Page 206

Γ ι ώ ρ γ ο ς Κ ο τ ζ ι ο ύ λ α ς : « Μ ε τ ο ν κ ό μ π ο σ τ ο λ α ι μ ό κ α ι ά λ λ α δ ι η γ ή μ α τ α » 205

κάνου-νέ το-κούκου-έ. - Μπράβο, Τάκη! Τον φιλεί ο πατέρας. - Τ’ είν’ αυτά! Διαμαρτύρεται η Πιπίτσα. Τέτοια μαθαίνεις στο παιδί; - Και στενοχωριέσαι, δε χαίρεσαι γι’ αυτό; - Τι λες εκεί! Μ’ αυτά και μ’ αυτά θα μας γίνει καμιά μέρα... Δε συμπληρώνει τη σκέψη της, την τρομάζει η συνέχεια. Αυτή, όσο το ’χε μαζί της εκεί πέρα, το μάθαινε και προσευχή κι απ’ όλα. Εδώ τώρα δεν κάνει ούτε το σταυρό του. - Για πες το πάτερ ημών, μπέμπη. Ο μικρός την κοιτάζει χωρίς να μιλάει. - Ανάθεμά σε! Το ξέχασες κιόλας;” Ο ΠΑΡΑΚΟΣΜΟΣ Ας μην ξεχνάμε πως στη ζωή του ο συγγραφέας, είτε από αρρώστιες είτε από ανέχεια είτε από επιλογή της ανάγκης πέρασε το μεγαλύτερο χρόνο του “φερέοικος και ανέστιος”. “Είναι η πρώτη φορά που έχω δωμάτιο μοναχός μου και που δε μου πληρώνουν άλλοι. Επιπλέον κάθουμαι σε δεύτερο πάτωμα. Έχω ντουλάπα, νιπτήρα, κρεμάστρα. Πάνου απ’ το κεφάλι μου υπάρχει διακόπτης για το ηλεκτρικό - μεγαλεία. Μα μήπως είναι μόνο αυτά; Αυτό είναι το σπουδαίο δώρο που μου χάρισε η τύχη σαν έκλεισα τα τριάντα.”, μας λέει στο “Καινούργια Γειτονιά”. Θα σταθώ όμως στα απόλυτα ερείπια της ζωής, τους εντελώς αγνοημένους κι αβοήθητους, διαβάζοντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: ΥΜΗΤΤΟΣ «Στον Άη Γιάννη πάλι τον Καρέα, στην αυλή του, απάντησα το σύγχρονο Διογένη, αλλά πολύ, πάρα πολύ γερασμένον. Φορούσε σκούφια και σελάχι και τσαρούχια. Κάπου εκεί στα μέρια του ήταν πιασμένες οι κάλτσες, βλάχικες κάλτσες του παλιού καιρού που μόνο την ασπράδα τους είχανε χάσει. Καθόταν πλαγιασμένος απάνου σε κοτρώνια, κοιτάζοντας με το σωμένο του πρόσωπο τον ήλιο, μ’ ένα ραβδί ανάμεσα στα γόνατά του. Εκείνη η πέτσινη θήκη πάνου στην κοιλιά ξεπετιόταν σαν κανένα αφύσικο εξόγκωμα· αρκούδας σώμα χρειαζόταν, όχι ένα δάχτυλο μέση. Αλλά το μυτερό πηγούνι με τα γένια, τα μάτια που κοίταζαν ατάραχα τον ουρανό, αυτά είχαν τόση Ελλάδα, τόση δική μας ψυχή! Γέρο Διογένη από το Λιδωρίκι, μην πιστέψεις τον εαυτό μου που σου έριξε μερικές περίεργες ματιές και βιαστικός, τάχα πολυάσχολος, πήρε τον ανήφορο, Έ τ ο ς 1 9 ο - Τε ύ χ ο ς 1 9 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 8

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2018  

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2018

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2018  

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2018

Advertisement