Page 1


Τζουμερκιώτικα

ΧΡΟΝΙΚΑ

Δελτίο της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων

15ο

Τε ύ χ ο ς Ιούνιος 2014

Η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων είναι ένας μη κερδοσκοπικός επιστημονικός και πνευματικός φορέας που έχει ως σκοπό τη διάσωση, τη μελέτη και την ανάδειξη του τοπικού πολιτισμού των Τζουμερκιωτών. Η Ι.Λ.Ε.Τ. ιδρύθηκε το 1998 από αποφοίτους του Γυμνασίου Αγνάντων Άρτας. Διοικητικό Συμβούλιο Μαργώνης Κωνσταντίνος, Πρόεδρος Μπαζούκας Αθανάσιος, Αντιπρόεδρος (Τομέας Ηπείρου) Σμύρης Παύλος, Αντιπρόεδρος (Τομέας Β. Ελλάδας) Ζήδρου Κωνσταντίνα, Γενική Γραμματέας Γκουβά Μαρία, Οργανωτικός Γραμματέας Καραγιάννης Ναπολέων, Ταμίας Καρατζένης Νικόλαος, Έφορος Μπόμπολη Αλεξάνδρα, Υπεύθυνος Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων Χούμη Κωνσταντίνα, Σύμβουλος


Συντακτική Επιροπή Αυδίκος Ευάγγελος, Καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Παππάς Θεόδωρος, Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας του Ιονίου Πανεπιστημίου Βρέλλη Μαρίνα, Αν. Καθηγήτρια Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιαννάκης Γεώργιος, π. Αν. Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Καρατζένης Νικόλαος, Φιλόλογος-Λαογράφος Μαργώνης Κωνσταντίνος, Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας Μπριασούλης Νίκος, Φιλόλογος-Συγγραφέας ΕΞΩΦΥΛΛΟ: Ιωάννα Γ. Γιαννάκη, Αρχιτέκτων ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: Μάνθος Σκαργιώτης Φιλόλογος-Συγγραφέας © ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ 470 43, Άγναντα Άρτας URL: http:// www. ilet.gr Τηλ.: 210.3826232, 26510.32996, 2310.438889

ISSN: 1790-4153

Εκδοτική Παραγωγή: Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα» Οικονόμου 32, 106 83, Αθήνα. Τηλ.: 210 8233830, Fax: 210 8238468 E mail: ekdoseispetra@hotmail.com


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Κώστας Μαργώνης: Ο πολιτισμός σήμερα.........................................................................................................σελ.11 ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ Νικόλαος Β. Καρατζένης: Με τους λύκους στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου............................................................σελ.15 Παναγιώτα Π. Λάμπρη: Επιβιώσεις αρχαίων αγερμών. Η περίπτωση της Ροδαυγής Άρτας................................σελ.30 Γιώργος Α. Φλώρος: Το τσίπουρο........................................................................................................................σελ.41 Μανόλης Μαγκλάρας: Πτυχές καθημερινής ζωής των Συρρακιωτών σε παλαιότερες εποχές...........................σελ.44 Ναπολέων Γ. Καραγιάννης: Ο σεισμός του 1967. Αιτία για το σημερινό μοντέρνο και όμορφο Αθαμάνιο............... σελ.49 Αλέξανδρος Ε. Γκορτζής: Πετροβούνι Ιωαννίνων: Σταθμοί στο οδικό του Δίκτυο..................................................σελ.58 Δημήτριος Παππάς: Της κόφτρας... αγκαλιάσματα..........................................................................................σελ.75 Νίκος Μπριασούλης: Τα μνημεία του λόγου.......................................................................................................σελ.82

ΤΟΠΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ Λαμπρινή Αρ. Στάμου: Το ’χασε το γρέκι...............................................................................................................σελ.85


ΙΣΤΟΡΙΚΑ Απόστολος Μπουρνάκας: Τα αντάρτικα τραγούδια και η αφύπνιση της ουτοπιστικής νοσταλγίας......................σελ.93 Δημήτριος Γ. Καλούσιος: Ο κωδικογράφος Σεραφείμ των Καλαρρυτών.................................................................σελ.101 Σωτήρης Ι. Καραβασίλης: Ένας ανταρτόπληκτος στην Άρτα του 1948-’49..............................................................σελ.108 Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης: Χρονογραφία της Βιβλιοθήκης της Ιεράς Μονής Αγίας. Αικατερίνης Σχωρετσάνων.....σελ.130 Κωνσταντίνος Γ. Κουτσούκης: Η αρπαγή της Βασιλαρχόντισας......................................................................................σελ.145 Γιάννης Σπ. Βάνας : Στρατηγός Αθανάσιος Ιωαν. Χρυσοχόου. Ένας αφανής και λησμονημένος Πραμαντιώτης...σελ.154 Νικόλαος Ζαρκάδας: Η Άρτα στους αγώνες της παλιγγενεσίας του Έθνους...................................................σελ.161

ΤΕΧΝΗ-ΠΑΡΑΔΟΣΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Λουκία Αντωνίου: Η εκκλησιαστική μουσική παράδοση στο Βουργαρέλι. Οι πρωτεργάτεςκαι οι συνεχιστές.....σελ.167

ΛΑΪΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ Βασίλειος Κ. Κασκάνης: Οδοιπορικό στις βρύσες των Καλαρρυτών, ΒορείωνΤζουμέρκων, Ν. Ιωαννίνων..........σελ.171

ΟΡΕΙΝΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ & ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Παύλος Σμύρης: Η αξία του πολιτισμικού τοπίου για την οικοανάπτυξη των Τζουμέρκων.....................σελ.189


ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΔΙΑΠΡΕΨΑΝΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΩΝ Λουκία Αντωνίου: Χρήστος Α. Παπαδόπουλος..............................................................................................σελ.193

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Μιχάλης Γ. Μερακλής: Μάνθος Σκαργιώτης: Ένα κλειδί, τρεις πόρτες................................................................σελ.201 Νίκος Μπριασούλης: Χρίστος Ν. Λαμπράκης: Τραγούδια των Τζουμέρκων.....................................................σελ.203 Νικόλαος Β. Καρατζένης: Βαγγέλης Τζούκας: Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο 1942-44........................... σελ. 206 Μαρία Δέτσικα: Γιώργος Παπασωτηρίου: Το ματωμένο θέρος του 1882..................................................σελ.215

ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» Δημήτριος Γ. Καλούσιος: Πολύτιμη έκδοση για τα Τζουμέρκα.................................................................................σελ.225 Γιώργος Κ. Χατζόπουλος: Τζουμερκιώτικα Χρονικά...................................................................................................σελ.227 Επιστολή Δημάρχου Αμπελοκήπων-Μενεμένης.............................................................σελ.229

ΧΡΟΝΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Επιμέλεια: Αθανάσιος Μπαζούκας & Κωνσταντίνα Ζήδρου.........................................σελ.231


11

Κώστας Μαργώνης*

Ο πολιτισμός σήμερα

Υ

πάρχει κάτι που σχετίζεται με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και την ειδική αποστολή της ΙΛΕΤ, το οποίο αξίζει να επαναλάβουμε κι από εδώ ακόμα μία φορά: Αντικείμενο μελέτης και έρευνας της ΙΛΕΤ είναι οι διάφορες εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού και η τοπική ιστορία. Όμως, από τα πρώτα βήματα της Εταιρείας, έχει διακηρυχθεί και υπογραμμιστεί με ιδιαίτερη έμφαση πως δεν θα μείνουμε προσκολλημένοι στο παρελθόν. Αντίθετα, σαν ζωντανά κύτταρα της κοινωνίας και ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι που ζούμε τον παλμό της εποχής μας, θα μοχθήσουμε για το παρόν και το μέλλον του τόπου μας. Αυτό γίνεται καλύτερα αντιληπτό, αν σκεφτούμε πως, στη γενικότερη δυσμενή συγκυρία που περνάει η χώρα μας, η μοίρα των χωριών μας διαγράφεται ιδιαίτερα δυσοίωνη και ζοφερή. Επομένως, το έργο της μελέτης και ανάδειξης του λαϊκού πολιτισμού θα προχωρήσει κανονικά. ταυτόχρονα όμως προχωρούμε σε ενέργειες και παρεμβάσεις, ώστε να αναδειχθούν τα σύγχρονα προβλήματα του τόπου μας, με τελικό σκοπό να συμβάλουμε με κάθε τρόπο στην αντιμετώπιση και επίλυσή τους. Συνεπώς, πρώτη προϋπόθεση για την ευόδωση των στόχων μας είναι η συνεργασία μας με όλους τους μαζικούς φορείς της τζουμερκιώτικης και της ηπειρωτικής αποδημίας, σε όλα τα επίπεδα και με όλους τους δυνατούς τρόπους. Προς αυτή την κατεύθυνση έγιναν κάποιες προσπάθειες τα τελευταία χρόνια χωρίς όμως ουσιαστικά αποτελέσματα. Η ΙΛΕΤ, τον τελευταίο καιρό, κινείται μεθοδικά και δραστήρια προς αυτό το στόχο και, σε πνεύμα καλής συνεργασίας και αγαστής σύμπνοιας, αποφασίσαμε μαζί με τα άλλα σωματεία τη συνδιοργάνωση μιας Ημερίδας, που θα γίνει το ερχόμενο καλοκαίρι στα Τζουμέρκα (Άγναντα 2-8-2014), με θέμα «Τζουμέρκα: Ανάπτυξη και Πολιτισμός». Το ανακοινώνουμε κι από εδώ και απευθύνουμε θερμή πρόσκληση στα μέλη, τους φίλους και σε όλους τους συμπατριώτες μας να παρακολουθήσουν τις εργασίες της Ημερίδας και ασφαλώς, αν το επιθυμούν, να καταθέσουν και τον δικό τους προβληματισμό σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα. Φυσικά δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι σε ό,τι έχει σχέση με την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της περιοχής μας, το θέμα είναι περίπλοκο, δυσχερές και συναρτάται με πολλούς άλλους παράγοντες σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Αυτό που προσδοκούμε από την Ημερίδα είναι να καταγραφούν θέσεις, αρχές και στόχοι, έτσι που από εδώ και μπρος, στις όποιες επιδιώξεις και Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


12

Κώστας Μαργώνης

κινητοποιήσεις μας, να ξέρουμε τι θέλουμε και με ποιες στρατηγικές μπορούμε να το πετύχουμε. Αναμφισβήτητα, η πολιτιστική, η πνευματική και η καλλιτεχνική ανάπτυξη των χωριών μας είναι ζητήματα που βρίσκονται πιο κοντά στους στόχους, τα ενδιαφέροντα και τις δυνατότητές μας και συνεπώς μπορούμε, πάντα σε στενή συνεργασία με τους άλλους τοπικούς φορείς, να αναλάβουμε πρωτοβουλίες και να προχωρήσουμε σε παρεμβάσεις, ώστε να αλλάξει η ατμόσφαιρα και να βελτιωθεί αισθητά η ποιότητα της καθημερινής ζωής για όλους, αλλά κυρίως για τους μόνιμους κατοίκους των χωριών μας, όσοι απόμειναν. Και ασφαλώς ευελπιστούμε ότι στην Ημερίδα αυτή θα κατατεθούν πολλές προτάσεις και ιδέες, ώστε να φωτιστεί καλύτερα το ζήτημα και να βοηθηθούμε ουσιαστικά στο πολιτιστικό μας έργο. Η Εταιρεία μας, εξάλλου, για όσους δεν το γνωρίζουν, είχε δραστηριοποιηθεί σχετικά με αυτό το θέμα και σε συνεργασία με την (τότε) Νομαρχία Άρτας είχε εκπονήσει ένα καλομελετημένο και άρτιο «Σχέδιο για την πολιτιστική ανάπτυξη των Τζουμέρκων». Δυστυχώς, η κατάργηση των Νομαρχιών από τον περιβόητο «Καλλικράτη» μάς σταμάτησε τη στιγμή που ήμασταν έτοιμοι να ξεκινήσουμε την εφαρμογή του. Σε κάθε περίπτωση, η Ημερίδα είναι μια καλή ευκαιρία να τα δούμε όλα εξ υπαρχής, να τα συμπληρώσουμε και να τα βελτιώσουμε, ώστε να εξασφαλίσουμε τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις για την επιτυχία των όποιων μελλοντικών μας πρωτοβουλιών. Και γενικά, προσδοκούμε πως αυτή η ελεύθερη αντιπαράθεση προτάσεων, πέρα από τα άλλα, θα ξεκαθαρίσει και θα βάλει οριστικά στη θέση τους δύο βασικά πράγματα. Πρώτα, θα γίνει κατανοητό από όλους τους φορείς πως η συνεργασία και ένας, έστω, στοιχειώδης συντονισμός δράσεων και στρατηγικών είναι προϋπόθεση βασική και όρος εκ των ων ουκ άνευ για την επιτυχία των στόχων και την ικανοποίηση των προσδοκιών μας. Δεύτερο, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις παραδοσιακού τύπου, όπως τις γνωρίσαμε μετά τη Μεταπολίτευση, ανήκουν αμετάκλητα στο παρελθόν και δεν ανταποκρίνονται πλέον στις νέες ανάγκες και τις απαιτήσεις των δύσκολων καιρών, με τους οποίους κονταροχτυπιόμαστε καθημερινά και πρέπει να τα βγάλουμε πέρα. Οι επιδιώξεις και οι προσδοκίες μας αυτές απεικονίζονται και στα περιεχόμενα του 15ου τεύχους. Φιλοξενούνται σ’ αυτό μελέτες που αφορούν την αξία του πολιτισμικού τοπίου για την οικοανάπτυξη των Τζουμέρκων, τις επιβιώσεις των αρχαίων αγερμών στη Ροδαυγή, τον κωδικογράφο Σεραφείμ των Καλαρρυτών, την εκκλησιαστική μουσική παράδοση στο Βουργαρέλι, τους ανταρτόπληκτους στην Άρτα του 1948-’49, ένα οδοιπορικό στις βρύσες (κρήνες) των Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο πολιτισμός σήμερα

13

Καλαρρυτών. Δημοσιεύονται ακόμη άρθρα που αναφέρονται στο τσίπουρο των Τζουμέρκων, στις πτυχές της καθημερινής ζωής των Συρρακιωτών στο παρελθόν, στο σεισμό του 1967 που επηρέασε καθοριστικά τη διαμόρφωση του Αθαμανίου, την εξέλιξη του οδικού δικτύου στο Πετροβούνι, τα μνημεία του λόγου των Τζουμερκιωτών, τα αντάρτικα τραγούδια που αφυπνίζουν την ουτοπιστική νοσταλγία. Εξίσου σημαντικά είναι τα κείμενα που μελετούν το τζουμερκιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, την αρπαγή της Βασιλαρχόντισσας, τη ζωή και το έργο του στρατηγού Αθανασίου Ιωάνν. Χρυσοχόου από την Πράμαντα, τους αγώνες της εθνικής παλιγγενεσίας στην Άρτα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αφηγήσεις για την επιδρομή των λύκων στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου, η καθημερινή ζωή και τα αναπάντεχα «αγκαλιάσματα… της κόφτρας» και το πορτρέτο για τον διαπρεπή Τζουμερκιώτη Χρ. Α. Παπαδόπουλο. Μετά την παρουσίαση βιβλίων που αφορούν τα Τζουμέρκα και τα σχόλια για τα «Τζουμερκιώτικα Χρονικά», ο αναγνώστης του 15ου τεύχους μπορεί να ενημερωθεί για την πολυσχιδή δράση της Ι.Λ.Ε.Τ. στα Τζουμέρκα και σε άλλες πόλεις.

* Ο Κώστας Μαργώνης είναι πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ.

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Α Νικόλαος Β. Καρατζένης*

Με τους λύκους στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου Η πρώτη έφοδος των λύκων

Τ

ις τελευταίες μέρες του Αυγούστου 1996, βρέθηκα στα Κούτσουρα1 Ασπροποτάμου στη στάνη των Νουτσαίων, φίλων μου βοσκών από τα Πράμαντα Τζουμέρκων. Στο ένα από τα δύο «Κούτσουρα», στην «Παλιομάντρα», έβοσκαν εκείνο το καλοκαίρι χίλια τετρακόσια πενήντα πρόβατα χωρισμένα σε δύο βαριά κοπάδια. Το ένα αποτελούσαν τα πρόβατα των Τόλη Νούτσου και Γάκια Γκαραγκούνη και το άλλο τα πρόβατα των Μήτσιου και Γιάννη Νούτσου. Πέντε καρτερικά και άγρυπνα τζομπανόσκυλα είχαν δώσει όρκο τιμής να φυλάνε νύχτα και μέρα τα κοπάδια. Ο Φαρμάκης, ο Πατούνας, ο Καραούλης, η Μούργκα και ο Καψάλης. «Φύλαγα»2 του Γάκια το κοπάδι γιατί ήθελα να μαθαίνω από τον έμπειρο και συναρπαστικό αφηγητή Γάκια για πρόβατα, προβατόσκυλα, προβατοβοσκές και προβαταραίους. Του είχα «βγάλει την πίστη» με τις ατέλειωτες ερωτήσεις μου. Τα ξημερώματα της 27ης του μηνός, ο καιρός πήρε να χαλάει. Τα σύννεφα ανακατώνονταν στις κορυφές της Πυραμίδας (2180 μ.) και του Καταρραχιά (2280 μ.) που ορθώνονταν πάνω από τα κεφάλια μας, ενώ ακούγονταν απόμακρα μπουμπουνητά που έσβηναν αργά- αργά πίσω και πέρα κατά της Λεπενίτσας (Ανθούσας) τα βουνά. Προς το μεσημέρι άνεμοι αντάρτες και επιθετικές καταιγίδες αναστάτωναν πλέον και τα Κούτσουρα. Τα πρόβατα άφηναν τα σπανά3 και κινούνταν προς τα χαμηλώματα, προς τις παρυφές του ελατοδάσους για ν’ αποφύγουν το ψύχος, που ενέσκηψε κάπως απρόσμενα. Η υπόλοιπη μέρα κύλησε4 με αέρηδες και βροχή. Τα πρόβατα έτρωγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, φτέρες, αγκάθια, τσουκνίδες, μπράτζινες5, τούφες6, όπως συνηθίζουν πά1. Κούτσουρα: θερινά βοσκοτόπια της κοινότητας Κότορης(Κατάφυτου) Τρικάλων τα οποία νοίκιαζαν νομάδες των Πραμάντων από τις αρχές του 20ου αιώνα, στα οποία ξεκαλοκαίριαζαν 6000 πρόβατα. 2. φυλάω: φυλάσσω, έχω την ευθύνη του κοπαδιού ως βοσκός. 3. σπανά: θερινά βοσκοτόπια γυμνά από βλάστηση σε υψόμετρο πάνω από 1000 μ. 4. κύλησε η μέρα: πέρασε η μέρα. 5. μπράτζινες: πρασινάδες που μοιάζουν με βρώμη, δεύτερης ποιότητας χόρτο. 6. τούφα: χόρτο σκληρό με βελονοειδή φύλλα υψηλής θρεπτικής αξίας. Τα πρόβατα καταφεύγουν σ’αυτό όταν τελειώνουν τα τρυφερά χόρτα. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


16

Νικόλαος Β. Καρατζένης

ντοτε, όταν «νιώθουν καιρό»7. Είχαμε την αίσθηση πως ζούσαμε εκτός χρόνου, σ’ έναν κόσμο που όριζαν οι βουλές των κοπαδιών και του καιρού με μοναδικό προορισμό να πειθαρχούμε στους ρυθμούς του. Κατά το δειλινό ο Μήτσιος και ο Τόλης έφυγαν για τα Πράμαντα, οπότε η έγνοια για τη φύλαξη των κοπαδιών μοιράστηκε σ’εμάς τους τρεις εναπομείναντες. Το βράδυ σωριάσαμε τα δυο κοπάδια γύρω από τη στάνη, στα ριζά του Καταρραχιά για να τα προφυλάξουμε από το κρύο αλλά και για να μειώσουμε τους φόβους τους, καθώς τα πρόβατα ήταν εξοικειωμένα με το χώρο, αφού το μέρος αυτό ήταν το μόνιμο μαντρί τους κάθε άνοιξη που πρωτόβγαιναν στα βουνά. Η τοποθεσία όμως αυτή είχε ένα μειονέκτημα καθ’ ότι βρισκόταν δίπλα στον «μέλανα ελατιά»8 του Ασπροποτάμου κοντά στις φωλιές των ζουλαπιών, οπότε ο κίνδυνος επίθεσης λύκων ή αρκούδας ήταν μεγαλύτερος. Ο Γιάννης μάς μιλούσε για κοπάδι οκτώ λύκων που λυμαίνονται τα Κούτσουρα, οι οποίοι γνωρίζουν πού βόσκουν και πού γρεκιάζουν τα κοπάδια, ξέρουν πόσο ψυχωμένα είναι τα τζομπανόσκυλα κάθε κοπαδιού και καιροφυλακτούν. Ο ίδιος μάς έλεγε πως τους είχε δει δυο-τρεις φορές στο σύθαμπο του πρωινού να χάνονται στο λόγγο ύστερα από τη νυχτερινή περιπλάνησή τους στα σπανά. Ο Γιάννης λοιπόν κάλυψε το νότιο και ανατολικό φτερό9 των κοπαδιών από τη μεριά του ελατοδάσους με τα πιο ζαβά10 τζομπανόσκυλα, τον Φαρμάκη, τον Πατούνα και τον Καραούλη, ο Γάκιας κι εγώ με τον Καψάλη και τη Μούργκα πιάσαμε το βορειοδυτικό. Πριν νυχτώσει, είχαμε σημαδέψει τις θέσεις μας. Τρία κούτσουρα που φέραμε από την καλύβα αποτέλεσαν τα «γιατάκια»11 μας. Καθισμένοι σ’ αυτά, κρυμμένοι στις κάπες μας και διπλωμένοι στα δυό σχεδιάζαμε να περάσουμε τη νύχτα σε επιφυλακή. Παρά τις απανωτές επελάσεις των καταιγίδων ο Γάκιας δεν έπαψε να καπνίζει ανάβοντας το ένα λαθραίο μετά το άλλο με μια φωτιά, επειδή όμως η βροχή συχνά το έσβηνε, αυτός, όπως ήταν «γρουδιασμένος»12 στο κούτσουρο, έσκυβε το κεφάλι του, το άναβε και ρουφούσε τον καπνό μετά μανίας. Όσο περνούσε η νύχτα ο καιρός αγρίευε. Οι αέρηδες έρχονταν πότε από το βορρά, πότε από την ανατολή, τα δρολάπια13 χτυπούσαν αλύπητα τα πρόβα7. νιώθουν καιρό: προαισθάνονται κακοκαιρία. 8. μέλανα ελατιά: επειδή το ελατόδασος ήταν πυκνό, το χρώμα του φαινόταν από μακριά σκούρο πράσινο προς το μαύρο. 9. φτερό του κοπαδιού: η άκρη του κοπαδιού. 10. ζαβά: άγρια. 11. γιατάκι: σημείο όπου κοιμόταν το βράδυ ο τζιομπάνος στο φτερό του κοπαδιού. 12. γρουδιασμένος: μαζεμένος κουβάρι. 13. δρολάπι: βροχή συνοδευόμενη από σφοδρό αέρα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Με τους λύκους στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου

17

τα, τα σκυλιά και τους τζομπαναραίους, ενώ ψηλά στον Καταρραχιά και στην Πυραμίδα έπεφτε χοντρό χαλάζι. Αυτό μάς το επιβεβαίωναν οι άγριες των ανέμων ριπές οι οποίες ξεκόβονταν από τις κορυφές κατά αραιά διαστήματα και εκσφενδόνιζαν εναντίον μας με τις χούφτες το πετροχάλαζο για να κλονίζει τις αντοχές μας. Η θύελλα καλπάζοντας μέσα και πάνω από τα δέντρα, έφερνε του δάσους την απόκοσμη βοή και αντιβοή και των λύκων τα ουρλιάσματα τόσο κοντά στ’ αφτιά μας, ώστε προς στιγμήν νομίσαμε πως τα ελάτια έχουν ξεριζωθεί κι έρχονται καταπάνω μας να μάς πλακώσουν και πως οι λύκοι έχουν μπει στο γρέκι και ρημάζουν... Νύχτα σκοτεινή στα μεγάλα ύψη της Πίνδου εν μέσω άβατων δασών και υπό την απειλή των αγριμιών βιώναμε κάτι αβάσταχτα πρωτογονικό. Νιώθαμε πως μάς βαραίνουν οι αιώνες της πάλης του προϊστορικού ανθρώπου με τα στοιχειά της φύσης προκειμένου να επιβιώσει, αφού όλες οι διηγήσεις των προγόνων μας είχαν ως μόνιμο θέμα τους την αδυσώπητη πάλη των ποιμένων με τα στοιχεία της φύσης κυρίως τους φθινοπωρινούς μήνες που τα βουνά και ο καιρός αφηνιάζουν και τ’ αγρίμια εξαπολύουν επιθέσεις απροκάλυπτα στα κοπάδια. Οι φόβοι πλήθαιναν, οι προσδοκίες μας λιγόστευαν, ενώ οι ώρες κυλούσαν αργά- αργά και βασανιστικά... Επειδή έβλεπα τον Γάκια κάπως ανήσυχο, θέλησα να δοκιμάσω κατά πόσο οι διαλογισμοί μου εκείνων των στιγμών, μάλλον οι ευσεβείς μου πόθοι, μπορεί να έχουν κάποιο στοιχείο ρεαλισμού. Έλεγα λοιπόν στον Γάκια πως μέσα σ’ αυτόν τον κατακλυσμό, ενδέχεται τα ζουλάπια να αναβάλουν την επίθεσή τους, μα ο θυμόσοφος ποιμένας μ’ έβαλε στη θέση μου με μια παροιμιακή του ρήση: «αν σκιάζουνταν ου λύκους του χαλάζ’, θα φόραϊ τράια κάπα σαν τ’ ημάς». Μην έχοντας τι ν’ αποκριθώ, έκρινα πως είναι καλύτερα να σωπαίνω. Ρίζωσα τότε τη μια άκρη της κλίτσας μου σ’ ένα λιθάρι, τυλίχτηκα πιο σφιχτά στην κάπα μου και λούφαξα ακουμπώντας το στήθος μου στην άλλη άκρη της κλίτσας˙ μου φάνηκε πως «τον έκλεψα λιγάκι»14. Θα είχε πάει έντεκα περίπου η ώρα, όταν ακούσαμε τα σκυλιά του Γιάννη να γαβγίζουν νευρικά και βαθιά δίνοντάς μας μήνυμα ότι τ’ αγρίμια έρχονται˙ αμέσως γνοιάστηκαν και τα δικά μας τζομπανόσκυλα και άρχισαν ν’ αλυχτούν με λύσσα και πείσμα γύρω από το κοπάδι. Τα πρόβατα οσμιζόμενα το πλησίασμα των ζουλαπιών, μαζεύονταν σωρό προς την καλύβα. Αρχίσαμε και οι τρεις τα σφυρίγματα, τα χουγιατά15 και τα παραγγέλματα προς τα σκυλιά. Τα πέντε τζομπανόσκυλα μάχονταν σε όλα τα σημεία περιμετρικά των κοπαδιών, όπου ζύγωναν οι λύκοι, ενώ εμείς γυροβολιάζαμε16 ασταμάτητα τα πρόβατα, τα οποία 14. τον έκλεψα λιγάκι: λαγοκοιμήθηκα. 15. χουγιατά: δυνατές φωνές από απόσταση. 16. γυροβολιάζω: κινούμαι περιμετρικά του κοπαδιού εμποδίζοντας τη διασπορά των ζώων. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


18

Νικόλαος Β. Καρατζένης

έστεκαν ακίνητα, συνάμα ρίχναμε πάνω τους το ισχνό φως των φακών, που κρατούσαμε στα τρεμάμενα χέρια μας, για να θαρρεύουν. Παρά το γεγονός ότι οι λύκοι βρήκαν οργανωμένη άμυνα και θαρραλέα αντίσταση, δεν εννοούσαν να «κάνουν πίσω». Η αποφασιστικότητα και η πυγμή τους, κατά τον Γάκια, πήγαζαν από το μεγάλο αριθμό των μελών της αγέλης τους. Επί μία ώρα τα τζομπανόσκυλα τρώγονταν με τ’ αγρίμια. Γνωρίζαμε πως βρισκόμαστε σε κλοιό πολιορκίας. Παρά τις επανειλημμένες εφόδους τους οι λύκοι δεν κατόρθωσαν να βρουν αφύλακτο σημείο για να πέσουν στα πρόβατα, οπότε αποφάσισαν ν’ αποσυρθούν προς τα ελάτια, ενώ τα ουρλιαχτά τους που αύξαιναν σε πάθος, ένταση και συχνότητα, προξενούσαν ρίγη τρόμου σε πρόβατα και προβαταραίους. «Θέλουν να μαζωχτούν για να ματάρθουν αργότερα» μου έλεγε ο Γάκιας, που τον έβλεπα σκεφτικό και πολύ ταραγμένο. Οι καταιγίδες τραβήχτηκαν προς τα δάση και πήρε ν’ ανασταλάζει17. Ο Γιάννης άφησε για λίγο τη θέση του και ήρθε στο δικό μας φτερό. Ανάψαμε τσιγάρο, και κουβεντιάζαμε. Ήταν εκείνο το τσιγάρο, το τσιγάρο της ανακούφισης και της ανασύνταξης. Κι ενώ αναθαρρήσαμε κάπως από την αίσια έκβαση της συμπλοκής μας με τα θεριά του λόγγου, νιώθαμε ένα αγκάθι να μάς τσιμπάει την καρδιά, έναν φόβο να μάς «τρυγάει»18 μήπως οι λύκοι επιδιώξουν δόλια επιδρομή εναντίον μας. Ο Γιάννης επέστρεφε στο γιατάκι του συνιστώντας μας ετοιμότητα και ψυχραιμία. Τα ποτάμια μούγκριζαν, οι λύκοι ωρύονταν, τα τζομπανόσκυλα «δάγκωναν σίδερα» από τη μανία τους, τα κουδούνια βουβαίνονταν, ο Γάκιας ψηνόταν στο λαθραίο, εγώ έσβηνα από την κούραση και κοιμόμουν με τα μάτια ανοιχτά. Η καταστροφική θεομηνία Είχαν περάσει δυο ώρες περίπου μετά τα μεσάνυχτα, όταν ξαφνικά θύελλα με βροντές και αστραπές χύθηκε πάνω σε ζωντανά και ανθρώπους. Ήταν τόση η δριμύτητα της θεομηνίας, που νομίζαμε πως έφευγαν τα θεμέλια του κόσμου. Τα πρόβατα ζαλισμένα από το χαλάζι και τη βροχή δεν άντεξαν στο γρέκι και «χτύπησαν τον κατήφορο» αναζητώντας τα έλατα ν’ απογωνιάσουν˙ ούτε τα προλαβαίναμε, ούτε ήμαστε σε θέση να τα εμποδίσουμε. το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε μέσα στο χαλασμό ήταν να τ’ ακολουθήσουμε. Τα δυο κοπάδια λοιπόν σχημάτιζαν έναν φουσκωμένο χείμαρρο που ξεσπούσε πλημμυρίζοντας των ελατιών το δάσος. Ο Γιάννης μπροστά με τα σκυλιά του κι εμείς πιο πίσω με τα δικά μας πασχίζαμε να κρατήσουμε το προβατομάνι στα πρώτα 17. ανασταλάζει: σταματάει η βροχή. 18. τρυγάει: να μάς κυριεύει λίγο-λίγο. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Με τους λύκους στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου

19

δέντρα, να μην το χάσουμε στου απέραντου ελατιά τα βάθη. Πρόβατα και βοσκοί βρεθήκαμε έκθετοι στη μανία της φύσης, η οποία μας επιβαλλόταν και μας έδειχνε τις εχθρικές της προθέσεις. Ο Γιάννης στάθηκε ξανά στη νότια και ανατολική πλευρά του λόγγου κι εμείς στη βορειοδυτική. Μέσα στη σύγχυση και στην αναταραχή δεν ξεχωρίζαμε ήχους, παρά μόνο μια άγρια συμφωνία που μάς έτρωγε τα σωθικά. Μια συμφωνία τρόμου την οποία προξενούσαν των ελάτων οι ολοφυρμοί στων δρολαπιών τ’ αφηνιάσματα, ο πλανταγμός των ποταμών, οι τρομαγμένοι ήχοι των κουδουνιών, των σκυλιών τα αμφίβολα γαβγίσματα. Η δεύτερη επίθεση των λύκων ήταν πλέον βεβαιότητα γιατί τ’ αγρίμια βρίσκονταν τώρα σε πιο πλεονεκτική από μας θέση, γεγονός που αφαιρούσε κάτι από την αυτοπεποίθησή μας. Το αμυδρό φως από τους φακούς μας ήταν αδύναμο να διαπεράσει το σκοτάδι και να καλύψει το εύρος της διασποράς χιλίων τετρακοσίων πενήντα προβάτων μέσα στη λογγιά. Όμως και αυτή η υποψία φωτός ήταν για τα πρόβατα, τα τζομπανόσκυλα και για μας κάποια παρηγοριά. Ο φόβος μας γινόταν τώρα εφιαλτικός μήπως κάποια πρόβατα σε ενδεχόμενο αιφνιδιασμό τους από τα ζουλάπια γκρεμιστούν στην απότομη χαράδρα ενός παραποτάμου του Άσπρου, ο οποίος διέσχιζε δίπλα μας το δάσος. Μέσα στις ζοφερές εκείνες ώρες τα σκυλιά άρχισαν να γαβγίζουν δυνατά και οργισμένα απ’ όλα τα σημεία των κοπαδιών που φρουρούσαν˙ στα αλυχτήματά τους φαινόταν πως δεν είχαν μείνει άλλα περιθώρια αγριότητας. Βάλαμε τότε όλες τις δυνάμεις που μας είχαν απομείνει από την ολονύχτια δοκιμασία κι αρχίσαμε πάλι τις φωνές και τα χουγιατά για να εμψυχώσουμε πρόβατα και τζομπανόσκυλα και να δηλώσουμε την παρουσία μας στα αγριοζούλαπα, ενώ με τους φακούς φωτίζαμε τον τόπο γύρω από τα κοπάδια. Ήταν εξουθενωτική η προσπάθεια των ποιμενικών μας σκύλων να τρέχουν από σημείου σε σημείο στην κατηφορική πλαγιά του ελατοδάσους κυκλώνοντας τα πρόβατα δίνοντας μάχες σώμα με σώμα με τους αγριόλυκους. Ο Φαρμάκης, ο Πατούνας, ο Καψάλης και ο Καραούλης αρπάχτηκαν με λύκους, έδωσαν και έλαβαν δαγκωματιές, όμως δεν δείλιασαν ούτε λεπτό. Κάθε στιγμή ακούγαμε δίπλα μας, ψηλότερα ή χαμηλότερα, γρυλίσματα και αιμόδιψα φαγώματα λύκων και σκυλιών χωρίς να ξέρουμε ποια θα γλιτώσουν και ποια θ’ αφανισθούν μέσα σ’ εκείνη την αδυσώπητη αναμέτρηση δοντιών και νυχιών. Εκείνο που ξέραμε ήταν πως τρέμαμε στην ιδέα πνιγμού κάποιου ή κάποιων από τα τζομπανόσκυλά μας, αφού οι λύκοι υπερτερούσαν σε αριθμό. Ήταν όμως εκ των πραγμάτων αδύνατο να φρουρηθεί επαρκώς ένα ανεπτυγμένο μέτωπο χιλίων τετρακοσίων τόσων προβάτων με πέντε τζομπανόσκυλα μέσα στον κατατρεγμό νύχτας σκοτεινής και σφοδρής ανεμοζάλης. Πάντως, χρόνια είχα να ζήσω τέτοια αγριότητα ενστίκτων, τέτοιο παροξυσμό παθών, τέτοια μανία εξόντωσης, τέτοιο θανάτου πάλεμα... Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


20

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Οί λύκοι έκαναν λυσσαλέες απόπειρες να ορμήσουν μέσα στο σωρό των προβάτων. Εκτός από τα τζομπανόσκυλα και μεις οι τρεις, αφού πετάξαμε πέρα τις κάπες για να είμαστε πιο λεύτεροι, γυροβολιάζαμε τα πρόβατα και «αναγκάζαμε»19 τα σκυλιά. Παρά την αγρύπνια και τη βροχή νιώθαμε τόση δύναμη στο σώμα μας αλλά και τόση οργή στην ψυχή μας, ώστε, αν κατορθώναμε με τα σκυλιά να πιάσουμε λύκο ζωντανό, θα τον πνίγαμε με τα χέρια μας, γιατί οι αγριόλυκοι εκείνη τη νύχτα είχαν βάλει στόχο να σφάξουν τα προβατάκια μας, παρά την πείσμονα άρνησή μας. Κάποια στιγμή ο Γάκιας κι εγώ νιώθουμε πρόγκο προβάτων προς τη δυτική μεριά του λόγγου και τρέχουμε προς τα εκεί με κομμένη την ανάσα, ενώ τα σκυλιά ακούγονταν πιο χαμηλά. Όταν φτάσαμε, ήταν μάλλον αργά, μας είχε προλάβει το ξηραμένο20 μέσα στα σκοτάδια, δεν μπορούσαμε να δούμε τίποτε, παρά μόνο τα θροϊσμένα21 προβατάκια μας. Προσπαθήσαμε να τα καθησυχάσουμε και σπεύσαμε αστραπιαία χαμηλότερα όπου έβραζε ο τόπος από βρυχηθμούς σκυλιών και λύκων. Με τις φωνές και τους φακούς φαίνεται πως τ’ αγρίμια αποσύρονταν, ενώ η Μούργκα και ο Καψάλης, που είχαν λυσσάξει από αγανάκτηση και πείσμα συνέχιζαν να γαβγίζουν και να κινούνται νοτιότερα προς τη μεριά του Γιάννη απ’ όπου κατέφθαναν στ’ αφτιά μας κραυγές, σφυρίγματα και σπαραγμοί, ενώ οι μπόρες μάς άρπαζαν και μάς άφηναν δίχως σταματημό. Εκείνο όμως που άναβε περισσότερο την οργή των τζομπανόσκυλων αλλά και τη δική μας ήταν ότι διακρίναμε στην επιμονή των λύκων να επιχειρήσουν δυο χτυπήματα εναντίον μας μέσα στην ίδια νύχτα και να μην εννοούν να υποχωρήσουν, μια αλαζονεία δύναμης και μια απαίτηση να κάνουν με κάθε τρόπο το δικό τους υποτιμώντας το αξιόμαχο των δυνάμεών μας. Οι λύκοι ως πανούργοι κυνηγοί και δεινοί μαχητές επεδίωκαν να αξιοποιήσουν προς όφελός τους τη συγκυρία, να αναμετρηθούν δηλ. μαζί μας μέσα στη θεομηνία και στην κακοτοπιά, ενώ για μάς ήταν αναπόφευκτο να δώσουμε τη μάχη παρά τη θέλησή μας κάτω από αυτές τις συνθήκες, αφού ο καιρός δεν μάς επέτρεπε να γρεκιάσουμε τα κοπάδια σε τόπο σύφερτο22 για τα τζομπανόσκυλα και για μας. Οι συμπλοκές μας με τα ζουλάπια διήρκεσαν κοντά στις δυό ώρες˙ δυό ώρες αγωνίας που μάς φάνηκαν χρόνια, που μάς φόρτωσαν φόβους, μνήμες και 19. αναγκάζω: παροτρύνω τα σκυλιά με παρορμητικές συνθηματικές φράσεις. 20. ξηραμένο: ο λύκος. Το μίσος των ποιμένων για τον λύκο ο οποίος προκαλούσε ομαδικές σφαγές προβάτων ήταν αδιάλλακτο. Η ονομασία αυτή ήταν ευχή και κατάρα συνάμα των ποιμένων, να «ξεραθεί», να πεθάνει το ζουλάπι αυτό από αρρώστια για να πάψει να προκαλεί ζημιές στα κοπάδια τους. 21. θροϊσμένα: τρομαγμένα 22. σύφερτο: βολικό Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Με τους λύκους στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου

21

ενοχές. Κάποια στιγμή μέσα στης νύχτας τα παράωρα23, τα σκυλιά χαμήλωσαν τους τόνους στη φωνή τους, μα δεν εννοούσαν να λαρώσουν. Ξεσπούσαν σε παραληρήματα που φανέρωναν πόνο, γιατί ένιωθαν πως η πάλη με τα ζουλάπια δεν ήταν αναίμακτη αλλά και μίσος για τους λύκους, που τους έκλεψαν τη χαρά της νίκης αυτή τη φορά ισοσταθμίζοντας την ήττα που τ’ αγρίμια είχαν υποστεί στην πρώτη αναμέτρηση μαζί τους πριν από τα μεσάνυχτα. Θα ήταν τέσσερις και τόσο η ώρα, όταν ο Γάκιας κι εγώ βρεγμένοι ως το μεδούλι, πήραμε τις κάπες και πήγαμε προς τον Γιάννη. Τον βρήκαμε με το κεφάλι σκυμμένο στη ρίζα ενός έλατου να καπνίζει. Ανάψαμε κι εμείς έναν καπνό, τον καπνό της πίκρας και της οργής. «Την αυγή θα δούμε τι φόρο μάς πήρε το ξηραμένο, φοβάμαι πως δεν μάς «έκοψε»24 λίγα, μάς είπε με φωνή που μόλις έβγαινε από την ψυχή του˙ κανένας μας δεν είχε διάθεση να μιλήσει˙ το μόνο που μάθαμε από τον Γιάννη ήταν πως στη μεριά του δυό φορές «φυλάχτηκαν»25 τα πρόβατα, γεγονός που μάς έκαμε να νιώσουμε σύγκρυο και τρόμο συνάμα μήπως οι λύκοι μάς άρπαξαν ολόκληρο φτερό κοπαδιού και το ξελάκισαν26 μέσα στα λόγγα. Τον αφήσαμε στην οδύνη του και γυρίσαμε στη θέση μας τσακισμένοι, στάζοντας βροχή και φαρμάκι περιμένοντας το ξημέρωμα, που δεν θέλαμε να έρθει..., αφού «το φως θα ήταν για μάς μια νέα τυραννία» κατά τον ποιητή27. Η άλλη μέρα Με το χάραμα οι ανέμοι κόπασαν μα ο καιρός δεν έλεγε να ξεκόψει˙ ο ουρανός μαυρισμένος και απειλητικός, ο ήλιος άφαντος. Μια σιγανή βροχή άρχισε πάλι να δοκιμάζει τα νεύρα μας. Οι κορυφές του Καταρραχιά και της Πυραμίδας είχαν βουλιάξει στην ομίχλη. Το στόμα μας δηλητήριο από τα τσιγάρα, τα μάτια μας κατακόκκινα απ’ την αγρύπνια, η φωνή μας τραχιά απ’ τα χουγιάσματα, το στομάχι μας τρύπιο από την πείνα, στο κορμί μας πάγωναν ο ιδρώτας και η βροχή, στων ποδιών μας τα δάχτυλα οι κάλοι πονούσαν, στην ψυχή μας η πίκρα και ο θυμός ποτάμι που γύρευε να ξεσπάσει. Πού όμως να βρει διέξοδο; Όπως πάντα στη βάναυση μοίρα που δυναστεύει τους ποιμένες από καταβολής κόσμου! Η μοναδική μας καταφυγή σ’ εκείνες τις αβάσταχτες ώρες ήταν τα προβατάκια μας που άρχισαν να «σκαρίζουν»28, να βγαίνουν δειλά-δειλά από τα ελάτια 23. παράωρα: μέσα στην προχωρημένη νύχτα. 24. έκοψε: κατασπάραξε 25. φυλάχτηκαν: πρόγκησαν, τρόμαξαν 26. ξελακίζω: τρέπω σε φυγή τρομαγμένο ζώο 27. ποιητής: Κ. Καβάφης στο ποίημα “Τα παράθυρα„. 28. σκαρίζουν: ξεκινούν αργά-αργά για τη βοσκή Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


22

Νικόλαος Β. Καρατζένης

και να ημερεύουν με την καλοσύνη και τη μελαγχολική ομορφιά τους το δαρμένο από το αγριοκαίρι πινδικό τοπίο. Τα πρόβατα σκιαγμένα από την περιπέτεια της νύχτας φαίνονταν ανήσυχα και επιφυλακτικά. Τα τζομπανόσκυλα δεν είχαν λαρωμό29. Στα μάτια τους έκαιγαν φλόγες, είχαν στο κορμί τους την τρίχα ανασηκωμένη όσο δεν έπαιρνε άλλο, στις άτακτες κινήσεις της ουράς τους έβγαζαν τους τρικυμισμούς του πάθους τους. Δεν έπαυαν να γαβγίζουν μ’ ένα αλύχτημα που ξεκινούσε από παράπονο, ανέβαινε κύματα- κύματα προς την οργή και έγερνε προς το μοιρολόι. Όλα ήταν ματωμένα. Ο Καψάλης έφερε στο σβέρκο του μια αυλακιά από δοντιά λύκου, το δέρμα του Φαρμάκη κάτω από το αριστερό αφτί ήταν γδαρμένο στο μήκος μιας παλάμης,ο Πατούνας έχανε αίμα από το λαιμό, ο Καραούλης κούτσαινε, η Μούργκα παραπατούσε και αιμορραγούσε από το στέρνο της. Μα και οι αγριόλυκοι δεν έφυγαν άτρωτοι...Μια σπαρακτική και απεγνωσμένη κραυγή στην έξαρση της λυκομαχίας μάς έκανε να πιστέψουμε πως κάποιο τζομπανόσκυλο «καρύκωνε»30 κάποιο κουτάβι λύκων, αλλά τα σκυλιά το πρωί δεν μάς έδειξαν πουθενά το τρόπαιό τους, ούτε και μεις είδαμε κάτι τέτοιο. «Δεν αποκλείεται το κουτάβι να το γλίτωσε την τελευταία ώρα κάποιος τρανύτερος λύκος που ρίχτηκε στο σκυλί, δεν είναι εύκολο τα σκυλιά να ξεκάμουν λύκο στα καλά καθούμενα», αποφαινόταν ο γνωστικός Γάκιας. Η πρώτη μας έγνοια ήταν να μετρήσουμε τα κοπάδια για να λάβουν τέλος το μαρτύριο της αμφιβολίας και το κακό προαίσθημα που μας καταδυνάστευαν, καθώς αναλογιζόμασταν τη ζημιά που μάς είχε κάμει το ξηραμένο, η οποία στο μυαλό μας έπαιρνε ανυπολόγιστες διαστάσεις και μάς φαρμάκωνε. Επειδή όμως τα πρόβατα είχαν σμίξει τη νύχτα, έπρεπε να τα χωρίσουμε. Το χώρισμα βέβαια των κοπαδιών ήταν για μάς εύκολη υπόθεση, απαιτούσε όμως κάποιο χρόνο, γεγονός που επέτεινε την αγωνία μας. Τα νομαδικά αιγοπρόβατα εκδηλώνουν κατά περίσταση συνήθεις συμπεριφορές, τις οποίες οι ποιμένες έχουν μελετήσει. Κάθε κοπάδι έχει τη μυρωδιά του, η οποία λειτουργεί ως συσπειρωτικός πόλος των προβάτων, ενώ τα κουδούνια, τα οποία εκτός του ότι αποτυπώνουν την ταυτότητα του κοπαδιού και τη μουσική ευαισθησία του βοσκού, ασκούν πρωταρχικό ρόλο στην εμπέδωση συνεκτικών δεσμών μεταξύ των προβάτων και αποτελούν καθοριστικό στοιχείο για τα τζομπανόσκυλα, ώστε να διακρίνουν από τους ήχους το κοπάδι τους. Ο Γιάννης λοιπόν «έρουσε»31 τα κριάρια με τα κουδούνια προς τα Κρεβάτια, 29. λαρωμός: ησυχία- ρήμα: ιλαρώνω, επίθετο: ιλαρός 30. καρυκώνω: πνίγω 31. έρουσε: ξέκοψε τους ηγέτες των προβάτων από το κοπάδι για να το οδηγήσουν στον προορισμό του. Λατινικό ρήμα ρούω = ορμώ. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Με τους λύκους στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου

23

το ανατολικό «σύρμα»32 του λιβαδιού, οπότε τα πρόβατά του «σουρτάριασαν»33 ακολουθώντας τα γκεσέμια, ενώ ο Γάκιας και γω συγκρατήσαμε το άλλο κοπάδι στη λάκκα και το «ορμώσαμε»34 προς τις δυτικές πλαγιές της Νένας35. Όταν αράδιασε το κοπάδι του Γιάννη στο μονοπάτι, αρχίσαμε να μετράμε και οι τρεις. Τα πρόβατα από την τρομάρα, που είχαν πάρει από το ξηραμένο, διάβαιναν κάπως αγριεμένα, μα το έμπειρο μάτι των δυό πραταραίων δεν λάθευε. Σαν πέρασε από μπροστά μας όλο το κοπάδι, ο Γιάννης έμεινε άναυδος, η ματιά του άδειασε. Τον κοιτάζαμε κι εμείς άλαλοι, αμήχανοι. Από τον «μέτρο»36 μάς έλειψαν εννιά πρόβατα, ούτε ένα, ούτε δύο,... εννιά πρόβατα από ένα κοπάδι! Από το άλλο; Μαύρα φίδια μάς έζωναν απ’ όλες τις μεριές. Αφήνουμε τα πρόβατα του Γιάννη και τρέχουμε αλαφιασμένοι για το άλλο κοπάδι. Εν τω μεταξύ η βροχή εξακολουθούσε να υπονομεύει τις δυνάμεις μας. Πλησιάζοντας στη στάνη βλέπουμε έξι πρόβατα να έρχονται με βελάσματα προς τη μεριά μας˙ είχαν μείνει με τη σμίξη στο κοπάδι του Γάκια και αναζητούσαν το δικό τους. Η παρουσία τους πράυνε κάπως τον πόνο μας. Τώρα μάς έλειπαν τρία πρόβατα από του Γιάννη το κοπάδι. Με την ψυχή στο στόμα και με το φόβο στην καρδιά μετράμε και τα εφτακόσια τριάντα οχτώ πρόβατα του Γάκια. Από τον μέτρο μάς έλειψαν δύο. «Μια χαρά πορέψαμε απόψε, ταΐσαμε το ξηραμένο, ενώ εμείς και τα σκυλιά είμαστε θεονήστικοι, πεθαμένοι και άθαφτοι» ψέλλισε κάτω από πυρόξανθα μουστάκια του ο Γάκιας βγάζοντας από τα σωθικά του ένα βαρύ αναστέναγμα κι ήταν το αναστέναγμα εκείνο σπαραγμός για τα «απολωλότα όνειρα» των ποιμένων όλου του κόσμου, λυγμός για τα φαρμάκια της ατέλειωτης ποιμενικής περιπέτειας. Επιδιώκοντας να μετριάσω κάπως τη λύπη και αναζητώντας μια ρωγμή ελπίδας για τους φίλους μου συμποιμένες, με τους οποίους μοιράστηκα την ευτυχία της φύλαξης χιλίων τετρακοσίων πενήντα προβάτων και επαναβίωσα μαζί τους τη βαναυσότητα της τζιομπάνικης ζωής, έλεγα σ’ αυτούς πως κάποια από τα πρόβατα, που θεωρούμε «χαμένα»37, ενδέχεται να βρίσκονται κάπου στο λόγκο μαζεμένα και πως, άμα ξεμουδιάσουν38, θα βγουν στα κοπάδια, πράγμα που συνέβη πολλές φορές. Ο Γιάννης όμως με τη δωρική και αποφθεγματική του

32. σύρμα: ρήμα:σύρω: τομέας λιβαδιού, γνώριμος για κάθε κοπάδι. 33. σουρτάριασαν: τα πρόβατα κινούνταν βιαστικά και αραδιαστά. 34. ορμώσαμε: κατευθύναμε 35. Νένα: καραούλι και γρέκι σ’ ένα μεσοβούνι, ανάμεσα Καταρραχιά και στάνη. 36. ο μέτρος: μέτρημα κοπαδιού 37. χαμένα: απολεσθέντα 38. ξεμουδιάζουν: συνέρχονται από το φόβο. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


24

Νικόλαος Β. Καρατζένης

απόκριση με αφόπλισε: «μάσ’ του μυαλό σ’ απέκεια, πρότα π’ ξικόβουντι απ’ του κουπάδ’ μέσα σι τούτα τα λόγγα, ξέγραψτα απ’ τισένα κι γράψτα τ’ λύκ». Πήραμε πάνω μας τις κάπες και σταθήκαμε όρθιοι να καπνίσουμε ένα τσιγάρο αγναντεύοντας τα πρόβατα˙ κι ήταν το τσιγάρο εκείνο, κάτι σαν μνημόσυνο για τις ψυχές των αφανισμένων προβάτων μας αλλά και κάτι σαν προσδοκία μιας άσπρης μέρας που υποσχόταν η πανάρχαια εικόνα των κοπαδιών μας, που ξανοίγονταν στις βοσκές τους απαράλλακτα, όπως τα κοπάδια των μακρινών μας προγόνων, των αρχαίων Αθαμάνων. Η ώρα περνούσε με βήματα αργά και βαριά, ο ένας πίσω από τον άλλο, βουβοί και σκυθρωποί πήραμε ν’ ανεβαίνουμε ένα μεσοράχι, πάνω στην κορυφογραμμή του, ενώ τα δυό κοπάδια έζωναν τις δυο πλαγιές του με προορισμό το διάσελο της Νένας. Κάποια στιγμή τα πρόβατα που έβοσκαν μπροστά-μπροστά στο κοπάδι του Γιάννη πρόγκησαν και μαζεύτηκαν σωρό. Στη σκέψη πως τα πρόβατα δεν θροΐζονται χωρίς αιτία, καινούρια λαχτάρα πήραμε. Κινήσαμε για κει μα ο Φαρμάκης, με δυο-τρία αλυχτήματά του, μας έστελνε μήνυμα καθησυχαστικό. Ένα κοπάδι από πέρδικες, που διέγραφε τη στιγμή εκείνη τοξοειδή πορεία πάνω από τα πρόβατα και προσγειωνόταν στην αντίπερα πλαγιά, με των φτερών του το σάλαγο, προξένησε την αναστάτωση στα πρόβατα και τη διαμαρτυρία του τζομπανόσκυλου. Θα ήταν η ώρα έντεκα, όταν φτάσαμε στα γρέκια της Νένας. Καθίσαμε στο καραούλι, ανάψαμε τσιγάρο και αγναντεύαμε τα πρόβατα καθώς ανέβαιναν τις πλαγιές βόσκοντας. Ο καιρός ήταν αποφασισμένος να μας πάει βρέχοντας ως το βράδυ, πράγμα αδιάφορο για μας, αφού «ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται». Προσπαθούσαμε να πνίξουμε στον καπνό τις έγνοιες μας, μα η σκέψη μας έμενε καρφωμένη στη νύχτα των παθών μας. Η εκτίμησή μου ήταν πως ο συσχετισμός των δυνάμεων μεταξύ ποιμενικών σκύλων και ζουλαπιών ήταν αναπόφευκτο να δώσει τη νίκη στους λύκους, αφού τα πέντε τζομπανόσκυλα, όσο παλικαρίσια κι αν πάλεψαν, ήταν δύσκολο να φυλάξουν χίλια τετρακόσια τόσα πρόβατα μια νύχτα σαν αυτή που ζήσαμε. Με βάση τις ποιμενικές αναγκαιότητες στα χίλια τετρακόσια πρόβατα αναλογούν δώδεκα με δεκατέσσερα τζομπανόσκυλα. Την άποψή μου επιβεβαίωνε η περίπτωση του ξαδέρφου μου Κώστα Σ. Καρατζένη, του οποίου τα πρόβατα νέμονταν το απέναντι Κούτσουρο, την «Κάλουντα». Οι λύκοι έκαμαν το καλοκαίρι εκείνο πέντε επιθέσεις στα εξακόσια σαράντα πρόβατά του κάτω από σκληρές καιρικές συνθήκες τις περισσότερες φορές, αλλά τα οκτώ τζομπανόσκυλά του δεν τους επέτρεψαν να αρπάξουν ούτε ένα πρόβατο. Ο Γάκιας και ο Γιάννης παραδέχτηκαν βέβαια πως ένας τέτοιος αριθμός ποιμενικών αποτελεί αξιόμαχη δύναμη, ισχυρίζονταν όμως πως δεκατέσσερα τζομπανόσκυλα δεν μονοιάζουν εύκολα, οπότε οι μεταξύ τους έριδες υπονομεύουν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Με τους λύκους στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου

25

τη σύμπραξή τους σε ώρες κρίσιμες, ενώ τόνιζαν με έμφαση το ύψος της δαπάνης για τη διατροφή τόσων σκυλιών, δεδομένου ότι το κτηνοτροφικό επάγγελμα είναι «φτωχό» και δεν αφήνει περιθώρια για υπερβάσεις. Επιπλέον οι δυο πολύπαθοι βοσκοί επεσήμαιναν ότι στην Αστροβίτσα Αιτωλικού Μεσολογγίου που ξεχειμάζουν, έχουν τα κονάκια τους δίπλα σε δρόμο πολυσύχναστο γι’ αυτό δεν είναι εύκολο να διατηρούν «σκυλόστανη», αφού οι διερχόμενοι διαβάτες διαμαρτύρονται ακόμη και για τα υπάρχοντα πέντε τζομπανόσκυλα. Ανέφεραν δε ότι προ διετίας κάποιοι ασυνείδητοι φαρμάκωσαν τρία ατίθασα τζομπανόσκυλά τους επειδή ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικά. Όσον αφορά στην απώλεια της περασμένης νύχτας, αυτήν οι δυό ποιμένες την απέδωσαν στην κοσμοχαλασιά που βοήθησε το ξηραμένο˙ την εκδοχή τους αυτή ενίσχυαν αναφέροντας πως αυτά τα πέντε τζομπανόσκυλα σε άλλα σημεία του λιβαδιού, άλλες βραδιές χωρίς αγριοκαίρι, απώθησαν δυο- τρεις φορές τους λύκους με απόλυτη επιτυχία. Κοντά στο μεσημέρι τα πρόβατα κατέφταναν στο ξάγναντο της Νένας˙ κατευθύναμε του Γιάννη το κοπάδι προς τις Ορνιοφωλιές και του Γάκια προς την Παλιομάντρα. Χίλια τετρακόσια πενήντα τόσα πρόβατα «άριωναν»39 στα πλάια˙ τα κουδούνια τους βροντούσαν απαλά, τα τζομπανόσκυλα γρύλιζαν γοερά με την τρίχα «σαν βούρτσα» πάνω από το κορμί τους˙ τ’ αγναντεύαμε σκεφτικοί και καπνίζαμε. Το γάβγισμά τους περιείχε την απαρηγόρητη οδύνη που είχε συσσωρευτεί μέσα τους από τις ανελέητες σφαγές χιλιάδων προβάτων στη μακρά διαπάλη ζουλαπιών και τζομπανόσκυλων στους αιώνες των αιώνων. Εκείνο το καταθλιπτικό θρηνολόι των σκυλιών που άπλωνε τον πόνο τους σ’ όλα τα βοσκοτόπια της περιοχής, θόλωνε το νου μας, έκανε την καρδιά μας κομμάτια και την ψυχή μας να σπαράζει συντετριμμένη. Συλλογιζόμουν πόσο ατυχής στάθηκε για μένα τούτη η συγκυρία, αφού μου στέρησε τη χαρά να χορτάσω ξένοιαστος το φύλαμα των ομορφότερων και μεγαλύτερων κοπαδιών των νομάδων των Πραμάντων στα φημισμένα βοσκοτόπια της Νότιας Πίνδου, στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου, όπου ξεκαλοκαίριαζε το κοπάδι μας επί σαράντα χρόνια, όταν ο πατέρας μου ήταν τσέλιγκας με εξακόσια ογδόντα πρόβατα, να αναπνεύσω τη μυρωδιά τόσων προβάτων, ν’ ακολουθήσω τα μονοπάτια τους, να τ’ «αλατίσω»40 στις αλαταριές, να τα ποτίσω στου Άσπρου τα διάφανα νερά, να τα σταλίσω στα τρανά ελάτια, να τα σκαρίσω το θαμποχάραμα, να χαθώ στη μουσική των κουδουνιών και των βελασμάτων, ν΄ ακούσω τον αχό από τις οπλές τους στον πρόγκο τους στα παράωρα της νύχτας, χαρές της ποιμενικής ζωής, που είχα ζήσει άλλες φορές με αυτά τα ζηλεμένα κοπάδια. Η θλίψη για το χαμό των πέντε προβάτων βάραινε πολύ μέσα μας. 39. άριωναν: αραίωναν, ξανοίγονταν και φαίνονταν διπλάσια σε αριθμό. 40. αλατίζω: κάθε οκτώ μέρες στα θερινά βοσκοτόπια οι βοσκοί παρέχουν στα αιγοπρόβατα αλάτι. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


26

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Αργά το δειλινό οι άνεμοι καταλάγιαζαν, τα σύννεφα θρονιάζονταν στις κορυφές, οι αντάρες σκέπαζαν τα ποτάμια και η βροχή ξεθύμαινε. Το κρύο όμως θέριζε. Πήραμε απόφαση να γρεκιάσουμε πάλι στη στάνη. Ανάψαμε μια φωτοκαϊά ανάμεσα από τα δυο κοπάδια, καθίσαμε γυροβολιά, ζεσταθήκαμε και ξεγελάσαμε την πείνα μας με ψωμί και τυράκι, το αγιασμένο προσφάι των ποιμένων στο διάβα των αιώνων. Λίγο η φωτιά, λίγο οι πυρομάδες με το τυρί, περισσότερο η ανακωχή του καιρού μαζί μας, η ηρεμία των κοπαδιών και ο κατευνασμός της οργής των σκυλιών, μάς έκαναν ν’ αποκοιμίσουμε τη λύπη μας. Ο Γάκιας άρχισε τα μολοήματα για τα πρόβατα, τα βουνά, τα ζουλάπια, για τσελιγκάδες και κλέφτες χωμένος μέσα στην αντάρα του καπνού του˙ μεγάλη ποσότητα ρουφούσε μέσα του, ελάχιστη άφηνε να βγει. Ο Γιάννης πάσχιζε να τον συναγωνισθεί. Ένιωθα τα βλέφαρά μου βαριά και έκανα ό,τι μπορούσα να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά. Άκουγα τον Γάκια σαν σε όνειρο, στη χάση και στη φέξη του έδινα κάποιες ασυνάρτητες απαντήσεις ώσπου βούλιαξα στη νάρκη του ύπνου παραδομένος στη θεόρατη κάπα μου και ένιωθα γλυκό, πολύ γλυκό το βάρος της να με τυλίγει. Την αυγούλα σκαρίσαμε τα κοπάδια, αποχαιρέτησα τους καλόγνωμους φίλους μου, Γιάννη και Γάκια, τους αληθινούς μαχητές της ζωής, αποχαιρέτησα τα πονετικά τζομπανόσκυλα, τα χίλια τετρακόσια πενήντα πρόβατα και τα βουνά και έπαιρνα τη στράτα του γυρισμού για το χωριό με τη σκέψη πως της τζιομπάνικης ζωής χίλιες είναι οι πίκρες και μετρημένες οι χαρές.

* Ο Νικόλαος Β. Καρατζένης είναι φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση

Γάκιας Γκαραγκούνης και Γιάννης Νούτσος με τα κοπάδια τους στο διάσελο της Νένας Ασπροποτάμου. Αύγουστος 1996 Τζουμερκιώτικα Χρονικά

Τα χίλια λάια πρόβατα «αρματώνονται» με τα βαριά κουδούνια για να βγουν στα κορφοβούνια. Σαμαρίνα, Ιούνιος 2013


Με τους λύκους στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου

27

Ο Γάκιας Γκαραγκούνης και οι Νουτσαίοι ποιμένες στον τόπο της λυκομαχίας στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου. Αύγουστος 1996

Γιάννης Νούτσος και Γάκιας Γκαραγκούνης στο γιατάκι τους, στο Γυροβόλι, το μετερίζι του ποιμενισμού. Νένα Ασπροποτάμου, Αύγουστος 1996

Τα πρόβατα, ακράτητο ποτάμι «χτύπησαν τον κατήφορο» και πλημμύρισαν το μονοπάτι. Περιστέρι Πίνδου, Οκτώβριος 2005

Οι λύκοι ωρύονταν τρομακτικά. Από το αρχείο του Β.Ν.Καρατζένη

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


28

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Ποιμένες αγραυλούντες «μια ζωή ορθοί» σε απόλυτη αρμονία με τα αετόμορφα βουνά τους. Φούρκα Παχτουρίου Τρικάλων, Αύγουστος 1997

Το πρωινό σκάρισμα του κοπαδιού στης Νότιας Πίνδου τα πανάρχαια βοσκοτόπια. Αφεντική Ματσουκιού, Αύγουστος 2010

Ο Μήτσιος Νούτσος οδηγεί το περήφανο κοπάδι του στα θερινά βοσκοτόπια. Μεγάλη Σάρα στα Μελισσουργιώτικα λιβάδια, Ιούνιος 2007

Τα τζομπανόσκυλα περιπολούν και φρουρούν με περίσκεψη το κοπάδι. Σαμαρίνα, Οκτώβριος 2008 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Με τους λύκους στα Κούτσουρα Ασπροποτάμου

29

Ο τζουμερκιώτης τσέλιγκας «ψημένος» εκ γενετής στις συμπλοκές με τους λύκους έχει κάτι από το πνεύμα των βουνών της Πίνδου στη θωριά του. Καλαρρύτες, Οκτώβριος 1975

Οι λύκοι εφορμούν, πρόβατα και βοσκοί τρομοκρατούνται. Αρχείο Β.Ν.Καρατζένη

Ένα τσιγάρο, αφορμή για λίγο ξαλάφρωμα από της ποιμενικής οδύσσειας τις έγνοιες. Καλαρρύτες, Μάιος 1975 Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


30

Παναγιώτα Π. Λάμπρη*

Επιβιώσεις αρχαίων αγερμών Η περίπτωση της Ροδαυγής Άρτας Μέσα στην δίνη των ημερών, όχι από στείρα προγονοπληξία, αλλά αναζητώντας στηρίγματα για την ψυχή και το πνεύμα ήρθαν στον νου τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη που λένε: «Στις ακρογιαλιές του Ομήρου υπήρχε μια μακαριότητα, ένα μεγαλείο, που έφτασαν ως τις ημέρες μας άθιχτα. Η πατούσα μας, που ανασκαλεύει την ίδιαν άμμο, το νιώθει. Περπατάμε χιλιάδες χρόνια, ο άνεμος ολοένα λυγίζει τις καλαμιές κι ολοένα εμείς υψώνουμε το πρόσωπο. Καταπού; Ως πότε; Ποιοί κυβερνάνε;»1. Με οδηγό αυτά τα λόγια δεν έψαξα να βρω απαντήσεις στα ερωτήματα, αλλά προσπάθησα με γυμνή την πατούσα να ανασκαλέψω την άμμο και ν’ αγγίξω κάποια από ’κείνα που μας κάνουν να υψώνουμε το πρόσωπο αιώνες τώρα, παρότι πολλές φορές ο άνεμος λυγίζει τις καλαμιές. Έτσι, σε πείσμα των καιρών, που από πολλές πλευρές προβάλλεται ό,τι ξενόφερτο ως σημαντικό και ό,τι εγχώριο και πατροπαράδοτο ως υποδεέστερο, και με οδηγό τις πηγές, θα τέρψουμε την ψυχή και τις αισθήσεις μας με οικείες αναφορές που ’ρχονται όμως από χρόνο μακρινό. Σ’ αυτή την διαδρομή θα ψηλαφήσουμε τους αγερμούς των αρχαίων ελληνοπαίδων που είχαν τις ιδιαίτερες εποχικές ονομασίες «εἰρεσιῶναι» και «χελιδονίσματα» και συνδέονται με τα σημερινά κάλαντα, και όχι μόνο, μια και η «εἰρεσιώνη» και σε ικανό βαθμό και το «χελιδόνισμα», με την διττή έκφρασή τους δεν συνιστούν μόνο μακρινή πρόγονο των καλάντων, αλλά και του χριστουγεννιάτικου δέντρου, του οποίου πρόγονο αποτελεί επίσης και η «ἱκετηρία». Ο καθηγητής Απόστολος Αρβανιτόπουλος σε δημοσίευμά του2 με τίτλο «Κληρονομία τοῦ ἀρχαίου κόσμου», συνδέει την «εἰρεσιώνη» και την «ἱκετηρία» με σύγχρονά μας έθιμα ως εξής: «[…] Τό δένδρον ὅμως τῶν Χριστουγέννων δέν τό εὑρίσκω, ἐγώ τουλάχιστον, ὡς ξενικήν συνήθειαν, ὡς νομίζεται γενικῶς, ἀλλ' ἐν μέρει ὡς ἀρχαίαν ἑλληνικήν. Εἶναι, δηλαδή, ὑπολείμματα τῆς περιφήμου «εἰρεσιώνης», καί τῆς «ἱκετηρίας» τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, καί μάλιστα τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων. Ἦσαν δέ ἡ μέν Ἱκετηρία κλάδος ἐλαίας, ἀπό τοῦ ὁποίου ἐκρέμων ποκάρια μαλλιοῦ, καί ἔφερον αὐτόν ὅσοι ἤθελον νά ἱκετεύσουν τόν Θεόν ὁμαδικῶς, διά τήν ἀπαλλαγήν τοῦ τόπου ἀπό δεινοῦ τινός κακοῦ, π.χ. ἀπό νοσήματος, πανώλους, χολέρας ή ὁμοίου. Ὡς ἐπί τό πολύ, ὅμως, ἐβάσταζε τήν Ἱκετηρίαν 1. Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1985, ΧΙΙΙ 2. Εφημερίδα «Ἔθνος», 31-12-1937 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επιβιώσεις αρχαίων αγερμων-Η περίπτωση της Ροδαυγής Άρτας

31

ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἤθελε νά τεθῇ ὑπό τήν προστασίαν θεοῦ καί τῆς ἀνωτέρας ἀρχῆς, γιά νά προβῇ εἰς ἀποκαλύψεις ἐναντίον ἰσχυρῶν ἀνθρώπων ἤ ἀρχόντων. Ἡ εἰρεσιώνη, ὅμως, εἶχε πολύ μεγάλην ἀναλογίαν καί πρός τά κάλανδα καί πρός τό δένδρον τῶν Χριστουγέννων, διότι ἦτο καί αὐτή κλάδος ἐλαίας ἤ δάφνης ἐπί τοῦ ὁποίου ἐκρεμῶντο ὁμοίως ἔρια λευκά ἤ πορφυρά, ἀλλά καί καρποί καί κολλύραι (κουλούρες) κ.τ.λ., ἐκ δώρων προερχόμενα. Τόν κλάδον αὐτόν περιέφερον τά παιδιά καθ' ὁμάδας ἀπό τάς οἰκίας, καί ἔψαλλον ἐγκωμιαστικά ᾄσματα ὑπέρ τῆς εὐτυχίας τοῦ οἰκογενειάρχου καί τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του· ἐζήτουν δέ καί τήν ἀμοιβή των, διότι «τά εἶπαν», νά τούς δώσῃ ἕκαστος «ὅ,τι προαιρεῖται», χωρίς νά ἐκφράσουν κατ' οὐδένα τρόπον τήν ἀγανάκτησίν των, ἄν δέν τούς ἔδιδον τίποτε, ἐνῶ σήμερον ἐκφράζουν διαφορά πολιτισμοῦ. Ἡ Εἰρεσιώνη αὐτή ἐψάλλετο κατά διαφόρους ἐποχάς τοῦ ἔτους, ὅπως καί σήμερον τά κάλανδα (Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιᾶς, Θεοφανίων, Λαζάρου, Σταυρώσεως, κ.λπ.). Καί δή κατά τά Θαργήλια (Μάϊον), Πυανόψια (Ὀκτώβριον), πρός τιμήν τοῦ Ἀπόλλωνος, τοῦ Ἡλίου, τῶν Ὡρῶν, κ.λπ. εἰς τῶν ὁποίων τούς ναούς καί τά ἱερά κατετίθετο. Πολλά ἐκ τῶν παιδίων, ἤ πάντα, ἔφερον τόν κλάδον τοῦτον εἰς τήν οἰκίαν των καί τόν ἐκρέμων εἰς τήν θύραν· ἐκεῖ ἔμενεν ὅλον τό ἔτος, κατά δέ τό τέλος ἐκαίετο μέν ὁ περσινός κλάδος, ἐκρεμᾶτο δέ ὁ νέος, ὅπως ὁ "Μάϊος" σήμερον· συνέβαινε δέ τοῦτον καί κατά τόν αὐτόν Θαργηλιῶνα (Μάϊον) μήνα. [...»]. Στο σχετικό λήμμα του Μεγάλου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας3, διαβάζουμε, επίσης: εἰρεσιώνη, ἡ, (εἶρος) κλάδος ἐλαίας, ἢ δάφνης ἐρίοις πεπλεγμένος καὶ ἔχων προσκρεμαμένους παντοειδεῖς καρπούς, φερόμενος δὲ ὑπὸ παίδων ᾀδόντων κατὰ τὰ Πυανέψια καὶ τὰ Θαργήλια, ἐνῷ ἐγίνοντο προσφοραὶ τῷ Ἡλίῳ καὶ ταῖς Ὥραις· ἀκολούθως ἐκρεμᾶτο ὑπὲρ τὴν θύραν τῆς οἰκίας ἔνθα ἔμενε μέχρι τοῦ ἑπομένου ἔτους, ὅτε ἤλλασσον αὐτήν, Ἀριστοφ. Ἱππ. 729, Σφ. 399, Πλ. 1054. Ἐκαλείτο δὲ καὶ τὸ ᾀδόμενον ᾆσμα εἰρεσιώνη, ἥτις κατήντησεν ἔπειτα τὸ γενικὸν ὄνομα τῶν ὑπὸ τῶν ἐπαιτῶν ᾀδομένων ᾀσμάτων, ὡς τὸ ἐν τοῖς Ὁμ. Ὕμν. 15. Ἴδε Ilgen Opusc. Philol. 1. σ. 129 κἑξ. Πλουτ. Θησ. 21, Σχόλ. Ἀριστοφ. ἔνθ’ ἀνωτ. ΙΙ. στέφανος κρεμάμενος πρὸς τιμὴν νεκροῦ, Συλλ. Ἐπιγρ. 956, Ἀλκίφρων 3. 37. Και το «χελιδόνισμα» ήταν «παλαιότατο χαρακτηριστικό έθιμο τής 1ης Μαρτίου, κατά το οποίο το πρωί τής ημέρας αυτής παιδιά επισκέπτονται τα σπίτια κατά ομάδες κρατώντας ένα ξύλινο ομοίωμα χελιδονιού, στολισμένο με άνθη και χλωρά κλαδιά, και τραγουδούν τον ερχομό τής άνοιξης και την επιστροφή τών χελιδονιών, έθιμο που είναι συνέχεια τού γνωστού με την ονομασία χελιδονισμός αρχαίου εθίμου»4. «Στα παιδιά έδιναν γλυκίσματα, άλλα φαγώσιμα ή ακόμα και 3. ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ» των H. Liddel, R. Scott, Α. Κωνσταντινίδου το 1904 4. http://greek_greek.enacademic.com/194862/%CF%87%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B 4%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1 Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


32

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

κρασί5· πληροφορία που αναφέρεται στους στίχους του χελιδονίσματος6 που ακολουθεί και το διασώζει ο Αθήναιος7: ἦλθ’ ἦλθε χελιδών καλάς ὧρας ἄγουσα, καλούς ἐνιαυτούς, ἐπί γαστέρα λευκά, ἐπί νῶτα μέλαινα. παλάθαν σύ προκύκλει ἐκ πίονος οἴκου οἴνου τε δέπαστρον τυροῦ τε κάνυστρον. καί πυρῶν ἁ χελιδών καί λεκιθίταν οὐκ ἀπωθεῖται. πότερ’ ἀπίωμες ἤ λαβώμεθα; εἰ μέν τι δώσεις· εἰ δέ μή, οὐκ ἐάσομεν, ἤ τάν θύραν φέρωμες ἤ θοὐπέρθυρον ἤ τάν γυναῖκα τάν ἔσω καθημέναν· μικρά μέν ἔστι, ῥᾳδίως νιν οἰσόμες. ἄν δή φέρῃς τι, μέγα δή τι φέροιο. ἄνοιγ’ ἄνοιγε τάν θύραν χελιδόνι· οὐ γάρ γέροντες ἐσμέν, ἀλλά παιδία. δηλαδή, ήρθε, ήρθε η χελιδόνα, φέρνοντας καλό καιρό, φέρνοντας καλή χρονιά όντας άσπρη στην κοιλιά μελανή στην πλάτη της. Φέρε σύκα αρμαθιασμένα απ’ το πλούσιο σπιτικό σου ένα κύπελλο κρασί και καλάθι με τυρί. Και ψωμιά σταρένια 5. http://www.greek-language.gr / Resources / ancient_greek / anthology / literature / browse html?text_id=488 6. Αθήναιος 8.60.7-26 7. Αθήναιος 8.60.12-18 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επιβιώσεις αρχαίων αγερμων-Η περίπτωση της Ροδαυγής Άρτας

33

και κουλούρα η χελιδόνα δεν τα αρνείται. Θα μας δώσεις ή να φύγουμε; Αν κάτι μας δώσεις, πάει καλά· αν όχι, δεν θα τ’ αφήσουμε έτσι, ή τη θύρα σου παίρνουμε ή το υπέρθυρό της ή τη γυναίκα που μες στο σπίτι κάθεται· Είναι μικρούλα, βέβαια, αλλά πιο εύκολα θα τη σηκώσουμε. Κι αν φέρεις κάτι, μεγάλο κάπως να ’ναι. Άνοιξε, άνοιξε την πόρτα σου στη χελιδόνα· γιατί γέροι δεν είμαστε, αλλά παιδάκια. Στους «Βίους Ομήρου»8, επίσης, πληροφορούμαστε πως ο ποιητής ξεχειμωνιάζοντας στην Σάμο την πρώτη μέρα κάθε μήνα κι έχοντας ως οδηγούς και συνοδούς παιδιά του τόπου εμφανίζονταν μπροστά στα σπίτια πλουσίων και τραγουδώντας σε στίχους δακτυλικού εξαμέτρου την «εἰρεσιώνη» έπαιρνε κάτι ως αντίδωρο και πως το τραγούδι συνέχισε να άδεται για πολλά χρόνια από τα παιδιά στην γιορτή του Απόλλωνα, και είναι τo εξής:

καί

δῶμα προσετραπόμεσθ’ ἀνδρός μέγα δυναμένοιο, ὅς μέγα μέν δύναται, μέγα δέ βρέμει, ὄλβιος αἰεί. αὐταί ἀνακλίνεσθε θύραι· πλοῦτος γάρ ἔσεισι πολλός, σύν πλούτῳ δέ καί εὐφροσύνη τεθαλυῖα, εἰρήνη τ’ ἀγαθή. ὅσα δ’ ἄγγεα, μεστά μέν εἴη, κυρβαίη δ’ αἰεί κατά καρδόπου ἕρποι μάζα, τοῦ παιδός δέ γυνή κατά διφράδα βήσεται ὕμμιν, ἡμίονοι δ’ ἄξουσι κραταίποδες ἐς τόδε δῶμα, αὐτή δ’ ἱστόν ὑφαίνοι ἐπ’ ἠλέκτρω βεβαυῖα. νεῦμαί τοι νεῦμαι ἐνιαύσιος ὥστε χελιδών ἕστηκ’ ἐν προθύροις·

εἰ μέν τι δώσεις εἰ δε μή, οὐχ ἡστήξομεν, οὐ γαρ συνοικήσοντες ἐνθάδ’ ἤλθομεν. δηλαδή, Ήρθαμε στ’ αρχοντικό πολύ τρανού αφέντη, που ’χει μεγάλη δύναμη, λόγο βαρύ και περισσό λογάρι. Ανοίξτε πόρτες διάπλατα, πλούτος πολύς να έμπει, και με τον πλούτο συντροφιά θάλλουσα η χαρά 8. Βίοι Ομήρου, Βίος Ηροδότου 462-482 Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


34

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

και

κι η ευλογημένη ειρήνη· γιομάτα να ’ναι όλα τ’ αγγειά, και πάντα η ζύμη του ψωμιού στη σκάφη να φουσκώνει. Και η γυναίκα του γιου πάνω σε θρόνο να σας έρθει, με δυνατά ποδάρια ημίονοι σ’ αυτό το σπίτι να την κουβαλήσουν, κι αυτή να υφάνει το πανί με πατήθρες κεχριμπαρένιες. Έρχομαι σε σένα και ξανάρχομαι σαν χελιδόνι κάθε χρόνο και στην αυλόπορτά σου στέκομαι. είτε μας δώσεις κάτι, είτε όχι, δεν θα στεκόμαστε, γιατί εδώ δεν ήρθαμε για να συγκατοικήσουμε.

Αυτό το άσμα, την ειρεσιώνη, την τραγουδούσαν «ἀμφιθαλεῖς παῖδες»9 και εκπληκτικό είναι πως στο Λεξικό Σουΐδα, στο λήμμα «Ὅμηρος ὁ ποιητής»10 παρατίθεται παραλλαγή του, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα κάλαντα, αλλά και άλλα δημοτικά τραγούδια που τραγουδιούνται μέχρι σήμερα από τους Έλληνες και είναι η ακόλουθη: «δῶμα προσετραπόμεσθα ἀνδρός μέγα δυναμένοιο, ὅς μέγα μέν ἀυτεῖ, μέγα δέ βρέμει, ὄλβιος αἰεί. αὐτάρ ἀνακλίνεσθε θύραι· πλοῦτος γάρ ἔπεισι πολύς, σύν πλούτῳ δέ καί εὐφροσύνη τεθαλυῖα εἰρήνη τ’ ἀγαθή· ὅσσα δ’ ἄγγεα, μεστά μέν εἴη, κυρκαίη δ’ ἀεί κατά δόρπου ἕρπεο μᾶζα. νῦν μεν κριθαίην εὐώπιδα σησαμόεσσαν. τοῦ παιδός δέ γυνή κατά δίφρακα βήσεται ὑμνεῖν, ἡμίονοι δ’ αὔξουσι κραταίποδες ἐς τόδε δῶμα. αὐτή δ’ ὕφαιν’ ἱστόν ἐπί λέκτρα βεβηκυῖα., νεύματι τοι εὐμαί ἐνιαύσιος. ἔσται χελιδών. ἕστηκε προθύροις ψιλή πόδας· ἀλλά φέρ’ αἶψα πέρσαι τῷ Ἀπόλλωνος γυιάτιδος. Και. εἰ μέν τι δώσεις. εἰ δε μή, οὐχ ἑστήξομεν. οὐ γαρ συνοικήσοντες ἐνθάδ’ ἤλθομεν». Στην παραλλαγή της ειρεσιώνης, εκτός από κάποιες λέξεις που διαφοροποιούνται λίγο ή πολύ χωρίς να αλλάζει ιδιαίτερα το νόημα, παρατηρούμε πως έχουμε την προσθήκη δυο στίχων. Τα λόγια του ενός είναι «νῦν μέν κριθαίην εὐώπιδα σησαμόεσσαν» και του άλλου «ἀλλά φέρ’ αἶψα πέρσαι τῷ Ἀπόλλωνος γυιάτιδος», που σημαίνουν «και καλοφτιαγμένες κριθαρένιες σουσαμόπιτες» και «αλλά φέρε αμέσως κάτι να πάρουμε για τον Απόλλωνα, των δρόμων τον προστάτη». Σημαντικό, επίσης, είναι πως, τόσο τα κάλαντα, όσο και τα άλλα άσματα που τραγουδούσε με πολλές αφορμές ο λαός μέσα στον ενιαύσιο κύκλο, αν και καταπολεμήθηκαν, συχνά λυσσαλέα11, στην πάλη για την επικράτηση του 9. Λεξικό Σουΐδα 184.3 10. Λεξικό Σουΐδα, 251.135-145 11. ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος, όπου, ως επιβίωση ειδωλολατρικών νομίμων, απαγορεύτηΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Επιβιώσεις αρχαίων αγερμων-Η περίπτωση της Ροδαυγής Άρτας

35

χριστιανισμού, τελικά ενσωματώθηκαν στην νέα θρησκεία με αποτέλεσμα να επιβιώσει σε μεγάλο βαθμό η θεματολογία, ο στίχος και οι κοινωνικές ή άλλες εκδηλώσεις των οποίων αποτελούσαν βασική παράμετρο. Κι αυτό, διότι, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες συγκρούσεις «οι θεοί δεν εξαφανίζονται εντελώς, παρ’ όλο που αντικαθίστανται και μεταμορφώνονται»12, αφού η λατρεία τους και όσα την συνοδεύουν είναι βαθιά ριζωμένα στην συνείδηση του λαού, ο οποίος δεν έχει καμία διάθεση να τα εγκαταλείψει εύκολα, μια κι έχουν αναφορά στους προγόνους του, οι οποίοι τα κουβαλούν απ’ το μακρινό παρελθόν που φτάνει μέχρι τις πρωτόγονες κοινωνίες και για τα καθ’ ημάς, πέραν αυτών, φέρνουν πλήθος ιδεών κληρονομημένων απ’ την ελληνική αρχαιότητα. Εξάλλου, ποικίλες δυσκολίες και απειλές που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι διαμέσου των αιώνων δίνουν μια πρώτης ευκαιρίας αφορμή για συσπείρωση γύρω από πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα, τα οποία καθίστανται βασικός φορέας κοινωνικής συνοχής και εθνικής ταυτότητας. Χωρίς, λοιπόν, να λησμονούμε τα ανωτέρω, ας επανέλθουμε στην «εἰρεσιώνη», όχι στο τραγούδι, και στην «ἱκετηρία», τις μακρινές προδρόμους του χριστουγεννιάτικου δέντρου, το οποίο από πολλούς προβάλλεται ότι εισήχθη μέσω των Βαυαρών στην Ελλάδα ως δικό τους χριστουγεννιάτικο έθιμο παραβλέποντας την σχέση που είχε ο λαός μας με πανάρχαια έθιμα που επιβίωναν και, στα οποία τα δέντρα έπαιζαν μεγάλο ρόλο, κάτι που συνέβαλε τα μέγιστα στην εύκολη αποδοχή του «ξενόφερτου» εθίμου. Ακόμα και το σχετικό λήμμα της εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος13 το αναφέρει, αναφέροντας επίσης πως: «[…] Η χρήση αειθαλούς δέντρου, στεφανιού και γιρλάντας ως συμβόλων της αιώνιας ζωής, αποτελούσε αρχαίο έθιμο των Αιγυπτίων, των Κινέζων και των Εβραίων. Η λατρεία των δέντρων, που ήταν συνηθισμένο φαινόμενο ανάμεσα στους ειδωλολάτρες Ευρωπαίους, επιβίωσε και μετά τον εκχριστιανισμό τους σε διάφορα έθιμα. […]», ενώ στο λήμμα ικέτης, όπου αναφέρεται η ικετηρία14, περιγράφεται αυτή ως έχει. Καμία αναφορά, λοιπόν, στο εν λόγω λήμμα πως το δέντρο μετείχε σε πολλές γιορτές15 των Ελλήνων, όπως στα Αιακεία ή Αιάκεια, στην Αιώρα ή Αλήτιδα, κε να άδονται τα κάλαντα/ Φαίδων Κουκουλές, Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός, τ. ΣΤ', εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1955, σ. 151-166/ Νάσος Βαγενάς, Άγιος Βάκχος, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1987, σ. 59/ Λιλή Ζωγράφου, Αντιγνώση, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1983, σ. 385-410 κ.α./ Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, ιδιωτική έκδοση, Πάτρα 2006, σ. 83-135 κ.α. 12. M. P. Nilsson, Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, εκδ. Δ. Ν. Παπαζήση, Αθήνα 2008, σ. 30 13. Πάπυρος Λαρούς Μπριττάνικα, Τ61.04 14. Πάπυρος Λαρούς Μπριττάνικα, Τ61.04 15. Βλ. Γ. Ρασσιάς, Εορτές και Ιεροπραξίες των Ελλήνων, εκδ. Ανοιχτή πόλη Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


36

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

τα Ασκληπιεία Μεγάλα ή Ασκληπιεία Επιφανέστατα, στα Δαίδαλα τα Μεγάλα, στα Δαφνηφόρια, στα Δενδροφόρια, στα Κορυθάλια, στα Νάα ή Νάια, στα Παναθήναια τα Μεγάλα, στα Πυανέψια, στην Ράβδου Ανάνηψιν,… Γιορτές, στις οποίες τα ελαιόδεντρα, τα κλήματα, τα πεύκα, οι συκιές, οι δρύες, τα κυπαρίσσια, οι δάφνες…, είναι άκρως απαραίτητα στα δρώμενά τους, όπου χρησιμοποιούνται είτε ως αυτοτελή δέντρα, είτε ως λαξευμένα ξόανα, είτε ως πλεγμένα από τους κλώνους τους στεφάνια, είτε ως ειρεσιώνες. Έχοντας αυτά κατά νουν, και κυρίως την ευρεία χρήση των στεφανιών σε πολλές εκδηλώσεις του βίου των αρχαίων Ελλήνων, δεν μπορεί να θεωρούνται ξένα προς τα έθιμα του Δωδεκαημέρου ούτε τα στεφάνια που κρεμιούνται στις πόρτες των σπιτιών, ούτε εκείνα που κρεμιούνται στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, ούτε εκείνα τα δώδεκα που τοποθετούνται κάτω απ’ αυτό και καίγονται ένα κάθε βράδυ το Δωδεκαήμερο16, ούτε κάποια απ’ τα στολίδια του, και μάλιστα, εκείνα που απεικονίζουν διάφορα κοσμολογικά σύμβολα, ούτε το μεγάλο δέντρο που στολίζεται στις μέρες μας σε εξωτερικούς δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους, ούτε τα κλαδιά κέδρου, με τα οποία παντρεύουν τη φωτιά17, ούτε τα δώρα που τοποθετούνται κάτω απ’ το δέντρο, ούτε… Κι αυτό, διότι τα συναντούμε με τις όποιες διαφοροποιήσεις σε πολλές ιεροπραξίες των αρχαίων Ελλήνων. Στα Αιακεία, όπου «[…] από τους νικητές όσοι ήταν Αιγηνίτες κρεμούσαν μετά τη στέψη τα στεφάνια τους στον μαρμάρινο ιερό περίβολο του γενάρχη τους, που φιλοξενούσε αιωνόβια ελαιόδενδρα και έναν μνημειώδη βωμό»18. Στην γιορτή της Αιώρας, όπου «[…] Από τα κλαδιά των αμπελιών και άλλων δέντρων αφιερωμένων στo Θεό Διόνυσο (λ.χ. πεύκο, συκιά) οι θρησκευτές κρεμούσαν μικρά ειδώλια και άλλα αποτροπιακά ή αλεξίκακα («σκίλλα»), ή, από όσα δένδρα κρατούσαν το βάρος, αιώρες για τους εφήβους και τις παρθένες που ανέβαιναν σε αυτές με εορταστικά ενδύματα και στεφάνι στα μαλλιά. […]»19. Στα Δαφνηφόρια, όπου «με περιφορά από χρυσοστεφανωμένο «αμφιθαλές» αγόρι της «Κωπού», ενός κλαριού δηλαδή διακοσμημένου με κοσμολογικά σύμβολα (ήλιος, σελήνη, γη) με κατάληξη για τους Θηβαίους στο Ιερό του Ισμηνίου Απόλλωνος. […]»20. Στην γονιμική γιορτή των Δενδροφοριών, όπου «ο ιερέας του Θεού Διονύσου, περιφέρει γυναικοντυμένος ένα καθαγιασμένο κλαδί στα χωράφια γύρω από 16. Π. Π. Λάμπρη, ο.π., σ. 93 17. Π. Π. Λάμπρη, ο.π., σ. 93 18. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ο.π., σ. 33 19. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ο.π., σ. 35 20. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ο.π., σ. 71 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επιβιώσεις αρχαίων αγερμων-Η περίπτωση της Ροδαυγής Άρτας

37

την πόλη και ένας ψηλός κορμός δένδρου (φαλλικό σύμβολο) στήνεται όρθιος από τους θρησκευτές με ένα ανθρωπόσχημο αγαλματίδιο στην κορυφή του, το οποίο συμβολίζει την γονιμική δύναμη του δενδροφόρου Θεού και στη συνέχεια πετροβολείται από όλους για «συμμετοχή» στη διάχυση της δύναμης που συμβολίζει. […]»21. Στα Κορυθάλια, όπου έχουμε «[…] περιφορά «κορυθάλης» (του λακωνικού δηλαδή αντίστοιχου της «ειρεσιώνης» των Πυανεψίων και κρέμασμα μικρών αντιγράφων της πάνω από τις πόρτες των οικιών»22. Στα Νάα ή Νάια, στην Δωδώνη, προς τιμήν του Διός και της Διώνης, τα οποία πρέπει να τελούνταν εκεί «[…] μέχρι το βίαιο τέλος του εκεί Ιερού στα τέλη του 4ου αιώνα, οπότε και κόπηκε και ξεριζώθηκε με τη βοήθεια μεγάλης τάφρου η πανάρχαια μαντική Ιερά Φηγός»23. Σχετικά με την «ἱερά φηγό», «Στην Οδύσσεια (14.327-328 και 19.296-297) αναφέρεται ότι αρχικώς οι χρησμοί δίδονταν από την ιερή βαλανιδιά. Το θρόισμα των φύλλων της από τον αέρα υπέβαλε την ιδέα ότι το συγκεκριμένο δένδρο ομιλούσε («πολυγλώσσου δρυός» στο Σοφ. Τραχ. 1168) και «δρυός λόγους» στο Πλάτ. Φαίδρ. 275 β). Η προφητική της δυνατότητα πρέπει να σχετίζεται με τη δενδρολατρεία, σύμφωνα με την οποία ένα ιερό δένδρο συνιστά μία μικρογραφία του σύμπαντος και του κύκλου της ζωής (imago mundi) και σύμβολο της αναγέννησης της φύσης. Στην Ιλιάδα η δρυς συνδέεται με τον Δία και λειτουργεί ως σημείο συνάντησης αλλά και καταφύγιο. Με τον πατέρα των θεών, ως κύριο της βροντής και της αστραπής, έχει σχέση η δρυς και σε άλλες αρχαίες διηγήσεις και εκτός των ορίων του ελληνικού κόσμου. Σε πρακτικό επίπεδο το φυτό έχαιρε εκτίμησης για την αφροδισιακή και φαρμακευτική ιδιότητα των βαλανιδιών και την ποιότητα του ξύλου του»24. Στα Παναθήναια τα Μεγάλα, στην πομπή των οποίων μετείχαν «[…] γέροντες με κλαδιά από ελαιόδενδρα»25. Στην Ράβδου Ανάνηψιν, προς τιμήν του Διονύσου και του Ασκληπιού, που «[…] οι ιερείς τους περιέφεραν ξόανα από ξύλο κυπαρισσόδενδρου, ως συμβολισμό του ότι οι θεοί «ανελάμβανον» (ξανάπαιρναν) τα σύμβολά τους και ξεκινούσαν την περιοδεία τους στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις»26 και πάει λέγοντας. Η ειρεσιώνη των Ελλήνων, λοιπόν, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω είναι «κλαδί ελιάς ή δάφνης πλεγμένο με μαλλιά κι έχοντας κρεμασμένους παντός είδους 21. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ο.π., σ. 74 22. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ο.π., σ. 121 23. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ο.π., σ. 130 24. http://www.namuseum.gr/object-month/2010/nov/nov10-gr.html# 25. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ο.π., σ. 138 26. Βλ. Γ. Ρασσιάς, ο.π., σ. 150 Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


38

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

καρπούς, το οποίο περιέφεραν τα παιδιά τραγουδώντας στην γιορτή των Πυανεψίων και των Θαργηλίων, ενώ γίνονται προσφορές στον Ήλιο και στις Ώρες· στη συνέχεια την κρεμούσαν πάνω από την πόρτα του σπιτιού, όπου έμενε μέχρι τον επόμενο χρόνο, οπότε και την άλλαζαν»27. Η αλλαγή της ειρεσιώνης διαπιστώνουμε πως επιβιώνει και σε δικά μας νόμιμα, όπως στην αλλαγή του άνθινου στεφανιού της πρωτομαγιάς. Πέραν αυτού, θα περιοριστώ να αναφέρω και κάποια που επιβιώνουν στον γενέθλιο τόπο μου, τη Ροδαυγή Άρτας. Στην γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, λοιπόν, «οι νοικοκυρές πηγαίνουν στην εκκλησία βασιλικό, πάνω στον οποίο ο ιερέας τοποθετεί το Σταυρό, επειδή σύμφωνα με την παράδοση στο μέρος όπου βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός φύτρωσε βασιλικός. Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας όλοι παίρνουν ένα κλωνί βασιλικό, το οποίο βάζουν στο εικόνισμα του σπιτιού τους μέχρι την ίδια ημέρα της επόμενης χρονιάς, οπότε και το καίνε, για να μην παραπέσει οπουδήποτε το αγιασμένο κλωνί του βασιλικού»28. Ακολουθεί η Απολλώνια δάφνη της Κυριακής των Βαΐων καθώς και της πρώτης Ανάστασης το Μ. Σάββατο29, που κλωνάρια της τοποθετούνται στο εικόνισμα μέχρι την άλλη χρονιά τις ίδιες μέρες, οπότε και αντικαθίστανται· και στα καλάθια που στολίζουν τα παιδιά τη Μ. Παρασκευή και περιφερόμενα άδουν τα Πάθη του Χριστού30, αλλά και στον στολισμό του Επιταφίου συναντούμε τα κλαδιά της δάφνης, αυτό το σύμβολο πένθους και αναγέννησης. Εκτός από τις ομοιότητες με την ειρεσιώνη που ανιχνεύονται στις παραπάνω αναφορές, ας δούμε εκτενέστερα κάποιες λεπτομέρειες που δεικνύουν περισσότερο αυτήν την εγγύτητα και αφορά στον στολισμό της ειρεσιώνης και του παραδοσιακού χριστουγεννιάτικου δέντρου στη Ροδαυγή31, το οποίο, εκτός από τα παιδικά χειροτεχνήματα, στολίζονταν με καρπούς αειθαλών δέντρων, όπως κουκουνάρες, κυπαρισσόμηλα, κλαδιά πρίνου που έφεραν βελανίδια· όσο, μάλιστα, η μνήμη ανασκαλεύει το παρελθόν θυμάται πως στο δέντρο κρεμιούνταν επίσης ώριμα κατακόκκινα κούμαρα και αγκαθωτά θαμνώδη κλαδάκια του δάσους, των οποίων αγνοώ την ονομασία, που στο καταχείμωνο είχαν μικρούς κόκκινους σφαιρικούς καρπούς, καθώς και με τολύπες βαμβακιού. Όλα, λοιπόν, τα στολίδια θυμίζουν χωρίς άλλο τους κάθε είδους καρπούς και τα ποκάρια μαλλιού που κρεμούσαν στην ειρεσιώνη. Ο Πλούταρχος32 αναφέρει την εξής ειρεσιώνη: 27. βλ. & Βλ. Γ. Ρασσιάς, ο.π., σ. 148 28. Π. Π. Λάμπρη, ο.π., σ. 85 29. Π. Π. Λάμπρη, ο.π., σ. 118, 123 30. Π. Π. Λάμπρη, ο.π., σ. 12 31. Π. Π. Λάμπρη, ο.π., σ. 93 32. Πλούταρχος, Θησέας 22.1-7.3 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επιβιώσεις αρχαίων αγερμων-Η περίπτωση της Ροδαυγής Άρτας

39

Εἰρεσιώνη, σῦκα φέρειν καὶ πίονας ἄρτους καὶ μέλι ἐν κοτύλῃ καὶ ἔλαιον ἀναψήσασθαι καὶ κύλικ᾽ εὔζωρον, ὡς ἂν μεθύουσα καθεύδῃ», δηλαδή, Η ειρεσιώνη να φέρνει σύκα και αφράτα ψωμιά και μέλι στο ποτήρι και λάδι να ψήνεις και ποτήρι δυνατό κρασί, για να μεθύσεις και να κοιμηθείς». Της ειρεσιώνης αυτής, αλλά και του χελιδονίσματος που αναφέρθηκε πιο πάνω, επιβίωση έχουμε το Σάββατο του Λαζάρου, στη Ροδαυγή, όπου «Τα παιδιά στόλιζαν ένα καλαθάκι με λουλούδια της εποχής, σύμβολα αναγέννησης, […] και παρέες-παρέες γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, […] για να πουν το «τραγούδι» για το Λάζαρο. Οι χωριανοί τα αποκαλούσαν «Λαζάρους ή Λαζαρούδια». Οι νοικοκυρές τα φίλευαν αυγά, χρήματα ή πασμάδες (= πιτούλες φτιαγμένες από αλεσμένα σύκα), τσαπέλλες και καρύδια. […] Τα πολύ μικρά παιδιά, […] πήγαιναν και αυτά να πουν το «Λάζαρο», τραγουδώντας το εξής σύντομο και χαριτωμένο τραγουδάκι: Ήρθε ο Λάζαρος παιδιά,/ το καλάθι θέλει αυγά,/ οι τσεπούλες καρυδούλες,/ τα χεράκια παραδούλες»33. Και οι νυχτερινοί «Λάζαροι», οι οποίοι περιερχόμενοι τα σπίτια συμμετείχαν σε δρώμενα αναπαράστασης των παθών του Λαζάρου, δέχονταν ανάλογα φιλέματα με τους μικρούς, αλλά και ξιδότριψα, δηλαδή, μείγμα ξιδιού, ύδατος και άρτου34 ή τσίπουρο. Αυτό το τελευταίο θα μπορούσε να έχει ως μακρινό πρόγονο κι έναν άλλον αγερμό, το «κορώνισμα», το οποίο διασώζει ο Αθήναιος35, μια και τραγουδιέται από ενήλικες κι είναι ο μόνος που έχει κάποια θρησκευτική διάσταση, αφού η κορώνη (= κουρούνα) προσωποποιείται και θεοποιείται· είναι, δηλαδή, η Κορώνη, η κόρη του Απόλλωνα στο όνομα της οποίας γίνεται η επαγγελματική ιερατική κατά πώς φαίνεται επαιτεία! Ένα άλλο έθιμο της Ροδαυγής, το οποίο έχει χαρακτήρα εαρινού παιδικού αγερμού, χωρίς επαιτικό χαρακτήρα, αλλά με προφανή μαγικά στοιχεία είναι εκείνο που τραγουδιέται λίγο μετά την εαρινή ισημερία, την παραμονή της 25ης Μαρτίου, οπότε «τα παιδιά κρατώντας ντενεκέδες και κτυπώντας τους δυνατά για να κάνουν θόρυβο, γύριζαν στους δρόμους του χωριού για να τρομάξουν τα ερπετά και να μην βγουν από την χειμέρια νάρκη τους, τραγουδώντας: «Φευγάτε φίδια και σκονταρέλες (= σαύρες), γιατί θα έρθει ο Ευαγγελισμός με το 33. Π. Π. Λάμπρη, ο.π., σ. 107 34. Τζουμερκιώτικα Χρονικά, τ. 13ο, Ιούνιος 2012, σ. 209, βλ. και το υποσημείωμα αρ. 5 35. Αθήναιος, 8.59.13-34 Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


40

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

σπαθί και θα σας κόψει το κεφάλι»36. Με αφορμή αυτή την αναφορά, ας ειπωθεί πως στη Ροδαυγή, ορεινό χωριό, τα χελιδόνια έφταναν συνήθως την ημέρα του Ευαγγελισμού. Τέλος, είτε με ειρεσιώνες, είτε με ικετηρίες, είτε με χελιδονίσματα, είτε με κορωνίσματα, είτε με χριστουγεννιάτικα δέντρα, είτε με ό,τι άλλο γιορτάζουμε, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής πως αυτά είναι λίγα από εκείνα που μας κάνουν να υψώνουμε το πρόσωπο αιώνες τώρα παρότι πολλές φορές ο άνεμος λυγίζει τις καλαμιές! Σημείωση: Οι μεταφράσεις των αρχαίων κειμένων είναι της συντάκτριας της μελέτης.

* Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη είναι φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση

36. Π. Π. Λάμπρη, ο.π., σ. 106 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


41

Γιώργος Α. Φλώρος*

Το τσίπουρο

Ε

κείνο τον καιρό σαν μέσιαζε ο Αη Δημήτρης με τα πρωτοβρόχια του και φύσαγαν νερό τα ξερολάγκαδα, οι κάτω μαχαλάδες του χωριού μας τις νύχτες έπαιρναν ζωντάνια. Στην κατ-βρύση, στα Βασλακέικα, νυχτοπερπάταγε όλος ο κόσμος του χωριού. Γυναίκες-άντρες φορτωμένοι με καζάνια και σκαφίδια γιομάτα με τσίπρα (στέμφυλα) σκεπασμένα με παλιορούτια, μαύρες σιλουέτες σαν ξωτικά, που γλιστρούσαν άφωνες στα σκοτεινά στενοσόκακα που έφερναν στον πάτο του χωριού. Εκεί, αλάργα κι απόμερα απ’ το μεσοχώρι, στα χωράφια και σιμά στ’ αυλάκια που διάβαινε το νερό, στήνονταν με σιγουριά σκηνικό νυχτερινής λαθραίας απόσταξης Η νόμιμη απόσταξη στοίχιζε ακριβά. Η εξουσία αξίωνε κι αυτή το μερτικό της σε φόρο. Παράλογη απαίτηση από κείνους που πάλευαν να γεμίσουν όλο κι όλο μια ταμζάνα τσίπουρο, για να ξεχειμωνιάσει η φαμιλιά τους κι όχι για εμπόριο. Κίντυνος για προδοσιά δε φτούραγε, αφού όλοι οι συγχωριανοί μας για ένα μήνα παρανομούσαν. Τη μέρα δεν ξαποφάσιζε κανένας να βγάλει τσίπουρο μήτε στο μακρινότερο λαγκάδι. Τον πρόδωνε ο καπνός της φωτιάς και η μυρωδιά της σιαμούτας. Έτσι και πιάνονταν ο παραβάτης, πέρα απ’ το πρόστιμο και την κατάσχεση (του ρακοκάζανου και του λουλά που κόστιζαν μιά περιουσία), υποχρεώνονταν με τη συνοδεία της εξουσίας να κουβαλήσει ο ίδιος στη ράχη του τα σύνεργα, απ’ το χωριό ίσαμε την Άγναντα στο Ειρηνοδικείο για τα παραπέρα. Όλο κι όλο το συγκυριό, τέσσερα λιθάρια για πυροστιά. Πάνω τους απιθωμένο το ρακοκάζανο. Σαν το γιόμωναν με τσίπρα, το κούπωναν και σφράγιζαν τις ραφές με ρετζοπάνια ποτισμένα σε λάσπη από στάχτη για να μην παίρνει ανάσα και χάνεται το σπίρτο (οινόπνευμα). Το νερό απ’ τ’ αυλάκι, απ’ τη μια μεριά γιόμωνε την κουρίτα κι απ’ την άλλη έφευγε λεύτερο για το λαγκάδι. Όλο το βράδυ κράταγε κρύο το λουλά, που φασκιωμένος με λινάτσα ήταν βαφτισμένος στην κουρίτα. Ο λουλάς, προέκταση του καπακιού, δέχονταν τους ατμούς που ’ρχονταν απ’ τα σωθικά του ρακοκάζανου και τους πάγωνε σε στάλες. Στη γούλη του έδεναν κλωστή σπάγκου, για να βρίσκουν το δρόμο τους για την ταμζάνα οι σταλαματιές του τσίπουρου. Δίπλα στις τρύπες της ξερολιθιάς, απιθωμένα ρακογυάλια έτοιμα για τη δοκιμή. Ολόρθος ο βγάλτης, και γύρω του οι άλλοι, σύμπαγε τα μισοδαύλια και κουμαντάριζε τη δύναμη της φωτιάς. Σαν έπαιρναν την πρώτη χόχλη τα τσίπρα, αμπούριαζε ο λουλάς κι έτρεχαν απ’ το σπάγκο οι πρώτες σταλαματιές, το Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


42

Γι ώ ρ γ ο ς Α . Φ λ ώ ρ ο ς

«πρωτοστάλαμα». Σκέτο σπίρτο, δε γλωσσιάζονταν. Ήταν χρειαζούμενο σαν γιατρικό για εντριβές και «κούπες» το χειμώνα. Ακολούθαγε το τσίπουρο. Η ποιότητά του, όπως και του κρασιού, είχε να κάνει με την καλή ή την άσκημη χρονιά, με το σόι του σταφυλιού, το άργασμα (ζύμωση) των τσίπρων και τη μαστοριά του βγάλτη. Ο βγάλτης αδιάκοπα άδραζε το ρακογυάλι. Το γιόμωνε απ’ το λουλά, το χούφτιαζε στις παλάμες του και το χτύπαγε με δύναμη στο γόνατό του και μέτραγε τον άλυσο (φυσαλίδες). Σαν άρχιζε ν’ αραιώνει ο άλυσος σκόρπαγε τη φωτιά και σταμάταγε την απόσταξη. Από κει και ύστερα ο λουλάς έβγαζε σιαμούτα, τσίπουρο αλαφρύ και με βαριά μυρωδιά. Το τσίπουρο της δοκιμής πότε το ’ριχνε στη φωτιά και λαμπάδιαζε και πότε του ‘δινε μια και χάνονταν στα σωθικά τα δικά του και των άλλων της παρέας με όλα τα επακόλουθα ίσαμε τα χαράματα. Κουτσοπίνοντας ώσπου να φέξει περαστιά στη φωτιά, έλεγαν σιακάδες και κουτσομπόλευαν για όλο το χωριό απ’ τα Γιαννακαίικα μέχρι τα Λεναίικα. Σαν χάραζε η μέρα τα σύνεργα χάνονταν στις βατσουνιές. Η φωτιά σβήνονταν και οι βγαλτάδες «ίσια πανιά ίσια νερά» και τοίχο-τοίχο απ’ τις νυχτερινές δοκιμές με το ρακογυάλι, έφταναν στα σπίτια για ύπνο. Σαν ήταν καλή η χρονιά, κάθε καζανιά έβγαζε τέσσερις οκάδες καλό τσίπουρο και καμιά τρακοσαριά δράμια πρωτοστάλαμα. Τσίπουρο έβγαζε κάθε φαμιλία του χωριού, το λιγότερο από μία ταμζάνα, από τα «ψηλάδια», κλήματα δηλαδή σκαρφαλωμένα ξέκλωνα στα δέντρα, από κρεβατίνες και κληματαριές στις πατωσιές απ’ τα χωράφια, χωρίς λιπάσματα και φάρμακα και με λιγοστή φροντίδα. Τα χωράφια ήταν λιγοστά και έσωναν ίσα ίσα να σμαζώνουν οι Τζουμερκιώτες τα σπορίματα και λειψό το ψωμί της χρονιάς. Στα Τζουμέρκα, εκείνα τα χρόνια, τα χωριά ήταν γεμάτα ζωή κι ας μην είχε φτάσει ακόμα εκεί «ληχτρικό», ράδιο και τηλεόραση. Συγγενείς, φίλοι και γειτόνοι μαζεύονταν αντάμα, παρεούλες στα σπίτια τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Στα γιορτάσια και στο χαμό ακόμα. Στις χαρές, εκεί περαστιά στη φωτιά του τζακιού, με ντόπια καρύδια και πασμάδες (ξερά σύκα με μέλι), το τσίπουρο λεφτέρωνε τις ψυχές τους απ’ τις έγνοιες και τις πίκρες της ζωής και έστηναν γλέντι τρικούβερτο. Στο χαμό, το τσίπουρο γίνονταν βάλσαμο στις λυπημένες ψυχές. Σαν διάβηκαν τα χρόνια, λιγοστός ο τόπος, οι άνθρωποι πολλοί, δε χώραγαν όλοι. Έτσι σκορπίστηκαν στα τρία ανέμια να καζαντήσουν. Στα κατώια των σπιτιών δε βλέπεις πλέον τον τάλαρο γιομάτο με τσίπρα από σταφύλια, πετρωμένα με γαλάζια πλάκα και σκεπασμένα με ζαγαροκούβερτα, να καρτερούν εκεί για να αργάσουν μέχρι να μπουμπουνίσει ο ουρανός και να κινήσει το νερό στα ξερολάγκαδα. Τα ταλάρια και οι βαρέλες στέγνωσαν και στράβωσαν οι δόγες Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το τ σ ί π ο υ ρ ο

43

τους. Λιγοστοί μερακλήδες που απόμειναν στα χωριά βγάζουν τσίπουρο από σταφύλια του εμπορίου και σπάνια από δικά τους. Η απόσταξη κατάντησε κάτι το πεζό. Γίνεται ανενόχλητα μέσα στα σπίτια που είναι άφθονο το νερό. Δεν έχει μήτε τη γραφικότητα του τότε μήτε τη γλύκα της αθώας παρανομίας. Το σημερινό τσίπουρο αισθανόμαστε πως δεν έχει τη γεύση του τότε. Να ‘ναι στ’ αλήθεια έτσι ή απ’ το διάβα του χρόνου να ‘χουμε την ψευδαίσθηση εμείς που τότε το γευτήκαμε στο ρακογυάλι απ’ τη γούλη του λουλά, εκεί στην ξερολιθιά;

* Ο Γιώργος Α. Φλώρος είναι συνταξιούχος τραπεζικός

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


44

Μανόλης Μαγκλάρας*

Πτυχές καθημερινής ζωής των Συρρακιωτών σε παλαιότερες εποχές

Τ

ο Συρράκο και τ’ άλλα χωριά του Δήμου Β. Τζουμέρκων, τα εκείθεν του Καλαρρύτικου(Αράχθου), παρέμειναν για μια επιπλέον 30ετία (και) υπό Τουρκική κατοχή,μετά την απελευθέρωση της εντεύθεν του Αράχθου Ηπείρου και έμελλε μια ακόμη γενιά να μεγαλώνει με το όνειρο της Λευτεριάς,που γινόταν εφιαλτικό,καθώς είχαν να αναμετρηθούν με μια σειρά ασήκωτες καθημερινές δυσκολίες. Πτυχές ενδιαφέρουσες της καθημερινής ζωής και των συνήθων ασχολιών των Συρρακιωτών μάς παραθέτει ο εκ των μελετητών του Συρράκου Ι.Λαμπρίδης1. «Στερείται δ΄ ανέκαθεν προς έψησιν και θέρμανσιν ξυλείας. Διο και επί μεν του Αλή είχε τρεις δημοσίους κλιβάνους,νυν δε ιδιωτικούς δέκα, θερμαινομένους όμως δια την σπάνιν και την υπερτίμισιν των ξύλων σπανιώτατα. Πάσαι αι οικίαι ποιούνται κάθ΄ εκάστην χρήσιν γαστρών, καιομένων δια της κόπρου,ην συλλέγουσιν μετά μεγάλης επιμελείας και δαπανώσι μετά φειδούς…» Η «κόπρος» ή αλλιώς(βλαχ.) οι μπάλιγκες ως καύσιμη ύλη σε μας τους μεγαλύτερους είναι πολύ οικεία,καθώς χρειάστηκε πολλά καλοκαίρια, παιδόπουλα τότε, κατά προτροπή των αγιών μανάδων μας να διατρέξουμε με τις ζιάκες ανά χείρας, όλη την έκταση της Πουλιάνας (βοσκότοπος για τα αλογομούλαρα). Αξίζει να παραθέσουμε εδώ ένα αρκετά χαριτωμένο χρονογράφημα του συρρακιώτη εκπαιδευτικού Χρ. Παπαδημητρίου που αναπαριστά ανάγλυφα την προπολεμική εποχή στο Συρράκο και την αγωνία των ανθρώπων να εξασφαλίσουν αυτό που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο. «― Χρηστάκη μου,μου είπε η μακαρίτισσα η μάνα μου, εκεί που φυλάς τα καλαμπόκια,δεν παίρνεις μια ζιάκα να μάσεις λίγες μπάλιγκες; ― Παίρνω μάνα μου,της είπα και μου έδωσε τη ζιάκα.Την έβαλα στον τορβά από κάτω, από πάνω το ψωμί και πάνω-πάνω τη μουσιόντρα(πίτα) κι έφυγα για το χωράφι. Μετά από λίγες μέρες τέλειωσαν τα φαγώσιμα και φανερώθηκε η ζιάκα, που την είχα ξεχάσει.Την κρέμασα στην γκορτσιά για να τη βλέπω, αλλά και πάλι την ξέχασα,ή μάλλον ξέχασα την παραγγελιά. Ένα πρωί μπονώρα-μπονώρα, φρούρρ... με ξύπνησε ένα άλογο που μπήκε 1. Ι.Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά Μελετήματα, τεύχ.5ο, Μέτσοβον-Σεράκου, Αθήναι, 1888, σ.51-53 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πτ υ χ έ ς κ α θ η μ ε ρ ιν ή ς ζω ή ς τω ν Συρρ ακ ι ωτώ ν

45

στα καλαμπόκια για ζημιά. Πετιέμαι απ’ το καστέλιο, αρπάζω τη φορτωτήρα και το βάζω στο κυνηγητό. Κυνηγώντας, το`φτασα σ` ένα μεγάλο κοπάδι αλογομούλαρων και πρόλαβε να χωθεί ανάμεσά τους. Εκεί βρήκα κάτω πολλές μπάλιγκες και μου ήρθε στο νου η παραγγελιά της μάνας μου.Γυρίζω γρήγορα πίσω, παίρνω ανά χείρας τη ζιακα και να΄μαι πάλι στο κοπάδι. Προς μεγάλη μου όμως λύπη δε βρήκα το προϊόν που επιζητούσα. Ήταν ποδοπατημένο και σκορπισμένο. Ποιός διάβολος, είπα μέσα μου,πάει τώρα να ψάξει αλλού;... Είναι βέβαιο,άλλωστε, ότι κι άλλοι ενδιαφερόμενοι θα είχαν σπεύσει σε αναζήτηση του υπερπολύτιμου και σπάνιου είδους. Αύγουστος μήνας. Ξαφνικά, εκεί που ήμουν περίλυπος και ετοιμαζόμουν να επιστρέψω στο χωράφι, ήρθε φως εξ ουρανού. Βλέπω μια φοράδα να σηκώνει καμπουριαστή την ουρά της προς τα πάνω. Δεν ήταν για να χτυπήσει τις αλογόμυγες. Το κατάλαβα αμέσως τι επρόκειτο να κάνει. Χωρίς να χάσω κλάσμα του δευτερολέπτου, αστραπιαία αρπάζω τη ζιάκα και πλησιάζοντας στην κατάλληλη απόσταση και θέση,ανέμενα με κομμένη την ανάσα την έξοδο του χρυσού. Η πράξη τελέστηκε στα γρήγορα. Τ’ άλογα ξέρετε δεν πάσχουν από δυσκοιλιότητα. Και γιατί να σκύβω και πάλι να σηκώνουμαι και γιατί να πιάνω τις σβουνιές με τα χέρια και να λερώνουμαι; Ετσι άρχισε το έργο μου. Τεράστια επιτυχία. Βρήκα την πατέντα. Από την κοιλιά του αλόγου κατευθείαν στη ζιάκα. Απ’ την πηγή στη ζιάκα. Χωρίς να έχω ιδιαίτερες γνώσεις ήμουν ένας ευρεσιτέχνης ήδη από τα 8-9 μου χρόνια. Μόνη φροντίδα ήταν η παρατήρηση. Να προσέχω και να παρακολουθώ τη διάθεση της ουράς των αλόγων. Μόλις αρχίζει ν ’ανεβαίνει η ουρά,ταχύτατα η ζιάκα πρέπει να κολλήσει στα οπίσθια του αλόγου. Αλήθεια σας λέω. Ποτέ δε μου πέρασε απ’ το νου μου οτι ανάμεσά τους υπήρχαν και πολλές τσινιάρικες μούλες που με τις κλωτσιές τους θα μπορούσαν να μου προκαλέσουν ανήκεστες βλάβες. Το πάθημα της μακαρίτισσας θεια-Γιάννως ούτε καν το σκέφτηκα. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος, που δεν πέρασε απ’ το μυαλό μου κανένας φόβος, παρά μόνο η εύκολη κι αυτόματη συλλογή της μπάλιγκας. Η ζιάκα άρχισε σιγά-σιγά ν’ ανεβαίνει και μάλιστα να βαραίνει. Αυτό ήταν πρόβλημα. Στην αρχή τη σήκωνα και τη μετέφερα, μετά βρήκα δυσκολία. Κι αφού πήγε στη μέση, την τραβούσα σβάρνα. Μετά δεν κουνιόνταν πια. Θα έχετε δει το μαύρο μικρό σκαθάρι να κουβαλάει τεράστιους βόλους με τα πισινά του. Εγώ τραβούσα με χέρια και με πόδια... Στο τέλος τα κατάφερα. Άδειασα το πράμα σε μια ισοτοπιά για να λιαστεί και τι να ιδω; Οι μπάλιγκες είχαν γίνει ένας πολτός. Χαμός. Ο κόπος μου πάει χαμένος»2.

2. Οι μπάλιγκες, εφ. Αντίλαλοι Συρράκου, 1992 Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


46

Μανόλης Μαγκλάρας

Περιζήτητες λοιπόν οι (σ)βουνιές και είδος εν ανεπαρκεία τότε για το Συρράκο,καθώς η περιοχή ήταν αμιγώς βοσκότοπος και εστερείτο παντελώς δασικής ύλης, οπότε πολλοί Συρρακιώτες κατέφευγαν και σε γειτονικές περιοχές προς αναζήτηση του σπάνιου αυτού προϊόντος. Έγγραφο του Προέδρου του γειτονικού οικισμού των Καλαρρυτών υπ’αριθ.183/5836, απευθυνόμενο στην κοινότητα Συρράκου, προειδοποιεί. «Παρακαλούμε όπως συστήσετε εις τους συνδημότας υμών να μη συλλέγωσιν καύσιμην ύλην(βουνιές) εκ της θέσεως «Άβατος» περιφερείας ημών, προς αποφυγήν κατασχέσεων και καταμυνήσεων.» Μια άλλη πτυχή της ζωής των Συρρακιωτών επί Τουρκοκρατίας ήταν το χτίσιμο του σπιτιού, μια διαδικασία εξαιρετικά επίπονη και αρκετά δαπανηρή. Τα υλικά και κυρίως η πέτρα που ήταν το βασικό υλικό,έβγαινε επί τόπου, από τα παραδοσιακά λατομεία της περιοχής, σε μεγάλη απόσταση απ’ το χωριό και, επειδή ο τόπος ήταν ανώμαλος, μεταφέρονταν από γυναίκες-υποζύγια και άνδρες. Να διαβάσουμε πώς περιγράφει την όλη διαδικασία της εξόρυξης και μεταφοράς της πολύτιμης πέτρας ο Κ. Κρυστάλλης στο αριστούργημά του, «Τα μάρμαρα»3. ..«(...) Είχε καεί το χειμώνα η πλιο μεγάλη εκκλησιά του χωριού μας,ο ΑϊΝικόλας, και το καλοκαίρι εκείνο την ξανάχτιζαν οι χωριανοί. Πλέρωναν μοναχά τα μεροδούλια των μαστόρων και κουβαλούσαν αυτοί από τα βουνά απάνου κάθε βδομάδα την πλάκα και τα μάρμαρα. Εκεί που τελειώνουν πλέον τα σιάδια κι αρχίζει πάλε η μπροστέλα του βουνού εκεί ήταν τα μάρμαρα. Εκεί με τους κασμάδες και με τους λοστούς δουλεύοντας όλο το μεροβδόμαδο τάχαν αραδιάσει σωρούς σωρούς χοντροκομμένα τ’αφράτα μάρμαρα οι μαρμαράδες. Σαν ο γονός του μελισσιού που ρίχνει και φεύγει από το κρινί και σκαλώνει απανωτό στριμωμένο στο πρώτο κλωνάρι του κλαριού που τυχαίνει μπροστά του και το κλωνάρι μαυρίζει ολόβολο, έτσι μαύρισαν τώρα τα κάτασπρα εκείνα κι αστραφτερά σα χιόνια μαρμαροσώρια,από τα πλήθη που κόλλησαν απανουθιό τους. Άνδρες και γυναίκες δίπλωναν τες φλοκάτες στραυρωτά κατά πίσω, τες πίστρωναν ύστερα σα προσκέφαλα κι εφορτώνονταν ο ένας με τον άλλον τα θεόρατα μάρμαρα.Ως που φορτώθηκαν όλοι κι αντιλήφτηκαν από μπροστά οι άσπροι σωροί». Για μια μεγάλη πέτρα που κουβαλούσαν στην πλάτη έπαιρναν έξι παράδες και μέσα σε μια ημέρα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν δέκα δρομολόγια. Aλλά το τελικό κόστος αυτής της πέτρας ως τη στιγμή που θα έμπαινε στον τοίχο έφτανε τους 10 παράδες. Οι πλάκες για τη σκεπή αγοράζονταν 10 πιά3. Κ. Κρυστάλλη, Απαντα, Αθήναι, 1939 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πτ υ χ έ ς κ α θ η μ ε ρ ιν ή ς ζω ή ς τω ν Συρρ ακ ι ωτώ ν

47

στρα οι 100, μικρές και μεγάλες. Η ξυλεία μεταφερόταν από ώρες μακριά. Από τα Πράμαντα,τους Μελισσουργούς, το Ματσούκι, το Παλιοχώρι,το Προσήλιο και από την Παντούρε Μάρε στο Χαλίκι. Όσο για τα ταβανοσάνιδα, αγοράζονταν 30-40 παράδες το ένα. Σύμφωνα με τον τιμάριθμο της εποχής και το διαιτολόγιο ο εργαζόμενος κάλυπτε τις ανάγκες της ατομικής διατροφής του ετησίως με τα ημερομίσθια 180 εργάσιμων ημερών. Οι τιμές διατροφής ήταν 1 οκά βοδινό=6 παράδες, 1 οκά ψωμί=4 παράδες, 1 οκά τυρί=6 παράδες και 1 οκά ψάρια=5 παράδες. Τα συνήθη νομίσματα που χρησιμοποιούνταν στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν η τούρκικη λίρα, το γρόσι,ο παράς και τα άσπρα, με τις εξής υποδιαιρέσεις. Μία(1) λίρα=100 γρόσια, ή 1 εικοσόφραγκο (=96 δρχ), ένα (1) γρόσι=40 παράδες(9,6 δρχ) και ένας (1) παράς=3 άσπρα. Ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία στην περιοχή μας, που αφορούν στη δημοσιονομική πολιτική επί Τουρκοκρατίας, όπως τα παραθέτουν οι περιηγητές Leake και Pouqueville και τα διασώζει ο Κ. Κρυστάλλης4. «Οι κάτοικοι των μεν Καλαρρυτών συνεποσούντο εις 4.350,του δε Συρράκου εις 3.500 περίπου. Δημόσιον φόρον επλήρωνον η μεν πρώτη τάξις γρόσια 800, η δε δευτέρα γρ. 400 και από των 100 μέχρι των 5 γρ. αι λοιπαί κατώτεραι τάξεις. Οι πτωχοί ουδέν επλήρωνον. Εις γρ. 60.000 ανήρχετο το ποσόν το οποίον εισήρχετο κατ’έτος εις το Δημόσιον ταμείον εξ εκάστης των δύο τούτων κοινοτήτων. Τόκους δε έδιδον προ του Αλή 10%, όταν ηναγκάζοντο να δανεισθώσι χρήματα,ο Αλής όμως υποχρέωσεν αυτούς μετά ταύτα να δανείζονται από ευνοούμενούς του ανθρώπους προς 12%. Τας θερινάς βοσκάς των ορέων των ενοικίαζον αντί γρ. 500 δια μέρος χωρητικότητος 2.000 ζώων. Το εισόδημα τούτο, η παρ’ αρχαίοις επινομία καλουμένη, προσέφερεν ουκ ευκαταυρόνητον ετήσιον πλούτον εις τα ταμεία των κοινοτήτων τούτων, ων αι τοιαύται βοσκαί μέχρι σήμερον διατηρούνται απέραντοι.» Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. και από τις περιγραφές του Λαμπρίδη5 πληροφορούμαστε για ένα Συρράκο με κίνηση, ζωή,εμπόριο,με κόσμο κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες. «Εις δε το Σερράκον εν ώρα χειμώνος νεκρική επικρατεί σιωπή.Το θέρος κίνησις και ζωή μεγίστη. Δύο ευρέα σφαγεία μόλις αρκούσι προς ικανοποίησιν των κρεωφάγων τούτων Βλάχων, καφενεία ανοίγουσι, οινοπωλεία κινούνται, τα σχολεία πληρούνται μαθητών,ιατροί διασταυρούσι τας οδούς. Πάσαν δε Δευτέραν και Τετάρτην της εβδομάδος αγορά εκ των πέριξ γίνεται». 4. Κ. Κρυστάλλης, ό.π. σ. 48-49 5. Ι. Λαμπρίδης, ό.π. σ. 19 Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


48

Μανόλης Μαγκλάρας

Για να ολοκληρώσουμε τη σύντομη αυτή περιήγηση με μία ειδική αναφορά στη γυναίκα της ίδιας εποχής, που παρά τη σχετική άνεση της κοινωνίας εκείνη δεν παύει ν’ αποτελεί και πάλι το θύμα της καθημερινότητας. «Εις δε το Σερράκον φθίσις (χτικιό) πολλή παρά ταις γυναιξί ιδίως, εκ της κακής αυτών διαίτης προερχομένη,επειδή φέρουσι τα αυτά των οικιών ενδύματα και υδρεύονται εις ψυχροτάτας κρήνας, ένθα και παραμένουσι πολλάκις γυμνόποδες και άνευ εσωβράκων».

* Ο Μανόλης Μαγκλάρας είναι φιλόλογος

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


49

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης*

Ο σεισμός του 1967 Αιτία για το σημερινό μοντέρνο και όμορφο Αθαμάνιο

Ή

ταν πρωί, πρώτη του Μάη του χίλια εννιακόσια εξήντα επτά. Η μέρα ήταν ανοιξιάτικη, πεντακάθαρη. Εκείνο το πρωινό οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού βρίσκονταν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, στο συνοικισμό Αμπέλια, γιατί ήταν Δευτέρα του Πάσχα και γιορταζόταν και η γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Οι άλλοι είχαν βγάλει τα ζώα τους για βοσκή. Λίγοι βρίσκονταν στα σπίτια τους. Στο εκκλησίασμα επικρατούσε θρησκευτική κατάνυξη. Τίποτα δεν προμηνούσε το κακό που θα έρχονταν. Τα ρολόγια έδειχναν εννέα και δέκα όταν ακούστηκε από τα σπλάχνα της γης ένα υπόκωφο βουητό. Σείστηκε ο τόπος, ενώ η εκκλησία άρχισε να κουνιέται συθέμελα. Κάποιοι είπαν ότι άνοιξε ο τοίχος για μια στιγμή και είδαν μέσα από τη σχισμή έξω τα πουρνάρια, που βρίσκονται στην άκρη της αυλής. Άλλοι, ότι άνοιξε για λίγο η σκεπή και φάνηκε ο ουρανός Ποιος μπορεί να το πει αυτό με σιγουριά σε τέτοιες στιγμές τρόμου και πανικού; Λύθηκαν τα γόνατα όλων. Ακολούθησαν οι κραυγές, τα ξεφωνητά κι άρχισαν να στριμώχνονται στη μικρή πόρτα για να βγουν έξω. Ο παπα-Δημήτρης, ατάραχος, όπως τουλάχιστον έδειχνε, συνέχισε τη Θεία Λειτουργία. Ο συνταξιούχος δάσκαλος Δημήτριος Μάλλιος θυμάται ότι το προηγούμενο βράδυ είδε στον ύπνο του πως ήταν στο εκκλησάκι του Αϊ-Γιώργη από πολύ νωρίς, πριν ακόμα να φέξει καλά, για τη θεία λειτουργία. Ήταν μόνος του ακόμα μέσα στο ναό. Επειδή έψελνε κιόλας, στέκονταν δίπλα στο ψαλτήρι. Πίσω του ήταν το μικρό παραθυράκι. Από το παραθυράκι αυτό και μέσα στο μπουρμπούρι (μισοσκόταδο), είδε να έρχεται προς το μέρος του, από τα πουρνάρια, ένας ρακένδυτος ιερέας που έμοιαζε με τον μακαρίτη παπα-Γιώργη Ψωράκη, τον πατέρα του παπα-Γιάννη. Όταν έφτασε κοντά στο παράθυρο και επειδή τον είδε που φοβήθηκε πολύ, του έκανε νόημα με το χέρι του να μη φοβάται. Του είπε ότι θα γίνει πόλεμος αλλά ότι αυτός δεν θα πάθει κακό. Να πάει δε σ΄ ένα συγκεκριμένο σημείο και να πάρει ένα φυλαχτό, για να τον προστατεύει. Ύστερα χάθηκε από μπροστά του. Αυτό το όνειρο ο ίδιος το θεωρεί ως πρόγνωση του σεισμού. Παρόμοια σημάδια, με όνειρα ή συμπεριφορές ζώων, που παραπέμπουν σε πρόγνωση του σεισμού έχουν να διηγηθούν αρκετοί κάτοικοι, όταν συζητάς μαζί τους. Άλλωστε έτσι συμβαίνει πάντοτε, ύστερα από πολύ σοβαρά γεγονότα. Ο θόρυβος από τους πετρόχτιστους τοίχους που σωριάζονταν και ο κουρνιαχτός που σκέπασε τις πλαγιές του βουνού από τις πέτρες και τους μεγάλους Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


50

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

βράχους που κατρακυλούσαν και που σκοτείνιασαν τον ήλιο έδιναν μια εικόνα βιβλικής καταστροφής και φρίκης. Ο σεισμός ήταν ισχυρός, μεγέθους 6,4 R, και έπληξε, κυρίως, τα ορεινά των νομών Άρτας, Ιωαννίνων και Τρικάλων. Εννέα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και πενήντα έξι τραυματίστηκαν. Οι τέσσερις από τους νεκρούς έχασαν τη ζωή τους στη θέση Σκάλα Κουρλίγκα, στα γειτονικά μας Κάψαλα. Ήταν από το Σκαρπάρι και πήγαιναν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, όταν θεόρατοι βράχοι από το βουνό έπεσαν πάνω τους. Στο χωριό μας, ευτυχώς, δεν είχαμε κανένα θύμα ή τραυματία. Ούτε σπίτια έπεσαν. Μόνο σοβαρές ρωγμές υπέστησαν αρκετά από αυτά ή έπεσαν κάποιοι καπνοδόχοι. Και τούτο γιατί τα σπίτια ήταν κτισμένα με πέτρα και άσπρη άμμο από το Σταυρό, όπως τα έκτιζαν τότε. Στην ευρύτερη περιοχή που έπληξε ο σεισμός περίπου δέκα χιλιάδες κτίρια υπέστησαν βλάβες από τα οποία τα εννιακόσια σαράντα καταστράφηκαν. Μετά τον κύριο σεισμό ακολούθησαν πολλοί μετασεισμοί, ο μεγαλύτερος των οποίων ήταν μεγέθους 5,9 R και έγινε την ίδια μέρα με τον κύριο σεισμό. Οι εφημερίδες των Αθηνών και της επαρχίας με πρωτοσέλιδά τους έγραφαν: «Την 9.10 πρωϊνήν της Δευτέρας του Πάσχα, τρομακτικός σεισμός έπληξε την ¨Ήπειρο και την Θεσσαλίαν με 9 νεκρούς, δεκάδες τραυματίες και χιλιάδες άστεγους». Από την ταινία Επικαίρων της περιόδου γεγονότων 03/05/196706/05/1967, που μετέδιδε το καθεστώς της Χούντας, ακούμε: « Ο Εγκέλαδος έπληξε πάλι την Ελλάδα. Η Ήπειρος και η Θεσσαλία εδοκιμάσθηκαν σκληρώς από τους σεισμούς οι οποίοι ήνοιξαν τεραστίας ρωγμάς εις το έδαφος, προεκάλεσαν τεραστίους καταστροφάς οικιών, σχολείων, εκκλησιών και ανέστειλαν τον ρυθμόν της ζωής εις τας περιοχάς αυτάς…». Στο ίδιο οπτικοακουστικό ντοκουμέντο διαβάζουμε την περίληψη: «Πινακίδες εισόδου σε χωριά της Ηπείρου ( Πράμαντα Ιωαννίνων και Αθαμάνιο Άρτας ) που επλήγησαν από σεισμό. Εικόνες κατεστραμμένων σπιτιών, ρηγμάτων και ερειπίων στα χωριά. Ηλικιωμένοι μαγειρεύουν στο ύπαιθρο. Σε ορεινούς δρόμους στρατιωτικά φορτηγά μεταφέρουν τρόφιμα, φάρμακα και σκηνές για τους σεισμοπαθείς. Υψηλόβαθμοι αξιωματικοί επιθεωρούν κατεστραμμένα σπίτια σε σεισμόπληκτο χωριό. Σε χώρο όπου έχουν στηθεί αντίσκηνα στρατιώτες και κάτοικοι ξεφορτώνουν από τα φορτηγά τις προμήθειες, παρουσία νοσοκόμων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και αξιωματικών. Στρατιώτες, ιερείς και κάτοικοι του χωριού στήνουν σκηνές. Οι κάτοικοι παραλαμβάνουν τρόφιμα. Παιδιά και ενήλικοι εξετάζονται από γιατρούς σε πρόχειρο ιατρείο που λειτουργεί σε σκηνή. Φορτηγό του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού φθάνει στην περιοχή, ενώ εφόδια έχουν στείλει επίσης ο Σουηδικός Ερυθρός Σταυρός και η Φιλανθρωπική Οργάνωση της Καθολικής Ιεραρχίας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Οι κάτοικοι επιστρέφουν στις καθημερινές ασχολίες τους». Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο σεισμός του 1967

51

Οι κάτοικοι του Αθαμανίου, όπως και των άλλων χωριών των Τζουμέρκων, εκείνο το βράδυ ξημέρωσαν στο ύπαιθρο. Την επόμενη μέρα επισκέφτηκε το χωριό ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με κυβερνητικά στελέχη της χούντας των συνταγματαρχών και επικεφαλής τον Στυλιανό Πατακό. Το ελικόπτερο Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με τον Στυλιανό Πα- που τους μετέφερε προσγειώθηκε στο τακό και κυβερνητικά στελέχη επισκέπτονται χωράφι του Στέφανου Μάλλιου. Από με ελικόπτερο το χωριό (φωτογρ. Σωκρ. Τσα- εκεί με στρατιωτικά τζιπ πήγαν στην τσούλη) πλατεία. Ο βασιλιάς ανέβηκε το σοκάκι μέχρι το ύψος του σπιτιού του Γραμματέα του χωριού Κων/νου Στασινού. Εκεί λέγεται ότι του είπε ο τότε Πρόεδρος του χωριού Ξενοφών Στασινός: «Μέχρις εδώ Μεγαλειότατε. Από εδώ και πάνω υπάρχει κίνδυνος ίνα καταπέσωσι πέτρες και καταπλακώσωσι υμάς». Το σοκάκι τότε είχε δεξιά και αριστερά υψηλό μαντρότοιχο, μέρος του οποίου σώζεται και σήμερα Δεν μίλησαν με τους κατοίκους του χωριού. Είδαν ό,τι ήθελαν να δουν, επέστρεψαν στο ελικόπτερο και έφυγαν. Τις αμέσως επόμενες ημέρες έφθασαν σκηνές από την Άρτα για την άμεση στέγαση των κατοίκων. Αυτές στήθηκαν στις αυλές των σπιτιών και πολλές στην πλατεία του χωριού. Εκεί, κάτω από τον πλάτανο, στήθηκε και μια μεγάλη για τις ανάγκες της εκκλησίας. Το 3/θέσιο δημοτικό σχολείο στεγάστηκε, στην αρχή και για ένα χρόνο περίπου, σε τρεις σκηνές που στήθηκαν στο χώρο που βρίσκονται σήμερα οι κατασκηνώσεις της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτας. Κατόπιν στεγάστηκε σε δωμάτια των σπιτιών του Γιάννη Στασινού, το οποίο φιλοξενούσε τμήμα του σχολείου και πριν από το σεισμό, και της Ξένης Μάλλιου, τα οποία δεν είχαν υποστεί βλάβες.

Σκηνές στην πλατεία του χωριού (φωτογρ. Σωκρ. Τσατσούλης)

Σκηνή κάτω από την πλάτανο για τη στέγαση της εκκλησίας (φωτογρ. Σωκρ. Τσατσούλης) Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


52

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

Συνεργεία από μηχανικούς ήλεγξαν την καταλληλότητα των σπιτιών. Όσα από αυτά κρίθηκε ότι δεν ήταν κατοικήσιμα δόθηκε από την πολιτεία στους δικαιούχους ενίσχυση 3.500 – 5.000 δραχμών για προσωρινή στέγαση σε παράγκες. Σε παράγκα, που φτιάχτηκε στην πλατεία, δίπλα στον πλάτανο, Η παράγκα στο πλάι του πλάτανου της πλατεί- στεγάστηκε και η εκκλησία. Η παράας, στην οποία στεγάστηκε η εκκλησία (φω- γκα κατασκευάστηκε λίγο πριν από τογρ. Σωκρ. Τσατσούλης) το Πάσχα του επόμενου έτους, από το μάστορα του χωριού μας Δημήτριο Γαλάνη και οικονομική βοήθεια από το Συνεταιρισμό, ύστερα από απόφαση των μεριδιούχων. Το Δημοτικό Σχολείο επίσης στεγάστηκε σε παράγκα, που κατασκευάστηκε σε οικόπεδο του Τηλέμαχου Στασινού, το οποίο παραχώρησε δωρεάν για όσο διάστημα θα διαρκούσε η προσωρινή στέγαση. Η οριστική αποκατάσταση των σεισμοπαθών έγινε με δάνεια αυτοστέγασης, ύψους 50.000 δραχμών, για κατασκευή καινούριου σπιτιού και 20.000 περίπου για επισκευή του υπάρχοντος. Δόθηκαν επίσης, σε όσους ήθελαν, 15.000 δραχμές δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα για αποπεράτωση των σπιτιών τους. Για τη χορήγηση των δανείων αυτών, λόγω των προϋποθέσεων που όρισε η πολιτεία αλλά και των παρεμβάσεων κάποιων ανευθυνοϋπεύθυνων συγχωριανών μας, αρκετοί κάτοικοι δεν ικανοποιήθηκαν και δημιουργήθηκαν τριβές και εντάσεις. Τότε έγινε και μια προσπάθεια από το κράτος να έρθουν οι κάτοικοι των οικισμών Τελησίου, Πλατάνου, Λούρων και Σκαλούλας, γύρω στις εκατόν σαράντα οικογένειες, και να κτίσουν τα καινούρια τους σπίτια σε οικόπεδα -που απαλλοτρίωνε το κράτος- σε μια μικρή ακτίνα γύρω από την πλατεία του χωριού. Αυτό δημιούργησε, επίσης, εντάσεις ανάμεσα στους ιδιοκτήτες των οικοπέδων και στους δικαιούχους του προγράμματος, γιατί οι απαλλοτριώσεις γίνονταν σε όλη την έκταση του χωριού, με αποτέλεσμα κάποιοι να χάνουν σχεδόν όλα τα χωράφια τους, που και αυτά ήταν λιγοστά. Το μέτρο όμως δεν πέτυχε, γιατί μόνο λίγοι κάτοικοι έκαναν χρήση αυτού του «ευεργετήματος». Οι άλλοι παρέμειναν στους οικισμούς, κοντά στα κτήματά τους και στα ζώα τους. Τα σπίτια του χωριού πριν από το σεισμό ήταν μονώροφα και αρκετά διώροφα, κτισμένα με πέτρα πελεκητή και σκεπή από πέτρινες πλάκες. Σ` αυτά κατοικούσαν, συνήθως, οι γονείς με τα παιδιά τους, ελεύθερα και παντρεμένα. Κάθε οικογένεια είχε δικό της μόνο ένα δωμάτιο για ύπνο. Υπήρχε σπίτι στο οποίο έμεναν πέντε οικογένειες, μαζί με τον παππού και τη γιαγιά. Οι άλλοι Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο σεισμός του 1967

53

χώροι του σπιτιού, αν υπήρχαν, χρησιμοποιούνταν από όλα τα μέλη της φαμελιάς. Με το σεισμό τούς δόθηκε η ευκαιρία να κτίσει η κάθε οικογένεια το δικό της σπίτι. Αυτό ήταν πολύ καλό. Όμως τα νέα σπίτια που κτίστηκαν, με σχέδια της αρμόδιας υπηρεσίας αποκατάστασης των σεισμόπληκτων, ήταν όλα ίδια και αποτελούνταν από τρία δωμάτια και μια μικρή βεράντα, δίχως κουζίνα και τουαλέτα. Η σκεπή αποτελούνταν από κεραμίδι ή πλάκα τσιμέντο, κάτι εντελώς απαράδεκτο για την περιοχή, για λόγους υγείας (κρύα το χειμώνα, ζεστά το καλοκαίρι) αλλά και αισθητικής. Από μόνοι τους οι κάτοικοι, αργότερα, πρόσθεσαν τους βοηθητικούς χώρους που χρειάζονταν (κουζίνα, τουαλέτα). Από όσα σπίτια κρίθηκαν επισκευαστέα, αφαιρέθηκε η πέτρινη σκεπή και ο τοίχος μέχρι το ύψος των παραθύρων και τοποθετήθηκε σκυρόδεμα και σκεπή από κεραμίδια. Στο κάτω μέρος της πλατείας του χωριού υπήρχε η παλιά εκκλησία, η οποία είχε κτιστεί το 1848, την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως έγραφε επιγραφή στο πάνω μέρος της εισόδου. Στην ίδια θέση υπήρχε πριν μικρός ναός, ο οποίος δεν χωρούσε τους κατοίκους κατά την τέλεση των θρησκευτικών τους αναγκών. Λέγεται ότι οι κάτοικοι, για να λύσουν το πρόβλημα, απευθύνθηκαν στην τουρκική διοίκηση, γιατί η περιοχή ήταν κάτω από την τουρκική κυριαρχία και ζήτησαν να τους επιτραπεί η ανέγερση μεγαλύτερης εκκλησίας. Τα σύνορα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους την εποχή εκείνη έφταναν μέχρι την περιοχή του Άννινου, κοντά στο Κομπότι. Οι τουρκικές Αρχές, για να καλοπιάνουν τους χριστιανούς, ώστε να μην ξεσηκώνονται και επαναστατούν, αποφάσιζαν να κτίζουν εκκλησίες με τη βοήθεια των ενοριτών. Έτσι μια μέρα, δίχως οι κάτοικοι να γνωρίζουν τίποτα, έφτασε στο κέντρο του χωριού συνεργείο επιταγμένων ελλήνων μαστόρων με τους βοηθούς τους και ζώα για φόρτωμα υλικών, με τη συνοδεία τουρκικού αποσπάσματος. Χτύπησαν την καμπάνα για να μαζευτούν στην πλατεία οι χωριανοί. Οι Αθαμανιώτες στην αρχή τούς εξέλαβαν ως επιδρομείς και φοβήθηκαν. Όταν όμως έμαθαν το σκοπό του ερχομού τους, ενθου-

Εικόνες του χωριού πριν από το σεισμό (φωτογρ. Σωκρ. Τσατσούλης) Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


54

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

Όψεις της παλιάς εκκλησίας και η μηλοκοκιά στην πλατεία (φωτογρ. Σωκρ. Τσατσούλης)

σιάστηκαν και αποφάσισαν να μπουν όλοι στη δουλειά για την εκτέλεση του έργου. Όλοι μπήκαν κάτω από την επίβλεψη ενός τοπάρχη, τσελεπή (αρχηγός δερβισικού τάγματος, άρχοντας, προύχοντας). Στην αρχή έγιναν τα ασβεστοκάμινα στην περιοχή της Γούρνας, που τότε ήταν καλυμμένη από πυκνό δάσος. Ακολούθησε η ανασκαφή των θεμελίων και στη συνέχεια το κτίσιμο με μαλακή μαύρη πέτρα. Οι διαστάσεις της ήταν 18μ. μήκος, 10μ. πλάτος και 7μ.ύψος. Σκεπάστηκε με ντόπια πλάκα. Ήταν σχήματος βασιλικής με τρούλο, τρίκλιτη, με θόλους, κίονες και γυναικωνίτη. Το τέμπλο ήταν ξύλινο και σκαλιστό. Αποτελούνταν από πολλές εικόνες μικρού σχήματος. Λέγεται ότι οι Τούρκοι το μετέφεραν από άλλη εκκλησία, στην οποία έκαναν πλιάτσικο, για να το πουλήσουν. Περνώντας από το χωριό το αγόρασε κάποιος ενορίτης και το έκανε δωρεά. Άλλη παράδοση λέει πως κάποιος συγχωριανός, ονόματι Τσατσούλης, εργαζόταν ως κτίστης στην Πελοπόννησο. Εκεί αγόρασε το τέμπλο από κατεδαφισθείσα εκκλησία, το αποσυναρμολόγησε και το μετέφερε με ζώα στο χωριό. Τεχνίτες το επικόλλησαν και το προσάρμοσαν στο υπάρχον της παλαιάς και μικρότερης εκκλησίας, χωρίς να διακρίνονται οι διαφορές. Για να είναι πιο στέρεο το οικοδόμημα και να αντέχει σε σεισμούς, χρησιμοποιήθηκαν ως συνδετήρες δένδρινοι (από βαλανιδιά) δοκοί, των οποίων οι άκρες ενσωματώθηκαν στην τοιχοποιία. Στα 1930, όταν έγινε η ανακαίνιση του ναού και τροποποιήθηκε ο γυναικωνίτης, δυστυχώς επικράτησαν κάποιες απόψεις οι οποίες ήθελαν και πέτυχαν την αφαίρεση των ξύλινων δοκώνσυνδετήρων, για την καλύτερη εμφάνιση της εκκλησίας, η οποία πάντως ήταν ημιτελής, γιατί οι φτωχοί Αθαμανιώτες αδυνατούσαν να ενισχύσουν οικονομικά την αποπεράτωσή της. Στο τέλος της δεκαετίας του 1920 αποφάσισαν να μισθώσουν τις θερινές βοσκές στον ηγούμενο της Μονής Μελατών Γεράσιμο Καλούτση και με τα μισθώματα αυτά και την επιπλέον οικονομική βοήθεια του ηγουμένου αποπερατώθηκαν όλες οι εσωτερικές ελλείψεις που υπήρχαν. Ακολούθησε η αγιογράφηση, η οποία ήταν βυζαντινής τεχνοτροπίας, και τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο σεισμός του 1967

55

επιχρίσματα και έτσι ο ιερός ναός του χωριού, που ήταν αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ήταν ένα αρμονικό, καλλιτεχνικό κομψοτέχνημα, που προκαλούσε το θαυμασμό στους επισκέπτες. Όμοιοι με αυτό το ναό και με τον ίδιο τρόπο, την ίδια εποχή, κτίστηκαν οι ναοί στο Πέτα, στο Τετράκωμο και στα Θεοδώριανα, οι οποίοι σώζονται μέχρι και σήμερα. Η κεντρική είσοδος της εκκλησίας βρίσκονταν στη νότια πλευρά, όπου υπήρχε μια μικρή πλατεία και μια μεγάλη γκορτσιά. Στο χώρο αυτό έβγαινε και η Ανάσταση το Πάσχα. Στην ανατολική πλευρά τού ναού, πίσω από το ιερό, υπήρχε παλιά το νεκροταφείο, το οποίο και μεταφέρθηκε στη θέση Σταυρός, όπου και βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Στη δυτική του πλευρά, όπου ήταν η είσοδος του γυναικωνίτη, υπήρχε, όπως υπάρχει και σήμερα, πέτρινη σκάλα, η οποία οδηγούσε στην πλατεία, Εκεί κοντά στο δυτικό άκρο της πλατείας βρισκόταν το καμπαναριό, ένα σωστό κομψοτέχνημα, της μαστορικής τέχνης. Κτίστηκε στα 1919, με σκληρή σκούρα πέτρα, πελεκητή, από τον πρωτομάστορα Γιώργο Γρετσίστα, που κατάγονταν από το Γραικικό των δυτικών Τζουμέρκων, σύμφωνα με τις μαρτυρίες. Τα χρήματα για την ανέγερση του καμπαναριού ήταν δωρεά των Αθαμανιωτών στρατιωτών της εποχής εκείνης, από τα λιγοστά που τους έδινε η πολιτεία. Ο συνταξιούχος Δάσκαλος Μάλλιος Δημήτριος,ο Φώτης (Φωτάκης) του Σπύρου Φώτη και ο Σωτήρης (Τάκης) του Δημητρίου Φώτη θυμούνται να μιλούν οι παλιότεροι για τους στρατιώτες Φώτη Σπύρο, Φώτη Κώστα, Παπαδήμα Δημήτριο, Παπαδήμα Γεώργιο, Ψυχογιό Κώστα, Ψυχογιό Γιώργο, Γιακουβάκη Θόδωρο, Μάλλιο Γιώργο, Μάλλιο Στέφανο, Ρήνη Λεωνίδα, Φώτη Γιώργο και Στασινό Φώτιο, μερικοί από τους οποίους μετείχαν και στο εκστρατευτικό σώμα της Μικράς Ασίας. Σίγουρα ,λένε, υπήρχαν και άλλοι τους οποίους δεν θυμούνται. Ο σεισμός προκάλεσε ρωγμές στην εκκλησία, η οποία και ελέγχθηκε αρκετές φορές από την αρμόδια υπηρεσία για το εάν έπρεπε να κατεδαφιστεί ή όχι. Κάτι όμως οι ρωγμές, σοβαρές ή όχι –οι απόψεις των κατοίκων διίστανται, γι’ αυτό και οι πολλαπλοί έλεγχοι– κάτι η επιθυμία, σχεδόν όλων των κατοίκων να κτιστεί μεγαλύτερος και μεγαλοπρεπέστερος ναός, αγνοώντας την ιστορική και αρχιτεκτονική αξία της, ασκήθηκαν πιέσεις για την κατεδάφιση του μνημείου αυτού, το οποίο και τελικά έγινε, αν και ο τελευταίος έλεγχος από κλιμάκιο της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών Άρτας, σύμφωνα με το συνταξιούχο Δάσκαλο και ψάλτη Δημ. Μάλλιο, την έκρινε επισκευάσιμη και διατηρητέα. Ο μόνος που αντιδρούσε σθεναρά στην κατεδάφιση ήταν ο γραμματέας της Κοινότητας Στασινός Κωνσταντίνος, ο οποίος αντιλαμβανόταν την ιστορική και αρχιτεκτονική αξία της. Στη θέση της κτίστηκε ο σημερινός ναός, με χρήματα του Συνεταιρισμού, από την υλοτομία του δάσους, όπως αποφάσισαν οι μεριδιούχοι. Εκείνο όμως, το οποίο, κατά την άποψή μας, δεν έπρεπε να συμβεί σε καμία Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


56

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

περίπτωση ήταν η κατεδάφιση του καμπαναριού, από το οποίο, με το σεισμό, έπεσε μόνο μία πλάκα από την κορυφή του. Κατεδαφίστηκε δε, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, ύστερα από απόφαση του τότε προέδρου του χωριού και ενός Ανθυπολοχαγού, διοικητή των Τ.Ε.Α., για να φαρδύνει ο δρόμος και να ανεβαίνουν πιο εύκολα τα λεωφορεία στην πλατεία. Έτσι, δυο σημαντικά ιστορικά και περικαλλή μνημεία του χωριού μας έπαψαν να στολίζουν την πλατεία εξ αιτίας του σεισμού. Ο σεισμός λοιπόν έγινε αιτία να αλλάξει εντελώς η εικόνα του χωριού. Το παραδοσιακό χωριό δεν υπάρχει πια. Χάθηκαν τα περισσότερα λιθόκτιστα σπίτια και οι όμορφες πέτρινες σκεπές τους. Χάθηκαν και τα δυο θαυμάσια ιστορικά μνημεία μας , ο μεγαλοπρεπής ενοριακός ναός και το υπέροχο καμπαναριό. Χτίστηκαν όμως πολλά καινούρια σπίτια, άλλα με αφορμή το σεισμό και άλλα, ωραιότερα και μεγαλύτερα, από τους νεότερους συγχωριανούς μας. Έγιναν επίσης και αρκετά καταλύματα για τους ξένους. Το Αθαμάνιο σήμερα κατέχει δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα χωριά των Ανατολικών Τζουμέρκων. Είναι χτισμένο αμφιθεατρικά, σε υψόμετρο 760 μέτρων, και ξεδιπλώνει τις ομορφιές του προκαλώντας τον επισκέπτη να περιπλανηθεί σε εντυπωσιακά τοπία και μοναδικές εικόνες. Τα σπίτια του χωριού, με τις φροντισμένες αυλές και τις κληματαριές, ξεκινούν από ψηλά, σκαρφαλωμένα στα ριζά των Ανατολικών Τζουμέρκων –θαρρείς και προσπαθούν να «κλέψουν» κάτι απ’ το ύψος των επιβλητικών κορυφών– χαμηλώνουν γλυκά στη συνέχεια, φωλιασμένα σε ομαλή πλαγιά που ντύνεται κάθε φορά στα χρώματα και τις μυρωδιές των εποχών, δημιουργώντας ένα εκτεταμένο οικιστικό σύνολο, ανάμεσα σε δέντρα και περιβόλια. Πίσω και πάνω απ’ το χωριό ορθώνεται η

Το χωριό, όπως είναι σήμερα.

Το καμπαναριό (φωτογρ. Σωκρ. Τσατσούλης) Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο σεισμός του 1967

57

ανατολική απόληξη της βουνοσειράς των Τζουμέρκων, τα Αθαμανιώτικα Τζουμέρκα. Βουνό άδεντρο και μεγαλόπρεπο. Τα λίγα σκόρπια και γέρικα έλατα στα ριζοβούνια σπάζουν τη μονοτονία του πέτρινου όγκου. Ανατολικά και δυτικά ορθοπλαγιές κατάφυτες από έλατα συμπληρώνουν το σκούρο χρώμα τους σε όλες τις αποχρώσεις, αφήνοντας ωστόσο όλη την όψη του χωριού εκτεθειμένη στο θαυμασμό κάθε επισκέπτη ή περιηγητή. Για το σημερινό μοντέρνο κι όμορφο Αθαμάνιο, ο διακεκριμένος εκπαιδευτικός και σπουδαίος συγγραφέας Στέφανος Μιχ. Φίλος από την Άγναντα, στο βιβλίο του «Τζουμερκοχώρια», γράφει μεταξύ άλλων: «Αποχαιρετώντας το Βουργαρέλι κι ακολουθώντας το δρόμο Άρτας-Τρικάλων, μετά από σύντομη πορεία μέσα τα έλατα, φτάνουμε στο Αθαμάνιο (τέως Λειψώ και πρώην Λουψίστα), πνιγμένο κυριολεκτικά στο πράσινο. Το χωριό είναι απλωμένο σε μια ομαλή πλαγιά που ξεκινά από τα ριζά του βουνού Τζουμέρκα και καταλήγει χαμηλά. Τα σπίτια είναι χτισμένα με σύγχρονες προδιαγραφές, γιατί το χωριό καταστράφηκε από το σεισμό του Μαΐου 1967. Και δικαιολογημένα σήμερα διεκδικεί την πρώτη θέση ανάμεσα στ’ άλλα χωριά των Τζουμέρκων…». * Ο Ναπολέων Γ. Καραγιάννης είναι συνταξιούχος δάσκαλος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: - Στέφανου Μ. Φίλου, Τα Τζουμερκοχώρια, Αθήνα, 2000 - Κώστα Στασινού, το ΑΘΑΜΑΝΙΟ των Τζουμέρκων, ΑΘΗΝΑ, 2000 - Έντυπο ΔΗΜΟΥ ΑΘΑΜΑΝΙΑΣ, ΗΠΕΙΡΟΣ ΑΡΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ ΔΗΜΟΣ ΑΘΑΜΑΝΙΑΣ, Ανακαλύπτοντας τη γη για κάθε εποχή Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


58

Αλέξανδρος Ε. Γκορτζής*

Πετροβούνι Ιωαννίνων: Σταθμοί στο οδικό του δίκτυο

Τ

ο μόνο μεταφορικό μέσο στα χωριά μας (άνθρωποι, εμπορεύματα κ.ά.) μέχρι τη δεκαετία το ’60 ήταν το μουλάρι. Πολύ πολύτιμο στα ορεινά. εκεί που δεν υπήρχαν αμαξιτοί δρόμοι. Ανθεκτικό και λιτοδίαιτο. Ανάλαφρη, περήφανη και σίγουρη περπατησιά. Δε γλιστράει ούτε κουράζεται. Το κανονικό του βάδισμα είναι 4 χιλιόμετρα την ώρα. Προπολεμικά στοίχιζε δεκαπέντε χιλιάδες (όσο μισό αυτοκίνητο) δραχμές. Έγιναν και απάτες και πωλήσεις από ανύποπτους αγωγιάτες σε ώρες αλλαγής του νομίσματος. Η σκυτάλη τού ανήκει! Μερμήγκια πάνω κάτω όπως και οι καναράδες με τις αγελάδες και τα μοσχάρια. «Να... Βρρρ... Ντορί (doru: με κοκκινωπό χρώμα), Καρά (kara: μαυρότριχο)...» Αυλακωσιές από βαρυφορτωμένα πατήματα, δαρμένο το κακοστράτι από καρφοπέταλα, φωτιές στην τριβή, παρατεταμένα ανατριχιαστικά τριξίματα... Εδώ και το άλογο. Πιστό, ήρεμο και ρωμαλέο. Θαυμάσιο (quzel), φιλότιμο και πειθαρχημένο. Έδινε το παλαμάρι (palamar) του για να σώσει το αφεντικό του σε πλημμύρα. Κυριαρχούσε στον κάμπο. Τα χοντρά (φορτιάρικα, σαμαριάτικα, φορτηγά) ζώα, ιερός θεσμός. Ευλογία. Τις άμαξες τις έλεγαν ιππήλατα. Ο θάνατός τους αληθινή συμφορά. Θρήνοι, παρηγοριές... Ασήκωτα φορτία 80-100 οκάδες (οκά: 1282 γραμμάρια) και πανωγόμι. Η παράδοση διασώζει φορτίο 120 οκάδες. Επίπονη και οδυνηρή πορεία. Σταύρωση. Βαΐζουν, χάνουν την ισορροπία, ανοίγουν διάπλατα τα πόδια για να στηριχτούν. Γονατίζουν κυριολέκτικά. Γλιστρούν και τα πόδια τους έξω από τα βράχια. Τούμπα για να σηκωθούν. Ψυχορραγούν. Φορτώματα διασκορπίζονται άτακτα στις πλαγιές. Στο ποτάμι κινούνται διαγώνια με σηκωμένο κεφάλι, όρθια αυτιά και μύτες έξω από το νερό. Σε βαλτώδη μέρη τούς στρώνουν μουλαροσκούτια για τα μπροστινά πόδια. Από το 1910 και μετά βιβλιάρια με φωτογραφία. Κάθε αγοραπωλησία εκεί. Κάθε τέσσερα χρόνια επιστράτευση. Πρώτα και στη φωνή της πατρίδας. Κανόνια και πολεμοφόδια παντού. Θλιβερή εικόνα ο τρόπος θανάτωσης τους στη θέση «Μουλάρια» και αλλού. Σφαίρα στο κεφάλι, κατρακύλα στον αγύριστο και τα σπλάχνα τους τροφή των πολύχρονων (ζουν πάνω από 100 χρόνια) κοράκων. Είναι δοξασμένα και τους αξίζει άλλη τιμή! Κρίκοι επικοινωνίας, πολιτισμού και προόδου στην προβιομηχανική εποχή και οι αγωγιάτες: Κιραντζήδες, κυρατζήδες, τσερατζήδες. Επάγγελμα μόχθου και στερήσεων. Σκυλίσια ζωή. «Μεγάλο μερίδιο στην κοινωνική και οικονομική ζωή του χωριού έχουν οι αγωγιάτες. Άνθρωποι γεροδεμένοι, με τις κάπες τους, τον περισσότερο καιρό, ριγμένες στις πλάτες τους, άγριες μορφές από τις καιρικές συνθήκες, περήφανοι για το είδος της δουλειάς τους, ακούραστοι

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Π ε τ ρ ο β ο ύ ν ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν : Στ α θ μ ο ί σ τ ο ο δ ι κ ό τ ο υ δ ί κ τ υ ο

59

παρά τις δυσκολίες του επαγγέλματος, καλόκαρδοι και πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν με τα καραβάνια τους και τον πιο απαιτητικό πελάτη».1 Αδήριτη ανάγκη της εποχής. Έκαναν ό,τι κάνουν σήμερα τα φορτηγά. Με δύο και τρία μουλάρια και μέχρι δέκα κοινοπραξίες (takim) εξασφάλιζαν τον επισιτισμό των χωριών μας (είδη μονοπωλίου, Το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου. Απόμακρο σιτάρι από τα Τρίκαλα, λάδι από το και ερημικό (φωτογραφία 1985) Τσάμικο...), όλα τα βασικά είδη παντοπωλείων, καβαλαρία στον αρχηγό (αρχικαβαρνάρη, αρχικεραντζή, κιρατζήπαση), σε εχούμενους, σε αρρώστους και σε γάμους. Απόμακροι και δυσπρόσιτοι τόποι. Σκληρές και αδυσώπητες συνθήκες. Βιγλάτορες, ετοιμότητα σε κάθε κίνδυνο: δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ζωοκλοπές (οι αλογοσύρτες τα καλίγωναν ανάποδα), ληστείες. Αμοιβή το αγώι. Υπολογίζεται με τη διαδρομή, το βάρος ή και τον πόντο. Μελισσολόι. Εποποιία. Μεροδούλι σε εκατοντάδες άτομα. Τα φαναράκια με το πετρέλαιο θύμιζαν στις νύχτες φρυκτωρίες (αναμμένοι πυρσοί) του Αισχύλου. Το παλιό οδικό δίκτυο μουλαρόδρομοι, αλογόστρατες. Τρεις από το Χαροκόπι (Βρυσούλα και κάτω, Γιαννάκ’, Ρουγκούζιο) τρεις από το Πετροβούνι (Σταυρό, Ντάλκια, Άγιο Γεώργιο), δύο από τα Ποτιστικά (μέσα στο χωριό και έλατα) και πολλές άλλες. Πέρασαν στην ιστορία. Ημιονικοί δρόμοι με ατέλειες και παγίδες. Πέρα-δώθε. Zig-zak. Ένας κάποτε μετέφερε έγγραφη εντολή της δολοφονίας του. Φορτωμένα ζώα και αγωγιάτες ακολουθούσαν πιστά το μονοπάτι, τη χαρακιά στο κορμί της ορθοπλαγιάς. Βατοί και διαμορφωμένοι δρόμοι. Τσιαντές… Στα βαλτώδη μέρη και στις στροφές λιθόστρωτοι δρόμοι με ακανόνιστες σε σχήμα και μορφή πέτρες. Καλντερίμια, kaldirim δηλαδή. Σφιχτά με εγκάρσιες υπερυψωμένες λωρίδες για ασφάλεια του βηματισμού ανθρώπων και ζώων. Υπάρχουν δείγματα μέχρι και σήμερα: Μολυμέν’ στο πλατώ του ποταμού, πεταλάκια, πετρωτό, απέναντι (carsi) από την Πλακοτίβα (σκαμένο λιθάρι, βοή νερού, σχεδιασμοί για μύλο, νεροτριβιά και μαντάνια, γλείφει το μέρος, το νερό αυτό έφτανε και στην Κλίφκη), Μυλιγκόπολ’, Άγιο Νικόλαο (γέφυρα με καμάρα παλιότερα, διαβολογέφυρα...), Γκοριστίτσα κ.ά. Σε πολλά σημεία πλακαριές και λαξευμένοι βράχοι. Χαμηλά στη Μέρτζιανη βράχος (αρόλιθος) κρατούσε νερό. Εκεί ξεδιψούσαν τα άγρια ζώα με πρωταγωνιστή το γύπα. Τα τρανόφτερα όρνια δηλαδή. Τα γεράκια (sahin) κ.ά. Άριστες φυσικές οχυρώσεις. 1. Δημήτριος Ι. Λεοντάρης, ΔΥΤΙΚΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ, Ιωάννινα 2006, σ.σ. 65-66. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


60

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

Κατά μήκος αυτής της διαδρομής ο δρόμος γεμάτος χάνια (han), πανδοχεία, λαγούμια (lagime), καταλύματα. Χώρος παροχής υπηρεσιών. Τοπικό σύστημα συναλλαγής και επικοινωνιών. Οικονομικό και κοινωνικό. Ανεφοδιασμός, σταύλοι (karavan saray) 30-40 αλόγων, στρούγγες (προβλέπονται από το 1936 και στα σχέδια διάνοιξης της οδού Ιωάννινα -Πλάτανος), αχούρια (ahur) κ.ά. Χάνια στο Χαροκόπι: Αναστάσιου Κούτλα. Σωστό λιμάνι (liman), αγκυροβολούσε και τη βάρκα, Δ. Τσόδουλος (το νοικιασε και ο Ι. Βίννης) και ο γαμπρός του Μπάκας, Βαγγέλ’- Σιώζου, Φαρμάκη στην Αράθυρ’. Στο Τσίμποβο: Στο πλάτωμα πριν από τη γέφυρα η παράγκα Καραπάνου-Παπαγιάννη (κρίθευση, ξυλεία στέγασης, καφενείο κ.ά.), στο πλάτωμα και μετά οι Μπουτσουραίοι. Μεγάλο χάνι, αχούρι, καφενείο κ.ά. Καφενείο και ο Χ.Α. Πρέντζας. Στον Κέδρο: Λ. Μαγκάκης, Β. Κολιός, Μητσο Βαγγέλης, Χ. Βάσιος, Χ. Πρέντζας. Στο Πετροβούνι: Χ. Παππάς, Ι. Βίννης. Στα Ποτιστικά: Κ. Κοσμάς, Κ. Κατερίνης. Στους ίδιους χώρους και πρόχειρα κιόσκια (koşk) με φτέρες, εποχικά φρουτάδικα. Ανελλιπείς σταθμοί επίσης εξυπηρετούσαν τους κατοίκους της περιοχής με άλευρα (Κ. Σιόντης, Σ. Κοσμάς κ.ά.), υποδήματα και άλλα είδη. Εξαφανίζονται όμως όσο ο δρόμος προχωράει. Ίδιες διαδρομές και οι Βλάχοι. Βλαχόστρατες. Προβατομάνι. Προβατοκόπαδα. 7.000 πρόβατα είχε μόνο ο γνωστός μεγαλοτσέλιγκας Φασούλας. Έκοβαν δρόμο. Τα λημέρια τους κοντά σε χάνι και σκιερά δέντρα: Στη Λάσπα Χαροκοπίου, Νεροτόπ’ Κέδρου, Έλατα Πετροβουνίου, Σιάδια Ντάλκιας κ.ά. Έπηζαν τυρί και το αγόραζαν χλωρό οι χαντζήδες. Επίπονη και οδυνηρή πορεία, συνθήκες μυθιστορήματος, δρόμοι για αγριόγιδα. Γραφικοί πεζόδρομοι, ντερβένια (derveni ή derbeni), χαλικόδρομοι όρθιοι και τραχείς. Μαχαιρωτές πλαγιές. Ζαλικωμένοι άντρες, γυναίκες, παιδιά. Οι γυναίκες ολόκληρες μεριές (σακί πάνω από 40 οκάδες) στο κορμί τους. Οι άλλοι τρουβά (torba, φορητός σάκος, ταγάρι) στο λαιμό. Γολγοθάς. Κατακόρυφα σκαρφαλώματα και ριψοκίνδυνες ακροβασίες: Πουρνάρια Μπούτσουρα, Κουλ (küle: φρούριο, πύργος, φυλακές), πεταλάκια, ακουμπιστήρια, λάκκα, χαλικομάνι κ.ά. Νιώθαμε τιτάνες της μυθολογίας στο μονοπάτι της ακροτοπιάς: Μέρτζιανη-Τ’μπακ’: κακοτράχηλος όγκος. Μας φέρνει κοντά στο λιθάρι της Μαρέταινας (τεράστιο σαν σπίτι στη χαράδρα «Μ’σολάγκαδα», υπάρχει και σπηλιά Μαρέταινας κοντά στα δόντια) στο ψ(η)λό στεφάνι. Δρόμος κοφτός και απότομος. «Σύρμα τον λένε και Σύρμα είναι». Η ανηφοριά του απόκρημνος και επικίνδυνος σκαλόδρομος. Τον ανεβαίνει κανείς σκαλί-σκαλί... Ορεινός όγκος, στιβαροί τόποι, στενωσιές, ρούγες, απότομες κλίσεις του εδάφους, κατολισθήσεις, πλακανίδες, νεροδαρμένα φαράγγια, αγριόθωροι βράχοι, σπηλιές χάσκουν... Δοκιμασία, μαρτύριο, παιδεμός. «Εις τας δυσβάτους οδούς Τσιμπόβου, Συρράκου και Καλαρρυτών μόνον επί της βακτηρίας δύναταί Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Π ε τ ρ ο β ο ύ ν ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν : Στ α θ μ ο ί σ τ ο ο δ ι κ ό τ ο υ δ ί κ τ υ ο

61

τις να οδεύῃ».2 Και ευρύτερα έχουμε δίκτυο διατοπικών αρτηριών. Δύσκολοι δρόμοι, μακρότατοι, πανήψυλοι... «Στην ιδιαιτέρα πατρίδα μου υπάρχει Καίσαρ. Από την επωνυμία αυτή περνάει ο ημιονικός δρόμος Ιωάννινα – Κουτσελιό – Τσίμποβο – Μιχαλίτσι. Ο δρόμος αυτός στον Καλαρρυτινό (κ. Ντουβιάκα) παραπόταμο του Αράχθου τριχοτομείται. Ένας πάει Καλαρρύτες – Μπάρο – Λεπινίτσα.Ο άλλος Ματσούκι – Κριθάρια – Τζιούρτζια. Και ο άλλος Πράμαντα-Μελισσουργοί-ΑυτίΘοδώριανα. Η επωνυμία αυτή θα είναι από τα ρωμαϊκά χρόνια».3 Απογοήτευση και τυραννία. «Τα χωριά Πετροβούνι (Βασταβέτσι), Χουλιαράδες και οι γύρω συνοικισμοί επικοινωνούσαν με τα Γιάννενα μέσω Τσιμπόβου. Σημαντικότατο εμπόδιο της διαδρομής αυτής ήταν το ποτάμι του Αράχθου στο Τσίμποβο. Δεν υπήρχε γεφύρι...4 Οι προσπάθειες γεφύρωσης στο σημείο αυτό θυμίζουν της Άρτας το γεφύρι. Η τοπική παράδοση αναφέρει 4-5 άτομα κάθε έτος θύματα στις πλημμύρες του ποταμού. «Η γέφυρα Τσιμπόβου που εξυπηρετούσε τη συγκοινωνία του Μαλακασίου και των Τζουμέρκων με τα Γιάννενα κατεστράφη παρασυρθείσα από τα νερά του πλημμυρίσαντος ποταμού και η συγκοινωνία διεκόπη. Είναι απερίγραπτοι οι κίνδυνοι και τα βάσανα εκείνων που θέλουν να έλθουν στα Γιάννενα απ’ εκεί».5 Η παράδοση διασώζει και σχοινένια γέφυρα, γέφυρες με γκούρμπαινα κ.ά. Ποταμολίμανο, παραπήγματα (ψιλικά, αποθήκες), κοσμοπολίτικο πέρασμα. Λαϊκές δοξασίες: Καλικάντζαροι, φαντάσματα, νεράιδες, ισκιώματα, αναστάσεις νεκρών... Το Τσίμποβο (φοβόφερτο) θυμίζει την Τσιμόβα. την Αρεόπολη και τους καστρόπυργους της Μάνης. Η αγριότητα της φύσης σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Μετά από την ανατίναξη της γέφυρας και τις θηριωδίες των Γερμανών το 1944 στο προσκήνιο και η «Λεσιά». Πρόχειρο συρματόπλεκτο γεφύρωμα με δεμένη ξυλεία. Αλά σεντίκ: να σε φυλάει ο Θεός. Τη στήριζε και ένας όρθιος βράχος, σωστός ογκόλιθος. Παρασύρθηκε κι έπεσε κι αυτός. Χρησιμοποιήθηκε αργότερα σε άλλη γέφυρα πεσμένος... «Σε μια τέτοια λεσιά στο Τσίμποβο πέρασε ο αείμνηστος Χριστοβασίλης και δημοσίευσε στην τότε εφημερίδα ΗΠΕΙΡΟΣ το περιώνυμο άρθρο του της “Τρίχας το γεφύρι’’».6 Λεσιά υπήρχε και προτού από την κρεμαστή γέφυρα. Μάρτυρας 2. Τζουμερκιώτικα Χρονικά, Το εν Καλαρρύτες φρούριον Άβατον (αναδημοσιέυση από το περιοδικό Παρνασσός, τόμος 10ος, 1886), Ιούλιος 2002, τεύχος 3, σ. 104. 3. Νίκου Β. Κοσμά, Αι δίοδοι της Πίνδου, Ηπειρωτική Εστία, έτος Α, 1/1955, τεύχος 33, σ. 19 4. Συρράκο: Πέτρα-Μνήμη-Φως. Πνευματικό Κέντρο Κοινότητος Συρράκου, Ιωάννινα 2004, τόμος 1ος, σ.σ. 365-367. 5. Τα Τζουμέρκα: Μηνιαίο Περιοδικό Όργανο των απανταχού Πραμαντιωτών Ιωαννίνων, έτος Α, 12/1925, σ. 2 6. Πέτρου Κ. Μπενέκου, Χουλιαράδων. Άπαντα, Ιωάννινα 1974, σ. 146. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


62

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

δείγμα τοιχοποιίας: στρογγυλό, μαυρισμένο και χορταριασμένο. Επι τέλους αργότερα δικαίωση. Οι ελπίδες αναπτερώνονται Αισιοδοξία και προθυμία για κάθε συνεισφορά. «Κατά τον μήνα Ιούνιο το 1927 με εισήγηση και επίμονη ενέργεια αυτού και του Χριστοβασίλη ψηφίζεται... ειδικόν νομοσχέδιον υπουργείων εσωτερικών και συγκοιΓέφυρα Τσιμόβου, Ιούλιος 1930. Ο καθηγητής νωνίας περί... κατασκευής... δύο κρεΧρίστος Σούλης με άλλους Ηπειρώτες για τις μαστών σιδηρών γεφυρών Τσιμπόβου επίσημες εκδηλώσεις… των 100 χρόνων από την Εθνική μας Ανεξαρτησία (Η φωτογραφία και Γκόγκου, δια της διαθέσεως του είναι από το βιβλίο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΟΥΛΗΣ του εξ ενός εκατομμυρίου τετρακοσίων Δήμου Τζουμέρκων…Ιωάννινα 2002 σ. 47). (1.400.000) υπολοίπου του καταργηθέντος ταμείου της Αγροφυλακής Ηπείρου».7 Έγινε τρία χρόνια αργότερα. Το 1930. Μηχανικός ο Κάρολος [sub. m. (der) Kar] Βάικχμαν (Waykman). Είχε τα σχέδια στο κούφιο μπαστούνι του. Γερμανικοί χειρισμοί, μεθοδική εργασία. Κρεμαστή και ασφαλής. Μήκος 55 μέτρα. Σιδερένιο κατάστρωμα, ξύλινο υπόστρωμα. Τα εξαρτήματα, οι πύρροι και τα άλλα εξαρτήματα μεταφέρονταν στο Χαροκόπι με τα κάρα. Από εκεί τα έσερναν βόδια και άλογα. Η ξυλεία κούτσουρα (40x40) από Καμπέρ αγά στους Μυλιωτάδες, με αυτοσχέδια (φρένα, ρόδες με αλυσίδες) βαγόνια-ερπύστριες…! Προκαλούσε δέος και πανικό. Πέτρινα βάθρα, αλυσίδες, πύργοι στήριξης. Ανατινάχτηκε από τους Γερμανούς το ’44. Έργο δικό του είναι και η γέφυρα Γκόγκου, αλλά είκοσι μέτρα μικρότερη. Και τις δύο παραπάνω γέφυρες τις αποκαλούν «γεφύρια του Γούδα» από τον πολιτικό Μιχαήλ Γούδα με ενέργειες του οποίου οι ατραποί Ιωάννινα – Πράμαντα αναγνωρίστηκαν εις μίαν δημόσια επαρχιακή δημοσιοσυντήρητη οδό. Επισκευή και συντήρηση μισό εκατομμύριο κατ’ έτος. Στη διπλανή γέφυρα. την τοιχοποιία ο Σιόντης και την ξυλεία (στη θέση της το 1949 σιδερένια γέφυρα Belley) ο Γεωργιάδης. Εργοτάξιο σωστό. Εκατό εργάτες και βάλε. Το χαλίκι (κοντά στο μύλο), πετρούλες, το κουβαλούσαν οι γυναίκες. Σάρρες και ρέματα. Το έπλεναν σε βαρέλια. Τσιμέντα σαράντα οκάδων σε σακιά. Το χαρμάνι με φτυάρια και τενεκέ. Σε μια μέρα έπεσε το δώθε από το ποτάμι και στην άλλη το πέρα. Το μέτρο τους ξύλινο κυβόμετρο αρχικά. Αργότερα δώδεκα τενεκέδες αμμοχάλικο και ένα τσιμέντο ήταν το 1/6 του κυβικού. Όπως περνούσαν οι άνθρωποι το ποτάμι (περαταριές, σιγάλες, πόροι, πέτρες, κοτρώ7. Δημοσθένη Τσίρκα δημοδιδασκάλου, Τζουμερκιώτικα και Αρτινά Νέα, Μηνιαίο περιοδικό, Ιωάννινα 12/1932, τεύχος 2, σ.σ. 13-14. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Π ε τ ρ ο β ο ύ ν ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν : Στ α θ μ ο ί σ τ ο ο δ ι κ ό τ ο υ δ ί κ τ υ ο

63

νια) με τους περατάρηδες έτσι πέρασε και η πρώτη μπουλντόζα σε σπασμένα βράχια από τη μία πλευρά και πρόχειρες τοιχοποιίες από την άλλη. Η τελευταία επιβλητική γέφυρα έγινε το 1974. Προεντεταμένο σκυρόδεμα. Ατσάλι πρεσαρισμένο. Αντοχή σε πολλά ρίχτερ (Richter). Σίγουρη. Κόσμημα της σύγχρονης τεχνολογίας. Στο Μηνιαίο (αριστερά) ο Βαγγέλης (Σώζιος) Μερικά αντιπροσωπευτικά ιστοριΒαγγέλης σημειώνει ένα ακόμη τραγικό συμκά στοιχεία: από το 1867 προσωπική βάν. εργασία σε επαρχιακούς δρόμους. Το 1913 το αμαξιτό (οδικό) δίκτυο έφτανε Κατσικά. Πρωτοπόρος της αμαξιτής οδού Ιωάννινα – Δοβίζδιανα – Κηπίνα ο Σύλλογος Συρρακιωτών «Ο ΚΩΛΕΤΤΗΣ». Ιδρύεται το 1923. Στις 29/1/1925 διοικητική υπαγωγή στα Ιωάννινα (από την Άρτα) οι Καλαρρύτες, το Συρράκο και το Ματσούκι. Τον Ιούλιο 1926 επιτροπή (συμμετείχε κι ο Χ. Σούλης), ειδικό ταμείο, πρόδρομος οδού Ιωάννινα – Τσίμποβο – Μαλακάσι με τέρμα την Κηπίνα και του Γκόγκου. «Το 1927...ιδρύεται σύνδεσμος κοινοτήτων με την επωνυμία «Σύνδεσμος Κοινοτήτων Τζουμέρκων – Μαλακασίου» με έδρα την κοινότητα Πραμάντων. Εκτός των Πραμάντων στο σύνδεσμο συμμετείχαν οι κοινότητες Ματσουκίου – Καλαρρυτών – Συρράκου – Παλαιοχωρίου – Προσηλίου – Μιχαλιτσίου – Χουλιαράδων και Πετροβουνίου. Σκοπός του συνδέσμου η κατασκευή αμαξιτής οδού από Ιωάννινα – Τσίμποβο. Πόροι του συνδέσμου 1) το 25% των κοινοτικών εξόδων, 2) η προσωπική εργασία, 3) κάθε είδους εισφορά των κατοίκων, ιδίως του εξωτερικού και αλλαχού ευρισκομένων και 4) η κρατική αρωγή». (Συρράκο: Πέτρα – Μνήμη – Φως, τόμος 1ος, ό.π. σ. 376). Ο σύνδεσμος αυτός στα Δ. Τζουμέρκα συστήθηκε με εντολή του Γενικού Διοικητή Ηπείρου Ξενοφώντα Μαυρομάτη. Ψιχία μάλιστα του επαρχιακού ταμείου 75.000 δραχμές. Το Π.Δ. υπογράφεται στην Ύδρα (23-9-1927) και δημοσιεύεται στις 29-9-1927 (Φ.Ε.Κ. 207 § 9 τεύχος Α) στην εφημερίδα της Κυβέρνησης. Το Πετροβούνι με το πρώτο ελληνικό όνομα: Ταξιάρχες. Οι παραπάνω κοινότητες έχουν κοινοτικά έσοδα πλέον του 1.000.000. Επιπλέον δε στάση κοινωφελή, πατριωτισμό, προθυμία, ευεργετικές και ωφέλιμες παρεμβάσεις. Ο νόμος 3404/1927 περί εθνικής οδοποιίας εντάσσει υποχρεωτικά και τις κοινότητες Αγνάντων, Ραφταναίων, Σκλούπου, Κουσοβίστας και Μελισσουργών. Το ίδιο έτος και ταμείο επαρχιακής οδού. Αντιδρούν ανεξήγητα Συρράκο – Καλαρρύτες – Ματσούκι με ζημία 900.000 δραχμές. Το Υπουργείο συγκοινωνιών (αριθμ. 23779 ε.ε.) σε ό,τι έχει σχέση με οδοποιητικά έργα θεωρεί αρμόδια τη Γενική Διοίκηση Ηπείρου. Ύστερα από πολλές και Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


64

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

αντίθετες απόψεις και συγκρούσεις ενεργειών επεκράτησε η άποψη Τσίμποβο – Γκόγκου – Κουσοβίστα. Δυστυχώς όμως σημεία διέλευσης ορίζονται Πλάκα – Άγναντα και ο δρόμος Κατσικά, εθνική οδός Ιωάννινα – Άρτα, Άγιος Γεώργιος στοιχίζει 14.000.000 δραχμές. Το 1928 ορίζεται πανελλήνια έτος-σταθμός στη συγκοινωνία. Νόμος προβλέπει τη συντήρηση επαρχιακών οδών μόνο με ημερομίσθια. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους η Γενική Διοίκηση πιέζει για έναρξη εργασιών: «Διανοίξας από Κουτσελιό μέχρι Προντοβάρι και επί της επαρχιακής οδού Ιωαννίνων – Πράμαντα – Καλαρρύτες 4.000 + 200 μέτρα αμαξιτής οδού και από Βεσταβετσίου μέχρι Κηπίνης βατήν τοιαύτην... ολικής δαπάνης 600.000 περίπου δραχμών». (Τζουμερκιώτικα και Αρτινά νέα ό.π. σ. 14). Σημείο της εποχής χρεωκοπία εθνικής και συνέχεια επαρχιακής οδού. Το 1930 το ημερομίσθιο είχε 25 δραχμές. Στις 19-11 του ίδιου έτους το Δ.Σ. του συνδέσμου οδοποιίας αποφασίζει για έρανο 25 δραχμές σε όλους τους κατοίκους από 22 ετών μέχρι και του 60ου. Το Προντοβάρι αλλού το γράφουν. Μπρουντοβάρι και Μπρουντουβάρι. Στα μέλη του Δ.Σ. προέκυψε διαφωνία και προσφυγή στο Συμβούλιο Επικρατείας. Η ανισότης των καταβολών και η κατεύθυνση της διανοιγόμενης οδού: Τσίμποβο – Μιχαλίτσι – Κηπίνα... «Στις 29 Ιανουαρίου 1933 συνήλθεν εν Μπραντοβάριον της περιφέρειας των Κατσανοχωρίων υπό την προεδρίαν του αναπληρωτού Γενικού Διοικητού Ηπείρου κ. Γ. Θεοδωράκη το Δ.Σ. του Συνδέσμου Οδοποιίας Τζουμέρκων – Μαλακασίου... Ο κ. Θεοδωράκης... επρότεινε να υποχρεωθούν αι ολιγώτερον προσφέρουσαι κοινότητες εις μεγαλυτέραν προσωπικήν εργασίαν εις τρόπον ώστε να διανοιγεί το από της γέφυρας Τσιμπόβου μέχρι Μιχαλιτσίου τμήμα εντός τριετίας όπερ και εγένετο δεκτόν, υποχρεωθεισών των ανωτέρω εξ κοινοτήτων να καταβάλλουν εν συνόλῳ εξ χιλιάδες ημερομίσθια ετησίως και 600 μόνο αι κοινότητες Συρράκου, Καλαρρυτών και Ματσουκίου...»8 Ζωντανό ενδιαφέρον... Επισκέψεις εις κρεμαστήν γέφυρα Τσιμπόβου. Οδηγός ο εργολάβος της οδού κ. Στέλλιος Τόλης. Ωραίες υποδοχές (προτού και μετά) εν Μπραντβαρίῳ... και εις Μπραντβάρ’... «Την παρελθούσαν Κυριακήν, ο Υπουργός Γενικός Διοικητής Ηπείρου κ. Αλέξανδρος Εμπειρίκος Κουμουνδούρος, ... συνοδευόμενος... και του πολιτευτού κ. Χ. Χρηστοβασίλη, ημετέρου Διευθυντού, εις ον και τον μακαρίτην κ. ναύαρχον Μιχ. Γούδαν όταν ήσαν βουλευταί, οφείλεται η ίδρυσις τόσον της γέφυρας Τσιμπόβου... όσον και της του Γκόγκου... εξέδραμεν προς επιθεώρησι της επαρχιακής οδού... ήτις, μέχρι και ενός χιλιομέτρου πέραν του Μπρατβαρίου, είναι τελείως διανοιγμένη με αρκετά τεχνικά έργα, μέχρι δε της νέας κρεμαστής γέφυρας Τσιμπόβου απλώς χαραγμένη...»9 Αρχές του 1934 οι κοινότητες Καλαρρύτες – Συρράκο – Ματσού8. Χρήστος Χριστοβασίλης, εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, Ιωάννινα, Φύλλο 787/2-2-1933. 9. Χρήστος Χριστοβασίλης, Ζητήματα και Γεγονότα, Εφημερίδα Ελευθερία, φύλλο 828/29-6-1993, σ.σ. 1,2. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Π ε τ ρ ο β ο ύ ν ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν : Στ α θ μ ο ί σ τ ο ο δ ι κ ό τ ο υ δ ί κ τ υ ο

65

κι αποσπώνται (οι Καλαρρύτες και το 1937) και προσαρτώνται στο σύνδεσμο οδοποιίας Μικρής και Μεγάλης Γότιστας «Κρυστάλλης». Από το 1939 είχε έδρα το χάνι Παπαστάθη κοντά στη γέφυρα. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στα Ιωάννινα διάβασα: Στις 21-11-1937 αίτηση διαμαρτυρίας του καφεπώλη Γ. Πρέντζα (πρόεδρος του Η ανηφοριά Τσιμόβου και ο χώρος του τραγικού συνδέσμου ο Δ. Πρέντζας) κατοίκου δυστυχήματος από το ύψωμα Τσούκας. Ιωαννίνων για υποχρεωτική προσωπική εργασία και στις 18-9-1938, Πράξη 106, έγκριση του Κοινοτικού Συμβουλίου (Δ. Παππάς, Ι. Βίννης, Π. Παππάς, Δ. Πρέντζας, Α. Κούτλας) 2.500 δραχμών υπέρ οδοποιίας συνδέσμου Κοινοτήτων Τζουμέρκων επ’ ονόματι του Γενικού Διοικητή. Καθυστερήσεις: πόλεμος του ’40, Εμφύλιος κ.ά. Από τη γέφυρα Παπαπήδημα μέχρι το Τσίμποβο: το χαλίκι που ήταν στις άκρες του δρόμου διασκορπίστηκε από Ιταλούς αλπινιστές. Το 1952 αμαξιτός δρόμος είχε φτάσει μέχρι το Τσίμποβο. Ανηφορίζει... Οι μουλαρόδρομοι σμικρύνονται. Το ίδιο έτος ιδρύεται νέος σύνδεσμος οδοποιίας Τζουμέρκων – Μαλακασίου με την ονομασία «Πίνδος». Σκοπός του νέου συνδέσμου η πραγματοποίηση αμαξιτής οδού με διαδρομή Τσίμποβο – Πετροβούνι. Έδρα του ήταν το χάνι του «Μήτσου Βαγγέλη» (Συρράκο: Πέτρα – Μνήμη – Φως, τόμος 1ος, ό.π. σ. 176) στον Κέδρο Πετροβουνίου. Συμπεριλαμβάνονται οι ίδιες κοινότητες και η κοινότητα Βαπτιστή. Από το ίδιο έτος το πρόγραμμα «Πρόνοια και Εργασία» με ημερομίσθιο 11 δραχμές. Ανειδίκευτη μορφή. Αυτή και η εθελοντική μου συμμετοχή σε προσωπικές εργασίες. βάπτισμα του πυρός στη βαριά δουλειά του εργάτη. Υπήρχαν και υπεργολαβίες από τον Κέδρο προς το Τσίμποβο: Τμήμα «σκάλας» ο Ι. Πρέντζας, τμήμα «κ’λούρ’ Τσόδουλου» ο Κ. Σκανδάλης κ.ά. Υπεργολαβίες και μέχρι το Χαροκόπι: Ι. Δήμος και Β. Κατερίνης. Η οριζόντια θέση με αλφάδι και πασσάλους... Τη διαδρομή Τσίμποβο – Πετροβούνι αναλαμβάνει ο στρατός. Συνεργείο χωρίς τα απαιτούμενα υλικά: δυναμίτιδα, καύσιμα, εκρηκτικά. Ο εκβραχισμός στο Τσίμποβο στοίχισε πολλά χρήματα. 7.500.000, έσοδα από το κοινοτικό ταμείο Συρράκου. Από το 1955 την παραπάνω διαδρομή την αναλαμβάνουν οι αρμόδιες υπηρεσίες της Νομαρχίας. Ο Κ. Καραμανλής στην πρώτη περιοδεία του ως πρωθυπουργός (σχημάτισε κυβέρνηση στις 6 Οκτωβρίου 1955) ενέκρινε επιχορήγηση 700.000 σε επιτροπή που τον επισκέφτηκε. Το 1957 ο δρόμος φτάνει στον Κέδρο. Σταθμός το χάνι του Μητσο-Βαγγέλη. Από το 1959 τη συνέχιση των εργασιών αναλαμβάνει η 1η Μ.Ο.Μ.Α με μπουλντόζα (KOMATCU), εκσκαφέα δηλαδή κ.ά. Το 1960 ευΈ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


66

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

Η συγκοινωνία όνειρο και πόθος. Σύμπνοια και ομοψυχία. (Τα κείμενα είναι παρμένα από τα Πετροβουνιώτικα Νέα και από τη Φωνή του Παλαιοχωρίου το 1983 και το 1984 αντίστοιχα).

χαριστήρια επιστολή στο Νομάρχη Ιωαννίνων, στους υπαλλήλους Τ.Δ.Υ.Κ. και στην 1η Μ.Ο.Μ.Α. υπογράφουν οι πρόεδροι των κοινοτήτων του συνδέσμου εκτός από την Πράμαντα. Για το Πετροβούνι υπογράφει ο Χρήστος Κωνσταντής από τα Ποτιστικά. Το 1961 η διάνοιξη έφτασε στο Παλαιοχώρι... (Σταθμό επίσης για την ολοκλήρωση του οδικού δικτύου αποτέλεσε η ένταξη του στη χρηματοδότηση της Εθνικής Οδοποιίας σαν «Κύκλωμα Τζουμέρκων». Στο «κύκλωμα» αυτό υπάγεται κύρια η 3η Επαρχιακή (Κουτσελιό – Κέδρος – Χουλιαράδες – Μιχαλίτσι – Πριάβολο – Προσήλιο – Κηπίνα) και η 2η Επαρχιακή (Κουτσελιό – Καλέντζι – Πλάκα – Άγναντα – Πράμαντα – Χριστοί). Η ένταξη αυτή έγινε κατά το 1980... Τα αποτελέσματα της ένταξης του δικτύου μας στο «κύκλωμα Τζουμέρκων» είναι γνωστά).10 Η εκτέλεση εργασιών βελτιώσεως (ασφαλτόστρωση) έγινε με την αριθ. πρωτ. ΒΣΙ/0/1/26-1 Υπουργείο Δημοσίων Έργων από 4-4-1984 έργο 8171 020 ΔΕ «Κύκλωμα Τζουμέρκων»... Πριν από εξήντα χρόνια το χωριό έσφυζε από ζωή. Διογκώθηκε η μετανάστευση και η αστυφιλία. Δύσκολο έργο η όδευση. Απαιτούσε χρόνο και χρήμα. Πόθος... όνειρο... η συγκοινωνία... Θέληση για εργασία. Έδινε δύναμη στα πόδια και στην ψυχή. Πύρωνε την καρδιά. Χειρωνακτική εργασία. Ο ιδρώτας αυλάκι στο κορμί. Μακρόχρονη πορεία. Εκσκαφές, διανοίξεις, εκβραχισμοί, διατρήσεις, διαπλατύνσεις. Χρόνια τα χειροποίητα καροτσάκια (βερβερίτα), οι κασμάδες (kasma), σκόνταφταν πάνω στα βράχια, τα φουρνέλα (κάτω από γάιδαρο κρύφτηκε ένας, ακαριαίες εκρήξεις, τα λιθάρια εκσφενδονίζονται μέχρι και 100μ. μακριά, στη φυγή τραυματίστηκε ο Δ. Γκορτζής, ο γάιδαρος πατέρας του μουλαριού, δάχτυλο με μια οπλή, το σήκωναν ψηλά σε ξύλα, ειδοποίησε για τον θάνατο του αφεντικού του...), οι παραμιναδόροι κ.ά. Ημερομίσθιο: το συνολικό 10. Βασίλη Κ. Βλάχα, Το οδικό δίκτυο του χωριού μας και της ευρύτερης περιοχής, Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΙΤΣΙΟΥ, Γιάννινα 1988, έτος Δ, τεύχος 1, σ. 36. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Π ε τ ρ ο β ο ύ ν ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν : Στ α θ μ ο ί σ τ ο ο δ ι κ ό τ ο υ δ ί κ τ υ ο

67

άνοιγμα 3 κ.μ. Η τεχνική του πριμ χρησιμοποιήθηκε και εδώ. Επιστέγασμα η τελειοποίηση μηχανημάτων. Τσάπες, σφυριά, βαγοτρίλια, φορτωτές... Εκατοντάδες άντρες και γυναίκες από όλα τα γύρω χωριά. Κάθε τρία μέτρα κι ένας εργάτης. Bir –biri, ο ένας μετά τον άλλο. Ξεκούραση σε σπηλαιοτοπιές, στα ριζά, στο φύλλωμα μικρών πουρναριών. Νομομηχανικοί: Σωτήριος Γεωργάκης, Νικόλαος Γκούβελος... Επιστάτης ο Ι. Κωστής με δίπλωμα για εργασίες ύψους 60.000.000 δραχμών... Συνέχεια και καλύτεροι οι δρόμοι... Οι μουλαρόδρομοι χάθηκαν: «Το πέταλο πια χάθηκε, μας το ’φαγε η ρόδα». Χαροκόπι – Τσίμποβο: εννιά μονότοξες γέφυρες (στο Παπαπήδημα ραγισμένη, δεν πατήθηκε τότε με τις ατμομηχανές καυσόξυλων) πελεκημένες (λιθοξόοι, πελεκάνοι) με μαύρες ή άσπρες πέτρες από ντόπια νταμάρια. Κοντά στο ποτάμι τοίχοι αντιστήριξης (υπεύθυνοι: Καράμπαλος, Παν. Σκουρλέτης) μέχρι και δέκα μέτρα ύψος. Τοιχοποιίες και στηθαία: μωσαϊκό ή αράδα. Στερεές βάσεις (τους κρεμούσαν με παλαμάρια για να φτάσουν παντού, πετούσε την πέτρα ο ένας στον άλλο, πάσα δηλαδή), κρεβάτες κ.ά. Κόκκινος άμμος από τα αμμωρυχεία (Μύτκα, Λυκόστομο, Λιαπίκου) με άλογα (και με κάρα) σε ξύλινα κιβώτια. Ασβεσταριές επί τόπου. Όλος ο δρόμος στρωμένος. Σφυροκόποι και βαριοκόποι εδώ. Σπαστό, χειροποίητο χαλίκι. Το όνομα του «Τσεκίλ». Τσίμποβο – Πετροβούνι: Η πορεία προς την κορυφή το λίκνο του ονείρου. Άθλιες συνθήκες και εδώ. Σε ταραγμένες εποχές εργασία με ένοπλους φρουρούς. Τρεις θολωτές τσιμεντένιες γέφυρες εδώ: Πτερυγότοιχα με ξερολιθιές, αγκωνάρια, φάλτσα για οριζόντιες πιέσεις. Σωληνωτά επαρχιακής οδού σε σχήμα Π. Χρειάζονται πολλά «σαρντζανέτ», συρμάτινη επένδυση κ.ά. για κατολισθήσεις πρανούς... τοίχοι (προστασίας) ποδός, σιδηροπάσσαλοι βαρέως τύπου, σύρμα καλής διατομής στο πρανές μέχρι 20 μ. ύψος. Παλαιότερα χρησιμοποίησαν και τα γνωστά βαρέλια.... Βαρέλια κυρίως βενζίνης: γερμανικής προέλευσης με δύο στεφάνια. Ούτε σάπιζαν ούτε σκούριαζαν... Στις στροφές του Τσιμπόβου, στο σημείο που πριν 56 χρόνια, 29 κάτοικοι της περιοχής βρήκαν τραγικό θάνατο (ο δήμος Βορείων Τζουμέρκων προχώρησε σε ανάπλαση του χώρου... Στο χείλος του φαραγγιού, τοποθετήθηκε ένα μεγάλο γλυπτό ύψους 4,5 μέτρων, κατασκευασμένο από ανοξείδωτο μέταλλο. Από την πρώτη κιόλας ματιά γίνεται σαφές ότι το μέταλλο είναι... τσαλακωμένο, παραπέμποντας στην κατάσταση στην οποία βρέθηκε το λεωφορείο στις 22 Δεκεμβρίου του 1958. «Έπρεπε να κάνω κάτι που θα θύμιζε τη θυσία των ανθρώπων αυτών. Ένα συμπιεσμένο αυτοκίνητο που μεταμορφώνεται σε έναν άγγελο, σε ένα σταυρό ή σε ένα χάρο»11 ανέφερε ο Θ. Παπαγιάννης, εξηγώντας το σκεπτικό της δημιουργίας του γλυπτού). Η Ιονία οδός σήμερα σχεδιάζει και11. Απόστολος Τζελέτας, Με την υπογραφή του Θ. Παπαγιάννη, εφημερίδα Ελευθερία, Ιωάννινα, 4 Οκτωβρίου 2013, σ. 16. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


68

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

νούρια πρόσβαση: Πλατανούσα – 2η επαρχιακή οδός... Ταφόπλακα στην απομόνωση...! Στα χρόνια του Αλή πασά (17441822) η οδική αρτηρία (Γιάννενα, Δρίσκος, Γέφυρα Παπαστάθη, Συρράκο, Καλαρρύτες), τοπικής εμβέλειας, ήταν ένα από τα ντερβένια του: paşalik, beylik, aga. Δρόμος για αυτοκίνητα Με την υπογραφή του Θεόδωρου Παπαγιάννη δεν υπήρχε. Μουλαρόδρομος και εδώ. συνδυάστηκε η ανάπλαση και σε χώρο του ΤσιΑλογόστρατες. Ξεκινούσε μια διακλάμόβου από το Δήμο Βορείων Τζουμέρκων. δωση (οι άλλες Μέτσοβο, Συρράκο, Γρεβενά, Άρτα και Πρέβεζα) στο χάνι της Κατσικάς (δίπλα στην παλιά εκκλησία των Ταξιαρχών) και συνέχιζε: Παράλληλα στο βουνό Καστρίτσας, Κριτσ’μή, Στένωμα (λαιμός), Κόκκινο Λ’θάρ’, το χωριό Χαροκόπι (και άλλος δρόμος: Κουτσελιό, νερόμυλος Μητσόμπεη, Ρεγκούζιο) το γνωστό Μπορντοβάρι στο τέλος του κάμπου και στους πρόποδες του Δρίσκου. «Ο δρόμος περνούσε κάτω από το χωριό και έφτανε στο χωριό Γουλάς (Πλατανιά) ύστερα από πορεία τριών (3) ωρών περίπου από τα Γιάννενα. Κοντά στο χωριό ήταν το μοναστήρι της Ηλιόκαλης». (Συρράκο: Πέτρα – Μνήμη – Φως, τόμος 1ος, ό.π. σ. 362). Εύφορος κάμπος, ιδιοκτησία Τούρκων μπέηδων (από τη Λάκα Προτβάρι συνεχίζουν και φτάνουν στη βρύση «Λάσπα» και μετά στου «Κούτλα». Στο σημείο αυτό ο δρόμος τους ενώνεται με το δρόμο που έρχεται από Συρράκο – Καλαρρύτες. Εκεί υπήρχε και η βρύση του «Κούτλα» που παλιότερα λεγόταν βρύση της Ιτιάς). (Βασίλη Κ. Βλάχα, ό.π. σ. 21). Προτού το «Φραξί» και η «γέφυρα Κούτλα». Ανηφόρα, βράχια, συνεχείς στροφές, κακοτοπιές. Σαράντα ράχες και στη Δαφνούλα (παλιό όνομα: Κοντοβράκι) σε υψόμετρο 900μ. Σταυρός ή αυχένας Δρίσκου – Γερακάρι. Ο Δρίσκος στον αυχένα του Μιτσικελίου...; Κατηφόρα, ανώμαλος και στενός ο δρόμος, καλείται και αυτός Δρίσκος. Κρημνοί μέχρι 300 μέτρα. «Τέλος εφθάσαμεν εις την Αγίαν Παρασκευήν μικρόν εξωκκλήσιον εκτισμένον εκ σχιστολίθου φαιού, εντελώς έρημον, έχον μόνην επισημότητα το θρησκευτικόν αίσθημα, όπερ εμπνέει εις τους διαβάτας και την επί της χαμηλοτάτης θυρός την επιγραφήν αρκγ’ (1323 μ.Χ.). Κάτωθεν αυτού... κατωφερέστατη και ελικοειδής η οδός μέχρι του ποταμού».12«Στις 6.50’ φτάσαμε στο εκκλησάκι επί της κορυφής οπότε κατηφορίσαμε επί του αποτόμου κακόδρομου

12. Κ. Κρυστάλλη, Άπαντα, Εισαγωγή-Κατάταξη-Σχόλια Κ. Πορφύρη, Έκδοση Αυλός, σ. 373. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Π ε τ ρ ο β ο ύ ν ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν : Στ α θ μ ο ί σ τ ο ο δ ι κ ό τ ο υ δ ί κ τ υ ο

69

και στις 8 η ώρα περάσαμε τον Άραχθο [στο πρωτότυπο: the river Arta]”13… Στο τέλος ο Άραχθος ποταμός. εξ ώρες από τα Γιάννενα. «Στενή κοιλάς. σχηματίζεται ενταύθα εις την άκραν της οποίας προς την Πίνδον, ρέει ο Άραχθος, αβαθής μεν εν καιρώ θέρους, αλλά και κατά τον χειμώνα θηριώδης. Μικρόν μέρος της κοιλάδος αφήνεται ανοικτόν, χαλικόστρωτον, δίκην πλατείας, το δε επίλοιπον όλον μέχρι των προπόδων του όρους καλύπτεται υπό δάσους συσκίων πλατάνων αίτινες βυθίζουσι τους πλατανόφύλλους κλάδους των εις τα διαυγέστατα ύδατά του». (Κ. Κρυστάλλη, Μαλακάσι, έκδοση Αυλός, σ. 380). «Ο Άραχθος είναι το ποτάμι της Άρτας που από σύγχυση πολλοί γεωγράφοι και ιστορικοί τον λένε Ίναχο... Από τη συμβολή του Μετσοβίτικου και Διπόταμου και κάτω το ποτάμι παίρνει το όνομα Άραχθος. Το όρος Δρίσκος το χωρίζει από τα Γιάννενα».14 Η βοή του ενταύθα πληροί όλα τα πέριξ... «Ο Άραχθος πότε βρυχώμενο λιοντάρι (αφηνιασμένο θεριό παρασύρει θεόρατα πλατάνια, οι άνθρωποι για να ακουστούν και από κοντά φωνάζουν δυνατά), και πότε όφις πονηρός. Φουσκώνει και φυσομανεί στις κακοτράχαλες κοίτες του. Μάχεται να ξεσκλαβωθεί από τις άγριες κλεισούρες. Λυσσαλέα ορμή. Κατρακυλά πέτρες, πελώρια ασπρολίθια. Πατούσαν σ’ αυτά οι άνθρωποι και περνούσαν. Σούδες, κροταλίσματα, θεόρατες κροκάλες. Ο Λάκκος «ο τρανός» μαζεύει τα νερά από όλα τα ξεροπόταμα και από το χωριό του (Βρυσ’ δέντρ’, μύλοι, Παλιόμυλος, τα νερά της Πλάκας...) και από το Παλιοχώρι Συρράκου. Ανοίγει... Απλώνει...! Πολλές φορές νικάει και τον Άραχθο όπως ο Μουρλάς απέναντι. Το πιο αγριωπό ελληνικό ποτάμι. Μέγας, ημίθεος, πολύδωρος, Μινώταυρος... «Ο Μαίανδρος, ο Αλφειός, ο Άραχθος... ο Ιλισσός... όλοι τους στα μάτια των προγόνων μας ήταν θεοί (με χίλιες, ωστόσο περιπέτειες) και λατρεύονται ως τέτοιοι».15 Ο ψυχισμός του Κρυστάλλη (1885-1888) στις περιγραφές του είναι συγκινητικός: Μαγεία, πανόραμα, σκηνικά Θεοκρίτου, κελαρύσματα ρυακιών, ειδύλλια, ψαράδες με αγκίστρια, τσιγγάνοι, τσιγγάνοι με καλάθια, αποπλάνηση αηδονιού... Είσοδος των στενών του Αράχθου: «Δύο βραχώδεις άκραι βουνών συναντώμενοι αμφί του ποταμού, όστις μόνος διεχώριζεν αυτάς, εσχημάτιζον μετεωριζόμεναι κολοσσιαίαν, ούτως ειπείν, πύλην, πύλην γιγάντων, πύλην ουρανιώνων θεών».16 Φοβερό μέρος, βαθιά νερά. «Τα στενά είναι πραγματικά ένα

13. Γιώργης Έξαρχος, Ξένοι Περιηγητές για τους Βλάχους & Αγγλόφωνοι 1160-2000 William Martin Leak, εκδόσεις Ερωδιός σ. 105 (Σημείωση: Οι επισκέψεις του άγγλου λοχαγού Γουλιέλμου Μ. Ληκ στους Καλαρρύτες 8/1805 και 8 Ιουλίου 1809. 14. Κ.Δ. Διαμάντη, Άπαντα, Η Ροδαυγή των Τζουμέρκων, σ. 95. 15. Βασίλης Μάργαρης, Δρόμοι και τόποι της Ηπείρου, Γιάννενα 1998, σ. 97. 16. Κώστας Κρυστάλλης, Άπαντα, Οι Βλάχοι της Πίνδου, Εισαγωγή-Σχόλια-Επιμέλεια Π. Περάνθη, σ.σ. 419-420. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


70

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

εντυπωσιακό μέρος. Τα δυο βουνά πλησιάζουν τόσο πολύ εδώ που το μεταξύ τους κενό για να περνάει ο Άραχθος φαντάζει στη κυριολεξία μακρόστενη χαραμάδα».17 Αντίθετα ο Πουκεβίλ (François Pοuqueville, τέλος Αυγούστου του 1814) είναι επικριτικός: λουτρό ζεστών υδρατμών από βαλτότοπους, σύννεφο εντόμων... «Με μάγεψε η ομορφιά αυτού του τόπου. Αλλά εγώ μέσα σ’ αυτό το βάραθρο των βαράθρων δεν είδα παρά τη δυστυχία των ανθρώπων που είναι καταδικασμένοι να ζούν εκεί... Κυριολεκτικά μαρτυρήσαμε. Δεν μπορούσα ούτε να φύγω. τα σκοτάδια μας έκλειναν όλους τους δρόμους».18 Χιλιάδες οδοιπόροι, αγωγιάτες, καραβάνια, σαρακατσάνικα (kara kaçan) κοπάδια, κρύα (buze) νερά. Χάθηκαν όλα. Σκιές νεκρών σήμερα! Εκείνα τα δέντρα... το σπίτι με το περιβόλι που τόσο είχαμε πριν ζηλέψει». (Σπύρου Ι. Μαντά, Τα γεφύρια και ο Ηπειρώτης ό.π. σ. 202). «Έξωθεν των στενών και πέραν του ποταμού είδα εκτενή πεδιάδα εσπαρμένην δι’ αραβοσίτου και πέριξ αυτής επί των προπόδων της Πίνδου το χωρίον Βασταβέτσι, την πατρίδα του Κατσαντώνη, το Παλαιοχώρι του Συρράκου και τους μύλους του Παπαστάθη». (Κώστας Κρυστάλλης, Άπαντα, οι Βλάχοι της Πίνδου, Εισαγωγή – Σχόλια – Επιμέλεια Μιχ. Περάνθη, ό.π. σ. 419420), Ποτιστικά χωράφια μέχρι Κοτομίστα. Την κοιλάδα διαρρέει ο ποταμός της Προσβάλας. Το σημερινό Βαθύπεδο, κοντά στο στενό πέρασμα του βράχου και πολύ κοντά στη γέφυρα Παπαστάθη. Από τα νερά του κινούνταν οι μύλοι, οι νεροτριβές, τα μαντάνια και ενώνονταν με τα νερά του Αράχθου. Γι’ αυτό η τοποθεσία αυτή λέγεται Διπόταμος. Άφθονος πλούτος (bereket), ρουμάνια (ciman), τσαΐρια (çayir) κ.ά. Σε μια γραφική ευφορότατη έκταση 50 και πλέον στρεμμάτων στη συμβολή του Αράχθου και του ορμητικού χειμάρρου της Γκούρας ήταν χτισμένος ο νερόμυλος του Σιούλα Παπαηλία».19 Μαζί με άλλους άφησαν εποχή μέχρι το 1960. «Ήταν ένας νερόμυλος, δύο νεροτριβές και δύο μαντάνια... Ιδιαίτερα τα μαντάνια και οι νεροτριβές συγκέντρωναν κόσμο από όλη την περιοχή των Δ. Τζουμέρκων, αλλά και άλλων περιοχών... η κίνηση ήταν τόσο μεγάλη που έμοιαζε με λαϊκό πανηγύρι». (Δ. Λεοντάρης, Τζουμέρκα, ό.π. σ. 67). Από το 1939 ήταν και ο νερόμυλος του Δημητρίου Λαζοκίτσιου (Μητσολίδα, χρησιμοποίησε τη δύναμη του νερού για παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, τον χρησιμοποίησαν και οι κάτοικοι των Ποτιστικών στην πλαγιά της Κοτομίστας, στη ρίζα του βουνού. Και τα συγκροτήματα συνεχίζονται: Στην Ανατολική Κράψη (παλαιά Λουχάνιστα) από την πλευρά της Γκούρας (Στα νερά του 17. Σπύρου Ι. Μαντά, Το γεφύρι και ο Ηπειρώτης, Αναζητώντας το γεφύρι του Παπαστάθη, τεχνικές εκδόσεις Α.Ε., σ. 198. 18. Πουκεβίλλ, Ήπειρος, Ταξίδι στην Ελλάδα, έκδοση Αφών Τολίδη, Αθήνα 1944, σ.σ. 301302. 19. Δημήτριος Λεοντάρης, Τζουμέρκα: Νερόμυλοι, Νεροτριβές, Μαντάνια, Ιωάννινα 1997, σ. 65. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Π ε τ ρ ο β ο ύ ν ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν : Στ α θ μ ο ί σ τ ο ο δ ι κ ό τ ο υ δ ί κ τ υ ο

71

σήμερα λειτουργεί υδροηλεκτρικό εργοστάσιο) και προς το κέντρο του χωριού, ψηλότερα από τα μαντάνια Αφων Μάντζιου, ήταν άλλοτε ένα μαντάνι και μια νεροτριβή. Εκεί κοντά και δύο μικρά χάνια άλλοτε εν χρήσει. Το χάνι του Παπαστάθη, παλιότερα ο Πουκεβίλ το γράφει και «Παπαστάρ’» και το χαρακτηρίζει το πιο φοβερό κατάλυμα από όλα τα χάνια (hançi: χατζής, καλαμπαλίκι: πολύς κόσμος δηλαδή στο χάνι, νερό στα φασόλια) της Αλβανίας. Στο χάνι αυτό από το 1936 λειτουργούσε παράρτημα (προμήθεια αραβοσίτου) του πρατηρίου της Αγροτικής Τραπέζης στην Καστρίτσα. Σταθμός και εδώ και στην Αγία Παρασκευή Δρίσκου, και στη γέφυρα Τσοκ’... περιθωριοποιημένοι μαρτυρικοί τόποι: Αντίσταση σε Γερμανούς και σε Τούρκους: ο Γιαννάκης Ράγκος και καπετάν Τόλιος Ροκάς με καρπενησιώτικα και συρρακιώτικα παλικάρια αντίστοιχα, χαραμήδες (haramim), ληστές, δερβεναγάδες (derventagaşi) κομιτατζήδες (homitaci), στρατιώτες (asker), οχυρωμένη θέση (tabur), προμαχώνας (meterize), πυκνά δάση (orman) κ.ά. Γαλάζιες γρανιτένιες γοητευτικά πέτρες... κάτασπρα χαλίκια... Στις σκιές των νεκρών συμπεριλάμβανε και το φράγμα που σχεδίαζεν η Δ.Ε.Η.. Είχε αρχίσει εργασίες από το 1965. Εργάτες και οι Πετροβουνιώτες που κατοικούσαν στο Στενό πριν από λίγα χρόνια. Γαλαρίες μεγάλες δεξιά και αριστερά. Στο σχέδιο ήταν και σήραγγα: Παλαιοχώρι Συρράκου – Βαπτιστής. Επανάληψη τεχνητής λίμνης των Κρεμαστών με τα γεφύρια του Αχελώου Τατάρνης και του Μανώλη στο ύψος της Μπαλντούμας και της Κασίμης Ποτιστικών... Και εδώ ποτάμια επικοινωνία: συρματόσχοινο, τροχαλίες, μηχανή δίκην αναβατορίου ευθύγραμμη κίνηση, περίοδοι... Θυμίζουν το πορθμείο (το ιστορικό καράβι) Κράψης – Δρίσκου (Βάξιας) με το Γιάννη Σουραφλιά. Εδώ στο Στενό και τα περάσματα σε ρηχά (βραχώδη σημεία) νερά. Στις πλημμύρες: Λοξά, βασταγμένοι, ξυπόλητοι και γυμνοί, τα μικρά στο λαιμό (λαιμούσα), τα ρούχα στο κεφάλι... Τα αγελάδια όχι μόνο κολυμπούν πολύ εύκολα αλλά και προστατεύουν και τα μικρά τους με τρόπο θαυμαστό. Τα άλογα χωρίς ιδιαίτερους κινδύνους. Τα πρόβατα προστατεύονται: Αγκαλιά, εμψύχωση, αντιστήριξη, κλίτσα κ.ά. Ακολουθούν τα πρώτα. Δε φοβούνται... μετά τινάζονται ή μαζεύονται κουβάρι. Πολλά παίρνουν κρύωμα και αργότερα ψοφούν... Τα γίδια σπρώχνονται και σε λεσιές. «Ανατολικά από τα Γιάννενα, μέσα στο φαράγγι που σχηματίζουν ο Δρίσκος και η Πρίξα. Οι μελέτες ανέγερσης κάποιου μεγάλου φράγματος βρίσκονται τώρα (Απρίλης ’83) στο τέλος τους και από στιγμή σε στιγμή αναμένεται ολόκληρη η περιοχή να μεταβληθεί σε απέραντη λίμνη παρασύροντας στην υγρή σιωπή και το γεφύρι».20 Η Πρίξα γυμνόκορφη... Σε πολλά σημεία βαθιά νερά. Χρώμα μπλε. Η ντοπιολαλιά τα θέλει οβίρες (βρος) και τα φοβάται.

20. Σπύρου Ι. Μαντά, Τα Ηπειρωτικά Γεφύρια, τεχνικές εκδόσεις, 47, σ. 30. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


72

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

Το γεφύρι (köprii, κιουπρί) Παπαστάθη μοναδικό σημείο προσπέρασης. Ζωηρή κίνηση. Πηγαινοέρχονταν πολλά χωριά: Συρράκο – Καλαρρύτες – Ματσούκι – Βαθύπεδο, Κράψη, ο Δήμος Δυτικών Τζουμέρκων κ.ά. Σύνδεση ακόμη με τη Μπαλντούμα, τη γέφυρα των Μύλων ή της Κυράς, της μάνας δηλαδή του Καλιώς πασιά. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Αριστείδη Σχισμένου: Τα 55 πέτρινα γεφύρια του Αρά- Το γεφύρι αυτό, το γεφύρι της Γκούρας στην Κοτομίστα και το γεφύρι του χθου, Αθήνα 2001 σ. 42. Παπαστάθη τα θεωρούν γεφύρια στον κάτω Άραχθο. Έτσι πρόσβαση σε Μέτσοβο – Θεσσαλία και Γρεβενά Μακεδονία. «Πολύτοξος λίθινη γέφυρα ενώνει την εντεύθεν επιπέδου όχθην του με τους βράχους της Πίνδου ανεγερθείσα, ως δεικνύει η επιγραφή της εν έτει 1746 υπό του ηγουμένου της μεταξύ Καλαρρυτών και Ματσουκίου μονής Βίλιζας Αγαπίου, όστις προσέφερεν 175 φλωρία ενετικά και άλλα τόσα συνέλεξεν εκ των πέριξ του ποταμού κοινοτήτων». (Κ. Κρυστάλλη, Άπαντα, Βλάχοι της Πίνδου, έκδοση Αυλός, ό.π. σ. 418). Ντόπια παράδοση θέλει τον πρωτομάστορα Πραμαντιώτη. Ζήτησε μάλιστα να ρίξουν τα χρήματα στα θεμέλια με το φτυάρι... Πέταξε μια χούφτα λίρες... (Φτάνει του είπε. Ήθελα να δω αν το ποσό είναι μεγάλο. Ο παπα-Στάθης ανέβηκε τότε προς το μέρος του Δρίσκου, εκεί που σήμερα λέγεται «σάδι του παπά» και από κει επέβλεπε την εργασία, πλήρωνε21 μάλιστα και τα μικρά παιδιά). «Στο μοναστήρι της Βύλιντζας στα χρόνια της ληστοκρατίας άγνωστοι λησταί είχαν αποθηκεύσει αρκετά χρήματα... Ο παπαΣτάθης γέρος πια σκέφτηκε με τα χρήματα αυτά να κάνει ένα έργο για να ακουστεί το όνομά του. (Βαγγέλη Β. Ντόκα: Ο Θρύλος του θησαυρού των ληστών, ό.π.). Άλλοι λένε: οι ληστές εμπιστεύθηκαν τα χρήματα στο παπα-Στάθη... ενώ είχαν σκεφτεί να τον δηλητηριάσουν με φίδι δώρο κι όχι ψάρι... «Όσο για το όνομα Παπαστάθη υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη ότι προήλθε από το όνομα το κοσμικό του Αγάπιου (Στάθης) και η δεύτερη ότι εκεί εστάθη ο παπάς (Παπαστάθη) σταυροπόδι και υπέδειξε το σημείο στο οποίο θα στηνόταν η γέφυρα...»22 Γιγάντιο έργο, στολίδι, καλλιτεχνικός θησαυρός. «Ονειρεμένο κτίσμα... τρεις μεγάλες καμάρες στη σειρά και μια μικρότερη στη 21. Βαγγέλη Βλάσση Ντόκα, Ο θρύλος του θησαυρού των ληστών, εφημερίδα Πρωϊνός Λόγος: Φ. 915/12-11-1960. 22. Βαγγέλη Βλάσση Ντόκα, Η γέφυρα του Παπαστάθη, εφημερίδα Ηπειρωτικός Αγών 12/4/2000, σ. 20. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Π ε τ ρ ο β ο ύ ν ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν : Στ α θ μ ο ί σ τ ο ο δ ι κ ό τ ο υ δ ί κ τ υ ο

73

δεξιά πλευρά, ίππευαν τον Άραχθο με κάποιο αταίριαστο, αλλ’ αναγκαίο κάθισμα στην απέναντι πλευρά... τα προστατευτικά χαμηλά πεζούλια και από τις δύο πλευρές... τα ανακουφιστικά ανοίγματα σε κάθε ποδαρικό του γεφυριού».23 Η περίφημη γέφυρα Παπαστάθη μεταξύ Δρίσκου και Ανατολικής είναι καλά κρυμμένη. «Είναι ένα από τα μεγαλύτερα γεφύρια του νομού... Το γεφύρι αυτό είναι πολύ στέρια χτισμένο. Αυτό φαίνεται και από τη θαυμάσια αντηρίδα σε σχήμα τρίπλευρης σκάλας που είναι το σχέδιο, και από το ότι το 1942 που βομβαρδίστηκε η μεγάλη του καμάρα, έμεινε όρθια».24 Τελευταία είχε μετατοπίσει την κοίτη δεξιότερα. Περίλυπη όψη. Αφρόντιστο στο ρεύμα (λαμπάδα) του Αράχθου. Μόνο τα άκρα του γεφυριού χάιδευε και έλουζε. Σήμερα της έχει δοθεί λειτουργικότητα. Δυστυχώς όμως παραμένει ξέμακρη, δυσπρόσιτη και ερημική περιοχή. Μαγευτικές συναυλίες φτερωτών ζώων... Είχε λάθος ο Πουκεβίλ που το θέλει χρήσιμο, κακότεχνο και ατελές. Αριστούργημα αγνοίας... Έχει μεγάλη μαστοριά... Και ασπράδια αυγών στο κουρασάνι (horasan), πεζούλια και πλακόστρωτα εκατέρωθεν του γεφυριού και στο μήκος του δρόμου... με προσωπική εργασία του Αλή πασά. «Το γεφύρι του Παπαστάθη έχει μήκος 90 μ. και πλάτος 2.30 μ. Το άνοιγμα του μεγάλου τόξου είναι 25 μ. και το μέγιστο ύψος 9 μ. Τα ανοίγματα των μικρότερων τόξων είναι 13 μ., 13 μ. και 9 μ. Και τα ύψη 7 μ., 6 μ. και 4 μ. αντίστοιχα».25 Κοινωφελές και σημαντικό έργο. Κάπου στη μέση καμπυλώνει αρκετά. «Για να φτάσει κάποιος στη γέφυρα Παπαστάθη, πρέπει να ακολουθήσει τη διαδρομή: Γιάννενα – Δροσοχώρι – Δρίσκος – Ανατολική Κράψη. Τριακόσια μέτρα κάτω απ’ τον Αϊ Δημήτρη, στο δρόμο προς Κοτομίστα υπάρχει ταμπέλα που γράφει προς Παπαστάθη. Ένα χλμ. μετά σε κατηφορικό αγροτικό δρόμο θα βρει το ιστορικό γεφύρι»!26 Η τοποθεσία λέγεται Βροχός. Τα τελευταία χρόνια εδώ στους πρόποδες του καταπράσινου Δρίσκου στη γέφυρα της Κράψης οι νέοι της ευρύτερης περιοχής επέλεξαν προνομιούχο ποτάμιο χώρο: πυκνοντυμένη, πλατανόφυτη και πλατανόφιλη περιοχή για τις θερινές τους συναντήσεις. Πολύτιμος χώρος, ξεχωριστός τόνος: ξεκούραση, ρεμβασμό, ονειρόποληση, καλλιτεχνικές δημιουργίες, αναζωογόνηση, άνεση, πεντακάθαρα νερά, παραδεισένιο τοπίο, κατασκηνωτές... Πλατανιάς σε όλο το μεγαλείο. Ακούει στο όνομα Αετός. «Ένα γραφικότατο τοπίο απλωμένο στο ίσιωμα της 23. Αριστείδη Σχισμένου, Τα 55 πέτρινα γεφύρια του Αράχθου, Αθήνα 2001, σ. 44. 24. Νίτσα-Σινίκη Παπακώστα, Πέτρινα Γεφύρια, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2002, σ. 74. 25. Βαγγέλη Βλάσση Ντόκα, Το γεφύρι του Παπαστάθη, Τεχνικά Στοιχεία, Ιδιόχειρο Άρθρο: 22/5/01. 26. Βαγγέλη Βλάσση Ντόκα, Η γέφυρα του Παπαστάθη πέρασμα από τα Γιάννενα προς τα ΒΔ Τζουμέρκα, Τζουμερκιώτικα Χρονικά, τεύχος 8, Μάιος, 2007, σ. 126. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


74

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

δεξιάς όχθης του Αράχθου στο βάθος του φαραγγιού που σχηματίζει το ομαλόσχημο βουνό και η κρημνώδης Αλπική Πρίξα».27 Μονοκυριαρχία με πυκνόκλαδα πλατάνια. Ίσιωμα βόρεια και νότια της κοίτης από τη γέφυρα της Κράψης μέχρι το βάθος της γέφυρας Παπαστάθη. Έργο σίγουρα του Άραχθου ποταμού. Από τη γέφυρα Παπαστάθη και συνέχεια με πολλές κατευθύνσεις: Ο μουλαρόδρομος των Πετροβουνιωτών περνούσε από Γκούρα, Ντραβζίκ (σιάδι, 5-6 σπίτια, μορφή αναδασμού, ξεχειμώνιαζαν οι γύφτοι), Μιάλτσα (χείμαρρος, νερά και από Πριάβολο και από Αγρίδι), Αδάμ (υπήρχε μια κατοικία και λίγα χωράφια, πλευρική θέση). Σανίδια στη ράχη (μια πλευρά προσηλιακή και η άλλη ανήλια) μετά από την πουρναρόφυτη ανηφοριά, Κασίμη, Αριάρα (μέχρι εδώ και πολλοί Παλαιοχωρίτες), Ποτιστικά... Οι πεζοί χρησιμοποιούσαν και άλλες διαδρομές: το Δέλτα του ποταμού... Μεγάλος Πλάτανος... Χτίρια (χαγιάτια, hayat)... Αμπέλια... Κλούρ’ του Δήμ’ (beden) με πλάκες 1,5 μ. ... Κ. Κούτλα... μαντριά... Α. Κούτλα (διώροφο σπίτι)... Προσήλια... Καραούλια (karakul ή σλάβικο karaul), διάσελο... κ.ά. Οι πεζόδρομοι χρειάζονται αξιοποίηση. Ο παραπάνω μουλαρόδρομος θα μπορούσε να γίνει αμαξιτός δρόμος. Η υψομετρική διαφορά είναι μικρή, ο τόπος όμορφος και ήρεμος, τόπος της αγριελιάς, του τίλιου, του κατσικόκλαδου... Τόπος ευκολοδούλευτος, προσβάσιμος και χρήσιμος από κάθε πλευρά... Ταφόπλακα στην απομόνωση... *Ο Αλέξανδρος Ε. Γκορτζής είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός, επίτιμος Συντονιστής Σχολικών Συμβούλων Νομού Ιωαννίνων.

Σημειώσεις: 1) Τις παραπομπές 10 και 11 μου τις σύστησε ο καλός μου φίλος Θεόδωρος Παπαθεοδώρου, εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Ακαταπόνητος και αθόρυβος ερευνητής σε πολλά γνωστικά επίπεδα. 2) Οι ξενόγλωσσες λέξεις του κειμένου είναι από τις τούρκικες που χρησιμοποιούνται στα χωριά μας μέχρι σήμερα.

27. Αριστείδη Σχισμένου, Άραχθος-Θεοπόταμος της Ηπείρου, Αθήνα 2002, σ. 71. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


75

Δημήτριος Παππάς*

Της κόφτρας... αγκαλιάσματα! 1. Τα τσουκνίδια έγιναν παπαρούνες στης γειτονιάς την κόφτρα Μαρτυρία: Γ. Κ. Κατσικογιώργος

Ε

κείνα τα χρόνια, τα αυλάκια ποτίσματος μάζωναν και τα χειμωνιάτικα, τα όμβρια νερά και δίπλα-δίπλα με τα μονοπάτια –τις στράτες- προχωρούσαν τον κατήφορο και τα έφταναν στο ρέμα, εδώ στην Πουλιάνα. Για τα ποτίσματα, τα κεντρικά αυλάκια, που με προσωπική εργασία ή ευθύνη του ιδιοκτήτη κτηματία, καθαρίζονταν κάποτε-κάποτε, ήταν καλά, δηλαδή χώραγαν τα νερά. Όμως, της βροχής, και μάλιστα στα πρωτοβρόχια και τις μεγάλες τρόμπες, δεν επαρκούσαν, δε χώραγαν και τα νερά πλημμύριζαν. Έμπαιναν στους δρόμους, τα κήπια και τα χωράφια και γίνονταν της κακομοίρας. «Ό,τι έβρεξε, κατέβασε και ό,τι ήβρε, πήρε». Έβλεπες τους λάκκους να είναι φίσκα άκρη σε άκρη, σωστή λίμνη και, τότε, την πλήρωναν τα τοίχια στις πατωσιές, που σωριάζονταν με πάταγο, λες κι έγινε σεισμός… Απ’ λες, το λοιπόν, σε μια τέτοια νεροποντή τα νερά έκοψαν κάτ’ και πήραν μπλαστί ό,τι βρέθηκε μπροστά τους και το πάαιναν ολοταχώς για το ρέμα. Ευτυχώς που τότε δεν ήταν οι σακκούλες νάιλον και τα παλιοκονσερβοκούτια (που υπάρχουν σήμερα). Στην κόφτρα του Κουτσουγιάνν’, που τα νερά ποτίσματος πάνε για τα Κατσικογιωργαίικα, γραδώθ’κι μια κλάρα και το πολύ νερό γύρισε πέρα και μπήκε στου Λιάπη το χωράφ’ (μπροστά στο σπίτι μας είναι του Λιάπη και έτσι το λέμε μέχρη σήμερα, άγνωστο ποιος ήταν o Λιάπης…). Ο λάκκος βίργιασε, πάτου-κουρφή, όπως είναι για τα ρύζια στον κάμπο. Κάνει έτσ’ κι βλέπ’ (η Σοφία, η Μήτσινα) σκεπασμένο νερό το χωράφι τους, τρέχει γρήγορα στην κόφτρα και βγάζ’ την κλαρούδα, και έτσ’ το πολύ νερό πήγε τον κατήφορο. Πάει σια κατ’ να φκιάσ’ άλλους ν’κουκυραίους. Έτσι ήρθε η σειρά του Ν’κόλα, που μπήκαν με ορμή μέσα και έφκιασαν νεροφαγιά και δε φαίνονταν πού ήταν κήπος και φραχτίδια, τα μάζεψε όλα σβάρα. Αρπάζ’ το τσαπί και φτάνει στην κόφτρα, ξυπόλυτος, όπως ήταν, πλιτς-πλατς, μέσα τα νερά. Λιγόστεψε κάμποσο, γυρνώντας το πολύ πάλι πέρα. Τα νερά ήταν τόσα που δε χώραγαν εκείν’ την ώρα, κι άλλα τόσα αυλάκια να ήταν. Η βροχή συνέχιζε… Έριχνε με το τουλούμ’ (π’ λέν’). Ξανά η χ’στιανή, η Μήτσινα, βρέχοντας, πέρα στην κόφτρα, να ξαναξεβ’λώσει την κόφτρα, νομίζοντας ότι γύρισαν τα νερά από μόνα τους. Άμα είδε το γείτονα, άρχισε τον… εξάψαλμο. - Εσύ, κιαρατά, κόβ’ς τα νερά πέρα και θα μας πέσουν τα τοίχια… - Εσύ, κυρά μ’, έκοψες όλο το νερό κάτου… Έλα να καμαρώ’εις το χωράφι Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


76

Δημήτριος Παππάς

μ’… Αυλάκι έφκιασε, μουρή, κατ’ τ’ μέση… Τα ‘πνιξε τα κήπια μας! Πες ου ένας, πες ου άλλους και να βρέχ’ αχ’πάν’, να ρίχνει καλαπόδια, να είναι βρεγμέν’ και να μαλώνουν, για το πού θα παν’ τα νερά… Έφτασαν με τα πουλλά και στο άμπωχμα! - Άει σια πέρα, μουρή σκορόφα… - Άει στου διάτανου τη μάνα, μωρέ αχαΐρευτε και ανεπρόκοπε… Ποιον, μωρέ, κιαρατά, θα βάλ’ς μες στ’ αυλάκι κι σπρώχν’ς κι αμπώχν’ς… Καμιά βολά –είν’ αλήθεια- σε τέτοιες περιπτώσεις δίνονταν ευκαιρία να ξετυλίξουν και άλλες, παλιές διαφορές που είχαν αναμεταξύ τους οι χωριανοί… Σπάνια μεν αλλά γίνονταν… Ποιος ξέρει, δηλαδή, αν θα τους ματαξαναδίνονταν αφορμή, για να ξεθ’μαίνουν, να βγάλουν το… άχτι τους! Έτσι κάπως και τώρα, το πράγμα χόντρυνε! Έφτασε η υπόθεση στον Κατή… στο Βουργαρέλ’, για εξύβριση και για… χειροδικία κ.λπ., κ.λπ., νομικά... πταίσματα! Ο κυρΝ’κόλας, που μόνο κύριος δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση, αφού τα ‘βαλε με μια γυναίκα για τα νεραγώγια του μαχαλά και για τα νερά της νεροποντής, που έτυχε να πέσουν πολλά μαζί… καταδικάστηκε σε κάποια ποινή και έπρεπε ή να ξεπληρώσει με δραχμούλες, επί τόπου εκείνη την ώρα ή να τον μπαγλαρώσουν για το φρέσκο! Κρατητήριο, εκείν’ την ώρα και συνοδεία την επόμενη ποδαρόδρομο για τη… στενή! Τα σκασμένα τα όβολα δεν υπήρχαν και έτσι ο… «φίλος με την κάπα» πέρασε από «μέσα»… Η παρέα που πήγε μαζί τους, τρεις ώρες δρόμο, άλλος για μάρτυρας, άλλος για το Μονοπώλιο, να πάρει αλάτι και πετρέλαιο και κάποιοι να κάνουν χάζι… να ακούσουν αφού τελείωσε η υπόθεσή τους, βγήκαν στη βρύση, στη Λεφτοκαριά, στο Μοναστήρι δίπλα, να μαζωχτούν όλοι και να ξαναματαφύγουν –παρέαόπως είχαν, πρωούλα, ξεκινήσει όλοι μαζί. Μη με ρωτήσετε πού έπγαν καφέδες, ούτε τι σχόλιο και κουτσομπολιό είχαν, αναμεταξύ τους, για το… συμβάν. Άλλος «καλά τον έκαναν» κι άλλος «δεν έπρεπε να φτάσουν εδώ»… Ο μηνυτής –ο μπαρπα-Μήτσιος– πήγε να ξελογαριαστεί με το δικολάβο, να περάσ’ κι απ’ το Μονοπώλιο και ήρθε σχεδόν τελευταίος, στο… γκρουπ. - Ήρθαμαν όλοι; ρώτησε την παρέα… Πάμε σιγά-σιγά για τον τόπο μας… Ο Ν’κόλας, εκειό το ζαγάρ’, έφ’γι μπροστά; Πού τον είναι ο κυρ-Νίκος, που έχει και χέρια μακριά και… - Ου φίλους πάει απ’ την άλλ’ στράτα, θα πάει κουπά, του απάντησαν χαριτολογώντας οι άλλοι… Δεν ξέρ’ς; - Δεν κατάλαβα, λέει εκείνος. Τι λέτε; Του εξήγησαν ότι… το και το και γι’ αυτό τον κράτ’σαν μέσα (ο Μήτσιος πιάστηκε με το δικολάβο και δεν πήρε είδηση του γεγονότος…). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τη ς κ ό φ τ ρ α ς . . . α γ κ α λ ι ά σ μ α τ α !

77

Μόλις το άκουσε, τώρα, ότι ο άνθρωπος πάει για τη φυλακή, ταράχτηκε… - Α! Δε γίνεται αυτό, είπε. Δε θα αφήκουμι τα πιδιά του νηστικά και να τον κλείσουμι φυλακή για πέντε κουβέντες παραπάν’… που άλλαξαν! Να με καρτερέσετε ως αχ’πάν’ στη ράχη… Φεύγου να πάου να προυλάβου τα χαρτιά… Ντρουπή, ουρέ! Θα μας φτύσουν οι Μπουλιανιώτες!!! Μια και δυο ο άνθρωπος (με «Α» κεφαλαίο), δηλαδή ο κυρ-Μήτσιος, ο μηνυτής, πήγε, πρόλαβε, πλιάρωσε τα αργύρια που δεν είχε ο κατηγορούμενος να δώκει, για το αδίκημα που εν… «βρασμώ» προκάλεσε στη σύζυγό του –απάν’ στα νεύρα τ’- και τον… αμόλ’σαν. Είναι ή δεν είναι να αναφωνείς: Μέγας είσαι, Κύριε! Τούτα να δείτε, χωριανοί! Και τον «δέρνουν» και «πληρών’» (να μην το γράψω αλλιώς…)! Τον πήγε στο Βουργαρέλ’, τον δίκασε, τον πλήρωσε, τον απελευθέρωσε και… χεράκι-χεράκι, παρεούλα, σαν καλοί γείτονες, γύρναγαν, βραδάκι, στο θάμπωμα, στα κονάκια τους. Λες και άλλοι ήταν χαράματα, που ανηφόριζαν για το Βουργαρέλι και άλλοι ήταν, «βασίλεμα ηλιού», που κατηφόριζαν απ’ τη Ρουπακιά… Καλά είναι να σου τα λένε, να τα ακούς, να τα χειροκροτείς, να τα γράφεις και να μένουν, τέτοια παρατράγουδα του χωριού σου. Πιο καλά,όμως, είναι να τα κάνεις! Μπορείς; 2. Ο νοικοκύρης πότιζε τα καλαμπόκια και ο γείτονας τις… μαντζουράνες του… Τότε, στα προπολεμικά χρόνια, οι χωριανοί πότιζαν και τη νύχτα τα κτήματά τους, να μην πάει χαμένο το νερό (αφού δεν είχαν δεξαμενές, τότε). Ο καθένας με την αράδα του και, άμα τελείωνε, φώναζε τον επόμενο το γείτονά του, αδιακρίτως αν ήταν μέρα ή νύχτα. Ο «καλός» ο γείτονας, άλλοτε στα σκοτάδια και άλλοτε με το φεγγάρι ή το κλεφτοφάναρό του, παρακολουθούσε το νερό και άμα έβγαινε στον πάτο, φώναζε τον άλλο και πήγαινε για ύπνο στο… κονάκι του. - Νίκου! Τελείωσα… σύρε κόψ’ του νερό… Να, όμως, που βρέθηκε και ο «κακός» ο γείτονας, που αντί να πάει για το… ρ’μαδιακό του, άμα ξύπνησε τον άλλο, τρύπωσε στο φράχτη και, αφού βεβαιώθηκε ότι πάει για πότισμα –λίγο μακριά από το σπίτι του, υπολογίζοντας ότι θα κάμει 2-3 ώρες, όσο να τελειώσει… φραπ!... όπως ήταν τότε οι πόρτες μισοανοιχτές και στα σκοτάδια, μπήκε μέσα, και… χρουπ!... χώθ’κε απ’ κάτ’ τ’ βελέντζα, στη μεριά του και… σαούρα! Κάτω στο πάτωμα ήταν… στρωματσάδα, ούτε φώτα, ούτε φωτιά, λάιασε για λίγο κι απέ… μπήκε από καλή μεριά, στη… ν’κουκοιρά! Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


78

Δημήτριος Παππάς

Έκαμε την… παλιοδουλειά του (θα τον αμπόδαγε το βρακί ή θα έλεγε τα γλυκόλογα… για να τον γνωρίσει…). Στα μούτα και γρήγορα, μην το πάει ο διάουλος και ξεκαμπίσει ου Αφέντης, αν και προνόησε και πέρασε το σύρτη από μέσα, όταν μπήκε και εντόπισε και το παραθύρι, για ώρα ανάγκης… Κάποτε, τελείωσε και… εδώ παν’ οι άλλοι, μην τον είδατε! Καλός και παστρικός, αποσταμένος και ξενύχτης από τα ποτίσματα, πάει για τ’ Γιωργάκαινα. Εκείνη, το… θύμα, ούτε πήρε μυρουδιά τι έγινε. Καθώς θα μισοκοιμάνταν, δεν έδωσε σημασία, είπε ότι τώρα θα πήγε για το νερό ο… προκομμένος της, άμα τελείωσε, δηλαδή, το «έργο του»! Το «επεισόδιο» ούτε καν θα γίνονταν αντιληπτό, αν δεν έβανε το… ποδαράκι του ο σιαητάνης! Ήταν –κακή του ημέρα– και σαββατόβραδο (θέλησε ο οβριός να… και βρέθηκε Σάββατο, που λέει ο λόγος) και ο Αφέντης πρωί-πρωί χάλεψε τα σκουτιά του, να αλλάξ’ να πάει στην εκκλησιά του! Ακούει έτσι η… παθούσα, την έπιασε ταραχή. Με χέρια και με ποδάρια τον αποπήρε… - Άει, χ’στιανέ μου, να απολύ’εις τα μανάρια κι απέ δεν είσαι για εκκλησιές εσύ. Εψές –κακή σου ημέρα- έβγαλες τα μάτια σου, όλ’ νύχτα… και τώρα θέλ’ς και λίγου ικκλησιά, να βλουηθείς! Άει, ξεκουμπήσου, να μη σι βλιάπου, ξεμωραμένε, αμαρτωλέ, που σε έβαλε ο όξου απ’ εδώ να… πασπατεύεις, χάθ’καν οι άλλες μέρες, κι θέλ’ς γιουρτ’νό! Ο άνθρωπος τα’ χασε, δεν καταλάβαινε τι του αρμάθιαζε τόση ώρα, εκείνη… - Χαϊδιάρα μ’, τι τουν κακό σ’ τουν κιρό λες τόση ώρα; Στουν ύπνου σου τα είδες ούλα αυτά; Ονειρεύεσαι; Ξέρ’ς ισύ, Κυριακάτικα «να ‘ρχουμι»… Δεν πήγα απ’ τις 11 η ώρα για πότισμα πέρα στου λάκκου, κι γύρ’σα, κόντευε να φέξει; Τι μουραπάδες μού αραδιάζεις; Τι κουβέντες είν’ αυτές; Διαμαρτύρονταν ου άνθρωπος, μ’ όλο του το δίκιο, αλλά… ποιος να τον άκουγε; - Αυτό π’ σ’ λιάου ιγώ μαναχά, απόλα τα γίδια κι άσε τσ’ δικιολογίες… αχαΐρευτε. Τον έκαψαν τα «σ’μάδια» τον άνθρωπο, άρχισαν να του μπαίνουν ψύλ’ στ’ αυτιά… Κάτ’ συνέβαινε εδώ πέρα. - Ιγώ, να ξέρ’ς, είμι καθαρός. Τώρα, αν θέλ’ς να πας εσύ στην εκκλησιά, σύρι κι πάου ιγώ στα πράματα… δεν έχου κάνα λόγου, πάου την άλλη Κυριακή (αυτό το είπε περισσότερο για να τη δοκιμάσει… αν, αλήθεια, πασπατεύτηκε!). - Άει στουν αγύρ’γου, κακό χρόνο να ‘χ’ς, π’ θα μ’ πεις να πάου κι σ’ ν’ ικκλησιά… μαγαρισμέν’ γ’ναίκα! Άει, τρύπουσι, σιαπέρα, απ’ ιδώ… λερωμένε! Αυτό ήταν… Σα μαχαιριά τον έσφαξε… Η υποψία του για το… γείτονά του επιβεβαιώθηκε. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τη ς κ ό φ τ ρ α ς . . . α γ κ α λ ι ά σ μ α τ α !

79

- Τον άτιμο… την έκαμε την πουστιά του, ου κιαρατάς. Τώρα τι κάνουν; Ήταν τόσο ξαφνικά ετούτα όλα, που του ήρθε ο ουρανός σφοντήλ’. Έκαμε το χαζό! Θα το σκεφτώ ήρεμα, είπε, και πήγε στο κοπάδι, να πάρ’ αέρα. - Θα κάμω τον αδιάφορο, ότι τάχα δεν κατάλαβα να έγινε κάτι και θα παραμονέψω να τον τσακώσω στα πράσα. Το ίδιο και στη… μαγαρισμένη. «Έχεις δίκιο, φαίνεται. Έτσι θα είναι», της είπε και πάει στο κοπάδι του. Αυτό ήταν –τάχα τάχα– και πάει, το έφαγε η γάτα, αμούντ’! Πέρασε καιρός και παρά το ότι όλο παραφύλαγε και παραμόνευε, τίποτα δεν κατάφερε. Τίποτα το… ύποπτο. Αλλιά απ’ τους… δαρμένους και τους… Κανένας δεν πήρε χαμπέρι, τι έγινε με της «Χ» το «χαμπέρ’». Όμως ο βεσβεούλης –εκεί που κάθονταν και δεν τον χώραγε– έβαλε την ουρούλα του, ματαπάλι και βγήκε στο φως το… μασκαρ’λίκ’, αφενός και αφετέρου επιβεβαιώθηκε και το… «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο», με την προσθήκη, βέβαια… «και υπό τη… βελέντζα»! Το λοιπόν, που λες, κουμπάρε, εκεί στην κόφτρα, και για το πότισμα του κήπου, έγιναν τα «αποκαλυπτήρια». Πότιζε «εκείνος» τα κήπια του, έρχεται «εκείνη», κλωτσάει την κόφτρα, να πάει στο δικό της, στα πράσα της, το νερό, γιατί είχε –λέει- αυτήν αράδα. Πες ο ένας, πες η άλλη, μια καλή φασαρία μεσ’μεριάτικα… Ο «δράστης» θυμήθηκε τα… «νυχτέρια» του, τα τότε, πριν από χρόνια, εκεί δίπλα στον πυρομάχο και έδωκε τόπο στην ουργή! - Άει, μουρή… καλή γειτόν’σσα, χαλάλ’ σου το νεράκι, πάρ’το και πότισε όσο θέλεις και το πράσο και τις… μαντζουράνες σου, στου χρουστάου, με ξεδίψασες κι εσύ κάποτε! - Τι λες, μωρέ αχαΐρευτε! Τι θέλ’ς να πεις και το λες απόξου-απόξου, απαντάει, έξαλλη κάπως, η… παθούσα. - Μην κάνεις την ανήξερη… σιγανοπαπαδιά, εγώ, μια βολά, το θυμάμαι κι ας πέρασαν και τόσα χρόνια, κι ας ήταν και στα σκοτάδια. Της ήρθε ξαφνιά της γυναίκας, έπεσε ο ουρανός και την πλάκωσε… άκουγε και δεν πίστευε στα αυτιά της. Άλλο και τούτο; Φαίνεται το έχει χάσει ο άνθρωπος, είπε. - Μη σου ‘στριψε, χ’στιανέ μου; Τι κουβέντα είναι αυτή; Καταλαβαίνεις τι λες; 50 χρονών άνθρωπος δε σε ματάκ’σα να λες τέτοιες χαζομάρες… και κουραφέξαλα. Για κάν’τα λιανά, ν’ ακούσου… - Εμ, δεν το ‘καμα και… «βούκινο» στο μαχαλά! Είμι… τάφος εγώ!... και περιέγραψε το «τότε» ανάμεσα στο αστείο και το σοβαρό. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


80

Δημήτριος Παππάς

- Άει να χαθείς! Δε σε ήξερα για τέτοιο παλιοτόμαρο, για μουρτάρη και για κλέφτη! Γι’ αυτό μο’ κανες και γλυκά μάτια, κάθε τόσο, είχες «γλυκαθεί» στο μέλ’, φαίνεται (και μέσα της ξανασκέπτονταν τους «όρκους» του άντρα της, για την αθωότητά του, τότε, την Κυριακή…), του είπε και την έκοψε την κουβέντα. - Άντε, τώρα, να ποτίσεις και να τα ξεχάσουμε αυτά. Περασμένα – ξεχασμένα, ό,τι έγινε-έγινε, και λόγος να μη γίνεται!, είπε εκείνος, σοβαρός-σοβαρός. - Κοίτα, κακομοίρη μου, μη σ’ ξεφύγ’ καμιά κουβέντα και θα στα βγάλου τα μάτια. Θα σε πααίνουν με το σπάγγο! Χαλασιά σου, είσι κι δειλός! Έκαμες τόσα χρόνια να το ξεστομί’εις, λες και θα σε τρώμαν!, είπε, χασκογελώντας… Πήρε ο καθένας τη στράτα του, για να χαθεί ου σκουπός και με την εντύπωση ότι η κόφτρα, σαν καλός ξομολόγος, συγχώρεσε τους… αμαρτωλούς. «Νύχτα ήταν που σε φίλησα, νύχτα και ποιος μας είδε…», λέει το τραγούδι. Πάειπάει το αδίκημα, παραγράφτηκε λόγω ελλείψεως… μαρτύρων! Να, όμως, που, όπως είπαμε, ο κλητσουνούρης έβαλε την ουρά του και η… συμπεθέρα, η γειτόνισσα, που μάζωνε μουχρίτσα μέσα στις ρόκες της για το μοσχαράκι της, άκουσε το μάλωμα για το νερό στην κόφτρα και έβαλε το «αυτάκι» της και «έγραψε» όλα όσα είπαν, αλλά και κάτ’ λίγα, που η φαντασία της έπλασε! Άλλο που δεν ήθελε… Βέβαια, μυστικά και μόνο στο μύλο και στη νεροτροβιά και λίγα, εκεί στη βρύση, όσο να πάρ’ σειρά να γεμίσει τ’ βαρέλα της. Πουθενά αλλού δεν τα είπε. Και φυσικά, σιγανά, στο ψιου-ψιου και «κοίτα μην το πεις, μουρή, πουθενά και πουν κάνουμε κουτσουμπουλιό! Τι μας νοιάζει εμάς, κουμπαρούλα μου; Εμείς στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε… - Καλά λες, κουμπάρα μ’… μεγάλες γ’ναίκις ιμείς, για τσ’ μιανής κι τσ’ αλλ’νής τον κώλου θα κουβεντιάζουμε; Ντροπές πράματα! Έχουμι άλλα πράματα να πούμε… εμείς. Άντε και τα ματαλέμε… Έχου του μαέρ’μα στ’ φουτιά…», και ξεχώριζαν, για να προλάβ’ την άλλη τη γειτόνισσα, να βγάλ’ στο φως, της νύχτας τα… πασπατέματα! Μέσες-άκρες έφτασαν και στα δικά μου αυτιά και σας τα μεταφέρω, ζητώντας και λίγο συγνώμη, για όσα τα πήρε το νερό και δεν μπόρεσα να τα… ψαρέψω! Το δικό μου το… πόρισμα, πάντως, από όλη αυτή την ιστορία, είναι ότι τη «νύφη» την πλήρωσε ο… αφέντης! Και… «δαρμένος και…», που λέει ο λόγος, είναι και δε… «δοκίμασε» Κυριακάτικα. Και τις κατσάδες έφαγε απ’ τη συμβία που δεν πίστευε τους όρκους του και για… αμαρτωλό τον είχε. Και στον παπά δεν πήγε, αλλά στα γίδια, με τα… «κέρατα» και για το μόνο, που θα μπορούσε κάπως να είναι ευχαριστημένος, είναι το ότι δεν περπάτησε στη γειτονιά του, το «φιάσκο» του. Τα ‘φερε έτσ’ όμως Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τη ς κ ό φ τ ρ α ς . . . α γ κ α λ ι ά σ μ α τ α !

81

η διαουλοκόφτρα να βγει κι αυτό στη φόρα, έστω και αργά, παραγραμμένο σαν «αδίκημα». Άμα κανένας είναι άτυχος, όλα θα του έρθουν στραβά, μέρα-νύχτα, είναι… αδιάφορο.

* Ο Δημήτριος Παππάς είναι συνταξιούχος δάσκαλος

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


82

Νίκος Μπριασούλης*

Τα μνημεία του λόγου

Σ

` αυτό το κεφάλαιο της Λαϊκής Παράδοσης έχουμε αναφερθεί κι άλλες φορές, θέλοντας να τονίσουμε, πέρα απ` τη μεγάλη και αναμφισβήτητη σημασία του, την επείγουσα και αδήριτη αναγκαιότητα να διασωθεί, να φωτιστεί επιστημονικά και να πάρει τη θέση του ανάμεσα σε άλλους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς θησαυρούς της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, καύχημα για τη γενιά μας, που επιχειρεί το τόλμημα, και πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Την ίδια σημασία δίνουμε ασφαλώς και στα τεκμήρια και δημιουργήματα του υλικού βίου, τα οποία φροντίζουμε να συγκεντρώνουμε και να εκθέτουμε στα λαογραφικά μουσεία της περιοχής. Η Ι.Λ.Ε.Τ. έχει ήδη δημιουργήσει το πρώτο της λαογραφικό μουσείο στην Άγναντα. Στο άμεσο μέλλον σκοπεύει να συγκροτήσει ένα ακόμη στα Αν. Τζουμέρκα και, αν μπορέσει, ένα τρίτο “Μουσείο του ποιμενικού βίου” σ` ένα απ` τα βλαχοχώρια της περιοχής μας (Συρράκο, Καλαρρύτες, Παλιοχώρι, Ματσούκι). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι δυσκολίες με τα αντικείμενα του υλικού βίου είναι πρακτικές: Συγκέντρωση των αντικειμένων από άτομα και ιδιωτικές συλλογές και εξεύρεση του κατάλληλου κτηρίου, για να τα στεγάσει. Με τα μνημεία του λόγου όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πρόκειται για πνευματικά δημιουργήματα που, στη διαδρομή πολλών αιώνων, έχουν εναποτεθεί στην κιβωτό της λαϊκής ψυχής, δηλαδή στην ψυχή, τη σκέψη και τα αισθήματα των απλών ανθρώπων της περιοχής μας. Εκεί περιμένουν τον ευαίσθητο συλλογέα να τα εντοπίσει και να τα αποθησαυρίσει. Και, για να είμαστε ακριβείς, στα χρόνια πριν την εμφάνιση της Ι.Λ.Ε.Τ., έγιναν κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες καταγραφής για ορισμένα είδη (δημοτικά τραγούδια, παροιμίες, αινίγματα) και σε ορισμένα χωριά. Συνολική καταγραφή, που θ` αγκαλιάσει όλα τα είδη και θα επεκταθεί σ` όλα τα χωριά των Τζουμέρκων, γίνεται τώρα για πρώτη φορά απ` την Ι.Λ.Ε.Τ. κι αυτό δημιουργεί ασφαλώς μεγάλες δυσκολίες, ταυτόχρονα όμως αναδεικνύει και υπογραμμίζει την τεράστια σημασία του εγχειρήματος. Οι Ομάδες Έρευνας, που κινητοποιήθηκαν εδώ και μερικά χρόνια, καλύπτουν τα περισσότερα χωριά μας και πασχίζουν, η καθεμιά με τις δικές της δυνατότητες και αντοχές, να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους. Θέλω όμως κι απ` αυτή τη θέση να τονίσω ότι αυτές οι Ομάδες πρέπει να υποστηριχτούν από έναν ευρύτερο κύκλο μελών και φίλων. Θα έλεγα, σε μια τόσο σημαντική προσπάθεια, που ταυτίζεται με το μέλλον και την όποια καταξίωση της Εταιρείας, έχουμε υποχρέωση να συμβάλλουμε όλοι. Για έναν ευρύτερο κατατοπισμό των μελών και συνεργατών μας, θα κάνω

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα μ ν η μ ε ί α τ ο υ λ ό γ ο υ

83

μια σύντομη αναφορά σ` εκείνα τα μνημεία του λόγου που δεν είναι πολύ συνηθισμένα, ώστε να μην έχουμε κενά και να καταγράφουμε όποιο είδος πέφτει στην αντίληψή μας με τον κατάλληλο τρόπο. Επωδές: Ρυθμικός λόγος που απαγγέλλονταν πάνω από έναν άρρωστο, για να γίνει καλά ή για να αποτραπεί το κακό. π.χ. Κάμπιες και σκαθάρια να πάτε στ` άγρια βουνά να φάτε πέτρες και λιθάρια. Παροιμίες: Σύντομος έμμετρος ή πεζός λόγος, που διατυπώνει παραστατικά μια σοφή γνώμη, μια διαπίστωση, μια συμβουλή. Μύθος: Μικρή αλληγορική διήγηση, που θέλει να διδάξει κάτι. Παραμύθι: Λαϊκή διήγηση που μοιάζει με μεγάλο περιπετειακό μύθο. Ό,τι είναι στη λογοτεχνία το μυθιστόρημα, είναι στη Λαογραφία το παραμύθι. Παραδόσεις ή θρύλοι: Φανταστικές διηγήσεις που πλάθει ο λαός με βάση τις δοξασίες του για ορισμένους τόπους και όντα, τις οποίες πιστεύει για αληθινές. Και κλείνω με τον επείγοντα χαρακτήρα της καταγραφής. Είναι γνωστό κι έχει ακουστεί απ` τα πιο υπεύθυνα χείλη1 πως ο Β` Παγκόσμιος Πόλεμος κι ο αδελφοσκοτωμός που ακολούθησε στον τόπο μας έφεραν βαθιές αλλαγές και ανακατατάξεις στην ελληνική κοινωνία. Έχει μεγάλη σημασία για τη λαογραφική έρευνα, να προλάβουμε και να καταγράψουμε τη μαρτυρία όσων απέμειναν από εκείνη τη γενιά, πριν από την “επέλαση της γοητείας του τσιμέντου, της κεραίας και της μηχανής”. Λοιπόν, ας σπεύσουμε, δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Οι καιροί ου μενετοί!

* Ο Νίκος Μπριασούλης είναι φιλόλογος, επίτιμος πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ. 1. Δ. Λουκάτου, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία, σελ. 79-80 Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


Τ Ο Π Ι Κ Ο ΓΛ Ω Σ Σ Ι Κ Ο Ι Δ Ι Ω Μ Α Λαμπρινή Αρ. Στάμου*

Το ’χασε το γρέκι

Σ

υνεχίζοντας την έρευνά μου για τις ιδιαίτερες λέξεις και φράσεις του Τζουμερκιώτικου ιδιώματος, διαπιστώνω πως είναι ανεξάντλητες. Η καταγραφή όλων είναι από δύσκολη έως αδύνατη. Ως εκ τούτου, προσπάθεια μερικής καταγραφής κάνουμε, με την ελπίδα ότι θα κεντρίσουμε το ενδιαφέρον κι άλλων Τζουμερκιωτών που μεράκι τους είναι η γλώσσα. Τι κάν’ η Μαρία; Γιέρεψι; Το ρήμα «γιερεύω» σημαίνει συνέρχομαι από ασθένεια, γιατρεύομαι, γίνομαι δηλαδή πάλι γερός. Συναντάται και σύνθετο ως «ξεγιερεύω» και σημαίνει ότι έχω πάρει τα πάνω μου, πάχυνα και πήρα το χρώμα της υγείας. « Ήρθι κι ου Κωστάκης απ’ τ’ν Αθήνα. Τι να ιδείς, ξιγιέρεψι, ομόρφυνι, κοτζάμ παλλήκαρους γίνκι» «Σι πουνάει πουλύ του ρημάδ’ του δόντ’ μουρέ πιδάκι μ; Βάλι λίγου τσίπρου1 στο στόμα σ’ κι κράτα του, μην παγαδώσ’ νια2 στάλα». Παγαδώνει χρησιμοποιείται συνήθως επί πόνου και σημαίνει ηρεμεί, απαλλάσσεται κάποιος από τα πολύ έντονα συμπτώματα. «Πού θέλ’ς να πας τέτοια ώρα; Θάμπουσι όξου. Μέχρι να φτά(σ)εις θα ’νι τζάτς νύχτα.» Θάμπωσε σημαίνει σουρούπωσε και βλέπει κανείς θαμπά. Τζάτς είναι το παχύ κι αδιαπέραστο σκοτάδι. «Γίν΄κι μεγάλος σιαλακάς. Τουν άρπαξι απ’ του γιακά κι τουν αλπουτίναξι. Κοντιψι να τουν πιτάξ’ κάτ’ απ’ τουν όχτου3!». Σιαλακάς είναι η φασαρία. Αλπουτνάζω σημαίνει ταρακουνώ. 1. Τσίπουρο 2. Μια 3. Όχθη,τοίχος Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


86

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

«Τ’ Κώτσ’4 δεν τ’ πήγι του μυαλό σ’αυτήν. Δεν εργοβάζ’, είναι ντίπ απουνήρευτους.» Εργοβάζω σημαίνει σκέφτομαι πιο πέρα από αυτό που βλέπω, σκέφτομαι πιο πονηρά. «Δυο ώρις πιδεύ’κα να τουν τυπώσου. Δεν καταλάβινι τίπουτα.» Το ρήμα τυπώνω δεν έχει σχέση με εφημερίδες και βιβλία, αλλά με το πόσο εύκολα κάνω κάποιον να καταλάβει, ακριβώς, αυτά που του λέω, και το τυπώνομαι, πόσο εύκολα μπαίνω στο πνεύμα των λόγων κάποιου. «Τς έκρινις τ’ς Γιώργαινα ή θα βγει κι θα σι λέει άκριντ’. Είνι κι παραγκολίσια αυτήν, δε θέλει κι πουλύ να παραξηγηθεί.» Κρένω σημαίνει μιλάω ή φωνάζω. Το συναντάμε και στο δημοτικό τραγούδι: Αγγέλω μ’ κρένει η μάνα σου δεν ξέρω τι σε θέλει. Άκριντος είναι ο αμίλητος και κατ’ επέκταση ο ακοινώνητος. Παραγκολίσιος είναι ο παράξενος, αυτός που έχει κάποιες ιδιορρυθμίες. «Ιχτέ5 έμαθι ότ’ πέθανι ου Βαγγέλ’ς. Του ’ρθι απόφανους.» Απόφανος είναι η μεγάλη έκπληξη, συνήθως δυσάρεστη. «Μπά! Πήγι δειλ’νό κι τώρα έφ’γαν. Μέχρι να συναξιαστούν αυτοίν…μας πήρι του βράδ’» Συναξιάζομαι σημαίνει συμμαζεύομαι, ετοιμάζομαι. Ικιό του λυκουσκισμένου6 του τραΐ7 έκουψι πάλι τ’ν αργανέλα κι γίνκι αμούντ. Έλιγα να τ’ αφήκου να πριτσιαλίσ’ κανια8 γίδα αλλά θα του ξικάνου, γιατί κ’τράει κιόλας, σκιάζουμι9 μη βαρέσ’ κανα πιδί. Αργανέλα είναι η τριχιά, που γίνεται από λινάρι και είναι πολύ ανθεκτική, σε αντίθεση με αυτές που έφτιαχναν από μαλλί και κόβονταν πιο εύκολα. Αμούντ σημαίνει άφαντο.Ξεκάνω(επί ζώων) σημαίνει σφάζω. Πριτσιαλάει

4. Κώτσιος υποκοριστικό του Κωνσταντίνος 5. Χθες 6. Κατάρα επί ζώων:(να το σκίσει ο λύκος) 7. Τράγος 8. Καμια 9. Φοβάμαι Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το ' χ α σ ε τ ο γ ρ έ κ ι

87

χρησιμοποιείται επί αιγοπροβάτων και δηλώνει την τέλεση της γενετήσιας πράξης από το αρσενικό. (Επί θηλυκών ζώων χρησιμοποιείται το παθητικό πριτσιαλιέται). Με τη λέξη κουτράει εννοούν χτυπάει με τα κέρατα (κουτουλάει). - Που ήσαν μουρ’ μάνα; - Πήγα να ιδού τ’ν αναδεχτή μ’ τ’ Λενίτσα, να τ’ς πάου τ’ λαμπάδα, κλουράκια κι αυγό για τ’ Λαμπρή. Να ιδείς πώς άξινι κι ουμόρφινι! Τ΄χρόν’ θα πρέπ’ να τ’ φουτίσουμι, προτού μιγαλώσ’ κι άλλου… Ούι χαλασιά μας … Μας έφιξι! Τα φουτίκια θέλουν κι λεφτά κι που να τα βρούμι! Αναδεχτός-αναδεχτή είναι το βαφτιστήρι. Αξαίνω σημαίνει μεγαλώνω(αυξάνω) Παλιότερα στα χωριά μας οι νονοί, όταν το βαφτιστήρι μεγάλωνε αρκετά, τόσο ώστε να έχει μνήμες αργότερα, το φώτιζαν. Του έκαναν δώρο μια ολόκληρη αλλαξιά ρούχων και εσωρούχων καθώς και παπούτσια. Δεν φώτιζαν όλα τα παιδιά στην ίδια ηλικία. Όποτε ευκολυνόταν ο κάθε νονός. Τα δώρα αυτά του νονού λέγονταν φωτίκια. - Ξέρ’ς τι καλά πιρνάει η Βασίλου μι τ’ς νύφις τ’ς; Ένα παράξινου πράμα! Συνακούουντι, κάνουν τ’ς δ’λούλις10 μια χαρά. Συνακούγονται σημαίνει συνεννοούνται, ακούν δηλαδή ο ένας τον άλλον. Όλ’ μέρα ν’ ένι11 αλέστα. Να κάν’ όλις τ’ς δ’λειές, να σ’μασ’12 τα πιδούρια κι του βράδ’, πό’ρχιτι ου άντρας τ’ς, κάθουντι σαούρα όλοι. Αλέστα σημαίνει, σε ετοιμότητα, ορθοστασία, στο πόδι συνεχώς. Με τη λέξη Σαούρα δηλώνεται η απόλυτη ησυχία, το λούφαγμα από φόβο. Έφαγα μια τρίψα13 ξ’νόγαλου, μπλέτσκουσα. Μπλετσ’κώνω σημαίνει χορταίνω, γεμίζω το στομάχι μου. Ξέρ’ς τι παστρικιά ν’κουκυρά είνι αυτήν; Άμα βλέπ’ κανέναν να πααίν’ στου σπίτ’ τ’ς, ζπρώχν’ τα σκούπρα πίσου απ’ τ’ν πόρτα. Σκούπρα λένε οι Τζουμερκιώτες τα σκουπίδια.

10. Δουλίτσες 11. Είναι 12. Συμμαζέψει 13. Ψωμί τριμμένο μέσα σε υγρό Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


88

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Η νύφ’ ήταν ξουτ’ κιά14! Τι να ιδείς τι καλό φ’στάν’15 φόραγι. Μι φουρώ16 κι νταντέλις17. Κι ου γαμπρός, δε λέου, καλός ήταν. Τ’ ς είχι ου νούνους18 ένα στιφανουσκέπασμα, ένα ουραίου ύφασμα λουλακί, τι να σ’ που19! Θα του ράψ’ , π’στεύου, η νύφ’, να του φουρέσ’ τ’ Λαμπρή να ’ν ιδούμι. Μέχρι λίγα χρόνια πριν, κατά την ώρα της στέψης, ο κουμπάρος σκέπαζε τις πλάτες του ζευγαριού με ένα μεγάλο κομμάτι ύφασμα, το οποίο επίσης συμβόλιζε την ένωσή τους και την κοινή τους πορεία. Αυτό ήταν το στεφανοσκέπασμα. Πόσα ψ’χούδια λες να φκιάσουμι για τ’ν Κυριακή; Θα νάρθ’ πουλύς κόσμους στου μνημόσυνου; Ψ(υ)χούδι είναι το ψωμάκι που μοιράζουν στα μνημόσυνα μαζί με τα κόλλυβα. Έχει ένα μ’κρό η Μαρία, γραμμένου! Τρουμπουκένιο, μι τα μουτράκια τ’ κατακόκκινα. Μια χαρά το ’νι. Τρουμπουκένιος είναι αυτός που έχει παχουλά μάγουλα. Εκειός ου Νάσιους ντιπ ντιλνό είνι, μωρέ πιδάκι μ’. Ιγώ τουν ρώταγα για τ’ μάνα τ’ κι αυτός μο’λιγι άλλα αντ’ άλλα. Ντιλνός είναι ο χαζούλης. Ίφιρι κι ου Χρήστους τ’ μπάρμπα Γιάν’ μια κουπέλα απ’ τ’ν Αθήνα. Ντιπ απάδαμα είνι! Λες κι δεν έχει κουπέλις του χουριό π’ να σι παίρ’ν ιφτά χαρές! Αλλά τ’ς φαίνιτι των πιδιών ότ’ οι ξένις είνι καλύτιρις. Άει φουρτούνα τ’ς! Φέρνουν τα σιάμπαλα κι νουμίζ’ν ότ’ κάτ’ έκαμαν. Απάδαμα είναι άνθρωπος χωρίς ζωντάνια Να σε παίρν(ουν) εφτά χαρές: Πολύ όμορφες και χαριτωμένες. Σιάμπαλο είναι άσχημος και χωρίς προσωπικότητα. Την ίδια σημασία με περισσότερο βάρος στην ασχήμια έχει και η λέξη σιάστραβο.

14. Εξωτικιά, πανέμορφη 15. Φουστάνι, φόρεμα 16. Μεσοφόρι ειδικό να κρατάει φουσκωτό το νυφικό 17. Δαντέλες 18. Ο νονός, ο κουμπάρος 19. Να σου πω Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το ' χ α σ ε τ ο γ ρ έ κ ι

89

Πρέπ’ να μι πας ισύ στου γιατρό. Δε φτ’χάου να πάου μουναχός μ’ ιδώ σ’ν Αθήνα π’ μι φέραταν. Φτ’χάω σημαίνει πετυχαίνω. Τι να σ’ που τι νεύρα είχι. Φουρλάτ’ζι , βάραγι τ’ς πόρτις, τ’ς κακουμοίρα γίνκι. Φουρλατίζω σημαίνει είμαι πολύ θυμωμένος , φωνάζω και κάνω έντονη φασαρία. Τι σακαϊέσι όλ’ ν’ ώρα, μουρέ πιδί μ’ .Κάτσι ήσυχου μια στάλα να σ’ ρίξου τ’ς βιντούζις20. Το ρήμα σακαϊέμαι δηλώνει ότι είμαι σε συνεχή κίνηση, σε υπερκινητικότητα. Εξ ου και το ουσιαστικό σακαϊάρ’κο αυτό δηλαδή που δεν ηρεμεί ούτε στιγμή. Όλ’ μέρα σιουντίλα ν’ ένι. Δε σμαζεύιτι σπίτ’ τ’ς αλόταλα. Σιουντίλα σημαίνει στη γύρα, από σπίτι σε σπίτι, αλλά και ζητιανιά. Υπάρχει και το ρήμα σιουντλεύω ή σιουντλίζω που σημαίνει γυρίζω άσκοπα ή κάνω μικροδουλειές, που δεν φαίνεται το αποτέλεσμά τους. Του ’χα πει μια βουλά να πάμι μαζί στ’ Τζούκα21. Αυτός του κουμπέδιασι κι όταν μ’ έβλιπι μι ρώταγι: Πότι θα πάμι μουρ’ θειάκου; Βουλά είναι η φορά. Κομπεδιάζω σημαίνει κάνω κόμπο αλλά και μου καρφώνεται κάτι στο μυαλό και δεν το ξεχνάω. - Τι μαθαίν’ς για τουν Αντών’; Πώς πααίν’; - Τι να μάθου; Τ’ Χάρ’22 νιρό κουβαλάει, μου ’παν. Η παραστατικότατη έκφραση τ(ου) Χάρ(ου) νερό κουβαλάει δηλώνει ότι ο άνθρωπος βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου. Τι να σ’ κάμ’ κι αυτήν η έρμ’. Γίνκι σα ζεύλα να υφαίν’ όλ’ μέρα στουν αργαλειό, για να στείλει του πιδί να μάθ’ πέντε κλίτσις γράμματα, αλλά μ’ φαίνιτι εκειό είνι ντιπ τζιώρας. Είνι μαύρα κι μ’κρά, βλέπ’ς .

20. Βεντούζες, το απόλυτο γιατροσόφι της παλιότερης εποχής! 21. Μοναστήρι στο χωριό Ελληνικό 22. Χάρου Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


90

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Η φράση πέντε κλίτσες γράμματα σημαίνει το ελάχιστο των γραμματικών γνώσεων και είναι πολύ διαδεδομένη στα Τζουμέρκα, αφού οι συμπατριώτες μας είχαν σε ιδιαίτερη εκτίμηση τη μόρφωση. Δεν είναι τυχαίο ότι παντού υπάρχουν τζουμερκιώτες επιστήμονες, οι οποίοι τις παλιότερες εποχές σπούδασαν κάτω από αρκετά αντίξοες- απαράδεκτες θα τις θεωρούσαμε σήμερα-συνθήκες. Τζιώρας είναι ο ανεπίδεκτος μάθησης, ο χοντροκέφαλος. Με τη φράση είναι μαύρα και μικρά τα γράμματα ειρωνεύονται όποιον –λόγω τεμπελιάς ή άλλων ενασχολήσεων- δεν έχει ιδιαίτερες επιδόσεις στο σχολείο. - Ισί23 τι έπαθις κι μ’κρέμασις τα μούτρα24; Σ’ πνί’καν τα καράβια; Σου πνί(γη)καν τα καράβια είναι ειρωνική έκφραση και λέγεται σε κάποιους που δεν δικαιολογούνται να είναι στενοχωρημένοι. Είχα ένα σουρό δ’λειές σήμερα, μου’φερι κι η θυγατέρα μ΄του μ’κρό να του φ’λάξου, πάει σιαλούτιασα, δεν ξέρου πού είμι! Σιαλουτιάζω σημαίνει χάνω το μυαλό μου, τρελαίνομαι, συνήθως από πολλή φασαρία, από υπερβολικές ευθύνες ή από καυγάδες και μαλώματα. Αυτό του πιδί μια χαψιά φαΐ στ’ς πλάτις το’ ρ’ξι απ’ τ’ λαχτάρα τ’ να προυλάβ’25τ’ αμάξ’. Χαψιά είναι η μπουκιά. Στ(ι)ς πλάτες το ρίχνει κάποιος το φαγητό, όταν τρώει βιαστικά και χωρίς όρεξη ή για να κάνει το χατίρι κάποιου. Αυτός ου πατέρας σ’ το ’χασι το γρέκι αλόταλα. Ξέρ’ς τι μό ’λιγι σήμερα; Θέλει να κρατήσουμι και τ’ς τρεις τ’ς κατσ’κάδις. Ποιος θα τ’ς βουσκάει, παιδάκι μ’, τόσις γίδις; Θα μας αφανίσουν στου χορτάρ’ κι στουν καρπό. Το χασε το γρέκι σημαίνει έχασε τα λογικά του. Δεν έχει απόλυτη επαφή με την πραγματικότητα. Κατσ(ι)κάδα είναι το μικρό θηλυκό κατσίκι. Καρπός είναι το καλαμπόκι ή το κριθάρι που χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή, κυρίως τις εποχές που τα ζώα δεν βόσκουν έξω, αλλά μένουν σταυλισμένα και ταΐζονται..

23. Εσύ 24. Είσαι μουτρωμένος 25. Προφτάσει Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το ' χ α σ ε τ ο γ ρ έ κ ι

91

Έβαλι του πιδί μ’ του κιφάλι τ’ στουν τρουβά, τουν πήρι καβάλα κι μπήκι στουν Σαλτσοπόταμου26, που ηταν κατιβασμένους, να τουν πιράσ’ απ’ τ’ν άλλ’ μεριά κι αυτός δεν τού ειπι ούτι φχαριστώ! Έβαλε το κεφάλι του στον τρουβά (τορβά) σημαίνει έκανε κάτι πολύ ριψοκίνδυνο. Καβάλα σημαίνει στην πλάτη του. - Σύρε πιδί μ’ στ’ βάβου27 να μ’ φέρ’ς λίγου ρουκίσιου αλεύρ’ π’ μ’ σώθ’κι28! - Δε μ’ σκάει να πάου, σ’λέου. Ροκίσιο είναι το καλαμποκίσιο αλεύρι (ρόκα λέμε τον ολόκληρο καρπό του καλαμποκιού). Δε μ΄σκάει είναι αγενής άρνηση, η οποία έχει σκοπό να εκνευρίσει αυτόν στον οποίο απευθύνεται. Ήρθι του σουρούπουμα29, μι κείνου του γαζέπ’ στου σπίτ΄, γίνκι τάραμα. Το’δουκα σ’κτιά ν’ αλλάξ’ απού μιτέ. Ούτι τ’ γλώσσα δεν είχι στιγνή. Γαζέπι είναι δυνατή βροχή. Σκ(ου)τιά είναι τα ενδύματα. Τάραμα σημαίνει πολύ βρεγμένος, αυτός που στάζει. Από μιτέ σημαίνει από την αρχή αλλάζω, δηλαδή, εντελώς όλα τα ρούχα. Με τη φράση δεν έχει ούτε τ’ γλώσσα στεγνή, δηλώνεται το πόσο πολύ βρεγμένος ήταν κάποιος. - Η Αγγέλου το ’χει χέρια γιουμάτα ότ’ θα τ’ς στείλ’ προυξενιά ου Στέλιους για τ’ θυγατέρατ’ς, κι κάν’ν κόγκξις πως δεν τουν θέλουν, γιατί είνι γκαϊδός, λέει! - Ποιος τ’ φίλ’σι κι σφουγγιέτι, φουρτούνα τ’ς. Δεν κοιτάει του δ’κό τ’ς του βιο, που’νι σα σιαταν’κό απ’ τ’ Σιούρ30’! Το ’χει χέρια γε(ιου)μάτα σημαίνει ότι είναι βέβαιος για κάτι. Κόγκσες είναι τα νάζια, οι δήθεν αντιρρήσεις. Γκαϊδός είναι ο αλλήθωρος. Η φράση: Ποιος σε φίλησε και σφουγγιέσαι (σκουπίζεσαι) δηλώνει ότι βιάζεσαι να θεωρήσεις δεδομένο κάτι, που, ενώ το θέλεις , κάνεις πως δεν σου αρέσει, σχολιάζοντάς το αρνητικά, μολονότι στην πραγματικότητα δεν ισχύει αυτό που υποψιάζεσαι. Το βιο δεν είναι η περιουσία αλλά, στην περίπτωσή μας, η θυγατέρα. Δες και τη φράση «καλό βιος είναι κι αυτός». Σιαταν’κό είναι το Σατανικό, ον με διαβολική όψη, άσχημο δηλαδή.

26. Χείμαρρος στην Άκρη των Αγνάντων στο δρόμο προς Πράμαντα 27. Γιαγιά 28. Τελείωσε 29. Σούρουπο 30. Περιοχή των Αγνάντων, φημισμένη για τα…φαντάσματά της Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


92

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Να τουν φ’λάξ’ ου Θιός τουν άνθρουπου μην τουν πάρ’ άλλ’ καμιά πατάια κι αφήσ’ στ΄ λάκα μια θράκα παιδιά. Θα τ’ς κλαίει η μέρα κι η αυγή. Πατάια είναι το χτύπημα της μοίρας (αρρώστια, οικονομική καταστροφή) αλλά και έντονος διαπληκτισμός. Στ’ λάκα κυριολεκτικά, σημαίνει έξω στο χωράφι, μεταφορικά δε χωρίς οικονομική κάλυψη, προστασία. Μια θράκα: Ίσως είναι παραφθορά της λέξης δράκα(εκ του δράττομαι=πιάνω) Στη Τζουμερκιώτικη διάλεκτο σημαίνει αρκετά παιδιά. Θα τ (ου)ς κλαίει η μέρα κι η αυγή Με παραστατικότατη προσωποποίηση δηλώνουμε πως κάποιοι είναι αξιοθρήνητοι! Ελπίζω, με τα παραπάνω, να ξύπνησαν οι μνήμες πολλών τζουμερκιωτών, οι οποίες εύχομαι να καταγραφούν σύντομα, όσο εμφανίζονται ακόμα ζωηρές!

*Η Λαμπρινή Αρ. Στάμου είναι φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΙΣΤΟΡΙΚΑ Απόστολος Μπουρνάκας*

Τα αντάρτικα τραγούδια και η αφύπνιση της ουτοπιστικής νοσταλγίας Εμπειρίες από τα χρόνια της Κατοχής (1941-44) στα χωριά των Τζουμέρκων «Και όμως θυμήσου.... είχαμε κάποτε όνειρα και τραγουδούσαμε όλοι μαζί και ελπίζαμε όλοι μαζί ... Τώρα κομμάτια από τα μεγάλα όνειρα που κάποτε κρατούσαμε και μας τα πήρανε» Τάσος Λειβαδίτης 1922 Εισαγωγή ι ζωντανές ιδέες ξεφυτρώνουν σε κρίσιμους καιρούς. Έτσι και η ιδέα της ουτοπίας ξεφύτρωσε και φούντωσε στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Ίσως κανένας τότε δεν μπορούσε να ερμηνεύσει θεωρητικά το φαινόμενο, αλλ’ η ιδέα είχε γίνει καθημερινό βίωμα και των πλέον απλοϊκών ανθρώπων. Εδώ θα εξετάσουμε δύο σημεία : α) την απήχηση των αντάρτικων τραγουδιών και της τότε περιρρέουσας ατμόσφαιρας στην αφύπνιση της ουτοπιστικής νοσταλγίας, β) την έννοια και την τραγική μοίρα αυτής της ιδέας και μαζί μ’ αυτή και της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Στα κατοπινά χρόνια η ιδέα της ουτοπίας είναι ο καθρέπτης που δείχνει τις αρνητικές διαδικασίες και τους παράγοντες που προσδιόρισαν την μετέπειτα εξέλιξη και την απόσταση που μας χωρίζει από την αληθινή πραγματικότητα. Η ενεργοποίηση της ουτοπιστικής συνείδησης είναι η πιο πολύτιμη προσφορά του αντάρτικου. Βάση της εργασίας είναι οι άμεσες εμπειρίες από εκείνα τα χρόνια στον ταπεινό χώρο των Τζουμέρκων και η ερμηνεία αυτών με τη βοήθεια των θεωρητικών αναλύσεων του φαινομένου της ουτοπίας από νεότερους και σύγχρονους στοχαστές.

Ο

Το ιστορικό πλαίσιο (περιληπτικά) Στην περιοχή των δυτικών Τζουμέρκων πρωτοεμφανίστηκαν αντάρτες τα Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


94

Απόστολος Μπουρνάκας

χαράματα της πρωτοχρονιάς του 1943. Τότε μια ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ, με επικεφαλής τον Φάνη Τσιάκα, από το Τετράκομο, έφθασε στον συνοικισμό Παλικάρι Ραφταναίων και σκότωσε τον Ιωάννη Χριστογιώργο, συνεργάτη των Ιταλών. Το αντάρτικο είχε ξεκινήσει πολύ ενωρίτερα. Πρώτα ξεκίνησε ο Άρης Βελουχιώτης που μαζί με την ομάδα του έκανε την πρώτη εμφάνιση στο χωριό Δομνίτσα της Ευρυτανίας στις 6.6.1942. Στη συνέχεια εμφανίστηκε στα ορεινά της Άρτας (Σκωληκαριά) και ο Ναπολέων Ζέρβας. Το 1943 το αντάρτικο δυνάμωσε και ολόκληρη η ορεινή περιοχή γύρω από τα Τζουμέρκα ελέγχονταν από τους αντάρτες. Με τον καιρό σχηματίστηκαν δύο οργανώσεις, η οργάνωση ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και η οργάνωση του ΕΔΕΣ. Μια τρίτη αντάρτικη οργάνωση, η ΕΚΚΑ, εμφανίστηκε στην περιοχή Παρνασσίδος. Μέσα του Αυγούστου του ΄43 οι αντάρτικες οργανώσεις συνεργάζονταν ειρηνικά και στο Περτούλι Τρικάλων λειτουργούσε κοινό στρατηγείο ανταρτών. Τον Αύγουστο του ’43 ο Άρης μαζί με τον Ζέρβα έκαναν μαζί περιοδεία στα χωριά των δυτικών Τζουμέρκων και στα Άγναντα εξεφώνησαν λόγους ενώπιον του συγκεντρωμένου πλήθους. Από τον Οκτώβριο του ’43 άρχισαν οι εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ (η επάρατη ασθένεια της ελληνικής φυλής, η διχόνοια). Το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου επέδραμαν και οι Γερμανοί, οι οποίοι έκαψαν όλα τα ορεινά χωριά που τα θεωρούσαν κρησφύγετα των ανταρτών. Ύστερα απ΄ αυτά τα γεγονότα ο ΕΔΕΣ αποσύρθηκε σε περιοχή δυτικά του Αράχθου, ενώ η περιοχή Τζουμέρκων παρέμεινε σε δικαιοδοσία του ΕΛΑΣ. Αρχές Ιανουαρίου 1944 άρχισαν νέες αιματηρές συγκρούσεις στις οποίες έθεσε τέρμα η συμφωνία Μυρόφυλλου-Πλάκας (12-28 Φεβρουαρίου 1949). Μ’ αυτή τη συμφωνία ο Άραχθος αναγνωρίστηκε σαν όριο μεταξύ των δύο οργανώσεων. Από τότε η διάταξη των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στην περιοχή Τζουμέρκων ήταν : στην Πλάκα διμοιρία ανταρτών και φυλάκια στα επίκαιρα σημεία κατά μήκος του Αράχθου, στα Φράστα λόχος, στα Πράμαντα λόχος, στα Αγναντα έδρα τάγματος, στο Μυρόφυλλο έδρα της ογδόης μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Το ξεκίνημα του αντάρτικου το 1942 ήταν ένα παράτολμο και επικίνδυνο εγχείρημα. Οι δυνάμεις του φασισμού δεν είχαν ακόμα καμφθεί και φαίνονταν αήττητες. Η ελληνική κοινωνία βρίσκονταν σε κατάσταση εξαθλίωσης, χιλιάδες πέθαιναν καθημερινά από την πείνα, ενώ οι μαυραγορίτες, συνεργάτες των κατακτητών, έπιναν το αίμα του κοσμάκη. Οι υπηρεσίες συνεργάζονταν με του κατακτητές σαν να μην συνέβαινε τίποτε. Οι κατακτητές είχαν παντού πράκτορες, χαφιέδες και ήταν σε θέση να γνωρίζουν και τις τελευταίες λεπτομέρειες. Η απόφαση λοιπόν να βγουν στο κλαρί με τα τότε δεδομένα ήταν ηρωικό τόλμημα. Γι΄ αυτό πολύ σωστά στην ελληνική βουλή το 1981, ο τότε Υπουργός Εσωτερικών Γ. Γεννηματάς τόνισε πως «ο Άρης Βελουχιώτης και ο Ναπολέων Ζέρβας είναι εθνικοί ήρωες, όπως ο Κολοκοτρώνης και Ο Καραϊσκάκης». Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα α ν τ ά ρ τ ι κ α τ ρ α γ ο ύ δ ι α κ α ι η α φ ύ π ν ι σ η τ η ς ο υ τ ο π ι κ ή ς ν ο σ τ α λγ ί α ς

95

Το μεγάλο μάθημα α) Η συνάντηση με την ουτοπία Ήταν αρχές Ιουνίου το 1944, όταν δύο αντάρτες έφθασαν στον συνοικισμό που κατοικούσα (Ζαλούχο Ραφταναίων) και με παρεκάλεσαν να τους δείξω πού είναι οι κερασιές για να μαζέψουν κεράσια. Τους είπα να μου γράψουν πρώτα μερικά αντάρτικα τραγούδια και τους έφερα αμέσως μολύβι και χαρτί. Οι αντάρτες έγραψαν τρία-τέσσερα τραγούδια, από τα οποία θυμάμαι τους αρχικούς στίχους δύο εξ αυτών. «Είμαστε εμείς Ελλάδα τα παιδιά σου συγκεντρωμένα επάνω στα βουνά» και το άλλο : «μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά ρίχτηκαν πάνω στην εργατιά». Θυμάμαι όμως πολύ καλά εκείνες τις ευλογημένες στιγμές. Από τότε άρχισα να βλέπω διαφορετικά τον κόσμο. Ήταν ένα μάθημα με υπαρξιακό αντίκτυπο που άφησε ανεξίτηλα ίχνη. Έχει δίκαιο λοιπόν ο Πλάτων (427-347 π.χ.) που δίδασκε πως από τα ερεθίσματα των αισθητών φθάνουμε στην ανάμνηση της αληθινής πραγματικότητας από την οποία έχουμε απομακρυνθεί και την οποία λησμονήσαμε. β) Οι παραπέρα εμπειρίες από τη ζωή κοντά στους αντάρτες Οι αντάρτες ήταν από άλλα μέρη της Ελλάδας (κυρίως Θεσσαλοί) και δεν γνώριζαν τα τοπωνύμια και τα μονοπάτια της περιοχής μας. Γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν ντόπιους για οδηγούς ή συνδέσμους όπως τους έλεγαν τότε. Η προσφορά υπηρεσίας γι’ αυτόν το σκοπό ήταν υποχρεωτική. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες υπηρέτησα και εγώ αρκετές φορές σαν σύνδεσμος στο τμήμα ανταρτών Πλάκας. Για τις δουλειές που μου ανέθεταν αναφέρω μερικές περιπτώσεις : 1) να μεταφέρω έγγραφα από ένα τμήμα στο άλλο, από μια ομάδα στην άλλη, 2) να οδηγώ ομάδες ανταρτών ή μεμονωμένους αντάρτες στα γύρω υψώματα που έστηναν φυλάκια, 3) να επιβλέπω την τηλεφωνική γραμμή (το σύρμα) που συνέδεε τη διμοιρία με το τάγμα στα Άγναντα, 4) να οδηγώ αντάρτες στους γύρω συνοικισμούς για να μαζέψουν φρούτα. Περιγράφω σύντομα μια ξεχωριστή περίπτωση. Ήταν σούρουπο όταν έφθασε μια ομάδα ανταρτών από τα Άγναντα και μου ανέθεσαν να την οδηγήσω σε μια τοποθεσία κοντά στο μοναστήρι Μουχουστίου-Πλάκας. Ήμουν ξυπόλυτος και φοβόμουν από τα φίδια. Εκεί κοντά υπάρχει και νεκροταφείο και οι κάτοικοι εκείνον τον καιρό διηγούνταν διάφορες φανταστικές ιστορίες (πως άκουγαν σκουζμούς τη νύχτα μέσα στο νεκροταφείο, πως έβλεπαν πολλές φορές να μπαινοβγαίνουν φαντάσματα και άλλα παρόμοια). Αυτά όλα μεγάλωναν τον φόβο. Μόλις φθάσαμε στην τοποθεσία τους αποχαιρέτησα και έστριψα Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


96

Απόστολος Μπουρνάκας

να φύγω. Τότε ο επικεφαλής της ομάδας με φωνάζει και μου λέει: ξεχάσαμε το παρασύνθημα. Θα πας στην Πλάκα να βρεις τον αξιωματικό, να σου δώσει το παρασύνθημα και να μας το φέρεις. Τότε ο φόβος έφθασε στο ζενίθ. Έφυγα τρέχοντας, πήρα το παρασύνθημα και καθώς επέστρεφα συνάντησα στα μισά του δρόμου δύο αντάρτες της ίδιας ομάδας στους οποίους το παρέδωσα και ξαναγύρισα στην Πλάκα. Τότε ήμουν 12 χρονών. Συνηθισμένο φαγητό των ανταρτών ήταν το πληγούρι, σούπα από κομμένο σιτάρι, πολύ νόστιμη και θρεπτική. Ψωμί προσέφεραν στους αντάρτες οι κάτοικοι των γύρω συνοικισμών. Η αντάρτικη ζωή ήταν ταυτόχρονα ρομαντική και βασανισμένη, όπως παλαιότερα η ζωή των κλεφτών. Οι περισσότεροι δεν είχαν δεύτερη αλλαξιά ρούχων, δεν είχαν κλινοσκεπάσματα, δεν είχαν σταθερά καταλύματα, κοιμόνταν όπου τύχαινε και τις περισσότερες φορές στην ύπαιθρο. Σαν σύνδεσμος κοντά στους αντάρτες πλούτισα τις εμπειρίες μου, άκουγα τις συζητήσεις μεταξύ των ανταρτών, άκουγα τα τραγούδια τους. Ήταν όλοι καλοσυνάτοι, αισιόδοξοι και όλοι περίμεναν μια μεγάλη αλλαγή της ανθρώπινης ζωής. Τελευταίος διμοιρίτης στην Πλάκα ήταν ο Ηλίας Τσουμάνης από τη Μεσούντα που σκοτώθηκε το 1948 στο Μπούκοβικ, κοντά στην Καστοριά (στο δεύτερο αντάρτικο). Ολες εκείνες οι ψυχές άφησαν τις δουλειές τους, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους για να συνεχίσουν τον απελευθερωτικό αγώνα. Ξεγελάστηκαν όμως. Μετά την απελευθέρωση οι περισσότεροι απ’ αυτούς αντιμετώπισαν την περιφρόνηση, τη συκοφαντία, τους διωγμούς, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Πόση τραγικότητα περιέχει η ζωή. Μπροστά στην τραγικότητα της ίδιας της ζωής οι τραγωδίες (τα λογοτεχνικά έργα δηλαδή) των διαφόρων συγγραφέων φαίνονται οπερέτες. γ) Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην ευρύτερη περιοχή Από τότε έγιναν συνήθεια οι συγκεντρώσεις των κατοίκων σε κάθε χωριό. Σ’ αυτές γίνονταν ομιλίες και συζητήσεις για διάφορα θέματα και μερικές φορές δίνονταν και θεατρικές παραστάσεις. Τραγουδούσαν όλοι μαζί και ο καθένας έδινε θάρρος στους άλλους. Μ’ αυτό τον τρόπο καλλιεργούνταν ένα κλίμα αισιοδοξίας, μια ατμόσφαιρα προσδοκίας και ελπίδας. Όλοι ήταν χαρούμενοι και όλοι περίμεναν το μεγάλο γεγονός, όπως «οι πρώτοι χριστιανοί περίμεναν ανυπόμονα τον δεύτερο ερχομό του Κυρίου». Τα αντάρτικα τραγούδια έπιαναν τον σφυγμό της ζωής, τον ενθουσιασμό, το θάρρος, την αισιοδοξία, την ελπίδα, τα αισθήματα νοσταλγίας και προσμονής μιας αναδημιουργίας της ζωής. Η ίδια χαρούμενη ατμόσφαιρα επικρατούσε σ’ όλα τα χωριά των Τζουμέρκων. Ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος και εργαζόταν σε διάφορα χωριά της περιοχής. Ανεμορράχη, Παλαιοκάτουνο, Βουργαρέλι, Λιψώ (σημερινό Αθαμάνιο) και αμειβόταν με δημητριακά (σιτάρι, καλαμπόκι και κυρίως βρίζα). Οι χωρικοί Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα α ν τ ά ρ τ ι κ α τ ρ α γ ο ύ δ ι α κ α ι η α φ ύ π ν ι σ η τ η ς ο υ τ ο π ι κ ή ς ν ο σ τ α λγ ί α ς

97

τότε έκοβαν τα δένδρα στα λόγγα, ύστερα έβαζαν φωτιά και τα έκαιγαν και έσπερναν βρίζα, γιατί το σιτάρι και το καλαμπόκι δεν επαρκούσαν. Αυτά ήταν τα ρόγγια. Πήγαινα λοιπόν συχνά μαζί με άλλους σ’ αυτά τα χωριά ποδαρόδρομο και γυρίζαμε φορτωμένοι με βρίζα. Σ’ όλα τα χωριά η ίδια ατμόσφαιρα: παντού οι άνθρωποι με το χαμόγελο στα χείλη περίμεναν κάτι ευχάριστο, κάτι καινούργιο. δ) Η προσφορά του αντάρτικου Η καλλιέργεια αυτής της αισιοδοξίας ήταν η πιο πολύτιμη προσφορά του αντάρτικου. Οι αντάρτες, παιδιά του λαού, προστάτεψαν τους κατοίκους της ελληνικής υπαίθρου από την καθίζηση στη βαρβαρότητα, στη βία, στις κλοπές, στην εγκληματικότητα και στην ανομία. Προστάτεψαν τους κατοίκους από τους συνεργάτες των κατακτητών και από τους ασυνείδητους μαυραγορίτες, εμπόδισαν τη βίαιη μεταφορά των νέων σαν δούλων στα πολεμικά εργοστάσια των κατακτητών και την αποστολή τους στο ανατολικό μέτωπο, όπως σχεδιαζόταν. Το αντάρτικο καλλιέργησε το ελεύθερο φρόνημα, απέτρεψε τον κίνδυνο μετατροπής των Ελλήνων σε γραικύλους και διέσωσε την εθνική αξιοπρέπεια. Παρ’ όλα αυτά οι περισσότεροι από τους αντάρτες, μετά την απελευθέρωση, υπέστησαν διωγμούς και αποκλείστηκαν από την κοινωνική ζωή. Οι ιστορικοί καλούνται να αποκαταστήσουν την αλήθεια. Μια αναγκαία παρεμβολή: η έννοια της ουτοπίας Κορυφαίοι στοχαστές του 20ου αιώνα, ο Μπλοχ, ο Αντόρνο, ο Τίλλιχ, ο Γκαροντί και άλλοι ξεκαθάρισαν τη σωστή έννοια της ουτοπίας από τις διαστρεβλώσεις και παρερμηνείες. Ο Μπλοχ ιδιαίτερα αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του για την ερμηνεία του ουτοπιστικού φαινομένου και άφησε ένα έργο είκοσι περίπου τόμων γι’ αυτό το θέμα. Η ουτοπία είναι ζωτικό συστατικό της ανθρώπινης υπόστασης. Οι βάρβαρες συνθήκες της ζωής, η καθημερινή πρακτική, η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας απομάκρυναν την ιδέα της ουτοπίας από τον ψυχικό μηχανισμό του ανθρώπου. Γι’ αυτό παρουσιάζεται παραμορφωμένη, όπως συμβαίνει με όλες τις μεγάλες ιδέες. Η κατανόηση αυτής της ιδέας είναι πρωτίστως θέμα εμπειρίας και όχι λογικής ανάλυσης. Ουτοπία είναι η προαίσθηση, της αληθινής πραγματικότητας, ενώπιον της οποίας ο κόσμος που καθημερινά ζούμε φαίνεται σκιώδης, βάρβαρος και ανυπόστατος. Η ουτοπιστική προδιάθεση είναι πανανθρώπινο χαρακτηριστικό, αναβλύζει από τη νοσταλγία του αληθινού κόσμου. Διαπνέει όλες τις εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής, τη θρησκεία, τη λογοτεχνία, την τέχνη και εκφράζεται με Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


98

Απόστολος Μπουρνάκας

μύθους, με συμβολισμούς, και αλληγορίες, με παραβολές και παρομοιώσεις. Οι θετικές περιγραφές είναι όπως τα είδωλα των αρχαίων θεών : προβάλλουν στοιχεία αυτού εδώ του κόσμου σε κάτι που είναι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτόν. Με την εμπειρία της ουτοπίας αλλάζει και η αντίληψη για το μέλλον. Το μέλλον δεν φαίνεται, πλέον, συνέχεια του παρελθόντος, αλλά τόπος πραγματοποίησης της ουτοπίας. Οι νόμοι που διέπουν την ιστορία δεν είναι αδήριτοι, όπως οι νόμοι της φύσης, και όλα μπορούν να αλλάξουν. Η αλήθεια διαθλάται μέσα στον εμπειρικό κόσμο και γι’ αυτό παρουσιάζεται παραμορφωμένη. Αυτό συμβαίνει και με την ιδέα της ουτοπίας. Στη σημερινή εποχή η ουτοπιστική προδιάθεση εκδηλώνεται με παραμορφωμένες μορφές σαν επιστημονική φαντασία, σαν τεχνολογική ουτοπία, σαν μυθιστορηματική περιγραφή φανταστικών κόσμων. Μια άλλη παραμόρφωση είναι η ταύτιση μιας ορισμένης κοινωνικής κατάστασης με το ιδεώδες της ουτοπίας : όπως η ταύτιση του καπιταλιστικού κόσμου, του αμερικανισμού, του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού με το τέλειο στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης και ευδαιμονίας. Η τραγική μοίρα της ιδέας της ουτοπίας και μαζί μ’ αυτή και της ανθρώπινης ζωής, στα κατοπινά χρόνια α) Ο στραγγαλισμός της ουτοπιστικής συνείδησης. Ο ωραίος κόσμος της ουτοπίας, το ρομαντικό όραμα αναδημιουργίας της ζωής, μετά την απελευθέρωση (1944) κατέρρευσε. Καινούργιες μορφές βίας και υποδούλωσης παρουσιάζονται : διωγμοί, φόνοι, κλοπές, προσβολές, της γυναικείας τιμής, αποκλεισμός των αντιφρονούντων από την κοινωνική ζωή, φυλακίσεις και εξορίες. Ακολουθεί η τρομερή τραγωδία του Εμφυλίου, οι συνέπειες του οποίου διήρκεσαν ολόκληρες δεκαετίες. Υπεύθυνοι γι’ αυτό είναι όλοι οι τότε κατασκευαστές του πολιτικού σκηνικού. Και αυτοί που ανέλαβαν την καθοδήγηση της εθνικής αντίστασης αποδείχθηκαν μετριότητες, κατώτεροι των περιστάσεων. Μέσα σ’ αυτήν την τεταμένη ατμόσφαιρα αρχίζει ο αδυσώπητος ιδεολογικός διωγμός, η εκστρατεία βιασμού των συνειδήσεων, ο στραγγαλισμός της ουτοπιστικής διάστασης της ψυχής, ο ευνουχισμός του ανθρώπινου πνεύματος. Η πνευματική ελευθερία τίθεται υπό διωγμό. Η ιδεολογία του κατεστημένου με τα κενά περιεχομένου συνθήματα προκαλεί ναυτία. Από το λεξιλόγιο της καθημερινής γλώσσας εξοβελίζονται όλες οι έννοιες και οι λέξεις που σχετίζονται με την κοινωνική κριτική και την ουτοπιστική ιδέα. Ο πνευματικός ορίζοντας περιορίζεται και τα άτομα ταυτίΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα α ν τ ά ρ τ ι κ α τ ρ α γ ο ύ δ ι α κ α ι η α φ ύ π ν ι σ η τ η ς ο υ τ ο π ι κ ή ς ν ο σ τ α λγ ί α ς

99

ζονται με τη βία και βαρβαροποιούνται. Η αδιαλλαξία, η διαστρέβλωση των αντιθέτων απόψεων και ιδεών, η τρομοκρατία, η ανενόχλητη δραστηριότητα των μεγάλων συμφερόντων, η καταπίεση και η βία, η μισαλλοδοξία και ο φανατισμός, συνθέτουν την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Φόβος και τρόμος κατέχει τους πάντες. Οι συγγραφείς και οι διανοούμενοι, εκτός των λακέδων, υποχρεώνονται σε σιωπή ή μεταναστεύουν σε άλλες χώρες. Η κατάσταση επιδεινώνεται με την ένταση του ψυχρού πολέμου μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η εξουσία διαμερίζεται σε διάφορα κέντρα (κοινοβούλιο, στρατός, ανάκτορα, οικονομική ολιγαρχία, αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, παρακρατικές οργανώσεις) και η δημοκρατία είναι σκιώδης, υφίσταται μόνον κατ’ ευφημισμόν. β) Η σημερινή αντι-ουτοπιστική εποχή Ο σημερινός κόσμος είναι απολιθωμένος και δεν έχει ουτοπιστικά οράματα. Το πνεύμα περιορίζεται στα άμεσα δεδομένα και το βαθύτερο στρώμα της πραγματικότητας, από το οποίο πηγάζει η ουτοπιστική νοσταλγία, παραμένει άγνωστο. Η χρηματιστική κοινωνία της εποχής μας δεν διέπεται από ιδέες, αλλά, όπως έγραψε ο Σοπενχάουερ, από την τυφλή βούληση, από τον ατομικισμό και την ιδιοτέλεια, από τον υλιστικό ευδαιμονισμό και την αχαλίνωτη απληστία, από την αποξένωση και τη βία. Καθετί που υπερβαίνει τα όρια αυτής της νοοτροπίας και πρακτικής θεωρείται φανταστικό και απορρίπτεται. Οι ουτοπιστικές ιδέες μοιάζουν πλέον με παραμύθια. Στον απολιθωμένο αντι-ουτοπιστικό κόσμο: Οι άνθρωποι είναι εξαρτήματα των μηχανισμών, το πνεύμα τεχνικοποιείται και χάνει την κριτική-ουτοπιστική διάσταση. Η τεχνικοποίηση του πνεύματος σημαίνει αναισθησία έναντι του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου, έναντι της βαρβαρότητας και της εξαθλίωσης. Η τεχνοκρατική νοοτροπία είναι εντελώς ξένη προς την ουτοπιστική νοσταλγία της ψυχής. Η εξέλιξη μεγεθύνει την αντίθεση μεταξύ πολυτέλειας και εξαθλίωσης και οδηγεί στη βαρβαροποίηση. Η επιστήμη απογυμνώνει τον κόσμο από κάθε βαθύτερο νόημα και, πέραν των τεχνολογικών εφαρμογών των γνώσεων, δεν προσφέρει τίποτε στον εξανθρωπισμό και στην αποβαρβαροποίηση της ζωής. Η θρησκεία εξαντλείται σε παρωχημένες παραστάσεις που σήμερα μοιάζουν με επιστημονική φαντασία. Ο απολιθωμένος κόσμος αλλοιώνει και την αίσθηση του χρόνου : εξαλείφει τη διάσταση του παρελθόντος και του μέλλοντος και περιορίζει τη φαντασία και τη σκέψη στο εδώ και τώρα. Οι άνθρωποι ζουν χωρίς ανάμνηση και προσδοκία και κινδυνεύουν να χάσουν την ταυτότητά τους. Οι νέες συνθήκες επιβίΈ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


100

Απόστολος Μπουρνάκας

ωσης μετασχηματίζουν τα άτομα σε εργαζόμενα ζώα και περιορίζουν το νόημα της ζωής στην ικανοποίηση των ζωωδών αναγκών. Επίλογος Τα προηγούμενα δείχνουν την πορεία που διέγραψε η μέχρι τώρα εξέλιξη. Ενας αυστριακός συγγραφέας, ο Μπροχ (1886-1955) περιέγραψε με καταπληκτική διορατικότητα αυτήν την πορεία ήδη από το 1930 στο μυθιστόρημα του «Οι κοιμισμένοι ταξιδιώτες». Μπροστά σ’ αυτά τα δεδομένα επιτακτική ανάγκη σήμερα είναι η διεύρυνση της τεχνολογικής νοοτροπίας και η συνειδητοποίηση της αρνητικότητας που περικλείει ο σημερινός κόσμος. Το κατ’ εξοχήν κρίσιμο σημείο είναι η βαρβαροποίηση τών «πολιτισμένων». Ενώπιον αυτού του κινδύνου όλα τα άλλα, η παραγωγή παραπέρα γνώσεων, η τελειοποίση των μηχανών, η ηλεκτρονική οργάνωση της γραφειοκρατίας είναι εντελώς δευτερεύοντα θέματα, παιχνίδια (αθύρματα). Η εμπειρία της ουτοπίας φανερώνει την απόσταση που χωρίζει τον αλλοτριωμένο κόσμο από την αληθινή πραγματικότητα. Ο Μπλοχ (1885-1977) εκφράζει αυτή την ιδέα με μια σύντομη πρόταση: το Υ δεν είναι ακόμη Κ (το υποκείμενο δεν είναι ακόμη κατηγορούμενο). Δηλαδή: ο ανθρώπινος κόσμος απέχει ακόμη από την αλήθεια, δεν έχει υλοποιήσει ακόμη τα χαρακτηριστικά που αποδίδει σ’ αυτόν η ανθρώπινη πλάνη. Ο κόσμος είναι μεσοτελειωμένος. Ο υπαρκτός άνθρωπος δεν είναι ο αληθινός άνθρωπος, η ιστορία βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της βαρβαρότητας, στο στάδιο της προϊστορίας. Ο κόσμος είναι ένα διαρκές γίγνεσθαι, ανοιχτός προς το μέλλον βρίσκεται σε μια πορεία προς το παν ή προς το τίποτε, προς τον εξανθρωπισμό ή προς τη βαρβαρότητα. * Ο Απόστολος Μπουρνάκας είναι καθηγητής θεολογίας, διδάκτωρ της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Freiburg ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Πηγή είναι οι άμεσες, προσωπικές εμπειρίες από την Κατοχή μέχρι σήμερα. Σχετική βιβλιογραφία. - Τα έργα των Μπλοχ, Αντόρνο, Τίλλιχ, Γκαροντί και άλλα σχετικά με το θέμα. - Κ.Πυρομάγλου, Η Εθνική Αντίσταση, 1975 - Αβδούλος Σταύρου, Γιατί χάθηκε η νίκη, 1994 - Τσουκαλά Κ., Η ελληνική τραγωδία 1974, (1969) - (Συλλογικό έργο), Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950, 1984 - Π. Πετρίδη (επιμέλεια), Εξουσία και παραεξουσία στην Ελλάδα, 2002 - Γιάννη Κορδάτου, Νεοελληνική λογοτεχνία, δύο τόμοι 1984 - Σπύρου Λιναρδάτου, Από τον Εμφύλιο στη Χούντα, 5 τόμοι, 1977 και εξής. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


101

Δημήτριος Γ. Καλούσιος*

Ο κωδικογράφος Σεραφείμ των Καλαρρυτών 1834-1838 Εμπειρίες από τα χρόνια της Κατοχής (1941-44) στα χωριά των Τζουμέρκων Ι. Ο ΚΩΔΙΚΑΣ 128 Μ. ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΜΕΤΕΩΡΩΝ1

Ο

κώδ. 128 της Μονής του Αγίου Στεφάνου Μετεώρων αποτελείται από δύο φυλλάδια με κοινή στάχωση, από διπλωμένο μεγάλο χοντρό χαρτί, είναι χάρτινος του 19ου αιώνα. Στις απογραφές του 1953 και 1954 τα δύο συσταχωμένα φυλλάδια πήραν διπλή αρίθμηση 38/128. (1) Στο χαρτί της κοινής στάχωσης σκαρίφημα με μελάνη του αγίου Νικολάου εκ Μετσόβου (17.5.1617), στο τέλος: ΣΕΡΑΦΙΜ ΜΩΝΑΧΟỸ.:/ τοῦς: 1834: ἰουλίου 22: <Κ>αλαρρίτες. Α΄ φυλλάδιο Διαστάσεις 0,197x0,154, έτος 1838, φύλλα 19. Περιέχει την ακολουθία του νεομάρτυρα αγίου Γεωργίου, που μαρτύρησε στα Ιωάννινα στις 17 Ιανουαρίου 1838. φ1α: Αρχίζει η ακολουθία του Εσπερινού: Ἐν τῶ μεγάλω ἐσπερινῶ ἱσθῶμεν σθίχους ς΄ κα ψάλλο= μεν στιχηρά προσόμοια: ἦχος Β: ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου σέ νεκρόν Ὅτε διαδώθη περί σοῦ φήμη πονηρά ἀσεβείας, θεόφρων μάρτυς χριστοῦ, … φ. 6β: Αρχίζει ο κανόνας: ὡδή: α΄ θαλάσσης τό ἀιριθρέον πέλαγος Νόσμου2 τήν ζώφοσιν φώτισον θείαις πρεσβεῖαις σου καί λόγον μοι δώρησε… φ. 10α-15α: Συναξάρι του αγίου σε δημώδη γλώσσα: Αρχίζει: Οὗτος ὁ εὐλογημένος νέος ἀθλητῆς κ(αί) μάρτης τοῦ χριστοῦ γε-

1. ΣΟΦΙΑΝΟΣ 1986, 386-387. Ιδιαίτερες ευχαριστίες προς την Ιερά Μονή του Αγίου Στεφάνου Μετεώρων για την ειλικρινή εξυπηρέτηση με τον κώδ. 128. 2. Νοός μου. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


102

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

ώργιος τό καύχημα τῶν Ἰωαννήνων κ(αί) ποταμός τῶν θαυμάτων ἧτον ἐκ τῆς ἐπαρχίας τοῦ ἁγίου γρεβενῶν… Τελειώνει: διάτί ὁ θάνατος τοῦ ἁγιου ἔγεινεν ἁνάστασις τῶν πιστῶν κ(αί) πτῶσις τῶν ἀπίστων. Τῶν δέ γλωσσαλγούντων κάτά τῆς πιστεώς μας αἰσχύνη οῦ ταῖςπρεσβεῖαις κ(αί) πάντων τῶν ἁγίων ἀξιωθήειμεν κ(αί) ἡμεῖς τῆς οὐρανίου μακαριότητος. αμήν. Η αρχή της ακολουθίας του αγίου Γεωργίου Ιωαννίνων.

(2) Στο εξώφυλλο εσωτερικά: Χειρώς σεραφημ Μοναχοῦ 1838 / Αυγουστου: 26 / Καλαρρύτες (3) Στην αρχή της ακολουθίας (φ. 1α): Κατά τούς: 1838: Ἰαννουαρίου: 17: Εμαρτύρισεν εις Ιωάννηνα: / ὁ νεομάρτυς τοῦ χριστοῦ Γεώργιος: Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου / μάρτυρος Γεωργίου: Χειρός Σεραφίμ Ιεροδιακόνου: / Γεωργίου Καρέλη:

Η αρχή του μικρού Αποδείπνου.

(4) Στο φ. 19β: ὁ ἀντικρη σίμηωμένος ἀριθμῶς τόν αγἰον / ληψάνων ἀπωρὤ εἄν το κοὐτι ἤνε / αφιερομένον ὄς γράφι ο πάτερ / σέραφῖμ ἱερομόναχος 1850: νοεμβρίου / Κωνσταντίνος ίερεῦς / πα(πα) Βασιλείου. Β΄ φυλλάδιο Διαστάσεις 0,201x0,145 (οι σελ. 55-56: 0,375x0,285, οι σελ. 61-62: 0,305x0,40), έτος 18361838, σελίδες 66.3

Η 5η ενθύμηση του ιερομόναχου Σεραφείμ. Τζουμερκιώτικα Χρονικά

3. Αριθμημένες σελ. 64, μετά τη σελ. 51, δύο σελ. (κανονικά 52, 53) δεν αριθμούνται, ενώ στη συνέχεια, μετά τις μη αριθμούμενες σελ., αριθμούνται 52, 53.


Ο κωδικογράφος Σεραφείμ των Καλαρρυτών

103

1. Σελ. 1-2: Ενθυμήσεις (ενθ. 5-6). 2. Σελ. 3-14: Μικρό απόδειπνο (ενθ. 7). 3. Σελ. 15-42: Ακάθιστος ύμνος (ενθ. 7). 4. Σελ. 43-54: Τύποι επιστολών: ΕΠΙΣΤΟΛΑΡΙΟΝ ΔΙΑ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΝΑ ΜΑΝΘΑΝΕΙ ΕΙΝΑΙ ὡρέων (ενθ. 8). Πῶς να γράφῃς εἰς μέγαν ἀρχιμανδρίτην τῆς μεγάλης ἐκκλησίας. Τῷ πανοσιοτάτῳ, κ(αί) λογιωτάτῳ μεγάλω ἀρχιμανδρίτη τῆς τοῦ χριστοῦ μεγάλης ἐκκλησίας κυρίω, κυρίω, (ὁ δεῖνα,) προσκυνητῶς. Πῶς νά γράφῃς εἰς τόν μέγαν πρωτοσύγγελον τῆς μεγάλης ἐκκλησίας… 5. Σελ. 55-56. Πασχάλια των ετών 1836-1899 (ενθ. 9). 6. Σελ. 57: Άγραφη. 7. Σελ. 58: Σελιννοδρόμιον. 8. Σελ. 59-60: Πῶς γράφεται ὁμολογία ὅταν δανεισθῆ τινάς ἀπό ἄλλον. 9. Σελ. 61-62: Ημερολογιακός πίνακας (παραμονή Χριστουγέννων, αρχή Τριωδίου, Απόκρεως: ἔτη 1836-1858) (ενθ. 10). 10. Σελ. 63: Ενθύμηση 11η. 11. Σελ. 64: Αρίθμηση: μονάδες, δεκάδες, εκατοντάδες. (5) Σελ. 1: Σεραφίμ ἱερομονάχου. / κάννο ἐνθημη/σιν ἁφοντας / ἔγραψα τήν παροῦ/ σαν φιλαδα. / απερασαν / χρόνους/ ὁκτῶ: 8 / την αφηνω τοῦ ἀνηψιοῦ μου γεώργη / παιδῆ τοῦ ἀδελφού μου Τόλη εἰς ἐνθήμισην. (6) Σελ. 2: Τά ἅγια λύψανα τοῦ ἁγίου νικολάου.1838: Ἰουλίου: 25: Καλαρίτες τοῦ ἀγίου χαραλάμπους τοῦ ἀγίου θαλαλέου τοῦ ἀγίου τρίφονος τοῦ ἀγίου μερκουρίου ἁγίας παρασκεβῆς τοῦ ἀγίου εὐσταθίου πλακύδα τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ πέρσου τοῦ ἀγίου κόνονος τοῦ ἀγίου ἀλεξάνδρου Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


104

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

ἀγίας ἀντονίνης αγιου ἀχιλήου λαρίσης ἀποστόλου κάρπου ἀποστόλου ἀνδρέου ἀγίου νέου μαρτιρος κ(αι) εἱς ἀποστόλου κοσμᾶς τοῦ ἀγίου ἰωσίφ τοῦ ἀἠδίμου ἀγίου εὐθιμήου τοῦ μεγάλου Από την ακολουθία του νεομάρτυρα Γεωργίου, όπου και η αρχή του συναξάριου.

ἁγίου θεοδόρου στρατιλάτου ἀγίου θεοδορου τύρονος ἀγίας ἀναστασίας ρομέας

ἀγίου γρηγορίου θεολόγου ἀγίου γεωργίου τροπεοφόρου ἀγίου χριστοφόρου ἀγίου παντελιήμονος ἀγίου ἐρμολάου ἀγίου κυρίκου ἀγίας ἠουλίτας ἀγίας Βαρβάρας ὁ ἀριθμός / τόν ἀγίον / λυψάνον εἶναι / 27: τά ὁποί/α ἀφιεροθικαν ὑ/πο νικολάου πα(πα)/γεωργίου ἀποστόλι / εἰς τόν ναόν τοῦ / ἀγίου νικολάου. διά ἐνθί=/μησιν γρά/φο καγώ ὁ= / Σεραφίμ ἰερο/μόναχος: / ποτέ γεωργι Καρέλη. (7) Σελ. 3 και μέσα σε πλαίσιο: Χηρός Σεραφείμ, Μονα/χοῦ: 1836: Αὐγούστου: 26. / Καλαῤῥίτες(8) Σελ. 43 και συνέχεια από το ΕΠΙΣΤΟΛΑΡΙΟΝ… ὡρέων: Χηρός Σεραφείμ ΜΟΝΑΧοῦ: 1836: Σεμτεμβρίου: 20 / ΚΑΛΑΡΡΥΤΕΣ. (9) Σελ. 55, στο τέλος της: :1836: φευ[ρ]ουαρίου: 23. ἐσίκοσα τά πασχάλια διά ἐνθύμησι ὅποιος ἀναγνώθη νά μεσινχορέσι / σεραφείμ μοναχοῦ Καλαρρίτες ≈≈≈ Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο κωδικογράφος Σεραφείμ των Καλαρρυτών

105

(10) Σελ. 62, και στο τέλος του Ημερολογιακού πίνακα: Τέλος: 1836: σεμτεμβρίου: 18 / Καλαρρίτες / Σεραφίμ μοναχοῦ. (11) Σελ. 63: ἡερέας π(α)πά / γεώργειος δημητρίου / π(α)παδόπολος ἀπο κοτόριν / ἔκαμα 40 λήτούργον / εἰς τούς 1883 = ἠανουαρίου / 26: τελίοσα / μαναστηρη / δουληανά. ΙΙ. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ 1. Ο κωδικογράφος Σεραφείμ των Καλαρρυτών (1834-1838) Ο Σεραφείμ Γεωργίου Καρέλης είναι ιερομόναχος (ιεροδιάκονος) και υπογράφει στους Καλαρρύτες κατά τη χρονική περίοδο 22 Ιουλίου 1834 μέχρι 26 Αυγούστου 1838. Γράφει τον κώδ. 128 της Μ. Αγ. Στεφάνου Μετεώρων, όπου αντιγράφει και ακολουθία του νεομάρτυρα αγίου Γεωργίου Ιωαννίνων. Στον ανεψιό του Γεώργη, παιδί του αδελφού του Τόλη, αφήνει το Β΄ φυλλάδιο του εν λόγω κώδικα (ενθ. 5). 2. Η ακολουθία του αγίου Γεωργίου Ιωαννίνων (+ 17.1.1838) Η πρώτη γνωστή ακολουθία του νεομάρτυρα Γεωργίου γράφτηκε από τον ιερομόναχο Χρύσανθο Λαϊνά, ἀμέσως μετά το μαρτύριό του (+17.1.1838) και μάλλον πριν από την αγιοποίησή του (19.9.1839): Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Γεωργίου πονηθεῖσα παρά ἐλαχίστου Ἱερομονάχου Χρυσάνθου τοῦ ποτέ Λαϊνᾶ. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά, ἀλλά τμηματικά, από τον Δημ. Σαλαμάγκα.4 Ο Στυλ. Παπαδόπουλος παρατήρησε: «Ἡ ἀκολουθία αὕτη, οὖσα γεγραμμένη εἰς γλῶσσαν λογίαν μέν ἐκκλησιαστικήν, ἀλλ’ ἀδόκιμον, εἶναι κατά τό πολύ μίμησις παλαιοτέρων ἀκολουθιῶν. Ἐν τούτοις, διότι ἐγράφη μᾶλλον πρό τῆς ἁγιοποιήσεως τοῦ μάρτυρος (1839), ἀποτελεῖ σπουδαιοτάτην πηγήν».5 Νεότερη ακολουθία από κάποιον φιλόχριστο Ἰωαννίτη, που εκδόθηκε αρκετές φορές: Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Γεωργίου τοῦ ἐξ Ἰωαννίνων. Συντεθεῖσα ὑπό φιλοχρίστου Ἰωαννίτου χάριν τῆς πρός τόν ἅγιον αὐτοῦ εὐλαβείας, εν Κερκύρα 1866. Ανατύπωση: Μεσολόγγιον 1879, εν Αθήναις 1886, εν 4. Σαλαμάγκας 1954, 130-143. 5. Παπαδόπουλος 1964, 453. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


106

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Αθήναις 1898, εν Αθήναις 1900, εν Αθήναις 1911.6 Επίσης, εν Αθήναις 1931.7 Ο Κρ. Χρυσοχοΐδης προσθέτει, εν Αιγίω 1899.8 Νεότερη ακολουθία με παρακλητικό κανόνα του Γεράσιμου Μικραγιαννανίτη, εν Ιωαννίνοις 1965. Του ιδίου και οίκοι εικοσιτέσσαρες.9 Επίσης, εκλογή, ποίημα Αθανασίου Σιμωνοπετρίτη.10 Έχουμε ἀκόμη, Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου…, ὑπό ἀνωνύμου τινός τῶν εὐλαβεστάτων τοῦ Ὀρθοδόξου Κλήρου μελοποιηθεῖσα, δαπάνῃ ἀδελφῶν ΚωνσταΗ καταγραφή των αγίων λει- ντίνου καί Ἰωάννου Φλώρου ἐκ Κονίτσης, Ἀθήναι 1866.11 ψάνων των Καλαρρυτών. Στον κώδ. 128 και στο Α΄ φυλλάδιο της Μονής του Αγίου Στεφάνου Μετεώρων ο Καλαρρυτινός ιερομόναχος Σεραφείμ Γεωργίου Καρέλης αντιγράφει στις 26 Αυγούστου 1838 μία νέα ακολουθία του ἁγίου Γεωργίου, αγνώστου ποιητή (ενθ. 2, 3). Στον ναό της Αγίας Παρασκευής Τρικάλων σώζεται χειρόγραφη ακολουθία του αγίου Γεωργίου «Ἀντιγραφή τοῦ Κωνσταντίνου Ν Πελετάνης 1859 21 Σεμπτεμβρίου Μεσσοβον».12 Οι δύο εν λόγω χειρόγραφες ακολουθίες είναι ίδιες, αλλά και με ορισμένα διαφορετικά τροπάρια η κάθε μία. Την παραπάνω χειρόγραφη ακολουθία αντέγραψε και ο φιλόβιβλος παπαΚωνσταντίνος της Μουτσιάρας (Αθαμανίας) Τρικάλων (1850-1875).13 3. Τα ιερά λείψανα του Αγίου Νικολάου Καλαρρυτών Στις 25.7.1838 γίνεται καταγραφή, από τον ιερομόναχο Σεραφείμ, 27 αγίων λειψάνων σε κουτί του ενοριακού ναού του Αγίου Νικολάου, τα οποία αφιερώθηκαν από τον Νικόλαο Παπαγεωργίου Αποστόλη (ενθ. 6). Αλλά ο ιερέας Κωνσταντίνος Παπαβασιλείου ἀπορεῖ, δηλαδή αμφιβάλλει, για την ακρίβεια του πράγματος (ενθ. 4). 6. Petit 1926, 90-91. 7. Παπαδόπουλος 1964, 453. 8. Χρυσοχοΐδης 1975, 200. 9. Μούτσικας 1995, 144-153. 10. Μούτσικας 1995, 154-155. 11. Παπαδόπουλος 1964, 453. 12. Καλούσιος 1990, 93-95. 13. Καλούσιος 2013, 214. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο κωδικογράφος Σεραφείμ των Καλαρρυτών

107

4. Ο παπα-Γιώργης του Κατάφυτου Η παλιά Κότορη από τα γραφικά βλαχοχώρια του Ασπροποτάμου Καλαμπάκας. Ο παπα-Γιώργης Δημητρίου Παπαδόπολος στις 26.1.1883 τελείωσε ένα σαρανταλείτουργο στο γειτονικό μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού Δολιανών (ενθ. 11).14 5. Ο νεομάρτυρας Νικόλαος εκ Μετσόβου Σκαρίφημα (πρόχειρο ιχνογράφημα, σχέδιο) του αγίου μας από τον μοναχό Σεραφείμ των Καλαρρυτών, 22 Ιουλίου 1834 (ενθ. 1).15 Η 11η ενθύμηση του παπαΓεώργη του 1883 για το σαρανταλείτουργο.

Ενδείξεις ( ) ἀνάλυση συντομογραφίας < > καταστραμμένο κείμενο [ ] δική μου προσθήκη ενθ. ενθύμηση

* Ο Δημήτριος Γ. Καλούσιος είναι θεολόγος, φιλόλογος, ερευνητής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: - Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Ο ιερός ναός της Αγίας Παρασκευής Τρικάλων, Τρίκαλα 1990 - Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Ο Μετσοβίτης νεομάρτυρας Άγιος Νικόλαος στο νομό Τρικάλων, Πρακτικά Γ΄ Συνεδρίου Μετσοβίτικων Σπουδών, Μέτσοβο, 29-31.8.1997, Αθήνα, 2000, 145-250 - Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Το Μοναστήρι των Δολιανών Καλαμπάκας, Τρίκαλα, 2000 - Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Τρικαλινά Σύμμεικτα, ΛΖ΄, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, Λάρισα, 2013, (64), 193-220. - Ευάγγελος Μούτσικας, Ο άγιος νεομάρτυς Γεώργιος, ο εξ Ιωαννίνων, Αθήναι, 1995 - Στυλ. Γ. Παπαδόπουλος, Γεώργιος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, Αθήναι, 1964, (4) στ. 453-454. - Δημήτριος Σ. Σαλαμάγκας, Ο νεομάρτυρας άγιος Γεώργιος Ιωαννίνων, Αθήναι, 1954 - Δημήτριος Ζ. Σοφιανός, Τα χειρόγραφα των Μετεώρων, Γ΄, Τα χειρόγραφα της Μονής του Αγίου Στεφάνου, Αθήναι, 1986 - Κρίτων Κ. Χρυσοχοΐδης, Συμβολή εις την βιβλιογραφίαν των ελληνικών ακολουθιών του L. Petit, Ο Ερανιστής, Αθήνα, 1975, 195-211 - Louis Petit, Bibliographie des acolouthies grecques, Bruxelles, 1926

14. Καλούσιος 2000α, όπου και η σχετική βιβλιογραφία. 15. Δεν αναφέρεται στη λεπτομερή σχετική μελέτη μου (Καλούσιος 2000). Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


108

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης*

Ένας ανταρτόπληκτος στην Άρτα του 1948-’49 Κατατοπιστικό σημείωμα1 20 Ιουνίου 1948. Οι αντάρτες του Δ.Σ.Ε. εισβάλλουν στα Τζουμέρκα (Πυθαγόρας, Μαντέκος κ.ά.) σε αντιπερισπασμό των επιχειρήσεων του στρατού στο Γράμμο. Όλοι οι Τζουμερκιώτες, οικογενειακώς, έφυγαν για την Άρτα ή τα Γιάννενα σε μια νύχτα, για να αποφύγουν τη συνηθισμένη τότε αναγκαστική στρατολόγηση. Ένα 12χρονο παιδί, από κάποιο λάθος, αποκλείστηκε στο Άνω Γραικικό χωρίς άλλα συνομήλικα παιδιά, μόνο με κάποιες γριές, για ένα ολόκληρο καλοκαίρι, που το πέρασε κρυμμένο στα λαγκάδια τον περισσότερο καιρό. Γιατί το παιδομάζωμα ή «παιδομάζωμα» είχε πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, αφού είχε φτάσει έως τον ΟΗΕ και κονταροχτυπιούνταν οι «Μεγάλοι» της εποχής για το θέμα αυτό. Στο τέλος του καλοκαιριού κάποιοι τολμηροί θεώρησαν καλό να ανέβουν από την Άρτα στα Τζουμέρκα, για να μαζέψουν από τα εγκαταλειμμένα χωράφια την όποια σοδειά τους.Τους «μυρίστηκαν» οι αντάρτες και επέπεσαν σαν κοράκια επάνω τους και... Σ.Ι.Κ.

M

όλις μαθεύτηκε ότι οι αντάρτες είχαν απομακρυνθεί, συναποκομίζοντας το έμψυχο και άψυχο υλικό (πάντως είχαν καλή... σοδειά!), όλοι σχεδόν τό ’σκασαν για την Άρτα. Ένας-ένας, δυο-δυο. Τότε τόλμησα να θέσω καθαρά το αίτημα ότι θα πρέπει και εγώ να πάω στην Άρτα για το σχολείο. Πιάστε την, δέστε την τη μάνα μου! Και τί δεν άκουσα! Δεν χρειαζόμουν, λέει, άλλα γράμματα, φτάνουν αυτά που έμαθα. Δηλαδή, τέσσερις τάξεις του Δημοτικού σε... τρία χρόνια. Και αυτά κοψοχρονισμένα. Κολλυβογράμματα δηλαδή2. 1. Ένα μικρό απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Σ.Ι.Κ. που αναφέρεται στα γεγονότα της 10ετίας του ΄40: κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος... και στις άμεσες ή έμμεσες συνέπειες που είχαν αυτά τα γεγονότα στον άμαχο πληθυσμό των Τζουμέρκων αλλά και της ευρύτερης της περιοχής. 2. Όταν πρωτοπήγα στο σχολείο, στην πρώτη τάξη, το σχολ. έτος ΄43-΄44, είχαμε αλλάξει 5-6 δασκάλους και ‘‘δασκάλους’’ με τις συνεχείς αλλαγές, πότε Αμίτκο πότε ΕΔΕΣίτικο και στο τέλος της χρονιάς δεν υπήρχε δάσκαλος να μας προβιβάσει (προϊβάσει!) στην άλλη τάξη και έμεινε όλο το σχολείο στην ίδια τάξη. Και πολύ σωστά: εν ονόματι ποίου κράτους θα μας προβιβάζανε; Σάμπως μας είχαν μάθει και τίποτε γράμματα; Μόνο διαφώτιση, ποιήματα, τραγούδια και πολεμικές ασκήσεις με ξύλινα όπλα, με ξύλινα βέλη. Κάτι σαν Σπαρτιάτες δηλαδή. Την άλλη χρονιά πάλι τα ίδια. Άρα, τι νόημα είχε ο προβιβασμός; Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν ας αν ταρτόπληκτος σ την Άρτα του 1948-’49

109

Άλλωστε τα πολλά γράμματα δεν κάνουν καλό, δεν τα είχε σε μεγάλη εκτίμηση έως τότε ο κόσμος. Μετά από λίγο έγινε η πλήρης ανατροπή. Από την ανεπάρκεια στον υπερπληθωρισμό των γραμματιζούμενων. Ένας μάστορας δεν χρειαζόταν, λέει, πολλά γράμματα. Και ώσπου να δυναμώσουν τα μπράτσα μου και να ακολουθήσω τα μπουλούκια των μαστόρων σαν λασποπαίδι στην αρχή και να κουβαλάω λάσπη, θα έμενα στο χωριό να βοηθάω στα χωράφια. Έτσι ήταν προδιαγραμμένο το μέλλον μου και έτσι έπρεπε να γίνει! Τότε κατάλαβα ότι έπρεπε μόνος μου να βρω τρόπο να πάω στην Άρτα, αφού όχι μόνο δεν είχα συμπαράσταση, αλλά είχα και την... εκπεφρασμένη άρνηση της μάνας μου. Γιατί ο πατέρας έλειπε χρονικής, ούτε πού ξέραμε το χαμό του. Δεν ήταν εύκολο να προσκολληθείς σε κάποιους να σε πάρουν μαζί τους. Δεν αναλάμβανε κανείς ευθύνη για ό,τι μπορούσε να σου συμβεί στο δρόμο. Δεν ήταν εύκολο ταξίδι αυτό με τα πόδια, κάπου 14 ώρες υπό κανονικές συνθήκες. Ανηφόρες κατηφόρες. Τώρα όμως οι συνθήκες αλλάζανε, όχι μόνο από μέρα σε μέρα, αλλά από στιγμή σε στιγμή και από ράχη σε ράχη. Σε ποιον θα πήγαινα εκεί, πού θα έμενα, δεν ήταν πρόβλημα. Γιατί η βάβω η Τόλινα είχε αδερφό, τον μπάρμπα Γιώργο Βέτση, από πολλά χρόνια πριν εγκατεστημένον εκεί στην Άρτα. «Εκεί, μου είπε, θα πας, να του πεις ότι σ’ έστειλα εγώ και θα σου πει αυτός τι θα κάμεις». Ευτυχώς που θέλησε και η Γιαννούλα του Κώτσιου-Ντούλα (ή ΚώτσιοΤριαντάφ’λλινα) να με πάρει μαζί της, όταν θα πήγαινε εκείνες τις ημέρες στην Άρτα. Ισως χρειαζόταν και αυτή παρέα, μια μόνη γυναίκα στο δρόμο. Επειδή αργούσε να αποφασίσει πότε θα ξεκινήσουμε, άρχισα να φοβάμαι μήπως φύγει και θα έχανα την ευκαιρία. Έβγαινα κάθε πρωί λίγο πιο πέρα από το σπίτι, στα πουρνάρια του Νάκου, να αγναντεύω και αν έβλεπα τα εξώφυλλα από τα παράθυρα ανοιχτά, τότε ηρεμούσα. Κάποτε ήρθε και αυτή η μέρα. Δηλαδή ποια μέρα! Νύχτα ήταν˙ με το λάλημα του κόκορα ξυπνήσαμε. Ώρα Ελλάδος; Άγνωστη3. Πορεία για την Άρτα Φορτωμένος με ένα δύσχοινο και ασπρόμαυρο καρό σακούλι με τα απαραίτητα έφτασα στο σπίτι της Γιαννούλας, με τη μάνα μου, που αν και οι σχέσεις μας είχαν ψυχρανθεί, με συνόδεψε μέχρις εκεί. 3. Ένα δεύτερο ρολόϊ που είχε ο πατέρας μου και μου το είχε τάξει εμένα το είχα διαλύσει παλαιότερα, από περιέργεια να δω τι έχει μέσα. Και, ως ήταν φυσικό, χειροτονήθηκα δεόντως. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


110

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

Μη φανταστεί κανείς ευχές και κατευόδια και άλλα τέτοια. Τελευταία της κουβέντα: «Πρόσεξε τι θα πεις στον πατέρα σου όταν θα μάθει αυτό που κάνεις». Δεν έμελλε να ήταν η τελευταία φορά που άκουσα κάτι τέτοιο. Περάσαμε όλο το Χωριό, το Κάτω Γραικικό, ριχτήκαμε απέναντι στο Μακρύκαμπο, νύχτα ακόμα. Περάσαμε το Χάνι του Φλούδα, την Αγριλούλα, τα Καρκαβελέϊκα (Ντάρα), νύχτα, ακόμα νύχτα. Φτάσαμε κάπου στο Κρυονέρι. Εκεί ξημέρωσε. Ευτυχώς, γιατί μέχρις εδώ τα είχα περπατήσει και άλλη μια φορά αυτά τα μέρη, σε μιά άλλη ομαδική φυγή όλου του χωριού, και τα είχα δεί με μέρα. Αυτά θυμηθήκαμε με τη Γιαννούλα, όταν σταματήσαμε κάπου εκεί παράμερα να ξεκουραστούμε και να θυμηθούμε τα... παλιά. Που δεν ήταν και τόσο παλιά, πριν από ενάμισι χρόνο περίπου. Και ας φάνταζαν πολύ μακρινά. Άνοιξη του 1947 ήταν, όταν όλο το χωριό, με το χτύπημα της καμπάνας, ξεχύθηκε στον κατήφορο προς τα κάτω, (για πού;) όταν μαθεύτηκε στόμα με στόμα ότι εισβάλανε αντάρτες στην περιοχή των Τζουμέρκων, κάπου εκεί προς Χώσεψη (Κυψέλη) μεριά, από το βουνό. Απρίλης του 47. Πάμε να φύγουμε! Τότε όμως φύγαμε όλοι μαζί και ο πατέρας ήταν μαζί μας τότε. Όλο το χωριό πήρε τον κατήφορο. Πάλι εδώ με όλα τα κινητά υπάρχοντά του: γελάδια, γίδια, κατσίκια, γαϊδούρια. Άλλες βιβλικές σκηνές και εδώ που θύμιζαν την έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο4. Ατέλειωτες φάλαγγες. Με τι άλλο μπορεί κανείς μπορεί να παρομοιάσει τέτοιες καταστάσεις ασυνήθιστες; Μόνο που εδώ ήταν φυγή και όχι επιστροφή! Υπάρχουν στο... σκληρό δίσκο της μνήμης κάποιες άσβηστες, ζωντανές ακόμα, εικόνες εκείνης της ημέρας, απόγευμα, με τον ήλιο να γέρνει προς το Ξηροβούνι, εκεί στα Καρκαβελέϊκα, όπου σε κάποιες στροφές του δρόμου αντάμωναν κάτι μεγάλα κοπάδια από γιδοπρόβατα που κατέβαιναν από άλλα χωριά και που μπερδεύτηκαν τόσο που αγρίεψαν τα τσοπανόσκυλά τους. Τρόμαξαν τα γίδια του δικού μας χωριού που ήταν οικόσιτα (πρόβατα δεν είχαμε ποτέ στο Γραικικό), που δεν ήταν μαθημένα από τέτοια μεγάλα κοπάδια, από πρό4. Και χάνουμε τον καιρό μας στο σχολείο και στην εκκλησία για να μαθαίνουμε την εβραϊκή ιστορία και μυθολογία και τις μετοικισίες τους στη Βαβυλώνα ή τις εξόδους από την Αίγυπτο. Ενώ την ελληνική μυθολογία, την πρώτη και μοναδική στον κόσμο, την αντιμετωπίζουμε με συγκατάβαση. Αλλά και πέρα από τη μυθολογία: φυγές, εξόδους, αναγκαστικές μετοικισίες, εξανδραποδισμούς, τάχα να είναι πολλοί άλλοι λαοί που έχουν κάτι παρόμοιο στην ιστορία τους; Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν ας αν ταρτόπληκτος σ την Άρτα του 1948-’49

111

βατα, που πάνε όλα μαζί και αποτελούν αδιαπέραστο κινούμενο τοίχο. Αλλά μεγαλύτερο φόβο πήραν από εκείνα τα τσοπανόσκυλα με το χοντρό κεφάλι και τη βροντερή φωνή. Χώθηκαν τα γίδια μέσα σε κάτι πλαγιές και ρέματα προς μεγάλη απελπισία μας. Πώς να τα βγάλεις από εκεί μέσα και πώς να τα περάσεις μέσα από τόσα μεγάλα ξένα κοπάδια που σε τρόμαζαν τα βελάσματα, τα πολλά κουδούνια, αμέτρητα κουδούνια, τα γαβγίσματα και οι κλαγγές από τα κουτουλίσματα των τράγων, που τώρα βρήκαν την ώρα να λύσουν τις διαφορές τους και αυτοί! Να προστατέψουν το... χαρέμι τους. Εξουσία και εδώ! Πώς να τα βγάλεις από εκεί μέσα και να πας να συναντήσεις το δικό σου κοπάδι; Γι’ αυτό και οι φωνές, τα σαλαγίσματα, οι βρισιές, οι βλαστήμιες πήγαιναν σύννεφο και αντάμωναν το άλλο σύννεφο που σήκωνε αυτό το... προβατομάνι. Και να ’χεις και τους πυροβολισμούς από πάνω τώρα. Και όταν λέμε από πάνω δεν εννοούμε επιπλέον, πάνω σ’ αυτά που είπαμε. Όχι. Εννοούμε κυριολεκτικά από πάνω από εμάς τώρα στις κοντινές ράχες. Αυτό, ναι. Ήταν τώρα επιπλέον πρόβλημα στα προηγούμενα. Μέχρι τώρα οι πυροβολισμοί ακούγονταν πέρα μακριά. Τώρα ακούγονταν κοντά. Κανείς δεν ήξερε ποιοι ήταν, πόσοι ήταν, πού ήταν και προς τα πού πυροβολούσαν. Το μόνο που μας ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή ήταν να μην είναι προς εμάς. Το αν ήταν αντάρτες ή ήταν στρατός ή ήταν ΜΑΫδες τι σημασία είχε; Οι αδέσποτες σφαίρες άμα φύγουν από την κάνη του όπλου δεν κάνουν διακρίσεις στόχων. [Ο άλλος έκανε χωράφι και τον βρήκε αδέσποτη σφαίρα]. Και εμείς προς τα πού πηγαίναμε τώρα; Εμείς πηγαίναμε πάντα προς τα κάτω, σύμφωνα με το αρχικό μας... σχέδιο! Έλα όμως που άλλοι ερχόνταν ανάποδα, προς τα πάνω. Γιατί; Από αυτούς μάθαμε ότι οι δρόμοι προς τα κάτω ήταν κλειστοί, δεν επιτρεπόταν να προχωρήσουμε άλλο προς τα κάτω. Πολλοί προσπάθησαν να ριχτούν απέναντι από το ποτάμι με μονόξυλο5, γιατί ο Άραχθος είχε πολύ νερό, ήταν εποχή που έλιωναν τα χιόνια, αλλά ξαναγύρισαν πάλι. Γιατί; Διότι ερχόνταν άλλοι προς τα εδώ, από τα απέναντι χωριά, από Σκούπα μεριά. Γιατί; Διότι και από εκεί ακουγόνταν πυκνοί πυροβολισμοί. Ποιος ξέρει, τίποτε ΜΑΫδες-παππούδες θα ήταν, που όταν άκουσαν στην απέναντι πλευρά πυροβολισμούς, να τόριξαν και αυτοί στο τουφεκίδι στον αέρα κατά την προσφιλή τους τακτική για να σηματοδοτήσουν την επικράτειά

5. Αυτοσχέδιες βάρκες από ατόφιους, σκαμμένους κορμούς δέντρων και αντί για κουπιά είχαν ένα μακρύ γερό κοντάρι να φτάνει ως τον πάτο του ποταμού Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


112

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

τους, δηλώνοντας την παρουσία τους δυναμικά: ακούτε, εδώ είμαστε εμείς, μην έρχεστε προς τα εδώ, γιατί... κρατάμε όπλα! Τι κάνουν τώρα; Να γυρίσουμε πίσω; Ποιος θα σε ενημέρωνε για το τι επικρατούσε τώρα εκεί; Ο ένας ρωτούσε τον άλλο και όλοι, αντί για απάντηση, έδειχναν προς τα... πάνω! Σιγά τώρα μην καθόταν ο Θεός να ασχοληθεί με τα δικά μας προβλήματα που μόνοι μας δημιουργήσαμε. Πολύ εγωιστικό εκ μέρους μας το βρίσκω. Μη μου πει κανείς τώρα ότι ήταν και αυτό... «θέλημα Θεού», για να μας «δοκιμάσει» τάχα! Γιατί, δεν μας ήξερε; Θέτει κάποιος κάτι (που κατασκεύασε ή πρόκειται να κατασκευάσει) στη διαδικασία της δοκιμής, όταν δεν είναι σίγουρος για τις παραδοχές που έλαβε υπόψη του πριν από την κατασκευή του. Ο Θεός όμως «τα πάντα εν σοφία εποίησε». Ή δεν εποίησε; Τώρα, μόνο στο κατασκεύασμα που λέγεται «άνθρωπος» έπεσε έξω; Υπάρχει βέβαια και η άλλη εκδοχή: να είμαστε εμείς τα... «δοκίμια», που πειραματίζεται ο Θεός για κάτι τελειότερο που θέλει να φτιάξει αργότερα. Άρα εμείς είμαστε το λάθος κατασκεύασμα; Ο Θεός όμως δεν είναι απλώς σοφός, είναι πάν-σοφος, είναι αλάνθαστος. Μπερδεμένα πράγματα. Υπάρχει και η εκδοχή: στο έργο των χειρών του Θεού να έβαλε και κάποιος άλλος την... ουρά του! Ύπαγε οπίσω μου... Σαν τσιγγάνοι στον καταυλισμό Πάμε καλύτερα κάτω εκεί στο Κρυονέρι να δούμε πώς ξεμπερδέψαμε τότε. Όλα έδειχναν τότε ότι είχαμε εγκλωβιστεί κάπου γύρω από το Κρυονέρι. Ούτε μπρος προς τα κάτω. Ούτε πίσω προς τα πάνω. Ούτε δεξιά, ποτάμι και πυροβολισμοί, ούτε αριστερά, άλλοι πυροβολισμοί που ήταν πιο πυκνοί και κοντοζύγωναν. Γι’ αυτό χωθήκαμε μέσα σε κάτι ρεματιές, σκοτεινές από τα τεράστια δέντρα. Ώσπου νύχτωσε και αραίωσαν κάπως οι πυροβολισμοί. Μετά βγήκαμε και ακροβολιστήκαμε σε κάτι λειβάδια ή πλατό και στρατοπεδεύσαμε σαν τσιγγάνοι. Απ’ ό,τι θυμάμαι φεγγάρι δεν υπήρχε εκείνη τη νύχτα και όλοι προσπαθούσαν στο φως των αστεριών να συγυριστούν: άλλοι άρμεγαν τα γίδια ή τις γελάδες και με άβραστο γάλα προσπαθούσαν να ταΐσουν τα μικρά παιδιά (φωτιές απαγορευόταν), άλλοι να μετράνε κεφάλια γιδοπροβάτων και άλλοι κεφάλια παιδιών, γιατί... έστελνε πολλά παιδιά οι Θεός. Κατά πως το είχε συνήθεια τότε. Ο Θεός! Ο κανόνας ήταν: από 5 και πάνω. Πώς να θυμηθούνε ονόματα παιδιών τότε, μέσα σ’ αυτή την αναμπουμπούλα; Μόνο αριθμό παιδιών, αριθμό τεμαχίων. Κομμάτια. Κεφάλια. Και πολύ ήταν και αυτό. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν ας αν ταρτόπληκτος σ την Άρτα του 1948-’49

113

Στρώσαμε φτέρες ή κάτι τέτοια και από πάνω χοντρά σκεπάσματα που κουβαλούσαμε. Και άντε μετά να κοιμηθείς με τα παπούτσια φορεμένα, κατ’ εντολήν των μεγαλυτέρων, για να είμαστε έτοιμοι για αναχώρηση σε περίπτωση συναγερμού. Παρά την κούραση της ημέρας, ύπνος δεν μου ερχόταν. Με ενοχλούσαν τα παπούτσια. Τα έβγαλα λοιπόν και εγώ σιγά-σιγά και τα άφησα στη θέση που ήταν, μισοσκεπασμένα. Σε κάποιο έλεγχο που έκανε ο πατέρας μου τα είδε. Και ενώ κοιμόμουν, την άρπαξα την κλωτσιά και έμπηξα τις φωνές, νομίζοντας προφανώς ότι πλάκωσαν αντάρτες. Ξεσηκώθηκε η... κατασκήνωση, όταν άκουσε τις φωνές και τα ‘άκουσε’ ο πατέρας μου από τους ομόβαθμούς του περιπολούντες που είχαν οριστεί για την ασφάλεια του άμαχου πληθυσμού. Του έκαμαν παρατήρηση για υπερβάλλοντα ζήλο περί την άσκηση των καθηκόντων του και κατάχρηση εξουσίας. Προς μεγάλη μου ικανοποίηση βεβαίως! Ούτε του αναγνώρισαν κυριαρχικά ή ιδιοκτησιακά δικαιώματα επάνω μου. Άλλη ικανοποίηση και αυτή! Δεν θυμάμαι αν μείναμε δύο ή τρεις ή περισσότερες μέρες εγκλωβισμένοι, εκεί στο Κρυονέρι. Εκείνο που θυμάμαι, όταν μάθαμε ότι μπορούσαμε να επιστρέψουμε στο χωριό, είναι ότι κάποιες βάψανε κόκκινα αυγά με ρίζες από μεντζούνες, που κάνουν ένα ωραίο ροζ χρώμα και τόριξαν και στο χορό γυναίκες και άντρες, με τραγούδι μόνο, εκεί κάτω στο Κρυονέρι στα λιβάδια δίπλα στον Άραχθο. Ανατροπή συναισθημάτων. Και άντε μετά να σβήσεις τέτοιες εικόνες, που χαράχτηκαν με σφυρί και καλέμι. Σφυροκάλεμο είπαμε. Όχι... σφυροδρέπανο! Αυτά τα κόκκινα αυγά, που βάψανε εκεί, να σήμαινε ότι ήταν μέρες του Πάσχα τότε; Ή μήπως παραπέμπανε σε κάποια συμβολική ανάσταση; Αν ήταν για τη δεύτερη περίπτωση, πέσανε έξω, πολύ έξω. Μία μάχη τελείωσε εκεί, όχι όμως ο πόλεμος. Θα κράταγε άλλα δυόμισι χρόνια. Ήταν πολλά. Πού να το ξέραμε όμως τότε, ότι το μεγάλο μακελειό τότε άρχιζε. Χωρίς να είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος, πιστεύω ότι εκείνη η φυγή την άνοιξη του 1947 έγινε τότε που εισέβαλε ο Παληούρας με 200 αντάρτες στην περιοχή των Τζουμέρκων από τη Χώσεψη, όπου σκοτώθηκε αυτός και το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής του εξοντώθηκε. Κρίμα για τον Παληούρα. Ήταν ωραίο παλικάρι. Τα κομμένα κεφάλια Το μόνο που θυμάμαι καλά είναι ότι εκεί κάτω ακουγόταν το όνομα «Παπαδόπουλος». Σίγουρα ήταν ο Αλέκος Παπαδόπουλος, το γνωστό πρωτοπαλήκαρο του Ζέρβα (ΕΔΕΣ) από τα αντάρτικα της Κατοχής, ο οποίος, καθώς γράφει Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


114

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

ο ίδιος στα απομνημονεύματά του έδωσε εντολή μετά από αυτή την επιχείρηση να κόψουν τα κεφάλια 10 σκοτωμένων ανταρτών και να τα στήσουν σε παλούκια στην Άρτα, σε κοινή θέα. Και μετά να τα μεταφέρουν στα Γιάννενα. Μού ’λεγε πριν από λίγα χρόνια φίλος Γιαννιώτης, ο Χρήστος ο Ζαμπίρας, ότι εκείνη την εποχή ήταν μαθητής στο δημοτικό σχολείο της παλαιάς Ακαδημίας. Τους έφυγε η μπάλα, εκεί που παίζανε στην αυλή, και από μια ανοιχτή πόρτα μπήκε σε ένα μικρό κτήριο, που υπήρχε τότε στην είσοδο της Ακαδημίας από την οδό Δωδώνης. Τότε το χρησιμοποιούσε η χωροφυλακή (για φυλάκιο;). Αυτός που μπήκε πρώτος να πάρει τη μπάλα καθυστερούσε να βγει, ώσπου να συνέλθει από τη σαστιμάρα6 του. Γι’ αυτό έτρεξαν να μπούνε και τα άλλα παιδιά για να δούνε τι του συμβαίνει και δεν βγαίνει. Και τι να δούνε: ένα κασόνι ανοιχτό, γεμάτο κεφάλια κομμένα, μαυρισμένα, γένια με ξεραμένα αίματα, μάτια ορθάνοιχτα γουρλωμένα, γλώσσες δαγκωμένες... Ξαναγυρίζουμε τώρα το χρονόμετρο να δείχνει Σεπτέμβριο 1948. Φεύγοντας από Κρυονέρι με τη Γιαννούλα και περπατώντας δίπλα στον Άραχθο φτάσαμε στα Πολίτσιανα. Ακουστά τα είχα. Συνέχεια ταξιδιού Το πρώτο εμπόδιο Θαύμαζα και καλοτύχιζα αυτόν τον κόσμο εδώ, με τα πολλά νερά, από το ποτάμι, τα πλούσια χωράφια, τα καλαμπόκια να είναι ψηλότερα από τα σπίτια, με δυό καβούκια το καθένα! Και ίσιωμα βρε παιδί μου! Και φαρδείς δρόμοι! Και όχι σαν τους δικούς μας εκεί πάνω που δεν χωράνε να περπατήσουν δυό άνθρωποι δίπλα-δίπλα7! Ναι, αλλά εμείς εκεί επάνω έχομε καθαρό αέρα, κατευθείαν από τη θάλασσα, τον Αμβρακικό, που περνάει πάνω από το Κρυονέρι και τα Πολίτσιανα, υγιεινό, ξηρό, χωρίς υγρασίες. Έχομε και θέα, απέραντη θέα, όσο βλέπει το μάτι σου. Ενώ εδώ για να δεις λίγο ουρανό, πρέπει να στραβολαιμιάσεις και αυτό την εποχή που δεν έχουν φύλλα τα δέντρα, που είναι και αυτά πανύψηλα. Αυτοί εδώ βλέπουν και ακούνε το ποτάμι, τον Άραχθο, συνέχεια. Εμείς βλέπουμε όλο βουνά και προπαντός τα Τζουμέρκα, απ’ όπου και αν σταθεί κανείς. Και τον Άραχθο σαν φίδι, από μακριά, σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια! 6. Από μικρός είχε μάθει ο καθένας ότι ήταν ντροπή τότε να δείξεις ότι φοβήθηκες όταν έβλεπες σκοτωμένο άνθρωπο ή κομμένα κεφάλια. 7. Και κοροϊδεύανε μετά, τότε, τους Τζουμερκιώτες που, και στην πόλη ακόμα, βαδίζανε ο ένας πίσω από τον άλλο. Μιλάμε για τότε. Το λέω για να μην με αποπάρουνε κάποιοι ή κάποιες που... τέλος πάντων... νομίζουνε ότι εκπολιτίστηκαν κιόλας επειδή έμαθαν να περπατάνε πλάι-πλάι! Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν ας αν ταρτόπληκτος σ την Άρτα του 1948-’49

115

Τέλος πάντων, πάντα ζηλεύουμε στην αρχή αυτό που αντικρίζουμε για πρώτη φορά και που είναι κάτι που δεν το έχομε εμείς. Μετά μαθαίνουμε να εκτιμούμε το δικό μας, που είναι και ο εαυτός μας. Ο καθένας το δικό του. Όλοι έχουν δίκιο. Με κάτι τέτοιες κουβέντες, ανταλλαγή απόψεων και σκέψεων, με τη Γιαννούλα φτάσαμε στη Φτέρη. Απότομη αλλαγή σκηνικού εδώ. Είπαμε: η ζωή δεν ήταν μονότονη τότε! Απαγορεύεται μας είπαν (Χωροφύλακες ήταν αυτοί; ΜΑΫδες ήταν;) να προχωρήσουμε άλλο προς Άρτα από την ανηφόρα μετά τη Φτέρη προς «του Παπαχρίστου» (Τραπεζάκι;), όπως ήταν γνωστή η περιοχή τότε (ίσως από κάποιο χάνι). Απαγορευόταν, γιατί είχαν επισημανθεί αντάρτες εκεί γύρω και θα έκαναν επιχειρήσεις, παγάνα δηλαδή, να τους βρούνε. Η περιοχή ήταν αποκλεισμένη από την προηγούμενη. Όχι ρε παιδί μου! Λάθος πληροφορίες είχαμε. Πάλι. Να γυρίσουμε πίσω, μας είπαν. Αν ήταν δυνατόν! Ευτυχώς που η Γιαννούλα δεν το ’θελε αυτό, ούτε και εγώ βεβαίως! Κάποιος ντόπιος από εκεί, που είδε ότι επιμέναμε, προσφέρθηκε ο άνθρωπος να μας βοηθήσει και μας υπέδειξε πώς θα αποφύγουμε τον κλοιό: να πάρουμε, λέει, το δρόμο που πάει για τη Μπούγα (Ανεμορράχη), να προχωρήσουμε πιο πάνω από την Μπούγα, να στρίψουμε μετά δεξιά, να ανεβούμε κάτι ράχες και μετά την κατηφόρα πάλι δεξιά, εκεί θα βρούμε ένα σπίτι μισογκρεμισμένο, μετά κάτι καλύβες... καλά, καλά, «καταλάβαμε» μπάρμπα και σε ευχαριστούμε. Και ενώ εμείς είχαμε βάλει το δρόμο μπροστά, αυτός συνέχιζε να εξηγεί... Τίποτα από αυτά που μας είπε ο μπάρμπας δεν συναντήσαμε. Γιατί σε λίγο ακούσαμε ριπές από κάποια ράχη. Και πού να ξέρεις για ποιον προορίζονταν; Πρώτη υποσυνείδητη αντίδραση: αφήσαμε το δρόμο και κατεβήκαμε σε ένα ποτάμι, που ήταν το χαμηλότερο σημείο, μη τυχόν και εισπράξουμε καμιά αδέσποτη, που ήταν προορισμένη για άλλον και... τον αδικήσουμε. Περπατούσαμε μέσα από το ποτάμι αυτό, αντίθετα, προς τα πάνω, που δεν είχε και πολύ νερό εκείνη την εποχή. Όταν ακούγαμε τουφεκιές, λουφάζαμε πίσω από τις πέτρες και ακούγαμε από πάνω μας τις σφαίρες να σφυρίζουν. Κάπου εκεί έχασα και το ένα παπούτσι χωρίς να το καταλάβω. Ούτε σκέψη να γυρίσω. Και πού να ψάξω; Μετά προχωρούσαμε, όλο προχωρούσαμε, αλλά πού πηγαίναμε; Ναυαγοί στη δασοθάλασσα Αντί να πηγαίνουμε με κατεύθυνση προς Άρτα, εμείς πηγαίναμε αντίθετα προς τα Τζουμέρκα, βλέπαμε κάπου-κάπου το βουνό πιο κοντά, σαν να μας πλησιάζει. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


116

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

Κάτι δεν πήγαινε καλά. Μάλλον εμείς δεν βαδίζαμε καλά. Αποφασίσαμε να αφήσουμε το ποτάμι κατά το απόγευμα, όταν είχαν κοπάσει οι πυροβολισμοί. Είχαμε απομακρυνθεί άλλωστε πολύ από την... εμπόλεμη ζώνη. Και πώς να ξέρουμε πόσο μακριά πάνε οι σφαίρες; Πήραμε κάποιο μονοπάτι που συναντήσαμε τυχαία και μέσα από πυκνά δάση προχωρούσαμε άσκοπα. Μετά παίρναμε άλλο, που διασταυρωνόταν με αυτό που ακολουθούσαμε ως τώρα, γιατί φαινόταν καλύτερο, αλλά μας οδήγησε σε κάτι κουτσοχώραφα. Ήταν φανερό πια ότι είχαμε χαθεί. Ξαναγυρίσαμε πίσω στη διασταύρωση και ακολουθήσαμε το αρχικό μονοπάτι. Περπατούσαμε περπατούσαμε, όλο περπατούσαμε, χωρίς να μιλάμε, για να μη φανερώνουμε τον πανικό που μας κυρίευε σιγά-σιγά όσο η μέρα λιγόστευε. Απέραντα δάση, αμέτρητες ράχες, ραχούλες, ρέματα στεγνά, ανεβαίναμε, κατεβαίναμε με μόνο οδηγό τον ήλιο που όλο κατέβαινε˙ και βοηθητικό οδηγό το Τζουμέρκο που έπρεπε να το αφήνουμε πίσω μας τώρα. Κάποιες καλύβες στις άκρες από κάτι κουτσοχώραφα που συναντούσαμε, ούτε σκέψη δεν κάναμε να ξενυχτίσουμε σε κάποια απ’ αυτές, γιατί είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Ξέραμε ότι οι καλύβες και τα εγκαταλειμμένα απομακρυσμένα παλιόσπιτα ήταν στέκια ανταρτών (στις περιοχές που δεν ελέγχανε αυτοί) και που ήταν σε αποστολή εντός... εχθρικού εδάφους. Ήταν οι λεγόμενοι σύνδεσμοι. Συνήθως αυτοί περπατούσαν τη νύχτα και κρύβονταν την ημέρα. Αλλά ποτέ δεν ήσουν σίγουρος. Σχεδόν νύχτωσε όταν φτάσαμε σε ένα πλατό ένα ξέφωτο και γύρω-γύρω δάση. Σαν νησί φαινόταν μέσα σε μιά θάλασσα από δάση. Ήταν ένα πολύ μεγάλο χωράφι που ήταν γεμάτο κοτσάνια από καλαμποκιές, από το καβούκι και κάτω, αφού είχαν μαζέψει τη ροκιά και τα καλαμπόκια. Σχεδόν στα σκοτεινά, με το φως των αστεριών, ξεριζώσαμε κάμποσα κοτσάνια και τα στρώσαμε καταμεσίς στη λάκα για στρώμα. Για μαξιλάρι είχα το ένα παπούτσι, που μου είχε απομείνει, γιατί δεν μου “ερχόταν” να το πετάξω. Για σκέπασμα όμως; Κανένα πρόβλημα και εδώ: το σιγκούνι της Γιαννούλας! Μάλιστα. Δυό άνθρωποι κάτω από ένα σιγκούνι στη μέση ενός γυμνού χωραφιού που περιβαλλόταν από πυκνά δάση. Από ένα φτερό σιγκούνι ο καθένας και πλάτη με πλάτη γιατί έκανε πολύ κρύο τη νύχτα. Πολύ κρύο. Αλλά, ποιο ήταν το χειρότερο; Το κρύο; Ο φόβος; Ο φόβος από τους ανθρώπους; Ο φόβος από το άγνωστο μέρος, που δεν ξέρεις τι υπάρχει λίγο πιο πέρα; Μήπως ο φόβος από τα αγρίμια; Γιατί οι λύκοι και τα τσακάλια, μιάς και τα κοπάδια είχαν φύγει όλα για την Άρτα, δεν τόχαν και σε τίποτα να επιτεθούν και στους ανθρώπους εκεί στην ερημιά και μάλιστα κοιμώμενους! Και πώς να αντισταθείς; Με ένα ξύλο που είχε ο καθένας για μπαστούνι, για να ανεβοκαΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν ας αν ταρτόπληκτος σ την Άρτα του 1948-’49

117

τεβαίνουμε τις ράχες, και που το κρατούσαμε τώρα αγκαλιά. Ο καθένας οργανώνει την άμυνά του ανάλογα με τα μέσα που διαθέτει. Καλά, εγώ είχα και τον σουγιά, τύπου «Μαρνέλλα», που δεν το αποχωριζόμουν ποτέ. Ανοιχτόν τον είχα, στο πλάι μου και ένιωθα, ας πούμε, κατά κάποιον τρόπο ασφαλής! Ήταν ακόμα νύχτα όταν ξυπνήσαμε. Δηλαδή τι ξυπνήσαμε, όλη τη νύχτα ξυπνητός ήμουν, με εκείνα τα κοτσάνια από τις καλαμποκιές να σου μετράνε τα πλευρά ένα-ένα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, εκείνοι οι πυροβολισμοί, πέρα μακριά, τη νύχτα, τι νόημα είχαν; Όταν χάραξε κάπως, είπαμε να ξεκινήσουμε, να ’χουμε τη μέρα μπροστά μας, γιατί από εκεί δεν ξέραμε πόσο μακριά πέφτει η Άρτα. Αλλά το σπουδαιότερο: δεν ξέραμε ούτε κατά πού πέφτει. Νότια είπαμε, αλλά κατά πού πέφτει ο Νότος; Ο ήλιος αργούσε να ανατείλει, το Τζουμέρκο δεν φαινόταν από εκείνο του γούπατο όπου διανυκτερεύσαμε. Τότε ανέλαβα εγώ να «βοηθήσω την κατάσταση», εφαρμόζοντας στην πράξη αυτό που μας μάθαινε ο δάσκαλος, ο Γ. Μπουταλάς, στο σχολείο: για να βρεις, λέει, κατά πού πέφτει ο Βορράς, παρατηρείς τους κορμούς των δέντρων: η πλευρά του κορμού που έχει περισσότερα μούσκλα (βρύα) δείχνει την κατεύθυνση του Βορρά. Όλα τα άλλα είναι εύκολα: στην αντίθετη κατεύθυνση είναι ο Νότος. Και η Άρτα φυσικά! Ωραία μέχρις εδώ, όπως συμβαίνει και με την κάθε θεωρία άλλωστε. Στην πράξη όμως; Το κάθε δέντρο έδειχνε και ένα δικό του Βορρά. Ντροπιάστηκα. Ανεβήκαμε σε μια ραχούλα, απ’ όπου αντικρίσαμε την κορυφή των Τζουμέρκων, ο μόνος σίγουρος οδηγός... και όχι τότε μόνο... πολλά χρωστάμε σ’ αυτό το βουνό. Γυρίσαμε την πλάτη στο βουνό και προχωρούσαμε προς την αντίθετη κατεύθυνση από κάποιο μονοπάτι. Για καλή μας τύχη συναντήσαμε μια γριούλα που βόσκαγε τα γίδια της και μας είπε πώς θα βγαίναμε από εκείνη την κλεισούρα και κατά πού πέφτει η Άρτα, «ως έγγιστα» όπως μας είπε, που σήμαινε περίπου. Το σπουδαιότερο όμως: μας έδειξε πού θα συναντούσαμε δημόσιο δρόμο. Μας είπε ακόμη ότι το μέρος εκείνο λέγεται Κωστελάτα ή κάπως έτσι. Άλλα δυό ονόματα που άκουσα εκεί και έμειναν στη μνήμη του ήταν: Ρουπακιά και Τυρολόγου. Το όνομα ρουπακιά το συγκράτησα γιατί έχουμε και εμείς στο Γραικικό μιά περιοχή που λέγεται Ρουπακιά και είναι γεμάτη κουμαριές, πορδαλιές και ρείκια, δάση απέραντα. Άντε και μιά ράχη ακόμη. Πολλές ράχες και ραχούλες είχε εκείνη η περιοχή, κάτι σαν αυγοθήκη έμοιαζε! Αυτή όμως ήταν η τελευταία, γιατί από εκεί είδαμε τον δημόσιο δρόμο (του Τυρολόγου;) που μας είπε η βάβω. Μας χώριζε όμως ένα ποτάμι. Κατεβήκαμε ως εκεί και πηγαίναμε παράλληλα σ’ αυτό προς τα κάτω, ώσπου να βρούμε πέρασμα, αλλά και για περισσότερη σιγουριά. Αν Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


118

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

και σήμερα δεν ακούγονταν πυροβολισμοί, σίγουρα, είναι σίγουρα! Όταν όμως είδαμε ένα αυτοκίνητο στο δημόσιο δρόμο να πηγαίνει προς τα κάτω, πήραμε απόφαση να διαβούμε το ποτάμι˙ και μετά από ώρα τελείωνε και η τελευταία ανηφόρα. Επί τέλους! Δημόσιος δρόμος! Πλατύς και χωρίς πέτρες. Πρώτη φορά αντίκριζα τόσον φαρδύ δρόμο! Σκέτο χώμα! Ό,τι καλύτερο για έναν ξυπόλυτο. Σαν να πατούσα πούπουλα. Και κατήφορος, συνέχεια κατήφορος. Φτερά στα πόδια! Κούραση; Ξεχάστηκε! Άστην για αργότερα. Και να σε λίγο, ανέβαινε ένα φορτηγό αυτοκίνητο αγκομαχώντας. Από την... ημιάγρια κατάσταση στον πολιτισμό Βγήκα έξω από το δρόμο, από σεβασμό να περάσει (ίσως και από φόβο μη με... «κόψει»). Άλλωστε δικός του ήταν ο δρόμος. Γι’ αυτό κατασκευάστηκε και όχι για μένα. Και για το «ευχαριστώ του», έβγαλε και ένα μουγκρητό και μας περιέλουσε με μυρωδάτα καυσαέρια. Μοσχοβόλησε ο τόπος καμένη βενζίνα. Ήταν πρώτη φορά που αντίκριζα αυτοκίνητο και ανέπνεα καυσαέριο. Μπράβο! Αυτές ήταν μυρωδιές! Και όχι σαν αυτές που ήξερα, από τα ρείκια, τις κερασιές, τα φραξάνθια και άλλα τέτοια πρωτόγονα αρώματα. Ήταν πια φανερό ότι πλησιάζαμε στον πολιτισμό. Μύρισε πολιτισμός, κυριολεκτικά. Δεν χόρταινα να αναπνέω και να ευχαριστιέμαι το καυσαέριο! Αλήθεια λέω. Κάπου στα χαμηλώματα, όπου ήταν και μια γέφυρα, συναντήσαμε κόσμο, στρατιωτικά αυτοκίνητα, φαντάρους χωροφύλακες (τους χωροφύλακες τους γνώριζες από το διπλό κορδόνι στον αριστερό ώμο, γιατί φορούσαν χακί ακόμη). Καλεντίνη! Σιγουριά εδώ. Ωραίο συναίσθημα να νιώθεις ασφάλεια. Ο φόβος εξατμίζεται αυτομάτως. Ως εδώ ήταν! Τελείωσαν τα βάσανα. Τέλος οι ταλαιπωρίες. Τέλος οι δοκιμασίες. Γραμμή για τον... παράδεισο τώρα! Την Άρτα. Από αυτόν τον ωραίο δρόμο δίπλα στον Άραχθο, να τον χάνεις για λίγο από τα μάτια σου, να τον ξαβλέπεις, αλλά πάντα να ακούς τον βουητό του. Άλλη σιγουριά και τούτη. Ήξερες ότι σε οδηγεί στην Άρτα. Γι’ αυτό τα ποτάμια λατρεύτηκαν σαν θεοί κάποτε. Ο δρόμος για τον παράδεισο με οδηγό τον Άραχθο Πουρνάρι, Πλατανόρεμα, Θεοτικιό. Μυθικοί τόποι για μένα ως τότε, που μόνο ακουστά τους είχα, από τους τυχερούς. Και να τώρα, αυτός εγώ, ο ίδιος, τους πατάω με τα πόδια μου, έστω και ξυπόλυτος. Πορτοκαλιές, πολλές πορτοκαλιές και ελιές. Πολλές ελιές παρουσιάζονται μπροστά μας απότομα. Ο κάμπος της Άρτας! Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν ας αν ταρτόπληκτος σ την Άρτα του 1948-’49

119

Ήξερα ότι στην Άρτα είχαν πολλές πορτοκαλιές (εντάξει και η βάβω μου στο Κάτω Γραικικό είχε δυό), αλλά εδώ τώρα χανόσουνα, νόμιζες ότι θα πνιγείς μέσα σ’ αυτή τη θάλασσα από τις πορτοκαλιές. Και μετά ελιές. Και ξανά πορτοκαλιές. Μονότονο, πολύ μονότονο τοπίο. Περπατάς, περπατάς και είναι σαν να βρίσκεσαι στο ίδιο σημείο. Είτε μπροστά κοιτάξεις είτε πίσω ίδια εικόνα: ευθεία και ίσιωμα. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω ότι σαν καλύτερα είναι να περπατάς σε ανηφόρες και κατηφόρες και στροφές. Έχεις ποικιλία, έχεις την αίσθηση ότι προχωράς, δεν είσαι στάσιμος. Να έχει άραγε σχέση αυτό και με την ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων; Και εκεί που κόντευα να αποκοιμηθώ περπατώντας μέσα στη ζέστη, βλέπω χρώματα στο βάθος. Έτριβα τα μάτια μου, να τα διώξω, γιατί ήμουν σίγουρος ότι έβλεπα όνειρο. Αλλά δεν ήταν. Όσο πλησιάζαμε, φαινόταν τώρα καθαρά, ότι ήταν κάτι πρόχειρες κατασκευές από χαρτοκούτια, από λαμαρίνες σαν σκηνές τσιγγάνικες, και άλλες είχαν από πάνω και από το πλάι πολύχρωμες καραμελωτές κουβέρτες, μπουγάδες κρεμασμένες από τις ελιές. Και κόσμος πολύς και παιδιά πολλά. Παραπέρα κοπάδια γιδοπρόβατα, γελάδια, γαϊδούρια. Τί γίνεται εδώ; Ανταρτόπληκτοι Ήταν οι ανταρτόπληκτοι ή «ανταρτόπληκτοι». Να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, μια και καλή, τον όρο «ανταρτόπληκτοι» με ή χωρίς εισαγωγικά. Γιατί κάποιοι ενοχλούνται από τη λέξη και την αναφέρουν ειρωνικά πάντα, και εντός εισαγωγικών; Η λέξη φταίει; Είτε εντός εισαγωγικών την τοποθετούν, είτε εκτός, για τον άμεσα ενδιαφερόμενο, αυτόν που αφορούσε η λέξη, δεν άλλαζε τίποτε. Ήταν το θύμα και θύμα θα παρέμεινε. Όποιος τολμάει ας βάλει εισαγωγικά στη λέξη θύμα. Ανταρτόπληκτοι: έτσι ονομάζονταν από τότε, για διάκριση από τους σεισμόπληκτους, πλημμυρόπληκτους, πυρόπληκτους. Ο όρος δεν επιβλήθηκε από κάποιους άλλους. Κανείς δεν ήρθε να μας πει τότε ότι εσείς στο εξής θα λέγεστε ανταρτόπληκτοι. Ο λαός βρίσκει πάντα την πιο κατάλληλη λέξη να χαρακτηρίσει κάτι: πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις. Εδώ πολύ εύστοχα βρήκε μιά σύνθετη λέξη που αποδίδει την αιτία και την κατάσταση ως αποτέλεσμα αυτής της αιτίας. Δεν φταίει η λέξη, αλλά οι προκαλέσαντες τη γέννησή της. Ποιοι είναι αυτοί; Υπομονή, θα τα πούμε στη συνέχεια. Σε άλλα κεφάλαια. Ανταρτόπληκτοι λοιπόν. Μια περιεκτική και εύηχη λέξη. Και μη μας ζαλίζετε άλλο. Τι δηλαδή έπρεπε να αποδεχτούμε τον όρο «συμμοριόπληκτοι», που χρησιμοποιούσαν οι επίσημες αρχές και τον οποίο αναπαρήγαγαν και αναβάθΈ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


120

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

μισαν οι διάφοροι συγγραφολόγιοι σε «κομμουνιστοσυμμοριόπληκτοι» για να εντυπωσιάσουν, ποιους; Εκείνους που δεν έζησαν τέτοιες καταστάσεις. Άσε που παθαίνεις... πολυσυλλαβογλωσσοδέτη (!) να προφέρεις μια τέτοια λέξη. Ούτε όμως «πρόσφυγες» ήμασταν τότε, όπως κακώς, πολύ κακώς, αναφέρεται από κάποιους αγράμματους και άσχετους. Πρόσφυγες λέμε συνήθως εκείνους που έφυγαν από ένα μέρος για λόγους οικονομικούς ή εξαναγκάστηκαν (ή διώχτηκαν) για λόγους πολιτικούς να εγκατασταθούν κάπου αλλού μόνιμα, σε κάποιο ξένο μέρος το οποίο δεν συνδέεται γεωγραφικά ή πολιτιστικά με τον τόπο καταγωγής τους. Όπως π.χ. οι πρόσφυγες της Μ. Ασίας. Ή όπως οι πρόσφυγες των σημερινών χρόνων, που έφυγαν, ας πούμε από τα Τζουμέρκα, και εγκαταστάθηκαν μόνιμα εκεί πέρα στην Αθήνα και στις παρυφές αυτής8. Οι ανταρτόπληκτοι ήταν παρεπιδημούντες προσωρινά στην Άρτα, στα Γιάννενα στο πλησιέστερο αστικό κέντρο του χωριού τους, ώσπου να περάσει η μπόρα και να ξαναγυρίσουν πάλι στο χωριό τους, στα σπίτια τους. Όπως και έγινε τότε. Άσχετο αν στα κατοπινά χρόνια επικράτησαν άλλες σκέψεις, αφού επιβλήθηκαν και επικράτησαν άλλοι τρόποι ζωής. Όταν άλλαξαν οι συνθήκες για όλη την Ελλάδα και όχι μόνο για τα Τζουμέρκα. Κάτι ακόμα για τους «γλωσσοπλάστες», που δίνουν περισσότερη σημασία στις λέξεις παρά στο περιεχόμενό τους. Ας πάρουμε την εκδοχή, ότι ήμασταν θύματα μιας ανταρσίας της άλλης παράταξης (ο άμαχος πληθυσμός θα ήταν πάλι το θύμα!) των πλουτοκρατών, των μοναρχοφασιστών, των αντιδραστικών, των καπιταλιστών κ.λπ. Τότε πώς έπρεπε να ονομαζόμαστε; Πλουτοκρατόπληκτοι; Μοναρχοφασιστόπληκτοι; Αντιδραστικόπληκτοι; Ή καπιταλιστόπληκτοι, Ιμπεριαλιστόπληκτοι κ.λπ. Έ όχι! Πάντως δεν ακούστηκε και κάποια πειστική πρόταση, ούτε από τους μεν ούτε από τους δε, για μία λέξη κοινής αποδοχής χωρίς εισαγωγικά. «Εμφυλιοπολεμόπληκτοι», χωρίς εισαγωγικά βεβαίως θα ήταν ίσως μιά συμβιβαστική λύση στο πρόβλημα, που να παράγεται από το συμβιβαστικό εφεύρημα: «εμφύλιος πόλεμος». Αλλά «βγαίνει» αυτή η λέξη με μια ανάσα; Γι’ αυτό και προτείνω να λεγόμαστε... «κακοκαιρόπληκτοι» χωρίς εισαγωγικά βεβαίως, που να θυμίζει τον κακό μας τον καιρό και τον ανάποδο. Που είναι άλλωστε και διαχρονικός, τελειωμό δεν έχει. 8. Κάποιος άλλος, αν και συνταξιούχος, έμεινε εκεί και φύτεψε, λέει, μια κουμαριά στη γλάστρα του μπαλκονιού του. Φίλε: πάρε την κουμαριά σου και πήγαινέ την στα χώματά της και κάτσε εκεί να την ποτίζεις. Η κουμαριά δεν προκόβει στην Αθήνα. Θέλει Τζουμέρκα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν ας αν ταρτόπληκτος σ την Άρτα του 1948-’49

121

Στα προάστια του επίγειου παραδείσου Όσο προχωρούμε προς Άρτα, οι καταυλισμοί και τα κάθε λογής τσαντήρια, δεξιά και αριστερά του δρόμου, κάτω από τις ελιές, πυκνώνουν. Σφίξιμο στο στομάχι σού ’φερνε αυτή η αβνακατωσούρα που επικρατούσε. Φτάσαμε στη διασταύρωση που πάει Αθήνα και Άρτα. Διόδια λεγόταν τότε. Στο βάθος ένα καλοδουλεμένο διώροφο πέτρινο κτίσμα που αντίκρισα (και έμελλε να είναι το σχολείο μου), που υπάρχει και σήμερα και το οποίο κανένα συναίσθημα ή νοσταλγία δεν μου προκαλεί από αυτά που συνήθως αντανακλώνται σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν βλέπεις ένα παλιό σχολείο. Αριστερά από το πέτρινο κτίριο: στρατόπεδο, στρατιώτες πολλοί να μπαινοβγαίνουν σε σκηνές, λαμαρινένια τολ, άλλοι να κάνουν ασκήσεις. Δεξιά από το κτήριο: παράγκες και τολ πάλι και ανταρτόπληκτοι. Πολλοί ανταρτόπληκτοι εδώ. Κάτι είχα ακούσει για παράγκες στην Άρτα, αλλά δεν είχα φανταστεί έτσι. Φανταζόμουν ότι ήταν μικρά σπιτάκια, ξύλινα, με μικρή αυλή, ο καθένας τη δική του... Αυτό όμως που αντίκριζα ήταν απαγοητευτικό: στενόμακρες και χαμηλές ξύλινες κατασκευές, με πισσόχαρτο στη στέγη. Η μία δίπλα στην άλλη, με κάποιο ενδιάμεσο ακάλυπτο χώρο, σαν βαγόνια σιδηροδρόμου, στα πάρκινγκ του ΟΣΕ. Η κάθε παράγκα είχε δωμάτια και από τις δυό πλευρές, συνεχόμενα σε ενιαία κατασκευή, με ανεξάρτητη είσοδο, κατευθείαν από τον ακάλυπτο χώρο χωρίς κάποιο προστατευτικό γείσο, και ένα μικρό παράθυρο. Ένα δωμάτιο για κάθε οικογένεια. Ανεξαρτήτως αριθμού ατόμων. Μελισσολόι ο κόσμος, να μπαινοβγαίνει, βουητό, φωνές, γυναίκες, παιδιά, κότες, σκυλιά, σκόνη, αυλάκια και λιμνούλες με νερά, με απόνερα από νεροχύτες, μυρωδιές ακαθόριστης σύνθεσης και προέλευσης... Για τη ζωή των ανταρτόπληκτων στις παράγκες, και γενικότερα στην Άρτα, θα ασχοληθούμε αργότερα, παρακάτω. Μία μυρωδιά μου κίνησε την περιέργεια: ήταν από κατράμι και πίσσα. Ηταν τα αρώματα το πολιτισμού. Κάπου εκεί την... πάτησα και εγώ! Την πίσσα εννοώ. Με το να χαζεύω δεξιά και αριστερά, χωρίς να καταλάβω, πάτησα σε πίσσες του δρόμου, λιωμένες από τη ζέστη και λόγω... ποιότητος βεβαίως. Γιατί εκεί στα διόδια τελείωνε ο χωματόδρομος τότε, των λεγόμενων «Άγονων Γραμμών» και άρχιζε ο «πολιτισμός της ασφάλτου». Αλλά συνεπαρμένος δεν το πρόσεξα. Ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι τότε; Κάπου-κάπου μια υποψία ασφάλτου. Εδώ στις παράγκες ζήτησε κάποιες πληροφορίες η Γιαννούλα από κάποιους παραγκόβιους και προχωρήσαμε. Λίγο παρακάτω συναντήσαμε ένα μικρό ωραιΈ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


122

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

ότατο άλσος από ευκάλυπτους, δίπλα στο ποτάμι. Πότε άραγε το εξαφάνισαν; Και φτάνουμε εις τόπον λεγόμενον τότε: Σκοπευτήριο. Τα πρώτα αυθαίρετα κτίσματα στην Ελλάδα Άλλη κακομοιριά και... κακοζακονιά και τούτη: πραγματικός κρανίου τόπος. Ξεραΐλα! Μια πλαγιά γεμάτη πέτρες, κοτρώνες, αφάνες, ασφάκες, κάπου – κάπου. Αλλού κόκκινοφρεσκοσκαμμένο χώμα και τσαντήρια, καλυβάκια πρόχειρα. Κάποια κτίσματα που με λίγη προσπάθεια καταλάβαινες (ότι αυτά όπως ήταν κακοχτισμένα πρόχειρα με πέτρες απελέκητες και λάσπη από το ίδιο το χώμα, τσίγκια ή άχυρα για στέγη) ότι οι ιδιοκτήτες τους σίγουρα θα τα αποκαλούσαν σπίτια. «Το σπίτι μου»! Άλλο παράγκα, άλλο σπίτι! Ένα ορθογώνιο μικρό κατασκεύασμα, με τέσσερα παλούκια και τυλιγμένα με τσουβάλι ή χαρτοκούτια έπαιζε το ρόλο της υπαίθριας τουαλέτας τουρκιστί ή παλαιοχωριατιστί: χαλές. Απλησίαστος χώρος. Εκτός περιπτώσεων ανωτέρας βίας. Εδώ θα μπορούσαν να εκπαιδεύονται οι υποψήφιοι βατραχάνθρωποι να κρατούν την αναπνοή τους περισσότερο χρόνο. Εκεί δίπλα και τα γελάδια και τα γίδια και ό,τι άλλο ζωντανό. Όπου ήθελε και όπως ήθελε έκτιζε ο καθένας το... «αυθαίρετο» σπίτι του. Άλλος κατά την ανατολή, άλλος κατά τη δύση και άλλος να κοιτάει κατά το χωριό του. Λένε πως οι Τζουμερκιώτες αφήνανε και ένα παράθυρο τουλάχιστον να βλέπει προς τα ψηλά βουνά! Όλα κατανοητά. Όταν έχτιζε και άλλος παραδίπλα, τότε αφήνανε και κάποιο χώρο ελεύθερο για κάποιο υποτυπώδη δρόμο, οριοθετώντας τον με κάποια παλούκια ή φράχτη. Μετακινούσε ο ένας τα παλούκια; Τα μετακινούσε και ο άλλος. Εις βάρος του δρόμου βέβαια. Η Οικοδομική Γραμμή ήταν σχετική έννοια. Περιπατούσα και καυγάδες δημιουργούσα, ήταν η Ο.Γ.. Το πλάτος του δρόμου ήταν πάντα... casus beli. Μικρή παρένθεση: εκεί σε κείνα τα γεγονότα του 1948, που συνέβαιναν σε όλη την Ελλάδα, θα πρέπει να αναζητηθεί η απαρχή της δόμησης κατά το... «αυθαίρετον σύστημα» που έπνιξε την Ελλάδα έως σήμερα. Ο κακός μας ο καιρός και ο ανάποδος δεν έχει τέλος. Ό,τι είναι σήμερα η Ελλάδα έχει την καταγωγή και τις ρίζες της σε κείνη τη φοβερή 10ετία του ’40. Τα θεμέλιά της είναι εκεί. Εφευρέτης αυτού του συστήματος δόμησης είναι ο τότε ανταρτόπληκτος που αυτοστεγάστηκε προσωρινά ως έπη-λυς και μετά ως μόνιμος ετεροδημότης στις παρυφές της πόλης που κατέφυγε. Το σύστημα άρεσε και βρέθηκαν πολλοί μιμητές και εκμεταλλευτές. Ας μην προχωρήσουμε άλλο μ’ αυτό το θέμα. Καλύτερα να προχωρήσουμε προς Άρτα... Μπήκα ξυπόλητος στον παράδεισο! Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν ας αν ταρτόπληκτος σ την Άρτα του 1948-’49

123

Άντε επιτέλους, ξεφύγαμε και από τούτον το μίζερο τόπο, του Σκοπευτηρίου. Προχωρώντας, λοιπόν, λίγο παρακάτω εκείνο που με εντυπωσίασε και συγχρόνως με απογοήτευσε ήταν το Υδραγωγείο. Δίπλα στο δρόμο δεξιά, στην άκρη στο ποτάμι, ένα αλλόκοτο κτήριο γεμάτο με τεράστια θορυβώδη μηχανήματα, που από το δρόμο φαίνονταν τα παλαμάρια-ταινίες που αντλούσαν, λέει, νερό από τον Άραχθο για τα σπίτια της Άρτας! Μα καλά, σ’ αυτόν τον... παράδεισο –όπως μου τον είχαν περιγράψει, ή όπως τον αντιλαμβανόμουν εγώ– πίνουν νερό από το ποτάμι; Βρυσούλες και πάλι βρυσούλες! Και αν δεν έβρισκες... καρόφυλλο (φύλλο καρυδιάς για αυτοσχέδιο ποτήρι), την ίδια δουλειά έκαναν και οι παλάμες σου. Αριστερά από το Υδραγωγείο: ένα ειδυλλιακό τοπίο –άσβηστη εικόνα αυτή– ο λόφος με τις ψηλές αμυγδαλιές και αραιά –αραιά σπιτάκια περιποιημένα, ανθρώπινα, όχι παράγκες και τσαντήρια. Τελευταία στροφή ακόμη, στον Κρυστάλλη, -ακουστά γνωστή τοποθεσίακαι ιδού εγώ: μπαίνω στον... παράδεισο... ξυπόλητος ,που λένε! Εδώ βέβαια κυριολεκτώ, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της φράσης. Για το πρώτο σκέλος υπάρχουν κάποιες επιφυλάξεις και αμφιβολίες. Μάλλον τότε γεννήθηκαν. Η φράση «μπήκε ξυπόλυτος στον παράδεισο» προϋπήρχε. Για κάποιον άλλο είχε ειπωθεί και έκατσε στην περίπτωσή μου, να πληρωθεί το ρηθέν κλπ. Αντί για τον Άγιο Πέτρο με... φιλοξένησε ο Άγιος Μάρκος Στον «παράδεισο» -στο εξής η λέξη θα νοείται πάντα εντός εισαγωγικών, έστω και αν δεν σημειώνονται- σε τούτον, λοιπόν, τον «παράδεισο» της Άρτας, δεν συνάντησα τον Άγιο Πέτρο. Συνάντησα όμως τον Άγιο Μάρκο. Κυριολεκτώ εδώ. Όχι βεβαίως αυτοπροσώπως τον Άγιο Μάρκο, αλλά το εκκλησάκι, που είναι πίσω από μιά πέτρινη μάντρα, πριν από τον Αϊ-Γιώργη, στην Άρτα. Κάτι συμπτώσεις: καπετάν Μάρκος (Βαφειάδης), με έδιωχνε, Άγιος Μάρκος με υποδεχόταν. Εδώ λοιπόν ήταν τα προπύλαια του παραδείσου, ας πούμε. Πριν μπω στον καθαυτό παράδεισο για καλά, έπρεπε να περάσω από το καθαρτήριον πυρ να εξαγνιστώ. Ας είναι. - Φτάκαμαν! Λέει η Γιαννούλα. Τέλεψαν τα βάσανά μας! Και μπαίνοντας στον περίβολο, έκαμε το σταυρό της. Τη μιμήθηκα μηχανικά. Δεν κατάλαβα καλά: φτάκαμαν; Πού φτάσαμε δηλαδή; ...κράτησα πάντως το «τέλεψαν τα βάσανά μας», γιατί μου άρεσε. - Εσύ θα μείνεις για λίγο εδώ με τους άλλους, ώσπου να σου δείξουν πού είναι το σπίτι του μπάρμπα σου και εγώ θα πάω να βρω τον Κώτσιο. [Ο Κώτσιο-Τριαντάφυλλος, ο άντρας της, έμενε αλλού, όπως της είπαν εκεί. Δεν θυμάμαι Γιαννούλα, αν σε ευχαρίστησα όσο ζούσες... εάν όχι, ήταν μεγάλη παράλειψη]. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


124

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

Τι να θυμηθώ και τι να περιγράψω για κείνες τις ημέρες στον Άγιο Μάρκο; Κάθε φορά που έρχονται στο νου μου προσπαθώ να τις διώξω, όπως διώχνει το άλογο τις αλογόμυγες και χτυπιέται με την ουρά του, ώσπου να ξανάρθουν πάλι. Και έρχονται συχνά, πανάθεμά τες. Να αρχίσω από τη μάντρα. Σίγουρα ετούτη η μάντρα ταιριάζει απόλυτα με αυτά που γράφουν και ξαναγράφουν κάποιοι ακούραστοι συγγραφολόγοι και αθεράπευτα «συγγραφολόγιοι» ότι ο στρατός έστελνε αυτοκίνητα και μάζευε τον άμαχο πληθυσμό και τον... μάντρωνε στις πόλεις και δεν τους άφηνε να φύγουν. Το θλιβερό είναι ότι γράφονται κάτι τέτοιο από σοβαρούς (;) ιστορικούς. Ωραία θα ήταν να ήταν έτσι. Και εγώ πολύ θα το ’θελα να μού ’στελνε κάποιος αυτοκίνητο στο Γραικικό, για να με πάει στην Άρτα. Αλλά αφού αμαξιτός δρόμος δεν υπήρχε, ας μού στελναν άλογο. Ακόμα και με γάϊδαρο βολευόμουν. Αλλά και χωρίς γάϊδαρο ευχαριστημένος θα ήμουν να πήγαινα με τα πόδια στην Άρτα κανονικά, από τον υπάρχοντα τότε μουλαρόδρομο, σαν άνθρωπος. Χωρίς να είμαι αναγκασμένος να ανεβοκατεβαίνω με τη Γιαννούλα εκείνες τις αμέτρητες ράχες, τα ξερολάγκαδα και τα ποτάμια, σαν κυνηγημένο αγρίμι. Και δεν θα έχανα και το ένα παπούτσι! Μεγάλος ο καημός για την απώλεια αυτή. Λίγος σεβασμός στον άμαχο πληθυσμό δεν βλάπτει. Κάντε μας τη χάρη! Αφού, λοιπόν, κανείς δεν «μάντρωσε» αυτόν τον κόσμο στη μάντρα του Αγίου Μάρκου, τότε γιατί μαζεύτηκε εκεί; Να ζητήσει προστασία και βοήθεια από τον Άγιο; Και να με συγχωρούν οι διάφοροι θρησκομανείς, οι θρησκόληπτοι και λοιποί... «χριστιανούληδες», δεν έχω τίποτε προηγούμενα με τον Άγιο Μάρκο και τους άλλους Αγίους. Στέγη ζητούσε ο κόσμος. Στέγη ζητούσε: όποια νά ’ναι, όπου νά ’ναι, όποιου να ’ναι. Γι’ αυτό και ο μικρός αυλόγυρος της εκκλησίας ήταν γεμάτος από κόσμο. Πολλοί οι χωριανοί και περισσότεροι οι άγνωστοι σε μένα, από άλλα χωριά. Όποιος πρόλαβε, πρόλαβε. Άλλοι όρθιοι συζητούσαν, άλλοι καθιστοί έτρωγαν, άλλοι έστρωναν κουρελούδες, κουβέρτες ή σαΐσματα για ύπνο, όσο ήταν ακόμα φως ημέρας. Γιατί μια λάμπα σε μια κολόνα έξω από τη μάντρα, στο δρόμο, μάλλον με κωλοφωτιά έμοιαζε. Κάποια μου άνοιξε μια κουρελού που την είχε διπλωμένη στα δύο και μού ’πε ότι μπορώ να κοιμηθώ εκεί κάπου σε μιά άκρη. Έτσι κακομοιριασμένο και ταλαιπωρημένο που ήμουν με λυπήθηκε. Κάτι σαν αγρίμι που το βάλανε στην κλούβα έμοιαζα. Από φαγητό; Είχα ξεχάσει την πείνα. Καθόμουν εκεί στη γωνία, ώρα πολλή, χωρίς να μου δίνει κανείς σημασία, και παρατηρούσα στα χαμένα να καταλάβω τι γίνεται γύρω μου, προσπαθώΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν ας αν ταρτόπληκτος σ την Άρτα του 1948-’49

125

ντας να προσαρμοστώ σ’ αυτό το νέο περιβάλλον όπου έπεσα. Δεν νομίζω να διέφερα και πολύ από ένα χαμένο κουταβάκι. Κόλαση μέσα στην εκκλησία Πριν πέσω για ύπνο είπα να ρίξω μια ματιά μέσα στην εκκλησία. Ίσως και να ’θελα να ανάψω ένα κερί, για βοήθεια ή από περιέργεια. Εδώ κάθε περιγραφή είναι καταδικασμένη. Κόλαση! Γεμάτο το πάτωμα της εκκλησίας με στρώματα και ξαπλωμένους ανθρώπους˙ αδύνατον να προχωρήσεις, χωρίς να πατήσεις κάποιον και να μη σε... ψάλει σε «ήχο πλάγιο πρώτο»! Κάτι τσιμπλιάρικα καντήλια που τρεμόσβηναν, μάταια προσπαθούσαν να νικήσουν το σκοτάδι, πώς μπορούσες να μην πατήσεις και τον δεύτερο; Για να σε ψάλει και αυτός σε... «πλάγιο δεύτερο». Άλλοι κοιμόνταν, άλλοι ροχάλιζαν κιόλας, κάτι νιαουρίσματα εκεί πίσω σήμαιναν σίγουρα ότι ο χώρος είχε καταληφθεί από τον άμαχο και ανήμπορο πληθυσμό: γυναίκες, μικρά παιδιά, άρρωστους γέρους και άλλους αναξιοπαθούντες. Μυρωδιές από τα κηρολίβανα και τα καντήλια ανακατεμένες με ακαθόριστες και ποικίλες μυρωδιές ανθρωπίλας: κατρουλίλα από μικρά παιδιά, πορδίλα από τους γέρους, ιδρωτίλα από άπλυτες γριές, που μάταια προσπαθούσε να τις υπερνικήσει το... μοσχοσίτερο, αυτό το μυρωδικό που το είχαν όλες οι γριές στις τσέπες πάντα. Όλα αυτά με έκαμαν να κάμω βήματα πίσω. Εκεί πάτησα κάποιον και ακούστηκε και ο «πλάγιος τρίτος». Αλλά «πλάγιος τέταρτος» δεν υπήρξε, γιατί είχα βγει έξω. Σαν τι χειρότερο θα έχει η άλλη η κόλαση; Αλλά κόλαση μέσα στην εκκλησία; Ο Άγιος Μάρκος πάντως έδειχνε κατανόηση. Πολύ καλύτερα ήταν έξω στον περίβολο, ας είχε και θόρυβο από τα αυτοκίνητα και τα κορναρίσματά τους. Όλα τα εξαφάνισε ο ύπνος που έπεσε σαν κοτρώνα επάνω μου, μετά από τόση ταλαιπωρία. Αναγνώριση περιβάλλοντος χώρου Όταν κάποτε ξύπνησα, δεν είμαι σίγουρος αν ήταν η επομένη ή η μεθεπομένη. Μεσημέρι πάντως ήταν, ο ήλιος έκαιγε. Μού ’δειξαν τους χώρους... υγιεινής: Απέναντι από το εκκλησάκι πήγαινε ένα μονοπάτι κατευθείαν στο ποτάμι μέσα από καλάμια. Στο ποτάμι για πλύσιμο. Μέσα στα καλάμια... τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό και τα καλάμια τότε στην Άρτα είχαν προκόψει και την είχαν κατακλύσει! Εκεί στο ποτάμι πάλι κόσμος. Άλλοι τριγυρνούσαν άσκοπα, άλλοι συζητούσαν έντονα, τι άλλο; την κατάσταση. Οι γυναίκες με αναμμένες φωτιές στα Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


126

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

βότσαλα κάνανε τη συνηθισμένη μπουγάδα με τηνγνωστή μας αλισίβα και με ένα παλούκι από φράχτη αντίς για κόπανο. Δυο άντρες παρεκεί ξυρίζονταν (...ξυραφίζονταν, κατά την ορολογία της εποχής). Στα όρθια. Ο ένας ξύριζε τον άλλον, εναλλάξ. Το πρώτο και το μόνο πράγμα που ζητούσα απ’ όλους να μάθω ήταν για το σπίτι του μπάρμπα του Γιώργου Βέτση. Κανείς δεν ήξερε από αυτούς που ήταν στον Άγιο Μάρκο, ούτε και όσοι περνούσαν από εκεί και τους ρωτούσα. Κάποιοι είχαν ακουστά ότι υπήρχε αυτός ο άνθρωπος, άλλοι όχι. Και βέβαια υπήρχε! Τον θυμόμουν που είχε έρθει κάποτε στο χωριό. Όπως είχε έρθει και ο μπάρμπα Γιάννης, ο γιος του, τότε στα χρόνια της κατοχής, στη μεγάλη πείνα και τα ρόγγια. Τότε ο κόσμος πήγαινε από κάτω προς τα πάνω. Τώρα αντιστράφηκαν τα πράγματα. Από τα βουνά στον κάμπο9. Ο μπάρμπα Γιώργος είχε φύγει πριν από πολλά χρόνια από το χωριό. Εγκαταστάθηκε στην Άρτα και δούλευε σαν εργολάβος στα Δημόσια Έργα, εκεί. «Έχει πολλά κάρα και άλογα ο αδερφός μου», έλεγε και καμάρωνε η βάβω Τόλινα. Αυτό άλλωστε ήταν και το μόνο στοιχείο που γνώριζα και αυτό με έκανε να αρχίσω μόνος μου την αναζήτηση. Αναζητώντας τον μπάρμπα Γιώργο-Βέτση Πήρα σβάρνα στη σειρά τα καφενεία εκεί παραδίπλα και παρακάτω, γιατί είχαν περάσει κάμποσες μέρες στον Άγιο Μάρκο και είχα απελπιστεί. Η έρευνα απέδωσε. Εκεί σε κάποιο καφενείο, που ρωτούσα τον καφετζή, μ’ άκουσε ένας πελάτης. - Τι τον θέλεις εσύ αυτόν; Είσαι μικρός ακόμα για να πας στο βουνό, για αντάρτης! Τό ’πιασα αμέσως το υπονοούμενο, αλλά έκανα πως δεν το κατάλαβα. Ο μπάρμπα Γιώργος είχε γιο στο αντάρτικο, τον Νίκο-Βέτση, πολύ γνωστό στην Άρτα από την όλη δράση του. Ήταν οργανωμένος από προπολεμικά στο ΚΚΕ, ήταν διαφωτιστής στο ΕΑΜ στην κατοχή, στο πρώτο λεγόμενο αντάρτικο και τώρα, το ’48, ήταν πολιτικός επίτροπος στο ΔΣΕ, κάπου εκεί στη Μουργκάνα και μετά στο Γράμμο-Βίτσι. Μετά εκεί πέρα στην Τασκένδη... δεν ξέρω τι ήταν. Η αδελφή του Νίκου, η θεία Μαρίκα, ήταν τότε εξορία, στα ξερονήσια. Ο συνομιλητής μου, τώρα στο καφενείο, αφού με περιεργάστηκε από πάνω μέχρι κάτω, ζυγίζοντάς με με το μάτι –βρε πού έμπλεξα, έλεγα από μέσα μου! Και κοίταζα και προς την πόρτα. Σταμάτησε το βλέμμα του στα παπούτσια μου, που κάποιοι μου είχαν προμηθεύσει, ίσως από την UNRA, και που ήταν 2-3 νούμερα 9. Και ποιος δεν θάθελε να μάθει, πόσες φορές να έχει γίνει αυτό το ανεβοκατέβασμα! Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν ας αν ταρτόπληκτος σ την Άρτα του 1948-’49

127

μεγαλύτερα. Αυτό ήταν! Γέλασε, πικρόχολα μου φάνηκε, και φάνηκαν τα χρυσά δόντια του. Καλά πάμε, σκέφτηκα. Ηρέμησα. Καλός οιωνός το χαμόγελο, αφού του εξήγησα το βαθμό συγγενείας με τον μπάρμπα Γιώργο και ότι κατέβηκα στην Άρτα για το σχολείο. - Έλα να σου δείξω πού είναι το σπίτι του μπάρμπα σου, μου λέει. Μπροστά αυτός, πίσω εγώ –έτσι όπως περπατούσαμε στο χωριό– φτάσαμε έξω από τον Άγιο Μάρκο. Ακριβώς στη γωνία της μάντρας σταμάτησε και μου λέει: -Το βλέπεις αυτό το σπίτι δεξιά, πάνω από τα σκαλιά, με τα μπλε παράθυρα; Αυτό είναι το σπίτι του μπάρμπα σου. Έ, όχι! Αν είναι δυνατόν! Κάπου πενήντα με εξήντα μέτρα από τον Άγιο Μάρκο, σ’ ένα στενό ανηφορικό δρομάκι με γκαλντερίμι ήταν. Τόσο κοντά βρισκόμουν και δεν τό ’ξερα; Τόσες μέρες στοιβαγμένος σ’ αυτήν την ανθρωποαποθήκη στον Άγιο Μάρκο; Καταθλιπτικές εικόνες των ανταρτόπληκτωνστις ανθρωποαποθήκες Αλλά ο άγιος Μάρκος τότε δεν ήταν η μόνη ανθρωποαποθήκη. Σε ένα σχολείο εκεί στο ρολόι, κοντά στο Κάστρο, που πήγα στις επόμενες μέρες και στο γυμνάσιο, απέναντι από την Παρηγορίτισσα, το ίδιο και χειρότερα. Γεμάτοι οι διάδρομοι, οι σκάλες, από κόσμο παρδαλό, να ανεβοκατεβαίνει άσκοπα, στα χαμένα. Άπλυτοι, αξύριστοι, κακοντυμένοι. Πού είναι εκείνη η αρχοντιά που είχαν όταν τους έβλεπα στο χωριό! Από άρχοντες κατάντησαν απλώς... υπάρχοντες. Υπήρχαν χωρίς τα υπάρχοντά τους, για να δηλώνουν την ύπαρξή τους, που την περιφέρανε στους δρόμους και σε διάφορα στέκια μήπως βρεθεί κανένας και τους δώσει την ευκαιρία για ένα φτηνό μεροκάματο, να συντηρήσουν την οικογένειά τους. Από την άλλη μεριά, για τους καιροσκόπους και παντός είδους εκμεταλλευτές, μεγάλη ήταν αυτή η ευκαιρία. Δεν λείπουν αυτοί σε τέτοιες καταστάσεις. Και καλά, όσοι μπορούσαν να προσφέρουν εργατική ή μαστορική δουλειά, κάτι γινόταν με αυτούς. Όμως υπήρχαν και άνθρωποι που δεν ξέρανε από τέτοια. Όπως ένας, από κάποιο κεφαλοχώρι των Τζουμέρκων, που μέχρι τον πόλεμο ήταν πετυχημένος έμπορος και αφού του έκαψαν το σπίτι και το μαγαζί οι Γερμανοί, δεν πρόλαβε να ορθοποδήσει ο άνθρωπος γιατί τον πρόλαβε ο ανταρτοπόλεμος. Και τώρα γύριζε όλη την ημέρα στους δρόμους της Άρτας πουλώντας γραβάτες. Μόνο αυτή τη δουλειά ήξερε να κάνει ο άνθρωπος. Περνούσε τέσσερις φορές την ημέρα από το στενό δρομάκι μπροστά στο σπίτι του μπάρμπα Γιώργου –έμενε λίγο παραπάνω– και τα λέγανε σαν συμπατριώτες που ήταν. Νομίζω πως λεγόταν Δημ. Ευταξίας. Όπου να κοίταζες γύρω-τριγύρω, εκεί στην Άρτα τότε, η ίδια κακομοιριά παντού, πλήξη, θλίψη και κατάθλιψη. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


128

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

Θλιβερές εικόνες εκεί στις άκρες και της παρυφές της πόλης. Πρόβατα και γίδια και γελάδια και γαϊδούρια και άνθρωποι όλοι ξεσπιτωμένοι. Με άγριο βλέμμα, σε ημιάγρια κατάσταση. Στα όρια. Είναι να απορεί κανείς με την υπομονή των Αρτινών με το κακό που τους βρήκε και αυτούς, όταν έπεσε απότομα τόση χωρατιά. Που όπως και να το κάνουμε στους τρόπους ήταν πολύ διαφορετικοί, αγροίκοι μερικοί. Ακόμα και μεταξύ τους. Οι χωριάτες τότε διαφέρανε πολύ από περιοχή σε περιοχή. Διαφορετικοί πολιτισμοί, ήθη και έθιμα, αν και οι αποστάσεις δεν ήταν μεγάλες. Η επικοινωνία μεταξύ τους ήταν δύσκολη, λόγω του αναγλύφου: βουνά, χαράδρες, ποτάμια. Να το πω; Θα το πω και ας με παρεξηγήσουν κάποιοι: παρόλη την κακομοιριά και τη μιζέρια, που έβλεπες παντού γύρω σου, εν τούτοις οι πιο ορεινοί, οι Τζουμερκιώτες, εκεί στην Άρτα, διακρίνονταν από μακριά. Ήταν πιο ζωντανοί, δραστήριοι, ζωηροί στις κινήσεις τους. Εν αντιθέσει με άλλους από τα χαμηλότερα υψόμετρα. Αυτά τότε. Γιατί τώρα, κάτι μου λέει, πως κάτι άλλαξε. Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά υπάρχουν ενδείξεις (ας μην το πούμε ακόμα αποδείξεις!) ότι ο σκληρός και αγέρωχος χαρακτήρας των Τζουμερκιωτών και γενικότερα των ορεινών περιοχών κάτι έχασε από την παλαιά του αίγλη και ζωντάνια, μετά την κάθοδό τους στους κάμπους και την παραμονή τους στα αστικά κέντρα και ως εκ τούτου τη συμβίωσή του με άλλους, εδώ και τόσες δεκαετίες. Έγιναν μαλθακοί, έχασαν την αντοχή τους στις σκληρές συνθήκες10. Μάλλον από τότε είχαν μάθει στην καλοπέραση. Ποιος το λέει αυτό; Η ...άλλη πλευρά βεβαίως. Ακούστηκε ακόμα και αυτό: «Το βρήκαν λέει, καλύτερα στις πόλεις, να τους συντηρεί το κράτος τζάμπα, με την αμερικανική βοήθεια, γι’ αυτό δεν κάθονται στο χωριό τους»! Έτσι έ;! Τί άλλο μένει να ακούσουμε; Νάχεις το χάλι σου, να σε λένε και αντιδραστικό Και σαν να μην έφταναν αυτά, σε αποκαλούνε και «αντιδραστικό» από πάνω! Αντιδραστικός; Ποιος; Αυτό το ανώνυμο θλιβερό πλήθος. Μιλάμε πάντα γι’ αυτόν τον απλό κοσμάκη που έβλεπα εκεί στην Άρτα τότε και τους φέρνω τώρα στη μνήμη μου, που δεν ενδιαφέρονταν –δεκάρα δεν έδιναν– για πολιτικά παιγνίδια που στήθηκαν εν αγνοία του, δήθεν για το καλό του. Αντιδρούσε βέβαια στις ιδέες και 10. Δεν «βγαίνει» το καλοκαίρι στο χωριό χωρίς κλιματιστικό, σου λέει ο άλλος! Για να πάει στο καφενείο του χωριού του, στα 200 μέτρα είναι, θα πάει με το αυτοκίνητο. Μάλιστα! Δεν το κάνει βέβαια μόνο για επίδειξη. Αυτά τώρα. Τότε όμως; Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν ας αν ταρτόπληκτος σ την Άρτα του 1948-’49

129

στον τρόπο που πήγαιναν κάποιοι να τις εφαρμόσουν στην καμπούρα του, δεν συμφωνούσε. Είναι κανείς κατακριτέος γι’ αυτό; Και επειδή δεν υπήρχε κάποιος να τον προστατεύσει, να τον βοηθήσει, γι’ αυτό... επήρε τους οφθαλμούς αυτού, «πήρε τα μάτια του» που λένε, πήρε και την οικογένειά του, τα ζωντανά του και έφυγε από το σπίτι του και... από εδώ που πάνε και οι άλλοι. Για να μη γίνει «εθελοντής» επαναστάτης, στρατολογημένος δια της βίας. Και έπεσε στην ανυπαρξία, άγνωστο τότε για πόσο. Όχι όμως και στην ανυποληψία. Το είπα, θα το ξαναπώ: σεβασμός στον απλό λαό. Και γενικότερα σεβασμός σε όποιον δεν συμφωνεί με τις ιδέες και λοιπές επιλογές κάποιων που θέλουν να τις εφαρμόσουν δια της βίας στο σύνολο ενός λαού ολοκληρωτικά.

* Ο Σωτήρης Ι. Καραβασίλης είναι πολιτικός μηχανικός

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


130

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης*

Χρονογραφία της Βιβλιοθήκης της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης Σχωρετσάνων (νυν Καταρράκτη)

Σ

την «ιστοριογραφία της Πίνδου»1, όσο γίνεται, μέσα στο άγραφο ιστορικό παρελθόν γενικότερα αλλά και ειδικότερα του ηπειρωτικού χώρου στην περιοχή του Τζεμέρνικου (Τζουμέρκων), δόθηκε μία χρονογραφική περιγραφή της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης Σχωρετσάνων. [Εκείνα τα χρόνια η ονομασία του χωριού ήταν πιθανά Ιθώμη]. Όμως με την πάροδο του χρόνου, μελετώντας και αναζητώντας σχετικές λεπτομέρειες γύρω από το ιστορικό μοναστήρι, έγραψα το ιστορικό διήγημα «Η καμπάνα της Αγίας Αικατερίνης»2, γιατί αυτή η ιστορία της μικρής αλλά γλυκόλαλης καμπάνας είχε άμεση σχέση με τη βιογραφία της Αγίας Θεοδώρας της Άρτας. Η γραφή αυτή του αφηγήματος ήταν το αποτέλεσμα πολύτιμων πληροφοριών από τους προγόνους αλλά και τους ηλικιωμένους άγιους Γέροντες ηπειρώτες των ιερών μοναστηριών του Αγίου Όρους, που, παρά τα δυσκολοβίωτα χρόνια, κράτησαν στην ιερή θύμησή τους αφηγηματικές ιστορικές αλήθειες, εμπλουτισμένες με θρυλικό ή μυθικό λόγο, γιατί διαφορετικά θα ήταν αδύνατη η διατήρησή του. Η παιδική μου ηλικία, λόγω μιας άγνωστης ευαισθησίας, τα κράτησε στη μνήμη, όσο νάρθει ο καιρός να περάσουν στη γραφή, διασταυρωμένα ασφαλώς με μελέτες ή διηγηματικές παραλλαγές, ξεχωρίζοντας, όσο είναι δυνατό, τα γνήσια ιστορικά στοιχεία και γεγονότα, με τη φιλόδοξη σκέψη να παρουσιαστούν στη δημοσίευση. Οι σοφοί γέροντες και γερόντισσες με καταπληκτική αφηγηματικότητα αλλά με συγκεχυμένο χρονολογικό συνειρμό, με υποχρέωσαν ηθικά να γραφούν, μιας και είχα την τύχη να ασχοληθώ με τα γράμματα, άμυνα στην καταστροφική μανία της αγραμματοσύνης που μάστιζε τα χωριά των Τζουμέρκων ως την εποχή του δευτέρου μεγάλου πολέμου. Αυτοί οι ορεινοί ξωμάχοι της Πίνδου αποτελούν πάντα φωτεινά ορόσημα στο σκοτεινό άγραφο παρελθόν, που πέρασε το βιλαέτι του Τζεμέρνικου μετά την άλωση της Πόλης, αλλά και πρωτύτερα με τη γνωστή άλωση των Φράγκων, το θεοσκότεινο 1204. Κι όμως, σ’ αυτή την εσχατιά της Πίνδου η λέξη Ελλάδα ήταν ζωντανή έμεινε μέσα στις ψυχές των ορεινών ακριτών, αναμένοντας τη μακρινή εκείνη

1. Αθαν. και Χρ. Μακρυγιάννης, Ιστοριογραφία της Πίνδου, έκδοση Δήμου Αγνάντων, 2010, Ηπειρωτικές εκδόσεις «Πέτρα». 2. Εφημερίδα Ηπειρωτικά Νέα, φ. 181, Μάρτιος 2012. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Χρον ογραφία τ η ς Βιβλ ιο θ ήκ η ς τ η ς Ιερ ά ς Μον ή ς Αγ ία ς Αικ ατ ερ ίν η ς Σχωρετσάν ων 131

χαρμόσυνη μέρα της αναγέννησης. Γιατί αυτή η λέξη δεν ακουγόταν ούτε στη μακραίωνη εποχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, παρά μόνο η ελληνική φωνή του Ιουλιανού Β΄. Μιλάμε για κείνα τα σκοτεινά χρόνια μετά το τραγικό 1204 και την οργάνωση της αντίστασης από το περίφημο Δεσποτάτο της Ελλάδας ή της Άρτας. Όσο κι αν προσπάθησαν οι Κομνηνοί, το Τζεμέρνικο ήταν από κάθε πλευρά εγκαταλειμμένο. Ο Έλληνας όμως το γένος δεν υποχωρεί, ξυπνάει, ξαναγεννιέται, χτυπάει δυνατά το σήμαντρο, σηκώνει το βάρος της ιστορίας, ανοίγει όποιο βιβλίο φτάσει στα χέρια του, θυμάται, θλίβεται για το αδικαιολόγητο κατάντημά του! Με το Δεσποτάτο σηκώνει κεφάλι η Ρωμιοσύνη. Το διήγημά μου «Η καμπάνα της Αγίας Αικατερίνης» στηρίχθηκε πάνω σε εγκατασπαρμένες αφηγήσεις. Για το χώρο της αγιογραφίας το γεγονός αυτό είναι σημαντικό, κι ας φαίνεται μικρό! Το ίδιο, πάνω-κάτω, και με τη δράση και την παραμονή του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού3 στο ιστορικό μοναστήρι. Οι δεσπότες της Ηπείρου, πριν φωλιάσουν στο Ριζόκαστρο της Άρτας, είχαν βαθιά επίγνωση τι βαρύ φορτίο επωμίζονταν... Μαύρα και δίσεκτα εκείνα τα χρόνια... Αυτά τα σωτήρια χρόνια 1230-1240 η βασίλισσα της Άρτας Θεοδώρα ζούσε διωγμένη στο ιερό μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης με την ακολουθία της και το μικρό Νικηφόρο. Διάβασα όσα βρήκα ή μπόρεσα να βρω από τα βιβλία που γράφτηκαν για κείνα τα χρόνια... Δεν έχει τόση σημασία η αντικειμενικότητά τους. Εξάλλου δεν είναι γραμμένα στα ιστορικά χρόνια των γεγονότων... Η μικρή αυτή εισαγωγή ήταν απαραίτητη! Καιρός να συγκεντρωθούμε στο θέμα μας... «Η βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης Σχωρετσάνων» (νυν Καταρράκτης). ... Άγιε Γέροντα, του είπε με σταθερή, δυναμική κι ευγενική φωνή! Όπως τ’ άκουσες και τάμαθες και συ από τους σταλμένους του Δεσπότη Μιχαήλ Β’, βρίσκομαι σε μεγάλο σταυροδρόμι... Ποιο δρόμο ν’ ακολουθήσω! Δεν έζησα ποτέ, άγιε πάτερ, παρόμοια αφάνταστη αγωνία! Έχεις ακούσει για τις πορείες και τις μάχες που έδωσα με τον σεβαστοκράτορα πατέρα μου... Πέρασα ολόκληρες νύκτες, χωρίς να δοκιμάσω την ησυχία του ύπνου. Σκέψεις πολλές στριφογυρίζουν στο μυαλό μου. Η μία βοηθούσε την άλλη, η άλλη με καλούσε να πάρω τη μεγάλη απόφαση να ξαναγυρίσω στο αρχοντικό της Άρτας... Θέλω και τη γνώμη σου άγιε ηγούμενε, να μείνω ή να φύγω με λιγότερες έγνοιες! Η αγιότητά σου πέρασε πολλά... Είδες, γνώρισες, έμαθες, πέρασες πολλά απ’ την Πόλη, τ’ Άγιο Όρος, στη ζωή του Τζεμέρνικου... 3. Εφημερίδα Ηπειρωτικά Νέα, φ. 159, Δεκέμβριος 2007. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


132

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

Ο άγιος Γέροντας –Φιλόθεος τ’ όνομά του– καθόταν ήρεμος, ήσυχος, το πρόσωπό του δεν φανέρωνε καμία αγωνία! Άκουγε με ιερή ευλάβεια τα βαρυσήμαντα λόγια της... Ήταν κοντά στο δειλινό, όταν γινόταν αυτή η προφητική και ιστορική κουβέντα. Ένα δειλινό λαμπερό με φωτισμένες στο κόκκινο οι ράχες του Τζεμέρνικου. Με ξεχωριστή περίσκεψη παρακολουθούσε ο άγιος Γέροντας τα αθάνατα λόγια της. Ήταν πολυδιαβασμένος! Είχε φέρει από την Πόλη ή τ’ Άγιο Όρος μαζί με τα καλογερικά του σύνεργα και λίγα βιβλία για τη δουλειά του! Άκουγε προσεκτικά, σκεπτόταν, ταξινομούσε τις σκέψεις του. Δεν απαντούσε προτού το ξεκαθαρίσει! Αρχόντισσα Θεοδώρα, της είπε, με σταθερή φωνή! Ξεκουράσου πρώτα, ηρέμησε, να περάσεις ξέγνοιαστα τη νύχτα κι αύριο με το καλό ξαναμιλάμε! Έτσι πέρασε εκείνη η νύχτα. Νύχτα γεμάτη έγνοιες, σκέψεις, φροντίδες, αγωνίες... Η Θεοδώρα, με τη γνωστή σεμνότητα, το αρχοντικό ανάστημα, την ευγενική κι ασκητική μορφή, συνοδευόμενη με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, ακούραστη κι ευκίνητη, απλή και καλοδεχούμενη, είχε εντυπωσιάσει και σκλαβώσει, κατά την ηπειρωτική ντοπιολαλιά, όλα τα χωριά του Τζεμέρνικου. Όλοι έτρεχαν να τη γνωρίσουν από κοντά, να τη δουν με τα μάτια τους... Η νύχτα εκείνη πέρασε γρήγορα! Η ερημιά του λόφου του μοναστηριού, το βοητό του ανέμου, σκόρπισε εκείνες τις βαριές σκέψεις και φροντίδες, αλλά και τη μελλοντική σύντομη επιστροφή στην προηγούμενη ζωή της, αλλά τα απανωτά ερωτήματα που τη βασάνιζαν τη βρήκαν ν’ αγναντεύει τα ανταριασμένα βουνά του Πολύαινου (Ξηροβουνίου). Αλλά και του άγιου ηγούμενου Φιλόθεου ο λιγοστός ύπνος ξεκαθάρισε τις συννεφιασμένες αγωνίες και σκέψεις... Ο ύπνος της με θαυμαστή ελαφρότητα, ενώ η ταραγμένη ψυχή της της έφερναν στο νου ν’ αναμοχλεύει τη νεανική ζωή της στ’ Άγραφα, στη Θεσσαλία κοντά στον σεβαστοκράτορα πατέρα της, καβάλα στ’ άλογο να πολεμά τους Φράγκους με τη βοήθεια των ανυπότακτων ακριτών. Αναθυμάται τ’ αγριοκαίρια των Αγράφων και του ανατολικού Τζερμένικου στα χωριά της Αργιθέας, όταν ο πατέρας της ήταν αφέντης στο Θεσσαλικό κάμπο... Τι να πρωτοθυμηθεί η αμαζόνα Θεοδώρα, για τα κάστρα της Κοζάνης αλλά και τη δυσβάσταχτη δοκιμασία που τη βρήκε! Στις θρυλικές περιγραφές εύκολα φεύγεις απ’ το μονοπάτι.. Ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα του ιστορικού μας διηγήματος! Απ’ όσα φτάσανε, με την ανυπολόγιστη δύναμη της παραδοσιακής μνήμης, ήταν αρχές φθινοπώρου ή προχωρημένες οι φθινοπωρινές μέρες. Ήταν όμορφος κι ευχάριστος ο καιρός που τη συντροφεύει. Ανέφελες ζεστές μέρες φώτιζαν τις δασωμένες και γυμνές πλαγιές του Τζεμέρνικου, πάνω από το ιστορικό μοναστήρι. Τα πρωτοβρόχια είχαν καθυστερήσει. Οι τσελιγκάδες τώρα αρχίζουν να κατεβαίνουν προς τον κάμπο της Άρτας ή της Νικόπολης... Το λιοπυρόχυτο πρωινό τη βρήκε στο μικρό αρχοντικό να συνομιλεί με τον Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Χρον ογραφία τ η ς Βιβλ ιο θ ήκ η ς τ η ς Ιερ ά ς Μον ή ς Αγ ία ς Αικ ατ ερ ίν η ς Σχωρετσάν ων 133

άγιο Ηγούμενο Φιλόθεο, όταν τελείωσε τα ιερά διαβάσματά του, ν’ αρχίσει την ιστορική και προφητική του κουβέντα... Αρχόντισσα Θεοδώρα! Λυπάμαι που σε χάνω. Αυτό είναι το ουράνιο θέλημα. Έτσι το ευλόγησε ο Κύριος! Πώς πέρασε τόσο γρήγορα ο καιρός, που είσαι κοντά μας, που σ’ έστειλε ο Κύριος για να δοκιμάσει τη φιλοξενία μας, αλλά και για μένα να υπηρετώ αυτό τον κατακαημένο τόπο! Ήρθα εδώ με τη βοήθεια του Κυρίου να συμπαρασταθώ στο ιερό έργο των Θεοφιλέστατων δεσποτών. Θεοφιλέστατη Θεοδώρα! Ήρθε η πολυπόθητη μέρα να ξαναγυρίσεις στα αρχοντικά της Άρτας, εκεί σε προορίζει ο Κύριος! Έτσι έχει το ιερό σχέδιό του, τέλειωσε η δοκιμασία σου. Έτσι γίνεται. Πρώτα οι διωγμοί και μετά η δικαίωση, η Ανάσταση... Όλη τη νύχτα η σκέψη μου ήταν στο δρόμο σου... Άγιε Ηγούμενε, τον σταμάτησε η Θεοδώρα! Είναι αλήθεια τα λόγια σου. Γνωρίζεις τις αγωνίες που έχω... Οι απεσταλμένοι με βεβαίωσαν για τη μετάνοια του Δεσπότη. Διάβασα στα λόγια τους την ειλικρίνειά του. Ο ένας ήταν γνωστός μου. Μίλησα και χωριστά. Μου διηγήθηκε ανείπωτα γεγονότα... Όλη η πόλη σε περιμένει! Αύριο κιόλας κατεβαίνουμε συνοδεία, μου είπε! Του αρνήθηκα. Η απόφαση μου, του απάντησα, θα γίνει γνωστή, όσο γίνεται σύντομα. Θα ταξιδεύω μόνη μου, με τη δική μου συντροφιά... Τα δικά σου λόγια με βοηθούν στη σωστή μου σκέψη. Εξάλλου έχω και τον μικρό Νικηφόρο μαζί μου. Θέλω να γνωρίσει τον πατέρα του. Όμορφη κι ευχάριστη είναι εδώ η ζωή μου, ήρεμη, αλλά όσο μεγαλώνει τον βλέπω να αλλάζει καθημερινά! Έφτασε η μέρα του αποχωρισμού!! Μίλησε με ιστορικά λόγια στον Άγιο Φιλόθεο! Αύριο, με τις ευχές σου, φεύγω για την Άρτα. Μόνο μια μικρή χάρη θέλω. Σου αφήνω όλα τα βιβλία που έφερα μαζί μου, δωρεά στην Ιερά Μονή, να δημιουργήσεις μια βιβλιοθήκη. Τα περισσότερα είναι του πατέρα μου... Βρίσκονται στο μικρό κελί. Θέλησή μου είναι να μείνουν εκεί, να τακτοποιηθούν, να μπορεί ο κάθε επισκέπτης ή προσκυνητής να τα διαβάζει. Δεν έφερα αρκετά, αν και τα είχα ανάγκη! Είχα, όπως ξέρεις, τη φροντίδα για το μικρό Νικηφόρο... Μόνο με τα βιβλία, άγιε Γέροντα, θα ξαναγεννηθούμε! Είναι αθάνατοι βράχοι τα βιβλία! Φρόντισε να τα μελετούν οι άγιοι μοναχοί και όλοι οι νέοι του Τζεμέρνικου. Είναι και μερικά στη λατινική γλώσσα, στη γλώσσα των Φράγκων, των παλιών Ρωμαίων! Έτσι αρχίζει η ίδρυση της βιβλιοθήκης της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης κατά τη διάρκεια των σωτηρίων ετών 1235-1240. Έτσι πάνω-κάτω τη θέλει η μνήμη της ιστορικής παράδοσης. Έτσι τη διηγείται η ιστοριογραφία των ιστορικών βιβλιοθηκών. Έτσι χωρίς κανένα ίχνος γραπτών πηγών οι αχτίδες της παραδοσιακής μνήμης περνούν στο γραπτό λόγο. Η Θεά Τύχη έκαμε το θαύμα της! Κράτησε σφιχτά μέσα στο αθάνατο παραδοσιακό λόγο τη χρονογραφία αυτού του μικρού αλλά σπουδαίου ιστορικού γεγονότος, σε μια έρημη κι εγκαταλειμμένη από το Βυζάντιο περιοχή του Τζεμέρνικου... Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


134

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

Και συνέχισε το λόγο της με ελληνική έκφραση και θαυμαστή δομή της ελληνικής γλώσσας... Είχα μια ιδιαίτερη αδυναμία να ξεφυλλίζω από μικρή τα βιβλία του πατέρα μου, τα ζωγραφισμένα χειρόγραφα με τις ολοζώντανες μικρογραφίες. Σε πολλές απ’ αυτές έχω γράψει και μερικά ευθυμήματα, όταν έμαθα καλά την αγαπημένη μου ελληνική γλώσσα στ’ Άγραφα και τη Θεσσαλία... Όταν με το καλό κατεβώ στην Αμβρακία –έτσι την είπε την Άρτα– θα στείλω με τους γνωστούς μου Κυρατζήδες κι άλλα... Άγιε Φιλόθεε, κατέχεις θαυμάσια ελληνική παιδεία και θα σε βοηθήσουν στη φιλοσοφημένη αναζήτηση που κάνεις για τους αρχαίους και την ορθοδοξία. Πρόσθεσε ακόμη. Αν θελήσεις κάποιο, που αισθάνεσαι βαριά την απουσία του, με ενημερώνεις και αφού χειρογραφεί θα αποσταλεί σύντομα με τον στρατοκράτορα Νικηφόρο που γνωρίζεις, όταν μ’ έφερε στο Ιερό Μοναστήρι. Συγκινητική ήταν η στιγμή του αποχωρισμού. Ο Γέροντας, οι λίγοι μοναχοί, τα πρόσωπα της συνοδείας είναι έτοιμοι. Λιγομίλητοι, θλιμμένοι, με μετρημένες τις κινήσεις, προετοιμασία του αποχωρισμού με ιδιαίτερο σεβασμό στο μικρό Νικηφόρο και την ακολουθία του... Με κατάνυξη η μικρή Δοξολογία και προσευχή καθώς και ο ασπασμός των αγίων εικόνων που έδιναν εικόνα παραμυθιού. Ακολούθησε η ευλογία του αγίου Ηγουμένου: Εις Ειρήνην Θεοφιλέστατη Θεοδώρα! Ο Κύριος να σε οδηγεί! Πολλά τα έτη στο μικρό Νικηφόρο! Έχεις μεγάλο και ιστορικό δρόμο Θεοδώρα μου –ευγενική βυζαντινή προσφώνηση– της είπε. Προφητικά τα λόγια του!... Τα παράξενα λόγια της Θεοδώρας χαράχτηκαν βαθιά μέσα στη μνήμη του αγίου Ηγουμένου. Σ’ όλη τη ζωή του τα φέρνει στο μυαλό του κι ακούει τον αντίλαλο να βουίζει στο έργο του. Ήτανε λόγια της Θεοφιλέστατης βασίλισσας της Άρτας, της Αγίας Θεοδώρας της Πόλης αργότερα... Η γαλήνη απλώνεται στην ερημιά του βουνού. Η ψυχή του βγήκε ταραγμένη. Η νύχτα περνάει γρήγορα. Είναι ώρες που μονολογεί! Η νύχτα, η ηρεμία, η ερημιά κυριαρχούν, φυτεύουν βαθιά στη ψυχή του τις ευλογημένες μέρες που πέρασε μαζί της στο καλογερικό ησυχαστήριο της Ιεράς Μονής. Τακτοποιημένο βρήκε την άλλη μέρα ο άγιος Γέροντας το ιστορικό πια κελί της. Δίπλα στο εσωτερικό του παράθυρο, κοντά σε μια εσοχή του τοίχου –μπολίτσα στη τζουμερκιώτικη φωνολαλιά– με υποδειγματική τάξη ήταν τα βιβλία, τα χειρόγραφα, αλλά και μερικές σκέψεις της Θεοδώρας για την εποχή και τα βάσανά της! [Όπως διηγούνται, αυτά τα βιβλία, αλλά και τα σχετικά με την ίδρυση της βιβλιοθήκης της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης τα γνώριζε από χειρόγραφα ενθυμήματα ο κτήτορας της Μονής του 1827, άγιος ηγούμενος Γαβριήλ από τη γενιά των Σωτηραίων στη μνημονική πληροφορία του οποίου σώθηκε η ιστορική ίδρυση της βιβλιοθήκης, που περιγράφουμε... Κατά το σωτήριο έτος Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Χρον ογραφία τ η ς Βιβλ ιο θ ήκ η ς τ η ς Ιερ ά ς Μον ή ς Αγ ία ς Αικ ατ ερ ίν η ς Σχωρετσάν ων 135

1905 περίπου ο γνωστός λιθοξόος και επιγραφοποιός Αχιλλέας Παπαγιάννης, (αδελφός της μάνας μου, από την ιστορική οικογένεια των Παπαγιανναίων), της γνωστής επιγραφής στο Αλώνι της Μονής, θυμόταν αφηγήσεις του αγίου Ηγουμένου Αρσένιου για την ύπαρξη πολύτιμων χειρογράφων και βιβλίων στο χώρο των παλιών κελλιών της Μονής, εκεί που αργότερα χτίστηκε η ιστορική Κούλια, που καταστράφηκε από τις ορδές του Αττίλα το 1943]. Συνηθισμένος από την αγιορείτικη ζωή του, δεν έχασε καιρό. Στο ίδιο κελί, στη νότια πλευρά, σχωρετσανίτης ξυλουργός συνδέει ελατίσιες σανίδες στη μορφή-βιβλιοθήκης, όπου με ιερή ευλάβεια πήραν τη θέση τους τα πολύτιμα εκείνα χειρόγραφα, που η τύχη τους δέθηκε με την αγία Θεοδώρα της Άρτας... Εκεί έγινε και η συγκέντρωση των βιβλίων και των χειρογράφων που είχε μαζί του από την Πόλη και τ’ Άγιο Όρος ο άγιος ηγούμενος Φιλόθεος. Όσο κράτησε η δύναμη του Δεσποτάτου ήρεμα κυλούσε ο καιρός στη ζωή του Τζεμέρνικου. Οι Δεσπότες ενδιαφέρθηκαν για τον τόπο! Δρόμοι άνοιξαν, άλλαξε η όψη της ερημωμένης χώρας! Ήρθε η ευλογία στο ταλαιπωρημένο Τζεμέρνικο... Το ιερό μοναστήρι με κτήτορες και χορηγούς τους Αγγελλοκομνηνούς χρόνο με το χρόνο αποκτά φήμη που ξεπερνά τα σύνορα του Τζεμέρνικου. Από τα Μετέωρα και τα ιερά κέντρα της Ακαρνανίας φτάνουν εδώ να προσευχηθούν και να συναντήσουν με ελληνική παιδεία μοναχούς για το μέλλον της πόλης και της ελληνικής γωνιάς του Δεσποτάτου. Οι γέροντες μοναχοί, συνηθισμένοι στην εργατικότητα της μοναστικής ζωής, καλλιεργούν τα ξεχερσωμένα ισιώματα, φροντίζουν για τα καρποφόρα δέντρα, φυτεύουν αμπέλια, ενώ ιδιαίτερη φροντίδα δείχνουν για τη μελισσοκομία. [Ο γράφων θυμάται ακόμη την παρουσία πολλών μελισσιών στη νότια πλευρά της ιστορικής κούλιας, που κάηκε από τις ορδές των Ούννων του Αττίλα]. Περιποιημένα αμπέλια δημιουργούνται από τότε και στο κάτω μέρος του χωριού. Από τότε η περιοχή εκείνη ονομάστηκε Αμπέλια. Δείχνουν ιδιαίτερη επιμέλεια στα αιγοπρόβατα τα οποία εμπλουτίζουν την οικονομική ζωή του μοναστηριού και συμβάλλουν σε αξιόλογη πρόοδο. Η ειρήνη που κυριάρχησε εκείνα τα χρόνια ήταν ευλογημένη σ’ ολόκληρο τον ηπειρωτικό και ακαρνανικό χώρο. Ο αριθμός των προσκυνητών δυναμώνει τη μοναστηριακή ζωή. Η βιβλιοθήκη όλα εκείνα τα χρόνια γεμίζει με ποικίλα βιβλία, όχι μόνο στο θρησκευτικό τομέα, αλλά και στον ιστορικό με σπάνια χειρόγραφα των αρχαίων Ελλήνων αλλά και Λατίνων. Συγκεντρώνεται με ιδιαίτερο ζήλο η ανθρώπινη γνώση, γίνεται και προσιτή σ’ εκείνους που είχαν την απαιτούμενη γλωσσική μόρφωση να την κατανοήσουν... Κατεβαίνοντας η Θεοδώρα στο αρχοντικό των Κομνηνοδουκάδων στην Άρτα, αφού συνήλθε από τη δοκιμασία και την ταλαιπωρία που πέρασε για κάπου πέντε χρόνια στο ορεινό Τζεμέρνικο, βρήκε την πόλη σχεδόν αλλαγμένη. Η Θεοδώρα ξαναβρήκε το ρυθμό της. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


136

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

Καθημερινά σχεδόν εδώ καταφθάνουν κύματα οι επισκέπτες από ιστορικές οικογένειες της Πόλης και της Μικρασίας. Φημισμένοι ακρίτες, ισχυροί της γεωκτησίας από τα πλούσια θέματα της βυζαντινής επαρχίας, καλλιτέχνες, αγιογράφοι, τεχνίτες, εξαίρετοι μαΐστορες... Η Άρτα αλλάζει όψη. Η ελληνική ηπειρωτική γωνιά γίνεται σύντομα μικρή Ελλάδα! Νέες εκκλησίες και μοναστήρια, σχολές, βιβλιοθήκες, δρόμοι, καταπληκτικά οικοδομήματα, αρχοντικά, γεφύρια πέτρινα ή ξύλινα δένουν τα ποτάμια και τους χειμερινούς ορμητικούς χειμάρρους... Η Θεοδώρα με τους στρατοκράτορες ν’ ανεβαίνουν στην ορεινή ενδοχώρα και τους Κυρατζήδες επικοινωνεί συχνά με τους ηγουμένους ή τους μορφωμένους μοναχούς, που βρίσκουν καταφύγιο είτε απ’ τα Μετέωρα είτε από τα ταραγμένα Ορεινά Άγραφα... Δεν ξεχνά ποτέ την ιστορική εκείνη φιλοξενία στην Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης, κτίσμα των Αγγελοκομνηνών. Φιλεύει με προσφιλή αφιερώματα κι αγαθά το ιερό μοναστήρι, αλλά για κείνο που κύρια ενδιαφέρεται είναι ο εμπλουτισμός της βιβλιοθήκης με σπάνια χειρόγραφα ή βιβλία, που η ίδια παραγγέλνει στην Πάτρα ή το Μυστρά... Όπως έχει παραδοθεί, ικανός αριθμός λογίων μπαίνει στην υψηλή προστασία της... Σε ιδιαίτερο κτίσμα τους φιλοξενεί κι η ίδια αναλαμβάνει τη βιοτική μέριμνά τους, ώστε ελεύθεροι απ’ αυτή να συγγράφουν τις γνώσεις τους σε πολύτιμα βιβλία... Δυστυχώς ο βίος της Θεοδώρας παραμένει άγνωστος! Τα πνευματικά κέντρα –για την εποχή περισσότερο τα μοναστήρια– δέχονται τις χορηγίες της... Τα γράμματα η πρώτη φροντίδα της! Όσο κρατούσε το δεσποτάτο ο σύζυγός της Μιχαήλ Β΄ η δυναμική παρουσία της δοξάζει τη μακρόχρονη δεσποτεία του. Όπως όμως γράφουν οι συναξαριστές και οι βιογράφοι της, γύρω στα 1260 το περίφημο Δεσποτάτο δέχεται από παντού χτυπήματα, αλλά δεν υποχωρεί. Αντιστέκεται. Είναι εποχή που το θρυλικό ζευγάρι περιοδεύει των κεφαλάδων των χωριών, των τσελιγκάδων των γαιοκτημόνων του Θεσσαλικού κάμπου που το υποδέχεται με μοναδική αγάπη και θαυμασμό. Διαβλέπουν στο πρόσωπό τους την προκοπή, την αφθονία των αγαθών, την ειρηνική ζωή που άπλωσαν στο δοκιμασμένο τόπο τους. Απ’ όπου περνά η Θεοφιλέστατη Θεοδώρα δεν ξεχνά το ιερό χρέος της για την Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης. Από παντού συγκεντρώνει βιβλία ή χειρόγραφα για να εμπλουτίσει, όσο γίνεται περισσότερο, τη βιβλιοθήκη που η ίδια είχε ιδρύσει όταν άφηνε το ιστορικό φιλόξενο μοναστήρι για να επιστρέψει στα ανάκτορα των Βλαχερνών της Άρτας. Τα λόγια της βρίσκουν παντού ευρύτατη απήχηση. Τα συγκεντρώνει η συνοδεία της, και μέσω της αρχαιότατης οδού Θεσσαλίας-Ηπείρου, μέσω Πύλης Τρικάλων, Αθαμανίας-Θεοδωρίας, φτάνουν στην Ιερά Μονή... Βρισκόμαστε γύρω στο σωτήριο έτος 1260. Είναι εποχή κατά την οποία ο δεΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Χρον ογραφία τ η ς Βιβλ ιο θ ήκ η ς τ η ς Ιερ ά ς Μον ή ς Αγ ία ς Αικ ατ ερ ίν η ς Σχωρετσάν ων 137

σπότης Μιχαήλ Β’ ήταν ο αφέντης του Δεσποτάτου. Κι όπως παραδίνεται στην τοπική παράδοση του Τζεμέρνικου, το ιστορικό ζευγάρι με παράκληση της Θεοδώρας περνάει δίπλα από το Βουργαρέλι, όπου ήδη άρχισε να χτίζεται η Μονή Βελλάς (νυν Κόκκινη Εκκλησία) με κατεύθυνση προς το δυτικό Τζεμέρνικο και προορισμό την Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης. Οι βιογράφοι δεν γνωρίζουν αυτή τη δραστηριότητα της Θεοδώρας... Όπως λέγεται και φέρεται ακόμη στα στόματα των πρεσβυτέρων, η Θεοδώρα ήθελε να γνωρίσει ο σύζυγός της Μιχαήλ Β’ την Ιερά Μονή που έζησε σχεδόν μια πενταετία με το μικρό Νικηφόρο και την πιστή συντροφιά της... Απ’ ό,τι παραδίνεται στο χώρο του θρύλου δεν παρέμεινε πολύ στο ιστορικό μοναστήρι. Ο Μιχαήλ Β’ έμεινε κατάπληκτος από την προκοπή του μοναστηριού και την αξιόλογη βιβλιοθήκη του. Μίλησε με τον άγιο ηγούμενο εκφράζοντας τον θαυμασμό του για την φιλοξενία κι αγάπη που πρόσφερε στην αγαπημένη του Θεοδώρα. Οι μοναχοί τον ξενάγησαν στο χώρο της Μονής και στη σύντομη δοξολογία προσευχήθηκαν για την ειρήνη και μακροζωία του Δεσποτάτου. Θα ήταν ευτύχημα οι βιογράφοι και συναξαριστές να είχαν διασώσει αυτή την ιστορική συνάντηση στην Ιερά Μονή μετά τη σκληρή δοκιμασία που πέρασε η κατόπιν Αγία Θεοδώρα της Άρτας. Όμως, όσο διαφέντευε το δεσποτάτο ο σύζυγός της Θεοδώρας Μιχαήλ Β’ ευημερούσε ο τόπος, παντού εργασίες, οικοδομές, κοινωφελή έργα αλλάζουν την εικόνα του ηπειρωτικού χώρου. Γύρω όμως στο σωτήριο έτος 1265 περίπου τα πράγματα παρουσιάζουν μεταβολή. Η δύναμή του διχάζεται ανάμεσα στη Θεσσαλία και την αρχέγονη ήπειρο χώρα. Η πελασγική Πινδική χώρα πάλι στο προσκήνιο, στο πλευρό του Μιχαήλ Β’ και της Θεοδώρας. Η Ανατολική Πίνδος κι ολόκληρο το Τζεμέρνικο, ολόθυμο συμπαραστέκεται στους αγώνες του Δεσπότη. Τα χρόνια όμως περνούν, αλλά μαζί τους παίρνουν και τη ζωή του Μιχαήλ Β’. Η ιστοριογραφία αρχίζει τον μακροχρόνιο θρήνο! Η Τουρκιά κατεβαίνει. Η ιστορία στο έργο της! Περιγράφει με θλίψη τα τραγικά γεγονότα. Ο θόρυβος κι η σκόνη που σηκώνει το ποδοβολητό των αλόγων της στέππας και των Οθωμανών της ασιατικής ενδοχώρας καλπάζουν καταφθάνοντας στα ιερά χώματα, που δοξάστηκαν απ’ το ουράνιο ελληνικό πνεύμα. Η τύχη με το μέρος τους. Διχόνοια, φαγωμάρα, υπόγειοι δούρειοι ίπποι οι Φράγκοι ξεριζώνουν, όσο μπορούν, τον ελληνισμό και την ορθοδοξία. Και τι δεν μηχανεύονται οι ποντίφηκες και η γνωστή «Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου». Και ποια βάσανα δεν πέρασε αυτός ο τόπος! Το Δεσποτάτου πέφτει στα χέρια νέων κατακτητών... Οι πόλεις Άρτα, Γιάννινα και οι μικρές πολιτείες του ηπειρωτικού χώρου δέχονται δυνατά πλήγματα... Οι σκληροί αγώνες που ακολουθούν δημιουργούν ταραχή, αγωνία, οδηγώντας την οικονομία σε μαρασμό. Ο διχασμός απ’ τη μία και οι δεσποτικές βλέψεις από την άλλη κλονίζουν συθέΈ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


138

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

μελα το ιστορικό οικοδόμημα των Κομνηνοδουκάδων. Αποτέλεσμα. Οι Τούρκοι καλούνται ως μισθοφόροι στις διαμάχες. Στο Τζεμέρνικο η ζωή κυλάει ήρεμα. Δεν φθάνουν εδώ τα διαλυτικά αδελφικά αλληλομαχαιρώματα. Γύρω στη δεκαετία του 1380 οι Τούρκοι μπαίνουν στα Γιάννινα. Η γηραιά πόλη αντιστέκεται. Στη θεσσαλική χώρα κατεφθάνουν οι πρώτοι άποικοι απ’ την Ανατολή. Όμως στα δερβένια και τ’ αρχαία περάσματα γίνονται τα πρώτα μετερίζια αντίστασης. Έτος σωτήριον 1445 περίπου. Ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας Κων/ νος Παλαιολόγος, ο εθνομάρτυς του Γένους, εδώ καταφθάνει να στηρίξει τις ελπίδες του στη νέα εθνική-ελληνική αντίσταση, που τώρα ήδη έχει αρχίσει με πρωτοπόρους τους ξωμάχους της Πίνδου, τους απόγονους των Πελασγών και Αθαμάνων. Εδώ στο ιερό κάστρο των ανυπότακτων θαυμαστών του θρυλικού Πύρρου. Εδώ στο ιερό μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης, όπου και φιλοξενείται. Βρίσκεται το μοναστήρι σε ακμή με αγιογράφους, αντιγραφείς κωδίκων κι οργανωμένη την ιστορική βιβλιοθήκη. Δυστυχώς η τοπική ιστοριογραφία δεν μπόρεσε να κρατήσει κάτι σχετικό με την ιστορική αφήγησή μας! Όμως, παρά την αντίσταση, το βραχόσπαρτο Τζεμέρνικο υποκύπτει στη βάρβαρη υποταγή. Αρχίζουν πια τα μαύρα και θεοσκότεινα, από κάθε πλευρά, χρόνια της σκλαβιάς. Στα σκοτεινά αυτά χρόνια η Ιερά Μονή δεν αδρανεί! Παρακολουθεί άγρυπνα τα γεγονότα, προσφέρει κάθε βοήθεια και συμπαράσταση στους ανυπότακτους εκείνους ακρίτες, προμάχους της Πίνδου, που αντιστέκονται στη φοβερή σκλαβιά του Γένους. Αυτά τα βουνά και τα ισκιωμένα ισιώματα των χωριών δεν γονατίζουν. Ζουν ελεύθεροι με άγρυπνο το βλέμμα προς την Πόλη και τον Εθνομάρτυρα Κων. Παλαιολόγο. Μέχρι την άλωση της Πόλης η οικονομική ζωή του μοναστηριού ανεβαίνει. Υποστατικά, χωράφια, τσοπάνηδες για τα γιδοπρόβατα, νέοι μοναχοί υπηρετούν το ιστορικό έργο της μονής. Η άλωση της Πόλης έφερε παντού αναστάτωση! Φόβος, αγωνία, μαρασμός επικρατεί! Τα πρώτα χρόνια, μέχρι περίπου το 1500, στα ακμάζοντα κέντρα της Άρτας και των Γιαννίνων έρχονται νέοι βυζαντινοί για να γλυτώσουν το θάνατο απ’ την επεκτατική βαρβαρότητα των Οθωμανών. Μαζί τους φέρνουν τη γνώση, την εμπειρία, πιστοί στο ιερό χρέος του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας... Βαριά κι ασήκωτη η τουρκική κατάκτηση. Κι όμως το γένος των Γραικών δεν χάνεται˙ κλεισμένο μέσα στα βαθύσκιωτα φαράγγια και τους τόπους κατοικίας, τα οχυρωμένα από γκρεμούς χωριά, με τα αιγοπρόβατα και τις στάνες για μετερίζια της ελεύθερης ζωής, αγναντεύουν μακριά κατά τον ορίζοντα. Κι όπως έλεγε ο μπάρμπα Κώστας Μακρυγιάννης, από διηγήσεις γραμματισμένου μοναχού της Ιεράς Μονής Κηπίνας Καλυρρυτών, η ορθοδοξία δεν γονάτισε στον άπιστο... Σήκωσε ψηλά το κεφάλι κι έπιασε τ’ απάτητα με την απέραντη Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Χρον ογραφία τ η ς Βιβλ ιο θ ήκ η ς τ η ς Ιερ ά ς Μον ή ς Αγ ία ς Αικ ατ ερ ίν η ς Σχωρετσάν ων 139

ομίχλη βουνά... Εδώ κουρνιάσαμε σ’ αυτά τα κάστρα της ορθοδοξίας... Εδώ μαζευτήκαμε διωγμένοι απ’ την Τουρκιά να κρατήσουμε την ιστορία της γενιάς μας˙ να ξέρεις πώς απ’ αυτά τα ιερά μοναστήρια της Πίνδου πέρασαν και σοφοί γέροντες απ’ τα Μετέωρα και τ’ Άγιο Όρος. Ο Κύριος ας ευλογεί τους κτήτορες των ιερών μοναστηριών της Πίνδου. Τους φώτισε ο Θεός να γεμίσουνε τους τοίχους με θαυματουργές αγιογραφίες με εικόνες και πολλά βιβλία φερμένα απ’ την Πόλη και τα Γιάννινα. Σοφά κι ιστορικά τα λόγια του άγνωστου άγιου Γέροντα! Το πόσο βαριά και καταθλιπτική ήταν η κατάσταση στον ηπειρωτικό χώρο φαίνεται από την ίδρυση χωριών μακριά απ’ τις πόλεις μέσα στα σκοτεινά φαράγγια, όπου ήρθε να φωλιάσει η ψυχή των Ελλήνων. Αυτά τα χρόνια η Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης συνεχίζει το υψηλό έργο της. Χτίζει γύρω απ’ τη μικρή εκκλησία σειρά μικρών κελλιών και ναών για τη λατρεία των αγίων αλλά και των νεομαρτύρων. Απλά, λιτά χτίσματα, όλα αγιογραφημένα από ντόπιους αγιογράφους. Με τα πρόσωπα των αγίων θλιμμένα μέσα στο σκοτεινό θόλο και τα μικρά παράθυρα με φεγγίτες, συντροφεύουν το δράμα της σκλαβιάς... Όταν όμως η μοναστική ζωή ακμάζει στις αετοσκέπαστες μονές των Μετεώρων, κατά τα σωτήρια χρόνια γύρω στα 1540, βιβλία και μικρά χειρόγραφα εμπλουτίζουν τις βιβλιοθήκες των Ιερών Μονών της Πίνδου αλλά και τη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης. Αυτά τα βιβλία θα γίνουν λαμπάδες φωτός κι αχτίδες στο μελαγχολικό κόσμο των πρώτων ανυπότακτων. Αυτά τα βιβλία ρίχνουν φως στη σκοτεινή αγραμματοσύνη, κρατώντας ζωντανή τη μνήμη της βαριάς κληρονομιάς. Ο πόνος και η δυστυχία εκφράζεται θαυμάσια στα ιστορικά αλλά θλιμμένα λόγια του Ανδρόνικου Καλλίστου. Ο Ιβάγκος μετά το 1395 και ο Ανδρόνικος Κάλλιστος μετά την Άλωση θρηνούν το μέλλον των νέων, οι οποίοι πρόκειται να γίνουν τα άμεσα θύματα˙ «Ω, δυστυχισμένοι νέοι ποιος θα μεριμνήση για την εκπαίδευσή σας, όταν την παραμελήτε; Η κοινή μας κυβέρνηση καταλύθηκε αλίμονο! Ασκώντας παράλογα επαγγέλματα θα περάσουμε στο εξής την ζωή μας αξιοθρήνητα, σαν κωπηλάτες ή σκαφτιάδες και μεροκαματιάρηδες. Ως αξιολύπητα παιδιά, σεις που ζείτε τώρα και σεις που έρχεστε κατόπι μας, ποιος θα σας αναθρέψη, θα σας παιδαγωγήση και θα σας διδάξη το πρέπον, αφού η κοινή μας τροφός και δασκάλισσα (η Κωνσταντινούπολη) χάθηκε; Θα γίνετε οπωσδήποτε βοσκοί και αγελαδάρηδες και θα έχετε για πόλη τους βράχους, τα βουνά και τους γκρεμούς». 4 Η άγνωστη για τους Βυζαντινούς Πινδική χώρα μετά τη βαρειά σκοτεινιά

4. Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Β΄, έκδοση Β΄, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 256. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


140

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

της σκλαβιάς δεν μοιρολατρεί! Μοναστήρια και αρχοντικά κεφαλάδων και τσελιγκάδων διατηρούν με σεβασμό βιβλία και χειρόγραφα, γιατί γνωρίζουν ότι μέσα απ’ αυτά θα ακτινοβολήσει το ποθούμενο... Προξενεί δέος και θαυμασμό στον ιστοριογράφο, όταν συγκεντρώνει παρόμοιες πληροφορίες και ταυτόχρονα απορεί, πώς εδώ πάνω στο απομονωμένο Τζεμέρνικο η συχνή επικοινωνία με την Ανατολική Πίνδο, μέσω των αρχαίων οδών, όπου λειτουργούν εργαστήρια βιβλιογράφων με ολιγοσέλιδα πονήματα, να φωτίζουν το ζοφερό σκοτάδι της απαιδευσίας κι ας λέει ο πρωτονοτάριος του Πατριαρχείου Θεοδ. Ζυγομαλάς, γύρω στα 1580, «ουδείς ην σχεδόν τότε ο διδάσκων τα γράμματα». Είναι η εποχή όπου στην Ιερά Μονή καταφθάνουν ολιγογράμματοι μοναχοί κυνηγημένοι απ’ την Άρτα και τα Γιάννινα και ακόμη από τις μονές των Μετεώρων, συνεχίζοντας τον ιστορικό σκοπό τους, αφού σχολεία δεν υπάρχουν. Αναδιοργανώνουν τη βιβλιοθήκη, μαθαίνουν τους νέους εκείνους που έρχονται στο ιερό μοναστήρι να διδαχτούν τα λίγα ελληνικά γράμματα. Εδώ στην απομακρυσμένη αετοφωλιά του Τζεμέρνικου η σπίθα που τριζοβολάει απ’ τα βιβλία δεν έσβησε, παρά τα θρηνητικά λόγια, που γράφει ο Γεώργιος Σχολάριος για την καταστροφή και τη μαύρη τύχη των βιβλίων... «ὅπου δέ τι της ἐνταῦθα γῆς ὑπολέλειπται, ἄχθος μάταιον κεῖται». Έτσι μπόρεσε να διατηρηθεί η ιστορική βιβλιοθήκη αρκετά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης. Στο σημείο αυτό η λόγια παράδοση προσθέτει ακόμη ότι, όταν στην πόλη της Άρτας ήρθε η ιστορική οικογένεια Τριβώλη, ο γνωστός Μάξιμος Τριβώλης (1500 περίπου), προτού ανέβει στο Άγιο Όρος, πέρασε απ’ όλες τις μονές του Τζεμέρνικου, όπου εντυπωσιάστηκε από την παρουσία γραμματισμένων ηγουμένων και μοναχών και από το πλήθος βιβλίων και χειρογράφων... Στο ιερό μοναστήρι φιλοξενήθηκε για άγνωστο χρονικό διάστημα απ’ τον γνωστό του άγιο Ηγούμενο. Ευτύχημα θα ήταν να γνωρίζαμε το όνομά του και τη δράση της μονής αυτά τα δύσκολα χρόνια... Τόσο η μνημονική παράδοση όσο και η λόγια χρονογραφία δυστυχώς δεν μας βοηθούν στο φωτισμό αυτών των σκοτεινών χρόνων˙ σταμάτησαν να μας προσφέρουν τις πολύτιμες πληροφορίες τους για τα χρόνια που ακολουθούν. Η περιοχή της Πίνδου και του Τζεμέρνικου, ανατολικού και δυτικού, όπως αναγράφεται στην ιστοριογραφία, βρίσκεται στο πλευρό των επαναστατικών κινημάτων για την αποτίναξη του σκληρού ζυγού της σκλαβιάς. Ο ηπειρωτικός χώρος πρωτοστατεί, αλλά η τυραννία αναδιπλώνεται. Παντού στα περάσματα και στα δερβένια τα καρακόλια μαθαίνουν το παραμικρό που σχεδιάζεται. Κι όμως ο γνωστός άγιος Διονύσιος ο Φιλόσοφος κοσμογυρισμένος, με απαράμιλλη πίστη στο ορθόδοξο γένος, σηκώνει το φλάμπουρο του δικέφαλου αετού στη πελασγική ήπειρο. Γνωστή είναι η αποτυχία του αλλά και ο μαρτυρικός του θάνατος... Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Χρον ογραφία τ η ς Βιβλ ιο θ ήκ η ς τ η ς Ιερ ά ς Μον ή ς Αγ ία ς Αικ ατ ερ ίν η ς Σχωρετσάν ων 141

Στην ιστορική αυτή εξέγερση αρκετοί μοναχοί, μυημένοι στο επαναστατικό κίνημα, απ’ ολόκληρη την Πίνδο, ανατολική και δυτική, αρχοντικές οικογένειες και τσελιγκάδες του Τζεμέρνικου, φλογισμένοι από την παιδεία της εποχής του δεσποτάτου, σηκώνουν το ανάστημα και μετέχουν στο εθνικό προσκλητήριο, με την επικράτηση των Οθωμανών και την κατάργηση των προνομίων. Οι μοναχοί κρύβονται στις απομακρυσμένες μονές της Πίνδου ή σε διάφορα ασκηταριά κρυμμένα στους βράχους και τα δασωμένα ρουμάνια. Είναι εποχή όπου οι μονές Κηπίνας Καλαρρυτών και Βήλιζας Ματσουκίου δέχονται τους κυνηγημένους μοναχούς... Άλλοι κρύβονται στα Μετέωρα, άλλοι σε μικρές μονές του Τζεμέρνικου (Γουριανών, Μονής Τσούκας στις χαράδρες του Αράχθου, Ιερά Μονή Σέλτσου, Θεοδωριάνων, Μελισσουργών, Βουλγαρελίου, Μεσοχώρας...). Σ’ όλα αυτά, όπως τουλάχιστον παραδίνεται, εκείνοι οι άγιοι πατέρες συνεχίζουν το δύσκολο έργο της διδασκαλίας με τα λίγα βιβλία, αθάνατα εργαλεία, που είχαν μαζί τους, μακριά απ’ τα βλέμματα που έριχναν τα τούρκικα καρακόλια... Αυτά τα χρόνια, γύρω στα 1600, αυτά που μετά το κίνημα του αγίου Διονυσίου του Φιλοσόφου το 1611, στην Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης ήρθε κάποιος άγιος Γέροντας απ’ τα μέρη της Παραμυθιάς. Ήταν γνωστός του αγίου Διονυσίου, που τον πήρε μαζί του όταν ήταν επίσκοπος Τρίκκης... Η διαμονή του Γέροντα και των κυνηγημένων μοναχών άλλαξε την όψη του μοναστηριού. Η αγάπη του για τα βιβλία ήταν ευλογία για την ιστορία της βιβλιοθήκης της Ιεράς Μονής. Έφερε αρκετά χειρόγραφα και βιβλία, που τα προμηθεύτηκε κρυφά απ’ τα μοναστήρια της Νικόπολης, για να μη καταστραφούν απ’ την οργή των Οθωμανών. Άλλοι προσθέτουν ότι έσωσε πολλά βιβλία απ’ τις μονές του Ασπροποτάμου, οι οποίες από την εποχή ακόμη του Δεσποτάτου είχαν συγκεντρώσει πολλούς κώδικες χειρογράφων, που σώθηκαν από τη φοβερή λεηλασία του 1204... Έτσι, εδώ, στην ιστορική μονή το μετερίζι της ορθοδοξίας δημιουργήθηκε «η οπλοθήκη οπού μια μέρα την πτωχήν φυλήν θ’ αναγεννήση», όπως πολύ σοφά τα γράφει ο Μ. Ταρχανιώτης γύρω στα 1490. Γύρω στα 1700 η βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής, απ’ ό,τι τουλάχιστο φαίνεται, παρουσιάζει κάποια σχετική στασιμότητα και άγνωστη δραστηριότητα. Η προφορική μνημονική παράδοση δεν έχει να προσθέσει κάτι σχετικό, αλλ’ ούτε και για την οικονομική ζωή του χωριού. Η βαριά κατάκτηση έγινε και εδώ φανερή. Τα πράγματα όμως άλλαξαν. Είτε από σχετικές επιδημίες είτε ακόμη από τα διάφορα επαναστατικά κινήματα ο πληθυσμός στα απομονωμένα χωριά του Τζεμέρνικου αυξάνει. Οι κυνηγημένοι αλλά και εκείνοι που δεν ανέχονται τη σκλαβιά πιάνουν τις πυκνοδασωμένες πλαγιές, δημιουργώντας μικρούς συνοικισμούς, σε τόπους που η πιο δυνατή φαντασία δεν μπορεί να συλλάβει. Παρατηρώντας σήμερα αυτές τις ανθρώπινες κατοικίες αναλογίζεται πόσο σκληρή Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


142

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

ήταν η βιοπάλη, αρκεί να ζει κανένας λεύτερος κι ανυπότακτος... Τότε ενδυναμώνονται οι πληθυσμοί σ’ όλα τα χωριά του Τζερμένικου, από την περιοχή του Συρράκου μέχρι κάτω τα χωριά της Σκουληκαριάς. Οι λιγοστές πληροφορίες το μόνο που μας βοηθούν είναι να καταλάβουμε ότι αυτός ο τόπος δεν σταμάτησε ποτέ να κατοικείται από αρχαιοτάτων χρόνων. Αυτή η ιστορική συνέχεια είναι τόσο ενθαρρυντική, όσο αντίθετα αποκαρδιωτική είναι η γενικότερη αμάθεια, που πλάκωσε σ’ όλη την περιοχή του Τζερμένικου πριν και μετά την άλωση της πόλης.5 Γύρω και μετά το 1750 μέχρι περίπου το 1800 η οικονομία στην περιοχή είναι αξιόλογη, όπως σχεδόν διατηρήθηκε σ’ όλη την προεπαναστατική και μεταεπαναστατική περίοδο. Όλα τα Τζουμερκοχώρια, ανατολικά και δυτικά, τα χωριά του Ασπροποτάμου και τα Καλετζοχώρια σχεδόν ευημερούν. Χτίζονται αρχοντικά, ακμάζουν τα τσελιγκάτα, η αργυροχοΐα, η χρυσοχοΐα διευρύνεται, η αγιογραφία συνδυασμένη με την κτίση ναών δίνουν άλλη όψη, όλοι είναι έτοιμοι να μπουν στον αγώνα που έρχεται. Η ιστορική Μονή μετά το 1750 περίπου είναι η πιο αναπτυγμένη στην περιοχή της Πίνδου. Η βιβλιοθήκη παραμένει, χωρίς να υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες. Διαθέτει αγιογράφους, βιβλιογράφους και οργανωμένη σχολή για τη μάθηση της ελληνικής γλώσσας. Οι γραμματισμένοι μοναχοί με τη βοήθεια των βιβλίων προσφέρουν ανεκτίμητες υπηρεσίες στο σκλαβωμένο Γένος. Η συχνή επικοινωνία με την πνευματική κίνηση των μονών των Μετεώρων και του Αγίου Όρους και τη φημισμένη αγιογραφία των Καλαρρυτών βοηθούν την ασημική εικονογραφία και τη διακίνηση κυρίως θρησκευτικών βιβλίων εκδόσεων Βενετίας. Επί ηγουμένου αγίου Διονυσίου η Μονή γίνεται το θρησκευτικό και λατρευτικό κέντρο των Τζουμέρκων. Η ίδια πνευματική κίνηση συνεχίζεται και επί ηγουμένου αγίου Γαβριήλ, του κτήτορα της σημερινής μονής. Και οι δύο άγιοι ηγούμενοι φρόντισαν με υπερβολικό ζήλο τη διατήρηση των βιβλίων που είχαν απομείνει. Σ’ όλη την προεπαναστατική περίοδο η Ιερά Μονή βρίσκεται σε άνθηση. Διαθέτει μοναχούς, αγιογράφους και ικανό υπηρετικό προσωπικό για την κάλυψη των όλο και αυξανόμενων δραστηριοτήτων της. Η επανάσταση του 1821 βρίσκει την Ιερά Μονή δυνατή να προσφέρει στον ιερό αγώνα. Οι πληροφορίες τώρα πλέον για τη γραφή της χρονογραφίας είναι επαρκείς και προέρχονται με τη στοματική παράδοση ανθρώπων, που είχαν άμεση σχέση με τα πρόσωπα των ιστορικών γεγονότων. Σ’ όλο το διάστημα 5. Η λέξη Τζουμέρκα εμφανίζεται, κατά τη λαϊκή παράδοση, γύρω στα 1600. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Χρον ογραφία τ η ς Βιβλ ιο θ ήκ η ς τ η ς Ιερ ά ς Μον ή ς Αγ ία ς Αικ ατ ερ ίν η ς Σχωρετσάν ων 143

από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1821 η Μονή άμεσα μετέχει, αλλά και παρακολουθεί τις πολεμικές επιχειρήσεις, προσφέροντας ανάλογα τις υπηρεσίες της: φροντίζει τους ξεριζωμένους Σουλιώτες κι αργότερα τους Συρρακιώτες και Καλαρρυτιώτες. Κρύβει πολύτιμα πράγματά που είχαν μαζί τους. Διέθεταν πολλά από τα αιγοπρόβατά τους για την ενίσχυση της τροφής των αγωνιστών. Όπως σώθηκε από τις διηγήσεις, όλα τα βιβλία, ασημικά, χρυσαφικά, σπάνιες παλιές εικόνες τα έκρυψαν πάνω στα κτήρια της καλοκαιρινής στάνης στη θέση Λάκος Βακούφικος, όπου είχε οργανωμένη στάνη με κυπριακές εγκαταστάσεις των προεπαναστατικών χρόνων. Σώζονται ακόμη τα ερείπια, σε αρκετά καλή κατάσταση. Εκεί μεταφέρθηκαν τα περισσότερα βιβλία, γιατί υπήρχε φόβος για πυρπόληση της Μονής. Προσθέτει ακόμη η ιστορική μνήμη: Μέρος απ’ τα πολύτιμα αντικείμενα είχαν μεταφερθεί στα Κοσμίτσαινα και στα κτήματα που είχε η Μονή σε συνοικία των Ραφταναίων. Δεν μάθαμε αν αυτά ξαναγύρισαν στην Ιερά Μονή. Επί ηγουμένου αγίου Γαβριήλ η ζωή επανήλθε μετά τη γνωστή ανακωχή με τους Τούρκους και την καταστροφή στο Πέτα. Ο Γέροντας Γαβριήλ λέγεται ότι συγκέντρωσε αρκετά βιβλία για τις ανάγκες της Μονής και του Κρυφού Σχολειού, που από χρόνια λειτουργούσε. Την ίδια φροντίδα συνέχισε και ο ηγούμενος Κωνστάντιος από τα Σχωρέτσαινα (νυν Καταρράκτης). Όμως δεν έχουμε σχετικές πληροφορίες για την τύχη της ιστορικής βιβλιοθήκης. Τα περισσότερα που σώθηκαν ήταν κυρίως εκκλησιαστικά. Σ’ αυτή την κατάσταση τα βρήκε ο γνωστός βυζαντινολόγος Σπ. Λάμπρος από τους Καλαρρύτες σε περιοδεία στα Τζουμέρκα γύρω στα 1886. Όμως διαθέτουμε και μία ακόμη αξιομνημόνευτη μαρτυρία του Αχιλλέα Παπαγιάννη, αδελφού της μάνας μου, ο οποίος σε μικρή ηλικία, γύρω στα 1905, κάνοντας χρέη αναγνώστη ή ιεροψάλτη που προέρχεται από τον άγιο ηγούμενο Αρσένιο. Διηγείται ο άγιος Αρσένιος στον μπάρμπα Αχιλλέα: Ήταν βαλμένα σε κάτι ντουλάπια μέσα στα κελιά. Άλλα ήταν σε κάτι παλιές κασέλες ή σε κάτι παλιά αμπάρια, χωρίς καμία φροντίδα από κανένα. Είχαν σχεδόν μερικά καταστραφεί από την υγρασία και τα περισσότερα σχισμένα και σχεδόν μισοφαγωμένα από τα χρόνια. Αλλά και ο μπάρμπα Αχιλλέας θυμάται: Άνοιγα αρκετά απ’ τα βιβλία και ήθελα να τα διαβάσω, αλλά δεν καταλάβαινα τη γλώσσα που ήταν γραμμένα, αλλά και σε παλιά γραφή. Άλλα ήταν δεμένα, ωραία, άλλα πρόχειρα, είχαν και μερικά ξύλινα εξώφυλλα, τα περισσότερα όμως σε κακή κατάσταση. Ο πατήρ Αρσένιος έλεγε πως τα περισσότερα τα είχαν κλέψει, όπως και τα πολλά ασημικά και οικιακά σκεύη και τις ακριβές εικόνες. Ήμουνα μικρός και δεν θυμάμαι τι γράφανε μέσα... Το κάψιμο της Κούλιας, όπως και των αρχοντικών του χωΈ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


144

Αχιλλέας Κ. Παπαγιάννης 1900-1969

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

ριού, κατέστρεψε ό,τι είχε απομείνει, πρόσθεσε σκεπτικός ο μπάρμπα Αχιλλέας... [Ο μπάρμπα Αχιλλέας ήταν αυτοδίδακτος αρχιτέκτων, λιθοξόος και επιγραφοποιός. Σ’ αυτόν οφείλεται και η ιστορική επιγραφή στη λαξευμένη πέτρα στο ιστορικό αλώνι της Ιεράς Μονής6 και η ανακαίνιση της Ιεράς Μονής Κηπίνας Καλαρρυτών]. Αλλά και ο γράφων θυμάται καλά την ύπαρξη παλιών εκκλησιαστικών βιβλίων, όταν ηγούμενος στην Ιερά Μονή ήταν ο άγιος Αβέρκιος γύρω στα 1952-53. Ήταν σε καλή κατάσταση με την ένδειξη ενετίησιν 1650 η κάποιο άλλο 1750... Με τη βοήθεια της Πανσόφου Αικατερίνης χρέος μας είναι η ανασύσταση και επανίδρυση της βιβλιοθήκης της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης.

* Ο Χρήστος Ηλία Μακρυγιάννης είναι φιλόλογος & ιστοριογράφος

6. Αθαν. και Χρ. Μακρυγιάννης, Ιστοριογραφία της Πίνδου, όπ. σ. 233 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


145

Κωνσταντίνος Γ. Κουτσούκης*

Η αρπαγή της Βασιλαρχόντισσας

Σ

τις 27 Ιουλίου του 1884 (κατ’ άλλους στις 31 Ιουλίου), στο Μέτσοβο, ένα συγκλονιστικό γεγονός συντάραξε την ήρεμη ζωή των κατοίκων. Η κόρη του πλουσιότατου άρχοντα τσιφλικά και αρχιτσέλιγγα Νικολάκη Αβέρωφ, αδερφού του εθνικού ευεργέτη Γ. Αβέρωφ, απήχθη μαζί με μια υπηρέτρια συγγενή της μέσα από την πόλη από μια ομάδα ληστοσυμμοριτών. Η νεαρή απηχθείσα κοπέλα ονομαζόταν Ευδοκία (Δούκω), σύζυγος Τζοανοπούλου, νιόπαντρη, μητέρα ενός βρέφους και η συγγενής της Λένω ή Λενούσω. Πρόκειται για την περιβόητη από το δημοτικό τραγούδι «Βασιλαρχόντισσα», η οποία δεν ονομαζόταν Βασίλω, δηλαδή Βασιλική, αλλά αποδόθηκε έτσι από τη λαϊκή μούσα, για να τονιστεί η πλούσια και αριστοκρατική καταγωγή της, δηλαδή βασίλισσα και αρχόντισσα. Οι δυο γυναίκες μεταφέρθηκαν από τους ληστές για μέρες πάνω στα βουνά της πίνδου, προκειμένου να πληρωθούν λύτρα για τη ζωή τους. Ποια ήταν όμως η αιτία και η αφορμή για την απαγωγή; Η αιτία φυσικά εντοπίζεται στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες της εποχής τόσο μέσα στα σύνορα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας όσο και στο νεοσύστατο Ελληνικό βασίλειο. Ανισότητες που οδηγούσαν μεγάλο μέρος του αγροτικού-ορεινού πληθυσμού «να βγει στο κλαρί» και να ζει παρανόμως ληστεύοντας τους πλούσιους, αλλά και το υπόλοιπο μέρος των κατοίκων της υπαίθρου να συμπαθεί, να τροφοδοτεί και να περιθάλπει τους ληστές. Aυτοί με τη σειρά τους βοηθούσαν με διάφορους τρόπους τους εξαθλιωμένους χωρικούς, προσφέροντάς τους μέρος της λείας τους. Επίσης οφείλεται από τη μια στην αδυναμία της παρηκμασμένης Οθωμανικής αυτοκρατορίας να ελέγξει την ύπαιθρο, όπου η κεντρική διοίκηση απουσίαζε παντελώς, και από την άλλη στην έλλειψη σύγχρονων θεσμών στα γεωγραφικά όρια του νεοσύστατου ελληνικού βασιλείου, όπου το φαινόμενο της ληστοκρατίας1 έπαιρνε συνεχώς μεγαλύτερες διαστάσεις ιδίως στις ορεινές περιοχές. Η αφορμή ήταν ένα τυχαίο γεγονός, η προσβολή που έκανε ο Νικολάκης Αβέρωφ σε κάποιον μεσολογγίτη εργαζόμενο στο Μέτσοβο, ονόματι Φλέγγα, ο 1. βλ. «Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας». Ν. Σβορώνος. Εκδόσεις Θεμέλιο./ Dakin Douglas «Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923» ΜΙΕΤ Αθήνα 1998./ «Ιστορία της οθωμανικής αυτοκρατορίας», Δημήτρη Κιτσίκη, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας». «Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν», Βασίλης Ι. Τζανακάρης, εκδόσεις Καστανιώτης. «Η ληστεία στην Ελλάδα (19ΟΣ αιώνας)», Ιωάννης Κολιόπουλος, εκδόσεις Επίκεντρο. «Γιαγκούλας-Λήσταρχοι του Ολύμπου», Γ. Χατζής-Μ. Τερζόπουλος, εκδόσεις Μάτι Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


146

Κωνσταντίνος Γ. Κουτσούκης

οποίος είχε το θράσος να περάσει μπροστά από το χώρο που περνούσαν μόνο οι άρχοντες και απαγορευόταν για τους κοινούς θνητούς, στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στο Μέτσοβο. Τότε ο Νικολάκης Αβέρωφ χαστούκισε δημόσια τον Φλέγγα. Αυτός, προκειμένου να πάρει εκδίκηση, ήρθε σε συνεννόηση με μια γνωστή ομάδα παρανόμων των Τζουμέρκων, την ομάδα του Θύμιου Γάκη, και μαζί κατάρτισαν το σχέδιο της απαγωγής. Προκειμένου να απελευθερωθούν οι δύο γυναίκες, ζητήθηκαν ως λύτρα το βάρος της Ευδοκίας σε χρυσό και το βάρος της συγγένισσάς της σε ασήμι. Φυσικά κινητοποιήθηκαν όλες οι αρχές, και στο Τούρκικο και στο Ελληνικό, για να εντοπίσουν τους ληστές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, διότι οι ληστές γνώριζαν όλα τα άγρια βουνά και τις σπηλιές και μετακινούνταν συνεχώς. Τελικά, μετά από δεκαεπτά ημέρες στα βουνά και αφού κανονίσθηκαν τα σχετικά με την εξαγορά, απελευθερώθηκαν οι δυο κοπέλες, αφού πρώτα οι ληστές έλαβαν ως λύτρα τρία μουλάρια φορτωμένα. Τα λύτρα κυμαίνονται περί τις 10.000 χρυσές λίρες και αρκετό ασήμι. Το πιθανότερο είναι τα λύτρα να αντιστοιχούσαν σε λίρες και σε ασήμι, δηλαδή και για τις δύο κοπέλες μαζί, τις 84 οκάδες, δηλ περίπου τα 108 κιλά. Αν υποθέσουμε τα μισά σε λίρες, καταλήγουμε σε περίπου 6800 χρυσές λίρες και σε άλλα καμιά πενηνταριά κιλά ασημένια τούρκικα μεντζίτια. Ποιοι ήταν όμως οι ληστές που έκαναν την απαγωγή; Ως αρχηγός της συμμορίας αναφέρεται, και στις επίσημες πηγές και στη λαϊκή παράδοση, ο Θύμιος Γάκης, ο οποίος είχε δωδεκαμελή συμμορία, αν και από μαρτυρίες, στην απαγωγή και σε όλη την επιχείρηση συμμετείχαν πολύ λιγότεροι, (τέσσερα ή πέντε άτομα μαζί με τον αρχηγό), και δρούσε στις περιοχές Τζουμέρκων, Αγράφων, Αχελώου, Ραδοβυζίων και Ιωαννίνων, με ορμητήριο, το πιθανότερο, τον ορεινό όγκο κατά μήκος του Ασπροποτάμου (Αχελώου). Σχετικά με την ιστορική ταύτιση του προσώπου δεν είναι τίποτα απόλυτα εξακριβωμένο. Υπάρχουν πολλές ασάφειες. Επίσημα αναφέρεται ότι το Θύμιος Γάκης ήταν ψευδώνυμο και το κανονικό του όνομα ήταν Βασίλης Αδάμος και καταγόταν από τη Μεσούντα Άρτας.2 Πρόκειται μάλλον για λάθος διότι δεν υπάρχει τέτοιο επίθετο, ούτε υπήρξε στο συγκεκριμένο χωριό και στη γύρω περιοχή, αλλά ούτε και ως επίθετο το Γάκης υπήρχε ή υπάρχει στο χωριό αυτό, αν υποθέσουμε ότι είναι το πραγματικό του όνομα. Η σύγχυση έγινε γιατί έδρασε στην περιοχή της Μεσούντας που την είχε ως ορμητήριο. 2. βλ. Ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια «Βικιπαίδεια». Ιστοσελίδα: el.wikipedia.org/wiki/Θύμιος_Γάκης, ιστοσελίδα: thesprotia-news.blogspot.gr/2010/12/blog-post_2384.html, Δημήτριος Καρατζένης, «Θύμιο-Γάκης και η αιχμαλωσία της Βασιλαρχόντισσας: ΛήσταρχοςΕθνικός ήρωας», Αθήναι 1986 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η αρπαγή της Βασιλαρχόντισσας

147

Άλλη εκδοχή3 είναι ότι το Θύμιος Γάκης ήταν το ψευδώνυμο του Θύμιου Τσεκούρα, αρχιλήσταρχου από το χωριό Γκορφάρι Μυροφύλλου Τρικάλων,4 που μαζί με τα αδέρφια του ήταν ξακουστοί κλέφτες στην περιοχή. Οι αδερφοί Τσεκούρα (Θύμιος αρχηγός, Νικόλας ή Κρούτας, Θανάσης και Χρήστος), ήταν γνωστοί ως Τσεκουραίοι ή Τσουγκραίοι. Η έξοδός τους στο «κλαρί» οφειλόταν στο φόνο του αρχιτσέλιγκα Ιωάννη Φαλάγκρα ή Κέφαλου από το Μυρόφυλλο. Εξαιτίας κάποιας ζωοκλοπής ήρθαν σε ρήξη με την οικογένεια Φαλαγκραίων, γεγονός που τους οδήγησε στο φόνο του τσέλιγκα. Γύρω στο 1890 οι Τσεκουραίοι απήγαγαν το Γρ. Βαλκανιώτη και τον εξανάγκασαν να παντρευτεί με το ζόρι την αδερφή τους , Αγγέλω. Ο γάμος έγινε στο μοναστήρι του Αγ. Γεωργίου στο Μυρόφυλλο και κουμπάροι ήταν οι Χατζηγακαίοι, πρόγονοι της γνωστής οικογένειας των πολιτικών Χατζηγάκηδων. Άλλη εκδοχή5 είναι ότι ο Γάκης όντως καταγόταν από το Γκορφάρι, αλλά δεν ταυτίζεται με τον Τσεκούρα, απλά ο Θύμιος Τσεκούρας ήταν συνεργάτης του στην απαγωγή. Άλλη υπόθεση6 λιγότερο πιθανή είναι ότι ο Θύμιο- Γάκης καταγόταν από το Ξηρόμερο Αιτωλοακαρνανίας. Στην περιοχή αυτή έγινε και το μοίρασμα των λύτρων μεταξύ των κλεφτών. Πολύ πιθανό και η εκδοχή αυτή να οφείλεται σε παρανόηση λόγω του γεγονότος ότι οι περισσότεροι κτηνοτρόφοι κάτοικοι της Μεσούντας μέχρι και πριν από λίγα χρόνια χρησιμοποιούσαν την περιοχή Ξηρομέρου ως χειμαδειά για τα κοπάδια τους. Ακόμη και ότι ο Θύμιο Γάκης ήταν από τα Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων.7 Και εδώ μάλλον στην περιοχή αυτή μπορεί να ξεχείμαζε η οικογένειά του. Μια ακόμη εκδοχή8, που συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες, είναι ότι Θύμιος Γάκης είναι όντως το πραγματικό του όνομα και καταγόταν από το 3. Η εκδοχή αυτή υποστηρίζεται από κάποιους ηλικιωμένους των τοπικών κοινοτήτων Καψάλων και Μεσούντας του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων. 4. Συνοπτικές πληροφορίες περί της ληστρικής οικογένειας των Τσεκουραίων είναι αναρτημένες στην ιστοσελίδα paliomonastiro.blogspot.gr/2010/11/blog-post_16.html σε άρθρο με τίτλο: «Η ληστεία στη Θεσσαλία τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης». 5 . H εκδοχή προέρχεται από προφορικές μαρτυρίες στον γράφοντα ηλικιωμένων κατοίκων της τοπικής κοινότητας Μεσούντας του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων. 6 . Μια ακόμη εκδοχή που αναφέρεται σε προφορικές μαρτυρίες ηλικιωμένων κατοίκων των τοπικών κοινοτήτων Καψάλων και Μεσούντας του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων. 7. Εκδοχή που αναφέρεται στο έργο του Φοίβου Ν. Γρηγοριάδη, «Διχασμός-Μικρά Ασία 1909-1930 ιστορία μιας εικοσαετίας», τόμος πρώτος, Αθήνα 1971, σελίδες 291,292. 8. Η εκδοχή προέρχεται από προφορικές μαρτυρίες στον γράφοντα ηλικιωμένων κατοίκων του οικισμού Παλαιοχώρι της τοπικής κοινότητας Αθαμανίου του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


148

Κωνσταντίνος Γ. Κουτσούκης

χωριό Παλαιοχώρι Αθαμανίου Άρτας, όπου εκεί μόνο σε σχέση με όλη τη γύρω περιοχή υπήρχε από το 1830 και μετά και υπάρχει ακόμη σήμερα το επίθετο Γάκης. Είναι ένα από τα πρώτα ονόματα του χωριού, δηλαδή τα τρία επίθετα (Ζιώρης, Στούμπος και Γάκης) που προέρχονται, όπως έλεγαν οι παλιότεροι, από προσωνύμια των τριών αδερφών που κατοίκησαν πρώτοι στο Παλαιοχώρι Αθαμανίου. Η εκδοχή αυτή έχει αναφερθεί στο βιβλίο του τετρακωμίτη Φάνη Τσάκα με τίτλο «Τριλογία». Στο δεύτερο μέρος του εν λόγω συγγράμματος υπάρχει μια συνοπτική περιγραφή για την απαγωγή της βασιλαρχόντισσας. Πέρα από το πραγματικό του όνομα και την καταγωγή του είναι βέβαιο ότι γεννήθηκε περί το 1854 με 1855. Βέβαια είναι και κάποια ονόματα συντρόφων του, όπως του Κώστα Τσιάτσου και του Κουρκούτα από τη Μεσούντα, και του Γιαννακούλα. Οπωσδήποτε και του Τσεκούρα από το Γκορφάρι, αν δεν ήταν αυτός ο Γάκης. Στο παλιό πέτρινο καμπαναριό της εκκλησίας της Μεσούντας, όπως μαρτυρούν οι γέροι του χωριού, είναι χαραγμένα τα ονόματα των λήσταρχων, που τα σκάλισαν λίγο πριν ξεκινήσουν για την απαγωγή. Όπως λέει ο μύθος, έκαναν πρώτα μια λειτουργία στην εκκλησία της Μεσούντας πριν φύγουν για την επιχείρηση (γνωρίζουμε ότι οι περισσότεροι κλέφτες, αν όχι όλοι, ήταν βαθιά θρησκευόμενοι) και προφανώς για να μείνει η μνήμη τους αν κάτι πήγαινε στραβά και να τους θυμάται ο κόσμος ότι αυτοί έκαναν την τόσο τολμηρή ενέργεια, σκάλισαν πάνω στην πέτρα τα ονόματά τους. Είναι γραμμένα τρία ονόματα: Θύμιο Γάκης, Τσιάτσος και Κουρκούτας. Μάλιστα λέγεται από τους παλιούς στο χωριό αυτό ότι η μπρούντζινη καμπάνα που υπάρχει και σήμερα στην εκκλησία της Μεσούντας είναι δώρο του Τσιάτσου, από το μερίδιό του στα χρήματα της απαγωγής. Επίσης, όσον αφορά τη μετέπειτα ζωή αλλά και το τέλος του Θύμιου Γάκη και των άλλων λήσταρχων πάλι δεν συμφωνούν οι πηγές. Κάποιοι συνεργάτες του πιάστηκαν αργότερα και καταδικάστηκαν. Μάλιστα λέγεται ότι ο ένας, ο Τσιάτσος ή ο Κουρκούτας, προδόθηκε όταν πήγε να πιει καφέ σε κάποιο καφενείο και έβγαλε να πληρώσει με χρυσή λίρα. Άλλοι λένε ότι ο Θύμιος, μετά την απαγωγή, και αφού έδωσε τα μερίδια στους συνεργάτες του, συνέχισε για άλλα δέκα χρόνια να ζει ως παράνομος, μέχρι που τον έπιασαν το 1894, κατόπιν προδοσίας, και δικάστηκε στα Γιάννινα σε ισόβια δεσμά. Η μαρτυρία της Βασιλαρχόντισσας Ευδοκίας, την οποία ο Γάκης κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της την προστάτεψε από κάποιον ληστή του (πιθανόν τον Κουρκούτα) που επιχείρησε να τη βιάσει, στάθηκε ικανή για τη μη καταδίκη του Γάκη σε θάνατο. Μερικοί υποστηρίζουν ότι αυτός που έσωσε τη Βασιλαρχόντισσα από το βιασμό δεν ήταν ο Γάκης αλλά ο Κώστας Τσιάτσος και περί αυτού μίλησε υποστηρικτικά η Ευδοκία με αποτέλεσμα να αθωωθεί, ενώ Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η αρπαγή της Βασιλαρχόντισσας

149

οι άλλοι καταδικάστηκαν σε θάνατο. Γενικά, στη λαϊκή παράδοση των ντόπιων επικρατεί ότι οι ληστές φέρθηκαν κόσμια στις δυο γυναίκες στην περίοδο της αιχμαλωσίας τους. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο Γάκης, μετά την απόδοση χάριτος, κατέφυγε με τη βοήθεια των Χατζηγακαίων στο Παπασλί της Μ. Ασίας , όπου παντρεύτηκε την κόρη του εκεί δημάρχου, Παναγιώτη Κλάρα, Ευαγγελία, και έζησε ως πλούσιος μεγαλογαιοκτήμονας. Μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία και την έναρξη των εχθροπραξιών με τους Τούρκους τσέτες του Κεμάλ, ο Θύμιος Γάκης με δικά του έξοδα συγκρότησε στρατιωτικό απόσπασμα από ντόπιους και πολέμησε στο πλάι του ελληνικού στρατού. Εδώ πάλι οι απόψεις διίστανται. Άλλοι λένε ότι σκοτώθηκε ηρωικά σε μάχη με τους τούρκους στις 17 Ιουλίου 1919 στο χωριό Παπασλί.9 Μάλιστα περί αυτού υπάρχουν οι μαρτυρίες ελλήνων στρατιωτών, όπως η μαρτυρία του στρατιώτη Δημητρίου Γ. Παπανικολάου. Απομνημονεύματα Μέρος Δ΄.10 «Όταν ήμασταν στην Μαγνησία, άρχισαν προς τα πέρα να σχηματίζουνε το τούρκικο αντάρτικο, οι λεγόμενοι Τσέτες. Τακτικός στρατός δεν υπήρχε πουθενά. Άρχισαν λοιπόν τις επιδρομές τους από το χωριό Παπαζλή, έξι ώρες μπροστά από τη Μαγνησία. Πιάσανε μάχη με τους κατοίκους του χωριού που ήτανε Ελληνικό. Κρατήσανε γερά οι Έλληνες. Για καπετάνιο είχανε το Θύμνιο Γάκη φυγάς από το Μέτσοβο. Είχε κλέψει κάποια συγγενή του Αβέρωφ. Τον καταδίωξαν και κατέφυγε στο Παπαζλή, όπου παντρεύθηκε. Είχε γυναίκα και παιδιά. Πολέμησε λοιπόν, παροτρύνοντας και τους άλλους καταπάνω τους, φωνάζοντας: - Ζήτω η Ελλάδα! Πυροβολώντας από μανία κατά των Τούρκων, ώσπου τους νίκησαν. Αλλά τελευταία τον πήρε μία σφαίρα και σκοτώθηκε. Εν τω μεταξύ πριν από εμάς πήγε ένα τμήμα από τη Μαγνησία να τους βοηθήσει αλλά δεν πρόλαβε. Έτσι πήρανε το πτώμα του Θύμνιου Γάκη να το φέρουνε στη Μαγνησία να το θάψουνε με τιμές. Εν τω μεταξύ διατάχθη το Τάγμα μας με διοικητή τον Κατσαρέλη να πάμε να μείνουμε μόνιμα προφυλακές στο Παπαζλή. Επίσης πήγαν όλοι οι Αξιωματικοί και συνελυπήθησαν τη γυναίκα του Θύμνιου Γάκη». 9. Φοίβος Ν. Γρηγοριάδης, «Διχασμός-Μικρά Ασία 1909-1930 ιστορία μιας εικοσαετίας», τόμος πρώτος, Αθήνα 1971, σελίδες 291,292. 10. Η μαρτυρία του Δημητρίου Γ. Παπανικολάου είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα: http://sotosalexopoulos.blogspot.gr/2013/02/blog-post_25.html με θέμα: «Άγνωστες ιστορικές σελίδες της Φθιώτιδας». Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


150

Κωνσταντίνος Γ. Κουτσούκης

Άλλοι υποστηρίζουν ότι επέζησε της μικρασιατικής καταστροφής και με την κατάρρευση του μετώπου ήρθε στην Ελλάδα και πέθανε πάμφτωχος στα Τρίκαλα. Μια ακόμη εκδοχή περί της ζωής του είναι ότι δεν έμεινε στα βουνά μετά την απαγωγή, ούτε πιάστηκε για να δικαστεί, αλλά αμέσως μετά την πληρωμή των λύτρων, αφού διένειμε το ποσό που αντιστοιχούσε στους συνεργάτες του, επειδή έσφιγγε ο κλοιός γύρω του από τα αποσπάσματα, έθαψε κάπου το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων και ντυμένος χανούμισσα πέρασε στο τούρκικο έδαφος, όπου με τη βοήθεια κάποιων γνωστών του φυγαδεύτηκε στην Προύσσα και εκεί παντρεύτηκε, όπως προείπαμε, την κόρη πλούσιου γαιοκτήμονα και είχε την προαναφερθείσα εξέλιξη. Άλλη εκδοχή η οποία υποστηρίζεται από τους ντόπιους των γύρω χωριών είναι ότι πιάστηκε και εκτελέστηκε, και μάλιστα συνελήφθη με προδοσία στα μέρη του Καρβασαρά (Αμφιλοχία), όπου είχε πάει να δει κάποιον συγγενή ή κουμπάρο του και αυτός τον κατέδωσε στα αποσπάσματα. Περί αυτού του τέλους του συνηγορεί και σχετικό δημοτικό τραγούδι που αναφέρουν οι κάτοικοι των ορεινών χωριών της περιοχής.11 Πάντως, όποιο κι αν ήταν το τέλος του διαβόητου ληστή καθώς και των συνεργατών του, η αλήθεια είναι ότι το χρηματικό ποσό των λύτρων δεν βρέθηκε ούτε στον Θύμιο Γάκη ή στο Θύμιο Τσεκούρα ούτε στους άλλους της συμμορίας του που συνελήφθησαν. Πού μπορεί να βρίσκεται; Παντού στην ορεινή Ήπειρο και Θεσσαλία, και πουθενά, αν και ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό για τα δεδομένα της εποχής πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να το σπαταλήσουν όλο οι κλέφτες για την καλοπέρασή τους. Πιθανόν, κάποιο μέρος του να είναι ακόμη κρυμμένο στα λημέρια του Θύμιου Γάκη ή κοντά στην περιοχή όπου κρατούσαν αιχμάλωτη τη Βασιλαρχόντισσα. Περί των λημεριών οι ντόπιοι αναφέρουν τις εξής περιοχές: Την ορεινή περιοχή της Βάλια Κάλντα, όπου υποτίθεται ότι εκεί κρατούσαν αιχμάλωτες τις γυναίκες. Άλλοι θεωρούν ότι τις κρατούσαν στην περιοχή Περτουλίου Τρικάλων. Μια άλλη παραδοχή υποστηρίζει ότι το λημέρι τους καθώς και το σημείο της 11. Το δημοτικό τραγούδι με τίτλο: «Θύμιος Τσεκούρας», όπου περιλαμβάνονται οι στίχοι: «καλά ήσουν Θύμιο μ’ στ’ Άγραφα, καλά και στα Τζουμέρκα, τι γύρευες, τι χάλευες μεσ’, Θύμιο Τσεκούρα μου, μέσα στον έρημο τον Βάλτο, ανάμεσα στα δυο χωριά, Θύμιο Τσεκούρα μου, Καρβασαρά και Στάνο Πήγα να ‘δω τους φίλους μου, να ‘δω και τους κουμπάρους και πήγαν και με πρόδωσαν οι άτιμοι οι σκύλοι. Διπλό κλειό μου κάνανε, τσολιάδες και φαντάροι, όλο τσολιάδες διαλεχτοί, φαντάροι παλληκάρια.», Βλ. Δημοσθένης Γ. Ζάβαλης «Οι ρίζες μας. Λαογραφική παράδοση Κερασώνα Πρεβέζης», Ιωάννινα, 1982, σελ 38. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η αρπαγή της Βασιλαρχόντισσας

151

αιχμαλωσίας είναι η ονομαζόμενη και σήμερα «σπηλιά του Γάκη»12 που βρίσκεται στην περιοχή του χωριού Καρίτσα Καρδίτσας, κοντά στη λίμνη Πλαστήρα και απαιτεί έμπειρο οδηγό για την επίσκεψη στο εσωτερικό της καθώς δεν έχει αξιοποιηθεί. Έχει εντυπωσιακό διάκοσμο με σταλακτίτες και σταλαγμίτες και ζουν σε αυτό μεγάλος αριθμός νυχτερίδων.Το συνολικό μήκος των διαδρόμων του φτάνει τα 190μ, ενώ στο τέρμα του υπάρχει σιφόνι γεμάτο με νερό που παραμένει ανεξερεύνητο.Για να φτάσουμε στο σπήλαιο απαιτείται πεζοπορία που για τους πιο έμπειρους ο μέσος χρόνος είναι 3 ώρες. Μια πιο πιθανή εκδοχή είναι ότι στη θέση «Ξεροπλατάνια» του χωριού Δοβρόη ή Αετός Τρικάλων13 κοντά στον ποταμό Ασπροπόταμο (Αχελώο) υπήρχε το κλέφτικο λημέρι στο οποίο φώλιαζαν οι τότε λήσταρχοι: Θύμιος Γάκης, Κώστας Τσιάτσιος και Γιαννακούλας. Εκεί είχαν κρατούμενη (αιχμάλωτη) τη Βασίλω Αρχόντισσα από το Μέτσοβο και αργότερα έφεραν και τη Νίτσα Ρίγγα από την Πράμαντα.14 Και οι δύο απελευθερώθηκαν όταν οι συγγενείς τους κατέβαλαν για εξαγορά πολλά λύτρα. Πολλοί υποστηρίζουν ότι το λημέρι όπου κρατήσανε αιχμάλωτες τις γυναίκες ήταν ψηλά στο βουνό της Μεσούντας. Το πιο πιθανό από όλα πάντως είναι ότι οι κλέφτες θα προτιμούσαν να κρατήσουν τις γυναίκες σε ένα σημείο που το γνώριζαν και το ήλεγχαν πολύ καλά και στο οποίο θα είχαν και έμπιστους χωρικούς ή τσομπαναραίους στα γύρω χωριά να τους ειδοποιούν για τις κινήσεις των αποσπασμάτων. Πιθανό εκεί κοντά να έκρυψαν και τον χρυσό και το ασήμι. Και αυτή η περιοχή δεν μπορεί να είναι άλλη από τα Τζουμέρκα και λογικότερο τα χωριά καταγωγής τους, δηλαδή Μεσούντα-Γκορφάρι-Μυρόφυλλο, και η χαράδρα που δημιουργείται από τον ποταμό Αχελώο και τους δύο αντικριστούς ορεινούς όγκους. Σημειώσεις: Θα παραθέσουμε δύο παραλλαγές του σχετικού δημοτικού τραγουδιού: Η πιο γνωστή παραλλαγή 12. Πληροφορίες για τη «σπηλιά του Γάκη» και οδηγός για την επίσκεψή της υπάρχουν στην ιστοσελίδα: www.plastiras-lake.gr/sites/gakis-cave.html, καθώς και στην ιστοσελίδα: http://www.plastiras-ota.gr/se/index.php?page=Toyrismos_Ajiotheata_SphliaGakh 13 Η πληροφορία αναφέρεται στην ιστοσελίδα της κοινότητας Δοβρόη ή Αετός Τρικάλων: http://www.dovroi.gr/index.php?categoryid=3 14. Για την αρπαγή της Νίτσας Ρίγγα από την ίδια ληστοσυμμορία του Θύμιου Γάκη βλ. Φίλιππος Δ. Κολοβός. «Η αιχμαλωσία της Νίτσας Ρίγγα», περ. Χρονικά Πραμάντων, Ιανουάριος 1974, αρ.φ.3, έκδοση αδελφότητος Πραμαντιωτών Αθηνών «Αγία Παρασκευή», σελ 19. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


152

Κωνσταντίνος Γ. Κουτσούκης

«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο να΄ ναι η Βασίλουμ΄ σι αρημιά στα κλέφτικα λημέρια, να στρώνει πεύκα στρώματα, οξιές μαξιλαράκια, κι ο Θύμιος Γάκης στα πλευρά κρυφά να κουβεντιάζει: Σήκω Βασίλω μ΄, τ΄έφιξι κι΄ η πούλια πάει σι γιόμα. Σήκω να πάρεις τον καφέ, το συριανό λουκούμι, κ΄ η ξαγουρά μας έρχεται τρεις μούλες φορτωμένες, η μια μας φέρνει το χρυσό κ΄ η άλλη μιας φέρ΄ τ΄ασήμι κ΄ η τρίτην η μικρότερη μας φέρ΄ μαργαριτάρι. Σήκω Βασίλω αρχόντισσα… » Και μια ακόμη παραλλαγή σαρακατσάνικη για την αρπαγή: Πιδιά μ΄ σαν θέλιτι, φλουριά, σαν θέλιτι κι γρόσια, να πάμι κατ΄ του Μέτσουβου, που ΄νι νια κρύα βρύση, που βγαίνουν οι αρχόντισσις, που βγαίνουν οι κυράδις, που βγαίνει κι η Βασιλική μι του μαργαριτάρι. Κινάει ένα κλιφτόπουλο, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η αρπαγή της Βασιλαρχόντισσας

153

πααίνει κι την πιάνει: -για κόπιασι, κόρη μ΄ μπρουστά σι θέλει ου καπιτάνιους. Σταθείτι, παλικάρια μου, καλοί μου λιβιντάδες, να κρίνου της μανούλας μου κι της καλής μου μάνας, για να μου φέρει του πίδί λίγου να του βυζάξου, να του χουρτάσου φίλημα, να του χουρτάσου γάλα.

* Ο Κωνσταντίνος Γ. Κουτσούκης είναι κοινωνιολόγος και εργάζεται στη μονάδα «Βοήθεια στο σπίτι» του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


154

Γιάννης Σπ. Βάνας*

Στρατηγός Αθανάσιος Ιωάν. Χρυσοχόου 1 Ένας αφανής και λησμονημένος Πραμαντιώτης

Ο

Αθανάσιος Χρυσοχόου γεννήθηκε στην Πράμαντα Ιωαννίνων το 18902. Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης3 (1850-1921), ο γνωστός ιατρός του χωριού, καταγόμενος από το Χαλίκι Ασπροποτάμου, ο οποίος αποκαλούνταν Ρίγγας4. Μητέρα του ήταν η Ελένη (1861-1929), η γνωστή Νίτσα5. Αδέρφια του ήταν ο Νικόλαος, ο οποίος πέθανε σε νηπιακή ηλικία, ο Χρήστος6 (Τάκης Ρίγγας), ιατρός και πρόεδρος της κοινότητας Πραμάντων, η Αρτεμισία, η οποία παντρεύτηκε τον Αθανάσιο Γιαννάκη, ο Αλέ-ξανδρος7 (Αλέκος), ταξίαρχος εν π. δ. (πολεμική δι1. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πράμαντα». Βλ. Γιάννης Σπ. Βάνας, «Αθανάσιος Ιωάν. Χρυσοχόου, ένας αφανής και λησμονημένος Πραμαντιώτης», εφ. «Πράμαντα», Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2013, αρ. φ. 113, σσ. 5-7. Εδώ όμως έχουν γίνει διάφορες βελτιώσεις και διορθώσεις. 2. Σημαντικά βιογραφικά στοιχεία για τον Χρυσοχόου αντλήθηκαν από την ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=51&t=3127. Εκεί βρίσκεται δημοσιευμένο ένα βιογραφικό σημείωμα για τον Αθ. Χρυσοχόου, το οποίο, όπως αναφέρει αυτός που το δημοσίευσε, το είχε ανακαλύψει στο περιοδικό Τότε και στο τεύχος 66 και το αναδημοσίευσε σε αυτή την ηλεκτρονική διεύθυνση. 3. Για τον Ιωάννη Θ. Χρυσοχόου βλ. Στ. Φίλος, «Μνήμες Τζουμερκιωτών Γιατρών & Οδοντιάτρων (1770-2006)», Ιωάννινα, 2007, σελ. 21. 4. Το επίθετο του πεθερού του Ιωάννη Ρίγγα, με το οποίο αποκαλούνταν έτσι, επειδή εκείνος δεν άφησε αρσενικούς απογόνους. Ο Ιωάννης Ρίγγας υπήρξε σημαντικός έμπορος, ο οποίος ανέπτυξε έντονες οικονομικές δραστηριότητες με έδρα την Παραμυθιά, όπου διέμεινε τους χειμερινούς μήνες. Τους θερινούς μήνες ανέβαινε στη Πράμαντα, τόπο καταγωγής του. Η οικία του βρισκόταν στον Κάτω Μαχαλά, όπου και ανεγέρθη με προσωπικές του δαπάνες ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου στη μνήμη του πατέρα του Νικολάου. Βλ. Γ. Αλ. Χρυσοχόου, «Ελένη Ιωάννου Χρυσοχόου(Νίτσα Ρίγγα)», εφ. «Πράμαντα», Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2000, αρ. φ. 43, σελ. 5. 5. Η Νίτσα είχε απαχθεί από τη ληστρική συμμορία του Θύμιου Γάκη το 1878 και απελευθερώθηκε κατόπιν καταβολής 3200 λιρών από την οικογένειά της. Βλ. Γ. Αλ. Χρυσοχόου, «Ελένη Ιωάννου Χρυσοχόου(Νίτσα Ρίγγα)», ό. π. σελ. 5. 6. Για τον Χρήστο Ι. Χρυσοχόου βλ. Στ. Φίλος, «Μνήμες Τζουμερκιωτών Γιατρών & Οδοντιάτρων (1770-2006)», ό. π. σσ. 31-32. 7. Ο Αλ. Χρυσοχόου συμμετείχε στη μάχη του Καλπακίου, ως διοικητής 1ου Τάγματος, το οποίο υπαγόταν στο 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων. Η συμβολή του στην απόκρουση των ιταλικών αρμάτων μάχης υπήρξε καταλυτική. Για τη μάχη του Καλπακίου, βλ. Στ. Φίλος, «Τα Τζουμερκοχώρια», β΄έκδοση, Αθήνα, 2000, σσ. 169-170. Επιπλέον, ο Αλ. Χρυσοχόου, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ρ α τ η γ ό ς Α θ α ν ά σ ι ο ς Ι ω ά ν. Χ ρ υ σ ο χ ό ο υ

155

αθεσιμότητα), και η Βασιλική. Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο, το Σχολαρχείο Πραμάντων, και στο Γυμνάσιο Άρτας. Το 1908 ενεγράφη στη Νομική σχολή Αθηνών, αλλά το τελευταίο έτος των σπουδών κατετάγη στο Στρατό. Ήταν η εποχή των Βαλκανικών πολέμων, όπου και έλαβε μέρος. Κατά το τελευταίο έτος του Ά Παγκοσμίου πολέμου, το 1918, πολέμησε στο Μακεδονικό μέτωπο. Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία συμμετείχε με το βαθμό του ιλάρχου8, διατελώντας υπασπιστής του διοικητή του στη Ταξιαρχία Ιππικού9. Μετά το άδοξο και απροσδόκητο τέλος της εκστρατείας10 παρέμεινε μόνιμος αξιωματικός του Ιππικού. Μέχρι το 1935 υπηρέτησε ως επιτελικός αξιωματικός. Διατελώντας καθηγητής στη Σχολή Πολέμου προήχθη στο βαθμό του συνταγματάρχη και υπηρέτησε ως διοικητής Συντάγματος Ιππικού στις Σέρρες και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας. Το 1935 τοποθετήθηκε επιτελάρχης του Γ΄ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλονίκη. Από τη θέση αυτή μερίμνησε και επέβλεψε την οργάνωση της άμυνας των βορείων συνόρων μας προς τη Βουλγαρία και το 1939 προς την Αλβανία. Κατά τον Ελληνο-ιταλικό πόλεμο 1940-41 υπηρετούσε στην ίδια θέση και στη συνέχεια ανέλαβε καθήκοντα επιτελάρχη του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μα-

κατά την κατοχή, συνελήφθη από τους Ιταλούς και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943 μεταφέρθηκε από τους Γερμανούς σε αντίστοιχο στρατόπεδο. Απελευθερώθηκε το 1945 από τους Αμερικανούς και επαναπατρίστηκε. Βλ. Εφ. «Πράμαντα», Μάρτιος- Απρίλιος 2000, αρ. φ. 32, σελ. 6. 8. Στη Ταξιαρχία Ιππικού υπηρέτησε ως διοικητής της 1ης Ίλης του 3ου Συντάγματος Ιππικού και υπασπιστής της ίδιας της Ταξιαρχίας. Το 1922, όταν η Ταξιαρχία αναπτύχθηκε σε Μεραρχία, μετετέθη στο 3ο Γραφείο της. Η διοίκηση της Μεραρχίας ανετέθη στον υποστράτηγο Ανδρέα Καλλίνσκη και η θέση του επιτελάρχη στον τότε αντισυνταγματάρχη Ιππικού Αλέξανδρο Παπάγο. 9. Σύμφωνα με διηγήσεις του ιδίου, όταν υπηρετούσε το 1921 στη Μ. Ασία, κάποια μέρα παρουσιάστηκε μπροστά του ο Τσίτσο-Μήτσος, ο οποίος είχε μετάσχει στη ληστρική ομάδα που απήγαγε τη μητέρα του τη Νίτσα, και άρχισαν τη συζήτηση. Ομολόγησε ότι είχε συμμετάσχει στην απαγωγή και ότι ύστερα από αυτό πέρασε τα ελληνικά σύνορα και κατέφυγε στη Μ. Ασία, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα. Όταν αποβιβάστηκε ο ελληνικός στρατός στη Μ. Ασία το 1919, προσέφερε τις υπηρεσίες του δίνοντας πληροφορίες για τις κινήσεις άτακτων Τουρκικών αποσπασμάτων(Τσέτες) και άλλες κατασκοπευτικού χαρακτήρα. Βλ. Φίλιππος Δ. Κολοβός, «Η αιχμαλωσία της Νίτσας Ρίγγα», περ. Χρονικά Πραμάντων, Ιανουάριος 1974, αρ. φ. 3, έκδοση Αδελφότητος Πραμαντιωτών Αθηνών «Αγία Παρασκευή», σελ. 19. 10. Για τη συμμετοχή του Ιππικού και του ιδίου στη Μικρασιατική εκστρατεία βλ. Αθ. Χρυσοχόου, «το Ελληνικόν Ιππικόν κατά τη Μικρασιατικήν εκστρατεία,1919-1922», Αθήναι, 1934. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


156

Γι ά ν ν η ς Σ π . Β ά ν α ς

κεδονίας (Τ.Σ.Δ.Μ.). Διοικητές του Τ.Σ.Δ.Μ. διετέλεσαν οι αντιστράτηγοι: Ιώ. Πιτσίκας (1/06/1940- 7/03/1941) και Γ. Τσολάκογλου (7/03/1941-20/04/1941)11. Το Τ.Σ.Δ.Μ. κατέλαβε την Κορυτσά στις 22 Νοεμβρίου 1940. Στη συνέχεια το Τ.Σ.Δ.Μ., υπό τον Χρυσοχόου και τον Τσολάκογλου, συμμετείε σε όλες τις μάχες κατά τη γερμανική εισβολή της 6ης Απριλίου 1941.12 Μετά το αδιέξοδο που ακολούθησε σχετικά με το αν πρέπει να υπογραφεί συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, ο Τσολάκογλου μαζί με τον Χρυσοχόου αποφάσισαν να διαπραγματευτούν την τύχη του διαλυόμενου Ελληνικού Στρατού.13 Διαπίστωσαν ότι το παιχνίδι είχε κριθεί προς όφελος των Γερμανών εισβολέων. Στις 20 Απριλίου, κοντά στο Μέτσοβο, υπογράφηκε η πρώτη εκδοχή της ανακωχής με τον Γερμανό υποστράτηγο Ντήτριχ. Από ελληνικής πλευράς στόχος ήταν η συνομολόγηση ανακωχής μόνο με τους Γερμανούς, για να μείνει εκτός παιχνιδιού η Ιταλία, η οποία απαιτούσε προσαρτήσεις ελληνικών εδαφών προς όφελός της. Ο Τσολάκογλου υπέγραψε δυο ακόμη πρωτόκολλα στα Ιωάννινα και τη Θεσσαλονίκη, στις 21 και τις 23 Απριλίου αντίστοιχα. Στις 2 Μαΐου απολύθηκαν όσοι Έλληνες στρατιωτικοί είχαν συλληφθεί ως αιχμάλωτοι, ενώ απαγορεύτηκε στα ιταλικά στρατεύματα να εισέλθουν στο ελληνικό έδαφος για αρκετές εβδομάδες. Τελικά εισήλθαν το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου, όταν τα αντίστοιχα γερμανικά αναχωρούσαν για το Ανατολικό Μέτωπο. Στις 29 Απριλίου ο Τσολάκογλου σχημάτισε την πρώτη κατοχική κυβέρνηση. Εν τω μεταξύ στις 21 του ίδιου μηνός αναχώρησαν εσπευσμένα για την Κρήτη ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄, η βασιλική οικογένεια και η κυβέρνηση Τσουδερού. Η Ελλάδα χωρίστηκε σε 3 ζώνες κατοχής: τη γερμανική, την ιταλική και τη βουλγαρική. Μια από τις λιγότερο γνωστές ενέργειες του Τσολάκογλου, ως κατοχικού πρωθυπουργού πλέον, ήταν αυτή σχετικά με τις επεκτατικές βλέψεις των Βουλγάρων στη Μακεδονία. Οι Βούλγαροι, κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής, εισέβαλαν και προσάρτησαν την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Όμως, είχαν επεκτατικές βλέψεις και για το υπόλοιπο κομμάτι της Μακεδονίας, το οποίο είχε καταληφθεί από ιταλικά και γερμανικά στρατεύματα. Αυτό το επεδίωκαν με όλους τους τρόπους, ακόμα και αυτόν της προπαγάνδας, με στόχο την προσέγγιση πολλών Σλαβόφωνων καθώς και Ελλήνων ρευστής εθνικής συνείδησης. Λαμβάνοντας υπόψη αυτόν τον κίνδυνο, η κυβέρνηση Τσολάκογλου θέσπισε τη θέση του Γενικού Επιθεωρητή Νομαρχιών Μακεδονίας και Θράκης, 11. Στ. Φίλος, «Τα Τζουμερκοχώρια», ό. π. σελ. 175. 12. Για τις μάχες αυτές βλ. Γ. Τσολάκογλου, «Απομνημονεύματα», Αθήναι, 1959, σελ. 67 κ.ε. 13. Βλ. Γ. Μαργαρίτης, Απρίλιος 1941. «Η Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα», Ελλήνων Ιστορικά, τ. 11, Τύπος της Κυριακής, Απρίλιος 2013, σσ. 121-122. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ρ α τ η γ ό ς Α θ α ν ά σ ι ο ς Ι ω ά ν. Χ ρ υ σ ο χ ό ο υ

157

η οποία υπαγόταν στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας. Η θέση αυτή αρχικά είχε ασαφείς αρμοδιότητες. Ανεπισήμως ο ρόλος του επιθεωρητή ήταν να παρακολουθεί και να αντιμετωπίζει τις ανθελληνικές πρακτικές των Βουλγάρων και των Ρουμάνων, όπως η προπαγάνδα στη Μακεδονία. Τον Ιούλιο του 1941 η κυβέρνηση όρισε ως Γενικό Επιθεωρητή τον Αθανάσιο Χρυσοχόου, δεδομένου ότι ήταν υφιστάμενος και έμπιστος του νέου πρωθυπουργού. Ο διορισμός του σε αυτή τη θέση δεν απαιτούσε την έγκριση των γερμανικών αρχών κατοχής και έλαβε την έγκριση από την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση η οποία πρώτα βρισκόταν στη Κρήτη και ύστερα στο Κάιρο. Για την αντιμετώπιση της βουλγαρικής προπαγάνδας έλαβε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, όπως η ίδρυση υπηρεσίας κατασκοπείας, γραφείων και επιτροπών λαϊκής διαφώτισης σε πόλεις και χωριά. Στις πρωτοβουλίες αυτές τον συνέδραμαν αρκετοί αξιωματικοί και πολίτες. Πράκτορές του παρακολουθούσαν και φωτογράφιζαν όσους εισέρχονταν και εξέρχονταν στην περίφημη «Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης» και δημιούργησε το αρχείο Βουλγαροφώνων. Η αντιμετώπιση της προπαγάνδας είχε τετραπλή μορφή: πληροφοριακή, προληπτική, ανασταλτική και επανορθωτική. Πέρα από τις πρωτοβουλίες αυτές συνέτασσε εκθέσεις τις οποίες έστελνε τόσο στην κατοχική κυβέρνηση όσο και την εξόριστη στο Κάιρο, στις οποίες ανέλυε την κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία και τη Θράκη καθώς και τη δράση των Βουλγάρων κατακτητών. Συνεργάτες στη σύνταξη των εκθέσεων ήταν μεταξύ άλλων ο μετέπειτα στρατηγός Αθ. Φροντιστής και ο στρατιωτικός και μετέπειτα βουλευτής Δημ. Χονδροκούκης. Οι εκθέσεις αυτές τυπώθηκαν σε 6 τόμους το 1950 από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και αποτελούν ένα ντοκουμέντο εκείνης της εποχής. Τον Μάρτιο του 1942 οι υπουργοί Καραμάνος και Χατζημιχάλης επισκέφτηκαν τη Θεσσαλονίκη και μεταξύ άλλων συναντήθηκαν με τον Χρυσοχόου. Ενημερώθηκαν για την ολοένα αυξανόμενη βουλγαρική προπαγάνδα, για τη στάση των Ελλήνων πολιτών απέναντι σε αυτή και για τις προσπάθειες που κατέβαλλε η γενική επιθεώρηση νομαρχιών επί του θέματος. Ενημέρωσαν σχετικά τον Τσολάκογλου ο οποίος αποφάσισε να ενισχύσει περισσότερο το έργο του Χρυσοχόου και επισκέφτηκε ο ίδιος την Μακεδονία. Η δράση του Χρυσοχόου είχε ήδη αρχίσει να ενοχλεί τους Βούλγαρους οι οποίοι συνεχώς τον συκοφαντούσαν στους Γερμανούς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ζητήσουν οι Γερμανοί την απομάκρυνση του Χρυσοχόου από τη θέση του γενικού επιθεωρητή. Πρωτεργάτης αυτής της αξίωσης ήταν ο στρατηγός Κρένσκι, στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης-Αιγαίου, που ήταν γνωστός για τη γενικότερη φιλοβουλγαρική του στάση. Τελικώς ο Τσολάκογλου κατάφερε και έπεισε τους Γερμανούς να άρουν την αξίωσή τους και έτσι ο Χρυσοχόου παρέμεινε στη θέση Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


158

Γι ά ν ν η ς Σ π . Β ά ν α ς

του. Αντιλαμβανόμενος τη σοβαρότητα της κατάστασης ο πρωθυπουργός έφτασε τον Ιούνιο του 1942 στην Θεσσαλονίκη, συναντήθηκε με τον Χρυσοχόου και ενημερώθηκε από πρώτο χέρι για τα τεκταινόμενα14. Ξεκίνησε την περιοδεία του σε διάφορες πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της Μακεδονίας με σκοπό την ανύψωση του ηθικού και την τόνωση του εθνικού φρονήματος του λαού. Εκτός από την αντιμετώπιση της βουλγαρικής προπαγάνδας ο Χρυσοχόου έπρεπε να εξουδετερώσει και την αντίστοιχη ρουμανική και ιταλική. Με την είσοδο των Ιταλών τον Ιούνιο του 1941 εμφανίστηκε η κίνηση για την ίδρυση «Βλάχικου Πριγκιπάτου της Πίνδου», το οποίο θα απλωνόταν από τα αλβανικά σύνορα μέχρι τον Δομοκό και θα περιλάμβανε όλους τους ελληνικούς βλαχόφωνους πληθυσμούς. Η αποσχιστική αυτή ενέργεια συνδέθηκε με τη ρουμανική προπαγάνδα, τον 19ο αιώνα, σχετικά με το κουτσοβλαχικό ζήτημα. Πρωτοστάτης σε αυτή την κίνηση ήταν ο δικηγόρος Αλκιβιάδης Διαμάντης. Ο Χρυσοχόου εξέδωσε το βιβλίο «Οι Βλάχοι της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου», προκειμένου να ενημερώσει αυτούς τους πληθυσμούς για τις ιταλικές και ρουμανικές βλέψεις. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Χρυσοχόου είχε συζητήσεις με Αλβανούς ιθύνοντες για την επίτευξη ένωσης και χαλαρής ομοσπονδίας ανάμεσα στα δύο κράτη15. Τελικά, εξαιτίας πολλών αιτιών και γεγονότων, οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν και δεν προχώρησαν περαιτέρω. Ο Χρυσοχόου ανέπτυξε επαφές με διάφορες αντιστασιακές ομάδες και οργανώσεις. Μεταξύ άλλων, ανέπτυξε με τη Π.Α.Ο. (Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση). Μάλιστα η σύμπτωση στόχων ανάμεσα στην οργάνωση αυτή και την υπηρεσία της οποίας επικεφαλής ήταν ο Χρυσοχόου, όπως η αντιμετώπιση κινδύνων από γειτονικά κράτη, δημιούργησε τη φήμη ότι ήταν μέλος της, ακόμα και αρχηγός της. Στην πραγματικότητα δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, αλλά βοηθούσε όσο μπορούσε αυτήν την οργάνωση. Με ορισμένα μέλη της Π.Α.Ο. ο Χρυσοχόου δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις. Αξιόλογες επαφές ανέπτυξε και με τον Ναπολέοντα Ζέρβα, αρχηγό των Ε.Ο.Ε.Α.-Ε.Δ.Ε.Σ.16 Η δράση και η προσφορά του Χρυσοχόου δεν ενόχλησε μόνο τους ξένους κατακτητές, αλλά αποτέλεσε σημείο κριτικής από αντιστασιακές οργανώσεις, όπως το Ε.Α.Μ. Η προσπάθεια για την αποσόβηση μεγάλων κινδύνων για την Ελλάδα ερμηνεύτηκε από το Ε.Α.Μ. και το Κ.Κ.Ε. ως «συνεργασία με τον γερμανό κατακτητή» και ο ίδιος χαρακτηρίστηκε «συνεργάτης» και «προδότης».

14. Για την επίσκεψη Τσολάκογλου βλ. Τσολάκογλου, «Απομνημονεύματα», ό. π. σσ 182184, και Αθ. Χρυσοχόου, «Η Κατοχή εν Μακεδονία, βιβλίο πέμπτο», σσ. 124-127. 15. Βλ. Αθ. Χρυσοχόου, «Η Ελληνοαλβανική συννενόησις του 1944», δια την ένωσιν της Αλβανίας με την Ελλάδα, Ηπειρωτική Εστία Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 1952. 16. Στ. Φίλος, τ«Τα Τζουμερκοχώρια», ό. π. σελ 206. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ρ α τ η γ ό ς Α θ α ν ά σ ι ο ς Ι ω ά ν. Χ ρ υ σ ο χ ό ο υ

159

Αναφέρει ο ίδιος ότι «η διευθύνουσα το έργον της ελληνικής αντιδράσεως Γενική επιθεώρησις νομαρχιών και προσωπικώς ο γράφων εγενόμεθα ο στόχος ενός πείσμονος, ανηλεούς και συστηματικού συκοφαντικού διασυρμού. Δεν αφέθη ύβρις και συκοφαντία να μη εκτοξευθή εναντίον ημών. Τόσον λυσσώδης υπήρξεν η προς τον σκοπόν τούτον καταβληθείσα προσπάθεια, ώστε η από διετίας καταβαλλομένη καθ ημών θρασεία και ύπουλος πολεμική του Βουλγαρισμού ηδύνατο προ αυτής να θεωρηθή λίαν χλιαρά. Πας όστις ετόλμα να καταφερθή κατά των πρακτόρων της βουλγαρικής ιδέας εχαρακτηρίζετο «πουλημένο όργανο του προδότου Χρυσοχόου, που εξέδιδε διαταγές, κατατυράννησε ως και σφαγιασμού των Μακεδόνων αγωνιστών». Εξάλλου, από των αρχών Ιουλίου η γερμανοκρατουμένη Μακεδονία ετέθη υπό γερμανικήν πολιτικήν διοίκησιν, αποσπασθείσα της λοιπής Ελλάδος με διοικητήν Γερμανόν τον δόκτωρα Μέρτεν και νομάρχας και έπαρχους Γερμανούς αξιωματικούς. Υπό τοιούτους όρους η περαιτέρω συνέχισις της λαϊκής διαφωτίσεως και της ωργανωμένης αντιδράσεως κατά του έργου των προπαγανδών αφ’ ενός μεν ενείχε σοβαρούς κινδύνους δια τους συνεργάτας μου, οίτινες διέτρεχον τον κίνδυνον της εκτελέσεώς των υπό τον Ε.Λ.Α.Σ. ως προδοτών, αφ’ ετέρου δε αντιμετώπιζεν αμεσώτερον τους κινδύνους και τας υποψίας των αρχών κα-τοχής, ενώ συγχρόνως υπό την γερμανικήν πολιτικήν διοίκησιν, εκτός των δυσχερειών διεξαγωγής, υπέκειτο ευχερέστερον εις τους κινδύνους της δυσφημίσεως.»17 Έτσι, για να μην εκθέσει τους συνεργάτες του στο Ε.Α.Μ. και τους Γερμανούς, αποφάσισε να υποβάλει την παραίτησή του και να υπηρετήσει στο ελληνικό Φρουραρχείο Θεσσαλονίκης. Όμως, πίστευε ότι θα αποστερούσε από τις κυβερνήσεις τη δυνατότητα να μαθαίνουν την κατάσταση στη Μακεδονία και τη Θράκη μέσω των εκθέσεών του. Αφού έλαβε ένα έγγραφο από το Προξενείο της Μεγάλης Βρετανίας στη Σμύρνη, βάσει του οποίου αναγνωρίστηκαν τόσο η σύνταξη των εκθέσεών του όσο και η προσφορά του από τη θέση του Γενικού Επιθεωρητή, επανήλθε στο πόστο του. Όταν ο ΕΛΑΣ εισήλθε στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη, τον Οκτώβριο του 1944, ο Χρυσοχόου συνελήφθη και οδηγήθηκε στην Αρδέα, όπου ετέθη υπό αυστηρή φρούρηση. Το «λαϊκό δικαστήριο» που πραγματοποιήθηκε τον καταδίκασε σε θάνατο. Όμως, η απόφαση δεν εκτελέστηκε ποτέ, καθώς στις 17 Φεβρουαρίου 1945, πέντε μέρες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, απελευθερώθηκε κατόπιν μεσολάβησης των Βρετανών. Ο Αθανάσιος Χρυσοχόου αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του υποστράτηγου και ιδιώτευσε. Ανέπτυξε πλούσια φιλανθρωπική δραστηριότητα, διατελώ-

17. Αθ. Χρυσοχόου, «Η κατοχή εν Μακεδονία, βιβλίον δεύτερον», Η δράσις της Βουλγαρικής προπαγάνδας, Τεύχος β΄, 1943-1944, σσ. 3-4. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


160

Γι ά ν ν η ς Σ π . Β ά ν α ς

ντας αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ερυθρού Σταυρού. Επίσης διετέλεσε και πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και του Ραδιοφωνικού Σταθμού Μακεδονίας. Το 1959 προσήλθε ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη του Μάξ Μέρντεν, όπου κατέθεσε Ο Αθανάσιος Χρυσοχόου σέρνει πρώτος τον χορό σημαντικά στοιχεία, όχι μόνο για τον στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής στη Πράμαίδιο, αλλά και για διάφορα γεγονότα ντα το 1958(;). Ακολουθούν ο Δημ. Δημοθόδωρος(Κουμπούρας), ο Αλέκος Χρυσοχόου(αδερφός που εκτυλίχθησαν κατά τη περίοδο της του Αθ. Χρυσοχόου), και ο Σπ. Λούκας- Μολώνης. κατοχής.18 Πηγή: Εφ. «Πράμαντα», Ιούλιος- Αύγουστος 2013, Απεβίωσε το 1967 σε ηλικία 77 ετών. αρ. φ. 112, σελ. 16. Σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση, είχε νυμφευτεί κάποια με το όνομα Μαριάνθη και απέκτησε ένα γιό: τον Γιάννη, μηχανικό στο επάγγελμα, ο οποίος διαμένει στην Αθήνα, και μια κόρη η οποία διαμένει στη Θεσσαλονίκη. Η πόλη στην οποία υπηρέτησε και προσέφερε τις υπηρεσίες του, η Θεσσαλονίκη, τίμησε τη προσωπικότητά του. Δόθηκε το όνομά του σε μια οδό της πόλης με την ονομασία «οδός Στρατηγού Αθανασίου Χρυσοχόου». Η γενέτειρά του, η Πράμαντα, δεν τον έχει τιμήσει όπως έπρεπε και πολλοί συγχωριανοί, ιδίως οι νέες γενιές, δεν έχουν ακούσει ούτε καν το όνομά του. Για αυτό τον λόγο πρέπει να αναδειχτεί και να τιμηθεί η προσωπικότητα και η προσφορά του. Πολλές πτυχές της ζωής του παραμένουν ως και σήμερα άγνωστες και ανεξερεύνητες, όπως η συμμετοχή του στους Βαλκανικούς Πολέμους, η στάση που κράτησε στα διάφορα στρατιωτικά κινήματα του Μεσοπολέμου και η συνεργασία του ή όχι με τους Γερμανούς κατακτητές. Για το τελευταίο είναι υποχρέωση να διεξαχθεί συστηματική έρευνα ώστε να καταρρεύσει το ανυπόστατο κατηγορητήριο που τον βαρύνει, με νέα και αδιάσειστα στοιχεία. Πρέπει να αναφέρουμε ότι απαλλάχτηκε με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών στις 13/06/1946 από τις κατηγορίες περί δοσιλογισμού και συνεργασίας με τους κατακτητές. Υπηρέτησε τη Μακεδονία και την Ελλάδα από διάφορες σημαντικές και νευραλγικές θέσεις, θυσιάζοντας τα πάντα στο βωμό του καθήκοντος, της πίστης και της ελευθερίας. Δεν λησμόνησε ποτέ την Πράμαντα, τη γενέτειρά του, την οποία επισκεπτόταν όποτε του δινόταν η ευκαιρία. * Ο Γιάννης Σπ. Βάνας είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου 18. Βλ. Εφ. «Ελευθερία», Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 1959, αρ. φ. 4436 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


161

Νικόλαος Ζαρκάδας*

Η Άρτα στους αγώνες της παλιγγενεσίας του Έθνους Α. Η πρώτη απελευθέρωση της Άρτας

Ξ

εφυλλίζοντας ένα παλιότερο επετειακό ημερολόγιο, στο μήνα Νοέμβριο διαβάζουμε “17 Νοεμβρίου 1821 απελευθέρωση της Άρτας από επαναστάτες Σουλιώτες και Αιτωλοκαρνάνες υπό τον Γεώργιο Βαρνακιώτη’’. Είναι μία απελευθέρωση ολίγων μόνων ημερών, η οποία όμως είναι άγνωστη στους περισσοτέρους, αφού δεν αναφέρεται στα κύρια ιστορικά γεγονότα της περιοχής. Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσω να παραθέσω μερικά συνοπτικά στοιχεία, που κατά κάποιον τρόπο φωτίζουν το ιστορικό αυτό γεγονός της περιοχής. Από το καλοκαίρι του 1821 οι οπλαρχηγοί της Ηπείρου κατέληξαν σε ένα ευρύτερο επαναστατικό σχέδιο προσβολής των Τουρκικών δυνάμεων για την απελευθέρωση της περιοχής. Άρχισε η εφαρμογή του με την εξέγερση των κωμοπόλεων του Συράκου και Καλαρρυτών (τέλη Ιουνίου-αρχές Ιουλίου 1821) η οποία απέτυχε λόγω της ελλιπούς προπαρασκευής και των ισχυρότατων τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, που ενήργησαν εναντίον τους. Ο Αλή πασάς πίεζε τους Σουλιώτες να συντονιστούν στρατιωτικά με τις ελληνικές δυνάμεις της Ακαρνανίας και να συμπτήξουν ενιαίο μέτωπο κατά των δυνάμεων του αρχιστράτηγου του τουρκικού στρατού Χουρσίτ-Πασά. Τελικά, η συμφωνία επισημοποιήθηκε τον Σεπτέμβριου του 1821 και προέβλεπε τη συγκέντρωση όλων των ελληνικών δυνάμεων της Δυτικής Στερεάς στο Κομπότι και στο Πέτα, τον συντονισμό των ενεργειών με τους Σουλιώτες και τους Αλβανούς και την κατάληψη της Άρτας. Οι πολιορκητές, αφού εξουδετέρωσαν τους αμυνόμενους και τους περιόρισαν στο Κάστρο, εισήλθαν στην πόλη. Δυστυχώς όμως οι διαφορές και οι αντιπαλότητες διέλυσαν την ελληνοαλβανική συμμαχία, που είχαν δημιουργήσει οι Στερεοελλαδίτες οπλαρχηγοί, οι Σουλιώτες και οι Αλβανοί, με υπαιτιότητα των Αλβανών. Η επίσημη διάλυση της συμμαχίας αυτής έθεσε σε άμεσο κίνδυνο και σε οδυνηρή δοκιμασία της ελληνικές δυνάμεις, οι οποίες, απειλούμενες σοβαρά, προτίμησαν να εγκαταλείψουν την Άρτα και το πεδίο μάχης αυτής και μαζί με πρόσφυγες κατοίκους της πόλης να κατευθυνθούν προς το Κομπότι και το Πέτα. Αυτό ήταν το άδοξο τέλος της ολιγοήμερης προσπάθειας απελευθέρωσης Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


162

Νικόλαος Ζαρκάδας

της Άρτας και είχε σοβαρότατες κοινωνικές, στρατιωτικές και οικονομικές επιπτώσεις στο ελληνικό στοιχείο της περιοχής, αφού αποδυνάμωσε την ελληνική επιθετική δράση και εξασθένισε ουσιαστικά τα κυριότερα ερείσματα της ελληνικής άμυνας. Β. Το επαναστατικό κίνημα του Ραδοβιζίου Ένα άλλο μεγάλης ιστορικής σημασίας γεγονός των αγώνων της Άρτας κατά τον 19ο αιώνα είναι το επαναστατικό κίνημα του Ραδοβιζίου το 1854. Στα τέλη τους έτους 1853, η στάση και η συμπεριφορά των τουρκικών αρχών άρχισε να μεταβάλλεται απέναντι στο ελληνικό στοιχείο της περιοχής και μία σειρά από θλιβερά γεγονότα προετοίμασαν την επαναστατική κινητοποίηση των υπόδουλων κατοίκων της επαρχίας Ραδοβιζίου. Μπροστά στον κοινό κίνδυνο οι οπλαρχηγοί της περιοχής ένωσαν τις μικρές δυνάμεις τους, παραμέλησαν τις διαφορές τους και αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τον κοινόν εχθρό και το πέτυχαν σε δύο νικηφόρες συγκρούσεις που έγιναν στα τέλη του μήνα Δεκεμβρίου του 1853 στη Σκουληκαριά και στη θέση ‘’Πάλαιοπαναγιά’’ του Δημαριού. Οι νέες αυτές επιτυχίες των επαναστατών καθώς και η νέα ήττα του εχθρού στις αρχές Ιανουαρίου του 1854 ανάμεσα στα χωριά Διάσελο και Άνω Πέτρα μετέδωσαν παντού την επαναστατική φλόγα και προετοίμασαν το μεγάλο ξεσηκωμό της περιοχής. Με πρωτοβουλία των οπλαρχηγών κλήθηκε ο λαός του Ραδοβιζίου, στις 15 Ιανουαρίου 1854, να συγκεντρωθεί στο μοναστήρι των Γενεθλίων της Θεοτόκου του χωριού Μεγαλόχαρη, για να αρχίσει ο αγώνας. Την ίδια εποχή επαναστατικό σώμα από 100 άνδρες, που σχηματίστηκε στα Τζουμέρκα, σημείωσε μεγαλειώδη νίκη κατά των αντιπάλων στο χωριό Βουργαρέλι. Στη Μεγαλόχαρη συγκεντρώθηκε εκστρατευτικό σώμα από 450 περίπου άνδρες, οι οποίοι, αφού πρώτα ορκίστηκαν στο ιερό Ευαγγέλιο για την απελευθέρωση της Πατρίδας, υπέγραψαν την, ως προσαρτημένο 1, αναφορά που συνέταξαν οι πρόκριτοι. Οι εξεγερθέντες του Ραδοβιζίου, της Σκουληακριάς και των Τζουμέρκων αντιπροσώπευσαν των ξεσηκωμένο ηπειρωτικό Ελληνισμό και προκάλεσαν στους Τούρκους τον πανικό. Πολλές είναι οι νικηφόρες μάχες που έδωσαν στην περιοχή και κατέληξαν σε πανωλεθρία των τουρκικών δυνάμεων. Ενδεικτικά μνημονεύονται η μάχη στις 16 Ιανουαρίου 1854 στο μοναστήρι της Μεγαλόχαρης και την επομένη στην τοποθεσία ‘’Σέση’’ της Άνω Καλεντίνης. Την ίδια μέρα η τουρκική φρουρά του Κομποτίου, μετά από αιφνιδιαστική επίθεση, υποχρεώθηκε να καταφύγει στην Άρτα. Οι επιτυχίες των επαναστατών του Ραζοβιζίου ήταν απανωτές. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Άρτα στους αγώνες της παλιγγενεσίας του Έθνους

163

Στις 20 Ιανουαρίου οι επαναστάτες κατέλαβαν το Πέτα και πλέον είχαν απελευθερώσει ολόκληρη την ορεινή περιοχή του Ραδοβιζίου και των Τζουμέρκων. Την ίδια μέρα ενημέρωσαν με προκήρυξή τους τους ευρωπαίους προξένους και πέντε μέρες αργότερα απευθύνθηκαν προς τους “Πανέλληνες’’, ζητώντας την συμπαράστασή τους. Το κείμενο της προκήρυξης περιλαμβάνεται στο προσάρτημα 2. Στη συνέχεια οι επαναστάτες του Ραδοβιζίου, μετά την εδραίωση τους στην περιοχή, προχώρησαν στις 31 Ιανουαρίου 1854 στη μεγάλη αντεπίθεση εναντίον της Άρτας, την οποία και προσωρινά κατέλαβαν, αλλά σύντομα αποχώρησαν από αυτήν. Οι επεμβάσεις των ξένων διπλωματών και ο διαγραφόμενος κίνδυνος διακοπής των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων δημιούργησαν στους επαναστάτες ιδιαίτερα δυσοίωνες συνθήκες με συνέπεια τον μήνα Απρίλιου του ίδιου έτους να αρχίσει η αντίστροφη πορεία του επαναστατικού κινήματος του Ραδοβιζίου. Με τις συγκρούσεις που ακολούθησαν μετά τις 12 Απριλίου 1854 διαφάνηκε η έλλειψη συντονισμού των επιχειρήσεων από τους επαναστάτες, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις. Η τελευταία πολεμική σύγκρουση έλαβε χώρα στις 12 Μαΐου 1854, στη θέση “Κλειδί’’ του χωριού Σκουληκαριά. Την ήττα των επαναστατών ακολούθησαν η πυρπόληση της Σκουληκαριάς και η λεηλάτηση του Βελεντζίκου, της Μεγαλόχαρης και την μονής Ροβέλιστας, καθώς και των υπόλοιπων χωριών της επαρχίας Ραδοβιζίου. Αυτή ήταν και το άδοξο τέλος του επαναστατικού κινήματος του Ραδοβιζίου στα 1854. * Ο Νικόλαος Ζαρκάδας είναι υποστράτηγος ε.α. Προσαρτημένα - Αναφορά Κατοίκων Ραδοβιζίου - Προκήρυξη επαναστατών Ηπείρου

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


164

Νικόλαος Ζαρκάδας

Αναφορά Κατοίκων Ραδοβιζίου 15 Ιανουαρίου1854 «Οι υποφαινόμενοι κάτοικοι Ραδοβιζίου της επαρχίας Άρτης, βεβαρυμένοι από τας καταπιέσεις και τους υπερόγκους φόρους, προς δε και τας ατιμώσεις των παρθένων μας από αγρίους και ανεπιδέκτους διορθώσεως κατακτητάς Οσμανλίδας, επαναλαμβάνομεν τον κοινόν αγώνα του 1821 ομνύοντες εις το όνομα του Υψίστου και της Ιεράς ημών Πατρίδος, ότι δεν θέλομεν ρίψει τα όπλα εν ουδεμιά περιπτώσει και περιστάσει, εάν δεν ανακτήσωμεν την ελευθερίαν μας. Αρχόμενοι ήδη του αγώνος, ελπίζομεν ότι θέλομεν εγείρει υπέρ ημών την συμπάθειαν όλων των συναδέλφων μας ελευθέρων Ελλήνων και των υπό τον ζυγόν του Οσμάνου στεναζόντων αδελφών μας χριστιανών και ότι θέλομεν λάβει τα όπλα προς εξακολούθησιν του κοινού αγώνος του 1821 μαχόμενοι υπέρ πίστεως και Πατρίδος και ανάκτησιν των αναλλοιώτων δικαιωμάτων μας. Ο αγών μας είναι ιερός, είναι δίκαιος και κανείς αναλογιζόμενος το μέγεθος των καταπιέσεων και αισθανόμενος το δίκαιον των Εθνών δεν θέλει ουδέ καν λέξιν κατ’ αυτού και υπέρ του αγρίου τυράννου και της εστημένης εις τους ιερούς Ναούς μας ημισελήνου. Σπεύσατε λοιπόν αδελφοί εις τον κοινόν αγώνα, αποτινάξατε τον επαχθή ζυγόν της τυραννίας και κηρύξατε με ημάς ενώπιον του Θεού και όλου του κόσμου ότι μαχόμεθα υπέρ Πατρίδος και ότι ο Θεός είναι προστάτης των Χριστιανών. Τη 15η Ιανουαρίου 1854 Οι Πρόκριτοι Ραδοβιζίου Ιωάννης Κοσσυβάκης - Δημήτριος Κόκκας - Κώστας Κοσμάς - Βασίλειος Νάκος - Ντούλας Βάσος - Κολιός Μαυρομμάτης - Κώστας Πάνου Στούμπος -Δημήτριος Σκαλτσογιάννης - Γεώργιος Κατσικογιάννης- Κώστας Ντερέκος- Καραγιάννης Κοτζίλας -Κων/νος Τσιγαρίδας».

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Άρτα στους αγώνες της παλιγγενεσίας του Έθνους

165

Προκήρυξη επαναστατών Ηπείρου 20 Ιανουαρίου 1854 «Τέσσαρας ολόκληρους αιώνες το ευγενές ημών Έθνος, φέρον επί του τραχήλου τον βαρύτατον ζυγόν του βάρβαρου Οθωμανού, διά μόνης της συνάρσεως της θείας πρόνοιας διεσώθη μέχρι σήμερον από της τέλειας αυτού εξοντώσεως. Τα τέκνα ημών ανηλεώς αφηρούντο της μητρικής αγκάλης, όπως υπηρετήσωσι τας άγριας ορέξεις του βαρβάρου τυράννου, αι γυναίκες ημών ενώπιων ημών αισχρώς ητιμάζοντο, οι άνδρες ημών υπό τα δεσμά της δουλείας και των βασάνων εξέπνεον. Η ιερά ημών θρησκεία εβεβηλούτο και σεβάσμιοι ταύτης λειτουργοί εμαστιγούντο κι απηγχονίζοντο. Τεσσάρων αιώνων ύβρεις, ατιμώσεις, βασάνους, θανάτους σήμερον εκδικούμεθα. Εις ουδένα δε επεθέλτω η βέβηλος ιδέα ότι ξένα υπηρετούντες συμφέροντα εδράξαμεν κατά του τυράννου τα όπλα. Ουδείς δύναται υβρίσαι ημάς σκληρότερον, ή ο υπονοών καθ’ υμών τοιάυτα. Μάρτυρα εκδικητήν επικαλούμεθα τον Πανεπόντην Θεόν, ότι ουδέν άλλο ή η εθνική τιμή, το εθνικόν μεγαλείον, το Ελληνικόν όνομα όπερ εγκαυχόμενοι φέρομεν το καθήκον ημών προς απάλλαξιν της κλεινής ημών πατρίδος από της αισχράς του Τούρκου δουλείας, ταύτα εξώρμησαν ημάς ανεπιστρεπτί προς τον αγώνα τούτον της Ελληνικής ελευθερίας κατά αγρίου και αδυσώπητου Ασιανού δεσποτισμού, του Σταυρού και της ημισελήνου. Ο πόλεμος ημών διακηρύσσομεν προς όλο τον κόσμον, αποκλειστικώς εστί πόλεμος πατροπαράδοτος του Ελληνισμού κατά των Τούρκων της Ευρώπης, κατά της Ασίας, του φωτός κατά του σκότους. Εν τη ιερά ημών πάλη εχθρόν θεωρούμεν τον πολεμούντα την ελευθερία ημών, φίλον δε πάντα τον συντρέχοντα ημάς οπωσδήποτε προς καταστροφήν της Ασιανής δουλείας και ισονομία. Πανέλληνες, οι μη τα όπλα υπέρ της ελευθερίας εισέτι λαβόντες δράμετε, τέκνα, πανταχόθεν προς την Πατρίδα, τον υπέρ των όλων ήδη ρίψασαν κύβους. Νέοι, ενισχύσατε διά των ακαταμάχητων βραχιόνων υμών τας Ελληνικάς φάλαγγας. Στρατηγοί, υμών εισί εξ’ αριστερών ο Πύρρος, εκ δεξιών ο Αλέξανδρος. Σοφοί, προσέλθετε και φωτίσατε ημάς διά του λόγου και των Ελληνικών υμών συμβόλων. Πλούσιοι, ελεήσατε την Μητέρα καταβιβασθείσαν εις θέσιν επαίτου ενώπιον των τέκνων αυτής. Ίτε πάντες των Ελλήνων παίδες, ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε τέκνα, γυναίκας, θεών πατρώων, ναούς, τάφους προγόνων. Νύν υπέρ πάντως αγών. Σεις δε τέκνα ευγενή της σήμερον σοφής και ευδαίμονος Ευρώπης αποδέξασθε ευμενώς τον ιερόν τούτον αγώνα ημών. Αναμνήσθητε τους αρχαίους υμών αγώνας υπέρ της υπάρξεως και σωτηρίας αυτής της Ευρώπης εν Μαραθώνι, εν Σαλαμίνι, κλπ….»

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


Τ Ε Χ Ν Η - Π Α ΡΑ Δ Ο Σ Η - Π Ο Λ Ι Τ Ι Σ Μ Ο Σ Λουκία Αντωνίου*

Η εκκλησιαστική μουσική παράδοση στο Βουργαρέλι Οι πρωτεργάτες και οι συνεχιστές

Σ

τοιχείο πολιτιστικό, σημαντικό, αλληλένδετο με την πολιτιστική μας κληρονομιά είναι και η εκκλησιαστική μουσική παράδοση. Το Βουργαρέλι έχει να επιδείξει πλούσια παράδοση σ’ αυτό τον τομέα. Οι λόγοι αρκετοί: Κεφαλοχώρι με ιστορία από το 1656, με πνευματικούς ανθρώπους σημαντικούς, με δύο ιστορικά εκκλησιαστικά μνημεία, την Κόκκινη Εκκλησιά (Παναγία Βελλάς) και το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Θα επιχειρήσω μια ιστορική αναφορά στην εκκλησιαστική μουσική παράδοση στο Βουργαρέλι, όπως μου την αφηγήθηκε ο Χρήστος Παπαδόπουλος, η προσωπικότητα του οποίου σκιαγραφείται στο παρόν τεύχος του περιοδικού μας. (Τα πρώτα ερεθίσματα για να διαπρέψει σ’ όλη την πορεία της ζωής του στη Βυζαντινή Μουσική τα πήρε στο Βουργαρέλι). Προπολεμικά (πριν από το 1940) υπήρχαν στο Βουργαρέλι οι οικογένειες Παπαγεωργίου και Παπαδημητρίου, που συναγωνίζονταν ποια θα πρόσφερε πιο πολλά στην εκκλησιαστική μουσική. Οικογένεια Παπαγεωργίου. Ο Λεωνίδας, νομικός και δεινός μουσικός, είχε πολύ ωραία φωνή με το ύφος της Πατριαρχικής Σχολής. Μετά τον πόλεμο έψαλλε στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, γιατί ο Άγιος Νικόλαος, η κεντρική εκκλησία, είχε πυρποληθεί από τους Γερμανούς το 1943. Από την οικογένεια αυτή, που έμενε στη γειτονιά πάνω από την εκκλησία, ο Γιώργος Παπαγεωργίου, δάσκαλος, ήξερε βυζαντινή μουσική. Επίσης ο Νίκος Παπαγεωργίου, αδελφός του Λεωνίδα, και ο Κώστας μαζεύονταν και κάνανε χορωδία, κομπανία. Δεν ψάλλανε μόνο, αλλά παίζανε και ακορντεόν. Στην ίδια γειτονιά έμενε και ο Χρήστος Νταλαγιώργος, πατέρας του Γιώργου. Το όνομά του αναγράφεται σε βιβλίο Βυζαντινής Μουσικής που εκδόθηκε στη Φιλιππούπολη και το 1846 στην Κωνσταντινούπολη. Ο Νίκος Λαμπράκης, γαμπρός του Νταλαγιώργου, έζησε στην ίδια γειτονιά. Είχε όμως διαφορετικό ύφος (στην εκκλησιαστική μουσική φυσικά), γιατί είχε ζήσει στην Τρίπολη ως υπάλληλος, όπου υπήρχε αυτό το διαφορετικό ύφος. Οικογένεια Παπαδημητρίου. Είχε ως αρχηγό τον Παπαγιάννη που ήρθε στο Βουργαρέλι το 1902 από το Μεσολόγγι. Την εποχή εκείνη στο Μεσολόγγι κυρίαρχη μορφή ήταν ο Άνθιμος, αρχιδιάκονος που απελάθηκε από την ΚωνσταντιΈ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


168

Λ ο υ κ ί α Αν τ ω ν ί ο υ

νούπολη λόγω ανάμειξής του στην Επανάσταση. Κατοικούσε στον Άγιο Σπυρίδωνα Μεσολογγίου. Κράτιστος μουσικός, ίδρυσε μουσική σχολή ψαλτών στο Μεσολόγγι και δίδασκε ο ίδιος. Ήξερε το καινούργιο σύστημα και το συνδύασε με το παλιό. Έβγαλε άριστους μαθητές. Κυριότερος ήταν ο Ανδρέας Τσικνόπουλος που ως δάσκαλος ίδρυσε Μουσική Σχολή στην Αθήνα. Ο Παπαγιάννης έψαλλε ωραία το καινούργιο σύστημα. Ο Γιώργος Παπαδημητρίου, ο γνωστός δάσκαλος, μαθήτευσε κοντά στον πατέρα. Όταν σπούδαζε είχε ως καθηγητή τον Ιωάννη Σακελλαρίδη, που εφάρμοζε δικό του σύστημα μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’60. Πολεμήθηκε γι’ αυτό, αλλά επειδή δίδασκε στους δασκάλους το σύστημά του διαδόθηκε σε όλη την Ελλάδα και απλοποιήθηκε. Γυρίζοντας στο Βουργαρέλι δίδασκε στους μαθητές του το σακελλαρίδειο σύστημα. Επειδή αυτό ήταν απλό, ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούνται συνθέσεις του Σακελλαρίδη, απλές και μελωδικές, ώστε να γίνονται κατανοητές. Η περιγραφή των χαρακτηριστικών του Σακελλαρίδη βρέθηκε γραμμένη στο εξώφυλλο της Ιεράς Υμνωδίας, την οποία χρησιμοποιούσε ο δάσκαλος Γιώργος Παπαδημητρίου, ο οποίος κατείχε πολλά χρόνια τη θέση του δεξιού ιεροψάλτη στο Βουργαρέλι. Οι ιεροψάλτες έκαναν κατάθεση ψυχής στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου (κεντρική εκκλησία πάνω από την πλατεία , κτισμένη με σχέδιο του Ορλάνδου μετά το κάψιμο από τους Γερμανούς) και όχι μόνο. Μετά τον πόλεμο η Λειτουργία και οι Ακολουθίες γίνονταν στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου μέχρι να κτιστεί ο Άγιος Νικόλαος. Πλαισίωναν τους ιερείς παπα-Σπύρο, παπα-Γούλα και αργότερα τον παπα-Κίμωνα ως γνήσιοι συνεργάτες, γεμίζοντας μελωδίες με πλούσια ακουστική απόλαυση όλους τους χωριανούς. Ψάλτες στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου υπήρξαν ο δάσκαλος Γιώργης Παπαδημητρίου, ο μπάρμπα Γιώργης Νταλαγιώργος και ο Τάκης Αντωνίου, ο οπλουργός, στο δεξί μέρος. Τη δεκαετία του ’60 εμφανίστηκε στο αριστερό μέρος ο Νίκος Λαμπράκης και ο Μάκης Κούρτης, ταχυδρομικός. Αργότερα, όταν αποχώρησε ο Νταλαγιώργος , ο Τάκης Αντωνίου τον αντικατέστησε στο δεξιό. Όλοι αυτοί, όπως προείπα, έκαναν κατάθεση ψυχής. μαθήτευε ο ένας δίπλα στον άλλο με σεβασμό και αυτοπειθαρχία. Θα αναφέρω εδώ δυο μικρά αποσπάσματα όπως τα αποθησαύρισα από το «Λόγιο Πάνα» και τον «Ψάλτη» για τον μπάρμπα Γιώργη Νταλαγιώργο και τον Τάκη Αντωνίου αντίστοιχα, με τη ματιά του Χρήστου Παπαδόπουλου. Γεώργιος Νταλαγεώργος, ο ιεροψάλτης υπόδειγμα. «Χρόνια πολλά και πριν από τον πόλεμο πάνω στο ίδιο στασίδι του Αγίου Νικολάου στο Βουργαρέλι διατήρησε τη μουσική παράδοση, όπως είχε διαμορφωθεί από τους προγενέστερους μουσικούς παπάδες και ψάλτες. Θυμάμαι Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η εκκλησιαστική μουσική παράδοση στο Βουργαρέλι

169

εκεί πάνω στο Μοναστήρι του Αϊ-Γιώργη τον μπάρμπα Γιώργο από τα άγρια μεσάνυχτα, όρθρου βαθέως, να διαβάζει με περίσσια χάρη το ψαλτήρι και τα άλλα αναγνώσματα των ιερών Ακολουθιών. Βαθύς γνώστης του τυπικού της εκκλησίας, ήθελε να είναι απόλυτα συνεπής. Μικρός πήγαινα κοντά του και παρακολουθούσα. Αργότερα, όταν ανέλαβα υπεύθυνα στασίδι, κατάλαβα πόσα είχα διδαχθεί κοντά του. Αθόρυβα, χωρίς κόπο, χωρίς ιδιαίτερα μαθήματα, είχα μπει στο πνεύμα των λατρευτικών Ακολουθιών και της τυπικής σειράς. Κατέβηκε από το στασίδι μετά από μισό περίπου αιώνα υποδειγματικής στάσης στην ιεροψαλτική, για να ανοίξει ο δρόμος σε νεότερους και φιλόδοξους νέους ιεροψάλτες που ανέλαβαν τα λατρευτικά καθήκοντα, για να υπηρετήσουν την εκκλησία». Χρήστος (Τάκης) Αντωνίου, πρωτοψάλτης Βουργαρελίου Άρτας «Ο Τάκης αποτελεί παράδειγμα αυτοπειθαρχίας, υπομονής και θέλησης. Σύμφωνα με όσα δέχεται σήμερα η παιδαγωγική επιστήμη, ο ψάλτης Τάκης Αντωνίου είναι δημιούργημα του περιβάλλοντος στο οποίο ζει, γιατί το Βουργαρέλι είχε μια αξιόλογη ψαλτική παράδοση. Μπόρεσε, χωρίς να φοιτήσει σε σχολή μουσικής, αλλά και χωρίς να έχει κοντά του μουσικούς διδασκάλους, να γίνει ψάλτης με υψηλά δεδομένα για την περίπτωση και να απολαμβάνει την εκτίμηση των συναδέλφων του. Όλοι μιλούν για προικισμένο και χαρισματούχο άτομο με τη βροντώδη και χαρακτηριστική φωνή που σε υποβάλλει με το μέταλλο και την έκτασή της, που παράγει μελωδίες που βγαίνουν μέσα από την καρδιά του. Όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, έμαθε πολλά από τον γράφοντα. (Σε άλλο σημείο ο Χ. Παπαδόπουλος αναφέρει ότι ως μαθητής Γυμνασίου, ερχόμενος στο Βουργαρέλι από την Άρτα, ο Τάκης Αντωνίου ήταν κοντά του και μάθαινε ό,τι αυτός ήξερε με ιδιαίτερο πάθος. Επίσης και το καλοκαίρι, όταν ο Χ. Παπαδόπουλος προσέφερε τις ψαλτικές του υπηρεσίες στο χωριό). Από τον Νταλαγιώργο επίσης διδάχτηκε ίσως το τυπικό των Ακολουθιών για το οποίο δεν δέχεται καμία παρέκκλιση . Παλαιοί και νέοι άνθρωποι κοντά στον ψάλτη Αντωνίου έμαθαν να ψάλλουν με αποτέλεσμα οι ιεροί ναοί των ενοριών του Δήμου να έχουν ψάλτες, οι οποίοι μιμούνται το δάσκαλό τους και καλύπτουν τα κενά που παρουσιάζονται σε θέσεις ψαλτών. Τελικά έφυγε από το στασίδι μετά από προσφορά 40 και πλέον ετών για να δοθεί, όπως είπε ο ίδιος, η δυνατότητα σε άλλου συναδέλφους να αναλάβουν κοντά του καθήκοντα πρωτοψάλτη…».

* Η Λουκία Αντωνίου είναι φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Eκπαίδευση Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


ΛΑΪΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ Βασίλειος Κ. Κασκάνης*

Οδοιπορικό στις βρύσες (κρήνες) των Καλαρρυτών, Βόρειων Τζουμέρκων, Ν. Ιωαννίνων Γενικά

Δ

οξασίες που πέρασαν μέσα από αιώνες έως και τις μέρες μας αναφέρονται και σε τόπους πηγών αλλά και κρηνών, πιστεύοντας ότι σε κάθε πηγή νερού κατοικεί κάποιο έμψυχο ον, ένα στοιχειό, μια «νεράιδα», ένας δράκος ή ένα «φίδι», φύλακας και προστάτης των νερών και ότι κάθε ασεβής ενέργεια του ανθρώπου μπορεί να ξυπνήσει τα πνεύματα που θα χυθούν να τον τιμωρήσουν. Οι φυσικές πηγές, τα ρέματα και ποτάμια αποτελούσαν για τον άνθρωπο και τα ζώα του τον μοναδικό τρόπο εφοδιασμού με νερό, απαραίτητο στοιχείο για ύπαρξη ζωής, παραμένοντας έως και σήμερα μοναδική λύση υδροδότησης των ορεινών οικισμών και σημεία στήριξης για την επιβίωση, την κοινωνική ζωή, ως και την ανάπτυξή τους. Κάθε νοικοκυριό είχε τη δικιά του βρύση σε σημείο της γειτονιάς από όπου εξυπηρετούνταν όλες τις ανάγκες του σπιτιού: νίψιμο, μαγείρεμα, λάτρα, μπουγάδα, πότισμα των ζώων και των φυτών. Το μετέφεραν με αυλάκια για την άρδευση των κήπων, σε δερμάτινα φλασκιά, ξύλινα, μεταλλικά ή πήλινα δοχεία, και το αποθήκευαν για τις υπόλοιπες ανάγκες τους. Άμεσο επακόλουθο αυτής της σχέσης των ανθρώπων με τις κρήνες ήταν να τις επιμελούνται με φροντίδα και ευαισθησία, ώστε πολλές απ' αυτές να αποτελούν αξιόλογα μνημεία, δείγματα λαϊκής και καλλιτεχνικής έκφρασης. Εκτός από τη λειτουργική τους χρήση ήταν και σημεία συνάντησης, συνεύρεσης των γειτόνων και των περαστικών, τόποι καθημερινής συνάντησης των κατοίκων, τόπος αναψυχής και ξεκούρασης, Οι γυναίκες καθημερινά περνούσαν στις βρύσες αρκετό χρόνο, μέχρι να πάρουν νερό για το σπίτι, ασχολούμενες με το πλύσιμο των ρούχων της οικογένειας στις «πλύστρες» ή ανασκουμπωμένες και ξυπόλυτες ξέβγαζαν τη μπουγάδα τους ή κοπανούσαν τα στρωσίδια τους στην «κοπάνα», ένα είδος πλύστρας, μια τεράστια λεκάνης. Σε μια άλλη βρύση ο νοικοκύρης σφύριζε, με χαρακτηριστικό σφύριγμα, την ώρα που τα ζωντανά του έπιναν νερό. Η πιτσιρικαρία, από την κούραση του παιχνιδιού, πάντα ήταν έτοιμη να ξεΈ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


172

Βασίλειος Κ. Κασκάνης

διψάσει ή να συνεχίσει το παιχνίδι «πλατσιανίζοντας» το νερό ή «μπουγελώνοντας» την παρέα, μέχρι να γίνουν «παπάκια». Οι βρύσες είναι απλά κτίσματα μικρών διαστάσεων, λιθόκτιστες επιμελημένες κατασκευές με υλικά της περιοχής, ανεξάρτητες ή διαμορφωμένες σε πλαγιά όπου υπάρχει φυσική πηγή, σε σημεία κατά μήκος μονοπατιών, στην είσοδο ή έξοδο του χωριού, σε πλατώματα, σε σταυροδρόμια των γειτονιών, προσαρμοσμένες στα δεδομένα και τις ανάγκες του τόπου για την εξυπηρέτηση των χρηστών, με δική τους δεξαμενή, αυλάκια για την απορροή, με διαμορφωμένα πεζούλια για ξεκούραση ή τη διευκόλυνση στο φόρτωμα, στεγασμένες ή υπαίθριες, κάτω από τον πλάτανο που σκίαζε και δρόσιζε το χώρο τους θερινούς μήνες. Στην έξοδο του νερού συνήθως υπάρχει μεταλλικός σωλήνας που ρέει ελεύθερα ή λίθινη «χούφτα». Η τοιχοποιίες της μπορεί να είναι απλές ή και διακοσμημένες με αβαθή τόξα, με τοξωτές ή τετράγωνες εσοχές και κόγχες (παραθύρες) όπου τοποθετούνταν ή φυλάσσονταν χρηστικά αντικείμενα για τη λήψη του νερού, όπως χάλκινες κούπες, τα «τάσια». Σε αρκετές εντοπίζονται εντοιχισμένες σε κόγχες ή επιτοίχιες επιγραφές με στοιχεία για τη χρονολογία κατασκευής τους, τον χρηματοδότη ή τον κατασκευαστή και λιθανάγλυφα ή εγχάρακτα διακοσμητικά στοιχεία, σταυροί, κυπαρίσσια, φίδια, δράκοι. Ιστορικά-Περιγραφή Στον ορεινό οικισμό των Καλαρρυτών υπάρχουν μικρές και μεγάλες βρύσες σε όλη την έκταση εντός του οικισμού, σε σημεία κοντά στις εισόδους αλλά και διάσπαρτες κατά μήκος των μονοπατιών επικοινωνίας με τους γειτονικούς οικισμούς. Είναι κατασκευασμένες σε παλαιότερα ή στα νεότερα χρόνια, προσφορά ιδιωτών και Συλλόγων και καθεμιά της φημίζεται για το ιδιαίτερο νερό που προσφέρει, χωνευτικό, βαρύ ή κατάλληλο για μαγείρεμα οσπρίων. 1. Η Bρύση Τσόρα Βρίσκεται στην είσοδο στη ΝΑ είσοδο του οικισμού, κοντά στο Νεκροταφείο και την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, στην ένωση των δρόμων του οικισμού Κηπίνας με τη Θεσσαλία. (39ο 35΄ 03.00΄΄Β 21ο 07΄ 29.26΄΄Ε)1 Όπως μαρτυρά η λιθανάγλυφη χρονολογία σε γωνιόλιθο, αριστερά της κύριας όψης, χρονολογείται στα 1900. 1. Συντεταγμένη Goggle Earthe Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οδοιπορικό στις

βρύσες

173

Είναι κστασκευασμένη με επιμελημένη τοιχοποιία σε σειρά, από τοπικό υπόλευκο σχιστόλιθο, ορθογώνιας κάτοψης σε σχήμα Π. με εξωτερικές διαστάσεις 3,42Χ1,86 μ. και ύψους 2,98 - 3,13 μ. λόγω του κεκλιμένου δαπέδου. Στεγάζεται σε όλο το βάθος της με καμάρα ανοίγματος 2,12 μ. και πλάτους 1,30μ. Στα δύο πλευρικά σκέλη της, στο στεγασμένο τμήμα της, διαμορφώνονται τοξωτές κόγχες. Στο βάθος η βρύση ρέει σε λαξευμένη πέτρινη «χούφτα» και λίγο πιο πάνω, στα πλάγιά της, διαμορφώνονται δύο τετράγωνες κόγχες διαστάσεων 28Χ28Χ28 εκ. Η απόληξη των κυρίων όψεων είναι οριζόντια και στέφεται με οριζόντια προεξέχουσα γριπίδα, ενώ οι πλαϊνές τελειώνουν σε αέτωμα λόγω της στέγασης που πραγματοποιείται με δίρρυχτη στέγη και επικάλυψη από σχιστόπλακα. Στα δυτικά και σε ορθή περίπου γωνία με την βρύση υπάρχει «ποτίστρα» μήκους 6,12 μ. και πλάτους 64 εκ. Ο περιβάλλον χώρος της έχει διαμορφωθεί πρόσφατα με λιθόστρωτο σε κυκλική μορφή που παραπέμπει στο γειτονικό αλώνι που υπάρχει στα ανατολικά της βρύσης. 2. Η Βρύση Μπάλτα2 Βρίσκεται στα βόρεια της βρύσης Τσόρα, μετά το γήπεδο και δεξιά προς την πλαγιά, κάτω από χαρακτηριστικά πλατάνια που εντοπίζονται εύκολα στην περιοχή (39ο 35΄ 12.78΄΄Β - 21ο 07΄ 29.78΄΄Ε). Όπως μαρτυρά εγχάρακτη εντοιχισμένη επιγραφή σε κόγχη στο κέντρο της βρύσης, η κατασκευή της χρηματοδοτήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γ. Τζαλαβρά το 1935. Είναι απλή, επιμελημένης κατασκευής, με καλοπελεκημένους τετράγωνους δόμους και εντάσσεται στην πλαγιά. Έχει μήκος 2,58 μ., πλάτος 1,04 μ. και συνολικού ύψους 2,13 μ. Στο κέντρο διαμορφώνεται εσοχή 23 εκ. και πλάτους 1,08 μ. ώστε στα άκρα της να προεξέχουν δύο παραστάδες που στέφονται με λίθινο κορνίζωμα επιμελημένης κατασκευής. Η απόληξη διαμορφώνεται με τρία μέρη τριγωνικού σχήματος και ελαφρώς καμπύλων πλευρών, δύο στους πλευρικούς πεσσούς και ένα ψηλότερο στο κέντρο. Η βρύση διαθέτει μία λαξευμένη «χούφτα», ποτίστρα και πεζούλια στα δύο άκρα της. 2. Οικονόμου Κώστας, «Τοπωνυμικό της κοινοτικής περιοχής Ματσουκίου Ιωαννίνων», Ιωάννινα 2010, σελ. 60 Μπάλτα [la balta]: Ονομασία βρύσης και της γύρω περιοχής, στάσιμο νερό, έλος, βάλτος. Οικονόμου Κώστας: όπ. Ιωάννινα 2010, σελ. 793, Ονομασία τοποθεσιών όπου αναβρύζει νερό. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


174

Βασίλειος Κ. Κασκάνης

3. Η Bρύση Τζάμινα3 Βρίσκεται μετά την βρύση Μπάλτα στα δεξιά του δρόμου, μετά την υπάρχουσα δεξαμενή ύδρευσης του οικισμού, επίσης κάτω από χαρακτηριστικά πλατάνια για την περιοχή (39ο 35΄ 11.69΄΄Β - 21ο 07΄ 26.05΄΄ Ε). Σύμφωνα με εγχάρακτη επιγραφή, κατασκευάστηκε το 1955 και ανακαινίσθηκε το 2010 με δαπάνη του Πατριωτικού Συνδέσμου Καλαρρυτών «Η ΠΙΝΔΟΣ» στη μνήμη του Γεωργίου Α. Λώλα4 . Από επιτόπου παρατήρηση διαπιστώνεται ότι έγιναν κυρίως εργασίες διαμόρφωσης του χώρου, με την κατασκευή ενός τετράγωνου λιθόκτιστου περιβόλου και πεζουλιών, ποτίστρα, πλακοστρώσεις και τμήμα καλντεριμιού. Η βρύση αποτελείται από απλή λιθοδομή μήκους 2,20 μ. πάχους 80 εκ. με τοξωτή εσωχή πλάτους 1,02 μ. στο κέντρο της με μια «χούφτα». 4. Η Βρύση Μπούφου Βρίσκεται εντός του οικισμού στο μονοπάτι που ενώνει την βρύση Τσόρα με το κτήριο της Κασαρία Φασούλα, πρώην αρχοντικό Παράσχη (39ο 35΄ 09.63΄΄Β -21ο 07΄ 17.61΄΄Ε). Είναι σε σχήμα Π, εξωτερικών διαστάσεων 4,64Χ2,86 μ., στεγασμένη με μονόρριχτη αυτοφερόμενη ξύλινη στέγη με επικάλυψη από σχιστόπλακα. Πίσω από τη βρύση υπάρχει και δεξαμενή νερού που τροφοδοτεί τις ανάγκες του οικισμού. Στην ανατολική τοιχοποιία υπάρχουν δύο λίθινες «χούφτες» και μία κόγχη στο μέσον της τοιχοποιίας. Στο δάπεδο και κάτω από τις χούφτες είναι διαμορφωμένες δύο λεκάνες όπου συλλέγεται το τρεχούμενο νερό και ανοικτοί αύλακες για την απομάκρυνσή του, το υπόλοιπο δάπεδο είναι με λιθόστρωτο από τοπικό σχιστόλιθο. Όπως μαρτυρά η χάραξη «ΚΖ < ΕΣ 55», στο κονίαμα αρμολογήματος αριστερά της κόγχης της κύριας τοιχοποιίας καθώς και στο κάτω μέρος επιχρίσμα3. Οικονόμου Κώστας, «Τοπωνυμικό Ζαγορίου», Διδακτορική διατριβή, Ιωάννινα 1986, Σελ. 849 [st dzamina] ο δίδυμος (λατ. geminus). 4, Υπάρχει επιτοίχια εγχάρακτη μαρμάρινη πλάκα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οδοιπορικό στις

βρύσες

175

τος της δεξιάς κόγχης πιθανότατα να έγιναν επισκευές στη βρύση το 1955. Η προηγούμενη υπόθεση ενισχύεται και από την ύπαρξη μικρής οριζόντιας εσωχής στο κεντρικό τμήμα της τοιχοποιίας πάνω από τις βρύσες και κάτω από την κόγχη που πιθανότατα να αποτελεί τμήμα προγενέστερης αβαθούς τοξωτής κόγχης. 5. Η Βρύση Παράσχη Είναι μία από τις ομορφότερες και η παλαιότερη βρύση του οικισμού. Βρίσκεται στην ΒΑ πλευρά του οικισμού, στη θέση Άργι5 και δίπλα στο κτήριο της Κασαρία6 Φασούλα, πρώην αρχοντικό Παράσχη.7 (39ο 35΄ 10.99΄΄Β - 21ο 07΄ 14.37΄΄Ε). Όπως μαρτυρά η εντοιχισμένη εγχάρακτη επιγραφή, κατασκευάστηκε το 1768. Είναι μια ανεξάρτητη και αυτόνομη ορθογώνια κατασκευή, με επιμελημένη τοιχοποιία από τοπικό υπόλευκο σχιστόλιθο, σε σειρά, εξωτερικών διαστάσεων 4,10Χ5,20 μ. με συμπαγή τοιχοποιία, πάχους 65 εκ. στις δύο πλευρές και με τόξα στις υπόλοιπες. Οι δόμοι των τόξων είναι επίσης επιμελημένης κατασκευής με μικρότερο πλάτος από την τοιχοποιία ώστε να υποχωρούν από την επιφάνειά της και στέφονται με λίθινη ταινία. Τα τόξα έχουν μικρότερο άνοιγμα από το άνοιγμα των πεσσών και στηρίζεται στη γένεσή του σε δύο προεξέχοντα διαμορφωμένα φουρούσια. Στις εξωτερικές όψεις και πάνω από τα τόξα διαμορφώνονται τετράγωνες κόγχες, δύο στη δυτική και μία στην νότια. Η εξωτερική τοιχοποιία στέφεται από δύο προεξέχουσες «γριπίδες» όπου και απολήγει η επικάλυψη της στέγης που είναι με νεότερη σχιστόπλακα. Εσωτερικά η στέγαση είναι με λιθόκτιστο θόλο, ελαφρώς ελλειψοειδή που στηρίζε-

5. Οικονόμου Κώστας, όπ. Ιωάννινα 2010, σελ. 17, περιφραστικό τοπωνύμιο, arye «το αλώνι» < λατ. Area. 6. Η ονομασία του κτηρίου Κασαρία οφείλεται στη χρήση ενός τμήματος του κτηρίου ως τυροκομείο όπου παράγονταν κασέρια. 7. Τα μέλη της οικογένειας Παράσχη ήταν αρχικά έμποροι στα Γιάννενα από το 1763 και αργότερα στη Βενετία και το Λιβόρνο (1799-1811). Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


176

Βασίλειος Κ. Κασκάνης

ται σε προεξέχουσα λίθινη κορνίζα με στρογγυλεμένη την ελεύθερη άκρη της, στη συνέχεια το φορτίο μεταφέρεται σε τέσσερα σφαιρικά τρίγωνα και σε στενά προεξέχοντα ανακουφιστικά τόξα, δύο στη βόρεια, ένα στην ανατολική και ένα στη νότια πλευρά, που εξυπηρετούν πέρα από την μεταφορά των φορτίων και τον τετραγωνισμό της ορθογώνιας κάτοψης, ώστε να διευκολυνθεί η κατασκευή του θόλου. Στο εσωτερικό υπάρχουν δύο μικρά πεζούλια αριστερά και δεξιά του νότιου τόξου και άλλο ένα που διαμορφώνεται σε όλο το μήκος της βόρειας πλευράς. Στην ανατολική τοιχοποιία υπάρχουν δύο λίθινες «χούφτες» με συνεχόμενη ροή νερού και από πάνω τους δύο κόγχες. Οι βρύσες και οι κόγχες περικλείονται από δίλοβο τόξο όπου στο κέντρο και πιο πάνω από την συμβολή υπάρχει εντοιχισμένη σε κόγχη εγχάρακτη πλάκα με παράσταση διακοσμημένου σταυρού, δύο κυπαρισσιών στις άκρες, την χρονολογία κατασκευής της 17 68, ΙΟΥΝΙΟΥ-20 και στο τέλος η λέξη «Ε Γ Ι Ν Ι Υ Π Ι Γ Ι». Στο δάπεδο είναι διαμορφωμένες δύο λεκάνες σε συνέχεια και κατά μήκος της ανατολικής πλευράς όπου συλλέγεται το τρεχούμενο νερό και ανοικτοί αύλακες για την απομάκρυνσή του, το υπόλοιπο δάπεδο είναι με λιθόστρωτο σε σειρά από τοπικό σχιστόλιθο. 6. Η Βρύση Κέλη Συνεχίζοντας το μονοπάτι, από την βρύση του Παράσχη, δίπλα και δεξιά από το κτήριο της Κασαρία Φασούλα, προς τον γειτονικό οικισμό Συρράκο, σε μικρή απόσταση και κάτω από πλάτανο, συναντούμε τη βρύση Κέλη. (39ο 35΄ 11.80΄΄ Β - 21ο 07΄ 11.24΄΄ Ε) Είναι διαμορφωμένη σε σχήμα Γ μήκους 3,06 και 5,57 μ. Στη στενή πλευρά είναι διαμορφωμένο πεζούλι μήκους 2,50μ. και στην άλλη η βρύση, μήκους 2,85μ. με δύο «χούφτες» και στο υπόλοιπο τμήμα της τοιχοποιία με πεζούλι. Στο κέντρο και πάνω από τις «χούφτες» διαμορφώνεται μικρή ορθογώνια κόγχη, διαστάσεων 25Χ35Χ24 εκ. που περιβάλλεται με ορθογώνια αβαθή κεκλιμένη κόγχη, βάθους στο ανώτερο τμήμα 5 εκ. που σβήνει στη βάση της, μήκους 1,53 μ. και ύψους 98 εκ. Η στέψη είναι καμπύλου σχήματος και στέφεται με σχιστόπλακα που έχει τοποθετηθεί πρόσφατα. Στο χώρο εκτελούνται εργασίες ανάπλασης με την κατασκευή πλακόστρωτων, πεζουλιών και λιθόστρωτων προσβάσεων. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οδοιπορικό στις

βρύσες

177

7. Η Βρύση Κώτσια Συναντούμε τη μικρή καλαίσθητη βρύση χαμηλότερα και στα δυτικά του κτηρίου της Κασαρία Φασούλα, περνώντας από το μικρό γεφύρι του Κώτσια, στο ανηφορικό μονοπάτι στα δεξιά (39ο 35΄ 09.36΄΄Β - 21ο 07΄ 08.44΄΄Ε). Εντάσσεται στην τοιχοποιία αντιστήριξης της γειτονικής ιδιοκτησίας, είναι απλής μορφής και αποτελείται από τοιχοποιία μήκους 1,95 μ., πάχους 65 εκ. και ύψους 1,76μ. Στις δύο άκρες της είναι διαμορφωμένες παραστάδες πλάτους 55 εκ. με προεξοχή 8εκ από την επιφάνεια της τοιχοποιίας. Η βρύση είναι κατασκευασμένη με επιμελημένη τοιχοποιία και έχει μία λίθινη «χούφτα» και μια κόγχη στο μέσον της τοιχοποιίας. Στα αριστερά της διαμορφώνεται πεζούλι και εμπρός της λεκάνη για συλλογή των νερών και ανοιχτά αυλάκια απορροής και απομάκρυνσης του πηγαίου νερού. 8. Η Βρύση Τζαπούνου Βρίσκεται εκτός οικισμού, στην ΒΔ είσοδο και πάνω στο λιθόστρωτο μονοπάτι για Συρράκο (39ο 35΄ 08.94΄΄Β - 21ο 07΄ 04.63΄΄Ε). Σε κόγχη στο κέντρο της εντοιχισμένη εγχάρακτη μαρμάρινη πλάκα πληροφορεί ότι αναστηλώθηκε το 1988 από την οικογένεια Σωτήρη Μπριάκου. Είναι απλής μορφής και αποτελείται από αργολιθοδομή μήκους 5,50 μ., πάχους 50 εκ. και ύψους 1,50 μ. πλέον της δίκλινης στέψης κατά 1,10 μ. Χαμηλά, στο κέντρο της, διαμορφώνεται ποτίστρα, έξοδος νερού με πλαστική σωλήνα και πεζούλια στα πλάγια Σε χαμηλότερη στάθμη, στην άλλη πλευρά του μονοπατιού, προς τη χαράδρα έχει διαμορφωθεί, γύρω από τον πλάτανο, μικρό πλάτωμα με λιθόκτιστη τοιχοποιία αντιστήριξης. 9. Η Βρύση Σιούτου Βρίσκεται στα δυτικά, χαμηλότερα από τη βρύση Κώτσια, στα ΒΔ του οικισμού και στα πλάγια του αμαξιτού χωματόδρομου (39ο 35΄ 07.68΄΄Β - 21ο 07΄ 10.08΄΄Ε). Είναι απλής μορφής και κατασκευή σε σχήμα Π ενταγμένη στην πλαγιά. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


178

Βασίλειος Κ. Κασκάνης

Αποτελείται από συμπαγή τοιχοποιία μήκους 3,60 μ., ύψους 2,50 μ., όπου υπάρχει η βρύση σε «χούφτα» και διαμορφώνεται μια μικρή κόγχη. Όλη η κατασκευή είναι από υπόλευκο σχιστόλιθο με επιμελημένη τοιχοποιία σε σειρά. Η απόληξη της τοιχοποιίας της βρύσης είναι οριζόντια και οι δύο πλάγιες πλευρές διαμορφώνονται με λιθόκτιστες τοιχοποιίες, πάχους 50 εκ. και μεταβλητού ύψους. Οι τοιχοποιίες της βρύσης παρουσιάζουν αποκλίσεις από την κατακόρυφο και κυρίως οι δύο πλάγιες, λόγω διάβρωσης του εδάφους. 10. Η Βρύση Μπαζάκη Βρίσκεται σε πλάτωμα στη θέση «Πλάκα», στη δυτική είσοδο του οικισμού (39ο 35΄ 05.19΄΄Β-21ο 07΄ 13.11΄΄Ε) Όπως μαρτυρά εντοιχισμένη εγχάρακτη επιγραφή, χρηματοδοτήθηκε από τον Νικόλαο Μπαζάκη8 και κατασκευάστηκε το 1982. Αποτελείται από συμπαγή τοιχοποιία μήκους 2,82 μ., ύψους 1,61 μ. και πάχους 60 εκ. Στην μια όψη της όπου υπάρχει η βρύση σε «χούφτα» διαμορφώνεται αβαθές τόξο. Η τοιχοποιία απολήγει σε τριγωνικό αέτωμα που ορίζεται με προεξέχουσα λίθινη κορνίζα. Στις άλλες δύο πλάγιες πλευρές διαμορφώνονται λιθόκτιστα χαμηλά πεζούλια, ύψους 45-50 εκ. Όλη η κατασκευή είναι από υπόλευκο σχιστόλιθο με επιμελημένη τοιχοποιία σε σειρά. 11. Η Βρύση Μπαργιάννη ή Πόσου Κατεβαίνοντας το καλντερίμι από τις γέφυρες Μπότη και Μπίζιου και πριν περάσουμε από το γεφυράκι Μίντζα στα δεξιά θα συναντήσουμε τη βρύση Μπαργιάννη (39ο 35΄ 06.59΄΄ Β - 21ο 07΄ 16.34΄΄ Ε). Είναι η μοναδική βρύση του οικισμού που έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με την Υ.Α. ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ /4668/23660/13-05-1998 8. Μπαζάκη: οικογένεια με βιομηχανία σαπωνοποιίας στη Ζάκυνθο (18ος – 19ος αι.). Εκεί κοντά θα αναζητήσουμε το αρχοντικό της οικογένειας Δουρούτη, σήμερα οικία ιδιοκτησίας οικογένειας Γκογκάκη. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οδοιπορικό στις

βρύσες

179

(ΦΕΚ 545/Β΄/ 3-06-1998) γιατί αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής και εκφράζει τον τρόπο επιβίωσης των κατοίκων της εποχής εκείνης και είναι σημαντικό για τη μελέτη της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής. Είναι κατασκευασμένη με επιμελημένη τοιχοποιία από τοπικό υπόλευκο σχιστόλιθο, σε σειρά, ορθογώνιας κάτοψης σε σχήμα Π, με ελεύθερο τμήμα του σκέλος του και εντάσσεται στην λιθόκτιστη αντιστήριξη της όμορης ιδιοκτησίας, εξωτερικών διαστάσεων 3,02Χ0,62 μ. και ύψους 1,90 έως 2,71 μ. λόγω της κλίσης του οδοστρώματος. Στεγάζεται με καμάρα ανοίγματος 1,84 μ. και πλάτους 1,13μ. σε όλο το βάθος της. Οι δόμοι του τόξου είναι επιμελημένης κατασκευής και υποχωρούν από την επιφάνεια της λιθοδομής και στέφονται με λίθινη ταινία. Στο στεγασμένο τμήμα της στις δύο πλευρές διαμορφώνονται λιθόκτιστα πεζούλια πλάτους 40 εκ. και μήκους 94 εκ. Στο βάθος η βρύση ρέει σε λαξευμένη πέτρινη «χούφτα», από πάνω της διαμορφώνεται αβαθές τόξο και στο κέντρο της μια κόγχη διαστάσεων 23Χ30Χ22 εκ. Όπως μαρτυρούν οι κατασκευαστικοί αρμοί και το καλυμμένο τμήμα του εσωτερικού αβαθούς τόξου πάνω από την παροχή της βρύσης, κατασκευάσθηκε σε δύο φάσεις. Αρχικά έγινε η τοιχοποιία της βρύσης και σε δεύτερη φάση προστέθηκε η καμάρα. Για τη διευκόλυνση των περαστικών το ελεύθερο σκέλος της στην εξωτερική γωνία φέρει απότμηση στα 63 εκ. από τη βάση της. Η απόληξη των ελεύθερων όψεων είναι οριζόντια και στέφεται με οριζόντια προεξέχουσα γριπίδα. 12. Η Βρύση Μπίζιου Πρόκειται για ιδιωτική στεγασμένη βρύση. Είναι διαμορφωμένη περιμετρικά με τοιχοποιίες που εντάσσεται σε αυτόνομο κτήριο εντός της φερόμενης ιδιοκτησίας Μπίζιου. (39ο 35΄ 06.01΄΄ Β - 21ο 07΄ 15.51΄΄ Ε). Στη συνέχεια του χώρου της βρύσης τα νερά περνούν από τον γειτονικό όμορο παραδοσιακό χώρο υγιεινής για καθαρισμό τους. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


180

Βασίλειος Κ. Κασκάνης

Στεγάζεται με νεότερη μονόριχτη στέγη και η βρύση αποτελείται από μια λίθινη χούφτα και πεζούλια στις περιμετρικές τοιχοποιίες. Η τοιχοποιία σχηματίζει αναβαθμούς διότι στο μεγαλύτερο μέρος της είναι υπόγεια και η τοιχοποιία αποτελεί τοίχο αντιστήριξης του περιμετρικού εδάφους. 13. Η Βρύση Γκατζόγια Βρίσκεται δίπλα στην είσοδο και στον προαύλιο χώρο του Κοινοτικού Καταστήματος. (39ο 35΄ 05.18΄΄Β 21ο 07΄ 19.35΄΄Ε). Όπως μαρτυρά η εντοιχισμένη εγχάρακτη επιγραφή, χρηματοδοτήθηκε από τον Νικ. Γκατζόγια εις μνήμη του Μιχαήλ Νικ. Γκατζόγια 1908-1996. Αποτελείται από συμπαγή τοιχοποιία μήκους 3,12 μ., ύψους 2,36 μ. και πάχους 48 εκ. Στην όψη της υπάρχει βρύση σε «χούφτα». Στη συνέχεια διαμορφώνεται ένα αβαθές τόξο με δύο κόγχες συμμετρικά της που στέφονται με αβαθή τόξα. Το τελείωμα της τοιχοποιίας είναι οριζόντιο με προεξέχουσα σχιστόπλακα. Σε επέκταση, στις δύο πλευρές και σε σχήμα Π, διαμορφώνονται λιθόκτιστα χαμηλά πεζούλια, ύψους και πλάτους 45εκ. Όλη η κατασκευή είναι από σχιστόλιθο με επιμελημένη τοιχοποιία σε σειρά. Η βρύση τροφοδοτείται από το δίκτυο ύδρευσης του οικισμού. 14. Η Βρύση Νέσση ή Κοντοχρόνη Είναι η πιο ενδιαφέρουσα βρύση του οικισμού, ισάξια με του Παράσχη. Σε κόγχη, υπάρχει εντοιχισμένη εγχάρακτη πλάκα, με παράσταση σταυρού. Η χρονολογία κατασκευής της 1814. Βρίσκεται σε συμβολή λιθόστρωτων μονοπατιών και έχει πολύ ενδιαφέρον η διαμόρφωσή της και η ένταξή της σε σχέση με τον δρόμο, την είσοδο της γειτονικής ιδιοκτησίας και στη χρήση του δώ-

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οδοιπορικό στις

βρύσες

181

ματος της βρύσης, ως επέκταση της αυλής του όμορου αρχοντικού. (39ο 35΄ 04.47΄΄Β - 21ο 07΄ 18.35΄΄Ε). Διαμορφώνεται σε γωνία, στη μια πλευρά της είναι η βρύση και στην άλλη η είσοδος της ιδιοκτησίας. Έχει σχήμα Π με άνοιγμα 3,40Χ1,72 μ. Στεγάζεται με καμάρα αρχικού ανοίγματος 2,60 μ. που μειώνεται σταδιακά στα 2,11μ. και πλάτους 1,37μ. στη μια πλευρά και 1,83μ. στην άλλη. Οι δόμοι του τόξου είναι επιμελημένης κατασκευής. Στο στεγασμένο τμήμα της στη δεξιά πλευρά διαμορφώνεται μια τετράγωνη κόγχη. Στο βάθος ρέουν δύο βρύσες σε λαξευμένες πέτρινες «χούφτες», από πάνω τους διαμορφώνεται αβαθές τόξο με μια κόγχη διαστάσεων 25Χ20Χ26 εκ. και ψηλότερα υπάρχει χαραγμένος σταυρός σε πέτρα και εντοιχισμένη εγχάρακτη πλάκα με τη χρονολογία κατασκευής της. Για τη διευκόλυνση των περαστικών το ελεύθερο σκέλος της έχει ημικυκλική μορφή και η αριστερή γωνία φέρει απότμηση. Το πάνω μέρος της στέφεται με πεζούλι και αποτελεί επέκταση αυλής του όμορου αρχοντικού. Το συνολικό ύψος της κατασκευής είναι 4,93μ. που μειώνεται στα 3,99μ. λόγω της κλίσης του οδοστρώματος. 15. Η Βρύση Τασούλη Βρίσκεται δίπλα στο γεφύρι του Μπεσίρη, είναι η πιο απλή βρύση του οικισμού και διαμορφωμένη σε τοιχοποιία αντιστήριξης. (39ο 35΄ 03.90΄΄ Β - 21ο 07΄ 20.03΄΄ Ε). Αποτελείται από τη βρύση με μεταλλικό σωλήνα και μια μικρή κόγχη. 16. Οι Βρύσες Γκούρα9 Είναι η κεντρική βρύση του οικισμού και βρίσκεται στην κεντρική πλατεία κάτω από το διώροφο κοινοτικό κατάστημα που χρονολογείται στα 1899 (39ο 35΄ 01.53΄΄ Β - 21ο 07΄ 20.88΄΄ Ε). Αποτελείται από δύο χώρους που χωρίζονται με μεσοτοιχία στην οποία διαμορφώνονται δύο τόξα. Στον πρώτο χώρο είναι διαμορφωμένες τρείς βρύσες, δύο με «χούφτες» και μία με μεταλλικό σωλήνα. Στην τοιχοποιία είναι διαμορφωμένες μικρές τετράγωνες και μεγαλύτερες τοξωτές κόγχες που περιβάλλονται από δύο αβαθή τόξα. Στεγάζεται με οριζόντια πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος που παλιότερα αντικατέστησε αρχικό ξύλινο δάπεδο . Ο δεύτερος χώρος επεκτείνεται στη δυτική πλευρά του πρώτου χώρου, έχει 9. Οικονόμου Κώστας, όπ. Σελ. 29. Γκούρα, η [sti gura, la gura] «το στόμα//η πηγή ποταμού» και αυτό από το λατ. gula «το λαρύγγι». Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


182

Βασίλειος Κ. Κασκάνης

τρείς βρύσες με νεότερες λίθινες χούφτες και στεγάζεται με πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος, κάτω από την νεότερη επέκταση του ορόφου. Πριν από την νεοτερική επέκταση στεγαζόταν με μονόκλινη αυτοφερόμενη ξύλινη στέγη και επικάλυψη από σχιστόπλακα, στηριζόμενη στους τρεις υπάρχοντες πεσσούς. Παλαιότερα στα δυτικά του περιβάλλοντος χώρου ήταν διαμορφωμένη και κοπάνα10 για πλύσιμο μάλλινων ρούχων και στρωσιδιών. 17. Η Βρύση Φίτρω Βρίσκεται σε ένα σύμπλεγμα μικρών γεφυριών στο μονοπάτι από την κεντρική Πλατεία προς την εκκλησιά του Αγ. Νικολάου, κοντά στα χαλάσματα του σπιτιού της οικογένειας Βούλγαρη και πάνω από τη γέφυρα του Φασούλα (39ο 35΄ 01.78΄΄ Β - 21ο 07΄ 24.91΄΄ Ε). Είναι απλής μορφής και διαμορφωμένη στην τοιχοποιία αντιστήριξης του μονοπατιού, δίπλα στο ρέμα και τη γέφυρα Πάτη, με μια «χούφτα» και δύο κόγχες μικρών διαστάσεων. Ο χώρος λόγω του διπλανού διερχόμενου ρέματος και της διαμόρφωσής του εξυπηρετούσε το πλύσιμο ρούχων και στρωσιδιών. 18. Η Βρύση Πάτη ή Ζαρίμπα Είναι κατασκευασμένη με επιμελημένη τοιχοποιία, σε σειρά από τοπικό υπόλευκο σχιστόλιθο, ορθογώνιας κάτοψης σε σχήμα Π, και εντάσσεται στη λιθόκτιστη αντιστήριξη της όμορης ιδιοκτησίας (39ο 35΄ 00.74΄΄ Β - 21ο 07΄ 26.30΄΄ Ε). 10. Οικονόμου Κώστας, ό.π. Ιωάννινα 1986, σελ. 203, Μικρή σχεδόν ομαλή και επίπεδη επιφάνεια που έχει σχήμα σκάφης. Οικονόμου Κώστας: όπ. Ιωάννινα 2010, σελ. 46 [la kupani] Τοποθεσία όπου υπάρχει ξύλινη ποτίστρα για τα ζώα, γούβα με νερό, τάφρος. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οδοιπορικό στις

βρύσες

183

Σύμφωνα με την εγχάρακτη εντοιχισμένη επιγραφή που σώζεται πάνω από τη βρύση κατασκευάσθηκε το 1931 και ανακαινίσθηκε στη μνήμη Νίκου και Δώρας Ζαρίμπα το 1986, σύμφωνα με την επιτοίχια εγχάρακτη πλάκα που βρίσκεται χαμηλότερα. Είναι εξωτερικών διαστάσεων 3,55Χ2,00μ. και ύψους 2,04 έως 2,15 μ. λόγω της κλίσης του οδοστρώματος, πλέον της αετωματικής στέγασης, ύψους 95 εκ. που είναι δίρρυχτη, αυτοφερόμενη με ξύλινα ζευκτά και επικάλυψη από σχιστόπλακα. Στο στεγασμένο τμήμα της στις δύο πλευρές και σε όλο το βάθος της διαμορφώνονται λιθόκτιστα πεζούλια πλάτους 33 εκ.. Στο βάθος η βρύση ρέει σε σύγχρονη λαξευμένη πέτρινη «χούφτα» και πάνω της διαμορφώνεται μια κόγχη διαστάσεων 20Χ27Χ23 εκ. Στην όψη της η αετωματική στέγη, για προστασία των ζευκτών, καλύπτεται με λαμαρίνα που η βάση της είναι διαμορφωμένη με κυματοειδή διακόσμηση. 19. Η Βρύση Μουσαφίρη Βρίσκεται σε μικρό πλάτωμα αριστερά της εξωτερικής εισόδου της οικίας Μουσαφίρη στο νοτιοδυτικό άκρο του οικισμού (39ο 34΄ 59.45΄΄ Β - 21ο 07΄ 18.65΄΄ Ε). Κατασκευάστηκε το 1957, όπως μαρτυρά η εγχάρακτη επιγραφή σε λίθο της αετωματικής απόληξής της. Είναι απλής μορφής και κατασκευής. Αποτελείται από συμπαγή τοιχοποιία μήκους 1,53 μ., πάχους 61 εκ. και ύψους 1,37 μ. πλέον της τριγωνικής απόληξης κατά 39 εκ. Στην μια όψη της υπάρχει μεταλλικός σωλήνας για τη ροή του νερού και κόγχη διαστάσεων 21Χ18Χ21 εκ. Στη βάση της διαμορφώνεται σκάφη από σκυρόδεμα διαστάσεων 100Χ60Χ26 εκ. 20. Η Βρύση Πατούνη ή Τζαλαβρά Βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του μονοπατιού που οδηγεί από την βρύση Γκόντρου στην κεντρική πλατεία και πριν το γεφύρι του Ρίζου (39ο 34΄ 58.04΄΄ Β - 21ο 07΄ 25.92΄΄ Ε). Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


184

Βασίλειος Κ. Κασκάνης

Σύμφωνα με εντοιχισμένη εγχάρακτη επιγραφή χρηματοδοτήθηκε και κατασκευάσθηκε στη μνήμη του Χρήστου Γ. Τζαλαβρά (1888-1952) από τις κόρες του. Η τεχνική της κατασκευής, με λίθους και πλάκες σύγχρονης κοπής, μαρτυρά ότι κατασκευάσθηκε την τελευταία τριακονταετία. 21. Η Βρύση Γύφτου Στα ανατολικά του Ενοριακού Ναού, αφιερωμένου στον Άγιο Νικόλαο, και σε μικρή απόσταση μετά τη γέφυρα Μπακαγιάννη πάνω στο δύσβατο μονοπάτι υπάρχει η εγκαταλειμμένη βρύση του Γύφτου (39ο 35΄ 00.54΄΄Β - 21ο 07΄ 33.07΄΄Ε). Είναι σε κάτοψη σχήματος Π, εξωτερικών διαστάσεων 2,91Χ1,70 μ. Καλυπτόταν με μονόκλινη στέγη με ξύλινη φέρουσα κατασκευή και επικάλυψη από σχιστόπλακα. Στο δεξί προεξέχον σκέλος της είναι διαμορφωμένη τετράγωνη κόγχη διαστάσεων 68Χ57 εκ. βάθους 30 εκ. και ξύλινο αποσαθρωμένο υπέρθυρο. Η βρύση είναι με λίθινη «χούφτα» και ψηλότερα με μια κόγχη μικρών διαστάσεων 26Χ20Χ20 εκ. Η τοιχοποιία είναι επιμελημένης κατασκευής με καλομελετημένους σχιστόλιθους σε σειρά και στη στέψη του φέρει νεότερο λεπτό διάζωμα από άοπλο σκυρόδεμα. Ο χώρος είναι κατάφυτος με άναρχη φυσική βλάστηση που ευνοείται από το περιβάλλον. 22. Η Βρύση Κόντρου11 Βρίσκεται στην ΝΔ πλευρά του οικισμού στην πλατεία που είναι και η είσοδος από την Κηπίνα. (39ο 34΄ 58.53΄΄Β - 21ο 07΄ 30.31΄΄Ε). Όπως μαρτυρά επιτοίχια μαρμάρινη εγχάρακτη πλάκα χρηματοδοτήθηκε από τον Πανθεσσαλικό Σύλλογο Καλαρρυτινών και κατασκευάστηκε το 1985. Είναι μια ανεξάρτητη και αυτόνομη, τετράγωνης κάτοψης, κατασκευή από υπόλευκο σχιστόλιθο εξωτερικών διαστάσεων 3,30Χ3,37 μ., με συμπαγή τοιχοποιία, στη μια πλευρά και τμήμα στις άλλες δύο, μήκους 2,00 μ. και πάχους 40 εκ. και δύο κίονες κυκλικής διατομής που στηρίζονται σε τετράγωνες χαμηλές 11. Οικονόμου Κώστας, όπ. Ιωάννινα 2010,σελ. 43: Κόντρου [la kondru], Η ονομασία του τόπου πιθανώς από τη σημασία «τόπος προφυλαγμένος» Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οδοιπορικό στις

βρύσες

185

λιθόκτιστες βάσεις. Έχει επιμελημένη τοιχοποιία σε σειρά και εντάσσεται στους λιθόκτιστους αναβαθμούς διαμόρφωσης της πλατείας. Στεγάζεται με αυτοφερόμενη ξύλινη στέγη και φέρει επικάλυψη από μαύρη σχιστόπλακα. 23. Η Βρύση Πελέκη Βρίσκεται στα Δυτικά και χαμηλά του οικισμού στην πλαγιά πάνω από την χαράδρα (39ο 34΄ 58.69΄΄Β - 21ο 07΄ 12.70΄΄Ε). Αποτελείται από μια τοιχοποιία με αργολιθοδομή, έχει μια «χούφτα» απορροής και μια μικρή κόγχη. Βρίσκεται σε κακή κατάσταση με ρηγματώσεις, απόκλιση από την κατακόρυφο και αποσάθρωση της λιθοδομής. Ο χώρος είναι κατάφυτος με άναρχη φυσική βλάστηση που ευνοείται από το περιβάλλον. 24. Η Βρύση Κουκούλι12 Βρίσκεται στη σκάλα (μονοπάτι) της απόκρημνης πλαγιάς, στα ΝΔ των Καλαρρυτών προς Κηπίνα, κάτω από χαρακτηριστικά πλατάνια της περιοχής και σε απόσταση 10΄ της ώρας, ήρεμης πεζοπορίας, από την ασφαλτοστρωμένη οδό (39ο 35΄ 45.86΄΄Β - 21ο 07΄ 30.14΄΄Ε). Είναι μια απλή βρύση με επιμελημένη καλολαξευμένη λιθοδομή σε σειρά διαστάσεων πλάτους 2,20 μ. πάχους 53 εκ. και μέγιστου ύψους 1,69μ. πλέον της δίκλινης στέψης με αργολιθοδομή 64 εκ. Το νερό ρέει από λίθινη «χούφτα» σε ποτίστρα. Δίπλα από την βρύση υπάρχει μεταλλικό εικονοστάσι13 δωρεά αδελφών Γ. Μουσαφίρη 1969 και σύγχρονα λιθόκτιστα πεζούλια. 25. Η Βρύση Γεροδήμου Είναι μια νεότερη βρύση και βρίσκεται δίπλα στην ασφαλτοστρωμένη οδό προς τους Καλαρρύτες (39ο 35΄ 05.19΄΄Β - 21ο 07΄ 13.11΄΄Ε). Σύμφωνα με 12. Οικονόμου Κώστας, όπ. Σελ. 46, Κουκούλι [stu kukul / la kukul], Ονομασία απότομης πλαγιάς με πλούσια βλάστηση. 13. Δωρεά αδελφών Γ. Μουσαφίρη, 1969. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


186

Βασίλειος Κ. Κασκάνης

εντοιχισμένη εγχάρακτη μεταλλική επιγραφή, κατασκευάστηκε με δαπάνη του Σωτηρίου Γεροδήμου εις μνήμην της κόρης του. Αποτελείται από συμπαγή τοιχοποιία μήκους 2,20 μ., ύψους 0,99 μ. και πάχους 69 εκ. Στη μια όψη της υπάρχει η βρύση σε «χούφτα» και αβαθής τετράγωνη κόγχη. Όλη η κατασκευή είναι από υπόλευκο σχιστόλιθο με επιμελημένη τοιχοποιία σε σειρά και η απόληξη της τοιχοποιίας είναι δίκλινη και επικαλύπτεται με τοπική σχιστόπλακα. Στις δύο πλάγιες πλευρές διαμορφώνονται λιθόκτιστα χαμηλά πεζούλια, μήκους 85 εκ., πλάτους 45 εκ. και ύψους 40-45 εκ. Η κατάσταση διατήρησης των βρυσών κρίνεται από μέτρια έως και κακή. Μέχρι σήμερα έχουν γίνει διάφορες εργασίες συντήρησης και μικροστερεώσεις από τους περίοικους με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί σε μερικές η αρχική μορφή τους. Σε αρκετές περιπτώσεις εντοπίζονται επιφάνειες που καλύπτονται από παχύ στρώμα ασβέστη ή τσιμέντου. Γενικά δεν παρουσιάζουν σημαντικά στατικά προβλήματα και σώζονται εξολοκλήρου όλα τα μορφολογικά, αρχιτεκτονικά και δομικά στοιχεία τους και χρήζουν μίας συντήρησης με εργασίες μικρής κλίμακας π.χ. καθαρισμό του περιβάλλοντος χώρου από τη βλάστηση, καθαρισμό των λιθοδομών, καθαίρεση των ακαλαίσθητων συμπληρώσεων και των αρμολογημάτων από τσιμεντοκονίαμα, συμπλήρωση των κατασκευών όπου απαιτείται στην αρχική τους μορφή μετά από τεκμηρίωση και μελέτη των σωζόμενων στοιχείων της μορφής τους. Οι βρύσες είναι απλά κτίσματα μικρών διαστάσεων, λιθόκτιστες επιμελημένες κατασκευές με υλικά της περιοχής, ανεξάρτητες ή διαμορφωμένες σε πλαγιά όπου υπάρχει φυσική πηγή, σε σημεία κατά μήκος μονοπατιών, στην είσοδο ή έξοδο του χωριού, σε πλατώματα, σε σταυροδρόμια των γειτονιών, προσαρμοσμένες στα δεδομένα και τις ανάγκες του τόπου για την εξυπηρέτηση των χρηστών, με δική τους δεξαμενή, αυλάκια για την απορροή, με διαμορφωμένα πεζούλια για ξεκούραση ή τη διευκόλυνση στο φόρτωμα, στεγασμένες ή υπαίθριες, κάτω από τον πλάτανο που σκίαζε και δρόσιζε το χώρο τους θερινούς μήνες. Στην έξοδο του νερού συνήθως υπάρχει μεταλλικός σωλήνας που ρέει ελεύθερα ή λίθινη «χούφτα». Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οδοιπορικό στις

βρύσες

187

Οι τοιχοποιίες μπορεί να είναι απλές ή και διακοσμημένες με αβαθή τόξα, με τοξωτές ή τετράγωνες εσοχές και κόγχες «παραθύρες» όπου τοποθετούνταν ή φυλάσσονταν χρηστικά αντικείμενα για τη λήψη του νερού, όπως χάλκινες κούπες, τα «τάσια». Σε αρκετές εντοπίζονται εντοιχισμένες σε κόγχες ή επιτοίχιες επιγραφές με στοιχεία για τη χρονολογία κατασκευής τους, τον χρηματοδότη ή τον κατασκευαστή και λιθανάγλυφα ή εγχάρακτα διακοσμητικά στοιχεία, σταυροί, κυπαρίσσια, φίδια, δράκοι. Το πλήθος των λαϊκών παραδόσεων, τα δημοτικά τραγούδια, τα διάφορα έθιμα και λαϊκά δρώμενα αλλά και σημαντικά γεγονότα που συντελούνταν σ' αυτά όπως και η συνηθισμένη πόζα για μια φωτογραφία δίπλα σε βρύσες, είναι χαρακτηριστικά δείγματα της μεγάλης σημασίας και αξίας που έδιναν οι άνθρωποι στο νερό και σ’ αυτά τα κτίσματα. Η βρύση στο χωριό είναι κάτι το ξεχωριστό. Καθώς όμως μπήκε τρεχούμενο νερό στα νοικοκυριά, λίγο πολύ ταυτόχρονα με το ηλεκτρικό, στέρεψε με μιας και η «μυθολογία της Βρύσης. Έμειναν μόνο οι φωτογραφίες να θυμίζουν την παλιά εποχή και τον υπέροχο κόσμο της. * Ο Βασίλειος Κασκάνης είναι αρχιτέκτονας

Αποτύπωση της Βρύσης Παράσχη: Κύρια όψη - Κάτοψη

Αποτύπωση της Βρύσης Παράσχη: Τομή - Άνοψη

Αποτύπωση της Βρύσης Μπαργιάννη: Κύρια όψη - Κάτοψη

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


188

Αποτύπωση της Βρύσης Τσόρα: Κύρια όψη - Κάτοψη

Αποτύπωση της Βρύσης Νέσση, Κοντοχρόνη: Κύρια όψη - Κάτοψη

Τζουμερκιώτικα Χρονικά

Βασίλειος Κ. Κασκάνης

Αποτύπωση της Βρύσης Πάτη: Κύρια όψη - Κάτοψη

Αποτύπωση της Βρύσης Μπαζάκη: Κύρια όψη - Κάτοψη


Ο Ρ Ε Ι Ν Ο Ι Ο Ι Κ Ι Σ Μ Ο Ι & ΦΥ Σ Ι Κ Ο Π Ε Ρ Ι Β Α Λ Λ Ο Ν Παύλος Σμύρης*

Η αξία του πολιτισμικού τοπίου για την οικοανάπτυξη των Τζουμέρκων

Σ

τις αρχές του 20ου αιώνα διατυπώθηκε ο πρώτος ορισμός για το πολιτισμικό τοπίο, σύμφωνα με τον οποίο ο πολιτισμός είναι ο παράγοντας, η φυσική περιοχή είναι ο φορέας και το αποτέλεσμα είναι το πολιτισμικό τοπίο. Στο πολιτισμικό τοπίο η διάρθρωση, η ποιότητα και η λειτουργία των χωροψηφίδων (η μικρότερη μονάδα του τοπίου) είναι το αποτέλεσμα πολυετούς αλληλεπίδρασης φυσικών δυνάμεων και ανθρώπου. Για τη διατήρηση του πολιτισμικού τοπίου είναι απαραίτητη η ανθρώπινη διαχείρισή του και για το λόγο αυτό είναι εύθραυστο και επιστρέφει στη φυσική του μορφή, όταν εκλείψει ή μειωθεί η ανθρώπινη επέμβαση. Η μεταβολή των τοπίων είναι η έκφραση της δυναμικής αλληλεπίδρασης μεταξύ φυσικών και πολιτισμικών δυνάμεων του περιβάλλοντος. Τα πολιτισμικά τοπία είναι το αποτέλεσμα μιας αλλεπάλληλης αναδιοργάνωσης της γης, ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη προσαρμογή των χρήσεων και της χωρικής τους διάρθρωσης ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές απαιτήσεις. Τα τοπία που έχουν μια ιστορική διάσταση ορθά αποκαλούνται πολιτισμικά ή ανθρωπογενή τοπία. Δεν είναι απαραίτητα αποτέλεσμα του πιο πρόσφατου ανθρώπινου πολιτισμού ούτε όλες οι λεπτομέρειές τους μεταβάλλονται σε κάθε αλλαγή της οικονομίας ή των χρήσεων γης. Ένας άνθρωπος του 21ου αιώνα μπορεί να ζει σε ένα σπίτι του 18ου αιώνα και να καλλιεργεί τη γη που πρωτοκαλλιεργήθηκε κατά τη λίθινη εποχή. Η ιστορική οικολογία αντικαθιστά την έννοια του οικοσυστήματος με την έννοια του τοπίου. Ενώ το οικοσύστημα είναι αέναο και κυκλικό, το τοπίο είναι ιστορικό, πολιτισμικό και εξελικτικό. Επομένως, στην έννοια του πολιτισμικού τοπίου υπάρχει σαφής ιστορική διάσταση, γεγονός που επιτρέπει το διαχωρισμό μεταξύ της ανθρωπογενούς επίδρασης σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και της ανάπτυξης της πολιτισμικής διάστασης της ανθρώπινης δραστηριότητας, η οποία χρονικά απαιτεί πολύ μεγαλύτερο διάστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιστορική συγκυρία διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στη δημιουργία του και σε συνδυασμό με σταθερούς, οικολογικούς παράγοντες μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη για την εξέλιξή του σε κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση, μερικές φόρες, τελείως διαφορετική από την ήδη υπάρχουσα. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


190

Παύλος Σμύρης

Η ιστορική ανάλυση του τοπίου, δηλαδή η ανασυγκρότηση της ιστορίας του, αποτελεί έναν σχετικά νέο κλάδο επιστημονικής έρευνας στον οποίο, με χρήση ιστορικών και σύγχρονων πηγών, επιχειρείται η ανασύνθεση παλιότερων ή και αρχαίων τοπίων αλλά και σύγχρονων με βάση την ιστορική ανάλυση. Η ιστορία του τοπίου στοχεύει στην περιγραφή και κατανόηση των τοπίων στην πληρότητα τους και, όσο πιο αντικειμενικά γίνεται αυτή, τόσο αναπτύσσεται μια ρεαλιστική ερμηνεία των μακροπρόθεσμων διαδικασιών της εξέλιξής του, με τη χρήση σχετικών επιστημονικών μεθόδων, ιστορικών πηγών, εργασίας πεδίου, ερμηνείας αεροφωτογραφιών κ.ά. Κατά τη διερεύνηση της ιστορίας του τοπίου διακρίνονται τρεις αντικειμενικοί στόχοι: α) η διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς β) η ερμηνεία της ιστορικής τροχιάς στη διάρθρωση και διεργασία και γ) η ενημέρωση, με σκοπό την ορθολογική διαχείριση. Στην ιστορία του τοπίου υπάρχουν τρεις κυρίαρχες προσεγγίσεις: η αρχαιολογία (ανασύνθεση αρχαίων τοπίων με αρχαιολογική, γεωλογική, βιολογική και φυσικοχημική έρευνα), η περιγραφική ιστορία (ανασύνθεση της ιστορίας τοπίου με βάση κυρίως γραπτές, ιστορικές και σύγχρονες πηγές) και η παραγωγική ανάλυση (η ανασύνθεση τοπίων από την κατανόηση της παραγωγικής δομής και των πρακτικών των κοινωνιών και το αντίθετο, την αναγνώριση παραγωγικών χαρακτηριστικών κοινωνιών από τη μελέτη των τοπίων τους). Η επέκταση της κτηνοτροφίας στα Τζουμέρκα αποτέλεσε έναν από τους σπουδαιότερους παράγοντες εξέλιξης του τοπίου της περιοχής και καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις παραδοσιακές πρακτικές διαχείρισης της γης. Το τοπίο και το περιβάλλον αποτελούν το θεμέλιο λίθο της τουριστικής βιομηχανίας, μιας βιομηχανίας που χαρακτηρίζει πολλές μεσογειακές χώρες επιδρώντας σημαντικά στην κοινωνία, την οικονομία και το τοπίο. Ο μοναδικός συνδυασμός του πολιτισμικού, ιστορικού και φυσικού τοπίου των Τζουμέρκων αποτελεί τον πρωταρχικό λόγο για την αναγνώριση της περιοχής ως ενός δημοφιλούς τουριστικού προορισμού, καθώς περιλαμβάνει οικισμούς σπάνιας αρχιτεκτονικής δομής (όπως το Συρράκο, οι Καλαρίτες κ.λπ.), εκκλησιές, μοναστήρια, τοξωτά γεφύρια, νερόμυλους, βρύσες και αλώνια μεγάλης ιστορικής κληρονομιάς και υψηλής αισθητικής. Επίσης τα Τζουμέρκα χαρακτηρίζονται από ένα σπάνιο φυσικό τοπίο, στο οποίο συναντούμε δάση, υποαλπικά λιβάδια, χαράδρες με υδάτινα ρεύματα και χωράφια με πεζούλες. Έως τα μέσα του 20ου αιώνα, η δομή και λειτουργία του τοπίου βασιζόταν στις αρχές της αυτοκατανάλωσης και αυτοσυντήρησης, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό χρήσεων γης, με διάφορες καλλιέργειες και αγροτικά ζώα στις παρακείμενες λιβαδικές εκτάσεις, σε μια προσπάθεια εκμετάλλευσης των φυσιογραφικών παραγόντων για καλύτερη απόδοση των καλλιεργειών. Τα τελευταία πενήντα χρόνια, λόγω της μετανάστευσης, το τοπίο είναι λιγότερο ποικιλόμορφο Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η αξία το υ πολ ιτ ισ μ ικ ο ύ τοπ ίο υ γ ια τ ην ο ικ ο αν άπ τ υ ξη των Τζο υ μ έρκ ων

191

και παρατηρείται εγκατάλειψη των παραδοσιακών πρακτικών διαχείρισης γης, ιδιαίτερα των κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων. Η μερική επαναφορά της κτηνοτροφίας θα αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες διαμόρφωσης του τοπίου, καθώς σχετίζεται με τη συγκράτηση του πληθυσμού, την επαναφορά της καλλιέργειας εγκαταλελειμμένων χωραφιών και την αποφυγή της τάσης ομογενοποίησης του τοπίου. Με τον τρόπο αυτό θα δημιουργηθούν δυνατότητες οικοανάπτυξης των Τζουμέρκων προς όφελος όλων των κατοίκων της περιοχής.

* Ο Παύλος Σμύρης είναι Καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


ΠΟΡ Τ ΡΕΤΑ ΔΙΑΠΡΕΨΑΝΤΩΝ ΤΖΟΥ ΜΕΡΚΙΩΤΩΝ Λουκία Αντωνίου*

Χρήστος Α. Παπαδόπουλος

Θ

α προτάξω του στίχους του φίλου του Κώστα Στάμου, για να δηλώσω την καταγωγή και την αγάπη του Χρήστου Παπαδόπουλου προς την Τζουμερκιώτικη γη. «…κι ανέβηκα στις βουνοκορφές αγναντεύοντας τον ήλιο και μου χαμογέλασαν τα ελάτια και τα μυρωμένα κέδρα απάλυναν το πονεμένο μου σώμα…» Γεννήθηκε στο χωριό Βουργαρέλι της Άρτας το 1937. Αποφοίτησε από το Δημοτικό Σχολείο της γενέτειράς του και εγγράφηκε στο Γυμνάσιο Αρρένων Άρτας. Το 1958 έλαβε μέρος στις εισαγωγικές εξετάσεις της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ιωαννίνων από την οποία αποφοίτησε το 1960 με βαθμό πτυχίου άριστα 9, 36. Αυτές οι γραμμές είναι τυπική αναφορά στις πρώτες σπουδές του Χρήστου Παπαδόπουλου. Στο εξής θα παρακολουθήσουμε την ανοδική πορεία του δασκάλουπαιδαγωγού, αλλά και του δασκάλου που ασχολήθηκε με τη βυζαντινή μουσική και έφθασε σε υψηλό σημείο παίρνοντας τα ερεθίσματα από τη γενέθλια γη που είχε μεγάλη εκκλησιαστική μουσική παράδοση. (Η ιστορία της αναφέρεται στο σχετικό πόνημα σελ. 157-159). Τα πρώτα του βήματα στην εκκλησιαστική μουσική Από νεαρή ηλικία διακρίθηκε για τα έντονα μουσικά του ενδιαφέροντα. Ο ίδιος αφηγείται: «Θυμάμαι τον εαυτό μου ψάλτη στο σαρανταλείτουργο στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου όταν ήμουν Δ΄ Δημοτικού. Το ξεκίνημά μου άρχισε όταν στο τέλος της δεκαετίας του ’40 ήρθε στο Βουργαρέλι από τον Καρβασαρά (Αμφιλοχία) ένας μουσικός ονόματι Κανέλας που έμενε στο σπίτι μας για παραθέριση και έκανε μουσική. Αρχές της δεκαετίας του ’50 πήγα στο Γυμνάσιο στην Άρτα και παρακολουθούσα τον Διαμάντη που δίδασκε στη Σχολή της Μητρόπολης. Το 1955-56, παρά το νεαρό της ηλικίας μου (μαθητής Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


194

Λ ο υ κ ί α Αν τ ω ν ί ο υ

Γυμνασίου), ο γνωστός Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών με έκανε δεξιό ψάλτη στον Ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου (Μητρόπολη Άρτας) και εγώ τις γνώσεις μου τις «ανέβαζα» στο Βουργαρέλι ερχόμενος στους γονείς μου. Ο Τάκης Αντωνίου ήταν κοντά μου και μάθαινε ό,τι εγώ ήξερα με ιδιαίτερο πάθος. Φεύγοντας ο Σεραφείμ για τα Γιάννενα το 1957-58 πήρε και μένα μαζί του και διορίστηκα δεξιός ψάλτης στον Ι. Ν. Αγίου Nικολάου των Κοπάνων, που ήταν έδρα των Σουλιωτών, και στη συνέχεια στο Αρχιμανδριό ως αριστερός ψάλτης. Δεξιός ψάλτης ήταν ο Βαγγέλης Πλακιάς που τον γνώρισα στην Άρτα και γίναμε φίλοι. Η καταγωγή του ήταν από τα Θεοδώριανα. Στο Κομπότι είχαν την τύχη να μάθουν μουσική από τον παπαΒασίλη που ήταν μουσικός. Ως στρατιώτης στο Μεσολόγγι παρακολούθησε τη μεσολογγίτικη μουσική. Στην Άρτα ήταν τσαγκάρης και μαζί ανεβήκαμε στα Γιάννενα». Η ανοδική του πορεία στη Βυζαντινή Μουσική Ερχόμενος στην Αθήνα μαθήτευσε κοντά στον περίφημο μουσικοδιδάσκαλο και καθηγητή Θεόδωρο Χατζηθεοδώρου τον Φωκαέα. Ο ίδιος αφηγείται: «Στην Αθήνα γνώρισα τον γνωστό Περιστέρη, ψάλτη στη Μητρόπολη. συμμετείχα στη Χορωδία και με έβαλε και έψαλα. Επίσης γνώρισα το Θεοδόσιο Γεωργιάδη, Κωνσταντινοπολίτη δάσκαλο της βυζαντινής μουσικής στη Χρυσοσπηλιώτισσα όπου δίδασκε αφιλοκερδώς. Το πρώτο πτυχίο το πήρα από το Εθνικό Ωδείο Βυζαντινής Μουσικής με βαθμό «Άριστα» ενώπιον επιτροπής με πρόεδρο τον Μανώλη Καλομοίρη και μέλος των Ιωαννίνων Σεραφείμ που εκπροσωπούσε την Εκκλησία της Ελλάδος περίπου το 1960-61. Από το Εθνικό Ωδείο επίσης πήρα πτυχίο Ωδικής και Δίπλωμα μουσικοδιδασκάλου με άριστα το 1965. Με βάση αυτά τα πτυχία συμμετείχα σε εξεταστικές επιτροπές Σχολών και Ωδείων και με δική μου υπογραφή εκδόθηκαν πτυχία Μουσικών Σχολών και Ωδείων». Υπηρέτησε ως καθηγητής μουσικής στο ιεροδιδασκαλείο Βελλάς και συνεργάστηκε με το Ρ/Σ Ιωαννίνων, όπου επί διετία παρουσίαζε την εβδομαδιαία εκπομπή: «Το 20λεπτον της Βυζαντινής Μουσικής». Επίσης οργάνωσε χορωδία με σπουδαστές και του Ιεροδιδασκαλείου και της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Το 1967, στην Ειδική Έκθεση του Επιθεωρητή Αθ. Μητσιάδη, στην οποία εξαίρονταν τα προσόντα του Διδασκάλου Χρήστου Α. Παπαδόπουλου ως δημοσίου υπαλλήλου, ως διδασκάλου-παιδαγωγού, γινόταν λόγος και για την εξωσχολική του δράση, ιδιαίτερα την ενασχόλησή του με τη μουσική, ώστε να εκτιμηθεί από τους προϊσταμένους του Εθνικού Ωδείου Αθηνών και να αποτελέσει μέλος της Εξεταστικής Επιτροπής στις εξετάσεις της Σχολής ΒυζαντιΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Πορτρέτο Χρήστου Α. Παπαδόπουλου

195

νής Μουσικής του Εθνικού Ωδείου. Προτάθηκε ως Καθηγητής Μουσικής στην Παιδαγωγική Ακαδημία Καρδίτσας. Έλαβε μέρος ως εισηγητής στο Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Καθηγητών Μουσικής στην Κύπρο (1990) και διηύθυνε ως πρόεδρος το Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Βυζαντινής Μουσικής στην Αθήνα το 1993, που είχε οργανώσει η Ομοσπονδία Συλλόγων Ιεροψαλτών Ελλάδος με θέμα «Η Βυζαντινή Μουσική και η σύγχρονη τεχνολογία». Σημαντική είναι η επισήμανσή του ότι η ανωτέρω Ομοσπονδία δείχνει την ευαισθησία της απέναντι στην εθνική μας μουσική παράδοση, υπογραμμίζει την άοκνη προσπάθειά της για την καταγραφή, την κωδικοποίηση, την προαγωγή και την προβολή της προγονικής μας κληρονομιάς, υποδηλώνει τα αισθήματα ευγνωμοσύνης σ’ εκείνους που τη δημιούργησαν, τη διαφύλαξαν, την καλλιέργησαν και μας την παρέδωσαν. Σήμερα ζει στην Αθήνα και έχει στο ενεργητικό του πλούσια και ποικίλη μουσική και πνευματική δραστηριότητα για την οποία έλαβε διακρίσεις. Το 1992, που θεωρήθηκε ιεροψαλτικό έτος υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού, απονεμήθηκε στο Χρήστο Παπαδόπουλο ΤΙΜΗΤΙΚΟ ΔΙΠΛΩΜΑ για την προσφορά του στην ιεροψαλτική τέχνη με τις υπογραφές της υπουργού Πολιτισμού Άννας Ψαρούδα-Μπενάκη και του προέδρου της Επιτροπής του Δημητριάδος Χριστοδούλου. Ως ιεροψάλτης στον Ιερό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών της Αστυνομικής Ακαδημίας (απ’ όπου αποχώρησε) έψαλε και υπηρέτησε με πολλή συνέπεια και σεβασμό προς την παράδοση την ψαλτική τέχνη. Με την ευκαιρία της γιορτής των Τριών Ιεραρχών στις 30 Γενάρη 1999, κατά την επίκαιρη εορταστική εκδήλωση που διοργάνωσε η θρησκευτική υπηρεσία της ΕΛ.ΑΣ. στην Αστυνομική Ακαδημία Αθηνών, τιμήθηκε με πλακέτα και μίλησαν γι’ αυτόν ο δικηγόρος και ιεροψάλτης κ. Ανδρέας Χρόνης και τον συγχάρηκε ο πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Ιεροψαλτών κ. Χρήστος Χατζηνικολάου. Ακούστηκαν ύμνοι και παραδοσιακά τραγούδια που απέδωσαν η χορωδία του Ι.Ν. Αγίας Παρασκευής Αθηνών και η ορχήστρα της μουσικής της ΕΛ.ΑΣ. Διετέλεσε μέλος του ΔΣ της ΟΜ.Σ.Ι.Ε. και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «ΙΕΡΟΨΑΛΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ». Έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς πολλές διατριβές και μελέτες με θέματα κυρίως γύρω από τη Βυζαντινή Μουσική όπως: 1. Μεγάλοι υμνωδοί της Εκκλησίας. 2. Μουσική παράδοση. 3. Ιεροψαλτικά θέματα. 4. Μουσικές εκδηλώσεις. 5. Η Μουσική εκπαίδευση. 6. Μορφές Ιεροψαλτών. 7. Η Μουσική Αγωγή στην προσχολική εκπαίδευση. 8. Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Καθηγητών Μουσικής, Κύπρος 1990. 9. Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Βυζαντινής Μουσικής, Αθήνα 1993 κ.ά. Σημαντικό έργο στον τομέα της Βυζαντινής Μουσικής είναι τα τρία βιβλία Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


196

Λ ο υ κ ί α Αν τ ω ν ί ο υ

της σειράς ΜΕΘΟΔΙΚΗ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ, συλλογική εργασία τριών φίλων που τους συνδέει η ψαλτική τέχνη και ασχολούνται με την εκπαίδευση και τη μουσική, του Χρήστου Παπαδόπουλου, του Γιάννη Σπετσιώτη και του Ανδρέα Αναστασιάδη. Τα βιβλία αυτά εισάγουν έναν πρωτοποριακό τρόπο στη διδασκαλία, τη μελέτη και την εκμάθηση της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής. Είναι γραμμένα με τρόπο παιδαγωγικό, εύχρηστο για το δάσκαλο και κατανοητό από τον μαθητή. - αποτελούν τον καρπό μακρόχρονου πειραματισμού και συνεργασίας ανθρώπων που δίδαξαν και διδάσκουν τη Βυζαντινή Εκκλησιαστική Μουσική - η διδακτική μεθοδολογία τους βασίζεται στα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα της Παιδαγωγικής και της Ψυχολογίας και αποτελεί σημαντική συμβολή στη διδασκαλία της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής - περιλαμβάνουν τη διδακτέα ύλη στο σύνολό της - δίνουν στο σπουδαστή επάρκεια γνώσεων για την απόκτηση Διπλώματος Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής - και το σπουδαιότερο, από τον πρώτο κιόλας χρόνο οι σπουδαστές μπορούν με τις γνώσεις που έχουν αποκτήσει να ψάλλουν τη Θεία Λειτουργία Ειδικά στο τρίτο τεύχος αναλύονται και εξηγούνται όλες οι μελωδικές γραμμές του Αναστασιμοτορίου, που δημιουργούν εύλογες απορίες στους σπουδαστές κατά τη μελέτη τους. Για τα εν λόγω βιβλία έχουν δημοσιευτεί δύο αξιόλογες κριτικές από: 1. Το Ραδιοφωνικό Σταθμό της Πειραϊκής Εκκλησίας, 15 και 17 Απριλίου 2003 και 2. Την Ελληνοχριστιανική Αγωγή, αριθμ. φύλ. 495, Ιανουάριος 2003. Αυτή είναι η πορεία του Χρήστου Παπαδόπουλου στη βυζαντινή Μουσική (αφιερώθηκε αρκετό μέρος της σκιαγράφησης της προσωπικότητάς του, λόγω και του άλλου αφιερώματος). Κλείνω με τον πεντάστιχο δεκαπεντασύλλαβο στίχο που δείχνει την παιδαγωγική κατεύθυνση αυτής της γνώσης που καθόριζε και την παιδαγωγική του πορεία: «Ο θέλων μουσικήν μαθείν και θέλων επαινείσθαι θέλει πολλάς υπομονάς, θέλει πολλάς ημέρας θέλει καλόν σωφρονισμόν και φόβον του Κυρίου τιμήν προς τον διδάσκαλον, δουκάτα εις τας χείρας τότε να μάθη ο μαθητής και τέλειος να γένη».

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πορτρέτο Χρήστου Α. Παπαδόπουλου

197

Άλλες δραστηριότητες (Παιδαγωγικές-Διοικητικές) Παράλληλα με τη Βυζαντινή Μουσική η προσωπικότητα του Χρήστου Παπαδόπουλου «σφραγίζεται» και με άλλες αξιόλογες δραστηριότητες. Πολύπλευρη λοιπόν προσωπικότητα, χαρακτηριστικό των δασκάλων της εποχής του και των προγενεστέρων. Θα παρακολουθήσουμε όσο το δυνατόν πιο περιεκτικά την παράλληλη πορεία των παιδαγωγικών και διοικητικών του δραστηριοτήτων. - Διορίστηκε ως δάσκαλος στην Περιφέρεια Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ζαγορίου-Μετσόβου το 1963 με έδρα τα Γιάννενα, με προσωρινή τοποθέτηση στο 9ο Δημοτικό Σχολείο Ιωαννίνων (Γενάρης-Ιούνιος 1964). - Ο επιθεωρητής Αθ. Μητσιάδης τον προσέλαβε στο Γραφείο της Περιφέρειας Ζαγορίου-Μετσόβου και σε συνέχεια μετά από επιθεώρηση που πραγματοποίησε ο Γενικός Επιθεωρητής ορίστηκε ως βοηθός και παράλληλα υπήρξε Γραμματέας ΑΠΥΣΔΕ. - Το 1967 έδωσε εξετάσεις στον κλάδο της Μετεκπαίδευσης στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ενεγράφη στο 3ο έτος της Φιλοσοφικής. - Στη συνέχεια φοίτησε στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης (όταν η Μετεκπαίδευση έφυγε από το Πανεπιστήμιο και λειτούργησε ως αυτοτελής Σχολή με επικεφαλής τον καθηγητή Τωμαδάκη). - Τελειώνοντας τη Μετεκπαίδευση μετατέθηκε από τα Γιάννενα στην Περιφέρεια Αττικής στο 32ο Δημοτικό Σχολείο Πειραιά. (ΝοέμβριοςΧριστούγεννα 1969). - Από το Γραφείο του Επιθεωρητή Β΄ Περιφέρειας Πειραιά ασχολήθηκε με την οργάνωση Παιδαγωγικού Συνεδρίου με θέμα τη χρήση εποπτικών οργάνων. - Το 1976 τοποθετήθηκε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης ως γραμματέας της Σχολής. - Το 1978 στο Διοικητικό Τμήμα του υπουργείου Παιδείας, Διεύθυνση προσωπικού μέχρι το 1980. - 1980-1983 Επιθεωρητής ΔΕ Κέρκυρας. - 1983-1986 στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Ζωγράφου. - 1986 στο Μαράσλειο Διδασκαλείο ως Γραμματέας, ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση και παράλληλα υπήρξε Πρόεδρος της Ενώσεως Επιθεωρητών Εκπαιδεύσεως Ελλάδας. - Με αξιολόγηση διορίστηκε Πάρεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου με βαθμό Επίκουρου καθηγητή στον τομέα της Επιμόρφωσης. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


198

Λ ο υ κ ί α Αν τ ω ν ί ο υ

- 1992-1994 τοποθετείται ως Αναπληρωτής Διευθυντής και Υποδιευθυντής στο ΠΕΚ Αθηνών. - Πήρε μόνιμη θέση στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και στο Πανεπιστήμιο με διάθεση στο Εργαστήριο Πειραματικής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1993-1997) από όπου και συνταξιοδοτήθηκε. - 1997-1999 Υπεύθυνος φροντιστηριακών ασκήσεων του μαθήματος Εισαγωγή στην Παιδαγωγική Α΄ του τομέα Παιδαγωγικής του Τμήματος ΦΠΨ του Πανεπιστημίου Αθηνών. - 1993-2000 Αξιολογητής Σχολικών Βιβλίων στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Μουσικής και Επαγγελματικού προσανατολισμού). - Ήταν επίσης καθηγητής του ΕΝΑΥΛΟΥ ΩΔΕΙΟΥ Αμαρουσίου και μέλος της χορωδίας «Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπολιτών». Στα πλαίσια αυτά υπήρξε επιμορφωτής του ΠΕΚ Αθηνών στον τομέα της Βυζαντινής Μουσικής. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί κάτι ελάχιστο από την πρωτοποριακή διδασκαλία που εφαρμοζόταν στο Εργαστήριο Πειραματικής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το μάθημα γινόταν σε αίθουσα μονοφανών υαλοπινάκων (οι μαθητές δεν έβλεπαν προς τα έξω για να μη διασπάται η προσοχή, ενώ οι απέξω έβλεπαν προς τα μέσα) με ενδοεπικοινωνία. Σε αυτό έρχονταν τάξεις σχολείων με τους δασκάλους τους. Το μάθημα γινόταν από το δάσκαλο της τάξης με καθορισμένο σχέδιο διδασκαλίας. Παρακολουθούσε όποιος ήθελε. Το μάθημα γινόταν κυρίως για τους επιμορφούμενους δασκάλους στα ΠΕΚ. Εάν το παιδί δεν είχε προσοχή, ο δάσκαλος λάβαινε το μήνυμα απ’ έξω και έπραττε αναλόγως. Στο τέλος ακολουθούσε συζήτηση. Η σκέψη και το σχέδιο για το Εργαστήριο ήταν του καθηγητή Παιδαγωγικής Ι. Μαρκαντώνη. Δυστυχώς εφαρμόστηκε μόνο για μια τετραετία. Φιλολογικός Σύλλογος «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ» 2000-2009 Ειδικός Γραμματέας και Έφορος Σχολών. Αξίζει να παρακολουθήσουμε τη σκέψη του Χρήστου Παπαδόπουλου από αυτή τη θέση. «Όταν το 2003 εκλέχτηκα στη θέση του Εφόρου των Σχολών του Φιλολογικού Συλλόγου ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ θεώρησα ως εξαιρετικά ευτυχή τη συγκυρία να υπηρετήσω το Σύλλογο της κοινωνικής διάστασης του έργου του, που επιτυγχάνεται διά της λειτουργίας των Σχολών του. Ο τομέας αυτός μου ήταν γνωστός, αφού τριανταπέντε χρόνια υπηρέτησα τη δημόσια εκπαίδευση σε όλα τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πορτρέτο Χρήστου Α. Παπαδόπουλου

199

επίπεδά της και σε καίριες θέσεις της Διοίκησης και της Εποπτείας. Ενδόμυχα αναζητούσα μια ευκαιρία για να εφαρμόσω στην πράξη συγκεκριμένες σκέψεις, σχέδια και προτάσεις, τις οποίες δεν μου επέτρεψαν να υλοποιήσω οι μετά το 1980 πολιτικές συνθήκες με τις συχνές και αναποτελεσματικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που απέβλεπαν, κυρίως, στην ικανοποίηση συνδικαλιστικών αιτημάτων και όχι στη βελτίωση της ίδιας της εκπαίδευσης. Ανέσυρα από το αρχείο μου προγραμματισμό εκπαιδευτικών παρεμβάσεων που είχα ετοιμάσει ως Επιθεωρητής. Έκρινα ότι μερικοί στόχοι μπορούσαν να προσαρμοστούν. Πρώτος και κυρίαρχος στόχος μας ήταν να αναστρέψουμε το ανταγωνιστικό πνεύμα που δημιουργούσε η ιδιαιτερότητα του ετερόκλητου μαθητικού πληθυσμού, αλλά και η αδυναμία των - μη εκπαιδευτικών –προσώπων που διαχειρίζονταν τα διοικητικά να κατανοήσουν την παιδευτική δύναμη της αγωγής. Να καλλιεργήσουμε το πνεύμα συνεργασίας και συναδελφικότητας μεταξύ των εκπαιδευτικών (καθηγητών-δασκάλων) που άγγιζε τα όρια της αντοχής. Να εμπεδώσουμε το εκπαιδευτικό ήθος και να δημιουργήσουμε την αναγκαία παιδαγωγική ατμόσφαιρα. Οι ειδικότεροι στόχοι αφορούσαν τους καθηγητές, τους δασκάλους, τους σπουδαστές, τη λειτουργία των τμημάτων, την αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών, την έκδοση κατάλληλων βοηθημάτων, τον εμπλουτισμό με εποπτικό υλικό, τη δημιουργία νέων θεσμών, την οργάνωση εξωσχολικών δραστηριοτήτων κ.ά.». Και καταλήγει: «Με την ομοφωνία των μελών της Κοσμητείας παρήχθη ένα κάποιο έργο που μπορεί να εκτιμηθεί ως θετική προσφορά στο συνολικό έργο του Συλλόγου. Στις συνεδριάσεις της Εφορείας είχαμε τη δυνατότητα να αναπτύξουμε τις παραμέτρους του έργου της Σχολής και δεχθήκαμε τα θετικά σχόλια των μελών της». Και κριτικές για το έργο αυτό: Ο Πρόεδρος Ιωάν. Μαρκαντώνης επαινεί ενθέρμως το έργο του Εφόρου Σχολών και της Κοσμητείας και επισημαίνει ότι «η καλλιτέρα διαφήμισις της Σχολής είναι αι συγκινητικαί επιστολαί των σπουδαστών και οι δακρύοντες μαθηταί και μαθήτριαι κατά την τελετήν της βραβεύσεώς των καθώς και αι θετικαί αναφοραί των εφημερίδων…». Η εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στην κυριακάτικη έκδοσή της (18 Νοεμβρίου 2007) και στο κέντρο της πρώτης σελίδας δημοσίευσε φωτογραφία από αίθουσα διδασκαλίας την ώρα του μαθήματος με τίτλο «Της ημετέρας παιδείας μετέχοντες» με τη σημείωση: «Στο εσπερινό Δημοτικό Σχολείο του Φιλολογικού Συλλόγου ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ στο κέντρο της Αθήνας 410 μετανάστες από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αποκτούν τις βάσεις της ελληνικής παιδείας: μαθαίνουν τη γλώσσα, την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα της χώρας μας που έγινε δεύτερη παΈ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


200

Λ ο υ κ ί α Αν τ ω ν ί ο υ

τρίδα τους…». Και το περιοδικό ΚΑΠΑ,με τίτλο «Τέσσερις ήπειροι μέσα στην ίδια τάξη», αναφέρεται στης νύχτας τα μαθήματα όπου η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός ενώνει μέσα στις τάξεις του Δημοτικού Σχολείου του Φιλολογικού Συλλόγου ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ σπουδαστές από τις πέντε ηπείρους και από πενήντα μία διαφορετικές χώρες του κόσμου. Σύλλογος Βουργαρελιωτών Αττικής Η αγάπη προς τη γενέθλια γη, το Βουργαρέλι, τον οδήγησε στη συλλογική δραστηριότητα με άλλους συγχωριανούς του, με σημείο αναφοράς το χωριό και τα θέματα που το απασχολούν. Έτσι υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου το 1973 και στη συνέχεια μέλος 1988-1990 και Γραμματέας 1990-92. Επίσης για τέσσερα χρόνια (1988-1992) ήταν υπεύθυνος σύνταξης της εφημερίδας «Το Βουργαρέλι», και με πολλά δημοσιεύματα στο ενεργητικό του μέχρι σήμερα που εκδίδεται η εφημερίδα. Το 1999-2005 συμμετείχε στο Πρόγραμμα λειτουργίας Σχολών Γονέων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Για τη συμμετοχή του έλαβε τιμητικό ΕΠΑΙΝΟ από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χριστόδουλο. Δημοσιεύσεις Κείμενα δημοσιευμένα: α. Στον τόμο του πανεπιστημίου Αθηνών (2005): Ανθρωπιστικές αξίες β. Στην έκδοση της Λαϊκής Επιμόρφωσης Το ήξερες αυτό; Στα περιοδικά και στις εφημερίδες: ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΚΟ ΒΗΜΑ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΗΧΩ, ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ, ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΗΧΩ, Ο ΨΑΛΤΗΣ, ΙΕΡΟΨΑΛΤΙΚΑ ΝΕΑ, ΙΕΡΟΨΑΛΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, ΔΕΛΤΙΟΝ ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ Δ.Ε. ΕΛΛΑΔΟΣ. Για τα βιβλία που έχουν σχέση με τη Βυζαντινή Μουσική έγινε λόγος. Δύο αναφορές ακόμα: 1. «Εκ γης Τζουμέρκων», αφιέρωμα στον Κώστα Στάμο (ποίηση), σημαντικό Τζουμερκιώτη που χάθηκε νωρίς, σημαντική προσωπικότητα, φίλο, ποιητή, που υπηρέτησε στην Κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου Παιδείας σε διάφορες επιτελικές θέσεις και λίγο πριν πεθάνει ήταν υπεύθυνος για τα θέματα της ΕΟΚ. 2. «Η Σύναξη στο Βουργαρέλι», ιστορικό χρονικό που γράφηκε το 1971, τότε που είχε αποφασιστεί ο πανελλήνιος εορτασμός για τα 150 χρόνια από την Επανάσταση του 1821. Αναφέρεται στη σύσκεψη των καπεταναίων των Τζουμέρκων και του Ραδοβυζίου στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου τον Ιούλιο του 1821 που κατέληξε στην κήρυξη της Επανάστασης στα Τζουμέρκα. * Η Λουκία Αντωνίου είναι φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Μιχάλης Γ. Μερακλής*

Μάνθος Σκαργιώτης: Ένα κλειδί, τρεις πόρτες Μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2009, σελ. 312

Σ

το μυθιστόρημα δίνεται η ζωή κοινοτήτων μιας περιοχής της Ηπείρου με τέλεια γνώση του ανθρωπογεωγραφικού χώρου. Τα γεγονότα της αφήγησης ανάγονται στα χρόνια της απριλιανής δικτατορίας, αλλά μεταφερμένα (για επίλυση άλυτων ως τότε ζητημάτων στις σχέσεις μιας οικογένειας) είκοσι χρόνια μετά την πτώση της. Πρόκειται για μια δυνατή ηθογραφία σε μια φάση όπου το απομονωμένο χωριό βρίσκεται λίγο πριν από τη μεγάλη έξοδό του προς την πόλη και τον αστισμό. Ο συγγραφέας αναδεικνύεται άξιος και στη φιλοτέχνηση ιδιολέκτων, κυρίως στις μαρτυρίες διάφορων ατόμων διαφορετικού επιπέδου, σχετικά με την υπόθεση εξαφάνισης τριών μελών μιας οικογένειας, ώστε το βιβλίο να αποκτά κι ένα ενδιαφέρον οιονεί αστυνομικής αναζήτησης δραστών και αιτίων. Επειδή πιθανολογείται και η περίπτωση εγκλήματος, δίνεται η ευκαιρία να παρουσιαστούν και όψεις μιας ζωής στην οποία δεν αποκρύπτονται και αρνητικές πλευρές της παραδοσιακής κοινότητας κάτι που είναι πολλαπλά χρήσιμο· γιατί με τέτοιες συμβολές συμπληρώνεται το πανόραμα της ζωής εκείνης που κανένας σώφρων δε θα τη χαρακτήριζε μονοδιάστατα ειδυλλιακή. Στο μεταίχμιο της λογικής και του ανορθόλογου, μιας βαθύτερης απλότητας και αθωότητας και μιας, επίσης, έμφυτης κλίσης του ανθρώπου και στο κακό, στις δυσκολίες (κάποτε υπέρμετρες) μιας κακοτράχαλης ζωής, με τους συμβολισμούς των πράξεών τους και τις σαν από τα όνειρα και από τα βάθη της υπόστασής τους βγαλμένες μυθοπλασίες τους, πλησίαζαν σ’ ένα τρόπο ζωής που τους έφερνε κοντά στην ποίηση, αρκεί να εννοήσουμε την ποίηση στην πιο δραματική σημασία της. Τώρα πάντως, όπως είπα, ο αγρότης βρίσκεται σε μια φάση μεταιχμίου. Έτσι, μια μάνα αναζητεί το σύζυγο κι ένα γιο που εξαφανίστηκαν. Άλλωστε, σιγά σιγά, η πολυμελής οικογένεια θα σκορπίσει. Η μάνα τούς θεωρεί πεθαμένους. Κλαίει και «χουγιάζει». Αλλά τα γεγονότα, όπως συμβαίνει συχνά, θα εξελιχθούν διαφορετικά από τις ιδέες της. Κι αυτό το “διαφορετικά” είναι κάποτε χειρότερο και από το θάνατο. Ή, για να το πω αλλιώς, υπάρχει θάνατος που είναι χειρότερος από έναν άλλο. «Κάπου προς τις όχθες ακούστηκε η φωνή του παράξενου πουλιού που είχε εμφανιστεί τον τεΈ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


202

Μιχάλης Γ. Μερακλής

λευταίο καιρό. Ήταν μακρόσυρτη και μελωδική, με τόνο μελαγχολικό, κι έμοιαζε να τη φέρνει ο άνεμος από χώρες όπου οι άνθρωποι μιλούν μόνο τη γλώσσα των πουλιών. Να `ναι η ψυχούλα του, Παναΐγια μου! είπε μέσα της και τόπο δεν έβρισκε να πατήσει.»

* Ο Μιχάλης Γ. Μερακλής είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Ε.Λ.Ε.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


203

Νίκος Μπριασούλης

Χρίστος Ν. Λαμπράκης: Τραγούδια των Τζουμέρκων Σύλ λογος Βουργαρελιωτών Αττικής, Αθήνα, 2013 1 Κυρίες και κύριοι, Αγαπητοί συμπατριώτες!

Ο

κ. Κουγέας μας παρουσίασε, πριν από λίγο, ένα θαυμάσιο πορτρέτο του διακεκριμένου Τζουμερκιώτη, Φιλολόγου και Παιδαγωγού Χρ. Λαμπράκη, που το φιλοτέχνησε με αξιέπαινη επιμέλεια, με άκρα ευσυνειδησία και με επιστημονική πληρότητα. Πριν μπω στο θέμα μου θα ήθελα ως φιλόλογος να τον συγχαρώ θερμά, αλλά κυρίως ως ιδρυτικό μέλος και στέλεχος της ΙΛΕΤ (διερμηνεύοντας βέβαια τα αισθήματα του Προέδρου του Δ.Σ.) θα ήθελα να τον ευχαριστήσω, γιατί, και με την μελέτη που μας παρουσίασε σήμερα αλλά και με άλλες που έχει εκπονήσει με τον ίδιο ζήλο κατά καιρούς για τη ζωή και το έργο του Χ.Λ., προσφέρει σημαντική βοήθεια και στη δική μας προσπάθεια, φωτίζοντας και προβάλλοντας την προσωπικότητα και το έργο του διακεκριμένου συμπατριώτη μας. Θα ήθελα επίσης να συγχαρώ τον δραστήριο Σύλλογο Βουργαρελιωτών Αττικής για την πρωτοβουλία του να κυκλοφορήσει σε ανεξάρτητη έκδοση τη Συλλογή Δημοτικών Τραγουδιών του Χ.Λ. Με αυτή την εύστοχη κίνηση, η Συλλογή βγαίνει από τα ντουλάπια και τις βιβλιοθήκες των ειδικών και γίνεται προσιτή στους μελετητές του Λαϊκού Πολιτισμού αλλά και σε κάθε φιλομαθή Τζουμερκιώτη, που θέλει να δροσίσει την ψυχή του στα γάργαρα νερά της λαϊκής παράδοσης του τόπου μας. Εγώ θα προσπαθήσω να δώσω ένα γενικό περίγραμμα της Συλλογής, θα τολμούσα να πω, μια πρώτη αξιολόγηση, εκφράζοντας την προσδοκία ότι σύντομα θ` ακολουθήσουν πιο συστηματικές και πιο ολοκληρωμένες βιβλιοκρισίες γι` αυτή τη σημαντική έκδοση του Συλλόγου Βουργαρελιωτών. Η Συλλογή αποτελείται από 142 δημοτικά τραγούδια, που τραγουδιούνταν γύρω στα 1915, όταν ο Λαμπράκης σκέφτηκε να τα καταγράψει, στο χωριό του, το Βουργαρέλι, και το κοντινό χωριό Χώσεψη. Με βάση το περιεχόμενό τους, θα μπορούσαμε να τα κατατάξουμε στις εξής έξι κατηγορίες: Ιστορικά (54), Κοι-

1. Η παρουσίαση αυτού του βιβλίου έγινε με μορφή εισήγησης, που παρουσιάστηκε στις 11-8-2013, στο πλαίσιο ημερίδας που διοργανώθηκε στο Βουργαρέλι προς τιμήν του διακεκριμένου συμπατριώτη μας Χρίστου Ν. Λαμπράκη. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


204

Νίκος Μπριασούλης

νωνικά (38), Ερωτικά ή της Αγάπης (20), Του Χάρου και του Κάτω Κόσμου (21), Παραλογές (6) και Ακριτικά (3). Το πρώτο που σημειώνει ο Συλλογέας δίπλα στον τίτλο του κάθε τραγουδιού μ` ένα κεφαλαίο Β ή Χ, είναι το συγκεκριμένο απ` τα δύο χωριά, απ` τα οποία προέρχεται το κάθε τραγούδι. Η όλη εργασία της καταγραφής έγινε απ’ τον Χ. Λ. με αξιοθαύμαστη επιμέλεια και με την καλύτερη επιστημονική μέθοδο της εποχής του. Αυτό που στην εργασία του έχει τη μεγαλύτερη ίσως αξία και αξίζει να τονιστεί ιδιαίτερα, πέρα απ` την εμπεριστατωμένη εισαγωγή του, είναι οι σημειώσεις που ο ίδιος παραθέτει στο τέλος κάθε τραγουδιού. Και πρώτα-πρώτα σημειώνει αν υπάρχει παραλλαγή του κάθε τραγουδιού και σε ποια απ` τις έγκυρες συλλογές που είχαν κυκλοφορήσει, π.χ. του Νικόλαου Πολίτη, του Αραβαντινού, του Χασιώτη, του Πάσωφ κ. άλλες. Ο καθένας εύκολα μπορεί να καταλάβει πόσο σημαντικές είναι αυτές οι πληροφορίες για τους μελετητές και τους ερευνητές, καθώς μπορούν ν` ανατρέξουν και σ` άλλες συλλογές και να βρουν τραγούδια με το ίδιο θέμα, να συγκρίνουν διαφορές και να καταλήξουν σε χρήσιμα συμπεράσματα. Εξάλλου οι σημειώσεις του Χ. Λ. συμπληρώνονται και με κάποιες ιστορικές πληροφορίες, όταν αυτό είναι αναγκαίο, όταν, φερ` ειπείν, σ` ένα τραγούδι αναφέρονται πρόσωπα, τόποι, γεγονότα ή έθιμα, δίνονται γι` αυτά οι αναγκαίες εξηγήσεις για τον καλύτερο κατατοπισμό του αναγνώστη. Για τον ίδιο λόγο δίνει τη σημασία ιδιωματικών ή σπάνιων λέξεων που απαντώνται σε μερικά τραγούδια της συλλογής του. Και, όπως τονίζει στην εισαγωγή του, τη σημασία αυτών των λέξεων του την έδωσαν οι χωριανοί του και οι Χωσεψίτες που του απάγγειλαν τα τραγούδια, για να τα καταγράψει. Όπως γνωρίζουμε, τη σημασία ιδιωματικών λέξεων και φράσεων τη γνωρίζουν όσοι ζουν μόνιμα σ` έναν τόπο. Εξάλλου, ειδική αναφορά κάνει ο Λ. για το «γύρισμα» που απαντάται σε πολλά απ` τα τραγούδια της Συλλογής του. Πρόκειται για λέξεις ή σύντομες φράσεις, που επαναλαμβάνονται απαράλλακτες σε τακτά σημεία του τραγουδιού. Π.χ. στον 1ο, 3ο 5ο κ.ο.κ. στίχο και μετά τις 3 πρώτες συλλαβές του κάθε στίχου. Αυτό δείχνει ότι ο συλλογέας δεν κοίταζε μόνο το κείμενο των τραγουδιών, αλλά ήθελε να περισώσει και κάθε λεπτομέρεια που σχετιζόταν με την άρτια μουσική του απόδοση. Ειδική μνεία κάνει ο Χ.Λ. για κάποια τραγούδια που δημιουργήθηκαν από αποσπάσματα άλλων γνωστών δημοτικών τραγουδιών. Σ` αυτά κάνει λόγο για «συμφυρμό», όπως για παράδειγμα το τραγούδι με αριθμό 55 και αρκετά άλλα. Σε άλλα τραγούδια της Συλλογής του σημειώνει σε ποια περίσταση ή σε ποιο σημαντικό γεγονός της ζωής τραγουδιούνταν. Π.χ. «Όταν παν για τη νύφη» (Νο Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

205

65), ή «το ανωτέρω τραγούδι τραγουδείται κατά χορούς εις τον σκάλον» (Νο 70), ή «Άσμα χορού γυναικών» (Νο 80), ή «άδεται κατά την εις εκ του πατρικού οίκου προπομπήν της νύφης (Νο 103) και άλλα όμοια. Κάποιες σημειώσεις δεν είναι μόνον ενημερωτικές αλλά και αξιολογικές. Εκτός απ` το «συμφυρμό», στον οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, στο Νο 78, για παράδειγμα, σχολιάζει: «Ατελής παραλλαγή του άσματος του Νεκρού Αδελφού», και άλλες παρόμοιες παρατηρήσεις σε άλλα τραγούδια. Θα ήθελα να τελειώσω με μια δική μου επισήμανση. Στην επόμενη ανατύπωση ή σε νέα έκδοση της Συλλογής του Χ. Λ. θα ήταν καλό να υπάρξει φιλολογική επιμέλεια από φιλόλογο με στέρεη γλωσσολογική κατάρτιση, για ν` αποφευχθούν κάποιες μικρο-αβλεψίες ή αδυναμίες στο μέτρο, τη σύνταξη ή την έκφραση. Είναι χαρακτηριστικότερη η περίπτωση στο Νο 142, στ.9, όπου φαίνεται ξεκάθαρα ότι παραλείφθηκε η λέξη «σου» (γεν. β` προσ. της προσωπ. αντωνυμίας). Αυτό φαίνεται κι απ` τη σύνταξη κι απ` το νόημα και κυρίως, απ` το μέτρο λείπει μία συλλαβή. Επίσης η φράση «Καλώς το παλικάρι» δεν μπορεί να γράφεται «Καλό στο παλικάρι». Αυτή η φράση σε ένα-δύο σημεία της Συλλογής είναι σωστά γραμμένη, ενώ σ` όλα τα υπόλοιπα είναι λάθος. Έχω επισημάνει κι άλλα όμοια ή παρεμφερή σημεία, που μπορούμε να τα συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή.   Κυρίες και κύριοι, Ο Χ. Λ. διέσωσε και μας άφησε μνημεία του προφορικού λόγου της περιοχής μας, που κατέγραψε εδώ κι έναν αιώνα περίπου. Θα έλεγα πως μας άφησε μια πολύτιμη παρακαταθήκη, που έχουμε χρέος να αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να τη συνεχίσουμε όσο και όπως μπορεί ο καθένας μας. Απ` όσο γνωρίζω, πρέπει να `ναι η πρώτη Συλλογή Δημοτικών Τραγουδιών που έγινε στα Τζουμέρκα. Είμαι σίγουρος πως, αν η ζωή του κυλούσε ομαλά, θα είχε αποθησαυρίσει κι άλλο υλικό της λαϊκής μας παράδοσης. Θα τον θυμόμαστε πάντα με θαυμασμό και εκτίμηση. Κλείνω με τα συγχαρητήριά μου στο Σύλλογο Βουργαρελιωτών Αττικής για την επανέκδοση της Συλλογής του Χρ. Λαμπράκη. Κι όλους τους άλλους σάς ευχαριστώ για την υπομονή σας να με ακούσετε. Ευχαριστώ πολύ!

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


206

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Βαγγέλης Τζούκας: Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο 1942-44 Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2013

Ο

συνεργάτης μου στην Ιστορική και Λαογραφική εταιρεία Τζουμέρκων, Βαγγέλης Τζούκας, προέβη πρόσφατα στην έκδοση βιβλίου το οποίο αναφέρεται στον γενικότερο προβληματισμό γύρω από την ιστορία της ελληνικής αντίστασης και του εμφυλίου που ακολούθησε. Σε μια κατατοπιστική εισαγωγή ο συγγραφέας παρέχει πολλά στοιχεία για την κατανόηση του περιεχομένου του βιβλίου από τον αναγνώστη. Τονίζει λοιπόν πως τρεις άξονες κατευθύνουν τη συγγραφή του. Αρχικά επιχειρείται διερεύνηση των διαδικασιών πολιτικής ένταξης των ομάδων και των κατοίκων της Ηπείρου στις αντίπαλες πολιτικές και στρατιωτικές οργανώσεις της εποχής. Σκιαγραφείται η ιδεολογική- πολιτική εικόνα του ΕΔΕΣ και καταβάλλεται προσπάθεια να αναδειχθούν οι ομοιότητες και οι διαφορές του από άλλες αντίστοιχες οργανώσεις, αλλά και οι εσωτερικές αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν τον λόγο και την πρακτική της οργάνωσης. Εξυπακούεται πως σε πολλά σημεία γίνεται αναφορά στη φιλοσοφία και στις δράσεις της οργάνωσης του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ, που είναι ο κύριος αντίπαλος του ΕΔΕΣ. Ο δεύτερος άξονας αναφέρεται στα γνωρίσματα του προτύπου ηγεσίας των ενόπλων σωμάτων της εν λόγω αντιστασιακής οργάνωσης, η οποία παίρνει τη μορφή της «οπλαρχηγίας» που έχει τις καταβολές της στη μακρά παράδοση των ενόπλων του ελληνικού χώρου και προσαρμόστηκε στις αναγκαιότητες της συγκυρίας. Ο τρίτος άξονας σχετίζεται με τον ρόλο των τοπικών κοινωνικών δομών στη μορφή, την οργάνωση και την λειτουργία των ενόπλων τμημάτων του ΕΔΕΣ. Διερευνάται ο ρόλος της συγγένειας, της ληστοκρατικής αντίληψης και πρακτικής που ήταν έντονη στην περιοχή του Ξηροβουνίου και της Λάκκας, γίνεται προσπάθεια να κατανοηθεί η εσωτερική δομή των επιμέρους ομάδων που εντάχθηκαν στον ΕΔΕΣ, τα κίνητρα στην επιλογή της ένταξής τους. Το περιεχόμενο του βιβλίου αρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Στο πρώτο ο Τζούκας πραγματεύεται την οργάνωση της ένοπλης Αντίστασης ΕΔΕΣ και ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην Ήπειρο, τις εμφύλιες συγκρούσεις του 1943-44 και τη σύγκρουση του Δεκεμβρίου 1944-45 στην Ήπειρο. Ο αναγνώστης πληροφορείται ότι η εμφάνιση των πρώτων αντάρτικων ομάδων του ΕΛΑΣ πραγματοποιείται τον Μάιο του 1942 στη Στερεά Ελλάδα υπό την ηγεσία του Άρη Βελουχιώτη. Ο Ζέρβας αναχώρησε από την Αθήνα για την περιοχή του Βάλτου Αιτ/νίας στις 23 Ιουλίου 1942, ενώ η εμφάνιση των πρώτων συγκροτημάτων του ΕΔΕΣ έγινε στον ορεινό όγκο του Ραδοβιζίου, στα Ν.Α. της Άρτας, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Η οργάνωση αυτή ενσάρκωνε την νομιμοποιημένη εκδοχή του αντάρτικου και είχε την ποικιλότροπη υποστήριξη των Βρετανών (σελ 41). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

207

Η σύγκρουση των δύο οργανώσεων ξεκίνησε με γενική επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον των Ε.Ο.Ε.Α. (Εθνικών Ομάδων Ελλήνων Ανταρτών) στις 9-10 Οκτωβρίου 1943. Η αφορμή δόθηκε με τη σύλληψη σημαινόντων στελεχών του ΚΚΕ, μεταξύ των οποίων ήταν ο Παντελής Καραγκίτσης, από τον εδεσίτη συνταγματάρχη Νταούλη στο Τσεπέλοβο Ζαγορίου. Η επίθεση του ΕΛΑΣ εξαπολύθηκε σε όλες τις περιοχές που υπήρχαν εδεσίτικα τμήματα, επικεντρώθηκε όμως στην Ήπειρο με το εκστρατευτικό σώμα της Ηπείρου με αρχηγό τον Άρη Βελουχιώτη. Στα τέλη Οκτωβρίου 1943, παρά τις αρχικές τοπικές επιτυχίες του ΕΔΕΣ, οι δυνάμεις του στην περιοχή Τζουμέρκων- Ραδοβιζίου στην ουσία είχαν διαλυθεί. Στο δεύτερο κεφάλαιο ιστορείται η συγκρότηση των αντάρτικων σωμάτων στην περιοχή του Ξηροβουνίου και η επικράτηση ενός κλίματος εχθρικού προς τον κομμουνισμό. Στις αρχές του 1943 η δημιουργία ενόπλων τμημάτων της οργάνωσης του ΕΔΕΣ στην περιοχή οφείλεται στη δράση του πρώην αστυνομικού Αλέκου Παπαδόπουλου, κατοίκου της Σκλίβανης, καταγόμενου από το Ανώγειο. Συγκροτήθηκε υπό την ηγεσία του το Αρχηγείο Ξηροβουνίου, το οποίο διατήρησε την αυτονομία του μέχρι το Μάρτιο του 1944. Ο Α. Παπαδόπουλος δημιούργησε αξιόμαχη ομάδα γιατί το συγγενικό του δίκτυο στην ευρύτερη περιοχή του Ξηροβουνίου υπερέβαινε τα 400 «αδελφοξάδελφα». Συγγενικοί δεσμοί συνέβαλαν επίσης στην πολιτική ένταξη των χωριών του ανατολικού Ξηροβουνίου στις ΕΟΕΑ. Στο Μονολίθι για παράδειγμα κυριαρχούσε το εκτεταμένο δίκτυο της οικογένειας Μέγα. Σε εμπιστευτική έκθεση του Παπαδόπουλου προς τον Ζέρβα, 30 Ιανουαρίου 1943, αναφέρεται η συγκρότηση ανεξάρτητου τμήματος του αξιωματικού Παπαδάτου στην Λάκκα-Σουλίου, ενώ γίνεται λόγος για τις δυσκολίες που δημιουργούσαν στην εδραίωση της οργάνωσης οι «βασιλικοί» και οι «κομμουνιστές» για αψιμαχίες με τμήματα του ΕΛΑΣ, για διάλυση ζωοκλεπτών. Τρεις παράγοντες, κατά τον Βαγγέλη Τζούκα, συνετέλεσαν στη συστράτευση των κατοίκων του Ξηροβουνίου στο πλευρό του ΕΔΕΣ. Η δυναμική ηγετική μορφή του Αλ. Παπαδόπουλου, η δυνατότητα χρηματοδότησης των ανταρτών από το Γενικό Αρχηγείο και η καθυστέρηση δημιουργίας εαμικών επιτροπών στην περιοχή. Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας, πολιτικός επίτροπος του ΕΑΜ, αναφερόμενος στους ενόπλους που συγκροτούσαν τη δύναμη του Παπαδόπουλου, αποκαλεί αυτούς λυκόσκυλα, αγροίκους μισθοφόρους, κλέφτες και χαραμήδες. Αφιερώνει μάλιστα σ’ αυτούς ποίημα στο οποίο αποτυπώνει τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία του ήθους και της συμπεριφοράς τους. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


208

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Αδελφοξάδελφα όλοι, φάρα του διατάνου που το άρπαμά σας είν’ η τέχνη κι η αντρειά, το Ξηροβούνι εσείς έχετε πιάσει απάνου χώρια απ’ τους άλλους και απ’ τους ήσυχους μακριά. Πρατάρηδες λεροί με τούφες στο κεφάλι δίβουλοι, πονηροί, μα αποφασιστικοί κλέβουνε τη μισή ζωή τους και την άλλη γυρεύουν χάρη μεσ’ από τη φυλακή. Ξεκάπνισμα ήθελε μια τέτοια λυκοστάνη μα δεν προφτάσαμε, είχαν άλλοι τυχερό Μη χαίρεστε όμως. Αν το όπλο μας δεν πιάνει σας γράφω στα χαρτιά μου για όλον τον καιρό… Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου περιγράφεται η οργάνωση ένοπλων ομάδων στην περιοχή της Λάκκας Σουλίου και η δράση της φατρίας των Κολιοδημητραίων. Το πρώτο ένοπλο τμήμα της περιοχής οργανώθηκε στα τέλη του 1942 από τον αξιωματικό Χρ. Παπαδάτο με αντιεαμικό στίγμα έχοντας ως πυρήνα την φάρα των Κολιοδημητραίων από το χωριό Πεντόλακκο. Η ενσωμάτωση των ανταρτών της Λάκκας στη μεγαλύτερη οργάνωση του ΕΔΕΣ ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 1943. Το συγκρότημα του Παπαδάτου ονομάστηκε λόχος Κολιοδημητραίων, εντάχθηκε στο αρχηγείο Ηπείρου της Ε.Ο.Ε.Α. ως ανεξάρτητος σχηματισμός. Η προσχώρηση των Κολιοδημητραίων, όπως και άλλων ομάδων αυτής της μορφής στον ΕΔΕΣ, ευνοήθηκε από την χαλαρότερη σχέση με το ΕΑΜ οργάνωση του εδεσίτικου αντάρτικου αλλά και από την όλη φιλοσοφία των κατοίκων των ορεινών περιοχών της Λάκκας, το σύστημα αξιών των οποίων στηριζόταν: στην περιφρόνηση προς τους «νοικοκυραίους», της «φρόνιμης» κοινότητας, την ανταπόδοση σε περίπτωση προσβολής, την εκδίκηση, την επιβράβευση της ζωοκλοπής ως ένδειξης παλληκαριάς αλλά και ως συμπληρωματικού οικονομικού πόρου προς τις ποιμενικές δραστηριότητες, την κατοχή όπλων και την επιδεξιότητα στη χρήση τους, την περιφρόνηση προς «τους αχαμνούς» δηλαδή τους πεδινούς (σελ 123). Το τέλος των Κολιοδημητραίων ήταν τραγικό. Το τάγμα Καραϊσκάκη που ανήκε στην VIII Μεραρχία του ΕΛΑΣ, στα πλαίσια της εκκαθάρισης της περιοχής της Λάκκας από εδεσίτικες ομάδες και από όσους συμμετείχαν ενεργά σε ληστοσυμμορίες που λυμαίνονταν στον τόπο, εκτέλεσε τη νύχτα της 24ης προς 25ης Ιανουαρίου 1945 στη θέση Νταλαμάνι, πλησίον του χωριού Δερβίζιανα 25-30 άντρες από τους Κολιοδημητραίους, τον διοικητή του Συντάγματος Δημ. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

209

Π. Ζήκο και άλλους συλληφθέντες από 22 χωριά της Λάκκας. Οι εκτελέσεις εκείνες δημιούργησαν αρνητικό κλίμα εναντίον της Αριστεράς. Η γνωστοποίησή τους λίγο καιρό μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, έδωσε αφορμή για μια άνευ προηγουμένου επίθεση εναντίον της Αριστεράς από τις τοπικές εφημερίδες του «εθνικόφρονος» στρατοπέδου. Η ηθική και πολιτική ζημιά του ΕΑΜ από την εκτέλεση των Κολιοδημητραίων δεν αμφισβητείται μεταπολεμικά από πολλούς εαμικούς συγγραφείς. Στο τέταρτο κεφάλαιο αναλύονται οι συνθήκες και οι παράγοντες που συνέβαλαν στη συγκρότηση αντιστασιακών οργανώσεων στο Ραδοβίζι. Ο ορεινός χώρος του Ραδοβιζίου συνιστά το νοτιοανατολικό όριο της Ηπείρου και συνορεύει στα βόρεια με τα Τζουμέρκα και στα νότια με τον Βάλτο. Το Ραδοβίζι εντάχθηκε στο εθνικό κράτος το 1881. Η αρχική επιρροή του ΕΔΕΣ στο Ραδοβίζι οφείλεται στις γνωριμίες του Ζέρβα και στηρίχτηκε στις αξίες της τοπικότητας, της προάσπισης της συνοχής οικογενειακών ομάδων, της αλληλεγγύης. Ο Ζέρβας μετέφερε την έδρα του στρατηγείου του από την περιοχή του Βάλτου στη Μεγαλόχαρη το Σεπτέμβριο του 1942. Την ίδια χρονική περίοδο το ΕΑΜ ερχόταν σε συνεννόηση με παράγοντες της Άρτας, όπως με τους αξιωματικούς Άγγελο Πίσπερη και Γεώργιο Ματζούκη, για ίδρυση εαμικής οργάνωσης. Ο Ζέρβας αξιοποίησε το εκτεταμένο δίκτυο των Κοσσυβάκηδων, οικογένειας με πολιτικό αγωνιστικό παρελθόν, για να εδραιώσει το εδεσίτικο αντάρτικο στο Ραδοβίζι, αφού το Γενικό Αρχηγείο της οργάνωσης αρχικά εγκαταστάθηκε στην οικία του Γρ. Κοσσυβάκη. Οι οικονομικοί πόροι που απαιτούσε η οργάνωση του ΕΔΕΣ εξασφαλίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό από το συγκεκριμένο δίκτυο. Οι Κοσσυβάκηδες σε κάποιες περιπτώσεις διαχειρίζονταν και τις οικονομικές ενισχύσεις που ελάμβαναν οι τοπικοί ένοπλοι από τον Ζέρβα. Το Μάιο του 1943 ο Ζέρβας θεώρησε ένοχο τον Γρ. Κοσσυβάκη για «την απελευθέρωση» του Ιταλού αυτομόλου Εδουάρδο Φερλάτσο και τον παρέπεμψε σε στρατοδικείο. Η αθώωσή του επέφερε τη ρήξη της οικογένειας με την ηγεσία του ΕΔΕΣ. Η αποχώρηση του Κοσσυβάκη από τον ΕΔΕΣ, το 1943, και η προσχώρησή του στο ΕΑΜ βοήθησε τα μέγιστα την ανάπτυξη του ελασίτικου αντάρτικου στο Ραδοβίζι και την ανασυγκρότηση του 3/40 Συντάγματος. Ο Κοσσυβάκης εντάχθηκε στο ΕΑΜ αρχές Ιουνίου 1944 και με τη σύμπραξη του προσωπικού του γνωστού, του Αλκιβιάδη Λούλη βενιζελικού πολιτευτή, συγκροτήθηκε το μαχητικό σώμα των «Καραϊσκάκηδων» που εντάχθηκε στο ανασυγκροτημένο 3/40 Σύνταγμα ΕΛΑΣ Άρτας. Ο Ζέρβας κατόρθωσε να συσπειρώσει στον ΕΔΕΣ και τους οπλαρχηγούς Σπ. Καραμπίνα, Κ. Βόιδαρο και Στ. Χούτα. Οι δύο πρώτοι είχαν συγκροτήσει το Υπαρχηγείο Σκουληκαριάς και ο Χούτας το Αρχηγείο Βάλτου. Ο ΚαραμπίΈ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


210

Νικόλαος Β. Καρατζένης

νας, αγρότης και καρβουνάρης από το Κλειδί Άρτας, συγκρότησε το πρώτο ένοπλο τμήμα του ΕΔΕΣ και εξελίχθηκε σε δεινό πολεμιστή και «αναπληρωτή» του Ζέρβα κατά την απουσία του στη Στερεά. Η προσχώρηση των χωρικών του Κλειδίου στον ΕΔΕΣ υπήρξε μαζική και η επιρροή του σημαντική. Ήταν όμως βιαιότατος στην αντιμετώπιση του εχθρού, είτε στη μορφή του Ιταλού στρατιώτη, είτε στη μορφή του ελασίτη αντάρτη. Ο Κ. Βόιδαρος από το χωριό Ζυγός (Λιβιτσικό) διατηρούσε Χάνι στην περιοχή και ταυτόχρονα ήταν καρβουνέμπορος, δραστηριότητα που του εξασφάλιζε εκτεταμένο δίκτυο γνωριμιών. Αρχικά οργάνωσε ένοπλο τμήμα βασιζόμενος στους οκτώ γιούς του και στους συγχωριανούς του. Το ΕΑΜ επεδίωξε να τον προσεταιρισθεί. Ο Βόιδαρος έλαβε μέρος στις συσκέψεις των τοπικών εαμικών παραγόντων, όταν όμως διαπίστωσε ότι η δομή και η φιλοσοφία του ελασίτικου αντάρτικου περιόριζαν την αυτονομία του προσχώρησε στον ΕΔΕΣ. Καθώς η επιρροή του ήταν σημαντική, το ΕΑΜ στερήθηκε το δίκτυό του. Στις αρχές Ιουνίου 1944 ανασυγκροτείται το ελασίτικο αντάρτικο με τη δημιουργία των Ταγμάτων «Καραϊσκάκη» και «Σκουφά». Οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί της εαμικής απόπειρας στην περιοχή εστιάσθηκαν στη συνέχεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των οπλαρχηγών της Επανάστασης, με κύριο τοπικό αντιπρόσωπο τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, ο οποίος κατά την τοπική εκδοχή γεννήθηκε στη Σκουληκαριά Ραδοβιζίου. Επιχειρήθηκε λοιπόν η ανασύσταση της ελληνικής ιστορίας και η ενθάρρυνση για ένταξη σ’ εκείνο το πολιτικό σχήμα που θεωρήθηκε πως συνεχίζει τις εθνικές παραδόσεις. Κατά συνέπεια ο Νικόλαος Σκουφάς, εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας, και ο «λαϊκός» οπλαρχηγός Γ. Καραϊσκάκης εκφράζουν προσωπικότητες της εθνικής ιστορίας που εντάσσονται αρμονικά στο εαμικό σχήμα. Το πέμπτο κεφάλαιο αφιερώνεται στη συγκρότηση αντάρτικου στα Τζουμέρκα, τα οποία συνιστούν ένα ορεινό συγκρότημα που αποτελεί μέρος της Νότιας Πίνδου και βρίσκεται ανάμεσα από τους ποταμούς Άραχθο και Αχελώο. Ο χώρος των Τζουμέρκων ήταν κατεξοχήν κτηνοτροφικός και η μορφή κτηνοτροφίας που επικρατούσε ήταν η ημιμόνιμη νομαδικού τύπου. Οι νομάδες τους χειμερινούς μήνες κατέβαιναν με τα κοπάδια τους στις πεδιάδες της Άρτας, της Πρέβεζας, της Βόνιτσας, της Αιτ/νίας, με εξαίρεση τους Καλαρρυτινούς που ξεχειμώνιαζαν στο Θεσσαλικό κάμπο. Στους κατοίκους των Τζουμέρκων, οι υπόλοιποι ηπειρώτες προσέδιδαν θετικά πρόσημα και τους αναγνώριζαν ένα «ανοικτό πνεύμα», γεγονός που οφειλόταν στην ενασχόληση μεγάλου πληθυσμού της περιοχής με την οικοδομική. Οι κτίστες της πέτρας έρχονταν σε επαφή με τον αστικό χώρο (σελ 173). Κατά τους τελευταίους μήνες της Οθωμανικής κατάκτησης η περιοχή των Τζουμέρκων γνώρισε αξιόλογη οικονομική ανάπτυξη. Τα βλαχόφωνα κεφαλοχώρια Συρράκο και Καλαρρύτες ανέπτυξαν εμπορικές Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

211

δραστηριότητες με δίκτυα σ’ ολόκληρο το χώρο της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, ενώ οι μετακινήσεις των κτιστών συνέβαλλαν στην ενίσχυση του εισοδήματος των τοπικών πληθυσμών. Στην περίοδο του Μεσοπολέμου δάσκαλοι από τα χωριά των Τζουμέρκων άρχισαν να διαδίδουν μαρξιστικές θεωρίες στους κτηνοτρόφους και τους αγρότες της περιοχής. Παρά τη μικρή εκλογική παρουσία του Κ.Κ.Ε. εμφανίστηκαν οι πρώτοι αριστεροί. Κάποιοι από αυτούς συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά και οδηγήθηκαν στην εξορία. Η οργάνωση αντιστασιακών ομάδων στα Τζουμέρκα άρχισε στα τέλη του 1942. Από την πλευρά της Αριστεράς προείχε η συγκρότηση τοπικών επιτροπών, η «λαϊκή διαφώτιση» και η αποφυγή προκλήσεων έναντι των κατοχικών στρατευμάτων. Η εμφάνιση του Ζέρβα στο Ραδοβίζι κινητοποίησε τους εαμικούς. Τον Δεκέμβριο του 1942 ο υπομοίραρχος χωροφυλακής Φάνης Τσάκας (Τζαβέλλας) από την κοινότητα Τετρακώμου συγκρότησε ένοπλο σώμα από συγχωριανούς του το οποίο έκανε εντυπωσιακές εισόδους στα χωριά, καταργούσε τις τοπικές αρχές, διόριζε εαμικές επιτροπές, αφόπλιζε χωροφύλακες. Το Φεβρουάριο του 1943 άρχισε η διείσδυση του ΕΔΕΣ στην περιοχή. Το πιο οργανωμένο τμήμα του εδεσίτικου αντάρτικου, το 3/40 Σύνταγμα, συγκροτήθηκε από χωρικούς των Τζουμέρκων με διοικητή τον αξιωματικό του στρατού Γ. Αγόρο από τα Άγναντα, ο οποίος είχε την εξουσιοδότηση από τον Ζέρβα αλλά και την ευθύνη «πολιτικής» οργάνωσης της περιοχής. Στα τέλη του Ιανουαρίου 1943 είχε οργανώσει τμήμα 470 ανδρών με έδρα το Βουργαρέλι. Σημαντικό παράγοντα στην επέκταση του αντάρτικου αποτέλεσε η συστράτευση πολλών χωροφυλάκων με τον Ζέρβα και η οικονομική συνδρομή των Βρετανών. Το χωριό Θεοδώριανα ορίσθηκε ως έδρα της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής. Στις 29 Μαρτίου 1943 συνήλθε στο Τραπεζάκι της Κοινότητας Πιστιανών σύσκεψη πολιτικών και στρατιωτικών στελεχών του ΕΛΑΣ απ’ όλη την Ήπειρο όπου αποφασίστηκε η δημιουργία του Αρχηγείου Τζουμέρκων του ΕΛΑΣ με στρατιωτικό διοικητή τον αξιωματικό Γεράσιμο Μαλτέζο (Τζουμερκιώτη). Οι σχέσεις όμως των οργανώσεων εαμικών και εδεσιτών ήταν αμφίσημες και στο επίπεδο των αρχηγών επικρατούσε αμοιβαία καχυποψία γιατί ο αφοπλισμός της ομάδας Σαράφη-Κωστόπουλου από εδεσίτες (Μάρτιος 1943) είχε δημιουργήσει ένταση στην περιοχή των Τζουμέρκων. Η πλέον σημαντική απόπειρα συμβιβασμού υπήρξε η υπογραφή πρωτοκόλλου τον Ιούλιο του 1943 για την ίδρυση κοινού Στρατηγείου Ηπείρου ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ με έδρα τα Άγναντα, όπου αποφασίστηκε η κοινή περιοδεία Άρη- Ζέρβα στα χωριά των Δυτικών Τζουμέρκων. Οι δύο ηγέτες μιλούσαν στα συγκεντρωμένα πλήθη για το νόημα της αντίστασης κατά του κατακτητή (Ιταλών- Γερμανών). Η έδρα της VIII Μεραρχίας του ΕΛΑΣ είχε μεταφερθεί στα Άγναντα, ενώ το Βουργαρέλι λειτουργούσε ως άτυπη πρωτεύουσα της υπό τον έλεγχο του ΕΔΕΣ ορεινής περιοχής. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


212

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Τελικά οι δυο οργανώσεις δεν απέφυγαν την εμφύλια σύγκρουση τον Οκτώβριο του 1943, καθώς ο πληθυσμός των Τζουμέρκων προσπαθούσε να επιβιώσει υπό δυσμενέστατες συνθήκες ύστερα από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των στρατευμάτων κατοχής. Οι μάχες που διεξήχθησαν στο Τετράκωμο ήταν αιματηρές και ο φανατισμός των δυο πλευρών έντονος. Ο ΕΛΑΣ εντέλει κυριάρχησε και η συμφωνία της Πλάκας, δίπλα στο ιστορικό γεφύρι στις 29 Φεβρουαρίου 1944, οδηγούσε στην ενσωμάτωση των Τζουμέρκων στην εαμική ελεύθερη Ελλάδα. Ο Ζέρβας με αναφορές του προς το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής ζητούσε οικονομική συνδρομή για την περίθαλψη «πολλών χιλιάδων» χωρικών, οι οποίοι αποχωρούσαν από την περιοχή των Τζουμέρκων για να αποφύγουν «τους ερυθρούς». Η ενίσχυση του Σ.Μ.Α. έδωσε τη δυνατότητα παροχής 9.100 χρυσών λιρών σε επιτροπές 32 κοινοτήτων κατά το διάστημα Φεβρουαρίου- Ιουνίου 1944. Το τμήμα του Αγόρου αναγκάστηκε να εγκατασταθεί στην περιοχή της Λάκκας Σουλίου και να υπαχθεί στο Γενικό Αρχηγείο. Στη μονάδα του Αγόρου εντάχθηκε και ο Ιερός Λόχος, ο οποίος συγκροτήθηκε από φοιτητές μη εαμικών οργανώσεων της Αθήνας ως απάντηση στην οργανωτική συγκρότηση της αριστερής ΕΠΟΝ (Ενιαίας Πανελλαδικής Οργάνωσης Νέων). Μέχρι τη συμφωνία της Βάρκιζας η κυριαρχία του ΕΑΜ ήταν αναμφισβήτητη στα Τζουμέρκα. Με την ήττα του ΕΛΑΣ στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1944 η κατάσταση άλλαξε και από το 1945 άρχισαν να εμφανίζονται φαινόμενα αντεκδίκησης από εδεσίτες, ενώ η αδυναμία των χωρικών να ενστερνισθούν «την λαοκρατία» της Αριστεράς, οι ισχυρές αντιστάσεις των τοπικών ηγετικών παραγόντων και η πόλωση της εμφύλιας διαμάχης συνέτειναν στην κυριαρχία της δεξιάς παράταξης στα Τζουμέρκα επί μακρόν. Μελετώντας το βιβλίο του Βαγγέλη Τζούκα κρίνουμε πως τρία είναι τα στοιχεία εκείνα τα οποία συνηγορούν ώστε να θεωρηθεί σπουδαίο. Αρχικά η προσπάθεια και η πρόθεση του συγγραφέα, ιστορικού ερευνητή και κοινωνικού επιστήμονα, να μελετήσει με υπευθυνότητα, αμεροληψία και επιστημονική ματιά τα γεγονότα μιας φορτισμένης πολιτικά και ιδεολογικά εποχής, τα οποία αντιμετωπίζονταν κυρίως με τον τρέχοντα λόγο της πολιτικής ρητορείας και της ιδεολογικά μονομερούς και συγκινησιακά φορτισμένης ερμηνευτικής προσέγγισης. Ο Τζούκας σπάει το φαινόμενο της σιωπής που κάλυπτε την περίοδο (1942-1949) της σύγχρονης ιστορίας της Ηπείρου παρά τα έντονα ίχνη της στη συλλογική μνήμη. Πράττει αυτό όχι βέβαια για να αναμοχλεύσει πάθη, αλλά για να συνεισφέρει στο διάλογο των επιστημόνων με σκοπό την αντικειμενική ιστόρηση της ταραγμένης δεκαετίας 1940-1950 στην οποία συντελέστηκε μια άνευ προηγουμένου ανθρωποθυσία στη χώρα μας χωρίς προοπτική. Ειδικότερα ο εμφύλιος σπαραγμός (1946-49) διαχώρισε τους Έλληνες σε δυο κατηγορίες, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

213

τους «εθνικόφρονες» και τους υπό επιτήρηση «αντεθνικώς σκεπτόμενους», ενώ ο όρος «εθνικοφροσύνη» κυριάρχησε ως τη μεταπολίτευση του 1974 καθορίζοντας τα όρια νομιμότητας και «παρανομίας». Σύμφωνα με τον Κ. Τσουκαλά, «ο εμφύλιος πόλεμος δημιούργησε πρωτοφανή σχίσματα ανάμεσα στους νικητές και τους ηττημένους, εξαφάνισε κάθε ανεκτικότητα και οδήγησε σε εκτεταμένη καταπίεση. Όπως όλες οι εμφύλιες συγκρούσεις, θεσμοποίησε την ιδεολογική και πολιτική πόλωση, που οριοθέτησε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής». Ο Τζούκας στη γραφή του υιοθετεί την Θουκυδίδεια μέθοδο «των δισσών» λόγων. Ερευνώντας ένα πλούσιο αρχειακό υλικό (σελ 19) παραθέτει απόψεις και των δύο πλευρών, εαμικής και εδεσίτικης, για να φωτίσει τα ιστορούμενα, αποφεύγοντας να «εκβιάσει» συμπεράσματα ή να συσκοτίσει αμφιλεγόμενα συμβάντα. Γνωρίζει πως το ευαίσθητο ζήτημα της εμφύλιας διαμάχης απαιτεί περίσκεψη, βαθιά έρευνα, κριτική αξιολόγηση και προ πάντων νηφάλια στάση. Στόχος του είναι να αναδείξει «τι πραγματικά συνέβη», δηλαδή πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της κατοχής, της Αντίστασης και τους εμφυλίου κι όχι όπως «θα έπρεπε» να ήταν. Επιδίωξή του δεν είναι να καταλογίσει ευθύνες εκ του ασφαλούς, αλλά να συμβάλει με το έργο του στην ιστορική γνώση και στην εθνική αυτογνωσία στη συνέχεια. Κρίνεται αποτελεσματική η αξιοποίηση των ιστορικών πηγών των απομνημονευμάτων των πρωταγωνιστών και των προσωπικών μαρτυριών των ερωτηθέντων και επιτυχής ο μετασχηματισμός τους σε ιστορική γνώση από τον συγγραφέα. Η τρίτη αρετή του βιβλίου είναι η πυκνότητα του λόγου και η μεστή παρουσίαση των συμβάντων. Ο Τζούκας κατορθώνει μέσα σε 180 σελίδες -72 σελίδες καλύπτει η βιβλιογραφία- να περιγράψει ένα πλήθος γεγονότων της περιόδου 1942-45 που εκτυλίχθηκαν στα Τζουμέρκα, στο Ραδοβίζι, το Ξηροβούνι και τη Λάκκα Σουλίου. Ο αναγνώστης λοιπόν δεν χάνεται σε έναν όγκο σελίδων, δεν καταλαμβάνεται από αμηχανία ενώπιον ενός πολυσέλιδου βιβλίου, αντιθέτως μετατρέπεται σε συνερευνητή του συγγραφέα, ο οποίος μεθοδικά και προσεκτικά αφηγείται, περιγράφει, αναζητεί αίτια, εμβαθύνει σε αποτελέσματα μικρής ή μεγάλης διάρκειας για τη μια ή την άλλη παράταξη, για τις τοπικές κοινωνίες για την όλη πολιτική κατάσταση της Ηπείρου, της Ελλάδας γενικότερα. Περαίνοντας την ενασχόλησή μας με τη συγγραφή του Βαγγέλη Τζούκα εκφράζουμε τα συγχαρητήρια μας στον συντοπίτη συγγραφέα και κοινωνικό ερευνητή ευχόμενοι καλό ταξίδι στο βιβλίο του. Επιπλέον τον παροτρύνουμε να ερευνήσει και άλλες πτυχές της ιστορούμενης περιόδου, όπως την εμπλοκή του ξένου παράγοντα, Βρετανών, Σοβιετικών, Αμερικανών στα ελληνικά πράγματα, την οργάνωση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην Ήπειρο, ώστε να δοθεί ολοκληρωμένη εικόνα για τη δράση των κυρίαρχων αντιστασιακών σχηματισμών που έδρασαν και επηρέασαν καθοριστικά την πορεία της χώρας μας. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


214

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Ο Βαγγέλης Τζούκας γεννήθηκε στην Άρτα το 1974 με καταγωγή από τους Ραφταναίους Ιωαννίνων και τον Αμμότοπο Άρτας. Είναι πτυχιούχος και διδάκτορας του τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Το 2003 υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο: «Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο-Τοπικότητα και πολιτική ένταξη». Έχει διδάξει στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης και έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες για την περίοδο 1940-50.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


215

Μαρία Δέτσικα

Γιώργος Παπασωτηρίου: Το ματωμένο θέρος του 1882 Δοκίμιο

Τ

ο αρχείο Καραπάνου στο οποίο περιέχονται οι ανέκδοτες επιστολές της διοίκησης του τσιφλικιού προς τους κατοίκους αλλά και προς τον ιδιοκτήτη φυλάσσονται στο Ιστορικό Μουσείο του Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου «Σουφάς» Άρτας. Οι επιστολές είναι χειρόγραφες, με την υπογραφή του διευθυντή των τσιφλικιών, και χρονικά αναφέρονται στην περίοδο 1880-1885 και 1896-1902. Ελπίζουμε ότι το αρχείο θα αξιοποιηθεί σε εύθετο χρόνο από το Σύλλογο. Ήδη στο τεύχος 12 του περιοδικού του Σκουφά, από το 1958, υπάρχει αφιέρωμα με τίτλο «Το αγροτικόν ζήτημα της Άρτης του 1882». Νόμιζα πως ήξερα αρκετά πράγματα για τον τόπο μου. Μάλιστα σε όλα μου τα χρόνια τα εκπαιδευτικά προσπαθώ ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζω να μην επιδεινώσω την κατάσταση ιστορικής "απαιδείας", να κάνω τους μαθητές μου να μάθουν και να αγαπήσουν την ιστορία μας, να αποκτήσουν αυτό ακριβώς το αίσθημα της συνέχειας, να καταλάβουν ότι το ιστορικό γίγνεσθαι πηγάζει από το κοινωνικό είναι, να αντισταθούν στη συντεταγμένη και καλά ενορχηστρωμένη επέλαση της λήθης από το Υπουργείο Παιδείας, από τα Μέσα Μη Ενημέρωσης κι από όλους εκείνους που θεωρούν πως τα έθνη και οι λαοί, τα κοινωνικά κινήματα, οι αγώνες, και οι συγκρούσεις των ανθρώπων θεωρούνται επικίνδυνα σε έναν κόσμο που δεν έχει χτες, έχει μόνο σήμερα. Κι αυτό, γιατί έλεγα: με τι άλλο παρά με τις συντεταγμένες της μνήμης και την ελπίδα του μέλλοντος μπορεί να ορίζεται ένας τόπος; Ο τόπος μας. Που έχει σώμα, αίμα, δάκρυα, μνήμη, ελπίδα. Σκεφτόμουν ποιος αγαπάει αληθινά αυτόν τον τόπο; Ποιος πονάει γι’ αυτήν την πατρίδα-βραχόκηπο στη μέση της θάλασσας; Οι έμποροι της πολιτικής ελπίδας, οι διασκεδαστές, οι ανονείρευτοι που έχουν το θράσος να διεκδικούν τα όνειρά μας ή οι πονεμένοι, οι μελαγχολικοί, οι απροσκύνητοι; Αυτοί που... Φέρνουν πίσω από τα βουνά τους προγόνους σε ασπρόμαυρο. Πίσω από τα χαλάσματα τα στοιχειά. Και τους σμίγουν στα σταυροδρόμια και στις χωραφιές, του χτες και του σήμερα. Κι έτσι παίρνει αίφνης χρώμα η μνήμη. Καθώς έρχονται τόποι κι άνθρωποι. έρχονται θρήνοι και χαρές. Έρχεται πάλι η ζωή… Νιτσιάκος Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


216

Μαρία Δέτσικα

Όπως είπα, νόμιζα πως ήξερα αρκετά πράγματα για τον τόπο μου. Μέχρι που διάβασα το δοκίμιο του Γιώργου Παπασωτηρίου και έβαλε τη σκέψη μου σ’ άλλους δρόμους. Γιατί ο Γιώργος ψάχνει να βρει τι κρύβουν τα ψιλά γράμματα της ιστορίας, το κρυμμένο στη σκιά, την άλλη ανάγνωση πέρα από την επίσημη της καθεστηκυίας τάξης, την Ιστορία υπό επιτήρηση,ψάχνει πέρα από την επιφαινόμενη ιστορία, αυτή δηλαδή που γράφουν οι «νικητές»-επικυρίαρχοι. Για να μη μείνει η σπουδή της στα αζήτητα. Βασική αρχή του είναι ότι για να κατανοηθεί το ιστορικό γεγονός και να ερμηνευτεί (ως ανθρώπινη πράξη) και να αξιολογηθεί (ως προς το αποτέλεσμά της) είναι ανάγκη πρώτα να ερευνηθεί : wie es eigentlich gewesen war = τι ακριβώς έχει συμβεί, όπως έγραψε παλαιότερος μελετητής στις αρχές του 19ου αιώνα. Δεν υπηρετεί την άποψη που λέει ότι υπάρχουν δύο εκδοχές της Ιστορίας: μια υπεύθυνη, έγκυρη και στοχαστική για την ικανοποίηση μιας μικρής ομάδας μυημένων (μανδαρίνων;) και μια δεύτερη εκδοχή λαϊκή, για ευρεία κατανάλωση. Μέλημά του είναι να προσλάβει ο καθένας μας και να επεξεργαστεί την πολυπλοκότητα του ιστορικού φαινομένου, και κυρίως την πυκνότητα του ιστορικού χρόνου, πριν τρομάξει και απωθήσει την Ιστορία σε « κάτι δευτερεύον ». Αν και ξέρουμε καλά ότι οι μύθοι είναι φτιαγμένοι από ατσάλι, ο Γιώργος επιχειρεί και το καταφέρνει να απελευθερώσει την ιστορία από το μύθο ή την ιδεοληψία. Συνδυάζει ιστορικά στοιχεία με εύστοχες παρατηρήσεις και συμπεράσματα με τρόπο εύληπτο. Κι αυτό προϋποθέτει μεγαλύτερη συμμετοχή του αναγνώστη, θέτει σε κίνηση τόσο τη σκέψη όσο και τη φαντασία του, απευθύνεται τόσο στη νόηση όσο και στο συναισθηματικό του κόσμο, επιζητεί όχι μόνο να τον πληροφορήσει, αλλά και να τον συγκινήσει και να τον τέρψει. Ο Γιώργος γίνεται έτσι ένας «παραμυθάς», όπως λέγανε τον παλιό καλό καιρό, αλλά με αληθινές ιστορίες ή μάλλον ένας ιστορικο-φιλόσοφος που στοχάζεται για τον κόσμο, χωρίς να περιορίζεται στον στενό, τοπικό ορίζοντά του, αλλά διευρύνοντας τη ματιά του σε ολόκληρο τον πλανήτη. Διαβάζοντας το δοκίμιο, προσπαθούσα να συγκεντρώσω τους λόγους για τους οποίους μου άρεσε, με συγκινούσε. Μου θύμισε κάτι ξεχασμένους στίχους του Σαββόπουλου : «...Βρήκα τ’ όνειρό σου σε γραμμές πολιτικές, αλλά το πήγα πέρα από αυτές, γιατί εκεί με οδηγούσε δίχως να το αντιληφθώ, η καταγωγή μου και η τέχνη που εξασκώ». Βρήκα, λοιπόν, ότι ταυτίζονταν με δικές μου διαπιστώσεις, απόψεις - και πιστεύω και πολλών άλλων ανθρώπων, ίσως όχι μόνο της γενιάς μας. Κατέληξα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

217

στο συμπέρασμα ότι συμπυκνώνει στα κείμενά του με τρόπο δημιουργικό, με τέχνη δηλαδή, ιδέες, απόψεις και αντιλήψεις με τις οποίες νιώθει οικείος, αν όχι ταυτίζεται, ένας ολόκληρος κόσμος. Της Αριστεράς, αλλά και ευρύτερα. Ο κόσμος της Αριστεράς, οι προοδευτικοί άνθρωποι σε αυτόν τον τόπο, έχουν ζήσει πολλά, έχουν περάσει πολλά, έχουν διαψευστεί πολλές φορές. Κάποιοι έμειναν αμετακίνητοι στις θέσεις τους, κάποιοι μετακόμισαν αλλού, κάπου κοντά ή στην άλλη άκρη, κάποιοι συνέχισαν τα ίδια με άλλα λάβαρα, κάποιοι πήγαν τελείως σπίτι τους. Κάποιοι άλλοι, όμως, έμειναν ξύπνιοι, όρθιοι, σε εγρήγορση, σκέφτηκαν, προβληματίστηκαν, ανανέωσαν το θεωρητικό οπλοστάσιό τους, λειτούργησαν ως ενήμεροι και συνειδητοί πολίτες, κατά καιρούς εντάχθηκαν, έδρασαν ή αποσύρθηκαν χωρίς να αποστρατευτούν και, κυρίως, δεν αρνήθηκαν ιδέες, αξίες και οράματα, ελπίζοντας ίσως ότι αλλάζοντας οι συνθήκες μπορεί να αναδειχθούν νέα υποκείμενα, νέες μορφές, νέοι άνθρωποι, νέα σχήματα. Αυτός ο κόσμος συνήθως δεν έχει αυταπάτες, δεν παραμυθιάζεται, έχει αρκετή πείρα, έχει ωριμάσει, θέλει να λέει και να ακούει τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν μιλούν με ξύλινη γλώσσα, έχουν μυαλά ανοιχτά στους ορίζοντες. Και αυτοί οι άνθρωποι νιώθουν να τους εκφράζουν οι θέσεις, οι απόψεις, οι διαπιστώσεις, τα ερωτήματα που περιλαμβάνονται στο νέο βιβλίο του Γιώργου. Σε τέτοιες κρίσιμες φάσεις της ιστορίας, όπως αυτές που ζούμε, όταν οι κοινωνίες περνάνε από τη μια φάση σε μιαν άλλη, όσοι γράφουν, προσπαθούν να ανακαλύψουν πρώτα τον εαυτό τους και ύστερα οτιδήποτε άλλο. Νομίζω ότι ο Γιώργος πέτυχε πλήρως και στα δύο και μέσα από αυτό ανοίγει δρόμους, βοηθά και άλλους να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις, να βαδίσουν όπως έλεγε ο Μάριος Χάκκας «κατά έναν τρόπο που ποτέ άλλος άνθρωπος δε στάθηκε ή δεν περπάτησε», συμμεριζόμενοι όμως τόσες και τόσες κοινές αξίες, ιδέες, εκτιμήσεις και προσδοκίες. Τα γνωστά αιματηρά γεγονότα του θεσσαλικού Kιλελέρ (1910) μελετήθηκαν και εξιστορήθηκαν αρκετά από τους έλληνες ιστορικούς. Tα γεγονότα όμως της Άρτας, που προηγήθηκαν κατά τριάντα χρόνια, δεν αξιολογήθηκαν και δεν ιστορήθηκαν όπως και όσο έπρεπε από τους μελετητές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Kι όμως το αρτινό αγροτικό ξεσήκωμα αποτελεί το πρώτο βήμα του όλου ελληνικού αγροτικού κινήματος, την πρώτη σοβαρή σύγκρουση τσιφλικάδων και κολλήγων. Στο Kιλελέρ βέβαια υπήρξαν πολλοί νεκροί. Στην Άρτα λίγοι. Aλλά η βαρύτητα ενός ιστορικού γεγονότος δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο αίμα χύνεται. Κι έτσι χάρη στο δοκίμιο του Γιώργου άρχισε η δική μου περιπλάνηση στον κόσμο της τοπικής, της εθνικής και της διεθνούς ιστορίας. Μ΄ έκανε να ξεσκονίσω βιβλία, να ψάξω, να βρω παλιές εφημερίδες και αρχεία με αστέρι του βορΈ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


218

Μαρία Δέτσικα

ρά το «Ματωμένο θέρος του 1882», να κάνω μιαν άλλη ανάγνωση της ιστορίας, έτσι καθώς τα κομμάτια του παζλ έμπαιναν ένα-ένα στη θέση τους. Κάτι χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα ο ήλιος επιμένει να είναι αιώνιος και τα πράγματα επιμένουν να είναι εφήμερα τα βουνά δύουν το ένα μέσα στο άλλο σαν περισπωμένες που γιορτάζουν την οξεία τους θλίψη. Κάτι χιλιόμετρα, λοιπόν, μακριά από την Αθήνα βρίσκεται «το λιβάδ’ τ’ Καραπάν’», στην άκρη του χωριού του Γιώργου, τους Κωστακιούς, όπου ως παιδί έπαιζε με συνομηλίκους ποδόσφαιρο. Με αυτό, λοιπόν, ως αφορμή, κάνει καθαρή ιστοριογραφία φωτίζοντας μια κακοφωτισμένη πτυχή της ιστορίας του τόπου μας. Ποιος ήταν ο Καραπάνος; Ο Γιώργος απαντά ότι είναι η ιστορία της Άρτας, αλλά και της Ελλάδας στην καθοριστική περίοδο του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αι., είναι το δυστυχώς επτωχεύσαμεν του Τρικούπη, το αγροτικό ζήτημα, η σύγκρουση πόλης και χωριού, η σύγκρουση στο εσωτερικό των πάνω, η ενσωμάτωση των τουρκομεριτών, οι κάθε είδους αβράκωτοι. Είναι το βλέμμα των άλλων. Τετρακόσια τριάντα δύο χρόνια και τρεις μήνες κράτησε η οθωμανική κυριαρχία στην Άρτα. Από τις 24 Μάρτη του 1449 , ημέρα Δευτέρα, που ο τούρκος ναύαρχος Φαϊκ την κατέλαβε στο όνομα του σουλτάνου Αμουράτ Β΄, μέχρι τις 24 του Ιούνη του 1881, που ο ελληνικός στρατός με επικεφαλής το στρατηγό Σκαρλάτο Σούτσο μπήκε στην Άρτα. Η εφημερίδα «Θεσσαλία» της ίδιας μέρας έγραφε : «Τα δεσμά της δουλείας εθραύσθησαν. Η Άρτα , πόλις ιστορική, ρίπτεται ελευθέρα εις τας αγκάλας της μητρός, εν Ηπείρω ο κατακτητής συνεσπειρώθη πλέον». Κι ο Σουρής στην Αθήνα : Χαρήτε παλληκάρια… ελληνική παντιέρα επάνω εις το κάστρο της Άρτας εστυλώθη, ανάσαναν οι σκλάβοι μ’ ελεύθερον αγέρα και απαντιούνται τόσα ονείρατα και πόθοι. Τόσα ονείρατα και πόθοι… Μετά τους πρώτους πανηγυρισμούς διαπιστώθηκε η πρώτη από τις μεγάλες συμφορές που έπληξε τους Αρτινούς: Η πόλη αποκόπηκε από τον τροφοδότη χρυσό μπαξέ της, τον κάμπο. Οι οθωμανικές Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

219

αρχές, εκτός από την επιβολή δασμών, απαγόρευαν την εισαγωγή δημητριακών, τροφίμων, πτηνών, αυγών και κρεάτων στην πόλη και παρενέβαλλαν εμπόδια στην ελεύθερη διακίνηση των κατοίκων. Οι βιοτεχνίες και τα εργαστήρια παρακμάζουν ή μεταφέρονται στα Γιάννενα, ενώ αρχίζει και η κάθοδος των ορεσίβιων και ο εποικισμός της πόλης. Κι έτσι συμβαίνει το παράδοξο, η απελευθέρωσή της σήμανε και την παρακμή της. Το ένα αγκάθι ήταν αυτό. Το δεύτερο μόλυνε την πόλη καιρό πριν και άκουγε στο όνομα Καραπάνος. Ένας από τους λεγόμενους πολυμορφικούς επιχειρηματίες, που τους βάφτισαν "χρυσοκάνθαρους" –ξέρουμε όλοι ότι τα σκαθάρια μόνο στις βρωμιές βρίσκονται, οπότε και καταλαβαίνουμε γιατί ονομάστηκαν όλοι αυτοί έτσι- ή "χαβιαρόχανους", επαναπατριζόμενους ομογενείς, που όπως γραφόταν γι’ αυτούς: «"Αρχίζουν με τας φιλογενείς δωρεάς, με τα πολυτελή δείπνα, με το ύφος της λαμπυριζούσης περιβολής και τελειώνουν με την των δημοσίων χρημάτων καταβόθραν... Ιδού ο κ. Τρικούπης είναι ο Πρωθυπουργός των... Η Ελλάς κατέστη χρηματιστική επιχείρησις... Σχηματίζονται προνόμια επί προνομίων, ευνοούμενοι επί ευνοουμένων... Τα τέκνα των ανθρώπων της ομάδος αυτής [...] ούτε ελληνικά ομιλούν ούτε ελληνικά αισθάνονται... Και μετέβαλον τα πάντα εις χαρτοπαίγνιον [...] η ομάς αύτη εννοεί να θέσει οριστικώς τον πόδα επί της κυβερνήσεως του Κράτους και επί της κυβερνήσεως του Δήμου...» Ποιος ήταν ο Κωνσταντίνος Καραπάνος; Γράφει ο Γιώργος: «είναι το νέο κράτος της Πρωτεύουσας, και το βαθύ παρα-κράτος της υπαίθρου, της «απελευθερωμένης» πόλης της Άρτας, που περιλάμβανε το κράτος εισαγγελείς, χωροφύλακες, δημοσιογράφους, αλλά και αγροφύλακες-ληστές. Το παρακράτος αυτό θα συγκρουστεί με τον Γεώργιο Παχύ, υποστηρικτή των περιφερειακών μικροϊδιοκτητών, πλην όμως ομοίως, τσιφλικά της Αττικής και μεγαλομετόχου των μεταλλείων Λαυρίου καθώς και φίλου του βασιλιά». Ο Κων/νος Καραπάνος. Βίος και πολιτεία. Διπλωμάτης της Υψηλής Πύλης στο Παρίσι, τραπεζίτης στην Κων/πολη, χρηματιστής, –υπεύθυνος για δύο μεγάλες χρηματιστηριακές φούσκες της εποχής– μην απορείτε, κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια– με τα κερδηθέντα από τη δεύτερη μάλιστα αγόρασε τα κτήματα της Άρτας, αρχαιολόγος μαζί με τον Μινέικο (θυμόμαστε άραγε την οικογένεια Μινέικο;), και οι δυό τους πολύ βοήθησαν να διακοσμηθούν –παράνομα εννοείται και με το αζημίωτο– τα Μουσεία του εσωτερικού και του εξωτερικού, αστός και φεουδάρχης, έμπορος γης, βουλευτής, υπουργός και αρχηγός κόμματος. Εξαγοράζει και πουλάει ό,τι βρίσκει μπροστά του. Πρόβλεψε και φυσικά συντέλεσε στην πτώχευση του 1893, διαδίδοντας στους δανειστές του εξωτερικού ότι η Ελλάδα δεν έχει πίστη, ότι δηλ. δεν μπορεί να αποπληρώσει το χρέος της. Προφήτευσε την καταστροφή και ενεργοποίησε τον πυροκροτητή για να επαληθευθεί η αυτοεκπληρούμενη προφητεία του. Μας θυμίζουν τίποτε όλα αυτά; Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


220

Μαρία Δέτσικα

Οι Αρτινοί ξέρουν καλά την οικογένεια από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, μια και ο Καραπάνος ήταν αρχιεπιστάτης του Mουσταφά Πασά, ενοικιαστή του "ίμορου" (φόρου) από το τουρκικό κράτος και αργότερα αγόρασε απ' τους κληρονόμους του Mουσταφά το δικαίωμα να εισπράττει το ίμορο. Aφού, λοιπόν, πήρε το δικαίωμα αυτό, βοηθούμενος από την τουρκική εξουσία, απαιτούσε από τους χωρικούς να αναγνωριστεί σαν τέλειος κύριος των κτημάτων και να πληρώνεται σ' αυτόν το ίμορο σαν χωριστή εισφορά, άσχετη με τον φόρο "μιρί" που καταβαλλόταν στο κράτος. Ακούστε τι λένε γι’ αυτόν εφημερίδες της αντιπολίτευσης, όταν ανακοινώνεται ότι ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ κατά την επίσκεψή του στην απελευθερωμένη –ας πούμε– Άρτα θα φιλοξενούνταν από τον Καραπάνο: «δεν είναι δυνατόν να ευρεθή άλλη έπαυλις δια τον βασιλέα ή μήπως είναι ανάγκη να ενισχυθώσι δια του επισημοτέρου τρόπου αι αρπακτικαί τάσεις των οικοκυραίων τούτων και να πιστεύσωσι οι ατυχείς αδελφοί μας ότι θα εξακολουθήσουν καταπιεζόμενοι υπό δεσπότας πολύ πλέον τυραννικωτέρους των πασάδων και των ουλαμάδων; Ή μήπως αγνοεί η κυβέρνησις ότι τα ¾ των κτημάτων της Άρτης παρανόμως κατέχονται από τους λεγόμενους τούτους οικοκυραίους …;». Ξαναγυρίζω στο βιβλίο του Γιώργου και διαβάζω πως πολλοί κάτοικοι της περιοχής προτιμούσαν τη «δουλεία» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ζητώντας επισήμως να επανέλθουν σ’ αυτή, παρά να ζουν υπό την απείρως σκληρότερη δουλεία των ελλήνων τσιφλικάδων τύπου Καραπάνου ή Χρηστάκη Ζωγράφου και του βαθέως παρακράτους τους. Για την ακρίβεια οι Έλληνες αγάδες που αντικαταστήσανε τους Τούρκους αγάδες ήταν πολύ χειρότεροι από τους δεύτερους. H ζωή των χωρικών εξακολούθησε να 'ναι μαύρη. Έφτασαν να λένε το γνωστό "που 'σαι κατακαημένο τούρκικο". Για δε τον Καραπάνο δεν υπήρξε απελευθέρωση της Άρτας και της Θεσσαλίας, αλλά απλώς μία πολιτική μεταβολή. Νομίζω, τα σχόλια περιττεύουν. Ο Καραπάνος και το παρακράτος του. «Στρατιώται, οι οποίοι είχον αποσταλεί διά να πολεμήσουν κατά των Oθωμανών, εισήλθον, οι ελευθερωταί, διά της λόγχης και έλαβον όλον τον σίτον από τας οικίας των χωρικών ως εισπράκτορες των ιδιοκτητών. Διετάχθησαν δε ατυχώς από αυτόν τον βασιλικόν επίτροπον, άνδρα σεβαστόν και δικαστικόν μάλιστα». Στη συνεδρίαση της Βουλής της 18ης Iουνίου 1882, ο βουλευτής Mεσσηνέζης λέγει: «Nέον τηλεγράφημα εξ Άρτης παριστά ότι τα όργανα της αστυνομίας είναι ουχί όργανα του νόμου, αλλά του μεν ή του δε των ιδιοκτητών. Nα ληφθή πρόνοια, διότι οι αγρόται ευρίσκονται σήμερον εις ήσσονα θέσιν εκείνης εις ην ετέλουν πρότερον». Ο δε Ζυγομαλάς λέει: «Tα τελεσθέντα εν Άρτη-Θεσσαλία είναι ανυπόφορα και απερίγραπτα. Tα βάσανα των κατοίκων, αι καταπιέσεις και αι βαρβαρότητες των οργάνων της κυβερνήσεως είναι τόσον παράνομοι, ώστε ουδέ προς τας επί Tουρκοκρατίας δύνανται να παραβληθούν». Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

221

Μου έρχονται στο μυαλό οι στίχοι του Μήτσου Ευθυμιάδη, που μελοποιήθηκαν από το Χρήστο Λεοντή Χάθηκε η επανάστασή μας και δεν ήρθε η νεκρανάστασή μας όπως γράφει η ιστορία στα μαθητικά βιβλία Μπρος λοιπόν ολιγαρχία βάλε αγέρα στα πανιά για μια νέα τυραννία των αστών την κοινωνία Ζώσαμε οι ραγιάδες τ’ άρματά μας θέλοντας να ζήσουν τα παιδιά μας σε μια νέα κοινωνία με ψωμί κι ελευθερία Μα την ανεξαρτησία που κερδήθηκε σκληρά μας την πήρε η ολιγαρχία Μια κολοβή ελευθερία. Εθνική μεν, αλλά όχι και οικονομική, κοινωνική και πολιτική. Παρακράτος, δημοσιογράφοι, χωροφύλακες και δικαστικοί στην υπηρεσία της εξουσίας, χρηματιστηριακές φούσκες, οι διαχρονικές παθογένειες της αστικής δημοκρατίας στη χώρα μας, ο σφιχτός εναγκαλισμός κεφαλαίου και εξουσίας, το τυχοδιωκτικό χρηματιστηριακό κεφάλαιο, ο εκσυγχρονισμός με κάθε κόστος, δουλοπάροικοι και κολλήγοι, διαπλεκόμενοι, μεθοδευμένη και καλά οργανωμένη πτώχευση, πελατειακές σχέσεις, δωροδοκία ψηφοφόρων, υποσχέσεις για διορισμούς στο δημόσιο, απειλές κ.λπ.. Μήπως η ιστορία μάς παίζει τελικά παιχνίδια ή μήπως εμείς δεν πρόκειται να γίνουμε ποτέ όλβιοιευτυχισμένοι, γιατί ποτέ δεν έχουμε γνώση της ιστορίας; Όσο κι αν δε θέλω να πιστεύω ότι η ιστορία κύκλους κάνει, μήπως ισχύει τελικά αυτό που λένε ότι όποιος λαός δεν γνωρίζει την ιστορία του, θα αναγκαστεί να την ξαναζήσει; Μήπως τελικά ζούμε τότε κι όχι σήμερα, μια και επιστρέφουμε στις εργασιακές σχέσεις και την κοινωνική κατάσταση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αι.. ; Ίδιες δράσεις, ίδιες συμπεριφορές, ίδια αποτελέσματα, με άλλο όνομα. Σκέφτομαι φωναχτά τους στίχους του ποητή : (η λογοτεχνία μ΄ ακολουθεί παντού και πάντα . Βλέπετε το χούι, όπως λέμε εδώ στην Άρτα, τελευταίο φεύγει). Ποιος τη ζωή μου , ποιος την κυνηγά να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα; Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


222

Μαρία Δέτσικα

ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά σαν ψάρι μ’ έχουν πιάσει μες στα δίχτυα Ποιος τη ζωή μας, ποιος παραφυλά στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει; πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει; «Ζούμε ιστορικές στιγμές. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα από τα πιο κρίσιμα σταυροδρόμια της Ιστορίας του ελληνικού λαού. Μέχρι τώρα μας είχαν επιφυλάξει ρόλο «Ιφιγένειας». Η Ελλάδα κατακρεουργείται, ο λαός εξανδραποδίζεται στο βωμό των θυσιών που του επέβαλαν οι υπαίτιοι της κρίσης. Ο λαός θυσιάζεται για να διασωθούν από την κρίση –και για να κερδοσκοπήσουν μέσα στην κρίση– αυτοί που προκάλεσαν την κρίση! Αν και πάλι αφεθούμε να μας καθορίσουν τη «μοίρα» αυτοί που οδήγησαν τον τόπο ως εδώ, τότε το ημερολόγιο στην Ελλάδα γυρίζει αιώνες πίσω! Μας γυρίζουν πίσω κι από τις εποχές του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Οταν ο Έλληνας ήταν συνώνυμο της δυστυχίας και της εξαθλίωσης. Όταν η ύπαρξή του οριζόταν διά νόμου ότι αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο των ντόπιων και ξένων κεφαλαιοκρατών, δανειστών και τοκογλύφων ιμπεριαλιστών, όπως και τότε. Οι καθημερινές ύβρεις, η διαστρέβλωση της αλήθειας, οι προσβολές της νοημοσύνης μας, η πλύση εγκεφάλου, η προπαγανδιστική λοβοτομή, η τρομοκρατία, οι αδίστακτοι εκβιασμοί, η δημαγωγία, η εξαπάτηση, έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Οι τρόικες «εσωτερικού» και «εξωτερικού» μας σέρνουν στα «Νταχάου» του 21ου αιώνα. Μας έχουν στοιβάξει στις αποβάθρες του σφαγιασμού σαν το μαρμάρινο δωμάτιο των ορυχείων του Λαυρίου, που στοίβαζαν τους νεκρούς και ταυτόχρονα οι «ιστορικοί» τους είναι έτοιμοι για να γράψουν ότι υπήρχε κάποτε ένας λαός, ο λαός των Ελλήνων, που πήγε από... «συνωστισμό». Και από …«σωτηρία»! Η Ιστορία δεν θα γραφτεί κάποτε, δεν θα γραφτεί στο μέλλον. Η Ιστορία γράφεται ήδη. Γράφεται τώρα. Και είναι προφανές: ή αυτοί θα γράψουν την Ιστορία ή εμείς. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.»Μπογιόπουλος Θυμόμαστε τους στίχους από το ανεμολόγιο του Κώστα Τριπολίτη; Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

223

ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος Θα κλείσω υιοθετώντας τη θέση του Γιώργου: «… Η συλλογικότητα και η αλληλοβοήθεια μέσω του συν-πάσχειν είναι τα παλιά αξιακά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας –τουλάχιστον των «κάτω– τα οποία πρέπει να ανακαλύψουμε εκ νέου. Σήμερα αντικαταστήσαμε όλα τα συν– συλλογικότητα, συνέρχεσθαι, συνεταιρίζεσθαι, συμπάσχειν, συμπάθεια με το αυτό– αυτοαναφορικότητα, αυτοπάθεια, αυτισμός… Η σύγχρονη καταπίεση επιδιώκει να κάνει αόρατους τους καταπιεσμένους, να τους πείσει ότι τίποτα δεν γίνεται, να τους απελπίσει, να τους αποπολιτικοποιήσει. Η πολιτική ανυπακοή και ο αγώνας σημαίνουν ήδη την επανοικειοποίηση της απολεσθείσας αξιοπρέπειας και την ανασύσταση του χαμένου προσώπου».

* Η Μαρία Δέτσικα είναι φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ «ΤΖΟΥ ΜΕΡΚ Ι Ω Τ Ι ΚΑ Χ Ρ Ο Ν Ι ΚΑ » Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Πολύτιμη έκδοση για τα Τζουμέρκα ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ Τεύχος 14ο, Ιούνιος 2013, σελ. 296

Κ

υκλοφόρησε στην ώρα της η ετήσια περιοδική έκδοση ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ της ΙΛΕΤ (Ιστορική Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων). Πλούσια, πρωτότυπη, αξιόλογη και ενδιαφέρουσα, ως συνήθως, η ύλη τους. Λαογραφία, γλωσσικά, ιστορικά, τέχνη, αρχιτεκτονική, οικισμοί, λόγιοι, βιβλιοπαρουσιάσεις, σχόλια, συνθέτουν τα σπουδαία περιεχόμενα! Στάθηκα στο άρθρο του Αλ. Γκορτζή για την Απροσδόκητη συμφορά στα Τζουμέρκα. Πρόκειται για το φοβερό αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο Πετροβούνι του Άραχθου, Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 1958. Τελικά «τα θύματα φτάνουν τα 29, άντρες 12 και γυναίκες 17, οι δε επιζήσαντες 5: άντρες 3 και γυναίκες 2». Ανάμεσα στα τραγικά θύματα και τρία από το Ματσούκι, Αθ. Λάνταβος και το ζευγάρι Βασ. Καλόγηρος και η Σταυρούλα του. Αλλά την λεπτομέρεια, ότι υπέκυψαν από τα τραύματά τους στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων, την γνώρισα τώρα με το εν λόγω άρθρο. Γηράσκω, λοιπόν, αεί διδασκόμενος. Ο Αλ. Γκορτζής εκθέτει τα θλιβερά γεγονότα με έναν προσωπικό τρόπο, κρατάει αδιάπτωτο το ενδιαφέρον, πλουτίζει το κείμενό του με το σχετικό φωτογραφικό υλικό. Την προσοχή μου τράβηξε, επίσης, η μελέτη του Γρ. Μανόπουλου για τη δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα. Ο αγαπητός Γρηγόρης διαπραγματεύεται το θέμα του με άνεση και κριτικό πνεύμα, πλήρης κάτοχος της περιοχής, δρασκελίζει την Πίνδο και προς τον νομό Τρικάλων, σπουδαία εργασία, που εμπίπτει και στα άμεσα ενδιαφέροντά μου. Περιπλανήθηκα και με τα πετρογέφυρα των Καλαρρυτών, μια ακόμη επιμελή εργασία, γραμμένη με μεράκι από τον προσεκτικό αρχιτέκτονα Βασ. Κασκάνη. Πάντοτε με συγκινούσαν τα πέτρινα γιοφύρια και στην περιοχή των Τζουμέρκων προ παντός εκείνα που σχετίζονται ιδιαίτερα με τους Ματσουκιώτες (Σταφυλά, Καρλίμπου, Ραφτάνη, Παπαστάθη). Οπωσδήποτε πολύ ωφελήθηκα, πολλά έμαθα, και από όλα τα λοιπά άρθρα του τόμου, θερμά συγχαρητήρια και πλούσια συνέχεια. Ο ανήσυχος και πολύδραστος πρόεδρος Κώστας Μαργώνης τονίζει: «Με τη δημιουργική πορεία των δεκαπέντε ετών, που έχουμε πίσω μας, έχουμε κάθε λόγο να ελπίζουμε πως και σ’ αυτή την προσπάθεια θα έχουμε κοντά όλα τα Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


226

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

μέλη, τους φίλους και τους συμπατριώτες μας που νοιάζονται για την προκοπή του τόπου μας. Σας περιμένουμε, γιατί χρεαζόμαστε την παρουσία, τη σύμπραξη και τις ιδέες σας. Καθένας το λιθάρι του!». Ας είναι, αγαπητέ μου Κώστα, και λιθαράκι!…

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


227

Γιώργος Κ. Χατζόπουλος*

Τζουμερκιώτικα Χρονικά Τεύχος 14 ο, Ιούνιος 2013

Κ

όντρα στην οικονομική κρίση, που ως άλλος Κρόνος καταβροχθίζει κάθε προσπάθεια για πνευματική ανάταση, η Ι.Λ.Ε.Τ. συνεχίζει ακάθεκτη και πάντα δημιουργική τη γοητευτική ιερουργία της στο ιερό τέμενος των Γραμμάτων. Και τρανή απόδειξη η συνέχιση της έκδοσης της πνευματικής της κιβωτού, των Τζουμερκιώτικων Χρονικών, που τα χαρακτηρίζει βελτιωμένη εμφάνιση, οφειλόμενη στο ιερό πάθος της Αδελφότητας των Τζουμερκιωτών, οι οποίοι, ανίατοι νοσταλγοί της πατρώας γαίης, παρακάμπτουν την πνευματική έρημο και «χτίζουν» οάσεις, οι οποίες προσφέρουν ηδύγευστη τροφή για τους κεκμηκότες από τον καυτό πειρασμό της υλοκρατίας. Με ιδιαίτερη χαρά κρατώ στα χέρια μου και ρουφώ άπληστα το πνευματικό νέκταρ από τις σελίδες τού καλαίσθητα τυπωμένου 14ου τεύχους των ΤΖ. ΧΡ., που έφτασε στα χέρια μου χάρη στην ευγενική χειρονομία του καλού φίλου και εκλεκτού Νίκου Μπριασούλη, που δεν λέει να απογαλακτισθεί από μια προσπάθεια κόπων, αλλά και από μια σειρά από λευκές νύχτες, που μαρτυρούν έναν ασίγαστο έρωτα στην υπηρεσία του πνεύματος, που τείνει να συρρικνώσει η λατρεία του Μαμωνά. Ομολογώ, και ας μου επιτραπεί τούτη η ομολογία, ότι νιώθω ιδιαίτερη χαρά καθώς βλέπω όχι μόνο την επιβίωση των ΤΖ. ΧΡ., αλλά και μια πολύ ενδιαφέρουσα ποιοτική βελτίωση, αφού η ταπεινότητά μου έχει ελάχιστη συμμετοχή στη γέννησή τους αλλά και στη σμίλευσή τους. Η επιθυμία μου να φιλοξενούν επίλεκτες μορφές των Γραμμάτων και καρπούς νέους έγινε πραγματικότητα. Επίλεκτοι Πανεπιστημιακοί αλλά και ιερουργοί σοβαροί του τεμένους των Μουσών διανθίζουν τις σελίδες των ΤΖ. ΧΡ. με πολύ ενδιαφέρουσες μελέτες, συνθέτοντας έτσι την κιβωτό άντλησης πολυτίμου υλικού για αναβαθμισμένες και εξειδικευμένες μελέτες. Σε τριακόσιες περίπου σελίδες ξεδιπλώνονται τα ΤΖ. ΧΡ. Κι όλες παρέχουν στέγη σε τροφίμους, που όχι μόνο δεν προκαλούν ανία καθώς της επισκέπτεται ο μελετητής, αλλά του ανοίγουν διάπλατα την όρεξη για συνέχιση των επισκέψεων. Θα αναφερθώ με πολλή αγάπη και ευχαριστίες στους οικοδεσπότες των σελίδων για όσα ενδιαφέροντα παραθέτουν. Στον Ευάγγελο Αυδίκο, Πανεπιστημιακό, για την εύστοχη σμίλευση του πορτρέτου της Ι.Λ.Ε.Τ., στους Δ. Ράπτη, Μ. Μαγκλάρα, Δ. Παππά και Δ. Καρατζένη για τα λαογραφικά τους, στην Π. Λάμπρη, στη Λ. Στάμου και στον Δ. Πεταλά για τα γλωσσικά τους, κάτι που το συνιστούσα και με ιδιαίτερη χαρά Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


228

Γι ώ ρ γ ο ς Κ . Χ α τ ζ ό π ο υ λ ο ς

βλέπω να υλοποιείται, στον Γ. Γιαννάκη, Δ. Καλούσιο, Α. Γκορτζή, Α. Μπαζούκα, Δ. Βλαχοπάνο, Β. Τζούκα, Β. Λάζου, Γ.Σκαλιδάκη, Β. Τζούκα για τα ιστορικά τους, πολύ χρήσιμα για μια συνολική σύνθεση της τοπικής ιστορίας, στο Ν. Μπριασούλη, στον Α. Παπαδημητρίου, Γρ. Μανόπουλο και Κ. Ζήδρου για την αναφορά τους στην Τέχνη-Παράδοση και Πολιτισμό, στον Β. Κασκάνη για το άρθρο του για τη λαϊκή αρχιτεκτονική, κάτι που κερδίζει το ενδιαφέρον στην εποχή μας, στον Π. Σμύρη και Α. Μπουρνάκα για την ευαισθησία τους για το περιβάλλον, στη Λ. Αντωνίου για τη σμίλευση προσωπικοτήτων από τα Τζουμέρκα, στον Κ. Μαργώνη για την παρουσίαση του βιβλίου με το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Πανεπιστημιακού Ευ. Αυδίκου και τέλος τον καλό λόγο όλων εκείνων που αγαπούν ειλικρινά και ευλαβούνται την πνευματική προσφορά των ανθρώπων της Ι.Λ.Ε.Τ.. Ευχή μας τα ΤΖ. ΧΡ., τα οποία πέρασαν ανώδυνα την εφηβεία, να συνεχίσουν ακμαία την περίοδο της ωριμότητας, ξεπερνώντας τον βραχνά των οβολών, ανασταλτικό και καταστροφικό παράγοντα κάθε επίλεκτης και ευγενούς προσπάθειας, η οποία δίνει μια νέα ποιότητα στη ζωή, θέτοντας στο περιθώριο την ολέθρια πεζότητα. Ευελπιστώ ότι οι οιστρηλατούμενοι από ιερό πάθος και αθεράπευτη αγάπη για τη γενέθλια γη θα συνεχίσουν, έστω και αγκομαχώντας -και δικαιολογημένα- το χρέος τους όχι μόνο προς αυτήν, αλλά και διαμέσου αυτής προς την «Ελληνίδα αία». Η άνυνδρη πνευματική εποχή μας έχει απόλυτη ανάγκη από τη δημιουργία και διατήρηση οάσεων, που θα ανακουφίζουν από τον αφόρητο καύσωνα τους επιμένοντες να πασχίζουν με οποιοδήποτε κόστος την κακοτράχαλη οδό που οδηγεί «στην Πόλη των Ιδεών». Αλλίμονό μας «εάν το άλας μωρανθεί». Και ελπίζω πως οι Τζουμερκιώτες δεν θα ανεχθούν ένα τέτοιο ανοσιούργημα. Ας τους έχει καλά ο Θεός και αυτούς και όλους εκείνους που τους αιμοδοτούν.

* Ο Γιώργος. Κ. Χατζόπουλος είναι φιλόλογος, τ. Λυκειάρχης

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


229

Επιστολή Δημάρχου Αμπελοκήπων-Μενεμένης ΠΡΟΣ: Κο Νίκο Μπριασούλη Σας ευχαριστώ για την επιλογή σας να μου χαρίσετε το 14ο τεύχος του περιοδικού «Τζουμερκιώτικα Χρονικά» που εξέδωσε η Ιστορική Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων (Ι.Λ.Ε.Τ.). Το διάβασα και διαπίστωσα ότι είναι μια πολύ σοβαρή και αξιόλογη εκδοτική προσπάθεια, με συμμετοχή διαπρεπών επιστημόνων και καθηγητών πανεπιστημίων, γραμμένο σε «ζωντανή» γλώσσα, με τεκμηριωμένη πληροφόρηση, την οποία εγγυάται η πλειάδα των επιστημόνων που έχουν ασχοληθεί με τη συγγραφή του. Αποτελεί αναφορά σε γεγονότα, είναι μια μελέτη και μια έρευνα συγχρόνως, η οποία ξεκινά από τις πηγές ή αν θέλετε από τις ρίζες. Έτσι δίνεται η δυνατότητα στον αναγνώστη να παρακολουθήσει και να ενημερωθεί για την καθημερινότητα, την αισθητική της φύσης, για την εποχή του μυθικού ήρωα της Αθαμανίας, μέχρι τον πόλεμο του 1940-1941, το πολύνεκρο δυστύχημα του 1958, την Εθνική Αντίσταση, χωρίς να λείπουν αναφορές για το φυσικό περιβάλλον, την τέχνη, τη λαϊκή αρχιτεκτονική και παράδοση. Θεωρώ ότι η έκδοση αυτή δίνει πνευματική τροφή όχι μόνο στην περιοχή της Ηπείρου αλλά και στο Πανελλήνιο. Είναι μια προσπάθεια, με ευλάβεια στο πέρασμα των χρόνων, ν’ αναστηθούν όσα ξεχάστηκαν, να συντηρηθούν και να γίνουν ο ομφάλιος λώρος που θα συνδέει το χθες με το σήμερα. Και μάλιστα, ειδικά με το σήμερα, που όλα γύρω μας άλλαξαν κι ο αδηφάγος εκσυγχρονισμός κοντεύει να κατασπαράξει τις συνήθειες και τις παραδόσεις του λαού μας. Παρακαλώ να μεταφέρετε τα θερμά μου συγχαρητήρια και τις καλύτερες ευχές μου για μια περαιτέρω ευόδωση όλης αυτής της πνευματικής προσπάθειας στο Δ.Σ. της Ι.Λ.Ε.Τ. για την ανεκτίμητη πολιτιστική και ιστορική προσφορά της. Σας προτείνω επίσης να συνδιοργανώσουμε με την Ι.Λ.Ε.Τ. και μια εκδήλωση στο «Στέκι Νεολαίας» του δήμου μας. Με εκτίμηση Ο Δήμαρχος Αμπελοκήπων-Μενεμένης Λάζαρος Κυρίζογλου

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


ΧΡΟΝΙΚΟ ΑΠ' ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Επιμέλεια: Αθανάσιος Μπαζούκας* Κωνσταντίνα Ζήδρου* Συμμετοχή της Ι.Λ.Ε.Τ. σε εκδηλώσεις στη Τζούρτζια της Αθαμανίας Η Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα Τζούρτζιας (Αγίας Παρασκευής) της Αθαμανίας Τρικάλων (Φ.Α.Τ.Α.) γιόρτασε τα 120 χρόνια από την ίδρυσή της (1893) με διοργάνωση εκδηλώσεων (επιστημονική ημερίδα, αδελφοποίηση συλλόγων κ.λ.π.), στις 27 και 28 Ιουλίου 2013. Την Ι.Λ.Ε.Τ. εκπροσώπησε ο κος Αθανάσιος Μακρής, μέλος του Δ.Σ., ο οποίος ήταν και ένας από τους εισηγητές της Ημερίδας με θέμα: «Τζουμέρκα-Ασπροπόταμος: Σχέσεις των δυο περιοχών...». Ομάδες Έρευνας Στο Πνευματικό Κέντρο Κτιστάδων του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων, στις 9 Αυγούστου 2013, πραγματοποιήθηκε η Δ΄ Ειδική Σύσκεψη (Συνάντηση) των Υπευθύνων και των Μελών των Ομάδων Έρευνας (Ο.Ε.) της Ι.Λ.Ε.Τ. Στη συνάντηση αυτή, μετά από αναλυτική ενημέρωση και διεξοδική συζήτηση, αποφασίστηκε: α) Να συμπληρωθούν τα μέλη των Ο.Ε. σε χωριά που υπάρχουν ελλείψεις. β) Να σταλεί επιστολή στα μέλη των Ο.Ε., ώστε να αναθερμανθεί το ενδιαφέρον τους. γ) Να προγραμματιστεί σεμινάριο (εκπαιδευτικό-επιμορφωτικό) για τα μέλη των Ο.Ε. δ) Να αρχίσει η αξιολόγηση-ταξινόμηση, από Επιστημονική Επιτροπή, του λαογραφικού υλικού που έχουν προσκομίσει οι Ο.Ε. Αρχαιρεσιακή Συνέλευση στην Άγναντα Η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, έχοντας συμπληρώσει 15 χρόνια από το πρώτο ξεκίνημά της (1998), πραγματοποίησε στις 11 Αυγούστου 2013 την Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση των μελών της (Εκλογοαπολογιστική), στην αίθουσα εκδηλώσεων του Γυμνασίου-Λυκείου Αγνάντων. Από το απερχόμενο Διοικητικό Συμβούλιο έγινε πλήρης ενημέρωση για τις δράσεις και το πολύπλευρο έργο της Ι.Λ.Ε.Τ. Ιδιαίτερα τονίστηκε η προσπάθεια για τη βελτίωση της έκδοσης του Δελτίου «Τζουμερκιώτικα Χρονικά», ο ρόλος και η σημασία των Ομάδων Έρευνας στη συλλογή, καταγραφή και διάσωση της λαογραφικής παράδοσης των Τζουμέρκων, όπως και η ολοκλήρωση της αρχαιολογικής μελέτης με τίτλο: «Αρχαιολογικές επεμβάσεις και έρευνες στην περιοχή της αρχαίας Αθαμανίας και του βυζαντινού Τζεμέρνικου» και η παρουσίαση αυτής. Ειδική αναφορά έγινε στη συνδιοργάνωση και λειτουργία, για δεύτερη χρονιά, του «Θερινού Σχολείου Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


232

Αθανάσιος Μπαζούκας-Κωνσταντίνα Ζήδρου

Τζουμέρκων και ΝΑ Πίνδου», ενός θεσμού μοναδικού και πρωτόγνωρου για την περιοχή. Μετά την έγκριση του Διοικητικού και Οικονομικού ΑπολογισμούΠροϋπολογισμού καθώς και του Προγραμματισμού της απερχόμενης Διοίκησης διενεργήθηκαν Αρχαιρεσίες για την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου και νέας Εξελεγκτικής Επιτροπής. Το νεοεκλεγμένο 9μελές Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα . Συμμετοχή στη 14η Συνδιάσκεψη των Φορέων του πρώην Δήμου Αγνάντων Στις 18 Αυγούστου 2013 πραγματοποιήθηκε στα Λεπιανά η 14η Συνδιάσκεψη Συλλόγων και Αδελφοτήτων του πρώην Δήμου Αγνάντων. Στην εκδήλωση αυτή η Ι.Λ.Ε.Τ. εκπροσωπήθηκε από τον Α΄ Αντιπρόεδρο του Δ.Σ. κ. Αθανάσιο Μπαζούκα, ο οποίος στην ομιλία του αναφέρθηκε στη στήριξη από την Εταιρεία παρόμοιων ενεργειών και πρωτοβουλιών που στοχεύουν στην ανάπτυξη της περιοχής των Τζουμέρκων καθώς και στα προς συζήτηση θέματα. Κλείνοντας, κατέθεσε κάποιες ιδέες-προτάσεις που αφορούν το σκοπό και την ουσία των Συνδιασκέψεων αυτών. Συμμετοχή της Ι.Λ.Ε.Τ. σε Επιστημονική Ημερίδα στο Ματσούκι Το Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου για τον τοπικό πολιτισμό των Τζουμέρκων, διοργάνωσε στις 11 Οκτωβρίου 2013, στο Ματσούκι, επιστημονική ημερίδα με θέμα: «Έρευνα, προβολή και διαχείριση του πολιτισμού των μικρών τόπων-Το παράδειγμα του ορεινού πολιτισμού των Τζουμέρκων», σε συνεργασία με τους τοπικούς Φορείς του Ματσουκίου και την Ι.Λ.Ε.Τ., η οποία στήριξε και οικονομικά τη διεξαγωγή της ημερίδας και τη λειτουργία του Μεταπτυχιακού Σχολείου Τζουμέρκων που επακολούθησε. Την Εταιρεία μας εκπροσώπησε ο Α΄ Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. κ. Αθανάσιος Μπαζούκας, ο οποίος απηύθυνε χαιρετισμό στην Ημερίδα και προσέφερε στους καλεσμένους, στους διδάσκοντες και στους μεταπτυχιακούς φοιτητές το τελευταίο τεύχος των εκδόσεων της Ι.Λ.Ε.Τ. «Τζουμέρκιωτικα Χρονικά» και «Χρονικό της Ι.Λ.Ε.Τ.». Τοπική Συνέλευση της Ι.Λ.Ε.Τ. στην Άρτα Η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, τηρώντας απαρέγκλιτα την τακτική της αποκέντρωσης των εκδηλώσεών της, πραγματοποίησε Τοπική Συνέλευση των μελών και φίλων της, που διαμένουν στη Νότια Ήπειρο και Αιτωλοακαρνανία, στις 2 Δεκεμβρίου 2013 στην Άρτα, στην αίθουσα της Εταιρείας TECHLAB. Η συμμετοχή των μελών ήταν ικανοποιητική και ουσιαστική. ΠαραβρέθηΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Χρονικό απ' τη ζωή και τη δράση της εταιρείας

233

καν, εκτός των άλλων, τα μέλη του Δ.Σ. Αθανάσιος Μπαζούκας, Νικόλαος Καρατζένης, Μαρία Γκουβά, Αλεξάνδρα Μπόμπολη, Κων/να Χούμη και οι Συντονιστές στην πόλη της Άρτας Σταυρούλα Χάρου, Κων/νος Τραχανάς και Ιωάννης Στάμος. Ο Α΄ Αντιπρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ. κ. Αθανάσιος Μπαζούκας παρουσίασε στους παρευρισκομένους το νεοεκλεγμένο Διοικητικό Συμβούλιο, ενημέρωσε τα μέλη για το έργο της Εταιρείας και για τις εκδηλώσεις-δράσεις που υλοποιήθηκαν το 2013 και στη συνέχεια έδωσε το περίγραμμα των προγραμματισμένων δράσεων για το 2014. Ακολούθησαν ενδιαφέρουσες προτάσεις και παρεμβάσεις των μελών για την περαιτέρω πορεία της Εταιρείας. Στο πλαίσιο των κοινωνικών επαφών τα μέλη του Δ.Σ. είχαν συνάντηση με το Δήμαρχο Αρταίων κ. Γιάννη Παπαλέξη, ο οποίος είναι Τζουμερκιώτης και μέλος της Ι.Λ.Ε.Τ. Επιστημονική Ημερίδα στο Βουργαρέλι Στο Αμφιθέατρο του Δημαρχείου του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων στο Βουργαρέλι, στις 10 Αυγούστου 2013, πραγματοποιήθηκε επιστημονική Ημερίδα με τίτλο «Αρχαιολογικές επεμβάσεις και έρευνες στην περιοχή της αρχαίας Αθαμανίας και του βυζαντινού Τζεμέρνικου. Προσδοκίες και επιδιώξεις». Πρόκειται για τη δημόσια παρουσίαση και ανάλυση της ομώνυμης μελέτης, η οποία εκπονήθηκε με πρωτοβουλία της Ι.Λ.ΕΤ. από τα μέλη της αρχαιολόγους κ. Ανθή Αγγέλη και κ. Κωνσταντίνα Ζήδρου, υπό την επιστημονική καθοδήγηση της Καθηγήτριας της Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Χ. Τζουβάρας-Σούλη. Αρχικά, παρουσιάστηκε διεξοδικά η μελέτη από τις δύο συντάκτριές της. Στη συνέχεια, αναλύθηκαν θέματα λατρείας των αρχαίων Αθαμάνων από την Καθηγήτρια κ. Χ. Τζουβάρα-Σούλη. Ακολούθησε η εμπεριστατωμένη και λεπτομερειακή παράθεση των υπαρχόντων δεδομένων, ιστορικών, αρχαιολογικών, φιλολογικών, αρχιτεκτονικών κ.ά. για την κλασική, βυζαντινή και μεταβυζαντινή εποχή. Η Ημερίδα ολοκληρώθηκε με τη σύντομη περιγραφή πολλών από τα νεότερα μνημεία των Τζουμέρκων. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στη συμμετοχή αρχαιολόγων από τις αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων της Θεσσαλίας, οι οποίοι και παρουσίασαν τα έως τώρα δεδομένα από τα τμήματα της αρμοδιότητάς τους, ενοποιώντας πλέον την περιοχή των Τζουμέρκων και εξετάζοντάς την στην πραγματική της διάσταση και στα εκτεταμένα όρια της αρχαιότητας. Ακολούθησε γόνιμη συζήτηση, με εύστοχες παρατηρήσεις και προτάσεις από το ακροατήριο αλλά και απαντήσεις από τους εισηγητές που οδήγησαν στην εξαγωγή χρήσιμων και πολύτιμων συμπερασμάτων. Έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην προσπάθεια της ΛΓ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, στη δικαιοδοσία της οποίας ανήκει και ο Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


234

Αθανάσιος Μπαζούκας-Κωνσταντίνα Ζήδρου

νομός Άρτας, να εντάξει στα πλαίσια του Ε.Σ.Π.Α. τη δημιουργία δικτύου αρχαιολογικών διαδρομών στα Τζουμέρκα, η οποία και ανακοινώθηκε κατά τη διάρκεια της Ημερίδας. Πρόκειται για μια προσπάθεια, αφορμή για την έναρξη της οποίας στάθηκε η συγκεκριμένη αρχαιολογική μελέτη της Ι.Λ.Ε.Τ. Λειτουργία του Λαογραφικού Μουσείου Τζουμέρκων κατά τους θερινούς μήνες Κατά το χρονικό διάστημα 22 Ιουλίου έως 22 Σεπτεμβρίου 2013 το Λαογραφικό Μουσείο Τζουμέρκων λειτούργησε απρόσκοπτα, ύστερα από την ανάθεση καθηκόντων κάλυψης των λειτουργικών αναγκών του στην υπάλληλο του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων, Περιστερίου και Χαράδρας Αράχθου κ. Κωνσταντίνα Χούμη. Τα θετικά αποτελέσματα έγιναν αμέσως ορατά, με τη σημαντική αύξηση της επισκεψιμότητας, καθώς, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το Λαογραφικό Μουσείο δέχτηκε 150 επισκέπτες από ολόκληρη την Ελλάδα. Οφείλουμε να εκφράσουμε τις θερμές ευχαριστίες μας τόσο στο Δ.Σ. του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων, Περιστερίου και Χαράδρας Αράχθου όσο και στην υπάλληλό του κ. Κωνσταντίνα Χούμη. Διάσωση ιστορικού κτηρίου, γνωστού ως Μποτσαραιίκου στο Βουργαρέλι Από τον Οκτώβριο του 2013 έως και σήμερα συνεχίζονται οι ενέργειες για τη διάσωση, την κήρυξη ως διατηρητέου και την ανάδειξη του ιστορικού κτηρίου, γνωστού από την παράδοση ως «Μποτσαραίικου», που βρίσκεται στο Βουργαρέλι. Η προσπάθεια ξεκίνησε ύστερα από την παρότρυνση της Επίκουρης Καθηγήτριας της Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Μαίρης Μάντζιου, η οποία παραχώρησε και ιστορικό και φωτογραφικό υλικό και εξακολουθεί, σε συνεργασία τόσο με την ίδια όσο και με τις αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, να εργάζεται για τη διάσωση του μνημείου. Συνδιοργάνωση προβολής ντοκιμαντέρ με τίτλο «Της Άρτας το γεφύρι» Στις 13 Νοεμβρίου 2013, στην αίθουσα του Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου «Σκουφάς» στην Άρτα, πραγματοποιήθηκε, με εξαιρετική επιτυχία, η προβολή του ντοκιμαντέρ του Βασίλη Γκανιάτσα με τίτλο «Της Άρτας το γεφύρι», με συνδιοργάνωση αρκετών φορέων μεταξύ των οποίων και η Ι.Λ.Ε.Τ. Συνδιοργάνωση παρουσίασης βιβλίου με τίτλο «Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο. 1942-1944. Τοπικότητα και πολιτική ένταξη» Στις 21 Δεκεμβρίου 2013, στην αίθουσα του Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου «Σκουφάς» στην Άρτα, πραγματοποιήθηκε, με μεγάλη συμμετοχή, η παρουσίαση του βιβλίου του πρώην μέλους του Δ.Σ. και νυν μέλους της Εταιρείας Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Χρονικό απ' τη ζωή και τη δράση της εταιρείας

235

Βαγγέλη Τζούκα, με τίτλο «Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο. 1942-1944. Τοπικότητα και πολιτική ένταξη». Η εκδήλωση συνδιοργανώθηκε από το Μουσικοφιλολογικό Σύλλογο «Σκουφάς, την Ι.Λ.Ε.Τ. και τις εκδόσεις της Εστίας. Το συντονισμό είχε ο Έφορος της Ι.Λ.Ε.Τ κ. Νικόλαος Καρατζένης. Τοπική Συνέλευση της Ι.Λ.Ε.Τ. στην Γιάννινα Η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, επιδιώκοντας αδιάκοπα την επαφή και επικοινωνία με τα μέλη της, πραγματοποίησε Τοπική Συνέλευση των μελών και φίλων της που διαμένουν στην περιοχή των Περιφερειακών Ενοτήτων (π. Νομών) Ιωαννίνων, Κέρκυρας και Τρικάλων, στις 17 Μαρτίου 2014 στα Γιάννινα, στην αίθουσα του Συλλόγου Πραμαντιωτών Ιωαννίνων. Η προσέλευση των μελών, παλαιών και νέων, υπήρξε σημαντική και η συμμετοχή τους ενεργή και ουσιαστική. Εκτός από τα μέλη μας παραβρέθηκαν και 6 από τα μέλη του Δ.Σ.: οι Αθανάσιος Μπαζούκας, Κωνσταντίνα Ζήδρου, Νικόλαος Καρατζένης, Μαρία Γκουβά, Αλεξάνδρα Μπόμπολη, Κων/να Χούμη, καθώς και οι Συντονιστές στην πόλη των Ιωαννίνων Χρήστος Καρακώστας και Νίκη Γιαννάκη-Πόγια. Ο Α΄ Αντιπρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ. κ. Αθανάσιος Μπαζούκας παρουσίασε στους παρευρισκομένους το νεοεκλεγμένο Διοικητικό Συμβούλιο, ενημέρωσε για το έργο της Εταιρείας και για τις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2013, όπως και για μελλοντικές δράσεις και για τις προγραμματισμένες εκδηλώσεις του καλοκαίρι του 2014. Στη συνέχεια, το λόγο έλαβαν, διαδοχικά, τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ., αναλύοντας διάφορα θέματα. Ακολούθησε γόνιμη συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας διατυπώθηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις για την πορεία και το μέλλον της Εταιρείας. Δραστηριότητες της Ι.Λ.Ε.Τ. στη Θεσσαλονίκη Το κλιμάκιο της Ι.Λ.Ε.Τ. στη Θεσσαλονίκη πραγματοποίησε τις παρακάτω δραστηριότητες στο διάστημα Σεπτεμβρίου 2013-Ιουλίου 2014. Οργάνωσε δύο τοπικές συνελεύσεις τον Οκτώβριο του 2013 και τον Απρίλιο του 2014, στην αίθουσα της Ηπειρωτικής Εστίας Θεσσαλονίκης, στις οποίες ενημερώθηκαν τα μέλη του κλιμακίου για τις εκδηλώσεις που πραγματοποίησε η Ι.Λ.Ε.Τ. το καλοκαίρι του 2013 και για τις εκδηλώσεις που έχουν προγραμματιστει για το καλοκαίρι του 2014. Πραγματοποίησε ακόμη δύο εκδρομές, μαζί με τα μέλη του συλλόγου των Αρτινών Θεσσαλονίκης, μια το φθινόπωρο στο παρόχθιο οικοσύστημα του Νέστου και μια την άνοιξη στον αρχαιολογικό χώρο της Βεργίνας και στο Σέλι στο Βέρμιο με εκπαιδευτικούς σκοπούς. Πραγματοποίησε με μεγάλη επιτυχία δύο συνεστιάσεις, με τα μέλη του συλλόγου των Αρτινών, το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 2014. Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


236

Αθανάσιος Μπαζούκας-Κωνσταντίνα Ζήδρου

Διοργάνωσε τέλος δύο παρουσιάσεις βιβλίων του Δημήτρη Βλαχοπάνου με τίτλο «Αγαπημένη μου αδερφή Αλεξ...» και του Γιάννη Καλπούζου με τίτλο «Ότι αγαπώ είναι δικό σου». Επίσης μοιράστηκε στα μέλη μας το 14ο δελτίο των Τζουμερκιώτικων Χρονικών, το ένθετο «Χρονικό της Ι.Λ.Ε.Τ.» και εισπράχθηκαν συνδρομές από τα μέλη μας. Θερινό σχολείο Τζουμέρκων και Ν.Α. Πίνδου: 2η Συνάντηση Από τις 27 Αυγούστου ως την 1η Σεπτεμβρίου 2013, στο «Δασικό Χωριό», στον Καταρράκτη της Άρτας, πραγματοποιήθηκε η 2η Συνάντηση του ΘΕ.Σ.Τ. Το θέμα της 2ης Συνάντησης ήταν η οικολογία, ο τουρισμός και η ανάπτυξη στα Τζουμέρκα, σε μια περιοχή ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς και σημαντικού πολιτισμικού και ιστορικού ενδιαφέροντος. Όπως και το 2012, οι επιστήμονες και ερευνητές, από διάφορα Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα, που πήραν μέρος στις εργασίες του 2ου ΘΕ.Σ.Τ. , διδάσκοντες και διδασκόμενοι, εστίασαν το ενδιαφέρον τους στη συστηματική διερεύνηση της σχέσης του τουριστικού φαινομένου με την τοπική κοινωνία και τον πολιτισμό των Τζουμερκιωτών. Η μελέτη αυτή αποτελεί εργαλείο για την επιστημονική προσέγγιση και κατανόηση των ιδιαίτερων διαδικασιών μέσα από τις οποίες οι τοπικές κοινωνίες, κυρίως οι ορεινές όπως αυτή των Τζουμέρκων, αντιλαμβάνονται και διαχειρίζονται το φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Στο πρόγραμμα των εργασιών της 2ης Συνάντησης ήταν ενταγμένη και η επιτόπια έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε δύο χωριά, στο Βουργαρέλι και το Συρράκο. Η 2η Συνάντηση του ΘΕ.Σ.Τ. υλοποιήθηκε χάρη στην αγαστή συνεργασία του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, της Περιφέρειας Ηπείρου, της Ι.Λ.Ε.Τ., του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων και Χαράδρας Αράχθου και του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων και τη χρηματοδότηση της Περιφέρειας Ηπείρου, του Φορέα και του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων. Βράβευση από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Στις 12 Μαϊου, σε ειδική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, βραβεύτηκαν τα δύο περιοδικά που εκδίδει η Ι.Λ.Ε.Τ., «Τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά» και «Το Χρονικό της Ι.Λ.Ε.Τ». Τα βραβεία παρέλαβε από τον πρόεδρο της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, συμπατριώτη μας κ. Ελ. Τζόκα, ο πρόεδρος της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων. Στην εκδήλωση παρεβρέθηκε και ο συντονιστής του τμήματος Αττικής, κ. Αθ. Νικολός. Λειτουργία του Λαογραφικού Μουσείου Τζουμέρκων κατά τους θερινούς μήνες Κατά το χρονικό διάστημα 22 Ιουλίου έως 22 Σεπτεμβρίου 2013 το Λαογραφικό Μουσείο Τζουμέρκων λειτούργησε απρόσκοπτα, ύστερα από την ανάθεση Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Χρονικό απ' τη ζωή και τη δράση της εταιρείας

237

καθηκόντων κάλυψης των λειτουργικών αναγκών του στην υπάλληλο του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων, Περιστερίου και Χαράδρας Αράχθου κ. Κωνσταντίνα Χούμη. Τα θετικά αποτελέσματα έγιναν αμέσως ορατά, με τη σημαντική αύξηση της επισκεψιμότητας, καθώς, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το Λαογραφικό Μουσείο δέχτηκε 150 επισκέπτες από ολόκληρη την Ελλάδα. Οφείλουμε να εκφράσουμε τις θερμές ευχαριστίες μας τόσο στο Δ.Σ. του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων, Περιστερίου και Χαράδρας Αράχθου όσο και στην υπάλληλό του κ. Κωνσταντίνα Χούμη. Βράβευση της Ι.Λ.Ε.Τ. από την Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος Στην ετήσια εκδήλωση της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος, στις 16 Φεβρουαρίου 2014, στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, απονεμήθηκε βραβείο στην Ι.Λ.ΕΤ. για τη συνδιοργάνωση και λειτουργία του Θερινού Σχολείου Τζουμέρκων και ΝΑ Πίνδου (1η και 2η Συνάντηση) και την προσφορά της στην επιστημονική μελέτη του πολιτισμού των Τζουμέρκων. Παραβρέθηκε ο Πρόεδρος της Εταιρείας κ. Κων/νος Μαργώνης, ο οποίος παρέλαβε και το βραβείο.

* Ο Αθανάσιος Μπαζούκας είναι δασοπόνος & Αντιπρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ. * Η Κωνσταντίνα Ζήδρου είναι αρχαιολόγοςκαι Γεν. Γραμματέας της Ι.Λ.Ε.Τ.

Έ τ ο ς 1 5 ο - Τε ύ χ ο ς 1 5 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 4


ΤΟ 15Ο ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗ Μ. ΣΠΥΡΟΥ Α.Ε. ΚΑΙ ΔΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΙΑΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΣΕ ΧΑΡΤΙ ΣΑΜΟΥΑ 80 ΓΡ., ΣΕ 800 ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ ΤΟΥ 2014 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ & ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΣΧΕΔΙΑΣΑΝ ΟΙ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΕΔΟΣΕΙΣ "Πέτρα"


Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2014  

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2014

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you