Page 1

ENNIS 2017

1

KavafyNew.indd 1

14/05/2018 21:47


2

KavafyNew.indd 2

14/05/2018 21:47


What passions sought their way out in him from departed beings. R.M.Rilke

3

KavafyNew.indd 3

14/05/2018 21:47


ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’ ακουσθεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες, μέ φωνές – την τύχη σου που ενδίδει πιά, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει. Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου˙ μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μιά τέτοια πόλι, πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο, κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα, ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου, κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

4

KavafyNew.indd 4

14/05/2018 21:47


THE GOD DESERTS ANTHONY When suddenly, at midnight hour, a passing troupe is heard, unseen, with music of such beauty, with voices, your fortune running out now, your works that failed, your life’s plans which all have gone astray, do not needlessly bemoan. Like someone long prepared, someone brave, take leave of Alexandria departing. Do not deceive yourself, and do not say it was a dream, an illusion of your hearing; don’t stoop to vain hopes such as these. Like someone long prepared, someone brave, like someone worthy of such a city, go with a steady step to the window and listen with emotion, but not with a coward’s pleadings and complaints, listen as a last pleasure to these sounds, the fine instruments of the unseen troupe, and bid farewell to Alexandria you’re losing.

5

KavafyNew.indd 5

14/05/2018 21:47


Η ΠΟΛΙΣ Είπες ¨Θα πάγω σ΄άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα. Μιά πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή. Κάθε προσπάθειά μου μιά καταδίκη είναι γραφτή˙ κ’ είν η καρδιά μου – σαν νεκρός – θαμένη. Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει. Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δώ ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ, που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα”. Καινούριους τόπους δεν θα βρείς, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες. Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς˙ και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις. Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις, Γιά τα αλλού – μη ελπίζεις – δεν έχει πλοίο γιά σε, δεν έχει οδό. Ετσι που την ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη τη μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

6

KavafyNew.indd 6

14/05/2018 21:47


THE CITY You said “ I’ll go to some other land, will cross another sea. Another city will be found better than this. Each of my efforts here a condemnation foretold and, as if something dead, my heart lies buried. How long can my mind dwell in this decay? Wherever I will turn my eye, all that I see, are only blackened ruins of my life here that for so many years I’ve spent and wasted and destroyed ”. You will not find another land, won’t find other seas. The city will follow you. You’ll walk the same streets, the same neighbourhoods will see you growing old and in these same houses you’ll turn grey. You’ll always arrive to this city. For somewhere else, nurture no hope. There is no ship for you, there is no road. The way you’ve ruined your life here, in this small corner, you have ruined it everywhere.

7

KavafyNew.indd 7

14/05/2018 21:47


ΙΘΑΚΗ Σαν βγείς στον πηγαιμό γιά την Ιθάκη, να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι, τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρείς, αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου. Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος. Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους˙ να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά, και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις, σεντέφια και κοράλλια, κεχτιμπάρια κ’ εβένους, και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής, όσο μπορείς πιό άφθονα ηδονικά μυρωδικά˙ σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας, να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

8

KavafyNew.indd 8

14/05/2018 21:47


Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη. Το φθάσιμον εκεί ειν’ ο προορισμός σου. Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου. Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει˙ και γέρος πιά ν’ αράξεις στο νησί, πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο, μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη. Η Ιθάκη σ’ έδωσε το ωραίο ταξείδι. Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πιά. Κι αν πτωχική την βρείς, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Ετσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

9

KavafyNew.indd 9

14/05/2018 21:47


I have used the greek written form of Ulysse’s island: Ithaki (I’thaki) –note that the accent is on the second syllable. ITHAKI When you set out on the way to Ithaki wish for a long, eventful journey, full of adventure, full of understanding. Of Laistrygonians and Cyclops, the raging Poseidon, never be afraid. You’ll never find such things on your way if all your thoughts remain noble, and if your spirit and body are touched by worthy emotion. The Laistrygonians and Cyclops, the fierce Poseidon, will never be encountered if they’re not carried in your soul, and if your soul does not erect them on your path, before you. Wish for a long, eventful journey. Many the summer mornings when you enter - in high spirits, joyful expectation - harbours first seen; in Phoenician emporiums you’ll stop to acquire good merchandise, mother-of-pearl and coral, ebony and amber , and every kind you find of heady perfumes, as many as you can get sensuous perfumes. In Egypt, you must visit many cities to learn all you can gather from their scholars.

10

KavafyNew.indd 10

14/05/2018 21:47


Always keep Ithaki in your mind. Arriving there is your destination. But do not make haste, prolong your journey. Better it lasts for many a long year so that, when old, you’ll anchor at the island rich with all you’ve gained on the way, expecting no more riches from Ithaki. Ithaki gave you the joyful journey. Without her you would not be on the way. There’s nothing else that she can give you now. And if you find Ithaki poor, still she has not deceived you. With such amassed experience and wisdom, you’ll know by now the meaning of Ithakis.

11

KavafyNew.indd 11

14/05/2018 21:47


ΙΩΝΙΚΟΝ Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των, γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των, διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί. Ω γη της Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη, σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη. Σαν ξημερώνει επάνω σου πρωί αυγουστιάτικο την ατμοσφαίρα σου περνά σφρίγος απ’ την ζωή των˙ και κάποτ’ αιθερία εφηβική μορφή, αόριστη, με διάβα γρήγορο, επάνω από τους λόφους σου περνά.

12

KavafyNew.indd 12

14/05/2018 21:47


IONIAN Because we smashed their statues, because we drove them from their temples, gods clearly did not die for this. Oh land of Ionia, it’s you they still hold dear, it’s you their souls remember. When August dawn breaks over you a spirit of their lives imbues your atmosphere; and sometimes an ethereal youthful figure, vague, quick stepped, passes over your hills.

13

KavafyNew.indd 13

14/05/2018 21:47


ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ Την μιά μονότονην ημέραν άλλη μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι – η όμοιες στιγμές μάς βρίσκουνε και μάς αφίνουν. Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα. Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει˙ είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα. Και καταντά το αύριο πιά σαν αύριο να μη μοιάζει.

14

KavafyNew.indd 14

14/05/2018 21:47


MONOTONY One day of monotony is followed by another monotonous, identical one. The same things will happen, keep happening similar moments come to us and leave. Month passes bringing forth another month. It’s easy to foresee what is to come: yesterday’s tiresome happenings again, so that tomorrow ends not seeming like tomorrow.

15

KavafyNew.indd 15

14/05/2018 21:47


ΤΡΩΕΣ Ειν η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων˙ ειν η προσπάθειές μας σαν των Τρώων. Κομμάτι κατορθώνουμε˙ κομμάτι παίρνουμ’ επάνω μας˙ κι αρχίζουμε νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες. Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά. Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.Ειν η προσπάθειές μας σαν των Τρώων. Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά, κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνιστούμε. Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει, η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται˙ ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει˙ κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή. Ομως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω, στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος. Των ημερών μας αναμνήσεις κλαίν κ’ αισθήματα. Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

16

KavafyNew.indd 16

14/05/2018 21:47


TROJANS Our efforts always seem to breed disaster; our efforts are like those of the Trojans. We achieve a little; we gain some confidence; begin to be courageous, hopeful. But something always comes along to stop us. Out of the trench Achilles leaps out and with thundering shouts terrifies us. Our efforts are like those of the Trojans. We think that with courage, resolution, we can change fortune’s persecution and we come out to stand and join the battle. But when the great crisis approaches our courage, resolution disappear; our soul gets agitated, paralysed; around the city walls we take to flight seeking to save ourselves by fleeing. But our fall is certain. On the ramparts the lamentation has already started. They are weeping, the memories and feelings of our days. For us Priamus and Hekabe are shedding tears.

17

KavafyNew.indd 17

14/05/2018 21:47


MIA NYXTA Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη, κρυμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα. Απ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι, το ακάθαρτο και το στενό. Από κάτω, ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν. Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης – τα ρόδινα μιάς τέτοιας μέθης, που και τώρα που γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια!, μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.

18

KavafyNew.indd 18

14/05/2018 21:47


ONE NIGHT The room was cheap and desolate hidden above the seedy tavern. From the window could be seen the alley, filthy and narrow. From below came the voices of some workmen playing cards, merrily laughing. And there on that common, humble bed, I had the body of love, I had the lips sensuous and rosy from desire’s intoxicationrosy from such intoxication that even now that I write, after so many years in my reclusive house, I’m drunk with desire again.

19

KavafyNew.indd 19

14/05/2018 21:47


ΣΟΦΟΙ ΔΕ ΠΡΟΣΙΟΝΤΩΝ Θεοί μεν γαρ μελλόντων, άνθρωποι δε γιγνομένων, σοφοί δε προσιόντων αισθάνονται.

Φιλόστρατος, Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον, viii, 7

Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα. Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί, πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων. Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα αντιλαμβάνονται. Η ακοή αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών ταράττεται. Η μυστική βοή τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων. Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.

20

KavafyNew.indd 20

14/05/2018 21:47


WISE MEN OF APPROACHING‌ because gods are aware of future, men of happening, and wise men of approaching events

Filostratos, Life of Apollonios of Tyana, viii, 7

Men know of things that happen right now. The gods know what will happen in the future, being in full possession of all knowledge. Of what is drawing closer from the future the wise men become aware. Their hearing sometimes, in time of serious study, becomes disturbed. The secret rumbling of the events approaching comes to them. And, solemnly, they pay heed. While in the street outside people can hear nothing.

21

KavafyNew.indd 21

14/05/2018 21:47


Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες κι απέδειξαν πως προτιμούν τον Πύρρο ο βασιλεύς Δημήτριος (μεγάλην είχε ψυχή) καθόλου – έτσι είπαν – δεν φέρθηκε σαν βασιλεύς. Επήγε κι έβγαλε τα χρυσά φορέματά του, και τα ποδήματά του πέταξε τα ολοπόρφυρα. Με ρούχ’ απλά ντύθηκε γρήγορα και ξέφυγε. Κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιός που όταν η παράστασις τελειώσει, αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται.

22

KavafyNew.indd 22

14/05/2018 21:47


KING DEMETRIOS When the Macedonians deserted him declaring their alliance to Pyrrhus, Demetrios the King ( a noble soul) in no way – so they said – behaved like a king. He went, took off his golden robes and threw away his purple shoes. In simple clothes quickly he got dressed, and thus escaped: behaving like an actor who, the show over, changes his outfit and walks away.

23

KavafyNew.indd 23

14/05/2018 21:47


Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ Ειμ’ ο Λαγίδης, βασιλεύς. Ο κάτοχος τελείως (με την ισχύ μου και τον πλούτο μου) της ηδονής. Ή Μακεδών, ή βάρβαρος δεν βρίσκεται κανείς ίσος μου, ή να με πλησιάζει κάν. Είναι γελοίος ο Σελευκίδης με την αγοραία του τρυφή. Αν όμως σεις άλλα ζητείτε, ιδού κι αυτά σαφή. Η πόλις η διδάσκαλος, η πανελλήνια κορυφή, εις κάθε λόγο, εις τέχνη η πιό σοφή.

24

KavafyNew.indd 24

14/05/2018 21:47


THE GLORY OF PTOLEMIES I am Lagides, King. Full in possession (with my wealth and power) of delight. Whether Macedonian or barbarian, none is equal to me, or even coming close. He is laughable, that Seleukides, with his base pleasures. Although if you ask for more, here, quite plain: this city, a seat of learning, crown of Greece unequalled in knowledge, supreme in every art.

25

KavafyNew.indd 25

14/05/2018 21:47


ΠΟΛΥ ΣΠΑΝΙΩΣ Ειν’ ένας γέροντας. Εξηντλημένος και κυρτός, σακατεμένος απ’ τα χρόνια, κι από καταχρήσεις, σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκάκι. Κι όμως σαν μπει στο σπίτι του να κρύψει τα χάλια και τα γηρατειά του, μελετά το μερτικό που έχει ακόμη αυτός στα νειάτα. Εφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε. Στα μάτια των τα ζωηρά περνούν η οπτασίες του. Το υγιές, ηδονικό μυαλό των, η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των, με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.

26

KavafyNew.indd 26

14/05/2018 21:47


VERY SELDOM There is an old man. Tired, stooped, crippled by years, damaged by abuse, walking slowly passes down the alley. But when he goes into his house, to hide his plight and old age, he considers the share he still can claim amidst the youth. Young men today recite his verse, their lively eyes alight by his visions. Their healthy, hedonistic mind, their shapely body firm, robust, are moved by his expression of beauty.

27

KavafyNew.indd 27

14/05/2018 21:47


Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ Εχασε την παληά του ορμή, το θάρρος του. Του κουρασμένου σώματός του, του άρρωστου σχεδόν, θάχει κυρίως την φροντίδα. Κι ο επίλοιπος βίος του θα διέλθει αμέριμνος. Αυτά ο Φίλιππος τουλάχιστον διατείνεται. Απόψι κύβους παίζει˙ έχει όρεξι να διασκεδάσει. Στο τραπέζι βάλτε πολλά τριαντάφυλλα. Τι αν στην Μαγνησία ο Αντίοχος κατεστράφηκε. Λένε πανωλεθρία έπεσ’ επάνω στου λαμπρού στρατεύματος τα πλήθια. Μπορεί να τα μεγάλωσαν˙ όλα δεν θάναι αλήθεια. Είθε. Γιατί αγκαλά κ’ εχθρός, ήσανε μιά φυλή. Ομώς ένα “είθε” ειν’ αρκετό. Ισως κιόλας πολύ.

28

KavafyNew.indd 28

14/05/2018 21:47


Ο Φίλιππος την εορτή βέβαια δεν θ’ αναβάλει. Οσο κι αν στάθηκε του βίου του η κόπωσις μεγάλη, ένα καλό διατήρησεν, η μνήμη διόλου δεν του λείπει. Θυμάται πόσο στην Συρία θρήνησαν, τι είδους λύπη είχαν, σαν έγινε σκουπίδι η μάνα των Μακεδονία, Ν’ αρχίσει το τραπέζι. Δούλοι, τους αυλούς, τη φωταψία.

29

KavafyNew.indd 29

14/05/2018 21:47


THE BATTLE OF MAGNESIA His impetus, his courage, are now gone. Of his tired body, almost sick, he’ll now have the care. His future life will be carefree. These Philip at least asserts. Tonight he’s playing dice; he needs amusement. On the table lay plenty of roses. And what if in Magnesia Antiochus is ruined? They say disaster

befell on the outstanding army’s men. Exaggeration, no doubt; all this may not be true. May! Cause although enemies, they’re from the same race. But still, a “may” is enough. Even too much. And Philip

30

KavafyNew.indd 30

14/05/2018 21:47


will not, of course, postpone the feast. No matter how arduous his life something’s intact: his memory not wanting. He still recalls how much in Syria they mourned, how much they grieved when their mother Macedonia was treated like dirt. So let the feast begin. Slaves, the music. Lights!

31

KavafyNew.indd 31

14/05/2018 21:47


ΔΕΗΣΙΣ Η θάλασσα στα βάθη της πήρ ένα ναύτη. - Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί για να γυρίσει γρήγορα και νάν καλοί καιροί – και όλο προς τον άνεμο στήνει τ΄αυτί. Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή, η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη, ξεύροντας πως δεν θάλθει πιά ο υιός που περιμένει.

32

KavafyNew.indd 32

14/05/2018 21:47


PRAYER The ocean took a sailor to its bed. His mother, unaware that he’s dead, lights a tall candle for temperate weather, for his quick return, that they can be together, and always to the wind she cocks her ear. But while she prays, hopeful yet in fear, the icon of Mary listens, grave and sad, knowing she’ll never see the son she had.

33

KavafyNew.indd 33

14/05/2018 21:47


ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία, ως που να γίνει σα μιά ξένη φορτική.

34

KavafyNew.indd 34

14/05/2018 21:47


AS MUCH AS YOU CAN And if you cannot make your life the way you’d want it try this at least, as much it’s in your power: do not debase it in too much association with crowds, in too much wandering and talking. Do not debase your life by dragging it along, often going around to expose it to gatherings’ and intercourse’s daily folly, till it becomes a stranger, an encumbrance.

35

KavafyNew.indd 35

14/05/2018 21:47


Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος γιά τα ωραία και μεγάλα έργα η άδικη αυτή σου τύχη πάντα ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία σε αρνείται˙ να σ’εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες, και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες. Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις (η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις), και φεύγεις οδοιπόρος γιά τα Σούσα, και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του, και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια. Και συ τα δέχεσαι με απελπισία αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις. Αλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει˙ τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα εύγε˙ την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους. Αυτά πού θα στα δώσει ο Αρταξέρξης, αυτά πού θα τα βρείς στη σατραπεία˙ και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

36

KavafyNew.indd 36

14/05/2018 21:47


THE SATRAPY What a misfortune that, while you are destined for works of great beauty and distinction, your unfair fate always refuses encouragement, denies you success; that you are hindered by base habits, low-mindedness and inattention. And what an awful day when you give in (the day that you let yourself to give in) and leave on foot on the way to Susa, and go to the monarch Artaxerxes who invites you, in favour, to his court offering satrapies to you, and things as these. And you accept them in despair, those things you never wanted. Your soul is seeking other things, for other things it longs: the praise of the City and the Sophists, that hard won and priceless praise; the Agora, the Theatre and the Laurels. How can you get all these from Artaxerxes, where, in the satrapy, you’ll find them and, without them, what you’ll make of your life?

37

KavafyNew.indd 37

14/05/2018 21:47


ΣΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ Την προσοχή μου κάτι που είπαν πλάγι μου διεύθυνε στου καφενείου την είσοδο. Κ’ είδα τ’ ωραίο σώμα που έμοιαζε σαν απ’ την άκρα πείρα του να τώκαμεν ο Ερως – πλάττοντας τα συμμετρικά του μέλη με χαρά˙ υψώνοντας γλυπτό το ανάστημα˙ πλάττοντας με συγκίνησι το πρόσωπο κι αφήνοντας απ των χεριών του το άγγιγμα ένα αίσθημα στο μέτωπο, στα μάτια και στα χείλη.

38

KavafyNew.indd 38

14/05/2018 21:47


AT THE CAFÉ’S ENTRANCE Something they said beside me directed my attention towards the café’s entrance. I saw the lovely body then seeming as if, with his vast experience, the god of love had made shaping with joy the well proportioned limbs; raising the body like a statue; shaping with emotion the face and leaving, touching with his hands, an ecstasy on the brow, the eyes and the lips.

39

KavafyNew.indd 39

14/05/2018 21:47


ΜΑΚΡΥΑ Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω… Μα έτσι εσβύσθη πιά … σαν τίποτε δεν απομένει – γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται. Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί … Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; - η βραδυά … Μόλις θυμούμαι πιά τα μάτια˙ ήσαν, θαρρώ, μαβιά … Α ναί, μαβιά˙ ένα σαπφείρινο μαβί.

40

KavafyNew.indd 40

14/05/2018 21:47


FAR AWAY I’d like to talk about this memory ... But it’s so faded now ... hardly anything remains – for it resides so far away, in my youth’s early years. A skin as if of jasmine made ... That August – was it an August? – night ... I hardly now recall the eyes; violet, I think, they were ... Ah violet, yes; the violet of sapphire.

41

KavafyNew.indd 41

14/05/2018 21:47


ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ. Μα της συνθέσεως μ’ αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης. Η μέρα μ’ επηρέασε. Η μορφή της όλο και σκοτεινιάζει. Ολο φυσά και βρέχει. Πιότερο επιθυμώ να δώ παρά να πώ. Στην ζωγραφιάν αυτή κυττάζω τώρα ένα ωραίο αγόρι που σιμά στη βρύσι επλάγιασεν, αφού θ’ απέκαμε να τρέχει. Τι ωραίο παιδί˙ τι θείο μεσημέρι το έχει παρμένο πιά για να το αποκοιμίσει. – Κάθομαι και κυττάζω έτσι πολλήν ώρα. Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψή της.

42

KavafyNew.indd 42

14/05/2018 21:47


PICTURED I love my work and take good care of it. Today, though, I’m discouraged by composition’s slowness. The day has affected me. It gets darker and darker. The wind keeps blowing and it rains. I much prefer to see rather than work. Into this picture now I look at such a handsome boy who by the fountain has now reclined, exhausted by his running. What a handsome child; what a divine noon took hold of him, and now he’s asleep. I sit and look at him for a long time and, within Art again, I rest from working in it.

43

KavafyNew.indd 43

14/05/2018 21:47


ΟΜΝΥΕΙ Ομνύει κάθε τόσο ν’ αρχίσει πιό καλή ζωή. Αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα με τες δικές της συμβουλές, με τους συμβιβασμούς της, και με τες υποσχέσεις της˙ αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα με την δική της δύναμι του σώματος που θέλει και ζητεί, στην ίδια μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπιαίνει.

44

KavafyNew.indd 44

14/05/2018 21:47


HE VOWS He vows every now and then to start a better life. But when the night comes bringing her own advice, with her compromises and all that she has promised but when the night comes with her compelling power over this body that wants and seeks, then, damned himself, back to the same fatal pleasure he returns.

45

KavafyNew.indd 45

14/05/2018 21:47


ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΜΟΝΑΗ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ 628-655 AD Με λόγια, με φυσιογνωμία, καί μέ τρόπους μια εξαίρετη θά κάμω πανοπλία και θ’ αντικρύζω έτσι τούς κακούς ανθρώπους χωρίς νά έχω φόβον ή αδυναμία. Θα θέλουν να με βλάψουν. Αλλά δεν θα ξέρει κανείς απ’ όσους θα με πλησιάζουν που κείνται η πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη, κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν. Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλινού Μονάη. Αραγε ν άκαμε ποτέ την πανοπλία αυτή? Εν πάσει περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ. Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε.

46

KavafyNew.indd 46

14/05/2018 21:47


AIMILIANOS MONAI, ALEXANDRIAN, AD 628-655 With words, with appearance and manners a fine suit of armour I will make and I will face bad people in this way without any fear or weakness. They will want to hurt me. But of those that come near me no one will ever know where to find my wounds, my weakest points, under all this deception that cloaks me. Words of conceit by Aimilianos Monai. That suit of armour – was it ever made? He did not wear it for long, anyway. At twenty seven years of age, he died in Sicily.

47

KavafyNew.indd 47

14/05/2018 21:47


ΕΠΗΓΑ Δεν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα και πήγα. Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές, μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν, επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα. Κ’ ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.

48

KavafyNew.indd 48

14/05/2018 21:47


I WENT I did not hold myself. I fully gave in and went to those pleasures which half real and half imagined in my mind they were; I went into the lighted night. I drank from strong wines like those men who, brave in delight’s abandon, drink.

49

KavafyNew.indd 49

14/05/2018 21:47


ΑΠ ΤΕΣ ΕΝΝΙΑ Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα, και κάθισα εδώ. Κάθομουν χωρίς να διαβάζω, και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό. Το είδωλον του νέου σώματός μου, απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα, ήλθε και με ηύρε και με θύμισε κλειστές κάμαρες αρωματισμένες, και περασμένην ηδονή – τι τολμηρή ηδονή! Κ΄επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός, δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι, κέντρα γεμάτα κίνηση που τέλεψαν, και θέατρα και καφενεία που ήσαν μιά φορά. Το είδωλον του νέου σώματός μου, ήλθε και μ΄έφερε και τα λυπητερά˙ πένθη της οικογένειας, χωρισμοί, αισθήματα δικών μου, αισθήματα των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.

50

KavafyNew.indd 50

14/05/2018 21:47


SINCE NINE O’CLOCK Half past twelve. The time has passed quickly since nine, when I lit the lamp and sat down here. I sat without reading and without talking. Talk to whom, being in this house utterly alone. The eidolon of my young body -since nine, when I lit the lampcame and found me here and reminded me of closed perfumed rooms and past delights what daring delights! and it revived before my eyes streets by now unrecognizable, squares alive with people that are no more, and theatres and cafÊs that used to be. The eidolon of my young body came also bringing memories of sadness; family mournings, separations, feelings of my relations, feelings of those that died, so little appreciated. Half past twelve. How the hours have passed. Half past twelve. How the years have passed.

51

KavafyNew.indd 51

14/05/2018 21:47


ΕΥΡΙΩΝΟΣ ΤΑΦΟΣ Εις το περίτεχνον αυτό μνημείον, ολόκληρον εκ λίθου συηνίτου, που το σκεπάζουν τόσοι μενεξέδες, τόσοι κρίνοι, είναι θαμένος ο ωραίος Ευρίων. Παιδί αλεξανδρινό, είκοσι πέντε χρόνων. Απ’ τον πατέρα του, γενιά παληά των Μακεδόνων˙ από αλαβάρχας της μητέρας του η σειρά. Εκαμε μαθητής του Αριστοκλείτου στην φιλοσοφία, του Πάρου στα ρητορικά. Στας Θήβας τα ιερά γράμματα σπούδασε. Του Αρσινοϊτου νομού συνέγραψεν ιστορίαν. Αυτό τουλάχιστον θα μείνει. Χάσαμε όμως το πιό τίμιο – την μορφή του, που ήτανε σαν μιά απολλώνια οπτασία.

52

KavafyNew.indd 52

14/05/2018 21:47


TOMB OF EVRION In this most intricate monument all made of syenite stone, dressed by so many violets, so many lilies, the beautiful Evrion lies buried . A child of Alexandria, twenty five years old. From Macedonian race came his father; his mother’s line from magistrate chiefs. A student of philosophy with Aristokleitos, rhetoric with Paros. He studied by the sacred scriptures of Thebes. He wrote the history of Arsinoitos’ province. This, at least, will remain. We’ve lost, though, that most worthy thing - his image, that Apollonian vision.

53

KavafyNew.indd 53

14/05/2018 21:47


ΟΤΑΝ ΔΙΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή, όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται. Του ερωτισμού σου τα οράματα. Βάλ’τα, μισοκρυμένα, μες τες φράσεις σου. Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή, όταν διεγείρονται μες στο μυαλό σου την νύχτα ή μες την λάμψι του μεσημεριού.

54

KavafyNew.indd 54

14/05/2018 21:47


WHEN THEY ARE ROUSED Endeavour to keep them, poet, no matter how few they are that can be stilled: the visions of your erotic fantasy. Place them, half hidden, in your verse. Endeavour to hold them, poet, when they are roused in your mind at night, or in the brightness of noon.

55

KavafyNew.indd 55

14/05/2018 21:47


ΕΤΣΙ ΠΟΛΥ ΑΤΕΝΙΣΑ Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα, που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου. Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά. Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα˙ πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι, και πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα. Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν η ποίησίς μου …. μες στες νύχτες της νεότητός μου, μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα ….

56

KavafyNew.indd 56

14/05/2018 21:47


I STARED FOR SO LONG‌ I stared at beauty for so long that fills my vision now. Lines of body. Crimson lips. Sensual limbs. Hair as though copied from hellenic statues, always comely, even when uncombed, slightly falling over pale brows. Faces of love, as my poetry desired them... during the nights of my youth, during my nights, secretly encountered...

57

KavafyNew.indd 57

14/05/2018 21:47


ΘΥΜΗΣΟΥ, ΣΩΜΑ… Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες, όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες, αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που γιά σένα γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά, κ’ ετρέμανε μες στην φωνή – και κάποιο τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε. Τώρα που είναι όλα πιά μέσα στο παρελθόν, μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες εκείνες σαν να δόθηκες – πώς γυάλιζαν, θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν˙ πώς έτρεμαν μες στην φωνή, γιά σέ, θυμήσου, σώμα.

58

KavafyNew.indd 58

14/05/2018 21:47


BODY, REMEMBER... Body, remember not only how much you were loved, not just the beds you lay on, but also those desires that for you gleamed in the eyes so openly and trembled in the voice, and a chance obstacle came and revoked them. Now, when everything is buried in the past, it almost seems as if indeed you gave in to those desires - how they gleamed, remember, in the eyes looking at you, how for you they trembled in the voice, remember, body.

59

KavafyNew.indd 59

14/05/2018 21:47


ΠΕΡΑΣΜΑ Εκείνα που δειλά φαντάσθη μαθητής, είν’ ανοιχτά, φανερωμένα εμπρός του. Και γυρνά, και ξενυχτά, και παρασύρεται. Κι ως είναι (γιά την τέχνη μας) σωστό, το αίμα του, καινούριο και ζεστό, η ηδονή το χαίρεται. Το σώμα του νικά έκνομη ερωτική μέθη˙ και τα νεανικά μέλη ενδίδουνε σ’ αυτήν. Κ’ έτσι ένα παιδί απλό γένεται άξιο να το δούμε, κι απ’ τον Υψηλό της Ποιήσεως Κόσμο μιά στιγμή περνά κι αυτό – το αισθητικό παιδί με το αίμα του καινούριο και ζεστό.

60

KavafyNew.indd 60

14/05/2018 21:47


PASSAGE All that he timidly imagined as a student are now open, revealed in front of him. He roams through town, up all night, tempted. And as it is (for our art) appropriate, delight enjoys his blood, young and warm. His body is overcome by infatuations of forbidden pleasure; the young limbs abandon to it. And thus a simple child becomes worthy of our attention; for a moment he too is passing through the Exalted World of Poetry – the sensual child with his blood young and warm.

61

KavafyNew.indd 61

14/05/2018 21:47


ΑΠΙΣΤΙΑ Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα σηκώθηκε ο Απόλλων στο λαμπρό τραπέζι του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους γιά τον βλαστό που θάβγαινε από την ένωσίν των. Είπε˙ Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θ αγγίξει και θάχει μακρυνή ζωή. – Αυτά σαν είπε, η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια του Απόλλωνος που γνώριζε από προφητείες την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της. Κι όταν μεγάλωνεν ο Αχιλλεύς, και ήταν της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του, η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.

62

KavafyNew.indd 62

14/05/2018 21:47


Αλλά μιά μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις, κ’ είπαν τον σκοτωμό του Αχιλλέως στην Τροία. Κι η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα, κι έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια. Κια μες στον οδυρμό της τα παληά θυμήθη˙ και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Απόλλων, πού γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια έξοχα ομιλεί, πού γύριζε ο προφήτης όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα. Κ’ οι γέροι την απάντησαν πως ο Απόλλων αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία, και με τους Τρώας σκότωσε τον Αχιλλέα.

63

KavafyNew.indd 63

14/05/2018 21:47


PERFIDY When Thetis was given to Peleus Apollo rose at the festive table of the wedding, and pronounced happy the newly wedded couple for their child that was to come. He said: illness will never touch him and a long life awaits for him. When thus he spoke Thetis was overjoyed by thinking that Apollo’s words, in prophesies an expert, were a guarantee for her child. And when Achilles came of age, and his beauty became Thessaly’s pride and adulation, the words of god were always in her mind.

64

KavafyNew.indd 64

14/05/2018 21:47


And then, some day, old men arrived with news, saying Achilles had been killed in Troy. And Thetis tore her purple robes, pulled off her rings and bracelets and flung them to the ground. In her grief the past came back to her, and she was asking what the wise Apollo was doing, where did the poet walk who at the revels so nicely talked, where the prophet rambled when, so early in his youth, her son was cruelly slaughtered. And the old men replied that Apollo himself came down to Troy, and with the Trojans’ help he killed Achilles.

65

KavafyNew.indd 65

14/05/2018 21:47


ΦΩΝΕΣ Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους. Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε˙ κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό. Και με τον ήχο των για μιά στιγμή επιστρέφουν ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας– σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.

66

KavafyNew.indd 66

14/05/2018 21:47


VOICES Voices idealised and beloved of those who have died or of those who, like the dead, they have been lost to us. Sometimes they speak to us in our dreams; Sometimes, in our thoughts, the mind hears them. And with their sound they momentarily return sounds from the early poetry of our life– like music in the night, distant, disappearing.

67

KavafyNew.indd 67

14/05/2018 21:47


ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό, με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά– ετσ’ η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν χωρίς να εκπληρωθούν˙ χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά της ηδονής μιά νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

68

KavafyNew.indd 68

14/05/2018 21:47


DESIRES Like beautiful dead bodies of those perished without getting old, and they were closed, with tears, in a splendid mausoleum with roses on their head, jasmine at feet– so the desires appear that have passed without fulfillment; not one of them attaining a night of pleasure or a morning bathed in light.

69

KavafyNew.indd 69

14/05/2018 21:47


ΚΕΡΙΑ Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας σα μιά σειρά κεράκια αναμένα – χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια. Η περασμένες μέρες πίσω μένουν, μιά θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων˙ τα πιό κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη, κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά. Δεν θέλω να τα βλέπω˙ με λυπεί η μορφή των, και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι. Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά. Δεν θέλω να γυρίσω να μη διώ και φρίξω τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει, το γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

70

KavafyNew.indd 70

14/05/2018 21:47


CANDLES The future days stand before us like a row of candles all alight - golden, warm and lively candles. Days gone remain left behind, a gloomy line of candles, all burnt-out; smoke rises still from those that are closest, cold candles, melted and contorted. I don’t want to look at them; it saddens me, their sight, it saddens me recalling their first light. I look ahead, towards my lighted candles. I don’t want to turn around, to notice and despair how quickly the dark line of candles lengthens, how quickly the burned-out ones multiply.

71

KavafyNew.indd 71

14/05/2018 21:47


ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΠΡΩΙΟΥ Εδώ ας σταθώ. Κι ας δώ κ’ εγώ την φύσιν λίγο. Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ορανού λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη˙ όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα. Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πώς βλέπω αυτά (τα είδ’ αλήθεια μιά στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)˙ κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου, τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.

72

KavafyNew.indd 72

14/05/2018 21:47


MORNING SEA Let me stop here; and let me look at nature for awhile. The morning sea’s and cloudless sky’s brilliant blue, and yellow shore: all beautiful and grand, bathed in light. Let me stop here; and let me fool myself that I do see all these (I really saw them for a moment when I stopped); not, even here, my fantasies, my memories, images of delight.

73

KavafyNew.indd 73

14/05/2018 21:47


ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ Στου καφενείου του βουερού το μέσα μέρος σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος με μιάν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά. Και μές στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά. Ξέρει πως γέρασε πολύ˙ το νοιώθει, το κυττάζει. Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό. Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα˙ και πως την εμπιστεύονταν πάντα – τι τρέλλα!την ψεύτρα που έλεγε «Αύριο. Εχεις πολύν καιρό». Θυμάται ορμές που βάσταγε˙ και πόση χαρά θυσίαζε. την άμυαλή του γνώσι καθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει. .... Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

74

KavafyNew.indd 74

14/05/2018 21:47


AN OLD MAN Inside the noisy tavern, in a corner, an old man is reposing by his table with a paper open, all alone, with no friends. And in his miserable old age’s disdain he thinks how little he did enjoy the years when he had strength, and eloquence, and beauty. He knows he’s aged a lot; he feels it, he can see it; and yet it seems like yesterday the time when he was young. So brief a time, so brief a time. He thinks how Prudence always has deceived him; how much he trusted her, the liar – what folly! – saying: “ Tomorrow. There is plenty of time ”. He now recalls passions held back, and how much joy he sacrificed. His mindless caution every squandered chance now derides. But from so much of thinking and remembering the old man got distraught and now he sleeps, his head resting upon the tavern table.

75

KavafyNew.indd 75

14/05/2018 21:47


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΚΑΛΙ Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν μιά μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης˙ “Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα. Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι. Αλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα˙ κι απ΄το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι ποτέ δεν θ’ αναιβώ ο δυστυχισμένος”. Ειπ’ ο Θεόκριτος˙ “Αυτά τα λόγια ανάρμοστα και βλασφημίες είναι. Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος. Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι˙ τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα. Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει. Εις το σκαλί γιά να πατήσεις τούτο πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι πολίτης εις των ιδεών την πόλι. Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν. Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης. Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι˙ τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα”.

76

KavafyNew.indd 76

14/05/2018 21:47


THE FIRST STEP The novice poet Evmenes complained to Theokritos one day; “Two years have gone now that I’ve been writing and only one idyll I’ve composed. This is my only accomplished work. Alas, it’s tall, this I can see, it’s very tall Poetry’s ladder; it pains me that from here, where I stand on this first step, I won’t climb any higher”. “Words like that”, Theokritos replied, “are inappropriate and blasphemous. And if you stand on this first step you must be proud and happy. Arriving this far is not a little thing. So much you’ve done, a great glory. Even this step, the first one, is quite distanced from the world of commoners. In order to be standing on this step you must by right be a citizen in the ideas’ city. It’s hard and rare to be accepted in that city. You will find there Legislators who cannot be deceived by an impostor. Arriving this far is not a little thing, So much you’ve done, a great glory”.

77

KavafyNew.indd 77

14/05/2018 21:47


CHE FECE....IL GRAN RIFIUTO Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μιά μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Οχι να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησή του. Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει εκείνο τ’ όχι – το σωστό – εις όλην την ζωή του.

78

KavafyNew.indd 78

14/05/2018 21:47


CHE FECE....IL GRAN RIFIUTO Che fece, per viltade, il gran rifiuto … who cowardly made the grand refusal Dante, Canto III, lines 59-60 To a few people there comes a day when they must say the great Yes or great No. It’s obvious at once who has ready within himself that Yes, and saying it away he goes, with his honor and belief. He who said No has no regrets. If asked again he would repeat that No. But then he’ll have to suffer for that No - the right one - a life in grief.

79

KavafyNew.indd 79

14/05/2018 21:47


ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ γιά νάβρω τα παράθυρα. – Οταν ανοίξει ένα παράθυρο θάναι παρηγορία. – Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρώ. Ισως το φως θάναι μιά νέα τυραννία. Ποιός ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.

80

KavafyNew.indd 80

14/05/2018 21:47


THE WINDOWS In these dark rooms, where I endure oppressive days, I circle around to find the windows. It will be such a relief when a window opens. But the windows can’t be found, or I cannot find them. Better, perhaps, not find them. Perhaps the light will be a new oppression. Who knows what new that light may reveal

81

KavafyNew.indd 81

14/05/2018 21:47


ΓΚΡΙΖΑ Κυττάζοντας ένα οπάλλιο μισό γκρίζο θυμήθηκα δυό ωραία γκρίζα μάτια που είδα˙ θάναι είκοσι χρόνια πριν … ………………………………………… Γιά ένα μήνα αγαπηθήκαμε. Επειτα έφυγε, θαρρώ στην Σμύρνη, για να εργασθεί εκεί, και πιά δεν ιδωθήκαμε. Θ’ ασχήμισαν – αν ζει – τα γκρίζα μάτια˙ θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο. Μνήμη μου, φύλαξέ τα σύ ως ήσαν. Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν, ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψι.

82

KavafyNew.indd 82

14/05/2018 21:47


GREY Looking at an opal half grey, brought to my memory two beautiful grey eyes that I have seen; must be twenty years... …………………………………………………. We were lovers for a month. Then he departed, to Smyrna I believe, there to work; we never met again. They must be ugly - if he’s alive- the grey eyes; the handsome face must be worn. Memory, keep them as they were, and, memory, anything you may, anything from that love, bring back to me tonight.

83

KavafyNew.indd 83

14/05/2018 21:47


ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1903 Δεν τα ηύρα πιά ξανά – τα τόσο γρήγορα χαμένα…. τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό το πρόσωπο…. στο νύχτωμα του δρόμου…. Δεν τα ηύρα πιά – τ’ αποκτηθέντα κατά τύχην όλως, που έτσι εύκολα παραίτησα˙ Και που κατόπι με αγωνίαν ήθελα. Τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό το πρόσωπο, τα χείλη εκείνα δεν τα ηύρα πιά.

84

KavafyNew.indd 84

14/05/2018 21:47


DAYS OF 1903 I never found them again – those so quickly lost…. the poetic eyes, the pale face …in the darkening street… I never found them since – those acquired entirely by chance, so that I easily abandoned and which afterwards I woefully wanted. The poetic eyes, the pale face, those lips, I never found them again.

85

KavafyNew.indd 85

14/05/2018 21:47


ΤΕΙΧΗ Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ. Αλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη˙ διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον. Α όταν έκτιζαν τα τείχη πως να μην προσέξω. Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

86

KavafyNew.indd 86

14/05/2018 21:47


WALLS With no consideration, no pity, no remorse, they built around me walls, mighty and tall. And I sit here now and despair. Can think of nothing else: this fate gnaws my mind, cause there were so many things I had to do out there. Ah! when they were building those walls, why not pay attention! But never did I hear a rumble, the sound of builders working. Thus, imperceptibly I was closed off the world outside.

87

KavafyNew.indd 87

14/05/2018 21:47


ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΑ Μέσα στον φόβο και στες υποψίες, με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια, λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πως να κάνουμε για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί. Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο˙ ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα (ή δεν τ΄ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά). Αλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν, εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας, κι ανέτοιμους – πού πια καιρός – μας συνεπαίρνει.

88

KavafyNew.indd 88

14/05/2018 21:47


FINISHED Among much fear and suspicions, with troubled mind, fearful eyes, we agonize and plan what we must do to avoid that certain danger which threatens us in so horrid a way. Still we are mistaken, that’s not what is coming; the messages were false (or we did not hear them, or understood them well). Another devastation, unforeseen, descends upon us, sudden and impetuous, and unprepared – too late now – wipes us out.

89

KavafyNew.indd 89

14/05/2018 21:47


ΕΝ ΕΣΠΕΡΑ Πάντως δεν θα διαρκούσανε πολύ. Η πείρα των χρόνων με το δείχνει. Αλλ’ όμως κάπως βιαστικά ήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα. Ητανε σύντομος ο ωραίος βίος. Αλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα, σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε, σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε. Μιά απήχησις των ημερών της ηδονής, μιά απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε, κάτι απ’ της νεότητός μας των δυονώ την πύρα˙ στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα, και διάβαζα πάλι και πάλι ως που έλειψε το φως. Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά – βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον ολίγη αγαπημένη πολιτεία, ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών.

90

KavafyNew.indd 90

14/05/2018 21:47


IN THE EVENING They could not last, anyway. Years’ experience shows it to me. But then, somehow in haste Fate came, and put an end to them. The life of pleasure was short. Yet how strong the perfumes were, in what a fine bed we lay, to what ecstacy our bodies were brought. An echo from the days of pleasure, an echo from those days came to me, something from our youthful bodies’ heat; I took again a letter in my hands and read, kept reading till the light died away. Then, sad, I came out to the balcony– came out to change my thoughts, watching at least something of the beloved city, some movement in the street and the shops.

91

KavafyNew.indd 91

14/05/2018 21:47


ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ -Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

- Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία; Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα. Τι νόμους πιά θα κάμουν οι Συγκλητικοί; Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

- Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη, και κάθεται στης πόλεως την πιό μεγάλη πύλη στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα. Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε για να τον δώσει μιά περγαμηνή. Εκεί τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

92

KavafyNew.indd 92

14/05/2018 21:47


- Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες˙ γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους, και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια˙ γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα˙ και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.

- Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα˙ κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

- Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν). Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες, κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν. Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα, και είπανε πως βάρβαροι πιά δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

93

KavafyNew.indd 93

14/05/2018 21:47


WAITING FOR THE BARBARIANS - What are we waiting for, assembled in the forum?

The barbarians are due here today.

- Why such inaction in the Senate? Why do the senators sit back, without legislating?

‘Cause the barbarians will arrive today. What laws should our senators be passing? When the barbarians come, they’ll do the legislating.

- Why did our emperor get up so early in the morning, and by the city’s largest gate is sitting on the throne, in state, wearing the crown?

‘Cause the barbarians will arrive today. And our emperor awaits to receive their leader. He has indeed prepared a scroll to give him. There he has inscribed many titles and designations.

94

KavafyNew.indd 94

14/05/2018 21:47


- Why our two consuls and the praetors came out in their embroidered, crimson togas? Why did they put on bracelets with amethysts, and rings with splendid emeralds, all shining and sparkling? why did they take in hand precious canes today with gold and silver splendidly engraved?

‘Cause the barbarians will arrive today; barbarians are dazzled by things as these.

- Why don’t the skilled orators come forward as ever to make their speeches, give their recitations?

‘Cause the barbarians will arrive today; and they are bored by rhetoric, orations.

- Why this sudden agitation and unease? (How serious the faces have become). Why are the streets and the squares emptying in such a haste and everyone’s returning home so deeply lost in thought?

‘Cause night fell and the barbarians never came. And men who just arrived from the border are saying that barbarians are no more .

- And now, what of us, without barbarians? Those people were some kind of a solution.

95

KavafyNew.indd 95

14/05/2018 21:47


96

KavafyNew.indd 96

14/05/2018 21:47


INDEX OF FIRST LINES And if you cannot make your life the way you’d want it, All that he timidly imagined as a student are now open, Among much fear and suspicions, Because we smashed their statues, Body, remember, not only how much Endeavour to keep them, poet, Half past twelve. The time passed quickly His impetus, his courage, all are lost. He vows every now and then to start a better life. I am Lagides, King. Full in possession I did not hold myself. I fully gave in and went I love my work and take good care of it. I never found them again- those so quickly lost…. In the back end of the noisy tavern I stared at beauty for so long I’d like to talk about this memory ... In these dark rooms, where I endure In this most intricate monument Let me stop here; and let me look at nature for awhile. Like beautiful dead bodies of those perished Looking at an opal half grey, Men know of things that happen in the present. One day of monotony is followed by another Our efforts always end in some disaster; Something they said beside me The future days stand before us The novice poet Evmenes The ocean took a sailor to its bed. There is an old man. Tired, stooped, The room was cheap and desolate They could not last, anyway. Years’ experience To a few people there comes a day Voices, idealized and beloved, What a misfortune that while you are destined What are we waiting for, assembled in the forum? When suddenly, at midnight hour, is heard When the Macedonians abandoned him When Thetis was given to Peleus When you set out on the way to Ithaca With no consideration, no pity, no remorse, With words, with appearance and manners You said “I’ll go to some other land, will cross another sea

35 61 89 13 59 55 51 30 45 25 49 43 85 75 57 41 81 53 73 69 83 21 15 17 39 71 77 33 27 19 91 79 67 37 94 5 23 64 10 87 47 7

97

KavafyNew.indd 97

14/05/2018 21:47


98

KavafyNew.indd 98

14/05/2018 21:47


INDEX OF TITLES

AIMILIANOS MONAI, ALEXANDRIAN, A.D. 628-655 47 CHE FECE… IL GRAN RIFIUTO 79 AN OLD MAN 75 AS MUCH AS YOU CAN 35 AT THE CAFÉ’S ENTRANCE 39 BODY, REMEMBER 59 CANDLES 71 DAYS OF 1903 85 DESIRES 69 FAR AWAY 41 FINISHED 89 GREY 83 HE VOWS 45 I STARED AT BEAUTY FOR SO LONG 57 I WENT 49 IN THE AFTERNOON 91 IONIAN 13 ITHACA 10 KING DEMETRIUS 23 MONOTONY 15 MORNING SEA 73 ONE NIGHT 19 PASSAGE 61 PERFIDY 64 PICTURED 43 PRAYER 33 SINCE NINE O’CLOCK 51 THE BATTLE OF MAGNESIA 30 THE CITY 7 THE FIRST STEP 77 THE GLORY OF PTOLEMYS 25 THE GOD DESERTS ANTONY 5 THE SATRAPY 37 THE WINDOWS 81 TOMB OF EURION 53 TROYANS 17 VERY SELDOM 27 WAITING FOR THE BARBARIANS 94 WALLS 87 WHEN THEY ARE ROUSED 55 WISE MEN OF APPROACHING 21

99

KavafyNew.indd 99

14/05/2018 21:47


KavafyNew.indd 100

14/05/2018 21:47

Forty Two Poems by Cavafy - translated by Kostas Wootis  
Forty Two Poems by Cavafy - translated by Kostas Wootis  
Advertisement