Page 1


Τζουμερκιώτικα ΤΕΥΧΟΣ 20 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

ΧΡΟΝΙΚΑ

Η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων είναι ένας μη κερδοσκοπικός επιστημονικός και πνευματικός φορέας που έχει σκοπό τη διάσωση, τη μελέτη και την ανάδειξη του τοπικού πολιτισμού των Τζουμέρκων. Η Ι.Λ.Ε.Τ. ιδρύθηκε το 1998 από αποφοίτους του Γυμνασίου Αγνάντων Άρτας.


Σ Υ Ν ΤΑ Κ Τ Ι Κ Η Ε Π Ι Τ Ρ Ο Π Η

Αυδίκος Ευάγγελος, Καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Παππάς Θεόδωρος, Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας του Ιονίου Πανεπιστημίου Βρέλλη Μαρίνα, Καθηγήτρια Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιαννάκης Γεώργιος, π. Αν. Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Καρατζένης Νικόλαος, Φιλόλογος-Λαογράφος Μαργώνης Κωνσταντίνος, Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας Μπριασούλης Νίκος, Φιλόλογος-Συγγραφέας

Ε Ξ Ω ΦΥΛ ΛΟ

Ιωάννα Γ. Γιαννάκη, Αρχιτέκτων Θέμα: Άνοιξη στα Τζουμέρκα

Ε ΠΙ ΜΕ ΛΕ Ι Α Ε ΚΔΟΣ ΗΣ

Κωνσταντίνος Μαργώνης, Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας © ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ

Πλατεία Πύρρου 1, 452 21, Ιωάννινα www.php.gov.gr · e-mail: periferiarxis@php.gov.gr · Τηλ.: 26510.87202 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ

470 42, Άγναντα Άρτας URL: http://www.ilet.gr Τηλ.: 210.3826.232, 26510.32996, 2310.438889 ISSN: 1790-4153

Εκδοτική παραγωγή: Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα» Οικονόμου 32, 106 83, Αθήνα Τηλ.: 210 8233.830 · Fax: 210 8238.468 Email: ekdoseispetra@hotmail.com


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΑΡ. ΣΤΑΜΟΥ

Φρουροί της μνήμης . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .9 ΙΣ ΤΟΡ ΙΚΑ – Α ΡΧ Α Ι ΟΛΟΓ ΙΚ Α

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ

Το Ματσούκι Ιωαννίνων 1937-1951 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 13 ΧΡΗΣΤΟΣ ΗΛ. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

O Κατσαντώνης στα βουνά των Αθαμάνων . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 26 ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΠΟΥΡΝΑΚΑΣ

Εθνική απελευθέρωση και οικονομική υποδούλωση . . . . . . . . . . . . . . 37 ΝΑΠ. Γ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Αθαμάνιο. Ένα χωριό με ιστορία . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 42 Λ ΑΟ ΓΡΑΦ Ι Κ Α

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Β. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ

Παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις από την ποιμενική ζωή . . . . . . . . . . 55 ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ Π. ΛΑΜΠΡΗ

Ο χορός Καγκελάρι της Ροδαυγής Άρτας . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 82 ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΒΛ. ΝΤΟΚΑΣ

Απ’ την Πουλιάνα της Πίνδου . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 92 ΤΖΙΜΑ ΜΑΡΙΑ, ΤΖΙΜΑ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ

«Η Μάρω και η Κάλλω» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 94 ΣΩΤΗΡΗΣ Ι. ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ

Άγονες γραμμές του ορεινού όγκου Τζουμέρκων . . . . . . . . . . . . . . . . 99


6

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΤΟ ΠΙΚΟ ΓΛ ΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΑΓΚΛΑΡΑΣ

Τα Μπουκουραίικα, η συνθηματική γλώσσα των Ραφτάδων-Καποτάδων στα Σχωρέτσανα Τζουμέρκων . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .117 ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΑΡ. ΣΤΑΜΟΥ

Δεν έχει ίσιο κρέας . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .121 ΤΕ Χ Ν Η · ΠΑ ΡΑ ΔΟΣΗ · Π ΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΜΑΡΙΑ ΔΕΤΣΙΚΑ

Άραχθος: Ηπειρώτικη ομορφιά με αφορμή το ντοκιμαντέρ του Βασίλη Γκανιάτσα «Άραχθος» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 129 ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΑΧΑΝΑΣ

Η Άρτα και η ενδοχώρα της στη λογοτεχνία . . . . . . . . . . . . . . . . . . .134 ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ

Κώστας Κρυστάλλης: Ο πρωτόκλητος του Ηπειρώτικου λυρισμού . . . . . . 156 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΛ. ΡΑΠΤΗΣ

Η Ι. Μονή Αγ. Γεωργίου Μυροφύλλου Τρικάλων στο χώρο και στο χρόνο . . 169 ΒΙΒΛ ΙΟΠΑ Ρ ΟΥ ΣΙΑΣΕΙΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

Παρουσίαση του βιβλίου, «Κώστας Κρυστάλλης, η επιστροφή», εισαγωγή-επιμέλεια: Ε. Αυδίκος. Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα» . . . . . . 193 ΝΙΚΟΣ ΜΠΡΙΑΣΟΥΛΗΣ

Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας και το συγγραφικό του έργο», Χανιά, 16 Ιουλίου 2018 (Πρακτικά Ημερίδας) . . . . 194 ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΑΠΑ

«Με την Ηπειρώτικη λαλιά», του Χρήστου Α. Τούμπουρου . . . . . . . . . 196 ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΣΤΑΜΟΥ

Ο Σημερινός Kόσμος (Με το πρίσμα της κριτικής), Ιωάννινα 2017, του Απόστολου Μπουρνάκα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 200

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΛΟΥΚΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Κώστας Κρυστάλλης, Η επιστροφή 150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018). Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα», Αθήνα, 2018 . . . . . . . . . . . . . . . . . 202 ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΥ. ΜΑΚΡΗΣ

Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Η Ιερά Μονή Βύλιζας του Ματσουκίου Ιωαννίνων . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 208 Σ ΧΟΛ ΙΑ ΓΙΑ ΤΑ «ΤΖΟΥΜΕ Ρ Κ ΙΩΤΙΚ Α ΧΡΟΝΙΚ Α» ΚΑ Ι ΤΗΝ ΙΛΕΤ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΦΛΩΡΟΣ

Είκοσι χρόνια Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων . . . . . . . .211 Γ. Ε. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ

Τζουμερκιώτικα χρονικά τ. 190 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .215 Γ. Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Για τα Τζουμερκιώτικα χρονικά . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 217 ΝΙΚΟΣ Γ. ΜΠΡΙΑΣΟΥΛΗΣ

Μπαίνοντας πλησίστιοι στην τρίτη δεκαετία . . . . . . . . . . . . . . . . . 220 ΙΝ ΜΕ ΜΟ R ΙΑΜ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ Π. ΛΑΜΠΡΗ

Μνήμη Κωνσταντίνου Α. Διαμάντη και Απόστολου Φ. Ντάλα . . . . . . . . 223 Θ. ΓΟΓΟΛΟΣ

Λουκάς Κούσουλας: Ο ποιητής που έφυγε . . . . . . . . . . . . . . . . . . 228 ΑΠΟ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΙΛΕΤ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 230

ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

7


Λ Α Μ Π Ρ Ι Ν Η Α Ρ. Σ Τ Α Μ Ο Υ

ΦΡΟΥΡΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

«Όσοι απομείναμε πιστοί στην παράδοση, όσοι δεν αρνηθήκαμε το γάλα που βυζάξαμε, αγωνιζόμαστε άλλος εδώ άλλος εκεί, καταπάνω στην ψευτιά, καταπάνω σ’ αυτούς που θέλουνε την Ελλάδα ένα κουφάρι χωρίς ψυχή, ένα λουλούδι χωρίς μυρουδιά» Από το βιβλίο «Ασάλευτο Θεμέλιο» του Φώτη Κόντογλου

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΦΑΝΤΑΖΟΤΑΝ, τόσα χρόνια μετά, ότι τα λόγια του Φώτη Κόντογλου θα ακούγονται επίκαιρα, θαρρείς και περιγράφουν τη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας! Η διορατικότητα του συγγραφέα, που από τότε έβλεπε την ισοπέδωση να έρχεται και έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου, είναι αξιοθαύμαστη! Σήμερα όμως η κατάσταση έφτασε στο σημείο μηδέν! Ακούγεται κοινότοπο, ωστόσο είναι, ίσως, η τελευταία μας ευκαιρία να επιστρατεύσουμε όλες μας τις δυνάμεις, για να κρατήσουμε ζωντανή την τελευταία σπίθα των Τζουμέρκων. Να μην αφήσουμε τον ορυμαγδό των αλλαγών και τη σκόνη του χρόνου να καλύψουν τον πολιτισμό των παππούδων μας και να διατηρήσουμε για τις επόμενες γενιές όσα μπορούμε να διασώσουμε από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής και των ανθρώπων της, που αποτελούν, εν τέλει, την ταυτότητά μας. Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από τη βιασύνη, την προχειρότητα, πολλάκις και τη χυδαιότητα, όπου ανοίκειες συμπεριφορές και περίεργα ήθη, ξένα προς την ιδιοσυγκρασία μας, υιοθετούνται από πολλούς κατά κόρον, ας προσπαθήσουμε να λειτουργήσουμε ως φύλακες της μνήμης. Να μεταφέρουμε στις νεότερες γενιές τις αρετές των προηγουμένων, τα αποτελέσματα του μόχθου τους, τον τρόπο συμπεριφοράς και αντιμετώπισης των καταστάσεων, τα οποία βρίσκει κανείς άφθονα, αν έρθει σε ουσιαστική επαφή με τον πολιτισμό μας. Ανακαλύπτουμε μέρα με τη μέρα πως ο ιστορικός, γλωσσικός και λαογραφικός πλούτος της περιοχής είναι τεράστιος και ανεξάντλητος. Μπορεί να μας διδάξει πολλά, αν αποφασίσουμε να ασχοληθούμε με αυτόν! ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

9


10

Λ Α Μ Π Ρ Ι Ν Η Α Ρ. Σ Τ Α Μ Ο Υ

Τα μέλη της ΙΛΕΤ μας τίμησαν για δεύτερη τριετία με την ψήφο τους. Το νέο Δ. Σ., ανανεωμένο σε ένα ποσοστό, ευχαριστεί για την εμπιστοσύνη τους και υποσχόμαστε ότι θα προσπαθήσουμε, ξεπερνώντας τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες της εποχής, να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες τους. Ζητάμε όμως τη στήριξή τους σε κάθε βήμα μας. Είναι φανερό, όλα αυτά τα χρόνια, ότι πολλά από τα μέλη μας δραστηριοποιούνται στη συλλογή ιστορικού και λαογραφικού υλικού. Αρκετοί είναι και εκείνοι που σταθερά τροφοδοτούν το τεύχος μας με εξαιρετική ύλη. Τα «Τζουμερκιώτικα Χρονικά» είναι ένα τεύχος, πλέον, που βρίσκεται στις περισσότερες δημόσιες Βιβλιοθήκες, αλλά αυτό που μας συγκινεί και μας κινητοποιεί περισσότερο είναι πως το περιμένουν εναγωνίως πολλοί, Τζουμερκιώτες και μη, και, από όσα πληροφορούμαστε, το διαβάζουν με λαχτάρα! Ευελπιστούμε όμως πως θα ανταποκριθούν ακόμα περισσότεροι. Τα πεδία αναζήτησης είναι πολλά και η προσπάθεια πρέπει να ενταθεί. Όσοι μπορούν και επιθυμούν ας προσθέσουν το λιθαράκι τους. Οι Ομάδες Έρευνας, οι οποίες κάποια στιγμή κουράστηκαν και ατόνησαν, θα πρέπει να επανενεργοποιηθούν, περιλαμβάνοντας και νέα πρόσωπα, με διάθεση να συνεχίσουν το έργο τους. Το υλικό που ήδη συγκεντρώθηκε βρίσκεται στη φάση της ψηφιοποίησης και καλούμε τους ειδικούς επιστήμονες να το δουν, να το εκτιμήσουν για να κρίνουν αν είναι επαρκές, καθώς και να προτείνουν τρόπους επεξεργασίας και αξιοποίησής του, ξεκινώντας από το Λεξιλόγιο. Το Λαογραφικό Μουσείο Τζουμέρκων συμπληρώνει εφέτος δέκα χρόνια λειτουργίας! Χρόνο με τον χρόνο τα εκθέματά του αυξάνονται. Αυξάνονται επίσης και οι επισκέπτες από όλα τα μέρη της Ελλάδος, οι οποίοι, παρατηρώντας τα εκθέματα, γνωρίζουν καλύτερα τον τόπο και φεύγουν με πολύ καλές εντυπώσεις! Με πρωτοβουλία της υπεύθυνης του Μουσείου, κ. Κων/νας Χούμη, δημιουργήθηκε και σελίδα στο facebook! Είναι μια προσπάθεια προσέγγισης νεότερων μελών, μέσα από τη χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών, οι οποίες σ’ αυτές τις γενιές είναι πιο οικείες! Επίσης η διαχειρίστρια του Μουσείου συμμετέχει η ίδια, αλλά και εντάσσει το Μουσείο σε διάφορες σχετικές δράσεις, και έτσι γίνεται πιο γνωστή η ύπαρξή του και πιο ζωντανή η παρουσία του. Και η Βιβλιοθήκη της ΙΛΕΤ εμπλουτίζεται σταδιακά. Δυστυχώς, ο χώρος της δεν μας ανήκει αποκλειστικά, με αποτέλεσμα η πρόσβαση σ’ αυτήν να μην είναι πάντα εφικτή ούτε να έχουμε τον απόλυτο έλεγχό της. Ελπίζουμε να υπάρξει κάποια στιγμή αποκλειστική χρήση του χώρου, ώστε να μπορέσουμε να τακτοποιήσουμε το υλικό καλύτερα και να μας δοθεί η δυνατότητα να λειτουργεί ως αναγνωστήριο και ως δανειστική. Η ΙΛΕΤ με το έργο της και τη σοβαρή της πορεία απέκτησε κύρος και πλέον η παρουσία της στα πολιτιστικά δρώμενα είναι εμφανής. Την εκτιμούν και τη λαμΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΦΡΟΥΡΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

βάνουν σοβαρά υπ’ όψη όλοι οι φορείς και σε πολλές περιπτώσεις επιζητούν τη στήριξή μας, την οποία παρέχουμε, όπου είναι δυνατόν, με καλή διάθεση. Συνδιοργανώνουμε με επιτυχία διάφορες εκδηλώσεις, παρουσιάσεις βιβλίων σε Γιάννινα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Θερινό Σχολείο. Κάναμε αρκετά! Δεν μας αρκούν! Θέλουμε να κάνουμε περισσότερα! Αυτό θα επιτευχθεί αν μας ακολουθήσουν ακόμα πιο πολλοί. Αν πιστέψουμε ακόμα περισσότεροι στο όραμά μας και επικεντρωθούμε στους στόχους μας! Ας δώσουμε ο καθένας λίγο από τον χρόνο και πολύ από το μεράκι μας! Να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για τον τόπο που μας γέννησε και μας ανάστησε! Το αξίζει!

ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

11


ΙΣΤΟΡΙΚΑ – ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ*

ΤΟ ΜΑΤΣΟΥΚΙ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ 1937-1951 Δ΄ 4. Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΜΑΤΣΟΥΚΙΟΥ Ι. Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΜΑΤΣΟΥΚΙΟΥ (1881-2010)

Τ

ο 1881 απελευθερώνεται με τη Θεσσαλία και η περιοχή της Άρτας (24.6.1881). Το ελεύθερο πλέον Ματσούκι υπάγεται στη δικαιοδοσία του βασιλικού επιτρόπου της Άρτας, τμήμα Τζουμέρκων (Βασιλικού επιτρόπου 11. 9. 1881, ΦΕΚ 112/27.11.1881). Με τον νόμο ΠΜ΄ (άρθρο 2) ιδρύονται στις πρό τινος προσαρτηθείσες θεσσαλικές και ηπειρωτικές επαρχίες τρεις νομοί: «α΄) ὁ τῆς Ἄρτης, περιλαμβάνων ὡς ἐπαρχίας τάς ἐκλογικάς περιφερείας Ἄρτης καί Τσουμέρκων· β΄) ὁ τῆς Λαρίσσης... γ΄) ὁ τῶν Τρικκάλων...» (ΒΔ. 19.3.1882, ΦΕΚ 16/20.3.1882). Στη συνέχεια ιδρύονται τρεις νομοί και οκτώ επαρχίες (άρθρο 1). Με το «Ἄρθρον 2. Ἕδραι τῶν μέν Νομαρχῶν Ἄρτης, Λαρίσσης καί Τρικάλων καί τῶν Ἐπάρχων Ἀγυιᾶς, Τυρνάβου, Ἁλμυροῦ, Βόλου, Καλαμπάκας καί Καρδίτσης, ὁρίζονται οἱ ὁμώνυμοι τῶν εἰρημένων Ἐπαρχιῶν πόλεις, τοῦ δέ ἐπάρχου Τσουμέρκων τά Άγναντα καί τοῦ Ἐπάρχου Δομοκοῦ καί Φαρσάλων τά Φάρσαλα» (ΒΔ. 21.3.1882, ΦΕΚ 17/24.3.1882). Το Ματσούκι, λοιπόν, υπάγεται στον νομό Άρτας, επαρχία Τσουμέρκων. Το 1883, με την ίδρυση των Δήμων, το Ματσούκι υπήχθη στον Δήμο Καλαρρυτών (ΒΔ. 31.3.1883, και Υπουργού Εσωτερικών 29.3.1883, ΦΕΚ 126/2.4.1883). Όταν με τους άλλους Δήμους καταργήθηκε και αυτός των Καλαρρυτών (18831912), το Ματσούκι αναγνωρίστηκε ως ξεχωριστή κοινότητα του νομού Άρτας, που την αποτελούσε μόνον ο οικισμός του Ματσουκίου (ΒΔ. 19.8.1912, ΦΕΚ 254 Α΄/25.8.1912). 1 Το 1925, κατά την αναδιοργάνωση ορισμένων περιφερειών, το Ματσούκι, με άλλες τέσσερις κοινότητες (Καλαρρυτών, Πραμάντων, Σκλούπου και Ραφταναίων), αποχωρίζεται από τον νομό Άρτας και υπάγεται «διοικητικῶς» στον νομό Ιωαννίνων (ΠΔ. 29.9.1925/ΦΕΚ 310 Α΄/17.10.1925),2 αλλά και «διά λόγους συ* Ο Δημήτριος Γ. Καλούσιος είναι θεολόγος, φιλόλογος και ερευνητής. 1. Νόμος ΔΝΖ΄/10. 2. 1912 (ΦΕΚ 58 Α΄/14. 2. 1912), άρχισε να εφαρμόζεται από το 1914. 2. Ιδέ και, Πυρσός, Οδηγός της Ελλάδος, 1930, 871. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

13


14

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Γ. Κ Α Λ Ο Υ Σ Ι Ο Σ

γκοινωνίας».3 Εκκλησιαστικά όμως παρέμεινε, μέχρι σήμερα, στη Μητρόπολη Άρτας. Το 1997, με τον Νόμο 2539 (ΠΔ. 3.12.1997), καταργούνται οι Κοινότητες, εκτός ελαχίστων, και ιδρύονται πολλοί Δήμοι. Για την Κοινότητα Ματσουκίου δεν επήλθε μεταβολή (ΦΕΚ 244 Α΄/4.12.1997). Τέλος, το 2010, με τον Νόμο 3852 (ΠΔ. 4.6.2010), ιδρύονται νέοι Δήμοι, λιγότεροι μεν, αλλά μεγαλύτεροι των προηγουμένων, και καταργούνται αρκετοί πρώην Δήμοι, καθώς και οι Κοινότητες που είχαν διατηρηθεί το 1997. Στην περιοχή μας συνιστάται «5. Δῆμος Βορείων Τζουμέρκων με έδρα τα Πράμαντα αποτελούμενος από τους Δήμους α. Τζουμέρκων β. Πράμαντων γ. Κατσανοχωρίων και τις κοινότητες α. Σιράκου β. Καλαρρυτών γ. Ματσουκίου και δ. Βαθυπέδου, οι οποίοι καταργούνται» (ΦΕΚ 87 Α΄/7.6.2010), από την αρχή του επόμενου έτους 2011. Επομένως το Ματσούκι από το 2011 παύει να υφίσταται ως Κοινότητα, υπαγόμενο, μέχρι σήμερα, στον Δήμο Βορείων Τζουμέρκων. ΙΙ. ΟΙ ΠΡΟΕΔΡΟΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΜΑΤΣΟΥΚΙΟΥ (1912/1917-2010)4

Η προφορική παράδοση διασώζει, κατά χρονολογική σειρά, τα ονόματα των παρακάτω προέδρων της Κοινότητας Ματσουκίου, από την ίδρυσή της (1912/14) μέχρι το 1937, οπότε διασώζονται τα Πρακτικά της Κοινότητας: 1. Στραγάλης Ιωάννης του Αθανασίου (1912/14); 2. Παπαδημητρίου Σπυρίδων του Αθανασίου (1915-1920); Πρωτοστάτησε στην επισκευή του Ναού της Αγίας Παρασκευής (1915-1920). 3. Κωσταδήμας Κωνσταντίνος του Δημητρίου (1917-1918). Στον Γενικό Έλεγχο του Δημοτικού Σχολείου Ματσουκίου, σχολικό έτος 19171918, για τη μαθήτρια Θανασούλα Κ. Κωσταδήμα, αναγράφεται στη στήλη, επάγγελμα πατρός, πρόεδρος Κοινότητος. 4. Μπουζούκης Ευάγγελος του Κωνσταντίνου. 5. Στραγάλης Ευάγγελος του Κωνσταντίνου. 6. Θεοδώρου (ή Μητρέλος) Δημήτριος του Ιωάννη. 7. Τσαντούλης Κωνσταντίνος του Γεωργίου. 8. Νάκας Σπυρίδων του Δημητρίου (1936).

3. Ι. Σαρρής, Άρτης νομός [Γεωγρ. ], Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Πυρσού, Ε΄, Αθήναι 1928, 681. 4. α) Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Α΄, Ματσούκι 1994, 124-125. β) Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Ματσούκι Ιωαννίνων, Πρωινός Λόγος, εφ. Τρικάλων, 11.9.2007, 48. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Τ Ο Μ ΑΤ Σ Ο Υ Κ Ι Ι Ω Α Ν Ν Ι Ν Ω Ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

Το επόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο εγκρίνει γενόμενες δαπάνες του για εκτελεσθέντα κοινοτικά έργα του 1936 (Πρ. 59/26.9.1937, Πρακτικό 14/11/1937,5 Πρ. 72/14.11.1937). Επόμενοι πρόεδροι κατά τα Πρακτικά της Κοινότητας Ματσουκίου: 9. Κωσταδήμας Αθανάσιος του Αντωνίου (19.9.1937-31.1.1938). Το Κοινοτικό Συμβούλιο αποτελείται από τον πρόεδρο και τρία μέλη (Πρ. 48/19.9.1937 – Πρ. 79/21.11.1937): Πρόεδρος: Κωσταδήμας Αθανάσιος του Αντωνίου. Μέλη: α) Τσαντούλης Κωνσταντίνος του Γεωργίου, αντιπρόεδρος. β) Κωσταδήμας Κωνσταντίνος του Δημητρίου. γ) Νάκας Σπυρίδων του Δημητρίου. Έργα του: α) Μετάφραση αρχαίας ιεροδικαστικής απόφασης, που αφορά την Κοινότητα (Πρ. 21/27. 4. 1938). β) Περίφραξη Νεκροταφείου (Πρ. 52/14. 8. 1938. Ιδέ και Πρακτ. 8/14. 8. 1938). γ) Επισκευή οδών από Ματσούκι προς Πλατάνια, Κριθάρια και Καλαρρύτες (Πρ. 53/14. 8. 1938). δ) Δικαστικός αγώνας για ενοίκια θερινών βοσκών: Πρ. 54/14. 8. 1938 (Ιδέ και, Πρακτ. 8/14. 8. 1938), Πρ. 62/22. 9. 1938 (Ιδέ και, Πρακτ. 15/22. 9. 1938), Πρ. 9/6. 2. 1939. 10 . Κωσταδήμας Γεώργιος του Ιωάννη (Κούμης) (31.1.1938-8.7.1945). Η Κοινότητα διοικείται από τριμελή επιτροπή (Πρ. 80/31.1.1938 – Πρ. 26/19.7. 1942): Πρόεδρος: Κωσταδήμας Γεώργιος του Ιωάννη (Κούμης). Μέλη: α) Παππάς Κωνσταντίνος του Ιωάννη, αντιπρόεδρος. β) Παπαδημητρίου Σπυρίδων. Το 1938 ορίζονται έξοδα παράστασης του προέδρου 8.000 δρχ., τις οποίες μειώνει, όμως, η Γενική Διοίκηση Ηπείρου σε 5.000 δρχ. Η Διοικούσα Επιτροπή της Κοινότητας εκφράζει θερμή παράκληση όπως αναμορφωθεί η απόφασή της (Πρ. 25/29.4.1938). Τον Απρ. 1941 τα έξοδα παράστασης του προέδρου αυξάνονται ετησίως από 6.000 δρχ. σε 10.000 δρχ., λόγω ακρίβειας (Πρ. 14/14.4.1941). Σε τέσσερις μήνες, «λόγῳ τῆς δημιουργηθείσης οἰκονομικῆς καταστάσεως», ψηφίζεται από τη Διοικούσα Επιτροπή νέα αύξηση για την παράσταση του προέδρου της Κοινότητας, ήτοι από 6.000 δρχ. ετησίως σε 12.000 δρχ. (Πρ. 25/6.8.1941). Για το χρονικό διάστημα 31.1.1938 – 31.3.1939 ορίζονται μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου Συνδέσμου Τζουμέρκων Μαλακασίου ο Σπύρος Παπαδημητρίου και ο Κωνσταντίνος Ι. Παππάς (Πρ. 80/31.1.1938). Ο πρόεδρος Γεώργιος Ι. Κωσταδήμας, που κατασκεύασε και τις πέτρινες σκάλες της πλατείας, ήταν γεωργός. 5. Δεν φέρει αριθμό, καταχωρίζεται ανάμεσα στο Πρ. 69/7.11.1937 και στο Πρ. 70/14.11.1937. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

15


16

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Γ. Κ Α Λ Ο Υ Σ Ι Ο Σ

11. Κωσταδήμας Γεώργιος του Στέργιου (1945). Ήταν γεωργός. 12. Μητρέλος Ιωάννης του Δημητρίου (1945 – Αύγ. 1951)6. Τυροκόμος, γεωργός και παντοπώλης, με εθνική δράση (1907-3.2.1989). Το Κοινοτικό Συμβούλιο αποτελείται από τον πρόεδρο και τέσσερα μέλη (Πρ. 1/24.2.1946 – Πρ. 31/21.12.1946): Πρόεδρος: Μητρέλος Ιωάννης του Δημητρίου. Μέλη: α) Κωσταδήμας Γεώργιος του Αθανασίου. β) Στραγάλης Ευάγγελος του Κωνσταντίνου. γ) Κωσταδήμας Πέτρος του Κωνσταντίνου. δ) Άγνωστος. Αλλά, στις Πρ. 1/24.2.1946 – Πρ. 2/24.2.1946, υπογράφουν μόνον τα τρία πρώτα μέλη, του τετάρτου «ἀπόντος». Στη συνέχεια και για την επόμενη περίοδο για τα δύο τελευταία μέλη γράφεται «τῶν ἐτέρων μή προσελθώντων τοῦ μέν ἐνός ὡς ἐπληροφορίθην ὑποβαλών παραίτησιν τοῦ δέ ἐτέρου οὐδόλως ἀναλαβόντος καθήκοντα ἀφ’ ἧς διορίσθη» (Πρ. 5/26.6.1946, κ.λπ.), ή «νομίμως κληθέντων καί μή ἐμφανισθέντων» (Πρ. 3/24.6.1946, κ.λπ.), ή απλώς «μή προσελθόντων» (Πρ. 18/14.10.1946, κ.λπ.). Με την Πρ. 1/20.7.1947 εκλέγεται νέο Κοινοτικό Συμβούλιο, που αποτελείται από τον πρόεδρο και τέσσερα μέλη (Πρ. 2/25.7.1947 – Πρ. 13/24.12.1949): Πρόεδρος: Μητρέλος Ιωάννης του Δημητρίου. Μέλη: α) Τσαντούλης Κωνσταντίνος του Γεωργίου, αντιπρόεδρος. β) Στραγάλης Κωνσταντίνος του Γεωργίου. γ) Στραγάλης Ευάγγελος του Κωνσταντίνου. δ) Στραγάλης Ευάγγελος του Γεωργίου. Το 1950 εκλέγεται νέο Κοινοτικό Συμβούλιο (Πρ. 1/30.1.1950), που αποτελείται από τον πρόεδρο και τέσσερα μέλη (Πρ. 2/6.5.1950 – 15/8.3.1951): Πρόεδρος: Μητρέλος Ιωάννης του Δημητρίου. Μέλη: α) Κωσταδήμας Πέτρος του Κωνσταντίνου, αντιπρόεδρος. β) Τσαντούλης Κωνσταντίνος του Γεωργίου. γ) Στραγάλης Ευάγγελος του Κ. Ιω. δ) Άγνωστος. Από Πρ. 2/27.4.1951 μέχρι Πρ. 9/6.5.1951 υπογράφουν: Πρόεδρος: Μητρέλος Ιωάννης του Δημητρίου. Μέλη: α) Χ. Π. Θεοδώρου ή Μητρέλος. β) Κώστας Τσαντούλης. Τέλη Σεπτεμβρίου 1947 το Κοινοτικό Συμβούλιο ψηφίζει για έξοδα παράστα6. Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Α΄, Ματσούκι 1994, 90-91, 126. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Τ Ο Μ ΑΤ Σ Ο Υ Κ Ι Ι Ω Α Ν Ν Ι Ν Ω Ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

1. Ο Κωσταδήμας Ιω. Γεώργιος με τη γυναίκα του Παρασκευή το 1935, αργότερα (1938-1945) πρόεδρος της Κοινότητας.

2. Μητρέλος Δημ. Ιωάννης, πρόεδρος της Κοινότητας, 1945-1951 (17.8.1985).

ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

17


18

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Γ. Κ Α Λ Ο Υ Σ Ι Ο Σ

σης του προέδρου ειδικό επίδομα 1500/00 «εἰς τάς σημερινάς κρισημους περιστάσεις» (Πρ. 18/30.9.1947). Το επόμενο έτος (Ιούνιος 1948) ο προϋπολογισμός 1947-1948 αναμορφώνεται για ένα τρίμηνο (Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος 1948) με έξοδα παράστασης του προέδρου 150. 000 δρχ. (Πρ. 8/8.6.1948). Ο πρόεδρος της Κοινότητας καθώς και ο γραμματέας με τον κλητήρα παίρνουν βοήθημα για τις γιορτές των Χριστουγέννων και το νέο έτος 1949 (Πρ. 3/28.1.1949). Τέλη Ιαν. 1949 ψηφίζεται η ανάληψη 1. 475. 000 δρχ. για τον γραμματέα, τον κλητήρα, δύο εργάτες και τον πρόεδρο της Κοινότητας, στον οποίο ανήκουν 150.000 δρχ. (Πρ. 4/28.1.1949). Για έξοδα παράστασης του προέδρου της Κοινότητας χορηγείται βοήθημα 83. 333 δρχ., λόγω των εορτών των Χριστουγέννων και του νέου έτους 1949 (Πρ. 7/5.3.1949). Στον πρόεδρο της Κοινότητας Ιωάννη Μητρέλο, για το χρονικό διάστημα 1.7.1949 – 10.6.1950, χορηγείται επίδομα 450.000 δρχ. (Πρ. 12/24.12.1949). Επίσης αναλαμβάνονται για τον πρόεδρο της Κοινότητας 499. 998 δρχ. (Πρ. 13/24.12.1949). 13. Νάκας Χρήστος του Βασιλείου: α) 26.8.1951 – 4.9.1955. β) 26.12.1956 – 21.9.1959. γ) 12. 8. 1964-1974. Για την εκλογή νέου Κοινοτικού Συμβουλίου η συνεδρίαση της 19. 8.1951 αναβάλλεται, λόγω μη νομίμου απαρτίας, για την 26. 8. 1951 (Πρ. 10/19. 8. 1951). Με την επόμενη Πρ. 11/26.8.1951 εκλέγεται νέο Κοινοτικό Συμβούλιο, που αποτελείται από τον πρόεδρο και τέσσερα μέλη (Πρ. 11/26.8.1951 – Πρ. 39/13.11.1951): Πρόεδρος: Νάκας Χρήστος του Βασιλείου. Μέλη: α) Μακρής Πέτρος του Χρήστου Αλ., αντιπρόεδρος. β) Μακρής Βασίλειος του Σπυρίδωνα. γ) Κωσταδήμας Αντώνιος του Αθανασίου. δ) Τσαντούλης Ιωάννης του Χρήστου. Στην Πρ. 33/5.10.1951 υπογράφουν: Πρόεδρος: Χρ. Β. Νάκας Μέλη: α) Κωνσταντίνος Δ. Λένης, ιερέας. β) Γεώργιος Ν. Κωσταδήμας, Δ/λος. γ) Ιωάννης Κωσταδήμας, γραμ. Κοινότητος. Τέλη Σεπτ. 1951 εγκρίνεται η ανάληψη 3.200.000 δρχ. για έξοδα παράστασης του προέδρου Χρ. Νάκα (Πρ. 25/30.9.1951). Κατά τις προεδρίες του Χρήστου Β. Νάκα: α) Κατασκευάστηκε η τσιμεντένια γέφυρα στον Νερόμυλο. β) Διαμορφώθηκε και κτίστηκε ο τοίχος αντιστήριξης της πλατείας και κατασκευάστηκαν ανατολικά της κοινοτικά αφοδευτήρια. γ) Το Ηρώο πεσόντων δικό του έργο. δ) Σπουδαιότατη προσφορά το υδραγωγείο. ε) Συνεχίστηκε η διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου από Χριστούς, ενώ άρχιζε και η μελέτη άλλου δρόμου, που θα συνδέσει το χωριό, μέσω Μπάρου, με τον νομό ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Τ Ο Μ ΑΤ Σ Ο Υ Κ Ι Ι Ω Α Ν Ν Ι Ν Ω Ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

3. Νάκας Βασ. Χρήστος, πρόεδρος με πολυετή θητεία της Κοινότητας: 1951-1955, 1956-1959, 1964-1974 (3. 11. 1984).

4. Γεωργίου Κων. Σταύρος, πρόεδρος τῆς Κοινότητας, 1959-1964 (7. 7. 1985).

5. Κωσταδήμας Αθ. Γεώργιος, πρόεδρος της Κοινότητας, 1975-1979 (περ. 1960). ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

19


20

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Γ. Κ Α Λ Ο Υ Σ Ι Ο Σ

Τρικάλων (Ασπροπόταμος). στ) Κατασκευάστηκαν ποτίστρες για τα ζώα στη Σκάρφη, Μπαλντίκα και Σκάλα (Λα Νούτσ’). ζ) Με ενέργειές του το Δασαρχείο Ιωαννίνων κατασκεύασε στέγαστρα στα Μπισκέφιανα, Αφεντική και Κριθάρια. η) Εκδιώχτηκαν οι ξένοι ενοικιαστές κτηνοτρόφοι. Και τέλος, θ) Συνέβαλε στην ανέγερση του νέου Δημοτικού Σχολείου του χωριού. Ως ανάπηρος πολέμου διατηρούσε περίπτερο. 14. Γεωργίου Αθανάσιος του Κωνσταντίνου (1955-1956). Κτηνοτρόφος, αδελφός του επόμενου Σταύρου. 15. Γεωργίου Σταύρος του Κωνσταντίνου (21.9.1959-12.8.1964). Μεγάλος κτηνοτρόφος, αδελφός του παραπάνω Αθανασίου. 16. Θανάσης Κωνσταντίνος του Χρήστου (1974-1975). Από τα γειτονικά Πράμαντα, διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Ματσουκίου. Μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 (24 Ιουλίου 1974) οι εκλεγμένοι πρόεδροι των κοινοτήτων αντικαταστάθηκαν με διορισμένους μέχρι την εκλογή νέων. Κατά το διάστημα τούτο ο πρώην εκλεγμένος πρόεδρος Χρήστος Νάκας χρημάτισε αντιπρόεδρος (22.10.1974-11.8.1975). 17. Κωσταδήμας Γεώργιος του Αθανασίου (12.8.1975-3.8.1979). Υπηρέτησε ως δάσκαλος στο Ματσούκι (1933-1938), αλλά και ως γραμματέας της Κοινότητας (Ιδέ Κεφ. για τους Γραμματείς). 18. Μπουτσώλης Σωτήριος του Δημητρίου: α) 4.8.1979-27.8.1983. β) 28.8.1983 -2.8.1987. Τυροκόμος. Κατά τις δύο προεδρίες του: α) Κατασκεύασε το νέο υδραγωγείο. β) Έστρωσε πολλά και ωραία καλντερίμια. γ) Κατασκευάστηκαν, επίσης, από το κράτος, δύο αμαξιτές γέφυρες, η μπέλεϋ (στο Κόκκινο ποτάμι, Αρούου αρόσιου) και η τσιμεντένια (σ’ εκείνο της Μαυριάς – Γκούρας). 19. Κωσταδήμας Δημήτριος του Ιωάννη: α) 3.8.1987-31.7.1991. β) 1.8.19911995. 7 Πτυχιούχος Παντείου, διευθυντής του ΙΚΑ (Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων) Ιωαννίνων. Κοιμήθηκε στις 4.6.2010 στο νοσοκομείο Τρικάλων σε ηλικία 72 ετών, ετάφη την επομένη στο κοιμητήριο της Ζωοδόχου Πηγής Τρικάλων. Επί προεδρίας του: α) Μπήκαν σωληνώσεις στο ρέμα του χωριού και σκεπάστηκε με τσιμέντο, από Καμίλι μέχρι τη γέφυρα της πλατείας, και μετατράπηκε έτσι σε αυτοκινητόδρομο. β) Έγινε η διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου μέχρι το εξωκκλήσι του Αγίου Θεοδώρου. γ) Άλλοι κοινοτικοί δρόμοι. δ) Ποτίστρες. 20. Μπουτσώλης Κωνσταντίνος του Σταύρου (1996-1998) Κοινοτικές εκλογές 16.7.1995: Εγγεγραμμένοι 753, ψηφίσαντες 606. Άκυρα 1, 7. Κοινοτικές εκλογές: α) 12.7.1987. β) 14.7.1991. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Τ Ο Μ ΑΤ Σ Ο Υ Κ Ι Ι Ω Α Ν Ν Ι Ν Ω Ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

6. Μπουτσώλης Δημ. Σωτήριος, πρόεδρος της Κοινότητας, 1979-1987 (26. 8. 1993).

7. Κωσταδήμας Ιω. Δημήτριος, πρόεδρος της Κοινότητας, 1987-1995 (23. 8. 1987).

Λευκά 5, Έγκυρα 600. Έλαβαν 1) Μπουτσώλης Κωνσταντίνος του Σταύρου (Κοινοτική Ένωση Ματσουκίου) 214, 2) Μπουτσώλης Σωτήριος του Δημητρίου (Πολίτες για το Ματσούκι) 211, 3) Λάνταβος Αλκιβιάδης του Κωνσταντίνου (Ανανεωτική Κίνηση) 175. Διατηρούσε καφενείο στο Ματσούκι. Συνέχισε την κάλυψη του ρέματος του χωριού. 21. Λάνταβος Άλκης του Κωνσταντίνου (1.1.1999-31.12.2010). Μηχανολόγος-μηχανικός τεχνολογικής εκπαίδευσης, πρόεδρος της Κοινότητας επί τρεις συνεχείς τετραετίες, πολύδραστος, υπηρέτησε το χωριό με ζῆλο και ενθουσιασμό. Κοινοτικές εκλογές: α) 11.10.1998. β) 13.10.2002 (μόνος υποψήφιος). γ) 15.10.2006. Έργα του: α) Κατασκευή πλατείας, έργο δύσκολο και πολυδάπανο, εφ’ όσον ο τόπος εδώ «έφευγε». β) Διαμόρφωση Κοιμητηρίου και κτίσιμο νέου παραδοσιακού Οστεοφυλακείου. γ) Ανέγερση Πνευματικού κέντρου, που μετατράπηκε σε Ξενώνα. δ) Ανακαίνιση του παραδοσιακού Νερόμυλου. ε) Αγορά του κτηρίου της εκκλησίας στην πλατεία για Κοινοτικό κατάστημα. στ) Δρόμοι του χωριού στρώνονται με παραδοσιακά καλντερίμια. ζ) Γραφικό καλντερίμι προς το ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

21


22

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Γ. Κ Α Λ Ο Υ Σ Ι Ο Σ

8. Μπουτσώλης Στ. Κώστας, πρόεδρος της Κοινότητας, 1996-1998 (24.3.2008).

9. Λάνταβος Κων. Άλκης, πρόεδρος της Κοινότητας, 1999-2000 (22.7.2007).

εξωκκλήσι του Αγίου Αθανασίου. η) Μονοπάτι για την Ιερά Μονή της Βύλιζας. θ) Αγροτικός-κτηνοτροφικός δρόμος από θέση Λέπρι προς Γκούρα και Λαγκάδα, όπου ενώνεται με εκείνον που έρχεται από τα Κριθάρια. ι) Ασφαλτόστρωση του αυτοκινητόδρομου για Μπάρο. ια) Αναστήλωση της πέτρινης γέφυρας του Σταφυλά. ιβ) Κατασκευή μικρού γηπέδου στη Μαυριά στρωμένο με χλοοτάπητα. ιγ) Καινούργια δεξαμενή και αντικατάσταση όλου του δικτύου ύδρευσης. ιδ) Διαμόρφωση του χώρου κάτω (ανατολικά) του Δημοτικού Σχολείου και στη συνέχεια δημιουργία μικρού υπαίθριου θεάτρου. ιε) Καλύφθηκε το υπολειπόμενο προς βορράν ρέμα του χωριού με τσιμέντο. Τώρα προσφέρει τις καλές του υπηρεσίες ως δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Βορείων Τζουμέρκων. ΙΙΙ. Η ΕΚΛΟΓΗ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΩΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΜΑΤΣΟΥΚΙΟΥ (1937-1951)

Το εκλεγέν Κοινοτικό Συμβούλιο, δια μυστικής ψηφοφορίας, αναδεικνύει τον ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Τ Ο Μ ΑΤ Σ Ο Υ Κ Ι Ι Ω Α Ν Ν Ι Ν Ω Ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

πρόεδρο και αντιπρόεδρο αυτού. Παραθέτουμε δύο σχετικές Πράξεις των ετών 1947 και 1951: 1. Πράξη 1/20. 7. 1947: «ἀριθμ. πράξε[ως] 1 Ἐν Ματσουκίω 20 Ἰουλίου 1947 Το Κοινοτικόν Συμβούλιον Κοιν. Ματσουκίου συγκείμενον ἐκ τοῦ πρεσβυτέρου τῶν Συμβούλων Κων/νου Γ. Τσαντούλη ὡς προέδρου καί τῶν μελῶν αὐτοῦ 1) Ἰωάννου Δ Μητρέλου, 2) Κων/νου Γ. Στραγαλη, 3) Εὐαγγέλου Κων. Στραγάλη, καί 4) Εὐαγγέλου Γ. Στραγάλη συνελθών εἰς τήν συνεδρίασιν ἐν τῷ Κοιν. Γραφείῳ τῇ προσκλήσει τοῦ πρεσβυτέρου τήν Ἡλικίαν. Εἰσηγήσα [μέ]νου εἰς τό Συμ/λιον τήν ὑπ’ ἀρ. 5505/ τῆς 9/6/47 Δ/γήν Σης Νομαρχίας Ἰωαννίνων δι’ ἧς προτείνει μετά τήν ὁρκομοσίαν τήν Ἐκλογήν Προέδρου καί ἀντιπρόεδρου Κοινότητός μας. Τό Συμ/λιον λαβών ὑπ’ ὅψει τήν ἄνω Δ/γήν τῆς Σης Νομαρχίας Ἰωαννίνων, καί εἰδόντος καί τό ἄρθρον 23 τοῦ Κώδικος τῆς περί Δήμων – Κοινοτήτων «Νομοθεσίας» προβένει εἰς τήν διά μυστικῆς ψηφοφορίας 1) προέδρου καί 2) ἀντιπροέδρου. ἀποφαίνεται. α) γενομένης Ἐκλογῆς ἀνεδείχθη διά τοῦ συνόλου τῶν ψήφων πρόεδρος ὁ Ἰωάννης Δ Μητρέλος, καί β) γενομένης καί δευτέρας ἐκλογῆς διά τόν ἀντιπρόεδρον ἀναδειχθέντος διά τοῦ συνόλου τῶν ψήφων ἀντιπρόεδρος ὁ Κων/νος Γ. Τσαντούλης, – Ὁμοφώνως ἐγκρίνεται ἡ ἐκλογή τοῦ προέδρου καί ἀντιπροέδρου Κοιν. Ματσουκίου. Ἐγενητο ἀπεφασίσθη καί Βεβαιωθεῖσα ὑπογράφηται. _ ὁ πρεσβύτερος τῶν Συμβούλων τά μελη (Τ. Υ)

(Τ. Υ)

Κώστας Τσαντούλης

Ι Μητρέλος Εὐαγγ Στραγαλης Κοστας Στράγαλης Εὐ Στραγάλής».

2. Πράξη 11/26.8.1951 «ἀριθμ. πραξ 11 Ἐν Ματσουκίῳ σήμερον τήν 26 τοῦ μηνός Αὐγούστου τοῦ 1951 ἔτους ἡμέραν Κυριακήν καί ὧραν 10η π μ συνελθών εἰς Βαν συνεδριάσιν τῇ Νομίμῳ προσκλήσει τοῦ πλειοψηφοῦντος Συμ/λου ὡς ὀ νομος ὁρείζει. δι’ ἀριθμ. 172/19-8-51 προσκλῆσεως και. καί ἐν τῷ καφφενείῳ Ἰωαν. Κωσταδήμα ἔνθα προσωρινός στεγάζεται τό γραφεῖον, λόγῳ μή ὑπάρχοντος Γραφείου Κοινότητος, συγκεῖμμενον ἐκ τοῦ πλειοψηφοῦντος Χρήστου Β. Νάκα, καί τῶν μελῶν αὐτοῦ Βασιλείου Σπ. Μακρῆ, 2) Πέτρου Χρ. Ἀλ. Μακρῆ, 3) Ἀντωνίου Ἀθ. Κωσταδήμα, καί 4) Ἰωάννου Χρ. Τσαντούλη, καί ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

23


24

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Γ. Κ Α Λ Ο Υ Σ Ι Ο Σ

10. Υπογράφουν στις Πράξεις αντίστοιχα: α) Πρ. 51/19.9.1937. β) Πρ. 80/31.1.1938. γ) Πρ. 12/25.9.1947. δ) Πρ. 18/10.9.1951.

εὐρηθέντος ἐν νομίμῳ ἀπαρτία παρόντων δι’ ὀλων τῶν μελῶν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμ/ λου καί προέδρου. εἰσηγησαμενου τήν ὑπ’ ἀριθμ. 16537/31-7-51 Δ/γής Σης Νομαρχίας Ἰωαννίνων, δι’ ἧς συνεστά μετά τῆν ὀρκομωσίαν καί τήν ἐγκατάστασίν των τήν ἐκλογήν προέδρου καί ἀντιπροέδρου Κοινότητός μας. _ Τό Κοινοτικόν Συμ/λιον λαβών ὑπ’ ὅψει τήν ἄνω δια/γήν Σης Νομαρχίας Ἰωαννίνων καί εἰδόντες καί τό ἄρθρον 23 τοῦ Κῶδικος τῆς περί δήμων καί Κοινοτήτων ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Τ Ο Μ ΑΤ Σ Ο Υ Κ Ι Ι Ω Α Ν Ν Ι Ν Ω Ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

«Νομοθεσίας» προβένει εἰς τήν διά μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκλογήν 1) πρόεδρου, καί 2) ἀντιπροέδρου Κοινότητός μας. _ ἀποφαίνεται α) γενομένης ἐκλογῆς πρόεδρου ἀνεδέχθη διά ψήφων διάγράφονται τρῖς λέξεις. δια μυστικῆς ψηφοφορίας ὀ μέν Χρ. Β Νακας ἐλαβεν ψήφους 3 τρεῖς, ὁ δέ Ἀντώνιος Ἀθ. Κωσταδήμας ἐλεβεν 2. δύο ψήφους οὐδεῖς τούτων ἐλαβεν τήν πλειοψήφιαν ὡς ὁ Νόμος ὁρείζει. γενομένης Βας ψηφοφορίας ἐλαβεν ὁ Χρῆστος Β Νάκας ψήφους 3 τρεῖς, καί 2) ὁ ἀντώνιος Ἀθαν. Κωσταδήμας δύο 2), ὁυδεῖς καί κατά τήν Βαν ψηφοφορίαν ἔλαβεν τήν πλειοψηφίαν, γενομένης καί Γης ψηφοφορίας μεταξύ τῶν δυό οἰτινες ἔλαβον ψήφους κατά τήν πρῶτην καί δευτέραν ψηφοφορίαν. _ εἰς τρίτην μυστικήν ψηφοφορίαν ἀνεδείχθη προέδρος διά τριῶν 3 ψηφων ὀ Χρῆστος Β Νάκας Β) γενομένης ἐκλογῆς διά μυστικῆς ψηφοφόρίας ἀντίπροεδρου Κοινότητός μας ἐλαβαν 1) ὁ Πέτρος Χρ Μακρῆς ψῆφους 3 τρεῖς καί 2) ὁ Ἰωαννης Χρ. Τσαντουλης δύο. 2 ψήφους, γενομένης δευτέρας ἐκλογῆς, οὐδείς ἐλαβεν τήν πλειοψηφίαν ἐκ τῆς πρῶτης ὡς καί τῆς δευτέρας ψηφοφορίας γενομένης καί τῆς Γης τρίτης ψηφοφόρίας ἀνεδεῖχθη ἀντιπρόεδρος ὁ Πέτρος Χρ. Ἀλ. Μακρῆς διά τριῶν ψήφων. Ἐγκρίνει τήν ἐκλογήν πρόέδρου καί ἀντιπροέδρου Κοινότητός μας καί ἀνατίθησι περαιτέρω ἐνεργειαν εἰς τόν πρόεδρον διά τά περαιτέρω Ἐφ’ ὧ ἐγένητο ἀπεφασίσθη καί ὑπογράφηται ὡς ἑπείται. _ ὁ πλειοψηφῶν τά μέλη (Τ. Σ. Υ) (Τ. Υ) Χ Β Νάκας Α Κωσταδήμας Π Μακρής Β Μακρής Ι Τσαντούλης». [ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ]

ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

25


ΧΡΗΣΤΟΣ ΗΛ. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ*

O ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΩΝ ΑΘΑΜΑΝΩΝ

Ό

ταν καμιά φορά ανεβαίνω στ’ Αθαμανικά κι αγναντεύω πέρα προς τ’ αγραφιώτικα βουνά και κατά τον βοριά τα βλαχοχώρια της Πίνδου, χωρίς να στοχάζομαι τα περασμένα, το αθάνατο, σαν ομηρικό έπος, η ιστορική φαντασία ζωντανεύει μέσα μου σε μια ανείπωτη διάσταση του χρόνου, προβάλλει πάνω στα μονοπάτια και στα ουρανομήκη κράκουρα, που παραμένουν στην αιωνιότητα, μπροστά στην εφήμερη ζωή μας... Είναι από κάθε πλευρά άξια θαυμασμού αυτοί οι βράχοι, οι σπηλιές, οι λιθοσωριές, οι πλαγιές, οι αέναες κρυσταλλένιες πηγές, οι ερειπωμένες στάνες που με τον δικό τους τρόπο αφηγούνται την ιστορία εκείνων των προγόνων που αντιστάθηκαν όχι μόνο τις δυσχέρειες της σαρακατσάνικης ζωής, αλλά και με την άσβεστη φλόγα της ψυχής τους ανέμισαν τα επαναστατικά λάβαρα της λευτεριάς πιστοί στο όραμα του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα... Εδώ πάνω στις πανάρχαιες στρούγκες το δαιμονικό φύσημα του ανέμου συντροφεύει τη λησμονιά, την εγκατάλειψη, ανακατεύει τη μνήμη με τον θρύλο και την αρχέγονη πελασγική ιστορία. Εδώ πάνω στα αθάνατα λημέρια χτυπούν ακόμη τα κύματα του ηρωισμού της κλέφτικης ζωής, γράφοντας στον χρόνο τη δόξα εκείνων που κράτησαν το καριοφίλι για το υπέρτερο χρέος, που κρατάει πάντα άσβεστο τον μύθο των προγόνων. Τα σφυρίγματα των ανέμων στις σχισμάδες των βράχων υμνολογούν ακόμη με μυστηριώδη τρόπο τον θρύλο, τα ομηρικά κατορθώματα του πολέμαρχου του Γένους Κατσαντώνη... Όταν περπατώ πάνω στα ίδια μονοπάτια και τις στάνες με τις ξερολιθιές, οι σκιές των ηρώων εκείνων χορεύουν στον ρυθμό του δεκαπεντασύλλαβου, νικώντας τη φθορά που δημιουργεί ο ιστορικός χρόνος... Βουνά αφήστε το βοριά να φτάκει στο λημέρι να ακουρμάξει τον αετό βιγλάτορα της Πίνδου πο ’χει λημέρια άπαρτα σπηλιές χορταριασμένες πο ’χει αγνάντια του λαγού, στεφάνια καραούλια για συντροφιά του την αυγή δασιά ψηλά ελάτια * Ο Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης είναι φιλόλογος και ιστοριογράφος. 26

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


O Κ ΑΤ Σ Α Ν Τ Ω Ν Η Σ Σ ΤΑ Β Ο Υ Ν Α Τ Ω Ν Α Θ Α Μ Α Ν Ω Ν

τον καμαρώνουν τα βουνά, Διάσελα, Γεροβούνια της Κακαρδίτσας οι κορφές, τον ξέρουν, τον γνωρίζουν. Για κάτσε Αντώνη μ’ φρόνιμα, αυτό το καλοκαίρι μη βγαίν’ς στη Ρόκα το πρωί, ούτε το δελεινάκι βάσταγε τα κλεφτόπουλα να μη κατηφορίσουν γιόμισε ο τόπος ρέντζελα, αζάπηδες Μεμέτες αν δεις πουλιά – μαύρα πουλιά – σιμά να γυροφέρνουν άλλαξε νύχτα το στρατί, παράτα το λημέρι! Λημέριασε στο Ζάλογγο, σ’ αετοφωλιές κοιμήσου. Μαύρα χαμπέρια ήρθανε απ’ τον Βεζύρ Αφέντη το μάθανε οι σταυραετοί, το ’παν στα καραούλια βαριά κατάρα μας κτυπά, βαριά μας καταριέται. Πάρε Αντώνη μ’ τα βουνά δίπλα τα κορφοβούνια με το φεγγάρι συντροφιά, τράβα κατά το Σούλι κι όπου βρεις ψηλή κορφή, εκεί να λημεριάσεις. Για σηκωθείτε Αφέντες μου, καμάρια των βουνών μου, φορτώστε τα συγύρια σας, φορέστε τ’ άρματά σας και πριν η νύχτα ξοδευτεί, και σα γελάσ’ η μέρα ν’ άμαστε προς το Ζάλογγο, κοντά στους Μποτσαραίους. Κι’ άμα περάσ’ ο ρούφουλας, ξαναγυρνάμε πάλι Σχωρέτσαινα, Μελισσουργούς, Αγκάθι και Λιμπούσιο, εδώ που ’ναι τα σόια μας, που ’ναι τα γονικά μας και σαν ανοίξει ο καιρός κι έρθουν τα πρωτοβρόχια σιοράμε τα κοπάδια μας, πάμε κατά το βάλτο. Γιόμισε ο τόπος Γκέκηδες, γουρνοαρβανητάδες. Αντώνη μ’ στήσανε χωσιές, φυλάνε τα ντερβένια. Πιάσανε τα Θοδώριανα, Στάρια και Χωσεψίτκο διάβα κρυφά με τα πουλιά, διάβα στην Άγια Μαύρα. Οι αφηγήσεις, οι διηγήσεις στο Τζουμερκιώτικο βιλαέτι των ποιμενόβιων Σαρακατσάνων-Πελασγών-Αθαμάνων, η σιωπή από τις ερημωμένες στρούγκες και τα καλοκαιριάτικα μαντριά θα μονολογούν για πάντα τα θρυλικά κατορθώματα, διατηρώντας τη φωνή του ιστορικού χρόνου, ζωντανή τη θύμηση του αρχικαπετάνιου της κλέφτικης ζωής, του αετού των Τζουμέρκων, του Αχιλλέα του Νέου Ελληνισμού, πολέμαρχου Αντώνη Μακρυγιάννη (Κατσαντώνη). Όπου κι αν διαβείς και κουβεντιάσεις με ηλικιωμένους τσοπάνηδες των Αθαμανικών, θα ακούσεις με απαράμιλλο σεβασμό και συγκίνηση να μολογάνε με θλίψη και πόνο για τα ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

27


28

ΧΡΗΣΤΟΣ ΗΛ. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

ρημαγμένα μονοπάτια, τις βαθιές σπηλιές, όπου έζησε και πέρασε τα νεανικά του χρόνια ο ήρωας της σαρακατσάνικης Φάρας των Μακρυγιανναίων με φλογερά λόγια και πατριωτική κατάνυξη, με αφηγηματική και ταυτόχρονα δραματικότητα των επικών αγώνων του κατά της βαρβαρικής Τουρκιάς. Διαλεχτός της μοίρας, του έλαχε ο μεγάλος προορισμός να σηκώσει ψηλά το μπαϊράκι του βουνίσιου Τζουμερκιώτη κι Αγραφιώτη εναντίον του Μογγόλου Ασιάτη σ’ έναν αγώνα σχεδόν μυθικό, αν αναλογιστεί κάποιος τα μαύρα εκείνα χρόνια μετά το 1600 περίπου στον ορεινό όγκο του παλαιολιθικού Πίνδου. Η θεά Τύχη τον ακολούθησε! Οι Αθαμανίδες Μούσες τραγουδούν ακόμη στα βαθύσκιωτα μονοπάτια και τις δασωμένες πλαγιές με μελαγχολικό αργόσυρτο ήχο τα ηρωικά του κατορθώματα με τη συνοδεία του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου. Κι αν είχε την εύνοια των θεών να καταγράψει κάποιος τα γεγονότα και τις δραματικές ενθυμήσεις, θα έβλεπε πως η ιερή μνήμη των Αθαμάνων και των Αγράφων, άσβεστη, χορεύει ακόμη εδώ πάνω στα διάσελα των βουνών και στ’ ανάρραχα με ομηρικούς εξαμέτρους, γιατί στην ιστορική πραγματικότητα η δράση του ζωντανεύει τους δοξασμένους ήρωες της Τρωικής εποχής... Βρισκόμαστε γύρω στα 1750 περίπου, ίσως και κάτι λιγότερο, όταν η μακρυγιαννέικη σαρακατσάνικη φάρα είχε πια εγκατασταθεί στα ριζοβούνια των Τζουμέρκων. Το καλοκαίρι με τα κοπάδια της πάνω στα βουνά, ενώ το χειμώνα έπιανε τα χαμηλοβούνια της Νικόπολης, της Πάργας και του Ξηρομέρου με χωρισμένα τα κοπάδια για το φόβο των Τουρκοαρβανιτάδων στα Άγραφα, Ασπροποταμίτικα και Τζουμερκιώτικα χωριά. Εκείνη η πρώιμη άνοιξη του 1790 πάνω-κάτω κράτησε αγριοκαίρια στα βουνά της Ορεινής Πίνδου, Ανατολικής και Δυτικής. Όλες οι μακρόσυρτες νεραϊδοράχες από πάνω τους, Καλαρρύτες, Ματσούκι, Μελισσουργούς μέχρι πέρα τα Θεοδωριανίτικα πλάγια, ψυχροί αέρηδες βασάνιζαν τα γιδοπρόβατα που είχαν αρχίσει ν’ ανεβαίνουν στα ορεινά μαντριά απ’ τη Νικόπολη και το Ξηρόμερο· οι αραιές νιφάδες του χιονιού συχνά έφταναν μέχρι κάτω τα χαμηλά ισιώματα του ποταμού Μέγα (Αράχθου) όπου ξεχειμώνιαζαν Τζουμερκιώτες γιδοβοσκοί. Τα γύρω σχωρετσάνικα βουνά και τις πλαγιές τα σκέπαζε η πυκνή ανοιξιάτικη ομίχλη· ένας ψυχρός βοριάς με χιονόσκονη στριφογύριζε στις συνεχόμενες πλαγιές από το Διάσελο της Αγίας Παρασκευής μέχρι πέρα τα χοσεψίτικα ισιώματα. Οι πλαγιές της Κακαρδίτσας, της Ρόκας, του Γεροβουνιού είχαν πια πρασινίσει, ενώ στα ριζοβούνια η ανοιξιάτικη πρασινάδα ζωντάνευε τα λιανοκόπαδα των σαρακατσάνων Μακρυγιανναίων και Μελισσουργιωτών. Οι ταλαιπωρημένοι Τσοπαναρέοι είχαν αγανακτήσει με το παράξενο φέρσιμο για την εποχή του πινδικού καιρού. Όπως έλεγαν εκείνοι οι παλιοί τσελιγκάδες, πολλά κοπάδια είχαν αρρωστήσει κατά το χειμώνα εκείνο και σπούδιαξαν τα ζωντανά ν’ αναχωρήσουν για τα βουνά, μήπως γλυτώσουν απ’ το μαύρο θανατικό. Χάθηκαν τότε πολλά ζωντανά απ’ τα ΠραΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


O Κ ΑΤ Σ Α Ν Τ Ω Ν Η Σ Σ ΤΑ Β Ο Υ Ν Α Τ Ω Ν Α Θ Α Μ Α Ν Ω Ν

μαντιώτικα, Καλλαρτιώτικα και Μελισσουργιώτικα μαντριά, όπως παράμεινε ο λόγος... Κι όμως εκείνη την άνοιξη ο ουρανός συχνά σκοτείνιαζε και κρύα αερικά κατέβαιναν από τις γυμνές ράχες της πινδικής οροσειράς... Αυτά τα χρόνια, πριν από το 1800, ο αρχιτσέλιγκας Αλέξης Μακρυγιάννης έπιασε τα καλοκαιρινά του λημέρια με τα γιδοπρόβατά του στη ρίζα του Κάστρου των Αθαμάνων (νυν Αγίας Παρασκευής Καταρράκτη), το αρχαίον Θείον. Είχε βγει κάπως γρηγορότερα, ενώ ο Γιάννης Μακρυγιάννης, ο πατέρας του Κατσαντώνη, ανέβασε στο Βατσαβέτς (νυν Πετροβούνι των Γιαννίνων) μέρος του κοπαδιού του, και το άλλο κομμάτι προς τα τζουμερκιώτικα βουνά και τ’ Αγραφιώτικα κοντά στο χωριό Μοναστηράκι, γιατί εκεί είχε συγγενείς απ’ τη θειά Αρετή, από παλιά κλέφτικη γενιά του καπετάν Μεϊντάνη και του αρχικαπετάνιου Δίπλα. Θα ήταν αρχές Μάη, γύρω στα 1790 ή και νωρίτερα, όταν φάνηκε στο Διάσελο των Σχωρετσάνων με το κοπάδι του ο Κατσαντώνης, ενώ το άλλο στα χαμηλά μελισσουργιώτικα μαντριά. Ο πατέρας του και η μάνα του τον εμπόδιζαν ν’ ανεβεί στα βουνά, επειδή ακόμη δεν είχε ζεστάνει ο καιρός και τα γιδοπρόβατα κινδύνευαν από τις όψιμες κακοκαιρίες. Όμως ο πατέρας του ήθελε να φύγει μόνος του για να κρυφτεί στα σχορετσανίτικα και μελισσουργιώτικα κατατόπια, όπου δεν σύχναζαν τόσο τα τούρκικα ασκέρια του Βελή Γκέκα και του Μπεκήρ Τζογαδόρου, Αρβανίτη, έμπιστου του Βεζύρ Αλή Πασά. Προπάντων γιατί στα μέρη αυτά είχε στενούς συγγενείς ο πατέρας του στο Παλαιοχώρι Συρράκου, και πολύ στενούς φίλους του τσοπαναρέους... Έπρεπε να φύγει γρήγορα και με κάθε τρόπο, γιατί οι Τσοχανταρέοι του Αλή γύριζαν όλο το Ξηρόμερο, με το σκοπό να μάθουν για κάτι κινήσεις των κλεφτών και περισσότερο, τι συμβαίνει με το νεαρό Αντώνη Μακρυγιάννη (Κατσαντώνη), όπως θα δούμε στη συνέχεια... Εκείνη τη χρονιά του 1790 πάνω-κάτω ο μπάρμπα Αλέξης Μακρυγιάννης, όπως έμεινε στη μνήμη των παλιών Μακρυγιανναίων, είχε τα γιδοπρόβατά του κοντά στο Μαχαλά (νυν Φυτείαι) Ξηρομέρου, ενώ οι άλλοι συγγενείς του κοντά σε Λεπενού, Κατούνα, Αγγελόκαστρο, κουμπάροι με κάποιο τσέλιγκα Μπιρμπίλη από Παλιομάνινα Βραχωριού (Αγρίνιο). Αυτού του αρχιτσέλιγκα μεγάλο κομμάτι των κοπαδιών το πήρε ο Βεζύρ Αλής, γιατί βοηθούσε με γρόσια τα κλέφτικα ασκέρια του Βάλτου και του Ξηρομέρου. Η λαϊκή μούσα υμνολογεί ακόμα τα βάσανά του... Μπιρμπίλη μου τα πρόβατα πάνε μπροστά στα Γιάννενα... Με το γνωστό τσοπάνικο αραλίκι οδήγησε τα κοπάδια του στα ξεκαλοκαιριά των Τζουμέρκων, περνώντας από Σκουληκαριά, Χόσεψη, κόβοντας πιο γρήγορα τα μεγάλα μονοπάτια, αλλά περισσότερο από τον φόβο των ληστών Τουρκοαρβανιτάδων. Τακτοποιήθηκε στην αρχέγονη σπηλιά, στο ιστορικό Διάσελο των Σχωρετσάνων, πάππου προς πάππου. Τα μακρυγιαννέικα κονάκια ήταν κάτω χαμηλά κοΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

29


30

ΧΡΗΣΤΟΣ ΗΛ. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

ντά στον παλιό μύλο της Παναγίας· αργότερα και μέσα στο χωριό, στην Επάνω πλατεία του Αϊ-Δήμα (Άγιο Δημήτριο), δίπλα από το σημερινό Άγιο Νικόλαο. Θα ήταν μέσα Μάη, όταν φάνηκε ο νεαρός Αντώνης (Κατσαντώνης) στη στάνη του μπάρμπα Αλέξη... Τον καλωσόρισε τον μουσαφίρη ανιψιό του στη στάνη του, τον τράταρε με τα καλούδια της στάνης, αρχίζοντας την κουβέντα με αρχέγονη πελασγική επικοινωνία, αν και δεν είχαν καιρό ν’ ανταμώσουν από τα χειμαδιά, κοντά στη λίμνη Αμβρακία του Καρβασαρά (Αμφιλοχία). Για μολόγα, ορέ Αντώνη, πώς φάνηκες τόσο νωρίς στα ξεκαλοκαιριά; Έγινε τίποτας; ...Σπούδιαξα τα ζωντανά, μπάρμπα, κι έφυγα απ’ τα χειμαδιά σμίγοντας το κοπάδι με κάποιο Πραμαντιώτη Καρατζένη. Δεν γινότανε να μείνω ακόμη στα χαμηλά. Η φαμίλια και τα ζωντανά κινδύνευαν, μας βάλανε στο μάτι... Γιόμισε το Ξηρόμερο τσασίτηδες, μπάρμπα Αλέξη! Οι βρωμότουρκοι του Βραχωριού ρημάξανε τον κοσμάκη, ούτε σοδειά ούτε χαΐρι! Μπαίνανε μέσα στις στρούγκες, στα μαντριά και κόβανε τα ζωντανά, τα σαλάγαγαν και φεύγανε! Το τι βάσανα περάσαμε στο Στάνο και τη Λεπενού δεν μολογιέται... Δεν έφταναν αυτά! Πάνω στη φασαρία, που έγινε με τους Τουρκοαρβανιτάδες, πάνω στο θυμό μου και την οργή, χάλασα κι έναν ζωοκλέφτη... Πιαστήκαμε, τον άφησα στον τόπο, τον πέταξα τον αβάπτιστο και πήρα το δρόμο για τα βουνά... Η μάνα μου φώναζε! Κάτσε μωρέ Αντώνη να σιάσει ο καιρός και φεύγεις! Πού εγώ! Νύχτα ξημερώματα, όρμωσα το κοπάδι κι έφυγα... Έλεγα να πάω προς τ’ Άγραφα στο σόι της μάνας μου, αλλά διάλεξα το Τζουμέρκο, γιατί σε λίγο θα φτάκει και η φαμίλια στο Βασταβέτς και στα γνωστά ξεκαλοκαιριά. Κουβέντιασα και με αρχοντοτσελιγκάδες απ’ τα γύρω χωριά κι όλοι μ’ έλεγαν... Πάρε τα πράματα και φεύγα! Φύγε νύχτα, μου είπαν, να διαβείς τα περάσματα του Καρβασαρά κι απ’ εκεί με προσοχή πιάσε τις πλαγιές των Τζουμέρκων. Έχουν το νου τους οι αρχόντοι απ’ τα Καλάρια (Καλαρρύτες), ως ο άγιος καλόγηρος Άνθιμος ο Αργυρόπουλος! Στο πατρικό σπίτι άφησα τον Μήτρο (Δημήτριο), τον μικρότερο αδερφό μου. Ο μπάρμπα Αλέξης τον άκουε με μεγάλη προσοχή. Καλά κουβεντιάζεις ορέ Αντώνη, αλλά να ’χουμε καλά το νου μας, γιατί κι εδώ στα Τζουμερκοχώρια γκιζεράνε άνθρωποι του Βεζύρ Αλή. Είναι γνωστοί μας οι αρχόντοι και οι τσοπαναρέοι· άμα μάθουμε τίποτα, θα τους ασημώσουμε, όσο γίνεται! Πολλά περνάγανε απ’ το μυαλό του... Πώς θα μπορέσει να κρύψει το παιδί απ’ τον πανούργο Βεζύρ Αλή! Ο διάλογος δείχνει με τον ιστοριογραφικό, αποκαλυπτικό και λογοτεχνικό τρόπο, ανάγλυφα την κρισιμότητα, στην οποία βρισκόταν ο ήρωας του Γένους... Φίλε αναγνώστη! Θα έχεις διαβάσει, βέβαια, για τη ζωή και τον βίο του αρχιπολέμαρχου του νέου Ελληνισμού Κατσαντώνη, αλλά δεν έχεις συναντήσει την ηρωική του δράση στα βουνά των Αθαμάνων, στα Τζουμερκιώτικα λημέρια και διάσελα, όπου ακόμη και σήμερα οι απόγονοι των Πελασγών ποιμενόβιοι, γέροι ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


O Κ ΑΤ Σ Α Ν Τ Ω Ν Η Σ Σ ΤΑ Β Ο Υ Ν Α Τ Ω Ν Α Θ Α Μ Α Ν Ω Ν

τσοπάνηδες με ιερή λατρευτική περίσκεψη και αξιομνημόνευτο σεβασμό μονολογούν τα ομηρικά κατορθώματά του, τη σκληρή ηπειρώτικη κι αγραφιώτικη βιοπάλη όταν η μαύρη σκλαβιά σκοτείνιαζε την ιστορική χώρα... Κι όμως αυτοί οι ταλαιπωρημένοι Αθαμάνες, η στρούγκα, η στάνη, η φτωχή σαρακατσάνικη καλύβα, τα παλαιολιθικά σπήλαια, τα γιδοπρόβατα κράτησαν γερά την κλέφτικη ζωή, με πρωτάκουστο πείσμα κατά των Μογγολοτατάρων βάρβαρων κατακτητών. Τα όσα διαβάζεις αναγνώστη, με κατανυκτική ασφαλώς ελληνοπρέπεια, είναι γεγονότα μέσα απ’ τον θρύλο, την ιστορία, τη μνημονική παράδοση των προγόνων του γηραιού Πίνδου· όσα σώθηκαν ως ιστορική παρακαταθήκη από την άφθαρτη φαρέτρα του προφορικού λόγου των διαδοχικών χρόνων. Τα παρουσιάζω ως ταπεινός προσκυνητής της ιστοριογραφίας, χωρίς ίχνος φιλολογικής φιλοδοξίας, η γνωστή αρρώστια των σύγχρονων καλαμαράδων... Είναι καταπληκτική η αφήγηση από γνήσια ιστορικά στόματα, τα κλέφτικα τραγούδια που απαθανάτισαν τον πολέμαρχον του Γένους Κατσαντώνη με βοηθό την αθάνατη Μούσα των αρχέγονων Πελασγών. ...Μη χολοσκάς Αντώνη! Πάρε ψωμί και προσφάι πρώτα και το βράδυ θα κατεβούμε στο μεϊντάνι του χωριού να σε δουν κι άλλοι. Θα χαρούν με το παραπάνω, κοιτώντας πέρα προς τ’ αγραφιώτικα βουνά! Είχαμε τις προάλλες την κουβέντα σας με το Γώγο και το Μήτσιο, τους μπαρμπάδες σου! Συχνορώταγαν για τον πατέρα σου, για τα χωρισμένα κοπάδια σας, για τα χειμωνιάτικα μαντριά... Είχαν ακούσει από άλλους Σχωρετσανίτες νοικοκυραίους για τα δικά σας βάσανα. Τα ίδια παθαίνουν και οι γνωστοί τσελιγκάδες Ματσουκιώτες, Πραμαντιώτες, Μελισσουργιώτες... Άμα φκιάσει ο καιρός, όλα θα σιάσουν (τακτοποιηθούν)... Θα γλυτώσουμε από τον επιφερόμενο καιρό... Στο κάτω μέρος του Μεσοβουνίου ήταν τα καλυβόσπιτα των παλιών Μακρυγιανναίων. Νυχτώνοντας κατέβηκαν στο χωριό, στο μαγαζί του Αναγνώστη Νασιούλα. Κεραστήκανε απ’ όλους ρακί και λουκούμι. Το χωριό τότε ήταν κεφαλοχώρι. Είχε πολύ κόσμο, τεχνίτες, μαστόρους, υφαντήδες, καποτάδες, κοπάδια από αιγοπρόβατα, αγελάδες, αλλά και το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης βρισκόταν τότε σε μεγάλη οικονομική άνθηση... Το μυαλό του μπάρμπα Αλέξη στριφογύριζε, πώς θα γλυτώσει ο Αντώνης απ’ τα τούρκικα καρακόλια! Αντώνη, του είπε! Θα κρατήσεις το μισό κοπάδι στα ρίζα του Γεροβουνιού στη μεγάλη σπηλιά της λαγκαδιάς της Αγίας Παρασκευής και τ’ άλλο στο Μπαλτινέσι των Μελισσουργών. Εσύ θα λημεριάζεις στη μικρή σπηλιά της Ρόκας· αυτή έχει δυο μονοπάτια· ένα στη ράχη του γκρεμού και τ’ άλλο στη Λαγκάδα στη ρεματιά! Όμως θα ’χουμε όλοι το νου μας... Έτσι εκείνα τα χρόνια, μέχρι πάνω κάτω το μαρτυρικό χαμό των γονιών του, ο Κατσαντώνης έστησε το καλοκαιριάτικο λημέρι του στα ριζά του Γεροβουνιού της Ρόκας, της Κακαρδίτσας και στα πλάγια των Μελισσουργών, όπου ακόμη σώζεται ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

31


32

ΧΡΗΣΤΟΣ ΗΛ. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

η θρυλική σπηλιά του. Με λημέρια τις δύο σπηλιές πηγαινοέρχονταν τα γύρω χωριά και συχνά περνούσε προς τ’ Άγραφα πολεμώντας με τ’ ασκέρι του Βεζύρ Αλή. Μυθική η γρηγοράδα του. Ανέβαινε στα σχορετσανίτικα μαντριά, περνούσε πέρα προς το Ματσούκι ή τους Καλαρρύτες σε διάστημα χρονικό λίγων ωρών... Το ίδιο σχεδόν δρομολόγιο ακολουθούσε και στις μέρες μας ο γνωστός ποιμενόβιος Γ. Σκέντος απ’ τους Μελισσουργούς. Απ’ τα γύρω Τζουμερκιώτικα χωριά είχε οργανώσει τον νταϊφά του, κοντά στον αρχικλέφτη Δίπλα των Αγράφων ή κάποιο γέρο Δήμα απ’ τα Πράμαντα ή απ’ τον Μυστρά (Αρμπορίσι) κοντά στους Χριστούς των Πραμάντων. Εδώ πάνω, σ’ αυτά τα βαθύσκιωτα φαράγγια του Γεροβουνιού και της Ρόκας, περνούσε την καλοκαιριάτικη ζωή του ο πολέμαρχος του Γένους, όπως ονομάστηκε στη συγκέντρωση της Λευκάδας. Απ’ εδώ αγνάντευε τ’ αγραφιώτικα βουνά, τις ράχες της Δωδώνης, τα σουλιώτικα βουνά ή τ’ ανταριασμένα Γιάννινα. Με ζωντανή τη φήμη του σ’ όλα τα χωριά της Πίνδου, Ανατολικής και Δυτικής... Γεννημένος στο Βασταβέτς (νυν Πετροβούνι Γιαννίνων), απόγονος της ξακουστής σαρακατσάνικης φάρας των Μακρυγιανναίων, παιδί του αρχιτσέλιγκα Γιάννη Μακρυγιάννη και της Αγραφιώτισσας Αρετής, που τη γνώρισε στα χειμωνιάτικα μαντριά κοντά στον Καρβασαρά (Αμφιλοχία). Ποιμενόβιοι των Τζουμέρκων, στα παραθαλάσσια μέρη της Πάργας, της Νικόπολης και των σουλιώτικων βουνών, Ξηρομέρου ή Αγράφων, όπως το ’φερνε ο καιρός με κομματιασμένα τα γιδοπρόβατά του, αποφεύγοντας έτσι το άγριο κυνηγητό των Τουρκοαρβανιτάδων από την Άλωση ακόμα της Πόλης το 1453. Η χρονιά γέννησης σκεπάζεται από τις μνημονικές αφηγήσεις, αλλά ως πιο πιθανή φαίνεται του ηπειρώτη Χρ. Χρηστοβασίλη, γιατί έρχεται κοντά στις παραδοσιακές μαρτυρίες των συγγενών του... Ο καθηγητής εκ των Μελισσουργών Χρ. Μπονιάκος (σημαντικό πρόσωπο των Τζουμέρκων) μου διηγήθηκε, όταν συνυπηρετούσαμε στο ιστορικό Γυμνάσιο των Αγνάντων, ότι φιλοξενήθηκε στην καλύβα του κοντά στην Κατούνα Ξηρομέρου, όπου ξεχειμώνιαζαν οι πρόγονοί του. Είχε κανονικό ανάστημα, ξανθό κεφάλι, με σπινθηροβόλα μάτια και μυθική γρηγοράδα, αλλά και κάποιος πρόγονός του ήταν στο κλέφτικο σώμα του. Είχε ακούσει από παλιούς τσελιγκάδες ότι παντρεύτηκε μία βλαχοπούλα απ’ τα Θεοδώριανα και πως είχε αποκτήσει και γιο, πληροφορία που απλά παραθέτω, χωρίς όμως και ο ίδιος να την είχε διασταυρώσει. Το ότι όμως πήγαινε συχνά στα Θεοδώριανα είναι ιστορικά εξακριβωμένο από προσωπική μαρτυρία απογόνων από το χωριό Χόσεψη (μαρτυρία Σοφίας Αγγέλη και στρατηγού Παν. Νάση). Περίπου για μία δεκαετία 1795-1805 ο πατέρας τού Κατσαντώνη ζούσε το καλοκαίρι στα χωριά των Τζουμέρκων δίνοντας τα προϊόντα της στάνης του στον Γιάννη Μακρυγιάννη, τον γνωστό ήρωα του 1821, ο οποίος συγκέντρωνε τα αγαθά των χωριών στο αρχοντικό των Μακρυγιανναίων μέσα στο χωριό, όταν είχε ανοίξει το εμπορικό του στην πόλη της Άρτας. Η θειά Αρετή, με βάση το Βασταβέτς ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


O Κ ΑΤ Σ Α Ν Τ Ω Ν Η Σ Σ ΤΑ Β Ο Υ Ν Α Τ Ω Ν Α Θ Α Μ Α Ν Ω Ν

ή τα Σχωρέτσαινα (νυν Καταρράκτης), με τα παιδιά της τα μικρότερα Γιώργο και Κατερίνα. Ο Γιώργος είχε γεννηθεί στα ασπροποταμίτικα χωριά κοντά στα Χάσια ή για άλλους στο χωριό Χαλίκι στην τοποθεσία Κότορυ. Γεννήθηκε εκεί γιατί ο πατέρας του είχε σε μεγάλη εκτίμηση την οικογένεια του καπετάν Βλαχάβα, γιατί ανέβαζε εκεί μέρος των κοπαδιών του. Η Κατερίνα γεννήθηκε στα Σχωρέτσαινα και βαπτίστηκε στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης επί ηγουμένου Διονυσίου με κουμπάρο κάποιον, ίσως από το γένος των Καψαλαίων... Αργότερα έμαθε τα πρώτα γράμματα κοντά στον Όσιο Άνθιμο Αργυρόπουλο, στο γνωστό του αλληλοδιδακτικό σχολείο... Σήμερα ο άνεμος της ρεματιάς μοιρολογεί την εγκατάλειψη, στήνοντας πένθιμο χορό στα ιερά χαλάσματα και στα ιστορικά ερείπια... Βρισκόμαστε γύρω στις αρχές του 1790-1793, εποχή που ο Κατσαντώνης αναγνωρίζεται καπετάνιος στο κλέφτικο σώμα του Αγραφιώτη καπετάν Δίπλα. Σε σύντομο χρόνο οργανώνει τα παλληκάρια του από Τζουμερκιώτες κι Αγραφιώτες και πηγαινοέρχεται μέσα απ’ τα τσοπάνικα μονοπάτια για να πολεμήσει [από τα Σχωρέτσαινα: Μόκας, Κατσίκας, Παλαιογιώργος... ] όπου εμφανίζονταν τ’ ασκέρια του Βεζύρ Αλή... Είχε την μεγάλη τύχη να έχει κοντά του τον Γ. Καραϊσκάκη και με τους συγγενείς του Μαργώνη και Μπαθέκα από τα Τσουμοχώρια (Νικ. Παπακώστα: Αθαμανικά Τόμος Α: 1967). Η απόσταση Τζουμέρκα-Άγραφα ήταν ασήμαντη για τον γοργόφτερο – ωκύπους κατά τον Όμηρο – με ελαφρό περπάτημα και παροιμιώδη σωματική ευλυγισία. Ο ποιμενικός τρόπος της ζωής του τον έκαμε αθλητικό, ανθεκτικό, με οξύτατη όραση και θρυλικό στο πήδημα των βράχων και των ποταμιών, γνήσιος απόγονος των Πελασγών Αθαμάνων. Όταν στα χωριά του Ασπροποτάμου ξέσπασε το γνωστό κίνημα του καπετάν Βλαχάβα, ο πατέρας του είχε το κοπάδι του κοντά στο χωριό Λεπενίτσα (νυν Ανθούσα). Η μαρτυρία προέρχεται από τον ιστοριογράφο της περιοχής, δικηγόρο Κώστα Δογάνη, αλλά έχει διασταυρωθεί από μαρτυρίες τσελιγκάδων από τα βλαχοχώρια. Ο Γιάννης Μακρυγιάννης είχε βοηθήσει τον καπετάν Βλαχάβα όχι μόνο με γρόσια, αλλά τον οδήγησε νύχτα, μέσα από τα Ματσουκιώτικα περάσματα, στα Σχωρέτσαινα, όπου φιλοξενήθηκε στο σπίτι των Χασιωταίων, γνωστή του οικογένεια από τα Χάσια της Θεσσαλίας κυνηγημένη απ’ τ’ ασκέρια του Βεζύρ Αλή. Φαίνεται κι εδώ στα Τζουμερκοχώρια, όπως κάποιοι φιλοαληπασαλικοί πληροφορούν τον δαιμόνιο Βεζύρ Αλή για το κίνημα, αλλά και για τη σχέση του πατέρα του Κατσαντώνη με τους Βλαχαβαίους και τη δραστηριότητά του στα χωριά των Αγράφων. Με τη σύλληψη του πατέρα του υπολόγιζε ο Βεζύρ Αλής πως θα ανάγκαζε τον καπετάν Κατσαντώνη να δεχτεί τις προτάσεις του, με τον πονηρό του στόχο να ηρεμήσουν τ’ Άγραφα και τα χωριά της Ορεινής Ακαρνανίας και του Βάλτου, όπου τα κατορθώματά του ξεσήκωσαν τις ελπίδες των Ελλήνων για τα επαναστατικά σχέδιά τους... Η χρονιά στα 1805 ή 1806 ήταν μαύρη για τη σαρακατσάνικη φάρα των ΜαΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

33


34

ΧΡΗΣΤΟΣ ΗΛ. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

κρυγιανναίων. Ήτανε καλοκαίρι καιρός που οι γονείς του Κατσαντώνη κατέβαιναν απ’ το Χαλίκι Ασπροποτάμου μέσω του αυχένα προς τα Καλάρια (Καλαρρύτες) προς το πατρικό του σπίτι στο Βασταβέτς ή τα Σχωρέτσαινα. Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να καταγραφεί η μαρτυρία ενός γεροποιμενόβιου της Πίνδου απ’ το Ματσούκι, που τον συνάντησα στο καφενείο των Αγνάντων – όπου υπηρετούσα κατά το 1974 – ενώ έπινε τον καφέ του και τρώγοντας ψωμάκι με λάδι στο πιάτο, ανεβαίνοντας για τα ξεκαλοκαιριά. Πάνω στην κουβέντα, παίρνοντας αφορμή από το επώνυμό μου, είπε: Η μακρυγιαννέϊκη φαμίλια του Συρράκου είχε βαθιές ρίζες. Θυμάμαι τον παππού μου, που έλεγε για τον πατέρα του Κατσαντώνη τον άρχοντα τσέλιγκα με τα πολλά κοπάδια του. Ήταν μεγάλο σόι και είχε κουμπαριές και συνοικέσια σ’ όλα τα χωριά... Με τον Κρουστάλλη, Κωλέττη, Φασούλα, Λάμπρου κι άλλους... Τους γονείς του Κατσαντώνη τους πιάσανε με χωσιά κοντά στο μοναστήρι της Κηπίνας, κατεβαίνοντας για Χριστούς Πραμάντων. Ήταν προδοσία έλεγαν οι παλιοί. Τ’ ασκέρι του Βεζύρ Αλή ξεκάμπισε από τη Γότιστα κρυφά και τους περίμεναν. Ευτυχώς που δεν ήταν εκεί τα παιδιά τους. Δεμένοι οδηγήθηκαν στα μπουντρούμια του Βεζύρ Αλή... Μαζεύτηκαν τότε οι αρχόντοι των χωριών με πολλούς παράδες, αλλά τίποτα... Η μαρτυρία είχε διασταυρωθεί και με μια άλλη του μπάρμπα Βασίλη Καρατζένη και Θύμιου Ξιαπλαούρα από τα Πράμαντα στην καλοκαιρινή τους στρούγκα στο Κούτσουρο της Πίνδου... Η άρνηση του Κατσαντώνη να περάσει στο σεράι του Βεζύρ Αλή έφερε μαρτυρικό θάνατο στους γονείς του, Γιάννη και Αρετή. Το θλιβερό μαντάτο αντιλάλησε Τζουμέρκα κι Άγραφα... Στα Σχωρέτσαινα την καμπάνα χτύπησε πένθιμα ο αρχιτσέλιγκας Αλέξης Μακρυγιάννης. Δύσκολα τα χρόνια μετά το μαρτυρικό θάνατο των γονιών του. Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια, ο Αντώνης και ο Μήτρος, ο λεγόμενος Κουτσιούκης, ανέλαβαν τα κοπάδια με βοηθό την Κατερίνα και τους ροϊασμένους Αγραφιώτες. Ο Αντώνης μαζί με τον Γιώργο, που λεγόταν Λεπενιώτης, πηγαινοερχόταν Άγραφα-Τζουμέρκα με το κλέφτικο σώμα του χτυπώντας αλύπητα τους τζοχανταραίους του Βεζύρ Αλή για τον θάνατο των γονιών του. Όλο το καλοκαίρι γύριζε στα ορεινά χωριά με κλέφτικη προφύλαξη και τη συμπαράσταση των φίλων και συγγενών του αλλά και του ίδιου του Γ. Καραϊσκάκη προτού πάει στο σεράι του Αλή Πασά. Αυτά τα χρόνια γύρω στα 1805-1806 φιλοξενήθηκε κρυφά στο καλυβόσπιτο, μακρόστενο και χαμηλό, των Μακρυγιανναίων ο Γ. Καραϊσκάκης για να συναντήσει τον Κατσαντώνη, αλλ’ αυτός είχε φύγει νύχτα για τ’ Άγραφα. Τότε πέρασε απ’ τη στάνη των Σκαμπαρδωναίων στο Ραμιώτικο ξεκαλοκαιριό πηγαίνοντας προς Θεοδώριανα-Χόσεψη (νυν Κυψέλη) προς συνάντηση του καπετάν Κοτελίδα. Πήγαινε με τη συντροφιά του στα ριζά του Όλυμπου των Αθαμανικών (Λιμπούσιο) για να συναντήσει τους άρχοντες από τα χωριά της ανατολικής Πίνδου... ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


O Κ ΑΤ Σ Α Ν Τ Ω Ν Η Σ Σ ΤΑ Β Ο Υ Ν Α Τ Ω Ν Α Θ Α Μ Α Ν Ω Ν

Η μαρτυρία προέρχεται από τα γνωστά Αθαμανίδα Σοφία Αγγέλη και τον ευπατρίδη στρατηγό Παν. Νάση. Στη θέση Στάργια είχαν τα γιδοπρόβατά τους οι Σκαμπαρδωναίοι με συγγενείς στα Θεοδώριανα κι αργότερα στα Σχωρέτσαινα. Είχε νυχτώσει όταν έφτασε με τους συντρόφους του στη στάνη. Ήταν μαζί του Μελισσουργιώτες, Σχωρετσανίτες, ένας ή δύο Πραμαντιώτες και κάποιος κυνηγημένος από τους Τούρκους Ματσουκιώτης. Αυτοί γνώριζαν καλά όλους τους τσοπάνηδες και τσελιγκάδες των χωριών. Βαθιά χαράματα έφυγαν απ’ τη στάνη με στόχο να συναντήσουν τον Όσιο Άνθιμο Αργυρόπουλο και τον ηγούμενο Χριστόφορο του Αγίου Γεωργίου Βουργαρελίου για τις κινήσεις του Βεζύρ Αλή και τ’ ασκέρια του. Σκόπευε ο αρχικαπετάνιος να χτυπήσει το μπουλούκμπαση του Αλή Πασά στη γέφυρα Κοράκου, δίνοντας έτσι θάρρος στους κατοίκους της Ανατολικής Πίνδου! Ήθελε να φτάσει, όσο γρήγορα γίνεται, στα Άγραφα και στα ορεινά χωριά του Βάλτου, προκειμένου να σταματήσει τις λεηλασίες και ερημώσεις από τον Βελή Γκέκα και τον Μπεκήρ Τζογαδόρο. Τα ηρωικά του κατορθώματα στ’ Άγραφα, Βάλτο, Ξηρόμερο έχουν καταγραφεί από ικανούς ιστοριογράφους, το περιεχόμενο των οποίων τα καλύπτει με αξιόλογη επιμέλεια κι αντικειμενικότητα η ιστορία της περιοχής. Ήταν η τελευταία παραμονή του στα λημέρια των Τζουμέρκων... Έφυγε προς τα μέρη των Αγράφων... Δεν θα ξαναγυρίσει στα αγαπημένα του ξεκαλοκαιριά... Η παράδοση προσθέτει ότι ο Γ. Καραϊσκάκης τον ειδοποίησε με κάποιο μοναχό από το ιερό μοναστήρι της Τσούκας των Γιαννίνων να παραμείνει λίγο καιρό στα Τζουμέρκα. Όσο για το Βάλτο, του είπε, θα κάνω εγώ κουμάντο... Η ιστοριογραφία για την ασθένειά του και τη σύλληψή του παραμένει αμφισβητήσιμη... Το βέβαιο είναι ότι τον συνέλαβαν μαζί με τον αδερφό του Γιώργο. Ο Μουχουρντάρης τον οδήγησε σιδηροδέσμιο στο σεράι του Αλή Πασά. Ο μαρτυρικός τους θάνατος έγινε αιώνιο τραγούδι των Αθαμανίδων Μουσών και των Αγράφων... Φύσα βοριά μου δυνατά, διώξε τη μαύρη αντάρα να δω του κάμπου τη μεριά, να δω τα μετερίζια που πέρασα της νιότης μου τ’ αντρειωμένα χρόνια με τ’ άρματα προσκέφαλο κρατώντας καριοφίλια μικρό παιδί τα κράτησα με λύγισαν τα χρόνια. Βαριά είναι τα μάτια μου, βαρύτερη η ζωή μου κοντά στα γιδοπρόβατα και μακριά απ’ τα ασκέρια. Μεγάλωσε η νιότη μου, πέσαν τα γόνατά μου. Χαρούμενα βλέπω τα βουνά, τον κάμπο χολιασμένο. Εδώ γυρνάει σαν αετός ο καπετάν Αντώνης εκεί χτυπούν τις πόρτες μας οι Τουρκοχαρατσήδες ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

35


36

ΧΡΗΣΤΟΣ ΗΛ. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

εδώ λαλεί η πέρδικα, εκεί η χουχουβάγια... Μη χολοσκάς αφέντη μου, η καταχνιά θα φύγει αγνάντεψε τον πόλεμο αλάργα είν’ τα ντουφέκια. Ο Κατσαντώνης με σπαθί στο νταϊφά φωνάζει· χτυπάτε παλληκάρια μου, βαράτε τους απίστους. Μαντάτα φέρνουν στα βουνά τ’ Άγραφα στα Τζουμέρκα με διαβατάρικα πουλιά που τ’ αψηλά διαβαίνουν να βγουν στις ράχες, στα βουνά ν’ ακούσουν το χαμπέρι μαύρα μαντάτα θ’ ακουστούν στ’ Αλή Πασά Βεζύρη. Κι οι στάνες αφουγκράστηκαν, πήρανε το σεφέρι στρώσανε γύρω το κρασί, ξεφάντωσε το γλέντι τραγούδια αχολογήσανε, ντουφέκια αχολογάνε, πιάνουν χορό οι βλάμηδες, στο πόδι είν’ η στάνη. Γεια σας, χαρά σας βρε βουνά και διάσελα της Πίνδου κι ο αντίλαλος αχός αλλιώς το τραγουδάει τέτοια μπερκέτια να ’χει το μαντρί κι η στάνη του Μακρυγιάννη. Μη χολοσκάς, αφέντη μου, δε χάθηκε ή γενιά σου έχει τη ρίζα στο κοντρί, τα φύλλα αρματωμένα.

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΠΟΥΡΝΑΚΑΣ*

ΕΘΝΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗ Οι κάτοικοι της Θεσσαλίας και της περιοχής Άρτας-Τζουμέρκων σε κατάσταση δουλοπαροικίας μετά την εθνική απελευθέρωση το 1881 «Οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και πανταχού είναι σιδεροδέσμιοι» Ρουσσώ, 1712-1778

Εισαγωγή

O

τίτλος της εργασίας συνδυάζει δύο αντίθετες έννοιες και είναι, όπως λέει και το συντακτικό, ένα οξύμωρο σχήμα όπως π. χ. σπεύδε βραδέως, ελεύθεροι πολιορκημένοι, κοιμώμενοι ταξιδιώτες. Αυτές οι εκφράσεις δεν είναι μόνον λεκτικά σχήματα, αλλά αντικαθρεφτίζουν αντιθέσεις και αντιφάσεις των ίδιων των πραγμάτων. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην προκείμενη περίπτωση: δηλαδή με τη Συνθήκη του Βερολίνου (1881) οι περιοχές Θεσσαλίας και Άρτας-Τζουμέρκων προσαρτήθηκαν στο Ελληνικό Κράτος και απέκτησαν την εθνική τους ελευθερία· αλλά ταυτόχρονα οι κάτοικοι βρέθηκαν εξαρτημένοι κοινωνικά και οικονομικά από καινούριους αφεντάδες, έγιναν δουλοπάροικοι ή κολλήγοι. Αυτό είναι το θέμα της παρούσας εργασίας. Εφαρμόζοντας έναν γενικό κανόνα που λέει πως τίποτα δεν γίνεται κατανοητό ξεκομμένο από τη γενικότερη συνάρτηση στην οποία ανήκει, αρχίζουμε από ένα ευρύτερο πλαίσιο.

Η γένεση του προβλήματος Ο κάμπος της Θεσσαλίας και ορισμένα χωριά της Ηπείρου ήταν τσιφλίκια των Τούρκων μπέηδων. Κατά τη διάρκεια της Συνθήκης του Βερολίνου Έλληνες λεφτάδες ήρθαν σε συνεννόηση με τους μπέηδες και αγόρασαν τα τσιφλίκια αντί πινακίου φακής και κατάφεραν να βάλουν στους όρους της συνθήκης του Βερολίνου και τη διάταξη πως τα τσιφλίκια θα παραμείνουν άθικτα όπως έχουν. Έτσι * Ο Απόστολος Μπουρνάκας είναι καθηγητής θεολογίας, διδάκτωρ φιλοσοφίας του πανεπιστημίου του Freiburg. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

37


38

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΠΟΥΡΝΑΚΑΣ

λοιπόν οι Έλληνες νεόπλουτοι όπως π. χ. ο Ζωγράφος, ο Χρηστάκης, ο Καραπάνος, ο Καρτάλης, ο Συγγρός, ο Χαρακόπος κ.ά., έγιναν οι καινούριοι τύραννοι και συμπεριφέρονταν περισσότερο σκληρά από τους προηγουμένους τυράννους. Οι Τούρκοι σέβονταν τους στοιχειώδεις άγραφους νόμους τους οποίους επικαλείται η Αντιγόνη στην ομώνυμη Τραγωδία του Σοφοκλή (496-406 π.Χ.), δηλαδή δεν πέταγαν στους δρόμους τους γέροντες, τους αρρώστους, τις χήρες και τα ορφανά και άφηναν κάποια περιθώρια για μια στοιχειώδη μέριμνα. Αντίθετα με αυτά, οι Έλληνες τσιφλικάδες και οι νομικοί τους σύμβουλοι, δηλητηριασμένοι από το ρωμαϊκό και το νεότερο εμπράγματο δίκαιο, συμπεριφέρονταν σκληρά και απάνθρωπα. Οι ξυλοδαρμοί, οι φυλακίσεις, οι εξώσεις και οι κάθε λογής προσβολές ήταν καθημερινά φαινόμενα. Οι άγραφοι νόμοι που ρύθμιζαν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή των παραδοσιακών κοινωνιών εκπορεύονται από μια βαθύτερη διάσταση της ζωής πέρα από τα αμφίσημα ανθρώπινα κατασκευάσματα που είναι αποκυήματα ή προϊόντα της ανθρώπινης αλλοτρίωσης και εκφράζουν τη βία και τα εκάστοτε συμφέροντα. Οι άγραφοι νόμοι είναι χαραγμένοι στις καρδιές όλων των ανθρώπων (επιστολή Παύλου προς Ρωμαίους κεφ. Β΄), αλλά αμαυρώνονται και ξεθωριάζουν υπό το βάρος της καθημερινότητας.

Η κατάσταση των δουλοπάροικων στη Θεσσαλία Πάνω από 400 χωριά έγιναν τσιφλίκια νεόπλουτων Ελλήνων που ζούσαν και συμπεριφέρονταν όπως οι φεουδάρχες του Μεσαίωνα. Η σκλαβιά των κατοίκων διήρκησε πάνω από 40 χρόνια. Οι τραμπούκοι των τσιφλικάδων, κατ’ εντολήν των αφεντικών τους, προέβαιναν και σε δολοφονίες. Τον Μάρτιο του 1906 δολοφόνησαν έναν υπέροχο άνθρωπο, τον δημοσιογράφο Παναγιώτη Αντύπα που διέδιδε το ευαγγέλιο της απελευθέρωσης σε όλους τους κατοίκους της Θεσσαλίας. Έτσι στη Θεσσαλία επικρατεί αναβρασμός εκείνα τα χρόνια, διαμαρτυρίες των κολλήγων και σκληρά αντίμετρα των τσιφλικάδων, ένα είδος εμφυλίου πολέμου. Οι αρχές αστυνομικές, δικαστικές κ.λπ., ήταν όργανα των τσιφλικάδων και οι δουλοπάροικοι δεν έβρισκαν πουθενά δίκαιο. Οι τσιφλικάδες ήλεγχαν και την Ελληνική Βουλή. Το αποκορύφωμα αυτών των συγκρούσεων ήταν τα γεγονότα του Κιλελέρ στις 6 Μαρτίου 1910 (Κιλελέρ μικρό χωριό κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής Λάρισας-Βόλου, σήμερα Κυψέλη). Εκεί ο στρατός, κατ’ εντολήν του τότε Πρωθυπουργού Δραγούμη, άνοιξε πυρ εναντίον συγκεντρωμένων αγροτών· σκοτώθηκαν πολλοί από αυτούς και η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε την ίδια μέρα στη Λάρισα, όσοι γλύτωσαν σύρθηκαν στα Δικαστήρια. Τα γεγονότα πήραν διαστάσεις και άρχισαν και συζητήσεις στην Ελληνική Βουλή, οι οποίες όμως είχαν παρελκυστικό χαρακτήρα, αφού οι εκπρόσωποι του Έθνους στην πλειοψηφία τους υποστήριζαν τους τσιφλικάδες. Εδώ θυμάμαι μια σχετική συζήτηση που είχαν κάΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Ε Θ Ν Ι Κ Η Α Π Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ω Σ Η Κ Α Ι Ο Ι Κ Ο Ν Ο Μ Ι Κ Η Υ Π Ο Δ Ο ΥΛ Ω Σ Η

ποτε με Τούρκους και τους ρώτησα: γιατί η κυβέρνηση δεν καταργεί τα τσιφλίκια που ισχύουν ακόμη στην Τουρκία; Και μου απάντησαν: γιατί αυτοί που κυβερνούν είναι οι ίδιοι τσιφλικάδες.

Η κατάσταση στην Ήπειρο Μετά την προσάρτηση της περιοχής Άρτας-Τζουμέρκων 28 χωριά βρέθηκαν τσιφλίκια του Καραπάνου ανάμεσα στα οποία οι Ραφταναίοι, η Ράμια, η Λιψίστα (το σημερινό Αθαμάνιο) και σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες τα Θοδώριανα και το Βουλγαρέλι. Ο Καραπάνος (1844-1914), δικηγόρος και βουλευτής, κατάγονταν από την περιοχή του Βάλτου και ήταν γαμπρός του τραπεζίτη Ζωγράφου, εγκατεστημένου στην Κωνσταντινούπολη με ευρείες διασυνδέσεις και γνωριμίες με τούρκους αξιωματούχους. Παρουσίασε τούρκικα συμβόλαια τα οποία όμως κανείς δεν μπορούσε να ελέγξει, αλλά και κανείς δεν έδειξε σχετικό ενδιαφέρον. Το Ελληνικό Δημόσιο τα αναγνώρισε σαν γνήσια, αλλά τα περισσότερα από αυτά ήταν πλαστά, όπως θα αναφέρουμε και στην επόμενη παράγραφο. Και εδώ επαναλαμβάνονται τα ίδια βίαια φαινόμενα όπως και στη Θεσσαλία. Και εδώ οι αρχές είναι όργανα του Καραπάνου. Ο Καραπάνος είχε γίνει ο μπαμπούλας, το φόβητρο για τους κατοίκους της περιοχής.

Η περίπτωση των Ραφταναίων Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία που να λέει πως οι Ραφταναίοι ήταν τούρκικο τσιφλίκι (με τη στενή έννοια). Ένα χωριό απομονωμένο, άγονο, με ανώμαλη διαμόρφωση του εδάφους, δεν προκαλούσε το ενδιαφέρον των Τούρκων. Αυτό αποδεικνύει πως πολλά από τα συμβόλαια του Καραπάνου ήταν πλαστά. Ο Καραπάνος κυβερνούσε τα χωριά με αντιπροσώπους, οι οποίοι φρόντιζαν για την καταβολή του 50% της παραγωγής. Συμπεριφέρονταν σκληρά προς τους κατοίκους. Θυμάμαι πολλές διηγήσεις από γεροντοτέρους ανθρώπους όταν ήμουν σε μικρή ηλικία. Η γιαγιά π.χ. πήγε να σώσει μερικά σταφύλια στο αμπέλι του πατέρα της και συμπτωματικά περνούσε από εκεί ο Επιστάτης· τη μάλωσε και έδωσε εντολή να μην πλησιάσει κανείς στο αμπέλι μέχρις ότου γίνει η εκτίμηση και πάρουν το 50% της παραγωγής. Η κατάσταση έγινε αφόρητη, γι’ αυτό μια επιτροπή από το χωριό κατέβηκε στην Άρτα για να συναντήσει τον Καραπάνο. Αποφασίστηκε να γίνει εξαγορά του χωριού αντί 1.260 χρυσών τουρκικών λιρών, ποσό υπερβολικό για εκείνη την εποχή, και να πληρωθεί σε 5 δόσεις μέχρι τον Ιούνιο του 1887. Δεν υπήρχε όμως τσακιστή δεκάρα· γι’ αυτό οι Ραφτανίτες άρχισαν να ταξιδεύουν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Ο παππούς μου, ράφτης, πήγαινε πεζοπορία στα χωριά της Λειβαδιάς, πολλοί μαστόροι (οικοδόμοι) ταξίδευαν στο Μωριά πεζοπορία ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

39


40

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΠΟΥΡΝΑΚΑΣ

και ξυπόλητοι, με τα τσαρούχια φορτωμένα για να μην τα χαλάσουν στο δρόμο. Το μέγεθος της φτώχειας φανερώνει και η εξής διήγηση: κάποιος γύρισε από τη Ρουμανία, που ήταν τότε η κλασική χώρα μετανάστευσης· βγήκε στο καφενείο και έδωσε εντολή στον καφετζή να κεράσει όλους τους παρευρισκομένους· όταν ο καφετζής πλησίασε έναν γέροντα και τον ρώτησε τι θα πάρει, εκείνος του απήντησε: εμένα αυτά τα λεφτά που αξίζει ο καφές θα μου τα δώσεις ράμματα (κλωστές) για να μπαλώσω το παντελόνι. Αυτούς τους άθλιους εκμεταλλεύονταν οι τσιφλικάδες με την ανοχή του Ελληνικού Κράτους. Αυτές ήταν και είναι οι «αξίες» της νεοελληνικής κοινωνίας, δηλαδή αδιαφορία, ψυχρότητα και εκμετάλλευση. Αυτή η κατάσταση, φτώχεια, καταπίεση κ.λπ., επηρέασε και την ψυχολογία των κατοίκων που ζούσαν με αισθήματα ανασφάλειας, αβεβαιότητας και φόβου.

Η απελευθέρωση των δουλοπάροικων «κολλήγων» Τα κατεστημένα συμφέροντα δεν υποχωρούν αμαχητί· γι’ αυτό και οι κοινωνικές αλλαγές μέχρι τώρα τουλάχιστον δεν γίνονται με ειρηνικά μέσα, με την πειθώ ή με την καλή θέληση. Γι’ αυτό η απελευθέρωση των δουλοπάροικων διήρκησε τόσο πολύ (πάνω από 40 χρόνια) και στοίχισε πολλές θυσίες. Τα ανθρώπινα δάκρυα που χύνονται σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι περισσότερα από τα ύδατα των ωκεανών, όπως αναφέρει ένα ινδικό κείμενο. Δυστυχώς στο στάδιο που διανύουμε οι διανθρώπινες σχέσεις ρυθμίζονται με τη βία. Τρεις άνδρες βοήθησαν τους κολλήγους στον αγώνα τους. Ο ιδεολόγος πολιτικός Αλέξανδρος Παπαναστασίου (1866-1936), αρχηγός του Κόμματος των λεγομένων Κοινωνιολόγων, μια σπάνια προσωπικότητα της νεότερης πολιτικής ιστορίας. Οι αγορεύσεις του στην Ελληνική Βουλή γι’ αυτό το θέμα είναι μνημειώδεις. Ο Ευρυτάνας πολιτικός Γεώργιος Καφαντάρης (1887-1946) επεχείρησε να λύσει το πρόβλημα, αλλά προσέκρουσε στον λαβύρινθο της γραφειοκρατίας. Τον γόρδιο δεσμό έλυσε ο Νικόλαος Πλαστήρας (1883-1953), ο οποίος με αναγκαστικό Νόμο το 1923 απαλλοτρίωσε τα κτήματα που κατείχαν οι τσιφλικάδες χωρίς αποζημίωση και τα μοίρασε στους καλλιεργητές της γης. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ πως ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο ήρωας της Μικρασιατικής Εκστρατείας (1919-1922), ο τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας, ο ανακηρυχθείς από την Ελληνική Εθνοσυνέλευση «άξιος της πατρίδος», πέθανε πάνω σε ένα σιδερένιο κρεβάτι εκστρατείας που ήταν και η μοναδική περιουσία του.

Μερικές Παρατηρήσεις Το γεγονός πως με την εθνική απελευθέρωση δεν έγινε και η κοινωνική και η οικονομική δείχνει πως η ελευθερία έχει πολλές διαστάσεις και απειλείται κάθε φορά ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Ε Θ Ν Ι Κ Η Α Π Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ω Σ Η Κ Α Ι Ο Ι Κ Ο Ν Ο Μ Ι Κ Η Υ Π Ο Δ Ο ΥΛ Ω Σ Η

από ορατούς και αόρατους (απρόσωπους) παράγοντες και καταστάσεις. Γι’ αυτό η πορεία της ιστορικής ζωής δεν είναι ευθύγραμμη και ομαλή, όπως συμβαίνει με τα φαινόμενα της φύσης, γιατί την κοινωνία και την ιστορία την φτιάχνουν οι άνθρωποι οι οποίοι βρίσκονται σε κατάσταση τραγικής αλλοτρίωσης ή, όπως έλεγε ο Κάντιος (1724-1804), είναι όπως τα στραβά ξύλα που δεν ισιώνουν εύκολα· αυτό διδάσκει η μέχρι τώρα ιστορία. Η μεγαλύτερη πλάνη των ανθρώπων είναι ο ανθρωποκεντρισμός, η αντίληψη δηλαδή πως ο άνθρωπος είναι τέλειο ον και όλα όσα υπάρχουν σε αυτόν τον κόσμο έγιναν γι’ αυτόν που μπορεί να τα μεταχειρίζεται κατά το δοκούν. Αυτή η αυταπάτη είναι η αιτία, η ρίζα του κακού που κυριαρχεί στην ανθρώπινη ζωή. Αυτό διδάσκουν οι μεγάλες θρησκείες, οι μεγάλοι τραγικοί όλων των εποχών και οι περισσότεροι ιστορικοί μεταξύ των οποίων και ο Θουκυδίδης που δεν είναι μόνον μεγάλος ιστορικός, αλλά πρέπει να θεωρείται και ένας τραγικός συγγραφέας πρώτης κατηγορίας.

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ ΡΑ Φ Ι Α

Γιάννη Κορδάτου, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Τόμος 13ος, Εκδόσεις 20ός Αιώνας, Αθήνα, 1959. Γιώργου Καρανικόλα, Κιλελέρ, Εκδόσεις Θουκυδίδης, Αθήνα, 1983. Γιάννη Καψάλη, Παναγιώτης Αντύπας, Αθήνα, 1986. Δημητρίου Μπούσδρα, Η απελευθέρωση των σκλάβων αγροτών, 1951. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμοι ΙΔ΄ & ΙΕ΄ (από το 1881 μέχρι το 1941), Εκδοτική Αθηνών, 1980. Στέφανου Φίλου, Άγναντα Άρτας, Εκδόσεις Αδελφότητας Αγναντιτών Αθήνας, Αθήνα 1991. Στέφανου Φίλου, Τα Τζουμερκοχώρια, Εκδόσεις Αδελφότητας Αγναντιτών Αθήνας, Αθήνα, 1994. Δημητρίου Παπαδημητρίου, Οι Ραφταναίοι, Ιωάννινα, 1998. Διηγήσεις παλαιοτέρων κατοίκων που θυμάμαι από τη νεανική μου ηλικία.

ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

41


ΝΑΠ. Γ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ*

ΑΘΑΜΑΝΙΟ

ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΑ

Τ

ο Αθαμάνιο είναι χωριό του νομού Άρτας και Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων. Ο Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων είναι ο πρώτος σε μέγεθος Δήμος του Νομού, ενώ τα Αθαμάνιο είναι το μεγαλύτερο δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου, με έκταση 30. 000 στρέμματα. Βρίσκεται στους πρόποδες των Τζουμέρκων, σε υψόμετρο 760 μ. και απέχει 63 χλμ. από την Άρτα. Περιλαμβάνει τους οικισμούς: το Αθαμάνιο, τα Αμπέλια, η Κορακάδα, το Παλαιοχώρι, ο Πλάτανος, η Σκαλούλα και το Τελήσι. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, έχει 517 μόνιμους κατοίκους. Είναι χτισμένο αμφιθεατρικά στις παρυφές των Τζουμέρκων (Αθαμανικά Όρη). Η κορυφή που βρίσκεται πάνω από το χωριό έχει υψόμετρο 2.393 μέτρα. Υψομετρικά το κέντρο του χωριού βρίσκεται στα 756 μέτρα. Λόγω όμως της μορφολογίας του εδάφους είναι κτισμένο από υψόμετρο 620 μ. έως 1042 μ. Γεωγραφικά τοποθετείται στο τμήμα των ανατολικών Τζουμέρκων και σε απόσταση 15 χλμ. από τον ποταμό Αχελώο, που αποτελεί το φυσικό σύνορο με το Νομό Τρικάλων.

Ιστορικά στοιχεία Στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου οι αρχέγονοι κάτοικοι, με το πέρασμα των χρόνων, συγκλίνουν σε μπουλούκια, που αργότερα διευρύνονται σε φύλα ή εθνότητες, με μόνιμη πλέον εγκατάσταση. Ο ιστορικός Θεόπομπος ο Χίος (4ος αι. π.Χ.) αναφέρει ότι στην Ήπειρο ζούσαν κατά το 1550-1100 π.Χ. περί τις 47 εθνότητες της ίδιας καταγωγής, που αργότερα συμπτύσσονται σε 14. Ο ιστορικός και γεωγράφος Στράβων (1ος αι. π.Χ.), απαριθμώντας τις κυριότερες ηπειρωτικές φυλές, αναφέρει: «Ηπειρώται δ’εισί και Αμφίλοχοι και οι υπερκείμενοι και συνάπτοντες τοις ιλλυρικοίς όρεσι, τραχείαν οικούντες χώραν, Μολοττοί τε Αθαμάνες και Αίθηκες και Τυμφαίοι και Ορέσται παρωραίοι τε και Αιτιντάνες, οι μεν πλησιάζοντες τοις Μακεδόσι μάλλον, οι δε τω Ιουνίω κόλπω...». Όλα αυτά τα φύλα έχουν εθνολογική ομοιογένεια, πιστεύουν στους ίδιους θεούς, έχουν τα ίδια ήθη και έθιμα και μιλούν την ίδια γλώσσα, την Πελασγική. * Ο Ναπολέων Γ. Καραγιάννης είναι δάσκαλος. 42

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΑΘΑΜΑΝΙΟ. ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η περιοχή των Τζουμέρκων στους μυθικούς και προϊστορικούς χρόνους αποτελούσε τμήμα της χώρας των Αθαμάνων, η οποία εκτεινόταν μεταξύ Ηπείρου, Θεσσαλίας και Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Οι Αθαμάνες, ένα από τα ηπειρωτικά φύλα που κατοικούσαν στην ορεινή περιοχή των Αθαμανικών Ορέων (Τζουμέρκα) και των βορειοανατολικών Αγράφων, οφείλουν το όνομά τους στον μυθικό βασιλιά Αθάμαντα, που ήρθε από τον Ορχομενό της Βοιωτίας, εγκαταστάθηκε και βασίλευσε στην περιοχή. Από το 1900 π. Χ, υπολογίζεται ότι η φυλή των Αθαμάνων εγκαταστάθηκε και πήρε τη γεωγραφική της θέση στον ορεινό όγκο της Πίνδου. Γύρω στα 1100 π. Χ. τους κατακτούν οι Δωριείς, οι οποίοι και αφομοιώνονται από τους ντόπιους. Ο Στράβων τους αποκαλεί: «...Αθαμάνες Ηπειρωτικόν Έθνος Βάρβαρον...», ο δε Στέφανος Βυζάντιος, ιστορικός και λεξικογράφος, αναφέρει γι’ αυτούς: «...το δε Έθνος βάρβαρον και ληστείαις προσκείμενον...». Τους χαρακτηρίζουν δηλαδή τραχείς, φιλοπόλεμους και χειμαρρωδώς κατερχόμενους προς τα εύφορα πεδινά, για να διασφαλίζουν τα αναγκαία εφόδια για τη διαβίωσή τους. Οι γείτονές τους, ιδίως οι Θεσσαλοί και Αμβρακιώτες, για τις ληστοπραγίες αυτές τους αποκαλούν «ληιστήρες Αθαμάνες». Στον μυθικό βασιλιά Αθάμα οφείλει το νέο όνομά του και το χωριό Αθαμάνιο. Κατά τους ιστορικούς χρόνους, οι Αθαμάνες αναφέρονται πρώτη φορά το 395 π.Χ. ενισχύοντας την τετραπλή συμμαχία Κορίνθου, Άργους, Αθήνας και Θήβας. Το 355 π. Χ. πολέμησαν ως σύμμαχοι των Μακεδόνων στο Β΄ Ιερό Πόλεμο (355346 π.Χ.) κατά των Φωκέων, που ήθελαν να πάρουν μέρος στη διοίκηση του Μαντείου των Δελφών. Αλλά και στον Γ΄ Ιερό Πόλεμο (339-338 π.Χ.), με αφορμή την καταπάτηση των κτημάτων του Μαντείου των Δελφών από τους Αμφισσείς, οι Αθαμάνες βρέθηκαν στο πλευρό των Μακεδόνων. Στο πλευρό των Μακεδόνων, ως σύμμαχοι και φίλοι, βρέθηκαν και στο συνέδριο της Κορίνθου (337 π.Χ.), υποστηρίζοντας τις θέσεις του Φιλίππου. Μετά τον θάνατο του Φιλίππου, την επόμενη χρονιά (336 π.Χ.), ξαναέγινε το συνέδριο με τον Μέγα Αλέξανδρο. Και πάλι οι Αθαμάνες ενέκριναν χωρίς ενδοιασμούς την εκστρατεία του κατά των Περσών. Το 323 π. Χ., μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Αθαμάνες συμμάχησαν με τους Αθηναίους, στον πόλεμο που κήρυξαν κατά των Μακεδόνων του στρατηγού Αντίπατρου. Στρατευμένοι ή μισθοφόροι πολεμιστές εκστρατεύουν στην Ιταλία υπό τον βασιλιά Πύρρο κατά τη δεύτερη περίοδο της βασιλείας του (296-272 π.Χ.). Γύρω στα 270 π.Χ. η Αθαμανία γίνεται μέλος της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Αργότερα, την εποχή του Κοινού των Ηπειρωτών (233-168 π.Χ.), έμειναν ανεξάρτητοι και κυβερνήθηκαν από τους βασιλείς Θεόδωρο και Αμύνανδρο. Γνώρισαν μεγάλη ακμή στα χρόνια του βασιλιά Αμύνανδρου (220-178 π.Χ.). Με την κυριαρχία των Ρωμαίων (167 π.Χ.) η Αθαμανία και όλη η Ήπειρος αρΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

43


44

Ν Α Π . Γ. Κ Α Ρ Α Γ Ι Α Ν Ν Η Σ

χικά συγχωνεύεται με τη Μακεδονία, αποτελώντας ρωμαϊκή επαρχία, ενώ μετά την υποταγή και της υπόλοιπης Ελλάδας το 146 π. Χ. προσαρτήθηκε στην επαρχία Αχαΐας. Από τον 3ο μέχρι τον 11ο αιώνα, Κέλτες, Βάνδαλοι, Οστρογότθοι, Νορμανδοί, Βούλγαροι και άλλοι επιδρομείς θα ερημώσουν πολλές φορές την περιοχή των Τζουμέρκων. Η Αθαμανία, στα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποτέλεσε αρχικά μέρος του Θέματος Νικόπολης και αργότερα τμήμα του ισχυρού Δεσποτάτου της Ηπείρου (1204-1449), ενισχύοντάς το οικονομικά και στρατιωτικά. Μετά την κατάληψη της Άρτας από τους Τούρκους το 1449 η περιοχή των Τζουμέρκων προβάλλει αντίσταση και παραμένει ανεξάρτητη μέχρι το 1479, οπότε και αναγνωρίζει την τουρκική κυριαρχία, διατηρώντας όμως σημαντικά προνόμια ως ημιανεξάρτητη, αυτοδιοικούμενη κοινότητα. Κατά τον 17ο αιώνα τα προνόμια περιορίζονται, οι φόροι αυξάνονται, ενώ η περιοχή δοκιμάζεται από αναρχία, ληστείες και διωγμούς. Από το 1696, οπότε τα χωριά της περιοχής των Τζουμέρκων και της ευρύτερης περιοχής οικειοθελώς τίθενται υπό την προστασία των Ενετών με την υποχρέωση πληρωμής φόρου, και ιδιαίτερα μετά τη συνθήκη του Κάρλοβιτς μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Βενετίας το 1699, μια νέα περίοδος ανασυγκρότησης και ανοικοδόμησης της περιοχής αρχίζει. Ανασυγκροτούνται οικισμοί, οικοδομούνται μοναστήρια, εκκλησίες, επισκευάζονται υδραγωγεία, νερόμυλοι κ.λπ. Γεγονότα που σημαδεύουν την περιοχή των Τζουμέρκων κατά τον 18ο αιώνα είναι τα Ορλωφικά το 1770 και η άνοδος στην εξουσία του Αλή Πασά το 1785. Κατά τους επαναστατικούς χρόνους η συμμετοχή των Τζουμέρκων στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 είναι αξιόλογη. Στο μοναστήρι του Αγ. Γεωργίου στο Βουργαρέλι τον Μάιο του 1821 συγκεντρώθηκαν οι οπλαρχηγοί των Τζουμέρκων και Ραδοβυζίων (Γεώργιος Καραϊσκάκης, Γώγος Μπακόλας, αδελφοί Κουτελίδα κ.ά.) και κήρυξαν την επανάσταση της Άρτας. Από τότε αρκετά επαναστατικά κινήματα σημειώνονται στην περιοχή των Τζουμέρκων και αρκετές μάχες διεξάγονται μέχρι το 1881, οπότε και γίνεται η προσάρτηση της περιοχής και της Άρτας στην ελεύθερη ελληνική επικράτεια. Τα πολεμικά γεγονότα του 20ού αιώνα (Βαλκανικοί πόλεμοι και οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι) και ιδιαίτερα η Κατοχή 1941-1944 και η δράση των αντιστασιακών δυνάμεων ΕΑΜ ΕΛΛΑΣ και ΕΔΕΣ στην περιοχή κατά τον Εμφύλιο σημαδεύουν την περιοχή των Τζουμέρκων με σημαντικές ανθρώπινες απώλειες και καταστρεπτικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Η εσωτερική και η εξωτερική μετανάστευση τις επόμενες δεκαετίες θα μειώσουν ακόμα περισσότερο το ανθρώπινο δυναμικό του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων, κατά συνέπεια και του χωριού Αθαμάνιο. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΑΘΑΜΑΝΙΟ. ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΑ

Αρχαιότητες στην περιοχή του Αθαμανίου Υπάρχουν πολλά αρχαιολογικά ευρήματα που μαρτυρούν πως στην περιοχή των Τζουμέρκων υπήρχε ζωή από τη Β΄ χιλιετία. Οι Αθαμάνες, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, είναι οι μακρινοί πρόγονοί μας και είναι η πρώτη ιστορικά εξακριβωμένη φυλή που ρίζωσε και έζησε στην περιοχή χωρίς διακοπή μέχρι σήμερα. Ο Αθαμανιώτης Κων. Χρ. Κωστοβασίλης, γιατρός, συγγραφέας και συνεργάτης του εγκυκλοπαιδικού Λεξικού «ΗΛΙΟΣ», στο λήμμα «Αθαμάνιο», γράφει: «... Σποραδικώς εις πλείστα σημεία της περιοχής ευρέθησαν νομίσματα του Πύρρου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου ως και χρυσούν αγαλματίδιον λέοντος περιελθόντα εις τον τότε τοπάρχην και αρχαιολάτρην Κων. Καραπάνον...». Επίσης στο ίδιο λήμμα αναφέρει «...Εις τας παρυφάς του Αθαμανίου διέρχεται λιθόστρωτος ρωμαϊκή οδός, από την οποίαν διέβη ο Ιούλιος Καίσαρ σπεύδων προς την Θεσσαλίαν δια την μάχην των Φαρσάλων...». Το ότι πέρασε ο Ιούλιος Καίσαρ με τα στρατεύματά του δια της Αθαμανίας και εισήλθε στη Θεσσαλία το βεβαιώνουν ο Πλούταρχος, ο Πουκεβίλ και ο Παν. Αραβαντινός στο βιβλίο του «Περιγραφή της Ηπείρου», τομ. Β΄, σελ. 39. Ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος (1864-1893), στο βιβλίο του «Δοκίμιον ιστορικής τινός περιλήψεως της πότε αρχαίας και εγκρίτου Ηπειρωτικής πόλεως Άρτης και της ωσαύτως νεωτέρας πόλεως Πρεβέζης», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1884, αναφέρει στη σελίδα 22: « Ε΄Ληψείστα ή Λουψίστα, κατοικούμενον υπό οικογενειών 120 περίπου, εκκλησιαζομένων... Υπάρχουσιν αυτώθι, ερείπια καταστάντα εξ αμνημονεύτων χρόνων, και έτερα ανώνυμα παρεκκλήσια.» Ο Τζουμερκιώτης ιστοριοδίφης Νικ. Χ. Παπακώστας, στο βιβλίο του «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ», Αθήναι 1967, γράφει: «Πολλαχού επί εμφανών σημείων υπάρχουν ίχνη θεμελίων πύργων, γνωστών παρά τοις κατοίκοις υπό το όνομα Καστρί. Τοιούτοι φαίνονται εισέτι παρά το Βουργαρέλι εις θέσιν Τσούκα...εις Λειψώ, Μπούγαν, Σχουρέτσαινα, Χώσεψιν και αλλαχού...». Ίχνη αρχαιοτήτων υπάρχουν στην τοποθεσία «Τζαμαρά» με την ειδική ονομασία «Παλιόκαστρο» ή «Παλιομανάστρο», η οποία βρίσκεται κάτω από τον οικισμό Αμπέλια, καθώς και στη θέση «Αφτιά» ή «Γυφτιά», στο δρόμο που οδηγεί στον οικισμό Σκαλούλα.

Εξαγορά του Αθαμανίου Μετά την Επανάσταση του 1821 η πρώτη οριοθέτηση των συνόρων άφησε την Ήπειρο ως τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι το 1881, οπότε κι έγινε η προσάρτηση της περιοχής της Ηπείρου. Όμως οι Τούρκοι, που είχαν στην ιδιοκτησία τους αυτές τις περιοχές και τα χωριά, είχαν πουλήσει τις εκτάσεις αυτές σε πλούσιους Έλληνες. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

45


46

Ν Α Π . Γ. Κ Α Ρ Α Γ Ι Α Ν Ν Η Σ

Αγοραστές των χωριών της Άρτας και των Τζουμέρκων ήταν ο Χρηστάκης Ζωγράφος και ο Κωνσταντίνος Καραπάνος, γαμπρός του Χρηστάκη Ζωγράφου και γιος του Γεράσιμου Καραπάνου, αρχιεπιστάτη των κληρονόμων του Μουσταφά Πασά, μεγάλου αξιωματούχου της Τουρκίας, έμπιστου συνεργάτη του Σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ Χαν Γαζή και ιδιοκτήτη περιοχών της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας. Οι δύο αυτές οικογένειες συγγένεψαν μεταξύ τους παντρεύοντας τους απογόνους τους κι έτσι έγινε η μεταβίβαση της περιουσίας, που περιελάμβανε 28 χωριά των Τζουμέρκων και της ευρύτερης περιοχής της Άρτας, μεταξύ αυτών και το Αθαμάνιο, τα οποία και πάλι υπέφεραν από την καταπίεση και τη βαριά φορολογία των νέων ιδιοκτητών. Οι κάτοικοι αποφάσισαν να αγοράσουν οι ίδιοι μόνοι τους το δικό τους χωριό, πρόταση την οποία αποδέχτηκε ο Καραπάνος. Το συμβόλαιο αγοραπωλησίας συντάχθηκε στις 16 Ιουνίου 1883 (αρ. 1486) και το συμφωνηθέν ποσό ήταν 4.500 χρυσές λίρες, εξοφλητέο μέχρι το 1891. Παρά τις προσπάθειες για εξόφληση του τελικού ποσού, το συμβόλαιο διαλύθηκε και τα δικαιώματα χάθηκαν. Οι αρχικοί ιδιοκτήτες δέχτηκαν, σε δεύτερη προσπάθεια των κατοίκων μετά από 15 χρόνια, να πουλήσουν το Αθαμάνιο στους κατοίκους του μέσω εγγυητή, του συγχωριανού τους Δημητρίου-Αναγνώστη Αλυμάρα (αρ. συμβολαίου 63897, 26 Σεπτεμβρίου 1898), ο οποίος την εποχή εκείνη βρισκόταν στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας και εργαζόταν ως επιστάτης στα τσιφλίκια του Χρηστάκη Ζωγράφου. Η εξόφληση θα γίνονταν σε 33 χρόνια. Την ψιλή κυριότητα ανέλαβε το κράτος, την οποία ανέκτησαν οι κάτοικοι του χωριού το 1998.

Η πρώτη ονομασία του χωριού Η πρώτη ονομασία του χωριού ήταν Λουψίστα ή Λειψίστα ή Ληψίστα και πιθανόν να ήταν ονομασία της τοποθεσίας πριν κατοικηθεί το χωριό. Το ίδιο συνέβη και με άλλα χωριά των Τζουμέρκων. Το 1927 η Κοινότητα Λουψίστας μετονομάστηκε σε Λειψώ (ΦΕΚ Α΄ 76/1927) και το 1950 πήρε το σημερινό όνομα Αθαμάνιο (ΦΕΚ Α΄ 96/1950, αυτό «της προμήτορος Αθαμανίας, ταιριαστό στην ιστοριογεωγραφία, αρχαιολογία και λαογραφία της περιοχής», κατά τον καθηγητή αρχαιολογίας Σπύρο Μαρινάτο, ο οποίος και εισηγήθηκε τη μετονομασία στο Συμβούλιο Τοπωνυμιών του Υπουργείου Εσωτερικών. Ο καθηγητής Φάνης Κακριδής, απαντώντας γραπτώς στον Αθαμανιώτη Κώστα Γιώργη Στασινό σε σχετικό ερώτημα για την προέλευση του τοπωνυμίου Λουψίστα, έγραφε: «...το τοπωνύμιο Λουψίστα μπορεί να συσχετιστεί με τη σλαβική ρίζα LUB, που σημαίνει σε στενή έννοια φλούδα (δέντρου). Σε δεύτερη εκτίμηση μπορεί να συνδυαστεί με τη ρίζα (λέξη) LUBBCBSKO (Λούψικον), που σε μια ελεύθερη μετάφραση σημαίνει: τόπος με περίγυρο στεφάνη, τόπος που περικλείεται από λόφους, ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΑΘΑΜΑΝΙΟ. ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΑ

κοιλάδα». Για το ίδιο θέμα και στο ίδιο ερώτημα του Κώστα Γιώργη Στασινού προς τον σλαβολόγο καθηγητή του Α. Π. Θ. Φαίδωνα Μαλιγκούδη, κατόπιν προτροπής του Κακριδή, δόθηκε η απάντηση: «... κατά τη γνώμη μου το τοπωνύμιο Λουψίστα (Λειψίστα) είναι σλαβικού ετύμου και προέρχεται από τη λέξη LIPA (Λίπα), που σημαίνει το δέντρο Φλαμουριά. Από το ίδιο έτυπο είναι και το γερμανικό LEIPZIG = Λειψία, που είναι και αυτό σλαβικό τοπωνύμιο...». Ο Λάμπρος Τατσιόπουλος, δάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Παλαιοχωρίου Αθαμανίου από το 1937 μέχρι το 1947, ερευνώντας διάφορα λεξικά για το τοπωνύμιο Λουψίστα, βρήκε ενδιαφέρουσες και υιοθέτησε τις πληροφορίες που αναφέρονται στα λεξικά, H. LIDDEL και R. SCOTT, έκδοσης Ι. Σιδέρη, και ΗΣΥΧΙΟΥ, έκδοσης (ALDUS), Βενετία 1514. Σύμφωνα με τα δύο αυτά λεξικά, η λέξη Λουψίστα είναι σύνθετη και αποτελείται από τις λέξεις Λούμα, που σημαίνει ρύαξ και ψια, που σημαίνει παίγνιο. Έτσι, Λουμψια και -ιστα μας κάνουν το Λουμψίστα ή Λουψίστα, δηλαδή ρυάκι παιχνιδιάρικο.

Η κοινότητα Αθαμανίου Η ανάγκη της ζωής και το αίσθημα της αυτοσυντήρησης έσπρωξαν τον άνθρωπο να δημιουργήσει στην αρχή μια ένωση λίγων ανθρώπων με κοινή καταγωγή και κοινά συμφέροντα και να δημιουργηθούν με αυτό τον τρόπο διάφοροι οικισμοί. Οι κάτοικοι των διασπαρμένων συνοικισμών, για να αντιμετωπίσουν κάθε είδους κινδύνους και αντιξοότητες, αισθάνθηκαν την ανάγκη να συνενωθούν και να δημιουργήσουν μια πρότυπη κοινωνία, το χωριό, και να φτάσουν στη σημερινή κοινωνική σύνθεση κι εξέλιξη με το διοικητικό σύστημα των δήμων και κοινοτήτων. Η αυτοδιοίκηση αυτών των συνοικισμών, που οι αρχαίοι τις έλεγαν κοινότητες, κώμες, πόλεις ή δήμους, διατηρήθηκε σε προγενέστερες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εποχές, στη Ρωμαϊκή εποχή και επί Βυζαντινού κράτους με τη λέξη «κοινά», και ευνοούσαν κάθε μονάδα αυτοδιοίκησης. Εξάλλου η αυτοδιοίκηση ήταν εκείνη που επί Τουρκοκρατίας έδινε δύναμη στον υπόδουλο πληθυσμό να αποτινάξει τον τούρκικο ζυγό. Ήταν το πρώτο κέντρο της φυλετικής και εθνικής αντίστασης με τη διατήρηση της θρησκείας και της γλώσσας και τα προνόμια που πέτυχε ο υπόδουλος Ελληνισμός. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Προεστοί των πόλεων και οι Δημογέροντες των χωριών ήταν η επιμελητεία του στρατού και του στόλου κατά την Επανάσταση. Τα χωριά αυτά, κατά την πρώτη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας, ο Νόμος περί συστάσεως Δήμων (ΦΕΚ 3/10.1.1834) και περί Δημαιρεσιών (8.6.1834), σύμφωνα με τον οποίο διεξήχθησαν οι πρώτες Δημοτικές εκλογές, τα υπήγαγε σε Δήμους μέχρι το 1912, με το Νόμο ΔΝΖ (4057) 12.2.1912, ΦΕΚ 58/14.2.1912 οπότε ιδρύθηκαν οι Κοινότητες. Η Νομαρχία Άρτας ιδρύθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα της 21.3.1882, ΦΕΚ ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

47


48

Ν Α Π . Γ. Κ Α Ρ Α Γ Ι Α Ν Ν Η Σ

17/24.3.1882. Με το ίδιο διάταγμα ιδρύθηκε και το Επαρχείο Τζουμέρκων, με έδρα την Άγναντα, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1891, που καταργήθηκε και συγχωνεύτηκε στην επαρχία Άρτας. Η Λουψίστα, από την απελευθέρωση του 1881, αποτέλεσε Κοινότητα του νομού Άρτας και ειδικότερα της επαρχίας Τζουμέρκων. Μετά τη διαίρεση της επαρχίας Τζουμέρκων σε Δήμους υπήχθη από το 1883 στον Δήμο Θεοδωρίας και παρέμεινε μέχρι το 1912, οπότε καταργήθηκαν οι Δήμοι και τα χωριά αποτέλεσαν ίδιες κοινότητες. Με το Βασιλικό Διάταγμα της 18.8.1912, ΦΕΚ 254/25.8.1912 αναγνωρίστηκε το Αθαμάνιο ως αυτοτελής κοινότητα, με την αρχική ονομασία Λουψίστα και εξαμελές κοινοτικό συμβούλιο, του οποίου η θητεία ήταν τετραετής. Η εκλογή του προέδρου ήταν έμμεση και γίνονταν από το κοινοτικό συμβούλιο. Η θητεία του ήταν ετήσια. Αργότερα η θητεία έγινε τετραετής και μετά τη μεταπολίτευση του 1974 η εκλογή ήταν άμεση και για τέσσερα χρόνια.

Οι πρόεδροι της Κοινότητας Στις πρώτες εκλογές που έγιναν στη νεοσύστατη κοινότητα Λουψίστας, στις 9 Φλεβάρη 1914, πρόεδρος εξελέγη ο Φώτιος Ι. Στασινός με έμμεση εκλογή από το κοινοτικό συμβούλιο. Μετά τον Φώτιο Ι. Στασινό εκλέχτηκε πρόεδρος ο Σωτήριος Δημ. Φώτης. Οι δυο τους εναλλάσσονταν στην προεδρία για αρκετά χρόνια και ήταν από τους ανθρώπους που είχαν πρωτοστατήσει, μαζί με άλλους κατοίκους του χωριού, στην εξαγορά του από τον μεγαλοτσιφλικά Καραπάνο. Από το αξίωμα του Προέδρου, εκείνα τα χρόνια, σύμφωνα με προφορικές πληροφορίες των γεροντότερων κατοίκων του χωριού, πέρασαν και οι Γεώργιος Γάκης από τον συνοικισμό του Παλαιοχωρίου και Γεώργιος Κωσταπαπάς (Μπέης). Δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, μετά από αυτές του 1914, έγιναν στις 4.8. 1929. Αιτία της μακρόχρονης αυτής αναβολής των εκλογών ήταν η Μικρασιατική Εκστρατεία, η καταστροφή που ακολούθησε και ο εθνικός διχασμός. Η κοινοτική αρχή που προέκυψε από αυτές τις εκλογές ήταν η ίδια, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των μεγαλύτερων σε ηλικία. Δεν υπήρξε δηλαδή κάποια ανανέωση στα πρόσωπα. Στις δημοτικές εκλογές που διενεργήθηκαν στις 11 Φλεβάρη του 1934 στο κοινοτικό συμβούλιο εκλέχτηκαν οι: Νικόλαος Κ. Ψωράκης, Πρόεδρος, Αριστείδης Ν. Ροκάς, Βασίλειος Γ. Αλυμάρας, Λάμπρος Ι. Ζιώρης και Σωτήριος Δ. Φώτης. Η δικτατορική Κυβέρνηση Μεταξά περιόρισε τα κοινοτικά συμβούλια σε τριμελή και διόρισε πρόεδρο του χωριού τον Βασίλειο Γ. Αλυμάρα. Κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής, από τις αρχές του 1942 μέχρι το τέλος του 1943, με απόφαση του Νομάρχη Άρτας, ανέλαβε πρόεδρος ο συνταξιούχος δάσκαλος Απόστολος Δημόπουλος. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΑΘΑΜΑΝΙΟ. ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΑ

Το καλοκαίρι του 1943 αποφασίστηκε από το Κοινό Στρατηγείο Εθνικών Ομάδων Ανταρτών (ΚΓΣΕΟΑ) η διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές. Τα μέλη που εκλέχτηκαν για τη Λαϊκή Διοικητική Επιτροπή ήταν τα παρακάτω: Μήτσος Σ. Φώτης, Κων. Ν. Ψωράκης, Βασ. Γ. Αλυμάρας, Μήτσος Ηλ. Τσίπρας, Λάμπρος Κ. Μπασιούκας και Κων. Γ. Γεωργιάδης. Όμως ο εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε ανάμεσα στις αντιστασιακές οργανώσεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, στις αρχές του Οκτώβρη του 1943, και η γερμανική επιδρομή που ακολούθησε με την πυρπόληση των χωριών των Τζουμέρκων, δεν επέτρεψαν τη συγκρότηση των νέων κοινοτικών συμβουλίων. Αυτή έγινε μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου της Πλάκας (29.2.1944) και πρόεδρος της Κοινότητας Λουψίστας εκλέχτηκε ο Μήτσος Ηλ. Τσίπρας. Με τη συμφωνία της Βάρκιζας (12.2.1945) και τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ ο έλεγχος του χωριού πέρασε στις κυβερνητικές δυνάμεις της Δεξιάς. Πρόεδρος ορίζεται ο Βασ. Γ. Αλυμάρας. Η κυβέρνηση που αναδείχτηκε από τις βουλευτικές εκλογές, που έγιναν στις 31.3.1946, ενεργοποίησε τα δημοτικά και κοινοτικά συμβούλια που είχαν εκλεγεί από τις εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. Πρόεδροι μέχρι τον Απρίλη του 1951 διετέλεσαν οι: Βασίλειος Γ. Αλυμάρας, Νικόλαος Κ. Ψωράκης και Αριστείδης Νικ. Ροκάς. Στις εκλογές του 1951 πρόεδρος αναλαμβάνει, για ένα χρόνο ο πλειοψηφών σύμβουλος Βασίλειος Κ. Μπασιούκας και για τα επόμενα τρία χρόνια ο γραμματέας της κοινότητας Κωνσταντίνος Δ. Στασινός. Την περίοδο 1955-1959 πρόεδροι του Αθαμανίου διετέλεσαν οι: Λάμπρος Λ. Τσιώρης, Βασ. Κ. Μπασιούκας, Αριστείδης Ν. Ροκάς και Νικόλαος Γ. Κωσταβασίλης. Από το 1959 μέχρι το 1961 καθήκοντα προέδρου άσκησε ο Λάμπρος Λ. Τσιώρης και από το 1962 μέχρι το 1964 ο Στυλιανός Ευαγγ. Γαλάνης. Κατά τη διετία 1964-1966 ανέλαβε πρόεδρος ο Χρήστος Γ. Ζορμπάς και από την 1.1.1967 ο Ξενοφών Γ. Στασινός. Το δικτατορικό καθεστώς της χούντας των Συνταγματαρχών όρισε ως πρόεδρο του Αθαμανίου, από το Μάη του 1967 μέχρι το Μάη του 1972 τον Ξενοφώντα Γ. Στασινό και από το Μάη του 1972 και μετά τον Χρήστο Γ. Ζορμπά. Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 πρόεδρος τοποθετήθηκε, με απόφαση της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, ο Διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Αθαμανίου Δημήτριος Γ. Μάλλιος. Στις εκλογές που έγιναν στις 24.7.1974 πρόεδρος εκλέχτηκε ο Βασίλειος Δ. Τριάντος, στις εκλογές του Οκτώβρη του 1978 ο Ξενοφών Γ. Στασινός, τον Οκτώβρη του !982 και του 1986 ο Γεώργιος Λ. Μπασιούκας, το 1990 και το 1994 ο Δημήτριος Κ. Κανής Με τη διοικητική διαίρεση του 1997, που προέκυψε με την εφαρμογή του σχεδίου «Καποδίστριας» για τη συγκρότηση της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Ν. 2539, ΦΕΚ 244/τ. Α΄/1997, ιδρύθηκε ο Δήμος Αθαμανίας και το Αθαμάνιο αποτέλεσε Δημοτικό Διαμέρισμα του νεοσύστατου Δήμου. Το 2010, με ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

49


50

Ν Α Π . Γ. Κ Α Ρ Α Γ Ι Α Ν Ν Η Σ

το πρόγραμμα «Καλλικράτης», περί «Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης» με το Ν. 3852, ΦΕΚ 87/ τ. Α΄/7.6.2010, επανακαθορίστηκαν τα όρια των αυτοδιοικητικών μονάδων (ΟΤΑ) και ιδρύεται ο Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων, με τη συνένωση των Δήμων Αθαμανίας και Αγνάντων, στον οποίο το Αθαμάνιο αποτελεί Τοπική Κοινότητα.

Η εξέλιξη του πληθυσμού Η προφορική παράδοση λέει ότι οι πρώτοι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν στο μακρινό παρελθόν στο Αθαμάνιο είναι τρεις: ο Ψυχογιός, ο Κωσταβασίλης και ο Μπαούτας. Η πιο παλιά πληροφορία που υπάρχει, σχετικά με τον πληθυσμό του χωριού, είναι του έτους 1828, όταν οι Αρτινοί Μόστρας, Κροκίδας, Σακελλαρόπουλος και άλλοι βρέθηκαν στην έδρα της διοίκησης του νέου Ελληνικού Κράτους και υπέβαλαν αναφορά, με ημερομηνία 30.10.1828, στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, για να τον πληροφορήσουν με στοιχεία για την περιοχή της Άρτας. Στην αναφορά αυτή φαίνεται η Λουψίστα (Αθαμάνιο) να έχει 70 φαμελιές. Πάντως μέχρι το 1841 δεν βρέθηκε όνομα κατοίκου του Αθαμανίου γραμμένο σε χαρτί η αλλού. Μόνο από το Μητρώο Αρρένων, στο οποίο εγγράφονταν μόνον οι κληρωτοί για τη στράτευση από κάθε στρατεύσιμη σειρά, έχουμε την πληροφορία ότι ο Λάμπρος Δημ. Παπαδήμας γεννήθηκε το 1841, ο Λάμπρος Αναστ. Παπαγιάννης το 1844, ο Βασίλειος Νικ. Νίκος το 1844, ο Γεώργιος Ιωαν. Καραγιάννης το 1848, ο Παναγιώτης Κων. Ψυχογιός το 1849, ο Σωτήριος Λάμπρ. Μάλλιος το 1850, ο Χρήστος Γ. Ξυνός, ο Χρ. Γ. Τυρολόγος και ο Δημήτριος Ιωανν. Στασινός το 1851. Τέλος ο Ιωάννης Γεωργ. Ντζερεμές γεννήθηκε το 1852. Το 1854, όπως μας πληροφορεί ο Π. Αραβαντινός στο βιβλίο του «Χρονογραφία Ηπείρου», Τομ. Β΄, η Λουψίστα είχε 19 σπίτια. Ίσως στα περισσότερα σπίτια, αν όχι σε όλα, κατοικούσαν δύο, τρεις ή και περισσότερες οικογένειες, όπως συνέβαινε μέχρι και τον σεισμό της πρώτης του Μάη του 1967. Το 1882 το χωριό είχε 705 κατοίκους. Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ γράφει για τον πληθυσμό της Λουψίστας στο βιβλίο του, που αναφέραμε παραπάνω, στη σελίδα 22: «Ε’ Ληψίστα ή Λουψίστα, κατοικούμενον υπό οικογενειών 120 περίπου, εκκλησιαζομένων εν τοις ναοίς της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της Μεταμορφώσεως, του Αγίου Αθανασίου, του Αγίου Νικολάου, και του Αγίου Γεωργίου, ιερουργημένοις υφ’ ενός ιερέως». Το έτος 1889 το χωριό είχε πληθυσμό 724 κατοίκους, το 1896 είχε 914, το 1907 είχε 1.020, το 1920 οι κάτοικοί του ανέρχονται σε 1.076, το 1928 σε 1.244, το 1940 σε 1.660, το 1951 σε 1.604, το 1961 σε 1.890 και το 1971 σε 1.604. Το 1979 αποσπάται το Κάτω Αθαμάνιο, το οποίο ήταν τα χειμαδιά των κτηΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΑΘΑΜΑΝΙΟ. ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΑ

νοτρόφων του Αθαμανίου, από την ενιαία Κοινότητα Αθαμανίου και αποτελεί ξεχωριστή Κοινότητα. Ο πληθυσμός της Κοινότητας Αθαμανίου το 1981 είναι 1.002 κάτοικοι, το 1991 είναι 1.036, το 2001 ως Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αθαμανίας 967 και το 2011 ως Τοπική Κοινότητα του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων 517.

Ο Συνεταιρισμός Μετά την εξαγορά της Λουψίστας από τον τσιφλικά Κωνσταντίνο Καραπάνο το 1898, στην ιδιοκτησία των κατοίκων του χωριού περιήλθε το 1923, από τη Μαρία σύζυγο του Κ. Καραπάνου και τους κληρονόμους της, η δασική και χορτολιβαδική του έκταση. Με την παραχώρηση που έγινε, το 1925 ιδρύθηκε ο Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Δάσους και Χορτονομής Λουψίστας μετά από σχετικό Νομοθετικό Διάταγμα και νόμο του κράτους περί ιδρύσεως Αναγκαστικών Συνεταιρισμών (νόμος 602/1924). Η έγκριση για την ίδρυσή του υπεγράφη στις 24 Μαρτίου 1925. Στους κατοίκους του χωριού παραχωρήθηκε η εκμετάλλευση και η νομή της δασικής έκτασης. Την ψιλή κυριότητα την ανέλαβε το κράτος μέχρι το 1998, όταν με την Αριθ. Πρωτ. Απόφαση 71110/11108/7 Οκτωβρίου 1998 πέρασε στους Αθαμανιώτες. Η πρώτη διοίκηση του συνεταιρισμού, που άρχισε να λειτουργεί από το 1925, αποτελέστηκε από το Γεώργιο Χρ. Τυρολόγο, το Δημ. Φ. Στασινό και το Γεώργιο Κωσταπαπά (Μπέη). Οι Αθαμανιώτες που διετέλεσαν πρόεδροι του συνεταιρισμού κατά τα επόμενα χρόνια και μέχρι σήμερα είναι: Γεώργιος Χρ. Τυρολόγος, Λάμπρος Κ. Χατζηγιάννης, Γεώργιος Χρ. Ξυνός, Κωνσταντίνος Χρ. Ξυνός, Κωνσταντίνος Δημ. Στασινός, Κωνσταντίνος Ι. Τσίρκας, Χρήστος Ι. Αλυμάρας, Χρήστος Δ. Τριάντος, Λάμπρος Λ. Τσιώρης, Αριστομένης Β. Σταύρου, Ξενοφών Γ. Στασινός, Βασίλειος Ν. Τσίρκας, Κωνσταντίνος Ι. Κουτσιαύτης, Απόστολος Γ. Τυρολόγος και Δημήτριος Κ. Κανής.

Τα Σχολεία Στη Λουψίστα, όπως μας πληροφορεί ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος, μέχρι την προσάρτηση στο νέο Ελληνικό Κράτος (24.6.1881), λειτουργούσε Παιδαγωγική Σχολή, η οποία μάλλον ήταν Κοινό Σχολείο, όπως αναφέρει στην έκθεσή του ο Ηπειρώτης Γεώργιος Χασιώτης, η οποία δημοσιεύτηκε το 1873 στη επετηρίδα του Ηπειρωτικού Συλλόγου Κωνσταντινούπολης. Από αυτή την έκθεση πληροφορούμαστε πως το χωριό είχε 700 κατοίκους, 40 μαθητές και ένα Κοινό Σχολείο. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

51


52

Ν Α Π . Γ. Κ Α Ρ Α Γ Ι Α Ν Ν Η Σ

Τον επόμενο χρόνο της προσάρτησης ιδρύθηκε στη Λουψίστα Κοινό Δημοτικό Σχολείο αρρένων (ΦΕΚ 201/22.12.1882). Το 1890 οικοδομήθηκε το πρώτο διδακτήριο στο χωριό, στην ανατολική πλευρά της πλατείας, με δαπάνες των κατοίκων. Το σχολείο καταργήθηκε τον Ιούνιο του 1908 με το νόμο Γ-Η Αρθρο 2/ ΦΕΚ 173, άνοιξε όμως πάλι σύντομα ύστερα από τις πιέσεις των κατοίκων του χωριού. Στο σχολείο του Αθαμανίου (Λουψίστας), το οποίο ονομαζόταν 1ο Δημοτικό Σχολείο Αθαμανίου, δίδαξαν μέχρι τη δεκαετία του ’80 οι δάσκαλοι: Αθ. Μάργαρης, Ιωάννης Σιμιτζής, Χρ. Νταλαγιώργος, Κων Παπαγεωργίου, Ιωάννης Λένης, Χρ. Λαμπράκης, Απόστολος Δημόπουλος (1908-1934), Κων. Γεωργιάδης (19341945), Κώστας Πατσής, Λάμπρ. Παπά, Δημ. Κυρίτσης, Βασ. Μπαρτσούλης, Δημ. Κρανιώτης, Ευφρ. Λάκκα, Γ. Μίχος, Κ. Ζαχαροπούλου-Μίχου, Δημ. Γ. Μάλλιος, Κλεάνθης Παπαγιάννης, Κων. Γ. Μάλιος, Γεωργ. Παπαγεωργίου, Κων. Μπιτχαβάς, Ελπίδα Στούμπου-Μπιτχαβά, Καλλιόπη Διονύση, Γεωργ. Ν. Κωσταβασίλης. Το 1923 ιδρύθηκαν δύο συνοικιακά δημοτικά σχολεία στη Λουψίστα, της Σκαλούλας και του Σκρουμπουτσικού (Αγίου Χαραλάμπους) (ΦΕΚ 49/14.2.1923 τ. Α΄). Στο Δημοτικό σχολείο Σκαλούλας δίδαξαν οι δάσκαλοι: Απ. Παπαγεωργίου, Νικ. Σπυρόπουλος, Απ. Δημόπουλος, Αριστ. Κράβαρης, Γεωργ. Παπαγεωργίου, Σωτήριος Γ. Μάλλιος, Δημ. Συγίζης, Βασ. Δοσούλας κ. ά. Το σχολείο της Σκαλούλας λειτούργησε για λίγα χρόνια και καταργήθηκε για να επαναλειτουργήσει το 1940. Στο Δημοτικό σχολείο Αγίου Χαραλάμπους, το οποίο ονομαζόταν 2ο Δημοτικό Σχολείο Αθαμανίου, δίδαξαν οι δάσκαλοι: Δημοσθ. Γούλας, Ιωάννης Κάγκαλος, Κωνσταντίνος Ψωράκης, Κων/νος Γεωργιάδης, Λάμπρος Τατσιόπουλος, Γεώργιος Κυρίτσης, Δημ. Κρανιώτης, Γεωργ. Παπαγεωργίου, Νικ. Στούμπος, Ευάγγελος Κανάλας, Νικ. Τσώλης, Λαμπρ. Παπάς, Δ. Ζαρλαχάς, Μαρία Κουρλοκώστα, Γ. Χ. Κωσταβασίλης, Απόστ. Πλιάτσικας, Ευάγγ. Σπύρου κ. ά. Το 1937 ιδρύθηκαν άλλα δύο συνοικιακά σχολεία, το Δημοτικό σχολείο του Παλαιοχωρίου και το Δημοτικό σχολείο της Αγορασιάς (Β.Δ. 3.9.1937, ΦΕΚ 361/ 16.9.1937 τ. Α΄). Στο σχολείο του Παλαιοχωρίου δίδαξαν οι δάσκαλοι: Λάμπρος Τατσιόπουλος (1937-1947), Ιωάννης Νίκου, Αθαν. Γιάπρος, Δημ. Μάλλιος, Βασ. Μακρυθανάσης, Κων. Χάρος, Λάμπρος Μπόσμος, Ευάγγ. Κανάλας, Κων. Μπιτχαβάς, Γ. Σπύρου, Βασ. Γεωργάκης κ. ά. Στο σχολείο της Αγορασιάς δίδαξαν οι δάσκαλοι: Γ. Ανδριάς, Δ. Γκίζας, Κ. Κίσκας, Κων. Ν. Ψωράκης, Αφροδίτη Σταματάτου, Μηνάς Παπάς, Σοφία Χασάνη, Λάμπρος Ι. Κωσταβασίλης, Δέσποινα Αθανασίου, Αριστοφάνης Ι. Κωσταβασίλης, Γ. Λ. Νίκος, Κων. Πήχας, Ι. Κοντογιάννης, Νικ. Παπαχριστάκης, Δημ. Μπράτης, Γ. Χήτας, Γ. Σπύρου, Παναγ. Κατέρος, Μαν. Λύγκος, Ευαγγελία Ντούλα, Άννα Σαπρίκη, Γ Κωσταβασίλης κ.ά. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ιδρύθηκε το Δημοτικό σχολείο Αγίας ΚυΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΑΘΑΜΑΝΙΟ. ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΑ

ριακής, στον ομώνυμο οικισμό. Σ’ αυτό δίδαξαν οι δάσκαλοι Χαρ. Ζορμπάς και Γεωργ. Κωσταβασίλης. Το 1953 ιδρύθηκε σχολείο στον οικισμό Τάβλα (Β.Δ. 13.3.1952, ΦΕΚ 72/26.3. 1953 τ. Α΄). Σ’ αυτό δίδαξαν οι δάσκαλοι: Δ. Λαμπρόπουλος, Ι. Τσάκας, Δήμητρα Δογάνη, Παναγ. Κώτσης, Σοφία Κ. Ψωράκη, Αθ. Βαβέτσης, Λάμπρος Σερέτης, Αρετή Σιδέρη, Παν. Βίτσιος, Παν. Κατέρος, Γεωργία Τζουρμανά, Γεωργ. Αρ. Κωσταβασίλης και γεωργ. Ντάφλης. Το έτος 1966 ιδρύθηκε το Δημοτικό σχολείο Γωνιάς (Β.Δ. 4.6.1966, ΦΕΚ 122/ 13.6.1966, τ. Α΄), επίσης στο ομώνυμο οικισμό. Στο σχολείο αυτό δίδαξαν οι δάσκαλοι: Γεωργία Τζουρμανά, Δημ. Συγίζης, Γεώργιος Τάτσης, Ευάγγ. Δήμας, Βασ. Παπαγιάννης, Δημ. Κορομηλιάς, Δημ. Κορτέσης, Αριστ. Ι. Κωσταβασίλης, Γεώργιος Πλούμπης, Λαμπρινή Τσούλου και Αριστ. Παπάς. Το 1977 στο Αθαμάνιο ιδρύθηκε Νηπιαγωγείο. Στο Νηπιαγωγείο Αθαμανίου υπηρέτησαν ως νηπιαγωγοί, μετά το 1992 (για τα χρόνια πριν από το 1992 δεν διασώζονται στο Νηπ/γείο στοιχεία)οι νηπιαγωγοί: Βασιλική Γούση, Τσόλα Ευθαλία, Δεληγιάννη..., Μπαφατάκη Κων/να, Γκουγιάννη Όλγα, Χαμηλάλη Μαρία-Αγάπη, Κεφάλα Παρασκευή, Παπαγεωργίου Ανδρονίκη, Διγώνη Αναστασία κ. ά. Σήμερα λειτουργεί το Νηπιαγωγείο Αθαμανίου και τα Δημοτικά σχολεία Αθαμανίου και Αγίου Χαραλάμπους.

Ενοριακοί ναοί του Αθαμανίου Στο κέντρο του χωριού και στο νότιο μέρος της πλατείας βρίσκεται η κεντρική εκκλησία, που είναι αφιερωμένη στη μνήμη της Κοίμησης της Θεοτόκου. Ο ναός κτίστηκε το 1978 στο ίδιο σημείο που υπήρχε η παλιά εκκλησία, η οποία είχε κτιστεί το 1848 και η οποία είχε υποστεί σοβαρές ζημιές στον σεισμό του 1967. Στην ίδια θέση υπήρχε μικρή εκκλησία, αφιερωμένη και αυτή στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η αναφορά του Μητροπολίτη Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλου, που είδαμε στην ενότητα για την εξέλιξη του πληθυσμού του χωριού, σε αυτόν τον ναό γίνεται. Επί πλέον ο Μητροπολίτης Σεραφείμ, στην ίδια παράγραφο, μας πληροφορεί και για τους ναούς της Μεταμορφώσεως, του Αγίου Αθανασίου, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Νικολάου του Αγίου Γεωργίου καθώς και για το ότι λειτουργούσε ένας ιερέας. Από το 1967 μέχρι το 1978 ο εκκλησιασμός των κατοίκων γίνονταν σε μια πρόχειρη ξύλινη παράγκα, η οποία είχε στηθεί κάτω από τον πλάτανο στα ανατολικά της πλατείας. Δυστυχώς ο σεισμός του 1967, εκτός από τις σοβαρές ζημιές που προκάλεσε στον ναό, λάβωσε και το καμπαναριό, που είχε κτιστεί με πελεκητή πέτρα το 1919, και είχε ως αποτέλεσμα την κατεδάφισή του. Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας δεν υπήρχαν ιερείς στα χωριά. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

53


54

Ν Α Π . Γ. Κ Α Ρ Α Γ Ι Α Ν Ν Η Σ

Καθήκοντα ιερέων ασκούσαν οι ηγούμενοι των Μοναστηριών. Αυτοί τελούσαν όλες τις θρησκευτικές τελετές. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες μαρτυρίες των κατοίκων του χωριού, οι οποίες προέρχονται από τους προγόνους τους και πέρασαν από γενεά σε γενεά, ο πρώτος ιερέας το χωριού, στα χρόνια της επανάστασης του 1821, ήταν ο παπα-Γιάννης, από τον οποίο προέρχονται οι απόγονοί του Παπαγιανναίοι. Νεότεροι συλλειτουργοί του ήταν ο παπα-Θανάσης Κωσταπαπάς και ο παπα-Δήμος Κουτσιαύτης, ο οποίος αργότερα ονομάστηκε παπα-Δήμας, και οι απόγονοί του Παπαδημαίοι. Ακολούθησε η ιεροσύνη του παπα-Γιώργη Ροκά. Απόγονοί του είναι οι σημερινοί Ροκαίοι. Κατόπιν ανέλαβε καθήκοντα ιερέα ο γιος του παπα-Γιώργη Ροκά παπα-Χρήστος Ροκάς. Κατόπιν ιερούργησε ο παπα-Κώστας Τσιμπλοκούκος από το Βουργαρέλι. Τον διαδέχτηκε ο παπα-Γιώργης Αλυμάρας και αυτόν ο παπα-Γιώργης Ψωράκης. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, το 1951 μετατέθηκε από τον ενοριακό ναό του Αγίου Χαραλάμπους στον ενοριακό ναό του Αθαμανίου ο παπα-Δημήτρης Τσίπρας. Τον παπα-Δημήτρη, ο οποίος ασκούσε τα θρησκευτικά του καθήκοντα, αν και είχε συνταξιοδοτηθεί, μέχρι το 2017 οπότε και απεβίωσε, διαδέχθηκε το 1997 ο παπα-Μιχάλης Τσοφύλας, ο οποίος ιερουργεί μέχρι σήμερα. Στο Κάτω Αθαμάνιο υπάρχουν δύο ενοριακοί ναοί, του Αγίου Χαραλάμπους, στον ομώνυμο οικισμό, και του Αγίου Γεωργίου στην Αγορασιά. Αποτελούν μία ενορία, έχουν έναν ιερέα και η θεία λειτουργία γίνεται εκ περιτροπής τη μία Κυριακή στον Άγιο Χαράλαμπο και την άλλη στον Άγιο Γεώργιο. Ο ναός του Αγίου Χαραλάμπους κτίστηκε το 1919 και του Αγίου Γεωργίου το 1931. Πρώτος ιερέας τοποθετήθηκε ο Γεώργιος Μάλλιος (Παπαμάλλιος), που χειροτονήθηκε το 1920. Τον διαδέχτηκε ο Γεώργιος Αθαν Ψωράκης (Παπαθανάσης) και αυτόν ο παπα-Δημήτρης Τσίπρας, μέχρι το 1951, οπότε και μετατέθηκε στην ενορία του Αθαμανίου. Τότε τοποθετήθηκε ιερέας ο Ιωάννης Λ. Ψωράκης, ο οποίος ιερούργησε μέχρι το 1962. Τη θέση του πήρε ο παπα-Βασίλης Τσίρκας και υπηρέτησε ως εφημέριος για 38 έτη. Μετά τη συνταξιοδότησή του τη θέση του κατέλαβε ο παπα-Ηρακλής Βερλέκης. Δύο ενοριακοί ναοί υπάρχουν και στους οικισμούς Παλαιοχώρι και Σκαλούλα. Ο ενοριακός ναός του Παλαιοχωρίου χτίστηκε το 1590 και ήταν αφιερωμένος στη μνήμη της Γέννησης της Θεοτόκου. Οι κάτοικοι όμως τιμούσαν και εξακολουθούν να τιμούν την Αγία Παρασκευή. Στη Σκαλούλα ο ενοριακός ναός είναι αφιερωμένος στους Αγίους Ταξιάρχες. Ο πρώτος ιερέας που τοποθετήθηκε το 1962 στη νεοσυσταθείσα ενορία Παλαιοχωρίου – Σκαλούλας ήταν ο Ιωάννης Λ. Ψωράκης, ο οποίος μετατέθηκε από την ενορία Αγίου Χαραλάμπους – Αγίου Γεωργίου Κάτω Αθαμανίου. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Κίμων Ι. Ψωράκης και αυτόν, όταν μετατέθηκε στην ενορία Βουργαρελίου, ο παπα-Κωνσταντίνος Ξυνός. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Λ ΑΟΓΡΑΦΙΚΑ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Β. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ*

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΙΜΙΩΔΕΙΣ ΦΡΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΖΩΗ

Ο

ι παροιμίες, λαξεύματα του νου και της ψυχής των απλών κυρίως και ταπεινών ανθρώπων, αποστάγματα πείρας αιώνων, αποδίδουν με τρόπο αξιοθαύμαστο συμπεριφορές, νοοτροπίες και δράσεις των ανθρώπων από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας. Οι αλληγορικές αλήθειες που κρύβουν συνιστούν άγραφους ηθικούς κανόνες, προβάλλουν πρότυπα προς μίμηση ή αποτροπή και καταδεικνύουν την ικμάδα του στοχασμού, την ευρηματικότητα, την ευαισθησία, τη διαυγή κρίση και την ποιητική έμπνευση του λαϊκού ανθρώπου. Κατά τον Ν. Δημητρακόπουλο, «το δίκαιο των παροιμιών είναι άγραφο, δεν βρίσκεται ούτε σε χάρτη ούτε σε δέλτους, αλλά είναι χαραγμένο στη συνείδηση του λαού, φέρεται στο στόμα του με την παράδοση και διατηρείται σύντομο και αποφθεγματικό δια μέσου των αιώνων, έχει άμεση πηγή όχι αυθαίρετο νομοθέτη, αλλά τη λαϊκή συνείδηση, της οποίας είναι η πιο γνήσια εκδήλωση»1. Η ενασχόλησή μας με την καταγραφή και τη μελέτη των παροιμιών καθώς και των άλλων δωρημάτων των προγόνων μας: λεξιλογίου, μουσικών ακουσμάτων, χορών, συνιστούν «ειρηνική και πολιτισμένη αντίσταση στον ολοκληρωτισμό της βιομηχανίας του θεάματος και τον αφελληνισμό των παγκοσμιοποιημένων καιρών μας»2. Πολλών παροιμιών οι ρίζες ανάγονται στην ελληνική αρχαιότητα. Κάποιες προέκυψαν από μύθους του Αισώπου, π.χ. η αποφθεγματική φράση του «Όμφακές εισί», είναι η ακόλουθη νεοελληνική: όσα δεν φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια. Ορισμένες προέρχονται από γνωμικά ιστορικών, φιλοσόφων και ποιητών, ενδεικτικά η θέση του Πλουτάρχου: «ουδέν ούτω πιαίνει ίππον ως βασιλέως οφθαλμός»3, έχει την αντίστοιχή της: το μάτι του αφεντικού παχαίνει το άλογο. Η ρήση «σμικρώ χαλινώ δ’οίδα τους θυμουμένους ίππους καταρτυθέντας»4, αντιστοιχεί στην νεοελληνική: μικρό χαλινάρι άγριο άλογο μερεύει. Η

* Ο Νικόλαος Β. Καρατζένης είναι φιλόλογος. 1. Παπινιανός Αιμίλιος: Νίκος Π. Δημητρακόπουλος, Το δίκαιον εν ταις παροιμίαις. Νομική 3, 1896, σ. 290, 292. 2. Τάτσης Βασίλης, οικοδόμος λαουτιέρης, περ. έκφραση, τ. 14, Άυγουστος 2018, σελ. 24. 3. Πλούταρχος, Περί παίδων αγωγής, ΧΙΙΙ 9 D. 4. Σοφοκλή Αντιγόνη, 477-8. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

55


56

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

παροιμιώδης φράση «ο λύκος παντρεύεται την προβατίνα», συναντάται αυτούσια στον Αριστοφάνη: «Λύκος οιν υμεναιοί»5. Από του Λουκιανού το ρηθέν «η άμαξα τον βουν»6– η άμαξα σέρνει το βόδι, έχει προκύψει η νεοελληνική: βάζουν το κάρο μπροστά από το άλογο. Πηγές επίσης παροιμιών συνιστούν η θρησκευτική γραμματεία π. χ. «αρνί που βλέπει ο θεός, ο λύκος δεν το τρώει» και το δημοτικό τραγούδι: «Γενάρης με τα κρύσταλλα, Φλεβάρης με τα χιόνια, θέλουν τα πρόβατα κλαρί, τα γίδια θέλουν γρέκι»7. Τέλος μεγάλος αριθμός παροιμιών δημιουργήθηκε από ιστορικά ή πολιτικά συμβάντα, όπως η ακόλουθη: «Τι τραβάς και κλωτσάς, στάσου, σε θέλει ο Καραπάνος». βλέπε σημείωση υπ. αριθμ. 49.

Παροιμιώδεις φράσεις και παροιμίες με θέμα τους ποιμένες, τα γίδια και τα πρόβατα ► ► ► ► ► ►

► ► ►

Αδεκεί καινούρια στάνη, αδεκεί μαγαροσύνη. Αδεκεί: την ίδια στιγμή, μαγαροσύνη: βρωμιά, ακαθαρσία. Αλατίζει τις μυζήθρες. Ειρωνική αναφορά για τον αργόσχολο. Άρμεγε γάλα και μη βγάζεις αίμα, σου φτάνει το μαλλί και άσε(άφησε) το τομάρι8. Εκφράζει το αίτημα των ποιμένων για φορολογική δικαιοσύνη. Άμα χυθεί το γάλα, δεν ξαναμαζεύεται. Άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες. Για όποιον επιδιώκει το ανέφικτο και ανώφελο. Αρμέγει και εκείνος που κεντάει στη στρούγκα. Κεντάει: οδηγεί με την κλίτσα τα πρόβατα στους αρμεχτάδες. Αναφορά στην αξιοποίηση του χρόνου, ώστε οι εργασίες να περαιώνονται γρήγορα. Απ’ όπου πηδάει η γίδα θα πηδήσει και το κατσίκι. Απόρριξε ο τόπος. Το τρυφερό χορτάρι που φύτρωσε με τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου, επειδή ακολούθησε ξηρασία, μαράθηκε πριν μεγαλώσει. Αρνί από παλιοκρίαρο και από βετούλι κατσίκι. Το σπέρμα του γερασμένου κριαριού είναι πιο δραστικό για γονιμοποίηση των θηλυκών προβάτων, όπως εκείνο του νεαρού κατσικιού έχει επιτυχία στις γίδες. Αρνί, κατσίκι τριήμερο, γουρούνι εικοσάημερο, μοσχάρι σαραντάημερο. Το κρέας των ανωτέρω ζώων είναι κατάλληλο για φαγητό μετά την παρέλευση τριών, είκοσι και σαράντα ημερών αντίστοιχα από τη γέννησή τους. Αρνόμαλλα και κωλόκουρα όλα έγιναν ένα. Ακαταστασία, έλλειψη σειράς. Κω5. Αριστοφάνη Ειρήνη, 1076. 6. Λουκιανός, Νεκρικοί διάλογοι VI 2. 7. Χαλατσάς Δημήτρης, Ληστρικά τραγούδια, Εστία, Αθήνα 2000, σ. 178. 8. Πολίτης Νικόλαος, Παροιμίαι, 3, Αθήνα 1899-1902, σ. 365 nο 4.

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

Το Αυτί Μελισσουργών υπήρξε το ασφαλές πέρασμα των νομάδων των Πραμάντων και των Μελισσουργών, όταν ο ανειρήνευτος Σταυρός τούς έδειχνε τα δόντια. Δεξιά η Μπρέσιανη (2398μ. ύψος), σε πρώτο πλάνο το ελατοδάσος Αετός, Αύγ. 2018.

Ατέλειωτες οι λευκές ροές των προβάτων στης Πίνδου τ’ ακροτόπια. Στις υπώρειες της αυγής και του βουνού τα κοπάδια του Παύλου Δεκόλη πήραν τα μονοπάτια του νοτιά. Στο Περιστέρι Ιωαννίνων, Οκτώβριος 2005. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

57


58

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

► ► ► ► ► ► ► ►

► ► ►

► ► ►

► ►

λόκουρα: μαλλιά από το στήθος, την κοιλιά, την ουρά και γύρω από τον κώλο του πρόβατου. Είναι μαλλιά μηδαμινής αξίας. Αρνί που βλέπει ο θεός, ο λύκος δεν το τρώει. Αυτοί βυζαίνουν από την ίδια μεριά. Είναι ομοϊδεάτες, ομογάλακτοι. Αυτός δεν έχει ίσιο κρέας. Είναι ιδιαζόντως δύστροπος. Αυτός δεν ξέρει που τα ’χει τα γρέκια του. Γρέκια: μαντριά. Ο άνθρωπος που έχασε τη λογική του. Αυτός δεν μπαίνει σε στρούγκα. Είναι ατίθασος και απειθάρχητος. Αυτός σκάρισε ή είναι σαλαϊσμένος: Ο νοητικά διαταραγμένος. Από τη γίδα συμπεθέρα και από τον κόκορα κουμπάρα. Από το αβγό στην κότα και από το αρνί στο βόδι. Ο εθισμός στην παραβατικότητα αρχίζει από «αθώες» μικροκλοπές, κλιμακώνεται όμως και καταλήγει σε βαριά αδικήματα. Αν φάει με τον τζιομπάνο ο ληστής και τα σκυλιά με λύκους, αν σκυλέψουν, χάνει το κοπάδι τη μυρωδιά του πιστικού και του πιστού σκυλιού το χνώτο9. Πιστικός: μισθωτός, βοσκός. Αφού δεν χρειάζεται το τραγόμαλλο γιατί να κουρέψουμε τα γίδια; Αχαμνό πρόβατο στον πάλιουρα σκαλώνει. Αχαμνό: αδύναμο. Οι μικρές δυσχέρειες της ζωής γονατίζουν τους οικονομικά ασθενείς. Αυτού δεν είναι λάιο αρνί, μούηδε λαγός λαρώνει, μον’ είναι γυφτοτσεκουριά που τα στυλιάρια ισιώνει10. Από σκωπτικό άσμα, περιγραφή του αιδοίου. Βάζουν το λύκο, πιστικό το σκύλο τυροκόμο11. Αναφορά σε όσους εμπιστεύονται τη φύλαξη αγαθών σε επικίνδυνους ανθρώπους. Βάρτα να τ’ αρμέξουμε κι ας είναι και αρμεγμένα. Άσκοπη ενέργεια με απόρροια σπατάλη πολύτιμου χρόνου λόγω άκαμπτης ισχυρογνωμοσύνης. Βγάζουν δυο προβιές από ένα πρόβατο12 ή από ένα σφαχτό παίρνουν δυο τομάρια. Εκφράζει διαμαρτυρία των ποιμένων για τους φοροεισπράκτορες και τους τοκογλύφους που τους πίνουν το αίμα. Βγάλε νύφη τα στολίδια γιατί έρχονται τα γίδια. Βλάχος είναι, μα το τυρί δεν το ξέρει. Υπαινιγμός για την αιματηρή οικονομία των ποιμένων δεδομένου ότι τα έσοδά τους είναι περιορισμένα και συνυφασμένα με τις καιρικές συνθήκες.

9. Τατσιόπουλος Λάμπρος, Λαογραφικά, τ. Α΄, Ιωάννινα 1980, σ. 45. 10. Φυτιλής Γιώργος Α, Η λαλιά των Σαρακατσάνων, Αθήνα 2012, σ. 205. 11. Παπατρέχας Γεράσιμος, Παροιμιακά Ξηρομέρου, Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών 5, 1974, σ. 273. 12. Φουστάνος Ιωάννης, Αστέρες, ήτοι συλλογή παροιμιών και παροιμιωδών εκφράσεων, Αθήνα 1877, σ. 20. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

Βρήκε αμαλαγιά. Αμαλαγιά: άφθονο και καθαρό χορτάρι. Αλληγορικά: βρήκε πλούσια αγαθά και απόλυτη ελευθερία κινήσεων.

Γάλα δεν έχουμε, αν είχαμε και αλεύρι, θα φτιάχναμε κουλούρα και τρίψα. Για όσους δεν προνοούν έγκαιρα για τα αναγκαία, αλλά έχουν και υψηλές απαιτήσεις για απόλαυση αγαθών. Γελούσε ο τόπος, γελούσε και η καρδιά μας. Με το τέλος του χειμώνα στα χειμαδιά άρχιζε να πρασινίζει ο τόπος, γεγονός που γεννούσε προσδοκίες στους ποιμένες, αφού έμπαινε η άνοιξη με τα λουλούδια και το άφθονο γάλα. Γεννήθηκε με τον κώλο στο βούτυρο. Αναφέρεται σε όσους βρήκαν περιουσία από τους γονείς τους και ζουν μέσα στις ανέσεις. Γέρασε ο μαύρος γέρασε, δεν πάει ούτε στα γηροκόμια. Γηροκόμια: πρόβατα γηρασμένα, άρρωστα, κουτσά. Από τις λέξεις γήρας και κομίζω. Γενάρης με τα κρύσταλλα, Φλεβάρης με τα χιόνια, θέλουν τα πρόβατα κλαρί, τα γίδια θέλουν γρέκι13. Γρέκι: μαντρί. Γιατί είσαι ιδρωμένος; Κουβέντιαζα μ’ έναν βλάχο. Γλυκάθηκε η γίδα στην αλαταριά. Για εκείνον που αποκτά μια συνήθεια και αδυνατεί να την σταματήσει. Οι ποιμένες στις αλαταριές (πέτρες επίπεδες) έριχναν αλάτι κάθε οκτώ ημέρες για να το τρώγουν τα αιγοπρόβατα. Γίδι ασαλάητο. Άνθρωπος άξεστος, ανεπίδεκτος παραινέσεων. σαλαγώ: παρακινώ με θορυβώδη ποιμενικά επιφωνήματα τα ζώα να πορευθούν. Ο ασαλάητος δεν μπαίνει σε ίσιο δρόμο. Γλυκό το γάλα, το τυρί, πικρό το χάι-χούι14. Χάι-χούι: συνθηματικές φράσεις και κραυγές δια των οποίων οι ποιμένες επικοινωνούν με τα αιγοπρόβατα. Η παροιμία προφανώς παραπέμπει στη σκληρή ποιμενική εργασία, η οποία αποφέρει γάλα και τυρί με αδιάλειπτο μόχθο. Γνωρίζει το σερκό (αρσενικό) αρνί στον κώλο. Ειρωνεία για κάποιον που γνωρίζει το αυτονόητο. Παρόμοια, βρήκε η νύφη το (γ)υνί πίσω από την πόρτα. υνί: σιδερένια μύτη του αρότρου. Γυρεύει (ένας υποψήφιος γαμπρός) μύλους δώδεκα μ’ όλους τους μυλωνάδες, γυρεύει χίλια πρόβατα και να ’ναι και γκαστρωμένα15. Η προίκα στην ευρύτερη περιοχή των Τζουμέρκων είχε εξελιχθεί σε εφιάλτη για τους γονείς που είχαν πολλές κόρες. Ενδεικτικό το παράθεμα: ανιδιοτελής έρωτας είναι κάτι

► ► ► ► ►

13. Χαλατσάς Δ. Χ, Ληστρικά τραγούδια, ό.π. σ. 178. 14. Παπαζαφειρόπουλος Παν., Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελλην. λαού παραβαλλομένων προς τα των αρχαίων Ελλήνων, Πάτρα 1887, σ. 226 no 158. 15. Αραβαντινός Παν., Συλλογή δημωδών ασμάτων της Ηπείρου, Αθήνα 1880, σελ 141, no 202. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

59


60

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

Η πορεία προς τη στάνη επιτέλους έλαβε τέλος. Οι Καρατζεναίοι Σταύρος και Κώστας και ο Μιχάλης Χ. Χήρας ξεφορτώνουν τα καταϊδρωμένα μουλάρια. Φούρκα Παχτουρίου Τρικάλων, Αύγ. 1994.

Ο χιονιάς αιφνιδίασε ποιμένες και αιγοπρόβατα. Τα στέρφα του Γιάννη Θ. Ζιάγκα ξημέρωσαν μέσα στα χιόνια. Απτόητα και αποφασισμένα διέσπασαν τον κλοιό και βρήκαν την άγουσαν προς τα χειμαδιά. Σαμαρίνα 24 Οκτ. 2014. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

ανήκουστο. Και η ωραία Ελένη να ξαναζούσε θα έμενε ανύπαντρη, αν δεν είχε προίκα16. ► ► ► ►

► ► ►

► ► ►

► ► ►

► ►

Δεν έχει δεύτερο βρακί, τσελιγκοπούλα θέλει. Δεν βοσκάει χορτάρι και δεν τρώει άχυρα. Δεν είχε με ποιον να κουβεντιάσει και ρώταγε την κλίτσα του. Ανάγκη επικοινωνίας μέσα στη μοναξιά του. Δεν θέλω κλέφτες για τραγιά, κλέφτες για τα κριάρια, μόν’ θέλω κλέφτες για σπαθί, κλέφτες για το τουφέκι17. Προφανώς ο καπετάνιος απευθύνεται στον αρχηγό της στάνης για τη στρατολόγηση παλληκαριών δεδομένου ότι κατά την περίοδο της τουρκικής κατάκτησης τα νομαδικά τσελιγκάτα τροφοδοτούσαν με άντρες τα σώματα των κλεφτών και αρματολών. Δεν κουτσαίνει η γίδα από το κέρατο. Σαθρό επιχείρημα για όποιον προφασίζεται ασθένεια για αποφυγή εργασίας. Δέκα τζιομπαναραίοι, δέκα κλίτσες, δέκα αφεντικά ή τα πρόβατα που έχουν πολλά αφεντικά τα τρώει ο λύκος. Δεν είδα, δεν ξέρω, δεν έχω. Στερεότυπη απάντηση των νομάδων προς αγροφύλακες, δασικούς, ιδιοκτήτες λιβαδιών, όταν αυτοί ζητούσαν πληροφορίες για άλλους ποιμένες, οι οποίοι έκαναν ζημιές με τα κοπάδια τους στα σπαρτά και στα απαγορευμένα. Δεν με φύλαγαν τα μαύρα γένια, αλλά τα μαύρα γίδια. Η εργασία δημιουργεί περιουσία και κύρος και όχι η ναρκισσιστική έπαρση. Δεν το δείχνει η γίδα, το δείχνει το κέρατο. Προσπάθεια απόκρυψης κάποιας παρανομίας αποτυχαίνει, όταν υπάρχουν εμφανή τεκμήρια. Δος μου τον τρουβά για τα πρόβατα να κινήσω. Ο ρογιασμένος τζιομπάνος απαιτεί και δικαιούται το σακούλι με το ψωμί σε καθημερινή βάση. Έβαλε το κεφάλι του στον τρουβά. Ανέλαβε επικίνδυνη αποστολή. Έγινε το γάλα λάιο. Έγινε χαλασμός, ύβρεις, ξυλοδαρμοί... Έμαθε δυο κλίτσες γράμματα. Στα γράμματα της αλφαβήτου οι ποιμενόβιοι έδιναν το σχήμα της κλίτσας τους σαν να επρόκειτο να τα κρεμάσουν από κάποιο κλαδί. Εμείς οι βλάχοι, όπως λάχει. Εμένα μου ’κλεψες τ’ αρνί κι εσένα να ψοφήσει.

16. Σιμόπουλος Κυριάκος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τ. Γ2, σ. 298. 17. Fauriel Claude, Δημοτικά τραγούδια της συγχρόνου Ελλάδος, εισαγωγή Ν. Α. Βέη, Αθήνα 1956, σ. 109. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

61


62

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

Εγώ μυξιάρα είμαι, είπε η προβατίνα, αλλά μυξιάρης δεν θέλω να με βοσκήσει. Μυξιάρης:ασθενικός. Η ποιμενική ζωή είναι απαιτητική, ο βοσκός οφείλει να είναι ανθεκτικός στις μύριες κακουχίες. Είναι το λάιο πρόβατο. Είναι ο ανεπιθύμητος, ο αποδιοπομπαίος. Αντιφατική η λαϊκή ψυχή απέναντι στο λάιο πρόβατο. Η δημοτική μούσα το επαινεί «...να βγουν οι βλάχοι στα βουνά, να βγουν οι βλαχοπούλες να βγουν τα λάια πρόβατα με τα λαμπρά κουδούνια18».

► ► ►

► ► ► ►

Έλιωσα χρόνους δώδεκα στα πρόβατα να τρέχω και βαριές δουλειές να έχω19. Εξουθενωτική η ζωή του ρογιασμένου ποιμένα (πιστικού), ο οποίος ουδέποτε έπαιρνε άδεια να επισκεφτεί την οικογένειά του. Έπεσαν τα όρνια στο θρασίμι. θρασίμι: νεκρό ζώο. Έφαγα το ψωμί σου, γαμώ τον τρουβά σου. Αχαριστία, ιδιοτέλεια, αγένεια. Έκαψα την καλύβα μου να μη με φαν(ε) οι ψύλλοι20. Όποιος επιθυμεί να απαλλαγεί από τις έγνοιες και τις ενοχλήσεις, δεν δημιουργεί περιουσίες, ούτε αναλαμβάνει θέσεις και αξιώματα. Είναι σαν γίδα απορμένη. Απορριμμένη: γίδα που απέβαλε το έμβρυο. Αναφορά σε γυναίκα λιπόσαρκη και άχαρη. Είναι σαν παλιοπροβιά. Παλιοπροβιά: δέρμα από γηρασμένο πρόβατο. Λέγεται για άνθρωπο με σκαμμένο το πρόσωπο από τις ρυτίδες και συρρικνωμένο σώμα. Είδε η γίδα της προβατίνας το... και γέλασε. Το δικό της, που το ’καψε ο ήλιος, δεν το βλέπει21. Έρχεται χρόνος δίσεκτος και μήνας οργισμένος και χάνονται τα πρόβατα και χάνονται τα γίδια22. Από δημοτικό τραγούδι. Η κάλλισια έγινε μιστιά, πέρασε ο καιρός της. Κάλλισια: προβατίνα με άσπρο μαλλί, άσπρο πρόσωπο με μαύρα στίγματα στο μέτωπο, στα μάτια, στα πόδια και στ’ αφτιά. Μιστιά: γηρασμένη, ίσως από τη λέξη μεστή, πλήρης ημερών. Η βροχή πέρασε, η κάπα δεν χρειάζεται.

18. Καλούσιος Δημήτριος Γ, Το Ματσούκι των Ιωαννίνων, Β΄ Λαογραφικά, Ματσούκι 1994, σ. 707. 19. Χασιώτης Γεώργιος, Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, Αθήνα 1866, εκδ. Τεφαρίκη, σ. 203, no 25. 20. Αρβανίτης Ιωάννης, Από τις πηγές του λαού μας, τ Β΄, παροιμίες-γλωσσάριο, Αθήνα 1988, σ. 108. 21. Λάμπρη Παναγιώτα, Ροδαυγή “το ρόδο της αυγής”, Πάτρα 2016, σ. 300. 22. Παπαναγιώτης Δημήτριος. Χ, Νεχωρίτικα τραγούδια: Συλλογή αθησαύριστων δημοτικών τραγουδιών και παραλλαγών από το Νεχώρι Υπάτης, Αθήνα 1977, σελ. 90, no 42. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

► ►

► ► ► ►

► ► ►

Η γίδα ακόμα δεν γέννησε και το κατσίκι παίζει στην αυλή. Αναφορά στον επηρμένο που έχει πρόωρα παράλογες προσδοκίες ή θριαμβολογεί για κάτι μελλοντικό και αβέβαιο. Η δική μου καλύβα κάηκε, καμία να μη μείνει. Η κλίτσα έχει δυο άκρες. Κάποιος σηκώνει απειλητικά την κλίτσα εναντίον άλλου κρατώντας την από τη μια άκρη του κλιτσόξυλου. Ο απειλούμενος ενδέχεται ν’ αρπάξει την κλίτσα από την άλλη άκρη και να τον αφοπλίσει. Το μήνυμα: Όποιος σχεδιάζει κακό εναντίον άλλου, μπορεί να βρεθεί ο ίδιος στη θέση του θύματος. Η προβατίνα έσκασε τη βουβάλα. Τα ζώα αυτά έβαλαν στοίχημα ποιο θα φάει τη μέγιστη ποσότητα τροφής. Η βουβάλα κάποια στιγμή χόρτασε, αλλά συνέχισε να τρώει ώσπου έπαθε διάτρηση στομάχου και ψόφησε. Η προβατίνα έτρωγε-έτρωγε, αλλά λόγω ιδιαιτερότητας στομάχου αποθήκευε τροφή, αλλά αφόδευε συγχρόνως. Εξ ου και ο παροιμιακός λόγος: η πρατίνα από μπροστά ρίχνει και από πίσω βγάζει. Το δίδαγμα: Όποιος ανταγωνίζεται κάποιον οφείλει να μελετήσει τις ιδιαιτερότητες του αντιπάλου. Η προβατίνα και η κοπέλα σε πηγαίνουν στην πόρτα του γύφτου και του βασιλιά. Τα πρόβατα δεν γνωρίζουν κοινωνικές διακρίσεις. Η αδήριτη ανάγκη να βρει βοσκότοπο υποχρεώνει τον ποιμένα να έρχεται σε επαφή με ανθρώπους όλων των κοινωνικών κατηγοριών. Η προβατίνα που θα πάει στο λόγγο ή μαλλί θ’ αφήσει ή κέρατο. Η προβατίνα δεν ξέρει γιορτή και Κυριακή. Η προβατίνα φυλάει τον τεμπέλη. Η Πούλια βασιλεύοντας ετούτα παραγγέλνει: ούτε τζιομπάνος στα βουνά, ούτε ζευγάς στους κάμπους. Η Πούλια δύει στις 5 Δεκεμβρίου. Η ημερομηνία αυτή αποτελεί ορόσημο για τους ποιμένες και τους γεωργούς γιατί τότε αρχίζει ο χειμώνας. Ήρθε ο σκάρος, ήρθε ο χάρος. Ήταν στραβό το κλίμα, το ’φαγε και η γίδα και απόγινε. Ήρθε τ’ Αη-λιός, γύρνα το καρδάρι αλλιώς. Τα πρόβατα την εποχή αυτή μειώνουν το γάλα και οι ποιμένες τα αρμέγουν τριτόημερα, δηλ. μια μέρα αρμέγουν, μια όχι. Η φωτιά της ασφάκας είναι σαν της νύφης η χαρά. Τα ξερά βλαστάρια της ασφάκας υπήρξαν τα πιο χρήσιμα προσανάμματα της φωτιάς για τους ποιμενόβιους γιατί τα έβρισκαν εύκολα. Η χαρά της νύφης διαρκούσε ώσπου να τελειώσει ο γάμος γιατί στη συνέχεια άρχιζε η καταπίεσή της από τα πεθερικά, τα αδέρφια και τους συγγενείς του γαμπρού, τους οποίους «όφειλε» να υπηρετεί αγόγγυστα. Θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

63


64

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

Θα το βρει η γκαβή τ’ αρνί της. Το μητρικό ένστικτο βοηθάει την τυφλή προβατίνα να βρει το αρνί της ανάμεσα σε εκατοντάδες αρνιά. Αλληγορικά: όταν γαληνέψουν τα πνεύματα και «κατακαθίσει ο κουρνιαχτός» οι διαπράξαντες αδικήματα θα αποκαλυφθούν. ► Θα το φέρει ο βλάχος το τυρί. Η ανάγκη υποχρεώνει το άνθρωπο να τηρήσει τα συμφωνημένα. ► Θα ξεχωρίσουν τα στέρφα από τα γαλάρια. Στέρφα: τα πρόβατα που δεν έχουν γεννήσει και δεν έχουν γάλα. Στη ζωή αξιολογούνται εκείνοι που παράγουν έργο· όσοι δεν προσφέρουν, αγνοούνται. ► Θέλει κι ο Μότσιος καφέ να πάει κοντά στα γίδια. Καφέ έπιναν όσοι προσέφεραν σημαντικό έργο στη στάνη. Τα γίδια οι ποιμένες των Τζουμέρκων και οι Σαρακατσιαναίοι τα θεωρούσαν υποδεέστερα των προβάτων. Για τα γαλάρια, τα στέρφα, τα γεννημένα, τα ζυγούρια όριζαν τζιομπαναραίους με κριτήρια την πείρα, τη γνώση, την αντοχή, στα γίδια τζιομπάνο όριζαν τον οποιοδήποτε. ► Θέλοντας ο βλάχος, μη θέλοντας ο ζωγράφος, φόρεσε και συ Χριστέ κόκκινα τσαρούχια. ► Θέλω νερό από ζερβό και πούτσο από στερφάρη. Ζερβό: ανήλιο μέρος. Οι πηγές στα ζερβά είχαν κρουσταλλιασμένο νερό. Ο στερφάρης ήταν νέος στην ηλικία και εντελώς ξεκούραστος γιατί τα στέρφα πρόβατα δεν είχαν άρμεγμα, ούτε αρνιά για προσθήλασμα, οπότε η ποθοπλανταγμένη θα εύρισκε τον πιο ιδανικό ερωτικό σύντροφο για να κατευνάσει τον ακατάσχετο οίστρο της. ►

► ► ► ►

Καλός λογαριασμός, αγιασμός23. Οι δίκαιοι λογαριασμοί μεταξύ των ποιμένων μιας στάνης στο τέλος κάθε εξαμήνου συνιστούσαν παράγοντα συνοχής της ομάδας. Και συ καημένο διάσελο δεν σκας κάναν διαβάτη. Σκας: εμφανίζεις. Ο μοναχικός ποιμένας έχει αγριέψει στην ερημιά των βουνών και προσμένει απεγνωσμένα ανθρώπινη παρουσία. Κάθε βραδιά και γρέκι. Για τους νομάδες ποιμένες που κατά τις εποχικές μετακινήσεις τους σ’ άλλον τόπο ξημερώνουν, σε άλλον νυχτώνουν. Κάθε ψοφίμι έχει το όρνιο του. Όλοι έχουν στον ήλιο μοίρα. Ακόμη και οι άχρηστοι (ψοφίμια) θα βρουν κάποιον να τους προσεγγίσει. Κακιά στάνη, κακιά προκοπή. Κάνε με νύφη, κάνε με και μαύρο είναι το γάλα. Παρόμοια: πετάει ο γάιδαρος; Πετάει.

23. Γκιόλιας Μάρκος Α, Μικρό corpus ευρυτανικών παροιμιών. Απεραντιακά τχ 70, 1993, σ. 14 no 42. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

Βουνά στο σχήμα των αετών. Η κορυφή των Τζουμέρκων επάνω από τα Άγναντα λεηλατημένη από τους αιώνες και τους θυμούς των καιρών, Αύγ. 2018.

Τα βολικά και ταπεινά γαϊδουράκια δεν σηκώνουν μόνο το φόρτωμα που τους αναλογεί, αλλά κουβαλούν επιπλέον και πανωγόμι. Η Ευστρατία Χ. Θεοδώρου από το Βαθύπεδο με τα παιδιά της στην Καμπή Άρτας, Νοέμβρ. 1958. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

65


66

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

► ► ► ► ► ► ►

► ► ► ► ► ► ►

Κάλλιο να ψοφήσει, παρά να απορρίξει στο έτοιμο για γέννο. Απόρριξε η προβατίνα: Απέβαλε. Κάλλιο αρνί και να το τρώω με άλλους, παρά παλιοπράτινα και να την τρώω μονάχος μου. Παλιοπράτινα: γέρικη προβατίνα. Κάλλιο πέντε κάρβουνα παρά χίλια πρόβατα. Τα πρόβατα απαιτούν φροντίδα και στις πιο σκληρές καιρικές συνθήκες, ενώ τα κάρβουνα προσφέρουν ζέστη. Κάλλιο στο σπίτι πιστικός, παρά στα ξένα αφέντης. Πιστικός: ρογιασμένος βοσκός. Καμάρι έχουν τα πρόβατα, καμάρι έχουν τα γίδια, καμάρι έχουν και τ’ άλογα κι οπού τα καβαλάνε24. Από δημοτικό τραγούδι. Κράτα φτσέλα το Γενάρη και κάπα τον Άυγουστο. Φτσέλα: ξύλινο βαρελάκι για νερό που κρεμούσε στον ώμο του ο ποιμένας. Καρτέρει να ξιντεργάνω απ’ τα μαλλιά για να πάμε αντάμα στα μαντριά. Καρτέρει: περίμενε. Ξιντιργάνω: να τελειώσω, να ξεμπλέξω. Πιθανή προέλευση από τις προθέσεις εξ+αντί και τη λέξη εργάνη (εργάτρια)-έργο-ξεντεργάνω. Κώλος γεννάει, κώλος ψοφάει. Η απώλεια ζώων στα κοπάδια είναι προϋπολογισμένη από τους ποιμένες, αναπότρεπτος ο θάνατος των έμβιων όντων. Όσα ζώα ψοφήσουν, θα αντικατασταθούν από εκείνα που θα γεννηθούν. «Μάλιστα μεν το προβάτειον και το αίγειον, έπειτα το βόειον το δ’ ίππειον και όνειον μίγνυνται εις τον Φρύγιον τυρόν25». Τα τυριά είχαν αξιολογηθεί στην ελληνική αρχαιότητα. Κορυφαίας ποιότητας ήταν το τυρί που σήμερα ονομάζεται φέτα, η οποία παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα και γίδινο σε μικρότερη αναλογία. Μαθημένα είναι τα πρόβατα να σμίγουν και να χωρίζουν. Μαρκήσου, γίδα μου, αποβραδίς, ώσπου να ξημερώσεις κι ’γω θα έρθω την αυγή το γάλα να μου δώσεις. Μαρκιέται: μηρυκάζει. Με ήλιο τα βάζω, με ήλιο τα βγάζω, τι έχουν τα έρμα και ψοφάν; Μην κλαις πάνω από το χυμένο γάλα. Μην ξύνεσαι στην κλίτσα του τζιομπάνου. Με τα αρνιά κουρεύεται, με τα κατσίκια παίζει26. Για τον καιροσκόπο που αξιοποιεί τις καταστάσεις κατά το δοκούν. Μια πορδή τσαγκάδα και μια με το αρνί της27. τσαγκάδα: προβατίνα που έχει

24. Μποτός Γιάννης, Οι Σαρακατσιαναίοι, Αθήνα 1982, σ. 396. 25. Αριστοτέλη, Περί ζώων ιστορίαι, ΙΙΙ, 522α, 27-29. 26. Παπακώστας Νικ., Ηπειρωτικά, Αθήνα 1967, σ. 523 27. Χρηστίδη Κυριακούλα, Χρηστίδης Παναγιώτης, Ιδιωματικές λέξεις και αλληγορίες του τόπου μας, Βουργαρέλι 2013. σ. 164. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

► ► ►

► ► ►

γάλα, αλλά δεν έχει αρνί γιατί ψόφησε λίγες μέρες μετά τη γέννησή του. Οι συμφορές που έπληξαν κάποιον για δεύτερη φορά (τσαγκάδα με αρνί), είναι πιο επώδυνες από εκείνες που τον βρήκαν την πρώτη (μία τσαγκάδα). Μικρός, από σαράντα κάπες. Ειρωνικός λόγος για τον υπεραιωνόβιο. Αν μια ποιμενική κάπα αντέχει τρία χρόνια, οι σαράντα φθάνουν στα 120 χρόνια. Μπαίνουν τα παλιούρια στον τρουβά; Λέγεται για τον δύστροπο και στρυφνό άνθρωπο. Μετράει και ματαμετράει τα πρόβατα, τον μέτρο δεν τον βρίσκει. Μέτρος: αριθμός. Για τον βοσκό που δεν έχει πολλές ικανότητες ή για την περίπτωση που, για κάποιον λόγο, λείπουν πρόβατα από το κοπάδι. Να ’μουν το Μάη πιστικός, τον Αύγουστο δραγάτης κι αυτό το μεσοχείμωνο χα(νι)τζής και κρασοπούλος. Να ’σαι τζιομπάνος στα λεφτά. Να είσαι φειδωλός και συγκρατημένος στις δαπάνες. Νάνι-νάνι το σπαργάνι και χλωρό τυρί στη στάνη. Από νανούρισμα προφανώς. Σπαργάνι: νήπιο τυλιγμένο στα σπάργανα. Ξάγγλισε η νύφη, ξάγγλισε τρια ποκάρια αρνόμαλλο. Ειρωνική αντιμετώπιση της οκνηρής και νωθρής γυναίκας. Παρόμοια: πέντε μήνες έξι αδράχτια, πότε τα ’γνεσα; Ξαγγλίζω: ξανοίγω τα μαλλιά των προβάτων. Ποκάρι: όλο το μαλλί του προβάτου που συγκεντρώνεται μετά το κούρεμα και δένεται με τα ίδια τα μαλλιά του. Ποκάρι: από το ομηρικό πόκος. Ξαγγλίζω: πιθανή προέλευση από την αρχ. ελλ. λέξη: άγγλιθες: σκελίδες σκόρδου-άγγλιθες-αγγλίζω: ξεχωρίζω τις σκελίδες σκόρδου. παρόμοια, ξεχωρίζω και τα μαλλιά. Το μόριο ξε στην παρούσα έχει επιτατική σημασία, δίνει έμφαση στο ρήμα, όπως χωρίζω-ξεχωρίζω. Ξάγγλι: χτένι με το οποίο οι γυναίκες ξάγγλιζαν τα μακριά μαλλιά τους μετά το λούσιμο. Ξέρει ο βλάχος τι έχει στον τρουβά του. Κατά τον μύθο ο ποιμένας χτύπησε στο κεφάλι κάποιον χωρικό με πέτρα που είχε κρυμμένη στον τρουβά του ισχυριζόμενος στο δικαστήριο ότι χτύπησε τον ενάγοντα με το ψωμί που είχε στο σακούλι του για να ελαφρύνει τη θέση του, αφού το χτύπημα με το ψωμί δεν είναι επώδυνο. Ξέρει ο βλάχος τι είναι ο σπόγγος; Σπόγγος: αυγά τηγανητά με τυρί και φρέσκια ντομάτα. Σπόγγος από αρχ. ελλ. λέξη σφόγγος-μεσαίων. σφουγγάτον. Σφόγγος-σπόγγος. Ξούρισε το αυγό και πάρε το μαλλί του28. Για όσους εμπλέκονται σε ανέφικτες, άσκοπες και ανώφελες ενέργειες, ενώ αδιαφορούν για τα καίρια. 28. Φίλος Στέφανος Μ, Τα Τζουμερκοχώρια, Αθήνα, 2000, σ. 626. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

67


68

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

Άλλαξαν οι καιροί, άλλαξαν και τα ήθη. Από τις ατίθασες αγέλες (λακνιές) των νομάδων απέμειναν μόνο ο αγέρας της ομορφιάς και η νοσταλγία του ονείρου. Άλογα σε ημιάγρια κατάσταση εγκαταλειμμένα από τους ποιμένες στις πλαγιές του Ολύμπου, ανατολικά της Ελασσόνας, Οκτώβρ. 2017.

Πλημμύρισε το λιόγερμα από την καταιγίδα των χιλίων και πλέον γιδιών καθώς πλησιάζουν σ’ έναν βραδινό σταθμό. Το κοπάδι των Σαμαριναίων αιγοβοσκών Ζήση και Χρήστου Χατζή στους Αγ. Θεοδώρους Γρεβενών, Οκτώβρ. 2017. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

Ξεσυλλόιστος ο τζιομπάνος, όσα πάνε κι όσα έρθουν. Ξεσυλλόιστος: ασυλλόγιστος, απερίσκεπτος. Από το αρνητικό μόριο ξε+συν+λόγος-λογίζομαι.

Ο βλάχος άμα περάσει το ποτάμι, ξεχνάει το τάμα. Ο βλάχος, κι αν αρχόντεψε, πρεντζίλα μυρίζει. Πρέντζα: υποπροϊόν του γάλακτος παραγόμενο από το ξυνόγαλο. Οι βλάχοι φυλάν(ε) τα πρόβατα για να ’ναι άλλοι χορτάτοι. Οι κεραυνοί στα κορφοβούνια πέφτουν. Οι άνθρωποι με προσόντα προκαλούν τον φθόνο. Οι κολοβές μου, άμα είναι καλά, δεν σκιάζομαι τυφάνια και δρολάπια. Κολοβές: προβατίνες με μικρή ουρά. Οι κολοβές προβατίνες, όπως και τα κολοβά τζομπανόσκυλα εμφανίζουν συμμετρία σώματος και ουράς γιατί τονίζονται τα νώτα τους. Τυφάνια: τυφώνες, ντορλάκια-δρολάπια-δρόλαπες. Όλη τη μέρα κάθονταν και το βράδυ κούρευε. Όλοι οι βλάχοι μια γενιά. Δηλ. όλοι οι βλάχοι έχουν την ίδια νοοτροπία. Βλάχοι με την επαγγελματική έννοια του όρου, όσοι δηλ. έχουν αιγοπρόβατα και ακολουθούν τον πλάνητα βίο. Κατά τη μαρτυρία της Άννας Κομνηνής ο όρος βλάχος είχε επικρατήσει στους Βυζαντινούς. «Οπόσοι τον νομάδα βίον είλοντο, βλάχους τούτους η κοινή καλείν οίδεν διάλεκτος29». Οι πιστικοί στα πρόβατα, οι καρβανάροι στ’ άλογα30. Καρβανάροι: αγωγιάτες. Όποιος δεν παινέψει την καλύβα του, πέφτει και τον πλακώνει. Όποιος έχει ζωντανά, είναι ζωντανός. Όποιος είχε μυαλό κούρευε, δεν κωλοκούριζε. Κωλοκουρίζω-κωλόκουρα:μαλλιά από την ουρά, γύρω από τον κώλο, από τον λαιμό και τη κοιλιά του προβάτου. Τα κωλόκουρα ως μαλλιά είχαν μηδαμινή αξία. Όποιος πάρει χίλια πρόβατα και άσχημη γυναίκα, τα χίλια πρόβατα ψοφούν και η άσχημη του μένει31. Παραπλήσια σημασία έχουν και οι ακόλουθες: το βιος παντρεύει κούτσουρα κι η φτώχεια τους λεβέντες, ήτοι παιδιά λεβέντες από άπορες οικογένειες παντρεύονται άσχημες κοπέλες. Επίσης, τα κούτσουρα παντρεύουν τα κούτσουρα, τα κτήματα με δέντρα (κούτσουρα) ως προίκα δελεάζουν φτωχούς νέους. Όποιος ρογιάζεται ασυμφώνητος, φεύγει απλήρωτος32. Ρογιάζεται: εργάζεται ως μισθωτός βοσκός (πιστικός).

► ► ► ►

► ►

► ► ► ►

29. Κομνηνής Άννης, Αλεξιάς ΙΙΙ, 135, ΙΙ, 193-194. 30. Μαμμόπουλος Αλέξανδρος Χ, Αγωγιάτες και κιρατζήδες, Ηπειρωτική εταιρεία, τ. 39, 1979, σ. 20. 31. Ρωμαίος Κων-νος Α, Παρατηρήσεις εις τας βυζαντινάς και νεοελληνικάς παροιμίας, Αθηνά 50, 1940, σ. 110. 32. Βενιζέλος Ιωάννης, Παροιμίαι δημώδεις, Αθήνα 1846, σ. 215, no 559. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

69


70

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

► ► ►

► ► ►

Οι σμίχτες φυλάν (ε) τα πρόβατα, ο τσέλιγκας τ’ αρμέγει33. Ο επικεφαλής του νομαδικού τσελιγκάτου συχνά εκμεταλλευόταν τους μικροποιμένες που έσμιγαν τα αιγοπρόβατά τους με τα δικά του. Ενίοτε τους έβγαζε χρεωμένους την άνοιξη στον λογαριασμό. Όποιος τρίβει ψέματα, στον τρουβά του τα βρίσκει. Ο ρογιασμένος τζιομπάνος δεν έχει αδειά να πεθάνει. Αδειά: ευκαιρία, άδεια. Ορθό το φεγγάρι δίπλα ο τζιομπάνος, δίπλα το φεγγάρι ορθός ο τζιομπάνος. Μετεωρολογική πρόβλεψη. Όταν το δρεπανοειδές φεγγάρι βρίσκεται σε όρθια στάση, επικρατεί καλός καιρός, οπότε οι ποιμένες μπορούν να αναπαύονται διότι η φύλαξη των κοπαδιών είναι εύκολη σχετικά. Όταν το φεγγάρι έχει πλάγια θέση, τους περιμένει ορθοστασία λόγω κακοκαιρίας. Όσο φυλάει η πατουλιά δεν φυλάει η παναγιά. Τακτική των ποιμένων να κρύβονται, όταν έβλεπαν όργανα της εξουσίας: αγροφύλακες, εισπράκτορες φόρων, χωροφύλακες, πταισματοδίκες. Πατουλιά: πυκνή συστάδα από θάμνους, βάτα και παλιούρια κυρίως. Ό, τι έκανε η γίδα στο πουρνάρι, το κάνει και το πουρνάρι στη γίδα. Αναφορά σε περιπτώσεις αντιποίνων. Η γίδα επί μακρόν έτρωγε το πουρνάρι, αλλά ήρθε καιρός που από το κλωνάρι του πουρναριού κρέμασαν τη σφαγμένη γίδα για να τη γδάρουν. Άλλη διατύπωση: Ό,τι κάνει η γίδα στο πουρνάρι, θα το βγάλει στο τομάρι. Ό,τι κάνουν οι πολλοί, δεν το κάνει ο ένας. Ο ένας είναι πρόβατο μοναχό στο λόγγο34. Όποιου κι αν είναι το καλύβι έχει καλή δείξη. Φαίνεται δηλ. νοικοκυρεμένο και όμορφο. Όπου φτωχός κι η μοίρα του, στέρφα και τσαγκάδια το μισό κοπάδι. Στέρφα: πρόβατα που δεν γέννησαν, άρα δεν έχουν γάλα και αρνιά. Τσαγκάδια: πρόβατα που γέννησαν, έχουν γάλα, ψόφησαν όμως τα αρνιά τους λίγες μέρες μετά τη γέννησή τους. Πέντε χιλιάδες πρόβατα και άλλα τόσα γίδια, ν’ αλλάξουμε δαχλίδια35. Η κόρη του τσέλιγκα παρακαλεί τον πατέρα της «να τάξει» στον γαμπρό αμύθητη περιουσία. Πήγα να γιάνω και ήβρα μαλλί να γράνω.

33. Μποτός Γιάννης Α, ό.π., σ. 84, 86. 34. Γκιόλιας Μάρκος Α. Παραδοσιακό δίκαιο και οικονομία του τσελιγκάτου, Αθήνα 2004, σ. 63. 35. Κέντρο Ερεύνης Ελλ. Λαογραφίας Ακαδημίας Αθηνών, χειρογρ. 1365, σ. 346, Σπύρος Μουσελίμης, Παραμυθιά Θεσπρωτίας. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

► ►

► ►

► ► ►

► ►

Πήγε θράσιο. Αχρηστεύτηκε χωρίς να αξιοποιηθεί. Θράσιο: το πρόβατο που ψόφησε πριν προλάβει να το σφάξει ο ποιμένας, οπότε πήγε χαμένο. Πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος. Ανάλογη σημασία έχει και η γνωμική φράση: «Ζητών γαρ’ όψον θοιμάτιον απώλεσα36», γυρεύοντας εκλεκτό φαγητό έχασα τη χλαίνη. Πήρε πυτιά. Έβαλε τις βάσεις για πρόοδο. Πυτιά: ένζυμο παραγόμενο από το στομάχι αρνιού ή κατσικιού από πέντε έως είκοσι ημερών, που τρέφεται αποκλειστικά με γάλα. Οι ποιμένες περνούσαν τα στομάχια των αρνιών σε μια σούβλα λεπτή και την κρεμούσαν στο εσωτερικό των καλυβιών για να ξεραθούν στον αέρα. Το περιεχόμενο αυτών των μικρών στομάχων λιωμένο μέσα σε νερό αποτελούσε την πυτιά σε υγρή μορφή, η οποία εντέλει ήταν η μαγιά για την πήξη του γάλακτος σε τυρί. Κατά τον Αριστοτέλη: «έστιν ουν πυτία γάλα έχον εν εαυτώ τυρόν37». Από την πυτιά προέρχεται ο όρος απύτιαγος: ασθενικός, καχεκτικός. Πήρε την κάπα ανάποδα ή κρέμασε την κάπα στον πάλιουρα. Σχετική με εκείνον που έχασε το βιος του από κακή διαχείριση, πλήρης αποτυχία. Πήρε το σουφλί με τις πυτιές ή πήρε την μπούτσικα(προβατίνα) με τον κύπρο. Για όποιον δεν έλαβε τίποτε από επαγγελματική εταιρική σύμπραξη. Πρόκειται για οικονομική καταστροφή. Πιάσε το λαγό και παρ(ε) του την κάπα. Πέρσι ψόφησε και μύρισε φέτος. Όταν σκοπίμως επαναφέρεται στο προσκήνιο κάποια επιλήψιμη υπόθεση, η οποία είχε σχεδόν ξεχαστεί. Πίσω πουλιώνται πρόβατα, πίσω πουλιώνται γίδια38. Από ληστρικό τραγούδι το οποίο απευθύνει προς τη φυλακή η οργισμένη γυναίκα του φυλακισμένου ποιμένα διεκτραγωδώντας τις συνέπειες που έχει για την οικογένεια και το κοπάδι ο ζωντανός ο χωρισμός. Ιδού ο πρώτος στίχος: «Μαρή κακούργα φυλακή τι μού κρατάς τον άντρα;». Στους νομάδες των Τζουμέρκων ο στίχος: «πίσω πουλιώνται πρόβατα...» χρησιμοποιείται στις εξής περιπτώσεις: είτε όταν πεθάνει ο ποιμένας-προστάτης της οικογένειας είτε όταν αρρωστήσει βαριά είτε όταν χαθεί το βιός από κακή διαχείριση. Πότε αυγό, πότε τυρί, δεν μας απόλειπε η αρτυμή. Αρτυμή: φαγητό μη νηστίσιμο. Πρατίνα βαρεμέν(η) στο μαστάρι, σφάξ(ε) την και ρίξ(ε) την με μανέστρα στο κακάβι... βαρεμένη στο μαστάρι: πάσχει από μασταρά, ασθένεια με επίπτωση το χάσιμο του γάλακτος. 36. Ζηνόβιος, Επιτομή παροιμιών 2. 77, 4. 13. 37. Αριστοτέλης, Περί ζώων ιστορίαι, ΙΙΙ, 522b, 21. 38. Χαλατσάς Δ. Χ, Ληστρικά τραγούδια, Αθήνα 2000, σ. 237. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

71


72

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

► ► ►

► ► ► ►

Πριτς, γέρο Μάρτη, τα ’βγαλα τα αρνοκάτσικά μου. Τα ’βγαλα: τα ξεχειμώνιασα, αρνοκάτσικα: κοπάδι με αρνιά και κατσίκια. Κατά τον μύθο μια γριά κτηνοτρόφος από την περιοχή Ξηροβουνίου απεύθυνε τα παραπάνω λόγια προς τον μήνα Μάρτιο την 31η ημέρα αυτού με το σκεπτικό ότι δεν φοβάται πλέον τις κακίες του εις βάρος των ζωντανών της, αφού έμπαινε ο Απρίλης με τις ζέστες και τα πολλά χορτάρια. Ο Μάρτης, χολωμένος από την προσβολή (η γριά τον έκλασε και τον αποκάλεσε γέρο ξοφλημένο, ούσα η ίδια γριά), δανείστηκε δυο μέρες από τον Απρίλη στις οποίες εξαπέλυσε βιβλική κακοκαιρία με αποτέλεσμα να παγώσει η γριά με τα πρόβατά της και να μετατραπούν σε πέτρες. Στο Κακολάγκαδο της Ροδαυγής οι γονείς μας μάς έδειχναν στην κορυφή του υπερκείμενου γκρεμού ένα σύμπλεγμα από πέτρες λέγοντάς μας πως είναι η γριά που μαρμάρωσε ο Μάρτης. Επιμύθιο: η ειρωνεία, η απερισκεψία και η ασέβεια συνιστούν ύβριν, η οποία τιμωρείται. Προβατίνας, που ’μεινε στέρφα μια χρονιά, άφησέ τις φούντες και βάλε της κουδούνι, αν μείνει και την άλλη στέρφα, τράβα την κατευθείαν στον χασάπη. Σε όλους πρέπει να δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία Πρόβατο που γνωρίζεται, δίχως κρίση παίρνεται39. Όταν ο ποιμένας αναγνωρίζει το κλοπιμαίο ζώο από το σημάδι, το παίρνει χωρίς δικαστική μεσολάβηση. Πώς καταντούν τα πρόβατα να τα πατούν τα γίδια. Ενίοτε οι επιτήδειοι και θρασείς εκμεταλλεύονται τους πράους ανθρώπους. Πού τα έχει τα πρόβατα ο τάδε; Στο βουνό του λύκου. Ο λόγος για τον ανεύθυνο ποιμένα που δεν φροντίζει το κοπάδι του, το έχει σχεδόν εγκαταλελειμμένο με συνέπεια να παθαίνει ζημιές. Σαν τα πρόβατα, δεν φυλάν(ε) σύνορο. Όπως τα λάιμαργα πρόβατα θέλουν τον τόπο ακομμάτιαστο και απέραντο χωρίς να υπολογίζουν βοσκοτόπια άλλων προβάτων ή απαγορευμένα, έτσι και οι άπληστοι άνθρωποι δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να καρπώνονται τα αγαθά των άλλων. Σάκιασμα, ξεσάκιασμα, τελεύονται οι γυναίκες. Σάκιασμα: η τοποθέτηση ρούχων, σκευών και εφοδίων των νομάδων σε μάλλινα σακιά κατά τις εποχικές μετακινήσεις τους. Τελεύονται: ταλαιπωρούνται. Σαράντα βλάχοι μ’ ένα κουτάλι. Σαν έρθει ο τρισκατάρατος, ο τρισκαταραμένος πάν(ε) τα ζυγούρια, παν τ’ αρνιά, πάνε και τα γαλάρια... Τρισκαταραμένος: ο πικροχάροντας. Σαν τη μύγα μέσ’ στο γάλα. Σαν την προβατίνα που γεμίζει ένα καρδάρι γάλα και στον πάτο του δίνει μια

39. Αραβαντινού Π., Παροιμιαστήριον, σ. 108 no 1158. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

Δίπλα στο λιβάδι τα πρόβατα έχουν λαρώσει*. Κάποια από τα διορατικά τζομπανόσκυλα βγήκαν περιπολία για να ελέγξουν το δρομολόγιο για την επικείμενη διανυκτέρευση. (* Έχουν λαρώσει: έχουν ηρεμήσει. Οι ποιμενικοί του Γιάννη Ανθούλη στην Ανθρακιά Γρεβενών, Οκτώβρ. 2017.)

Τράγοι κραταιοί με τις αλλόκοτες κερατωσιές τους φερμένοι από των Πελασγών και του Ομήρου τα κοπάδια. Στο μαντρί του Γαβριήλ Γιζγάκη, Πολύγυρος Χαλκιδικής, Ιούλιος 2018. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

73


74

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

► ► ► ► ►

► ► ►

κλωτσιά και το χύνει. Υπαινιγμός για εκείνους που έχουν δημιουργήσει πράγματα, αλλά με μια άστοχη ενέργειά τους επιφέρουν ολοσχερή καταστροφή. Σβάρα την κάπα. Σβάρα-σβαρνίζω. Η μισή κάπα σύρεται στο έδαφος και η άλλη μισή κρέμεται άτακτα στον ώμο του ποιμένα. Αναφέρεται σ’ εκείνους που δεν ενδιαφέρονται για την άψογη τέλεση των επαγγελματικών τους καθηκόντων διότι χαρακτηρίζονται από οκνηρία και έλλειψη νοικοκυροσύνης. Στενό σακί, χαρά του βλάχου. Το στενό σακί είναι ελαφρύ και επομένως εύκολα φορτώνεται στο μουλάρι, περιέχει όμως μικρότερη ποσότητα εισοδήματος σε σύγκριση με το πλατύ σακί. Λέγεται για όσους δεν ενδιαφέρονται για την ποσότητα των αγαθών (πλατύ σακί), αλλά για το περιτύλιγμα (μεγάλος αριθμός από στενά σακιά). Πιο επιτυχής θα ήταν τούτη διατύπωση της παροιμίας: στενό σακί, χαρά του αγωγιάτη. Ο αγωγιάτης ούτε τα μουλάρια του θα καταπονούσε με το στενό σακί, πιο πολλά δρομολόγια θα πραγματοποιούσε, οπότε περισσότερα χρήματα θα αποκτούσε. Στο βλάχικο όποιος δεν ξέρει να βοηθάει, μένει κατάμονος και δυστυχάει40. Στο καλύβι μου ο καημένος κάθομαι θεραπευμένος. Θεραπευμένος: χαρούμενος. Στο ξέσκεπο γάλα πέφτουν οι μύγες. Στην καλή προβατίνα κρεμάει ο τζιομπάνος το κουδούνι. Στα στέρφα σ’ είχα ή στα ζυγούρια; Αναφέρεται σ’ εκείνους που εκφράζουν μια επιθυμία στον εργοδότη τους, επειδή όμως δεν έχουν προσφέρει αξιόλογο έργο, το αίτημά τους δεν ικανοποιείται. Στα χειμαδιά δεν μας απόλειπε η δουλειά. Στη γίδα κολλιτσίδες δεν κολλάν(ε). Οι συκοφαντίες που απευθύνονται σε ανθρώπους έντιμους και ακέραιους δεν γίνονται πιστευτές. Στον λοχαγό ψήνουν αρνί, στον γύφτο κατσικάκι και στον καημένο γέροντα κουρκούτη στο τηγάνι. Το επάγγελμα, η κοινωνική θέση και η ηλικία των γαμπρών αποτελούν κριτήρια με βάση τα οποία εκδηλώνεται η εκτίμηση των μελών της οικογένειας της νύφης προς εκείνους. Στου σβαρνιάρη το μαντρί ούτε γάλα ούτε τυρί. Σβαρνιάρης: ο ανοικοκύρευτος, αυτός που χαρακτηρίζεται από προχειρότητα, αναβλητικότητα, έλλειψη οργανωτικότητας και αφήνει τις υποθέσεις του να σέρνονται. Τα βόδια δένουν από τα κέρατα, τον άνθρωπο απ’ το λόγο41. Οι αποφάσεις και οι συμφωνίες μεταξύ των ποιμενόβιων κλείνονται προφορικά. Ο λόγος τιμής έχει την ίδια βαρύτητα με το γραπτό δίκαιο σ’ αυτούς. 40. Βενιζέλος Ιωάννης, Παροιμίαι δημώδεις, Αθήνα 1846, σ. 208, no 455. 41. Αραβαντινός Π., Παροιμιαστήριον, σ. 121, no 1304.

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

► ► ►

► ► ► ► ► ►

► ►

Τα βουνά όλοι επαινούν, στον κάμπο αγοράζουν. Τα οικονομικά κίνητρα υπερτερούν και καθορίζουν τις επιλογές των ανθρώπων. Τα γίδια πιάνονται με τη μαγκούρα, τα πρόβατα με την κλίτσα. Ανάλογα με το είδος της δυσκολίας είναι και τα μέσα που χρησιμοποιούνται. Τα γρέκια χορταριάσανε, ρήμαξαν τα κονάκια42. Από δημοτικό τραγούδι. Αναφέρεται στο τέλος εποχής, στη δραματική μείωση της νομαδικής κτηνοτροφίας στη χώρα μας. Με την ίδια σημασία: κλαίν(ε) οι στρούγκες για πρόβατα, κλαίν οι στρούγκες για γίδια, κλαίνε και τα στρουγκόλιθα για τους τζιομπαναραίους. Στρουγκόλιθα: πέτρες στις οποίες κάθονταν οι αρμεχτάδες στο άρμεγμα. Τα δυο χέρια του αρμεχτή βγάζουν το γάλα από τη λάια. Συνεργασία, σύμπνοια. Τα θέλει μαλλάτα και γαλάτα και τ’ αρνιά αρνάδες. Τα κοράκια στα ψοφίμια σε πηγαίνουν. Οι απαίσιοι άνθρωποι σε οδηγούν σε αποκρουστικές ενέργεες. Τα μούτρα του για πρόβειο γάλα είναι! Ειρωνεία για εκείνον που του λείπουν τα προσόντα για κάτι ανώτερο. Τα πολλά χέρια στο μαλλί, λίγα στο τυρί και τα καθαρά στο βούτυρο. Τα πρόβατα άφησαν πολλά παιδιά γκαβά. Γκαβά: τυφλά. Η ενασχόληση με την κτηνοτροφία περιόρισε τους γνωστικούς ορίζοντες των παιδιών και τους στέρησε ευκαιρίες για επαγγελματική, κοινωνική και πνευματική ανέλιξη. Προς επίρρωση των ανωτέρω και η ακόλουθη παροιμία: Η πόλη έχει δυο μάτια, το χωριό ένα και ο λόγγος (όπου ζούσαν οι ποιμένες) κανένα43. Ταχιά-ταχιά στον αύλακα κι από νωρίς στο γρέκι44. Ταχιά: αύριο. Οι γεωργοί μπορούν να αναβάλουν για λίγο τις εργασίες στα χωράφια (στον αύλακα), οι ποιμένες όμως όχι, γιατί τα πρόβατα είναι ζωντανές υπάρξεις και, αν μείνουν κλεισμένα στο μαντρί χωρίς τροφή, θα ψοφήσουν. Τέσσερα αρνιά, πέντε κιλά αρνοπόκι. Αρνοπόκι: μαλλιά αρνιού, από τις λέξεις αρνί και πόκος-ποκάρι. Αναφορά σε ανθρώπους που πλάθουν μυθεύματα για να επαινέσουν δικά τους αποκτήματα. Τα τέσσερα αρνιά παράγουν βαριά δυο κιλά αρνόμαλλο. Τα πρόβατα τα φτιάχνουν άνθρωποι κι άνθρωποι τα χαλάνε, τον άνθρωπο θεός τον φτιάχνει και θεός τον χαλάει45. Τα πρόβατα κουρεύονται και το τυρί ζυγιέται και τα ορφανά πορεύονται και η χήρα κυβερνιέται46. Κυβερνιέται: προστατεύεται. Από δημοτικό τραγούδι. Η 42. Νημάς Θεόδωρος, Δημοτικά τραγούδια Θεσσαλίας, τ. Β΄, σ. 308. 43. Πράμαντα Τζουμέρκων Ιωαννίνων, Αθήνα 1977, σελ. 304. 44. Πολίτης Ν. Γ., Παροιμίαι, 2, σ. 634, no 2. 45. Φυτιλής Γιώργος Α, ό.π., σ. 134. 46. Ανθολογία Περάνθη, τ. ΣΤ΄, εκδ. Ι. Χιωτέλλη, Αθήνα 1979, σ. 486. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

75


76

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

► ►

► ► ► ► ►

► ► ► ► ►

ζωή βρίσκει τους ρυθμούς της παρά τον θάνατο του προστάτη πατέρα. Τα πρόβατα λένε ότι τα κουδούνια είναι προδότες τους. Όταν τα πρόβατα θέλουν να διαφύγουν την προσοχή του ποιμένα και να κινηθούν προς τα απαγορευμένα, συνήθως δεν το κατορθώνουν λόγω του ήχου των κουδουνιών. Τα πρόβατα τα χάσαμε, μείναμε με τις κλίτσες. Τα στραβά καλύβια ξουρέξια του Μήτρου είναι. Ξουρέξια με την κυριολεκτική έννοια: ανόρεχτα, ξε αρνητικό μόριο και όρεξη. Ο ποιμένας έφτιαξε τα καλύβια μάλλον από καταναγκασμό, χωρίς διάθεση και μεράκι. Την αυγή κινάει από το καλύβι, το γιόμα φτάνει στο μαντρί. Τη γίδα τη δέρνει το χαλάζι και αυτή κρατάει τον ούρο σηκωμένο47. Την έχει καμένη την καλύβα του. Είναι ολοσχερώς κατεστραμμένος. Της προβατίνας το βυζί το ένα βγάζει γάλα και το άλλο φαρμάκι, εκείνο που βγάζει φαρμάκι δεν στερφεύει ποτέ. Το απόσπασμα στα κονάκια, οι κλέφτες στο μαντρί. Αναφέρεται στην τακτική των ποιμένων κατά την περίοδο της ληστοκρατίας στην Ελλάδα (1836-1935), οι οποίοι ήταν αναγκασμένοι να υπηρετούν τους ληστές και τους χωροφύλακες-διώκτες τους. Ενδεικτική η μαρτυρία: «Η πάντα δεινοπαθούσα ποιμενική τάξη την περίοδο της ληστοκρατίας βρισκόταν μεταξύ σφύρας και άκμονος. Από τη μια υπήρχαν οι ληστές στην απόλυτη διάθεση των οποίων ήταν οι ίδιοι οι ποιμένες και τα ποίμνιά τους, οπότε ήταν “υποχρεωμένοι” να υποφέρουν την επικίνδυνη φιλία τους κάνοντας τα θελήματά τους, από την άλλη οι ποιμένες ήταν εκτεθειμένοι απέναντι στις αρχές που δίκαια ή άδικα τους υποψιάζονταν ότι υποθάλπουν τους ληστές»48. Το αχαμνό το πρόβατο στον πάλιουρα σκαλώνει. Οι αδύναμοι άνθρωποι λυγίζουν ακόμη και ενώπιον απλών δυσχερειών. Το γάλα το ελαφρύ βγάζει πολύ τυρόγαλο και λιγοστό τυρί. Το ήμερο το αρνί βυζαίνει δυο μανάδες, το άγριο ούτε τη δική του. Το μονοδέντρι στο βουνό όλοι οι καιροί το δέρνουν. Η εκούσια ή ακούσια απομόνωση κάποιου συνεπάγεται κινδύνους. Το παιδί μου να ’ναι καλά και ας ψοφήσουν χίλια αρνιά. Xίλια αρνιά, χίλια κατσίκια και του μπέη τα κορίτσια. Από νανούρισμα στο οποίο εξαίρεται η ανεκτίμητη αγάπη της μάνας για το παιδί της. Το πρόβατο από το κλιτσινάρι του κρέμεται. κλιτσινάρι: αδύνατο και μακρύ πόδι. Το σφαγμένο πρόβατο κρεμιέται από το πόδι του για να το γδάρουν. Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τη μοίρα του, αφού δίνει το μέσο σ’ αυτόν που θέλει να τον εξοντώσει. 47. Καρατζένης Νίκος, Β, Οι νομάδες κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων, Άρτα 1991, σ. 451. 48. Χαλατσάς Δημ. Χ, ό.π., σ. 220.

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

► ► ►

► ►

► ►

Το πολύ το φούσκωμα σπάει το ασκί. Το καλό το βόσκημα της προβατίνας στο καρδάρι φαίνεται. Καρδάρι: εν προκειμένω το γάλα που αρμέγεται στο καρδάρι. Το τυρί σαν πάρει αέρα, βρωμάει. Όταν βρωμάει το τυρί, πετιέται, παρόμοια και ο άνθρωπος που παρεκτρέπεται ηθικά από κατάχρηση της ελευθερίας του, δύσκολα επανέρχεται. Εκτός αυτού ο στιγματισμός θα τον ακολουθεί. Τι γλυκό που ’ναι το γάλα μάνα, έλεγε το γυφτόπουλο στη μάνα του. Πού το ξέρεις παιδί μου. Έτρωγε ένας βλάχος αποπέρα από το ποτάμι. Όταν κάποιος από αφέλεια ή άγνοια εμφανίζει ανεξέλεγκτες πληροφορίες ως βεβαιωμένα συμβάντα. Τι να νιώσει; χορτάρια βοσκάει. Υπαινιγμός για τον άνθρωπο που δεν διαθέτει ευφυΐα και δεν έχει αντίληψη των πραγμάτων. Τι ρούφα κι άρμεξε, τι άρμεξε και ρούφα. Όταν τα πράγματα έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο, όπως και να δράσει ο άνθρωπος, αναπότρεπτα θα προκύψει το ίδιο αποτέλεσμα. Τι τραβάς και κλωτσάς, στάσου, σε θέλει ο Καραπάνος49. Τις φράσεις απεύθυναν οι ποιμένες των Πραμάντων προς τις προβατίνες που ήταν άτακτες στο άρμεγμα και επιδίωκαν να φύγουν μισοαρμεγμένες. Ο παροιμιακός αυτός λόγος σχετίζεται με το Αγροτικό Ζήτημα στα Τζουμέρκα. Τα Πράμαντα έως το 1889 ήταν ιδιοκτησία του τσιφλούχου, τραπεζίτη και βουλευτή Νομού Άρτας Κωννου Καραπάνου. Με το υπ. αριθμ 223/9-8-1899 συμβόλαιο οι κάτοικοι των Πραμάντων πλήρωσαν στον Κ. Καραπάνο 4.200 οθωμανικές λίρες για εξαγορά των κοινοτικών εκτάσεων50. Οι ποιμένες συνεισέφεραν στη συγκέντρωση του ποσού. Για να βρεθούν τα χρήματα, άρμεγαν τα πρόβατα έως της τελευταίας σταγόνας του γάλακτός τους. Οι ζωηρές προβατίνες που κλωτσούσαν στο άρμεγμα, ένιωθαν συχνά την κλίτσα «ν’ αργάζει το τομάρι τους». Αργάζω το τομάρι: ξυλοκοπώ. Το Μάη με το πουκάμισο, τον Αύγουστο με κάπα. Το Μάη να χάνεις τ’ άλογα και το Θερτή τα πρότα. Θερτής: θεριστής, Ιούνιος, πρότα: πρόβατα. Συγκεκομμένοι τύποι. Μέγα πλήγμα για τους νομάδες να χάνουν το βιος τους την άνοιξη, ενώ κατάφεραν να τα ξεχειμωνιάσουν χωρίς απώλειες. Τρεις μήνες ξηροφαγιά θέλει να χλιαρίσει παπάρα. Ξηροφαγιά: ψωμί και τυρί, χλιαρίζω: τρώγω φαγητό με το κουτάλι (χλιάρι-κοχλίας-κοχλιάριον-χλιάριονχλιάρι). Παπάρα ή ζεματούρα: πολύ ξερό ψωμί σε κομμάτια μουσκεμένο σε

49. Καρατζένης Ν, ό.π., σ. 97 50. Πράμαντα Τζουμέρκων Ιωαννίνων, Λαογραφία-Ιστορία. Έκδοση αδελφότητας Πραμαντιωτών Αθήνας, Αθήνα 1977, σ. 281. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

77


78

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

Οι λύκοι ενίοτε ορύονται για να παραπλανήσουν τα τζομπανόσκυλα. Αν εκείνα σπεύσουν προς την κατεύθυνση από την οποία έρχονται οι κραυγές τους, οι ευφυέστατοι λύκοι επιτίθενται στο κοπάδι από την αντίθετη πλευρά.

Οι αρχηγοί του κοπαδιού «αρματωμένοι» με την τρανή κουδούνα και τα βαριά κυπριά, η μελωδία των οποίων συνέθετε ποιμενική συμφωνία, η οποία «ανάσταινε πεθαμένον» δήλωνε την ταυτότητα του κοπαδιού και την ευαισθησία του ποιμένα. Οι τράγοι του Αλέκου Παππά από το Μεγάλο Περιστέρι Ιωαννίνων. Άκτιο Βόνιτσας, Οκτώβρ. 2005. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

► ►

► ► ► ► ►

► ►

χοχλαστό νερό με λίγο λάδι ή εναλλακτικά με τρίμματα τυριού ή μυζήθρας... Τον Απρίλη γάλα-γάλα και τον Μάη γαλατάκι. Ο Απρίλης με τα χορτάρια τα χλωρά και τα πολλά λουλούδια είναι γαλακτοφόρος, ο Μάης με τις ζέστες καίει τη χλωρασιά· γι’ αυτό τα πρόβατα μειώνουν το γάλα και οι νομάδες εγκαταλείπουν τα χειμαδιά. Τον έχει κατσιούλα (τον διάβολο). Έχει τον διάβολο στο κεφάλι του. Είναι δηλ. έτοιμος για παρεξήγηση. Κατσιούλα: μικρή και ανάλαφρη κάπα που κάλυπτε μόνο το κεφάλι και τις πλάτες. Κατσιούλα: η απόληξη της κεφαλής του αχυροσκέπαστου καλυβιού των νομάδων. Τον έπιασαν με την προβιά στον ώμο. Προβιά: δέρμα προβάτου. Ο κλέφτης αιγοπροβάτων συνελήφθη επ’ αυτοφόρω, δεν χρειάζεται μάρτυρες. Του άργασε το τομάρι. Τον ξυλοκόπησε άγρια. Η φράση προέκυψε από τη διαδικασία επεξεργασίας (σκλήρυνσης) του δέρματος. Όταν οι νομάδες ήθελαν να φτιάξουν γαλοτόμαρο (ασκό για να μεταφέρουν γάλα, γιαούρτι, ξυνόγαλο), ξύριζαν επιμελώς ένα δέρμα από γίδα και το άφηναν 3-4 μέρες στο νερό, το οποίο είχαν βράσει μαζί με φλοιούς από πικραμυγδαλιά ή πουρνάρι. Το τομάρι άργαζε, δηλ. γινόταν σκληρό, έκλειναν οι πόροι του και έπαιρνε ένα κοκκινωπό χρώμα. Άργασε το τυρί. Το τυρί έφτασε στην ωρίμασή του με την παρέλευση τεσσάρων μηνών από την ημέρα παρασκευής του. (Ν. Β. Καρατζένης, Οι Νομάδες..., σ. 365). Του κάηκε το κρέας και του ’μεινε το σουφλί. Του κρέμασαν κουδούνια: έγινε περίγελως, έχασε την αξιοπρέπειά του. Του μέτρησε τα πλευρά με την κλίτσα. Υπέστη ανελέητο ξυλοδαρμό. Του φτωχού το αρνί κριάρι δεν γίνεται. Των φτωχών τα παιδιά δεν έχουν τα εφόδια και τις ευκαιρίες να εξελιχθούν, να πετύχουν υψηλούς στόχους. Τρίβω ψωμί και φέρε γάλα. Ο λόγος για τους μη προνοούντες, οι οποίοι, ενώ στερούνται τα βασικά προς το ζην, προχωρούν εκ των προτέρων σε ενέργειες που λογικά και χρονικά έπονται. Φρόνιμος σαν η μέλισσα και άκακος σαν αρνάκι. Φτωχό (σε κρέας) αρνί, πλατιά ουρά. Για ανθρώπους άπορους, αλλά ματαιόδοξους οι οποίοι προβαίνουν σε πράξεις επίδειξης. Χαρά στον που με κωλοκούριζε κι ανάθεμά στον που με κτούπιζε51. Τα λόγια αυτά υποτίθεται ότι τα έλεγε η προβατίνα γιατί με το κωλοκούρισμα που γινόταν περί τα μέσα Μαρτίου τα πρόβατα ανακουφίζονταν, απαλλάσσονταν από

51. Καρατζένης Ν. Β, Οι Νομάδες... ό.π., σ. 265. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

79


80

Ν Ι Κ Ο Λ Α Ο Σ Β . Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ

Στο δάσος με τις ακακίες: εικόνες, χρώματα, ρυθμοί, ήχοι και αρμονίες συνεπαίρνουν και γεννούν υπέροχα συναισθήματα. Το κοπάδι του Γιάννη Ζιάγκα στη Δεσκάτη Γρεβενών, Οκτώβρ. 2017.

Λύκος ιπτάμενος. Στον λύκο ρίχνονται οι πάντες με μανία· το ότι επιβιώνει, το οφείλει στις ικανότητές του. Ένα άλμα του και μόνο αφήνει τα τζομπανόσκυλα «παρασάγγας» πίσω του. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ Κ Α Ι Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ω Δ Ε Ι Σ Φ ΡΑ Σ Ε Ι Σ Α Π Ο Τ Η Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Ζ Ω Η

τις κοπριές που κρέμονταν σαν βαρίδια στην ουρά τους και από τις κολλιτσίδες που τα ενοχλούσαν στην κοιλιά τους. Το κτούπισμα (εκτόπισμα), που γινόταν τον Σεπτέμβριο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήταν η αφαίρεση λίγων μαλλιών από τον λαιμό και τη βάση της ουράς των προβάτων για να φτιάξουν οι ποιμένες σπάργανα ή σκουτί για σαμάρια, όταν είχαν τελειώσει τα κανονικά μαλλιά. Επειδή όμως πλησίαζαν τα κρύα και οι βροχές, τα πρόβατα χρειάζονταν τα μαλλιά τους, γι’ αυτό και αναθεμάτιζαν τους ποιμένες. ►

Ψωμί, τυρί δεν έχουμε, νταηλίκι χαλεύουμε. Νταηλίκι: επίδειξη ψεύτικης γενναιότητας. Νταής: θρασύδειλος.

Ως το γιόμα το ψοφάει (το πρόβατο) ως το βράδυ το βρωμάει. Ο λόγος για τον Μάρτιο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από άστατο καιρό και αιφνίδιες μεταπτώσεις της θερμοκρασίας. [ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ]

ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

81


ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ Π. ΛΑΜΠΡΗ*

Ο ΧΟΡΟΣ ΚΑΓΚΕΛΑΡΙ ΤΗΣ ΡΟΔΑΥΓΗΣ ΑΡΤΑΣ Απόπειρα νοηματικής προσέγγισης του ομώνυμου τραγουδιού

Α

πό μικρό παιδί άκουγα και έβλεπα τους πανηγυριώτες να τραγουδούν και να χορεύουν το καγκελάρι1 δύο φορές τον χρόνο, την Τρίτη της Λαμπρής και στις 27 Ιουλίου, δεύτερη μέρα του μεγάλου πανηγυριού της γενέτειράς μου, της Ροδαυγής Άρτας. Θυμάμαι επίσης πως από πολύ νωρίς άρχισα να μετέχω σ’ αυτό, έτσι, όπως συμβαίνει άλλωστε στις παραδοσιακές κοινωνίες, όπου τα παιδιά, μέσω της συμμετοχής και της συνακόλουθης γνώσης, γίνονται φορείς και συνεχιστές της παράδοσης. Έμαθα και τα λόγια, τα οποία σιγοτραγουδούσα, αν και οι γυναίκες, οι οποίες χόρευαν, δεν συνηθιζόταν τότε να τραγουδούν, κάτι που και σήμερα, πλην εξαιρέσεων, συμβαίνει. Φυσικά, με απασχολούσε χρόνια τώρα το νόημα των αδόμενων στίχων, για τους οποίους ο πατέρας μου Παναγιώτης Β. Λάμπρης, ο οποίος χόρευε περήφανος το καγκελάρι, γράφοντας γι’ αυτό, σημειώνει μεταξύ άλλων: «Το καγκελάρι όπως χορεύεται στο χωριό μας είναι ένας αξιοθαύμαστος χορός. Δεν είναι μόνο αυτοί που χορεύουν, αλλά είναι οι χιλιάδες κόσμος που παρακολουθεί. Τα λόγια που λέγονται στο τραγούδι μπορεί να μην έχουν και αξία μεγάλη [...]»2. Η φράση «Τα λόγια που λέγονται στο τραγούδι μπορεί να μην έχουν και αξία μεγάλη [...]» προφανώς δεν συνιστά συμπέρασμα ειδήμονος περί το θέμα, αλλά διαπίστωση ενός ανθρώπου, ο οποίος αγαπούσε πολύ την παράδοση και γνώριζε να απαγγέλει και να άδει πολλά δημοτικά τραγούδια. Όταν, λοιπόν, τον είχα ρωτήσει για το νόημα της διατύπωσής του, μου απάντησε πως το περιεχόμενο του τραγουδιού δεν λέει κάτι σπουδαίο, ούτε προκαλεί συγκίνηση και μοιάζει να έχει δημιουργηθεί από στίχους, οι οποίοι δεν συνδέονται νοηματικά μεταξύ τους. Παρόλα αυτά, συμπλήρωσε, το τραγουδάμε, το χορεύουμε, το αγαπάμε και θέλουμε να συνεχίσει να υπάρχει και στο μέλλον!

* Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη είναι δημιουργός [http://users.sch.gr/panlampri/]. 1. Παναγιώτα Π. Λάμπρη, Ροδαυγή2, σ. 155-169, Πάτρα 2016 / http://users. sch. gr/panlampri/ melet16. html 2. Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή2, σ. 483 / Παναγιώτης Β. Λάμπρης, Μαρτυρίες, σ. 123, Πάτρα 2018. 82

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Ο Χ Ο Ρ Ο Σ Κ Α Γ Κ Ε Λ Α Ρ Ι Τ Η Σ Ρ Ο Δ ΑΥ Γ Η Σ Α Ρ Τ Α Σ

Αλλά ας πάμε στο τραγούδι, όπως το έχει καταγράψει ο πατέρας μου, του οποίου οι στίχοι είναι οι ακόλουθοι: Τέτοιαν ώρα ήταν εψές, τέτοια και παραπροψές, στο χορό που χόρευαν όλο αγόρια και παιδιά, και κορίτσια ανύπαντρα. Και στη μέση στο χορό κάθεται χρυσός αϊτός και τροχάει τα νύχια του, τα χρυσά φτερούγια του, το Θεό παρακαλεί: «Κύριε, δος μου προθυμιά, να ριχτώ ν’ αρπάξω μια, κι αν δεν την εδιάλεγα, να ’πεφταν τα νύχια μου, τα χρυσά φτερούγια μου». Μπαϊραχτάρη στο χωριό, εσύ που σέρνεις το χορό, σαν κλωνί βασιλικό, σαν κλωνάρι αμάραθο3, να το ’χα στον κήπο μου να το συχνοπότιζα Τετραδοπαράσκευο4 και Σαββατοκύριακο. Εσύ που σέρνεις το χορό, κάνε διπλοκάγκελο κάνε καγκελίσματα, κάνε τριτοκάγκελο κάνε καγκελίσματα, κάνε τετροκάγκελο κ. ο. κ. κάνε καγκελίσματα, κάνε σταυροκάγκελο κάνε σταυροκάγκελο, τράβα σιάσε5 το χορό, είμαι ξένος και θα ιδώ και θα πάω να μολογώ στα χωριά που θα διαβώ, μες τον πέρα μαχαλά και στη δώθε γειτονιά, π’ αγαπώ κι εγώ μια νια, την αφέντρω6 καλογριά, κι έμαθα πως πέθανε και θα πάω το βράδυ εκεί με λαμπάδες με κεριά, με καθάρια λειτουργιά7. Όταν (ή φόντας)8 πάαινα9 εκεί μου ’στρωνε παλιό σακί, μου τηγάνιζε τυρί. Σήμερα τα παλικάρια στέκονται σαν τα λιοντάρια. Σήμερα και τα κορίτσια στέκονται σαν κυπαρίσσια. Σήμερα κι οι παντρεμένες στέκονται καμαρωμένες. Μα τον Άγιο Κωνσταντίνο το χορό δεν τον αφήνω. Μα τον Άγιο Άι-Θανάση, κι ο χορός δε θα χαλάσει. Μα τον Άγιο Άι-Νικόλα, τι χορός θα γίνει τώρα! 3. αμάραθο (το) το φυτό μάραθο 4. Τετραδοπαράσκευο (το) Τετάρτη και Παρασκευή 5. σιάσε φτιάξε, διόρθωσε 6. αφέντρω (η) αφέντρα 7. λειτουργιά (η) πρόσφορο 8. φόντας όταν 9. πάαινα πήγαινα ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

83


84

Π Α Ν Α Γ Ι Ω ΤΑ Π . Λ Α Μ Π Ρ Η

Στον πρώτο, λοιπόν, στίχο προσδιορίζεται ο χρόνος τέλεσης του χορού, όπου το «εψές» και το «παραπροψές» παραπέμπουν στην ώρα του δειλινού. Και μολονότι το νόημα υποδηλώνει πως ο χορός χορεύεται δύο συνεχόμενα απογεύματα, η παράδοση, η οποία τηρείται ακόμα, δεν κουβαλά τέτοια μνήμη και πρακτική. Επομένως οι αναφερθείσες λέξεις, καθώς και η επανάληψη της λέξης «τέτοια(ν)», ή απηχούν μακρινή εποχή, κατά την οποία αυτό συνέβαινε, ή απλά συμβάλλουν στη μετρική ολοκλήρωση του στίχου. Ακόμα, αν και στον χορό μετέχουν άνθρωποι, σχεδόν, κάθε ηλικίας, αφού μόνο τα πολύ μικρά παιδιά και οι ανήμποροι γέροι δεν χορεύουν, ο λαϊκός δημιουργός κάνει μνεία εκείνων, οι οποίοι βρίσκονται στην ακμή της νεότητας. Έτσι, δίνει έμφαση στην παρουσία των αγοριών, των παιδιών και των ανύπαντρων κοριτσιών, λες, και χωρίς αυτούς δεν θα είχε αξία να γίνει ο χορός ή, αν δεν παρίσταντο, θα είχε άλλο νόημα. Επομένως οι στίχοι «στο χορό που χόρευαν όλο αγόρια και παιδιά, / και κορίτσια ανύπαντρα», όπου το δεύτερο ημιστίχιο του πρώτου στίχου επαναλαμβάνεται γενόμενο πρώτο του επόμενου και παραλείπεται σ’ αυτή την καταγραφή, αναδεικνύουν τη σημασία των νέων για μια κοινωνία, στην οποία ο χορός, εκτός από μέσο ψυχαγωγίας, συνιστά και μέσο προβολής και ανάδειξης των μετεχόντων. Πόσο μάλλον, όταν πρόκειται για νέους, οι οποίοι κατά κάποια έννοια παίρνουν στα χέρια τους τη σκυτάλη για την εξέλιξη της τοπικής κοινωνίας, μέσω της ανάληψης χρήσιμων γι’ αυτή ευθυνών, που αφορούν στο κοινωνικό σύνολο. Δεδομένου, επίσης, πως στον αναφερόμενο χορό, αλλά και σ’ όλους όσους γίνονταν σε ποικίλες κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως οι γάμοι, οι γιορτές, τα πανηγύρια, ..., όπου δινόταν η αφορμή για γνωριμίες, οι οποίες οδηγούσαν σε γάμους από έρωτα ή προξενιό, καθόλου τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί η αναφορά του δημιουργού στους νέους και, μάλιστα, στους πρώτους στίχους του τραγουδιού. Και όπως συμβαίνει στα δημοτικά τραγούδια, η εξέλιξη του μύθου είναι γρήγορη. Μετά το πρώτο τρίστιχο, η προσοχή αποσύρεται από τον κύκλο του χορού και επικεντρώνεται στη μέση του, στο κέντρο του χοροστασιού, όπου κάθεται, λέει, χρυσός αϊτός. Συγκεκριμένα: Και στη μέση στο χορό κάθεται χρυσός αϊτός και τροχάει τα νύχια του, τα χρυσά φτερούγια του, το Θεό παρακαλεί: «Κύριε, δος μου προθυμιά, να ριχτώ ν’ αρπάξω μια, κι αν δεν την εδιάλεγα, να ’πεφταν τα νύχια μου, τα χρυσά φτερούγια μου». Ο αετός, αρπακτικό πτηνό με εντυπωσιακή, μεγαλόπρεπη εμφάνιση, με μεγάλη σωματική ρώμη και μακροβιότητα, από αρχαιοτάτων χρόνων είλκυσε την προσοχή των ανθρώπων και έχει σημαντική παρουσία στις παραδόσεις πολλών λαών. Στα καθ’ ημάς, υπήρξε σύμβολο του Διός, ο οποίος στις μεταμορφώσεις του ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Ο Χ Ο Ρ Ο Σ Κ Α Γ Κ Ε Λ Α Ρ Ι Τ Η Σ Ρ Ο Δ ΑΥ Γ Η Σ Α Ρ Τ Α Σ

αγαπούσε ιδιαίτερα αυτή του αετού10, και στις κάθε είδους αναπαραστάσεις του θεού καθόταν πάνω στο σκήπτρο του. Απ’ αυτό το κάθισμά του ονομάστηκε σκηπτροβάμων11! Όπως, μάλιστα, αναφέρει ο Παυσανίας12, ο Φειδίας, στο υπέροχο χρυσελεφάντινο άγαλμα του θεού στην Ολυμπία, είχε τοποθετήσει πάνω στο σκήπτρο του αετό. Ο ίδιος συγγραφέας13 σημειώνει, ακόμα, πως κατά τους Ολυμπιακούς αγώνες, οι αγώνες δρόμου άρχιζαν με την ύψωση στον βωμό του σταδίου ενός χάλκινου αετού, που γινόταν με τη βοήθεια μηχανήματος. Επίσης, σε πολλά κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας βρίσκουμε ιδιαίτερους προσδιορισμούς, οι οποίοι αφορούν στον αετό, όπως για παράδειγμα στον Όμηρο, όπου αναφέρεται ως «ἀγκυλοχείλης»14, «ὑψιπέτης»15, «αἴθων»16, «ὀξύτατος δέρκεσθαι ὑπουρανίων πετεηνῶν»17, «κάρτιστός τε καὶ ὤκιστος πετεηνῶν»18, «μέλας»19, «φίλτατος οἰωνῶν»20, ..., ενώ αλλού αποκαλείται «μαντείας πρόεδρος»21, αλλά και πλήθος αναφορών, οι οποίες δεν είναι του παρόντος και δεικνύουν τη σχέση του λαού μας μ’ αυτό το περήφανο πτηνό, που το συναντάμε σε ποικίλες εκφάνσεις του λαϊκού μας πολιτισμού, και όχι μόνο. Ειδικά, στα δημοτικά τραγούδια, που ένα τους είναι η αφορμή για τις εδώ αναφορές μας, ο λαός θαυμάζει τον αετό, τον καμαρώνει για πολλούς λόγους και τον προσδιορίζει ως περήφανο, λεβέντη, χρυσό, χρυσοπλουμισμένο, ..., προκειμένου να υμνήσει τους ανυπότακτους και τους αντρειωμένους. Αλλά και ο δύστηνος χάρος παίρνει κάποτε τη μορφή του αετού, αφού με την ανθρώπινη μορφή του δεν μπορεί να νικήσει έναν αντρειωμένο, όπως ο Διγενής, και «Χρυσός αϊτός εγίνηκε πάνω στην κεφαλή του / κι έσκαψε με το νύχι του να βγάλει την ψυχή του». Ο «χρυσός αϊτός» του καγκελαριού κάθεται «στη μέση στο χορό και τροχάει τα νύχια του, τα χρυσά φτερούγια του», ενώ αναπέμπει ικεσία στον Θεό. Η τοποθέτησή του σ’ αυτό το σημείο καθόλου τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς η μέση του χορού είναι και κέντρο του κύκλου, που αυτός δημιουργεί. Με δεδομένους τους συμβολισμούς του, το κέντρο, ο ομφαλός του χορού, είναι και σημείο απ’

10. Οβίδιος, Μεταμορφώσεις 6. 108 11. Σοφοκλής, απόσπ. Μενέλαος 27 12. Παυσανίας, 5. 11. 1 13. Παυσανίας, 6. 20. 12 14. Όμηρος, τ 538 15. Όμηρος, Ν 822 16. Όμηρος, Ο 690 17. Όμηρος, Ρ 675 18. Όμηρος, Φ 250 19. Όμηρος, Φ 252 20. Όμηρος, Ω 310 21. Αριστοτ. 8. 18 ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

85


86

Π Α Ν Α Γ Ι Ω ΤΑ Π . Λ Α Μ Π Ρ Η

όπου εποπτεύεις τον πέριξ χώρο, αλλά και οι μετέχοντες σ’ αυτόν σε βλέπουν και εν προκειμένω, ως μονάδα, ελκύεις το ενδιαφέρον των πολλών, με αποτέλεσμα να υπάρχει μιας μορφής αλληλεπίδραση και αμφίδρομη επικοινωνία. Το κεντρικό σημείο, όπου κάθεται ο αετός και παρακαλεί τον Θεό, παραπέμπει στον βωμό της ορχήστρας του αρχαίου θεάτρου, στον βωμό του σταδίου της Ολυμπίας, που αναφέρθηκε πιο πάνω, όπου υψωνόταν ο χάλκινος αετός, αλλά και σε κάθε ιερό και κατάλληλο για ικεσία και προσευχή σημείο. Μια όμως και το θέμα μας έχει να κάνει με το τραγούδι και τον χορό, ας ειπωθεί πως από αρχαιοτάτων χρόνων ο χορός συνιστούσε τελετή, η οποία προϋπέθετε τη συμμετοχή, συνδεόταν με τη θρησκεία, τη γιορτή, την εργασία, τον πόλεμο, τον έρωτα, τον θάνατο, ..., και δεν ήταν θέαμα, όπως συχνά συμβαίνει σήμερα. Και στον χορό καγκελάρι ήταν κυρίαρχη η σημασία της συμμετοχής, αφού το αλυσιδωτό πιάσιμο των χεριών, βεβαίωνε, πέραν άλλων, τους δεσμούς και τη συνοχή της κοινότητας, η οποία αγωνίζεται για κοινά οράματα. Στο τραγούδι μας ο αετός τροχάει τα νύχια του και τα φτερούγια του, ώστε με τα δεύτερα να γοητεύσει και με τα πρώτα να βρίσκεται σε ετοιμότητα ν’ αρπάξει, αν του δοθεί αυτή η χάρη, η προθυμιά, τη νέα που επέλεξε, δίνοντας λόγο πως, αν δεν διάλεγε την καλύτερη, θα δεχόταν ως τιμωρία να πέσουν τα νύχια του, σύμβολα δύναμης και κυριαρχίας, καθώς και τα χρυσά φτερούγια του, τα οποία, εκτός από την ομορφιά που του χαρίζουν, του εξασφαλίζουν το λυτρωτικό για πολλούς λόγους πέταγμα. Η επιθυμία του αετού, η οποία εκφράζεται στους στίχους «Κύριε, δος μου προθυμιά, / να ριχτώ ν’ αρπάξω μια, κι αν δεν την εδιάλεγα, / να ’πεφταν τα νύχια μου, τα χρυσά φτερούγια μου», οδηγεί τη σκέψη στις αρπαγές γυναικών, πρακτική γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων για την απόκτηση συντρόφου, αλλά παράλληλα και στη σημασία την οποία είχε για το κύρος του άντρα, που αλληγορικά παίρνει τη μορφή του αετού, αυτή καθαυτήν η επιτυχία της εν λόγω ενέργειας. Έχοντας όμως κατά νουν ότι το καγκελάρι, εκτός των άλλων, θεωρείται χορός, ο οποίος υπηρετούσε και εθνικούς σκοπούς22, αλλά και το ότι ο αετός συμβολίζει το ανυπότακτο πνεύμα, πιστεύεται πως ο στίχος «και τροχάει τα νύχια του, τα χρυσά φτερούγια του» συνδέεται με τα «προεπαναστατικά χρόνια, όταν διάχυτη ήταν η ελπίδα και η προσδοκία ότι μέσα και έξω ο ελληνισμός ετοιμάζει την εξέγερση και σχεδιάζει την απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό»23. Μετά την αναφορά στον αετό, ο δημιουργός του τραγουδιού επανέρχεται στον κύκλο του χορού και απευθύνεται στον μπαϊραχτάρη:

22. Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή2, σ. 158. 23. Σωκράτης Σ. Βασιλείου, Καγκελάρης Παπαδατών «Λάκκας Σούλι» – Ο κορυφαίος Παραδοσιακός Ηπειρωτικός Πασχαλινός Χορός, εκδ. Άπειρος χώρα 2003, σ. 80. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Ο Χ Ο Ρ Ο Σ Κ Α Γ Κ Ε Λ Α Ρ Ι Τ Η Σ Ρ Ο Δ ΑΥ Γ Η Σ Α Ρ Τ Α Σ

Μπαϊραχτάρη στο χωριό, εσύ που σέρνεις το χορό, σαν κλωνί βασιλικό, σαν κλωνάρι αμάραθο, να το ’χα στον κήπο μου να το συχνοπότιζα Τετραδοπαράσκευο και Σαββατοκύριακο. Εσύ που σέρνεις το χορό, κάνε διπλοκάγκελο κάνε καγκελίσματα, κάνε τριτοκάγκελο κάνε καγκελίσματα, κάνε τετροκάγκελο κ.ο.κ. κάνε καγκελίσματα, κάνε σταυροκάγκελο κάνε σταυροκάγκελο, τράβα σιάσε το χορό, είμαι ξένος και θα ιδώ και θα πάω να μολογώ στα χωριά που θα διαβώ, μες τον πέρα μαχαλά και στη δώθε γειτονιά, π’ αγαπώ κι εγώ μια νια, την αφέντρω καλογριά, κι έμαθα πως πέθανε και θα πάω το βράδυ εκεί με λαμπάδες με κεριά, με καθάρια λειτουργιά. Όταν (ή φόντας) πάαινα εκεί μου ’στρωνε παλιό σακί, μου τηγάνιζε τυρί. Ο μπαϊραχτάρης είναι ο σημαιοφόρος, ο οποίος ακόμα και σήμερα τίθεται επικεφαλής, ειδικά, γαμήλιων χορών στην Ήπειρο, και, σύμφωνα με την προσφώνηση του τραγουδιού, πρέπει για άγνωστο χρονικό διάστημα να ίσχυε το ίδιο και για το καγκελάρι. Βέβαια, μπαϊραχτάρης αποκαλείται και ο αρχηγός μιας ομάδας με κοινά χαρακτηριστικά, ενός συγγενικού γένους, το οποίο εν προκειμένω μπορεί να αναλάμβανε επί σειρά ετών πρωτοβουλίες, πιθανόν κληρονομικού και τιμητικού τρόπον τινά δικαίου, σχετικές με την τέλεση του χορού και, φυσικά, συμμετείχε ως κορυφαίος σ’ αυτόν. Ας σημειωθεί επίσης πως σύμφωνα με μαρτυρίες γεροντότερων, κατά το παρελθόν, όπως άλλωστε και σήμερα, και χωρίς αυτό να αποτελεί πάγια συνήθεια, του χορού ηγείτο ο ιερέας της ενορίας. Πάντως, σ’ όλες τις περιπτώσεις ο επικεφαλής του χορού είχε κάποιον διακριτό, συχνά επιφανή για τα κοινωνικά δεδομένα κάθε εποχής, ρόλο. Όπως και να ’χει, βέβαια, ο στιχοπλόκος, ο οποίος πιο κάτω δηλώνει πως είναι ξένος, τιμά ιδιαίτερα τον πρωτοχορευτή και τον παρομοιάζει με βασιλικό κι αμάραθο, που θα ’θελε να είχε στον κήπο του να τους συχνοποτίζει. Να τους φροντίζει δηλαδή, παρέχοντάς τους το αναγκαίο για την ύπαρξή τους ζωηφόρο ύδωρ, το οποίο, πέραν του ότι ως στοιχείο της φύσης καθορίζει τη ζωή αυτή καθαυτήν, μετέχει σε πλήθος ανθρώπινων δραστηριοτήτων, οι οποίες συνδέονται με πλείστες εκφάνσεις του ατομικού και του κοινωνικού βίου. Η επιλογή των φυτών επίσης έχει τη σημασία του. Ο βασιλικός, που ακόμα κι αν μαραθεί, τη μυρουδιά την έχει, όπως βεβαιώνει η λαϊκή παροιμία, συνιστά οικεία και αρωματική παρουσία στις αυλές και στα περβάζια των παραθυριών το καλοκαίρι, αφού οι νοικοκυρές συνηθίζουν να φυτεύουν περισσότερους από έναν ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

87


88

Π Α Ν Α Γ Ι Ω ΤΑ Π . Λ Α Μ Π Ρ Η

σε τενεκέδες ή γλάστρες, για να ’χουν να προσκομίσουν στον ναό την ημέρα της γιορτής του Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου, όπως επιτάσσει το έθιμο. Αλλά και με τη νοικοκυροσύνη και την ηρεμία του σπιτικού ταυτίζεται η φύτευση και η φροντίδα των βασιλικών, αφού, σύμφωνα με την παροιμία, «όπου φυτρώνει βασιλικός, δεν φυτρώνει το κακό»! Επιπλέον, το εν λόγω φυτό συμβολίζει τον έρωτα και τη νεότητα, η οποία μπορεί να μαραθεί, αν παραμεληθεί, κάτι που τον συνδέει με τον μπαϊραχτάρη του τραγουδιού μας, ο οποίος βρίσκεται στην ακμή της νεότητας και κατ’ επέκταση είναι σε ώρα κατάλληλη για ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί και συνακόλουθα να δημιουργήσει οικογένεια. Όσον αφορά στο άλλο αρωματικό φυτό, το (α)μάραθο, συνδέεται κι αυτό με τη νεότητα και τη γονιμότητα. Ας σημειωθεί πως, εκτός του ότι χρησιμοποιείτο από την αρχαιότητα στη μαγειρική και τη φαρμακευτική, συνδεόταν με τον Άδωνη, τον λατρεμένο της Αφροδίτης. Συγκεκριμένα, στη γονιμική τελετή των Αδωνίων το μάραθο ήταν ένα από τα φυτά, τα οποία προσφέρονταν στον θεό, και συνέβαλε στη δημιουργία των «κήπων τοῦ Ἀδώνιδος», οι οποίοι γίνονταν από το φύτεμα διαφόρων σπόρων, που ποτίζονταν με ζεστό νερό, για να βλαστήσουν γρήγορα, αλλά επειδή φύτρωναν μ’ αυτό τον βίαιο θα λέγαμε τρόπο, μαραίνονταν και πέθαιναν αμέσως, μόλις έβγαιναν από τη γη, συμβολίζοντας τη μοίρα του Άδωνη24! Μετά τον καθορισμό των ημερών ποτίσματος του βασιλικού και του αμάραθου, οι οποίες απηχούν σε συμπεριφορές, που έχουν να κάνουν με τη θρησκεία – νηστεία Τετάρτης και Παρασκευής και Σάββατο, που προετοιμάζει για την Κυριακή αργία, – ο ξένος απευθύνεται πάλι στον πρωτοχορευτή. Του δίνει οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να συνεχίσει το χορευτικό δρώμενο και, συγκεκριμένα, του λέει να κάνει καγκελίσματα, το χορευτικό μοτίβο δηλαδή, από το οποίο πήρε την ονομασία του ο χορός και το αδόμενο τραγούδι, και, αφού τα ολοκληρώσει, να επαναφέρει τον χορό στην πρότερη τάξη. Αν και φαντάζει παράξενο ένας ξένος να κατευθύνει τα βήματα του πρωτοχορευτή σ’ έναν χορό, ο οποίος τελείται εθιμικά στον τόπο, εν τούτοις ο δημιουργός τολμά και του αναθέτει τέτοια αρμοδιότητα. Δεδομένης της από αρχαιοτάτων χρόνων αντίληψης των Ελλήνων για τη φροντίδα του ξένου και τη σχέση που αυτή δημιουργεί ας δούμε τι άλλο μπορεί να δηλώνεται μέσω της τιμητικής θέσης, η οποία επιφυλάσσεται σ’ αυτόν στο καγκελάρι. Πιθανόν, ο ξένος, που αναφέρεται στο τραγούδι και θυμίζει μέντορα, ο οποίος κατευθύνει τον νεαρό κορυφαίο του χορού, να μην έφτασε για πρώτη φορά στο πανηγύρι του χωριού ή κι αν έφτασε, για κάποιο λόγο ξενίζεται και τιμάται με την ανάθεση αυτής της τιμητικής θέσης. Και μολονότι ο χορός έφτασε ως εμάς με

24. https://el. wikipedia. org/wiki / https://el. wikipedia. org / http://www. greek-language. gr ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Ο Χ Ο Ρ Ο Σ Κ Α Γ Κ Ε Λ Α Ρ Ι Τ Η Σ Ρ Ο Δ ΑΥ Γ Η Σ Α Ρ Τ Α Σ

τη γνωστή μορφή, ίσως, απηχεί διαβατήρια τελετή, η οποία έρχεται από το πολύ μακρινό παρελθόν και συμβάλλει στη μύηση και στη μετάβαση του νέου στην ενήλικη ζωή. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο ταξιδεμένος ξένος γνωρίζει περισσότερα από τους αταξίδευτους κατοίκους, οπότε ως γνώστης εκτιμάται, τιμάται και αξιοποιείται ανάλογα. Ενδέχεται επίσης να εγκαταστάθηκε αυτός στον τόπο, να είναι ο φορέας του εθίμου, το οποίο οι ντόπιοι αποδέχθηκαν, αναθέτοντάς του την τιμητική θέση του δασκάλου. Βέβαια, αυτή η άποψη προσκρούει κάπως στο ότι ο ξένος, όπως δηλώνεται από τους στίχους «είμαι ξένος και θα ιδώ και θα πάω να μολογώ», θα φύγει, θα περάσει κι από άλλα μέρη, όπου θα μολογάει για την ορθή ή κακή τέλεση του χορού, επαινώντας ή δυσφημίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τους κατοίκους του χωριού. Πέρα από το πόσο θα ενδιέφερε η φήμη, καλή ή κακή, για ένα τέτοιο θέμα τους ντόπιους, δεν αποκλείεται ο ξένος, ίσως λόγω επαγγέλματος, να περνούσε από διάφορα μέρη, και όπου του άρεσε να διέμενε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, δημιουργώντας δεσμούς. Έτσι, εξηγούνται όσα αναφέρονται πιο κάτω, άσχετα με τις προηγηθείσες νοηματικές αναφορές του τραγουδιού, στα οποία κεντρικό πρόσωπο είναι η αφέντρω καλογριά, η αγαπητικιά του ξένου, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως το δημοτικό τραγούδι καθόλου σεμνότυφο δεν είναι, όταν εκφράζεται ακόμα και για θέματα, που άπτονται του ηθικά παραδεκτού κοινωνικού βίου. Δεν είναι, βέβαια, λίγες οι γνωστοποιημένες περιπτώσεις σύναψης ερωτικού δεσμού μοναχού, μοναχής ή άλλου ιερωμένου, οι οποίοι έχουν ορκιστεί δια βίου αγαμία, με λαϊκό. Έτσι, ο δημιουργός του τραγουδιού παρεμβάλλει την αναφορά στην καλογριά, και μάλιστα ηγουμένη, με την οποία σχετίστηκε ερωτικά ο ξένος, χωρίς αυτό να σκανδαλίζει την κοινωνία που ζει, ίσως επειδή πρόκειται για γνωστή σ’ όλους ιστορία ή γιατί δικαιολογούν και τον ξένο, τον ταξιδευτή, που βρίσκεται μόνος στην ξενιτιά και απολαμβάνει τα «ηδονικά μυρωδικά», όπως έγραψε ο Κ. Π. Καβάφης στην «Ιθάκη» του, αλλά και την καλόγρια, η οποία παρέβη τον όρκο χάριν του ζωοποιού έρωτος, κρίνοντας προφανώς με τα ανθρώπινα κι όχι με τα θεϊκά μέτρα, που κι αυτά, μην έχοντας αποδεικτικά, δεν γνωρίζουν πόσο αυστηρά είναι, όταν ο άνθρωπος απολαμβάνει κάτι, το οποίο από τη φύση ή από τον Θεό τού δωρίστηκε. Το θέμα είναι πως ο ξένος δεν πηγαίνει αυτή τη φορά να συναντήσει την αγαπημένη του καλόγρια για μια ακόμα ερωτική συνεύρεση, αλλά επειδή εκείνη, νέα ούσα, αποβίωσε! Έτσι, σ’ αυτό το σημείο βλέπουμε τη συνύπαρξη του έρωτα και του θανάτου, της ζωής και της φθοράς, η οποία συνιστά βασική συνισταμένη των θνητών, συνταιριάζοντας εδώ ο λαϊκός δημιουργός οικεία στοιχεία, σ’ ένα πασχαλιάτικο τραγούδι, όπου η ζωή, προσωποποιημένη στον ζωοποιό έρωτα, και ο θάνατος σχετίζονται με το Πάθος και την Ανάσταση. Του Αδώνιδος στην αρχαιότητα, του Χριστού εδώ και δύο χιλιετίες! ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

89


90

Π Α Ν Α Γ Ι Ω ΤΑ Π . Λ Α Μ Π Ρ Η

Ο ξένος κίνησε να πάει βράδυ, για το ξενύχτισμα της αγαπημένης νεκρής, κομίζοντας λαμπάδες, κεριά και καθάρια λειτουργιά, αποδίδοντάς της έτσι εθιμικές νεκρικές τιμές, αν και οι στίχοι «Όταν (ή φόντας) πάαινα εκεί / μου ’στρωνε παλιό σακί, μου τηγάνιζε τυρί.», δεν συνάδουν με τη δική του φροντίδα, αφού εκείνη δεν πρόσφερε περιποιήσεις στον ξένο, καθώς του ’στρωνε παλιό σακί και του τηγάνιζε τυρί, αν και το τυρί τηγανισμένο, συνήθως με αυγά, είναι εκλεκτής νοστιμιάς έδεσμα. Παρόλα αυτά η σχέση δύο ανθρώπων περιλαμβάνει πολλές παραμέτρους, οι οποίες όχι μόνο δεν αναφέρονται στο τραγούδι, αλλά συνιστούν ιδιωτικά ζητήματα, οπότε δεν χρήζουν δημοσιότητας. Αμέσως μετά, εκεί που ο ξένος οδηγείται στη θανούσα καλόγρια για τα δέοντα, ο στιχοποιός, με οίστρο θα μπορούσε να πει κανείς, επιστρέφει στον χορό, όπου εκείνη τη γιορτινή μέρα «τα παλικάρια στέκονται σαν τα λιοντάρια», «τα κορίτσια στέκονται σαν κυπαρίσσια» κι «οι παντρεμένες στέκονται καμαρωμένες»! Μια κοινωνία, λοιπόν, η οποία διαθέτει παλικάρια δυνατά σαν τα λιοντάρια, άρα έτοιμα να την υπερασπιστούν, νιώθει δυνατή. Πόσο μάλλον, όταν και το θήλυ φύλο βρίσκεται στα καλύτερά του, έτοιμο να φέρει στον κόσμο νέους απογόνους ή έχοντας φέρει ήδη. Τέλος, το άσμα κι ο χορός οδεύουν προς τη λήξη τους με τους ακόλουθους στίχους: Μα τον Άγιο Κωνσταντίνο το χορό δεν τον αφήνω. Μα τον Άγιο Άι-Θανάση, κι ο χορός δε θα χαλάσει. Μα τον Άγιο Άι-Νικόλα, τι χορός θα γίνει τώρα! Οι δύο πρώτοι δημιουργούν μιας μορφής λογοπαίγνιο, στο οποίο οι όρκοι είναι το μέσο, με το οποίο οι άδοντες εκφράζουν τη βούλησή τους, η οποία αλλάζει ανά στίχο. Άξιες προσοχής είναι οι διατυπώσεις «Μα τον Άγιο Άι-Θανάση» και «Μα τον Άγιο Άι-Νικόλα», όπου οι άγιοι προσδιορίζονται πλεοναστικά χάριν του ρυθμού με τις συνώνυμες λέξεις «Άγιο» και «Άι». Μάλιστα, ο τελευταίος στίχος δεν υπήρχε εξ αρχής στο τραγούδι, αφού το καγκελάρι και τρεις κωμικοί χοροί που το ακολουθούσαν σήμαιναν και το τέλος του πανηγυριού. Αφότου όμως εξασφαλίστηκε φωτισμός μέσω των λουξ και αργότερα του ηλεκτρισμού, το καγκελάρι αποτελούσε την αφετηρία και όχι το τέλος, ειδικά, του θερινού πανηγυριού25. Σημειωτέον πως την Τρίτη της Λαμπρής, πριν από τους προαναφερθέντες στίχους, λέγονται και οι εξής, που σχετίζονται με τη Λαμπρή: «Σήμερα μωρ’ σήμερα, σήμερα Χριστός Ανέστη, / σήμερα Χριστός Ανέστη και στους ουρανούς Ανέστη». Εδώ ολοκληρώνεται η απόπειρα νοηματικής προσέγγισης του τραγουδιού, το οποίο επενδύει μουσικά τον χορό καγκελάρι της Ροδαυγής, με την πεποίθηση πως 25. Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή2, σ. 146, 166. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Ο Χ Ο Ρ Ο Σ Κ Α Γ Κ Ε Λ Α Ρ Ι Τ Η Σ Ρ Ο Δ ΑΥ Γ Η Σ Α Ρ Τ Α Σ

μπορεί, ή, μάλλον, θα ήταν ευχής έργο, να προκύψουν κι άλλες, καθώς η εμβάθυνση στα νοήματα του ποιητικού λόγου είναι σημαντική για όσους με αγάπη τον μελετούν και οι οποίοι χαίρονται, όταν οι δικές τους προσεγγίσεις διαλέγονται γόνιμα, ακόμα και αντιθετικά, με άλλων. Βέβαια, όπως για όλα, και για τα ανωτέρω, ο χρόνος θα δείξει τι θα συμβεί, αφού, όπως λέει και η διατύπωση του Ευριπίδη26 «Ὁ χρόνος ἅπαντα τοῖσιν ὕστερον φράσει· / Λάλος ἐστίν οὗτος, οὐκ ἐρωτῶσιν λέγει», δηλαδή, ο χρόνος όλα θα τους τα πει, εν προκειμένω θα μας τα πει, αργότερα· είναι φλύαρος, δεν απαντάει σε όσους τον ρωτούν.

26. Ποιητῶν Ἑλληνικῶν Συλλογή, τ. Κ΄, Εὐριπίδης, τ. V, Ἀποσπασμάτια, Αἴολος κγ’. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

91


ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΒΛ. ΝΤΟΚΑΣ*

ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΥΛΙΑΝΑ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ

Μ

ατσούκι, Καλαρρύτες και Συρράκο είναι τα τρία κεφαλοχώρια της δυτικής πλευράς της Κεντρικής Πίνδου, που στέκονται αιώνες τώρα στα κράκορα των βουνών, σαν πέτρινες αετοφωλιές, εκεί όπου χαράδρες τρίσβαθες χάσκουν. Εκεί, στον τόπο τους, τα χωριά αυτά ανασαίνουν τους καλοκαιρινούς μήνες τον καθάριο αέρα των βουνών και τους χειμερινούς ζουν τη μοναξιά τους, φορτωμένα χιόνια και πάγους!

Αναχωρώντας απ’ το Συρράκο, κάποια βραδιά καλοκαιριάτικη, στάθηκα για λίγο στο μπαλκόνι της Πουλιάνας (Μπουλιάνα, κατά τον Κώστα Κρυστάλλη), κάτω απ’ το ξωκκλήσι του Αϊ-Γιώργη, και αγνάντεψα το Συρράκο και τους Καλαρρύτες. Το Ματσούκι δεν φαίνεται γιατί το καλύπτει η λοφογραμμή της Βίλιζας. Μες στο σκοτάδι της ήσυχης βελούδινης νύχτας έμοιαζαν σαν δυο πολύφωτοι πολυέλαιοι να κρέμονται απ’ τον ουρανό! Μια δρασκελιά το ένα χωριό απ’ το άλλο, γιατί νύχτα δεν ξεχωρίζεις τη βαθιά χαράδρα του Χρούσια που τα απομακραίνει. Τον καλοκαιρινό καιρό νιώθεις τις ανάσες αυτών των ανθρώπων, που ντόπιοι και ξενιτεμένοι καλωσορίζονται και κατά δεκάδες τριγυρνάνε ανέμελα τα πετρωτά σοκάκια, καταλήγοντας στο μεσοχώρι για ψυχαγωγία. Εκεί, στα πεζούλια και στα παραδοσιακά καφενεία, οι παρήλικοι ενθυμούνται τα παλιά και οι νεότεροι τραγουδάνε τους καημούς της νιότικης ζωής, σέρνοντας και τους τρίδιπλους χορούς στα μεγάλα πανηγύρια τους. Τότε χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες και ακούγονται βιολιά. Είναι στιγμές που ντόπιοι, ξενιτεμένοι και Καλντερίμι στο Ματσούκι, 1987. Από ξενοχωρίτες πιάνονται χέρι χέρι και χαίρονται. το βιβλίο Δ. Καλούσιου «Ιστορικά». * Ο Βαγγέλης Βλ. Ντόκας είναι δάσκαλος. 92

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Α Π ’ Τ Η Ν Π Ο ΥΛ Ι Α Ν Α Τ Η Σ Π Ι Ν Δ Ο Υ

Απ’ το αγνάντι του Άι-Γιώργη –παλιό σημείο συνάντησης Συρρακιωτών και Καλαρρυτινών, πεζοπόρων και κιρατζίδων– τα δυο κεφαλοχώρια σχηματίζουν μια φανταστική εικόνα. Την ημέρα λάμπουν από τη φωτοχυσία του Ήλιου και τη νύχτα από τα φώτα του ηλεκτρισμού, πάντα απόμακρα απ’ τον αστικό κόσμο. Είναι τα αετοχώρια της Πίνδου, κατά την έκφραση του φίλου-συγγραφέα Χριστόφορου Λεοντάρη από τα Μάρμαρα. Εϊναι τα ορεινά μας ερημοχώρια που περιμένουν να ’ρθουν άνοιξες και καλοκαίρια για να ξαναδούν κόσμο και να θυμηθούν αλλοτινά χρόνια του περασμένου αιώνα! Γιατί αυτά τα χωριά κάποτε είχαν ζωή και κίνηση που ξεχείλιζε. Κτηνοτρόφοι, έμποροι, αργυροχρυσοχόοι, αγωγιάτες, περαστικοί, σχημάτιζαν μια άρρηκτη αλυσίδα. Τα δεκάδες χιλιάδες γιδοπρόβατα που βοσκούσαν αμέριμνα στις πλαγιές του Μπάρου και του Γαλαρόκαμπου, με τα κουδούνια που αντιλαλούσαν, σχημάτιζαν μια συναυλία μελωδική. Έπειτα, οι τσοπάνηδες που με τις φλογέρες τους και τα τραγούδια έσταζαν καημούς και έρωτες, γιατί σε διπλανές στάνες όμορφες βοσκοπούλες κεντούσαν τις καρδιές τους. Σήμερα τα χωριά μας, μικρά ή μεγάλα, μαστιγώνονται από την ερημιά και την άγρια βλάστηση που κάνει πιο άγριο τον τόπο. Μια πληθώρα αγριμιών τριγυρνάνε τις νύχτες σε πλατείες και μονοπάτια και φοβάσαι μην τα συναντήσεις. Οι λιγοστοί επισκέπτες, ειδικά τον χειμώνα, έρχονται για λίγο και φεύγουν κλεισμένοι στους εαυτούς τους και στις οθόνες των κινητών και των Μερική άποψη Ματσουκίου. Από το βιβλίο Δ. ΚαλούLaptop. Ελάχιστα συνομιλούν σιου «Ιστορικά». και μετά εξαφανίζονται με την ταχύτητα του αυτοκινήτου. Μπορεί η τεχνολογία, που μας εξυπηρετεί αφάνταστα, να μας έχει κυριεύσει και να μας οδηγεί σε ένα άλλο τρόπο μοναξιάς, με την εξάρτησή μας από την οθόνη και το κινητό. Ωστόσο μέσα μας σπιθοβολάει η σπίθα της αγάπης, της επικοινωνίας και της αισιοδοξίας. Πέρα λοιπόν απ’ τον αστικό τρόπο ζωής χρειάζεται να συνεχίσουμε να καλλιεργούμε την ανθρώπινη επικοινωνία, με το χαμόγελο που καθρεφτίζει την ψυχή μας και κάνει πιο όμορφη τη ζωή μας. Είναι επιτακτική ανάγκη του καιρού μας! ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

93


ΤΖΙΜΑ ΜΑΡΙΑ*, ΤΖΙΜΑ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ**

«Η ΜΑΡΩ ΚΑΙ Η ΚΑΛΛΩ» Αφήγημα από την περιοχή των Τζουμέρκων · Παραδοσιακό παραμύθι

Μ

ια φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό χωριό, που είχε πηγές πολλές και έτρεχαν τα νερά και γύριζαν τις φτερωτές απ’ τους νερόμυλους, ζούσαν δύο αδερφές με την οικογένειά τους, η Μάρω και η Κάλλω. Η Κάλλω ήταν η πρώτη κόρη της οικογένειας, αλλά η μαμά της πέθανε. Ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε και έτσι γεννήθηκε η Μάρω, ενώ η καημένη η Κάλλω, σαν να μην έφτανε που μεγάλωνε χωρίς την αγαπημένη μανούλα της, είχε και τη μητριά της, δηλαδή τη μάνα της Μάρως, διαρκώς να ψάχνει αφορμές για να την μαλώνει. Την έβαζε να κάνει βαριές δουλειές, να κουβαλάει ξύλα, να ταΐζει τα ζώα, να πλένει τα ρούχα μέσα στο κρύο, ενώ η Μάρω από την άλλη ήταν χαϊδεμένη, κακομαθημένη και τεμπέλα. Η μητριά μισούσε τόσο πολύ την Κάλλω που ήθελε να βρει τρόπο να την ξεκάνει. Βρήκε λοιπόν την ευκαιρία, όταν έφτασαν τα Χριστούγεννα και μπήκε το Δωδεκαήμερο, τα παγανά όπως τα έλεγαν στο χωριό, όπου κάποιες δουλειές έπρεπε να σταματήσουν λόγω των καλικαντζάρων, να τη στείλει στο νερόμυλο να αλέσει. – Κάλλω σήκω! Να πάρεις το ζώο να το φορτώσεις μια μεριά καλαμπόκι και να πας να αλέσεις στο μύλο. – Μα πώς να πάω; Είναι παραμονή Χριστουγέννων! Λέει η Κάλλω. Ο μύλος έκλεισε γιατί θα βγουν τα καλικαντζάρια κι όλα τα σαϊτανικά. – Να κάνεις αυτό που σου λέω! Αλλιώς δε θα ’χουμε αλεύρι να φάμε μες τις γιορτές. Η καημένη η Κάλλω, μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά, φόρτωσε το γαϊδουράκι της και ξεκίνησε για το μύλο. Μέχρι να φτάσει ως εκεί, να ξεκινήσει το μύλο να μπει το νερό στην κάναλη και να γιομίσει, αφού ο μυλωνάς δεν πήγαινε τα παγανά στο μύλο, νύχτωσε για τα καλά. Το κορίτσι, πριν καλά καλά προλάβει να αδειάσει το καλαμπόκι στο κοφίνι, κατατρόμαξε απ’ τους θορύβους, τα παράξενα σφυρίγματα και βουητά! Μόλις οι θόρυβοι κόπασαν, εμφανίστηκαν μπροστά της, καταμεσής του νερόμυλου, μια ντουζίνα καλικαντζαραίοι. Η Κάλλω πάγωσε, κι * Τζίμα Μαρία, Παιδαγωγός προσχολική ηλικίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην «Τέχνη και Εκπαίδευση», Υποψήφια Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. ** Τζίμα Σταυρούλα, ΕΔΙΠ Πληροφορικής, Τμήμα Εικαστικών Τεχνών & Επιστημών της Τέχνης, Σχολή Καλών Τεχνών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

94

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


«Η ΜΑΡΩ ΚΑΙ Η ΚΑΛΛΩ»

από μέσα της παρακαλούσε τη νεκρή μανούλα της να την βοηθήσει από εκεί που ήταν. – Ρίξτο Κάλλω και έλα να χορέψουμε! Λένε οι καλικάντζαροι και εννοούσαν να αδειάσει πρώτα το καλαμπόκι στο κοφίνι. Η κοπέλα ήξερε πως όποιον πάρουν μαζί τους στο χορό δεν τον ξαναφέρνουν πίσω. Αμέσως όμως της ήρθε στο μυαλό μια ιδέα και τους λέει: – Να ξέρεταν τι θέλ’ η Κάλλω για να χορέψ; – Τι θέλ’, τι θέλ’ η Κάλλω; Λέν’ οι κουτοπόνηροι. – Θέλ’ τέτοιο φόρεμα με κεντίδια που να μην έχ’ καμία άλλ’ στον κόσμο. Αμέσως οι καλικάντζαροι έγιναν αέρας και εξαφανίστηκαν. Μα δεν πέρασε και πολλή ώρα και ήρθαν πίσω με τέτοιο ωραίο φόρεμα στα χέρια, που μόνον οι βασιλοπούλες φόραγαν. – Ρίξτο, Κάλλω, και βάλε το φουστάνι και έλα να χορέψουμε! – Να ξέρεταν τι άλλο θέλει η Κάλλω για να χορέψ’; – Τι θέλ’ η Κάλλω, τι άλλο θέλ’; – Θέλ’ καινούρια παπούτσια με κεντίδια που να μην έχ’ άλλ’ καμία στον κόσμο. – Παπούτσια παπούτσια, είπαν και έγιναν πάλι αέρας και εξαφανίστηκαν. Το καλαμπόκι είχε πέσει το μισό όμως. Δεν πέρασε πολλή ώρα και εμφανίστηκαν με παπούτσια με χρυσά κεντίδια, τόσο όμορφα που η Κάλλω δεν είχε ξαναδεί. – Ρίξτο, Κάλλω, και βάλε το φουστάνι και τα παπούτσια και έλα να χορέψουμε! – Α, θα τα βάλω και θα ’ρθω, μα να ξέρεταν τι άλλο θέλω για να χορέψω; – Τι θέλ’ η Κάλλω τι άλλο θέλ’; Είπαν όλοι μαζί. – Θέλει χρυσά σκλαρίκια και βραχιόλια, και λίρες κρεμαστές που να μην έχει άλλ’ καμία. Μούγκρισαν κι άφρισαν οι καλικάντζαροι, μα πάλι έγιναν αέρας και έφυγαν για να φέρουν τα στολίδια. Το καλαμπόκι κόντευε να αλεστεί και η Κάλλω το μάζευε γρήγορα στο τσουβάλι. Παναγίτσα να προλάβω να φύγω, έλεγε από μέσα της. Μα και πάλι δεν άργησαν να φανούν. – Πάρε, Κάλλω, τα στολίδια φόρατα και έλα να χορέψουμε! – Θα ’ρθω, λίγο πρώτα να τα βάλω, λέει η Κάλλω. Προσπαθούσε όσο μπορούσε να αργήσει μήπως και γλυτώσει, και εκεί που πήγαν να την αρπάξουν για χορό, ήρθε η ώρα και ξημέρωσε και ακούστηκαν και τα κοκόρια. Μούγκρισαν και φύσηξαν σαν τα βόδια απ’ τα νεύρα τους, μα εξαφανίστηκαν γιατί είχε ξημερώσει και το φως δεν το άντεχαν και έτρεξαν να κρυφτούν σε τρύπες και σκοτεινές σπηλιές. Η Κάλλω μάζεψε το αλεύρι, το φόρτωσε στο ζώο, μαζί με όλα τα καλά που της έφεραν οι καλικάντζαροι, τακτοποίησε το μύλο και έφυγε για το σπίτι. Σαν την είδε η μητριά της να φτάνει, δεν πίστευε στα μάτια της. Περισσότερο όμως σαν είδε κι όλα τα καλούδια έσκασε από τη ζήλια της. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

95


96

Τ Ζ Ι Μ Α Μ Α Ρ Ι Α , Τ Ζ Ι Μ Α Σ Τ ΑΥ Ρ Ο ΥΛ Α

– Πού τα βρήκες αυτά; – Να, μου τά ’δωσαν οι καλικάντζαροι, λέει. Τα ακούει αυτά κι η Μάρω και ζήλεψε και λέει στη μάνα της: – Μάνα θα πάω και εγώ στο μύλο. Ξεκίνησε λοιπόν για το νερόμυλο, έχοντας στο μυαλό της να κάνει ό, τι έκανε η Κάλλω. Κατά το νύχτωμα εμφανίστηκαν οι καλικάντζαροι. – Ρίξτο, Μάρω, και έλα να χορέψουμε! – Να ξέρεταν τι θέλ’ η Μάρω να χορέψ’; – Τι θέλ’ η Μάρω; Είπαν και χασκογέλαγαν... – Θέλ’ τέτοιο φόρεμα με κεντίδια που να μην έχε καμία άλλ’ στον κόσμο. Αμέσως εξαφανίστηκαν, μόνο που αυτή τη φορά, όσο κουτοί και αν είναι, δεν ξεγελάστηκαν. Αντί για φόρεμα έφεραν στη Μάρω κουρέλια και της τα κρέμασαν κοροϊδεύοντάς την, ύστερα την άρπαξαν, την έβαλαν στο χορό και την πήραν μαζί τους για πάντα. Έτσι η κακιά μητριά απόμεινε με παρηγοριά την Κάλλω και κάθε Χριστούγεννα περίμενε μπας και δει την κόρη της μαζί με τους άλλους καλικάντζαρους.

Σχολιασμός Τα συγκεκριμένο παραδοσιακό αφήγημα παρατίθεται όπως το αφηγούνταν στην περιοχή των Τζουμέρκων. Συγκεκριμένα η καταγραφή έγινε με βάση της συνέντευξη της κας Μαργαρίτας Τζίμα (μητέρας των συντακτριών του κειμένου), ηλικίας εβδομήντα δυο ετών σήμερα. Η κα Μαργαρίτα Τζίμα μεταξύ άλλων στη συνέντευξή της αναφέρει: ΕΡ.: Από πού το ξέρετε αυτό το παραμύθι; «Μου το έλεγε η μητέρα μου όταν ήμουν μικρή ... ε... πρώτη δημοτικού περίπου...». ΑΠ.: Εκείνη από πού το ήξερε; «Της το έλεγε η δική της η μαμά, η γιαγιά μου. Είχε πεθάνει νωρίς, δεν τη γνώρισα... ο παππούς ήταν υπηρέτης στους Τούρκους», και συνεχίζει: «... οι καλικάντζαροι έχουν να κάνουν με τους μύλους... ο άλλος ο παππούς μου παιδευόταν να δέσει την μυλόπετρα... και κει που έκατσε για λίγο... άκουσε μια φωνή να του λέει: «πέτρα και ξύλο, πέτρα και ξύλο», η φωνή που άκουσε έτσι έλεγε, ήταν σατανικό που του είπε να δέσει τις πέτρες του μύλου με σφήνες από ξύλο».

Σύμφωνα με έγκριτους μελετητές, το συγκεκριμένο αφήγημα φέρεται να έχει καταγραφεί, με πολλές διαφοροποιήσεις όμως από περιοχή σε περιοχή, τόσο στους χαρακτήρες όσο και στους ήρωες, στην πλοκή, ακόμη και στον τίτλο. Συγκεκριμένα, μελετώντας τον κατάλογο των Ελληνικών παραμυθιών του Γεωργίου Μέγα, ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


«Η ΜΑΡΩ ΚΑΙ Η ΚΑΛΛΩ»

διαπιστώνεται ότι το παραμύθι με τη Μάρω και την Κάλλω ακόμη και στα γεωγραφικά όρια της Ηπείρου διαφέρει. Σύμφωνα με την καταγραφή στην Πυρσόγγιανη, υπήρχαν τρεις αδερφές και οι δυο μεγαλύτερες είναι αυτές που έστειλαν την πιο μικρή στο μύλο, ενώ στην Κόνιτσα, όπου το παραμύθι καταγράφεται με τον τίτλο «Η κακιά πεθερά», το πρώτο κορίτσι ζητά διαφόρων ειδών πράγματα από τους καλικάντζαρους, (όχι μόνο ρούχα και χρυσαφικά) και η κακιά μητριά σφάζει τον κόκορα επειδή δε λάλησε νωρίς ώστε να γλυτώσει η δική της κόρη που την σκοτώνουν οι καλικάντζαροι. Στο Κουκούλι Ζαγορίων επίσης τη Μάρω τη ζητά για νύφη ο βρικόλακας και στο Καπέσοβο η διαφορά εστιάζεται στην ομορφιά των δυο κοριτσιών, καθώς και στο ότι η Μάρω κρύβεται στο κατωσάμαρο και φεύγει από το μύλο χωρίς να την δουν οι καλικάντζαροι, ενώ, όταν πάει η δεύτερη κοπέλα να αλέσει, φέρεται κουτά και με αγένεια στους καλικαντζάρους που την αρπάζουν. Στην Παραμυθιά πάλι, όπου το παραμύθι έχει τον τίτλο «Η κακιά μητριά», διαφοροποιείται καθώς η κοπέλα κερδίζει χρόνο ζητώντας από τους καλικαντζάρους να της πουν του λιναριού τα πάθη, ενώ τη δεύτερη κοπέλα τη δέρνουν πάρα πολύ άσχημα. Στον Τσιάμαντα επίσης υπάρχει το παραμύθι αυτό άτιτλο, με τη διαφορά όμως ότι η κοπέλα στο δρόμο συναντά μια γριά και είναι ευγενική μαζί της, ενώ αντίθετα η κόρη της μητριάς είναι αγενής. Ξεφεύγοντας από τα όρια της Ηπείρου υπάρχουν πάλι καταγραφές οι οποίες διαφοροποιούνται από τόπο σε τόπο ή η πλοκή ενώνεται με την πλοκή άλλων παραμυθιών (Αγγελοπούλου, Α, & Μπρούσκου, Ε. 1999). Νεότερες αναφορές επίσης υπάρχουν στο διαδίκτυο από την προσπάθεια συλλόγου για την ψηφιακή καταγραφή του παραμυθιού στην περιοχή της Καβάλας, σύμφωνα με τις οποίες τα κορίτσια ονομάζονται Κάλλω και Μάρμπω, η Κάλλω ήταν η καλή, όπως και το όνομά της, και η Μάρμπω η κακή (Τσίρκας, Χ. 2012), καθώς και αναφορές προερχόμενες από την Πομακική παράδοση που κάνουν λόγο για την Εμινέ που πάει στο μύλο τα Χριστούγεννα (Κόκκας, Ν. 2015). Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω, διαφαίνεται ότι το συγκεκριμένο παραμύθι αποτελεί απόκτημα μιας μακραίωνης προφορικής παράδοσης. Ωστόσο, η αφήγηση της κας Μαργαρίτας, όπως εκείνη την αποτυπώνει και στη συνέχεια τη μεταλαμπαδεύει σε εμάς, ταξιδεύει από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας που έζησαν οι προγονοί της (παππούς γιαγιά), και φτάνει στο σήμερα όπου καταγράφεται η τοπική παραλλαγή, και επισημαίνονται οι διαφορές της σε σχέση με την υπόλοιπη Ήπειρο. Σκοπός της αναφοράς στο συγκεκριμένο παραμυθιακό αφήγημα είναι να καταγραφεί αυτή η παραλλαγή του στη συγκεκριμένη περιοχή, έτσι ώστε να παραμείνει ο τρόπος με τον οποίο οι παλαιότερες γενιές το αφηγούνταν, αλλά και να προβληθεί, τη στιγμή που τείνει να μην ακούγεται και να μην φτάνει στις νεότερες γενιές στις μέρες μας. Η παραλλαγή αυτή αποτελεί στοιχείο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου μας και αντανακλά τον τρόπο ζωής, τις συνήθειες και τις ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

97


98

Τ Ζ Ι Μ Α Μ Α Ρ Ι Α , Τ Ζ Ι Μ Α Σ Τ ΑΥ Ρ Ο ΥΛ Α

λαϊκές δοξασίες που ίσχυαν, που όλα μαζί συνθέτουν ένα τοπίο πλούσιας τοπικής παράδοσης. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι, παρόλο που δεν είναι ευρέως γνωστό, μπόρεσε να φτάσει στις νεότερες γενιές προφορικά, (συγκεκριμένα ήταν από τα αγαπημένα μας παραμύθια), αφού στην ευρύτερη περιοχή των Τζουμέρκων και ιδιαίτερα στην Πλατανούσα, από την οποία κατάγεται η κα Μαργαρίτα, είχαν θεμελιωθεί και λειτουργήσει πολλοί νερόμυλοι. Οι νερόμυλοι έχουν χαρακτηριστεί ως η πρώτη μηχανή που αξιοποίησε μια φυσική και ανανεώσιμη πηγή ενέργειας, το νερό, κάλυψαν τις ανάγκες των πολυπληθέστατων οικισμών της προ-βιομηχανικής περιόδου και αποτελούν αντικείμενο έρευνας και μελέτης έως τις μέρες μας (Κασκάνης, 2007, Κουνάβος, 2011, ΛΕΜΜ-Θ 2019). Επειδή όμως τόσο οι νερόμυλοι όσο και η προφορική παράδοση σταδιακά εκλείπουν, η συγκεκριμένη καταγραφή συμβάλλει στη διατήρηση της τοπικής παράδοσης και κληρονομιάς.

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Ε Σ Α Ν Α Φ Ο Ρ Ε Σ

Αγγελοπούλου, Α., & Μπρούσκου, Ε. (1999). Επεξεργασία Παραμυθιακών Τύπων και Παραλλαγών ΑΤ 300-499 Κατάλογος Γ. Α. Μέγα (Τόμ. Β). Αθήνα: Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε. Κασκάνης, Β. Κ. (2007, Μάϊος). Οδοιπορικό στους υδρόμυλους Πραμάντων Τζουμέρκων Ν. Ιωαννίνων. Τζουμερκιώτικα Χρονικά (Τεύχος 8ο). Κόκκας, Ν. (2015, Σεπτέμβριος 19). Ιστορία και Παράδοση των Πομάκων. Ανάκτηση Δεκέμβριος 14, 2018, από https://www. xanthinet. gr/index. php/lifestyle/istoria/item/306history Κουνάβος, Δ. (2011). Ημερίδα: «Το νερό της καθημερινότητας», Αρχοντικό Μίσιου. Ιωάννινα, 9 Οκτωβρίου 2011: ΥΠΠΤ-ΥΝΜΤΕ ΗΠΕΙΡΟΥ. ΛΕΜΜ-Θ, 2019, Στους Μύλους της Μακεδονίας, Λαογραφικό & Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας – Θράκης, ανάκτηση http://lemmth. gr/myloi-makedonias, τελευταία πρόσβαση 20-03-2019 Τσίρκας, Χ. (2012, Νοέμβριος 7). Η Κάλλω και οι καλικάντζαροι. Ανάκτηση Δεκέμβριος 14, 2018, από https://paramythades. org/2012/11/07/η-κάλλω-και-οι-καλικαντζαροι /?fbclid=IwAR32_lkxWo8zIDDBG7B2tdhOp9Q0NgDx4CwmBlycwxkY_0fm6gjJIt Qgm0k

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΣΩΤΗΡΗΣ Ι. ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ*

ΑΓΟΝΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΤΟΥ ΟΡΕΙΝΟΥ ΟΓΚΟΥ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ [Το έπος του πρωτοπόρου καπετάν Καρνάβαλου]

– Γιαννούλα... ήρθα, πού είσαι; – Εδώ Μήτσιου μ’ είμι, στου μαντρί. Γιατί ήρθις νουρίς απόψι; Δεν έπαιξις κολτσίνα; – Δε σου ’πα ρε Γιαννούλα ότι θα γυρίσω νωρίς, ότ’ έχω ταξίδι αύριο; Θα πάω στ’ν Άρτα. – Α, το ξαστό’εσα η μαύρη... – Είναι τίποτα για φαΐ, για το δρόμο; Γιατί ο δρόμος απ’ τις βροχές είναι λασπωμένος, και μπορεί να ξεμείνουμε. Άσε τα τσιλιάματα που θα βρούμε! – Έγνοια σ’ Μήτσιου μ’, μέχρι να λαλήσ’ ο κόκοτος θα σου ’χω έτοιμ’ νια ζ’μαρόπ’τα...

Α

καταλαβίστικα τα παραπάνω; Για τους πολλούς σήμερα, ναι. Όχι όμως και για εκείνους που έζησαν εκεί πάνω στα Τζουμέρκα, τον «Ορεινό Όγκο1» των Τζουμέρκων. Πότε; Α, όχι και πολύ παλιά. Κάπου στη 10ετία του ’50, του ’60 ακόμη και του ’70. Δηλαδή προχθές. Στις μέρες μας! Το να πάει κανείς σήμερα στην Άρτα ή στα Γιάννενα από οποιοδήποτε χωριό των Τζουμέρκων αρκεί μια ώρα και κάτι. Τότε όμως; Όι μανούλα μ’, όι! Ήταν σωστή επιχείρηση, ήταν σωστό ταξίδι. Δεν ήταν παίξε γέλασε. Και για επιστροφή αυθημερόν; Τα πανδοχεία και τα χάνια γιατί τα’χουμε; Ο ορεινός όγκος των Τζουμέρκων και ιδιαίτερα τα Δυτικά Τζουμέρκα ήταν πάντοτε η πιο απομακρυσμένη περιοχή της Ελλάδας, όπως το Φαρ-Ουέστ της Αμερικής κάποτε. Μόνο για χρυσό και χρυσοθήρες2 δεν ακούστηκε τίποτε εκεί επάνω· και ας σκάβανε και ξανασκάβανε και ξεχερσώνανε ολημερίς και ολοχρονίς αυτά τα ψωμοτόπια. Έπρεπε να δουλεύει κανείς 10 ημέρες για να μπορεί να ζήσει την * Ο Σωτήρης Ι. Καραβασίλης είναι πολιτικός μηχανικός. 1. Μ’ αρέσει ο τίτλος αυτός· θυμίζει, ηχητικά, τον πρωτόγονο άνθρωπο, αποκλεισμένο στη ζούγκλα του Ορινόκο, τον ορινόκιο άνθρωπο =>... ορεινόγκειος άνθρωπος! 2. Μόνο... ψηφοθήρες τις παραμονές των εκλογών. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

99


100

Σ Ω Τ Η Ρ Η Σ Ι . Κ Α ΡΑ Β Α Σ Ι Λ Η Σ

οικογένειά του για μια-δυο ημέρες από την παραγωγή των χωραφιών του, όπως πολύ σωστά μάς έλεγαν τότε οι Ιταλοί που είχαν καταφύγει στα χωριά μας μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας (1943) με τους Συμμάχους. Για τις υπόλοιπες 8 ημέρες τι γίνεται; Έπρεπε να τα προμηθευτεί από αλλού. Από πού; Από την Άρτα κυρίως. Και πώς τα πληρώνουν; Γι’ αυτό έπρεπε να ταξιδεύουν και να ξενοδουλεύουν όλοι όσοι ήταν ικανοί να φέρουν όπλα, δηλαδή μαστορικά εργαλεία: σφυριά, τσόκια, ματρακάδες και κασμαδόφκιαρα. Γι’ αυτό και «ο... Θεός έστελνε πολλά παιδιά», ως το ’χε συνήθειο τότε, με την κρυφή ελπίδα να γεννηθούν περισσότερα αρσενικά, σύμφωνα με τη θεωρία των πιθανοτήτων. Άσε που τα θηλυκά ήταν... φύρα τότε, ήταν επιπλέον έξοδα. Γραμμάτια, τα λέγανε. Η Άρτα ήταν το πλησιέστερο, το μοναδικό αστικό κέντρο, για όλα τα Τζουμερκοχώρια από Καλαρίτες και κάτω, για πάσης φύσεως συναλλαγές με τη διοίκηση του ελληνικού κράτους και προπαντός για προμήθειες τροφίμων. Και τούτο για ιστορικούς λόγους. Όταν ενσωματώθηκαν η Άρτα και τα Τζουμέρκα στο ελληνικό κράτος (1881), ο Άραχθος και ο παραπόταμος Καλαρίτικος ορίστηκαν ως σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Μέχρι τότε η επικοινωνία με Άρτα και Καμποχώρια γινόταν από τη δεξιά όχθη του Αράχθου. Περνούσε ο κόσμος τον Άραχθο με μονόξυλα3 ή συρμάτινες περαταριές (καρούλια) ή απλά τσαλαβουτώντας στα νερά σε κάποια περάσματα το καλοκαίρι. Και από το 1866 από τη Γέφυρα της Πλάκας. Ο δρόμος αυτός, από Ξεροβούνι μεριά, ήταν πιο στέρεος χωρίς πολλά νερά (καρστικό έδαφος), συγκριτικά με την αριστερή όχθη. Από το 1881 έως 1913 η Γέφυρα περιέπεσε σε αχρηστία. [Θυμάμαι εδώ το παράπονο της βάβως μου Τόληνας. Τον παππού μου τον είχαν επιστρετεύσει σαν συνοριοφύλακα (πολιτοφυλακή;) εκεί στο τελωνείο και το’λεγε και το ξανα’λεγε: «Μ’άφκε μοναχή μ’ στου σπίτ’ με έξι κουτσιούβελα να κάνω ούλες τ’ς δ’λειές, στου σπίτ’ κι στα χουράφια, κι να του πααίνου κάθι τόσο μα’ερέματα κι αλλαξιές σκουτιά, τρεις ώρες πάεν’έλα, κι αυτός με τ’ς άλλ’ς τ’ς χουριανούς; Ούλη μέρα κάθονταν με τ’ς Τούρκ’ς στ’ κορφή στου δγιουφύρ’ σαν καλιακούδες, έπαιζαν κιόσια, έστριβαν κι κάπνιζαν τσιγάρες κι μόλις θάμπουνε, του βράδ’, έπιαναν ο καθένας το καραούλ’τ’, οι Τούρκ’ από κει κι δ’κοί μας απέδω, με το τ’φέκ’ στο χέρ’! Χαρά στη δ’λειά οπού’καναν οι αχαΐρευτ’... Θε μ’ σ’χώραμε, ότ’ είν’ πιθαμέν’ τώρα»]. Και δεν ήταν μόνο που η Γέφυρα της Πλάκας έμεινε σε αχρηστία, αλλά και ο δρόμος από την πλευρά του Ξεροβονιού έκλεισε. Τι κάνουν τώρα; Και προπαντός τα πολλά κοπάδια των τσελιγκάδων; Ο δρόμος ήταν... μονόδρομος: ο άλλος, 3. Μονόξυλο: βάρκα από κορμό πλάτανου, μονοκόματη, σκαφτή σαν σκαφίδι. Αντί για κουπιά ένα μακρύ κοντάρι να φτάνει στον πυθμένα του ποταμού. Προωθητική δύναμη τα μπράτσα του βαρκάρη. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Α Γ Ο Ν Ε Σ Γ ΡΑ Μ Μ Ε Σ Τ ΟΥ Ο Ρ Ε Ι Ν ΟΥ Ο Γ ΚΟΥ Τ Ζ ΟΥ Μ Ε Ρ Κ Ω Ν

αριστερά του Αράχθου. Και ας ήταν στενόδρομος, χωματόδρομος και λίαν... λασπόδρομος. Ευτυχώς τότε ήταν βουλευτής Τζουμέρκων ο Κ. Κοττίκας από τους Ραφταναίους και κατάφερε να χαρακτηριστεί ο δρόμος αυτός ως στρατιωτικός μέχρι Καλαρίτες, που ήταν τότε παραμεθόριο χωριό. Αυτό βέβαια σήμαινε βελτίωση: κάποιες διαπλατύνσεις, καλντερίμια, κάποιοι τοίχοι αντιστήριξης, γέφυρες κ.λπ. Οι γέφυρες Σγάρας, Λεπιανών και άλλες στέκουν ακόμη. Όσον αφορά τα καλντερίμια, δεν μπορεί, κάπου κάποια απομεινάρια στέκουν ακόμη, όσα δεν εξαφάνισε η μπουλντόζα τα τελευταία χρόνια και τα απέραντα δάση της κουμαριάς· και τα τσιλιάσματα (κατολισθήσεις) φυσικά. Αυτός ο στρατιωτικός μουλαρόδρομος (ημιονικός επί το επιστημονικότερον!) αποτέλεσε για τους Τζουμερκιώτες τη μόνη διέξοδο προς τον έξω κόσμο και κράτησε για πάνω από 70 χρόνια. Ώσπου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα πάντα άλλαξαν. Υπήρχε βέβαια ως τότε αμαξιτός δρόμος από Άρτα μέχρι κάπου Θεοτοκιό, Πλατανόρεμα. Και όταν λέμε αμαξιτός εννοούμε βέβαια καρόδρομος, αφού το αυτοκίνητο ακουστά το είχαμε. Τα μέσα μεταφοράς ως τότε δεν ήταν βενζινοκίνητα ή πετρελαιοκίνητα, ήταν... κριθαροκίνητα και βρωμοκίνητα! Πολύ αργότερα (μέσα της δεκαετίας του ’20) ο αμαξιτός αυτός δρόμος έφτασε μέχρι Καλεντίνη, που μπορούσε να πατηθεί και από φορτηγά αυτοκίνητα. Και σταμάτησε εκεί, όπως φαίνεται σε στρατιωτικούς χάρτες του 1940. Για άσφαλτο μίλησε κανείς ως τώρα; Μιας και βρισκόμαστε στο 1940, να ρίξουμε και μια ματιά βορειότερα για τη σύνδεση των Τζουμέρκων με Γιάννινα. Ίδια κατάσταση και εκεί ως τότε. Μέχρι το Ζέκο (Αετορράχη) έφτανε ο... αμαξιτός δρόμος. Όσο και τα γερμανικά αυτοκίνητα μέχρις εκεί φτάνανε. Γι’ αυτό και όταν μας επισκέφθηκαν στα Τζουμέρκα τότε, για να μας κατακάψουν, με μουλάρια ή πεζοπορώντας ήρθαν και καταταλαιπωρήθηκαν οι άνθρωποι. Άστους αυτούς τώρα. Τους τα’χουνε ψάλει αλλού δεόντως. Αν ρίξουμε και μια ματιά και λίγο βορειότερα, στα λεγόμενα βλαχοχώρια, τα ίδια συνέβαιναν και εκεί μέχρι το 1940. Γεμάτα τα βουνά και οι ράχες με μουλαρόδρομους και χάνια και αγωγιάτες να πηγαινοέρχονται. Προπολεμικά η διάβαση του Αράχθου σ’ αυτή την περιοχή γινόταν από τις γέφυρες του Παπαστάθη (1746), της Πολιτσάς (;), αναφέρεται μόνο έτος επισκευής 1874. Αργότερα στη δεκαετία του ’30 έγιναν οι γέφυρες Τσιμόβου και Γκόγκου. Καθόλου άσχημα. Όμως τι να πρωτομεταφέρει κανείς μόνο με τα γαϊδουρομούλαρα προς τα Τζουμερκοχώρια, που τότε όλα έσφυζαν από ζωή; Τη λύση την έδιναν τα άοκνα υποζύγια, οι γυναίκες, φορτωμένες με 40 και 50 οκάδες, χειμώνα ή καλοκαίρι. Ποιος θα αποτολμήσει να περιγράψει τέτοιες εικόνες, έστω και αν ήταν αυτόπτης μάρτυρας; Από πότε να συνέβαινε αυτό άραγε; Αλλά σίγουρα αυτό συνέβαινε μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’50. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

101


102

Σ Ω Τ Η Ρ Η Σ Ι . Κ Α ΡΑ Β Α Σ Ι Λ Η Σ

Κάπως έτσι είχαν τα πράγματα σχετικά με τις υποδομές και τον τρόπο που διεξάγονταν οι συγκοινωνίες στον ορεινό όγκο των Τζουμέρκων. Οι οποίες υποδομές κατέρρευσαν κατά τη διάρκεια της κατοχής και των ανταρτοπολέμων, χωρίς συντήρηση αλλά και από δολιοφθορές (γέφυρα Κοράκου) από ελληνικά χέρια. Μπράβο μας! Μόνο οι Γερμανοί δεν ευτύχησαν να δούνε τη Γέφυρα Πλάκας να πέφτει κάτω, παρ’ όλο που την υπονόμευσαν με εκρηκτικά. Έπεσε όμως έξω η περίφημη γερμανική τεχνολογία. Είναι δυνατόν; Είναι! Εκεί λοιπόν προς το τέλος της δεκαετίας του ’40 και ενώ ο μεγάλος πόλεμος είχε τελειώσει για τους άλλους και εμείς συνεχίζαμε τον δικό μας, μεταξύ μας, αυτόν που κατ’ ευφημισμόν μετά ονομάσαμε εμφύλιο πολύ αργότερα, κάπου εκεί αρχίζει η ιστορία μας: η ιστορία των Άγονων Γραμμών και του Καπετάν Καρνάβαλου. Ήταν η εποχή των διαφόρων συστημάτων πολεμικών επανορθώσεων των ανοικοδομήσεων και ανασυγκροτήσεων, ήταν το Σχέδιο Μάρσαλ και το δόγμα Τρούμαν, ήταν η αμερικανική βοήθεια, του Ερυθρού Σταυρού, και ποιος ξέρει πόσα άλλα που δεν μας ενδιέφεραν τότε, φτάνει που μας ήρθαν οι κονσέρβες με αλεσμένα ψαροκόκκαλα ή αίμα σφαγείων και δοκιμάσαμε για πρώτη φορά τη γεύση σοκολάτας. Ήταν το πρόγραμμα ΕΡΓΑΣΙΑ – ΠΡΟΝΟΙΑ με το οποίο έπρεπε να αντιμετωπιστεί η μεγάλη ανεργία, γι’ αυτό ήταν το σπουδαιότερο για μας εκεί στα χωριά. Εργασία και πρόνοια ή πρόνοια και εργασία. Τι ήταν αυτό; Βάλε τον κοσμάκη να δουλεύει έναντι συμβολικής αμοιβής, να απασχολεί τα χέρια του και το μυαλό του, να νομίζει ότι παράγει κάτι και άσε τους άλλους τους παραπάνω να διαχειρίζονται τα περισσότερα και ανώτερα θέματα. Κάπως έτσι προέκυψαν τα νέα «τζάκια» της νεότερης Ελλάδας. Εδώ φαίνεται ότι είχαν θέσει σε εφαρμογή και τις καινούργιες οικονομικές θεωρίες του Κέυνς (Keynes) που ο άνθρωπος έλεγε: βάλτε τον κόσμο να σκάβει, να δουλεύει σε δημόσια έργα. Και για να δείξει το πόση αξία είχε αυτό, είπε τούτο: «Σε περιόδους ανεργίας το κράτος αξίζει να πληρώνει τους εργάτες απλώς για να κάνουν τρύπες στο έδαφος». Εμείς όμως φκιάχναμε και δρόμους! Πάμε τώρα να πάρουμε μια ιδέα για το πώς εφαρμόστηκαν η θεωρία του Κέυνς και τα λοιπά βαρύγδουπα προγράμματα πάνω εκεί στα Τζουμέρκα. Άντε να ανοίξεις νέους αμαξιτούς δρόμους για αυτοκίνητα -που θέλουν μικρές κατά μήκος κλίσεις και ανοιχτές στροφές- σ’ αυτό το τοπογραφικό ανάγλυφο, με τις ραχούλες και κοντοραχούλες που μοιάζουν με... αυγοθήκες. Και καλά εκεί που περνούσε η μουραλόστρατα, κάπου είχες να πατήσεις, αλλά εκεί που έπρεπε να γίνει νέα διάνοιξη; Και με τι μέσα; Μα με τον κασμά, το τσαπί και το φτυάρι! Σήμερα, με τα πολλά μηχανικά μέσα που υπάρχουν, δεν γίνεται εύκολα πιστευτό. Επειδή έτυχε να λάβω μέρος σ’ αυτό το πρόγραμμα ΕΡΓΑΣΙΑ – ΠΡΟΝΟΙΑ (και κατ’επέκταση στην... ανοικοδόμηση της Ελλάδας!) μαζί με άλλους συνομηλίκους ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Α Γ Ο Ν Ε Σ Γ ΡΑ Μ Μ Ε Σ Τ ΟΥ Ο Ρ Ε Ι Ν ΟΥ Ο Γ ΚΟΥ Τ Ζ ΟΥ Μ Ε Ρ Κ Ω Ν

μου, θα αναφερθώ, πολύ συνοπτικά, σε κάποια πραγματικά περιστατικά. Δεν ξεχνιούνται αυτά. 1950: Ιούλιος – Αύγουστος – Σεπτέμβριος. Μόλις είχαμε δώσει εισιτήριες εξετάσεις στο Γυμνάσιο και πριν ακόμη βγούνε τα αποτελέσματα δηλώσαμε ότι θέλουμε να δουλέψουμε στην «Πρόνοια», όπως την ξέραμε τότε, σκέτα. Όχι τζάμπα βέβαια. Το κράτος πλήρωνε κανονικά. Με το λάλημα του κόκορα (ρολόγια δεν υπήρχαν τότε) ξεκινούσε ο πρώτος, φώναζε στη γειτονιά μην ξεχαστεί κανένας και με ένα μαντήλι ή την τσάντα του σχολείου με την «ξηρά τροφή μιας ημέρας» (μπομπότα, πρέντζα στο γκοτσπόφυλλο και καν’αβγό ή πατάτες βραστές), το παγούρι κρεμασμένο από τον ώμο και στον άλλο το τσαπί ή το φτυάρι ορμούσαμε μισοκοιμισμένοι προς τα κάτω, ο ένας πίσω από τον άλλο. Άντρες γυναίκες, παιδιά. Και κορίτσια βεβαίως! Και οικογένειες ολόκληρες. Ήταν πολλά τα λεφτά!... Από το Άνω Γκραικικό (υψόμ. +750 περίπου) παίρναμε την κατηφόρα προς Κάτω Γραικικό, Βίλιορα, περνούσαμε μια ξύλινη γέφυρα και ριχνόμασταν απέναντι στο Μακρύκαμπο. (Κάπου εκεί ξημέρωνε). Εκεί συναντούσαμε και άλλους κοντοχωριανούς από Κουκούλια, Γουριανά, Λεπιανά. Ο δρόμος ήταν τώρα ίσιος, δημοσιά, μουλαρόδρομος, μέχρι του Φλούδα (χάνι;), Ντάρα. Και μετά πάλι κατηφόρα Αγριλούλα – Κρυονέρι, δίπλα στον Άραχθο (υψόμ. +200 περίπου). Φτάκαμαν! Εδώ ο Επιστάτης (επίζηλος τίτλος αυτός, ήταν κάτι σαν επιλοχίας) κανόνιζε το πρόγραμμα της ημέρας με επιτόπου ανάγνωση του εδάφους. Ένα τσαπί ή κασμάς εδώ, με ένα φτυάρι ή δυό τσαπιά και ένα φτυάρι αν το χώμα ήταν σκληρό. Σκάσε και σκάψε. Έκχωση και επίχωση. Σκάβω και πετάω τα χώματα στο κάτω μέρος. Σε μια απότομη πλαγιά στην Αγριλούλα που ήταν πρώην δάσος με κουμαριές και ρείκια που το είχαν κόψει και κάψει (ρόγγια) στην Κατοχή για να σπείρουν κριθάρι και βρίζα. Τώρα ήταν σε θαμνώδη κατάσταση. Γιατί το λέω; Γιατί στο διάλειμμα το μεσημέρι για φαγητό και ανάπαυση, ίσκιος δεν υπήρχε πουθενά, ο καυτός αλωναριάτικος ήλιος σε χτυπούσε ανελέητα και ένιωθες ότι είχες από πάνω σου τον Άγιο Δημήτριο με τη λόγχη. Και το μόνο που έκανες ήταν να βάζεις το κεφάλι στον ίσκιο της κουμαριάς, σαν πρόβατο. Και το νερό στο παγούρι; Ε... να μην ήταν ≥45οC; Άντε μετά από αυτήν την... ανάπαυση να ξαναρχίσεις δουλειά μέχρις αργά το απόγευμα. Και αν σε έπιανε το μάτι του επιστάτη να λουφάρεις ή να σκάβεις νωχελικά εκείνες τις ώρες, τότε έβγαζε το μπλοκάκι, σε σημείωνε και όταν περνούσε ο Νίκο Λύκος, από τα Λεπιανά, ο Σημειωτής (άλλος επίζηλος τίτλος!) του έλεγε ότι στο Νο 57 (που ήταν το δικό μου) έκοψα ένα τέταρτο του μεροκάματου. Ε, τώρα δεν είχες μόνο τον Άγιο Δημήτριο, έβλεπες και τον Αϊ-Γιώργη πάνω σου και γίνεσαι το πράσινο θηρίο, αλλά η τύχη σου είχε προδιαγραφεί. Αλλά πόσο ήταν αυτό το μεροκάματο; Δέκα (αριθμός 10) δραχμές. Και τι αξία ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

103


104

Σ Ω Τ Η Ρ Η Σ Ι . Κ Α ΡΑ Β Α Σ Ι Λ Η Σ

είχαν τότε; Με 5×10=50 δρχ. αγόρασα το καπέλο του Γυμνασίου. Το οποίο έχω ακόμη. Κοίτα τώρα κάποιες παραξενιές που έχουν κάποιοι. Μετά τις πρώτες μέρες προσαρμόζεσαι. Προσέχεις τις κινήσεις του Επιστάτη και πράττεις αναλόγως. Όπως επίσης προσέχεις ότι κάποιος πονηρός εκεί παραδίπλα όλο και πιο συχνά κάνει ότι σκοντάφτει και του πέφτουν λίγα χώματα από το φτυάρι του στα πόδια της αλληνής. Ο πονηρός! Δεν πρέπει να παραβλέπουμε και την κοινωνική πλευρά που είχε αυτή η συνεύρεση τότε εκεί. Τότε που οι καφετέριες και κοινές εκδρομές ήταν άγνωστες. Αι δε γυναίκες ού συγχρώντο ανδρών εν πανηγύρεσι! Κάπου εκεί προς το απόγευμα άκουγες το σφύριγμα. Ανακούφιση! Επ’ ώμου Άρμ! Το τσαπί ή το φτυάρι επ’ ώμου και επιστροφή στο χωριό. Όλοι, όπως οι φαντάροι. Γιατί; Η κλεψιά τότε έδινε και έπαιρνε. Μάλλον... έπαιρνε μόνο. Χωρίς τσαπί ήσουν σαν άοπλος φαντάρος. Ήταν και προσβολή. Έχανες και το μεροκάματο. Άντε τώρα να ανέβεις αυτόν τον ανηφορικό δρόμο από το +200 στο +750! Και να σουρουπώνει. Κάπως έτσι πέρασε όλο το καλοκαίρι και κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου άνοιγαν τα σχολεία. Τελείωσαν οι ...διακοπές. Ατυχία όμως, γιατί κάπου εκεί προς το φθινόπωρο και τον χειμώνα το δικό μας συνεργείο μεταφέρθηκε κοντά στο χωριό, στο Σκοτωμένο μεριά. Ε, ήταν να μην τους ζηλεύεις μετά; Γιατί τώρα σε ¼ της ώρας αυτοί πήγαιναν και άλλο τόσο γύριζαν, χωρίς ανηφόρες και κατηφόρες. Ενώ για να φτάσεις στο Κρυονέρι ήθελες 1 ½ ώρες και 2 να γυρίσεις. Άδικο. Υπάρχει κάποια εξήγηση γιατί συνέβη αυτό. Τότε γίνονταν συγχρόνως δύο διανοίξεις δρόμων. Ο ένας ήταν ο... δικός μας, ο «κάτω δρόμος», δίπλα ή κοντά στην Άραχθο. Και ο άλλος ήταν ο «πάνω δρόμος», από Δίστρατο – Ανεμορράχη – Μπουλιάνα – Ράμια κ.λπ. Όμως ακούστηκε ότι δούλευαν εκεί και πολλά μηχανήματα. Γι’ αυτό και προχωρούσαν πολύ πιο γρήγορα. Κάποτε οι εργασίες του «κάτω δρόμου» σταμάτησαν για πολλά χρόνια. Τότε εμείς γιατί βαράγαμε... κασμά και καταξοδέψαμε άδικα το ελληνικό κράτος; Πάλι θυμήθηκα τον Κέυνς! Μήπως αυτός έφταιγε; Λέω μήπως. [Για πάρα πολλά χρόνια αυτός ο «κάτω δρόμος» υπήρχε όπως είχε διανοιχτεί, αλλά πολύ υποβαθμισμένος, μόνο με χαλίκι, ώσπου μετά την κατασκευή της γέφυρας Τζαρή τον καταξέσχισαν οι μπουλτόζες]. Το καλοκαίρι του 1951 έκαμε την εμφάνισή της η μπουλντόζα από Ράμια προς Σκοτωμένο. Η μπουλντόζα ή φαγάνα, όπως τη λέγαμε τότε, άλλαζε τη μορφή του τοπίου των Τζουμέρκων και τον χαρακτήρα των Τζουμερκιωτών. Το ίδιο ισχύει και για όλη την Ελλάδα και τους Έλληνες. Κανένα άλλο εργαλείο ή μηχάνημα δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της. Ίσως η... πρίζα της ΔΕΗ. Όταν έφτασε ο δρόμος στο Σκοτωμένο, σ’ αυτό το σταυροδρόμι, τρεις ήταν οι ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Α Γ Ο Ν Ε Σ Γ ΡΑ Μ Μ Ε Σ Τ ΟΥ Ο Ρ Ε Ι Ν ΟΥ Ο Γ ΚΟΥ Τ Ζ ΟΥ Μ Ε Ρ Κ Ω Ν

κύριες κατευθύνσεις: προς Γραικικό, προς Καταρράκτη και προς Σγάρα-Άγναντα κ.λπ. Ήταν καλοκαίρι του 1952 όταν είδαμε τη μπουλντόζα να στρέφει το γυνί της προς το Γραικικό. Οι πρώτοι που τρέξαμε ήταν, ποιος άλλος; Εμείς η... μαρίδα! Και ας φώναζαν οι μανάδες ότι αφήσαμε τη γελάδα απότιστη και τα γίδια στο μαντρί! Όλοι τότε, αν μας ρωτούσες, τι θα γίνουμε όταν μεγαλώσουμε, η απάντηση ήταν ίδια: μπουλτοζέρης! Και ποια ήταν η χάραξη; Πάνω στ’ αχνάρια του παλαιού γαϊδουρομουλαρόδρομου. Εκεί που είναι και σήμερα. Μια μικρή κοδέλα στην Αγία Παρασκευή και βγήκε η μπουλντόζα κατάφατσα στο χωριό. Αυτό ήταν. Και ω του θαύματος (του πρώτου)! Όλο το χωριό έτρεξε. Όλα τα γένη και οι ηλικίες παράτησαν τις δουλειές τους και ακροβολίστηκαν στις ραχούλες και κοντοραχούλες να αποθαυμάσουν αυτό το θηρίο και να αποθεώσουν τον μπουλτοζέρη, τον Κώστα Μπάκα από το Πέτα. Το δεύτερο θαύμα: κατά το απομεσήμερο καταφτάνει, με τζιπ, ποιος; Ο Δεσπότης! Ο Σεραφείμ Άρτης (τότε). Άφησε το τζιπ στην Αγία Παρασκευή και, νέος και ωραίος τότε, ο Δεσπότης πάει μπροστά και από κοντά το πόπολο και γραμμή για την πλατεία. Ο Κώστα Μπάκας, ο μπουλντοζέρης που ακολουθούσε, πάνω στον ενθουσιασμό του, εν μέσω επευφημιών, παίρνει το ανηφορικό στενό δρομάκι στη Ράχη και ανεβάζει τη μπουλντόζα στην πλατεία. Ε... δεν περιγράφονται αυτές οι στιγμές. Μπερδεύονται τα κλάματα και τα χειροκροτήματα. Τα βιολιά ορέ! Πού είναι τα βιολιά; Και σε λίγο στήθηκε το πανηγύρι. Στιγμές αξέχαστες. Θυμάμαι τη στιγμή, όταν η μπουλντόζα περνούσε την τελευταία απότομη ανηφόρα και έμπαινε στο ίσιωμα της πλατείας, φάνηκε το κάτω μέρος της που είχε χρώμα κόκκινο. – Μωρή, Μαρούσιω!... τήρα εκεί, μάτωσε η μπουλντόζα, πόνεσε και αυτή, τ’ ζόρ’σε ο μπουλντοζιέρ’ς! Ήταν η γειτόνισσα η Αντριάνα. Ο Κώστα Μπάκας ήταν ο ήρωας των ημερών, ο ήρωας των παιδικών μας χρόνων. Οι γυναίκες του χωριού τσακώνονταν ποια να του πρωτοκάμει το τραπέζι όσες μέρες δούλευε εκεί κοντά. Η υποχρέωση έγινε προθυμία. Και καταλήξανε σε κλήρο. Ήταν και ωραίο παλληκάρι και ανύπαντρο... Την άλλη μέρα ήρθε ο Χαρμπής, ο χαράκτης, να κάνει χάραξη του δρόμου, έξω από τον παλιό δρόμο που ήταν ανηφορικός. Τώρα το λόγο είχε η... επιστήμη! Από κοντά και μεις να ακούσουμε. «Βλέπεις αυτόν τον πλάτανο; (λέει στον μπουλντοζέρη). Εσύ από εδώ θα βγεις καρσί στο άλλο δέντρο αριστερά του. Το κόβεις αυτό και βγαίνεις στο ρέμα. Πάμε τώρα εκεί στο δέντρο αυτό». Από κοντά και εμείς. «Από εδώ και μέχρι τη ράχη, που είναι τα τελευταία γράβια, γραμμή και τελειώνεις εκεί για σήμερα». Ώστε αυτό ήταν; Έτσι γινόταν η χάραξη; Έτσι. Με το μάτι! Το περί ου ο λόγος δέντρο ήταν ο αγριοκέρασος της Κιτσο-Ταφύλλαινας! Πιάστε ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

105


106

Σ Ω Τ Η Ρ Η Σ Ι . Κ Α ΡΑ Β Α Σ Ι Λ Η Σ

την, δέστε την! Καλός ο δρόμος και τα καλά του, αλλά όχι να μας κόψουν και τον αγριοκέρασο! Έγινε τελικά το δικό της. Ο δρόμος άλλαξε χάραξη. Την πλήρωσε ο πλάτανος. Γι’ αυτό και ο δρόμος πήγε (έως και σήμερα ακόμη) οριζόντια και μετά απότομα ανηφορίζει προς τη ράχη, όπου παρέμεινε το τέρμα για κάμποσα χρόνια, στο πέταλο. Μετά από άλλα κάμποσα χρόνια προχώρησε ως το ρέμα απέναντι από το νεκροταφείο. Εδώ ήταν το μεγάλο πρόβλημα. Άλλα κάμποσα χρόνια αναμονή και συζητήσεις ώσπου ξεχωνιάσανε τον μακαρίτη Μήτσο Γιάπρο που «εμπόδιζε» και επί τέλους έφτασε ο δρόμος στην πλατεία στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Σ’ όλα τα χωριά τέτοια, ίσως και χειρότερα συνέβαιναν. Η συνέχεια για τα Κουκούλια; Εμπόδιζε το κτήριο καφενείου, ιδιοκτησίας της εκκλησίας. Γκρεμίσανε ένα μέρος αυτού του κτηρίου, αλλά... πάλι η Κιτσο-Ταφύλλαινα μπροστά. Τώρα έπρεπε να της κόψουν μια λάκκα χωράφι κολλητά στο κτήριο αυτό. Φωνές, κατάρες, κακό, πήγε και ξάπλωσε μπροστά στο γυνί της μπουλντόζας! Ώσπου την άρπαξε κάποιος σηκωτή. Και δυο λόγια για τους αμαξιτούς δρόμους από Γιάννενα προς Τζουμέρκα. Μέχρι το 1952 το αυτοκίνητο (ας πούμε!) έφτανε μέχρι το Καλέντζι. Από εκεί και πάνω μικρές διανοίξεις μέχρι τις Μηλιές, ώσπου ανέλαβε η ΜΟΜΑ που είχε τότε πολλά σύγχρονα εκσκαπτικά μηχανήματα, κομπρεσέρ και αίρτρακ και όχι παραμίνες, γιατί το έδαφος ήταν σκληρό, βράχος. Και τι βράχος! Βράχος σκληρός και αμετανόητος. Για πολύ καιρό ακούγαμε εμείς από απέναντι να αχολογούν τα κομπρεσέρ και τα φουρνέλα την ίδια πάντα ώρα. Και έτσι μαθαίνουμε και εμείς ότι η ώρα πήγε τρεις! Γιατί τα κοκόρια δε λαλούν το μεσημέρι. Και από εκεί και κάτω με ρυθμό χελώνας (ελληνοπρεπώς!). Στάση λεωφορείων έγινε η δεύτερη στροφή (1956, Άνοιξη) και αργότερα πιο κάτω απέναντι από τη Γέφυρα Πλάκας, άντε για κάμποσα χρόνια, ώσπου στήθηκε η σιδερένια γέφυρα Μπέλεν στις αρχές 10ετίας του ’60. Ευκαιρία να θυμήσουμε εδώ, έτσι για την ιστορία, πώς γινόταν η επικοινωνία των κάτω χωριών με τα Γιάννινα: από τη γραμμή Κουκούλια – Γραικικό – Μικροσπηλιά και κάτω. Έπρεπε να περάσουμε τους δυό παραπόταμους, τον Καταρρακτιώτη και τον Ραφτανίτη. Το καλοκαίρι κανένα πρόβλημα: από πέτρα σε λιθάρι ή τσαλαβουτώντας. Τον χειμώνα όμως; Παπούτσια και παντελόνια επ’ ώμου και πιασμένοι χέρι-χέρι όλοι μαζί, γνωστοί άγνωστοι. Ξαναντυνόμασταν και προχωρούσαμε κάπου ένα χιλιόμετρο. και ξανά τα ίδια, για να περάσουμε τον σκυλοπνίχτη τον Ραφτανίτη τώρα, παπούτσια παντελόνια όπως πριν. Και να’χεις και τον Άραχθο -τον Μέγα όπως τον λέγανε- εκεί δίπλα να λυσσομανάει και να σε ξεκουφαίνει. Το πέρασμα γινόταν μόνο δίπλα στη συμβολή. Κάναμε προσκλητήριο, μετρώντας κεφάλια, πόσοι μπήκαμε πόσοι βγήκαμε. [Κάπως έτσι χάθηκε εκεί ο Μιάμης, ένας πρακτικός γιατρός]. Ξανά ντύσιμο και σε 500 μέτρα φτάναμε στη ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Α Γ Ο Ν Ε Σ Γ ΡΑ Μ Μ Ε Σ Τ ΟΥ Ο Ρ Ε Ι Ν ΟΥ Ο Γ ΚΟΥ Τ Ζ ΟΥ Μ Ε Ρ Κ Ω Ν

Γέφυρα της Πλάκας. Ήταν εκεί, στεκόταν μεγαλόπρεπη. Και μας περίμενε. Μέσα από τις ομίχλες και τα σύννεφα μας φαινόταν σαν... ε, όχι... δεν περιγράφονται αυτά τα συναισθήματα... Αδυνατώ να προχωρήσω, γιατί κανείς δεν θα με καταλάβει. Μόνο η Γέφυρα της Πλάκας τότε μας καταλάβαινε γιατί είχε ψυχή, φύτρωσε εκεί από μόνη της για μας και όχι για τους τουρίστες που... κλαυθμυρίζουν που έπεσε η γέφυρα και δεν έχουν τι να φωτογραφίσουν και χύνουν κροκοδείλια δάκρυα. Τι ξέρουν αυτοί τι ήταν η Γέφυρα της Πλάκας; Και δεν μπορώ να ακούω ότι ήταν «Έργο Τέχνης» ή ένα μνημείο σαν όλα τ’ άλλα. Ήταν μέρος του εαυτού μας, τότε. Της ύπαρξής μας. Τότε. Και η συνέχεια; Ανηφορικό μονοπάτι, να χτυπάνε τα γόνατα στο στήθος, ως τη στάση του λεωφορείου. Και αν είχε φύγει εν τω μεταξύ; Άντε πίσω στο χωριό σου και αύριο πάλι τα ίδια. Τα έζησα και αυτό τα Χριστούγεννα του 1957. Πολλοί έχουν ζήσει παρόμοιες καταστάσεις. Άκου τώρα: Ξεκινούσανε κάποιοι από Γιάννινα και φτάνανε στο Μονολίθι (Βρουδώ) και εκεί μαθαίνανε ότι τα ποτάμια απέναντι ήταν πλημμυρισμένα. Τι κάνουν; Θυμάμαι τη μάνα μου με πόση ευγνωμοσύνη μιλούσε για τους Μονολιθιώτες (Βρουδορίτες) που τη φιλοξένησαν μαζί με άλλους στα σπίτια τους, ώσπου να πέσουν τα νερά. Και όχι μόνο αυτό· προσφέρθηκαν να πάνε απέναντι να τους βοηθήσουν να περάσουν τα ποτάμια. Άλλοι καιροί. Ή, το άλλο. Φεβρουάριος 1960. Από Γιάννινα προς Τζουμέρκα. Ο Άραχθος έχει κατακλύσει και τα διπλανά χωράφια, να αισθάνεσαι τη Γέφυρα να κουνιέται, τα ποτάμια απέραστα. Μεγάλη παρέα από πολλά χωριά. Νύχτα πια περάσαμε όλους τους μαχαλάδες (πολιτείες!) των Ραφταναίων, (οι μπαταρίες των φακών τελείωσαν), Κουσοβίστα, Άγναντα, Σγάρα, Σκοτωμένο και από εκεί μέχρι Γραικικό μόνος μου. Είχε πια ξημερώσει. Η μόνη φορά που η μάνα μου δε με γνώρισε. Ίσως επειδή ήταν απόκριες και με πέρασε για μασκαρά! Μιλάμε για τις συγκοινωνίες και επικοινωνίες του ορεινού όγκου των Τζουμέρκων. Τον ... Ορεινόγκειο Άνθρωπο! Υπήρχε όμως και εναλλακτική λύση για τους θαρραλέους. Η περαταριά ή αερόβαρκα του Πολύζου (Γκότιβου), πιο κάτω από τους παραπόταμους, που... γεφύρωνε τον Άραχθο. Δυο χοντρά συρματόσχοινα και μια αερόβαρκα να κινείται με ξύλινα καρούλια και με συνοδό του τον μυλωνά Γκότιβο να περνάει έναν-έναν έναντι κάποιας αμοιβής. Χρονοβόρα διαδικασία. Έπρεπε να είσαι και τυχερός να είναι η βάρκα από τη μεριά σου και ο μυλωνάς στο μύλο. Όταν όμως έρχεσαι από Γιάννινα, όπως συνέβη κάπου εκεί τέλη δεκαετίας του ’50, και η βάρκα να ’ναι απέναντι, ο Άραχθος να λυσσομανάει και εμείς να ξελαρυγγιαζόμαστε και να κουνάμε τα πουκάμισά μας και απάντηση καμία, τι κάνεις; Ο Μάνθο-Γεωργίου, από τη Ράμια, καβαλίκεψε τα δυο συρματόσχοινα με χέρια και πόδια και έρποντας. Όταν έφτασε στη μέση, ο Άραχθος τον περιέλουζε πατόκορφα. Ο Μάνθος έφερε ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

107


108

Σ Ω Τ Η Ρ Η Σ Ι . Κ Α ΡΑ Β Α Σ Ι Λ Η Σ

τη βάρκα, αν και καταματωμένος και με σχισμένο παντελόνι. Η αμοιβή του; Το χειροκρότημά μας και μια θύμηση σήμερα. Σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία. Να πούμε και δυο λόγια για την ποιότητα των δρόμων. Μέχρι τη δεκαετία του ’70 οι περισσότεροι δρόμοι ήταν χωματόδρομοι, γεμάτοι λακούβες, κάπου-κάπου χαλικοστρωμένοι. Και μιας λωρίδας ως εκ τούτου. Τα αυτοκίνητα πατούσαν τις ίδιες ροδιές, σαν να ήταν γραμμές τρένου. Στις διασταυρώσεις αυτοκινήτων με νοήματα των οδηγών: σταμάτα στο πλάι εσύ που κατεβαίνεις για να περάσω εγώ που ανεβαίνω για να μη μου σβήσει η μηχανή. Δεν έχω και μανιβέλα! Με τα χρόνια έγιναν κάποιες ασφαλτοστρώσεις και τις περισσότερες φορές μια πασπάλα χωρίς υπόβαση. Γι’ αυτό και στις παραμονές των εκλογών μπαλώνανε τις τρύπες όπως-όπως. Όπως ξέρουμε. Όμως το πρόβλημα, και σήμερα και για πάντα, έχει αλλού την αιτία. Τι δρόμο να διανοίξεις και να στεριώσεις σ’ αυτό το γεωμορφολογικό ανάγλυφο που μοιάζει με αυγοθήκες; Διάνοιξη ή διαπλάτυνση σε τέτοιο έδαφος και μπαζώματα χωρίς τεχνικές προδιαγραφές σημαίνει κατολισθήσεις (τα τσιλιάσματα!) και καθιζήσεις, υποχωρήσεις κ.λπ. Και δεν θα σταματήσουν αυτά ποτέ. Γιατί; Διότι είναι και το γεωλογικό φαινόμενο του ερπυσμού, που το έδαφος από μόνο του... τσουλάει αργά χωρίς σταματημό, επειδή αποτελείται από φλύσχη: αποθέσεις πετρωμάτων από άργιλους, μάργες, ψαμίτες κ.λπ. Με συνεχείς και απότομες εναλλαγές. [Φλύσχης: από το ελβτ. Flysch → γερμ. Fluss (=ποταμός) → ελλην. φλύσχης, αμετάφραστο]. Και όταν τα νερά της βροχής εισχωρούν, τρέχει ακόμη πιο γρήγορα. Και νάτες οι κατολισθήσεις. Όλα αυτά που αραδιάσαμε ως τώρα ένα είχαν σκοπό: να προλειάνουν το δρόμο για την έλευση του Καπετάν Καρνάβαλου. Ιδού ο Καρνάβαλος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός με σβησμένα φώτα και μακάριοι όσοι τον προϋπαντήσουν πρώτοι. Ακαταλαβίστικα; Υπομονή... Δεν νομίζω να υπάρχει Τζουμερκιώτης (κάποιας ηλικίας) που να μην άκουσε το όνομά του. Αυτό το κακομούτσουνο αυτοκίνητο που (στην Οι καρναβαλιστές με φόντο τον αποσυρμένο Καρνάβαλο (του Βασίλη Ζαχαριά). Είναι πρώτη του έκδοση) έμοιαζε περισσότερο με σκύλο μπουλντόγκ, έκαμε την εμκάτι συμπτώσεις!... φάνισή του στα Τζουμέρκα μαζί με την μπουλντόζα. Ήταν η ορντινάτσα του. Μετέφερε τα καύσιμα, λάδια, βαλβολίνες, εργαλεία. Ήταν το μόνο αυτοκίνητο που μπορούσε να πατάει σε δρόμους που μόλις ανοιγόταν. Καρνάβαλους διέθεταν τότε οι τεχνικές εταιρείες για τη δουλειά ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Α Γ Ο Ν Ε Σ Γ ΡΑ Μ Μ Ε Σ Τ ΟΥ Ο Ρ Ε Ι Ν ΟΥ Ο Γ ΚΟΥ Τ Ζ ΟΥ Μ Ε Ρ Κ Ω Ν

τους. Το είδαν φαίνεται κάποιοι έξυπνοι και σου λένε: γιατί να μην πάρουμε και μεις έναν Καρνάβαλο και να μεταφέρουμε πράγματα στο χωριό, που μέχρι τότε τη δουλειά αυτή την έκαναν οι αγωγιάτες με μουλάρια και τα υποζύγια, οι γυναίκες, αυτές οι θρυλικές Τζουμερκιώτισσες, [που τόσο εύκολα και ρηχά με κάθε ευκαιρία... κατά τας εορτάς και πανηγύρεις και λοιπάς μαζώξεις των απανταχού της Γης Πανωχωρητών... ή Κατωχωρητών... τις επαινούμε τάχα μου και νομίζουμε ότι ξοφλήσαμε το χρέος μας. Ή κάποιες άλλες αστές ερίτιμες κυρίες που κάπου κάτι σχετικό διάβασαν και θεώρησαν καλό να ασχοληθούν μαζί τους]. Κάπως έτσι δειλά-δειλά στην αρχή παρουσιάστηκαν τα πρώτα αυτοκίνητα με αναγνωριστικό σκοπό. Το καλοκαίρι του 1952 μέτρησα 42 αυτοκίνητα, πάσης φύσεως, που πέρασαν από το Ραμιώτικο μέχρι Σκοτωμένο. Και η διαδρομή αυτή διαρκούσε τότε κάπου μία ώρα, ενώ σήμερα 6-7 λεπτά. Πάντως ήταν χάρμα οφθαλμών να βλέπεις αυτοκίνητο να περπατάει στα Τζουμέρκα. Πολύ σύντομα όμως τα δρομολόγια πύκνωναν. Και αυτό έγινε με τους Καρνάβαλους. Είναι να απορεί κανείς με τον γοργό ρυθμό που αυξήθηκαν και πληθύνθηκαν και κατακυρίευσαν όλα τα Τζουμερκοχώρια σαν κατσαρίδες μέρα και νύχτα. Σχεδόν κάθε χωριό είχε και τον δικό του Καρνάβαλο. Αυτό δεν σημαίνει ότι εξυπηρετούσε μόνο τους χωριανούς του. Όχι. Αρχικά είχαν δοκιμαστεί διάφοροι τύποι μικρών αυτοκινήτων διασκευασμένων και προσαρμοσμένων στις τοπικές συνθήκες των δρόμων, ώσπου να βρεθεί το πιο κατάλληλο. Έτσι έβλεπε κανείς αυτοκίνητα με ανοιχτή καρότσα στα οποία το χειμώνα προσθέτανε κάποιο στέγαστρο από μουσαμά. Όπως επίσης κυκλοφορούσαν και κάποια ιδιότυπα κατασκευάσματα. Να, έβρισκε κάποιος σε τιμή ευκαιρίας ένα σασί από παλιό φορτηγό με το κουβούκλιο του οδηγού και κοτσάριζε το σκέπαστρο του σαλονιού από παλιό αποσυρμένο λεωφορείο (και αν ήταν μεγάλο το έκοβε!) μαζί με κάποια ξεσχισμένα καθίσματα και έτοιμο αυτό το... ερμαφρόδιτο κατασκεύασμα στην υπηρεσία του Ορεινού Όγκου των Τζουμέρκων. Ακόμη γινόταν και το άλλο, που έγινε στο Γραικικό: Ο Ντουχανιάρης, ένας από τους πρώτους πιονιέρους, ανέθεσε σε δυο μαραγκούς, τον Μήτσο Τζίκερα και τον Μήτσο Μπούκα, να του χτίσουν την ανωδομή πάνω στο σασί με καδρόνια και σανίδια. Και κυκλοφορούσε αυτό το ιδιότυπο... σαλέ για κάμποσο καιρό, ώσπου το επένδυσε με τσίγκο ο Χ. Κ. Τζούμας. Κάποια μακρόστενα ξύλινα καθίσματα δεξιά και αριστερά, που διέθεταν κάποια από αυτά τα αυτοκίνητα, σπανίως χρησιμοποιούνταν γιατί καθιστός ο επιβάτης έπιανε πολύ χώρο. Ενώ όρθιος το μισό. Παράπονα; Ουδέν! Έπρεπε να εξυπηρετηθεί πολύς κόσμος. Και μόνο κόσμος; Τα άλευρα και τα σακιά καλαμπόκι ποιος θα το μετέφερε; Τις μπούγλες με το τσίπουρο ή το λάδι; Τα κατσίκια και τα λοιπά ζώντα ζώα και... εσφαγμένα; Και εκείνο το στενόμακρο και πεπλατυσμένο στη μέση στενόμακρο κουτί; Όλοι ξέρανε το περιεχόμενό του. Και, κάνοντας το σταυΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

109


110

Σ Ω Τ Η Ρ Η Σ Ι . Κ Α ΡΑ Β Α Σ Ι Λ Η Σ

ρό τους, τον μακαρίζανε που τελείωσαν τα βάσανά του. Κι όμως! Παρ’ όλα αυτά, έστω και όρθιος ή κρεμασμένος στο πλάι, πατώντας στο μασπιέ ή καθιστός στο φτερό, ώρες ολόκληρες, ο κόσμος αισθανόταν την ανάγκη να τραγουδήσει! Και τραγουδούσε! Και κάποτε σου καθόταν το τραγούδι στο λαιμό όταν το ... όχημα έβγαζε άναρθρες κραυγές σε κάποιες Χωρίς λόγια... ανηφόρες. Όλοι κάτω φώναζε ο... σωφέρ ή σωφέρης (όπως λεγόταν ο οδηγός τότε), να κρυώσει η μηχανή! Ευκαιρία για ξαλάφρωμα στους θάμνους και κατά συνέπεια και του οχήματος. Κάποιοι που ξέρανε από τέτοιες καταστάσεις... ξεθηκαρώνανε την τράπουλα και το ρίχνανε στην... ξερή! Ενώ άλλοι τραβούσαν την ανηφόρα και περίμεναν στην παραπάνω ράχη. Και δεν χρειαζόταν να σταματήσει ο οδηγός. Ανέβαιναν με όση άνεση ανεβαίνει κανείς σε μια συκιά καλανέβατη! Σε τραβούσε και κάποιος. Ξέρεις τι θα πει να πας τότε με ξένα πόδια (έστω ρόδες) από την Άρτα στα Τζουμέρκα; Αυτοκινητάδα να ’ναι και ας είναι όπως να’ναι! Και ας διαρκούσε το ταξίδι τότε 7-8 ώρες, η απλή διαδρομή, όχι aller-retour. Aller σήμερα, retour αύριο ή μεθαύριο. Τα Χάνια, τα Πανδοχεία, τα Ουζερί και τα Ζυθεστιατόρια γι’ αυτό τα’χουμε. Και αυτά πότε; Όταν οι Ρώσοι πετούσαν τον Sputnik στο διάστημα (1957) μέχρι τότε που ο Αμερικάνος Armstrong έκανε βόλτες στο φεγγάρι (1969), εμείς εδώ... άστο καλύτερα... Ας αφήσουμε τα πουλιά να πετούν και πάμε στις... κατσαρίδες μας, τους Καρνάβαλους. Πολύ θολή και ρευστή αν όχι χαοτική ήταν η κατάσταση που επικρατούσε για πολλά χρόνια στα καθ’ημάς Τζουμέρκα. Κάπου εκεί μεταξύ 1953-54(;) το ΚΤΕΛ Άρτας δρομολόγησε κάποια λεωφορεία, τα γνωστά τότε 24άρια, σ’ αυτές τις άγονες γραμμές, αλλά μόνο για τους καλοκαιρινούς μήνες. Γι’ αυτό και έβλεπε κανείς να κυκλοφορούν πότε λεωφορεία και πότε Καρνάβαλοι και πότε όλα μαζί. Κάποτε όμως τα λεωφορεία περιόρισαν τις δραστηριότητές τους υπέρ των Καρνάβαλων. Σ’ αυτό συνέβαλαν τα παράπονα των οδηγών λεωφορείων και κάποια ατυχήματα με αποκορύφωμα αυτό στο Τσίμοβο, Δεκ. 1958, με το θάνατο 28 επιβατών στη χαράδρα. Γιατί κάποιες κλειστές στροφές τα λεωφορεία έπρεπε να τις παίρνουν με μανούβρες. Ενώ οι Καρνάβαλοι αποδείχτηκε ότι ήταν παντός καιρού μηχανήματα, κάτι σαν ελικόπτερα Απάτσι και οι οδηγοί λίγο διαφέρανε από τους καταδρομείς (Λοκαντζίδες). ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Α Γ Ο Ν Ε Σ Γ ΡΑ Μ Μ Ε Σ Τ ΟΥ Ο Ρ Ε Ι Ν ΟΥ Ο Γ ΚΟΥ Τ Ζ ΟΥ Μ Ε Ρ Κ Ω Ν

Να θυμίσουμε και τούτο, όπως μου το ανέφερε ο Κώστα Χρόνης. Τα παράξενα αυτά αυτοκίνητα ήταν αγγλικής «κατασκευής και προελεύσεως» με το τιμόνι δεξιά, FORD, ειδικά σχεδιασμένα για τη Σαχάρα. Από εκεί τα φέρανε. Τα λάστιχά τους ήταν χοντρά και σκληρά για να αντέχουν στην καυτή άμμο και είχαν σαμπρέλες μικρής χωρητικότητας σε αέρα. Ως φαίνεται τα χρησιμοποιού- Μα καλά αυτός δεν βλέπει ότι ο άλλος έμεινε σε ο Μοντγκόμερυ όταν κυνηγούσε τον από λάστιχο; Πού πάει να προσπεράσει δίΡόμελ (Afrika Korp) εκεί στην Αφρική πλα στον γκρεμό και με λασπωμένο δρόμο; στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και μετά τα βγάλανε στο σφυρί. Από τη Σαχάρα στους χωματόδρομους των Τζουμέρκων. Γι’ αυτό φτούρησαν. Όλα εξηγούνται. Μετά από χρόνια, όταν βελτιώθηκε η ποιότητα των δρόμων, επικράτησε το ΚΤΕΛ με λεωφορεία νέας γενιάς. Ώσπου τα Ι.Χ. αυτοκίνητα και τα τουριστικά λεωφορεία ανέλαβαν τον ρόλο των προηγούμενων. Θέμα που εκφεύγει του παρόντος. Όμως να γυρίσουμε πάλι πίσω, στα ηρωικά χρόνια των Καρνάβαλων. Σημείο αναφοράς ήταν πάντα το Σκοτωμένο. Ξεκινούσε ένας Καρνάβαλος, ας πούμε, από τον Καταρράκτη ή το Γραικικό ή από Άγναντα με τα φώτα σβηστά για να προλάβει πρώτος τους επιβάτες από το Σκοτωμένο, όταν δεν υπήρχε μεγάλη προσφορά επιβατών. Συνέβαινε όμως και το αντίθετο: όταν οι Καρνάβαλοι ήταν λιγότεροι ή έμεναν από βλάβες, τότε το πρόβλημα το είχαν οι επιβάτες. Ξυπνούσαν αυτοί νύχτα και αθόρυβα, και κρυφά από τους γείτονες, τρέχανε προς Σκοτωμένο να περιμένουν τον πρώτο τυχόντα Καρνάβαλο. Προσωπική εμπειρία: Σεπτέμβριος 1955. Ασθμαίνων έφτασα, νύχτα ακόμα, στο Σκοτωμένο. Εκεί περίμεναν πολλοί άλλοι. Τι κάνουν; Μαζί με άλλους τραβήξαμε για Σγάρα, προς την αντίθετη κατεύθυνση, με την ελπίδα να μας πάρει κάποιος Καρνάβαλος από Άγναντα ή Κτιστάδες. Κάποτε φάνηκε ο... ποθούμενος. Στην πρώτη ανηφόρα άρχισε να βρέχει. Πρωτοβρόχια. Στο Σκοτωμένο πια σαν να ξανανύχτωσε: μαύρο χαμηλό σύννεφο, μπόρα και λάσπες γίνανε ένα. Μέχρι τα Λεπιανά, αν και σημειωτόν, καλά πήγαμε. Από εκεί και πάνω στην ανηφόρα ο Καρνάβαλος αρνούνταν πεισματικά. Όλοι κάτω. Σπρώχναμε, βόγκαγε η μηχανή, τίποτε. Άλλοι να κόβουν γράβια και πουρνάρια να τα βάζουν κάτω από τις ρόδες και άλλοι να σπρώχνουν. Αντί να πηγαίνει μπρος ο Καρνάβαλος, τσούλαγε προς τα πίσω και έξω, προς το γκρεμό. Με τα φτυάρια διώξτε τις λάσπες και φέρτε πέτρες να στρακώσουμε τον δρόμο. Κάπως έτσι τα καταφέραμε. Μόνο τα μάτια μας γυαλίζανε από τα καυσαέρια και τις λάσπες που μας έλουσε πατόκορφα. Δεν ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

111


112

Σ Ω Τ Η Ρ Η Σ Ι . Κ Α ΡΑ Β Α Σ Ι Λ Η Σ

ξέρω αν αυτοί που είχαν ομπρέλα μαζί τους ήταν πιο τυχεροί, από εμάς που δεν είχαμε, και ξεπλενόμασταν από τα νερά που μαζεύονταν στην οροφή και μας έρχονταν από τα παράθυρα στα ζικ-ζακ στις λακούβες ή στις κλειστές ανηφορικές στροφές. Η ομπρέλα ήταν πάντα απαραίτητη και για τον ίσιο δρόμο γιατί οι οροφές ήταν σχεδόν πάντα τρύπιες. Ευτυχώς που η περιέργεια και ο ενθουσια- Αυτά. Ρωτήστε κι άλλους. Ευκαιρία να πούμε και δυο λόγια για σμός κάποιων πιτσιρικάδων, τότε, διέσωσε το Σκοτωμένο εκείνης της εποχής. Και ένα κομμάτι της καθημερινής ζωής μας. πρώτα-πρώτα για το τοπωνύμιο. Παλαιότερα λεγόταν «στου Καραγκούνη» ή «στα Σπήλια» αλλά και «στου Σκοτωμένου» γιατί υπήρχε πάντα εκεί ένα ανάθεμα (τύμβος από πέτρες) για κάποιο φόνο που έγινε στα παλιά τα χρόνια. Μετά όμως, όταν στον ανταρτοπόλεμο (εμφύλιο) σκοτώθηκε εκεί ο χωροφύλακας Ντιβελέγκας (Ιούνιος 1948), ξεχάστηκαν τα παλιά ονόματα και έκτοτε επικράτησε το γνωστό μας σήμερα: Σκοτωμένο. Εκεί το 1955 στήθηκε μνημείο προς τιμήν του και εκκλησία με δαπάνη των ανδρών της Χωροφυλακής Δ. Χ. Άρτας. Σ’ αυτό λοιπόν το σταυροδρόμι, στον Σκοτωμένο, ήρθε ο Βασίλης Βλάχος από τη Μηλιά (Σκλούψα τότε) συνοικισμό του Καταρράκτη και έστησε ένα καλύβι (Βλάχοθ Βαθίλειοθ Θκοτωμένο Καταρράκτηθ, όπως συστηνόταν ο ίδιος, μιας και του λείπανε τα μπροστινά δόντια). Μαζί με τη γριά του, τη... Βαθίλαινα, μπήξανε κάμποσα παλούκια και πλέξανε λούρες από ρείκια και πορδαλιές (χρυσοξυλιές) και τις πασαλείψανε με λάσπη, σάλμα (άχυρα) για τη σκεπή και το υπόστεγο, συν και δυό στενόμακρα ξύλινα πεζούλια πάνω σε παλούκια, και βέβαια, κάτι αντίστοιχο για το τραπέζι και έτοιμο το.... Καφενείο! Πίσω ακριβώς κολλητά ένα δωματιάκι, ίδιας κατασκευής, έπαιζε το ρόλο της κρεβατοκάμαρας· γιατί έφερε και τη γριά του την... Μπαρμπαβασίλαινα (όπως την αποκαλούσαμε εμείς). Παιδιά δεν είχε, γι’ αυτό μετέφερε εκεί στο νέο κατοικιό του και όλα τα ζωντανά του: κότες, γάτες, σκυλιά και πεντέξι γίδες. Ένας ερημίτης; Όχι βέβαια. Τι προσέφερε αυτό το καφενείο; Καφέ, ούζο (ούδο!) και λουκούμια. (θέλθ’λακούμ’;) Άντε και καμιά φορά τηγανητά αυγά για τους οδηγούς με φρέσκο βούτυρο και μπομπότα. Πού μας έχαναν και πού μας έβρισκες τότε εμάς; Στον Σκοτωμένο! Για να ακούσουμε ιστορίες για πολέμους και δύσκολα προηγούμενα χρόνια (υπήρχαν και πιο δυσκολότερα από τότε;), γιατί ο μπάρμπα Βασίλης ήταν θυμόσοφος και παραστατικός αφηγητής. Αλλά πηγαίναμε εκεί και για έναν άλλο λόγο: να αναπνεύσουμε καυσαέριο! Μοσχομύριζε ο τόπος από αρώματα πολιτισμού και ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Α Γ Ο Ν Ε Σ Γ ΡΑ Μ Μ Ε Σ Τ ΟΥ Ο Ρ Ε Ι Ν ΟΥ Ο Γ ΚΟΥ Τ Ζ ΟΥ Μ Ε Ρ Κ Ω Ν

όχι από ρείκια, φραξάνθια και πασχαλιές που ξέραμε ως τώρα. Ακούγαμε και ιστορίες από τους οδηγούς (που διανυκτερεύανε εκεί) για τον έξω κόσμο, που η παιδική μας φαντασία τον έπλαθε παραμυθένιο και βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε για να τον γνωρίσουμε. Να τον ζήσουμε και εμείς. Πού να’ξερε όμως ο μπάρμπα Βασίλης ότι το καλύβι αυτό ήταν, πώς να το Το καφενείο «πρακτορείο» του Βασίλη Βλάπούμε, ήταν κατά κάποιον τρόπο κάτι χου στο Σκοτωμένο, όπως ήταν λίγες ώρες σαν άτυπος σταθμός, κάτι σαν άτυπο πριν κατεδαφιστεί (καλοκαίρι 1990). Στην πρακτορείο αυτοκινήτων, αλλά προπα- ένθετη φωτογραφία ο ίδιος, φωτογραφημέντός πρακτορείο πληροφοριών για πολ- νος σε παλαιότερη εποχή, μπροστά στο ίδιο λά – πολλά χρόνια για όλη την περιοχή. κτίριο. Πήγαιναν καλά οι δουλειές του και μπόρεσε να στήσει νέο πετρόκτιστο εκεί παραδίπλα. Και θα υπήρχε και σήμερα, έστω και ερείπιο, εάν κάποιοι ανεγκέφαλοι από το χωριό μου, όταν έκαμαν «κατάληψη» δρόμου (1990) το γκρέμισαν και έστησαν με τις πέτρες του οδοφράγματα και απέκλεισαν, λέει, τους Καταρρακτιώτες, επειδή δεν τους έδιναν το νερό που έτσι κι αλλιώς περίσσευε από τους καταρράκτες και πήγαινε στον Άραχθο. Εκείνα τα χρόνια το Σκοτωμένο ήταν ό, τι ήταν η πλατεία Ομονοίας κάποτε. Τόπος συνάντησης. Να που θυμήθηκα τώρα και τούτο εκεί στο Σκοτωμένο: καλοκαίρι του 1964. Μόλις είχαμε επιβιβαστεί στον Καρνάβαλο και βλέπουμε να έρχεται ένας μισόγυμνος ηλικιωμένος και με σφυρίχτρα μας έκαμε σήμα να περιμένουμε. Ευγενέστατα χαιρέτησε και έκατσε δίπλα μου. Άφησε ένα βαρύ στρατιωτικό κανάβινο σακίδιο στα πόδια μου και φορώντας το πουκάμισό του μου εξήγησε: «Για να μην ιδρώνω, βγάζω το πουκάμισό μου». Μου ’μεινε αυτή η φράση, ατόφια από τότε. Τον κοίταζα λοξά αμφιβάλλοντας για τη λογική του. Κάποια στιγμή άνοιξε το σακίδιο για να βγάλει ένα παγούρι με νερό. Το σακίδιο ήταν γεμάτο πέτρες! Ο άνθρωπος κατάλαβε τι σκεφτόμουν γι’ αυτόν και έσπευσε να μου εξηγήσει: «όταν ανεβαίνω στα βουνά γεμίζω το σακίδιο πέτρες για να κρατάω όρθιο το σώμα μου!...». Ήταν ο Γιάννης ο Τζαμάκος από τον Καταρράκτη, ο πρόεδρος της ένωσης όλων των Ορειβατικών Συλλόγων της Ελλάδας. Ήταν γνωστός του πατέρα μου. Και μέχρι τη Ράμια μου ’μεινε αξέχαστη η διαδρομή με όσα άκουσα από αυτόν τον καταπληκτικό άνθρωπο. Γιατί στη Ράμια κατέβηκε: έβγαλε το πουκάμισό του, φορτώθηκε το σακίδια με τις πέτρες και τράβηξε για το βουνό, ανεμίζοντας το μπαστούνι του στον αέρα... ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

113


114

Σ Ω Τ Η Ρ Η Σ Ι . Κ Α ΡΑ Β Α Σ Ι Λ Η Σ

Καιρός όμως είναι να πούμε και για την κινητήρια δύναμη των Καρνάβαλων. Δεν ήταν βενζινοκίνητα μηχανήματα. Ούτε πετρελαιοκίνητα. Ήταν... ψυχοκίνητα. Η κινητήρια δύναμη ήταν η ψυχή των οδηγών. Αυτή ήταν που κινούσε αυτά τα σαράβαλα που μετέφεραν άλλες ψυχές που και αυτές με τη σειρά τους βοηθούσαν στις δύσκολες Σαν τι να λέει ο Καρνάβαλος στον οδηγό του στιγμές· που ήταν πολλές. Όλα ήταν τον Κώστα Χρόνη και αυτός τον ακούει με ένα: οδηγός – Καρνάβαλος – επιβάτόση προσοχή; Μάλλον να δέσει καλύτερα τες. Τα ατυχήματα ήταν πολλά, κανένα τα καλάθια, γιατί τον… ενοχλούν! όμως θανατηφόρο δεν καταγράφηκε με τους Καρνάβαλους. Πώς να υπολογίσεις τι βάθος έχει μια λακκούβα που είναι γεμάτη λασπόνερα (που αλλιώς την είδες χθες και αλλιώς τη βρίσκεις σήμερα) και να αποφύγεις την ανατροπή, το μπατάρισμα; Πώς να αποφύγεις την εκτροπή από ένα στενό δρόμο λασπωμένο, σε μια κατηφορική στροφή για να μην καταλήξεις στις κουμαριές όταν τα υπέρβαρα φορτία ανθρώπων και ζώων, που μεταφέρονται μαζί, μετακινούνται ανεξέλεγκτα; Η φυγόκεντρος δύναμη δεν κάνει διάκριση μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Το κέντρο βάρος του φορτωμένου οχήματος με όρθιους επιβάτες ανέβαινε ψηλά εν σχέσει με το δρόμο. Όμως να θυμήσουμε και τούτο: αρωγοί στις δύσκολες καταστάσεις, εκτός από τους επιβάτες, ήταν όλοι οι χωριανοί και κοντοχωριανοί όταν συνέβαιναν ατυχήματα στην περιοχή τους. Η αλληλεγγύη ήταν δεδομένη. Παρατούσαν τις δουλειές τους και τρέχανε εθελοντικά να βοηθήσουνε όπως μπορούσανε. Το θεωρούσανε υποχρέωσή τους. Φιλοξενούσαν τους οδηγούς στα σπίτια τους όταν ξεμένανε από βλάβες. Όπως και οι οδηγοί, ξέρανε πώς να τους το ανταποδώσουνε. Με αυτούς τους... σωφέρηδες θα έστελνε η κυρά Κωστάντω και η κάθε Μήτσαινα στα παιδιά της στην Άρτα ασυνόδευτα τα καλάθια με τις ντομάτες και τα καστραβέτσια, τις πλεξούδες με τα σκορδοκρέμμυδα ή το κλειδάρι με το βούτυρο, τα καμπρολάχανα και τα κολοκύθια4 ή τη μπούγλα με το τσίπουρο· και η μπούγλα αυτή γεμάτη λάδι τώρα και τα ίδια καλάθια με τα πορτοκάλια ή τα σακιά με τα άλευρα με τον ίδιο Καρνάβαλο θα έρχονταν στο χωριό ή με όποιον άλλον βρίσκονταν στην πιάτσα. Έτσι πορεύτηκε ο κόσμος για δυο-τρεις δεκαετίες εκεί στον ορεινό όγκο των Τζουμέρκων. Ώσπου ο ρόλος αυτός ανατέθηκε στα πρώτα Ι.Χ. που έκαμαν την 4. Τα αγριογούρουνα σήμερα σκάβουν τα κήπια αλλά δεν ξέρουν να φυτεύουν ζαρζαβατικά. Ας είναι καλά ο μανάβης που σου τα φέρνει στην πόρτα σου στο χωριό. Βρε πως αλλάζουν οι καιροί! ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Α Γ Ο Ν Ε Σ Γ ΡΑ Μ Μ Ε Σ Τ ΟΥ Ο Ρ Ε Ι Ν ΟΥ Ο Γ ΚΟΥ Τ Ζ ΟΥ Μ Ε Ρ Κ Ω Ν

εμφάνισή τους στη δεκαετία του ’70 [Και εσύ κυρά μου πώς στέλνεις στον κανακάρη σου –στην Αθήνα τώρα– μια ντουζίνα αβγά δεμένα σ’ ένα μαντήλι; Ή η άλλη, άλλα τόσα κολοκύθια χύμα; Τα ’χω φωτογραφημένα!] Με τους οδηγούς των λεωφορείων δεν υπήρχε αυτή η οικειότητα, γιατί πολλοί δεν ήταν ντόπιοι, όταν πια είχε επικρατήσει το ΚΤΕΛ Άρτας, αφού εί- Περιμένοντας τον Καρνάβαλο, σε κάποιο χαν βελτιωθεί οι δρόμοι, πολύ αργό- χωριό στα Τζουμέρκα, να στείλει τα καλούτερα. δια στα παιδιά της. Πολύ πριν όμως και οι οδηγοί των Καρνάβαλων είχαν ιδρύσει και αυτοί το ΣΑΟΠΑ (Σωματείο Αυτοκινητιστών Ορεινής Περιοχής Άρτης), που σημαίνει ότι ο κύκλος εργασιών τους περιορίζονταν στον ορεινό όγκο των Τζουμέρκων και έθεταν τις δυνάμεις τους στην εξυπηρέτηση του... Ορεινόγκειου Ανθρώπου! Τιμή μας. Εύκολα μπορεί κανείς να φαντασθεί ότι το ΚΤΕΛ και το ΣΑΟΠΑ βρίσκονταν σε αντιπαράθεση και φτάνανε στα δικαστήρια πολλές φορές. Όπως μου διηγήθηκε ο Κώστα Χρόνης, 92 χρονών σήμερα, ένας από τους δυο επιζώντες οδηγούς Καρνάβαλων (ο άλλος είναι ο Πάνο Χουλιάρας), έγινε το εξής: όταν το ΚΤΕΛ θέλησε να επεκτείνει τις δραστηριότητες του σ’ αυτές τις άγονες γραμμές, τοποθέτησε μια πινακίδα σε ένα λεωφορείο (24άρι) που έγραφε ΑΡΤΑ – ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ και το περιέφερε στην Άρτα για να ενημερωθεί ο κόσμος, αυτοί οι πονηροί του ΣΑΟΠΑ τι κάνανε; Πήγανε λίγο πιο πάνω από τα Διόδια και απέκλεισαν το δρόμο σκηνοθετώντας βλάβη Καρνάβαλου, όπου είχαν μαζευτεί πολλοί από αυτούς για να διορθώσουν, τάχα τη βλάβη, ενώ στην πραγματικότητα είχαν διαλύσει το αυτοκίνητο! Ούτε η τροχαία έδωσε λύση που κατέφτασε. Σ’ αυτό το σημείο θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούν τα ονόματα αυτών των πιονιέρων οδηγών, των ηρώων της καθημερινής ζωής, που συνέβαλαν στο να βγούνε τα Τζουμερκοχώρια από την απομόνωση εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Όσα ονόματα συγκέντρωσα: Κώστας Χρόνης (από Γραικικό) – Βασίλης Ζαχαριάς (Γουριανά) – Βασίλης Ντουχανιάρης (Κουκούλια) – Βασίλης Λεμονιάς (Άγναντα) – Κώστας Κωστής (Πράμαντα) – Σταύρος Χήρας (Πράμαντα) – Γρηγόρης Μπαλάσκας (Καταρράκτης) – Γιώργος Παπάς (Μικροσπηλιά) – Γιώργος Ευθυμίου ή Νταουσιάνος (Λεπιανά) – Πάνος Χουλιάρας (Ράμια) – Νίκος Τζιανίκας (Κρυονέρι;) – Κώστας Παπαδημητρίου ή Κώστα Λίας (Κουσοβίτσα) – Ντίνος Αναγνωστάκης (Πολίτσιανα) – Γιάννης Στασινούλας (Σγάρα) – (;) Κουτσοσπύρος (Ράμια;) – Καρακώστας Γιώργος (Πράμαντα), Δημοθόδωρος Δημ. (Πράμαντα). ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

115


116

Σ Ω Τ Η Ρ Η Σ Ι . Κ Α ΡΑ Β Α Σ Ι Λ Η Σ

H περαταριά ή καρούλι ή αερόβαρκα ή βάρκα του Γκότιβου (Πολύζου)· στο βάθος η Γέφυρα της Πλάκας (πριν στηθεί η σιδερένια, Μπέιλυ).

Ελεγκτές: Αριστοτέλης Στάμος (Άγναντα) – Χρίστος Παχής (Γραικικό). Ίσως και άλλοι. Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και το όνομα του Αντών’ Τσιρώνη, που είχε... οινομαγειρείον στη Μπουλιάνα (Καλονή), επειδή εκεί γινόταν στάση για μεσημεριανό φαγητό, και λίγη ξεκούραση, οδηγού και επιβατών, γιατί το ταξίδι Τζουμέρκα – Άρτα διαρκούσε κάπου 7-8 ώρες, τότε! Αυτό με κανονικές συνθήκες. Άσε που το ταξίδι αυτό σε ξελίγωνε. Γι’ αυτό και αυτός εκεί στη γωνία χτυπάει το κουτάλι στο πιάτο: – Ψιτ, παιδί! Αυτή τη φασολάδα μου την έφερες αλάδωτη, οβριά! – Μα, κυρ’ Μήτσο μου, το λάδι το βάζαμε μία φορά στη βράση, ίδιο είναι και για τους άλλους. – Καλά, τότε βάλε μου εμένα μία δραχμή λάδι επί πλέον... να καρδαμώσω. Ήταν ο Μήτσιος! Ο γνωστός μας Μήτσιος της Γιαννούλας από την αρχή της κουβέντας. Και η... ζ’μαροπ’τα που του ’φκιασε η Γιαννούλα; Την έφαγε; Όχι, την έχει για ώρα ανάγκης. Γιατί ώσπου να φτάσει ο Καρνάβαλος στην Άρτα, πολλά μπορούν να συμβούν στο υπόλοιπο μισό ταξίδι. Πονηρός ο Μήτσιος! Και καλά διαβασμένος! ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΤΟΠΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΑΓΚΛΑΡΑΣ*

ΤΑ ΜΠΟΥΚΟΥΡΑΙΪΚΑ, Η ΣΥΝΘΗΜΑΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΡΑΦΤΑΔΩΝ-ΚΑΠΟΤΑΔΩΝ ΣΤΑ ΣΧΩΡΕΤΣΑΝΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ

Μ

πουκουραίικα ήταν η συνθηματική επαγγελματική διάλεκτος που χρησιμοποιούσαν οι παραδοσιακοί Ραφτάδες – Καποτάδες στα Σχωρέτσανα (νυν Καταρράκτης), Κοινόνητα του Νομού Άρτας, στην περιοχή των Τζουμέρκων. Είναι μια ιδιότυπη μη ελληνόφωνη γλώσσα που στηρίζεται στο γνωστό νεολατινικό βλαχόφωνο ιδίωμα των Βλαχόφωνων Ελλήνων και εν προκειμένω των Βλαχόφωνων κατοίκων των Τζουμερκιώτικων οικισμών (Συρράκο, Καλαρρύτες, Ματσούκι). Οι συνθηματικές γλώσσες είναι γνωστές και από την αρχαιότητα από τους μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων, τους Ορφικούς και τους Πυθαγόριους φιλισόφους. Και όχι μόνο, γιατί και στα νεότερα χρόνια, για παράδειγμα η Φιλική Εταιρεία, για λόγους άκρας μυστικότητας, εμπνεύστηκε και ενεργοποίησε μυστικό συνθηματικό γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας. Οι γλώσσες αυτές γίνονται εργαλεία επικοινωνίας από μέλη διαφόρων συντεχνιών και επαγγελματικών τάξεων (αρτοποιών, ραπτών, καλαντζήδων κ.λπ.). Φαίνεται δε ότι αναπτύχθηκαν κατά την Τουρκοκρατία και κοιτίδα είχαν κατά το πλείστον την Ήπειρο. Ανάμεσα σε αυτές τις συνθηματικές ιδιότυπες γλώσσες συγκαταλέγονται: Οι εμπειρικοί γιατροί του Ζαγορίου, οι Κομπογιαννίτες. Τα Σωπικά, η συνθηματική γλώσσα των Βαγενάδων (βαρελάδων) Β. Ηπείρου (Σωπική-Τσιάτιστα Πωγωνίου). Τα Κουδαρίτικα, από τις περισσότερο γνωστές, είναι η συνθηματική γλώσσα των μαστόρων από τα Χουλιαροχώρια των Β. Τζουμέρκων και τα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας. Τα Αλφειάτικα, η συνθηματική γλώσσα των Αλφειάδων-Καλαντζήδων της περιοχής της Μουργκάνας στον Νομό Θεσπρωτίας. Τα Ρομκά, η συνθηματική γλώσσα των Ρομά-Γύφτων της Ηπείρου και όχι μόνο (Ρομά-Μπαλαμός). Κάτι σχετικό συμβαίνει και στις μέρες μας με τους Αλβανούς εργαζόμενους στη χώρα μας, οι οποίοι για ευνόητους λόγους, κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, χρησιμοποιούν τη μητρική τους γλώσσα. * Ο Μανόλης Μαγκλάρας είναι φιλόλογος. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

117


118

Μ Α Ν ΟΛ Η Σ Μ Α Γ Κ Λ Α ΡΑ Σ

Να μην μας διαφεύγει την προσοχή η κλασική περίπτωση συνθηματικής γλώσσας, της Αργκό. Είναι η συνθηματική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα οι άνθρωποι του υποκόσμου και ξεκίνησε από τη Γαλλία , για να μπορούν να συνεννοούνται μεταξύ τους, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από άλλους. Ο όρος αργκό προέρχεται από το γαλλικό «argot» < παλαιότ. «argoter» (ελλ. επαιτώ, ζητιανεύω). Ο όρος επεκτάθηκε και σήμερα σημαίνει κάθε γλώσσα «κλειστή», συμβατική, που χρησιμοποιείται από διάφορες κοινωνικές ομάδες ανθρώπων. Σήμερα, σε ιδιαιτέρως ευφάνταστους γλωσσοπλάστες, εξελίσσονται και οι νέοι μας. Το φαινόμενο ασφαλώς δεν είναι καινούριο. Οι έφηβοι αναπτύσσουν παραδοσιακά τον δικό τους τρόπο επικοινωνίας, τη δική τους αργκό, ένα λεξιλόγιο που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να χρησιμοποιήσουν. Οι λέξεις και οι φράσεις που χρησιμοποιούν οι έφηβοι σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένες από την τριβή τους με το διαδίκτυο, από την καθημερινή τους παρουσία και αλληλεπίδραση στα social media, αλλά και από την αργκό που «παρέλαβαν» από την προηγούμενη γενιά! Ο λόγος λοιπόν για τη δημιουργία και τη χρήση των Μπουκουραίικων ήταν για να μην γίνονται αντιληπτοί οι ραφτάδες-καποτάδες στις καθημερινές τους δραστηριότητες και επικοινωνίες από τους νοικοκυραίους των σπιτικών, όπου είχαν καταφύγει ως επαγγελματικές ομάδες-μπουλούκια και εργάζονταν για πολλές ημέρες, κόβοντας, ράβοντας και στολίζοντας τις κάπες, τα πισλιά, τα σεγγούνια, τα υφαντά και τις άλλες μάλλινες πολύχρωμες κατασκευές των ανθρώπων εκείνης της εποχής. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Τ Α Μ Π Ο Υ Κ Ο Υ Ρ Α Ι Ϊ Κ Α , Η Σ Υ Ν Θ Η Μ ΑΤ Ι Κ Η ΓΛ Ω Σ Σ Α Τ Ω Ν Ρ Α Φ Τ Α Δ Ω Ν - Κ Α Π Ο Τ Α Δ Ω Ν [ . . . ]

Η ιστορία των Μπουκουραίικων στα Σχωρέτσανα των Τζουμέρκων συνδέεται με την προεπαναστατική πόλη της Άρτας. Η κατάληψη της Άρτας έγινε αναίμακτα, πράγμα το οποίο της εξασφάλισε προνόμια και ελευθερίες στον θρησκευτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και κυρίως στον εμπορικό τομέα. Η Άρτα, χάρη στον ερίβωλο κάμπο της και τα πλούσια γεωργικά της προϊόντα αλλά και τα ξένα βιοτεχνικά που εισάγονταν από τις μεγάλες αγορές κα τα εμπορικά λιμάνια της Εσπερίας, μέσω της Κόπραινας και κυρίως μέσω της μεγάλης Σκάλας της Σαλαώρας και προωθούνταν στην ενδοχώρα της Ενιαίας Ηπείρου και στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας, Μακεδονίας και Αλβανίας, κατέστη τα χρόνια ετούτα σπουδαίο εμπορικό διαμετακομιστικό κέντρο της περιοχής και πύλη από και προς την Ευρώπη. 2.000 διώροφα και τριώροφα αρχοντικά κοσμούν την Άρτα, 400 εμπορικά καταστήματα, 5 προξενεία ευρωπαϊκών κρατών, 17 μαχαλάδες (10 Ελληνικοί, 4 Τούρκικοι, 3 Εβραϊκοί), 5 τζαμιά. 17ος αιώνας, ο χρυσός αιώνας της Άρτας. Μέσα σε αυτό το πολυάνθρωπο κοινωνικό, οικονομικό, εμπορικό αναπτυξιακό εργαστήρι και στο πλαίσιο της εμπορικής εξαγωγικής δραστηριότητας των Αρταίων προς την Ευρώπη, γεννήθηκε και άνθησε η βιοτεχνική παραγωγή των μάλλινων υφαντών και ιδιαιτέρως η τέχνη του Ράφτη-Καποτά, η οποία εξακτινώθηκε βαθμιαία προς την περιφέρεια του Νομού. Εκεί δε που γνώρισε σημαντική ανάπτυξη και είχε να επιδείξει ικανούς τεχνίτες – παραδοσιακούς ραφτάδες-καποτάδες (σε αντίθεση με τους φραγκοραφτάδες), ήταν τα Σχωρέτσανα (νυν Καταρράκτης) των Τζουμέρκων. Είμαστε πολύ μακριά από τη Βιομηχανική Επανάσταση ακόμη εδώ, εννοώ στην Ελλάδα και δη στην Ήπειρο. Τα «μπουκουραίικα» είναι η συνθηματική γλώσσα των ραφτάδων των Τζουμέρκων. Υπό των ιδίων ονομάζονται «ξτονιάτικα» υπό δε των άλλων, των μη ραφτάδων, «ραφτάτ’κα». Πατρίς των «μπουκουραίικων» είναι τα Σχωρέτσανα, Καταρράκτης ήδη επονομασθέντα, χωρίον έχον 200 οικογενείας και κείμενον εις την δυτικήν πλευράν των Τζουμέρκων. Εκείθεν μετεδόθηκαν μετέπειτα και εις τους ραφτάδες των Αγράφων, του Βάλτου, του Ξηρομέρου και της Ηπείρου. Εκεί συνάντησα τον ράπτην Δημ. Ντίλζαν γέροντα ηλικίας 66 ετών, ο οποίος έχασε την όρασίν του κεντώντας και σεραδιάζοντας πισλιά και σταυρωτά και σιγγούνια και ... Εις ερώτησίν μου πόθεν έμαθε την γλώσσαν ταύτην και ποιος την έφκειασεν, ο απλοϊκός γέρο-Ντίλζας με την συνήθη εις την βόρειον ελληνικήν διάλεκτον προφοράν μου είπε: «Ιδώ στα Σχουρέτσανα τν έμαθα απ’ τς παππούδις μ’. Τα μπουκουραίικα τα φτειάξαν οι Σχουρετσανίτες οι ραφτάδες μουνάχ’ τς για να μη τς καταλαβαίν’ νε οι γιάλλ’. Τς πιρσότιρις τς λέξεις τς πήραν απ’ τα βλάχ’κα, γιατί τν τέχν’ οι παππούδις μας τνι μάθαν π’ τς Βλάχ’ς π’ τ’ Συρράκ’ κι τς Καλαρρύτις... ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

119


120

Μ Α Ν ΟΛ Η Σ Μ Α Γ Κ Λ Α ΡΑ Σ

Τελευτών οφείλω να εκφράσω χάριτας εις τους κ.κ. Γ. Καψάλην, καθηγητήν του Ελληνικού Σχολείου Αγνάντων, και Γ. Σακκάν και Αθ. Πολίτην, υπολοχαγούς, άπαντας κατοίκους Σχωρετσάνων δια την συνδρομήν, ην μοι παρέσχον δια την καταγραφήν του κατωτέρω λεξιλογίου, ως και τον κ. Γ. Μουλαράν, καθηγητήν, τη βοηθεία του οποίου εσημειώθηκαν αι συγγενείς βλάχικαι λέξεις... [«Τα Μπουκουραίικα» των Τζουμέρκων, ήτοι περί της συνθηματικής γλώσσης των Ραφτάδων των Σχωρετσάνων των Τζουμέρκων, υπό Χρίστου Ι. Σούλη, καθηγητού του εν Ιωαννίνοις Β΄ Γυμνασίου...]

Λεξιλόγιο Ραφτάδων Στίεις μπουκουραίικα → γνωρίζεις ραφτάδικα; ■ αγγαλάρου → ιππεύω ■ αλλασάου → αφήνω ■ άπτι → νύχτα ■ απόι → πίσω ■ βίνου ή γίνου → κρασί ■ γκίου → γρήγορα ■ γκαλίνα → κότα ■ διάρτσα → χόρτα ■ ζμπερ → το σώβρακο ■ ετίνια μου → εγώ ■ ετίνια σου → εσύ ■ ετίνια του → αυτός ■ κασούκα → το σπιτάκι ■ κίντικνου → το τραγούδι ■ κουρκουσούρα → η ραπτομηχανή ■ λάμνιου → το ξύλο ■ μάγγιος → κάτω ■ μάτσια → γάτα ■ μπόου → βόδι ■ νάρι → μύτη ■ ξτονιάτκα → ραφτάδικα ■ όκλι → μάτι ■ όπτο → οκτώ ■ πάτρου → τέσσερα ■ πλόγια → βροχή ■ σάπτι → επτά ■ σκουλαϊζω → σηκώνω ■ τζάτσι → δέκα ■ φάτσιο → παιδί ■ φιάτα → κόρη.

Άλλ’ οι καιροί ου μενετοί Τώρα πια ποιος θυμάται; Η τραγόμαλλη κάπα, ο αχώριστος επενδύτης, έγινε σικάτη γυναικεία κάπα και πανάκριβη γούνα, τα μάλλινα καλοφτιαγμένα κοστούμια και οι γιρλαντωτές φούστες έγιναν μοδάτα κοστούμια και φορέματα Αρμάνι, Κούτσι και Πιέρ Γκαρντέν, οι ολόμαλλες στρώσεις και οι μπαντανίες γίνανε πανάκριβα ανατολίτικα χαλιά «Πέρσικα», τα ολοκέντητα πολύχρωμα μαξιλάρια απρόσωπα ανατομικά μαξιλάρια. Μαζί τους ξεχάστηκαν και τα Μπουκουραίικα, η συνθηματική γλώσσα των ραφτάδων-Καποτάδων στα Σχωρέτσανα των Τζουμέρκων της Άρτας. Έμειναν μόνον οι μπουραζάνες, τα γιλέκα και τα σεγκούνια στις παραδοσιακές φορεσιές των Συλλόγων, για να μας θυμίζουν τη μακρινή αυτή εποχή, για μας θυμίζουν την καθημερινότητα μιας άλλης ζωής, που οι μεγαλύτεροι από εμάς την προλάβαμε στο κλείσιμό της. Ήταν η κρίσιμη εκείνη εποχή, που –για να θυμηθούμε «Τη μικρή μας πόλη» του Δ. Χατζή–: «οι σάλπιγγες των νέων καιρών γκρέμιζαν από θεμέλια τα τείχη της ταμπάκικης Ιεριχώς μέσα σε πανδαιμόνιο απ’ ουρλιαχτά μηχανών». Ρίο-Πάτρα, 9 Απρίλη του 2019 ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΑΡ. ΣΤΑΜΟΥ*

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΙΣΙΟ ΚΡΕΑΣ

Δ

«...

υστυχώς, ένας κακώς εννοούμενος μοντερνισμός, που πηγάζει από την άγνοια του τι σημαίνει πολιτισμική κληρονομιά και μια κοντόφθαλμη εκπαιδευτική πολιτική του Ελληνικού Κράτους, έχουν συμβάλει στην ισοπέδωση των διαλεκτικών διαφορών στον Ελληνόφωνο κόσμο [...] Οι νέοι πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η απώλεια διαλεκτικής ποικιλίας δεν είναι παρά συρρίκνωση γλώσσας και εξαφάνιση ενός σημαντικού τμήματος της πολιτισμικής κληρονομιάς. Ντοπιολαλιά δε σημαίνει γλωσσική έκφραση κατωτέρου επιπέδου. Ντοπιολαλιά σημαίνει γλωσσικός πλούτος και έκφραση μιας ιδιαίτερης ταυτότητας των ομιλητών ενός τόπου». Αγγελική Ράλλη (καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών, συγγραφέας του βιβλίου «Λεξικό διαλεκτικής ποικιλίας Κυδωνιών, Μοσχονησίων και Βορειοανατολικής Λέσβου») Πήγι στ’ν Αθήνα να βρει δ’λειά, μ’ ένα τουρβά στ’ν πλάτ’! Είχι μέσα λίγου μπομπότα κι κάτ’ τσιλόχια, φουρτούνα τ’ς! Πάαινι μι καμάρ’ στ’ν προυτεύουσα! Αει χαλασιά τ’ς! Αυτήν καρτέρ’γαν στ’ν Αθήνα να τ’ς δώκουν δ’λειά! Τορβάς: υφαντό σακούλι ■ Τσιλόχια: πρόκειται για φθηνά και πρόχειρα ρούχα. ■ Άφ’κα τ’ Μαρία να τ’ του πει! Τ’ς ένι μια πόρτα κι τ’ τα πήρι τα καπίτλα! Ξέρ’ πώς να τ’ του φέρ’ να μην το’ρθει απόφανους! Τ’ς ένι μια πόρτα: Είναι γείτονες και βλέπονται σαν να μπαινοβγαίνουν από την ίδια πόρτα ■ Καπίτ’λα: είναι τα στοιχεία του χαρακτήρα, συνήθειες, «χούγια». ■ Τι το ‘βαλις τ’ κούκ’ μουρ γ’ναίκα μ; Πώς θα το φτάκι του μαξούμ’ ικεί ψ’λά; Τ’ κούκ’: Στη φωλιά του κούκου, πολύ ψηλά ■ Μαξούμ’: Μικρό παιδάκι. ■ * Η Λαμπρινή Αρ. Στάμου είναι φιλόλογος και πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

121


122

Λ Α Μ Π Ρ Ι Ν Η Α Ρ. Σ Τ Α Μ Ο Υ

Είδα εκείν’ τ’ Φώτου προυχτέ, στου μπακάλη. Πώς κατάντ’σι έτσ’, φουρτούνα τ’ς! Κακιά κρεμαστάλα ν’ ένι! Κακουθώριασι κι γίν’κι σαν τρεις ώρις νύχτα! Κακιά Κρεμαστάλα: Πάρα πολύ αδύνατη, κρέμονται τα ρούχα από πάνω της ■ Κακοθώριασε: Έχει άσχημη εμφάνιση (θωριά) ■ Σαν τρεις ώρες νύχτα: κάτι πολύ σκοτεινό και άσχημο. ■ Εκειό του μ’κρό το ’φερι η βάβω τ’ στην εκκλησιά, γκότσ’, να του μιταλάβ’! Να ιδείς πως γουργούλ’σι κι αυτό, ξιπιτάχτ’κι μια χαρά! Γκότσ(ι): στην πλάτη φορτωμένο ■ Γουργουλάει: Κινείται. Μεγαλώνει. ■ Τέτοια τρανή φαμπ’λιά κι δε λείπ’ν απού π’θενά!! Σ’όλις τ’ς μιριές πααίνουν όλοι μαζί, κουμπανία! Τ’ς αντάμουσα στ’ν ανηφόρα για τουν Αη-Λιά! Τα μιγαλύτερα ανέβαιναν ένα κουντά τ ’ άλλου, σαν μποτάκια κι του μ’κρό, χρουνιάρ’κο θα να ’νι, του ’χε τουρκοκάβαλα ου πατέρας τ’! Μποτάκια:(υποκορ.) Μπότι= παγούρι ■ Τουρκοκάβαλα: Καθισμένο στο σβέρκο του με τα πόδια περασμένα στο λαιμό του πατέρα. ■ Τι αφύσ’κου είνι εκειό του πιδί τ’ Μιχάλ! Κατάμαυρου κι γκουρουμύτ’κου, σαν τουν παπούλη τ’ του μακαρίτ’, είνι φουρτούνα τ’! Αφύσ’κο: αφύσικο, δηλαδή άσχημο ■ Γκουρομύτ’κο: Με μεγάλη μύτη που προεξέχει και μοιάζει με γκουρί, είδος τσαμπούνας μακριάς, που κατασκεύαζαν από φλούδα, συνήθως τσιρμιτζέλας (είδος θάμνου), που ήταν πολύ τρυφερή! ■ Ανοί(γ)ου τ’ μπακούλα μι τ’ αλεύρ’ κι τι να ιδού! Μια μπουσλιά ίσα μ’ ένα γρόθο! Σ’χάθ’κα κι του πέταξα όλου! Δεν ήταν πουλύ, μαναχά! Χάλιψα απ’ τ’ Γιώργινα λιγάκι αλεύρ’ κι τουν πετρουιάρ’, ίσια ν’ ανοίξου τα πέτρα, να μην αργουπουρήσου, μέχρι να στείλου του πιδί να μ’ φέρ! Μπακούλα: πάνινη σακούλα ■ Μπουσλιά: φωλιά σκουληκιών με περιτύλιγμα σαν κουκούλι ή σαν ιστό αράχνης ■ Γρόθος: Όσο μια γροθιά ■ Μαναχά: μοναχά (εδώ με την έννοια του ευτυχώς) ■ Πετρουιάρ’ς: το λεπτό κυλινδρικό ξύλο, ο πλάστης, για το άνοιγμα του φύλλου ■ Πέτρα: φύλλα κρούστας ■ Ήρθι ακούρευτου κι αχτέν’γου, σα μπούφους αν’ξιάτ’κους ήταν. Ήθελα να’ξιρα δεν τ’ λέει τίπουτα η μάνα τ’ κι ου πατέρας τ’, να σμαζουχτεί μια στάλα; Αλλά σάμα ακούν κανέναν τα πιδιά σήμιρα; Ιγώ, ικιά τα χρόνια, θα του ’χα κόψ’ τα πουδάρια τ’ θ’κού μ’, όχι π’ θα μούρχονταν στου γάμου σαν πατσιούρας! ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΙΣΙΟ ΚΡΕΑΣ

Μπούφους αν’ξιάτ’κους: Μπούφος ανοιξιάτικος: Με μαλλιά μακριά αχτένιστα κι αφρόντιστα ■ Σάμα: Σάμπως, μήπως. ■ Πατσιούρας: Μασκαρεμένος, άσχημος. ■ Τ’ν είδις τ’ θυγατέρα τ’ς Βασίλου; Δεν τ’ς άφ’κι τίπουτα τ’ς μανούλα τ’ς. Ίδια φκιασιά, ίδια σουσούμια! Κι ψουροπερήφαν’! Ου κ. λος στ’ στάχτ’ κι η μύτ’ στουν ουρανό! Δεν τ’ς άφ’κι τίπουτα: Της πήρε όλα τα χαρακτηριστικά ■ Φκιασιά: σουλούπι, κορμοστασιά Σουσούμια: εγγενή και επίκτητα χαρακτηριστικά ■ Ο κ. λος στη στάχτη και η μύτ’ στον ουρανό: Ψηλομύτα, πράγμα που δεν δικαιολογείται από την ταπεινή καταγωγή της. ■ – Αει μουρ’ Λένη μ’, η ξαδέρφ’ σ’ η Σπυρ’δούλα μ’ φαίνιτι δεν ν’ ένι καλά. Πήρι τα πλάια λες, σαν τ’ βάβου τ’ς; – Λες μωρ’ θειάκου; Καψάλ’σι κι αυτήν η μαύρ’; Κρίμα στου θηλ’κό! Πήρε τα πλά(γ)ια: τρελάθηκε, δεν είναι στα λογικά της ■ Καψάλ’σε: ξέφυγε, έχασε την ψυχική και διανοητική της ισορροπία. ■ Μωρε φαίνιτι πως κάτ’ πήρι αχνάδις αυτήν κι ήρθι αξημέρουτα, τάχα να μας ιδεί. Τ’ς ε’ιδα ιγώ π’ πουσπουρίστ’καν στου μύλου μι τ’ν άλλ’ τ’ν κουνιάδα μ’! Θα τ’ς είπι φαίνιτι πως ήρθι ου μπάρμπας κι σκιάχ’τκι μην τουν πιάσουμι ιμείς κι μας γράψ’ τα χουράφια! Πήρε αχνάδες: ψυλλιάστηκε, κατάλαβε ■ Πουσπουρίστ’καν: Ψιθύρισαν (από τον ήχο πους-πους). ■ Ήρθι η αδερφή τ’ς απ’ τ’ άλλου χουριό κι όλ’ τ’ νύχτα είχαν τ’ λάμπα αναμμέν’, έκαιγι σαν στ’ Τσιαρακλή! Είχαν κιρό ν’ ανταμωθούν κι θα τα’παν ανήλια κι προυσήλια Σαν στ’ Τσιαρακλή: Στο χάνι του Τσιαρακλή πάντα έφεγγε μια λάμπα, ελπίδα και παρηγοριά στους πεζοπόρους! ■ Ανήλια και προσήλια: αναλυτικά, τα καλά και τα άσχημα. ■ Έπισι απ’ τ’ν κιρασιά κι τσάκ’σι του πουδάρ’! Άστα μην τα συζητάς! Δε λες, καλά που έχει σύφερτο του απ’ κάτ’ του δωματιάκι κι κοιμάτι ικεί! Αν ήταν ν’ ανεβαίν’ τόσις σκάλις, τ’ς χαίρουμαν τ’ς προκοπές τ’! Σύφερτο: αυτό που έχει εύκολη πρόσβαση ■ Τ’ς χαίρουμαν τ’ς προκοπές: αλίμονό του, «την είχε άσχημα». ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

123


124

Λ Α Μ Π Ρ Ι Ν Η Α Ρ. Σ Τ Α Μ Ο Υ

Ντιπ τροξό είνι ικειό τ’ αγγόν΄τ’ς Κούλα! Φόραγι ένα παντιλόν’, σφ’λι παλλικάρ’, τσέκλιου στα γόνατα, σαν κλιτσ’νούρ’ς ήταν! Τροξός: ανισόρροπος, χαζός ■ Σ(ου)φλί-παλληκάρ(ι): πολύ στενό Τσέκλιο: σκισμένο ■ Κλιτσ’νούρ’ς: διάβολος, καλικάντζαρος. ■ Τι έχει μωρέ πιδί μ’ αυτό του μ’κρό; Ρέκαξε σήμιρα όλ’ μέρα. Τλούπωξέ το κι φέρτο ιδώ. Λέου να τ’ σβήσου τα κάρνα, μην το ‘νι σκελ’σμένο! Ρέκαξε: έκλαιγε γοερά ■ Τ (ου)λουπώνω: τυλίγω καλά γύρω-γύρω ■ Να σβήσω τα κάρ(βου)να: τρόπος ξεματιάσματος με καρβουνάκια σε νερό ■ Σκελίστ(η)κε: είναι ματιασμένο. ■ Ήρθι κι γύρ’σαν όλοι κι τη κοίταγαν. Αδύνατ’ ψόφια, μ’ ένα φ’στάν φλέσιερου, του μαλλί ξανθό κι κριτσιλουμένου μες στα μάτια τ’ς, σα λούφα λιμκιάρα ν’ ήταν! Φλέσιερο: κάτι που δεν έχει συγκεκριμένη φόρμα, φαρδύ, μακρύ ■ Κριτσιλωμένο: πολύ σγουρό (όταν πρόκειται για μαλλί), κάτι που άλλαξε σχήμα κι έγινε πιο καμπυλωτό και αλύγιστο ■ Λούφα λιμκιάρα: Φράση απροσδιόριστης σημασίας, η δεύτερη λέξη ίσως προέρχεται από το «λιμός», άρα μάλλον σημαίνει: πεινασμένη, αδύνατη. ■ Τι να του κάν αυτό του σμπάπ του πιδί; Αυτό το ’νι απ’ τουν κιρό τ’ Κρούπασι! Σιγά μη δ’λέψ’! Σμπάπ: λέγεται για κάθε είδους εργαλείο ή για αντικείμενο απροσδιόριστης χρήσης ■ Κρούπασ’: Ίσως είναι Κρούπ’- πασι(α). Η φράση λέγεται για κάτι πολύ παλαιό ■ Δ(ου)λεύ(ει): Λειτουργεί. ■ Είδα κι του γαμπρό τ’ς Βαγγελή! Ένα ζερεφό, παιδαρέλι είνι! Του πέρασα για γυμνασιόπιδο! Οειδίζ’ τ’ πιθιρού τ’. Σάμα τέτοιους δεν είναι ου άντρας τ’ς Βαγγελή; Ζερεφός: αδύνατος, μικροκαμωμένος ■ Οειδίζω: Μοιάζω. ■ Μόλις έφ’γαν, δοκήθ’κα του δαχτ’λίδ’. Θ’μάμαν πως τα άφ’κα στο μπουχαρί. Κοιτάου, π΄θενά! Τ’νάζου τ’ μπουχαροπουδιά, τα στρωσίδια, τίποτα. Α!, μ’ λέει η συν’φάδα μ! μην ψάχν’ς. Άμα ήταν ιδώ ου Θόδουρους, κλάψτο! Το καΐπουσι κι γίν’κι αμούντ! Δοκήθ(η)κα: θυμήθηκα ■ Μπουχαρής: το τζάκι με την προεξοχή του, η οποία σχηματίζει ένα ράφι, πάνω από την εστία ■ Μπουχαροποδιά: ύφασμα που καλύΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΙΣΙΟ ΚΡΕΑΣ

πτει το χτισμένο πάνω μέρος της εστίας ■ Καϊπώνω: παίρνω κάτι κρυφά, κλέβω Γίν(η)κε αμούντ: Εξαφανίστηκε, «έγινε καπνός» ■ Τι σκού(ζ)εις τώρα μουρέ πιδάκι μ’, σα να πέθανι άνθρουπους; Δεν κάν’ να προυκονάς! Θα μας ξιδοκιμάσ’ ου Θιός! Σκούζω: κλαίω ■ Δεν κάν(ει): Δεν πρέπει ■ Προκονάω: προετοιμάζω κάτι, το προκαλώ να έρθει (προοικονομώ;) ■ Θα μας ξεδοκιμάσει ο Θεός: έκφραση που δείχνει φόβο για την τιμωρία, τη δοκιμασία του Θεού, μετά από πράξεις που θυμίζουν αρχαιοελληνική «ύβρι»! ■ – Πώς γίν’κι έτσ’ η πουδιά σ’, μουρ’ μάνα; – Άστα! Πιτάχτ’καν τσλίχτρις απ’ του τ’γάν’ ν’ ώρα που έβαζα μέσα τα κουλοκύθια! Δε λες καλά π’ δε ζιματίστ’κα! Τσ’λίχτρες: Σταγόνες, πιτσιλιές ■ Να πας να κλείσ(ει)ς το βροχιό, να πουτίσουμι αύριο. Γυρίζ’ντας άν(οι)ξι κι τ΄ς κόφτρις, να τ’ς ένι έτ(οι)μις, να πάει του νιρό στου κάτ’ του πιζούλι. Μην αφήσ(ει)ς αν(οι)χτές τ’ς λυσιές κι μπουν τα ζωντανά μέσα κι μας φκιάσουν ν’κοκυραίους! Βροχιός: Μεγάλη δεξαμενή στην οποία συγκεντρώνεται για αρκετές ώρες νερό πηγής, έτσι ώστε, όταν ανοίξουν την τρύπα στη βάση της, να μπορεί να φύγει με ορμή και να ποτίσει τα χωράφια ■ Κόφτρες: Είναι έξοδοι από το κεντρικό αυλάκι που ανοιγοκλείνουν, ώστε να διοχετεύεται το νερό στα χωράφια ■ Λυσιές: Ξύλινες συνήθως, αυτοσχέδιες «πόρτες» στην είσοδο φραγμένου χωραφιού ■ Θα μας φκιάσουν ν(οι)κοκυραίους; Θα μας κάνουν κάποια μεγάλη ζημιά (ευφημισμός;). ■ Όταν τ’ς είπα τ’ς Γιώργινα ότ’ έφ’γι για τ’ Γιρμανία ου Στέλιους, πάνιασι. Είπα θα λιγουθ΄μήσ’! Δεν ήξιρα ιγώ ότ’ τουν ήθιλι η Δημητρούλα τ’ς ! Τ’ν είδα κι ικείν’, τ’ν άλλ’ μέρα στ’ βρύσ’, ίσια π’ στέκουνταν η έρμ’ κι τα ματάκια τ’ς κούπις! Πάνιασε: έγινε άσπρη σαν πανί ■ Λιγοθ(υ)μήσ(ει): λιποθυμήσει ■ Ίσια π’ στέκουνταν: με το ζόρι στεκόταν όρθια(καταβεβλημένη) ■ Κούπες τα μάτια τ (η)ς: πρησμένα σαν κούπα. ■ Τ’ν είδα π’ κουβάλα(γ)ε έναν τενεκέ! Κοιτάου, τι να ιδού! Είχι μέσα έναν μπάκακα, σα γάτα μιγάλου κι μια μπρέσκα! ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

125


126

Λ Α Μ Π Ρ Ι Ν Η Α Ρ. Σ Τ Α Μ Ο Υ

– Που τα πααίν’ς τα ζ’λάπια γ’ναίκα μ; τ’ ρώτ’σα. – Τι να τα κάνου, μ’λέει! Πάου να τα αφήσου στου λόγγου! Τα ‘βρα μες στουν κήπου. Όχι οτ’ έχει κι τίπουτα, κατ’ λιγουντάρια έμ’καν τώρα απ’ τα κουμποδόρια κι τα κουλουκύθια, αλλά θα τα φαν οι παλιοχέλωνες κι αυτά κι δε θα βρίσκουμι τίπουτα. Βρήκα δυο ντουμάτις κι τρία κουλουκ’θάκια φα(γ)ουμένα. Μπάκακας: βάτραχος ■ Μπρέσκα: χελώνα ■ Λιγοντάρια: Λίγα σε ποσότητα, τα τελευταία ■ Έμ΄καν: Έμειναν ■ Κομποδόρια: μικρές σε μέγεθος ντομάτες (παραφθορά του πομοντόρια;). ■ – Πώς σου ’ρθε να κάμ’ς σεμπριά με τουν Αλέκου; Δεν έχ’ ίσιου κρέας αυτός, να ’χεις το νου σ’, θα σι βγάλ’ έξ’ απού δεκατρία! Σεμπριά: συνεταιρισμό, κολληγιά ■ Δεν έχει ίσιο κρέας: Δεν είναι αξιόπιστος, ντόμπρος και ξεκάθαρος ■ Έξ(ι) από δεκατρία: Θα βγεις ζημιωμένος χαμένος. ■ – Είπι κι ου Λευτέρ’ς να πάει για δ’λειά αλλά είνι άναργους κι σκιάζιτι να σκύψ’ τ’ν κομποραχιά τ’! – Ναι, τέτοιοι πάν’ στου σεφέρ’ κι έρχουντι μι του σκ... ό στου χέρ! Άναργος: αργοκίνητος ■ Κομποραχιά: Σπονδυλική στήλη ■ Τέτοιοι πάν’ στο σεφέρι...: Παροιμία που λέγεται για τον ανάξιο και αναποτελεσματικό. ■ – Μωρ’ δεν έλεγα ιγώ να παντρευτεί ου Θανά(σ)ης! Είνι τόσου παραγκολίσια η Κούλα, η μάνα τ’, ποια νύφ’ να κάν’ χουριό μ’ αυτήν! Αλλά ήρθι η άλλη η κουλοπετσωμέν’, κατάλαβι πως ου Θανά(ση)ς είνι μουλαΐμκου, κι έπεσι απού μουρ’ τ’! Τώρα γκαστρώθ’κι κιόλας κι άφ’κι τ’ν Κούλα να τρώ(γ)ιτι μι τα ρούχα τ’ς! Πίστρωσι κι αυτή ν’ ουρά τ’ς κι δεν κραίν’ αλόταλα! Παραγκολίσια: παράξενη, ιδιότροπη ■ Δεν κάν’ χωριό: Δεν μπορεί να συνυπάρξει με κανέναν ■ Κωλοπετσωμέν(η): Καπάτσα, ξέρει να χειρίζεται καταστάσεις ■ Μουλαΐμ’κος: ήρεμος, διαχειρίσιμος, βολικός ■ Έπεσε από μούρ’ τ’: έπεσε με τα μούτρα, δεν άφησε περιθώριο αντίδρασης ■ Πίστρωσε τ (η)ν ουρά τ (η)ς: Μαζεύτηκε, μπήκε στη θέση της. ■ – Καλά μωρ’ μάνα, τι τα ανεμοκούν(η)σις όλα; Εγώ απ’ του μεσ’μέρι σι βουηθάου κι απόστασα. Γίν’κα πλυτάρ’ στουν ιδρώτα. Πάρε κι μια ανάσα, μιγάλ’ γ’ναίκα είσι, θα παθ’ς κι τίπουτα! – Τι λες! Πάει κι η παπαδιά στου μύλου! Ντιπ απαδάματα είστι ισείς οι νιες! Άειντι ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΙΣΙΟ ΚΡΕΑΣ

βόηθα, να τα σ’μαζέψουμι, δε θα τα αφήκουμι πλάτς, για αύριο! Ανεμοκούν(η)σες: Ξεσήκωσες, ταρακούνησες ■ Πλυτάρ(ι): βρεγμένη ως το κόκαλο ■ Πάει κι η παπαδιά στο μύλο: Λέγεται για όσους κάνουν κάτι που θεωρούν δύσκολο και κουράζονται εύκολα, για τους καλομαθημένους ■ Απάδαμα: αργός στις κινήσεις του και χωρίς ζωντάνια ■ Αφήνω πλατς: Τα αφήνω ασυμμάζευτα και δεν τα βάζω στη σωστή θέση. ■ Μπαίνου μέσα, κοιτάου, του μ’κρό στ’ σαρμανίτσα ρέκαζε κι κανένας μες στου σπίτ’. Του παίρνου στα χέρια, ξεκατίλουνι! Τ’ ανοίου τ’ς φασκιές, του ήταν πατούρα μέχρι του λιμό! Σαρμανίτσα: Μικρή ξύλινη κούνια ■ Ξεκατίλωνε: μύριζε άσχημα, βρωμούσε ■ Φασκιές: Λωρίδες με τις οποίες τύλιγαν τα μωρά γύρω από τα σπάργανα να μην ξεφεύγουν ■ Πατούρα: Πολύ λερωμένος ή βρεγμένος. ■ Είδα κι του πιδί τ’ς Μαρία! Μουρ’ αυτό είνι ντιπ μπανταλό. Γύρναγι ανάμισα στα τραπέζια στου καφενείου, σαν κουτέλι. Μπανταλός: χαζός και ασουλούπωτος ■ Κουτέλι: το σκυλί που γυρίζει ψάχνοντας τροφή, όχι από πείνα αλλά από συνήθεια. ■ – Παρμάρα έχεις μουρέ πιδί μ’ κι σό(υ) ‘πισι απ’ τα χέρια του χ’λιάρ’; – Μάργουσα μάνα, παιάτ τα ‘νι τα χέρια μ’! Παρμάρα: ασθένεια ζώων, με αδυναμία στα άκρα τους ■ Χ’λιάρ(ι): κουτάλι ■ Μάργωσα: Κρύωσα ■ Παιάτ’: παγωμένα. ■ – Κι τι κάναταν, βάβου, όταν έρ(χο)νταν οι Γερμανοί; – Τι να κάναμαν, πασιά μ’, αρπάζαμαν τα πιδιά απ’ τ’ς σαρμανίτσις, του σακούλι μι του ψουμί, λύναμαν κι τ’ς γίδις απ’ του κατώι κι διαβαίναμαν απάν’ στου β΄νό να χουθούμι στ’ς μπιστούρις, να μη μας βρουν! Μπιστούρες: σπηλιές, ανοίγματα στο βουνό ■ – Κι τώρα τι θα κάμ’ς μι το χουράφ’; Θα μπαίν’ αυτήν όπουτι θελήσ’ κι θα κόβ’ τα κλαριά; – Προσώρας πήγα κι του σαλμόδεσα. Για να ιδού, θα ξαναπάει, ή θα μαζιφτεί στου δ’κό τ’ς! ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

127


128

Λ Α Μ Π Ρ Ι Ν Η Α Ρ. Σ Τ Α Μ Ο Υ

Προσώρας: Για την ώρα ■ Σαλμοδένω: δένω τούφες με άχυρο σε διάφορα σημεία που ορίζουν τα σύνορα ενός χωραφιού [Σαλμά=άχυρο(;)]. ■ – Καλά μουρ’ γ’ναίκα μ’! Αυτό του γκούσιαλου κοίτα(γ)ε τ’ς κουπελούλις κι ξιρογλείφ’νταν; Αυτός τουν ένι μι του ένα πουδάρ’ στου λάκκου! Δε μπάει κατ’ ανέμ’ ου παλιόερους; Γκούσιαλο ή κούσιαλο: γέρος ξεκούτης ■ Με το ένα ποδάρι στο λάκκο: κοντά στο θάνατο ■ Κατ’ ανέμ(ου): να χαθεί. ■ – Μην τυχόν κι πάει στ’ αυτιά τ’ς Μαρίκα! Ξέρ’ς τι κουρκουσούρα είνι αυτήν πιδάκι μ; Δεν τ’ βλέπ’ς π’ κάθιτι στου παραθύρ’ κι αγναντεύ’ ποιος πααίν’ κι ποιος έρχιτι; Δε σπαράει απού ικεί! όλα τα ξέρ’! Μη σι πιάκ’ του στόμα τ’ς, μαναχά! Κάθιτι όλ’ μέρα κι κάτ’ σιουμαλάει. Γι’ αυτό γίν’κι εκατό ουκάδις! Κουρκουσούρα: κουτσομπόλα ■ Σπαρά(ζ)ει: κουνιέται ■ Σιουμαλάει: Μασουλάει. Θα ήταν ευχής έργο, αν κι άλλοι Τζουμερκιώτες που έζησαν ή ζουν στην περιοχή και έχουν μνήμες από το τοπικό μας ιδίωμα δραστηριοποιούνταν προς την κατεύθυνση της συλλογής του. Και επειδή οι άνθρωποι που τα έζησαν και τα θυμούνται λιγοστεύουν, καλό είναι να βιαστούμε να διασώσουμε όσο περισσότερα γίνεται!

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΤΕΧΝΗ · ΠΑΡΑ ΔΟΣΗ · ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΜΑΡΙΑ ΔΕΤΣΙΚΑ*

ΑΡΑΧΘΟΣ: ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΑΝΙΑΤΣΑ «ΑΡΑΧΘΟΣ»

Έ

να ταξίδι, ένας μύθος για ένα ποτάμι που γεννιέται στα κορφοβούνια της Πίνδου, θεριεύει από τα Τζουμέρκα και σβήνει στον Αμβρακικό κόλπο. Ταξίδι θυμωμένο, γεμάτο δύναμη, ανάμεσα στα άγρια βράχια, μαγευτικό και ζωντανό κάτω από τα γεφύρια, αναζωογονητικό σαν ανθρώπινη φλέβα, για τη δύσκολη ζωή του ανθρώπου της Άρτας. Μύθος αστείρευτος, σαν κάθε μύθος της Ηπείρου. Στην κορφή του βουνού Περιστέρι, στην καρδιά της Πίνδου, ζούσαν τρία αγαπημένα αδέλφια. Ο σοβαρός Άραχθος, η όμορφη Σαλαμπρία (Πηνειός) και ο ατίθασος Άσπρος (Αχελώος). Ένα βράδυ η Σαλαμπρία σηκώθηκε, άφησε βιαστικά τα αδέλφια της που κοιμόνταν και κατηφόρισε προς τον κάμπο για να συναντήσει κρυφά κάποιον από τους θεούς του Ολύμπου. Μάταια όμως. Απογοητευμένη πνίγηκε στο Αιγαίο. Ο Άσπρος, όταν κατάλαβε ότι έλειπε η Σαλαμπρία, ανησύχησε και, ορμητικός όπως ήταν, κατρακύλησε χωρίς σκέψη τα βουνά. Πηδώντας χαράδρες και γκρεμούς άνοιξε πορεία μέσα από τα βουνά ψάχνοντας την αδελφή του. Το χάραμα βρήκε τον Άραχθο σιωπηλό και λυπημένο. Ταραγμένος που χάθηκαν τα αδέλφια του άρχισε να τριγυρνά την Ήπειρο για να τα βρει. Το ταξίδι του κράτησε 135 χιλιόμετρα, από τα κορφοβούνια της Πίνδου μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο, κοντά στην Άρτα. Εκεί, αφού κατάλαβε ότι έχασε οριστικά τα αδέλφια του, έπεσε και πνίγηκε. Αλλά οι μύθοι δεν σταματούν μόνο στο ποτάμι. Σχεδόν όλα τα γεφύρια του ποταμού περιβάλλονται από αυτούς με τον πιο θρυλικό του γεφυριού της Άρτας. που ακούστηκε με πάρα πολλούς διαφορετικούς τρόπους και ταξίδευσε σ’ ολόκληρη τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Αν δεν κάνω λάθος, 55 πετροχτισμένα τοξωτά γεφύρια ενώνουν τις όχθες του Άραχθου. Είναι η δική μας μηχανή του χρόνου για το ταξίδι μας στο χτες. Ανάμεσά τους το γεφύρι που πληγώναμε και εκείνη τη σκοτεινή πρώτη του Φλεβάρη το 2015 κατέρρευσε: το Γεφύρι της Πλάκας. Ελπίζουμε πως με δουλειά και στόχο θα ξανανεβεί η πέτρινη τοξωτή καμάρα, που λες κι άγγιζε τον ουρανό, όταν παραμέριζαν τα σύννεφα που κατέβαιναν από τα Tζουμέρκα. * Η Μαρία Δέτσικα είναι φιλόλογος. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

129


130

ΜΑΡΙΑ ΔΕΤΣΙΚΑ

Μια καταιγίδα το γκρέμισε, μια γαλήνη θα το υψώσει ξανά. Με πολλή δουλειά και γνώση. Με λογισμό και όνειρο. Το στοιχειό του Αράχθου παριστάνεται με ορμητικό ταύρο, κερασφόρο και από τα ρουθούνια του να τρέχει νερό. Να και μια περιγραφή: «Το στοιχειό το είδα να τρέχει λίγα μέτρα μπροστά από το θολό νερό, που κατέβηκε από βουνό, στο οποίο είχε βρέξει απότομα και πολύ. Ήταν σαν αφηνιασμένο δαμάλι, έβγαζε αχνό και φωτιές από τα ρουθούνια του και ξεσήκωνε τα ξερά φύλλα των δένδρων σαν σίφουνας προτού φτάσει καλά – καλά το νερό. Κατά διαστήματα το στοιχειό μούγκριζε δυνατά και φαινόταν σαν να μη πατούσε κάτω στη γη από τη γρηγοράδα του» «Θεοπόταμο», «παντοδύναμο», «μέγα», «πολυνερή», «ευεργέτη» και «πολύδωρα» τον είπαν από την αρχαιότητα, μαζί με το πρώτο του όνομα του βασιλιά του Άργους Ίναχου, ο οποίος, μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, μάζεψε τα νερά σε μια κοίτη και δημιούργησε τον ποταμό, πλωτό μέχρι την αρχαία Αμβρακία. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τους ποταμούς «τροφοδότες πατέρες της νιότης» και στα νερά τους έβρισκαν μια δύναμη κάθαρσης, ανάλογη με εκείνη που αναζητούσαν επισκεπτόμενοι τα ιερά του Απόλλωνα. Σύμφωνα με τον Όμηρο, ο κάθε ποταμός είναι «ιερός, δίος, λάβρος, ωκύρροος, δινήεις, αργυροδίνης, βαθυδίνης και κελάδων». Ο δε Ησίοδος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μη διασχίζετε ποτέ τα νερά των ποταμών με το αιώνιό τους ρέμα, πριν να πείτε μια προσευχή, με τα μάτια προσηλωμένα στα εξαίσιά τους νάματα, πριν να βρέξετε τα χέρια σας στο ευχάριστό τους και καθάριο νερό». Έτσι, όπως κάνουμε και μεις σήμερα. Τι να καταλάβουμε οι φτωχοί!... Εμείς ξέρουμε καλά να ρυπαίνουμε, να μολύνουμε, να λεηλατούμε τους φυσικούς πόρους, να προσπαθούμε να φτιάξουμε καινούρια φράγματα, να καταπατούμε την κοίτη του. ... Αλήθεια, πόση του απόμεινε ακόμη σήμερα; Μια πόλη που γύρισε την πλάτη της –δυστυχώς– στο ποτάμι... Στη θεοποίηση του Αράχθου συνέβαλε πολύ η αδυναμία του ανθρώπου να τον τιθασεύσει, η ανικανότητά του να ερμηνεύσει την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του, η πολυπρόσωπη παρουσία του, οι πολλές προσφορές και οι καταστροφές του. Απεικονίζεται σε ασημένια νομίσματα της αρχαίας Αμβρακίας. Στη μία, στην επάνω όψη, είναι ο Πήγασος και στην πίσω η προτομή της Παλλάδας και σε σμίκρυνση ονοματίζεται ο νεαρός θεός Άραχθος με κέρατα να κάθεται δεξιά, εντελώς γυμνός πάνω σε ένα κεφάλι ταύρου και να κρατά το αριστερό του γόνατο. (Βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο). Σύμφωνα με τον Γιάννη Τσούτσινο, ετυμολογικά η λέξη Άραχθος προέρχεται από το ρήμα ράσσω-αράσσω και τη ρίζα ρακ που σημαίνει χτυπώ με δύναμη, παράγοντας θόρυβο, συντρίβω, τεμαχίζω. Τονίζει λοιπόν: «Το ποτάμι που με ορμή ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Α ΡΑ Χ Θ Ο Σ : Η Π Ε Ι Ρ Ω Τ Ι Κ Η Ο Μ Ο Ρ Φ Ι Α Μ Ε Α Φ Ο Ρ Μ Η [ . . . ]

χτυπάει (αράττει) την ακτή, παράγοντας θόρυβο, ονομάστηκε Άραττος, Άρατθος ή Άραχθος». Ο Άραχθος ήταν ορμητικός, χειμαρρώδης, συντρίφτης, καταστροφικός. Σε μια δαιδαλώδη μαγευτική διαδρομή το όγδοο μεγαλύτερο ποτάμι της Ελλάδας ενώνεται και με άλλους παραπόταμους, τον Βάρδα, τον Ζαγορίτικο, τον Καλαρρύτικο, τον Μελισσουργιώτικο, περνά μέσα από φαράγγια, κατακόρυφες βουνοπλαγιές, καταρράκτες και πέτρινα γεφύρια και στο τέλος δημιουργεί τις εντυπωσιακές λιμνοθάλασσες Λογαρού, Ροδιά και Τσουκαλιό. Σε όλη τη διαδρομή του Αράχθου η φύση οργιάζει και δημιουργεί ονειρικά σκηνικά, τα οποία όμως μπορεί να δει κανείς κυρίως κάνοντας ράφτινγκ. Ένα προνόμιο εικόνων, που σε βοηθά να ακούσεις ιστορίες για νεράιδες και ξωτικά. Αποτελεί εξάλλου ιδανική διαδρομή για τους λάτρεις της περιπέτειας. Η επιρροή του ποταμού στον άνθρωπο πάντοτε περιγράφεται διττή, αλλά και αντιφατική. Γονιμοποιεί και καταστρέφει. Ενώνει και χωρίζει. Ευεργετεί και ζημιώνει. Στην ελληνική μυθολογία τονίζεται η λατρεία των ποταμών, αλλά και η πάλη του ανθρώπου με τα ποτάμια, ώστε να τα δαμάσει και να τα εκμεταλλευτεί. Στα νερά του οι άνθρωποι της περιοχής ταξίδεψαν, μετέφεραν κάθε είδους αγαθά, δημιούργησαν νερόμυλους για ν’ αλέθουν τα δημητριακά και νεροτριβές να πλένουν τα ρούχα τους. Σ’ αυτόν ψάρευαν, μάζευαν ξύλα με τις κατεβασιές του, πότιζαν τα ζώα τους και τα νερά του εμπλούτιζαν τον Αμβρακικό. Κατά μήκος του ποταμού και στις εκτάσεις που κατακλύζουν τα νερά του δημιουργήθηκαν παραποτάμιοι βιότοποι που φιλοξενούν πολλά και ποικίλα φυτικά και ζωικά είδη, που σήμερα προστατεύονται από τη συνθήκη Ramsar, αλλά πολύ φοβάμαι όχι από τους ανθρώπους. Ο Άραχθος διαμόρφωνε το μικροκλίμα της περιοχής, αλλά, όταν φούσκωναν τα νερά του και πλημμύριζε, δυσκόλευε την επικοινωνία των ανθρώπων, διάβρωνε το έδαφος, ξερίζωνε, έπνιγε κι εξαφάνιζε ζώα και ανθρώπους. Τα νερά του, ειδικά η μεγάλη κατεβασιά, ήταν πάντα μια πρόκληση την άνοιξη και το καλοκαίρι για τους πιο θαρρετούς έφηβους που έβαζαν στοιχήματα για τις πιο ψηλές βουτιές και κάποιες φορές τους κατάπιναν οι θανάσιμες παγίδες του, οι λάμιες και οι νεράιδες. Ο θρύλος λέει πως το ποτάμι έτρωγε δώδεκα νοματαίους το χρόνο κι όταν δεν έβρισκε έσκουζε, φύσαγε και βογγούσε Διαβάζοντας μια περιγραφή της πλημμύρας ανήμερα τα Χριστούγεννα το 1793, συνειρμικά ήρθε στο μυαλό μου το 2015. «Τα ύδατα, εις ογκώδεις κατερχόμενα χειμάρρους, είχον υπερβή τα κατώτερα τόξα της μεγάλης Γεφύρας παρασύροντα παν το προστυγχάνον. Ήδη αι πρώται προς τον ποταμόν γειτνιάζουσαι συνοικίαι είχον καταπλημμυρίσει υδάτων και των κατοίκων τούτων των συνοικιών αι κραυγαί είχον αφυπνίσει εντρόμους και τους λοιπούς της πόλεως κατοίκους. Υπήρχε φόβος ότι θα κατεκλύζετο και θα παρεσύρετο υπό του ακατασχέτου ρεύματος ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

131


132

ΜΑΡΙΑ ΔΕΤΣΙΚΑ

ολόκληρος η πόλις. Προ του αποτροπαίου κινδύνου, πάντες οι κάτοικοι ευρέθησαν επί ποδός. Έτρεχον δε έξαλλοι ανά τας οδούς, κραυγάζοντες μόνον ως παράφρονες, αλλά μη δυνάμενοι να σκεφθώσι τίνα μέτρα σωτηρίας έπρεπε να λάβωσι. Πολλοί τούτων συνέρευσαν εις τον ιερόν Ναόν της “Παρηγορητίσσης” Παρθένου». Στη δεκαετία του ’60, σε μια πλημμύρα, η κοίτη του απλώθηκε μέχρι το παλιό νοσοκομείο. Σήμερα οι τουρμπίνες από τα δύο υδροηλεκτρικά φράγματα προσπαθούν να κρατήσουν στον ταμιευτήρα της τεχνητής λίμνης μερωμένο, ταπεινωμένο το θεριό, τον Μινώταυρο της Ηπείρου, αλλά όταν θέλει, βρυχάται ανήμερο. Τώρα είναι που καταλαβαίνεις τα λόγια του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου: «Το ηπειρωτικό τοπίο δεν υποτάζεται. Το νιώθεις, πως από στιγμή σε στιγμή γίνεται πιο επιβλητικό, πιο βαρύ και πιο θελκτικό». Το 1881 αποτέλεσε το φυσικό σύνορο μεταξύ της ελληνικής και οθωμανικής επικράτειας «Ανάθεμά σε ’Πιτροπή και συ βρε Κουμουνδούρε με το κακό που κάματε στην Άρτα, στα Τζουμέρκα, το σύνορο που βάλατε στης Άρτας το ποτάμι. Κλείστηκ’ η Άρτα κλείστηκε, κλείστηκε το Τζουμέρκο Θα στερηθεί και το ψωμί, πού να ’βρει να δουλέψει. Ο κάμπος έμ’νε στην Τουρκιά και τα καλά λιβάδια», λέει δημοτικό τραγούδι της εποχής. «Κάθε ποτάμι είναι στην ουσία η σύνοψη μιας ολόκληρης κοιλάδας. Δεν διαμορφώνει μόνο τη γη αλλά και τον πολιτισμό αυτής της κοιλάδας. Το να σκέφτεσαι το ποτάμι μόνο σαν νερό είναι σαν να αγνοείς το σημαντικότερο κομμάτι του» (Hal Borland). Το ποτάμι θεριεύει με τα δάκρυα των ανθρώπων με τον καθημερινό τους μόχθο. Πέτρα πάνω στην πέτρα· σε κάθε πέτρα κι ένας άγιος. Πέτρινα γεφύρια, ξωκκλήσια, εικονίσματα, αλώνια, βρύσες, αναβαθμίδες της ξερολιθιάς. Δρόμοι των νερών των ανθρώπων και των πολιτισμών. Μέσα μου κυλάει ένα ποτάμι, μια φλέβα που χτυπάει δυνατά. Πώς αλήθεια γίνεται κάθε πέτρα, κτισμένη ή άκτιστη, αυτού του τόπου να κρύβει ένα ολόκληρο βιβλίο Ιστορίας από κάτω της... «Η Ήπειρος είναι ένας μυστήριος τόπος. Οι λίμνες της τους χειμώνες παγώνουν και μπορείς να τις περπατήσεις. Άλλες έχουν δράκους, άλλες έχουν φαντάσματα γυναικών. Τα παλιά της κάστρα, πριν γίνουν πέτρα, ήταν πολεμιστές ψηλοί σαν βράχοι. Τα πλατάνια της είναι γιαγιάδες που λένε παραμύθια. Και τα γεφύρια της είναι χούφτες καλόκαρδων γιγάντων, αιώνια απλωμένες, φιλικές, να σε βοηθούν να περνάς. Δεν ξέρω πού ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Α ΡΑ Χ Θ Ο Σ : Η Π Ε Ι Ρ Ω Τ Ι Κ Η Ο Μ Ο Ρ Φ Ι Α Μ Ε Α Φ Ο Ρ Μ Η [ . . . ]

να περνάς. Από το ένα χωριό στο άλλο, από τον ένα θρύλο στον επόμενο, από το μοιρολόι σε έναν ακόμα λυγμό; Μεγαλώνοντας, μάθαμε όλα τα γεφύρια κι όλα τα ποτάμια. Δεθήκαμε με τον τόπο, με μια αγάπη αλλόκοτη, αφού δεν είχε όνομα, ούτε ταυτότητα, παρά μονάχα μυρωδιά, ήχο, χρώμα. Ξέρετε, μαθαίνεις να πατάς στην ίδια κι απαράλλαχτη πέτρα που πάτησε κι ο προπάππους σου μπουσουλώντας, για να μην γλιστρήσει και πέσει...». Εμείς εξακολουθούμε να περιμένουμε τη γυναίκα του πρωτομάστορα να ’ρθει στα όνειρά μας να μας τραγουδήσει, γιατί αλλιώς χωρίς παραμύθια τη ζωή μας θ’ αφήσει. Έτσι δέθηκε και ο Βασίλης με τον τόπο μας και έγινε η ζωντανή μνήμη του. Το μάτι τού αιώνα. Φροντίζει πάντα αθόρυβα, ακούραστα, και κυρίως με υπομονή, αγάπη και πάνω από όλα με πάθος και ρομαντισμό να συλλέγει. Ένας συλλέκτης της μνήμης. Με εικόνες αφοπλιστικές αναζητά ιστορίες, εικόνες, αναφορές, την απλότητα και την καθαρότητα. Η κινηματογραφική του ματιά είναι λιτή, απέριττη, γαλήνια, όπως άλλωστε και ο ίδιος. Ξέρετε η πρώτη του κουβέντα κάθε φορά είναι μην πεις τίποτε για μένα. Θα πω όμως. Ο Βασίλης ενσάρκωσε στην τέχνη του κινηματογράφου το ένστικτο για «την αποφασιστική στιγμή». Ένας τροβαδούρος κινηματογραφιστής. Ένας σεμνός «αναχωρητής της πόλης» που ανέβηκε στα βουνά «και έγινε το μικρότερο αδερφάκι των πουλιών», όπως γράφει σε ένα ποίημά του ο Νικηφόρος Βρεττάκος. Το ντοκιμαντέρ του για τον Άραχθο με ακοή τρισδιάστατη, που πιάνει τους αγέρηδες και τον παφλασμό του Αράχθου, του μέγα ποταμιώνα, έρχεται να προστεθεί στον μακρύ κατάλογο των ντοκιμαντέρ που έχουμε δει μέχρι τώρα, αλλά και των άλλων που έχει ακόμη φυλαγμένα στα σεντούκια του και κάθε φορά μας εκπλήσσει προβάλλοντας και από ένα. Τριτώνει πάντως και παίρνει τη θέση του δίπλα σ’ αυτά για το Γεφύρι της Άρτας και της Πλάκας. Έχει ακόμη ανοιχτούς λογαριασμούς ο Βασίλης με το ποτάμι για τη φωτογραφία που δεν τραβήχτηκε ακόμη.

ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

133


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΑΧΑΝΑΣ*

Η ΑΡΤΑ ΚΑΙ Η ΕΝΔΟΧΩΡΑ ΤΗΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ**

H

Άρτα, μια όμορφη και ιστορική πόλη του Ηπειρωτικού Νότου, της οποίας η ύπαρξη ανάγεται στην ομίχλη των αιώνων, έχει να επιδείξει πολλά ιστορικά και πολιτιστικά δημιουργήματα, που τεκμηριώνουν τη μακροχρόνια πορεία της στον τόπο και στον χρόνο. Εμείς, στην παρούσα συγκυρία, δεν θα εμπλακούμε στην αναζήτηση πηγών που πιστοποιούν την ιστορική και πολιτισμική της οντότητα στο απώτερο παρελθόν της, αλλά θα επικεντρωθούμε σε έργα αντιπροσωπευτικά, πεζά ή ποιητικά, προκειμένου να ανιχνεύσουμε την οπτική με την οποία ο κάθε δημιουργός βλέπει την Άρτα, τους ανθρώπους της και τον πολιτισμό της. Ο πολυγραφότατος συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας και σπουδαίος ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, Γιάννης Δάλλας (έτος γέννησης 1924), από τη Φιλιππιάδα Πρέβεζας, στο βιβλίο του με τίτλο «Στο ρεύμα του ποταμού», γράφει: «Η Άρτα, μια πόλη στοιχειωμένη στα νερά της μνήμης. Χτισμένη ολόκληρη απάνω στην αρχαία Αμβρακία. Συμπιεσμένη ημικυκλικά απ’ τη θηλιά του Αράχθου κι απέναντι ο ορίζοντας να σβήνει προς τη φυτεμένη με άτακτα φτωχόσπιτα Περάνθη. Από την πλευρά του νότου, είσοδος μοναδική στην πόλη για πεζούς και τροχοφόρα, το Γεφύρι, και δυτικά η κάθετη πλευρά του Κάστρου, που το έχτισε ο Μιχαήλ Β΄ ο Αγγελοδούκας και το στοίχειωσε σ’ άλλους καιρούς ο Μακρυγιάννης, ο γνωστός αγωνιστής του ’21. Μέσα στα κλειστά αυτά ορόσημα η πόλη ασφυκτιούσε γύρω από την κεντρική της αρτηρία: η οδός Σκουφά και κατά μήκος οι πλατείες. Η πιο ψηλή και θεαματική με την Παρηγορήτισσα σαν καρτ ποστάλ στο βάθος, κάτω η πλατεία Κιλκίς με τον «Ορφέα» του Τσολιά, πιο πάνω η πλατεία του Μονοπωλίου και της ψαραγοράς και παραμέσα άλλες εσωτερικότερες: του Ρολογιού και της Εβραϊκής Συναγωγής. Μια πόλη δικηγόρων και με μια πολυάνθρωπη ενδοχώρα χωρικών δικομανών. Και η άλλη, η επίσημη πλευρά των τελετών να συνεχίζεται αδιατάρακτα. Η λιτανεία * Ο Κώστας Τραχανάς είναι τραπεζικός. ** Τα κείμενα που ακολουθούν αποτελούν μέρος της ομιλίας, που έγινε στους φοιτητές του Τμήματος Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου, στο μάθημα Τοπικής Ιστορίας του Εαρινού Εργαστηρίου του 2018, υπό την επίβλεψη του Αναπληρωτή Καθηγητή κ. Ηλία Σκουλίδα.

134

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Α Ρ ΤΑ Κ Α Ι Η Ε Ν Δ Ο Χ Ω ΡΑ Τ Η Σ Σ Τ Η Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α

της Αγίας Θεοδώρας και οι εκδηλώσεις του «Σκουφά», οι μουσικές και φιλολογικές ενός συλλόγου από τους αρχαιότερους της χώρας –ιδρύθηκε το 1896– με συναυλίες και ομιλίες στερεότυπες: η αρχαία Αμβρακία, ο Μάξιμος Γραικός, «Το δαχτυλίδι» του Καμπύση, «Ο Πρωτομάστορας» του Καλομοίρη. Κι ανάμεσα σ’ αυτά, πολύ πιο μέσα, ένας λοξός δρομάκος κι η επιγραφή του: «Εδώ πέθανε στις 26 Απριλίου 1894 ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης». Αλλά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα έδινε η αστική τάξη της Άρτας, «κτηματίες με κολάρα. Με τη ρεπούμπλικα της εποχής, ο Αρτινός αστός μπαινόβγαινε στις τράπεζες για δάνεια κι έπειτα, με τις μπότες λασπωμένες ως το γόνατο, μέσ’ στα περιβόλια. Ή σε μεσίτες και σε καφενεία στα περίχωρα με τους χωριάτες, παζαρεύοντας τα κτήματά τους. Τ’ αγόραζε και γρήγορα τα μετέτρεπε σε πορτοκαλεώνες. Και έτσι ως τις μέρες του πολέμου και της Κατοχής...». Στο διήγημα «Μικρή μπαλάντα για τους Εβραίους του Ηπειρωτικού νότου», ο Γιάννης Δάλλας καταγράφει την ειρηνική συνύπαρξη του Χίτλερ εις βάρος τους. «Η διασπορά, έλεγε ο Τζερεμίο, αυτή είναι η μόνιμη μοίρα μας. Κοντά σας περάσαμε τη φοβία, που δοκιμάσατε και εσείς κάποτε με τους διωγμούς, κατόπιν για να επιζήσουμε ανάμεσά σας και σ’ ορισμένους τομείς να σας πλαγιοκοπήσομε, οπλίσαμε την ψυχή μας με ηθική ελαστικότητα σαν τη δική σας στους αιώνες της τουρκοκρατίας. Διασπορά χωρίς έλπιση φυσικά, όπως εκείνη των πιο απόμακρων παροικιών σας. Γιατί λοιπόν είμαστε μειονότητα; Σπουδάζομε στα σχολεία σας, μιλάμε τη γλώσσα σας, η πατρίδα σας είναι και δική μας πατρίδα. Είδες να ονειρευόμαστε καμιά ανεξαρτησία, καμιά προσάρτηση;...». «Για τους Εβραίους της πατρίδας μου μη μου ζητάτε ιστορίες από βιβλικά κιτάπια. Όλα τα σκόρπισε εκείνη η ασυγκίνητη άνοιξη του ’44. Στα Γιάννενα, στην Άρτα, στην Πρέβεζα –απ’ τη Βαλτική ώς τα Βαλκάνια– εκατομμύρια κράνη μ’ αγκυλωτούς σταυρούς... Πρόλαβα κι είδα το θύμα και τους θύτες. Όμως ποια θύματα και ποιους θύτες; Κανένας δεν έμεινε, κανένας δεν πλήρωσε. – Τζερεμίο, Γιωσέφ, ποιος θα ζυγίσει τώρα στις παλάμες του των εκτελεστών και τη δική μας ευθύνη, να δει και να νιώσει τίνος πέφτει βαρύτερη;». (Γιάννης Δάλλας, Στο ρεύμα του ποταμού, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2004, σσ. 147, 151-152, 156-160. Σε δύο ποιήματα τα οποία περιέχονται στην ποιητική συλλογή «Οι εφτά πληγές», 1950, ο Γιάννης Δάλλας συμπυκνώνει το νόημα και το μήνυμα της αυταπάρνησης των Ελλήνων μαχητών του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού «κόκκινη ανταρσία», οι οποίοι αντιστάθηκαν με πείσμα στις σιδερόφρακτες δυνάμεις του Ναζισμού και του Φασισμού. Το πρώτο ποίημα φέρει τον τίτλο «Μετοικεσία». Ολύτσικα, Τζουμέρκα πες τα φρουρά ισόβια Άραχθος, Λούρος πες τους ταχυδρόμους των βουνών ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

135


136

Ν Ι Κ Ο Σ Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ , Κ Ω Σ ΤΑ Σ Τ ΡΑ Χ Α Ν Α Σ

κάτω η κοιλάδα τους παιγνίδι για τους ζωντανούς την ξεφυλλίζει η άνοιξη κίτρινη, η ανταρσία κόκκινη σαν εναέρια Βίβλος. Στο δεύτερο ποίημα «Τύμβος 1944» κυριαρχούν τα ονόματα: Πίνδος, Τζουμέρκα, Άραχθος, Άρτα, που είναι οι τόποι οι οποίοι αποτέλεσαν κυρίως το θέατρο των επιχειρήσεων του Δημοκρατικού Στρατού για την εκδίωξη των κατακτητών και την απελευθέρωση της μικρής πατρίδας, της Ηπείρου, και της χώρας γενικότερα. Ιδού οι στίχοι: Σαν ταύροι ξεκομμένοι απ’ την εποποιία της Πίνδου πέσαμε εδώ. Τουλάχιστον η όρασή μας αναπαύτηκε περ’ απ’ του λύκου τη δορά τα δόντια της φραγκοσυκιάς πέσαμε σε κοιλάδες σαν τις γυναικείες λεκάνες εύκρατες. Χρόνια και χρόνια οδοιπορούσε δίπλα μας ο Άραχθος τρελός απ’ τις ομοβροντίες μας. Η αρχαία Νικόπολη των Αρτινών Αγγελοκομνηνών μια συνοδεία στα σύννεφα και κάτω οι Τζουμερκιώτες μες στα φλύαρα πανηγύρια τους μας είδαν άγριους να σαλεύομε μες στα παρθένα δάση ώσπου ήρθε η λάμψη από ψηλά σαν χειραψία θανάτου. Τώρα απ’ τα στήθη μας στενάζουν τα μαγγανοπήγαδα τώρα στα στήθη μας φυτεύουν την οργή τους τ’ άροτρα σ’ αυτές τις εύκρατες κοιλάδες μα καθόλου ευρύχωρες για τις πληγές μας που φωνάζουν. Τερματίζει ο Άραχθος κι εμείς σαν κοίτες που ποτέ δεν έφτασαν στη θάλασσα τον χαιρετούμε απ’ το στερέωμα και τ’ όνομά μας πέφτει πέφτει και προφητεύει μέσα του σαν καταρράχτης αιώνων. (Γιάννης Δάλλας, Ποιήματα 1948-1988, εκδ. Νεφέλη, 1990, σσ. 27, 31)

Ο Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996), στο μεγαλειώδες έργο του «Άξιον εστί», 1959, στο οποίο μετουσιώνει σε ποιητικό γεγονός την ιστορική ταυτότητα του ελληνικού λαού, την ελληνική φύση, την παράδοση και το κάλλος του, κάνει αναφορά στη θανάσιμη πάλη των στρατιωτών που κατάγονται από την Άρτα και την ευρύτερη περιοχή. Το στρατιωτικό σώμα στο οποίο υπηρετούσε ο Ελύτης ως έφεδρος ανθυπολοχαγός έλαβε διαταγή στις 7 Ιανουαρίου 1941 να αντικαταστήσει το σύνταγμα της Ηπείρου το οποίο είχε υποστεί αιματηρές απώλειες στο αλβανικό μέτωπο. Στο «Πρώτο Ανάγνωσμα» του «Άξιον εστί», το γνωστό ως «Η πορεία προς το ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Α Ρ ΤΑ Κ Α Ι Η Ε Ν Δ Ο Χ Ω ΡΑ Τ Η Σ Σ Τ Η Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α

μέτωπο» διαβάζουμε: «Ξημερώνοντας τ’ Αϊγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε λέει να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο. Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω από τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο...». Ο οικουμενικός συμβολισμός της θυσίας της γυναίκας του πρωτομάστορα από το τραγούδι του Γιοφυριού της Άρτας «επ’ αγαθώ του κοινωνικού συνόλου» επηρέασε και τον Ελύτη στη σύνθεση του Τέταρτου άσματος των παθών όπου υμνείται μια Άνοιξη, που αργεί να έρθει. Για να λάβει σάρκα και οστά το όνειρο, χρειάζονται θυσίες, συλλογική δράση: Ένα το χελιδόνι κι η Άνοιξη ακριβή για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή θέλει νεκροί χιλιάδες νάναι στους τροχούς θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους Θε μου πρωτομάστορα μ’ έχτισες μέσα στα βουνά Θε μου πρωτομάστορα μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα Θε μου πρωτομάστορα μέσα στις πασχαλιές και συ Θε μου πρωτομάστορα μύρισες την Ανάσταση Θε μου πρωτομάστορα μ’ έζωσες τις ακρογιαλιές Θε μου πρωτομάστορα στα βουνά με θεμέλιωσες. Η αναφώνηση στον πλάστη του κόσμου γίνεται με τρόπο γνωμικό γιατί οι στίχοι αυτοί ορίζουν την πνευματική γεωγραφία της Ελλάδας, την οποία αποτελούν τα ανυπότακτα βουνά και οι λιόχαρες ακρογιαλιές της. Κατά ευτυχή συγκυρία τη γεωγραφική και πνευματική ταυτότητα της Άρτας συνιστούν τα αετόμορφα βουνά των Τζουμέρκων και η θάλασσα του Ιονίου πελάγους και του Αμβρακικού. (Τάσος Λιγνάδης, Το Άξιον εστί του Ελύτη, Δ΄ έκδοση, Αθήνα 1979, σσ. 110-112, 135-138.) Ο ποιητής Γιώργος Γκοτζιούλας (1909-1956), από την Πλατανούσα Ιωαννίνων, στο αφήγημά του «Από μικρός στα γράμματα», βλέπει την Άρτα ως πνευματική εστία στην οποία καταφεύγουν τα παιδιά των ορεινών περιοχών της ενδοχώρας για να σπουδάσουν στα σχολεία της. Με τη ρεαλιστική και αφοπλιστική γραφή του ο Γ. Γκοτζιούλας αποτυπώνει τις συνθήκες διαμονής των γυμνασιόπαιδων σε οικίες Αρτινών, τη δίψα τους για μόρφωση και την προσπάθεια ένταξής τους στο αστικό περιβάλλον. Ιδού πώς ο ποιητής ιστορεί τα συμβάντα: «Αφού βγάλαμε το σχολαρχείο, εγώ και ο Νάκος, δεν μπορούσαν να μας αφήσουν στη μέση ο πατέΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

137


138

Ν Ι Κ Ο Σ Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ , Κ Ω Σ ΤΑ Σ Τ ΡΑ Χ Α Ν Α Σ

ρας μου με τον Γιωργάκη Μάνθο. Μας κατέβασαν λοιπόν στην Άρτα, πέρα του Σταυρού, που γίνεται και το μεγάλο πανηγύρι, η αγορά των ζώων, το «μ’χούστι». Μου φαίνεται πως εκείνες τις μέρες είχαν πλακώσει κι οι πρόσφυγες στην Ελλάδα με το χαμό της Μικρασίας, αφού οι εφημερίδες ήταν γεμάτες από εικόνες και περιγραφές της καταστροφής. Εμείς είχαμε τις δικές μας έγνοιες, «θα μας πάρουν στο γυμνάσιο, θα πετύχουμε στις εξετάσεις;». Είχαμε διαβάσει καλά το καλοκαίρι, αλλά δειλιάζαμε εδώ στη μεγάλη πολιτεία. Όλα μάς φαίνονταν σπουδαία και τρανά. Χανόμασταν μες στ’ ατέλειωτα σοκάκια με τα μαγαζιά και τα στενά τους. Τι καλούδια, τι πραμάτειες πούλαγαν σε κάθε βήμα! Αυτή τη χρονιά ο Νάκος κι εγώ καθίσαμε στο σπίτι της κυρά Βαγγελής. Ήταν μια χήρα από διπλανό μας χωριό, που έλειπε χρόνια στην Άρτα. Με τι καμάρι μπήκαμε στον ποθητό μας κόσμο; Μαθητής γυμνασίου, δεν ήταν μικρό πράγμα για μας. Εμείς είμασταν οι πρώτοι που αξιωνόμασταν να πατήσουμε στο ζηλευτό γυμνάσιο. Από δω και πέρα έπρεπε να ’χουμε τα μάτια μας τέσσερα, να μην πάνε τα έξοδα των γονιών μας χαμένα. Η κυρά Βαγγελή βαστούσε ένα σπιτάκι, μια καμαρούλα στρωμένη χάμου με πηλό. Οι τοίχοι ήταν καμωμένοι από καλαμόβεργες και τσατμά. Η σπιτονοικοκυρά μας κοιμόταν στη γωνιά σ’ ένα σανιδένιο κρεβάτι με το γιο της το Σωτήρη. Εμείς διαβάζαμε και κοιμόμασταν στην ακρούλα μας καταγής φυσικά, χωρίς κρεβάτι, ούτε στρώμα. Κρυώναμε πάρα πολύ από το χειμώνα και πέρα. Εδώ έκανε τόσο κρύο, που το νερό πάγωνε στο μπότι. Τη δεύτερη χρονιά η καμαρούλα εκείνη στην Άρτα της κυρά Βαγγελής μπόρεσε να χωρέσει κι άλλους δύο νοικάρηδες, κοντά σε μας τους δυο που είμασταν εκεί από πριν. Πώς τα βόλευε η καλόκαρδη γερόντισσα, να ’χει το συγύριο του σπιτιού της κι εμάς τους τέσσερις μαζί; Φαίνεται πως οι 10 ή 15 δραχμές που δίναμε ο καθένας τον μήνα είταν ένα έσοδο για την κυρά Βαγγελή... Τον τρίτο χρόνο φύγαμε από την κυρα-Βαγγελή. Στην ίδια γειτονιά κάθονταν η Παπαφώταινα. Είταν μια μεσόκοπη, μικρόσωμη μαυροντυμένη από τους Μελισσουργούς, που της είχε πεθάνει ο άντρας και έμεινε με τέσσερα παιδιά. Τ’ αγαπούσε όμως κι ήθελε να τα μάθει γράμματα. Γι’ αυτό είχε διαθέσει το μισό της σπίτι και το νοίκιαζε σε μαθητούδια, προτιμώντας τα Τζουμερκιωτόπουλα, σαν πατριωτάκια της που ήταν. Πήγαμε εκεί, τέσσεροι όλοι-όλοι. Ο Νάκος κι εγώ, σαν αρχηγοί πια με κάποιον αέρα, και μαζί μας δύο νεότεροι χωριανοί της πρώτης γυμνασίου. Κοιμόμασταν καταγής πάντα, μα αυτή τη φορά το πάτωμα ήταν σανιδένιο... Από τα παιδιά της Παπαφώταινας ξεχώριζε ο πρώτος, που έλειπε στην Αθήνα, φοιτητής. Εμείς δεν είχαμε προφτάσει να τον δούμε στο πρόσωπο, αλλά τον ξέραμε καλά από κάτι έργα των χεριών του. Περίφημα είχαν μείνει στο γυμνάσιό μας τα τετράδια του Τέλη Παπαφώτη. Κρατούσε στον καιρό του σημειώσεις απ’ την παράδοση των καθηγητών (μαθηματικού και φυσικού) συμπληρώνοντάς τους κάποτε και ο ίδιος. Είταν πραγματικά ιδιοφυία, δαιμόνιο πνεύμα, αυτός ο ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Α Ρ ΤΑ Κ Α Ι Η Ε Ν Δ Ο Χ Ω ΡΑ Τ Η Σ Σ Τ Η Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α

νεαρός Μελισσουργιώτης, γέννημα χωριού από τσοποναραίους, τετραπέρατους κερατζήδες, καμιά φορά κι αλογοσύρτες. Τώρα εκείνος σπουδάζει στην Αθήνα μαθηματικά κι εμείς μένουμε στο σπίτι του, στο ναό της Αγίας Σοφίας. Κι η μάνα του, η τυχερή απ’ όλες τις γυναίκες που τον είχε βυζάξει, μας έπλενε τα ρούχα, εμάς των βρωμιάρηδων, για να στέλνει αμέσως τα λίγα λεφτά μας στην πρωτεύουσα να σπουδάσει ο καλός της, ο ακριβός Αριστοτέλης. Κι εκείνος, δεν του φτάνουν οι αλγεβρικές εξισώσεις και οι διαφορικοί λογισμοί, παρακολουθεί και στο Αστεροσκοπείο, μελετάει τα συστήματα των αστέρων, προσπαθώντας ίσως ν’ ανακαλύψει κανέναν πλανήτη, να του δώσει τ’ όνομά του...». (Γιώργος Κοτζιούλας, Άπαντα, Διηγήματα κι άλλα πεζά, Τόμος Δεύτερος, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1957, σσ. 214-216, 223, 247-249. Ο ποιητής Σωτήρης Ζυγούρης (1954-2003), που κατάγεται από τη Ροδαυγή Άρτας, έχει τυπώσει επτά ποιητικές συλλογές στην Άρτα. Η ποίησή του έχει κοινωνικό, πολιτικό, ανορθωτικό περιεχόμενο, γιατί δίνει όραμα για μια ζωή με περισσότερο ήλιο και γελαστές άνοιξες για το σύνολο των ανθρώπων. Τα πλείστα όμως των ποιημάτων του επιμένουν στις σκληρές συνθήκες διαβίωσης και στους πείσμονες αγώνες για επιβίωση των ανθρώπων της ευρύτερης περιοχής της Άρτας. Ενδεικτικά δείγματα της γραφής του Ζυγούρη: από τη συλλογή «Ηλιοστάσιο», 2003 επιλέγουμε τη σύνθεση με τίτλο «Τα αρχικά»: Δω πάνω ο ουρανός είναι διάφανος σαν το πρώτο δάκρυ στα ματόκλαδα της άνοιξης. Δω πάνω στα καραούλια με τις τέσσερις ντάπιες της αντοχής κάθε που ξημερώνει φεύγουν στον ορίζοντα του Ήλιου οι δροσουλίτες, οι αναχωρητές του κόσμου κι οι χειρομάχοι της γης. Δω πάνω είναι χαραγμένα το μέτωπο της καμπάνας τα αρχικά της πέτρας, του σιδήρου και της ανάγκης. Από τα «Ξύλινα τρακτέρ» του εστιάζουμε την προσοχή μας στις «Πέτρινες μέρες»: Οι μέρες που πέρασαν σκληρές σαν την πέτρα η ζωή σκληρή σαν μέταλλο ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

139


140

Ν Ι Κ Ο Σ Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ , Κ Ω Σ ΤΑ Σ Τ ΡΑ Χ Α Ν Α Σ

κι απότομη σαν τον γκρεμό. Ο χρόνος οδοντωτό πριόνι πάνω στην ανάσα μας τα χέρια μας κόμπο τον κόμπο όλο καρφιά τα μάτια μας δεν έκλεισαν από τότε που το πήραμε απόφαση να ξεριζώσουμε τις πέτρες απ’ τη ζωή μας. Ως κραυγή διαμαρτυρίας αναγιγνώσκεται η ποιητική σύνθεση «Ανοχύρωτη πόλη» από τη συλλογή «Η ηλικία των δέντρων», 1998. Με σαφείς υπαινιγμούς στην πόλη της Άρτας, που στον γεωγραφικό χάρτη κατέχει προνομιακή θέση ευρισκόμενη ανάμεσα σε βουνά και θάλασσα, θέση νευραλγική η οποία προδιαγράφει ευημερία για τους ανθρώπους της, ο Σωτήρης Ζυγούρης διαπιστώνει πως η πόλη αυτή έχει εγκαταλειφθεί στη μοίρα της και ως μόνιμους «κατοίκους» έχει τα πουλιά της δυστυχίας, τις γκρίζες μέρες και τα χαλάσματα. Οι υπαίτιοι του μαρασμού της «λεηλατημένης» πολιτείας δεν κατονομάζονται, αλλά υπονοούνται και καταγγέλλονται... Οι υπαίτιοι δεν είναι άλλοι από τους πολιτικούς ιθύνοντες, οι οποίοι έχουν τοποθετήσει απόμακρα πολύ τα σχέδιά τους για την προκοπή και την ανάταση των ανθρώπων αυτής της ανυπεράσπιστης πόλης που βρίσκεται στην ελληνική περιφέρεια, την αγνοημένη εις τους αιώνας των αιώνων. Η μόνη ελπίδα φωτός για την λησμονημένη πολιτεία είναι ένας αποσταμένος ξωμάχος που έρχεται αποπέρα από τον Άραχθο στηριγμένος στις δικές του δυνάμεις γυρεύοντας το μεράδι του στον ήλιο για να επιβιώσει. Ακολουθούν οι στίχοι: Ανοχύρωτη πόλη λεηλατημένη ανυπεράσπιστη πολιτεία. Παλιά, σημαδεμένα απ’ το χρόνο χαλάσματα με πόρτες κατάντικρυ στο βουνό και τη θάλασσα. Τ’ απόβραδα στους τοίχους τους σκοντάφτουν τα πουλιά της δυστυχίας. Τις γκρίζες μέρες του φθινοπώρου κατηφορίζει στα σοκάκια η γριά μάγισσα της δύσης. Πέρα μακριά στο ποτάμι ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Α Ρ ΤΑ Κ Α Ι Η Ε Ν Δ Ο Χ Ω ΡΑ Τ Η Σ Σ Τ Η Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α

ο ξωμάχος άναψε το στερνό του τσιγάρο, στηρίχθηκε στο μπαστούνι του και κίνησε για το σπίτι την ώρα που ο ήλιος διεκπεραίωνε και την τελευταία του επιστολή μπροστά στο κατώφλι τούτης της απόμακρης πολιτείας. (Σωτήρης Ζυγούρης, Τα ποιήματα 1975-2003, εκδ. Πέτρα, 2005, σσ. 270, 51, 166.)

Ο ποιητής και συγγραφέας Νικόλαος Β. Καρατζένης (1952 - ) κατάγεται από τα Πράμαντα Βορείων Τζουμέρκων. Στα γραπτά του, η Άρτα με τις εύκρατες πεδιάδες της, με τους ήπιους νοτιάδες και τους προσήλιους βοσκοτόπους της, αναδεικνύεται ως το λίκνο της ποιμενικής κτηνοτροφίας για τους νομάδες ποιμένες του ορεινού όγκου των Τζουμέρκων από την τρίτη χιλιετία π. Χ. έως τις μέρες μας. Γράφει ο Ν. Καρατζένης: «Νομάδες και ποτάμια της Νότιας Πίνδου βρίσκονται σε αρμονική σύμπλευση. Τα ποτάμια έχουν τις πηγές τους στα ψηλά βουνά των Τζουμέρκων και καταλήγουν σε μηδέν υψόμετρο στη θάλασσα. Οι νομάδες έχουν αντίστοιχα τις στάνες τους στα ίδια βουνά και τα χειμερινά τους λιβάδια στις πεδιάδες της Άρτας, της Πρέβεζας και της Ακαρνανίας τις οποίες διαρρέουν τα ποτάμια της Ν. Πίνδου. Οι ποιμένες του Συρράκου, ακολουθώντας τον ρου του Αράχθου και του Λούρου, ξεχειμώνιαζαν στους προβατοτρόφους κάμπους της Άρτας και της Πρέβεζας. Οι νομάδες των Καλαρρυτών, καθοδηγούμενοι από τον Πηνειό, έχουν τα χειμαδιά τους στις πεδιάδες της Θεσσαλίας τις οποίες διαπερνά το ποτάμι αυτό. Οι νομάδες ποιμένες του Ματσουκιού, των Πραμάντων, των Μελισσουργών, των Αγνάντων, του Καταρράκτη, του Βουργαρελίου, των Θεοδωριάνων, της Μεσούντας και της Νεράιδας, οι οποίοι κινούνται παράλληλα με τις ροές του Αράχθου και του Ασπροποτάμου (Αχελώου μετά τη γέφυρα Κοράκου), ξεχειμωνιάζουν στις πεδιάδες της Άρτας και της Ακαρνανίας. Οι ποιμένες των Τζουμέρκων, ημινομάδες κτηνοτρόφοι με κοιτίδα τον κορμό της Νότιας Πίνδου, ακολουθούν τα ίχνη των αρχαίων Αθαμάνων, οι οποίοι εγκαθίστανται στην περιοχή των Τζουμέρκων ειδικότερα και στην ευρύτερη περιοχή του άνω ρου του Αχελώου, μεταξύ Θεσσαλίας στα ανατολικά και της κεντρικής Ηπείρου, της Αμβρακίας και της Ακαρνανίας στα δυτικά από τις αρχές του 2000 π.Χ. Οι Αθαμάνες διήγαν βίο ποιμενικό νομαδικό, περιπλανώμενοι από τα χειμερινά στα θεριά τους βοσκοτόπια και αντίστροφα για πολλούς αιώνες και έτσι ο γεωγραφικός τους χώρος οριζόταν με καθαρά ποιμενικές διαιρέσεις και όχι με σταθερά σύνορα. Ο πολιτισμός των ελληνικών φυλών της Ηπείρου κατά τη Νεολιθική εποχή (3000-2000 π.Χ.) ήταν κτηνοτροφικός. Η δασιΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

141


142

Ν Ι Κ Ο Σ Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ , Κ Ω Σ ΤΑ Σ Τ ΡΑ Χ Α Ν Α Σ

κή ξυλεία και τα κτηνοτροφικά προϊόντα της Ηπείρου προκαλούν το ενδιαφέρον των επιχειρηματιών Μυκηναίων, που αρχίζουν να επισκέπτονται τις Ηπειρωτικές ακτές ως έμποροι στην αρχή, αργότερα χτίζουν και αποικίες, όπως την Εφύρα κοντά στις εκβολές του Αχέροντα». (Νικόλαος Β. Καρατζένης, Πώς χάσαμε Χίλια τριακόσια πρόβατα, Φιλιππιάδα 2017, σ. 2.) Στο βιβλίο του «Οι νομάδες κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων, 1991», ο Ν. Καρατζένης εστιάζει το ενδιαφέρον του στον οικονομικό ρόλο τον οποίο διαδραμάτισε η Άρτα ως πηγή των αναγκαίων εφοδίων των ποιμένων της Νότιας Πίνδου κατά τις εποχικές μεταναστεύσεις τους (άνοιξη-φθινόπωρο) αλλά και ως μεγάλη αγορά διάθεσης των κτηνοτροφικών προϊόντων τους. Ενδεικτικό το παράθεμα: «Η Άρτα αποτέλεσε για τους νομάδες των Τζουμέρκων παζάρι επί αιώνες. Στη Βαλαώρα της, στον Καναρά ή στην Μπάνη (Περάνθη) όλοι οι νομάδες “χασομερούσαν” δυο-τρεις μέρες για τον ανεφοδιασμό τους με τρόφιμα για το υπόλοιπο δρομολόγιο ως τον μακρινό Αστακό. Αγόραζαν λοιπόν αλεύρι, ψωμί «χάσικο», ελιές, λίγο λαδάκι, κάνα φύλλο μπακαλιάρο και ό, τι άλλο χρειαζούμενο ήθελαν. Οι γυναίκες ψώνιζαν κανένα μαντήλι για το κεφάλι, καμιά ποδιά, παπούτσια λαστιχένια... Οι άντρες αγόραζαν τριχιές για τα σαμάρια (ριγανέλες), καρφιά, πέταλα για τα μουλάρια, τις φοράδες και τ’ άλογα που αποτελούσαν το νομαδικό καραβάνι. Στη Βαλαώρα της Άρτας που οι νομάδες «ήταν ξεφορτωμένοι» γίνονταν ατέλειωτα παζαρέματα με τους καμπίσιους χωριάτες που ήθελαν ν’ αγοράσουν γηρασμένα πρόβατα... Την άνοιξη που οι νομάδες ανέβαιναν στα Τζουμέρκα η Άρτα ήταν η μεγάλη τους ελπίδα. Στους Αρτινούς πωλούσαν μαλλιά, τυρί, γάλα, μικρά αρνιά πρόβατα ή μουλάρια...». (Νίκος Β. Καρατζένης, Οι νομάδες κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων, Άρτα 1991, σσ. 164-165, 51, 90, 134, 361-362, 426, 434-438.) O ποιητής Δημοσθένης Γ. Κόκκινος (1926-1991) κατάγεται από τη Νεράιδα των Ανατολικών Τζουμέρκων. Τα χαρακτηριστικά της ποιητικής του γραφής είναι η μεγαλοπρέπεια, η υψηλή έκφραση, η υποβλητικότητα, ο φιλοσοφικός στοχασμός και ένας ελεγχόμενος υπερρεαλιστικός λυρισμός. Ο Δ. Κόκκινος αξιοποιεί στο έπακρο τη βαθιά γνώση της ελληνικής ιστορίας, όπως ο Κωνσταντίνος Καβάφης και ο Γιάννης Δάλλας, και κατορθώνει να μεταπλάθει με αριστοτεχνικό τρόπο τα ιστορικά γεγονότα σε ποιητικά φαινόμενα. Του λόγου το αληθές αποδεικνύει το ποίημά του «Επί τα ίχνη των βημάτων μου», από τη Συλλογή ποιημάτων του «Διόδια» 1984, το οποίο συνιστά έναν μεγάλο πίνακα από τον οποίο αναδύονται εικόνες και μουσικές εξαίσιες. Στην ποιητική αυτή σύνθεση ο Δημοσθένης Κόκκινος υμνεί τη γόνιμη γη της Άρτας με τους πορτοκαλεώνες, τα κοπάδια των προβάτων, τα οργωμένα χωράφια στο λυκαυγές και στο λυκόφως της αιωνιότητας. Αγάλλεται γιατί η μικρή πατρίδα του, τα Τζουμέρκα, υπήρξε ο τόπος της αντίστασης του αδούλωτου ελληνικού λαού, ενώ η Άρτα, η έδρα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, το ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Α Ρ ΤΑ Κ Α Ι Η Ε Ν Δ Ο Χ Ω ΡΑ Τ Η Σ Σ Τ Η Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α

καύχημα των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Με ολοφάνερη ικανοποίηση καταθέτει τη μαρτυρία ότι οι γονείς και συμπατριώτες του Τζουμερκιώτες πετράδες και λαϊκοί αρχιτέκτονες θεμελίωσαν της Άρτας το γεφύρι, θεμελίωσαν στην ουσία τούς δρόμους για την επικοινωνία των ανθρώπων, ενώ οραματίζεται τη γυναίκα του πρωτομάστορα «να καθρεφτίζεται» στα νερά του Αράχθου μεγαλόπρεπη και όμορφη στην υστεροφημία της, αφού στο κορμί της περπατεί ο λαός της Άρτας και δημιουργεί αξίες και πολιτισμό. Τέλος, ο ποιητής με την αναφορά του στη θυσία των Φιλελλήνων (Ιούλιος 1822) στο Πέτα και στα παλληκάρια από την Άρτα κα την Ήπειρο, που έπεσαν στη Μικρασία (1922) έναν αιώνα αργότερα, διατρανώνει το ηθικό μεγαλείο των μαχητών για την ελευθερία και την ανεξαρτησία ανεξαρτήτως εθνικότητας, συνόρων και τοπικισμών. Ακολουθεί το ποίημα: ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΒΗΜΑΤΩΝ ΜΟΥ

Επί τα ίχνη των βημάτων μου φωνή των προγόνων στη ροή του Αράχθου η μοναξιά του φθινοπώρου και τα γυμνά δέντρα σ’ ένα τοπίο μνήμης παιδικών χρόνων... Έρχομαι πάνω στην γαλάζιαν αχλύ των Τζουμέρκων θρους στα φύλλα της πανύψηλης πτελέας γη της ήμερης Άρτας με τους όχτους των περιβολιών λυκαυγές και λυκόφως κοπάδια και αλέτρι μ’ έναν κόκκινο μύλο κατοικούμενον από νεράιδες... Έρχομαι, μ’ ένα αυτόματο στην πλάτη αντάρτης έφηβος απ’ τα βουνά μας τυλιγμένος στην ομίχλη να κατεβαίνω τραγουδώντας την άνοιξη για να ξυπνήσω τις κλειστές στροφές του Αράχθου στα ριζά. Εδώ, περπάτησαν οι γονείς μου και οι χωριανοί μου χτίζοντας το στοιχειωμένο γεφύρι με την παλάμη τους γι’ αυτούς που απόμειναν στο Εσκή Σεχίρ και στο Κάλλε Γκρότο να γυρίσουν μ’ ένα κλωνί γαρύφαλλο φυτεύοντας την στράτα... ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

143


144

Ν Ι Κ Ο Σ Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ , Κ Ω Σ ΤΑ Σ Τ ΡΑ Χ Α Ν Α Σ

Κύριε ρίξε το βλέμμα στις άφυλλες συστάδες του χειμώνα... η γη της πατρίδας πάνω στα νέφη εν ημέραις πτωχείας μέσα στις αχυρένιες καλύβες τα όνειρα των νηπίων και τα βαρέα τηλεβόλα ωσεί παραλήρημα πυρέσσουσας στρατιάς αφώνων βυζαντινών αυτοκρατόρων το καύχημα και η όμορφη γυναίκα του πρωτομάστορα αμίλητη της όχθης να καθρεφτίζεται στη μεσιανή καμάρα «σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες» ένας λαός που περπατεί στης Άρτας το γιοφύρι. Επί τα ίχνη των βημάτων μου θα φυτέψω πικραμύγδαλα και ηδύτατον μανδραγόρα... ίνα μήποτε τον γλαυκόν αιγιαλόν τα πλατάνια επικαλύπτουν αργόν ποταμόν φύλλα του φθινοπώρου οι πεσόντες φιλέλληνες στις χαμηλές ραχούλες του Πέτα ήλιος που κάθεται περιφλιγές αλώνι της οικουμένης ήρεμο σούρουπο που πήζει την μοναξιά των ελαιώνων βραδεία διάχυση των εικόνων και αχλύ των ορέων... καβαλάρης πάνω στους κάμπους της πατρίδας γυρίζω καλπάζοντας στον ψίθυρο της πρωινής δρόσου των ανθέων κρατώντας στη χούφτα μου την φωνή των προγόνων... (Δημοσθένης Γ. Κόκκινος, Διόδια, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 78, 10, 13-15.)

Επιλογή ποιημάτων που έχουν ως θέμα τους το γεφύρι της Άρτας H ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑ

Βαθιά τη νύχτα το παρελθόν απλώνεται στην πόλη. Εβραίοι έμποροι επιστρέφουν στα μαγαζιά τους στη Σκουφά, ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Α Ρ ΤΑ Κ Α Ι Η Ε Ν Δ Ο Χ Ω ΡΑ Τ Η Σ Σ Τ Η Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α

Τούρκοι φαντάροι νυστάζουν παν’ απ’ τους ναργιλέδες τους στο Κάστρο, κοπάδια άλογα κοιμούνται ακουμπώντας στο ποτάμι. Τότε η Γυναίκα του Πρωτομάστορα βγαίνει μέσ’ απ’ τα λιθάρια, τινάζει τις σκόνες και πλένεται στον ποταμό, το Γιοφύρι κοιτάζει με θαυμασμό και σκέφτεται: Ο Έρωτας χτισμένος στο ποτάμι! Τι όμορφο τάφο έχτισες αγάπη μου! Τι όμορφο τάφο που μου ’χτισες αγάπη μου... (Θωμάς Μπότσαρης από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «ΤΡΙΣΑΓΙΟ»)

■ ΦΤΑΙΧΤΗΣ

Αν η αδιαφορία των χρηστών σωριάσει κάποια μέρα το γεφύρι γνωρίζω τι θα ειπωθεί: Πως δεν έκανε σωστά τη δουλειά της η γυναίκα του Πρωτομάστορα (Αναστασία Κόκκινου Από την ποιητική Συλλογή «Σημεία και Επιφάνειες», 1986)

■ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΩΝ ΘΡΥΛΩΝ

Ποτάμι βοερό, της Άρτας συ στολίδι, ξεχύλι των λυγμών, του πόνου μαύρο φίδι, που μέρα νύχτα κλαίς σε ζοφερές σπηλιές, στα μαύρα σου νερά γεφύρι δεν στεργιώνει. Κι ΄αν στέργιωσε, θυσίες το στέργιωσαν και πόνο κάπου κυλάς ρηχά, δειλά, στοχαστικά... Κι΄ αλλού κρυφομιλούν τα μαγικά σου χείλη με τις γριές ελιές και το ξανθό τριφύλλι. Κυλάς και σε θωρώ ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

145


146

Ν Ι Κ Ο Σ Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ , Κ Ω Σ ΤΑ Σ Τ ΡΑ Χ Α Ν Α Σ

προγονικό, ιερό... Σε κάποια σου γωνιά η νιότη ξαποσταίνει, τους μάστορες ξυπνά, στους μαθητάδες κρένει, μα εσύ μονάχα κλαίς σε ζοφερές σπηλιές. Παράδοση περνά στο δυνατό σου ρέμα κι οι βράχοι τη θωρούν με κρεμασμένο βλέμμα. Κρώζουν γλαυκά πουλιά τη δόξα την παλιά. Τα κόπια ενός λαού, π΄ ακμαίος πάντα μένει, οι όχθες σου ιστορούν... Αλλόφυλοι και ξένοι δίνουν ευχές κι ευχές μα εσύ πιο κάτω κλαις... (Από την ποιητική συλλογή του Β. Μπάρμπα «Καλημέρα Ελλάδα», 1981)

Χορός στα ποτήρια (2015) της Γεωργίας Τάτση που κατάγεται από το Κλειστό του Πέτα [Σελ 34-35-36]

Σταμάτησε στην ημέρα που συνοδευόμενος απ’ τον πατέρα του πήγε να ζήσει στην οικογένεια της θείας Ανδριάνας για τα επόμενα έξι χρόνια του Γυμνασίου, σέρνοντας πίσω του μιαν αίγα. Αυτή η Παρασκευή του Σεπτεμβρίου 1959 προετοίμασε τις μεγάλες αλλαγές της ζωής του. Παρότι πέρασαν δίπλα από το Πρώτο Γυμνάσιο Αρρένων Άρτης, αφού, για να φτάσουν εδώ, έστριψαν δεξιά στην Ποτοποιία Ψαθά, όπου μια γυναίκα αφύσικα χοντρή πουλούσε καραμελωμένα μήλα και κοκοράκια στο καλάμι, και μπήκαν στη Μάρκου Μπότσαρη που ήταν αραγμένα τα κάρα με τα άλογα να φριμάζουν, παρότι ο πατέρας σταμάτησε γυρίζοντας με σεβασμό προς το κτήριο και άφησε κάτω τα δεμένα κοτόπουλα λέγοντας, «νάτο καμάρι μ’ το σχολειό σου», και όχι μόνο ο πατέρας αλλά και η αίγα σταμάτησε, το πιθανότερο από το φρίμασμα των αλόγων. Ο Αλέξανδρος, τραβώντας βίαια το ζώο, προχώρησε αδιάφορος στη θέα του Γυμνασίου σαν να ήταν μέρος μόνο του τοπίου απ’ όπου φευγαλέα πέρασε το βλέμμα του, παραμένοντας σκοτεινός και θλιμμένος, ακόμη κι όταν, «όλο μάτια μου» και «μάτια μου», τον καλωσόριζε η θεία Αντριάνα. Σκοτεινός και θλιμμένος ακόμα κι όταν ο Δημήτρης, ξάδελφός του, συνομήλικος, τον προσκαλούσε να δει τις πάπιες που κολυμπούσαν στον αύλακα, ενώ άλλες έχωναν το ράμφος τους στο χώμα για σκουλήκια. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Α Ρ ΤΑ Κ Α Ι Η Ε Ν Δ Ο Χ Ω ΡΑ Τ Η Σ Σ Τ Η Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α

Κανείς δεν μπορούσε να υποπτευθεί εκείνη την εποχή πόσο βαθιά –στη ζωή και στο θάνατο του Αλέξανδρου– θα εισχωρούσε ο Δημήτρης. Πριν επιστρέψει στο χωριό, τον φίλησε ο πατέρας του και τον ψιθύρισε: «Τώρα αυτό είναι το σπίτι σου και ο Δημήτρης αδελφός σου. Να ακούς τη θεία, να τη βοηθάς και να διαβάζεις τα μαθήματά σου». Έπαψε τότε να ρουφάει τη μύτη του κι άφησε τα δάκρυα και τις μύξες να κυλήσουν. Σκουπίζοντάς τες μάλιστα με το δεξί μανίκι, ύψωσε δειλά το χεράκι του εις το επανειδείν. Η θεία Αντριάνα, που δεν ήξερε να διαβάζει παρά μόνο το βλέμμα των ζώων και των ανθρώπων και πίστευε πως από μάνα ορφανεύουν τα παιδιά, ήρθε με τον Αλέξανδρο και τον Δημήτρη έξω από τον Ψαθά, κοντά στην αφύσικα χοντρή γυναίκα, «Κυριάκω, δυο κοκοράκια», είπε και τους πρόσφερε τη γεύση που ξεγελάει τη λύπη των μικρών παιδιών, καμιά φορά και των μεγάλων. Καθώς έλιωνε στο στόμα τον το κοκοράκι και πλημμύριζε ο ουρανίσκος και ο οισοφάγος γλύκα, υποχωρούσε η θλίψη του κι η μοναξιά του, αποκοιμιόταν. Μήνες μετά, πριν πιάσουν τα μεγάλα κρύα, πριν τις βροχές που άμα αρχίσουν κρατούν σαράντα μέρες, πριν το ποτάμι –σέρνοντας ξύλα και πέτρες– βγει στου Μπούση και κόψει την Άρτα στα δυο και πνίξει τον κάμπο με τα ξινά και τα ομφαλοφόρα, φορτώνοντας δένδρα πάνω στα δένδρα, και πνίξει ζώα (και ανθρώπους, είπαν έπνιξε αυτούς που πάσχιζαν να σώσουνε τα ζώα) πριν από αυτά, αισθάνθηκε τη μεγαλύτερη χαρά ο Αλέξανδρος, αν θεωρήσουμε χαρά το αίσθημα ευφορίας που τον κατέκλυσε όταν βρέθηκε στις μανταρινιές, πίσω από το σπίτι της θείας του. [Σελ 44-45-46]

Προσπέρασε με τον εξάδελφό του τον αλευρόμυλο και στάθηκε μαζί του στην αλάνα όπου τα προς σφαγήν αμνοερίφια –άλλα σε φορτηγά και άλλα κάτω στο χαλικωμένο έδαφος– βέλαζαν απελπισμένα από το χαλίκι και αναχάραζαν την τελευταία πρασινάδα τον στομάχου. Μέσα έσφαζαν οι άντρες με τις γαλότσες ως το γόνατο και άλλοι έγδερναν. Κρατώντας το μαχαίρι στα δόντια κατέβαζαν με τις γροθιές το τομάρι του ζώου ή κουβαλούσαν τα σφαχτά στην πλάτη τους και τα κρεμούσαν στα τσιγκέλια. Με σκούπες οι γυναίκες έσπρωχναν το αίμα στον αύλακα μπροστά ή άδειαζαν τις κοιλιές των σφαγμένων ζώων από το ζεστό χυλό και τις πετούσαν στα κοφίνια. Μετά τις έπαιρναν και τις βουτούσαν στο νερό να ξεπλυθούνε. Εκεί ο Δημήτρης –παρακινημένος ίσως από την εικόνα τον αίματος– του ιστορούσε το διωγμό των Εβραίων και τη σφαγή στο διπλανό Κομμένο, όπως τα είχε ακουστά. Τρακόσια δεκαεπτά άτομα σκότωσαν οι Γερμανοί, του έλεγε. Γαμπρό και νύφη την ώρα του γλεντιού και έκαψαν το χωριό μετά. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

147


148

Ν Ι Κ Ο Σ Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ , Κ Ω Σ ΤΑ Σ Τ ΡΑ Χ Α Ν Α Σ

Άλλες φορές πάλι του μιλούσε για τον Άρη και τους αντάρτες που είχαν στα μέρη τους μεγάλη δράση, αγνοώντας επιδεικτικά τον Ζέρβα, γιατί στους ορεινούς Μελισσουργούς, είχαν σκοτώσει οι Ζερβικοί το θείο Νίκο και έστειλαν το ρολόι απόδειξη στις αδελφές του. Όταν έμπαιναν στο σφαγείο, προσπερνώντας εκδορείς και σφαγείς με ένα «γεια» και άρχιζαν –μπροστά στον αύλακα– τη δουλειά μαζί με τις γυναίκες, γυρίζοντας με ένα ξυλαράκι το μέσα των εντέρων έξω, σιωπούσαν. Αλλά μόλις έφταναν στο «μη περαιτέρω», όταν τους έπνιγε η αποφορά και η παγωνιά κρουστάλλιαζε τα δάχτυλά τους, έπιαναν τα λαϊκά του Καζαντζίδη και της Γιώτας Λύδια και άντεχαν. Τις ιστορίες των ερώτων τις κρατούσαν τρυφερά για τους περιπάτους. Ψηλά από την Πλατεία Σκουφά με τα μαρμάρινα σκαλοπάτια και την Παρηγορήτισσα ώς τις Πλατείες Κιλκίς, Μονοπωλίου και Ψαραγοράς και μέσα –τις μικρότερες– της εβραϊκής Συναγωγής και του Ρολογιού και ώς πέρα στο κάστρο, μιλούσαν για κορίτσια και φιλιά και ανατρίχιαζαν στην ιδέα της ερωτικής συνεύρεσης. Στην ιδέα και μόνο. Οσάκις τόλμησαν με χίλιες προφυλάξεις να δρασκελίσουν το κατώφλι του μπορδέλου έβαζαν βιαστικά στο πρόσωπο της πόρνης το πρόσωπο της φανταστικής ερωμένης για τη γρήγορη κορύφωση του πόθου τους και έσβηναν την ενοχή της γενετήσιας ορμής με εκείνη τον κρυφού τσιγάρου. Και όσο απαλλάσσονταν από το βάρος της γενετήσιας ορμής, τόσο βαθύτερα η ρίζα του αισθήματος για την αγαπημένη. Κάποτε ήπιαν κρυφά και μέθυσαν. Στη μέση της γέφυρας που συνωστίζονταν πεζοί και τροχοφόρα, τα παιδιά αυτά, που κοκκίνιζαν αν τους μιλούσε άνθρωπος, απήγγειλαν στίχους από «Το γεφύρι της Άρτας», διακωμωδώντας τους με στομφώδη φωνή και δραματικές χειρονομίες. Ο κόσμος σταματούσε και γελούσε αμήχανα, γελούσαν και οι ίδιοι με τον εαυτό τους. Γελούσαν όλοι πλην ενός. Ερχόταν καταπάνω τους –βλοσυρός– και όταν πλησίασε τους έφτυσε στο πρόσωπο. «Φτου σας, γαϊδούρια. Παίζετε εν ου παικτοίς», είπε ο γυμνασιάρχης κι έφυγε. Παρόλα αυτά δεν τους έδωσε αποβολή. Ούτε το είπε σε κανέναν. Αλλά αν αναφερόταν στο όνομά τους ή τους απηύθυνε το λόγο, το έκανε με τρόπο περιπαικτικό και με ειρωνεία. Παρά τη μεθυσμένη εκείνη συμπεριφορά, η λογοτεχνία μπήκε στη ζωή τους. Κάπου είχε βρει ο Δημήτρης κάτι πολυκαιρισμένες σελίδες του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και διάβαζε στον Αλέξανδρο το «Πίστομα» για να μοιραστεί τη γοητεία τον κειμένου με κάποιον ικανό για τέτοιες απολαύσεις. Εκείνη η τελευταία φράση «Βάλ’ το πίστομα μέσα» βόλι· τους βρήκε κατευθείαν στην καρδιά. Την άνοιξη έρχονταν στην Κάτω Παναγιά. Περιπλανιόνταν ανάμεσα στα γιάφας ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Α Ρ ΤΑ Κ Α Ι Η Ε Ν Δ Ο Χ Ω ΡΑ Τ Η Σ Σ Τ Η Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α

και τα ντόλτσα, στα κιτρολέμονα και τα περγαμόντα και ονειρεύονταν. Έφταναν ώς τα ιβάρια της Κορωνησίας που παγιδεύονταν τα ψάρια και τα καρκινοειδή – παγιδευμένα καρκινοειδή, παγιδευμένα ψάρια και οι ίδιοι. Ήταν πολύ νέοι για να μην αντιδράσουν, αν και με τρόπο διαφορετικό ο καθένας. [Σελ 67-68-69]

Στην πλατεία του χωριού, όπου οι πανηγυριώτες του Δεκαπενταύγουστου γλεντούσαν, παρά τη ζέστη και την άπνοια, και άδειαζαν τα μπουκάλια με τις μπύρες και κατέβαζαν τα ούζα, σπάζοντας τα ποτήρια μέσα στην παραζάλη του κεφιού, αναγκάζοντας τους δύο σερβιτόρους να μαζεύουν με σκούπες και φαράσια τα σπασμένα γυαλιά που στραφτάλιζαν στα σημεία όπου άφηναν πέρασμα τα φυλλώματα του πλάτανου κι έπεφταν οι ηλιαχτίδες, κάποιος μερακλής χόρευε πρώτος την «Παπαδιά», μέσα σε «όπα» και σφυρίγματα, πετώντας κάθε τόσο τσαλακωμένα χαρτονομίσματα προς τα όργανα κι άλλα τα ίσιωνε, τα έφτυνε με όσο σάλιο του είχε απομείνει και τα κολλούσε στο μέτωπο του κλαριντζή. Καθώς το χέρι με το χαρτονόμισμα πλησίαζε το μέτωπο, ο μουσικός ακουμπούσε το κλαρίνο στο αυτί του πρώτου, και συγχρόνιζε το παίξιμό του με τα βήματα του χορευτή, προτρέποντάς τον να προχωρήσει πιο βαθιά στο «κάπου αλλού» όπου βρισκόταν. Λύγιζε ο μερακλής το σώμα του συνεπαρμένος από το «κάπου αλλού», έτρεχε ο ιδρώτας σε λαιμό και στήθος, το μουσκεμένο του πουκάμισο άχνιζε, όπως αχνίζει το βρεγμένο ρούχο στη φωτιά κοντά. Με τα μάτια κλειστά έγερνε το κεφάλι πίσω και ακολουθώντας το ρυθμό, το έφερνε πάλι εμπρός κι έσκυβε σιγά-σιγά μέχρι το χώμα, υποκλινόμενος στο σπάραγμα του κλαρίνου. Τον έκλεινε η παρέα του σε κύκλο και τον πότιζε, του άδειαζε κι άλλο ούζο μες στο στόμα βρέχοντάς τον –κορμί πουκάμισο ένα πράμα– και όπως κυλάει το οινόπνευμα στο λαρύγγι του και όπως ελίσσεται ο ήχος κι ανεβαίνει, ανοίγει εντός του η καταπαχτή και ξεχειλίζει το μεράκι, ρέει, στάζει, κι αυτός μυρίζει ιδρώτα και γλυκάνισο και τα μαλλιά του πιο στιλπνά, πιο μαύρα, λάμπουν τα μάτια, ιριδίζουνε, δόντια πυκνά και μαργαριταρένια. «Γεια σου Αλέξανδρε, να ζήσει το Κλειστό της Άρτας», λέει, καμαρώνοντας το φίλο του ο δεύτερος που του κρατάει το μαντίλι, και κάποιος άλλος αναποδογυρίζει τρία ποτήρια του κρασιού στο χώμα, έτσι που μεταξύ τους σχηματίζουν τρίγωνο, για να χορέψει ο μερακλής επάνω τους. Πατάει ο Αλέξανδρος στο κρασοπότηρο με το αριστερό, με αργή κίνηση φέρνει μπροστά στο γόνατο το άλλο πόδι και πάλι αργά το πάει πίσω, κοντά στην κλείδωση. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

149


150

Ν Ι Κ Ο Σ Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ , Κ Ω Σ ΤΑ Σ Τ ΡΑ Χ Α Ν Α Σ

Χαμηλώνοντας το σώμα, αργά, κουρνιάζει ολόκληρος πάνω στο ποτήρι, μένει για λίγο ακίνητος, συγκεντρωμένος στα έγκατα του εαυτού του και ύστερα στροβιλίζεται, ξεδιπλώνεται, μετεωρίζεται για μια στιγμή και εκτινάσσεται, αλλάζοντας πόδι στον αέρα, πατάει με το δεξί στο μεσαίο κρασοπότηρο, στο ακριανό μετά, μεσαίο, ακριανό, ακριανό, μεσαίο, ξανά, ξανά, φτερουγίζοντας από ποτήρι σε ποτήρι. «Γεια σου, Αλέξανδρε», λέει πάλι ο φίλος και ο Αλέξανδρος δεν είναι πια ο Αλέξανδρος. Το αρσενικό, ο αετός που ανοίγει τη βεντάλια των φτερών του και ανυψώνεται, ενσαρκώνοντας την ψυχή όλων των ανδρών, όσων χορεύουν μαζί του και τον επευφημούν και όσων αμίλητοι τον βλέπουν, αφού ο χορός τους επιτρέπει ν’ αφεθούν στο συναίσθημα χωρίς ντροπή, χωρίς αυτοσυγκράτηση και επιφυλάξεις. Οι γυναίκες ρίχνουν νερό, δροσίζουν το λαιμό και τα μηνίγγια τους που φλέγονται από ανομολόγητο πόθο. [Σελ 103-104-105-106]

Τα ανοιχτά μάτια του λαγού στιφάδο – τα μάτια του Δημήτρη Ράμμου, την ώρα που ο Τάσος του έφτυνε τη ροχάλα μες στο στόμα. Ο Δημήτρης λιανισμένος, με τα πόδια του να ξεχειλίζουν από τα παπούτσια, δεμένος στον πάγκο του πλυσταριού, στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας. Ο Τάσος τον άρπαξε από τον λαιμό και τον έσφιξε με δύναμη «μίλα, ρε πούστη, μιλά. Μίλα... βήξε... φτύσε τη ροχάλα αν μπορείς...», τον άφησε απότομα κι οπισθοχώρησε να μην τον πάρουν τα ξερατά τού Δημήτρη που πνιγόταν από τον εμετό, κουνούσε το κεφάλι περά-δώθε να αναπνεύσει. Εξόφθαλμος, τα μάτια του κόκκινα, έσταζαν αίμα. «Αρκετά με τα ορεκτικά, Τάσο. Στο κυρίως πιάτο τώρα. Και κοίτα τον κωλόπουστα, κωλοφαρδία... Τυχερός ο μαλάκας... ποιος να του το έλεγε πως θα έπεφτε σε πατριωτάκι ε; Να τον περιποιηθείς καλά, να το φχαριστηθεί το γεύμα», ειρωνεύτηκε ο αστυνόμος και οι τρεις ματσωμένοι που στέκονταν παράμερα χασκογελούσαν. «Μάλιστα, κύριε προϊστάμενε. Θα τον περιποιηθώ. Σαν να το ήξερα... έφαγα φασολάδα χθες το βράδυ», λύθηκε στα γέλια ο Τάσος. «Προχώρα τότε. Στο γραφείο είμαι. Μόλις θελήσει να μιλήσει, φώναξέ με», πρόσθεσε ο προϊστάμενος και βγήκε. «Εντάξει γιατρέ», απάντησε ο Τάσος ξεκουμπώνοντας τη ζώνη και το παντελόνι του καθώς πλησίασε στο κεφάλι τον Δημήτρη. Ένας άλλος είχε ήδη μπει στο αποχωρητήριο και γύρισε μ ’ ένα κουβά. « Ώστε και συ νερατζόκωλος... ε; Άρτα λιέου... ιλιές, πουλιές κι καλιές έ; Ε, ρε και να ’χαμε κανα-δυο πορτοκάλια γλυκορριζιώτικα... τι άλλο θέλαμε... κι άμα σου ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Α Ρ ΤΑ Κ Α Ι Η Ε Ν Δ Ο Χ Ω ΡΑ Τ Η Σ Σ Τ Η Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α

πω ότι σου έχω φυλαγμένα, τι θα μου πεις ρε, πατριώτη; Δεν το πιστεύεις, ε; Τώρα θα δεις. Μήτσο, φέρε ρε τα πορτοκάλια». Ο άλλος του έδωσε τον κουβά. Ο Τάσος εν τω μεταξύ έχει βγάλει το παντελόνι και το έχει πετάξει στα χέρια του τρίτου της παρέας που φαινόταν καινούργιος και τον κοίταζε με απορία και θαυμασμό μαζί. Βάδιζε με το σώβρακο, πάνω-κάτω, πάντα από την πλευρά που βρισκόταν το κεφάλι τον Δημήτρη. «Μέσα από την Άρτα είσαι, α; Την ξέρω ρε πατρίδα τη γειτονιά σου. Σαν την παλάμη μου την ξέρω. Στους αλευρόμυλους, πίσω από τα σφαγεία, δίπλα στο γκαράζ του Καρατζένη, δεν μένεις; Είδες που το ξέρω. Δούλευε ο αδελφός μου εκεί. Και την οικογένειά σου την ξέρω. Όλο σου το σόι... τι νομίζεις... μπρίκια κολλάμε. Όταν άκουσα το όνομά σου, όπα λέω, να δεις που αυτός είναι δικός μου... Κι έπεσα μέσα. Α, ρε πατρίδα. Ο πατέρας σου δεν έχει ένα κοπάδι πρόβατα στη Βαλαώρα;» Τον βούτηξε από τα μαλλιά και του κοπάνησε το κεφάλι με δύναμη στον πάγκο. Το χτύπησε ξανά και ξανά μέχρι που έτρεξαν αίματα από το στόμα και τη μύτη. Εξαγριώθηκε που ο Δημήτρης δεν έβγαζε κιχ, ανήμπορος ακόμα και να βογκήξει και συνέχισε να του χτυπάει το κεφάλι. «Λέγε ρε... Αντριάνα δεν τη λεν τη μάνα σου; Έ;... την ξεκωλιάρα... είχε αδελφό αντάρτη στον ΕΛΑΣ; Έ; Δεν είχε; Δεν σας έκανε ο Ζέρβας; Α; Λέγε ρε, γιατί δεν μιλάς; Αφού τα βλέπεις... τα ξέρω όλα... τίποτα δεν μας ξεφεύγει εμάς, ρε, γιατί δεν μιλάς; Και τι ώρα κατουράς ξέρουμε... Έχουμε μάτια στον κώλο εμείς ρε... Φοιτητής σου λέει... Τι φοιτητής, ρε καριόλη; Της Νομικής είσαι; Σπουδάζεις; Τι σπουδάζεις, ρε καριόλη; Πώς να ρίξουμε την Εθνική κυβέρνηση ...ε; Δεν σας αρέσει η Επανάσταση ...στη Ρωσία είναι καλύτερα παλιοκομμούνια ...Να πάτε εκεί ρε ... να φύγετε από εδώ και να ξεβρομίσει ο τόπος... καθίκια». Τράβηξε τον κουβά και κάθισε πάνω του ανακούρκουδα, δήθεν ότι αφόδευε, ρωτώντας τώρα με αλλιώτικο ύφος. «Καλά, ρε παιδί μου ένα πράμα θέλω να σε ρωτήσω. Ευτυχώς που έπεσες στα χέρια μου δηλαδή, αυτό το πράμα, χρόνια θέλω να μάθω και μόνο εσύ μπορείς να το απαντήσεις... Πώς αντέχετε εκείνη την βρόμα του σφαγείου; Εκείνο το αυλάκι που άδειαζαν μέσα τις πατσές, τα έντερα, όλα τα σκατά ...πω-πω μπόχα, πώς το αντέχετε; Όποτε πήγαινα να δω τον αδελφό μου, έβγαζα τα συκώτια μου. Υπάρχει ακόμα ή το έκλεισαν... Έχω χρόνια να περάσω από κει, τι έγινε; Παιδιά, σας λέω αλήθεια, μιλάμε για μεγάλη μπόχα». Αυτός που του είχε φέρει τον κουβά. «Έλα ρε μαλάκα και συ τώρα... μας ξεθέωσες. Κάντο τάκα-τάκα... Τελείωνε... Θα μας πεθάνεις όλους». Ο Τάσος σηκώθηκε και πλησίασε με τον κουβά. Ο άλλος έχωσε τα χέρια τον και άνοιξε το στόμα του Δημήτρη. Ο Τάσος σήκωσε τον κουβά και του άδειασε τα περιττώματα στο στόμα. «Όχι πες μου, σε παρακαλώ, δεν έχουν γεύση γλυκορριζιώτικο πορτοκαλιού;... ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

151


152

Ν Ι Κ Ο Σ Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ , Κ Ω Σ ΤΑ Σ Τ ΡΑ Χ Α Ν Α Σ

Ε;... Δεν σου μοσχοβολάνε πορτοκάλι; Μην ακούς που λέω πως έφαγα φασολάδα... Πορτοκάλια από το Γλυκόρριζο έφαγα... Το γλυκό είναι φτιαγμένο ειδικά για σένα με γλυκορριζιώτικα ντόλτσα... γιατί... μόνο εσύ μπορείς να τα εκτιμήσεις...». Ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ξεκαρδίστηκαν στα γέλια και οι υπόλοιποι.

Κώστας Κρυστάλλης Ο τραγουδιστής του βουνού και της στάνης του Στ. Καρρά, στο: «Λογοτεχνικά Πορτραίτα» Αθήνα, 1967, σ. 161 Αντικρίζει στην Άρτα τ’ αγαπημένα του βουνά, πάνω στην καλύτερή τους ώρα: την ανοιξιάτικη. Ανθούν τα λουλούδια, η πλάση όλη μοσχοβολά, το τραγούδι των πουλιών είναι αυτόχρημα ύμνος στη ζωή. Μα αυτός, που τόσο είχε τραγουδήσει αυτή την ομορφιά, δεν μπορεί πια να τη χαρεί. Βρίσκεται στο κρεβάτι κατάκοιτος. Ψυχομαχάει. Μέσα στον πυρετό του, αποζητά τον πατέρα του. Εκείνος αργεί να φτάσει από τα Γιάννενα. Και φτάνοντας, δε βρίσκει παρά τον τάφο. Ο ποιητής ξεψύχησε Απριλίου 2 του 1894, Μεγαλοβδόμαδο. Το σημαδιακό αστέρι, που τόσα υποσχόταν στη δημοτική μας ποίηση, έσβησε μέσα στο σκοτάδι της αιώνιας νύχτας μόλις στα εικοσιέξι του χρόνια. Κηδεύτηκε Μεγάλη Παρασκευή, αμέσως μετά τον Επιτάφιο. Και σίγουρα, θα σκυθρώπιασαν κείνη την ώρα ολόγυρα τα ηπειρώτικα βουνά, βλέποντας να κατεβάζουν στον τάφο τον λυράρη τους. Χορό αρχαίας τραγωδίας θα σχημάτισαν μέσα στα φαράγγια τους οι νεράιδες. Και τα πετούμενα, που πλατάγιζαν τα φτερά τους στις πανύψηλες βουνοκορφές, θα ’καμαν το τερέτισμά τους θρήνο σπαρακτικό. «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον πού έδυ σου το κάλλος...». Τρία πουλάκια κάθονταν στης Άρτας το γιοφύρι τόνα κοιτάει την Πράμαντα, τ’ άλλο κατά την Άρτα το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέει: – Γάκη μ’ πού ’ναι τα μπ’λάρια σου, η δόλια η Αράπω; Αράπω πάει στην Κόνιτσα, Ρούσα στη Σαμαρίνα κι ο Γάκης εμπαρκάρησε, πάει στη Θεσσαλονίκη γράφει γράμμα στη μάνα του, γράμμα στην αδελφή του ποτέ να μην καρτερείς μήτε να παντέχεις ούτε Λαμπρή ούτε Απόκριες ούτε το πανηγύρι ’δω που ’ρθα με παντρέψανε... ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Α Ρ ΤΑ Κ Α Ι Η Ε Ν Δ Ο Χ Ω ΡΑ Τ Η Σ Σ Τ Η Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α

Όταν κινάω να ‘ρθω χιόνια και βροχές κι όταν γυρίζω πίσω, ήλιος, ξαστεριά. (Παλιό Πραμαντιώτικο δημοτικό τραγούδι του Γάκη Βούλγαρη)

■ ΠΟΙΗΜΑ ΑΦ’ ΕΑΥΤΟΥ

Απόστολος Δημήτριος Ιωάννης Χρήστος Σεραφείμ Παύλος Μαρία και Ευθυμούλα (εχάθηκαν) Σαββούλα Αριστοτέλης Σωτήριος (εχάθη) Γιαννούλα (εχάθη) Ευθυμία (εκ νέου) Στυλιανός Ελευθέριος Μαρία (εκ νέου) Κάτω από έναν πολύ μεγάλο πλάτανο καθόταν στη Μεγαλόχαρη του νομού Άρτης και ανέφερε το ονόματα των παιδιών που γέννησε η μακαρίτισσα η μάνα του. Για την ακρίβεια έλειπε χρόνια, καθηγητής ειδικευμένος στον Πίνδαρο, στην Santa Barbara της Καλιφόρνιας. ΥΓ.

(Μαρία Σαββάκη από την ποιητική συλλογή Σε χρόνους δύο, Εκδόσεις Μελάνι 2018)

■ Αγώνες του Σουλίου για την πατρίδα (δράμα έμμετρο σε πράξεις πέντε) Ο ΧΟΡΟΣ

Στην Άρτα τ’ άργανα βαρούν, στην Άρτα κάμουν γάμο. Ρηγόπουλο παντρεύονταν, με μια βασιλοπούλα. Όλον τον κόσμο κάλεσαν, τη γη την Οικουμένη Το Δίγιαννο δεν κάλεσαν, ’πο την ανεγνωμιά του, γιατί σκοτώνει τους γαμπρούς και παίρνει τις νυφάδες. Να σου κι’ ο Γιάννος πώρχονταν με τ’ άλογο καβάλα. Φέρνει ζαρκάδια ζωντανά, κι ελάφια σκοτωμένα, ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

153


154

Ν Ι Κ Ο Σ Κ Α ΡΑΤ Ζ Ε Ν Η Σ , Κ Ω Σ ΤΑ Σ Τ ΡΑ Χ Α Ν Α Σ

Και λέει στη μάνα του γαμπρού, στην πεθερά της νύφης: – Παραμεράτε το γαμπρό, να πάρω εγώ τη νύφη! Χρήστος Χρηστοβασίλης, 1901

Άρτα. Η μελαγχολική πόλη της Ηπείρου του Αλέκου Λιδωρίκη Το αυτοκίνητο περνάει τη Φιλιππιάδα κι αρχίζει πέρα στον ορίζοντα να γράφεται πιο έντονη της Άρτας η θωριά... Αριστερά απ’ την όχθη του Αράχθου, που διαμορφώνοντας σχήμα πετάλου την περιβάλει ολόκληρη σχεδόν, υψώνεται η πολιτεία της Άρτας, άλλο «σκαρί» απ’ τα Γιάννενα, άλλη μορφή, μια πολιτεία μουντή, βαριά, περιορισμένη κάπως σ’ έναν μεγάλο δρόμο κεντρικό. Δεν είναι πως δεν έχει θέλγητρο και πως η άμεση εντύπωση της πλήξεως που αισθάνεται όποιος την πρωτοβλέπει βαραίνει τελικά κι αποφασιστικά στη γνώμη του γι’ αυτήν. Μα όσο να ’ναι: κτισμένη έτσι, ακατάστατα, τα σπίτια της πνιγμένα σε σοκάκια που συμβολίζουνε τη δύσκολη ζωή, τον μαρασμό, δεν σε γοητεύει και δεν σου γεννάει αμέσως τον πόθο για να γνωριστείς μαζί της... Όταν όμως περάσουνε οι πρώτες ώρες της ανησυχίας κι αρχίσεις πια ν’ ανακαλύπτεις τι θησαυρούς η ιστορία και η μακρόχρονη παράδοση έχουν αφήσει στα εδάφη της, τότε, πιο σοβαρός, πιο τίμιος παρατηρητής θα δεις πως και στην Άρτα –όπως και σ’ ολόκληρη την Ήπειρο– κάθε γωνιά έχει δική της όχι, μια αρμονία κρυμμένη, που δεν φωτοβολάει, δεν προκαλεί, μα θέλει έρευνα και κόπο για να σου δείξει τι αξίζει... Η ποίηση η δημώδης, σε στίχους... απειλητικούς η ίδια μας προστάζει να είμαστε προσεκτικοί κοιτάζοντας την Άρτα; Η Άρτα ’ναι χρυσός μπαξές (μας λέει το τραγούδι...) κλουβί με πέντ’ αηδόνια και όποιος την κατηγορεί να του κοπούν τα χρόνια!... Μπροστά σε τέτοιο... τρίξιμο δοντιών είναι αδύνατον να προσπεράσεις και να μη στρέψεις ερευνητικά τα μάτια σου παντού, για ν’ αντικρίσουν την αλήθεια. Παραμερίζοντας τους πέπλους της ανίας που δημιουργεί το αποπνικτικό, το απ’ την τουρκοκρατία πρωτόγονο και θλιβερό σχέδιο οικοδομήσεως της πόλεως αυτής, φεύγοντας λίγο από το κέντρο που παρουσιάζει έναν μονότονο ρυθμό, βλέπεις αυτό που ήταν κρυμμένο από την πρόχειρη ματιά, από την εύκολη της πρώτης ώρας κρίση... ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Α Ρ ΤΑ Κ Α Ι Η Ε Ν Δ Ο Χ Ω ΡΑ Τ Η Σ Σ Τ Η Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α

Όταν το μάτι ανεβεί προς τα ψηλότερα, θα βρει για να ξεκουραστείς τον λόφο της Περάνθης, που φυτεμένος, παραδείσιος, απλώνεται πίσω απ’ την πόλη. Μακρύτερα μια άλλη ορεινή νταντέλλα δεσπόζει με τα Τζουμέρκα (τα Αθαμανικά ψηλά βουνά) το Γρίμποβο, την Κιάφα. Και πιο μακριά ακόμα τα όρη του Σουλίου, δεσποτικά, με τη βαριά μεγαλοπρέπειά τους, μόλις διακρίνονται μπλεγμένα μεσ’ τα σύννεφα. Νοτιοδυτικά απ’ την Άρτα γράφεται γαλανή λουρίδα που αστραποβολάει στο μεσημέρωμα του ήλιου: ο κόλπος ο Αμβρακικός κι άλλα βαρύτιμα στολίδια του ορίζοντος κλείνουνε την προοπτική της Άρτας: Τα ακαρνανικά βουνά. Άγριο σύνολο που μόλις τ’ αλαφρώνει από μακριά το κύμα του Αμβρακικού. Μα αυτή είναι και η ομορφιά της Άρτας. Όλη μαζί ένα βαρύ σπάνιο κόσμημα που το συνθέτουν το βουνίσιο περιβάλλον της, η δόξα η παμπάλαια των κειμηλίων του Βυζαντινισμού που σώζονται στα χώματά της και προκαλούν τον θαυμασμό, το γέρικο γεφύρι του Αράχθου με το πλατάνι το γιγάντιο το ποτισμένο από τους θρύλους. Πώς να μην γέρνει η Άρτα με τέτοιους «καταθλιπτικούς» συντρόφους σε μια μελαγχολία αδιάκοπη που φυσικά τη μεταδίδει εκτός απ’ τους κατοίκους της και σ’ όποιον ξένο θα περάσει να την δει; Βέβαια υπάρχουνε κι οι πρόσχαρες εικόνες, διαλείμματα θερμά και φωτεινά όπως η ατέλειωτη σειρά των μυρωμένων πορτοκαλεώνων με τα γλυκά τους χρώματα, όπως της λεμονιάς το ανθοβόλημα που είναι χαρά Θεού να τ’ αντικρίζεις. Όπως είναι χαρά Θεού και η θέα προς το Γρίμποβο, το χαρωπό βουνό που απλώνεται στα πόδια του, κεφαλοχώρι διαλεχτό, η Γραμμενίτσα, γνωστή για τα καπνά της και για τη μελισσοτροφία της. Κι απέναντι η Μονή των Βλαχερνών με το ομώνυμο, λιτό μα γελαστό κάτω απ’ τον ήλιο χωριουδάκι, που τ’ αγκαλιάζουν τούφες ολοπράσινες. Μα δίπλα στη σκηνογραφία αυτήν, που μια στιγμή σου φέρνει το ξεκούρασμα, κυλάει ο Άραχθος γκρίζος και πένθιμος απ’ τα λιωμένα χιόνια που χύθηκαν και μπερδεύτηκαν στα νερά του, κυλάει... μοχθηρός ο Άραχθος γλιστρώντας μέσα απ’ τις καμάρες του στοιχειωμένου γεφυριού...

ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

155


ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ*

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ: Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ ΤΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ ΛΥΡΙΣΜΟΥ 1

H

παρουσία του Κώστα Κρυστάλλη στο Νεοελληνικό λογοτεχνικό πεδίο οδηγεί σε δυο εκτιμήσεις για την τέχνη και τη ζωή. Η πρώτη: Ο Κρυστάλλης είναι απ’ τους λίγους που δημιούργησε ένα τέτοιο έργο (αυτό που παρουσιάζεται εδώ) μέσα σε μια τόσο σύντομη ζωή. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: άνθρωποι που η ζωή τους διαρκεί πολλές δεκαετίες δεν αφήνουν τίποτα σημαντικό πίσω τους. Η δεύτερη: η τέχνη γενικότερα και η λογοτεχνία ειδικά, ΕΙΝΑΙ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΑΔΥΝΑΤΩΝ: Ο Κρυστάλλης διωγμένος απ’ τους Τούρκους ήρθε στην Αθήνα όπου έζησε, ειδικά τον πρώτο καιρό, σε άθλιες συνθήκες. Μέχρι να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη δεν είχε σπίτι, δεν διέθετε χρήματα, ήταν πρόβλημα ακόμη και η εξασφάλιση τροφής. Τα ρούχα του είχαν σχεδόν καταστραφεί, τα παπούτσια του επίσης. (Είχε έρθει πεζός απ’ τα Γιάννενα στην πρωτεύουσα). Η υγεία του επισφαλής2. Και κινούμενος κόντρα σ’ αυτές τις, υψηλού δείκτη δυσχέρειας, συνθήκες, πέτυχε να αναδειχθεί πολίτης «στων ιδεών την πόλη». Μεταφορικά μιλώντας, εξασφάλισε την αθανασία, αυτός ο έσχατος κοινωνικά και οικονομικά των λογίων της Αθήνας. Στο Συρράκο που γεννήθηκε (1868) τελείωσε το Δημοτικό, στο οποίο φοιτούσαν και τα κορίτσια, κάτι όχι σύνηθες τότε στην ελληνική τουρκοκρατούμενη

* Ο Γρηγόρης Μαρτίνης είναι φιλόλογος. 1. Η εργασία αυτή παρουσιάστηκε σε πρώτη μορφή στη Στέγη Ηπειρωτών της Πανηπειρωτικής Ένωσης Νομού Δράμας, στις 19.12.2018 με τίτλο: «Κώστας Κρυστάλλης: ο βάρδος του Ηπειρώτικου λυρισμού». Επειδή όμως η λέξη «βάρδος» παραπέμπει περισσότερο στην ποίηση, μετέτρεψα ελαφρά τον τίτλο: Πρόθεσή μου είναι να αναδείξω και την πεζογραφική πλευρά του Κ. Κρυστάλλη ως ισότιμη με την ποιητική. Το «πρωτόκλητος» από τον Αν. Εμπειρίκο («Του Αιγάγρου»). Το «Ηπειρώτικου Λυρισμού» από τον Β. Κραψίτη («Ηπειρώτες λυρικοί»). 2. Όπως γράφει σε ένα του ποίημα Είμαι ένα πουλί «που απ’ τη ζεστή φωλιά του άγριος χειμώνας τό διωξε και έρημο στα ξένα ζει, με χίλιες καταφρόνεσες». (Ευχετήριον). Την τραγική κατάσταση που αντιμετωπίζει εκθέτει σε επιστολή του στον Τ. Δαμβέργη, στις 252-1891: «Έχασα και χάνω ολονέν το πολυτιμότερον κτήμα μου, την υγείαν. Φθείρομαι εις το σκότος του τυπογραφείου, όπου πλημμυρίζουν τα χνώτα διαφόρων ειδών ασθενείας και το δηλητηριώδες αντιμόνιον. Κατέστρεψα εντελώς τους οφθαλμούς μου...». 156

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Κ Ω Σ Τ Α Σ Κ Ρ Υ Σ Τ Α Λ Λ Η Σ : Ο Π Ρ Ω Τ Ο Κ Λ Η Τ Ο Σ Τ Ο Υ Η Π Ε Ι Ρ Ω Τ Ι Κ Ο Υ ΛΥ Ρ Ι Σ Μ Ο Υ

ύπαιθρο3. Ο πατέρας του δεν ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία, αν και το Συρράκο ήταν βλαχοχώρι· μετακόμισε στα Γιάννενα και γίνεται έμπορος. Τον Κώστα τον έγραψε στην Ζωσιμαία Σχολή, ένα απ’ τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά κέντρα του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού. Εδώ μπορεί ο νεαρός Συρρακιώτης να εκπληρώσει το όραμά του: Διαβάζει λογοτεχνία και αποπειράται να γράψει στίχους. Έτσι το 1886, σε ηλικία 18 ετών, μας δίνει το πρώτο του έργο «ΑΙ ΣΚΙΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ». Στο προλογικό του σημείωμα βάζει ημερομηνία 25 Μαρτίου 1886. Με την αναφορά του αυτή προβάλλει ένα στοιχείο ενδεικτικό του περιεχομένου του ποιήματος: Θα αναφερθεί στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 και γι’ αυτό του δίνει και τον χαρακτηρισμό «ποίημα επικόν»4. Ο ποιητής έρχεται σε επαφή με τον «Κάτω κόσμο» όπου βρίσκονται οι πρόγονοί του, ως πνεύματα (αφού είναι νεκροί). Αυτός είναι ο λόγος που τους δίνεται ο χαρακτηρισμός «σκιαί». Ως motto βάζει τον στίχο του Σοφοκλή (από τον Αίαντα): «χωρώ προς έργον σοί δε αφίεμαι θεά τοιάνδ’ αεί μοι σύμμαχον παριστάναι» (τραβάω στο έργο μου, κι ένα από σένα περιμένω θεά, σύμμαχος πάντα να μου παραστέκεις). Ήταν η επιλογή του απασπάσματος προφητική; Μετά από κάποιο διάστημα ο ομηρικός ήρωας πέφτει νεκρός. Και ο Κρυστάλλης επίσης σύντομα θα χάσει τη ζωή του. Το ότι βάζει αυτόν τον στίχο σημαίνει ότι είχε διαβάσει τον Σοφοκλή. Γνώριζε λοιπόν έργα της ελληνικής κλασικής λογοτεχνίας. Οι στίχοι του ποιήματος είναι οχτασύλλαβοι και εφτασύλλαβοι. Εδώ είναι φανερό ότι ακολουθεί τον Σολωμό, ο οποίος παράλληλα με τον δεκαπεντασύλλαβο των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» κάνει εκτεταμένη χρήση οχτασύλλαβων και εφτασύλλαβων στίχων: ΣΟΛΩΜΟΣ: ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ:

Λευτεριά για λίγο πάψε (8 σύλλαβος) να χτυπάς με το σπαθί (7 σύλλαβος) Μιαν Απριλιάτικη βραδιά (8 σύλλαβος) Μια νύχτ’ αστερωμένη (7 σύλλαβος).

Ο Κρυστάλλης παραθέτει έναν ακόμη αρχαίο στίχο από την Ιλιάδα του Ομήρου: 3. Το σχολείο καθώς και τις εξετάσεις με τις οποίες ολοκληρωνόταν η σχολική χρονιά μάς παρουσιάζει ο Κρυστάλλης στους «Βλάχους της Πίνδου». Σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο Δήμος Β. Τζουμέρκων σε συνεργασία με τον Δήμο Πρέβεζας και τον Σύνδεσμο Συρρακιωτών Πρέβεζας, ο Β. Αυδίκος χαρακτήρισε το απόσπασμα αυτό πεζογραφικό διαμάντι και το θεωρεί λανθάνον διήγημα στο οποίο έδωσε τον τίτλο «Η γάνωσις». 4. Ποίημα με τον ίδιο τίτλο έγραψε και ο Ν. Βρεττάκος, όπως και ένα δεύτερο με τίτλο «Ηλιοβασίλεμα». Πιστεύω ότι η επιλογή των τίτλων προϋποθέτει τα ομότιτλα ποιήματα του Κ. Κρυστάλλη. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

157


158

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ

«Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης». Πάνω στην αντίληψη που συναρτάται με τον στίχο αυτό στηρίζει την απόφασή του να γράψει το ποίημα. Το έργο διακρίνεται σε 3 μέρη που τα ονομάζει «άσματα» (4). Τη σύνθεση αφιερώνει στη νεκρή μητέρα του με ένα προλογικό ποίημα 12 στίχων, 15σύλλαβων. Είναι φανερή η πρόθεσή του να δώσει μια αρμονική εικόνα στο εισαγωγικό αυτό κομμάτι: Έχουμε 3 στροφές· η πρώτη αποτελείται από 6 στίχους, η δεύτερη από 4 και η τρίτη από 2 (6-4-2). Γεωγραφικό πλαίσιο του ποιήματος, μια κορυφή της Πίνδου (του Πίνδου, γράφει ο ποιητής)5, ένα απριλιάτικο βράδυ. Από κει αγναντεύει το τοπίο κάτω και γύρω ώς τα Γιάννενα. Πέφτει η νύχτα. Τα σπίτια της πόλης μακριά, με τα αδύναμα φώτα, μοιάζουν με πυγολαμπίδες. Ένα πλαίσιο ιμπρεσιονιστικό, ρευστό και ασαφές. Ο ποιητής, κουρασμένος απ’ την πορεία που έκανε ώς εδώ και απ’ το «νανούρισμα» που δημιουργεί με τη ροή της μια διπλανή βρύση, βρίσκεται μεταξύ πραγματικότητας και ύπνου. Κάποια στιγμή τα βλέφαρά του κλείνουν. Τότε «αντιλαμβάνεται» ότι μια ακαθόριστη μορφή τον πλησιάζει, μορφή υπαρκτή, αλλά όχι υλική, πρόκειται δηλ. για μια οντότητα – φάντασμα (η λέξη δική του): Τα θολωμένα μάτια μου ...ύπνος τα πλάκωσε βαρύς, Κ’ είδα ένα όνειρο φρικτό. Πως βγήκε απ’ το λαγκάδι Ωχρόλευκο ένα Φάντασμα Το συλλογιούμαι ... φρίσσω! Σηκώνονται αι τρίχες μου, Τα πόδια μου τα δύο, Τρέμουνε, και το αίμα μου Στες φλέβες μου παγώνει. Εδώ ο Κρυστάλλης συναντά τον Ανδρέα Κάλβο6. Κι εκείνος, στην τρίτη ωδή της «Λύρας» με τον τίτλο «Εις θάνατον» ανταμώνει τη νεκρή μητέρα του: 5. Η επιλογή μιας κορυφής, όπου ο ποιητής βρισκόμενος γράφει ή τοποθετεί την υπόθεση του ποιήματος, αποτελεί κοινό τόπο (μοτίβο) της ποίησής του. Ενδεικτικά δες: «Ο Καλόγερος της Κλεισούρας του Μεσολογγιού», «Το νεραϊδόπαιδο», «Τραγούδι του πιστικού», «Το τραγούδι της ξενιτιάς», «Το μαγεμένο μαντήλι», «Τραγούδι κλέφτικο», «Στο Σταυραητό», «Η μονή της Ζίτσας», «Πεντέλη», «Ο αετός τ’ Ασπροπόταμου». 6. Πέρα απ’ την ομοιότητα με την ωδή «εις θάνατον» παραθέτω δυο ακόμη στοιχεία που στηρίζουν την υπόθεσή μου: όπως ο Κάλβος έτσι και ο Κρυστάλλης βάζει ένα προλογικό ποίημα που αφιερώνει στη μητέρα του. Ο Κάλβος κάνει κάτι ανάλογο με το ποίημα «πρόλογος». Στην ωδή «εις Σούλι» ο Κάλβος ονομάζει το Σούλι «Σελλαιίδα». Την ίδια ονομασία χρησιμοποιεί και ο Κρυστάλλης στην αφιέρωση του «Καλόγερου της Κλεισούρας του Μεσολογγιού» στον Μ. Μητσάκη! ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Κ Ω Σ Τ Α Σ Κ Ρ Υ Σ Τ Α Λ Λ Η Σ : Ο Π Ρ Ω Τ Ο Κ Λ Η Τ Ο Σ Τ Ο Υ Η Π Ε Ι Ρ Ω Τ Ι Κ Ο Υ ΛΥ Ρ Ι Σ Μ Ο Υ

Ω παντοδυναμώτατε! Τι είναι; τι παθαίνω, ορθαί εις την κεφαλήν μου στέκονται οι τρίχες!... λείπει η αναπνοή μου... Επυκνώθη λαμβάνει μορφήν ανθρωπινήν. «Τι είσαι ειπέ μου: πλάσμα, φάντασμα του νοός μου τεταραγμένου; Υποστηρίζω ότι ο Κρυστάλλης γνώριζε το ποίημα του Κάλβου και τον ακολούθησε6. Εφτά χρόνια πριν, με δαπάνη του εκδότη Σέργιου Ραφτάνη, κυκλοφόρησαν στην Ζάκυνθο τα ποιήματα του Κάλβου. Όλα τα αντίτυπα πουλήθηκαν. Σίγουρα κάποιο απ’ αυτά κατέληξε στη Ζωσιμαία και ο Κρυστάλλης το διάβασε. Ο Κάλβος παρουσιάζει το περιστατικό ως γεγονός που το βιώνει εν εγρηγόρσει. Ο Κρυστάλλης αποφεύγει το ακατανόητο αυτό ενδεχόμενο, αφού ο ύπνος σφάλισε τα βλέφαρά του. Όταν η μορφή τον πλησιάζει και του μιλάει, τότε αναγνωρίζει ότι είναι η νεκρή μάνα του. Ύστερα από ένα σύντομο διάλογο, εκείνη τραβάει μπροστά κι αυτός ακολουθεί. ΜΕΤΑΚΙΝΟΥΝΤΑΙ όχι μόνο στον χώρο αλλά και στον χρόνο περνώντας σε έναν παράλληλο σύμπαν, σε μια διάσταση μεταφυσική: βρίσκεται στον Κάτω Κόσμο. Βεβαίως αυτή η «ποιητική» κάθοδος θυμίζει τον Δάντη και τη «Θεία κωμωδία», όπου με οδηγό την Βεατρίκη οδηγείται στον παράδεισο. Ο Κρυστάλλης ακολουθεί τη μάνα του. Τα μέρη και των δυο ποιημάτων ονομάζονται «άσματα». Και η πρώτη επικράτεια αυτού του κόσμου είναι ο παράδεισος. Εδώ υπάρχουν άφθαρτοι, πλέον, Έλληνες απ’ αιώνος, όσοι διακρίθηκαν στης «Αρετής τον δρόμον». Ο παράδεισος του Κρυστάλλη αποτελείται από τρία πεδία: στο πρώτο βρίσκονται οι σκηνές του Ομήρου και άλλων αρχαίων λογίων που τραγουδούν τις μελωδίες και τις ωδές τους7. Στο δεύτερο, οι άγιοι με προεξάρχοντα τον Δαϋίδ που ψέλνουν τους ψαλμούς και τους ύμνους του. Στο τρίτο, οι αγωνιστές του 1821: Τ’ ανδρειωμένα τα παιδιά Που στης σκλαβιάς τη μέση 7. Μόνον ένας Γιαννιώτης θα έβαζε στον χριστιανικό παράδεισο αρχαίους Έλληνες: Όλοι μας ξέραμε από μαθητές ότι στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, στη μονή των Φιλανθρωπινών, υπάρχουν δίπλα στις τοιχογραφίες των αγίων και οι μορφές αρχαίων Ελλήνων λογίων. Αυτό το στοιχείο σίγουρα επηρέασε τον Κρυστάλλη. Δεν νομίζω ότι γνώριζε τη θεωρία του σπερματικού λόγου, του Ιουστίνου. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

159


160

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ

Εκάμανε απόφαση. Να ρίξουν το ζυγό τους, Να βρούνε ή τη λευτεριά Ή τονε θάνατό τους [Παράδεισος, 9η στροφή] Όπως ο Κάλβος και ο Σολωμός αναφέρονται στη διαιώνια πληγή του Έθνους, που είναι οι εμφύλιες διαμάχες, έτσι κι αυτός, αφού υμνεί τα επιτεύγματα των επαναστατών, εστιάζει τον ποιητικό του προβολέα στον εμφύλιο που λίγο έλειψε να τα καταστρέψει όλα. Πώς όμως προσεγγίζει το θέμα; Οι αγωνιστές αναγνωρίζουν τα σφάλματά τους, μετανιώνουν, ζητούν και παρέχουν συγχώρεση ο ένας στον άλλο. Ενδεικτική η περίπτωση των Κωλέτη (που ήταν απ’ το Συρράκο) και του Οδ. Ανδρούτσου (που είχε γυναίκα από το κοντινό χωριό, Καλαρρύτες). Αντίθετα, στην Κόλαση, που εκτείνεται πέραν του Παραδείσου, υποφέρουν και βασανίζονται οι Τούρκοι, με πρώτο τον Αλή πασά που «αντιπροσωπεύει» και συμβολίζει όλη των αυθαιρεσία, τη βία και την ύβρη της οθωμανικής κυριαρχίας. Τα μηνύματα που απορρέουν και από το πρώτο μέρος (Παράδεισος) και από το δεύτερο (Κόλαση) είναι εμφανή. Το έργο αυτό δεν είχε βεβαίως πλατιά διάδοση. Το γνώρισαν κάποιοι Έλληνες και ιδίως νέοι. Όμως οι Τούρκοι είχαν μάτια παντού: Εντόπισαν λοιπόν το κείμενο, είδαν ότι μπορούσε να αποτελέσει μέσο επαναστατικό, και αποφάσισαν τη σύλληψη του νεαρού. Εκείνος κατάφερε να αποδράσει. Και ενώ έφτασε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1889, τα τουρκικά δικαστήρια τον καταδίκασαν σε 25 χρόνια εξορία στη Βαγδάτη. Δεν μπορούσε πλέον να γυρίσει στην πατρίδα του. Το 1890 ο Κρυστάλλης θα δημοσιεύσει το δεύτερο ποιητικό του έργο: «Ο Καλόγηρος της Κλεισούρας του Μεσολογγιού». Ως motto βάζει τη «διακήρυξη» του Βαλαωρίτη: «η καρδιά μου θα πάλλει πάντα υπέρ της Ηπείρου». Κεντρικός ήρωας εδώ είναι ο Γιαννιώτης Κώστας Γούναρης. Τον είχε επιστρατεύσει και τον είχε μαζί του ο Ομέρ Βρυώνης ως προσωπικό κυνηγό. Ο Γούναρης κατέφυγε στο Μεσολόγγι και αποκάλυψε το σχέδιο επίθεσης των Τούρκων τα Χριστούγεννα του 1822. Η επιχείρηση απέτυχε και ο Ομέρ Βρυώνης για εκδίκηση σκότωσε τη γυναίκα και τα παιδιά του Γούναρη που ήταν στα Γιάννενα. Τότε εκείνος κατέφυγε στο μοναστήρι της Κλεισούρας όπου έγινε μοναχός. Από δω έζησε και τη δεύτερη πολιορκία της πόλης καθώς και την άλωση. Τώρα, (στον δραματικό χρόνο του ποιήματος) θυμάται όλα εκείνα τα συνταρακτικά γεγονότα. Το ποίημα αποτελείται από 12 μέρη που αριθμούνται από το Α μέχρι το ΙΒ. Έχουμε δηλαδή έναν «δωδεκάλογο». Ο πρώτος στίχος είναι και ο τελευταίος (σχήμα κύκλου): Ω πού με φέρεις, μάγισσα και πλάνα φαντασία. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Κ Ω Σ Τ Α Σ Κ Ρ Υ Σ Τ Α Λ Λ Η Σ : Ο Π Ρ Ω Τ Ο Κ Λ Η Τ Ο Σ Τ Ο Υ Η Π Ε Ι Ρ Ω Τ Ι Κ Ο Υ ΛΥ Ρ Ι Σ Μ Ο Υ

Στο Β μέρος ο Κρυστάλλης επικαλείται τη μούσα κατά τον τρόπο των αρχαίων: Μούσα σ’ εκείνα φέρε με τα τιμημένα χρόνια. Αναπολώντας τη β΄ πολιορκία, η σκέψη του επικεντρώνεται σε ορισμένα σημεία που αποτελούσαν βασικά αιτήματα των πολιορκημένων: τρόφιμα και πυρομαχικά: Ένα δεν έχουν μοναχά, ένα στερεύοντ’ όλοι... Ψωμί, μπαρούτι, βόλι. Είναι ενδιαφέρον ότι το ίδιο αίτημα ακούμε από το ορφανό Ελληνόπουλο στο ομώνυμο ποίημα του Βίκτορα Ουγκώ. Βόλια, μπαρούτι θέλω, να! 8 Θα επιμείνω σε δύο σημεία του ποιήματος: το πρώτο, η περιγραφή του καλόγερου: τ’ αντρειωμένο του κορμί, οι πίκρες το ελύγισαν, οι πόνοι, όχι οι χρόνοι. Οι πόνοι που αυλάκωσαν βαθιά το μέτωπό του... Ξέπλεγη και στους ώμους του η πλεξίδα κυματίζεται κι ανάμεσα από τα κλαριά, φαίνεται στο φεγγάρι, σα να τινάζει γέρικο την χαίτη του λιοντάρι. Το μάτι του χύνει αστραπές (Β, στ. 22-33). Ποιητικός εξπρεσιονισμός! Στο τέλος ο ποιητής δίνει μια υπόσχεση, μια δέσμευση, ένα χρέος που δηλώνει εμφατικά ότι θα υλοποιήσει όταν η πατρίδα –η Ήπειρος– απελευθερωθεί: Όταν εκεί (στα Γιάννενα) η ελευθεριά Την Άνοιξη ξαπλώσει, Θα ’ρθω να σε ξεθάψω εγώ, και τ’ άγια λείψανά σου, Θε να τα πάω στα Γιάννενα, εκείθε να τα θάψω Κι απάνω από το μάρμαρο, στον τάφο σου θα γράψω Μαζί με τ’ όνομά σου Το μέγα σου κατόρθωμα. Κι οι Ηπειρώτες όλοι Ξεχωριστή θα στήνουνε για σε γιορτή και σχόλη... Ο ποιητής δεν έμελλε να υλοποιήσει την υπόσχεσή του. Τον πρόλαβε ο θάνατος... Με τον «Καλόγερο της Κλεισούρας του Μεσολογγιού» ολοκληρώνεται η πρώτη – σύντομη φάση της ποίησης του Κώστα Κρυστάλλη, η επική. 8. Το ποίημα του Ουγκώ είχε μεταφράσει και είχε δημοσιεύσει ο Παλαμάς το 1885. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

161


162

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ

Τα «ΑΓΡΟΤΙΚΑ» (1891) σηματοδοτούν το πέρασμα στη δεύτερη, τη λυρική. Ο τίτλος μάς παραπέμπει σε πληθυσμούς που ασχολούνται με την καλλιέργεια της γης και στηρίζονται στην αγροτική οικονομία. Με βάση αυτό το κριτήριο είναι φυσικό να ξεκινήσουμε την ανάγνωση από δυο ποιήματα που αποτελούν έκφραση αυτού του χώρου: «Το τραγούδι του θερισμού». Εδώ ο ποιητής δεν εστιάζει τον ποιητικό του φακό στην εργασιακή πλευρά. Ο ήρωας του ποιήματος, ο Λάμπης, δεν παρακολουθεί το έργο των γυναικών που θερίζουν. Το βλέμμα του και η σκέψη κατευθύνεται μόνο σε μια απ’ αυτές, την πανέμορφη Πούλια. (Αξιοσημείωτο το εύρημα της αναλογίας των ονομάτων: Λάμπης- Πούλια) Την αγαπάει από καιρό, αλλά ακόμη δεν της το έχει πει. Σχεδιάζει αυτό το βράδυ να την περιμένει στη βρύση όταν θάρθει μετά τη δουλειά. Όμως, ενώ όλες οι γυναίκες είναι εκεί, θα λείπει μια, η Πούλια. Το επόμενο πρωί μαθαίνει ότι η κοπέλα αρραβωνιάστηκε – «Το τραγούδι του θερισμού» είναι ποίημα του ανεκπλήρωτου πόθου και της μεγάλης απώλειας. Την ίδια έκκεντρη διαχείριση του κύριου μεγέθους της σύνθεσης βλέπουμε και στο «Τραγούδι του τρυγητού». Το μοναδικό πρόσωπο του ποιήματος, η Γκόλφω, δεν λέει τίποτα για τρύγο. Απευθύνεται στο αμπέλι και ζητάει να κάνει πολύ καρπό και το κρασί που θα παραχθεί να είναι όχι μόνο πολύ αλλά και άριστης ποιότητας. Ο λόγος είναι ότι θέλει να το κρατήσει για τον αγαπημένο της που βρίσκεται στην ξενιτειά και τον περιμένει. Είναι ενδιαφέρουσα η αναλογία που παρουσιάζουν στη δομή τους τα δυο ποιήματα∙ αποτελούνται από δυο μέρη. Στο «Τραγούδι του θερισμού», στο πρώτο μέρος, ο λόγος ανήκει στον ήρωα του κειμένου, ενώ στο δεύτερο στον ποιητή αφηγητή. Στο «Τραγούδι του τρύγου» η σειρά ανατρέπεται: Ξεκινάμε με τον αφηγητή (στίχοι 1-4) και ακολουθεί η Γκόλφω (στ. 5-15). Με «Το τραγούδι του πιστικού» περνάμε σε μια παράλληλη δραστηριότητα των κατοίκων της υπαίθρου, την κτηνοτροφία. Εδώ, ο Στρατής αποκαλύπτει στον πατέρα του ότι αγαπάει τη Ρήνη του Σταθά. Αν δεν την πάρει, θα πέσει άρρωστος, θα χαθεί. Ο πατέρας τον βεβαιώνει ότι θα μεσολαβήσει και το πρόβλημα θα λυθεί. Η διμερής διάρθρωση υφίσταται κι εδώ. Άρα είναι ένα στοιχείο της ποιητικής του Κρυστάλλη. Ο έρωτας αποτελεί τον κοινό πυρήνα όλων σχεδόν των ποιημάτων των ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ. Άλλοτε ολοκληρώνεται. (Η φλογέρα, Η κατάρα, Το μαγεμένο μαντήλι. Η χιονούρα, Ο γάμος) και άλλοτε όχι (Το τραγούδι, του θερισμού, Η νησιωτοπούλα). Ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει τη συλλογή είναι ο δισυπόστατος κόσμος που περιλαμβάνεται στα ποιήματα: Τα φυσικά μεγέθη απ’ την μια και η φανταστική επικράτεια των ξωτικών, των μαγισσών και των προσωποποιημένων φυσικών μεγεθών από την άλλη. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Κ Ω Σ Τ Α Σ Κ Ρ Υ Σ Τ Α Λ Λ Η Σ : Ο Π Ρ Ω Τ Ο Κ Λ Η Τ Ο Σ Τ Ο Υ Η Π Ε Ι Ρ Ω Τ Ι Κ Ο Υ ΛΥ Ρ Ι Σ Μ Ο Υ

Το 1892 ο Κρυστάλλης κυκλοφορεί τη συλλογή «Ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ». Είκοσι ποιήματα με ένα προλογικό (όπως ακριβώς και στα ΑΓΡΟΤΙΚΑ). Είναι φανερή η πρόθεση του ποιητή να στήνει αναλογίες. Τα κείμενα αυτά βρίσκονται αισθητικά σε ένα ανώτερο επίπεδο από τα ΑΓΡΟΤΙΚΑ, όπως κι εκείνα από τις ΣΚΙΕΣ ΤΟΥ ΑΔΟΥ. Υπάρχει συνεπώς εδώ ένα δείγμα του πώς ένας εργάτης του στίχου κινείται από μια πρώιμη φάση σε μια υψηλότερη και από κει σε μια τρίτη, τείνοντας στην ωριμότητα. Η σύγκριση των δυο συλλογών ασφαλώς δείχνει μια κοινή αφετηρία. Όμως στον «Τραγουδιστή» υπάρχουν και άλλες συνιστώσες που εμπλουτίζουν τη λαϊκή ποιητική τοιχογραφία, όπως: αγροτικές εργασίες (με ένα μόνο ποίημα, Ο τρύγος) κτηνοτροφία (Κούρος-Γέννος-Σκάρος), οικιακή οικονομία (Τραγούδι του αργαλιού – Κέντημα του μαντηλιού), φύση (Ηλιοβασίλεμα), αλλά και δυνάμεις μαγικές που δεν παύουν να υφίστανται δίπλα και πέραν της φύσης. Μια σύντομη προσέγγιση τεσσάρων ποιημάτων πιστοποιεί αυτές τις εκτιμήσεις: «Το Ηλιοβασίλεμα»: Το ποίημα αποτελείται από πέντε ενότητες με σύνδεση και καθόλου φυγόκεντρες τάσεις: α. Η εικόνα του ορίζοντα που κατακλύζεται από τα χρώματα του δύοντος ήλιου και βαθμιαία υποχώρηση της μέρας που συνυφαίνεται ιμπρεσιονιστικά και άκρως γοητευτικά, με φθίνοντες ήχους και κινήσεις (στ. 1-13) β. Η επιστροφή των γεωργών και των γυναικών από το χωράφι και το δάσος (στ. 14-27). γ. Οι βοσκοί με τα κοπάδια που γυρνούνε στα μαντριά (στ. 28-38) δ. Τα πουλιά που σιγά-σιγά μαζεύονται στις φωλιές ή τώρα αρχίζουν το τραγούδι τους (πουλιά της μέρας-της νύχτας/ στ. 39-48). ε. Το καλοτύχισμα των ανθρώπων του χωριού και της υπαίθρου (στ. 49-52).

Αν στο «ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ» έχουμε πλημμύρα χρωμάτων, στον «ΤΡΥΓΟ» η ατμόσφαιρα γεμίζει από ευωδιές των λουλουδιών του δάσους και ειδικά της αγράμπελης. Όταν ανθίζ’ η αγράμπελη κι απλώνει τα κλαδιά της στο σχίνο, στο χαμόδεντρο, στου πεύκου τα κλωνάρια... κι αγέραν, κάμπους και βουνά, την πλάση πέρα ως πέρα γιομίζει από μοσκοβολιά με τον ανασασμό της... ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

163


164

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ

Τότε, όπως οι μέλισσες κινούνται πάνω στα μυρωμένα άνθη της, έτσι και οι κοπέλες του χωριού μπαίνουν στο αμπέλι και μαζεύουν τα σταφύλια. Οι εικόνες και η παρομοίωση έρχονται απ’ τον Όμηρο και το δημοτικό τραγούδι. Το ποίημα έχει ενότητα και εξελίσσεται στο διάστημα μιας μέρας: το χάραμα και η δύση λειτουργούν ως πλαίσια που δεν επιτρέπουν πλαγιώσεις και διαταράξεις. Στα κείμενα που προηγήθηκαν το φως εκλαμβάνεται οπτασιακά, διαστέλλεται το παρόν, η δυναμική του ελάχιστου θριαμβεύει. Στο «ΚΕΝΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΝΤΗΛΙΟΥ» περνάμε από τη φυσική ομορφιά στο πεδίο της (λαϊκής) τέχνης. Μια κοπέλα κεντάει ένα μαντήλι με τον τρόπο ενός γλύπτη-ζωγράφου. Πάνω στο μαντήλι κεντάει τη θάλασσα, τον ουρανό, τ’ αστέρια, τον ήλιο, χωράφια, ένα κοπάδι, μια λίμνη, σκηνές απ’ τη ζωή των γεωργών και βοσκών. Το ενδιαφέρον στο ποίημα είναι ότι το πρότυπο για τον ποιητή είναι η ασπίδα του Αχιλλέα, αυτή που έκανε ο Ήφαιστος ύστερα από παράκληση της μάνας του της Θέτιδας.

Κλείνω την περιδιάβαση στο ποιητικό κόσμο του Κρυστάλλη με τον «ΣΤΑΥΡΑΗΤΟ». Τονίσαμε ότι απ’ την πρώτη στιγμή που βρέθηκε στην Αθήνα ζει σε μια πραγματικότητα αντιστρόφως ανάλογη αυτού του κόσμου. Οραματίζεται τους ανοιχτούς ορίζοντες και βρίσκεται κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους του τυπογραφείου ή του γραφείου των σιδηροδρόμων με το πνιγηρό περιβάλλον. Θέλει να εισπνεύσει τον καθαρό αέρα των βουνών, και τον διαπερνά «το δηλητηριώδες αντιμόνιο». Ενώ τα μέσα και οι δυνάμεις του περιορίζονται, τα προβλήματα πληθαίνουν. Η υγεία του κλονίζεται, θεραπεία δεν υπάρχει και η πραγματικότητα «άνυδρο τοπίο». Θέλει να ξεφύγει, αλλά πώς; Καταφεύγει στον χώρο της φαντασίας, του ονείρου, των συμβόλων. Και ένα τέτοιο σύμβολο που το γνώρισε ως πραγματικό μέγεθος εκεί στα βουνά της πατρίδας αναδεικνύεται ως μέσον να φτάσει στην απόλυτη – την πλήρη ελευθερία και είναι «ο σταυραητός». Το περήφανο πουλί που ουρανοδρομεί έξω από κάθε σύμβαση και ψέμα: Παρακαλώ σε σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο, Και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου Πάρε μ’ απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος. «Ο Σταυραητός» είναι ένας ύμνος της πλήρους ελευθερίας: Της ολιγόχρονης του Ρήγα της εναλλακτικής του θανάτου των αγωνιστών του ’21 της σπαθοκρατούσας του Σολωμού της «λαμπροτάτης κόρης Διός» του Κάλβου ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Κ Ω Σ Τ Α Σ Κ Ρ Υ Σ Τ Α Λ Λ Η Σ : Ο Π Ρ Ω Τ Ο Κ Λ Η Τ Ο Σ Τ Ο Υ Η Π Ε Ι Ρ Ω Τ Ι Κ Ο Υ ΛΥ Ρ Ι Σ Μ Ο Υ

της «θεάς» του Ζαμπέλιου της σαν «φεγγοβόλο άστρο» του Πολέμη της σαν τρικυμίας βοή του Σικελιανού της σαν «ρόδινο νεογνό» του Ελύτη9

Η στιχουργική του Κρυστάλλη είναι ποικίλη. Στα ποιήματά του υπάρχουν στίχοι: Πεντασύλλαβοι δακτυλικοί: Έβγα Φροσύνη. Εξασύλλαβοι δακτυλικοί: Στο παραθύρι σου. Εξασύλλαβοι τροχαϊκοί: Στου πελάου την άκρη Εφτασύλλαβοι τροχαϊκοί: Ναυτοπούλα τριγυρνά Εφτασύλλαβοι ιαμβικοί: Μια νύχτα αστερωμένη. Οχτασύλλαβοι ιαμβικοί: Μιαν Απριλιάτικη βραδιά. Δεκασύλλαβοι ιαμβικοί: Αστέρι μου ωραίο και λαμπρό. Δεκασύλλαβοι αναπαιστικοί. Είναι νύχτα βαθύτατη, εις νέφια. Εντεκασύλλαβοι ιαμβικοί: Γιατί ψηλά κάθε βραδιά που βγαίνεις. Εντεκασύλλαβοι δακτυλικοί: Φεύγα από πάνω μου, τινάξου χάμου. Δωδεκασύλλαβοι ιαμβικοί: Δεν είν’ ούτε από πόνον ούτε από Ξωθιές. Δεκαπεντασύλλαβοι ιαμβικοί: Μούσα σ’ εκείνα φέρε με τα τιμημένα χρόνια. Στα κορφοβούνια, στα κλαριά, και στ’ άγρια στενορρύμια 9. Δεν είναι τυχαίο που ο Κ. Βάρναλης την πρώτη μέρα της Γερμανικής κατοχής στην Αθήνα δημοσίευσε τον «Σταυραητό» στην εφημερίδα «Πρωία» όπου εργαζόταν: (Βάρναλης Κώστας, ο ποιητής του βουνού, Εφημερίδα Πρωία, 29 Απριλίου 1941, σελ. 1) Η πληροφορία από τον Βαγγέλη Αυδίκο. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

165


166

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ

Με τα θεριά μ’ αγρίμια. Δεκαεξασύλλαβοι ιαμβικοί: Τ’ αγέρι που φυσάει γλυκά μες στα ξανθιά μου τα μαλλιά.

Τέλη του 1893 στη ζωή του Κρυστάλλη, που βρίσκεται προς το τέλος της, συμβαίνει ένα ευχάριστο-αναπάντεχο γεγονός που φάνηκε να τον βγάζει απ’ το τέλμα των ανείπωτων δυσχερειών: κέρδισε σε λαχείο 2.500 δρχ. Μια απ’τις πρώτες φροντίδες του ήταν να εκδώσει τα πεζογραφήματά του. Στα διηγήματά του ο Κρυστάλλης αναφέρεται τόσο στη σύγχρονη σ’ αυτόν εποχή και σε εμπειρίες προσωπικές, όσο και σε παλιότερες περιόδους της κοινωνικής και εθνικής ζωής μέσα από μαρτυρίες και αφηγήσεις που άκουσε και τις κατέγραψε: «Το Φυλαχτό μου» αποτελεί τη λογοτεχνική ανασύνθεση της φυγής του από τα Γιάννενα τον Δεκέμβριο του 1888 και της διάσωσής του στην ελεύθερη Ελλάδα. Εκεί, στην Αθήνα, στη βαριά μοναξιά και κοινωνική περιθωριοποίηση, έχει ως φυλαχτό του την εικόνα του νεομάρτυρα Αϊ-Γιώργη του φουστανελά, που μαρτύρησε 50 χρόνια πριν, στα Γιάννενα. Περιγραφή της Ηπειρωτικής υπαίθρου όπου συναντά εκκλησίες και ερείπια μας δίνει στα «Χαλάσματα» και τα «Γραμμεναχώρια». Τα χωριά αυτά εκτείνονται, δυτικά των Ιωαννίνων μέχρι των Ζίτσα. Η λέξη «γραμμένος» στην Ήπειρο σημαίνει ωραίος, πανέμορφος. Το «Ταξίδι στην Αρκαδία» είναι οι εντυπώσεις απ’ το ταξίδι στην περιοχή και η περιγραφή των εικόνων συμπλέκεται με τις ιστορικές αναμνήσεις από την Επανάσταση. Εδώ βρίσκουμε την περιγραφή μιας νέας κοπέλας που είναι ανάλογη με τη δασκάλα στο ομώνυμο διήγημα. Λαογραφικές αποχρώσεις που πλουτίζουν τον πίνακα της Ηπειρωτικής φύσης έχουμε στα διηγήματα: «Ο γάμος της στάνης» με παρουσίαση εθίμων και τραγουδιών που διασώζονται μέχρι σήμερα, αλλά και στα: «Αι απόκρεω εν Ιωαννίνοις», «Η Πρωτομαγιά στα Γιάννενα», «Το Πάσχα στον Πίνδο» και το «Το πανηγύρι της Καστρίτσας». Από την Τουρκοκρατία, παλιότερη και πρόσφατη, αντλεί το υλικό του στα διηγήματα: «Το Σουλιωτόπουλο», «Η κυρά-Νίτσα», «Προπέρσυνα Χριστούγεννα», «Είς προδότης», «Το σημειωματάρι του Γερο- Καλαμένιου», «Β. Γεώργιος – Κίτσιος». Η ζωή και η δράση των κλεφτών παρουσιάζεται με ρεαλισμό που αγγίζει τα όρια του νατουραλισμού στα διηγήματα: «Καπετάν Κωνσταντάρας» και «Τα Χριστούγεννά των κλεφτών». Σκληρές συνθήκες, σκληροί άνθρωποι, που έχουν βρεθεί σε οριακά διλήμματα και επέλεξαν να πολεμήσουν μια αυτοκρατορία – πράξη έξω από κάθε λογική. Αυτή την ανάγκη επιλογής ανάμεσα σε δυο οριακές ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Κ Ω Σ Τ Α Σ Κ Ρ Υ Σ Τ Α Λ Λ Η Σ : Ο Π Ρ Ω Τ Ο Κ Λ Η Τ Ο Σ Τ Ο Υ Η Π Ε Ι Ρ Ω Τ Ι Κ Ο Υ ΛΥ Ρ Ι Σ Μ Ο Υ

καταστάσεις, τη συναντούμε σε άλλα δυο διηγήματα: Ένα Σουλιωτόπουλο, στο ομώνυμο διήγημα, πάει στον μύλο. Στον δρόμο συναντά έναν Τούρκο που με τον αέρα του κατακτητή το μειώνει και το προσβάλλει διαρκώς. Τι πρέπει να κάνει; Να υποστεί τον εξευτελισμό ή να αντιδράσει; Επιλέγει την δεύτερη λύση. Πάνω στον διαπληκτισμό σκοτώνει τον Τούρκο. Τώρα πρέπει να φύγει με την οικογένειά του από το χωριό. Πού θα πάνε; Πώς θα ζήσουν χωρίς περιουσία; Να λοιπόν το οριακό δίλημμα: Συμβιβασμός και αλλοτρίωση ή αντίσταση; – Ανάλογη περίπτωση συναντούμε και στο «Σημειωματάρι του γέρο- Καλαμένου». Ο Θρύλος των Αμαζόνων, όπως επιβιώνει στην Ήπειρο, αξιοποιείται στο «Αργυρώ η μονοβύζα». Όλα τα παραπάνω μας δίνουν μια γενική εικόνα των θεμάτων που συνθέτουν το διηγηματικό ψηφιδωτό του Κρυστάλλη. Με ειδική αναφορά σε τρία διηγήματα θα δούμε και κάποια στοιχεία της πεζογραφικής του τεχνικής: Στο πρώτο διήγημα, «Το Φυλαχτό μου», η υπόθεση ξεκινά χωρίς κάποιο πρόλογο ή εισαγωγική παράγραφο. Μπαίνουμε στο θέμα, ενώ τα γεγονότα βρίσκονται σε εξέλιξη. Ακολουθείται λοιπόν η τεχνική «in medias res». Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζει τεχνικές της πεζογραφίας και δεν ακολουθεί εκείνα που ως μαθητής έμαθε να τηρεί: Κείμενα με πρόλογο, κύριο θέμα, επίλογο. Η «Δασκάλα» είναι διήγημα με έντονο συναισθηματικό και λυρικό περιεχόμενο. Έρχεται στο χωριό μια νέα δασκάλα, και ο αφηγητής πάει να τη φέρει με το μουλάρι του. Το διήγημα μας δίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Υποτίθεται όμως ότι ο πρωταγωνιστής δεν είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, αλλά ένας ξάδερφός του που του αφηγείται το γεγονός. Άρα έχουμε «πλαστοπροσωπία». Σε κάποιο σημείο το μουλάρι, αν και ήρεμο ζώο, αιφνιδιάζεται. Η δασκάλα πέφτει. Τότε ο αφηγητής τρέχει, την πιάνει, τη στήνει στα πόδια της και φέρνει λίγο νερό να τη δροσίσει. Από εκείνη τη στιγμή δεν μπορεί να την βγάλει απ’ το μυαλό του. Όταν μετά από λίγες μέρες τη συνάντησε, την ρώτησε αν πονάει κάπου. Κι εκείνη με συστολή απάντησε: « Τώρα... με πονεί εδώ». Και έδειξε το μέρος της καρδιάς. Άρα, αρχίζει να αναπτύσσεται ένα αμοιβαίο συναίσθημα. Εδώ το διήγημα τελειώνει. Τι συνέβη άραγε αργότερα, ο καθένας μπορεί να κάνει τις δικές του υποθέσεις. Στο κείμενο αυτό λοιπόν έχουμε αφηγηματική ανάπτυξη με ανοιχτό τέλος. Η περιγραφή της δασκάλας είναι εντυπωσιακή και θυμίζει τη νεαρή απ’ το διήγημα, (ταξίδι) στην Αρκαδία»: «Ήταν ως δεκάξι- δεκαεφτά χρόνων, ντροπαλή, λιγομίλητη, σεμνή, ροδοκόκκινη στο πρόσωπο και χαριτωμένη, γιομάτη χυμό και νιότη, με δυο καστανά μάτια γλυκά, με καλοκαμωμένο κορμί, μεστούς κόρφους και θρεμμένα κνημιά...». Θα επισημάνω ένα ακόμη στοιχείο δομής με αναφορά στο πεζογράφημα «Η εικόνα»: Ένας Γιαννιώτης, ο Ζώης ο Αζώηρος, έχει ένα μικρό καφενείο. Επιβιώνει κάνοντας καφέδες. Ένα πρωί, μια ομάδα γειτόνων που πίνουν καφέ εκεί, έχουν ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

167


168

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ

μπροστά τους ένα πίνακα και αναρωτιούνται ποιο πρόσωπο αποτύπωσε ο ζωγράφος στο ξύλο· («εικόνα» λοιπόν είναι ο πίνακας). Τότε ένας απ’ αυτούς βλέποντας τον αφηγητή να περνάει από κει, τον φωνάζει και ζητά να τους λύσει το πρόβλημα. Ως μαθητής της Ζωσιμαίας, είναι σχεδόν δάσκαλος· «Δασκαλόπουλο», τον φωνάζουν άλλωστε. Τότε εκείνος τους αποκαλύπτει ότι πρόκειται για τον ήρωα Σκεντέρμπεη, εκείνον που είχε πολεμήσει τους Τούρκους όπως ο αρχαίος Μέγας Αλέξανδρος τους Πέρσες. Άλωστε την ονομασία Σκεντέρμπενης (μπέης Αλέξανδρος) την έδωσαν οι ίδιοι οι Τούρκοι. Από το διήγημα κρατάμε τη δομή του: διακρίνεται σε δύο μέρη: Στο πρώτο έχουμε μια γενική εικόνα του τόπου και των προσώπων: η ζωή του Ζώη, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες του στο χώρο των επιχειρήσεων, η τωρινή του κατάσταση, οι πελάτες του. Στο δεύτερο, περιγράφεται ένα συγκεκριμένο γεγονός και η απάντηση στο ερώτημα που απασχολεί την ομάδα. Άρα περνάμε από το γενικό στο ειδικό: έχουμε μια διάταξη και ανάπτυξη «παραγωγική».

Ο Κ. Κρυστάλλης, κάνοντας μια αναγωγή στα ανθρώπινα προβλήματα και ερωτήματα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη ευτυχία βρίσκεται στην απλή ζωή, αυτή που εντάσσεται στα ουσιαστικά και υπαρξιακά για τον άνθρωπο πεδία, της γης και της φύσης. Αλλά η ζωή αυτή πρέπει να βρίσκεται σε συνάρτηση με την ελευθερία («εύδαιμον το ελεύθερον»). Αυτός έχασε τον παράδεισο στον οποίο γεννήθηκε γιατί έλειπε η ελευθερία. Για την εξασφάλισή της αγωνίστηκε με τα μόνα όπλα που διέθετε, όλη του τη σκέψη και όλη του την καρδιά: Η σκέψη του ήταν υψηλή, ωσάν τα κυπαρίσσια και μες στη χαρά του ήλιου μεγαλόπρεπ’ αργοπετούσε. Και δεν τον έγνοιαζε αν στο βασίλεμα ζωντανό ο ήλιος τον πετύχαινε. Πάντως θε να τον έβρισκε οπωσδήποτε Αετό Χωρίς δεσμά, κι ελεύθερο για πάντα! 10

10. Οι στίχοι από τα ποιήματα του Εγγονόπουλου: «Ένα οργισμένο ποίημα της κατοχής» και «Περί Κροκοδείλου Κλαδά». ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΛ. ΡΑΠΤΗΣ*

Η Ι. ΜΟΝΗ ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΥΡΟΦΥΛΛΟΥ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ [Β΄ μέρος] † Στη μνήμη του ευεργέτη της Μονής Μιλτιάδη Παπαδόπουλου

Ο ΖΩΓΡΑΦΙΚΟΣ ΔΙΑΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

Γενικά χαρακτηριστικά1

H

πολυκύμαντη ιστορία του μοναστηριού δεν επιτρέπει να έχουμε σαφή εικόνα για τη δραστηριότητα του είδους αυτού, κυρίως σ’ ό,τι αφoρά στο χρόνο ίδρυσης και ακμής της Μονής με κέντρο την εκκλησία της Γεννήσεως του Χριστού-Αγ. Μιλτιάδη. Ούτε είδε, προς το παρόν, το φως της δημοσιότητας, κάποια μαρτυρία για εργαστήριο ζωγραφικής που πιθανόν να λειτούργησε την εποχή αυτή στο μοναστήρι ή στην περιοχή. Αλλά δεν διασώθηκαν και ονόματα καλλιτεχνών. Αν δούμε, όμως τα πράγματα παράλληλα με το χειρόγραφο των Βρυξελλών, δημιουργούνται βάσιμες υποψίες για ένα τοπικό εργαστήριο ζωγραφικής ή και αντιγραφής κωδίκων ίχνη των οποίων δε συναντήσαμε, βέβαια, στην πορεία των ερευνών. Ο χρόνος, οι καιρικές συνθήκες, η αδιαφορία των ανθρώπων «αφαίρεσαν» πολλές μαρτυρίες με αποτέλεσμα να μην είμαστε βέβαιοι γι’ αυτά. Ούτε και τα σπαράγματα της επιγραφής στο ανώφλι της κεντρικής εισόδου της εκκλησίας μάς διαφωτίζουν όσο θα έπρεπε προς την κατεύθυνση αυτή. Εκεί διαβάζουμε μόνον:

* Ο Δημήτριος Ελ. Ράπτης είναι λέκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. 1. Στην παρούσα εργασία δεν γίνεται καμιά συστηματική παρουσίαση (περιγραφή, ανάλυση, συμπεράσματα) των αγιογραφιών του μοναστηριού. Kάτι τέτοιο θα ήταν πέρα από τους στόχους της σύντομης αυτής δημοσίευσης, καθώς αυτά τα θέματα δεν εξαντλούνται σ’ ένα τόσο ευσύνοπτο πόνημα. Άλλωστε, είναι αναγκαία μια τέτοια μελέτη του χώρου από ειδικότερους (ιστορικοί και αρχαιολόγοι), για να αποδοθούν και με τον δέοντα τρόπο τα πράγματα. Kατά συνέπεια στην εργασία αυτή περιοριζόμαστε σε μια απλή καταγραφή με την αναγκαία κατά περίπτωση περιγραφή και ερμηνεία για την ευκολότερη ανάγνωση. Mόνον που πρέπει να επισημάνουμε για μια ακόμα φορά ότι η καταστροφή βαθαίνει ολοένα και περισσότερο και θα είναι, ενδεχομένως, ανεπανόρθωτη η ζημιά που θα προκληθεί, κυρίως τώρα στην εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, όπως ακριβώς έγινε με την τελευταία πρωτοβουλία που στερεώθηκαν και συντηρήθηκαν οι αγιογραφίες των δυο άλλων εκκλησιών και έτσι απεφεύχθη η ολοκληρωτική καταστροφή. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

169


170

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Ε Λ . ΡΑ Π Τ Η Σ

“... του δούλου του θεού Γαβριήλ, μοναχού... ” Σήμερα, όταν μιλάμε για ζωγραφικό διάκοσμο της Μονής, εννοούμε τις τοιχογραφίες του καθολικού του Αγ. Γεωργίου, της εκκλησίας της Γεννήσεως του Χριστού-Αγ. Μιλτιάδη και των Ταξιαρχών, που ανήκουν σε τρεις διαφορετικές χρονικά περιόδους2. Το εσωτερικό του καθολικού του Αγ. Γεωργίου είναι στο σύνολό του κατάγραφο από τους Σαμαρινιώτες ζωγράφους Αθανάσιο και Γεώργιο, ο κυρίως ναός αγιογραφημένος από το 1869 μ. Χ. και από το 1870 ο νάρθηκάς του. Ο ζωγραφικός διάκοσμος σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση, αν εξαιρέσουμε τη βορινή πλευρά, όπου η υγρασία κατέστρεψε, ευτυχώς ελάχιστα προς το παρόν, τη φρεσκάδα του χρώματος. Οι τοιχογραφίες απλώνονται ολόγυρα σε ζώνες και ξεχωρίζουν μεταξύ τους με ένα διαχωριστικό, κόκκινο συνήθως, πλαίσιο το οποίο και περιβάλλει την καθεμιά. Οι ζωγράφοι βασισμένοι πιο πολύ στη σκέψη του καιρού τους και στη λαϊκή παράδοση φιλοτέχνησαν μορφές που βρίσκονται τεχνοτροπικά πολύ μακριά από τις τοιχογραφίες των δύο άλλων εκκλησιών, της Γεννήσεως του Χριστού-Αγ. Μιλτιάδη και των Ταξιαρχών. Μόνον η διάταξη των θεμάτων φαίνεται να χρησίμευσε ως βάση, αν και είναι γνωστό ότι οι αγιογράφοι ακολουθούν σε γενικές γραμμές ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα χωροθέτησης των θεμάτων. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι το γήινο στοιχείο. Οι σκηνές εκτυλίσσονται άλλοτε μπροστά σε κτίρια, άλλοτε σε τείχη πόλεων, άλλοτε σε σπίτια και άλλοτε σε απόκρημνα μέρη Ο χρωστήρας των αγιογράφων προσπάθησε να δώσει και την τρίτη διάσταση, του

2. Αν και δεν διαθέτουμε στοιχεία για τη δεύτερη φάση της πορείας του μοναστηριού-πολύ δε περισσότερο και για την πρώτη-, ωστόσο για τους μετέπειτα αιώνες είναι αξιόλογη η δραστηριότητα των τοπικών εργαστηρίων (Xιονάδες, Σαμαρίνα, Kαπέσοβο, Φορτόσι κ.τ.λ.) η εμβέλεια των οποίων δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί επακριβώς. Σίγουρα, όμως, ακολουθώντας τους δρόμους με τα εμπορικά καραβάνια, τα χειμαδιά των κτηνοτρόφων, το μεταναστευτικό πρόγραμμα των μαστόρων, θα μπορέσουμε να καταγράψουμε και την πορεία, τους τόπους, τις εκκλησίες, την τεχνοτροπία και γενικά θέματα που αφορούν στη λαϊκή αγιογραφία. Kέντρο της δραστηριότητας των Σαμαριναίων αγιογράφων είναι η Σαμαρίνα και, μάλιστα, το μοναστήρι της Aγ. Παρασκευής και η λειτουργία του εργαστηρίου τοποθετείται στις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αι. (βλ. K. Mακρής, Oι Zωγράφοι της Σαμαρίνας, εκδ. Tελλόγλειο Ίδρυμα Θεσσαλονίκης (AΠΘ), Θεσσαλονίκη 1991), σσ. 47 κ.έ.). Για τους Xιονιαδίτες αγιογράφους βλ. επίσης K. Mακρής, Xιονιαδίτες ζωγράφοι. 65 λαϊκοί ζωγράφοι από το χωριό Xιονάδες της Hπείρου, εκδ. Mέλισσα, Aθήνα 1981, M. Bρέλλη-Zάχου, «O Xιοναδίτης λαϊκός αγιογράφος Πολύκαρπος Aν. Zωγράφος (1874-1953)» στο H επαρχία Kόνιτσας στο Χώρο και το Χρόνο, Kόνιτσα 1996, σσ. 395-421. Για μια γενικότερη επισκόπηση σε θέματα λαϊκής ζωγραφικής στον ορεινό όγκο της Πίνδου βλ. Aθ. Ζ. Bαρσαμίδης, Συμβολή στη μελέτη της λαϊκής ζωγραφικής-λαϊκής αγιογραφίας (Δυτικής Μακεδονίας -Ηπείρου-Θεσσαλίας) 18ου -19ου αιώνα και “Ερμηνεία των αγίων εικόνων της ζωγραφικής τέχνης και ιστορίας απάσης της αγίας καθολικής κα αποστολικής ημών εκκλησίας του λαϊκού ζωγράφου Παγώνη, εκδ. οίκος Κ. και Μ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2017). ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Ι . Μ Ο Ν Η Α Γ. Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Υ Μ Υ Ρ Ο Φ ΥΛ Λ Ο Υ Τ Ρ Ι Κ Α Λ Ω Ν Σ Τ Ο Χ Ω Ρ Ο Κ Α Ι Σ Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ο

βάθους, και να ξεφύγει έτσι η ιστόρηση από την επίπεδη επιφάνεια. Η πτυχολογία των ρούχων είναι σύνθετη και πολύτροπη. Το ρούχο δε φαίνεται να καλύπτει μόνον τα σώματα των ανθρώπων, αλλά βοηθάει στη στάση και δράση των προσώπων. Η διακόσμησή τους είναι απλή και περιoρίζεται στους ποδόγυρους, στα μανίκια και την τραχηλιά. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε και την παρουσία της κοσμικής ζωγραφικής, ιδιαίτερα στον κυρίως ναό του καθολικού και το νάρθηκα. Διάφορα κενά, διαχωριστικές λωρίδες, εσοχές και αβαθείς επιφάνειες ο ζωγράφος προτιμά να τα καλύπτει με γεωμετρικά σχήματα, λουλούδια τοποθετημένα σε ανθοδοχεία ή ελεύθερα, δέντρα (αγαπητό θέμα είναι το κυπαρίσσι) και άλλες παρόμοιες διακοσμητικές συνθέσεις. Η παρουσία της λαϊκής σκέψης είναι ιδιαίτερα έντονη στο νάρθηκα, καθώς και στα θέματα και τη διάταξή τους αποτυπώνεται η αντίληψη των ανθρώπων της εποχής. Ζητήματα τιμωρίας και δικαίωσης των Χριστιανών (τους απασχολεί το ζήτημα της κλεψιάς· ο μυλωνάς, ο γιδάρης, ο μπακάλης), ζητήματα έντιμης και χριστιανικής ζωής ή αντίθετα κακής βρίσκονται αποτυπωμένα στο χώρο αυτό. Ο πιστός διδάσκεται από όλα αυτά, για να αγωνιστεί σ’ αυτή τη ζωή για την αγιότητα έχοντας υπόψη του και τη μεταθανάτια δικαίωση στον Παράδεισο, ενώ αντίστοιχα ο κακός θα έχει ως ανταμοιβή την Κόλαση. Για όλα αυτά, λοιπόν, ο άνθρωπος πρέπει να προετοιμάζεται ανελλιπώς και να μην αγωνιά, γιατί ο Θεός που ‘ναι ψηλά, βλέπει και θα απονείμει τη δικαιοσύνη. Αλλά πέρα από όλα αυτά υπάρχουν και τοιχογραφίες, όπου ο ζωγράφος θέλησε να παρουσιάσει και ζητήματα δημιουργίας του κόσμου, βιοθεωρίας κ. τ. λ. Σημειώνουμε, για παράδειγμα, τη ζωή των πρωτοπλάστων στον Παράδεισο και την εκδίωξή τους απ’ αυτόν, τον χρονικό κύκλο της ζωής του ανθρώπου από τη γέννηση ως το θάνατό του κ. ά. Για το χρόνο αγιογράφησης της εκκλησίας της Γεννήσεως του Χριστού και του Αγ. Μιλτιάδη δεν γνωρίζουμε σχετικά τίποτε. Ούτε προκύπτει από τα σωζόμενα στη Μονή στοιχεία. Η επιγραφή που θα μπορούσε να μας δώσει κάποιες πληροφορίες δεν σώζεται. Ούτε η καλυμμένη κατά το μεγαλύτερο μέρος της από το επιπρόσθετο τμήμα του τοίχου και από την ανατολική πλευρά του παρεκκλησίου των Ταξιαρχών εικόνα της Γεννήσεως του Χριστού που σώθηκε, ευτυχώς, σε καλή κατάσταση και βρίσκεται σε αβαθή εσοχή πάνω από την είσοδο της εκκλησίας, μπορεί να μας δώσει κάποια πληροφορία. Μπορεί, όμως, η καταστροφή του σημείου αυτού να μας στερεί από μια σημαντική πληροφορία για το αρχαιότερο κτίσμα της Μονής (στη δεύτερη φάση της πορείας της ήταν και το καθολικό της), ωστόσο υποθέτουμε3 ότι η αγιογράφηση

3. H άποψή μας είναι ότι πρόκειται για αγιογράφους πιθανόν από τα Άγραφα, όπου άκμαζαν οι Τέχνες και τα Γράμματα. H σχέση, άλλωστε, του μοναστηριού, όπως προκύπτει από το χειρόγραφο των ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

171


172

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Ε Λ . ΡΑ Π Τ Η Σ

αυτή έλαβε χώρα γύρω στα μέσα του 17ου αι. Οι λεπτοκαμωμένες μορφές, τα εξαϋλωμένα πρόσωπα, τα χρώματα, η πτυχολογία των ρούχων μάς οδηγούν σ’ αυτή την εποχή (άλλωστε, η εκκλησία χτίστηκε στο πρώτο τέταρτο του 17ου αι. και η αγιογράφησή της μπορεί να έχει σχέση με την αγιογραφική δραστηριότητα ψηλά στα Άγραφα. H σύνθεση μορφών είναι αυστηρή και λιτή και τα πρόσωπα διακρίνονται για την ευγένεια και τη γλυκύτητά τους4. Σε καλύτερη, ευτυχώς, κατάσταση βρίσκονται οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου των Ταξιαρχών για τις οποίες γνωρίζουμε ότι έγιναν το 1738 μ. Χ. Ο μικρός αυτός χώρος προορισμένος για τις λατρευτικές ανάγκες των μοναχών, αφού βρίσκεται πολύ κοντά και στο ίδιο επίπεδο με το χώρο διαμονής τους, είναι κατάγραφος και απ’ ό, τι φαίνεται ο ζωγράφος ήταν και καλός ορθογράφος. Δεν ξέρουμε, βέβαια, ποιος ήταν, για να μπορούμε να τον συνδέσουμε με την ανάπτυξη που είχε η Μονή και κατά τα προηγούμενα χρόνια.

Η εκκλησία της Γεννήσεως του Χριστού και του Αγ. Μιλτιάδη Kαθώς μπαίνουμε στο καθολικό της Παναγίας, στα δεξιά μας υπάρχουν ολόσωμοι Άγιοι, ο Xριστόφορος και ο Aρχάγγελος Mιχαήλ και στα αριστερά ο Aρχάγγελος Γαβριήλ και οι Άγιοι Kων/νος και Eλένη μαζί με άλλη δυσδιάγνωστη αγία. Στη δεύτερη σειρά και σε στηθάρια εικονίζονται οι άγιοι Kοσμάς, Iωάννης ο Δαμασκηνός, Θεόδωρος ο Στουδίτης, Aρσένιος, δυσδιάγνωστος άγιος, Iωάννης ο Kαλυβίτης, δυσδιάγνωστος, Aκάκιος, Iωακείμ και Άννα. Στην ίδια πλευρά και πιο πάνω εικονίζεται η Kοίμηση της Θεοτόκου και πιο πάνω ακόμα ο Mυστικός Δείπνος μαζί με τη Σταύρωση του Kυρίου. Στο νότιο τμήμα της Eκκλησίας, στην πρώτη και στη δεύτερη σειρά, οι αγιογραφίες έχουν καταστραφεί. Πιο πάνω στη δυτική καμάρα διακρίνουμε τη Bαϊφόρο, την Έγερση του Λαζάρου, τον Eυαγγελισμό και τα Eισόδια της Θεοτόκου. Προχωρώντας στην ίδια πλευρά και προς τα βόρεια συναντούμε τα θαύματα του Xριστού. Bρυξελλών, με τη Σχολή των Bραγκιανών, ίσως του Kαρπενησίου και γενικότερα με όλους εκείνους τους λογίους που δραστηριοποιήθηκαν στην παραπάνω περιοχή κατά τους 15ο-18ο αι., αφήνει την εντύπωση και μιας τέτοιας σχέσης στον καλλιτεχνικό χώρο. Bεβαίως, και η τεχνοτροπία δεν αφήνει πολλά περιθώρια, ώστε να απομακρυνθούμε από την παραπάνω περιοχή. Πρέπει, όμως, στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ακόμη ότι οι παλαιότεροι βυζαντινοί αγιογράφοι από ταπεινοφροσύνη δεν υπέγραφαν τα έργα τους. H συνήθεια, να υπογράφουν, άρχισε από τα τέλη του 13ου αι., και από τον 18ο και μετά προσθέτουν και το «διά χειρός» (βλ. Aθ. Bαρσαμίδης, Συμβολή στη μελέτη της λαϊκής ζωγραφικής – λαϊκής αγιογραφίας..., ό.π., σσ. 66-67). 4. Ως τώρα ο χρόνος, ο μεγαλύτερος εχθρός, έχει καταστρέψει σε μεγάλο βαθμό το ζωγραφικό πλούτο της εκκλησίας. Ο επισκέπτης μέχρι πρότινος αντίκριζε ξεθωριασμένες μορφές, καταστραμμένες ή ημικαταστραμμένες επιφάνειες, εικόνα που με την τελευταία στερέωση και συντήρηση άλλαξε. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Ι . Μ Ο Ν Η Α Γ. Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Υ Μ Υ Ρ Ο Φ ΥΛ Λ Ο Υ Τ Ρ Ι Κ Α Λ Ω Ν Σ Τ Ο Χ Ω Ρ Ο Κ Α Ι Σ Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ο

Διακρίνεται μόνον η θεραπεία του Παραλύτου. Kατεβαίνοντας συναντάμε την Aποκαθήλωση και τον Eνταφιασμό. Tα στηθάρια πιο κάτω είναι καταστραμμένα και παρακάτω βρίσκουμε ολόσωμους τους αγίους Σέργιο, Bάκχο, Mερκούριο και, ακριβώς, δίπλα έναν άγιο με δυσδιάκριτη επιγραφή. Στην κόγχη της βορινής πλευράς συναντούμε την Aνάσταση, σε στηθάρια τους αγίους Aφθόνιο και Aρέθα και ολόσωμους τους αγίους Iάκωβο τον Πέρση, Mηνά, Θεόδωρο το στρατηλάτη και Θεόδωρο Tήρωνα. Στη νότια κόγχη εικονίζεται η Mεταμόρφωση και πιο κάτω σε στηθάρια οι άγιοι Γυμνάσιος, Nαζάριος, Γερβάσιος, Προτάσιος και δυο δυσδιάγνωστοι άγιοι. Πιο κάτω οι Aνάργυροι Kοσμάς και Δαμιανός, οι άγιοι Παντελεήμονας και Aντώνιος. Στο θόλο της εκκλησίας εικονίζεται ο Παντοκράτορας5 και στα τέσσερα λοφία οι Eυαγγελιστές. Στη βόρεια πλευρά και μετά την κόγχη συνεχίζουν οι στρατιωτικοί άγιοι Προκόπιος, Δημήτριος, πιο μέσα στο Iερό το Όραμα του Aγίου Πέτρου. Tα στηθάρια στο σημείο αυτό είναι καταστραμμένα. Στην καμάρα συναντάμε τον Eνταφιασμό, την Aνάσταση, τον Iησού και τη Σαμαρείτιδα. Συνεχίζοντας στο νότιο μέρος της καμάρας βρίσκουμε τη Φιλοξενία του Aβραάμ, τη Γέννηση, την Yπαπαντή και τη Bάπτιση, σκηνές από τη ζωή του Aγίου Δημητρίου και πιο κάτω ολόσωμο τον Iγνάτιο το Θεοφόρο. Στην ανατολική πλευρά πάνω από την κόγχη του Aγίου Bήματος βρίσκεται η Aνάληψη και δίπλα η Πεντηκοστή. Στην κόγχη της Πρόθεσης ο Mέγας Aρχιερεύς καταστραμμένος, δίπλα του ο Στέφανος, ο πρωτομάρτυρας, στην κόγχη του Διακονικού οι διάκονοι Λαυρέντιος και Pωμανός και δίπλα ο άγιος Σπυρίδων. Στην κόγχη του Aγίου Bήματος εικονίζεται η Πλατυτέρα των Ουρανών με ανοιχτές τις αγκάλες να κρατεί το Χριστό νεανία με το Ευαγγέλιο στα χέρια και να ευλογεί και χαμηλότερα παριστάνονται οι συλλειτουργούντες Iεράρχες Aχίλλειος ο Λαρίσης, Γρηγόριος, Bασίλειος και Kύριλλος. Στο νότιο τμήμα του Iερού Bήματος και μέρους του κυρίως ναού βρίσκομε τη Σύναξη των Aσωμάτων, καταστραμμένα στηθάρια και άλλους δυσδιάγνωστους Aγίους6.

5. Aρχικά και λόγω της απόστασης η εικόνα του Παντοκράτορα φαινόταν πως είχε κλειστά μάτια. H άποψη αυτή ερμηνεύτηκε προς στιγμήν ως αποστροφή του Xριστού από την πιθανολογούμενη καταστροφή του μοναστηριού η οποία, φυσικά, προηγήθηκε. Όμως, μια προσεκτικότερη εξέταση, ιδιαίτερα κατά το χρόνο της συντήρησης των αγιογραφιών, έδειξε πως αυτό οφείλεται στην πολυκαιρία και προπάντων την υγρασία. 6. H καταγραφή των εικόνων στο σημείο αυτό δεν κάλυψε όλον το χώρο, γιατί σε πολλά σημεία, όπως σημειώσαμε, οι αγιογραφίες είναι καταστραμμένες, άλλες σώζονται ελάχιστα και άλλες είναι ξεθωριασμένες με δυσδιάκριτες μορφές και δυσανάγνωστες γραφές. Έτσι, δεν ήταν δυνατόν να γίνει μία πλήρης καταγραφή, όπως ενδεχομένως έγινε στο ζωγραφικό διάκοσμο του Καθολικού, της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου, γιατί η υγρασία έχει καταστρέψει σημαντικά τμήματα, τα χρώματα ξεθώριασαν εντελώς και τα γράμματα έχουν σβηστεί ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

173


174

Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό πρέπει να σημειώσουμε και για τη διακόσμηση του χώρου στη χαμηλέτερη ζώνη των τοίχων πίσω, ακριβώς, από τα στασίδια η οποία ως φαίνεται καλύφθηκε, όταν προστέθηκαν στην πορεία αυτά. Όταν τα τελευταία αφαιρέθηκαν, για να πραγματοποιηθεί η συντήρηση και στερέωση των αγιογραφιών αποκαλύφθηκε σωζόμενος σε λίγα σημεία και ο διάκοσμος του τμήματος αυτού αποτελούμενος από γραμμικά σχέδια, λουλούδια κτλ. Εξ αυτού συμπεραίνουμε ότι αρχικά δεν υπήρχαν τα στασίδια στην εκκλησία αυτή και προστέθηκαν αργότερα, ενδεχομένως με το χτίσιμο της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου.

Oι αγιογραφίες του Aγίου Γεωργίου Ο Κ Υ Ρ Ι Ω Σ Ν ΑΟΣ . Tο εσωτερικό του ναού του Aγίου Γεωργίου, όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, είναι στο σύνολό του αγιογραφημένο από τους Σαμαρινιώτες αγιογράφους Aθανάσιο και Γεώργιο κατά το 1869 μ.X. Πάνω από τη θολωτή, σχετικά μικρή, είσοδο και στο εσωτερικό μέρος σώζεται ακέραια η επιγραφή από την οποία μαθαίνουμε τη χρονολογία της αγιογράφησης του ναού, τα ονόματα των αγιογράφων καθώς και αυτών που είχαν την πρωτοβουλία και τη φροντίδα. Tο σχήμα της επιγραφής ακολουθεί το θολωτό της εισόδου και βρίσκεται μέσα σε στενόμακρο κόκκινο πλαίσιο. Eκεί, λοιπόν, διαβάζουμε:

«Iστορήθη ο περικαλλής και πάνσεπτος ούτος θείος ναός του αγίου ενδόξου/ μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του τροπαιοφόρου Aρχιερατεύοντος του Πανιερωτάτου/ Aγίου Mελετίου Σταγών και επιτροπευόντων Kυρίου ηγούμενος Παΐσιος ιερομονάχου/ εις μνημόσινον αυτών ευλογούμενον και μακαριζούμενον δια χειρός των/ ελαχίστων δούλον του Θεού αθανασίου και γεωργίου των εκ της/ κωμοπόλεως σαμαρήνης εν έτει: 1869: Oκτωβρίου 20: έλαβε τέρμα». Σύμφωνα, λοιπόν, με την παραπάνω επιγραφή η ιστόρηση του Καθολικού έγινε το 1869, ηγούμενος τότε της Μονής ήταν ο π. Παΐσιος, στις μέρες του οποίου φαίνεται πως το μοναστήρι γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και ζωγράφοι ήταν οι Σαμαρινιώτες Αθανάσιος και Γεώργιος, γνωστοί και από άλλα έργα στην ευρύτερη περιοχή. Στον τρούλο του Καθολικού εικονίζεται ο Παντοκράτορας να κρατεί με το αριστερό του χέρι την υδρόγειο και με το δεξί του να ευλογεί μέσα σε ένα πολύχρωμο ουράνιο τόξο. Περιστοιχίζεται από τους δώδεκα Προφήτες σε στηθάρια: Σολομών, Δαβίδ, Μωυσής, Ααρών, Ησαΐας, Γεδεών, Ζαχαρίας, Δανιήλ. Ηλίας, Ελισσαίος, Ωσιαί, Ιερεμίας και ολόγυρά τους η κυκλική επιγραφή: «επίβλεψον εξ Ουρανού και ίδε και επίσκεψαι την άμπελον ταύτην και κατάρτισαι αυτήν ην εφύτευσεν η δεξιά σου. Ίδετε, ίδετε ότι εγώ ειμί και ουκ εστί Θεός πλην εμού εγώ εποίησα». ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


175

Στα λοφία του τρούλου οι τέσσερις Ευαγγελιστές. Οι τοιχογραφίες του Καθολικού απλώνονται ολόγυρα σε ζώνες και ο ζωγράφος τους εκμεταλλευόμενος το χώρο που είχε στη διάθεσή του κάλυψε με το χρωστήρα του και την παραμικρότερη επιφάνεια. Έτσι, στη νότια πλευρά στην πρώτη ζώνη, τη χαμηλότερη, που είναι τα κενά ανάμεσα στα στασίδια, ο ζωγράφος τα κάλυψε με λουλούδια, δέντρα και γεωμετρικά σχήματα. Στη δεύτερη, πάνω από τα στασίδια, εικονίζει από τα ανατολικά προς τα δυτικά τη Γέννηση του Χριστού, τους αγίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο, τον άγιο Νικόλαο, τον άγιο Σπυρίδωνα, τον άγιο Βησσαρίωνα Λαρίσης, στο Δεσποτικό θρόνο τον Μέγα Αρχιερέα, ύστερα τον άγιο Παντελεήμονα, τους αγίους Αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό, τον άγιο Τρύφωνα, το Μέγα Αντώνιο, τον άγιο Ευθύμιο, τον άγιο Σάββα, το Θεοδόσιο τον Κοινοβιάρχη και τον άγιο Αθανάσιο τον εν Άθω. Στην τρίτη σειρά σε στηθάρια εικονίζονται οι τρεις παίδες Ανανίας, Ζαχαρίας, Μιχαήλ μέσα σε φυτικό διάκoσμo αμπέλου, ακολουθούν κατόπιν οι άγιoι Μάμμας, Σεβαστιανός, το μαρτύριο των σαράντα μαρτύρων. Η σειρά των τοιχογραφιών διακόπτεται από δύο παράθυρα: στο πρώτο εικονίζεται ο άγιος Ευστράτιος και ο άγιος Ανδρέας ο Στρατηλάτης και στο δεύτερο οι άγιοι Θεόδουλος και Αυξέντιος. Ύστερα από αυτές εικονίζεται ο «Αναπεσών εκοιμήθη ως λέων» και ο άγιος Νεόφυτος. Στην τέταρτη σειρά παριστάνονται ο προφήτης Ησαΐας να πριονίζεται ανεστραμμένος. Δίπλα του ο άγιος Μάρκος, ο άγιος Ευστάθιος, ο άγιος Θεόδωρος, ο άγιος Παντελεήμονας και ο άγιος Πέτρος. Στο νότιο τύμπανο τοποθετούνται η Μεταμόρφωση του Χριστού με την έγερση του Λαζάρου και, ακριβώς, από κάτω εικόνες από τους 24 οίκους της Παναγίας. Στο παράθυρο του χορού των ψαλτών εικονίζονται ο άγιος Πολύκαρπος με έναν ακόμη δυσανάγνωστο άγιο. Στη διπλανή κόγχη παριστάνονται οι άγιοι Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, Γρηγόριος Ακραγαντίνων και ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων. Στο βορινό τοίχο του Καθολικού οι αγιογραφίες απλώνονται σε τέσσερις επίσης ζώνες. Στην πρώτη και χαμηλότερη ζώνη ο ζωγράφος τοποθέτησε και δω ανεικονικές παραστάσεις. Κυρίως λουλούδια στα κενά των στασιδίων και στο τέλος, κοντά στην αριστερή είσοδο του Ι. Βήματος ζωγράφισε τον άγιο Χαράλαμπο. Στη δεύτερη σειρά, πάνω από τα στασίδια, παριστάνονται ολόσωμοι άγιοι. Από τα δυτικά προς τα ανατολικά τοποθετούνται: ο Άγιος Ζωσιμάς με επιτραχήλι και το Άγιον Ποτήρι να μεταλαμβάνει την οσία Μαρία την Αιγυπτία, η αγία Μαρίνα κρατώντας με το αριστερό χέρι της το διάβολο έτοιμη να τον μαστιγώσει, η αγία Αικατερίνη, ο άγιος Κοσμάς (πατρο-Κοσμάς), η σύλληψη της αγίας Άννας, ο άγιος Φίλιππος, ο Άγιος Ανδρέας ο πρωτόκλητος, ο άγιος Ευστάθιος, Μερκούριος, Χριστόφορος, Μηνάς, Προκόπιος, Θεόδωρος ο στρατηλάτης, Θεόδωρος ο Τύρων, ο προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης, ο άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019


176

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Ε Λ . ΡΑ Π Τ Η Σ

Στην τρίτη σειρά παριστάνονται σε στηθάρια οι άγιοι: Κάλιστρος, Γούριας. Σαμωνάς, Αρέθας, Μηνάς, Ερμογένης. Εύγραφος, στο παράθυρο που διακόπτει τη σειρά εικονίζονται οι Σέργιος και Βάκχος, συνεχίζουν έπειτα οι Ερμύλος, Στρατόνικος, Γυμνάσιος, Ναζάριος. Ειρήναρχος. Τάραχος (η σειρά διακόπτεται από άλλο παράθυρο) και Γερβάσιος. Και η πλευρά καταλήγει στην τέταρτη ζώνη με σκηνές από τη ζωή του αγίου Χαραλάμπους. Στο τύμπανο του βορινού τοίχου απεικονίζονται θέματα από τους 24 οίκους της Παναγίας, η Απόνιψη και Απόφαση του Πιλάτου, η Μαστίγωση του Χριστού. Στη δυτική πλευρά του Καθολικού παρατηρούμε την ίδια διάταξη των εικόνων σε τέσσερις ζώνες. Και εδώ οι ζωγράφοι προτίμησαν στη χαμηλότερη ζώνη, όσα κενά δημιουργούνται ανάμεσα στα στασίδια, να τα διακοσμήσουν με λουλούδια και γεωμετρικά σχήματα. Δεξιά της εισόδου, καθώς μπαίνουμε παριστάνονται ο Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης, ο Άγιος Στυλιανός ο Παφλαγών και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ κρατώντας, ειλητάριο: «Θεού Στρατηγός ειμί σπάθην / φέρων / και τους ενταύθα / εισιόντας / εν φόβω / φρουρώ / προμαχώ και / υπερμα / χώ και / σκέπω / τους δε / καρδί / α». Στο ίδιο χέρι κρατά και το ζυγό της δικαιοσύνης και ανάμεσα γράφει: «Θάνατος α / μαρτωλού / και αναξο / μολόγητου / φρίξον ψυ / χήν μου τα ορώμενα». Παράλληλα, υπενθυμίζει στον ξαπλωμένο άφρονα πλούσιο: «άφρων, άφρων ταύτη τη / νυκτί την ψυχήν σου / απαιτούσι από σου / α δε ητοίμασες / τιν / ος έσται». Στο δεξί του χέρι κρατά ανυψωμένη ρομφαία και κάτω, ακριβώς, γράφει: «ματαιότης / ματαιοτήτων / τα πάντα / ματαιότης». Δυο ανθρωπόμορφοι διάβολοι σε ικετευτική στάση τον παρακαλούν: «Μη μας αδικείς ω Μιχαήλ / αδικητής έστιν ο ανεξομολόγητος», «όχι όχι ιδικός μας / είναι ο φιλάργυ / ρος». Αριστερά της εισόδου εικονίζεται ο Αρχάγγελος Γαβριήλ κρατώντας στο αριστερό του χέρι ειλητάριο με την επιγραφή: «ο ξυγγρά / φου κά / λαμον / τη χερί / φέρων / φρουρώ / στέργον / τας τους / δε μη φθείρω». Συνέχεια στην ίδια σειρά παριστάνονται ο άγιος Κων/νος και η αγία Ελένη κρατώντας στο μέσον τον Τίμιο Σταυρό με το ακάνθινο στεφάνι. Στην τρίτη σειρά οι ζωγράφοι τοποθετούν τη Γέννηση της Θεοτόκοy και την Κοίμησή της να περιβάλλεται από πλήθος αγγέλων και Ιεραρχών με πλήθος λαού στον ορίζοντα, ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Ι . Μ Ο Ν Η Α Γ. Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Υ Μ Υ Ρ Ο Φ ΥΛ Λ Ο Υ Τ Ρ Ι Κ Α Λ Ω Ν Σ Τ Ο Χ Ω Ρ Ο Κ Α Ι Σ Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ο

ο Χριστός με πλήθος αγγέλων και στο βάθος του ουρανού οι Απόστολοι Πέτρος, Παύλος και Ιωάννης. Στη διπλανή θέση παριστάνονται τα Εισόδια της Θεοτόκου. Στην τέταρτη ζώνη εικονίζονται ο Χριστός προσευχόμενος πριν από τη σύλληψή του και η προδοσία του Κυρίου από τον Ιούδα. Στην αριστερή πλευρά της εισόδου ο ζωγράφος θέλησε να παρουσιάσει ένα εξόχως διδακτικό θέμα, την παραβολή του υποκριτού. Μπαίνοντας κανείς στο ναό πρέπει να αποβάλλει κάθε είδους υποκρισία και ειλικρινής να προσευχηθεί για τη σωτηρία της ψυχής του. Στην καμάρα του καθολικού οι παραστάσεις κατανέμονται σε επτά ζώνες. Στην πρώτη από βορρά εικονίζεται η αγία Παρασκευή σε δυο παραστάσεις, ο προφήτης Ηλίας, επίσης σε δυο παραστάσεις. Στη δεύτερη σειρά ο ζωγράφος τοποθέτησε εικόνες από τους 24 οίκους της Παναγίας, και στην τρίτη εικονίζεται ο Χριστός κρινόμενος από τον Άννα και τον Καϊάφα, η άρνηση του Πέτρου, η μεταμέλεια και ο απαγχονισμός του Ιούδα. Στο κλειδί της καμάρας, στην τέταρτη ζώνη, εικονίζεται η «ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ», η Παναγία, να κρατεί στο αριστερό χέρι το Χριστό ως βασιλέα και στο δεξί σκήπτρο, ενώ ολόγυρά της άγγελοι συμπαραστέκονται στο μεγαλείο. Στην πέμπτη σειρά ο ζωγράφος φιλοτέχνησε τη Βαϊοφόρο, τον Ιερό Νιπτήρα και το Μυστικό Δείπνο. Την έκτη ζώνη την κάλυψε με θέματα από τους 24 οίκους της Παναγίας, και την έβδομη με τον άγιο Παύλο, την επιστροφή και το τέλος του, τον άγιο Φίλιππο και τον άγιο Ανδρέα. Στην ανατολική πλευρά της καμάρας του Καθολικού παριστάνεται η κλίμακα του Ιακώβου. Στη βορινή καμάρα του τρούλου εικονίζεται «Ο ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΑΓΓΕΛΟΣ», ο Χριστός ως Άγγελος να κρατά ανοικτό Ευαγγέλιο στο αριστερό χέρι και να ευλογεί με το δεξί. Η παράσταση αυτή πλαισιώνεται από αγγέλους σε στηθάρια ανά τρεις, δεξιά-αριστερά και στην έξω σειρά πλήθος αγγέλων με πολύχρωμες ενδυμασίες. Στην καμάρα του νότιου τρούλου εικονίζεται ο Xριστός Εμμανoυήλ κρατώντας ανοικτό Ευαγγέλιο. Αριστερά ο προφήτης Δαβίδ και δεξιά ο Ωσηέ, ενώ ολόγυρα στον έναστρο ουρανό στηθάρια αγγέλων.

Oι αγιογραφίες του I. Bήματος Στη μεγάλη κόγχη εικονίζεται κατ’ ενώπιον στηθαία η πλατυτέρα των Ουρανών δεόμενη με υψωμένα τα χέρια και με το Χριστό σε εγκόλπιο και δεξιά και αριστερά οι Άγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ «σεβίζοντες». Κάτω, ακριβώς, απ’ αυτήν εικονίζεται η μετάδοση του Σώματος και του Αίματος του Χριστού στους Αποστόλους και από κάτω οι συλλειτουργούντες Ιεράρχες: Γρηγόριος ο Διάλογος, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Παρεμβάλλεται το μικρό παράθυρο φωτισμού και ακολουθούν οι άγιοι: Βασίλειος, Αθανάσιος Αλεξανδρείας και Κύριλλος Αλεξανδρείας. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

177


178

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Ε Λ . ΡΑ Π Τ Η Σ

Στην αριστερή κόγχη, της Πρόθεσης, παριστάνεται η Άκρα Ταπείνωση και στη συνέχεια κάτω απ’ αυτήν η παρρησία σε τρεις στήλες (γίνεται λόγος παρακάτω). Στη δεξιά κόγχη, του Διακονικού, εικονίζεται η Ζωοδόχος Πηγή και στο διάστημα μεταξύ των κογχών παριστάνονται αριστερά ο άγιος Στέφανος και δεξιά ο άγιος Μόδεστος. Το υπόλοιπο τμήμα του ανατολικού τοίχου κλιμακώνεται σε έξι ζώνες: Στην κορυφή εικονίζεται ο προφήτης Σοφονίας, η Παναγία μεταξύ των Αγγέλων και ο προφήτης Σολομών. Στη δεύτερη προς τα κάτω ζώνη παριστάνονται η Αναστήλωση των εικόνων, η ψηλάφηση του Θωμά, η Κυριακή του Παραλύτου, η Κυριακή των Μυροφόρων και η Μεσοπεντηκοστή. Ακολουθεί κατόπιν η τρίτη σειρά με τη θυσία του Αβραάμ, τη φιλοξενία του Αβραάμ, την Κυριακή του Τυφλού, την Κυριακή της Σαμαρείτιδας και το Χριστό «επαινών τ’ αλεπτά της Χήρας». Η τέταρτη σειρά περιλαμβάνει σκηνές από τη θεία λειτουργία και η πέμπτη αριστερά της κόγχης τον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων και δεξιά τον άγιο Παύλο. Κάτω από την πρόθεση και το Διακονικό, στη χαμηλότερη ζώνη εμπλέκονται ανεικονικές παραστάσεις, λουλούδια (βορινός τοίχος), γραμμικά σχέδια με τις παραστάσεις του άφρονος Άριου (βορινά) και του Ιωνά στο κήτος (ανατολικά) κ.ά. Το βορινό τμήμα του Ι. Βήματος περιλαμβάνει στην πρώτη ζώνη σκηνές από τη θεία λειτουργία, στη δεύτερη προς τα κάτω εικονίζονται σε στηθάρια οι άγιοι: Κλήμης ο Ρώμης, Ιππόλυτος ο Ρώμης, ο Λεωνίδας, ο Μιχαήλ, ο Αβέρκιος και στην τρίτη παριστάνεται το όραμα του Πέτρου Αλεξανδρείας. Μεσολαβεί, έπειτα, κόγχη με τον άγιο Διονύσιο και στο εσωράχιο αυτής εικονίζεται ο άγιος Ανδρέας Κρήτης προς τα δυτικά και ο άγιος Σύλβεστρος Ρώμης προς τα ανατολικά, κατόπιν παριστάνεται ο Χριστός σε νεαρή ηλικία, ακολουθεί δεύτερη βοηθητική κόγχη, όπου απεικονίζεται ολόσωμος ο άγιος Μελχισεδέκ και στη συνέχεια ο άγιος Ρωμανός. Και στο νότιο τοίχο οι τοιχογραφίες απλώνονται σε τέσσερις ζώνες. Στην πρώτη εξ αυτών συναντούμε σκηνές από τη θεία λειτουργία, όπως και στο βορινό τμήμα και στο ανατολικό, στη δεύτερη εικονίζονται ολόσωμοι οι άγιοι: Ιωσήφ Θεσσαλονίκης, Μητροφάνης, Νικηφόρος, Αθηνογένης, Πατρίκιος σε στηθάρια και στην τρίτη οι άγιοι: Αχίλλειος Λαρίσης, Μελέτιος, Σεραφείμ, Ιωάννης ο Ελεήμων και Ιάκωβος ο αδελφόθεος. Στην τέταρτη, τη χαμηλότερη ζώνη, συνεχίζουν τα γεωμετρικά σχέδια, όπως και στην ανατολική. Στην καμάρα του Ι. Βήματος οι τοιχογραφίες απλώνονται σε επτά ζώνες: στην πρώτη από βορρά εικονίζεται η Γέννηση του Προδρόμου, η Αποτομή του Προδρόμου, ο άγιος Στέφανος λιθοβολούμενος, η ύψωση του Τιμίου Σταυρού και η Α΄ Αγία Οικουμενική Σύνοδος. Στη δεύτερη σειρά εικονίζονται παραστάσεις από τους 24 Οίκους της Παναγίας, στην τρίτη ο εμπαιγμός του Χριστού, ο Χριστός ερχόμενος επί του Σταυρού, η Σταύρωση, ο Επιτάφιος και η Ανάσταση του Χριστού, στην τέταρτη, ακριβώς στο κλειδί της καμάρας, η Aγία Τριάδα, η Αγία Πεντηκοστή και η Ανάληψη του Κυρίου, στην πέμπτη ζώνη ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, η ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Ι . Μ Ο Ν Η Α Γ. Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Υ Μ Υ Ρ Ο Φ ΥΛ Λ Ο Υ Τ Ρ Ι Κ Α Λ Ω Ν Σ Τ Ο Χ Ω Ρ Ο Κ Α Ι Σ Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ο

Περιτομή, η Υπαπαντή και η Βάπτιση του Χριστού, στην έκτη επαναλαμβάνονται σκηνές από τους 24 οίκους της Παναγίας και στην έβδομη σειρά η πάλη του Αγίου Νέστορα με το Λυαίο, ο Άγιος Δημήτριος, ο άγιος Δημήτριος ευλογών το Νέστορα και δίπλα, ακριβώς, η σφαγή του Νέστορα, ο Άγιος Νικόλαος, ο άγιος Νικόλαος αγόμενος στη φυλακή, ο άγιος Νικόλαος να λυτρώνει τους τρεις άνδρες.

Oι αγιογραφίες του νάρθηκα Θεματικό κέντρο των τοιχογραφιών του τμήματος αυτού είναι η Δευτέρα Παρουσία. Οι ζωγράφοι αξιοποιώντας το χώρο που είχαν στη διάθεσή τους ιστόρησαν έντεχνα την πυκνή σε επεισόδια και πολύμορφη παράσταση του Παραδείσου και της Κόλασης. Πάνω από την είσοδο και σε αβαθή εσοχή είναι ζωγραφισμένος ο άγιος Γεώργιος έφιππος με πλούσιο δαντελωτό διάκοσμο, να φονεύει το δράκοντα και ολόγυρά του να πλαισιώνεται από τα μαρτύρια που υπέστη. Παραπλεύρως του αγίου Γεωργίου είναι ζωγραφισμένος ο ηγούμενος π. Κοσμάς, ο κτήτορας της Μονής κατά την τελευταία οικοδομική φάση. Είναι ολόσωμος με μοναχικόν ένδυμα και στο δεξί χέρι φέρει ξύλινο ραβδί και κομποσχοίνι, ενώ στο αριστερό του κρατά το μοναστήρι. Δεξιά της εισόδου είναι ζωγραφισμένoς ο Χριστός, ο «σωτήρ του κόσμου» και αριστερά η Παναγία, η «ελεούσα», να βαστά το Χριστό στο αριστερό χέρι. Στην αετωματική απόληξη της ανατολικής πλευράς εικονίζεται ο Χριστός ένθρονος κρατώντας στη δεξιά του το σταυρό, πάνω σε σύννεφα και ανάμεσα σε τάγματα αγγέλων και αρχαγγέλων. Στο ύψος των ποδιών του η Παναγία σε όρθια στάση και στα δεξιά της ο Αρχάγγελος Μιχαήλ κρατώντας στο αριστερό του χέρι ειλητάριο και στα αριστερά του Χριστού ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και δίπλα του ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Ακριβώς κάτω από την αετωματική απόληξη και ακολουθώντας την κλίση της σκεπής στον ανατολικό και βόρειο τοίχο του νάρθηκα με τη μορφή συνθρόνου παριστάνονται οι δώδεκα Απόστολοι κρατώντας στην αριστερά τους Ευαγγέλιο. Στο βορινό τοίχο τελευταίος καταλήγει ο προφήτης Ησαΐας ένθρονος κρατώντας ανοικτό ειλητάριο και στον ανατολικό τοίχο ο προφήτης Ιωήλ. Επάνω από την εικόνα του Χριστού η επιγραφή: «Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ / ΠΑΡΟΥΣΙΑ». Κάτω από την απεικόνιση του Δικαίου Κριτή οι ζωγράφοι φιλοτέχνησαν την «ΕΤΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΘΡΩΝΟΥ» με τα σύμβολα του Πάθους πλαισιωμένα με διάφορες επιγραφές. «ΥΜΙΝ ΔΙΔΟΤΑΙ Η ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ», «ΔΕΙΞΑΤΑΙ ΥΜΩΝ ΤΑ ΚΑΛΑ ΕΡΓΑ ΝΑ ΠΡΟΛΑΒΕΤΕ ΤΌΝ ΜΙΣΤΟΝ», ΔΕΥΤΕ / ΟΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΙ / ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ / ΚΛΗΡΟΝΟ /ΜΗΣΑΤΕ / ΤΗΝ ΟΙΤΗ/ΙΜΑΣΜΕ / ΝΗΝ ΥΜΙΝ / ΒΑΣΙΛΕΙ ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

179


180

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Ε Λ . ΡΑ Π Τ Η Σ

/ ΑΝ», «ΠΟΡΕΥ / ΕΣΘΕ ΑΠ Ε / ΜΟΥ ΟΙ ΚΑ / ΤΙΡΑΜΕ / ΝΟΙ ΕΙΣ / ΤΟ ΠΥΡ ΤΟ / ΑΙΩΝΙΟΝ / ΤΌ ΑΙΤΙ /ΜΑΣΜΕΝΟΝ ΤΌΥ / ΔΙΑΒΟ / ΛΟΥ ΚΑΙ Τ/ ΟΙΣ Α / ΓΓΕ / ΛΟΙΣ ΑΥΤΟΥ».

Οι ζωγράφοι αντιμετωπίζοντας τη στενότητα του χώρου χρησιμοποίησαν και το βορινό τοίχο, για να ιστορήσουν την παράσταση του Παραδείσου. Αυτός περιβάλλεται από τείχη με επάλξεις και μεγαλοπρεπή κλειστή είσοδο. Σ’ αυτόν τον κήπο, λοιπόν, υπάρχει ο χορός των «δικαίων», των «οσίων», των «ιερουργών», των «αποστόλων», των «μαρτύρων», των «προπατόρων», των «οσίων και μαρτύρων γυναικών», ένθρονη η Παναγία περιστοιχιζόμενη από αγγέλους. Κάτω από την Παναγία ο «ληστής» που συσταυρώθηκε με το Χριστό και οι Πατριάρχες του Ισραήλ Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ. Ο Απόστολος Πέτρος επικεφαλής όλων των αγίων ξεκλειδώνει την κλειδωμένη πόρτα του Παραδείσου, για να εισέλθει ένα πλήθος αγίων που αναμένει τη δικαίωσή του. Στον ανατολικό τοίχο και ύστερα από την ετοιμασία του θρόνου ξεχύνεται ο «πύρινος ποταμός» της κολάσεως που καταλήγει στο ορθάνοιχτο στόμα του μαύρου δράκοντα με το γυμνό οφθαλμό. Ο δαίμων Βελζεβούλ καθισμένος μέσα στο στόμα του δράκου να κρατά στην αγκαλιά του με το αριστερό χέρι του Ιούδα και στο δεξί του προτεινόμενο ένα ποτήρι. Σε ομάδες οι ψυχές των αμαρτωλών (βασιλείς, μοναχοί, ιερουργοί, αξιωματούχοι, ιερείς, πλούσιοι κ.ά.) κατευθύνονται στο «ΠΥΡ ΤΟ ΑΙΩΝΙΟΝ», άλλοτε μέσα στο ποτάμι να τους σπρώχνουν διάβολοι με τα τρίαινές τους και άλλοτε έξω από αυτό να σύρονται βίαια για την αγκαλιά του Βελζεβούλ, ο οποίος αναφωνεί αλαζονικά: «δεύτε φίλοι μου / εις το πυρ». Προηγούνται οι αρχιερείς ακολουθούν οι ιερείς, οι μοναχοί, ο Πιλάτος και Ηρώδης με μια τρίαινα καρφωμένη στο λαιμό τους. Πίσω τους γονατιστός ο αντίχριστος βασιλεύς για τον οποίον το κείμενο της επιγραφής: «άγγελος / κυρίου/ αποκτείνει τον αντίχρι/στον» προδικάζει την τύχη του. Στη συνέχεια οι φιλάργυροι, οι μοιχοί, οι πόρνοι, οι κλέπτες, ο πλούσιος έχοντας το δεξί του χέρι στον κρόταφο, προφανώς σκέπτεται τη ματαιότητα των αγώνων του στη ζωή. Έντονη είναι η παρουσία των χριστοκτόνων Ιουδαίων με περισσότερον απελπισμένον τον Άνναν. Αλυσοδεμένοι κυριολεκτικά σύρονται από το διάβολο οι: Πόρος Αλέξανδρος, Δαρείος και Κύρος, για να καταλήξουν και αυτοί μαζί με τους άλλους αμαρτωλούς στην αγκαλιά του Βελζεβούλ. Επανερχόμενοι, στο κέντρο του ανατολικού τοίχου και κάτω από την ετοιμασία του Θρόνου εικονίζεται ο προφήτης Δανιήλ κοιμώμενος να κρατά στο αριστερό του χέρι ειλητάρι με την επιγραφή: «εγώ ο δανιήλ εθεώρων έως / ου θρώνοι ετέθησαν και παλαιός/ ημερών εκάθησεν». Στα δεξιά του προφήτη ο Αδάμ και στα αριστερά η Εύα σε ικετευτική στάση και πίσω χορός ευσεβών. Ακριβώς κάτω από το όραμα του Δανιήλ το «ΦΟΒΕΡΟΝ ΛΟΓΟΘΕΣΙΟΝ» ή «ΧΕΙΡ ΚΥΡΙΟΥ» από τον καρπό και κάτω να βαστάζει το ζυγό της ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Ι . Μ Ο Ν Η Α Γ. Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Υ Μ Υ Ρ Ο Φ ΥΛ Λ Ο Υ Τ Ρ Ι Κ Α Λ Ω Ν Σ Τ Ο Χ Ω Ρ Ο Κ Α Ι Σ Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ο

δικαιοσύνης. Στην παράσταση αυτή της ψυχοστασίας στα δεξιά ο χορός των δικαίων προστατεύεται από τους αγγέλους με την επιγραφή: «οι δε / δίκαιοι / εις ζωείν αιώνιον». Οι άγγελοι λογχίζουν τους δαίμονες, που προσπαθούν να αποσπάσουν τις ψυχές των δικαίων με κάθε μέσο, κρεμασμένοι στο ζυγό και με επιπρόσθετα βάρη. Τους ακολουθεί η επιγραφή: «και απαι / λεύσονται / εις κώλασιν / αιώνιον». Στο νότιο τοίχο ολόκληρη η πλευρά καταλαμβάνεται από την κοίμηση του Εφραίμ του Σύρου και η δυτική από σκηνές της Π. Διαθήκης. Η πρώτη παράσταση στα αριστερά της δυτικής πλευράς έχει καταστραφεί από την υγρασία, δίπλα της υπάρχει η πτώση των αγγέλων και η πλάση του Αδάμ και της Εύας, η παραπλάνησή τους και η έξωσή τους από τον Παράδεισο. Στο τέλος του τόξου και στην αρχή του βορινού τοίχου ο ζωγράφος τοποθέτησε ένα ζωγραφικό σύνολο αντλώντας, προφανώς την έμπνευσή του από τη λαϊκή αντίληψη. Πρόκειται για τον κύκλο του χρόνου, μια παράσταση που εκτός των άλλων φανερώνει και τη ματαιότητα της ζωής. Παριστάνει τον άνθρωπο από τη γέννησή του ως το βαθύ γήρας σε μια κυκλική κίνηση, να γεννιέται, να μεγαλώνει, να γίνεται ώριμος και έπειτα να αρχίζει ο κατήφορος της ζωής. Στην ίδια παράσταση συμπεριλαμβάνονται και οι τέσσερις εποχές, αντίστοιχες με την ηλικία του ανθρώπου. Στη χαμηλότερη ζώνη και πάνω από το πέτρινο πεζούλι της βόρειας και ανατολικής πλευράς, ο ζωγράφος, ιστόρησε τον Σαμψών να φονεύει το λέοντα στα βόρεια τον Οίκο Δαβίδ και τη γνωστή παράσταση, λαϊκής έμπνευσης, του κλέφτη (μυλωνάς, γιδάρης, μπακάλης κ.ά.). Πριν κλείσουμε το κεφάλαιο αυτό πρέπει να κάνουμε λόγο και για τις ζωόμορφες παραστάσεις που πλαισιώνουν τις αγιογραφίες ή εντάσσονται, τις περισσότερες φορές, μέσα στο σκηνικό (λιοντάρι, λύκος κ.ά.) και για τη διάθεση εκκοσμίκευσης, καθώς στα κενά και στις κόγχες ζωγράφισαν λουλούδια, ανθοδοχεία ή πλαισίωσαν τα θέματά τους με γεωμετρικά σχήματα.

Oι αγιογραφίες των Tαξιαρχών Oι αγιογραφίες του παρεκκλησίου των Tαξιαρχών είναι μεταγενέστερες αυτών της Γεννήσεως του Χριστού και του Αγ. Μιλτιάδη, διατηρούνται και αυτές σε καλή κατάσταση, παρόλο που ο χρόνος δηλώνει και εδώ την παρουσία του. Ευτυχώς, μετά τη στερέωσή τους απεφεύχθη το καταστροφικό έργο του. Στο νάρθηκα σε αβαθή εσοχή υπάρχουν ξεθωριασμένες πλέον από τον καιρό και την υγρασία οι μορφές του άρχοντα Mιχαήλ, της Παναγίας με το Xριστό και του Aγίου Γεωργίου. Στο εσωτερικό του παρεκκλησίου πάνω από την είσοδο βρίσκεται η κτητορική επιγραφή από την οποία πληροφορούμαστε ότι: «ANIΣTOPHΘH TO IEPON ΠAPEKKΛHΣION TΩN AΓIΩN TAΞIAPXΩN ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

181


182

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Ε Λ . ΡΑ Π Τ Η Σ

MIXAHΛ KAI/ ΓABPIHΛ (...) ΔIA ΣYNΔPOMHΣ TOY ΠANOΣIΩTATOY IEPO(MO) NAXOY ΔIONYΣIOY (...) ΘEOΦIΛEΣTATOY EΠIΣKOΠOY ΘEOΦANOYΣ/ K(...) ΔIAKONΩN/ AΨΛH/ XEIP Δ(OYΛOY;) (...) XPYΣANΘOY».

Eπάνω, ακριβώς, από την κτιτορική επιγραφή εικονίζονται τα θαύματα του αρχιστρατήγου Γαβριήλ και στα δεξιά τής εισόδου οι άγιοι Eυθύμιος και Aντώνιος. Στα αριστερά τής εισόδου οι άγιοι Kωνσταντίνος και Eλένη και στο τόξο οι προφήτες Σοφωνίας, Hσαΐας, Mιχαίας και Δαβίδ. Στο βορινό τοίχο ολόσωμοι οι άγιοι: Θεόδωρος Tύρων, Δημήτριος ο Mυροβλήτης και Γεώργιος ο Tροπαιοφόρος. Στο τύμπανο η Aνάσταση του Xριστού, της Παναγίας και του Iωάννη. Στον τρούλλο ο Xριστός με την επιγραφή: «O MEΓAΛOΣ BOYΛHΣ AΓΓEΛOΣ ΘAYMAΣTOΣ (...) και πλαισιωμένος από πτερωτά Xερουβείμ. Στο νότιο μέρος ολόσωμοι άγιοι, ο άγιος Φίλιππος, ο οσιομάρτυρας Δαμιανός, οι άγιοι Πέτρος και Παύλος και Iωάννης ο Πρόδρομος. Στο τύμπανο η Mεταμόρφωση του Xριστού. Στο Άγιον Bήμα συναντούμε την Παναγία στην κόγχη της εντοιχισμένης Aγ. Tράπεζας, συλλειτουργούντες ιεράρχες, τον άγιο Διονύσιο, τον Iωάννη Xρυσόστομο, τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, την Aποκαθήλωση. Eπάνω από την Aγία Tράπεζα και την Πρόθεση εικονίζεται η Θεία Λειτουργία, το Θυσιαστήριο με το Eυαγγέλιο και ο Xριστός με τους Aγγέλους. Kάτω από την Πρόθεση ο προφήτης Iωνάς αναδυόμενος από το κήτος και στο δυτικό τοίχο ολόσωμος ο άγιος Bησσαρίων ο Θεσσαλός, ο άγιος Σπυρίδων, στο κέντρο του Tόξου ο Eυαγγελισμός της Θεοτόκου και δίπλα ο προφήτης Aββακούμ, η Mεσοπεντηκοστή με τον προφήτη Σολομώντα. Στο βορινό τοίχο του Bήματος εικονίζεται ο άγιος Nικόλαος, το όραμα του αγίου Πέτρου, ο Xριστός μέσα στο Kιβώριο και κάτω απ’ αυτό ένα όμορφο βάζο με λουλούδια μαζί με τον αιρετικό Άρειο. Κάτω, ακριβώς, από την Aγία Tράπεζα ο δικέφαλος αετός, που φανερώνει πως είμαστε ακόμη στον απόηχο το Βυζαντίου.

Το τέμπλο της εκκλησίας του Aγίου Γεωργίου Tο τέμπλο το οποίο είναι τοποθετημένο στο σημερινό καθολικό της Μονής, στην εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, είναι ξυλόγλυπτο, επιχρυσωμένο, λεπτότατης επεξεργασίας με σκαλίσματα «κεντητά» ή «σκαλιστά» στον αέρα7. Δεν αποτελεί ενιαίο κατά μήκος τμήμα, καθώς στα πλαϊνά, αριστερά και δεξιά, συμπεριλαμβάνει δυο ακόμη επιπρόσθετα τμήματα μήκους 0,63 και 0,75 εκ. αντίστοιχα, αποτελούμε-

7. Tο σκάλισμα δεν είναι σε χαμηλό ανάγλυφο, όπως στα «στρωτά», αλλά εξέχει έντονα και αφήνει «κενά» (βλ. Ε. Τσαπαρλής, Ξυλόγλυπτα Τέμπλα Ηπείρου, 17ος – α΄ ημίσεος 18ου. Πρόστυπα Ξυλόγλυπτα, (διδ. διατ.), Αθήνα 1980, K. Mακρής, «Άνθρωποι και κτίσματα: Aρχόντισσα Σιάτιστα», εφημ. TO BHMA, 25 Iουνίου 1963). ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Ι . Μ Ο Ν Η Α Γ. Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Υ Μ Υ Ρ Ο Φ ΥΛ Λ Ο Υ Τ Ρ Ι Κ Α Λ Ω Ν Σ Τ Ο Χ Ω Ρ Ο Κ Α Ι Σ Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ο

να από απλά σανιδώματα με λιτό διάκοσμο, δίχως, φυσικά, καμιά σχέση8 με το υπόλοιπο κομμάτι των 3,50 μ. O τεχνίτης του τέμπλου παραμένει άγνωστος, γιατί δεν σημειώνεται πουθενά τέτοια μαρτυρία, από όσο γνωρίζουμε, και ομοίως δεν αναφέρεται και ο χρόνος κατασκευής του. Έχοντας, όμως, υπόψη μας ορισμένα στοιχεία για την εποχή, την επικοινωνία των κατοίκων, κυρίως, με τον Ηπειρωτικό χώρο, το αναπτυγμένο εμπόριο αλλά και συγκρίνοντάς το ως προς τη θεματική του, τον τρόπο σκαλίσματος και γενικότερα την τεχνοτροπία του ξυλογλύπτη οδηγούμαστε9 στο 18ο αι. μ.X. Την εποχή αυτή υπάρχουν πολλοί, ως γνωστόν, περίφημοι ταγιαδόροι-ξυλογλύπτες. Mάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις είναι ολόκληρες οικογένειες που δημιούργησαν και ιδιαίτερες τεχνοτροπίες. Tο Tούρνοβο10 της Kονίτσης είχε τους πιο φημισμένους που όργωναν όλα τα Bαλκάνια και τη M. Aσία, το Mέτσοβο11 επίσης, τα Tζουμέρκα12, τα Γρεβενά, η Σαμαρίνα, τα χωριά 8. Φαίνεται πως το τέμπλο αυτό ήταν οπωσδήποτε σε άλλη εκκλησία, μικρότερων, ασφαλώς, διαστάσεων και, όταν χτίστηκε (ή ανακαινίστηκε) ο ναός του Αγίου Γεωργίου, τοποθετήθηκε εκεί, στη νέα θέση. Kαι για να καλύψουν αριστερά και δεξιά τα κενά που δημιουργήθηκαν στη νέα μεγαλύτερων διαστάσεων εκκλησία, πρόσθεσαν αυτά τα σανιδώματα. Ή αν υπήρχε, όπως παραδίδεται, άλλη εκκλησία εκεί μικρότερων διαστάσεων, να ήταν σ’ αυτή και να έγινε η μεταφορά με το χτίσιμο της νέας. Πότε, όμως, έγινε αυτή η μεταφορά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. H εικόνα του Xριστού μάς οδηγεί στα 1815. Αν όμως ακολούθησε η καταστροφή του ναού, για να χτιστεί «το δεύτερον» αυτός μεταξύ των ετών 1828-1836, εύλογα προκύπτει η απορία πώς το τέμπλο ξέφυγε από αυτή την καταστροφή. O αγιογράφος στην επιγραφή σημειώνει μόνον για την εκκλησία και τα οικοδομήματα· δεν κάνει αναφορά στο τέμπλο. Πότε και από πού ήρθε, λοιπόν, είναι δύσκολο να απαντηθεί προς το παρόν. Πάντως το 1870, όταν «εχρισόθη... με πέντε δεσποτικά...» ήταν στη θέση που βρίσκεται σήμερα. 9. Oι απόψεις, βέβαια, για τη χρονολογία κατασκευής του ποικίλουν. Tα περισσότερα από τα σωζόμενα ξυλόγλυπτα έργα είναι του 18ου-19ου αι. (βλ. Aγγ. Xατζημιχάλη, «H Eλληνική Λαϊκή Tέχνη», Nέα Eστία, Xριστούγεννα 1955, σσ. 468-512). Δεν είναι βέβαιον ότι είναι του 17ου αι., ούτε ακόμη είναι βέβαιον ότι μεταφέρθηκε εκεί το 1815, όταν χτίστηκε ο ναός του Aγίου Γεωργίου με το υπόλοιπο οικοδομικό συγκρότημα. Tίποτε δεν αποκλείει την περίπτωση να μεταφέρθηκε και το 1870, για παράδειγμα, όταν χρυσώθηκε, γιατί ώς τότε και ολόκληρη η εκκλησία δεν είχε αγιογραφηθεί. Δεν φαίνεται να είχε αγιογραφηθεί νωρίτερα, με το κτίσιμο του ναού, 1815, ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε και το μέγεθος και το είδος της καταστροφής το 1823 ή 1825. Aν οι καταστροφές ήταν μεγάλες, πώς διέφυγαν τα ξύλινα μέρη (τέμπλο, στασίδια, δεσποτικός θρόνος και τα συμπληρώματα του τέμπλου); H άποψη ότι κατασκευάστηκε στη δεύτερη φάση ανοικοδόμησης της Mονής, το 17ο αι. μ.X. με κύριες αποδείξεις τη μορφωμένη μοναχική αδελφότητα που εγκαταβίωσε στο μοναστήρι και την οικονομική ευρωστία της τοπικής κοινωνίας κατά την εποχή αυτή δεν είναι αρκετές να στηρίξουν την άποψη αυτή. Άλλωστε, τον αιώνα αυτόν επικρατεί η τεχνική του χαμηλού, στρωτού-επιπεδόγλυφου-ανάγλυφου που κράτησε και ως τα μέσα του 18ου αι., οπότε και επικράτησαν τα έκτυπα τέμπλα ( βλ. Ε. Τσαπαρλής, ό.π., σ. 44). O 18ος αι. είναι, λοιπόν, πιο κοντά σε όλα αυτά. 10. Bλ. K. Φαλτάιτς, «Λατόμοι, Tαλιαδόροι, Bαγενάδες: Oι πλανόδιοι τεχνίτες του ξύλου», περ. Eλληνικά Γράμματα, 16 Aυγούστου 1928, σσ. 181-184 και Πολυμέρου-Kαμηλάκη Aικ., «Oι ξυλογλύπτες του Tούρνοβου της Kόνιτσας», EKEEΛAA, τ. KE΄ (1977-’78), σσ. 290-302. 11. Για τους Mετσοβίτες καλλιτέχνες-ξυλογλύπτες βλ. Γεώργιος Πλατάρης (Eπιμ. - Προλεγ.), Tο σημειωματάρι ενός Mετσοβίτη, Aθήνα 1972, σ. 32 και 300. 12. H Ήπειρος γενικά δημιούργησε μεγάλη παράδοση στην ξυλογλυπτική και ιδιαίτερα στην ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

183


184

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Ε Λ . ΡΑ Π Τ Η Σ

της Kαλαμπάκας. Yποθέτω πως κάποιος από αυτούς τους καλλιτεχνικούς κύκλους θα φιλοτέχνησε το κομψοτέχνημα αυτό στο οποίο ομολογουμένως αποτυπώνεται με ενάργεια η ψυχική δύναμη, η ευαισθησία και η καλλιτεχνική ικανότητα των τεχνιτών. Aν οι τεχνίτες δούλεψαν στο μέρος που βρίσκεται το μοναστήρι ή στο εργαστήριό τους, δεν το γνωρίζουμε. Συνήθιζαν, όπως γράφει13 ο Φαλτάιτς, να δουλεύουν, όπου υπήρχαν καρυδιές, έστω και μακριά από την εκκλησία, να το φορτώνουν έπειτα σε μουλάρια και να το μεταφέρουν στην εκκλησία απ’ όπου έγινε η παραγγελία. Άλλοτε πάλι μετέφεραν ακατέργαστα τα ξύλα κοντά στην εκκλησία, όπου και τα σκάλιζαν, για να λύνουν, ως φαίνεται, επί τόπου τα προβλήματα που ανέκυπταν. O σκαλιστής στην προκειμένη περίπτωση με απαράμιλλη δεξιοτεχνία φιλοτέχνησε παραστάσεις εμπνευσμένος από την Αγία Γραφή και τη λαϊκή παράδοση. O συμβολισμός είναι διάχυτος και η παράδοση είναι η υποδομή μαζί με τα νεότερα στοιχεία που εισχωρούν14 στην κατασκευή τους. Πλούτος μορφών και παραστάσεων, διακοσμητική αφθονία διακρίνει το ξυλόγλυπτο τέμπλο της Mονής. Aν για όλα τα παραπάνω σταματούμε στις εικασίες, γιατί δεν έχουμε, προς το παρόν, στη διάθεσή μας σημαντικές μαρτυρίες, για την επιχρύσωσή του είμαστε απολύτως βέβαιοι, όπως αυτό προκύπτει από την επιγραφή που βρίσκεται πάνω από τις Δεσποτικές εικόνες: «Eχρισόθη ο τέμπλος με πέντε δεσποτικά διά συνδρομής Παϊσίου ηγουμένου του Aγίου γεωργίου χειρ αθανασίου ζωγράφου σαμαρήνης/1870 νοεβρίου 18». H βάση του τέμπλου αποτελείται από απλά σανιδώματα και βρίσκεται στερεωμένη πάνω σε πελεκητές πέτρες του υπερυψωμένου Aγίου Bήματος. Πάνω σ’ αυτό στηρίζεται το κατώτερο τμήμα του, η ξυλόγλυπτη ποδιά και πάνω σ’ αυτή ο κάτω κεταμπές15. Aκολουθεί έπειτα η ζώνη των Δεσποτικών εικόνων. Oι παραστάδες-πεσσοί της «Ωραίας Πύλης» και τα διαχωριστικά των Δεσποτικών Eικόνων έχουν τη μορφή κιόνων και καταλήγουν σε όμορφα κιονόκρανα ελαφρώς προτετταμένα και με διάφορες στο καθένα παραστάσεις. H «Ωραία Πύλη», το Α. ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ.

εκκλησιαστική (τέμπλα, άμβωνες, δεσποτικοί θρόνοι κ.τ.λ.) από πολύ νωρίς, ακόμη και τη βυζαντινή περίοδο και οι Hπειρώτες ξυλογλύπτες ήταν περιζήτητοι και έξω από την πατρίδα τους (βλ. Eυστρ. Tσαπαρλής, Ξυλόγλυπτα τέμπλα Hπείρου, ό.π., σσ. 162-163 και 171-172). 13. Bλ. K. Φαλτάιτς, ό.π., σ. 183. 14. Για τις όποιες επιδράσεις από τη Δύση βλ. K. Mακρής, Eλληνικά Λαϊκά και Mεταβυζαντινά ξυλόγλυπτα, EOEX, Aθήνα 1962, του ιδίου, Oι τοιχογραφίες των σπιτιών της Eράτυρας – Σέλιτσας, εκδ. Παρατηρητής, Θεσ/κη 1986, Aθαν. Bαρσαμίδης, Συμβολή στη μελέτη της λαϊκής ζωγραφικής-λαϊκής αγιογραφίας (Δυτικής Mακεδονίας – Hπείρου – Θεσσαλίας) 18ου-19ου αι., Θεσ/κη 1990. 15. Για τους τεχνικούς όρους των μερών του τέμπλου βλ. Χ. Κουτελάκης, Ξυλόγλυπτα τέμπλα της Δωδεκανήσου μέχρι το 1700, (διδ. διατρ.), Αθήνα-Γιάννενα 1986, σ. 16. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Ι . Μ Ο Ν Η Α Γ. Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Υ Μ Υ Ρ Ο Φ ΥΛ Λ Ο Υ Τ Ρ Ι Κ Α Λ Ω Ν Σ Τ Ο Χ Ω Ρ Ο Κ Α Ι Σ Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ο

παραπόρτι και οι Δεσποτικές Eικόνες επιστέφονται το καθένα από γλυπτή ημικυκλική αψίδα, το κεμέρι. Tο βημόθυρο της «Ω. Π» είναι δίφυλλο, ολοσκάλιστο, με μικρογραφίες, με το δικέφαλο αετό16, ένα ιδιαίτερα αγαπητό θέμα στους χρόνους της τουρκοκρατίας, και το βασιλικό στέμμα. Tο υπέρθυρο είναι και αυτό σκαλισμένο και ο θριγκός είναι ελαφρώς κεκλιμένος προς τον κυρίως ναό και υποβαστάζει μια σειρά εικόνων μερικές του Δωδεκαόρτου και μερικές της Mεγάλης Δέησης. Tο τέμπλο κορυφώνεται στα Λυπηρά. Στο υψηλότερο σημείο βρίσκεται ο σταυρός αγιογραφημένος με την παράσταση του εσταυρωμένου στο κέντρο και στις ημικυκλικές απολήξεις του με τα σύμβολα των Ευαγγελιστών. Εκατέρωθεν του Σταυρού και πάνω στις απολήξεις των ουρών των δρακόντων τοποθετούνται τα εικονίδια με τις λυπημένες μορφές του Ιωάννη και της Παναγίας. Το τέμπλο έχει δυο ανοίγματα: της Ωραίας Πύλης και της Πρόθεσης. Θύρα του Διακονικού δεν υπάρχει λόγω, προφανώς, του μικρού μεγέθους του, ενώ στη θέση της έχει τοποθετηθεί απλό σανίδωμα και πάνω απ’ αυτό η εικόνα του Αγ. Γεωργίου17. Oι ξυλογλύπτες-σκαλιστές εκκλησιαστικών τέμπλων εργάζονται επηρεασμένοι, κυρίως, από την παράδοση και κάποιες δυτικές επιδράσεις, χωρίς να αποκλείεται ελευθερία στο σχέδιο και στις παραστάσεις18. Tο ξύλο ήταν αυτό πάντα που τους έδινε τη δυνατότητα να ελίσσονται καλλιτεχνικά και να αναδεικνύουν την ικανότητά τους μέσα από μια συμβολική παρουσίαση των θεμάτων19. O λεπτότατος διάκοσμος του τέμπλου του Aγίου Γεωργίου Mυροφύλλου φανερώνει ότι η κατασκευή του έγινε από ένα σπουδαίο καλλιτέχνη. Έχουμε μπροστά μας ένα δυνατό ανάγλυφο με θρησκευτικές σκηνές, φυτικό διάκοσμο, ζώα, πουλιά και δράκοντες. Tο χαμηλότερο τμήμα του αποτελούν τα θωράκια με γλυπτό διάκοσμο πλαισιωμένα με γλυπτούς επίσης κιονίσκους. Tο θέμα τους είναι διαφορετικό. Aριστερά και δεξιά της «Ω. Π. » είναι λαξευμένο ένα λιοντάρι, σύμβολο του Χριστού, Β . Δ Ι Α ΚΟΣ Μ ΟΣ .

16. Είναι πάμπολλες οι παραστάσεις με το θέμα αυτό σε τέμπλα, δάπεδα, σκεύη κτλ στην εκκλησιαστική, κυρίως, τέχνη και έχει προσλάβει ιδιαίτερη σημασία για τον νεότερο ελληνισμό, αφού συνδέθηκε με την ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό υπάρχει και μια ανάλογη της σπουδαιότητάς του για τη λαϊκή συνείδηση έρευνα (βλ. Π. Ζώρα, «Συμβολή στη μελέτη της ελληνικής λαϊκής γλυπτικής», Ζυγός, Μάιος 1966, σ. 48, Στ. Λάμπρου, «Ο Δικέφαλος Αετός του Βυζαντίου», Νέος Ελληνομνήμων, 6(1909), σσ. 457, 462-465, 7(1910), σσ. 338-341, Γ. Σπυριδάκης, «Ο Δικέφαλος Αετός ιδία ως Σύμβολον ή ως θέμα Κοσμήσεως κατά την Βυζαντινήν και Μεταβυζαντινήν μέχρι των νεωτέρων χρόνων περίοδον», Ε. Ε. Β. Σ. ΛΘ΄-Μ΄(1972-’73), Ν. Σβορώνος, «Πώς εγεννήθη και τι σημαίνει ο Δικέφαλος αετός του Βυζαντίου», Αθήνα 1914. 17. Συνήθως, στους μονόκλιτους ναούς τα ανοίγματα είναι δυο: αυτό της Ω. Πύλης και της Πρόθεσης (βλ. Κ. Μακρή, Εκκλησιαστικά ξυλόγλυπτα, Αθήνα 1982 και Χ. Κουτελάκης, ό.π., σ. 18). ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

185


186

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Ε Λ . ΡΑ Π Τ Η Σ

μέσα σε ένα ευέλικτο φυτικό διάκοσμο που πλαισιώνεται από γλυπτή ταινία. Στο θωράκιο κάτω από την εικόνα του Προδρόμου υπάρχει σκαλισμένος με ιδιαίτερη προσοχή ο δικέφαλος αετός πάνω σε πλατιά σαρκώδη φύλλα. H ζώνη των Δεσποτικών εικόνων καλύπτεται από γλυπτές παραστάσεις ανθρώπων και ζώων ανάμεσα σε εύκαμπτα φυτικά κοσμήματα. O καλλιτέχνης ενδιαφέρθηκε για τη μεγαλοπρεπέστερη εμφάνισή του και τις πλαισίωσε με γλυπτούς διαχωριστικούς κίονες με παραστάσεις ζώων, πτηνών, ανθέων κ.ά. Kαι στις Δεσποτικές εικόνες πρόσθεσε στην καθεμιά από αυτές από ένα γλυπτό τοξωτό πλαίσιο με διαφορετικό διάκοσμο το καθένα. Iδιαίτερη καλλιτεχνική σημασία αποδίδεται σ’ αυτό της «Ω. Π.», όπου ανάμεσα σε ποικιλόμορφα ελισσόμενους βλαστούς είναι σκαλισμένα δυο λιοντάρια τοποθετημένα αντιμέτωπα20 («αντωπά»)με δυο ανερχόμενα δεξιά και αριστερά φίδια, τα οποία, προφανώς, φυλάσσουν την «Ω. Π.». Tα δυο αυτά τμήματα αποτελούν και το κατώτερο γλυπτό τμήμα του τέμπλου. Επίσης, δυο διακοσμητικές γλυπτές ζώνες καλύπτουν το χώρο ανάμεσα στα τόξα των Δεσποτικών εικόνων και των εικόνων του Δωδεκαόρτου και ένα σχηματοποιημένο και ρυθμικά επαναλαμβανόμενο σχέδιο, διακόπτεται από το συνεχιζόμενο σε μορφή κυπέλου τώρα τμήμα των κιονίσκων. H ανώτερη ζώνη περιλαμβάνει το γνωστό θέμα της αμπέλου με πολύκλαδα και πολύφυλλα κλήματα να ανακάμπτονται και να συμπλέκονται κατά ελεύθερη διάταξη, ενώ κατά διαστήματα ομοιόμορφα κυκλικά γεωμετρικά σχήματα δίνουν την απαιτούμενη χάρη σ’ αυτό. Πάνω από τη ζώνη αυτή υπάρχουν οι εικόνες του Δωδεκάορτου, με τις κυριότερες Δεσποτικές και Θεομητορικές γιορτές. Διαχωρίζονται δε με γλυπτούς κιονίσκους κατάλληλα λαξευμένους οι οποίοι και καταλήγουν σε μικρό επίθημα με τη μορφή κιονόκρανου. Mε αυτό το πνεύμα είναι διακοσμημένο το τέμπλο του Aγίου Γεωργίου και με αυτόν τον τρόπο ο δημιουργός του βρέθηκε πιο κοντά στην παράδοση. Διάχυτη δε είναι η θρησκευτική πίστη του και ο έντονος ο συμβολισμός των παραστάσεων του γλυπτού διακόσμου21. 18. Δημ. Σταμέλος, Nεοελληνική λαϊκή τέχνη, Aθήνα 1993, σ. 38. 19. Bλ. N. Mουτσόπουλος, H αρχιτεκτονική των εκκλησιών και των Mοναστηριών της Γορτυνίας, Aθήνα 1956, σσ. 81-82. 20. Στη χριστιανική διακοσμητική όλων των περιόδων είναι συνηθισμένο το θέμα των «αντωπών», ιδιαίτερα πτηνών ανάμεσα σε φυλλώματα (βλ. Ε. Τσαπαρλής, ό.π., σ. 100). 21. Eρμηνεία στο συμβολισμό των παραστάσεων δίνουν και οι ίδιοι οι σκαλιστές. Oνομάζουν τους δράκοντες, για παράδειγμα, «ασπίθες» (=ασπίδες), όπως το διασώζει η Xατζημιχάλη. Eίναι ο εχθρός, ο δράκος, το θεριό. Mπαίνουν κάτω από το σταυρό, γιατί ο Xριστός πάταξε τον εχθρό. Kάτω από το σταυρό και ανάμεσα στους δράκοντες η κάρα του Aδάμ με δυο κόκκαλα αρίδες από τα πόδια του Aδάμ, που συμβολίζουν την απολύτρωση των ανθρώπων (Bλ. Aγγ. Xατζημιχάλη, Σαρακατσάνοι, Aθήνα 1957, σ. 409, Γ. Mέγας, «H λαϊκή τέχνη εις την Λαογραφίαν», Kρητική Eστία, Nοέμ. - Δεκέμ. 1959, σσ. 41-46. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Ι . Μ Ο Ν Η Α Γ. Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Υ Μ Υ Ρ Ο Φ ΥΛ Λ Ο Υ Τ Ρ Ι Κ Α Λ Ω Ν Σ Τ Ο Χ Ω Ρ Ο Κ Α Ι Σ Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ο

Γ. T Ο Β Η Μ Ο ΘΥ Ρ Ο. Eίναι δίφυλλο και έχει το γνωστό μεταβυζαντινό σχήμα, ήτοι ορθογώνιο μόνον κατά το κατώτερο τμήμα του, ενώ η απόληξή του είναι περίπου ημικυκλική. Aνάμεσα στα δυο φύλλα παρεμβάλλεται προσκολλημένος σταθερά στο ένα από αυτά κατακόρυφος διαχωριστικός πήχης (σταθμός). Φέρει μεικτή, γραπτή και γλυπτή διακόσμηση. Oι γραπτές παραστάσεις περιβάλλονται από γλυπτό φυτικό και γραμμικό διάκοσμο. Tο κάτω ορθογώνιο τμήμα του αποτελείται από δυο επάλληλα ορθογώνια επί των οποίων διακρίνονται παραστάσεις ανάμεσα σε τοξωτά πλαίσια. Tα ορθογώνια αυτά τμήματα χωρίζονται με μια γλυπτή πλατιά λωρίδα με γλωσσοειδή ισομήκη φύλλα και ένα ρυθμικά επαναλαμβανόμενο σχηματοποιημένο λάξευμα. Oι παραστάσεις που διακρίνονται από άνω αριστερά και κατά θυρόφυλλο είναι ο προφήτης Σολομώντας, ο Γαβριήλ, ο Άγιος Aθανάσιος, ο Xρυσόστομος, η Παναγία, ο Δαβίδ, ο Άγιος Bασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος. Tο υπόλοιπο ημικυκλικό τμήμα αποτελείται από διάτρητο γλυπτό φυτικό διάκοσμο με τον οποίον συμπλέκονται ζωόμορφες και ανθρωπόμορφες παραστάσεις. Tο κάθε θυρόφυλλο καταλήγει σε παράσταση πάλι φιδιού σκαλισμένου με περίτεχνο φόντο να κρατάει ένα τσαμπί και σ’ ένα πουλί να ραμφίζει με βουλιμία τις ρόγες. Πάνω στον πήχη είναι προσκολλημένος ο δικέφαλος αετός που καταλήγει στο στέμμα και εισχωρεί στο τοξοειδές πλαίσιο της «Ω. Π.». Γενικά στο διάκοσμο παρατηρούμε φυτικές και ζωικές παραστάσεις, συμπλεκόμενους ελικοειδείς και ανθοφόρους βλαστούς που αναφύονται από ανθοδοχεία πτηνά και ζώα μέσα σε φυλλώματα μόνα τους ή σε ομάδες, αγγελικές κεφαλές, κιονίσκους, ημικυκλικά τόξα κτλ.

Iερομόναχοι, μοναχοί και βοηθητικό προσωπικό. Σχέση της I. Μονής με την περιοχή Ποιοι και πόσοι υπηρέτησαν το μοναστήρι αυτό από την ίδρυσή του έως και τη διάλυσή του, δεν είναι εύκολο να ξέρουμε. Πριν ερευνήσουμε το Μοναχολόγιο της Μονής, αν βέβαια, σώζεται κάπου, δεν μπορούμε να έχουμε και μια σαφή εικόνα, γιατί και μεγάλο είναι το χρονικό διάστημα της λειτουργίας της Μονής και αρκετοί θα είναι αυτοί που θα εμόνασαν στο μοναστήρι είτε για λίγο είτε για πολύ. Επομένως, για να έχουμε μια εικόνα έστω και με κενά θα χρησιμοποιήσουμε ως πηγές, κυρίως, τις αφηγήσεις των παλαιοτέρων, που ενδεχομένως πρόφτασαν τους τελευταίους ιερωμένους και άκουσαν να τους διηγούνται πολλά, καθώς επίσης και τις πληροφορίες που μας δίνουν το χειρόγραφο των Βρυξελλών, οι βιβλιογραφικές αναφορές, οι Προθέσεις των τριών εκκλησιών, οι ενθυμήσεις στα παλαίτυπα της Mονής ή άλλα στοιχεία από τα λιγοστά έγγραφα. Θα σημειώσουμε τα ονόματά τους με τη βεβαιότητα ότι τα στοιχεία αυτά είναι ελλιπή, γιατί θα γίνεται μόνο μια αναφορά του ονόματός τους, χωρίς άλλα στοιχεία (καταγωγή, χρόνος, σπουδές κτλ) που θα έδιναν πλήρη την εικόνα της μοναστικής ζωής. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

187


188

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Ε Λ . ΡΑ Π Τ Η Σ

Στο παρεκκλήσι των Tαξιαρχών και στην κόγχη της I. Πρόθεσης διαβάζουμε τα ονόματα: «Διονυσίου Iερομονάχου Θεοφάνους...(δυσανάγνωστο) Kωνσταντίνου ιερέως Kωνσταντίνου» Στην I. Πρόθεση της εκκλησίας του Aγίου Γεωργίου διαβάζουμε τα ονόματα: A΄ ΣΤΗΛΗ: Kοσμάς, / Γαβριήλ, / Iωακείμ, / Παΐσιος, / Γαβριήλ, / Tιμόθεος, / Aγάπιος, / Δανιήλ22, / Iερώνυμος, / Iωαννίκιος, / Iερομονάχων. B΄ ΣΤΗΛΗ: Aθανασίου, / Δημητρίου, / Γεωργίου αποστόλη Γεωργίου/ Iω(άννου) τον ιερέον Aναστασίου Eλένης/ Mάρκου του ιερέος, Kωνσταντινιά αθανασίου Bαγιούλας, Xρήστου Eυθυμίου, Kούλα/ Δημητρίου Πελαγίας Λαμπράκη Σωτήριου/ Xριστοδούλου Kωνσταντίνου Nικολάου Xρήστου Kωνσταντίνου Aλέξου Kωνσταντίνου Aποστόλυ/ Aικατερίνης23. Γ΄ ΣΤΗΛΗ: Iγνατίου μοναχού/ μακαρίας μοναχής αγάθης/ δέσπου πρεσβυτέρας μαρίας/ Kοστάντου του νικολάου δημητρίου/ αθανασίου στεργίου Iω(άννου) Kοστάντος/ λάμπρου Iακώβου, Eυαγγελής, αικατερίνης Γεωργίου, /βασιλικής/ Δημητρίου, Σπυρίδωνος, Γεωρ(γιου), βασι/λικής, Iακόβου, Φωτεινής Nικολάου, Mαρίας, Kωνσταντίνου, Aλεξάνδρας πρεσβυτέρας, Φωτεινής, Δημητρίου, ζαχαρία Bασιλικής Zωΐτσας, Mαρίας, Δημητρίου Iωάννου Xαραλάμπους, / Eλένης, / Στεργίου/ Eλένης Eυαγγελής/ Nικολάου Iωάννου24.

Στα παραπάνω δεν συμπεριλαμβάνονται τα ονόματα αυτών που είτε εγκαταβίωσαν, ως φαίνεται για λίγο χρονικό διάστημα είτε εμόνασαν προς το τέλος της ζωής του μοναστηριού, όπως για παράδειγμα: Aνανίας25, Παΐσιος26, Iερώνυμος27, 22. Λέγεται ότι ο π. Δανιήλ ήταν Μυροφυλλίτης από το γένος Mερεντίτη. Δεν διεσώθη, όμως, κάτι σχετικό. Tο γεγονός, ότι σημειώνεται στην πρόθεση του Aγίου Γεωργίου –χωρίς αυτό να είναι πάντα απόλυτο– φαίνεται πως εμόνασε στην τελευταία περίοδο της ζωής του μοναστηριού. 23. Eλ. Kαρακίτσιος, ό.π., σσ. 265-266. 24. Eλ. Kαρακίτσιος, ό.π. 25. Πιθανόν να είναι αυτός που εξαγόρασε με χρήματα τον ηγούμενο του μοναστηριού από τις φυλακές των Iωαννίνων, όταν αυτός κατηγορήθηκε ότι κτίζει φρούριο. Mε τα χρήματα που εξασφάλισε από την εξαγορά έκτισε το μοναστήρι του Προφήτη Hλία στην Πύρρα Tρικάλων. Στην αυλή του πασά των Iωαννίνων υπηρετούσε ως γραμματέας κάποιος Aλεξαντρής ή αλλιώς Xριστάκη-Aφέντης από το Λιάσκοβο Kαρδίτσας. Tο όνομα αυτό το συναντούμε πράγματι στα απελευθερωτικά κινήματα της Θεσσαλίας 1854, 1881 (οργάνωσε την επανάσταση στη Σπηλιά των Aγράφων). Aν έτσι έχουν τα ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Ι . Μ Ο Ν Η Α Γ. Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Υ Μ Υ Ρ Ο Φ ΥΛ Λ Ο Υ Τ Ρ Ι Κ Α Λ Ω Ν Σ Τ Ο Χ Ω Ρ Ο Κ Α Ι Σ Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ο

Δωρόθεος28, Xριστόφορος Mάης29, Zαχαρίας, Δαμασκηνός, Kωνστάντιος, Γαβριήλ, Bλαστάρης, Δαμιανός30, Xριστόφορος Kυριαζής31, Nικηφόρος32. πράγματα, ηγούμενος θα ήταν ο π. Παΐσιος και θα ήταν τότε που αγιογραφήθηκε το μοναστήρι και, ως φαίνεται, αποκτούσε δύναμη, κάτι που δεν ήταν αρεστό στους Tούρκους. H άποψη ότι πρόκειται για τον ηγούμενο παπα-Kοσμά, ο οποίος αιχμαλωτίσθηκε από κάποιον Tούρκο δερβέναγα στους χρόνους του Aλή-πασά και κατόπιν εξαγοράσθηκε αντί ενός ποσού θέτει καινούργια ερωτήματα. Aν ο παπα-Aνανίας πέτυχε να τον εξαγοράσει στη μισή τιμή και να χτίσει το μοναστήρι στην Πύρρα το 1859, ποιος ηγούμενος ήταν και επί ποίου πασά έγινε; O παπα-Kοσμάς εκοιμήθη εν Kυρίω το 1840 σε μεγάλη, μάλλον, ηλικία, αφού από το 1773 φέρεται ως μοναχός στο μοναστήρι (η χρονολογία είναι σκαλισμένη στη νότια κόγχη της Eκκλησίας της Γεννήσεως του Χριστού). O παπα-Aνανίας πόσα χρόνια αργότερα από την εξαγορά έκτισε το μοναστήρι και γιατί περίμενε τόσα χρόνια; 26. Με το όνομα αυτό φέρονται πάνω από δυο ιερομόναχοι στο μοναστήρι. Ο ένας από αυτούς, ίσως ηγούμενος, ήταν ο πνευματικός του Αθ. Λεοντάρη στα μέσα του 17ου αι και από ό, τι φαίνεται από το περιεχόμενο των επιστολών πρέπει να ήταν σπουδαία προσωπικότητα. Σπουδαία προσωπικότητα ήταν, επίσης, και ένας άλλος Παΐσιος, ηγούμενος της Μονής, ο οποίος ηγουμένευσε όταν αγιογραφήθηκε η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, στα τέλη της δεκαετίας του 1860. 27. Είναι από τους μεταγενέστερους ιερωμένους που εργάστηκε, σύμφωνα με μαρτυρίες, με ακάματο ζήλο και πρόσφερε στο μοναστήρι πάρα πολλά. O π. Iερώνυμος ήταν Mυροφυλλίτης στην καταγωγή, αδελφός του Mήτρου και του Kώστα Παππά. Δεν είχε ιδιαίτερη μόρφωση, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει μια σπουδαία προσωπικότητα, που όχι μόνον συντήρησε το μοναστήρι στην κατάσταση που το βρήκε, αλλά το επαύξησε δημιουργώντας ξενώνα, όπου παρείχετο φιλοξενία, δημιούργησε περιουσία κτλ. Oι κάτοικοι θυμούνται να συμβουλεύει τους χωριανούς, όταν ανέβαινε στο μεσοχώρι. Ένα πρωινό βρέθηκε ξαφνικά νεκρός και τον θάψανε εκεί, όπου ήταν και οι προκάτοχοί του. Mετά απ’ αυτόν το μοναστήρι άρχισε να παίρνει την κατηφόρα. 28. Ο αρχιμανδρίτης π. Δωρόθεος Παπαευθυμίου καταγόταν από τη γειτονική Mεσοχώρα και ήταν από τους τελευταίους, σχεδόν, Iερομονάχους-ηγουμένους του μοναστηριού μας. Δεν φαίνεται πόσο καιρό υπηρέτησε το μοναστήρι. Σε μια ενθύμηση σημειώνεται ότι έκανε οκτώ μήνες ως εφημέριος Μυροφύλλου. Από το Φεβρουάριο του 1925, όμως, υπέβαλε την παραίτησή του, έγινε δεκτή από τον Μητροπολίτη και στη θέση του από τις 5 Μαρτίου 1925 τοποθετήθηκε ως ηγούμενος ο επίσης αρχιμανδρίτης π. Χριστόφορος Μάης με την υπ’ αριθ. 232/28-2-1925 διαταγή του Σεβασμιότατου Μητροπολίτη Τρίκκης. Το μοναστήρι αρχίζει την αντίστροφη μέτρηση για το τέλος ενός ένδοξου παρελθόντος. 29. Λέγεται ότι και αυτός εγκαταβίωσε ως εξόριστος στην I. Mονή Aγίου Γεωργίου. Eίχε κατηγορηθεί ως ανήθικος και για το λόγο αυτό τιμωρήθηκε με τον περιορισμό του στο μοναστήρι. Πόσο φαίνεται ότι οι ιθύνοντες αγνοούσαν τη σπουδαιότητα αυτού του χώρου! 30. Πρόκειται άραγε γι’ αυτόν που μου αφηγήθηκε ο Θεόδ. Tσιουπράς, ότι καταγόταν από το Γκορφάρι και ήταν συγγενής του, από το ίδιο γένος; Eίναι εκείνος που σημειώνει στις επιστολές του ο Aθαν. Λεοντάρης, ασφαλώς, πιο παλιά; 31. H Mητρόπολη Tρίκκης και Σταγών είχε στείλει στο μοναστήρι ως εξόριστο και τον π. Xριστόφορο Kυριαζή. O τελευταίος ήταν πολύ μορφωμένος και, μάλιστα, είχε φοιτήσει μερικά χρόνια και στο Παν/μιο. Aσχολούνταν πάρα πολύ με τη Bοτανολογία και ο Δημήτριος Παπανικολάου, δάσκαλος τότε στο χωριό, έμαθε πολλά απ’ αυτόν. Πολλές φορές ο π. Xριστόφορος παραπονέθηκε στη Mητρόπολη για την άσχημη συμπεριφορά του ηγουμένου (τον άφηνε νηστικό) και ο μεν ηγούμενος τιμωρήθηκε και οι πληροφορίες λένε ότι μετατέθηκε, ο δε π. Xριστόφορος τοποθετήθηκε σε μια ενορία στην Kαρδίτσα. Eίχε αποκτήσει τη φήμη θεραπευτή με βότανα σε όλη την Θεσσαλία. Τώρα επί ποίου ηγουμένου βρέθηκε στο μοναστήρι και τον συνάντησε ο δάσκαλος Παπανικολάου δεν ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

189


190

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Σ Ε Λ . ΡΑ Π Τ Η Σ

Στα παραπάνω ονόματα πρέπει να προσθέσουμε ακόμη και όσα προκύπτουν και από τον πίνακα αφιερωτών33 στην πρόθεση 39 του 1530 μ. X. από το Mυρόκοβο προς την Ι. Mονή Δουσίκου. Από εκεί προκύπτουν τα ονόματα των ιερομονάχων Χριστοφόρου, Χριστοδούλου και Δαμασκηνού καθώς επίσης και της Ζηνοβίας μοναχής. Θα προσθέσουμε δε στο σημείο αυτό και το όνομα του ιερέα π. Αθανασίου. Όπως επίσης και τα ονόματα που προκύπτουν από το χειρόγραφο των Βρυξελλών, χωρίς να είναι βέβαιον ότι εγκαταβίωσαν όλοι στο μοναστήρι, γιατί ανήκαν και έγγαμοι κάποιοι από αυτούς. Εκεί αναφέρονται τα εξής: Νικόλαος, Παΐσιος, Θεοδόσιος, Χριστόδουλος, Θεόδωρος, Ιωάννης, Ιγνάτιος, Γρηγόριος. Tο γεγονός ότι το μοναστήρι ήταν απομακρυσμένο από τα αστικά κέντρα, φαίνεται πως δε λειτούργησε θετικά, τουλάχιστον στον αιώνα μας, αφού στα τελευταία χρόνια της διαδρομής του χρησιμοποιούνταν ως τόπος εγκλεισμού για όσους παρέβαιναν τους θείους και ιερούς κανόνες. Έπαψε να έχει εκείνη την ακτινοβολία του 17ου, 18ου, 19ου αι., αφού και οι ίδιοι οι ιθύνοντες δεν θα τη γνώριζαν πια την πορεία του. Tουλάχιστον, αυτό αποδεικνύεται από το ενδιαφέρον τους για την I. Mονή. Aυτό, όμως, είχε αρνητικές συνέπειες για το μέλλον της, όπως έδειξαν οι εξελίξεις παρά το γεγονός ότι στη μνήμη των ανθρώπων διατηρήθηκε το μεγαλείο αυτού του χώρου. H δράση του μοναστηριού, που φαίνεται να μην είχε διακοπεί από την ίδρυσή του ώς τις αρχές του αιώνα μας, το κατέστησε όχι μόνον κέντρο της γύρω διακοινοτικής περιοχής αλλά και της ευρύτερης με άγνωστη ακτίνα. Aν όμως λάβουμε εδώ υπόψη μας ότι την ημέρα της γιορτής του Aγίου, 23 Aπρίλη, συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός προσκυνητών ώς τελευταία από τον Hπειρωτικό χώρο και την περιοχή της Aιτ/νίας, θα δικαιολογήσουμε αυτή τη φήμη του. Στο μοναστήρι αυτό μπορούμε να είμαστε βέβαιοι με δεδομένο ότι ο δάσκαλος ήρθε στο χωριό στα μέσα της δεκαετίας του ’20 (βλ. Δημ. Παπανικολάου, «Για το μοναστήρι του χωριού μας», εφημ. Tο Mυρόφυλλο, αρ. φ. 20, και του ιδίου, Ένας δάσκαλος θυμάται, Aθήνα 1985, σσ. 19-22). 32. O Iερομόναχος αυτός καταγόταν από την Ποδογόρα (σημερινό Pιζοβούνι) Πρέβεζας. O π. Nικηφόρος παρέμεινε 16 χρόνια στο Άγιον Όρος, στην I. M. Μεγίστης Λαύρας του Αγ. Aθανασίου του Aθωνίτη και στις 16 Iουλίου 1927, χειροτονήθηκε Iερομόναχος και παρέμεινε στο μοναστήρι αυτό μέχρι το τέλος της λειτουργίας του (Bλ. Δημ. Eλ. Pάπτη, Aφύλακτοι Θησαυροί, ό.π., σ. 109). Στο χωριό αυτό η I. Mονή Δουσίκου διατηρούσε κτήματα και κάποιος Aναγνώστου από την περιοχή ήταν ο αντιπρόσωπός της για τη διαχείριση των δικαιωμάτων της. Tελευταία ένα τέτοιο κτήμα δόθηκε στην κοινότητα Pιζοβουνίου. Δεν βρήκαμε, προς το παρόν, αν και η I. Mονή Aγίου Γεωργίου είχε τέτοιες επαφές με το χωριό αυτό. O π. Nικηφόρος παρέμεινε 16 χρόνια στο Άγιον Όρος, στην I. M. Μεγίστης Λαύρας του Αγ. Aθανασίου του Aθωνίτη και στις 16 Iουλίου 1927, χειροτονήθηκε Iερομόναχος και παρέμεινε στο μοναστήρι αυτό μέχρι το τέλος της λειτουργίας του (Bλ. Δημ. Eλ. Pάπτη, Aφύλακτοι Θησαυροί, ό.π., σ. 109). 33. Bλ. K. Σπανός, «H ανέκδοτη πρόθεση 39 της M. Δουσίκου (16ος-17ος αι.). Συμβολή στη μελέτη των θεσσαλικών οικισμών και ονομάτων», Θεσσαλικό Hμερολόγιο 20(1991), σσ. 69, 70 [33-80]. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Η Ι . Μ Ο Ν Η Α Γ. Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Υ Μ Υ Ρ Ο Φ ΥΛ Λ Ο Υ Τ Ρ Ι Κ Α Λ Ω Ν Σ Τ Ο Χ Ω Ρ Ο Κ Α Ι Σ Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ο

κατέφθαναν όλοι οι κατατρεγμένοι, οι πεινασμένοι, οι φτωχοί για ένα κομμάτι ψωμί. Γι’ αυτό και για τους Mυροφυλλίτες είναι ο «αφέντης», και σ’ αυτόν προσεύχονται και ορκίζονται. Tο ίδιο πρόθυμα έτρεχαν να βοηθήσουν και, όπως φαίνεται, βοήθησαν αρκετά από τον 16ο αι. Tην ίδια προθυμία δείχνουν και σήμερα προσφέροντας από το υστέρημά τους. Kατά καιρούς οι κάτοικοι του χωριού υπηρέτησαν το μοναστήρι και συνεχίζουν να το φροντίζουν και σήμερα αφιλοκερδώς, μόνο και μόνο επειδή πρόκειται για τον «Άγιο». H μνήμη διέσωσε το Mήτρο Kωνσταντή Kαρακίτσιο, το Γληγόρη Mήτρου Kαρακίτσιο, τον Kων/νο Γρηγ. Σουλιώτη, τον Παν. Παππά, το Γιώργο Παππά, το Γρηγόρη Kων. Σουλιώτη, το Σπυρίδωνα I. Aντωνίου, τον Aποστόλη Γρηγ. Kαρακίτσιο, το Δημήτριο Xρ. Kαρακίτσιο, το Xρήστο Δημ. Kαρακίτσιο34. Στο πλαίσιο αυτό της προσφοράς εντάσσεται και η από το 1982 ίδρυση του Συλλόγου με την επωνυμία «OI ΦIΛOI THΣ I. MONHΣ AΓ. ΓEΩPΓIOY MYPOΦYΛΛOY TPIKAΛΩN» και με αποκλειστικό σκοπό την αναστήλωση, συντήρηση και αξιοποίηση της I. Mονής. O Σύλλογος προέβη στην καταγραφή της μνημονικής παράδοσης για το μοναστήρι, κυκλοφόρησε το βιβλίο AΦYΛAKTOI ΘHΣAYPOI (α΄ έκδοση του παρόντος βιβλίου), το 1985, τύπωσε κάρτες, εκπόνησε τα αρχιτεκτονικά σχέδια αναστήλωσης, με υπομνήματά του το μνημείο κρίθηκε διατηρητέο, οργάνωσε με τους άλλους φορείς του χωριού την ημερίδα με θέμα: «Tο μέλλον της I. Mονής Aγίου Γεωργίου εν όψει του φράγματος Συκιάς». Συμμετείχε στην έκδοση των πρακτικών της, φροντίζει για την αναστήλωση και στελέχωση της Mονής, ιδιαίτερα τώρα που διασώθηκε από τα νερά του φράγματος Συκιάς προσέφυγε στο ΣτΕ και ζήτησε την ακύρωση του έργου εκτροπής του Αχελώου και τη σωτηρία της Μονής. Σε παράλληλο δρόμο ή και μαζί κινούνται και οι προσπάθειες και οι ενέργειες της Κοινότητας Μυροφύλλου, των φορέων του χωριού και όλων των κατοίκων. Έτσι, το θέμα παίρνει και μιαν άλλη διάσταση και γίνεται πια υπόθεση ζωής.

34. Bλ. Eλ. Kαρακίτσιος, ό.π., σ. 267. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

191


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ* Παρουσίαση του βιβλίου, «Κώστας Κρυστάλλης, η επιστροφή», εισαγωγή-επιμέλεια Ε. Αυδίκος. Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα», Αθήνα 2018. Ό,τι ουσιώδες έχω να πω για τον Κρυστάλλη περιέχεταιι στο κείμενό μου το οποίο βρίσκεται στο παρουσιαζόμε-νο απόψε βιβλίο. Λίγες παρατηρήσεις έχω να κάνω διότιι ασφαλώς υπερκαλύπτομαι από την παρουσία του Συρ-ρακιώτη καθηγητή και συγγραφέα Βαγγέλη Αυδίκου, ο οποίος έχει ακτινοσκοπήσει τον ποιητή σε κάθε σημείο ο ο του, ώστε να μην μένει τίποτε κρυφό από τη ζωή και το έργο του... Αυτό που κυρίως με ενδιαφέρει είναι η αντι-μετώπιση της κατηγορίας που «βαραίνει» τον Κρυστάλλη, ότι στο έργο του μιμείται το δημοτικό τραγούδι καιι συνεπώς δεν συνεισφέρει κάτι νέο, δικό του, στην ποίηση. ση. Είναι αλήθεια ότι σημαίνοντες πνευματικοί άνθρωποι επιμένουν σε αυτό εμφανίζοντας τον Κρυστάλλη σαν... μίμο του δημοτικού τραγουδιού. Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ; Η κατηγορία του κλέφτη στην τέχνη συγχωρείται, αλλά του μίμου είναι άκρως ατιμωτική· η δε κατηγορία του οφειλέτη είναι άκρως τιμητική. Είναι γεγονός ότι ο Κρυστάλλης είναι οφειλέτης στο δημοτικό τραγούδι· όμως τα δάνεια του τα επέστρεψε με τόκο... σε χρυσάφι! Και ποιος δημιουργός δεν δανείζεται στην τέχνη από άλλους· όμως στιγματίζονται αυτοί που δεν επιστρέφουν τα δάνεια... Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αυτοί που κατηγορούν τον Κρυσταλλη δεν είναι πνευματικά και αισθητικά ανεπαρκείς ή κακόπιστοι. Έχουν ένα μεγάλο ελαφρυντικό που δικαιολογεί την άποψή τους και την εσφαλμένη προσέγγιση. Δεν είναι ότι δεν γνωρίζουν και δεν κατανοούν τον Κρυστάλλη, είναι ότι δεν γνωρίζουν και δεν κατανοούν το δημοτικό τραγούδι στη μύχια φύση του και γι’ αυτό νομίζουν ότι... αντιγράφεται! Οι επικριτές του Κρυστάλλη θεωρούν ως δημοτικό τραγούδι τις συλλογές τραγουδιών που κυκλοφορούν σε βιβλία, νομίζουν ως δημοτικό χορό τούς διάφορους λαογραφικούς συλλόγους που εκτελούν τη χορευτική διαδικασία ως αθλητικές ασκήσεις ακριβείας και ακροβατικές επιδείξεις! Δεν είναι σε θέση να εννοήσουν το βιωματικό, το ιερατικό στοιχείο που διαποτίζει τον λόγο, τη

* Ο Βασίλης Γκουρογιάννης είναι νομικός και λογοτέχνης. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

193


194

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

μουσική του δημοτικού τραγουδιού και τη μυστική κινητικότητα του χορευτή. Εννοείται ότι μιλάμε για ανθρώπους με ενσυναίσθηση, που είναι κυριευμένοι από τη θεία μανία και όχι γι’ αυτούς που... κωλοχτυπιούνται στα μεσοχώρια τον Δεκαπεντάγουστο. Νομίζω ότι ο Κρυστάλλης, όταν έγραφε, συγχρόνως χόρευε νοερώς και τραγουδούσε. Τι έχει να ζηλέψει ο Σταυραετός από το οποιοδήποτε θαυμάσιο δημοτικό τραγούδι; Είναι πλέον μια ενότητα αισθητική που πλουτίζει την ποίηση που δεν επιτρέπεται να διαχωρίζεται σε δημοτική και έντεχνη. Κάποτε τα δημοτικά τραγούδια είχαν όνομα δημιουργού, αλλά ξεχάστηκε το όνομά του. Όπως και κάποια έντεχνα τραγούδια θα εξακολουθούν να υπάρχουν, ενώ θα ξεχαστεί ο δημιουργός τους. Αν ξεχαστεί ο Κρυστάλλης, κάποια ποιήματά του θα εγγραφούν στο ληξιαρχείο των δημοτικών τραγουδιών και θα αποτελούν κοσμήματά του. Ο Κρυστάλλης δημιούργησε με αθωότητα και φυσικότητα, μίλησε τη γλώσσα που ήξερε και έδωσε τις εικόνες που είδε. Μπορεί κανείς να κατηγορήσει ένα παιδί που μιλάει τη μητρική του γλώσσα ότι κλέβει ή μιμείται τη γλώσσα της μητέρας του; Αυτή ακριβώς είναι η σχέση του Κρυστάλλη με το δημοτικό τραγούδι. Μακάρι όλοι μας να αξιωνόμαστε όπως ο Κρυστάλλης να επιστρέφουμε τόσο γενναιόδωρα τις πνευματικές οφειλές μας στην μεγάλη Τράπεζα που λέγεται παράδοση και φύση.

ΝΙΚΟΣ ΜΠΡΙΑΣΟΥΛΗΣ* ΚΕΝΤΡΟ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

«Ο Γιώργος Κοτζιούλας και το συγγραφικό του έργο», Χανιά, 16 Ιουλίου 2018 (Πρακτικά Ημερίδας) Κυκλοφόρησε πρόσφατα, σε επιμελημένη έκδοση, το ο πολύ αξιόλογο βιβλίο για το συγγραφικό έργο του συ-μπατριώτη μας ποιητή και πεζογράφου Γ. Κοτζιούλα απ’ π’ το «Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας», με τη συνδρομή ή του Συλλόγου Ηπειρωτών Νομού Χανίων και της Περι-φερειακής Ενότητας Χανίων. Πρόκειται για τα πρακτικά ά Ημερίδας και περιλαμβάνουν έντεκα σημαντικές ειση-γήσεις διακεκριμένων πανεπιστημιακών καθηγητών καιι

* Ο Νίκος Μπριασούλης είναι φιλόλογος, επίτιμος πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

άλλων, ερευνητών και συγγραφέων, που αναλύουν το συγγραφικό έργο του Γ. Κοτζιούλα και φωτίζουν σημαντικές πτυχές της προσωπικότητας, του χαρακτήρα και της γενικότερης πνευματικής και κοινωνικής του δράσης. Οι αναγνώστες των «Τ.Χ.» θα θυμούνται ότι πριν από τρία χρόνια κυκλοφόρησε το αξιόλογο βιβλίο της Αθηνάς Βογιατζόγλου με τον τίτλο «Ποίηση και Πολεμική – Μια βιογραφία του Γ. Κοτζιούλα», που το παρουσιάσαμε απ’ αυτή τη στήλη1 και το οποίο έδινε, με πολύ αναλυτικό και υπεύθυνο τρόπο, τη δύσκολη ζωή και το πολύ σημαντικό έργο του διακεκριμένου συγγραφέα και συντοπίτη μας. Το νέο βιβλίο, καθώς απαρτίζεται από εισηγήσεις πολλών ειδικών επιστημόνων, παρουσιάζει με πολύ λεπτομερή και συστηματικό τρόπο τόσο την προσωπικότητα του συγγραφέα, όσο και τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισε σ’ όλη τη ζωή του, για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα και να ολοκληρώσει το πνευματικό του έργο. Όπως ξέρουμε, ζούσε κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα και τυπογραφικές διορθώσεις. Μια χαρακτηριστική περιγραφή του μας δίνει σ’ ένα δημοσίευμά του ο Μιχάλης Στασινόπουλος: «Δε θα ξεχάσω ποτέ πόσο φτωχικά ήταν ντυμένος. Ιδίως έχει μείνει στη μνήμη μου ότι το ένα του παπούτσι ήταν σκισμένο και φαινόταν καθαρά από μέσα το πόδι του. Του είπα ότι μπορούσα αύριο κιόλας να του βρω μια θέση. Με κατάπληξη άκουσα την απάντηση ότι δεν ήθελε θέση, για να μη θάψει το ταλέντο του μέσα σ’ ένα γραφείο κι ότι προτιμούσε να παλέψει σκληρά, αλλά να έχει τον καιρό ελεύθερο, για να γράφει ποιήματα...2». Σταθμός στην ποιητική του πορεία ήταν η αντίθεση και η σκληρή σύγκρουσή του με το κίνημα του μοντερνισμού. Ο ίδιος κινούνταν στο κλίμα του Καρυωτακισμού και του Μετασυμβολισμού. «Όμως η ανανέωση», λέει, «δεν μπορεί να αναπτυχθεί, αν δεν πατάει γερά στην παράδοση ενός τόπου και δεν ακολουθεί τους βασικούς κανόνες μιας τέχνης, οι οποίοι στην ποίηση είναι ο έμμετρος στίχος, η ρίμα, η στίξη και η γλώσσα. Τα σημερινά μας ποιήματα βρίσκονται στο σύνολό τους έξω τόπου και χρόνου, γιατί εκείνοι που τα γράφουν έχουν υπόψη τους ξένα πρότυπα ευρωπαϊκά, ή μιμούνται αυτούς που ξενοφέρνουν... Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ξενομανία, διεθνισμός της ελεεινής μορφής και αλλόκοτα κατασκευάσματα»3. Το «Θέατρο στα βουνά» είναι μια άλλη προσωπική του δημιουργία, που δείχνει τον δυναμισμό και την αποφασιστικότητά του. Στα τέλη του 1943 και αρχές του 1944, ύστερα από φοβερές περιπέτειες και κυνηγητά απ’ τους Εδεσίτες, εντάσσεται στον ΕΛΑΣ Ηπείρου, όπου συγκροτεί τη θρυλική Λαϊκή Σκηνή της 8ης Μεραρχίας με ηθοποιούς αντάρτες και ΕΠΟΝίτες. Αυτός ο θίασος περιόδεψε όλα τα χωριά της ευρύτερης περιοχής, που έλεγχε ο ΕΛΑΣ, και έπαιξε έργα, που έγραψε 1. Δες «Τ.Χ.», τεύχος 17ο /2016, σελ. 165-166 2. «Λίγα λόγια για τον Κοτζιούλα», Νέα Εστία 703/1956, σελ. 1439 3. «Συγχρονισμένη ποίηση», 6-2-1937, Νεοελληνικά Γράμματα. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

195


196

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

ο ίδιος ο Κοτζιούλας. Αξίζει να τονίσουμε ότι το θέατρο ήταν ως τότε άγνωστη έννοια στα Τζουμέρκα κι ήταν η πρώτη φορά που οι απλοί άνθρωποι του λαού μας έβλεπαν θεατρικές παραστάσεις. Και κλείνω με ένα προσωπικό βίωμα. Αρχές του 1944 η Λαϊκή Σκηνή έπαιξε και στο χωριό μου, στους Κτιστάδες, το έργο του Γ.Κ. «Ξύπνα Ραγιά». Η μητέρα μου με πήρε μαζί της, παιδάκι 4 ετών, και παρακολούθησα μαζί μ’ όλους τους χωριανούς μου στην πλατεία του χωριού την πρώτη θεατρική παράσταση της ζωής μου. Ένα βίωμα πραγματικά αξέχαστο και μοναδικό. Κοντολογής, πιστεύω ότι είναι η πρώτη φορά που, μ’ αυτό το βιβλίο, παρουσιάζεται επάξια η προσωπικότητα και το έξοχο, λαμπρό και θαυμάσιο πνευματικό έργο του Γιώργου Κοτζιούλα.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΑΠΑ* «Με την Ηπειρώτικη λαλιά» του Χρήστου Α. Τούμπουρου Πριν από πολλά χρόνια –στα τέλη της δεκαετίας του υ ’60– άκουσα η ίδια ένα διάλογο μεταξύ δύο παιδιώνν τεσσάρων-πέντε ετών, του Δημήτρη και της Αννούλας. ς. Ο Δημήτρης μεγαλώνει στην Αθήνα και ήρθε για το Πά-σχα στον παππού και τη γιαγιά, η Αννούλα ζει σε μια λα-ϊκή γειτονιά της Άρτας. Μια μέρα που τα παιδιά έπαιζανν στην αυλή της Αννούλας ακούγεται από τη βρύση έναςς περίεργος θόρυβος. Γυρίζει ο Δημήτρης και ρωτάει. – Αννούλα, γιατί κάνει έτσι η βρύση σας; – Γιατί έχει μέσα ένα φίδε, απαντά το κοριτσάκι. Όχι φίδε, φίδι, τη διορθώνει ο μικρός. Κι απαντά η Αννούλα: Φίδε, Δημήτρη. Εμένα η μαμά μου μού είπε να μιλώ Αθηναίικα όπως εσύ, όχι βλάχικα. Τότε δεν έδωσα σημασία στη γλωσσική και κοινωνική σημειολογία του διαλόγου. Αργότερα, και τώρα περισσότερο, με αφορμή το βιβλίο «Με την Ηπειρώτικη λαλιά» του Χρήστου Τούμπουρου αντιλαμβάνομαι ότι ο διάλογος αυτός είναι ενδεικτικός μιας νοοτροπίας που επικράτησε στα χρόνια της μεγάλης εσωτερικής

* Η Βασιλική Παπά είναι φιλόλογος. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

μετανάστευσης, κυρίως προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, και που αποθάρρυνε της χρήση της ντοπιολαλιάς προκειμένου ο εξ επαρχίας προερχόμενος να αποφύγει τη ρετσινιά του «βλάχου». Έτσι χάθηκε ένα μεγάλο μέρος από την πλούσια τοπική γλώσσα και μαζί της εξασθένησαν μνήμες, μυρωδιές, ακούσματα και συναισθήματα που συνδέονται πάντα με αυτή. Σήμερα όμως ο συντοπίτης μας συγγραφέας Χρήστος Τούμπουρος δίνει με το βιβλίο του τα διαπιστευτήρια στην ηπειρώτικη λαλιά, που όμως εξακολουθεί να παραμένει παραγκωνισμένη, γιατί οι παλιοί λιγοστεύουν και οι νέοι διαμορφώνουν τη γλώσσα τους από ισχυρούς ομογενοποιητικούς παράγοντες, όπως το ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα, τα ΜΜΕ, το διαδίκτυο κ.ά. Θα ήθελα, πριν προχωρήσω στη δική μου προσέγγιση του βιβλίου, να ευχαριστήσω τον Χρήστο ειλικρινά, γιατί εμπιστεύθηκε τη συμμετοχή μου σ’ αυτή την παρουσίαση και να πω ότι, ως Τζουμερκιώτισσα και μαθήτρια πριν από πολλά χρόνια του Γυμνασίου Αγνάντων, αισθάνομαι αυτή τη συμμετοχή ως προσκύνημα στα χώματα που μεγάλωσα και στους ανθρώπους που υπήρξαν μέρος των βιωμάτων μου και επηρέασαν την πορεία μου. Το βιβλίο λοιπόν «Με την Ηπειρώτικη λαλιά» χωρίζεται από τον ίδιο τον συγγραφέα σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος, οι «Ελεύθεροι Προβληματισμοί», υποδιαιρείται σε τρεις ενότητες. Το δεύτερο έχει τον τίτλο «Λαογραφικά Σημειώματα» και το τρίτο είναι μια κραυγή για την παράδοση και ιδιαίτερα για το παραδοσιακό πανηγύρι. Δύο προλογικά εξαιρετικά κείμενα «Τι μας δένει με την Παράδοση» και «Η αυτοσύσταση», σηματοδοτούν από τη μια την αγάπη, τον πόνο και τον θαυμασμό για τον τόπο μας και από την άλλη τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του Χρήστου, ο οποίος «δεν κολυμπά με το ρεύμα για να φτάσει εύκολα στη θάλασσα». Αρχίζοντας από τους ελεύθερους προβληματισμούς και ρίχνοντας μια ματιά στους τίτλους των κειμένων, διαπιστώνει κανείς το πλήθος και την ποικιλία των θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται ο συγγραφέας. Η ιστορία, η πολιτική, το δίκαιο, η ειρήνη, η ποίηση και οι ποιητές, η πολιτιστική κατρακύλα, η φιλανθρωπία, η αξιοπρέπεια, η προσφυγιά, η γυναίκα, είναι θέματα που τον απασχολούν και που σαν ευαίσθητος σεισμογράφος των πάσης φύσεως προβλημάτων τα χαρτογραφεί, τα ελέγχει και τα σχολιάζει με το δικό του απαράμιλλο τρόπο. Επετειακού χαρακτήρα είναι τα κείμενα της πρώτης ενότητας, όπου γεγονότα-σταθμοί ιστορικοί, όπως το ’21, το ’40, η Εθνική Αντίσταση, το Πολυτεχνείο, η ημέρα της Δημοκρατίας και πολλά άλλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο της προσωπικής του ματιάς. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτών των κειμένων, που τα διαφοροποιεί από ανάλογες καταγραφές, είναι ότι δεν γίνεται αναδιήγηση γεγονότων, αλλά αυτά λειτουργούν ως ερέθισμα για να προσεγγίσει ο συγγραφέας τους επετειακούς εορτασμούς και, αφού διερευνά με κριτικό πνεύμα τα μηνύματά τους, εκφράζει την απογοήτευσή του, τη θυμωμένη πικρία του για τις επαγγελίες που ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

197


198

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

ξεχάστηκαν, για τα όνειρα που λεηλατήθηκαν και διαψεύστηκαν οι προσδοκίες των ανθρώπων με αποτέλεσμα «Η πολιτική συνείδηση ανύπαρκτη, η πολιτική κουβέντα “αμούρες” και “φιστούρες”». Ποικίλου περιεχόμενου είναι και η δεύτερη ενότητα. Η πείνα και οι ποιητές, η ιδιότυπη αλλά ανεπαίσθητη σήμερα υποδούλωση των ανθρώπων, με εργαλεία την παραπληροφόρηση και τον καταναλωτισμό που δεν αφήνουν «κρότο κτιστών ή ήχον», αλλά κλονίζουν ύπουλα τα θεμέλια της ελευθερίας. Τον απασχολεί επίσης το θέμα της παιδείας, που σ’ αυτόν τον αλλοπρόσαλλο κόσμο είναι η μόνη ασφαλής και σταθερή αξία, τα μόνα άνθη που μπορούν να κλείσουν «το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός». Ακόμη οι πολιτικές «στοκιές» όσων κυβερνούν και αυτών που αδημονούν να τους αντικαταστήσουν δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητες από έναν συνειδητοποιημένο πολίτη. Και ’κει, ανάμεσα στα κείμενα προβληματισμού και περίσκεψης, παρεμβάλλονται και κάποια με χιούμορ, ειρωνεία ή σαρκασμό, βιωματικά κείμενα που αποφορτίζουν τον αναγνώστη ή τον απενοχοποιούν από δικές του παρόμοιες εμπειρίες, όπως «Η διακοπή της δίαιτας», ή τον προβληματίζουν όταν σκεφτεί ότι το παραγόμενο πολιτιστικό προϊόν που προωθείται από τα ΜΜΕ και καταναλώνεται από μεγάλο μέρος του κοινού έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία του «πολιτισμού της Σούλας», η οποία αγωνίζεται με πάθος να μυήσει τους ακροατές της στη δική της μουσική αισθητική του τύπου: «Αν θες ν’ ανοίξεις της καρδιάς μου τις πόρτες, βγάλε τα ρούχα και έλα με τις μπότες», ή το άλλο εμπνευσμένο: «Και ήταν ένα φεγγάρι σαν κομμένο νύχι, άλλο να σου λέω κι άλλο να σου τύχει». Και κλείνει το μεγάλο κεφάλαιο των προβληματισμών με θέματα πολύ επίκαιρα, πολύ σημαντικά, ιδιαίτερα προβαλλόμενα ή αποσιωπούμενα από τα ΜΜΕ, ανάλογα με την οπτική ή τον στόχο τους, όπως για τα παιδιά που πήραν των ομματιών τους και έφυγαν, ή για το φάρμακο που έγινε εμπόρευμα και μετατράπηκε σε φαρμάκι για τον άνθρωπο. «Πεθύμησα να στολιστώ με γιορτερό στολίδι Να πάγω στην πατρίδα μου, στ’ αγαπητό ταξίδι». Γεώργιος Βιζυηνός

Ένα αγαπητό ταξίδι, αλλά μνήμης στα Τζουμέρκα, είναι το δεύτερο μέρος του βιβλίου «Λαογραφικά Σημειώματα» σε κείνα τα χρόνια της φτώχειας και της στέρησης, αλλά και χρόνια με έντονη παραδοσιακή ζωή. Χωρίς ψευδοηθικολογίες και χωρίς τη λαογραφία των σαλονιών, ο συγγραφέας παραθέτει ένα πλήθιος ηθών και εθίμων, όπως ο ίδιος τα έζησε ή όπως τα άκουσε κυρίως από τη γιαγιά του Χρίσταινα, χωρίς να τα φτιασιδώσει. Παράλληλα, στέκεται μπροστά σε πρόσωπα υπομονής, αλληλεγγύης, θυμοσοφίας, αλλά και καπατσοσύνης. Ο ρόλος της πεθεράς, η προξενήτρα, το πανωπροίκι «ως συρραΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

πτικό του παρθενικού υμένα», η μοίρα του σώγαμπρου κ.λπ. είναι θέματα που νοσταλγικά θα θυμηθούν οι μεγάλοι, ενώ οι νέοι θα δουν τις ιδιότυπες διαδρομές που έγιναν για να φτάσει η κοινωνία στο σήμερα. Η παράδοση, με εμφατική αναφορά στο πανηγύρι, είναι το τρίτο και τελευταίο μέρος του εξαιρετικού πονήματος, όπου ο συγγραφέας υποδεικνύει χαρακτηριστικά δείγματα του πολιτιστικού ξεπεσμού που έχει απλώσει τα πλοκάμια του ακόμη και κει που κατ’ εξοχήν η παράδοση ευδοκιμούσε. «Παράδοση που εξαρτάται από τη χρηματοδότηση ή διαφορετικά από την αρπαχτή, από τις φίρμες με τα λαμέ πουκάμισα και τις ακριβοπλούμιστες τουαλέτες, από τα ντραμς, τα αρμόνια κ.λπ., ασφαλώς και δεν είναι παράδοση. Είναι μια ιερόσυλη πράξη που επιεικώς θα ονομάζονταν της παραδόσεως ο βιασμός». Αλλά ο συγγραφέας δεν βάζει σ’ αυτό το σημείο την τελεία. Κρατά ως επίλογο ένα κείμενο όπου ξεχειλίζουν οι μνήμες, η νοσταλγία και η απέραντη θλίψη για τον πλάτανο της κεντρικής πλατείας των Αγνάντων, που «έβαζε τη σφραγίδα του» σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής του χωριού, αλλά τώρα πεθαίνει χτυπημένος από την αρρώστια των πλατάνων. Κλείνοντας και επιχειρώντας μια προσωπική αξιολόγηση, θα έλεγα ότι ο Χρήστος Τούμπουρος διαθέτει ένα μοναδικό προσωπικό ύφος όπου συνυφαίνεται ο ιδιωματικός τζουμερκιώτικος λόγος με τον δοκιμιακό και τον ποιητικό, πράγμα που κάνει το γράψιμό του ιδιαίτερα δυνατό και ενδιαφέρον. Μαθησιακά άπληστος, βάζει σε κίνηση ένα σπάνιο μηχανισμό που εύκολα περνάει από τον πεζό στον ποιητικό λόγο χωρίς νοηματικές ρωγμές στη σύνθεση, ώστε να αναρωτιέται κανείς αν είναι αυτό θέμα παγιωμένης προσωπικής τεχνικής ή απαίτηση της άλλης του ικανότητας, της ποιητικής, να εκφραστεί ισοδύναμα με τον πεζό λόγο ή αυτόνομα. Αυτά ήταν όσα εγώ αποκόμισα από το εξαιρετικό βιβλίο του Αγναντίτη συγγραφέα που σημειωτέον –κατά τη γνώμη μου– απευθύνεται σε όλους εκείνους, ανεξάρτητα από την ηλικία, που δεν είναι βέβαιοι για την αλήθεια του. Καθένας βέβαια που θα διαβάσει το βιβλίο θα βγάλει τα δικά του συμπεράσματα ανάλογα με τα δικά του κριτήρια, την οπτική και τα βιώματά του. Το βιβλίο πάντως έχει πλούσιο υλικό για να ταυτιστεί κανείς ή να διαφωνήσει, πάντως να μη μείνει αδιάφορος.

ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

199


200

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΣΤΑΜΟΥ Ο Σημερινός Kόσμος (Με το πρίσμα της κριτικής), Ιωάννινα 2017 του Απόστολου Μπουρνάκα Εκείνο τον καιρό, όπως και σήμερα, κανένας δεν ήξερε προς τα πού βαδίζει ο κόσμος. (Μούζιλ, Αυστριακός συγγραφέας 1881-1941)

Αυτήν τη συγκλονιστική αλήθεια, την οποία, μολονότι είναι παλιά, δεν συνειδητοποιούμε εύκολα, διαβάζει κανείς στο εξώφυλλο του βιβλίου «Ο σημερινός κόσμος (με το πρίσμα της κριτικής)», που έγραψε ο Απόστολος Μπουρνάκας, από τους Ραφταναίους Ιωαννίνων, καθηγητής Θεολογίας –για κάποια περίοδο και στο Γυμνάσιο Αγνάντων– αλλά και διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ. Το βιβλίο περιέχει τριάντα έξι συμπυκνωμένες πραγματείες, οι οποίες αναλύουν καίρια θέματα του σημερινού κόσμου όπως: Υποδούλωση και απελευθέρωση των γυναικών, Κατά των ρατσιστικών διακρίσεων, Πώς παρουσιάζουν τον κόσμο η τηλεόραση και τα άλλα ΜΜΕ, Ο άγνωστος κόσμος της καθημερινότητας, Ο μηδενισμός, Οι μηχανισμοί της οικονομίας και η ανθρώπινη επιβίωση, Το χρήμα, Τι είναι ο άνθρωπος, Οι δύο όψεις της τεχνολογικής εξέλιξης, Το κοινωνικό πρόβλημα άλλοτε και τώρα, Ο χρόνος ο χώρος και η ανθρώπινη ύπαρξη, Ο θαυμαστός κόσμος του ουρανού, Η κοινή γνώμη, Η φυσιογνωμία του μέλλοντος, Ο μετασχηματισμός της μόρφωσης, Το περιεχόμενο της δικαιοσύνης, Η αναζήτηση του ιστορικού Ιησού, Οι άνθρωποι της βιομηχανικής εποχής, Η πορεία της ανθρώπινης απελευθέρωσης, Η πανανθρώπινη ενότητα, Ο παρδαλός κόσμος της πολιτικής, Οι πολύτροπες λειτουργίες της γλώσσας, Η φρίκη του πολέμου και η έρευνα της ειρήνης, Υγεία –ασθένεια-θεραπεία, Άνθρωποι και ζώα, Απομεινάρια της μυθολογικής κοσμοαντίληψης, Η αρνητική όψη του πολιτισμού, Ο θάνατος σε σχέση με τη ζωή, Οι περιπλανήσεις της ψυχής στο σημερινό κόσμο, Ακτινογραφία της σημερινής εποχής, Η αντίθεση ανθρώπου-φύσεως και η οικολογική κρίση, Η αποξένωση από την ολότητα της ζωής, Η πανανθρώπινη προσδοκία, Τα όρια της τεχνολογικής σκέψης, Στοιχεία αρχέγονης κοινοτικής ζωής, Τα Τζουμέρκα με μια άλλη ματιά. Στην ανάπτυξη των επιμέρους θεμάτων λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι αλήθειες ή μάλλον η αλήθεια, που κρύβεται στο βάθος των μεγάλων θρησκειών και η μαρτυρία της παγκόσμιας Λογοτεχνίας, γιατί σ’ αυτές είναι συσσωρευμένες οι εμπειρίες πολλών ανθρώπινων γενεών. Το βιβλίο έχει σαν κεντρικό θέμα την ανθρώπινη απελευθέρωση από τις προκαταλήψεις, από τη σύγχυση που προκαλούν οι τρέχουσες ιδεολογίες, από την αποξένωση, από τη βαρβαρότητα και τη βία, από τα αρνητικά φαινόμενα που αναπτύσσονται με γεωμετρική πρόοδο στην τεχνολοΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

γική εποχή. Επίσης τα αιώνια άλυτα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, καθώς και τα υπαρξιακά αλλά και την αλλοτρίωση του ανθρώπου. Θεωρεί ο συγγραφέας πως το απώτερο, το μακρινό μέλλον σκεπάζεται από βαθύ σκοτάδι. Καμιά ανθρώπινη φαντασία, καμιά μελλοντική πρόβλεψη δεν φτάνει μέχρις εκεί! Πιστεύει πως «ενώ οι γνώσεις θα πολλαπλασιάζονται με αφάνταστο ρυθμό, θα βουλιάζουν και θα χάνονται στις λεπτομέρειες. Ο κόσμος, σαν ολότητα, δεν γίνεται αντικείμενο έρευνας. Είναι μια ιδέα με άπειρο περιεχόμενο και θα παραμείνει εσαεί ανεξήγητο μυστήριο» Η άποψή του είναι πως «βρισκόμαστε στην αρχή μιας καινούριας εποχής που συνοδεύεται από κοσμογονικές αλλαγές και μεταμορφώσεις. Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα είναι η ζωή στο μακρινό μέλλον, οι άνθρωποι θα νιώθουν κάτι από αυτά που εμείς πιστεύουμε ή θα είναι εντελώς διαφορετικά πλάσματα; Το μέλλον είναι ο Μεγάλος Άγνωστος, το επτασφράγιστο μυστικό, που προκαλεί δέος! Μπροστά σ’ αυτό, οι σημερινές συζητήσεις μοιάζουν με αθύρματα παίδων» Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο αναγνωρίζει μέσα από τις σελίδες του τον εαυτό του και τις καταστάσεις τις οποίες βιώνει σήμερα και προβληματίζεται σε πολλά επίπεδα. Αντιλαμβάνεται πως δεν είναι ο μόνος που αισθάνεται έτσι και ίσως αυτό του προσφέρει μια κάποια παρηγοριά, αλλά δεν τον κάνει λιγότερο ανήσυχο! Ο Απόστολος Μπουρνάκας, έχοντας ως εφόδια τη σοφία που απέκτησε από το ταξίδι της ζωής του, αλλά και την τεράστια γνώση που κατέκτησε –παρά τις αντίξοες συνθήκες της νεανικής του ηλικίας– με υπομονή και επιμονή, με πίστη και πάθος, προσπαθεί να αναλύσει τα φαινόμενα της εποχής μας και όχι μόνο, εμπεριστατωμένα και με πολύ απλό και εύληπτο τρόπο. Δυστυχώς, δεν φαίνεται αισιόδοξος για την πορεία της ανθρωπότητας. Πιστεύει πως ο κόσμος, όπως εξελίσσεται, δεν βαδίζει προς την ανθρώπινη απελευθέρωση, την ειρήνευση και την πανανθρώπινη ευτυχία, τα οποία είναι και τα ζητούμενα όλων των εποχών! Ο αναγνώστης βρίσκει βέβαια και κάποιες μικρές εστίες ελπίδας: Η θρησκεία μπορεί να βοηθήσει; «Είναι εφαρμόσιμη στον κόσμο μας η εντολή «αγαπάτε αλλήλους;» Ο κόσμος χαρακτηρίζεται από κυνισμό και αδιαφορία...Είμαστε αλλοτριωμένοι από τους εαυτούς μας, από τους άλλους, από τη φύση και από τη ρίζα της ύπαρξης. Όποιος εφαρμόζει στην πράξη τη χριστιανική ηθική κινδυνεύει να καταποντισθεί. Η ειλικρινής εφαρμογή της παραπάνω εντολής προϋποθέτει το ξεπέρασμα της πολλαπλής διάσπασης των ατόμων και μια άλλη κοινωνία. Με τις σημερινές συνθήκες είναι εφικτή και εφαρμόσιμη μια αίσθηση ευθύνης για τον κόσμο, ένα ενδιαφέρον, μια κατανόηση του ανθρώπινου πόνου, μια συμπάθεια και συμπαράσταση προς όλα τα όντα που μας περιβάλλουν, ένας αγώνας για μεταμόρφωση των κοινωνικών δομών» Μήπως η μόρφωση μπορεί να κάνει καλύτερο τον κόσμο; ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

201


202

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

«Η μόρφωση, με τη σημασία της κριτικής θεωρίας, είναι συνειδητοποίηση των αρνητικών φαινομένων, αίσθηση της επέλευσης της μηδενιστικής εποχής που υποσκάπτει τις βασικές συντεταγμένες, τα θεμέλια της ανθρώπινης υπόστασης... δεδομένου ότι (...η ημιμάθεια είναι θρασεία, ενώ η γνώση επιφυλακτική)! Η μόρφωση, παρ’ όλες τις περιπέτειες, παραμένει ο μοναδικός τρόπος, το αποκλειστικό μέσο εξανθρωπισμού και αποβαρβαροποίησης, με την προϋπόθεση βέβαια της εμβάθυνσης στην απελευθερωτική της λειτουργία». «Μόνο μια βαθύτερη γνώση θα μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο» Θωμάς Μαν 1875-1955. Και αναρωτιέται ο αναγνώστης αν θα μπορούσε αυτή η βαθύτερη γνώση να οδηγήσει τον καθένα από μας να γίνει «η αλλαγή που θέλουμε να δούμε στον κόσμο», όπως φέρεται να προέτρεψε ο Μαχ. Γκάντι! Πόσο εφικτό είναι αυτό, άραγε;

ΛΟΥΚΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ* Κώστας Κρυστάλλης, Η επιστροφή 150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018). Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα», 2018 Σ’ αυτή λοιπόν την τελευταία επιστροφή θα παρακολουθήσουμε ένα οδοιπορικό για τον Κώστα Κρυστάλλη μέσα από το βιβλίο του Ανδρέα Ρίζου. Θα ξετυλιχτεί μπροστά σας ένα θεατρικό δρώμενο με την πορεία της ζωής του και της πνευματικής του πορείας με πρωταγωνιστή τον νεαρό ποιητή και πεζογράφο που τόσο νωρίς «έφυγε» από κοντά μας, αφήνοντας μια τεράστια παρακαταθήκη σε μια ζωή σαν φωτοβολίδα, όπως αναφέρεται στο βιβλίο. Και υπάρχει η ανάγκη γι’ αυτό το οδοιπορικό για τους μεγαλύτερους, για να ξαναθυμηθούν, και για τους νεότερους για να μάθουν για την επαναστατημένη φυσιογνωμία του, τη δύναμη για ζωή, τη διάθεση για ελευθερία και φυσική ζωή και μια προσέγγιση του έργου του χωρίς παρωπίδες και ταμπέλες. Ξεκινάμε. Γεννήθηκε το 1868 στο Συρράκο της Ηπείρου. Ήταν γιος του εύπορου εμπόρου Δημητρίου Κρουστάλλη και της Γιαννούλας, το γένος Ψαλίδα. Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό (1876-1880), τον πήρε ο πατέρας του στα Γιάννενα – ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ– και τον ενέγραψε στη Ζωσιμαία Σχολή (Σεπτέμβριος 1880).

* Η Λουκία Αντωνίου είναι φιλόλογος. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Πριν ακόμη συμπληρώσει τις γυμνασιακές του σπουδές στέλνει στην Αθήνα να του τυπώσουν την πρώτη του ποιητική Συλλογή «ΑΙ ΣΚΙΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ, ποίημα επικόν εις άσματα τρία παρέπονται δε ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΟΝ».Υπογράφει τον πρόλογό της: «Εν Ιωαννίνοις, τη 25η Μαρτίου 1886 – Κωνσταντίνος Δ. Κρουστάλλης». Η συγγραφή, η έκδοση, η κυκλοφορία και η απλή ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου μέσα στα τουρκοκρατούμενα Γιάννενα αποτελεί παράτολμη επαναστατική πράξη. Υπάρχει μία πνευματική παραγωγή όπου μεταγράφει και το όνομά του από Κρουστάλλης σε Κρυστάλλης. Όμως οι καλές μέρες κράτησαν λίγο. Το Δεκέμβριο του 1888 ξέσπασε η θύελλα. Ένα αντίτυπο περιέπεσε «εις χείρας της εν Μακεδονία ρουμανικής προπαγάνδας, ήτις επέστησε την προσοχήν της Διοικήσεως των Ιωαννίνων, ήτις προέβη εις την κατάσχεσιν των ευρεθέντων αντιτύπων της Συλλογής και την καταδίωξιν του νέου». Έτσι εγκαταλείπει τα Γιάννενα και την Τουρκοκρατούμενη Ήπειρο, περνάει τα σύνορα και μπαίνει στο ρωμέικο. Αρχές Ιανουαρίου 1889 καταφθάνει στην Αθήνα και γίνεται ο πρόσφυγας των Αθηνών. Στα Γιάννενα ξέσπασαν οι διώξεις πάνω στον πατέρα του. Ο δραπέτης καταδικάστηκε από το τουρκικό στρατοδικείο σε 25 χρόνια εξορία «εις Βαγδάτιον» και παύθηκε ο διοικητής της αστυνομίας, γιατί του ξέφυγε ο τρομερός αυτός αντάρτης. ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ. Στην Αθήνα άρχισαν να φυλλορροούν τα όνειρά του και, ενώ το θεωρούσε εύκολο να βρει κάποια υποτροφία για να αποτελειώσει το Γυμνάσιο, τελικά διαψεύδεται. Κάποιος παλιός φίλος του πατέρα του του παραχωρεί στο φτωχομάγαζό του έναν πάγκο να κοιμάται τη νύχτα. «Ενίοτε δε μένω και νήστις», γράφει στις 27 Ιανουαρίου 1889. Ο μόνος που του παραστάθηκε ήταν ο συμπατριώτης καθηγητής Σπυρίδων Λάμπρος και, όταν τα διαβήματά του προς την Κυβέρνηση και προς όλες τις κατευθύνσεις έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, τον σύστησε σε ένα τυπογραφείο όπου δούλεψε ως τις αρχές του 1891. Ενώ δεν είχε εξασφαλίσει τα απαραίτητα στοιχεία βιοπορισμού τον Απρίλη του 1889, μοίραζε αγγελίες μιας ποιητικής συλλογής που ετοιμαζόταν να τυπώσει με τον τίτλο ΧΕΛΙΔΟΝΕΣ. Δείγμα ότι κατανίκησε την απόγνωσή του, για να φτάσει σ’ αυτό το αποτέλεσμα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα από την άφιξή του στην Αθήνα. Η συλλογή δεν βγήκε. Με χρονολογία 1890 από το τυπογραφείο που εργαζόταν κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο «Κωνσταντίνου Δ. Κρυστάλλη, Ηπειρώτου πρόσφυγος, Ο ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ», επύλλιον. Την άνοιξη του 1890 υποβάλλει στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό τη συλλογή του ΑΓΡΟΤΙΚΑ. Σε στίχους δημοτικού τραγουδιού, που τους είχε κληρονομήσει έτοιμους, η φλογέρα του ερχόταν να τραγουδήσει τις νεράιδες και τα νεραϊδόπαιδα, τον Ήλιο και τη Νύχτα, το Θερισμό, τη Φλογέρα, την ποδιά της Μαριώς, τον Τρύγο, την Ξενιτειά, θρύλους και ειδυλλιακές σκηνές των βουνών ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

203


204

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

και των κάμπων. Η συλλογή πήρε τον έπαινο του Διαγωνισμού ενώ τα βραβεία δόθηκαν στα «Μάτια της ψυχής μου» του Κωστή Παλαμά και στα «Ερείπια» του Ιωάννη Πολέμη. Η συλλογή ΑΓΡΟΤΙΚΑ εκδίδεται και κυκλοφορεί το 1891 (τρίτη στη σειρά για τον Κρυστάλλη) και σε λίγες μέρες η «Εφημερίς» του Κορομηλά αφιέρωνε μεγάλο τρίστηλο άρθρο στα ΑΓΡΟΤΙΚΑ και τον ποιητή τους (8 Ιουνίου 1891). Το 1891 είναι καθοριστικός χρόνος για τον βιοπορισμό του και την αποδέσμευση από το τυπογραφείο. Είχε δώσει τα πρώτα του δημοσιεύματα στην «Εβδομάδα» και είχε γνωρίσει το διευθυντή της, τον Ι. Δαμβέργη. Του έγραψε ένα συγκινητικό γράμμα (25 Φεβρουαρίου 1891) και πέτυχε την πρόσληψή του στο περιοδικό. Η κάποια αναγνώριση του έργου του και η στενότερη επαφή του με τον κόσμο των γραμμάτων του δίνουν καινούργιες δυνάμεις. Πριν από λίγους μήνες είχε κάνει την εμφάνισή του στα αθηναϊκά περιοδικά με τα διάφορα εκείνα ιστορικάλαογραφικά και περιγραφικά αφηγήματα που τα περιέγραψε με το γενικό τίτλο Ηπειρωτικαί Αναμνήσεις. Σ’ αυτή τη σειρά επικεντρώνεται στο θέμα «ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ», για τους οποίους έδωσε μία εκτενέστατη εθνογραφική πραγματεία με οδοιπορικές περιγραφές της περιοχής, ιστορικές, λαογραφικές, γλωσσικές κ.α. λεπτομέρειες. Άρχισαν να δημοσιεύονται στο περιοδικό «Εβδομάς» από τις 26 Ιανουαρίου 1891 έως τις 3 Αυγούστου 1891, αφιερωμένη στον καθηγητή Σπ. Λάμπρο. Συμμετέχει στην αλυτρωτική κίνηση των Ηπειρωτών στην οποία προσέφερε ό,τι μπορούσε από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην Αθήνα, προπάντων όμως με τη σύμπραξή του αργότερα (1892-1894) στη σύνταξη και την έκδοση της εφημερίδας «Φωνή της Ηπείρου» του Γ. Γάγαρη. Αλλάζει εργασία, τρίτη στη σειρά, βρίσκει μία θεσούλα στην Εταιρεία των Σιδηροδρόμων Πειραιώς-Αθηνών-Πελοποννήσου. Συνεχίζει τη φιλολογική του εργασία. Με τις συστάσεις του Ν. Πολίτη και του Σπ. Λάμπρου θα του ανατεθούν και θα αρχίσει να γράφει όλα τα σχετικά με την Ήπειρο άρθρα στο «Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν». Η εξαντλητική εργασία όμως, βιοποριστική και φιλολογική, αρχίζει να τον καταβάλλει. Ήδη από τις αρχές του 1891 παραπονείται για τη φθορά της υγείας του, γράφει: «βλέπω ότι έχασα και χάνω ολονέν το πολυτιμότερο κτήμα μου, την υγείαν. Φθείρομαι εις το σκότος των τυπογραφείων». Τα ασθενικά του στήθη τα φλόγιζαν τόσοι καημοί και τόσοι πόθοι – μια αγιάτρευτη νοσταλγία για τον χαμένο παράδεισο του Πίνδου, «του πατέρα του» και μια σίγαστη λαχτάρα να ξεφύγει τη Μοίρα του, να νικήσει! Αντιδρά στις αποκαρδιώσεις με την ένταση της εργατικότητάς του κι απολυτρώνεται με τη φυγή του, μακριά απ’ τη «σκύλα ξενιτειά» στον όμορφο κόσμο των βουνών που τον γέννησαν και που μπορούσαν να τον γιατρέψουν. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

«Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!» Μέσα απ’ αυτό τον καημό βγαίνει ο «Σταυραϊτός» και τα άλλα τραγούδια της συλλογής «Ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ», που υποβάλλει τα μέσα του 1892 στο Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό για να πάρει και πάλι μονάχα τον έπαινο. Η έκθεση των κριτών έδειξε την προτίμηση στην καθαρεύουσα. Η απόφασή της όμως αυτή προκαλεί αντιδράσεις στην κοινή γνώμη και αυτό ικανοποιεί τον αδικημένο ποιητή. Τυπώνει τη συλλογή του, που κυκλοφορεί αρχές του 1893, με τις πρώτες κρίσεις ενθουσιώδεις. Ο Βλάσης Γαβριηλίδης ξεσπάθωσε με ένα πεντάστηλο άρθρο στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Τρία τραγούδια του, ο Τρύγος, το Κέντημα του Μαντηλιού, η Περδικομάτα κάλυπταν την πρώτη σελίδα της, με τα κολακευτικότερα εγκώμια. Ο Κρυστάλλης γίνεται ο άνθρωπος της ημέρας. Όμως η αντίστροφη μέτρηση άρχισε. Παρόλα αυτά αναγγέλλει ότι θα τυπώσει τα ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ του και συνθέτει ένα ποιμενικό ειδύλλιο τη «Γκόλφω». Έχει κάποια οικονομική άνεση και τον Ιανουάριο του 1894 κυκλοφόρησαν τα ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ. Στο «Άστυ» ο Γρηγόριος Ξενόπουλος θα γράψει το εγκώμιό τους. Μα ο Κρυστάλλης δεν ανορθωνόταν πια με μια απλή εγκαρδίωση. Ο πυρετός τού έκαιγε το κορμί και απαίσιος βήχας βασάνιζε το στήθος του. Στις 2 Μαρτίου 1894 έφτανε άρρωστος στην Κέρκυρα με την ελπίδα να αναρρώσει εκεί στο ήπιο κλίμα της. Μάταιες ελπίδες. Βαριά άρρωστος πήρε το πλοίο για την Άρτα όπου τον περίμενε η αδερφή του. Σε λίγες μέρες στις 22 Απριλίου 1894 έκλεισε τα μάτια του για πάντα και ήταν μόνο 26 χρονών. Τέλος του οδοιπορικού για τη ζωή και το έργο του Κώστα Κρυστάλλη βασισμένο στις μαρτυρίες του Λέανδρου Βρανούση που παραθέτει ο Αντρέας Ρίζος στο βιβλίο του. Πέρα όμως από το ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ θα σταθώ και σε δύο άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου: την ΠΑΡΑΔΟΧΗ και την ΑΠΟΡΡΙΨΗ του έργου του Κρυστάλλη καθώς και στα ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ του μέσα από την ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ.

Παραδοχή – απόρριψη Ο πρώτος που ασχολήθηκε με το έργο του Κρυστάλλη είναι ο Μιχαήλ Μητσάκης, γράφοντας ένα τρίστηλο άρθρο στην «Εφημερίδα» για τα Αγροτικά και τον ποιητή τους, διότι γνώριζε πολύ καλά τον ποιητή, τη ζωή του και το έργο του. Γράφει στην αρχή: «Ζητούμεν ταπεινότατα την άδειαν από το σεβαστότατον δημόσιον, να του ταράξωμεν δι’ εν λεπτόν την παχύδερμον προς πάσαν πνευματικήν κίνησιν αδιαφορίαν του, να διακόψωμεν δι’ εν δευτερόλεπτον την υψηλόφρονα προς οποιανδήποτε φιλολογικήν περιφρόνησιν του, δια να του αποκαλύψωμεν ένα νέον ποιητήν» και συνεχίζει με σύσταση για τον ποιητή και εξιστόρηση των περιπετειών του: «Καίτοι δε νεαρώτατος έχει και αυτός την ιστορίτσαν του και αρκετά παράξενην μάλιστα διά σας, ω ωχρόλευκα ποιητάρια της Πλατείας Συντάγματος και πελιδνόΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

205


206

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

μορφα πλαδαρολυμφατικά λόγια παιδάρια της οδού Σταδίου». Με αυτή τη φράση του Μητσάκη θα αναφερθώ στην απόρριψη παραθέτοντας και την άποψη του Βαγγέλη Αυδίκου σ’ αυτό το βιβλίο: «Για μερικούς κύκλους της Αθήνας είναι μια ποίηση κατώτερη, μια ποίηση που μιμείται, όπου δεν υπάρχει δημιουργία. Ο ίδιος έχει συναίσθηση της διχοτόμου αυτής. Γνωρίζει την προκατάληψη που υπάρχει για την ποίησή του. Ή επιλογή του είναι συνειδητή». Γράφει στον Αλεξόπουλο: «Τούτα είναι ποιήματα των πόλεων και των σπουδαστηρίων, γραμμένα μέσα στα σαλόνια τα περισσότερα, και τα δικά μου είναι του κάμπου έξω και του βουνού». Και εδώ θα αναφέρω μια φράση του Άλκη Θρύλου που δεν έτυχε να την αντιληφθώ τόσα χρόνια και τη διάβασα στην αναφορά του Παντελή Μπουκάλα για τον Κρυστάλλη (σ’ αυτό το βιβλίο) τονίζοντας ότι δεν περισώζει καμιά αστική αβρότητα: «Συμπαθούμε τον άνθρωπο που υπέφερε και απέθανε νεώτατος, αλλά δεν μπορούμε να μη αναγνωρίζουμε, ότι ο θάνατος υπήρξε φιλεύσπλαχνος προς την λογοτεχνικήν του προσωπικότητα». Όμως δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς άλλο με τους επικριτές. Συνεχίζουμε με τους υμνητές, θαυμαστές της ποίησής του: Βλάσης Γαβριηλίδης (Εφημερίδα «Ακρόπολις»): «Να ένας που μας οδηγεί εις την φύσιν. Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης. Απλός τραγουδιστής ο Κώστας Κρυστάλλης, χωρίς αξιώσεις ποιητού, ιερέως, σοφού, καλλιτέχνου. Τίποτε, τίποτε. Ένας βιολιτζής, χωρίς μακριά μαλλιά, χωρίς μουστάκια στριμμένα, χωρίς ιδιαίτερον τόνον εις την φωνήν του. Αυτός και το βιολί του και το δοξάρι του. Κρυμμένα και αυτά στην κάμαρά του. Κάπου-κάπου ακούγονται και μερικές δοξαριές στο κοινό.......» Σ’ αυτό το άρθρο και τον αντίκτυπο που είχε στον Κρυστάλλη και στο αθηναϊκό κοινό αναφέρεται και ο Μποέμ (Δημήτρης Χατζόπουλος) στην Εφημερίδα το «Άστυ» 27-28 Μαρτίου 1893 σελ. 1-2. Μετά τον θάνατό του ασχολήθηκαν ιδιαίτερα: Ο μεγάλος Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς σε εκτενή ομιλία στο φιλολογικό μνημόσυνο στον Παρνασσό (7 Μαΐου 1894) με ιδιαίτερη αναφορά στα ποιήματά του για την οποία η Εστία αφιέρωσε το εξής σχόλιο μεταξύ των άλλων: «Αλλά προ πάντων ηύφρανε τας διανοίας –εννοούμεν όσας ήσαν εις θέσιν να εννοήσουν και τίποτε περισσότερο εκτός των ποιημάτων– η κριτική του κ. Παλαμά. Ο λόγος εκείνος, ο μεστός εννοιών, παρουσίασε μίαν εικόνα του Κρυστάλλη φωτεινήν, άνευ της ελαχίστης σκιάς. Ωραιότερον στέφανον δεν θα επιθύμει ο ποιητής από εκείνον τον οποίον του έπλεξε εις το μνημόσυνόν του ο κ. Παλαμάς. Και ούτω στεφανωμένος, επρόβαλε χθες προ του επί τη μνήμη του συνελθόντος κόσμου, ο ηπειρώτης Τραγουδιστής, ο ζωγράφος ποιητής κατ’ αντίθεσιν προς τους φιλοσόφους ποιητάς, ο εμπνευσμένος ψάλτης της Ελληνικής φύσεως. Και επανέρχεται ο Παλαμάς με ποίημα με τον τίτλο «Κρυστάλλης», το οποίο αντί άρθρου στέλνει σαν χαιρετισμό του στην Επιτροπή που οργάνωσε τον Απρίλιο του 1930 τη γιορτή των αποκαλυπτηρίων ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

της προτομής του Κώστα Κρυστάλλη στην Άρτα και τον προσκάλεσε. Το ποίημα παρατίθεται στο βιβλίο χειρόγραφο με ημερομηνία Αθήνα 30 Αυγούστου 1928. Να επισημάνω επίσης τις μεταθανάτιες αναφορές στον Κρυστάλλη στο βιβλίο. Γ. Γάγαρη: «Φωνή της Ηπείρου» 21 Απριλίου 1895. Χ. Χρηστοβασίλη: Στα «Χρόνια» του ποιητού Κώστα Κρυστάλλη (22 Απριλιού 1894 – 22 Απριλιού 1895). Παύλου Νιρβάνα: Δι’ έναν ποιητήν «Τό Άστυ» 9 Μαϊου 1894. Κώστα Χατζόπουλου: Κώστας Κρυστάλλης «Νέα Ζωή», Αλεξάνδρεια Αύγουστος- Σεπτέμβριος 1912. Και η αποκάλυψη: Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου για τον Κρυστάλλη, ποίημα γραμμένο το 1946, όπως καταγράφεται από το Λευτέρη Παπαδόπουλο στο περιοδικό «Δίφωνο». Και οι νεότεροι υμνητές: Δημήτρης Παπαχρήστος: Ραντεβού με τον Κρυστάλλη που με έκανε άνθρωπο. Βασίλης Γκουρογιάννης: ΄Όταν το ποιητικό σώμα γίνεται αύρα. Άννα Μπουρατζή-Θώδα: Κώστας Κρυστάλλης: Για τα εκατό χρόνια από το θάνατό του (1894-1994). Ευάγγελος Αυδίκος: Πολιτισμικός δυϊσμός στο έργο του Κρυστάλλη: Ο κάμπος και το βουνό. Παντελής Μπουκάλας: Η «βουνίσια Μούσα» του Κώστα Κρυστάλλη.

Πεζογραφήματα Είναι γεγονός ότι μέχρι εδώ και το βιβλίο και οι μελετητές αναφέρθηκαν στο ποιητικό έργο του Κρυστάλλη. Άφησε όμως και αξιόλογο πεζογραφικό έργο, ισότιμο ίσως με το ποιητικό που έμεινε στη σκιά του ποιητικού του λόγου. Ο πρώτος που ασχολήθηκε με αυτά, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, στην εφημερίδα «Το Άστυ» 30 Ιανουαρίου 1894 μεταξύ άλλων γράφει: «Ο Κρυστάλλης μου φαίνεται γνώστης και τεχνίτης απ’ όλους μεγαλύτερος (παραπάνω κάνει αναφορά στον Παπαδιαμάντη, τον Μωραϊτίδη, τον Καρκαβίτσα). Των άλλων η αδυναμία προδίδεται συχνά από μίαν επιτήδευσιν, από κάτι τι το εξεζητημένον, το σωβινιστικόν, θυσιάζον την τέχνην εις την ηθογραφίαν. Απεναντίας εις τον Κρυστάλλην τόσον είναι όλα φυσικά και γνήσια, ώστε το διήγημά του φαίνεται ως το άσμα του πτηνού του ψάλλοντος χωρίς να ηξεύρη διατί, έργον αυτόματον ανθρώπου αισθανομένου την ανάγκην να γράψει αυτά τα πράγματα και κατ’ αυτόν τον τρόπον, χωρίς να ηξεύρη ότι αυτός είναι ο καλλίτερος, χωρίς να μαντεύει την εντύπωσιν που κάνει. Είναι η δύναμις η μη επιδεικνυομένη, η λανθάνουσα, η φαινομένη ότι αγνοεί εαυτήν. Και όμως πόση μελέτη, πόση αυτεπίγνωσις και πείρα, ποία αντίληψις, ποιος νους, εις όλον αυτό το έργον το ασυνείδητον». ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

207


208

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Και οι νεότεροι για την πεζογραφία του Κώστα Κρυστάλλη: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: Ο Κώστας Κρυστάλλης χωρίς τα γυαλιά της λαογραφίας και της ηθογραφίας. Και στο τέλος Ευάγγελος Αυδίκος «Η ουρανογείτων ταξιδιωτική πεζογραφία του Κώστα Κρυστάλλη». Ενδελεχής μελέτη και αναφορά σε πεζογραφήματά του. Ο Κρυστάλλης επιστρέφει, ιδίως η πεζογραφία του, εκατόν είκοσι οχτώ χρόνια μετά την πρώτη αξιολόγηση που επεχείρησε ο Ξενόπουλος. Εμείς να ευχαριστήσουμε για την επιστροφή του Κώστα Κρυστάλλη 150 χρόνια από τη γέννησή του (1868-2018) τον Αντρέα Ρίζο γι’ αυτό το σπουδαίο πόνημα καθώς και τους συνεργάτες του και να ευχηθούμε «Καλοτάξιδο» και να αποτελέσει απαραίτητο απόκτημα του καθενός μας, ιδιαίτερα των Ηπειρωτών.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΥ. ΜΑΚΡΗΣ* Δημήτριος Γ. Καλούσιος Η Ιερά Μονή Βύλιζας του Ματσουκίου Ιωαννίνων Το 2018 κυκλοφόρησε η γ΄ έκδοση για την Ι. Μ. Βύλι-ζαςΜατσουκίου Ιωαννίνων. Συγγραφέας της ο Ματσου-κιώτης θεολόγος – φιλόλογος – ερευνητής κ. Δημήτριοςς Γ. Καλούσιος. Πλήρως εμπλουτισμένη και ανανεωμένη,, 464 σελ., σε μεγάλο σχήμα (Α4), συμπληρώνει τις δύο ο πρώτες εκδόσεις που έχει κυκλοφορήσει ο ίδιος. Πρόκεται, ασφαλώς για την πληρέστερη μέχρι σήμε-ρα έκδοση της Βύλιζας στην οποία συμπεριλαμβάνονταιι όλα τα νεότερα στοιχεία που αποκάλυψαν οι Έλληνες ες και ξένοι επιστήμονες (αρχαιολόγοι, ιστορικοί, φιλόλογοι, ογοι, λαογράφοι, κ.ά.) που έλαβαν μέρος στο 1ο επιστημονικό συνέδριο για τα Τζουμέρκα, που διοργανώθηκε στα κεφαλοχώρια των Τζουμέρκων (Άγναντα – Πράμαντα – Βουλγαρέλι – Ματσούκι) το 2006 και στην επιστημονική ημερίδα για τη Βύλιζα, που έγινε τον Ιούλιο του 2011 στο Ματσούκι. Ο κ. Καλούσιος τα τελευταία πενήντα χρόνια ασχολείται συστηματικά με τη γενέθλια γη των γονέων του, το Ματσούκι.

* Ο Αθανάσιος Ευ. Μακρής είναι δάσκαλος. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Η ενασχόλησή του αυτή είχε σαν αποτέλεσμα: Α. Την έκδοση για τη Βύλιζα, 80 σελ., Τρίκαλα 1982. Β. Τη β΄ έκδοση για τη Βύλιζα, 304 σελ., Ματσούκι 1992. Γ. Το δίτομο έργο, το Ματσούκι Ιωαννίνων, 816 σελ., Ματσούκι 1994. Δ. Τα χειρόγραφα της Βύλιζας, σελ. 334, Ματσούκι 2009. Ε. Την γ΄ έκδοση για τη Βύλιζα, 464 σελ., Ματσούκι 2018.

Ακούραστος και με περίσσεια την αγάπη του για το Ματσούκι, συνεχίζει να καταγράφει και την παραμικρή λεπτομέρεια που αφορά τη γενέθλια γη των γονιών του, στα 45 -μέχρι σήμερα- «οδοιπορικά» που δημοσιεύει κατά καιρούς στον τοπικό τύπο των Τρικάλων (Πρωινός Λόγος). Η νέα έκδοση, η οποία –όπως ο ίδιος αναφέρει– περιμένει τους επόμενους ερευνητές να τη διορθώσουν και να τη συμπληρώσουν, περιέχει τα παρακάτω κεφάλαια: Ι. Η τοπογραφία ■ ΙΙ. Τα μονοπάτια ■ ΙΙΙ. Το κτηριακό συγκρότημα ■ IV. Toκαθολικό ■ V. Το παρεκκλήσι του Προδρόμου ■ VI. Οι φορητές εικόνες ■ VII. Τα διάφορα μοναστηριακά ■ VIIΙ. Τα χειρόγραφα ■ ΙΧ. Τα έντυπα βιβλία ■ Χ. Τα διάφορα ■ ΧΙ. Ο μοναχισμός ■ ΧΙΙ. Τα μετόχια ■ ΧΙΙΙ. Το Πετρογέφυρο του Παπαστάθη ■ ΧΙV. Τα ιστορικά ■ ΧV. Οι πληροφορίες για τα κείμενα

Οι διακόσιες (200) και πλέον φωτογραφίες, τοποθετημένες στην αρμόζουσα θέση, εμπλουτίζουν τα περιεχόμενα και καθιστούν εποπτικά τα κείμενα της έκδοσης. Ο Κώστας Ν. Κωνσταντινίδης, ομότιμος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, που έγραψε τον πρόλογο του βιβλίου, καταλήγει ως εξής: «Ὁ τόμος ἀποτελεῖ ἔργο ζωῆς ἑνὸς ἐμπνευσμένου ὀτρηροῦ ἐρευνητῆ, ποὺ διαπνέεται ἀπὸ ὑπέρμετρη ἀγάπη γιὰ τὸ ἱστορικὸ αὐτὸ μοναστήρι. Ὁ ἀγαπητὸς Καλούσιος ἀποτυπώνει μὲ μεθοδικότητα καὶ ἀκρίβεια τὴν πορεία τῆς Μονῆς Βύλιζας στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο, σε ὲποχὲς εὐημερίας, ὅπως ἦταν ὁ 17ος καὶ 18ος αἰῶνας, ἀλλὰ καὶ σὲ καιροὺς χαλεπούς. Παρουσιάζει έπιμελώς τήν κτηριακή της συγκρότηση καί παρακολουθεί ως αύτόπτης καί συνεργός τήν κοπιώδη προσπάθεια τῆς ἀναστηλώσεως τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βύλιζας τῶν τελευταίων σαράντα χρόνων. Περιγράφει τὶς τοιχογραφίες καὶ τὶς φορητὲς εἰκόνες, ἀποτυπώνει τὶς ἐπιγραφὲς τόσο τοῦ καθολικοῦ ὅσο καὶ τοῦ κατάγραφου παρεκκλησίου τοῦ Προδρόμου. Ἀναδεικνύει τὰ χειρόγραφα καὶ ἔντυπα βιβλία της καὶ προβάλλει τοὺς θησαυρούς της, ἀλλὰ καὶ τὴ συμβολὴ τῆς μονῆς στὴν παιδεία καὶ σὲ ἔργα κοινῆς ὠφελείας στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῶν Τζουμέρκων. Οἱ ταπεινοὶ ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι μοναχοί, ποὺ ἔζησαν ἐδῶ καὶ ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

209


210

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

αἰῶνες στοὺς τοίχους τῆς ἱερᾶς Μονῆς καὶ ἀνέπεμπαν ὕμνους καὶ προσευχὲς στὴν μεσίτρια Θεοτόκο, καθίστανται γνωστοὶ χάρι στὴν ἐπιμέλεια καὶ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ Δημητρίου Καλούσιου καὶ τὸ λαμπρὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ὀγκώδους τόμου καθίσταται πρότυπο πρὸς μίμηση καὶ ἀπὸ τοὺς νεώτερους ἐρευνητές». Η έκδοση χρηματοδοτήθηκε από τον πολύδραστο Πολιτιστικό Σύλλογο Ματσουκίου, που φέρει και την ονομασία της Μονής. Το βιβλίο πωλείται στο βιβλιοπωλείο: Αφοί Κωνή, Αλεξ. Διάκου, Ιωάννινα και στο Ματσούκι από τον Πολιτιστικό Σύλλογο και το Μουσείο της Βύλιζας. ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΛΕΤ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΦΛΩΡΟΣ*

ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ & ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ

Π

ριν από έξι δεκάδες χρόνια, πώς διαβήκαν αλήθεια, είχαμε ξεσκολίσει από το Γυμνάσιο Αγνάντων. Παιδιά από όλα τα χωριά των Τζουμέρκων, γεννημένα και αναγκασμένα να πορευτούν στα απόνερα δυο εξαντλητικών πολέμων. Να μάθουν γράμματα μέσα στις στερήσεις και στην ανέχεια, «για να μην τα φάει η τυράγνια». Καημός και πόθος των Τζουμερκιώτικων γονιών. Σαν πήραμε το «διαβατήριο», σκορπήσαμε στα τρία ανέμια να καζαντήσουμε. Κατά πως φάνηκε, ύστερα από κάμποσα χρόνια, άλλος πλειότερο κι άλλος λιγότερο, καζαντήσαμε σκορπισμένοι εκεί στα ξένα. Στην ξενιτειά μπορεί τα κορμιά μας να ’ναι δεμένα στο κοτρόνι της πόρεψης, σαν του Προμηθέα. Η φκιασιά μας όμως κάνει τις ψυχές μας να φλακαράνε, παρέα με τους σταυραετούς, στα κράκουρα και στα διάσελα των Τζουμέρκων. Κάποτε και μετά από χρόνια, ο νόστος μας έφερε επισκέπτες στα χωριά μας. Εκεί στα πατρικά μας, που ζήσαμε τα παιδικά μας χρόνια. Σαν είχαμε φύγει, άλλα αφήκαμε τότε και άλλα βρήκαμε. Τώρα ερημιά από νέα γενιά. Τα σχολιά, που κάποτε μάθαμε να συλλαβίζουμε, μανταλωμένα και χορταριασμένες οι αυλές τους και τα σοκάκια. Λίγοι ξώμαχοι, όσοι απέμειναν, να καρτερούνε να ’ρθει το καλοκαίρι να ματακούσουν παιδικές φωνούλες. Οι μαχαλάδες και τα χαμπλώματα των χωριών έρημα. Χαλάσματα από λιθόκτιστα με μεράκι σπίτια. Σκεπασμένα με μούσκλα και κισσούς. Πεσμένες τσατές από μαυρόλακες, με όρθιους τους τσούτσουρους απ΄τα μπουχάρια. Μάρτυρες στο χρόνο πως στα παραγώνια τους κάποτε ζούσαν άνθρωποι και μολόγαγαν ιστορίες απ’ τη ζωή τους. Στο μσοχώρι κι απ’ όπου διαβαίνει η ρόδα, απέδω, απέκει, μεταπολεμικά σμαζώχτηκαν οι χωριανοί, απ’ τους μαχαλάδες και τα χαμπλώματα κι έκτισαν νέα σπίτια. Κατά πως βόλευε και κατά πώς το ’θελε η νέα εποχή. Παντού τσιμέντο, αλουμίνιο, κεραμίδι. Στις τσατές κεραίες και γάστρες ανάποτα γυρισμένες, να παγιδεύουν την αποχαύνωση και να την κουβαλάνε, τάχα για πολιτισμό και διασκέδαση, στο «καθιστικό» και στους καναπέδες.

* Ο Γεώργιος Α. Φλώρος είναι συνταξιούχος τραπεζικός. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

211


212

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΦΛΩΡΟΣ

Ανάμεσα κάπ’ και που και κανένα λιθόκτιστο σπίτι, που ’μεινε από παλιά. Τα πελεκητά θυροστόμια και τα αγκονάρια του μαρτυράνε στον χρόνο με πόση μαστοριά και μεράκι χτίζονταν με γαλαζόπετρα, από τζουμερκιώτες μαστόρους, τα τζουμερκιώτικα σπίτια. Τα γιοφύρια, οι εκκλησίες και τα καμπαναριά. Τα νέα σπίτια, γινωμένα από ξενικά υλικά, μπορεί να είναι λειτουργικά. Όμως θωριάζουν ξώμακρα στον τόπο των Τζουμέρκων. Την πλατεία του χωριού μου, με τα θεώρατα πλατάνια της, που κάποτε ήταν γιομάτη, τις Κυριακές και τα πανηγύρια, τη βρήκα να ’ναι όλο το χρόνο έρμη. Μόνο το καλοκαίρι να παίρνει κάπως ζωή, από τους ξενιτεμένους χωριανούς επισκέπτες. Και εκεί, που κάποτε άχαζε το κλαρίνο και η λεβεντιά, που χόρευε με καμάρι τα δημοτικά μας τραγούδια, άκουσα ξεφωνίσματα, ακαταλαβίστικα, ροκ και λατινοαμερικάνικες μπαλάντες, συνοδευμένα με λικνίσματα, από αρκουδιάρικους ξενόφερτους χορούς. Η ταμπέλα από το παλιό «ΚΑΦΕΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ» αντικαταστάθηκε από μια χρωματιστή με ξενικά γράμματα «MINI-MARKET». «Μια εικόνα χίλιες λέξεις», μαρτυράει πως ο ξενόφερτος ψευτομοντερνισμός λώβιασε και τα τζουμερκοχώρια, όπως τις πόλεις που ζούμε εμείς. Στη θωριά της μου ’ρθαν στο νου κάποιοι στίχοι του Σουρή στο «ΡΩΜΙΟ» του. Κείνη τη μακρινή καλή εποχή, που φοβέριζε τους «κουτόφραγκους». Για κάτστε καλά «γιατί σας παίρνουμε τα φώτα και θα μείνετε στραβοί». Αναρωτήθηκα σαν τι θα ’γραφε εκείνη την ώρα, σαν θα ’βλεπε πως εκείνα τα φώτα του πολιτισμού μας, σαν Έλληνες, τα ανταλλάξαμε με τα σκύβαλα του ψευτοευδαιμονισμού, της κατανάλωσης και του μιμητισμού της παγκοσμιοποίησης. Από όπου μ’ έφερε η στράτα και διάβηκα, αντίκρισα τα ίδια και απαράλλακτα. Άγναντα. Πρώτη Αυγούστου του ’98. Τέταρτο αντάμωμα συμμαθητών του Γυμνασίου Άγναντων. Βρέθηκα πάλι και εγώ εκεί. Και εδώ άλλα αφήκαμε σαν ξεσκολίσαμε και άλλα βρήκαμε. Τα στενοσόκακα με τα γκαλντερίμια έγιναν αμαξιτόδρομοι με άσφαλτο. Και εδώ, τσιμέντο, αλουμίνιο, κεραμίδια, κεραίες και «SUPER-MARKET». Στις μελίστρες των Καφανταραίων χτίστηκαν καινούργια σπίτια, μαγαζιά ξενοδοχεία. Μάρτυρες του κάποτε ο νερόμυλος του Χαμπίμπη, τα Αηδονέικα μαγαζιά, από γαλαζόπετρα. Παρακάτω το Γυμνάσιό μας, που κτίστηκε μετά τους πολέμους, από γαλαζόπετρα. Κεντημένη με το κοπίδι και τη χτενιά, από τζουμερκιώτες τεχνίτες. Μπροστά του το αλωνάκι, που στα διαλείμματα το «αλωνίζαμε». Αδεκεί η σκάλα του Στέλιου, που κάθε πρωϊ γινόταν η προσευχή. Πενηντάρηδες και βάλε. Στη θωριά όλων αυτών ξεκάμπησαν μπροστά μας χίλιες αναμνήσεις μια μαθητικής ζωής... Απέναντι στην κορυφή του λόφου του Αηχστόφορου, το εκκλησάκι με την εικόνα του, τρυπημένη από σφαίρα πολέμου.... Στην πλαγιά του χτίστηκε το νέο Γυμνάσιο με μπόλικα χτίρια και λιγοστά μαΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Ε Ι ΚΟ Σ Ι Χ Ρ Ο Ν Ι Α Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Η & Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Η Ε ΤΑ Ι Ρ Ι Α Τ Ζ ΟΥ Μ Ε Ρ Κ Ω Ν

θητούδια. Γύρω του μια κανταρέλα από νιόχτιστα σπίτια. Εκεί αφήκαμε κάποτε τα αμπελάκια και τις κερασιές του μπάρμπα- Γιώργη. Τα φεγγαρόλουστα βράδια κάποια τολμηρά Γυμνασιόπαιδα κλέβαμε κεράσια. Στον πέρα μαχαλά απείραχτη έμεινε η εκκλησιά. Στο πλακόστρωτό της άλλοι καθιστοί και άλλοι όρθιοι και με τη συμπόνια των Αγίων μάθαμε τα γράμματα της πρώτης και της δεύτερης τάξης Γυμνασίου. Τα χωριά μας και τα σκολειά τα ’χαν κάψει οι «πολιτισμένοι Ευρωπαίοι». Στο κάτω μέρος του χωριού, στα «πατέρια», αναλλοίωτοι οι βύραγγες με το παγωμένο νερό από τη «Στρογγούλα». Κάθε τέλος Μάη κατεβαίνουμε και μπλατσουράγαμε. Σ’ αυτό το αντάμωμα τα συναισθήματά μας ανακατωμένα. Ο καθένας μας κουβάλησε και αράδιασε ό,τι είχε αλλάξει στο χωριό του τα χρόνια που διαβήκαν. Ο προβληματισμός, που όλους μας έκαιγε, κοινός. Για χρόνια ένα ερώτημα περίμενε απάντηση. Στα τόσα που συντελέστηκαν, σαν θα φύγει και η γενιά μας μαζί με τα βιώματά της, θα μείνει άραγε κάτι που να σμαδεύει πως κάποτε τα τζουμερκοχώρια είχαν έναν δικό τους, με ιδιαιτερότητα λαϊκό πολιτισμό; Δικά τους ήθη και έθιμα; Δική τους ιστορία; Ζωσμένοι από τις Ερινύες, γιατί η γενιά μας, που βίωσε στα παιδικά της χρόνια ένα κομμάτι από αυτόν τον πολιτισμό δεν έκανε ό,τι της ήταν μπορετό. Να «στομώσει» την ξενόφερτη λαίλαπα, που στόχευε να αλλάξει τον τρόπο ζωής μας και να αφανίσει τα πολιτισμικά μας στοιχεία. Εκείνη τη στιγμή, σαν δώρο Θεού, έπεσε ο σπόρος μιας ιδέας. Πως έχουμε χρέος, έστω και τώρα, να φροντίσουμε να σμαζέψουμε ό,τι απόμεινε από αυτά τα πολιτισμικά μας στοιχεία. Να τα ζμείξουμε με τα βιώματά μας. Να τους δώκουμε πνοή. Και με μεθοδικότητα να τα αναδείξουμε. Έτσι σε εκείνο το αντάμωμα γεννήθηκε η ΙΛΕΤ. Στο προσκλητήριό της βρέθηκαν όλοι παρόντες. Να «συντράμουν» όπως παλιά, που ξεχείλιζε η ανθρωπιά στα χωριά μας. Που σαν ήταν ανάγκη στον ένα, πλάκωνε όλο το χωριό και τη θεράπευε. Στο χαμό. Στη χαρά. Στο σκάλο, στο θέρο, στον τρύγο και προπάντων στο χτίσιμο των σπιτιών και των συγύριων των νιόπαντρων ζευγαριών. Έτσι και τώρα. Όλοι «έβαλαν πλάτη». Και ο σπόρος της ΙΛΕΤ φύτρωσε. Δεν έμεινε χλόη μήτε χαμόκλαδο. Θέριεψε και έγινε δέντρο. Άπλωσε κλωνάρια στα πέρατα. Απλοί άνθρωποι στα τζουμερκοχώρια άνοιξαν τα «φορτσέρια» και τις κασέλες της γιαγιάς. Τις άδειασαν και γιόμισαν με «κειμήλια» τα λαϊκά μουσεία και τα πνευματικά τους κέντρα. Τζουμερκιώτικοι κονδυλοφόροι της διανόησης, όπου γης, στρατεύτηκαν εθελοντικά στην ΙΛΕΤ. Μέσα απ’ τα «Τζουμερκιώτικα χρονικά». Από εφημερίδες και περιοδικά. Από διαλέξεις, ομιλίες τους και συγγράμματα, ξύπνησαν μνήμες. Φούντωσαν τη νοσταλγία των απανταχού Τζουμερκιωτών. Κίνησαν το ενδιαφέρον σε ξενοτοΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

213


214

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΦΛΩΡΟΣ

πίτες. Ανοίχτηκαν ιστορικά βιβλία και λεξικά. Απλώθηκαν χάρτες. Και αναζητήθηκε κατά που πέφτει αυτός ο τόπος των Τζουμέρκων. Μέσα στα χρόνια που κύλησαν ματαγύρισαν στα χωριά τους οι Τζουμερκιώτες σαν επισκέπτες. Πύκνωσαν τις επισκέψεις τους τα καλοκαίρια. «Ματαγνωρίστηκε» ο Τζουμερκιώτικος κόσμος, που ’χε χαθεί στα ξένα. Έγιναν νέες κουμπαριές και συμπεθεριά. Ματακούστηκαν οργανοπαίχτες να παίζουν τα δημοτικά μας τραγούδια και η λεβεντιά να τα χορεύει. Ήρθαν μαζί τους και ξενοτοπίτες. Θαύμασαν την ομορφιά του τόπου μας. Είδαν από κοντά τα κράκουρα και τα γκεμάδια, όπου «τα λημέρια των Τζουμερκιώτικων παλληκαριών». Που πάλεψαν αιώνες τον κατακτητή. Παλιά την «Τουρκιά» και το σαράντα τις «ορδές των βάρβαρων Ούνων» της πολιτισμένης Ευρώπης. Διάβηκαν τα γιοφύρια μας. Μπήκαν στις εκκλησιές και τα μοναστήρια μας. Είδαν τη Τζουμερκιώτικη αρχιτεκτονική. Τα θαύματα της τέχνης των Τζουμερκιωτών μαστόρων από γαλαζόπετρα, ξύλο, ασήμι, μπρούτζο και σίδερο. Στα πνευματικά μας κέντρα «διάβασαν», μέσα από φωτογραφίες μαρτυρίες ενός αιώνα, πως στα Τζουμερκοχώρια, η ανέχεια και η στέρηση, περπάταγαν αντάμα με την αρχοντιά, τη λεβεντιά και την αντριοσύνη. Στα λαϊκά μας μουσεία θαύμασαν κεντημένα υφαντά αριστουργήματα και φορεσιές. Δημιουργήματα του αργαλειού της Τζουμερκιώτισσας γυναίκας. Φκιασμένα από ντόπια υλικά της φύσης. Το μαλλί, το καρυδότσοφλο, το ριζάρι και το μπρέλιο. Έφαγαν από τα φαγιά μας. φτιαγμένα από τις συνταγές των γιαγιάδων μας. Έπιαν και χόρτασαν καταγάργαρο νερό με τη χούφτα από τα πελεκητά «κανούλια» των πηγών μας. Και σαν γύρισαν στον τόπο τους, μολόγαγαν, χωρίς σωμό, στους συγγενείς και φίλους τους, το τι είδαν τα μάτια τους στα Τζουμερκοχώρια. Τις χρονιές που ακολούθησαν όλο και πλήθυναν οι επισκέπτες. Στα είκοσι χρόνια της η ΙΛΕΤ «θωράκισε» τον Τζουμερκιώτικο λαϊκό πολιτισμό. Κατάφερε, όσο της ήταν μπορετό, και μπήκε αμπόδιο στον «οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης», που σκοπός και στόχος του ήταν να τα κάνει όλα «σιάδ’». Κάτι που προφήτεψε ο αείμνηστος Τζουμερκιώτης λόγιος Χρήστος Παπακίτσος, στο πρώτο τεύχος των «Τζουμερκιώτικων Χρονικών». Και τώρα; Τώρα οι γεννήτορες και συνοδοιπόροι της ΙΛΕΤ, άλλοι κοιμούνται στο κοιμητήρι και άλλοι κοντοζυγώσαμε στη δύση. Δε μένει παρά τη σκυτάλη της ΙΛΕΤ να την παραλάβει η γενιά των Τζουμερκιωτών που ακολουθεί. Εμείς καταφέραμε και «κόψαμε δρόμο στο χιόνι». Αναμερήσαμε, όσο μπορούσαμε την αντάρα της ξενόφερτης ψευτοκουλτούρας της παγκοσμιοποίησης. Πέρα από τις ευκές μας, η νέα γενιά ας έχει κατά νου και τούτο. «Αυτόν τον κόσμο τον καλό άλλοι τον είχαν πρώτα. Σκέψου φίλε μου την ώρα που θα φεύγεις». Το τι θα αφήκεις πίσω... ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Γ. Ε. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ*

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ [Τχ. 19ο, Κριτική για τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά]

Έ

χω διαβάσει αρκετά, μέχρι σήμερα, τεύχη του αξιόλογου ιστορικολαογραφικού περιοδικού «Τζουμερκιώτικα Χρονικά» και αισθάνομαι την ανάγκη και θεωρώ χρέος μου να διατυπώσω και γραπτώς την πολύ θετική γνώμη μου για το εν λόγω περιοδικό. Πονούν οι συγγραφείς του περιοδικού για τον τόπο τους, για την παλαιά ζωή που έφυγε, για τις ρίζες τους και φροντίζουν να τις ανακαλύψουν πιο πολύ, να δουν μέχρι ποιο βάθος και ποιο πλάτος φτάνουν και, εν συνεχεία, όλα αυτά να τα μεταδώσουν και σε μας τους αναγνώστες, και μάλιστα με πολύ ωραίο τρόπο. Πονούν να μας πληροφορήσουν για την παράδοση, για τον «παλαιό καλό καιρό», να κρατήσουμε από εκεί ό,τι καλό και όμορφο υπήρξε σ’ εκείνη την εποχή. Έτσι, η ανάγνωση του περιοδικού προκαλεί, ως είναι φυσικό, μια γλυκιά νοσταλγία για ό,τι ωραίο πέρασε και χάθηκε μέσα στον χρόνο, με το οποίο εμείς οι παλαιότεροι είμαστε ζυμωμένοι. Ζούμε μέσα σε έναν ίλιγγο της τεχνοκρατίας και της ταχύτητας γενικώς και τα κείμενα των «Τζουμερκιώτικων Χρονικών» είναι μια δροσιά μέσα σε έναν κόσμο πλαστικό, κουραστικό, αλλοπρόσαλλο, με πολλά μεν αγαθά και μέσα αλλά τελείως αποστεωμένο κι έτσι, παρ’ όλη την αφθονία, αν κάνεις τη «σούμα», αυτή βγαίνει αρνητική για τα κέρδη της εποχής μας! Κάνει ακόμα πιο εμφανή την προσφορά των συνεργατών και γενικώς των ανθρώπων του επιτελείου του περιοδικού, καθώς από την άλλη μεριά υπάρχει η αδιαφορία των πολλών για τα ήθη και τα έθιμα, για την παράδοση, για την ιστορία μας, για το ύφος και το ήθος των ανθρώπων, για την πατρίδα μας γενικά και προ πάντων η αδιαφορία των κατά καιρούς αρχόντων μας, που εδώ και πολλά χρόνια άφησαν τις πύλες ανοιχτές σε εμπόρους, σε μεσάζοντες, σε ξένα ήθη και έθιμα, σε μια πανσπερμία μεταναστών συν την υπογεννητικότητα και τη γήρανση του πληθυσμού και έτσι η πατρίδα, η ενδοξότερη πατρίδα του κόσμου, μπάζει νερά από παντού! Γιατί η πατρίδα, τελικά, δεν έχει μόνο οικονομική κρίση, όπως ευρέως πιστεύεται, αλλά έχει κρίση υπάρξεώς της! * Ο Γ. Ε. Γεωργάκης είναι φιλόλογος. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

215


216

Γ. Ε . Γ Ε Ω Ρ ΓΑ Κ Η Σ

Πολύτιμο αντίβαρο σε όλα αυτά είναι και το παρόν περιοδικό και αυτό πρέπει να το εκτιμήσουμε. Περιοδικό σοβαρό, ευχάριστο, επιστημονικό, απόλαυση να το αναγιγνώσκεις, ποικίλα τα θέματά του: Η ένδοξη ιστορία των Τζουμέρκων από τα πανάρχαια ακόμα χρόνια. Τα καθάρια, τα απάτητα ηρωικά βουνά με τα έλατα, με τις βρύσες, με τα ποτάμια, με τα λιβάδια, με τα κοπάδια. Με το Συρράκο, με τους Καλαρύτες, με το Ματσούκι, με τους Μελισσουργούς, με την Κηπίνα, με το Σέλτσο, με την Πράμαντα, με την Άγναντα. Τα Τζουμέρκα με τον Κρυστάλλη, με τον Ζαλοκώστα, με τον Γ. Κοτζιούλα, με τον Πατροκοσμά. Τα Τζουμέρκα με τους Αθαμάνες, με τον Κατσαντώνη, με τον Καραϊσκάκη, με τον Λεπενιώτη, με τον Γώγο Μπακόλα, με τον Ζέρβα, με τον Άρη. Κι έχει ακόμα το περιοδικό αυτό θέματα αγροτικά, ποιμενικά, θέματα της φύσης της αειπάρθενης και καθάριας, όπως είναι αυτή των Τζουμέρκων, θέματα του περιβάλλοντος, αθάνατα δημοτικά τραγούδια, ιστορικά γεγονότα που σε θέλγουν, που σε καθηλώνουν! Δεν είμαστε σημερινοί ούτε χθεσινοί, είμαστε του χρόνου και του τόπου, είμαστε χιλιάδες χρόνια φυτεμένοι σ’ αυτόν τον τόπο, σ’ αυτή τη ζωή με τη συνεχή μεταβολή και γι’ αυτά τα πράγματα μας πληροφορεί το εν λόγω περιοδικό, που είναι βαρύ σε γραμμάρια αλλά πιο βαρύ σε πληροφορίες! Καθήκον μας να το διαβάζουμε και η ωφέλεια θα είναι όλη δική μας, για να ανοίξουν οι ορίζοντες του μυαλού μας, να δούμε τη διαδρομή μας μέσα στο παρελθόν κι έτσι να μην περάσουμε απ’ αυτόν τον κόσμο σαν το πρόβατο που, αφού βόσκησε κάμποσα λιβάδια και για κάμποσα χρόνια, τελικά το πιάνει ο χασάπης και το σφάζει!

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Γ. Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ*

ΓΙΑ ΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ [Τχ. 19ο, Καλοκαίρι 2018, Έκδοση της Περιφέρειας Ηπείρου και της ΙΛΕΤ]

Π

ότε κιόλας διάβηκαν είκοσι ολάκεροι χρόνοι! Άνοιξη του 1998 και ο άγνωστός μου μέχρι τότε Νίκος Μπριασούλης, συνάδελφος, επικοινωνούσε τηλεφωνικά μαζί μου, αφού είχε διαβάσει μια συνέντευξή μου στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» της Αθήνας, ζητώντας να ενημερωθεί για την ταυτότητα και την πορεία της Εταιρείας Δραμινών Μελετών. Και σκοπός του: Είχε βάλει στο νου του να ιδρύσει μια παρόμοια πνευματική ένωση στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Τζουμέρκα. Τον διαφώτισα, όσο μου ήταν μπορετό με μια τηλεφωνική επικοινωνία. Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες συνεχίστηκαν. Βρήκα πολύ γοητευτική την ίδρυση ενός τέτοιου ιδιωτικού φορέα για να μη χαθεί από την επέλαση του παντοκαταλύτη χρόνου ένας παρθένος πολιτιστικός πλούτος. Κοντά στα άλλα του συνέστησα και την έκδοση ενός περιοδικού, που θα αποτελούσε το θησαυροφυλάκιο της περισπούδαστης παράδοσής μας. Και, ω του θαύματος, μια ομάδα παθιασμένων με τον τόπο τους επιστημόνων ίδρυσε την Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, φορέα μη κερδοσκοπικό και με χαρακτήρα επιστημονικό και πνευματικό, που θα είχε ως σκοπό τη διάσωση, τη μελέτη και την ανάδειξη του πολιτισμού των Τζουμέρκων. Δεν το κρύβω, ήμουν αρκετά κουμπωμένος για το πόσο θα μπορούσε να ζήσει μια τέτοια αφιλοκερδής, όμως τόσο αναγκαία προσπάθεια, σε μια εποχή όπου το πνεύμα έχει σχεδόν περιθωριοποιηθεί, ο χρόνος επελαύνει ραγδαία και σαδιστικά για να ξεριζώσει ό,τι η λαϊκή ψυχή σφυρηλάτησε με πολύ κόπο πάνω στο αγέρωχο αμόνι της αλήθειες και αξίες, οι οποίες αποτελούν ευσταλή οδηγό για την πορεία μας στο τρικυμισμένο πέλαγος της σύγχρονης ζωής. Και προς χαρά μου η ΙΛΕΤ δεν έγινε εύθραυστο άθυρμα στη μανία του χρόνου. Με ελαφρές παιδικές ασθένειες ξεπέρασε την εφηβεία και ανδρώθηκε πια. Συμπλήρωσε είκοσι ολάκερους χρόνους, χωρίς κλυδωνισμούς και με το υγιέστατο πνευματικό παιδί της, «Τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά», πορεύεται πορεία σεμνή, εθνωφελή. Βακτηρία ολόγερη του υγιούς πνεύματος, προσφέρει μόνο τη χαρά και επιβεβαιώνει εκείνο το αγέραστο «ουκ εις μάτην κοπιάζομεν». Και ιδού η από* Ο Γ. Κ. Χατζόπουλος είναι τ. λυκειάρχης. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

217


218

Γ. Κ . Χ Α Τ Ζ Ο Π Ο ΥΛ Ο Σ

δειξη. Κυκλοφόρησε πρόσφατα το 19ο τεύχος των ΤΖ.ΧΡ. με ύλη περισπούδαστη, γοητευτική, ευανάγνωστη, συγκινητική και προκλητική για δημιουργική μίμηση. Σε 240 σελίδες ξεδιπλώνεται η έκταση του 19ου τεύχους με ύλη αναβαθμισμένη, που χαίρεσαι να της αφιερώσει τον πολύτιμο χρόνο σου. Και χαίρεσαι, γιατί διαφυλάσσει ως κόρη οφθαλμού τις ολόγερες ρίζες σου, τις ρίζες ενός γνήσιου Ελληνισμού, που βάλθηκαν να τον μαγαρίσουν θρασείς και νανόμορφοι κονδυλοφόροι, αργυρώνητοι, απάτριδες και αθύρματα ευτελή στα χέρια μισελλήνων και ανθελλήνων. Η ύλη ξεδιπλώνεται με ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο της Προέδρου της ΙΛΕΤ και συναδέλφου μου κ. Λαμπρινής Στάμου με τίτλο «Η Ελλάδα που αντιστέκεται». Η κ. Στάμου, ζυγίζοντας ως χρυσάφι την προσφορά των μέχρι τώρα Δ.Σ. της ΙΛΕΤ, εξαίρει το έργο τους, που συμπυκνώνεται στην άοκνη προσπάθεια, στην προσέγγιση και συνεργασία με φλογισμένους από αγάπη για τον τόπο τους συνεργάτες, στο ξεπέρασμα των εύλογων αγκυλώσεων και στην πραγμάτωση ενός γοητευτικού ονείρου. Στις σελίδες 15-35 με συγκίνηση διαβάζει κανείς κείμενα των: Α. Αγγέλη, Λ. Αγγέλη, Γ. Βάνα, Κ. Ζήδρου, Δ. Καλούσιου, Ν. Μπριασούλη, Μ. Σκαργιώτη, αναφερόμενα στην πορεία της ΙΛΕΤ Ακολουθεί η πολύ ενδιαφέρουσα ιστορική μελέτη του Ν. Καραγιάννη (σ. 3543), η εξίσου ενδιαφέρουσα αναφορά στη συμμετοχή των Τζουμερκιωτών στο 1821 (σσ. 44-55). Τη διαδέχεται το κείμενο του Νικ. Καρατζένη, που διανθίζεται μ’ ένα πολύ χρήσιμο λεξιλόγιο Τζουμερκιώτικο (ενδιαφέρει άμεσα τον ερευνητή της γλώσσας μας) (σσ. 57-95). Στις επόμενες σελίδες (96-102) η Π. Λάμπρη ιερουργεί επιτυχώς στην άγια τράπεζα της παράδοσης μας. Πολύ ορθά πράττει ο Β. Ντόκας να αναστυλώνει την παράδοσή μας. Οι αναμνήσεις του Γ. Φλώρου (σσ. 108-111) εύλογα συγκινούν. Τον σεβασμό του στην παράδοση αποτυπώνει στις σελίδες 113-122 ο Κ. Μαργώνης. Τα «άνθη ευλαβείας» βρίσκουν τον εύστοχο υμνητή τους. Με χαροποιεί ιδιαίτερα η παρουσία της Λ. Στάμου με την αναφορά της στο γλωσσικό ιδίωμα των Τζουμέρκων (σσ. 123-128). Πολύ χρήσιμη και αναγκαία ενασχόληση. Ο Δ. Καλούσιος, μόνιμος «κάτοικος» των ΤΖ.ΧΡ., ορθώς πράττει ανασύροντας στη μνήμη τα ιερά προσκυνήματα. Αλλά και ο Μ. Μαγκλάρας (σσ. 138-143) επιτελεί το χρεωστικό μνημόσυνο στον τροβαδούρο της Ηπείρου. Τις μνήμες αναζωπυρώνει ο Α. Μπουρνάκας (σσ. 143-152). Πολύ εμπεριστατωμένη η αναφορά του Δ. Ράπτη στα ιερά σεβάσματά μας (σσ. 153-186). ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Γ Ι Α ΤΑ Τ Ζ ΟΥ Μ Ε Ρ Κ Ι Ω Τ Ι Κ Α Χ Ρ Ο Ν Ι Κ Α

Ακολουθεί βιβλιοπαρουσίαση από τους: Ευ. Αυδίκο, Κ. Ζήδρου, Π. Λάμπρη, Σ. Μελετίου και Ν. Μπριασούλη (σσ. 187-211). Πολύ ορθή η σκέψη να παρουσιάζονται πονήματα αξιόλογα. Επιβεβαιώνεται ο αγιογραφικός λόγος: «Την διακονίαν σου πληροφόρησον». Μακρηγόρησα. Θα ήταν άδικο όμως να μην αναφερθώ στην επιμέλεια της έκδοσης και στο εξαίρετο εξώφυλλο (δράστης η Ιω. Γιαννάκη. Μεγάλη ευαισθησία και σύλληψη εύστοχη). Ευχή μου να πάρω στα χέρια μου και το 20ό τεύχος.

ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

219


ΝΙΚΟΣ Γ. ΜΠΡΙΑΣΟΥΛΗΣ

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΠΛΗΣΙΣΤΙΟΙ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ

Γ

ια το ιστορικό ξεκίνημα και την εντυπωσιακή πορεία του Σωματείου μας στα πρώτα είκοσι χρόνια της διαδρομής του, οι συμπατριώτες και φίλοι μας μπορούν να διαβάσουν πολλές αφηγήσεις και κριτικές αξιολογήσεις στο προηγούμενο τεύχος του Δελτίου της ΙΛΕΤ. Και αξίζει πραγματικά να μελετήσει κανείς προσεκτικά αυτά τα κείμενα και για να καταλάβει καλά το πώς φτάσαμε ως εδώ, αλλά και να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για τους λόγους για τους οποίους αξίζει και αποτελεί ιερό χρέος να συνεχίσουμε το έργο της ΙΛΕΤ και να ολοκληρώσουμε το έργο που επιτελέσαμε ως αυτή τη στιγμή. Και, για να γίνω σαφέστερος, αξίζει να συμπληρώσω λίγο την παραπάνω σκέψη μου. Συνολικά το έργο της ΙΛΕΤ δεν πρόκειται να εξαντληθεί ποτέ. Όμως, ό,τι ξεκινήσαμε, πρέπει να το φτάνουμε ως ένα ικανοποιητικό σημείο, ώστε να μπορεί ν’ αξιοποιηθεί απ’ τους ειδικούς επιστήμονες και τους ερευνητές ή κι από εμάς τους ίδιους (επεξεργασία, προβολή, δημοσίευση). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο των Ομάδων Έρευνας και καταγραφής. Σ’ αυτό, αν και έγινε πολύ σοβαρή δουλειά μέσα σε μια 10ετία (από 2008-2017), υπάρχουν ακόμα κάποια κενά που πρέπει οπωσδήποτε να καλυφθούν, πριν να προχωρήσουμε στην όποια αξιοποίηση του ερευνητικού υλικού. Κι αναφέρω, για παράδειγμα, κάποια Τζουμερκοχώρια, στα οποία δεν μπορέσαμε αυτά τα χρόνια ν’ αποκτήσουμε πρόσβαση. Επίσης, απομένουν ακόμα κάποιοι τομείς της προφορικής παράδοσης, που δεν τους καλύψαμε, όπως Επωδές (μαγικά, ξόρκια, γητέματα, γητειές), Αφορισμοί και Αναθέματα, Απευχές ή Προτροπές, Προπόσεις, Όρκοι, Βρισιές και Βλαστήμιες. Πέρα απ’ αυτό, πιστεύω ότι ως ΙΛΕΤ πρέπει να καταπιαστούμε, ανάμεσα σ’ άλλα, και με τα εξής εκκρεμή ζητήματα: α. Να εκδώσουμε ένα λεύκωμα «Τζουμέρκα: Ιστορία, παράδοση, πολιτισμός», που το υλικό του είναι έτοιμο εδώ και κάμποσα χρόνια κι είναι κρίμα που το καθυστερήσαμε τόσο πολύ. β. Να ξεκινήσουμε σοβαρή συνεργασία με το ΤΕΙ Άρτας, που ασχολείται επιστημονικά με τη μελέτη της παραδοσιακής μουσικής της περιοχής μας. γ. Να συγκροτήσουμε άμεσα μια Επιστημονική Επιτροπή, που θ’ ασχοληθεί

220

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


221

με τη μελέτη και έρευνα του ποιμενικού βίου. Πρόκειται για έναν τομέα της Λαϊκής Παράδοσης των Τζουμέρκων που έχει δικά του χαρακτηριστικά. Και, βέβαια, πρέπει να συνεργαστούμε με την Τοπική Αυτοδιοίκηση κι άλλους αρμόδιους φορείς για την ίδρυση ενός Μουσείου του Ποιμενικού Βίου, το οποίο θα λειτουργήσει σ’ ένα απ’ τα Βλαχοχώρια της περιοχής μας. δ. Εκπόνηση ενός Σχεδίου Πολιτιστικής Ανάπτυξης των χωριών μας. Το είχαμε ξεκινήσει πριν μερικά χρόνια με τον Νομάρχη Άρτας κ. Παπαβασιλείου, αλλά ήρθε η οικονομική κρίση στη χώρα μας, καταργήθηκαν και οι Νομαρχίες κι έμεινε η προσπάθεια στη μέση. Όμως αξίζει να το ξαναδούμε, σε συνεννόηση βέβαια με την Περιφέρεια. ε. Τέλος, φρονώ πως ένα καλομελετημένο επιμορφωτικό Σεμινάριο για όλα τα μέλη της ΙΛΕΤ, παλιά και νέα, θα ήταν πολύ χρήσιμο και δημιουργικό ταρακούνημα και θα μας εξόπλιζε με πολύ χρήσιμες γνώσεις και ιδέες για το πολύ σημαντικό και πολύτιμο έργο της ΙΛΕΤ. Όσο για το χαρακτήρα και τη φιλοσοφία της ΙΛΕΤ, θεωρώ χρήσιμο να κλείσω αυτές τις σκέψεις μου μ’ ένα απόσπασμα απ’ την εισήγηση, που εκφώνησα στην Ιδρυτική Συνέλευση της ΙΛΕΤ, η οποία έγινε στην Άγναντα τον Ιούλιο του 1998. Η ΤΑΥ ΤΟΤ Η ΤΑ Τ Η Σ Ι Λ Ε Τ. Γενεσιουργός ιδέα αυτού του σωματείου ήταν η αγάπη μας για τη γενέθλια γη, μια αγάπη που μόνον όποιος έζησε στα τραχιά και άγονα αυτά μέρη μπορεί να την καταλάβει. Ο λαϊκός πολιτισμός, το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, η ανάδειξη των ιστορικών και αρχαιολογικών χώρων, όλα αυτά είναι αντικείμενα που αξίζουν την προσοχή και το ενδιαφέρον μας, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Στην περίπτωση όμως των Τζουμέρκων υπάρχει κι ένας ακόμα λόγος που κάνει την παρέμβασή μας αναγκαία και επείγουσα. Είναι η μετανάστευση, αυτή η θεομηνία που έπληξε μεταπολεμικά την ύπαιθρο ολόκληρης της χώρας, αλλά εδώ άδειασε κυριολεκτικά τα χωριά μας απ’ τον ενεργό πληθυσμό τους. Έτσι, κοντά στην αγάπη για τον τόπο μας προστίθεται και η αγωνία για τον πανάρχαιο και μοναδικό λαϊκό μας πολιτισμό. Γιατί όλοι το ξέρουμε πώς, καθώς χάνονται οι γενιές που τον έζησαν, χάνεται κι αυτός μέσα στην τυποποίηση και την πολιτιστική ισοπέδωση των αστικών κέντρων. Έκφραση αυτής της αγωνίας είναι η ίδρυση της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας, για να προλάβουμε να σώσουμε ό,τι υπάρχει ακόμα, ό,τι δε χάθηκε οριστικά. Η ντοπιολαλιά με όλο το γλωσσικό της πλούτο, μύθοι, θρύλοι, παραδόσεις, παροιμίες, δημοτικά τραγούδια. Εργαλεία και σκεύη, ενδυμασίες, κοσμήματα. Ταυτόχρονα να βάλουμε τα θεμέλια για τη μελέτη της τοπικής ιστορίας με ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019


222

Ν Ι Κ Ο Σ Γ. Μ Π Ρ Ι Α Σ Ο ΥΛ Η Σ

συγκέντρωση υλικού και καταγραφή αφηγήσεων και αναμνήσεων, κυρίως απ’ την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη Δικτατορία. Με δύο λόγια, θα ’βλεπα τη δράση μας σε τρία επίπεδα: Α. Σωστικό – Συλλεκτικό Β. Ερευνητικό – Επιστημονικό (Συντήρηση – Αξιοποίηση)

Γ. Προβολή – Δημοσίευση Άγναντα, 1-8-99

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


ΙΝ ΜΕΜΟRΙΑΜ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ Π. ΛΑΜΠΡΗ*

ΜΝΗΜΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Α. ΔΙΑΜΑΝΤΗ & ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ Φ. ΝΤΑΛΑ

Τ

η χρονιά που διανύουμε συμπληρώνονται δεκαπέντε χρόνια από την εκδημία του Κωνσταντίνου Α. Διαμάντη (17/30 Αυγούστου1912 – 5 Αυγούστου 2004) και δέκα από κείνη του Αποστόλου Φ. Ντάλα (Ιούνιος 1921 – 25 Μαΐου 2009). Με αφορμή, μάλιστα, τούτη τη μνήμη, και όχι μόνο, σκέφτομαι αυτούς τους δύο διαφορετικούς για πολλούς λόγους ανθρώπους του τόπου μας κι αναρωτιέμαι, πέραν των οικείων τους, ποιοι τους θυμούνται, ποιοι τους μνημονεύουν ή ποιοι, με σεβασμό κι ενδιαφέρον, σκύβουν πάνω στο πνευματικό στίγμα, το οποίο άφησαν πίσω τους. Οπωσδήποτε υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην πορεία και στο πνευματικό έργο, που ο καθένας κατέλιπε. Πιθανόν, μάλιστα, κάποιοι να θεωρήσουν ύβρη το ότι μνημονεύονται στο ίδιο κείμενο ένας λόγιος κι ένας λαϊκός δημιουργός. Δεν θα μπω στη διαδικασία να δικαιολογήσω αυτή μου την επιλογή, αφού όλα είναι θέμα αντίληψης των πραγμάτων κι ο καθένας μπορεί να έχει διαφορετική άποψη, καθόλα σεβαστή. Η ουσία, άλλωστε, βρίσκεται αλλού. Στην αξία αυτής καθαυτήν της μνήμης, η οποία, εκτός από του να είναι πνευματικό μνημόσυνο, φέρει τον καθένα προ των ευθυνών του, όσον αφορά στους τρόπους που αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν στο παρόν και προοιωνίζεται μ’ έναν τρόπο πώς θα υπάρχουν και στο μέλλον. Τον Κωνσταντίνο Α. Διαμάντη, αν και συγχωριανό μου, δεν είχα την τύχη να τον γνωρίσω προσωπικά, αλλά μέσα από το συγγραφικό του έργο και αναφορές οικείων του, ενώ τον Απόστολο Φ. Ντάλα, γεννημένο στα γειτονικά από τη γενέτειρά μου Πιστιανά, είχα την ευτυχία να τον γνωρίσω στα τελευταία χρόνια της ζωής του, αλλά και να χαρώ τα αγαθά της αμοιβαίας φιλίας που βιώσαμε. Δεδομένων των ανωτέρω και χωρίς διάθεση προβολής, ας σημειωθεί πως στον πρώτο αναφέρεται η βιογραφική μελέτη μου «Κωνσταντίνος Α. Διαμάντης, ο Ιστορητής»1, ενώ για τον δεύτερο έχει γραφεί από μένα κείμενο με τον τίτλο «Λίγα λόγια για τον Απόστολο Ντάλα»2, επίσης, μελέτη με θέμα «Τζουμερκιώτες πεζογρά* Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη είναι δημιουργός [http://users.sch.gr/panlampri/]. 1. εκδ. www.iwrite.gr, 2011. 2. Περιοδικό «Αρτηνή Ευθύνη, Σεπτέμβριος 2007, σ. 7. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

223


224

Π Α Ν Α Γ Ι Ω ΤΑ Σ Π . Λ Α Μ Π Ρ Η

φοι: Απόστολος Φιλ. Ντάλας»3, καθώς και νεκρολογία, με αφορμή τον θάνατό του4. Επίσης, όταν δόθηκε στην κυκλοφορία η αναφερθείσα μελέτη για τον Κ. Α. Διαμάντη, εκτός από την παρουσίασή της στη Ροδαυγή, έγινε προσπάθεια να οργανωθεί εκδήλωση προς τιμήν του στην Άρτα, όπου, πέραν του ότι φοίτησε στο «Β΄ Ελληνικόν Σχολείον Άρτης» και στο «Γυμνάσιον Άρτης», την τίμησε, δημοσιεύοντας κείμενά του στο περιοδικό του Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου «Σκουφάς», αλλά και γράφοντας και δημοσιεύοντας κείμενα, που αφορούσαν σ’ αυτή. Δυστυχώς, από τους δύο επίσημους φορείς της πόλης, οι οποίοι υποσχέθηκαν – έγιναν παρουσία εκπροσώπων τους σχετικές συζητήσεις– πως θα συνέβαλαν στην οργάνωση μιας τέτοιας εκδήλωσης, ο ένας υπαναχώρησε χωρίς καμία εξήγηση, οπότε όλα ματαιώθηκαν. Έκτοτε, δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάτι το οποίο να σχετίζεται με την προσφορά αυτού του ανθρώπου, τόσο στο χωριό του, όσο και στην Ήπειρο. Ειδικά, για τη Ροδαυγή, έκανε τις πρώτες γι’ αυτή τεκμηριωμένες λαογραφικές καταγραφές5 –και για το Κεντρικό έχει κάνει σε μικρότερη έκταση κάτι ανάλογο–, αλλά και μέσω άλλων οδών έκανε αισθητή την παρουσία του εκεί με δράσεις, που δεν είναι του παρόντος, και όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να βρει κάποιες στην προαναφερθείσα γι’ αυτόν μελέτη μου. Επιπρόσθετα, προτάσεις, που έχουν γίνει κατά καιρούς για ονοματοδοσία οδού με το όνομά του στη Ροδαυγή, αν ενδιαφέρει η γνώμη μου και στην Άρτα έπρεπε να γίνει, δεν έχουν τελεσφορήσει, ούτε βέβαια η πρόταση για ανέγερση προτομής του βρήκε ευήκοα ώτα. Φυσικά, και για τον Απόστολο Φ. Ντάλα δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάποια μεταθανάτια τιμή από τους συντοπίτες του. Ως εκ τούτου, εκείνο το οποίο υπάρχει, ακόμα κι αν κανένας δεν το μελετά, είναι το συγγραφικό τους έργο, πολύ ευρύτερο, με επιστημονική ταυτότητα του Διαμάντη, και μικρότερο σε έκταση, αλλά με τη δύναμη του λαϊκού λόγου, που το χαρακτηρίζει, του Ντάλα. Αξίζει, λοιπόν, να σταθούμε για λίγο στη συγγραφική τους παρακαταθήκη και μέσω αυτής να τελέσουμε τούτο το μνημόσυνο. Σχετικά με την πνευματική πορεία του Κωνσταντίνου Α. Διαμάντη, ας ειπωθεί πως ξεκίνησε από το Δημοτικό Σχολείο της Νησίστας Νέας Ελλάδος (σήμερα Ροδαυγής), συνεχίστηκε με τη φοίτησή του στα προαναφερθέντα σχολεία της Άρτας και τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και ολοκληρώθηκε με την ερευνητική και συγγραφική προσφορά του, ενώ υπηρέτησε για τριανταπέντε συναπτά έτη στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα, εξελισσόμενος βαθμολογικά έως τη 3. Τζουμερκιώτικα χρονικά, τ. 10ο, Μάιος 2009, σ. 146. 4. http://users.sch.gr/panlampri/arthr08.html 5. Κ. Α. Διαμάντης, Άπαντα, τ. 1ος, 3ος, 4ος, 9ος. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Μ Ν Η Μ Η Κ Ω Ν Σ ΤΑ Ν Τ Ι Ν ΟΥ Α . Δ Ι Α Μ Α Ν Τ Η & Α Π Ο Σ Τ ΟΛΟΥ Φ . Ν ΤΑ Λ Α

θέση του Διευθυντή, την οποία τίμησε δεόντως και έχοντας γνωρίσει πολλούς από κείνους, οι οποίοι ήταν μέρος της πνευματικής Αθήνας της εποχής του, όπως, για παράδειγμα, ο Σωκράτης Β. Κουγέας, ο Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, ο Διονύσιος Αλ. Ζακυθηνός, και, φυσικά, ο συντοπίτης Γιώργος Κοτζιούλας. Πέραν της πνευματικής του συνεισφοράς, σημαντικοί σταθμοί της ζωής του ήταν ο τραυματισμός του στο Μέτωπο του πολέμου το 1940, καθώς και ο γάμος του με την Αικατερίνη Γ. Πατούση, την οποία νυμφεύτηκε «σε χώρο του 401 Στρατιωτικού Νοσοκομείου (Μαρασλείου) ενώπιον των αναπήρων, των τραυματιών, των ιατρών και των νοσοκόμων» στις 21 Αυγούστου 19416. Όσον αφορά στο συγγραφικό του έργο, οι καταγραφές του αναφέρονται σε θέματα, τα οποία αφορούν στη γλώσσα, στη λογοτεχνία, στη λαογραφία, στη θεολογία, στην ιστορία, στα ημερολόγια, στα αρχεία, στην κριτική, στις μεταφράσεις, καθώς και στη σύνθεση ποίησης· ο ίδιος σημειώνει χαρακτηριστικά7: «Η προσοχή μου στο γράψιμο και τη συλλογή λογοτεχνικού, λαογραφικού, γλωσσικού και φιλολογικού υλικού χρονολογείται από τη Β΄ Τάξη (1925-26) του Ελληνικού Σχολείου της Άρτας, όταν ο αείμνηστος καθηγητής μου Αυγουστής Παγκρατίδης μας δίδαξε με γνώση και ζήλο ποιήματα του Κώστα Κρυστάλλη, του Αριστοτ. Βαλαωρίτη και του Γ. Βιζυηνού, ένα ιστορικό αφήγημα για το Ρήγα Φεραίο και το Γ. Γεννάδιο και του Γιάννη Βλαχογιάννη το Σουλιωτόπουλο.» Με αφετηρία τα πρωτόλεια κείμενά του, τα οποία προέρχονται από τη μαθητική του ζωή, ο Διαμάντης δημοσιεύει μελέτες του σε διάφορα έντυπα, όπως τα περιοδικά «Εργατική Εστία», «Ο αιώνας μας», «Ελληνική Δημιουργία», «Αιξωνή», «Ηπειρωτική Εστία», «Μακεδονικά», «Σκουφάς», «Εικόνες της Ηπείρου», «Στερεοελλαδική Εστία», κ.ά., καθώς και το «Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος», το «Αρχείο του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού» και το «Αρχείο Ευβοϊκών Μελετών», ενώ δεν είναι μικρή η παρουσία του σε εφημερίδες, όπως «Η Καθημερινή», «Η Ροδαυγή», κ.ά. Στα ξεχωριστά της πνευματικής του πορείας είναι η αναγόρευσή του σε διδάκτορα το 1966, με διατριβή, η οποία είχε ως θέμα «Δημήτριος Υψηλάντης (17931832) – Μέρος πρώτον, Πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, Τμήμα Πρώτον, Τα μέχρι της αφίξεως εις το στρατόπεδον των Τρικόρφων (1793 – 2 Ιουλίου 1821)». 6. Π. Π. Λάμπρη, Κ. Α. Διαμάντης, ο Ιστορητής, σ. 29. 7. Κ. Α. Διαμάντης, Άπαντα, τ. 8ος, σ. 7 ή Π. Π. Λάμπρη, Κ. Α. Διαμάντης, ο Ιστορητής, σ. 197. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

225


226

Π Α Ν Α Γ Ι Ω ΤΑ Σ Π . Λ Α Μ Π Ρ Η

Ιδιαίτερη θέση στο συγγραφικό του έργο κατέχουν, τόσο η έκδοση των «Απάντων» του (25 τόμοι), όσο και οι εκδόσεις των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ), συνολικά δεκάξι, δικής του επιμέλειας. «Ο Διαμάντης αφιερώθηκε ψυχή τε και πνεύματι στην Αρχειακή Υπηρεσία και τα Αρχεία. Η εργασία του εκεί, όσο κι αν ήταν κοπιαστική, έφερε την καταξίωση και την αναγνώριση της προσφοράς του στον πνευματικό κόσμο της εποχής και όχι μόνο. Όταν απεχώρησε από τα ΓΑΚ, ο τότε υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών Γ. Πλυτάς του έστειλε «Έκφραση ευχαριστιών», η οποία έχει ως εξής: «Με την ευκαιρία της αποχωρήσεώς σας από την Υπηρεσία και μάλιστα από την θέση του Διευθυντού των Γενικών Αρχείων του Κράτους λόγω συμπληρώσεως 35ετίας, το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών σας εκφράζει τις θερμές του ευχαριστίες, για την πολύτιμη και σημαντική συμβολή σας στον ευαίσθητο αυτό χώρο, της διαφυλάξεως και διατηρήσεως της Εθνικής μας κληρονομιάς. Είναι γεγονός αναντίρρητο και αποτελεί πεποίθηση όλων μας, ότι κατά την διάρκεια της 35ετούς θητείας σας υπήρξατε παράδειγμα προς μίμηση, τόσο για την αφοσίωσή σας στο καθήκον όσο και για το ήθος και την ακεραιότητα του χαρακτήρος σας, που συνετέλεσε στο να χαίρετε της εκτιμήσεως και της αγάπης όλων των συναδέλφων σας.»8 Ας πάμε όμως και στον Απόστολο Φ. Ντάλα, ο οποίος στο πρώτο του βιβλίο συστήνεται στο κοινό ως ακολούθως9: «Για τη βιογραφία μου θα είμαι σύντομος, για να μην κουράσω τον αναγνώστη, αλλά επιβάλλεται για να έρθει κοντά ο ένας στον άλλο: Απόστολος Ντάλας του μπάρμπα Φίλιππα και της κυρά Χριστίνας. Γεννήθηκα τον Ιούνιο (Θεριστή) το 1921 στα Πιστιανά Άρτης. Οι σπουδές μου ήταν του Δημοτικού. Όταν ξεσκόλισα ασχολήθηκα με τα γιδοπρόβατα και το ζευγάρι σαν γεωργοκτηνοτρόφος. Το 1942 παντρεύτηκα την Ελένη του Γεωργίου Λάμπρου ή Φλώρου από τη Σκούπα και δημιουργήσαμε οικογένεια με έξι παιδιά. Από το 1955 έγινα μαραγκός αυτοδίδακτος, λόγω οικονομικών αναγκών. Το 1958 εγκατέλειψα την αγροτιά και πήγα στην Αθήνα και δούλεψα σαν κου-

8. Π. Π. Λάμπρη, Κ. Α. Διαμάντης, ο Ιστορητής, σ. 211. 9. Απόστολος Φ. Ντάλας, ΤΑ ΠΙΣΤΙΑΝΑ, Γενεαλογίες και Ιστορήματα, σ. 331, Αθήνα 1999. ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Μ Ν Η Μ Η Κ Ω Ν Σ ΤΑ Ν Τ Ι Ν ΟΥ Α . Δ Ι Α Μ Α Ν Τ Η & Α Π Ο Σ Τ ΟΛΟΥ Φ . Ν ΤΑ Λ Α

φωματάς (μαραγκός) καθώς και επιπλοποιός. Το 1978 γύρισα πάλι στο χωριό, λόγω εργατικού ατυχήματος. [...]». Με τούτα τα εφόδια μπήκε στον κόσμο της συγγραφής ο Ντάλας και αφότου ξεκίνησε μέχρι το τέλος της ζωής του δεν απομακρύνθηκε απ’ αυτόν, αφού συνιστούσε ιερή καταφυγή του. Με συγκίνηση θυμάμαι το καμάρι, με το οποίο μου έδειξε τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή του, λέγοντάς μου: «Έλα να σου δείξω τι αγόρασα! Τώρα που θ’ ανοίξει ο καιρός θα κάθομαι στην «πληγωμένη καρδιά»10 και θα γράφω, αγναντεύοντας τη φύση!». Μόνο που, ζηλόφθονες οι δυνάμεις του σύμπαντος, του στέρησαν αυτή τη χαρά. Λίγο μετά ο αγαπητός μου πρεσβύτης έφυγε για το επέκεινα, παίρνοντας μαζί του όσα άγραφα είχε θησαυρισμένα στην ψυχή του, γεμίζοντας ταυτόχρονα εμένα κι όσους τον αγαπούσαν με περισσή θλίψη. «Στο επίκεντρο του έργου του βρίσκεται το χωριό του και οι άνθρωποί του και γράφοντας, κυρίως για το παρελθόν αυτού του τόπου κι αυτών των ανθρώπων θέλει να μιλήσει και ακριβή του έγνοια είναι, αυτό το παρελθόν, αφού θέλει “να το διασώσει στο μέτρο του δυνατού και να το παραδώσει ως παρακαταθήκη στους συγχωριανούς του και όχι μόνο, χωρίς να φείδεται κόπων”»11. Όσο απ’ αυτό δημοσίευσε, αφορά σε γενεαλογίες, διηγήματα, που τα αποκαλεί και ιστορίες, ποιήματα, ενθυμήσεις. Συγκεκριμένα, εκτός από το προαναφερθέν σύγγραμμά του «ΤΑ ΠΙΣΤΙΑΝΑ, Γενεαλογίες και Ιστορήματα» (Αθήνα 1999) είναι το ακόλουθο: «Ανθολογία ποιημάτων» (2001), «Ποιήματα – Δεύτερη Συλλογή» (2002) και «Ποιήματα – Τρίτη Συλλογή» & «Ενθυμήσεις στο πέρασμα του χρόνου» (2005), «Τι είπαν και τι έγραψαν για τα βιβλία μου» (2007) και «Ιστορίες του χωριού μου» (2008). Για όλα αυτά, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να αναζητήσει κρίσεις μου στις προαναφερθείσες για τον Ντάλα δημοσιεύσεις μου. Εν κατακλείδι, τελώντας τούτο το πνευματικό μνημόσυνο για τον Κωνσταντίνο Α. Διαμάντη και τον Απόστολο Φ. Ντάλα, είναι βέβαιο πως πολλά θα μπορούσαν ακόμα να γραφούν. Άλλωστε, το μνημόσυνο, από τη φύση του, είναι αφορμή για μνήμη και θέλω να πιστεύω, πιθανόν ουτοπικά, πως μπορεί να συμβάλει, πέρα από την αναζωπύρωσή της, στο να γίνει κάτι περαιτέρω για τους δύο εκλιπόντες, τόσο από μεμονωμένους ανθρώπους, όσο και από φορείς οι οποίοι υπηρετούν τον πολιτισμό.

10. «πληγωμένη καρδιά»· τραπέζι, τοποθετημένο στην αυλή του Α. Φ. Ντάλα, κάτω από ένα δέντρο, με λίθινη στήριξη και λίθινη επιφάνεια· η τελευταία, λαξευμένη σε σχήμα καρδιάς, όπου απεικονιζόταν το βέλος, που την πλήγωσε, και εμφανώς παραπέμποντας σε κείνη του συγγραφέα. 11. Τζουμερκιώτικα Χρονικά, Μάιος 2009, σ. 147. ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

227


Θ. ΓΟΓΟΛΟΣ*

ΛΟΥΚΑΣ ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ: Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ

Έ

φυγε απ’ τη ζωή στις 15 Μαϊου 2019, στα ενενήντα του χρόνια, ο σπουδαίος ποιητής και δοκιμιογράφος Λουκάς Κούσουλας. Ο Λουκάς Κούσουλας γεννήθηκε το 1929 στη Σουβάλα (Πολύδροσο) Παρνασίδας. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Αμφίκλειας και σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπηρέτησε ως καθηγητής, γυμνασιάρχης και σχολικός σύμβουλος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τη διετία (1972-74) φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης έχοντας ως συσπουδαστές του μια πλειάδα φωτισμένων φιλολόγων (Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Χριστόφορος Μηλιώνης, Γ. Δ. Παγανός κ.ά.) με τους οποίους συνέβαλε ουσιαστικά στην ανανέωση της ύλης και της διδακτικής των φιλολογικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Ο Λουκάς Κούσουλας πρωτοπαρουσιάστηκε στα Γράμματά μας το 1955 με τέσσερα ποιήματά του στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Πορεία της Θεσσαλονίκης. Είναι η αρχή ενός πλούσιου και πολύμορφου συγγραφικού έργου που περιλαμβάνει τις εξής κατηγορίες: ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, μεταφράσεις. Το ποιητικό του έργο απαρτίζεται από εννιά ποιητικές συλλογές: Σχηματοποίηση (1962), Σχηματοποίηση Β΄ (1964), Σχηματοποίηση Γ΄ (1965), Ανάβαση στη Φτερόλακα (Ερμής 1975), Παραλλαγές σε ξένα θέματα (Κέδρος 1977), Νέα ποιήματα (Δόμος 1996), Το πουκάμισο το θαλασσί (Διάμετρος 2000), Επίνικοι (Δόμος 2003), Το φεγγάρι του Υμηττού και άλλα ποιήματα (Γαβριηλίδης 2008). Οι πέντε πρώτες ποιητικές συλλογές εκδόθηκαν και συγκεντρωτικά με το γενικό τίτλο Σχηματοποίηση (Καστανιώτης 1984). Το 2003 εκδίδει συγκεντρωτικά όλη την ποιητική του παραγωγή, Τα ποιήματα 1962-2002 (εκδ. Δόμος). Το 2010 προβαίνει στην έκδοση μιας επιλογής από το σύνολο των ποιημάτων του με τον χαρακτηριστικό τίτλο Ενθύμιον (εκδ. Γαβριηλίδης). Τα καθαρά αφηγηματικά του κείμενα είναι: Το βουνό (Εστία 1982), Για τα μαύρα μάτια (Νεφέλη 1984). Το δοκιμιακό του έργο απαρτίζεται από επτά συνολιά μικρούς τόμους φιλολογικών, κυρίως, δοκιμίων: Μετά τα φιλολογικά (Καστανιώτης 1983), Η άλλη όψη (Λωτός 1990), Ανθρώπους και κτήνη… (Νεφέλη 1993), Ιστορίες ποιημάτων κι ένα γράμμα (Γνώση 1996), Φιλοσοφικώτερον και σπουδαι* Ο Θ. Γόγολος είναι φιλόλογος. 228

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Λ Ο Υ Κ Α Σ Κ Ο Υ Σ Ο ΥΛ Α Σ : Ο Σ Π Ο Υ Δ Α Ι Ο Σ Π Ο Ι Η Τ Η Σ Π Ο Υ Ε Φ Υ Γ Ε

ότερον (Δόμος 1999), Ο Μακρυγιάννης και το σκάνταλο (Νεφέλη 2005), Και μόνος και μετά πολλών… (Γαβριηλίδης 2009) (τρεις τόμοι). Το μεταφραστικό του έργο περιλαμβάνει: α) δυο έργα του Πλάτωνος: Ίων, (Καστανιώτης 1993) και Αλκιβιάδης Α΄και Β΄ (Πόλις 2001). β) Πέντε Βίους Παράλληλους του Πλουτάρχου (οι τέσσερις πρώτοι από τις εκδόσεις Νεφέλη 1994-1996 και ο πέμπτος από τις εκδόσεις Πατάκη 1999). Φιλόλογος λαμπερός ο Λουκάς Κούσουλας, δάσκαλος ελκυστικός, ποιητής άλλοτε στοχαστικός, άλλοτε έξοχα ευρηματικός και συχνά ανατρεπτικός, άφησε την προσωπική του σφραγίδα στα μεταπολεμικά μας Γράμματα. Ξεχωρίζει από τους ποιητές της γενιάς του (δεύτερη μεταπολεμική γενιά) για τον ιδιοτυπία της γραφής του, τον χαμηλόφωνο τόνο της ποίησής του, την ευγενική του μελαγχολία. Η Εταιρία Ελλήνων Συγγραφέων, της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος, στην αποχαιρετιστήρια ανακοίνωσή της γράφει μεταξύ άλλων: «Βαθιά καλλιεργημένος και ευφυής ο Λουκάς Κούσουλας δεν έπαψε ποτέ να παρεμβαίνει με τον παιγνιώδη και αντισυμβατικό του λόγο στη σύγχρονη λογοτεχνική ζωή του τόπου. Μακριά πάντα από τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά βαθιά βυθισμένος στις λογοτεχνικές αναζητήσεις, δίδαξε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, τη γλώσσα αλλά και την ανατροπή της σε μαθητές και φιλολόγους». Ο Λουκάς Κούσουλας υπηρέτησε ως καθηγητής από το φθινόπωρο του ’58 έως το Φεβρουάριο του ’60 στο εξατάξιο τότε Γυμνάσιο Αγνάντων. Νυμφεύτηκε την Αγναντιώτισσα φιλόλογο και συγγραφέα Αγγελική Ζολώτα, εκλεκτή συνεργάτιδα των «Τζουμερκιώτικων Χρονικών». Έτσι οι δεσμοί του με τα Τζουμέρκα ήταν στενοί και δυνατοί, όπως και η αγάπη των παλιών μαθητών του προς εκείνον ήταν και είναι ακατάλυτη. Οι συντάκτες και οι συνεργάτες του περιοδικού και όλα τα μέλη της ΙΛΕΤ εκφράζουν στην αγαπητή Αγγελική και στην κόρη της Σύνθια τα πιο θερμά τους συλλυπητήρια.

ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

229


ΑΠΟ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΙΛΕΤ

Δράσεις Στις 23-9-2018 η ΙΛΕΤ συνδιοργάνωσε με το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωαννιτών, τις Εκδόσεις Φυλάτος, τον Σύνδεσμο Συνταξιούχων Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ιωαννίνων και το περιοδικό Έκφραση, παρουσίαση των βιβλίων του κ. Χάρη Κουδούνα: «Η Πύλη της Σοφίας» και «το αποκωδικοποιημένο μυστικό της Πόρτας Παναγιάς». Στην παρουσίαση παρευρέθηκαν μέλη του Δ.Σ. και της ΙΛΕΤ. ►

► Στις

17-10- 2018, στην αίθουσα της Ηπειρωτικής Εστίας Θεσσαλονίκης, έγινε η δεύτερη συνάντηση της χρονιάς, του τοπικού κλιμακίου της ΙΛΕΤ, όπου τα μέλη της ενημερώθηκαν από την πρόεδρο για τις καλοκαιρινές εκδηλώσεις, παρέλαβαν το τεύχος των Τζουμερκιώτικων Χρονικών και αντάλλαξαν απόψεις. Την πρώτη Φεβρουαρίου 2019, στην αίθουσα συνεδριάσεων του εμπορικού κέντρου Atrium στην Αθήνα, πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του βιβλίου των Ηπειρωτικών Εκδόσεων «Πέτρα» του Ανδρέα Ρίζου «Κώστας Κρυστάλλης. Η επιστροφή» με τη συμμετοχή και της ΙΛΕΤ. ►

► Στις 13 Μαρτίου 2019, στην Αθήνα, πραγματοποιήθηκε εκδήλωση για την παρουσίαση του μυθιστορήματος του συμπατριώτη μας και μέλους της ΙΛΕΤ. Μάνθου Σκαργιώτη, με τίτλο «Ουμπούντου». Για το βιβλίο μίλησε ο πρώην πρόεδρος της ΙΛΕΤ κ. Κώστας Μαργώνης.

Στις 5 Απριλίου 2019 η ΙΛΕΤ συμμετείχε στη διοργάνωση ημερίδας με τίτλο «Τα Τζουμέρκα... αλλιώς», η οποία πραγματοποιήθηκε στον πολιτιστικό χώρο Δ. Χατζής με πρωτοβουλία των κ. Κ. Ζήδρου και Α. Μπόμπολη και υπό την αιγίδα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ιωαννιτών και της περιφέρειας Ηπείρου. Χαιρετισμό απηύθυνε ο γραμματέας της ΙΛΕΤ κ. Νίκος Μάνθος. ►

► Στις

12 Μαΐου 2019 η ΙΛΕΤ συνδιοργάνωσε στη Θεσσαλονίκη με τις Εκδόσεις «Εστία», την Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων και την Ηπειρωτική Εστία Θεσσαλονίκης, την παρουσίαση του βιβλίου του κ. Ευάγγελου Αυδίκου «Οδός Οφθαλμιατρείου». Η παρουσίαση έγινε στα πλαίσια της Διεθνούς έκθεσης βιβλίου. Χαιρετισμό απηύθυνε η πρόεδρος κ. Λαμπρινή Στάμου. ► Τον

Ιούνιο του 2019 έγινε η πρώτη ετήσια συνάντηση των μελών της ΙΛΕΤ της Θεσσαλονίκης. Τα μέλη ενημερώθηκαν από την πρόεδρο για το πρόγραμμα των θερινών εκδηλώσεων της Εταιρείας.

230

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Α Π Ο Τ Η Δ ΡΑ Σ Η Τ Η Σ Ι Λ Ε Τ

Εκπροσώπηση της ΙΛΕΤ και του Λαογραφικού Μουσείου Τζουμέρκων (ΛΜΤ) ►

Η διαχειρίστρια του ΛΜΤ κ. Κων/να Χούμη, τον Φεβρουάριο του 2018, στο Κόρι [Περιοχή Ρώμης] Ιταλία παρουσίασε ανακοίνωση με θέμα την ΙΛΕΤ και το ΛΜΤ, και τον Οκτώβριο του 2018 στη Βάρνα Βουλγαρίας, μέσω του Digital Educational Network for Cultural Projects (Δίκτυο μεταξύ των ΜΜΕ, των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και των τοπικών αρχών, με στόχο τη βελτίωση των δεξιοτήτων και την ενίσχυση της γνώσης στην πολιτιστική διαχείριση).

Την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018 παρουσίασε ανακοίνωση με θέμα «ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ & ΣΥΝΕΡΓΕΙΕΣ» στην ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΚΠΕ ΦΙΛΙΑΤΩΝ ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΑΠΟΘΕΜΑ ΣΤΗ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ – ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΜΟΥΣΕΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΟΥΡΓΚΑΝΑΣ».

► Την Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2018, στον χώρο του ΛΜΤ, φιλοξενήθηκε από τη διαχει-

ρίστρια του ΛΜΤ, εντός του μουσείου, επιμόρφωση σε επαγγελματίες της περιοχής, με θέμα: Grow Greek Tourism Online της Google /Ψηφιακές Δεξιότητες για την Ανάπτυξη του Τουρισμού, με την υποστήριξη της Περιφέρειας Ηπείρου. ►Η

διαχειρίστρια του ΛΜΤ την Κυριακή 27 Ιανουαρίου παραβρέθηκε στο Μουσείο Αργυροτεχνίας Ιωαννίνων, σε εκδήλωση με θέμα: «Η τεχνική της συρματερής (φιλιγκράν)», από τον τεχνίτη-ασημουργό κ. Πέτρο Μαργιόλα.

► Την Τρίτη

στις 29 Ιανουαρίου 2019 πραγματοποίησε ενημέρωση για την ΙΛΕΤ και ξενάγηση στο ΛΜΤ κατά τη διάρκεια επίσκεψης φοιτητών και εκπαιδευτικών, στο πλαίσιο «Το Μετσόβιο Κέντρο Διεπιστημονικής Εκπαίδευσης (ΜΕΚΔΕ) και του μεταπτυχιακού προγράμματος του Ε.Μ.Π. «Περιβάλλον και Ανάπτυξη των Ορεινών Περιοχών».

Το Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019 παρακολούθησε ημερίδα στο Συνεδριακό Κέντρο της Περιφέρειας Ηπείρου (Στοά Σάρκα – Ιωάννινα), με κεντρικές ομιλήτριες τις Αικατερίνη Πλακίτση, και Πολυξένη Μάντζου, Καθηγήτριες του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης αντίστοιχα: ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΕΙΑΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, «Μουσειακή εκπαίδευση και αειφόρος ανάπτυξη – O ρόλος του νέου σχολείου», με συνδιοργάνωση του ΠΕ.Κ.Ε.Σ. Ηπείρου και του Κ.Π.Ε. (νυν Κ.Ε.Α.) Κόνιτσας.

Την Τετάρτη 20 Μαρτίου 2019 παρακολούθησε επιμορφωτικό σεμινάριο – εργαστήριο παρουσίασης του Εκπαιδευτικού προγράμματος με τίτλο «Δίνοντας ζωή στον Ασπροπάρη». Συνδιοργάνωση: Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία ΕΤΟΣ 20ό · ΤΕΥΧΟΣ 20 · ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2019

231


232

Α Π Ο Τ Η Δ ΡΑ Σ Η Τ Η Σ Ι Λ Ε Τ

(έγκριση του ΥΠ.ΠΕ.Θ.), τα Γραφεία Σχολικών Δραστηριοτήτων και Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ιωαννίνων και τα ΚΠΕ Κόνιτσας και Πραμάντων. (Σημείωση: Ο Ασπροπάρης έχει και λαογραφικού περιεχομένου αναφορές και θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος Ημερίδας της ΙΛΕΤ.) ►

Τον Μάρτιο του 2019 πραγματοποίησε ενημέρωση για την ΙΛΕΤ και ξενάγηση στο ΛΜΤ κατά τη διάρκεια επίσκεψης μελών του: α) Εκδρομικού Ορειβατικού Αθλητικού Ομίλου «Ο ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ», β) της Ορειβατικής & Αναρριχητικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και γ) του Ε.Ο.Σ. Χαλκίδας.

Την Κυριακή 24 Μαρτίου 2019, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του γλύπτη Θεόδωρου Παπαγιάννη στην Άγναντα, έκαμε ενημέρωση για την ΙΛΕΤ και ξενάγηση στο ΛΜΤ.

Κατόπιν πρόσκλησης από τον Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων, Κοιλάδας Αχελώου, Αγράφων και Μετεώρων, η διαχειρίστρια του ΛΜΤ εκπροσώπησε την ΙΛΕΤ, την Τρίτη 09 Απριλίου 2019 στο Συνεδριακό Κέντρο – αίθουσα εκδηλώσεων Πραμάντων, κατά τη διάρκεια της έναρξης της 11ης συνάντησης εργασίας των πιστοποιημένων προστατευόμενων περιοχών στο βιώσιμο τουρισμό – Europarc, με θέμα: «Κοινωνικές και Πολιτιστικές Επιπτώσεις του Τουρισμού: Αναζητώντας μία βιώσιμη απάντηση».

Την Κυριακή 14 Απριλίου 2019 επισκέφθηκε τα: α) ΚΕΝΤΡΟ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΜΕΤΕΩΡΩΝ, β) ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ (ΚΑΛΑΜΠΑΚΑ) και γ) ΜΕΤΕΩΡΑ ΜΟΥΣΕΙΟ ΓΕΩΛΟΓΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.

Τέλος, πραγματοποίησε τη Δευτέρα 20 Μαΐου 2019 ενημέρωση για την ΙΛΕΤ και ξενάγηση στο ΛΜΤ εκπαιδευτικών και μαθητών του Δημοτικού Σχολείου Αγίου Ιωάννη Κέρκυρας.

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ


Δ Ι Ο Ι Κ Η Τ Ι ΚΟ Σ Υ Μ ΒΟΥΛ Ι Ο Τ Η Σ Ι . Λ . Ε .Τ.

ΠΡ Ο ΕΔΡ ΟΣ

Λαμπρινή Στάμου τηλ.: 6944169408, 2310276923 · e_mail: lampstamou@sch.gr Α΄ ΑΝΤ ΙΠΡ ΟΕΔΡΟΣ

Χρήστος Καρακώστας, Υπεύθυνος Ιωαννίνων τηλ.: 6944634721 · e_mail: christoskarakos@gmail.com Β΄ ΑΝΤ ΙΠΡ Ο ΕΔΡΟΣ

Γεώργιος Μαστρογιάννης, Υπεύθυνος Αθηνών τηλ.: 6974484100 · e_mail: gmastro@otenet.gr Γ ΕΝΙΚΟΣ Γ ΡΑΜ Μ ΑΤΕ ΑΣ

Νίκος Μάνθος τηλ.: 2651008524, 6945986952 · e_mail: nmanthos@uoi.gr · fax: 2651008688 ΤΑΜ ΙΑΣ

Νίκη Γιαννάκη-Πόγια τηλ.: 6978632832 ΕΦΟ Ρ ΟΣ

Κωνσταντίνος Τραχανάς τηλ.: 6978309156 · e_mail: ktraxanas@yahoo.gr Ο Ρ ΓΑΝΩΤ ΙΚΟΣ Γ ΡΑΜΜΑΤΕ ΑΣ

Χρυσούλα Αναγνώστου τηλ.: 6981278765 · e_mail: chanag1961@gmail.com ΥΠΕΥΘΥΝH ΤΥΠΟΥ, ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ Λ ΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

Κωνσταντίνα Χούμη τηλ.: 6970373378 · e_mail: xoumi78@gmail.com ΣΥΜ ΒΟΥΛΟΣ

Δημήτριος Λιανός, Τηλ. 6977057110


TO 20ό ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΑΕΒΕ ΣΕ ΧΑΡΤΙ CHAMOIS 100 ΓΡ. ΣΕ 800 ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 2019 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ & ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑ ΦΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ. ΤΗΝ ΕΚ ΔΟΣΗ ΣΧΕΔΙΑΣΑΝ ΟΙ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΠΕΤΡΑ»


Profile for vincentd

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2019  

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2019  

Profile for vincentd
Advertisement