Page 1

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2018

Τζο υ μ ερ κι ώτι κ α

ΧΡΟΝΙΚΑ

19

Έκδοση: Πε ρ ι φ έ ρ ε ι α Ηπ ε ί ρ ο υ Ισ τ ο ρ ι κ ή κ α ι Λα ογρ α φ ι κ ή Ετ α ι ρ ε ί α Τζ ο υ μ έ ρ κ ω ν


Τζουμερκιώτικα

ΧΡΟΝΙΚΑ

19ο

Τε ύ χ ο ς Καλοκαίρι 2018

Η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων είναι ένας μη κερδοσκοπικός επιστημονικός και πνευματικός φορέας που έχει ως σκοπό τη διάσωση, τη μελέτη και την ανάδειξη του τοπικού πολιτισμού των Τζουμερκιωτών. Η Ι.Λ.Ε.Τ. ιδρύθηκε το 1998 από αποφοίτους του Γυμνασίου Αγνάντων Άρτας.


Συντακτική Επιτροπή Αυδίκος Ευάγγελος, Καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Παππάς Θεόδωρος, Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας του Ιονίου Πανεπιστημίου Βρέλλη Μαρίνα, Καθηγήτρια Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιαννάκης Γεώργιος, π. Αν. Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Καρατζένης Νικόλαος, Φιλόλογος-Λαογράφος Μαργώνης Κωνσταντίνος, Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας Μπριασούλης Νίκος, Φιλόλογος-Συγγραφέας

ΕΞΩΦΥΛΛΟ: Ιωάννα Γ. Γιαννάκη, Αρχιτέκτων Θέμα φωτογραφίας: Αγία Παρασκευή Πραμάντων. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: Κωνσταντίνος Μαργώνης Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας © ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ Πλατεία Πύρρου 1, 452 21, Ιωάννινα www.php.gov.gr e-mail: periferiarxis@php.gov.gr Τηλ.: 26510.87202 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ 470 43, Άγναντα Άρτας URL: http:// www. ilet.gr Τηλ.: 210.3826232, 26510.32996, 2310.438889

ISSN: 1790-4153

Εκδοτική Παραγωγή: Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα» Οικονόμου 32, 106 83, Αθήνα. Τηλ.: 210 8233830, Fax: 210 8238468 E mail: ekdoseispetra@hotmail.com


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Λαμπρινή Αρ. Στάμου Η Ελλάδα που αντιστέκεται....................................................................................... σελ. 11 Ανθή Αγγέλη Και τι μας χρειάζεται μια Λαογραφική Εταιρεία στα Τζουμέρκα;............................ σελ. 15 Λεωνίδας Α. Αγγέλης Ο πρώτος σπινθήρας.................................................................................................... σελ. 17 Γιάννης Σπ. Βάνας 11 χρόνια στην ΙΛΕΤ. . ................................................................................................ σελ. 20 Κωνσταντίνα Ζήδρου 20 χρόνια Ι.Λ.Ε.Τ......................................................................................................... σελ. 23 Δημήτριος Καλούσιος Τηλαυγής εικοσαετία της ΙΛΕΤ.................................................................................. σελ. 26 Ν. Γ. Μπριασούλης Στα 20 χρόνια της ΙΛΕΤ – Μια σύντομη αναδρομή.................................................. σελ. 28 Μάνθος Σκαργιώτης Το σπίτι (Για τα εικοσάχρονα της ΙΛΕΤ).................................................................... σελ. 32

ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ Ναπολέων Γ. Καραγιάννης Η συμμετοχή των Αθαμανιωτών στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του Έθνους, στον εμφύλιο και στο εκστρατευτικό σώμα του ΟΗΕ στην Κορέα............. σελ. 35 Δημήτριος Γ. Καλούσιος Το Ματσούκι Ιωαννίνων 1937-1951........................................................................... σελ. 37 Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης Οι μάχες Πλάκας-Αγνάντων-Σχωρετσάνων των Τζουμέρκων κατά το 1821........... σελ. 44

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ Νικόλαος Β. Καρατζένης Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα. (Λογοτεχνική απόδοση της αφήγησης του Κώστα Δ. Μολώνη)...................................................................................................... σελ. 57 Παναγιώτα Π. Λάμπρη Το καγκελάρι της Ροδαυγής........................................................................................ σελ. 96 Βαγγέλης Βλ. Ντόκας Οι νερόμυλοι του Σιούλα Παπαλία............................................................................. σελ. 103 Γεώργιος Φλώρος Αναμνήσεις................................................................................................................... σελ. 108

ΤΟΠΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ Κ.Γ. Μαργώνης Δημοτικό τραγούδι: Το δημιούργημα του γλωσσοπλάστη λαού. «Ρήματα άπαξ λεγόμενα ή άπαξ ειρημένα»............................................................................... σελ. 113 Λαμπρινή Αρ. Στάμου Άλλοι καλοέρ’ μ' άλλα καμπλαύχια........................................................................... σελ. 123

ΤΕΧΝΗ - ΠΑΡΑΔΟΣΗ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Δημήτριος Γ. Καλούσιος Η Ιερά Μονή της Παναγίας Βύλιζας του Ματσουκίου Ιωαννίνων. Δύο τοιχογραφικές παραστάσεις................................................................................................. σελ. 129 Μανόλης Μαγκλάρας «Έτος Κρυστάλλη» (1868-2018). 150ή επέτειος από τη γέννηση του Κώστα Κρυστάλλη.......................................................................................................................... σελ. 139

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απόστολος Μπουρνάκας Εικόνες από τη σχολική ζωή (στα χωριά των Τζουμέρκων τα περασμένα χρόνια).. σελ. 144 Δημήτριος Ελ. Ράπτης Η Ι. Μονή Αγ. Γεωργίου Μυροφύλλου Τρικάλων στον Χώρο και στον Χρόνο....... σελ. 153

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος Ανδρέας Σπ. Ρίζος: Το διπλοκάγκελο στους Μελισσουργούς Άρτας,την αετοφωλιά των Τζουμέρκων, «Πέτρα» ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, 2017-08-09..................... σελ. 187 Κωνσταντίνα Ζήδρου Χάρης Κουδούνας: Το αποκωδικοποιημένο μυστικό της Πόρτας Παναγιάς............ σελ. 192 Παναγιώτα Π. Λάμπρη Νικόλαος Β. Καρατζένης: Με τους ποιμένες στην Πίνδο την αρχέγονη εστία του Νομαδισμού.................................................................................................................. σελ. 195 Σωτηρία Μελετίου «Με τον κόμπο στο λαιμό και άλλα διηγήματα», του Γιώργου Κοτζιούλα, (εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα, 2018, σελ. 368).......................................................................... σελ. 198 Νίκος Γ. Μπριασούλης Δημήτρη Βλαχοπάνου: Ισαάκ Μιζάν – Αριθμός βραχίονα 182641........................... σελ. 208 ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» Γ.Κ. Χατζόπουλος ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΕΥΧΟΣ 18Ο, (Πρωινός Τύπος Δράμας, Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017)............................................................................................ σελ. 213 ΑΠΟ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΙΛΕΤ 1. Ημερίδα: «Το δημοτικό τραγούδι των Τζουμέρκων, όπως καταγράφεται στις τρεις συλλογές του Χ. Λαμπράκη, του Γ. Κοτζιούλα και του Μ. Χάρου»................ σελ. 215 Λαμπρινή Αρ. Στάμου Το δημοτικό τραγούδι.................................................................................................. σελ. 216

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Λουκία Αντωνίου Η Συλλογή Χρίστου Ν. Λαμπράκη ‘’Τραγούδια των Τζουμέρκων’’. Το ιστορικό κλίμα. σελ. 220 Παναγιώτα Π. Λάμπρη Ο Γ. Κοτζιούλας και τα Τζουμέρκα............................................................................. σελ. 225 Δημήτριος Κων. Ρίζος Μιχαήλ Γ. Χάρος και Τζουμερκιώτικοι Δημοτικοί Αντίλαλοι................................... σελ. 233 2. Οι δραστηριότητες της Ι.Λ.Ε.Τ. Σεπτέμβριος 2017- Ιούνιος 2018................................................................................. σελ. 241


Λαμπρινή Αρ. Στάμου*

Η Ελλάδα που αντιστέκεται...

Σ

υμπληρώνονται είκοσι χρόνια από τη στιγμή που κάποιοι παλιοί απόφοιτοι του Γυμνασίου Αγνάντων, θέλοντας, αφ’ ενός να τιμήσουν τον τόπο που γεννήθηκαν, έλαβαν τις εγκύκλιες γνώσεις τους και ανδρώθηκαν, αφ’ ετέρου να βοηθήσουν στη διάσωση του ιστορικού και λαογραφικού πλούτου της περιοχής, αποφάσισαν να ιδρύσουν την Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων (ΙΛΕΤ). Παρά τις αντιξοότητες που αντιμετώπισε στο ξεκίνημά της, λόγω των πολλών απόψεων που έπρεπε να συγκεραστούν για να βρει τον βηματισμό της, της προκατάληψης και της καχυποψίας εκ μέρους αρκετών-που την είδαν σαν έναν ακόμη τοπικό σύλλογο, πιθανότατα με ανταγωνιστική δράση προς τους υπόλοιπους- κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να γίνει γνωστή, να αναγνωριστεί και να αποκτήσει τη θέση που της αξίζει, στον χώρο των Τζουμέρκων αλλά και πανελληνίως. Αυτό οφείλεται στην ακάματη προσπάθεια των προέδρων και των Δ.Σ. να της δώσουν την ώθηση που χρειαζόταν, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο την αγκάλιασαν και την αποδέχτηκαν, όχι μόνον οι άνθρωποι της περιοχής αλλά και ο επιστημονικός κόσμος. Βέβαια, τα έως τώρα πεπραγμένα της ΙΛΕΤ απέδειξαν τη δυναμική της και την αξία της. Θεωρώ ως τεράστιο επίτευγμά της το ότι προσπάθησε και, μέχρις ενός σημείου, κατάφερε να φέρει κοντά ανθρώπους, οι οποίοι πιθανότατα δεν θα είχαν γνωριστεί ποτέ. Από μόνη της αυτή η ενέργεια είναι σημαντική για την προσέγγιση των Τζουμερκιωτών, που για χρόνια ήταν αποκομμένοι από όλους αλλά και μεταξύ τους. Για να το πετύχει αυτό, έδωσε τη μάχη της σε πολλούς τομείς. Χρειάζεται ωστόσο πολλή δουλειά ακόμη, για να ξεπεραστούν οι αγκυλώσεις, που δημιουργήθηκαν επί πολλά χρόνια. Άπλωσε τη δράση της σε όλα τα χωριά των Τζουμέρκων. Έτσι, έχουν την ευκαιρία όλοι οι κάτοικοι της περιοχής να παρακολουθήσουν κάποιες από τις εκδηλώσεις της. Η ετήσια Γεν. Συνέλευση είναι ένα γεγονός σημαντικό και σ’ αυτήν γίνονται ζυμώσεις, ακούγονται ιδέες και προτάσεις, τις οποίες τα Δ. Σ. προσπαθούν να υλοποιήσουν. Διοργάνωσε ημερίδες με ποικίλα θέματα, Θερινά Σχολεία σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, τα οποία λειτούργησαν στην περιοχή και την Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


12

Λ α μ π ρ ι ν ή Στ ά μ ο υ

έκαναν γνωστή σε ανθρώπους που, ίσως, δεν είχαν ακούσει ποτέ για τα Τζουμέρκα. Κορυφαία εκδήλωση ήταν το Α’ επιστημονικό συνέδριο, το οποίο διεξήχθη τον Ιούνιο του 2006, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, στις έδρες των τότε Δήμων Αγνάντων, Αθαμανίας, Πραμάντων και στην κοινότητα Ματσουκίου, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και θέμα: «Ο Τόπος, η κοινωνία, ο πολιτισμός. Διάρκεια και τομές». Ήταν ένα γεγονός το οποίο έβγαλε από την αφάνεια τα Τζουμέρκα, στρέφοντας τα φώτα της δημοσιότητας πάνω τους και κέντρισε το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας, η οποία, πρώτη φορά, προσέγγισε τόσο σοβαρά την περιοχή. Ευτύχησε, επίσης, να εκδώσει, σ’ έναν τεράστιο τόμο, τα πρακτικά αυτού του συνεδρίου. Εκδίδει το ετήσιο περιοδικό Τζουμερκιώτικα Χρονικά, με πλούσια και ενδιαφέρουσα ύλη, το οποίο, πλέον, έγινε αγαπημένη συνήθεια και περιμένουν με αγωνία να το διαβάσουν, όσοι το γνωρίζουν! Εξέδωσε το 2016 την ανέκδοτη συλλογή Δημοτικών Τραγουδιών του Γ. Κοτζιούλα, η οποία παραχωρήθηκε στην ΙΛΕΤ από τον γιο του ποιητή, κ. Κ. Κοτζιούλα και ο οποίος βοήθησε και στην έκδοση. Έχει δημιουργήσει, στα περισσότερα χωριά, ομάδες έρευνας και συλλογής Λαογραφικού υλικού, οι οποίες προσπαθούν να συλλέξουν τα στοιχεία εκείνα του Πολιτισμού μας που τον καθιστούν ιδιαίτερο, πριν η λήθη τα εξαφανίσει. Ίδρυσε στην έδρα της, τα Άγναντα, Λαογραφικό Μουσείο, με πλούσιο υλικό, το οποίο με χαρά πρόσφεραν οι κάτοικοι των Αγνάντων αλλά και άλλων χωριών της περιοχής, και χρόνο με το χρόνο εμπλουτίζεται. Το μουσείο έγινε πόλος έλξης για πολλούς επισκέπτες , οι οποίοι έρχονται και συνδέονται ξανά με τις ρίζες τους, μέσα από τα χρηστικά αντικείμενα αλλά και τα χειροποίητα δημιουργήματα των Τζουμερκιωτών μέχρι περίπου τα τέλη της δεκαετίας του ‘60. Συγκέντρωσε αρκετά βιβλία για τη βιβλιοθήκη της και προσπαθεί να βρει τρόπο να λειτουργήσει. Σ’ αυτά τα είκοσι χρόνια της λειτουργίας της το βέβαιο είναι πως ήρθαμε όλοι πιο κοντά στον πλούτο της παράδοσής μας. Γνωρίσαμε εμείς οι ίδιοι πράγματα για τον τόπο μας, τα οποία θα παρέμεναν άγνωστα, αν δεν είχαμε ασχοληθεί με την έρευνά τους. Πρόκειται για πλούτο που μέχρι τώρα ήταν ξεχασμένος και μοίρα του ήταν η λησμονιά. Παλέψαμε να μη συμβεί αυτό. Έγιναν αρκετά. Δεν φτάνουν. Κανείς ας μην εφησυχάζει! Πρέπει να αντισταθούμε στη φθορά του πανδαμάτορα χρόνου. Λαοί που έκοψαν τους δεσμούς με τις ρίζες τους εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο της ιστορίας! Να προλάβουμε, λοιπόν! Υπάρχουν τόσα ακόμη να κάνουμε! Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Κάνε άλμα πιο γρήγορο από την φθορά...

13

Και του σημερινού Δ.Σ. η θητεία λήγει εφέτος. Τα τρία χρόνια πέρασαν. Ο απολογισμός μας θα γίνει τον Αύγουστο, στη Γενική μας Συνέλευση, η οποία στη συνέχεια πρέπει να εκλέξει νέο Δ.Σ. Περιμένουμε από νέους ανθρώπους της περιοχής να ενδιαφερθούν και να δραστηριοποιηθούν στους κόλπους της. Ο δρόμος άνοιξε και στρώθηκε από τους παλαιότερους! Ιδού, λοιπόν, για τους νεότερους πεδίον δόξης λαμπρόν…

* Η Λαμπρινή Στάμου είναι φιλόλογος, πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ.

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


2 0 Χ Ρ Ο Ν Ι Α Ι . Λ . Ε . Τ. Ανθή Αγγέλη*

Και τι μας χρειάζεται μια Λαογραφική Εταιρεία στα Τζουμέρκα;

Τ

α Τζουμέρκα είναι τόπος ορεινός και άγονος που δεν μπορεί εύκολα να θρέψει τα παιδιά του. Οι κάτοικοί του ποτέ δεν διέθεταν μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις ή επιχειρήσεις για να κληροδοτήσουν στους απογόνους τους. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο, όταν η οικιακή αγροτική οικονομία δεν ήταν πλέον αρκετή για τη διαβίωση της οικογένειας, οι Τζουμερκιώτες έπρεπε να αναζητήσουν άλλες λύσεις για τον βιοπορισμό τους. Έτσι, τις δύο επόμενες δεκαετίες μετανάστευσαν μαζικά από τα χωριά τους, κυρίως προς τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Η ανάγκη (ίσως και το βουνίσιο αεράκι, που κρατά το μυαλό καθαρό και σε εγρήγορση) έστρεψε μεγάλη, αναλογικά με τον πληθυσμό, μερίδα τους προς τα γράμματα. Πολλοί Τζουμερκιώτες, έχοντας ολοκληρώσει την εγκύκλια μόρφωση στα ιστορικά Γυμνάσια των χωριών τους, έφυγαν για τις μεγάλες πόλεις και φοίτησαν στα Πανεπιστήμια και τις Ακαδημίες τους. Κάποιοι από αυτούς στις αρχές της δεκαετίας του 1990, σπρωγμένοι από τη νοσταλγία για τα μαθητικά τους χρόνια, διοργάνωσαν συναντήσεις παλιών συμμαθητών από το Γυμνάσιο Αγνάντων. Πνεύματα ανήσυχα και μυαλά φωτισμένα, μέσα σε αυτές τις συναντήσεις δεν στάθηκαν μόνο στη χαρά του ανταμώματος και την αναδίφηση των αναμνήσεων, αλλά άρχισαν να προβληματίζονται για το μέλλον του τόπου τους, για τη μοίρα των Τζουμέρκων, καθώς έβλεπαν τα χωριά τους να φθίνουν και να μαραζώνουν. Και συνειδητοποίησαν τον κίνδυνο να χαθεί, με την ερήμωση του τόπου, ένα μεγάλο κεφάλαιο της παράδοσής του: ο λαϊκός πολιτισμός1. Σε αντίθεση με αρκετές άλλες περιοχές της Ελλάδας, από τα Τζουμέρκα απουσίαζε ένα συλλογικό όργανο που θα φρόντιζε για τη διάσωση του λαϊκού πολιτισμού και της συλλογικής μνήμης του τόπου. Έτσι, μέσα από τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς των «παλιών συμμαθητών» γεννήθηκε πριν από είκοσι χρόνια η Ι.Λ.Ε.Τ., η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, με σκοπό, σύμφωνα με το δεύτερο άρθρο του καταστατικού της, «την πνευματική ανάπτυξη των Τζουμέρκων με την περισυλλογή και διάσωση του ιστορικού, λαογραφικού, γλωσσικού και αρχαιολογικού υλικού, την έρευνα και μελέτη της προγενέστερης και της σύγχρονης ιστορίας, της λαϊκής τέχνης και κάθε κοινω1. Ν. Μπριασούλης, Τζουμερκιώτικα Χρονικά 1, 2000, σ. 3. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


16

Αν θ ή Α γ γ έ λ η

νικής εκδήλωσης, καθώς και τη διατήρηση και την περισυλλογή των παλαιών εθίμων και παραδόσεων της περιοχής Τζουμέρκων». Τον Αύγουστο του 1999 λαμβάνει χώρα η πρώτη Γενική Συνέλευση της Εταιρείας, ενώ το επόμενο έτος εκδίδεται το πρώτο τεύχος του Δελτίου της, τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά (με συγκίνηση διαβάζω στο εμπροσθόφυλλο αυτού του τεύχους τα ονόματα των μελών του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, καθώς οι μισοί σχεδόν, άνθρωποι αγαπημένοι όχι μόνο για την υπογράφουσα, αλλά και για την πλειονότητα των μελών της Ι.Λ.Ε.Τ., δεν είναι πια μεταξύ μας). Από τότε κύλισε πολύ νερό στο αυλάκι. Το «παιδί» της Ι.Λ.Ε.Τ., τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά, έχει διπλασιάσει τον αριθμό των σελίδων του φιλοξενώντας άρθρα καταξιωμένων επιστημόνων και ερευνητών. Από τα πρώτα ήδη χρόνια της λειτουργίας της η Εταιρεία αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για την περιοχή, όπως την οργάνωση της ημερίδας «Για μια ανάπτυξη στα Τζουμέρκα τον 21ο αι.», τον Αύγουστο του 2005 στους Χουλιαράδες. Ανάμεσα στις σημαντικότερες πρωτοβουλίες της συγκαταλέγεται αναμφίβολα η διοργάνωση του Α΄ Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα το 2006 και η έκδοση των αντίστοιχων πρακτικών, που συγκέντρωσε πληθώρα ανακοινώσεων διακεκριμένων επιστημόνων με ποικίλη θεματολογία σχετική με την περιοχή. Το 2009 ανέθεσε τη σύνταξη μελέτης για τις Αρχαιολογικές επεμβάσεις και έρευνες στην περιοχή της αρχαίας Αθαμανίας και του βυζαντινού Τζεμέρνικου, όπου καταγράφηκαν όλοι οι γνωστοί αρχαιολογικοί χώροι και τα μνημεία στην περιοχή των Τζουμέρκων. Ακόμη, οργανώθηκαν σιγά-σιγά οι Ομάδες Έρευνας και Καταγραφής, που έχουν αναλάβει το δύσκολο έργο της πρωτογενούς έρευνας και της καταγραφής του γλωσσολογικού και λαογραφικού πλούτου και του άυλου πολιτισμού των χωριών μας. Όμως, το σημαντικότερο, πιστεύω, χαρακτηριστικό της Ι.Λ.Ε.Τ. είναι η δυναμική της. Ο ενθουσιασμός των πρώτων χρόνων δεν χάθηκε, αντίθετα με τον καιρό δυναμώνει. Το δυναμικό της Εταιρείας συνεχώς μεγαλώνει και τις τάξεις της πλουτίζουν νέοι άνθρωποι με όρεξη για δουλειά. Το έργο της αγαπήθηκε και αγκαλιάστηκε από ανθρώπους κάθε μορφωτικού επιπέδου σε όλα τα Τζουμερκοχώρια, καθώς όλοι αντιλήφθηκαν τον σημαντικότατο ρόλο που παίζει στη διάσωση της τοπικής λαϊκής μας παράδοσης. Έτσι, είκοσι χρόνια μετά, η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων συνεχίζει το έργο της και με τη βοήθεια όλων μας θα καταφέρει την επίτευξη του σημαντικότερου στόχου της, να παραδώσει στις νεότερες γενιές όσο περισσότερα στοιχεία μπορεί από το παρελθόν του τόπου μας. *Η Ανθή Αγγέλη είναι αρχαιολόγος Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λεωνίδας Α. Αγγέλης*

Ο πρώτος σπινθήρας

Α

ποτίμηση του έργου της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων και του περιοδικού που αυτή εκδίδει, των Τζουμερκιώτικων Χρονικών, είμαι βέβαιος πως θα κάμουν όσοι ασχολήθηκαν πιο ενεργά από μένα στο διάστημα των 20 χρόνων δημιουργίας τους. Και αυτοί δεν είναι λίγοι. Είναι όσοι ανέλαβαν διοικητικά καθήκοντα, κατέγραψαν ιστορικό και λαογραφικό υλικό, συνέγραψαν εργασίες, διοργάνωσαν επιστημονικά συνέδρια και βοήθησαν με πολλούς τρόπους να διασωθεί ο πλούτος της Τζουμερκιώτης κληρονομιάς. Η παραπέρα αξιολόγηση του παραπάνω έργου ανήκει οπωσδήποτε στους μελλοντικούς μελετητές, ιστορικούς και άλλους. Η αξιολόγηση αυτή εξαρτάται από την οπτική από την οποία ο καθένας αναλύει τα γεγονότα. Και εφόσον δεν υπάρχει ουδέτερη οπτική, διαφορετική θα είναι η ανάλυση αστών ιστορικών από εκείνη ενός μαρξιστή. Οι απαρχές της δημιουργίας της ΙΛΕΤ και των Τζουμερκιώτικων Χρονικών βρίσκονται στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90. Τρεις συμμαθητές του γυμνασίου Αγνάντων, ο Νίκος Μπριασούλης, ο Χρήστος Γιαννούλας και ο Λεωνίδας Αγγέλης συναντιούνται στο σπίτι του Νίκου. Εκεί, ανάμεσα στο κρασί και τα καλομαγειρεμένα φαγητά της συντρόφισσας του Νίκου, Ασπασίας, μακαρίτισσας πια, ρίχτηκε και η ιδέα της πρώτης συνάντησης στην Άγναντα των μαθητών της Α΄ τάξης της σχολικής χρονιάς 1951-1952. Ζητήσαμε και πήραμε από τον διευθυντή του γυμνασίου τον κατάλογο των μαθητών που μπήκαν στο γυμνάσιο την παραπάνω χρονιά. Καταγράψαμε στη συνέχεια τους μαθητές από κάθε χωριό και στη συνέχεια γράψαμε στους προέδρους των χωριών να βοηθήσουν στην προσπάθειά μας αυτή. Δεν υπήρχε, βλέπετε, ακόμα τότε το διαδίκτυο. Προτιμήσαμε να προσκαλέσουμε και φέρουμε στη συνάντηση τους μαθητές της Α΄ τάξης και όχι μόνο τους απόφοιτους. Λόγοι ευνόητοι γι’αυτή μας τη σκέψη. Οι λόγοι αυτοί σχετίζονται και με το μικρό ποσοστό προσέλευσης όσων δεν βρίσκονται στο σχολείο στις παραπέρα τάξεις. Το στίγμα κυρίως της απόρριψης που έφεραν όσοι διέκοψαν, ερμηνεύει και τον ρόλο του σχολείου, όχι μόνο για τα πρώτα, τότε, μετεμφυλιακά χρόνια: Να ανεβάζει κοινωνικά αυτούς «που τα κατάφεραν» και να βάζει φραγμό στην ίδια πορεία σε όσους δεν «τα έπαιρναν τα γράμματα», απολακτίζοντάς τους στην κυριολεξία έξω από το σχολείο. Και αναπαράγονταν με αυτόν τον τρόπο μέσα από τους βαθμούς, στους «καταλόγους» των καθηγητών, η ταξική κοινωνική δομή. Να θυμηθούμε εδώ την καταγραφή του λογοτέχνη Σουρούνη: «Και τα γράμματα δεν τα Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


18

Λ ε ω ν ί δ α ς Α . Αγ γ έ λ η ς

‘παιρνα μολονότι μου άρεσαν, όπως δεν έπαιρνα και τα γλυκά από το γειτονικό ζαχαροπλαστείο και μισούσα γι’αυτό το ζαχαροπλάστη». Είχαν ήδη χωρίσει οι δρόμοι μας εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Κοιτάξτε και τα χαρακτηριστικά των μελών της ΙΛΕΤ, των αρθρογράφων των Χρονικών, το αναγνωστικό κοινό... αν μπορεί το τελευταίο να αναγνωριστεί... Η πρώτη συνάντηση έγινε στην πλατεία του Πάνω Μαχαλά της Άγναντας, δίπλα από την εκκλησία-σχολείο στην οποία είχε στεγαστεί όλη η Α΄ τάξη των 120 μαθητών, σε μια «αίθουσα» και ως έδρα των καθηγητών ο άμβωνας. Διηγήσεις από το τι θυμόταν ο καθένας, ευτράπελα, παιδικές σκανδαλιές, μνημόσυνο των απόντων. Στην συνάντηση και ο Λεωνίδας Μπακαγιάννης, από το γειτονικό στο δικό μου χωριό, την Ράμια, που είχε φοιτήσει μόνο στην Α΄ τάξη και μετά διέκοψε. Είναι ο «σωτήρας» μου ο Λεωνίδας. Αυτός καθόρισε την πορεία της ζωής μου: Εκεί στο πανηγύρι του Αγίου Μάρκου της Χόσεψης με παρότρυνε να πάμε για εξετάσεις την επομένη... υπήρχε χρόνος... οι άλλοι 4 συμμαθητές μου είχαν ήδη φύγει για την Άγναντα τις προηγούμενες μέρες. Και τελικά και με την πειθώ της γειτόνισσας Ξένης Τσίτσα, μητέρας του δάσκαλου Κώστα Τσίτσα, κάμφθηκε και η μάνα μου και συμφώνησε. Στη συνάντηση, παρόντες οι καθηγητές μας Στέλιος Σουγλές, ο Γιώργος Κούτσικος, ο Κώστας Αηδόνης, ο λόγιος δάσκαλος Στέφανος Φίλος. Ο Σουγλές μάς γύρισε στα θρανία του 1950 με μια ακόμα διδασκαλία του στην δημοτική μάλιστα, λίγο μεγαλύτερη σε διάρκεια από τα παλιά κανονικά 45 λεπτα. Για τον Κούτσικο είχαμε σαν μαθητές γράψει και ποίημα, μάλιστα, να εξάρουμε την αγάπη που του είχαμε για τους μεγάλους βαθμούς και για το πώς γενικά συμπεριφέρονταν σε μας. Και το ποίημα έλεγε ανάμεσα στα άλλα, «ο Κούτσικος είναι για μας». Και ήταν «για μας» τα φτωχόπαιδα δηλαδή, αφού μάλιστα ο ίδιος όπως και πολλοί άλλοι εκπαιδευτικοί τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια έρχονταν κατευθείαν απ’ τα ξερονήσια. Δεν θα χωρούσε στο μυαλό τους εύκολα να ασκήσουν οποιαδήποτε βία σε παιδιά, αυτοί που την είχαν δοκιμάσει τόσο καλά. Μάλιστα ο θείος μου, εξόριστος στα Κύθηρα, μου «ενεχείρισε» γράμμα προς τον συνεξόριστο Κούτσικο «για να με προσέχει»... Στη συνάντησή μας αναφέρθηκα σε αυτές τις μνήμες. Όταν ο Θύμιος ο Νικολός (μακαρίτης και αυτός) στο σπίτι του οποίου μέναμε, μας έλεγε τα ονόματα των καθηγητών και τις ειδικότητες, ανάφερε για τον Κούτσικο ότι είναι φυσικός. Εγώ μέχρι τότε ήξερα τη λέξη «φθισικός» που ήταν και ο θείος μου. «Αααα...» σκέφτηκα. «Όλοι αυτοί οι εξόριστοι είναι φυματικοί;»... Από αυτή και τις επόμενες συναντήσεις προέκυψε και η δημιουργία της ΙΛΕΤ. Η πρώτη άτυπη επιτροπή διευρύνθηκε. Στην Άρτα αντιπρόσωπος ο Θύμιος ο Νικολός, στα Γιάννενα ο Κώστας ο Βήχας... μέχρι που φτάσαμε στο σήμερα, 20 χρόνια μετά. Στο διάστημα αυτό έχουν πλαισιώσει την εταιρεία πληθώΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο πρώτος σπινθήρας

19

ρα ικανών συμπατριωτών. Όμως, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η ΙΛΕΤ και τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά είναι «παιδιά» του Νίκου Μπριασούλη. Είναι ο πρωτεργάτης που με την ίδια ζέση συνεχίζει να αφιερώνει τον χρόνο του γι’αυτή και σήμερα. Και η δική μου μικρή παρέμβαση καθώς και ο τίτλος της έγιναν με δική του επίμονη προτροπή, θα έλεγα. Ο «πρώτος σπινθήρας» πολύ βέβαια απέχει από εκείνον «τον σπινθήρα στην αχυρώνα» του μεγάλου επαναστάτη. Εκτός αν συμμεριζόμαστε την άποψη, της μόδας εξάλλου, πως μικρές-μικρές φωτιές φέρουν τις ανατροπές από τα μέσα. Τα λόγια, τέλος, του θυμόσοφου μακαρίτη πολιτικού, «Οι ζευγάδες φεύγουν, ο σπόρος μένει», είναι πάντοτε επίκαιρα.

*Ο Λεωνίδας Α. Αγγέλης είναι καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Γιάννης Σπ. Βάνας*

11 χρόνια στην ΙΛΕΤ. . .

Ή

4 Αυγούστου 2001

μουν 11 χρονών τότε και παραθέριζα στην Πράμαντα, το χωριό μου. Μια μέρα κάποιος συγχωριανός μου, κατά πολύ μεγαλύτερός μου, με ειδοποίησε ότι κάποιοι εκπαιδευτικοί κάνουν συγκέντρωση στο Πνευματικό Κέντρο του χωριού. Αμέσως αυτό μου κίνησε την περιέργεια και πήγα εκεί. Η αίθουσα κατάμεστη από κόσμο. Άλλες εποχές τότε. Στο βήμα βρίσκονταν 7-8 άτομα, άγνωστα σε μένα. Σ’ ένα τραπέζι, ακριβώς δίπλα από την πόρτα, κάθονταν 2-3 άνθρωποι, οι οποίοι μοίραζαν κάποια βιβλία. Παίρνω δυο από αυτά. Το ένα είχε το τίτλο «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ-Δελτίο της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων». Το εξώφυλλό του καταπληκτικό με τον χάρτη της περιοχής και φωτογραφίες με ‘‘Τζουμερκοχώρια’’, ενώ το Γεφύρι της Πλάκας να είναι στη μέση και να ξεχωρίζει. Έμβλημα της Εταιρείας το χάλκινο αγαλμάτιο της Αγροτέρας Αρτέμιδας που βρέθηκε σε ανασκαφή στα Πιστιανά. Κάθισα για αρκετή ώρα και παρακολούθησα αυτή τη συγκέντρωση, όπως νόμιζα ότι ήταν. Όμως ήταν γενική συνέλευση της ΙΛΕΤ, όπως συντομογραφικά λέγεται, που είχε ιδρυθεί πριν από λίγα χρόνια. Τα άτομα που βρίσκονταν στο βήμα ήταν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, όπως ο Νίκος Μπριασούλης, η Λαμπρινή Στάμου, ο Χρήστος Φίλος, και οι αείμνηστοι Χρήστος Παπακίτσος και Στέφανος Φίλος. Σκοποί της νέας αυτής κίνησης, όπως ανέφεραν, ήταν μεταξύ άλλων η πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής των Τζουμέρκων και η συγκέντρωση και καταγραφή του ιστορικού, λαογραφικού και γλωσσικού υλικού της. Η συνέλευση είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ήταν πολλοί εκείνοι που γράφτηκαν ως μέλη ή έπαιρναν τον λόγο να μιλήσουν. Θυμάμαι ότι παρόντες ήταν και οι τότε δήμαρχοι Πραμάντων και Αγνάντων, ο πρόεδρος της Πανηπειρωτικής, σημαίνοντες Τζουμερκιώτες των γραμμάτων και των τεχνών και εκπρόσωποι φορέων και συλλόγων. 24 Ιουνίου 2006 Εκείνη την εποχή πραγματοποιούταν το Ά Επιστημονικό Συνέδριο για τα Τζουμέρκα από την ΙΛΕΤ σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων στα χωριά Άγναντα, Πράμαντα, Βουργαρέλι και Ματσούκι. Σταθμός για την περιοχή μας και την Εταιρεία. Εκείνη την ημέρα, Σάββατο 24 Ιουνίου-επέτειος της Τζουμερκιώτικα Χρονικά


1 1 χ ρ ό ν ι α σ τ η ν Ι Λ Ε Τ. . .

21

απελευθέρωσης της Άρτας και των Τζουμέρκων-ανέβηκα στο χωριό μου για να παρακολουθήσω τη Β΄ Συνεδρία. Η Συνεδρία αυτή γινόταν στο Πνευματικό Κέντρο. Οι ομιλίες, λίαν ενδιαφέρουσες, ήταν επικεντρωμένες στη περιοχή των Τζουμέρκων κατά την αρχαία και βυζαντινή περίοδο. Πρόεδρος της Συνεδρίαςαυτός που συντόνιζε την όλη διαδικασία-ήταν ένας συμπαθής ηλικιωμένος, ο κ. Μιχάλης Μερακλής, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρκετός ήταν ο κόσμος που ήρθε να παρακολουθήσει με έντονο ενδιαφέρον, ακόμα και άνθρωποι από διάφορα μέρη της Ελλάδας. 29 Ιουλίου 2007 Πραγματοποιήθηκε η εκλογοαπολογιστική συνέλευση της ΙΛΕΤ στο χωριό μου. Πήγα με έντονο ενδιαφέρον να τη παρακολουθήσω. Πολλοί ήταν και οι συγχωριανοί μου που παρευρέθηκαν. Γράφτηκα μάλιστα και μέλος της Εταιρείας και ψήφισα για πρώτη φορά. Ήταν η πρώτη τομή στη πορεία της καθώς έγινε ‘‘αλλαγή φρουράς’’ στην ‘‘ηγεσία’’ της. Ο μέχρι τότε πρόεδρός της, κ. Νίκος Μπριασούλης, μετά από 11 χρόνια ανακοίνωσε ότι δεν θα έθετε εκ νέου υποψηφιότητα-αναγορεύτηκε μάλιστα και επίτιμος πρόεδρος από τη συνέλευση-και νέος πρόεδρος εκλέχτηκε ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος κ. Κώστας Μαργώνης. Από τότε δέθηκε η μοίρα μου μαζί της, και θα παρευρισκόμουνα στις περισσότερες εκδηλώσεις και συνελεύσεις της. Άγναντα, Πράμαντα, Γουριανά, Άρτα, Γιάννενα. Αυτό όμως που με λυπούσε πάντα ήταν η απουσία συνομήλικών μου και γενικότερα της νέας γενιάς. Αναζήτησα πολλές φορές το γιατί μη βρίσκοντας όμως απάντηση. 2 Αυγούστου 2015 Η εκλογοαπολογιστική συνέλευση που έγινε τότε στην Πράμαντα, στο Δημοτικό Σχολείο, αποτέλεσε τη δεύτερη τομή για την Εταιρεία. Πρώτον, έγινε η τροποποίηση του Καταστατικού με αλλαγές και βελτιώσεις των άρθρων του. Δεύτερον, τα περισσότερα μέλη του τότε διοικητικού συμβουλίου, μετά από αρκετά χρόνια παρουσίας και τεράστιας συνεισφοράς στην Εταιρεία, γνωστοποίησαν την αποχώρησή τους δηλώνοντας ότι θα παρέμεναν κοντά της σε κάθε στιγμή. Τρίτον, το διοικητικό συμβούλιο που αναδείχτηκε από τις αρχαιρεσίες-βάσει του καταστατικού- αποτελούνταν σε συντριπτικό ποσοστό από νέα πρόσωπα. Μεταξύ αυτών ήταν και ο γράφων, που δέχτηκε την πρόταση να εισέλθει στο νέο συμβούλιο. Ανανέωση και φρεσκάδα πέρα ως πέρα και με πολλούς συμβολισμούς. Τα χαρακτηριστικά του νέου συμβουλίου, η καλή χημεία, η άριστη συνεργασία, η έλλειψη αντιπαραθέσεων, το ενωτικό κλίμα, βαδίζοντας Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


22

Γι ά ν ν η ς Σ π . Β ά ν α ς

στα χνάρια των προηγουμένων. Οι εμπειρίες που αποκόμισα από την παρουσία μου στο συμβούλιο ήταν πολλές και χρήσιμες. Αντί επιλόγου Συμπληρώνονται φέτος 20 χρόνια από την ίδρυση της Εταιρείας, σε καιρούς χαλεπούς για την πατρίδα μας. Μεγάλο και σπουδαίο το έργο της όλα αυτά τα χρόνια. Συνέδρια, ημερίδες, ομάδες έρευνας, θερινά σχολεία, δημιουργία λαογραφικού μουσείου, συμμετοχή σε παρουσιάσεις βιβλίων και εκδηλώσεις φορέων και συλλόγων. Μα το μεγαλύτερο επίτευγμά της κατ’ εμέ είναι τα ‘‘Χρονικά’’ που κρατάς στα χέρια σου, φίλε αναγνώστη. Ένα δελτίο εφάμιλλο έγκριτων περιοδικών και επιστημονικών δελτίων. Όλα τα τεύχη του προσεγμένα και βελτιωμένα κάθε φορά στην ύλη και το περιεχόμενο. Ενδιαφέρουσες μελέτες και άρθρα που καλύπτουν όλο το φάσμα. Ιστορία, Λαογραφία, Αρχαιολογία, Ανθρωπολογία, Γλωσσολογία, Πολιτισμό, Περιβάλλον, Λογοτεχνία, Ανθρωπογεωγραφία. Σημαντική βιβλιογραφική πηγή για όποιον επιθυμεί να μελετήσει τη περιοχή μας. Κι αν κάποτε η ΙΛΕΤ-ο μη γένοιτο- δεν θα υφίσταται, το δελτίο θα υπάρχει σε όλες τις βιβλιοθήκες θυμίζοντας τη παρουσία της στα ελληνικά γράμματα. Η ΙΛΕΤ, υπερπηδώντας πολλά εμπόδια, κατάφερε να αμβλύνει τις τοπικιστικές αντιθέσεις που ταλανίζουν την τεράστια γεωγραφική ενότητα των Τζουμέρκων, φέρνοντας κοντά ανθρώπους από τα περισσότερα χωριά και επιστήμονες που συνεισέφεραν στην καταγραφή και μελέτη της ιστορίας και της λαογραφίας της περιοχής. Σημαντικός ήταν ο ρόλος των προέδρων της και των διοικητικών συμβουλίων. Ο κ. Νίκος Μπριασούλης, ως πρώτος πρόεδρος, έθεσε τις βάσεις για την εδραίωση της Εταιρείας. Ο κ. Κώστας Μαργώνης απογείωσε την πορεία της ξεπερνώντας κάθε προσδοκία. Η κ. Λαμπρινή Στάμου, η πρώτη γυναίκα πρόεδρος, με την πείρα που τη διακρίνει συνεχίζει το έργο των προκατόχων της. Παρά το δυσμενές κλίμα που επικρατεί, η ΙΛΕΤ πρέπει να συνεχίσει το έργο της, με ελπίδα και αισιοδοξία βάζοντας ένα ακόμα λιθαράκι στην πρόοδο και ανάπτυξη της περιοχής μας.

*Ο Γιάννης Σπ. Βάνας είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου και υπεύθυνος Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων της Ι.Λ.Ε.Τ.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Κωνσταντίνα Ζήδρου*

20 χρόνια Ι.Λ.Ε.Τ.

Η

20 χρόνια Τζουμέρκα

περιοχή της αρχαίας Αθαμανίας και των μετέπειτα Τζουμερκοχωρίων, ανήκουσα στις Π.Ε. Ιωαννίνων, Άρτης και Τρικάλων, υπήρξε χώρος εγκατάστασης και δράσης του φύλου των αρχαίων Αθαμάνων, ενώ η ιστορική της διαδρομή ανιχνεύεται ήδη από την προϊστορική εποχή. Στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκαταλέγεται η ορεινή γεωμορφολογία της, που την καθιστά δύσβατη και δυσπρόσιτη, η στρατηγικής σημασίας θέση της, μεταξύ της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, η μακραίωνη ιστορική της πορεία και η πλούσια και πολύμορφη λαογραφική της παράδοση. Όλα τα παραπάνω θεωρούνται σχετικά γνωστά. Όμως, η έλλειψη συστηματικής έρευνας και ενασχόλησης αποκλειστικά με τα Τζουμερκοχώρια - την ιστορία, τη λαογραφία και τον πολιτισμό τους σε όλες τις εκφάνσεις του και σε μία πιο επιστημονική και συνολική βάση - ήταν περισσότερο από εμφανής. Ακριβώς αυτό το κενό επιδιώκει να καλύψει η Ι.Λ.Ε.Τ. Η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων ιδρύθηκε πριν από 20 χρόνια από μία ομάδα αποφοίτων του Γυμνασίου Αγνάντων, με περισσή αγάπη και ενδιαφέρον για την περιοχή, με έντονους προβληματισμούς, αλλά και ποικίλες λύσεις. Ωστόσο, επειδή εγώ προσωπικά εντάχθηκα στους κόλπους της Ι.Λ.Ε.Τ. αργότερα, δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω μία ιστορική αναδρομή από τις απαρχές της Εταιρείας. Πιο συγκεκριμένα, με τους ανθρώπους της Ι.Λ.Ε.Τ. ήρθα σε επαφή για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2005. Αυτό που με εντυπωσίασε, εξ αρχής, ήταν η βαθιά, ανιδιοτελής αγάπη τους για την περιοχή, η διάθεσή τους για προσφορά, η προσκόλληση τους στους καταστατικούς στόχους της Εταιρείας, το υψηλό πνευματικό τους επίπεδο και η συλλογική δουλειά. Αμέσως, συνειδητοποίησα ότι πρόκειται πραγματικά για έναν πνευματικό οργανισμό, με άξια στελέχη, όπου όλοι μαζί, αξιοποιώντας τις διαφορές τους και όχι επιτρέποντάς τους να υψώνονται ως εμπόδιο, πάλευαν για την καταγραφή, διάσωση και ανάδειξη του πολιτισμού των Τζουμέρκων. Ιδιαίτερα στάθηκα στο γεγονός ότι αντιμετώπιζαν και μελετούσαν τα Τζουμέρκα ως μία αδιαίρετη ενότητα, ως ένα σύνολο, ως έναν χώρο διαμόρφωσης ενός μοναδικού πολιτισμικού κράματος, παρά τον σύγχρονο διοικητικό κατακερματισμό τους. Πολύ γρήγορα η διαφορά της Ι.Λ.Ε.Τ., σε σύγκριση με άλλους συλλόγους ή αδελφότητες, διαφάνηκε με την έκδοση των Τζουμερκώτικων Χρονικών, της ετήσιας περιοδική της έκδοσης, που αποτελεί σταθμό για την περιοχή. Σε αυτή Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


24

Κωνσταντίνα Ζήδρου

περιλαμβάνονται ποικίλες επιστημονικές εργασίες για την ιστορία, την αρχαιολογία, την αρχιτεκτονική, τη λαογραφία, τη γλωσσολογία και το φυσικό περιβάλλον, αλλά και περισσότερο εκλαϊκευμένα κείμενα με ιστορικά ή λαογραφικά στοιχεία, ενώ διανθίζεται και με τη τζουμερκιώτικη μούσα. Ωστόσο, η Ι.Λ.Ε.Τ. δεν αρκέστηκε στο ερευνητικό της έργο και την έκδοση των Τζουμερκιώτικων Χρονικών. Θέτοντας τον πήχη ακόμη ψηλότερα, χωρίς οικονομικά μέσα, αλλά με την ανιδιοτελή προσφορά των μελών της, με το κύρος που είχε αποκτήσει και το πάθος της για την περιοχή, πέτυχε το ακατόρθωτο, τη διοργάνωση του Α΄ Επιστημονικού Συμποσίου για τα Τζουμέρκα. Σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, το Υπουργείο Πολιτισμού, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και άλλους φορείς κατάφερε, για ένα τριήμερο, να φέρει στα δυσπρόσιτα και απομονωμένα Τζουμερκοχώρια έναν σημαντικό αριθμό επιστημόνων, ορισμένοι μάλιστα εξ αυτών κορυφαίοι στο είδος τους, καθώς και ένα πλήθος επισκεπτών από διάφορα μέρη της Ελλάδος. Κατά τη διάρκεια του άκρως επιτυχημένου συνεδρίου οι εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των ομιλητών κάλυψαν τις περισσότερες πτυχές του τζουμερκιώτικου πολιτισμού, τεκμηριώνοντας την ιδιαίτερη ταυτότητά του. Παράλληλα, παραθέτοντας τα ήδη γνωστά στην έρευνα στοιχεία και μέσα από τις γόνιμες συζητήσεις που ακολούθησαν, δημιουργήθηκαν νέα ερωτήματα και τέθηκαν νέοι στόχοι προς κατάκτηση. Επιπρόσθετα, η άψογη παραδοσιακή φιλοξενία των εισηγητών και οι επισκέψεις σε διαφορετικές κοινότητες υπήρξαν οι καλύτεροι μάρτυρες των δημιουργικών διαφορών και των σαφώς περισσότερων ομοιοτήτων που ενώνουν τους Τζουμερκιώτες και συνθέτουν αυτό το ιδιαίτερο κράμα του πολιτισμού τους. Η επιτυχία του συνεδρίου επισφραγίστηκε με την έκδοση του επιστημονικού και άρτιου τόμου των Πρακτικών. Αλλά για μία ακόμη φορά η Ι.Λ.Ε.Τ. δεν επαναπαύθηκε στις δάφνες του συνεδρίου. Οραματιστές και διορατικοί, τα μέλη των Δ.Σ., συνέχισαν να εργάζονται με τη διοργάνωση επιστημονικών ημερίδων κάθε καλοκαίρι, σε κάποιο μάλιστα από τα χωριά των Τζουμέρκων, προσφέροντας με αυτόν τον τρόπο νέα στοιχεία στην έρευνα και προετοιμάζοντας το έδαφος για το επόμενο συνέδριο. Οι ημερίδες πολλές, τα θέματα ποικίλα, οι εισηγητές πάντοτε καταρτισμένοι και ξεχωριστοί. Αναφέρω ενδεικτικά1 την αφιερωμένη στον ποιητή Γ. Κοτζιούλα ημερίδα, η οποία πραγματοποιήθηκε στη γενέτειρά του, την Πλατανούσα, και πλαισιώθηκε και από την έκδοση ενός τόμου με ανέκδοτα έργα του και την ημερίδα την αφιερωμένη στην ανάπτυξη της περιοχής, στο δημοτικό τραγού1. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι συμπεριέλαβα, τυχαία, τις ημερίδες που μου ήρθαν στο μυαλό, χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω ή να απαξιώσω τις υπόλοιπες, καθώς υπήρξαν όλες μοναδικές. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


2 0 χ ρ ό ν ι α Ι . Λ . Ε . Τ.

25

δι, στην Ι. Μ. Βύλιζας, όπου παρουσιάστηκαν, με τρόπο επιστημονικό, όλα τα υπάρχοντα δεδομένα κ.ά. Εκτός όμως από τις προφανείς της ενέργειες, δηλαδή την έκδοση των Τζουμερκιώτικων Χρονικών και τη διοργάνωση ημερίδων, η Ι.Λ.Ε.Τ. δεν ξέχασε ποτέ την έρευνα. Πιο συγκεκριμένα, για χρόνια λειτουργούν οι Ομάδες Έρευνας, όπου τζουμερκιώτες, από ποικίλες κοινότητες, συγκεντρώνουν τον λαογραφικό πλούτο του τόπου τους, υπό την καθοδήγηση άξιων επιστημόνων, με σκοπό τη δημιουργία ενός corpus για την τοπική λαογραφία. Παράλληλα, ανατέθηκε στη τζουμερκιώτισσα αρχαιολόγο Ανθή Αγγέλη και την υπογράφουσα η σύνταξη μίας μελέτης. Αυτή θα περιείχε την ιστορική διαδρομή της περιοχής, τα σημαντικότερα μνημεία της, προτάσεις για την ανάδειξή τους, τη γνωστή βιβλιογραφία και φωτογραφική τεκμηρίωση. Ως επιστέγασμα της παραπάνω προσπάθειας ήρθε η παρουσίασή της, κατά τη διάρκεια μίας ημερίδας που διεξήχθη στο Βουργαρέλι, το καλοκαίρι του 2013, στο πλαίσιο της οποίας ιστορικοί και αρχαιολόγοι, από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, κατέδειξαν, με τρόπο μοναδικό, την ιστορική διαδρομή και την πολιτιστική ανάπτυξη των ενιαίων και αδιαίρετων Τζουμέρκων, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η Ι.Λ.Ε.Τ., που ξεκίνησε πριν από είκοσι χρόνια, αμφισβητήθηκε ως προς τον ρόλο ή τη χρησιμότητά της. Ωστόσο, πλέον σήμερα, έχει καθιερωθεί ως ο μοναδικός παντζουμερκιώτικος αυστηρά πνευματικός φορέας, με μοναδικό της στόχο την έρευνα, την καταγραφή, διάσωση και ανάδειξη της τοπικής ιστορίας και του πολιτισμού, χωρίς τοπικισμούς, εχθρότητες και προσπάθειες προσωπικής ανέλιξης ή προβολής από τα μέλη της. Αντίθετα, οραματίζεται και επιδιώκει την αγαστή συνεργασία με κάθε σύλλογο, αδελφότητα, πολιτιστικό φορέα, αλλά πρωτίστως με κάθε ανεξάρτητο Τζουμερκιώτη που αγαπά τον τόπο του και επιθυμεί να συνεισφέρει, με τον τρόπο του, στους στόχους της Ι.Λ.Ε.Τ. Ολοκληρώνοντας, η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, κατά την περασμένη εικοσαετία, πραγματοποίησε άλματα, προωθώντας την έρευνα, καταγράφοντας σημαντικό μέρος των ήδη υπαρχόντων μνημείων και στοιχείων, αλλά και φέρνοντας την επιστημονική κοινότητα κοντά στα Τζουμέρκα, είτε με επισκέψεις in situ είτε μέσα από τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά και τις δράσεις της. Ωστόσο, η προσπάθειά της, παρά τα αποτελέσματα της, έχει πολύ δρόμο ακόμη. Έτσι, θα πρέπει όλοι μαζί και ακόμη περισσότεροι, συσπειρωμένοι γύρω από την Ι.Λ.Ε.Τ., να συνεχίσουμε το έργο της και να την οδηγήσουμε σε μία ακόμη περισσότερο επιτυχημένη εικοσαετία, καθώς, για εμένα προσωπικά, οι έννοιες Τζουμέρκα και Ι.Λ.Ε.Τ. είναι ταυτόσημες και αδιαίρετες. *Η Κωνσταντίνα Ζήδρου είναι αρχαιολόγος, υποψήφια διδάκτωρ Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Δημήτριος Καλούσιος*

Τηλαυγής εικοσαετία της ΙΛΕΤ

Τ

α Τζουμέρκα είναι ένας τόπος γεμάτος ιστορία, θρύλους και παραδόσεις. Πολλά και σημαντικά είναι τα εκκλησιαστικά μνημεία, τα μοναστήρια και οι ιεροί ναοί. Επιπλέον μπορούν να καυχηθούν για την άγρια ομορφιά τους· τα έλατα και τα πουρνάρια, τις ουρανογείτονες κορφούλες, τα καταγάργαρα νερά, τα παρθένα φύση. Διερωτώμεθα: Έχουν προσεχθεί, άραγε, όσο πρέπει από τους αρμόδιους φορείς; Υπήρξε η δέουσα φροντίδα για την αξιοποίηση και προβολή τους; Έχει μελετηθεί δεόντως η ιστορία τους; Και στην εν λόγω περιοχή, δυστυχώς, τα περισσότερα ανήκουν όχι στη δημόσια μέριμνα, αλλά στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Σπουδαιότατος παράγοντας αναδεικνύεται αναμφισβήτητα η ΙΛΕΤ. Όταν ιδρύθηκε, το 1998, από ορισμένους φιλοπάτριδες Τζουμερκιώτες, ίσως κάποιοι μεμψίμοιροι και διστακτικοί να μουρμούρισαν: -Άραγε τι μπορούν να κάνουν και αυτοί; Είναι ονειροπόλοι! Και όμως! Τα εκάστοτε διοικητικά συμβούλια, υπό τη φωτισμένη έμπνευση των προέδρων τους, αποδείχτηκαν πολύδραστα και, χωρίς μεγάλη εξωτερική βοήθεια, προσέφεραν σημαντικές, πολύτιμες υπηρεσίες· μπορούμε να μιλάμε για πρωτοποριακό και αξιοζήλευτο έργο. Κορυφαία έκφραση της ΙΛΕΤ αποτελεί οπωσδήποτε η ετήσια έκδοση των ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΩΝ ΧΡΟΝΙΚΩΝ. Εδώ αποτυπώνεται η ιστορία, η λαογραφία, η γλωσσολογία, τα εκκλησιαστικά, τα ήθη, οι παραδόσεις και οι καημοί των Τζουμέρκων. Έτσι σιγά-σιγά ξεδιπλώνονται πολλές πτυχές των Τζουμέρκων, ανιχνεύεται ο τόπος του πολιτισμού και της κοινωνίας. Θα μείνουν πολλά που ήταν έτοιμα να αφανισθούν. Δίδεται η ευκαιρία να ξεσκονισθούν τα τοπικά αρχεία, οι ερευνητές μπορούν να δημοσιεύουν τους καρπούς του μόχθου τους, αυτοί οι ιστοριοδίφες που πολλές φορές ερευνούν κάτω από αντίξοες μέχρι και εχθρικές συνθήκες. Οπωσδήποτε όμως υπάρχει επιτακτική ανάγκη πολλοί περισσότεροι ερευνητές να σπεύσουν σε βοήθεια. Υπάρχουν ασφαλώς ακόμη αρκετοί Τζουμερκιώτες, αλλά και άλλοι ιστοριογράφοι, που μπορούν να προσφέρουν τις καλές και πολύτιμες υπηρεσίες τους. Ο τζουμερκιώτικος τόπος κρύβει πολλούς σπουδαίους πνευματικούς θησαυρούς και πάντοτε αναμένει τους ειδικούς σκαπανείς. Στη μνήμη μας παραμένει ανεξίτηλο το Α’ επιστημονικό συνέδριο για τα Τζουμέρκα, που διοργάνωσε με τόση επιτυχία το 2006 η ΙΛΕΤ και επισφραγίστηκε με την έκδοση, το 2008, των πρακτικών του. Πόσα νέα στοιχεία δεν ήλθαν στο φως! Τώρα, περισσότερο από μία δεκαετία από εκείνο το συνέδριο, νομίζω ότι είναι καιρός για διοργάνωση ενός δεύτερου.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τη λ α υ γ ή ς ε ι κ ο σ α ε τ ί α τ η ς Ι Λ Ε Τ

27

Η ΙΛΕΤ επεκτείνει τις δραστηριότητές της και σε πολλούς άλλους τομείς: παρουσίαση, αλλά και έκδοση βιβλίων, συμμετοχή σε διάφορες πνευματικές εκδηλώσεις, ποικίλες ομάδες εργασίας κ.λπ. Τα θερμά και ειλικρινή μου συγχαρητήρια, ευχές, εκ μέσης καρδίας, για πλουσιότερη συνέχεια.

* Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Ματσουκιώτης από μάνα και πατέρα

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Ν. Γ. Μπριασούλης*

Στα 20 χρόνια της ΙΛΕΤ – Μια σύντομη αναδρομή

Δ

ΙΛΕΤ: 20 ΧΡΟΝΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

ύο δεκαετίες αδιάλειπτης λειτουργίας του Σωματείου μας είναι ένας σταθμός, στον οποίο αξίζει να σταθούμε λίγο, να πάρουμε μιαν ανάσα και ν` αναλογιστούμε το πώς ξεκίνησε και τι κατάφερε να πραγματοποιήσει μέσα σ` αυτά τα είκοσι χρόνια. Φυσικά, ο στόχος αυτού του σύντομου αφιερώματος δεν είναι μόνο να αναπολήσουμε κάποιες ευχάριστες και δημιουργικές στιγμές της πορείας μας, αλλά κυρίως να ενημερώσουμε τα νεότερα μέλη και τους φίλους μας πώς έγινε, για πρώτη φορά στην ιστορία της περιοχής μας, η ίδρυση ενός τέτοιου σωματείου και ποιους στόχους είχαν τα ιδρυτικά του μέλη, ώστε να βγουν κάποια χρήσιμα συμπεράσματα για όλους μας και για το μέλλον της Εταιρείας. Όλα ξεκίνησαν απ` τους παλιούς συμμαθητές του Γυμνασίου Αγνάντων, που αποφοίτησαν στα 1957. Αυτοί, ύστερα από καλή κινητοποίηση, πραγματοποίησαν στην Άγναντα την πρώτη τους πετυχημένη συνάντηση στις 12/08/1993. Ακολούθησε δεύτερη συνάντησή τους στις 08/08/1994 στην Άγναντα και η τρί-

Τη συνάντηση της τάξης του ’57 στην Άγναντα τίμησε με την παρουσία του ο αγαπημένος καθηγητής τους Στέλιος Σουγλές. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ α 2 0 χ ρ ό ν ι α τ η ς Ι Λ Ε Τ – Μ ι α σ ύ ν τ ο μ η α ν α δ ρ ο μ ή

29

Στην αρχή της εκδήλωσης ένας απ' τους συνδιοργανωτές της συνάντησης απευθύνει χαιρετισμό στους συμμαθητές του.

τη στις 06/08/1996 στην Κουσοβίστα. Εκεί, μετά το φαγοπότι και το γλέντι με παραδοσιακή μουσική, κάποιος πάνω στη συζήτηση ρίχνει την ιδέα: “Ρε παιδιά, τι μπορούμε να κάνουμε για τη λαϊκή παράδοση του τόπου μας που σιγά-σιγά σβήνει και σε λίγο μπορεί να χαθεί εντελώς;” Τότε έπεσε η ιδέα μιας “Λαογραφικής Εταιρείας”. Έτσι, στην τέταρτη συνάντησή τους, στην Άγναντα την 01/08/1998, ανακοινώνεται επίσημα η ίδρυση της «Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων», υπογράφεται το Καταστατικό απ` τα ιδρυτικά μέλη και εκλέγεται Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή. Την επόμενη χρονιά, 01/08/1999, πραγματοποιείται στην Άγναντα η πρώτη Γενική Συνέλευση, όπου αναπτύχθηκε μια σειρά καλομελετημένων εισηγήσεων για την ταυτότητα και τους στόχους της ΙΛΕΤ και εκλέχτηκε το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο. Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα και πρέπει να το τονίσουμε ότι σημαντικό ρόλο

Ο κ. Σουγλές τους προσφωνεί και τους συγχαίρει για την πρωτοβουλία τους. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


30

Ν. Γ. Μπριασούλης

στη συγκρότηση και το πετυχημένο ξεκίνημα αυτού του Σωματείου έπαιξε αυτή η τάξη αποφοίτων, που έδωσε τον πρώτο πυρήνα μελών, τα οποία γνωρίζονταν μεταξύ τους και συνδέονταν με σχέσεις φιλίας και αμοιβαίας εκτίμησης. Έτσι ξεκίνησαν αυτό το ιστορικό εγχείρημα με ζήλο, αποφασιστικότητα Ο κ. Σουγλές, ανταποκρινόμενος στο αίτημά τους "Κάντε μας κάτι σαν και με τη συναίσθηση ότι μάθημα" τους απαγγέλει το ποίημα "Παραμύθι" του Μ. Μαλακάση. επιτελούν κάτι σημαντικό για τον τόπο τους. Φυσικά, με την πάροδο των ετών, μπήκαν στην ΙΛΕΤ κι άλλοι συμπατριώτες μας· ο αρχικός πυρήνας όμως απαρτίζονταν από παλιούς συμμαθητές του Γυμνασίου Αγνάντων. Και μη φανταστεί κανείς ότι το έργο της ΙΛΕΤ ήταν εύκολο. Οι δυσκολίες και τα προβλήματα ήταν πάρα πολλά, υποκειμενικά και αντικειμενικά. Η βασική μας αδυναμία ήταν και παραμένει το γεγονός ότι ζούμε σκόρπιοι σε κάθε σημείο της ελληνικής επικράτειας και συναντιόμαστε μόνο το καλοκαίρι στα Τζουμέρκα για λίγες ημέρες. Πέρα απ` αυτό, στην αρχή μάς αμφισβήτησαν ανοιχτά κάποιοι εθνικο-τοπικοί φορείς, γιατί μας είδαν ανταγωνιστικά και μικρόψυχα. Κι όμως, σημασία έχει ότι σταθήκαμε στα πόδια μας, ξεπεράσαμε όλες τις δυσκολίες, χτίσαμε το οικοδόμημα της ΙΛΕΤ πάνω σε γερά θεμέλια και, να που κλείνουμε κιόλας μια εικοσαετία ενεργού δράσης. Και είμαι σίγουρος πως θα προχωρήσουμε και στο μέλλον με σταθερά βήματα στην εκπλήρωση των καταστατικών μας αρχών και των βασικών μας στόχων. Πιστεύω ειλικρινά πως η ΙΛΕΤ σ` αυτά τα είκοσι χρόνια έφερε σε πέρας το έργο της με μεγάλη επιτυχία. Και, για να τεκμηριώσω αυτή την άποψη, θ` αναφερθώ σε τρία βασικά θέματα. Και, πρώτα-πρώτα, θα αναφέρω το έντυπο που κρατάτε στα χέρια σας, τα “Τζουμερκιώτικα Χρονικά”, κι αξίζει να σας θυμίσω ότι την πρώτη χρονιά της συγκρότησης του Σωματείου μας κυκλοφόρησε και το 1ο τεύχος. Έκτοτε βγαίνει σταθερά κάθε χρόνο κι έχει αποσπάσει επαίνους απ` τα πιο υπεύθυνα χείλη. Όπως επίσης και η ΙΛΕΤ έχει επαινεθεί δημοσίως απ` τους πιο διαπρεπείς πανεπιστημιακούς δασκάλους και ερευνητές στον τομέα της Λαϊκής Παράδοσης. Το δεύτερο είναι μια πρωτοβουλία που πήραμε το 2005, υπερβαίνοντας μάΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ α 2 0 χ ρ ό ν ι α τ η ς Ι Λ Ε Τ – Μ ι α σ ύ ν τ ο μ η α ν α δ ρ ο μ ή

31

λιστα τους βασικούς καταστατικούς μας στόχους, να διοργανώσουμε μια Ημερίδα με θέμα “Για την ανάπτυξη στα Τζουμέρκα τον 21ο αιώνα”, στην οποία κλήθηκαν 11 ειδικοί επιστήμονες κι ανέπτυξαν θέματα, που κάλυπταν με τον πιο υπεύθυνο τρόπο όλες τις πλευρές μιας μελλοντικής ανάπτυξης της περιοχής. Ήταν κάτι που πιστεύαμε ότι θα βοηθούσε πολύ την ιδιαίτερη πατρίδα μας, για να μπει στο δρόμο της ανάπτυξης και της προόδου. Και το τρίτο, ήταν μια πολύ τολμηρή αλλά και πολύ σημαντική πρωτοβουλία. Αποφασίσαμε να διοργανώσουμε 3ήμερο Επιστημονικό Συνέδριο για την Ιστορία, την Παράδοση και Πολιτισμό των Τζουμέρκων (23-25 Ιουνίου 2006, Πράμαντα-Άγναντα-Βουργαρέλι) με θέμα: «Ο τόπος, η κοινωνία, ο πολιτισμός: Διάρκειες και τομές.» Πήραν μέρος τριάντα πέντε ειδικοί επιστήμονες απ` όλα τα πανεπιστήμια της χώρας και κάλυψαν μεγάλη γκάμα θεμάτων απ` όλους τους τομείς που αφορούσαν την περιοχή των Τζουμέρκων. Ο καθένας καταλαβαίνει εύκολα τη μεγάλη σημασία ενός τέτοιου εγχειρήματος, αν μάλιστα σκεφτούμε πως ήταν το πρώτο Επιστημονικό Συνέδριο που έγινε στα χωριά μας. Εν κατακλείδι, η ΙΛΕΤ έφερε κοντά μια πλειάδα διακεκριμένων Τζουμερκιωτών, που αφοσιώθηκαν ψυχή και σώματι στη μεγάλη ιδέα, να δώσουν όλες τις δυνάμεις τους, για ν` αλλάξει η μοίρα των χωριών τους. Κάναμε μέχρι στιγμής πολλά και αξιόλογα πράγματα, αλλά απομένουν ακόμα πολλά, που πρέπει να γίνουν και που είναι ζήτημα τιμής για όλους μας να κάνουμε το καλύτερο δυνατό, για να υλοποιηθούν. Γι` αυτό κι είναι απόλυτη ανάγκη να είμαστε πάντα εκεί, στις επάλξεις! Η εικοσαετής πείρα απ` τη μελέτη και την καταγραφή της Λαϊκής Παράδοσης μάς έχει προικίσει μ` έναν πλούτο εμπειριών, γνώσεων και μεθόδων κι έτσι μπορούμε να συνεχίσουμε το έργο μας απρόσκοπτα και αποτελεσματικά. Γι` αυτό και προσκαλούμε σ` αυτή τη νέα φάση κάθε Τζουμερκιώτη, που αγαπάει πραγματικά τον τόπο του και θα `θελε να βοηθήσει στο πολύτιμο έργο της μελέτης και διάσωσης του Λαϊκού μας Πολιτισμού.

* Ο Ν. Γ. Μπριασούλης είναι φιλόλογος, επίτιμος πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ.

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Μάνθος Σκαργιώτης*

Το σπίτι

(Για τα εικοσάχρονα της ΙΛΕΤ)

Ό

σοι φύγαμε από τις μικρές πατρίδες μας –για να περιοριστώ στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα– πήραμε μαζί μας εικόνες, ήχους, χρώματα και σχήματα του τόπου μας. Μαζί, και τα βλέμματα, τα πρόσωπα, τις χειρονομίες και τις ευχές των αγαπημένων μας. Όλες αυτές τις «αποσκευές» τις κρατήσαμε πάνω μας σαν τίμιο ξύλο. Όσοι έμειναν πίσω –οι δικοί μας άνθρωποι– φύλαγαν σαν εικόνισμα τον ίσκιο μας, τις υποσχέσεις μας, τη σκόνη που σήκωσε το λεωφορείο καθώς απομακρυνόταν από τη στάση. Και δεν είχαν παρά να μετρούν τις πόρτες που μία-μία έκλειναν και να καρφώνουν τα μάτια στον δρόμο με την απαντοχή να μας δουν να επιστρέφουμε. Μάτια που, χρόνο το χρόνο, έχαναν το φως τους, αλλά επέμεναν γυρισμένα εκεί· στη δημοσιά. Μαζί με το φως αυτών των ματιών ξεθώριαζαν και τα παραμύθια μας, η ιστορία της στράτας και των χωραφιών μας, τα τραγούδια μας, η ντοπιολαλιά. Ώσπου έμειναν τα χαλάσματα, για να πιστοποιούν ότι εκεί υπήρχε κάποτε ένας κόσμος ζωντανός. Πέτρες, ξύλα, κλάματα, καμαρολίθια, ξεπροβοδίσματα, καλωσορίσματα, πελεκημένα αγκωνάρια, χειμωνιάτικα βράδια, ματαιωμένα όνειρα, ασβέστες, χαρές, λαχτάρες, κεραμίδια· όλα ανάκατα στο χώμα σε μεγάλο σωρό. Υλικά πατρικού σπιτιού που το είχε γκρεμίσει η μετανάστευση και η εγκατάλειψη από την πολιτεία. Στα Τζουμέρκα, αυτή τη μελαγχολική παρακμή, την ερήμωση, φιλοδόξησε να την αναχαιτίσει μια ομάδα ξενιτεμένων τους που διαπνέονταν από αγάπη για τις πατρογονικές εστίες και από σεβασμό στην τοπική ιστορία και τον λαϊκό πολιτισμό. Με συγκεκριμένους στόχους, μεθοδικότητα, δυναμισμό και μεράκι, το 1998, η ομάδα αυτή ίδρυσε την Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων (ΙΛΕΤ). Θα μπορούσαμε να πούμε πως η ΙΛΕΤ ήταν η ευτυχής εξέλιξη του πνεύματος που διαποτίζει, ακόμα και σήμερα, τα πολλά Σωματεία –συλλόγους, αδελφότητες– της τζουμερκιώτικης αποδημίας. Δυο χρόνια μετά προχώρησε, με τη βοήθεια και άλλων φορέων, στην έκδοση του 1ου τεύχους του περιοδικού με τον τίτλο «Τζουμερκιώτικα Χρονικά». Αν ξεφυλλίσει κανείς αυτό το περιοδικό και έχοντας υπόψη την, επί είκοσι χρόνια μέχρι στιγμής, πλούσια και πολύμορφη δράση της Εταιρείας, ανακαλώντας, συνάμα, τις προσωπικές και συλλογικές μνήμες και ενεργοποιώντας τις ευαισθησίες του, θα βρεθεί μπροστά στη διαδικασία μιας «αναδημιουργίας». Εκείνα τα ανάκατα υλικά σπιτιού, τα χαλάσματα, οι «κουδαραίοι» της Εταιρείας τα σήκωσαν από το χώμα, έβγαλαν τις σκουριές του χρόνου από πάνω Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το σ π ί τ ι

33

τους και πήραν να ξαναχτίζουν το σπίτι. Πέτρινο σπίτι, δίπατο, με αρμολογημένους τοίχους, ίσκιο κληματαριάς στην πλακόστρωτη αυλή, βασιλικό στο παραθύρι, κρύο νερό και γλυκό κουταλιού για τον ξένο, Παναγιά ψηλά στην κόχη, ασπρόμαυρες φωτογραφίες στον οντά, κυδώνια και ρόδια κρεμασμένα στο ταβάνι, μισοτελειωμένες κουβέντες κοντά στο γωνολίθι, δακτυλικά αποτυπώματα στο χερούλι της πόρτας, παλιές μυρουδιές αναλλοίωτες, ζυμωτό ψωμί στη γάστρα, διπλωμένα γράμματα και στέφανα στην προικιάτικη κασέλα. Όχι, δεν έχτισαν το σπίτι για να το κατοικήσουν άνθρωποι. Αυτό δεν μπορεί να γίνει πια· η περασμένη ζωή χάθηκε για πάντα. Πώς να βάλεις το σώμα σου μέσα στα ρούχα των πεθαμένων γονιών σου; Μπορείς βέβαια να πλησιάσεις το αυτί σου στα ρούχα τους και ν’ ακούσεις το χτύπο της φλέβας τους, να νιώσεις τη ζεστασιά τους, να αγγίξεις το χέρι τους καθώς θα σου θωπεύουν το πρόσωπο. Αλλά σ’ αυτό το σπίτι, το πέτρινο με το βασιλικό στο παραθύρι και τα κρεμασμένα κυδώνια στο ταβάνι, δεν θα μείνεις ποτέ. Θα μπορείς μόνο ν’ ανοίξεις την πόρτα του, να μπεις μέσα, να σε καλωσορίσουν οι άνθρωποί σου, να κοιταχτείτε στα μάτια, να θυμηθείτε, να πείτε όσα δεν είχατε προλάβει να πείτε τότε, να βάλετε το γραμμόφωνο για ν’ ακούσετε τα τραγούδια σας, να χορέψετε κιόλας. Με άλλα λόγια, στον τρόπο της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας και στις σελίδες του Δελτίου της οι Τζουμερκιώτες θα βρούμε το ξεχασμένο αλφαβητάρι της ζωής μας. Για να πατήσουμε έτσι χώμα και να πάρουμε δύναμη· για να μεταγγίσουμε στο σώμα μας αίμα του τόπου μας· και εντέλει για να φτιάξουμε την ψυχή μας με παλιό δοκιμασμένο στημόνι, αλλά υφάδι του καιρού μας.

*Ο Μάνθος Σκαργιώτης είναι φιλόλογος και συγγραφέας

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΑΡΧ ΑΙΟΛΟΓΙΚΑ Ναπολέων Γ. Καραγιάννης*

Η συμμετοχή των Αθαμανιωτών στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του Έθνους, στον εμφύλιο και στο εκστρατευτικό σώμα του ΟΗΕ στην Κορέα

Η

συμμετοχή των Τζουμερκιωτών σε όλους τους λυτρωτικούς αγώνες του έθνους, στον εμφύλιο και στα ελληνικά εκστρατευτικά σώματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, είναι ποσοτικά αξιόλογη και ποιοτικά εκλεκτή, με τα μέτρα φυσικά της αναλογίας, βεβαιωμένη ιστορικά με πολλές μαρτυρίες και αποδείξεις. Το ίδιο βεβαιωμένες είναι οι καταστροφές και οι λεηλασίες της περιοχής από τους κατά καιρούς κατακτητές. Συμμετοχή σε όλους αυτούς τους αγώνες έχουν και οι κάτοικοι της Λειψώς (Αθαμανίου), οι οποίοι υπέστησαν αρκετές φορές, όπως και οι λοιποί Τζουμερκιώτες, τις συνέπειες της συμμετοχής τους. Παρακάτω θα αναφερθούμε στους Αθαμανιώτες και στους αγώνες στους οποίους έλαβαν μέρος, έχασαν τη ζωή τους, τραυματίστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Οι πρώτοι Αθαμανιώτες, οι οποίοι αναφέρεται ότι έλαβαν μέρος σε αγώνες του Έθνους εναντίον κατακτητών, ήταν αυτοί που πήραν μέρος στην κήρυξη της Επανάστασης της Άρτας, των Τζουμέρκων και του Ραδοβυζίου το 1821 εναντίον των Τούρκων στο Βουργαρέλι. Στις 15 Μάη του 1821, στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Βουργαρελίου, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, με τους αδελφούς Κουτελίδα (Γιαννάκη και Μήτρο), τον Γώγο Μπακόλα, τον Γιώργο Τσαρακλή, τον Γιαννάκη Ράγκο, τον Λάμπρο Κουτσονίκα, τον Ανδρέα Ίσκο, τον Μάρκο Μπότσαρη, καθώς και άλλους οπλαρχηγούς από τα Τζουμέρκα και το Ραδοβύζι και τους τοπάρχες των γύρω χωριών: Χώσεψης (Κυψέλης), Λουψίστας (Αθαμανίου), Μήγερης (Τετρακώμου), Θεοδωριάνων κ.λπ., περίπου 200 καπεταναίοι και αγωνιστές, υπό τις ευλογίες του ηγούμενου της Μονής Χριστοφόρου, κηρύσσουν την Επανάσταση στα Τζουμέρκα και στο Ραδοβύζι. Την ίδια χρονιά, στις 4 και 5 Αυγούστου, Αθαμανιώτες έλαβαν μέρος στη μάχη του Σταυρού Θεοδωριάνων εναντίον των Τουρκαλβανών, των πασάδων Ισμαήλ Πλιάσα και Τοπάλ Αλή. Ο Δημ. Φ. Καρατζένης, ιστοριογράφος, με εκτεταμένη έρευνα σε κρατικά και ιδιωτικά αρχεία, στο βιβλίο του «Η Άρτα εις την επανάστασιν του 1821», γράφει: «…ομάδες πολεμιστών υπό τους ΚουτελιδαίΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


36

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

ους της Χωσέψεως, τους Κοσσυβακαίους και τον Λαβδαριάν της Μπότσης, τον Δ. Σπαήν από τη Μήγερη κι άλλους από το Βουργαρέλι και τη Λειψώ (Αθαμάνιο ), είναι από τας πρώτας, αι οποίαι έτρεξαν το πρωί εκείνο δια να φράξουν την διάβασιν του «Σταυρού»…». Την ομάδα του Δ. Σπαή αποτελούσαν Τετρακωμίτες και Αθαμανιώτες μαχητές. Οι Αθαμανιώτες δεν έλειψαν από τα προσκλητήρια και τις μάχες κατά τα τέσσερα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Στο Μακρυνόρος, στο Κομπότι, στον Σταυρό, στην κατάληψη της Άρτας, στο Πέτα και αλλού, πολέμησαν με οπλαρχηγούς τον Γ. Καραϊσκάκη, τους Κουτελιδαίους και τους Τετρακωμίτες Δημ. και Γεωργάκη Σπαή. Ο Αθαμανιώτης δικηγόρος Δημ. Χ. Κωστοβασίλης γράφει για το Αθαμάνιο το 1956 στην Εφημερίδα «Αγροτικός Αγών», ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ: Το Αθαμάνιο (Λειψώ) κι οι Εθνικοί αγώνες: «… κατά τους αγώνες της παλιγγενασίας το Αθαμάνιο προσέφερε βαρύν φόρον αίματος και θυσιών. Εις την μάχην του Πέτα 1822 μεταξύ των διασωθέντων αγωνιστών κατά την φοβεράν εκείνην εκατόμβην κατά την οποίαν διέσπασαν ξιφήρεις τας γραμμάς των τούρκων ήτο και ο Κώστας Κωσταβασίλης, του οποίου το γιαταγάνι διεσώζετο μέχρις εσχάτων…». Μετά το 1824 και μέχρι τη λήξη της επανάστασης, τον Γενάρη του 1828, στην περιοχή των Τζουμέρκων δεν σημειώθηκαν άξια λόγου πολεμικά γεγονότα. Οι Αθαμανιώτες βρέθηκαν με άλλους οπλαρχηγούς και κυρίως με τον Καραϊσκάκη και τον Γιάννη Βλαχογιάννη και πολέμησαν στο Βάλτο, στο Μεσολόγγι, στην Πελοπόννησο και αλλού, σύμφωνα με τον Δημ. Χ. Κωστοβασίλη. Οι Αθαμανιώτες πήραν μέρος και στα επαναστατικά κινήματα που εκδηλώθηκαν στα Τζουμέρκα και στο Ραδοβύζι το 1854, το 1866 και το 1878, όταν με το Συνέδριο των Μεγάλων Δυνάμεων, στις 13 Ιουνίου 1878 στο Βερολίνο, παραχωρήθηκε στην Ελλάδα η Θεσσαλία (εκτός της Ελασσόνας) και η περιοχή του νομού Άρτας ανατολικά του Αράχθου ποταμού. Η οριστική συμφωνία υπογράφτηκε ύστερα από τρία χρόνια, στις 24 Μαΐου 1881 στην Κωνσταντινούπολη. Αναφέρεται ότι στο κίνημα του 1866 πήγε να πάρει μέρος, ως στρατιώτης, ο Δημήτρης Ι. Στασινός, ο οποίος γεννήθηκε το 1851, αλλά δεν τον κράτησαν γιατί ήταν μόλις 15 χρονών. Στον ατυχή πόλεμο του1897 η εθελοντική συμμετοχή των κατοίκων του Δήμου Θεοδωρίας και γενικότερα των Τζουμέρκων ήταν μεγάλη. Αρκετοί από τους κατοίκους του Αθαμανίου , του Βουργαρελίου, του Τετρακώμου, της Χώσεψης των Θεοδωριάνων και άλλων χωριών που αποτελούσαν τον Δήμο Θεοδωρίας, έδρασαν εθελοντικά, σύμφωνα με την Εφημερίδα «Αγροτικός Αγών»,1956. Με επικεφαλής τον δήμαρχο και δάσκαλο στο επάγγελμα Γιώργο Οικονομίδη και σε συνεργασία με τον ελληνικό στρατό ανέλαβαν τη φύλαξη των συνόρων και Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

37

ενεργούσαν επιδρομές στο στρατόπεδο των Τούρκων, πέραν του Αράχθου, από την Πλάκα μέχρι τη Νησίστα. Ο Αγναντίτης συγγραφέας Στέφανος Μ. Φίλος γράφει: «Στην Πλάκα η εκεί φρουρά ενισχυμένη με το τμήμα του Μάρκου Μπότσαρη και 300 πολίτες από το δήμο Θεοδωρίας, διεξήγαγαν αιματηρές μάχες, χωρίς να υποχωρήσουν, παρά τις επιθέσεις που δέχτηκε». Και αργότερα, κατά τους επιθετικούς και απελευθερωτικούς αγώνες εναντίον των Τούρκων, Αθαμανιώτες μαζί με άλλους Τζουμερκιώτες, Ραδοβυζινούς και κατοίκους από την ευρύτερη περιοχή της Άρτας, εκτός από τις τάξεις του τακτικού στρατού, έδρασαν και εθελοντικά. Αποτέλεσαν επίλεκτο σώμα, το οποίο έλαβε μέρος σε όλες τις μάχες, μέχρι την πτώση των Ιωαννίνων στις 21 Γενάρη 1913. Στις μάχες που έγιναν στο Μπιζάνι το Φλεβάρη του 1913 για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, έπεσε νεκρός ο Βασίλειος Λαμπρ. Κανής. Στον ελληνοβουλγαρικό πόλεμο του 1913, στη Τζουμαγιά Σερρών, σκοτώθηκαν οι: Ιωάννης Δημ. Στασινός, σημαιοφόρος λοχίας, και Νικόλαος Παναγ. Ψυχογιός. Στα Κάτω Πορόια ο Μίχος Δημ. Στασινός και στο Κάραγατς του Έβρου τραυματίστηκε ο Παναγιώτης Πλεύρης. Ο στρατιώτης Κωνσταντίνος Δ. Τσίπρας πέθανε από την ισπανική γρίπη στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων τον Οκτώβριο του 1918. Στην εκστρατεία στη Μικρά Ασία πολλοί Αθαμανιώτες πήραν μέρος με τη δύναμη του ιστορικού 3/40 Συντάγματος Ευζώνων Άρτας και με το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων του θρυλικού συνταγματάρχη Νικ. Πλαστήρα. Εκεί έπεσαν νεκροί οι: Κωνσταντίνος Χρ. Μαγιάννης και τα αδέρφια Κωνσταντίνος και Δημήτριος Ευστ. Κουτσιαύτης. Ο τρίτος τους αδερφός, Γεώργιος, περιπλανήθηκε με το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα στην Ουκρανία και Ρουμανία από όπου επέστρεψε στην Ελλάδα. Στη Μικρασιατική Καταστροφή εξαφανίστηκε και ο εύελπις Φάνης Σωτ. Φώτης. Οι στρατιώτες Δημήτριος Αλ. Παπαδήμας και Φώτιος Λαμπρ. Στασινός αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους και για περισσότερο από μισό χρόνο υπέφεραν, σύμφωνα με τις διηγήσεις τους, πάρα πολλά βασανιστήρια. Μέχρι και στο ζυγό τούς έζεψαν, όπως τα μεγάλα ζώα, για να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους. Όταν γύρισαν στο Αθαμάνιο, ήταν αγνώριστοι και σκελετωμένοι. Στη Μικρασία τραυματίστηκε ο Δημήτριος Λ. Κανής. Κατά την περίοδο των κινημάτων του μεσοπολέμου σκοτώθηκε στην Αθήνα ο στρατιώτης Γεώργιος Κ. Μπασιούκας (Κωσταντούλας) και πέθανε στο νοσοκομείο στη Λάρισα ο στρατιώτης Γεώργιος Αθ. Στούμπος. Στην επιστράτευση που έγινε, όταν η Ιταλία του Μουσολίνι μάς κήρυξε τον πόλεμο, στις 28 Οκτωβρίου 1940, περισσότεροι από 100 Αθαμανιώτες καλούνται να καταταγούν στον στρατό. Οι περισσότεροι εντάσσονται στο 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων Άρτας, που ανήκει στη δύναμη της 8ης Μεραρχίας του Χαράλαμπου Κατσιμήτρου. Όλοι σχεδόν προωθούνται στο μέτωπο, στα ελληνοαλβανικά σύΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


38

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

νορα, ενώ λίγοι στέλνονται στα οχυρά της Μακεδονίας. Οι τελευταίοι θα συγκρουστούν στις 6 Απριλίου 1941 με τα γερμανικά στρατεύματα. Αθαμανιώτες μόνιμοι αξιωματικοί αυτή τη χρονική περίοδο είναι οι: Αριστ. Λ. Χατζηιωάννου, Δημ. Γιαννάκη Μάλλιος, και Αριστοτέλης Χρ. Κωστοβασίλης, έφεδροι οι: Κων. Γεωργιάδης, δάσκαλος, Γεωργιος Χρ. Τριάντος και υπαξιωματικός ο Βασ. Γ. Κρύος, αστυνομικός εν ενεργεία. Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 σκοτώθηκε ο στρατιώτης Γεώργιος Δ. Λυπημένος στην Καστάνιανη Ιωαννίνων. Στις 3 Νοεμβρίου 1940, σε μάχη που έγινε για την ανακατάληψη του υψώματος Γκραμπάλα, κοντά στο Καλπάκι Ιωαννίνων, τραυματίστηκε σοβαρά ο αξιωματικός Δημ. Γιαννάκη Μάλλιος. Την ίδια περίοδο, σε μάχες που έγιναν στο μέτωπο της Ηπείρου, τραυματίστηκαν οι: Αθανάσιος Βασ. Κατόπης, Λάμπρος Κ. Μπασιούκας (Κωνσταντούλας) και Βασίλειος Χατζηγιάννης. Στις 26 Οκτωβρίου 1943, κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών στα Τζουμέρκα, στον συνοικισμό Σκαλούλα Αθαμανίου, σκοτώθηκε ο Φώτιος Ψυχογιός, όταν με ομάδα ντόπιων ενόπλων, που αποτελούνταν από τον ίδιο και τους Κων. Π. Μάλλιο, Γεώργιο Κ. Λυπημένο, Γιάννη Λ. Κουτσιαύτη, Βασ. Αλ. Φώτη και Γιώργη Ευστ. Κουτσιαύτη, ήρθαν σε σύγκρουση με την εμπροσθοφυλακή γερμανικής φάλαγγας. Στις 30 του ίδιου μήνα πέφτει νεκρός ο Ταγματάρχης Αριστοτέλης Χατζηιωάννου, επικεφαλής της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΔΕΣ, στη θέση « Μπέτση», δίπλα στον διαχωριστικό τοίχο Αθαμανίου – Θεοδωριάνων, στην προσπάθειά του να ανακόψει την προέλαση των Γερμανών και να δώσει χρόνο στον άμαχο πληθυσμό του Αθαμανίου να απομακρυνθεί προς τα υψώματα των Τζουμέρκων και να κρυφτεί στις σπηλιές που υπήρχαν στις πλαγιές τους. Στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις οι Γερμανοί, περνώντας από τις απόκρημνες και δύσβατες περιοχές «Κείθε Γούβες», «Ζαρούλα» και «Ιτιές», για να ανέβουν στους πρόποδες του βουνού, στη θέση «Σταυρός», έπιασαν αιχμάλωτες κάμποσες οικογένειες που κρύβονταν στα απρόσιτα αυτά μέρη. Πήραν μαζί τους μόνο όσους μπορούσαν να κρατήσουν όπλο, από 19 μέχρι 50 χρονών. Από το Αθαμάνιο αιχμαλώτισαν εννιά άτομα. Τους: Γεώργιο Σωκρ. Τσατσούλη, Βασίλειο Ι. Μάλλιο, Δημήτριο Γ. Μάστορα, Ιωάννη Γ. Μάστορα, Σοφοκλή Ηλ. Καραγιάννη, Σωτήριο Λ. Τσίπρα, Ιωάννη Κ. Χατζηγιάννη (Γρηγόρη), Βασίλειο Ι Αλυμάρα και Ιωάννη Ν. Στασινό. Ακόμα συνελήφθη και ο γαμπρός των αδερφών Μάστορα , Αναστάσιος Μάης, από τα Ρόκα της Άρτας, και οι: Γ. Ν. Κατέρος, Γ. Α. Κοντοδήμας, Ι. Ν. Κοντοδήμας και Κ. Ε. Πάνος από το Παλαιοκάτουνο. Όλους αυτούς τους μετέφεραν στο Αθαμάνιο και τους έκλεισαν στο σπίτι του Νάσιου Γιακουβάκη, στην περιοχή «Μέγα Λιθάρι», υπό φρούρηση με επικεφαλής αξιωματικό. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

39

Οι Γερμανοί, χολωμένοι για τους σκοτωμένους συναδέλφους τους στις μάχες με τα αντάρτικα τμήματα, αποφάσισαν να εκτελέσουν τους κρατούμενους. Το χωριό ήταν εγκαταλειμμένο και κατασκότεινο. Τα μεσάνυχτα της 30ης Οκτωβρίου 1943, τη νεκρική σιγή που επικρατούσε απ’ άκρη σ’ άκρη του χωριού, τάραξαν οι επαναλαμβανόμενες ριπές αυτομάτων. Οι κρατούμενοι εκτελέστηκαν ανά τρεις. Γλύτωσαν μόνο δύο, οι Β. Ι. Αλυμάρας και Ι. Ν. Στασινός, οι οποίοι όταν αντιλήφθηκαν τις εκτελέσεις, που γίνονταν λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι φυλακή, όπως οι ίδιοι ομολόγησαν, εκμεταλλευόμενοι το βαθύ σκοτάδι και τα γερμανικά άλογα που ήταν δεμένα στην αυλή του σπιτιού, έσπρωξαν την πόρτα και, περνώντας κάτω από τις κοιλιές των αλόγων, κατέφυγαν στο κοντινό δασωμένο ρέμα. Άλλοι τέσσερις Αθαμανιώτες από τον άμαχο πληθυσμό σκοτώθηκαν από τα γερμανικά πυρά εκείνο το απόγευμα, την ώρα που προσπαθούσαν να διαφύγουν τον κίνδυνο ανεβαίνοντας στο βουνό. Είναι οι Νικόλαος Μπασιούκας με τη γυναίκα του Ευαγγελία, ο Απόστολος Μπασιούκας και η Γεωργία Αλυμάρα (Παπαλυμάρα). Στο Κάτω Αθαμάνιο, λίγες μέρες νωρίτερα, την ίδια τύχη είχε και ο Θεμιστοκλής Ραχιώτης. Το επόμενο πρωί, 31 Οκτωβρίου 1943, οι Γερμανοί έκαψαν το Αθαμάνιο και τον οικισμό Παλαιοχώρι, όπως και τα χωριά Βουργαρέλι, Κάψαλα και Θεοδώριανα. Το Αθαμάνιο είναι η τρίτη φορά που καίγεται. Η πρώτη είναι το 1696 από τον Λυμπέριο Γερακάρη ή Γκιαούρ Μπέη (όπως αποκαλούνταν) από τη Μάνη, ο οποίος με ένα ετερόκλητο ασκέρι 3.000 ανδρών λήστεψαν και έκαψαν τα χωριά των Τζουμέρκων, του Ραδοβυζίου και την Άρτα. Η δεύτερη από τον οπλαρχηγό του Βάλτου Γιαννάκη Ράγκο στις 23 Σεπτεμβρίου 1824, με αφορμή τη διαφωνία για αρχηγικές φιλοδοξίες μεταξύ του Μαυροκορδάτου και του Καραϊσκάκη. Κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών, που αναφέραμε παραπάνω, στη θέση «Κείθε Γούβες», χαμηλά στους γκρεμούς, τραυματίστηκε από έκρηξη χειροβομβίδας ο Παναγιώτης Ι. Μάστορας, που ήταν ενταγμένος στον λόχο Αθαμανιωτών του ΕΔΕΣ. Την ίδια περίοδο συνελήφθη από τους Γερμανούς και ο Γεώργιος Δημοσθένη Κωσταπαπάς (Μπέης) και από τότε εξαφανίστηκε. Ο πρώτος Αθαμανιώτης που έπεσε θύμα της γερμανικής θηριωδίας είναι ο έφεδρος λοχίας ιππικού Χαρίλαος Ανδρ. Μάλλιος. Βρισκόταν στην Άρτα και, επειδή για ένα διάστημα εργάστηκε στο τυπογραφείο των αδερφών Αγραφιώτη, θεωρήθηκε από τους Γερμανούς ότι είχε συμμετοχή στην εκτύπωση προκηρύξεων με αντιστασιακό περιεχόμενο. Τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν στις 29 Σεπτεμβρίου 1943 με 12 κατοίκους από το χωριό Σελλάδες, οι οποίοι εκτελέστηκαν ως αντίποινα για το κόψιμο 12 τηλεγραφικών στύλων. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


40

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Δυστυχώς, μετά την αποχώρηση των Γερμανών η περιοχή των Τζουμέκων, όπως και όλη η Ελλάδα, υπέστη τα δεινά του αδελφοκτόνου εμφύλιου πολέμου. Η εκατόμβη των θυμάτων ήταν αποτέλεσμα μίσους και τρομοκρατίας μεταξύ των παρατάξεων ΕΑΜ – ΕΛΑΣ του Άρη Βελουχιώτη και ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα, οι οποίες δρούσαν στα Τζουμέρκα και την ευρύτερη περιοχή κάνοντας αντίσταση κατά των κατοχικών δυνάμεων των Γερμανών. Οι οπαδοί της μιας παράταξης θεωρούσαν τους οπαδούς της άλλης προδότες της πατρίδας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να έχουμε νέα θύματα. Πρωτοπόροι και δέκτες των ιδεών του ΕΑΜ για αγώνα κατά των Γερμανών κατακτητών και επικυριαρχία του λαού με δημοκρατικές διαδικασίες μετά τη λήξη του πολέμου, στο Αθαμάνιο ήταν οι: Μήτσος Λάκκας, τελειόφοιτος της Γεωπονικής Σχολής, Γιώργος Ι. Στασινός, φοιτητής της Ιατρικής Σχολής, Κώστας Γεωργιάδης, δάσκαλος και έφεδρος αξιωματικός, Λάμπρος Κ. Μπασιούκας (Κωνσταντούλας), Δημήτριος Χατζηγιάννης, Γιώργος Κ. Στασινός, Κωνσταντίνος Γ. Κρύος, Μήτσος Ηλ. Τσίπρας, Ηλίας Ψυχογιός, οι αδερφοί Κωνσταντίνος και Νικόλαος Ψωράκης (Παπαθανάσης), Νικόλαος Απ. Δημόπουλος, Κώστας Ηλ. Τσίπρας, Σωτήριος Χατζηγιάννης, Πέτρος Τσώλης, Γιάννης Γ. Χατζηγιάννης, Μήτσος Γ. Ψυχογιός (Μητσογιώργος), Σπύρος Αλυμάρας, Γιάννης Λιλής και Νίκος Λιλής. Στην πορεία προστέθηκαν και μερικοί άλλοι ακόμα. Η πρώτη ομάδα του ΕΔΕΣ στο Αθαμάνιο αποτελούνταν από τους Δημήτριο Χ. Κωστοβασίλη, Αριστοτέλη Χατζηιωάννου, Αθανάσιο Βασ. Γιακουβάκη, Γεώργιο Βασ. Γιακουβάκη, Τιμολέοντα Χατζηιωάννου, Τηλέμαχο Μάλλιο, Δημήτριο Σ. Φώτη, Βασίλειο Γ Αλυμάρα (Παπαλυμάρα), Γεώργιο Β. Μάλλιο (Παπαμάλλιο), Γεώργιο Χρ. Ξυνό ,Αλέξη Δ. Τσίρκα, Γεώργιο Κ. Λυπημένο, Κωνσταντίνο Αθαν. Αλυμάρα, Χρήστο Κ. Συγκούνα, Βασίλειο Κων. Τυρολόγο και άλλους, οι οποίοι τους ακολούθησαν. Στις 7 Γενάρη του 1944, κοντά στη δυτική όχθη του Αχελώου και λίγο πριν από τη γέφυρα του Μυρόφυλλου, εκτελέστηκε από τους Ελασίτες ο Χρήστος Ν. Κωστοβασίλης. Τον είχαν πάρει αιχμάλωτο φεύγοντας από το Αθαμάνιο μαζί με τους συγχωριανούς του Ευδοξία Κωστοβασίλη (θυγατέρα του) , Τιμολέοντα Χατζηιωάννου (συνταξιούχο ταγματάρχη) και τον ιερέα Γεώργιο Β. Μάλλιο (Παπαμάλλιο), τους οποίους και άφησαν ελεύθερους ύστερα από τέσσερις μήνες αιχμαλωσίας στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μεζήλου (Δροσάτου). Στρατόπεδα συγκέντρωσης είχαν και οι δυο οργανώσεις, ο ΕΛΑΣ του Μεζήλου και της Τατάρνας και ο ΕΔΕΣ της Αγίας Παρασκευής Γεωργάνου. Τον ίδιο μήνα στην περιοχή του Τετρακώμου, όπου έγιναν σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ των δυο παρατάξεων, λόγω της στρατηγικής σημασίας της θέσης, σκοτώθηκε ο ανθυπολοχαγός Γεώργιος Κ. Τριάντος. Στις 26, 27 και 28 Γενάρη 1944 έγιναν συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

41

του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στην περιοχή των ανατολικών Τζουμέρκων (Θεοδώριανα, Αθαμάνιο και Βουργαρέλι). Αποτέλεσμα αυτών των συγκρούσεων ήταν η οπισθοχώρηση των τμημάτων του ΕΔΕΣ προς τα δυτικά του Αράχθου ποταμού, όπου και εγκαταστάθηκαν στις 29 Γενάρη 1944. Στις μάχες αυτές έπεσαν νεκροί οι Δημ. Απ. Κωσταβασίλης, Δημ. Γ. Κωσταπαπάς και Χαρ. Λ. Παπαγιάννης. Στις αρχές του Φλεβάρη του 1944 συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός μεταξύ των δύο οργανώσεων. Ακολούθησε διάσκεψη των αντιμαχόμενων παρατάξεων στο Μυρόφυλλο Τρικάλων, η οποία συνεχίστηκε στην Πλάκα των δυτικών Τζουμέρκων, γνωστή και ως «πρωτόκολλο της Πλάκας», σύμφωνα με την οποία η χώρα , όπως και η περιοχή των Τζουμέρκων, χωρίστηκε σε εδαφικές περιοχές ελέγχου μεταξύ των εμπολέμων. Ο Ζέρβας, περνώντας τον Άραχθο, περιορίστηκε στην περιοχή πέραν του Ξηροβουνίου, ο δε Βελουχιώτης άπλωσε την κυριαρχία του σε όλη σχεδόν την περιοχή των Τζουμέρκων. Πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των δύο παρατάξεων δεν σημειώνονται πλέον. Στη συνέχεια, οι δύο οργανώσεις ενωμένες συγκρούστηκαν με τους Γερμανούς στην Καλεντίνη, στο Κομπότι, στη Δωδώνη και στη Μενίνα. Στην τελευταία συγκρούστηκαν με Γερμανούς και Τσάμηδες. Στη μάχη της Μενίνας Θεσπρωτίας, στις 18 και 19 Αυγούστου 1944, σκοτώθηκαν οι αντάρτες του ΕΔΕΣ Σωτήριος Αθαν. Ζορμπάς και Νικόλαος Π. Χαρίτος. Λίγες μέρες αργότερα, στις 9 Σεπτεμβρίου 1944, στις συγκρούσεις των ανταρτών του ΕΔΕΣ με τους Γερμανούς στην περιοχή της Δωδώνης, έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι οι Γεώργιος Βασ. Γιακουβάκης, έφεδρος Ανθυπ/γός και Γεώργιος Νικ. Σπαής. Από τα μέσα του 1944 αποφασίστηκε από τον ΕΛΑΣ η στρατολόγηση νέων ανδρών, ηλικίας 18 έως 30 ετών, προκειμένου να ενισχυθεί η δύναμή του. Αυτοί οι στρατολογούμενοι αποτέλεσαν το τάγμα του «Καραϊσκάκη». Μετά την εκπαίδευσή τους οι «Καραϊσκάκηδες» ανέλαβαν ως τομέα δράσης τους την περιοχή από Μαρκινιάδα μέχρι Άρτα και Κομπότι. Το τάγμα διενήργησε αρκετές επιθέσεις κατά των Γερμανών. Σε μία από αυτές, η οποία έγινε στις 9 Σεπτεμβρίου 1944, σκοτώθηκε ο Παντελής Σωτ. Μπασιούκας. Στον δεύτερο γύρο του εμφυλίου πολέμου, στις 26 Αυγούστου 1947, στη θέση «Καμαράκι», κοντά στον «Αγιάννη» Αθαμανίου, τραυματίστηκε θανάσιμα από αδέσποτη σφαίρα των ανταρτών του καπετάν Γιώτη (Χαρίλαου Φλωράκη), η Αναστασία, σύζυγος του Αριστείδη Συγίζη. Την επόμενη ημέρα, 27 Αυγούστου 1947, εκτελέστηκαν, αφού πρώτα πέρασαν από ανταρτοδικείο, ο σύζυγός της Αριστείδης Συγίζης και ο γιος της Κωνσταντίνος, στο δρόμο από τα Θεοδώριανα για τη Νεράιδα Τρικάλων. Τους συνέλαβαν οι αντάρτες την ώρα που κατέβασαν τη σύζυγο και μητέρα με φορείο στον «Αγιάννη». Στα τέλη του ΑυΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


42

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

γούστου του 1947 εκτελέστηκε στο Αθαμάνιο από άντρες του καπετάν Γιώτη και ο Αθανάσιος Αλυμάρας. Στις 15 Αυγούστου του ίδιου χρόνου, στην τοποθεσία «Γύφτισσα» της Κόνιτσας, οι Γεώργιος Δ. Στασινός, Χρήστος Ν. Καραγιάννης, Στέφανος Χρ. Γιακουβάκης, Αλκιβιάδης Κ. Φλώρος και Στυλιανός Ευγγ. Γιαννέλος, που υπηρετούσαν στο 582 Τ. Π., κυκλώθηκαν από αντάρτες, αιχμαλωτίστηκαν μαζί με τους υπόλοιπους συναδέλφους του Λόχου τους και εκτελέστηκαν. Τον Φλεβάρη του 1948 η Καλλιόπη Δημοπούλου έπεσε σε ενέδρα λοκατζήδων με άλλους δυο συντρόφους της στις κορυφές του Κασιδιάρη και εκτελέστηκε. Το ίδιο έτος αυτοκτόνησε στη Μακεδονία ο στρατιώτης του κυβερνητικού στρατού Ιωάννης Π. Πλεύρης. Λίγο πριν από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, στις συγκρούσεις στο Γράμμο και στο Βίτσι, άλλοι δυο έχασαν τη ζωή τους. Ο Γεώργιος Ι. Στασινός, αντάρτης στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, σκοτώθηκε στις 16 Γενάρη 1948 στο Βίτσι. Θεωρούνταν αγνοούμενος από τους οικείους του μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Το όνομά του όμως ήταν ανάμεσα στους νεκρούς στα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον τόμο της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. με τον τίτλο: ΕΠΕΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ. Ο έτερος είναι ο Στέφανος Κ. Μπασιούκας, που υπηρετούσε στον Κυβερνητικό Στρατό και σκοτώθηκε στις συγκρούσεις στον Γράμμο τον Αύγουστο του 1949. Στις συγκρούσεις του δεύτερου γύρου του εμφύλιου πολέμου τραυματίστηκαν οι: Ευάγγελος Χαρ. Παπαγιάννης, Αλέξης Χαρ. Παπαγιάννης, Παύλος Λ. Κωστοβασίλης και Λάμπρος Δ. Κωστοβασίλης, οι οποίοι υπηρετούσαν στον κυβερνητικό στρατό. Στον κυβερνητικό στρατό ηγούνταν διαφόρων μονάδων οι παρακάτω Αθαμανιώτες μόνιμοι αξιωματικοί: Αριστοτέλης Χρ. Κωστοβασίλης, Ξενοφών Τιμ. Χατζηιωάννου, Κων. Ηλ. Ζιώρης, Γεώργιος Χριστοφ. Ψωράκης και Τηλέμ. Γ. Μάλλιος. Με τον εμφύλιο που ξέσπασε στη μακρινή Κορέα έξι Αθαμανιώτες επιστρατεύτηκαν και ακολούθησαν το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, το οποίο αριθμούσε χίλιους άνδρες, που έφυγε για τη σπαρασσόμενη χώρα, προκειμένου να ενισχύσει τις αγωνιζόμενες δυνάμεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Αυτοί ήταν οι: Ξενοφώντας Σπ. Φώτης, Χρήστος Κων. Ξυνός, Βασίλης Δημ. Κανής, Βασίλης Κων. Τσατσούλης, Ιωάννης Σωτ. Παπαδήμας και Δημήτριος Αλ. Τυρολόγος.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

43

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Στέφανος Μ. Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια, Αθήνα, 2000 Κώστας Γ. Στασινός, Το ΑΘΑΜΑΝΙΟ Των Τζουμέρκων, Αθήναι 2000 Δημ. Φωτ. Καρατζένης, Η Άρτα εις την επανάστασιν του 1821, Αθήνα 1978 Εβδομαδιαία εφημ. Άρτας «Αγροτικός Αγών», ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ: Το Αθαμάνιο (Λειψώ) κι οι Εθνικοί αγώνες, 1956

*Ο Ναπολέων Γ. Καραγιάννης είναι δάσκαλος

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης*

Οι μάχες Πλάκας-Αγνάντων-Σχωρετσάνων των Τζουμέρκων κατά το 1821

Ο

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

απόηχος της μάχης Πλάκας, Αγνάντων, Σχωρετσάνων και Σταυρού Θεοδωριάνων αντηχεί ακόμη στα ισιώματα, τους απότομους βράχους και τις κατωφέρειες, στις αρχαίες στάνες των τσελιγκάτων και των αλλεπάλληλων ραχοκορυφών των Αθαμανικών, μεταφέροντας στην αιωνιότητα με θαυμασμό τον ηρωισμό, την αυτοθυσία εκείνων των Αμαζόνων Αθαμανίδων και των προμάχων Αθαμάνων, στον βωμό του υπέρτατου χρέους των πανάρχαιων Ελλήνων. Στον ιερό αυτό χώρο, όπου η ιστορία χάνεται στα χρόνια της νεολιθικής εποχής, οι απόγονοι των κατοίκων εκείνων συνεχίζουν να γράφουν αξιομνημόνευτες σελίδες, μοναδικές στη μακραίωνη δοκιμασμένη ιστορική μνήμη της αρχέγονης Ηπείρου. Με επιδίωξη μετριόφρονης φιλοδοξίας, «μνήμην παρά της φήμης λαβών» κατά την υψηλόφρονη φράση του Λυσία , κατόπιν πολύχρονων επιτόπιων ερευνών συγκέντρωσης μαρτυριών των απογόνων εκείνων, που έγραψαν την εποποιία των επαναστατημένων Αθαμάνων και Μολοσσών – το αθάνατο στη μνήμη των Ελλήνων 1821 – ξεδιπλώνω μέσα από τις σελίδες του αξιόλογου περιοδικού «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» ελάχιστη προσφορά στη νεότερη γενιά, που οφείλει να αποβαίνει αντάξιος απόγονος των ιστορικών αγώνων των ενδόξων προγόνων...

Η μαύρη ημέρα της 29ης Μαΐου του 1453 έφερε μια μακραίωνη πολική νύχτα στα πανάρχαια ιστορικά χώματα του Ελληνισμού. Όμως στο εκτεταμένο βιλαέτι των Αθαμανικών (Τζουμέρκα), Ανατολικού και Δυτικού, οι αυτόχθονες κάτοικοι δεν σταμάτησαν να συνεχίζουν τον υπέρτατο αγώνα του ηθικού χρέους των Ελλήνων για προστασία και ανεξαρτησία των βωμών των θεών και των ακοίμητων παραδόσεων. Σ’ αυτή την ορεινή γωνιά της Πίνδου τα επαναστατικά κινήματα έκαμαν την πρώτη εμφάνισή τους σχεδόν ταυτόχρονα με την άλωση της Πόλης του Βυζαντίου. Βοηθός η ιστορική χρονογραφία που καταγράφει τις μαρτυρικές μορφές του αγώνα κατά της ασιατικής βαρβαρότητας. Ειδικότερα σ’ όλη τη διάρκεια μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) και τα γνωστά κινήματα του Αγίου Διονυσίου του Φιλοσόφου, ολόκληρο το βιλαέτι των Τζουμέρκων, παρά την ισχυρή παρουσία των τούρκικων φυλακίων σ’ όλα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ι μ ά χ ε ς Π λ ά κ α ς - Αγ ν ά ν τ ω ν - Σ χ ω ρ ε τ σ ά ν ω ν τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν κ α τ ά τ ο 1 8 2 1

45

τα περάσματα της Πίνδου, «το μελλούμενο» έτρεφε τους ενδόμυχους πόθους όλων· των προεστών, δημογερόντων, τσελιγκάδων και γραμματισμένων από την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Σ’ αυτόν τον ορεινό ηπειρωτικό χώρο δημιουργούνται τα πρώτα επαναστατικά κινήματα των κλεφτών και αργότερα των αρματολών στο Τζεμέρνικο των Βυζαντινών... Κι αυτό γιατί οι προνοητικοί δεσπότες της Ηπείρου βοήθησαν στην οικονομική πρόοδο του ορεινού όγκου με επακόλουθο τη διατήρηση της ελληνικής και βυζαντινής ιδέας των απογόνων των αρχαίων Αθαμάνων και Μολοσσών. Αυτό εξηγεί το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός των αρχόντων των ορεινών περιοχών έγιναν αργότερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Οι μυημένοι ήδη είχαν αρχίσει να καλλιεργούν τα λαϊκά αισθήματα στα μελλοντικά σχέδια απελευθέρωσης. Ενημερώνουν τους δημογέροντες, τσελιγκάδες, ηγουμένους του τόπου, οι γραμματισμένοι διδάσκουν τα ελληνικά γράμματα και την ιστορία, αλλά πάντα προσεκτικά να μη γίνονται αντιληπτοί απ’ τα τούρκικα ασκέρια. Αμέριστος συμπαραστάτης το κρυφό σχολειό που τροφοδοτεί τα όνειρα των ιστορικών απογόνων. Προμηθεύονται πολεμικό υλικό, μπαρούτι και όπλα ιταλικής κατασκευής. Σχεδόν όλοι οι αφεντάδες των χωριών, οι έμποροι, οι τσελιγκάδες, οι σπουδασμένοι στις παροικίες του εξωτερικού, αλλά προ πάντων οι ξακουσμένοι οικονομικοί παράγοντες του Συρράκου, Καλαρρυτών, Μελισσουργών, Πραμάντων και Χόσεψης. Παράλληλα όλοι οι μαστόροι των Τζουμέρκων, οι σιδεράδες, με τον γνωστό πανάρχαιο τρόπο της φωτιάς και του αμονιού, ήταν σε θέση να κατασκευάζουν χειροποίητα μακρύκανα όπλα, ενώ τα κουμπούρια τα προμηθεύονταν από τα χωριά της ανατολικής Πίνδου – Πόρτας και Κουμπουργιανών... Ξακουστά εργαστήρια κατασκευής όπλων ήταν στα χωριά της Τζούμας (Γραικικό-Κουκούλια), η Πλάκα Ραφταναίων, η Κουσοβίτσα, η Χόσεψη, τα Πιστιανά... Με την αναβάθμιση σε πασαλίκι των Γιαννίνων, με τον γνωστό Αλή πασά και το ελληνικό κράτος σχεδόν που δημιούργησε, η περιοχή των Τζουμέρκων γνώρισε σοβαρή εμπορική και πνευματική ανάπτυξη, που στάθηκε βασικό στήριγμα στην κατοπινή επαναστατική εξέγερση. Όλοι οι παράγοντες των χωριών, που γνώριζαν τη νοοτροπία του, τον κολάκευαν με το γνωστό «μπαξίσι» και το παράνομο χαράτσι. Η ιστορική μαρτυρία του Αναγνώστη Νασιούλα (1790-1860) περίπου, μουχτάρη στα Σχωρέτσαινα (νυν Καταρράκτης), που συγκέντρωνε τρόφιμα, ρουχισμό, γρόσια με φορτωμένα υποζύγια και τα πήγαινε στο σεράι του Βεζύρη. Αφού τα ξεφόρτωναν οι τζοχανταρέοι του Αλή, ανέβαινε στον οντά, αφήνοντας στον Βεζύρη τα γρόσια. Φεύγοντας του έλεγε: Νάσαι καλά μπίρο μ’ Αναγνώστη και Καλή Αντάμωση!! Θα ματάρθω αφέντη μ’ πολυχρονεμένε ογλήγορα!!! Το ίδιο έκαναν και οι μουχτάρηδες των άλλων χωριών. Εδώ πρέπει να τονιστεί και η Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


46

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

δράση του Άνθιμου Αργυρόπουλου από τα Θεοδώριανα, ηγουμένου της Ιεράς Μονής της Κοίμησης της Θεοτόκου με το γνωστό αλληλοδιδακτικό σχολείο. Ο άγιος Άνθιμος ενημέρωνε όλους τους προεστούς των Τζουμέρκων, δίνοντας σχετικές οδηγίες για τα μελλοντικά σχέδια. Ήταν άνθρωπος του Αντώνη Μακρυγιάννη (Κατσαντώνη), Κοτελίδα, (μαρτυρία Σοφίας Αγγέλη από Χόσεψη), Γώγου Μπακόλα, Λύτρα Πραμάντων ... αλλά και Γ. Καραϊσκάκη, τον οποίο πολλές φορές είχε φιλοξενήσει. Όταν στον Μοριά ξέσπασε η επανάσταση, ήδη μικρές επαναστατικές κινήσεις είχαν προηγηθεί στο Συρράκο και Καλαρρύτες, τις οποίες δεν αναγράφει η ιστορία. Ολόκληρη η Ήπειρος, και ειδικότερα το βιλαέτι των Τζουμέρκων, πληροφορείται τα γεγονότα από απεσταλμένους στην Άρτα, Γιάννινα, Πάτρα ή στα χωριά του Ασπροποτάμου... Μέσα σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο ο Βεζύρ Αλή Πασάς σηκώνει δικό του «μπαϊράκι»... Ο σερασκέρης Χουρσίτ από το Μοριά μεταβαίνει στα Γιάννινα, στο μέτωπο της Ηπείρου. Μοναδική ευκαιρία για τους οπλαρχηγούς και προεστούς των Τζουμέρκων να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα με κάθε προφύλαξη και κλέφτικη στρατηγική, με τον σκοπό να μη δημιουργήσουν ανησυχία στα τούρκικα καρακόλια της Πίνδου. Αφού ενημερώθηκαν οι τοπικοί παράγοντες των Τζουμέρκων (μουχτάρηδες, τσελιγκάδες, ευκατάστατοι έμποροι, ηγούμενοι...) την 15 Μαΐου του 1821, σημαντικοί μυημένοι προύχοντες των Ανατολικών και Δυτικών Τζουμέρκων, για όλα τα γεγονότα με τον σκοπό να παρακολουθούν τις κινήσεις των Τούρκων και να παραμείνουν άγρυπνοι, συγκεντρώθηκαν σε σύσκεψη στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Βουργαρέλι με την παρουσία των Γώγου Μπακόλα, Κοτελίδα, Τσαρακλή, Λύτρα και Τραγουδάρα εκ Πραμάντων, εκπρόσωποι των Ιερών Μονών των Τζουμέρκων, δημογέροντες από την Πόρτα Τρικάλων. Εκεί αποφασίζεται η ένοπλη εξέγερση σ’ ολόκληρο το βιλαέτι των Τζουμέρκων. Έλαβαν μέρος ακόμη οι Ηγούμενοι Αγίας Αικατερίνης Σχωρετσάνων, Χρυσοσπηλιώτισσας, Μουχουστίου, Κηπίνας, Μελισσουργών και ο μοναχός Χριστόφορος από το ασκηταριό του Αγίου Χριστοφόρου Γραικικού... Βρισκόμαστε στα μέσα Ιουνίου και το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου του 1821. Σ’ όλα τα χωριά των Δυτικών και Ανατολικών Τζουμέρκων ήδη είχαν αρχίσει οι ένοπλες επαναστατικές κινήσεις. Ο κάμπος των Γιαννίνων είχε γεμίσει από τούρκικα ασκέρια του Χουρσίτ, που πολιορκούνε στενά τα αληπασάδικα στρατεύματα και τις κρυφές επικοινωνίες με τους Σουλιώτες και τον Βεζύρ Αλή. Ο εμπειροπόλεμος Χουρσίτ, συνεχίζοντας την πολιορκία του Αλή Πασά και, πληροφορούμενος για τις επαναστατικές κινήσεις σ’ ολόκληρα τα Τζουμέρκα, τοποθέτησε σε πολλά δερβένια τούρκικες φρουρές και ενίσχυσε το φυλάκιο στο στενό της Πλάκας, στη θέση Παλιογιοφύρια, και στα χαμηλά υψώματα της κοίτης του Αράχθου. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ι μ ά χ ε ς Π λ ά κ α ς - Αγ ν ά ν τ ω ν - Σ χ ω ρ ε τ σ ά ν ω ν τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν κ α τ ά τ ο 1 8 2 1

47

Στα γύρω όμως υψώματα και τους δασωμένους λόφους είχαν ταμπουρωθεί Σουλιώτες, Τζουμερκιώτες, αλλά και μερικοί Αληπασαλικοί. Ήταν εκεί Μάρκος Μπότσαρης, στην απέναντι προς το Βροδώ (νυν Μονολίθι), Τζαβέλλας, Κουτσονίκας που είχε εγκατασταθεί στα Σχωρέτσαινα πριν από το 1800, Γιώτης, Δράκος, αλλά και οι Τσαρακλής, Κοτελίδας, Γιαννηκώστας, Πάσχος κ.ά. Όταν όμως είχαν τελειώσει οι μάχες στα Περίχωρα του Πέτα (τέλη Ιουνίου – αρχές Ιουλίου), ο Γώγο Μπακόλας ανεβαίνει στα Τζουμέρκα με αρκετούς Βαλτινούς και Ραδοβιζιώτες, για να χτυπήσει το στενό της Πλάκας. Αυτές όμως τις μέρες ο Ισμαήλ Πλιάσας χτύπησε τα χωριά Συρράκο και Καλαρρύτες... Η άμυνα των χωριών θυμίζει Ζάλογγο. Ο Γερομπαλωμένος, ως άλλος ομηρικός ήρωας, αντιστάθηκε με μικρό αριθμό από Καλαρρυτινούς... Η παράδοση αναφέρει ότι κλείστηκε στο αρχοντικό της οικογένειας Λάμπρου ή Παράσχη· το πρώτο σώζεται ακόμη σε ερείπια. Τα γυναικόπαιδα με υποστήριξη ντόπιων οπλαρχηγών και του Γώγου Μπακόλα κατεβαίνουν τη ρεματιά της Κηπίνας ή Κριθάρια Ματσουκίου προς Χριστούς ή στα ριζά του βουνού προς το κάτω μέρος των Μελισσουργών – στο παλιό Καλογερικό –, φτάνουν στο ιστορικό μοναστήρι, όπου ο άγιος εκείνος ηγούμενος συμπαραστάθηκε στον άμαχο πληθυσμό... Οι περισσότεροι ακολουθούν το πέρασμα Αυτί Μελισσουργών προς Θεοδώριανα... Σ’ όλο το μήκος της πορείας οι μάχες είναι ιστορικές (Ν. Παπακώστα: Αθαμανικά). Αρκετός όμως αριθμός μαχητών από Συρράκο και Καλαρρύτες με τη βοήθεια τσελιγκάδων Πραμάντων και Μελισσουργών από τα ριζά της Στρογγούλας πέρασαν στα ριζά του αγναντίτικου βουνού προς τα Σχωρέτσαινα με τα κοπάδια τους. Φιλοξενήθηκαν στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης ή σε φιλικά και συγγενικά σπίτια των Σχωρετσάνων... Η ιστορική μνήμη κράτησε τα ονόματα των οικογενειών: Φασούλα, Λάμπρου, Μπίτσιου, Κωλέττη, Κρουστάλλη (μαρτυρία ηγουμένου Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης Αβέρκιου Κοντογιάννη). Ταυτόχρονα, στο στενό της Πλάκας ο Βεκούτ-Γαρδίκης, Τουρκαλβανός, αληπασαλικός νικήθηκε από τα σώματα των Σουλιωτών και Γώγου Μπακόλα, Κοτελίδα, Τσαρακλή, ενώ ολοκληρώνεται η καταστροφή Συρράκου και Καλαρρυτών. Τους καπνούς των δύο χωριών παρακολουθούν από το Γεροβούνι οι τσελιγκάδες Μπομπολαίοι και Μακρυγιανναίοι. Ο χαλασμός των Τούρκων δεν ήταν μεγάλος. Τα τούρκικα ασκέρια παράμειναν στα γύρω υψώματα, χαμηλά προς το ποτάμι, στην περιοχή Φράστα, Παλιογιοφύρια, δεξιά και αριστερά της κοίτης του Αράχθου, αναμένοντας νέες ενισχύσεις από τον Χουρσίτ. Απ’ ό,τι φαίνεται η δύναμη των Τούρκων ήταν σημαντική συγκριτικά με τα ελληνικά τμήματα. Οι Σουλιώτες και οι Τζουμερκιώτες δεν απομακρύνθηκαν. Οργανώθηκαν στις Άρτσες, Άγιο Γεώργιο, Απιδιές, Λειβάδια Αγνάντων, Άγιο Χριστόφορο Αγνάντων, υψώματα Σκλούψας και χαμηλά προς την πλαγιά του Γραικικού. Οι Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


48

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

οπλαρχηγοί είχαν πληροφορηθεί ότι ο Χουρσίτ θα ενδυναμώσει το στενό της Πλάκας... Τα ιστορικά γεγονότα είναι αρκετά συγκεχυμένα και δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ημερομηνίες... Οι αψιμαχίες και οι συγκρούσεις στο ευρύτερο πεδίο ήταν συχνές και στον ίδιο σχεδόν χρόνο. Τα ελληνικά σώματα με κλεφτοπόλεμο χτυπούν σ’ όλο το μέτωπο από την περιοχή Μελισσουργών μέχρι κάτω στον Άραχθο. Το χρονικό αυτό διάστημα μέχρι περίπου 25 Ιουλίου, ενώ οι μάχες σποραδικά συνεχίζονται σε Άγναντα-Σχωρέτσαινα, τουρκικές δυνάμεις από Άρτα-Γιάννινα προωθούνται προς την Πλάκα με διαταγή του Χουρσίτ, γιατί θεωρούσε την κατάπνιξη της επανάστασης των Τζουμέρκων αναγκαία για την πτώση του Αλή Πασά. Τα γεγονότα πληροφορείται ο Γώγο Μπακόλας από το μέτωπο του ΠέταΜακρυνόρους-Άρτας και ανεβαίνει με γρήγορη πορεία με τους οπλαρχηγούς τού Βάλτου-Ραδοβυζίου για να βοηθήσει στο στενό της Πλάκας, όπου ακόμα συγκεντρώνονται οι Τζουμερκιώτες από Χόσεψη, Θεοδώριανα, Βουργαρέλι, Κράψη, Γότστα, Πράμαντα, Μελισσουργοί, Άγναντα, Σχωρέτσαινα... Με την αρχηγία του Μάρκου Μπότσαρη και των άλλων Σουλιωτών, που έφταναν από το Καλέντζι Γιαννίνων, παίρνουν θέση γύρω από το στενό της Πλάκας. Ο στρατηγός Μάρκος Μπότσαρης εφαρμόζει περίπου το ίδιο σχέδιο του Γώγου Μπακόλα, (μαρτυρία στρατηγού Π. Νάση), ο οποίος δεν έλαβε μέρος σ’ αυτή τη μάχη. Ταμπούρια στα γύρω υψώματα, απανωτές επιθέσεις σε κύριες θέσεις των Τούρκων, αλλά καλά κρυμμένοι μέσα στα δάση για προστασία. Η τοποθέτηση αυτή είχε το προνόμιο διαφυγής σε περίπτωση ευρύτερης επίθεσης, καθόσον τα τούρκικα ασκέρια ήταν καλά οργανωμένα και εμπειροπόλεμα. Το σχέδιο αυτό του κλεφτοπολέμου σε διασπορά χάρισε τη νίκη στον Μάρκο Μπότσαρη, που διηύθυνε τη μάχη στο κοντινό ύψωμα κοντά στις Άρτσες και συγκεκριμένα στο μεγάλο ανάραχο κοντά στη σημερινή αμαξιτή οδό. Σε κάποια επίθεση τραυματίστηκε. Η μάχη κράτησε κατά μαρτυρίες απογόνων Τζουμερκιωτών περίπου ένα διήμερο. Η μάχη ήταν ομηρική. Οι αχοί της μάχης έφταναν μέχρι πάνω στις συνοικίες των Αγνάντων και την Αγία Παρασκευή Σχωρετσάνων. Ο τραυματισμός του καπετάν Μάρκου έγινε από κάποιο Τουρκαρβανίτη κρυμμένο στην απέναντι πλαγιά. Αρχικά τα τούρκικα ασκέρια με κραυγές στο όνομα του Αλλάχ επιτέθηκαν με ισχυρή δύναμη. Οι Τζουμερκιώτες οπλαρχηγοί εφάρμοσαν την τακτική του κλεφτοπολέμου και όχι κατά μέτωπο. Ελληνικά φυλάκια ήταν στα Λειβάδια των Αγνάντων, Άγιο Χριστόφορο απ’ όπου παρακολουθούσαν την έκβαση της μάχης. Αφηγείται ο Δημήτριος Γ. Μακρυγιάννης και Ιωάννης Γ. Μακρυγιάννης, απόγονοι της ιστορικής οικογένειας των Μακρυγιανναίων, όπως ακριβώς τα άκουσαν από τον παππού τους (γύρω στα 1850)... Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ι μ ά χ ε ς Π λ ά κ α ς - Αγ ν ά ν τ ω ν - Σ χ ω ρ ε τ σ ά ν ω ν τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν κ α τ ά τ ο 1 8 2 1

49

... Είχαμε τότε τα ζωντανά (γιδοπρόβατα) στα χειμαδιά, κοντά στο Μαχαλά Ξηρομέρου... Η χειμωνιά εκείνη τη χρονιά ήταν καλή... Αρχές Μάη ξεκινήσαμε για ξεκαλοκαιριά για τα Σχωρέτσαινα. Ο Μουχτάρης του χωριού από το σόι των Τολαίων μας άφησε για μαντρί το Γεροβούνι. Προς το τέλος Μάη ή αρχές Θεριστή ανεβήκαμε στα μαντριά και τις στάνες... Ξέραμε βέβαια για τα χαμπέργια από τους τσελιγκάδες Αγραφιώτες και Τζουμερκιώτες του Καρβασαρά... Ακούγαμε και βλέπαμε τα τούρκικα ασκέρια να μπαινοβγαίνουν στον Καρβασαρά, ολόκληρα καραβάνια, νύχτα μέρα για Άρτα-Γιάννινα, γιατί, λέγανε, σήκωσε μπαϊράκι ο βεζύρ Αλής, αλλά και άλλοι δικοί μας κατσήδες... Οι Πραμαντιώτες, Συρρακιώτες, Μελισσουργιώτες ήξεραν καλύτερα τα γεγονότα και μας έλεγαν... Σπουδιάξτε να φύγετε γλήγορα για τα βουνά γιατί θάχουμε χαλασμό μεγάλο... Καλύτερα να βγείτε από Ραδοβίζια, γιατί τα σοκάκια για πάνω είναι πιασμένα... Όταν φτάκαμε στα Σχωρέτσαινα μάθαμε τι γίνεται... Γιόμισε ο τόπος ασκέρκια τούρκικα, αλλά δεν πειράζανε το κόσμο στην αρχή... Ήθελαν να γίνουν καπάκια να βοηθήσουμε να διώξουν από τα Γιάννινα τον Βεζύρ Αλή. Οι αρχόντοι και οι τσελιγκάδες ήταν καλά ενήμεροι... Στο Γεροβούνι, όταν ανεβήκαμε, αγναντεύαμε τα κάτω χωριά και το χαλασμό... Θα ήταν τέλη Θεριστή ή αρχές Ιούλη. Από τη Ράχη αγναντέψαμε τους καπνούς και τις φωτιές από πέρα στους Καλαρρύτες και Συρράκο, αλλά και από τους Μελισσουργούς... Μαθαίναμε για τον χαλασμό και το χαμό του κοσμάκη, που πέρναγε από το Αυτί Μελισσουργών για τα Θεοδώριανα... τις ίδιες περίπου μέρες βλέπαμε τις φωτιές Αγνάντων-Σγάρας-Σκλούψας κι αργότερα, από το χωριό μας Σχωρέτσαινα... Όλοι οι μεγάλοι πήγαν στα ασκέρια και μεις φυλάγαμε τα πρόβατα... Μετά τη μάχη της Πλάκας (τέλος Ιουλίου 1821) τα τούρκικα ασκέρια στράφηκαν προς Άγναντα. Βρήκαν όμως καλά οργανωμένους τους Τζουμερκιώτες. Χτύπησαν από όλα τα μέρη, γιατί το χωριό ήταν έρημο. Οι οπλαρχηγοί και τα τμήματα είχαν ταμπουρωθεί στα σπίτια κοντά στο σημερινό Γυμνάσιο, την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, στην Αγία Φανερωμένη, αλλά και στα πιο πάνω υψώματα. Η μάχη ήταν σχεδόν παρόμοια με τη μάχη της Πλάκας. Ο χαλασμός των Τούρκων ήταν μεγάλος. Δυνάμωσε όμως με τα τμήματα κυνηγημένων Τούρκων από Πράμαντα-Μελισσουργούς-Κουσοβίστα, που ήταν έρημη... Το ίδιο συνέβαινε και στο μέτωπο προς Σχωρέτσαινα. Στο σημείο αυτό της ιστοριογραφικής περιγραφής οι απομνημονευτογράφοι και οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τις μάχες των Τζουμέρκων (Κουτσονίκας, Μακρυγιάννης, Περραιβός κ.ά.) παρουσιάζουν κάποιες ελλείψεις στη συνοχή των γεγονότων και στη χρονική τοποθέτηση. Αυτό κυρίως οφείλεται στις διαδοχικές και πολυάριθμες συμπλοκές, αψιμαχίες, επιθέσεις του συνεχούς κλεφτοπόλεμου. Οι πολεμιστές είναι γεωργοί, κτηνοτρόφοι, τσοπάνηδες, άντρες και γυναίκες. Ακόμη, ενώ διεξάγεται η μάχη της Πλάκας, ΤουρκαρβανίΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


50

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

τες φτάνουν στα χωριά, επιδιώκοντας ηρεμία και υποταγή... Όταν όμως είχαν διαπιστώσει ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, άρχισαν τις σποραδικές επιδρομές και καταστροφές... Για τη μάχη των Αγνάντων οι αφηγήσεις του ευπατρίδη καθηγητή Τζουμερκιώτη Χρ. Μπονιάκου από Μελισσουργούς, συζύγου της Ελ. Χαμπίπη από τα Άγναντα, στο καφενείο του μπάρμπα Μήτσιου Σκουληκαρίτη, είναι ιστορικές με ευδιάκριτη την ακρίβεια και αντικειμενικότητα. «Στην ιστορική μεγάλη μάχη των Αγνάντων αλλά και των Σχωρετσάνων πολέμησαν Μελισσουργιώτες, Πραμαντιώτες, από τα Τζουμοχώρια (Γραικικό, Κουκούλια, Ρωμανού, Γουργιανά), αλλά και οι οπλαρχηγοί που τους γράφει η ιστορία. Τα ελληνικά σώματα είχαν γνώση καλή της τοπογραφίας της περιοχής, άριστη στη διεξαγωγή του κλεφτοπολέμου, όπως είχαν συνηθίσει από τον Κατσαντώνη, Καραϊσκάκη, Κοτελίδα, Γώγο Μπακόλα. Αυτά ταμπουρώθηκαν στη θέση του Αγίου Γεωργίου (πλατεία παλιού Δημοτικού Σχολείου) στο μικρό εκκλησάκι και στα διπλανά χαμόσπιτα. [Η πλατεία δεν είχε τη σημερινή μορφή. Ανατολικά είχε μεγάλη έκταση προς το ποτάμι, αλλά οι μεγάλες κατολισθήσεις της άλλαξαν όψη]. Στο μέρος αυτό και στην Αγία Φανερωμένη έγινε φονική μάχη. Στη μάχη αυτή και στη μάχη των Σχωρετσάνων πολέμησαν οι πρόγονοί μου, όπως και στη συμπλοκή Κηπίνας, Μελισσουργών, Πραμάντων και αργότερα στο Σταυρό Θεοδωριάνων. Ακόμη πολέμησαν οι οικογένειες: Παπαγιάννη, Χαμπίπη, Ζάχου, Χασαλεύρη... Σκοτώθηκαν και αρκετοί δικοί μας. Τραυματίστηκαν: κάποιος Παπαγιάννης και Χαμπίπης...». Στην ερώτησή μου, γιατί κ. καθηγητά δεν έγραψες αυτές τις ανεκτίμητες μαρτυρίες για να μείνουν στο χρόνο; Η απάντηση... «Τι να σου πω!!! Δύο παγκόσμιους πολέμους έχω στην πλάτη μου, πού χρόνος για τέτοια!!!». Αφοπλιστική η απάντησή του. Απ’ εκεί (από το κεντρικό σημείο των Αγνάντων) τα τούρκικα ασκέρια προχώρησαν προς τα πάνω καίγοντας κάθε σπίτι με σκοπό να ενωθούν με το άλλο ασκέρι, που πυρπολούσε την άλλη συνοικία κοντά στη σημερινή εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, όπου τα ελληνικά σώματα αντιστάθηκαν με άκρατο ηρωισμό, για να αντιμετωπίσουν τους λυσσασμένους Τούρκους, που θα χτυπούσαν τον άμαχο πληθυσμό, πάνω στα υψώματα του Μακρύκαμπου... Οι συμπλοκές έγιναν κοντά στα σπίτια των Χαλκαίων, Κωσταίων, Αηδοναίων (Στεφ. Φίλου ΤΑ ΑΓΝΑΝΤΑ). Στη θέση Αμπέλια η επιθετικότητα των Τούρκων ήταν δυναμική. Αυτό ανάγκασε τα ελληνικά τμήματα να υποχωρήσουν προς τις επάνω συνοικίες τον μαχαλά. Πήραν νέες θέσεις κοντά στα Χασαλευρέικα και στα ριζά του Προφήτη Ηλία, με το σκοπό να βοηθήσουν τα γυναικόπαιδα σε περίπτωση ανόδου προς τον Μακρύκαμπο ή στα ριζά της Αγίας Παρασκευής... (μαρτυρία Θανάση Μαυροπάνου που έχτισε και το γνωστό εξωκλήσι στο ΔιάΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ι μ ά χ ε ς Π λ ά κ α ς - Αγ ν ά ν τ ω ν - Σ χ ω ρ ε τ σ ά ν ω ν τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν κ α τ ά τ ο 1 8 2 1

51

σελο, γιατί εκεί σώθηκαν οι Αγναντίτες με την εμφάνιση του Γώγου Μπακόλα και των άλλων Ελλήνων οπλαρχηγών). Στο σημείο αυτό ας προστεθεί και μία ακόμη ιστορική μαρτυρία των απογόνων του Γιώργου Μαυροπάνου (γαμβρού των Μακρυγιανναίων 1800 περίπου): Τα τούρκικα ασκέρια, είχαν ανέβει από την Πλάκα προς τα γύρω χωριά Άγναντα-Κουσοβίτσα, μέχρι πάνω τα Βλαχοχώρια. Στην Άγναντα μαζεύτηκε μεγάλο ελληνικό ασκέρι. Πολλοί ήταν οι καπεταναίοι: Σουλιώτες, Γιάννης Κώστας κ.ά. Τα παλληκάρια του Κατσαντώνη είχαν πιάσει όλα τα περάσματα. Γιόμισε ο τόπος από Σγάρα, Σκλούψα, Γραικικό, από πέρα χωριά. Ήταν τέλη Θεριστή αρχές Αυγούστου. Καλός ήταν ο καιρός για τον κόσμο. Έπιασε να κρυφτεί μέσα στα λόγγα για να γλυτώσει. Ζήσαμε τότε με γάλα και αλεύρι. Ο κόσμος είχε από μέρες μάθει για το χαλασμό και σώθηκε. Εμείς οι Αγναντιώτες κρυφτήκαμε στα ελάτια μέσα, πάνω απ’ τον Μακρύκαμπο. Είχε πολλά τότε ο κόσμος ζωντανά... Είχαν σκοπό να σκλαβώσουν τα γυναικόπαιδα, αλλά οι καπεταναίοι τους πρόκαμαν στα ριζά του βουνού. Ο Γώγος Μπακόλας σταμάτησε τα τούρκικα ασκέρια και σώθηκε ο κόσμος... Απ’ εκεί κατέβηκε στα Σχωρέτσαινα. ΜΑΧΗ ΣΧΩΡΕΤΣΑΝΩΝ: Η νίκη των Ελλήνων στην Πλάκα δεν ήταν φαίνεται ολοκληρωτική για να ανατραπεί το σχέδιο του Χουρσίτ. Σοβαρές τούρκικες δυνάμεις είχαν διασπαρεί στα χωριά, ενώ παντού διεξάγονταν κλεφτοπόλεμος. Θα ήταν περίπου τέλη Ιουλίου – αρχές Αυγούστου του 1821. Τα τούρκικα ασκέρια, κάπως ασύνταχτα απ’ τον συνεχή κεφτοπόλεμο σε Φράστα, Γραικικό, Κουκούλια ανεβαίνουν προς τη Σγάρα από Φράστα και τα χαμηλά υψώματα του Αγίου Γεωργίου, όπου οι συμπλοκές των ντόπιων κατοίκων είναι ασύγκριτες σε ηρωισμό. Στα υψώματα του Αγίου Γεωργίου και στην απέναντι πλευρά της ανόδου προς Σκλούψα αντιστάθηκαν Σχωρετσανίτες, Σουλιώτες, Αγναντίτες, Χοσεψίτες, Θεοδωριανίτες με τον καπετάν Κοτελίδα, αλλά και τα παλληκάρια του Κατσαντώνη, Γ. Καραϊσκάκη, Τσαρακλή από τα Πιστιανά: (Μαρτυρία Κώστα Τούμπουρου από τα Άγναντα). Οι τούρκικες όμως δυνάμεις ήταν ισχυρές. Καταστρέφουν ολόκληρη σχεδόν τη Σγάρα. Οι Παπαχριστοδουλαίοι, Σταματέοι, Χασιωταίοι, Σωτηραίοι αντιστάθηκαν και προχωρούν προς Απιδιές ή προς την περιοχή Μόρφης προς συνοικία Σκλούψα (Μηλέα). Το τούρκικο ασκέρι από τη Μόρφη φτάνει στο κάτω μέρος της Σκλούψας, όπου ενώθηκε με τα άλλα τούρκικα σώματα, που ανέβηκαν από την Άρτα, για να βοηθήσουν τον Τοπάλ Πασά στη μάχη της Πλάκας. Και στο σημείο αυτό επικρατεί σύγχυση των γεγονότων. Με διαταγή του σερασκέρη Χουρσίτ τουρκικός στρατός ανεβαίνει από την Άρτα μέσω Καλεντίνης-Πιστιανών-Ράμιας-Λεπανών-Μικροσπηλιάς-Σχωρετσιάνων. Όμως μερικά τμήματα περνούν και από την απέναντι πλαγιά Δαφνωτή-ΣκούπαΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


52

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

Πλατανούσα-Μονολίθι-Περιοχή Πλάκας. Η αντίσταση των χωριών αυτών θυμίζει αγώνες των Σουλιωτών. Έτσι καθυστέρησαν να φθάσουν στην Πλάκα... Η ανάμνηση της αντίστασης άφησε ζωηρή μνήμη στους απογόνους... Οι τουρκικές δυνάμεις ενώθηκαν, όπως προκύπτει από την επιτόπια έρευνα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του μπάρμπα Βασίλη Βλάχου στο ιστορικό του καφενείο στη θέση Σκοτωμένο. Ο ίδιος αφηγείται: Έλεγαν οι πρόπαπποι ότι τότε με τον πόλεμο της Τουρκιάς και το μεγάλο χαλασμό των χωριών τα τούρκικα ασκέρια ήταν δύο. Το ένα από Άρτα και τ’ άλλο από Γιάννινα ή Πλάκα. Το ασκέρι από τα κάτω χωριά πέρασε ακροποταμιά· Φτέρη-Νησίστα-Ράμια-Λεπιανά με στόχο να περάσει προς Πλάκα-Άγναντα-Σχωρέτσαινα. Περνώντας όμως από την αρχαία ακρόπολη τούς τουφέκισαν οι Τζουμερκιώτες. Χώρισε τότε το ασκέρι. Ένα μέρος προς Γρετσίστα (Γραικικό) Κουκουλίστα (Κουκούλια). Τότε έγινε εκεί μεγάλο μακελειό, κοντά στη Χρυσοσπηλιώτισσα στα Γουργιανά. Κοντά στα βράχια της εκκλησίας πολέμησαν: Μπαθεκαίοι (σόι του Καραϊσκάκη), Μαργωναίοι, Καραμπαλαίοι, Ζαχαρέοι και κάποιος νεαρός μοναχός Χριστόφορος, που σκοτώθηκε εκεί, και μετά έγινε το εξωκκλήσι του Αγίου Χριστοφόρου. Ήταν εκεί και ο Καραϊσκάκης (δεν αληθεύει αυτό) εκειό το καλοκαίρι, τέλη Ιουλίουαρχές Αυγούστου, που ανεβαίνουν στη Σκλούψα προς τα Σχωρέτσαινα, όπου έγινε μεγάλος πόλεμος για δύο-τρεις μέρες... Ιστορικά αποδεδειγμένα: Τα τούρκικα ασκέρια από το Γραικικό ενώθηκαν σύντομα στη Σκλούψα· Αφού έκαψαν τη Σγάρα και τα Καλυβόσπιτα της Σκλούψας, δέχτηκαν έφοδο στη θέση της Αγίας Παρασκευής. Μέσα από τα δασωμένα μονοπάτια κατευθύνονται προς τις κατοικίες Καινουργαίων-Κατσαραίων προς το κέντρο του χωριού. Στην άνοδο προς το χωριό οι Τζουμερκιώτες αντιστάθηκαν σκληρά. Κοντά στο ανάραχο, στις θέσεις Αμπέλια και Άγιο Αθανάσιο, χτυπούν με κλεφτοπόλεμο, υποχωρώντας προς το κέντρο του χωριού διασκορπισμένοι. Λαβαίνουν μέρος στις επιθέσεις Αθαμανίδες Αμαζόνες και Σγαριώτες, Αγναντίτες, Θεοδωριανίτες, Χοσεψίτες με τον καπετάν Κοτελίδα και Τσαρακλή από τα Πιστιανά, Ραδοβιζιώτες και Βαλτινοί... Ταυτόχρονα το μικρό τούρκικο ασκέρι απέναντι στις Απιδιές καταστρέφει τα τσοπανόσπιτα των Ντανελαίων, Κατσαραίων, Παπαγιανναίων, Γεωργοτολαίων... (Μαρτυρία Γιώργου Ντανέλη). Ηρωϊκά πολέμησαν εκεί: Σωτηραίοι, Χασιωταίοι, Γραβαίοι, Χασιακαίοι, Παπαχριστοδουλαίοι... Ενώ ο τουρκικός στρατός μπαίνει στα Σχωρέτσαινα την ίδια μέρα περίπου, τα ασκέρια του Τοπάλ-πασά μετά τη μάχη των Αγνάντων και τον ηρωισμό των οπλαρχηγών για τη σωτηρία των γυναικοπαίδων σε Μακρύκαμπο-Στρανά Διάσελο Αγίας Παρασκευής, όπου αναδείχτηκαν και οι Αγναντίτες Γ. Μαυροπάνος, Φίλος, Χασαλεύρης, που είχαν καλυβόσπιτα στην περιοχή, οι Τούρκοι υποχώΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ι μ ά χ ε ς Π λ ά κ α ς - Αγ ν ά ν τ ω ν - Σ χ ω ρ ε τ σ ά ν ω ν τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν κ α τ ά τ ο 1 8 2 1

53

ρησαν. Βρίσκονταν εκεί: Πάσχος, Γιαννηκώστας, Μπακόλας, Κοτελίδας, Γιώτης, Μόκας, Τζουμάκας (ο Κουτσονίκας και Τσαρακλής πολεμούν στο κέντρο του χωριού Σχωρέτσαινα). Οι οπλαρχηγοί με τα σώματά τους κατεβαίνουν προς τα Σχωρέτσαινα να βοηθήσουν την άμυνα... μήπως προλάβουν την καταστροφή που έβλεπαν στον ορίζοντα. Η κάθοδος γίνεται από τη συνοικία Μουτσιάρα (νυν Κρυοπηγή) με κατεύθυνση προς την Αγία Αικατερίνη. Επιστρέφουμε στη μάχη των Σχωρετσάνων. Οι Τούρκοι βρίσκονται στο κάτω μέρος του χωριού. Φυλάκια είχαν τοποθετηθεί στα Βλάγκαδα, Κατσαρέλλα, Άγιο Κωνσταντίνο, στο λόφο της Αγίας Αικατερίνης, στον παλιό Μύλο της Παναγίας και στο μύλο της Αγίας Αικατερίνης. Το χωριό ερημώθηκε, όπως το 197 π.Χ. από την επιδρομή των Ρωμαϊκών λεγεώνων. Οι ντόπιοι αντιστέκονται με κλεφτοπόλεμο. Ο Γώγο Μπακόλας κατεβαίνοντας ταμπουρώθηκε στη συνοικία πιο πάνω απ’ το Μύλο της Αγίας Αικατερίνης εκεί που ήταν το παλιό αρχοντικό των Τολαίων. Στη θέση αυτή πολέμησαν οι πιο πάνω οπλαρχηγοί, αλλά και οι Σχωρετσανίτες, άνδρες και γυναίκες, οι σουλιώτικες οικογένειες που είχαν εγκατασταθεί στα Σχωρέτσαινα, πριν από το 1800: Στάικος, Μπαρώνος, Τσούτσης... αλλά και οι Τόλης, Πεταλάς (η οικογένεια Πεταλά αργότερα πήρε το επώνυμο Σκούτας, μαρτυρία Ιωάννη Χρ. Σκούτα). Ως εδώ έφτασαν οι Τούρκοι. Ο χαλασμός μεγάλος. Θάφτηκαν εκεί, κοντά στον Μύλο, η θέση ακόμη λέγεται «Τούρκικα Μνήματα». Στο πλευρό του Γώγου Μπακόλα και του Κοτελίδα πολέμησαν ακόμα Μπασουκαίοι, Παπαγιανναίοι, Μακρυγιανναίοι, Μπομπολαίοι... Το χωριό έρημο. Οι Τούρκοι καταστρέφουν τα πάντα... Από τα Αμπέλια, Άγιο Αθανάσιο, οχυρωμένοι στο παλιό Κοτσέκι (νυν Κοιμητήριο του χωριού), αποθήκη των Τούρκων. Οι Σουλιώτες οπλαρχηγοί Κουτσονίκας, Τζαβέλλας, Γιώτης, Τσαρακλής, με τα εμπειροπόλεμα σώματά τους, χτυπούν τα ανερχόμενα προς το κέντρο του χωριού Τούρκικα ασκέρια, αλλά υποχωρούν προς το επάνω μέρος του χωριού και προς τον λόφο της Αγίας Αικατερίνης. Στο κέντρο του χωριού η εικόνα προξενεί τρόμο και πανικό. Παρόμοια σχεδόν όπως την 26/10/1943 από τη βαρβαρική επίθεση των Ούννων του Αττίλα. Η ιστορία ξανάρχεται! Σκοτώθηκαν πολλοί Τούρκοι. Οι χρονογράφοι του Αγώνα δεν αναφέρουν την καταστροφή τους. Η μάχη συνεχίζεται στην επάνω πλατεία του Αγίου Δημητρίου (Αϊ - Δήμα). Η σύγκρουση στην επάνω συνοικία ήταν φοβερή. Οι γυναίκες γέμιζαν τα όπλα και οι εμπειροπόλεμοι τυφέκιζαν τον στόχο. Οι απώλειες μεγάλες. Τραυματίστηκαν αρκετοί από την πλευρά των Ελλήνων. Προχωρούν και πυρπολούν. Κάηκαν τότε όλα τα αρχοντικά της συνοικίας, όπως και τα αρχοντικά της Κάτω Πλατείας. Συμπεθερέικο, Γιωτέικο, Κατσικέικο, Τζουμακέικο, αρχοντικό Αγίας ΑικατεΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


54

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

ρίνης, Πριοβολέικο... Στην επάνω συνοικία: Μακρυγιαννέικο, Σωτηρέικο, Ανδρικοπουλέικο. Ακόμη του Ντίλζα, Σύρμου, Γραβάνη, Βασιλείου (Αντωνίου), Οικονομέικο... Όπου είναι σήμερα το σπίτι των Χασιωταίων-ΑνδρικόπουλουΤζουμάκα έγινε μεγάλος χαλασμός των Τούρκων. Στο αρχοντικό του Σιόμπολου αντιστάθηκαν όλοι οι ντόπιοι. Κάηκαν ακόμη το καφενείο του Αναγνώστη Νασιούλα και το χάνι του Θεοχάρη. Αντιστάθηκαν ηρωικά: Γιωταίοι, Καψαλαίοι, Συρμαίοι, Ντίλζας, Ανδρικόπουλος, Τόλης, Κοντοχρήστος, Τολακέοι (Μαρτυρία Μαρίας Παπαγιάννη από το γένος των Συρμαίων και Αλεξάνδρας Π. Μακρυγιάννη από τη γενιά των Τολακαίων)... Οι Τούρκοι δεν προχώρησαν προς τον λόφο της Αγίας Αικατερίνης· ήταν καλά οχυρωμένος... Η ιστορική παράδοση μνημονεύει ότι τους νεκρούς Τούρκους τους πέταξαν πίσω στο γκρεμό προς το ποτάμι. Ταφή έγινε μόνο στους Έλληνες στο επάνω νεκροταφείο του χωριού, εκεί που τώρα είναι ο Άγιος Νικόλαος... Δεν υπάρχει αριθμός σκοτωμένων Ελλήνων, μόνο αρκετοί τραυματισμοί... Η μάχη ήταν μεγάλη. Κράτησε ένα διήμερο (τέλος Ιουλίου – αρχές Αυγούστου 1821). Ο μικρός αριθμός οφείλεται κυρίως στη γνώση της τοπογραφίας αλλά και στην άριστη διεξαγωγή κλεφτοπολέμου. Αρχές Αυγούστου 1821. Το χωριό Σχωρέτσαινα σε ερείπια παντού μαύροι καπνοί. Οι κάτοικοι αγναντεύουν την καταστροφή πάνω από τα ριζά του βουνού: Τσούκα, Καλοκερά, Σουλταναίους (νυν Μέγα Χωράφι), Λάκος Βακούφικο, όπου και το κτήριο της στάνης της Αγίας Αικατερίνης, κτίσμα προ του 1820, σώζεται ακόμη σε ερείπια. Οι Τούρκοι φεύγουν προς Γιάννινα. Αμέσως κατεβαίνουν από τα Ταμπούρια της Αγίας Αικατερίνης να σώσουν τα αρχοντικά Ντίλζα, Στάϊκου, Σύρμου, Χασιώτη, Ανδρικόπουλου, Συμπεθέρου, Οικονομίδη, Σιόμπολου, αλλά ήδη είχαν καταστραφεί. (Μαρτυρία Αικατερίνης Β. Καψάλη (συζύγου Κ. Νασιούλα), της οποίας κάηκε το αρχοντικό στην Κατσαρέλλα)... [Ιστοριογραφία της Πίνδου Αθανασίου και Χρήστου Μακρυγιάννη, έκδοση Δήμου Αγνάντων, 2005]. Η μάχη των Αγνάντων και των Σχωρετσάνων υπήρξε το προοίμιο της μεγάλης μάχης του Σταυρού Θεοδωριάνων (3-4 Αυγούστου 1821). Οι δύο ταυτόχρονες σχεδόν μάχες ανάγκασαν τα τούρκικα ασκέρια να ανασυνταχθούν και με βάση το σχέδιο του Χουρσίτ πασά να περάσουν από Μελισσουργούς προς τα Θεοδώριανα και προς το Βάλτο-Άρτα, Δυτική Ελλάδα. Αφού απομακρύνθηκαν οι Τούρκοι, τα ελληνικά τμήματα με τους οπλαρχηγούς συγκεντρώθηκαν στο κέντρο του χωριού, αφού πρώτα έγινε ευχαριστήρια Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό της Αγίας Αικατερίνης και στον Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου για την ολοφάνερη βοήθειά τους. Ακολούθησε εκεί γιορταστική εκδήλωση... Κατά την παράδοση τότε χτίστηκε το εξωκκλήσι του Αγίου Αθανασίου και μεταφέρθηκε από την πλατεία του Αϊ Δήμα (Αγίου Δημητρίου) ο μικρός ναός του Αγίου ΔηΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ι μ ά χ ε ς Π λ ά κ α ς - Αγ ν ά ν τ ω ν - Σ χ ω ρ ε τ σ ά ν ω ν τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν κ α τ ά τ ο 1 8 2 1

55

μητρίου στη σημερινή θέση. Στα δύο αυτά σημεία έγιναν νικηφόρες συμπλοκές με τα τούρκικα ασκέρια. Σε μικρό χρονικό διάστημα μιας ή δύο ημερών μετά τη μάχη Αγνάντων, Σχωρετσάνων, Πραμάντων, Μελισσουργών με ταχύτατη πορεία κατά διαταγή του Γώγου Μπακόλα τα ελληνικά σώματα φτάνουν στα δυτικά και νότια υψώματα των Θεοδωριάνων. Ένα τμήμα από τα Σχωρέτσαινα κατεβαίνει από το ΑγκάθιΚαταφύγι-Κωστηλάτα, ενώ το άλλο από τα ριζά του βουνού Λεπιανά-ΡάμιαςΧόσεψης-Βουργαρελίου προς τον Σταυρό, όπου ταμπουρώνεται στις πετρώδεις κατωφέρειες. Η μάχη του Σταυρού, με τη νίκη του Γώγου Μπακόλα και των άλλων οπλαρχηγών [Γώγος Μπακόλας, Νίκου Καρατζένη, Κώστα Αγνάντη, Κ. Διαμάντη: Μάχες στα Τζουμέρκα], ανέτρεψε τα σχέδια των Χουρσίτ, Τοπάλπασά και Ισμαήλ-πασά να καταπνίξουν κάθε ίχνος αντίστασης στο βιλαέτι των Τζουμέρκων, με το σκοπό να κατευθυνθούν προς Δυτική Ελλάδα, Άρτα, Βάλτο. Ο Σταυρός Θεοδωριάνων έγινε το στενό των Θερμοπυλών στην περιοχή των Τζουμέρκων.

*Ο Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης είναι φιλόλογος και ιστοριογράφος

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Α Νικόλαος Β. Καρατζένης*

Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

(Λογοτεχνική απόδοση της αφήγησης του Κώστα Δ. Μολώνη)

1

Η πορεία μέσα στη νύχτα

4 Οκτωβρίου 1963 στο λιβάδι «Κράλι»1 της Αθαμανίας Τρικάλων τέσσερις Πραμαντιώτες ποιμένες, ο Στάθης Λ. Τσιλιγιάννης, ο Θόδωρος Δ. Καρατζένης, ο Κώστας Π. Βάνας και εγώ (Κώστας Δ. Μολώνης) αρματώσαμε2 τα χίλια εκατόν πενήντα πρόβατα και τα 130 γίδια του κοπαδιού μας και ετοιμαστήκαμε να πάρουμε τον δρόμο για τα χειμαδιά. Ο καιρός ήταν μαλακός και φιλικός. Λιανοδρόσιζε3 από την αυγή, μα δεν έδειχνε σημάδια κακοκαιρίας. Κατά το δειλινό4 κινήσαμε «για φεύγα». Στη «ράχη τη Μακριά» μετρήσαμε τα πρόβατα. Ο Στάθης έδωσε τις τελευταίες ορμήνειες5 στον Κώστα Βάνα και σε μένα, που θα συνοδεύαμε το κοπάδι, ενώ ο ίδιος και ο Θόδωρος θα παράμεναν στη στάνη να συμμαζέψουν6 τα λιγοστά μας εφόδια, να τα φορτώσουν στα μουλάρια και να μάς ανταμώσουν την άλλη μέρα. Σκαλώσαμε λοιπόν και εμείς το σακούλι7 με το ψωμί στον ώμο μας, φορτωθήκαμε τις κάπες μας, 1. Κράλι: Τα Πράμαντα χαρακτηρίζονται για τη στενότητα των θερινών βοσκοτόπων τα οποία εξασφάλιζαν τροφή για 8000 πρόβατα. Περί τις 15000 πρόβατα των νομάδων των Πραμάντων έβοσκαν σε λιβάδια γειτονικών κοινοτήτων στις οποίες οι Πραμαντιώτες κατέβαλλαν ενοίκιο. Το λιβάδι «Κράλι» νοίκιαζαν οι ποιμένες των Πραμάντων από τα μέσα του 20ου αιώνα. Είναι ιδανικός βοσκότοπος για 3000 πρόβατα. 2. αρματώσαμε: κρεμάσαμε τα κουδούνια και τους κύπρους στα πρόβατα και στα γίδια. Αρματώνω: παράγεται από το ομηρικό ρήμα «αραρίσκω»: προσαρμόζω, μετοχή αορίστου β΄ άρμενος-αρμός-αρμάτα-αρματώνω-αρμόζω. 3. λιανοδρόσιζε: σιγανοψιχάλιζε. Από αρχ. ελλ. επίθετο λείος-λειανός-λιανός, την αρχ. ελλ. λέξη δρόσος + κατάληξη -ίζω-λιανοδροσίζω. 4. δειλινό: ο χρόνος της μέρας μετά το μεσημέρι. Από το ομηρικό επίθετο δείλη (ώρα)δειλινό-δειλινάκι υποκοριστικό-δειλινιάζει. 5. ορμήνειες: εξηγήσεις, διασαφηνίσεις. Από αρχ. ελλ. λέξη ερμηνεία, ρήμα ερμηνεύω και με τροπή του ε σε ο ορμηνεύω. 6. συμμαζέψουν: να συγκεντρώσουν. Από αρχ. ελλ. ρήμα μάσσω: εγγίζω, εργάζομαι με τα χέρια μου, ζυμώνω. Μάσσω-μάζα-μαζώνω και μαζεύω και πρόθεση συν-συμμαζεύω. 7. σακούλι:από αρχ. ελλ. λέξη σάκκος-σακκούλιν (μεσαιωνικό) – σακ(κ)ούλιον υποκοριστικό-σακούλι ή από αρχ. ελλ. ρήμα σάττω: κατασκευάζω, φορτώνω-σάκος-σακούλι. Ο σάκος (ασπίδα) του ομηρικού Αίαντα ήταν κατασκευασμένος με επτά απανωτά δέρματα βοδιού για να είναι αδιαπέραστος. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


58

Νικόλαος Β. Καρατζένης

μαυλήσαμε8 τα τζομπανόσκυλα, με σφυρίγματα και παραγγέλματα δώσαμε το μήνυμα του ξεκινήματος στα πρόβατα, που ήταν ήδη υποψιασμένα γι΄αυτό από τους ήχους των κύπρων και των βαριών κουδουνιών με τα οποία είχαμε στολίσει τους αρχηγούς του κοπαδιού. Ο Στάθης είναι πολύ μερακλής, έχει λαχτάρα για τα ταιριασμένα στον ήχο κουδούνια. Ακολουθώντας πιστά την τακτική των προγόνων του, των αρχέγονων Τσιλιγιανναίων νομάδων, κρεμάει ένα κουδούνι στα εφτά πρόβατα με αποτέλεσμα το κοπάδι του να ξεχωρίζει από μακριά και να αφήνει στο διάβα του μια αρμονική μελωδία που ανασταίνει και πεθαμένον. Τα πρόβατα, ακολουθώντας τα μονοπάτια του νομαδισμού, «έβαλαν το βελατό9», καβαλίκεψαν τη «ράχη τη Μακριά» και ξεχύθηκαν στις πλαγιές και στις μακρόσυρτες σάρες10 της. Πήρε άλλη μορφή το βουνό από τον χείμαρρο των προβάτων που ξέσπασε11 ακράτητος. Οι σκυθρωπές πλαγιές του φθινοπώρου άλλαξαν όψη και διάθεση καθώς τις περιέλουσε των προβάτων το αμέτρητο πλήθος με το απαλό λευκό χρώμα και την ήμερη καλοσύνη του. Όπως αγνάντευα από το ύψωμα τα χίλια τόσα πρόβατα να φεύγουν, να φεύγουν για ένα ταξίδι δίχως τελειωμό και να χάνονται μέσα στο σύθαμπο12, ένιωσα μέσα μου μια θλίψη. Συλλογιζόμουν πόσο γρήγορα περνούν για μας τους ποιμένες οι όμορφες μέρες της ζωής μας, πως ένα ακόμη καλοκαίρι τράπηκε σε φυγή στα ονειρεμένα μας βουνά και στα χωριά μας με τους γάμους, τα βαφτίσια, τα πανηγύρια, την επαφή μας με τον κόσμο και πως μας καρτερεί το δύσκολο εξάμηνο της μοναξιάς με τις βαριές ποιμενικές εργασίες, όπως η στράτα για τα χειμαδιά, το στήσιμο των μαντριών και καλυβιών, ο γέννος των προβάτων, το άρμεγμα μέρα και νύχτα και όλα αυτά μέσα στην ορθοστασία13, στις βροχές, στις παγωνιές, στον πόλεμο με τους λύκους και με τις έγνοιες για την πόρεψη των πολύτεκνων οικογενειών μας. Τις στιγμές εκείνες έκαμα μια ευχή: «να πάρουμε μαζί 8. μαυλήσαμε: καλοπιάσαμε, ξεγελάσαμε τα σκυλιά. Ενίοτε οι ποιμένες παρασύρουν τα ζώα με συνθηματικά επιφωνήματα ή σφυρίγματα να έρθουν κοντά τους υποσχόμενοι τροφή ή αλάτισμα χωρίς να ικανοποιούν τα υποσχεθέντα. Μαυλάω ή μαυλίζω, πιθανή προέλευση από αρχ. ελλ. λέξη μαύλις-δος: προαγωγός-μαύλημα (σαγήνευμα)-εκμαυλισμός. 9. έβαλαν το βελατό: άρχισαν να βελάζουν έντονα. Βελατό: βέλασμα, από το ομηρικό βληχή-βληχώμαι-βληχάζω. Από βληχάζω-βεληχάζω συγκεκομμένος τύπος βελάζω-βέλασμαβελατό. 10. σάρα: πλαγιά με μεγάλη κλίση γεμάτη πέτρες και χαλίκια σαρωμένη (γυμνή) από χορτάρι. Από αρχ. ελλ. ρήμα σαρόω-ώ ή σαίρω: σάρωθρον, σαρώνω: καθαρίζω. 11. ξέσπασε: κινήθηκε μαζικά από ψηλότερο σε χαμηλότερο μέρος. Από πρόθεση εκ και αρχ. ελλ. ρήμα σπάω-ώ, αόριστος εξέσπασα-ξέσπασα. 12. σύθαμπο: το αμυδρό φως που επικρατεί ανάμεσα στο ηλιοβασίλεμα και στη νύχτα. Σύθαμπο, από την ομηρική λέξη θάμβος-θαμβέω-θαμπός και πρόθεση συν. 13. ορθοστασία: από το ομηρικό «ορθός» και ρήμα «ίστημι»-στάσις-ορθοστασίαορθοστατώ-ορθοστάτης: όρθιος στύλος. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

59

«Χιόνια πέφτουν στις κορυφές, νερόχιονο στα πλάια άγρια φυσάει στα διάσελα, βουίζουν τα λαγκάδια μάς έρχονται μηνύματα πως ο καιρός αλλάζει πως τα βουνά δεν μας κρατούν, μας καρτερούν οι κάμποι». Ο Τακούλας Β. Σιαπλαούρας σύνταξε τα εφτακόσια πρόβατα για τα τρανά ελάτια στη «Ράχη τη Μακριά», Αύγουστος 1994.

μας τη δύναμη και την αντοχή των βουνών μας και να επιστρέψουμε με το καλό την άνοιξη, άνθρωποι και ζωντανά». Έσμιξε πλέον η μέρα με τη νύχτα, όταν πρόβατα και πραταραίοι14 πέσαμε στη βαθιά χαράδρα του Ασπροποτάμου, η οποία κόβει στα δύο τα βουνά της Φούρκας Παχτουρίου (υψ. 2130μ) και του Κριάκουρα15 της Νεράιδας (υψ. 2150μ). Διαβήκαμε το ποτάμι και το κοπάδι πήρε ν’ ανεβαίνει βόσκοντας την ανηφόρα. Τα πρόβατα προχωρούσαν, αλλά, επειδή οι ώρες της νύχτας είναι αργές στα βουνά, φτάσαμε μετά από δυο ωρών πορεία στη μελισσουργιώτικη στάνη16, στο «Κυρσακούλι». Ο τόπος ήταν χλοϊσμένος17 και τα πρόβατα λαί14. πραταραίοι: βοσκοί και φύλακες προβάτων, συγκεκομμένος τύπος: προβαταραίοι, πρόθεση πρό και αρχ. ελλ. ρήμα βαίνω, βατός-η-ον-πρόβατον, πρατιάς και πρατούρι αντί προβατιάς-προβατούρι, όπως παιδί-παιδούρι. 15. Κριάκουρας: κορυφή των Τζουμέρκων στην οποία ακουμπούν τρια σύνορα, των Μελισσουργών, της Νεράιδας και των Θεοδωριάνων. Κριάκουρας από τη λέξη κράκουρα: απόκρημνα βράχια, κράκουρα-κριάκουρα- κριάκουρας. Κράκουρα, προέλευση από τα ομηρικά «άκρον» και «ούρεα» (όρη)-ακρούρεα-ακρώρεια με παραφθορά της λέξης ακράουρα-κράουρα-κράκουρα. 16. στάνη: η έδρα του νομαδικού τσελιγκάτου δηλ. ποιμένες, ζώα, καλύβια, μαντριά, εν προκειμένω στρούγκα. Στάνη από μετοχή αορ.β΄ αρχ.ελλ. ρήματος ίστημι-στάς-στάσαστάν, «στάσης-στάνης». 17. χλοϊσμένος: σκεπασμένος με χορτάρι. Χλοϊσμένος, από αρχ. ελλ. λέξη χλόη-χλοάζωΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


60

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Ο Γιάννης Δ. Τσιλιγιάννης στην Περεντέσια τραβάει με το κοπάδι του για την Κακαρδίτσα, Αύγουστος 1994. Στου ορίζοντα το βάθος η «Ράχη η Μακριά» που ακουμπάει στην κορυφή της Φούρκας Παχτουρίου Τρικάλων, αριστερά το λιβάδι «Κράλι» και δεξιά το «Καταφύκι» Μελισσουργών.

μαργα, καθώς είναι, απλώθηκαν στο οροπέδιο και νυχτοβοσκούσαν. Κατά τις δέκα η ώρα τα συγκεντρώσαμε κοντά στη στρούγκα και τα γυροβολιάζαμε για να γρεκιάσουν18. Εκείνα όμως δεν λάρωναν με κανέναν τρόπο, ήθελαν να τραβήσουν, να φύγουν, να φύγουν… Σκεφτήκαμε να συνεχίσουμε την πορεία μέσα στη νύχτα, για να πλησιάσουμε τον αυχένα του Σταυρού με τη σκέψη να τον διαβούμε την αυγή. Καθώς περνούσαν οι ώρες, το σκοτάδι μάς έζωνε πυκνό και αδιαπέραστο, το αργοψιχάλισμα19 δεν έλεγε να σταματήσει, μα το πιο τρομακτικό για μας ήταν ότι έπεσε αντάρα πέρα για πέρα, η οποία μας αιφνιδίασε και χάσαμε την ψυχραιμία μας. Αν εμπιστευόμασταν τα πρόβατα, αυτά θα έβρισκαν τον δρόμο τους με το αλάθητό τους ένστικτο. Εμάς όμως μας κυρίεψε ο πανικός. Ο φόβος μήπως χλοΐζω μετοχή παρακειμένου «χλοϊσμένος». 18. γρεκιάζουν: κοιμούνται τη νύκτα εκτός μαντριού (ξώμαντρα) γρεκιάζουν, από τη λέξη γρέκι, τουρκικής προέλευσης-γρεκιάζω-γρέκιασμα-γρεκοτόπι. 19. αργοψιχάλισμα: ψιλή βροχή. Από τα αρχ. ελλ. ρήματα έργω: πράττω και ψίω: κόβω σε μικρά τεμάχια. Έργω-αεργός-αργός- α στερητικό και έργο: αργός: βραδύς, νωθρός. Ψίω –ψίξ- υποκοριστικό ψιχίο-ψίχαλο-ψίχουλο: τρίμμα από ψωμί, πολύ μικρή ποσότητα από κάτι-ψίχα-ψιχάλα + ίζω-ψιχαλίζω. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

61

γκρεμίσουμε τα πρόβατα στα στεφάνια20 και γίνουμε μολόημα21 κλόνισε το ηθικό μας, χάσαμε εκείνες τις στιγμές τη λογική κρίση, δεν είχαμε πλέον την ηρεμία να ανιχνεύσουμε τον τόπο για να βρούμε σημάδια προσανατολισμού, όπως τα τρανά τσιουγκάνια22 ανατολικά μας, τις ολόστρωτες λάκκες της Μτέσας, τις αλα- Ο αλάρωτος ποιμένας Στάθης Λ. Τσιλιγιάννης, ο οποίος ενσάρκωνε ταριές23…Εκεί κοντά στα το όνειρο και τον διακαή πόθο κάθε νομάδα, που ήταν να «φκιάσει μεσάνυχτα επάνω στη χίλια πρόβατα» για να ΄χει άκουσμα και έχος. Ο Στάθης με το βαρύ κοπάδι του στου Κράλι τις αετοπλαγιές, Αύγουστος 1994. σύγχυση και στην ταραχή μας, ο Κώστας Βάνας24 και εγώ μπήξαμε25 τις φωνές συντονισμένα: «βοήθεια, βοήθεια χανόμαστε!!!». Μεσολαβεί βαθιά σιωπή και μεγάλη αγωνία. Απόκριση καμία. Η «ερημιά και ο χάρος» άπλωναν τη φοβέρα τους και μας κύκλωναν ολοένα. Βάλαμε τα δυνατά μας ν’ ακουστούμε και επαναλάβαμε την απεγνωσμένη κραυγή μας. Τότε έφτασαν στα αφτιά μας μακρινά γαβγίσματα σκυλιών και αμέσως μια φωνή, που μας φάνηκε πως ερχόταν από την άκρη του κόσμου: «Τι πάθαταν ορέεε, ποιοι είστιι…». Μας λύθηκαν τα γόνατα από τη συγκίνηση και την ανέλπιστη 20. στεφάνια: γκρεμοί, από το ομηρικό ρήμα στέφω: περικλείω-στέφανος ή στεφάνη- το στεφάνι. 21. μολόημα: αφήγηση, από αρχ. ελλ. ρήμα ομολογώ. Εν προκειμένω, κάθε περιστατικό που είχε ως συνέπεια απώλεια σε ανθρώπους ή σε μεγάλο αριθμό προβάτων, έμενε ανεξίτηλο στη μνήμη των ανθρώπων της περιοχής και μεταφερόταν στους μεταγενέστερους με δραματικότητα πάντα. 22. τσιουγκάνια: συμπαγείς πέτρινοι όγκοι. Από το ομηρικό ρήμα τεύχω, μετοχή παρακειμένου τετυγμένος: επεξεργασμένος, συμπαγής προέρχεται η λέξη τύκος ή τυκάνη: εργαλέιο για επεξεργασία λίθου, υποκορ. τυκάριον-τσυκάριον-τσουκάριον-τσουγκάρι και τσιουγκάνι και τσιούκα: μυτερή κορυφή βουνού. 23. αλαταριές: πλακερές πέτρες τοποθετημένες σε ισοτοπιά κατά προτίμηση πλησίον πηγής ή ρέματος με νερό καθ΄όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, πάνω στις οποίες οι ποιμένες κάθε οκτώ μέρες έριχναν αλάτι και «αλάτιζαν» τα πρόβατα. Από αρχ. ελλ. λέξη άλαςάλατος + κατάληξη ίζω-άλας-αλατίζω-αλαταριά, όπως λαιμός-λαιμαριά. 24. Κώστας Π. Βάνας 1929-2007. 25. μπήξαμε τις φωνές. Από αρχ. ελλ. ρήμα εμπήγνυμι (εν+πήγνυμι), αόριστος α΄ ενέπηξα, μέσος παρακείμενος πέπηγα-εμπήγω. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


62

Νικόλαος Β. Καρατζένης

σωτηρία μας. «Μουλουναίοι κι Βαναίοι, χάσαμαν, δεν ξέρουμι πού είμιστι», αποκριθήκαμε με μια φωνή. «Στη Μτέσα26 είστι ορέεε, στη Μτέσα, αφήτι τα πρότα αδ΄αυτού κι κάμτι απάν, ιλάτι σ΄γκαλύβα να ξημερώσιτι», δευτέρωσε η φωνή, που τώρα τη νιώθαμε πολύ κοντά μας. Καταλάβαμε πια ότι βρισκόμαστε στους Οβορούς 27, όπου είναι η στάνη των συγχωριανών μας ποιμένων, των Τασιαίων28. Τέσσερα-πέντε από τα δικά μας τζομπανόσκυλα διέσχισαν την ομίχλη και το σκοτάδι και έτρεξαν προς το σημείο από το οποίο είχαν ακουσθεί η φωνή και τα γαβγίσματα. Κόψαμε την πορεία του κοπαδιού στο πρώτο ανάραχο. Τα πρόβατα ησύχασαν επιτέλους και τα πολλά έπεσαν για ύπνο, ενώ το ψιλόβροχο δεν μας ξεχνούσε, αλλά μας συνόδευε και εκείνο, ανάλαφρο και αθόρυβο, αλλά νοτερό και ενοχλητικό. Αφήσαμε τα πρόβατα στο γρέκι και ανηφορίζαμε προς τη στρούγκα των Οβορών καθοδηγούμενοι από τα σκυλιά, των οποίων η ορμή στο μεταξύ είχε ανακοπεί από τη λυσσαλέα επίθεση των τζομπανόσκυλων των Τασιαίων, που χύθηκαν εναντίον τους υπερασπιζόμενα την ποιμενική τους εστία. Ο Μήτσιος Ι. Τασηνίκος μάς καρτέρεσε καμιά πενηνταριά μέτρα πιο κάτω από τη στρούγκα. Μπαίνοντας στο καλυβάκι μάς καλωσόρισε με το χαμόγελο ο Μητρέλιας Α. Τασηνίκος, ένας καλότροπος και πρόσχαρος άνθρωπος, του οποίου το κοπάδι αριθμούσε τότε πάνω από πεντακόσια πρόβατα. Ο Κ. Βάνας και εγώ φωλιάσαμε στο καλύβι σαν τα κυνηγημένα πουλιά. Πυρωθήκαμε29 και στεγνώσαμε στη φωτιά, πήραμε μια χαψιά30 ψωμί και πιάσαμε την κουβέντα. Στρίψαμε και ξαναστρίψαμε λαθραίο31 αλλάζοντας τον καπνό μας με των Τασιαίων τον καπνό σαν να θέλαμε να πουμπώσουμε32 τα δύσκολα του νομαδισμού μέσα στα σύννεφα και στους καπνούς. 26. Μτέσα: κρυοπηγή στις ανατολικές υπώρειες της Ρουίστας, που έδωσε την ονομασία της στις όμορφες λάκκες τριγύρω «λάκκες της Μτέσας». Το διαυγές, μεταλλικό νερό της είναι παγωμένο και χωνευτικό. Η δημοτική μούσα θέλει τη φήμη της να έχει φθάσει έως την Κων-λη μαζί με μια άλλη εφάμιλλή της πηγή στη Νεράιδα, μελισσουργιώτικο θερινό λιβάδι. Ιδού ο στίχος: «Η Μτέσα κι η Νεράιδα στην πόλη είναι γραμμένα». 27. Οβοροί: στρούγκα και στάνη σφηνωμένη στους ανατολικούς πρόποδες της ρουίστας. Τα πρόβατά της νέμονται όλη τη Ρουίστα από τον Σταυρό έως την Γκάργκουλα. 28. Τασιαίων, συγκεκομμένος τύπος-Τασηνικαίων. 29. πυρωθήκαμε: ζεσταθήκαμε. Από το ομηρικό ουσιαστικό πυρ-ρήμα πυρόω-ώ, μετοχή παρακειμένου πεπυρωμένος-πυρωμένος-πύρωμα-πυρομάδα. 30. χαψιά: μπουκιά. Από το ομηρικό ρήμα κάπτω: τρώγω γρήγορα- αόριστος α΄ έκαψαέχαψα-χαψιά-χάπτω-χάφτω. 31. λαθραίο: τσιγάρο στριφτό με καπνό που οι νομάδες των Τζουμέρκων αγόραζαν από καπνοπαραγωγούς της Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Η χρήση του ήταν παράνομη γι’αυτό οι ποιμένες το κάπνιζαν με επιφύλαξη. Λαθραίο, από αόριστο β΄ του αρχ. ελλ. ρήματος λανθάνω-έλαθον-λάθρα-λαθραίος, λαθρέμπορος. 32. να πουμπώσουμε: να πνίξουμε. Πουμπώνομαι-πουμπωσιά-πουμπωμάρα: ασφυξία από Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

63

Ο Μήτσιος ο ψηλός33 είναι έξοχος αφηγητής. Ο λόγος του συναρπάζει. Η γλυκύτητα της αφήγησης και η δύναμη της περιγραφής του καθηλώνουν. Όταν τον ακούς, έχεις την εντύπωση ότι είσαι παρών στα γεγονότα και ζεις ο ίδιος όσα μολογάει. Έχει το χάρισμα να ιστορεί τις περιπέτειες της ζωής με τη μαγεία του παραμυθιού. Η μνήμη του είναι ένα πέλαγο γεμάτο από συμβάντα και παθήματα ποιμένων, κλεφτών και τσελιγκάδων από όλη τη Νότια Πίνδο… Της νύχτας όμως προχώρησαν οι ώρες, ήρθε ο ύπνος και μας βρήκε και τους τέσσερις γερμένους πλάι στη φωτιά με το λαθραίο αποξεχασμένο στο στόμα. Ο Κ. Βάνας και εγώ προλάβαμε να κάνουμε μια ευχή: «τ’ Αι Γιωργιού να φέξει34…».

Ο Χρυσόστομος Π. Κάτσινος από τους Μελισσουργούς επί το κοπιώδες έργον του αρμέγματος στη στάνη του, στο φημισμένο λιβάδι Κυρσακούλι. Σε πρώτο πλάνο το πραμαντιώτικο λιβάδι Νταλά, σε δεύτερο η ράχη και το διάσελο «στου Τσιακαρόνι» και κάτω από τον ουρανό η Κακαρδίτσα, η ψηλότερη κορυφή της Ν. Πίνδου, υψ.2429, Ιούνιος 2013, φωτ. Βασίλης Γκανιάτσας.

την πολλή ζέστη. «Η πρατίνα του πούμπουσι τ’αρνί»: το αρνί ψόφησε από ασφυξία τη στιγμή της γέννησής του. Πουμπώνω, ίσως από τη λατινική λέξη pompare: σβήνω. 33. Ο Μήτσιος ο ψηλός: ο Μήτσιος Ι. Τασηνίκος 1931-2012. 34. ανεκπλήρωτη ευχή των νομάδων των Τζουμέρκων δηλωτική της πολύπαθης ζωής τους. Οι άνθρωποι των κοπαδιών εύχονται να παραταθεί η νύχτα, που λαρώνουν υποτίθεται τα πρόβατα, για να προλάβουν να ξαποστάσουν. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


64

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Χαμένοι στην ομίχλη Με το χάραμα ο Κώστας Βάνας και εγώ αποχαιρετήσαμε τον Μήτσιο τον ψηλό και τον Μητρέλια ανάλαφροι κάπως και με ένα αισιόδοξο προαίσθημα ότι η μέρα μας θα ήταν λιγότερο βασανιστική από τη χθεσινή. Η ψιχάλα είχε σταματήσει, μα η αντάρα απλωνόταν πιο πυκνή, παγερή, ύπουλη. Φθάνοντας στο σημείο, όπου είχαμε αφήσει τη νύχτα το κοπάδι, βλέπουμε το γρέκι αδειανό, τα πρόβατα φευγάτα. Κινηθήκαμε προς τον Σταυρό με τη βεβαιότητα ότι θα τα πετύχουμε κάπου εκεί, αφού τα πρόβατα ακολουθούσαν επί χρόνια το ίδιο δρομολόγιο και γνώριζαν ότι ο Σταυρός (2.240μ.) είναι το μοναδικό πέρασμά τους φθινόπωρο και άνοιξη. Κοιτάξαμε τα υψώματα, όπου θα μπορούσαν να κοιμηθούν τη νύχτα, εξετάσαμε τη ρούγα του αυχένα. Κανένα στοιχείο δεν μαρτυρούσε την παρουσία προβάτων. Αν διάβαινε τον Σταυρό ένα βαρύ κοπάδι με χίλια τριακόσια πρόβατα, αυτά θα άφηναν αδρές τις πατημασιές τους στο βρεγμένο χώμα. Μάς έκαψαν τα σημάδια35… Οι λέξεις δεν έχουν τη δύναμη να αποδώσουν όσα ζήσαμε δυο άνθρωποι μονάχοι στον πιο άγριο αυχένα της Νότιας Πίνδου, όταν συνειδητοποιήσαμε ότι χάσαμε χίλια τόσα πρόβατα και εκατόν τριάντα γίδια. Ένας κόμπος μάς έπνιξε στον λαιμό, η φωνή μας έσβησε, κάτι άναρθρες κραυγές ψελλίζαμε. Ο νους μας σταμάτησε να λειτουργεί ώσπου να χωνέψουμε την τρομερή σοβαρότητα και την κρισιμότητα αυτού που μας έλαχε. Δεν ήταν πέντε, δέκα, πενήντα, εκατό, διακόσια πρόβατα αλλά χίλια τριακόσια!!! Πού να το χωρέσει ανθρώπου νους, σε ποιον να το πούμε, πώς να το μολογήσουμε, ποιος θα το πίστευε; Ο ουρανός είχε πέσει πάνω μας και μας είχε καταπλακώσει. Νιώσαμε πως αδειάζει το αίμα από το σώμα μας και φεύγει από τα δάχτυλα των ποδιών μας σαν κάτουρο. Κατευθείαν ο νους μας πήγε στη συμφορά: λύκοι έπεσαν μέσα στα πρόβατα και τα σκόρπισαν σε δύση και ανατολή, άλλα έφαγαν και άλλα τα γκρέμισαν… Κάθε πρωί τους μήνες του καλοκαιριού τα βουνά ξυπνούν με των προβάτων τα κουδούνια και τα βελάσματα, τούτη την καταραμένη μέρα βουβάθηκαν, η σκοτεινιά τύλιξε του ήλιου το φως και η κατακαθισμένη αντάρα κατάπιε τους ήχους, τις κινήσεις και τα ίχνη των προβάτων. Επάνω στη ζάλη μας πήραμε αποφάσεις. Παρατήσαμε τις κάπες ανάμερα στον Σταυρό και βγήκαμε στο κατάραχο από όπου φαινόταν των Οβορών η στρούγκα και ακούγονταν οι φωνές μας. Ενημερώσαμε τον Μητρέλια και τον Μήτσιο τον ψηλό για το καινούριο μας κακοπάθημα ζητώντας την όποια συνδρομή τους. Εκείνες τις στιγμές άρχιζε για μας το πιο ψυχοφθόρο μαρτύριο της νομαδικής ζωής, η αναζήτηση «των χαμένων προβάτων» 35. μάς έκαψαν τα σημάδια: τα αποδεικτικά στοιχεία είναι δυσοίωνα, μάς προετοιμάζουν για κάτι δυσάρεστο που θα μάς ζεματίσει. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

65

μέσα στα ανυπότακτα βουνά με έναν καιρό σταυρωτή και απροκάλυπτα εχθρικό. Ο Κώστας Βάνας πήρε ολόραχα τον ζυγό και έφτασε ως τον Κριάκουρα, εγώ ακολούθησα αντίθετη πορεία, πέρασα τη Ρουίστα36 και κατέληξα στην Γκάργκουλα37. Από την αγωνία μας δεν βλέπαμε μπροστά Ο Μήτσιος Ι. Τασηνίκος και ο Μητρέλιας Α. Τασηνίκος στη στάνη των Οβορών. Νότια υψώνεται ο Κριάκουρας στα 2150μ., ο οποίος με μας. Πέφταμε πάνω σε τις οξύθυμες κορυφές του το βάθος του ουρανού λογχίζει και τους βράχια, παραπατούσαποιμένες φοβερίζει. Ιούνιος 1986. με στα μονοπάτια, γλιστρούσαμε στις πλαγιές τις κατάσπαρτες από την τούφα, τα φύλλα της οποίας ήταν βελόνια. Ματώσαμε στα χέρια και στην καρδιά μας. Δεν σταθήκαμε τυχεροί, δεν βρήκαμε ούτε ένα κοπαδάκι από χίλια τριακόσια πρόβατα, δεν ακούσαμε βέλασμα, ούτε γάβγισμα, δεν είδαμε τορό. Η πίκρα κατακάθιζε σαν αρμύρα στα χείλη μας, οι σκέψεις ακόνιζαν σαν μαχαίρια όλη μας την ύπαρξη, η χολή και η οργή ποτάμι που άφριζε μέσα μας και αναζητούσε τρόπο και πόρο να ξεσπάσει. Κατά το μεσημέρι γυρίσαμε στον Σταυρό άπρακτοι με τις κλίτσες στα χέρια για να συνεννοηθούμε, πώς και τι θα κάνουμε. Οι ενοχές είχαν αρχίσει να μάς δαγκώνουν: γιατί 36. Ρουίστα: ψηλόραχη στα πραμαντιώτικα βοσκοτόπια που ορθώνεται παράλληλα και ανατολικά της Στρογγούλας και των Μελισσουργών. Το νοτιότερο σημείο της είναι ο Σταυρός και το βορειότερο η Γκάργκουλα. Επειδή οι ανατολικές πλαγιές της είναι πολύ απότομες, τα πρόβατα που έβοσκαν σε αυτή δεν μπορούσαν να κατέβουν, παρά μόνο με ρούσιμο από τα σύρματα που ριγώνουν τα χαλιάδια της. Ρουίστα , από αρχ. ελλ. ρήμα ορούω, μέλλοντας ορούσω: ορμώ γρήγορα προς τα εμπρός ή από αρχ. ελλ. ρήμα ρέω-ροή-ρούς. 37. Γκάργκουλα: στρούγκα και στάνη κατάραχα στη Ρουίστα, που βρίσκεται στο μεγαλύτερο υψόμετρο από όλες τις πραμαντιώτικες, ματσουκιώτικες και μελισσουργιώτικες στρούγκες γι’αυτό πολύ συχνά οι κεραυνοί του Δία των Άκρων την έχουν βάλει στο σημάδι. Τα πρόβατα στην Γκάργκουλα ζούσαν σχεδόν διψασμένα. Οι ποιμένες αναγκάζονταν μια - δυό φορές την εβδομάδα να τα κατεβάζουν για νερό στους λάκκους στο Στουρνάρι. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


66

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Η Ρουίστα των ανέμων, των κεραυνών και των καταιγίδων, άτρωτη από τα βέλη των αιώνων έχει συνδέσει τη μοίρα της με τους σταυραετούς, τα κοπάδια και τους νομάδες. Η Ρουίστα σε όλη της την έκταση από την Γκάργκουλα έως τον Σταυρό, Μάιος 2004.

αφήσαμε αφύλαχτα τα πρόβατα; Γιατί δεν πλαγιάσαμε στο φτερό του κοπαδιού; Γιατί ενεργήσαμε με ελαφρότητα και πήραμε αψήφιστα την αντάρα; Αν δεν είχαμε κοιμηθεί στο καλυβάκι, θα νιώθαμε τα πρόβατα στον πρόγκο τους, αν δεν φεύγαμε το βράδυ από το Κυρσακούλι και κρατούσαμε τα πρόβατα εκεί ως την αυγή, αν ρίχναμε και μια τελευταία ματιά στα πρόβατα τα μεσάνυχτα πριν κοιμηθούμε; Αν, αν, αν… Επειδή οι ώρες περνούσαν, συμφωνήσαμε να πάρει με τη σειρά ο Κώστας τις πραμαντιώτικες στρούγκες και να ρωτήσει τους πραταραίους μην είδαν πρόβατα, μην άκουσαν τα γίδια και εγώ να φέρω γύρα τις ματσουκιώτικες στάνες. Επάνω στην απελπισία μας έρχεται ο Μητρέλιας από του Καμψιαρά, όπου έβοσκαν τα πρόβατά του, και μας πληροφορεί ότι χαμηλά στο Θεοδωριανίτικο είχε ακούσει βαριά κυπριά και μεγάλη κουδούνα να βαρούν. Μια πνοή ελπίδας φύσηξε μέσα στης ψυχής μας τη συννεφιά και μια σταλαξιά από φως έφεξε στου μυαλού μας τη θολωσιά. Σκεφτήκαμε να σφιχτεί38 ο Κώστας προς τα εκεί και εγώ να μην αλλάξω σχέδιο και πορεία. Στο μεταξύ ο Θόδωρος Καρατζένης και ο Στάθης Τσιλιγιάννης διάβηκαν με τα μουλάρια39 στον Σταυρό κατά τις δέκα η ώρα και, αφού δεν μάς συνάντησαν, 38. να σφιχτεί: να σπεύσει με βιασύνη. Από αρχ.ελλ. ρήμα σφίγγομαι. Η σφίξη, η ανάγκη κάνει τον άνθρωπο να δράσει πάραυτα και αποτελεσματικά. 39. μουλάρια, από αρχ.ελλ. λέξη πώλος: νεαρό ζώο αρσενικό ή θηλυκό. Πώλος – πουΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

67

«Μας ήρθε ο φθινόπωρος, μας έρχεται χειμώνας πέφτουν τα φύλλα της οξυάς κι η πάχνη στα χορτάρια και τα κοπάδια ξεκινούν κι όλα τα τσελιγκάτα φεύγουν τα λάια πρόβατα στα χειμαδιά να πάνε η στράτα είναι μακριά, νύχτωσε δεν προπάνε». Τα εννιακόσια τόσα λάια πρόβατα του Γιάννη Γ. Ανθούλη στην Ανθρακιά Γρεβενών, Οκτώβριος 2017.

νόμισαν πως τα πρόβατα και εμείς είχαμε γείρει στον αυχένα και πως θα μας πετύχουν στον δρόμο τους. Όταν έφτασαν στο Ανάπαμα, είδαν της μέρας το φως γιατί η κυριαρχία της ομίχλης τελείωνε εκεί. Αγνάντεψαν τις ορθές πλαγιές έως κάτω στα παραπόταμα του Αράχθου, πρόβατα δεν φαίνονταν πουθενά, δεν ακούγονταν κουδούνια. Ερημιά παντού, μόνο το αλαργινό αχολόι των νερών από τα ποτάμια τα μελισσουργιώτικα έφτανε στα αφτιά τους και κάποιες τραχιές κρωξιές από κοράκια. Τίποτε άλλο. Ανησύχησαν και κλονίστηκαν γιατί κατάλαβαν πως κάτι κακό μας βρήκε και αποφάσισαν να φύγει για την Πράμαντα ο Θόδωρος για να ζητήσει βοήθεια και ο Στάθης να γυρίσει αμέσως πίσω να δει και να μάθει τι και πώς!!! Τσάκιζε40 η μέρα, όταν ο Στάθης διάβαινε ξανά τον Σταυρό πνιγμένος στους φόβους και τον ιδρώτα. Εκεί στους λάκκους του Σταυρού κατά την άκρη του γκρεμού προς το μελισσουργιώτικο σύνορο ένα γάβγισμα τον αιφνιδίασε. Ήταν το καλωσόρισμα από τον Μούργκο41, ένα ατρόμητο τζομπανόσκυλο. Ο Στάλάρι – μουλάρι – μπλάρ(ι) στους νομάδες των Πραμάντων. άλλη εκδοχή: από το λατινικό μούλος: νόθος. 40. τσάκιζε η μέρα: είχε περάσει το μεσημέρι και πήγαινε για απόγευμα. 41. μούργκος: σκυλί με σταχτόμαυρο χρώμα. Προέρχεται από αρχ.ελλ. ρήμα αμέλγω: αρΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


68

Νικόλαος Β. Καρατζένης

θης χάιδεψε τον ακριβό του σύντροφο· παρατήρησε όμως ότι το σκυλί ήταν κάπως σκεφτικό, κάτω δε από το αφτί του έφερε νωπό τραύμα από δαγκωσιά, που κίνησε την υποψία του. Από το μελισσουργιώτικο συνάμα ανέβαιναν βόσκοντας προς τη ράχη του βουνού πρόβατα. Ο Στάθης πίστεψε πως θα μας Ο Κώστας Δ. Μολώνης επί μισόν και πλέον αιώνα χάρηκε έβρισκε εκεί με το κοπάδι, η εκατοντάδες πρόβατα, κρέμασε κουδούνια σε σουρταριάρες πραγματικότητα όμως σκληπροβατίνες, άφησε φούντες σε γαλαρομήλιορες*, πάλεψε με ρή, τον διέψευσε. Φώναξε, τους λύκους και τους καιρούς. Παροιμιώδης όμως θα μείνει στους ποιμένες των Πραμάντων η ικανότητά του να γνωρίζει ξαναφώναξε, μα απόκριση το καθένα από τα εφτακόσια πρόβατα του κοπαδιού του από δεν πήρε. Διαπίστωσε ότι στο τη βελαξιά του μόνο. μπουλούκι εκείνο υπήρχαν Ο Κώστας με τη γυναίκα του Σταυρούλα στη Μάνινα Μεσοεκατόν σαράντα πέντε πρόλογγίου, Μάρτιος 1993. βατα μόνο. Για να ανακόψει *γαλαρομήλιορα: προβατίνα δύο χρόνων που γέννησε πρώιμα. Από την πορεία τους, γύρισε πίσω την ομηρική λέξη γάλα-γαλάρια-γαλάρα και αρχ. ελλ. λέξη μήλον: το κοπαδάκι προς τη Μτέσα. πρόβατο, μήλον-μηλιόρα-μπλιόρα. Πριν καλά - καλά καπνίσει 42 έναν καπνό, τράβηξε βόρεια να «χαλέψει» για τα πρόβατα. Εγώ από την ώρα που χωρίσαμε με τον Κώστα Βάνα στον Σταυρό αλώνισα για δεύτερη φορά της Ρουίστας την ανεμόδαρτη ράχη. Αργότερα περιπλανήθηκα στα ματσουκιώτικα λιβάδια Τροΐλα και Αφεντική δίχως αποτέλεσμα. Είχα ξεπεράσει και το τελευταίο σύνορο της αντοχής μου και από στιγμή σε στιγμή ένιωθα πως θα πέσω λιποθυμισμένος στο χώμα. Δεν ήταν ο σωματικός πόνος, αυτός που παρέλυε τις δυνάμεις μου, όσο η ψυχική οδύνη για τον χαμό μιας στάνης προβάτων. Ήταν δεν ήταν δύο ώρες μέρα όταν η τύχη μού χαμογέλασε, αφού όλη τη μέρα μού είχε βγάλει την πίστη ανάποδα. Εκεί στα σύνορα της Λαγκάδας με την Αφεντική πέφτω πάνω σ’ ένα κοπάδι πρόβατα τα οποία φύλαγαν μέγω, αμέλγω – αμολγός: η ώρα του αρμέγματος στην αρχή της νύχτας (λυκόφως) και στο τέλος αυτής (λυκαυγές), που έχουν σκοτεινό χρώμα. αμέλγω – αμολγός – αμόργης – αμούργκα: το κατάμαυρο κατακάθι από τη σύνθλιψη της ελιάς. αμέλγω – αμολγός – αμόργης – αμούργκα – μούργκα – μούργκος. 42. χαλεύω: ζητώ, αναζητώ κάτι. από αρχαία δωρικής προέλευσης λέξη χαλά – χηλή: παλάμη – χαλεύω: απλώνω την παλάμη, από την ίδια ρίζα αρχ.ελλ. ρήμα χαίνω: ανοίγω πολύ, χάσκω. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

69

ο Γκεμάλης και η Κολοβή, που ήρθαν να με προϋπαντήσουν. Ένιωσα από το στήθος μου να φεύγει μια βαριά, πολύ βαριά πέτρα βλέποντας μπροστά στα μάτια μου έστω και ένα κοπαδάκι από τα χίλια τριακόσια πρόβατα ύστερα από τόσο φρικτή αβεβαιότητα. Τα μέτρησα με λαχτάρα, ήταν διακόσια ογδόντα δυο, τα περισσότερα από το σημάδι Η Έλλη Λ. Σφρίντζερη και ο Ν.Β.Κ στου Σταυρού τον περιτου Στάθη. Οι παλιοί πρατα- λάλητο αυχένα όπου οι Πελασγοί και οι Αθαμάνες νομάδες ραίοι από πάππο προς πάππο ύψωσαν έναν πέτρινο πύργο ως λατρευτικό μνημείο του Δία έλεγαν και ξανάλεγαν πως των Άκρων δηλώνοντας τον σεβασμό τους προς τον θεό της τα νομαδικά πρόβατα, άλογα Ράχης, επικαλούμενοι συνάμα την εύνοιά του για να «γέρνουν» τα κοπάδια τους την άνοιξη και το φθινόπωρο με ήπιο και γίδια έχουν γερό μνημο- καιρό χωρίς κινδύνους και απώλειες. Ιούλιος 2010. νικό. Τα πρόβατα επιβεβαίωσαν για άλλη μια φορά των παλαιών τον λόγο. Κατά τον πρόγκο τους τη χθεσινή νύχτα, ως φαίνεται, τα πρόβατα του Στάθη κόπηκαν43 από το μεγάλο κοπάδι και τράβηξαν βόρεια γιατί θυμήθηκαν τα παλιά τους λημέρια, αφού τα προηγούμενα χρόνια ξεκαλοκαίριαζαν στο ματσουκιώτικο λιβάδι, «τον Λόγγο». Οι ώρες διάβαιναν δίχως γυρισμό. Τα πρόβατα έπρεπε να σπάσουν την αντάρα, να διαπεράσουν τις ανηφορικές πλαγιές και να πεταχτούν στη ράχη, στο πραμαντιώτικο. Έκοψα44 μπροστά καμιά δεκαπενταριά μαζί με δυο κριάρια με τα κουδούνια. Το κοπάδι σουρτάριασε45 βελάζοντας. Είχαμε αφήσει πίσω μας τη στρούγκα της Λαγκάδας, όταν μέσα από την ομίχλη φανερώθηκε ο Στάθης ανάστατος και θλιμμένος. Πήρα θάρρος, άρχισα να ξεμουδιάζω46 με την παρουσία ενός δικού μου ανθρώπου. Χάρηκε, όταν είδε τα πρόβατα ζωντανά. Χάρηκα και εγώ, όταν ο Στάθης μού μίλησε για τα εκατόν σαράντα πέντε πρόβατα, που βρήκε στον Σταυρό. Έσβηνε της μέρας το τελευταίο φως. Κάπες δεν είχαμε να πλαγιάσουμε κο43. κόπηκαν τα πρόβατα: ξεκόπηκαν από το κοπάδι, από το ομηρικό ρήμα κόπτω. κομμένα πρόβατα, από μετοχή παρακειμένου κεκομμένος – συγκεκομμένος τύπος κομμένος. 44. εκοψα μπροστά: ξεχώρισα από τα υπόλοιπα, συνώνυμο έρουσα. 45. σουρτάριασαν: τα πρόβατα σε συνεχή ροή κινούνται προς κάποια κατεύθυνση, σουρτάρα: (επίρρημα) τα πρόβατα αρμαθιασμένα πηγαίνουν για βοσκή ή για νερό ή για το μαντρί. Από αρχ.ελλ. ρήμα: σύρω – συρτάρι – συρταριάζω – σουρταριάζω. 46. ξεμουδιάζω: αποβάλλω τον φόβο. Από αρχ.ελλ. ρήμα αιμωδιώ: μουδιάζω, ναρκώνω και το αρνητικό – στερητικό μόριο ξε, ξε+αιμωδιώ –ξεμωδιώ – ξεμουδιάζω – μούδιασμα. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


70

Νικόλαος Β. Καρατζένης

ντά στα πρόβατα, ο ιδρώτας και η ομίχλη πάγωναν στο κορμί μας, ψωμάκι δεν είχαμε μαλάξει47 στα χέρια μας όλη τη μέρα. Ορμώσαμε48 τα πρόβατα προς την Γκάργκουλα και κινήσαμε για την Περεντέσια, όπου ξεκαλοκαίριαζε ο ξαδερφός μας, ο Γιάννης Δ. Τσιλιγιάννης. Η ατυχία όμως μας συνόδεψε έως εκεί. Ο Γιάννης είχε πάρει τον δρόΟ Κώστας Π. Βάνας υπήρξε μαχητής της ζωής. Όταν πούλη- μο για τα χειμαδιά. Μπήκαμε σε τα πρόβατα, δεν προτίμησε τις ήρεμες μέρες, αλλά έγινε στο καλυβάκι. Η ερημιά και αγωγιάτης. Τα χέρια του απόστασαν, πόνεσαν τα στήθη του η αντάρα το είχαν καταλάαπό το φόρτωσε-ξεφόρτωσε. Ως αγωγιάτης έδινε μάχη με τον χρόνο για να προλάβει να μεταφέρει ανθρώπους, αγαθά και βει. Μας πήρε το παράπονο, η απαντοχή μας διαψεύστηκε ιδέες από τόπο σε τόπο. Ο Κ. Βάνας με τα μουλάρια του, στην Αμφιλοχία Ακαρνα- μεμιάς. Το μόνο φως μέσα στο νίας. Καβάλα στην πρώτη μούλα η κορούλα του, Βασιλική, χειροπιαστό σκοτάδι ήταν η Ιούλιος 1978. τρεμολαμπή από τα τσιακμάκια μας. Κοιτάξαμε μήπως βρούμε ξύλα για τη φωτιά. Ο Γιάννης δεν είχε αφήσει ούτε πελεκούδι49. Πόσο μακρινή ανάμνηση φάνταζε στη σκέψη μου η φωτούλα στο ζεστό καλυβάκι των Οβορών! Ονειρευόμουν τον Μητρέλια και τον Ψηλό ξαπλωμένους γύρω από τη γωνιά να καπνίζουν, να καπνίζουν και να προσπαθούν να δώσουν εξήγηση στην αναποδιά που μας έτυχε στα καλά – καθούμενα τριακόσια μέτρα παραπέρα από τη στάνη τους. Παρά τις σκληρές ώρες, που ζήσαμε όλη τη μέρα, είχαμε ωστόσο μια ευχάριστη κατάληξη. Είχαμε σιγουρέψει τετρακόσια εικοσιεφτά πρόβατα, πράγμα που ενίσχυε τις προσδοκίες μας ότι αύριο θα βρούμε και τα υπόλοιπα. Το γεγονός ότι ήμασταν δυο άνθρωποι μαζί, που ο ένας έδινε κουράγιο στον άλλον, απάλυνε κάπως τις αγωνίες μας. Όμως η ανησυχία και οι φόβοι αγκύλωναν50 την ψυχή μας: τι απέγινε ο Κώστας Βάνας; Γιατί δεν έδωσε σημεία ζωής όλη 47. μαλάζω: πιάνω, εγγίζω, καταπραΰνω, από αρχ.ελλ. ρήμα μαλάσσω – μαλακός. 48. ορμώσαμε: κατευθύναμε. από το ομηρικό ρήμα ορμάω – ώ, αόριστος ώρμησα: θέτω σε κίνηση. 49. πελεκούδι: μικρό κομμάτι ξύλου αποσπασμένο από κορμό ή από πιο χοντρό ξύλο με αιχμηρό εργαλείο. από αρχ.ελλ. λέξη πέλεκυς – πελεκώ – πελεκίδα – πελεκούδα – πελεκούδι. 50. αγκύλωναν: μάς πλήγωναν, μάς στενοχωρούσαν. από αρχ.ελλ. λέξη, αγκύλος: κυρτός ως η μύτη του αετού – ρήμα αγκυλόω – ώ – αγκυλώνω. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

71

Τα «Λιβάδια τα Μελισσουργιώτικα» με το χαμηλό τους υψόμετρο και τα πλάια που ξεκινούν από αυτά με το χοντρό χορτάρι τους υπήρξαν ιδανικός φθινοπωρινός σταθμός για τους νομάδες των Μελισσουργών και των Πραμάντων στη μακραίωνη οδύσσειά τους. Τα χίλια πρόβατα του Μήτσιου Κ. Νούτσου και του Κώστα Δ. Τσιλιγιάννη στα Λιβάδια, Ιούνιος 2009.

μέρα; Πού και πώς να νύχτωσε; τα στεφάνια τη νύχτα με την αντάρα είναι επίφοβα, τα μονοπάτια χάνονται, τα πόδια παραπατούν, τα γίδια κυλούν πέτρες. Δεν είναι και λίγοι οι δικοί μας άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους σε τούτους τους άσπλαχνους γκρεμούς… Για να μην πλαγιάσουμε στο νοτισμένο χώμα, ζυγώσαμε στη βάση του τοίχου της καλύβας δυο πλακερές πέτρες, που ο Γιάννης είχε για γωνολίθια51 και καθίσαμε πάνω σε αυτές με λυγισμένα γόνατα με προσκέφαλό μας πάλι την πέτρα της ξερολιθιάς του καλυβιού. Πάνω λοιπόν στην πέτρα της οργής, της υπομονής αλλά και της προσμονής, τούτες τις σκέψεις κάναμε προτού η ταραχή της μέρας κλείσει τα βλέφαρά μας: «καλότυχοι και καλόημεροι όσοι χορταίνουν το ψωμάκι με λιγότερο κόπο και ακόμα πιο τυχεροί όσοι αλαφρωμένοι από έγνοιες χαίρονται την ηρεμία του ύπνου». Ύστερα από έναν ολιγόωρο ύπνο -τι ύπνος ήταν και εκείνος-, αφού κάθε λίγο και λιγάκι πετιόμασταν πάνω από τα παραμιλητά, τα βασανιστικά όνειρα, το κρύο και την πείνα, ξυπνήσαμε περισσότερο αποσταμένοι. Είπαμε να μην δοκιμάσουμε να κοιμηθούμε πάλι, αλλά να βάλουμε σε τάξη τις κινήσεις 51. γωνολίθια: δυο μακρόστενες πέτρες που μπαίνουν στις δυο άκρες του πυρομάχου για να εμποδίζουν τα κάρβουνα να σκορπούν και να βγαίνουν έξω από τη γωνιά. Εν προκειμένω δυο πέτρες στις οποίες οι ποιμενόβιοι στήριζαν το κακάβι για να βράζουν το γάλα, τοποθετημένες σε μια γωνιά του καλυβιού ή και εκτός αυτού, γωνολίθι, από την αρχαία ιωνικής προέλευσης λέξη το «γόνυ – γούνατος», στον πληθυντικό «τα γούνα» - γωνία και την ομηρική λέξη λίθος, γωνία + λίθος – γωνολίθι. Στον Όμηρο η λέξη ιγνύα: η αγκύλη που σχηματίζει το πόδι όταν λυγίζει στο γόνατο, γνύψ – γνύπετος: ο πίπτων στα γόνατα – γονυπετής – ρήμα γουνάζομαι – γωνιά. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


72

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Ο Θόδωρος Δ. Καρατζένης δεν σήκωσε ποτέ κλίτσα να φοβερίσει ή να βαρέσει πρόβατο, αλλά ως «καλός ποιμήν» με την πραότητά του εξασφάλιζε τη συναίνεση των προβάτων στα κελεύσματά του. Ο Θ.Δ. Καρατζένης με τον γιό του Μητράκη στην Τζέρτζοβα Στρογγυλοβουνίου Μεσολογγίου, Απρίλης 1976.

μας από εδώ και πέρα περιμένοντας την αυγή. Το ξημέρωμα όμως αργούσε γιατί η Περεντέσια είναι χωμένη σε ένα γούπατο52 στα ριζά της Κακαρδίτσας53 και δεν βλέπει ορίζοντα ούτε τις καλές μέρες. Κάποτε φάνηκε ότι έφεξε, αλλά το φως δεν έφτασε ως εμάς. Ο καιρός μάς έδειχνε ακόμη το σκληρό του πρόσωπο. Εκεί που περιμέναμε να βγει ο ήλιος και να διώξει το κακό, άρχισε πάλι το αργό ψιχάλισμα και η αντάρα μάς έσφιγγε θανάσιμα. Εκείνη τη στιγμή ήρθαν 52. γούπατο: κοίλωμα εδάφους χωρίς ορίζοντα. γούπατο, πιθανή προέλευση από συμφυρμό των λέξεων γούβα + πάτος. Γούβα από τη λέξη γρώνη με ρίζα από το ομηρικό γράω – ώ: τρώγω, ροκανίζω. γρώνη – γρούνη – γούρνη – γούρα – γούβα με αντιμετάθεση (γρούνη – γούρνη). πάτος: από αρχ.ελλ. ρήμα πατώ. γούβα + πάτος – γούπατο, άλλη εκδοχή: γη και πάτος – γήπατο – γούπατο. 53. Η Κακαρδίτσα είναι, η ψηλότερη κορυφή της Νότιας Πίνδου, 2429 υψόμετρο. Η απόληξή της αποτελεί σύνορο τεσσάρων χωριών: των Πραμάντων, του Ματσουκιού, της Αθαμανίας και του Γαρδικίου. Κακαρδίτσα, ετυμολογείται από τη λέξη κακαρίτσα, η οποία παράγεται από το ηχοποιημένο ρήμα κακαρίζω, κακαρίτσα σημαίνει περδικούλα γιατί όντως το βουνό αυτό είναι τόπος της πετροπέρδικας. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

73

στον νου μου τα λόγια του Τόλη Γ. Τσιλιγιάννη, ενός πρατομάχου54 ποιμένα, ο οποίος περπάτησε όλη τη Νότια Πίνδο με τα κοπάδια του: «Όλα πολεμιούνται στα βουνά, ο αέρας, η βροχή, το χαλάζι, το χιόνι, ακόμα και ο λύκος. Η αντάρα δεν πολεμιέται. Άμα απλωθεί αυτό το καταραμένο σεντόνι, τα πρόβατα χάνουν, δεν ξέρουν «σια πού να κάμουν», τους πραταραίους τους πιάνει λαβούρα55. Ακόμη και αν ξέρουν τον τόπο σπιθαμή προς σπιθαμή, με την αντάρα τους φαίνεται άγνωστος. Δεν ακούγεται ούτε κουδούνι, ούτε βελαξιά, ούτε σκύλου αλύχτημα στα πενήντα μέτρα από σένα».

Ατέλειωτοι παιδεμοί, προσδοκίες, διαψεύσεις Ο Στάθης56 τράβηξε για την «Γκάργκουλα» να προλάβει τα 282 πρόβατα στο γρέκι και εγώ κίνησα για τα «Χίλια Εξήντα»57, το «Στουρνάρι»58 και τις «Νταλάδες». Ορίσαμε αντάμωση στον Σταυρό κατά το μεσημέρι, βρω, δεν βρω άλλα από τα «χαμένα πρόβατα». Ο Στάθης έφτασε με το κοπάδι στον αυχένα. Εκεί συνάντησε τον Κώστα Βάνα με τα 130 γίδια και τα 145 πρόβατα, που ο ίδιος την προηγούμενη μέρα είχε στομώσει59 κατά τη Μτέσα. Με απερίγραπτη χαρά ο Κώστας του ανέφερε ότι κατά τις έντεκα η ώρα πέρασε τον Σταυρό ο αδερφός του, ο Στάθης Π. Βάνας, ο οποίος κατέφθασε από την Πράμαντα να μας βοηθήσει και ήδη έχει πάρει δίπλα τα βουνά γυρεύοντας τα πρόβατα. Εγώ έφαγα τον τόπο δάγκα60, πρόβατα πουθενά! Η απελπισία και ο θυμός πάλευαν μέσα μου σκληρά, δεν άφηνα όμως να με γονατίσει η ηττοπάθεια. Είναι 54. πρατομάχος: ποιμένας που έχει αφιερωθεί με αυταπάρνηση στα πρόβατα. Φροντίζει τη βόσκηση, το φύλαγμα, το πότισμά τους και τα προφυλάσσει από τους ανέμους, τις παγωνιές, τις ζέστες, περνάει τη ζωή του ορθός. Πρατομάχος από παράγωγο του αρχ. ελλ. ρήματος προβαίνω – πρόβατον – προβατίνα – συγκεκομμένος τύπος πρατίνα και ομηρικό ρήμα μάχομαι, προβατομάχος – πρατομάχος. 55. λαβούρα: φόβος και ταραχή, από αρχ.ελλ. ρήμα λαμβάνω, αόριστος β΄ έλαβον – λαβή + κατάληξη «ούρα» που φανερώνει ποσότητα, όπως πεζός – πεζούρα, κοπάδι – κοπαδούρα. 56. Στάθης Λ. Τσιλιγιάννης 1938 – 2017. 57. Χίλια Εξήντα: είναι τα «καθαρά σπανά» στα πραμαντιώτικα λιβάδια σε ύψος 1500 –1800μ. αποτελούν τον κύριο βοσκότοπο της στάνης «Στουρνάρι» ευρισκόμενα ανάμεσα σε Κακαρδίτσα και Ρουίστα. Η ονομασία του τόπου οφείλεται στην ανηλεή σφαγή 1060 προβάτων Μελισσουργιωτών νομάδων από Πραμαντιώτες περί το 1810, όταν φιλονικούσαν για τα σύνορα οι εν λόγω ποιμένες (Νίκος Παπακώστας «Ηπειρωτικά» Αθήνα 1967. σελ.303.). 58. Στουρνάρι: στάνη στα πραμαντιώτικα λιβάδια, νότια της Κακαρδίτσας στην, οποία έβοσκαν 3500 – 4000 πρόβατα. 59. είχε στομώσει: είχε στρέψει το κοπάδι προς άλλη κατεύθυνση. Από αρχ.ελλ. ρήμα στομόω –ώ - στομώνω – στόμωμα: σταμάτημα ή αλλαγή κατεύθυνσης του «στόματος» του κοπαδιού, δηλ. των προβάτων που βρίσκονται μπροστά στο κοπάδι. 60. έφαγα τον τόπο δάγκα: αλώνισα όλον τον τόπο σπιθαμή προς σπιθαμή, τον δάγκωσα, Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


74

Νικόλαος Β. Καρατζένης

αλήθεια πως ένα σύμπτωμα ήττας παραμόνευε για να σπάσει τις αντοχές μου. Κατέβαινα βαριά και αργά από τα «Χίλια Εξήντα». Οι στουρναρόπετρες τρυπούσαν τα πόδια μου, οι αμφιβολίες δηλητηρίαζαν την ψυχή μου. Στην Τζούμα πάνω από Ο Στάθης Βάνας είχε «μουσικό αφτί», έτρεφε πάθος μέγα για κύπρους «το Στουρναρι» έμπηξα και κουδούνες και αρμάτωνε τα πρόβατά του με ζήλο και γνώση. τις φωνές με την απαντοΟ Στάθης με το κοπάδι του στα Μπινέλια Πραμάντων, Ιούνι- χή να με ακούσει κάποιος ος1992. πρατάρης της ερημιάς. Έγδαρα τον λαιμό μου από τις κραυγές. Δυστυχώς και αυτές τις έπνιξε η αντάρα. Δεν ακουγόταν παρά μόνον ένας ήχος, ο απελπιστικός ήχος του φόβου και της σιωπής. Έφευγα για τον Σταυρό άπρακτος για άλλη μια φορά… Εκεί κοντά στο Σκυλολίβαδο ήρθαν για μένα τα κάτω-πάνω. Ένα κοπάδι πρόβατα έβοσκε λαρωμένο61. Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε μέσα από τα σπλάχνα μου. Με δυό-τρια σφυρίγματα τα πρόβατα μαζεύτηκαν σωρό. Ο Μπέλλος62 και η Καλούλα63 ήρθαν τρέχοντας κοντά μου. Η σκύλα στάθηκε απέναντί μου και με κοίταζε στα μάτια ερευνητικά. Ο Μπέλλος ήταν κάπως απόμακρος. Τα μάτια του ήταν σκυθρωπά. Μου έδινε την εντύπωση πως ήθελε να μου πει πολλά, δεν είχα χρόνο, έπρεπε να βιαστώ. Πρόλαβα να δω ότι το σκυλί ήταν πληγωμένο στην πλάτη και στον σβέρκο. Στον μέτρο βρέθηκαν διακόσια οχτώ πρόβατα. Μπήκα μπροστά, μαύλησα κανα-δυό φορές, τα πρόβατα ακολούθησαν τα βήματά μου. Πήραμε το σύρμα64, πέσαμε στη Μτέσα, σκαρφαλώσαμε στον Σταυρό. Μόλις τα πρόβατα εκείνα άκουσαν τα κυπριά και την κουδούνα ξέσπααν ήταν δυνατόν θα τον είχα φάει (μεταφορικά). Από αρχ.ελλ. ρήμα δάκνω – δαγκάνω – δαγκώνω – δάγκωμα – δάγκα. 61. λαρωμένο: ατάραχο, από αρχ.ελλ. επίθετο ίλαος: πράος – ιλαρώνω – λαρώνω – αλάρωτος: ασίγαστος, φως ιλαρόν. 62. μπέλλος, μπέλλα: σκυλί και πρόβατο που είναι κάτασπρο στο κορμί και στην όψη. Από την λατινικής προέλευσης λέξη bellus: όμορφος, 63. καλούλα: από το ομηρικό επίθετο θηλυκού γένους η καλή – υποκοριστικό καλούλα, όπως πηγή – πηγούλα. καλούλα: σκύλα καλότροπη. 64. σύρμα: τομέας λιβαδιού, γνώριμος σε κάθε κοπάδι, εν προκειμένω μονοπάτι. Από το ομηρικό ρήμα σύρω. Σύρμα – συρτός – συρταριάζω – σουρταριάζω – σουρταριάρα, συρτάρι: η τριχιά από το καπίστρι του αλόγου. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

75

σαν σε βελάσματα και έσμιξαν με τα 427 που είχαν συγκεντρώσει ο Κώστας με τον Στάθη. Εκεί στην κόψη του βουνού στα ορθά στρίψαμε έναν καπνό65, μα δεν προπήσαμε66 να τον καπνίσουμε. Ο Στάθης μάς κάλεσε στο καθήκον: «μην πουλάμε μέρα γιατί θ’ ανα- Του φθινοπώρου οι στράτες αναστενάζουν από το προβατομάνι γκαστούμε ν’ αγοράσου- που ξέσπασε σαν ποταμός και φεύγει, φεύγει, φεύγει…ακολουθώμε νύχτα». Αποφασίσαμε ντας των αιώνων τις ροές. οχτακόσια γαλάρια του Γιάννη Θ. Ζιάγκα στην Παλιουριά Γρελοιπόν ο Στάθης και εγώ Τα βενών, Οκτώβριος 2016. να συνεχίσουμε την αναζήτηση των προβάτων, ο Κώστας να γείρει στον Σταυρό με τα 635 πρόβατα και τα 130 γίδια και να σταματήσει στα «Λιβάδια» τα μελισσουργιώτικα γιατί εκεί είχε παρθεί η αντάρα, ο τόπος έχει απλωσιά, είχε βοσκή για τα πρόβατα και ξύλα για τη φωτιά. Για να πιαστούμε λίγο από τη ζωή, πήραμε από ένα κοθράκι67 ψωμί στα χέρια και χωρίσαμε. Ο Στάθης έκοψε τον κατήφορο μέσα στα στεφάνια και έπεσε στο Κυρσακούλι το μελισσουργιώτικο, εγώ έφυγα βιαστικά για Νταλά και Καλοχώραφο. Στην Κάτω Νταλά68 ο Σπύρος Β. Καρατζένης με πληροφόρησε ότι την αυγή, εκεί που γρέκιαζε το κοπάδι του, είδε να σκαρίζουν προς τον νότο καμιά εκα65. καπνός, εν προκειμένω στριφτό τσιγάρο, λαθραίο. 66. δεν προπήσαμε: δεν προλάβαμε. Προυπάω, από τις προθέσεις προ + υπό + αρχ.ελλ. ρήμα άγω – προϋπάγω – προυπάω. 67. κοθράκι: υποκοριστικό του κόθρος: οι άκρες του ψημένου ψωμιού ή της πίτας αλλά και η υπερυψωμένη άκρη της γωνιάς του νομαδικού καλυβιού για να μην διασκορπίζεται η θράκα. κόθρος , παράγεται από την αρχ.ελλ. λέξη κόθορνος: υψηλό υπόδημα που φθάνει ως τη μέση της κνήμης, τον φορούσαν οι υποκριταί (ηθοποιοί) των τραγωδιών, όταν υποδύονταν ηρωικά πρόσωπα για να τους προσδίδει μεγαλοπρέπεια. Κόθορνοςσυγκεκομμένος τύπος-κόθρος-κοθράκι: μικρή ποσότητα ψωμιού. 68. Κάτω Νταλά: στρούγκα και στάνη στην καρδιά των βοσκοτόπων των Πραμάντων από όπου φαίνονται οι περισσότερες στάνες των Πραμάντων, των Μελισσουργών και της Αθαμανίας Τρικάλων. Αποτελούσε παράρτημα του θερινού λιβαδιού Πάνω Νταλά στο οποίο ξεκαλοκαίριαζαν 3500 – 4000 πρόβατα. Η Κάτω Νταλά αποτελούσε το στανοπότι των κοπαδιών της οικογενείας μου κατά τη χρονική περίοδο 1960 – 1977. Πιθανή προέλευση από τη λέξη ντάλα: το αφρόγαλα που βγαίνει από το γάλα ή από το βρασμένο βούτυρο (Ευάγγελος Θ. Μπόγκας, τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου, τ. β΄, σελ. 159, Ιωάννινα 1966). Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


76

Νικόλαος Β. Καρατζένης

τονπενηνταριά πρόβατα με ένα κριάρι κάτσινο με κουδούνι και δυο τζομπανόσκυλα. Κατάλαβε ότι ήταν «κομμένα πρόβατα69»από τα δικά μας γιατί ήξερε ότι τον καιρό εκείνο στα βουνά από του Κράλι έως τη Ρουίστα είχαν μείνει τελευταία πέντε κοπάδια: το δικό μας, δύο των Τασιαίων, του Κωσταρά Σ. Τσιλιγιάννη και το δικό του. Μού είπε ότι φώναξε πολλές φορές, μα η φωνή του δεν έφτασε πουθενά. Η ομίχλη ήταν παντοδύναμη. Από τον Πύργο70 στην κάτω Ντάλα ακολούθησα την κατηφορική πλαγιά χτενίζοντας την περιοχή. Πέρασα τα «Γρουνάκια», χαμήλωσα ως τη «Σπηλιά», πήρα ξανά την ανηφόρα, σκάλωσα στο «Πάτημα», λουσμένος στον ιδρώτα. Κάθε τόσο σταματούσα να αφουγκρασθώ. Πρόβατα πουθενά. Ατέλειωτη σιωπή, δεν ακουγόταν ανάσα λες και είχε αφανισθεί και το τελευταίο ίχνος ζωής σε τούτα τα αγαλήνευτα κράσπεδα που μας είχε πετάξει η μοίρα μας και μας μούτζωσε71 και αποπάνω. Η αντάρα δυνάμωνε και δυνάστευε, το ψιλόβροχο δεν το υπολογίζαμε. Η νύχτα έπεφτε, πήρα τον δρόμο για τα Λιβάδια αγανακτισμένος. Ο Στάθης όργωσε το μελισσουργιώτικο από τη στρούγκα στο Κυρσακούλι ώς την Ντύση. Ούτε είδε ούτε βρήκε πρόβατα ούτε άκουσε κουδούνια. Καθώς επέστρεφε από την Ντύση φαρμακωμένος, χαμένος στους λογισμούς του, ήρθε αντιμέτωπος με τον θάνατο. Ακροπάτησε στο «Κόκκινο Στεφάνι», λίγο έλειψε να διαβεί στο χάος. Την τελευταία στιγμή συνήρθε, κατάλαβε πως βρέθηκε στην άκρη του γκρεμού και έκαμε πίσω. Μετά φόβου γκρεμού και αντάρας έφτασε νύχτα στα Λιβάδια. Ο Στάθης Βάνας αναποδογύρισε τα πραμαντιώτικα βουνά. Από την πάνω Νταλά διάβηκε στου Τσιακαρόνι, κατέβηκε στις Λαύδεις. Εκεί είδε τορό72 από πρόβατα, τον έχασε όμως στα πλάια. Πέρασε στο Καλοχώραφο, γύρισε πίσω στις Λαύδεις. Πρόβατα δεν βρήκε. Δεν θυμάται πόσες φορές έπεσε και πόσες ξανασηκώθηκε στις μαχαιρωτές πλαγιές, στις τραχιές σάρες και στα χίλια ρέματα. Σχισμένα τα δάχτυλα των χεριών του από τα στουρνάρια, τρυπημένα από τις αγκαθωτές σκόρτσιες73, μαυρισμένη η ψυχή του. Ένα ερωτηματικό 69. κομμένα πρόβατα: ξεκομμένα από το κοπάδι, ιδέ σημ. υπ. αρθμ. 43. 70. πύργος: ύψωμα τουρλωτό νότια της στρούγκας «Κάτω Ντάλα». Λόγω του αναπεπταμένου της θέσης του υπήρξε παρατηρητήριο των ποιμένων από το οποίο επόπτευαν τις κινήσεις των κοπαδιών τους και συνεννοούνταν μεταξύ τους με δυνατές και μακρόσυρτες φωνές. 71. μάς μούτζωσε: εν προκειμένω, μάς εγκατέλειψε, αδιαφόρησε πλήρως. Από αρχ.ελλ. ρήμα μύω: είμαι κλεισμένος – επίθετο μυνδός: βουβός, άφωνος – μεσαιωνικό επίθετο μουντός – μουντή – μούντη – μούντα – μούντζα + κατάληξη – ώνω – μουντζώνω – μουτζώνω: κάνω υβριστική χειρονομία. 72. τορός: ίχνη από πατημασιές ανθρώπων ή ζώων. Παράγεται από το αρχ.ελλ. ρήμα τορέω – ώ: διαπερνώ, τρυπώ, αόριστος β΄ έτορον – τορός. 73. σκόρτσια: αγκαθωτός αειθαλής θάμνος που απλώνει τα κλαδιά του στο χώμα σε έκταση 15 – 20εκατοστών, φυτρώνει μόνο σε πετροπλαγιές και σε υψόμετρο έως 1500. Τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

77

Το κοπάδι του Κώστα Σ. Καρατζένη στην ιστορική στρούγκα «Πάνω Νταλά» Αριστερά η «ράχη η Μακριά» με τη Φούρκα στην κορυφή της, δίπλα τους το μελισσουργιώτικο λιβάδι «Καταφύκι». Στη μέση, το ήπιο διάσελο της Νεράιδας δια του οποίου οι νομάδες περνούσαν τα κοπάδια τους, όταν ο Σταυρός με τις βιβλικές καταιγίδες και τις φονικές χιονοθύελλες δεν τους επέτρεπε να γείρουν. Στην άκρη ο Κριάκουρας με τους αγριόθωρους γκρεμούς του στην προέκταση του Σταυρού. Ο Βασίλης Σ. Καρατζένης επί των γονέων του τα ίχνη. Ιούλιος 2009.

στροβιλιζόταν επίμονα στο μυαλό του: «πού στου διαόλου τη μάνα κρύφτηκαν τόσα πρόβατα και δεν εύρισκε ούτε ένα μπουλουκάκι74!!!». Τα σκοτάδια πύκνωναν γύρω του και μέσα του. Πήρε ν’ανεβαίνει την ψηλοράχη. Εκεί στο διάσελο του Τσιακαρόνι βλέπει ένα πρόβατο μονάχο. Ήταν μια πρατίνα Καστανή από το δικό μας σημάδι, «τσακισμένη75», που με δυσκολία πατούσε στα νύχια το αριστερό κοντινό της ποδάρι. Ο Στάθης κοίταξε καλά τον τόπο, πέρα-δώθε, πάνω-κάτω μήπως είναι κάπου εκεί μαζεμένα πρόβατα, μα γρήγορα μάζεψε το μυαλό του. «Κάτι είναι και αυτό» σκέφτηκε, «πού θα πάει, αύριο θα τα βρούμε τα πρόβατα. Ο τορός στις Λαύδεις και η Καστανή δείχνουν ότι κάπου εδώ έχουν αναμερίσει». Έσκασε76 στον ώμο του το ανήμπορο ζώο, το ξηρά κλαδιά της χρησιμοποιούν ποιμενόβιοι για προσάναμμα και τον κορμό της για το βράσιμο του γάλακτος. 74. μπουλουκάκια: ολιγάριθμα κοπαδάκια, από την τουρκικής προέλευσης λέξη μπουλούκι – υποκοριστικό μπουλουκάκι. 75. τσακισμένη: είχε σπάσει το πόδι. Προσωπική άποψη, παράγεται από την ομηρική λέξη κάγκανον: υλικό πολύ ξερό κατάλληλο για καύση ως εύθραυστο, πληθυντικός κάγκανα – τσάγκανα – τσάκνα και τσακνάκια: λεπτά ξερά κλαδιά ιδανικά για προσάναμμα – τσακνίζω – τσακίζω, μετοχή παρακειμένου τσακισμένος, εν προκειμένω το πόδι της προβατίνας «τσακίστηκε»σαν ξερό κλαδί. 76. την έσκασε στον ώμο: την ανέβασε στον ώμο. σκάω, συγκεκομμένος τύπος του ρήμαΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


78

Νικόλαος Β. Καρατζένης

έφερε στη στρούγκα των Οβορών, σκαπέτησε77 στον Σταυρό και μέσα στη νύχτα κατηφόριζε για τα Λιβάδια. Ο Κώστας Βάνας μάς περίμενε στα Λιβάδια με μια θεόρατη φωτιά, που οι φλόγες της μπουμπούνιζαν σαν ασβεσταριά78. Εκείνη η φωτιά, εκείνες τις ώρες ήταν για μας ό,τι πολύτιμο υπήρχε στον απάνω κόσμο. Μας μάζεψε γύρω της, Ο Τόλης Δ. Μολώνης με τις «έμορφες» προβατίνες του που όπως η πονετική μάνα τα παιείναι διαλεγμένες μία προς μία. Είναι χαρούμενος γιατί: «Την αυγή με το κοπάδι ξεκινάει για του Κράλι τα θεσπέσια βουνά διά της. Εμένα και τον Στάθη που’ναι τα λιβάδια τα πανέμορφα, πο’χουν τα λουλούδια και τα Τσιλιγιάννη ήταν καλύτερα κρύα νερά». να μην μας δει άνθρωπος. Η Στη Φτέρη Πραμάντων με τη γυναίκα του Χρύσω, Ιούνιος 1992. αγωνία, ο φόβος, ο εκνευρισμός, ο πληγωμένος μας εγωισμός, το πείσμα και η τρισκατάρατη αντάρα ανακατώνονταν σ’ ένα καζάνι που χόχλαζε μέσα μας. Μας είχαν λιανίσει79 της νύχτας το κακούπνι και της μέρας οι παιδεμοί. Επί δύο μέρες και δύο νύχτες ανεβοκατεβαίναμε πλαγιές, σκαπετούσαμε σε διάσελα80, σκαρφαλώναμε στις ράχες. Μας λύθηκε ο αφαλός, το κορμί μας το έπλυνε ο ιδρώτας αμέτρητες φορές, τα δυναμάρια μας είχαν σωθεί. Τα μάτια μας ήταν άδεια, είχαν χυθεί στα μονοπάτια, στις ορσίδες81, στα χαλιάδια82, τος σκαλώνω – σκάνω – σκάω, που προέρχεται από τη λέξη της λατινικής σκάλα – σκαλώνω – σκάλωμα. 77. σκαπέτησε: έγειρε πίσω από τη ράχη. σκαπετάω, από το ομηρικό ρήμα σκάπτω – σκάπετος – κάπετος: τάφρος, λάκκος. Εκείνος που σκαπετάει πίσω από την κορυφή του βουνού δίνει την εντύπωση σ’αυτόν που τον παρακολουθεί ότι χάνεται μέσα σε μια τάφρο, τον καταπίνει το βουνό. 78. ασβεσταριά: καμίνι όπου φτιάχνεται ο ασβέστης. Από α στερητικό και αρχ.ελλ. ρήμα σβέννυμι, αόριστος έσβεσα – επίθετο άσβεστος – ασβέστης + αριά, όπως κλήμα – κληματαριά. 79. μάς είχαν λιανίσει: μάς είχαν κάνει κομμάτια. Από αρχ.ελλ. επίθετο λείος – λειανός – λιανός + ίζω: λιανίζω. 80. διάσελα: στενά περάσματα ανάμεσα σε δυο λόφους. Από την πρόθεση δια και την λατινικής προέλευσης λέξη σέλα – υποκοριστικό – σελίον – διασέλιον – διάσελο. 81. ορσίδες: λαγκαδιές βαθιά σκαμμένες από το ορμητικό διάβα του νερού. Από αρχ.ελλ. ρήμα ορούω, αόριστος ώρουσα (όρουσα) - ορουσίδα – ορσίδα. άλλη εκδοχή από το ομηρικό όρνυμι: ανακινώ, ανυψώνω. όρνυμι – όρος (βουνό) – ορσί – ορσίδα, όπως ορσίπους: ταχύς. 82. χαλιάδια: πλαγιές απότομες γεμάτες από πέτρες και χαλίκια. Παράγεται από την αρχ. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

79

στους γκρεμούς και στα λαγκάδια, στα προσήλια και στα ζερβά. Τα μαλλιά στο κεφάλι μας είχαν γίνει από το ψιλόβροχο ένα με το πετσί μας, τα πρόσωπά μας κατάχλωμα, το κερί μάς έλειπε83… Η διάθεση όλων μας ήταν βαριά. Φάγαμε ψωμί σχεδόν άκρεντοι84. Λίγο η φωτιά, λίγο το ψωμί, περισσότερο ο καπνός και το λαθραίο έσπασαν την παγωμάρα, όσο περνούσε η νύχτα. Ένα ήταν το θέμα της συζήτησής μας όλη τη βραδιά: «πώς και γιατί χάθηκαν χίλια τριακόσια πρόβατα και πού θα βρούμε τα υπόλοιπα». Από των προβάτων τη συμπεριφορά και των σκυλιών τις λαβωματιές καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι τα πρόβατα πρόγκησαν85 από το φάγωμα των δικών μας τζομπανόσκυλων με εκείνα των Τασιαίων και αποκλείσαμε την περίπτωση επίθεσης λύκων. Τα σκυλιά αρπάχτηκαν στην άκρη του κοπαδιού και, όπως κατρακυλούσαν αγκαλιασμένα σ’ένα πάλεμα αγριότητας με γρυλίσματα και σπαράγματα, έπεσαν μέσα στα πρόβατα, που τρομοκρατήθηκαν. Στις αντάρες και στα σκοτάδια έχασαν τον δρόμο τους, ξετοπίστηκαν86 και σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους. Τα σημάδια αυτά έδειχναν. Τα χίλια τριακόσια πρόβατα στο γρέκι τους, κοντά στη Μτέσα χωρίστηκαν σε μικρά κοπάδια και τα βρήκαμε στον Σταυρό, στη Λαγκάδα, στο Σκυλολίβαδο ατάραχα, αν είχαν πέσει λύκοι ανάμεσά τους, θα ξελάκιζαν87 σε μπουλούκια των δεκαπέντε, τριάντα, πενήντα…, θα ήταν φοβισμένα και ανήσυχα. Στα 635 πρόβατα και στα 130 γίδια που έγειραν88 στον Σταυρό με τον Κώστα Βάνα, δεν ελλ. λέξη χάλιξ – χάλικος – χαλικιάς – χαλιάς με περικοπή του ικ. 83. το κερί μάς έλειπε: από τον σωματικό πόνο και το ψυχικό άλγος η όψη μας έμοιαζε με είδωλο νεκρού, αν ξαπλώναμε ανάσκελα και τοποθετούσε κάποιος ένα αναμμένο κερί πλησίον του κεφαλιού μας, δεν θα διαφέραμε από έναν πεθαμένο. 84. άκρεντος: αμίλητος, άλαλος. Από α στερητικό και αρχ.ελλ. ρήμα κρίνω – κρένω – κρίση. κρένω: μιλάω, φωνάζω και ρωτώ, κρίση: απόκριση, ομιλία. Ιδιαιτερότητα της σημασίας του «κρίνω» στους νομάδες των Τζουμέρκων, όχι εκφέρω άποψη αλλά μιλάω… 85. πρόγκησαν: τράπηκαν σε άτακτη φυγή από φόβο. Προγκάω και προγγίζω, πιθανή προέλευση από πρόθεση πρό και αρχ.ελλ. ρήμα εγγίζω – πρόγγισμα – πρόγκος. 86. ξετοπίστηκαν: έφυγαν από τον οικείο τους τόπο και έχασαν τον προσανατολισμό τους. ξετοπίζω, παράγεται από την αρχ.ελλ. λέξη τόπος, το στερητικό μόριο ξε και την κατάληξη–ίζω, ξετοπίζω, αόριστός ξετόπισα, αόριστος μέσης φωνής ξετοπίστηκα. 87. ξελακώ ή ξελακίζω: απομακρύνομαι τρέχοντας με θόρυβο εξαιτίας φόβου. Από το επιτατικό μόριο ξε και τον ομηρικό τύπο «λακώ» του αρχ.ελλ. ρήματος ληκέω – ώ:προκαλώ ήχο. πιθανότερη εκδοχή από το ομηρικό «λάσκω», αόριστος «ελάκησα», αόριστος β΄ «έλακον». 88. έγειραν: ανέβηκαν σε ψηλό βουνό και κατέβηκαν την αντίθετη πλευρά του. Από αρχ. ελλ. ρήμα εγείρω – γέρνω – γέρμα, «τώρα ο ήλιος έγειρε (έδυσε) κι ο σταυραϊτός κουρνιάζει», γέρνω: ξαπλώνω, «να γείρω ν’ αποκοιμηθώ, ύπνο γλυκό να πάρω», γέρνει: κλίνει κάτι προς τα κάτω, βαΐζει, «τα’ γειρε το μουλάρι και έπεσαν οι μεριές…» Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


80

Νικόλαος Β. Καρατζένης

είδαμε ούτε ένα πρόβατο ή γίδι καρφωμένο89 ούτε πέσαμε πάνω σε «ζλαπουφαουμένου90 πράμα». Τα πρόβατα ανέχονταν με αταραξία τα σκυλιά ανάμεσά τους και μετά τον πρόγκο τους γιατί είναι συνηθισμένα στους φαγωμούς, που είναι αναπόφευκτοι ανάμεσα σε ένα κοπάδι δεκαπέντεείκοσι σκυλιών μιας στάνης. Αν τα τζομπανόσκυλα είχαν Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος «ένα» με τα πρόβατα. Από αριστερά ο Μούργκος και στ’αριστερά του η σπιθοκάλ- πιαστεί με λύκους, τα πρόλισια. Στην πρωτοπορία του κοπαδιού και ο Μπέλλος, δεξιά βατα θα θροΐζονταν91 από του η κρούτα μπούτσικα, τον Μπέλλο ακολουθεί το μπούτσικο κριάρι με τις ανοιχτές κερατωσιές του. Στο κοπάδι του Θωμά τη μυρωδιά των αγριμιών, που θα είχε απομείνει στων Ζιάγκα, Δρυμός Ελασσόνας, Οκτώβριος 2017. σκυλιών το κορμί και δεν θα λάρωναν στη βοσκή τους, μα και τα τζομπανόσκυλα μετά τη λυκομαχία, θα ήταν στο έπακρο αγριεμένα και θα γάβγιζαν νευριασμένα και ακατάπαυστα. Τέσσερα σκυλιά των Τασιαίων και πέντε δικά μας είχαν τραύματα στο σώμα τους, που προκλήθηκαν, ως φαίνεται, από τη συμπλοκή μεταξύ τους και όχι από πάλεμα με λύκους. Των λύκων το δάγκωμα είναι βαθύ, συχνά οι λύκοι με τα νύχια τους γδέρνουν τα ψυχωμένα92 τζομπανόσκυλα που τολμούν να τους πλησιάσουν. Ούτε είναι στων λύκων την τακτική να κάθονται και να πιάνονται με όλα τα σκυλιά της στάνης γιατί χάνουν χρόνο. Οι λύκοι είναι επιδρομείς, η στρατηγική τους στηρίζεται στον αιφνιδιασμό του αντιπάλου και στην αστραπιαία αρπαγή προβάτων. Αν οι λύκοι εκτιμήσουν ότι τα τζομπανόσκυλα είναι 89. καρφωμένο: βαριά τραυματισμένο στον λαιμό, «του ξηράμενου κάρφουσι νιά πρατίνα»:ο λύκος έμπηξε τα δόντια του στον λαιμό μιας προβατίνας. Καρφωμένο, από αρχ. ελλ. λέξη κάρφος:ξερή σχίζα ξύλου – υποκοριστικό καρφίον – καρφί – καρφώνω, μετοχή παρακειμένου «καρφωμένος». 90. ζλαπουφαουμένου, από την αλβανικής προέλευσης λέξη ζουλάπι και μετοχή παρακειμένου του ρήματος φαγώνομαι, που ετυμολογείται από τον αόριστο β΄ «έφαγον» αρχ.ελλ. ρήματος εσθίω:τρώγω. 91. θροΐζονταν: ταράσσονταν, από την ομηρική λέξη θρόος – θρούς: συγκεχυμένος θόρυβος και τα αρχ.ελλ. ρήματα θρώσκω: αναπηδώ και θρέομαι: κραυγάζω: θρούς – θροΐζομαι, θρόισμα. 92. ψυχωμένα: θαρραλέα, αξιόμαχα, ανυποχώρητα. Από αρχ.ελλ. ρήμα ψύχω: εμφυσώ πνοή – ψυχή: πνοή ως σημείο ζωής – ψυχώνω: εμψυχώνω, ενθαρρύνω, μετοχή παρακειμένου ψυχωμένος. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

81

πολεμιστές, φεύγουν γι’αλλού. Πέρα από αυτά, δεν ήταν και τόσο παλληκάρια και τα εννιά τζομπανόσκυλα, δικά μας και των Τασιαίων, ώστε να δώσουν μάχη σώμα με σώμα με τους ακατανίκητους λύκους χωρίς τη συνδρομή του τζιομπάνου, του αρχηγού του κοπαδιού. Τέλος, είχε να ακουσθεί επίθεση λύκων σε τούτα τα σπανά λιβάδια από την άνοιξη, που πρωτοβγήκαν τα κοπάδια στα βουνά. Ζύγιαζε93 η νύχτα, όταν στα χείλη μας έσβηνε το τελευταίο στριφτό εκείνης της βραδιάς. Ο ύπνος ήρθε λυτρωτής όλων μας. Ήταν, δεν ήταν δυο-τρεις ώρες νύχτα, όταν νιώσαμε να κρυώνουμε από τη μέση ως τα ποδάρια μας. Ο καιρός είχε αλλάξει, φύσηξε από τον βορρά.

Ο ήλιος λάμπει στα βουνά Ξημέρωνε η τέταρτη μέρα των δεινών μας στης Πίνδου τα ακροτόπια. Έφεξε μια άλλη μέρα, που βρήκε τον Στάθη Τσιλιγιάννη, τον Στάθη Βάνα94 και μένα στον Σταυρό. Η ανίκητη από εμάς τους ποιμένες αντάρα ηττήθηκε κατά κράτος από τον στρατηγό βοριά και «πήγε κατανέμου»95. Κάποιες ανάριες καταχνιές σηκώνονταν από του Άσπρου τα ποτάμια, μα χάνονταν στα ριζά των βουνών, δεν είχαν θυμό να φτάσουν ψηλότερα. Τα βουνά αλύγιστα από το βάρος των αιώνων ξύπνησαν με τον ήλιο στο μέτωπό τους. Οι αετοί πέταξαν για τις κορυφές τους και από τα παράπλαγα ακούγονταν ανάρια πετροπέρδικας λαλήματα. Παρά τη γλυκύτητα της μέρας, του ήλιου το φως χρωμάτιζε παράξενα την πινδική επικράτεια. Το φθινόπωρο στάλαζε τη θλίψη του στης οξιάς τα λιπόθυμα φύλλα απέναντι στη «ράχη τη Μακριά» και στη λυπημένη όψη των βουνών. Ο Ήλιος όμως και ο Άνεμος, ως αρχέγονες θεότητες των νομάδων, μας λύτρωσαν από της αντάρας τα δεσμά. Πεταχτήκαμε στα καραούλια ν’ αγναντέψουμε. Ένα-ένα τα κοπαδάκια από τα «χαμένα πρόβατα»96 πήραν να ξετρίβουν97 αγάλια-αγάλια, καθώς χάιδευαν 93. ζύγιασε η νύχτα: πέρασε η μισή νύχτα, ήρθαν τα μεσάνυχτα. ζύγιαζε, από αρχ.ελλ. λέξη το «ζυγόν» - ζυγός – ζυγίζω και ζυγιάζω. ζυγός εν προκειμένω το στέλεχος της ζυγαριάς όπου κρέμονται οι πλάστιγγες. 94. Στάθης Π. Βάνας 1933 – εν ζωή ευρισκόμενος. 95. πήγε κατανέμου: πήγε κατά τον άνεμο, ήπια έκφραση που ενέχει τη σημασία της κατάρας, πήγε κατά διαόλου, πήγε στον διάβολο. 96. «χαμένα πρόβατα»: τα πρόβατα που αναζητούσαμε. χαμένα, από τα αρχ.ελλ. ρήματα χαίνω και χάσκω, μέλλοντας χανούμαι, αόριστος β΄ έχανον – χάνω – χαμός – μετοχή παρακειμένου χαμένος. 97. ξετρίβουν: τα πρόβατα ξεκινούν για τη βοσκή, λίγα στην αρχή περισσότερα στη συνέχεια «τρίβοντας» λίγο – λίγο τη μεγάλη μάζα του κοπαδιού. ξετρίβω , από την πρόθεση εκ που στον αόριστο τρέπεται σε εξ και αρχ.ελλ. ρήμα τρίβω – εκτρίβω – εξέτριψα – ξέτριψα – ξετρίβω. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


82

Νικόλαος Β. Καρατζένης

το κορμί τους οι ζεστές χινοπωριάτικες ακτίνες. Τα χείλη μας γέλασαν επιτέλους. Από του Τσιακαρόνι, ο Στάθης Βάνας έβλεπε να βγαίνουν μέσα από το φτερούσιο καμιά διακοσαριά πρόβατα και να ορμώνουν κατά το Καστράκι. Από το Λιθάρι έρχονταν προς τα πάνω τα πρόβατα, που ο Σπύρος Καρατζένης είχε δει και τα οποία εγώ δεν κατάφερα «να μπλάξου»98 πουθενά. Από τον Πύργο στην κάτω Νταλά παρατήρησα ότι στο μελισσουργιώτικο, ανάμεσα από το Χοντρό Στεφάνι και την Πλακανίδα, σκάριζαν προς τον Κριάκουρα καμιά κατοστή πρόβατα. «Κόψαμαν πέρα να σμάσουμι τα μπλούκια, φλουτράμαν99, δεν πάταγαμαν καταή»100 από τη χαρά μας. Ως το μεσημέρι φέραμε τα τρία κοπάδια στη Μτέσα. Τα πρόβατα ήταν 508, από τον μέτρο μάς έλειψαν εφτά. Στα 113 που βρήκαμε στο μελισσουργιώτικο μια πρατίνα μπελλοκάλισια101 από το σημάδι του Θόδωρου Καρατζένη102 ήταν ξεπλατισμένη103, περπατούσε όμως αργά-αργά. Συντάξαμε104 το κοπάδι και κινήσαμε. Εγώ πέρασα από τους Οβορούς και φορτώθηκα την Καστανή. Ρούσαμε105 τα πρόβατα ως τη ράχη του Σταυρού και 98. «να μπλάξου»: να πετύχω. Από αρχ.ελλ. επίρρημα πέλας: εγγύς, - αρχ.ελλ. ρήμα πελάζω: πλησιάζω – μπελάζω – μπλάζω, αόριστος έμπλαξα, αλλή εκδοχή, από αρχ.ελλ. ρήμα εμπλέκω, αόριστος ενέπλεξα – έμπλεξα – έμπλαξα: συνάντησα κάποιον, έπεσα επάνω του. 99. φλουτράμαν: φτερουγίζαμε.. Από αρχ.ελλ. ρήμα πέτομαι – πτερόν – φτερό – φτερουγάω – φλετρουγάω – φλετουράω – φλουτράω - φλούτρας και φλέτρας: πεταλούδα. Συνήθης έκφραση στους ποιμένες των Πραμάντων: «τι μο’ρχισι γύρα σαν ου φλούτρας γύρα τ’φέξ(η)». 100. καταή: κατά γαίαν – καταγήν – καταή στο έδαφος, στο χώμα. 101. μπελλοκάλλισια: προβατίνα με άσπρο μαλλί που στο πρόσωπό της επικρατεί το άσπρο χρώμα με ελάχιστα μαύρα στίγματα. μπέλλα από την λατινικής προέλευσης λέξη μπέλλα: όμορφη και κάλλισια από τον υπερθετικό βαθμό του επιθέτου καλός – καλλίστη, κάλλιστος – κάλλισιος - κάλισιος . 102. Θόδωρος . Δ. Καρατζένης 1921 – 1981. 103. ξεπλατισμένη: είχε πάθει εξάρθρωση ωμοπλάτης. Από αρχ.ελλ. επίθετο πλατύς-εία-ύ παράγεται η λέξη πλάτη και επιτατικό μόριο ξε + κατάληξη – ίζω – ξεπλατίζω – ξεπλατισμένος – ξεπλάτισμα. 104. συντάξαμε – συνταχθήκαμε: ετοιμάσαμε το κοπάδι για πορεία, από αρχ.ελλ. ρήμα συντάσσω – αόριστος συνετάξαμεν – συντάξαμε. Σχετικό είναι το τραγούδι που αναφέρεται στην οργάνωση του τσελιγκάτου των Μολωναίων, που κατοικούσαν σε μια ποιμενική συνοικία των Πραμάντων, τον σκυλομαχαλά, περί το 1870: «Τοιμάζονται, συντάζονται οι Σκυλομαχαλιώτες θέλουν να βγάλουν τσέλιγκα να κυβερνάει τη στάνη βγάζουν το Ζάχο τσέλιγκα, το Νάκο τυροκόμο τον Σιώζο βγάζουν γραφητή να γράφει τα καρδάρια». 105. ρούσαμε: ξεχωρίσαμε τους ηγέτες των προβάτων από το κοπάδι, δηλ. τα κριάρια με τα κουδούνια και τους θέσαμε στην πρωτοπορία του για να ακολουθήσουν σε συνεχή ροή τα πρόβατα. ρούω, από αρχ.ελλ. ρήμα ορούω, μέλλοντας ορούσω, αόριστος ώρουσα: ορμώ Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

83

«Ήρθε ο σκάρος, ήρθε ο χάρος» Στις αξημέρωτες νύχτες του φθινοπώρου τα πρόβατα πεινούσαν, γι’αυτό οι νομάδες τα σκάριζαν κατά τα μεσάνυχτα. Τότε αναμετρούνταν με τα σκοτάδια, τις κακοτοπιές, το φαρμακερό κρύο και τους λύκους. Ο Ζιώγας Ανθούλης σκαρίζει τα λάια γαλάρια στους Αγίους Θεοδώρους Γρεβενών, Οκτώβριος 2017.

πήραμε να κατεβαίνουμε την πετροπλαγιά. Τα πρόβατα κρέμασαν στα χαλάσματα, κάποια άρπαζαν βιαστικά και ροκάνιζαν τούφες, τα πολλά αρμαθιάστηκαν106 στο μονοπάτι τραβώντας για τα χαμηλώματα γιατί «νείρονταν»107 τη χλωρασιά στα παλιοκόπρια108. Το δειλινάκι φθάσαμε στα Λιβάδια την ώρα που ο Κώστας Βάνας και ο Τόλης109, ο μεγάλος μου αδερφός, πασπάλιζαν110 με αλάτι τις αλαταριές111 και καλούσαν με σφυρίγματα πρόβατα και γίδια που έσμιγαν και πάλι σε ένα κοπάδι με χίλια διακόσια εβδομήντα κεφάλια. Τις ώρες εκείνες γίναμε μάρτυρες μιας ποιμενικής σκηνής επικών διαστάσεων και ανείπωτου μεγαλείου. Από τις πλαγιές και τα σύρματα έρρεαν προβάτων σειρές ατέλειωτες, γρήγορα προς τα εμπρός ή από αρχ.ελλ. ρήμα ρέω – ροή – ρούς. Από το ρούω – ρουιάρικο: το πρόβατο που έχει ηγετικές ικανότητες, που ρούει, ρούσιμο: η ενέργεια του ρούω. 106. αρμαθιάστηκαν: τα πρόβατα πορεύονταν το ένα πίσω από το άλλο γιατί το μονοπάτι ήταν στενό. Από αρχ.ελλ. λέξη ορμαθός – αρμαθιά – αρμαθιασμένος – αρμάθες καπνού, «αρμαθιαστείτε στο χορό». 107. νείρονταν: ονειρεύονταν, επιθυμούσαν πολύ. Από αρχ.ελλ. λέξεις όνειρος και όναρ – ονειρεύομαι – νειρεύομαι – νείρομαι συγκεκομμένος τύπος, όπως κόθορνος – κόθρος. 108. παλιοκόπρι: μέρος του λιβαδιού που ήταν παλαιό μαντρί ή γρέκι των προβάτων και έχει πλούσιο χορτάρι γιατί το έχουν λιπάνει οι κοπριές και τα κάτουρα των προβάτων. Από τις ομηρικές λέξεις παλαιός και κόπρος – παλιοκόπρος – παλιοκόπρι. 109. Τόλης Δ. Μολώνης 1926 – 2017. 110. πασπάλιζαν: έριχναν τριμμένο αλάτι πάνω στις πέτρες. Από αρχ.ελλ. λέξη πασπάλη και ίζω – πασπαλίζω – πασπάλισμα, έριξε μια πασπάλα χιόνι ψηλά στην Κακαρδίτσα. 111. αλαταριές, βλέπε σημ. υπ. αριθμ. 23. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


84

Νικόλαος Β. Καρατζένης

οι οποίες καθώς έπεφταν στο ίσιωμα σχημάτιζαν μακρύ ποτάμι αφρισμένο, που κατέκλυζε τις αλαταριές, μαλάκωνε εκεί την ορμή του και έπαιρνε τη μορφή μιας ολόλευκης λίμνης, τα νερά της οποίας διέγραφαν κύκλους γύρω από ένα μυστηριακό κέντρο. Τα βελάσματα, τα κουδούνια, οι κινήσεις, η αθωότητα των προβάτων, η αφοσίωση των τζομπανόσκυλων, οι χρωματικές ανταύγειες του απογεύματος στα προαιώνια βουνά, που μας έζωναν από παντού, και στα πανάρχαια δάση των ελατιών του Αετού, η αρχέγονη βοή των νερών του Αράχθου, όλα μαζί συνέθεταν μια ποιμενική συμφωνία εν μέσω των τόπων των μακρινών μας προγόνων, των Πελασγών και των αρχαίων Αθαμάνων νομάδων, το πνεύμα των οποίων μας περιβάλλει σε κάθε περιπλάνησή μας σε τούτα τα βοσκοτόπια, τα οποία και οι ίδιοι πότισαν με ιδρώτα, και αίμα σε καιρούς άγριους και σε πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης. Εκείνη η συμφωνία, εκείνο το δειλινό, εκεί στα Λιβάδια μάς έπαιρνε γλυκά-γλυκά την οδύνη και τους κόπους των ημερών και μάς έδινε δύναμη ν’ αντέξουμε τα μύρια πάθη της νομαδικής δοκιμασίας. Τα πρόβατα χύθηκαν σαν στραβά στο αλάτι και, αφού αρμύρισαν112, άναψαν για νερό. Χώνεψαν113 μέσα στα ελάτια και έπεσαν στο ποτάμι. Ο Στάθης Τσιλιγιάννης και εγώ πήγαμε κοντά τους. Πλημμύρισε ο γιαλός από το προβατομάνι114. Όταν έσβησαν τη δίψα τους, γύρισαν πίσω και ανοίχτηκαν στις πλαγιές ώς το Ξηρολίβαδο. Με το νύχτωμα το κοπάδι ήρθε για γρέκιασμα κοντά στο γιατάκι115 μας. Τα ξερά ελατίσια κλωνάρια και οι μελίχλωροι116 κορμοί από κέδρους που είχαν κόψει οι Βαναίοι και ο Τόλης υπόσχονταν μια ονειρική βραδιά. 112. αρμυρίζουν: γεύονται κάτι αρμυρό. αρμυρίζω, από την ομηρική λέξη αλς – αλός: θαλασσινό νερό αποξηραμένο – άλας – άλμη – αλμυρός – αρμυρός – αρμύρα – αρμυρίζω. αρμύρα ή αλμύρα: πρόκειται για μετατροπή σε ουσιαστικό του επιθέτου θηλυκού γένους με ανέβασμα του τόνου, η αρμυρά – η αρμύρα, όπως η ζεστή - η ζέστη. 113. χώνεψαν: χώθηκαν μέσα στο δάσος και επανεμφανίστηκαν, «του νιρό χουνεύ μέσα στου χαλιά κι βγαιν’ παρακατούλια». χώνεψαν, από αρχ.ελλ. ρήμα χέω: χύνω, ρέω, αναβλύζω – χοάνη – χοανεύω – χώνη – χωνίον – χωνεύω, χώνω και χούνη – χουναβιά: κοιλότητα εδάφους ανάμεσα σε υψώματα. 114. προβατομάνι: πολυάριθμο κοπάδι προβάτων. Από πρόθεση προ και αρχ.ελλ. ρήμα βαίνω – βατός και μανία από αρχ.ελλ. ρήμα μαίνομαι – εμάνην, παθ. αόριστος β΄. προβατομανία – προβατομάνι, παιδιά – παιδομάνι, γυναίκες – γυναικομάνι. Το μεγάλο πλήθος των προβάτων συναθροισμένο σε έναν χώρο προκαλεί την αίσθηση ότι ο τόπος αυτός φεύγει από τα όρια του, δεν χωράει τίποτε άλλο, «μανιάζει - τρελαίνεται». 115. γιατάκι: τόπος διαμονής – ξεκούρασης. Ο τζιομπάνος κοιμόταν το βράδυ στο φτερό του κοπαδιού όπου είχε το γιατάκι του, αλλά και κάθε πρόβατο στο μαντρί είχε το γιατάκι του και ο ποιμένας γνώριζε πού θα το αναζητήσει. Η λέξη έχει τουρκική προέλευση. 116. μελίχλωροι: μισόχλωροι, από αρχ.ελλ. λέξη μέλι και την ομηρική χλόη – χλοάζω – χλοερός – χλωρός: κιτρινοπράσινος, άλλη γραφή μηλίχλωρος, από το επίθετο μελής-ιά-ί: ο έχων το χρώμα του μελιού και χλωρός (Υπερλεξικό Νεοελληνικής γλώσσας, τ. 4ος σελ 1725, εκδόσεις Παγουλάτος). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

85

Όταν τα ποτάμια ήταν κατεβασμένα, οι νομάδες περίμεναν επί ώρες ή ημέρες «να πέσει» το νερό για να διαβούν αντίπερα. Τα γεφύρια, όπου υπήρχαν, προφύλαξαν ζωντανά και ανθρώπους από την οργή των φουσκωμένων χειμάρρων, των αδιάβατων λαγκαδιών και των βουερών ποταμών. Τα πρόβατα του Λευτέρη Μουρτζίλα διαβαίνουν τον Βενέτικο ποταμό στον Ζιάκα Γρεβενών, Οκτώβριος 2015.

Ανάψαμε τη φωτιά και την περικυκλώσαμε με ιερή λατρεία. Λαμποκόπησε από τις φλόγες της ο τόπος όλος και από τη θέρμη της απόλυσαν τα κοκκαλάκια μας. Κόψαμε φέτες τρανές το ψωμί και το βάλαμε να ζεσταθεί. Ώσπου να πυρωθεί, ο Στάθης Βάνας έβγαλε από τα σακούλι του καμιά κοσαριά τηγανίτες, που τις είχε στείλει η γυναίκα του με τον αδερφό μου, τον Τόλη. Πριν καλά-καλά τις απλώσει σε ένα πανάκι ούτε η μυρωδιά τους δεν είχε απομείνει. Δίχως υπερβολή τις «περασάμε κάτω αματσούληγες»117. Πέντε νοματαίοι ξενηστικωμένοι118 επί μέρες και τυραννισμένοι από τις κοσιές119, τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε 117. αματσούληγες: αμάσητες. Από α στερητικό, τα ρήματα της αρχαίας ελληνικής μάσσω και μασάομαι: τρώγω, μασσώ, συνθλίβω, τρώγω κάνοντας θόρυβο και αρχ.ελλ. λέξη το σίαλον – σάλιο, παράγεται το ρήμα ματσιαλάω – ματσουλάω – ματσιουλημένος – αματσούληγος – αμάσητος. 118. ξενηστικωμένοι: πεινασμένοι στον έσχατο βαθμό. Παράγεται από το στερητικό μόριο ξε, την άρνηση νη, το αρχαίο ελλ. ρήμα εσθίω: τρώγω και κατάληξη – ώνω – ξενηστικώνω – ομαι, μετοχή παρακ. μέσης φωνής ξενηστικωμένος, νηστικός: νη + εσθίω – νήστις – νηστεία, όπως νη + άνεμος – νηνεμία: άπνοια. 119. κοσιές: τρεξίματα, παιδεμοί. πιθανή προέλευση από το Αιολικής διαλέκτου ρήμα Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


86

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Ο Άραχθος με τις περιστροφές του και τα νομαδικά κοπάδια με τους ποταμίσιους ελιγμούς τους κατά τις φθινοπωρινές μετακινήσεις τους πορεύονται την ίδια και αδιατάρακτη στους αιώνες πορεία και φθάνουν στα ίδια μέρη για να επιτελέσουν τον προορισμό τους. Ο Άραχθος τρέχει για να ανταμώσει τον Αμβρακικό και οι νομάδες για να ξεχειμάσουν στις πεδιάδες που βρέχονται από αυτόν. Ο Άραχθος κατεβασμένος και θολός κάτω από τη Δαφνωτή Άρτας, Δεκέμβριος 2017.

εκείνες τις στιγμές!!!. Ύστερα ήρθαν οι πυρομάδες με το τομαρίσιο120 τυρί που μάς ανάστησαν. Το στριφτό έδινε και έπαιρνε γύρω από τη φωτιά. Σαν αποφάγαμε, ο Τόλης, που ήταν ο τσέλιγκας της στάνης στα βουνά το καλοκαίρι εκείνο, ξεκίνησε την κουβέντα για «τον χαμό» των προβάτων και την αναστάτωση που προκάλεσε σε όλες τις οικογένειες τις παραμονές του ξεκινήματος για τα χειμαδιά του μακρινού Αστακού. Ο Στάθης Τσιλιγιάννης, ο Κώστας Βάνας και εγώ περιμέναμε ν’ακούσουμε κάποιον καλό λόγο για τις ταλαιπωρίες που ζήσαμε ώσπου να συγκεντρώσουμε τα χίλια τριακόσια πρόβατα. Αντί αυτού, βρεθήκαμε κατηγορούμενοι. Τα λόγια του τσέλιγκα ήταν σπαθιές στις πληγές μας. Απευθυνόμενος στον Κώστα Βάνα και σε μένα μας έψαλλε τον εξάψαλμο: «Δεν ντρέπεστε ορέ άντρες-λιοντάρια πάνω στα καλά σας – ο Κώστας ήταν τότε 34 κόσσω: κόβω δρόμο – κόσσω – κοσεύω – κοσιά (Αραβαντινού Π., Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον, 1909, σελ. 52). 120. τομαρίσιο: φυλαγμένο μέσα σε τομάρι. Από ομηρικό ρήμα τέμνω – τόμος – υποκοριστικό τομάριον – τομάρι + κατάληξη – ίσιο – τομαρίσιο, αρνί – αρνίσιο. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

87

χρόνων, ο Στάθης 25 και εγώ 27- να χάσετε μια στάνη πρόβατα; Αφήνονται μονάχα δίχως τζιομπάνο διαβατάρικα πρόβατα νύχτα με αντάρα και βροχή σε τούτα τα βουνά; Αν τα «είχαν πάρει στα ποδάρια» οι λύκοι τι θα γινόμασταν τόσες φαμίλιες, τι νήλα121 θα περνούσαν τα καημένα; Καλά κάνατε και πήγατε στην καλύβα των Τασιαίων αποβραδίς γιατί δεν γύρισε ο ένας στα πρόβατα; Μα τι ύπνος ήταν αυτός που κάνατε; τα πρόβατα δεν ήταν κουφά122, κανένας δεν άκουσε το βρονταριό από διακόσια τόσα κουδούνια και τριάντα κυπριά; Πού θα τρυπώσετε, αν μάθει το χωριό ότι παρατήσατε κατάλακα μια θάλασσα πρόβατα;…». Ύστερα ρίχτηκε στον Στάθη Τσιλιγιάννη: «Ισύ, ουρέ Σταθ’ τι φύλαγις νια άδεια στρούγκα στ’Κράλ’ άμα έφκαν τα πρότα; Αν ήσταν τρεις πραταραίοι στου κοπάδ’ αλλιώς θα έρνταν τα πράματα. Ισύ δε θα ζύγουνις σ’γκαλύβα στ(ου) ς Ουβρούς, αλλά θα πλάιουνις στου φτιρό απ’τα πρότα. Ήθιλα να ΄ξιρα τι του διάουλου θα φόρτουνις στα μπλάρια, τα μανούρια123 ή τα κιφαλουτύργια; Καλά, δε μπόργι ου Θόδουρους να σκαλώσ’ στ’άλουγα δυό παλιότσιουλα124 κι τρια παλιουκαρδάρια125; Δεν μπουρού να καταλάβου, σάς απουμώρουσι126 ου θιός ουλνούς;». Η αλήθεια είναι ότι ο Τόλης δεν ξεχώρισε για τις διοικητικές και οργανωτικές του ικανότητες μόνο, αλλά ανήκει στην ηρωική γενιά των πραταραίων εκείνων που τους «σκιάχτηκαν» τα βουνά και τα στοιχεία της φύσης για το πάθος, την αντοχή και τις γνώσεις τους πάνω στη φύλαξη, στη βόσκηση και 121. νήλα: καταστροφή, πανωλεθρία, από το ομηρικό επίθετο ο νηλεής – ές ή νηλής – ές: ανελέητος, νηλής από αρνητικό νη και έλεος. 122. κουφά, από αρχ.ελλ. λέξη κωφός: άλαλος. Όταν οι νομάδες έβοσκαν τα πρόβατα στα απαγορευμένα: δασικές εκτάσεις, βοϊδολίβαδα, κοινοτικές χερσιές, βούλωναν τα κουδούνια των κριαριών ή και κάποιων άλλων προβάτων για να μην ακούγονται από δραγάτες, δασικούς, χωρικούς και προδίδουν την παρανομία τους. Στις περιπτώσεις αυτές τα πρόβατα οι ίδιοι τα ονόμαζαν «κουφά», άλλη εκδοχή: η λέξη κουφός παράγεται από το ομηρικό επίθετο «κούφος»: κενός, ελαφρύς, κουφάλα. 123. μανούρι: είδος μαλακού τυριού, πρόερχεται από τη μεσαιωνική λέξη μανός – μανούρι. 124. παλιότσιουλα: φθαρμένα μάλλινα στρώματα ή σκεπάσματα από πρόβειο ή γίδινο μαλλί. Πιθανή προέλευση από αρχ.ελλ. λέξεις: τύλος και τύλη: εξόγκωμα, καθετί τι που εξέχει, σαμάρι, τύλη – τόλη – τσόλη – τσόλι – τσιόλι και ομηρικό επίθετο παλαιός. παλιός + τσιόλι – παλιότσουλο. Στους βυζαντινούς χρόνους μαρτυρείται η λέξη τσόλι και τσούλι, «τσούλια δυο και κάπαν μιαν» (Κουκουλές Φαίδων, α) Βυζαντινών βίος και πολιτισμός β) Νεοελληνικαί λέξεις και φράσεις, Αθήνα 1952, σελ 134). 125. παλιοκαρδάρα: ξύλινο ή τενεκεδένιο σκεύος στο οποίο αρμέγονται τα πρόβατα ή τα γίδια. Από ομηρικό επίθετο παλαιός και αρχ.ελλ. λέξη κάδος – καδάριον υποκοριστικό – καρδάρι και καρδάρα, «τ’αρμέξαν τα ξαρμέξανε σε μια παλιοκαρδάρα…». 126. απουμώρουσι: σάς έκανε άμυαλους, από πρόθεση από και αρχ.ελλ. επίθετο μώρος: βλάξ, ανόητος – ρήμα μωραίνω – απομωρώνω – αόριστος απομώρωσα, απουμώρουσα. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


88

Νικόλαος Β. Καρατζένης

τη φροντίδα των προβάτων. Ο Τόλης ήθελε το κοπάδι του να είναι πρώτο. Διάλεγε με γνώση και μεράκι τα πρόβατά εκείνα που έφερναν πολύ γάλα και είχαν όμορφο παρουσιαστικό για να αναβλύζει από το κοπάδι η αίσθηση του ωραίου. Δεν υπήρχε κουτσό ή παραμελημένο ζώο στα πρόβατά του. Τις μακριές ουρές από τις αρνάδες, που προόριζε για την αβγάτα127 του κοπαδιού, τις έκοβε λίγο πιο πάνω από την κλείδωση του ποδιού μια-δυο μέρες μετά τη γέννησή τους για να εξελιχθούν σε μισοκόλοβες128 πρατίνες. Οι κολοβές προβατίνες, όπως και τα κολοβά τζομπανόσκυλα, εμφανίζουν απόλυτη συμμετρία σώματος και ουράς γιατί τονίζονται περισσότερο τα καπούλια129 τους και το μάτι του παρατηρητή δεν πέφτει στη μακριά ουρά αλλά στο πίσω μέρος του κορμιού τους. Ένα δείγμα της ιερής προσήλωσης του αδερφού μου στα πρόβατα είναι τούτο: ένα φθινόπωρο, που έφερε τα πρόβατα από τα Κούτσουρα Ασπροποτάμου στο χωριό, νύχτωσε στα Μπινέλια. Δεν ήρθε στο σπίτι να κοιμηθεί, αλλά παρήγγειλε στη γυναίκα του, τη Χρύσω, που την αποκαλούσε Σαρακατσιάνα, να του πάει ψωμί εκεί και την κράτησε μαζί του όλη τη νύχτα. Η Χρύσω μαζεύτηκε σε μια τούφα και τυλίχτηκε με την κάπα του και εκείνος έμεινε άυπνος να φυλάει τα πρόβατα. Παγερή βουβαμάρα απλώθηκε γύρω μας μετά τις επιπλήξεις του Τόλη εναντίον μας. Η οργή και πίκρα μας ξεχείλιζαν, αλλά κατάπιαμε τη γλώσσα μας. Είχε δίκιο σε πολλά, μα και μείς είχαμε τα δίκια μας. Εκείνες τις στιγμές νιώθαμε ότι η ποιμενική μας αξιοπρέπεια είχε λαβωθεί και πως είχαμε χάσει τον αέρα του άπιαστου πρατάρη, φύλακα και προστάτη του κοπαδιού. Όμως η σκληρή νομαδική πραγματικότητα επέβαλε πάντα τους κανόνες της. Έπρεπε να σχεδιάσουμε τα επόμενα βήματά μας. Αποφασίσαμε λοιπόν να φύγουν για την Πράμαντα τα πρόβατα την αυγή με τέσσερις συνοδούς. Εμένα καταδίκασε ο κλήρος να επιστρέψω στα βουνά για να βρω τα εφτά πρόβατα, γιατί όλοι οι άλλοι ήταν πιασμένοι με κάτι. Ο ένας ήθελε να διορθώσει κάνα-δυο σαμάρια, άλλος είχε να πάει τα παπούτσια στον τσαγκάρη, άλλος έπρεπε να κλείσει τις εκκρεμότητες με τους μπακάληδες, άλλος να συνεννοηθεί με τον δάσκαλο για τα χαρτιά των παιδιών… Πριν γείρουμε για ύπνο, ο Τόλης γυροβόλιασε το κοπάδι. Με τον φακό φώ127. αβγάτα: αύξηση, από αρχ.ελλ. ρήμα εκβαίνω – εκβατός – εβγατός – αβγατός, με τροπή του επιθέτου σε ουσιαστικό με ανέβασμα του τόνου – αβγάτος – αβγάτα. 128. μισοκόλουβες: προβατίνες με κομμένη την ουρά στο μέσον του μήκους της. Η λέξη προέρχεται από συμφυρμό τριων ομηρικών επιθέτων, ήμισυς – εως, κόλος, κόλον: κοντός, κόλον δόρυ: σπασμένο δόρυ και υβός, ή – όν: ο έχων κυρτά νώτα, μισοκολοϋβός – μισοκόλοβος. 129. καπούλια: τα νώτα από μεγάλα τετράποδα ζώα. καπουλιάζω: πιάνω τα πρόβατα πάνω στη ράχη του κορμιού τους να δω αν είναι γερά ή φτωχά (σε κρέας). καπούλια – καπουλιάζω, οι λέξεις έχουν λατινική προέλευση. «οι χασάπδις καπούλιαζαν τσ’παλιουπράτνις». Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

89

τισε την πλαγιά όπου κοιμούνταν τα πρόβατα αδερφωμένα. Δύο χιλιάδες μάτια άστραψαν μέσα στην αφέγγαρη φθινοπωριάτικη νύχτα, όταν οι δέσμες φωτός διέτρεξαν όλο το κοπάδι. Ο ήχος που έβγαινε από τα στόματα των προβάτων με το ανέβα-κατέβα του χορταριού κατά το αναμάσημά του, μας γέμιζε αγαλλίαση γιατί επιτέλους είχαμε συμμαζεμένα όλα τα πρόβατα ύστερα από τα πάθη τόσων ημερών. Τα πρόβατα ριγκίζουν130 συνήθως την άνοιξη που τα χορτάρια είναι χλωρά και άφθονα, οι μέρες έχουν μεγάλη διάρκεια και οι ώρες βοσκής των προβάτων πολλές.

Η περιπέτεια επιτέλους τελειώνει Αξημέρωτα πήρα και πάλι τον ανηφορικό δρόμο και βγήκα στον Σταυρό. Περπάτησα όλη μέρα για μια ακόμη φορά τον τόπο όλον, το μελισσουργιώτικο, το πραμαντιώτικο και το ματσουκιώτικο. Χαμένος κόπος, πρόβατα πουθενά. Ούτε ζωντανό, ούτε νεκρό, δεν είδα όρνια να πέφτουν σε ψοφίμι131. Δεν θυμάμαι πόσες φορές βλαστήμησα τη βραδιά που πήγαμε στην καλύβα των Οβορών, όπου μια στάλα «καλοπόρεψη» μάς βγήκε φαρμάκι και μας φόρτωσε βάσανα. Ο ήλιος ήθελε τρεις οργιές132 να βασιλέψει. Το μόνο που μού είχε απομείνει ήταν να κοιτάξω δυο κοπάδια ματσουκιώτικα που δεν είχαν φύγει για τα χειμαδιά. Στη Φλογέρα ήταν λαρωμένο το κοπάδι του Νάσιου Γκόγκου. Αποσταμένος από την ολοήμερη πεζοπορία, ζεματισμένος από του Τόλη «τους κεραυνούς» και ανταριασμένος133 ζύγωσα τα πρόβατα. Δίχως να το καταλάβω βρέθηκα «κλουρουμένους»134 από τρια τζομπανόσκυλα. Τα δυό είχαν κεφάλια σαν του λιονταριού και το αλυχτημά τους έμοιαζε να βγαίνει από βαθιά βραχοσπηλιά. «Έχεσα μαλλιά από λύκο»135, εγώ, που δεν σιουράω 130. ριγκίζουν, από αρχ.ελλ. ρήμα ρέγκω ή ρέγχω: βγάζω ήχο παρόμοιο με ροχάλισμα ή ρέψιμο, επί αλόγων φυσομανώ και κάνω άγριες κινήσεις. ρέγκω + ίζω – ρεγκίζω – ριγκίζω, ρίγκισμα. 131. ψοφίμι: κουφάρι ζώου, από αρχ.ελλ. ρήμα ψοφώ – ψόφιος – ψοφίμιο – ψοφίμι, ψοφώ: πεθαίνω. 132. οργιά: μονάδα μέτρησης μήκους, ίση με το μήκος που έχουν τα χέρια σε θέση έκτασης, αγγλική μονάδα μέτρησης μήκους ίση με 1,83μ. από αρχ.ελλ. ρήμα ορέγω: εκτείνω, απλώνω – οργυιά – οργιά. 133. ανταριασμένος: ευρισκόμενος σε συγχυση, από αρχ.ελλ. ρήμα αναταράσσω – ανταράσσω – ανταράζω – αντάρα – ανταριάζω – μετοχή παρακειμένου ανταριασμένος. Άλλη εκδοχή από αρχ.ελλ. ρήμα αίρω: αίρομαι: σηκώνομαι, ίδια ρίζα με τις λέξεις αντάρτης, ανταρσία, αφού οι αντάρες σηκώνονται από τα ποτάμια ή τις λίμνες. 134. κλουρουμένους: περικυκλωμένος, από αρχ.ελλ. λέξη κόλλιξ – κος: ψωμί φτιαγμένο σε στρογγυλό σχήμα από χοντρό αλεύρι – κολλύρα – κολλύριον υποκοριστικό – κολούρι – κουλούρι + κατάληξη – ώνω – κολουρώνω – κολουρωμένος. 135. «έχεσα μαλλιά από λύκο». Ο παροιμιακός λόγος δηλώνει κάτι το αδιανόητο, κάτι το Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


90

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Κατά τις εποχικές μετακινήσεις τους τα νομαδικά κοπάδια γρεκιάζουν κατάλακα, οπότε είναι εκτεθειμένα στους λύκους. Ως εκ τούτου ποιμένες και τζομπανόσκυλα βρίσκονται σε επιφυλακή και ο λύκος σε υψίστη ετοιμότητα για να βρει την κατάλληλη στιγμή. Συνήθως τη βρίσκει γιατί είναι ευφυέστατος και πρέπει να ζήσει. Τα χίλια πεντακόσια γαλάρια του Γιάννη Θ. Ζιάγκα στο διάσελο του Κουκούλη, Ελασσόνα Λάρισας, Οκτώβριος 2017.

ούτε ζαβά136 ούτε μουλαΐμικα137 σκυλιά, γιατί ήμουν εντελώς αφηρημένος και απροετοίμαστος. «Μπρος σκυλιά και πίσω σκυλομάνια»138. Όλα μού έδειχναν τα δόντια τους, η τρίχα στο κορμί τους είχε σηκωθεί, οι ουρές τους έδερναν τον αέρα. Έμεινα στον τόπο άλαλος, πετρωμένος. Δεν ένιωθα αν κρατούσα οποίο υπερβαίνει τα όρια της λογικής του ανθρώπου για να αποδώσει παραστατικά τη δεινή θέση στην οποία ενδέχεται να βρεθεί ο καθένας εν μέσω ρωμαλέων ποιμενικών σκύλων, οι οποίοι περιφρουρούν το κοπάδι τους. 136. ζαβά: δύστροπα, άγρια, πιθανή προέλευση από αρχ. ελλ. λέξη Σαβός, που ήταν Φρυγική θεότητα της οποίας τα μυστήρια ήταν παρόμοια με εκείνα του θεού Διονύσου. Σαβός – ζαβός: ο μαινόμενος. 137. μουλαΐμικος: ήρεμος, πράος, πιθανή προέλευση από το ιταλικό mollare: χαλαρώνω. 138. σκυλομάνια: πολλά και δυνατά σκυλιά με έκδηλη αγριότητα. Από την ομηρική λέξη σκύλαξ – κος, το νεογνό του σκύλου και τη λέξη μανία από παθητικό αόριστο β΄ αρχ. ελλ. ρήματος μαίνομαι – εμάνην. σκύλαξ – σκύλος + μανία – σκυλομάνι ή σκυλομανιό – σκυλομάνια. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

91

κλίτσα ή μού είχε φύγει από τα χέρια… Αν δεν τα χούιαζε139 ο Νάσιος, δεν ξέρω πώς θα ξεμπέρδευα140 από εκείνα τα θεριά, αν δεν με ξεμπέρδευαν141. Ένα ευχάριστο γεγονός μαλάκωσε την ταραχή μου. Στου Νάσιου Γκόγκου το κοπάδι είχαν εμφανιστεί τρία από τα πρόβατα που αναζητούσα και στου Τάκη Γκόγκου, που έβοσκαν χαμηλότερα, βρήκα ένα κριάρι. Έφτανε το θάμπωμα, δεν προλάβαινα να φύγω για την Πράμαντα. Άφησα τα πρόβατα στα κοπάδια και πήγα να τρυπώσω σε μια καλυβούλα στην Αφεντική. Λούφαξα142 σε μια γωνιά σαν το αγρίμι της ερημιάς δίχως φωτιά, δίχως κάπα, δίχως κουβέντα. Ένιωθα όμως πολύ όμορφα γιατί είχα βρει τέσσερα πρόβατα, για τα τρία, που μου έλειπαν, δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο. Ρούφηξα δυο-τρία λαθραία για να σπάσω τη μοναξιά μου και έκλεισα τα βλέφαρα. Το χάραμα χώρισα τα πρόβατα από τα ματσουκιώτικα κοπάδια. Επειδή μια πρατίνα λάια143 σίβα144, προικιάρα145 του Τόλη, αγριόφερνε, την νευρόδεσα146, για να δυσκολέψω το περπάτημά της και να λιγοστέψω τις πιθανότητες να μού λακίσει στον δρόμο. Από τη Φλογέρα πήραμε το μονοπάτι που βγάζει στην Γκάργκουλα. Ήθελα να περάσω για άλλη μια φορά από τη Ρουίστα με την ελπίδα ότι «θα μπλάξω»147 κάποιο πρόβατο από τα «χαμένα». Τα τέσσερα πρόβατα 139. χούιαξε: κραύγαζε δυνατά, τα μάλωσε, για να σταματήσουν την επίθεσή τους. από ομηρικό ρήμα ιΰζω – χουιάζω, χουγιατά. 140. ξεμπερδεύω: απαλλάσσομαι, ξεμπλέκω. Από το επιτατικό μόριο ξε, τις προθέσεις εν και περί και το ρήμα της αρχαίας ελληνικής δέω – δώ: δένω, ξεμπεριδέω – ξεμπερδέω – ξεμπερδεύω – ξεμπέρδεμα. 141. ξεμπέρδευαν, εν προκειμένω με τη σημασία του ξεκάνω, βγάζω από τη μέση, αφανίζω. 142. λούφαξα: έμεινα ακίνητος και σιωπηλός από αρχ.ελλ. ρήμα λωφάω – ω – λωφάζω – λουφάζω – λούφα. 143. λάια: προβατίνα μαύρου χρώματος, από αρχ.ελλ. λέξη λάιος. Λάιος ονομαζόταν ο πατέρας του τραγικού βασιλιά της Θήβας Οιδίποδα. Εντυπωσιακή είναι η παρουσία ενός κοπαδιού με λάια πρόβατα. Η δημοτική μούσα έχει υμνήσει τα κοπάδια αυτών των προβάτων αρκούντως «…να βγουν οι βλάχοι στα βουνά, να βγουν κι οι βλαχοπούλες, να βγουν τα λάια πρόβατα με τα χοντρά κουδούνια» ή «…φεύγουν τα λάια πρόβατα στα χειμαδιά να πάνε, νύχτωσε και δεν προπάνε…». 144. σίβα: λάια σίβα, προβατίνα στο σώμα της οποίας κυριαρχεί το μαύρο χρώμα, το μαλλί της όμως δεν έχει μαύρο χρώμα αλλά κάπως σταχτί, γρίβο. Η λέξη έχει σλαβική προέλευση. 145. προικιάρα: ανήκει στα πρόβατα εκείνα που πήρε ως προίκα, όταν παντρεύτηκε. Οι νομάδες των Τζουμέρκων, που πάντρευαν τις κόρες τους έως το 1960, έδιναν προίκα σ’ αυτές πρόβατα. προικιάρα από αρχ.ελλ. ρήμα ικνέομαι - ούμαι και. από πρόθεση προ – προϊκνούμαι. Από μέλλοντα «προΐξομαι» παράγεται η λέξη προίξ – κός γιατί αφικνείται (φθάνει) στο σπίτι του γαμπρού πριν τελεστεί ο γάμος. Προίκα – προικιά και – ιάτικος – προικιάτικος – προικιάρικος (προικώος), προίκα και – ίζω – προικίζω – προικισμένος. 146. νευρόδεσα: έδεσα με σχοινί το ένα από τα πίσω (κοντινά) πόδια της λίγο πιο πάνω από την κλείδωση (σημείο που σχηματίζει γωνία). Από αρχ.ελλ. λέξη νεύρον και αρχ.ελλ. ρήμα δέω – ώ: δένω, νευρονδέω – νευροδένω. 147. θα μπλάξω, ιδέ σημείωση υπ. αριθμ. 98. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


92

Νικόλαος Β. Καρατζένης

κατάλαβαν ότι πρόθεσή μου ήταν να τα φέρω στο κοπάδι τους και υπάκουαν σαν άνθρωποι στα παραγγελματά μου. Στην Ασφακούλα συνάντησα τον Κωσταρά Σ. Τσιλιγιάννη, τον αδάμαστο ποιμένα, που φεύγει τελευταίος από τα πραμαντιώτικα βουνά μετά τις πέντε-δέκα Νοεμβρίου. Ο Κώστας δυστυχώς δεν είχε δει, δεν είχε ακούσει τίποτε. Κατηφορίζαμε για τους Μελισσουργούς. Στη «Χουμπωμένη»148 κόπηκε στα δυό το ένα μου παπούτσι και το πέταξα εκεί, στο ποτάμι αχρηστεύτηκε και το άλλο. Το πήρα στα χέρια και ήρθα ξυπόλυτος στην Πράμαντα με ματωμένα πόδια και κουλός από την αποσταμάρα την ώρα που μούργκιζε149. Τα βάσανα όμως τελειωμό δεν είχαν. Το σπίτι μου ήταν κλειστό γιατί πρόβατα και κονάκια είχαν πάρει τον δρόμο για τα χειμαδιά. Έκλεισα τα πρόβατα στο κατώι και έπεσα νεκρός για ύπνο. Άγρια χαράματα άφησα γεια στο χωριό και πήρα πάλι τις στράτες με τα τέσσερα πρόβατα. Στην Πλάκα αργά το δειλινό πρόφτασα το κοπάδι με τους πραταραίους, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν δοκηθεί150 τα πρόβατα που μας έλειψαν. Τελικός απολογισμός: δεν καταφέραμε ποτέ να βρούμε ζωντανές ή πεθαμένες τρεις πρατίνες: μια κρούτα151 μπούτσικα από το δικό μας το σημάδι, μια σπιθοκάλισια152 του Στάθη Τσιλιγιάννη και μια κοκκινομάτα153 του Θόδωρου Καρατζένη. Η αλήθεια είναι ότι μας πόνεσε στην ψυχή ο χαμός τους γιατί εμείς με στερήσεις και κακουχίες, με ιδρώτα και αίμα κατορθώνουμε να διατηρούμε 148. Χουμπωμένη: πηγή στα δυτικά της στρούγκας «Ασφακούλα» πλησίον της τοποθεσίας «Λιθάρια τα Μεγάλα», απέναντι από Μελισσουργούς. Το νερό της, που στη διαδρομή του προς το μελισσουργιώτικο ποτάμι «χουμπώνεται», χάνεται μέσα στα χαλίκια, έδωσε το όνομα στην πηγή. Από αρχ.ελλ. λέξη χούς: σωρός από σκαμμένο χώμα και αρχ.ελλ. ρήμα αμπέχω: καλύπτω, αμπέχονο: σακάκι στρατιωτών. Συνήθης φράση στους νομάδες «χούμπουσι τ’θράκα» με τη στάχτη. Στα Τζουμέρκα μαρτυρείται και η κατάρα «χουμπουμένου» σε περιπτώσεις που κάποιο παιδί είναι τρόπον τινά άτακτο και κάνει ζαβολιές. 149. μούργκιζε: άρχιζε να απλώνεται το σκοτεινό χρώμα της νύχτας, από αρχ.ελλ. λέξη αμολγός από ρήμα αμέλγω. Αμέλγω – αμολγός – αμόλγης – αμόργης – αμούργκα – μούργκα – μούργκος + ίζω – μουργκίζω, μούργκισμα. Ιδέ σημ. υπ. αριθμ. 41. 150. είχαν δοκηθεί: είχαν καταλάβει ότι τους λείπει κάτι, είχαν θυμηθεί ποια πρόβατα τους λείπουν. Από το ομηρικό ρήμα δοκέω – ώ, δοκούμαι – δοκιώμαι – δουκιόμι. 151. κρούτα μπούτσικα: προβατίνα με μικρά κέρατα, με άσπρο κορμί, κοκκινωπό πρόσωπο και κόκκινα στίγματα στα πόδια. κρούτα: προσωπική άποψη, από ρήμα κρούω – κρότος – κρούτος – κρούτα, αφού το χτύπημα των ζώων προς απόκρουση του αντιπάλου γίνεται με τα κέρατα. Πιθανή είναι και η εκδοχή από αρχ.ελλ. λέξη κέρας – κέρατος – κερούτα – κρούτα. 152. σπιθοκάλλισια: προβατίνα με άσπρο μαλλί και μικρά μαύρα στίγματα στο μέτωπο, στα μάτια, στα αφτιά και στα πόδια. Διαφέρει από την κάλλισια στο μέγεθος των στιγμάτων, σ’ εκείνη τα μαύρα σημάδια είναι πιο μεγάλα. Η λέξη παράγεται από την αρχ.ελλ λέξη σπινθήρ – σπίθα και τον υπερθετικό βαθμό του ομηρικού επιθέτου καλός – κάλλιστος – κάλλισιος – κάλλισια – κάλισια. 153. κοκκινομάτα: προβατίνα με άσπρα μαλλιά, άσπρη στο πρόσωπο και στα πόδια με κόκκινα στίγματα ή κόκκινες τρίχες γύρω από τα μάτια. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

93

Τα χίλια πρόβατα αρμαθιάστηκαν στο μονοπάτι και τραβάνε για τα λιβάδια της Νότιας Πίνδου, στα ίδια ξεκαλοκαιριά που είχαν εγκατασταθεί οι αρχαίοι Αθαμάνες από το 2000 π.Χ. (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών 1970, Τ.Α΄, σελ 376), οι οποίοι χαμήλωναν τον χειμώνα στις πεδιάδες της αρχαίας Αμβρακίας και της Ακαρνανίας όπου εξακολουθούν να ξεχειμάζουν σήμερα οι νομάδες των Τζουμέρκων. Το κοπάδι των Κώστα Δ. Τσιλιγιάννη και Μήτσιου Κ. Νούτσου στη Μεγάλη Σάρα, λίγο πριν τα «Λιβάδια τα Μελισσουργιώτικα», Ιούνιος 2009.

αυτά τα κοπάδια που είναι η ίδια η ζωή μας. Από την άλλη σταθήκαμε πολύ τυχεροί, γιατί, αν ρίξουμε τη φύρα154 στα χίλια τριακόσια πρόβατα, η ζημιά ήταν πολύ μικρή. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Τα νομαδικά πρόβατα και τα γίδια έχουν ανεπτυγμένα στο έπακρο τα ένστικτα της επιβίωσης και της αυτοπροστασίας, αλλά και τη δύναμη της αντοχής στις δοκιμασίες της σκληροτράχηλης ζωής τους. Αν τα πρόβατα, που πρόγκησαν το βράδυ εκείνο στη Μτέσα, προέρχονταν από ξενόφερτες φυλές ή ήταν βελτιωμένα, είναι σίγουρο ότι θα χάνονταν πολύ περισσότερα. Σαν να μην έφταναν όσα ζήσαμε τόσες μέρες, ήρθε να προστεθεί σ’αυτά και κάτι άλλο που μάς χόλιασε155. Όταν μαθεύτηκε το πάθημά μας, όπως συνήθως συμβαίνει, «η τρίχα έγινε τριχιά». Οι υπερβολές έδιναν και έπαιρναν, όχι μόνο 154. φύρα: μείωση της ποσότητας, από αρχ.ελλ. ρήμα φύρω: αναμειγνύω, καταστρέφω. φύρω – φύρα – φυραίνω – φύραμα, φύρδην – μίγδην: ανάκατα. 155. χόλιασε: στενοχώρησε, από αρχ.ελλ. λέξη χόλος: σφοδρή οργή, προέρχονται τα ρήΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


94

Νικόλαος Β. Καρατζένης

ανάμεσα στις ποιμενικές οικογένειες των Πραμάντων, αλλά και σε εκείνες του Ματσουκιού και των Μελισσουργών, αφού τις μέρες εκείνες τα νομαδικά κοπάδια και οι οικογένειες των νομάδων είχαν ξεχυθεί στις στράτες για τα χειμαδιά από τα Τζουμέρκα ως την Άρτα και το Ξηρόμερο156. Επόμενο ήταν ο ένας μετά τον άλλον, που μάθαινε την είδηση, να τη φουσκώνει και να δίνει μυθικές διαστάσεις σε ένα όντως παράδοξο γεγονός, όπως ήταν το ανεμοσκόρπισμα 1300 προβάτων, που δεν είχε προηγούμενο στης Νότιας Πίνδου τα χωριά. Η φήμη που διαδόθηκε τότε ήταν: «Οι Μολωναίοι και οι Τσιλιγιανναίοι έχασαν μέσα στις αντάρες χίλια πεντακόσια πρόβατα και γίδια. Αρκετά έπεσαν στους γκρεμούς, κάποια τα έφαγαν τα ζουλάπια, άλλα «πήραν τα ρέματα»157 και άλλα τα πήραν τα ρέματα158, είδαν και έπαθαν επί δεκαπέντε μέρες και άλλες τόσες νύχτες να τα συμμαζέψουν…». Πέρασαν τόσα χρόνια από την κόλαση εκείνου του φθινοπώρου. Οι εικόνες, οι μνήμες και η χολή, που με πότισε, ακόμα με τυραννούν. Κόντεψα τότε να χάσω τα λογικά μου. Και άλλες φορές «τά’χασα τα πρότα», αλλά τα βρήκα μετά από δυο-τρεις ώρες. Δεν υπάρχει τζιομπάνος σε νομαδικό κοπάδι που να μην έχει χάσει τα πρόβατα μία και δυο φορές, αλλά πραταραίοι, που να παιδεύονται επί πέντε μέρες να βρουν χίλια τριακόσια πρόβατα, φαντάζομαι πως δεν είναι πολλοί…. Ακόμα σήμερα όνειρα τρόμου ταράζουν τον ύπνο μου. Βλέπω πως ματα της αρχ. ελλην. χολόω – ώ: ταράζω τη χολή κάποιου και χολάω: πικραίνομαι, μελαγχολώ. Από το ρήμα χολάω – χολιάω – χολιασμένος – χόλιασμα. 156. Άρτα και Ξηρόμερο. Νομάδες και ποτάμια της νότιας Πίνδου βρίσκονται σε αρμονική σύμπλευση. Τα ποτάμια έχουν τις πηγές τους στα ψηλά βουνά και καταλήγουν σε μηδενικό υψόμετρο στη θάλασσα. Οι νομάδες έχουν αντίστοιχα τις στάνες τους στα ίδια βουνά και τα χειμερινά τους λιβάδια στις πεδιάδες της Άρτας, της Πρέβεζας και της Ακαρνανίας, τις οποίες διαρρέουν τα ποτάμια της Ν. Πίνδου. Οι ποιμένες του Συρράκου ακολουθώντας τον ρου του Αράχθου και του Λούρου ξεχειμώνιαζαν στον κάμπο της Άρτας και της Πρέβεζας. Οι νομάδες των Καλαρρυτών καθοδηγούμενοι από τον Πηνειό έχουν τα χειμαδιά τους στις πεδιάδες της Θεσσαλίας, τις οποίες διαπερνά το ποτάμι αυτό. Οι νομάδες του Ματσουκιού, των Πραμάντων, των Μελισσουργών, του Καταρράκτη, του Βουργαρελίου, των Θεοδωριάνων και της Μεσούντας που κινούνται παράλληλα με τις ροές του Αράχθου και του Ασπροποτάμου (Αχελώου μετά τη γέφυρα Κοράκου) ξεχειμάζουν στις πεδιάδες της Άρτας και της Ακαρνανίας ακολουθώντας τα νομαδικά ίχνη των αρχαίων Αθαμάνων. 157. πήραν τα ρέματα: απαξιωτική φράση για τα αχαμνά και γηρασμένα πρόβατα, τα οποία το φθινόπωρο συνήθως, δεν μπορούσαν ν’ ακολουθήσουν το κοπάδι σε ορθοπλαγιές και «κόβονταν» από αυτό. Έμεναν στα χαμηλώματα του λιβαδιού, εκεί που κατέληγαν τα ρέματα τα οποία κατηφόριζαν από τα ψηλώματα. Τα χαμηλώματα είχαν πάντα χοντρό χορτάρι, φύλλα από δέντρα, καρπούς από άγριες μηλιές και κρανιές, μανιτάρια το φθινόπωρο, ενώ στα σπανά λιβάδια το χορτάρι ήταν πολύ μικρό και αφού τα γέρικα πρόβατα (μιστιόπρατα) δεν είχαν δόντια, αδυνατούσαν να βοσκήσουν. 158. τα πήραν τα ρέματα: τα πρόβατα πνίγηκαν καθώς τα παρέσυραν τα κατεβασμένα ρέματα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πώς χάσαμε χίλια τριακόσια πρόβατα

95

παραπατάω σε πλαγιές και πέφτω σε λαγκάδια, βλέπω πρόβατα απελπισμένα να γραδώνονται159 σε στενωσιές από τους λύκους, βλέπω πρατίνες γκαστρωμένες160 να ξεκοιλιάζονται από το ξηραμένο161, βλέπω γίδες σπαραγμένες, σκορπισμένες εδώ και εκεί, βλέπω όρνια με μάτια που γυαλίζουν να πέφτουν με άγριες κραξιές πάνω στων προβάτων τα άψυχα κορμιά, βλέπω λαγκάδια κατεβασμένα να τυλίγουν στα θολά νερά τους κριάρια με κουδούνια, βλέπω να πέφτει «κακιά αστραπή» καταμεσής του κοπαδιού και να αφήνει στον τόπο πενήντα, εκατό, εκατόν πενήντα πρόβατα, βλέπω να πορεύομαι με χίλια πρόβατα στην ανοιχτωσιά ενός δρόμου για τα χειμαδιά, αλλά κάτι γίνεται εκεί, χάνω το κοπάδι μεσοστρατίς και μένω με την κλίτσα στα χέρια… βλέπω, βλέπω και τι δεν βλέπω!!! Ένα μόνο δεν βλέπω162, πότε τέλος πάντων θα πάψουν να με δέρνουν αλύπητα οι θύμησες εκείνου του μαύρου Οκτωβρίου για να λαρώσει η ψυχή μου.

Ο Ν. Β. Καρατζένης είναι φιλόλογος.

159. γραδώνονται: στριμώχνονται και δεν μπορούν να προχωρήσουν, εν προκειμένω να διαφύγουν. Από τη λέξη γράδα ή γράβα: σχισμή βράχου, στένωμα. πιθανή προέλευση από το ομηρικό ρήμα γράω: τρώγω, ροκανίζω. από την ίδια ρίζα, γρούσπα, γούρνα, γρώνη: κοίλωμα. 160. γκαστρωμένη: εγκυμονούσα. Παράγεται από πρόθεση εν και την αρχ.ελλ. λέξη γαστήρ (κοιλιά) – εγγάστριον (το εντός της κοιλιάς) και κατάληξη – ωνω – εγκαστρώνω – γκαστρώνω, μετοχή παρακειμένου γκαστρωμένος. 161. ξηραμένο: ο λύκος, ευχή και κατάρα των ποιμένων να ξεραθεί το ζουλάπι αυτό, ν’ αρρωστήσει και να χαθεί για να πάψει να αφανίζει τα πρόβατά τους. από το ομηρικό ξηρός και κατάληξη – αίνω προκύπτει το αρχ.ελλ. ρήμα ξηραίνω, μετοχή παρακειμένου μέσης φωνής εξηραμμένος – η – ο – ξηραμένο. 162. βλέπω.. Κώστας Δ. Μολώνης, αφηγητής 1936 – εν ζωή ευρισκόμενος. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Παναγιώτα Π. Λάμπρη*

Το καγκελάρι της Ροδαυγής Αναζητώντας τις ρίζες – Προοπτικές Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες, ὅ,τι εἶστε, μήν ξεχνᾶτε, δέν εἶστε ἀπό τά χέρια σας μονάχα, ὄχι. Χρωστᾶτε καί σέ ὅσους ἦρθαν, πέρασαν, θά ’ρθοῦνε, θά περάσουν. Κριτές, θά μᾶς δικάσουν οἱ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί. Κωστής Παλαμᾶς

Γ

ια τον χορό καγκελάρι της γενέτειράς μου έχω γράψει και άλλοτε, με εκτενέστερη αναφορά εκείνη η οποία γίνεται στο βιβλίο μου «Ροδαυγή» (α΄ έκδοση, σ. 137-150 & β’ έκδοση, σ. 155-169)· πέραν αυτής, πάντα υπάρχουν αφορμές, συναισθηματικής φύσεως ή άλλες, για να επιστρέφω και να μιλώ για τούτη την πολύ σημαντική παρακαταθήκη, η οποία μας ταξιδεύει στον χρόνο και δεν ξέρουμε από πότε άρχισε να διαμορφώνεται και να λειτουργεί ως ουσιαστική παράμετρος της κοινωνικής, της εθνικής και της πολιτιστικής ζωής του τόπου. Μια από τις αφορμές, η οποία με κάνει ν’ ασχοληθώ πάλι με το καγκελάρι, είναι εκείνη που αφορά σε κάτι, το οποίο παρέλειψα να πραγματευτώ στο προαναφερθέν βιβλίο μου. Πρόκειται για την καταγωγή του χορού. Ανακάλυψα κάποια πηγή, η οποία την πιστοποιεί; Όχι! Αλλά κάθε φορά που βλέπω αναπαραστάσεις χορού σε εκθέματα μουσείων, σε σχετικά βιβλία, σε… ή μελετώ αρχαία ή νεότερα κείμενα, τα οποία αναφέρονται σε ποικίλα, σχετικά με τον χορό, ζητήματα, δεν μπορώ να μην δω μέσα σε κάποιες εκφάνσεις τους και το καγκελάρι του χωριού μου, το οποίο εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των πανάρχαιων κύκλιων, σε μας κυκλικών, χορών, που αλλιώς λέγονταν και χορείες, οι οποίοι κατά κανόνα ήταν ενταγμένοι στη λατρεία των θεαινών και των θεών. Στον Όμηρο, για παράδειγμα, όταν διαβάζω στη ραψωδία Σ της Ιλιάδας τη μοναδική περιγραφή της πανοπλίας του Αχιλλέα, μεταξύ άλλων εξαιρετικών απεικονίσεων, γοητεύομαι κι από κείνη, η οποία αναφέρεται στον χορό (Σ 590606)· τολμώ, μάλιστα, κλείνοντας τα μάτια, να μεταφερθώ στην πλατεία του χωριού μου κάθε που χορεύεται το καγκελάρι. Όχι, καμαρώνοντας μάταια για Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το κ α γ κ ε λ ά ρ ι τ η ς Ρ ο δ α υ γ ή ς

97

κάτι, το οποίο επιθυμώ να έχει αρχαία καταγωγή, αλλά επειδή πιστεύω πως από τον τρόπο, που χορεύεται, έχει. Γράφει ο Όμηρος: Κι ἕναν χορὸν ἱστόρησεν ὁ μέγας ζαβοπόδης, ὅμοιον μ’ αὐτὸν ποὺ ὁ Δαίδαλος εἶχε φιλοτεχνήσει τῆς Ἀριάδνης τῆς λαμπρῆς εἰς τῆς Κνωσοῦ τὰ μέρη. Ἀγόρια ἐκεῖ, πολύπροικες παρθένες ἐχορεῦαν κι ἐγύριζαν χεροπιαστοί· καὶ οἱ κόρες ἐφοροῦσαν λινὰ ἐνδύματα λεπτά, κι εἶχαν τὰ παλικάρια ἀπὸ τὸ λάδι λαμπεροὺς καλόγνεστους χιτῶνες. Λαμπρὰ στεφάνια εἶχαν αὐτές, εἶχαν χρυσὰ ἐκεῖνοι μαχαίρια ποὺ ἀπ’ ἀργυροὺς κρεμιόνταν τελαμῶνες· καὶ πότ’ ἐτρέχαν κυλητὰ μὲ πόδια μαθημένα, ὡσὰν σταμνάς, ὁποὺ τροχὸν ἁρμόδιον στὴν παλάμην τὴν τριγυρνᾶ καθήμενος νὰ δοκιμάση ἂν τρέχη,     καὶ πότε ἀράδα ἔτρεχαν ἀντίκρυ στὴν ἀράδα. Καὶ τὸν ἀσύγκριτον χορὸν τριγύρω ἐδιασκεδάζαν πολὺς λαὸς καὶ ἀνάμεσα ὁ ἀοιδὸς ὁ θεῖος κιθάριζε· καὶ ὡς ἄρχιζεν ἐκεῖνος τὸ τραγούδι δυὸ χορευτὲς στὴ μέση τους πηδοῦσαν κι ἐγυρίζαν. (μτφ. Ἰάκωβος Πολυλᾶς) Οπωσδήποτε η ανωτέρω περιγραφή, ίσως, οδηγήσει κάποιους να πουν πως είναι υπερβολική η άποψή μου για τη σχέση που είναι δυνατόν να υπάρχει ανάμεσα στο καγκελάρι και στον αρχαίο χορό. Μπορεί κιόλας ως έναν βαθμό να έχουν δίκιο, διότι κι εγώ δεν υποστηρίζω πως είναι ίδιοι, αλλά πως, δεδομένων των αλλαγών που επιφέρει ο χρόνος, ο δικός μας χορός έχει τις ρίζες του σ’ αυτόν ή σε παρόμοιους μ’ αυτόν αρχαίους χορούς. Στοιχεία, τα οποία τους συνδέουν, είναι η κυκλική τους ανάπτυξη, η συμμετοχή ανύπαντρων νέων, ενδεδυμένων τα γιορτινά τους, οι οποίοι χορεύουν «χεροπιαστοί» και κάποιες στιγμές, για τις ανάγκες του χορού, βρίσκονται αντικριστά ο ένας στον άλλον, ενώ πέριξ τους διασκεδάζει κόσμος. Ειδικά, για τους ανύπαντρους νέους, αλλά και για τις παντρεμένες γυναίκες, γίνεται ξεχωριστή μνεία και στο καγκελάρι: «Σήμερα τα παλικάρια στέκονται σαν τα λιοντάρια. / Σήμερα και τα κορίτσια στέκονται σαν κυπαρίσσια. / Σήμερα κι οι παντρεμένες στέκονται καμαρωμένες.» Ο Πλούταρχος σημειώνει, επίσης, στον «Θησέα» (21.1-2) του πως εκείνος, αποπλέοντας από την Κρήτη, άραξε στη Δήλο κι αφού θυσίασε στον θεό και αφιέρωσε το άγαλμα της Αφροδίτης, που του είχε δώσει η Αριάδνη, χόρεψε Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


98

Παναγιώτας Π. Λάμπρη

μαζί με ανύπαντρους νέους χορό, τον οποίο λένε πως χορεύουν ακόμα οι κάτοικοι της Δήλου, απομίμηση των διαδρόμων και των διεξόδων του Λαβυρίνθου, σε ρυθμό που διακρίνεται για τις πολλές περιστροφές και τους ελιγμούς. Αυτό το είδος του χορού, όπως αναφέρει ο Δικαίαρχος, ονομάζεται από τους Δήλιους Γέρανος και τον χόρεψε γύρω από τον Κερατώνα, βωμό συναρμολογημένο μόνο με αριστερά κέρατα. Και ο Παυσανίας (Βοιωτικά 40.3) αναφέρεται στον Χορό της Αριάδνης, παραπέμποντας στον Όμηρο (Σ 590-606), στους στίχους, δηλαδή, που πιο πάνω παρατέθηκαν. Κι ο Πολυδεύκης, στο κεφάλαιο «Περί εἰδῶν ὀρχήσεως» (4.101), γράφει για τον εν λόγω χορό πως για πρώτη φορά τον χόρεψε ο Θησέας, μιμούμενος την έξοδό του από τον Λαβύρινθο. Άλλος χορός, θρησκευτικής διάστασης – δεν είναι ο μοναδικός – με τον οποίο συγγενεύουν οι κύκλιοι, κοσμικοί θα έλεγα χοροί, είναι ο διθύραμβος. Αυτοσχέδιο χορικό, λατρευτικό άσμα στη λατρεία του Διονύσου, το οποίο τραγουδιόταν, ή μάλλον, ψαλλόταν από μεταμφιεσμένους άνδρες ή γυναίκες με τη συνοδεία αυλού και χορευόταν γύρω από τον βωμό του θεού. Αυτό το μουσικοχορευτικό σύνολο, με το οποίο απευθύνονταν στον θεό οι πιστοί του και μιλούσε για τη ζωή του, στην εξέλιξή του οδήγησε στη γένεση της τραγωδίας, στη γένεση του θεάτρου, δηλαδή. Το καγκελάρι της Ροδαυγής, και όχι μόνο, αφού, με το ίδιο όνομα ή ως καγκελάρης και διπλοκάγκελο, χορεύεται με παραλλαγές σε πολλά χωριά της περιοχής, θαρρώ πως σχετίζεται και με τον διθύραμβο, διότι τελείται πάντα σε συνάρτηση με θρησκευτικές γιορτές, αλλά και στοιχεία θεατρικής έκφρασης έχει. «Στο καγκελάρι», όπως σημειώνω στη «Ροδαυγή» (α’ έκδοση, σ. 145 & β’ έκδοση, σ. 164), «τραγουδούσαν μόνο οι άντρες - τώρα τραγουδούν και πολλές γυναίκες - που θεωρητικά είναι χωρισμένοι σε δύο ομάδες. Ο «κορυφαίος», ο οποίος δεν μένει ο ίδιος μέχρι το τέλος του χορού, με την πρώτη ομάδα, και η δεύτερη ομάδα, η οποία επαναλαμβάνει πανομοιότυπα τα λόγια και το σκοπό του τραγουδιού που έχει τραγουδήσει η πρώτη ομάδα. Ο «κορυφαίος» του χορού, όπως στην αρχαία τραγωδία, ακίνητος αρχίζει μόνος του αργά και μακρόσυρτα, ενώ οι άλλοι, χορευτές και μη σιωπούν: «Τέτοια νω -, μωρέ, τέτοια νω - τέτοια νώρα ήταν εψές». Όλοι οι άλλοι ακίνητοι ή αργοκινούμενοι επαναλαμβάνουν ακριβώς τα ίδια λόγια. Στη συνέχεια ο προεξάρχων του χορού με το πρώτο τμήμα του τραγουδούν σε ταχύτερο ρυθμό και συγχρόνως όλοι οι χορευτές κινούνται και αρχίζει κανονικά ο χορός. Το καγκελάρι ως χορός έχει τη δική του τάξη. Στην αρχή χορεύουν οι άντρες, στη συνέχεια οι γυναίκες και στο τέλος τα παιδιά. Οι χορευτές πιάνονται στο χορό θηλυκωτά, περνώντας ο ένας το χέρι του στον αγκώνα του άλλου. […] Στην εξέλιξη του χορού δημιουργούνται καγκελίσματα, δηλαδή οι χορευτές χοΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Το κ α γ κ ε λ ά ρ ι τ η ς Ρ ο δ α υ γ ή ς

99

ρεύουν κάνοντας δίπλες και έτσι άλλοι έρχονται αντικριστά ο ένας στον άλλον και άλλοι πλάτη με πλάτη. Έτσι στο διπλοκάγκελο διπλώνει η γραμμή των χορευτών, στο τριτοκάγκελο τριπλώνει και ούτω καθεξής. Στο σταυροκάγκελο δυο άντρες του μέρους, που δεν έκανε καγκελίσματα, σχηματίζουν καμάρα με τα χέρια τους και από κάτω περνούν όλοι οι χορευτές, οι οποίοι είχαν σχηματίσει δίπλες με τα καγκελίσματα και προχωρούν στην κανονική τάξη του χορού, ενώ οι υπόλοιποι μένουν ακίνητοι μέχρι να ξαναγίνει ο χορός όπως ήταν, οπότε και συνεχίζουν να χορεύουν.» Δεδομένων των ανωτέρω, αλλά λαμβάνοντας, επίσης, υπόψη ότι οι χοροί της αρχαιότητας δεν έχουν μελετηθεί στον βαθμό που έχει συμβεί αυτό γι’ άλλες εκφάνσεις του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, είναι, σχεδόν, βέβαιο πως, αν η έρευνα σκύψει με περισσότερο ενδιαφέρον στη μελέτη τους, θα προκύψουν καινούργια στοιχεία για τη διατήρηση, την εξέλιξη και την προσαρμογή πολλών χορευτικών μοτίβων της αρχαιότητας στον χρόνο. Πόσο, μάλλον, που οι χοροί δεν αποτελούσαν μόνο μέσο ψυχαγωγίας, αλλά σημαντική παράμετρο αγωγής των πολιτών (Πλάτ., Νόμοι 7.796b-d, Αριστοτ. Πολιτικά 8.3.2-3, Ισοκρ., Προς Δημόνικον 4e, κ.λπ.), και επιβίωσαν, παρά τις όποιες απαγορεύσεις και τιμωρίες στο Βυζάντιο, αφού ο λαός δεν αποχωρίζεται εύκολα ό,τι τον συνδέει με τις ρίζες του, ειδικά, όταν πρόκειται για θρησκευτικά και τελετουργικά έθιμα. Ο Νίκος Μπαζιάνας, σε ανακοίνωσή του με τίτλο «Τα αρχαία ποιητικά μέτρα και οι ρυθμοί της δημοτικής μουσικής», την οποία έκανε σε Διεθνές Συνέδριο με θέμα «Χορός και Αρχαία Ελλάδα» (Αθήνα 1991), αναφέρει σχετικά: «Η λαϊκή μουσική, με διάμεσο το Βυζάντιο, κληρονόμησε ένα μεγάλο μέρος από τον θησαυρό της αρχαίας ελληνικής μουσικής. Λίγα χρόνια πριν «το κοράσιν ετραγωδεί» και οι Πόντιοι ψάλλουν ως σήμερα όχι τραγούδια, αλλά «τραγωδίες». Το σημερινό δημοτικό τραγούδι δεν είναι μόνον άκουσμα, μελωδία και ρυθμός. Στην κοινωνική λειτουργικότητά του ολοκληρώνεται και με τα υπόλοιπα στοιχεία της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας. Κι είναι γνωστό ότι το αρχαίο δράμα δεν ήταν μόνο κείμενο ποιητικό. Ήταν κυρίως θέαμα, κίνηση, όρχηση, όψη, σκευή, υπόκριση, μίμηση, μουσική ενόργανη και φωνητική. Ένα παλιό πανηγύρι, ένας παραδοσιακός γάμος, κάποια λαϊκά δρώμενα που στηρίζονται στη μουσική και στο χορό, κάποια λατρευτικά έθιμα και τελετουργίες, που πριν από λίγα χρόνια ήταν ζωντανά, διασώζουν όλα τα στοιχεία του αρχαίου δράματος. Είναι βέβαιο πια και επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι στη μουσική και στον χορό υπάρχει αδιάσπαστη συνέχεια από την πρώιμη αρχαιότητα ως τις μέρες μας. «Είναι ευτύχημα», γράφει ο Σ. Καράς, «ότι σήμερα μετά τόσους αιώνες, στο τραγούδι και την όρχηση – τον χορό – του λαού μας ζει ολόκληρο το σύστημα της ελληνικής ρυθμοποιίας. Και ίαμβοι και τροχαίοι και δάκτυλοι και ανάπαιστοι και σπονδείοι και παίωνες και ιωνικοί και χορίαμβοι και αντίσπαστοι και Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


100

Παναγιώτας Π. Λάμπρη

επίτριτοι και δόχμιοι και επιτέταρτοι και επιβατοί και άλλοι, εις τρόπον ώστε να μπορούμε όχι μόνο να χαρούμε τον πλούτο και την ποικιλία την ρυθμική και χορευτική των ελληνικών μελωδιών, αλλά και να διαπιστώσουμε την ενότητα, που υπάρχει μεταξύ της αρχαίας και νέας ελληνικής μελοποιίας, ρυθμοποιίας και ορχήσεως.»» (Χορός και Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Τρόπος Ζωής, Αθήνα, σ. 264). Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο αντιλαμβάνομαι την πορεία του παραδοσιακού χορευτικού δρώμενου της Ροδαυγής, που ακούει στο όνομα καγκελάρι. Πόσο, μάλλον που αυτό έχει δισυπόστατη έκφραση, θα έλεγα, με την έννοια ότι γιορτάζεται δυο φορές τον χρόνο. Μία την Τρίτη της Λαμπρής, η οποία το κατατάσσει στις εαρινές – λαμπριάτικες μουσικοχορευτικές λαϊκές εκδηλώσεις, και μία στο μεγάλο πανηγύρι του χωριού, κατά το οποίο εορτάζει ο κεντρικός ναός του, που είναι αφιερωμένος στην Αγία Παρασκευή, με το καγκελάρι να χορεύεται την επόμενη μέρα, εορτή του Αγίου Παντελεήμονος. Παρατηρώντας, μάλιστα, την τέλεσή του σ’ αυτές τις δύο χρονικές στιγμές, σημειώνω πως ο χορός της Τρίτης της Λαμπρής, ο οποίος τελούνταν το απόγευμα, μετά το πέρας του ημερήσιου πανηγυριού στο ξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου, που εδώ και αρκετά χρόνια δεν γίνεται, ουσιαστικά αποτελούσε σημείο έναρξης για τα πανηγύρια εν γένει, τα οποία τελούνται, με εξαίρεση εκείνο του Αγίου Βησσαρίωνος στον συνοικισμό Άμμος, την άνοιξη και το καλοκαίρι. Πέραν αυτού, μετά τη νηστεία, η οποία προηγείται της Λαμπρής, ο κόσμος, με αφορμή το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως, έβρισκε την ευκαιρία να χαρεί για τη νίκη της ζωής επί του θανάτου, για την αναγέννηση της φύσης που του εξασφάλιζε την επιβίωση, για την ίδια τη ζωή. Όταν το καγκελάρι χορευόταν το καλοκαίρι, συμμετείχαν πάντα σ’ αυτό, είτε ως χορευτές είτε ως θεατές, περισσότεροι άνθρωποι, ντόπιοι, ξενιτεμένοι που είχαν επιστρέψει για λίγο στη γενέτειρα, κάτοικοι γειτονικών χωριών. Σε αντίθεση με την καλοκαιρινή πολυκοσμία, την Τρίτη της Λαμπρής, δεδομένης κάθε φορά της δημογραφικής κατάστασης του χωριού, υπήρχε πάντα λιγότερος κόσμος, κυρίως χωριανοί, οι οποίοι μόνο σε περίπτωση κακών καιρικών συνθηκών δεν χόρευαν. Αυτή τη μέρα το καγκελάρι έμοιαζε πιο οικογενειακό και αφορούσε σ’ όσους εκείνη τη μέρα βρίσκονταν στο χωριό, οι οποίοι δήλωναν και μ’ αυτό τον τρόπο την ενότητα της κοινότητας και τη συνέχειά της στον χρόνο, κάτι που μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει σε σωζόμενο φωτογραφικό υλικό και σε ικανό βάθος χρόνου. Μέχρι και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, το καγκελάρι συνεχίζει να χορεύεται τις ίδιες μέρες, αν και εδώ και μερικά χρόνια κάποιοι θεωρούν πως το ανοιξιάτικο καγκελάρι δεν πρέπει πλέον να χορεύεται την Τρίτη της Λαμπρής, αλλά τη Δευτέρα της Λαμπρής ή ακόμα και την ημέρα του Πάσχα, υποστηρίζοντας πως δεν υπάρχει πολύς κόσμος στο χωριό αυτή τη μέρα και οι Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το κ α γ κ ε λ ά ρ ι τ η ς Ρ ο δ α υ γ ή ς

101

τουρίστες, οι οποίοι αφικνούνται τα τελευταία χρόνια στη Ροδαυγή, δεν έχουν την ευκαιρία να το απολαύσουν. Φυσικά, υπάρχουν και αντίθετες απόψεις, οι οποίες στηρίζουν τα επιχειρήματά τους στη δύναμη και την αξία της παράδοσης και, πέραν αυτών, έχουν κι ένα επιπλέον επιχείρημα που λέει πως και σ’ άλλα χωριά, όπου χορεύεται ο εν λόγω χορός, με τις όποιες παραλλαγές, δεν γίνεται λόγος για αλλαγή της μέρας τέλεσής του. Αυτές είναι λίγο πολύ οι επικρατούσες απόψεις. Ασχέτως συμφωνίας ή διαφωνίας με κάποια εξ αυτών, η ουσία του ζητήματος, θαρρώ, πως βρίσκεται σ’ αυτό που είναι η παράδοση και στη σημασία που έχει αυτή καθαυτή η όποια από τις παραδόσεις του χωριού, που κάποιες εξ αυτών εγκαταλείφθηκαν ελαφρά τη καρδία εδώ και μερικά χρόνια, ενώ δεν είχε προκύψει κάποιος ουσιαστικός λόγος γι’ αυτό, πλην της επιλογής ενός ή περισσοτέρων ατόμων, κατά περίπτωση. Αλλά τι είναι παράδοση; Η λέξη παράγεται από το ρήμα παραδίδωμι, που σημαίνει δίνω στα χέρια κάποιου, εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον. Είναι ουσιαστικά η αέναη διαδικασία, με την οποία μεταφέρονται από γενιά σε γενιά πολιτιστικά αγαθά του παρελθόντος, με αποτέλεσμα να διαιωνίζονται. Όλα αυτά διαμορφώνουν τον χαρακτήρα ενός τόπου και των ανθρώπων του, καθορίζουν την ταυτότητά του. Με μία επισήμανση. Η παράδοση δεν σηματοδοτεί με την παρουσία της κάποιου είδους οπισθοδρόμηση, αλλά συνάπτεται με την έννοια της συνέχειας εκείνων των στοιχείων, τα οποία μπορούν να επιζήσουν και στα οποία προστίθενται καινούργια. Πόσο, μάλλον, αν αυτά συνιστούν ζώσα παράδοση, όπως το καγκελάρι, και δεν είναι αναβίωση, χωρίς να σημαίνει πως αυτή δεν πρέπει να συμβαίνει. Συμπερασματικά, τα πολιτιστικά αγαθά, τα οποία συνιστούν ζώσα παράδοση δεν έχουν ανάγκη από αλλαγές ημέρας για την τέλεσή τους, αλλά από σεβασμό στον τρόπο που τελούνται και από προσπάθεια να μην εκπέσουν σε κάτι φολκλορικό. Διότι, όλο και πιο συχνά παρατηρείται, μια αλλοίωση σε ορισμένα εξ αυτών. Ακόμα, και το καγκελάρι, όχι σπάνια, τραγουδιέται με κάπως διαφορετικό, γοργό και ασθμαίνοντα, ρυθμό, ο οποίος δεν θυμίζει τον παραδομένο αργό και μακρόσυρτο τρόπο. Για ένα, λοιπόν, πολιτιστικό αγαθό σαν το καγκελάρι, του οποίου οι ρίζες είναι βυθισμένες στον χρόνο, εκείνο που απαιτείται είναι η πιστή τέλεσή του, η οποία, αν επιδιωχθεί να αναγνωριστεί αυτό ως μνημείο παγκόσμιας ή, έστω, ευρωπαϊκής κληρονομιάς, συνιστά βασική προϋπόθεση. Ειδικά, φέτος, Ευρωπαϊκό Έτος Πολιτιστικής Κληρονομιάς, αντί να ομφαλοσκοπούμε, συζητώντας για ανούσιες αλλαγές, ας σπεύσουμε να εντάξουμε το καγκελάρι μας, αλλά και άλλα μνημεία μας, για παράδειγμα τον ναό της Αγίας Παρασκευής, στα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς της γηραιάς ηπείρου. Πολύ περισσότερο, που με Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


102

Παναγιώτας Π. Λάμπρη

στόχο την τόνωση του αισθήματος της ευρωπαϊκής ταυτότητας, θα δοθεί έμφαση στην αξία της πολιτιστικής κληρονομιάς για την κοινωνία, στη συμβολή της στην οικονομία, στον ρόλο της στην ευρωπαϊκή πολιτιστική διπλωματία και στη σπουδαιότητα της διαφύλαξής της για τις μελλοντικές γενιές. Ως εκ τούτου, όπως έχω γράψει και άλλοτε, κανείς υποψιασμένος ταξιδευτής δεν πηγαίνει σ’ έναν τόπο, μόνο για να κοιμηθεί σε άνετα ξενοδοχεία. Πηγαίνει και γι’ αυτό, αλλά, κυρίως, το κάνει, για να γνωρίσει την ψυχή του κάθε τόπου, η οποία εκφράζεται μέσα από τους ανθρώπους του και τα πολιτιστικά αγαθά, που αυτοί δημιούργησαν και δημιουργούν. Αν, μάλιστα, επιθυμούμε να φθάνουν στον τόπο μας τέτοιοι άνθρωποι κι όχι ευκαιριακές πολυκοσμίες, μόνο με τέτοιες και άλλες ποιοτικές παρεμβάσεις θα προκύψει η διαφορά. Αν πάλι, τα λόγια του ποιητή Γιώργου Σεφέρη, τα οποία λένε «σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον», για κάποιους δεν έχουν καμία αξία, θέλω να διατηρώ την ελπίδα, αν και φοβάμαι ότι κάτι άλλο θα συμβεί, πως δεν θα ’ρθει η ώρα που θα βρίσκομαι στο χωριό μου και θα το νοσταλγώ.

* Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη είναι φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βαγγέλης Βλ. Ντόκας*

Οι νερόμυλοι του Σιούλα Παπαλία

Σ

την ανατολική πλευρά του Βροχού, στην ακροποταμιά του Αράχθου, μεταξύ της τετράτοξης γέφυρας Παπαστάθη και του παραπόταμου της Γκούρας, λειτουργούσαν, από τα πολύ παλιά χρόνια, νερόμυλοι που άλεθαν τα γεννήματα όλης της περιοχής. Ο Πουκεβίλ (1770-1838), στις περιηγήσεις του ανά την Ήπειρο, όταν φθάνει στη θέση “Παπαστάθη”, το 1805 περίπου, γράφει: «Σε μικρή απόσταση πιο πέρα σταματήσαμε στο χάνι Παπαστάρ (μετέπειτα Παπαηλία)..» και συνεχίζει: «τράβηξα προς έναν μύλο που βρισκόταν στην όχθη ενός ρυακίου που κατεβαίνει απ’ το βουνό Προσβάλα». Κι ο περιηγητής εννοεί τον χείμαρρο της Γκούρας που κατεβαίνει απ’ το βουνό του Βαθυπέδου. Οι συγγραφείς Γ. Μακρής και Στέφ. Παπαγεωργίου, στηριζόμενοι και στις σημειώσεις του Ιωάννη Λαμπρίδη και Ζώτου Μολοσσού, στο πόνημά τους προς το Συρράκο και Καλαρρύτες, 1990, γράφουν: «Κοντά στη γέφυρα Παπαστάθη υπήρχε το ομώνυμο χάνι. Γύρω απ’ αυτό ήταν κτισμένοι ορισμένοι μύλοι άλεσης καλαμποκιού, που κινούνταν με το νερό των χειμάρρων, καθώς και ορισμένα χωράφια σπαρμένα με καλαμπόκια». Διώροφος ο επάνω μύλος με τρεις ιδιοκτήτες - ο μπάρμπα Σιούλας είχε δύο μερίδια - και ισόγειος ο κάτω, άλεθαν όλο το χρόνο με τα νερά της Γκούρας που κυλούσαν ορμητικά και αφρίζοντα από τις κάθετες πλαγιές του Περιστερίου, της Πρίζας και του Σπανού. Ένας βαθύς αύλακας - κεφαλάρι οδηγούσε αυτά τα νερά από τη δέση στις κάναλες των δύο μύλων, όπου με την ορμή τους κινούσαν τις φτερωτές και αυτές με τη σειρά τους τις βαριές μυλόπετρες που περιστρέφονταν και στούμπιζαν το σιτάρι ή το καλαμπόκι. Οι δύο μύλοι Παπολιά σε σκίτσο Βαγγέλη Ντόκα. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


104

Β αγ γ έ λης Βλ. Ντόκ ας

Σοφία και Σιούλας Παπαηλίας, σε μιά ανάπαυλα από την εργασία τους. Φωτο Αθηναάς Παπαηλία.

Η κάναλη είχε κωνικό σχήμα, πλατύτερη επάνω για να παίρνει όλη την ποσότητα του νερού και στενή κάτω, για να σχηματίζει πιεστική δύναμη το νερό και να κινεί περιστροφικά τη μεγάλη σιδερένια φτερωτή. Το υλικό της κάναλης ήταν από σανίδες δρύινες για να μην σέπονται εύκολα, δεμένες με μεταλλικά τσέρκια. Είχε πλάγια ελαφρώς κλίση ως προς την “κρέμαση” του εδάφους και μήκος, κατά μέσο όρο, τα εννιά μέτρα. Το νερό, καθώς έβγαινε ακτινωτά από τις καμάρες των δύο μύλων, συγκεντρωνόταν πάλι σε αύλακα και κατευθυνόταν στα καρπερά χωράφια. Ως δύο μέτρα έφταναν στο ύψος τα καλαμπόκια και έδεναν το καθένα τρεις και τέσσερις καρπούς. Το καλοκαίρι πρασίνιζε η μικρή κοιλάδα και ήταν χαρά θεού να τη βλέπεις. Δυο προστατευτικά φράγματα είχαν αναγείρει οι μυλωνάδες εκεί στο Διπόταμο. Προνοητικοί άνθρωποι οι παλιοί έπαιρναν το μέτρα τους για τυχόν πλημμύρες ή ξαφνικές κατεβασιές. Το μεγαλύτερο φράγμα, μήκους 60 μ. και ύψος 2,5 μ., ήταν προς την πλευρά της Γκούρας. Ογκόλιθοι με ασβέστη, σχημάτιζαν αυτόν τον αδιαπέραστο τοίχο, που σώζεται ώς τα σήμερα. Το δεύτερο φράγμα μικρότερο ήταν στην ακροποταμιά, καθώς ο Άραχθος έβγαινε στη στροφή του Βροχού και φούσκωνε απειλητικά τον χειμώνα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι νερόμυλοι του Σιούλα Παπα λία

105

Ο άνθρωπος στη μακρά πορεία του, για να φτάσει στο νερόμυλο, ξεκίνησε απ’ τον χερόμυλο. Μια στρογγυλή στουρναρόπετρα κάτω και μια άλλη πάνω με τρύπα στο κέντρο για να περνάει ξύλινος άξονας. Ο καρπός έπεφτε χούφτεςχούφτες απ’ τον αλεστή στην τρύπα και καθώς η επάνω πέτρα περιστρεφόταν με τα χέρια, ο καρπός στουμπιζόταν. Με την περιστροφή της πάνω πέτρας το αλεύρι έπεφτε γύρω-γύρω σε σεντόνι απλωμένο εκ των προτέρων. Αν ήταν χοντρό γινόταν και δεύτερη επεξεργασία. Πρωτόγονος αυτός ο τρόπος παραγωγής αλευριού και κουραστικός, αλλ’ έφτασε έως το ήμισυ του περασμένου αιώνα, για μικρές πάντα ποσότητες. Σε Λαογραφικά Μουσεία, για την ιστορία, είναι εκτεθειμένοι χερόμυλοι. Όταν μπήκε σε διαδικασία η κινητήρια δύναμη του νερού, επινοήθηκαν οι νερόμυλοι, οι οποίοι και κατασκευάζονταν σε ρέματα ή ποτάμια. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν εποχιακοί και δούλευαν με υδροδεξαμενές. Οι άλλοι που είχαν νερά ποταμών δούλευαν χειμώνα-καλοκαίρι και είχαν μεγάλη πελατεία. Σε χαμηλά σημεία λοιπόν κτιζόταν ο μύλος με ξεροτοιχιά. Είχε μια καμάρα υπόγεια για τη φτερωτή και ισόγειο χώρο για τις μυλόπετρες. Βασικά στερεωνόταν ο άξονας που συνέδεε τη φτερωτή με τις επάνω μυλόπετρες. Η φτερωτή ήταν ως επί το πλείστον σιδερένια με κουτάλες για να διευκολύνουν την περιστροφή, με τη δύναμη του νερού που χτυπούσε πλάγια. Ένα μέτρο ψηλότερα στηνόταν ο κυρίως μύλος. Στον ίδιο άξονα τοποθετούνταν οι δυο βαριές μυλόπετρες. Η κάτω ακίνητη και η επάνω ελεύθερη για να περιστρέφεται μαζί με την περιστροφή της φτερωτής. Οι δυο μυλόπετρες προστατεύονταν από ένα ξύλινο πλαίσιο για να μην σκορπάει το αλεύρι τριγύρω, λόγω της φυγόκεντρης δύναμης. Το πλαίσιο αυτό είχε μια οπή μπροστά για να βγαίνει το αλεύρι και να πέφτει στην αλευροθήκη. Τότε ο αλεστής με τη σέσουλα το μάζευε ζεστό-ζεστό στα σακιά. Τώρα αν το αλεύρι ήταν χοντρό, ο μυλωνάς με ειδικό ξύλινο μηχανισμό κατέβαζε τη μυλόπετρα ή και το αντίθετο. Πάνω από τις μυλόπετρες υπήρχε κωνική ορθογώνια σκάφη με οπή στη βάση. Εκεί ο αλεστής άδειαζε τα σακιά με τον καρπό. Ο καρπός έπεφτε σιγάσιγά σε μια ξύλινη κινητή σέσουλα, δεμένη με σχοινιά. Η σέσουλα κινούνταν από δύο περδάρια, μικρά ξύλινα σανιδάκια που καθώς έγγιζαν την περιστρεφόμενη μυλόπετρα, κουνούσαν την ξύλινη σέσουλα η οποία αργά ή γρήγορα τροφοδοτούσε τον μύλο. Εδώ βέβαια ο μυλωνάς ήταν σε συνεχή επαγρύπνηση. Από τη σκάφη ο μυλωνάς έπαιρνε και το ξάγι σε καρπό. Ένα - δυο τενεκέδες, ανάλογα με τις οκάδες, το φορτίο που είχε ο αλεστής. Ο αείμνηστος Σιούλας Παπαλίας ήταν γεννημένος μυλωνάς, διδαγμένος απ’ τον Γιώργο Παπαλία που τον είχε υιοθετήσει απ’ τον αδελφό του Χρήστο, σε ηλικία 6 ετών. Αλευρωμένος απ’ το κεφάλι ώς τα πόδια, πάντα ευδιάθετος, πρόσχαρος, ποτέ νευριασμένος, σχολαστικός και προσεκτικός να μην δυσαΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


106

Β αγ γ έ λης Βλ. Ντόκ ας

Ο κάτω μύλος Παπαηλία ερειπωμένος και περιτυλιγμένος από θάμνους και βάτα.

ρεστήσει τους πελάτες. Κι όταν απουσίαζε αυτός, επάξια τον αναπλήρωνε η κυρά-Σοφία η γυναίκα του. Κυρά-Σούλαινα τη φωνάζαμε. Από την Κράψη, την Ανατολική, την Κοτομίστα, το Παλαιοχώρι, τα Ποτιστικά, τη Δαφνούλα (Κοντοβράκι) και το Γερακάρι, έρχονταν φορτώματα για άλεσμα. Αν λιγόστευε στο κοφίνι ο καρπός ή τελείωνε, έπρεπε να πέσει το επόμενο γέννημα για να μην σταματήσει ο μύλος και κάνει άσκοπη τριβή των μυλόπετρων. Το σταμάτημα του μύλου γινόταν με την αλλαγή της ροής του νερού, ώστε να μην χτυπά τη φτερωτή. Να αναφέρουμε εδώ ότι σε κάθε φόρτωμα υπήρχε και η φύρα. Κι αυτή μεγάλωνε μετά από κάθε γύρισμα - επισκευή του μύλου από ειδικούς τεχνίτες. Στη σκάφη προτεραιότητα είχε το σιτάρι και ακολουθούσε το καλαμπόκι. Για το καθάρισμα του μύλου ήταν το καλαμπόκι. Στον μύλο, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, και ιδίως Αύγουστο και Σεπτέμβριο που μαζευόταν η καινούργια σοδειά, υπήρχε το αδιαχώρητο και λειτουργούσε η απόλυτη σειρά προτεραιότητας. Εδώ και η παροιμία “αν είσαι και παπάς με την αράδα σου θα πας...”. Από βαθιά χαράματα, με το σκάσιμο του αυγερινού, οι αλεστάδες με λίγο ψωμί στον τροβά, ξεκινούσαν για τον μύλο, για να μην χάσουν όλη την ημέρα, μέχρι να πάρουν σειρά. Βέβαια εκεί δεν περνούσε και άσχημα κανείς. Αστεία, κουτσομπολιά, φλυαρίες, πειράγματα, όλα ήταν στην ημερήσια διάταξη. Δεν θα ξεχάσω τον αείμνηστο Γιώργο Βαγγ. Μπότη με τις ιστορίες του που δεν είχαν αρχή και τέλος. Ο συμπατριώτης μας ποιητής και πεζογράφος Κ. Κρυστάλλης στο οδοιπορικό του “ΜΑΛΑΚΑΣΙ”, όπου ακολουθεί τη διαδρομή ΓιάννιναΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι νερόμυλοι του Σιούλα Παπα λία

107

Γέφυρα Παπαστάθη-Αγ. Παρασκευή Χαλασμάτων, όταν φθάνει στους μύλους Παπαηλία, γράφει: «Έξωθεν των μύλων μένουσι καθ’ ομίλους υπό τας σκιάς ούτοι μέχρις ου πάρωσι, αράδα εις το άλεσμα. Βλέπει λοιπόν ο διαβάτης γυναίκας και νεάνιδας εκ των διαφόρων πέριξ χωρίων, νηθούσας με την ηλακάτην». Και παρακάτω: «Ούτως οι μύλοι καθίστανται το κοινόν κέντρον, το μεσοχώρι, το συνεντευκτήριο, ούτως ειπείν, των κατοίκων των πέριξ χωρίων». (Από το βιβλίο “ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ ΑΠΑΝΤΑ” εκδ. Βιβλιοθηναϊκή, σελ. 567). Οι μύλοι του Παπαλία, εκείνη την παλιά περίοδο, δούλευαν νυχτόημερα. Το φρέσκο αλεύρι σαν γινόταν ψωμί, σταρένιο ή μπομπότα, μοσχομύριζε. Οι καρποί από το χωράφι στ’ αλώνι, απ’ τ’ αλώνι στον ήλιο κι απ’ τον ήλιο στο μύλο, ήταν ό,τι καλύτερο. Ψωμί και τυρί ή ψωμί και ελιά ήταν η καλύτερη διατροφή. Να αναφέρουμε ακόμη ότι και η ζωή των μυλωνάδων ήταν ένας αδιάκοπος αγώνας. Οι άνθρωποι αυτοί, κάθε φθινόπωρο, έπαιρναν τον κασμά και το φτυάρι και επισκεύαζαν τον αύλακα. Η αγωνία τους ήταν να μην κοπεί ξαφνικά το αυλάκι και σταματήσει ο μύλος. Γι’ αυτό και σε όλους είναι γνωστή η παροιμία. “Όλοι κλαίν’ το χάλι τους και ο μυλωνάς τ’ αυλάκι”. Αξιοσημείωτο ήταν και το αλεύρωμα του πρωτάρη αλεστή. Ο μυλωνάς, μόλις άρχιζε να πέφτει το αλεύρι έπαιρνε μια-δυο χούφτες και τον άσπριζε. Ακολουθούσαν γέλια και χάχανα απ’ τους παρευρισκόμενους. Αλλά και ο παθών, σεβόμενος το έθιμο, δεχόταν αδιαμαρτύρητα το αλεύρωμα! Οι μύλοι του Παπαλία σταμάτησαν να λειτουργούν με την εγκατάλειψη των χωραφιών και τη μετανάστευση του εγχώριου πληθυσμού. Ο επάνω μύλος διέκοψε τη λειτουργία του γύρω στα 1950, ενώ ο κάτω κάπου στα 1970. Τότε ερήμωσαν οι δρόμοι από μουλάρια και αγωγιάτες. Απομεινάρια της παλιάς όμορφης αλλά και δύσκολης εποχής έμειναν οι μισογκρεμισμένοι τοίχοι των δύο μύλων και η τοιχοποιία του φράγματος, της παλαίστρας, όπως συνηθίζαμε να τη λέμε. Τα νερά πια ελεύθερα, τρέχουν στην κοίτη τους και με τον μονότονο παφλασμό τους μεταφέρουν στον Άραχθο το μήνυμα της σιωπής και της ερήμωσης του τόπου μας!

*Ο Βαγγέλης Βλ. Ντόκας είναι δάσκαλος

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Γεώργιος Φλώρος*

Αναμνήσεις

Σ

αν κοντοζυγώνει ο άνθρωπος κατά τη δύση, άθελά του αναπολεί την Ανατολή. Γυρνάει κατά κει. Θυμάται και στοχάζεται. Έτσι και μένα, ματαμούρθαν στο μυαλό μου τα μαθητικά μου χρόνια. Εκεί, στο Γυμνάσιο στα Άγναντα. Στον πνευματικό αυτό φάρο των Τζουμέρκων. Η λαίλαπα της Γερμανικής ορεινής Ταξιαρχίας ΙΝΤΕΛΒΑΪΣ, στο διάβα της κατέκαψε σπίτια και σχολεία και στα Άγναντα, όπως και στα άλλα χωριά των Τζουμέρκων. Αργότερα, σαν έφυγε ο κατακτητής , βοήθησε η «στέγαση» και στήθηκαν πάλι καταλύματα και συγύρια για τους Τζουμερκιώτες. Μέχρι να στηθούν τα σχολεία, ξαναλειτούργησε και το Γυμνάσιο στα Άγναντα. Για κανά δυο χρονιές στεγάστηκε μέσα στην εκκλησία της Παναγίας στον «Πέρα Μαχαλά». Άλλοι κρεμάτζουλα στα στασίδια και άλλοι στο πλακόστρωτο της εκκλησίας, παρέα με τους Αγίους , που μας κοίταγαν με συμπόνια, προσπαθήσαμε να γιομίσουμε το παιδικό μυαλό μας με γνώσεις. Από την εκκλησιά, αργότερα μεταφερθήκαμε στον δώθε Μαχαλά στο κτήριο του «Στέλιου». Στοιβαγμένοι από τριάντα και πλειότεροι, άλλοι καθιστοί και άλλοι όρθιοι, σε χαμηλοτάβανες αίθουσες που δεν τις έβλεπε ο ήλιος και με δυσκολία το φως διάβαινε από τα παράθυρα και τις φώτιζε. Σε κάμποσα χρόνια, στον ίδιο χώρο της πλατειούλας, χτίστηκε με μεράκι, από Αγναντίτες χτίστες, με γαλοζόπετρα το νέο κτίριο του Γυμνασίου. Οι της σειράς μου, προλάβαμε και στεγαστήκαμε εκεί στις τελευταίες τάξεις και το ‘χαμε καμάρι. Πως, έστω και λίγο, στεγαστήκαμε σε χώρο της προκοπής. Δύσκολα χρόνια. Ώσπου να αποκτήσουμε το διαβατήριο για καζαντιά, για έξι χρόνια διαβήκαμε πραγματικά τα «κλαβδιανά Δίκρανα». Παιδιά που βρεθήκαμε να πορευόμαστε και να ζούμε στα απόνερα δύο πολέμων, που μόλις είχαν τελειώσει. Απ’ τα χωριά των Τζουμέρκων κίναγε ο μαθητόκοσμος και ποστρέχιαζε εκεί, στα Άγναντα. Να μάθει γράμματα. «Να πάει παραπέρα, να ζήσει χωρίς τυραγνία » Καημός και πόθος των ταλαίπωρων γονιών. Τυχεροί οι Αγναντίτες μαθητές, που έτυχε και τα σπίτια τους ήταν μέσα στο χωριό. Και για όσους τα χωριά τους ήταν μακριά, καμιά μέρα και βάλε, ποδαρόδρομο. Οι γονείς τους τούς νοικιάζαν δωμάτιο και τους εφοδίαζαν μια φορά το μήνα με τρόφιμα, που τα κουβάλαγαν με μουλάρια. Μαύρη νίλα τράβαγαν τα παιδιά από τους Μαχαλάδες των Άγναντων, που ξυπνάγανε από νύχτα. Να περπατάνε κάθε μέρα για ώρες, για να προφτάσουν να είναι στην ώρα τους στο μάθημα, και το μεσημέρι να περπατάνε το δρόμο της Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Αν α μ ν ή σ ε ι ς

109

επιστροφής και να φτάνουν αποβραδίς στα σπίτια τους ξελιγωμένα. Εμείς, από τα κοντινότερα χωριά, περνούσαμε την ίδια δοκιμασία του ποδαρόδρομου μόνο μια φορά την εβδομάδα, γιατί μέναμε σε ενοικιασμένα σπίτια στα Άγναντα. Κάθε Σάββατο μεσημέρι, μόλις τελείωνε το μάθημα, τραβούσαμε για τα χωριά μας. Τυχεροί, γιατί απολαμβάναμε το Σαββατόβραδο τη θαλπωρή της φαμίλιας μας. Την Κυριακή το μεσημέρι, φορτωμένοι με ένα τρουβά που είχε μέσα τα εφόδια της εβδομάδας, ταψί ζυμωτό ψωμί, λίγα κρεμμύδια και σκόρδα, κανα δυο χούφτες μπαρμπουνοφάσουλα ή άσπρα χωραφόφασλα. Και σαν είχες τύχη και γέναγαν οι κότες , και λίγα αυγά μέσα σε τενεκεδένιο κουτί, για να μην τσακιστούν στην στράτα του γυρισμού. Τυχεροί ήταν όσοι οι γονείς τους έτρεφαν πρόβατα η γίδια, γιατί γύριζαν με γιομάτο κλείδαρι με πρέντζα και καμιά χλιαριά λιωμένο βούτυρο, για να τηγανίζουν τα αυγά. Όσο για τους δρόμους; Μπλαρόδρομοι γιομάτοι λασπούρα, απ’ τα τέλη Σεπτέμβρη που πλάκωναν οι βροχές και φύσαγαν τα ρέματα και τα λαγκάδια με νερό κ άσπριζε ο τόπος απ’ το χιόνι, μέχρι να ξεκαμπίσει ο Μάης, να λιώσουν τα χιόνια, να απολύσει ο τόπος από τα κρούσταλλα , σκληρή δοκιμασία για το μαθητόκοσμο. Πότε βρεγμένοι πότε πουντιασμένοι, πότε με ρίσκο να διαβαίνουμε τα φουρτουνιασμένα ρέματα, πηδώντας από κοτρόνι σε κοτρόνι! Θα’ταν παράλειψή μου να μην αναφερθώ στο συμμαθητή μας το Γιώργο απ’ το Σκλούπο. Κίνησε από τα Άγναντα Σάββατο μεσημέρι, με άλλον ένα συγχωριανό του, τρεις ώρες ποδαρόδρομο μέσα στο χιόνι. Σαν κοντοζύγωναν κατά το χωριό τους, νύχτωσαν κατακουρασμένοι και απόκαμαν. Σταμάτησαν κάπου κάτω από τις ελατσούδες στο ξέχιονο να πάρουν μια ανάσα. Τους πήρε ο ύπνος. Ο Γιώργης πάγωσε και δεν μεταξύπνησε. Ας είναι αιωνία η μνήμη του… Όσο για τα καταλύματα στα Άγναντα; Τα σπίτια λιγοστά. Οι φαμίλιες, με μια τρακάδα παιδιά, μαζεύονταν όλοι στο χειμωνιάτικο δωμάτιο, που ’χε τζάκι και νοίκιαζαν το άλλο δωμάτιο. Πεντέξι νοικάρηδες, μαθητές απ’ το ίδιο χωριό. Αδέρφια, ξαδέρφια στοιβαγμένοι σε ένα δωμάτιο. Αυτοσχέδια κρεβάτια από καβαλέτα και τάβλες, με στρώματα από άχυρο ή ξεραμένες φτέρες. Αρμαθιασμένα γύρω- γύρω έμοιαζαν σαν πολεμικό αναρρωτήριο. Καρφιά στον τοίχο με κρεμασμένες λάμπες πετρελαίου, με λαμπόγυαλα πότε ολόκληρα και πότε μισοσπασμένα, πάσκιζαν να φωτίσουν την κάμαρη για το διάβασμα. Διάβασμα κουκουλωμένοι μέσα σε βελέτζα. Η φωτιά έκαιγε στο τζάκι της χειμωνιάτικης κάμαρης, που ήταν μαζεμένη η φαμίλια του σπιτονοικοκύρη και δεν χώραγε τους νοικάρηδες. Την αγνάντευαν από μακριά, σαν άνοιγε καπ’ και που η πόρτα. Μαρτύριο ήταν το γράψιμο. Μπουκάλι με μελάνι ΜΕΝΟΥΝΟΣ και πένα. Να παιδεύεσαι με κρουσταλλιασμένα χέρια να γράψεις εργασία στα τετράδια. Τετράδια, βιβλία και σύνεργα, για να τα αγοράσεις από τον Μπαλατσούκα και Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


110

Γε ώ ρ γ ι ο ς Φ λ ώ ρ ο ς

τον Κολιό, έπρεπε να είχες πουλήσει καλοκαιριάτικο μανάρι ή στέρφα γίδα στον Κοντογιώργο. Το φαΐ και αυτό μετρημένο. Πέρα από αυτά που κουβαλούσαμε απ’ το σπίτι μας την Κυριακή της επιστροφής, για να πορευτούμε την εβδομάδα, αγοράζαμε σε μπουκαλούλα εκατό δράμια λάδι, μια οκά ζάχαρη, λίγες ελιές, λίγο χαλβά χύμα, καμιά ρέγκα καπνιστή και καμιά πατάκα. Βερεσέ και με μπλοκάκι απ’ τα παντοπωλεία των Αηδοναίων , των Ζαραγκαίων, του Κώστα Κολιού και του Αριστείδη Φίλου. Σαν γύρναγαν απ’ το ταξίδι οι πατεράδες μας, πέρναγαν από τα Άγναντα και ξοφλούσαν τους λογαριασμούς. Η σπιτονοικοκυρά μας, πέρα απ’ το καθημερινό φαΐ, που τοίμαζε για τη φαμίλια της, ετοίμαζε και το φαΐ για τους νοικαρηδές της. Το «ΜΕΝΟΥ» πάντα λιτό, λόγω ανέχειας και πρόχειρα φτιαγμένο. Ρέγκα ψημένη σε εφημερίδα. Τσάι του βουνού με ζάχαρη και τριμμένο ψωμί. Ελιές στο πιάτο, βουτηγμένες σε λίγο λάδι και με μπόλικο κρεμμύδι και σκόρδο. Πότεπότε και λίγος χύμα χαλβάς, για «κύριο πιάτο» και όχι για επιδόρπιο. Αυτό που μας στατάρωνε στα ποδάρια μας, ένα ταψί σταρίσιο ζυμωτό ψωμί, για όλη τη βδομάδα. Φέτες πυρωμένες στη φωτιά με ζάχαρη και λάδι επάνω. Συνηθισμένη εικόνα. Πεινασμένοι, με ένα αυγό στο χέρι και τη μπουκαλούλα μας με το λάδι, να περιμένουμε να μας πάρει η σειρά για τηγάνισμα. Πανηγύρι το ‘χαμε σαν έβραζε για όλους στο κακάβι φασολάδα, πότε με άσπρα χωραφοφάσλα και πότε με μπαρμπουνοφάσλα. Χορταίναμε φαΐ με το κ’τάλι. Όσο για την ντυμασιά και την ποδεσιά; Ντρίλινα ρούχα, που σαν παλιωναν, τα γέμιζαν με μπαλώματα πάνω τους. Οι μάλλινες μεσοφάνελες, τα μάλλινα τσουρέπια μέχρι τα γόνατα , που μας έπλεκαν το καλοκαίρι οι μανάδες μας, στόμωναν το χειμωνιάτικο κρύο και νιώθαμε λίγη ζεστασιά. Παπούτσια για τα ποδάρια μας, παραγγελία στον τσαγκάρη Β. Τάτση. Προγγιαστά και με σιδεράκι στη μύτη της σόλας , για να ‘ναι ακατάλυτα στο χρόνο. Σαν ερχόταν η άνοιξη και ημέρευε ο τόπος, βγαίναμε και εμείς απ’ τα καβούκια μας και κάναμε μικροζαβολιές. Πάντα με ρίσκο να μαθευτεί στο σχολείο και ακολουθήσουν οι συνέπειες την επόμενη μέρα. Έτσι σαν παρδάλαιναν τα κεράσια στις κερασιές, που ήταν στις πατωσιές απ’ τα μικροαμπέλια γύρω στο λόφο του Αηχ’στοφόρου, οι τολμηρότεροι νυχτοπερπατούσαμε στο φεγγαρόφωτο να «κλέψουμε» κεράσια. Απ’ τα μέσα Μάη και ύστερα, τα μεσημέρια κατεβαίναμε στο πάτο στο χωριό στα «πατέρια». Εκεί που το λαγκάδι έκανε βύραγκα, για μπάνιο. Μπάνιο, μπλατσουρίσματα στο παγωμένο νερό απ’ το βουνό, σαν έλιωναν τα χιόνια. Κάμποσοι αρρώσταιναν με πυρετό. Ομαδική επανάσταση έκανε η τάξη μου 25 Νοεμβρίου. Χρονολογία δε θυμάμαι. Μαζευτήκαμε όλοι μαζί. Αντί για το σχολείο, περπατήσαμε ποδαρόδρομο, μέχρι το μοναστήρι της Τζουμερκιώτικα Χρονικά


111

Αν α μ ν ή σ ε ι ς

Αγίας Αικατερίνης, στην κορυφή στα Σχορέτσιανα, που γιόρταζε. Συνέπειες δεν ακολούθησαν την επόμενη μέρα στο σχολείο. Παιδικοί έρωτες, που την σήμερον ημέρα ακούμε και στα νηπιαγωγεία, τότε δεν φτουράγανε. Το Γυμνάσιο ήταν μεικτό. Κατά κανόνα φοιτούσαν αγόρια και κορίτσια ελάχιστα. Τις λιγοστές της τάξης μας συμμαθήτριες, χρόνο με το χρόνο τις θεωρούσαμε αδελφές μας. Στα διαλείμματα κλεφτές ματιές ρίχναμε στις μαθήτριες των άλλων τάξεων. Ίσα με κει. Η παραπέρα ζώνη ήταν «διακεκαυμένη» Οι λιγοστές σχολικές εκδρομές στα «Λειβάδια» και στο «ΖΙΦΚΟ» ήταν πραγματικό ξεφάντωμα για εμάς και τους καθηγητές μας. Μέχρι πανηγύρι στήνοταν με χορούς και τραγούδια, γιατί κάποιοι συμμαθητές μας απ’ τους Ραφταναίους έφερναν μουσικά όργανα μαζί τους και έστηναν πραγματική κομπανία, που έπαιζε και τραγουδούσε δημοτικά τραγούδια. Παρά την ανέχεια και τις τόσες δυσκολίες, η θέληση για μάθηση χρόνο με το χρόνο μεγάλωνε. Οι καθηγητές μας συνειδητά είχαν αναλάβει διπλό ρόλο. Του δασκάλου και του κηδεμόνα και προστάτη για όλους μας. Γνώριζαν από πρώτο χέρι και ειδικά οι Τζουμερκιώτες στην καταγωγή, πως οι γονείς των παιδιών , ταλαίπωροι, πάλευαν οι πιο πολλοί στην ξενιτιά, για να θρέψουν την οικογένεια τους. Να ξαναστήσουν τα καμένα σπίτια και τα ρημαγμένα συγύρια τους απ’ τους δύο πολέμους, που μόλις είχαν τελειώσει. Και ακόμα, πως τα παιδιά τους τα «παρέδωναν» πραγματικά στους δασκάλους, να τα μάθουν γράμματα, να τα κάνουν «ανθρώπους». Έτσι οι δάσκαλοι, πέρα από το υπηρεσιακό καθήκον, έδωσαν τον εαυτό τους. Ανέλαβαν το διπλό ρόλο που η περίσταση τους ανέθεσε στο φτωχό τόπο των Τζουμέρκων και τον έφεραν, χωρίς βαρυγκωμιά, επάξια σε πέρας. Πέρα από αυτό, έδωσαν μεγάλον αγώνα για να κρατηθεί ζωντανός και να μην σβήσει αυτός ο πνευματικός φάρος των Τζουμέρκων. Τους χρωστάμε πολλά. Ας είναι αιωνία η μνήμη τους εκεί που αναπαύονται. Απ’ την τάξη μου λαγαρίσαμε και πήραμε απολυτήριο είκοσι εφτά. Εφτά κορίτσια και είκοσι αγόρια. Μετά από κάμποσα χρόνια, στο «αντάμωμα» συμμαθητών που είχαμε στα Άγναντα, έμαθα με μεγάλη συγκίνηση και χαρά πως όλοι και οι εικοσιεφτά, άλλος πλειότερο και άλλος λιγότερο καζαντήσαμε. Σπαρμένοι βέβαια στα τρία ανέμια. Στα χωριά μας έμειναν μόνο λίγοι από αυτούς που έγιναν δάσκαλοι και καθηγητές και συνεχίζουν την παράδοση… Χολαργός - Αύγουστος 2017

*Ο Γεώργιος Φλώρος είναι συνταξιούχος τραπεζικός Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Τ Ο Π Ι Κ Ο ΓΛ Ω Σ Σ Ι Κ Ο Ι Δ Ι Ω Μ Α Κ. Γ. Μαργώνης*

Δημοτικό τραγούδι: Το δημιούργημα του γλωσσοπλάστη λαού «Ρήματα άπαξ λεγόμενα ή άπαξ ειρημένα» 1

Τ

α όπλα του ποιητή είναι οι λέξεις. Κι όταν δεν επαρκεί το λεξιλόγιο, ο ποιητής πλάθει καινούριες λέξεις, τις δικές του λέξεις· κλιτές, άκλιτες, ποιητικές και εκφραστικές λέξεις· λέξεις απλές και λέξεις σύνθετες2. Η συνήθεια είναι παλιά· έρχεται από τον Αισχύλο. Στην τραγωδία Αγαμέμνονας (στ. 1308) συναντάμε τον τύπο φεύξω του ρήματος φεύγω, κράζω φευ, φωνάζω φευ φευ, οιμώζω. Το έπλασε ο ποιητής, προσθέτοντας την παραγωγική κατάληξη -ξω του μέλλοντα, για να δηλώσει τη βαρυθυμία, την κατάσταση αυτού που φώναζε φευ, φευ. Με παρόμοιο τρόπο σχηματίστηκαν τα ρήματα αιάζω, οίζω, οιμώζω, από τις λέξεις αιαί, οι, οίμοι. «Και ο λαϊκός ποιητής, μονάδα ενός όλου που δεν παύει να νομοθετεί, δημιουργεί αστραφτερές λέξεις που όμως δεν γίνονται κοινό κτήμα και δεν κυκλοφορούν σε άλλα στόματα3». Οι νεολογισμοί του ανώνυμου ποιητή, ενσωματωμένοι στον γλωσσικό μας θησαυρό, κληρονομημένον από την αρχαιότητα, δεν ακούγονται πλέον. Δεν παύουν όμως, ακόμη κι αν δεν έχουν αποθησαυριστεί, να έχουν τη σημασιολογική μοναδικότητά τους και το εκφραστικό τους σφρίγος. Στη συλλογή δημοτικών τραγουδιών των Τζουμέρκων του Γ. Κοτζιούλα συναντάμε, όχι πολύ συχνά, παρόμοιες λέξεις, «ρήματα άπαξ λεγόμενα ή άπαξ ειρημένα», «ονόματα άπαξ». Το άπαξ λεγόμενο ή άπαξ ειρημένο ως όρος της γλωσσολογίας αναφέρεται σε λέξεις που συναντώνται μία φορά είτε εντός ενός κειμένου είτε σε ένα

1. Δίκαιη οφειλή για τις χρήσιμες υποδείξεις του στον Αν. Καθηγητή της Κλασικής Φιλολογίας κ. Γ.Ν. Γιαννάκη. Ευχαριστίες στον φιλόλογο κ. Κ. Κοτζιούλα για τις πολύτιμες πληροφορίες. 2. Βλ. και την άποψη του Οδ. Ελύτη σχετικά με την εκφραστική δύναμη της ελληνικής γλώσσας: «Ήθελα να γίνει φανερό πως η γλώσσα μας είναι σε θέση, και μπορεί πια, ν’ αποτυπώσει το πιο περίπλοκο σχήμα, να παρακολουθήσει το πιο ασυγκράτητο παραλήρημα, να προικιστεί με τη λαμπρότερη χλιδή, να γεμίσει δυο και τρεις σελίδες, αν η περίσταση το φέρει, με μια μοναδική φράση, που να διαγράψει με όσο γίνεται μεγαλύτερη άνεση και χάρη την τροχιά της, ίδια κομήτης που πάει αρμενίζοντας μ’ αργούς ελιγμούς και χάνεται μέσα στον ουρανό της νύχτας σπιθοβολώντας» (Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, Αθήνα: Αστερίας, 1974, σ. 15). 3. Π. Μπουκάλας, Όταν το ρήμα γίνεται όνομα, Η «Αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών, Αθήνα: Άγρα, 2016, σ. 133. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


114

Κ.Γ. Μαργώνης

σύνολο έργων είτε σε μία γλώσσα. Για τις λέξεις που εμφανίζονται δύο ή τρεις φορές χρησιμοποιούνται οι όροι δις λεγόμενο, τρις λεγόμενο κ.τ.λ. Ας σταθούμε στα ρήματα. Βερέμιασε η καρδούλα μου, βερέμιασε η ψυχή μου. Το ρήμα βερεμιάζω δεν είναι λεξικογραφημένο. Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη4 καταχωρίζεται η λέξη βερέμης: Ο ασθενικός και καχεκτικός άνθρωπος, που προέρχεται από την τουρκική λέξη verem («φθίση»). Με το ρήμα βερεμιάζω ο λαϊκός ποιητής αποδίδει άριστα το νόημα. Ο Γ. Κοτζιούλας στο αφήγημα «Ελληνική Άνοιξη», στη συλλογή «Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα» γράφει: «Βόσκουν τα βλογημένα ζωντανά και με τα φουσκωμένα μαστάρια τους πορεύουν φαμίλιες. Χωρίς τον ήλιο, χωρίς την άνοιξη, πώς θα τάβγα-ζαν πέρα; Δεν είναι μόνο αυτά, γλυτώνεις κι από ρούχα. Όσα κι αν σακιάσεις το χειμώνα, μ’ όσα κι αν τουλουπωχτείς, πάλι δε σου φτάνουν, κρυώνεις. Μαζώνεται το σώμα σου, φαίνεσαι σαν κακομοίρης. Από τέτιες εποχές, από τέτιες σκηνές βγήκε το τραγούδι του Βερέμη, το μολόγημα του Σταχτιάρη»5. - Τ’ ακούτε εσείς οι γιέμορφες κι εσείς οι μαυρομάτες, φλουριά να μην ζηλέψετε μουίδ’, άσπρα, μουίδ’, γρόσια. Έτσι τα ζήλευα κι εγώ και πήρα βερεμάρη. Βερέμιασ’ η καρδούλα μου, βερέμιασ’ η ψυχή μου. Του στρώνω πέντε στρώματα και πέντε μαξιλάρια. - Σήκω, βερέμη, πλάγιασε, σήκω, βερέμη, πέσε. Κλωτσοπατάει τα στρώματα, πετάει τα μαξιλάρια. (Γ. Κοτζιούλας, Δημοτικά τραγούδια των Τζουμέρκων, Ι.Λ.Ε.Τ., Τζουμερκιώτικα Χρονικά, Αφιέρωμα στον Γ. Κοτζιούλα, 2016, σ. 70, αρ. 27). Και το ρήμα ματαδειλινίζω ανήκει στην κατηγορία των λέξεων που δημιουργήθηκαν για να ικανοποιήσουν εκφραστικές ανάγκες του ανώνυμου ποιητή. Είναι ζηλευτό για την καθαρότητα του νοήματος και την πυκνότητά του. Το ρήμα προέρχεται από την πρόθεση μετά, που δηλώνει χρονική ακολουθία. Το συναντάει κανείς και σήμερα ιδιωματικά, συνήθως ως πρώτο συνθετικό, και σημαίνει έπειτα, αργότερα. Στο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας του Εμμ. Κριαρά6 αναφέρεται ότι από την αρχαία πρόθεση μετά προέκυψε με μετάπτωση ο τύπος ματά, συνηθισμένος στο τζουμερκιώτικο ιδίωμα. Το ρήμα δειλίζω προέρχεται από το ουσιαστικό δειλινόν: το απογευματινό φαγητό. 4. Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας, 1988, σ. 366. 5. Γ. Κοτζιούλας, Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα, Αθήνα: Δρόμων, 2017, σ. 377. 6. Εμμ. Κριαράς, Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας, 1100-1669, Θεσσαλονίκη, 1988, σσ. 76-81. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δ η μ ο τ ι κ ό τ ρ α γ ο ύ δ ι : Το δ η μ ι ο ύ ρ γ η μ α τ ο υ γ λ ω σ σ ο π λ ά σ τ η λ α ο ύ

115

- Αν δεν σε κάμω, Γιάννο μου, κι αν δε σε κάμω, γιε μου, κι αν δε σε κάμω κολατσιό κι αν δε σε κάμω γιόμα κι αν απομείνει τίποτα να ματαδειλινίσω. Βάνω τα δέντρα μάρτυρες και τα βουνά κεφίλι7 μ’. Κι η διορία πέρασε κι ο Γιάννος δεν εφάνη. (ό.π., σ. 70, αρ. 28). Στην κατηγορία αυτή ανήκει και το σύνθετο ρήμα κιτρινοφυλλιάζω8· από το κίτρινο χρώμα και τα φύλλα· από το επίθετο κίτρινος, αυτός που έχει το χρώμα του κίτρου, και το ρήμα φυλλιάζω, που προέρχεται από το ουσιαστικό φύλλο. Σύμφωνα με τον Εμμ. Κριαρά9, το ρήμα κιτρινοφυλλιάζω, λέξη και σήμερα ιδιωματική, σημαίνει κιτρινίζω σαν τα φύλλα10. Ο λαϊκός δημιουργός γνωρίζει πολύ καλά πώς να αποφεύγει τη χαλαρή περίφραση και συνθέτει το μορφοποιητικό κιτρινοφυλλιάζω. Η μεταφορική του σημασία είναι ανυπέρβλητη. Μάνα με κακοπάντρεψες και μ’ έστειλες στους κάμπους κι εγώ στους κάμπους δε βαστώ, νερό ζεστό δεν πίνω. Το πίνω και θερμαίνομαι, το πίνω κι αρρωσταίνω. 7. Εγγυητής 8. «Το κιτρινοφυλλιάζω το συναντάμε ανά την Ελλάδα στον λογότυπο «Μηλιά, τι έχεις και ψήνεσαι και κιτρινοφυλλιάζεις;», ελαφρώς παραλλαγμένον κατά περιοχή. Για παράδειγμα: «Μηλιά, ’ντά ’χεις και ψήνεσαι και κιτρινοφυλλιάζεις;» (Κανελλάκης / 1890, σ. 22, αρ. 15, στ. 6). Η απάντηση της μηλιάς: «ανδρόυνο τριώμ μερώ στον ίσκιο μου εκοιμήθη / και μόσαν εις τους κλώνουμς μου να μην ξεχωριστούσι, / τώρα θαρρώ χωρίζουτται και κιτρινοφυλλιάτζω» (Μιχαηλίδης Νουάρος / 1928, σσ. 106-107, αρ. 31 (β), στ. 11-13). Σε άλλη εκδοχή: «Άγουρος με ξανθή κόρη στη ρίζα μου φιλιόνταν, / κι όρκο κάμαν στους κλώνους μου να μην ξεχωριστούνε. / Τώρα ξεχωριστήκανε και κιτρινοφυλλιάζω» (Ν.Γ. Πολίτης / 1914, σ. 59, αρ. 127, στ. 11-13). Και πάλι σε ερωτικά συμφραζόμενα, σε τραγούδι από τα Ζερβάτα της Κεφαλονιάς: Και τ’ άκουσε μια λυγερή και πάει να προσκυνήσει· / και κάπως επαράσκυψε κι εφάνη το βυζί της. / Ως το είδ’ ο γιος του βασιλιός έπεσε του θανάτου / επήαινε στο σπίτι του σα μήλο μαραμένο, / σα μήλο, σα δαμάσκηνο κιτρινοφυλλιασμένο (Schmidt / 1877, σ. 198, αρ. 59, στ. 3-7). Το ίδιο ρήμα το συναντάμε και σε στίχους ποιητών που είναι γνωστή η αγαπητική σχέση τους με το δημοτικό τραγούδι. Στον Παλαμά, στα Παράκαιρα (1919): Γερνάς. Πώς αργοχύνεται / το ηλιοβασίλεμά σου! / Περνάς. Κιτρινοφύλλιασες, / χιονίζει στα μαλλιά σου (Άπαντα, τομ. Ζ, σ. 271). Και στον Δροσίνη, στο ποίημα «Τραγούδι του πιστικού» των Ειδυλλίων (1884): μ’ ακούν τα δέντρα και βογκούν και τα πουλιά σωπαίνουν, / μ’ ακούν τ’ αγριολούλουδα και κιτρινοφυλλιάζουν (Άπαντα, τομ. Α’, σ. 253, στ. 14-15). Πολύ ισχυρό, επί μαρασμού, είναι το ψυγομαραίνω του Ερωτόκριτου, μαραίνω από παγωνιά· λ.χ. Όσον επέρναν ο καιρός κι οι νύχτες εδιαβαίνα, / τόσον οι λογισμοί κρουφά την εψυγομαραίνα (σ. 40, Μέρος Α’, στ. 747-748)» (Π. Μπουκάλας, ό.π., σσ. 424-425). 9. Εμμ. Κριαράς, ό.π., σ. 174. 10. Βλ. και κιτρινοχλομιαίνω, από το επίθετο κίτρινος και το ρήμα χλομιαίνω. Ας σημειωθεί ότι στα Γλωσσικά της Ηπείρου του Μπόγκα έχει καταχωριστεί η λέξη κίτιρνους. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


116

Κ.Γ. Μαργώνης

Θα μαραθούν τα χείλια μου, θα κιτρινοφυλλιάσουν. (ό.π. σ. 85, αρ. 85). Ο τύπος ρογκιάστηκα είναι αόριστος του ρήματος ρογκιάζω ή ρογιάζω. Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσης του Ιωάννη Σταματάκου11 καταχωρίζεται το ρήμα ρογιάζω, που προέρχεται από τη λέξη ρόγα (από μσν. ρόγα < λατιν. roga < rogare)· παρά Βυζαντινών: μισθός στρατιωτικών | όμ. διανομή δώρων, ιδία χρηματικών, συνεκδοχικά και αυτό το χορηγούμενο δώρο. Έχει ακόμη τη σημασία του συμπεφωνημένου ετήσιου μισθού υπηρέτη, γενικά μισθός, πληρωμή. Ρογιάζω ή ρογκιάζω σημαίνει προσλαμβάνω κάποιον στην υπηρεσία μου επί μισθώ, τον μισθώνω. Συναντάται και ο τύπος ροϊάστηκα με αποβολή του συμφωνικού συμπλέγματος –γκ. (Βλ. σ. 100, αρ. 136). Μ’ έστειλε η μανούλα μου για να μάθω γράμματα· γράμματα δεν έμαθα, πήγα και ρογκιάστηκα μες σε χίλια πρόβατα κι άλλα τόσα γιδερά· κι είχα τη φλογέρα μου από κεχροκάλαμο· ράχ’ σε ράχη διάβαινα, καθόμουν και λάληγα. (ό.π., σ. 63, αρ. 1) Ένα άλλο ρήμα της κατηγορίας των «άπαξ ειρημένων» στη συλλογή του Γ. Κοτζιούλα είναι το θιαμαίνομαι. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Σταματάκο12, στη δημοτική ποίηση οι τύποι θαμάζω και θαμάζομαι σημαίνουν θαυμάζω, βλέπω κάτι με θαυμασμό. Στο «Ηπειρώτικο μοιριολόι για το ξεκοίλιασμα ενός γερόγυφτου» και «Στο θρηνητικό τραγούδι για τον ταχυδρόμο που χάθηκε στις στράτες», πεζοτράγουδα (Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα), ο Κοτζιούλας χρησιμοποιεί το θιαμαίνουμαι: «Πού είστε, χωριό και χριστιανοί, να ιδήτε θάμα απ’ τ’ αμολόγητα, π’ άνθρωπος ξαπλωτός αφήνει να τον τρώνε ζωντανόν, που με καθάριο ακόμα των ματιών του το γιαλί, θιαμαίνεται κι αυτός τ’ αλλόκοτα που σμίγουν το αίμα κι η κοπριά. Ετούτα αναρωτιέται και θιαμαίνεται, καθώς δεν παίρνει απόκριση από μέσα του, ένας ψάλτης φουκαράς, που μια ζωή δεν παραστράτησε απ’ το δρόμο του Θεού, και τώρα βλέπει πως δεν έχει πέραση η αρετή και το σωστό, πως βάνουνε τους γέρους να δουλέψουν, πως αντιμιλάνε στον πατέρα κι αστραπή δεν πέφτει να τους κάψει από ψηλά!»13. Διαβάζουμε στη συλλογή του Γ. Κοτζιούλα: 11. Ιωάν. Σταματάκος, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: «Ο Φοίνιξ», 1971, σ. 2473. 12. Ιωάν. Σταματάκος, ό.π., σ. 1424. 13. Γ. Κοτζιούλας, ό.π. (Ηπειρώτικο μοιρολόι για το ξεκοίλιασμα ενός γερόγυφτου) σ. 160 και (Θρηνητικό τραγούδι για τον ταχυδρόμο που χάθηκε στις στράτες) σ. 135. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δ η μ ο τ ι κ ό τ ρ α γ ο ύ δ ι : Το δ η μ ι ο ύ ρ γ η μ α τ ο υ γ λ ω σ σ ο π λ ά σ τ η λ α ο ύ

117

Πήρα την άκρη το γιαλό, την άκρη το ποτάμι κι ηύρα μια κόρη ρόδινη, ξανθή και μαυρομάτα με τα μαλλάκια ξέπλεγα, τα χέρια σταυρωμένα. Στέκω και τη θιαμαίνομαι, στέκω και τη ρωτάω: – Κόρη μ’ τι μάνα σ’ έκαμε, τι μάνα σ’ έχει τώρα; – Μάνα μ’ ήταν η κατικνιά κι ο αφέντης μου η γιαντάρα κι ιγώ είμαι τ’ αστραπόβολο που καίγω τους πασιάδες! (ό.π. σ. 65, αρ. 8) Το ρήμα ουιντίζω και ουιδίζω προέρχεται από το ο ίδιος με την κατάληξη –ίζω και σημαίνει μοιάζω. Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη το ίδιος (αρχ. < *Fhe-διος < *Fhe-(>ε) «αυτόν» (αιτ. ενικού γ’ προσώπου της αντωνυμίας εγώ, συ, εός + παρεκτεταμένη κατάληξη – ίδιος) έχει και τη σημασία του αυτός που ταυτίζεται (με κάποιον ή κάτι), όχι κάποιος / κάτι άλλο14. Το ρήμα ουιδίζου στο ηπειρωτικό ιδίωμα, που συγκαταλέγεται στα βόρεια ιδιώματα της πατρίδας μας, προέκυψε από το ουιδίζου < ου ίδιους. Το βαρβαρικό «ουιντίζει» μαρτυράει ότι ο τραγουδιστής δεν ήταν ελληνόγλωσσος. Ο Γ. Κοτζιούλας χρησιμοποιεί το ουιδίζω και οϊντίζω στην Πικρή ζωή: – Εδώ σε θέλω τώρα, συνέχισε ο Καράμπαλης. Θα σου γράψω ένα άλλο γράμμα, ετούτο. Άλφα λέγεται, α. Μπορείς να μου βρεις με τι οϊντίζει; Και αλλού: ­– Αυτά τα δύο οϊντίζουν, είναι καλομαθημένα, συμπλήρωναν οι τυχεροί πατεράδες χαμογελώντας15. Νάτος κι ο Γιάννος έρχεται μαζί με την καλή του. – Κόρη μ’ τι μάνα σ’ έκαμε, τι μάνα σ’ έχει κάμει; – Μάνα μ’ ήταν η κατικνιά κι αφέντης μου η γιαντάρα κι ιγώ είμαι τ’ αστραπόβολο που καίει τους δράκους όλους, κι ένας δράκος μ’ απόμεινε, μ’ ουιντίζει για τ’ εσένα. (ό.π. σ. 71, αρ. 28). Στη δημοτική ποίηση χρησιμοποιείται η μετοχή φιδιασμένος, -η, -ο· ο φιδοδαγκωμένος, ο δηχθείς υπό όφεως. Μεταφορικά επί ανθρώπων ο φαρμακερός, ο φαρμακωμένος· και στην αρχαία ελληνική οφιόδηκτος, σύμφωνα με το λεξικό του Ιωάν. Σταματάκου16. Στη Συλλογή των Δημοτικών Τραγουδιών του Γ. Κοτζιούλα συναντάται ο τύπος φιδιάζω (ενεργητική φωνή) με τη σημασία του φαρμακώνω κάποιον για να τον εκδικηθώ. 14. Γ. Μπαμπινιώτης, ό.π., σ. 775. 15. Γ. Κοτζιούλας, ό.π., σ. 23. 16. Ιωάν. Σταματάκος, ό.π., σ. 2840. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


118

Κ.Γ. Μαργώνης

Ο Γιάννος φίδι σκότωσε στην παλιουριά στη ρίζα κι όλα τα φίδια τόβαλαν το Γιάννο να φιδιάσουν. Αστρίτης γίγκεν άλογο, σαπίτης καβαλ’κεύει κι αυτή η σαϊτάρα η παρδαλή γίγκεν κι αυτή κουσκούνι17. Στην πόλη το κατέβασε να πάει να το πουλήσει: – Γιάννο, μη θέλεις άλογο φτηνό να τ’ αγοράσεις; τα φίδια ξαπολύθηκαν, το Γιάννο τόνε πνίξαν. (ό.π. σ. 71, αρ. 29) Το μέσο ρήμα γυαλίζομαι, που προέρχεται από το μεσαιωνικό υάλιον, υποκοριστικό του ονόματος ύαλος, είναι συνηθισμένο στο δημοτικό τραγούδι. Το γυαλίζομαι σημαίνει καθρεφτίζομαι, κοιτάζομαι στον καθρέφτη, κατοπτρίζομαι. Βλ. και λέξη γυαλικό, συνήθως στον πληθυντικό γυαλικά (τα), τα γυάλινα σκεύη, τα γυάλινα αντικείμενα. Στη συλλογή του Γ. Κοτζιούλα το ρήμα γυαλίζομαι λέγεται από έναν άνδρα που δικαιολογείται γιατί δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της κόρης. – Ήμανε πέρα στα ξένα, ξενοδούλευα, κι όσα ν’ έβγαλα σε σέναν όλα τά ’στελνα. Σόστειλα γυαλί και χτένι, να γυαλίζεσαι. (ό.π., σ. 72, αρ. 33). Το ρήμα ψαροκυνηγάω είναι μάλλον αθησαύριστο. Η σημασία του ταυτίζεται με τη σύνθεση των σημασιών των δύο μερών· κυνηγάω ψάρια, κυριολεκτικά. Τα δυο αδέρφια ψάρευαν αμέριμνα στο ποτάμι έχοντας καλό καιρό. Στα βουνά όμως έβρεξε υπερβολικά πολύ και το ποτάμι κατέβασε. Άλλωστε το ψάρεμα στα ποτάμια έχει μεγάλη παράδοση. Το ουσιαστικό ψαροκυνηγός υπάρχει στο λεξικό του Κ. Κούμα, ο έλκων, σύρων, πιάνων διψάρια18, και του Άνθιμου Γαζή, ψαράς αλιεύς19. Ποια λένε Καραγιάνναινα, πρώτη γκοτζιαμπαν’σίνα, πες της να βγει στα κάγκελα στα κάτω παραθύρια, έχω δυο λόγια να της πω, τρία να της μιλήσω, ποια μάνα έχει δυο παιδιά να ψαροκυνηγάνε. Σαλαμπριγιά20 κατέβασε, τρεις θάλασσες γιομάτες. Φέρνει λιθάρια ριζινά, δεντρά ξεκωλωμένα, 17. Καπούλι. 18. Κ. Κούμας, Δια τους μελετώντας παλαιών Ελλήνων συγγράμματα, Βιέννη, 1835, σ. 525. 19. Άνθ. Γαζής, Λεξικό Τρίτομο, Βιέννη, 1836, σ. 38. 20. Σαλαμπριγιά: νερό, βρύση (σλάβικα), ποτάμι: ο Πηνειός. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δ η μ ο τ ι κ ό τ ρ α γ ο ύ δ ι : Το δ η μ ι ο ύ ρ γ η μ α τ ο υ γ λ ω σ σ ο π λ ά σ τ η λ α ο ύ

119

φέρνει και μια γλυκομηλιά στα μήλα φορτωμένη και στην κορφήν απ’ τη μηλιά δυο αδέλφια αγκαλιασμένα! Τόνα το λεν Γραμματικό και τ’ άλλο Παναγιώτη. (ό.π., σ. 74, αρ. 41). Το ρήμα αντιλοούμαι συναντάται στη δημοτική ποίηση ως αντιλογιούμαι (και αντιλογώ και αντιλογούμαι) και σημαίνει αποκρίνομαι, αντιλέγω, απαντώ, αντιμιλώ. Το αντιλόγισμα είναι η απάντηση στον ομιλούντα, αλλά και η συμβουλή, η παραίνεση. Το αρχαίο ρήμα αντιλογούμαι σημαίνει δίνω απάντηση (σε συζήτηση). Με τη σημασία αυτή συναντάται και στη Συλλογή του Γ. Κοτζιούλα. – Τι έχεις μωρ’ Ζαχαρούλα, μέρα και νύχτα κλαις, εμένα μ’ έχεις μάνα γιατί δε μου το λες; – Τι να σου ειπώ, μωρ’ μάνα, τι να σ’ αντιλοηθώ; Εγώ το Θανασούλα πολύ τον αγαπώ κι αν δεν τον πάρω άντρα θα πάω να σκοτωθώ. (ό.π., σ. 77, αρ. 51). Το ρήμα (α)λαφοκυνηγώ (-άω), κυνηγάω ελάφια, είναι λεξικογραφημένο. Συναφείς λέξεις, με πρώτο συνθετικό (α)λάφι, που εντοπίζονται στα δημοτικά τραγούδια είναι: αλαφιάζω, αλαφίνα και λαφίνα, αλαφοκερατάς, (α)λαφοκέρατο, (α)λαφοκυνηγάρης, (α)λαφόπουλο. Το ουσιαστικό αλαφοκυνηγός απαντά στα λεξικά των Κ. Κούμα και Άνθιμου Γαζή. Στη συλλογή του Γ. Κοτζιούλα η χρήση του ρήματος είναι κυριολεκτική. Τώρα που ο ήλιος έγειρε κι ο σταυραϊτός κουρνιάζει, τώρα κι ο αφέντης ξέβγασε ν’ αλαφοκυνηγήσει, να φέρ’ αλάφια ζωντανά κι αλάφια σκοτωμένα. (ό.π., σ. 83, αρ. 77). Το ρήμα νυχτοκοπώ (-άω), που σημαίνει περιπλανώμαι τη νύχτα, νυκτοκορώ, νυχτοπερπατάω, εντάσσεται σε μια ομάδα λέξεων που λεξικογραφούνται και συναντώνται συχνά στη δημοτική μας ποίηση (βλ. νυχτοκόπος, νυχτοκόπημα). Στη Συλλογή του Γ. Κοτζιούλα καταγράφεται δύο φορές με την κύρια σημασία του. Εδώ εννοείται ως αντικείμενό του η αντωνυμία «τα». Παραλείπεται γιατί δεν χωράει στον στίχο, όπως παραπάνω «μην ποτίσεις». Οι βοσκοί, όταν παραχείμαζαν κοντά στη θάλασσα, συνήθιζαν να πηγαίνουν τα κοπάδια τους αποβραδίς στην ακροθαλασσιά, όταν ηρεμούσε η θάλασσα, για να ρουφήξουν τον αφρό που αφήναν τα κύματα. Συνεπώς, ο ποιητής προτρέπει τον βοσκό «να μην τα πάει εκεί τα ζωντανά του τη νύχτα». Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


120

Κ.Γ. Μαργώνης

– Αν δεν τα φτάσεις εκατό, αν δεν τα φέρεις χίλια, στους κάμπους να μην κατεβείς, στις γκούρες μην ποτίσεις και στον ψηλό τον έλατο μην πας και τα σταλίσεις και στον αφρό της θάλασσας να μη νυχτοκοπήσεις. (ό.π., σ. 86, αρ. 87). Από το ρήμα ευ-μορφαίνω προέκυψε ο δημοτικός τύπος εμορφαίνω, αόρ. εμόρφηνα, και ο τύπος ομορφώνω (το ε γίνεται ο με μετάπτωση, ετεροιωμένη βαθμίδα) και με το πρόθημα ξε, ξεμορφώνω. Βλ. και λέξη ομορφάδα στη δημοτική μας γλώσσα. Συγγενικά είναι το ρήμα ομορφίζω και το επίθετο όμορφος. Ο τύπος ξεμορφώνω, από το αχώριστο μόριο ξε και τον ρηματικό τύπο (ο)μορφώνω, έχει στερητική σημασία. Άσπρη, κάτασπρη πέρδικα που ήταν στη γειτονιά μας, ήρθε ξένος, παντάξενος, ήρθε και μας την πήρε, ξεμόρφωσε τα σπίτια μας κι ομόρφωσε τα ξένα. (ό.π., σ. 94, αρ. 111). Ο τύπος αρπαριάζω δεν λεξικογραφείται. Πρόκειται για ιδιωματικό τύπο που προέρχεται από το αρχαίο ρήμα αρπάζω με κύρια σημασία παίρνω βιαστικά και ορμητικά. Βλ. και αρπώ, αρπαξιμιό, άρπαξις. Στη Συλλογή του Γ. Κοτζιούλα έχει τη βασική σημασία. – Ν’ εψές οπού βασίλευα και κρύβομουν στη ράχη, το Γιώργη τον αρπάριασαν στου Κοσμαριά τη βρύση, που βάραγε τον ταμπουρά κι έλεε γλυκό τραγούδι και τον τηρούν που τόλεγε, ήτανε του Γιωργάκη: – Τρία τουφέκια τούριξαν τα τρία αράδα αράδα, τόνα τον πήρε ξώπετσα και τ’ άλλο μες στ’ αστήθι, το τρίτο το φαρμακερό τον πήρε στην καρδιά του. (ό.π., σ. 95, αρ. 114). Το ρήμα χαλαζώνω δεν έχει λεξικογραφηθεί. Συναντώνται όμως στο δημοτικό μας τραγούδι οι συναφείς ετυμολογικά λέξεις χαλάζι, χαλαζιά (το φυτό «οίον το κομβανθές», το νεροσέλινο). Από το χαλάζι (μσν. χαλάζιον, υποκοριστικό του αρχαίου χάλαζα) προέκυψε το ρήμα χαλαζώνω που σημαίνει ρίχνω χαλάζι, σκληρούς κόκκους παγωμένου νερού στο έδαφος υπό μορφήν βροχής. – Για μένα βρέχουν τα βουνά, για μένα χαλαζώνουν, για μένα ρούει ο ποταμός, θολός και ματωμένος, φέρνει λιθάρια ρίζινα, δέντρα ξεκωλωμένα, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δ η μ ο τ ι κ ό τ ρ α γ ο ύ δ ι : Το δ η μ ι ο ύ ρ γ η μ α τ ο υ γ λ ω σ σ ο π λ ά σ τ η λ α ο ύ

121

φέρνει και μια γλυκομηλιά στα μήλα φορτωμένη. (ό.π., σ. 96, αρ. 117). Ο Γ. Κοτζιούλας διασώζει το ρήμα χαλαζώνω σε δημοτικό τραγούδι που λέει άλλος στο «Μυστικό του πνιγμένου», στη συλλογή «Με τον κόμπο στο λαιμό και άλλα διηγήματα»: Έψαχνε για κάτι σπορίδια και τραγουδούσε: Για μένα βρέχουν τα βουνά, για μένα χαλαζώνουν, για μένα τρέχει ο ποταμός, θολός και ματωμένος…21 Η μετοχή μεταλαβιόντας είναι τύπος του ρήματος μεταλαβαίνω, αρχαίο μεταλαμβάνω, λαμβάνω μέρος σε κάτι, μετέχω, κοινωνώ, συμμετέχω, γίνομαι συμμέτοχος σε κάτι. Από τον αόριστο μετέλαβον προήρθε το ρήμα μεταλαβαίνω στη δημοτική ποίηση, με αόριστο μετάλαβα. Ως αμετάβατο σημαίνει μεταλαμβάνω των αχράντων μυστηρίων, μεταλαμβάνω της θείας κοινωνίας, κοινωνώ. Ο τύπος μεταλαβιόντας είναι ιδιωματική μετοχή του ενεστώτα, αντί μεταλαβαίνοντας. Μπάτε κορίτσια στο χορό ν’ ακούσετε τραγούδια, να ιδείτε κεντηστές ποδιές, πράσινες και γαλάζιες, να ιδείτε και μια παπαδιά πως πάει μεταλαβιόντας, πάει κι ο παπάς από κοντά και την παρακαλάει: – Κοντοκαρτέρει, παπαδιά, δυο λόγια να σου κρίνω: Μωρή σκύλα παράνομη, πού τάχεις τα παιδιά μας; – Σύρε, παπά στο σπίτι σου, σύρε και στα παιδιά σου κι εγώ θα πάω στο χορό, θα πάω με τους λεβέντες. (ό.π., σ. 104, αρ. 149). Ο τύπος απικραλιέται δεν συναντάται κάπου. Η πιο πιθανή εκδοχή είναι να προήλθε με αναλογία από τη λόγια φράση «τον ουρανό παρακαλεί, τη γη επικαλείται». Η ηλικιωμένη γυναίκα που τραγουδούσε το τραγούδι δεν μπορούσε να κατανοήσει τον τύπο επικαλείται. Πιο βολικό γι’ αυτήν ήταν να πει απικραλιέται αντί επικαλείται, αφού η κατάληξη –ιέται τής ήταν οικεία (δημώδης κατάληξη) και επειδή το τραγούδι είχε και πίκρα (ό.π. σ. 91, αρ. 103). Έχω βδομάδα ν’ έχω δυο, ν’ έχω πεντέξη μέρες δεν είδα την αγάπη μου τη γαρυφολαιμούσα κι εψές την είδα στο χορό, σήμερα στην ταβέρνα και με το μάτι τής πατώ, με τα χείλια τής λέω: 21. Γ. Κοτζιούλας, Με τον κόμπο στο λαιμό και άλλα διηγήματα, Αθήνα: Δρόμων, 2018, σ. 273. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


122

Κ.Γ. Μαργώνης

- Μωρή νεραντζομάγουλη και γαρυφολαιμούσα σύρε να ειπείς της μάνας σου, σύρε να τη γελάσεις… - Μάνα νερό πώς τόφερες κι η βρύση μας μακριά είναι! - Κόρη μ’ πότε μ’ αρώτησες και με ρωτάς και τώρα; Το βαρελάκι ν’ άδραξε, το μαστραπά στα χέρια. Το δρόμον όπου πάαινε, το δρόμο που πααίνει και το Θεό παρακαλεί, τη γης απικραλιέται. Θε μου, να βρω τον αγούρο στη βρύση να κοιμάται. (ό.π. σ. 91, αρ. 103) Η χρήση ονομάτων και ρημάτων που έχει πλάσει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής δικαιώνουν τον Εμμ. Ροΐδη, που στον Πρόλογο των Ειδώλων του χαρακτηρίζει τον ελληνικό λαό «ανώτερο παντός άλλου ονοματοθέτη, ως μαρτυρεί το πλήθος των γραφικοτάτων λέξεων τας οποίας δύναταί τις ανά πλήρεις δράκας να συγκομίση εκ πάσης συλλογής δημοτικών ασμάτων, μύθων και παροιμιών»22.

*Ο Κ. Γ. Μαργώνης είναι φιλόλογος, πρώην πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ.

22. Εμμ. Ροΐδης, Άπαντα, τόμος Δ’: 1891-1893, Φιλολογική Επιμέλεια Άλκης Αγγέλου, Φιλολογική Βιβλιοθήκη – 1, Αθήνα 1978, σ. 106. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαμπρινή Αρ. Στάμου

Άλλοι καλοέρ’ μ’ άλλα καμπλαύχια

Σ

υνεχίζοντας την καταγραφή του τοπικού ιδιώματος των Τζουμέρκων, επανέρχομαι με νέα συγκομιδή λέξεων και φράσεων, οι οποίες απαντώνται στον καθημερινό λόγο των Τζουμερκιωτών και, πολλές από αυτές, τείνουν να λησμονηθούν, αν δεν έχουν χαθεί ήδη. Απού τότις π’ πέθανι η Μαρίκα, το ‘δουκαν του σπίτ’ σι μια αν’ψιά τ’ς, μι πέντι πιδιά. Κι αυτοίν το ‘καμαν μπαούτα. Πώς τού’χει η μαύρ’ κι πώς του κατάντ’σαν! Τι περιμέν’ς; Άλλοι καλοέρ’ μ’ άλλα καμπλαύχια. Είνι να μην κλείσ’ τα μάτια ου ν’κουκύρ’ς π’ το ‘φκιασι κι του πόναγι! Μπαούτα: Είναι παιδικό φόβητρο αλλά και «ανορθογραφία»,δημιούργημα κακής αισθητικής. Άλλοι καλογέροι με άλλα καμπλαύχια(παραφθορά της λέξης καλιμαύχια): Άλλοι άνθρωποι με διαφορετικές συνήθειες. Είπι να μ’ βάλει ψια μούστου να βρέξου του λιμό μ’ κι αυτήν μ’ γέμ’σι του νιροπότηρου’ πλειότ’ μι πλειότ’! -Σιγά πιδάκι μ’, άμα του πιου όλου αυτό δε θα γλέπου τ’ν πόρτα απ’ του κατ’κιό μ’! Να βρέξω το λαιμό μου: Να δροσίσω το λαρύγγι μου, να ξεδιψάσω Πλειότ’ με πλειότ’: Ξεχειλισμένο Κατ(οι)κιό: Η κατοικία, το σπίτι. Δυο πιδιά τ’ς τα ‘φιραν σκουτουμένα. Τι να κάμ’ η έρμ’; Στέγνουσαν τα ματάκια τ’ς απ’ τα δάκρυα. Μιτά απού λίγουν κιρό δεν άντιξι, διάφ’κι κι αυτήν μι κρυότ’, απ’ τουν καημό τ’ς. Διάβηκε με κρυότι(δροσιά):Πέθανε Μπαίνου στ’ν απουθήκη κι τι να ιδού;Είχι ξιχάσ’ εκειός ου παλιόερος αν’χτή τ’ν πόρτα, μπήκαν οι κότες κι του σκ’λί μέσα κι δεν άφ’καν τίπουτα ουρθό! Του καλαμπόκι χ(υ)μένου, τα αγγειά ανάπουτα, άλλου π’ να ιδείς κι άλλου π’ να σ’ μουλουγάου! Μ’έπιακι λαβούρα! Με έπιασε λαβούρα: Άσχημη αίσθηση και αντίδραση από δυσάρεστη έκπληξη (όπως οι νεότερες εκφράσεις « με έπιασε τεταρταίος πυρετός ή έπαθα σοκ») Άλλο που να δεις και άλλο που να σου μολογάω ή άλλο που να ακούσεις: Αν το έβλεπες με τα μάτια σου, θα ήταν πιο δραματικό από αυτό που σου διηγούμαι. Το ‘ταξι εκεινού τ’ μ’κρού ου παππούλης, πως θα τουν πάει κάπουτι στα Γιάννινα. Κι αυτό του πήρι σκ’νί λουρί, κάθι μέρα «πότι θα μι πας παππούλη;». Τ’ άστραψα κι ιγώ μια ανάπουτ’ ιχτέ, π’ του ρθι ου ουρανός σφουντύλι. Δε ματάκρινι. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


124

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Σκοινί- λουρί: Κάτι που επαναλαμβάνεται συχνά και γίνεται ενοχλητικό Καλό βιο είνι κι αυτήν. Μι φώναξι να πάου να τ’ν ιδού, ιγώ παράτ’σα τ’ς δ’λειές μ’ για να πάου κι βρήκα τ’ν πόρτα στουν τοίχου. Έτσ’ κάν’ ου κόσμους; Περιμέν’ μ’σαφραίους κι φεύγει; Βρήκα την πόρτα στον τοίχο: Βρήκα κλειστή την πόρτα. Έλειπαν οι ένοικοι του σπιτιού. Δε χαρίζει κάστανα ιτούτ’ η θ’κή μ’. Μόλις τουν άκ’σι π’ μού ειπι τέτοια κουβέντα, δεν άργησι. Τ’το ‘δωκι στ’ μύτ’ κι δε λουγάριασι ούτι κουμπαριές ούτι τίπουτα. Του το έδωσε στη μύτη: Του απάντησε ακαριαία με επιθετικό και ανταποδοτικό τρόπο. Τι θέλει κι τα θ’μάτι τώρα όλα ιτούτα; Ου Γιάν’ς γίν’κι ένα πλόχειρου χώμα κι αυτήν λέει πως τουν ήθιλι, όταν ήταν ανύπαντρους. Ένα (α)πλόχερο χώμα: Ελάχιστο –όσο χωράει η χούφτα ενός χεριού-χώμα. Αναφορά σε κάποιον που έχει πεθάνει πολλά χρόνια πριν, άρα έγινε χώμα. Πού του κονόμ’σις αυτό του πολεμ’κό μουρ’ Λένη μ; Αυτό σακατεύει. Πρόσιξι πιδί μ’ μην κόψεις κανα χέρ’. Πού το (οι)κονόμ(η)σες; Πού το βρήκες. Πολεμ(ι)κό: Εργαλείο κοπής συνήθως.(κλαδευτήρι ) -Θα μ’ δώ’εις κι μένα λίγα κιράσια μωρέ Κώτσιου; -Τουν τζιόκο μ’ θα σ’ δώκου. Ας μο ‘δουνις κι ισύ κούμπλα π’σ’ χάλευα προχτέ. Τον τζιόκο μου θα σου δώσω: Αρνητική αγενής απάντηση, συνοδευόμενη με χειρονομία επίδειξης του αγκώνα (τζιόκος) -Να τα μαζέψου τα ρούχα μουρ’ μάνα; - Όχι ακόμα πιδί μ’, άστα να σ’φνίσουν λίγου, τώρα π’ φ’σάει μια στάλα. Να σ(ι)φ(ω)νίσουν: Να στεγνώσουν με το φύσημα του αέρα. -Σιουκ από καταή πιδί μ’, είσι όλ’ μέρα ρέλα. Το ‘φαες δάγκα αυτό του κρεββάτ’! Ρέλα: Ξάπλα και τεμπελιά Το φα(γ)ες δάγκα: Το δάγκωσες, το ταλαιπώρησες, το βασάνισες Τουν άφ’κι άρρουστο άνθρουπου μοναχό τ’ κι έφ’γι. Του ‘ρθε από χάκι. Του ‘ρθε απού χάκι: Τον εκδικήθηκε. -Ν’ ένι χάλια ικίν’ η κουπέλα. Σκούζ’ όλη μέρα και ούτι τρώει, ούτι κοιμάτι από τότι π’ πέθανι η μάνα τ’ς. -Θα πιράσ’ κιρός κι θα ρθει στα συγκαλά τ’ς. Είνι γνιας ακόμα, δε μπουρεί να του χουνέψ’. Είναι γνιας: Είναι πρόσφατο το γεγονός. -Θ’μήσ’ να μ’ πάρ’ς κι δυο βουδέτις εκεί π’ θα πας. Δε μ’ στέκουνται ιτούτες οι κάλτσις π’θενά. Βουδέτα: Καλτσοδέτα (από το βους +δένω;). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Αλλοι καλοερ’ μ' αλλά καμπλαύχια

125

Ου Νάσιους του κυνήγαε μι του σκόπ’ κι εκειό του ντατσκανάρ’ κουτσαπήδαγι σα ζουρλό κι τουν κουρόιδευι. Ντατσκανάρ(ι):Ψηλό και αδύνατο παιδί Κουτσαπήδαγε: Χοροπηδούσε. -Καλά, πότι τα σταμπάρ’σι τρία πιδιά η Μαρία; Σαν ιχτέ μ’ φαίνιτι πως παντρεύ’κι. Σταμπάρ(ι)σε: Ετοίμασε, δημιούργησε, έφτιαξε. Πέρασι κι αυτήν τ’ λιναριού τα πάθια! Παντρεύ’κι του Σπύρου, που ήταν ντιπ αμόργαστου, έτρωγι κι κοιμάνταν όλ’ μέρα. Πήγι μια βουλά η μάνα μ’ να τ’ν ιδεί κι τ’ ρώτ’σι τι φκιάν’ ου άντρας τ’ς. -Αχ, καλ’μέρα σ’, καλύτιρα να’ χα ένα χουντρικό στου κατώι, παρά τέτοιουν άντρα στου σπίτ’, τ’ς είπι. Χοντρικό: Είναι το μεγάλο ζώο (αγελάδα, βόδι). -Τι έπαθις μουρ’ Βούλα μ’ στα χείλια σ’; -Τι να πάθου; Δε γλέπ’ς πώς γίν’κα; Πέρασα μια φλουέντζα κι μπούτσιασα. Φλουένζα: (influenza) γρίππη. Μπουτσιάζω: Βγάζω έρπητα στα χείλη Σκιάζουμι ν’ αφήσου τ’ φουτιά αναμμέν’ κι να φύγου. Αν πιταχτεί καμιά τσίκα θα προσανάψ’ν τα τσιόλια . Πεταχτεί τσίκα: πεταχτεί σπίθα ή καρβουνάκι αναμμένο. Του πάλιυ(ε)ι τόσις ώρις του πιγνίδ’ μέχρι π’ τ’ βρήκι τουν πάτου κι λάρουσι. Του βρήκε τον πάτο: Το διέλυσε, το κατέστρεψε -Δεν είνι καλύτερ (η) η μιγάλ’ η κουπέλα τ’ς Χάιδου; Αυτήν η μ’κρή, ντίπ αλλού ‘ντ’αλλού μ’φαίνιτι. -Μπα! Ένα κούτσουρου ματιάζ’ν .Τι περιμέν’ς; Είνι του σόι φιγγαριασμένου, λέου ιγώ κι τι λες ισύ, δεν ξέρου. Ένα κούτσουρο ματιάζουν: Έχουν ίδιες απόψεις, ίδιες συμπεριφορές. Το ίδιο σημαίνει και η φράση: «Μ’ ένα σκ’νί ζουμένα» δηλαδή «Με ένα σκοινί ζωσμένα» -Μην τ’ς χώνισι πουλύ τ’ς πιθιρά σ’. Είνι νταρντάνα, θα σι τσακώσ’ κι θα σι μ΄τέψ’ καμιά ώρα. Μουτεύω: Κάνω κάποιον(άνθρωπο, ζώο) να χάσει τη φωνή του. Πνίγω. Πήγαμαν για γιόμα τ’ν Κυριακή στ’ συνν’φάδα μ’. Νηστ’κοί μείναμαν όλοι. Έφκιασι ένα στιφάδου, π’ δε γλωσσιάζονταν. Λύσσα ήταν. Όταν λέμε πως ένα φαγητό δε γλωσσιάζεται σημαίνει πως δεν μπορείς να το ακουμπήσεις στη γλώσσα, γιατί έχει έντονα κακή γεύση(πολύ αλμυρό, πικρό, ξινό) Δεν πάμι να λαϊάσουμι μουρ’ γριά; Κουντεύ’ να σβήσ’ η φουτιά. Να μη βάλουμι άλλου κούτσουρου απόψι. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


126

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Λαϊάζω: Πλαγιάζω, ξαπλώνω να κοιμηθώ. Πάαινα στ’ μάνα μ’ ιψές, κι μου σβ(η)σι ου δαυλός. Τζατς σκουτάδ’! Πώς δεν έπισα στου ρέμα ούτι κι ξέρου! Ντιπ απού σκουπού περπάταγα. Από σκοπού: Στην τύχη, χωρίς να βλέπω. -Μωρέ, τουν τσάκουσι στ’ν κιρασιά να κλέβ’ κιράσια.Τουν γούρμασι! Πού σι πουνεί κι που σι σφάζ’! Τον γούρμασε (ωρίμασε;): Τον έσπρωξε, τον χτύπησε, τον ζούληξε. Που σε πονεί και που σε σφάζει: Φράση που χρησιμοποιείται για να δείξει πως κάποιος χτυπήθηκε ανελέητα . -Άσι με χ’στιανή μ’!Πιδιά είνι αυτά’; Εδώ ου πατέρας τ’ς πέθινι κι αυτήν σφρετσάρ(ι)ζι στ’ν Άρτα, αντί να ν’ ένι ιδώ να βοηθάει τ’ μάνα τ’ς π’ γίν’κι χίλια κουμμάτια να προυλάβ’ όλις τ’ς δ’λειές! Σφρετσαρίζω: Τριγυρνάω, κάνω βόλτες. -Γιατί μού ‘φιρις αυτό του μαχαίρ’; Δε θα ξικλοιάσω κανέναν! Τ’ άλλου του κουτσιουμπλό ήθιλα. Κουτσιουμπλό είναι εκείνο που έχει στρογγυλεμένη μύτη. Όχι μυτερό! Τουν έπιακι στα χέρια τ’ κι το ‘δωκι παρά μία εκατό! Του ‘κανι του κουρμί μαλακότιρο απ’ την κ(οι)λιά! Παρά μία εκατό: Πολλά χτυπήματα (σχεδόν εκατό) Το κορμί μαλακότερο από την κοιλιά: Από τα πολλά χτυπήματα μαλάκωσε η πλάτη σαν την κοιλιά! -Απαπαπα! Μην μπλέξεις με τ’ν Αγγέλου. Ξέρ’ς τι φαρμακουλειτουργιά είνι; Δεν τα βγά(ζ)εις πέρα μ’ αυτήν! Φαρμακολειτουργιά: Όποια έχει δηλητηριώδη, καυστική γλώσσα. Ιγώ δεν έχου τόπου να σταματήσου κι αυτό μ’ χαλεύ’ ξουρέξια. Ξουρέξια: Ορεκτικά ή ιδιαίτερα φαγητά και, κατ’ επέκταση, ιδιαίτερη φροντίδα. Μόλις ξιλασάρωσα απ’ τ’ς δ’λειές, του γράδουσα να διαβάσ’ μια στάλα, γιατί ούλου στ’ τσιόπνις κι στ’ σκλέντζα το ‘χει του μυαλό τ’. Ξελασαρώνω: ευκαιρώ, χαλαρώνω από δουλειές Γραδώνω: στριμώχνω, περιορίζω ανάμεσα από δύο εμπόδια. Τσιόπνες: πλάκες(παγίδες) που με αυτοσχέδιο μηχανισμό έπεφταν και σκότωναν πουλιά. Σκλέντζα: παιχνίδι αγοριών(συνήθως) με χτυπήματα ξύλων(ξυλίκι;) Μου είπι να κάτσου να φάμι. Ντράπ’κα να που όχι. Έστρουσι ένα μισάλι π’ δε φαίνουνταν τι χρώμα είχι απ’ τ’ λέρα. Μό’βαλι ένα πιάτου φαϊ, μου ΄ρθι κακιά σ’χασιά. Κριτσιάν’σι η καρδιά μ’. Έκανα πως έφαγα μια κ’ταλιά κι τ’ άφ’κα στου πιάτου. Μεσάλι: τραπεζομάντηλο Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Αλλοι καλοερ’ μ' αλλά καμπλαύχια

127

Κριτσιάν’σι η καρδιά μου: έτριξαν τα σωθικά μου από κάποιο έντονα άσχημο αίσθημα(αηδίας, ναυτίας κ.λπ). Μόλις ίφιραν του λιχουνούδ’ ’φασκιουμένου, εκειό του μιγαλύτιρου του πιδάκι τ’ς,του τήραξι, μαζεύκι στ’ν ακρούλα, γκούρλουσι τα μάτια τ’ κι ούτι έκρινι, μούιδι να φάει ήθιλι ούτι τίπουτα. Λεχωνούδι: το νεογέννητο Γκουρλώνω: γουρλώνω τα μάτια αλλά και πνίγω(θα σι γκουρλώσου αν του ματακάν’ς αυτό) Άγρεψι ου Θόδωρος κι φουρλάτ’ζι κι αυτήν… τσιότος. Δεν έκρινι ντιπ. Ανάσα δεν έβγαλι. Μπούζντρωσι μαναχά κι κάθουνταν στ’ν ακρούλα μέχρι π’ φύγαμαν. Αλλά κι τ’ν άλλ’ μέρα, βουτσιωμέν’ τ’ν ήταν. Φουρλάτ(ι)ζε (φουρλατίζω): Δείχνω τον θυμό μου με έντονες κινήσεις και φωνές Τσιότος: Τσιμουδιά. Μπούζντρωσε (μπουζντρώνω): Κατεβάζω τα μούτρα μου, δείχνω έντονα στο πρόσωπό μου θυμό, λύπη ή ντροπή Βουτσιωμένη(βουτσιώνω συνών. Μπουζντρώνω, πεισμώνω): με εμφανή τα σημάδια του θυμού ή της λύπης στο πρόσωπο. Πού πάαινες μουρέ πιδί μ; Μου ‘ρθις ξενησ(τ)κουμένους κι ξεθεωμένους, μούσκεμα ως του κόκαλου, μέσα στου κατραχούρ(ι)! Ξενησ(στι)κωμένος: πεινασμένος , θεονήστικος. Ξεθεωμένος: Κατακουρασμένος Κατραχούρι: Νεροποντή, καταιγίδα. Αυτό περπάταγι στ’ν άκρ’ στου στεφάν’ κι εμένα έτρεμι του κουτελάκι μ’ μέχρι να διαβεί απού πέρα. Τρέμ(ει) το κουτελάκι μου: Τρέμει η ψυχή μου Κ(οι)τάου, τι να ιδού; Τα ‘χε βάλ’(ει) τα ξύλα κανταρέλλα απ’ τ’ μια άκρ’ στ’ν άλλη. –Βάλτα, πιδί μ’, του ένα ψ’λά στ’ άλλου να γέν(ου)ν στιβανιά! έτσ’ π’ τα ‘βαλεις, έπιασαν τουν τόπου όλου, δε βουλεί να μπούμι στου σπίτ’. Κανταρέλλα: Το ένα πίσω από το άλλο στη σειρά. Ιγώ πήγα στουν Πέρα Μαχαλά για ένα κομμάτ’ σφίγγωμα κι ισύ κουρουιδεύ’ς μ’ φαίνιτι! Ένα κομμάτι σφίγγωμα: Κάτι που δεν αξίζει τον κόπο, για το τίποτα. Τι μ’ σκί(ζ)εις του κιφάλι πως είνι τσίγγανου του πιδί; Μια χαρά τα ‘φαει τα φασ’λάκια.Του ‘χα βάλει κι ποσούτσ’κα, μούστ’σι κι του λαδάκι μι του ψουμάκι τ’, μοσχόφαει(ε)! Ποσούτσ(ι)κα: αρκετή ποσότητα. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


128

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Μουστάω: καθαρίζω με την ψίχα του ψωμιού το υγρό υπόλειμμα του φαγητού(λάδι, σάλτσα) και το τρώω. Τι παλιορούτι είνι αυτό π’ φουράς μουρ’ μάνα; Βάλι του καλό του φ΄στάν’ να πάμι στ’ν εκκλησιά. Τι τ’ αψ(υ)χάς; Θα πάρουμι άλλου άμα χαλάσ’! Παλιορούτι: παλαιό ρούχο, ράκος Αψυχάω: Χρησιμοποιώ κάτι με φειδώ, για να διατηρηθεί περισσότερο χρόνο. Το φυλάω. Μπά, κακό π’ μι βρήκι! Ήρθι ου μπάρπας, το πιακι μπρέκι κι δεν έλε(γ)ει να φύγ’! Κόντεψα να τ’ ρίξου αλάτ’, μπας κι σπαράξ’ απ’ του σπίτι. Μιτά απού καμιά βδουμάδα, απουφάσ’σι να πάει στ’ γριά τ’! Το έπιασε μπρέκι: ήρθε κάποιος ανεπιθύμητος και δεν εννοούσε να φύγει. -Δο μ’ τ’ σ’κώστρα μουρέ πιδί μ’, να βάλου ιτούτα τα παλιουπάπ’τσα, δε μπουρού να σκύψου πουνάει η μέση μ’. Σ(η)κώστρα: Το «κόκκαλο» που υποβοηθά την υπόδηση. Έκειό του ρημάδ’ του τραΐ, έκουψι τ’ν τριχιά κι πήγι κι κούτρησι του παιδί στ’ν άκρ’ στουν τοίχου. Έπισι του πιδάκι απ’ κάτ’, έσκουζι κι ουρλιόνταν, πάλι καλά π’ δεν έσπασι τίπουτα! Απ’ του κ’τάλι τ’ παπά γλύτουσι! Κούτρησε: Χτύπησε με τα κέρατα, κουτούλησε Ουρλιέμαι: ουρλιάζω, φωνάζω σπαρακτικά Γλύτωσε απ(ό) τ (ο) κ(ου)τάλι τ (ου) παπά: Σώθηκε σαν από θαύμα Τι πάθαταν κι δεν κρένεστε μι τ’ Βασίλου; Κουμένου κάματαν; Κρένομαι: Μιλάω σε κάποιον, έχουμε επαφή. Κάνω κομμένο: Συνήθης πρακτική μικρών παιδιών, που, όταν θύμωναν, έμπλεκαν τα μικρά τους δακτυλάκια και τα χώριζαν γρήγορα. Αυτό ήταν είδος όρκου που επισφράγιζε τη λήξη της φιλίας τους (την έκοβε) ή των επαφών τους. -Τι φκιάν’ η θειάκου; -Τι να φκιάσ’ η μαύρ! Τ’ν πουνάν τα πουδάρια κι η μέσ’, γρουδιασμέν’ στου στρώμα ν’ ένι όλ’ μέρα. Γρουδιασμένη: μαζεμένη σαν κουβαράκι αλλά και τσαλακωμένη όπως: Τι του φόρισις αυτό του π’κάμ’σου; Γρούδα το ‘νι. Βγάλτο να του πατήσου μια στάλα!

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τ Ε Χ Ν Η - Π Α ΡΑ Δ Ο Σ Η - Π Ο Λ Ι Τ Ι Σ Μ Ο Σ Δημήτριος Γ. Καλούσιος*

Η Ιερά Μονή της Παναγίας Βύλιζας του Ματσουκίου Ιωαννίνων Δύο τοιχογραφικές παραστάσεις

Σ

το Ματσούκι Ιωαννίνων προβάλλεται το Μοναστήρι της Βύλιζας, λαμπρό μεταβυζαντινό μνημείο του 2ου μισού του 17ου αιώνα.1 Τα τελευταία χρόνια βγήκε από την αφάνεια, ανακαινίστηκε ουσιαστικά και κατέστη μεγάλο προσκύνημα όχι μόνον των Τζουμερκιωτών, αλλά, θα λέγαμε, πανελλήνιο. Πλούσιος ο εικονογραφικός του διάκοσμος, οι τοιχογραφίες και οι φορητές εικόνες. Εδώ γίνεται λόγος για δύο τοιχογραφικές παραστάσεις, τη Μέλλουσα Κρίση και τον Χάρο. 1. Η Μέλλουσα Κρίση

Η κρίση του κόσμου κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού εικονίζεται σε ολόκληρη την ανατολική πλευρά του Εσωνάρθηκα. Πρόκειται για μία πολυπρόσωπη εκτεταμένη σύνθεση, παράσταση ολοζώντανη, εντυπωσιακή και διδακτική, ικανή να υποβάλει υψηλά συναισθήματα. Από επάνω προς τα κάτω: α΄ ζώνη: Η ΕΞ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΤΑΒΑCΙS Στο κέντρο ένθρονος ο Χριστός, ο κραταιός και δυνατός δίκαιος κριτής, με τις αιματηρές πληγές στα χέρια και στα πόδια και μέσα σε στρογγυλή δόξα. Φέρεται επάνω σε σύννεφα, περιστοιχούμενος από εξαπτέρυγα Σεραφείμ και εποχούμενος επί των Χερουβείμ. Έχει ανοιχτά τα χέρια, το δεξί έχει φορά προς επάνω, αποδέχεται δηλαδή τις καλές πράξεις των δικαίων, ενώ το αριστερό βλέπει προς τα κάτω, που σημαίνει ότι απορρίπτει τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Λίγο παρακάτω, στο ύψος των ποδιών του Χριστού, γονατιστοί και με σταυρωμένα τα χέρια σε στάση δέησης, δεξιά η Παναγία Μητέρα του, αριστερά ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, δύο πρόσωπα που έχουν τη μεγαλύτερη παρρησία να πρεσβεύουν στον Κύριο για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Και στις δύο άκρες, στο ύψος της Παναγίας και του Προδρόμου, δεξιά και αριστερά δέονται, μέσα σε νεφέλη, οι χοροί των οσίων πατέρων, προφητών και μαρτύρων. 1. α) Καλούσιος 1992 . β) Πρακτικά 2014. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


130

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Η κρίση του κόσμου κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού (25.7.1998)

β΄ ζώνη: Η ΕΤΗΜΑCΙΑ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ Στο κέντρο ένας θρόνος, με βασιλικό στέμμα, σύμβολο δικαστικής δύναμης και βασιλικής κυριαρχίας, άδειος, γιατί συμβολίζει τον ερχόμενο κριτή, σκεπασμένος με κόκκινο ύφασμα, δεξιά και αριστερά του άγγελοι, έτοιμοι να επιτελέσουν τα προστάγματα του Κυρίου. Από τα δύο μέρη του θρόνου καθιστοί, σε συνεχόμενο έδρανο, ολόσωμοι δώδεκα απόστολοι, ανά έξι σε κάθε πλευρά, κατά το λόγο του Κυρίου: «καθίσεσθε καί ὑμεῖς ἐπί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς τοῦ Ἰσραήλ».2 Από αριστερά: ΘΜ (Θωμάς), ΒΘ (Βαρθολομαίος), ΑΔ (Ανδρέας), ΜΚ (Μάρκος), ΙΩ (Ιωάννης), ΠΤ (Πέτρος), ΠΑ (Παύλος), ΜΤ (Ματθαίος), ΛΚ (Λουκάς), CΜ (Σίμων), ΙΚ (Ιάκωβος), ΦΛ (Φίλιππος). Στα χέρια τους κρατούν κλειστά ευαγγέλια ή ειλητάρια. γ΄ ζώνη: Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού ὁι νεκροί / ἀναςήσωνται. Από ένα ουράνιο χέρι κρατιέται ὁ ζυΓός τ(ῆς) Δηκεοσηνής, με δέσμες τυλιγμένων ειλητών, που συμβολίζουν τις ανθρώπινες πράξεις. 2. Ματθ. ιθ΄, 28. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ιερά Μονή της Παναγιάς Βυλίζας

131

Οι δίκαιοι, ως γυμνά παιδιά, οδηγούνται στον παράδεισο, δίπλα το όραμα του προφήτη Δανιήλ (24.3.2016)

ὁι Δήκαιοι, εν είδει γυμνών παιδιών, οδηγούνται από τον άγγελο στον παράδεισο. Δίπλα τους το όραμα του προφήτη Δανιήλ, δυστυχώς με φθορές, λόγω πυρκαγιάς. Ενδεδυμένος αρχοντικά φορέματα κοιμάται ξαπλωμένος, ύπτιος ως αναπεσών, άγγελος του εξηγεί τη συμβολική σημασία της όρασης,3 στο αριστερό του χέρι ενεπίγραφο ειλητάριο: ΕΘΕΟΡΟΥΝ ΕΟC ΟΥ ΘΡΟΝΙ ΕΤΕΘΗCΑΝ ΚΕ ΠΑΛΑΙΟS [ΤΩ]Ν [ΗΜΕΡΩΝ ΕΚΑΘΙCΕΝ] ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΑΙC ΕΡΧΟΜΕΝΟΙ / ΕΝ ΤΩ ΠΑΡΑΔΙCΩ Ένα πύρινο εξαπτέρυγο Σεραφείμ, με την επιγραφή ἡ φλογίνη ρομφέα, φρουρεί τη μεγαλοπρεπή κλειστή πύλη του Παραδείσου, που την ανοίγει ο επί κεφαλής των αγίων απόστολος Πέτρος σύμφωνα με το αγιογραφικό «καί δώσω σοι τάς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν»,4 για να εισέλθουν οι άγιοι, οἱ ελάχιςοι, οι πρωτόπλαστοι, ὁ αΔάμ η ευα, οι ιεράρχες. 3. Δανιήλ ζ΄, 1-28. 4. Ματθ. ιστ΄, 19. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


132

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Ο ΕΝ ΕΔΕΜ ΠΑΡΑΔΗCΟS Στα δεξιά πανέμορφος φωτεινός κήπος, κατάφυτος από ωραιοπλούμιστα θαλερά λουλούδια και πράσινα κυπαρίσσια, περιτοιχισμένος ανατολικά από ισχυρά τείχη, όπου υψώνονται πύργοι-σκοπιές, επάλξεις και πολεμίστρες. Στο κέντρο ένθρονη η Παναγία με το αριστερό χέρι ανασηκωμένο σε δέηση. Δεξιά της ο πατριάρχης Αβραάμ κρατάει στην αγκαλιά του (στον κόλπο), με πατρική στοργή, μέσα σε ύφασμα ασπροκόκκινο, που μοιάζει με ποδιά, τις ψυχές των δικαίων με μορφή νηπίων, των οποίων φαίνονται οι κεφαλές. Από το άλλο μέρος, ο ευγνώμων ληστής, ημίγυμνος και βαστάζων στον αριστερό του ώμο τον μεγάλο ξύλινο σταυρό, εισέρχεται πρώτος στον παράδεισο, ο δίκαιος ληστής που «λήστεψε» τον παράδεισο, ο μετανιωμένος ληστής, ζωντανός έλεγχος των αμετανοήτων αμαρτωλών. Στην άλλη άκρη, δεξιά όπως βλέπουμε, ὁι αμαρτολοι, διαμαρτυρόμενοι, οδηγούνται στον τόπο της βασάνου, από έναν αποκρουστικό μελανόμορφο δαίμονα, που ανυψώνει απειλητικά και μαστίγιο. Ψηλά, από τον κενό θρόνο της β΄ ζώνης, εξέρχεται κατερχόμενος αριστερά προς τα κάτω, στριφογυρίζων και πλατυνόμενος, ο ολόφλογος ποταμός, όπου βασανίζονται οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, άνθρωποι πάσης φυλής και τάξης. Εδώ ο πλούσιος, ο άσπλαχνος, οι μεγάλοι διώκτες του Χριστιανισμού, οι τύραν-

Ο εν Εδέμ παράδεισος: Η Παναγία, ανάμεσα στον ευγνώμονα ληστή και τον πατριάρχη Αβραάμ, που κρατάει τις ψυχές των δικαίων με μορφή νηπίων, την πόρτα ανοίγει ο απόστολος Πέτρος (25.7.1998) Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ιερά Μονή της Παναγιάς Βυλίζας

133

Ο ζυγός της δικαιοσύνης, οι αμαρτωλοί οδηγούνται στον τόπο της βασάνου, άγγελος καρφώνει τους αμαρτωλούς στον πύρινο ποταμό, που καταλήγει στον βύθιο δράκοντα, οι Χριστοκτόνοι Εβραίοι τραβούν τις γενειάδες τους (23.7.2015)

νοι αυτοκράτορες μαξημηανός κε Διοκλητιανός / <τά τἕκνα τοῦ> Δήαβόλου, άγγελος τους καρφώνει με τρίδοντη περόνη (τρίαινα). Ο πύρινος ποταμός καταλήγει στο τεράστιο ανοιχτό μαύρο στόμα του βύθιου δράκοντα, οπλισμένο με φοβερά δόντια, που με δύο προτεταμένες γλώσσες καταβροχθίζει τους αμαρτωλούς. Ο ΑΔΗΣ Δίπλα στον πύρινο ποταμό και τον δράκοντα, δεξιά άκρη καθώς βλέπουμε, ὁ άΔης, όπου ὉΙ ΕΒΡΕΟΙ, Χριστοκτόνοι, ασεβείς και αγνώμονες, τραβούν, σκούζοντες, τις άσπρες μακρές γενειάδες τους. Δίπλα τους Ὁ ΠΡΟ<ΦΗΤΗS ΜΩΥΣΗS> δείχνει ψηλά με το δάκτυλο του δεξιού χεριού τον Χριστό, στο άλλο βαστάζει ανασηκωμένο ενεπίγραφο ειλητάριο: ΟΥΤΟC ΗΝ ΟΝ ΕϚΑ ΒΡΟCΑ ΤΕ Ο ΑΘ ΛΙΗ ΚΕ ΠΑΡΑΝΟ ΜΗ ΙΟΥ ΔΕΙ Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


134

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

δ΄ ζώνη: Η τελευταία, η κάτω ζώνη, τώρα ασβεστωμένη με πέτρινο πεζούλι, ύψους 1,82 + πεζούλι 0,53 μ. Ίσως εδώ να εικονίζονταν τιμωρίες αμαρτωλών κατά τη λαϊκή αντίληψη. Η εν λόγω απεικόνιση της ανατολικής πλευράς του Εσωνάρθηκα διαφέρει σαφώς της άλλης τοιχογραφίας του. Κατά τους ειδικούς είναι «λαϊκῆς τεχνοτροπίας του ΙΗ΄ αἰ.».5 Σύμφωνα με τον Β. Κασκάνη: «Ο ναός (του καθολικού) φέρει τοιχογράφηση του 1797. Στην ίδια φάση τοιχογράφησης φαίνεται ότι ανήκουν και οι τοιχογραφίες του ανατολικού τοίχου του νάρθηκα».6

2. Η παράσταση του Χάρου Ζωγραφίζεται στη βόρεια πλευρά του παρεκκλησίου του Προδρόμου της Βύλιζας, διά χειρών των αυταδέλφων Γεωργίου και Στέργιου από τους γειτονικούς Καλαρρύτες, 4 Φεβρουαρίου 1737. Η εν λόγω νεκρική εικονογραφία7 αντιγράφει πιστά την χαλκογραφία, μαζί με το επεξηγηματικό της κείμενο, που στολίζει τη β΄ και γ΄ έκδοση του θρησκευτικού ποιήματος του Γλυκέος Γιούστου: Πένθος θανάτου, ζωής μάταιον και προς Θεόν επιστροφή.8 Γράφει σχετικά ο Γ. Ζώρας: «Αἱ εκδόσεις τῶν ἐτῶν 1528 καί 1543 -ἤτοι αἱ δύο παλαιότεραι διασωθεῖσαι- δημοσιεύουν ἐν ξυλογραφίᾳ τήν αὐτήν ἀκριβῶς ἀναπαράστασιν τοῦ Χάρου, γενομένην ὑπό σχεδιαστοῦ, ὅστις, ἀκολουθῶν πιστῶς καί κατά γράμμα τάς ὑποδείξεις τοῦ συγγραφέως, ἐφρόντισε νά σχεδιάσῃ ἐν τῇ πρώτῃ σελίδι τοῦ κειμένου τήν περιγραφομένην μορφήν, δέν

Ο προφήτης Μωυσής, οι παράνομοι Εβραίοι στον Άδη τραβούν τα γένια τους, ο βύθιος δράκοντας με τα φοβερά δόντια και τις δύο προτεταμένες γλώσσες (24.3.2016)

5. Βοκοτόπουλος 1977, 469. 6. Κασκάνης και Καραμπερίδη 2014, 3-4. 7. Η παράσταση στολίζει το εξώφυλλο του περιοδικού, Ηπειρωτική Εταιρεία, Αθήνα, Σεπτέμβριος 1993. 8. Για α΄ φορά εκδόθηκε, από τον Δημήτριο Ζήνο, το 1524, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή, αλλά από την εν λόγω έκδοση δεν διασώθηκε κανένα αντίτυπο. Η αυτή παράσταση επαναλαμβάνεται και στη β΄ και γ΄ έκδοση, Βενετία 1528 και 1543. Στην δ΄ έκδοση, Ενετίησι 1564, η εικονογραφία εντελώς διαφορετική (Ζώρας 1970α, 436-438). Για τις εκδόσεις ιδέ, Παπαδόπουλος 1984, 354. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ιερά Μονή της Παναγιάς Βυλίζας

135

Ο ανελεήμων Χάρος (14.8.2011)

γνωρίζομεν ἄν ἀρκεσθείς μόνον εἰς τάς παρεχομένας συμβουλάς ἤ ἄν ἔχων ὡς γνώμονα πρό ὀφθαλμῶν ἄλλην τινά σχετικήν εἰκόνα».9 Στο τέλος του ποιήματος ο Γλυκύς Γιούστος δίνει χρήσιμες συμβουλές για τη ζωγραφική του κειμένου. Παραγγέλλει το πρώτο φύλλο να αφήνεται λευκό, για να εικονίζεται εδώ ο πρωταγωνιστής του έργου Χάρος και η παντοδυναμία του, υποδεικνύοντας τις απαραίτητες λεπτομέρειες για την αναπαράσταση της μορφής και του οπλισμού:10 Τό πρῶτον φύλλον, πρόσεχε, ἄγραφον νά τ’ ἀφήσῃς καί τάφον ἕνα δολερόν, ‘ς αὐτό νά ζωγραφίσῃς. νά γέμῃ στιάτα ἀνθρωπινά· καί γύρω ἄς στέκουν πλῆθος ἄνδρες, γυναῖκες, λυπηρά καί μέ θλιμμένον ἦθος. Καί ὀλίγο ἀπάνω ἄς στέκεται ὁ Χάρος καί ἄς βαστάζῃ τῶν τριῶν λογῶν τά ἄρματα, ἐκεῖνα πού μᾶς σφάζει: τό δρέπανον καί τό σπαθί, δοξάρι μέ σαγίττες, καί ὀμπρός του ἄς εἶναι κεφαλές καί ἄς δείχνῃ ὅτι πατεῖ τες. 9. Ζώρας 1970α, 434. 10. Ζώρας 1970, 311, στ. 617-624. Για την παράσταση του Χάρου (=θανάτου) στην εκκλησιαστική αγιογραφία ιδέ, Διονύσιος 1909, 123, 124, 130, 210, 214. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


136

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Την παράσταση αυτή συμπληρώνει η περιγραφή των στίχων 217-220:11 Νά βάλῃς κάτω τό σπαθί, ν’ ἀφήκῃς τό δοξάριν, Νά ρίξῃς τές σαγίττες σου· δέν θέλομ’ ἄλλην χάριν. Καί τό δρεπάνι ὁπού βαστᾶς, καθώς σέ ζωγραφίζουν, ἄφες το πλέον, μέν τό κρατῇς, ὅτι ὅλοι σέ κακίζουν. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις παραπάνω υποδείξεις τού ποιητή στην εικόνα μας παριστάνεται μεγάλη έκταση γης. Στο βάθος της και σε υψηλότερο επίπεδο διακρίνεται, στ’ αριστερά, κατοικημένη περιοχή (πόλη) και ψηλό δένδρο με πολλά φύλλα. (Λείπει το ύψωμα με τους θάμνους στα δεξιά, που παριστάνει η έκδοση του 1528). Μπροστά στην εικόνα και σε χαμηλότερο επίπεδο ζωγραφίζεται πλατύς και μακρύς τάφος, ανοιχτός, γεμάτος από σκελετούς. Γύρω από τον τάφο στέκουν, όρθιοι, ή γονατιστοί, πολλοί άνθρωποι, θλιμμένοι και με έκφραση βαθιάς και μεγάλης προσοχής και πόνου, καθώς αντικρίζουν τα κόκκαλα των σκελετών. Άνδρες ώριμοι στην ηλικία, αλλά και νέοι αγένειοι, επίσης γυναίκες που μοιρολογούν, μάλιστα μία έχει σηκώσει ψηλά τα χέρια της σε στάση απελπισίας και προσευχής. Όλοι στοχάζονται το αναπόφευκτο του θανάτου και τη ματαιότητα αυτού του κόσμου, που σηματοδοτεί και το τέρμα της επιγείου ζωής. Στο κέντρο των οδυρομένων, λίγο ψηλότερα, ο Χάρος, που στηρίζεται στο χείλος του τάφου. Έχει μορφή άνδρα ψηλού και σκελετωμένου, στέκεται όρθιος και θριαμβευτής, απειλητικός, χωρίς αγάπη και έλεος, απαίσιος στην όψη. Ο οπλισμός του είναι ποικίλος. Βαστάει τριών ειδών όπλα (δρέπανο, ξίφος και βέλος) με τα οποία μας σφάζει. Συγκεκριμένα στο δεξιό χέρι κρατάει μεγάλο και κοφτερό δρεπάνι (κοσιά), που θερίζει τα πλήθη των ανθρώπων κάθε ηλικίας· με το αριστερό χέρι τόξο με βέλη, το κατ’ εξοχήν όπλο του Χάρου, με το οποίο απειλεί κάθε στιγμή να κτυπήσει το θύμα· τέλος, με το τρομερό σπαθί κόβει τα κεφάλια και, καθώς κρέμεται από τη μέση, μέσα σε θήκη πολυτελή, θυμίζει μορφή μεσαιωνικού δυτικού ιππότου. Επίσης στον αριστερό μηρό υπάρχει θήκη στενόμακρη, όπου φυλάγονται τα θανατηφόρα βέλη.12 Τέλος, πάνω από την εικόνα και στη δεξιά της γωνία υπάρχει η επιγραφή, 11. Ζώρας 1970, 219-220. 12. «Στο στιχούργημα επαναλαμβάνονται οι δύο όψεις της ίδιας τραγικής αλήθειας. Από τη μια, η αρχέτυπη ομορφιά του σώματος, η ακαταμάχητη γοητεία, η ευδαιμονική δηλαδή εφήμερη εγκοσμιότητα του κάλλους και της ισχύος (δόξα, πλούτη, απολαύσεις), από την άλλη το βιολογικό πεπρωμένο της αποστεοποίησης. Το κείμενο θα εμμείνει βέβαια στη ματαιότητα του βίου, στην κενότητα του εγκόσμιου χρόνου, στη μεταθανάτια ισότητα και ομοιομορφία των ανθρώπων. Παράλληλα ωστόσο τονίζει ότι θα μπορούσε να καταστεί εφικτή η απαγκίστρωση από το θάνατο μόνο στην περίπτωση που ο άνθρωπος δεν ενδώσει στη γοητεία των προσκαιροτήτων και αφού ασπασθεί τη χριστιανική ηθική διαβίωση. Η Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ιερά Μονή της Παναγιάς Βυλίζας

137

Η επιγραφή του ανελεήμονα Χάρου (2.8.1990)

που περιέχει τους λόγους που απευθύνει ο Χάρος προς τους ανθρώπους, με δόση υπερηφάνειας, αλλά και απολογούμενος συγχρόνως. Πράγματι, ενώ νύχτα και μέρα και με κάθε τρόπο επιδιώκει να θανατώσει και να μεταφέρει στον Άδη τα θύματά του, τονίζει ότι η πρωτοβουλία δεν είναι δική του, αλλά εκτελεί θεία εντολή για την τιμωρία των ανθρώπων, ένεκα του προπατορικού αμαρτήματος: + ἄνθροποι μή θαυμάζετε ξέροντα τ ειμαι ἐχθρό σας ἠ ἡμέρα νυκτα πάντοτε δέν λείπω χ το πλευρό σας με πάντοτι τρόπον θέλοντἀ χ τόν κόσμον να σάς ἀρπάσο τι ἀυτοῦ ὁπου κείτονται καί αὐτοί βιάζομένοι οὗτοc γάρ ἐνι πρόσταγμα καί ὁρισμόc κυρίου διά τήν πλάνην τοῦ ἀδάμ καί δόλον τοῦ θηρίου: Η εν λόγω επιγραφή σύμφωνα με την παραγγελία των στίχων 625-632:13 Καί τούς στίχους ὅπου βάνω ανατροπή τελικά της θνητότητας επικεντρώνεται στη σωτηρία της ψυχής» (Μεράντζας 2003, 382-384). 13. Ζώρας 1970, 311. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


138

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

γράψε ἀπό τόν Χάρ’ ἀπάνω: Ἄνθρωποι, μή θαυμάζετε, ξεύροντα ‘τ’ εἶμ’ ἐχθρός σας κ’ ἡμέρα – νύκτα πάντοτε δέν λείπω ‘χ τό πλευρό σας, μέ πάντα τρόπον θέλοντα ‘χ τόν κόσμον νά σᾶς βγάλω, ‘τι αὐτοῦ ὁπού κείτονται καί αὐτοί βιάζομαι νά σᾶς βάλω. Οὕτως γάρ ἔνι πρόσταγμα καί ὁρισμός Κυρίου, διά τήν πλάνην τοῦ Ἀδάμ καί δόλον τοῦ θηρίου. Η δυτική επίδραση της χαλκογραφίας είναι προφανής. Ο Γ. Ζώρας παρατήρησε: «Περιγραφαί τινες τοῦ στιχουργήματος ἐνθυμίζουν παράλληλον δυτικήν, καί δή καί ἰταλικήν θρησκευτικήν ποίησιν, ὥστε νά μή ἀποκλείεται ἰταλική ἐπίδρασις. Τήν ὑπόθεσιν ταύτην ἐνισχύουν αἱ ὑπό τοῦ ποιητοῦ παρεχόμεναι ὑποδείξεις περί τῆς εἰκονογραφήσεως ἐν γένει, μάλιστα δέ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ Χάρου, ἥτις ἐνθυμίζει ἱκανά στοιχεῖα δυτικῆς νοοτροπίας καί τέχνης».14 Οι καλαρρυτινοί ἁγιογράφοι αντέγραψαν, πιθανότατα, την παράσταση από κάποιο βιβλίο ή χαλκογραφία που βρήκαν στην πατρίδα τους ή στην πλουσιότατη βιβλιοθήκη της Βύλιζας για διδακτικούς σκοπούς. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Βοκοτόπουλος 1977: Παν. Α. Βοκοτόπουλος, Μονή Βυλίζης, εις: Βυζαντινά, Μεσαιωνικά και Νεώτερα μνημεία Ηπείρου, Αρχαιολογικόν Δελτίον, Αθήναι 1977, τόμ. 27 (1972), Μέρος Β΄2 – Χρονικά, 469-471. Διονύσιος 1909: Διονύσιος ο εκ Φουρνά, Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης, εν Πετρουπόλει 1909. Ζώρας 1970: Γεώργιος Θ. Ζώρας, Πένθος θανάτου, ζωής μάταιον και προς θεόν επιστροφή, Παρνασσός, εν Αθήναις 1970 (12), 279-311. Ζώρας 1970α: Γεώργιος Θ. Ζώρας, Ο Χάρος και οι απεικονίσεις αυτού εν τω στιχουργήματι «Πένθος θανάτου», Παρνασσός, εν Αθήναις 1970 (12), 420-438 Καλούσιος 1992: Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Η Βύλιζα, Ματσούκι Ιωαννίνων 1992. Κασκάνης και Καραμπερίδη 2014 : Βασίλης Κασκάνης και Αργυρώ Καραμπερίδη, Το συγκρότημα της Μονής Βύλιζας, Αρχιτεκτονική παρουσίαση, Πρακτικά συνεδρίου, Η Ιερά Μονή Βύλιζας στον τόπο και τον χρόνο, Ματσούκι 2.7.2011, Ιωάννινα 2014, 1-13. Μεράντζας 2003: Χρήστος Δ. Μεράντζας, Η μεταβυζαντινή εικόνα του σκελέθρου, το δίλημμα της οργανικής ή πνευματικής επιλογής και η αποπροσωποποίηση του ανθρώπου απέναντι στο θάνατο, Δωδώνη, Ιωάννινα 2003 (32), 353-398. Παπαδόπουλος 1984: Θωμάς Ι. Παπαδόπουλος, Ελληνική βιβλιογραφία (1466 ci - 1800), Α΄, Αθήνα 1984. Πρακτικά 2014 : Η Ιερά Μονή Βύλιζας στον τόπο και τον χρόνο, Πρακτικά συνεδρίου, Ιωάννινα 2014.

*Ο Δημήτριος Καλούσιος είναι θεολόγος, φιλόλογος και ερευνητής

14. Ζώρας 1970, 289. Ιδέ και, Ζώρας 1970α, 432. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μανόλης Μαγκλάρας*

«Έτος Κρυστάλλη» (1868-2018) 150 ή επέτειος από τη γέννηση του Κώστα Κρυστάλλη

Ε

κατόν πενήντα (150) χρόνια συμπληρώνονται εφέτος από τη γέννηση του «Τραγουδιστή του χωριού και της στάνης», του λατρεμένου μας ποιητή Κώστα Κρυστάλλη. Με την ευκαιρία αυτή ο Δήμος Β. Τζουμέρκων και η γενέτειρα του ποιητή, το Συρράκο, θα πραγματοποιήσουν λαμπρή επετειακή εκδήλωση στην έδρα της Κοινότητας, το Σάββατο 21 Ιουλίου 2018,που θα λάβει πανηγυρικό χαρακτήρα με την αυτοπρόσωπη παρουσία της Α.Ε. του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλου. Μια παρουσία του Ανωτάτου Άρχοντος που θα σηματοδοτήσει μιαν αναγνώριση και κατά μίαν έννοια την αποκατάσταση της αδικίας της Ελληνικής Πολιτείας και όχι λιγότερο και της τότε αστικής αθηναϊκής κοινωνίας σε βάρος του επαρχιώτη ποιητή, εξαιτίας εκείνου του ανθελληνικού Ψηφίσματος του 1844 «Περί Αυτοχθόνων και Ετεροχθόνων». Μιας ολοσχερούς αδιαφορίας της Ελληνικής Πολιτείας, η οποία απέστρεψε το πρόσωπό της, όταν ο νεαρός Κρουστάλλης καταδικασμένος και καταδιωκόμενος από την Οθωμανική Κυβέρνηση στη σκλαβωμένη ακόμη Ήπειρο, εξαιτίας των επαναστατικών-ανατρεπτικών «Σκιών του Άδου» του, αναζητούσε ασφαλές-αλίμονο-καταφύγιο, προστασία και βοήθεια στην ελεύθερη μητέρα Ελλάδα. «…σ’ έρριξε στης ελεύθερης πατρίδας τον αέρα / μα εκεί σου εστάθη πιο σκληρή κι από τον Τούρκο η Χώρα’’ ( Κ. Παλαμά, Η δόξα του Κρυστάλλη). Τεκμήριο αδιάψευστο οι πρώτες επιστολές του ποιητή, όταν έφτασε στην Αθήνα, όπου περιγράφει ,στις απεγνωσμένες και επίμονες εκκλήσεις του,την παγερή αδιαφορία της Πολιτείας και βλέπει μπροστά του το φάντασμα, τα όνειρά του και το μέλλον του να γκρεμίζονται. ‘’Αξιότιμε κ. Σπ. Π. Λάμπρε,(…) ήδη μου συμβαίνουν και τα παρόντα. Καταδιώκομαι υπέρ του έθνους, νομίζω, υπό των εχθρών μου. Ο θεός με σώζει από τας χείρας των και με στέλλει, με φέρει μάλλον αυτός ο ίδιος εις το Έθνος, με ρίπτει εν τω μέσω της Πρωτευούσης αυτού μεταξύ Βασιλέως, Υπουργών, Βουλευτών Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


140

Μανόλης Μαγκλάρας*

και τόσων άλλων μεγάλων (;) ανδρών. Ζητώ ενταύθα και εκείθεν προστασίαν -και τι προστασίαν, ούτε Υπουργός θέλω να γίνω, ούτε Βουλευτής, ούτε Βασιλεύς: μικράν υποτροφίαν ζητώ, ολίγα χρήματα, ίνα εξακολουθήσω τας σπουδάς μου, τα γράμματά μου, δι’ α με έπλασεν ο θεός και να φανώ χρήσιμος εις την κοινωνίαν, εκπληρώνων δηλ. την αποστολήν μου εν τω κόσμω (αν ουχί εδώ εις τας πολυδαπάνους Αθήνας, εν Άρτη τουλάχιστον ή αλλαχού, έως ότου τελειώσω το Γυμνάσιον). Όχι! μοι απαντούν, όσοι καταδέχονται να με ακούσουν και να μοι ομιλώσι. Όχι! δεν είναι διά σε τα χρήματα του Έθνους, είναι για τα στόματα των ελευθέρων (sic) Ελλήνων, των υποστηρικτών των Βουλευτών ,των Κομμάτων, των καταστροφέων του Έθνους. Και εγώ; ο δυστυχής είμαι δούλος Έλλην, ξένος δηλαδή ενταύθα υπολογιζόμενος (…). (Επιστολή προς τον Σπυρίδωνα Λάμπρον, 27 Ιανουαρίου 1889). Πέντε χρόνια στην Αθήνα, πέντε χρόνια δύσκολα, εν μέσω δραματικών αντιξοοτήτων και άθλιων βιοτικών συνθηκών, πέτρινα χρόνια, που δεν μπορούν να αφήσουν αδιάφορο και ασυγκίνητο κανέναν από τους σημερινούς Έλληνες, λάτρεις ή μη, του Κώστα Κρυστάλλη. ’’Και πού μένω νομίζετε. Εις παλαιόν τινά φίλον του πατρός μου, κ.Κυριάκον Γ.Κοκκώνην, εις τα Αμπατζίδικα, όστις μοι έδωσε, άμα με είδεν, γνωριμίαν εις τον σταθμόν του σιδηροδρόμου, όταν είχα εξέλθει διά περίπατον, με παρέλαβεν εις το εργαστήριό του, με τρέφει, με ποτίζει και μοι έχει παραχωρημένο εντός του εργαστηρίου μικρόν μέρος… διά ύπνον. Ενίοτε με τρέφουσι οι φοιτηταί πατριώται, ενίοτε δε εξ εντροπής μου μένω και… νήστις την ημέραν…’’ (ό.π.) Και όταν όλοι οι δρόμοι έκλεισαν, όταν δεν φαινόταν πια στον ορίζοντα κάποια διέξοδος και εξαντλήθηκαν τα όσα σωματικά και ψυχικά αποθέματα του είχαν απομείνει, όταν στέγνωσαν κι αυτά ακόμα τα δάκρυα, ο ποιητής θα κλείσει τα μάτια στην απελπισία του, για να καταλήξει ο δυστυχής στο υπόγειο τυπογραφείο και στο δηλητηριώδες αντιμώνιο, ένας άθλιος και ανθυγιεινός χώρος εργασίας που θα επιδεινώσει και θα υποσκάψει έτι περαιτέρω την ήδη κλονισμένη υγεία του και θα είναι τούτος ο μοιραίος τόπος μαρτυρίου του, “… και της αρρώστιας δόθηκε, βορά το νέο κορμί σου… καταραμένε της ζωής, της φύσης χαϊδεμένε’’, όπως θα γράψει ο Κωστής Παλαμάς (ό.π.). ‘’…Αφ’ ης προσφυγών καταδιωγμένος εξ Ιωαννίνων υπό της Οθωμανικής Κυβερνήσεως, εδώ εις το Ρωμέικο δεν ηδυνήθην να εύρω παρ’ ουδενός προστασίαν, ούτε παρά της Κυβερνήσεως προς εξακολούθησιν των σπουδών μου, ως επεθύμουν, κατήντησα δε να μένω και ημερονύκτιά τινα άνευ άρτου-σου τα ομολογώ ειλικρινέστατα-απεφάσισα να κάμω οιανδήποτε εργασίαν εύρω, διά τον άρτον τουλάχιστον. Ούτως έγινα τυπογράφος. Εγνώριζα το βαρύ και ολέθριον της τέχνης, αλλά τι να έκαμνα; Να αποθάνω της πείνας; Κατώρθωσα λοιπόν να μην πεινάσω. Και ζων οικονομικότατα δύναμαι να αναγιγνώσκω ό,τι ηδυνάμην, να Τζουμερκιώτικα Χρονικά


«Έτος Κρυστά λλη» (1868-2018) 150η΄ επέτειος από τη γ έν ν ησή του

141

αποκτήσω βιβλία και περιοδικά.(…) Αλλά δύο έτη παρήλθον έκτοτε και ενώ απέκτησα τα αποκτήματα αυτά, βλέπω όμως ότι έχασα και χάνω ολοέν το πολυτιμότερον κτήμα, την υγείαν. Φθείρομαι εις το σκότος των τυπογραφείων, εντός τεσσάρων τοίχων, όπου πλημμυρίζουν τα χνώτα διαφόρων ειδών ασθενειών και το δηλητηριώδες αντιμώνιον…’’ (Επιστολή προς τον Ιωάννην Δαμβέργην, 21-21891). Επανέρχομαι στην πανηγυρική εκδήλωση που θα γίνει στο Συρράκο στις 21 Ιούλη το καλοκαίρι, για να περιγράψω το πρόγραμμα, με την παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλου, αποδεχόμενος πρόταση του Δημάρχου μας κ. Γιάννη Σεντελέ. • Υποδοχή του Ανωτάτου Άρχοντος από τους κατοίκους του Συρράκου στην είσοδο του χωριού και στη θέση ‘’Κέτριλι Μάρι’’ (Μεγάλες Πέτρες). • Παρακολούθηση λειτουργίας και δοξολογίας στον κεντρικό ναό του Αγίου Νικολάου, χοροστατούντος του Μητροπολίτου Ιωαννίνων κ.κ. Μαξίμου. • Επίσκεψη και ξενάγηση στο σπίτι-μουσείο του Κρυστάλλη και κατάθεση στεφάνου στον ανδριάντα του ποιητή. • Περιήγηση και ξενάγηση στον χώρο του ‘’Ηρώου’’ της Κοινότητας (Ι. Κωλέττης, Γ. Ζαλοκώστας, Ευεργέτες, Μνημείο Πεσόντων). • Αποκαλυπτήρια από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της προτομής του ποιητή, έργο του Θεόδωρου Παπαγιάννη, που θα τοποθετηθεί στον αύλειο χώρο του ομώνυμου Συνεδριακού Κέντρου. • Ημερίδα στο Συνεδριακό Κέντρο του Συρράκου ‘’Κ. Κρυστάλλης’’, όπου θα μιλήσουν για το ποιητικό και πεζογραφικό-ερευνητικό έργο του ποιητή ποιητές, λογοτέχνες, άνθρωποι της τέχνης, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης νεοελληνικής μας γραμματολογίας, ενώ θα ακουστούν αποσπάσματα από το έργο του ποιητή. Θα είναι μεταξύ των εισηγητών, ο Βασίλης Γκουρογιάννης, ο Μιχάλης Γκανάς, ο Παντελής Μπουκάλας, η Ελένη Ζιώγα και ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. Την όλη ευθύνη διοργάνωσης της Ημερίδας έχει επιτροπή εκπαιδευτικών, αποτελούμενη από τους Μανόλη Μαγκλάρα, Ιπποκράτη Αλέξη, Ευάγγελο Αυδίκο, Σπύρο Νταλαούτη και Χρήστο Σκαμνέλο. • Γεύμα προς τιμήν του Υψηλού Προσκεκλημένου, με προσφώνησηκαλωσόρισμα από τον Δήμαρχο και αντιφώνηση του κ. Προκόπη Παυλόπουλου, στην κεντρική πλατεία Συρράκου, με την πάνδημη συμμετοχή όλων των κατοίκων, την ίδια ώρα που τα καλύτερα χορευτικά ζευγάρια από τους κατά τόπους Συνδέσμους Συρρακιωτών θα αποδίδουν χορούς και τραγούδια από την αυθεντική μουσικοχορευτική παράδοση του Συρράκου. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


142

Μανόλης Μαγκλάρας*

Με αυτήν την ευκαιρία και χάριν των αναγνωστών των ‘’Τζουμερκιώτικων Χρονικών’’, δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το εξαιρετικό πεζογράφημα του Κρυστάλλη, ’’Τα Μάρμαρα’’.

ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ Κώστα Κρυστάλλη -Ακούστε, χωριανοί! Ταχιά που θα σημαίνουν οι καμπάνες, να σκωθήτε όλ’ σας, για να πάμε για μάρμαρα. Όποιος δε σκωθή και δεν πάη, νάχη τ’ Άι-Νικόλα την κατάρα (…). Είχε καή το χειμώνα η πλιο μεγάλη εκκλησία του χωριού μας, ο Άι-Νικόλας και το καλοκαίρι εκείνο την ξανάχτιζαν οι χωριανοί. Πλέρωναν μοναχά τα μεροδούλια των μαστόρων και κουβαλούσαν αυτοί από τα βουνά απάνου κάθε βδομάδα την πλάκα και τα μάρμαρα. Εκεί που τελειώνουν πλέον τα σάδια κι αρχίζει πάλε η μπροστέλα του βουνού, εκεί ήταν τα μάρμαρα. Εκεί με τους κασμάδες και τους λοστούς δουλεύοντας όλο το μεροβδόμαδο τάχαν αραδιάσει σωρούς σωρούς χοντροκομμένα τα αφράτα μάρμαρα οι μαρμαράδες (…). Άντρες και γυναίκες, δίπλωναν τες φλοκάτες τους σταυρωτά κατά πίσω, τες πίστρωσαν ύστερα σα προσκέφαλα κι εφορτωνόνταν ο ένας με τον άλλον τα θεόρατα μάρμαρα. Ώσπου φορτώθηκαν όλοι και ώσπ’ αναλήφτηκαν από μπροστά οι άσπροι σωροί. Όταν ξεκίνησαν τον κατήφορο κατά χωριό, χάραζε. Άχνιζε τώρα κατά τη δύση του το φεγγάρι και στ’ ανατολικά κορφοβούνια, εκεί που πρώτα έλαμπε ο Γελαντζής, έσκαγε ο Αυγερινός τώρα. Ο Μπάρρος, ο Καταραχιάς, τ’ Αυτί, οι Νύφες κι άλλες ολόγυρα κορφές ασπρογάλιαζαν στο γλυκοχάραμα.(…) Οι χωριανοί ροβόλαγαν τον κατήφορο φορτωμένοι με τα θεόρατα μάρμαρα. Κατέβαιναν, κι έτρεχαν κιόλας ποιος να πρωτοπεράση τον άλλονε, ποια να παραδιαβή την άλλη. Κι έσκαγαν εκεί γέλια και χαρούμενες φωνές. Μπροστά τα βιολιά πάντα κ’ οι δημογέροντες κ’ οι παπάδες, φορτωμένοι κι αυτοί, και πίσω το πλήθος. Και παρά πίσω ακόμα, τα ξακουστότερα του χωριού παλληκάρια, όπου συν τρία και συν τέσσερα μαζί κατέβαζαν στους στοιχειωμένους ώμους τους απάνου ολόβολα χάλαρα, ακέριους βαριοκομμένους βράχους. Εδώ θυμόταν κανένας τους παλιούς αντρειωμένους των τραγουδιών, τους σαραντάπηχους των παραμυθιών. Κάπου κάπου σταμάταγαν για να ξανασάνουν και να συγκεντρωθούν. Όταν χτύπησε ο ήλιος στα βουνά, οι φορτωμένοι πληθυσμοί έφτακαν στην κορφή του χωριού. Κ’ ύστερα από λίγην ώρα, που ξεφορτώνονταν αυτοί στο περιαύλι της εκκλησίας, οι χρυσές του αχτίδες στεφάνωναν τα ιδρωμένα και πεΤζουμερκιώτικα Χρονικά


«Έτος Κρυστά λλη» (1868-2018) 150η΄ επέτειος από τη γ έν ν ησή του

143

ρήφανα μέτωπά τους. Τα λιθοσώρια οπ’ άσπριζαν οληνυχτίς στο βουνό απάνου, λαμποκοπούσαν τώρα στο περιαύλι της εκκλησίας, και γύρα τους ολόρθος ο κόσμος του χωριού, ξεφορτωμένος και κατακόκκινος και χαριτωμένος κι όμορφος και λαμπρός εδέχονταν με χαρές και με επαινετικά λόγια τους αντρειωμένους, όπου στερνοί στερνοί κατέβαζαν στους στοιχειωμένους των ώμους απάνου ολόβολα χάλαρα, ακέριους βαριοκομμένους βράχους. Είχαν οι μαστόροι τώρα για μια βδομάδα μάρμαρα να δουλέψουν. Ως το σαββατόβραδο τάλλο, που ο πρωτόγερος θα φώναζε πάλι στο μεσοχώρι και στ’ ανηφορικά σταυροδρόμια το συνηθισμένο διαλάλημά του: -Ακούστε, χωριανοί! Ταχιά που θα σημαίνουν οι καμπάνες, να σκωθήτε όλ’ σας, για να πάμε για μάρμαρα! Όποιος δε σκωθή και δεν πάη, νάχη τ’ Άι-Νικόλα την κατάρα.

* Ο Μανόλης Μαγκλάρας είναι φιλόλογος

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Απόστολος Μπουρνάκας*

Εικόνες από τη σχολική ζωή (στα χωριά των Τζουμέρκων τα περασμένα χρόνια) “Ω θύμησες της νιότης μου, στερνό απομεινάρι στερνό μου βιος που δεν μπορεί κανένας να το πάρει.” (Γ. Δροσίνης 1859-1951) “Ό,τι έχω το θωρώ μακριά στα βάθη που ζωντανό μου φαίνεται ό,τι εχάθη.” (Γκαίτε 1749-1832)

Εισαγωγή

Δ

ύο αντίρροπες δυνάμεις επενεργούν στη ζωή: Η μνημοσύνη, που τείνει να διασώσει και να διαφυλάξει τις περασμένες εκφράσεις της ζωής, και η λήθη. Στην αρχαία Ελλάδα η μνημοσύνη είχε ιερό χαρακτήρα και υπήρχαν ιερά αφιερωμένα σ’ αυτήν. Σ’ ένα από αυτά, κοντά στη Λειβαδιά, βρισκόταν δίπλαδίπλα δυο βρύσες που συμβόλιζαν η μια τη μνημοσύνη και η άλλη τη λήθη. Η λήθη, κόρη του Πανδομάτορος χρόνου, βυθίζει τα πάντα στην άβυσσο της ανυπαρξίας. Η προκείμενη εργασία παρουσιάζει μερικές εικόνες και άλλα στοιχεία σχετικά με τη σχολική ζωή στα χωριά των Τζουμέρκων τα παλιότερα χρόνια και είναι μια μικρή προσφορά στον βωμό της μνημοσύνης. Σαν αφετηρία παίρνει τη σχολική ζωή στο δημοτικό σχολείο στον συνοικισμό Παλικάρι Ραφταναίων (γιατί σ’ αυτό φοίτησα και το γνωρίζω καλά) που λειτούργησε από το 1925 μέχρι το 1975. Αυτά που περιγράφω εδώ ισχύουν mutatis mutandis, με κάποιες δηλαδή τροποποιήσεις, και για τα άλλα σχολεία της περιοχής εκείνη την εποχή. Αρχίζω λοιπόν από το σχολείο που ανέφερα. Α) Εικόνες από τη σχολική ζωή 1) Το κτήριο του σχολείου και ο γύρω χώρος. Το κτήριο, που έκτισαν ντόπιοι μαστόροι, είναι πολύ ανθεκτικό και διατηρείται ακόμα, όπως ήταν στα παλιά καλά χρόνια. Έχει ένα μικρό δωμάτιο και τους αναγκαίους βοηθητικούς χώρους για τη διαμονή του δασκάλου και μια μεγάλη αίθουσα για τη διδασκαλία. Σ’ αυτήν ήταν τοποθετημένα ξύλινα

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Εικόνες από τη σχολική ζωή

145

θρανία στα οποία κάθονταν οι μαθητές. Είχε μια στοιχειώδη βιβλιοθήκη, έναν μεγάλο μαυροπίνακα και στους τοίχους ήταν αναρτημένες φωτογραφίες των ηρώων της επανάστασης του 1821. Σ’ αυτό το σχολείο μαζεύονταν μαθητές από εφτά μαχαλάδες· ο συνολικός αριθμός των μαθητών κάθε χρονιά ξεπερνούσε τους 50. Ο δάσκαλος, για να τα βγάλει πέρα, έκανε διδασκαλία στις τάξεις ανά δύο (πρώτη και δευτέρα, τρίτη και τετάρτη, πέμπτη και έκτη), ενώ στις άλλες ανέθετε γραπτές εργασίες. Τους χειμερινούς μήνες ανάβαμε σόμπα και ο κάθε μαθητής έφερνε μαζί του κάθε πρωί και ένα καυσόξυλο. Η πρόσοψη του κτηρίου ήταν στραμμένη στην ανατολή και η αυλή αρκετά ευρύχωρη. Στη μέση της αυλής υψώνεται ένας πελώριος πλάτανος που χάριζε ίσκιο, δροσιά, άφθονο οξυγόνο και ομορφιά στο περιβάλλον του σχολείου. Από την αυλή βλέπει κανείς ολόκληρη την περιοχή των δυτικών Τζουμέρκων. 2) Η διαδρομή προς αυτό. Από τον συνοικισμό που κατοικούσα μέχρι το σχολείο η διαδρομή ήταν πάνω από μία ώρα. Μεταξύ των δύο συνοικισμών παρεμβάλλεται μια χαράδρα βάθους 300-400 μέτρων. Στην αρχή παίρναμε μια κατηφόρα για να φθάσουμε στο βάθος της χαράδρας. Στη συνέχεια μια απότομη ανηφόρα μέσα από ένα μονοπάτι ανάμεσα σε γκρεμούς και φθάναμε στο κάτω μέρος του άλλου συνοικισμού. Στη συνέχεια τρέχαμε ακόμα μισή ώρα περίπου για να φθάσουμε στο σχολείο. Η χαράδρα σκεπάζεται από αιωνόβια και πανύψηλα πλατάνια και στο βάθος υπάρχει μια βρύση από την οποία τρέχει άφθονο νερό. Η γύρω φύση, ανάλογα με την εποχή, έπαιρνε διαφορετικές όψεις. Πιο ευχάριστη φαινόταν την άνοιξη και το καλοκαίρι που ήταν όλα καταπράσινα και ακούγονταν οι συναυλίες των κοτσυφιών μέσα στα λόγγα. Δεν νιώθαμε κούραση· για μας αυτή η διαδρομή ήταν ένας ευχάριστος περίπατος. Ανάλογες αποστάσεις διέτρεχαν και οι άλλοι μαθητές άλλων συνοικισμών. 3) Η ζωή στο σχολείο. Η διδασκαλία γινόταν πρωί-απόγευμα και όλες τις μέρες της εβδομάδας πλην της Κυριακής. Στο σχολείο μέναμε σχεδόν όλη την ημέρα. Ο κάθε μαθητής μετέφερε τα βιβλία και τα τετράδια σε μια σακούλα πάνινη (δεν είχαμε τσάντες και άλλες πολυτέλειες). Μαζί με τα βιβλία απαραίτητη ήταν και η πλάκα, ένας μικρός μαυροπίνακας, πάνω στην οποία γράφαμε με κοντύλι. Το μεσημέρι γινόταν ένα μεγάλο διάλειμμα για να φάνε κάτι οι μαθητές. Το γεύμα ήταν ξηρή τροφή που φέρναμε από τα σπίτια: κομμάτια λαχανόπιτας, βρασμένα αυγά, ψημένα κρεμμύδια και διάφορα φρούτα ανάλογα με την εποχή: καρύδια, σύκα λιασμένα, κυδώνια, ρόιδα. Οι δάσκαλοι τότε δεν ταλαιπωρούσαν τους μαθητές με Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


146

Απόστολος Μπουρνάκας

βαριές κατ’ οίκον εργασίες και όταν γυρίζαμε στο σπίτι ήμασταν ελεύθεροι. Στο πρόγραμμα ήταν και οι εκδρομές. Στην αρχή ο δάσκαλος έκανε ένα είδος πατριδογνωσίας (σύντομο μάθημα για τη γύρω περιοχή). Οι εκδρομές γίνονταν σε ανοιχτούς χώρους μέσα στον ναό της φύσης. Ο εκκλησιασμός των μαθητών κάθε Κυριακή ήταν υποχρεωτικός. Εμείς πηγαίναμε στην εκκλησία που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού και συναντούσαμε εκεί και τους μαθητές του άλλου σχολείου. Εκείνοι ήταν οργανωμένοι στη νεολαία του Μεταξά (Εθνική Οργάνωση Νέων) και φορούσαν τις φανταχτερές στολές τις οργάνωσης. Εμείς τους ζηλεύαμε και θεωρούσαμε τον δάσκαλο υπαίτιο που δεν φρόντισε να πάρουμε και εμείς στολές. Οι δάσκαλοι ήταν πολύ ανθρώπινοι και οι μαθητές έτρεφαν σεβασμό προς αυτούς. Ο δάσκαλος ήταν ο μυσταγωγός, ο ήρωας, ο σοφός. Το σχολείο, όπως συμβαίνει και σήμερα, δεν είναι μόνο εργαστήριο μετάδοσης γνώσεων, αλλά και τόπος κοινωνικοποίησης των νέων. Η κοινωνικοποίηση είναι προβληματική έννοια. Με τη σημασία της τυφλής προσαρμογής κάνει ζημιά. Καθηλώνει το πνεύμα σ’ όλα όσα συμβαίνουν χωρίς άλλη προοπτική. Έτσι αφαιρεί την κριτική ικανότητα του πνεύματος και με την παιδεία επαναλαμβάνονται οι ίδιες καταστάσεις. Τα σχολικά βιβλία που είχαμε τότε δεν ήταν άσχημα. Ήταν σύντομα και συνοπτικά και δεν περιείχαν περιττά στοιχεία. Τα αναγνωστικά είχαν επιλεγμένα κείμενα νεοελλήνων συγγραφέων που άνοιγαν παράθυρα για να δούμε τη φύση και καλλιεργούσαν την κοινωνική συναισθησία. Τα μαθηματικά είχαν πρακτικότητα και περιείχαν τα απαραίτητα για την καθημερινή ζωή. Στην ιστορία δίνονταν ιδιαίτερη έμφαση στο ένδοξο παρελθόν της φυλής και στην εθνική επανάσταση του 1821. Στη γεωγραφία πρώτα διδασκόταν η γεωγραφία της Ελλάδας και ύστερα στις ανώτερες τάξεις η παγκόσμια γεωγραφία. Στα χρόνια του Μεταξά (1936-1940) μέσα από τα βιβλία προβάλλονταν και η ιδεολογία του καθεστώτος, αλλά στο σχολείο που πήγαινα εγώ δεν δίνονταν ιδιαίτερη σημασία. Άλλα βιβλία πέρα από τα σχολικά δεν είχαμε τότε. Μεγάλη χαρά νιώθαμε στην αρχή του σχολικού έτους, όταν αγοράζαμε καινούργια βιβλία. Θα πρέπει εδώ να αναφέρω και τους δύο δασκάλους που είχα στο δημοτικό. Τον Ιωάννη Τσέτση από τη Ζίτσα και τον Παντελή Παπαγεωργίου από το Καπέσοβο Ζαγορίου. Και οι δύο ήταν κάτι περισσότερο από άγιοι και, όπως εγώ πιστεύω, βρίσκονται στον ψηλότερο ουρανό από αυτούς που περιγράφει ο Δάντης (1265-1321). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Εικόνες από τη σχολική ζωή

147

Η πιο χαρούμενη μέρα του σχολικού έτους ήταν η ημέρα των εξετάσεων, την τελευταία Κυριακή του Ιουνίου (με τη λήξη του σχολικού έτους). Ήταν μια σχολική γιορτή στην οποία προσέρχονταν και οι γονείς των μαθητών, αλλά και άλλοι κάτοικοι της περιοχής. Γινόταν στην αυλή του σχολείου κάτω από τον πελώριο πλάτανο. Ο κάθε μαθητής απήγγειλε ένα ποίημα που ο ίδιος είχε επιλέξει και ομάδες μαθητών παρουσίαζαν σύντομα κομμάτια από θεατρικά έργα. Σήμερα στην αυλή του σχολείου φύτρωσαν δένδρα και η κεντρική πόρτα είναι πεσμένη κάτω. Μέσα στην αίθουσα βλέπει κανείς σκόρπια χαρτιά και άλλα αντικείμενα που θυμίζουν τα ευτυχισμένα και ανεπανάληπτα εκείνα χρόνια. 4) Ο κοινωνικός περίγυρος. Οι άντρες εκείνη την εποχή έλειπαν από τα σπίτια τους το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Ήταν οικοδόμοι και εργάζονταν σε διάφορες περιοχές (Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία)· πίσω έμεναν οι γυναίκες οι οποίες φρόντιζαν τα παιδιά, τα οικιακά ζώα και τους κήπους. Όλοι οι κάτοικοι καλλιεργούσαν καρποφόρα δένδρα, πολλοί είχαν και αμπέλι. Τα καρποφόρα δένδρα (κερασιές, αχλαδιές, συκιές, καρυδιές, μηλιές, ροδακινιές) έδιναν άφθονους καρπούς, αν και πολλά απ’ αυτά ήταν παραμελημένα στις άκρες των χωραφιών ή μες στα λόγγα. Με τα μέτρα εκείνης της εποχής η φύση σήμερα φαίνεται γηρασμένη. Οι άνθρωποι δεν είχαν περιττές ανάγκες· η ζωή ήταν απλή και κυλούσε ήρεμα. Δεν είχαν το άγχος που προκαλούν οι απανωτοί λογαριασμοί και οι περίπλοκες συνθήκες της σημερινής ζωής. Οι διανθρώπινες σχέσεις δεν είχαν ακόμα αποσκληρυνθεί και όλους τους ένωνε ένα κοινό αίσθημα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, οικειότητας και σιγουριάς. Αυτές και άλλες ανάλογες εμπειρίες με κάνουν να πιστεύω πως η παραδείσια ζωή που περιγράφουν οι μύθοι και οι θρησκείες, η αρχέγονη δηλαδή κατάσταση της αθωότητας, της ειρήνης και της αρμονίας, ήταν κάποτε υπαρκτή πραγματικότητα, η οποία με την εξέλιξη βαθμιαία χάνεται. Αυτή την άποψη υποστήριξε στα νεότερα χρόνια πρώτος ο Ρουσσώ (17121778). Οι σημερινές συνθήκες ζωής βαρβαροποιούν τα άτομα και ο μεγαλύτερος κίνδυνος στο μέλλον είναι η βαρβαροποίηση των “πολιτισμένων„. Η επιστήμη και η τεχνολογία δεν μπορούν να ανακόψουν αυτόν τον κίνδυνο. Ο Θωμάς Μανν (1875-1955) ο μεγαλύτερος γερμανός συγγραφέας του 20ου αιώνα, έδειξε με παραστατικό τρόπο τη μετάπτωση και τον ξεπεσμό της εξελιγμένης διανόησης και τεχνολογίας σε πρωτόγονη βαρβαρότητα.

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


148

Απόστολος Μπουρνάκας

Β) Η παιδεία στα χωριά των Τζουμέρκων (εκείνα τα χρόνια) Μερικές παρατηρήσεις Μέχρι την ενσωμάτωση της περιοχής στο ελεύθερο ελληνικό κράτος (1881) δεν υπήρχαν δημόσια σχολεία. Σε πολλά χωριά, με πρωτοβουλία των κατοίκων, λειτουργούσαν υποτυπώδη σχολεία που τα συντηρούσαν οι κοινότητες και τα μοναστήρια. Οι δάσκαλοι ήταν ερασιτέχνες, ντόπιοι κάτοικοι που ήξεραν λίγα περισσότερα γράμματα. Το περιεχόμενο της διδασκαλίας περιοριζόταν στην εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής, στις στοιχειώδεις πράξεις της αριθμητικής και στην εξοικείωση με τα εκκλησιαστικά βιβλία. Ένα καλό βιβλίο, η χρηστομάθεια (κάτι ανάλογο με τα αναγνωστικά του δημοτικού ή τα νεοελληνικά αναγνώσματα), χρησιμοποιούνταν στις ανώτερες τάξεις και ήταν ένδειξη πως ο μαθητής είχε φθάσει σε “προκεχωρημένο„ στάδιο μόρφωσης. Στους Ραφταναίους λειτουργούσαν δυο τέτοια κρυφά σχολειά (δηλαδή άτυπα, ανεπίσημα, αδήλωτα). Ένα στο γνωστό μοναστήρι Μουχουστίου- Πλάκας και το άλλο στο μέσο του χωριού, κοντά στον συνοικισμό Παλικάρι. Τα ερείπια αυτού του τελευταίου σώζονται ακόμα, σκεπασμένα με πουρνάρια και άλλα δένδρα (ιερός τόπος). Σ’ αυτό του σχολείο φοίτησε και ο παππούς μου. Τα μαθήματα γίνονταν αργά το απόγευμα και το γνωστό τραγούδι “φεγγαράκι μου λαμπρό„ απηχεί αυτές τις συνθήκες σχολικής ζωής. Λόγω αποστάσεων οι περισσότεροι νέοι δεν μπορούσαν να πάνε σ’ αυτά. Γι’ αυτό ήταν μεγάλο το ποσοστό των αναλφάβητων μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας (1919-1922) έψαχναν σε ολόκληρες μεραρχίες να βρουν μερικούς στρατιώτες για γραφιάδες και δεν έβρισκαν. Η φοίτηση των νεανίδων στα σχολεία εκείνη την εποχή ήταν κάτι το αδιανόητο. Μετά την απελευθέρωση της περιοχής (1881) στα κέντρα των μεγάλων χωριών άρχισαν να λειτουργούν δημόσια σχολεία. Αλλά και τότε οι μεγάλες αποστάσεις δεν επέτρεπαν σε όλους να πάνε στο σχολείο. Οι κάτοικοι των χωριών ήταν διασκορπισμένοι στους μαχαλάδες, σε εκείνες δηλαδή τις τοποθεσίες που έβρισκαν νερό, λίγο έδαφος για να καλλιεργήσουν, λόγγα και ελεύθερο χώρο για τα ζώα τους. Μετά το 1922 άρχισαν να λειτουργούν σχολεία και στους μεγάλους συνοικισμούς των χωριών. Το σχολείο στο Παλικάρι Ραφταναίων έγινε το 1925. Στα Άγναντα άρχισε ήδη από το 1882 να λειτουργεί σχολαρχείο (ή ελληνικό σχολείο) κάτι ανάλογο με το γυμνάσιο και αργότερα τέτοια σχολεία έγιναν στην Πράμαντα, το Βουλγαρέλι, στους Καλλαρύτες και στο Συρράκο. Το απολυτήριο του σχολαρχείου τότε είχε βαρύτητα και, από πρακτική άποψη, ισοδυναμούσε με σημερινό μεταπτυχιακό δίπλωμα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Εικόνες από τη σχολική ζωή

149

Η φτώχεια όμως και η ανέχεια δεν επέτρεπαν στους κατοίκους να στείλουν τα παιδιά τους στα σχολαρχεία. Οι περισσότεροι νέοι διέκοπταν τη φοίτηση από την τετάρτη δημοτικού και πήγαιναν να εργασθούν κοντά στους μαστόρους σαν λασποπαίδια και μπλαροπαίδια. Μόνον τα “αρχοντόπουλα„ από κάθε χωριό (2-3) είχαν το προνόμιο να μάθουν γράμματα. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1928 δεν είχε φιλολαϊκό χαρακτήρα. Έφραζε τον δρόμο στους νέους των λαϊκών στρωμάτων και τους έσπρωχνε σε πρακτικά – χειρωνακτικά επαγγέλματα. Το καθεστώς του Μεταξά (19361946) προχώρησε ένα βήμα πιο πέρα. Ελάττωσε τον αριθμό των εισακτέων στα πανεπιστήμια και σχεδίαζε να περιορίσει την σχολική εκπαίδευση σε τέσσερα χρόνια (μέχρι την τετάρτη δημοτικού) με τη μεταφορά δύο τελευταίων τάξεων (του δημοτικού) στο γυμνάσιο. Πόσα όμως παιδιά από την ύπαιθρο στην οποία ζούσε η πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού (πάνω από 80%) μπορούσαν να φοιτήσουν στα γυμνάσια που λειτουργούσαν μόνον στις μεγάλες πόλεις; Στα χρόνια της κατοχής (1941-1944) οι αντάρτικες οργανώσεις έκαναν ενέργειες για να ξαναλειτουργήσουν τα σχολεία που παρέμειναν κλειστά από το 1941. Όμως λόγω των δυσμενών περιστάσεων (πείνα, οι συχνές επιδρομές των κατακτητών), η προσπάθεια αυτή δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Μετά το 1945 άρχισε να λειτουργεί στην Άγναντα γυμνάσιο (αρχικά με τρεις τάξεις) που ολοκληρώθηκε το σχολικό έτος 1951-1952. Αυτό το σχολείο, ο πνευματικός φάρος των Τζουμέρκων, όπως το ονόμασαν, ήταν σταθμός για την παιδεία στην περιοχή μας. Σταθμός στην παιδεία που άλλαξε ριζικά τη ζωή των νέων στον τόπο μας ήταν η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 (με επιτελάρχη τον Ευάγγελο Παπανούτσο). Να ποια ήταν τα θετικά στοιχεία αυτής της ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης: Η υποχρεωτική εκπαίδευση έγινα εννέα χρόνια (6 στο δημοτικό και 3 στο γυμνάσιο)· άρχισαν να λειτουργούν γυμνάσια σε πολλά χωριά, ώστε να καλύπτουν ολόκληρη την ελληνική ύπαιθρο. Στα Τζουμέρκα ιδρύονται γυμνάσια στην Πράμαντα, στη Ράμια, στο Βουλγαρέλι, στους Χουλιαράδες, στη Ροδαυγή· γίνονται μαθητικά συσσίτια· καταργείται η εισφορά (πληρωμή) για τη φοίτηση των νέων στα γυμνάσια και στα λύκεια. Οι μαθητές για πρώτη φορά παίρνουν δωρεάν τα σχολικά βιβλία. Η μέση παιδεία έγινε προσιτή σε όλα τα ελληνόπουλα. Το πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών ήταν η αφύπνιση και η απελευθέρωση των Ελληνίδων (με τη μαζική φοίτηση στα σχολεία μέσης εκπαίδευσης). Από τότε άλλαξε ριζικά η ζωή και η τύχη τους. Μέχρι τότε στα χωριά μας οι κοπέλες ήταν καταδικασμένες στην απομόνωση και την αφάνεια, Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


150

Απόστολος Μπουρνάκας

περιορίζονταν στις εργασίες του σπιτιού και οι περισσότερες φύλαγαν (βόσκαγαν) τα γίδια· κατέχονταν από κόμπλεξ κατωτερότητας, φοβούνταν και ντρέπονταν τον κόσμο και περίμεναν παθητικά τον πρίγκιπα του παραμυθιού. Αυτή η κατάσταση δημιουργούσε και στους γονείς σοβαρά προβλήματα. Αφ’ ότου όμως άρχισαν να μορφώνονται περισσότερο (με τη φοίτηση στα σχολεία μέσης εκπαίδευσης) και να κοινωνικοποιούνται έγιναν σαΐνια: απόκτησαν συνείδηση των ικανοτήτων τους, αυτοπεποίθηση, πήραν τον αέρα της ζωής και έμαθαν να “μάχονται„ με επιτυχία. Παρουσιάζουν καταπληκτικές επιδόσεις σε πολλούς τομείς και διεκδικούν ισότιμες με τους άρρενες θέσεις. Έτσι διαλύθηκε ο μύθος περί κατωτερότητας των γυναικών. Όλα αυτά και για τους νέους της περιοχής μας ήταν ένα μεγάλο άλμα προς τα εμπρός. Γ) Η “συντέλεια„ του παλαιού κόσμου Από τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα διαδραματίζονται, σε παγκόσμια κλίμακα, θεμελιακές αλλαγές που μεταμορφώνουν τον κόσμο. Ο απόηχος αυτών έφθασε μέχρι τα μέρη μας. Οι αλλαγές συμβαίνουν με αργό ρυθμό και στο βάθος των πραγμάτων· γι’ αυτό δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές. Συνέπεια αυτών των μεταμορφώσεων είναι τα φαινόμενα που αναφέρουμε στη συνέχεια: Οι περισσότεροι κάτοικοι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και μεταναστεύουν στις πόλεις. Τα περισσότερα σπίτια μένουν κλειστά· τα χωράφια μένουν ακαλλιέργητα και γίνονται λόγγα· τα καρποφόρα δέντρα και τα αμπέλια ξεραίνονται· τα σχολεία το ένα μετά το άλλο κλείνουν και πολλά από τα σχολικά κτήρια σωριάζονται σε ερείπια. Οι στράτες και τα μονοπάτια χάνονται, οι δρόμοι, εκτός από τους αμαξωτούς, ερημώνουν και σπάνια βλέπει κανείς κάποιον διαβάτη να περνάει. Στα χωριά που άλλοτε έσφυζαν από ζωή τώρα απλώνεται βουβαμάρα. Δεν ακούγονται πλέον οι θόρυβοι και το βουητό των παιδιών που έπαιζαν στις πλατείες των χωριών, δεν βλέπει κανείς τις γυναίκες να συνωστίζονται στις βρύσες για να γεμίσουν τις βαρέλες· δεν ακούει κανείς τα κουδούνια των ζώων που έβοσκαν στις παρυφές των χωριών· δεν συναντά κανείς τους παλιούς τύπους των χωρικών με τα μεγάλα μουστάκια και τις μακριές γκλίτσες· δεν βλέπει κανείς τους “γενναίους νωματάρχες„ της ελληνικής χωροφυλακής. Τα καφενεία, εκτός από τους θερινούς μήνες, είναι σχεδόν αδειανά. Οι μεταγενέστερες γενιές δεν θα γνωρίζουν τίποτε για το πώς ήταν κάποτε η ζωή στα χωριά. Οι αλλαγές δεν περιορίζονται μόνον σ’ αυτά τα εξωτερικά συμπτώματα· είναι βαθύτερες και επηρεάζουν όλους τους τομείς της ζωής και ακόμα περισσότερο την ανθρώπινη υπόσταση. Το καίριο ερώτημα είναι: πού πάμε; Οι απαντήσεις που δίνονται είναι αντιθετικές· έχουν όλες ερείσματα στα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Εικόνες από τη σχολική ζωή

151

ίδια πράγματα (funtamentum in re) και δείχνουν πως η πορεία προς το μέλλον παραμένει ανεξιχνίαστο μυστήριο. Δ) Η ανάμνηση των περασμένων Όλα όσα βλέπουμε και όσα ζούμε είναι εφήμερα και με τον καιρό βυθίζονται στην ανυπαρξία. Η παροδικότητα, η προσωρινότητα αυτών προκαλεί θλίψη και πόνο. Τη θλίψη έρχεται να καταπραΰνει η ανάμνηση. Ο Πλάτων (427-347π.χ.) δίνει βαθύτερο περιεχόμενο σ’ αυτήν. Η ανάμνηση ξεκινάει από τη θεώρηση του αισθητού κόσμου. Ο αισθητός κόσμος είναι το μέσον, το μέντιουμ, ο καθρέφτης μέσα από τον οποίο μπορούμε να θυμηθούμε (αναμιμνησκόμεθα) τον αληθινό. Στον περασμένο αιώνα ο γάλλος συγγραφέας Προύστ (1871-1922), στο βιβλίο του “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο”, ξαναπιάνει το θέμα της ανάμνησης και μας λέει περίπου τα εξής: Η ψυχή, δηλαδή ο βαθύτερος πυρήνας, η ουσία της ανθρώπινης υπόστασης κατά τη διαδρομή της στο χρόνο διασπάται, κομματιάζεται και ξεχνάει την αληθινή της προέλευση και τον αληθινό της προορισμό, όπως ο Οιδίπους στην τραγωδία του Σοφοκλή. Ο Οιδίπους ήταν σοφός, έλυσε το αίνιγμα της Σφίγγας, αλλά δεν γνώριζε τον εαυτό του. Η αναζήτηση του χαμένου χρόνου σημαίνει την ξαναθύμηση, τη συναρμολόγηση όλων αυτών των ξεχασμένων κομματιών της ζωής, τα οποία λησμονήσαμε. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε ευνοεί τη λήθη. Συγκεκριμένα: Οι άνθρωποι, για να επιβιώσουν, υποδύονται αντιφατικούς ρόλους που αλλοιώνουν τον χαρακτήρα και την ύπαρξή τους. Η τεχνολογική εποχή αφαιρεί από τη χρονικότητα τις δύο ζωτικές διαστάσεις, την ανάμνηση και τη νοσταλγία, το παρελθόν και το μέλλον, και στενεύει τον ορίζοντα. Τα μέσα επικοινωνίας απομακρύνουν τα άτομα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον εαυτό τους και σαν πρωτόγονοι μάγοι εκβάλλουν από τα βάθη της ψυχής κάθε ίχνος ανθρωπιάς. Τέτοια “γεγονότα„ που συμβαίνουν στα βάθη της ψυχής παρουσιάζει παραστατικά ο νορβηγός δραματουργός Ίψεν (1838-1906) στο πρόσωπο του Πιέρ Κήντ, του κεντρικού προσώπου του ομώνυμου δράματος. Ο Πιέρ Κήντ, νέος, περιφρόνησε τον τόπο που γεννήθηκε και έφυγε μακριά ρίχνοντας πέτρα πίσω του. Γέρος πια θυμήθηκε τη γενέτειρά του και ξαναγύρισε σ’ αυτήν. Τότε όμως ξεσηκώνονται όλα τα στοιχεία της φύσης. Ακούει τα δέντρα να του λένε: Είμαστε τα έργα που δεν έκανες. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


152

Απόστολος Μπουρνάκας

Ακούει τους αναστεναγμούς του ανέμου να του φωνάζουν: Είμαστε τα προβλήματα τα οποία εγκατέλειψες. Ακούει τις στάλες της βροχής να ψιθυρίζουν: Είμαστε τα δάκρυα που εσύ δεν έβγαλες. Οι φωνές των στοιχείων της φύσης είναι η προσωποποίηση των τύψεων που ένιωθε. Νιώθει αισθήματα αναξιότητας και ενοχής. Η ανασκόπηση των περασμένων έχει καθαρτική και απελευθερωτική δύναμη. Απελευθερώνει από το αλλοτριωμένο εγώ, ανοίγει τον δρόμο προς την αληθινή αυτογνωσία και υπενθυμίζει τον αληθινό κόσμο από τον οποίο έχουμε απομακρυνθεί και τον οποίο έχουμε λησμονήσει. Παρατήρηση: Η ανάμνηση δεν προγραμματίζεται και δεν κατασκευάζεται: γιατί όλα όσα προέρχονται από «τη σφαίρα του πνεύματος» συμβαίνουν σε μια βαθύτερη διάσταση πέρα από κάθε ανθρώπινη επέμβαση. Πηγές: Κύρια πηγή είναι η ανάμνηση αυτών που ο ίδιος έζησα. Για κάποιες ιστορικές λεπτομέρειες συμβουλεύτηκα και άλλα σχετικά με την εργασία βιβλία.

* Ο Απόστολος Μπουρνάκας είναι καθηγητής θεολογίας, διδάκτωρ φιλοσοφίας του πανεπιστημίου του Freiburg

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δημήτριος Ελ. Ράπτης*

Η Ι. Μονή Αγ. Γεωργίου Μυροφύλλου Τρικάλων στο Χώρο και στο Χρόνο + Στη μνήμη του Μιλτιάδη Ανδρούλα και Χριστοφόρου Παπαδοπούλου

Σ

Γεωφυσικό, ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο

τη νοτιοδυτική γωνιά του Νομού Τρικάλων και ανάμεσα από τα βουνά των Τζουμέρκων δυτικά, νοτίως των Ραδοβιζίων και των Αγράφων ανατολικώς αναπτύσσεται η περιοχή του Ασπροποτάμου. Η γεωμορφολογία του εδάφους και ο υδάτινος δρόμος του Αχελώου προσδιόρισαν την παραπάνω γεωγραφική ενότητα από την ονομασία της μέχρι και την ανάπτυξη των χωριών στις παρόχθιες περιοχές και στις πλαγιές των βουνών. Καταρχάς, στην περιοχή μας, ο άνω ρους του Αχελώου, ορολογία που συνηθίζεται τελευταία, ονομάζεται Ασπροπόταμος και Άσπρος1, ονομασία που διατηρεί ακόμη και σήμερα από τις πηγές του ώς τη γέφυρα Κοράκου. Ο Αλ. Χατζηγάκης αναφέρει2 ότι στην παραπάνω περιοχή πριν και μετά την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση αναπτύχθηκαν περίπου 120 χωριά και συνοικισμοί τα οποία αποτελούσαν τρεις ευδιάκριτες ομάδες (φύλα τα ονομάζει): τα Ξυλοχώρια-Παλιοχώρια3 στα οποία διέμεινε όλο το έτος Ελληνόγλωσσος πληθυσμός, στα βλαχοχώρια που αναπτύχθηκαν στην αλπική ζώνη και όπου διέμειναν οι Ελληνόβλαχοι ή Κουτσόβλαχοι και μια τρίτη ομάδα, οι Σαρακατσαναίοι οι οποίοι ήταν σκηνίτες και μετακινούνταν στα χειμερινά και θερινά λιβάδια μαζί με τους Ελληνόβλαχους4. Μέσα σ’ αυτή τη γεωγραφική ενότητα και στο άκρον προς τα δυτικά του Νομού Τρικάλων εντοπίζεται η 1. Πρβ. το στίχο του δημοτικού τραγουδιού της περιοχής: ... είδα τον Άσπρο κόκκινο και το Γκορφάρι μαύρο... 2. Αλεξ. Κ. Χατζηγάκη, Τ’ Ασπροπόταμο Πίνδου, Λαογραφικά, Αθήνα 1965, σσ. 7, 9. Επίσης, βλ. στον ίδιο και στη σελ. 3 το Σχεδιάγραμμα του Ασπροποτάμου Πίνδου, όπου σημειώνει και όλα τα χωριά αυτής της γεωγραφικής ενότητας. 3. Προφανώς η ονομασία θα υποδηλώνει ότι θα είναι από τα παλαιότερα χωριά, όπως συνηθίζεται να ονομάζουμε οικισμούς που ανήκουν σε παλαιότερους χρόνους ή καταστράφηκαν και τα ονομάζουμε με αυτόν τον τρόπο, υπολογιζομένης, πάντως, εδώ οπωσδήποτε της έννοιας του χρόνου (Παλιοχώρι, Χαλάσματα κτλ). O N. G. L. Hammond περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια την περιοχή τού άνω Αχελώου (βλ. N. G. L. Hammond, Ήπειρος, τ. Β΄, έκδ. Ηπειρωτικής Βιβλιοθήκης, Αθήναι 1971, σσ. 74-86). 4. Η πορεία του ποταμού από τις πηγές του ώς τη γέφυρα Κοράκου βορειοδυτικά και νότια μαζί με το ανάγλυφο του εδάφους ανατολικά προσδιόρισαν και τα γεωγραφικά όρια αυτής της περιοχής και έτσι ενιαία πρέπει να εξετάζεται ως ενότητα στην έρευνα των πληθυσμιακών ομάδων που αναπτύχθηκαν μέσα σ’ αυτή με τις πολιτισμικές, φυσικά, ιδιαιτερότητές τους. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


154

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

Γενική άποψη του μοναστηριού στις αρχές της δεκαετίας του ’60 (φωτ. αρχ. Δημήτ. Ράπτης).

κοινότητα Μυροφύλλου5 με την Ι. Μονή του Αγίου Γεωργίου, ένα σημαντικό μνημείο από αρχιτεκτονικής, ιστορικής και αρχαιολογικής άποψης όχι μόνο για την περιοχή αλλά ευρύτερα για τον Ελληνισμό. Για τους αρχαίους χρόνους τα γεωγραφικά όρια της περιοχής, όπου υπάγεται το χωριό και το μοναστήρι δεν είναι καθορισμένα. Για την εποχή αυτή είναι γνωστό από την Iστορία το κοινό των Aθαμανών6 με τις πόλεις του (Aργιθέα, Hράκλεια, Tετραφυλλία, Θεοδωρία, Xαλκίς κ.ά.), που αναπτύχθηκαν ψηλά στην οροσειρά της Πίνδου. Eλάχιστα, όμως, είναι τα απομεινάρια αυτής της εποχής στην παραπάνω περιοχή και πολύ λίγα γνωρίζουμε για τη ζωή των πόλεων αυτών, την ανάπτυξή τους, την ακμή και παρακμή τους, ακόμα και για τη θέση πολλών απ’ αυτές. H παράδοση, ασφαλώς, αδυνατεί στο σημείο αυτό να βοηθήσει. Aλλά και οι έως τώρα έρευνες προς αυτήν την κατεύθυνση είναι, δυστυχώς, ελάχιστες7. 5. Το Μυρόφυλλο παρόλο που διοικητικά ανήκει στο Νομό Τρικάλων πολιτισμικά «βλέπει» προς την Ήπειρο. Είτε με την καταγωγή των κατοίκων είτε με τις μετακινήσεις των νομάδων κτηνοτρόφων, είτε ο εφοδιασμός της αγοράς, είτε η ψυχαγωγία τους στα πανηγύρια, είτε η καλύτερη γενικά πρόσβαση λόγω φυσικών συνθηκών, είτε η ασφάλεια λόγω του Αχελώου ποταμού δημιούργησαν μια τέτοια αίσθηση γειτνίασης με τα ηπειρωτικά πράγματα. 6. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 1ος, σ. 376, τ. 2ος, σσ. 25, 239, τ. Γ1, σ. 152, τ. Γ2, σ. 92. 7. Ιδιαίτερα αυτή, ακριβώς, η ανυπαρξία επιστημονικών ερευνών «ευθύνεται», πολλές φορές, για τα παρακινδυνευμένα συμπεράσματα στα οποία μπορεί κανείς εύκολα να οδηγηθεί στην προσπάθειά του να αποδείξει τα τεκταινόμενα στην παραπάνω περιοχή, από την αρχαιότητα ώς και σήμερα. Nομίζω ότι θα ήταν αρκετά νωρίς ακόμη να μιλήσουμε, προς το παρόν, με βεβαιότητα για τα προχριστιανικά χρόνια, και τα πρώτα ακόΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 155

Ο ναός του Αγ. Γεωργίου (φωτ. Δημ. Ράπτης).

Aν όμως για τους αιώνες αυτούς τα πράγματα είναι σκοτεινά, κατά τους βυζαντινούς χρόνους αρχίζουν αυτά να γίνονται περισσότερον ευδιάκριτα. Tα απομεινάρια αυτής της περιόδου (μνημεία, τοπωνύμια, ακόμα και η παράδοση) φανερώνουν πως ο τόπος αυτός φιλοξένησε αρκετόν πληθυσμό στις παρόχθιες, κυρίως, περιοχές του Aχελώου ποταμού, όπου, καθώς φαίνεται, οι συνθήκες ζωής ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές. Στην παραποτάμια αυτή περιοχή δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν χωριά και οικισμοί για τα οποία, ασφαλώς, δεν γνωρίζουμε όχι μόνον το χρόνο εγκατάστασης των ανθρώπων, αλλά ούτε και της δημιουργίας τους, πολύ δε περισσότερον της σύνθεσης του πληθυσμού8. Ως μη χριστιανικά στην ευρύτερη περιοχή. Σαφώς και κατοικούνταν η περιοχή, αλλά ποιοι ήταν οι κάτοικοι και πώς ζούσαν μόνον η έρευνα είναι σε θέση να το αποκαλύψει. Tα πορίσματα των ανασκαφικών ερευνών που έγιναν το καλοκαίρι του 1998 στις περιοχές που κατακλύζονταν από το φράγμα Συκιάς είναι νωρίς να αναλάβουν τη διαλεύκανση της υπόθεσης. 8. H ιδιαίτερη προσπάθεια που καταβάλλεται κάτω από συγκεκριμένες ενίοτε ιστορικές συνθήκες, για να δημιουργήσουμε με τον τρόπο αυτόν βαθιές ρίζες και να φανούμε έτσι αυτόχθονες και με παρουσία πολλών αιώνων στον τόπο αυτόν απλώνοντας πολλές φορές, αυτές ως τα προϊστορικά ακόμη χρόνια, δημιουργεί προς στιγμήν προβλήματα. Eνώ η πρόθεση καταρχήν μπορεί να είναι ειλικρινής, συσκοτίζει στην πορεία τα πράγματα και δεν επιτρέπει τη νηφάλια εξέταση του ζητήματος. Πάντως, θα σημειώσω εδώ ότι η διάρκεια της Oθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν ιδιαίτερα καθοριστική για αυτά τα μέρη Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


156

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

τις αρχές του αιώνα μας αυτά έφεραν για πάνω από επτά, τουλάχιστον, αιώνες τις ίδιες ονομασίες: Mυρόκοβο (σήμερα Mυρόφυλλο), Γρεβενοσέλι (Nεράιδα), Nτοβρόι (Aετός), Bιτσίστα (Mεσοχώρα), Kαπρόι (Kορυφή), Kορνέσι (Mοσχόφυτο), Γκιόνθι (Λειβαδοχώρι), Bαρδάρι (Παράμερο) κ.τ.λ. Aυτό προκύπτει και από την πρώτη γραπτή μαρτυρία για την ευρύτερη περιοχή της Eπισκοπής Σταγών9, το Χρυσόβουλο του Ανδρόνικου του Παλαιολόγου. «Eπειδή ο Θεοφιλέστατος Eπίσκοπος και οι κληρικοί της αγιωτάτης επισκοπής Σταγών ανέφερον ότι κέκτηνται δύο χρυσόβουλλα του αοιδίμου μακαρίτου, αγίου αυθέντου και βασιλέως, κυρού Nικηφόρου του Bοτανιάτη και έτερον χρυσόβουλλον του αοιδίμου βασιλέως Aλεξίου του Kομνηνού... εύρομεν εν αυτώ πρακτικώ και τα εν τη επαρχία αυτή μονίδρια, εις μετόχια όντα της αυτής αγιωτάτης επισκοπής (...) και καταντάει εις Γρεβενοσέλι και περά τον Aχελώον ποταμόν και καταντάει εις το χωρίον το λεγόμενον Mουσίντα και ανέρχεται εις το Mυρόκοβον και εις τα Kορνήσια...». +Aνδρόνικος εν Xριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς και αυτοκράτορας Pωμαίων ο Παλαιολόγος Mε την κατάληψη της Πόλης, 1453 μ.X. δεν άλλαξε και πολύ η κατάσταση στην παραπάνω περιοχή. O ορεινός όγκος των Aγράφων και του Aσπροποτάμου, ο δύσβατος και αγριωπός αυτός τόπος, που βρίσκεται στην καρδιά της Πίνδου, χάρη στη μορφολογία του εδάφους της περιοχής φιλοξένησε τους κατατρεγμένους, διατήρησε την αυτονομία του και κράτησε μακριά από την πατρική γη τους Oθωμανούς κατακτητές. Iδιαίτερα, η περιοχή των Aγράφων με τη συνθήκη10 του Tαμασίου, στις 10 Mάη 1525, διεύρυνε και ανανέωσε για μια ακόμη φορά τα προνόμια και παρέμεινε έτσι ελεύθερη. Στο χώρο αυτόν με την αξιέπαινη προσπάθεια και την πρωτοβουλία εναρέτων ανδρών, τον ένθερμο ζήλο φωτισμένων κληρικών και την οικονομική ενίσχυση των πολυταξιδεμένων (περισσότερο ύστερα από τους εξισλαμισμούς του 16ου -17ου αι. μ. X., την αποτυχία της επανάστασης του Διονυσίου Φιλοσόφου κ.τ.λ.) σ’ ό,τι αφορά τη σημερινή, τουλάχιστον, διαμόρφωσή τους. Ο λόγος γίνεται για τους δυο τελευταίους αιώνες. Aυτό, φυσικά, δεν αποκλείει να αναπτύχθηκε ζωή και πολιτισμός στα βυζαντινά χρόνια ή και νωρίτερα στη ρωμαϊκή και κλασική περίοδο. Απλώς, τα έως τώρα στοιχεία πέρα από την υπόθεση δεν επιτρέπουν να συμπεράνουμε κάτι τέτοιο. Ούτε και τα λιγοστά ευρήματα των σωστικών ανασκαφών που διενεργήθηκαν επειγόντως λόγω του φράγματος Συκιάς αρκούν για την υιοθέτηση τέτοιας άποψης. 9. Bλ. Miklosish-Müller, Acta et Diplomata Monasteriorum et Ecclesiarum orientis, τ. V, Βιέννη 1887, σσ. 272 και Δημ. Σοφιανός, «Acta Stagorum. Τα υπέρ της θεσσαλικής Επισκοπής Σταγών παλαιά βυζαντινά έγγραφα (των ετών 1163, 1336 και 1393). Συμβολή στην ιστορία της επισκοπής», Τρικαλινά 13 (1993), σσ. 7 – 67. 10. Δεν τ’ αποκτούν τα προνόμια τότε, αλλά ύστερα από ανεπιτυχείς απόπειρες των Tούρκων να τα περιορίσουν ή να τα άρουν κατάφεραν να τα ανανεώσουν (Βλ. Aπ. Bακαλόπουλου, Iστορία του νέου Eλληνισμού, τ. B΄, Θεσ/νίκη 1964, σ. 290). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 157

ανθρώπων ιδρύθηκαν στην παραπάνω περιοχή πνευματικά κέντρα μεγίστης ακτινοβολίας, που σώθηκαν ως «Σχολές των Aγράφων», όπως το «Eλληνομουσείο των Aγράφων»11. Στην προεπαναστατική περίοδο η παραπάνω περιοχή οργανώθηκε σε δυο αρματολίκια, των Aγράφων και του Aσπροποτάμου, και μετά την απελευθέρωσή της χωρίστηκε σε διάφορους δήμους (Aργιθέας, Kοθωνίων, Aιθήκων κ.τ.λ.). Στο επίκεντρο των πνευματικών αναζητήσεων της εποχής αυτής βρίσκονται και οι Mυροκοβίτες λόγιοι, οι οποίοι διάσπαρτοι από το Mυρόκοβο ώς τα Tρίκαλα και ώς την Kων/πολη και τις παραδουνάβιες περιοχές λάμπρυναν με την παρουσία τους τα Γράμματα και συνέβαλαν σημαντικά στην προδρομική φάση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού12. Είναι βέβαιον ότι η ματιά του μελλοντικού ερευνητή έχει πολλά ακόμη να 11. Bλ. Π. Bασιλείου, «Άγραφα και Aγράφων Σχολές», Θ.H.E. τ. 1ος, Aθήνα 1964, σσ. 313-314.. Bλ. Π. Bασιλείου, ό. π. και Δήμητρα Xατζημάνου, Δραστηριότητες Ελλήνων διδασκάλων και λογίων στη Δυτική Θεσσαλία και στα Άγραφα κατά το δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο αιώνα, Καρδίτσα 1992. Μαζί με αυτή τη Μεγάλη Σχολή της Γούβας των Μεγάλων Βρανιανών, όπως λέγεται, ήταν και άλλες Σχολές, όπως της Τρίκκης, του Καρπενησίου, η Σχολή του Φουρνά, όπου μαθήτευσαν αξιόλογοι άνθρωποι και στήριξαν την πνευματική κίνηση στα χρόνια πριν από το Νεοελληνικό Διαφωτισμό (Βλ. Δ. Χατζημάνου, ό. π.) 12. Τα τελευταία χρόνια η περιοχή της δυτικής Θεσσαλίας και ιδιαίτερα το Mυρόφυλλο, απέκτησαν έναν πολύτιμο θησαυρό. Δεν είναι άλλος από το χειρόγραφο κώδικα των Bρυξελλών, II 2406. Πρόκειται για ένα σύνολο επιστολών διαφόρων πνευματικών ανθρώπων του 17ου αι., τις οποίες αντιγράφοντας συγκέντρωσε ο ιερέας Nικόλαος Mυροκοβίτης (από το Mυρόκοβο) σε ένα χειρόγραφο κώδικα του 1682 μ.X. και ο οποίος ύστερα από πολλούς ιδιοκτήτες κατέληξε το 1896 στο Bέλγιο. Tο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης το 1992 δημοσίευσε το πρώτο μέρος του χειρογράφου, τις επιστολές του Eυγένιου Γιαννούλη του Aιτωλού, ενώ άλλοι ερευνητές δημοσίευσαν μερικές από τις επιστολές του δευτέρου μέρους. Πέρα από το ψυχωφελές περιεχόμενό τους διασώζουν σημαντικά στοιχεία για το χωριό, την πνευματική κίνηση της εποχής στην περιοχή, τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς τους αλλά και τα ονόματα πολλών λογίων Mυροκοβιτών. Έτσι, εκτός από τον ιερέα Nικόλαο Mυροκοβίτη αναφέρονται σ’ αυτό και οι λόγιοι: Θεοδόσιος, Χριστόδουλος, Αθαν. Λιοντάρης, ο σχολάρχης της Σχολής Tυρνάβου, ο Παΐσιος, ο Δαμιανός κ.ά. (Bλ. Θ. Νημάς, Η εκπαίδευση στη Δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Συμβολή στη μελέτη του θεσσαλικού διαφωτισμού (διδακτορική διατριβή), Εκδ. Αφων Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1995, σ. 106, 171, 221, 223, Δημ. Xατζημάνου, Δραστηριότητες Eλλήνων διδασκάλων και λογίων, ό. π., της ιδίας, «O λόγιος και διδάσκαλος Aθανάσιος Λιοντάρης (IZ΄ αι.) και η ανέκδοτη αλληλογραφία του», Tρικαλινά 13 (1993), σσ. 69-104, Παπατριανταφύλλου - Θεοδωρίδη M., «Aπό την πνευματική ζωή των Tρικάλων στον 17ο αι.», Tρικαλινά 11 (1991), σσ. 49-61, Aθαν. Kαραθανάσης, «Άγνωστοι λόγιοι των Tρικάλων. 17ος-19ος αι.», Tρικαλινά 11 (1991), σσ. 37-47. Aκόμη βλ. και Eλ. Kαρακίτσιος, Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Μυροφύλλου. Μυρόφυλλον (Μερόκοβον) Τρικάλων (Από προ Χριστού ως το 1900 μ. Χ.) Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 102-210, όπου δημοσιεύονται και πολλές από αυτές τις επιστολές). Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


158

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

Ο ναός της Γεννήσεως του Χριστού και στο βάθος του Αγ. Γεωργίου (φωτ. Δημ. Ράπτης).

φέρει στην επιφάνεια από την ευρύτερη περιοχή των Aγράφων (θεσσαλικά και ευρυτανικά) και του Aσπροποτάμου, του τμήματος αυτού της νότιας Πίνδου. Tα απομεινάρια από το απώτερο παρελθόν αλλά και η παράδοση στοιχειοθετούν μια ευημερούσα κοινωνία της οποίας η κύρια απασχόληση ήταν η κτηνοτροφία και η γεωργία. H πρώτη διαμόρφωνε, μάλλον, την οικονομία της περιοχής, αφού η δεύτερη δεν διευκολύνεται, κυρίως, από τη μορφολογία του εδάφους. Η τελευταία, καθώς φαίνεται, λειτούργησε πιο πολύ συμπληρωματικά στις ανάγκες της οικογένειας στο πλαίσιο της αυτοκατανάλωσης. Aντίθετα, η μετακινούμενη κτηνοτροφία διευκολυνόταν από τα καλοκαιρινά λιβάδια στα βουνά και τα χειμαδιά είτε προς τη Θεσσαλία είτε προς την Aιτ/νία. Σημείον αναφοράς τους τα ετήσια παζάρια, το «μπ(ου)χούστι» της Άρτας, κάθε Σεπτέμβριο, των Tρικάλων, της Πόρτας (Πύλη) Tρικάλων, του Mουζακίου της Kαρδίτσας στα οποία πουλούσαν τα κτηνοτροφικά, κυρίως, προϊόντα και προμηθεύονταν τα απαραίτητα για το νοικοκυριό τους. Μέσα σ’ αυτή τη γεωγραφική ενότητα και κάτω από αυτές τις συνθήκες δημιουργήθηκε η κοινότητα Μυροφύλλουαρχικά ως Μυροκόβου- και διήνυσε μέχρι σήμερα μια αξιόλογη πορεία μαζί με το σπουδαίο μοναστήρι του Αγ. Γεωργίου.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 159

Η διαδρομή της κοινότητας στο Χώρο και το Χρόνο Tο Mυρόφυλλο (ώς το 1928 Mυρόβοκο13) εντάσσεται, στην παραπάνω περιοχή και συγκεκριμένα αποτελεί ένα από τα χωριά του νοτιοδυτικού τμήματος του Aσπροποτάμου. Bρίσκεται στα σύνορα14 των νομών Tρικάλων και Άρτας, ανάμεσα στα θεσσαλικά Άγραφα και τα Tζουμέρκα και υπάγεται διοικητικά στο N. Tρικάλων. Oλόγυρά του φυσικά σύνορα είναι τα βουνά της οροσειράς της Πίνδου με τα χωριά Kορυφή (Kαπρό), Mεσοχώρα (Bιτσίστα), Mοσχόφυτο (Kορνέσι), Πολυνέρι (Kοθώνι) του N. Tρικάλων προς τα BA και ο Aχελώος με τα χωριά Mεσούντα, Tετράκωμο (Mήγερι),  Tερπνάς, Kάψαλα του N. Άρτας προς τα NΔ. Με την ονομασία Μυρόκοβο εμφανίζεται15 στις γραπτές πηγές στο χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου του Παλαιολόγου, από το 1336 μ. Χ. Την ονομασία αυτή διατηρεί ώς το 1928 χρονιά που παίρνει χωρίς κάποια ιδιαίτερη αιτιολόγηση την ονομασία Μυρόφυλλο ανάμεσα και από άλλες δυο προτεινόμενες16 με αυτήν ονομασίες από το δάσκαλο του χωριού, Αμβροσία και Μαυρομάτα. Μάλλον, η ηχητική ομοιότητα προς την προηγούμενη ονομασία ήταν ο λόγος που το Υπουργείο Παιδείας επέλεξε την ονομασία αυτή, απορρίπτοντας τις άλλες δυο, χωρίς να προηγηθεί και κάποια ιστορική τεκμηρίωση ή να έχει κάποια σχέση με το παρελθόν. Ήταν η εποχή κατά την οποία η Ελλάδα δοκιμαζόταν από τα αποτελέσματα των Βαλκανικών πολέμων, του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και των συνεπειών της Μικρασιατικής καταστροφής και ως εκ τούτου προέκυπτε επιτακτικά η ανάγκη της εθνικής στερέωσης με την αλλαγή σε πρώτη φάση των ονομασιών πόλεων, χωριών, περιοχών. Θα προέκυπτε, λοιπόν, μια συνέχεια με το παρελθόν και δεν θα υπήρχε στο μέλλον πρόβλημα εδαφικής διεκδίκησης. Από το 1909 συστάθηκε, ως γνωστόν, μια επιτροπή για τη μελέτη των τοπωνυμίων της Ελλάδας και την ιστορική εξακρίβωση του λόγου ύπαρξής τους. Η επιτροπή αυτή το 1919 κυκλοφόρησε μια εγκύκλιο17 με την οποία ζητούσε από 13. Tο 1928 η Νομαρχία Tρικάλων άλλαξε την ονομασία, γιατί η λέξη Mυρόκοβο ήταν, όπως ισχυρίστηκαν, σλαβικής προέλευσης (βλ. Δημ. Eλ. Pάπτη, Aφύλακτοι Θησαυροί, ό. π., σ. 22). 14. Aπέχει 85 χλμ. από την Άρτα και 95 από τα Tρίκαλα. 15. Miklosish-Müller, Acta et Diplomata Monasteriorum et Ecclesiarum orientis, ό. π. 16. O τότε δάσκαλος του χωριού, Δημήτριος Παπανικολάου, πρότεινε τις ονομασίες: Aμβροσία (τοπωνύμιο του κεντρικού οικισμού), Mαυρομάτα (όνομα κοινοτικής βρύσης στον κεντρικό οικισμό με καλό νερό) και Mυρόφυλλο. Aπό τις τρεις ονομασίες προτιμήθηκε το «Mυρόφυλλο» δίχως συγκεκριμένη αιτιολογία (βλ. Δημ. Eλ. Pάπτη, Aφύλακτοι Θησαυροί, ό. π., σ. 22). 17. «…Η επί των τοπωνυμιών της Ελλάδος Επιτροπεία της οποίας έργον κυριώτατον είναι η εκβολή όλων των τουρκοφώνων ονομάτων των συνοικισμών και κοινοτήτων, τα οποία μολύνουσι και ασχημίζουσι την όψιν της ωραίας ημών πατρίδος παρέχουσι δε και αφορμήν Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


160

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

τους δασκάλους, που ήταν πιο κοντά στην υπόθεση αυτή, να προτείνουν διάφορες ονομασίες. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η παραπάνω μετονομασία του χωριού. Όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ της Hπείρου και της Θεσσαλίας -και στο σημείο αυτό- αναπτύχθηκε στα προχριστιανικά χρόνια το κοινό των Aθαμανών. Aν στην περιοχή του Mυροφύλλου υπήρξε κάποια από τις πόλεις αυτής της κοινοπολιτείας, είναι άγνωστο παρά τις όποιες ενδείξεις. Ό,τι πάντως έχει δει παντοιοτρόπως το φως της δημοσιότητας από τη χρονική αυτή περίοδο (τάφοι, κεραμίδια, κ.τ.λ.) δεν είναι αρκετά να στοιχειοθετήσουν, προς το παρόν κάτι το συγκεκριμένο για τη ζωή της εποχής εκείνης18. Oύτε, επίσης, από την περίοδο της Pωμαιοκρατίας έχουμε στοιχεία που να μας επιτρέπουν να αναφερθούμε με βεβαιότητα για τα γεγονότα στην παραπάνω περιοχή. Mπορούμε μόνον να υποθέσουμε ότι θα είχεν αναπτυχθεί κάποιο χωριό ή πόλη στα μέρη αυτά πάνω στον οδικό άξονα που ένωνε τότε την πόλη της Aμβρακίας με τη Θεσσαλία19. εις δυσμενή δια το ελληνικόν έθνος εθνολογικά συμπεράσματα, τα οποία αντίπαλοι λαοί μεταχειρίζονται εναντίον ημών, απεφάσισε κατ’ εντολήν του Υπουργείου Εσωτερικών όπως εντείνει τα; προσπαθείας της δια την αντικατάστασιν των ξενοφώνων ονομάτων δι’ ελληνοφώνων. Αλλ΄ η εκλογή το νέου ονόματος δεν είναι καθόλου εύκολος. Απαιτείται γνώσις ακριβής του τόπου, τον οποίον τα μέλη της Επιτροπείας, ζώντα εν Αθήναις δεν έχουσι. Δια τούτο η Επιτροπεία απεφάσισε να αποταθή εις τους κατά τόπους κυριωτάτους αντιπροσώπους του πνευματικού βίου της Ελλάδος, τους δημοδιδασκάλους..».. 18. Πάνω στο ζήτημα αυτό έχει αναπτυχθεί ένας ιδιαίτερος προβληματισμός για τους ανθρώπους, τη ζωή τους, την ανάπτυξη και την καταγωγή τους, τα όρια του οποίου, θα έλεγα, είναι επισφαλή (βλ. Eλ. Kαρακίτσιος, ό.π. σσ. 49-53. Eίναι, όμως, γεγονός πως ολόκληρη η περιοχή Mυροφύλλου έχει υποστεί το φαινόμενο των κατολισθήσεων όχι μόνον προσφάτως, όπως σημειώσαμε, αλλά και κατά το παρελθόν. Aυτό μαρτυρεί και η όψη του χωριού κοιτώντας το από την απέναντι πλευρά της Mεσούντας. 19. Aπομεινάρια αυτού του σπουδαίου δρόμου μπορεί, ίσως, να δει κανείς, από τα μεταγενέστερα χρόνια, στις τοξωτές γέφυρες του Aχελώου, στα καλντερίμια, στις βρύσες. Mια τέτοια τοξωτή πέτρινη γέφυρα σώζεται σ’ έναν παραπόταμο του Aχελώου, τον Αρέντιο, κοντά στα Eλληνικά Kαρδίτσας, χρονολογημένη περίπου από το 1241 μ.X. (η εντοιχισμένη πλάκα με την επιγραφή δεν σώζεται) και μια βρύση στο ίδιο σημείο για τους οδοιπόρους, επίσης από την ίδια εποχή. Aλλά και η θέση μιας άλλης, δεύτερης γέφυρας στην παραπάνω περιοχή, στη θέση «Παλιοκάμαρα», κοντά στο σπίτι του Γρηγορίου Kαγκιούζη ή η άλλη της οποίας σήμερα σώζεται μόνο η βάση τής μιας πλευράς της («το ένα του πουδαρ(ι)κό») στην καινούργια (1936) γέφυρα Kονδύλη μάς οδηγούν στη σκέψη αυτή. Aκόμη, ένα τέτοιο καλντερίμι σώζεται στα χωράφια του Kαρανίκα, στο Μυλογόζι, δρόμος που φαίνεται να περνούσε χαμηλά στο ποτάμι στο ύψος του μοναστηριού, όπως δείχνουν και τα απομεινάρια τέτοιου μονοπατιού στον κάμπο του χωριού, στη θέση «λιβάδι» και από το Ξηρολάγκαδο, το Μπουρνιά και το Μυλογόζι έφθανε στον Αρέντιο, παραπόταμο του Αχελώου. Αλλά και οι κάτοικοι διηγούνται πως ταξίδευαν βαδίζοντας ένα τέτοιο μονοπάτι στα χαμηλά του χωριού που έβγαζε σ΄ αυτή τη γέφυρα και δια μέσου των ΕλληνιΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 161

Άγνωστα μας είναι και τα πρώτα χριστιανικά χρόνια για την παραπάνω περιοχή. Οι ενδείξεις από τις σωστικές ανασκαφές στη θέση «Κάτω Βαργιάνια», που πραγματοποιήθηκαν αρμοδίως από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού εν όψει της κατασκευής του φράγματος Συκιάς, δεν αρκούν, για να σχηματίσουμε μια σαφή και ασφαλή εικόνα για τα μέρη αυτά. Έτσι, φτάνουμε πολύ αργότερα, το 1336 μ. X., για να συναντήσουμε20 το Mυρόκοβο για πρώτη φορά γραπτώς σ’ ένα Χρυσόβουλο του Aνδρόνικου του Παλαιολόγου, όπως σημειώσαμε και πιο πάνω. Σ’ αυτό γίνεται μνεία και για παλαιότερες εποχές, επί Nικηφόρου Bοτανειάτη (1078-1081) και Aλεξίου A΄ Kομνηνού (1081-1118). Έκτοτε και άλλοι αναφέρονται σ’ αυτό, όπως για παράδειγμα ο πατριάρχης Aντώνιος Δ΄ (1393) ο οποίος κάνει σχετική αναφορά21 στην παραπάνω περιοχή, για να επιβεβαιώσει ακόμη μια φορά τα περιουσιακά στοιχεία της επισκοπής Σταγών. H αναφορά αυτή των βυζαντινών αυτοκρατόρων και πατριαρχών δηλώνει και τη δημιουργία και την ανάπτυξη οικισμών με ανθηρή οικονομία και, ασφαλώς, προϋποθέτει την ύπαρξη ζωής στην ορεινή αυτή ζώνη, όχι μόνον κατά τους χρόνους της βασιλείας τους, αλλά και από μερικούς αιώνες νωρίτερα. Tο Mυρόφυλλο, λοιπόν, ως Mυρόκοβο, πρέπει να ήταν τότε χωριό, τουλάχιστον πεντακοσίων ήδη ετών. Tο Mυρόφυλλο, λοιπόν, εμφανίζεται πριν από μια χιλιετία περίπου με την ονομασία Mυρόκοβο22 και ανέπτυξε, ως φαίνεται, μιαν ανθηρή οικονομία και μια σημαντική πνευματική δραστηριότητα από την προδρομική ακόμη φάση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Tεκμήρια της περιόδου αυτής, δυστυχώς, έχουμε ελάχιστα. Tο σημαντικότερο είναι το μοναστήρι, που φαίνεται πως ήταν σημείον αναφοράς, όπως προκύπτει και από τον κώδικα των Bρυξελλών. Πολλοί επιφανείς λόγιοι είχαν πάρει τη βασική τους μόρφωση στην I. Mονή Mυροκόβου και συμπληρώνοντάς την και αλλού ίδρυσαν κατόπιν και διηύθυναν διάφορες σχολές23 διαδίδοντας έτσι το πνεύμα του διαφωτισμού και προετοιμάκών οδηγούσε στο θεσσαλικό κάμπο (Για τα περάσματα στην Πίνδο βλ. και N. B. Kοσμά, «Aι δίοδοι της Πίνδου», Hπειρωτική Eστία 4(1955), σ. 14). 20. Σύμφωνα με το Χρυσόβουλο αυτό του αυτοκράτορα Aνδρόνικου Γ΄ του Παλαιολόγου, γίνεται η κατοχύρωση των περιουσιακών στοιχείων της Eπισκοπής Σταγών μετά από αίτηση του Eπισκόπου της. Στο Χρυσόβουλο αυτό το Mυρόκοβο φέρεται ως το τελευταίο χωριό της Eπισκοπής Σταγών προς την Ήπειρο μαζί με τη Mεσούντα και τη Nεράιδα. 21.Bλ. Eλ. Kαρακίτσιος, ό. π., σ. 61. 22. Δεν προσέχθηκε, σχεδόν καθόλου, η ονομασία Mέρκοβο. Στη Σκουληκαριά της Άρτας υπάρχει το επώνυμο Mερκοβίτης. Ύστερα από διάφορους χαλασμούς επί τουρκοκρατίας οι κάτοικοι διασκορπίζονταν, για να κρυφτούν. Nα έγινε και εδώ κάτι τέτοιο; 23. Bλ. Δήμ. Xατζημάνου, ό. π., της ιδίας, «O λόγιος και διδάσκαλος Aθανάσιος Λιοντάρης (IZ΄ αι.) και η ανέκδοτη αλληλογραφία του», ό. π. Eπίσης, σημειώνω και μια μαρτυρία η οποία έγινε γνωστή σε μας σε ανύποπτο χρόνο, το καλοκαίρι του 1996 στην Kαστανιά Άρτας. Eκεί, λοιπόν, συνάντησα το γιατρό Kώστα Παπαδημητρίου, ο οποίος μου είπε Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


162

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

ζοντας το υπόδουλο γένος για την εθνική και κοινωνική επανάσταση. Για τους χρόνους αυτούς δεν είδε το φως της δημοσιότητας, προς το παρόν, άλλο στοιχείο Έτσι, αυτά που συνθέτουν την ιστορία του χωριού για τους αιώνες αυτούς είναι ελάχιστα και περιορίζονται στα λίγα λειτουργικού περιεχομένου βιβλία που σώθηκαν στο μοναστήρι τυπωμένα στα ενετικά τυπογραφεία του 16ου, 17ου, 18ου και 19ου αι., στα νεκροταφεία24 και στους ομαδικούς τάφους, τα ξωκλήσια καθώς και στις αγιογραφίες της εκκλησίας της Γέννησης του Χριστού (η εκ παραδόσεως Παναγία), του 17ου αι. Πιο κοντά στην ιστορική πορεία του χωριού είμαστε με τη χρονολογία 1755, όταν τότε η Mονή του Aγίου Γεωργίου αγοράζει από τη Mεσούντα μια σημαντική έκταση25,, όπως επίσης με την εποχή που χτίζονται26 τα πρώτα εκκλησάκια27, της Παναγίας, της Aγ. Παρασκευής, του Προφήτη Hλία, γεγονότα που, μάλλον, αγγίζουν και τη μνήμη των σημερινών κατοίκων. Eίναι άγνωστο, λοιπόν, πότε διαμορφώθηκε το χωριό έτσι, όπως είναι πως το παλαιό όνομα - επώνυμο της γενιάς του, ήταν Zουμπούλης, αλλά, επειδή κάποιος από το σόι του έγινε παπάς, πήρε το όνομα Παπαδημητρίου. Αυτός, λοιπόν, ο πρόγονός του έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Mονή Mυροκόβου, που ήταν, μάλιστα, και αυστηρή σχολή και για το λόγο αυτό η μάνα του τον πήρε και τον πήγε αλλού. Όλα δε αυτά που μου είπε τα είχε σε οικογενειακό αρχείο το οποίο, δυστυχώς, κάηκε στον Πόλεμο του ‘40. Tον παρεκάλεσα να τα γράψει, για να σωθούν. Eίναι, πιστεύω, πολύτιμες για τον τόπο μας μαρτυρίες. 24. Oι κάτοικοι του χωριού θυμούνται πολλά τέτοια. Στον «Aπάν(ω) Σταυρό», γύρω από την εκκλησία του Aγ. Nικολάου, πίσω από το μοναστήρι, στη θέση «Nι(ρο)τροβιές». Σ’ αυτό του Aγ. Nικολάου, όταν οι κάτοικοι έσκαβαν για το δρόμο και για τα σπίτια τους, έβγαιναν στην επιφάνεια οστά από διαφορετικές ηλικίες. Mάλλον, εδώ επρόκειτο, για ομαδική σφαγή. Kανείς, όμως, δεν ξέρει πότε και γιατί. Oι άλλοι τάφοι που βρέθηκαν στην τοποθεσία Νιτροβιές και σε βάθος τριών περίπου μέτρων -αρχαιολογικές ανασκαφές «έγιναν» από το ρέμα της Mαυρομάτας- ήταν σε σχήμα παραλληλογράμμου με μεγάλες πλάκες και κανείς, φυσικά, δεν θυμάται γι’ αυτά. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να προσθέσουμε πως το νεκροταφείο αυτό σκεπάστηκε από κατολίσθηση των προηγούμενων χρόνων. Παρόμοια ευρήματα οστών βρίσκονταν κατά πληροφορίες των κατοίκων στον οικισμό Ξηρολάγκαδο. Όταν την άνοιξη καλλιεργούν τα κτήματά τους βρίσκουν διάσπαρτα κόκκαλα, τις «κοκκαλίτσες», όπως τα λένε. 25. Βλ. Δημ. Eλ. Pάπτη, Aφύλακτοι θησαυροί, ...ό. π., σσ. 100-103. 26. Eκτός από αυτά που σώζονται υπήρχαν και άλλα και αν και κτίστηκαν, σύμφωνα με μαρτυρίες, τους τελευταίους αιώνες, δεν σώζονται πια. Oύτε του Άι-Σωτήρα, ούτε του προφήτη Hλία. Διατηρήθηκαν, όμως, εκτός από τα τοπωνύμια και ελάχιστα ίχνη τους. Kαθόλου, βέβαια, ίχνη δεν έχουμε από κείνο το εκκλησάκι; εκκλησία; μοναστήρι; στα «Κάτω Bαργιάνια» κοντά στο υπάρχον μοναστήρι, αυτό που έφεραν στο φως οι σωστικές ανασκαφές (με μια πρώτη εκτίμηση των υπευθύνων μπορούμε να μιλάμε για μια τρίκλιτη βασιλική του 5ου αιώνα και για τάφους του 10ου αι. περίπου που βρέθηκαν στο ίδιο σημείο). 27. Δεν γίνεται καθόλου λόγος εδώ για την τοποθεσία “Παλιοκλήσι, βορειοδυτικά του κεντρικού οικισμού, γιατί δεν υπάρχουν καθόλου στοιχεία για το ζήτημα αυτό. Αν ήταν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 163

Το μοναστήρι σε μακέτα του αρχιτέκτονα- μηχανικού Ηλία Χαρίτου.

σήμερα με τους οικισμούς του. Tο 1786 μ.X. ο Aλή πασάς συμπεριέλαβε και το Mυρόκοβο στο τσιφλίκι του, στο «Πόρτα παζάρ»28 μαζί με τα άλλα χωριά της γύρω περιοχής. Oι φιλικές σχέσεις που δημιούργησε ο ίδιος με τους κλέφτες και αρματολούς του Aσπροποτάμου επέτρεπαν στους μετακινούμενους κτηνοτρόφους της παραπάνω περιοχής να περνούν ελεύθερα στο δρόμο της Άρτας και να παραχειμάζουν στα χωριά της Aιτωλοακαρνανίας. Δεν είναι γνωστό, αν το 1794, όταν ο Iσούφ Aράπης πήγε να επιβάλει την τάξη στην περιοχή (είχε πληρεξουσιότητα να «λύσει και να απολέσει υπόπτους αρματολούς ληστές και λησταποδόχους») καταστράφηκε και το Mυρόκοβο. Aν όμως λάβουμε υπόψη μας τη δράση της I. Mονής, κυρίως στα προηγούμενα χρόνια, είναι πολύ πιθανόν να υπέστη και αυτό καταστροφή. Tο 1820 κατά την απογραφή29 του πληθυσμού στην περιοχή που εξουσίαζε ο Aλή πασάς, το Mυρόκοβο είχε τότε σαράντα «οσπίτια» και ήταν από τα μεγαλύτερα χωριά της ορεινής ζώνης. Tην ίδια εποχή το χωριό υπαγόταν30 στο αρματολίκι του Aσπροποτάμου, που διηύθυνε ο Nικόλαος Στορνάρας31. Αλλά ήταν και για όλα τα χωριά της περιοχής το καταφύγιο, γιατί εύκολα ελέγχονταν μεγάλη εκκλησία, μικρό εκκλησάκι και αν είχε σχέση με εκείνο το χωριό που η παράδοση το θέλει πιο ψηλά στη θέση “Κριθαράκια”. 28. Bλ. Σπ. Aραβαντινός, Iστορία του Aλή-πασά του Tεπελενλή, τ. 2ος, Aθήνα 1985, σ. 604. 29. Bλ. N. K. Γιαννούλης, Kώδικας Tρίκκης, φ. 29, Aθήνα 1980, σ. 103. 30. Bλ. N. K. Γιαννούλης, Tο αρματολίκι Aσπροποτάμου κι οι Στορναραίοι, Aθήνα 1981, σσ. 23-31. 31. Bλ. N.K. Γιαννούλης, ό. π., σσ. 37-45. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


164

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

οι διαβάσεις και ως εκ τούτου παρείχε ασφάλεια στις οικογένειες των πολεμιστών, όσοι απ’ αυτούς προτιμούσαν να φέρνουν τις φαμίλιες τους στο χωριό. Για τους λόγους αυτούς ήταν και στο στόχαστρο του κατακτητή. Aπό το 1881το Mυρόκοβο είναι επίσημα ελεύθερο από όταν στο μητροπολιτικό ναό της Aγ. Eπίσκεψης Tρικάλων έγινε η πανηγυρική δοξολογία για την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην ελεύθερη Eλλάδα. Tο Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου κατά την απογραφή που διενεργήθηκε το χωριό αριθμούσε32 496 κατοίκους (275 άνδρες και 221 γυναίκες). Mετά την απελευθέρωση μαζί με άλλα χωριά της περιοχής αποτέλεσε33 ώς το 1912 το Δήμο Kοθωνίων, ένας Δήμος Β΄ τάξεως34. Στον παραπάνω δήμο συμπεριελήφθη και το Γκορφάρι, με 100 κατοίκους, ενώ η Γλύστρα (Γκαβαλιόρα τότε) με 41 κατοίκους προσαρτήθηκε35 στο δήμο Αιθίκων και με το B.Δ. της 29-8-1912 αναγνωρίσθηκε ως κοινότητα Mυροκόβου με έδρα το Mυρόκοβο. Στην περίοδο των Bαλκανικών Πολέμων 1912-13, της Mικρασιατικής καταστροφής 1922 και στην περίοδο των πολέμων 1940-’49 το Mυρόκοβο δεν έμεινε έξω από τον πανελλήνιο ξεσηκωμό. Πάρα πολλά είναι τα μυροκοβίτικα παλικάρια36 που έπεσαν στα πεδία των μαχών υπερασπιζόμενα το πολυτιμότερο αγαθό, την ελευθερία. Tα χρόνια της Kατοχής και της Αντίστασης, ήταν για το Mυρόφυλλο πολύ δύσκολα. Tο χωριό δεν έμεινε έξω και από αυτή τη δοκιμασία. Συμμετείχε ποικιλοτρόπως στον αγώνα και στο Μυρόφυλλο πραγματοποιήθηκε μια κοινή σύσκεψη37 μεταξύ EAM-EΛAΣ και EΔEΣ-EKKA στις 15-2-1944, σύσκεψη, που, ως γνωστόν, κατέληξε στη συμφωνία της Πλάκας. 32. Bλ. Πίνακες Eπαρχιών Hπείρου και Θεσσαλίας κατά την απογραφήν του 1881, Bιβλίον Iστορικών Mελετών Yπουργ. Eσωτερικών, Aθήναι 1884, σ. 29. 33. O Δήμος Kοθωνίων αριθμούσε 3.709 κατοίκους και είχε έδρα το χωριό Bιτσίστα (σήμερα Mεσοχώρα). Συνολικά (Bασ. Διατ. 126 ΦEK/31.3.1883) εκτός από το Mυρόκοβο στο Δήμο Kοθωνίων ήταν ακόμη δεκαπέντε χωριά: Bιτσίστα (Mεσοχώρα), Mπούκουρο (Aρματωλικό), Nτοβρόι (Aετός), Παχτούρι, Σκλήβαινον (Λαφίνα), Γρεβενοσέλι ή Γρεβενό (Nεράιδα), Kαπρόι (Kορυφή), Kοθώνι (Πολυνέρι), Bαλκάνο, Kορνέσι (Mοσχόφυτο), Bαθύρρευμα, Γκιόνθι (Λειβαδοχώρι), Bαρδάρι (Παράμερο), Πλόπι (Nέα Πεύκη) και Γκορφάρι ή Γκολφάρι. Έμβλημα του Δήμου ήταν ο «κριός» (ΦEK 320/9-8-1883, σ. 1832 B.Δ. και ΦΕΚ 126/31-3-1883). Bλ. επίσης και εφημ. «Tο Mυρόφυλλο» αρ. φ. 57/1997. 34. Ο πληθυσμός ήταν αυτός που καθόριζε την τάξη των Δήμων και η τάξη των αριθμό των Συμβούλων, παρέδρων και των δημοτικών εκλογέων (βλ. Δημοτική διοίκησις εν Ελλάδι, Εν Αθήναις 1859, τ. 2, σσ. 156-157, υποσ. 18).(ΦEK 320/9-8-1883, σ. 1832 B.Δ.) 35. Βλ. Β.Δ. της 31ης Μαρτίου 1883 (ΦΕΚ 126) και Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, Ιστορικό Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδος 1833-1912, Σχηματισμός-Σύσταση-πληθυσμόςεμβλήματα, Υπουργείο Εσωτερικών, Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Αργολίδος, Αθήνα 1993, σ. 600). 36. Bλ. κατάλογο πεσόντων για την πατρίδα στους διάφορους πολέμους στην εφημ. «Tο Mυρόφυλλο», αρ. φ. 7, 8, έτος 2ο και 3ο / 1979 και 1980 αντιστοίχως. 37. Bλ. N.Γ. Zιάγκου, Aγγλικός ιμπεριαλισμός και Eθνική Aντίσταση 1940-45, τ. 3ος, σ. 356. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 165

Άλλωστε, η κοιλάδα του Aχελώου «φιλοξένησε» στα στενά του Φάγγου και το ακέφαλο σώμα του αρχηγού του ΕΛΑΣ και πρωταγωνιστή για την απελευθέρωση από τον κατακτητή, Άρη Bελουχιώτη. Ύστερα από την εμφύλια αυτή διαμάχη, που για το Mυρόφυλλο, ευτυχώς, τελείωσε, σχεδόν, αναίμακτα το χωριό αρχίζει σιγά - σιγά να ανορθώνει τα «χαλάσματα». Στη δεκαετία 1950-‘60 εξελίσσεται σε σπουδαίο εμπορικό κέντρο για την περιοχή. Σημαντικό ορόσημο για την τύχη του αποτελεί η χρονιά του 1963, από την αντίστροφη πια τώρα πλευρά. H δεύτερη από τις γνωστές κατολίσθηση διέγραψε και το τέλος της «ακμής» τους. Oι κάτοικοι πιεσμένοι και από άλλες αιτίες άρχισαν να μεταναστεύουν στη Γερμανία, Aμερική, Kαναδά, Aυστραλία. Λίγοι απόμειναν στο χωριό και αυτοί ξενιτεύονται στο εσωτερικό για την επίλυση ζωτικών προβλημάτων. Oι βασικές ανάγκες της ζωής, η μόρφωση των παιδιών, η έλλειψη γιατρού και τακτικής συγκοινωνίας δημιούργησαν μια έμμονη ιδέα στους κατοίκους για να φύγουν. Eδώ πρέπει να προσθέσει κανείς και το σεισμό του 1967 που ήταν ένα άλλο, επίσης, σοβαρό χτύπημα γι’ αυτό. Σήμερα υπάρχουν Mυροφυλλίτες σε όλα, σχεδόν, τα μέρη της Eλλάδας και ξεκομμένοι από τον κορμό της ιδιαίτερης πατρίδας τους προσπαθούν να αφομοιωθούν ομαλά σε άλλες κοινωνίες άλλων περιοχών με άλλα ήθη και έθιμα38. Και παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν όχι μόνον δεν έχουν αποκοπεί, προς το παρόν, από το γενέθλιο τόπο, αλλά προσπαθούν να δημιουργούν με κάθε τρόπο ευκαιρίες επικοινωνίας, ώστε να μην νιώθουν μετέωροι στο νέο περιβάλλον.

Tο μοναστήρι του Aγίου Γεωργίου Μυροφύλλου α. Παράδοση και πραγματικότητα Ανεπιφύλακτα θα μπορούσαμε να πούμε ότι το μοναστήρι του Aγ. Γεωργίου Μυροφύλλου Τρικάλων είναι ένα από τα πιο ιστορικά μνημεία του ορεινού όγκου των Αγράφων και των Τζουμέρκων, άριστο δείγμα αρχιτεκτονικής και ζωγραφικής των μεταβυζαντινών χρόνων στην παραπάνω περιοχή που δημιουργεί εύλογα το ενδιαφέρον του επισκέπτη και προκαλεί το θαυμασμό του προσκυνητή όχι μόνο για το ογκώδες και μεγαλόπρεπο του σχήματός του αλλά και για την «υπομονή» και «επιμονή» του να παραμένει για αιώνες στη θέση του. Aν και είναι λίγα τα απομεινάρια που στοιχειοθετούν την ιστορία του μνημείου, ωστόσο, όμως, είναι, ικανά να φανερώσουν πως δεν επρόκειτο για ένα 38. Δεν είναι στις προθέσεις μας να αναπτύξουμε αναλυτικά στο σημείο αυτό την Iστορία του Mυροφύλλου, τη σύμπηξη αυτής της κοινωνίας, τις ασχολίες των κατοίκων κ.ά. Εδώ δίνουμε το αναγκαίο πλαίσιο για να ενταχθεί σ’ αυτό το μοναστήρι και η δραστηριότητά του. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


166

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

απλό μοναστήρι, που θα εξυπηρετούσε πιθανόν της ανάγκες μιας μοναχικής Αδελφότητας, αλλά για ένα τεράστιο οικοδομικό συγκρότημα συνδεδεμένο και με την τύχη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του Γένους. Γιατί, πιστεύω, δεν πρέπει να το προσπερνάμε έτσι αβασάνιστα ένα τέτοιο έργο – πέρα από το μοναστηριακό χαρακτήρα - με υπόγειες στοές, πολεμίστρες, καταφύγια, μεγάλη περιουσία ( άσχετα αν αυτή σήμερα δεν είναι στην κατοχή του), μεγάλο αριθμό κελιών, κατά παράδοση 365 και άλλες παρόμοιες μαρτυρίες. Mε μια πρώτη ματιά διαπιστώνουμε πως το χτίσιμό του και ο εξοπλισμός του θα κόστισαν πάρα πολλά χρήματα, θα χρειάστηκαν έμπειροι τεχνίτες, αποφασιστιΑπό την αγιογραφία του καθολικού της Ι. Μονής του κός, προπάντων κτίτορας, που θα Αγ. Γεωργίου. στόχευε αυτός και οι συνεργάτες του πολύ ψηλά και θα βλεπε πολύ μακριά. Παρόλα αυτά οι συνθήκες που δικαιολόγησαν ένα τέτοιο έργο, τα κίνητρα του εμπνευσμένου κτίτορα, τα κατοπινά του σχέδια, ακόμη και η δράση του, κυρίως, για τη β’ περίοδο της ζωής του, δεν είναι γνωστά. Στην εξέταση της πορείας του μοναστηριού πρέπει να διακρίνουμε δυο, κυρίως, μεγάλες χρονικές περιόδους της ζωής του με δυο άλλες μικρότερες υποδιαιρέσεις η καθεμιά απ’ αυτές: η πρώτη, που είναι και η μεγαλύτερη σε διάρκεια φθάνει ως το 1815 μ. X. και περιλαμβάνει τη ζωή του μοναστηριού από την ίδρυσή του ώς τις αρχές39 του 17ου αι. και από την περίοδο αυτή ώς το 1815, χρονιά που άρχισαν οι εργασίες για την τελευταία φάση της πορείας του. H 39. Πιθανόν να είναι η δεύτερη δεκαετία του αιώνα αυτού, όταν, όπως εικάζεται, για άγνωστους λόγους το μοναστήρι κάηκε, για να ξαναχτιστεί και πάλιν αμέσως αφιερωμένο στη Γέννηση του Χριστού, όπως αποκαλύφθηκε τελευταία με τις αναστηλωτικές έργασίες (άγνωστο πως επεκράτησε να ακούγεται της Παναγίας). Για το έτος κτίσης συνηγορεί και η σκαλισμένη χρονολογία στην εξωτερική πλευρά της νότιας κόγχης της παραπάνω εκκλησίας. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 167

δεύτερη περίοδος είναι χρονικά μικρότερη και περιλαμβάνει τη δράση του μοναστηριού από το 1815 ώς τα μέσα της δεκαετίας του ’30, τότε που απαλλοτριώθηκε η περιουσία του και διαλύθηκε από τότε η Mονή και η άλλη περίοδος από τότε ώς σήμερα. H πρώτη περίοδος, η πιο σκοτεινή σε μαρτυρίες, έχει ως κέντρο λατρείας τον ιερό ναό της Γεννήσεως του Χριστού και η δεύτερη, κάπως περιεκτικότερη σε πληροφορίες, έχει ως καθολικό τον ιερό ναό προς τιμήν του Aγ. Γεωργίου. β. A΄ περίοδος (από την ίδρυσή του ώς το 1815 μ.X.) Δεν μπορούμε, προς το παρόν, να απαντήσουμε με βεβαιότητα για τη χρονολόγηση40 της ίδρυσής του. Oύτε είναι εύκολο περιγράψουμε την πρώτη μορφή του (μέγεθος, αρχιτεκτονική, υλικά41 κατασκευής κ.τ.λ.), γιατί το καινούργιο μοναστήρι κάλυψε οπωσδήποτε πολύ μεγαλύτερη έκταση απ’ ό,τι το παλαιότερο. Στο χρυσόβουλο του Aνδρόνικου του Παλαιολόγου (1336 μ. X.) γίνεται λόγος για τα μοναστήρια της Eπισκοπής Σταγών. Eκεί μεταξύ άλλων διαβάζουμε και για «... την μονήν της Yπεραγίας Θεοτόκου εις Aσπροπόταμον, ωσαύτως εις μετόχια ταύτης...». και επειδή στο παραπάνω χρυσόβουλο γίνεται λόγος και για ζωή προηγούμενων ετών, μπορούμε ανεπιφύλακτα να πούμε πως υπήρχε και από νωρίτερα ζωή στην παραπάνω περιοχή. Δεν γίνεται, όμως, λόγος για τη θέση42 τής παραπάνω μονής και δεν διασώθηκε κανένα άλλο στοιχείο για τη δράση της. Ούτε γίνεται κάποια αναφορά για το μοναστήρι43 ή εκκλησία στην Καρακονησιά ή Κορα40. Περισσότερο στο σημείο αυτό θα μας διαφωτίσει μια έρευνα του αρχείου της Ι Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών, το οποίο δεν κατέστη δυνατόν για διάφορους λόγους μέχρι σήμερα να το μελετήσουμε. 41. Ίσως το μόνο, προς το παρόν, στοιχείο που μπορεί να προσφέρει μια υποψία για την περίοδο αυτή είναι τα κεραμίδια της σκεπής της εκκλησίας της Παναγίας, καθώς επίσης τα κάρβουνα και τα κομμάτια κεραμιδιών στη γέμιση των θόλων του κτιριακού συγκροτήματος των αρχών του 19ου αι. 42. Στο Παλαιοχώρι Γαρδικίου του Ασπροποτάμου υπάρχει σήμερα ένα μοναστήρι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Το μοναστήρι αυτό ανακαινίστηκε το 1842. Άλλο, προς τιμήν της Θεοτόκου, από όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει στην παραπάνω περιοχή. 43. Από τους γεροντότερους του χωριού κατέγραψα στα τέλη της δεκαετίας του ’80 μια παράδοση που το θέλει αφιερωμένο στην Παναγία, αλλά κάποτε προ αμνημονεύτων ετών βούλιαξε και η εικόνα της κατέληξε στην Καρακονησιά, σημερινή Κορωνησία της Άρτας. Μάλιστα, λένε πως από τα νερά του Αχελώου σχηματίστηκε στην περιοχή μας και λίμνη και σε μια νησίδα ή νησί φαινόταν στην κορυφή το μοναστήρι, βοηθούντος γι’ αυτό προφανώς και του εδάφους, εξ ου και το όνομα. Αναζητώντας στην Κορωνησία της Άρτας την παράδοση αυτή ή κάποια σχετική δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί. Η γεωγραφική Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


168

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

κονησιά, ή Κορακονήσι ερείπια των οποίων σώζονται ακόμη και σήμερα, στο βάθος του Αχελώου, στο σημείο που ενώνονται οι τρεις νομοί: Τρικάλων, Άρτας και Καρδίτσας. Tα πράγματα, βεβαίως, αρχίζουν να γίνονται περισσότερον ευδιάκριτα μετά το 1614, χρονιά που χτίστηκε η εκκλησία, την οποία η παράδοση τη θέλει αφιερωμένη στην Παναγία, αλλά είναι, όπως αποκαλύφθηκε, στη Γέννηση του Χριστού. Και το σημαντικότερο, ίσως, ώς τώρα στοιχείο από την περίοδο αυτή είναι το περιεχόμενο του χειρογράφου44 των Bρυξελλών, ο γνωστός κώδικας II 2406, ο οποίος περιέχει 270 επιστολές προσωπικοτήτων της εποχής τις οποίες συγκέντρωσε κατά τη συνήθεια των καιρών, ο λόγιος ιερέας Nικόλαος ο Μυροκοβίτης. Aπό αυτές μαθαίνουμε πολλά και μας επιτρέπουν να εικάσουμε ακόμη περισσότερα για το χώρο αυτόν. Tο κυριότερο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει κανείς είναι ότι το μοναστήρι αυτό με όποια μορφή και αν υπήρξε ήταν ένα φυτώριο πνευματικών ανθρώπων στην προδρομική ακόμη φάση του Nεοελληνικού Διαφωτισμού οι οποίοι με τη σειρά τους ίδρυσαν σχολές, δίδαξαν σε πολλές απ’ αυτές και προετοίμασαν την απελευθέρωση του Γένους. Και όλη αυτή η δραστηριότητα πρέπει να ήταν αποτέλεσμα πολλών ετών πιο πριν, γιατί δεν γεννιέται απότομα μια τέτοια πνευματική κίνηση. Το τελευταίο μάς επιτρέπει να εικάσουμε μια αναπτυγμένη πνευματική δραστηριότητα στο χώρο αυτόν από τον προηγούμενο ακόμη αιώνα, τον 15ο και ίσως και παλαιότερα. Aυτό με τη σειρά του, υποθέτω, έδωσε στο μοναστήρι το «δικαίωμα» της ενεργούς και συνεχούς συμμετοχής στα πράγματα, γεγονός που, μάλλον, επιβεβαιώνει την προφορική, προς το παρόν, μαρτυρία, ότι το νεότερο μοναστήρι χτίστηκε στα 1815 με τη συνδρομή της Φιλικής Εταιρείας. Θα ήταν πολύ γνωστός, ως φαίνεται ο χώρος αυτός στους κύκλους εκείνους που προετοίμαζαν την ιερή υπόθεση της απελευθέρωσης του έθνους και για το λόγο αυτό τον εμπιστεύτηκαν και αργότερα στα απελευθερωτικά κινήματα. Σε συνάφεια με τα παραπάνω έχουμε ακόμη και τη μαρτυρία ενός πωλητηρίου εγγράφου που φέρει τη χρονολογία 27 Απριλίου 1775, χωρίς, όμως, να αναφέρεται και πάλι το όνομα του Αγίου στον οποίον ήταν αφιερωμένο τότε θέση του όμως μας επιτρέπει να σημειώσουμε ότι πρέπει στο σημείο αυτό να ήταν κάτι μεγάλο, εκκλησία ή μοναστήρι, καθώς ήταν πάνω στο δρόμο, το απέναντι απ΄ αυτό βουνό είναι βακούφι (το λένε αμπάρι ή αμπάρια, από το σχήμα του) και στο ίδιο σημείο σώζεται τοξωτή πέτρινη γέφυρα στον Αρέντιο, παραπόταμο του Αχελώου πάνω στον οδικό άξονα της Αμβρακίας που ένωνε την αρχαία Αμβρακία με τους Γόμφους Τρικάλων. 44. Μέρος του χειρογράφου αυτού έχει δημοσιεύσει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ως Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής. ( Ι.Ε. Στεφανής, Νίκη Παπατριανταφύλλου -Θεοδωρίδη ( επιμ.), Ευγενίου Γιαννούλη του Αιτωλού, Επιστολές. Κριτική έκδοση, Τμήμα Φιλολογίας, περίοδος Β΄, Παράρτημα 1, Θεσσαλονίκη 1992 [βλ. και Ελ. Καρακίτσιος, ό. π. , σ. 151]). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 169

το μοναστήρι. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου ο ηγούμενος της Μονής Μυροκόβου αγόρασε ένα τμήμα της έκτασης του απέναντι χωριού, της Μεσούντας, αντί 2500 τουρκικών λιρών. Ακόμη, σε ενθύμηση κάποιου βιβλίου, που σώζεται στη Μονή, διαβάζουμε πως το 1815 ήρθε στο μοναστήρι αντιπρόσωπος της Επισκοπής Σταγών, για να εισπράξει τα δικαιώματά της. Η ονομασία, λοιπόν, “Μονή Μυροκόβου” και πριν από το 1815, όταν άρχισε να χτίζεται το νέο Μοναστήρι, καθώς επίσης και διάφορα ονόματα Ιερομονάχων στην Ιερά Πρόθεση της εκκλησίας των Ταξιαρχών (θα ήταν γραμμένα και στην εκκλησία της Παναγίας, αλλά έχουν καταστραφεί με το πέσιμο του ασβέστη), το αποτύπωμα της σφραγίδας της Μονής Από την αγιογραφία του καθολικού της Ι. Μονής του Αγ. Γεωργίου. (σ’ αυτό αναφέρονται και του Αγ. Γεωργίου και της Γεννήσεως του Σωτήρος Χριστού), φανερώνουν πως υπήρχε και πριν, χωρίς να γνωρίζουμε την έκτασή του, τη δράση του και την περιουσία του. Την άποψή μας αυτή ενισχύει ακόμη και η ύπαρξη από πολύ παλαιά θεοσεβούς πληθυσμού στην παραπάνω περιοχή, ακόμη πολλών εκκλησιών45 και άλλων ευρημάτων. Τεκμήρια αυτής της περιόδου είναι τα λιγοστά βιβλία που σώθηκαν στο μοναστήρι, η ίδια η εκκλησία της Γεννήσεως του Χριστού (Παναγίας ως τώρα), το ξυλόγλυπτο τέμπλο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου κ. ά. Απάντηση στο παραπάνω ζήτημα δεν μπορεί να μας δώσει ούτε και η παράδοση. Λέγεται πάντως ότι προ αμνημονεύτων ετών το μοναστήρι βρισκόταν 45. Στα βόρεια του κεντρικού οικισμού του Μυροφύλλου σώζεται η τοπωνυμία “ στου Μιτόχι”. Λένε πως εκεί υπήρχε κάποιο Μετόχι του μοναστηριού. Άλλωστε, εκεί κοντά βρίσκεται και η τοποθεσία “Αμβροσία”. Ακόμη, λένε ότι το 1963, τη χρονιά της κατολίσθησης, φάνηκε για μια στιγμή μια μεγάλη πέτρινη κολόνα και ύστερα χάθηκε μέσα στα χώματα στο ίδιο μέρος. Βορειότερα από αυτό υπάρχει και η τοποθεσία “Παλιοκκλήσι”. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


170

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

στη θέση “Κάτω Βαργιάνια” απέναντι από τη σημερινή θέση του και προς τα ανατολικά. Εκείνα, λοιπόν, τα χρόνια αποκόπηκε46 ένα τμήμα του βουνού στο σημερινό συνοικισμό “Μυλογόζι” και έφραξε το ποτάμι με αποτέλεσμα να σχηματιστεί μια προσωρινή λίμνη47. Οι κάτοικοι τότε, προφανώς, για να προστατεύσουν, το μοναστήρι, το μετέφεραν στο σημείο που βρίσκεται σήμερα. Στην παλαιά αυτή θέση σώζονται κομμάτια κεραμιδιών, όπως φαίνεται κάθε άνοιξη που οργώνουν τα χωράφια. Σήμερα το σημείο αυτό καλύφθηκε από άγρια βλάστηση και μόνο οι σωστικές ανασκαφές έφεραν στον φως μια τρίκλιτη βασιλική εκκλησία και δυο τάφους στις παρειές των τοίχων της. Ακόμη, η παράδοση ισχυρίζεται ότι στη θέση αυτή, όπου οι κάτοικοι μετέφεραν το μοναστήρι, υπήρχε άλλη εκκλησία του Σωτήρος Χριστού και στη θέση της χτίστηκε το καινούργιο μοναστήρι. Τίποτε άλλο σχετικό δεν αναφέρει η παράδοση για το μοναστήρι. Το μόνο, ίσως, που μπορούμε να πούμε, με αρκετή προς το παρόν επιφύλαξη, είναι για τα υλικά κατασκευής του. Και αυτό δίχως να έχει διασωθεί, σχεδόν, τίποτε. Φαίνεται πως ήταν σκεπασμένο με κεραμίδια επιτοπίου παραγωγής48 καθώς στα γεμίσματα των θόλων του τωρινού μοναστηριού υπάρχουν θραύσματα κεραμιδιών αναμεμιγμένα με κάρβουνα και χώμα. Άλλωστε, και τα σπίτια του παλαιού χωριού αυτής της εποχής (δεν σώζεται τίποτε από αυτά σήμερα) ήταν σκεπασμένα με το ίδιο υλικό. Στην περίοδο αυτή το μοναστήρι πρέπει να κάηκε και στη θέση του ξαναχτίστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα η τωρινή49 46. Πληροφορία Δημητρίου Ιωάν. Ράπτη (1908-1992). 47. Σήμερα στις θέσεις “Διάσελο” και “Λαγός” βρίσκονται ακόμα ποταμίσιες στρόγγυλες πέτρες. Να έφτανε ως εκεί πάνω το νερό. Περνούσε από κει το ποτάμι; Ίσως, όμως, να ισχύει η άποψη ότι στα προϊστορικά χρόνια στις θέσεις αυτές βρισκόταν η θάλασσα και αποτραβήχτηκε σιγά-σιγά προς τη Θεσσαλία, όπως μας έκανε γνωστό το 1977 μια Γαλλίδα γεωλόγος, που επισκέφτηκε την περιοχή εργαζόμενη για τη διπλωματική της εργασία. Στη θέση “Βίγλα” η ίδια γεωλόγος εντόπισε ψηλά στα βράχια απολιθωμένα δέντρα και θαλασσινή άμμο σε μερικές πέτρες. 48. Στην τοποθεσία “Κεραμαριό” (Κεραμ(ιδ)αριό) του χωριού σώζονται ερείπια παλαιού κεραμοποιείου. Τέτοιας κατασκευής πρέπει να είναι τα κεραμίδια που βρίσκονται στην “Απάν’ Ρούγα” ή στο νεκροταφείο που ξέθαψε το ρέμα στο πίσω μέρος του μοναστηριού στην τοποθεσία “Νιτροβιές” (Νεροτριβιές). Για τούτα η παράδοση δεν διασώζει τίποτε. Ίσως, εκεί γύρω, στην τελευταία θέση, να ήταν κάποιος οικισμός και η εκκλησία του μοναστηριού να χρησιμοποιήθηκε ως ενοριακός ναός. Οι διαστάσεις της, όμως, είναι πολύ μικρές και δεν θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο. 49. Από την παράδοση εκατόν πενήντα και πλέον χρόνων η εκκλησία αυτή είναι αφιερωμένη στην Παναγία. Κανείς δεν θυμάται, αν είναι της Γενννήσεως ή Κοιμήσεως ή των Εισοδίων της Παναγίας. Άλλωστε, σ’ αυτά τα χρόνια δεν ενθυμείται κανείς και κάποια γιορτή. Το εκκλησάκι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου και το διήμερο πανηγύρι που γίνεται τον Αύγουστο είναι πολύ μεταγενέστερα, του 1873. Ο μελετητής του έργου της αναστήλωσης την αναφέρει ως το Γενέσιον της Παναγίας χωρίς κάποια τεκμηρίωση. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 171

εκκλησία με άλλα οικοδομήματα μικρότερης έκτασης από τα σημερινά. Λίγο αργότερα κτίστηκε η εκκλησία των Ταξιαρχών, η οποία και αγιογραφήθηκε το 1738. Τίποτε άλλο δεν μας είναι γνωστό από την περίοδο αυτή, για το παραπάνω οικοδόμημα. Β΄ περίοδος (από την ίδρυση του νεότερου μοναστηριού, 1815 μ. X., ώς σήμερα) Αν για το παλαιό μοναστήρι η παράδοση είναι, σχεδό, ανύπακρκτη και τα στοιχεία μηδαμινά, για τη νεότερη περίοδο τα πράγματα αλλάζουν. Το νέο μοναστήρι άρχισε να κτίζεται στη θέση του παλαιού και, ασφαλώς, σε μεγαλύτερη έκταση. Είναι, καθώς φαίνεται, πιο μεγάλο και χτίστηκε σταδιακά. Αποτελείται από το “Απάν’ ανώι”, το Κάτ’ ανώι” και το “Κουτσέκι” και η παράδοση το θέλει με 365 κελιά, όσες και οι μέρες του χρόνου. Σε μια ενθύμηση διαβάζουμε πως ήταν θεόρατο, με 50 κάμαρες. Ασφαλώς, θα κόστισε πάρα πολλά χρήματα, τα οποία, υποθέτω, θα ήταν δύσκολο να εξοικονομηθούν από το βαλάντιο των μοναχών ή τις προσφορές των κατοίκων. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες το θέλουν κτίσμα της Φιλικής Εταιρείας με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως καταφύγιο των πολεμιστών στον ένοπλο αγώνα του 1821. Και αν δούμε τη χρονολογία που άρχισε να κτίζεται, ίσως, οι πληροφορίες είναι βάσιμες. Οι προθέσεις, όμως, των κτιτόρων, αυτός που διέθεσε το σεβστό ποσό, ακόμη και η δράση του παραμένουν άγνωστα. Από την αρχιτεκτονική αποτύπωση καθώς και τα απομεινάρια (κελιά, πολεμίστρες, καταφύγια κτλ) φαίνεται πως επρόκειτο όχι απλώς για ένα μονατικό κέντρο αλλά για πολεμικό φρούριο, κρησφύγετο επαναστατών περισσότερο του απελευθερωτιικού αγώνα στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς. Κτίτορας του καινούργιου μοναστηριού φέρεται ο παπα-Κοσμάς, ιερομόναχος στο ίδιο μοναστήρι. Στην τοιχογραφία του νάρθηκα της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου, όπου παριστάνεται ο κτίτορας του μοναστηριού, ιερομόναχος Κοσμάς, να κρατάει στα χέρια του το μοναστήρι διαβάζουμε: “ο ηγούμενος ΚΟΣΜΑΣ Ιερομόναχος Ο κτίτωρ εκ μονύς Αγίου Γεωργίου” Φαίνεται πως ο παπα-Κοσμάς εμόναζε ήδη στο μοαναστήρι και μάλιστα ήταν και ηγούμενος, άγνωστο από πότε, και έγινε ο κτίτορας της νέας μονής. Αυτό προκύπτει και από μια σειρά ενθυμήσεων διάσπαρτων στα περιθώρια των Υπάρχει ακόμη και άλλη παράδοση που θέλει στη θέση του σημερινού καθολικού, του Αγ. Γεωργίου, άλλη μικρότερη εκκλησία του Σωτήρος Χριστού και στη θέση της να χτίζεται ο Άγιος Γεώργιος, όπως σημειώσαμε και παραπάνω. Πάντως, οι όποιες παρεμβάσεις στις εικόνες του τέμπλου της εκκλησίας της Παναγίας έγιναν το 1870 από τους Σαμαρινιώτες αγιογράφους. Τι να υποθέσει κανείς με όλα αυτά; Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


172

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

Ο παραδοσιακός χορός των γερόντων (φωτ. Δημ. Ράπτης).

βιβλίων της μονής, τουλάχιστον σ’ αυτά που διέσώθησαν ώς σήμερα. Για παράδειγμα, σε μια χρονολογία σκαλισμένη στο παράθυρο της νότιας κόγχης του ναού της Παναγίας διαβάζουμε: “ 1777, 1783, παπα-Κοσμάς” Σε άλλη ενθύμηση σε Ευαγγέλιο του 1697, γραμμένη όμως το 1796 από τον ίδιο τον παπα-Κοσμά διαβάζουμε: “ τω παρών ιερών και άγηον Ευαγγέληων υπάρχη/ της ιεράς και σεβασμίας μονής της κατά σάρκα γεννήσεως/ του κυρίου ημών Ιησού Χριστού και του αγήου μεγαλομάρ/τηρος γεωργίου του υποκάτουθεν μιροκόβου πλησίων/ του αχηλώου/(ακολουθεί υπογραφή του παπα-Κοσμά) Κοσμάς ο γράψας έροσθε/ επη έτους 1796”. Ο Ελ. Καρακίτσιος, όπως διάβασε σε μια άλλη χαραγμένη στον τοίχο ενθύμηση, σημειώνει ότι ο παπα-Κοσμάς χειροτονήθηκε50 μοναχός στις 17 Αυγούστου 1773. Τα παραπάνω στοιχεία μάς οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο ιερομόναχος Κοσμάς ήταν από πολύ πιο πριν μοναχός στο μοναστήρι αυτό και, μάλιστα, 50.

Βλ. Ελ. Καρακίτσιος, ό. π., σ. 71.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 173

όπως διασώζεται στο Μηνιαίο του Ιουνίου 1812 μ. Χ. έγινε κτίτοράς του δυο φορές. Σ’ αυτό υπογράφει: “...παπακοσμάς ω εκ μιροκόβου κτήτορας εσόθη”. Ήταν, λοιπόν, μοναστικό κέντρο και πριν από το 1815 και ο παπα-Κοσμάς υπηρετούσε σ’ αυτό το μοναστήρι. Το πιο πιθανό είναι να μυήθηκε στις αρχές της Φιλικής Εταιρείας και να θέλησε μ’ αυτόν τον τρόπο να βοηθήσει στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Το οικοδομικό συγκρότημα χτίστηκε σταδιακά και φαίνεται πως τελείωσε το 1836, όπως αυτό επιβεβαιώνεται από τη χαραγμένη μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου χρονολογία. Αν πρώτα χτίστηκε η εκκλησία και έπειτα τα κελιά ή το αντίθετο δεν είναι εξακριβωμένο. Οι αλλεπάλληλες καταστροφές του χωριού και του μοναστηριού από τους Τούρκους, 1823, 1825 υποθέτουμε ότι θα είχαν συμπεριλάβει και το μοναστήρι και θα ανάγκασαν τη μοναχική αδελφότητα να το ξαναχτίσουν, σχεδόν, εξαρχής. Στην είσοδο του μοναστηριού είχαμε σημειώσει παλαιότερα, γιατί σήμερα βοηθούσης της υγρασίας και του είδους της πέτρας καταστράφηκαν, τις χρονολογίες 1825 και 1828. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 1815 και ολοκληρώθηκαν το 1836 με όλες τις ενδιάμεσες δυσκολίες. Τα εγκαίνια της εκκλησίας έγιναν ένα χρόνο αργότερα, στις 19 Ιουλίου του το 1837, όπως σημειώνετια σε μια ενθύμηση: “ Εις τους χηλίους οχτακοσίους Τριάκοντα επτά Ιουλίου 19 εγγενίασα τιν εκλισίαν του αγήου μεγάλο μάρτιρος γεοργήου δηά συνδρομής του πανοσηοτάτου κυρήο Παπα-Κοσμά... κυρήο κυρήο Κυρήλλου... και γράφω δια ενθήμησιν”. Η παράδοση δηλώνοντας τη χρονική διάρκεια των εργασιών. σημειώνει πως οι μαστόρροι έρχονταν παιδιά- νέοι και έφευγαν γέροντες. Ακόμη καταθέτει πως “ ο πατέρας του παπα-Κοσμά ήρθε από το Καρπενήσι σώγαμπρος στα Στουρναρέικα Τρικάλων, όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε, παντρεύτηκε και έγινε παπάς ο Κοσμάς. Δεν απόκτησε όμως παιδιά και αργότερα χήρεψε.Κάποιςο από τους καπετάνιους της περιοχής του παρέδωσε τα παλικάρια του και έγινε έτσι κλέφτης στα βουνά. Εξουσίαζε51 την περιοχή που εκτεινόταν από την Καλαμπάκα, Περτούλι, Αυγό, Τζουμέρκα, Γάβρογο και τ’ Άγραφα. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες με τους Τούρκους, καθώς και στην έξοδο του Μεσολογγίου, απ’ όπου επέστρεψε στ οχωριό με πολλά χρήματα και άρχισε να κτίζει το μοναστή-

51. Αυτό δύσκολα μπορεί να το αποδεχτούμε, καθώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού την ίδια εποχή τα χωριά της ευρύτερης περιοχής ήταν αλλιώς οργανωμένα. Άλλωστε, ο παπα-Κοσμάς φαίνεται πως από πολύ νέος ήταν στο μοναστήρι του Μυροφύλλου και αν δεχτούμε το 1840 ως έτος θανάτου του στηριγμένοι σε μια ενθύμηση, τότε απομακρυνόμαστε χρονικά από τα γεγονότα που δηλώνει η παράδοση. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


174

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

ρι52. Για τοχτίσιμο του μοναστηριού εργάστηκαν 100 μαστόροι, 50 βοηθοί και 10 γυναίκες, καλόγριες, οι οποίες υπηρετούσαν το προσωπικό. Όταν τελιώσε το χτίσιμο και έφυγαν για τα σπίτια τους, έμεινε μόνον ο αρχιμάστορας με λίγους τεχνίτες πιο πίσω. Ξκαι όταν έφυγε και ο τελευταίος και ρίχτηκες με το σχοινί (=τριχιά) στον Αχελώο, κοιμήθηκαν στο απένατι χωριό της Ηπείρου. Εκεί τότε ονειρεύτηκαν τον Άγιο Γεώργιο να τους λέει: Καλά φκιάσατε το μοναστήρι, ξεχάσατε τον Άι-Ταξιάρχη να φκιάξαετε. Επέστρεψαν και έχτισαν53 και τους Αγίους Ταξιάρχες ξεχωριστά, δίπλα από την εκκλησία της Παναγίας. Ύστερα από παπα-Κοσμάς κατηγορήθηκε στον πασά των Ιωαννίνων πως δεν έχτισε μοναστήρι αλλά πολεμικό φρούριο και για το λόγο αυτόν τον πιάσανε και τον οδήγησαν δέσμιο στα Γιάννινα. Εκεί τότε μεσολάβησε κάποιςο Αλεξαντρής54 από το Λιάσκοβο της Καρδίτσας και εξαγόρασαν τον ηγούμενο με χρήματα του μοναστηριού. Ο Ιερομόναχος που μετέφερε το χρηματικό ποσό έκρυψε το μισό και έκτισε μ’ αυτά το μοναστήρι του Αγίου Μοδέστου55 στην Πύρρα Τρικάλων το 1859 μ. Χ.” Όπως θα παρατηρήσει ο αναγνώστης ανάμεσα στην παράδοση και στην παργματικότητα επικρατεί μια σύγχυση. Αλλού ο παπα-Κοσμάς φέρεται -και είναι- ιερομόναχος στο μοναστήρι και αλλού πολεμιστής με παλικάρια. Το πιο πιθανό είναι να μυήθηκε στις αρχές της Φιλικής Εταιρείας, καθώς υπηρετούσε σε ένα μοναστήρι γνωστό για τη δράση του στην εθνική αφύπνιση του Γένους και η Φιλική Εταιρεία με έξοδά56 της να ήθελε να χτίσει ένα τέτοιο πολεμικό φρούριο, αληθινό καταφύγιο, στην καρδιά της Πίνδου. Όσον αφορά αν αυτός οδηγήθηκε δέσμιος στα Γιάννινα ή άλλος ηγούμενος, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί, γιατί δεν υπάρχουν μαρτυρίες. Όμως, όπως και παραπάνω σημειώσαμε 52. Αυτό λέγεται, πιθανόν για να δικαιολογηθεί το ποσό των χρημάτων που δαπανήθηκε για το χτίσιμο του μοναστηριού και να αποφεύγονται έτσι οι ενοχλήσεις από τους Τούρκους. 53. Και αυτό δεν είναι σύμφωνο με την πραγματικότητα, αφού το παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών είναι χτισμένο έναν αιώνα πιο πριν, από το 1738. 54. Το όνομα αυτό το συναντούμε και ως Χριστάκη-Αφέντης και το 1854 οργανώνει την επανάσταση στη Σπηλιά των Αγράφων. 55. Ο ναός είναι αφιερωμένος στον προφήτη Ηλία και όχι στον Άγιο Μόδεστο. Ο Δ. Καλούσιος σημειώνει ότι μετά την ένωση της Μονής της Δέσης μεταφέρθηκαν εδώ και τα λείψανα του Αγ. Μοδέστου. Και ο τελευταίος ως άγιος-προστάτης των ζώων καθιερώθηκε να γιορτάζεται αυτός θέτοντας τη γιορτή του προφήτου Ηλιού σε δεύτερη μοίρα (Δημήτριος Γ. Καλούσιος, “Τρικαλινά Σύμμεικτα Β΄”, Θεσσαλικό Ημερολόγιο 20(1991), σ.150 [129-160]). 56. Για να δικαιολογηθεί το μεγάλο ποσό που χρειάστηκε για το χτίσιμο λένε πολλά. Για παράδειγμα λένε πως κατά τη διάρκεια των εργασιών υπήρχαν δυο μεγάλα καζάνια στα οποία οι επισκέπτες, προσκυνητές έριχναν τον οβολό τους. Πόσο, όμως, θα μπορούσαν να συνεισφέρουν αυτές οι προσφορές σε ένα τέτοιο έργο; Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 175

αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει, γιατί δεν ανταποκρίνεται χρονικά στην πραγματικότητα. Η κτιτορική επιγραφή του μοναστηριού της Πύρρας μας δείχνει ως κτίτορα τον παπα-Ανανία και έτος κτίσεως το 1859. Την ευθύνη του μοναστηριού του Αγ. Γεωργίου Μυροφύλλου την είχε τότε ο επίσης δραστήριος ηγούμενος π. Παΐσιος. Σημειώνω εδώ την κτιτορική επιγραφή57 από το μοναστήρι της Πύρρας: “Ανηγέρθη εκ βάθρων και ιστορήθη ο περικαλλής και πάν/σεπτος ούτος θείος ναός του προφήτου ηλιού του θεσβίτου/ αρχιερατεύονταος του πανιερωτάτου αγίου σταγών κυρίου κυ/ου Θεοφίλλου του συνεργούντος δι’ επιμελίας και μόχθου/ του πανοσιωτάτου πνευματικού κυρ ανανίου δια ελέ/η των φιλοχρήστων ευσεβών χριστηανών δια χειρός των/ ελαχίστων δούλων του θεού αθανασίου και Ζήση των εκ/ της κωμοπόλεως σαμαρήνης εν έτει 1859 οκτοβρίου 12/ Απόστολοι εκ περάτων σ6υναθροισθέντες ενθάδε Γεσθημανή τω χω/ρίω κηδεύσατέ μου το σώμα και συ υιέ και θεέ μου παραλαβέ μου το/ πνεύμα”. Σε μια από τις δεσποτικές εικόνες της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου διαβάζουμε: “...άπασα η οικοδομή του μοναστηριού ανειγέρθησαν κατα ΑΩΙΕ από σωτήριον έτους...” Εκεί, επίσης, αναφέρονται ως κτίτορες δυο Ιερομόναχοι, ο παπα-Κοαμάς και ο Γαβριήλ με τη μοναχή Μακαρία. Το καθολικό του Αγ. Γεωργίου ιστορήθκε58 το 1869 (τελείωσε στις 20 Οκτωβρίου) και ένα χρόνο αργότερα, 1870, ολοκληρώθηκε η αγιογράφηση του νάρθηκα. Το 1881, όταν έγινε η απογραφή των κατοίκων της ελύθερης πια Θεσσαλάις, το μοναστήρι είχε οκτώ μοναχούς. Αν και είναι ελάχιστα αυτά που γνωρίζουμε για την ιστορία του στα χρόνια της δουλείας, είναι, σχεδόν, βέβαιον ότι απόκτησε μεγάλη φήμη στη γύρω περιοχή και σ’ αυτό έβρισκαν καταφύγιο οι κατατρεγμένοι και τροφή οι πεινασμένοι. Επίσης, κάποιος από τους ηγουμένους του έκτισε59 το παλαιότερο κτίριο του Δημοτικού Σχολείου (ανακαινίστηκε αυτό 57. Δημήτριος Γ. Καλούσιος, “Τρικαλινά Σύμμεικτα Β΄”, Θεσσαλικό Ημερολόγιο 20(1991), σ.141 [129-160] και Τριαντάφυλλος Δ. Παπαζήσης, Τρικαλινό Ημερολόγιο 1996, Τρίκαλα 1996, σ. 307. 58. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες τα έξοδα της αγιογράφησης ήταν σαράντα λίρες της εποχής εκείνης και τις πρόσφεραν οι κλέφτες της περιοχής οι Τσεκουραίοι. Οι ίδιοι πρόσφεραν χρήματα και συντήρησαν αργότερα τη σκεπή της εκκλησίας. Είνα αξιοπαρατήρητο το γεγονός των ιδιαίτερων σχέσεων με τους κλεφτοαρματολούς, κάτι, βεβαίως, που είναι γενικότερο φαινόμενο. 59. Πληροφορία Δημ. Παπανικολάου. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


176

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

για πρώτη φορά στα χρόνια του δασκάλου Δημ. Παπανικολάου και για δεύτερη φορά στα χρόνια του Λεων. Χριστοδουλόπουλου) αλλά και οι ίδιοι οι μοναχοί δίδασκαν στα παιδιά των Μυροκοβιτών. Το 1886 προσαρτήθηκε στην Ι. Μονή του Αγ. Γεωργίου το μονύδριο της Αγ. Κυριακής το οποίο βρίσκεται στη Νεράιδα Τρικάλων (τότε Γρεβενοσέλι). “...το εν των δήμω Κοθωνίων της αυτής επαρχίας Τρικ-/κάλων και εν τη ατυή Επισκοπή Σταγών κείμενον μονύδριον/ της Αγίας Κυριακής ή του Γρεβενοσέλι ενούται μετά της/ εν τω αυτώ δήμω και εν τη αυτή Επισκοπή κειμένης μο-/νής του Αγίου Γεωργίου ή του Μυροκόβου και θεωρείται του/ λοιπού αυτό τε και τα απ’ αυτού εξαρτώμενα κτήματα ως/ ταύτης μετόχιον... Εν Αθήναις τη 8 Ιουλίου 1886/ ΓΕΩΡΓΙΟΣ / Π. ΜΑΝΕΤΑΣ...”60 Δεν έλειψαν και τα μελανά σημεία που συνέβαλαν στη διάλυση του μοναστηριού. Η δεκαετία του ‘30 ήταν η απαρχή. Από την τεράστια περιουσία του άλλη απαλλοτριώθηκε και άλλη περιήλθε στην εκποιητέα περιουσία του ΟΔΔΕΠ. Έτσι, άρχισε σιγά-σιγά να καταρρέει κυριολεκτικά και μεταφορικά και το τελιεωιτκό χτύπημα του το έδωσε ο σεισμός του την 1η Μαΐου 1967. Μετά τη διάλυσή του υπήχθη αρχικά στην Ι. Μονή Προφήτου Ηλιού Πύρρας και κατόπιν ώς σήμερα στην Ι. Μονή Γκούρας. Στην καθίζηση του ‘63 φάνηκε πολύ χρήσιμο, γιατί στα σωζόμενα κελιά του φιλοξένησε χωριανούς με τις οικογένειές τους και τα ζωντανά τους. Και με μια μικρή επιδιόρθωση τότε θα μπορούσε να φιλοξενήσει πιο πολλούς. Oι ναοί του μοναστηριού α. Το Καθολικό της Μονής- ο ναός του Αγ. Γεωργίου Ο ναός του Αγ. Γεωργίου είναι, τουλάχιστον τους δυο τελευταίους αιώνες, το καθολικό της I. Mονής και βρίσκεται στο μέσον της ανατολικής πλευράς. Kατά την παράδοση –δεν επιβεβαιώνεται, τουλάχιστον ώς σήμερα– στη θέση αυτή υπήρχε μικρότερη εκκλησία στο όνομα του ιδίου Aγίου και πάνω σ’ αυτήν κτίστηκε η νεότερη. Η στρογγυλή σφραγίδα της Μονής που σώζεται αποτυπωμένη σε ένα από τα πρώτα φύλλα ενός Ευαγγελίου του 1697 μιλά εκτός από εκκλησία του Αγ. Γεωργίου και για εκκλησία της Γεννήσεως του Σωτήρος Χριστού. Το βιβλίο αυτό ανήκει στη Μονή του Αγ. Γεωργίου πριν ακόμη χτιστεί η εκκλησία όπως είναι σήμερα και της Γεννήσεως του Χριστού. Ποια ήταν, όμως, τότε η εκκλησία της Γεννήσεως του Χριστού και ποια του Αγίου Γεωργίου; Πού ήταν αφιερωμένες οι εκκλησίες, αν προϋπήρξαν άλλες, 60. Βλ. ΦΕΚ αρ. 184/8-7-1886. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 177

Ο ναός της Γεννήσεως του Χριστού μετά την αναστήλωση (φωτ. Δημ. Ράπτης).

αν, πότε και γιατί έγινε η αλλαγή δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Όλοι οι κάτοικοι γνωρίζουν εκ παραδόσεως ότι η παλαιότερη εκκλησία, του 1614 είναι αφιερωμένη στην Παναγία61 (κανείς δεν γνωρίζει αν είναι της Κοίμησης, της Γέννησης, των Εισοδίων), παρόλο που στη θέση του τιμώμενου αγίου στο τέμπλο της είναι η εικόνα της Γεννήσεως του Χριστού. Με τις εργασίες της αναστήλωσης, όμως, αποκαλύφθηκε η τοιχογραφία πάνω από την είσοδό της που εικονίζει τη Γέννηση του Χριστού και ενίσχυσε έτσι την άποψη ότι πρόκειται για εκκλησία της Γεννήσεως του Χριστού. Δεν μπορούμε να πούμε, όμως, από πότε; Από κτίσεώς της, 1614, αργότερα και γιατί ή παράδοση διέσωσε, και μάλιστα τόσο έντονα, της Παναγίας, ώστε να μην θυμάται κανείς,της Γεννήσεως του Χριστού; Αν έτσι έχουν τα πράγματα και ήταν και Αγ. Γεωργίου και Σωτήρος Χριστού, τότε στη θέση του σημερινμού Αγ. Γεωργίου υπήρχε μικρότερη εκκλησία που αναφέρει η παράδοση και την οποία μεγάλωσε ο παπα-Κοσμάς χτίζοντας το νέο μοναστήρι. Kαι αν όλα τα σχετικά, όπως είδαμε, με την ίδρυση του μοναστηριού, τον κτίτορα, τις δραστηριότητες για τα προηγούμενα χρόνια παραμένουν σκοτεινά και ώς ένα σημείο, συνεπώς, υποθετικά, για την εκκλησία του Aγίου Γεωργίου, είμαστε βέβαιοι ότι χτίστηκε (τουλάχιστον τότε τελείωσε) το 1836 μ.X. 61. Τελευταία ο μελετητής την ονόμασε, άγνωστο γιατί, το Γενέσιον της Θεοτόκου. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


178

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

Aυτό προκύπτει και από τη σκαλισμένη στο χώρο του νάρθηκα, στο αριστερό μέρος της εισόδου, χρονολογία, αλλά και από την ενθύμηση που σημειώνεται στα παλαίτυπα της Mονής, σύμφωνα με την οποίαν στις 19 Iουλίου 1837 έγιναν τα εγκαίνια62 της εκκλησίας. Στην είσοδό της διαβάζουμε: «1836 AπρΗληου 1 MPKB» Eπίσης, η ίδια χρονολογία βρίσκεται και στην εξωτερική πλευρά της κόγχης του I. Bήματος63. «1836 Mαΐου 15» Eίναι, επίσης, βέβαιον ότι αγιογραφήθηκαν το μεν καθολικό το 1869 μ.X., ο δε νάρθηκας ένα χρόνο αργότερα, το 1870, από τους Σαμαρινιώτες αγιογράφους, Aθανάσιο και Γεώργιο. Kτίτορας του ναού και ολοκλήρου του μοναστηριού, όπως αυτό σώζεται σήμερα, τουλάχιστον στην τελευταία οικοδομική φάση, είναι ο παπα-Kοσμάς, ο οποίος αλλού φέρεται να είναι «εκ μονής» και αλλού «εκ Μυροκόβου». Tο όλο οικοδόμημα του ναού έχει σχετικά μικρές διαστάσεις, 13X8 μ. και ύψος 7 περίπου μέτρων. Ο ναός είναι ολόγυρα ελεύθερος από άλλα κτίρια, υψώνεται τόσο, ώστε να γίνεται ορατός όχι μόνο από τους ενοίκους, αλλά και από όλες τις πλευρές και έξω της Mονής. Δεν παρουσιάζει καμιά αρχιτεκτονική έξαρση ούτε και ιδιαίτερο σχέδιο, εκτός από τα σπασίματα της σκεπής στις τέσσερις γωνίες, στην ανατολική και δυτική πλευρά, τα οποία και προσδίδουν μια λεπτότητα, απαραίτητη, άλλωστε, για το ογκώδες και μεγαλόπρεπο του σχήματός του. Παρόλα αυτά το κτίριο είναι απόλυτα προσαρμοσμένο στο περιβάλλον, λιθόκτιστο με καλοδουλεμένη πέτρα, δομημένη κατά στρώσεις, λευκή και λευκόγκριζη, διανθισμένη που και που με καστανόχρωμη, όπως αυτές της Παναγίας. Ως συνεκτικό υλικό χρησιμοποιήθηκε καλής ποι62. Δημητρίου Eλ. Pάπτη, Aφύλακτοι θησαυροί, ό.π., σ. 118, αρ. ενθ. 35. 63. Σε ενθύμηση του 1836 διαβάζουμε ότι ο ναός του Αγ. Γεωργίου χτίστηκε για δεύτερη φορά. Αυτό σημαίνει ότι από το 1815 που άρχισε να κτίζεται το μοναστήρι, η τελευταία φάση, υπέστη μια, τουλάχιστον, καταστροφή (Δημητρίου Eλ. Pάπτη, ό.π., σ. 115, αρ. ενθ. 21). Εύλογα δημιουργούνται ερωτήματα, όπως για παράδειγμα, πώς διεσώθησαν οι εικόνες, το τέμπλο και γενικά τα ξύλινα και ξυλογλυπτα μέρη, τα βιβλία από μια πιθανή καταστροφή; Ποιο τμήμα του μοναστηριού καταστράφηκε; Mόνον η εκκλησία ή και όλα τα κτίρια; Tο 1823-1825 καταστράφηκε και το Mυρόφυλλο και, ίσως, τότε και το μοναστήρι. Σε μια άλλη ενθύμηση πάλι διαβάζουμε ότι το 1825 οι καλόγεροι κατοικούσαν στη Mεσούντα. Nα μην είχαν πού να μείνουν ή εκδιώχθησαν (Δημητρίου. Eλ. Pάπτης, ό.π., σ. 114, αρ. ενθ. 16). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 179

ότητας ασβεστοκονίαμα προερχόμενο, μάλλον, από δικά της ασβεστοκάμινα. Eξωτερικώς οι τοίχοι δεν έχουν καμιά διακόσμηση, εκτός από την τυφλή τοξοστοιχία πάνω από το μονόλοβο παράθυρο της αψίδας του I. Bήματος. Tο καθολικό είναι σταυροειδές εγγεγραμμένο, μονόχωρο με σαμαροσκεπή εξωτερικά, ξυλόστεγη και θολωτή εσωτερικά σκεπή με σχιστολιθικές πλάκες εγχωρίου παραγωγής. O φωτισμός και ο εξαερισμός του γίνονται από πολύ μικρά παράθυρα, εξωτερικά τετράγωνα και εσωτερικά πυραμιδοειδή, που τοποθετούνται για λόγους ασφαλείας πολύ ψηλά. Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε και ένα ακόμη στην πίσω από το χορό των Iεροψαλτών πλευρά, ασφαλώς, για φωτισμό, κατά την ανάγνωση των ακολουθιών. Eπίσης, μικρότερα ανοίγματα στο Iερό Bήμα και ένα μεγαλύτερο στη δυτική πλευρά συμπληρώνουν τον εξοπλισμό φωτισμού και εξαερισμού του εσωτερικού χώρου. O νάρθηκας της εκκλησίας βρίσκεται στο δυτικό τμήμα, είναι ανοικτός, κιονοστήρικτος από την ίδια πέτρα και στη βορινή πλευρά του υπάρχει ένα μικρότερο κτίσμα αποτελούμενο από δύο δωμάτια, το αποκαλούμενο «παλαβοκίλι». H ενιαία είσοδος των δύο κελλιών βλέπει στο νάρθηκα της εκκλησίας και η σκεπή τους ακουμπά στη βόρεια πλευρά του καθολικού και του νάρθηκα64. Tο δάπεδο του καθολικού είναι υψομετρικά ελαφρώς χαμηλότερο του νάρθηκα (τρία σκαλοπάτια) και τα δύο αυτά τμήματα επικοινωνούν με θολωτή πόρτα μικρών διαστάσεων. Eίναι επιστρωμένο με σχιστολιθικές πλάκες ορθογωνίου σχήματος και το I. Bήμα διαχωρίζεται με ξυλόγλυπτο τέμπλο. Στο Ι. Βήμα υπάρχουν, επίσης, η Πρόθεση και το Διακονικό, καθώς και άλλες μικρές βοηθητικές κόγχες. H αψίδα του είναι ημικυκλική, η Πρόθεση και το Διακονικό, καθώς και οι άλλες βοηθητικές για τις λειτουργικές ανάγκες κόγχες. Παράλληλα με αυτά υπάρχουν τα ξύλινα στασίδια από γερά καστανόχρωμα ξύλα που στηρίζονται πάνω σε ξύλινο δάπεδο και αυτό με τη σειρά του στο πέτρινο. Πέτρινα πεζούλια στο νάρθηκα του καθολικού εξυπηρετούν τουςς πιστούς πριν ακόμα μπουν στο εσωτερικό του ναού. β. Ο ναός της Γεννήσεως του Σωτήρος Χριστού Eίναι το αρχαιότερο κτίσμα της Ι. Mονής του Aγίου Γεωργίου και, μάλλον, και της ευρύτερης περιοχής του Aσπροποτάμου. Aν και η σκαλισμένη σε πέτρα 64. Σ’ αυτό, κατά παράδοση, έβρισκαν καταφύγιο με τη θέλησή τους (σπάνια αυτό) ή με βία οι ψυχικώς άρρωστοι και περίμεναν με τη χάρη τ’ αφέντη τ’ Άι-Γιώργη να ιαθούν. Ένας από αυτούς τελευταία αφαιρώντας από το εσωτερικό πέτρες άνοιξε μια οπή στην προσπάθειά του να αποδράσει και κατέστρεψε έτσι και ένα τμήμα της αγιογραφίας του νάρθηκα. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


180

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

Από την ημέρα του πανηγυριού στις 23 Απρίλη (φωτ. Δημ. Ράπτης).

στην εξωτερική πλευρά της νότιας κόγχης χρονολογία εγείρει65 πολλές συζητήσεις, για τη χρονολογία που χτίστηκε, φαίνεται πως η δεύτερη δεκαετία του 17ου αι. μ.X. είναι, προς το παρόν, το μόνο βέβαιον. Λείπουν66,επίσης, και τα 65. Σημειώνεται αλλού η χρονολογία 1618, ενώ η 7η Eφορεία Bυζαντινών Aρχαιοτήτων Λάρισας στην εισηγητική έκθεσή της προς το YΠ.ΠO. σημείωσε τη χρονολογία 1623/24 (βλ. 7η Eφορεία Bυζαντ. Aρχαιοτ., αρ. Πρωτ. 1198/10-12-’84). O Eλ. Kαρακίτσιος προσθέτει μια τρίτη χρονολογία, το 1614, την οποίαν και θεωρεί βεβαία, στηριζόμενος στην σκαλισμένη στη νότια κόγχη επιγραφή, παρόλο που αυτή δεν επιβεβαιώνεται γραπτώς σε άλλες πηγές. Δεν επιβεβαιώνεται το κάψιμο της Μονής από τους Τούρκους εξαιτίας του ότι ο Επίσκοπος Τρίκκης, Διονύσιος, το χρησιμοποιούσε ως ενδιάμεσο σταθμό προς την πατρίδα του, το Διχούνι Θεσπρωτίας και μετά την αποτυχία της επανάστασης το 1611 μ. Χ. οι Τούρκοι θέλησαν να τον εκδικηθούν καίγοντας μοναστήρια και εκκλησίες που είχαν σχέση μαζί του. Κάρβουνα και άλλα υπολείμματα πυρκαγιάς που βρίσκονταν στα χώματα των θόλων της τελευταίας φάσης προέρχονταν από τις τελευταίες καταστροφές του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Αν λοιπόν κάηκε εξαιτίας της επανάστασης του Διονυσίου του Φιλοσόφου, πρέπει οι μοναχοί με τους Mυροκοβίτες να το ξανάχτισαν είτε αμέσως είτε και αργότερα, πάντως στο πρώτο τέταρτο του 17ου αι. μ.X. κάνοντας έτσι και αρχή της δεύτερης φάσης της πορείας του. 66. H κτιτορική επιγραφή στην εξωτερική πλευρά της του Χριστού Γεννήσεως δεν σώζεται πια, για να διαφωτίσει τα πράγματα. Για τον αρχιτεκτονικό αυτόν τύπο βλ. Αθαν. Παλιούρας, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Αρχαιολογία, Παν/μιο Ιωαννίνων 1998, σ. 109 κ.έ. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 181

ονόματα των τεχνιτών και των κτιτόρων, καθώς και τα ονόματα των αγιογράφων που ιστόρησαν το εσωτερικό του ναού. Bρίσκεται στο κέντρο του μοναστηριακού οικοδομικού συγκροτήματος, είναι σχετικά μικρός και μονόχωρος ναός, βυζαντινού ρυθμού, σταυροειδής με τρούλλο. O τύπος αυτός είναι, ως γνωστόν, ευρύτερα διαδεδομένος στον ορεινό όγκο της Πίνδου, κυρίως, από τα μεταβυζαντινά χρόνια, βρίσκεται πιο κοντά στο Bυζάντιο και είναι ευρύτατα επηρεασμένος από τον αγιορείτικο τύπο, καθώς στο βόρειο και νότιο τοίχο αναπτύσσονται πολυγωνικές κόγχες, οι οποίες σπάζουν τη μονοτονία και είναι προορισμένες για τους χορούς των ιεροψαλτών67. H τοιχοδομία του είναι απλή σε οριζόντιες στρώσεις από ημιλαξευτές πέτρες από τον κοντινό Aχελώο, καστανόχρωμες ή γκριζοπράσινες, χτισμένες με κοκκινόχωμα ως συνεκτικό υλικό, γιατί, καθώς φαίνεται, η αρμολόγηση με ασβεστοκονίαμα έγινε αργότερα και πιθανόν, όταν χτιζόταν το υπόλοιπο μοναστηριακό συγκρότημα. Tα λίγα και μικρά μονόλοβα παράθυρα, διαφορετικού μεγέθους το καθένα, θολωτά η ορθογώνια, κατανεμημένα σε διαφορετικά ύψη ολόγυρα στην εκκλησία, επιτρέπουν να μπει στο εσωτερικό του ναού λιγοστό φως και να δημιουργηθεί έτσι ένα δέος που υποβάλλει τον επισκέπτη. Aπό αυτά, τα δύο μόνο, της νότιας και βόρειας κόγχης, είναι μεγαλύτερα, για να επιτρέπουν περισσότερο φως για την ανάγνωση βιβλίων κατά τη θεία λειτουργία. Tα παραθυρόφυλλά τους ήταν ξυλόγλυπτα με ωραιότατα επιφανειακά ανάγλυφα με φυτικό και ζωικό διάκοσμο68. Σε χαμηλότερο επίπεδο απ’ αυτό του κυρίως ναού βρίσκεται ο νάρθηκας, ο οποίος, καθώς φαίνεται προστέθηκε αργότερα69 στη δυτική πλευρά της εκκλη67. Mε το ναό της Γεννήσεως του Χριστού και γενικότερα το μοναστήρι ασχολήθηκε ο Eλ. Kαρακίτσιος, ό.π., η Kαρακίτσιου - Παπανικολάου Σοφία, «H I. Mονή Aγ. Γεωργίου Mυροφύλλου από αρχαιολογική άποψη», Πρακτικά Hμερίδας για την I. Mονή Aγ. Γεωργίου Mυροφύλλου Tρικάλων εν όψει του φράγματος Συκιάς, Aθήνα 1997, σσ. 36-39. Bλ. επίσης Σπ. Kοκκίνη, Tα μοναστήρια της Eλλάδος, εκδ. Eστίας, Aθήνα 1976, σ. 39 και Δημ. Eλ. Pάπτης, Aφύλακτοι Θησαυροί. Tο μοναστήρι του Aγίου Γεωργίου Mυροφύλλου Tρικάλων, Aθήνα 1985, σ. 54 κ.έ. 68. Απομεινάρια αυτών, δείγματα της ωραιότατης αυτής ξυλογλυπτικής τέχνης σώζονταν ως τελευταία. Δυστυχώς, στην προσπάθειά μας να τα καταγράψουμε δεν βρέθηκαν. 69. Πέρα από την εξωτερική όψη η οποία δείχνει φανερά ότι το τμήμα αυτό είναι επιπρόσθετο στο ναό της Παναγίας, στην άποψη αυτή μάς οδηγεί και το παράθυρο που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του ναού και είναι εξωτερικά καλυμμένο. Ήταν αυτό που επέτρεπε κατά τις απογευματινές ώρες να μπαίνει αρκετό φως στο μισοσκότεινο περιβάλλον του εσωτερικού του ναού, καθώς αυτού του είδους τα ανοίγματα στένευαν προς τα έξω. Ένα τέτοιο παρόμοιο άνοιγμα βρίσκεται και στη δυτική πλευρά του Aγίου Γεωργίου. Εξάλλου, διασώζεται και μια προφορική παράδοση η οποία και «δικαιολογεί» το χτίσιμο της εκκλησίας των Ταξιαρχών σε μεταγενέστερο χρόνο. Ο Δημ. Καρακίτσιος διηγούνταν πως Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


182

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

σίας, πιθανόν κατά την ανοικοδόμηση του παρεκκλησίου των Tαξιαρχών70. Δεν γνωρίζουμε, αν ήταν αγιογραφημένος, γιατί δεν σώζονται καθόλου ίχνη, εκτός από την κτιτορική επιγραφή της οποίας μόνον σπαράγματα σώθηκαν, δίχως να βοηθούν την έρευνα. H σκεπή του είναι θολωτή στο εσωτερικό και αμφικλινής εξωτερικά. H κόγχη του Aγ. Bήματος και η βορινή πλευρά είναι σκεπασμένες με σχιστόπλακες, ενώ ο τετράγωνος εξωτερικά και θολωτός εσωτερικά τρούλλος, κτισμένος με συμπαγείς εντοπίου παραγωγής πλίνθους71 και η νότια πλευρά του ναού είναι σκεπασμένη με εντοπίου παραγωγής κεραμίδια. Tο δάπεδο είναι στρωμένο με ασβεστολιθικές πλάκες ακανόνιστου σχήματος και με κεραμικά πλακίδια72 20Χ40. O κυρίως ναός διαχωρίζεται από το ιερό με ξύλινο τέμπλο ελαφρώς σκαλισμένο, δίχως ιδιαίτερη αξία73. Το ιερό αποτελεί προέκταση του κυρίως ναού, περιλαμβάνει δυο κόγχες, της Πρόθεσης και του Διακονικού και την κεντρική αψίδα. Και στις τρεις υπάρχει από ένα μονόλοβο παράθυρο. Την Αγία Τράπεζα αποτελεί μια απλή πλάκα πάνω σε ένα βαθύ άνοιγμα, ακριβώς κάτω από την κεντρική κόγχη. Στη δυτική πλευρά σε μεταγενέστερη εποχή προστέθηκε ο εσωνάρθηκας στον οποίο δεν σώζεται η αγιογραφία του παρά μόνον ελάχιστα δείγματα. Το δάπεδο αποτελείται από τα ίδια κεραμικά πλακίδια με τον κυρίως ναό σε μικρότερο μέγεθος συμπληρωμένα σε μεγάλη έκταση από πέτρινες πλάκες. Σε συνέχεια προς την έξοδο μπορούμε να σημειώσουμε έναν ακόμη θολωτό στο ισόγειο χώρο ο οποίος χρησίμευε ως πέρασμα από τη μια πτέρυγα στην άλλη. Ίσως, αυτό το τμήμα να χτίστηκε σε μεταγενέστερο ακόμη χώρο, όταν χρειάάκουσε από παλαιότερους να λένε ότι όταν οι μαστόροι τελείωσαν το κτίσιμο και έφευγαν, το βράδυ είδαν στον ύπνο τους ότι ξέχασαν να χτίσουν τον Άι-Ταξιάρχη και γύρισαν πίσω και τον έχτισαν. 70. Eλ. Kαρακίτσιος, ό.π., σ. 89. 71. Στο Mυρόφυλλο, στην τοποθεσία «Kεραμ(ιδ)αργιό», χαμηλά στην παρόχθια περιοχή του Aχελώου, στον κάμπο του χωριού, σύμφωνα με την παράδοση υπήρχαν δυο κεραμοποιεία εκ των οποίων σωζόταν ώς τελευταία ο θολωτός τοίχος του ενός χωμένος στα χαμόκλαδα. Aπό αυτά φαίνεται ότι εφοδιαζόταν και το χωριό, αν κρίνουμε από ένα σπίτι που σώθηκε ώς το 1963 (το κατέστρεψε η καθίζηση). Aλλά σ’ αυτό συνηγορούν και πολλά θραύσματα κεραμιδιών που με ευκολία βρίσκει κανείς διάσπαρτα στον κάμπο, από χαμηλά στο ποτάμι («Kάτω Bαργιάνια», ιδιοκτησίας Oδ. Mπακατσέλου) έως το κεφαλάρι του σημερινού κεντρικού οικισμού του χωριού, όπως στην «Aπάν’ Pούγα». 72. H χρήση τέτοιου υλικού (κεραμικά) δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε εδώ για διακοσμητικούς λόγους, γιατί κάτι τέτοιο έπρεπε να έχει γίνει και στην εξωτερική επιφάνεια των τοίχων. Ίσως, οι αρχικές του δαπέδου να ήταν τέτοιες και να προστέθηκαν οι πέτρινες αργότερα. Το μόνο διακοσμητικό στοιχείο που μπορεί να διακρίνει κανείς είναι σε ένα τοξωτό παράθυρο στην νότια πλευρά όπου χρησιμοποιείται κεραμιδωτή διακόσμηση. 73.Φ. Tσάτσου, «Η αγιογραφία, συντήρηση…, ό.π., σσ. 27-30. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 183

Λαϊκή εικονογραφία στο νάρθηκα του Αγ. Γεωργίου (φωτ. Δημ. Ράπτης).

στηκε να συνδεθει το τμήμα αυτό με τα υπόλοιπα κτίρια του δυτικού μέρους. Αν ισχύει αυτό, τότε ήταν άλλιώς διαμορφωμένοι οι χώροι και στο ισόγειο και στο ανώγειο και προφανώς ανήκαν στο μοναστήρι με διαφορετική από τη σημερινή μορφή και με καθολικό την εκκλησία της Γεννήσεως του Χριστού74. Tο εσωτερικό του ναού είναι αγιογραφημένο, άγνωστο από πότε, αφού δεν διασώζεται τίποτε σχετικό. Oύτε και η καταστραμμένη, σχεδόν εξολοκλήρου, κτιτορική επιγραφή πάνω από την είσοδο του καθολικού μπορεί να μας διαφωτίσει, καθώς εκεί διαβάζουμε μόνο το όνομα κάποιου μοναχού75: «...του δούλου του Θεού Γαβριήλ, μοναχού...» Οι αγιογραφίες, παρόλο που μέχρι τελευταία σώζονταν έως πάνω από τα στασίδια, είναι στο σύνολό τους, σχεδόν, καταστραμμένες από την υγρασία. Συγκρίνοντας τα εναπομείναντα τμήματα της αγιογραφίας, υποθέτουμε ότι 74. Ο Σωτ. Βογιατζής σε εργασία του που εκπονήθηκε στο πλαίσιο της μελέτης αποτύπωσης του συγκροτήματος εν όψει της εκτροπής του Αχελώου σημειώνει ότι είναι το Γενέσιον της Παναγίας. Κανείς δεν ενθυμείται εορτή στο μοναστήρι στις 8 Σεπτεμβρίου. Εορτάζεται, όμως, στα νεότερα χρόνια η κοίμηση της Θεοτόκου, για την οποία υπάρχει ένα εκκλησάκι στο συνοικισμό Φανάρι. 75. Tο υπόλοιπο τμήμα της επιγραφής είναι δυσανάγνωστο, γιατί ο χρόνος σβήνοντας δίχως λύπηση κατέστρεψε πολύτιμες πληροφορίες. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


184

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

πρόκειται για τα μέσα του 17ου αι. μ.X., όταν τότε ψηλά στ’ Άγραφα άκμαζαν76 οι Tέχνες και τα Γράμματα. γ. Το παρεκκλήσιο των Tαξιαρχών Tο παρεκκλήσιο των Tαξιαρχών αποτελεί ξεχωριστό και υπερυψωμένο οικοδομικό τμήμα, συνέχεια της εκκλησίας της Παναγίας. Bρίσκεται υπεράνω του νάρθηκα της Παναγίας και ο χώρος αποτελείται από το νάρθηκα, το εκκλησάκι των Tαξιαρχών και ένα ακόμη κελλί μικρών διαστάσεων στα βόρεια, χώρος περισυλλογής, μάλλον, και προσευχής των ενοικούντων, αφού το ίδιο το παρεκκλήσι φαίνεται πως εξυπηρετούσε τις ανάγκες των μοναχών κατά τους χειμερινούς μήνες77. Xρησιμοποιώντας ως κύριες ενδείξεις την τοιχοδομία και τη διάρθρωση γενικά του εξωτερικού μέρους του μνημείου και κάνοντας συγχρόνως μια σύγκριση με τα υπόλοιπα χτίσματα δεν μπορούμε να απομακρυνθούμε για πολύ χρονικό διάστημα από την εποχή που χτίστηκε η εκκλησία της Παναγίας. Tο είδος της πέτρας, το μέγεθός της, ακόμα και η κατά στρώσεις τοποθέτησή της βοηθούν στην παραπάνω σκέψη. Πόσο όμως κοντά μάς οδηγούν κανείς δε γνωρίζει με βεβαιότητα78. H θέση του και ο τρόπος με τον οποίον είναι συζευγμένο με την εκκλησία της Γεννήσεως του Χριστού, καθώς επίσης και η κάλυψη μέρους της κτιτορικής επιγραφής και ενός παραθύρου στα δυτικά της εκκλησίας συνηγορούν για το τέλος του 17ου και αρχές του 18ου. Σ’ αυτό συντείνει και η χρονολογία της κτιτορικής επιγραφής, AΨΛH (1738): ANIΣTOPHΘH TO IEPON ΠAPEKKΛHΣION TΩN AΓIΩN TAΞIAPXΩN MIXAHΛ KAI/ ΓABPIHΛ (...) ΔIA ΣYNΔPOMHΣ TOY ΠANOΣIΩTATOY IEPO(MO)NAXOY ΔIONYΣIOY (...) ΘEOΦIΛEΣTATOY EΠIΣKOΠOY ΘEOΦANOYΣ79/ K(...)ΔIΑKONΩN/ AΨΛH/ XEIP Δ(OYΛOY;) (XPYΣ)ANΘOY. 76. Γiα την τωρινή κατάσταση της αγιογραφίας του ναού της Παναγίας βλ. το άρθρο της Φ. Tσάτσου, ό.π., σσ. 27-30. 77. Σε όλα τα μοναστήρια συνηθίζεται να έχουν ένα τέτοιο εκκλησάκι κοντά στα κελλιά των μοναχών για την προσευχή τους, τις ακολουθίες, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν το κρύο είναι δυνατό και εμποδίζει την απρόσκοπτη εκτέλεση των λατρευτικών καθηκόντων τους. 78. Yποστηρίχθηκε ότι είναι κτίσμα της δεύτερης φάσης ανέγερσης της I. Mονής, για την οποίαν, όμως, δεν έχουμε συγκεκριμένα στοιχεία (Bλ. Eλ. Kαρακίτσιος, ό. π., σσ. 211217). 79. O Θεοφάνης ήταν Eπίσκοπος Σταγών το 1723-1749 (Bλ. N. Γιαννούλης, Kώδικας Tρίκκης, Aθήνα 1980, σ. 113). Tο ίδιο όνομα συναντούμε και στην κόγχη της Πρόθεσης του Παρεκκλησίου. Πιθανόν να εμόνασε στη Mονή Mυροκόβου. Aπό την καλά ορθοΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Μ ο ν ή Αγ . Γε ω ρ γ ί ο υ Μ υ ρ ο φ ύ λ λ ο υ Τρ ι κ ά λ ω ν σ τ ο Χ ώ ρ ο κ α ι σ τ ο Χ ρ ό ν ο 185

Ο ναός είναι κατάγραφος με καλά διατηρημένες αγιογραφίες και το δάπεδο αποτελείται από ακανόνιστες πέτρινες πλάκες. Ακριβώς, επειδή το τμήμα αυτό βρίσκεται στη σύνδεση του παλαιού μοναστηριού που είχε ως καθολικό την εκκλησία της Παναγίας, δημιουργείται μια σύγχυση με τη λειτουργικότητα των χώρων. Για παράδειγμα διάφορες περιγραφές θέλουν το μεγάλο χώρο έξω από την εκκλησία των Ταξιαρχών ως νάρθηκα στο μικρό εκκλησάκι. Τόσος, όμως, μεγάλος χώρος ως νάρθηκας σε ένα τόσο μικρό εκκλησάκι φαίνεται λίγο παράξενο και βεβιασμένη άποψη. Ο χώρος αυτός ήταν πολύ μικρότερος, τουλάχιστον στην ευθεία της εξωτερικής πλευράς των κιονοστήριχτων τόξων, όπως αυτά διασώθηκαν στην πρώτη κλίμακα ανόδου και ενδεχομένως να τελείωνε πάνω από την θολωτή πόρτα που σημειώσαμε πιο πάνω ως χώρος διάβασης και επικοινωνίας με το νέο κτίσμα. Η διαμόρφωση αυτή που υφίσταται, έγινε τελευταία, για να το προστατεύει, ασφαλώς, από την κατάρρευση. Tο ισόγειο χρησιμοποιήθηκε ως νάρθηκας της του Χριστού Γεννήσεως και, μεταγενέστερα, φαίνεται, προσκολλήθηκε σ’ αυτόν και το υπόλοιπο οικοδόμημα, όπως προκύπτει από την τοιχοποιία, με την κλίμακα που οδηγεί στον όροφο, στο νάρθηκα του παρεκκλησίου και στο χώρο της προσευχής, H σκεπή του είναι αμφικλινής με σχιστόπλακες και εσωτερικά του παρεκκλησίου καμαροσκεπής, του δε νάρθηκα ξυλόστεγος. Tο δάπεδο και δω είναι πλακοστρωμένο. H αγιογράφηση του παρεκκλησίου που έγινε το 1738 διατηρείται σε καλή κατάσταση, αφού κατά παράκληση του αγιογράφου στο ζωγραφισμένο κιβώριο του Aγ. Bήματος δεν επιτρέπεται το υπερβολικό θυμίαμα: «ολίγω θυ/μίαμα άγιε ε/φημέριε ό/τι καπνίζετε/ το ιστώρισμα/ κε μαβρίζη/ κε χάνοντε/ τα έξοδα». Mόνον ο σεισμός του 1967 προκάλεσε ρωγμές και προξένησε καταστροφές σ’ ένα μέρος της, ενώ η υγρασία περιορίζεται στο ελάχιστο80. Oι αγιογραφίες του νάρθηκα ξεθώριασαν από την πολυκαιρία και διακρίνονται ελάχιστα η Παναγία με το Xριστό, πιθανόν του Aγ. Γεωργίου και ολόσωμος ο Άρχοντας Mιχαήλ81. γραφημένη επιγραφή φαίνεται πως η Mονή διατηρούσε ακόμα το πνεύμα των λογίων του προηγούμενου αιώνα. 80. H σκεπή του επισκευάστηκε τα τελευταία χρόνια για δεύτερη φορά είναι αυτό που προστάτεψε την αγιογραφία, σχεδόν στο ακέραιο, ενώ η τη πρόσφατη αναστήλωση έλυσε για πάρα πολλά χρόνια το πρόβλημα. 81. Ίσως, η παρουσία των αγιογραφιών αυτών λύνει και το πρόβλημα της αλλαγής του τιμώμενου Aγίου. Mένει, όμως, άγνωστη η χρονολογία, καθώς επίσης και οι λόγοι που τους ώθησαν σ’ αυτό. Oύτε γνωρίζουμε τη σχέση με την εκκλησία ή μοναστήρι που βρισκόταν απέναντι, στα «Kάτω Bαργιάνια». Γιατί, άραγε, καταστράφηκε ή μεταφέρθηκε στη Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


186

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

Θα είχαμε, ασφαλώς, μια πιο πλήρη και σαφή εικόνα του μοναστηριού αν στο παρόν δημοσίευμα περιγράφαμε και τον αγιογραφικό διάκοσμο και τον ξυλόγλυπτο πλούτο, τη βιβλιοθήκη, το πανηγύρι που τελείται κάθε χρόνο στις 23 Απρίλη, καθώς επίσης και τους αγώνες των φορέων, για να διασωθεί από την κατάκλυση λόγω του φράγματος Συκιάς. Μια τέτοια παρουσίαση θα ξεπερνούσε όμως κατά πολύ τα περιθώρια του περιοδικού

* Ο Δ. Ελ. Ράπτης είναι λέκτωρας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

σημερινή θέση του, όπως το θέλει η παράδοση; Πόσα να υποθέσει κανείς δίχως την απαιτούμενη έρευνα; Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος*

Ανδρέας Σπ. Ρίζος Το διπλοκάγκελο στους Μελισσουργούς Άρτας, την αετοφωλιά των Τζουμέρκων ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «Πέτρα» (2017-08-09)

Β

ρισκόμουν καθ’ οδόν προς την κεντρική Ευρώπη, όταν έλαβα το τηλεφώνημα από τον Ανδρέα Ρίζο. Μου ζήτησε να παρουσιάσω ένα βιβλίο που βρισκόταν στο τυπογραφείο. Είν’ αλήθεια πως δεν πολυκατάλαβα περί τίνος επρόκειτο. Άλλωστε, λίγη σημασία είχε, αφού μού είναι δύσκολο να χαλάσω το χατήρι του φίλου Αντρέα. Του αθόρυβου εργάτη για την ανάδειξη του πολιτισμού της Ηπείρου. Του καλοκάγαθου-με την αρχαιοελληνική έννοια-Αντρέα του οποίου η καρδιά έχει θέση για όλους τους Ηπειρώτες. Ωστόσο, το τηλεφώνημα επανέφερε τις νωπές μνήμες από τη συνεργασία με τους Μελισσουργιώτες για τη φιλοξενία των φοιτητών και φοιτητριών του Θερινού Σχολείου Τζουμέρκων. Ήρθαμε στο χωριό στα τέλη του Αυγούστου 2016 και οι Μελισσουργιώτες άνοιξαν τα σπίτια και τις καρδιές τους. Καρπός αυτής της επίσκεψης ήταν ένα κείμενό μου με τίτλο «Παναγιά Γραμμένη», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα των Συντακτών κι αναδημοσιεύτηκε από το περιοδικό της Αδελφότητας. Ήθελα λοιπόν να ξαναδώ το μοναστήρι της Παναγίας, μέρες που είναι, και να θυμίσω πως οι μέρες του Δεκαπενταύγουστου δεν είναι μόνο καιρός για γλέντια κι αναβάπτιση στον καθαρό αέρα. Είναι αφορμή για περισυλλογή όσον αφορά την πολιτισμική μας κληρονομιά. Πιο συγκεκριμένα, των βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων που άντεξαν τη μοναξιά τόσες δεκαετίες. Δεν είναι εύκολο όμως να τα βάλουν με την εγκατάλειψη. Αυτόν τον στόχο υπηρετεί πολλαπλά η Αδελφότητα των ΜελισσουργιωΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


188

Ε υ ά γ γ ε λ ο ς Γρ . Α υ δ ί κ ο ς

τών. Χρόνια τώρα αποθησαυρίζει τραγούδια, μνήμες, ήθη και έθιμα. Καταγράφει προβληματισμούς, ανησυχίες και προτάσεις. Για πολλά χρόνια το περιοδικό λειτουργεί ως κιβωτός της μνήμης των Μελισσουργιωτών με κέντρο αναφοράς την πολιτισμική και κοινωνική μήτρα τους, το χωριό. Μια κιβωτός μνήμης που απλώνεται και υφαίνεται από όλους τους τόπους που φιλοξένησαν τους Μελισσουργιώτες παλιότερα, αλλά κυρίως τα μεταπολεμικά χρόνια. Ωστόσο, ο λόγος που μας έφερε κοντά όλους αυτή τη μέρα είναι το βιβλίο για τον διπλοκάγκελο χορό που αποτελούσε τη σπονδυλική στήλη της ψυχαγωγίας, των κοινωνικών επαφών, της αναπαραγωγής του χωριού με τους αρραβώνες και τους γάμους. Ένα βιβλίο που γεννήθηκε χάρη στην εμμονική αγάπη του Αντρέα Ρίζου για το χωριό του και την παράδοση. Αλλά και χάρη στα μέλη της Αδελφότητας, που είναι αφοσιωμένα στο χωριό και τη διατήρηση του σημαντικού περιοδικού. Σπυρί σπυρί μαζεύουν τη μνήμη του χωριού, που γίνεται χρυσόσκονη στο βιβλίο του Αντρέα Ρίζου , καθώς σύρει την κουρτίνα της λήθης ξεναγώντας σε μορφές ζωής ξεχασμένες. Πολυκαιρισμένες. Τι εξυπηρετεί ένα βιβλίο για την παράδοση σήμερα; Γράφεται στα προλεγόμενα, στο φυλλάδιο που συνοδεύει το cd. «Μια εσωτερική ανάγκη μας ωθεί, νοσταλγικά, ακόμη και τη νέα γενιά, για επιστροφή στην παράδοση. Για επιστροφή σ’ αυτόν τον πνευματικό και ανθρώπινο δεσμό, μέσα στο χώρο και το χρόνο». Θα συμφωνήσω πως ο νόστος δυναμώνει όσο περνάνε τα χρόνια. Οι γενιές, όμως, που νιώθουν τον νόστο σιγά σιγά υποχωρούν στην προέλαση του χρόνου. Συνεπώς, ο νόστος όσο πάει μεταλλάσσεται. Αλλάζει περιεχόμενο στις καρδιές και τον νου των νεότερων γενιών. Των παιδιών που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στα αστικά κέντρα. «Σε αυτό αποσκοπεί και τούτη η εργασία μας», γράφει ο Αντρέας Ρίζος. «Να μάθουν οι νεότερες και οι μελλούμενες γενιές την ιστορία και την παράδοση του χωριού μας», συνεχίζει. Για ποιο λόγο θα ρωτούσε κάποιος αιρετικός. Καλά είμαστε κι έτσι. Το βιβλίο, καθώς προχωράει, δίνει τις απαντήσεις του. Ωστόσο ο συγγραφέας κι επιμελητής του ανήκει σε μια τυχερή γενιά. Βίωσε τον ξεριζωμό στα κράσπεδα του αστικού κέντρου. Δεν είχε τη βιωματική σχέση. Δεν έζησε στο χωριό. Όμως, είχε την τύχη να μεγαλώνει με τα λόγια της Βάβως Κώσταινας. Όμως, το ίδιο συνέβη με πολλούς. Με τη δική μας γενιά. Διαβάζοντας το βιβλίο του Ανδρέα Ρίζου μπερδευόμουν και νόμιζα μερικές φορές πως αφορούσε τη δική μου ζωή. Πως εξιστορούσε την περιπέτεια όλων όσοι γεννήθηκαν στις παρυφές των πόλεων, εκεί που τους απόρριξε η ανάγκη. Γνωρίσαμε την παράδοση με λοξό τρόπο. Από χαραμάδες που άνοιξαν οι αραιές επισκέψεις στον γενέθλιο τόπο. Αλλά και μέσα από τις ιστορίες του πατέρα και της μάνας, της γιαγιάς και του παππού. Το βιβλίο αυτό έχει ως ραχοκοκαλιά του τον διπλοκάγκελο χορό. Την κορυΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Το δ ι π λ ο κ άγ κ ε λ ο σ τ ο υ ς Με λ ι σ σ ο υ ρ γ ο ύ ς Άρ τ α ς , τ η ν α ε τ ο φ ω λ ι ά τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν 189

φαία μουσικοχορευτική , πολιτισμική και κοινωνική έκφραση του χωριού όπου οι άνθρωποι ανανέωναν τους δεσμούς της. Είναι ένα καντήλι στους παλιούς. Στη μνήμη εκείνων που κράτησαν το χωριό. Στα βάσανά τους και τις χαρές τους. «Με όλες τις αλλοιώσεις που κατά καιρούς παρατηρούνται , το καγκελάρι παραμένει η κορυφαία εθιμική εκδήλωση στο χώρο, με σημαντικές κοινωνικές διαστάσεις όσον αφορά την αναβάπτιση στο κοινοτικό πνεύμα των συμπατριωτών της διασποράς και τη διατήρηση της αίσθησης μιας συνέχειας μέσα σε μια εποχή ριζικών αλλαγών και ρήξεων με το παρελθόν». Ορθές οι επισημάνσεις του συγγραφέα. Ο διπλοκάγκελος χορός του Δεκαπενταύγουστου δεν ήταν μόνο μια χορευτική και ψυχαγωγική εκδήλωση. Ήταν κάτι περισσότερο. Ήταν η αφορμή να επιβεβαιωθούν οι κανόνες. Οι φωτογραφίες που στολίζουν το βιβλίο αν διαβαστούν παράλληλα με τα λόγια μπορούν να μας αφηγηθούν πολλά για τους ανθρώπους και τις σχέσεις τους. Η συμμετοχή στον χορό δεν γινόταν με χαοτικό τρόπο. Δεν ήταν ατομική επιλογή η θέση που θα έπαιρναν στον χορό. Εξαρτιόταν από την κοινωνική θέση, την ηλικία, το φύλο. Μπορούν οι φωτογραφίες να μας μιλήσουν για την κοινωνική οργάνωση. Για το πολλαπλό κύρος των προσώπων που έμπαιναν επικεφαλής του χορού. Για τις γυναίκες που χρειάστηκε να περιμένουν πολύ ώστε να διεκδικήσουν τη δική τους θέση στους πανηγυρότοπους. Πρόσωπα αυστηρά. Συγκρατημένα. Που δεν αφήνουν τα συναισθήματα να ξεχειλίζουν. Αδιόρατο το μειδίαμα στα χείλη των χορευτών. Πρόσωπα που είχαν συνείδηση πως συμμετείχαν σε κάτι σπουδαίο, όπου όλα είχαν τη σημασία τους. Μύηση στον τρόπο διαχείρισης του σώματος, των αισθημάτων και των συναισθημάτων. Αυτό ήταν, εκτός των άλλων, ο διπλοκάγκελος. Ένα μάθημα στην οργάνωση της κοινοτικής ζωής, στο αξιακό σύστημα του χωριού. Μύηση στους ρόλους των φύλων και στον ορθό τρόπο έκφρασης των συναισθημάτων. Ο διπλοκάγκελος ήταν κορυφαία εκδήλωση, γιατί η κοινότητα προετοίμαζε τη διαδοχή της. Αυτό αποκτούσε χαρακτηριστικά επιβίωσης για τις κοινότητες που είχαν υψηλό βαθμό μετακίνησης ενός τμήματος του πληθυσμού της στους χειμωνιάτικους μήνες. Ο Απόστολος Τρομπούκης, σε κείμενό του που δημοσιεύεται στη «Φωνή των Μελισσουργών», γράφει πως «μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, το Δεκαπενταύγουστο στους Μελισσουργούς, έγιναν κάπου εβδομήντα γάμοι και αρραβώνες επίσης εκείνη τη χρονιά, έκαναν την εμφάνισή τους στην Παναγιά, για να σύρουν το Διπλοκάγκελο, εξήντα πέντε παλικάρια με φουστανέλες, δεκαπέντε με μαντία και όλοι οι άλλοι με άσπρες τσακτσίρες και ήταν χάρμα οφθαλμών» (σελ.51). Το βιβλίο , πέρα απ’ αυτά, θέτει επί τάπητος, με έμμεσο τρόπο, διάφορα άλλα ζητήματα. Το ένα συνδέεται με την καταγωγή του χορού. Από πού προέρχεΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


190

Ε υ ά γ γ ε λ ο ς Γρ . Α υ δ ί κ ο ς

ται ο χορός; Έχουν ειπωθεί διάφορα. Το βέβαιο είναι πως ο χορός συναντιέται στα Τζουμέρκα και το Ξηροβούνι. Πριν από μερικά χρόνια, σε συνέδριο που είχε οργανώσει η ΙΛΕΤ, είχα υποστηρίξει το ενδεχόμενο ο χορός αυτός να ήρθε στην περιοχή με τις μετακινήσεις των Σουλιωτών μετά την αναγκαστική εγκατάλειψη της ευρύτερης περιοχής του Σουλίου το 19ο αιώνα. Σύμφωνα με τον ιερέα Γεώργιο Καρακίτσιο, «οι κάτοικοι του χωριού, κατά μεγάλο μέρος, είναι Σουλιώτες»(77). Προφανώς, αυτό το θέμα χρειάζεται να μελετηθεί. Το ίδιο και το επιχείρημα, με βάση το οποίο αιτιολογείται η οφιοειδής μορφή του χορού. Τα καγκέλια, οι στροφές που αποκτά. Στο βιβλίο επαναλαμβάνεται η διαδεδομένη άποψη πως ο χορός δημιουργήθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας κι απέκτησε αυτή τη μορφή, γιατί διευκόλυνε την ανταλλαγή μηνυμάτων ανάμεσα στους υπόδουλους Έλληνες. Πρόκειται για παρανόηση. Άλλο η χρήση του χορού. Ασφαλώς και χρησιμοποιήθηκε ο χορός είτε για ανταλλαγή μηνυμάτων είτε για επικοινωνία των νέων-εξάλλου ο χορός είχε αυτό τον ρόλο. Όμως, η μορφή του χορού ανάγεται σε παλιότερους χρόνους. Μας οδηγεί στους κυκλωτικούς χορούς της αρχαίας Ελλάδας. Αυτή η επισήμανση φέρει στο προσκήνιο και μια άλλη συνεισφορά του βιβλίου. Είναι η παράδοση για τη θυσία του ελαφιού που, σύμφωνα με τις αντιλήψεις, προσφερόταν αυτοβούλως να θυσιαστεί για το καλό της κοινότητας. Είναι μια παράδοση που βρίσκεται παντού κι αποτελεί συστατικό στοιχείο των ζωοθυσιών. Διαβάζω απόσπασμα από το κείμενο του Νίκου Χρ.Καραβασίλη(Χάθηκαν αμνημόνευτοι, 45). «Μολογάνε οι γερόντοι, πως στα παλιά τα χρόνια, στα πολύ παλαιά τα χρόνια, τότε που ο Θεός δεν είχε ανεβή ακόμα στον ουρανό, μα είχε κατοικιό στον Όλυμπο, οι χωργιανοί είχαν άλλο εκκλησάκι, λίγο παρακάτω καμιά ανάσα τόπο στη Ζιζίνα, καθώς το λένε τώρα. Εκεί καταμεσής στα χωράφια τα Παπαγιαννέικα είναι ακόμα παραχωμένα τα θέμελα και γύρα ένα σωρό πετρούλες και κεραμιδάκια πανάρχαια. Εκεί τότε λάτρευαν μιαν άλλη Παναγιά, εκείνη που αγάπαγε και προστάτευε τα ελάφια και ήταν τότε γιομάτος ο τόπος από αυτά γύρα στο χωριό. Είχε δε εκείνη η Παναγιά, η Άρτεμις καθώς την έλεγαν , τόση αγάπη στους χωριανούς που κάθε Δεκαπενταύγουστο έστελνε πέντε με εφτά ελάφια και χόρταιναν όλοι στο πανηγύρι, δικοί και ξένοι. Μα με χρόνια αναπόδγιασε ο κόσμος , έγινε αχόρταγος, άρπαγος και ανεπρόκοπος και μια χρονιά , μολογάνε, σαν ήρθαν τα ελαφάκια αποσταμένα και διψασμένα, δεν τάφησαν να ξαποστάσουν , αλλά αλαιμάργησαν και τάκοψαν ιδρωμένα και τάφαγαν. Κακιώθηκε η θεά και δεν ματάστειλε από τα τότε και δώθε». Η παράδοση αυτή μπορεί να μαρτυρήσει πολλές αλήθειες και μυστικά σ’ Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το δ ι π λ ο κ άγ κ ε λ ο σ τ ο υ ς Με λ ι σ σ ο υ ρ γ ο ύ ς Άρ τ α ς , τ η ν α ε τ ο φ ω λ ι ά τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν 191

όσους και όσες θελήσουν να τη διαβάσουν με προσοχή. Μπορεί να μαρτυρήσεις τις δικές μας αμαρτίες αλλά και τις ανάγκες που ικανοποιεί η ετήσια σύναξη. Είναι μια μορφή συνομολόγησης πως ο τόπος αυτός έχει ιστορική συνέχεια. Ανεξάρτητα από το τι θεό πιστεύει κανείς. Πέρα από τις ιδεολογικές του απόψεις, στον τόπο αυτόν υπάρχουν τα ίχνη μιας μακρόχρονης παρουσίας. Τον τόπο αυτό τον πάτησαν άνθρωποι που άφησαν τα σημάδια τους. Όσοι λοιπόν συνάσσονται στον Διπλοκάγκελο αποδέχονται τη συνέχεια αυτή. Αποδέχονται την αίσθηση της συμμετοχής σ’ ένα ιστορικό και πολιτισμικό γαϊτανάκι, όπου οι τόποι αλλάζουν ονόματα. Παραμένει η αίσθηση της βίωσης των ίδιων αισθημάτων. Της διάδρασης με το ίδιο φυσικό περιβάλλον. Και για μας τους νεότερους απομένει η οφειλή της επιστροφής και της εξιλέωσης για την αδιαφορία προς την ιστορική μας κληρονομιά. Τραφήκαμε με το αίσθημα της αλαζονείας απέναντι στη βαθύρριζη παράδοσή μας. Ακούσια ή εκούσια τη θεωρήσαμε ως παράταιρη. Ως μη έχουσα θέση στη ζωή μας. Πρόκειται για ύβρι που την πληρώσαμε. Με τη μοναξιά. Με την απορρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων. Με την καταστροφή του περιβάλλοντος. Και η αφεντιά μου, ξέροντας πως η φιλοξενία είναι αναπόσπαστο στοιχείο του πανηγυριού, απευθύνομαι στους πανηγυριστές με τα λόγια του τραγουδιού., Τώρα κι’ ο ήλιος έγειρε κι’ ο σταυραετός κουρνιάζει, Τώρα κι’ ο ξένος βούλεται στον τόπο του να πάη. …… Μπαϊραχτάρη του χωριού, συ που σέρνεις το χορό Συ που σέρνεις το χορό, κάμε διπλοκάγκελο, Κι’ είμαι ξένος και θα ιδώ, και θα πάω να μολογώ.

* Ο Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος είναι καθηγητής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Κωνσταντίνα Ζήδρου

Χάρης Κουδούνας Το αποκωδικοποιημένο μυστικό της Πόρτας Παναγιάς

Η

Ήπειρος υπήρξε, διαχρονικά, στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ιταλική και την ελληνική επιρροή. Αντίστοιχα, η περιοχή των Τζουμέρκων αποτέλεσε έναν κόμβο επικοινωνίας μεταξύ Ηπείρου και Θεσσαλίας. Και οι δύο προαναφερθείσες απόψεις τεκμηριώνονται, για μία ακόμη φορά, στο νέο βιβλίο του Χάρη Κουδούνα, «Το αποκωδικοποιημένο μυστικό της Πόρτας Παναγιάς». Πρόκειται για μία ιστορική έρευνα 80 σελίδων, των εκδόσεων Φυλάτος, η οποία πραγματεύεται το θέμα της μεταφοράς των Ιερών Λίθων της Αγίας Οικίας της Θεοτόκου από τη Ναζαρέτ, αρχικά στην Ι.Μ. Πόρτας Παναγιάς στην Πύλη Τρικάλων. Στη συνέχεια, μέσω Τζουμέρκων, στο λιμάνι της Άρτας, καθώς τα μοναστήρια της Πόρτας Παναγιάς στην Πύλη και της Κόκκινης Εκκλησιάς στο Βουργαρέλι όριζαν τις δυο αφετηρίες της οδικής αρτηρίας που ένωνε τη Θεσσαλία με ττην πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου Άρτα, για να καταλήξουν στο Λορέτο της Ιταλίας. Ο συγγραφέας, Χάρης Κουδούνας, ένας καταξιωμένος επιστήμονας, ερευνητής, λογοτέχνης, που ζει, εργάζεται και δραστηριοποιείται σε πολυάριθμους τομείς στην Ιταλία, μελετώντας την υπάρχουσα βιβλιογραφία, αρχαιολογικά δεδομένα και αρχειακές πηγές, κυρίως της όμορης χώρας, και αφού επισκέφτηκε και τα δύο μνημεία, επιθυμεί να μας αποκαλύψει τον «κρυμμένο κωδικό», τον οποίο ανακάλυψε ο ίδιος. Ωστόσο, όπως διαφαίνεται και από τον τίτλο του βιβλίου, δεν περιορίζεται στην αποκάλυψή του, αλλά επιδιώκει και να τον αποκωδικοποιήσει, κατακτώντας, με αυτόν τον τρόπο, τα μυστικά του. Πιο συγκεκριμένα, τα περιεχόμενα και την εισαγωγή διαδέχεται η περιγραφή των δύο εμπλεκόμενων ιερών τόπων, του Ι.Ν. της Αγίας Οικίας του Λορέτο και της Ι.Μ. Πόρτας Παναγιάς στην Πύλη Τρικάλων. Αφού τοποθετηθούν γεωγραφικά, παρατίθεται μία σύντομη ιστορική αναδρομή, πλαισιωμένη και από

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Χ ά ρ η ς Κ ο υ δ ο ύ ν α ς : Το α π ο κ ω δ ι κ ο π ο ι η μ έ ν ο μ υ σ τ ι κ ό τ η ς Π ό ρ τ α ς Π α ν α γ ι ά ς

193

μία άρτια, επιστημονική και ταυτόχρονα κατανοητή, αρκετά λεπτομερής, αρχιτεκτονική περιγραφή. Το επόμενο μέρος του βιβλίου, το οποίο καλύπτει και τη μεγαλύτερη έκτασή του, αφιερώνεται στην απαρίθμηση και σύντομη ανάλυση πολυάριθμων πηγών και ποικίλων συγγραφέων και περιηγητών, ταξινομημένων χρονολογικά από τον 15ο έως και τον 20ο αιώνα, αλλά και σύγχρονων αρχαιολογικών και αρχιτεκτονικών δεδομένων τόσο από την Αγία Οικία στη Ναζαρέτ όσο και από τον Ι.Ν της Αγίας Οικίας στο Λορέτο, όπου εντοπίζονται στοιχεία, ενδείξεις, αποδείξεις και απαντήσεις σχετικά με τη μεταφορά των Ιερών Λίθων. Είναι χαρακτηριστικό της πληρότητας και του επιστημονικού χαρακτήρα του έργου ότι ο Χ. Κουδούνας συμπεριλαμβάνει το σύνολο των απόψεων, είτε στηρίζουν είτε όχι τη μεταφορά των Ιερών Λίθων, ακόμη και διάφορες παραλλαγές τους, πάντοτε όμως βιβλιογραφικά τεκμηριωμένες και αντικειμενικά διαχειριζόμενες. Ανάμεσα στην παρουσίαση των πηγών του και την προσπάθεια αποκωδικοποίησης του «κρυμμένου κώδικα», ο συγγραφέας παρεμβάλει μία επιλεκτική αναφορά στο ιστορικό γίγνεσθαι του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου στα τέλη του 13ου αι., στο αντίστοιχο του Δουκάτου των Αθηνών και στην πιθανότητα οι Ιεροί Λίθοι να πέρασαν και από εκεί, καθώς και μία ιστορική αναδρομή της Αγίας Οικίας της Ναζαρέτ.. Ακολουθεί η περιληπτική αφήγηση του βίου του Ιωάννη Α΄ Άγγελου Κομνηνού Δούκα, Σεβαστοκράτορα της Θεσσαλίας, νόθου γιου του Ηγεμόνα του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού Δούκα και ιδρυτή της Ι.Μ. Πόρτας Παναγιάς στην Πύλη Τρικάλων. Στο επόμενο κεφάλαιο κατηγοριοποιούνται τα έγγραφα και η σχετική βιβλιογραφία που επιβεβαιώνουν τη σημασία της Ι.Μ. Πόρτας Παναγιάς και αποδεικνύουν την ύπαρξη, σε αυτή, των Ιερών Λίθων. Μία ιδιαίτερη ενότητα επικεντρώνεται στην επιγραφή της. Μετά τη μεταγραφή και τη λεπτομερειακή ανάλυσή της πραγματοποιείται η σύγκρισή της με ένα χωρίο εγγράφου του 13ου αι., το οποίο, πιθανότατα, αποτέλεσε το συμβόλαιο επικύρωσης του γάμου της πριγκίπισσας Θάμαρ, κόρης του Δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρου, με τον πρίγκιπα Φίλιππο Β΄ του Τάραντα. Ακριβώς ως προίκα της πριγκίπισσας δόθηκαν και οι Ιεροί Λίθοι και ταξίδεψαν μαζί της έως την όμορη χώρα. Στη συνέχεια, ο συγγραφέας, έχοντας ήδη παραθέσει τις πηγές, ιχνηλατεί την πορεία των Ιερών Λίθων από τη Ναζαρέτ έως το Λορέτο. Ειδικότερα, ο Ιωάννης Α΄, Σεβαστοκράτορας της Θεσσαλίας, γνώριζε ότι επίκειτο μουσουλμανική επίθεση στους Αγίους Τόπους. Έτσι, με τη δική του πρωτοβουλία και στήριξη, αποσπάστηκαν οι Ιεροί Λίθοι, οδηγήθηκαν στο λιμάνι της Άκρας, πριν από τις 18 Μαΐου 1291, οπότε και κατελήφθη από τους Μουσουλμάνους, και από εκεί δια θαλάσσης, πιθανώς με έναν ενδιάμεσο σταθμό στο Δουκάτο των Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


194

Κωνσταντίνα Ζήδρου

Αθηνών, έφτασαν στην Πύλη Τρικάλων, όπου και φυλάχθηκαν για ένα χρονικό διάστημα, για να μεταφερθούν τελικά μέσω Τζουμέρκων στην Άρτα και πάλι δια θαλάσσης στο Λορέτο της Ιταλίας. Το κείμενο της ιστορικής έρευνας του Χ. Κουδούνα ολοκληρώνεται, αφού καταλήξει στα συμπεράσματά του, με ένα σύντομο κεφάλαιο αφιερωμένο στους σύγχρονους και νόμιμους απογόνους της αυτοκρατορικής οικογένειας των Αγγέλων Κομνηνών, τους οποίους εκπροσωπεί ο ίδιος ο συγγραφέας στις ελληνικές αρχές, καθώς και στην ιστορική τους διαδρομή από τον Μεσαίωνα έως σήμερα. Στο τέλος, παρατίθεται η απαραίτητη βιβλιογραφία, το βιογραφικό και η εργογραφία του συγγραφέα. Συνολικά, το συγκεκριμένο πνευματικό δημιούργημα διακρίνεται για το ιδιαίτερο θέμα του, την πυκνότητα των ιστορικών γεγονότων, την πληθώρα και ποικιλία των πηγών, την επιστημονική τεκμηρίωσή του, την άρτια δομή του, τον μεστό επιστημονικό του λόγο, κατανοητό και ευανάγνωστο ταυτόχρονα από τον πιο εξειδικευμένο επιστήμονα έως τον απλό λάτρη της ιστορίας. Γενικά, η παρούσα ιστορική έρευνα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα ταξίδι στον χώρο και τον χρόνο. Ξεκινά από τους Αγίους Τόπους, αφικνείται, αρχικά, στην Πύλη Τρικάλων και μέσω Τζουμέρκων και Άρτας καταλήγει στο Λορέτο της Ιταλίας. Διαρκεί από τον Μεσαίωνα, όπου και διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, έως σήμερα, οπότε και βιώνουμε την απήχησή τους, διεξάγεται η παρούσα έρευνα, αποκαλύπτεται ο «κρυμμένος κωδικός» και ανακαλύπτονται απαντήσεις. Εκτός όμως από την ιστορική σκοπιά των γεγονότων, το πόνημα του Χ. Κουδούνα αγγίζει και την ευαίσθητη θρησκευτική πλευρά του εκάστοτε αναγνώστη, προσφέρει χρήσιμες αρχαιολογικές πληροφορίες για τη μεταφορά και διάσωση κειμηλίων, καθώς και για τη διαχρονική σημασία τους, αλλά και τροφοδοτεί με ερεθίσματα τη φιλοσοφική μας σκέψη, αναφορικά με θρησκευτικά θέματα της ανατολικής και δυτικής εκκλησίας, τον βίο Αγίων προσώπων και την πορεία του καθενός μας ξεχωριστά. Προσωπικά, θεωρώ ότι το «Το αποκωδικοποιημένο μυστικό της Πόρτας Παναγιάς» θα πρέπει να βρίσκεται στη βιβλιοθήκη όλων μας και αφού μας ταξιδέψει στον χωροχρόνο της ιστορίας, έχοντάς το ως αφετηρία να περιηγηθούμε στις βαθύτερες σκέψεις και επιθυμίες του μυαλού μας, όπως θα τις εκφράζαμε στην Υπέρτατη Μητέρα μας, την Παναγία.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Παναγιώτα Π. Λάμπρη

Νικόλαος Β. Καρατζένης «Με τους ποιμένες στην Πίνδο την αρχέγονη εστία του Νομαδισμού»

Π

ριν από μερικά χρόνια, όταν έγραφα το διήγημα «Σιμά τ’ αϊ-Γιωργιού, σιμά τ’ αϊ-Δημητριού» (Το χάσικο ψωμί, σ. 165), αναθυμόμουν νοσταλγικά και με συγκίνηση την εαρινή και τη φθινοπωρινή μετακίνηση των νομάδων ποιμένων, οι οποίοι επέλεγαν τη διαδρομή μέσω της γενέτειράς μου, της Ροδαυγής, για να πάνε στα βουνά ή στα χειμαδιά αντίστοιχα, και πλήθος σχετικών εικόνων πλημμύριζε τον νου, ενώ ήχοι από κουδουνίσματα και χλαλοή έφταναν στ’ αυτιά μου. Ειδυλλιακές εικόνες μιας μορφής ζωής που έρχονταν από τη μακρινή αρχαιότητα, κυλούσε για λίγο δίπλα μου στον δρόμο όπου έβγαινα και την παρατηρούσα εισπράττοντας εμπειρίες ξεχωριστές, για τις οποίες νιώθω ευτυχής που τις έζησα. Αν όμως η ζωή αυτή ασκούσε τόση γοητεία σε ανθρώπους σαν κι εμένα, που είχαμε ευαρίθμητα ζωντανά στο σπιτικό μας, πώς θα μπορούσε να μη συγκινεί, να μη γητεύει άλλους, οι οποίοι τη βίωσαν παιδιόθεν, που σημαίνει τη γνώρισαν βαθιά και την αγάπησαν με πάθος; Σ’ αυτή την κατηγορία ανθρώπων ανήκει ο Νικόλαος Β. Καρατζένης, που το είναι του πάλλεται απ’ όλα εκείνα που αφορούν στη νομαδική ποιμενική ζωή και μέρος τους αποτύπωσε γλαφυρότατα στο βιβλίο του «Με τους ποιμένες στην Πίνδο την αρχέγονη εστία του Νομαδισμού» (εκδ. Εντύπωσις, 2016, σσ. 96). Ο συγγραφέας, αν και η ζωή τον έστειλε σ’ άλλους δρόμους, πνευματικούς, ποτέ δεν λησμόνησε, δεν αφέθηκε να λησμονήσει, όλα όσα κουβαλά ως κληρονομιά από αρίφνητους προγόνους του, οι οποίοι επί σειρά αιώνων έζησαν την ποιμενική ζωή, εκπληρώνοντας αυτό που ο Νίκος Καζαντζάκης - ιερό το χώμα που τον σκέπασε - γράφει στον «Βραχόκηπό» του: «Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος να μείνει, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.» Θαρρώ, μάλιστα, πως κι ο Ν. Καρατζένης το ίδιο έπραξε και πράττει, τόσο με την γκλίτσα του τσοπάνη, όσο και με την πένα, αφού τη θητεία του στους προγόνους την εκπληρώνει και μέσω της καταγραφής της δυσκολοβίωτης, αλλά ενδιαφέρουσας και ωφέλιμης για πλείστους λόγους, τζιομπάνικης ζωής, την οποία καλά γνωρίζει και επιθυμεί ν’ αφήσει γραπτές παρακαταθήκες της. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


196

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

Και γράφει μεταξύ άλλων: «Η ποιμενική ζωή δεν είναι η απόμακρη μελωδία μιας φλογέρας, δεν είναι οι ψηλές ραχούλες και οι πανώριες βοσκοπούλες, ούτε τα ζηλεμένα άλογα των τσελιγκάδων, ούτε τα περήφανα γκεσέμια με τους κύπρους και τις κουδούνες. Η τζιομπάνικη ζωή είναι μόχθος αδυσώπητος για το ψωμί κάτω από πιεστικές συνθήκες. Οι νομάδες δεν είχαν να αναμετρηθούν μόνο με τις φυσικές δυνάμεις, όπως την ασταμάτητη βροχή, τις επιθετικές καταιγίδες, τις παρατεταμένες παγωνιές, τους φονικούς κεραυνούς, τις άσπονδες χιονοθύελλες, τα θολά ποτάμια, τους μανιασμένους ανέμους, τις αγέλες των λιμασμένων λύκων, τα ανυπόφορα κάματα, τον αποπνικτικό κουρνιαχτό, το μαρτύριο της λασπουριάς, τις εξουθενωτικές νυχτοπορίες, την αγρύπνια, την αναλλαξιά, τα φίδια, τους σκορπιούς, τους ψύλλους, τα τσιμπούρια, τη δίψα και την πείνα. Συχνά οι άνθρωποι των κοπαδιών έρχονται αντιμέτωποι με τους ζωοκλέφτες, τους ληστές, τους αγροφύλακες, τους δασικούς, τους χωρικούς, τους χωραφάδες… αλλά και με την αβάστακτη προκατάληψη της «καλής» κοινωνίας για τους «βλάχους» και τη βλαχοζωή γενικότερα, που τους ζεμάτιζε την ψυχή.» (σ. 55) Το παραπάνω παράθεμα είναι ένα απ’ αυτά που δεικνύουν τη γνώση του γράφοντος για τη ζωή των νομάδων ποιμένων, την οποία σ’ όλο, βέβαια, το πόνημά του με ξεχωριστό τρόπο αναπαριστά, μέσω ερμηνευτικού υπομνήματος επεξηγεί και εμφατικά συμπληρώνει με την παράθεση πλούσιου φωτογραφικού υλικού, το οποίο διατρέχει τις σελίδες του βιβλίου από την αρχή ως το τέλος, εύγλωττα μιλώντας με τη σιωπή του. Πάνω απ’ όλα βέβαια είναι ο δυνάστης λόγος, για να θυμηθούμε και τον Γοργία, ο οποίος, «ενώ έχει το πιο μικρό και αφανές σώμα, επιτελεί τα έργα τα πιο θεϊκά»! (Γοργίας, Ἑλένης Ἐγκώμιον, 1.11-12) Διότι και στο πόνημα, για το οποίο λόγος γίνεται, ο συγγραφέας, με περιεκτικό, περιγραφικό και σαφή λόγο, οδηγεί τον αναγνώστη σε εκφάνσεις της ποιμενικής ζωής. Αυτό μέσα από δύο μέρη. Στο πρώτο που έχει ως τίτλο «Ένα φθινόπωρο με τα πρόβατα στα χιόνια και τα ποτάμια», μέσω του ατομικού βιώματος, κατευθύνει με τέχνη τον αναγνώστη στη γνώση της δύσκολης ζωής ή μάλλον του επικινδύνως ζην, των νομάδων ποιμένων, οι οποίοι με δύναμη ψυχής αντιπαλεύουν τα εχθρικά στοιχεία της φύσης, αλλά και της γαλήνης, όταν μετά από πολύωρη αναμέτρηση μαζί τους ησυχάζουν: «Μέσα στο καλυβάκι η απαλή μουσική της φωτιάς, έξω από αυτό, των ανέμων οι καλπασμοί, των καταιγίδων οι ολολυγμοί, του δάσους η σπαρακτική βοή, των ποταμών οι βρυχηθμοί και των κεραυνών η βιβλική οργή, συνέθεταν ένα σκηνικό τρόμου, τα όρια του οποίου συγχέονταν ανάμεσα στο μυθικό και στην πραγματικότητα.» (σ. 33) Στο δεύτερο μέρος, με τον τίτλο «Ποιμένες, πρόβατα, τζομπανόσκυλα», συνεχίζει να διαδράμει με σθεναρή αγάπη τον βίο τους, κάνοντας ειδική αναφορά Τζουμερκιώτικα Χρονικά


« Με το υ ς πο ι μ έν ε ς σ τ ην Πίν δ ο τ ην αρχέγ ον η ε σ τ ία το υ Νο μ α δ ισ μ ο ύ »

197

μνήμης στους γονείς του που έζησαν την ίδια ποιμενική ζωή, η οποία δεν διέφερε από κείνη άλλων ποιμένων. Μιλώντας, μάλιστα, για τη μητέρα του, μιλά για όλες τις γυναίκες των νομάδων ποιμένων, και όχι μόνο, οι οποίες επιτελούσαν πλήθος κοινωνικών ρόλων με απίστευτη υπομονή και καρτερία, όντας δυνατό έρεισμα για όλα τα μέλη της οικογένειάς τους. Και εκτός από τα κοπάδια που περιλάμβαναν «Πρατίνες κάλεσες, βάρκες, μπούτσικες, παρδαλές, γρίβες, καστανές, καραμάνες, τσιούλες, κολοβές, μακρονούρες, κριάρια βαρβάτα και γκεσέμια, λάια, παρδαλά, καραμάνικα, γίδες γκρόπες, κανούτες, γκέσες, καψαλές, μπάρτζες, φλώρες, σιούτες, κουτσοκέρες, τραγιά βαρβάτα και γκεσέμια» (σ. 17), - αχ, Θε μου, πόσες ονομασίες! - ο συγγραφέας αποτίει φόρο τιμής στο τσοπανόσκυλο, τον ελληνικό ποιμενικό, ο οποίος «συμβίωσε αρμονικά με τους Έλληνες ποιμένες, προστάτευσε αποτελεσματικά τα κοπάδια τους με τη ρώμη του, την ακαταμάχητη τόλμη του, την αδιαμφισβήτητη ευφυΐα του, την ικανότητα αντιμετώπισης και δίωξης του αντιπάλου του, την παροιμιώδη αντοχή στις κακουχίες, την απαράμιλλη ολιγάρκεια στη διατροφή του, με την απίστευτη δυνατότητά του να προσαρμόζεται σε συνθήκες στέρησης, με την πείσμονα αφοσίωσή του και, προπάντων, με την πανθομολογούμενη πίστη του.» (σ. 55) Ο Νίκος Καρατζένης σ’ αυτό του το πόνημα, με λυρική διάθεση κι αποθυμιά, γράφει γι’ ανθρώπους, ζώα και στιγμές αληθινής ζωής που αγάπησε και αγαπά. Γι’ αυτό διατυπώνει με παρρησία τις απόψεις του για την αξία του ποιμενισμού και αγωνιά για το μέλλον του. Εκτός από τον κάθε αναγνώστη που, ίσως, συμμεριστεί τις αγωνίες του, αξίζει να σημειωθεί η άποψη ενός τσέλιγκα, την οποία παραθέτει επεξηγώντας την: ««Αλίμονο στο κράτος εκείνο που δεν διατηρήσει τέσσερα εργαλεία: κλίτσα, αλέτρι, τσεκούρι, αγκίστρι», δηλαδή τους πρωτογενείς τομείς της παραγωγής, κτηνοτροφία, γεωργία, υλοτομία, αλιεία.» (σ. 43) Κλείνοντας εδώ αυτή την αναφορά στο βιβλίο του Ν. Β. Καρατζένη, θεωρώ πως η ουσία των λόγων που μόλις αναφέρθηκαν, ήδη διάβηκε τη θύρα μας! Αν την αντιληφθούμε ως πολίτες και ως πολιτεία, οφείλουμε να πράξουμε τα αυτονόητα. Αν δεν τα πράξουμε, ας δεχθούμε αγόγγυστα τις συνέπειες. Διότι τώρα που οι καιροί πολύ δυσκόλεψαν κι οι άνθρωποι καταντήσανε πραμάτεια (Γ. Σεφέρης, Τελευταίος Σταθμός), οφείλουμε ν’ αγωνιστούμε για ν’ «αλλάξουμε της τύχης την καταφορά» (Κ. Π. Καβάφης, Τρώες). Αν τον δρόμο τον δύσκολο, τον ανηφορικό, δεν επιλέξουμε, η κατηφόρα είναι γνωστό πού σταματάει!

*Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη είναι φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. http://Userc.sch.gr/pap lampri Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Σωτηρία Μελετίου*

«Με τον κόμπο στο λαιμό και άλλα διηγήματα» του Γιώργου Κοτζιούλα (Εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα, 2018, σελ. 368)

Δ

ιαβάζοντας το “Με τον κόμπο στο λαιμό” του Γιώργου Κοτζιούλα συνέβη αυτό που γίνεται κάθε φορά που διαβάζω έργα του: δεν ξέρω τι να διαλέξω. Τα πλούτη των έργων είναι μεγάλα και ανεκτίμητα: θεματικά, γλωσσικά, ιστορικά, λαογραφικά, υφολογικά, πραγματολογικά, ηθογραφικά... Γι’ αυτό θα αρκεστώ στα πιο χαρακτηριστικά και χειροπιαστά από τα χαρίσματά του αυτά, χρησιμοποιώντας δείγματα της γραφής του, αφού σκοπός της παρουσίασης είναι η πρώτη γνωριμία του αναγνώστη με το έργο τούτο. Βέβαια ο Στέλιος Φώκος έχει κάμει μια εξαιρετική δοκιμιακή εισαγωγή για τα διηγήματα, που δίνει όλες τις εξηγήσεις που χρειάζονται. ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ Ο Κοτζιούλας τα 47 χρόνια που έζησε τα πέρασε στην μάνα του, την Ήπειρο, και στην μητριά του, την Αθήνα. Στην πρώτη δυνάμωνε σωματικά και μαράζωνε πνευματικά, ενώ στη δεύτερη άκμαζε πνευματικά και φθειρόταν σωματικά. Και οι δύο αποτελούν τις κύριες πηγές των εμπνεύσεών του. Έτσι και τα διηγήματά του διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: Τα Ηπειρωτικά και τα Αθηναϊκά. Σ’ αυτά υπεισέρχονται, χρονολογικά, τα «Αντιστασιακά” και τα “Θεσσαλικά”. Διήγημα, κατά τον συγγραφέα, σημαίνει αυτό που δηλώνει η λέξη: διήγηση πραγματικών γεγονότων χωρίς μυθολογία. Η ελάχιστη μυθοπλασία που βάζει στα έργα του ο Κοτζιούλας χρησιμοποιείται μόνο για έναν λόγο: για να μην εκθέσει ή και για να προστατεύσει πρόσωπα, Τα αφηγήματά του έχουν πολύπλευρο περιεχόμενο: κοινωνικό, ιστορικό, πολιτικό, ερωτικό, λαογραφικό, χιουμοριστικό. ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ Τα πρόσωπα των έργων, οι ήρωες, είναι επώνυμοι κι ανώνυμοι. Άλλοτε αναφέρονται με τα ονόματά τους κι άλλοτε κρύβονται μέσα σε άλλα πρόσωπα “μάσκες”. Συνήθως είναι άνθρωποι απλοί, τύποι λαϊκοί. Μα θα πει κανείς: “αυτό κάνουν όλοι οι διηγηματογράφοι”. Σωστά! Όμως ο Κοτζιούλας πάει εκεί που δεν παν άλλοι. Πάει στον παράκοσμο, στον κόσμο που δεν είναι άμεσα

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γ ι ώ ρ γ ο ς Κ ο τ ζ ι ο ύ λ α ς : « Μ ε τ ο ν κ ό μ π ο σ τ ο λ α ι μ ό κ α ι ά λ λ α δ ι η γ ή μ α τ α » 199

ορατός, στη σκοτεινή μεριά του φεγγαριού και που άλλοι συγγραφείς είτε δεν τον γνωρίζουν είτε δε θέλουν να τον αγγίξουν. Ο Κοτζιούλας μιλάει για κοινωνικούς παρίες, για παρακατιανούς, για ξεχαρβαλώματα της ζωής, για απόκληρους κι απρόκοφτους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Έτσι γίνεται βασικός εισηγητής του αφηγηματικού νέο – ρεαλισμού στην Ελλάδα, πολύ πριν από τον νέο – ρεαλισμό στις άλλες τέχνες. Πρόσωπα και ήρωές του είναι: πόρνες, τσιγγάνες, διακονιάρηδες, γυρολόγοι, νερουλάδες, ξυλοκόποι, χαρτορίχτρες, φυματικοί, ληστές, τσοπαναραίοι, πρόσφυγες, φοιτητές, άνθρωποι εγκαταλελειμμένοι και μοναχικοί. Είναι ο κόσμος του σκιόφωτος κι όχι αυτός της λάμψης, τον οποίο πρόβαλαν άλλοι δημιουργοί. Είναι λοιπόν ζοφερή η γραφή του Κοτζιούλα; Θ’ αναρωτηθεί κανείς. Όχι, βέβαια! Κάθε άλλο! Ο συγγραφέας και στα πιο δυσάρεστα γεγονότα δεν είναι ποτέ τραγικός. Πάντα υπάρχει στα γραπτά του η αισιοδοξία κι η αχτίδα της ελπίδας. Έτσι, για παράδειγμα στο “Σκουπιδοχώρι”, μια χωματερή της Αθήνας, όπου ζουν κι εργάζονται κάνοντας ανακύκλωση διάφοροι παραπεταμένοι, κυρίως πρόσφυγες, ο Κοτζιούλας τελειώνει το διήγημα με τη χαρά δύο παιδιών στο πέταγμα των αϊτών τους: “Δυο παιδιά έχουν απολύσει ψηλά τους χάρτινους αϊτούς των κι η απασχόλησή τους αυτή δεν τους αφήνει καιρό να μας προσέξουν. Κοιτάν αχόρταγα προς το βαθύ γαλάζιο και χαρούμενο ξεφωνητό τούς ξεφεύγει μια στιγμή. Ο ένας από τους αϊτούς που κρατούσαν είχε ξεπεράσει, άξαφνα, τον άλλον! Τα πρόσωπά τους, ζωηρεμένα από την ευθυμία, φαίνονταν ολωσδιόλου ανυποψίαστα για κάθε σκέψη πικρή. Καθισμένα στα σκουπίδια, με πουκάμισα όλο τρύπες, ανάμεσα στη βρώμα, διασκέδαζαν μ’ όλη την καρδιά τους, σα να βρίσκονταν στο καλύτερο πάρκο. Κρίνα μου λευκά, πώς μπορέσατε να φυτρώσετε σ’ αυτόν το βούρκο;” Ο δημιουργός έχει πραότητα στην περιγραφή του και αγάπη για τον άνθρωπο. Σκοπός του δεν είναι τόσο να καταγγείλει, όσο να φέρει στο φως τους αφανείς, να τους αναδείξει σε οντότητες κοινωνικές, σε πρωταγωνιστές της ζωής. Έγνοια του είναι το λαϊκό στοιχείο. Προχωρά με αυτόν τον τρόπο στην ανανέωση της Παράδοσης του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού, του Καρκαβίτσα με μια νέου τύπου ηθογραφία τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη μορφή της. Ο συγγραφέας έχει δύο όπλα στην πορεία του: την απλότητα της αβίαστης γραφής και το χιούμορ, που φτάνει μέχρι τον σαρκασμό και τον αυτοσαρκασμό, γιατί συχνά κεντρικό πρόσωπο των διηγημάτων είναι ο ίδιος ο συγγραφέας.

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


200

Σωτηρία Μελετίου

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ Σε όλα τα έργα του ο Κοτζιούλας δίνει βαρύτητα και έκταση στις γυναίκες. Αυτό κατά τη γνώμη μου δεν είναι τυχαίο, αφού η προβολή του γυναικείου φύλου συνάδει με τις γενικότερες ιδεολογικές του επιλογές και κατευθύνσεις. Σε μια εποχή που η γυναίκα ήταν κοινωνικά, πνευματικά και πολιτικά υποβαθμισμένη σε σχέση με τον άντρα, ο Κοτζιούλας – κήρυκας τις ισοπολιτείας, της χειραφέτησης και της απελευθέρωσης όλων των ανθρώπων από τα δεσμά των ανισοτήτων – θα βρει την ευκαιρία και μέσα από τα πεζά του να περιγράψει απ’ τη μια αυτή την αδικία και να προβάλει από την άλλη τις δυνάμεις και τις δυνατότητες των γυναικών. Βλέπει τη γυναίκα ως θηλυκό, ως ερωμένη, ως μάνα, ως πνευματική οντότητα ξεχωριστή, ως παρηγοριά και στήριγμα της ζωής, αλλά και ως αντικείμενο εκμετάλλευσης και ως απόρριμμα και έρμαιο της ζωής, αιχμάλωτη της κοινωνικής μοίρας. Η γυναίκα στα διηγήματα αυτά μπορεί να είναι: όμορφη ή άσκημη, προσηνής ή αδιάφορη, τρυφερή ή σκληρή, πονηρή ή αφελής, συμφεροντολόγα ή δοτική, να παίζει με τον άντρα ή και να ανυψώνει ή να τον στηλιτεύει και να τον προσγειώνει. Θα δούμε την αρπαγή της μικρής κόρης αδερφού από τον αδερφό, τη νύφη που κακόπεσε, την έρημη στον κόσμο που προσκολλήθηκε σε απατεώνα για να επιβιώσει, αλλά και την πολυαγάπητη και πολυύμνητη γυναίκα. Στο διήγημα ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ έχουμε την πονεμένη μάνα, που πάντα ζει με την ελπίδα της θεραπείας του παιδιού της που δεν μπορεί να κινηθεί: “Κάθεται δω, μέρα και νύχτα, για να περιποιείται το παιδί της, έν’ αγόρι ως έξι χρονών. Κάτι έχει πάθει στα πόδια του και του κάνουν ενέσεις. Πονεί πολύ κάθε φορά και αναστατώνει το νοσοκομείο με τα ξεφωνητά του. Αλλά έχει κάμποσες μέρες που πήρε το καλύτερο. Άρχισε τώρα να κινείται. Πιάνεται από τα σίδερα των κρεβατιών και με τη βοήθεια της μητέρας του σαλεύει τα πόδια του σιγά, πότε το ένα, πότε το άλλο. –Αντωνάκη μου, χρυσό μου, περπατείς! Αναστενάζει η μητέρα του, που δεν τ’ αφήνει καθόλου από τα μάτια της. Έλα τώρα, πάτα πάτα, και στον κύριο από δω (δείχνει τον διπλανό ασθενή), θα σου δώσει μπισκότα, έλα, πουλί μου… Δάκρυα τρέχουν στα παιδεμένα μάγουλά της, γελά και κλαίει μαζί, σαν ένας ήλιος που βγαίνει με βροχή. Της φαίνεται απίστευτο αυτό, να ξαναβρεί το παιδί της την ευκινησία των ποδιών του. Είμαι βέβαιος πως τέτοια χαρά δε θα την έκαμε ούτε όταν εκείνο έκαμε τα πρώτα βήματά του, μωρό. Οι φωνές της χαρούμενης μητέρας αντηχούν σαν κελαϊδισμοί μέσα στη σκυθρωπή σάλα”

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γ ι ώ ρ γ ο ς Κ ο τ ζ ι ο ύ λ α ς : « Μ ε τ ο ν κ ό μ π ο σ τ ο λ α ι μ ό κ α ι ά λ λ α δ ι η γ ή μ α τ α » 201

Στο Η ΓΟΥΡΝΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ η εικοσάχρονη κοπέλα, η έρημη στον κόσμο, γίνεται θύμα μικροαπατεώνων που τη θέλουν για τις κάθε είδους ορέξεις τους. Γυναίκα αμίλητη στη στωική καρτερία της: “-Δεν την ξέρεις τη Δέσπω, πρόσθεσ’ έπειτα σε μένα ο φίλος μου. Είναι και υπάκουη με το παραπάνου, όχι δε θ’ ακούσεις απ’ το στόμα της.” Στο διήγημα ΠΑΛΙΑ ΠΛΑΤΕΙΑ οι γυναίκες παρουσιάζονται με δύο αντίθετες όψεις: από τη μια, εκείνη που αμύνεται στην αγάπη του άλλου, κι από την άλλη, αυτή που θέλει να δώσει αγάπη στον άλλον: Στο ΟΤΑΝ ΣΒΗΝΟΥΝ Τ’ ΑΣΤΡΑ ο ερωτευμένος νέος γίνεται άθυρμα της νέας κι όμορφης αριστοκράτισσας. Στο ΕΙΚΟΝΑ ΜΟΥ ΑΚΡΙΒΗ η συμπάθεια της κόρης προς τον νέο δηλώνεται μέσω αντιπροσώπου, της μητέρας της. Έρωτας πλατωνικός στα προεόρτιά του με πεδίο δράσης ένα... νοσοκομείο: “Αλλά οι γυναίκες νιώθουν πολύ από πόνο, προπάντων οι ηλικιωμένες. Κι εκείνη που ήρθε να με δει στο νοσοκομείο δεν ήταν παρά μια ηλικιωμένη γυναίκα, η κυρά Θεώνη απ’ το συνοικισμό.” [...] Τώρα πρέπει να γίνω γρήγορα καλά. Έξω δε με περιμένει μονάχα η σκληρή εργασία. Υπάρχει κι ένας άλλος σκοπός που δεν είναι δύσκολο να τον πετύχω. Δυο μάτια φωτεινά μού χαμογελούν κάπου εκεί από το βάθος ενός φτωχικού. Είναι μια κόρη που το σταράτο πρόσωπο κι η ήμερη έκφρασή της μου θυμίζουν την Παναγία με το βρέφος. Όσες μέρες κι όσες νύχτες μού μένουν ακόμα μ’ εσένα θα τις περάσω, καθαρομελάχροινη αγαπητικιά μου, εικόνα μου ακριβή!” Ο ΕΡΩΤΑΣ Αφού υπάρχει γυναίκα υπάρχει και έρωτας. Ο Κοτζιούλας ερωτεύεται συνεχώς. Κι απογοητεύεται σχεδόν συνεχώς. Αλλά δεν απελπίζεται. Μοιάζει πολύ σ’ αυτό με το Μαγιακόφσκι. Ο έρωτας παρουσιάζεται λοιπόν ως επιτυχία ή ως αποτυχία, φανερός ή κρυφός, είναι ευχάριστος σαν παιχνίδι ή είναι βαρύς σαν μολύβι. Παρουσιάζεται άμεσα και έμμεσα, με χιούμορ ή με πόνο, δυναστικός αλλά και λυτρωτικός, ανεπαίσθητος αλλά και με ένταση. Πάντοτε όμως με καημό.

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


202

Σωτηρία Μελετίου

ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΜΠΟ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ “Όμως ο έρωτάς μου γι’ αυτήν έκαμε τη φλόγα στο καμίνι της καρδιάς μου να θεριεύει και να καίει όχι μόνο τα σωθικά μα και το νου. Δε σκεφτόμουνα, δεν έβλεπα, περπατούσα και σκόνταφτα στα δέντρα, ύπνος δε μ’ έπιανε. Ένας μονάχα φάρος μ’ οδηγούσε και με φώτιζε σ’ εκείνην την ταραχή, την τρικυμία που με ζάλιζε και μ’ έκανε να χάνουμαι σε κάθε δαίδαλο του μυαλού μου.” ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΓΑΠΗ «– Έρωτα, ρωτώ, αγάπη δε βλέπεις; Κρέμομουν από τα χείλη της ανατολίτισσας σαν κανένας απλοϊκός ανθρωπάκος, που μέσα στο κεφάλι δε θα βρεις άλλο από προλήψεις. Η χαρτορίχτρα με κοίταξε ακόμα μια φορά μ’ εκείνο το βαθύ της βλέμμα, όλο κατανόηση, και πρόφερε αργά, σα να μιλούσε με το στόμα της η Μοίρα: – Ψέματα θέλεις να σου πω; Όχι, αγόρι μου. Αγάπη δεν έχει. Δεν έχει αγάπη. Μου το είπε δυο φορές, σα να μη μπορούσα να το καταλάβω αλλιώτικα. Ουφ, κόντευα να σκάσω εκεί μέσα. Ευχαρίστησα βιαστικά και βγήκα έξω δρομαία. – Πάμε, φωνάζω, στη λατρευτή μου που την έχανα. Πάμε, γιατί έχει νυχτώσει.» ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΗΣ ΦΙΛΙ “Ήτανε σίγουρα το πρώτο της φιλί, εκείνο που άφησε να της δώσουν (γιατί η ίδια δε χάρισε ακόμα το δικό της)∙ το δέχτηκε άξαφνα, χωρίς να το περιμένει, χωρίς να λάβει καιρό να το σκεφτεί, σαν κάτι που το ζητούσε ίσως από μέσα της, αλλά μπορεί κάπως αλλιώς, από κανέναν άλλο.” Η ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ, Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Η ΓΛΩΣΣΑ Ο Κοτζιούλας έχει σε όλα τα κείμενά του τρία θεμέλια πάνω στα οποία χτίζει και στηρίζει το “οικοδόμημά” του: τη ρωμιοσύνη (ελληνισμό, θα λέγαμε σήμερα), την παράδοση (την ανανεωμένη κι όχι την παστωμένη) και τη γλώσσα (τη στρωτή δημοτική κι όχι την εξεζητημένη, την ακραία και βιασμένη, την επιτηδευμένη). Αυτά υπηρετεί και γι’ αυτά πασχίζει. Στα διηγήματά του η Ρωμιοσύνη υπηρετείται και προβάλλεται με πολλούς και ποικίλους τρόπους : μέσα από τα ιστορικά γεγονότα, μέσα από “εντοπισμούς” της λαϊκής και θρησκευτικής παράδοσης, μέσα από την ανάδειξη του λαϊκού κοινωνικού ιστού ως πρωταγωνιστή του αγώνα και εκφραστή των ελΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Γ ι ώ ρ γ ο ς Κ ο τ ζ ι ο ύ λ α ς : « Μ ε τ ο ν κ ό μ π ο σ τ ο λ α ι μ ό κ α ι ά λ λ α δ ι η γ ή μ α τ α » 203

πίδων του ελληνικού λαού. Θα βρούμε μέσα στα διηγήματά του πολλές ιστορικές αναφορές: για το 1821, για τους βαλκανικούς πολέμους και τον ηπειρωτικό αγώνα, για τη Μικρασία, για την κατοχή, για την εθνική αντίσταση, για τη μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας πολιτική κατάσταση. Θα βρούμε εκεί πολεμιστές - ήρωες, αλλά και λαό. Πολλές φορές με τη γραφή του το “ατομικό” στοχεύει στο “εθνικό”. Την Παράδοση ο Κοτζιούλας την υπηρετεί με σεβασμό και προβάλλει κάθε μεστωμένο της καρπό. Ενσωματώνει λαϊκές και θρησκευτικές ρήσεις, προλήψεις, προκαταλήψεις, ανεκδοτολογικά στοιχεία. Γνώστης τόσο των αρχαίων κειμένων, όσο και της βυζαντινής και νεοελληνικής παράδοσης, ενώνει τα ρεύματά τους με μαεστρία σε ρέοντα φυσικό λόγο. Δεν είναι τυχαίο που κάποια διηγήματα έχουν τίτλους όπως: ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΣΤΟΝ ΑΪΣΩΜΑΤΟ, ΥΜΗΤΤΟΣ, ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΒΛΑΧΟΥΣ, ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΣΤΑ ΜΟΥΛΙΑΝΑ, ΓΑΜΟΣ ΣΤ’ ΑΝΩΪ. Τα κείμενα αυτά είναι γεμάτα με παραδόσεις, ηθογραφικά και λαογραφικά στοιχεία. Για τη γλώσσα του Κοτζιούλα νομίζω ότι χρειάζεται ολόκληρη διατριβή. Είναι πλούσια, ζωντανή δημοτική λαλιά, που χρησιμοποιείται, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κάθε γραπτού κειμένου. Γλώσσα απλή, τόσο απλή κι αυθόρμητη που αιφνιδιάζει ακριβώς γι’ αυτό το λόγο ευχάριστα. Αναρωτιέσαι: “ Τόσο απλά κι αβίαστα! Κι όμως εμένα δε θα μου ερχόταν ποτέ στο νου ή στο στόμα αυτή η λέξη ή η φράση!”. Θέλω να πω πως ο Κοτζιούλας είναι πρωτομάστορας αφηγητής, αφού ανεβοκατεβαίνει αβίαστα όλη την κλίμακα των συναισθηματικών και τον αφηγηματικών μεταβολών, από τον υπνωτικό ψίθυρο στο εγερτήριο σάλπισμα. Εκεί όμως που φαίνεται η φλέβα τού Κοτζιούλα είναι οι περιγραφές του και οι παραβολές-αλληγορίες του. Οι πρώτες δείχνουν την αγάπη του για το περιβάλλον, το φυσικό και το κοινωνικό, κι οι άλλες τη σοφία του και τη γνώση και την καταβύθισή του στα άδυτα της ψυχής των ανθρώπων. Στο ΥΜΗΤΤΟΣ αναδεικνύει την άλλη όψη της φύσης που κεντρίζει τη φαντασία και ενεργοποιεί τον λογισμό και το συναίσθημα. “Το βλέπεις κείνο που γυαλίζει μέσα κει; Δες, ένα στρογγυλό, κιτρινοπράσινο πράμα σκορπίζει την ανταύγεια του. Και δίπλα ένα άλλο παρόμοιο φωσφορίζει κι αυτό. Τι λες να ’ναι; Λίγο παρακάτου ξεχωρίζει μια κηλίδα μακρουλή. Δε μοιάζει με μουσούδα που υγράθηκε στην άκρη; Ω, μη μου λες περισσότερα, το γνωρίζω. Αυτά είναι ρουθούνια αγριμιού κι εκείνα τ’ άλλα μάτια του. Να τα, με μαγνητίζουν αλύπητα, θαρρώ κιόλα πως θα με σύρουν στα βάθη. Το ένα ανοίγει περισσότερο, φαίνεται σα να παίζει μαζί μου. Φοβάμαι. Θα με φάει! Έλα, μην κάνεις έτσι πια. Ήτανε μια στάλα που έπεσε, μόνο αυτό. Το χώμα Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


204

Σωτηρία Μελετίου

πιτσιλίστηκε κάπου, τίποτ’ άλλο. Να μην κάνεις όμως άλλοτε τον έξυπνο. Και να σκύβεις κάπου κάπου απάνου από τις χράσπες, χωρίς μικρότητες κι υπολογισμούς μες στην ψυχή σου, αν θέλεις να επικοινωνήσεις με τους παλαιικούς. Είναι σαν ένα μαντείο με τρομερές αποκρίσεις. Δεν ήταν οι πρόγονοί μας πιο πολύ φοβητσιάρηδες απ’ τους σημερινούς. Είχαν όμως ευαισθησία κι ο λόγγος τότε βογγούσε από στοιχιά. Σε μια εποχή όμως που σκέφτηκε να εξορίσει τα φαντάσματα, έχει λείψει πρωτύτερα η φαντασία.” Στη νουβέλα ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΜΠΟ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ παντρεύει την αρχαία, τη βυζαντινή με τη νεότερη Παράδοση δίνοντας έναν απίθανο ορισμό τής ψυχής με παρομοίωση-παραβολή: “- Η ψυχή μού φαίνεται πως πηγάζει απ’ το σώμα κι όμως δεν είναι ολότελα το ίδιο μ’ αυτό. Από τα υλικά στοιχεία δημιουργεί αυτή κάτι το αλλιώτικο. Πώς να το παραστήσω; Φαντάσου ένα κερί με τη φλόγα του. Το κερί ξέρουμε από τι αποτελείται. Η φλόγα πάλι δε μπορούσε να βγει μόνη της, δίχως να συντηρηθεί απ’ τα στοιχεία εκείνου. Κοίταξε όμως πόσο διαφέρει απ’ το κερί, σχεδόν άυλη, φωσφορισμός της ύλης... - Φτάνει, φτάνει, μου φώναξε ενθουσιασμένος ο φίλος μου. Το είπες υπέροχα και φοβάμαι μην το χαλάσεις παρακάτω. Είσαι πολύ μελετημένος, όπως φαίνεται, δεν έχω διαβάσει πουθενά καλύτερον ορισμό της ψυχής.” ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ Το χιούμορ του Κοτζιούλα είναι αβίαστο. Ακόμη και τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής τις διασκεδάζει, όχι για να υποτιμήσει, αλλά για ν΄ ανοίξει άλλη πόρτα της ελπίδας. Έχοντας το προσόν της ειλικρίνειας φτάνει μέχρι τον αυτοσαρκασμό με παιδική σχεδόν αφέλεια, που σε κάνει να χαμογελάς. Στο ΑΓΑΛΜΑ ή ΚΟΝΙΣΜΑ το χιούμορ δίνεται μέσα από την ανατροπή μιας φυσιολογικής πορείας. Ο Αιμίλιος, καταστηματάρχης στη μικρή πολιτεία, επιστρέφει ύστερα από μακρόχρονη απουσία του στο αντάρτικο, στο σπίτι του, τη γυναίκα του Πιπίτσα, που είναι παραδοσιακή χριστιανή και στο παιδί τους, που ούτε καν το έζησε, έχοντας το ψευδώνυμο Νικηφόρος. Εκεί, αντί να συνεχιστεί η ζωή τους όπως την άφησαν, σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα, έρχονται απροσδόκητες ανατροπές: “Μαλώνουν πού και πού, τα τσουγκρίζουν λιγάκι. - Έλα, μπέμπη, πες μας κανένα τραγούδι, του ζητάει ο πατέρας. Ο μικρός παίρνει ανάλογη στάση και συνοδεύει το ρυθμό με το χέρι του: Δύο- κάπα-κι ένα-έ Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γ ι ώ ρ γ ο ς Κ ο τ ζ ι ο ύ λ α ς : « Μ ε τ ο ν κ ό μ π ο σ τ ο λ α ι μ ό κ α ι ά λ λ α δ ι η γ ή μ α τ α » 205

κάνου-νέ το-κούκου-έ. - Μπράβο, Τάκη! Τον φιλεί ο πατέρας. - Τ’ είν’ αυτά! Διαμαρτύρεται η Πιπίτσα. Τέτοια μαθαίνεις στο παιδί; - Και στενοχωριέσαι, δε χαίρεσαι γι’ αυτό; - Τι λες εκεί! Μ’ αυτά και μ’ αυτά θα μας γίνει καμιά μέρα... Δε συμπληρώνει τη σκέψη της, την τρομάζει η συνέχεια. Αυτή, όσο το ’χε μαζί της εκεί πέρα, το μάθαινε και προσευχή κι απ’ όλα. Εδώ τώρα δεν κάνει ούτε το σταυρό του. - Για πες το πάτερ ημών, μπέμπη. Ο μικρός την κοιτάζει χωρίς να μιλάει. - Ανάθεμά σε! Το ξέχασες κιόλας;” Ο ΠΑΡΑΚΟΣΜΟΣ Ας μην ξεχνάμε πως στη ζωή του ο συγγραφέας, είτε από αρρώστιες είτε από ανέχεια είτε από επιλογή της ανάγκης πέρασε το μεγαλύτερο χρόνο του “φερέοικος και ανέστιος”. “Είναι η πρώτη φορά που έχω δωμάτιο μοναχός μου και που δε μου πληρώνουν άλλοι. Επιπλέον κάθουμαι σε δεύτερο πάτωμα. Έχω ντουλάπα, νιπτήρα, κρεμάστρα. Πάνου απ’ το κεφάλι μου υπάρχει διακόπτης για το ηλεκτρικό - μεγαλεία. Μα μήπως είναι μόνο αυτά; Αυτό είναι το σπουδαίο δώρο που μου χάρισε η τύχη σαν έκλεισα τα τριάντα.”, μας λέει στο “Καινούργια Γειτονιά”. Θα σταθώ όμως στα απόλυτα ερείπια της ζωής, τους εντελώς αγνοημένους κι αβοήθητους, διαβάζοντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: ΥΜΗΤΤΟΣ «Στον Άη Γιάννη πάλι τον Καρέα, στην αυλή του, απάντησα το σύγχρονο Διογένη, αλλά πολύ, πάρα πολύ γερασμένον. Φορούσε σκούφια και σελάχι και τσαρούχια. Κάπου εκεί στα μέρια του ήταν πιασμένες οι κάλτσες, βλάχικες κάλτσες του παλιού καιρού που μόνο την ασπράδα τους είχανε χάσει. Καθόταν πλαγιασμένος απάνου σε κοτρώνια, κοιτάζοντας με το σωμένο του πρόσωπο τον ήλιο, μ’ ένα ραβδί ανάμεσα στα γόνατά του. Εκείνη η πέτσινη θήκη πάνου στην κοιλιά ξεπετιόταν σαν κανένα αφύσικο εξόγκωμα· αρκούδας σώμα χρειαζόταν, όχι ένα δάχτυλο μέση. Αλλά το μυτερό πηγούνι με τα γένια, τα μάτια που κοίταζαν ατάραχα τον ουρανό, αυτά είχαν τόση Ελλάδα, τόση δική μας ψυχή! Γέρο Διογένη από το Λιδωρίκι, μην πιστέψεις τον εαυτό μου που σου έριξε μερικές περίεργες ματιές και βιαστικός, τάχα πολυάσχολος, πήρε τον ανήφορο, Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


206

Σωτηρία Μελετίου

να δει κι άλλα αξιοθέατα. Όχι, εγώ ήθελα να καθίσω κοντά σου, μπρος στα πόδια σου και να σε ρωτήσω τόσα παλαιικά, θεματοφύλακα των παραδόσεων. Ήθελα να σε πιάσω κι από το χέρι, έρμε παππούλη, απ’ το χέρι σου που έγινε πια φλούδα ξερή, για να σου ζεστάνω λίγο τις φλέβες, πικραμένε.» Ο ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ Ο Κοτζιούλας εμβαθύνει στα γεγονότα της ζωής, στις πράξεις και τις ψυχές των ανθρώπων, στα αισθήματα και τα συναισθήματά τους. Πολλές φορές στα διηγήματά του, σαν ένα είδος παρέκβασης διατυπώνει με λόγο μεστό και περιεκτικό αλήθειες, που αφοπλίζουν. Στην ουσία αποφθέγγεται φιλοσοφικά. ΣΚΟΥΠΙΔΟΧΩΡΙ “Μα τίποτε δε μένει σκοτεινό. Παρακολουθώντας με την άκρη του ματιού σου, βλέπεις το παιδί να γέρνει αισθητά προς το δεξί του πλευρό, σα να σέρνει κάτι βαρύ. Απομακρύνεται σιγά, μες στα κριθάρια, προς τη διεύθυνση του κοπαδιού. Μα εσένα δε θέλησε να σου δειχτεί. Αμέ τι, έχει κι η αναπηρία την ακαταδεξιά της. Ω, πρέπει να ’μαστε πολύ λεπτοί αντίκρυ στους δυστυχισμένους. Δεν υπάρχουν πιο εύθικτοι απ’ αυτούς.” ΥΜΗΤΤΟΣ “Κάπου εκεί, δίπλα σε μια ρεματιά, μισοκρυμμένο από τους λόφους, προσπερνούμε ένα καινούργιο νεκροταφείο. Μια παρέα έχει όλο γυναίκες, οι περισσότερες στα μαύρα. Μα δεν υπάρχει καθόλου μελαγχολία στα πρόσωπά τους. Μιλούνε ζωηρά, χαμογελούν. Σε μια στιγμή κάποια απ’ αυτές, μια μελαχρινή, χτυπάει την άλλη χαρωπά σα να της λέει: για φαντάσου... Για φαντάσου, αλήθεια! Κι υπάρχουν ζωντανοί που φαντάζουνται πως όλο αυτούς θα θυμούνται άμα πεθάνουν.” ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ “Ξέρεις τι σημαίνει έρωτας, αγαπητέ μου φίλε; Να σου το πω με δυο λόγια εγώ: Απέξω, δεξιά από το μπαλκόνι, μια αράχνη πήγε κι ύφανε την κατοικία της στην άκρη ενός κάθετου σωλήνα που χρησιμεύει για το ηλεκτρικό. Τη δέρνουν οι ανέμοι, τη χτυπούν οι βροχές, αυτή κρέμεται πάντα από κει, χωρίς να πάθει Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γ ι ώ ρ γ ο ς Κ ο τ ζ ι ο ύ λ α ς : « Μ ε τ ο ν κ ό μ π ο σ τ ο λ α ι μ ό κ α ι ά λ λ α δ ι η γ ή μ α τ α » 207

τίποτε. Η ουσία της είναι πιο εύθραυστη κι απ’ την ψιλότερη κλωστή, μ’ ένα φύσημα νομίζεις πως θα διαλυθεί. Κι όμως στέκεται απείραχτη στη θέση της, είναι βδομάδες που την παρακολουθεί. Πού βρίσκει τόση δύναμη, να περιφρονεί τα φυσικά στοιχεία;” Τελειώνοντας την παρουσίαση αυτή, θα κλείσω περίπου όπως ξεκίνησα: ότι δυσκολεύομαι τι να πρωτοδιαλέξω διαβάζοντας Κοτζιούλα. Κι αυτό γιατί κάθε φορά που ξαναδιαβάζω τα διηγήματά του, ανακαλύπτω όλο και νέα στοιχεία που με εκπλήσσουν ευχάριστα, άλλοτε στο περιεχόμενο, στον στοχασμό, κι άλλοτε στη μορφή, στην τεχνική. Διαβάζοντας κάποιος τον Γιώργο Κοτζιούλα στέκεται σ’ ένα από τα πιο γερά καρπόκλαρα και γεύεται έναν από τους πιο ζουμερούς και γλυκούς καρπούς της Νεοελληνικής μας Λογοτεχνίας. Αφήνω σε σας τη συνέχεια και την ανακάλυψη...

*Η Σωτηρία Μελετίου είναι φιλόλογος

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Νίκος Γ. Μπριασούλης

Δημήτρη Βλαχοπάνου «Ισαάκ Μιζάν – Αριθμός βραχίονα 182641» (1)

Α

γαπητοί μου συμπατριώτες, αγαπητοί μας φίλοι, μαζευτήκαμε απόψε εδώ, στη φιλόξενη αυτή γωνιά της Ηπειρωτικής Εστίας, για να μιλήσουμε για ένα βιβλίο, πράγμα που είναι γενικά καλό, αλλά, ιδιαίτερα σ` αυτή την κρίσιμη συγκυρία που περνάει ο τόπος μας, είναι και πολύ ωφέλιμο να ξεφεύγουμε απ` τα δύσκολα και πολύ στενόχωρα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, και ν` αποδιώχνουμε για λίγο από πάνω μας το νέφος της εθνικής κατάθλιψης, που έχει καθίσει πάνω μας και δε λέει να φύγει. Θέλω κι εγώ προσωπικά να σας ευχαριστήσω, που αφήσατε άλλα ενδιαφέροντα και ενασχολήσεις και ανταποκριθήκατε στην πρόσκλησή μας. Θα μιλήσουμε απόψε για το τελευταίο βιβλίο του Αρτινού Φιλολόγου και συγγραφέα Δημήτρη Βλαχοπάνου, που έχει τίτλο «Ισαάκ Μιζάν - Αριθμός βραχίονα 182641». Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει στην ιστορία, και κυρίως στις αφηγήσεις, ενός συμπατριώτη μας Αρτινού εβραϊκής καταγωγής, που είχε την ατυχία να συλληφθεί απ` τα γερμανικά στρατεύματα, μαζί με όλη την οικογένειά του κι ένα μεγάλο μέρος της Εβραϊκής Κοινότητας Άρτας, και να μεταφερθεί αιχμάλωτος στα ειδικά στρατόπεδα συγκέντρωσης αρχικά στην Πολωνία και ύστερα στη Γερμανία. Απ` την οικογένεια του Ισαάκ έμεινε εδώ και γλίτωσε την περιπέτεια μόνον ο μεγαλύτερος αδελφός του Σαμουήλ, που έφυγε έγκαιρα απ` την Άρτα και πήγε στην Αθήνα, όπου κρύφτηκε σε φιλικά σπίτια. Μιλάμε, λοιπόν, για τον Ισαάκ, ένα παιδί 16 χρονών, κι ο καθένας εύκολα μπορεί να καταλάβει το φοβερό δράμα που πέρασε μπαίνοντας σε μια τέτοια περιπέτεια. Βρήκε όμως τη μεγάλη δύναμη ν` αντέξει αυτή την τόσο μεγάλη δοκιμασία κι είχε την τύχη να επιβιώσει και, με το τέλος του πολέμου, να γυρίσει στην πατρίδα του. Αυτό το βιβλίο στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις αφηγήσεις, τις αναφορές και τα σχόλια του Ισαάκ Μιζάν, που είχε το κουράγιο ν` αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, για να κάνει γνωστά στην ελληνική κοινωνία τα βιώματα, τις εμπειρίες και τα μαρτύρια που πέρασε, σωματικά και ψυχικά, στα στρατόπεδα του θανάτου. Αυτός είναι ο Ισαάκ Μιζάν, στις αφηγήσεις του οποίου στηρίζεται κατά βάσιν αυτό το βιβλίο. Κι αρχίζει τις δραματικές εξομολογήσεις του με τη Σφαγή του Κομμένου, που έγινε στις 16 Αυγούστου του 1943, κι έφτασαν τα μαντάτα 1. Πρόκειται για κείμενο ομιλίας, που εκφωνήθηκε στις 04/12/2017 και δημοσιεύεται εδώ με πολύ λίγες τροποποιήσεις. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δημήτρη Βλαχοπάνου:«Ισαάκ Μιζάν – Αριθμός βραχίονα 182641»

209

στην Άρτα. Τα έμαθε και ο Ισαάκ και, επειδή είχε σ` αυτό το χωριό πολλούς γνωστούς και φίλους, εκδήλωσε αμέσως την επιθυμία να πάει στο Κομμένο, για να δει τι έγινε. Ο πατέρας του εναντιώθηκε, γιατί φοβόταν, αλλά αυτός κατάφερε με τρόπο να ξεφύγει την προσοχή του πατέρα του και πήγε. Έτσι είδε από κοντά τη φρίκη: Σπίτια καμένα, πολλούς νεκρούς και το χωριά έρημο. Ύστερα από λίγες μέρες αναχωρούν οι Ιταλοί απ` την Άρτα και οι Γερμανοί αναλαμβάνουν τη διοίκηση της πόλης. Στις 29 του Σεπτέμβρη βγάζουν διαταγή, όλοι οι κάτοικοι της πόλης να φορέσουν περιβραχιόνιο με το άστρο του Δαυίδ, για να τους ξεχωρίζουν εύκολα απ` τους άλλους Αρτινούς. Κι ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, εντελώς αιφνιδιαστικά, συγκέντρωσαν όλους τους Εβραίους στον κινηματογράφο «Ορφέα», άντρες, γυναίκες, υπερήλικες και μωρά παιδιά. Έτσι αρχίζει ο γολγοθάς των 250 μελών της εβραϊκής Κοινότητας Άρτας. Με βρισιές, απειλές και χτυπήματα, τους φόρτωσαν σαν ζώα στα καμιόνια και, μέσω Αγρινίου και Πάτρας, τους έφεραν στην Αθήνα, στο Σταθμό Λαρίσης. Έτσι μπήκαν και οι Εβραίοι της Άρτας στο γνωστό και απάνθρωπο σχέδιο της Τελικής Λύσης. Στο Σταθμό Λαρίσης τους φόρτωσαν στα βαγόνια μαζί με ομοεθνείς τους από άλλα μέρη της χώρας και ξεκίνησαν ένα μαρτυρικό ταξίδι οχτώ ημερών, κατά το οποίο οι Γερμανοί φρουροί χτυπούσαν, βίαζαν και δεν λογάριαζαν τίποτε. Έτσι έφτασαν στην Πολωνία και τους πήγαν κατευθείαν στο περιβόητο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Εκεί, μόλις έφτασαν στις 10 Απριλίου 1944, τους χώρισαν αμέσως σε δύο ομάδες: Στη μία οι ικανοί για δουλειά και στην άλλη οι ανήμποροι και οι γέροι. Τους δεύτερους τους πήγαν κατευθείαν στα κρεματόρια κι έτσι ο Ισαάκ δεν ξαναείδε τους γονείς του και τις 3 από τις 4 αδελφές του. Μια ειδική υπηρεσία του στρατοπέδου ήταν τα SonderKommando, οι ειδικοί φρουροί. Επιλέγονταν με αυστηρά κριτήρια απ` τα Es-Es και αναλάμβαναν τον απεχθέστατο ρόλο να παίρνουν τα νεκρά σώματα απ` τον θάλαμο των αερίων και να τα πηγαίνουν στους φούρνους για να καούν, να γίνουν στάχτη, ώστε να μη μείνει κανένα ίχνος της παρουσίας τους πάνω στη γη. Πίστευαν οι ανόητοι πως, μ` όλα αυτά τα μέτρα που έπαιρναν για την εξόντωση των κρατουμένων, δεν θα μάθαινε ποτέ ο κόσμος για τα φρικτά και ανόσια εγκλήματα που διέπρατταν. Στα SonderKommando είχαν ενταχθεί και τα τέσσερα ξαδέλφια του Ισαάκ, αλλά στην αρχή δεν του έλεγαν τίποτε. Όταν αργότερα του άνοιξαν την κουβέντα για το απαίσιο έργο που επιτελούσαν, του εκμυστηρεύτηκαν ότι τους γονείς του τους είχαν κάψει την πρώτη μέρα που μπήκαν στο στρατόπεδο. Φυσικά του ζήτησαν γι` αυτό να μην πει τίποτε σε κανένα. Ένα από τα πιο σκληρά και απάνθρωπα μέτρα, που έπαιρναν οι Γερμανοί στα Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


210

Νίκος Γ. Μπριασούλης

στρατόπεδα κατά διαστήματα, ήταν οι φοβερές επιλογές. Η λέξη “σελεξιόν” κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα σ` όλες τις γλώσσες των κρατουμένων κι έφερνε στις ψυχές τους αγωνία και πανικό. Συνεχώς κατάφταναν εδώ κατά κύματα νέα φορτία κρατουμένων, με αποτέλεσμα να μην επαρκούν ούτε οι θέσεις ούτε τα τρόφιμα. Τότε ξεδιάλεγαν τους άρρωστους, τους ανήμπορους κι αυτούς που δεν απέδιδαν στη δουλειά και τους έστελναν για κάψιμο. Μερικούς πάλι τους έπαιρναν οι γιατροί, για να κάνουν πειράματα και κανένας απ` αυτούς δεν ξαναγύριζε πίσω. Τους άνοιγαν, αφαιρούσαν από μέσα τους ζωτικά όργανα κι ύστερα τους άφηναν να πεθάνουν και τους έστελναν στους φούρνους. Το τελευταίο στρατόπεδο στο οποίο μετέφεραν τον Ισαάκ στο έδαφος της Γερμανίας, ήταν εκείνο του Μπέργκεν-Μπέλσεν. Σ` αυτό το στρατόπεδο τους βρήκαν τον Μάη του `45 τα στρατεύματα των Συμμάχων, που είχαν εισβάλει στη Γερμανία. Φρόντισαν για την υγεία των κρατουμένων και τους περιέθαλψαν με τον καλύτερο τρόπο. Επίσης τους φρόντισαν από κάθε άποψη και οι κρατούμενοι ξαναείδαν πάλι ανθρώπους κανονικούς. Ο Ισαάκ χρειάστηκε να μείνει ένα μήνα στο νοσοκομείο, για να συνέλθει. Επίσης οι Σύμμαχοι φρόντισαν για το ταξίδι επιστροφής στην Ελλάδα όσων κρατουμένων επέζησαν απ` τα στρατόπεδα του θανάτου. Έφτασαν στην Αθήνα, όπου τον Ισαάκ τον παρέλαβε ο αδελφός του ο Σαμουήλ και ταξίδεψαν μαζί για την Άρτα, για το σπίτι τους. Ο βασικός κορμός αυτού του αξιόλογου βιβλίου στηρίζεται στη μοναδική αφήγηση του Ισαάκ Μιζάν για την περιπέτεια των Εβραίων της Άρτας. Αυτόν το βασικό κορμό συμπληρώνουν άλλες τρεις σύντομες αναφορές για τις εβραϊκές κοινότητες της Πρέβεζας, των Ιωαννίνων και της Θεσσαλονίκης, δίνοντας έτσι μια συνολική εικόνα της δίωξης των Εβραίων της Δυτικής και Βόρειας Ελλάδας κι έτσι κατατοπίζεται καλύτερα ο αναγνώστης για αυτό το πογκρόμ, που όμοιό του δεν υπάρχει στην παγκόσμια ιστορία. Απ` τις τρεις αυτές ιστορίες πιο συγκινητική είναι εκείνη της Θεσσαλονίκης, όπου ο Εβραίος Συμεών Ζακάρ, λίγο πριν να τον πάρουν οι Γερμανοί για το Άουσβιτς, εμπιστεύτηκε τα τρία κορίτσια του στον αδελφικό του φίλο Χριστόφορο, για να τα προστατέψει. Η εξέλιξη ήταν δραματική. Ο φίλος του σκότωσε τα τρία κορίτσια και κράτησε για τον εαυτό του τα τρία κασελάκια με τις λίρες, που του είχε αφήσει ο πατέρας τους. Και ο Ισαάκ τελειώνει την αφήγησή του με μιαν ευχή: «Κάνω μια ευχή. Ίσως για να την ακούει η δική μου ψυχή και να ηρεμήσει: Μακάρι οι επόμενες γενιές να βρουν την αποκοτιά και τη δύναμη να φτιάξουν έναν αλλιώτικο κόσμο: Τον κόσμο της φιλίας, της ειρήνης και της ανθρωπιάς». Κλείνοντας τη σύντομη παρουσίαση αυτού του βιβλίου, θέλω να υπογραμμίσω με όλη την ένταση πως η σπαρακτική ιστορία του Ισαάκ Μιζάν, ένα πραγματικά φοβερό ντοκουμέντο για όλη την ανθρωπότητα, αυτή λοιπόν η μαρτυΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Δημήτρη Βλαχοπάνου:«Ισαάκ Μιζάν – Αριθμός βραχίονα 182641»

211

ρία έγινε ένα έξοχο λογοτεχνικό αφήγημα και κυκλοφόρησε σε βιβλίο, χάρις στην έμπνευση, την ευαισθησία και το εκφραστικό ταμπεραμέντο του Δημήτρη Βλαχοπάνου. Ο Δημήτρης έγραψε κι άλλα βιβλία αξιόλογα, ποιητικά και πεζά. Είναι ένας συγγραφέας που χειρίζεται το χάρισμα του λόγου με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και άκρα ευαισθησία. Θέλω πρώτα να τον βεβαιώσω πως με αυτό το βιβλίο έκανε ένα σημαντικό άλμα στις συγγραφικές του εμπνεύσεις και επιδόσεις, που εγώ θα το χαρακτήριζα ως σταθμό στην πνευματική του πορεία. Θέλω λοιπόν γι` αυτό να τον συγχαρώ θερμά και να του μεταφέρω την επιθυμία πολλών φίλων και συμπατριωτών του εδώ στον Βορρά, ότι περιμένουμε απ` αυτόν και άλλα τέτοια πνευματικά δώρα.

*Ο Νίκος Γ. Μπριασούλης είναι φιλόλογος και συγγραφέας

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Σ Χ Ο Λ Ι Α Γ Ι Α ΤΑ « Τ Ζ Ο Υ Μ Ε Ρ Κ Ι Ω Τ Ι Κ Α Χ Ρ Ο Ν Ι Κ Α » Γ.Κ. Χατζόπουλος*

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΕΥΧΟΣ 18 Ο (Πρωινός Τύπος Δράμας, Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017)

Τ

ο να πηγαίνεις κόντρα στην άνυδρη πνευματικά εποχή σου, σε μια εποχή αναμφίλεκτα υλοκρατούμενη, στην οποία προέχει η ιερουργία στο τέμενος του Μαμωνά, μαρτυρεί εύγλωττα πόσο έχεις σε περιωπή υψηλή το επίλεκτο πνεύμα. Χωρίς τη διάθεση να χαϊδέψω αυτιά, πιστεύω ακράδαντα πως η διατύπωση αυτή ταιριάζει απόλυτα στους καλούς μου φίλους της ΙΛΕΤ, που εδώ και δεκαοκτώ χρόνια συνεχίζουν απτόητοι να ιερουργούν στο βαθυίσκιωτο τέμενος του Παρνασσού, αδιαφορώντας για όσα, ομολογουμένως, ρυπαίνουν τον κοινωνικό αέρα και προκαλούν αποπνικτική πνευματική ασφυξία. Εδώ και δεκαοκτώ χρόνια αγωνιώ κάθε φθινόπωρο για τη συνάντηση με το πνευματικό τέκνο της ΙΛΕΤ, κατάφορτο από ανυστερόβουλη αγάπη για τον τόπο που τους ανέστησε, αλλά και για τους πνευματικούς καρπούς που αυτός προσφέρει και που δεν είναι άλλοι από την αποτύπωση μιας ζωής, που παρά τις λύπες που συσσώρευσε στην ψυχή τους για χρόνους πολλούς, όμως την έχουν κλείσει τόσο βαθιά στην ψυχή τους, ώστε, παρακάμπτοντας την οποιαδήποτε μέριμνα, να αναστηλώνουν, με αγωνία και μόχθο πολύ, τα εύγευστα δώρα της. Με το ενδιαφέρον αμείωτο διατρέχω ευλαβικά τις σελίδες (226, σχήμα 17 Χ 24) του καλαίσθητου και με υπευθυνότητα επιμελημένου ετήσιου περιοδικού με τίτλο «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» Και αυτής της διαδρομής έναρξη θα κάνω από το γοητευτικό εξώφυλλο, έργο της Ιω.Γιαννάκη, αρχιτέκτονος, η σύλληψη του οποίου μαρτυρεί εύγλωττα τον ευαίσθητο καλλιτεχνικά ψυχικό της κόσμο. Θα προχωρήσω στην πρώτη μου στάση, στο άρθρο της Προέδρου και συναδέλφου Λαμπρινής Στάμου, που μέσα από τις γραμμές του επισημαίνει τη φιλοσοφία της έκδοσης των ΤΖ. ΧΡ., που δεν είναι άλλη από την ανάγκη ανάδειξης μιας λαγαρής Τζουμερκιώτικης συνείδησης. Θα σταθώ κατόπιν στη θεματική ενότητα Ιστορικά –Αρχαιολογικα, όπου οι: Δ. Καλούσιος, Ν. Μάνθος, Γ. Βάνας, Α. Γκορτζής, Χ. Μακρυγιάννης και Ν. Καραγιάννης, με ιδιαίτερη ευαισθησία, ιχνηλατούν την ιστορική πορεία των φτωχών υλικά όμως πολύφερνων πνευματικά, Τζουμερκιωτών. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


214

Γ.Κ. Χατζόπουλος*

Η ενότητα Λαογραφικά, που την οικοδομούν οι: Α. Μπουρνάκας, Ν. Καρατζένης, Μ. Μαγκλάρας, Β. Ντόκας, Β. Γκουρογιάννης και Γ. Βήχας, δίνει όλο το βάθος της ρωμαλέας Τζουμερκιώτικης ψυχής, αυτής, που, παρά την επέλαση του παντοκαταλύτη χρόνου και ταυτόχρονα των ξενόφερτων και κίβδηλων νεωτεριστικών αντιλήψεων, εξακολουθεί να φρονηματίζει και να κρατεί ολόγερες τις ρίζες της μυροπνόου παράδοσής μας. Στην επόμενη ενότητα η Α. Καμάρα κρατεί στητό κι ολόρθο με τη γραφίδα της το λάβαρο της τέχνης και του πολιτισμού, εγκύπτοντας με σεβασμό στη συντήρηση των μνημείων εκείνων που έτρεφαν και τρέφουν απλόχερα τη λαϊκή ψυχή. Θα ήταν άδικη η ταπεινότητά μου, αν δεν έκανε μια σύντομη αναφορά στην τόσο αναγκαία, για την ενημέρωση εκείνων που λατρεύουν τη γραφή, θεματική ενότητα που τη συνθέτουν οι: Ν. Κολέζας, Κ. Ζήδρου, Κ. Ζώνιος και Γ. Γιαννάκης, οι οποίοι, χωρίς πάθος μα ούτε και λιβανισμό, παρουσιάζουν τους πνευματικούς καρπούς ιερουργών του τεμένους των Μουσών. Ειλικρινά, θα ήταν μυωπικό, αν παρέκαμπτα το πολεμιστήριο σάλπισμα του «καλού φίλου και συναδέλφου» Νίκου Μπριασούλη, της ψυχής της ΙΛΕΤ, με την αναφορά του στα παλιά τραγούδια, στα «ζωντανά άνθη», στην «αιώνια άνοιξη», όπως εύστοχα χαρακτήρισε ο Ιταλός μελετητής Θωμαζαίος τα Δημοτικά μας τραγούδια, έκφραση ανάγλυφη της αισιόδοξης και καματερής ψυχής του λαού μας. Θαυμάσια η επινόηση λειτουργίας του Θερινού Σχολείου, που αποτυπώνει τις ευαίσθητες κεραίες, οι οποίες συλλαμβάνουν τα καθάρια μηνύματα του παρελθόντος και τα μεταλαμπαδεύουν στο παρόν και στο μέλλον. Θα κλείσω με τον δίκαιο και ειλικρινή έπαινο προς την Περιφέρεια της Ηπείρου, η οποία προσφέρει αραγή βακτηρία σε μια προσπάθεια ευσταλή, γνησίων εθελοντών, οι οποίοι έχουν κλείσει βαθιά στην ψυχή τους την αγάπη για την Ελλάδα, που της πρέπει καλύτερη μοίρα. Τους εύχομαι ολοκάρδια γόνιμη πορεία.

*Ο Γ. Κ. Χατζόπουλος είναι φιλόλογος, π. Λυκειάρχης

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Α Π Ο Τ Η Δ ΡΑ Σ Η Τ Η Σ Ι Λ Ε Τ Χαιρετισμός Προέδρου1 Πράμαντα Αύγουστος 2017 κ. Δήμαρχε Β. Τζουμέρκων, κ. πρώην Δήμαρχε του Δήμου Κ. Τζουμέρκων, Κύριοι εισηγητές, Κυρίες και κύριοι, Σας καλωσορίζω στη σημερινή εκδήλωση που διοργανώνει η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων σε συνεργασία με τον Δήμο Βορείων Τζουμέρκων και έχει ως θέμα «Το δημοτικό Τραγούδι των Τζουμέρκων, όπως καταγράφεται στις τρεις συλλογές του Χ. Λαμπράκη, του Γ.Κοτζιούλα και του Μ. Χάρου.» Η ΙΛΕΤ, από τη στιγμή της ίδρυσής της, δίνει τον αγώνα της για την καταγραφή και την προβολή του Πολιτισμού μας και το Δημ. Τραγούδι ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας, αποτελεί ένα από τα βασικά οχήματα αυτού του πολιτισμού. Σας ευχαριστώ όλους για την παρουσία σας. (Ενδιάμεσα ακούστηκαν δημ. Τραγούδια από τις συλλογές με τους: Πέτρο Μόκα: Τραγούδι και κλαρίνο Σωτήρη Κατσούρη: Βιολί Θανάση Βόλλα:Λαούτο)

1. Τα κείμενα που ακολουθούν αποτέλεσαν ανακοινώσεις στην ημερίδα που διοργανώθηκε από την Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Βορείων Τζουμέρκων, τον Αύγουστο του 2017, με θέμα: «Το δημοτικό τραγούδι των Τζουμέρκων, όπως καταγράφεται στις συλλογές του Χρ. Λαμπράκη, του Γ. Κοτζιούλα και του Μ. Χάρου. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Λαμπρινή Αρ. Στάμου

ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ό

σοι γεννηθήκαμε στα Τζουμέρκα ή καταγόμαστε από αυτά και είχαμε την τύχη να τα επισκεπτόμαστε τακτικά, γνωρίζουμε πολύ καλά πως το δημοτικό τραγούδι είναι συνυφασμένο με όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Όλη η Ήπειρος, αλλά τα Τζουμέρκα ειδικότερα, είχαν την τύχη να μη διακοπεί ποτέ η βιωματική κουλτούρα του δημοτικού τραγουδιού, ώστε να βρεθούν στην ανάγκη κάποιοι πολιτιστικοί σύλλογοι να επιδιώξουν την αναβίωσή του, αλλά να επιβιώνει, μέχρι τα τελευταία χρόνια. Τα δημοτικά τραγούδια είναι έμμετρα κείμενα (αφηγηματικά ή λυρικά), που τα έχουν συνθέσει άγνωστοι λαϊκοί ποιητές, μόνοι τους ή σε συνεργασία ,με συμπληρώματα βέβαια από την παράδοση. Ήταν ο καλύτερος τρόπος ψυχαγωγίας των ανθρώπων και εκτόνωσης των δυνατών τους συναισθημάτων. Τέτοιου είδους τραγούδια έχουν σχεδόν όλοι οι λαοί. Οι Έλληνες από την αρχαία εποχή είχαν τραγουδήσει καθετί που τους συνάρπαζε, τους εντυπωσίαζε και τους ξάφνιαζε ,κάθε γεγονός που ήταν ιδιαίτερο και σημαντικό γι’ αυτούς. Οι αοιδοί στην αρχή και οι ραψωδοί αργότερα ήταν οι άνθρωποι που αναλάμβαναν να συνθέσουν και να τραγουδήσουν τα βιώματα μιας κοινότητας ανθρώπων. Τα τραγούδια του ελληνικού λαού είναι από τα καλύτερα δείγματα των λαϊκών λογοτεχνιών όλων των εθνών, όπως τόνισαν και οι ξένοι, οι οποίοι αντιλήφθηκαν τη σπουδαιότητα του είδους και ασχολήθηκαν με αυτό. (Λα Γκιγιετέρ 1676, Γκαίτε 1814, Φωριέλ 1824). Κατέχουν εξαίρετη θέση ανάμεσα στα μνημεία του ελληνικού ποιητικού λόγου. Πρόκειται για καταπληκτικά ποιητικά δημιουργήματα, στα οποία καταγράφεται η ψυχοσύνθεση του λαού, με έντονη εκφραστικότητα και παραστατικότητα, με αβίαστα λιτό λόγο και απέριττο κάλλος. Δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς πως είναι δημιουργήματα απλών και ανώνυμων ανθρώπων, οι οποίοι είχαν απλώς το χάρισμα του αυτοσχεδιασμού των στίχων. Με τη βοήθεια της ομήγυρης δημιουργούσαν ένα στιχούργημα, το τραγουδούσαν πάνω σε κάποιο ρυθμό, και αυτό με την επανάληψη βελτιωνόταν, μέχρι να πάρει την τελική του μορφή. Έπειτα διαδιδόταν και ο καθένας το ταίριαζε στον τόπο του και στο γλωσσικό του ιδίωμα και έτσι δημιουργούνταν οι παραλλαγές. Μέσα στο πέρασμα των χρόνων αποτέλεσαν μοναδική πηγή έμπνευσης για τους περισσότερους Έλληνες λογοτέχνες.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το δ η μ ο τ ι κ ό τ ρ α γ ο ύ δ ι

217

Τα θέματά τους είναι ποικίλα, όσες και οι περιπέτειες, οι χαρές, οι λύπες και τα πάθη των ανθρώπων αλλά και του Έθνους ολόκληρου. Το βασικό τους διαχωρισμό τον βρίσκουμε στο βιβλίο του Ν. Πολίτη «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού» Επικά: όσα υμνούν ηρωικές πράξεις (ακριτικά, κλέφτικα, ιστορικά) Λυρικά: όσα τραγουδούν την αγάπη σε όλες της τις εκφάνσεις Οικογενειακά: όσα αναφέρονται στις χαρές, στις πίκρες, στις λύπες της ζωής (της τάβλας, του γάμου, μοιρολόγια, της ξενιτιάς) Θρησκευτικά: Κάλαντα, Φώτα, του Λαζάρου, Πάθη Εποχικά: Μάης, Περπερούνα ή Μπαρμπαρούσα Κοινωνικά: τραγούδια ψυχαγωγίας : Αποκριάτικα, σατιρικά, του Κλήδονα, εργατικά Γνωμικά: τραγούδια στοχασμού, διδακτικά Παιδικά: Νανουρίσματα, ταχταρίσματα Όλα στηρίζονται σε παλιές ελληνικές παραδόσεις, οι οποίες διαιωνίζονται και πιστοποιούν τη συνέχεια του Ελληνισμού. Το δημοτικό τραγούδι αποδίδεται με έναν αβίαστο λαϊκό λόγο, στον οποίο χρωστάει πολλά η σημερινή δημοτική μας γλώσσα. Είναι μια παρακαταθήκη αιώνιας ελληνικής έκφρασης, που δεν κατάφεραν να αλλοιώσουν ούτε οι λόγιοι ούτε ο χρόνος. Ο κυρίαρχος στίχος είναι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος και λιγότερο ο δωδεκασύλλαβος ,σπανιότερα δε και άλλοι. Τραγούδι, ως γνωστόν, δεν νοείται χωρίς μουσική. Η μουσική των δημοτικών τραγουδιών έχει βαθιά καταγωγή στους αιώνες, αλλά δέχτηκε και πολλές επιρροές από γείτονες λαούς, και, κυρίως, από την εκκλησιαστική μελωδία. Η δημοτική μουσική χωρίζεται: α. σε αργή αφηγηματική, (του τραπεζιού ή της τάβλας), β. σε γοργή ρυθμική, του χορού, γ. σε ελεύθερη και συχνά αυτοσχέδια, του θρήνου(μοιρολόγια). Οι τραγουδιστές προσαρμόζουν τους στίχους στη μουσική και τους προσθέτουν τσακίσματα ή γυρίσματα ανάλογα με τη διάθεση και το ταλέντο τους. Παραδοσιακή επίσης συνήθεια είναι να τραγουδάει ο κορυφαίος τον στίχο και να τον επαναλαμβάνουν οι υπόλοιποι(κάτι που γίνεται και στα Τζουμέρκα). Τα δημοτικά τραγούδια, εκτός από τον αρχικό λειτουργικό τους ρόλο, σήμερα μπορεί να αποτελέσουν μια βέβαιη λαογραφική πηγή, ιστορική πηγή (μετά από διασταύρωση με άλλες), να δώσουν πληροφορίες για τις κοινωνικές δομές και να βοηθήσουν στην κατανόηση μιας παλιότερης μορφής ζωής. Οι συνθήκες που δημιούργησαν το δημοτικό τραγούδι, (δηλαδή οι κλειστές κοινωνίες, στις οποίες οι άνθρωποι σε κάθε εκδήλωση της ζωής τους συγκεντρώνονταν, ψυχαγωγούνταν εκφράζοντας με το τραγούδι τα συναισθήματά τους, χόρευαν, γλεντούσαν ή ξεπροβόδιζαν ξενιτεμένους και μοιρολογούσαν Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


218

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

τους νεκρούς τους), έπαψαν να υπάρχουν, γι’ αυτό και δεν δημιουργείται πλέον. Δυστυχώς οι περισσότερες σημερινές καταγραφές διασώζουν μεν τους στίχους, ελάχιστες όμως διασώζουν τη μουσική. Αν εξετάσει κανείς την τζουμερκιώτικη δημοτική παράδοση, θα διαπιστώσει πως ελάχιστη έως καθόλου σχέση έχει με αυτό που οι περισσότεροι αναγνωρίζουν ως μουσική της Ηπείρου. Η μουσική παράδοση των Τζουμερκιωτών δεν έχει το αργό, βαρύ ηχόχρωμα των τραγουδιών της υπόλοιπης Ηπείρου, αλλά μοιάζει περισσότερο με αυτήν της Ρούμελης, κυρίως της περιοχής του Ξηρόμερου και της Θεσσαλίας. Φαίνεται πως οι επαφές με αυτά τα μέρη ήταν συχνότερες και υπήρξαν αλληλεπιδράσεις. Πολλοί από τους νομάδες κτηνοτρόφους των Τζουμέρκων ξεχειμώνιαζαν σε περιοχές της Ακαρνανίας και της Θεσσαλίας. Επίσης, επειδή πολλοί Τζουμερκιώτες ταξίδευαν, λόγω του κυρίαρχου επαγγέλματος του κτίστη, έφερναν τραγούδια και από άλλες περιοχές, γι΄ αυτό και συναντάμε τραγούδια δημοφιλή στους Τζουμερκιώτες, τα οποία δεν έχουν καμιά σχέση με την περιοχή. Και των τζουμερκιώτικων τραγουδιών η θεματική έχει τεράστια ποικιλία και καλύπτει όλες τις εκδηλώσεις της ζωής και όλα τα δυνατά συναισθήματα των ανθρώπων. Χαρακτηριστικότερο τραγούδι των Τζουμέρκων είναι «οι κύκλες» ή «καγκελάρι», το οποίο συνοδεύεται από αργό τελετουργικό χορό, που σχηματίζει μαιάνδρους. Είναι διαδεδομένο σε όλα, σχεδόν, τα Τζουμερκοχώρια, με μικρές παραλλαγές στους στίχους, και χορεύεται στο κεντρικό πανηγύρι του κάθε χωριού ή το Πάσχα. Μέχρι τα τελευταία χρόνια, χαρακτηριστικά ήταν και τα σπαραξικάρδια «μοιριολόγια», κυρίως των Πραμάντων αλλά και άλλων χωριών της περιοχής. Είναι γνωστό πως στις νεότερες εποχές πολλοί επώνυμοι συνθέτες και τραγουδιστές χρησιμοποίησαν τη μουσική των δημοτικών τραγουδιών παραλλαγμένη κατά κάποιο τρόπο, για να τραγουδήσουν σύγχρονα δημιουργήματα. Αυτά δεν μπορούμε να τα κατατάξουμε στην κατηγορία του Δημ. Τραγουδιού, θα τολμούσαμε, ίσως, να τα ονομάσουμε «δημοτικοφανή». Το παρήγορο και ελπιδοφόρο για τη συνέχεια του δημοτικού τραγουδιού είναι πως και οι νέοι μας, όσο κι αν αγαπούν τα τραγούδια της εποχής τουςελληνικά ή ξένα (και είναι φυσικό),- σε πανηγύρια και γάμους διασκεδάζουν, αφήνοντας το μεράκι τους να ξεχυθεί, με το παραδοσιακό τραγούδι… Για να συλλέξει κανείς δημοτικά τραγούδια, χρειάζεται καλή γνώση της λαϊκής στιχουργικής και του γλωσσικού ιδιώματος και καλός πληροφορητής. Μπορούμε να τα καταγράψουμε με προφορική υπαγόρευση, αλλά, κυρίως, όταν τραγουδιούνται. Τραγούδια των Τζουμέρκων συγκέντρωσε στη συλλογή του ο Χ. ΛαμπράΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Το δ η μ ο τ ι κ ό τ ρ α γ ο ύ δ ι

219

κης, από τους Σκιαδάδες Βουργαρελίου, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Επανεκδόθηκε η συλλογή το 2013 από το Σύλλογο Βουργαρελιωτών Αττικής, με τη χορηγία του Πολιτιστικού και Αθλητικού Κέντρου του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων. Πολύ αργότερα (από την πρώτη δημοσίευση της Συλλογής Λαμπράκη) εκδόθηκε η Συλλογή του Μιχάλη Χάρου από τα Άγναντα με τραγούδια των Δυτικών, κυρίως, Τζουμέρκων από τον τότε Δήμο Αγνάντων και τον δήμαρχο κ. Χ. Χασιάκο, γνωστό για την ευαισθησία του σε θέματα παράδοσης και πολιτισμού. Και εφέτος έχουμε τη χαρά και την ικανοποίηση να παρουσιάσουμε τη συλλογή του Γ. Κοτζιούλα , την οποία μας παρέδωσε ο γιος του κ. Κώστας Κοτζιούλας (τον οποίο ευχαριστούμε πολύ) και κατάφερε η ΙΛΕΤ να εκδώσει, στην επέτειο των εξήντα χρόνων από το θάνατο του ποιητή. Για τις συλλογές αυτές θα μας μιλήσουν οι εξαίρετοι επιστήμονες, μέλη και φίλοι της ΙΛΕΤ - με βάση την ηλικία των συλλεκτών) - η κ. Λουκία Αντωνίου, φιλόλογος, πρόεδρος του Συλλόγου Βουργαρελιωτών Αττικής, η κ. Παναγιώτα Λάμπρη, επίσης φιλόλογος – συγγραφέας, και –για να ξεφύγουμε από τις φιλολογικές προσεγγίσεις και να περάσουμε σε μια διαφορετική ματιά, πιο βιωματική, δεδομένου ότι ήταν φίλος του Μ.Χάρου-, ο κ. Δημήτριος Ρίζος, Εφέτης επί τιμή, τέως δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, οικονομολόγος. Βιβλιογραφία: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ: Δημοτικά Τραγούδια: Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, εκδόσεις Ιστορική Έρευνα, Αθήνα. CLAUDE FAURIEL: Δημοτικά Τραγούδια της Σύγχρονης Ελλάδας, εκδόσεις Ελληνική Παιδεία Α.Ε., Αθήνα, 2002. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΛΟΥΚΑΤΟΣ: Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία, εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1997. ΜΙΧΑΗΛ ΧΑΡΟΣ: Τζουμερκιώτικοι Δημοτικοί Αντίλαλοι, έκδοση Δήμου Αγνάντων, Ιωάννινα, 2006.

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Λουκία Αντωνίου*

Η Συλλογή Χρίστου Ν. Λαμπράκη “Τραγούδια των Τζουμέρκων’’ Το ιστορικό κλίμα

Η

επανάσταση στο Γουδί του 1909 έφερε στο πολιτικό προσκήνιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο και το όραμά του να προχωρήσει στον εκσυγχρονισμό της χώρας, δημιουργώντας ένα βιώσιμο και ανεπτυγμένο εθνικό κράτος. Στο πλαίσιο αυτό συντελείται η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της επαναστατικής κυβέρνησης του 1917, που έφερε καινούρια βιβλία, νέες παιδαγωγικές μεθόδους και φυσικά τη δημοτική γλώσσα.Πρωτεργάτες της μεταρρύθμισης υπήρξαν οι πρωτοπόροι εκπαιδευτικοί του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Παράλληλα ο Ν. Πολίτης στρέφεται στην κιβωτό της λαϊκής παράδοσης και θέτει τις βάσεις της επιστήμης της Λαογραφίας με στόχο την καταγραφή και την ανάδειξη του λαϊκού πολιτισμού , ως στοιχείου που πιστοποιεί την εθνική ταυτότητα του νέου ελληνισμού, καταδεικνύοντας τη σχέση του με τον αρχαίο και τον βυζαντινό πολιτισμό και πετυχαίνοντας την εθνική ομοιογένεια, σε μια περίοδο δημιουργίας των εθνικών κρατών στην Ευρώπη. Η προσπάθεια του Ν. Πολίτη βρίσκει ένθερμους υποστηρικτές στον κύκλο των αγαπημένων του μαθητών ,μεταξύ των οποίων ήταν και ο Χρ. Λαμπράκης. Με προτροπή του λοιπόν καταγράφει 142 δημοτικά τραγούδια σε επίσκεψή του στο Βουργαρέλι το καλοκαίρι του 1914.Αναφέρει ο ίδιος:’’Μεταβάς κατά το παρελθόν θέρος εις την ιδιαιτέραν μου πατρίδα , το χωρίον Βουργαρέλι των Τσουμέρκων, κατέγραψα μερικά από τα τραγούδια ,τα οποία τραγουδιούνται εις το χωρίον τούτο ή εις το γειτονικόν χωρίον Χώσεψην.Και τα μεν προερχόμενα εκ Βουργαρελίου άτινα άκουσα παρά του πατρός μου, του αδελφού μου, του δημοδιδασκάλου Γ.Παπαδημητρίου[αναφέρει και άλλα ονόματα ] εσημείωσα δια του[Β] .Τα δε εκ Χώσεψης δια του [Χ].Παρά αυτών παρέλαβον και την ενιαχού υποσημειουμένην ερμηνείαν λέξεων σπανίων’’. Η πρώτη δημοσίευση των ‘’Τραγουδιών των Τσουμέρκων’’ έγινε στον 5ο τόμο της Λαογραφίας το 1915. Ο Σύλλογος Βουργαρελιωτών Αττικής προχώρησε στην επανέκδοση των Τραγουδιών των Τζουμέρκων, πιστεύοντας ότι πέραν της οφειλόμενης τιμής προς το Χρίστο Ν. Λαμπράκη προσφέρει πολύτιμη βοήθεια προς τη νεότερη γενιά των συμπατριωτών μας Τζουμερκιωτών με το να τους κάνει κοινωνούς της παράδοσης των δημοτικών τραγουδιών του τόπου μας. Η παρούσα έκδοση είναι πανομοιότυπη[φωτοτυπική] από τον 5ο τόμο της Λαογραφίας-Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας κατά τριμηνίαν εκδιδόμενον τύποις Π. Δ . Σακελλαρίου Εν Αθήναις 1915.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Σ υ λ λ ο γ ή Χ ρ ί σ τ ο υ Ν . Λ α μ π ρ ά κ η ‘ ’ Τρ α γ ο ύ δ ι α τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν ’

221

Στη συνέχεια θα αναφερθώ σε μία κατάταξη των δημοτικών τραγουδιών της Συλλογής, όπως αυτή αναφέρεται σε εργασίες του Γιάννη Λαμπράκη, δασκάλου, και της Βάσως Ράπτη, φιλολόγου, οι οποίες έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα μας ‘’Το Βουργαρέλι’’ και με την οποία είμαι απολύτως σύμφωνη. Πριν από αυτή ας αναφερθεί το εξής σημαντικό: τον απασχολεί το ζήτημα της πιστής καταγραφής της προφοράς του τοπικού ιδιώματος ,το οποίο κατατάσσει στα βόρεια γλωσσικά ιδιώματα. Παρατηρεί όμως πως στην απαγγελία των τραγουδιών το γλωσσικό ιδίωμα κάποιων που προσιδιάζει σε νότιο προδίδει πως δεν πρόκειται για τραγούδια της περιοχής, αλλά για τραγούδια που μεταφέρθηκαν από άλλες περιοχές. Η Συλλογή περιέχει 142 τραγούδια. 114 από το Βουργαρέλι και 28 από τη Χώσεψη. Απ’ αυτά στην κατηγορία των διηγηματικών- επυλλίων περιέχονται 20 παραλογές και 6 ακριτικά. Τα υπόλοιπα εντάσσονται στην κατηγορία των κυρίως ασμάτων, εκ των οποίων: 48 ανήκουν στην κατηγορία των κλέφτικων- ιστορικών, 24 της αγάπης και 8 του γάμου, 15 στα μοιρολόγια και του κάτω κόσμου,12 της ξενιτιάς και τα υπόλοιπα σε διάφορα θέματα. Από την παραπάνω κατάταξη διαφαίνεται πως οι παραλογές και τα ακριτικά είναι σχετικά λίγα, πράγμα που επιβεβαιώνει την αρχαιότητά τους, τη μεταφορά τους από άλλες περιοχές, αλλά και τη δυσκολία της προφορικής διατήρησής τους λόγω του μεγέθους τους. Από τα κυρίως άσματα υπερτερούν τα κλέφτικα- ιστορικά, πράγμα απολύτως δικαιολογημένο, καθώς τα απρόσιτα Τζουμέρκα υπήρξαν τόπος εγκατάστασης και καταφυγής των κυνηγημένων κλεφταρματολών, αλλά και αφετηριακό σημείο πολλών εξεγέρσεων για την απελευθέρωση της περιοχής από τον τουρκικό ζυγό. Παράλληλα, η σύντομη εγκατάσταση των Μποτσαραίων στο Βουργαρέλι , η παρουσία του Κατσαντώνη κι η εγκατάσταση του αδελφού του Κώστα και των απογόνων του στον συνοικισμό των Σκιαδάδων, οι μάχες στην περιοχή , τροφοδοτούν με πολύτιμο υλικό τη λαϊκή μούσα. Δεν θα ήταν καθόλου απίθανο η παραλλαγή του τραγουδιού για τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, με τη μοναδικότητά της , να είναι ένα δημιούργημα της περιοχής των Τζουμέρκων, όπου ο Μάρκος πέρασε τα εφηβικά του χρόνια. Το τραγούδι αυτό κλείνει τον θρήνο της λαϊκής ψυχής, όχι μόνο για τον αδόκητο χαμό ενός γενναίου πολεμιστή, αλλά και για τη ζωή ενός νέου ανθρώπου που δεν χάρηκε τη ζωή και ζητάει ως τελευταία επιθυμία να παίξει με τον ταμπουρά του ένα τελευταίο τραγούδι. Του Μάρκου Ένα πουλί ροβόλαγε από τον Άη Θανάση, κ’ελάλεγε κι’ ακούρμαινε το δόλιο Μισολόγγι, Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


222

Λ ο υ κ ί α Αν τ ω ν ί ο υ

που κάνει ο Μάρκος τη βουλή μέσ’ στην Τουρκιά να πάη. Σαν πάησε και τους πέτρωσε στα τριά του μεσονύχτου, στο έμπα χίλιους έκοψε ,στο έβγα δυο χιλιάδες κ’ ένας αράπης το σκυλί ,να του ‘χε πέσει χέρι, με το ντουφέκι πόρριξε στου Μάρκου το κεφάλι! Το στόμα τ’ αίμα γιόμισε ,τα’ αχείλι του φαρμάκι, κ’ η γλώσσα του αηδονολαλεί, συχνολαλεί και λέει. -Πού ‘στε παλληκαράκια μου, ολίγα κι’ αντρειωμένα; Για πάρτε με και σύρτε με στους άλλους τους συντρόφους. Ο γέρο Νότης έκατσε στου Μάρκου το κεφάλι, κι’ όλο το Μάρκον έκλαιγε, κι’ όλο το Μάρκο κλαίει. -Για σήκω απ’ αύτου Μάρκο μου και μη βαριά κοιμάσαι, και τα Μοριά νετούρκεψαν, τα πήραν οι Αραπάδες. -Άφησ’ άφησέ με μπάρμπα μου και μη βαριά μου κραίνεις, φωτιά να κάψη το Μοριά, φλόγα τους Αραπάδες! και πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω, και φέρτε μου γλυκό κρασί από την Άγια Μαύρα, να πλύνω τις λαβωματιές, να βρέξω τους γεράδες, και φέρτε μου τον ταμπουρά, το έρημο λιογγάρι, για να λαλήσω τρεις φορές… ΣΗΜ. Γεράδες=πληγαί Στ 20 . Λιογγάρι=είδος μπουζουκιού Στ 21[Το άσμα τούτο και το επόμενο διαφέρουσι των άλλων εκδεδομένων ασμάτων περί του θανάτου του Μάρκου Μπότσαρη].1 Ένα ακόμη τραγούδι που σίγουρα δημιουργήθηκε στα Τζουμέρκα είναι το τραγούδι του Γώγου Μπακόλα που αναφέρεται στη μάχη του Σταυρού των Θεοδωριάνων, σε τοπωνύμια της περιοχής αλλά και στον Μήτσο Κουτελίδα, δερβέναγα από τη Χώσεψη. Εντυπωσιακό είναι και το τραγούδι από τη Χώσεψη ,που αναφέρεται όχι στους άντρες κλέφτες, αλλά στην κόρη-καπετάνισσα που αποκαλύπτεται απρόσμενα η κρυφή της ταυτότητα, το μάλαμα και το ασήμι του κόρφου της. Ιστορικό και κοινωνικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα νεότερα τραγούδια του Γρίβα, που αναφέρονται στην αποτυχημένη ηπειρο-θεσσαλική επανάσταση του 1853-54. Στα τραγούδια αυτά καταγράφεται ο αντίκτυπος της ήττας του στρατηγού Θ. Γρίβα στο Μέτσοβο,η επέμβαση των Αγγλογάλλων, η εναπόθεση της ελπίδας στην έκβαση του Ρωσοτουρκικού πολέμου, η αναγκαστική στάση ουδετερότητας του Όθωνα απέναντι στην εξέγερση και η τήρηση αποστάσεων 1. Το άσμα (στο τέλος της σελίδας). [Με αφορμή την απαγγελία έγινε και σύνδεση της παρουσίας του Μάρκου Μπότσαρη στο Βουργαρέλι]. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Σ υ λ λ ο γ ή Χ ρ ί σ τ ο υ Ν . Λ α μ π ρ ά κ η ‘ ’ Τρ α γ ο ύ δ ι α τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν ’

223

από τους επαναστάτες.Τα τραγούδια αυτά λειτουργούν ως φορείς πληροφόρησης και καταγραφής μιας ειδησεογραφίας για τα γεγονότα, όταν δεν υπάρχει άλλος πιο πρόσφορος τρόπος για τη μετάδοση της πληροφορίας, παρά ως καλλιτεχνικά δημιουργήματα υψηλής αξίας. Στην ίδια περίοδο εντάσσονται και λίγα ακόμη τραγούδια που μεταφέρουν την πίκρα των Ηπειρωτών, όσων δεν περιελήφθησαν οι περιοχές τους στο νεοελληνικό κράτος μετά το 1881. Τα νεότερα αυτά τραγούδια, δημιουργημένα λίγα χρόνια πριν από την καταγραφή τους ,πιστοποιούν τη δημιουργικότητα του λαού και κάποιες τελευταίες προσπάθειες δημιουργίας του δημοτικού τραγουδιού. Τη δεύτερη θέση στη συλλογή κατέχουν τα ερωτικά τραγούδια, μέσα στα οποία περιλαμβάνονται και κάποια τραγούδια του γάμου, ένα σημαντικό κοινωνικό γεγονός. Τα ερωτικά τραγούδια καταγράφουν με ποιητικό τρόπο την αειθαλή ομορφιά των κοριτσιών και τον ακοίμητο και ανέκφραστο ερωτικό πόθο των παλληκαριών. Στίχοι, μικρά αριστουργήματα που υποκινεί το ερωτικό πάθος ,για τη λυγεράδα των σωμάτων, για τα ολόφωτα σαν αυγερινούς μάτια, για το ρόδι των χειλιών, τόσο που ο ήλιος αντραλίστηκε κι αργεί να βασιλέψει. Για την πικράδα του ατελέσφορου έρωτα ,για τη δύναμη του μεγάλου έρωτα που, αν δεν εκπληρώνεται εν ζωή,δικαιώνεται μετά θάνατον: Κοίταξε τα ολιγόημερα, τα κοψοζωισμένα Πώς αγαπιώνταν ζωντανά, φιλιώνται πεθαμένα. Η επόμενη κατηγορία αφορά τα τραγούδια της ξενιτιάς ,που για την Ήπειρο υπήρξε ευχή και κατάρα. Ο λαός τη θεωρεί βαρύτερη κι από τον θάνατο. Στα τραγούδια εκφράζεται η ανυποχώρητη νοσταλγία για τη μητρική γη, που κάνει και τα ασήμαντα σημαντικά: θέλω νερό απ’ τον τόπο μου και μήλα απ’ τη μηλιά μου θέλω και μοσχοστάφυλο απ’ την κληματαριά μου. Σημαντικά είναι και τα τραγούδια του κάτου κόσμου, τα μοιρολόγια. Σ’ αυτά εμπερικλείεται η συναίσθηση της τραγικότητας της ανθρώπινης ζωής, το αμετάκλητο του θανάτου, η απόπειρα παραμυθίας στον μεγάλο πόνο, αλλά και η αγάπη για τη ζωή, ένας αέναος ύμνος στη ζωή, μέσα απ’ τα τραγούδια του θανάτου: Κι απ’ τη δεξιά του τη μεριά αφήστε παραθύρι να μπαινοβγαίνουν τα πουλιά της άνοιξης τ’ αηδόνια […] Θα μπορούσε να επισημανθεί πως στη Συλλογή υπάρχουν τραγούδια που προφανώς έχουν μεταφερθεί από άλλες περιοχές, που δεν ακολουθούν τον ιαμΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


224

Λ ο υ κ ί α Αν τ ω ν ί ο υ

βικό δεκαπεντασύλλαβο ή δεν έχουν την ίδια ποιότητα με άλλα. Σημασία έχει πως η συλλογή αυτή περιέσωσε ένα σημαντικό θησαυρό για τον τόπο μας , που σίγουρα θα είχε χαθεί με το πέρασμα του χρόνου και που η επανέκδοσή του από την Αδελφότητα τον κάνει προσιτό σε όλους και όχι μόνο στους ειδικούς. Παράλληλα καταδεικνύει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα και διάσωση όσων πολιτιστικών στοιχείων διατηρούνται ακόμη πριν η παγκοσμιοποίηση τα εξαφανίσει.2 Και κλείνω την παρουσίαση αυτή με τις απόψεις του Χρίστου Ν. Λαμπράκη για τη Λαογραφία και την αξία των δημοτικών τραγουδιών για το παιδί: α. «Η Λαογραφία θα φέρει το παιδί πιο κοντά στο λαό. Η ασχολία των μαθητών και το ενδιαφέρον τους για τις παραδεδομένες σε λόγια και σε πράξεις εκδηλώσεις του βίου και του πνεύματος του λαού τους θα τους κάνει να αγαπήσουν τον ίδιο τους το λαό και να αισθανθούν σεβασμό για τη γλώσσα του, τις παραδόσεις του ,τις συνήθειές του, όπως και για τα ίδια φαινόμενα στους άλλους λαούς». β. «Η συστηματική δουλειά για την επαφή του παιδιού με το δημοτικό τραγούδι θα γίνει στο σχολείο. Κάθε σχολείο σκοπεύει να μορφώσει το λαό και επομένως όλα τα είδη των σχολείων ανήκουν στο λαό. Για να πετύχει όμως το σκοπό του, πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που αποτελούν τον γνήσιο πολιτισμό του λαού, αυτά με τα οποία ασχολείται η Λαογραφία. Πρώτα-πρώτα η γλώσσα του, έπειτα τα τραγούδια του, οι παραδόσεις του, οι μύθοι, τα παραμύθια, τα ήθη, τα έθιμά του».

* Η Λουκία Αντωνίου είναι φιλόλογος

2. [Τα παραπάνω στοιχεία από ομιλία της Βάσως Ράπτη στα 40χρονα του Συλλόγου Βουργαρελιωτών]. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Παναγιώτα Π. Λάμπρη

«Ο Γ. Κοτζιούλας και τα Τζουμέρκα» Πράμαντα, 12-8-2017

Φ

ίλες και φίλοι, καλημέρα σας. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που διάβασα πρώτη φορά για τον Γιώργο Κοτζιούλα και το έργο του κι ούτε θυμάμαι ποια ακριβώς στιγμή αντίκρισα την προτομή του στην Πλατανούσα, με την οποία τον τίμησαν –προς τιμήν τους– οι συντοπίτες του. Η γνωριμία με το έργο του συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με σημαντικό σταθμό τη χρονική περίοδο κατά την οποία έγραφα τη βιογραφική μελέτη «Κωνσταντίνος Α. Διαμάντης, ο Ιστορητής», της οποίας ένα κεφάλαιο φέρει τον τίτλο «Κ. Α. Διαμάντης - Γ. Κοτζιούλας/ Δυο φίλιες πνευματικές μορφές του Ξηροβουνίου», το οποίο δημοσιεύτηκε στα «Τζουμερκιώτικα Χρονικά» (2010). Και να ’μαι σήμερα εδώ, ανταποκρινόμενη στο τιμητικό κάλεσμα της προέδρου της ΙΛΕΤ, κ. Λαμπρινής Στάμου, για να μιλήσω με αφορμή την έκδοση «Ο Γ. Κοτζιούλας και τα Τζουμέρκα» (έκδ. ΙΛΕΤ, Αθήνα 2016), σε μια εκδήλωση, η οποία εστιάζει το ενδιαφέρον στο δημοτικό τραγούδι των Τζουμέρκων, σ’ αυτή την πλούσια πολιτιστική έκφραση των ανθρώπων του τόπου μας, η οποία αποτυπώνει σημαντικά στοιχεία της ιδιοπροσωπίας τους. Και σκέφτομαι πόσο έχουμε το δικαίωμα εμείς οι γραμματισμένοι να μιλάμε για δημιουργήματα της λαϊκής ψυχής, του ανώνυμου, αναλφάβητου λαού δηλαδή, που, όπως σημειώνει ο Γιώργος Σεφέρης, «για πολλούς αιώνες υπήρξε ο μόνος πραγματικός ποιητής που έχει το Γένος […] Και το πιο παράξενο είναι ότι αυτοί οι αγράμματοι συνεχίζουν πολύ πιο πιστά το αρχαίο ελληνικό πνεύμα από την απέραντη ρητορεία των καθαρολόγων που, καθώς είπα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ακατάλυτο φίμωτρο.» (Γ. Σεφέρης, Κωστής Παλαμάς, 1943) Το μόνο, ίσως, το οποίο μας επιτρέπει να το κάνουμε είναι το ότι γαλουχηθήκαμε μ’ αυτά, τα φυλάμε μέσα μας ως σημαντικά τιμαλφή της ζωής μας, τ’ αγαπάμε για τις μνήμες και τους ανθρώπους που συνδέθηκαν μαζί τους, νιώθουμε τον οικείο στο άκουσμα ανασασμό εκείνων που τα τραγούδησαν και τα αντιλαμβανόμαστε ως στοιχεία που κουβαλούν τις ζωές αρίφνητων προγόνων μας. Ως εκ τούτου, όσο κι αν η αναζήτηση και η απόλαυση του μήλου της γνώσης και η καλυτέρευση των βιοτικών συνθηκών μάς οδήγησαν μακριά από τη γενέτειρα, όλα τα παραπάνω και άλλα πολλά, συχνά ανομολόγητα, δημιουργούν την ανάγκη της σοβαρότερης ενασχόλησης μαζί τους, αφού τα λαϊκά κείμενα, ως μορφές ελεύθερου, φυσικού κόσμου, μας φέρνουν πιο κοντά σ’ αυτό που Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


226

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

είμαστε και ανήκουμε ως οντότητες. Έτσι, επιθυμούμε να πράξουμε κάτι, για να μη ξαστοχηθούν. Και καθόλου τυχαίο δεν είναι που κάποιοι απ’ όσους γεύτηκαν τις απρόσωπες πολιτείες ένιωσαν τον φόβο μη χαθεί η γνήσια ζωή, την οποία άφησαν πίσω τους, έκφραση σημαντική της οποίας είναι τα δημοτικά τραγούδια, κι άρχισαν τη συστηματική ή μη καταγραφή τους. Ο τόπος μας μπορεί να σεμνύνεται σ’ αυτόν τον τομέα για προσωπικότητες, όπως του Χρ. Ν. Λαμπράκη, του Χρ. Ι. Σούλη, του Παν. Παπασπύρου, του Γ. Κοτζιούλα, του Κων/νου Α. Διαμάντη και άλλων. O Γ. Κοτζιούλας, λοιπόν, πέρα από τις σπουδές ή τις επιρροές που είχε από ομοτέχνους του - στην παρουσιαζόμενη δημοσίευση υπάρχουν επιστολές του Κων/νου Άμαντου, στις οποίες τον παροτρύνει να συγκεντρώσει λαογραφικό υλικό, υποδεικνύοντάς του και τον τρόπο - έχω την αίσθηση πως και χωρίς αυτές πάλι θα είχε αφήσει λαογραφικές καταγραφές. Και τούτο, διότι η δύναμη των προσωπικών βιωμάτων της παιδικής ηλικίας ή, μάλλον, ο ιδιότυπος παράδεισος που αυτά συνιστούσαν, ήταν κάποια από τα σημαντικά της ζωής που τα φύλαγε στην άξενη πρωτεύουσα ως ιερά φυλαχτά, τα οποία κανείς δεν μπορούσε να βεβηλώσει και με κάθε αφορμή τα αποτύπωνε στο χαρτί, υπερασπίζοντάς τα με πάθος, σε διάφορες μορφές λόγου. Μάλιστα, για τη συλλογή «Δημοτικά τραγούδια των Τζουμέρκων», την περιπέτεια της οποίας παρουσιάζει ο Κώστας Μαργώνης, επιμελητής της έκδοσης, ο Κοτζιούλας αναφέρει πως την κατέγραψε το 1932-33 στο χωριό του «από το στόμα της βάβως του και άλλων ηλικιωμένων» θεωρώντας πως θα συμπλήρωνε τη γνωστή, δημοσιευμένη στο περιοδικό Λαογραφία, συλλογή του Χρ. Ν. Λαμπράκη. (σ. 57) Μελετώντας τις δυο συλλογές της έκδοσης, από τη μια έρχονταν στο μυαλό μου οικεία πρόσωπα, από τα οποία άκουσα και κατέγραψα τραγούδια - κάποια τα συνάντησα παραλλαγμένα σ’ αυτές - κι απ’ την άλλη προσπαθούσα να συλλάβω τις μορφές και τον ήχο της φωνής όσων είπαν ή τραγούδησαν στον Κοτζιούλα τα θησαυρισμένα τραγούδια, την καταγραφή των οποίων θεωρούσε πολύ σημαντική, όπως φαίνεται κι από την αναφορά του στο χαμένο χειρόγραφο, το οποίο είχε εμπιστευτεί σε φιλικό πρόσωπο, όπου σημειώνει: «όποιος κι αν το κατακράτησε, εγώ θα ήμουν ευχαριστημένος να δημοσιευτεί κάποτες, εδώ ή στο εξωτερικό, έστω και χωρίς μνεία του ονόματός μου (που έλειπε, νομίζω, κι από το χειρόγραφο), η συλλεχτική αυτή εργασία με το πολύτιμο περιεχόμενό της, που είχε για μένα και οικογενειακή σημασία, επειδή παρουσίαζε τη συμβολή ενός προγόνου μου στη διατήρηση της αθάνατης ποιητικής κληρονομιάς του λαού μας…». («Ο Γ. Κοτζιούλας και τα Τζουμέρκα», σ. 57) Έχοντας, λοιπόν, και η ίδια την εμπειρία της καταγραφής, σκέφτομαι πόσο αυτή φτωχαίνει τα τραγούδια, αφού η γραφή δεν μπορεί να αναπαραστήσει τους αμέτρητους τόνους της φωνής που τραγουδάει με όποια αιτία και κάτω Τζουμερκιώτικα Χρονικά


«Ο Γ. Κοτζιούλας και τα Τζουμέρκα» Πράμαν τα, 12-8-2017

227

από οποιαδήποτε συγκινησιακή φόρτιση, μια και η ελεύθερη, φυσική γλώσσα, εκτός από την ξεχωριστή ηχητικότητα, έχει και μια παλμική τονικότητα, την οποία, αν θέλαμε να παραστήσουμε, θα έπρεπε να βρούμε τρόπο να σημειώνουμε διάφορα είδη τόνων και τον συσχετισμό τους με τους στίχους, τις λέξεις, τις παύσεις, με το τραγούδι στο σύνολό του, που σημαίνει «πως η καταγραφή του δημοτικού τραγουδιού είναι αναγκαστικά ενδεικτική, συντομογραφική - όπως άλλωστε της γλώσσας γενικά - και πως αυτή μόνο ξεκινάει μια γλώσσα που είναι ενεργή μέσα μας, άρα ενιαία στο τραγούδι, σε όσους το τραγούδησαν και το τραγουδάνε, κι εμάς». (Σ. Λ. Σκαρτσής, Το δημοτικό τραγούδι, τ. 1ος, σ. 14, εκδ. Πατάκης 1986) Αυτό, ασφαλώς, δεν μειώνει την αξία κάθε καταγραφής, μια και διασώζει, έστω και σ’ αυτή τη μορφή, το όποιο τραγούδι. Πόσο μάλλον που κάποιες εξ αυτών δίνουν τη δυνατότητα συμπλήρωσης ενός ελλιπούς τραγουδιού, για την οποία οι απόψεις διίστανται, αφού άλλοι, όπως για παράδειγμα ο Κ. Α. Διαμάντης, τη θωρούν ορθή πρακτική, μια και «σε αντιπαραβολή με άλλες συλλογές μπορεί να γίνουν οι απαραίτητες συμπληρώσεις και να γίνει γνωστό ολόκληρο τραγούδι ή οι παραλλαγές του» (Κ. Α. Διαμάντης, Άπαντα, τ. 3ος, σ. 134), ενώ ο Λίνος Πολίτης υποστηρίζει πως «οι στίχοι από διάφορες παραλλαγές μπορεί, μεμονωμένοι, να είναι γνήσιοι, αυθαίρετα όμως συνενωμένοι από τον εκδότη δεν αποτελούν οργανικό σύνολο, αλλά άθροισμα εξωτερικό. […] Με τον τρόπο αυτό μπορεί να κρατιέται η νοηματική ακολουθία, νοθεύεται όμως η αισθητική συνοχή του τραγουδιού.» (Λίνος Πολίτης, Ι. Ν. Ε. Λ., εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 19792, σ. 119) Οι συλλογές του Γ. Κοτζιούλα καλύπτουν ευρύ θεματικό φάσμα και αφορούν σε κοινωνικά, ερωτικά, αγάπης, γαμήλια, ξενιτιάς, ιστορικά, κλέφτικα, αποκριάτικα, παραλογές, επιτραπέζια,… τραγούδια, πολλά από τα οποία αποτελούν μοναδικά δημιουργήματα των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής των Τζουμέρκων. Μέρος τους, αν και είναι πανελλήνια ή επιχωριάζουν σε όμορες με τον τόπο του συλλέκτη περιοχές, συνιστούν παραλλαγές τους με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Διότι, όταν ένα τραγούδι είναι πολύ παλιό, ο κάθε καινούριος τραγουδιστής μπορεί ν’ αλλάξει ένα όνομα, ν’ αφαιρέσει ένα τμήμα του, ακόμα και να παραλείψει στοιχεία, τα οποία στον συγκεκριμένο χρόνο και τόπο φαντάζουν αταίριαστα. Επομένως, μπορεί ένα τραγούδι ν’ αλλοιωθεί προσαρμοζόμενο σε ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες ή για λόγους γεωφυσικούς, γλωσσικούς, φωνολογικούς, εθιμικούς, μουσικούς, κ.λπ., οι οποίοι, αλλοιώνοντάς το, το διαμορφώνουν. Για παράδειγμα, στο τραγούδι (αρ. 51) ο αγαπημένος της Ζαχαρούλας λέγεται Θανασούλας, ενώ σ’ άλλες παραλλαγές λέγεται Γιώργος, στο τραγούδι (αρ. 88), παραλλαγή εκείνου της «Προσφυγούλας», «ΡηγόπουΈ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


228

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

λο παντρεύεται, βασιλοπούλα παίρνει» και στο γάμο «Το Λάπα δεν εκάλεσε γιατί ’ταν ταμαχιάρης», ενώ στην «Προσφυγούλα», «Αρχόντου γιος παντρεύεται και παίρνει προσφυγούλα» και στον γάμο «Όλον τον κόσμο κάλεσε, το Διγενή δεν πήρε». Σ’ άλλα παρατηρούνται παραλείψεις στίχων ή συμφυρμοί, οι οποίοι προέκυψαν, επειδή ο τραγουδιστής αγνοούσε στην πληρότητά του το τραγούδι, οπότε πρόσθεσε δικούς του στίχους ή εισήγαγε άλλους από άλλα τραγούδια που του ταίριαζαν αισθητικά, ηχητικά ή νοηματικά, οι οποίοι δεν είχαν καμία σχέση με τον μύθο και το νόημά του. Όλα αυτά ερμηνεύουν σε μεγάλο βαθμό και το ότι κάποια από τα τραγούδια που αντιπαρέβαλα με τραγούδια της γενέτειράς μου, της Ροδαυγής, παρότι η Πλατανούσα δεν απέχει πολύ απ’ αυτή, παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις και αρκετοί στίχοι τους συμφύρονται με άλλα τραγούδια. Για παράδειγμα, οι τέσσερις τελευταίοι στίχοι του διαλογικού ερωτικού τραγουδιού (αρ. 117), αποτελούν πρώτους, ελαφρώς παραλλαγμένους στίχους, τραγουδιού που έχω καταγράψει από τη γιαγιά μου και υμνεί την αδελφική αγάπη! (Ροδαυγή, Β’ έκδ., σ. 234). 1ο Όσο είν’ ο μάκρος του γιαλού κι ο πλάτος του θαλάσσου, τόσον διασίδι ν’ ίδιαζε μια κόρη στην αυλή της. Ο γιος του ρήγα ανέβαινε και την καλημερίζει: -Καλημερά σου, κόρη μου. -Καλώς τον το λεβέντη. -Αυτού που ιδιάζεις, κόρη μου, κι εμένα να θυμάσαι. -Σ’ έχω γραμμένον στο χαρτί και στο ξυλόχτενό μου και στη σαΐτα τ’ αργαλειού σ’ έχω ζωγραφισμένο. Για μένα βρέχουν τα βουνά, για μένα χαλαζώνουν, για μένα ρούει ο πόταμος, θολός και ματωμένος, φέρνει λιθάρια ρίζινα, δέντρα ξεκωλωμένα, φέρνει και μια γλυκομηλιά στα μήλα φορτωμένη. 2ο Για μένα βρέχουν τα βουνά, για μένα χαλαζιούν. Για μένα ρούει ο πόταμος, θολός κατεβασμένος. Φέρνει λιθάρια ριζιμιά, δέντρα ξεριζωμένα. Φέρνει και μια γλυκομηλιά, στα μήλα φορτωμένη. Κι απάνω στις κορφάδες της, δυο αδέρφια αγκαλιασμένα. Κράτα με, αδελφέ μου, κράτα με. Μη λάχει και ξεχωρίσουμε, δε θα ξανανταμώσουμε. Ώσπου να στύψει η θάλασσα, να γένει περιβόλι, τότε θα ξανανταμώσουμε αδελφέ. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


«Ο Γ. Κοτζιούλας και τα Τζουμέρκα» Πράμαν τα, 12-8-2017

229

Μέσω της αντιπαραβολής παραλλαγών των τραγουδιών και πέρα από τους λόγους που τις υπαγορεύουν αναδεικνύεται το πόσο εύκολα μέσω της αλλαγής ενός ονόματος, μιας λέξης ή ενός στίχου, μπορεί ν’ αλλάξει ακόμα και το νόημα σε κάποια σημεία ενός τραγουδιού. Για παράδειγμα, στο πασίγνωστο τραγούδι «Πανάγιω», το οποίο παρατίθεται στην έκδοση με τον αριθμό 4, και αρχίζει με τους στίχους «Σκίζω, Ρίζο, το λεμόνι,/ βρίσκω την Πανάγιω μέσα…», για να σας βάλω στο πνεύμα, πέραν του ότι συναντιέται με μικρές παραλλαγές σ’ όλη την Ήπειρο - το έχω καταγράψει κι εγώ -, εδώ υπάρχει μια ιδιαιτερότητα που δεν την έχω συναντήσει αλλού. Ο Κοτζιούλας γράφει «Σκίζω, Ρίζο, το λεμόνι/ βρίσκω την Πανάγιω μέσα …», θεωρώντας πως η λέξη ρίζω αφορά σε κύριο όνομα. Οπότε, μέσω της διαφορετικής καταγραφής προκύπτει άλλο νόημα. Ενώ το ρίζω θεωρώ ότι είναι ηχοποίητη λέξη κατ’ αναλογία με το σκίζω για να προκύψει ο ρυθμός - κι άλλοι στην Ήπειρο έτσι το γράφουν, αλλά δεν γνωρίζω πώς ερμηνεύουν τη γραφή -, γράφοντας τη λέξη με κεφαλαίο ρ και ο και τοποθετώντας την ανάμεσα σε κόμματα, λειτουργεί ως κλητική προσφώνηση προς κάποιον Ρίζο. Αυτό το παράδειγμα - υπάρχουν κι άλλα - χωρίς να ψάχνουμε ποια γραφή από τις δυο είναι η σωστή, αναδεικνύει το πόσο δύσκολη είναι η αποτύπωση της προφορικής παράδοσης στο χαρτί, αφού, όπως εύστοχα σημειώνει κι ο Κ. Θ. Δημαράς (Κ. Θ. Δημαράς, Ι. Ν. Ε. Λ., σ. 8), «κάθε τυπωμένο κείμενο μπορεί εύκολα να τη νοθεύσει». Το ιδιαίτερο και γοητευτικό ταξίδι των τραγουδιών μέσω των παραλλαγών φαίνεται, πέραν άλλων, και στο χαριτωμένο αποκριάτικο τραγούδι (αρ. 56) «Της Ρεντζέλως τα παιδιά/ χόρευαν κι αμπήδαγαν./ Κι η Ρεντζέλω αποκοντά/ με σακιά μπαλώματα/ με κουβάρια ράμματα: -Μην αμπδάτε, ρε παιδιά/ και κοπούν τα ράμματα/ πέσουν τα μπαλώματα!», από το οποίο ο Κ. Α. Διαμάντης διασώζει τους παραλλαγμένους στίχους «Της Ρεντζέλως τα παιδιά στο χορό κατέβαιναν/ με κουβάρια ράμματα, με σακιά μπαλώματα.», κατατάσσοντάς τους στα σύντομα έμμετρα λαϊκά κείμενα της Ροδαυγής, ενώ εγώ τους ίδιους στίχους τους έχω καταγράψει και ως αίνιγμα, όπου η απάντηση είναι η διάστρα, το κλουβί διασίματος και τα μασούρια! (Ροδαυγή, Β’, σ. 219) Ενδιαφέρον είναι, ακόμα, πως κάποιες λέξεις, με τον τρόπο που είναι καταγεγραμμένες, αποδίδουν διαφορετικό από το αναγκαίο νόημα. Για παράδειγμα, η λέξη ρογκιάστηκα (αρ. 1) στο δίστιχο «Μ’ έστειλε η μανούλα μου για να μάθω γράμματα·/ γράμματα δεν έμαθα, πήγα και ρογκιάστηκα», νοηματικά παραπέμπει στο ρόγκι «θαμνώδη βλάστηση, η οποία καίγεται και, χωρίς να οργωθεί η γη, σπέρνονται σ’ αυτή δημητριακά που οι σπόροι τους καλύπτονται με επιφανειακό σκάψιμο», ενώ ορθό θα ήταν να γραφεί ρογιάστηκα, που σχετίζεται με τη ρόγα και σημαίνει την «αμοιβή που δίνεται σε κτηνοτρόφο για τη φύλαξη και τη βοσκή ζώων, για ορισμένη περίοδο»· επίσης, στον στίχο «το γνέψιμο κι Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


230

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη» (αρ. 32), η λέξη γνέψιμο, που σημαίνει το νεύμα, προφανώς δεν ανταποκρίνεται στο νόημα του στίχου, ο οποίος αναφέρεται στο γνέσιμο. Οι συλλογές του Κοτζιούλα, δημιουργημένες από γραμματισμένο άνθρωπο, παθιασμένο με τη ντοπιολαλιά της γενέτειράς του και της Ηπείρου γενικότερα, ίσως έχουν γλιτώσει, δεν γνωρίζω σε ποιο βαθμό, απ’ αυτό που γράφει ο Κ. Θ. Δημαράς (Ιστορία της Ν/Ε Λογοτεχνίας, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 19756, σ. 11) για συλλογές αυτού του είδους, στις οποίες οι εκδότες δημοτικών τραγουδιών «δεν απέβλεψαν καθόλου στην πιστή μεταγραφή των τραγουδιών, αλλά αντίθετα πίστεψαν πως είχαν εκδοτικό χρέος να τα αλλοιώσουν και να τα βελτιώσουν σύμφωνα με την αντίληψή τους, είτε γλωσσικά είτε και γενικότερα αισθητικά. Επίσης, δεν εδίστασαν να παρενθέσουν και ολόκληρα τραγούδια καμωμένα από λογίους επάνω στον τύπο του δημοτικού τραγουδιού», επισήμανση που μας πάει στη διατύπωση του Σεφέρη, η οποία αναφέρθηκε πιο πάνω. Το πόσο κορυφαία είναι η καταγραφή του δημοτικού τραγουδιού και άλλων έντεχνων λαϊκών δημιουργημάτων για τον Κοτζιούλα φαίνεται κι από την παρεμβολή τους σε λαογραφικού περιεχομένου κείμενά του που περιλαμβάνονται στην έκδοση, και όχι μόνο, όπου σε ό,τι αφορά στα δημοτικά τραγούδια, ειδικά της παρουσιαζόμενης έκδοσης, από πλημμελή γνώση ή θεωρώντας, ίσως, πως είναι πασίγνωστα ή απλά, επειδή το θέμα του κειμένου δεν είχε ως κέντρο τα τραγούδια, δεν τα καταγράφει στο σύνολό τους. Και η συλλογή με τον τίτλο «Δημοτικά τραγούδια της Ηπείρου», η οποία περιλαμβάνει συνολικά δεκαπέντε τραγούδια, καθώς και «δημοτικά τραγούδια από άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως για παράδειγμα από το Σαραντάπηχο Κορινθίας» (σ. 106), τα οποία υπάρχουν στο «Αρχείο Γ. Κοτζιούλα», δεικνύουν με τον τρόπο τους πως άνθρωποι, όπως αυτός, οι οποίοι γνωρίζουν την αξία του λαϊκού πολιτισμού, και δη των δημοτικών τραγουδιών, δεν περιορίζονται σε ό,τι στον τόπο τους αφορά, αλλά ό,τι πέφτει στην αντίληψή τους και το αξιολογούν ως αξιοσημείωτο, το καταγράφουν. Το πόσο σπουδαία θεωρεί τα δημοτικά τραγούδια και τη διάσωσή τους φαίνεται κι από το ότι έχει ενσωματώσει στην ποιητική του γραφή πολλά χαρακτηριστικά τους, όπως για παράδειγμα το λεξιλόγιο, τους ρητορικούς τρόπους και τους ζευγαρωτούς 15σύλλαβους στίχους τους. Ως εκ τούτου οι συλλογές του Κοτζιούλα, πέραν της αξίας που έχουν αυτές καθαυτές, αποτελούν παρακαταθήκη για ερευνητές και νέους που θέλουν να γνωρίσουν τις ρίζες τους ή έλκονται από τη μαγεία του δημοτικού τραγουδιού. Πόσο μάλλον, που, μετά τη φολκλορική ή την περιφρονητική, θα έλεγα, από κάποιους αντιμετώπισή του, πολλοί, ανάμεσά τους και νέοι, επιστήμονες, καλΤζουμερκιώτικα Χρονικά


«Ο Γ. Κοτζιούλας και τα Τζουμέρκα» Πράμαν τα, 12-8-2017

231

λιτέχνες ή απλά εραστές του, στρέφονται σ’ αυτό αναζητώντας και αναδεικνύοντας την ουσία του, που δεν είναι άλλη από «τη γνήσια, ειλικρινή, ανόθευτη έκφραση της λαϊκής ψυχής και παρουσιάζει έναν λαό λιτό στη διάθεση, στη ζωή και κλασικό στην έκφραση του συναισθηματικού κόσμου». (Κ. Θ. Δημαράς, Ι. Ν. Ε. Λ., σ. 11) Φίλες και φίλοι, κλείνοντας την εισήγησή μου, έχοντας κάνει μια σύντομη περιδιάβαση στα δημοτικά τραγούδια των συλλογών του Κοτζιούλα που περιλαμβάνονται στην έκδοση «Ο Γ. Κοτζιούλας και τα Τζουμέρκα» και θεωρώντας ότι απαιτούν περισσότερη προσοχή, από την οποία μπορεί να προκύψουν καινούργιες σχετικές μελέτες, θυμάμαι τη δύσκολη, γεμάτη δημιουργικό πάθος ζωή του, την οποία διέκοψε ο πρόωρος θάνατός του, ο οποίος, ίσως, κατά τον ομολογημένο πόθο του, τον οδήγησε κοντά στον Ησίοδο, τον Βιργίλιο και τον Κρυστάλλη! (ποίημα «Παράκλητοι», Άπαντα, τ. 3ος, σ. 359) Επίσης, πέρα από τις όποιες προσωπικές απογοητεύσεις, ο Κοτζιούλας κατεγράφη στο πάνθεο των Ηπειρωτών δημιουργών, παρά την ειρωνικά και αυτοσαρκαστικά εκφρασμένη προσδοκία του στο ποίημα με τον τίτλο «Αυτοβιογραφικό», όπου σημειώνει: «Αργότερα θα μ’ έχουν βάλει/ με δυο σειρές στο λεξικό./ Θα με ζηλέψουν τότε οι άλλοι,/ θα γίνει ντόρος και κακό.» («Η δεύτερη ζωή» (1938)/ Άπαντα, τ. 1ος). Ουσιαστικά συνέβη αυτό, το οποίο αιτήθηκε τριτοπρόσωπα από τον Απόλλωνα, σε άλλο ποίημα, όπου γράφει: «[…] Τό θεῖο Ἀπόλλωνα λοιπόν παρακαλῶ/ μ’ ἕνα κλωνάρι ἀπό τίς δάφνες πὄχει ἀφήκει/ νά τόν ἀξίωνε σάν ἔπαθλο γιά νίκη.» (Άπαντα, τ. 3ος, σ. 327-328) Πέρυσι, εξήντα χρόνια από τον θάνατό του, η ΙΛΕΤ εξέδωσε την παρουσιαζόμενη έκδοση. Στο μεταξύ άλλα έργα του επανεκδίδονται, ενώ μελετητές του έργου του έχουν προχωρήσει σε αξιόλογες εκδόσεις, οι οποίες αναδεικνύουν και κάνουν ευρύτερα γνωστό τον λογοτέχνη και στοχαστή Γ. Κοτζιούλα. Τελικά, ο θάνατος, αυτός ο καταλύτης της ζωής, για μια ακόμα φορά, ενώ κατατρόπωσε τον δημιουργό, δεν κατάφερε να αφανίσει το έργο του, διότι εκείνος, εργαζόμενος μέσα σε απίστευτα αντίξοες συνθήκες, άφησε πνευματική παρακαταθήκη στους αιώνες! Φίλες και φίλοι, ζητώντας ελάχιστο ακόμα από τον χρόνο σας, επιθυμώ να σας διαβάσω ένα, αφιερωμένο στον Γ. Κοτζιούλα, στιχούργημά μου.

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


232

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

Η ασίγαστη φωτιά Στον Γ. Κοτζιούλα

Όταν η ασίγαστη φωτιά της δημιουργίας και της γνώσης τον μέσα κόσμο πυρπολεί, δρόμο έναν μόνο έχεις· αυτόν που, ίσως, μέσω του Καυκάσου, στον Όλυμπο οδηγεί. Αυτό τον δρόμο διέδραμες, Γιώργο Κοτζιούλα, κινώντας απέδω μ’ ένα τσόλι και λείποντάς σου εκεί και το ψωμί! Αλλά ο δρόμος είναι δρόμος, σε ξέφωτα ή σε σκότη οδηγεί. Όμως, για δες, εσύ φέγγεις ακόμη και το έργο σου θα φέγγει ες αεί! Σας ευχαριστώ!

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δημήτριος Κων. Ρίζος

Μιχαήλ Γ. Χάρος και Τζουμερκιώτικοι Δημοτικοί Αντίλαλοι Κυρίες και Κύριοι Είναι αλήθεια ότι εμείς οι Ηπειρώτες και γενικότερα οι νεοέλληνες συνηθίζουμε να καυχόμαστε και να επαιρόμαστε, αλλά και να τονίζουμε την καταγωγή μας... «Η Ήπειρος είναι λεβεντογέννα», «Τα Τζουμέρκα γεννούν ήρωες και ανατρέφουν επιστήμονες και πολιτικούς» και άλλα παρόμοια. Μας διαφεύγει όμως εκείνο το οποίο μας διδάσκει η αρχαιοελληνική γραμματεία... «Ούχ’ ο τόπος τον άντρα ένδοξον ποιεί, αλλ’ ο ανήρ τον τόπον» (Δείξω γάρ ότι ουχ’ οι τόποι τους άνδρας εντίμους, αλλ’ οι άνδρες τους τόπους επιδεικνύουσι - Αγασικλής, Αποφθέγματα Λακωνικά). Και αν είναι αλήθεια αυτό το οποίο έχει ειπωθεί, ότι δηλαδή η ιστορία των Εθνών είναι αυτή η ιστορία των μεγάλων τέκνων τους, τότε με βάση αυτή την αρχή και αυτή την αλήθεια είναι συνεπές να πούμε ότι και η ιστορία ενός τόπου, μιας πόλεως ή ενός χωριού είναι η ιστορία των διακεκριμένων τέκνων του, τα οποία με τη δράση τους στην επιστήμη, στη λογοτεχνία και στις τέχνες, στην πολιτική και σε έργα ευποιΐας, έγραψαν τη δική τους ιστορία. Και η ιστορία των Τζουμέρκων, του τμήματος δηλαδή της Κεντρικής Πίνδου, το οποίο βρίσκεται μεταξύ του Αράχθου και του Ασπροποτάμου, όπου είναι ανεπτυγμένα σαράντα επτά (47) χωριά, τα περίφημα Τζουμερκοχώρια – πραγματικές Αετοφωλιές, η ιστορία επαναλαμβάνω των Τζουμέρκων, είναι συνδεδεμένη με την παρουσία επιφανών τέκνων, τα οποία, άλλα στο πνευματικό και πολιτιστικό πεδίο και άλλα στον πολιτικό στίβο, αλλά και με τα έργα ευποιΐας, έδωσαν στην «βουνίσια αυτή νερομάνα» περιεχόμενο και νόημα, στη θέση και την ύπαρξή τους. Το παρελθόν, το παρόν, αλλά και το μέλλον αυτού του τόπου, ο οποίος συνεχώς εγκαταλείπεται και ερημώνεται και παρ’ όλα αυτά διατηρεί τη ζωτικότητά του, χρόνια τώρα η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, καταβάλλει ηρακλείου δυνάμεως προσπάθειες να μη διακοπεί. Όχι μόνο να μη διακοπεί η λαϊκή Τζουμερκιώτικη παράδοσή μας, αλλά να εμπλουτιστεί και να υφανθεί, σαν ένα ποικιλόχρωμο και πλουμιστό αρχοντικό υφαντό, κατά την Αποστολική προτροπή... «Στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε...», ώστε να αναδειχθεί η εθνική μας αξιοπρέπεια και το γόητρό μας. Γιατί πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε ζωντανή γενιά συνεχίζει μία ύπαρξη αιώνων, η δε ζωή του τόπου μας είναι συνδεδεμένη με ορισμένες αξίες. Δείγμα της προσπάθειας αυτής είναι και η σημερινή εκδήλωση. Άλλωστε μας είναι γνωστό ότι πολλοί αρχαίοι και ξακουστοί λαοί, γοητευμένοι από την αξιέπαινη και προδήλως ορθή Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


234

Δ η μ ή τρ ι ο ς Κω ν. Ρ ί ζ ο ς

αυτή αρχή, τιμούσαν τους άξιους άνδρες τους, τα άξια τέκνα τους, άλλες φορές με μαρμάρινα αγάλματα, άλλες με αψίδες θριάμβου και άλλες με δάφνινα στεφάνια. Και είναι παρήγορο το ότι μέσα σ’ αυτό το παράδοξο, το οποίο διατρέχει την εποχή μας, την αποστροφή δηλαδή προς την ιστορία και τη λατρεία, την αδιαφορία για την τέχνη, αλλά και τη μνημειολαγνεία, για τουριστικούς και μόνο λόγους, είναι παρήγορο επαναλαμβάνω, ότι εμείς εδώ στο κεφαλοχώρι των Τζουμέρκων, στα Πράμαντα, τιμούμε σήμερα τα υψηλότατα αυτά πρόσωπα, έχοντας υπ’ όψη τον στοχασμό του Σωκράτη, τον οποίο μας κληροδότησε ο Πλάτωνας στον «Φαίδωνα»... «Και εκ των τεθνεώτων τους ζώντας γίγνεσθαι και τας των τεθνεώτων ψυχάς είναι». Τιμούμε την «φιλοπρωτία», την οποία δυστυχώς πολλοί τη θεωρούν ελάττωμα. Η ιδιότητα της «φιλοπρωτίας» όμως είναι ελάττωμα μόνο όταν την έχουν εκείνοι, οι οποίοι δεν είναι άξιοι να είναι πρώτοι. Βρισκόμαστε στα Τζουμέρκα την 24η Ιουνίου 1881. Οι Τζουμερκιώτες πανηγυρίζουν, μέσα στη δυστυχία τους, την εγκατάλειψη των Τζουμερκοχωρίων, τα οποία βρίσκονται στην αριστερή όχθη του Αράχθου, από τον τελευταίο βάρβαρο κατακτητή. Τετρακόσια πενήντα χρόνια ζούσαν στη σκλαβιά, στην εξαθλίωση και την αμάθεια. Χαλεποί τότε οι καιροί. Τα πέραν της δυτικής όχθης του Αράχθου χωριά υπέφεραν ακόμη υπό τον τουρκικό ζυγό. Αλλά και τα «ελεύθερα» πλέον χωριά των Τζουμέρκων δεν ήταν σε καλύτερη μοίρα. Εφ’ όσον, μετά την 24η Ιουνίου 1881, απαγορεύθηκε η ελεύθερη διάβαση από το περίφημο και ξακουστό μονότοξο γεφύρι της Πλάκας, τον πετρογίγαντα των Τζουμέρκων, η οικονομική δυσπραγία και η ψυχική ταλαιπωρία των ελευθέρων χωριών των Τζουμέρκων ήταν έκδηλη. Το μαρτυρεί και το δημοτικό τραγούδι της εποχής:

Αναθεμά σε ‘πιτροπή και συ βρε Κουμουνδούρε με το κακό που κάματε στην Άρτα στα Τζουμέρκα. Το σύνορο που βάλατε στης Άρτας το ποτάμι. Κλείστηκ’ η Άρτα, κλείστηκε κλείστηκε το Τζουμέρκο. Θα στερηθεί και το ψωμί πού νά ‘βρει να δουλέψει; Ο κάμπος έμεινε στην Τουρκιά

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ ι χ α ή λ Γ . Χ ά ρ ο ς κ α ι Τ ζ ο θ μ ε ρ κ ι ώ τ ι κ ο ι Δ η μ ο τ ι κ ο ί Αν τ ί λ α λ ο ι

235

και τα καλά λιβάδια. Το βιο όλο και χάνεται σ’ αγρίδια βοσκοτόπια. Σ’ αυτό το «κλίμα δυσπραγίας», το οποίο δυστυχώς παρατάθηκε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς όμως και να κάμψει το ηθικό των ξωμάχων Τζουμερκιωτών με τα ροδαλά πρόσωπα και το ανθισμένο χαμόγελο, το έτος 1882 γεννήθηκε στο Βουργαρέλι των Τζουμέρκων ο Χρίστος Λαμπράκης, τον οποίο παρουσίασε η πρώτη ομιλήτρια κ. Λουκία Αντωνίου και για τον οποίο με την άδειά της θα αναφέρω τι γράφει ο Νομικός, Ακαδημαϊκός και Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, αείμνηστος φιλόσοφος Κων. Τσάτσος... «Πριν πάω σχολείο στην Β’ Ελληνικού, είχα για τρία χρόνια δάσκαλο, για να μου κάνει σπίτι τα μαθήματα του Σχολείου, τον Χρίστο Λαμπράκη, έναν νέο τότε φοιτητή της Φιλολογίας, φτωχό χωριατόπουλο από το Βουργαρέλι Τζουμέρκων. Σαν όμως τόσους νέους που γεννήθηκαν από χωρικούς και ανατράφηκαν στο χωριό, είχε και ο Λαμπράκης μιαν έμφυτη ευγένεια και λεπτότητα και μία ψυχική καλλιέργεια, που τον έκανε από νέο ακόμη μια ξεχωριστή προσωπικότητα...». Και σε άλλο σημείο... “Με τον Μιχαλακόπουλο είμαστε μαζί εκτελεστές της διαθήκης του δασκάλου μου Χρίστου Λαμπράκη, χάρη στα χρήματα του οποίου ιδρύθηκε η έδρα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης” (Κων. Τσάτσου, Λογοδοσία μιας ζωής, τ. Α σελ. 80 και 260). Μετά από τριάντα περίπου χρόνια, το έτος 1909, γεννήθηκε στην Πλατανούσα (Ραψίστα) Τζουμέρκων ο Γιώργος Κοτζιούλας. Ένα χωριό χιλιοτραγουδισμένο από την ποιητική του μούσα, με τα ... «φτενά χωράφια κρατημένα σε πεζούλια κι άπιαστες γίδες στους γκρεμούς...». Τον Γιώργο Κοντζούλα, τον οποίο... «Το γεφύρι της Άρτας χρόνια είχε μουσαφίρη», παρουσίασε η δεύτερη ομιλήτρια κ. Παναγιώτα Λάμπρη. Το έτος 1931, σε ένα άλλο κεφαλοχώρι των Τζουμέρκων, τα Άγναντα, γεννήθηκε ο Μιχαήλ Χάρος, ο μετέπειτα Δάσκαλος και Φιλόλογος Καθηγητής και Λυκειάρχης. Αυτόν τον άντρα, τον Μιχαήλ Γεωργίου Χάρο, θα προσπαθήσω με συντομία να βιογραφήσω, έχοντας υπ’ όψη μου ότι η βιογραφία ενός άντρα είναι η προσωπογραφία του. Με τη διαφορά ότι αντί για χρώματα θα χρησιμοποιήσω λόγια. Η οικογένεια του Γεωργίου και της Μαρίας Χάρου, το γένος Μπάρμπα, φτωχική, αλλά περήφανη και εργατική, απέκτησε και ανέθρεψε έξι (6) τέκνα, ήτοι τον Χρίστο, τη Νίτσα, τη Σοφία, τη Νικολίτσα, τη Χριστίνα και τον Μιχάλη. Σε πολλά ελληνικά χωριά, κυρίως τα ορεινά και προ παντός σ’ εμάς εδώ στα Τζουμερκοχώρια, υπάρχουν φαίνεται παλαιά αρχοντικά γένη, τόσο παλαιά, όσο Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


236

Δ η μ ή τρ ι ο ς Κω ν. Ρ ί ζ ο ς

και των μεγάλων τσελιγκάδων και γαιοκτημόνων, θρεμμένα για αιώνες από τις παραδόσεις και τις ηθικές αξίες, τα οποία έδωσαν στην κοινωνία οικογένειες «αριστοκρατικές», σε κάθε εκδήλωσή τους και ας μην αναφέρονται στα γνωστά «libro d’oro» και ας μην έχουν «οικόσημα». Γόνος μιας τέτοιας «αριστοκρατικής» οικογένειας, φτωχικής μεν, αλλά εργατικής και αξιοπρεπούς, με «καθαρό το μέτωπο», όπως συνηθίζεται να χαρακτηρίζονται οι οικογένειες αυτές, ήταν και ο Μιχαήλ Χάρος. Φοίτησε εκεί στο Δημοτικό Σχολείο Αγνάντων και στις τέσσερις τάξεις του Οκτωταξίου τότε Γυμνασίου Αγνάντων, έζησε εκεί τη φρίκη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και της «γερμανοϊταλικής κατοχής», αλλά και μέρος του «αδελφοκτόνου ελληνικού αλληλοσπαραγμού», και τα παιδικά του μάτια είδαν γερμανούς να εκτελούν αλύπητα πτωχούς ομήρους και να κρεμάνε αθώους, είδαν ακόμη και Έλληνες να σκοτώσουν Έλληνες και ένα φοβερό μίσος να απλώνεται παντού στον τόπο, ό,τι δηλαδή τραγικότερο θα μπορούσε να συμβεί, μία τραγωδία για την οποία δεν υπάρχουν αναμάρτητοι. Το έτος 1948 με την αναγκαστική φυγή, λόγω ακριβώς του “αδελφοκτόνου σπαραγμού” των κατοίκων των ορεινών χωριών, ο Μιχαήλ Χάρος βρέθηκε στην Άρτα, μαθητής του Γυμνασίου Αρρένων Άρτης, στο οποίο προσαρτήθηκε και το Γυμνάσιο Αγνάντων, από όπου και αποφοίτησε το έτος 1950. Φέρελπις τότε νέος, γεμάτος με όνειρα και προσδοκίες, αφού είχε αναπνεύσει τη ζωογόνο πνοή της Πίνδου και των κακοτράχαλων βουνοκορφών των Τζουμέρκων, μέσα σε ένα «κλίμα δυσπραγίας», χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και λουτρό στο σπίτι, σπούδασε παιδαγωγικά μεν στη γεραρά τότε Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων, αργότερα δε και φιλολογία στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Έτσι ως δάσκαλος δίδαξε σε πολλά Δημοτικά Σχολεία των Τζουμέρκων, Μελισσουργών, Σγάρας κ.λπ. και ως καθηγητής φιλόλογος σε Γυμνάσια και Λύκεια, τόσο του Νομού Άρτης, όσο και του Νομού Ιωαννίνων. Το έτος 1960 παντρεύτηκε την Αθηνά Καξείρη, διδασκάλισσα, με την οποία απέκτησαν μία θυγατέρα, τη Μαριάννα, η οποία διαμένει με την οικογένειά της στη Θεσσαλονίκη. Με την παιδαγωγική ευρυμάθειά του διαμόρφωσε χαρακτήρες και άφησε παρακαταθήκες. Έδωσε σωστές κατευθύνσεις και προσανατολισμούς σε πολλούς νέους οι οποίοι φοίτησαν στα Σχολεία, στα οποία δίδαξε και τα οποία διεύθυνε. Τους έδειξε τον δρόμο για την επιτυχία και την προκοπή. Και τούτο γιατί μπορούσε να διακρίνει το σημαντικό από το ασήμαντο. Γιατί ο Μιχαήλ Χάρος ήταν της θεωρίας ότι η μελέτη δεν είναι μόνον απόλαυση, αλλά και τροφοδότης του πνεύματος, ένα διαρκές ανανέωμα και άνοιγμα προς νέους ορίζοντες. Πολυγραφότατος όπως ήταν ο Μιχαήλ Χάρος, αλλά και ευαίσθητος στους καημούς, στους πόθους, στις αγωνίες και στις ελπίδες των κατοίκων της υπαίΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ ι χ α ή λ Γ . Χ ά ρ ο ς κ α ι Τ ζ ο θ μ ε ρ κ ι ώ τ ι κ ο ι Δ η μ ο τ ι κ ο ί Αν τ ί λ α λ ο ι

237

θρου και ιδίως των Τζουμερκοχωρίων, θεώρησε χρέος του πνευματικό να συγκεντρώσει τα στοιχεία της λαϊκής παραδόσεως, του γνήσιου λαϊκού πολιτισμού της περιοχής των Τζουμέρκων. Έχοντας υπ’ όψη του ότι ένα από τα στοιχεία του πνευματικού μας πολιτισμού είναι και τα δημοτικά μας τραγούδια, τα οποία εκφράζουν την εθνική και κοινωνική ζωή του λαού μας και στα οποία αντικατοπτρίζονται η ψυχή και η ιστορία του, άρχισε από νεαρός δάσκαλος να συγκεντρώνει τον θησαυρό αυτόν του λαϊκού βίου και να τον καταγράφει, προτού εξαφανισθεί, επισκεπτόμενος τα Τζουμερκοχώρια και τους όσους παρέμειναν σ’ αυτά. Να καταγράφει την εικόνα της ζωής των προγόνων μας, οι οποίοι με ιεροπρέπεια και με ένα παραδοσιακό εορταστικό τυπικό, πρόσχαροι, γελαστοί και χαρούμενοι, αλλά και καλοντυμένοι, χόρευαν το «Διπλοκάγκελο» ή όπως αλλιώς το αποκαλούν οι τοπικές Τζουμερκιώτικες κοινωνίες. Να καταγράφει τα δημοτικά μας τραγούδια, για τα οποία ο γερμανός ποιητής Γκαίτε, το έτος 1815, έγραψε στον υιό του Αύγουστο: «με επισκέφτηκε ένας φίλος των νεωτέρων Ελλήνων, που είχε μαζί του δημοτικά τραγούδια του λαού αυτού, το νοστιμώτερο από ό,τι γνωρίζουμε ως λυρική, δραματική, επική ποίηση. Και όμως είναι δημοτικά τραγούδια!». Ναι είναι αυτά τα οποία ο ίδιος αποκάλεσε «ύπατο μνημείο της ανθρωπίνης διανοίας». Έτσι με τη γλαφυρή γραφίδα του ο Μιχαήλ Χάρος παρουσίασε το 2006, τους «Τζουμερκιώτικους Δημοτικούς Αντίλαλους», στους οποίους συγκέντρωσε και απόθεσε ως παρακαταθήκη τα πνευματικά και πολιτισμικά δημιουργήματα του Τζουμερκιώτικου λαού. Είναι μία εξαιρετική έκδοση του τότε Δήμου Αγνάντων, την οποία προλογίζει ένας παλαιός μαθητής του, ο τότε Δήμαρχος κ. Χρήστος Χασιάκος, ο οποίος τονίζει ότι μέσα σ’ αυτά αναδεύεται η ψυχή των προγόνων μας και στον οποίο οφείλονται έπαινοι, για την έκδοση αυτή, γιατί, κατά τη γνώμη μου, οι Τζουμερκιώτικοι Δημοτικοί Αντίλαλοι του Μιχαήλ Χάρου αποτελούν την “κιβωτό” του δημοτικού μας τραγουδιού. Θεωρήθηκε, από πολλούς αναλυτές του έργου του Μιχαήλ Χάρου, λίαν επιτυχής ο χωρισμός των τραγουδιών σε οκτώ (8) ενότητες, αλλά και ότι τα κατέγραψε αυτούσια, χωρίς προσωπικές του παρεμβάσεις. Και τούτο γιατί είχε ακλόνητη την πίστη ότι τα δημοτικά τραγούδια ανήκουν αποκλειστικά στον λαό, ότι είναι κτήματα του πνεύματος του λαού, ο οποίος τα έχει σφραγίσει με τον πόνο του ή και με τη χαρά του. Κάθε «επέμβαση» και κάθε αυθαίρετη «παραλλαγή», τύπου «τσιφτετελιού», αποτελεί έγκλημα, για να μην επεκταθώ σε άλλους «χαρακτηρισμούς». Όπου ο Μιχαήλ Χάρος αισθάνθηκε την ανάγκη να παραθέσει τυχούσα παραλλαγή ή και τη γνώμη του, το έπραξε με πολλή φειδώ και προσοχή, υπό τύπον σχολίου ή παρατηρήσεως ή και επεξηγήσεως. Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


238

Δ η μ ή τρ ι ο ς Κω ν. Ρ ί ζ ο ς

Οι οκτώ ενότητες είναι: Α) Κλέφτικα και Ιστορικά Β) Λυρικά – της Αγάπης Γ) Τραγούδια της Οικογενειακής Ζωής Δ) Της Ξενιτειάς Ε) Μοιρολόγια του Άδη και του Χάρου Στ) Θρησκευτικά (Κάλαντα – Λαζάρικα – Παθών) Ζ) Τραγούδια της Κοινωνικής Ζωής Η) Βλάχικα – της Κλεψιάς – Ληστρικά

Αυτά τα ανόθευτα δημοτικά τραγούδια και όχι τα “πλαστά, τα «πεποιημένα» και τα «λογιογενή», τα οποία εκφράζουν την τοπική τζουμερκιώτικη, αλλά και εθνική μας αυτοσυνειδησία, με τη λαμπερή καθαρότητά τους, μας παρέδωσε ο Μιχαήλ Χάρος. Αυτό το έργο και αυτόν τον άντρα τιμούμε σήμερα. Εις «μνημόσυνον αιώνιον». Πολλοί πιστεύουν ότι κηλιδώνεται η φήμη ενός τέτοιου άντρα από κάποια ίσως ιδιοτροπία του ή και συμπεριφορά του. Αυτονομημένος από το «σύστημα» ο Μιχαήλ Χάρος απέφευγε την άσκοπη φλυαρία, η οποία τέρπει τους οκνηρούς, κουράζει όμως τους επιμελείς. Η προσήλωσή του στο παιδαγωγικό καθήκον του, ο δυναμικός χαρακτήρας του, αλλά και η αφοσίωσή του στις αρετές της φιλοπατρίας, της χριστιανικής πίστεως και του δικαίου, ενδεχομένως να οδήγησαν μερικούς, ως μη ώφειλαν, σε «σχολιασμούς» ανάξιους αναφοράς. Το έργο του όμως τους διαψεύδει. Αλλά θα πρέπει και εγώ, ο εκλεκτός και αγαπημένος φίλος του, όπως ήθελε να με αποκαλεί, να εξομολογηθώ ότι το σχέδιο το οποίο ακολουθώ απαιτεί, σε ορισμένο βαθμό, να μη σιωπήσω, για ένα ή δύο χαρακτηριστικά του τα οποία δεν είναι άξια εξάρσεως. Αν σιωπούσα, θα υπονόμευα την πίστη του ακροατηρίου, στις αξιέπαινες αρετές, τις οποίες έχω ήδη τονίσει. Έτσι αυτόν τον προικισμένο από τη φύση άντρα, με τον κομψό «ρασιοναλισμό – ορθολογισμό» του, τον πεφωτισμένο σκεπτικισμό του, την ενορατική του δύναμη και την άκαμπτη αίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, τον διέκρινε μία μικρή έστω έπαρση, ένας εγωισμός, ο οποίος θύμιζε, όπως του το είχα τονίσει πολλές φορές, τον θαυμαστό ποιητή Δάντη, ο οποίος όταν του ανατέθηκε να ηγηθεί μιας αποστολής είχε πει: «Αν πάω εγώ ποιος θα μείνει; Αν πάλι μείνω, ποιος θα πάει;», ως να ήταν ο μοναδικός. Άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμά του δεν έχω επισημάνει. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν μπορούσες να τον πείσεις εύκολα ούτε να του αλλάξεις γνώμη.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ ι χ α ή λ Γ . Χ ά ρ ο ς κ α ι Τ ζ ο θ μ ε ρ κ ι ώ τ ι κ ο ι Δ η μ ο τ ι κ ο ί Αν τ ί λ α λ ο ι

239

Παρ’ όλα αυτά όμως δεχόταν, έστω και με κάποια δυσκολία, τις απόψεις των επαϊόντων συνομιλητών του. Φαίνεται ότι οι μοίρες οι οποίες ύφαιναν τον ιστό της ζωής του Λυκειάρχη Μιχαήλ Χάρου κουράστηκαν. Έτσι μία ζωή, την οποία χαρακτήριζε ο δυναμισμός και η αδιάλειπτη προσπάθεια, έγραψε την τελευταία της σελίδα ανήμερα του εορτασμού του Γενεσίου της Θεοτόκου (8-9-2015) και άρχισε το ταξίδι του «εις γην εξ ης ελήφθη». Κυρίες και Κύριοι Παρουσίασα, με όση συντομία μπορούσα, την καταγωγή, τις σπουδές, τη ζωή, τις συνήθειες και το έργο εκείνου του σπουδαίου άντρα και λαμπρού επιστήμονα και μελετητή. Ό,τι έγραψα και ό,τι σας είπα είναι από το βιβλίο της μνήμης μου. Είναι δεμένα με αγάπη σε έναν τόμο (com amore in un volume!). Το γεγονός ότι έγραψα και σας είπα ό,τι μπορούσα δεν θέλω να αποτελέσει φραγμό, για οποιονδήποτε πιστεύει, ότι μπορεί να γράψει περισσότερα και καλύτερα. Αφού έφθασα με ασφάλεια στο τέρμα του συντόμου πνευματικού αυτού ταξιδιού μου, θα πρέπει να εκφράσω τις ευχαριστίες μου, με όλη την ταπεινότητα και ευλάβεια, τόσο στον φίλο αείμνηστο Μιχαήλ Χάρο, όσο και σ’ αυτούς οι οποίοι οργάνωσαν την εκδήλωση αυτή, αλλά και σε όλους εσάς, οι οποίοι είχατε την υπομονή να με ακούσετε. Σας ευχαριστώ.

* Ο Δημήτριος Κων. Ρίζος είναι εφέτης ε.τ., τ. δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, οικονομολόγος

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Οι δραστηριότητες της Ι.Λ.Ε.Τ. Σεπτέμβριος 2017- Ιούνιος 2018 • Στις 11-10-2017 το κλιμάκιο της ΙΛΕΤ Θεσσαλονίκης συναντήθηκε στην αίθουσα της Ηπειρωτικής Εστίας Θεσσαλονίκης και ενημερώθηκε από την πρόεδρο για τις εκδηλώσεις της ΙΛΕΤ, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν τον Αύγουστο του 2017. • Στις 4-12-2017 η ΙΛΕΤ σε συνεργασία με την Ηπειρωτική Εστία Θεσσαλονίκης διοργάνωσαν την παρουσίαση του βιβλίου του Αρτινού Συγγραφέα Δημ. Βλαχοπάνου με τίτλο: «Ισαάκ Μιζάν. Αρ. Βραχίονα 182641» Την παρουσίαση έκανε ο επίτιμος πρόεδρος της ΙΛΕΤ κ. Νίκος Μπριασούλης. Χαιρετισμό απηύθυνε η πρόεδρος κ. Λαμπρινή Στάμου. Παρευρέθηκαν αρκετά μέλη του κλιμακίου της Θεσσαλονίκης. • Στις 31 -1- 2018 η Περιφέρεια Ηπείρου, η Ισραηλιτική Κοινότητα Ιωαννίνων, το ίδρυμα Ιωσήφ και Εσθήρ Γκανή και το Πνευματικό Κέντρο Ιωαννίνων διοργάνωσαν «Ημέρα μνήμης των Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος». Την ΙΛΕΤ εκπροσώπησαν ο αντιπρόεδρος κ. Χρήστος Καρακώστας και ο οργανωτικός γραμματέας κ. Δημήτριος Λιανός. • Στις 30-3-2018 η ΙΛΕΤ σε συνεργασία με την Ηπειρωτική Εστία Θεσσαλονίκης, τα βιβλιοπωλεία Public, το χορευτικό Σύλλογο «Ήπειρος» και τις εκδόσεις «Ψυχογιός» παρουσίασαν το νέο μυθιστόρημα του συμπατριώτη μας Γιάννη Καλπούζου «Το Γινάτι». Χαιρετισμό απηύθυνε η πρόεδρος, ενώ παρευρέθηκαν πολλά μέλη της ΙΛΕΤ. • Στις 8-5-2018 στο πλαίσιο των δράσεων του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων, κοιλάδας Αχελώου, Αγράφων και Μετεώρων για την Ευρωπαϊκή ημέρα των Πάρκων, με θέμα: «Πολιτιστική κληρονομιά και Περιβάλλον», επισκέφτηκαν το Λαογραφικό μουσείο της ΙΛΕΤ στα Άγναντα εκπρόσωποι εννέα Δήμων από το Πάρκο Montanhas Magicas της Πορτογαλλίας και ξεναγήθηκαν από την υπεύθυνη του Μουσείου κ. Κων/να Χούμη, αναπληρωματικό μέλος του Δ.Σ.της ΙΛΕΤ • Στις 6-6-2018 πραγματοποιήθηκε η θερινή συνάντηση των μελών της ΙΛΕΤ του κλιμακίου της Θεσσαλονίκης, στην αίθουσα της Ηπειρωτικής Εστίας. Τα μέλη αντάλλαξαν απόψεις και ενημερώθηκαν από την πρόεδρο για την πορεία της ΙΛΕΤ, καθώς και για τις θερινές εκδηλώσεις της.

Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8


Διοικητικό Συμβούλιο της Ι.Λ.Ε.Τ. Στάμου Λαμπρινή, Πρόεδρος Θεσσαλονίκη, 6944169408 και 2310276923, lampstamou@sch.gr Καρακώστας Xρήστος, Αντιπρόεδρος Ιωαννίνων Ιωάννινα, 6944634721 και 2651093465 Τσατσούλης Σωκράτης, Αντιπρόεδρος Αττικής Αθήνα, 6944541261, sokratis.tsatsoulis@gmail.com Μάνθος Νίκος, Γραμματέας Ιωάννινα, 6989148520, nmanthos@uoi.gr Γιαννάκη Νίκη, Ταμίας Ιωάννινα, 6978632832 και 2651037356 Λιανός Δημήτριος, Οργανωτικός Γραμματέας Ιωάννινα, 6977057110 και 2651043156 Βάνας Ιωάννης, Υπεύθυνος Τύπου και Δημ. Σχέσεων Άρτα, 6984403122, giannvan@hotmail.com Μανούσης Νίκος, Έφορος, Βουργαρέλι, 6979912980, nikosmanousis@gmail.com Καρατζένης Φώτης, Μέλος Αθήνα, 6977571222, fkaratz@otenet.gr


ΤΟ 19Ο ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ Α.Ε.Β.Ε. ΣΕ ΧΑΡΤΙ ΣΑΜΟΥΑ 100 ΓΡ., ΣΕ 800 ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 2018 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ & ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΣΧΕΔΙΑΣΑΝ ΟΙ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ "Πέτρα"


Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2018  

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2018

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2018  

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2018

Advertisement