Page 111

110

Γε ώ ρ γ ι ο ς Φ λ ώ ρ ο ς

τον Κολιό, έπρεπε να είχες πουλήσει καλοκαιριάτικο μανάρι ή στέρφα γίδα στον Κοντογιώργο. Το φαΐ και αυτό μετρημένο. Πέρα από αυτά που κουβαλούσαμε απ’ το σπίτι μας την Κυριακή της επιστροφής, για να πορευτούμε την εβδομάδα, αγοράζαμε σε μπουκαλούλα εκατό δράμια λάδι, μια οκά ζάχαρη, λίγες ελιές, λίγο χαλβά χύμα, καμιά ρέγκα καπνιστή και καμιά πατάκα. Βερεσέ και με μπλοκάκι απ’ τα παντοπωλεία των Αηδοναίων , των Ζαραγκαίων, του Κώστα Κολιού και του Αριστείδη Φίλου. Σαν γύρναγαν απ’ το ταξίδι οι πατεράδες μας, πέρναγαν από τα Άγναντα και ξοφλούσαν τους λογαριασμούς. Η σπιτονοικοκυρά μας, πέρα απ’ το καθημερινό φαΐ, που τοίμαζε για τη φαμίλια της, ετοίμαζε και το φαΐ για τους νοικαρηδές της. Το «ΜΕΝΟΥ» πάντα λιτό, λόγω ανέχειας και πρόχειρα φτιαγμένο. Ρέγκα ψημένη σε εφημερίδα. Τσάι του βουνού με ζάχαρη και τριμμένο ψωμί. Ελιές στο πιάτο, βουτηγμένες σε λίγο λάδι και με μπόλικο κρεμμύδι και σκόρδο. Πότεπότε και λίγος χύμα χαλβάς, για «κύριο πιάτο» και όχι για επιδόρπιο. Αυτό που μας στατάρωνε στα ποδάρια μας, ένα ταψί σταρίσιο ζυμωτό ψωμί, για όλη τη βδομάδα. Φέτες πυρωμένες στη φωτιά με ζάχαρη και λάδι επάνω. Συνηθισμένη εικόνα. Πεινασμένοι, με ένα αυγό στο χέρι και τη μπουκαλούλα μας με το λάδι, να περιμένουμε να μας πάρει η σειρά για τηγάνισμα. Πανηγύρι το ‘χαμε σαν έβραζε για όλους στο κακάβι φασολάδα, πότε με άσπρα χωραφοφάσλα και πότε με μπαρμπουνοφάσλα. Χορταίναμε φαΐ με το κ’τάλι. Όσο για την ντυμασιά και την ποδεσιά; Ντρίλινα ρούχα, που σαν παλιωναν, τα γέμιζαν με μπαλώματα πάνω τους. Οι μάλλινες μεσοφάνελες, τα μάλλινα τσουρέπια μέχρι τα γόνατα , που μας έπλεκαν το καλοκαίρι οι μανάδες μας, στόμωναν το χειμωνιάτικο κρύο και νιώθαμε λίγη ζεστασιά. Παπούτσια για τα ποδάρια μας, παραγγελία στον τσαγκάρη Β. Τάτση. Προγγιαστά και με σιδεράκι στη μύτη της σόλας , για να ‘ναι ακατάλυτα στο χρόνο. Σαν ερχόταν η άνοιξη και ημέρευε ο τόπος, βγαίναμε και εμείς απ’ τα καβούκια μας και κάναμε μικροζαβολιές. Πάντα με ρίσκο να μαθευτεί στο σχολείο και ακολουθήσουν οι συνέπειες την επόμενη μέρα. Έτσι σαν παρδάλαιναν τα κεράσια στις κερασιές, που ήταν στις πατωσιές απ’ τα μικροαμπέλια γύρω στο λόφο του Αηχ’στοφόρου, οι τολμηρότεροι νυχτοπερπατούσαμε στο φεγγαρόφωτο να «κλέψουμε» κεράσια. Απ’ τα μέσα Μάη και ύστερα, τα μεσημέρια κατεβαίναμε στο πάτο στο χωριό στα «πατέρια». Εκεί που το λαγκάδι έκανε βύραγκα, για μπάνιο. Μπάνιο, μπλατσουρίσματα στο παγωμένο νερό απ’ το βουνό, σαν έλιωναν τα χιόνια. Κάμποσοι αρρώσταιναν με πυρετό. Ομαδική επανάσταση έκανε η τάξη μου 25 Νοεμβρίου. Χρονολογία δε θυμάμαι. Μαζευτήκαμε όλοι μαζί. Αντί για το σχολείο, περπατήσαμε ποδαρόδρομο, μέχρι το μοναστήρι της Τζουμερκιώτικα Χρονικά

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2018  

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2018

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2018  

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2018

Advertisement