είναι εξακόσιοι άνδρες, είπε ο κυβερνήτης, υπό τη διοίκηση του ταγματάρχη Φάμπιαν. Οι ντόπιοι είναι άλλοι εκατόν πενήντα. Σιγή απλώθηκε για λίγο στο γραφείο. Ο Τζέημς στράφηκε και κοίταξε προς τα μέσα. Το βλέμμα του στάθηκε σε ένα πορτραίτο του Χένρι Μόργκαν, που κοσμούσε τον απέναντι από το παράθυρο τοίχο, δίπλα σε έναν χάρτη της Τζαμάικα. -Ο Χένρι είχε δίκιο, ψιθύρισε και καθώς οι άλλοι δυο άνδρες στο δωμάτιο τον κοίταζαν ξαφνιασμένοι είπε, πρέπει να επιτεθούμε εμείς πρώτοι. -Στη Μαρτινίκα; Αδύνατον! Είναι καλά οχυρωμένη! είπε ο σερ Τόμας έχοντας προφανώς φρίξει με την ιδέα. -Και ο Παναμάς ήταν, είπε ο Τζέημς. Μπορεί να γίνει, αν μόνο ξέραμε την δύναμη του εχθρού. Και ίσως να μπορούμε να τη μάθουμε. -Πως; απόρησε ο σερ Τόμας αλλά ο Γιάρροού χαμογέλασε. -Κυβερνήτα αν δεν μας θέλετε κάτι άλλο να πηγαίνουμε, θέλω να συναντήσω αύριο το απόγευμα τους κυβερνήτες των υπόλοιπων πλοίων και τον διοικητή της φρουράς στο Ανίκητος. -Θα το φροντίσω.

Ο Μάικ και ο Αζίζ βρίσκονταν στη γέφυρα του Ανίκητος και συζητούσαν όταν έφτασε ένας πεζοναύτης που ανέβηκε στη γέφυρα και παρέδωσε ένα μήνυμα από τον πλοίαρχο γραμμένο σε ένα χαρτί που είχε ύστερα διπλωθεί στα τέσσερα. Ο πλοηγός το ξεδίπλωσε και διάβασε το μήνυμα. Στράφηκε στον πεζοναύτη. -Πες στον πλοίαρχο ότι θα το φροντίσω άμεσα. -Μάλιστα. Ο πεζοναύτης ξανάφυγε και ο Μάικ στράφηκε στον Αζίζ. -Πρέπει να βγω στην πόλη τελικά. -Γιατί; 58


-Θυμάσαι τι έκανα όταν γνωριστήκαμε; -Νόμιζα ότι είχε τελειώσει. Ο πλοηγός κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, κατέβηκε από τη γέφυρα και μετά από το πλοίο στην προκυμαία.

Ο Τζέημς ήξερε ότι δεν ωφελούσε να φθείρει τον εαυτό του με σκέψεις πάνω σε ένα πρόβλημα για το οποίο δεν είχε αρκετά δεδομένα. Έτσι μετά την επίσκεψη στο κυβερνείο συνέχισαν όπως είχαν προγραμματίσει με τον Γιάρροου και με τις κυρίες και η επικείμενη μάχη έμεινε στο πίσω μέρος του μυαλού του. Το τέλος του απογεύματος και το βράδυ πέρασαν σε μια ευχάριστη ατμόσφαιρα, ο Τζέημς απολάμβανε την παρέα της Μάργκαρετ, όπως συνειδητοποίησε, όλο και περισσότερο. Δεν ήταν να απορεί κανείς, ήταν μια πνευματώδης γυναίκα που είχε διατηρήσει το θάρρος της και τη διάθεσή της για ζωή παρά τις αναποδιές και τις δυσκολίες. Αφού δείπνησαν σε μια μικρή ταβέρνα κοντά στη θάλασσα, που φαινόταν σαν να την είχε καταλάβει το πλήρωμα του Ανίκητος καθώς ήταν μαζεμένοι εκεί πολλά μέλη του πληρώματος και οι πεζοναύτες, ο Γιάρροου και η σύζυγός του αποφάσισαν να επιστρέψουν στο πλοίο. Ο Τζέημς πρότεινε στην Μάργκαρετ να κάνουν έναν περίπατο. Εκείνη το δέκτηκε και πήγαν να περπατήσουν στα πλακόστρωτα δρομάκια κοντά στο λιμάνι. Ο πλοίαρχος έτεινε το μπράτσο του και η Μάργκαρετ ακούμπησε το χέρι της. Λίγο πίσω τους ακουλουθούσε μια ομάδα από πεζοναύτες καθώς η περιοχή αυτή δεν ήταν ασφαλής ακόμα και για έναν άφοβο μαχητή σαν τον Τζέημς. Συζητούσαν ήσυχα απολαμβάνοντας την ησυχία και τη βραδινή δροσιά.

Ένα χαμίνι του λιμανιού στάθηκε στην προκυμαία κοντά στην σκάλα επιβίβασης του Ανίκητος. Πέταξε στο κατάστρωμα κάτι που έκανε κρότο. -Μας πέταξε πέτρα, είπε ένας ναύτης, να πάρει.

59


Ο Μάικ μάζεψε την πέτρα. Γύρω της ήταν τυλιγμένο ένα χαρτί. -Μη φοβάσαι, είπε, δεν ήταν για κακό. Έπρεπε να παραδώσει ένα μήνυμα. Στράφηκε στον Αζίζ. Πρέπει να πάω σε ένα καπηλειό. Θα χρειαστώ την Αντέλα, εκείνη θα ξέρει την πόλη. -Ποιον θα συναντήσεις; -Δεν τον ξέρω, έχει συνθηματικό όνομα και δεν έχουμε ποτέ συναντηθεί. -Άρα μπορεί να είναι και παγίδα, είπε ο Άραβας. -Σίγουρα δεν θα είναι εύκολο, είπε ο Μάικ, αλλά ίσως έμαθε αυτά που θέλουμε.

-Καλησπέρα Αντέλα, είπε ο Μάικ στην νεαρή μιγάδα που στεκόταν κοντά στην πρύμνη. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. -Καλησπέρα Μάικ. Εσύ δεν θες να βγεις στην πόλη; -Δεν είχα σκοπό είναι η αλήθεια αλλά τελικά χρειάζεται να το κάνω. Πρέπει να πάω στο Σπασμένο Φανάρι, το ξέρεις; -Ναι, είπε, είναι ένα κακόφημο μέρος, έχει ποτά αλλά και γυναίκες. Γιατί θες να πας εκεί; -Πρέπει να συναντήσω κάποιον εκεί. Θα μου έχει πληροφορίες για τη Μαρτινίκα. Θα μπορούσα να ζητήσω από τον κυβερνήτη να μου δώσει κάποιον οδηγό αλλά όσο λιγότεροι ξέρουν τόσο καλύτερα. -Ξέρω την πόλη, μπορώ να σε πάω. -Μου αρκεί να μου δώσεις οδηγίες πως θα πάω. -Αυτό είναι πιο δύσκολο. Παρότι είναι στο λιμάνι είναι πολύ δύσκολο να το βρεις μέσα στα στενά.

60


Ο Μάικ κοίταξε την πόλη. Δεν του άρεσε αυτό που είχε πει η μιγάδας. Ήθελε να πάει εκεί χωρίς να κιδυνεύσει κάποιος πέρα από τον ίδιο. Δεν ήθελε να την βάλει σε κίνδυνο. Αλλά δε φαινόταν να έχει άλλη λύση. -Εντάξει θα μου το δείξεις. Θα φύγουμε σε λίγο. Ο Μάικ επέστρεψε στο θάλαμο των δοκίμων και άλλαξε τα ρούχα του φορώντας μαύρα που θα τον έκαναν πιο δυσδιάκριτο στο σκοτάδι. Ο Αζίζ πλησίασε, φορούσε και εκείνος μια μαύρη κελεμπία και ίδιου χρώματος κέφια. -Θα σε συνοδέψω, είπε απλά. Ο Μάικ είχε βρεθεί με τις μυστικές υπηρεσίες κατά την αντιμετώπιση της εκστρατείας του Νείλου του Ναπολέοντα. Εκεί είχε από τύχη ανακατευτεί και είχε πάρει τη θέση ενός αξιωματικού που είχε σκοτωθεί. Τα είχε καταφέρει τόσο καλά που ο επικεφαλής των μυστικών υπηρρεσιών του είχε ζητήσει να αλλάξει πόστο. Εκείνος είχε αρνηθεί, δεν ήθελε να εγκαταλείψει τη θάλασσα, και τελικά τα είχε συνδιάσει και τα δύο. Και τώρα είχε χρησιμοποιήσει τις διασυνδέσεις του για να μάθει πληροφορίες που τους χρειάζονταν. Κατέβηκε από το πλοίο μαζί με την Αντέλα και προχώρησαν στο δρόμο που η μικρή Κρεολή υπέδειξε. Πίσω τους κατέβηκε ακόμη μια σκιά από το πλοίο που δεν έδειξαν να αντιλαμβάνονται και κατόπιν ο Αζίζ που ήθελε να καλύππτει τα νώτα του φίλου του. Ο Μάικ δεν άργησε να φτάσει στο Σπασμένο Φανάρι. Ακόμα πριν στρίψει στο στενό που βρισκόταν η είσοδος για ένα από τα πιο κακόφημα μέρη της πόλης άκουσε τη φασαρία που προερχόταν από αυτό. Απτόητος συνέχισε και με την Αντέλα δίπλα του πέρασε την ορθάνοιχτη πόρτα. Βρέθηκε σε μια σάλα με πολλά τραπέζια και κατάμεστη από άνδρες που έτρωγαν και έπιναν. Σερβιτόρες πηγαινοέρχονταν με δίσκους φορτωμένους κυρίως με κούπες γεμάτες ποτά. Άλλες κοπέλες κάθονταν με τους θαμώνες στα τραπέζια τους. Το μέρος δεν την είχε άδικα την κακή του φήμη. Ένας άνδρας άρπαξε την Αντέλα από τη μέση και την τράβηξε προς το μέρος του. Ήταν ένας μεγαλόσωμος ναυτικός με φαρδύ στέρνο και ξυρισμένο κεφάλι. 61


-Έλα ομορφούλα, κάτσε μαζί μου, είπε μεθυσμένα. Η Αντέλα του έδωσε ενα γερό χαστούκι που τον αιφνιδίασε και έτσι εκείνη κατάφερε να αποσπαστεί από την αγκαλιά του. Ο Μάικ μπήκε μπροστά της καθώς ο ναυτικός σηκωνόταν όρθιος. -Άσε την ήσυχη, είπε. Ο ναύτης τον κοίταξε για μια στιγμή και μετά επιτέθηκε αλλά ο πλοηγός του Ανίκητος ήταν προετοιμασμένος, με ένα χτύπημα στην κοιλιά και άλλο ένα στον αυχένα, καθώς ο αντίπαλός του διπλωνόταν στα δυο, τον έριξε αναίσθητο στο πάτωμα. Προχώρησε στον μεγάλο πάγκο του μπαρ που έπιανε την μια πλευρά της σάλας. Εκεί μια γυναίκα στην ηλικία του και με ένα προκλητικά ανοιχτό πουκάμισο του έκλεισε το μάτι. -Ένα δωμάτιο καπετάνιο; Να περάσεις καλά με την κοπελιά; ρώτησε κάνοντας την Αντέλα στο πλευρό του να κοκκινίσει. -Έρχομαι από το Λονδίνο με πολύ άσχημο καιρό, είπε ο Μάικ τα συμφωνημένα από πριν συνθηματικά λόγια. -Ανέβα πάνω, στο τελευταίο δωμάτιο στο βάθος του διαδρόμου, θα βρεις αυτό που ζητάς. Ο Μάικ έκανε όπως του είπε και ανέβηκε τη σκάλα με την Αντέλα πάντα να τον ακολουθεί από κοντά. Εδώ ο θόρυβος ήταν πολύ λιγότερος και ελάχιστα άτομα κυκλοφορούσαν μπαίνοντας ή βγαίνοντας από δωμάτια. Φτάνοντας στο τελευταίο χτύπησε την πόρτα και μόλις μια γυναικεία φωνή απάντησε άνοιξε και μπήκε. Μια όμορφη γυναίκα αν και όχι ιδιαίτερα νέα καθόταν σε μια πολυθρόνα. -Μάλιστα, είπε, ο σερ Μάικ Γκόρντον. Ξέρεις κανονικά μεταβιβάζω τις πληροφορίες χωρίς να έρχομαι σε επαφή, δεν κινδυνεύω έτσι από προδότες. Αλλά ήθελα να δω από κοντά τον άνθρωπο που σκότωσε τον περιβόητο Σινκλαίρ. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και πλησίασε. Έβγαλε μέσα από την ρόμπα που φορούσε ένα τυλιγμένο ρολό και το έδωσε στον Μάικ που τον άνοιξε και διάβασε, ύστερα τον έκρυψε. 62


-Μπορούμε να περάσουμε καλά τώρα, ξεκίνησε η γυναίκα αλλά ο Μάικ την έκοψε. -Δεν αμφιβάλλω, αλλά πρέπει να βιαστώ. Πρέπει να προλάβουμε τους Γάλλους. -Έλα να με βρεις όταν τελειώσει όλο αυτό. Απλά ζήτα τη Μαρί. Ο Μάικ κατένευσε και βγήκε. Κατέβηκε στη σάλα και γρήγορα τη διέσχισε για να βγει στο δρόμο. Στη γωνία βρήκε τον Αζίζ με την πιο απρόσμενη παρέα, την Ελεωνόρ! -Τι κάνεις εσύ εδώ; -Δε σε αφορά! -Με κατασκόπευες, αυτό είναι ύποπτο. Γιατί το έκανες; Ο Μάικ ήξερε φυσικά ότι η γυναίκα απέναντί του δεν ήταν κατάσκοπος αλλά ήθελε να την τρομάξει για να του πει τι γύρευε εδώ. Η Ελεωνόρ δαγκώθηκε και απάντησε ντροπιασμένα. -Σε είδα που έφυγες από το πλοίο και ήθελα να μάθω που θα πας μαζί της. Περίμενα τι ήθελες από αυτή, μια πλύστρα είναι στο κάτω κάτω, αλλά δεν περίμενα ένα τέτοιο μέρος. -Δεν ξέρεις τι λες, είπε ο Μάικ, αυστηρά. Και αν ο Αζίζ δεν σε είχε σταματήσει δεν θα είχες περάσει καθόλου καλά εκεί μέσα. Πάμε πίσω στο πλοίο, και δεν θα πεις τίποτα και σε κανέναν για τη βόλτα σου αυτή. Μόλις επέστρεψαν στο Ανίκητος ο Τζέημς κάλεσε τον Γιάρροου, τον Μάικ και τον Τζώρτζ Κάμπελ στην καμπίνα του για να καταστρώσουν τα σχέδιά τους.

Είχε αρχίσει να χαράζει όταν βγήκαν από την καμπίνα και ξεκίνησαν αμέσως για το κυβερνείο. Εκεί ο Τζέημς κάλεσε τους κυβερνήτες των υπολοίπων πολεμικών και τον Αυστριακό που είχε συμφωνήσει να πολεμήσει μαζί τους. Ο αδερφός του είχε σκοτωθεί στην Ιταλία το 1797 και ο χερ Ρίχτερ μισούσε

63


θανάσιμα τους Γάλλους. Μαζεύτηκαν στην αίθουσα του αποικιακού συμβουλίου και ο Τζέημς πήρε το λόγο. -Οι Γάλλοι έχουν πέντε πλοία της γραμμής, οκτώ σλουπ και δυο μικρά ελαφρά οπλισμένα. Ακόμα στο λιμάνι βρίσκονται τρία Δανέζικα πλοία και τέσσερα Ισπανικά, θα πολεμήσουν μαζί τους. -Δεν έχουμε καμία ελπίδα απέναντί σε τόσα πλοία, είπε ένας από τους πλοιάρχους. -Σε ανοιχτή θάλασσα όχι, είπε ο Τζέημς, αλλά αν τους επιτεθούμε μέσα στο λιμάνι, όπου δεν θα έχουν πολλά περιθώρια κινήσεως, μπορούμε να νικήσουμε. Έχουμε έξι πλοία της γραμμής μαζί με αυτό του χερ Ρίχτερ και τέσσερα σλουπ. Μπορούμε να τα καταφέρουμε. Απόψε θα αποπλεύσουμε μόλις πέσει η νύχτα και το πρωί θα είμαστε εκεί, θα επιτεθούμε πριν καν ξημερώσει για τα καλά. Θα αδειάσετε τα πλοία από προμήθειες και ό,τι άλλο μεταφέρουν πέρα από πυρομαχικά, θα είναι πιο ελαφρά και ευέλικτα έτσι. Τις επόμενες τρεις ώρες συζήτησαν και καθόρισαν το σχέδιο της επίθεσης, ύστερα ο Τζέημς τους έστειλε να κάνουν τις ετοιμασίες και να ξεκουραστούν.

Ο Τζέημς νοίκιασε ένα οίκημα, όχι μακριά από το σημείο που ήταν αγκυροβολημένο το πλοίο του, για να παραμείνουν οι τραυματίες που ακόμα δεν είχαν αναρρώσει για να πάρουν μέρος στην επερχόμενη μάχη. Εκεί θα έμενε ακόμα και η κυρία Γιάρροου όπως και η Μάργκαρετ με τις κόρες της. Ο πλοίαρχος βεβαιώθηκε ότι είχαν τακτοποιηθεί πριν ασχοληθεί με τις προετοιμασίες του πλοίου του για την επίθεση στη Μαρτινίκα. Όταν αυτές ολοκληρώθηκαν και ενώ το πλήρωμα ξεκουραζόταν ξαναβγήκε στη στεριά και επισκέφθηκε την Μάργκαρετ. -Προλάβαμε το Βικτουάρ γρηγορότερα από όσο περιμέναμε, είπε, αυτό σημαίνει ότι δεν θα ταξιδέψουμε τόσο νότια όσο πιστεύαμε. Θα φροντίσω ωστόσο για τη μεταφορά σας.

64


-Μην σας απασχολούμε εμείς, είπε εκείνη, τώρα έχετε πιο επείγοντα και επικίνδυνα θέματα. -Είναι και αυτό από τις έννοιες μου, είπε ο Τζέημς. Μίλησα και με τον κυβερνήτη για τη συνέχεια του ταξιδιού σας. -Ω ευχαριστώ.... Δεν ξέρω πως να σας ευχαριστήσω. -Δεν χρειάζεται. Η Μάργκαρετ άπλωσε το χέρι της και έπιασε τον πλοίαρχο από το μπράτσο. -Κάνατε πολλά για' μας, πολύ περισσότερα από όσα θα τολμούσα ποτέ να ζητήσω. Κοιτάκτηκαν για μια στιγμή και ύστερα ο Τζέημς έσκυψε και την φίλησε.....

Ο Μάικ βγήκε στο κατάστρωμα, ήταν ντυμένος στα κατάμαυρα και οπλισμένος με τη σπάθα του και δυο πιστόλες. Ο Γιάρροου, που κατέβαινε από τη γέφυρα, του είπε: -Είμαστε έτοιμοι. -Ο πλοίαρχος; -Στο σπίτι που νοίκιασε. Οι περισσότεροι είμαστε στο πλοίο. -Πάω να τον φέρω. Κάνατε τους αποχαιρετισμούς σας; -Ναι. Ο Μάικ έτρεξε στο σπίτι, μια σκοτεινή σκιά μέσα στο δειλινό. Βρήκε τον Τζέημς να ετοιμάζεται να βγεί από ένα δωμάτιο. Το εξασκημένο βλέμμα του πλοηγού πρόλαβε να δει την Μάρκαρετ να κοιμάται γαλήνια. Κοίταξε τον πλοίαρχό του με απορία.

65


-Βρήκα και γω το λιμάνι μου, φαίνεται. Μόλις γυρίσουμε θα συζητήσουμε εκτενέστερα το μέλλον. Η σιγουριά του Τζέημς ήταν θρυλική στο βασιλικό ναυτικό. Ο Μάικ αναρωτήθηκε πως την διατηρούσε ξέροντας ότι θα αντιμετωπίζανε έναν εχθρό με τριπλάσια δύναμη πυρός. Επέστρεψαν στην προκυμαία. Οι περισσότεροι είχαν αποχαιρετήσει όποιον άφηναν πίσω και είχαν ανέβει στο πλοίο. Ο Μάικ προχώρησε να ανέβει στο Ανίκητος όταν η Αντέλα έτρεξε κοντά του. Έβαλε στο χέρι του μια μικρή μεταλλική εικονίτσα. -Στην πατρίδα μου οι κοπέλες δίνουν μια εικόνα του προστάτη αγίου στους άνδρες τους πριν φύγουν για τον πόλεμο, είπε απαλά. -Ευχαριστώ, είπε ο ο Μάικ και την έβαλε σε μια τσέπη του. Η Αντέλα τον αγκάλιασε και τον φίλησε τρυφερά στα χείλη, ύστερα ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο. Εκείνος χάιδεψε τα μαλλιά της λέγοντας καθησυχαστικά. -Μη φοβάσαι, θα γυρίσω. Στο υπόσχομαι.

Το Ανίκητος έσχιζε με ταχύτητα τη θάλασσα σκαμπανεβάζοντας από τα κύματα. Ο Μάικ στο πηδάλιο του πολεμικού κοίταζε τον ωκεανό και την πυξίδα για να μπορεί να παραμένει στην σωστή πορεία. Τα σύννεφα είχαν καλύψει τον ουρανό και δεν υπήρχε κανένα σημείο προσανατολισμού. Το Ανίκητος έπλεε πρώτο και ακολουθούσαν τα υπόλοιπα Αγγλικά πλοία με τελευταίο το Αυστριακό πολεμικό που το πλήρωμά του ήταν τελείως ανεξοικείωτο με τις θάλασσες αυτής της περιοχής. Ο Τζέημς ανέβηκε στη γέφυρα. -Μάικ, θα αναλάβω εγώ, ξεκουράσου λίγο. -Δεν χρειάζεται, είμαι εντάξει. -Είναι διαταγή, να χαλαρώσεις λίγο. Στην επίθεση θα έχεις το πηδάλιο του πλοίου. -Μάλιστα, είπε ο Μάικ παραχωρώντας το πηδάλιο στον Μπόουντεν. 66


Κοίταξε τα σύννεφα και στράφηκε στον πλοίαρχο. -Ο καιρός μας ευνοεί, όχι μόνο θα έχουμε τον άνεμο ούριο αλλά θα σπρώχνει τον καπνό στα μάτια των Γάλλων. Στα 1802, κάθε βολή πυροβόλου όπλου σήκωνε ένα μικρό σύννεφο καπνού και οι βολές από τα κανόνια ήταν πολύ χειρότερες. Θα περνούσε ακόμα σχεδόν μισός αιώνας ως που να λυθεί αυτό το πρόβλημα. Ο Τζέημς χαμογέλασε. Θα είχαν ένα ακόμα πλεονέκτημα, εκείνοι θα αποκτούσαν πιο γρήγορα ορατότητα μετά τις βολές αφού θα έπνεε ευνοϊκά ο άνεμος. Χώρια που με το Γαλλικό στόλο αγκυροβολημένο στον περιορισμένο χώρο του λιμανιού δεν χρειάζονταν τόση ορατότητα όσο οι αντίπαλοί τους. -Σωστή σκέψη, είπε ο Τζέημς. Ελεύθερος. Ο Μάικ άφησε τη γέφυρα και πήγε στην πρύμνη όπου ο Αζίζ ήταν καθισμένος στο κατάστρωμα με το γιαταγάνι του θηκαρωμένο στα γόνατα. Κάθισε δίπλα του. -Τι σκέφτεσαι; ρώτησε ο Άραβας. Την επίθεση; -Όχι, θα τους νικήσουμε, δεν με απασχολεί αυτό. -Τότε; -Η Αντέλα, ξέρεις ότι δεν είμαι σαν τους περισσότερους άνδρες στο πλήρωμα να βγαίνω στα λιμάνια και να κοιμάμαι με άλλη κάθε φορά αλλά είχα κάποιες γυναίκες. Η Αντέλα ωστόσο είναι διαφορετική κοπέλα. Έχει έναν πράο, γαλήνιο χαρακτήρα, χωρίς καθόλου πείσμα και εγωισμό. -Και αυτό είναι κακό; -Όχι, είπε ο Μάικ, κάθε άλλο. Έλα πάμε κάτω, μια παρτίδα σκάκι θα βοηθήσει να περάσει η ώρα.

Η μικρή αρμάδα του Τζέημς εμφανίστηκε στα ανοιχτά του Φορ Ντε Φρανς μια ώρα περίπου πριν την αυγή και με σβηστά τα φώτα πλησίασε το 67


λιμάνι, καθώς το πρώτο φως της αυγής άρχισε να απλώνεται πάνω από την θάλασσα τα δέκα πλοία πλησίασαν το άνοιγμα του λιμανιού έτοιμα γα επίθεση. Η επίθεση ήταν αιφνιδιαστική, ήταν σαν να είχαν εμφανιστεί από το πουθενά, και οι πρώτες βολές των επιτιθέμενων πλοίων έπιασαν τους Γάλλους στον ύπνο κυριολεκτικά. Ο συναγερμός σήμανε με τις πρώτες κανονιές. Τα δυο μικρά πλοία των Γάλλων βυθίστηκαν με την πρώτη ομοβροντία. Ως που να είναι σε θέση να ανταπωδόσουν τα πυρά οι αμυνόμενοι τα σλουπ είχαν πάθει σοβαρές ζημιές και δυο είχαν βυθιστεί. Ο αγώνας γινόταν πιο εύκολος τώρα αν και οι Γάλλοι υπερείχαν ακόμα σε δύναμη πυρός, τα πλοία τους της γραμμής ήταν πιο βαριά οπλισμένα. Ο Τζέημς είχε ωστόσο υπολογίσει σωστά, κλεισμένα μέσα στον κόλπο του λιμανιού του Φορ Ντε Φρανς τα τριάντα τρία πλοία είχαν μεγάλη δυσκολία στο να πάρουν θέση μάχης και να ανταποδώσουν τα πυρά χωρίς να αλληλοκτυπηθούν ακόμα και με τα ξένα πλοία αγκυροβολημένα κοντά στην έξοδο του κόλπου. Ο Αυστριακός είχε παρασυρθεί και είχε φέρει το Νταρ Ραμόζα πολύ κοντά στο άνοιγμα του κόλπου και μαχόταν εκ του σύνεγγυς με τους Ισπανούς ενώ ένα από τα Βρετανικά σλουπ, το Ρεσίλιεντ, είχε αναλάβει τους Δανούς. Πάνω στο Ανίκητος επικρατούσε υποδειγματική ψυχραιμία. Ο Μάικ βρισκόταν στο τιμόνι με βοηθό του τον Όλιβερ ενώ ο Γιάρροου διοικούσε το πλοίο αφήνοντας ελεύθερο τον Τζέημς να διευθύνει την επίθεση συνολικά. Οι πεζοναύτες και ο Αζίζ εκτελούσν χρέη ελεύθερων σκοπευτών και έραιναν τα πολεμικά των Γάλλων με μια βροχή από σφαίρες προκαλώντας πρόσθετες απώλειες. Τώρα πια μόνο ένα Γαλλικο σλουπ είχε απομείνει και αυτό καιγόταν, το πλήρωμά του το εγκατέλειπε, όσοι είχαν επιζήσει. Τα Βρετανικά πλοία είχαν ζημιές, αλλά μικρής κλίμακας, όλα μάχονταν ακόμα. Μια ομοβροντία του Ρεσίλιεντ τίναξε στον αέρα το Δανέζικο Κορόνα τη στιγμή που άλλα δυο σλουπ χτυπούσαν καίρια ένα από τα Γαλλικά πλοία της γραμμής. Ένα ένα τα Γαλλικά πλοία καταστρέφονταν, το Βικτουάρ είχε χάσει πάνω από τα μισά του πυροβόλα και είχε μείνει σχεδόν μόνο να αντιστέκεται.

68


Τελικά υπέκυψε και αυτό με μια μεγάλη έκρηξη που το έκοψε στα δυο πριν βυθιστεί. Μόλις το είδε να χάνεται ο Τζέημς έδωσε τη διαταγή ανακρούσατε πρύμναν, ήταν καιρός να φύγουν από τη Μαρτινίκα, η αποστολή του Ανίκητος είχε εκτελεστεί και ο κίνδυνος για την Τζαμάικα είχε αποσοβηθεί. Δεν είχαν μείνει πάνω δέκα εχθρικά πλοία. Τα Δανέζικα είχαν βυθιστεί όπως και τα δυο από τα Ισπανικά, όσα πλοία είχαν μείνει είχαν υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Περήφανος είδε ότι επέστρεφαν όλα τα δικά του πλοία.

Στη

Τζαμάικα

η

επιστροφή

των

πολεμικών

συνοδεύθηκε

από

κωδωνοκρουσίες και συγκέντρωση πολλών ανθρώπων στο λιμάνι που ζητωκραύγαζαν. Η γρήγορη επιστροφή και μάλιστα όλων των πλοίων ήταν μια σίγουρη ένδειξη ότι όλα είχαν πάει καλά και είχαν νικήσει. Μόλις οι πρώτοι βγήκαν στη στεριά και η ένδειξη έγινε βεβαιότητα οι ζητωκραυγές πλήθυναν. Ο Τζέημς διέταξε να αγκυροβολήσουν το Ανίκητος στη θέση που ήταν και προηγουμένως και μετά έδωσε άδεια σε όσους ήθελαν να βγουν στο λιμάνι. Ο ίδιος θα πήγαινε να αναφέρει στον κυβερνήτη για την εξέλιξη της επιχείρησης που παράτολμα είχε εκτελέσει. Ο Μάικ ανέλαβε να μείνει και πάλι στο πλοίο. Ο Τζέημς κατέβηκε στην προβλήτα και δεν διέφυγε από τον πλοηγό του ότι η Μάργκαρετ τον περίμενε διακριτικά λίγο πιο πέρα. Είδε τον Γιάρροου να αγκαλιάζει τη σύζυγό του και τον Τζώρτ Κάμπελ να ψάχνει κάποιον με το μάτι. Στράφηκε να πάει προς τη γέφυρα όταν ένα νεύμα του Αζίζ τον έκανε να γυρίσει πάλι προς το λιμάνι. Η Αντέλα είχε ξεχωρίσει από το πλήθος και ανέβαινε τρέχοντας στο πλοίο με τα μακριά μαλλιά της να ανεμίζουν. Ρίχτηκε στην αγκαλιά του και τον φίλησε με πάθος. Ο Μάικ την έσφιξε πάνω του και δεν είδε την Ελεωνόρ που έφτυνε με λύσσα στο έδαφος.

Το Ανίκητος έμεινε στην Τζαμάικα μια εβδομάδα για να αναρρώσουν οι τραυματίες της επίθεσης στη Μαρτινίκα και να γίνουν οι απαραίτητες επισκευές και εργασίες συντήρησης στο πλοίο. Όταν αυτές ολοκληρώθηκαν το πολεμικό 69


σάλπαρε για την Αγγλία όπως είχε ακριβώς φύγει. Η Μάργκαρετ και οι κόρες της θα επέστρεφαν στην πατρίδα. Αναμενόμενο φυσικά αφού η Κάθρην είχε δεχθεί την πρόταση του Τζωρτζ Κάμπελ να γίνει γυναίκα του και η Μάργκαρετ είχε δώσει την ευχή της. Η κοπέλα είχε γνωριστεί με τον διοικητή των πεζοναυτών όταν εκείνος είχε πάει να την ευχαριστήσει για την βοήθεια που αυθόρμητα είχε προσφέρει σε έναν από τους άνδρες του που είχε χτυπηθεί στην σύγκρουση με το κουρσάρικο των Γάλλων στην αρχή του ταξιδιού. Η Μάργκαρετ από την πλευρά της είχε έρθει πολύ κοντά με τον Τζέημς και έτσι είχε αποφασίσει να γυρίσει στην Αγγλία. Η Μέγκαν θα ακολουθούσε φυσικά αν και είχε απογοητευθεί που δεν θα έβλεπε τους αντίποδες.

Το ταξίδι της επιστροφής ήταν χωρίς επεισόδια και ένα δροσερό Μαγιάτικο πρωινό το Ανίκητος έριχνε και πάλι άγκυρα στο αγκυροβόλιό του του Τάμεση. Ο Τζέημς ανέβηκε στη γέφυρα και ανακοίνωσε επίσημα το τέλος της αποστολής, κάτι που έκανε το πλήρωμά του να ζητωκραυγάσει. Οι πιο πολλοί θα έβγαιναν στο λιμάνι, τώρα θα έπαιρναν το μισθό τους και θα είχαν μερικές μέρες για να ξεκουραστούν. Ο Τζέημς ετοιμάστηκε να αποβιβαστεί μαζί με την Μάργκαρετ και τις κόρες της. Θα φρόντιζε πρώτα για την επιστροφή εκείνων στο σπίτι τους και μετά θα πήγαινε στο ναυαρχείο για να δώσει την αναφορά του. Την είχε συντάξει όταν ήταν ακόμη στη Τζαμάικα και τώρα θα την παρέδιδε στον λόρδο Σεντ Βίνσεντ. Μαζί θα παρέδιδε και την επίσημη πρόταση του Μάικ για προαγωγή δυο δοκίμων, του Μπίλ Ντόγκαν και του Τζων Ντάραμ, στο βαθμό του ανθυπασπιστή απ' όπου θα ξεκινούσαν την καριέρα τους σαν αξιωματικοί. Οι υπόλοιποι θα έμεναν ακόμα δόκιμοι. Ο Τζέημς και η Μάργκαρετ κατέβηκαν στην προκυμαία μαζί και ακολούθησε ο Κάμπελ με την Κάθρην να ακουμπάει το ντελικάτο χέρι της στο μπράτσο του. Φορούσε ήδη βέρα. Όταν δέκτηκε την πρόταση σε γάμο που της είχε κάνει και η Μάργκαρετ συμφώνησε ο διοικητής των πεζοναυτών πήγε και αγόρασε δακτυλίδι και ο Τζέημς τους αρραβώνιασε εν πλω.

70


Πριν κατέβει από το πλοίο η Μέγκαν πήγε κοντά στον Μάικ και του έτεινε το χέρι. -Έμαθα πολλά παρακολουθώντας την εκπαίδευση των δοκίμων, ευχαριστώ πάρα πολύ. Είναι τόσο κρίμα που δεν μπορούν και κορίτσια να γίνουν δόκιμοι. -Ίσως μια μέρα να μπορούν, είπε ο Μάικ, χάρηκα που σε γνώρισα Μέγκαν Άσκουιθ. Η Ελεωνόρ κατέβηκε από το πλοίο χωρίς να του ρίξει ούτε μια ματιά όπως συστηματικά τον είχε αποφύγει και αγνοήσει σε όλο το ταξίδι της επιστροφής. Εκείνος και ο Αζίζ ετοιμάζονταν επίσης να αποβιβαστούν, με το πλοίο αγκυροβολημένο ασφαλώς στο λιμάνι και μάλιστα στην πλευρά που βρίσκονταν όλα τα πολεμικά δεν χρειαζόταν να μείνουν πολλοί αξιωματικοί στο Ανίκητος. Αρκούσε ένας και αυτός θα ήταν ο υποδιοικητής των πεζοναυτών που όπως και οι άνδρες του δεν θεωρούσαν ότι είχαν λείψει τόσο πολύ από το Λονδίνο ώστε να θέλουν να βγουν πάλι. Έτσι θα έβγαινε και ο Μάικ, είχε να δώσει μια αναφορά και να φροντίσει για την εγκατάσταση της Αντέλα. Είχε πατήσει μόλις τις μεγάλες τετραγωνισμένενς πλάκες της προβλήτας όταν φάνηκε να έρχεται ο λόρδος Κόρθαξ μαζί με μια ομάδα λακέδων όπως πάντα. Τον αγνόησε και στράφηκε στον Αζιζ αλλά ο Κόρθαξ φώναξε: -Είσαι ένας άθλιος γυναικωτός και κρύβεσαι στα φουστάνια των γυναικών. Ο Μάικ τον αγνόησε αλλά ο Κόρθαξ συνέχισε: -Σε καλώ σε μονομαχία. Ο Μάικ κοντοστάθηκε μα κούνησε το κεφάλι του και έκανε να προχωρίσει αλλά ο Κόρθαξ συνέχισε. -Είσαι δειλός! Πήγαινε να κρυφτείς στα φουστάνια της πρόστυχης μιγάδας σου.

71


Ο Μάικ απάντησε χωρίς να γυρίσει. -Αν μονομαχήσουμε, θα σε σκοτώσω, είπε. Δεν θέλω να το κάνω αυτό. Δεν είμαι δολοφόνος. Ο Κόρθαξ ξιφούλκησε και όρμηξε μπροστά με μια άναρθρη κραυγή. Ήταν πολύ κοντά για να μπορέσει να αντιδράσει ο Μάικ. Η Αντέλα ούρλιαξε τρομαγμένη αλλά ο Αζίζ ήταν ο πιο γρήγορος από όλους. Εκτόξευσε με βία το γιαταγάνι του που βρήκε τον Κόρθαξ κατάστηθα και τον τίναξε πίσω. Σωριάστηκε ανάσκελα και έμεινε εκεί ακίνητος, νεκρός.

Επίλογος

72


Ο αέρας ανέμιζε τα ρούχα του Μάικ καθώς στεκόταν στο πηδάλιο του Ανίκητος. Τρία ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει από την επιστροφή τους από την Τζαμάικα. Ήταν και πάλι σε πόλεμο με τη Γαλλία. Μερικές μέρες μετά την επιστροφή τους η υπογραφή της συνθήκης της Αμιένης είχε σημάνει την παύση των εχθροπραξιών. Ήταν ευκαιρία να ασχοληθούν με άλλα πράγματα. Ο Τζέημς και η Μάργκαρετ παντρεύτηκαν λίγο καιρό μετά το γάμο του Τζώρτζ Κάμπελ με την Κάθρην που γρήγορα έμεινε έγκυος και γέννησε δίδυμα. Ο ίδιος παντρεύτηκε την Αντέλα και αποδείκτηκε μια άριστη επιλογή. Ο γλυκός χαρακτήρας που είχε δείξει ήταν ακόμα πιο γλυκός μέσα στο γάμο και η αγάπη της ήταν πραγματικά άδολη και αληθινή. Και τώρα ήταν ετοιμόγεννη και γι' αυτό βιαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα, ήθελε να είναι εκεί όταν θα ερχόταν στον κόσμο το παιδί τους. Προς το παρόν ήταν μαζί της η Σάρα που δούλευε σαν μαγείρισσα σε ένα κοντινό καπηλειό. Είχε παντρευτεί και εκείνη και είχε ήδη ένα κοριτσάκι ενώ ήταν έγκυος σε δεύτερο παιδί. Ένα χρόνο μετά την συνθήκη της Αμιένης ο πόλεμος είχε ξεσπάσει εκ νέου και ο Τζέημς με το πλήρωμά του είχαν βρεθεί στο πέλαγος και πάλι πολεμώντας τους Γάλλους. Είχαν ταξιδέψει μέχρι και στην ακτή των πειρατών στην Αραβική χερσόνησο όπου ο Αζίζ είχε ξεκινήσει μια εκστρατεία κατά των επιδρομέων που λυμαίνονταν τα εμπορικά πλοία στην περιοχή. Ο Αζίζ βρισκόταν εκεί τώρα αλλά σύντομα θα επέστρεφε στην Αγγλία για διπλωματική αποστολή. Εκείνοι γύριζαν στην Αγγλία για να ξεκουραστούν μετά από μήνες στην θάλασσα και αφού οι Γάλλοι είχαν υποστεί την ήττα στην ναυμαχία του Τραφάλγκαρ. Ένας νεαρός ανθυπασπιστής ανέβηκε στη γέφυρα. Ο Άλεξ ήταν ολόκληρος άνδρας πια και ένας πολλά υποσχόμενος αξιωματικός. Η σχέση του με τη Μέγκαν ήταν τόσο στέρεα σαν να ήταν ήδη παντρεμένοι αν και ακόμα δεν την είχαν κάνει επίσημη. Είχαν ζητήσει από τον Μάικ να τους παντρέψει και εκείνος είχε δεχθεί με χαρά. Καθώς ο ήλιος ανέτειλε πάνω από τη γραμμή του ορίζοντα μια πρώτη ηλιακτίδα χάιδεψε το πρόσωπό του και εκείνος χαμογέλασε. Μια ακόμη μέρα ξημέρωνε, μια όμορφη μέρα μιας και θα έβλεπαν την πατρίδα και τα αγαπημένα τους πρόσσωπα ξανά.

73


Τέλος

74

450 στις θάλασσες του κόσμου  
450 στις θάλασσες του κόσμου  
Advertisement