Page 74

Γιάννης Πλιώτας

δάχτυλά του στο τραπέζι. Δεν ήταν καλό σημάδι. Μάλλον είχε νευριάσει μαζί μου, αν και πιστεύω ότι δεν έφταιγα ολοκληρωτικά. «Καλά ρε. Τα σκουπίδια, έπρεπε να τα πάρεις μαζί σου;» ήταν οι πρώτες του κουβέντες. «Ρε εσύ Μάγε. Στις αστυνομικές σειρές εκεί ψάχνουν πρώτα απ’ όλα για στοιχεία. Μια φορά βρήκαν κάτι δακτυλικά αποτυπώματα σ’ ένα κουτί γάλατος», απάντησα. «Μπράβο. Άντε να δούμε τι θα βρεις εκεί μέσα τώρα εκτός από ξινισμένο γιαούρτι». Στο άκουσμα των τελευταίων δύο λέξεων ομολογώ ανακατεύτηκα, αλλά κατάφερα να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων. «Μήπως έχεις τίποτα γάντια;» ρώτησα αθώα. «Γιατί; Για να ψάξεις στα σκουπίδια; Όχι, δεν κατάλαβες Γιάννη. Θα ψάξεις με τα χεράκια σου. Να δεις τι ωραία», απάντησε χαιρέκακα. Το κατεστραμμένο καλαθάκι με τα περιοδικά, πραγματικά τον είχε πειράξει. Καλύτερα να πήγαινα για λίγο με τα νερά του. «Κανένα πρόβλημα man. Θα ψάξω αργότερα, να πέσει πρώτα λίγο ο ήλιος. Μήπως θες να κάνω καμιά δουλειά πιο πριν; Να συμμαζέψω την κουζίνα; Να ξεσκονίσω λίγο τα συρτάρια; Να σιδερώσω κουρτίνες; Να βάλω φασόλια να μουλιάσουν για αύριο;» Ο Μάγος με στραβοκοίταξε, αλλά δεν μίλησε. Σηκώθηκε και πήγε στο δωμάτιό του κλείνοντας πίσω με πάταγο την πόρτα. Έμεινα να κοιτάω τον καφέ μου, που εξαιτίας του νόμου της αδράνειας συνέχιζε να στροβιλίζεται στο φλιτζάνι. Ήταν μια ωραία εικόνα, ίσως έπρεπε να τη χρησιμοποιήσω σε ένα από τα ποιήματά μου. Θα μπορούσε να είναι κάπως έτσι: Καφές εσπρέσο εστροβιλίζετο/ αδρανώς στο μπρίκι Θάνατος γέρος εσκορπίζετο/ ηχώ από σπουργίτη Διαολεμένοι βάρβαροι/ περιμένοντάς τους Έβγαλα το μπλοκάκι μου και σημείωσα το ημιτελές ποίημα για μελ-

- 74 -

τα ουγγρικά ψάρια  

Μια μυστηριώδης υπόθεση απαγωγής. Ένας παραγνωρισμένος ποιητής. Ένας ανένταχτος μπάρμαν. Ένας πρώην παλαιστής. Μια μικρή τραγουδίστρια. Ένας...

Advertisement