Page 1

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2016

Τζο υ μ ερ κι ώτι κ α

ΧΡΟΝΙΚΑ

17

Έκδοση: Πε ρ ι φ έ ρ ε ι α Ηπ ε ί ρ ο υ Ισ τ ο ρ ι κ ή κ α ι Λα ογρ α φ ι κ ή Ετ α ι ρ ε ί α Τζ ο υ μ έ ρ κ ω ν


Τζουμερκιώτικα

ΧΡΟΝΙΚΑ

17ο

Τε ύ χ ο ς Καλοκαίρι 2016

Η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων είναι ένας μη κερδοσκοπικός επιστημονικός και πνευματικός φορέας που έχει ως σκοπό τη διάσωση, τη μελέτη και την ανάδειξη του τοπικού πολιτισμού των Τζουμερκιωτών. Η Ι.Λ.Ε.Τ. ιδρύθηκε το 1998 από αποφοίτους του Γυμνασίου Αγνάντων Άρτας.


Συντακτική Επιτροπή Αυδίκος Ευάγγελος, Καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Παππάς Θεόδωρος, Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας του Ιονίου Πανεπιστημίου Βρέλλη Μαρίνα, Καθηγήτρια Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιαννάκης Γεώργιος, π. Αν. Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Καρατζένης Νικόλαος, Φιλόλογος-Λαογράφος Μαργώνης Κωνσταντίνος, Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας Μπριασούλης Νίκος, Φιλόλογος-Συγγραφέας

ΕΞΩΦΥΛΛΟ: Ιωάννα Γ. Γιαννάκη, Αρχιτέκτων ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: Κωνσταντίνος Μαργώνης Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας © ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ Πλατεία Πύρρου 1, 452 21, Ιωάννινα www.php.gov.gr e-mail: periferiarxis@php.gov.gr Τηλ.: 26510.87202 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ 470 43, Άγναντα Άρτας URL: http:// www. ilet.gr Τηλ.: 210.3826232, 26510.32996, 2310.438889

ISSN: 1790-4153

Εκδοτική Παραγωγή: Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα» Οικονόμου 32, 106 83, Αθήνα. Τηλ.: 210 8233830, Fax: 210 8238468 E mail: ekdoseispetra@hotmail.com


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Λαμπρινή Στάμου: Στα χνάρια των προηγουμένων................................................................................... σελ. 11

ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ Δημήτριος Γ. Καλούσιος: Εκλογικός κατάλογος του Ματσουκίου το έτος 1882................................................. σελ. 15 Δημήτριος Καρατζένης: Η Πράμαντα εις την Επανάστασιν του 1821............................................................... σελ. 21 Απόστολος Μπουρνάκας: Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των αντάρτικων οργανώσεων ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ, ΕΚKA στο Μυρόφυλλο και στην Πλάκα τον Φεβρουάριο του 1944......................... σελ. 38 Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης: Η ιστορική εκστρατεία του Κων/νου Παλαιολόγου στο Τζερμένικο (Τζουμέρκα) και η ίδρυση του παρεκκλησίου του Αγίου Κων/νου στο χωριό Σχωρέτσαινα (νυν Καταρράκτης)................................................................................................................. σελ. 49 ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ Νικόλαος Β. Καρατζένης: Ένα φθινόπωρο με τα πρόβατα στα χιόνια και στα ποτάμια...................................... σελ. 59 Νίκος Γ. Μπριασούλης: Ευχές και Κατάρες.......................................................................................................... σελ. 92 Λαμπρινή Αρ. Στάμου: Από τη ζωή της γιαγιάς Ρίνας....................................................................................... σελ. 95 Ναπολέων Γ. Καραγιάννης: Κινηματογράφος, Θέατρο, Τηλεόραση στο Αθαμάνιο πριν από μισό αιώνα............ σελ. 99 Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Μανόλης Μαγκλάρας: Η αστικοποίηση των Συρρακιωτών............................................................................... σελ. 104 Δημήτριος Στ. Παππάς: Η τεχνολογία και το δαμάλι κουτριώνται;................................................................... σελ. 109 Κων/να Ζήδρου: Η μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα........................................................ σελ. 113 Γεώργιος Ν. Βήχας: Τα παράπονα του γεροπλάτανου.................................................................................. σελ. 136

ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Χαρίκλεια Μπίσα - Βασιλική Καλτσούνη: Η ανάγκη προστασίας και διαφύλαξης του φυσικού πλούτου των Τζουμέρκων με βάση τον σύγχρονο τρόπο ζωής.................................................................................... σελ. 141 Δημήτριος Γ. Καλούσιος: Το Ματσούκι Ιωαννίνων 1937-1951. Β΄....................................................................... σελ. 147

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Νίκος Γ. Μπριασούλης: Αθηνά Βογιατζόγλου: «Ποίηση και πολεμική. Μια βιογραφία του Γ. Κοτζιούλα»..... σελ. 165 Κώστας Γ. Μαργώνης: Μάνθου Σκαργιώτη: «Στο δρόμο των αρωμάτων»...................................................... σελ. 167 Σωτηρία Μελετίου: Γιώργου Κοτζιούλα: «Όταν ήμουν με τον Άρη»........................................................... σελ. 171 Γεώργιος Αθ. Μπαζούκας: Σπύρου Χ. Νεραϊδιώτη: «Εν χορώ και οργάνοις (επί των ορέων ωραιότης)»........... σελ. 177 Παναγιώτα Π. Λάμπρη: Ο ΗΛΙΟΣ και το ΦΩΣ στην ποίηση του Σωτήρη Ζυγούρη........................................ σελ. 180 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ευάγγελος Αυδίκος: Μανόλης Μαγκλάρας: Στ’ αχνάρια του Ηπειρώτη της Αχαΐας.Ηπειρώτες έμποροι στην αστική τάξη των Πατρών. Η ιστορία του Πανηπειρωτικού Συλλόγου Πατρών, . ......................................................................................................................... σελ. 192

ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» Σπύρος Εργολάβος: Τοπική Ιστορία και Λαϊκή Παράδοση, «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ»............. σελ. 195 Γιώργος Κ. Χατζόπουλος: Από τον κόσμο του εντύπου (Πρωϊνός Τύπος Δράμας), «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ»...................................................................................................................... σελ. 200 Λαμπρινή Αρ. Στάμου: Από τη δράση της ΙΛΕΤ 2015 - 2016............................................................................

203

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ .......................................................................................... σελ. 207

ΘΕΡΙΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ ΚΑΙ Ν.Α. ΠΙΝΔΟΥ Θερινό Σχολείο Τζουμέρκων – Άσκηση επιτόπιας έρευνας στο Βουργαρέλι και στο Συρράκο 30-31/08/2013................................................................................................. σελ. 209

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ Συνεντεύξεις μαθητών: Πρώτη εργασία: Η συζήτηση μιας εγγονής με τη γιαγιά της για το πώς ζούσαν οι άνθρωποι τότε και πώς ζούνε τώρα.............................................................................. σελ. 229 Δεύτερη εργασία: Η ζωή, η κοινωνία και η ασχολία των κατοίκων της περιοχής αλλά και ευρύτερα.......................................................................................................... σελ. 231

• Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Λαμπρινή Στάμου*

Στα χνάρια των προηγουμένων...

Α

ναλαμβάνοντας την προεδρία της ΙΛΕΤ αισθάνομαι έντονα το βάρος της ευθύνης! Ο απελθών πρόεδρος κ. Κώστας Μαργώνης κατάφερε με τις γνώσεις του, το πάθος του, την εργατικότητά του, την επιμονή του και τη μεθοδικότητά του να αξιοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητες του Δ. Σ και να τοποθετήσει πολύ ψηλά τον πήχη των προσδοκιών για την ΙΛΕΤ. Το νέο και ολοκληρωτικά, σχεδόν, ανανεωμένο Δ.Σ., αντιλαμβανόμενο τη δυσκολία του έργου, θα προσπαθήσει να κρατήσει τον βηματισμό της Εταιρείας σταθερό, αποδεικνύοντας έτσι τη συνέχειά της, παρά τις αντίξοες συνθήκες, οι οποίες απαξιώνουν παντός είδους συλλογική προσπάθεια. Η χρονιά που πέρασε ξεκίνησε δραματικά για τα Τζουμέρκα. Το ιστορικό γεφύρι της Πλάκας, το απαράμιλλο σε ομορφιά και μεγαλείο, το σύμβολο συνεργασίας των Τζουμερκιώτικων χωριών αλλά και της εθνικής συμφιλίωσης, κατέρρευσε, κάτω από την πίεση των ορμητικών νερών, αλλά και από την αβελτερία όλων μας, συγκλονίζοντας τους Τζουμερκιώτες, όπου κι αν βρίσκονται, καθώς και όλους τους Έλληνες . Όλοι περιμένουμε με πολύ ενδιαφέρον και ανυπομονησία την αναστήλωσή του, η οποία, ευελπιστούμε, να αρχίσει αμέσως! Τα δυσάρεστα όμως δεν σταμάτησαν εδώ! Στις 16 Σεπτεμβρίου έφυγε από τη ζωή ο «Νέστορας» της ΙΛΕΤ, Χρήστος Παπακίτσος. Ιδρυτικό μέλος της και αντιπρόεδρός της στην Αθήνα για αρκετά χρόνια ήταν ο άνθρωπος που την πίστευε, την αγαπούσε και τη στήριζε με όλες του τις δυνάμεις, μέχρι την τελευταία του στιγμή. Λάτρευε τα Τζουμέρκα και την παράδοσή τους και αυτό αποτυπώθηκε στο βιβλίο του «Από την Τζουμερκιώτικη λαλιά στη λαϊκή μας παράδοση», σε όσα έγραφε στις εφημερίδες και τα περιοδικά των Τζουμέρκων, καθώς και στο έργο του στην Εταιρεία. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκέπασε και ας υπάρξουν άξιοι συνεχιστές του έργου του! Σήμερα, όπου τίποτε δεν έχει μείνει σταθερό στη ζωή μας, που οι αξίες μας καταρρακώθηκαν, οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους, και όλοι ψάχνουμε τα βήματά μας σ’ ένα ζοφερό και ερεβώδες ημεδαπό αλλά και παγκόσμιο περιβάλλον, αναρωτιέται κανείς ποια ιδέα, ποιο ιδανικό θα μπορούσε να επανεκκινήσει τις ζωές μας, να δώσει προοπτική και ελπίδα στο μέλλον μας. Πολύ δύσκολα θα εύρισκε κάποιος κάτι παρήγορο να προτείνει, το οποίο Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


12

Λ α μ π ρ ι ν ή Στ ά μ ο υ

να μη φαντάζει άκαιρο, άτοπο και ουτοπικό, την ώρα που βιώνουμε αυτές τις πρωτόγνωρες για τις μεταπολεμικές γενιές καταστάσεις. Είναι μια σκληρή εποχή, στην οποία η λογική μας υπονομεύεται καθημερινά , τα μάτια και το μυαλό μας, δυστυχώς, εθίζονται σε σκηνές και καταστάσεις που παλιότερα δεν θα τολμούσαμε να διανοηθούμε και η ανθρωπότητα ζει εφιαλτικές στιγμές . Σ’ αυτούς, λοιπόν, τους δύσκολους και τόσο βάναυσους καιρούς θεωρώ πως το χειρότερο που έχουμε να κάνουμε είναι να κλειστούμε στον εαυτό μας και στο σπίτι μας. Άποψή μου είναι πως τώρα είναι ο καιρός να πλαισιώσουμε συλλόγους και σωματεία, να έλθουμε κοντά με ανθρώπους που έχουν κοινά πιστεύω και οράματα με εμάς και, ενθαρρύνοντας ο ένας τον άλλον, να πορευτούμε μαζί, ενώνοντας δυνάμεις και φωνές, ώστε να αλλάξουμε τα πράγματα γύρω μας. Τη δύναμη θα την αντλήσουμε από τους εαυτούς μας και από τη ματιά που θα στρέψουμε στο τζουμερκιώτικο παρελθόν μας. Η πάλη για επιβίωση και η αλληλεγγύη ήταν η καθημερινότητα των προγόνων μας. Την αδάμαστη θέλησή τους για ζωή και πρόοδο πρέπει να μιμηθούμε. Οι νεότεροι ακούν σαν παραμύθι τις αφηγήσεις για τη ζωή των προγόνων τους, που σκοπό έχει να τους δείξει πόσο άνετη είναι η δική τους ζωή και πόσο δύσκολη ήταν η ζωή των παππούδων τους. Πρέπει να ομολογήσουμε πως η εποχή δεν ευνοεί καθόλου την επαφή των νέων με την παράδοση. Σκεφθήκαμε, λοιπόν, να κάνουμε μια προσπάθεια προσέγγισης των νέων της περιοχής των Τζουμέρκων και θεωρήσαμε σκόπιμο να έρθουμε σε επαφή με τη μαθητιώσα νεολαία. Είναι γεγονός πως, αν θέλουμε να έχει συνέχεια η ΙΛΕΤ, επιβάλλεται να πλαισιωθεί από νέους ανθρώπους. Για να συμβεί όμως αυτό, ο μόνος τρόπος είναι οι νέοι άνθρωποι να «εκπαιδευτούν», να γνωρίσουν δηλαδή και να γίνουν κοινωνοί της παράδοσης, ώστε να την αγαπήσουν. Επισκεφθήκαμε, λοιπόν, τα Γυμνάσια και Λύκεια της περιοχής και μιλήσαμε για την ΙΛΕΤ σε καθηγητές και μαθητές, ζητώντας τη βοήθειά τους για τη συλλογή υλικού αλλά και τη σύμπραξή τους, γενικότερα. Ήδη η πρώτη «συγκομιδή» έγινε! Δειλά-δειλά κάποιοι μαθητές έδωσαν την πρωτόλεια εργασία τους, ανατρέχοντας σε μνήμες και εμπειρίες των παλαιοτέρων. Οι εργασίες δύο μαθητριών από το Γυμνάσιο-Λύκειο Βουργαρελίου δημοσιεύονται στο παρόν τεύχος, ενώ μια ομαδική, την οποία έκαμαν με την καθοδήγηση της καθηγήτριάς τους μαθητές από το Γυμνάσιο Αγνάντων, θα παραλάβουμε σε λίγο. Στους μαθητές που τόλμησαν να ασχοληθούν με την παράδοση απονείμαμε τιμητικά διπλώματα. Βέβαια, για να κινητοποιηθεί το νεανικό δυναμικό της περιοχής δεν αρκούν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ α χ ν ά ρ ι α τ ω ν π ρ ο η γ ο υ μ έ ν ω ν

13

οι επισκέψεις των μελών του Δ.Σ. στα σχολεία, μία ή δύο φορές το χρόνο. Θα θέλαμε όλα τα μέλη μας να βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση παροτρύνοντας τους νέους να πλαισιώσουν την ΙΛΕΤ. Εκείνοι όμως που θα μπορούσαν να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στους μαθητές είναι οι ίδιοι οι καθηγητές τους, οι οποίοι, στην πλειονότητά τους, είναι βέβαιο πως έχουν ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα τοπικής ιστορίας και παράδοσης. Επιθυμία μας επίσης είναι η συνεργασία και η αλληλεγγύη ανάμεσα στα χωριά μας. Υπάρχει μια εδραιωμένη κακοδαιμονία, την οποία πρέπει να πολεμήσουμε. Δεν βλέπουμε με καλό μάτι και δεν στηρίζουμε προσπάθειες που γίνονται σε διπλανά χωριά. Θα έπρεπε, για το κοινό καλό των κατοίκων της περιοχής, πολιτιστικοί σύλλογοι και σύλλογοι επαγγελματιών να συνεργαστούν, για να εκμεταλλευτούν, όσο καλύτερα γίνεται, τον «πλούτο» της περιοχής. Και φέτος εκδίδεται, με τη συνδρομή της Περιφέρειας Ηπείρου, το 17ο τεύχος του περιοδικού Τζουμερκιώτικα Χρονικά. Οι σταθεροί συνεργάτες μάς έστειλαν τις εργασίες τους. Σκοπός μας όμως είναι να έχουμε κάθε χρόνο όλο και περισσότερους καινούριους συνεργάτες, έτσι ώστε να εμπλουτίζονται τα τεύχη μας με νέο υλικό. Επίσης, φέτος, παρά τις δυσχερείς οικονομικές συνθήκες, καταφέραμε και εξασφαλίσαμε χορηγία από την εταιρεία ΔΕΛΤΑ Α.Ε. για τη λειτουργία του 4ο Θερινού Σχολείου Τζουμέρκων και Νοτιοανατολικής Πίνδου. Στις 22-27 Αυγούστου, λοιπόν, η ΙΛΕΤ με το ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ αλλά και τη σύμπραξη του Δήμου Βορείων Τζουμέρκων και του Συλλόγου Προστασίας Αράχθου διοργανώνει στην Πλάκα του Δήμου Β. Τζουμέρκων το 4ο Θερινό Σχολείο, με Θέμα: «Νερό: Φυσικό και Κοινωνικό /Πολιτισμικό αγαθό» και είναι αφιερωμένο στο Γεφύρι της Πλάκας. Κατά τη διάρκεια των εργασιών του Θερινού σχολείου θα πραγματοποιηθεί επιτόπια έρευνα σε χωριά των Τζουμέρκων και θα γίνουν καταγραφές που αφορούν τη Λαογραφική-Ανθρωπολογική Έρευνα γύρω από το Νερό, ιστορικά τεχνικά έργα, συλλογικούς φορείς, τον τουρισμό και την αναψυχή. Συνεχίζεται από τις Ομάδες Έρευνας η καταγραφή του γλωσσικού πλούτου των Τζουμέρκων. Μικροπροβλήματα παρουσιάζονται, όπως και δυσκολία δημιουργίας Ομάδων σε κάποια χωριά. Για τη διευκόλυνση όλων αποφασίσαμε φέτος, στην ετήσια τακτική συνάντηση των Ομάδων Έρευνας, να διοργανώσουμε ένα σεμινάριο στο Πνευματικό Κέντρο Κτιστάδων στις 5-8-2016, κατά το οποίο ο. κ. Δημήτριος Ράπτης, Δρ. του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, θα μιλήσει για τη Μεθοδολογία Συλλογής Λαογραφικού υλικού και τα μέλη των ομάδων θα εκφράσουν τις απορίες τους, θα μιλήσουν για την εμπειρία τους και θα ανταλλάξουν απόψεις. Και τη χρονιά που πέρασε το Λαογραφικό Μουσείο Τζουμέρκων λειτούργηΈ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


14

Λ α μ π ρ ι ν ή Στ ά μ ο υ

σε υποδειγματικά, με τη συνδρομή της κας Κ. Χούμη (την οποία ευχαριστούμε). Η κα Χούμη, αναπληρωματικό μέλος του Δ.Σ. της Ι.Λ.Ε.Τ., ανέλαβε καθήκοντα υπευθύνου του Λαογραφικού Μουσείου με τη συναίνεση του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων και Χαράδρας Αράχθου, του οποίου είναι υπάλληλος. Εκφράζουμε τις θερμότατες ευχαριστίες μας στον Φορέα Διαχείρισης του Πάρκου και ευελπιστούμε να έχουμε τη στήριξή του και την ερχόμενη χρονιά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που μας έδωσε η κ. Χούμη για τη λειτουργία του Μουσείου κατά τους δύσκολους χειμερινούς μήνες, το Μουσείο δέχτηκε 193 επισκέπτες από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν μαθητές και καθηγητές Γυμνασίων και Λυκείων όχι μόνο της περιοχής, αλλά και από πιο μακρινά μέρη! Διαπιστώνουμε πως το Λαογραφικό Μουσείο αποτελεί πλέον πόλο έλξης επισκεπτών στα χωριά μας. Ελπίζουμε και αισιοδοξούμε πως όλο και περισσότεροι συμπατριώτες μας θα γίνουν κοινωνοί του οράματός μας και θα καταφέρουμε να δείξουμε στον κόσμο τον τρόπο ζωής και έκφρασης των Τζουμερκιωτών. Συνεχίζουμε, λοιπόν, με αισιοδοξία! Όλοι μαζί! Κανείς δεν περισσεύει!

* Η Λαμπρινή Στάμου είναι φιλόλογος, πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΑΡΧ ΑΙΟΛΟΓΙΚΑ Δημήτριος Γ. Καλούσιος*

ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΑΤΣΟΥΚΙΟΥ ΤΟ ΕΤΟΣ 1882

Σ

το Αρχείο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος υπάρχουν διάφοροι εκλογικοί κατάλογοι του 19ου αιώνα, για το έτος 1882 και του Δήμου Καλαρρυτών, όπου ανήκε τότε το Ματσούκι Ιωαννίνων. Δεδομένου ότι το Ματσούκι απόκτησε την ελευθερία του το 1881, ο εν λόγω εκλογικός κατάλογος έχει ιδιαίτερη σημασία.1 Τον παραθέτω αυτούσιο, σημειώνοντας και τις εξαγόμενες πληροφορίες. ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΑΛΑΡΡΥΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΤΣΟΥΜΕΡΚΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΡΤΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΘΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 1882 ΓΕΝΟΜΕΝΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΙΝ ΑΥΤΟΥ. Χωρίον ΜΑΤΖΟΥΚΗ Αὔξων ἀριθμός ἐκλογέως 431 432 433 434 435 436 437 438 439 440 441 442

Ἐπώνυμον

Β Βανατίκος Γ Γεώργιος Γεώργιος Γεώργιος Γρατσάνη Γρατσάνη Γρατζάνη Γρατζάνη Δ Δημητρέλου Κ Κωστίκα Κωστίκα Κωσταδῆμος

Ὄνομα

Ὄνομα τοῦ πατρός

Ἡλικία Ἐπάγγελμα Ἐνεστῶσα ἤ ἐπιτήδευμα διαμονή

Δημήτριος

Δημήτριος

33

ποιμήν

Δημήτριος Αθανάσιος Σπυρίδων Αθανάσιος Γρηγόριος Δημήτριος Κωνσταντῖνος

Δημήτριος Κωνσταντῖνος » Δημήτριος Αθανάσιος » »

52 26 36 66 23 33 37

Γεωργός » » » » » »

Γεώργιος

Αθανάσιος

29

»

»

Γεώργιος Αθανάσιος Δημήτριος

Κωνσταντῖνος » »

29 23 61

» »

» » »

……

Ματζούκη » » » » » » »

1. Ιδιαίτερες οι ευχαριστίες μου προς τον εξαίρετο πνευματικό μου συνοδοιπόρο Χρήστο Χλωρό για την αποστολή του καταλόγου και μάλιστα με δική του πρωτοβουλία. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


16

Δημήτριος Γ. Καλούσιος 443 444 445 446 447 448 449 450 451 452 453 454 455 456 457 458 459 460 461 462 463 464 465 466 467 468 469 470 471 472 473 474 475 476 477 478 479 480 481 482 483 484 485

Κωσταδῆμος Κοροβάσης Κοροβάσης Κωσταδῆμος Κοροβάσης Κονταξής Κωστίκα Κωστίκα Καλόγηρος Κωσταδῆμος Κωσταδῆμος Κωσταδῆμος Καλόγηρος Καλόγηρος Κωσταδῆμος Κωσταδῆμος Κοροβάσης Λ Λάνταβος Λάνταβος Λάνταβος Λάνταβος Μ Μπουταλᾶ Μακρῆ Μακρῆ Μακρῆ Μακρῆ Μακρῆ Μακρῆ Μπουτζολή Μπουτζολή Μπουτζόλη Μπουτζόλη Μπουτζόλη Μπουτζόλη Μπουταλᾶ Μπουζούκης Μακρῆ Μπουταλᾶ Μπουταλᾶ Μπουταλᾶ Μπουταλᾶ Μπουζούκης Μακρῆ

Γεώργιος Ιωάννης Χρῆστος Αντώνιος Γεώργιος Αθανάσιος Σπυρίδων Ιωάννης Θεόδωρος Αθανάσιος Σταύρος Στέριος Δημήτριος Γεώργιος Ιωάννης Χρῆστος Δημήτριος

Δημήτριος Αθανάσιος Ιωάννης Εὑθύμιος Αθανάσιος Δημήτριος Κωνσταντίνος » Δημήτριος Βασίλειος Αθανάσιος Σταῦρος Θεόδωρος » Πέτρος » Φίλιππος

27 71 31 51 41 71 42 41 49 47 71 22 23 22 43 31 37

γεωργός ποιμήν ἐργάτης ἔμπορος ποιμήν …… γεωργός » γεωργός » ἔμπορος » ποιμήν γεωργός ἔμπορος » γεωργός

» Μαργαρίτη Ματσούκη Κέρκυρα Ματσούκη » » » Ματζούκη » Κέρκυρα » Ματζούκη Κέρκυρα » » Ματζούκη

Γεώργιος Δημήτριος Σπυρίδων Ιωάννης

Κωνσταντῖνος » » »

49 29 28 26

ἀγωγεύς …… …… ……

Τρίκκαλα » » »

Βασίλειος Αλέξιος Δημήτριος Εὐθύμιος Κωνσταντῖνος Γεώργιος Ιωάννης Κωνσταντῖνος Αναστάσιος Στέφανος Δημήτριος Νικόλαος Χρῆστος Νικόλαος Δημήτριος Κωνσταντῖνος Κωνσταντῖνος Νικόλαος Γεώργιος Γεώργιος Κωνσταντῖνος Γεώργιος

Δημήτριος Αθανάσιος Κωνσταντῖνος Δημήτριος Εὐθύμιος » Δημήτριος Βασίλειος Χριστόδουλος Αναστάσιος » » Αθανάσιος Κωνσταντῖνος Βασίλειος Αθανάσιος Γεώργιος » Κωνσταντῖνος » Γεώργιος Αθανάσιος

59 38 33 51 29 27 54 58 81 38 29 34 59 44 34 46 61 33 27 30 47 41

γεωργός ράπτης ποιμήν γεωργός » ἀγωγεύς γεωργός » » ἀγωγεύς γεωργός »

Ματζούκη Τρίκαλα Ματζούκη » » » »

Τζουμερκιώτικα Χρονικά

» » » » » » ἀγωγεύς »

» » » » » » » » » » » Τρίκαλα »


17

Εκλογικός κατάλογος του Ματσουκίου το έτος 1882 486 487 488 489 490 491 492 493 494 495 496 497 498 499 500 501 502 503 504 505 506 507 508 509 510 511 512 513 514 515 516 517 518 519 520 521 522 523 524

Μακρῆ Ν Νάκα Νάκα Νάκα Νάκα Νάκα Π Πυρώτη Πυρώτη Πυρώτη Πυρώτη Πυρώτη Πυρώτη Πυρώτη Πυρώτη Πυρώτη Παπαγεωργίου Πυρώτη Πυρώτη Παππᾶ Παππᾶ Παππᾶ Παππᾶ Παππᾶ Δημήτρ.* Παππᾶ Παππᾶ Παππᾶ Παππᾶ Παππᾶ Παππᾶ Παππᾶ Παππᾶ Παππᾶ Ρ Ροβίση Ροβίση Ροβίση Ροβίση Ροβίση Σ Στραγάλη Στραγάλη

Χρῆστος

Σπυρίδων

71

γεωργός

»

Δημήτριος Ιωάννης Νικόλαος Χρῆστος Απόστολος

Χρῆστος Γεώργιος Κωνσταντῖνος » »

44 41 43 38 23

ἀγωγεύς γεωργός ἀγωγεύς γεωργός ποιμήν

» Ματζούκη Τρίκκαλα Ματζούκη Τρίκκαλα

Αθανάσιος Ιωάννης Γεώργιος Χρῆστος Γεώργιος Δημήτριος Σωτήριος Κωνσταντῖνος Βασίλειος Κωνσταντῖνος Κώνστας Χρῆστος Νικόλαος Δημήτριος Χρῆστος Γεώργιος Κωνσταντῖνος

Δημήτριος Αθανάσιος » » Δημήτριος Γεώργιος » Δημήτριος Κωνσταντῖνος Κωνσταντῖνος Γεώργιος » Δημήτριος Νικόλαος Δημήτριος » »

61 31 28 25 51 26 22 66 29 25 29 37 83 48 28 22 39

ἀγωγεύς γεωργός » ράπτης γεωργός ράπτης ποιμήν …… ράπτης γεωργός » ἐργάτης » γεωργός ποιμήν » γεωργός

Ματζούκη » » Αρτα Ματζούκη Αρτα Τρίκαλα » Ματζούκη Ματζούκι » » » » » » »

Νικόλαος Ιωάννης Δημήτριος Σπυρίδων Δημήτριος Φώτιος Κωνσταντῖνος Γεώργιος »

Γεώργιος Νικόλαος » Γεώργιος Σπυρίδων » Ιωάννης » Βασίλειος

39 25 23 66 29 25 29 24 23

» ἀγωγεύς ποιμήν …… γεωργός » » ποιμήν »

» » » » » » » » »

Κωνσταντῖνος Δημήτριος Γεώργιος Βασίλειος Αθανάσιος

Δημήτριος Αθανάσιος Δημήτριος » »

35 66 28 24 41

γεωργός ποιμήν γεωργός » »

» » » » »

Δημήτριος Κωνσταντῖνος

Ιωάννης Δημήτριος

56 25

ξυλοκόπος γεωργός

» Αρτα

* Μάλλον ἀπό παραδρομή, όνομα πατρός. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


18

Δημήτριος Γ. Καλούσιος 525 526 527 528 529 530 531 532 533 534 535

Στραγάλη Στραγάλη Στραγάλη Στραγάλη Στραγάλη Στραγάλη Στραγάλη Σπῦρος Τ Τζιαντούλη Τζιαντούλη Τζιαντούλη

Ιωάννης Βασίλειος Γεώργιος Αθανάσιος Χρῆστος Ιωάννης Γεώργιος Κωνσταντῖνος

» » » Ιωάννης Αθανάσιος » » Δημήτριος

28 24 30 68 40 31 28 33

Χρῆστος Γεώργιος Κωνσταντῖνος

Απόστολος Ιωάννης »

47 26 23

ἀγωγεύς …… …… γεωργός » » » » » » »

» » » Ματζούκη » » Αρτα Ματζούκη » » »

Ο Προεδρος Από τον εν λόγω εκλογικό κατάλογο του 1882 έχουμε τις παρακάτω πληροφορίες: Α) ΕΠΙΘΕΤΑ 1. Γεωργίου - Γεώργιος (3) 2. Γρατσάνης - Γρατσάνη, Γρατζάνης (4) 3. Δημητρέλος - Δημητρέλου (1) 4. Καλόγηρος (3) 5. Κονταξής (1) 6. Κοροβέσης - Κοροβάσης (4) 7. Κωσταδήμας - Κωσταδήμος (8) 8. Κωστίκας – Κωστίκα (4) 9. Λάνταβος (4) 10. Μακρής – Μακρή (9) 11. Μπουζούκης (2) 12. Μπουταλάς –Μπουταλά (6) 13. Μπουτσιώλης – Μπουτζόλη, Μπουτζολή (6) 14. Νάκας – Νάκα (5) 15. Παπαγεωργίου (1) 16. Παππάς – Παππά (14) 17. Πυρώτης – Πυρώτη (11) 18. Ροβίσης – Ροβίση (5) 19. Σπύρου – Σπύρος (1) 20. Στραγάλης – Στραγάλη (9) 21. Τσιαντούλης – Τζιαντούλη (3)

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Εκλογικός κατάλογος του Ματσουκίου το έτος 1882

19

Το Δημητρέλος δεν υπάρχει σήμερα, αλλ’ ούτε και έχουμε κάποια άλλη πληροφορία. Ίσως προέρχεται από το Δημήτριος + Μητρέλος, γνωστό επίθετο. Το Κονταξής, χαμένο σήμερα, αναφέρεται σε έγγραφο του 14.9.1852. Το Παπαγεωργίου, κατά μετατροπή του Αθανασίου, δεν υπάρχει σήμερα, αναφέρεται στίς 4.3.1815. Το Σπύρου συναντάται για πρώτη φορά.2 Β) ΟΝΟΜΑΤΑ 1. Αθανάσιος: 26 13. Κωνσταντίνος: 34 2. Αλέξιος: 1 14. Κώνστας: 1 3. Αναστάσιος: 4 15. Νικόλαος: 9 4. Αντώνιος: 1 16. Πέτρος: 2 5. Απόστολος: 2 17. Σπυρίδων: 7 6. Βασίλειος: 8 18. Σταύρος: 2 7. Γεώργιος: 29 19. Στέριος: 1 8. Γρηγόριος: 1 20. Στέφανος: 1 9. Δημήτριος: 42 21. Σωτήριος: 1 10. Ευθύμιος: 4 22. Φίλιππος: 1 11. Θεόδωρος: 3 23. Φώτιος: 1 12. Ιωάννης: 17 24. Χρήστος: 11 25. Χριστόδουλος: 1 Γ) ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ – ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΑ3 1. Αγωγεύς4: 10 5. Ξυλοκόπος: 1 2. Γεωργός: 58 6. Ποιμήν: 13 3. Έμπορος: 5 7. Ράπτης: 4 4. Εργάτης: 3 Για άλλους 11 δεν αναγράφεται το επάγγελμα. Δ) ΤΟΠΟΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ 1. Άρτα: 7 4. Ματσούκι –Ματσούκη, Ματζούκη: 76 2. Κέρκυρα: 6 5. Τρίκαλα: 13 3. Μαργαρίτη5: 1 Για άλλους 2 δεν αναφέρεται η κατοικία.6 2. Καλούσιος 1994, 719-720. 3. Απασχόληση, εργασία. 4. Αγωγιάτης, κιρατζής. 5. Νομός Θεσπρωτίας, επαρχία Μαργαριτίου. 6. Για την διασπορά των Ματσουκιωτών ιδέ, Καλούσιος 1994, 154-160. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


20

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Ε) ΗΛΙΚΙΑ

22:4 23: 7 24: 3 25: 5 26: 4 27: 3 28: 6

29: 9 30: 2 31: 4 33: 4 34: 2 35: 1 36: 1

37: 3 38: 3 39: 2 40: 1 41: 4 42: 2 43: 2

44: 2 46: 1 47: 3 48: 1 49: 2 51: 3 52: 1

53: 1 54: 1 56: 1 58: 1 59: 2 61: 3 66: 4

68: 1 71: 4 81: 1 83: 1

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: – Καλούσιος 1994: Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Α’-Β’, Ματσούκι 1994.

* Ο Δημήτριος Γ. Καλούσιος είναι θεολόγος, φιλόλογος, ερευνητής

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δημήτριος Καρατζένης*

Η Πράμαντα εις την Επανάστασιν του 1821 Πίνακας Αγωνιστών Εισαγωγικό σχόλιο. Εις το βιβλίο του Δημητρίου Φωτίου Καρατζένη «Η Άρτα εις την Επανάστασιν του 1821, Θυσίαι και Αγωνισταί», που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1978, δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά τα ονόματα καθώς και τα στοιχεία από τη δράση πεντακοσίων περίπου αγωνιστών της Επαναστάσεως από την περιοχή της Άρτας. Ως εσημείωνε ο συγγραφέας εις τον Πρόλογο του βιβλίου «[η] εργασία μας όμως αυτή δεν εξαντλεί ουδέ ολοκληρώνει το θέμα με το οποίον ησχολήθημεν, καθ’ όσον ο αριθμός των αγωνιστών οι οποίοι αναφέρονται εις τας επομένας σελίδας δεν είναι αυτός εις το σύνολόν του, αλλά ασυγκρίτως μεγαλύτερος. Υπάρχουν ακόμη ιδιωτικά αρχεία άγνωστα και δημόσια ατακτοποίητα, τα οποία, όταν μίαν ημέραν ερευνηθούν, θα συμπληρώσουν ό,τι μέχρι σήμερον δεν ήτο δυνατόν να ανευρεθή.» Πράγματι, κατά τα επόμενα έτη ο συγγραφέας ενετόπισε αρκετές δεκάδες ακόμη ονομάτων Αρτινών αγωνιστών, τα οποία περιλαμβάνονται εις το μέχρι σήμερα ανέκδοτο έργο του «Η Άρτα εις την Επανάστασιν του 1821, Θυσίαι και Αγωνισταί, Βιβλίον Δεύτερον», η συγγραφή του οποίου ολοκληρώθηκε μεταξύ των ετών 1986 και 1988. Από αμφότερα τα έργα απομονώσαμε τα ονόματα και τα υπάρχοντα στοιχεία των αγωνιστών της Επαναστάσεως με καταγωγή την Πράμαντα Τζουμέρκων. Οφείλουμε να επαναλάβουμε, ως ήδη ο συγγραφέας στην Εισαγωγή του πρώτου βιβλίου, ότι «οι περισσότεροι αγωνισταί μας φέρονται έχοντες πατρίδα την Άρταν. Τούτο δεν σημαίνει αναγκαίως ότι όλοι αυτοί εγεννήθησαν εις την πόλιν και όχι εις τα χωρία της επαρχίας της. Συμβαίνει και σήμερον να δίδεται συνήθως παρά τινος το όνομα της πρωτευούσης της επαρχίας του, ως τόπος καταγωγής του. Φ.Δ. Καρατζένης

Γεώργιος Γεωργίου, Χιλίαρχος Με την κήρυξιν της επαναστάσεως έτρεξε να πολεμήση διά την ελευθερίαν. Έλαβε μέρος εις πολλάς μάχας. Την Άνοιξιν του 1825 μάχεται εις την Πελοπόννησον κατά των Αράβων. Ακολούθως αποστέλλεται εις Σφακτηρίαν προς βοήθειαν του Αναγνωσταρά και εκεί φονεύεται. Ο βαθμός του Χιλιάρχου του απενεμήθη τον Ιανουάριον του 1825. Είναι πατήρ του αγωνιστού Κωνστ. Γεωργίου. (ΓΑΚ, Κατάλογος Αρχ., τόμος 5ος, τμήμα Β’, σελ. 1108.) Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


22

Δημήτριος Καρατζένης

Διαμάντης Γεωργίου, Στρατιώτης Έλαβεν απ’ αρχής μέρος εις την Επανάστασιν του 1821. Το 1825 ευρίσκεται εις Αρκαδίαν. «Κατάλογος Στρατιωτών, Στρατηγού Μακρυγιάννη. Αύξ. αριθμ. 142. Διαμάντης Γεωργίου, πατρίς Αρτινός. Τη 13 Μαρτίου 1825 εν Αρκαδία». Τον Απρίλιον του ιδίου έτους έλαβεν μέρος υπό τον ίδιον Μακρυγιάννην εις τας μάχας του Κρεμμυδίου και Νεοκάστρου, κατά των Αράβων. (ΓΑΚ, Υπ. Πολ. Φ. 64)

Κώστας Γεωργίου, Πένταρχος Εγεννήθη εις Πράμαντα το 1800. Το καλοκαίρι του 1824 υπηρετεί εις την περιοχήν Αθηνών. «Κατάστασις 20ής Αυγούστου 1824, επιθεωρητού Αθηνών Ν. Μπούφη. Κατάλογος Στρατιωτών. Αύξ. Αριθ. 24. Κώστας Γεωργίου, πατρίς Άρτα, ετών 26». «Φρουρά Στρατάρχου. Βα Εκατονταρχία (1828). Διοίκησις Ιωαν. Κουτζαφτόπουλου. Κατάλογος Στρατιωτών. Αύξ. Αριθ. 17. Κώστας Γεωργίου, πατρίς Τζουμέρκα, πένταρχος, ετών 28. 1η Απριλίου 1829. Ο Αρχηγός Νικ. Κριεζώτης». Μετά το τέλος της επαναστάσεως εγκατεστάθη εις Λειβαδιάν, απ’ όπου την 2αν Μαΐου 1865 υποβάλλει πιστοποιητικόν εις την Επιτροπήν Αναγνωρίσεως των στρατιωτικών υπηρεσιών του, εξ ου προκύπτει: «Υπηρέτησε στρατιωτικώς την πατρίδα απ’ αρχής του Ιερού Αγώνος και διετέλεσε υπό τους οπλαρχηγούς, Διάκον, Οδυσσέα Ανδρούτσον, Χατζηχρίστον, Θεόδ. Γρίβαν, Γεώργιον Καραϊσκάκην και άλλους, λαβών μέρος εις τας μάχας, Αλαμάνας, Νεοκάστρου και εις όλας τας κατά την πολιορκίαν των Αθηνών. Έπειτα κατετάγη εις την Φρουράν του Στρατάρχου Δ. Υψηλάντου». Από την Λειβαδιάν, όπου εγκατεστάθη την 4ην Φεβρουαρίου 1837, ζητεί να του δοθή το αριστείον ανδρείας. (Εθν. Βιβλ. Χειρ. Αγων. Κυτ. 211· ΓΑΚ, Στρατ. Γραμ. Φ. 1· ΓΑΚ, Υπ. Πολ. Φ. 24· ΓΑΚ, Γεν. Φρ. Φ. 28· ΓΑΚ, Φ. Αριστείων του 1837.)

Μήτρος Γεωργίου, Στρατιώτης Από τον πρώτον χρόνον της επαναστάσεως έλαβεν μέρος εις πολλάς μάχας μαζί με τους συγχωριανούς του αδελφούς Πολύζου. Μετά την λήξιν του αγώνος εζήτησε να παραμείνη εις το στράτευμα, ως δε σημειώνει ο Κασομούλης εις τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Πράμαν τα εις την Επανάστασιν του 1821

23

Στρατιωτικά Ενθυμήματα, παρητήθη των απολαυών του εις γην. Συμπεριελήφθη εις τον 4ον πίνακα παραμονής του μαζί με τους συμπατριώτας του Αθαν. Πολύζον και Απόστ. Στάμον. (ΓΑΚ, Στρατ. Γραμμ. Φ. 193.)

Παναγιώτης Γεωργίου, Στρατιώτης Εγεννήθη εις Πράμαντα το 1805. Νέος ακόμη πήρε μέρος εις τους πολέμους της επαναστάσεως. Το 1825 υπηρετεί εις την Αρκαδίαν. «Κατάλογος στρατιωτών στρατηγού Μακρυγιάννη. Αυξ. Αριθ. 143. Παναγιώτης Γεωργίου Αρτινός. Επαρχείον Αρκαδίας 13 Μαρτίου 1825 Έπαρχος Ιωάννης Μητρόπουλος». Τον Απρίλιον ιδίου έτους έλαβεν μέρος εις τα μάχας του Κρεμμυδίου και Νεοκάστρου κατά των Αράβων. Την 12 Σεπτεμβρίου 1830 κατατάσσεται ως νεοσύλλεκτος εις το Στρατόπεδον Βονίτσης. Εις τον πίνακα κατατάξεως φέρει αύξ. αριθ. 28, αγράμματος, ετών 25, τόπος γεννήσεως Μπράμαντα Τζουμέρκων. (ΓΑΚ, Υπ. Πολ. Φ. 64· ΓΑΚ, Κατάλογος Αρχ., τομ. 5, τμ. Β΄, Μέρος Β΄, σελ. 1203.)

Γεώργιος Αναστασίου Γκούβας, Στρατιώτης Έλαβεν μέρος εις την επανάστασιν του 1821 και μετά την απελευθέρωσιν παρέμεινε για αρκετόν διάστημα εις τον στρατόν. Κατά το 1844 προτείνεται από το Υπουργείον Στρατιωτικών δια την χορήγησιν εις αυτόν αργυρού Αριστείου. «Κατάλογος προτεινομένων. Αύξ. Αριθ. 125 Γεώργιος Αναστασίου Γκούβας τέως στρατιώτης. Ο Υπουργός Στρατιωτικών, Π. Ρόδιος.» (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 287.)

Νικόλαος Γκούβας, Στρατιώτης Έλαβεν μέρος εις τον αγώνα και μετά την λήξιν του παρέμεινε εις την ελευθέραν Ελλάδα. Αργότερα προτείνεται δια να λάβη εθνόσημον. «Κατάλογος Αγωνιστών διαμενόντων εις την περιφέρειαν Διοικήσεως Φωκίδος. Αύξ. Αριθ. 341. Νικόλαος Γκούβας εκ Πραμάντων διαμένει εις Σκλήθρον Παρνασσίδος. 29 Απριλίου 1839» (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 17.) Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


24

Δημήτριος Καρατζένης

Νικόλαος Ευθυμίου ή Θύμιου, Στρατιώτης Εγεννήθη εις τα Πράμαντα το 1802 και από τον πρώτον χρόνον της επαναστάσεως πήρε τα όπλα, ταχθείς εις το Σώμα του Σουλιώτη Αρχηγού Ιωάννου Σούκα. Επολέμησε εις το Κομπότι, Καρβασαράν, και εις άλλας συγκρούσεις. Έπειτα ηκολούθησε τον οπλαρχηγόν Μήτρον Λέκκαν και τον Γιάννην Γκούραν ως Φρούραρχον των Αθηνών. Έλαβε μέρος εις την πολιορκίαν του Μεσολογγίου του 1826 και μετά την έξοδον παρευρέθη εις την μάχην της Αραχώβης υπό τον Χατζηπέτρου και Γεώργιον Καραϊσκάκην. Έπειτα υπό τον Καραϊσκάκην εις το τμήμα του Νοταρά (Αρχοντόπουλο) έλαβε μέρος εις τας μάχας των Αθηνών. Υπό την αρχηγίαν του στρατηγού Μαμούρη, του Διοβουνιώτη και Πανουργιά επολέμησε εις την μάχην της Αμφιρέτης Ευβοίας όπου ετραυματίσθη εις το αριστερό χέρι και πόδα. Ηκολούθησε τον Μακρυγιάννην πολιταρχούντα εις την Πελοπόννησον και παρέμεινε εις τον στρατόν υπό τους Πετιμεζαίους μέχρι του έτους 1833 ότε απελύθη. Εις στρατιωτικήν κατάστασιν του 1833 φέρεται εγγεγραμμένος: «Νικόλαος Ευθυμίου, πατρίς Τζουμέρκα, ηλικία 31 έτους, τάξις γονέων ποιμήν, στρατιώτης, ακτήμων, τόπος ενεστώσης διαμονής Αράχωβα, χρόνος στρατιωτικής κατατάξεως 1822. Λειβαδιά 27 Μαρτίου 1833.» Το 1825 ευρισκόμενος εις Αίγινα ψηφίζει την Δημογεροντίαν των Ηπειρωτών και υπογράφει ως Νικόλαος Θύμνιου Πραμαντιώτης. Τελικώς εγκατεστάθη εις Αστακόν. Το 1871 ζη ακόμη και ζητεί σύνταξιν ως ανάπηρος. Η Επιτροπή Εκδουλεύσεων τον κατέταξε εις την 5ην τάξιν Αξ/κών. (Εθν. Βιβλ. Χειρ. Αγων. Κυτ. 53.)

Ανδρέας Ζήσου, Στρατιώτης Αγωνιστής του ’21. Το 1824 ως στρατιώτης υπηρετεί εις την Κόρινθον. «Κατάλογος στρατιωτών του Στρατηγού Γεωργίου Κίτζου, Φρουράρχου Ακροκορίνθου. Στρατιώτης Ανδρέας Ζήσου, πατρίς Πράμαντα». (ΓΑΚ, Υπ. Πολ. Φ. 25.)

Αθανάσιος Κοντζιάς, Στρατιώτης Μετά την λήξιν του πολέμου παρέμεινε εις την περιοχήν του Βάλτου ανήκων στρατολογικώς εις την Διεύθυνσιν της Ακαρνανίας. Κατόπιν προτάσεως του Ανδρέου Ίσκου του απενεμήθη σιδηρούν Αριστείον. «Διοίκησις Ακαρνανίας. Ονομαστικός κατάλογος δικαιωθέντων Αριστείου. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Πράμαν τα εις την Επανάστασιν του 1821

25

Αύξ. Αριθ. 116. Αθανάσιος Κοντζιάς παρέμεινε εις Βάλτον. Σιδηρούν Αριστείον. Αθήναι 28 Φεβρουαρίου 1844 Ανδρ. Λόντος.» (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 210.)

Γαλάνης Κοντζιάς, Στρατιώτης Εγεννήθη εις τα Πράμαντα και έλαβεν μέρος εις τους πολέμους της Επαναστάσεως. Το 1826 υπηρετεί εις την Φρουράν Μεσολογγίου και κατά την έξοδον εφονεύθη. Το μικρόν του όνομα είναι άγνωστον και ήκουε εις το «Γαλάνης», από το γαλανό χρώμα των ματιών του. (Από οικογενειακόν Αρχείον.)

Αναγνώστης Λύτρας Σε αναγνώρισιν των υπηρεσιών του κατά την επανάστασιν κατά το 1844 του απενεμήθη υπό του Κράτους χάλκινον αριστείον. Φέρει αύξ. αριθ. 352 εις μίαν κατάστασιν δικαιούχων σχετικού φακέλλου όπου και οι Τζουμερκιώτες Σπύρος Μασαλής και Θεόδ. Κομπορρόζος. (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 293β.)

Δήμος Λύτρας, Στρατιώτης Έλαβεν μέρος εις τας μάχας των Τζουμέρκων και εις την του Σταυρού της 4 Αυγούστου 1821, όπως μνημονεύεται εις το βιβλίον μας «Μήτρος και Γιαννάκης Κουτελίδας» (1985). Προσωρινώς μετά την απελευθέρωσιν εδήλωσε προσωρινήν διαμονήν την Βόνιτσαν. Η Διοίκησις της Λοκρίδος εις την οποίαν στρατολογικώς ανήκεν τον επρότεινε δια να του δοθή αριστείον. «Κατάλογος Αγωνιστών Διοικήσεως Λοκρίδος. Αύξ. Αριθ. 96 Δήμος Λύτρας εκ Πραμάντων διαμένει προσωρινός εις Βόνιτσαν 29 Απριλίου 1839». (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 17.)

Ιωάννης Λύτρας, Πεντηκόνταρχος Και μετά την λήξιν του αγώνος παρέμεινε εις τον στρατόν. «Πίναξ Αξιωματικών της 2ης Τετραρχίας 30 Νοεμβρίου 1831 Βόνιτσα. Διοικητής Φώτιος Κουσουρής Αξιωματικοί Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


26

Δημήτριος Καρατζένης

Ιωάννης Λύτρας, Πεντηκόνταρχος» Εις τα καταρτισθέντα αργότερα μητρώα αξιωματικών φέρει «Αύξ. αριθ. 1052, Ιωάννης Λύτρας, υπολοχαγός προικοδοτημένης φάλαγγας, τάξις 6η Αξιωματικών». (ΓΑΚ, Φάλαγγες Φ. 420· ΓΑΚ, Υπουργ. Στρατ. Φ. 42· Εθν. Βιβλ. Τμήμα Χειρογράφων, πίνακες αγωνιστών.)

Ιωάννης Μαργάρης, Στρατιώτης Περιλαμβάνεται εις τον εγκριθέντα κατάλογον δικαιούχων Σιδηρού Αριστείου δια τας εκδουλεύσεις του κατά τον αγώνα με αύξ. αριθ. 43 Απριλίου 1844 (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 276.)

Σπύρος Μαργάρης, Στρατιώτης Λόγω της δράσεως κατά τας αρχάς του 1825 το Υπουργείον Πολέμου επρότεινε την προαγωγήν του εις τον βαθμόν της υποχιλιαρχίας. Η πρότασις εισήχθη προς έγκρισιν εις το Βουλευτικόν Σώμα την 25η Φεβρουαρίου 1825. Ακολούθως εισήλθεν εις την Φρουράν της πόλεως του Μεσολογγίου κατά την διάρκειαν της δευτέρας πολιορκίας. Κατά την έξοδον του Απριλίου 1826 διεσώθη. (ΓΑΚ, Αρχεία Ελλ. Παλιγγενεσίας, Τόμος 7ος σελ. 138· ΓΑΚ, Αλλ. Φρ. Μεσολ. σελ. 539).

Χρίστος Μεράντζας, Στρατιώτης Μετά την λήξιν του αγώνος οι Ηπειρώται αγωνισταί αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα καθ’ όσον η πατρίδα των παρέμεινε υπόδουλος και δεν ήτο εύκολος η επιστροφή των. Γι’ αυτό συγκεντρώθηκαν εις την Αίγιναν την 29 Σεπτεμβρίου 1829 και εξέλεξαν επιτροπήν εξ επιφανών Ηπειρωτών δια να τους εκπροσωπή εις την Κυβέρνησιν προς επίλυσιν διαφόρων προβλημάτων επιβιώσεως που αντιμετωπίζουν μακράν των εστιών των. Μαζί με τον Μεράντζαν ευρίσκονται εις την Αίγιναν και άλλοι Πραμαντιώτες: Γεώργιος Πολύζος, Αθανάσιος Πολύζος, Νικόλαος Θύμιου και άλλοι. (ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ. Φ. 424 υποφ. 3ος.)

Χρίστος Μπέκας, Στρατιώτης Έλαβεν μέρος εις την μάχην του Πέτα την 4ην Ιουλίου 1822 και έπειτα ενετάγη εις την φρουράν του Μεσολογγίου και ήτο εις αυτήν διαρκούσης της πολιΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Πράμαν τα εις την Επανάστασιν του 1821

27

ορκίας του Μεσολογγίου 1825 – 1826. Λόγω της δράσεώς του η Επιτροπή του Μεσολογγίου τον επρότεινε προς προαγωγήν εις τον βαθμόν της αντιστρατηγίας, το δε Υπουργείον Πολέμου εισήγαγε την πρότασιν αυτήν εις την συνεδρίαν του Βουλευτικού της 3ης Μαρτίου 1826. Όπως αναφέρει εις το Ημερολόγιον του, ο εγγονός του Νικόλαος Κ. Μπέκας (γεννηθείς κατά το 1860), ο Χρίστος Μπέκας κατά την εξόδον του Μεσολογγίου συνελήφθη αιχμάλωτος και μεταφερθείς μετ’ άλλων εις Λάρισαν κατεδικάσθη εις θάνατον. Κατά την ημέραν της εκτελέσεως, επεμβάσει ενός Στουρνάρη αρματολού Αγράφων συγκατάθεσει των Τούρκων, έλαβεν χάριν όσον και άλλοι έξ. Ο Νικ. Κων. Μπέκας απέθανε προ είκοσι ετών [1965] σε ηλικίαν 105 ετών, το δε ημερολόγιόν του εδημοσιεύθη εις την μηνιαίαν εφημερίδα «Παρμαντιώτικα Νέα», τον Δεκέμβριον 1980. Εις τον 113 φάκελλον των Αριστείων των ΓΑΚ υπάρχει δια τον Μπέκαν το κάτωθι πιστοποιητικόν. «Πιστοποιούμεν ότι ο Χρίστος Μπέκας εκ Τζουμέρκων, υπηρέτησε στρατιώτης κατά το διάστημα του ιερού αγώνος, υπό τον Γ. Καραϊσκάκην, Γερογώγον (Μπακόλαν), Κατσικογιάννην, Αναστ. Ροκάν, Ιωάν. Κώσταν και έλαβεν μέρος εις διαφόρους μάχας και αιχμάλωτος γενόμενος, δείξας πάντοτε ευπείθειαν και υποταγήν εις τους ανωτέρους του, δι’ ο και κατ’ αίτησίν του δίδομεν το παρόν πιστοποιητικόν διότι τον γνωρίζομεν ως παλαιόν υπέρ της πατρίδος αγωνιστήν δια να το χρησιμεύση όπου ανήκει. Εις μάχας ευρέθη εις Πλάκαν, Τζουμέρκα με Γερογώγον, Καραϊσκάκην, ηχμαλωτίσθη εις Μεσολόγγι Αιτωλικόν μαζί με Αναστάσιον Ροκάν.Είναι 44 ετών. Αθήνα 10 Δεκεμβρίου 1841 Ιωάν. Στράτος, Ι. Μακρυγιάννης, Γιάννης Κώστας.» (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 113· ΓΑΚ, Μνημεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τόμος ος 7 , σελ. 457.)

Αλέξιος Μπουρλόκας, Αξιωματικός «Υπουργείον Στρατιωτικών Αθήναι 22 Ιουνίου 1844. Από προτάσεις του ημετέρου Υπουργού των Στρατιωτικών απεφασίσαμεν και διατάσσομεν τα εξής. Α’ Ευαρεστούμενοι να χορηγήσωμεν Αργυρούν Αριστείον εις τα κάτωθι σημειούμενα άτομα άτινα εξεπλήρωσαν τα καθήκοντα ως αξιωματικοί και έλαβον μέρος ενεργόν εις μάχας δια την ανεξαρτησία της πατρίδος. Αύξ. Αριθ. 7 Αλέξιος Μπουρλόκας (Βορλόκας) διαμένει προσωρινώς Ακαρνανίαν. Π.Γ. Ρόδιος.» (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 220.) Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


28

Δημήτριος Καρατζένης

Σπύρος Μπούσης, Στρατιώτης «Κατάλογος προς διανομήν Αριστείων. Αυξ. αριθ. 287 Σπύρος Μπούσης εκ Πραμάντων χαλκούν Αριστείον. Αθήναι 10 Μαΐου 1844» (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 286.)

Χρίστος Γεωργίου Ντάκας, Στρατιώτης Εγεννήθη εις τα Πράμαντα το 1808 και μόλις ενηλικιώθη έτρεξε εις την επαναστατημένην Δυτικήν Ελλάδα. Το 1828 κατετάγη εις τας Εκατονταρχίας. «Χιλιαρχία Αθαν. Κουτσονίκα. Κορωνησία, Μάιος 1829. Κατάλογος Στρατιωτών. Αύξ. αριθ. 179. Χρίστος Γεωργίου Ντάκας, πατρίς Τζουμέρκα, ετών 22». (ΓΑΚ, Γεν. Φρ., Φ. 47.)

Νικόλαος Νούτζος, Λοχαγός Εισήλθεν εις την επανάστασιν απ’ αρχής και υπηρέτησε μέχρι τέλους. Έλαβεν μέρος εις τας μάχας Τριπόλεως, Ναυπλίας, εις τας επιχειρήσεις κατά του Δράμαλη εις τα Δερβενάκια και Άργους, έπειτα δε κατά το 1825 εις την μάχην κατά των Αράβων εις Τρίνησα της Σπάρτης υπό τον Σουλιώτην αντιστράτηγον Κώσταν Θρασύτην. Εις την Δυτικήν Ελλάδα έπειτα υπό τον Νικόλαον Καββαδίαν επολέμησε εις διαφόρους μάχας. Μετά την απελευθέρωσιν εχρημάτισε γραμματεύς του Υπουργείου Στρατιωτικών. Δια της υπ’ αριθ. 12073 αποφάσεως Υπουργού Στρατιωτικών του απενεμήθη το αργυρούν εθνόσημον και ανεγνωρίσθη λοχαγός της Φάλαγγος από το 1836 υπό Αρ. Μ. 221. Απέθανε εις Αθήνας κατά το έτος 1861. Όπως αναφέρει η χήρα σύζυγός του Τατιανή, εις την Άρταν η κτηματική του περιουσία αξίας 50.000 γροσίων, εδημεύθη υπό των Τούρκων. «Αδικήθη», γράφει, «σκληρώς και απανθρώπως διότι εδημεύθησαν όλα τα εις την πατρίδα του Άρταν ακίνητα κτήματά του αξίας πεντήκοντα χιλιάδων γροσίων και επέκεινα». (Εθν. Βιβλ. Χειρ. Αγων.)

Αναγνώστης Παππάς, Στρατιώτης Εγεννήθη εις Πράμαντα Τζουμέρκων. Εις τον Κατάλογον νεοσυλλέκτων εν Βονίτση, την 12 Σεπτεμβρίου 1830, φέρεται εγγεγραμμένος υπ’ αύξ. αριθ. 25, ηλικίαν 25 ετών, γνώστης γραμμάτων, τόπος γεννήσεως Μπράμαντα Τζουμέρκων. (ΓΑΚ, Τα Περιεχόμενα, τόμος Ε’, σελ. 1203.) Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Πράμαν τα εις την Επανάστασιν του 1821

29

Αθαν. Πολύζος, Υπαξιωματικός Εγεννήθη εις Πράμαντα το έτος 1780. Το 1821 ηκολούθησε τον Ιωάννην Ράγκον, έχων μαζί του τον αδελφόν του Γεώργιον και περί τους 30 άλλους Πραμαντιώτας. Έλαβεν μέρος την 4 Αυγούστου 1821 εις την μάχην του Σταυρού Θεοδωριάνων. Έπειτα υπό τον Κίτζον Τζαβέλλαν το 1824 επολέμησε εις Αμπλιάνη κατά του Γιουσούφ Πασά και Αχμέτ Προβέστα. Το επόμενον έτος 1825 υπό τον Γ. Καραϊσκάκην, Χριστόδουλον Χατζηπέτρον, Ν. Κριεζώτην, Βάσιον Μαυροβουνιώτην και Ι. Γκούραν έλαβεν μέρος με το τμήμα των εις τας μάχας Νεοκάστρου και Κρεμμυδίου κατά του Ιμβραήμ Πασά. Κατά το ίδιον έτος έλαβεν μέρος εις τας μάχας Πετροχωρίου Αποκούρου, Διστόμου, Προφήτου Ηλία Φαλήρου και έπειτα εις την πολιορκίαν του Μεσολογγίου, εις Καλλιδρόμην, Δραγαμέστου, Ρήγανη Ξηρομέρου, Ρίβιου και Καρβασαρά Βάλτου με βαθμόν ταξιάρχου. Επολέμησε εις το Χαϊδάρι κατά του Κιουταχή και έπειτα το 1826 εις την μάχην της Αραχώβης κατά του Μουστάμπεη και εν συνεχεία εις τα μάχας του Πειραιώς και Κερατσινίου, όπου επληγώθη εις την κεφαλήν. Το 1828 κατετάγη εις την χιλιαρχίαν του Γεωργ. Διοβουνιώτου, εις την πεντακοσιαρχίαν του Ιωάννου Γκούρα και 10ην Εκατονταρχίαν Γ. Στυλιδιώτου. Το 1829 προήχθη εις Λοχίαν εις το σώμα των Ταξιαρχών. Το 1836 του απενεμήθη χάλκινον Αριστείον Ανδρείας. Την 25 Σεπτεμβρίου 1830 ευρισκόμενος εις Αίγινα ψηφίζει με τους άλλους Ηπειρώτας την Δημογεροντίαν Ηπειρωτών. Το πρακτικόν υπογράφει, Αθανάσιος Πολύζος, Πραμαντιώτης. Περί των ανωτέρω παρέχουν βεβαίωσιν οι αρχηγοί του: «Πιστοποιούμεν οι υποφαινόμενοι ότι: o Αθανάσιος Πολύζος από Τζουμέρκα, λαβών τα όπλα με τον αδελφόν του και άλλους τριάκοντα συμπολίτας των, υπό την οδηγίαν του ως μπουλουκτζή, επετέθησαν κατά των Οθωμανών, δίδοντες τροφάς και πολεμοφόδια δι’ ιδίων χρημάτων και ως τοιούτοι επολέμησαν το έτος 1821 κατά των Οθωμανών Τζουμέρκων εις την θέσιν Θεοδώριανα μετά του Ιωάν. Ράγκου. Το έτος 1824 κατά του Γιουσούφ Πασά και Αχμέτ Πρεβέστα, εις την Αμπλιάνη με τον Κίτσον Τζαβέλλαν, το έτος 1825 κατά του Ιμβραήμ Πασά εις την θέσιν Νεόκαστρον και Κρεμμύδι με τον Γ. Καραϊσκάκην, Χριστόδουλον Χατζηπέτρου, Ν. Κριεζώτην, Βάσιον Μαυροβουνιώτην και Ιωάν. Γκούραν κατά του Κιουταχή εις την θέσιν Πετροχώρι Αποκούρου, Δίστομον Προφήτην Ηλίαν, πολιορκίαν του Μεσολογγίου, Καροπούλα Καλλιδρόμης, Δραγαμέστο και Ρήγανη Ξηρομέρου, Ρίβιο και Καρβασαράν Βάλτου. Το έτος 1826 και 1827 κατά του Κιουταχή εις θέσιν Χαϊδάρι και Αράχοβα κατά Μουστάμπεη, Πειραιά, Κερατσίνι, Σέγκο. Το 1828 έλαβε πληγήν εις την κεφαλήν. Την 27 Μαΐου 1865, Αθήναι, Γ. Διοβουνιώτης, Γ. Χατζηπέτρου.» Με τον αδελφόν του Γεώργιο εγκατεστάθησαν οριστικώς εις Υπάτην, επαγΈ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


30

Δημήτριος Καρατζένης

γελλόμενοι τον κρεοπώλην. Η Επιτροπή Εκδουλεύσεων κατέταξε αυτόν εις την τάξιν του Υπαξιωματικών Α΄ τάξεως. Φέρει Αρ. Μ. 372. (Εθν. Βιβλ. Χειρ. Αγων. Κυτ. 178· ΓΑΚ, Αλλ. Φρ. Μεσολ., σελ 172.)

Γεώργιος Πολύζος, Υπαξιωματικός Μαζί με τον αδελφόν του Αθανάσιον και με ομάδα άλλων συμπατριωτών των έως τριάκοντα εισήλθον εις την επανάστασιν από το πρώτον έτος. Έλαβεν μέρος υπό τον Ι. Ράγκον εις την μάχην του Σταυρού την 4 Αυγούστου 1821. Έπειτα υπό τον Κίτζον Τζαβέλλαν έλαβεν μέρος εις την μάχην της Αμπλιάνης το 1824 κατά του Γιουσούφ Πασά και Αχμέτ Προβέστα. Υπό τον Γ. Καραϊσκάκην, Χριστόδουλον Χατζηπέτρον και Ν. Κριεζώτην εις Νεόκαστρον και Κρεμμύδι κατά των Αράβων. Έλαβεν επίσης μέρος υπό τον Γ. Καραϊσκάκην εις τας μάχας έξω του Μεσολογγίου, του Πετροχωρίου Αποκούρου, Προφήτη Ηλία Σαλώνων, Διστόμου, πολιορκίαν του Μεσολογγίου, Δραγαμέστου, Ρήγανη Ξηρομέρου, Ρίβιο, Καρβασαράν Βάλτου κλπ. Έπειτα το 1826 εις θέσιν Χορτάρι Αράχοβας. Κατά την διοργάνωσιν των χιλιαρχιών, το 1828, ενετάχθη εις την χιλιαρχίαν του Γ. Διοβουνιώτη και εις την 16ην εκατονταρχίαν. Την 25 Σεπτεμβρίου 1830, ευρισκόμενος εις Αίγινα, λαμβάνει μέρος εις την εκλογήν Δημογερόντων των εκεί Ηπειρωτών και υπογράφει το πρακτικόν εκλογής, Γεώργιος Πολύζος, Πραμαντιώτης. Μετά την λήξιν του αγώνος εγκατεστάθη με τον αδελφόν τους εις Υπάτην και ήσκησαν εκεί το επάγγελμα του κρεοπώλου. Απόγονοι αυτών υπάρχουν ακόμη εις την Υπάτην. Κατετάγη εις την 2αν τάξιν Υπαξιωματικών. Φέρει αριθ. Μ. Αγών. 382. Το 1836 του απενεμήθη ο αργυρούς σταυρός με ταινίαν διά τας υπηρεσίας του εις την Επανάστασιν του 1821. (Έθν. Βιβλ. Χειρ. Αγων. Κυτ. 178· ΓΑΚ, Γεν. Γραμ. Φ. 242.)

Δημήτριος Πολύζος Αναφέρεται σε κατάλογο αγωνιστών κυρίως εξ Άρτης, οι οποίοι για τις εκδουλεύσεις κατά τον αγώνα της Ανεξαρτησίας προτείνονται παρά του εκ Σκουληκαριάς οπλαρχηγού Αναγνώστη Οικονόμου, ως πληρεξουσίου αυτών, και άλλων αρχηγών, διά να του απονεμηθή εθνόσημον υπό αύξ. αρ. 49. Έτερος Δημήτριος Πολύζος αναφέρεται εις το ίδιον έγγραφον υπό αύξ. αρ. 90. (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 273.)

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Πράμαν τα εις την Επανάστασιν του 1821

31

Κωνστ. Πολύζος, Στρατιώτης Από τον πρώτον χρόνον εισήλθε εις την επανάστασιν μαζί τους Γεώργιον και Αθανάσιον Πολύζον και έλαβε μέρος μαζί των εις πολλάς μάχας του αγώνος. Ετιμήθη με αργυρούν Αριστείον. Μετά την Ανεξαρτησίαν εγκατεστάθη εις Αγρίδιον Βάλτου. (ΓΑΚ, Φ. Αριστ. 1836).

Αναστάσιος Πολύμερος, Στρατιώτης Κατά την δευτέραν πολιορκίαν του Μεσολογγίου υπηρετεί με την φρουράν και προτείνεται δια τον βαθμόν του σημαιοφόρου. Η πρότασις αυτή ενεκρίθη υπό του Βουλευτικού Σώματος κατά την συνεδρίαν της 3ης Μαρτίου 1826. (Αρχεία Ελλην. Παλιγγενεσίας, τόμος 7ος, σελ. 457· Εθν. Βιβλ. Τμήμα Χειρογράφων, πίνακες στρατιωτών.)

Βασίλειος Πολύμερος, Στρατιώτης Και μετά την λήξιν του αγώνος παραμένει εις τον στρατόν. «Βασιλική Φάλαγξ Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Δ. Τετραρχία. Διοικητής Νικόλαος Μπότσαρης. Κατάλογος Φαλαγγιτών Βασιλικής Φάλαγγος. Αύξ. Αριθ. 58, Βασίλειος Πολύμερος. 10 Μαρτίου 1836 Μεσολόγγι» Τον Φεβρουάριο ιδίου έτους είχε προταθεί όπως του χορηγηθή το χαλκούν Αριστείον. «Κατάλογος Δικαιούχων Αριστείων Πολιτικοί πρώην στρατιωτικοί. Αυξ. αριθ. 11 Βασίλειος Πολύμερος διαμένει προσωρινώς εις Λειβαδιά.

13 Φεβρουαρίου 1836 Λειβαδιά.»

(ΓΑΚ, Φάλαγγες Φ. 422· ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 3.)

Χρίστος Πολύμερος, Στρατιώτης Έλαβεν μέρος εις τον αγώνα ανεξαρτησίας. Φέρεται εγγεγραμμένος εις τους πίνακας στρατιωτών. (Εθν. Βιβλ. Τμήμα Χειρόγραφων.)

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


32

Δημήτριος Καρατζένης

Γιάννης Πραμαντιώτης, Στρατιώτης Την άνοιξιν του 1825 υπηρετεί εις την Πελοπόννησον και λαμβάνει μέρος εις τας μάχας του Κρεμμυδίου και Νεοκάστρου κατά των Αράβων. Έπειτα τα τμήματα μετακινήθησαν προς την Δυτικήν Ελλάδα και κατά το καλοκαίρι ιδίου έτους υπηρετών εις την Μάγγαν του Γιάννη Στράτου υπό τον Γ. Καραϊσκάκην έξω της πόλεως Μεσολογγίου, έλαβεν μέρος, την 26 Ιουλίου, εις την Νυκτομαχίαν κατά του Κιουταχή και εν συνεχεία εις την μάχην του Πετροχωρίου κατά του Μπουχορδάρη, της Σφήνας και της Φρουράς του Καρβασαρά. Ακολούθως, υπό τον Γ. Καραϊσκάκην πάντοτε, έλαβε μέρος εις τας επιχειρήσεις της Αττικής και της Ρούμελης. (ΓΑΚ, Υπ. Πολ. Φ. 134.)

Δημήτριος Πραμαντιώτης Αναφέρεται σε κατάλογο αγωνιστών κυρίως εξ Άρτης, οι οποίοι για τις εκδουλεύσεις κατά τον αγώνα της Ανεξαρτησίας προτείνονται παρά του εκ Σκουληκαριάς οπλαρχηγού Αναγνώστη Οικονόμου, ως πληρεξουσίου αυτών, και άλλων αρχηγών, διά να του απονεμηθή εθνόσημον υπό αύξ. αρ. 76. (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 273.)

Κων. Ραμαντάνης, Στρατιώτης Διοίκησις Ακαρνανίας. Ονομαστικός κατάλογος Αριστούχων προς χρήσιν της διανομής Αριστείων. Αυξ. Αριθ. 11 Ραμαντάνης εξ Ηπείρου Χαλκούν Αριστείον διαμένει προσωρινώς εις Βάλτον. Αύγουστος 1844. Εις τον ίδιον πίνακα εδικαιώθη Χαλκούν Αριστείον και ο Ιωάννης Πραμαντιώτης διαμένων προσωρινώς εις Βάλτον και αναφέρεται εις το πρώτον βιβλίον μας, υπ’ αύξ. αριθ. 13 του πίνακος. Εις Βάλτον παρέμεινε επίσης και άλλος Πραμαντιώτης όστις εδικαιώθη Αριστείου, ο Κώστας Πολύζος διαμένων εις Αγρίδι και όπως αναφέρεται εις το πρώτον βιβλίο μας (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 53). (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 210.)

Μήτρος Σιαπλαούρας, Στρατιώτης Έλαβεν μέρος εις την επανάστασιν του 1821 και επολέμησε υπό τον Δ. Μακρήν εις τας μάχας του Αγρινίου, Ζαπάντι, Μακρυνόρους, Κομποτίου και εις την πολιορκίαν του Μεσολογγίου. Όπως βεβαιώνει ο ταγματάρχης Μήτρος Ντόβας εις όλας τα αιματηράς περιστάσεις έδειξε ανδρείαν και καταφρόνησιν του θανάΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Πράμαν τα εις την Επανάστασιν του 1821

33

του. Η οικογένεια του, ήτο κτηνοτροφική και παρεχείμαζε εις την Ακαρνανίαν. Όταν δε εξερράγη η επανάστασις προσεχώρησε εις αυτήν πολεμήσας υπό τους αρχηγούς Δημ. Μακρήν, Μήτρον Ντόβαν, Μήτρον Ψαρούλην και άλλους. Μετά την απελευθέρωσιν εγκατεστάθη εις το Μεσολόγγι. Η επιτροπή εκδουλεύσεων κατά το 1865 ανεγνώρισε τας υπηρεσίας του εις τον αγώνα. Φέρει αριθ. Μ. Αγων. 16978. (Εθν. Βιβλ. Χειρ. Αγων. Κυτ. 188.)

Πάνος Ιωαν. Σιαπλαούρας, Υπαξιωματικός Α’ Η οικογένειά του, εξ αιτίας ενός φόνου διαπραχθέντος υπό του πατρός του, ολίγον προ της επαναστάσεως, κατέφυγε εις την Πελοπόννησον. Όταν δε εξερράγη η επανάστασις έλαβεν μέρος εις τας μάχας Τριπόλεως, Κορίνθου, Ναυπλίας υπό αρχηγούς, Κανέλλον Δεληγιάννην, Νικήταν Σταματελόπουλον, Χατζηχρήστον, Παν. Γιατράκον και άλλους. Πλειστάκις τους στρατιώτας οι οποίοι τον ηκολούθουν επλήρωνε εξ ιδίων. (Εθν. Βιβλ. Χειρ. Αγων. Κυτ. 188.)

Απόστολος Δημητρίου Στάμος, Πεντηκόνταρχος Εγεννήθη εις τα Πράμαντα το έτος 1794 και πήρε μέρος εις την επανάστασιν από τον πρώτον χρόνον. Το 1824 υπηρετεί ως στρατιώτης εις την Κόρινθον. «Κατάλογος Στρατιωτών, Στρατηγού Γεωργίου Κίτζου. Απόστολος Δημ. Στάμος, Αρτινός. Επιθεωρητής Αθηνών Ν. Μπούφης». Το 1828 υπηρετεί εις την Β’ Εκατονταρχίαν του Πάνου Απ. Δάρα, εκ Πρεβέζης, της χιλιαρχίας Χριστοδ. Χατζηπέτρου. Εις το στρατολόγιον της φέρει, «αύξ. αριθ. 3, βαθμόν πεντηκοντάρχου, ηλικίαν 35 ετών, Αρτινός». Τον Αύγουστον 1832 ζητεί, με άλλους Πραμαντιώτας, με τους οποίους αποτελεί μίαν ομάδα, να παραμείνη εις τον Στρατόν. (ΓΑΚ, Γεν. Φρ. Φ. 6, 26· ΓΑΚ, Στρ. Γραμ. Φ. 193.)

Γιώργος Τζαχρήστας, Αξιωματικός Έλαβεν μέρος εις την επανάστασιν ηγούμενος ομάδος στρατιωτών. Την 25 Φεβρουαρίου 1825 κατά συνεδρίασιν του Βουλευτικού προήχθη εις υποχιλίαρχον και αργότερα εις χιλίαρχον. Η Επιτροπή αναγνωρίσεως των εκδουλεύσεων των αγωνιστών τον κατέταξε εις την 7ην τάξιν Αξιωματικών, υπ’ αύξ. αριθ. καταλόγου 2859. Δεν επέστρεψεν εις το χωρίον του, αλλά παρέμεινε εις Σαρδίνιανα Βάλτου. Ετιμήθη με παράσημον. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


34

Δημήτριος Καρατζένης

«Διοίκησις Ακαρνανίας Ονομαστικός κατάλογος Αριστούχων προς χρήσιν της διανομής Αριστείων. Αυξ. Αριθ. 62. Γεώργιος Τζαχρήστας παρέμεινε εις Σαρδίνιανα Βάλτου, χαλκούν Αριστείον. Αύγουστος 1844 Ανδρέας Λόντος» (Αρχεία Ελλην. Παλιγγενεσίας, τόμος 7ος σελ. 138· ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 210· Εθν. Βιβλ. Τμήμα Χειρογράφων.)

Δημ. Χρίστου Τζαχρήστας, Στρατιώτης Εγεννήθη το 1804 εις Πράμαντα και έλαβε μέρος εις την επανάστασιν με αρκετούς άλλους της οικογενείας Τζαχρήστα. Όταν εδημιουργήθησαν αι χιλιαρχίαι κατετάγη εις το σώμα του Γεωργίου Τσόγκα εις την περιοχήν Ξηρομέρου υπ αύξ. αρ. 112 και ηλικίαν 25 ετών. Και κατά την γενομένην επιθεώρησιν της 30 Απριλίου 1829 ανήκει εις την δύναμιν του ιδίου Τσόγκα εις την περιοχήν του Βάλτου και εις τον κατάλογον των στρατιωτών φέρει αύξ. αριθμόν 70. (ΓΑΚ, Γεν. Φρ. Φ. 26.)

Γεώργιος Τζουμερκιώτης, Χιλίαρχος Την άνοιξιν του 1825 υπηρετεί υπό τον Γ. Τσόγκαν εις την περιοχήν Μεσολογγίου και κατόπιν προτάσεως του στρατηγού Γ. Βαλτινού, δια της υπ’ αριθμόν 7217 της 7ης Μαΐου 1825 αποφάσεως της Κυβερνήσεως, προάγεται εις Χιλίαρχον. Από του Ιουλίου ιδίου έτους υπηρετεί υπό τον Ιωάννην Στράτον εις το Σώμα του Γ. Καραϊσκάκη και λαμβάνει μέρος εις τας έξω του Μεσολογγίου επιχειρήσεις, όπως βεβαιοί την 3ην Σεπτεμβρίου 1825 ο Επιθεωρητής Στρατού Τάτζης Μαγγίνας. Ήτοι εις την νυκτομαχίαν της 26ης Ιουλίου κατά του Κιουταχή, εις το Πετροχώρι, Σφήναν κ.λπ. Εις την μάγγαν του υπηρετούν και άλλοι συγχωριανοί του εκ Πραμάντων. (ΓΑΚ, Υπ. Πολ. Φ. 134· ΓΑΚ, Εκτελ. Φ. 86).

Γιάννης Τραγουδάρας Αναφέρεται σε κατάλογο αγωνιστών κυρίως εξ Άρτης, οι οποίοι για τις εκδουλεύσεις κατά τον αγώνα της Ανεξαρτησίας προτείνονται παρά του εκ Σκουληκαριάς οπλαρχηγού Αναγνώστη Οικονόμου, ως πληρεξουσίου αυτών, και άλλων αρχηγών, διά να του απονεμηθή εθνόσημον υπό αύξ. αρ. 101. (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 273.)

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Πράμαν τα εις την Επανάστασιν του 1821

35

Κώστας Τραγουδάρας, Οπλαρχηγός Εισήλθεν απ΄ αρχής εις την επανάστασιν ως αρχηγός ομάδος συγχωριανών του και έλαβεν μέρος εις τα μάχας του Μακρυνόρους κατά του Ισμαήλ Πασά. Έπειτα επροχώρησε εις το Πέτα και την 28 Ιουνίου 1821 απέκρουσε επιθέσεις των Τούρκων της Άρτης. Επολέμησε επίσης και κατά την επομένην ημέραν, 29 Ιουνίου, κατά πολύ υπερτέρων δυνάμεων καθ’ ην εφονεύθη. Από την Ιστορίαν της Επαναστάσεως του Σπ. Τρικούπη αποσπώμεν την κάτωθι παράγραφον: «Περί τον αυτόν δε καιρόν Έλληνες υπό τον Φλώρον Γρίβαν και Τραγουδάραν κατέλαβον το χωρίον Πέτα, αλλ’ επιστρατευσάντων των εν Άρτη Τούρκων, δεν ηδυνήθησαν να διατηρήσωσι την θέσιν των, ην μήτε και να οχυρώσωσι εφρόντισαν και κατέφυγον κακώς έχοντες εις Μακρυνόρος. Εφονεύθησαν δε και τίνες αυτών εν οις και ο Τραγουδάρας γενναίως μαχόμενος». Και από επιστολήν του ιδίου Τρικούπη προς τον Γρίβαν αντιγράφομεν τα κάτωθι: «Λόντρα, τη 12 Αυγούστου 1841. Αγαπητέ Θεοδωράκη (Γρίβα). Και μακράν της πατρίδος καταγίνομαι εις την συγγραφήν της Ιστορίας της Επαναστάσεώς μας. Ευρίσκω εις τα Ιστορικά μου σημειώματα του πρώτου χρόνου ότι μετά την λαμπράν μάχην του Μακρυνόρους, ο αδελφός σας Καπ. Φλώρος, ο Τραγουδάρας και άλλοι επροχώρησαν εις το Πέτα και εχαλάσθηκαν και εσκοτώθη και ο Τραγουδάρας. Επειδή επιθυμώ να γράψω και αυτό το συμβάν με ακρίβειαν, να μου γράψητε τας λεπτομερείας, πόσοι ήσαν οι Έλληνες, πόσοι εσκοτώθηκαν, ποιος ήτο ο αρχηγός των, τι ήταν ο Τραγουδαράς. … (Υπογραφή)». (Σπυρ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α’, σελ. 270· Εθν. Βιβλ. Χειρ. Επιστολή.)

Βασιλ. Τσίρκας, Υπαξιωματικός Εγεννήθη το 1791 εις τα Πράμαντα και πήρε μέρος υπό τον Γ. Τσόγγαν εις την άλωσιν της Βονίτσης το 1821. Εν συνεχεία, υπό άλλους αρχηγούς, επολέμησε εις το Κομπότι, Πέτα, Πλάκαν και τον Ιανουάριον 1823 υπό τον Καραϊσκάκην κατά του Σκόνδρα Πασά εις Σοβολάκον. Προηγουμένως υπό τον ίδιον πήρε μέρος εις την μάχην του Τσιφλίκι Αγράφων όπου εφονεύθη ο αδελφός του Κώστας. Το 1826 εις το Μεσολόγγι, έπειτα εις το Χαϊδάρι όπου εφονεύθη και άλλος αδελφός του και, τέλος, εις την μάχην της Καλλιρρόης. Το 1829 εγκατεστάθη εις Γρανίτσαν Ευρυτανίας. Η επιτροπή εκδουλεύσεων κατέταξε αυτόν εις την Α’ τάξιν υπαξιωματικών. Φέρει Αρ. Μ. 3597. (Εθν. Βιβλ. Χειρ. Αγων.)

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


36

Δημήτριος Καρατζένης

Γεώργιος Τσίρκας, Στρατιώτης Έλαβεν μέρος εις την επανάστασιν και μετά την λήξιν της παρέμεινε εις την Βόνιτσαν. Εκεί του απενεμήθη το Σιδηρούν Αριστείον δια της από 29 Φεβρουαρίου 1844 αποφάσεως του Υπουργού Ανδρέαν Λόντου. Εις τον κατάλογον φέρει αύξ. αριθ. 31. (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 210.)

Γιάννης Τσίρκας Αξιωματικός Μετά την λήξιν του πολέμου παρέμεινε εις την Ακαρνανίαν. Εκεί δια της από 22 Ιουνίου 1844 αποφάσεως του Υπουργείου Στρατιωτικών του απενεμήθη το αργυρούν Αριστείον δια την εκτέλεσιν καθηκόντων Αξιωματικού κατά τον αγώνα ανεξαρτησίας. Υπογράφει ο Π. Γ. Ρόδιος. (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 220.)

Κώστας Τσίρκας, Στρατιώτης Η επανάστασις τον βρήκε με το ποίμνιόν του εις το Ξηρόμερον. Ετάχθηκε αμέσως υπό τον Γ. Τσόγκαν και έλαβεν μέρος εις διαφόρους μάχας. Το 1822 υπό τον Γ. Καραϊσκάκην επολέμησε τους Τούρκους εις το Τσιφλίκι των Αγράφων όπου και εφονεύθη. Ήτο εποχή κατά την οποίαν ο Καραϊσκάκης με τον Μπακόλαν και Ράγκον εξεκαθάρισαν τα Άγραφα από τα τουρκικά αποσπάσματα και εγκατεστάθη ο πρώτος, ως αρματολός Αγράφων. (Εθν. Βιβλ. Χειρ. Αγων. Φ. Β. Τσίρκα).

Νικόλαος Τσίρκας, Στρατιώτης «Διοίκησις Αιτωλίας. Ονομαστικός κατάλογος Δέκα εξ Αριστούχων. Προς χρήσιν της διανομής Αριστείων. Νικόλαος Τσίρκας προσωρινής διαμονής Αγρινίον – Μεσολόγγι, Σιδηρούν Αριστείον Αύγουστος 1844.» (ΓΑΚ, Φ. Αριστείων 212.)

Στάθης Χρήστου, Στρατιώτης Την 14ην Σεπτεμβρίου 1824 γενομένης επιθεωρήσεως του Στρατού εις Δεμέστιχα ευρέθη υπηρετών υπό την οδηγίαν του Στρατηγού Ιωάννου Νοταρά, ο Στάθης Χρήστου, υπ’ αύξ. αριθ. Στρατολογίου 305, από Πράμαντα. Κατά Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Πράμαν τα εις την Επανάστασιν του 1821

37

το επόμενος έτος έλαβεν μέρος εις τας μάχας της Πελοποννήσου κατά των Αράβων. (ΓΑΚ, Υπ. Πολ. Φ. 154.) Συντομογραφίες Αλλ. Φρ. Μεσ. ΓΑΚ Γεν. Γραμμ. Γεν. Φρ. Εθν. Βιβλ. Εκτελ. Κυτ. Στρ. Γραμμ. Υπ. Πολ. Φ. Χειρ. Αγων.

Αλληλογραφία και Λογαριασμοί Φρουράς Μεσολογγίου Γενικά Αρχεία του Κράτους Γενική Γραμματεία Γενικό Φροντιστήριο Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος Εκτελεστικόν Σώμα Κυτίον Στρατιωτική Γραμματεία Υπουργείον Πολέμου Φάκελλος Χειρόγραφα Αγωνιστών

* Ο Δημήτριος Φ. Καρατζένης (1904 – 1989) ήταν δικηγόρος και βουλευτής Άρτας.

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Απόστολος Μπουρνάκας*

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των αντάρτικων οργανώσεων ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ, ΕΚKA στο Μυρόφυλλο και στην Πλάκα τον Φεβρουάριο του 1944. «Αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας και επί τα ετοίμα μάλλον τρέπονται (οι πολλοί είναι αδιάφοροι και δεν κοπιάζουν να εξακριβώσουν την αλήθεια, αλλά προτιμούν τα έτοιμα σχήματα.).» Θουκυδίδης (470-394 π.χ.). «Η πλήρης Ιστορία είναι το σύνολο των ιστορικών μελετών για ένα ιστορικό γεγονός» (Μπρωντέλ, σύγχρονος Γάλλος ιστορικός).

Ο

1. Εισαγωγή

χρόνος από ποιοτική άποψη δεν είναι ομοιομερής, αλλά στην ασταμάτητη ροή του ξεχωρίζουν κάποιες «στιγμές» ιδιαίτερης σπουδαιότητας. Αυτό συμβαίνει τόσο στην ιστορία των ατόμων όσο και στην ιστορία των λαών. Πολλές φορές οι αποφάσεις μιας στιγμής προκαθορίζουν τη μετέπειτα εξέλιξη. Μια τέτοια κρίσιμη στιγμή θεωρούμε τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των αντάρτικων οργανώσεων τον Φλεβάρη του 1944. Το αποτέλεσμα αυτών επηρέασε τις μεταγενέστερες εξελίξεις και από αυτή την άποψη αποτελούν σταθμό στην πρόσφατη Ελληνική Ιστορία. Κύρια θέματα ήταν η ενοποίηση των αντάρτικων δυνάμεων και η συνεργασία για την ομαλή μετάβαση στη μετά την απελευθέρωση εποχή. Αντί αυτών οι αποφάσεις περιορίστηκαν στην παράταση της προσωρινής εκεχειρίας και στην κατάπαυση των εχθροπραξιών. Ο κύριος σκοπός των διαπραγματεύσεων δεν πραγματοποιήθηκε και αυτή η έκβαση είχε σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις. Έκτοτε η φωνή του βουνού παρουσιάζεται διχασμένη και δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στις παραπέρα εξελίξεις. Τα ιστορικά γεγονότα που εξελίσσονται χρονικά δεν είναι ξεκάρφωτα, ασύνδετα ή τυχαία, αλλά συνδέονται μεταξύ τους με αιτιώδεις σχέσεις και αυτή η αλληλουχία, αυτή η νομοτέλεια, διαμορφώνει το ιστορικό γίγνεσθαι. Επιβάλλεται λοιπόν να παρουσιάσουμε σύντομα την κατάσταση που διαμορφώθηκε στη συνέχεια, τα γεγονότα δηλαδή που σημάδεψαν τον εμφύλιο πόλεμο (1945-1949), και τις μετά τον εμφυλίο δεκαετίες ως επακόλουθα της διάσπασης που άρχισε να εκδηλώνεται στη συνάντηση της Πλάκας τον Φλεβάρη του 1944.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ι διαπραγμ ατ εύσ ε ις Ε ΑΜ - Ε ΛΑΣ , ΕΔ ΕΣ ΕΚ ΚΑ σ το Μυρ ό φ υλ λ ο κ α ι σ τ ην Πλ άκ α

39

2. Η κατάσταση στα ελληνικά βουνά πριν από τις διαπραγματεύσεις Μετά την υποδούλωση της χώρας από τα φασιστικά στρατεύματα (τον Απρίλιο του 1941) και ύστερα από το πρώτο σοκ, οι Έλληνες, όπως και οι άλλοι υπόδουλοι λαοί της Ευρώπης, αναθαρρούν και αρχίζουν να μηχανεύονται τρόπους αντίστασης εναντίον των επιδρομέων. Ήδη από την άνοιξη του 1942 εμφανίζονται στα ελληνικά βουνά αντάρτικες ομάδες. Πρώτη η ομάδα του Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος τον Μάιο του 1942 στο χωριό Δομνιτσα της Ευρυτανίας κήρυξε δημόσια την έναρξη του αγώνα. Στη συνέχεια (το καλοκαίρι του 1942) φθάνει στα ορεινά της Άρτας και ο απόστρατος Συνταγματάρχης Ναπολέων Ζέρβας και οργανώνει εκεί αντάρτικα τμήματα. Πιο πέρα, στην περιοχή της Παρνασίδος, εμφανίζεται η ομάδα του συνταγματάρχη Δ. Ψαρρού και σιγάσιγά το αντάρτικο φουντώνει σε ολόκληρη την ελληνική ύπαιθρο. Με τον καιρό αποκρυσταλλώνονται τρεις αντάρτικοι σχηματισμοί: Ο ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός) υπό την ηγεσία του Άρη, Σαράφη και Σαμαρινιώτη· ο ΕΔΕΣ (Ελληνικός Δημοκρατικός Εθνικός Σύνδεσμος) με αρχηγό τον Ν. Ζέρβα και υπαρχηγό τον Κομνηνό Πυρομάγλου· η ΕΚΚΑ (Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση) με στρατιωτικό αρχηγό το Δ. Ψαρρό και πολιτικό τον Γ. Καρτάλη. Στα βουνά φθάνουν και απεσταλμένοι του συμμαχικού στρατηγείου μέσης Ανατολής (ΣΜΑ), ειδικευμένοι στα σαμποτάζ (καταστροφές εγκαταστάσεων του εχθρού), για να παρέχουν τεχνική βοήθεια και να συντονίζουν τις επιχειρήσεις των ανταρτών. Στα πρώτα στάδια οι αντάρτικες οργανώσεις συνεργάζονταν αρμονικά και καρπός αυτής της συνεργασίας ήταν η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου (τον Νοέμβριο του 1942). Το καλοκαίρι του 1943 συγκροτείται στα ορεινά χωριά του νομού Τρικάλων κοινό γενικό στρατηγείο ανταρτών και οι αρχηγοί των οργανώσεων ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ Άρης Βελουχιώτης και Ναπολέων Ζέρβας αρχίζουν περιοδείες στα χωριά των Τζουμέρκων. Αυτή η συνεργασία δεν κράτησε πολύ. Πρόεκυψαν διαφωνίες σχετικά με τις εδαφικές ζώνες επιρροής και ιδιαίτερα για την περιοχή των Τζουμέρκων (μεταξύ Αχελώου και Αράχθου), η οποία είχε στρατηγική σημασία και για τις δυο οργανώσεις. Από τις αρχές Οκτωβρίου 1943 αρχίζουν ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των δυο οργανώσεων που διαρκούν μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 1944. Η τελευταία μεγάλη σύγκρουση άρχισε με αιφνιδιαστική επίθεση του ΕΔΕΣ στις 4 Γενάρη και του οποίου τα τμήματα έφτασαν μέχρι το Τετράκωμο, κοντά στον Αχελώο, αλλά περί το τέλος Γενάρη αναδιπλώνονται και επιστρέφουν στον χώρο δυτικά του Αράχθου. Τότε, με τη μεσολάβηση των αντιπροσώπων του συμμαχικού στρατηγείου, συνάπτεται προσωρινή ανακωχή και αρχίζουν διαπραγματεύσεις πρώτα στο Μυρόφυλλο (επί του Αχελώου) και Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


40

Απόστολος Μπουρνάκας

ύστερα στην Πλάκα (επί του Αράχθου). Η ειρήνευση των αντάρτικων οργανώσεων ήταν και αίτημα των κατοίκων της ελληνικής υπαίθρου που υφίσταντο άμεσα τις συνέπειες εκείνης της τραγωδίας.

3. Oι διαπραγματεύσεις Μυροφύλλου - Πλάκας Οι διαπραγματεύσεις από 15-21 Φλεβάρη έγιναν στο Μυρόφυλλο και από 27-29 Φλεβάρη στην Πλάκα (συνοικισμός των Ραφταναίων κοντά στην ιστορική γέφυρα του Αράχθου που έπεσε το 2015). Εκείνες τις ημέρες ο Άρης βρισκόταν στο Βουργαρέλι, ο δε Ζέρβας προσήλθε μόνον στις συνεδριάσεις της 27ης και 28ης του Φλεβάρη. Ύστερα από πρόταση των αντιπροσώπων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ οι οργανώσεις αποκήρυξαν όλους τους συνεργαζόμενους με τους κατακτητές. Κύρια θέματα των διαπραγματεύσεων ήταν η ενοποίηση των αντάρτικων οργανώσεων και η προετοιμασία των συνθηκών ομαλής μετάβασης στη μεταπολεμική Ελλάδα (κυβέρνηση κοινής αποδοχής και αλλά σχετικά προβλήματα). Πρόεκυψαν διαφωνίες σχετικά με τον τρόπο ενοποίησης των αντάρτικων τμημάτων για την εκλογή αρχιστράτηγου και για άλλες λεπτομέρειες. Την ατμόσφαιρα βαρύνει η εκατέρων καχυποψία. Οι απόψεις για τη μεταπολεμική κατάσταση αποκλίνουν: Οι μεν (οι Εδεσίτες) είναι συντηρητικοί και έχουν την υποστήριξη των Άγγλων και της σκιώδους Ελληνικής κυβέρνησης του Καΐρου· οι άλλοι (οι Εαμίτες) δεν δέχονται την παλινόρθωση της μοναρχίας και αποβλέπουν σε ριζικές μεταρρυθμίσεις. Μόνον μια μειοψηφία, το ΚΚΕ, ήθελε ίσως την ένταξη της μεταπολεμικής Ελλάδας στο σύστημα των λαϊκών δημοκρατιών. Η μεγάλη πλειοψηφία του ΕΑΜ δεν ταυτιζόταν με αυτή την επιλογή. Με αυτά τα δεδομένα κυριάρχησε η ασυνεννοησία και οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι ήταν έτοιμοι να αποχωρήσουν. Τότε ο στρατιωτικός αρχηγός του ΕΛΑΣ, ο Σαράφης, έκαμε πρόταση για μια ελάσσονα συμφωνία: να παραταθεί η προσωρινή ανακωχή και να σταματήσουν οριστικά οι συγκρούσεις· τα αντάρτικα τμήματα να παραμείνουν στις θέσεις που κατέχουν και να αρχίσει η συνεργασία για τον κοινό αγώνα εναντίον των κατακτητών. Ο ποταμός Άραχθος ορίζεται ως όριο μεταξύ των οργανώσεων ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ. Η πρόταση έγινε δεκτή από όλους και δόθηκε εντολή να συνταχθεί αμέσως το σχετικό κείμενο. Εκείνες τις ημέρες οι αντάρτες (του ΕΛΑΣ) έδιναν μάχες με τους Γερμανούς στη νότια περιοχή των Τζουμέρκων (περιοχή Καλεντίνης). Τα πρακτικά των συνεδριάσεων δημοσίευσε ο Κ. Πυρομάγλου, υπαρχηγός του ΕΔΕΣ, στο βιβλίο του «Η Εθνική Αντίσταση» (1947) και μεταγενέστερα στο περιοδικό που ο ίδιος εξέδιδε «Ιστορικόν Αρχείο Εθνικής Αντίστασης» (τεύχη 17-18-19 Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος 1960). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ι διαπραγμ ατ εύσ ε ις Ε ΑΜ - Ε ΛΑΣ , ΕΔ ΕΣ ΕΚ ΚΑ σ το Μυρ ό φ υλ λ ο κ α ι σ τ ην Πλ άκ α

41

4. Το κείμενο της συμφωνίας «Προς απερίσπαστον καταπολέμησιν των κατακτητών και των οργάνων τους και δημιουργίαν όρων διευκολυνόντων την προσπάθειαν ενοποίησης του αντάρτικου στρατού της Ελλάδας δια την απελευθέρωσιν της χώρας και την κατοχύρωσιν των λαϊκών ελευθεριών, οι κάτωθι υπογεγραμμένοι εντεταλμένοι εκπρόσωποι εις τας διαπραγματεύσεις δια την Ελληνικήν ενότητα αποφασίζουν: • Δέχονται την πρότασιν του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ περί τελειωτικής κατάπαυσης των εχθροπραξιών μεταξύ των δυνάμεων ΕΛΑΣ – ΕΔΕΣ. • Τα τμήματα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ θα διατηρήσουν τας σήμερον κατεχομένας θέσεις. • Αι οργανώσεις ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν να δράσουν δια όλων των δυνάμεων των εναντίον των κατακτητών και των συνεργαζομένων με αυτούς είτε αυτοτελώς έκαστη εν τη περιοχή της είτε από κοινού κατόπιν προηγουμένης συνεννοήσεως. • Δια την καλλιτέραν αντιμετώπισιν του κατακτητού αι ανώτεροι διοικήσεις των εν Ηπείρου δυνάμεών των δυο οργανώσεων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ θέλουν το ταχύτερον εκπονήσει κοινόν σχέδιον ενεργείας επιθετικής ή αμυντικής καθορίζον και τον τρόπον ενδεχόμενου ελιγμού των μονάδων έκαστης οργανώσεως υφισταμένης πίεσην του εχθρού εις την περιοχή της ετέρας, εφόσον τούτο επιβάλλεται υπό λόγων στρατιωτικής ανάγκης. • Εάν τμήματα μιας οργανώσεως αποσυρθούν εκ θέσεων τινών λόγω εισβολής των Γερμανών ή των συμπραττόντων με αυτούς, ταύτα θέλουσιν επανέλθει εις τας θέσεις των άμα τη εκδιώξει η υποχωρήσει τούτων. • Μεικτή στρατιωτική επιτροπή αντιπρόσωπων του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ και ενδεχομένως της ΕΚΚΑ θέλει εποπτεύει την τήρησιν της παρούσας συμφωνίας και λύει τας τυχόν αναφυομένας διαφοράς. • Η συμμαχική στρατιωτική αποστολή παρακαλείται να μεριμνήσει, όπως το στρατηγείον Μέσης Ανατολής εξασφαλίσει τον ισότιμον εφοδιασμόν των εν Ηπείρου δυνάμεων των δυο οργανώσεων αναλόγως των πραγματικών αναγκών του πολέμου. • Εκφράζεται η πανελλήνιος ευχή όπως οι παθόντες τόσον εκ της εισβολής των Γερμανών όσον και εκ της συγκρούσεως των οργανώσεων τύχουν της αμερίστου ενισχύσεως όλων των οργανώσεων. Ιδιαιτέρως παρακαλείται το συμμαχικό στρατηγείο όπως έλθη εις άμεσον επικουρίαν προς αυτούς. • Από την υπογραφή του παρόντος αφήνονται ελεύθεροι όλοι οι αμοιβαίως κρατούμενοι ως αιχμάλωτοι ή όμηροι δια λόγους πολιτικών διαφορών διευκολυνομένων να μεταβούν εις τον τόπο της προτίμησής τους. ΕξαιΈ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


42

Απόστολος Μπουρνάκας

ρούνται οι βαρυνόμενοι με πράξεις εθνικής προδοσίας ή βαρείας πράξεις κοινού δικαίου. • Η ισχύς του παρόντος άρχεται αμέσως. Πλάκα, 29 Φεβρουαρίου 1944. Αντιπροσωπεία ΕΑΜ-ΕΛΑΣ: Στ. Σαράφης, Π. Ρούσσος Αντιπροσωπεία ΕΔΕΣ: Π. Νικολόπουλος, Κ. Πυρομάγλου. Αντιπροσωπεία ΕΚΚΑ: Γ. Καρτάλης ΣΣΜΑ: Κρις, συνταγματάρχης βρετανικού στρατού, Ουαις, ταγματάρχης Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Αντιπροσωπεία Ελληνικής στρατιωτικής διοικήσεως Καίρου: Κρις, συνταγματάρχης βρετανικού στρατού. Η συμφωνία έθεσε τέρμα στις αιματηρές συγκρούσεις μέχρι τις 20 Δεκεμβρίου 1944, εκτός από μεμονωμένα επεισόδια που σημειωθήκαν σε διάφορες περιοχές, (Ζαγόρια, Καλαμάς, Πρέβεζα).

5. Βιογραφικά στοιχεία των πληρεξούσιων αντιπροσώπων • Στέφανος Σαράφης, συνταγματάρχης, στρατιωτικός αρχηγός του ΕΛΑΣ (Τρίκαλα 1890 – Αθήνα 1957). Εθελοντής στον στρατό από το 1910, έλαβε μέρος σε όλους τους πολέμους 1912-1922. Απόφοιτος της Ανωτέρας Σχολής πολέμου της Γαλλίας. Αποτάχθηκε από τον στράτο το 1935, ύστερα από το αποτυχόν κίνημα των δημοκρατικών αξιωματικών και επί Μεταξά (1936-1940) εξορίστηκε στη Μήλο. Μετά την απελευθέρωση εκλέχτηκε δυο φορές βουλευτής της ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) και σκοτώθηκε στις 31-5-1957 από αυτοκίνητο που οδηγούσε αμερικανός λοχίας. Έγραψε ιστορικά βιβλία που αναφέρονται στην εποχή του. • Πέτρος Ρούσσος, δημοσιογράφος και πολιτικός από την Ανατολική Θράκη. Έγραψε διάφορα ιστορικά βιβλία. • Κομνηνός Πυρομάγλου, υπαρχηγός του ΕΔΕΣ (Λήμνος 1889- Αθήνα 1980). Έλαβε μέρος στη μικρασιατική εκστρατεία πάντοτε στη γραμμή των πρόσω και διακρίθηκε για τον ηρωισμό του. Από 1927 – 1934 πανεπιστημιακός στο πανεπιστήμιο των Παρισίων. Το 1941 διέσχισε την κατεχόμενη Ευρώπη και έφτασε στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Αργότερα βουλευτής της ΕΔΑ. Έγραψε βιβλία για την Εθνική Αντίσταση. • Πέτρος Νικολόπουλος, αντισυνταγματάρχης, επιτελικός αξιωματικός του ΕΔΕΣ. Μεταγενέστερα (1956-1958) αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ι διαπραγμ ατ εύσ ε ις Ε ΑΜ - Ε ΛΑΣ , ΕΔ ΕΣ ΕΚ ΚΑ σ το Μυρ ό φ υλ λ ο κ α ι σ τ ην Πλ άκ α

43

• Γεώργιος Καρτάλης, πολιτικός ηγέτης της ΕΚΚΑ (Βόλος 1908- Αθήνα 1957). Πολιτικός ευρωπαϊκού επιπέδου έχαιρε εκτίμησης και εμπιστοσύνης εκ μέρους όλων των παρατάξεων. Υπουργός επί κυβερνήσεων Ν. Πλαστήρα 1950-1952 και ιδρυτής μαζί με τον Αλέξανδρο Σβώλο του δημοκρατικού κόμματος εργαζόμενου λαού (ΔΚΕΛ). • Γραμματέας εκ μέρους του ΕΛΑΣ ο Μπάμπης Κλάρας (Νομικός και Λογοτέχνης) αδελφός του Θανάση Κλάρα (δηλαδή του Άρη Βελουχιώτη) και εκ μέρους του ΕΔΕΣ ο υπολοχαγός Βεργέτης.

6. Οι δύο πρωταγωνιστές Εκείνα τα χρόνια στους κατοίκους των Τζουμέρκων δέσποζαν δυο ονόματα, δυο μορφές: Ο Άρης Βελουχιώτης και ο Ναπολέων Ζέρβας. Ο πολύς κόσμος τους θεωρούσε ήρωες. Επιβάλλεται λοιπόν να αναφέρουμε κάτι και για αυτούς. Υπάρχουν και εδώ τα υπέρ και τα κατά, όπως σε ανάλογες άλλες περιπτώσεις. Όσο περισσότερο θαυμάζεται κάποιος από τους οπαδούς του, άλλο τόσο λυσσώδεις γίνονται οι αντίπαλοί του. Ο Άρης είναι το πλέον αμφιλεγόμενο πρόσωπο της Εθνικής Αντίστασης. Κατ αρχήν αναφέρουμε τις κρίσεις των αντιπάλων του: Ο Γουντχάουζ (αρχηγός της Βρετανικής αποστολής): Ο Άρης ήταν η πιο δυναμική φυσιογνωμία και το στρατιωτικό δαιμόνιο του ΕΛΑΣ. Ν. Ζέρβας: σε μια συνέντευξη του το 1956 είπε μεταξύ άλλων: Ο Άρης ήταν γεννημένος για το αντάρτικο· είχε ανεξάντλητη αντοχή και οργανωτικές ικανότητες σε βαθμό υπερφυσικό. Ο υπαρχηγός του ΕΔΕΣ Κομνηνός Πυρομάγλου: «Ο Βελουχιώτης ήταν ο κατ εξοχήν ανεγνωρισμένος και ο δυναμικός αρχηγός του ΕΛΑΣ. Αυτός επέβαλε τη σιδηρά πειθαρχία στα τμήματα του ΕΛΑΣ, προ παντός στη Ρούμελη. Ήταν πανταχού παρών εμπνέων τον θαυμασμόν και το φόβον, μεταδίδων την εμπιστοσύνην και την αισιοδοξίαν στους αντάρτες του και απογοήτευση στους άλλους. Πίστευε με όλη του τη δύναμη στην κοινωνική επανάσταση. Είχε παραμείνει Έλλην ως το κόκκαλο και εξανίστατο όταν μιλούσε κάποιος για την αυτονόμηση της Ελληνικής Μακεδονίας. Το αδιαφιλονίκητο γόητρό του στις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ τον έφεραν ως τον ενδεχόμενο αντίπαλο του πολιτικού γραφείου του ΚΚΕ. Ήταν πολύ δύσκολο να μετρήσει κανείς ποιο αίσθημα υπερτερούσε μέσα του, το εθνικό ή το επαναστατικό.» (Κ. Πυρομάγλου, ο Δούρειος Ίππος, β έκδοση 1978 σελίδες 83-89). Ήταν γενναίος. Ξεκίνησε την άνοιξη του 1942, όταν όλα τα σκέπαζε η φοβέρα και όταν όλοι ήταν μουδιασμένοι, με τέσσερις αντάρτες και έφτιαξε ένα στρατό πάνω από 50.000 που απλωνόταν σε ολόκληρη την Ελλάδα. O Άρης Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


44

Απόστολος Μπουρνάκας

ήταν ιδεολόγος. Ιδεολόγοι λέγονται εκείνοι που ξεπερνούν τα όρια του εγώ τους και αφιερώνουν τη ζωή τους σε ανώτερα κοινωνικά ιδανικά. Ο Άρης καταγόταν από ευκατάστατη οικογένεια της Λαμίας, αλλά απαρνήθηκε τα «εγκόσμια» χάριν του κοινωνικού ιδεώδους στο οποίο πίστευε. Ήταν ανεξάρτητο πνεύμα με δικές του απόψεις. Δεν έσκυβε το κεφάλι στους γραφειοκράτες του κόμματος. Γι’ αυτό ήταν περιθωριοποιημένος, αουτσάιντερ, παραγκωνισμένος. Το τραγικό του τέλος (περιοχή Μεσούντας τον Ιούνιο 1945) θυμίζει κινηματογραφική ταινία, με τον τίτλο «Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια». Οι πρωτοπόροι γράφουν την ιστορία, ενώ οι άλλοι, οι ευθυγραμμισμένοι με τις εκάστοτε περιστάσεις, ασχολούνται με τις μπίζνες, με την καριέρα τους, με την περιποίηση του εγώ τους. Όμως δεν ενθουσιάζουν κανέναν και κανένας δεν τους θυμάται, ενώ ο Άρης ζει στη μνήμη πολλών Ελλήνων. Έγινε θρύλος και οι θρύλοι δεν πεθαίνουν: τους παίρνει το αγέρι και τους μεταφέρει παντού· τους παίρνει ο χρόνος και τους γιγαντώνει· τους παίρνει η λαϊκή φαντασία και τους διαλαλεί σε όλον τον κόσμο. Όμως και οι ήρωες που αναφέρονται στους μύθους είναι τέκνα της εποχής τους και ενσαρκώνουν τα αρνητικά στοιχεία του περιβάλλοντος στο οποίο ζουν· υπόκεινται δηλαδή στην ανθρώπινη αλλοτρίωση από την οποία κανένας δεν εξαιρείται. Το λάθος στους χαρακτηρισμούς είναι η μονομέρεια, η μεροληπτικότητα και η εμπάθεια. Ο Ν. Ζέρβας ήταν επίσης γενναίος και σημαντικός παράγοντας της εθνικής αντίστασης. Προπολεμικά είχε φήμη δημοκρατικού αξιωματικού και έτσι ξεκίνησε και στο αντάρτικο. Στη συνέχεια όμως απαρνήθηκε τις προπολεμικές δημοκρατικές ιδέες του, όπως υποστηρίζει και ο Γουντχάουζ, ο αρχηγός της Βρετανικής στρατιωτικής αποστολής (Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950, σελίδα 173). Δεν είχε ευρύτερα κοινωνικά οράματα και μετά την απελευθέρωση περιορίστηκε στην πολιτική του καριέρα συνεργαζόμενος με τους πλέον συντηρητικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Ας διαβάσουμε δυο σύντομα αποσπάσματα από τις προσφωνήσεις του Ζέρβα και του Άρη στην Άγναντα στις 16-8-1943 κατά την κοινή τους περιοδεία στα χωριά των Τζουμέρκων μετά τη συγκρότηση του κοινού στρατηγείου ανταρτών (29-7-1943): Από την προσφώνηση του Ζέρβα: «Η Ελλάδα, μικρή αλλά ένδοξη στον αγώνα για τον πολιτισμό, δεν πρέπει να παραδοθεί στα χέρια ολίγων εκμεταλλευτών. Ζήτω η ενότητα» Από την προσφώνηση του Άρη: «Τζουμερκιώτες και Αρτινοί, κομμάτι του αδάμαστου Ηπειρώτικου λαού· σεις που δεν υστερήσατε ποτέ από κανέναν απελευθερωτικό αγώνα. Ζήτω η εθνική ενότητα.» (Από το βιβλίο του Στέφανου Φίλου, Άγναντα Άρτας, σελίδες 127-129).

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ι διαπραγμ ατ εύσ ε ις Ε ΑΜ - Ε ΛΑΣ , ΕΔ ΕΣ ΕΚ ΚΑ σ το Μυρ ό φ υλ λ ο κ α ι σ τ ην Πλ άκ α

45

7. Οι θλιβερές επιπτώσεις της διάσπασης Στη συνάντηση της Πλάκας, πέρα από την ελάσσονα συμφωνία για παράταση της ανακωχής, στα άλλα θέματα δεν συμφώνησαν. Οι διαφωνίες και οι αποκλίνουσες απόψεις που ήρθαν στο φως είναι τα πρώτα συμπτώματα της διάσπασης που επηρέασε αποφασιστικά την παραπέρα πορεία των πραγμάτων. Στις διαδικασίες που επακολουθήσαν επενέβη και η αγγλική διπλωματία. Οι Άγγλοι επεδίωκαν τον έλεγχο του ελληνικού χώρου και εγγύηση για αυτό θεωρούσαν αναγκαία την παλινόρθωση της μοναρχίας και την εδραίωση του παλιού καθεστώτος. Ο Ζέρβας ταυτιζόταν με τις επιδιώξεις των Άγγλων· για αυτό ήταν και ο ευνοούμενός τους. Μέσα στο ΕΑΜ υπήρχαν δυο τάσεις: μια μειοψηφία ήθελε την εγκαθίδρυση λαϊκής δημοκρατίας στην Ελλάδα, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία του ΕΑΜ οραματιζόταν μια ελεύθερη και ανεξάρτητη Ελλάδα στην οποία θα επικρατούσε, ελευθερία, ισονομία, κοινωνική ειρήνη και εθνική συμφιλίωση, κοινωνική δικαιοσύνη. Η αγγλική διπλωματία, ο πλέον ύπουλος αντίπαλος, κατά την έκφραση των Ινδών ηγετών Γκάντι και Νεχρού, παρέσυρε το ΕΑΜ σε αλλεπάλληλες παγίδες: στο συνέδριο του Λιβάνου (τον Απρίλιο του 1944), στη συμφωνία της Καζέρτας (29-9-1944), στη δεκεμβριανή σύγκρουση (Δεκέμβριο-Γενάρη 1944-1945) και τέλος με τη συμφωνία της Βάρκιζας (12-2-1945) το ΕΑΜ δέχεται τη χαριστική βολή. «Με τη συμφωνία της Βάρκιζας τάφηκε οριστικά και αμετάκλητα το μεγάλο όραμα για μια κοινωνία δίκαιη και πιο ανθρώπινη· ένα όραμα ρεαλιστικό και πραγματοποιήσιμο» (Αβδούλος 163). Μετά τη Βάρκιζα επικρατεί κατάσταση πρωτοφανούς τρομοκρατίας σε βάρος των ηττημένων (δηλαδή της αριστεράς). Παρακρατικές οργανώσεις που δρουν ανεξέλεγκτα προβαίνουν σε βαρβαρότητες, αλλά και το ίδιο το κράτος ασκεί παντοειδείς πιέσεις. Είναι καταγεγραμμένα τα στοιχεία που δείχνουν το μέγεθος της βίας: 1289 δολοφονίες, 6681 τραυματισμοί, 677 καταστροφές γραφείων του ΕΑΜ, 18.767 περιπτώσεις φθοράς παρουσιών, ατιμώσεις, φυλακίσεις, απολύσεις από θέσεις εργασίας και άλλες φρικαλεότητες. Οι δικαστές, όπως γράφει στα απομνημονεύματά του ο εισαγγελέας Δελαπόρτας, ήταν προκατειλημμένοι σε βάρος της αριστεράς και «επέβαλαν συχνά ποινές εξωφρενικής αυστηρότητας» (Ντέιβιντ Κλουζ, ο Ελληνικός Εμφύλιος, σελίδες 208-209). Πολλοί οπαδοί του ΕΑΜ κρύβονται ή καταφεύγουν στα βουνά. Αλλά και η παράταξη τού ΕΑΜ στο προηγούμενο διάστημα προέβη επανειλημμένα σε πράξεις βίας. Η βαρβαρότητα, ο φανατισμός και η εμπάθεια είναι δυστυχώς ακόμα ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης και επαναλαμβάνονται τα ίδια φαινόμενα που περιγράφει ο Θουκυδίδης πριν από 2500 χρόνια. Και στις δυο πλευρές υπήρχαν εξτρεμιστικά στοιχεία, άνθρωποι με ακραίες Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


46

Απόστολος Μπουρνάκας

θέσεις, έξαλλοι και φανατισμένοι, ενώ ο πολύς ο κόσμος, ταλαιπωρημένος και εξαντλημένος από τον μέχρι τότε πόλεμο, δεν είχε διάθεση για καινούριες περιπέτειες. Έτσι άρχισε ο εμφύλιος του 1946-1949. Το κλίμα, η κατάσταση που δημιουργήθηκε στα χρόνια του εμφυλίου συνεχίστηκε με άλλες μορφές και στις επόμενες δεκαετίες. Το καθεστώς που επικρατεί μετά τον εμφύλιο εκβιάζει τον κόσμο με ένα ψευδοδίλημμα: ή υποταγή χωρίς διαμαρτυρία στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων (στην ταξική διαίρεση της κοινωνίας, στα κατεστημένα προνόμια και στα διαπλεκόμενα συμφέροντα, στην εξάρτηση της χώρας και στην εθνική υποτέλεια, στη λειτουργία του παρακράτους) ή κομμουνισμός. Όσοι συμφωνούν με την πρώτη άποψη είναι οι γνήσιοι Έλληνες, οι Εθνικόφρονες· όσοι διαφωνούν είναι εχθροί του έθνους. Αυτός ο εκβιασμός περιορίζει την ελευθερία της σκέψης και αποκλείει κάθε άλλη δυνατότητα. Φωνές που θα μπορούσαν να σπάσουν αυτό τον κλοιό και να δώσουν μια άλλη κατεύθυνση, μια άλλη τροπή στα πράγματα, δεν ακούγονται. Το πλέγμα των νομικών κατασκευασμάτων του εμφυλίου (το Γ΄ ψήφισμα της Βουλής τον Ιούνιο 1946, οι αναγκαστικοί νόμοι 509/47 και 512/48) εξακολουθούν να ισχύουν και τις επόμενες δεκαετίες. Είναι το λεγόμενο παρασύνταγμα που εξουδετερώνει το σύνταγμα (δηλαδή τους θεμελιώδεις νόμους του κράτους) και την ομαλή λειτουργία της Δημοκρατίας, η οποία υφίσταται τυπικά. Οι Έλληνες πολίτες διαχωρίζονται σε δυο κατηγορίες: σε εθνικόφρονες και μη εθνικόφρονες. Οι μεν είναι οι ευνοούμενοι του καθεστώτος, ενώ οι άλλοι υπόκεινται στον κοινωνικό αποκλεισμό. Η εθνικοφροσύνη, η μοναδική ανθρώπινη αρετή που αναγνωρίζεται, ελέγχεται με τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων που εκδίδουν οι αστυνομικές αρχές και τα οποία φράσσουν τους δρόμους στους μη εθνικόφρονες. Σε ολόκληρη τη χώρα οργιάζει ο χαφιεδισμός. Η καχυποψία, ο φόβος και το αίσθημα ανασφάλειας διακατέχουν τους πάντες. Η κατάσταση ασκεί καταθλιπτική πίεση και στην πνευματική ζωή. Η λογοκρισία, οι διωγμοί των φιλελευθέρων συγγραφέων, η απαγόρευση κυκλοφορίας και η καταστροφή βιβλίων και άλλων εντύπων που δεν είναι αρεστά στο καθεστώς, ο πνιγμός κάθε ελεύθερης σκέψης και έκφρασης, δημιουργούν ατμόσφαιρα πνευματικού σκοταδισμού. Η κατάσταση επηρεάζει και την ατομική ψυχολογία και την κοινωνική συμπεριφορά. Στενεύει τον πνευματικό ορίζοντα και καλλιεργεί τη μισαλλοδοξία, τον φανατισμό και τον ραγιαδισμό (τη δουλοπρέπεια). Η ιδιοτέλεια και ο ατομικισμός, ο κοινωνικός συντηρητισμός, η σκληρότητα των χαρακτήρων και η αναλγησία, ο τσαρλατανισμός και η αντικομουνιστική υστερία χαρακτηρίζουν την κοινωνική ιδεολογία της εποχής. Η ιδεολογία του αντικομμουνισμού είναι πολλαπλώς χρήσιμη: χρησιμοποιείται σαν εργαλείο για την καταπίεση κάθε άλλης άποψης και κάθε διαφορετικής φωνής· είναι μέσο εδραίωσης της κατεστημένης τάξης πραγμάτων· είναι εργαλείο αποΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ι διαπραγμ ατ εύσ ε ις Ε ΑΜ - Ε ΛΑΣ , ΕΔ ΕΣ ΕΚ ΚΑ σ το Μυρ ό φ υλ λ ο κ α ι σ τ ην Πλ άκ α

47

προσανατολισμού της κοινής γνώμης από τα καυτά κοινωνικά προβλήματα και, τέλος, με αυτό το προπέτασμα, βρίσκουν ευκαιρίες οι επιτήδειοι για να κάνουν χρυσές δουλείες (μπίζνες). Οι μηχανισμοί της προπαγάνδας που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη αποκλείουν κάθε ιδέα για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και καλλιεργούν την ψευδαίσθηση πως αυτός ο κόσμος που ζούμε είναι ο καλύτερος που μπορεί να υπάρξει. Με μια πρόταση: η καταπίεση και η βία κυριαρχούν και στα χρόνια μετά τον εμφύλιο.

8. Μερικές συμπληρωματικές παρατηρήσεις • Ο αφηγητής και τα γεγονότα. Τα ιστορικά γεγονότα δεν περιγράφονται με ουδέτερο, δια υποκειμενικό τρόπο, όπως τα φυσικά φαινόμενα. Εδώ συμμετέχει, συνειδητά ή ασυνείδητα, ολόκληρος ο κόσμος του αφηγητή: οι γνώσεις του, οι ιδέες του, η βιοθεωρία του, ο πνευματικός ορίζοντας. Όλα αυτά τα στοιχεία επηρεάζουν το έργο του. Η ιστορική αλήθεια δεν εξαντλείται στην ακριβή αφήγηση των γεγονότων, αλλά έχει ευρύτερες διαστάσεις. Γι’ αυτό, όπως υποστηρίζει και ο Μπρωντέλ, κανένα θέμα δεν εξαντλείται και η ιστορία πρέπει να γράφεται και να ξαναγράφεται. • Η γνώμη πως οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους ελεύθερα και σύμφωνα με λογικές αρχές είναι απατηλή. «Δεν είμαστε ελεύθεροι και ας μοιάζουμε σαν τέτοιοι» (Γκαίτε). Τα γεγονότα τα προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό η ανθρώπινη αλλοτρίωση, τα πάθη (η μανία για την εξουσία, για πλουτισμό, για δόξα, για εκδίκηση) τα συμφέροντα, ακόμα και η τύχη. Η ανθρώπινη λογική ακρωτηριάστηκε στην ανθρώπινη εξέλιξη και δεν αποτελεί ασφαλές εχέγγυο. Γι’ αυτό το ιστορικό γίγνεσθαι δεν είναι ομαλή πορεία, αλλά κινείται διαμέσου παραλογισμών, αντιφάσεων, κρίσεων, υποτροπών και μεταπτώσεων, διαμέσου μιας αρνητικής διαλεκτικής κατά την έκφραση του Αντόρνο (1903-1969)· φαίνεται λοιπόν πως πίσω από την πλάτη μας, πίσω από τις ανθρώπινες ενέργειες, δρα μια σκοτεινή αναγκαιότητα· γι’ αυτό η πορεία των γεγονότων ή καταστάσεων απολήγει τις περισσότερες φορές σε αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Η λειτουργία αυτής της σκοτεινής δύναμης φαίνεται καθαρά και στη σημερινή κρίση. • Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, όσο η ανθρώπινη φύση παραμένει η ίδια θα επαναλαμβάνονται τα ίδια φαινόμενα. Ορισμένοι άλλοι στοχαστές, ο Μαρξ, ο Μπλοχ, ο Αντόρνο, υποστηρίζουν πως η άποψη του Θουκυδίδη ισχύει για την εποχή της ανθρώπινης βαρβαρότητας που ακόμα διανύουμε. Υπάρχει όμως η δυνατότητα στο μέλλον να ξεπερασθεί αυτή η κατάσταση και από τότε θα αρχίσει η αληθινή ανθρώπινη ιστορία; Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


48

Απόστολος Μπουρνάκας

• Τα προηγούμενα έχουν σχέση και με το ερώτημα: οι νόμοι που διέπουν τα ιστορικά φαινόμενα είναι όπως οι νόμοι της φύσης, αδήριτοι και αμετάβλητοι; Οι νόμοι της ιστορίας είναι συναρτήσεις των εκάστοτε συνθηκών και δεν είναι άκαμπτοι όπως οι φυσικοί νόμοι. • Η ιστορική αλήθεια κρύβεται στο βάθος των γεγονότων· όπως είπε και ο Δημόκριτος (460-370 π.χ.) «Ετεή ουδέν ίσμεν. Εν βυθώ γαρ η αλήθεια». Χρειάζεται πολύς κόπος για να την ανασύρουμε στην επιφάνεια. Σημείωση: εκείνες τις μέρες των διαπραγματεύσεων (27-29 Φλεβαρη 1944) είχα την τύχη να βρίσκομαι στην Πλάκα ως αγγελιοφόρος στα αντάρτικα τμήματα. Από την Πλάκα ακουγόταν ο βαρύς αχός των γερμανικών οβίδων στην περιοχή της Καλεντίνης. Πηγές και Βιβλιογραφία. • Προσωπικές εμπειρίες • Βιβλιογραφία (κατ’ επιλογήν) – Κ. Πυρομάγλου, Η Εθνική Αντίσταση β΄ έκδοση 1975 Δωδώνη. – Κ. Πυρομάγλου, Ο Δούρειος Ίππος β΄ έκδοση 1978 Δωδώνη. – Στ. Σαράφη, Ο ΕΛΑΣ β΄ έκδοση 1964 Σύγχρονη εποχή. – Π. Ρούσσου, Η μεγάλη πενταετία 1940-1945, τόμος Α 1982, τόμος Β΄ 1986, Αθήνα. – Κ. Τσουκαλά, Η Ελληνική τραγωδία, β΄ έκδοση 1986 Θεμέλιο. – Ν. Αλιβιζάτου, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση β΄ έκδοση 1986 Θεμέλιο. – Συλλογικό έργο: H Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950, έκδοση 1984 Θεμέλιο. – Στ. Αβδούλου, Γιατί χάθηκε η νίκη, έκδοση 1984 Προσκήνιο. – Έτσι άρχισε ο εμφύλιος. Η τρομοκρατία μετά τη Βάρκιζα (υπόμνημα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στον ΟΗΕ), έκδοση 1987 Γλάρος. – Στ. Φίλου, Άγναντα Άρτας, έκδοση 1989 Αθήνα (Αδελφότητα Αγναντιτών). – Α. Γαβριηλίδης, Η συνέχεια του εμφυλίου με άλλα μέσα, έκδοση 2007 ΚΨΜ. – Ν. Κλάουζ, Ο Ελληνικός Εμφύλιος (1943-1949), έκδοση 1997 Φιλίστωρ. – Π. Πετρίδης (επιμέλεια), Στη δίνη του εμφυλίου, έκδοση 1998 Προσκήνιο. – Π. Πετρίδης (επιμέλεια), Εξουσία και παραεξουσία στην Ελλάδα, έκδοση 2002 Προσκήνιο. – Τάσου Βουρνά, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, τόμοι Α΄- ΣΤ΄, έκδοση 2003 Πατάκης. – Σπ. Λιναρδάτου, Από τον εμφύλιο στη Χούντα, τόμος Α΄- Ε΄ έκδοση 1997 Παπαζησης. – Θουκυδίδου Ιστορία: Φωτομηχανική επανέκδοση του κειμένου της σειράς Τόυμπνερ Λειψία από τον εκδοτικό οίκο Παπαδήμα, Αθήνα 1977 δυο τόμοι.

* Ο Απόστολος Μπουρνάκας είναι καθηγητής θεολογίας, διδάκτωρ της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Freiburg

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης* Η ιστορική εκστρατεία του Κων/νου Παλαιολόγου στο Τζερμένικο (Τζουμέρκα) και η ίδρυση του παρεκκλησίου του Αγίου Κων/νου στο χωριό Σχωρέτσαινα (νυν Καταρράκτης)

Α

π’ τις στήλες της ιστορικής πια εφημερίδας της Αδελφότητας των Καταρρακτικών Άρτας «Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ» και των άλλων τζουμερκιώτικων εφημερίδων θέλησα, σε μια ευρύτερη δημοσίευση διαφόρων περισωσμένων προφορικών λόγων, αλλά και γραπτών, όπου είχε την τύχη να συναντήσει η ιστοριογραφική έρευνα, να ριχτεί έστω και λίγο αμυδρό φως στην αθαμανική αυτή χώρα, που δυστυχώς δεν είχε την εύνοια των χρονογραφικών περιγραφών, λόγω ασφαλώς της απομόνωσης από γεωγραφικής πλευράς. Εκτός όμως απ’ αυτές τις εγγενείς δυσκολίες η πολιτιστική επικοινωνία ανάμεσα σ’ αυτή και τα γειτονικά αστικά κέντρα ήταν ασταμάτητη μέσα στα ιστορικά χρόνια. Προξενεί εύλογα κατάπληξη στον ερευνητή, που παρά τη δυσχέρεια, επιδιώκει να καταγράψει τα εναπομείναντα στοιχεία τα οποία επέζησαν στην πολύχρονη δοκιμασία του τρισχιλιετούς Ελληνισμού. Παρά τις μακροχρόνιες κατακτήσεις κι ερημώσεις, πληθυσμιακές συμφορές ή εγκαταλείψεις το βιλαέτι του Τζεμέρνικου συνέχιζε τον ιστορικό του βίο βοηθώντας σ’ αυτό και η εκάστοτε αναβίωση του Ελληνισμού – ειδικότερα στην περίπτωσή μας – με τη δραστηριότητα των δύο δεσποτάτων του Μυστρά με τους Παλαιολόγους και της Άρτας με τους Αγγελοκομνηνούς. Συγκεκριμένα, η ηρωική ιστορική παρέμβαση των Αγγελοκομνηνών της Άρτας αναζωογόνησε τον αρχέγονο ηπειρωτικό χώρο, όπως και ο θρυλικός Ηπειρώτης βασιλιάς Πύρρος στην αρχαιότητα. Ο τελευταίος εκείνος μαχητής, ήρωας και πρώτος μάρτυρας του Ελληνισμού, με θαυμαστό και καταπληκτικό τρόπο έγινε ο δημιουργός της νέας Ελλάδας με τη συμπαράσταση των δυνάμεων εκείνων του Ελληνισμού που αιώνες κρατούν όρθιο το ανάστημά του, πάντα με το μελλοντικό όραμα της αναβίωσης του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Οι φοβεροί εκείνοι ακρίτες όρθωσαν το δοκιμασμένο σώμα της, παίρνοντας στα χέρια τους τη νέα μοίρα του Ελληνισμού, από τις χαράδρες του Ταϋγέτου μέχρι τις ουρανομήκεις κορυφές της μυθικής Πίνδου. Οι λίγες αυτές γραμμές δίνουν μία μικρή εικόνα της εποχής των δεσποτάτων. Ο έντονος προβληματισμός για την ευρύτατη περιοχή του Τζεμέρνικου (Τζουμέρκων) επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ιστοριογράφου στην έλλειψη γραπτών πηγών, οι οποίες – κατά κοινή ομολογία – συνιστούν άμεσες αλλά και έμμεσες ιστορικές μαρτυρίες. Αυτό όμως δεν μειώνει τη μνημονική παράδοση, η οποία άγρυπνη πάντα παρακολουθεί τα ιστορικά γεγονότα σαν βιογραφίες Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


50

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

αγίων που με τη διήγηση των λόγων φωτίζουν, όσο γίνεται, τα σκοτεινά εκείνα χρόνια της νεότερης ιστορίας. Επόμενο είναι, και ηθική υποχρέωση ταυτόχρονα, η αναζήτηση μέσα απ’ τις προφορικές άγραφες παραδόσεις του λαϊκού στοιχείου να συνθέσουμε την ιστοριογραφία της εποχής στο χώρο της πανάρχαιης Πίνδου. Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να τονίσουμε ότι η λαϊκή μνήμη, που κράτησε σφιχτά αυτά τα αξιοθαύμαστα γεγονότα της εποχής των Κομνηνών και του Κων/νου Παλαιολόγου, καθίσταται πολύτιμη πηγή – εφόσον καταγραφούν –. Αργότερα θα χρησιμοποιηθούν στη διεύρυνση της ιστορικής γνώσης της Πινδικής χώρας κατά την εποχή των Παλαιολόγων. Επιβοηθητικά στην έρευνά μας, να περάσουμε στο γραπτό λόγο τα λείψανα της ιστορικής λαϊκής μνήμης, έρχονται τα λόγια του Κουμανούδη στην έκδοση της συλλογής των επιτύμβιων επιγραφών της Αττικής. «Τις οίδεν, αν τριών μικρών στήλης τεμαχίων, σωζόντων νυν ανά εν μόνον ω χωριστά, δεν ευρεθώσι τω χρόνω και τα άλλα οικεία τεμάχια, εναρμοστούντα ούτω κατά τας γραμμάς των θραύσεων, ώστε να έλθη εις όψιν ημών πλήρες το γεροίσμιον όνομα Σωκράτης Σωφρονίσκον Αλωπεκήθεν; Τότε ποίον θα έχει κρατημόν η χαρά σύμπαντος του πολιτισμένου κόσμου και πόσαι αι ευλογίαι εις τον διατηρήσαντα ευλαβώς τα τρία πρώτα άσημα δήθεν τεμάχια!». [Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά Σπ. Λάμπρου σελ. 9 ....] Ερευνώντας όμως και σπουδάζοντας τα μαρτυρικά εκείνα χρόνια από το 1380 μέχρι το 1453 βοηθός έρχεται η τέχνη, η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική των ναών, η οποία και μόνη της παρέχει ανεκτίμητες ιστορικές πληροφορίες για τα σκοτεινά εκείνα χρόνια στη Πινδική χώρα. Ειδικότερα για την περιοχή της Αθαμανικής Πίνδου η παρουσία της αρχιτεκτονικής των ναών και της συνακόλουθης ζωγραφικής – τοιχογραφίας και φορητών εικόνων – αποτελεί σχεδόν μοναδικό στήριγμα στην ιστοριογραφική έρευνα σε συνδυασμό πάντα με τη δυναμική προσφορά της μνημονικής παράδοσης, που δεν υπολογίζει το χρόνο ή το γραπτό λόγο, αλλά συντροφεύει με λαϊκή επάρκεια τη γνώση των γεγονότων που σημάδεψαν τα ιστορικά εκείνα χρόνια των δεσποτάτων του Μυστρά και της Άρτας. Με οδηγό όμως και ιστοριογραφικό στήριγμα τις διάφορες εγκατεσπαρμένες αφηγήσεις σε διηγηματικό – αλλά παραμυθητικό λόγο – για εκείνα τα σωτήρια και κατάμαυρα χρόνια αυτές οι λαϊκές παραδόσεις αποβαίνουν πολύτιμες πηγές για το σχηματισμό οριοθετημένης ιστορικής πορείας με το σκοπό να φωτιστούν τα αξιοθαύμαστα εκείνα γεγονότα, που κατά κάποιο τρόπο, μπορούν να χρησιμεύσουν ως γραπτές μαρτυρίες, γιατί παρόμοιες δεν είχαμε την τύχη Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η ιστορική εκστρατεία του Κων/νου Πα λαιολόγου

51

να διατηρηθούν, λόγω ασφαλώς της φοβερής αμάθειας των ατρόμητων εκείνων μαχητών της Πινδικής χώρας, Ανατολικής και Δυτικής. Συχνά όμως ακούγονται από μερικούς, με αυξημένη δυστυχώς εγκύκλια μάθηση, ανυπόστατες αιτιάσεις ότι η γραφή ιστορίας απαιτεί την παρουσία γραπτών πηγών... Οι απόψεις αυτές, ευτυχώς, εκπηγάζουν από τη γνωστή αστική ημιμάθεια, η οποία με το φραστικό της τρόπο επιδιώκει τη μείωση της τεράστιας δύναμης του μνημονικού προφορικού λόγου ο οποίος ουσιαστικά είναι ο δημιουργός της ιστορικής και ιστοριογραφικής έρευνας. Βέβαια, αν υπήρχε η ανάλογη βιβλιογραφία, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά και κατ’ επέκταση η ιστορική γνώση κατά την εποχή του τελευταίου Παλαιολόγου θα ήταν όσο πιο τεκμηριωμένη γίνεται. Γράφτηκαν τα συνοπτικά αυτά προλεγόμενα και μπορώ εδώ να προσθέσω, χωρίς καμία αυταρέσκεια, ότι η συλλογή αυτών των πληροφοριών όχι μόνο δυσχερέστατη ήταν, αλλά και οι εγκατασπαρμένοι μνημονιακοί λόγοι υπέρμετρα ολιγαρκείς, ώστε να αποδώσουν τον επιδιωκόμενο στόχο, να περάσουν στο γραπτό λόγο για τους μελλοντικούς ιστοριογράφους. Ας σημειωθεί ακόμη ότι τα αναφερόμενα στην ιστορία της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής όσο και για την παρόμοια ίδρυση της εκκλησίας του Αγ. Κωνσταντίνου στο χωριό Σχωρέτσαινα (νυν Καταρράκτης) έρχονται για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας με την εύλογη φιλοδοξία να αποτελέσουν νέο ξεκίνημα ιστοριογραφικής έρευνας. Βρισκόμαστε στα 1441-1445 σωτήρια και μελανά χρόνια για την πορεία του Ελληνισμού, καθόσον η οθωμανική βαρβαρότητα ως ισχυρή καταιγίδα ερημώνει στο πέρασμά της από τη Θεσσαλία προς τη Δυτική Ελλάδα ό,τι συναντήσει... Ο νεομάρτυρας του Ελληνισμού Κων/νος ΙΒ’ Παλαιολόγος, αφού τακτοποιεί, όσο ήταν δυνατό, τα θέματα της Πελοποννήσου, αψηφώντας κάθε τίμημα, αναλαμβάνει το ηρωικό σχέδιο αντίστασης μέχρι εσχάτων στην ισχυρή προέλαση των Οθωμανών... Σταθμίζει, όσο γίνεται, παρά τις αντιθέσεις των αδελφών του, τη μαύρη καταχνιά των μαρτυρικών χρόνων, συλλογίζεται δυναμικά το μέλλον της Ελλάδος, που άρχισε να ανθίζει ευοίωνο στις υπώρειες του αγέρωχου Ταϋγέτου και της Οροσειράς της μυθικής Πίνδου, όπου ακόμη πνέει γνήσιος ελληνικός άνεμος από εκείνους τους ατρόμητους ακρίτες, τους μαχητές της ορθοδοξίας και της Ελλάδας. Αναλογίζεται το μελανό και σκοτεινό μέλλον παρακολουθώντας την ανέγερση του τείχους του Ισθμού της Κορίνθου, το λεγόμενο Εξαμίλιο. Σαν μυθικός ήρωας μένει εκεί άγρυπνος φρουρός της Ελλάδας, εξετάζοντας και μελετώντας τα μηνύματα που καταφθάνουν με τους εξπλοράτορες απ’ τη βόρεια χώρα, Θεσσαλία, Βοιωτία, Φωκίδα και Ορεινή Πίνδο. Ακούει με προσοχή τους απεσταλμένους από τις παραπάνω περιοχές και τις πληροφορίες που φέρνουν οι ασυναγώνιστοι, φοβεροί εκείνοι ακρίτες Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


52

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

που αντιστέκονται στα ασκέρια του σουλτάνου Μουράτ και του μπεηλέρμπεη Τουραχάν. Εδώ στην Κόρινθο οι απεσταλμένοι από την ορεινή Θεσσαλία και Ήπειρο τον πληροφορούν και τον παροτρύνουν να περιοδεύσει στην εκτεταμένη περιοχή προκειμένου να στρατολογήσει δυναμικό φουσάτο για την οριστική αντίσταση στην οθωμανική καταιγίδα. Είναι άνοιξη του σωτήριου έτους 1445. Με μικρή συνοδεία εμπειροπόλεμου φουσάτου, αποτελούμενου από ικανό αριθμό μισθοφόρων, με αλάθητο οδηγό το ισχυρό του στρατιωτικό αισθητήριο και γνωρίζοντας την πιστή αφοσίωση που έτρεφαν στο πρόσωπό του η ορεινή Φωκίδα, Λοκρίδα, Θεσσαλία και ολόκληρη η Πινδική χώρα, μέσω της Βοστίτσας (Αίγιο), περνά απέναντι στην περιοχή της Ναυπάκτου. Με ενδυναμωμένο το φουσάτο του με θαρραλέους μαχητές από ορεινή Φωκίδα, Αιτωλία και Πίνδο, έχοντας μαζί του μέχρι το Λιδωρίκι1 τον Κων/νο Καντακουζηνό, βαδίζει μέσω των ορεινών διαβάσεων, που είχαν ανοίξει οι δεσπότες της Ηπείρου, εισέρχεται μέσω των ευρυτανικών Αγράφων αρχικά στην Ανατολική Πίνδο και κατόπιν στη Δυτική της περιοχής του Τζεμέρνικου (Τζουμέρκων). Η τοπική παράδοση με απεριόριστο θαυμασμό στον θρυλικό αυτοκράτορα, που ακόμη και σήμερα κρατάει άσβηστη τη μνήμη του μεγάλου νεομάρτυρα του Ελληνισμού, προσθέτει ότι ο θρυλικός Κων/νος Παλαιολόγος παρέμεινε για λίγο στο ιερό βυζαντινό μοναστήρι της Βαρνάκοβας (1077μ.Χ.), ένα σημαντικό κέντρο λατρείας ολόκληρης της περιοχής. Το σεβάσμιο αυτό λατρευτικό κέντρο πάνω στον κατάφυτο λόφο έργο της δυναστείας των Κομνηνών και των Παλαιολόγων αλλά και των δεσποτών της Ηπείρου απέβη με το χρόνο σπουδαιότατο πνευματικό κέντρο με πανελλαδική ακτινοβολία. Στο μοναστήρι αυτό αφιέρωσε, κατά την παράδοση, καλό λεπτοδουλεμένο μανουάλι στα πατρινά εργαστήρια με εγχάρακτη αφιέρωση. Το πολύτιμο αυτό ανάθημα χάθηκε κατά τα χρόνια της επανάστασης του 1821. Από τη Βαρνάκοβα, προχωρώντας με γρήγορο ρυθμό μέσω των ευρυτανικών Αγράφων, ξεκουράζει το φουσάτο του στα Βρανιανά (Βραγκιανά). Απ’ όπου περνούσε δεχόταν τους τοπικούς άρχοντες, όπως είχαν διαμορφωθεί από την περίοδο του δεσποτάτου της Άρτας, τονίζοντας με ενθαρρυντικά λόγια τα μαύρα χρόνια που έρχονται, αν δεν αντισταθούν στην ασιατική βαρβαρότητα. Προχωρώντας με ενισχυμένο από σκληραγωγημένους ακρίτες το φουσάτο του 1. Το ότι πέρασε απ’ την αρχαία Ποτειδάνια (σημερινό Λιδωρίκι˙ η νέα ονομασία του από το πλήθος των αγριοαχλαδιών-λιδωρίες στην επιχωριάζουσα γλώσσα-) υπάρχει ασφαλής μαρτυρία του εξαίρετου Εκπαιδευτικού Αθανασίου Πλάκα την οποία μου εξιστόρησε ο διακεκριμένος ιστορικός ερευνητής της περιοχής υιός του ανωτέρω εκπαιδευτικού, Βασίλειος Αθ. Πλάκας. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η ιστορική εκστρατεία του Κων/νου Πα λαιολόγου

53

ανεβαίνει προς τα ορεινά της Καρδίτσας και των Τρικάλων της Ανατολικής Πίνδου πλησιάζοντας ολόκληρη την ανατολική Πινδική χώρα. Αραιά χωριά, αραιοκατοικημένα, όπου η γεωργία και η κτηνοτροφία είχαν αναπτυχθεί από τη φροντίδα των δεσποτών της Άρτας. Οι κάτοικοι, με ακμαιότατη την ελληνική συνείδηση, ίσως το μοναδικό μέρος της Ελλάδας, υψηλόκορμοι, με σπάνια αντοχή στις βιοτικές ανάγκες και στους ιστορικούς αγώνες, συνεχίζουν μία παράδοση αιώνων από την νεολιθική εποχή. Ακλόνητοι μαχητές και με υπέρμετρο γνήσιο ελληνικό σθένος, αξιοθαύμαστοι ήρωες στο νέο εχθρό του Ελληνισμού, που πλησιάζει με μορφή σαρωτικής καταιγίδας. Μέσω της Πύλης (πόρτας) και των άλλων γειτονικών χωριών, τα οποία είχαν κάποια, για την εποχή, οικονομική άνθηση, διέρχεται τον Αχελώο Ποταμό (Ασπροπόταμο) στη θέση όπου αργότερα χτίστηκε το ιστορικό γεφύρι του Δεσπότη (Γέφυρα Κοράκου). Ήταν άνοιξη με φουσκωμένα τα νερά από το λιώσιμο του χιονιού, ενώ τα τσελιγκάτα είχαν ανεβεί στα θερινά βοσκοτόπια. Με απεριόριστο θαυμασμό παρακολουθούσε ο πραγματικά Μέγας Κων/νος του Γένους την προκοπή των ορεινών χωριών, μένοντας κατάπληκτος από το υψηλό φρόνημα, το γνήσιο αρχαιοελληνικό χωρίς την παραμικρή μείωση από τη χιλιόχρονη βυζαντινή εγκατάλειψη. Άκουε με προσοχή τους άρχοντες, τους τσελιγκάδες, τους ορεσίβιους τσοπάνηδες, τους κυρατζήδες, διαπιστώνοντας την οριστική απόφασή τους για εθνική αντίσταση μέχρι εσχάτων. Πληροφορήθηκε την πραγματική κατάσταση που επέφερε στο Θεσσαλικό κάμπο η Οθωμανική κυριαρχία καθώς και τις ενέργειες και σχέδια που είχε ο Μουράτ και ο Τουραχάν μπέης... Περνά τον Ασπροπόταμο για να βρεθεί στα δυτικά χωριά της Πίνδου στο Τζεμέρνικο (Τζουμέρκα) στην περιοχή της αρχαίας Αθαμανίας και Θεοδωρίας, όπου ήταν ο τελικός προορισμός του.2 Ήθελε να σχηματίσει προσωπική γνώμη για τη νέα στρατολογία της νέας εθνικής αντίστασης. Σταθμεύει για λίγο στη Βρεστενίτσα (πηγές) και μέσω της Τετρακωμίας υποχρεώνεται από τους τοπικούς άρχοντες να συλλειτουργηθεί στην Ιερά Μονή Βελλάς (Κόκκινη Εκκλησία) κοντά στο Βουργαρέλι. Στο συγκεντρωμένο κόσμο από τα γύρω χωριά μίλησε με θαυμασμό για τους θεοφιλέστατους δεσπότες της Άρτας, που φρόντισαν αυτόν τον πανάρχαιο ιστορικό τόπο. Η μνημονική παράδοση καταγράφει τα σπάνια γεγονότα!!! Όλοι θαύμαζαν το ιερό πρόσωπό του, ενώ στη φαντασία τους έπαιρνε την εικόνα του Θεόσταλτου Αγίου, σαν τον Άγιο Γεώργιο και Δημήτριο... Απ’ το Βουργαρέλι στο χωριό Ιτάμη (Χόσεψη) με ενδιάμεσους σταθμούς στη Ράμια-Λεπιανά, όπου έγινε συγκέντρωση των κατοίκων στο χώρο της εκκλη2. Στις δύο αυτές κοιλάδες με ισιώματα υπήρχαν ακόμη ερείπια από μυκηναϊκά κάστρα. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


54

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

σίας της Υπαπαντής. Στον ιερό αυτό χώρο – κατά πάσα πιθανότητα – δέχτηκε τους κεφαλάδες από τα Τζουμοχώρια. Το Γραικικό, με πανάρχαιη παρουσία, καθώς και τα διπλανά Πολίσματα (Κουκούλια) με ασκητές μοναχούς στα σπήλαια του σημερινού Αγίου Χριστοφόρου, αλλά και στη θέση της σημερινής εκκλησίας της Παναγίας της Χρυσοσπηλιώτισσας από τον 8ο ακόμη αιώνα. Μάλιστα, μερικοί μοναχοί είχαν εγκαταστήσει τα ερημητήριά τους αφού έφυγαν από τα μοναστήρια των Μετεώρων και του Αγίου Όρους, γνωστοί του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη από την εποχή του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά. Η τοπική παράδοση θέλει τη συγκέντρωση των κεφαλάδων από τα Τζουμοχώρια στη θέση της σημερινής Αγίας Παρασκευής, ενώ η διαφορετική στην Υπαπαντή των Λεπιανών. Η σημερινή Μικροσπηλιά δεν ήταν τότε χτισμένη στο χώρο που βρίσκεται σήμερα. Το ιστορικό αυτό πόλισμα ήταν στο νοτιοανατολικό χώρο της αρχαίας Ακρόπολης από την εποχή των αρχαίων Αθαμάνων. Η αρχαία αυτή ακρόπολη ήταν ερείπια. Τα κάστρα είχαν καταρρεύσει από ισχυρές κατολισθήσεις, καθώς και τα εκτεταμένη σπήλαια στη δυτική πλευρά. Κατοικίες υπήρχαν και στη θέση της σημερινής Αγίας Παρασκευής. Η τοποθεσία ακόμη και σήμερα κράτησε την αρχαία ονομασία, Σπήλαια. Ευτυχώς πάνω στο λόφο υπάρχουν ακόμη και σήμερα απομεινάρια τειχών να θυμίζουν το ένδοξο ιστορικό παρελθόν. Η απέραντη ερήμωση προξένησε μεγάλη θλίψη στο νεομάρτυρα του Γένους για την αδικαιολόγητη μοίρα των Αθαμανικών. Ο Μυλόλιθος ήταν τότε ένα μικρό πόλισμα, του οποίου η ιστορία χάνεται βαθιά μέσα στο παρελθόν. Οι πρώτοι κάτοικοι σ’ αυτή τη θέση είχαν δημιουργήσει κοινωνικό βίο από τη νεολιθική εποχή. Αρχική κατοικία τα σπήλαια, τα οποία ήταν στις νότιες υπώρειες του λόφου του Αγίου Κων/νου και στην ανατολική περίμετρο της αρχαίας Ακρόπολης. Το μικρό αυτό πόλισμα καλωσόρισε τους παλαίμαχους ακρίτες, όπως και η φρουρά του στρατοκράτορα Βατάτζη (σημερινό Βατάτσι). Ο Βατάτζης ήταν βυζαντινός άρχοντας, που ακολούθησε τους Αγγελοκομνηνούς – μετά το 1204 – που ίδρυσαν το γνωστό Δεσποτάτο της Άρτας. Ο άρχοντας αυτός βοήθησε με οικονομική χορηγία στην ανέγερση της Κόκκινης Εκκλησίας του Βουργαρελίου. Μέσα απ’ το πανάρχαιο μοναστήρι απ’ το Μυλόλιθο η συνοδεία φτάνει στον αυχένα στη θέση Λειβάδια, όπου σταμάτησε είτε για ανάπαυλα είτε για ευρύτερη ενημέρωση από τους εξπλοράτορες, που είχαν ήδη προχωρήσει κατοπτεύοντας όλα τα περάσματα για την ασφάλεια του φουσάτου, καθόσον οι Τούρκοι είχαν πληροφορηθεί την ιστορική εκστρατεία. Εδώ στο ιστορικό διάσελο των Αθαμανικών, με την απεριόριστη θέα προς την Άρτα ή τα χωριά του Τζεμέρνικου αλλά και των Ιωαννίνων, στρατοπεδεύει το ιερό φουσάτο του ο θρυλικός αυτοκράτορας. Ο ίδιος αγναντεύει τα αγέρωχα Αθαμανικά... Ακόμη χιονισμένες ήταν οι χαράδρες, αν και η άνοιξη ήταν αρκετά Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η ιστορική εκστρατεία του Κων/νου Πα λαιολόγου

55

προχωρημένη. Ιχνευτές και στρατοκράτορες είχαν ανεβεί πάνω στον ιστορικό λόφο για να παρακολουθήσουν την πορεία του φουσάτου. Απ’ εκεί πάνω, από την κωνική κορυφή του λόφου, αγνάντευαν μέχρι κάτω όλες τις διαδοχικές λοφοσειρές της Αθαμανίας και Ηράκλειας... Ο λόφος είχε την ιστορία του. Εδώ πάνω υπήρχε από τα χρόνια των Αθαμάνων φρυκτωρία [σταθμός μετάδοσης σημάτων με φωτιές κατά την αρχαιότητα] ως σταθμός προς την Δωδώνη-Αμβρακία-Αθαμανία. Η επιλογή της θέσης είναι μοναδική. Η επικοινωνία ήταν άμεση. Οι αρχαίοι Αθαμάνες με τις οχυρωμένες ακροπόλεις προστάτευαν όλα τα φρούρια και φυλάκια από τις συχνές επιθέσεις των απέναντι Μολοσσών. Οι Μολοσσοί ήταν επιθετικοί, γιατί για αιώνες ήθελαν να ελέγχουν τις παμπάλαιες οδούς που οδηγούσαν προς τη Θεσσαλία, απ’ όπου ήταν εύκολη η προμήθεια αγαθών. Έτος σωτήριο 1445... Εδώ σταματάει η περιγραφή της ιστορικής εκστρατείας για να διηγηθούμε την ίδρυση του παρεκκλησίου του Αγίου Κωνσταντίνου πάνω στον ομώνυμο λόφο. Η αδιάλειπτη παράδοση του μνημονικού λόγου καταγράφει τα θρυλικά εκείνα χρόνια... Ενώ το φουσάτο συνεχίζει την πορεία του προς τα χωριά του Δυτικού και Βόρειου Τζεμέρνικου, οι κεφαλάδες των χωριών με προτροπή του άρχοντα στρατοκράτορα τοποθέτησαν αναθηματικήαφιερωματική στήλη με επιγραφή πάνω στα ερείπια του τείχους της αρχαίας φρυκτωρίας, η οποία αναφερόταν στη θρυλική αυτή διαδρομή του μαρτυρικού αυτοκράτορα. Χρόνια έμεινε εκεί το παράξενο αυτό χάραγμα πάνω σε ένα τεράστιο σκούρο δομικό λίθο του τείχους. Ο χώρος έγινε πια ιερός... Μετά όμως την πτώση της πόλης και την ανάληψη στους ουρανούς από Αγγέλους [έτσι το θέλει η παράδοση] του σκηνώματος του Μάρτυρα του Γένους οι δημογέροντες των χωριών με συγκέντρωση των κατοίκων γύρω στα 1460, αφού προηγήθηκε ειδική λιτανεία, έθεσαν τον θεμέλιο λίθο ενός παρεκκλησίου στο όνομα του Αγίου Κωνσταντίνου, ως αιώνια ανάμνηση του θρυλικού Κων/νου ΙΒ’ του Παλαιολόγου του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα. Έτσι έχουμε στον ιστορικό αυτό λόφο την ίδρυση του πρώτου λατρευτικού ιερού, ενός μικρού σε μέγεθος παρεκκλησίου, αιώνιου αναθήματος της ιστορικής εκείνης εκστρατείας προς την Πίνδο και την περιοχή του Τζεμέρνικου... Η θέληση και ο σκοπός του ήταν να γνωρίσει όλα τα χωριά του Τζεμέρνικου, ανατολικού και δυτικού. Όμως τα μαύρα σύννεφα του πολέμου και οι καθημερινές πληροφορίες που έφταναν τον ανάγκασαν να επισπεύσει την πορεία του. Το ιστορικό ευτύχημα είναι πως διανυκτέρευσε στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης, όπως το κράτησε η ιστορική μνήμη και συνιστά αδιάψευστη ιστορική μαρτυρία. Αφού παράμεινε για λίγες μέρες ή σύντομο χρονικό διάστημα, αναχώρησε από την περιοχή των Πραμάντων εσπευσμένα για την περιοχή της Κορίνθου, προς την οποία κατέβαινε η καταιγίδα του Τουραχάν Μπέη. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


56

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

Και το μεγάλο ερώτημα: Γιατί ανάλαβε μια τέτοια εκστρατεία ο τελευταίος αυτοκράτορας σε μια τραγική χρονική στιγμή για τον Ελληνισμό, ενώ θα μπορούσε να αξιοποιήσει διαφορετικά τον πολύτιμο χρόνο του; Η απάντηση δίνεται και μάλιστα χωρίς καμία άλλη διατύπωση από τον πνευματικό άρχοντα της νεότερης Ελλάδας Παν. Κανελλόπουλο στο εξαίρετο βιβλίο του «Γεννήθηκα στο χίλια τετρακόσια δύο». Πέρ’ από το σημείο αυτό, που είναι ωστόσο πολύ χαρακτηριστικό των προθέσεών του, δεν μπορούσε να προχωρήσει τότε ο Κωνσταντίνος. Προτίμησε – ξέροντας ότι το αργότερο σ’ ένα ή ενάμισι έτος θα δεχόταν την επίθεση του Μουράτ – να προχωρήσει ως την Πίνδο με τ’ ακατάλληλα φουσάτα του για να τα συνηθίσει τουλάχιστον αυτά στη χαρά της νίκης και για να κάμει και τον ελληνικό πληθυσμό της Πελοποννήσου να ιδεί ότι τις πιθανότητες νέων εξορμήσεων του Γένους δεν τις είχε καταργήσει η ιστορία. Έπρεπε η κοιμισμένη υπερηφάνεια του Γένους να ξυπνήσει κάπως. Ύστερα μάλιστα από τη φοβερή διάψευση των ελπίδων που είχε γεννήσει η κάθοδος των Ούγγρων ήταν απόλυτη ηθική ανάγκη να φανεί ότι το Γένος δεν πτοείται και ότι μπορεί και μόνο του να συνεχίσει τον αγώνα. Τέτοιες πρέπει νάταν οι σκέψεις που έκαμαν τον Κωνστναντίνο Παλαιολόγο να επιχειρήσει την εκστρατεία του 1445. Κι οι σκέψεις αυτές, αν δεν αποφάσιζε ο Θεός – αγαπώντας το Γένος μας περισσότερο απ’ ό,τι εμείς οι ίδιοι το αγαπούμε – να μας παιδέψει, μπορούσαν να γίνουν τα σπέρματα μιας ελληνικής αναδημιουργίας. Η θέση όμως του λόφου λόγω της δυσχείμερης περιοχής χτυπιέται ανελέητα από καταιγίδες και κεραυνούς που ερημώνουν συχνά το ιερό προσκύνημα... Οι πιστοί όμως κάτοικοι των γειτονικών χωριών το ξαναχτίζουν με ευλάβεια και φροντίδα. Ανεβαίνουν εδώ πάνω συχνά με τα γιδοπρόβατά τους, περιποιούνται τα ιερά αντικείμενα και τις ιστορικές εικόνες που προέρχονται από τα αγιογραφικά εργαστήρια των Κατσανοχωρίων και της τέχνης των Καλαρρυτών. Ειδικότερα μεγάλη φροντίδα για τη διατήρηση του ιερού έδειχναν οι ντόπιοι τσελιγκάδες που είχαν για πολλά χρόνια τη στάνη τους στα ριζά του λόφου. Όπως διηγήθηκε ο μπάρμπα Αχιλλέας Παπαγιάννης (αδελφός της μάνας μου), από αφηγήσεις του αγίου ηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης γύρω στα 1900, οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών με ιερή χορηγία αναστήλωσαν το ερειπωμένο παρεκκλήσι [1700 περίπου] στη μορφή που βρίσκεται σήμερα με τοιχογραφίες και ιερά αντικείμενα της εποχής. Οι αγιογραφίες ήταν από τα εργαστήρια της Χόσεψης (Κυψέλης) με την ίδια τεχνοτροπία που έχει ο ιερός ναός της Ευαγγελιστρίας. Όμως κατά την επανάσταση του 1821, όταν τα τούρκικα ασκέρια ανέβηκαν από τη Μικροσπηλιά στο Διάσελο (σημερινή Σαΐτα), δέχτηκαν ομοβροντία πυροβολισμών από τους τζουμερκιώτες μαχητές, αλλά και περισσότερο από την κορυφή του λόφου, όπου βρισκόταν το ιερό ιστοΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Η ιστορική εκστρατεία του Κων/νου Πα λαιολόγου

57

ρικό παρεκκλήσι. Στη μικρή αυτή μάχη, μπροστά στο πλήθος των τούρκικων, σκορπίστηκαν τα παλληκάρια του καπετάν Κοτελίδα απ’ τη Χόσεψη και του Τσαρακλή από το Δίστρατο, οι βάρβαροι γκρέμισαν το σεβάσμιο εκκλησάκι. Μετά όμως το 1825 Σχωρετσανίτες και μαστόροι από τις Μικροσπηλιά και το Γραικικό τα ανακατασκεύασαν, χωρίς όμως τα ιερά κειμήλια και τις θαυμάσιες τοιχογραφίες και φορητές εικόνες. Τα πάντα είχαν καταστραφεί! Μ’ αυτή τη μορφή το βρήκαν οι πιστοί και ευλαβείς χριστιανοί μέχρι περίπου το 1910. Έτσι με τη σχετική επιδιόρθωση πήρε τη σημερινή του μορφή. Τα χρήματα για την αποκατάσταση ήταν χορηγία της γνωστής παλιάς οικογένειας των Σχωρετσάνων Κατσαντά... Στο σημείο αυτό θα ήταν σοβαρή παράλειψη να μην αναφερθούμε στον ηρωικό θάνατο του καλού εφήβου Χρήστου Χασιώτη (26-10-1943) απ’ τη βαρβαρότητα του Ούννων του Αττίλα στη κατωφέρεια προς τη Μικροσπηλιά. Ο μαρτυρικός του θάνατος και η αιωνία μνήμη του αντηχούν για πάντα στις κορυφές της γηραιάς Πίνδου. Αιώνιο σύμβολο στην νεότερη ιστορία... Και τα παράξενα της Μοίρας· ο αείμνηστος Χρήστος Χασιώτης ήταν απόγονος της ιστορικής οικογένειας των Χασιωταίων, που πολέμησαν με αυτοθυσία στη γνωστή μάχη των Σχωρετσάνων κατά τον Αύγουστο του 1821. Ο θάνατός του τον βρήκε στη θέση που κάθισε περίπου να ξεκουραστεί ο Κων/νος Παλαιολόγος ο τελευταίος αυτοκράτορας νεομάρτυς του Ελληνισμού...

* Ο Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης είναι φιλόλογος και ιστοριογράφος

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Α Νικόλαος Β. Καρατζένης* Ένα φθινόπωρο με τα πρόβατα στα χιόνια και στα ποτάμια Οι τελευταίες μέρες στ’ αγριοβούνια «Χιόνια πέφτουν στις κορυφές, νερόχιονο στα πλάια

άγρια φυσάει στα διάσελα, βουίζουν τα λαγκάδια μάς έρχονται μηνύματα πως ο καιρός αλλάζει πως τα βουνά δεν μάς κρατούν, μάς καρτερούν οι κάμποι»

Μ

ΕΣΑ ΟΚΤΩΒΡΗ ΤΟΥ 1971 στα Πραμαντιώτικα βουνά· είχαμε μείνει τελευταίοι απ’ όλους τους ποιμένες Πραμαντιώτες και Μελισσουργιώτες· τρία κοπάδια Καρατζεναίικα στην καρδιά της Πίνδου με πέντε νοματαίους, πέντε ψυχές. Ο μπάρμπα-Θύμιος, ο Σταύρος με τη μικρότερη αδερφή του, τη Λένη, ο αδερφός μου ο Σπύρος και εγώ. Λογαριάζαμε Ασπρολογάει ο τόπος από τα εννιακόσια τόσα πρόβααν κάλλιαζε ο καιρός1, να κυλή- τα του Παύλου Δεκόλη, που κίνησαν για τα χειμαδιά. σουμε2 μια εβδομάδα και ύστε- Στο Περιστέρι της Πίνδου, Οκτώβριος 2005 ρα να «ρούσουμε»3 για τα Πράμαντα. Κάθε μπουλούκι είχε το σύρμα4 του· ο μπάρμπα-Θύμιος είχε πιάσει τον Πρόδρομο, ο Σταύρος του Κράλη το λιβάδι και το δικό μας το «είχαμε ρίξει»5 στο Κυρσακούλι, το μελισσουργιώτικο. Τα πρόβατα βοσκούσαν καλά, είχε βρέξει νωρίς και είχε πάει καλό φθινόπωρο6. 1. καλλιάζει ο καιρός: ο καιρός είναι ευνοϊκός· προέλευση από αρχ. ελλ. επίθετο καλός, συγκρτικός βαθμός «καλλίων» 2. να κυλήσουμε: να παραμείνουμε. Από αρχ. ελλ. ρήμα κυλίνδω, αόριστος εκύλισα-κυλώ 3. να ρούσουμε: να οδηγήσουμε τα κοπάδια, εν προκειμένω να ξεχωρίσουμε τους ηγέτες των προβάτων από το κοπάδι και να τους θέσουμε στην πρωτοπορία του. Ηγέτες κοπαδιών: αρσενικά πρόβατα (κριάρια) και τράγοι που φέρουν τα κουδούνια. Πιθανή προέλευση από αρχ. ελλ. ρήμα ορούω, μέλλοντας ορούσω: ορμώ γρήγορα προς τα εμπρός, ή από αρχ. ελλ. «ρέω»- ροή, ρους, λατινικό ruo 4. σύρμα: τομέας λιβαδιού γνώριμος για κάθε κοπάδι. Από το ομηρικό «σύρω»: σέρνω, πορεύομαι 5. ρίχνω τα πρόβατα: ορίζω τμήμα λιβαδιού, κατευθύνω τα πρόβατα. Από το αρχ. ελλ. ρήμα «ρίπτω» 6. είχε πάει καλό φθινόπωρο: ο καιρός το φθινόπωρο εκείνο ήταν ζεστός με λίγες βροχές που ευνόησαν τη βλάστηση του χόρτου. Οι νομάδες ποιμένες έχουν αποκληθεί «κυνηγοί της πράσινης χλόης» Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


60

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Χλώρυναν οι λάκκες, πρασίνιζαν οι ραχούλες, τα γρέκια, οι στρούγκες, οι στάλοι7. Κάθε βραδάκι ορμώναμε8 ο καθένας το κοπάδι του και μαζευόμαστε για ύπνο σε μια απάνεμη σπηλιά στη Ντύση, ανάβαμε φωτοκαϊά, φτιάχναμε πυρομάδες9 το ξερό ψωμί και τις ροκανίζαμε. Ο Σταύρος είχε λίγο τσιαλαφούτι10 και το προσφαΐζαμε11. Μια βραδιά ο Σπύρος μάς έψησε μια κουλούρα ροκίσια12 στης κουτσουπιάς τα φύλλα13 και σαν την περιλάβαμε με το τυρί, την αφανίσαμε. Άλλη μέρα ο Σταύρος μάς έφερε έναν τρουβά γκόρτζα από το κραλιώτικο, «πέσαμαν σαν τα όρνια14 στο θρασίμ(ι)15», δεν γλίτωσε ούτε ένα, «μάς ήρθε αχαμνά»16. Έτσι περνούσαν οι μέρες μας. Όλη τη μέρα μονάχοι μας, το βράδυ γύρω από την πατρογονική εστία με τις ποιμενικές ιστορίες του μπάρμπα-Θύμιου και τ’ αστεία του Σταύρου. Ζώντας σαν οι αρχαίοι Αθαμάνες ποιμένες και οι πραταραίοι του Ομήρου και του Θεόκριτου ολομόναχοι σε όλη την επικράτεια της Πίνδου, νομίζαμε ότι ο κόσμος άρχιζε και τέλειωνε εκεί, μέσα σ’ εκείνο το καύκαλο που το έζωναν θεόρατα βουνά και το χάραζαν βαθιά λαγκάδια, ρέματα και ορσίδες17. Μιαν αυγή όμως μας ξύπνησαν οι βρονταριές από τα μπουμπουνητά και ο 7. στάλος: σκιερό μέρος όπου τα κοπάδια ησυχάζουν το μεσημέρι προφυλαγμένα από τον ήλιο 8. ορμώναμε: κατευθύναμε. Από το ομηρικό ορμάω-ώ: θέτω σε κίνηση, αόριστος ώρμησα 9. πυρομάδα: φέτα ψωμιού ζεσταμένη και ροδοκοκκινισμένη στη φωτιά. Από το ομηρικό «πυρ»- ρήμα πυρόω-ώ, μετοχή πεπυρωμένος-πυρωμένος 10. τσιαλαφούτι: γαλοτύρι 11. προσφαΐζω: τρώγω κάτι με ψωμί ως συμπλήρωμά του. Προς+αόριστος β’ «έφαγον» αρχ. ελλ. ρήματος εσθίω: τρώγω-προσέφαγον-προσφαΐζω-προσφάι 12. ροκίσια: από καλαμπόκι, αντίθετο καθάρια: από αλεύρι σιταριού. Ίσως από ιταλική λέξη rocca: η λακάτη: ξύλινη βέργα που μοιάζει με τρίαινα στην οποία στηριζόταν η τουλούπα του μαλλιού κατά τη διαδικασία του γνεσίματος 13. στης κουτσουπιάς τα φύλλα: Οι άνθρωποι της υπαίθρου συχνά δεν χρησιμοποιούσαν ταψί για να ψήσουν την καλαμποκίσια κουλούρα, αλλά την έριχναν στην καμένη γωνιά, αφού καθάριζαν εντελώς τη στάχτη (σταχτοκούλουρα) ή έστρωναν τη γωνιά με φύλλα κουτσουπιάς και άπλωναν πάνω σ’ αυτά την κουλούρα, οπότε αυτή έπαιρνε ελαφρώς και το εξαίσιο άρωμα των φύλλων αυτού του δέντρου 14. πέσαμαν σαν τα όρνια: συνήθης εικόνα της υπαίθρου. Τα πεινασμένα όρνια περικυκλώνουν το νεκρό ζώο και το καταβροχθίζουν με βουλιμία 15. θρασίμι ή θράσιο: ψόφιο ζώο. Ίσως από αρχ. ελλ. επίθετο σαθρός-θρασός-θράσιοςθρασίμι με αντιμετάθεση· σαθρός: σάπιος, χαλασμένος 16. μάς ήρθε αχαμνά: νιώσαμε ένα ξελίγωμα στο στομάχι μας και είχαμε ανάγκη από ψωμί ή φαγητό. Από αρχ. ελλ. ρήμα χαίνω ή χάσκω: μένω με το στόμα ανοιχτό, είμαι αποχαυνωμένος. Χαίνω-χαύνος-χαυνός-χαμνός-αχαμνός-πρόθεμα α+ «χαμνός» 17. ορσίδες: νεροφαγιές, λαγκαδιές βαθιά σκαμμένες από το ορμητικό διάβα του νερού. Ίσως από αρχ. ελλ. ρήμα ορούω, αόριστος ώρουσα (όρουσα): ορμώ βίαια προς τα εμπρός. Πιθανή προέλευση επίσης από το ομηρικό όρνυμι: ανακινώ, ανυψώνω. Όρνυμι-όρος (βουνό)- ορσί-ορσίδα, ὀπως ορσίπους: αυτός που σηκώνε το πόδι του, ταχύς Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

61

κρότος από έναν θεριεμένο έλατο που ορθωνόταν καμιά δεκαριά βήματα χαμηλότερα από τη «Σπηλιά»μας, καθώς γκρεμοτσακίστηκε σημαδεμένος κυριολεκτικά από έναν κεραυνό· μάς κόπηκαν τα ήπατα18 σαν είδαμε μπροστά μας το πελώριο αγριόδεντρο να σωριάζεται μεμιάς, να καίγονται τα κλωνάρια του σαν δαδιά και να πεντακόσια πρόβατα του Κώστα Σπ. Καρατζένη κατρακυλούν αστραποκαμμένα Τα στο γρέκι τους στη Νταλά. Στην άκρη του ορίζοντα 19 στο στεφάνι . Σε λίγο ξέσπασε μια το ήπιο και φιλικό στους νομάδες διάσελο της Νεράιαφηνιασμένη καταιγίδα, γη και ου- δας, ανάμεσα από τη Φούρκα του Παχτουρίου αριρανός έσμιξαν, νὀμιζες πως ήλιος στερά, υψ. 2130μ. και του Κριάκουρα της Νεράιδας δεν θα ξαναφανεί. Αφού άδεια- δεξιά, υψ. 2150μ. Ιούνιος 2009 σαν οι ουρανοί όσο νερό είχαν μαζέψει οι καταβόθρες τους, αναστάλαξε20 λιγάκι. Πήραμε τις κάπες και στραφήκαμε άλλος προς τα εδώ, άλλος προς τα εκεί, να συγκεντρώσουμε τα πρόβατα. Μάς ξεγέλασε όμως· άρχισε πάλι μια δαρτή φθινοπωριάτικη βροχή και ώσπου να φτάσουμε στα γρέκια των προβάτων απλώθηκε ομίχλη από άκρη σ’ άκρη, που δεν άφηνε ούτε να δεις, ούτε ν’ ακούσεις τίποτε. Ξέραμε όμως καλά τις συνήθειες των κοπαδιών μας και τα βρήκαμε στον τόπο που υπολογίζαμε. Η μέρα εκείνη πέρασε όλη με βροχή και καταχνιά· πότε-πότε ερχόταν κάποιο άγριο φουσάτο και έπαιρνε την αντάρα, οπότε βλέπαμε όλο το κοπάδι και γαλήνευε κάπως η αναστατωμένη ψυχή μας. Το βραδάκι ανταμώσαμε και οι πέντε στη Σπηλιά. Βρεγμένοι και πουντιασμένοι, ανάψαμε φωτιά, πυρωθήκαμε, στεγνώσαμε και πήραμε μια χαψιά. Κανένας μας δεν είχε διάθεση τη βραδιά εκείνη, σταμάτησαν οι αφηγήσεις του μπάρμπα-Θύμιου και οι αστεϊσμοί του Σταύρου· ο αδερφός μου ο Σπύρος ήταν πιγκωμένος21, δεν έβγαζε κρίση. Η ανησυχία και ο φόβος για τα ζωντανά, η αγωνία μήπως μάς κλείσουν τα χιόνια στον Σταυρό και δεν μπορέσουμε να «γείρουμε» τα πρόβατα, κλωθογύριζαν στη σκέψη όλων μας και ήμασταν μουδιασμένοι· έξω από τη σπηλιά οι αρχέγο-

18. μἀς κόπηκαν τα ήπατα: τρομάξαμε υπερβολικά. Από το ομηρικό ήπαρ-τος: συκώτι 19. στεφάνι: γκρεμός, από το ομηρικό ρήμα στέφω: περικλείω-στέφανος, στεφάνη-στεφάνι 20. αναστάλαξε: σταμάτησε η βροχή, από αρχ. ελλ. ρήμα σταλάσσω: πέφτω κατά σταγόνες + την πρόθεση ανά 21. πιγκωμένος-πιγκώνομαι: δεν μπορώ να αναπνεύσω από στενοχώρια. Ίσως από το ιταλικό picarre Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


62

Νικόλαος Β. Καρατζένης

νες φυσικές δυνάμεις ανταγωνίζονταν σε αγριότητα. Ο αέρας ρέκαζε22 μανιασμένος στον λόγγο με τις οξιές αντίκρυ μας, τα δυο ποτάμια που μάς κύκλωναν, αυτό που κατέβαινε από τις Λαύδεις και το άλλο από Νταλάδες και από το μελισσουργιώτικο, βούιζαν οργισμένα. Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει κρύα, μονότονη, απελπιστική· είχες την αίσθηση πως βρέθηκες σ’ έναν κόσμο άγριου πρωτογονισμού ξαφνικά, πως η μοίρα σου σε πέταξε στ’ άσπονδα κράκουρα23 και ήσουν προορισμένος να δώσεις σκληρή μάχη με τ’ αδάμαστα φυσικά στοιχεία για να επιβιώσεις. Πιστρωθήκαμε24 με τις κάπες μας και γείραμε να πλαγιάσουμε25, να λυτρωθούμε από τις έγνοιες… Το θαμποχάραμα μάς βρήκε όλους ξάγρυπνους με μοναδικό μας σύμμαχο τη φωτιά· ο καιρός πείσμωνε. Έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε ακατάπαυστα, τα βουνά μαυρομελανιασμένα, ο αέρας φυσούσε παράφορα, ο ορίζοντας κλεισμένος, δεν φαίνονταν σημάδια πως θα ξεκόψει. Αποφασίσαμε λοιπόν να συμμαζέψουμε τα λίγα συγύρια26 μας τη μέρα εκείνη, 18 Οκτώβρη, και με το ξημέρωμα της άλλης να ανηφορίσουμε μπας και γείρουμε στον Σταυρό πριν μάς κλείσουν τα χιόνια. Ο Σταύρος και η Λένη θα έφερναν το κοπάδι τους στο Καλοχώραφο από τη ράχη τη Μακριά, ο Σπύρος θα νύχτωνε το δικό μας στο Κυρσακούλι, ο μπάρμπα Θύμιος και εγώ θα μετακινούσαμε τα δικά του πρόβατα από τον Πρόδρομο στο Καλοχώραφο, για να είμαστε έτοιμοι την αυγούλα «να πάμε καλλιά μας27, πρώτα ου Θιός28». Έτσι και έγινε. Φέραμε με κόπο τα κοπάδια στα μέρη που είχαμε ορίσει· για να μην σμίξουν τα πρόβατα του Σταύρου με του μπάρμπα Θύμιου στο Καλοχώραφο, «ρίξαμε» το δεύτερο κοπάδι προς το Καστράκι και το ορμώσαμε κατά του Τσιακαρώνη. Πιάσαμε τα μουλάρια αποβραδίς, τα σαμαρώσαμε29 και τα μακροσκοινήσαμε30 έξω από τις στρούγκες, στο 22. ρέκαζε: έκλαιγε σπαρακτικά, εν προκειμένω: ούρλιαζε. Από αρχ. ελλ. ρήμα ρέγκω ή ρέγχω-ρέκος, ρεκατό-ρεκάζω, ρεκομανάω: φυσώ θορυβωδώς και κάνω άγριες κινήσες (επί αλόγων), σκούζω 23. κράκουρα: άγρια βράχια 24. πιστρωθήκαμε: τυλιχτήκαμε με τις κάπες και πλακώσαμε τη μια άκρη τους με τα πόδια μας μαζεμένα για να μην μάς ξεφύγει και μείνουμε ακάλυπτοι. Από την πρόθεση επί+ τα ομηρικά ρήματα στρώννυμι ή στορέννυμι: επιστρώνω 25. πλαϊώνω: κοιμούμαι. Από αρχ. ελλ. επίθετο πλάγιος: κεκλιμένος- ρήμα πλαγιάζω 26. συγύρια: οικιακά σκεύη, εν προκειμένω κακάβια (χύτρες), λίγο ψωμί, λίγο τυρί. Από πρόθεση συν+ ομηρικό γύρος-συγυρίζω-συγύρια 27. «να πάμε καλλιά μας»: ευχή και προσδοκία, «να πάμε στο καλό» 28. «πρώτα ου Θιός»: αν μάς επιτρέψει ο Θεός και πάνε όλα κατ’ ευχήν 29. σαμαρώσαμε τα μουλάρια: βάλαμε τα σαμάρια στο κορμί τους. Σαμάρι: ειδική κατασκευή από ξύλο και δέρμα που εφαρμόζει στη ράχη των φορτηγών ζώων για να τοποθετείται το φορτίο. Προέλευση από αρχ. ελλ. ρήμα σάττω: φορτώνω-σάγμα (σαμάρι)-σαγμάτιον-σαμάρισαμαρώνω 30. μακροσκοινήσαμε: δέσαμε τα ζώα με μακρύ σχοινί για να βόσκουν σε τόση έκταση Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

63

Ο καρτερικός ποιμένας Θύμιος Κ. Καρατζένης, απομεινάρι μιας ηρωικής γενιάς νομάδων, με το κοπάδι του μεταξύ γης και ουρανού, στον αυχένα του Σταυρού. Ιούνιος 1993.

Καλοχώραφο και στη Νταλά, να τα έχουμε έτοιμα για φόρτωμα, να μην χασομεράμε την αυγή. Το βράδυ μαζευτήκαμε στη Σπηλιά και κανονίσαμε τις τελευταίες λεπτομέρειες για το ξεκίνημα, για το φεύγα. Ο καιρός εξακολουθούσε να μάς εχθρεύεται· έριχνε, έριχνε, έριχνε «με τ’ ασκί»31 δίχως οίκτο· τα βουνά μάς έδειχναν τα δόντια τους, ήταν ολοφάνερο, ήθελαν να μάς διώξουν. Γείραμε να πλαγιάσουμε μ’ ένα κακό προαίσθημα πως δεν θα μάς έρθουν τα πράγματα, όπως τα περιμέναμε. Αξημέρωτα ο μπάρμπα Θύμιος ξύπνησε, έριξε τα τελευταία κούτσουρα στη φωτιά και μάς ξεσήκωσε. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει, ο αέρας όμως είχε κόψει· ακούγαμε τον βόγκο των ποταμιών και το παράπονο της βροχής. «Δε μ’ αρέσ(ει) η δ(ου)λειά τ(ου)· σκιάζουμι ουρέ πιδγιά μη ρίξ(ει) κάνα χιόν(ι) κι χαθούμι ουλότιλα στ’ ράχ(η)» μουρμούρισε πνιχτά κάτω από τα μουστάκια του ο μπάρμπα Θύμιος, που ήξερε καλά τις ιδιοτροπίες του καιρού, και μάς έκανε όλους να κοντέψουμε32 την ανάσα μας. Ο μπάρμπα Θύμιος από μια χαψιά33 παιδάκι ήταν κοντά στα πρόβατα, πρώτος πρατάρης, δεν άφησε ραχούλα να μην τη γυρίσει με τα κοπάδια του, τριάντα κάπες χάλασε, πάνω από εκατό κλίτσες τσάκισε στην πολύπαθη τζιομπάνικη ζωή του· γερός άντρας, μπορούσε στα νιάτα του να σκάσει στον ώμο του τραΐ μουνούχι34 και να το φτάσει στην κορυφή του βουνού, σε κάθε καθιόση τους επιτρέπει το σχοινί. Από τις ομηρικές λέξεις μακρός: μακρύς και σχοίνος: σχοινί, βούρλο 31. «έριχνε με τ’ ασκί» ή «έριχνε με το καρδάρι»: έπεφτε κατακλυσμιαία βροχή 32. κοντέψαμε την ανάσα μας: κρατήσαμε την αναπνοή μας από φόβο. Από την αρχ. ελλ. λέξη κοντός: κοντάρι+κατάληξη –εύω. Ως πρώτο συνθετικό σε λέξεις δίνει την έννοια του κοντού στη δεύτερη: κοντόραχη, κοντόκλιτσα, κοντοέλατος, κοντόκαπα, κοντόμαλλο 33. «από μια χαψιά παιδάκι»: από ηλικία 7-8 χρόνων. Χαψιά, από αρχ. ελλ. ρήμα χάπτω και χάβω: τρώω. Οι ποιμένες ποτέ δεν έλεγαν μπουκιά αλλά χαψιά 34. τραΐ μουνούχι: ευνουχισμένος τράγος που συνήθως ήταν μεγαλόσωμος και υπέρβαΈ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


64

Νικόλαος Β. Καρατζένης

σιά35 του έτρωγε μπλιόρα36 προβατίνα μόνος του και δεν του έφτανε. Πέρασε μπόρες, ανεμοδαρμούς, κατεβασιές, γυαλοπαγιές37· ακόμα σήμερα στα εβδομήντα δύο του χρόνια είναι ισιόκορμος σαν έλατος και ρουσοκόκκινος38 σαν καλαμποκίσια κουλούρα και ανεβοκατεβαίνει τον Σταυρό σαν παλικαρόπουλο.

Το ξεκίνημα και η πορεία ως τον Σταυρό Σαν έφεξε καλά, πήραμε τις κάπες, κάναμε τον σταυρό μας όλοι, «αφήσαμε γειά» στη Σπηλιά μας και πήγαμε ο καθένας στο κοπάδι του· προλάβαμε τα πρόβατα στο γρέκι39 τους. Τα μετρήσαμε και με σιουρτά40, χουιάσματα41 και μαυλήματα42, τα συντάξαμε43 και τα κινήσαμε για φεύγα. Τα καημένα διάβασαν αμέσως τον σκοπό μας και γνοιάστηκαν να πάρουν τον δρόμο για τον Σταυρό. Στο μεταξύ ο καιρός το είχε γυρίσει στο νερόχιονο· οι κορυφές των βουνών είχαν μαντηλωθεί με άσπρα σύννεφα και αντάρες, «Χιουνίζ(ει) του έρμου44 στου Σταυρό», μού είπε με πίκρα ο Σπύρος, αλλά «σαλάγα τα να προυπήσουμι45 να γείρουμι46 πριν στοιβάξ(ει)47 π(ου) ρος. Από το ομηρικό επίθετο μούνος: μόνος, ένας και αρχ. ελλ. ρήμα «έχω». Ο τράγος ο οποίος έχει έναν μόνο όρχι λόγω ευνουχισμού 35. καθισιά: χρονική διάρκεια που χρειάζεται κάποιος για να φάει. Από το ομηρικό καθίζω-καθισιό-κατσιό 36. μπλιόρα: προβατίνα δυο χρόνων, μηλιόρα. Από την αρχ. ελλ. λέξη «μήλον»: πρόβατον. Μήλον-μηλιόρα-μπλιόρα, μηλοβότης ή μηλονομεύς: βοσκός προβάτων 37. γυαλοπαγιές: εκτεταμένοι παγετοί. Προέλευση ύαλος+πάγος, από β’ παθ. αόριστο αρχ. ελλ. ρήματος «πήγνυμι» 38. ρουσοκόκκινος: ξανθός προς το κόκκινο 39. γρέκι: πρόχειρο μαντρί περιφραγμένο με κλωνάρια δέντρων και θάμνων, εν προκειμένω: το σημείο που κοιμούνται τη νύχτα τα πρόβατα έξω στη φύση, η λέξη είναι τουρκικής προέλευσης 40. σιουρτά: σφυρίγματα. Από το ομηρικό συρίζω-σιουράω-σιουρτό 41. χουϊάσματα: δυνατές κραυγές. Πιθανή προέλευση από το ομηρικό ιΰζω-χουιάζω 42. μαυλήματα: καλέσματα, προτρεπτικά ποιμενικά επιφωνήματα, με τα οποία παρασύρουν (εξαπατούν) οι ποιμένες τα πρόβατα να τους ακολουθήσουν ή να έλθουν στις αλαταριές ή στο μαντρί, ενώ αυτά βρίσκονται σε κάποια απόσταση. Πιθανή προέλευση από αρχ. ελλ. λέξη «μαύλις-δος»: προαγωγός, ξελογιάστρα. Μαύλις-μαυλίζω-μαυλάω-μαύλημα 43. συντάξαμαν: τα ετοιμάσαμε για πορεία. Από αρχ. ελλ. ρήμα συντάσσω-συνετάξαμεν 44. «του έρμου»: κατάρα και ευχή συνάμα: να ρημάξει ο Σταυρός, να μη βρεθεί ποτέ άνθρωπος σε τέτοια περίσταση κινδύνου 45. «να προυπήσουμε»: να προλάβουμε. Από πρόθεση προ+ ομηρικό υπάγω-προ+υπάγωπροπάω 46. «να γείρουμε»: να ανεβάσουμε το κοπάδι σε ψηλό βουνό και να κατεβούμε την αντίθετη πλαγιά. Από αρχ. ρήμα εγείρω-γέρνω-γέρμα, ο ήλιος έγειρε (έδυσε) 47. «πριν στοιβάξει»: πριν συσσωρεύσει. Από αρχ. ελλ. ρήμα στείβω: καταπατώ-στοιβή: Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

65

Τα χιόνια έκλεισαν της Πίνδου τα περάσματα μα οι αδάμαστοι Καλαρρυτινοί ποιμένες κατόρθωσαν να σπάσουν τον κλοιό, φόρτωσαν τ’ άλογα και κατηφορίζουν για τον θεσσαλικό κάμπο. Η Αναστασία Γ. Μόκκα και ο Μήτσος Αντωνίου στη διάβαση Μπάρος. Οκτώβριος 1980.

λύ». Έμεινα μόνος στο Κυρσακούλι να φέρω τα πρόβατα και αυτός έφυγε για τη στρούγκα μας, τη Νταλά, να σκαλώσει τα λιγοστά μας εφόδια στο άλογο και ν’ ανταμώσουμε στη Μτέσα. Κατά τις δέκα η ώρα έφτασαν τα δικά μας πρόβατα στη Μτέσα, την ώρα που κατέφθανε και το κοπάδι του Σταύρου. Κρατήσαμε τα κοπάδια κοντά στη μισή ώρα, ώσπου να βγει και ο μπάρμπα Θύμιος. Ο τόπος ως εκεί ήταν ξίχιονος, από εκεί και επάνω είχε πιάσει κάμποσο χιόνι, αλλά δεν είχε ρίξει τόσο πολύ που να μη βγαίνουν τα ζωντανά. Κατευθύναμε τα κοπάδια προς τον Σταυρό. Μπροστά πήγαιναν τα πρόβατα του Σταύρου, στη μέση τα δικά μας και παρακοντά48 του μπάρμπα Θύμιου. Η Λένη και ο Σπύρος τραβούσαν και τα μουλάρια. Μια πορεία προβάτων, φορτωμένων αλόγων και ανθρώπων μέσα στα χιόνια είχε βεβαίως κάτι το απερίγραπτα συναρπαστικό μα και το μελαγχολικό συνάμα, αφού εξελισσόταν κάτω από δυσμενείς συνθήκες, οι οποίες συχνά επηρέαζαν την αίσια έκβασή της για τους ανθρώπους των κοπαδιών, που είναι δέσμιοι του κύκλου των εποχών και των αιφνίδιων μεταπτώσεων του καιρού. Ώσπου να σκαρφαλώσουμε στις λάκκες του Σταυρού, τα πρόβατα διάβαιναν καβάλα49 μέσα στο χιόνι, που όσο ψηλώναμε στο πλάι, το βλέπαμε να πέφτει πυκνόπυκνό και να σκεπάζει λιθάρια και τσιουγκάνια50. Είχε όμως παγάδα51, μια απέραντη σιγή κυριαρχούσε στο πινδικό τοπίο, ένας φόβος μάς κυρίευε. Δυο ζυγουράκια52 σωρός, στοιβάζω-στοιβανιά 48. παρακοντά: πίσω από κάποιον άλλον. Παρά+ αρχ. ελλ. λέξη κοντός: κοντάρι, κοντινός 49. «διάβαιναν καβάλα»: προχωρούσαν με όρεξη και βιασύνη 50. τσιουγκάνια: πέτρινοι σχηματισμοί 51. παγάδα: παγετώδης ψύχρα του βουνού με παντελή έλλειψη ανέμου. Από αρχ. ελλ. ρήμα πήγνυμι-πάγος-παγάδα 52. ζυγουράκια: πρόβατα ηλικίας από 10 μηνών έως 2 χρόνων. Από αρχ. ελλ. λέξη ζυγὀς: διπλός+κατάληξη –ούρι-ζυγούρι-ζυγουράκι. Το πρόβατο διπλώνει δηλαδή τα χρόνια της ζωής του, από αρνί γίνεται ζυγούρι Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


66

Νικόλαος Β. Καρατζένης

γηροκόμια53, ένα καλεσάκι ζμετάκι54 δικό μας και ένα βακράκι του μπάρμπα Θύμιου, έμειναν πίσω από τα πρόβατα και έρχονταν σβάρα-σβάρα55, δεν είχαν τα καημένα ψυχή να συνεχίσουν την πορεία. Πριν φτάσουμε στους λάκκους του Σταυρού, πεντακόσια μέτρα περίπου από τον αυχένα που θα καβαλικεύαμε, τα πρόβατα σταμάτησαν, δεν ήθελαν να «τραβήσουν»56. Βάρεσε ο Σταύρος, τα γίδια μπροστά, σαλαγούσαμε εμείς οι άλλοι, τίποτε· μπήκαν μπροστά ο Σπύρος με τον μπάρμπα Θύμιο, μαύλησαν, ξαναμαύλησαν, τα πρόβατα δεν προχωρούσαν, «δε σπάραγαν57 με τίποτα». Όχι μόνο αυτό, αλλά και τα τζομπανόσκυλα πήραν θέση μπροστά από τα πρόβατα, κάθισαν κάτω και μάς κοίταζαν παρακλητικά. «Κάτι κατάλαβαν», είπε ο μπάρμπα Θύμιος «και σταμάτησαν στον τόπο τα πρόβατα, ας πεταχτεί κάποιος στη ράχη να δει τι μάς καρτερεί». Σφίγγονται58 τότε στη στιγμή ο Σπύρος και ο Σταύρος, βγαίνουν στον Σταυρό να εξετάσουν τον καιρό και σε μισή ώρα γύρισαν σαν αλλοπαρμένοι και μάς περιέγραφαν την κατάσταση. Στον αυχένα του Σταυρού, που έχει ένα καθαρό σιάδι, μια στρώση ανοιχτή, λυσσομανούσε η χιονοθύελλα· καθώς έρχονταν οι αέρηδες από τα τέσσερα σημεία, κλωθογύριζαν το χιόνι και το σώριαζαν στοιβανιά στους δυο όχτους της λακκούλας του αυχένα, φράζοντας έτσι τη ρούγα59, στο γέρμα του Σταυρού. Η απόσταση όμως από τη μια ως την άλλη άκρη του ισιώματος που έπρεπε να περάσουμε τα πρόβατα ήταν μικρή, καμιά κατοσταριά βήματα μόνο· αυτό ήταν και το πιο επικίνδυνο σημείο γιατί μπορούσε το φουσάτο60 να φουσκώσει61 τα πρόβατα και να τα γκρεμίσει στα στεφάνια. Μεγάλη λαχτάρα ήταν ενδεχόμενο να πάθουμε και μετά το πέρασμα του Σταυρού, στο κρέμασμα ώσπου να πέσουν τα πρόβατα στη «Μεγάλη Κοδέλα» γύρω στα πεντακόσια μέτρα απόσταση για53. γηροκόμια: αδύναμα ζώα, ασθενικά ή γηρασμένα μη δυνάμενα να ακολουθήσουν το κοπάδι και μεταφέρονταν από τόπο σε τόπο φορτωμένα στα άλογα (πανωσάμαρα ή πανωγόμι). Από τις ομηρικές λέξεις: γήρας και κομίζω-γηροκόμος-γηροκομάω-γηροκόμι 54. ζμετάκι-ζμέτι: αρνάκι που δεν το πήρε ο χασάπης για σφαγή γιατί ήταν αχαμνό (φτωχό σε κρέας) 55. σβάρα-σβάρα: περπατώ σέρνοντας τα πόδια μου από νωθρότητα ή αδυναμία. Ίσως από τη «σβάρνα»: γεωργικό εργαλείο που σέρνεται από υποζύγιο πάνω στο οργωμένο χωράφι, πιθανή προέλευση από το σλαβικό barna 56. να τραβήσουν: να προχωρήσουν 57. δεν σπάραγαν: έμεναν ακίνητα. Από αρχ. ελλ. ρήμα σπαράσσω-σπαράω: μετακινώ 58. σφίγγονται: σπεύδουν με βιασύνη και φτάνουν. Από αρχ. ελλ. ρήμα σφίγγω. Η σφίξη, η ανάγκη κάνει τον άνθρωπο να δράσει γρήγορα και αποτελεσματικά 59. ρούγα: δίοδος, άνοιγμα. Ίσως από το ομηρικό ρήμα ρήγνυμι-ρωξ-ρωγός: ρωγμή 60. φουσάτο: δυνατός αγέρας. Από αρχ. ελλ. ρήμα φυσάω-ώ 61. φουσκώνει: τα συμπαρασύρει και τα σηκώνει με μεγάλη ευκολία. Από αρχ. ελλ. ρήμα φυσώ-φύσκη: φουσκωμένο στομάχι-φούσκωμα-φουσκώνω Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

67

τί ο τόπος είναι τσακιστός62, το χιόνι είχε σκεπάσει το μονοπάτι και το «έπιαναν» οι αέρηδες απ’ όλες τις μεριές. Δεν πρόλαβαν ο Σπύρος και ο Σταύρος να αποσώσουν63 την κουβέντα τους για τον χαλασμό που γινόταν στην κορυφή, ο μπάρμπα Θύμιος, η Λένη και εγώ, προτείναμε αμέσως να γυρίσουμε πίσω και να πάμε τα κοπάδια από το διάσελο της Νεράιδας, να πέσουμε στα Θεοδώριανα και να γείρουμε από το Αυτί, που ήταν χαμήλωμα· το είχαμε κάνει και άλλες χρονιές το δρομολόγιο αυτό, θα καθυστερούσαμε κανά δυο μέρες, αλλά θα ήμασταν σίγουροι για τα ζωντανά και τη ζωή μας. Οι άλλοι δύο όμως είχαν αντίθετη γνώμη, προσπαθώντας να μάς πείσουν πως και η εναλλακτική αυτή πορεία είχε τα ίδια βάσανα, ανηφόρες, γκρεμούς και τα διαβόητα καγκέλια64. Ο Σπύρος μάλιστα μάς είπε χαρακτηριστικά: «μια χισιά τόπους65 στουν αυχένα θα μάς γυρίσ(ει) πίσου, να φάμι τέτοια πιδιμάρα66;» Άντρες πάνω στα καλά τους, ο Σπύρος και ο Σταύρος, «δε σιούραγαν67 από φόβο» σαν να ήθελαν να τα βάλουν με τα φυσικά στοιχεία. «Θα μάς πάριτι στου λιμό σας», είπε ο μπάρμπα Θύμιος υποχωρώντας στην αλύγιστη θέληση των δυο αμετανόητων πραταραίων68. Κάναμε λοιπόν τον σταυρό μας και ετοιμαστήκαμε για το πέρασμα του Σταυρού κόντρα στη δίνη του Ο παθιασμένος με τα πρόβατα Σταὐρος Β. Καρατζέχιονιού, κόντρα στο μένος του βου- νης η αγάπη του γι’ αυτά υπήρξε παροιμιώδης. Απανού, κόντρα σε κάθε λογική. Επειδή ράμιλλος στη φροντίδα του κοπαδιού, μοναδικός στο όμως τα πρόβατα «ένιωθαν καιρό»*, νυχτοβόσκημά του. Ο Σταύρος και η οικογένειά του έξω από το κονάκι του. Παλιάμπελα Βόνιτσας, Νοέμαρνούνταν πεισματικά να συνε- βριος 1992 χίσουν την πορεία. Αποφασίσαμε 62. τσακιστός τόπος: πλαγιά με απότομη κλίση 63. αποσώσουν: τελειώσουν. Πιθανή προέλευση από την πρόθεση από+ ομηρικό επίθετο ίσος- ρήμα ισόω-ώ- ισώνω-σώνω 64. καγκέλια: μονοπάτια στενά με πολλές στροφές σε πλαγιά απόκρημνη μεταξύ Νεράιδας και Θεοδωριάνων 65. «μια χισιά τόπους»: ελάχιστης έκτασης τόπος 66. πιδιμάρα: παιδεμός, ταλαιπωρία. Από αρχ. ελλ. ρήμα παιδεύω 67. «δε σιούραγαν από φόβο»: δεν υπολόγιζαν τον φόβο, απτόητοι 68. πραταραίοι: βοσκοί και φύλακες προβάτων. Συγκεκομμένος τύπος: προβαταραίοι, προ+βαίνω *τα πρόβατα «ένιωθαν καιρό»: προαισθάνονταν κακοκαιρία Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


68

Νικόλαος Β. Καρατζένης

λοιπόν να τα σμίξουμε. Τα προγκήσαμε69 από δω, τα στομώσαμε70 από εκεί, ώσπου ανακατώθηκαν καλά και «έγιναν ένα βλάρ(ι)»71. Έβαλαν τότε το βελατό72, ξεγελάστηκαν και κίνησαν για την κορυφή ακολουθώντας τον Σπύρο και τον Σταύρο που διάβαιναν μπροστά καλώντας τα. Γέμισαν οι λάκκοι του Σταυρού Τα χίλια λάια πρόβατα σαν νωχελικό ποτάμι πήραν τη στρά73 τα για τα χειμαδιά. Τα κριάρια με «άκοπα» τα κέρατα απο- από τον πρατιά . Τρία σημάτελούν τεκμήριο της ιερής προσήλωσης κάποιων ποιμένων δια έγιναν ένα και πέρασαν τη στις ελληνικές φυλές προβάτων. Το κοπάδι του Γιάννη Αν- χιλιάδα, 287 ήταν τα δικά μας, θούλη στους Αγίους Θεοδώρους Γρεβενών, Νοέμβριος 2014 332 ήταν του Σταύρου, 378 του μπάρμπα Θύμιου, 74 ήταν τα γίδια με τα τραγιά. Τι εικόνα ήταν εκείνη Θεέ μου! Πρατίνες74 κάλεσιες, βάκρες, μπούτσικες, παρδαλές, γρίβες, καστανές, καραμάνες, τσιούλες, κολοβές, μακρονούρες, κριάρια βαρβάτα και γκεσέμια, λάια, παρδαλά, καραμάνικα, γίδες γκόρπες, κανούτες, γκέσες, καψαλές, μπάρτζες, φλώρες, σιούτες, κουτσοκέρες, τραγιά75 βαρβάτα76 και γκεσέμια77, όλα μαζί σμιγμένα να διαβαίνουν σωρό για τον Σταυρό. Να 69. προγκάω και προγγίζω: τρέπω αιφνιδιαστικά το κοπάδι σε άτακτη φυγή. Πρόγκος: φυγή τρομαγμένου ζώου. Πιθανή προέλευση από το σλάβικο bruca: προσβλητικό διώξιμο ή από πρόθεση προ+ αρχ. ελλ. ρήμα εγγίζω- προεγγίζω- προγγίζω 70. στομώνω: γυρίζω πίσω ή κατευθύνω προς άλλο σημείο την αρχή του κοπαδιού, το στόμα του, τα πρόβατα που βρίσκονται μπροστά στο κοπάδι. Από αρχ. ελλ. ρήμα στομόω-ώ 71. έγιναν ένα βλάρ(ι): έσμιξαν τόσο πολύ που δεν ξεχώριζε ο καθένας το κοπάδι του. Η φράση προέκυψε από τον αργαλειό όπου διαπλέκεται το υφάδι με το στημόνι για να γίνει κάποιο υφαντό. Πιθανή προέλευση από μεσαιωνικό βηλάριον, βηλάρι-βλάρι. Λατινικό velarium: παραπέτασμα 72. έβαλαν το βελατό: άρχισαν να βελάζουν ομαδικά 73. πρατιάς και πρατούρι: μεγάλο κοπάδι που υπερβαίνει τα 700 πρόβατα. Συγκεκομμένος τύπος αντί προβατούρι και προβατιάς (παρόμοια: παιδί-παιδούρι, έλατο-ελατιάς) 74. πρατίνες: προβατίνες, συγκεκομμένος τύπος. Συνήθης χρήση συγκεκομμένων λέξεων στην ποιμενική: πρατομάντρια-προβατομάντρια, πρατοκούδουνα-προβατοκούδουνα, πρατοψάλιδο-προβατοψάλιδο 75. τραγιά: ίσως από αόριστο β’ «έτραγον» ρήματος «τρώγω». Τράγος: ο τρώγων, ο μηρυκάζων 76. βαρβάτο: αρσενικό ζώο που είναι ικανό για αναπαραγωγή 77. γκεσέμια: κριάρια και τράγοι με ηγετικές ικανότητες, που φέρουν κουδούνια και οδηγούν τα κοπάδια στους προορισμούς τους. Τα γκεσέμια είναι πάντα ευνουχισμένα για να προσηλώνονται στην αποστολή τους Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

69

καταλάβαιναν άραγε τι τα περίμενε στη ράχη; Κουδούνια, κουδούνες, κουδουνάκια, κύπροι και κυπράκια βροντολογούσαν μέσα στα χιόνια. Καθώς προχωρούσε η παλίρροια εκείνη των λευκόμαλλων προβάτων βλέπουμε τρία βαρβάτα κριάρια να «βαριούνται»78, ένα κέφαλο του Σταύρου, στριφτοκέρατο, ένα βάκρο του μπάρμπα Θύμιου, ρούντο79 και ένα κάλεσιο φλωρομύτικο, μαλλάτο από το δικό μας σημάδι, «μ’ άκοπα τα ξύλα»80. Σε λίγο ο Κάλεσιος και ο Βάκρος λάκισαν81 μέσα πέρα στα πρόβατα κυνηγημένα από τον Κέφαλο του Σταύρου, που αποδείχτηκε αξιότερος. Στη στιγμή τον βλέπουμε να ρίχνεται σαν ξεφτέρι σε μια προβατίνα που ζευγάρωνε. Ήταν μια στερφοπράτινα82 παρδαλή απορμένη83 μ’ έναν κύπρο, από τα δικά μας. «Τσ’ ήρθι ουργή να χαθεί κι μαρκαλιότι84 μι τούτουν τουν παλιόκιρου ή να’ νι σ(η)μάδ(ι) καλό ότι θα γείρουμι τ’ράχ(η) χουρίς βάσανα», είπε ο μπάρμπα Θύμιος. Παρατήσαμε τα πέντε μουλάρια μισοπλαής για να ήμαστε όλοι εύκαιροι να γείρουμε τα πρόβατα και πορευόμασταν για τον αυχένα, για τον Σταυρό, τον φόβο και τον τρόμο των πραταραίων όλων των εποχών. Ο Σταυρός της Ρουίστας είναι το μοναδικό πέρασμα για όσους οδοιπορούν από Πράμαντα και Μελισσουργούς προς τα πραμαντιώτικα ξεκαλοκαιριά και τα μελισσουργιώτικα: Κυρσακούλι, Νεράιδα, Καταφύκι καθώς και για τους πραμαντιώτες νομάδες που νοικιάζουν καλοκαιρινά λιβάδια στα χωριά Μουτσιάρα και Παχτούρι Τρικάλων. Τη ράχη αυτή περνούσαν πάνω από 20.000 πρόβατα δυο φορές τον χρόνο, μια την άνοιξη που βγαίνουν οι βλάχοι στα βουνά, και μια το φθινόπωρο που ροβολάνε85 για τα χειμαδιά. Μετεωρισμένος ο Σταυρός σε ύψος 2.240μ. είναι παραδομένος ολοχρονίς στους τέσσερις ανέμους. Τον δέρνουν ανελέητα οι καταιγίδες, τον σκεπάζουν πρώιμα τα χιόνια του φθινοπώρου, τον τυλίγουν οι καταχνιές, τον λεηλατούν τ΄ αστροπελέκια. Όλοι οι ποιμένες έχουν να μολογάν για νίλες ζωντανές προ78. βαριούνται τα βαρβάτα: συγκρούονται τα αρσενικά του κοπαδιού με τα κεφάλια τους για τη διεκδίκηση των θηλυκών. Προέλευση από αρχ. ελλ. επίθετο βαρύς-βαρέω-ώ 79. ρούντο κριάρι: με κοντό και απαλό μαλλί, αντίθετο: μαλλάτο 80. ξύλα: κέρατα αρσενικών· «άκοπα τα ξύλα»: πολλοί ποιμένες δεν έκοβαν καθόλου τα κέρατα των κριαριών στις άκρες τους, παρόλο που τα εμπόδιζαν να βόσκουν ανάμεσα στους θάμνους γιατί ήθελαν να φαίνονται τα κριάρια τους πιο αγριωπά και υπερήφανα 81. λάκισαν: τράπηκαν σε άτακτη φυγή, ηττημένα από το πιο δυνατό αρσενικό 82. στερφοπράτινα: προέλευση από το ομηρικό «στείρη»: άγονος, από το οποίο παράγεται το «στέριφος»-στέρφος-στέρφα: η μη τεκούσα προβατίνα, στέρφα+προ+βαίνωστερφοπροβατίνα-στερφοπράτινα 83. απορμένη: προβατίνα που απέβαλε πριν κάποιες μέρες. Από πρόθεση από+ αρχ. ελλ. ρήμα ρίπτω-μετοχή: απορριμένη-απορμένη 84. μαρκαλιότι-μαρκαλιέται: ζευγαρώνει, η λέξη είναι τουρκικής προέλευσης 85. ροβολάνε: κατεβαίνουν. Πιθανή προέλευση από αρχ. ελλ. ρήματα ρέω-ρους+βάλλωβολή. Ροβολώ: θέτω σε ροή το κοπάδι, οδηγώ Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


70

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Ο μερακλής τσέλιγκας Βάιος Νάκας με τα αγριωπά κριάρια του «πο’ χουν τα κέρατα άκοπα και στριφτογυρισμένα και τα μαλλιά τους μακριά να πέφτουν ως τα νύχια». Άγιος Κων-νος Βόνιτσας, Μάρτιος 1996

βάτων και ανθρώπων στον «καταραμένο τόπο»: ότι πάγωσαν ζυγουράκια από ξαφνική χιονοπλημμύρα, ότι το φουσάτο σήκωσε και γκρέμισε στα στεφάνια του Σταυρού ολόκληρο κοπάδι, ότι ανεμοζάλη αφάνισε άνθρωπο μαζί με τα μουλάρια του, ότι η αστραπή βάρεσε τζιομπάνο με το μισό κοπάδι του, ότι οι σταυραετοί του άρπαζαν κατσίκα και ζυγούρια από τα κοπάδια το καταμεσήμερο. Γι’ αυτό οι πραταραίοι των Τζουμέρκων που έμεναν τελευταίοι στα ρημοβούνια της Πίνδου τα φθινοπώρια86, έτρεμαν τα χιόνια και τους φονικούς ανέμους του Καταραχιά και είχαν μόνιμη έγνοια πώς να γείρουν στον Σταυρὀ. Γι’ αυτό και μάς, μάς «έπιασε λαβούρα»87 στις 19 Οκτώβρη του 1971 που το ‘φερε η μοίρα μας να περάσουμε τον Σταυρό με χιόνια και αέρηδες.

Το πέρασμα του Σταυρού Θα ήταν κοντά στο μεσημεράκι όταν φτάσαμε κατάκορφα, κατάραχα, εκεί που η γη σταματάει και αρχίζει ο μέγας ουρανός. Στο πιο επίφοβο σημείο του Σταυρού, στα εκατό βήματα που μάς χώριζαν από τον λαιμό88 του αυχέ86. τα φθινοπώρια: ο πληθυντικός δηλώνει την κατ’ εξακολούθηση φθινοπωρινή κάθοδο των νομάδων 87. μάς έπιασε λαβούρα: νιώσαμε φόβο και ταραχή. Πιθανή προέλευση από αρχ. ελλ. ρήμα λαμβάνω, αόριστος β’ έλαβον-λαβή+κατάληξη «-ούρα» που φανερώνει ποσότητα, όπως πεζός-πεζούρα, κοπάδι-κοπαδούρα 88. λαιμός: στενό πέρασμα βουνού Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

71

να89, όπου και γινόταν η συντέλεια του κόσμου από τις άγριες ριπές της χιονοθύελλας, τα πρόβατα καθηλώθηκαν, δεν υπάκουαν πια ούτε στις εντολές, ούτε στις παρακλήσεις μας. Χίλια εβδομήντα ζευγάρια μάτια μάς κάρφωσαν, τόσα ήταν στην ακρίβεια τα ζωντανά μας· ήταν σαν να μάς εκλιπαρούσαν ικετευτικά: έλεος, έλεος, έλεος! Κρύος ιδρώτας μάς έλουσε και ένας πρωτόγονος φόβος μάς έλυσε τα γόνατα· νιώσαμε μια αυλακιά ρίγους να διαπερνάει το κορμί μας. Κοκαλώσαμε. Μείναμε άλαλοι, ακίνητοι, παγωμένοι να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον. Πόσο οδυνηρό είναι αλήθεια το βίωμα της παγωμένης σιωπής κατά την κρίσιμη στιγμή της απόφασης και της ευθύνης! Βλέποντας τη θεομηνία να μανιάζει μπροστά στα μάτια μας, η Λένη, ο μπάρμπα Θύμιος και εγώ, κιοτέψαμε90· κάναμε μια τελευταία προσπάθεια να πείσουμε τον Σπύρο και τον Σταύρο να γυρίσουμε πίσω και να πάμε από ΝεράιδαΘεοδώριανα-Αυτί. Οι δυο τους ήταν ανυποχώρητοι και περισσότερο ο αδερφός μου ο Σπύρος επέμενε να γείρουμε οπωσδήποτε από τον Σταυρό γυρεύοντας να πάρει εκδίκηση από αυτόν, γιατί εδώ στον Σταυρό πριν δέκα χρόνια ακριβώς, το 1961, κινδύνεψε από παρόμοιο χιονοδαρμό να παγώσει ο ίδιος και να γκρεμίσει τα πρόβατα στα στεφάνια. Τότε τον έσωσε ο μελισσουργιώτης Νάσιος Μποχώτης, που τον γύρισε πίσω. Τούτη τη φορά, έχοντας περισσότερο θάρρος που ήμαστε πέντε άνθρωποι, βρήκε την ευκαιρία να ταπεινώσει, να δαμάσει τον άσπονδο Καταραχιά· επικίνδυνη αναμέτρηση μεταξύ ανθρώπου-φύσης. Ενώ λοιπόν βρισκόμασταν στην κόψη του βουνού οι δυο αμετανόητοι και παράτολμοι πραταραίοι επινόησαν και έθεσαν σε εφαρμογή ένα στρατήγημα, αφού μάς έδωσαν τις κατάλληλες ορμήνιες. Πέταξαν πέρα τις κάπες και σαν βουνίσια γεράκια όρμησαν στον σωρό μέσα στα πρόβατα που τα είχαμε ντροχιασμένα91 και μαζεμένα κουβάρι και άδραξαν δυο τραγιά. Ο Σπύρος άρπαξε ένα μπάρτζο92 του μπάρμπα Θύμιου, με κέρατα γυριστά σαν στεφάνια που είχε και τη μεγάλη κουδούνα (μπίμπα), και ο Σταύρος ένα κόκκινο μαλλάτο δικο του, που του είχε κρεμασμένο έναν θεόρατο κύπρο, τρεις οκάδες. Κρατώντας γερά τα τραγομάνια93 από τον σβέρκο τα έσερναν σιγά-σιγά πάνω στο χιόνι με κατεύθυνση το πέρασμα του βουνού βροντώντας τον κύπρο και την κουδούνα και μαυλώντας, ενώ τα τραϊά «έβαλαν το ρεκατό»94. Ο μπάρμπα Θύμιος, η Λένη και εγώ με σιουρτά, σαλαήματα, αγρέματα και σπρωξιές 89. αυχένας: ορεινή δίοδος στην κορυφή του βουνού. Από αρχ. ελλ. λέξη «αυχήν-ένος» 90. κιοτέψαμε: τρομοκρατηθήκαμε, χάσαμε το θάρρος μας. Ίσως τουρικής προέλευσης, kötu: κακός 91. ντροχιασμένα: κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Από ρήμα ντροχιάζω: στριμώχνω. Ντροχιάζω, πρόθεση εν+τροχός- εντροχιάζω-ντροχιάζω 92. μπάρτζος: τράγος με χρώμα προσώπου καφέ και σκούρο κόκκινο 93. τραγομάνια: μεγαλόσωμοι και επιβλητικοί τράγοι. Τράγος+μανία από ρήμα μαίνομαι 94. έβαλαν το ρεκατό: άρχισαν να βελάζουν σπαρακτικά και παρατεταμένα Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


72

Νικόλαος Β. Καρατζένης

προσπαθούσαμε να εξαναγκάσουμε τα πρόβατα να ρούσουν πίσω από τα τραγιά που άνοιγαν τον δρόμο. Την ίδια στιγμή τα πρόβατα που βρίσκονταν μπροστά-μπροστά στο κοπάδι «έκαμαν κεφάλι», ξεκίνησαν δηλαδή με βελάσματα ακολουθώντας τους αρχηγούς τους· αυτό ήταν, αυτό θέλαμε και ευχόμασταν να γίνει· ξέσπασε τότε όλο το προβατομάνι σαν ακράτητο ποτάμι και μπούκωσε στο στένωμα του Σταυρού, στο γέρμα του βουνού. Έτσι καθώς διάβαιναν τα πρόβατα γρουδιασμένα95 το ένα δίπλα στο άλλο, δεν άφηναν περιθώριο στον χολιασμένο αέρα να μπει ανάμεσά τους, να τα φουσκώσει και να τα παρασύρει στο διάβα του προς τα γκρεμοστέφανα, αλλά έβρισκε μεγάλη αντίσταση στο αδιαπέραστο πια κινούμενο πλήθος που έκανε επίθεση κατά μέτωπο και φαινόταν πως θα κέρδιζε τη μάχη. Σ’ αυτό βοηθήσαμε και μεις όλοι μας. Ο Σπύρος και ο Σταύρος «μόλις απ(ι)στόμ(η)σαν96» τα τραϊά, δηλαδή τα έσυραν καμιά δεκαπενταριά βήματα στην αντίθετη πλευρά του βουνού και τους έδωσαν νόημα97 να πάρουν τον κατήφορο, τ’ απόλυσαν και γύρισαν πίσω στη ράχη να συνδράμουν εμάς τους τρεις που μείναμε στο κοπάδι. Τι λαχτάρα και φόβο περάσαμε τις στιγμές εκείνες δεν μολογιέται. Τρέχοντας ανάστατοι πότε στο πίσω μέρος του κοπαδιού, στην κοντ(ι)νέλα, πότε στο ένα φτερό, πότε στο άλλο, παλεύαμε να μη σταματήσει η ροή του κοπαδιού και τρυπώσει ο πικρός αέρας ανάμεσα στα πρόβατα. Σε αυτή μας την προσπάθεια είχαμε χρήσιμους βοηθούς και τα έξι τζομπανόσκυλά μας, που περιτριγύριζαν ακατάπαυστα όλο το κοπάδι και με τα γαβγίσματά τους ενθάρρυναν και βοηθούσαν τα πρόβατα ν’ ακολουθήσουν τη σωστή πορεία. Οι ανελέητες σπαθιές του χιονιού μάς χτυπούσαν στο πρόσωπο, ο δαιμονισμένος αέρας που έσκουζε και ούρλιαζε στον Σταυρό μάς πάγωσε τα χέρια, μάς πέταξε τις κάπες και ήθελε να μάς αφανίσει· μια κατσιούλα98 που φορούσε η Λένη την άρπαξε, τη σήκωσε ψηλά, τη φούσκωσε καλά-καλά σαν αερόστατο, και την εξαφάνισε προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόμαστε. Στον λαιμό του Σταυρού σωριάσαμε τώρα πια το κοπάδι και περιμέναμε ν’ αραδιάσουν τα πρόβατα από το στενό πέρασμα, από τη βόρεια μεριά του πέτρινου πύργου που έχουν στήσει οι τζιομπαναραίοι να εξευμενίσουν, να καλοπιάσουν τον «θεό της ράχης», τον Δία των Άκρων να τους επιτρέπει να «γέρνουν» τα κοπάδια τους χωρίς ζημιές. 95. γρουδιασμένα: στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ώστε να μικραίνει ο όγκος τους. Ίσως από τη σλάβικη λέξη gruda: σβώλος 96. απιστόμησαν: τα οδήγησαν στην αντίθετη πλευρά του βουνού. Από πρόθεση επί και το ομηρικό «στόμα»-επίστομα-απίστομα-απιστομάω 97. «έδωσαν νόημα»: με τις κινήσεις χεριών και σώματος και με τα κατάλληλα ποιμενικά επιφωνήματα κατεύθυναν τα ζώα στην ορθή πορεία 98. κατσιούλα: κοντή και ανάλαφρη κάπα που σκεπάζει μόνο κεφάλι και πλάτες. Ίσως από το μεσαιωνικό κασούλα: κωνικό κάλυμμα κεφαλιού, ρουμάνικο caciula, λατινικό casula: καλύβα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

73

«Ομορφιά, αρχοντιά, περηφάνια». Οι αρχηγοί του κοπαδιού «αρματωμένοι» με τους εμβληματικούς κύπρους και την κουδούνα εκπληρώνουν το χρέος τους εις το ακέραιον οδηγώντας τα πρόβατα στον προορισμό τους. Στο κοπάδι του Γιάννη Ζιάγκα, Αναβρυτά Γρεβενών, Οκτώβριος 2015

Δεν πρέπει να πέρασε περισσότερος χρόνος από μισή ώρα, αλλά οι στιγμές εκείνες μάς φάνηκαν πέλαγος· τα πρόβατα περνούσαν ένα-ένα γιατί μόνο σ’ εκείνο το σημείο είχαν καθαρίσει το χιόνι ο Σπύρος με τον Σταύρο· σε όλη την άλλη κορυφογραμμή ο άνεμος είχε σωριάσει99 σαμάρια το χιόνι και δεν ήταν εύκολο να το σπάσει άνθρωπος με την κλίτσα. Σαν «χτύπ(η)σαν» τα πρόβατα τον κατήφορο και πήραν κατεύθυνση αριστερά κατά τη Μεγ. Κοδέλα, η καρδιά μας πήγε στη θέση της, ο μεγάλος κίνδυνος είχε περάσει. Η ανυπότακτη θεοκορφή υποτάχτηκε. Η χιονοθύελλα νικήθηκε, η ανθρώπινη υπεροχή κυριάρχησε στα στοιχεία της φύσης. Το κοπάδι «έγειρε» στον Σταυρό. Όλοι μας αισθανθήκαμε μια ανακούφιση, μια ανάταση ψυχής, νιώθαμε ανάλαφροι σαν να γινόμασταν καλά ύστερα από μια βασανιστική αρρώστια. Η Λένη και εγώ δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε τα δάκρυά μας· ήταν δάκρυα ανακούφισης, λυτρωτικά. Βούρκωσαν και οι άλλοι. Δεν μιλούσε κανένας. Ο μπάρμπα Θύμιος, η Λένη και εγώ κοιτάξαμε τον Σπύρο και τον Σταύρο κατάματα· δεν τους είπαμε λέξη· ήταν όμως σαν να τους λέγαμε: άξιζε τον κόπο να κινδυνέψουμε τόσο; Έπρεπε να τους ακολουθήσουμε στην αποκοτιά100 τους; Γιατί δεν πήγαμε από τον άλλο 99. το χιόνι ήταν σωριασμένο σε σαμάρια: το χιόνι είχε συσσωρευτεί σε σωρούς ύψους ενός και πλέον μέτρου, αλλά άφηνε διάβαση σε κάποια σημεία 100. αποκοτιά: παράτολμη ενέργεια. Από το ομηρικό ρήμα «κοτέω-ώ»: αποτολμώ, οργίζομαι Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


74

Νικόλαος Β. Καρατζένης

δρόμο τον σίγουρο; Ήταν φρόνιμο να ρίξουμε στον κίνδυνο χίλιες τόσες ζωές άφταιγων προβάτων που είναι η απαντοχή και η μοναδική μας περιουσία; Τελικά ο μπάρμπα Θύμιος έσπασε τη σιωπή λέγοντας πως εμείς οι τρεις θ’ ακολουθούσαμε το κοπάδι και πως οι δυο παράτολμοι θα επέστρεφαν στους λάκκους του Σταυρού να περάσουν και τα χοντρικά101 από τη ράχη. Έτσι και έγινε. Ο Σπύρος με τον Σταύρο γύρισαν πίσω και με την ίδια τακτική, πλησιάζοντας το ένα μουλάρι δίπλα στο άλλο, κατάφεραν να τα γείρουν και να μάς προφτάσουν στη Μεγάλη Κοδέλα. Μέχρι εκεί φυσούσε παθιασμένα και το χιόνι όσο προχωρούσε η μέρα έπεφτε πιο πυκνό, «τλούπες-τλούπες»102 πια· από εκεί και προς τα κάτω που κατεβαίναμε, το χιόνι ήταν λιγότερο. Σ’ ένα πλάτωμα στη «Μεγάλη Κοδέλα» σταματήσαμε λίγο να τραβήσουν μόνα τους πια τα πρόβατα και να στρίψουν κανά λαθραίο ο Σταύρος και ο Σπύρος που ήταν μανιώδεις καπνιστές. Εκεί μάς είπαν πως βρήκαν πεθαμένα τα δυο ζυγουράκια, το καλεσάκι το δικό μας και το βακράκι του μπάρμπα Θύμιου, που άφησαν την τελευταία τους πνοή στα παγωμένα χιόνια, στο σημείο που τα είχαμε παρατήσει γιατί δεν είχαν δυναμάρια ν΄ ακολουθήσουν το κοπάδι. Αυτή ήταν η μοίρα που περίμενε τα αχαμνά ζυγουράκια και τα γερασμένα πρόβατα κάθε φθινόπωρο που ροβόλαγαν τα κοπάδια για τα χειμαδιά. Αυτός ήταν δυστυχώς ο αμείλικτος νόμος του νομαδισμού ο οποίος επιβαλλόταν βίαια στους ποιμένες και τους μάτωνε τα σωθικά γιατί ήταν ανήμποροι να φροντίσουν τα αδύναμα μέλη των κοπαδιών τους, αφού δεν είχαν πάντα εφεδρικά μουλάρια ή άλογα να φορτώσουν τα γηροκόμια και να τα φτάσουν στα χειμαδιά. Από τη «Μεγάλη Κοδέλα» παρακολουθήσαμε έναν όμορφο αυτοσχέδιο σχηματισμό του κοπαδιού μας· μπήκε μπροστά μια προβατίνα μπούτσικα, κατακόκκινη στο πρόσωπο από το δικό μας το σημάδι, μ’ ένα μισοκούδουνο103, σουρταριάρα104 από έξι ψαλίδια105, προβατίνα λαντζονάτη106 και λεύτερη που ήξερε καλά τα μονοπάτια του νομαδισμού και αρμαθιάστηκε107 κοντά της το προβα101. χοντρικά: τα χοντρά ζώα, άλογα, φοράδες, μουλάρια, γαϊδουράκια 102. «τλούπες-τλούπες»: το χιόνι έπεφτε σε μεγάλες ποσότητες σαν τις τούφες των μαλλιών που έγνεθαν οι γυναίκες της υπαίθρου με τη ρόκα (ηλακάτη). Πιθανή προέλευση από το ομηρικό «τολύπη»: τουλούπα. Από «τολύπη» και το ρήμα τολυπεύω: κάνω τουλούπες 103. μισοκούδουνο: κουδούνι μεσαίας κλίμακας σε ήχο αλλά και μέγεθος. Από αρχ. ελλ. λέξη κώδων-νος 104. σουρταριάρα: προβατίνα τολμηρή και άφοβη με ηγετικές ικανότητες. Αυτή που σέρνει (οδηγεί) το κοπάδι. Από αρχ. ρήμα σύρω-συρταριάρα-σουρταριάρα 105. από έξι ψαλίδια ή από έξι αρνιά: ηλικίας έξι χρόνων, αφού είχε κουρευτεί έξι φορές από τη γέννησή της 106. λαντζονάτη: γεροδεμένη και μεγαλόσωμη. Από τη μεσαιων. λέξη λατζόνιον: ακόντιο, λατζόνι: υψηλόκορμος νέος 107. «αρμαθιάστηκε»: ακολούθησαν τα πρόβατα κατά απόλυτη σειρά, το ένα πίσω από Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

75

τομάνι108 καλύπτοντας όλο το μονοπάτι της πλαγιάς. Η «μπούτσικα» έφτασε στο «Ανάπαμα» και η κοντ(ι)νέλα ήταν ακόμα στη «Μεγάλη Κοδέλα». Κανένα πρόβατο Τα κανταριασμένα άλογα και μουλάρια φορτωμένα με τα πενιχρά εφόδεν αλλαξοδρόμη- δια των φερέοικων ποιμένων βρέχουν με τον ιδρώτα τους τις στράτες του προαιώνιου νομαδισμού. Καλαρρυτινοί ποιμένες στην Πέρα Χώρα σε, διάβαιναν το ένα Τυρνάβου, Μάιος 1975 (φωτ. Κ. Μπαλάφας) πίσω από το άλλο βελάζοντας από τη σμίξη και γυρεύοντας να χαμηλώσουν, να γλιτώσουν από τον χιονιά. Εγώ προσωπικά, το χάρηκα το θέαμα αυτό γιατί πρώτη φορά στη ζωή μου τύχαινε να συνοδεύω κοπάδι με χίλια πρόβατα. Το δικό μας κοπάδι το θυμάμαι να έχει γύρω στα 450-480 πρόβατα που όλο λιγόστευαν. Το όνειρο και ο μεγάλος καημός της ζωής μου λοιπόν «να φυλάξω» χίλια πρόβατα, γινόταν πραγματικότητα· το ζούσα τις στιγμές εκείνες και δεν ήθελα με τίποτα να περάσουν, και ας ήταν οι χειρότερες με τους κινδύνους και τις ταλαιπωρίες. Αυτό το κατάλαβε η Λένη και θυμάμαι πως μου είπε: «μην τα χαίρεσαι τόσο πολύ τα πρόβατα· όσο όμορφα είναι, τόσες πίκρες και βάσανα έχουν· κοίτα να μάθεις γράμματα να γλιτώσεις». Ήταν η χρονιά εκείνη που περίμενα τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων για το πανεπιστήμιο. Από το «Ανάπαμα» και κάτω ο τόπος ήταν ξίχιονος, αλλά ο αέρας εξακολουθούσε να φυσάει και το νερόχιονο να πέφτει δυνατό, σκληρό, περονιαστό109· τα πρόβατα συνέχιζαν αρμαθιά την πορεία τους· έφτασαν στον Ανθρωπάκη, «ρίπ(η)σαν»110 τον κατήφορο και έπεσαν111 στα Λιβάδια την ώρα που τσάκιζε112 η μέρα· τ’ ακολουθούσαμε αγάλια-αγάλια και οι πέντε· η Λένη τραβούσε το άλλο γιατί το μονοπάτι ήταν στενό. Π.χ. αρμαθιαστείτε στο χορό. Από αρχ. ελλ. λέξη ορμαθός-αρμαθιά-αρμάθα: πλήθος όμοιων πραγμάτων περασμένων σε σχοινί ή σύρμα 108. προβατομάνι: πολυάριθμο κοπάδι προβάτων. Από πρόθεση προ+βαίνω+μανία, από ρήμα μαίνομαι. Το μέγα πλήθος προβάτων συγκεντρωμένο σε ένα χώρο δίνει την αίσθηση ότι ο τόπος αυτός φεύγει από τα όριά του, δεν χωράει τίποτε άλλο, «μανιάζει» 109. περονιαστό: οξύτατο, αυτό που διαπερνάει. Από αρχ. ελλ. ρήμα «πείρω»: διατρυπώ, καρφώνω, διαπερνώ, μέλλοντας περώ-περόνη-περονάω-περονιάζω 110. ρίπ(η)σαν τα πρόβατα: ξεχύθηκαν με ορμή στην πλαγιά και κινούνται προς τα χαμηλώματα χωρίς να βόσκουν. Από αρχ. ελλ. ρήμα «ρίπτω»-ριπή-ρίπησα 111. έπεσαν: έφτασαν· εν προκειμένω τα πρόβατα κινούμενα από υψηλότερο σημείο καταλήγουν σε χαμήλωμα. Από αόριστο β’ «έπεσον» αρχ. ελλ. ρήματος «πίπτω» 112. τσάκιζε η μέρα: η ώρα πέρασε από μεσημέρι, απόγευμα Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


76

Νικόλαος Β. Καρατζένης

τα κανταριασμένα113 μουλάρια και επειδή ο αέρας στον Σταυρό της είχε πάρει την καπούλα, ήταν μπουρμπουλωμένη114 με μια φλοκιαστούλα115 κόκκινη, ενώ η δική μου καπάρα έφτανε μέχρι τα κότσια και, καθώς ήταν βρεγμένη, είχε γίνει ατάραγη. Όμως τι και αν είχαμε τις κάπες, όλοι ήμαστε μουσκεμένοι ως το κόκαλο από τον χιονιά που φάγαμε στον Σταυρό. Όταν άνθρωποι και ζωντανά «πέσαμε» στα Λιβάδια, τα πρόβατα άνοιξαν καλά-καλά, έζωσαν το πλάι και άρπαζαν βιαστικά χοντροχόρτι· μπράτζινες, τούφα, φτέρη· τ’ αφήσαμε καμιά ώρα να «πάρουν μια κοιλιά»116 ώσπου να συνεννοηθούμε, να δούμε πώς θα κάνουμε και πού θα γρεκιάσουμε το βράδυ που κατέφτανε. Ο αέρας είχε σταματήσει στα Λιβάδια πια, αλλά το νερόχιονο δυνάμωνε· από τη «Μεγάλη Κοδέλα» και πάνω δεν φαινόταν τίποτα, αντάρα και σύννεφα είχαν αφανίσει την κορυφή από τα μάτια μας. Σκεφτήκαμε να μείνουμε το βράδυ στα Λιβάδια· είχε βοσκή για τα πρόβατα, αλλά επειδή η βροχή συνέχιζε να πέφτει και τα ποτάμια τα μελισσουργιώτικα θα ήταν αδιάβατα, τ’ ακούγαμε καθαρά που έσκουζαν απειλητικά, αποφασίσαμε να ριχτούμε στο Μπαλντινέσι. Και πάλι ο αδερφός μου ο Σπύρος ήταν αυτός που επέμενε και μάς έπεισε υποστηρίζοντας πως το διάβα του ποταμού θα ήταν ευκολότερο στο σημείο που βρισκόμαστε γιατί ήμαστε πιο κοντά στις πηγές, επομένως θα είχε λιγότερο νερό· επίσης το Μπαλντινέσι έχει απλωσιά, οπότε μπορούμε να καθυστερήσουμε δυο-τρεις μέρες με τα πρόβατα, μέχρι να ξεκόψει117, ενώ στο χωριό δεν υπήρχε τόπος να κρατήσουμε τα ζωντανά, ώσπου να ετοιμαστούν οι φαμίλιες μας για το φεύγα, για τα χειμαδιά.

Το πέρασμα του ποταμού Με συνθηματικά σφυρίγματα και επιφωνήματα δώσαμε μήνυμα στα πρόβατα ότι συνεχίζουμε την πορεία, τραβήσαμε και τα μουλάρια και φτάσαμε σε μισή ώρα στο ποτάμι ακολουθώντας το σύρμα118. Μόλις πλησι113. κανταριασμένα: το ένα ζώο με το άλλο συνδέονται με το καπίστρι και προχωρούν σε γραμμή το ένα κοντά από το άλλο. Κανταρέλα ή κονταρέλα: το καραβάνι των φορτωμένων ζώων. Από αρχ. ελλ. λέξη «κοντός»: κοντάρι, μεσαιων.: κοντάριν-κοντάρι+κατάληξη –άζω->κονταριάζω-κανταριάζω-κανταριασμένος 114. μπουρμπουλωμένη: τυλιγμένη σε όλο της το σώμα έχοντας καλυμμένο ακόμα και το πρόσωπο 115. φλοκιαστούλα: μικρή και ανάλαφρη φλοκάτη. Από το λατινικό floccus: χνούδι υφάσματος 116. «να πάρουν μια κοιλιά τα πρόβατα»: να γεμίσουν μια φορά το στομάχι τους με χόρτο, δεδομένου ότι τα πρόβατα δεν χορταίνουν σχεδόν ποτέ 117. να ξεκόψει: να σταματήσει η κακοκαιρία. Από πρόθεση εκ+ αρχ. ρήμα κόπτω, αόριστος εξέκοψε-ξέκοψε 118. σύρμα: μονοπάτι, από αρχ. ελλ. ρήμα σύρω Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

77

άσαμε στην άκρη, καινούργια τρομάρα πήραμε, καινούργια δοκιμασία μάς περίμενε· το ποτάμι που κατηφορίζει από το Αυτί, το Βροτόπι και τη Μπρέσιανη ήταν πλημμυρισμένο, απλωμένο από άκρη σε άκρη στον γιαλό· η θολούρα διάβαινε καβάλα119 από τα μεγάλα κοτρόνια και καθώς η κατεβασιά άφριζε και χτυπούσε με οργή ό,τι έβρισκε στο διάβα της, νόμιζες πως έβλεπες πουκάρια120 από πρόβατα που έρχονταν τον κατήφορο, ανάκατα και ακατάπαυστα. Δίχως άργητα κοιτάξαμε παραπάνω, παρακάτω και βρήκαμε την κατάλληλη θέση που θα μπορούσε να γίνει πόρος για να περάσουμε το κοπάδι απέναντι. Ήταν ένα σημείο που το ποτάμι στένευε κάπως και στη μια και την άλλη όχθη του υπήρχαν «ριζωμένα» κοτρόνια που θα μπορούσαμε να σκαλώσουμε μια πρόχειρη γεφυρούλα, αφού να ρούσουμε τα πρόβατα μέσα στο νερό ήταν αδιανόητο, γιατί το νερό ήταν πάρα πολύ και το ποτάμι ορμητικό, «θα τα ‘παιρνε όλα η σούδα». Πέρα από το ποτάμι, προς το Μπαλντινέσι, υψωνόταν μια τούμπα121 από έλατα όπου το καλοκαίρι στάλιζαν τα μελισσουργιώτικα κοπάδια· εκεί είδαμε πως ήταν ξαπλωμένα δυο ελάτια μισόξερα, ιδανικά για την περίσταση. Ο Σπύρος, ο Σταύρος, ο μπάρμπα Θύμιος και εγώ, αφού πιαστήκαμε γερά ο ένας από την πλάτη του άλλου, να μη μάς πάρει το ποτάμι, μπήκαμε μέσα σηκώνοντας ελάχιστα τα ποδάρια μας από τον φόβο μη μάς παρασύρει· το νερό έφτασε ως τη ζώση122 μας. Το ποτάμι ήταν παγωμένο, αλαζονικό, βουερό, αδιάλλακτο, θανάσιμα απειλητικό. Το νιώθαμε ότι ήθελε να μάς επιβληθεί, αλλά εμείς δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να συμφιλιωθούμε με τον κίνδυνο. Αρχίσαμε να το διασχίζουμε, ριχτήκαμε σε λίγο απέναντι και πήγαμε ως το δασάκι. Με τα τσεκούρια κοντέψαμε123 αρκετά τα δυο ελάτια και οι τέσσερις μαζί, αφού σκάσαμε στον ώμο μας τον πρώτο κορμό, τον φέραμε και τον στεριώσαμε στο σημείο που είχαμε προϋπολογίσει· ο Σπύρος και ο Σταύρος ξαναμπήκαν στο νερό, ώσπου να στήσουμε το γεφύρι, αλλά αυτή τη φορά κρατιούνταν από τη γρεντιά. Κουβαλήσαμε σε λίγο και τον δεύτερο κορμό, τον απλώσαμε δίπλα στον άλλο και στα πεταχτά μαζέψαμε πέτρες πλακουδερές από τον γιαλό και τις στρώσαμε στους κορμούς· έτσι το ξύλινο γεφυράκι ήταν έτοιμο. Περπατήσαμε πάνω του και περάσαμε αντίπερα όπου ήταν τα πρόβατα μαζεμένα κουβάρι και παρακολουθούσαν σαν άνθρωποι την καρτερική μας προσπάθεια να τα σώσουμε. Στο μεταξύ, το νερόχιονο αγρίευε, η μέρα σωνόταν· εμείς ήμασταν καταμουσκεμένοι από το νερό 119. «η θολούρα διάβαινε καβάλα»: η στάθμη του νερού έφτανε το ύψος ενός καβαλάρη 120. πουκάρια: τα μαλλιά κάθε προβάτου που συγκεντρώνονται μετά το κούρεμα και δένονται με τα ίδια τα μαλλιά του. Από το ομηρικό «πόκος»: ακατέργαστο μαλλί προβάτου 121. τούμπα: μικρή συστάδα από έλατα. Από το ομηρικό τύμβος: λόφος από χώμα πάνω σε τάφο 122. ζώση: η μέση, από αρχ. ελλ. ρήμα ζώννυμι 123. κοντέψαμε: μειώσαμε το μήκος τους, τα κάναμε πιο κοντά. Από αρχ. ελλ. λέξη «κοντός»: κοντάρι. Κοντός-κοντεύω Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


78

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Το κοπάδι «μετά φόβου ποταμιού» επιχειρεί να διαβεί το ξύλινο γεφυράκι. Πρόβατα και πραταραίοι τρέμουν την εφιαλτική κατεβασιά που επιτίθεται με λυσσαλέο θυμό. Το κοπάδι εν τέλει πέρασε, το ποτάμι εξακολουθεί να φρυάζει και να τρομοκρατεί. Οι ποιμένες βιώνουν την αριστοτελική «από τοιούτων παθημάτων κάθαρση». Η Βούλα Σιαπλαούρα και ο Μήτσιος Απ. Σιαπλαούρας στο Μελισσουργιώτικο ποτάμι, Μάιος 1983. (φωτ. Βασίλης Γκανιάτσας)

που «μάς πέρασε στον σβέρκο», πιεσμένοι στο έπακρο από την αγωνία μας να γεφυρώσουμε το ποτάμι και από τη βιασύνη μας να «προυπήσουμε να ρίξουμι124 τα πρότα απουπέρα» πριν από το θάμπωμα. Καθώς το κοπάδι ήταν σωριασμένο στην άκρη στον γιαλό, ο Σπύρος και ο Σταύρος μπήκαν μπροστά και μαύλησαν δυο τρεις φορές· μ΄ ένα σφύριγμα μακρόσυρτο και παρακαλεστικό του Σταύρου κίνησε μπροστά μια Κρούτα Λάια125, δική του, μια σημαδιακή126 προβατίνα μ’ ένα φλώρο μπάλωμα127 στα καπούλια της, που την είχε εκπαιδεύσει από μικρή για αρχηγό και της είχε κρεμασμένο ένα γαλαροκούδουνο. Η κρούτα λάια πέρασε άφοβα και θαρρετά το γεφύρι και με μιας κίνησε κοντά της το βαρύ κοπάδι. Αφήσαμε τη Λένη στο πίσω μέρος του κοπαδιού και εμείς οι τέσσερις άντρες λάβαμε θέσεις μάχης· ο Σπύρος και ο Σταύρος μπήκαν πάλι στο ποτάμι από το κάτω μέρος του γεφυριού, να φυλάνε μην πέσει κάποιο πρόβατο, να το πιάσουν, ενώ ο μπάρμπα Θύμιος και εγώ καθίσαμε στο έμπα του γεφυριού να κρατάμε τα πρόβατα, να μην στριμώχνονται όλα μαζί να το περάσουν, οπότε υπήρχε ο κίνδυνος να γλιστρήσουν και να βρεθούν στα παγωμένα νερά. Αλλά τα καη124. «να ρίξουμε τα πρότα απουπέρα»: να περάσουμε τα πρόβατα απέναντι 125. κρούτα λάια: προβατίνα μαύρου χρώματος με μικρά κέρατα. Κρούτα: προσωπική άποψη, από ρήμα κρούω-κρότος-κρούτος, αφού το χτύπημα των ζώων προς απόκρουση του εχθρού γίνεται με τα κέρατα. Λάια, πιθανή προέλευση από το αρωμούνικο laiu: μαύρο 126. σημαδιακή: ξεχωριστή, με ιδιαίτερο γνώρισμα. Από αρχ. ελλ. λέξη «σήμα» 127. φλώρο μπάλωμα: άσπρο σημάδι που μοιάζει με μπάλωμα. Μπάλωμα, ίσως από πρόθεση εν+βάλλω-εμβάλωμα-μπάλωμα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

79

μένα τα προβατάκια, σαν νοητοί άνθρωποι, όπως στον Σταυρό, πειθάρχησαν στο σχέδιό μας, το ίδιο και τώρα στο ποτάμι αράδιαζαν ένα-ένα με σειρά σαν να ήταν ορμηνεμένα. Ξαφνικά όμως, ενώ όλα πήγαιναν καλά, μια «τσιούλα βάκρα»128 δική μας, που αγριόφερνε και στη στρούγκα πάντα πηδούσε ανάρμεγη πάνω από τα κεφάλια των αρμεχτάδων, μόλις έφτασε στο γεφυράκι, πρόγκησε καθώς σήκωσε το χέρι του ο μπάρμπα Θύμιος και να αντί να περάσει από το γεφύρι, «όρμησε φωτιά» μέσα στο ποτάμι από το επάνω μέρος του· το νερό όμως ήταν πολύ και την παρέσυρε τον κατήφορο, πριν προλάβουν ο Σπύρος με τον Σταύρο να την αρπάξουν. Η Λένη και εγώ βάλαμε τις φωνές: Πάει η πρατίνα ορέε, πάρει η πρατίνα!! Δεν μπορούσαμε όμως να κάνουμε τίποτα, αλλά τη βλέπαμε να τη διαβάζει129 το ποτάμι σαν καρυδότσουφλο. Πρέπει να την πήγε καμιά δεκαπενταριά-είκοσι βήματα το ρεύμα και την παράτησε σ’ έναν βίραγκα130. Και ενώ νομίσαμε πως πνίγηκε, βλέπουμε ξαφνικά την πνιγμένη να σηκώνει το κεφάλι μέσα στο νερό και να κινείται προς την όχθη, σε λίγο βγήκε στην άκρη και άρχισε να τινάζεται. Γλίτωσε η τσιούλα, είπε ο μπάρμπα Θύμιος, την έσωσε ο βίραγκας· την είδαμε να κατευθύνεται προς το κοπάδι κουτσαίνοντας από το κοντινό131 το ποδάρι. Αφού τα χίλια πρόβατα πέρασαν το γεφυράκι μάς έμειναν τελευταία τα γίδια του Σταύρου και του μπάρμπα Θύμιου· εμείς δεν είχαμε κανένα· θα ήταν καμιά εβδομηνταριά· έκαμα τον ανήφορο να τα συμμαζέψω και τα έφερα στην ακροποταμιά. Πλησίασαν και οι άλλοι να τα ρίξουμε απέναντι· τα φέραμε από δω, τα στομώσαμε από εκεί, κανένα δεν έκανε την αρχή να διαβεί το γεφύρι· έπιασαν πάλι ο Σπύρος και ο Σταύρος τα τραγιά, τα τράβησαν στο γεφύρι και εμείς οι τρεις με φωνές και θορύβους προσπαθούσαμε να τα παρακινήσουμε. Δεν κατορθώσαμε τίποτε, αφού τα γίδια είχαν στο νου τους να λακίσουν132 προς τα πίσω, παρά να πλησιάσουν το γεφυράκι· απόλυσαν133 τα δυο γκεσέμια πάνω στη γέφυρα, ο Σπύρος και ο Σταύρος και ήρθαν να μάς βοηθήσουν. Οι αρχηγοί διάβηκαν απτόητοι και πήγαιναν για το κοπάδι· τα γίδια δεν έδειχναν καμία διάθεση συνεργασίας μαζί μας. Στο μεταξύ τα πρόβατα είχαν βγει μόνα τους στις λάκκες στο Μπαλντινέσι. Άρχιζε να σουρουπώνει, ήμαστε και μέσα στο ρέμα κλεισμένοι, 128. «τσιούλα βάκρα»: προβατίνα με άσπρο κορμί, μαύρο πρόσωπο, μαύρα πόδια και μικρά αφτιά 129. «τη διαβάζει το ποτάμι»: την παρασύρει το ποτάμι. Διαβάζω από αρχ. ρήμα διαβαίνω 130. βίραγγας: βαθύ κοίλωμα (γούρνα) μέσα στο ποτάμι 131. κοντ(ι)νό πόδι: το πίσω πόδι. Κοντινέλα: το τελευταίο τμήμα του κοπαδιού. Μπροστινέλα: το μπροστινό τμήμα του. Από αρχ. ελλ. λέξη κοντός-κοντινός 132. λακώ ή λακίζω: απομακρύνομαι τρέχοντας με θόρυβο εξ αιτίας φόβου. Δωρικός τύπος αρχ. ελλ. ρήματος ληκέω-ώ: προκαλώ ήχο ή από το ομηρικό «λάσκω» αόριστος «ελάκησα» 133. απόλυσαν: τα άφησαν ελεύθερα. Από πρόθεση από+λύω Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


80

Νικόλαος Β. Καρατζένης

ο καιρός ήταν πιασμένος από άκρη σε άκρη, οπότε το σκοτάδι δεν θα αργούσε να πέσει. Είπαμε να κάνουμε μια τελευταία προσπάθεια και ύστερα να τα παρατήσουμε και να έρθουμε το πρωί να τα συμμαζέψουμε. Μόλις τα κυκλώσαμε και τα ζορίΤα γεφύρια, έργα της ανάγκης για επιβίωση και επικοινωνία των ανθρώπων, δημιουργήματα του νου, της ψυχής και της σοφίας των σαμε, μια φλωροκάνουτα 134 του μπάρλαϊκών αρχιτεκτόνων, λύτρωσαν τους αγωγιάτες, τους οδοιπόρους μπλιορούλα και τα νομαδικά κοπάδια από τις κατεβασιές των ποταμιών. Τα μπα Θύμιου μ΄ ένα κυπράπρόβατα του Λευτέρη Μουρτζίλα διαβαίνουν τον Βενέτικο ποταμό κι, έσπασε τον κλοιό και στον Ζιάκα Γρεβενών. Οκτώβριος 2015 έφυγε σαν ελάφι· πριν καλά-καλά καταλάβουμε τι έγινε, όλα τα γίδια θροΐστηκαν135, μάς πήραν σβάρα136, γύρισαν πίσω και έσμιξαν με την κανούτα. «Αφήστε τα τα λυκοσκισμένα137, πάμε να φτάσουμε τα πρόβατα», είπε οργισμένος ο Σταύρος. «Να τα κουρέψ’138 ου διάουλους, θα τα χάσουμι ουλότιλα κι θα χαλιεύουμι139 σα ζουρλοί», σιγομουρμούρισε στενεμένος140 από το χάλι του ο μπάρμπα Θύμιος. Σ’ ένα σημείο παραπάνω που το ποτάμι πλάτυνε κάπως, ο Σπύρος πέρασε τα μουλάρια· μπήκε γι’ άλλη μια φορά ακόμα μέσα στο νερό. Σε λίγο πεταχτήκαμε στο ξάγναντο, πάνω από την τούμπα με τα ελάτια και αγναντέψαμε τα πρόβατα· είχαν πιάσει στ’ ανατολικά του ελατοδάσους του Αετού μια όμορφη ισιάδα από άκρη σε άκρη και βοσκούσαν· ο τόπος ήταν «βαρεμένος καλά»141· δυο χιλιάδες 134. φλωροκάνουτα μπλιορούλα: κατσίκα δυο χρόνων που το μαλλί της έχει χρώμα άσπρο και σταχτί (γκρίζο). Κανούτος από το λατινικό canus: ασπρομάλλης 135. θροΐστηκαν: θορυβήθηκαν. Από αρχ. ελλ. λέξη θρους: σιγανός θόρυβος 136. «μάς πήραν σβάρα»: μάς παρέσυραν στο βίαιο πέρασμά τους 137. λυκοσκισμένα: λύκος+ αρχ. ελλ. ρήμα σχίζω. Συνήθης κατάρα για τα γίδια ή τα πρόβατα τα οποία με την ανυπακοή τους εξοργίζουν τον ποιμένα. Τα παραδίδει λοιπόν στον λύκο να τα κατασπαράξει, για να τα τιμωρήσει. Συνώνυμα: λυκοφαγωμένα, λυκογδαρμένα, λυκοτεντωμένα 138. «να τα κουρέψ(ει) ου διάουλους»: κατάρα επίσης με την έννοια να πάνε στη στάνη του διαβόλου, να χαθούν από μπροστά μας, αφού είναι τόσο απείθαρχα και μάς βασανίζουν 139. «χαλιεύουμι»: αναζητούμε. Από τη δωρική λέξη χαλή: παλάμη-χαλεύω: απλώνω την παλάμη 140. στενεμένος: στενοχωρημένος. Από αρχ. ελλ. επίθετο στενός-ρήμα στενόω-στενώστενεύω 141. «ο τόπος ήταν βαρεμένος»: άρχιζε το χορτάρι να πρασινίζει Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

81

φαίνονταν, τέτοιο άνοιγμα και λάρωμα142 είχαν κάνει. Το νερόχιονο όμως εξακολουθούσε το βιολί του. Θα ήθελε καμιά ώρα να νυχτώσει· ο Σπύρος και η Λένη τράβησαν τα μουλάρια για το Αγκάθι, όπου υπήρχε μια καλυβούλα μελισσουργιώτικη. Αποφασίσαμε να νυχτερέψουμε εκεί και έπρεπε να φροντίσουμε για ξύλα όσο ακόμα έφεγγε. Ήμασταν ξεθεωμένοι από την κούραση, την αγωνία και τον φόβο, βρεγμένοι ως το μεδούλι, θεονήστικοι από την προηγούμενη βραδιά, «ήμαστε για μεταλαβιά»143, χτυπημένοι από τον χιονιά, αγανακτισμένοι από τον παλιόκαιρο που πήγε να μάς χάσει144, χολιασμένοι για τα λυκοσκισμένα τα γίδια.

Μια βραδιά στο καλυβάκι Τα πρόβατα βόσκοντας όρμωσαν κατά τον Αετό και χτενίζοντας145 το φτερούσιο βγήκαν στο ανάραχο το νύχτωμα, «τα γαργαλήσαμε ανάλαφρα»146 να πάρουν την κατηφόρα και να πέσουν στη μελισσουργιώτικη στρούγκα στο Αγκάθι. Τα γυροβολιάσαμε147 κάνα δυο φορές να λαρώσουν, ταΐσαμε τα σκυλιά και χωθήκαμε μέσα στην καλυβούλα, όπου η Λένη και ο Σπύρος είχαν ανάψει τη φωτιά. Για καλή μας τύχη βρήκαμε τρία-τέσσερα ελατίσια ροζιάρικα κούτσουρα, που τα είχαν παρατήσει οι μελισσουργιώτες πραταραίοι γιατί δεν μπόρεσαν να τα σκίσουν με το τσεκούρι, βρήκαμε ακόμα λιανόξυλα, κλάρες και φλούδες ελατίσιες. Για στρώματα ο Σπύρος και η Λένη είχαν κόψει ελατοκλώναρα και τα είχαν απλώσει σε όλο το καλυβάκι, που έσταζε σε δυοτρεις μεριές. Ρίξαμε δυο παλιότσολα148 που μάς περίσσευαν και πιάσαμε τις σταλαματιές. Κρεμάσαμε τις κάπες μας που έσταζαν κοντά στην πόρτα της καλύβας και περικυκλώσαμε τη φωτιά ίδια και απαράλλακτα, όπως οι μακρινοί μας πρόγονοι, οι Πελασγοί νομάδες. Αμέσως απαλλαχτήκαμε από τις λαστιχένιες μπότες, βγάλαμε και τα τσου142. λάρωμα: ηρεμία. Από αρχ. ελλ. επίθετο ίλαος: πράος-ιλαρός-ιλαρώνω-λαρώνω, φως ιλαρόν 143. «ήμαστε για μεταλαβιά»: η φράση από την εκκλησιαστική ορολογία, εν προκειμένω, η κακοκαιρία και η αγωνία μας για τα πρόβατα δεν μάς επέτρεψαν να φάμε κάτι επί ώρες 144. «πήγε να μάς χάσει»: λίγο έλειψε να αφανισθούμε από τη χιονοθύελλα στον Σταυρό 145. χτενίζουν το φτερούσιο: τα πρόβατα βόσκουν τόσο πυκνά το ένα δίπλα στο άλλο, όσο πυκνά είναι τα δόντια μιας χτένας, διαπερνώντας μια πλαγιά με φτέρη 146. τα γαργαλήσαμε ανάλαφρα: κατευθύναμε τα πρόβατα με ήπιες παρεμβάσεις γιατί ήταν ανάστατα από το σμίξιμο και υπήρχε φόβος τη νύχτα να διασπασθούν σε μικρότερα τμήματα (μπουλούκια), οπότε δεν θα ηρεμούσαν και εμείς θα βρισκόμαστε σε επιφυλακή. Γαργαλώ από αρχ. ελλ. ρήμα γαργαλίζω 147. γυροβολιάσαμε: κινηθήκαμε περιμετρικά του κοπαδιού εμποδίζοντας τη διασπορά των ζώων. Από επίρρημα γύρω+αρχ. ελλ. ρήμα βάλλω, γυροβόλι-γυροβολιάζω 148. παλιότσολα: παλιές μάλλινες κουβέρτες από γίδινο μαλλί χειροποίητες στον αργαλειό. Από επίθετο παλιός+τσόλι Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


82

Νικόλαος Β. Καρατζένης

ρέπια149 για «να πάρουν λίγο αέρα» τα πόδια μας, αφού μέσα στις μπότες τις οποίες είχαμε φορεμένες επί δώδεκα και πλέον ώρες, ο ιδρώτας και το νερόχιονο είχαν μετατραπεί σε βρὠμικη λάσπη από την οποία αναδυόταν μια μυρωδιά ανυπόφορη. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι κάποιοι συγγραφείς αποκαλούν τους ποιμένες βρωμοπόδαρους. Εκείνη την ώρα ήρθαν στη σκέψη μου οι στίχοι του Ομήρου 233-235 από τη ραψωδία Π της Ιλιάδας: «Ζευ, άνα Δωδωναίε Πελασγικέ, τηλόθι ναίων Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου, αμφί δε Σελλοί σοι ναίουσι υποφήται ανιπτόποδες χαμαιεύναι». σε μετάφραση: Δία της Δωδώνης, πρωτοκύβερνε Πελασγικέ, που μένεις μακριά την παγερή αφεντεύοντας Δωδώνη και τριγύρα χαμοκοιτάμενοι ανιφτόποδες ζουν οι Ελλοί, οι δικοί σου προφήτες. Ομολογώ πως, όταν διάβασα τους στίχους αυτούς πρώτη φορά, σχημάτισα την πεποίθηση ότι οι «ανιπτόποδες» Σελλοί δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ποιμένες γιατί αυτοί κοιμούνται στο χώμα ο ένας δίπλα στον άλλο στα αχυροσκέπαστα καλύβια τους, αφού η χρόνια αιχμαλωσία τους στα κοπάδια, δεν τους αφήνει και πολλά περιθώρια να είναι πλυμένοι και αλλαγμένοι. Την άποψή μου αυτή ενίσχυσαν οι νεότερες ιστορικές και αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή της Δωδώνης, οι οποίες απέδειξαν ότι η αρχαία Ελλοπία υπήρξε κοιτίδα νομαδικών κοπαδιών. Πόσο χρυσάφι άξιζε εκείνη η φωτιά! Τι ανείπωτη γλύκα είχε Η φωτιά που ανάβουν οι αγραυλούντες ποιμένες στα το- εκείνο το μάζεμα όλων μας γύρω πία των κοπαδιών στο τέλος μιας πολυτάραχης μέρας δεν από τη γωνιά να πυρωθούμε, να αποτιμιέται, δεν αγοράζεται. Η φωτιά, ιερό σύμβολο των 150 νομάδων, θεωρείται από καταβολής κόσμου πόλος συσπεί- ζωντανέψουμε. Αμπούριαζαν ρωσης των ανθρώπων και αποτρεπτική δύναμη του κακού. τα μουσκεμένα ρούχα μας, τα Καλαρρυτινοί ποιμένες στην Ανθούσα Τρικάλων, Οκτώ- βρεγμένα μαλλιά μας, τα πουβρης 1975 (φωτ. Κ. Μπαλάφας) ντιασμένα κορμιά μας· η αγαλ149. τσουρέπια: μάλλινες κάλτσες, πλεγμένες στο χέρι από τις γυναίκες των ποιμένων. Η λέξη έχει τουρκική προέλευση 150. αμπούριαζαν: έβγαζαν ατμούς στεγνώνοντας από την πύρα της φωτιάς Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

83

λίαση που νιώθαμε έπαιρνε ένα άπλωμα μέσα μας. Είχαμε δοκιμάσει έναν μεγάλο κίνδυνο, νικήσαμε τον Σταυρό, τιθασέψαμε το ποτάμι χωρίς απώλειες, οπότε μπορούσαμε να περάσουμε μια βραδιά χωρίς αγωνία. Εγώ προσωπικά αισθανόμουν άλλος άνθρωπος, πρώτη φορά μου τύχαινε να «γείρω» το κοπάδι με χιόνια στον Σταυρό και να διασχίσω αδιάβατο και θολό ποτάμι· ένιωθα μια παράξενη περηφάνια γιατί βοήθησα σε αυτό το φοβερό και επικίνδυνο εγχείρημα. Αφού πυρωθήκαμε καλά-καλά, ο Σπύρος έριξε νερό σε ένα αρμεχτοκάκαβο151 του Σταύρου, που έπαιρνε καμιά δεκαριά οκάδες, ζύγωσε152 δυο λιθάρια στη φωτιά και το ακούμπησε επάνω τους. Σαν πήρε έναν χόχλο153, άδειασε μέσα πέντε-έξι καπάκια τραχανά που είχε απομείνει του μπάρμπα Θύμιου και άρχισε ν’ ανακατώνει με το πίσω μέρος της κλίτσας του· κουτάλα δεν είχαμε· με τόσα νερά που είχε περάσει η κλίτσα όλη μέρα ήταν πεντακάθαρη. Μόλις έβρασε ο τραχανάς και κατέβασε το κακάβι από τη φωτιά, χυθήκαμε οι πέντε «σα στραβοί στο φαΐ». Μ’ ένα μικρό καπάκι154, που το χρησιμοποίησε για κουτάλα, ο Σπύρος γέμισε τα καπάκια και τις λίμπες αχνιστό μαέρεμα155·μάς έφευγαν τα σάλια κυριολεκτικά, δεν προπιόμασταν156 ν’ αρχίσουμε. Εγώ είχα χώσει το χέρι μου ως τον ώμο σ΄ ένα παλιό τομάρι157 που είχαμε μαζί μας και έβγαλα μια λίμπα αρτυμή158 και δυο-τρία σβώλια159 τυρί ν’ αρμυρίσουμε τον τραχανά. Ο Σταύρος έτρωγε με τη Λένη σ’ ένα καπάκι, ο Σπύρος και εγώ σ’ ένα άλλο, ο μπάρμπα Θύμιος τέλευε160 μοναχός του σε μια λίμπα που ήταν σαν γρούσπα161, τέτοιο βάθος και άνοιγμα είχε. 151. αρμεχτοκάκαβο: χάλκινο αγγείο (χύτρα). Οι ποιμένες άρμεγαν τα πρόβατα σε καρδάρες ή κακάβια. Η λέξη σύνθετη από αρμέγω, πιθανή προέλευση από αρχ. ελλ. ρήμα αμέλγω και κακάβι. Από αρχ. ελλ. λέξη κακάβη-υποκοριστικό κακάβιον-κακάβι 152. ζύγωσε: πλησίασε, έφερε δίπλα-δίπλα. Από αρχ. ελλ. ρήμα ζυγόω-ώ: μπαίνω στον ίδιο ζυγό, πλησιάζω 153. πήρε ένα χόχλο: άρχισε να χοχλάζει 154. καπάκι: κάλυμμα σκεύους που συχνά αντικαθιστούσε το πιάτο 155. μαέρεμα: μεγειρεμένο φαγητό. Από αρχ. ελλ. λέξη μάγειρος η οποία παράγεται από αρχ. ελλ. ρήμα «μάσσω»: κατεργάζομαι κάτι με τα χέρια μου 156. δεν προπιόμασταν: μάς είχε θερίσει η πείνα, οπότε δεν είχαμε υπομονή να περιμένουμε καθόλου. Από προθέσεις προ+υπό+άγω: προϋπάγω: προπάου-προπιέμαι 157. τομάρι: ασκός φτιαγμένος από δέρμα προβάτου ή κατσικιού. Παλιό τομάρι: συρρικνωμένο τομάρι, αφού το περιεχόμενό του είχε σχεδόν τελειώσει. Από το ομηρικό ρήμα τέμνω-τόμος: μεμβράνη, υποκοριστικό τομάριον-τομάρι: δέρμα 158. αρτυμή: τυρί ανακατεμένο με μυζήθρα και γάλα που διατηρείται σε δερμάτινο ασκό (τομάρι). Από αρχ. ελλ. ρήμα «αρτύω»: τρώγω κάτι μη νηστίσιμο 159. σβώλος: σφαιρικό κομμάτι τυριού μέσα στο τομάρι, που δεν έγινε πολτός. Από το ομηρικό «βώλος»: σβώλος χώματος, ερίβωλος Φθία: Η Φθία, η πατρίδα του ομηρικού Αχιλλέα με τα πλούσια χώματα (μεγάλους βώλους), σε αντίθεση με τα «φτενά» χωράφια του Γ. Κοτζιούλα 160. τέλευε: με μεταφορική έννοια «του έδινε να καταλάβει», αποτελείωνε. Από αρχ. ελλ. ρήμα τελέω-ώ ή τελείω: φέρνω σε τέλος, φθάνω στο τέλος 161. γρούσπα: βαθύς λάκκος με μεγάλο άνοιγμα Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


84

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Γεμίσαμε και αδειάσαμε τρεις-τέσσερις φορές τα καπάκια μας, «πάαινε το χλιαροχτύπ(η)μα162 γαζέπ(ι)»163. Δεν έμεινε ούτε κουταλιά στο κακάβι· ο Σταύρος που ήταν αρούπωτος164, άρπαξε το κακάβι, το ξεγάνωσε165 κυριολεκτικά, μην αφήνοντας τσίκνα166 ούτε για σημάδι. Είναι αλήθεια πως ο Σπύρος και ο Σταύρος, όταν στρώνονταν στο φαγητό, ξεχνούσαν να σηκωθούν ξανά, τους φοβήθηκε το μάτι μου, τέτοια πείνα τους έδερνε, ποτέ δεν τους θυμάμαι χορτάτους ως πραταραίους. Την ίδια στιγμή ο Σπύρος, ο Σταύρος κι ο μπάρμπα Θύμιος άρπαξαν με τα δυο τους χέρια τις φτσελίκες167 με το νερό, τις αναποδογύρισαν στον αέρα και ρούφαγαν, ρούφαγαν, ρούφαγαν νερό ώσπου τις λιγοθύμισαν κυριολεκτικά, τις στράγγισαν· ένα βροντερό αναστέναγμα ικανοποίησης ανέβαινε από τα σωθικά τους, που νόμιζες πως ήταν κραυγή πρωτόγονων ανθρώπων. Ευτυχώς που η βρύση ήταν δεκαπέντε βήματα πέρα από το καλυβάκι και βγήκα εγώ, σαν μικρότερος, να τις γεμίσω πάλι. Έξω συντελούνταν ο χαλασμός του κόσμου, τα μπουμπουνσταριά168 και τ’ αστράμματα δεν έλεγαν να λαρώσουν, τα λαγκάδια άχαζαν, τα ποτάμια μούγκριζαν, τα πρόβατα καταλάγιαζαν169, τα σκυλιά λούφαζαν170, δεν άκουγες κουδουνάκι, ούτε βελαξιά, ουδέ αλύχτημα171. Τα ζωντανά καρτερούσαν το ξημέρωμα. Μέσα στο καλυβάκι η απαλή μουσική της φωτιάς, έξω από αυτό, των ανέμων οι καλπασμοί, των καταιγίδων οι ολολυγμοί, του δάσους η σπαρακτική βοή, των ποταμών οι βρυχηθμοί και των κεραυνών η βιβλική οργή, συνέθεταν ένα σκηνικό 162. «πάαινε το χλιαροχτύπ(η)μα γαζέπι»: τρώγαμε τόσο λαίμαργα ώστε ο θόρυβος από τα κουτάλια έμοιαζε με τον ήχο της μπόρας. Χλιαροχτύπημα: χουλιάρι+αρχ. ελλ. ρήμα κτυπώ. «Χουλιάρι» από αρχ. ελλ. λέξη κοχλίας-κοχλιάριον-χλιάριον με συγκοπή συλλαβής 163. γαζέπι: θύελλα· η λέξη είναι τούρκικης προέλευσης 164. αρούπωτος: αχόρταγος. Πιθανή προέλευση από το επίθετο «ροπτός»: ροφητός από αρχ. ελλ. ρήμα ροφέω-ώ: τρώγω ροφώντας 165. ξεγάνωσε: έξυσε το χάλκινο αγγείο τόσο πολύ με το κουτάλι ώστε έβγαλε από αυτό τον κασσίτερο, το γάνωμα: ξεγάνωσε, από αρχ. ελλ. ρήμα γανόω-ώ και την πρόθεση εκ που στον αόριστο γίνεται εξ «εξεγάνωσε»-ξεγάνωσε 166. τσίκνα: κατάλοιπο φαγητού που κολλάει στον πάτο μεγειρικού σκεύους, όταν βράζουμε ή ψήνουμε. Ίσως από αρχ. ελλ. λέξη κνίσα-τσίκνα 167. φτσελίκα ή φτσέλα ή βτσέλα: μικρό ξύλινο βαρελάκι νερού με στενό στόμιο που κουβαλά στον ώμο του ο ποιμένας. Πιθανή προέλευση από αρχ. ελλ. λέξη «βύτις» ή βυτίνη: αγγείο-βυτίον-βουτσίον-βουτσί-βουτσέλι-βτσέλα-φτσέλα-φτσελίκα 168. μπουμπουνσταριά: παρατεταμένες βροντές 169. καταλάγιαζαν: ησύχαζαν, σώπαιναν. Από αρχ. ελλ. ρήμα λαγαρίζω: ηρεμώ, χαλαρώνω-ρήμα λαγάζω και λαγιάζω 170. λούφαζαν: έμεναν ακίνητα και σιωπηλά λόγω της κοσμοχαλασιάς. Από αρχ. ελλ. ρήμα λωφάω-ώ-λωφάζω-λουφάζω-λούφα 171. αλύχτημα: γάβγισμα. Από αρχ. ελλ. ρήμα υλακτέω-ώ-αλυκτώ-αλυχτώ-αλύχτημα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

85

τρόμου, τα όρια του οποίου συγχέονταν ανάμεσα στο μυθικό και στην πραγματικότητα. Ο Σπύρος έριξε δυο κούτσουρα στη φωτιά και κάτι ξερές σκούπες να πάρουμε μια τελευταία πύρα172 και ύστερα να ξεγείρουμε, να πλαγιάσουμε. Έστριψαν και οι τρεις από ένα λαθραίο173 και τραβούσαν βαθιές χορταστικές ρουφηξιές, ήταν ένα τσιγάρο «της αναπόλησης και της ξαποστασιάς». Και των τριών η σκέψη ξαναγύριζε στον Σταυρό· ξαφνικά ο μπαρμπα Θύμιος μονολόγησε: «Δεν έπρεπε να σάς ακούσω· ήταν καθαρή ζουρλαμάρα. Πώς δεν μάς πάγωσαν τα πρόβατα στον καταραχιά, πώς δεν μάς τα σήκωσε το φουσάτο, πώς δεν μείναμε με τις κλίτσες στα χέρια174 να κλαίμε τη μοίρα μας;» Οι δυο αμετανόητοι και σκληροτράχηλοι ποιμένες τον κοίταζαν και σώπαιναν, κάπνιζαν και σώπαιναν. Πήραμε τις κάπες μας που είχαν στραγγίσει, αλλά ήταν ακόμα νοτερές, πιστρωθήκαμε και πέσαμε για ύπνο, αφήνοντας τα δυο κούτσουρα ν’ αργολιώνουν στη φωτιά, να μάς ζεσταίνουν και να μάς κρατούν συντροφιά. Από την αποσταμάρα, το κρύο και την ταραχή της μέρας παραδοθήκαμε στη γλυκιά παραλυσία του ύπνου. Θα πρέπει να είχαν περάσει δυο-τρεις ώρες νύχτας, όταν ξύπνησα από έναν δυνατό γνώριμο θόρυβο· όλο το καλυβάκι τρανταζόταν κυριολεκτικά από το συντονισμένο ροχαλητό του Σπύρου, του Σταύρου και του μπάρμπα Θύμιου· από τα νεύρα μου, που μου χάλασαν τον ύπνο, έριξα μια με τον αγκώνα στον Σπύρο, που κοιμόταν δίπλα μου και σκούντησα τους άλλους δυο, αυτοί γύρισαν από το άλλο πλευρό και για μια στιγμή ησύχασαν. Ο Σπύρος, που ο τραχανάς και η αρμύρα τον είχαν ανάψει, σηκώθηκε και πάσχιζε να βρει στο σκοτάδι μισοκοιμισμένος τη φτσέλα· άκουσα σε λίγο το νερό να κακαρίζει καθώς ο αδερφός μου άδειαζε το βαρελάκι. Έξω το κρύο και ο χιονιάς δεν είχαν αναπαμό. Θα ήθελε καμιά ώρα να ξημερώσει, όταν ο μπάρμπα Θύμιος πετάχτηκε αλαφιασμένος175 και έβαλε τις φωνές: «Σ(η)κουθείτι απάνορέ, κάηκαμαν κι ψήθ(η)καμαν απόψι». Πράγματι ένα φτερό176 από την κάπα του Σταύρου είχε πάρει φωτιά, είχε 172. «να πάρουμε μια πύρα»: να ζεσταθούμε για τελευταία φορά πριν κοιμηθούμε. Πύρα από αρχ. ελλ. λέξη πυρ-πυρόω-ώ 173. λαθραίο: τσιγάρο στριφτό με καπνό που οι νομάδες των Τζουμέρκων αγόραζαν από καπνοπαραγωγούς της Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Η χρήση του ήταν παράνομη γι’ αυτό οι ποιμένες το κάπνιζαν με επιφύλαξη 174. με τις κλίτσες στα χέρια: Όταν οι ποιμένες έχαναν τα πρόβατα ολοσχερώς από βαρυχειμωνιά, από αρρώστιες (αβδέλλα, παρμάρα) ή φυσικές καταστροφές (κεραυνούς, πνιγμούς), έμεναν χωρίς βιός, με τις κλίτσες ως μόνο περιουσιακό στοιχείο. Άρχιζαν τότε εκ του μηδενός την προσπάθεια να αποκτήσουν πρόβατα με το να ρογιάζονται ως μισθωτοί βοσκοί σε τσελιγκάδες 175. αλαφιασμένος: τρομαγμένος. Από αρχ. ελλ. λέξη έλαφος-ελαφιάζομαι-αλαφιάζομαι 176. φτερό: η άκρη της κάπας· φτερό κοπαδιού: η μια πλευρά του κοπαδιού. Ο ποιμένας Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


86

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Το οροπέδιο των Μελισσουργών Μπαλτινέσι με τις ισιοτοπιές και τα άφθονα νερά του αποτελεί ονειρεμένο λιβάδι για 6000 πρόβατα. Αριστερά η ιστορική διάβαση «Αυτί», στο μέσον η υψηλόφρων Μπρέσιανη και δεξιά το ελατοδάσος του Αετού. Ιούνιος 2009

καεί κανά δυο σπιθαμές· η φωτιά περπατούσε αργά-αργά και βρωμούσε σκρούμπος177 σε όλο το καλύβι. Ο μπάρμπα Θύμιος άρπαξε τη φτσέλα, την άδειασε πάνω στη σκρουμπιασμένη κάπα και «σύμπησε»178 τη φωτιά. έχουμε και σήμερα και πού θα λάβουμε εκείνα τα λυκογδαρμένα τα γίδια179», είπε. Πήρε να αχνοφέγγει. Αποφασίσαμε να μείνουμε εκείνη τη μέρα στο Μπαλντινέσι.

Μια μέρα στο Μπαλντινέσι Σαν έφεξε καλά, τα πρόβατα άρχιζαν να ξετρίβουν180 αγάλια-αγάλια τον ανήφορο· τονερόχιονο όχι μόνο δεν έλεγε να σταματήσει αλλά δυνάμωνε· ο καιρός ήταν κατακαθισμένος για τα καλά, τόσο νερό είχε ρίξει, τέταρτη μέρα στη σειρά, και δεν φαινόταν πως θα ξεκόψει. Αφήσαμε τα μουλάρια να βόσκουν στις τσουκνίδες γύρω από τη στρούγκα, πήραμε τις κάπες και βγήκαμε στο ανάραχο, στη βρύση του Πέζα, ν’ αγναντέψουμε τα γίδια, ν’ ακούσουμε ήχο κύπρου, κάποιο βέλασμα. Τα πρόβατα σκαπέτησαν181 στο διάσελο και έζωσαν τον τόπο ως το Βρολαγοκοιμάται στο «φτερό» του κοπαδιού για να το προσέχει τη νύχτα· φτερό, από αρχ. ελλ. ρήμα πέτομαι-πτερόν-φτερό 177. σκρούμπος: καμμένο μάλλινο ύφασμα που μυρίζει βαριά 178. σύμπησε τη φωτιά: σκάλισε τα κάρβουνα, μετακίνησε τα ξύλα που καίγονταν ή ήταν μισοκαμμένα, με ένα ξύλο, το «συμποδαύλι». Συμπάω, από προθέσεις συν+υπό και αρχ. ελλ. ρήμα άγω-συμπάγω. Συμποδαύλι: συν+υπό+δαυλός ή δαλός που προέρχεται από το ομηρικό «δαίω»: καίω, ανάβω φωτιά 179. ζαβή μέρα: αγριοκαίρι. Ζαβό τζομπανόσκυλο: άγριο, επιθετικό 180. ξετρίβουν: τα πρόβατα ξεκινούν για τη βοσκή, λίγα στην αρχή, περισσότερα στη συνέχεια. Από την πρόθεση εκ που στον αόριστο γίνεται εξ και αρχ. ελλ. ρήμα «τρίβω», εξέτριψα-ξέτριψα-ξετρίβω 181. σκαπέτησαν: έγειραν πίσω από τη ράχη. Πιθανή προέλευση από το ομηρικό ρήμα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

87

τόπι. Τα παρατηρούσαμε καθώς πλημμύριζαν τις ισιοτοπιές βόσκοντας και βελάζοντας από τη σμίξη, δεν μάς άφησε ο καιρός να τα χωρίσουμε. Κάποια ώρα άρχιζαν να σκαρίζουν182 στα στεφάνια στο Ξερολίβαδο και τα γίδια και να διαβαίνουν κατά το Αυτί. Τα βλέπαμε και τ΄ ακούγαμε από το καραουλάκι183. Ο Σπύρος και ο Σταύρος κίνησαν να πάνε να τα ξεγραδώσουν184 και να τα περάσουν μέσα από το ποτάμι, πολύ ψηλά όμως προς το Αυτί, το προαιώνιο πέρασμα οδοιπόρων, στρατευμάτων και κοπαδιών. Εγώ, ο μπάρμπα Θύμιος και η Λένη μείναμε στα πρόβατα. Εμένα δεν με χωρούσε ο τόπος. Δεν χόρταινα να βλέπω τόσες εκατοντάδες προβάτων απλωμένες από τη μια ως την άλλη άκρη στο Μπαλτινέσι· έτρεχα από δω, στόμωνα τα πρόβατα από εκεί, τα όρμωνα προς το πλάι, τα προγκούσα να βγουν από τα φτερούσια, δεν τ’ άφηνα σε ησυχία. Ο μπάρμπα Θύμιος μου φώναζε κάπου-κάπου, να μην τα «χαλάω»185, γιατί δεν είχαν λαρωμό πουθενά από τον παλιόκαιρο. Πού να τον ακούσω, προσπαθούσα να μετρήσω τα κριάρια, να δω ποια έχουν τρανύτερα κέρατα, να μετρήσω τις προβατίνες με τα μισοκούδουνα, να μετρήσω τις παρδαλές, τις κρούτες, τις βάκρες. Είχα μετρήσει. θυμάμαι, 107 λάιες και 84 κριάρια βαρβάτα. Ο φόβος μου ότι, αν ξέκοβε ο καιρός, θα χώριζε ο καθένας το σημάδι186 του, μ’ έκανε να ζήσω όσο πιο έντονα μπορούσα τις στιγμές εκείνες που «φύλαγα» χίλια πρόβατα. Έπαιρνα μια γεύση από τα παλιά τσελιγκάτα που τόσα είχα ακούσει και είχα διαβάσει γι’ αυτά. Παρά τη νίλα και την τρομάρα που πέρασα στον Σταυρό, παρά το κρύο και τον χιονιά που μ’ έδειραν τις μέρες εκείνες, δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ την ανεπανάληπτη εμπειρία να «φυλάξω» χίλια πρόβατα. Ήταν άπιαστο όνειρο. Ο μπάρμπα Θύμιος, ο συνετός και πολύπειρος ποιμένας, βλέποντας τον ζήλο μου για τα πρόβατα μου είπε: «Καλά κάνεις και τα θέλεις τόσο πολύ τα πρόβατα, αλλά να ξέρεις από μένα και γράψε το καλά στο μυαλό σου πως της πρατίνας το ένα βυζί βγάζει γάλα και το άλλο φαρμάκι. Το βυζί με το φαρμάκι είναι τρανύτερο και δεν στερφεύει ποτέ. Αν μάθεις γράμματα, κοίτα να μην «πάσκάπτω απ’ όπου η λέξη κάπετος αντί σκάπετος: τάφρος, λάκκος. Αυτός που «σκαπετάει» που εξαφανίζεται πίσω από την κορυφή του βουνού δίνει την εντύπωση σ’ εκείνον που τον παρακολουθεί ότι χάνεται μέσα σε μια τάφρο, τον καταπίνει το βουνό 182. σκαρίζουν: αργοκινούν για τη βοσκή. Από το ομηρικό «σκαίρω»: σκιρτώ, πηδώ. Σκάρος: μεταμεσονύχτια βοσκή προβάτων 183. καραουλάκι: παρατηρητήριο, σκοπιά, εν προκειμένω περίοπτο ύψωμα 184. να ξεγραδώσουν: να βοηθήσουν τα στριμωγμένα γίδια να βγουν από κάποιο στένωμα: γράδα: σχισμή βράχου, στενωπός 185. χαλάω: διαταράσσω την ηρεμία τους· από αρχ. ελλ. ρήμα «χαλάω-ώ»: καταστρέφω, χαλασμός, χάλασμα 186. σημάδι: κάθε πρόβατο έφερε σημάδι γνωρίσματος, κόψιμο αφτιού που δήλωνε τον κάτοχό του-ποιμένα. Προέλευση από το ομηρικό «σήμα-τος»-σημάτιον-σημάδιονσημάδι-σημαδεύω Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


88

Νικόλαος Β. Καρατζένης

ρουν τα μυαλά σου αέρα» και λησμονήσεις την τζιομπάνικη ζωή και εμάς τους χιλιοβασανισμένους πραταραίους που μάς πολεμούν θεοί και άνθρωποι, ζουλάπια και αγριοκαίρια, μα εμείς δεν παραδινόμαστε, τα πονάμε τα πρόβατα γιατί αυτά είναι η ίδια η ζωή μας. Με αυτά πορευτήκαμε, φάγαμε ψωμί από αυτά, κάναμε οικογένειες, προικίσαμε αδερφές, σπουδάσαμε παιδιά, γηροκομήσαμε τους γονέους μας, προσφέραμε στον τόπο και στην πατρίδα μας». Εκείνα τα λόγια με σημάδεψαν και κάθε που έρχονται στη μνήμη μου με συνταράζουν, αλλά ενδυναμώνουν και την προσδοκία μου πως όσο κυλάει το νερό και βγαίνει το χορτάρι στης χώρας μας τα βουνά, θα υπάρχουν νομάδες-ακρίτες που θα κρατούν με νύχια και με δόντια ανοιχτά τα μονοπάτια του αρχέγονου νομαδισμού. Το μεσημέρι που τα πρόβατα είχαν κλαπαταρώσει187 από τη στρούγκα στο Κελάρι ως το Βροτόπι ξεκάμπησαν188 ο Σπύρος και ο Σταύρος με τα γίδια. Τα είχαμε όλα τώρα συμμαζεμένα μπροστά μας· αποφασίσαμε τότε να φύγουν για το χωριό, ο Σπύρος, που ήταν νιόπαντρος τη χρονιά εκείνη, ο μπάρμπα Θύμιος και η Λένη. Θα ξανάρχονταν την άλλη μέρα να μάς φέρουν ψωμί και να σαλαήσουμε189 τα κοπάδια για το χωριό. Έτσι και έγινε. Μείναμε ο Σταύρος και εγώ τη μέρα εκείνη στο Μπαλτινέσι και, ενώ κανένας κίνδυνος δεν υπήρχε για τα ζωντανά πια, ένας φόβος μάς τσιμπούσε την καρδιά, η αίσθηση ότι ήμασταν δυο άνθρωποι ολομόναχοι με τόσο βιος μέσα στ’ αγριοβούνια. Αφού κύλησε η μέρα βροχερή, το βράδυ μαζευτήκαμε άνθρωποι και ζωντανά στο γρέκι μας, στη στρούγκα στο Αγκάθι. Το νερόχιονο συνέχιζε να πέφτει πυκνό και παγερό, το χιόνι έπηζε190 στης Πίνδου τις μοναχικές κορυφές, της νύχτας τα μαύρα σκοτάδια πύκνωναν και σωριάζονταν επάνω μας. Εξουθενωμένοι και δαρμένοι από τον χιονιά και των προβάτων την έγνοια πέσαμε νωρίς για ύπνο. Θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα, όταν άκουσα τον Σταύρο δίπλα μου να βγάζει κάτι άναρθρες κραυγές απόγνωσης και να σπαράζει μέσα στον παροξυσμό του: «Τα πρόβατα, τα πρόβατα, τα πρόβατα!!!» Πετάχτηκα από 187. κλαπατάρωσαν: τα πρόβατα κινούμενα από τα χαμηλά σκαρφάλωναν βόσκοντας στην ορθοπλαγιά με κατεύθυνση την κορυφή της. Από το νεοελληνικό «κλαπατάρι»: φτερό. Ο Κ. Κρυστάλλης στον σταυραητό του: «..θέλω τ’ αψήλου ν’ ανεβώ, ν’ αράξω θέλω, αητέ μου… θέλω μα δεν έχω τα φτερά, δεν έχω κλαπατάρια…». 188. ξεκάμπησαν: εμφανίστηκαν ξαφνικά. Από πρόθεση εκ+κάμπος με προέλευση από το λατινικό campus-i ή από αρχ. ελλ. ρήμα κάμπτω-καμπή-κάμπος-ξεκαμπάω: βγαίνω από τα στενά στην πεδιάδα 189. «να σαλαήσουμε»: να κατευθύνουμε σε πορεία το κοπάδι με φωνές και σφυρίγματα. Πιθανή προέλευση από το ομηρικό σάλος-σαλέομαι: βρίσκομαι σε αναταραχή-σαλαΐζωσαλαγώ. Άλλη εκδοχή, από το μεσαιωνικό σάλαγος: βοή από ομάδα ανθρώπων και αγέλη ζώων, όταν βρίσκονται εν κινήσει 190. έπηζε το χιόνι: το χιόνι σωριαζόταν κατά στοιβάδες και γινόταν ένα σώμα. Από αρχ. ελλ. ρήμα πήγνυμι Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

89

τον ύπνο και τον ξύπνησα και αυτόν. Ήταν μούσκεμα σε όλο του το κορμί από τον ιδρώτα ενός τρομακτικού ονείρου. Σηκώθηκε ορθός και αναστατωμένος, όπως ήταν, βγήκε έξω να δει τα κοπάδια. Τον ακολούθησα έντρομος. Τα πρόβατα έστεκαν ακίνητα στο γρέκι τους μαστιγωμένα από το νερόχιονο. Ο Σταύρος τα κοίταζε σιωπηλός και περίλυπος. Όταν συνήρθε κάπως, επέστρεψε στο καλυβάκι. Έριξα δυο ξερές ελατίσιες κλάρες στη φωτιά για ν’ απαλύνω τα σκοτάδια. Στης θραμπάλας191 το φέγγος είδα τον Σ. να στρίβει αργά και νωθρά ένα λαθραίο άκρεντος192 και σκεφτικός. Σε λίγο αφηγούμενος το αποτρόπαιο όνειρο μού έλεγε ότι, καθώς φτάσαμε στο ύψος του Σταυρού ήρθε ένα αρπακτικό δρολάπι193, που παρέσυρε 200-300 πρόβατα και τα πήγαινε κατευθείαν στον γκρεμό, ενώ ο ίδιος έμενε καθηλωμένος στη θέση του και δεν είχε δυνάμεις να τρέξει για ν’ αλλάξει την πορεία των προβάτων και ν’ αποτρέψει το κακό. Έβαλε τότε τις φωνές ζητώντας βοήθεια από μάς. Πάλι καλά, κατέληξε, που ήταν ένα βασανιστικό όνειρο μόνο, που πέρασε και δεν έχασα στ’ αλήθεια τα πρόβατα να γίνω «μολόημα»194. Μ’ ένα πλάκωμα στην ψυχή πέσαμε πάλι για ύπνο. Ο φόβος που μου μετάγγισε ο Σ. μ’ έκανε να μείνω άγρυπνος για αρκετή ώρα, αναλογιζόμενος ότι οι άνθρωποι των κοπαδιών και των καταιγίδων ούτε στον ύπνο τους δεν μπορούν να ελαφρώσουν από της βιοπάλης τους παιδεμούς. Ήθελα να ήξερα αν και στην άλλη ζωή τα πρόβατα θα βλέπουν στον ύπνο τους οι τυραννισμένες και ανυπότακτες αυτές υπάρξεις!!! Ξημέρωσε η πέμπτη μέρα της οδύσσειάς μας· η βροχή επιτέλους είχε κοπάσει γιατί είχε φυσήξει τη νύχτα από τον βοριά. Ανέτειλε ο ήλιος, ένας ήλιος φωτεινός, ζεστός, χινοπωριάτικος. Οι ακτίνες του χάιδευαν τις πάλλευκες κορυφές· όπου και να κοίταζες έβλεπες χιόνια, στον Σταυρό, στου Καμσιαρά, στο Αυτί, στη Μπρέσιανη, στη Στρογγούλα· ο αέρας ερχόταν κρύος, τα ποτάμια βογκούσαν ακόμα. Τα πρόβατα σκάριζαν αργά-αργά· τα κουδούνια άφηναν να ξεχύνεται ένα αχολόι αρμονικό· βροντούσαν κοφτά οι δυο μεγάλες κουδούνες από τους τράγους, ξεχυνόταν γλυκά ο λάλος195 από τους κύπρους, αντιλαλούσε 191. θραμπάλα: η φλόγα που ανδύεται από τη φωτιά, αλλά μόλις καούν τα ξύλα πέφτει. Από το επίθετο θραμβός: καμμένος 192. άκρεντος: αμίλητος, άλαλος. Από α στερητικό+αρχ. ελλ. ρήμα «κρίνω»-κρένω: απαντώ, αποκρίνομαι 193. δρολάπι: δυνατή βροχή συνοδευόμενη από αέρα. Από ύδωρ+λαίλαψ-υδρολαίλαψυδρολαιλάπιον-δρολαιλάπι-δρολάπι. Στους ποιμένες των Τζουμέρκων ο όρος συναντάται ως «ντουρλάπι» και «ντουρλάκι» 194. μολόημα: αφήγηση θλιβερού συμβάντος. Από αρχ. ελλ. ρήμα ομολογώ. Κάθε περιστατικό που είχε ως συνέπεια απώλεια σε ανθρώπους και σε μεγάλο αριθμό προβάτων, έμενε ανεξίτηλο στη μνήμη των ανθρώπων της περιοχής και μεταφερόταν στους μεταγενέστερους με δραματικότητα πάντα 195. λάλος: λάλημα, από αρχ. ελλ. ρήμα λαλέω-ώ: εκπέμπω ήχους Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


90

Νικόλαος Β. Καρατζένης

μονότονος ο ήχος από τα κουδούνια των κριαριών196 έσμιγαν σε μια μεθυστική συναυλία τα εκατόν πενήντα τόσα γαλαροκούδουνα, ξεχώριζαν κάπου-κάπου τα λιανοκούδουνα από τις ζυγουρούλες. Όπως άνοιγαν νωχελικά τα πρόβατα, κάτασπρα κάτασπρα, σγουροπλυμένα από τις πλημμύρες, με τα μαλλιά τους μακριά ως τα νύχια, γερά και αγριεμένα λίγο με τους τράγους και τα γίδια μπροστάμπροστά καμαρωτά και περήφανα, σ’ έπαιρνε η χαρά να τα βλέπεις και ν’ ακούς τον χαλιά197 από τα κουδούνια· εκείνα τα κυπριά «λάλαγαν σαν αηδόνια». Το μεσημεράκι κατέφτασαν από τα Πράμαντα και οι υπόλοιποι της συντροφιάς. Ο Σπύρος έφερε μακαρονόπιτα που ευωδίαζε τυρί βουνίσιο και αβγά, απωθημένη λαχτάρα για μάς που το ψωμοτύρι μάς είχε γδάρει τον λαιμό επί ημέρες πολλές. Την είχε φτιάξει η γυναίκα του η Νούσιω, νιόνυφη τότε, που είναι «μάνα» στις πίτες. Καθισμένοι και οι πέντε σ’ ένα ξάγναντο, στη βρύση του Πέζα, ορμήσαμε σαν λιμασμένοι198 στο εκλεκτό γεύμα και δεν αφήσαμε ούτε τριμματάκι. Ήπιαμε και γάργαρο νερό από την πηγούλα και «γίναμε ζυγούρια»199. Αυτή η απέριττη εικόνα, την οποία συνθέτουν οι ποιμένες, όταν κάθονται γυροβολιἀ να «πάρουν μια χαψιά», δίπλα ή ανάμεσα στα κοπάδια, στα τζομπανόσκυλα και στα άλογα, μέσα στους πανάρχαιους τόπους και στους ξεχωριστούς ήχους, στις μυρωδιές και στις κινήσεις, δεν είναι μόνο σαγηνευτική, αλλά εμπεριέχει και κάποια φιλοσοφική χροιά, δεδομένου του ότι οι πλάνητες βοσκοί κατά τις φθινοπωρινές και εαρινές οδοιπορίες τους με τα πρόβατα δεν τρώνε για ν’ απολαύσουν το φαγητό τους, όπως οι άλλοι άνθρωποι, αλλά για να πάρουν δυνάμεις ν’ αντέξουν τις κακουχίες του ποιμενισμού. Το γεγονός όμως ότι βρισκόμασταν πολιορκημένοι από τους κραταιούς και αδυσώπητους σχηματισμούς της Ρουίστας (ύψος 2.245μ.) της Μπρέσιανης (2.398μ.) και του Αυτιού και υπό το κράτος των απειλών του χιονιού, των ποταμών και των ανέμων, αφαιρούσε κάτι από την ομορφιά των στιγμών γιατί το απρόβλεπτο ήταν συχνά και αναμενόμενο στα ποιμενικά δρώμενα. 196. κουδούνια κριαριών, γαλαροκούδουνα, λιανοκούδουνα: τρεις κατηγορίες κουδουνιών που διαβαθμίζονται ανάλογα με το μέγεθος, τον ήχο που παράγουν και την κατηγορία του προβάτου για την οποία προορίζονται 197. χαλιάς: παχύ στρώμα από πέτρες και χαλίκια σε μια πλαγιά· εν προκειμένω έντονο αχολόημα κουδουνιών σαν τον θόρυβο που κάνουν πέτρες και χαλίκια που κυλιούνται αργά-αργά σε μια επικλινή πλαγιά. Πιθανή προέλευση από αρχ. ελλ. λέξη «χάλιξ-κος»χαλικιάς-χαλιάς, με περικοπή του ικ 198. λιμασμένοι: πεινασμένοι στο έπακρο. Από το ομηρικό λιμός: πείνα, προέρχεται το ρήμα «λιμαίνω»-λιμασμένος. Άλλη εκδοχή από το αρχ. ελλ. ρήμα «λιμώσσω», «λιμώττω», παράγωγο επίσης του λιμός. 199. «γίναμε ζυγούρια»: φούσκωσαν οι κοιλιές μας από την υπερβολική ποσότητα φαγητού. Τα ζυγούρια ως λαίμαργα όντα, όταν βρίσκουν άφθονη χλόη, τρώγουν χωρίς όριο με αποτέλεσμα να φουσκώνουν οι κοιλιές τους και να δίνουν την αίσθηση ότι θα σκάσουν από στιγμή σε στιγμή Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α φ θ ιν όπ ωρ ο μ ε τα πρ ό β ατα σ τα χ ι ό ν ι α κ α ι σ τα π οτά μ ι α

91

Με βαριά καρδιά τα χίλια πρόβατα αποχαιρέτησαν τα ανέμελα βουνά τους και πορεύονται σκυθρωπά τους δρόμους του φθινοπώρου. Το στερφοκόπαδο του Γιάννη Ανθούλη στον Ζιάκα Γρεβενών, Οκτώβριος 2015

Κοιμηθήκαμε άλλη μια βραδιά στο καλυβάκι. Είχαμε μαζέψει κούτσουρα και ρίξαμε φωτοκαϊά, έκανε κρύο, τα χιόνια ήταν κοντά μας. Το πρωί χωρίσαμε τα πρόβατα, τα οποία κινούμενα από το νομαδικό τους ένστικτο είχαν κοιμηθεί ταραφιασμένα200, δηλαδή κάθε κοπάδι είχε χωρίσει από μόνο του, στις άκρες είχαν κρούξει201 λίγο. Ορμώσαμε ο καθένας το δικό του σε διαφορετική κατεύθυνση· το όνειρο της κοπαδούρας με τα χίλια πρόβατα έσβησε το πρωινό της 22ας Οκτώβρη 1971 στο Αγκάθι, μα χαράχτηκε βαθιά, πολύ βαθιά στης μνήμης μου τα μονοπάτια. Το δειλινάκι κινήσαμε τα κοπάδια, ένα πίσω το άλλο για το χωριό. Το σούρουπο φτάσαμε στην Αγία Παρασκευή. Η περιπέτειά μας είχε τελειώσει· η καρδιά μας όμως και η σκέψη μας γυρίζουν συνέχεια στη Σπηλιά της Ντύσης, στον αυχένα του Σταυρού, στο ποτάμι το μελισσουργιώτικο, στις λάκκες στο Μπαλτινέσι, στη φιλόξενη καλυβούλα στο Αγκάθι, στα χίλια πρόβατα και στα ογδόντα γίδια… * Ο Νικόλαος Β. Καρατζένης είναι φιλόλογος 200. ταραφιασμένα: χωρισμένα κατά κοπάδι πάρά το σμίξιμό τους. Τα κουδούνια και η μοναδική μυρωδιά που έχει το κάθε κοπάδι λειτουργούν ως συσπειρωτικοί πόλοι των προβάτων, τα οποία μετά το σμίξιμό τους, επιχειρούν από μόνα τους να χωρίσουν και να συγκροτήσουν το αρχικό τους κοπάδι 201. είχαν κρούξει: είχαν πλησιάσει, είχαν σμίξει. Από αρχ. ελλ. ρήμα κρούω Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Νίκος Γ. Μπριασούλης*

Ευχές και Κατάρες

Μ

ία απ` τις πιο βασικές –και πολύ γνωστές- κατηγορίες μνημείων του προφορικού λόγου, με τη συλλογή των οποίων θ` ασχοληθούν την επόμενη χρονιά οι Ομάδες Έρευνας της ΙΛΕΤ, είναι οι ευχές και οι κατάρες, καθώς και τα αντίστοιχά τους (θα κάνουμε γι` αυτά παρακάτω εκτενή αναφορά). Πρόκειται για σύντομες φράσεις, που τις χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι απ` τις πανάρχαιες κοινωνίες ως σήμερα σε στιγμές ψυχικής έξαψης, στηριζόμενοι στην αρχέγονη πίστη ότι οι λέξεις έχουν μαγική δύναμη και αποβλέποντας στην πραγματοποίηση μιας επιθυμίας τους. Γι` αυτόν το σκοπό επικαλούνταν θεϊκά πρόσωπα, τη φύση, την τύχη και τα δαιμονικά, για το καλό ή το κακό του άλλου. Έχουν, λοιπόν, προσλάβει μαγικοθρησκευτικό ή μαγικοφυσικό χαρακτήρα και αποτελούν εκδηλώσεις της ψυχολογίας του κάθε ατόμου, που, όταν δεν έχει τη δύναμη να κάνει το καλό ή το κακό, καταφεύγει στο μαγικό λόγο. Ευχές και κατάρες είχαν και οι Αρχαίοι Έλληνες, όπως μπορούμε να ιδούμε και στον Όμηρο (Ιλιάδα Α42), στο Σοφοκλή (Οιδίπους Τύραννος, στ. 248), στον Αισχύλο (Χοηφόροι, στ. 1063-1064) και σ` άλλους συγγραφείς της κλασικής αρχαιότητας. Θα προσπαθήσουμε τώρα να τις κατατάξουμε σε επιμέρους κατηγορίες, με βάση ένα διάγραμμα που είναι βιοτικό και λαογραφικό.

Α.) Ευχές και κατάρες των απλών καθημερινών συναντήσεων: 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8. 9. 10. 11. 12.

σε παιδιά σε νέους σε νέες σε παντρεμένους (άνδρες και γυναίκες) σε γέρους και γριές σε επαγγελματίες σε ώρες καλλωπισμού σε ώρες νοικοκυριού σε φιλοξενία στην ελεημοσύνη για τα ζώα για τα καινούργια σκεύη και έπιπλα

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ευγ ές και Κατάρεσ

93

Β.) Ευχές και κατάρες σε ξεχωριστά γεγονότα της ζωής: 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8. 9. 10. 11. 1 2. 13. 14. 15.

στην εγκυμοσύνη στον τοκετό στα βαφτίσια στη στρατιωτική θητεία στους αρραβώνες στο γάμο στην πρώτη σχολική μέρα σε ξενιτεμούς σε θεμελιώματα κτισμάτων και εγκαίνια σε σκάρωμα καραβιών και ταξίδια σε αγροτικές εναρκτήριες εργασίες και συγκομιδή (γεωργική, ποιμενική, αλιευτική) σε αρρώστιες στο θάνατο στα μνημόσυνα στο φτέρνισμα

Γ.) Ευχές και κατάρες σε χρονιάρες μέρες: 1. Πρωτοχρονιά, Φώτα, Απόκριες, Σαρακοστή, Λαμπρή και άλλες. 2. Ονομαστικές γιορτές. 3. Επέτειες (νεότερα έθιμα γάμων, συλλόγων κ.λπ.) Σχετικά προς τις ευχές είναι και μερικά βαφτιστικά ονόματα: Πολυζώης, Σταμάτα, Πολυχρόνης, Καλομοίρα, Πανταζής κ.ά. Ενώ σχετικά με τις κατάρες είναι τα επίθετα: αστραποκαμένος, λιγοζώητος, μαυρομαντήλω κ.ά.

Δ.) Αντίστοιχα προς τις ευχές: 1. Αν τ ε υ χ έ ς , όταν ανταποδίδει κάποιος την ευχή, π.χ. –Καλά στέφανα! –Και σ` εσάς κάθε καλό! 2. Α π ε υ χ έ ς ή α π ο τ ρ ο π έ ς , όταν ζητούμε ν` απομακρύνουμε με το λόγο ένα κακό, π.χ. Μακριά απ` εδώ, Θεός φυλάξοι, Κούφια η ώρα που τα` ακούει. 3. Χ α ι ρ ε τ ι σ μ ο ί , που συνοδεύονται από χειρονομίες (χειραψία, εναγκαλισμός, χτύπημα στον ώμο, κούνημα του μαντηλιού κ.ά.) 4. Π ρ ο π ό σ ε ι ς Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


94

Νίκος Γ. Μπριασούλης

5. Π α ι ν έ μ α τ α , π.χ. εδώ που τραγουδήσαμε πέτρα να μη ραΐσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνους πολλούς να ζήσει.

Ε.) Αντίστοιχα προς τις κατάρες: Αν τ ι κ α τ ά ρ ε ς ή Αν τ ι λ α β έ ς , π.χ. –Άει τσακίσου! –Να τσακιστείς και να ταφιαστείς! Α π ε ι λ έ ς , που έχουν αντίζυγα τα Αν τ ι π ε ί σ μ α τ α , π.χ. –Θα σου τρυπήσω το στομάχι! –Θα μου κάμεις τη γλώσσα (και τη δείχνει) κόκκινη! Βρισιές. Β λ α σ τ ή μ ι ε ς (απ` το βλαστημώ = βλάπτω τη φήμη κάποιου … και του Θεού) Αν α θ έ μ α τ α : Ρίχνουν πέτρες στο μνήμα ή στα τρίστρατα. Ό ρ κ ο ι : Δίνει κανείς όρκο και διατυπώνει μια αυτοκατάρα, που θα τον εύρει, αν παραβεί τον όρκο του. Κ α τ ά δ ε σ μ ο ι : Γραπτές ή μαγικές κατάρες, που επινοούνται στις ευτυχείς ώρες του άλλου (γάμος, τεκνοποίηση, επιχείρηση, καλλιέργειες). Ανήκουν και στη μαγεία, αλλά βασίζονται στον καταραστικό λόγο. Βιβλιογραφία – Στίλπωνος Κυριακίδου: «Ελληνική Λαογραφία», 21965. – Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου: Τόμοι 5 (1939), 22 (1972). – Λ.Α. Τατσιοπούλου: «Λαογραφικά Κομποτίου Άρτης». Ηπ. Εστία 23(1974). – Φαίδωνος Κουκουλέ: «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» Γ`, 1949. – Γ.Α. Μέγα: «Εισαγωγή εις την Λαογραφίαν», 21972. – Κ. Ρωμαίου: «Κοντά στις ρίζες», 21980. – Δ.Σ. Λουκάτου: «Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία», 1977

* Ο Νίκος Γ. Μπριασούλης είναι φιλόλογος, επίτιμος πρόεδρος της ΙΛΕΤ

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαμπρινή Αρ. Στάμου*

Από τη ζωή της γιαγιάς Ρίνας Η Αικατερίνη Ιωάννη Στάμου, το γένος Βήχα (1894-1984), αφηγήθηκε όσα θυμόταν από τη ζωή της στην εγγονή της Λαμπρινή Αρ. Στάμου. Η κατάθεση μνήμης έγινε στα πλαίσια εργασίας της εγγονής της για το μάθημα της Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίων, το 1978. Η αφήγηση ήταν συνεχόμενη, με μικρές διευκρινιστικές ερωτήσεις ενδιάμεσα, για να μη χάνει τον ειρμό. Καταγράφηκε στο τοπικό ιδίωμα που χρησιμοποιούσε η γιαγιά. Γιννήθ’κα του 1894 στ’ν Κουσουβίστα(Κτιστάδες Άρτας). Τ’ μάνα μ’ τ’ν έλιγαν Λάμπρου(Λαμπρινή) κι τουν πατέρα μ’ Κώτσιου (Κώστα).Ήμασταν τρεις αδιρφάδις, ιγώ, η Μαριγούλα κι η Τσέβου(Παρασκευή) κι είχαμαν κι τουν αδιρφό μας τουν Αντρέα. Είχαμαν κι άλλα αδέρφια, πέθαναν μ’κρά. Χάσαμαν κι ένα παλ’κάρ’, του Νάκου (Γιάννη) 21 χρουνών. Ήταν όμουρφους, λεβέντ’ς. Μην τα ρουτάς πιδί μ’. Μας βάρισι στου κιφάλι. Πέθανι του 1917 μι τ’ μιγάλ’ τ’ν πείνα. Πήγι πίσου στ’ Θεσσαλία, να φέρ’ καλαμπόκι να φάμι η φαμπ’λιά, να ζήσουμι. Ικεί αρρώστ’σι, ποιος ξέρ’ τι είχι του πιδί, τουν πόνισαν τα πουδάρια τ’ κι πέθανι όξου στου δρόμου, από κάτ’ απού μια σ’κιά(συκιά). Τα μάθαμαν απ’ τ’ς αλλ’νούς(άλλους) που ήταν μαζί. Τουν σκούζαμαν(κλαίγαμε) χρόνια. Του σπίτ’ μας ήταν στ’ν Κουσουβίστα, στου μαχαλά π’ τουν λεν Βίλια. Ιμείς, δέκα- δώδεκα χρουνών δεν παίζαμαν, ούτι σκουλειό πααίναμαν, σκάφταμαν στα χουράφια, κουβαλάμαν ξύλα, κάναμαν όλις τ’ς δ’λειές. Τρώμαν(τρώγαμε) ξ’νόγαλου, κλούρα(καλαμποκίσιο ψωμί), λάχανα κι φασούλια απ’ του χουράφ’, φ’λάμαν(φυλάγαμε) τ’ς γίδις κι αρμέμαν(αρμέγαμε) του γάλα. Πααίναμαν κι σκαλίζαμαν στ’ς γειτόν’ς κι μας έδουναν ένα πενταράκι κι παίρναμαν ένα μαντ’λάκι να βάλουμι στου κιφάλι . Η μεγάλ’ πείνα ήρθι του Φλιβάρ’ του ’17. Μαζώναμαν λάχανα, αλλά δε βρίσκαμαν κι απ’ αυτά. Τίπουτα δεν έβρισκις στα σπίτια. Μαζεύαμαν αγριάδα(άγριο χόρτο με ξυλώδη ρίζα) απ’ τα χουράφια, τ’ν ξιραίναμαν κι τ’ν πηγαίναμαν στου μύλου κι τ’ν αλέθαμαν. Γέν’νταν(γινόταν) σαν αλεύρ’ κι ζ’μώναμαν ψουμί κι του ψέναμαν στου γάστρου. Ήταν σα λατσιασμένου(σαν γλίτσα), άτ’χο(άνοστο, αποτυχημένο στη γεύση) κι στ’φό(στιφό) αλλά του τρώμαν, τι να κάναμαν, μας θέρ’ζι η πείνα. Μαζεύαμαν κι βιλάνια(βαλανίδια) απ’ τα πουρνάρια τα ψέναμαν κι τα τρώμαν. Γέν’νταν ου λιμός(λαιμός) σκάρπα( σαν ξερό κλαδί με πολλές απολήξεις). Χειρότερα κι απ’ τα γ’ρούνια. Μην τα ρουτάς(ρωτάς)! Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


96

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Πααίναμαν στου β’νό, μαζεύαμαν τσ’κνίδια, τα βράζαμαν στ’ν κατσαρόλα κι τα τρώμαν. Θ’ μάμι (θυμάμαι) κι τ΄ν Ανάστασ’, πήγαμαν για τσ’κνίδια κι αυτά φάμαν(φάγαμε). Τρείς μήνις δεν είδαμαν τόσοϊα(τόσο δα) αλευράκι, όχι να φκιάσουμι ψουμί, αλλά ούτι τα λάχανα να αλευρώσουμι. Τότι μι τ’ν πείνα πέθαναν κι άλλοι πουλλοί. Αυτήν π’ θ’μάμι σαν τώραϊα(τώρα δα), ήταν η μαύρ’ η Γιώργ’ Απουστόλαινα. Άμα μπήκι ου Θερτής, μάσαμαν ψια(λίγο) σταράκι που ‘χαμαν σπείρ’(σπείρει), λίγου καλαμπουκάκι κι κακουφάμαν(κακοφάγαμε) κι μια στάλα(λίγο) ψουμί. Του 1918 έπισι κι μιγάλη γρίπ’ κι πέθανι κόσμους. Τότι πέθανι κι ου Νάκου Χήτας. Τουν γηροκόμαγα τουν κακουμοίρ’, γιατί οι άλλοι σκιάζουνταν να παν να τουν κ’τάξουν(κοιτάξουν, φροντίσουν), μην κουλλήσ’ν, αλλά ιγώ τουν λυπάμαν, τ’ πάαινα ψουμί, τ’ πότ’ζα(πότιζα) κι ένα μπλάρ’(μουλάρι) που είχε. Του ’17 πήγα μ’ αλλ’νούς χουριανούς στ’ν Άρτα στουν κάμπου, να βρούμι στάρ, κριθάρ’, ό,τ’ γέν’μα(γένημα) να’νι. Σταματήσαμαν στ’ Φτέρ’(Φτέρη) κι μάσαμαν(μαζέψαμε) αγριουλαψάνις(άγρια λαχανικά), μας έδουκαν κι ένα παλιουκατσαρόλι, τα βράσαμαν, χουρίς αλάτ’, χουρίς λάδ’, τα φάμαν. Ξ’πόλ’τοι(ξυπόλυτοι), λιμασμένοι(πεινασμένοι) κι κακουμοιριασμένοι, φτάκαμαν στν’ Άρτα. Δεν ηύραμαν ούτι σταρ’ ούτι μια στάλα κριθάρ’, κι απού ικεί, μι τα πουδάρια πάλι, πήγαμαν στα Γιάννινα. Ούτι ικεί ηύραμαν τίπουτα, πήρα κάτ’ τσίμις(πολύ μικρά ψαράκια της λίμνης), κι ήρθαμαν στου Σκλούπου(Αμπελοχώρι), τ’ς έψ’σα(έψησα) καταή(κατά γης) στου δρόμου, κι τ’ς φάμαν, να λαγαρίσουμι(καταφέρουμε να φτάσουμε) ζουντανοί στου χουριό. Απ’ τ’ν Άρτα κι πέρα, μι τουν μακαρίτ’ τουν Κώτσιου(Κώστα) Μάρκου κουσιέβαμαν(γυρίζαμε, περπατούσαμε). Παντρεύ’κα του 1921. Έστ’λαν προυξεν’τή(προξενητή) τουν Ντούλα Μήτσ’ κι ήρθι μι του γαμπρό, του Γιάν’ Στάμου απ’ του Παλιουμ’χούστ’ (Παλαιομουχούστι, συνοικισμό των Ραφταναίων). Τουν Ντούλα Μήτσ’ τουν είχα γαμπρό απού πρώτ’ ξαδέρφ’, γι’ αυτό τουν έστ’λαν προυξεν’τή. Ου πατέρας μ’ δεν τουν ήταν ικεί αλλόταλα(εντελώς, καθόλου). Η μάνα μ’ ούτι άφ’κι ούτι πήρι(ούτε άφησε ούτε πήρε= δεν καθυστέρησε να το σκεφτεί), ικείν’ ν’ ώρα είπι: «αχά θα σας τ’ δώκου» Μο’ ‘δουκαν προικιό 600 δραχμές. Πούλ’σαν ένα χουράφ’ κι τα πήραν. Αρραβουνιασμέν’ δεν έκατσα μούιδε (ούτε) ένα μήνα. Στιφανώθ’κα στου σπίτ’, Φλιβάρ’ μήνα. Φόραγα ένα κόκκινο φ’στάνι, πόκανι πέντε δικάρις, τσουρέπια (μάλλινες κάλτσες) μι κόκκινου πλουμπίδ’(στολίδι,κέντημα), τσαρούχια κι μαντήλι πουλίτ’κου(πολίτικο) στου κιφάλι. Τότις δεν είχαν κουμμώτριες κι τέτοια. Μαναχή μ’ σιάστ’κα(ετοιμάστηκα). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Α π ό τ η ζ ω ή τ η ς Γι α γ ι ά ς Ρ ί ν α ς

97

Ήταν κι η αδερφή μ’ που ήταν παντρεμέν΄ τότι. Ήρθαν καμιά πενηνταριά σ(υ) μπεθέρ’ απ’ τ’ς Ραφταναίους μι τα όργανα, τ’ς Παπαπετραίους. Μας στιφάνουσι ου παπα-Δ’μήτρ’ς απ’ τ’ν Κουσουβίστα. Στ’ς συμπιθέρ’ς δώκαμαν πίτες κι μπουγάτσια(ψωμί του γάμου στολισμένο). Μιτά μι πήραν κι μ’ έφιραν κάτ’. Ήρθαν κι καμιά δεκαπενταριά δ’κοί μ’ απού κουντά(με ακολούθησαν). Ήρθαμαν εδώ σ’ ένα παλιό σπίτ’. Γλεντήσαμαν ως του προυί, κι του βράδ’ πήγαμαν στα π’στρόφια(επιστροφή της νύφης στο πατρικό), πίσου στ’ν Κουσοβίστα. Πήγαμαν κανιά(καμιά) δεκαριά νουματαίοι(άτομα). Γλεντήσαμαν κι εκεί. Άκ’γες τ’ συν’φάδα μ΄, τ’ Γιώργου Στάμαινα να τραγ’δάει, θιάμαξαν(θαύμασαν) οι Κουσουβιστ’νοί. Του προυί γυρίσαμαν πίσου. Ιδώ στου σπίτ’ ζούμαν(ζούσαμε) μαζί μι τ’ συν’φάδα μ’. Όταν ήρθα ιγώ ιδώ, η συν’φάδα μ’ είχι ένα κοπελάκι(κοριτσάκι) πέντε μηνών. Καλά περνάμαν, συνακούουμ’σταν(ακούγαμε η μια τη γνώμη της άλλης). Ιγώ κάθουμαν στου σπίτ’ κι έκανα τ’ς μέσα δ’λειές, κι η συν’φάδα μ’έκανι τ’ς όξου δ’λειές. Ήμαν γκαστρουμέν’ στου πρώτου πιδί, όταν πάει ου άντρας μ’ στ’ Μικρά Ασία. Πώς πήγαν ικεί, πώς ήταν ου τόπους, πού πουλέμ’σαν, πώς γλύτουσαν κι γύρ’σαν, ούτι πού ηθιλι να μ’πει πουτές. Γύρ’σι μιτά απού δεκαουχτώ μήνις. Μαζεύ’καν(μαζεύτηκαν) όλα τα Ραφτανίτ’κα τα πιδιά π’ γύρ’σαν πίσου, στ’ν Άρτα κι ειδουποίησαν «ερχουμέστε όλοι» Γύρ’σαν ταλιπουρημένοι, ξινηστκουμένοι(πεινασμένοι), λερουμένοι. Σι κακά χάλια. Όταν γύρ’σι ου άντρας μ’, του πιδί ήταν πιανούμινου(πιανούμενο, μεγαλούτσικο), το ‘λιγαν Χρήστου. Πέθανι του μαύρου απού πλεμονία. Του ήταν άρρουστου δώδικα μέρις. Πού γιατροί τότις! Του πήγαμαν σ’ έναν πρακτικό γιατρό, του Γιώργου Καραμάν’. Το’ κανε μια ένεσ’, δε γλύτουσι, πάει καλιά τ’(χάθηκε)! Του 1923 έκανα του Σταύρου. Μιτά απού τέσσιρα χρόνια, τουν Τέλη. Μιτά απού άλλα τέσσιρα, τ’ Σπύρου(Σπυριδούλα). Ιγώ κάθουμαν μι όλα τα πιδιά στου σπίτ’ κι η συν’φάδα μ’ στα χουράφια. Ζύμουνα δυο κλούρις(ψωμιά) την μέρα. Πού να μας φτάσ’ ! Μιγάλουναν κι τα πιδιά κι δεν τα χόρτ(α)ινα. Πιρνάμαν (περνούσαμε) όμως ψια καλύτιρα. Ου άντρας μ΄δούλιυ(ε)ι μάστουρας(οικοδόμος). Πήγινι μακριά, ως του Καρπενήσ’ κι γύρναγι μι εκατό δραχμές στ’ν τσέπ’. Μι τ’ συν’φάδα μ’ κάτσαμαν δεκαεφτά χρόνια μαζί, μιτά χουρίσαμαν, έφκιασαν σπίτ’ στου Β’νόρ (Βουνόρια, συνοικισμός των Ραφταναίων) κι πήγαν ικεί. Μ’ κακουφάν’κι κι μένα κι των πιδιών, σκούζαμαν όλοι, δεν μπουρούμαν να χουρίσουμι. Ήμασταν πουλύ αγαπημένες. Σαν αδιρφάδις. Δεν αλλάξαμαν κουβέντα(αντιμιλήσαμε η μια στην άλλη) πουτές. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


98

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Μιτά του ’40, άλλους πόλιμος κι ματαπάλι πείνα. Ιγώ πάαινα μι το ποδάρ’ στουν κάμπου τ’ς Άρτας, να βρου ψια καλαμπόκι να φέρου. Μ’ έπιακαν οι Ιταλοί, φουρτουμέν’ μι σαράντα ουκάδις στου γιουφύρ’ κι μ’ χάλιυαν(ζητούσαν) του πασαπόρτ’(πασαπόρτι= διαβατήριο). Ιγώ, απ’ του φόβου, μ’ έπισα καταή, μι του φουρτιό απαχπάν’(από πάνω) κι μόλις είδαν τα αίματα π’ βάρισα(χτύπησα), μι λ’πήθ’καν τα ζαλουταραμένα, φαίνιτι, κι μ’ άφ’καν κι πέρασα. Ήρθαν κι οι Γερμανοί στα χουριά κι τα ‘καψαν. Κι τότι π’νάσαμαν, αλλά του ‘17 ήταν χειρότιρα. Τώρα, είχαν σπαταλώσ’(μεγαλώσει) λίγου τα πιδιά, κάπ’ δούλιυαν κι αυτά. Ου άντρας μ’ πέθανι του 1941 τ’ς 18 Οκτουμβρίου. Είχι πάει να παραδώσ’ ένα μπλάρ’(μουλάρι) στ’ν επίταξ’, για τουν Αλβανικό πόλιμο, στ’ς Χ’λιαράδις(Χουλιαράδες). Έκανι τουν αγουιάτ’ τότι κι κουβάλαγι πράματα μι τα ζώα. Ικεί π’ πάαινι(πήγαινε) καβάλα, τ’ κόπ’κι ένα σακ(ου)λάκι μι τρακόσις δραχμές, που ‘χε διμένο στουν κόρφου τ’. Αυτός νόμ’σι πως έχασι κι κάτ’ άλλα πού ειχι κι τουν πείραξι η καρδιά. Στινουχουρέθ’κι κι για του μπλάρ’ κι έπαθι κι συμφόρησ’. Τουν πείραξι κι ελονοσία, φάρμακα π’θινά(πουθενά), κι έτσ’ πέθανι. Κι ικεί π’ λέμαν τιλείουσι ου πόλιμος, ήρθι κι ου ανταρτουπόλιμους. Τι τραβήξαμαν κι μ’ αυτόν, τι να σ’ μουλουήσου! Μ’αλλ’νούς(άλλους) κοιμόμασταν, μ’αλλ’νούς ξημερώναμαν. Σκουτών’νταν τ’ αδέρφια αναμιταξύ τ’ς. Σώπα γιέ μ’. Δεν είχαμαν πού να τρυπώσουμι τα πιδιά, μη μας τα πάρ’ν. Τρύπουναν(κρύβονταν) τα κακότ’χα μέσα στ’ς ρόκις(καλαμπόκια) κι όπ’ αλλού, κι ιμείς, όταν βλέπαμαν να ξικαμπάν(ξεκαμπίζουν και ξεκαμπάνε= εμφανίζονται) οι αντάρτις, χουιάζαμαν: «χούι μουρι έρμις μι τ’ς κρούνις(κουρούνες), θα μ’ φάτι τ’ς ρόκις» κι καταλάβιναν τα έρμα κι τρύπουναν καλύτερα. Κακό ξίκι να γέν’, να μη ματαδούμι τέτοια νίλα ζουντανή! Μιτά σιγά- σιγά, έσιασαν λίγου τα πράματα, ησυχάσαμαν ,κοιμ’θήκαμαν σαν ανθρώποι στα σπ’τάκια μας, άν’ξαν(άνοιξαν) κατ’ δ’λούλις(δουλίτσες) κι φάμαν κι ζήσαμαν ησυχότερα. Ε, κουντά(κοντά = μετά, κατόπιν) παντρεύ’καν τα πιδιά, χαρήκαμαν , γίν’καταν κι σεις τα αγγόνια, μιγαλώνιτι, σας καμαρώνουμι, καλά πιρνάμι, δουξασμένους ου Θιός!

* Η Λαμπρινή Αρ. Στάμου είναι φιλόλογος, πρόεδρος της ΙΛΕΤ.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ναπολέων Γ. Καραγιάννης*

Κινηματογράφος, Θέατρο, Τηλεόραση στο Αθαμάνιο πριν από μισό αιώνα

Π

ολιτισμός είναι το σύνολο των επιτευγμάτων του ανθρώπινου πνεύματος που έχουν άμεση σχέση με την τεχνική, την οικονομική και την επιστημονική πρόοδο, με σκοπό την εσωτερική καλλιέργεια του ανθρώπου και γενικά την πνευματική και ηθική του ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της ιστορικής πορείας των ανθρώπινων κοινωνιών. Μεταξύ των επιτευγμάτων του πολιτισμού που συμβάλλουν στην πνευματική καλλιέργεια και στην ψυχαγωγία του ανθρώπου είναι το θέατρο, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση. Και αναφερόμαστε σ’ αυτά μόνο, γιατί τα συναντάμε στο Αθαμάνιο πριν από μισό αιώνα.

α. Θέατρο Το πρώτο θεατρικό έργο δημιουργήθηκε στη Αρχαία Ελλάδα όταν ο Θέσπις πρόσθεσε στον διονυσιακό Διθύραμβο τον υποκριτή ηθοποιό, που υποκρινόταν διάφορα πρόσωπα και δημιουργούσε διάλογο με τον Κορυφαίο του διθυραμβικού χορού. Στην εξέλιξη της πρωτοβουλίας του ο Θέσπις πρόσθεσε τα προσωπεία με σκοπό να μη φαίνεται πως ο ίδιος υποκριτής παριστάνει διάφορα πρόσωπα, επινόησε τον μετακινούμενο θίασο και αντικατέστησε τον αυτοσχεδιασμό με γραπτό κείμενο που οδήγησε στη δημιουργία των δραματικών αγώνων, και ο οποίος Θέσπις βραβεύτηκε το 534 π.Χ. Η ημερομηνία αυτή θεωρείται η αρχή της θεατρικής τέχνης. Μέσα στο πέρασμα είκοσι πέντε αιώνων, από το 534 π.Χ. μέχρι σήμερα, πολλές αλλαγές έχουν γίνει στη θεατρική αντίληψη. Παραμένει όμως αμετάβλητο το σχήμα που δένει τον συγγραφέα και τους ηθοποιούς με το κοινό και τους κριτικούς. Και οι διαρκείς ανανεώσεις του θεάτρου επίσης στέκουν πάντα γύρω από τον κεντρικό άξονα του ενδιαφέροντος για τον άνθρωπο και την ψυχική του λύτρωση είτε με τη δραματική συγκίνηση είτε με την κωμική ευθυμία. Το θέατρο είχε γίνει για τους αρχαίους Έλληνες ένα είδος πρώτης ανάγκης και αυτό το αντιλαμβάνεται κανείς όταν δει ότι σε κάθε πόλη υπήρχε θέατρο. Την ανάγκη για μια πρόσκαιρη ποιοτική ψυχαγωγία αλλά και για πνευματική καλλιέργεια των Αθαμανιωτών ήρθε να καλύψει η πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Χρ. Μπασιούκα, φοιτητή της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης και νέου με πολλαπλές καλλιτεχνικές ευαισθησίες, ο οποίος πρότεινε στους νέους και στις νέες του χωριού το καλοκαίρι του 1970 να παίξουν θέατρο. Τους πρότεινε δε να παίξουν το κλασικό έργο του Ουίλιαμ Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


100

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

Σαίξπηρ « Ο έμπορος της Βενετίας», το οποίο είχε δει στη Θεσ/νίκη με πρωταγωνιστή τον αείμνηστο Θάνο Κωτσόπουλο. Το έργο, που τοποθετείται στη Βενετία του 16ου αιώνα, μιλά για τη φιλία, τον έρωτα, την εκμετάλλευση, το ρατσισμό και τις επιπτώσεις του χρήματος στις ανθρώπινες σχέσεις. Ο Μπασάνιο, ένας νεαρός από τη Βενετία, θέλει να ταξιδέψει στο Μπελμόντε, για να πολιορκήσει την όμορφη και πλούσια κληρονόμο Πόρκια. Γι’ αυτό, ζητά βοήθεια από το φίλο του, τον έμπορο Αντόνιο· να του δώσει 3.000 δουκάτα για τα έξοδα του τρίμηνου ταξιδιού του. Καθώς τα πλοία του δεν έχουν ολοκληρώσει ακόμα τα ταξίδια τους στη θάλασσα, ο Αντόνιο ζητά δάνειο από τον Εβραίο τοκογλύφο Σάυλοκ, εναντίον του οποίου είχε καταφερθεί κακόβουλα. Εκείνος δέχεται να του δώσει τα χρήματα με τον όρο: αν δεν εξοφλήσει εμπρόθεσμα το χρέος του, να έχει το δικαίωμα να του κόψει ένα κομμάτι σάρκας από οποιοδήποτε μέρος του σώματός του. Ο έμπορος έκπληκτος από τη «γενναιοδωρία»του Σάυλοκ, που δεν θέλει χρήματα ως αντάλλαγμα, αποδέχεται τον όρο. Και, δυστυχώς, θα βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να τον τηρήσει. Η υπόθεση φτάνει στο δικαστήριο, το οποίο επιτρέπει στο Σάυλοκ να πάρει αυτό που θέλει. Όμως, τελικά, με διάφορα τεχνάσματα, δίνεται μια καλύτερη λύση… Τη σκηνοθεσία και το ρόλο του Σάυλοκ ανέλαβε ο Κων/νος Χρ. Μπασιούκας, τα σκηνικά ο Κίμων Δ. Φώτης και τους άλλους κύριους ρόλους του έργου οι: Λεωνίδας Στ. Τσίπρας, Αντώνιος, χριστιανός έμπορος, Πελοπίδας Στ. Μπασιούκας, πρίγκιπας Μπασάνιος, Γεώργιος Λ. Μπασιούκας, φίλος του Μπασάνιου, Κων/να Ιωαννη Μπασιούκα, Πορκία, Λουκία Δ. Τσίπρα, φίλη της Πορκίας, Γεώργιος Δ. Τσίπρας, δικαστής. Άλλους ρόλους ερμήνευσαν οι :Βασιλική Χρ. Παπαδήμα, Γεώργιος Ευαγ. Αλυμάρας, Ναπολέων Γ. Καραγιάννης, Κων/νος Δ. Γαλάνης και άλλοι. Οι πρόβες γίνονταν τα μεσημέρια στη σκιά των πλατάνων των βρυσών «Γραμμένη Πέτρα», «Τσαγκαράκη» και «Αλευροχιά». Δόθηκαν δύο παραστάσεις στην κινηματογραφική αίθουσα του χωριού, που είχε φτιάξει ο Χρήστος Δ. Στασινός (Λουριώτης). Μερικά από τα έξοδα των παραστάσεων κάλυψε ο Δημήτριος Καραγιάννης, ο οποίος είχε ξενοδοχείο στην Πάτρα. Οι συγχωριανοί μας και όσοι άλλοι παρακολούθησαν τις παραστάσεις ενθουσιάστηκαν από το θέαμα. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 πραγματοποιήθηκαν και άλλες δύο θεατρικές παραστάσεις στο χωριό μας . Παίχτηκε το έργο του Ψαθά «Φωνάζει ο κλέφτης», με τη συμμετοχή των: Χρήστου Β. Γαλάνη, Χρήστου Ηλία Ψυχογιού, Δήμητρας Στ. Τσίπρα κ.ά. Το 1972 και με τη βοήθεια του δασκάλου του χωριού Δημητρίου Γ. Μάλλιου παίχτηκε στις 25 Μαρτίου, σε αίθουσα του Δημοτικού Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Κ ι ν η μ α τ ο γ ρ ά φ ο ς , Θ έ α τ ρ ο , Τη λ ε ό ρ α σ η σ τ ο Α θ α μ ά ν ι ο π ρ ι ν α π ό μ ι σ ό α ι ώ ν α

101

Σχολείου, που στεγάζονταν στην «παράγκα», το έργο «Αλέξανδρος Υψηλάντης» από μαθητές Αθαμανιώτες του Γυμνασίου Βουργαρελίου. Δόθηκαν δύο παραστάσεις γιατί ζήτησαν να το δουν και οι καθηγητές του Γυμνασίου. Το ρόλο του Υψηλάντη υποδύθηκε ο Ναπολέων Γ. Καραγιάννης Τους άλλους ρόλους υποδύθηκαν οι: Κων/νος Δ. Γαλάνης, Γεώργιος Αλκ. Γαλάνης, Βασίλειος Γ. Μάλλιος κ.ά.

β. Κινηματογράφος Κινηματογράφος είναι ο κλειστός ή υπαίθριος χώρος στον οποίο προβάλλονται σε οθόνη κινηματογραφικά έργα για την ψυχαγωγία των θεατών. Είναι γνωστός διεθνώς και με την ονομασία «Έβδομη Τέχνη», που πρωτοδόθηκε από τον ποιητή, πεζογράφο , θεατρικό συγγραφέα, αισθητικό και κριτικό Ριτσιότο Κανούντο, σε μια διάλεξή του στο Καρτιέ Λατέν. Ο κινηματογράφος βασίζεται σε μια ιδιότητα (ή ατέλεια) των ματιών μας, γνωστή ως «μετείκασμα του αμφιβληστροειδούς». Σύμφωνα με αυτή, μια οπτική εικόνα διατηρείται στον αμφιβληστροειδή χιτώνα αναλλοίωτη, αφού σταματήσει ο ερεθισμός που την έχει προκαλέσει για χρονικό διάστημα που κυμαίνεται από το ένα δέκατο ως το ένα εικοστό του δευτερολέπτου. Αν στο διάστημα αυτό πέσει στον αμφιβληστροειδή μια άλλη εικόνα, ο εγκέφαλος δέχεται ταυτόχρονα δύο εικόνες και τις συνδυάζει. Η τιμή της επινόησης του κινηματογράφου στην οριστική του μορφή ανήκει στους αδερφούς Ωγκύστ και Λουί Λυμιέρ και έγινε στα τέλη του 1894. Σ’ αυτούς οφείλεται και η ονομασία κινηματογράφος. Στο χωριό μας, την περίοδο της χούντας, παίζονταν κινηματογράφος από το στρατό κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Πριν από την ταινία προβάλλονταν τα «Επίκαιρα», με τις δραστηριότητες των «Συνταγματαρχών»,έτσι για να «διαφωτιστεί» ο λαός. Αυτό συνέβαινε υποχρεωτικά και σε όλες τις κινηματογραφικές αίθουσες της χώρας. Οι προβολές το καλοκαίρι γίνονταν στην πλατεία και το χειμώνα ή όταν έβρεχε στο μαγαζί του Χρήστου Πρέντζα, αυτό που σήμερα έχει ο Σπύρος Φώτης. Το 1968 ο Χρήστος Δ. Στασινός (Λουριώτης) μετέτρεψε το ισόγειο του σπιτιού του, που βρίσκεται δίπλα στο πέτρινο γεφύρι ανατολικά της πλατείας, σε κανονική κινηματογραφική αίθουσα. Για καθίσματα έβαλε ξύλινους καναπέδες, που έφτιαξε ο ίδιος μιας και είχε ξυλουργείο. Έβγαλε άδεια λειτουργίας κινηματογράφου και άρχισε να προβάλλει κάθε εβδομάδα ταινίες, τις οποίες του έστελνε κάποια εταιρεία διανομής ταινιών από την Αθήνα με το λεωφορείο. Πριν από κάθε προβολή ο θεατής παρακολουθούσε για δέκα-δεκαπέντε λεπτά τα «Επίκαιρα» για να «φρονηματιστεί» και να «ενημερωθεί». Προβολή της ταινίας έκανε Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


102

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

και στην Αγία Κυριακή, στην αυλή του σπιτιού του Κώστα Τσίπρα (Κόκκαλη) και στο Τετράκωμο, στο μαγαζί του Ηλία Πλιάτσικα. Ο κινηματογράφος λειτούργησε για μια πενταετία περίπου, οπότε και έκλεισε, γιατί δεν έβγαινε οικονομικά. Στην αίθουσα αυτή, όπως αναφέραμε παραπάνω, παίχτηκε και το θεατρικό έργο «Ο έμπορος της Βενετίας». Ήταν, για όσο λειτουργούσε, μια όαση πολιτισμού στο χωριό μας και βοηθούσε τους κατοίκους να ξεφεύγουν για λίγες ώρες από τα καθημερινά δύσκολα προβλήματα επιβίωσης που είχαν. Κινηματογράφος σε όλα τα Τζουμερκοχώρια, Ανατολικά και Δυτικά, υπήρχε μόνο στο Αθαμάνιο και στο Βουργαρέλι, όπου τον λειτουργούσε ο Τάκης ο Στούμπας. Αξίζει έπαινος γι’ αυτή την πρωτοποριακή πολιτιστική πρωτοβουλία στην περιοχή μας στον αείμνηστο μπάρμπα-Χρήστο.

γ. Τηλεόραση Τηλεόραση είναι η μετάδοση ηχητικών κινουμένων εικόνων σε μακρινές αποστάσεις με ηλεκτρικά μέσα. Η αρχή της ιστορίας της τηλεόρασης τοποθετείται στα 1884 και ανήκει στο γερμανό μηχανικό Πάουλ Νίπκοφ. Μετά από τον Νίπκοφ η μεγαλύτερη επιτυχία στην τεχνική ιστορία της τηλεόρασης ανήκει στον ρωσοαμερικανό Βλαδίμηρο Κοσμά Ζβορύγκιν το 1923. Η πρώτη τηλεοπτική εκπομπή επίσημου προγράμματος έγινε το Δεκέμβριο του1935 από τον πομπό του Πύργου του Άϊφελ στο Παρίσι και η πρώτη μετάδοση κανονικών προγραμμάτων άρχισε στις 2 Νοεμβρίου του 1936 από το Β.Β.C.στο Λονδίνο. Έγχρωμη τηλεόραση έχουμε για πρώτη φορά στην Αμερική το 1962 και στην Ευρώπη το 1967. Στην Ελλάδα ο πρώτος σταθμός τηλεόρασης λειτούργησε το 1961 στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, στα εγκαίνια της 25ης Δ.Ε.Θ., και η πρώτη επίσημη μετάδοση των κανονικών προγραμμάτων του «Πειραματικού Σταθμού Τηλεοράσεως» του Ε.Ι.Ρ. άρχισε στις 23 Φεβρουαρίου του 1966. Τρία χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1969, η τηλεόραση έρχεται και στο Αθαμάνιο, στο πρώτο χωριό των Τζουμέρκων, από τον συγχωριανό μας Κίμωνα Δημ. Φώτη, άνθρωπο πολυτάλαντο, με ανήσυχο και ερευνητικό μυαλό. Αφορμή στάθηκε η αποστολή του Διαστημόπλοιου Απόλλων 11 στη Σελήνη, που ήταν μέρος του Προγράμματος Απόλλων της NASA. Ο ίδιος θυμάται ότι κατέβηκε στη Άρτα και αγόρασε τηλεόραση, γιατί ήθελε οπωσδήποτε να δει την προσσελήνωση των πρώτων ανθρώπων στο φεγγάρι. Εγκατέστησε τη συσκευή, έτσι ώστε να δείχνει εικόνα προς την αυλή του σπιτιού του, για να μπορούν να παρακολουθούν και άλλοι τηλεθεατές, και σήκωσε την κεραία σε μεγάλο ύψος, για να παίρνει σήμα από τον αναμεταδότη της Κεφαλονιάς. Πρόσθεσε και ενισχυτή που έφτιαξε ο ίδιος για να είναι ισχυρό το σήμα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Κ ι ν η μ α τ ο γ ρ ά φ ο ς , Θ έ α τ ρ ο , Τη λ ε ό ρ α σ η σ τ ο Α θ α μ ά ν ι ο π ρ ι ν α π ό μ ι σ ό α ι ώ ν α

103

Στις 20:17:40 UTC της 20ης Ιουλίου 1969 εμβρόντητοι πολλοί Αθαμανιώτες, που είχαμε μαζευτεί στην αυλή του σπιτιού του Κίμωνα, παρακολουθήσαμε την προσσελήνωση της σεληνακάτου «Αετός», με επιβάτες τους Νηλ Άρμστρονγκ και Μπαζ Όλντριν, που αποχωρίστηκε από το όχημα διακυβέρνησης «Κολούμπια», στο οποίο παρέμεινε ο τρίτος αστροναύτης Μάικλ Κόλλινς. Στις 2:56 UTC της 21ης Ιουλίου ο Νήλ Άρμστρονγκ πάτησε πρώτος το έδαφος της σελήνης και ακολούθησε ο Μπαζ Όλντριν. Όλα αυτά τα βλέπαμε μέσα από μια οθόνη με πολλά «χιόνια». Αρκετοί συγχωριανοί μας, ιδιαίτερα οι μεγαλύτεροι, δεν πίστευαν αυτά που έβλεπαν και έλεγαν ότι είναι ψέματα και ότι η προσσελήνωση έγινε στην έρημο της Σαχάρας. Κάποιοι, ιδιαίτερα θρήσκοι, δικαιολογούσαν την άποψή τους λέγοντας ότι δεν μπορούν οι άνθρωποι να διασχίσουν τον ουρανό, γιατί εκεί είναι οι άγγελοι με τα σπαθιά και δεν αφήνουν κανέναν να περάσει. Βιβλιογραφία: – Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Χάρη Πάτση ΑΘΗΝΑ 1973. – (Ειδικές πληροφορίες για τη σύνταξη του άρθρου μας έδωσαν οι: Ντίνα Λ. Τσίπρα για το θέατρο, Ευάγγελος Χρ. Στασινός για τον κινηματογράφο και Κίμων Δ. Φώτης για την τηλεόραση ).

*Ο Ναπολέων Γ. Καραγιάννης είναι δάσκαλος

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Μανόλης Μαγκλάρας*

Η αστικοποίηση των Συρρακιωτών Η εγκατάσταση στην πόλη της Πρέβεζας

Η

αστικοποίηση για τους Συρρακιώτες ξεκινά πολύ νωρίς και από την περίοδο που είτε περιοδικά είτε μόνιμα ζουν και εργάζονται στα αστικά κέντρα του εσωτερικού και κυρίως του εξωτερικού. Θέλω να πω ότι ο αστικός τρόπος ζωής, το νοικοκυριό, το ντύσιμο, η μουσική, ο χορός, οι κοινωνικές σχέσεις, η καλλιέργεια, η εκπαίδευση, η αστική συλλήβδην νοοτροπία ήρθε για τους Συρρακιώτες πολύ νωρίς σε σχέση με τα περισσότερα χωριά της πατρίδας μας, η μετεγκατάσταση των οποίων άρχισε μετά τον Πόλεμο και κορυφώθηκε κατά τη δεκαετία του ’60 και εφεξής, στα χρόνια της μαζικής αστυφιλίας της υπαίθρου στην Αθήνα και στα άλλα αστικά κέντρα της χώρας. Αψευδείς μάρτυρες αυτής της πρώιμης αστικοποίησης οι Μεγάλοι Ευεργέτες μας, οι πολλοί σπουδαγμένοι από εκείνο τον καιρό, τα παλιά αρχοντικά, δημόσια και ιδιωτικά, στο Συρράκο και στα μέρη που εγκαταστάθηκαν. Και είναι καταπληκτικό κι είναι πρωτόγνωρο πώς αυτή η ζωή συνυπάρχει και συμπορεύεται –στα ήθη και στα έθιμα, στην καθημερινότητα-με εκείνη του αμόρφωτου, του αγροίκου (αγρότη), του κτηνοτρόφου της αχυροκαλύβας, της μπάλιγκας (κοπριάς) και της τραγόκαπας. Αναφέρομαι στην κοινωνική διαστρωμάτωση του Συρράκου, που διακρίνεται στην ανώτερη οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά τάξη των Ραφτάδων (Επαγγελματιών) και στην κατώτερη τάξη των Κτηνοτρόφων. Αν θελήσουμε να ορίσουμε τη χρονική περίοδο κατά την οποία άρχισε να πραγματοποιείται η πρώτη εγκατάσταση των Συρρακιωτών στα συγκεκριμένα αστικά κέντρα του εσωτερικού, Αθήνα, Πάτρα, Άρτα, Φιλιππιάδα, Πρέβεζα και Γιάννενα, αυτήν θα την τοποθετήσουμε στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα (1880-1935). Αυτά μόνο επί ελληνικού εδάφους, γιατί τους προηγούμενους αιώνες (17ος και 18ος) οι Συρρακιώτες έχουν ιδρύσει μεγάλους εμπορικούς Οίκους, εμπορευόμενοι την κάπα και τα άλλα μάλλινα υφαντά, στα μεγάλα αστικά κέντρα και εμπορικά λιμάνια της Εσπερίας. Η Πρέβεζα και χάρη στο λιμάνι της, που εκείνο τον καιρό και σε μια εποχή που οι χερσαίοι δρόμοι βρίσκονταν σε πρωτόγονη κατάσταση, ήταν η Σκάλα, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η αστικοποίηση των Συρρακιωτών

105

το διαμετακομιστικό κέντρο της Βορειοδυτικής Ελλάδας, απ’όπου ταξίδευαν άνθρωποι και πραμάτειες από ολόκληρη την ενδοχώρα της Ενιαίας Ηπείρου, της Αλβανίας, αλλά και της στεριανής χώρας (Δ. Μακεδονία, μέρος Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας) προς τις μεγάλες αγορές της Ευρώπης και της Β. Αφρικής και αντίστροφα, ήταν η πόλη που ανέδειξε κατά τεκμήριο αυτό που ονομάζουμε Συρρακιώτικο δαιμόνιο. Αν βγει η Πρέβεζα έξω, η ιστορία του Συρράκου φτωχαίνει δραματικά. Πρέβεζα λοιπόν και Συρράκο από ένα σημείο και πέρα συμβαδίζουν και πάνε χέρι-χέρι. Αυτό δεν είναι μια απλή υπόθεση, αλλά μια πραγματικότητα, η οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική. Πρωτοπορία των Συρρακιωτών, τους δύο τουλάχιστον τελευταίους αιώνες, εγγράφεται στα αρχοντικά και στις άλλες υποδομές που κατέλιπαν στη γενέτειρά τους ως δωρεές οι εύποροι Συρρακιώτες που έζησαν και δραστηριοποιήθηκαν στην Πρέβεζα ή μεγαλούργησαν στην αλλοδαπή, αλλά επέστρεψαν στην Πρέβεζα κι άφησαν εκεί την καζάντια τους στο τέλος της ζωής τους. Είναι οι οικογένειες Τσιόκου, Δούλη, Ρίζου, Μπαλτατζή, Πάλιου, Νίκα, Κοκότη, Σουμαλεύρη και άλλες οικογένειες μεγαλύτερης ή μικρότερης εμβέλειας. Τη μαζική εγκατάσταση των Συρρακιωτών στην Πρέβεζα πρέπει να τη διακρίνουμε σε δύο φάσεις:Η πρώτη φάση χρονολογείται τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι., περίοδο των σπουδαίων εμπόρων, των Μεγάλων Ευεργετών του Συρράκου. Και η δεύτερη φάση, περισσότερο σύνθετη και πολύπλοκη, που αρχινά από τον Πόλεμο και συνεχίζει όλα τα ύστερα χρόνια. Κατά την πρώτη περίοδο (1880-1935) κατά βάση οι Ραφτάδες Συρρακιώτες εγκαταλείπουν το χωριό και μετακινούν τις φαμίλιες τους στους τόπους που εργάζονται, εκποιούν όσο-όσο τα ωραιότατα αρχοντικά τους, ενώ όσα από αυτά έμειναν απούλητα με τον καιρό κατέρρευσαν. Είναι κυρίως ραφτάδες, τσαρουχάδες, τσαγκάρηδες, καποτάδες, μπακάληδες, έμποροι, Συρρακιώτες, με άλλα λόγια, που ασκούσαν κάποια τέχνη. Από το υπ’αρ. 53/30-11-1924 αρχειακό έγγραφο της Κοινότητας μαθαίνουμε  ότι το έτος 1924 πολλές οικογένειες Συρρακιωτών ζητούν τη μεταφορά των εκλογικών δικαιωμάτων τους στις τρεις πόλεις Πρέβεζα, Άρτα και Γιάννενα. Από αυτούς τους Συρρακιώτες (Πρέβεζας) θα προκύψουν δύο κατηγορίες επιχειρηματιών. Είναι η πρώτη ομάδα, που ασχολείται κυρίως με το εμπόριο είτε το γενικό (σιτάρι, καλαμπόκι, λάδι, σαπούνι, καφές και μάλλινα υφαντά), είτε με το τυρεμπόριο. Πρόκειται για πάνω από τριάντα οικογένειες που κατοικούν εντός της τάφρου, δραστηριοποιούνται στην κεντρική αγορά και εκκλησιάζονται στην Παναγία των Ξένων. Από αυτή τη γενιά θα προέλθουν οι Μεγάλοι Ευεργέτες του Συρράκου (Χριστόφορος Κ. Ρίζος, Χρήστος Γ. Τσιόκος, Σπυρίδων Μπαλτατζής, Απόστολος Κ. Ρίζος, Ιωάννης Δ. Ρίζος, ΛεωνίδαςΓ. Πάλιος, Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


106

Μανόλης Μαγκλάρας

Γεώργιος Μπούντας κ. ά), οι σπουδαίοι τυρέμποροι (Κ. Σάνης, Κ. Αυδίκος, Β. Νίκας), ο πολιτικός Λεωνίδας Τσιόκος (βουλευτής) και οι Δήμαρχοι Κ. Δούλης και Ι. Μουστάκης. Η άλλη ομάδα Συρρακιωτών (18 οικογένειες), γράφει ο Βαγγέλης Αυδίκος, αυτοί που ασκούσαν τα διάφορα επαγγέλματα - ‘’τέχνες’’, εγκαταστάθηκαν Ελαιομαζώχτρες στον Ελαιώνα. στο Τσαβαλοχώρι και διατηρούσαν τα μαγαζιά τους στα Χάνια, στους χώρους δηλ.υποδοχής των κατοίκων της υπαίθρου. Οι τελευταίοι αυτοί ανήκαν στην ενορία του Αγίου Αθανασίου, όσοι φυσικά είχαν μεταδημοτεύσει. Αυτό ήταν το πρώτο κύμα αστυφιλίας. Το δεύτερο κύμα των Συρρακιωτών προς την Πρέβεζα αρχίζει να έρχεται από τον Πόλεμο και μετά. Κι έρχεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο και ολοκληρώνει την αστικοποίηση μετά από πολλά στάδια οικονονομικής και κοινωνικής προετοιμασίας. Με την πόλη της Πρέβεζας και τους Συρρακιώτες συνδέεται ο Ελαιώνας της, όπου εγκαθίστανται οι κτηνοτρόφοι της περιοχής Λάμαρης (κοιλάδα Λούρου), η άλλη κοινωνική τάξη του Συρράκου. Η μετακίνηση των Συρρακιωτών της Λάμαρης προς το κοντινότερο αστικό κέντρο και η εγκατάστασή τους στις παρυφές της Πρέβεζας εντάσσεται στα πλαίσια της γενικότερης αστυφιλίας, της βαθμιαίας συρρίκνωσης της κτηνοτροφίας υπέρ της διεύρυνσης της γεωργίας, σε μια εποχή που η άφιξη των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων στην Ελλάδα ανάγκασε την Πολιτεία να προβεί στην Αγροτική Μεταρρύθμιση και να διανείμει στους νεοαφιχθέντες τεράστιες ακαλλιέργητες εκτάσεις (τσιαϊρια, μουσιάδες, βάλτους), τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι κτηνοτρόφοι μας όλα τούτα τα χρόνια ως πλούσιους βοσκότοπους. Τους κτηνοτρόφους (πρώην τσελιγκάτα) ακολουθούν και οι άλλες ομάδες, πικράροι, σμίχτες, αγωγιάτες και μπάτζιοι, αναπόσπαστα οργανικά μέλη μέχρι τούδε της μικρής κοινωνίας εκάστης στάνης. Με τη σταδιακή παρακμή και εξάρθρωση του τσελιγκάτου αποσυγκολλούνται και οι ομάδες αυτές που χάνουν ασφαλώς την πλήρη απασχόληση και την προστασία του τσέλιγκα, προοδευτικά όμως μέσα από την αυτοαπασχόληση χειραφετούνται από την εξάρτηση του αρχιτσέλιγκα. Έτσι θα προκύψουν τα πρώτα αυτόνομα χειμερινά τυροκομεία από τους ευπορότερους, ενώ οι φτωχότεροι μπάτζιοι και οι άλλες ομάδες βρίσκουν καταφύγιο στον Ελαιώνα, όπου θα μπορούσαν να επιτύχουν την αμφετερόπλευρη απασχόληση, καθώς οι γυναίκες θα εργάζονταν στη συγκομιδή της ελιάς ή στα λιοτρουβιά και η οικογένεια θα εξοικονομούσε το λάδι της χρονιάς. Ταυτόχρονα θα εκμεταλλεύονταν τα παράγωγά του τα κουκούτσια, τα οποία Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η αστικοποίηση των Συρρακιωτών

107

μαζί με τα ξύλα, το γάλα και τα λάχανα, πουλώντας τα στην αγορά της Πρέβεζας, θα εξασφάλιζαν στον μη προνομιούχο Συρρακιώτη του Ελαιώνα τα προς το ζην. Κυρίαρχο βέβαια επάγγελμα για τον ανδρικό πληθυσμό του Ελαιώνα ήταν αναμφισβήτητα, αυτό του τυροκόμου ή μπάτζιου (βλαχιστί), εξού και το σωματείο τυρεργατών που είχε συσταθεί στα χρόνια του Πολέμου. Το μουσείο των Συρρακιωτών στην Πρέβεζα. Ένας άλλος τομέας με τον οποίον απασχολήθηκαν οι Συρρακιώτες του Ελαιώνα, κατά τη μεταβατική φάση από την ημινομαδική κτηνοτροφική στην ημιαστική-αστική ζωή, ήταν και οι πλανόδιοι γαλατάδες. Όταν λοιπόν στένεψε ο τόπος και λιγότεψαν τα κοπάδια, προέκυψε και η ζήτηση σε γάλα. Εξοικειωμένοι οι Συρρακιώτες στην κτηνοτροφική ζωή, μέσα στις νέες συνθήκες, στρέφονται στην αγελαδοτροφία. Μεταξύ των πρώτων, γράφει ο Ιωσήφ Ζιώγας (εφ. ’’Αντίλαλοι του Συρράκου’’φ. 166, 2001), ήταν ο Γούλας Δίπλας στην περιοχή του Ορυζόμυλου, ο Χρ. Ζιώγας κοντά στο Φόρο, ο Δ. Δούλης στην περιοχή του Νοσοκομείου κ.ά. Το γάλα το πουλούσαν κυρίως οι γυναίκες από σπίτι σε σπίτι και το κουβαλούσαν με τον τενεκέ (γκιούμι) στην πλάτη. Αυτό είχε και ένα άλλο αποτέλεσμα, καθώς βαθμιαία έφερε τους Συρρακιώτες σε επαφή με την οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης κι ήταν αυτό μια διέξοδος από την απομόνωση του Ελαιώνα. Αυτό κράτησε δυο ολόκληρες δεκαετίες, γιατί στο μεταξύ το Υπουργείο Υγείας με εγκύκλιό του (1971) απαγορεύει τη διανομή φρέσκου γάλακτος από σπίτι σε σπίτι με τη συγκεκριμένη μορφή και έκτοτε παραδίδεται στη Δωδώνη, αλλά και σε άλλα εργοστάσια γάλακτος της Ηπείρου. Τα πρώτα χρόνια όλος αυτός ο κόσμος διατηρεί τις σχέσεις του με το Συρράκο κι εξακολουθεί να πηγαινοέρχεται στο χωριό, να στήνει τις αχυροκαλύβες το Φθινόπωρο, να τις χαλάει την Άνοιξη και ούτω καθεξής. Τα χρόνια περνάνε, οι καιροί αλλάζουν, η κτηνοτροφία η μετακινούμενη συρρικνώνεται κι άλλο και μαζί και το κατ’εξοχήν επάγγελμα του τυροκόμου. Το εισόδημα περιορίζεται με τη σειρά του και αναζητείται συμπληρωματικό στην αγορά γης, με την καλλιέργεια της τομάτας που αποδεικνύεται χρυσοφόρα για την επιβίωση, αλλά και παραπέρα για την προικοδότηση της κόρης και για τις σπουδές ή την εκμάθηση μιας τέχνης για το αγόρι. Οι Συρρακιώτες του Ελαιώνα εγκαθίσταται πλέον μόνιμα στο νέο τους τόπο, φτιάχνουν μόνιμες κατοικίες, εξελιγμένες αχυροκαλύβες σε μορφή σπιτιού με στέγη και με τον καιρό Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


108

Μανόλης Μαγκλάρας

σύγχρονα σπίτια και έτσι αποκόπτονται από τον γενέθλιο τόπο τους, το Συρράκο. Ένας ένας παίρνουν τα δικαιώματά τους από την Κοινότητα, για να γίνους δημότες Πρέβεζας. Θέλω με την ευκαιρία αυτού του κειμένου να αποτίσω ένα φόρο τιμής στη Συρρακιώτισσα (μάνα, κόρη, γιαγιά) και μαζί στην ηπειρώτισσα, την Τζουμε­ ρκιώτισσα μάνα, στις Άγιες Μανάδες μας. Αξίξει ο πιο μεγάλος έπαινος κα ο τίτλος τιμής στη Συρρακιώτισσα του Ελαιώνα της Το Συρράκο σε φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή. Πρέβεζας. Μια ζωή σκυμμένη κάτω απ’ την ελιά να μαπέζει σπυρί-σπυρί τον καρπό της, μια ολόκληρη ζωή γονατισμένη πάνω στο φυτώριο της τομάτας, μια ζωή στο ανάερο και ανήλιαγο θερμοκήπιο να εισπνέει το δηλητήριο από τα φυτοφάρμακα και τα λογής ζιζανιοκτόνα, μια ζωή διπλωμένη απ’ το ασήκωτο ζαλίγκωμα, μια ζωή ολάκερη απ’ τ’άγρια χαράματα να μοιράζει χωρίς σταματημό το αγελαδινό στις αξημέρωτες ακόμη γειτονιές της Πρέβεζας. Θα περάσουν πολλές δεκαετίες για τους Συρρακιώτες της Πρέβεζας, όταν πια θα έχουν επαγγελματικά και οικονομικά αποκατασταθεί, ώσπου να επιστρέψουν στο Συρράκο οι ίδιοι και τα παιδιά τους, τα οποία φρόντισαν, μέσα από τον Συνδεσμο Συρρακιωτών Πρέβεζας, αλλά και μέσα από τη ίδια τη δική τους καθημερινότητα, να κρατήσουν και να μεταδώσουν τα ήθη, τα έθιμα, τους χορούς και τα τραγούδια και πρωτίστως την αγάπη για την ιδιαίτερη πατρίδα τους.

* Ο Μανόλης Μαγκλάρας είναι φιλόλογος

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δημήτριος Στ. Παππάς*

Η τεχνολογία και το δαμάλι κουτριώνται;

Ό

ταν ο λαός μας λέει για τη γλώσσα μας ότι και «κόκκαλα τσακίζει», θέλοντας να δείξει ότι τα «ελληνικά» μας δεν είναι «παίξε - γέλασε», αλλά γλώσσα που όσο σου δίνει τη δυνατότητα να εκφράσεις με κάθε λεπτομέρεια τη σκέψη σου άλλο τόσο σε χαντακώνει και σε ρεζιλεύει, έχει απόλυτα δίκιο. Προς επιβεβαίωση -απόδειξη- σας παρουσιάζω μια σελίδα της καθημερινής ζωής των κατοίκων της περιοχής μας, που «διάβασα» όταν... δασκάλευα στα Ντζουμέρκα. Η θειάκου η Γιαννάκαινα ήξερε ότι, για να γεννηθεί απόγονος, έπρεπε να ζευγαρωθεί το σερκό με το θηλ’κό, γκάστρωμα δε γιάνουνταν χωρίς να «σμίξουν»... δύο. Όταν ζούσε ο μακαρίτης ο Γιαννακός, αυτά ήταν δική του δουλειά. Χάλιβι η γιαλάδα τους, μούγκριζι, ήθελε να «σύρει», την πήγαινε στο δαμάλι, την «τακτοποιούσε», τη... «μάζωνε» 1-2 φορές και... πλήρωνε και κάτι δεκάρες για τη διατροφή του... βαρβάτου, και αυτό ήταν! Από όταν χάθ’κε ο μακαρίτης και τα παιδιά της πήγαν στα ξένα για το μεροκάματο, το αγγόνι της ο Γιάννης πάηνε την Κουκκίνου να «σύρει». Η τεχνολογία όμως έφερε και στο θέμα αυτό την πρόοδο και την εξέλιξη, την... αλλαγή, και κατάργησε το «αρσενικό», όπως, τουλάχιστον, το ξέραμε ως τώρα. Η μέθοδος της τεχνητής γονιμοποίησης πέρασε από το πειραματικό στάδιο, στην πρακτική εφαρμογή και σε κάθε νομαρχία δημιουργήθηκε «Υπηρεσία Τεχνητής Σπερματέγχυσης» για τα βοοειδή. Έτσι έγινε και στην Άρτα. Έγινε ενημέρωση από κτηνιάτρους κ.λπ., στους χωριανούς, καθώς και σχετική εκπαίδευση υπαλλήλων, για τα θετικά της «μεθόδου». Είμαστε εκεί στο 1962-63 κάπου και, στα καμποχώρια πρώτα και, λίγο αργότερα, στα ορεινά, άρχισαν να γεννιούνται τα πρώτα μοσχάρια, που είχαν τεράστια διαφορά από τα παραδοσιακά... «γατσούνια» των 10-15 κιλών. Ετούτα ήταν γερά, σωματώδη, 40-45 κιλά μόλις γεννιούνταν, και σε λίγους μήνες έπιαναν τα 300!! Ήρθε κάποτε και η ώρα που η Κουκκίνου μας χάλιψε να γκαστρωθεί και η θειάκου φώναξε το Γιαννάκη για τα περαιτέρω, τα γνωστά, να πάει τ’ γιαλάδα να «σύρει» στο Σούρλα. Ο Γιάννης όμως πήρε τηλέφωνο στην Άρτα, έδωσε λεπτομερέστατη περιγραφή της διεύθυνσης της θειάκου και πάει για το κοπάδι του, νομίζοντας ότι την άλλη μέρα θα έρθει ο «ειδικός» με το μηχανάκι του. Το Γραφείο Άρτας όμως γνώριζε ότι ο «ειδικός», ο «συρτιάς», είναι στο διπλανό χωριό, στη Ράμια. Τον ειδοποίησε μέσω του κοινοτικού τηλεφώνου (του μοναδικού τότε στο χωριό), να περάσει και από τη... θειάκου, με την Κουκκίνου. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


110

Δ η μ ή τ ρ ι ο ς Στ . Π α π π ά ς

Σε δυο ώρες ήρθε «επί τόπου» με τα σύνεργα που αναπλήρωναν ή... αντιπροσώπευαν τον ταύρο, δηλαδή ένα σιδερένιο βαλιτζάκι... όλο όλο. Με τα στοιχεία που του έδωσαν, βρόντησε την πόρτα και ρώτησε: – Γιαγιά; Πού είναι η γιαλάδα που ζητάει να σύρει; – Η γιαλάδα μ’ πέρα, στ’ μάσινα είνι, αλλά ισύ ποιος είσι και τι χαλέβ’ς ιδώ; Απάντησε εκείνη. Πήραν τηλέφωνο να έρθω να «τακτοποιήσω», να σύρω τ’ γιαλάδα σας, και γι’ αυτό ήρθα! Πού ν’ είνι; Βιάζομαι, γιαγιά..., είπε και τράβηξε για τ’ μάσινα, με το βαλιτζάκι του... – Τιτ’ θέλ’ςτ’ γιαλάδα, χουρίς δαμάλι, που το ‘χ’ς του βαρβάτου; Ξαναρώτησε, κάπως απότομα, νευριασμένα, με απορία, εκείνη. – Δε θέλου δαμάλι εγώ, κυρά μ’, εγώ είμαι το δαμάλι, με ετούτο εδώ θα τ’ γκαστρώσω..., αποκρίθηκε, εννοώντας το βαλιτζάκι του και όχι, βέβαια, εκείνο που νόμισε η γριά, ακούγοντας... «ετούτον εδώ». Αλλού πάει ο νους της, αφ’νής! – Μέγας είσαι, Κύριε! Έκανε το σταυρό της η παλιόγρια. Μπα, γιαμ’! Τι ακούν τα αυτιά μ’ κι τι γλιάπουν τα μάτια μ’! Ακούς ικεί, θα μ’ «σιάσει» τ’ γιαλάδα μου μαναχός του! Πού ακούσ’κι αυτό, γ’ναίκις μου! Θα μας ρίξ’ φουτιά κι θα μας κάψ’! Αυτό δεν περίμενα να τ’ ακούσου, θα πέθαινα κι τέτοιου μασκαρ’λίκι δε θα του άκουγα... Αν είστι χ’στιανοί, γιαμ’! Χάλασι ου κόσμους, πάει κατά διαόλου! Αυτά κι άλλα τέτοια, έλεγε η γριά κι όλο σταυροκοπιόταν. – Ουρέ, παλ’κάρ’, κι ας μη σιξιάρου κι πώς σιλιάν’, κλείσι τ’ μπαλιόπορτα απ’ τ’ μάσινα, να μη σιπάρ’ χαμπέρ’ κάνας κι δε σι ματαβγάζ’ κάνας απ’ γκουρουιδία... Χαλασιά σ’ κι σι ιδεί κάνα μάτι... Αυτά κι άλλα τέτοια συλλογιόνταν η πολύπαθη, νομίζοντας ότι πέρα στη μάσινα, ο «κύριος με το βαλιτζάκι» τακτοποιούσε και έσιαζε την αγελάδα, όχι με τη μέθοδο της Τεχνολογίας και της Επιστήμης, αλλά όπως εκείνη, στο δικό της το μυαλό, είχε «ζωγραφισμένη». Η παλιά «μέθοδος» για το γκάστρωμα ήταν ίδια κι απαράλλαχτη απ’ τους πρωτόπλαστους μέχρι εκείνη την ημέρα... Α, ρε ρημάδα τεχνολογία, τι νούμερα μας κάνεις! Α, ρε μαγκούφα γλώσσα, τι νόημα δίνεις σε κάτι ρήματα, άμα θέλεις! Πού να φαντάζονταν η κακομοίρα ότι η επιστήμη θα έφτανε ως τον κώλο τσ’ γιαλάδας και θα έφερνε τον ταύρο απ’ την Αυστραλία και τον Καναδά, μέσα στη δική της την παλιοκάλυβα, να «σέρνει» την Κουκκίνου! Άλλα έβαζε ο νους της... – Ρε, μην είνι κάνας σιαλαφός, κάνας απ’ αφ’νούς, πώς τσ’ λιάν’, μωρέ, τους... σάτυρους! Τους ανώμαλους! Αλλά πάλι, πώς έμαθε για τη δική μου τη γιαλάδα κι ήρθι «μουτ’ λάχ’» σια δω. Αλλιώς έχει η δ’λειά. Λαντζόκοβε η καημέν’, δεν τ’ χώραγε ο τόπος. Ακούρμαινε από καμιά βολά, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η τεχνολογία και το δαμά λι κουτριών ται;

111

μην ακούσει τίποτα, κάνα μούγκρισμα, καμιά φασαρία, τίποτα, ησυχία! Βλέπ’ς, εξαφανίστηκε κι ο Γιαννακός... Ο «ειδικός» καθυστερούσε, ήταν στα πρώτα στάδια της εφαρμογής της μεθόδου και δεν είχε αποχτήσει την απαραίτητη εμπειρία... Κάποια ώρα, επιτέλους, παρουσιάστηκε «καλός και παστρικός», σα να μη συνέβαινε τίποτα. – Γιαγιά! της φώναξε από παρέκεια, εντάξει η γιαλάδα σας, την τακτοποίησα. Αν σε ένα μήνα ξαναζητήσει, άμα ιδείτε και μουγκρίζει, βγάζει... γκαντήλες κ.λπ., να με ειδοποιήσετε να ξανάρθω. Δε νομίζω να χρειαστεί, έχουμε 100% επιτυχία, αλλά λέμε «αν». Μπόλιασα και στ’ Ράμια μια τ’ Κατσούδα. Βάλε μου μια υπογραφή εδώ να δικαιολογήσω το δρομολόγιό μου, γιατί πήγαινα αλλού. Τα ’χασε η γριά. Χαμπέρι δεν έπαιρνε... – Τι είσι, από πού έρχεσαι, τι διάουλου δ’λειά κάν’ς, δε μου ‘πες. Δεν καταλαβαίνου τι μ’ λες... (και σε λίγο...), καφέ, δε σου ‘πα, θέλ’ς να σ’ φκιάσου ένα καφεδάκι ή να σ’ βάλου μια ρακή; – Δε θέλω καφέ, αλλά ένα τσιπουράκι θα το έπινα και να τραβήξω για την Άρτα... Να σ’ που ν’ αλήθεια, δεν κατάλαβα τίπουτα, είπε η γριά. Ισύ δε μού ‘πες ή ιγώ δεν ακούου... – Να σου εξηγήσω με δυο λόγια, γιαγιά... – Όχ’, καρτέρ’, θύμα τ’ γκουβέντα σ’... να σ’ φέρου τ’ ρακή... και μπήκε μέσα. Δε χασουμέρ’σι, βγήκε με τη μπουκάλα και το ρακογυάλισ’ ένα δίσκο και 5-6 κουκόσις στην τσέπη απ’ την πουδιά της. Βάλε μαναχός κι πιε, κι απέ... μολόγα μ’... – Να! Έτσι κι έτσι, γιαγιά, κάνουμε... και της εξήγαγε τα... ανεξήγητα γι’ αυτήν... της μεθόδου. – Αμ! Έτσι πες μ’, χ’στιανέ μ’, να καταλάβου... (τον διέκοψε κάποια στιγμή), γιατί άλλα έβαλα στο μυαλό μ’, αλλού πάει ιμένα ου νους... Να με συμπαθάς, αλλά πού να φανταστού ότι θα φτάναταν να κάνιτε και τέτοιες γκαστριές! Αλλιώς, ήξιρα ιγώ, γιάνουνταν αυτές οι δ’λειές. – Τι έχουν να ιδούν τα μάτια τ’ κόσμου... Χάλασι, πιδί μ’ ου κόσμους, πάει, θα βγουν αλήθεια οι προυφητείες του Κουσμά... Βγήκι ου σιαητάν’ς μι του κουλουκ’θάκι τ’, ιγώ, πιδί μ’, του μπέρασα του γκιρό μ’, θα τα κλείσου, πάου για τουν Άη-Θανάσ’, εσείς όμως ν’ έχιτι βαμμέν’, θ’μήσου!! – Γιαγιά, η τεχνολογία... η επιστήμη..., δοκίμασε να τη διακόψει ο... ειδικός, αλλά... – Άμα ακούου ιγώ ότι έφκιασις, πέρα στ’ μάσινα, μ’σκάρ’ μ’ αυτό το... βρυζοκάλαμο, έφτασι κι του τέλους μας... Θ’μήσ’ απού μένα, πού ‘μι 80 χρονώ, το μυαλό π’ έχ’ η Επιστήμη σας, σ’μά- κουντά θα ‘ναι που θα γκαστρών’ κιτσ’ γναίκις και θα βγάζουν κι σουιλίτ’κα, έτσι, μι τ’ άχυρο, από μακριά. – Η τεχνολογία προχωράει, γιαγιά... πολλά είπαμαν. Ωραίο το τσίπρο σου, Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


112

Δ η μ ή τ ρ ι ο ς Στ . Π α π π ά ς

μ’ άρεσε, θα βάλω κι ένα να πω στην υγειά της τεχνολογίας και να σου ζήσει ο μόσχαρος - θα ιδείς, 45 κιλά θα είναι. Πήρε τα μπουγαλάκια του κι έφυγε. Η βάβου... ξενόκρινε, καθώς πήγαινε κατά τ’ μάσινα, στην Κουκκίνου. – Τέτοια τεχνολογία να τ’ βράσου... άει κι απέ... τα ποδάρια τ’ πελεκάει ου άνθρωπους, να του θυμάστι. Το μερμήγκι βγάζει φτερά άμα θέλ’ να χαθεί... Εκειός που του ‘πι, κάτι ήξερε! Και τώρα, το 2011 η Μελίσσου της Ρήνας, το σήκωσε... στο μουγκρητό, ήθελε δαμάλι. Πήραν τηλέφωνο τη Γεωργική Υπηρεσία να έρθει ο «συρτιάς» και η απάντηση ήταν: «Έκλεισε το γραφείο αυτό, από έλλειψη αγελάδων στο Νομό μας. Να πάρετε το τάδε νούμερο στα Γιάννενα, αν λειτουργεί, να σας εξυπηρετήσει...». Είπατε τίποτα; Γιαλάδια γιοκ. Νουνού, αν θέλετε, ΝΑΙ!

* Ο Δημήτριος Στ. Παππάς είναι δάσκαλος

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΤΕΧΝΗ-ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Κων/να Ζήδρου*

Η μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα

Η

ορεινή περιοχή των Τζουμέρκων αποτελεί τμήμα της κεντρικής Πίνδου1. Ανατολικά και δυτικά οριοθετείται από τους ποταμούς Αχελώο και Άραχθο αντίστοιχα. Στα βόρεια ως φυσικό σύνορό της θεωρείται το όρος Λάκμος, ενώ στα νότια φτάνει έως την περιοχή της Κάτω Καλεντίνης. Στο εσωτερικό της δεσπόζουν οι πολυάριθμοι ψηλοί και απόκρημνοι ορεινοί όγκοι π.χ. Κωστηλάτα, Τζούμα, Φτελιά κ.ά., οι οποίοι επιβεβαιώνουν τον ορεινό χαρακτήρα της και συντέλεσαν στη διαμόρφωση των ιδιαιτεροτήτων της ιστορικής της πορείας. Ένα άλλο χαρακτηριστικό σημείο της γεωμορφολογίας της είναι και τα άφθονα νερά. Οι πηγές, οι ποταμοί, μικροί και μεγάλοι, και τα ρέματα διασχίζουν τα βουνά, δημιουργώντας εντυπωσιακούς καταρράκτες και κοιλάδες αλλά και διόδους επικοινωνίας. Οι πεδινές εκτάσεις σπανίζουν και είναι ιδιαίτερα περιορισμένες σε έκταση. Στην επικράτεια των Τζουμέρκων περιλαμβάνονται σήμερα 47 χωριά2, τα οποία ανήκουν διοικητικά σε τρεις διαφορετικές Π.Ε. (Ιωαννίνων, Άρτης, Τρικάλων). Στην πραγματικότητα όμως λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύνολο με κοινή ιστορική πορεία, παράδοση και πολιτισμό, όπως αποδεικνύεται από τις γραπτές μαρτυρίες, τα μνημεία, τις παραδόσεις, τα έθιμα, τους μύθους, τους θρύλους, τα τοπωνύμια, τα επώνυμα, τη γλώσσα, την ενδυμασία, τις ασχολίες και γενικότερα τον τρόπο διαβίωσης των κατοίκων. Η κατηγορία των μνημείων, τα οποία αποδεικνύουν και επιβεβαιώνουν την ενότητα και τη συνοχή των Τζουμέρκων και χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και μελέτης, είναι τα εκκλησιαστικά. Η θέση τους, ο τιμώμενος άγιος, ο αρχιτεκτονικός τους τύπος, τα υλικά δομής, η κατασκευή τους, το εικονογραφικό πρόγραμμα, η τεχνοτροπία των τοιχογραφιών, οι φορητές εικόνες, τα κειμήλια, η χρονολόγηση, οι σχέσεις και οι επαφές μεταξύ τους φανερώνουν τις αντίστοιχες σχέσεις των χωριών, τις τεχνοτροπικές επιρροές ανάμεσά τους αλλά και από άλλες περιοχές, τις μετακινήσεις μαστόρων και καλλιτεχνών, το έντονο

1.Αναφορικά με τη γεωγραφική θέση της περιοχής των Τζουμέρκων, βλ. Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια, σ. 2 – 3, 87 – 88. 2. Για τη διαίρεση αυτή βλ. Φίλος, ό.π., σ. 15, ενώ για έναν αναλυτικό κατάλογο με τα χωριά σ. 19 – 73. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


114

Ζήδρου

θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων, αλλά και την κοινή καλλιτεχνική και αισθητική αντίληψη που διέπει ολόκληρη την περιοχή. Πιο συγκεκριμένα, η μελέτη της αρχιτεκτονικής των εκκλησιαστικών μνημείων μπορεί να συμβάλει στην προσπάθεια για την ανάδειξη και διάσωσή τους, να φανερώσει την κοινή πολιτιστική φυσιογνωμία των Τζουμέρκων, να αποκαλύψει πολύτιμα στοιχεία για την ιστορική πορεία κάθε μνημείου ξεχωριστά αλλά και ολόκληρης της περιοχής συνολικά και τέλος να διευρύνει τις γνώσεις και τα στοιχεία για την εξέλιξη της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής κατά τη μεταβυζαντινή εποχή. Καθ’ όλη τη διάρκεια των δύσκολων χρόνων της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας, οι Τζουμερκιώτες διακατέχονταν από ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα και αντιμετώπιζαν τις δυσχέρειες, τόσο του ορεινού και απομονωμένου τόπου τους όσο και εκείνες που προέρχονταν από τους κατακτητές, πρωτίστως με γνώμονα το Θεό. Ανάλογη θα ήταν η συμπεριφορά και των μεσαιωνικών κατοίκων της περιοχής, σύμφωνα με τα δεδομένα από την υπόλοιπη Ήπειρο. Η βαθιά τους πίστη είχε ως αποτέλεσμα την ανέγερση πληθώρας μονών και ναών εντός των χωριών αλλά και σε σημεία απόμερα, επάνω στις ράχες των ορεινών όγκων. Επιπλέον, η απομόνωση εξαιτίας της γεωγραφικής τους θέσης όπως και η σχετική αυτονομία που είχε παραχωρηθεί από τους κατακτητές3 ευνόησαν την ανοικοδόμηση εκκλησιαστικών μνημείων καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Τα περισσότερα από τα μοναστήρια, εκτός από θρησκευτικά ιδρύματα, λειτούργησαν και ως4 χώροι φιλοξενίας περαστικών, περίθαλψης ασθενών, καταφύγια κατατρεγμένων ή κυνηγημένων από τους κατακτητές αλλά και ως πνευματικά ιδρύματα, τα οποία διατήρησαν και διέδωσαν τη γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις στα σκοτεινά χρόνια της δουλείας. Στους χώρους τους τόσο οι ιερείς με τα φλογερά κηρύγματά τους όσο και οι αρχηγοί των ένοπλων ομάδων, ρίζωσαν την ιδέα της επανάστασης και της απελευθέρωσης στις καρδιές των απλών κατοίκων. Δυστυχώς, δεν έχουν σωθεί μνημεία παρά από το 17ο αι. και έπειτα. Το γεγονός αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί αν λάβουμε υπόψη την ταραγμένη ιστορία του τόπου με τις αλλεπάλληλες πυρπολήσεις των χωριών και την ανακατασκευή ή μεταφορά τους, που δεν επέτρεψαν τη διατήρησή τους. Ωστόσο και πάλι ο αριθμός τους είναι σημαντικός, αναλογικά με τα δεδομένα της περιοχής. Έτσι, σε κάθε χωριό υπάρχουν περισσότερα από ένα εκκλησιαστικά ιδρύμα3. Από τα προνόμια προβλεπόταν το δικαίωμα να διατηρούν τη θρησκεία τους βλ. Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια, σ. 107. 4. Για τις ιδιότητές τους αυτές βλ. Φίλος, ό.π., σ. 399. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η μεταβυζαν τιν ή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα

115

τα, μεταβυζαντινά, νεώτερα, ακόμη και σύγχρονα, ανάλογα με τις παραδόσεις, τα θαύματα, την ιστορία και τα τάματα των κατοίκων. Όπως προκύπτει λοιπόν από τα παραπάνω, η μελέτη τους μπορεί να οριστεί προς δυο κατευθύνσεις: α) τη μελέτη των μνημείων από την καλλιτεχνική τους πλευρά και β) τη μελέτη των μνημείων από την ιστορική τους πλευρά, προκειμένου να διαφανεί η πολύπλευρη προσφορά τους. Στην παρούσα εργασία, και όπως διαφαίνεται και από τον τίτλο, θα επικεντρωθούμε αποκλειστικά στο πρώτο σκέλος.

Τα μεταβυζαντινά μνημεία Σε αντίθεση με το ένα και μοναδικό βυζαντινό μνημείο της περιοχής, την Κόκκινη Εκκλησιά Βουργαρελίου, ο αριθμός των αντίστοιχων μεταβυζαντινών αυξάνει σημαντικά και κατά συνέπεια η ποικιλία των οικοδομημάτων, των θέσεων, των χρονολογιών και των αρχιτεκτονικών τύπων. Βέβαια εκτός από τα ακέραια σωζόμενα υπάρχουν και ίχνη κτηρίων π.χ. στο Κάτω Γραικικό5, τα οποία δεν έχουν ερευνηθεί και μελετηθεί συστηματικά, αλλά η εγχώρια παράδοση τα θέλει να ανήκουν σε προγενέστερους ναούς που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Επιπλέον, αρκετές πληροφορίες και μαρτυρίες από το 19ο αι. μέχρι σήμερα, άλλες έγκυρες και άλλες όχι, που περιέχονται σε κείμενα ποικίλου περιεχομένου, κυρίως ιστοριοδιφικά ή λαογραφικά, αναφέρονται στην ύπαρξη εκκλησιαστικών μνημείων από τα οποία δεν σώζεται κανένα ίχνος παρά μόνο κάποιο σχετικό τοπωνύμιο ή παράδοση π.χ. Ι. Μ. Αγίου Νικολάου Σκούπας6. Τέλος, αρκετοί νεώτεροι ή σύγχρονοι ναοί θεωρείται ότι έχουν θεμελιωθεί επάνω σε προϋπάρχοντες κατεστραμμένους, γεγονός που επίσης χρήζει ιδιαίτερης και συστηματικής αρχαιολογικής έρευνας. Από το σύνολο των μνημείων, των λειψάνων αυτών και των μαρτυριών, στην παρούσα εργασία περιλαμβάνονται όσα σώζονται ακέραια και επομένως είναι εφικτή η μελέτη του αρχιτεκτονικού τους τύπου7. Χρονολογικά, τοποθε5. Βλ. σχετικά Παπαβασιλείου Θέσεις, σ. 162, Πεταλάς Η Σκούπα, σ. 141 αλλά και αλλού. 6. Βλ. Πεταλάς, ο.π., σ. 140 – 142 και Πολίτη Η Σκούπα, σ. 939 – 940. 7. Για τη σύνταξη της παρούσας εργασίας έχουν ληφθεί υπόψη τα μνημεία τα οποία παρατίθενται στον πίνακα. Ο συγκεκριμένος πίνακας, ο οποίος εξακολουθεί να ενημερώνεται, δεν περιλαμβάνει το σύνολο των μεταβυζαντινών μνημείων των Τζουμέρκων, παρά μόνο ορισμένα αντιπροσωπευτικά παραδείγματα των αρχιτεκτονικών τύπων που επιχωριάζουν στην περιοχή. Ο κατάλογος των μνημείων προέκυψε από τη μελέτη της βιβλιογραφίας που παρατίθεται στη συνέχεια και από επιτόπια έρευνα. Για λόγους οικονομίας χώρου δεν τίθενται παραπομπές για κάθε μνημείο ξεχωριστά στο κείμενο, αλλά εξετάζονται στο σύνολό τους, καθώς η κατηγοριοποίηση τους αποτελεί και σκοπό της εργασίας. Για την ονομασία, τη χρονολογία, την ύπαρξη επιγραφής και τον αρχιτεκτονικό τύπο κάθε μνημείου βλ. τον πίνακα, όπως και για τις αντίστοιχες βιβλιογραφικές παραπομπές. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


116

Ζήδρου

τούνται από το 15ο έως το 19ο αι. Πιο συγκεκριμένα, στον 15ο αι. απαντά ένα και μοναδικό παράδειγμα, στον 17ο ανάγονται ελάχιστα μνημεία (7), στον 18ο αι. ο αριθμός τους αυξάνει σημαντικά (12) και διατηρείται και στον επόμενο 19ο αι. Στην πλειοψηφία τους οι χρονολογίες προέρχονται από επιγραφές. Αυτές αναφέρονται άλλοτε στο χρόνο ίδρυσης ή ανακαίνισης του ναού και άλλοτε στο χρόνο ιστόρησής του. Στη δεύτερη περίπτωση, και θεωρώντας ότι ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα δεν θα έμενε για μεγάλο διάστημα χωρίς εντοίχια διακόσμηση, μπορούμε να προσδιορίσουμε και πάλι με αρκετή ακρίβεια το χρόνο ανεγέρσεώς του. Όμως, υπάρχουν και μνημεία στα οποία δεν σώζονται καθόλου επιγραφές και έτσι η χρονολόγησή τους καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής π.χ. Ι. Μ. Κηπίνας, Ι. Ν. Αγίας Φανερωμένης στην Άγναντα, Ι. Ν. Υπαπαντής στα Λεπιανά, Ι. Ν. Αγ. Μάρκου Μελισσουργοί, Ι. Μ. Αγίας Παρασκευής Παλαιοχωρίου και Ι. Ν. Αγίου Νικολάου Πιστιανών. Στις περιπτώσεις αυτές, απαιτείται προσεκτική μελέτη και αξιολόγηση όλων των στοιχείων, συνδυασμός μεταξύ τους αλλά και τεχνοτροπικές συγκρίσεις των υπαρχουσών τοιχογραφιών, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε πιο αξιόπιστα συμπεράσματα. Ένα άλλο ζήτημα που προκύπτει είναι ότι πολλές επιγραφές δεν αναφέρονται στην ίδρυση αλλά στην ανακαίνιση του κτηρίου. Συνήθως, οι ανακαινίσεις αυτές είναι ριζικές και επομένως η μελέτη περιλαμβάνει τον αρχιτεκτονικό τύπο που προέκυψε από την ανακαίνιση, ενώ η μορφή και χρονολογία του προϋπάρχοντος οικοδομήματος παραμένουν άγνωστες.

Α΄ περίοδος 1478 – 17088 Η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, τυπικά, ορίζει το τέλος της βυζαντινής αυτοκρατορίας, καθώς η πλειοψηφία των εδαφών της είχε ήδη περάσει στην κατοχή των Οθωμανών και την ταυτόχρονη έναρξη της μακράς μεταβυζαντινής περιόδου. Η μεταβυζαντινή εποχή ή περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας μπορεί να διαιρεθεί σε δυο υποπεριόδους9, σύμφωνα με τις αλλαγές που συντελούνται τόσο στον τομέα της τέχνης όσο και στις γενικότερες ιστορικές συνθήκες: την πρώτη από την άλωση έως και το τέλος του 17ου αι. και τη δεύτερη από τις αρχές του 18ου έως και την ίδρυση του πρώτου ελληνικού κράτους. Πιο συγκεκριμένα10, μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, οι ελληνικοί πληθυσμοί της επικράτειας της βυζαντινής αυτοκρατορίας θα βρεθούν υπό 8. Η διαίρεση της μεταβυζαντινής περιόδου ακολουθεί τα χρονολογικά όρια της ιστορικής πορείας των Τζουμέρκων και όχι του ελλαδικού χώρου συνολικά. 9. Για τις υποπεριόδους βλ. Μπούρας, Ιστορία, σ. 464 και του ιδίου, Βυζαντινή, σ. 237. 10. Για τα παρακάτω γενικά ιστορικά στοιχεία βλ. Μπούρας, Βυζαντινή, σ. 237 – 238. Στην εισαγωγή, περιλαμβάνονται σε γενικά πλαίσια μόνο οι παράγοντες εκείνοι που διαμόρφωσαν το ιδιαίτερο κλίμα της περιόδου και επηρέασαν άμεσα την ανάπτυξη των τεχνών και του πολιτισμού. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η μεταβυζαν τιν ή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα

117

τη διοίκηση και την κυριαρχία ενός λαού αλλόθρησκου, εντελώς διαφορετικού πολιτισμικά, προσκολλημένου στη θρησκεία και παράλληλα αντίθετου στην πρόοδο και την εξέλιξη. Έτσι, κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου προσαρμογής στη νέα τάξη πραγμάτων, ο ελληνισμός θα συρρικνωθεί πληθυσμιακά, θα βιώσει τα δεινά και τις βιαιότητες του κατακτητή, θα απομακρυνθεί από κάθε προσπάθεια ανάπτυξης και εξέλιξης, ενώ επιπρόσθετα θα στερηθεί και το σύνολο των λογίων και διανοούμενων, οι οποίοι μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Επιπλέον, στα αστικά κέντρα θα εγκατασταθούν στην πλειοψηφία τους Οθωμανοί, μεταβάλλοντας ταυτόχρονα τη μορφή, τη δομή και την οργάνωση του αστικού ιστού και μετατρέποντας τελικά τις πόλεις σε πόλεις – παζάρια της Ανατολής. Στο πλαίσιο των παραπάνω αλλαγών οι μεγάλες βυζαντινές εκκλησίες μετατρέπονται με τη σειρά τους σε μουσουλμανικά τεμένη, ενώ αποθαρρύνεται έως απαγορεύεται η ανέγερση νέων ναών και γενικά κάθε εκδήλωση του δημόσιου βίου των χριστιανών. Παρά την προαναφερθείσα ζοφερή κατάσταση, το ελληνικό στοιχείο δεν θα εκλείψει, κυρίως χάρη στο σαφή διαχωρισμό χριστιανών και μουσουλμάνων τον οποίο είχε θεσμοθετήσει ο ίδιος ο κατακτητής, στη στρατηγική θέση του ελλαδικού χώρου που ευνοούσε τη διεξαγωγή εμπορίου και τη γενικότερη επικοινωνία με τη Δύση, στη θρησκευτική και πολιτισμική υπεροχή των Ελλήνων, στις βενετικές ή γενοβέζικες κτήσεις σε νησιωτικές ή παράκτιες περιοχές του ελλαδικού χώρου. Αυτές προσέφεραν καταφύγιο στους υπόδουλους, έναν πιο ελεύθερο χώρο για πνευματικές και καλλιτεχνικές ζυμώσεις, δυνατότητα άμεσης επαφής με τη δύση και τις εξελίξεις της και ταυτόχρονη συμμετοχή στα αναγεννησιακά κινήματα αλλά κυρίως στη βυζαντινή παράδοση την οποία ακολούθησαν στη γλώσσα, στον τρόπο ζωής και ειδικά στις τέχνες, προσαρμόζοντάς την όμως στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν. Έτσι οι Έλληνες όχι μόνο κατόρθωσαν να επιβιώσουν, αλλά και γρήγορα να μπουν και πάλι σε τροχιά ανάπτυξης. Αναδείχτηκε λοιπόν μια ισχυρή τάξη, αυτή των εμπόρων – βιοτεχνών με δραστηριότητες στο εξωτερικό, η οποία αντικατέστησε τη βυζαντινή αριστοκρατία και καθόριζε τις εξελίξεις. Παράλληλα, το ελληνικό στοιχείο συσπειρώθηκε γύρω από την εκκλησία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο που είχε αναγνωριστεί και επίσημα από τον Οθωμανό κατακτητή. Η μεσαιωνική συνήθεια της επιδείξεως ευσέβειας μέσω της χορηγίας για την ανοικοδόμηση ή ιστόρηση εκκλησιαστικών μνημείων συνεχίζεται από μητροπολίτες, μοναχούς, ηγεμόνες και πλούσιους εμπόρους. Ως αποτέλεσμα του παραπάνω φαινόμενου, τα μοναστήρια, κατά τον 16ο και 17ο αι., παρουσιάζουν μεγάλη ακμή και άνθιση της οικοδομικής δραστηριότητας. Όπως προκύπτει από τις συνθήκες που περιγράφηκαν, η μορφή και η πορεία της αρχιτεκτονικής, κατά τους 15ο έως 17ο αι., είναι άρρηκτα δεμένες με Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


118

Ζήδρου

τη μεγάλη ανάπτυξη των μοναστηριών, τη συντηρητική στάση της εκκλησίας και τη βυζαντινή παράδοση την οποία ακολουθεί. Στον τομέα της ναοδομίας11, εντάσσονται κατά κανόνα καθολικά μοναστηριών. Αντίστοιχα, οι ναοί είναι σαφώς λιγότεροι, μικρών διαστάσεων και συχνά χωρίς τρούλο, κωδωνοστάσια και διακόσμηση, όπως όριζε ο ιερός νόμος του Ισλάμ. Η ανωνυμία μαστόρων και καλλιτεχνών εξακολουθεί να υπάρχει. Οι αρχιτεκτονικοί τύποι παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία και συχνά επιλέγονται από ήδη γνωστά βυζαντινά μνημεία, τα οποία λειτουργούν ως πρότυπα12. Πιο συγκεκριμένα, οι μικροί ναοί με τρούλο (τρίκογχα, ελεύθεροι σταυροί, συνεπτυγμένοι σταυροειδείς) και οι μικρές βασιλικές, είτε θολοσκεπείς είτε ξυλόστεγες, αποτελούν την πλειοψηφία. Μια νέα παραλλαγή είναι αυτή της τρίκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής με τρούλο στο μεσαίο κλίτος. Ως αντίθεση στο νέο τύπο έρχεται η σποραδική χρήση της παραδοσιακής τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής. Στα μεγάλα καθολικά του Αγ. Όρους και της Θεσσαλίας κυριαρχεί ο σύνθετος τετρακιόνιος σταυροειδής τρουλαίος ναός με κόγχες ή πλάγιους χορούς στο πέρας της βόρειας και νότιας καμάρας. Πρόκειται για τον γνωστό αγιορείτικο τύπο. Βέβαια, οι πλάγιες κόγχες προσαρμόζονται και σε άλλους τύπους: στους απλούς τετρακιόνιους τρουλαίους, σε μονοκάμαρους τρουλαίους, σε μονόχωρους σταυρεπίστεγους, ακόμη και σε ξυλόστεγες βασιλικές. Συνηθισμένος αυτή την περίοδο είναι και ο κατεξοχήν μεσοβυζαντινός τύπος του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο ναού. Σε ορισμένα νησιά παρατηρούνται αναβιώσεις τύπων συγκεκριμένων ναών, ενώ στα ορεινά της Θεσσαλίας και της Ηπείρου ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αυτοσχέδιες παραλλαγές. Στα Επτάνησα επινοείται και καθιερώνεται ο διώροφος γυναικωνίτης στο δυτικό άκρο του ναού, στοιχείο που θα διαδοθεί στη συνέχεια και στη δυτική Ελλάδα. Τέλος και τα περίστωα, που κυριάρχησαν κατά το 13ο αι., εξακολουθούν να υπάρχουν. Γενικά, τα οικοδομήματα είναι μικρών διαστάσεων, συμμετρικά και απλά, ακολουθώντας τα πρότυπα της παλαιολόγειας περιόδου. Παράλληλα, παρατηρείται μια τάση μείωσης του φυσικού φωτισμού με την κατασκευή λίγων και μικρού μεγέθους παραθύρων, περιορισμένων και χαμηλών θυρών αλλά και με την 11. Για τα γενικά στοιχεία για την πορεία της αρχιτεκτονικής και της ναοδομίας της περιόδου βλ. Μπούρας, Ιστορία, σ. 465 – 467, 469 - 471 και του ιδίου, Βυζαντινή, σ. 239 – 245, όπου παρατίθεται και τα αντίστοιχα παράλληλα αλλά και στοιχεία για τις υπόλοιπες περιοχές του ελλαδικού χώρου. Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται εδώ αφορούν περιοχές των οποίων η αρχιτεκτονική παρουσιάζει ομοιότητες με την αντίστοιχη της Ηπείρου και κατ’ επέκταση των Τζουμέρκων. 12. Αυτό ισχύει για τον κυρίως ελλαδικό χώρο, όπου υπάρχουν τα μεγάλα και ακμάζοντα μοναστικά κέντρα του Αγίου όρους και των Μετεώρων, τα οικονομικά μέσα και οι κατάλληλοι τεχνίτες βλ. Μπούρας, Βυζαντινή, σ. 239. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η μεταβυζαν τιν ή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα

119

αποφυγή φωτεινών χρωμάτων στον εντοίχιο διάκοσμο. Η συγκεκριμένη τάση δεν γενικεύεται στον ελλαδικό χώρο, ενώ ταυτόχρονα είναι δύσκολο να ερμηνευτεί. Ίσως πρόκειται για μια προσπάθεια απομόνωσης του ιερού χώρου από τους αλλόθρησκους ή ακόμη και αμυντικής θωράκισής του από τυχόν επιθέσεις και λεηλασίες. Ίσως πάλι πρόκειται για την επιδίωξη δημιουργίας μεγαλύτερης αυτοσυγκέντρωσης και περισυλλογής στον πιστό μέσα στο κατανυκτικό αυτό περιβάλλον ή ακόμη και για κατασκευαστική δυσκολία των αρχιτεκτόνων και μαστόρων στη δημιουργία μεγάλων φωτιστικών ανοιγμάτων. Ένα δεύτερο μορφολογικό χαρακτηριστικό των ναών της περιόδου είναι η έλλειψη κάθε μορφής διακόσμου στις προσόψεις των κτιρίων, εξαιτίας της σχετικής απαγόρευσης των κατακτητών και προκειμένου να μην εγείρουν το θρησκευτικό φανατισμό τους. Αντίθετα, ο διάκοσμος αναπτύσσεται πλούσιος στο εσωτερικό: στα τέμπλα, στα κιβώρια, σε προσκυνητάρια, στα καλύμματα της αγίας τράπεζας, στους κατάκοσμους τοίχους, οι οποίοι διανθίζονται από περισσότερες τοιχογραφίες, σε σύγκριση με την παλαιολόγεια περίοδο, μικρότερου όμως μεγέθους, όπως και στις μικρότερες αλλά με περισσότερες παραστάσεις φορητές εικόνες. Τα ισλαμικά στοιχεία στη μορφολογία των ναών του ελλαδικού χώρου είναι περιορισμένα και απαντούν σε συγκεκριμένα μνημεία. Αντίστοιχα, τα δυτικά – αναγεννησιακά, που κυριάρχησαν εξ ολοκλήρου στην αρχιτεκτονική της Κρήτης και των Επτανήσων, ελάχιστα επηρέασαν τους ναούς του κυρίως ελλαδικού χώρου. Μόνο τα ψηλά ξυλόγλυπτα εικονοστάσια, τα οποία αντικατέστησαν τα μαρμάρινα βυζαντινά τέμπλα και καθιερώθηκαν στις εκκλησίες μετά την άλωση, με τα νέα στοιχεία τους: τα αβαθή κογχυάρια, τον ξυλόγλυπτο σταυρό επάνω από το επιστύλιο και τις εικόνες στα μετακιόνια διαστήματα αποτελούν επιρροή της δυτικής τέχνης. Συνολικά, η αρχιτεκτονική του κυρίως ελλαδικού χώρου της πρώτης φάσης της μεταβυζαντινής περιόδου χαρακτηρίζεται από έναν συντηρητισμό και μια τάση προσκόλλησης στο βυζαντινό παρελθόν. Τα εκκλησιαστικά μνημεία μπορούν να διαιρεθούν σε δυο μεγάλες κατηγορίες: στα μεγάλα και πολυτελή καθολικά της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, με εμμονή στα παλαιολόγεια πρότυπα και στα μικρά «φτωχά» μνημεία, κατασκευασμένα από αργούς λίθους, με μικρά ανοίγματα, απλοποιημένες στέγες που δεν αποκαλύπτουν την ύπαρξη του τρούλου και επιπλέον χωρίς λίθινη ή μαρμάρινη διακόσμηση. Στην Ήπειρο13, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, ανεγείρεται ένας σημαντικός αριθμός ναών μικρών διαστάσεων και ποικίλων αρχιτεκτονικών τύπων (π.χ. μο13. Για την Ήπειρο σύντομα βλ. Μπούρας, Η βυζαντινή, σ. 250 και Τριανταφυλλόπουλος, Η τέχνη, σ. 318, 320. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


120

Ζήδρου

νόκλιτοι σταυρεπίστεγοι, μονόκλιτοι τρουλαίοι με πλευρικές κόγχες, απλοί τετρακιόνιοι με πλάγιες κόγχες στα μεγάλα καθολικά), οι οποίοι εντάσσονται στη δεύτερη κατηγορία των «φτωχών» μικρών μνημείων. Σε γενικές γραμμές ακολουθούν την αρχιτεκτονική και μορφολογική διάρθρωση των υπολοίπων μνημείων του κυρίως ελλαδικού χώρου, χωρίς όμως να λείπουν και οι τοπικές ιδιομορφίες. Ειδικότερα τα Τζουμέρκα, την περιοχή, με τη γενναία αντίσταση, καθυστέρησε η υποταγή τους στους κατακτητές αλλά και στη συνέχεια, με τα προνόμια που εξασφάλισαν, δεν γνώρισαν σε μεγάλο βαθμό τις δυσχέρειες και τη βαναυσότητα του οθωμανικού ζυγού. Εξαίρεση αποτελεί η περίοδος από το 1611, με την τυπική και οριστική κατάργηση των προνομίων, έως και τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως «σκοτεινή» για τα Τζουμερκοχώρια καθώς έπεσε επάνω τους εκδικητική η μανία των κατακτητών. Βέβαια, τα σωζόμενα μνημεία των τριών πρώτων μεταβυζαντινών αιώνων δεν είναι αντιπροσωπευτικά ούτε ως προς τον αριθμό ούτε ως προς τους αρχιτεκτονικούς τύπους και τα μορφολογικά χαρακτηριστικά. Οπωσδήποτε, θα είχαν ανοικοδομηθεί πολύ περισσότερα, με μεγαλύτερη ποικιλία τύπων και χαρακτηριστικών, τόσο χάρη στα προνόμια και τη σχετική αυτονομία που απολάμβανε η περιοχή όσο και λόγω της άφιξης και εγκατάστασης σε αυτή πολλών κατατρεγμένων χριστιανών. Πιθανώς, πολλά από αυτά θα καταστράφηκαν κατά τους επόμενους δυο ταραγμένους αιώνες ή ακόμη και στη νεότερη εποχή κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου ή και του εμφυλίου πολέμου. Το πρώτο μνημείο της περιόδου είναι η τρίκλιτη καμαροσκέπαστη με τρούλο βασιλική των Καλαρρυτών, αφιερωμένη στον Αγ. Νικόλαο. Ο ναός χρονολογείται στα τέλη του 15ου αι. και ακολουθεί τον καινούριο αρχιτεκτονικό τύπο, ο οποίος καθιερώνεται την περίοδο αυτή και πολύ γρήγορα φτάνει και στους απομακρυσμένους Καλαρρύτες, πιθανώς από εμπόρους ή και λόγιους της περιοχής που τον είδαν σε άλλο μνημείο. Μνημεία του 16ου αι. δεν σώζονται. Τέλος, στο 17ο αι. ανάγονται 7 ναοί, 4 μικρές μονόκλιτες ξυλόστεγες βασιλικές και 3 μονόκλιτοι τρουλαίοι ναοί με πλευρικές κόγχες κατά το αγιορείτικο πρότυπο, με εξαίρεση τον Αγ. Νικολάο, οι σημαντικές διαστάσεις του οποίου ίσως οφείλονται στο μεγάλο ποίμνιο που εξυπηρετούσε. Πρόκειται για μικρά μονόχωρα οικοδομήματα τα οποία χαρακτηρίζει η απλότητα και η συμμετρία. Οι αρχιτεκτονικοί τύποι14 είναι συνήθεις για την περίοδο, ενώ ιδιαίτερα αγαπητό αποδεικνύεται το πολύ διαδεδομένο στοιχείο των πλαγιών κογχών. Το γε14. Οι συγκρίσεις γίνονται σύμφωνα με τα γενικά χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν. Για αυτόν ακριβώς το λόγο κρίθηκε σκόπιμη και η εκτενής εισαγωγή. Δεν παρατίθενται ονόματα μνημείων αλλά δίνεται μια γενική εικόνα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η μεταβυζαν τιν ή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα

121

γονός αυτό, σε συνδυασμό με την καμαροσκέπαστη βασιλική των Καλαρρυτών, φανερώνει ενημέρωση για τις εξελίξεις στον τομέα της ναοδομίας, πιθανότατα από τους πλούσιους εμπόρους - χορηγούς ή από τους μαστόρους που ταξίδευαν σε άλλες περιοχές. Οι επιγραφές των μνημείων εμπεριέχουν πληροφορίες και για τους κτήτορες – δωρητές, σε αντίθεση με τη γενικότερη τάση για ανωνυμία που επικρατεί σύμφωνα με τα βυζαντινά πρότυπα, προσφέροντας πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία αλλά και για τη χορηγία στην περιοχή. Άγνωστη είναι ακόμη η προσθήκη γυναικωνίτη ή περιστώων, σε αντίθεση με την ευρύτατη χρήση του νάρθηκα. Τα παράθυρα είναι ελάχιστα και μικρά και οι θύρες περιορισμένες και χαμηλές, σε μια προσπάθεια μείωσης του φυσικού φωτισμού κατά τα πρότυπα της περιόδου. Οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι με την τεχνική της αργολιθοδομής, ως επί το πλείστον από εγχώριους ασβεστόλιθους, ενώ οι στέγες καλύπτονται με σχιστολιθικές πλάκες. Ο εξωτερικός διάκοσμος απαντά συχνά, αλλά περιορίζεται σε απλές οδοντωτές ταινίες ή απλές διακοσμητικές ζώνες στις αψίδες και τα γείσα των τρούλων. Αντίθετα, κατάγραφο είναι το εσωτερικό των ναών. Ωστόσο, στα συγκεκριμένα μνημεία δεν γίνεται προσπάθεια κάλυψης του τρούλου, όπως και γενικά της ταυτότητας τους κτηρίου. Ισλαμικά ή δυτικά στοιχεία δεν εντοπίζονται, με εξαίρεση τη χρήση του ξύλινου τέμπλου. Τέλος, ως προς τη λειτουργία των οικοδομημάτων τα καθολικά υπερέχουν σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής για ανέγερση μοναστηριών και όχι ναών. Συμπερασματικά, τα εκκλησιαστικά μνημεία των Τζουμέρκων των τριών πρώτων αιώνων της μεταβυζαντινής περιόδου εντάσσονται στη δεύτερη κατηγορία των «φτωχών» μνημείων του ελλαδικού χώρου. Ακολουθούν τους αρχιτεκτονικούς τύπους και τα γενικά μορφολογικά χαρακτηριστικά της εποχής, παρακολουθώντας τις εξελίξεις και ταυτόχρονα συνεχίζοντας τη βυζαντινή παράδοση αλλά με έναν πιο εκλαϊκευμένο και απλουστευμένο τρόπο. Λόγω του απομονωμένου χαρακτήρα της περιοχής δεν δέχονται επιρροές από τους κατακτητές ή τη Δύση αλλά μόνο από αντίστοιχα χριστιανικά μνημεία, ενώ χάρη στα προνόμια και την αυτονομία δεν συγκαλύπτουν την ταυτότητά τους.

Β΄ περίοδος 1700 – 1881 Με το πέρασμα στο 18ο αι., παγιώνεται η φάση παρακμής στην οποία είχε υπεισέλθει η οθωμανική αυτοκρατορία15. Αντίθετα, η οικονομική πρόοδος των Ελλήνων εξακολουθεί με αδιάκοπο ρυθμό και σε συνδυασμό με το κοινοτικό 15. Για τα γενικά στοιχεία βλ. Μπούρας, Βυζαντινή, σ. 263 – 264. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


122

Ζήδρου

τους πνεύμα τους προσφέρει τη δυνατότητα άμεσης επιρροής ή ακόμη και καθοδήγησης των πολιτιστικών πραγμάτων. Πιο συγκεκριμένα, με την είσοδο στο 18ο αι., η ανοδική πορεία και οι επεκτατικές τάσεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έχουν πλέον τερματιστεί, ενώ τα σημάδια οικονομικής, διοικητικής και κοινωνικής παρακμής γίνονται περισσότερο εμφανή και μόνιμα. Επιπλέον, νέες πολιτικές δυνάμεις αρχίζουν να αμφισβητούν τόσο τη θέση όσο και την ισχύ της και να την απειλούν άμεσα. Η πορεία των Ελλήνων της περιόδου αποδεικνύεται αντιστρόφως ανάλογη. Έτσι, η πολυποίκιλη εμπορική δραστηριότητα τους, σε ολόκληρη τη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου όπως και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, είχε ως αποτέλεσμα την απόκτηση μεγάλης οικονομικής επιφάνειας, η οποία τους επέτρεψε την κατάληψη ανώτερων θέσεων στο στρατό και στη διοίκηση της αυτοκρατορίας, προσφέροντάς τους παράλληλα τη δυνατότητα να επηρεάζουν καθοριστικά τις εξελίξεις. Επιπρόσθετα, το ομαδικό πνεύμα που διακατείχε τους υπόδουλους και η σημαντική ενίσχυση του κοινοτικού βίου συντελούν στη δραστηριοποίηση και του λαϊκού στοιχείου. Ιδιαίτερη ώθηση στις εξελίξεις σε όλους του τομείς προσέδωσε η παιδεία. Σε αντίθεση με τους κατακτητές που περιορίστηκαν αποκλειστικά στη θεολογική εκπαίδευση, προσιτή στη μειοψηφία, οι Έλληνες συνολικά επιζητούσαν τη σφαιρική μόρφωση και την επαφή με τα νέα δεδομένα και τις ανακαλύψεις της Δύσης. Χαρακτηριστική του κλίματος είναι η προσπάθεια διάδοσης της παιδείας τόσο από τους λόγιους και τους πλούσιους εμπόρους του εξωτερικού όσο και από την εκκλησία, η οποία, παρά τον συντηρητικό προσανατολισμό της και την εμμονή της στην παράδοση, υπήρξε πρωτοπόρος στην οργάνωση και λειτουργία σχολείων. Παράλληλα και ο απλός λαός επιθυμεί διακαώς τη μόρφωσή του, αντιλαμβανόμενος την αξία της. Ως άμεσες συνέπειες όλων των παραπάνω επιδιώξεων και επιθυμιών υπήρξαν: η ανέγερση πληθώρας σχολείων σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο και τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, η άμεση γνωριμία και επαφή με τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό, τις ιδέες και τις κατακτήσεις του, η ανάδειξη σπουδαίων πνευματικών προσωπικοτήτων, η ιδεολογική προετοιμασία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και η ευνοϊκή αλλαγής στάσης των ευρωπαϊκών δυνάμεων απέναντι στους υπόδουλους. Οι ποικίλες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές αντικατοπτρίζονται και στον τομέα των τεχνών16. Πιο συγκεκριμένα, εμφανίζεται μια γενικευμένη τάση για ανανέωση, με τη συμμετοχή και του λαϊκού στοιχείου. Ως αποτέλεσμά της αναπτύσσεται ο λεγόμενος λαϊκός πολιτισμός, περισσότερο κοσμοπολίτικος στα 16. Για την τέχνη βλ. Μπούρας, ο.π., σ. 264. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η μεταβυζαν τιν ή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα

123

αστικά κέντρα και αυθεντικός στην ύπαιθρο, ο οποίος θα εκφραστεί με νέους τύπους, μορφές και κατασκευές, πιο απλοποιημένες, λιγότερο περίτεχνες και συμμετρικές. Παράλληλα, θα έρθει σε αντιπαράθεση με τη συντηρητική λόγια κουλτούρα, η οποία μεταφέρει τα στοιχεία της κλασικής αρχαιότητας και του μεσαίωνα. Ειδικότερα στον τομέα της ναοδομίας17, η μεγάλη συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου, είτε μεμονωμένα είτε στα πλαίσια του αναπτυσσόμενου κοινοτικού βίου, διαφαίνεται από την ανέγερση ναών για ολόκληρη την κοινότητα. Πλάι στους παραδοσιακούς κτήτορες – χορηγούς, πρίγκιπες των παραδουνάβιων ηγεμονιών, φαναριώτες αριστοκράτες, μέλη της παραδοσιακής ανώτερης τάξης και μεγάλα μοναστήρια – περιλαμβάνονται πλέον και πλούσιοι έμποροι, καπετάνιοι, αρματολοί, πειρατές, συνολικά τα μέλη μιας κοινότητας, ιερείς με πρωτοβουλία του μητροπολίτη ή περισσότεροι επώνυμοι πιστοί. Όλοι αυτοί επιδιώκουν και την προβολή τους. Παρατηρείται λοιπόν στις επιγραφές των ναών μια γενικευμένη τάση για κοινωνική προβολή όχι μόνο του κτήτορα αλλά και του αρχιτεχνίτη, ενώ προσφέρονται και πολύτιμες λεπτομέρειες για την κατασκευή του εκάστοτε μνημείου. Καταλυτικό ρόλο στην αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας διαδραμάτισε και η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, η οποία όριζε την προστασία των χριστιανικών ναών σε ολόκληρη την οθωμανική επικράτεια. Αναφορικά με τους κυρίαρχους στη ναοδομία αρχιτεκτονικούς τύπους, στη δεύτερη φάση της μεταβυζαντινής περιόδου εμφανίζονται δυο τάσεις: η πρώτη που προβάλλει τις αξίες της παράδοσης, ακολουθεί σε γενικές γραμμές τα βυζαντινά πρότυπα και περιορίζεται αποκλειστικά στα καθολικά μοναστηριών και η δεύτερη που εκπροσωπεί το λαϊκό πολιτισμό, αφορά την ανέγερση εκκλησιών για τις ανάγκες των κοινοτήτων και επαναφέρει τον παραδοσιακό τύπο της τρίκλιτης βασιλικής. Πιο συγκεκριμένα, στα καθολικά των μοναστηριών απαντά και πάλι, σε ευρεία διάδοση, ο αγιορείτικος τύπος, κυρίως στη Μακεδονία, Θεσσαλία και στο Αγ. Όρος. Στους παραδοσιακούς αρχιτεκτονικούς τύπους ανήκουν και οι μονόχωροι με πλάγιους χορούς ναοί, άλλοτε θολοσκεπείς και άλλοτε ξυλόστεγοι, οι τρουλαίες βασιλικές, οι σταυροειδείς εγγεγραμμένοι με τρούλο και οι ναοί σε σχήμα ελεύθερου σταυρού με τρούλο. Γενικά, ως προς τους τύπους παρατηρείται μια πολυμέρεια, ενώ ως προς την καταγωγή τους η τάση για διατήρηση της ζωντανής ακόμη μεσαιωνικής παράδοσης. Ωστόσο, οι αμιγείς βυζαντινοί τύποι δεν ακολουθούνται πιστά αλλά με τροπο17. Για τη ναοδομία και τα χαρακτηριστικά της βλ. Μπούρας, Η ιστορία, σ. 467 – 469, 472 – 473 και του ιδίου, Βυζαντινή, σ. 265 – 275. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


124

Ζήδρου

ποιήσεις και κατασκευαστικές αδεξιότητες από περιοχή σε περιοχή και από μνημείο σε μνημείο. Στον αντίποδα των καθολικών και σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο οικοδομούνται βασιλικές. Ο συγκεκριμένος τύπος δεν επιλέχτηκε τυχαία. Η επικράτησή του οφείλεται σε πολλούς λόγους: στην ευκολία και ταχύτητα κατασκευής του από τεχνίτες χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις, καθώς δεν απαιτούσε μέριμνα για την αντιστήριξη πλαγίων ωθήσεων, στην ευκολία επέκτασης ή επισκευής του μετά από πυρκαγιά ή καταστροφή, στο σχήμα του και τις μεγαλύτερες διαστάσεις του το οποίο ήταν απόλυτα προσαρμοσμένο στο νέο κοινοτικό πνεύμα, καθώς εξυπηρετούσε τις ανάγκες εκκλησιασμού του συνόλου της κοινότητας και ταυτόχρονα ευνοούσε την προβολή της συνολικά, στη μορφή του που εξωτερικά προσομοίαζε με κατοικία ή δημόσιο κτήριο και δεν επέσυρε το μένος των Οθωμανών αλλά και στη γενικότερη τάση επιστροφής στα πρότυπα της παλαιοχριστιανικής περιόδου, η οποία εκπορευόταν από την εκκλησία. Σε γενικές γραμμές, οι βασιλικές είναι τρίκλιτες, με μικρή υπερύψωση του μεσαίου κλίτους, χωρίς φωταγωγό και ξυλόστεγες, είτε με ενιαία δίπλευρη είτε με οριζόντια ξύλινη οροφή. Συνήθης είναι η ύπαρξη γυναικωνίτη σε όροφο στο δυτικό τμήμα του ναού ή του περιστώου που περιβάλλει τη δυτική πλευρά του κτηρίου. Η χρήση περιστώων αποτελεί πλέον κανόνα και καλύπτει πάγιες ανάγκες, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην εξωτερική ανάδειξη του οικοδομήματος. Τα περίστωα αναπτύσσονται είτε στη νότια και δυτική πλευρά του ναού είτε σε σχήμα Π καλύπτοντας τη δυτική, νότια και βόρεια πλευρά και καταλήγοντας στην ανατολική πλευρά σε τοιχοποιία ή παρεκκλήσια. Βέβαια, τα γενικά στοιχεία διανθίζονται από τις ποικίλες τοπικές ιδιομορφίες. Περνώντας στα μορφολογικά χαρακτηριστικά των ναών της περιόδου, εντοπίζεται και εδώ ο διχασμός που επισημάνθηκε στους αρχιτεκτονικούς τύπους. Αναλογικά, λοιπόν, στα μεγάλα καθολικά εξακολουθούν οι παραδοσιακές μορφές που έλκουν άμεσα την καταγωγή τους από το Βυζάντιο: επιμελημένες τοιχοποιίες, αψιδώματα, τοξωτά ανοίγματα, στοές και σταθερή χρήση του τρούλου. Ωστόσο, τα αψιδώματα στις εξωτερικές επιφάνειες των κογχών του ιερού και οι στοές με τοξοστοιχίες από πεσσούς ή κίονες εμφανίζονται και στις σύγχρονες βασιλικές. Ένα δεύτερο κοινό στοιχείο ανάμεσα στα παραδοσιακά καθολικά και τις βασιλικές του 18ου – 19ου αι. είναι η υιοθέτηση μορφών και τεχνοτροπικών χαρακτηριστικών στοιχείων του μπαρόκ και του ροκοκό στις τοιχογραφίες, στα ανάγλυφα και σε ελάχιστες περιπτώσεις στην οργάνωση του χώρου και σε αρχιτεκτονικά στοιχεία. Οι απλές συνθέσεις, με συμβατικά γεωμετρικά ή φυτικά θέματα χωρίς θρησκευτικά σύμβολα, έγιναν εξαιρετικά δημοφιλείς σε όλους Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η μεταβυζαν τιν ή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα

125

τους λαούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μέσα από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη εκλαΐκευση και αλλοίωσή τους, εξαιτίας της προσαρμογής τους στις ανάγκες των ιδιωτικών κατοικιών, πέρασαν και στη διακόσμηση των εκκλησιαστικών μνημείων της περιόδου και όχι εξαιτίας της άμεσης επαφής με τη Δύση. Ένα τελευταίο μορφολογικό χαρακτηριστικό, επικεντρωμένο αποκλειστικά στις βασιλικές της περιόδου, είναι η αθρόα εισαγωγή στοιχείων της λαϊκής αρχιτεκτονικής όπως: στοές στηριγμένες σε ξύλινους στύλους που προσομοιάζουν στα χαγιάτια οικιών, στέγες ενιαίες δικλινείς καλυμμένες κατά κανόνα με σχιστολιθικές πλάκες, η εγκατάλειψη των τριγωνικών αετωμάτων, η διάνοιξη συμμετρικών παραθύρων ή φεγγιτών στις τραπεζοειδείς προσόψεις των ναών που δημιουργούνται κάτω από τις στέγες, τα ευθύγραμμα ξύλινα ή μονολιθικά υπέρθυρα θυρών ή παραθύρων που προσομοιάζουν στα αντίστοιχα των σύγχρονων κατοικιών. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα κωδωνοστάσια, τα οποία συνεχώς πληθαίνουν, έχουν ως στόχο τον τονισμό του ύψους και της επιβλητικότητας του ναού και διαφοροποιούνται από περιοχή σε περιοχή. Στο εσωτερικό των βασιλικών αρχικά παρατηρείται μια υποβάθμιση του ρόλου και της χρήσης των τοιχογραφιών, εξαιτίας της δυσκολίας προσαρμογής του υπάρχοντος εικονογραφικού προγράμματος στο νέο αρχιτεκτονικό τύπο, ενώ ταυτόχρονα προάγεται η σημασία των φορητών εικόνων, του κατάκοσμου τέμπλου και των ποικίλων αναγλύφων. Ιδιαίτερη αισθητική εντύπωση προκαλούν ακόμη: οι ξύλινες διακοσμημένες με γεωμετρικά θέματα, ψευδοτρούλους ή διάχωρα με φυτικά και γεωμετρικά μοτίβα οροφές, παρόμοιες με τις αντίστοιχες των οικιών, οι ξυλόγλυπτοι άμβωνες, οι θύρες με τις πλατιές παραστάδες και το ψηλό μέτωπο, διακοσμημένες ποικιλοτρόπως από περιοχή σε περιοχή σύμφωνα με την τεχνοτροπία του εκλαϊκευμένου μπαρόκ, καθώς και οι όψεις και οι κόγχες του ιερού με λιθανάγλυφα ή βυζαντινά spolia. Ολοκληρώνοντας την επισκόπηση της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της περιόδου πρέπει να γίνει αναφορά στις κατασκευαστικές μεθόδους και τα υλικά δομής. Έτσι, αναφορικά με τις τεχνικές κατασκευής, παρατηρείται μια εγκατάλειψη των βυζαντινών τρόπων και ταυτόχρονα αθρόα εισαγωγή αντίστοιχων προερχόμενων από τη λαϊκή αρχιτεκτονική αλλά και πειραματισμοί σε δομικά στοιχεία της παρακμάζουσας ισλαμικής αρχιτεκτονικής. Ακόμη και οι παραδοσιακοί βυζαντινοί τύποι των καθολικών υφίστανται τροποποιήσεις και αλλοιώσεις, κυρίως στα τόξα και τους θόλους, που οφείλονται σε κατασκευαστικές αδεξιότητες ή προσπάθειες απλοποίησης των οικοδομημάτων. Τα υλικά δομής είναι κατά κανόνα ευτελή, με υπεροχή του ξύλου στις στέγες, στα τόξα, σε γείσα κ.ά., συχνά επιχρισμένου ώστε να προσδίδει την εντύπωση μαρμάρου και του Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


126

Ζήδρου

γύψου, ο οποίος αντικαθιστά το μάρμαρο σε πλαίσια, φεγγίτες, τόξα, κιονόκρανα κ.α. Συμπερασματικά, με το τέλος της μεταβυζαντινής περιόδου επέρχεται και το τέλος της βυζαντινής αρχιτεκτονικής παράδοσης και η απαρχή μιας νέας, βασισμένης σε πιο λαϊκά στοιχεία. Στην περιοχή της Ηπείρου18 ιδρύονται, κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης της μεταβυζαντινής περιόδου, εκκλησιαστικά μνημεία και των δυο κατηγοριών, δηλαδή καθολικά που ακολουθούν τη βυζαντινή παράδοση αλλά και βασιλικές σε διάφορες παραλλαγές, με τις ιδιαίτερες πάντα τοπικές ιδιομορφίες. Μάλιστα οι βασιλικές είναι τόσο πολυάριθμες στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, ώστε να χαρακτηριστούν ως ρυθμός της βορείου Ελλάδος, ενώ ο ρυθμός ανέγερσής τους θα αυξηθεί κυρίως μετά τη διοικητική μεταρρύθμιση της αυτοκρατορίας το 1856 και περαιτέρω μετά την ίδρυση του πρώτου ελληνικού κράτους. Ειδικότερα στα Τζουμέρκα, περιοχή που θα γνωρίσει μεγάλη ανάπτυξη και ακμή σε όλους τους τομείς, καθ’ όλο το 18ο όπως και στις αρχές του 19ου αι. και έως την πτώση του Αλή πασά το γεγονός αυτό θα ευνοήσει την άνθιση της οικοδομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, αρκετοί κάτοικοι μεταναστεύουν στο εξωτερικό, όπου πλουτίζουν από το εμπόριο και θα συνδράμουν μαζί με μητροπολίτες, ιερείς και κοινότητες συνολικά στην ανέγερση, ανακαίνιση και ιστόρηση εκκλησιαστικών μνημείων ή γενικά στην προσφορά ιερών αντικειμένων (φορητών εικόνων, σκευών κ.τ.λ.). Αλλά και στα ταραγμένα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, όπως και στη συνέχεια και έως την απελευθέρωση της περιοχής, η οικοδομική δραστηριότητα, αν και περιορίζεται, εξακολουθεί. Ωστόσο, οι συνεχείς μάχες, πυρπολήσεις και καταστροφές που υπέστησαν τα χωριά κατέστρεψαν και πληθώρα εκκλησιαστικών μνημείων, άλλα από τα οποία ανακαινίστηκαν και άλλα εγκαταλείφθηκαν και είτε χάθηκαν εντελώς είτε μας είναι γνωστά μόνο μέσα από μαρτυρίες και παραδόσεις. Αναφορικά με τους αρχιτεκτονικούς τύπους, η κυριαρχία των βασιλικών είναι αδιαμφισβήτητη. Από ένα σύνολο 24 χρονολογημένων μνημείων που ανάγονται στην περίοδο, απαντούν 22 βασιλικές και δυο μονόκλιτοι τρουλαίοι με πλάγιες κόγχες ναοί. Πρόκειται για ένα καθολικό και έναν ενοριακό ναό που ίσως αρχικά λειτούργησε ως καθολικό, οι οποίοι μένουν περισσότερο προσκολλημένοι σε ένα γνωστό στην περιοχή, από την προηγούμενη περίοδο, αρχιτεκτονικό τύπο παρά στη βυζαντινή παράδοση. Οι πλείστες των βασιλικών είναι μικροί μονόκλιτοι ξυλόστεγοι ναοί (10). Εμφανίζονται ακόμη μονόκλιτες τρουλαίες βασιλικές (6), τρίκλιτες καμαροσκέπαστες (4), ακολουθώντας το 18. Για την Ήπειρο βλ. Μπούρας, Η βυζαντινή, σ. 279 – 280, 282 – 285 και Τριανταφυλλόπουλος, Η τέχνη, σ. 319 – 321. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η μεταβυζαν τιν ή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα

127

παράδειγμα του Αγ. Νικολάου Καλαρρυτών και το νέο τύπο της προηγούμενη περιόδου, αλλά και δυο τρίκλιτες ξυλόστεγες στον παραδοσιακό παλαιοχριστιανικό αρχιτεκτονικό τύπο. Τα τελευταία δυο μνημεία βρίσκονται κοντά στη Θεσσαλία, η οποία βρίθει από ναούς αυτού του τύπου και ίσως δέχτηκαν από εκεί τις επιρροές. Επεξηγηματικά, στα Τζουμερκοχώρια συνολικά κυριαρχεί και εξελίσσεται το κοινοτικό πνεύμα. Επακόλουθο είναι η πλήρης υιοθέτηση του τύπου της βασιλικής, με όσα αυτός αντιπροσωπεύει. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις στους αρχιτεκτονικούς τύπους οφείλονται σε επιρροές μνημείων της προηγούμενης περιόδου. Έτσι, ανεγείρεται ένας μεγάλος αριθμός βασιλικών, οι οποίες είτε αντικατέστησαν προϋπάρχοντα μνημεία είτε ιδρύθηκαν λόγω της πληθυσμιακής αύξησης και προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες των κοινοτήτων. Οι μικροί μονόχωροι ναοί μπορεί να απευθύνονταν σε μικρότερο εκκλησίασμα, καθώς οι τρίκλιτες βασιλικές τοποθετούνται στα μεγαλύτερα χωριά ή ακόμη να αποτελούσαν προσφορές προς την εκπλήρωση κάποιου τάματος και να πλαισίωναν τον κεντρικό ενοριακό ναό. Οι τάσεις προβολής και ατομικισμού της εποχής αντικατοπτρίζονται και στις επιγραφές των εκκλησιαστικών μνημείων των Τζουμέρκων, όπου μνημονεύονται οι κτήτορες – χορηγοί: άλλοτε μητροπολίτες, ιερείς, ιερομόναχοι, επιφανείς πολίτες ή ακόμη και ένα τμήμα των κατοίκων της κοινότητας. Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των μνημείων είναι απόλυτα εναρμονισμένα με τις επικρατούσες τάσεις της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Οι βασιλικές στην πλειοψηφία τους είναι ξυλόστεγες, κτισμένες με αργολιθοδομή από εγχώριο ασβεστόλιθο, χωρίς ίχνη διακόσμου εξωτερικά. Οι στέγες τους καλύπτονται με σχιστολιθικές πλάκες και άλλοτε συγκαλύπτουν και άλλοτε όχι τον τρούλο. Σε αρκετά μνημεία υπάρχουν γυναικωνίτες. Παγιωμένη εμφανίζεται πλέον η χρήση των περιστώων είτε στη δυτική πλευρά, είτε στη δυτική και νότια είτε σε σχήμα Π. Τα περίστωα στηρίζονται και σε τοξοστοιχίες με κίονες, ακολουθώντας τη βυζαντινή παράδοση αλλά και σε ξύλινους στύλους, σύμφωνα με τα πρότυπα της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Στη βάση της στέγης των στενών πλευρών των κτηρίων είτε δημιουργείται τριγωνική επιφάνεια σαν κακότεχνο αέτωμα είτε η συνήθης για την περίοδο τραπεζοειδής, η οποία όμως σε λίγα παραδείγματα διατρυπάται από παράθυρα ή φεγγίτες. Στις θύρες κυρίως, όπως και στα παράθυρα, παρατηρείται μια εναλλαγή τοξωτών και ευθύγραμμών υπερθύρων, ανάλογα με τις επιρροές που δέχεται κάθε μνημείο και την τεχνική των μαστόρων. Σπάνια είναι τα αψιδώματα στις κόγχες των ιερών, κυρίως στα πιο περίτεχνα μνημεία. Ιδιαίτερο μορφολογικό και αισθητικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα επιβλητικά ψηλά κωδωνοστάσια, τα οποία στην πλειοψηφία τους προστέΈ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


128

Ζήδρου

θηκαν σε μεταγενέστερες φάσεις στους ναούς αλλά και τα επίσης ψηλά βαριά κατάκοσμα τέμπλα με τις άφθονες αφιερωματικές επιγραφές. Ως προς τη διακόσμηση, αυτή είναι λιτή έως ανύπαρκτη σε λιθανάγλυφα ή γύψινα ανάγλυφα και αντίστοιχα πλούσια έως υπερβολική σε τοιχογραφίες, φορητές εικόνες, ξυλόγλυπτα και κυρίως στα τέμπλα. Ακριβώς στα τελευταία εντοπίζονται, επάνω στα ξυλόγλυπτα θέματα και ορισμένα διακοσμητικά μοτίβα προερχόμενα από το θεματολόγιο του εκλαϊκευμένου μπαρόκ. Συνολικά, τα εκκλησιαστικά μνημεία της δεύτερης φάσης της μεταβυζαντινής περιόδου στα Τζουμέρκα ακολουθούν τον τύπο της βασιλικής σε διάφορες παραλλαγές, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Πρόκειται για μικρά οικοδομήματα, ιδρυμένα από επώνυμους πλέον κτήτορες, κατασκευασμένα από ευτελή υλικά, τα οποία συνδυάζουν άρρηκτα δεμένα στοιχεία τόσο της προηγούμενης περιόδου, προερχόμενα από τη βυζαντινή παράδοση, όσο και της επικρατούσας λαϊκής αρχιτεκτονικής. Πιθανώς, ο απομονωμένος χαρακτήρας της περιοχής ή και ο συντηρητισμός των κατοίκων να συνέβαλλαν καταλυτικά στη διατήρηση των παλαιοτέρων στοιχείων.

Συμπεράσματα Συμπερασματικά, παρατηρούμε ότι στην περιοχή των Τζουμέρκων και παρά την ταραγμένη ιστορική της πορεία, με τις αλλεπάλληλες καταστροφές που υπέστη, σώζεται ένας σημαντικός αριθμός εκκλησιαστικών μνημείων. Από αυτά ένα ανήκει στη βυζαντινή εποχή και αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα της σημασίας της περιοχής στα χρόνια του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου και των σχέσεων της με τον οίκο των δεσποτών. Τα υπόλοιπα χρονολογούνται κυρίως από το 17ο αι. και έπειτα. Βέβαια αρκετά προϋπήρχαν, σύμφωνα με τις γραπτές και επιγραφικές μαρτυρίες, και είτε καταστράφηκαν ολοσχερώς είτε ανακαινίστηκαν ριζικά. Έτσι, δεν απαντούν σήμερα επαρκή στοιχεία κυρίως για την πρώτη περίοδο της μεταβυζαντινής εποχής. Αρχιτεκτονικά, τα σωζόμενα μεταβυζαντινά εκκλησιαστικά μνημεία ανήκουν σε συνήθεις και διαδεδομένους, τόσο σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο όσο και στην Ήπειρο αρχιτεκτονικούς τύπους. Είναι κατά κανόνα μικρών διαστάσεων, κατασκευασμένα από ευτελή εγχώρια υλικά και ακολουθούν τα μορφολογικά χαρακτηριστικά και τις επικρατούσες τάσεις της εκάστοτε περιόδου. Με τις ομοιότητες τους, ως προς τους αρχιτεκτονικούς τύπους, την κατασκευή, τα υλικά δομής και τη διακόσμηση, αποκαλύπτουν τις επαφές και τις σχέσεις των χωριών μεταξύ τους, τις κοινές επιδιώξεις των κατοίκων, τις μετακινήσεις, τις τάσεις, τη νοοτροπία, την κοινή πολιτιστική φυσιογνωμία της περιοχής, ενώ προσφέρουν και πολύτιμα ιστορικά στοιχεία. Η συστηματική έρευνα και δημοΤζουμερκιώτικα Χρονικά


129

Η μεταβυζαν τιν ή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα

σίευση εκάστου από τα μνημεία θα συντελέσει στον εμπλουτισμό των γνώσεων για την αρχιτεκτονική της μεταβυζαντινής περιόδου στον ελλαδικό χώρο συνολικά και θα αποτελέσει το πρώτο βήμα ως προς την κατάρτιση ενός χάρτη με τα μνημεία των Τζουμέρκων και κατά συνέπεια ως προς τη σκιαγράφηση της ιστορίας της αρχιτεκτονικής στη συγκεκριμένη περιοχή με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.

Πίνακας μνημείων α/α

Μνημείο

Θέση

Χρονολογία

1

Ι. Μ. Γενεσίου Θεοτόκου ή Κόκκινη Εκκλησιά ή Παναγία Βελλάς

Βουργαρέλι

θ΄ Ινδικτιώνα

2

Ι. Ν. Αγ. Νικολάου19

Καλαρρύτες

3

Ι. Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου ή Μουχουστίου20

4

5

Επιγραφή Αρχιτεκτονικός τύπος ΝΑΙ

Σταυροειδής εγγεγραμμένος δικιόνιος ναός

τέλη 15ου

ΟΧΙ

Βασιλική τρίκλιτη με τρούλο

Ραφταναίοι

1665 (ανακαίνιση)

ΝΑΙ

Ναός μονόκλιτος τρουλαίος, με πλάγιους χορούς

Ι. Μ. Γέννησης της Θεοτόκου ή Χρυσοσπηλιώτισσα ή Σπηλιώτισσα21

Γουριανά

1665 (ανακαίνιση)

ΝΑΙ

Ναός μονόκλιτος τρουλαίος, με πλάγιους χορούς

Ι. Ν. Υπαπαντής22

Λεπιανά

μέσα 17ου

ΟΧΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

β΄ μισό 13ου

19. Για το μνημείο βλ. Μπόζιου – Ζάγκλη, Καλαρρύτες, σ. 71 και απλή αναφορά στο Σινίκη – Παπακώστα, Ήπειρος, αρ. 50. 20. Για τη μονή βλ. Γιαννέλος, Τα μνημεία, σ. 116 – 121, Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β, σ. 469 – 471, Λάμπρος, Σημειώματα, σ. 62, Πολίτη, Η μονή, σ. 137 – 146, Τζάκου, Το καθολικό, σ. 58 και Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια, σ. 417, ενώ απλή αναφορά γίνεται στο Αραβαντινός, Περιγραφή, σ. 146 και Σινίκη – Παπακώστα, ό.π., αρ. 59. 21. Αναλυτικά για την αρχιτεκτονική της μονής βλ. Πολίτη, Η Χρυσοσπηλιώτισσα, σ. 137 – 146. Σύντομα για τη μονή βλ. Βοκοτόπουλος, Μεσαιωνικά, σ. 358, Βοκοτόπουλος, Βουλγαρέλι, σ. 301, Γιαννέλος, ο.π., σ. 115 – 116, Δάκαρης, Η έρευνα, σ. 454, Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β, σ. 265 – 268, Οικονόμου, Η εν Άρτη, σ. 65 – 66, Οικονόμου, Η εκκλησία, σ. 163 – 164, Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 83 – 84, Σούλης, Επιγραφαί, σ. 92 και Φίλος, ο.π., σ. 425 – 426. Απλή αναφορά γίνεται στο Αραβαντινός, ο.π., σ. 146. 22. Για το μνημείο βλ. Γιαννέλος, ο.π., σ. 124, Παπαδοπούλου, Λεπιανά, σ. 321 και της ιδίας, Αναστηλωτικές, σ. 300. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


130

Ζήδρου

6

Ι. Μ. Κοίμησης της Θεοτόκου ή Σέλτσου23

7

Ι. Μ. Γέννησης της Θεοτόκου24

8 9

1697

ΝΑΙ

Ναός μονόκλιτος τρουλαίος, με πλάγιους χορούς

Πιστιανά

τέλη 17ου αι.

ΟΧΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

Ι. Ν. Αγ. Παρασκευής25

Πιστιανά

τέλη 17ου αι. (ιστόρηση)

ΝΑΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

Ι. Ν. Αγ. Γεωργίου26

Πιστιανά

τέλη 17ου αι.

ΟΧΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

10 Ι. Μ. Ευαγγελισμού της Θεοτόκου27

Κυψέλη

1700 (ιστόρηση)

ΝΑΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

ΟΧΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

11 Ι. Ν. Ταξιαρχών28 12 Ι. Μ. Αγίου Γεωργίου29

Πηγές

Μικροσπηλιά 1700 Βουργαρέλι

1714 (ιστόρηση)

ΝΑΙ

Ναός μονόκλιτος τρουλαίος, με πλάγιους χορούς

Ματσούκι

1737 (ιστόρηση)

ΝΑΙ

Βασιλική μονόκλιτη τρουλαία

13 Παρεκκλήσι της Γέννησης του Προδρόμου, Βύλιζας30

23. Για το μνημείο αναλυτικά βλ. Αρκουμάνης, Σέλτσου, σ. 167 – 173 και πιο σύντομα Γιαννέλος, ο.π., σ. 109 – 110, Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β, σ. 289 – 294, Λέκκος, Τα μοναστήρια, σ. 166, Οικονόμου, Ο σταυρεπίστεγος, σ. 127 – 130, Οικονόμου, Η εν Άρτη, σ. 70 και Οικονόμου, Η εκκλησία, σ. 166 – 167. 24. Για το μνημείο βλ. Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β, σ. 228 – 229, Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 65 και Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες, σ. 174. 25. Για το ναό βλ. Γιαννέλος, ο.π., σ. 124, Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 65 και Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες, σ. 174. 26. Για το ναό βλ. Γιαννέλος, Τα μνημεία, σ. 124, Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 64 και Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες, σ. 173 – 174. 27. Για το μνημείο βλ. Γιαννέλος, ο.π., σ. 121, Γιαννούλης, Η ενεπίγραφη, σ. 215 - 216, Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β, σ. 261 – 264, Παπαδοπούλου, Κυψέλη, σ. 305, Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 83 και απλή αναφορά γίνεται στο Αραβαντινός, Περιγραφή, σ. 146, Οικονόμου, Η εκκλησία, σ. 167 και Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια, σ. 426. 28. Για το ναό βλ. Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες, σ. 173. 29. Για τη μονή βλ. Βοκοτόπουλος, Μεσαιωνικά, σ. 357 – 358, Γιαννέλος, ο.π., σ. 112 – 113, Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β, σ. 252 – 255, Λέκκος, Τα μοναστήρια, σ. 164 – 165, Μαντάς, Το Βουλγαρέλι, σ. 566 – 567, Οικονόμου, Η εν Άρτη, σ. 66 – 67, Οικονόμου, Η εκκλησία, σ. 164, Παπαδημητρίου, Η μονή, σ. 25 – 26, Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 79 – 80, Τζάκου, Το καθολικό, σ. 58, Φίλος, ο.π., σ. 426 – 427 και απλή αναφορά γίνεται στο Αραβαντινός, ο.π., σ. 146, Σινίκη – Παπακώστα, Ήπειρος, αρ. 87 και Daux, Chronique, σ. 738. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η μεταβυζαν τιν ή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα

14 Ι. Μ. Αγ. Παρασκευής31

Χουλιαράδες

15 Ι. Μ. Γέννησης της Θεοτόκου ή Ψιάδι32

1745

131

ΝΑΙ

Βασιλική τρίκλιτη με τρούλο

Πλατανούσσα 1757 (ιστόρηση)

ΝΑΙ

Βασιλική μονόκλιτη τρουλαία

16 Ι. Μ. Εισοδίων της Θεοτόκου33

Μελισσουργοί 1761 (ιστόρηση)

ΝΑΙ

Βασιλική μονόκλιτη τρουλαία

17 Ι. Ν. Αγ. Νικολάου34

Μελισσουργοί 1778

ΝΑΙ

Βασιλική τρίκλιτη με τρούλο

1783 (ανακαίνιση)

ΝΑΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

18 Ι. Μ. Ευαγγελισμού της Θεοτόκου ή Βύλιζας35

Ματσούκι

19 Ι. Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου36

Θεοδώριανα

18ος

ΝΑΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

20 Ι. Μ. Κοίμησης της Θεοτόκου ή Κηπίνας37

Καλαρρύτες

18ος

ΟΧΙ

Βασιλική μονόκλιτη τρουλαία

Μελισσουργοί 18ος

ΟΧΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη με πλάγιους χορούς

21 Ι. Ν. Κοίμησης της Θεοτόκου38

30. Για το παρεκκλήσι βλ. Καλούσιος, Βύλιζα, σ. 183 – 184 και Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Α, σ. 444. 31. Για τη μονή βλ. Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Α, σ. 428 – 429. 32. Για το μνημείο βλ. Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Α, σ. 466 – 468 και Φίλος, ο.π., σ. 416 – 417. 33. Για τη μονή βλ. Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β, σ. 273 – 279, Λάμπρος, Σημειώματα, σ. 60, Οικονόμου, Η εκκλησία, σ. 102, Παπακώστας, Η προστασία, σ. 504 – 505, Παπακώστας, Η μονή, σ. 388 – 392, Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες, σ. 173, Φίλος, ο.π., σ. 423 και απλή αναφορά στο Αραβαντινός, ο.π., σ. 146. 34. Για το ναό βλ. Γιαννέλος, Τα μνημεία, σ. 122, Παίσιος, Κατάλογος, σ. 80 – 82, Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 70 και Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες, σ. 173. 35. Για τη μονή βλ. Καλούσιος, Βύλιζα, σ. 180 – 183, Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Α, σ. 439 – 443, πιο σύντομα Οικονόμου, Η εκκλησία, σ. 167, Τριανταφυλλόπουλος, Επισήμανση μνημείων, σ. 169 – 170, Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια, σ. 421 – 422 και απλή αναφορά στο Αραβαντινός, Περιγραφή, σ. 144 και Σινίκη – Παπακώστα, Ήπειρος, αρ. 52. 36. Για τη μονή βλ. Γιαννέλος, Τα μνημεία, σ. 122, Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β, σ. 257 – 258, Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 83 και Φίλος, ο.π., σ. 427. 37. Για τη συγκεκριμένη μονή βλ. Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Α, σ. 435 – 438, Ντόκας, Κηπίνα, σ. 111 – 114, Φίλος, ο.π., σ. 420 - 421 και απλή αναφορά στο Αραβαντινός, ο.π., σ. 143 – 144 και Σινίκη – Παπακώστα, ο.π., αρ. 60. 38. Για το μνημείο βλ. Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β, σ. 399 και Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες, σ. 173. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


132

Ζήδρου

22 Ι. Ν. Προφήτη Ηλία39

Ροδαυγή

1814 (ιστόρηση)

ΝΑΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

23 Ι. Ν. Αγ. Παρασκευής40

Ροδαυγή

1804

ΝΑΙ

Βασιλική τρίκλιτη με τρούλο

ΝΑΙ

Βασιλική τρίκλιτη με τρούλο

24 Ι. Μ. Αγ. Αικατερίνης41

Καταρράκτης 1827 (ανακαίνιση)

25 Ι. Μ. Αγ. Νικολάου42

Ροδαυγή

1830 (ιστόρηση)

ΝΑΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

26 Ι. Μ. Κοίμησης της Θεοτόκου43

Γαρδίκι Τρικάλων

1842 (ανακαίνιση)

ΝΑΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

27 Ι. Ν. Αγ. Νικολάου44

Παχτούρι Τρικάλων

1858

ΟΧΙ

Βασιλική τρίκλιτη ξυλόστεγη

Άνω Γραικικό μέσα 19ου αι.

ΟΧΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

29 Ι. Ν. Αγίου Μάρκου46 Μελισσουργοί 1870 (ανακαίνιση)

ΟΧΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

1876/1878

ΟΧΙ

Βασιλική τρίκλιτη με τρούλο

1879

ΝΑΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

28 Ι. Ν. Αγ. Χριστοφόρου45

Πράμαντα

30 Ι. Μ. Αγ. Παρασκευής47 31 Ι. Ν. Αγ. Παντελεήμονα48

Παλαιοχώρι Συρράκου

39. Για το ναό βλ. Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες, σ. 175. 40. Για το μνημείο βλ. Γιαννέλος, ο.π., σ. 124, Διαμάντης, Λαογραφικά, σ. 974 – 975, Παπαδοπούλου, Ροδαυγή, σ. 315, Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 65 και Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες, σ. 175. 41. Για το μνημείο βλ. Γιαννέλος, ο.π., σ. 114 – 115, Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β, σ. 269 – 271, Οικονόμου, Η εκκλησία, σ. 167, Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 69 – 70, Σάχαλος, Το μοναστήρι, σ. 7, 8, 10, 18, Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες, σ. 172, Φίλος, ο.π., σ. 423 – 424 και απλή αναφορά στο Αραβαντινός, ο.π., σ. 146. 42. Για το μνημείο βλ. Γιαννέλος, ο.π., σ. 124, Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β, σ. 230 – 232, Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 65 – 66 και Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες, σ. 175. 43. Για το μνημείο βλ. αναφορά στο Φίλος, ο.π., σ. 428. 44. Για το μνημείο βλ. μικρή αναφορά στο Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια, σ. 428. 45. Για το μνημείο βλ. Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β, σ. 398 και Φίλος, ο.π., σ. 424 – 425. 46. Για το ναό βλ. Γιαννέλος, Τα μνημεία, σ. 124. 47. Για το μνημείο βλ. Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Α, σ. 447 – 448, Οικονόμου, Η εν Άρτη, σ. 67, Οικονόμου, Η εκκλησία, σ. 165 και Φίλος, ο.π., σ. 417. 48. Για την επιγραφή του ναού βλ. Σούλης, Επιγραφαί, σ. 126 και συνολικά για το ναό Φίλος, ο.π., σ. 418 – 419. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η μεταβυζαν τιν ή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα

133

32 Ι. Ν. Αγ. Γεωργίου49

Θεοδώριανα

1880

ΟΧΙ

Βασιλική τρίκλιτη ξυλόστεγη

33 Ι. Ν. Κοίμησης της Θεοτόκου50

Συρράκο

19ος

ΟΧΙ

Βασιλική τρίκλιτη με τρούλο

34 Ι. Μ. Αγ. Παρασκευής51

Παλαιοχώρι Συρράκου

ΟΧΙ

Βασιλική τρίκλιτη με τρούλο

35 Ι. Ν. Αγ. Φανερωμένης52

Άγναντα

ΟΧΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

36 Ι. Ν. Αγ. Νικολάου53

Πιστιανά

ΟΧΙ

Βασιλική μονόκλιτη ξυλόστεγη

Συντομογραφίες – Βιβλιογραφία54 – Αγγέλη Α., «Αρχαιολογικά ευρήματα και νεότερα μνημεία: Ανάδειξη και συμβολή τους στην ανάπτυξη της περιοχής», Πρακτικά Ημερίδας «Για μια ανάπτυξη στα Τζουμέρκα τον 21ο αιώνα», εκδ. Μπαζούκας Θ., Μακρής Θ., Καρατζένης Ν., Ιωάννινα 2006, σ. 47 – 52. – Αραβαντινός, Περιγραφή → Αραβαντινός Π., Περιγραφή της Ηπείρου εις μέρη τρία, τ. Γ΄, Ιωάννινα 1984. – Αρκουμάνης, Σέλτσου → Αρκουμάνης Θ., «Μονή Σέλτσου», Τζουμερκιώτικα Χρονικά 4 (2003), σ.167 – 179. – Βήχας Κ., «Τα Τζουμέρκα στον 21ο αιώνα», Πρακτικά Ημερίδας «Για μια ανάπτυξη στα Τζουμέρκα τον 21ο αιώνα», εκδ. Μπαζούκας Θ., Μακρής Θ., Καρατζένης Ν., Ιωάννινα 2006, σ. 25 - 34. – Βοκοτόπουλος, Μεσαιωνικά → Βοκοτόπουλος Π., «Μεσαιωνικά Μνημεία Ηπείρου», Αρχαιολογικό Δελτίο 22 (1967), Β2 Χρονικά, σ. 351 - 359. – Βοκοτόπουλος, Βουλγαρέλι → Βοκοτόπουλος Π., «Μεσαιωνικά Μνημεία Ηπείρου», Αρχαιολογικό Δελτίο 23 (1968), Β2 Χρονικά, σ. 299 - 301. – Γιαννέλος, Τα μνημεία → Γιαννέλος Κ., Τα βυζαντινά μνημεία της Άρτας, Άρτα 1990. – Γιαννούλης, Η ενεπίγραφη → Γιαννούλης Δ., «Η ενεπίγραφη Αγία Τράπεζα της Ιεράς Μονής Ευαγγελιστρίας Κυψέλης Άρτας», Βελλά – Επιστημονική Επετηρίδα, Ιωάννινα 2001, σ. 201 – 216. – Διαμάντης, Λαογραφικά → Διαμάντης Κ., «Λαογραφικά Νησίστας Τζουμέρκων (Το πανηγύρι

49. Για το μνημείο βλ. Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 82. 50. Για το μνημείο βλ. απλή αναφορά στο Σινίκη – Παπακώστα, Ήπειρος, αρ. 49. 51. Για το μνημείο βλ. Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Α, σ. 430 – 431, Ντόκας, Το μοναστήρι, σ. 220 – 223, Φίλος, ο.π., σ. 418 και απλή αναφορά στο Αραβαντινός, Περιγραφή, σ. 144. 52. Για το ναό βλ. Παπαδοπούλου, Περιοδείες, σ. 199 – 200 και Φίλος, ο.π., σ. 417. 53. Για το ναό βλ. Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό, σ. 69 και Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες, σ. 174. 54. Συντομογραφίες υπάρχουν στους τίτλους που χρησιμοποιούνται σε παραπομπές στο κείμενο έστω και μια φορά. Οι υπόλοιποι χρησιμοποιήθηκαν για γενικές γνώσεις και γνωριμία με την περιοχή, καθώς και για μαρτυρίες ύπαρξης μνημείων που πλέον έχουν καταστραφεί . Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


134

Ζήδρου

της Αγίας Παρασκευής με το χορό Καγγελάρι και τα τραγούδια του Λαζάρου)», Ηπειρωτική Εστία, έτος Γ΄, Οκτώβριος 1954, τεύχος 30, σ. 970 – 977. – Καλούσιος, Βύλιζα → Καλούσιος Δ., «Η Βύλιζα. Το μοναστήρι του Ευαγελισμού της Θεοτόκου στο Ματσούκι Ιωαννίνων», Τζουμερκιώτικα Χρονικά 4 (2003), σ. 180 – 190. – Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Α→ Καμαρούλιας Δ., Τα Μοναστήρια της Ηπείρου, τόμος Α΄, Αθήνα 1997. – Καμαρούλιας, Τα μοναστήρια Β→ Καμαρούλιας Δ., Τα Μοναστήρια της Ηπείρου, τόμος Β΄, Αθήνα 1997. – Κοσμάς Ν., «Αι δίοδοι της Πίνδου», Ηπειρωτική Εστία, έτος Δ΄, Ιανουάριος 1955, τεύχος 33, σ. 14 – 20. – Κραψίτης Β., Ταξίδι στην Ήπειρο, Αθήνα 19702. – Λέκκος, Τα μοναστήρια → Λέκκος Ε., Τα μοναστήρια του Ελληνισμού. Ιστορία – παράδοση τέχνη, τομ. Α΄, Αθήνα 1997. – Μαντάς, Το Βουλγαρέλι → Μαντάς Γ., «Το Βουλγαρέλι της Άρτας και η μονή Άγιος Γεώργιος», Ηπειρωτική Εστία, έτος Α΄, Οκτώβριος 1952, τεύχος 6, σ. 565 – 567. – Μάργαρης Β., Δρόμοι και τόποι της Ηπείρου, Γιάννινα 1998. – Μπόζιου – Ζάγκλη, Καλαρρύτες → Μπόζιου – Ζάγκλη Μ., Καλαρρύτες. Ιστορία – αξιοθέατα – περιηγήσεις, Καλαρρύτες 2005. – Μπούρας, Ιστορία → Μπούρας Χ., Μαθήματα ιστορίας της αρχιτεκτονικής, τ.2, Αθήνα 19992. – Μπούρας, Βυζαντινή → Μπούρας Χ., Βυζαντινή και μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήνα 2001. – Ντόκας, Κηπίνα → Ντόκας Β., «Κηπίνα. Το μοναστήρι του Ουρανού», Τζουμερκιώτικα Χρονικά 4 (2003), σ. 111 – 117. – Ντόκας, Το μοναστήρι→ Ντόκας Β., «Το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής Χαλασμάτων Παλαιοχωρίου Συρράκου», Τζουμερκιώτικα Χρονικά 7 (2006), σ. 219 - 224. – Ξενόπουλος Σεραφείμ Βυζάντιος, Δοκίμιον ιστορικής τινός περιλήψεως της ποτέ αρχαίας και εγκρίτου ηπειρωτικής πόλεως Άρτης και της ωσαύτως νεωτέρας πόλεως Πρεβέζης, Αθήναι 1884 (έκδοση Άρτα 1986). – Οικονόμου, Ο σταυρεπίστεγος → Οικονόμου Κ., «Ο σταυρεπίστεγος ναός του Αγίου Ιωάννου του Προ­δρό­μου στο Σταυροδρόμι Ηπείρου», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 1453 – 1850, τ. 3 (1989), σ. 125 – 133. – Οικονόμου, Η εν Άρτη → Οικονόμου Φ., Η εν Άρτη εκκλησία. Από της ιδρύσεως της μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων, Αθήναι 1972. – Οικονόμου, Η εκκλησία → Οικονόμου Φ., Η εκκλησία της Ηπείρου. Ίδρυσις, οργάνωσις και εξέλιξις αυτής, Αθήναι 1981. – Παϊσιος, Κατάλογος → Παϊσιος Γ. ιερεύς, «Κατάλογος αγιογράφων», Ηπειρωτική Εστία, έτος Ι΄, Ιανουάριος 1961, τεύχος 105, σ. 80 - 87. – Παπαβασιλείου, Θέσεις → Παπαβασιλείου Ε., «Εντοπισμένες αρχαιολογικές θέσεις των Μολοσσών στο ανατολικό Ξηροβούνι», Τζουμερκιώτικα Χρονικά 4 (2003), σ. 155 - 166. – Παπαδημητρίου, Η μονή → Παπαδημητρίου Π., «Η ιστορική Μονή Αγίου Γεωργίου Βουλγαρελίου», Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2 (2001), σ. 25 – 31. – Παπαδοπούλου, Περιοδείες → Παπαδοπούλου Β., «8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Περιοδείες. Νομός Άρτας», Αρχαιολογικό Δελτίο 39 (1984), Β1 Χρονικά, σ. 199 – 200. – Παπαδοπούλου, Ροδαυγή → Παπαδοπούλου Β., «8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Στερεωτικές εργασίες. Νομός Άρτας», Αρχαιολογικό Δελτίο 43 (1988), Β1 Χρονικά, σ. 313 – 315. – Παπαδοπούλου, Λεπιανά → Παπαδοπούλου Β., «8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Συντήρηση εικόνων – τοιχογραφιών. Νομός Άρτας», Αρχαιολογικό Δελτίο 43 (1988), Β1 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η μεταβυζαν τιν ή αρχιτεκτονική στα Τζουμέρκα

135

Χρονικά, σ. 319 – 322. – Παπαδοπούλου, Αναστηλωτικές → Παπαδοπούλου Β., «8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Αναστηλωτικές – στερεωτικές εργασίες. Νομός Άρτας», Αρχαιολογικό Δελτίο 47 (1992), Β1 Χρονικά, σ. 300 - 301. – Παπαδοπούλου, Κυψέλη → Παπαδοπούλου Β., «8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Περιοδείες – καταγραφές. Νομός Άρτας», Αρχαιολογικό Δελτίο 47 (1992), Β1 Χρονικά, σ. 305. – Παπαδοπούλου, Οδοιπορικό → Παπαδοπούλου Β., Οδοιπορικό στην Άρτα, Άρτα 2002. – Παπακώστας, Η προστασία → Παπακώστας Ν., «Η ακοίμητος προστασία», Ηπειρωτική Εστία, έτος Ζ΄, Ιούνιος-Ιούλιος 1958, τεύχος 74-75, σ. 504 - 505. – Παπακώστας Ν., «Του Σωτήρος. Θρησκευτική εορτή. Αθλητικά παιγνίδια και αγωνίσματα», Ηπειρώτικη Εστία, έτος Θ΄, Μάιος 1960, τεύχος 97, σ. 389 - 392. – Παπακώστας, Η μονή → Παπακώστας Ν., «Η Ιερά Μονή Μελισσουργών ‘’Εισόδια της Θεοτόκου’’», Ηπειρωτική Εστία, έτος Ι΄, Μάιος 1961, τεύχος 109, σ. 387-392. – Πεταλάς, Η Σκούπα → Πεταλάς Β., «Η Σκούπα», Τζουμερκιώτικα Χρονικά 4 (2003), σ. 139 144. – Πολιτή, Η Σκούπα → Πολίτη Λ., «Η Σκούπα Τζουμέρκων και τα παλιά της σπίτια», Ηπειρωτική Εστία, έτος ΚΕ΄, Νοέμβριος – Δεκέμβριος1976, τεύχος 295 - 296, σ. 939 – 950. – Πολίτη, Η μονή → Πολίτη Λ., «Η Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου στην Πλάκα Αράχθου», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 1453 – 1850, τ. 1(1979), σ. 137 – 146. – Πολίτη, Η Χρυσοσπηλιώτισσα → Πολίτη Λ., «Η Χρυσοσπηλιώτισσα των Γουριανών Άρτας», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 1453 – 1850, τ. 3 (1989), σ. 135 – 144. – Πουκεβίλ Φ., Ταξίδι στην Ελλάδα. Ήπειρος, Αθήνα 1994, μετάφραση Π. Κώτσου. – Σάχαλος, Το μοναστήρι → Σάχαλος Ν., Αγία Αικατερίνη. Το μοναστήρι Καταρράκτη Τζουμέρκων Άρτας Ηπείρου, Καταρράκτης 19922. – Σιμόπουλος Κ., Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα (1800 – 1810), τ. Γ 1, Αθήνα 1975. – Σινική – Παπακώτσα, Ήπειρος → Σινίκη - Παπακώστα Ν., Ηπειρος: Εκκλησίες και Μοναστήρια, Αθήνα - Γιάννινα 1983. – Σούλης, Επιγραφαί → Σούλης Χ., «Επιγραφαί και ενθυμήσεις ηπειρωτικαί», Ηπειρωτικά Χρονικά 9 (1934), σ. 81 – 126. – Τζάκου, Το καθολικό → Τζάκου Α., «Το Καθολικό της Μονής Άβελ στη Βήσσανη Πωγωνίου Ηπείρου», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 1453 – 1850 , τ. 2 Αθήνα 1982, σ. 57 – 66. – Τριανταφυλλόπουλος, Επισήμανση μνημείων → Τριανταφυλλόπουλος Δ., «Βυζαντινά Μεσαιωνικά και Νεώτερα μνημεία Ηπείρου. Επισήμανση μνημείων, περιοδείες κ.τ.λ. Νομός Ιωαννίνων», Αρχαιολογικό Δελτίο 32 (1977), Β1 Χρονικά, σ. 168 – 171. – Τριανταφυλλόπουλος, Περιοδείες → Τριανταφυλλόπουλος Δ., «Βυζαντινά Μεσαιωνικά και Νεώτερα μνημεία Ηπείρου. Επισήμανση μνημείων, περιοδείες κ.τ.λ. Νομός Άρτας», Αρχαιολογικό Δελτίο 32 (1977), Β1 Χρονικά, σ. 171 - 175. – Τριανταφυλλόπουλος, Η τέχνη → Τριανταφυλλόπουλος Δ., «Μεταβυζαντινή τέχνη (1430 – 1913)», Ήπειρος 4000 Χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού, Σακελαρίου Μ. γενική επιμέλεια, Αθήνα 1997, σ. 318 – 336. – Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια → Φίλος Σ., Τα Τζουμερκοχώρια, Αθήνα 20002. – Daux, Chronique → Daux G., ‘’Chronique des fouilles et découvertes archéologiques en Grèce en 1957. Epire’’, BCH LXXXII (1958), σ. 738 – 744.

* Η Κων/να Ζήδρου είναι αρχαιολόγος, υποψήφια διδάκτωρ Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Γεώργιος Ν. Βήχας*

Τα παράπονα του γεροπλάτανου

Α

γαπημένοι μου φίλοι, κουράστηκα τόσα χρόνια να κάθομαι εδώ και να σας περιμένω να με προσέξετε. Ναι, σε σας μιλάω, εκεί κάτω. Κουράστηκα, πονούν τα κόκαλά μου, μα πιότερο πονούν τα σωθικά μου. Τελικά, κανείς σας δεν έχει τη διάθεση να με προσέξει, να μου ρίξει ένα βλέμμα και, να σκεφτείτε, ότι αρκούσε απλώς να σηκώσετε τα μάτια σας, μόνον αυτό, αλλά σας έπεφτε κι αυτό πολύ, αχάριστοι και βιαστικοί μου φίλοι. Λαβώθηκα σε τούτη τη γωνιά, που κατοικώ κοντά δυο αιώνες τώρα. Κι εσείς έρχεστε τα καλοκαίρια στα πανηγύρια και στις γιορτές σας και με γεμίζετε φωνές και χαρές κι ύστερα φεύγετε, χωρίς να πισωγυρίσετε, και με αφήνετε μονάχο, με τις αναμνήσεις μου. Ούτε μια φορά δε γυρίσατε να με κοιτάξετε, γιατί τότε θα διακρίνατε τα καυτά δάκρυά μου, που ήταν για σας κάθε φορά, που σας αποχαιρετούσα. Δε μιλήσατε ποτέ στα παιδιά σας για μένα κι είμαι τώρα και για αυτά ένας ξένος. Έρχεστε κάθε Αύγουστο διακοπές και σας αρκεί, για να συνεχίσετε να ζείτε τους χειμώνες. Αχ, είστε γελασμένοι! Πώς γινήκατε έτσι; Φταίω εγώ; Φταίτε εσείς; Μην κοιτάτε ολοτρόγυρα, για να δείτε ποιος σας μιλάει! Εντάξει, μπορεί να μην έχω κορμί, αλλά έχω ψυχή, έχω φωνή! Εγώ είμαι, ο Πλάτανος, που στέκομαι στη μέση του χωριού σας, κι έχω τη φυλλωσιά και τη ματιά μου στραμμένα πάνω σας. Εγώ, που ακούω τις χαρές, τους πόνους και τα βογγητά σας, εγώ, που κάνω παρέα στη μοναξιά σας. Εγώ που, σαν χειμωνιάζει, προσέχω μόνος το χωριό και το αντικρινό βουνό κι όποιον δικό σας μένει μόνος του εδώ. Βαρύ φορτίο για σας που ζείτε αλλού, χαρά για μένα, που τους έχω συντροφιά. Πέρασαν γενιές και γενιές. Είδα τόσα πολλά! Είδα ερχομούς και ξενιτεμούς. Είδα πολέμους και σφαγές. Είδα πανηγύρια και χαρές, δάκρυα και μοναξιές. Είδα το Χάρο να περνοδιαβαίνει αλαφιασμένος και να χωρίζει παιδί απ’ το γονιό του, μάνα από τη θυγατέρα της, γιο απ’ τη φαμελιά του, αγγόνι απ’ τους παππούδες του και μαράζωνε η καρδιά μου. Χαιρόμουνα σαν άκουγα το κλάμα ενός νιογέννητου παιδιού, που πρωτάνοιγε τα μάτια του στη ζωή και ξενύχταγα άγρυπνος στο προσκεφάλι, όποιου πονούσε. Ήτανε βράδια, που έμενα ξάγρυπνος και προσπαθούσα να μερέψω την πείνα σας με τα μαραζωμένα φύλλα μου. Ήθελα να σας αγκαλιάσω και να σας κάνω να ξεχάσετε την ασχήμια της ζωής που ζούσατε, αλλά ήμουν αδύναμος κι ασήμαντος. Όχι, μη με κοιτάτε μεγαλόσωμο, όχι, δείτε με μέσα απ’ την καρδιά μου, κάτω από το φύλλωμά μου. Γιατί με ξεχάσατε; Τι σας έκαμα; Πού έφταιξα; Σχωράτε με! Τι νόημα έχει αλήθεια το ποιος φταίει πια! Εγώ, άλλωστε, σας Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα π α ρ ά π ο ν α τ ο υ γ ε ρ ο π λ ά τ α ν ο υ

137

αγαπώ τόσο, που όλα σάς τα συγχωρώ. Μόνο, να που με κατακλύζουν κάτι φορές οι θύμησες και με πισωγυρνάνε και τότες πονάω! Θυμάμαι, θυμάμαι και πονάω! «Γιώργουουουου μ’! Μαζέψου, παιδάκι μου, νύχτωσε, θα σε πάρουν οι αντάρτες», φώναζε η Άννα, σαν έβλεπε το σκοτάδι να πέφτει, κι εσένα, Γιώργο μου, να παίζεις στις αυλές. «Μάνα, μην με τρομάζεις. Κοίτα, έχω μαχαίρι κοφτερό!», απαντούσες εσύ κι έδειχνες ένα κλαδάκι μοναχό. «Μάνα, δεν τον φοβάμαι τον εχθρό», έλεγες, το ορφανό. «Την πείνα φοβάμαι, μάνα, κι άλλο δε βαστώ». Γιώργο μου έβλεπα που ήσουνα παιδί, παιδί ορφανό σε δύσκολο καιρό. Φορούσες τις πλεχτές χοντροφούστες, που σου ‘φτιαχναν οι αδελφές σου. Σου ‘γδερνε το τραγόμαλλό τους το δέρμα σου, αλλά εσύ συνέχιζες να παίζεις στις αυλές, συνέχιζες να φαγουρίζεσαι και να προσπαθείς να ξεγελάσεις την πείνα σου, να ξεχάσεις που τελείωσε κι αυτό το ρημάδι το κουρκούτι! Δύσκολα χρόνια, πονεμένα χρόνια, που τα διαφέντευε η φτώχια. Κι εγώ εκεί, στεκόμουν και παρατηρούσα, αλλά δε βοηθούσα, γιατί δεν μπορούσα. Γιώργο μου, στο λέω τώρα, έστω κι αργά, πως για την πείνα σας πονούσα, γι’ αυτό και προσπαθούσα να σας τυλίξω με τα κλαριά μου, μα κι αυτά δεν αρκούσαν. Άλλωστε, δεν παλεύεται η πείνα , παιδάκι μου. Κι ύστερα, αγόρι μου, ύστερα φόρεσες παντελόνι που στο έφερε ο θείος σου, ο Γιώργο Λάμπρης, κι εγώ σ’ είδα να μεγαλώνεις, το ίδιο και τ’ αδέλφια σου, αλλά τίποτα δεν άλλαζε, τίποτα, η ζωή στριμωχνόταν και δεν χωρούσε πουθενά κείνα τ’ αραχνιασμένα χρόνια. Ξεχείλιζε η πίκρα. Σ’ έβλεπα, Γιώργο μου, να πηγαίνεις στο σχολειό. Σ’ αρέσανε, γιε μου, τα γράμματα και κάθε μέρα φορτωνόσουνα τον τουρβά κι έσερνες τα λιπόσαρκα ποδαράκια σου, πότε στο χωριό μας και πότε στους Ραφταναίους, μα ήταν χαρά για σένα να περπατάς και τη γνώση να κουβαλάς. Κι έτσι άτσαλα κι άγαρμπα πέρναγαν τα χρόνια, αγόρι μου, και χαιρόμουνα που κάθε μέρα γινόσουν όλο και καλύτερος, βεβαίως η πείνα σας δεν άλλαζε ούτε κι η θλίψη μου για όλα σας τα βάσανα, για σάς τα αγαπημένα μου παιδιά. Για όλους εσάς, μια και τα ίδια χάλια ζούσατε όλοι στο χωριό, λίγο ως πολύ, κι εσύ συνέχιζες να πηγαίνεις στο σχολειό από χωριό σε χωριό, τρόπος του λέγειν χωριό, δυο σπίτια κι αυτά σκαλωμένα στην πλαγιά. Σε παρακολουθούσα να αγκαλιάζεις και να σφιχτοκρατάς τα γράμματα ένα-ένα κι, ευτυχώς, που τα άτιμα ήταν μόνο 24, διαφορετικά πώς θα τα σήκωναν οι αδύναμοι ώμοι σου; Έβλεπα και τα’ άλλα παιδιά, να ροβολάτε όλα μαζί παθιασμένα, για ν’ ανακαλύψετε τη γνώση, τον Κώστα, τον Νίκο, φίλοι σου στενοί, παιδιά στη γειτονιά, στην πείνα συντροφιά. Κι όλα γίνονταν γρήγορα και τα χρόνια τρέχανε, για να σας παραβγούν στα παιγνίδια σας. Εγώ, πάλι, καθόμουν μελαγχολικός, καθώς έβλεπα το Χάρο να Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


138

Γε ώ ρ γ ι ο ς Ν . Β ή χ α ς

αγωνιά να πάρει όσους πιότερους μπορούσε μαζί του, άλλους από πείνα κι άλλους από αρρώστιες. Έβλεπα τα άδεια σας πιάτα, τις άδειες σας κοιλιές, αλλά και τις γεμάτες σας αγκαλιές. Με τούτα και με κείνα στριμώχνονταν τα χρόνια λαβωμένα κι εσείς, σαν μικρά πουλιά, σιγά-σιγά, πετάξατε μακριά μου. Σας έβλεπα να πηγαίνετε στην Άγναντα, για να συνεχίσετε το Γυμνάσιο κι η καρδιά μου αναπηδούσε, γιατί η φτώχεια πάντα σας κυνηγούσε. Θυμάσαι, Γιώργο μου, τα καλοκαίρια, άγουρο παιδί, πήγαινες στα Ζαγοροχώρια, να δουλέψεις με τον Γιώργο Λάμπρη και τον Κατσουράνη. Κοντά τους πάλευες, να βγάλεις δυο δραχμές, για να πληρώσεις τη σπιτονοικοκυρά σου στην Άγναντα, το χειμώνα. Κόπιαζες, αγόρι μου, κι οι δουλειές που σ’ έβαναν να κάνεις, ξεπερνούσαν το μπόι σου και κύρτωναν το λεπτό σου κορμάκι. Αγαπημένο μου παιδί, παιδιά μου, όλα μαζί, σας έβλεπα να φεύγετε τις Δευτέρες και σας καρτερούσα υπομονετικά να ξαναγυρίσετε τις Παρασκευές. Ο νους μου ήταν μαζί σας. Όσο λείπατε, ένιωθα μόνος κι αναλογιζόμουν τις δυσκολίες, που βιώνατε καθημερινά. Αν είχατε μια κούπα φασόλια, δυο ελιές, μια κουταλιά λάδι και τη λάμπα να καίει, για να διαβάζετε σα νύχτωνε. Τέντωνα τα κλαδιά μου, μπας και μπορούσα να σας δω, αλλά η απόσταση ήταν μεγάλη, κι εγώ ένας ασήμαντος πλάτανος. Ακόμα κι αν ήσασταν παιδιά κι η πείνα ξεχνιόταν στα παιγνίδια σας, ήξερα και τι χάνατε απ’ τη ζωή, πόσο πονάγατε, μα δε λυγίζατε… Κι εκεί, πριν πάρεις, Γιώργο μου, το χαρτί, μια χρονιά πριν από το τέλος της Σχολικής διαδρομής, εμφανίστηκε ο Φάνης, γαμπρός, κι έπρεπε να πας να δουλέψεις, για να παντρευτεί η Όλγα. Χτυπιόμουν, προσπαθούσα ν’ ακούσουν όλοι τα ουρλιαχτά που ‘βγαζαν τα κλαδιά μου, για να μην κόψεις το σχολειό, αλλά ποιος μ’ άκουγε εμένα; Ποιος ήμουν εγώ; Κανείς δε με κοίταζε εκεί ψηλά, κανείς δεν έβλεπε το δάκρυ μου να κυλά. Τελικά, παιδί μου, σε αποχαιρέτησα με πόνο στην καρδιά. Φοβόμουν μη χαθείς εκεί μακριά, λυπόμουν μήπως και χάσεις τη χρονιά. Κι έφυγες, Γιώργο μου, κι εγώ τρωγόμουν απ’ την αγωνία καθημερινά. Κοίταζα μήπως και σε δω από μακριά, να γυρνάς. Ανησυχούσα, καθώς έβλεπα πως το σχολείο ξεκίνησε, για άλλη μια φορά κι εσύ δε γυρνούσες. Στενοχωρήθηκα, πικράθηκα. Τα φύλλα μου έπεσαν. Ένιωθα γυμνός και μονάχος. Κρύωνα και η σκέψη μου ταξίδευε κοντά σου. Οι μέρες πέρναγαν κι εγώ αγωνιούσα. Οι νύχτες έρχονταν και με συγκρατούσαν από το να ‘ρθω να σε πάρω από εκεί και να σε γυρίσω στα θρανία σου, στα βιβλία σου, στους συμμαθητές σου, στα ταξίδια του νου σου. Ένας χρόνος μακριά κι ήρθαν, τελικά, τα λεφτά κι ο Φάνης πήρε την Όλγα, κι έκαναν παιδιά. Κι εσύ επέστρεψες κι είχα όλου του κόσμου τη χαρά. Βέβαια, εσύ δεν ήξερες τι γίνονταν στα σπλάχνα μου βαθιά. Ήρθες κι είχα χαμόγελο ξανά, για σένα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα π α ρ ά π ο ν α τ ο υ γ ε ρ ο π λ ά τ α ν ο υ

139

όμως τώρα ήταν πια αργά. Τώρα θα έφευγες για τα Τρίκαλα. Εκεί θα τελείωνες το σχολείο κι εγώ θα έκανα πια χρόνια να σε δω. Όταν έφευγες, σε αποχαιρέτησα με χαρά και σπαραγμό. Ήθελα να τελειώσεις το σχολειό και να ‘χεις χαρτιά, για να βρεις δουλειά. Δεν ήσουνα, γιε μου, για οικοδομή εσύ, ήσουνα ντελικάτος, έλεγε η μάνα σου, κι έπρεπε να κάνεις κάτι στη ζωή με το μυαλό, γιατί το κορμί ήταν ισχνό. Ένιωθα όμως και τον σπαραγμό. Αλήθεια, πότε θα σε ξαναδώ; Έφευγες και δεν ήξερα, να λυπηθώ ή να χαρώ; Τελικά, αποφάσισα να σ’ αποχαιρετίσω, με την ελπίδα κάποτε να σε ξανασυναντήσω. Γιατί, Γιώργο μου, με ξέχασες; Τι έκαμα, γιε μου, και με λησμόνησες; Όλα τούτα τα χρόνια, καρτερούσα να φανείς. Έστηνα αυτί, να ακούσω τι λέγανε οι συγχωριανοί σου. Σπούδασες, λέει, παντρεύτηκες, έπιασες δουλειά και πέρναγες τη ζωή σου στα σχολειά. Εγώ, πάλι, εδώ, δεν έφυγα λεπτό. Περίμενα να γυρίσεις. Κοίταζα διαρκώς το δρόμο μη και φανείς, αλλά ούτε εσύ ήρθες ούτε κανείς. Έφυγαν κι όλα τ’ άλλα τα παιδιά, έφυγαν κι οι άλλοι για πολύ μακριά. Κι εγώ, εδώ, για άλλη μια φορά. Τελευταία, έμαθα ότι έφυγε η Γαρουφαλλιά, κι εσύ αρρώστησες βαριά. Πρόσφατα, έμαθα πως έφυγε κι ο Κώστας. Λιγοστέψαμε, φίλε μου! Γέρασα κι εγώ. Είδα πολλά και τα πιο πολλά κακά! Όπου και να ‘σαι, φίλε Γιώργο, σε νοιάζομαι και για άλλη μια φορά πονώ. Τα φύλλα μου σ’ αγκαλιάζουν, έστω κι από μακριά, ακόμα κι αν δεν είσαι εδώ. Ο χρόνος υπήρξε σκληρός και για σένα και για μένα. Κύρτωσαν οι ώμοι μου πια, έμαθα ότι κι εσύ δεν καλοπατάς. Παράλληλες ζωές, κουραστικές διαδρομές. Χαθήκαμε αλλά δεν ξεχαστήκαμε. Δεν ξέχασα κανένα από κείνα τα παιδιά. Αλήθεια, τι γίνηκε ο Κώστας, ο Νίκος, θέλεις να σου πω; Εγώ εδώ που κάθομαι, μαθαίνω τα νέα όλων σας! Κάτσε, φίλε μου Γιώργο, έχω τόσα να σου πω! Κάτσε κι άκου…

* Γεώργιος Ν. Βήχας είναι δάσκαλος

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


ΦΥ Σ Ι ΚΟ Π Ε Ρ Ι Β Α Λ ΛΟ Ν Χαρίκλεια Μπίσα - Βασιλική Καλτσούνη*

Η ανάγκη προστασίας και διαφύλαξης του φυσικού πλούτου των Τζουμέρκων με βάση τον σύγχρονο τρόπο ζωής.

Τ

ο Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων, Περιστερίου και Χαράδρας Αράχθου, όπως είναι γνωστό, θεσμοθετήθηκε το 2009, με προεδρικό διάταγμα (ΦΕΚ 49Δ/12.02.2009), καταλαμβάνει έκταση περίπου 820 τετρ. χιλ. που γεωγραφικά απλώνεται στις ορεινές περιοχές, των νομών Ιωαννίνων, Άρτας και Τρικάλων (Κεντρικό τμήμα της οροσειράς της Πίνδου). Περιλαμβάνει δύο μεγάλα ορεινά συγκροτήματα: τον Λάκμο (ή Περιστέρι) και τα Αθαμανικά Όρη, που συναντώνται στον αυχένα του Μπάρου σε υψόμετρο 1.940 μ. Σε γενικές γραμμές οριοθετείται από την κοιλάδα του ποταμού Μετσοβίτικου στα βόρεια, τη χαράδρα του ποταμού Αράχθου στα δυτικά, τις νότιες απολήξεις Τζουμέρκων στα νότια και την κοιλάδα του ποταμού Αχελώου (Ασπροποτάμου) στα ανατολικά. Η ψηλότερη κορυφή του Λάκμου είναι η Τσουκαρέλα (2.295 μ.) στο κέντρο του ορεινού συγκροτήματος και ακολουθούν ο Μέγας Τράπος (2.240 μ.), η Γκουράσα (2.185 μ.), η Γιαννάκη (2.198 μ.), η Πυραμίδα (2.144 μ.), ο Καλόγηρος (2.102 μ.) και τα Λακκώματα (2.016 μ.). Στα κεντρικά του βουνού βρίσκεται το διάσημο και ίσως πιο όμορφο αλπικό οροπέδιο της χώρας μας, η Βερλίγκα, απ’ όπου ξεκινάνε οι πηγές του μυθικού Αχελώου. Τα Αθαμανικά όρη (ή Τζουμέρκα) έχουν υψηλότερη κορυφή την Κακαρδίτσα (2.429μ.), την οποία ακολουθούν ο Καταραχιάς (2.280 μ.), η Χίλια εξήντα (2.253 μ.), η Τρυγόνα (2.068 μ.), η Στρογγούλα (2.017 μ.), το Γερακοβούνι (2.211 μ.), το Καταφίδι (2.393 μ.). Στα ανατολικά των Τζουμέρκων υπάρχουν τα ονομαστά οροπέδια της Κωστηλάτας που συνιστούν σημαντικά βοσκοτόπια και σημαντικό χώρο παρουσίας των σπάνιων πλέον όρνιων. Αυτά τα ορεινά συμπλέγματα συντροφεύει η χαράδρα του ποταμού Αράχθου, η οποία σχηματίζεται από τις βόρειες και δυτικές απολήξεις του Λάκμου και τις δυτικές πλαγιές των Τζουμέρκων και τις ανατολικές πλαγιές του όρους Ξηροβουνίου και των διακλαδώσεών του. Εντός της περιοχής του Εθνικού Πάρκου περιλαμβάνεται το βόρειο, δυτικό και νότιο τμήμα της λεκάνης απορροής του ποταμού Αράχθου και των κύριων παραποτάμων του, δηλαδή του Μετσοβίτικου και του Καλαρρύτικου, του Ματσουκιώτη, του Μελισσουργιώτη, του Ραφτανίτη, του Αγναντίτη, του Καταρρακτιώτη και πολλών άλλων μικρότερων. Από ανατολικά μέρη του Εθνικού Πάρκου πηγάζουν οι παραπόταμοι Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


142

Χ α ρ ί κ λ ε ι α Μ π ί σ α – Β α σ ι λ ι κ ή Κ α λτ σ ο ύ ν η

του Μουτσιαρίτικου στο Γαρδίκι και την Αθαμανία και το ρέμα Γκούρας στα Θεοδώριανα, που εισρέουν στον Αχελώο. Το ισχυρό ανάγλυφο, οι μεγάλες υψομετρικές διαφορές (144μ.-2.429μ.) και η έντονη παρουσία του υδάτινου στοιχείου συμβάλλουν στη δημιουργία ενός πολυποίκιλου μωσαϊκού βιοτόπων. Οι βραχώδεις εξάρσεις, οι ατέλειωτες σάρες, τα μεγάλα αλπικά βοσκοτόπια, οι πηγές και τα ρέματα, οι καταρράκτες, τα καρστικά σπήλαια, τα δάση με τα ξέφωτά τους και τα λιβάδια αποτελούν διαφορετικά ενδιαιτήματα στα οποία φύονται πολλά άλλοτε κοινά και άλλοτε σπάνια ή και ενδημικά είδη φυτών και ζουν διάφορα ζώα. Τα διαφορετικά αυτά ενδιαιτήματα, πέρα από την τέρψη των ματιών μας, συνιστούν σημαντικούς θύλακες βιοποικιλότητας. Τα Τζουμέρκα χαρακτηρίζονται από άγρια φυσική ομορφιά και παρθένα τοπία, καθώς η περιοχή μέχρι πρόσφατα είχε ελάχιστα αναπτυχθεί. Το φυσικό περιβάλλον σμιλεύτηκε φυσικά μέσα στο γεωλογικό χρόνο και μαζί με αυτό συνεξελίχτηκαν εκατοντάδες χιλιάδες είδη που συνέβαλαν στη δημιουργία αυτής της περιοχής με την απαράμιλλη ομορφιά. Αδιαμφισβήτητα, η διαχρονική παρουσία του άνθρωπου και οι δραστηριότητές του σε τούτη την περιοχή είναι τέλεια εναρμονισμένες με τη φύση και το τοπίο. Οι άνθρωποι με μαεστρία έπλασαν τον πολιτισμό τους, προσδίδοντας στην περιοχή αυτό μοναδικό χαρακτήρα. Άλλωστε ιδανικά παραδείγματα για την ορθή χρήση των φυσικών πόρων αποτελούν οι παραδοσιακές κοινωνίες, που οι τρόποι και η νοοτροπία τους διασώζονται στην προστατευόμενη περιοχή του Εθνικού Πάρκου. Οι ορεινές παραδοσιακές κοινωνίες, που στολίζουν τις κορυφές των Τζουμέρκων και του Λάκμου, διακρίνονται για την αυτονομία, τη λιτή οργάνωση στον καθημερινό τρόπο ζωής τους και την επάρκειά τους. Αναγκασμένες να αντιμετωπίσουν τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν πολιτισμό σε πλήρη ισορροπία με το φυσικό περιβάλλον. Η οργάνωση αυτών των κοινωνιών βασίζεται στην οικονομία των φυσικών πόρων και στην ανακύκλωση των υλικών. Οι έννοιες αυτές είναι απαραίτητο να επανεισαχθούν στην καθημερινότητά μας, καθώς ο σύγχρονος τρόπος ζωής προχωράει με ταχείς ρυθμούς και δυστυχώς χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη σοφία που δημιούργησαν οι προηγούμενοι πολιτισμοί. Η ανάπτυξη πολλές φορές είναι άναρχη, ά-λογη και αποσπασματική, αποσκοπεί στο κέρδος και δεν λαμβάνει υπόψη τους φυσικούς πόρους. Εκτός από την υπέρμετρη χρήση των φυσικών πόρων τις τελευταίες δεκαετίες έχει επιπλέον παρατηρηθεί ότι οι οικότοποι, τα είδη χλωρίδας και πανίδας και τα ενδιαιτήματά τους, ακόμα και στις προστατευόμενες περιοχές, υφίστανται πληθώρα πιέσεων, κυρίως εξαιτίας των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και της αλλαγής των χρήσεων γης, (υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων, υπερβόσκηΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Η α ν ά γ κ η π ρ ο σ τ α σ ί α ς κ α ι δ ι α φ ύ λ α ξ η ς τ ο υ φ υ σ ι κ ο ύ π λ ο ύ τ ο υ τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν 143

ση, ανεξέλεγκτη ρίψη απορριμμάτων, ρύπανση των υδάτων, κ.λπ.), αλλά και λόγω εκδήλωσης ακραίων φυσικών φαινομένων (πλημμύρες, κατολισθήσεις, πυρκαγιές κ.ά.). Τα φυσικά φαινόμενα ανέκαθεν υπήρχαν, όμως η συχνότητα και η ένταση που τα χαρακτηρίζει σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερες, καθώς το κλίμα έχει επηρεαστεί από ανθρωπογενείς δραστηριότητες που οδήγησαν σε υπέρμετρη αύξηση της συγκέντρωσης των αερίων του θερμοκηπίου στα στρώματα της ατμόσφαιρας. Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι πλέον είναι επιτακτική η ανάγκη για τη λήψη κατάλληλων μέτρων για την προστασία και ορθή διαχείριση των φυσικών πόρων, τόσο σε τοπικό όσο σε εθνικό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο. Παράλληλα όμως είναι υποχρέωση όλων μας να αφουγκραστούμε τα μηνύματα που μας στέλνει η φύση και να ενημερωθούμε για τις αιτίες που οδηγούν σε περιβαλλοντικά προβλήματα και στην υποβάθμιση της ποιότητας στη ζωή μας. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και έχοντας κατά νου την προστατευόμενη περιοχή του Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων, οι περισσότεροι αναγνώστες θα συμφωνήσουν με την άποψη ότι αποτελεί ευτύχημα το γεγονός ότι σε τούτη την περιοχή τέθηκε έγκαιρα το νομικό πλαίσιο για τη διατήρηση των πολύτιμων φυσικών αποθεμάτων, της βιολογικής ποικιλότητας και της πλούσιας πολιτιστικής παράδοσης. Άλλωστε η προστασία των ειδών και της βιοποικιλότητας εκτός από εγγενής αξία ωφελεί εντέλει τον ίδιο τον άνθρωπο. Το πλούσιο υδρογραφικό δίκτυο, που πηγάζει από τους ορεινούς όγκους που βρίσκονται εντός της προστατευόμενης περιοχής, με τις πηγές και τα ποτάμια δίνει ζωή στον κάμπο και στα εδάφη. Η ποικιλία των βοτάνων, των φυτών, η παρουσία των ασπόνδυλων, των αμφιβίων, των ερπετών, των αρπακτικών πτηνών, των μεγάλων θηλαστικών, αποτελούν ένδειξη για την καλή κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος. Επιπλέον, κάποια είδη (βίδρα, πέστροφα, αμφίβια, ασπόνδυλα κ.λπ.) χρησιμοποιούνται ως ενδείκτες για τη εκτίμηση της ποιότητας του περιβάλλοντος τοπικά και επομένως η παρουσία τους κρίνεται σημαντική. Με τη θεσμοθέτηση του Εθνικού Πάρκου η περιοχή αποκτά ένα μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες μη θεσμοθετημένες περιοχές, διότι διασφαλίζεται η αυθεντικότητα και ακεραιότητα της, τόσο για τη σημερινή όσο και για τις επόμενες γενιές. Η ανθρώπινη δραστηριότητα είναι απαραίτητο να υφίσταται, αλλά με τρόπο βιώσιμο, ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των οικοσυστημάτων και παράλληλα να μην υποβαθμίζεται το φυσικό περιβάλλον. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται στο σύνολό του ο κύριος σκοπός ίδρυσης του Εθνικού Πάρκου που δεν είναι άλλος από την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπου και φύσης. Στην παρακάτω παράγραφο αναφερόμαστε αναλυτικά στο καθεστώς προΈ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


144

Χ α ρ ί κ λ ε ι α Μ π ί σ α – Β α σ ι λ ι κ ή Κ α λτ σ ο ύ ν η

στασίας που διέπει το Εθνικό Πάρκο, όχι για να κουράσουμε τον αναγνώστη, αλλά κυρίως για να τον ενημερώσουμε και παράλληλα να του υπενθυμίσουμε τον πλούτο σε φυσικά αποθέματα που έχει η περιοχή, καθώς και τις προσπάθειες και τον αγώνα πολλών και διαφορετικών ανθρώπων και δομών να διατηρήσουν όλον αυτόν τον πλούτο, αλλά και την αγάπη και την προνοητικότητα των τοπικών κοινωνιών που αγαπούν και θέλουν να διαφυλάξουν τον τόπο τους.

Καθεστώς προστασίας – Εθνικό Πάρκο Με την ίδρυση του Εθνικού Πάρκου ορίστηκαν τέσσερις (4) διακριτές ζώνες, που χαρακτηρίζονται από διαφορετικό βαθμό προστασίας: Στη Ζώνη Ι με ονομασία «Περιοχές Προστασίας της Φύσης»  κύριος διαχειριστικός στόχος είναι η διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος και η αποτελεσματική προστασία του, ώστε να ακολουθήσει τη φυσική του εξέλιξη χωρίς ιδιαίτερες ανθρώπινες παρεμβάσεις. Πρόκειται για τις περιοχές με τον υψηλότερο βαθμό προστασίας σε ολόκληρο το Εθνικό Πάρκο. Στη Ζώνη Ι δεν επιτρέπεται η άσκηση της θηρευτικής δραστηριότητας. Εδώ περιλαμβάνονται τέσσερις (4) επιμέρους περιοχές. χαράδρας Αράχθου, άνω τμήματος Καλαρρύτικου, Παχτουρίου- Αθαμανίας, Τσούμας - Πλαστάρι- Κούτσουρου. Στη Ζώνη  ΙΙ με ονομασία «Περιοχές  Διατήρησης  Τοπίου,  Οικοτόπων  και  Ειδών», ισχύει σχεδόν ο ίδιος στόχος διαχείρισης με αυτόν της Ζώνης Ι, με τη διαφορά ότι σε αυτές τις περιοχές εκτός από τις δράσεις και την έρευνα για τη διατήρηση και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος επιτρέπεται να εκτελούνται δραστηριότητες και έργα κυρίως παραδοσιακού χαρακτήρα. Η Ζώνη ΙΙ περιλαμβάνει δύο (2) επιμέρους περιοχές: Κακαρδίτσας- Τζουμέρκων και Περιστερίου. Η «Περιοχή του Εθνικού Πάρκου» (Ζώνη ΙΙΙ), που καταλαμβάνει και τη μεγαλύτερη έκταση σε σχέση με τις υπόλοιπες, χαρακτηρίζεται από ηπιότερο βαθμό προστασίας, καθώς ο κύριος στόχος είναι η διαφύλαξη της φυσικής κληρονομιάς και η διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας σε συνάρτηση κυρίως με τις παραδοσιακά ασκούμενες δραστηριότητες των κατοίκων. Τέλος, η «Περιφερειακή Ζώνη του Πάρκου» (Ζώνη IV) έχει ως στόχο τον έλεγχο των χρήσεων γης και εκείνων των δραστηριοτήτων και έργων που ενδέχεται να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον στα ενδότερα του Εθνικού Πάρκου. Αποτελείται από τέσσερις (4) επιμέρους περιοχές.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η α ν ά γ κ η π ρ ο σ τ α σ ί α ς κ α ι δ ι α φ ύ λ α ξ η ς τ ο υ φ υ σ ι κ ο ύ π λ ο ύ τ ο υ τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν 145

- Περιοχές του Δικτύου Natura 2000 Το Δίκτυο Natura 2000 αποτελεί ένα σύνολο περιοχών της Ευρώπης που επιλέχθηκαν με βάση κάποια περιβαλλοντικά κριτήρια (ιδιαίτερη οικολογική αξία και πολύτιμα βιογενετικά αποθέματα), και βρίσκονται υπό ιδιαίτερο καθεστώς διαχείρισης, που απορρέει από την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Οι περιοχές του Δικτύου αυτού φιλοξενούν τύπους οικοτόπων και είδη χλωρίδας και πανίδας που είναι σημαντικά σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Όμως, το δίκτυο Natura 2000 δεν είναι μόνο ένα σύστημα αυστηρά προστατευόμενων περιοχών όπου αποκλείονται συστηματικά όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες. Στη φιλοσοφία του δικτύου ο άνθρωπος αποτελεί αδιάσπαστο στοιχείο της φύσης και συνδημιουργεί με κείνη μοναδικό πολιτισμό. Ως γνωστό οι περιοχές με ονομασία «Όρος Λάκμος (Περιστέρι)» (GR 2130007) και «Όρη Αθαμάνων (Νεράϊδα)» (GR 2110002), περιλαμβάνονται εξ ολοκλήρου στην έκταση του Εθνικού Πάρκου, ενώ η περιοχή «Ευρύτερη περιοχή Αθαμανικών Ορέων (Νεράϊδα)» (GR 2130013), περιλαμβάνεται κατά το μεγαλύτερο τμήμα της.

- Σημαντικές περιοχές για τα πουλιά της Ελλάδος (ΣΠΠΕ) Οι Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά (ΣΠΠ) αποτελούν ένα διεθνές δίκτυο περιοχών που είναι ζωτικές για την διατήρηση παγκοσμίως απειλούμενων ειδών, ενδημικών ειδών ή ειδών πουλιών που εξαρτώνται από τους συγκεκριμένους βιοτόπους για την επιβίωσή τους. Εντός του Εθνικού Πάρκου υπάρχουν δύο (2) σημαντικές περιοχές για τα πουλιά με ονομασία «Όρος Περιστέρι (Κωδικός: 069)» και «Όρη Αθαμανικά (Κωδικός: 079)».

- Καταφύγια Άγριας Ζωής Ως Καταφύγια Άγριας Ζωής (ΚΑΖ) χαρακτηρίζονται φυσικές περιοχές (χερσαίες, υγροτοπικές ή θαλάσσιες), που έχουν ιδιαίτερη σημασία, ως σημαντικοί τόποι ανάπτυξης της άγριας χλωρίδας ή ως βιότοποι αναπαραγωγής, διατροφής, διαχείμασης ειδών της άγριας πανίδας. Βάσει της υπάρχουσας νομοθεσίας, εντός των Καταφυγίων Άγριας Ζωής απαγορεύεται ρητά η άσκηση της θήρας. Τα πέντε (5) αναγνωρισμένα ΚΑΖ του Εθνικού Πάρκου είναι τα εξής: α) «Χαράδρα Αράχθου (2.733 εκτάρια), β) Ανατολικών Τζουμέρκων (1.430 εκτάρια), γ) Αθαμανίου-Θεοδωριάνων (413 εκτάρια), δ) Βουργαρελίου (1.000 εκτάρια), ε) Κούτσουρου-Τζακούτας-Μνήματα (1.867,4 εκτάρια).

- Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους (ΤΙΦΚ) Επίσης στην περιοχή μελέτης εντάσσονται δύο Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


146

Χ α ρ ί κ λ ε ι α Μ π ί σ α – Β α σ ι λ ι κ ή Κ α λτ σ ο ύ ν η

Κάλλους (ΤΙΦΚ), με όνομα: α) «Στενά Αράχθου» (Κωδικός: AT3011038) και β) τμήμα από το «Φαράγγι ποταμού Χρούσια, Συράκο, Καλλαρύτες» (Κωδικός: AT3010045). ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – Περιφέρεια Ηπείρου, Υπηρεσία Διαχείρισης Επιχειρησιακού Προγράμματος Ηπείρου, 2006. Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ) ευρύτερης περιοχής Τζουμέρκων, Ανάδοχος ΗΠΕΙΡΟΣ Α.Ε. - ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, Ιωάννινα – Στάρα Κ. & Τσιακίρης Ρ. (2009). Έκθεση Ορνιθολογικής αξιολόγησης περιοχής «Όρος Περιστέρι (Κωδικός: 069)» και «GR079 Αθαμανικά Όρη (Τζουμέρκα)». Στο: Δημαλέξης, Α. Μπούσμπουρας, Δ., Καστρίτης, Θ., Μανωλόπουλος Α. και Saravia V. (Συντονιστές Έκδοσης). Τελική αναφορά προγράμματος επαναξιολόγησης 69 σημαντικών περιοχών για τα πουλιά για τον χαρακτηρισμό τους ως Ζωνών Ειδικής Προστασίας της Ορνιθοπανίδας. ΥΠΕΧΩΔΕ, Αθήνα ΠΗΓΕΣ – http://www.ypeka.gr/Default.aspx?tabid=433&language=el-GR – http://www.ypeka.gr/Default.aspx?tabid=434&language=el-GR

* Χαρίκλεια Μπίσα, Βιολόγος – M.Sc. Περιβαλλοντολόγος, * Βασιλική Καλτσούνη M.Sc. Περιβαλλοντολόγος Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων, Περιστερίου και χαράδρας Αράχθου

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Το Ματσούκι Ιωαννίνων 1937-1951

Η

Β΄ 2. Η ΓΕΩΡΓΙΑ1 Α) ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

αγροτική περιοχή υποδιαιρείται, για την θερινή περίοδο, σε δύο κτηματικές τοποθεσίες (θέσεις), του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Νικολάου, που σπέρνονται εναλλάξ με σιτάρι ή καλαμπόκι: «… Ἡ Διοικοῦσα Ἐπιτροπή λαβοῦσα ὑπ’ ὅψει τό ἄνω ὑπ’ ἀριθ. 562. ἐ.ἔ. ἔγγραφον κ. ἀγρονόμου Καλαρρυτῶν δι’ ἧς ὁρίσθη προσωρινός ἀγροφύλαξ ἐν τῇ ἀγροτικῆ περιοχῆ κοινοτητός μας, καί Συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 13 § Β τοῦ Α.Ν. 1010/37 τοῦ κώδικος ἀγροτ. ἀσφαλείας.-

ἀποφαίνεται ὑποδιαιρεῖ τήν ἀγροτικήν περιοχήν κοινότητός μας εἰς δύο (2) κτηματικάς θέσεις διά τήν θερινήν περίοδον, ἥτοι 1) τήν ἀγροτικήν κτηματικήν θέσιν «Αγιος Ἀθανάσιος» καί 2) τήν ἀγροτικήν κτηματικήν θέσιν «Ἄγιος Νικόλαος», μέ σύνορα τόν διερχόμενον ποταμόν μέσῳ τῶν ἀγροτικῶν περιοχῶν (καί ἀνατίθησι τήν) Διαγράφονται τρῖς (3) λέξες) καί διά τά ἐν τῷ ἱστορικῷ τῆς παρούσης λόγους,» (Πράξη 26/18.5.1940). Και σε άλλη μεταγενέστερη Πράξη, έξι χρόνια αργότερα: «Β! Ἑπίσης Ἐγκρίνει ὅπως ἡ ἐσπαρμένη περιοχή διαιρηθεῖ εἰς δυό ἐκτάσεις ἥτοι «Ἅγιος Ἀθανάσιος» καί «Ἅγιος Νικόλαος» εἰς ὅν2 ἐκτάσεις εἶναι ἐσπαρμέναι, διά δημητριακῶν κάρπῶν ἥτοι εἰς τήν ἀγροτικήν ἐκτασιν «Αγιος Ἀθανάσιος» ἐσπαρμένην διά σῖτου καί εἰς ἐκτασιν «Ἀγιος Νικόλαος» ἐσπαρμένην διά ἀραβοσίτου.» (Πράξη 1/24.2.1946). Κατά την περίοδο της κοπής και συλλογής του χόρτου, της σποράς, επίσης κατά την συγκομιδή των καρπών (σιταριού, καλαμποκιού), επιτρέπεται στις καλλιεργήσιμες εκτάσεις μόνον η είσοδος αροτριώντων ζώων, ή φορτηγών για την μεταφορά των προϊόντων, αλλά δεμένα σε παλούκι, όταν θα ξεκουράζονται, «πρός πρόληψιν ἀγροζημιῶν». Ο αγροφύλακας θα συλλαμβάνει κάθε λυμένο ζώο, 1. Ευχαριστώ πολύ τους χωριανούς Ευάγγελο Κ. Μακρή και τον Τάκη Σ. Κωσταδήμα (παλαιό γραμματέα της Κοινότητας Ματσουκίου) για την πολύτιμη βοήθεια. 2. ἅς (τας οποίας). Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


148

ΔημήτριοςΓ. Καλούσιος

θα δικαιούται δε και τα σύλληπτρα. Από το άλλο μέρος οι κάτοικοι έχουν το δικαίωμα να μηνύουν τον αγροφύλακα για παράβαση καθήκοντος (βοσκή μικρών και μεγάλων ζώων στην απαγορευμένη γεωργική περιοχή, μέχρι τη συγκομιδή των καρπών). Η συγκομιδή του αραβοσίτου θα γίνεται «μέχρι τελείας ὁρ[ι]μάνσεως του» και μετά από σχετική βεβαίωση του αγροφύλακα, την άδεια εκδίδει, τελικά, ο πρόεδρος της κοινότητας:

Για το 1938: «… Τό κοινοτικόν συμβούλιον Ματσουκίου… Ἀπαγορεύει ἀπολύτως εἰς τούς ἐσπαρμένους διά σίτου, ἀραβοσίτου καί λοιπῶν πρωϊμων καί ὀψίμων καρπῶν ἀγρούς τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Ματσουκίου κειμένους εἰς θέσεις «ἅγιος Νικόλαος» καί «ἅγιος ἀθανάσιος» ἀγροτικῆς περιοχῆς Ματσουκίου τήν εἰσαγωγήν καί παραμονήν πρός βόσκησιν παντός ζώου μικροῦ τε καί μεγάλου πλήν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατά τόν χρόνον τῆς σπορᾶς τῶν καρπῶν, καί τῶν μεταγωγικῶν κατά τόν χρόνον τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν ὡς καί τοῦ χόρτου, ἀπό τῆς 23ης ἀπριλίου 1938 καί 26 Ὀκτωβρίου 1938 ἤτοι ἐποχάς ἐνάρξεως σπορᾶς πρωΐμων καί ὀψίμων καρπῶν, μέχρι τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν καί τοῦ τελευταίου ἀγροῦ συμπεριλαμβανομένης εἰς την ἀπαγόρευσιν καί τῆς παραβόλας3 τῶν ἀγρών.-» (Πράξη 71/14.11.1937).

Για το 1946: «… Ἀπαγορεύεται ἡ βοσκή παντός Ζώου μικροῦ καί μεγάλου καί μέχρι συγκομιδῆς τοῦ τελευταίου ἀγροῦ.- πλήν τῶν φορτηγῶν κατά τόν χρόνον τῆς συγκομηδῆς καί συλέξεως τοῦ χόρτου. καί τῆν ἀροτρίωσην κατά τόν χρόνον τῆς σπορᾶς παύει δέ ἡ βόσκησις κατά τήν ἐναρξιν τῆς πρωϊμου σπορᾶς παντός ζώου μικροῦ καί μεγάλου… τά ἄνω φορτηγά Ζῶα κατά τήν μεταφορᾶν καί συγκομηδήν ἀπαγορεύονται νά ὅσοι4 λελυμενα. ἄλλα. κατά τόν χρόνον τῆς ἀναπαῦσεως θά εἶναι δεδειμένα ἐπί πασάλου.. καί τοῦτο πρός πρόληψιν ἀγροζημίας.-» (Πράξη 1/24.2.1946).

Πεντέμιση χρόνια αργότερα (1951): «ἀριθμ. πραξ. 19 Ἐν Ματσουκίῳ τῇ 10 Σ/βρίου 1951 Τό κοινοτικόν Συμ/λιον κοιν. Ματσουκίου, συγκείμενον ἐκ τοῦ πρόεδρου αὐτοῦ 3. Άσπαρτο τμήμα του καλλιεργησίμου χωραφιού, λόγω ακαταλλήλου εδάφους (πετρώδες, απότομη πλαγιά), ἔβγαζαν αγριόχορτο. 4. ὦσι (είναι). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

149

Χρήστου Βασ. Νάκα καί τῶν μελῶν αὐτοῦ 1) Πέτρου Χρ. Μακρῆ 2) Βασιλείου Σπ. Μακρῆ, 3) Ἀντωνίου Ἀθ. Κωσταδήμα καί 4) Ἰωάννου Χρ Τσαντούλη, συνελθών εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ καφφενείῳ Ἰωάνν. Κωσταδήμα ἔνθα προσωρινός στεγάζεται τό γραφεῖον τῆς κοινότητος, τῇ νομίμῳ προσκλήσει τοῦ προέδρου καί εὐριθέν ἐν νομίμῳ ἀπαρτία παρόντων ὅλων τῶν μελῶν αὐτοῦ, τοῦ προέδρου εἰσηγησαμένου εἰς τό Συμ/λιον ὅπως ἐκδόση ἀγρονομικήν ἀπόφασιν διά τήν συγκομιδήν τοῦ ἀραβοσίτου καί τήν ἀπαγόρευσην παντός ζῶου μικροῦ καί Μεγάλου ἐντός τῶν παραβολῶν τῆς ἐσπαρμένης ἐκτάσεως Ἀγιος Ἀθανάσιος περιφερείας Ματσουκίου, καί ἐκδόση τήν ἀποφασίν του..Τό κοινοτικόν Συμ/λιον λαβών ὑπ’ ὅψειν τήν ἄνω εἰσήγησιν τοῦ προέδρου καί γνωρίζουσα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τήν καταστροφήν τήν ὁποίαν θά προκύψει ἐκ τῆς μή ὁριμάσεως τοῦ ἀραβοσίτου καί ἐκλείψει τό παλαιόν ἐθυμον…

ἀποφαίνεται Ψηφίζει τήν ἀπαγόρευσιν τῆς συγκομιδῆς ἀραβοσίτου. μέχρι τελείας ὁρ[ι]μάνσεως του, καί τών ζώων τήν βόσκησιν μικρῶν καί μεγάλων εἰς τήν ἄνω ἐσπαρμένην περιφέρειαν Ἄγίου Ἀθανασίου ἡτοι τῶν παραβολών τῶν εὐρισκομένων ἐντός τῆς περιφερείας ταύτης. μέχρι συγκομιδῆς καἰ τῶν τελευταίων ἀγρῶν.Ἐπιτρέπεται ἠ συγκομιδή ἐκάστου ὁριμασμένου ἀγροῦ κατόπιν τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἀγροφυ/κος ὅτι εἶναι ὁριμος ὁ ἀραβόσιτος ἡ δέ ἄδεια. θά ἐκδίδεται ὑπό τοῦ προεδρου τῆς κοινότητος. κατά τήν συγκομιδήν ἐπιτρέπεται μόνον ἡ παραμονή τῶν φορτηγῶν ζώων ἄτινα. θά μεταφέρουν τόν συγκομισθέντα ἄραβοσιτον. ἀλλά καί τά ἀνωτέρω φορτηγά κατά τήν παραμόνην των θά ὅσοι5 δεδεμἐνα ἐπί πασάλου πρός πρόληψιν ἀγροζημιῶν τά δέ ὅργανα τῆς Ἀγροφ/κής θά συλλάβουν παντα φορτηγόν Ζῶον τό ὅποίον θά εἰναι λελυμένον. ὡς ἀδέσποτον καί θά δεικαιοῦνται τά κεκανονησμένα συλληπτρά των ἐὠς ὅτου ἐγγριθῇ ἡ ὡς ἄνω ἀπόφασις οἱ ἀγροφύλακες διά πάντα δυστροποῦντα ἡ παράβατην θά μηνύουσιν τοῦτον καί εἰς τήν μινυσίν των θά γράφωνται ὐπ’ ἀριθμ. 829/ τῆς 19-5-51 ἐγκριτικῶν τοῦ κ. ἐπόπτου Α. Α. Ἰωαννίννω.πᾶς κάτοικος ἐχει. τό δικαίωμα νά μινύση τά ὅργανα τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας ἐπί παραβάση καθήκοντος ὅταν ἀντιληφθῆ εἰσαγωγήν μικρῶν ἡτοι μεγάλων Ζώων νά βόσκουσιν εἰς τήν ἀγροτικήν περιοχήν Ἀγιος Ἀθανάσιος. Ἐάν τά ἀνωτέρω ὁργανα δέν συλλαμβάνουσιν τά βόσκοντα ζῷα. Τήν αὐστηρᾶν ἐφαρμογήν τῶν ἀνωτέρω καί τήν ἐν γένει ἐπίβλεψιν 5. ὦσι (θα είναι). Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


150

ΔημήτριοςΓ. Καλούσιος

ἀνατίθημεν εἰς τόν πρόεδρον τῆς κοινότητος καί τόν κ. Ἀγρονόμον τῆς περιοχῆς ἡμων, Ἐπίσης ἐγκρίνει τήν ἀπογόρευσιν τῆς κόπρου ἐκ τῆς αὐτῆς ὠς ἄνω περιοχῆς. ἀνατίθησι περαιτερῳ ἐνέργειαν εἰς τόν οἰκεῖον πρόεδρον ὁ πρόεδρος τά μέλη (Τ.Υ.) (Τ.Υ.) Χ Νάκας Π Μακρής Ι Τσαντούλης Ἀ Κωσταδήμας Β Μακρής». Το αγριόχορτο είναι εντελώς απαραίτητο ως τροφή των ζώων. Εκτός από τα ιδιωτικά χωράφια για χορτάρι, υπάρχουν και τρία κοινοτικά κοφτολίβαδα (Χελιμόδι, Σκάλα και Μπαλντίκα), όπου κόβει χορτάρι όλο το χωριό: «… Οἱ ἀγροφύλακες εἶναι ὑποχρεωμένοι νά φυλάξωσι τά λειβάδια χορτονομῆς «Χελιμόδι» καί «Σκάλα» κοινοτικά μέχρι τῆς κοπῆς τοῦ χόρτου καί τήν ἔναρξιν τῆς κοπῆς τοῦ χόρτου θέλει ὁρίσει ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος» (Πράξη 71/14.11.1937).

Επίσης για το 1946: «… εἰς δέ τό Κοφτολειβαδον ‘’Μπαλντικαν’’ μετά ἀνέκαθεν ἀνεγνωρισμενα ὁρια. ἥτοι. ἀπό ρεῦμα γαλάζιο καί κάτω σῆρμα Στήλιας (ἥτοι ἀπόνω ἀπό τό σηρμα φτελιά) καί ὁλοραχα. κάτω στήλια καί ἐκεῖθεν ρεῦμα ἀσβεσταργιάς. ἀπαγορεύεται ἡ βοσκή καί παραμονή παντός Ζώου μικροῦ καί μεγάλου καί μέχρι συγκομιδῆς τοῦ χόρτου. μετά τήν κοπήν τοῦ χόρτου ἐπιτρέπονται τά οἰκόσιτα μικρά καί μεγάλα τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος.-» (Πράξη 1/24.2.1946). Οι κάτοικοι μαζεύουν τήν κοπριά από τά χοντρά ζώα, κυρίως τῶν ἀγελάδων, την στεγνώνουν και με αυτή καίνε τη γάστρα. Έτσι, όμως, τα φτωχά χωράφια χάνουν το φυσικό λίπασμα και γίνονται φτωχότερα. Γι’ αυτό καί τό κοινοτικό συμβούλιο «ἐγκρίνει τήν ἀπογόρευσιν τῆς κόπρου» (Πράξη 19/10.9.1951).

Β) ΠΡΟΪΟΝΤΑ Τα πρώιμα προϊόντα του Ματσουκίου είναι τα ακόλουθα:

Το 1937: «Τό κοινοτικόν συμβούλιον Ματσουκίου… κατόπιν ὑπ’ ἀριθ. 3809 ἐ. ἔ. Δ/γῆς Γενικῆς Δ/σεως Ἠπείρου… Καταρτίζει κατόπιν ἰξακριβώσεως τήν κατάστασιν ἥτις ἐμφαίνει τήν παραγωγήν εἰς ὀκάδας κατά στρέμμα καί συνολικῶς εἰς ὅλην Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

151

τήν ἔκτασιν τῶν πρωϊμων προϊόντων ἤτοι σίτου, κριθῆς, βρώμης, βρύζης, χόρτου, τριφυλλίου, ἀχύρου, σκόρδων, κρομμύων, κυάμων, φακῆς καί ῥόβης…» (Πράξη 48/19.9.1937. Ιδέ και Πράξη 77/21.11.1937).

Γ) ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ Το 1939 η διοικούσα επιτροπή της κοινότητας «… 3) γνωμοδοτεῖ ὅπως ἐπιβληθώσι αἱ κάτωθι ἄμεσοι φορολογίαι ὡς προσφορότεραι διά τήν κοινότητα. α’) Στρεμματικῆς εἰσφορᾶ ποτιστικῶν μέχρι δρχ (10) κατά στρέμμα β’) ἐπί ξηρικῶν ἀγρῶν μέχρι δρχ (5) κατά στρέμμα…» (Πράξη 11/26.2.1939). Με την υπ’ αριθμ. 685/15.10.1941 εγκύκλιο διαταγή του ταμείου Τζουμέρκων «ἐπιβάλλεται φορολογία κατά κοινότητα ἐπί τῶν συγκομιζομενον πάσης φύσεως Γεωργικῶν προϊόντων ἀπό 1η Ἀπριλίου 1941 μέχρι 31 Μαρτίου 1942». Η διοικούσα επιτροπή της κοινότητας «Διορίζει ἀντίπροσωπον τῆς κοινότητος τόν Γεώργιον Ἰω. Κωσταδήμαν πρόεδρον Διοικούσης ἐπιτροπῆς κοινότητός μας, ἵνα παρεστῆ κατά τόν καθορισμόν τοῦ φόρου ἐπί τῶν συγκομιζομένων πάσης φύσεως γεωργικῶν προϊόντων κ.λ.π. τήν 15η Νοεμβρίου ἐ.ἔ.» (Πράξη 32/9.11.1941). Το 1942 «Ἡ Διοικοῦσα Ἐπιτροπή λαβοῦσα ὑπ’ ὅψει τό ἄνω ἔγγραφον (1023/1942 του οικονομικού εφόρου Τζουμέρκων) καί τά συμφέροντα τῆς Κοινότητος. Διορίζει ἀντιπρόσωπον καί ἀναπληρωτήν τῆς κοινότητος τόν 1) Σπυρίδωνα Παπαδημητρίου μέλος Διοικ. Ἐπιτροπῆς. καί 2) Τόν Πέτρον Κ. Κωσταδήμας γεωργοκτηματίαν, ἵνα παραστῆ κατά τόν καθορισμόν τοῦ φόρου ἐπί τῶν πρωϊμων προϊόντων πάσης φύσεως κ.λ.π.» γεωργικής παραγωγής χρήσεως 1942-43 (Πράξη 10/23.4.1942).

Δ) ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΕΣ 1. Γενικά Υπάρχουν δύο αγροφύλακες, ο τακτικός καί ο βοηθός του (προσωρινός). Ο τακτικός είναι για α) Ένδεκα μήνες, 2 Μαΐου-31 Μαρτίου (Πράξη 14/14.10.1946). β) Ενιαύσιος, από 1 Ιανουαρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου (Πράξεις: 78/21.11.1937, 22/27.4.1938, 38/17.6.1938), ή 1 Απριλίου μέχρι 31 Μαρτίου (Πράξη 24/25.7.1941). γ) Αλλά προσλαμβάνεται και για μία διετία 1.1.193831.12.1939 (Πράξη 78/21.11.1937). Το χρονικό διάστημα του προσωρινού συνέχεια αλλάζει: α) Τρεις μήνες (Πράξη 26/11.5.1938). β) Τέσσερις μήνες, 2 Μαΐου-2 Σεπτεμβρίου (Πράξη 14/14.10.1946· ιδέ και Πράξεις: 6/26.2.1939 και 11/26.2.1939). γ) Πέντε μήνες, Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


152

ΔημήτριοςΓ. Καλούσιος

1/2 Μαΐου-30 Σεπτεμβρίου (Πράξεις: 78/21.11.1937, 14/14.10.1946). δ) Έξι μήνες (Πράξη 22/27.4.1938). Οι υποψήφιοι υποβάλλουν σχετικές αιτήσεις και διορίζονται από την κοινότητα, η οποία και τους παύει. Για τον διορισμό τους λαμβάνονται υπ’ όψη ορισμένα προσόντα: πατριωτισμός, καλή διαγωγή, γνώση ανάγνωσης και γραφής (Πράξη 26/11.5.1938). Επίσης ιδιαίτερες περιπτώσεις: έφεδρος πολεμιστής, τραυματίας (Πράξη 59/15.9.1938).

2. Μισθοδοσία Η μισθοδοσία των αγροφυλάκων γίνεται κατ’ αρχάς από την κοινότητα, εν συνεχεία συμβάλλουν και οι κάτοικοι, οι οποίοι, τελικά, και καταβάλλουν ολόκληρη την αμοιβή. Με την πράξη 78/21.11.1937 ορίζεται ίδιος μηνιαίος μισθός 500 δραχμών για τον τακτικό και για τον προσωρινό, «πληρωτέας εκ τοῦ κοινοτικοῦ ταμείου καί ἐκ τοῦ παραρτήματος προϋ/σμοῦ εἰδικοῦ λογαριασμοῦ ἀγροφυλακῆς». Με την Πράξη 22/27.4.1938 καθορίζεται μηνιαίος μισθός χιλίων δραχμών για τον τακτικό αγροφύλακα και οχτακοσίων για τον προσωρινό. Πέντε μήνες αργότερα η μηνιαία μισθοδοσία του τακτικού αγροφύλακα ορίζεται σε 800 δραχμές (Πράξη 59/15.9.1938). Ο μισθός και των δύο μέχρι 1000 δραχμές (Πράξεις 6/26.2.1939 και 11/26.2.1939). Με την Πράξη 24/25.7.1941 πληρώνουν για τον αγροφύλακα οι κάτοικοι «κατά στρέμμα καί κατά κεφαλήν ζώων» και «διά τήν συμπλήρωσων… κατά τό ἐπικρατοῦν ἐν τῇ κοινότητι ἔθιμον μέλη καταβάλλη εἰς τόν ἀγροφύλακα ἥ κοινότης»: «ἀριθ. πραξ 24 Ἐν Ματσουκίῳ τῇ 25 Ἰουλίου 1941 Ἡ τριμελής Διοικοῦσα Ἐπιτροπή κοινότητος Ματσουκίου, συγκειμένη ἐκ τοῦ προέδ[ρ]ου αὐτῆς Γεωργίου Ἰω. Κωσταδήμα καί τῶν μελῶν αὐτῆς Κων/νου Ἰω Παππᾶ καί Σπυρίδωνος Παπαδημητρίου, συνελθοῦσα εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ κοινοτικῷ γραφείῳ τῇ προσκλήσει [τοῦ προέδρου αὐτῆς] εἰσηγησαμένου εἰς τήν Διοικοῦσαν Ἐπιτροπήν τήν ὑπ’ ἀριθ. 19797/ τῆς 12-7-41 Ἐγκ. Δ/γήν Γενικης Δ/σεως Ἡπείρου περί λήψεως ἀποφάσεως διά τήν ἀντίμισθίαν τοῦ ἀγροφύλακος διά τό οἰκον. ἔτος 1941-1942, (ἥτοι ἀπό 1 ἀπριλίου 1941 ἐώς 31 Μαρτίου 1942) τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τοῦ εἴδους ἥ εἰς χρῆμα καταβλητέον ποσοῦ ἐπί τοῦ στρεμματικοῦ κ.λ.π. φορολογίας. Ἡ Διοικοῦσα Ἐπιτροπή λαβοῦσα ὑπ’ ὅψει τήν ἄνω ὑπ’ ἀριθ. 19797/12-7-41 ἐγκύκλιον Δ/γήν Σης Γενικῆς Διοικήσως Ἡπείρου, εἰδόν καί τάς σχετικάς Διατάξεις τοῦ Νόμου, ὡς καί τήν δημιουργῆθεῖσαν αὔξησιν τοῦ κόστους ζωῇς.Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

153

ἀποφαίνεται Ἐγκρίνει ὅπως τό συνολικόν ποσόν ὑπέρ τοῦ τακτικοῦ καί μόνου ἀγροφύλακος, καθ’ ὅσον προσωρινός κατά τό τρέχον ἔτος δέν θέλη διωρισθῆ λόγῳ τοῦ ὅτι παρῆλθεν ἡ ἐποχῇ, καθορίσθη εἰς δραχμάς 18,000 Δέκα ὁκτῷ χιλιάδας, καταβλητέας ἀπ’ εὐθείας ὑπό τῶν κατοίκων κατά στρέμμα καί κατά κεφαλήν ζῴων μικρῶν καί μεγάλων ὁρίζων τό ποσόν καταβολῆς κατά στρέμμα εἰς δραχμάς ἑπτά (ἀριθ. 7). καί κατακεφαλήν μικρῶν ζῴων λεπτά (0,50) πεντήκοντα, μεγάλων δέ δραχμῶν (5) πέντε κατά κεφαλήν, Ἐπειδή ἐκ τοῦ στρεμματικοῦ, μικρῶν καί μεγάλων ζῴων τό ὁλικόν ποσόν ἀνέρχεται εἰς δραχμάς ὁκτῷ χιλιάδας πεντακοσίας (8500), το ὑπόλοιπον ποσόν ἐκ δραχμῶν 9,500 ἐννεά χιλιάδων πεντακοσίων διά τήν συμπλήρωσιν τῶν ἄνω Δέκα ὁκτῷ χιλιάδων (18000) δραχ. κατά τό ἐπικρατοῦν ἐν τῇ κοινότητι ἔθιμον μέλη καταβάλλη εἰς τόν ἀγροφύλακα ἥ κοινότης ἐκ τῆς ἀναγεγραμμένης πιστώσεως ἐν τῷ ἱσχύοντι προ/σμῷ κοινότητος χρήσεως 1941-1942, τό ἀποφασισθέν ποσῶν εἰς χρῆμα θέλη καταβληθῆ εἰς τέσσαρας (4) δόσεις ἥτοι τήν 1ην Ἰουλίου, 1ην Ὀκτωβρίου, 1ην Ἰανουαρίου, καί 31ην Μαρτίου 1942, ἀνατίθησι περαιτέρω ἐνέργειαν εἰς τόν οἰκεῖον πρόεδρον ὁ πρόεδρος τά μέλη (Τ.Υ.) (Τ.Υ.) Γεώρ Ι Κωσταδήμας Κ Ι Παππάς Σπύρος Παπαδημήτρης» Με την Πράξη 11/23.4.1942, κατόπιν σχετικής διαταγής της Διοίκησης Ηπείρου, η διοικούσα επιτροπή της κοινότητας «Ἐγκρίνει ὅπως τό συνολικόν ποσόν ὑπέρ τῶν ἀγροφυλάκων 1) τοῦ τακτικοῦ καί 2) προσωρινοῦ, καθορισθῆ εἰς εἶδος καί μόνον, εἰς ὁκάδες (800) ὀκτακοσίας, καταβλητέας ἀπ’ εὐθείας ὑπό τῶν κατοίκων κατά στρέμμα, τό ἀποφασισθέν ποσῶν τοῦ εἶδους θέλη καταβληθῆ εἰς τήν συγκομιδήν ἐκάστου εἶδους (ἤτοι πρωϊμων καί ὁψίμων προϊόντων)». Για το 1946 οι κάτοικοι πληρώνουν τους δύο αγροφύλακες (τακτικό και προσωρινό) και για τέσσερις μήνες σε είδος δημητριακών προϊόντων, η υπόλοιπη μισθοδοσία καταβάλλεται από την κοινότητα. Το κοινοτικό συμβούλιο της κοινότητας Ματσουκίου: «Ἐγκρίνει ὅπως καθορισθῆ ἡ ἀντιμισθία τῶν δύο ἀγροφ/κων καί διά τέσσαρας μῆνας ἥτοι ἀπό 2αν Μαΐου ἐ.ἔ. ἐώς 2αν Σ/βρίου ἐ.ἔ. 1946 εἰς (2) δύο ὀκάδας δημητριακῶν καρπῶν κατά Στρέμμα καταβλητέων ὑπό τῶν γεωργῶν κοινότητος Ματσουκίου, καί ὅσοι ἐκ τῶν γεωργῶν δέν δύνανται νά δῶσουν τό εἶδος, νά πληρώσωσιν εἰς χρημα καί μέ τήν τρέχουσαν τιμήν τοῦ προϊοντος εἰς τήν ἀγορᾶν (χωρίου).Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


154

ΔημήτριοςΓ. Καλούσιος

Ἐπίσης ψηφίζει τήν ἀνάληψιν ἐκ τοῦ κεφαλαίου 31. ἄρθρον 3. κατηγορίας VI ἐξόδων προϋπο/σμοῦ χρῆσεως 1946-1947, ἀναγεγραμμένης πιστώσεως δραχμῶν τετρακοσίων χιλιάδων καί ὑπέρ τοῦ περιφερειακοῦ ταμείου Α. Α. Ἰωαννίνων, εἰσφορά Κοινότητος, διά τήν ὑπόλοιπον μισθοδοσίαν τοῦ τακτικοῦ ἀγρο/κος καί ἀνά πεντήκοντα χιλιάδων (ἀριθμ. 50,000) μηνιαίας ἥτοι μισθός τακτικοῦ ἀγροφ/ κος (7) ἐπτά μηνῶν καί ἐνός μηνός τοῦ βοηθοῦ ἀγροφ/κος ἥτοι ἀπό 1ης Σ/βρίου ἐ.ἔ. ἐώς 31 Μαρτίου 1947, διά τόν τακτικόν, καί ἀπό 1ης Σ/βρίου ἐ ἔ εώς 30 Σ/ βρίου ἐ. ἔ. τοῦ βοηθοῦ ἀγροφύλακος, -·» (Πράξη 14/14.10.1946). Με την Πράξη 4/1.8.1950 το κοινοτικό συμβούλιο «καθορίζει ἀντιμισθίαν τοῦ τακτικοῦ ἀγροφύλακος δραχμῶν 200.000 Διακοσίων χιλιάδων μηνίαιως καί πληρωτέων δι’ ἐρανικοῦ καταλόγου τῶν ἐξουσιαστῶν ἤ μισθωτῶν ἤ καλλιεργητῶν τῶν ἀγροκτημάτων κατοίκων Κοινότητος Ματσουκίου διά τό οἰκον. ἔτος 1950-51-».

3. Τακτικοί αγροφύλακες Για την χρονική περίοδο 1937-1951 αναφέρονται στα Πρακτικά της κοινότητας Ματσουκίου τέσσερις τακτικοί αγροφύλακες: Χρήστος Παππάς (19371939), Απόστολος Μποτσιώλης (1939), Κωνσταντίνος Κωσταδήμας (19421946) και Κωνσταντίνος Βενετίκος (1950-1952). (1). Χρήστος Κωνσταντίνου Παππάς (1937-1939) Η κανονική θητεία του έληξε στις 31.10.1937 καί μέχρι τόν επαναδιορισμό του «ἀνωμάλως ὑπηρετεῖ» (Πράξη 26/11.5.1938). Η επιτροπή της κοινότητας, με την Πράξη 26/11.5.1938, «προτείνει τόν διορισμόν ὡς τακτικοῦ ἀγροφύλακος τόν Χρήστον Κωνσταντίνου Παπᾶ κατοίκου Ματσουκίου τοῦ ἤδη ὑπηρετοῦντος ἐν τῇ κοινότητι μας, καί τοῦ Δημητρίου Γεωργίου Κωστίκα, κατοίκου Ματσουκίου ὡς προσωρινοῦ, μέ ἐμφορούμενοι διά πατριωτικῶν ἰδεῶν, καλῆς διαγωγῆς, γνωρίζοντες ἀμφότεροι ἀνάγνωσιν καί γραφήν, διά τρεῖς μῆνας καί ἐπί μισθῷ κεκανονισμένῳ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθμ. 22 καί ἀπό 27 Ἀπριλίου 1938 πράξει μας», ήτοι μηνιαίος μισθός 1000 δρχ. για τον τακτικό και 800 για τον προσωρινό. Με την Πράξη 38/17.6.1938 διορίζεται για ένα ἔτος. (2). Απόστολος Αθ. Μποτσιώλης (1939) Η επιτροπή της κοινότητας Ματσουκίου, με την Πράξη 59/15.9.1938, «θεωρεῖ λίαν κατάλληλον διά τήν θέσην τοῦ ταχτικοῦ ἀγροφυλακος τόν ἀπόστολον. Ἀθ. Μποτσιόλην, κατοικον κοινοτητός μας καί τεινχάνη παλαιός ἔφεδρος πολεμιστής καί τρα[υ]ματείας… τόν εἱριμένον θεωρεῖ πολύ καταλληλότερον τοῦ προταθέντος, παρα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀγρονομείου Πραμάντων διά τήν θέσην Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

155

του ἀφροφύλακας κοινότητος, Χρῖστον Κ. Παππά, ἡ μισθοδοσία τοῦ εἱρημένου ἀγροφύλακος ὁρίσθη εἰς δραχμάς μηναίως <800> ὀκτακοσίων – Γενωμένην καί παρά τοῦ προτεινομένου ἤδη ἀποδεκτής,». Η διοικούσα επιτροπή της κοινότητας, με την Πράξη 13/7.3.1939, «Ἐγκρίνει ὡς τόν μόνον κατάλληλον διά τήν θέσιν τοῦ ταχτικοῦ ἀγροφύλακος τῆς Κοινότητός μας, τόν Ἀπόστολον Ἀθ Μποτσιώλην, (Ἔφεδρον παλαιόν πολεμιστήν) διά γράφονται τρῖς λέξεις), τάς δέ ἄλλας αἰτήσις ἀπορίπτει θεωροῦσα τόν μέν χρῆστον Στραγάλην ἀκατάλληλον τόν δέ ἀντώνιων Μακρῆν ὡς μή ὑποβαλόντα τά νόμιμα δικαιολογητικά». (3). Κωνσταντίνος Ιωάννου Κωσταδήμας (1942-1946) Η διοικούσα επιτροπή της κοινότητας Ματσουκίου «θεωρεῖ λίαν ἱκανόν καί κατάλληλον διά τήν θέσιν τοῦ τακτικοῦ ἀγροφύλακος κοινότητός μας, τόν ἄνω ὑποψήφιον Κων/νον Ἰω. Κωσταδήμαν» (Πράξη 4/18.2.1942). Με την Πράξη 24/14.10.1946 «Θεωρεῖ ἀκατάλληλον διά τήν θέσιν τοῦ τακτικοῦ ἀγροφύλακος κοινότητός μας τόν ἄνω ὑποψήφιον Κων/ῖνον Ἰω Κωσταδήμαν». (4). Κωνσταντίνος Γ. Βενετίκος (1950-1952) Το κοινοτικό συμβούλιο «ψηφίζει τήν ἀνάληψην πιστώσεως… τῶν δραχμῶν δυό ἐκατομμυρίων τετρακοσίων χιλιάδων (2,400,000), διά την πληρωμήν καθυστερουμένου μισθοῦ τοῦ Κων/νου Γ. Βενετῖκου μονίμου ἀγροφύλακος τῆς κοινότητος Ματσουκίου διά τό οἰκον. ἔτος 1950-1951» (Πράξη 37/13.11.1951). Το κοινοτικό συμβούλιο, με την Πράξη 23/10.9.1951, «θεωρεῖ κατάλληλον διά τήν θέσιν τοῦ τακτικοῦ ἀγροφύλακος τόν Ἥδη ὑπηρετοῦντα Κων/νον Γ. Βενετῖκον». α) Τακτικοί ἀγροφύλακες πριν από το 1940: 1. Κωσταδήμας Ιωάννης (Νούσιας). 2. Κωστίκας Γεώργιος (Πασπαλιάρης). 3. Παππάς Χρήστος του Κωνσταντίνου (Σπανός) (1937-1939). 4. Μποτσιώλης Απόστολος του Αθανασίου (Μπέσας) (1939). β) Τακτικοί αγροφύλακες μετά τό 1940: 5. Κωσταδήμας Κων/νος του Ιωάννη (Μπριασούλης) (1942-1946). 6. Κωσταδήμας Αθανάσιος του Σπυρίδωνα. 7. Βενετίκος Κων/νος του Γεωργίου (1950-1952). 8. Γρατσάνης Αντώνιος του Χρήστου (Αντωνίκος) (1950-1955). 9. Γρατσάνης Πέτρος του Γεωργίου. 10. Γρατσάνης Χρήστος του Αντωνίου (1963-1990), τελευταίος. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


156

ΔημήτριοςΓ. Καλούσιος

4. Προσωρινοί αγροφύλακες Για την περίοδο 1937-1951 στα Πρακτικά της κοινότητας Ματσουκίου αναφέρονται ονομαστικά δύο βοηθοί αγροφύλακες: Δημήτριος Κωστίκας (1938) και Σωτήριος Γρατσάνης (1942). 1) Δημήτριος Γεωργίου Κωστίκας (1938) Θεωρείται κατάλληλος ως προσωρινός για τρεις μήνες (Πράξη 26/11.5.1938) και με μισθό 800 δρχ μηνιαίως (Πράξη 22/27.4.1938). 2) Στην Πράξη 26/18.5.1940 αναφέρεται, ανώνυμα, διορισμός προσωρινού αγροφύλακα με το «ὑπ’ ἀριθ. 562. ἐ. ἔ. ἔγγραφον κ. ἀγρονόμου Καλαρρυτῶν». 3) Σωτήριος Ευαγγέλου Γρατσάνης (1942) Η διοικούσα επιτροπή της κοινότητας, με την Πράξη 12/6.5.1942, «Θεωρεῖ ἱκανόν καί κατάλληλον διά τήν θέσιν τοῦ προσωρινοῦ ἀγροφύλακος κοινότητός μας, τόν ἄνω ὑποψήφιον Σωτήριον Εὐαγ. Γρατσάνην».

5. Έργο των αγροφυλάκων Ο αγροφύλακας βεβαιώνει την ωρίμανση του καλαμποκιού για συγκομιδή, επιβλέπει δε την απαγόρευση της βοσκής των ζώων στις γεωργικές περιοχές μέχρι την συγκομιδή των καρπών (Πράξεις: 71/14.11.1937, 1/24.2.1946, 19/10.9.1951). Φυλάει τα τρία κοινοτικά λιβάδια χορτονομής μέχρις ότου να κοπεί το αγριόχορτο (Πράξεις: 71/14.11.1937, 1/24.2.1946). Μέχρι το 1939 ο αγροφύλακας ήταν υπεύθυνος και για την διανομή των αρδευτικών υδάτων, έκτοτε καθορίστηκε ειδικό άτομο, ο αυλακιάρης (ὑδρονομεύς) (Πράξη 39/5.7.1939).6

Ε) ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ Κατά καιρούς κάτοικοι του Ματσουκίου καταλαμβάνουν αυθαίρετα κοινοτικές εκτάσεις. Το 1940 κατέλαβαν, στίς θέσεις Καραγιάννη, Γκρόπες καί Μπελτσιάλια, αυθαίρετα εκτάσεις της Κοινότητας έξι κάτοικοι: 1) Σωτήριος Ν. Μπουνταλάς, 2) Κων/νος Γ. Τσαντούλης, 3) Γεώργιος Κ. Μακρής, 4) Κων/νος Χρ. Κ.7 Μακρής, 5) Αθανάσιος Θ. Γρηγορίου8, και 6) Αθανάσιος Ν. Πυρώτης (Πράξη 34/10.8.1940). Στις 8.8.1940 το μονομελές δικαστήριο Πραμάντων παρέπεμψε την υπόθεση στα πολιτικά δικαστήρια. Αμοιβή και δικαστικά έξοδα του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Δερδεμέζη 4000 δραχμές (Πράξη 69/13.10.1940). 6. Καλούσιος 2015, 88. 7. Όνομα μητρός, λόγω ομοιότητας ονομάτων. 8. Δεν αναφέρεται στην Πράξη 50/17.8.1940, ίσως εκ παραδρομής. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

157

Η Κοινότητα: «πρός ἀποφυγήν δικαστικών ἀγώνων, ἀποφασίζομεν ὅπως καλέσωμεν καί αὖθις τούς αὐθαιρετήσαντας εἰς ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων, ἐντός προθεσμίας (10) δέκα ἡμερῶν, ἀπό τῆς κοινοποιήσεως τῆς παρούσης, Ἐν ἀρνήσει δέ τούτων προβόμεν εἰς ἐγερσιν τακτικῆς ἀγωγῆς ἐνώπιον τοῦ πρωτοδικείου Ἰωαννίνων. –« (Πράξη 50/17.8.1940).

ΣΤ) ΕΚΧΕΡΣΩΣΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ Εκτός από την κατάληψη κοινοτικών εκτάσεων υπάρχει και το πρόβλημα της εκχέρσωσης τόπου της κοινότητας. Γι’ αυτό και το κοινοτικό συμβούλιο «Ἐγκρίνει ὅπως ἡ κοινότης προβῇ εἰς ἔγερσιν προσωρινῶν μέτρων κατά τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος οἵτινες προέβησαν καί θέλωσι προβῆ ἄνευ ἐγκρίσεως διά πράξεως αὐθαιρέτου καί παρανόμου εἰς ἐκχέρσωσιν ἐκτάσεων ἀνηκουσῶν κατά κατοχήν καί κυριότητα εἰς νομικόν πρόσωπον κοινότητος» (Πράξη 70/14.11.1937· Ιδέ και Πράξη 58/26.9.1937). Παραθέτουμε και ολόκληρη σχετική Πράξη για διευθέτηση εκχέρσωσης:

«Ἀριθμ 29. Ἐν Ματσουκίῳ σήμερον τήν 13 Μαΐου 1938 ἡ Διοικοῦσα ἐπιτροπή τῆς κοινότητος Ματσουκίου συγκειμένη ἐκ τοῦ προέδρου Γεωργίου Ἰ. Κωσταδήμα καί τοῦ μέλους Σπῦρου Παπαδημητρίου τοῦ δέ μέλους Κων. Ἰ. Παπᾶ ἀπόντος διατελοῦντος ἐν ἀδείᾳ συνελθοῦσα εἰς συνεδρίασιν τῆ προσκλήσει τοῦ προέδρου καί εὑρεθεῖσα ἐν ἀπαρτίᾳ, εἰσηγήσει τοῦ θέματος, ὅτι κατόπιν τῆς ὑπ’ αριθμ. 4342 καί ἀπό 3 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. Γεν. Διοικήσεως διαταγῆς ἐν σχέσει πρός τήν ὑπ’ ἀριθμ. 70 καί ἀπό 14 Νβρίου 1937 πρᾶξιν τοῦ τέως κοινοτικοῦ συμβουλίου περί ἐγέρσεως ἀγωγῆς προσωρινῶν μέτρων κατά τῶν καταλαβόντων αὐθαιρέτως κοινοτικάς ἐκτάσεις κατοίκων κοινότητός μας, καί τάς συστάσεις τοῦ Σταθμᾶρχου χωρ/κῆς Καλαρρυτῶν πρός ἀναγνώρισιν τῶν καταληφθησῶν ἐκτάσεων ὡς κοινοτικάς, καί τήν ἀπό 12 Μαΐου 1938 αἴτησιν τοῦ Κωνσταντίνου Γεωργίου Τσαντούλη δι’ ἑαυτόν καί τοῦ 1) Γεωργίου Κων. Μακρῆ 2) Κωνσταντίνου Χρ. Μακρή, 3) Ἀθανασίου Θεοδώρου Γρηγορίου, 4) Αθανασίου Νικολάου Πυρώτη κατοικων ἁπάντων Ματσουκίου, παρ’ ὧν ἔχει προφορικήν ἐξουσιοδότησιν (κατά τήν αἴτησιν του), δι’ ἧς αἰτοῦσι, ἐπειδή κατά τό παρελθόν ἔτος ἐξεχέρσωσαν εἰς θέσιν «Πλάκες» Ματσουκίου ἕν τμῆμα ἀγροῦ ἰδιοκτησίας τῆς κοινότητος μέ πρόθεσιν νά καλλιεργήσωσι τοῦτον καί διά τό τρέχον ἔτος ἐπειδή ὑπεβλήθησαν εἰς ἔξοδα διά τήν ἐκχέρ[σ]ωσιν τῶν ἀγρῶν τούτων καί ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι εἰς ἥν θέσιν εὑρίσκονται τά τεμάχια ταῦτα δέν παραβλάπτονται τά συμφέροντα τῆς κοινόητος ἤ ἄλλου ἰδιώτου, καί παρακαλοῦν διά τῆς αἰτήσεως τοῦ Κωνσταντίνου Γ. Τσαντούλη παρ’ ὧν ἔχει ἐξουσιοδότησιν ὅπως τούς παραχωρήσῃ ἡ κοινότης διά μίαν πενταετίαν ἵνα Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


158

ΔημήτριοςΓ. Καλούσιος

καλλιεργήσωσι τούτους, μέ τήν δήλωσιν ὅτι ἀναγνωρίζουσι τήν κυριότητα τῆς κοινότητος ἐπί τῶν ἐκτάσεων τούτων, καί μετά τήν παρέλευσιν τῆς πενταετίας θέλουσι παραδώσει τούτους εἰς τήν κυριότητα τῆς κοινότητος, καί προτείνει νά ἐκδώσῃ τήν ἀπόφασιν της. Ἡ ἐπιτροπή λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει τήν ἀπό 12 Μαΐου ἐ.ἔ. αἴτησιν τοῦ Κωνσταντίνου Γ. Τσαντούλη, τήν σύστασιν τοῦ κ. Σταθμάρχου χωρ/κῆς Καλαρρυτῶν καί πρός ἀποφυγήν δικαστικῶν ἀγώνων, ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζουσι τήν κυριότητα τῆς κοινότητος ἐπί τῶν ἐκτάσεων ταύτης, καί ὅτι δέν παραβλάπτονται τά συμφέροντα τῆς κοινότητος ἤ ἄλλου ἰδιώτου

Ἀποφαίνεται ἐγκρίνει τήν ἐπί τρία γεωργικά ἔτη ἀρχόμενα ἀπό τό τρέχον 1938 καί λῆγον τό 1939-1940 γεωργικόν ἔτος παραχώρησιν τῆς ἐν τῇ θέσει «Πλάκες» τῆς περιφερείας Ματσουκίου κοινοτικής ἐκτάσεως τῆς καταληφθείσης ὑπό τῶν 1) Κωνσταντίνου Γ. Τσαντούλη 2) Γεωργίου Κ. Μακρή 3) Κωνσταντίνου Χρ. Μακρή 4) Ἀθανασίου Θεοδώρου Γρηγορίου 5) Αθανασίου Νικολ. Πυρώτη κατοίκων ἁπάντων Ματσουκίου καί ἤδη ἀναγνωρισθείσης ὑπ’ αὐτῶν κοινοτικῆς κατά κυριότητα, ὑπό τόν ὅρον νά καλλιεργήσωσι μόνον τήν κατά τό 1937 ὑπ’ αὐτῶν ἐκχερσωθεῖσαν κοινοτικήν ἔκτασιν καί σπείρωσιν ἐν αὐτῇ γεωργικά προϊόντα, μή δικαιούμενοι νά κάμωσιν ἐπέκτασιν ταύτης, περιοριζόμενοι εἰς τήν ἐκχερσωθεῖσαν κατά τό παρελθόν ἔτος 1937, ἄνευ καταβολῆς ἐνοικίου εἰς τήν κοινότητα καθόσον ὑπεβλήθησαν εἰς δαπάνας διά τήν ἐκχέρσωσιν τῆς ἐκτάσεως ταύτης. καί μετά τήν παρέλευσιν τῆς τριετίας ὑποχρεοῦνται νά παραδώσωσι τά τεμάχια ταῦτα τῆς θέσεως «Πλακωτές»9 εἰς τήν κοινότητα Ματσουκίου εἰς ἥν ἀνήκουσι κατά κυριότητα. Καί ἀνατίθεται ἡ περαιτέρω ἐνεργεια τω προέδρῳ. ἐγένετο, ἀπεφασίσθη καί ὑπεγράφη ὁ πρόεδρος τό μέλος (Τ.Υ.) (Τ.Υ.) Γεωρ Ι Κωσταδήμας Σπιρός Παπαδημήτρης»

Ζ) ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΝΕΣ Οι πραγματογνώμονες διορίζονται από την Κοινότητα και εκτιμούν, επί αμοιβή, τις κάθε είδους ζημιές. Το κοινοτικό συμβούλιο Ματσουκίου τό 1937: «… 6) διορίζει πραγματογνώμονες τούς 1) Χρῖστον ἀθανασίου Πυρώτην καί 2) σπυρίδωνα ἀθ. Παπαδημητρίου καί ὁρίζει ἀμοιβήν δρχ. 10 διά τάς θέσεις «ἁγίου ἀθανασίου» μέχρι ’’Σορίνου’’ κάι δρχ. 15 διά τάς θέσεις ’’Χράπι’’ κάι ’’Σκάλα Παναγία» (Πράξη 78/21.11.1937). 9. Πλάκες. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

159

Για το 1938: «Διορίζει τακτικούς πραγματογνώμονας τούς Κων/ῖνον Γ. Τσαντούλην καί Γεώργιον Ἀντ. Κωσταδήμαν καί ἀναπληρωτάς τούτων λόγῳ κωλύματος τούς Νικόλαον Κ. Καλόγηρον κ(αί) Χρῖστον Γ. Μητρέλον ἁπάντων κατοίκων Ματσουκίου. Καθορίζει τήν ἀμοιβήν τούτων, διά τήν μετάβασιν εἰς τάς θέσεις ἁγίου ἀθανασίου ἁγίου Νικολάου δραχμάς εἴκοσι (20) ἕκαστον καί διά τούς κοινοτικούς βοσκησίμους τόπους τῆς περιφερείας Ματσουκίου (Λειβάδια) δραχ. ἑκατό (100) ἕκαστον» (Πράξη 34/29.5.1938).

Η) ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΓΡΙΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ Για τον εμβολιασμό (εξευγενισμό, εξημέρωση) αγρίων δένδρων διατίθενται κατά καιρούς διάφορα χρηματικά ποσά: α) 200 δραχμές (Πράξεις: 83/28.12.1938, 42/16.7.1939). β) 571 δραχμές καί 5/οο (5 τοις χιλίοις) από το αποθεματικό (Πράξη 14/26.3.1940). γ) 450 δραχμές (Πράξη 29/24.6.1940). δ) 420 δραχμές (Πράξη 8/15.3.1942).

Θ) ΞΥΛΕΥΣΗ Σε ορισμένες εκτάσεις δεν επιτρέπεται η κοπή δένδρων (πουρνάρια, κέδροι), για να συγκρατείται το έδαφος και να μην πέφτουν οι πέτρες, απαγορεύεται, επίσης, να μαζεύουν και τα ξηρά ξύλα, για να λιπαίνεται το χώμα, ή για τους επιτήδειους, κόβουν, αφήνουν να ξηραθούν για να τα πάρουν.

Έτσι το 1937 καθορίζεται: «Ἀπαγορεύεται ἡ ξύλευσις ἔστω καί ἡ συλλογή ξηρών εἰς τάς θέσεις ’’Χαλκιάνου – Μυράντζας - θέσιν Σιλοῦ - ἁγίου Κων/νου – Σκάλα Καρλίμπου – θέσιν Λάζαινα – θέσιν Βουρτόπαις καί ἐκεῖθεν τό στεφάνι ἕως τήν Γκορτσιά Γεράσιμου καί πρός τά κάτω ὡς γέφυραν Καρλύμπου καί ἐκεῖθεν τόν δημόσιον δρόμον10 ὡς Ξάνθαν καί τόν δρόμον10 ὡς γέφυραν Σταφυλᾶ καί ἄνω ὡς τό εἰκόνισμα ’’Σταυρός’’ και κλείει Σιγιλάτου, εἰς τό διαμέρισμα τοῦτο συμπεριλαμβάνεται καί ἡ θέσις «Ντουμτσάσα» (Πράξη 71/14.11.1937).

Το 1946 το κοινοτικό συμβούλιο της κοινότητας Ματσουκίου ορίζει: «Γ! ἀπαγορεύεται ἡ συλογή καί ἡ κοπῆ τῶν πουρναργιῶν τῶν κάτωθι ἐκτάσεων ἤτοι ἀπο γεφύρας Σταφυλά, Σκάλες, Κουΐμπου, Ἀγιος θεόδωρος, Μονή Βελί10. Μονοπάτι. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


160

ΔημήτριοςΓ. Καλούσιος

ζης, γέφυραν Καρλίμπο καί Σκάλαν, ὡς καί ἀπό Χελιμόδιον καί σιλοῦ. Μπαλντίκαν. τούς Κέδρους. –» (Πράξη 1/24.2.1946).

Ι) ΓΕΩΠΟΝΟΣ Το 1937 η κοινότητα πληρώνει 2250 δραχμές «διά τήν πρόσληψιν κοιν. γεωπόνου πρός ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐν γένει γεωργικῶν κλάδων ἐν τῇ κοινότητι». Ο γεωπόνος είναι κοινός γιά τέσσερις κοινότητες, ήτοι Ματσουκίου, Πραμάντων, Καλαρρυτών καί Συρράκου, καταβάλλει δε η κάθε μία το ως άνω ποσό χρημάτων, ήτοι σύνολο 9.000 δραχμές (Πρ. 68/7.11.1937).

ΙΑ) ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ – ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΗΣ Το κοινοτικό συμβούλιο εγκρίνει παμψηφεί τον απολογισμό χρήσης 19361937 «… τῆς δέ ἀγροφυλακῆς τά μέν ἔσοδα εἰς δρχ. 725810 τά δέ ἔξοδα εἰς δραχμάς 6400 καί χρηματικόν ὑπόλοιπον 858,10». Για το 1938-1939 στον προϋπολογισμό της Αγροφυλακής αναγράφονται: έσοδα 22000, έξοδα 18855,40, υπόλοιπο 3144,60 (Πράξη 18/4.4.1938).

Για να συγκρατηθεί το λιγοστό χώμα και να ισιάξει το χωράφι χτίζονται με ξηρολιθία προστατευτικά τοιχάκια (8.7.1985, φωτ. Δημήτριος Γ. Καλούσιος).

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

161

Το ζευγάρι για το όργωμα συμπληρώνεται με τον σαμαρωμένο γαϊδουράκο (Απρ. 1969, Αρχείο Μπουτσιώλης Κ. Βησσάρης).

Ο αγροφύλακας Κωσταδήμας Σπυρ. Αθανάσιος με τον γιο του Σπύρο (περ. 1963, Αρχείο κόρης του Κατίνας Σωτηρίου Παππά).

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


162

ΔημήτριοςΓ. Καλούσιος

Ο τελευταίος αγροφύλακας του Ματσουκίου Χρήστος Γρατσάνης με την γυναίκα του Βασιλική (12.4.2009, φωτ. Δημήτριος Γ. Καλούσιος).

Μπροστά σφυρίζει την κοσιά, ο όρθιος της δίνει αθέρα, οι άλλοι δύο κόβουν χορτάρι (ο άνδρας με κοσιά, η γυναίκα με δρεπάνι: Γκλιντέου, 16.7.1986, φωτ. Δημήτριος Γ. Καλούσιος). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

163

Το αλώνισμα του σιταριού γίνεται με δύο μπλάρια (Αλώνι Μαυριάς, 20.8.1968, φωτ. Δημήτριος Γ. Καλούσιος).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – Καλούσιος 1994: Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Α΄-Β΄, Ματσούκι 1994. – Καλούσιος 2015: Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων 1937-1951, Α΄, 1. Ο Αυλακιάρης, Τζουμερκιώτικα Χρονικά, τεύχος 16 (2015), 86-97. Ενδείξεις: [ ] δική μου προσθήκη ( ) ανάλυση συντομογραφίας

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Νίκος Γ. Μπριασούλης

Αθηνά Βογιατζόγλου: “ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΙΚΗ. Μια βιογραφία του Γ. Κοτζιούλα”, Εκδόσεις Κίχλη, 2015

Κ

υκλοφόρησε πριν από λίγον καιρό η πολύ αξιόλογη μελέτη της Αθηνάς Βογιατζόγλου για τη ζωή και το έργο του συντοπίτη μας ποιητή Γ. Κοτζιούλα. Η κ. Α. Βογιατζόγλου, καθηγήτρια της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, αφιέρωσε για τη μελέτη του έργου και της προσωπικότητάς του Γ.Κ. αλλά και όλων των άλλων σχετικών πηγών που αναφέρονται στον ποιητή μεγάλο μέρος του χρόνου της απ` το 2004 ως σήμερα και κατάφερε να μας δώσει την πιο ολοκληρωμένη, υπεύθυνη και αντικειμενική εικόνα ενός αξιόλογου ποιητή, αγωνιστή και ανθρώπου. Λέει χαρακτηριστικά στον πρόλογο του βιβλίου της: “Στο βιβλίο αυτό επιχειρώ μια πρώτη παρουσίαση της ζωής και συγχρόνως της συγγραφικής δραστηριότητας αυτού του επίμονου και ασυμβίβαστου ιδεολόγου της ζωής και της τέχνης του, καθώς θεωρώ ότι μέσα απ` αυτή την προσέγγιση, τη σύζευξη βίου και έργου, δίνεται η δυνατότητα να αποτιμηθεί ο Κοτζιούλας σε σχέση με τα δεδομένα της εποχής του, αλλά και της εποχής μας και να επανεκτιμηθεί”. Απ` τα φοιτητικά μου χρόνια είχα διαβάσει τα λογοτεχνικά έργα του Γ.Κ. (ποίηση και πεζογραφία) καθώς και όσα απ` τα άλλα βιβλία του κυκλοφόρησαν, όπως επίσης και βιβλία άλλων συγγραφέων που αναφέρονταν στον ίδιο (του Νίκου Κοσμά, του Β. Κραψίτη, της Λιλίκας Νάκου κ.ά.). Πρέπει απερίφραστα να ομολογήσω πως τώρα για πρώτη φορά, αφού διάβασα το θαυμάσιο έργο της κ. Βογιατζόγλου, μπόρεσα να σχηματίσω μια ολοκληρωμένη και ξεκάθαρη εικόνα του ποιητή και διανοούμενου Γ. Κοτζιούλα και, ταυτόχρονα, μπόρεσα να συμπληρώσω ορισμένα κενά που είχα για την προσωπικότητα και το χαρακτήρα του, όπως, για παράδειγμα, την έντονη αντίθεση και σύγκρουσή του με το μοντερνιστικό κίνημα, που είχε κάνει την εμφάνισή του τότε στην ποίησή μας, και προσωπικά με τον Γ. Σεφέρη. Μπορεί, βέβαια, να επικράτησε το μοντερνιστικό κίνημα, έχει όμως σημασία να δει κανείς με ποια επιχειρήματα και πόσο καθαρό βλέμμα υποστήριζε κι ο Γ.Κ. τη δική του άποψη για την παραδοσιακή ποίηση. Η συγγραφέας χωρίζει τον βασικό κορμό του έργου της σε πέντε κεφάλαια: Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


166

Νίκος Γ. Μπριασούλης

Α.) Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια (1909-1926). Απ` τη γέννησή του ως τη χρονιά που φεύγει για την Αθήνα.

Β.) Τα χρόνια της αναγνώρισης (1927-1942). Αρχίζει σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή, ωριμάζει ως λογοτέχνης, κριτικός και μεταφραστής και κερδίζει την αναγνώριση από ένα μέρος των ομότεχνών του.

Γ.) Τα χρόνια του ηρωισμού (1942-1945). Προσχωρεί στο Αντάρτικο του ΕΛΑΣ κοντά στον Άρη Βελουχιώτη και αναπτύσσει συγγραφική και σκηνοθετική δραστηριότητα στα πλαίσια της “Λαϊκής Σκηνής”.

Δ.) Τα αντιηρωικά χρόνια (1945-1956). Επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα και ρίχνεται στη μάχη, για να κερδίσει το ψωμί του με πολλές δυσκολίες, καθώς η χώρα περνά το δράμα του Εμφυλίου και όσα ακολούθησαν μετά απ` αυτόν. Ε.) Σ` αυτό το κεφάλαιο γίνεται μια αξιολόγηση του έργου του μετά το θάνατό του, με βάση τις κριτικές και γραμματολογικές τοποθετήσεις που δημοσιεύτηκαν γι` αυτό. Το βιβλίο συμπληρώνεται με ένα Επίμετρο για τη γλώσσα του Κοτζιούλα και ένα “Γλωσσάρι” με τις ιδιωματικές λέξεις που χρησιμοποιεί ο ποιητής στα κείμενά του. Κλείνοντας, θέλω πρώτα να συγχαρώ την κ. Βογιατζόγλου για την τόσο επιμελή και ενδελεχή έρευνά της, που είχε ως αποτέλεσμα αυτή τη θαυμάσια, αντικειμενική και, θα έλεγα, αυθεντική βιογραφία του Γ.Κ., που γράφτηκε, όχι μονάχα με επιστημονικό ζήλο, αλλά με την ευσυνειδησία και την υπευθυνότητα ενός πνευματικού ανθρώπου που σέβεται και τον εαυτό του αλλά και τον αναγνώστη. Θέλω επίσης να την ευχαριστήσω και προσωπικά και εκ μέρους της ΙΛΕΤ, που με το έργο της ανέδειξε έναν ακούραστο πνευματικό εργάτη, ο οποίος ήταν ταυτισμένος με την τοπική παράδοση των Τζουμέρκων και, παρά τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπιζε για την επιβίωσή του, φρόντιζε για την προβολή της παράδοσης και του λαϊκού πολιτισμού της ιδιαίτερης πατρίδας του. Γι` αυτό λοιπόν και πιστεύω πως ένα τέτοιο βιβλίο δεν πρέπει να λείπει απ` τη βιβλιοθήκη κανενός φιλομαθή συμπατριώτη μας που αγαπάει αυτό τον τόπο και σέβεται πραγματικά τις αξίες και τον πολιτισμό του. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Κώστας Γ. Μαργώνης*

Μάνθου Σκαργιώτη: «Στο δρόμο των αρωμάτων», Αθήνα: Διόπτρα, 2015

Ο

Μάνθος Σκαργιώτης, εδώ και δυόμισι δεκαετίες δείχνει την εμπιστοσύνη του στη λογοτεχνία, από το 1991, όταν έκαμε την παρουσία του στο λογοτεχνικό χώρο με το μυθιστόρημα Το Λαθραίο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το ιστορικό του μυθιστόρημα που φέρει τον τίτλο «Στο δρόμο των αρωμάτων». Με κριτήριο τον αριθμό των έργων του είναι μυθιστοριογράφος, με κριτήριο όμως τον τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας είναι πρωτίστως ποιητής. Η συνύπαρξη και των δύο αυτών τάσεων προσδιορίζει τη λογοτεχνική του ταυτότητα. Το πρόσφατο μυθιστόρημά του, που ειδολογικά ανήκει στο ιστορικό μυθιστόρημα, εντάσσεται στη μακρά και πλούσια παράδοση του μαγικού ρεαλισμού. Ο ίδιος ο συγγραφέας το χαρακτηρίζει εύστοχα «συνάντηση της ιστορίας και του μύθου». Με μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι η ιστορία και ο μύθος συνδιαμορφώνουν ισότιμα το πεδίο. Ωστόσο, ο αναγνώστης αποκομίζει την εντύπωση ότι η ιστορία είναι το σκηνικό όπου κυριαρχεί ο μύθος με την ακατάλυτη δύναμή του και που διαμορφώνει τον ψυχισμό των ανθρώπων ακόμη και στην εποχή της τεχνολογικής ορθολογικότητας, όπως την ονόμασε εύστοχα ο Κ. Καστοριάδης. Λίγα λόγια για την υπόθεση του έργου. Το μυθιστόρημα «Στο δρόμο των αρωμάτων» είναι ένα ταξίδι «γεμάτο περιπέτειες, γεμάτο γνώσεις», για να θυμηθούμε τον Καβάφη. Το ταξίδι αυτό αρχίζει το 1612, ένα χρόνο μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Διονυσίου Φιλοσόφου στα Γιάννινα, εφτά χρόνια μετά το χτίσιμο της μεγάλης καμάρας του γιοφυριού της Άρτας, δηλαδή το 1605. Τότε έγινε και η θυσία της γυναίκας του Πρωτομάστορα για να στεριώσει το γεφύρι. Το βασικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, ο Κωσταντίνος, αφήνει τη μικρή πατρίδα του, τα Περβανά, μια κωμόπολη έξω από την Άρτα, και ξεκινά το ταξίδι με προορισμό την Ανατολή. Μοίρα του Κωνσταντίνου είναι τα ταξίδια. Με το που γυρίζει από τα ξένα στο πατρικό του σπίτι ο Κωσταντίνος, αδελφός των τριών νεαρών γυναικών που τις είχαν θυσιάσει στα γεφύρια του Δούναβη, του Ευφράτη και της Άρτας, οφείλει να εκτελέσει την τελευταία επιθυμία και εντολή συνάμα του νεκρού πατέρα του. Να πάει δηλαδή στα τρία γεφύρια και να φέρει από εκεί «θυμητάρια» των «αδερφάδων» του (λίγο ασβέστη, λίγο χώμα…), για να τα βάλει στο μνήμα του πατέρα τους. Έτσι θα έβρισκε αναπαμό η ψυχή του. Στο δρόμο του, από την Ήπειρο ως τη Μεσοποταμία και από εκεί στις παραδουνάβιες χώρες, θα γνωρίσει έναν ολόκληρο κόσμο, παράξενο, επικίνδυνο, πολύχρωμο, άγριο αλλά και ανθρώπινο: πειρατές, δουλέμπορους, Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


168

Κώστας Μαργώνης

αιχμαλωσίες, θεομπαίχτες καλόγερους, περιστασιακούς έρωτες, καμηλιέρηδες, σύντομες αλλά και βαθιές φιλίες, βεδουίνους, ιεροφάντες, μάγους, φοβισμένα στόματα, δερβίσηδες, ανατολίτικη λαγνεία, σκοτεινές ιεροτελεστίες, απαγωγές, αφιλόξενες στέπες και η αγάπη μέσα του αναμμένο κάρβουνο, ενώ ο ίδιος, συχνά, θα φοράει κατάσαρκα το θάνατο. Και πίσω στην κωμόπολη, τη μικρή πατρίδα του, να τον περιμένουν: ο δήμιος για ένα έγκλημα που συνέβη την ημέρα της αναχώρησής του, η αρραβωνιαστικιά του ριγμένη ανάμεσα σφυρί και αμόνι, ο προδότης της παιδικής φιλίας, η μάνα στην άκρη του γκρεμού. Εδώ αναδεικνύεται η δύναμη της μυθοπλαστικής φαντασίας του συγγραφέα συνεπικουρούμενη από τη δεξιοτεχνία του στη χρήση της γλώσσας που αναπαριστά ρεαλιστικά μια ολόκληρη ιστορική εποχή. Ο σπόρος, για να γεννηθεί το μυθιστόρημα, ήταν η απορία ενός μαθητή που ρώτησε στην τάξη, όταν δίδασκε ο συγγραφέας την παραλογή του Γιοφυριού της Άρτας: «Τελικά, πέρασε ο αδερφός από το γεφύρι;». Από εδώ αρχίζει η τέχνη. Η πλοκή του μύθου είναι κλασική. Όλα εκτυλίσσονται σε δύο χώρους, σε δύο πεδία: στο χωριό που ο Κωσταντίνος έχει αφήσει, και στο ταξίδι. Ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί όσα συμβαίνουν παράλληλα, σε δύο διαφορετικά πεδία δράσης, σαν να βαδίζει ανάμεσα στις δύο γραμμές του τρένου. Η παράλληλη εκτύλιξη των γεγονότων, θα έλεγε κανείς, μοιάζει να επιβεβαιώνει τον Ρολάν Μπαρτ. Τη γνωστή άποψη για «τον θάνατο του συγγραφέα», αφού αυτός μοιάζει να έχει απωλέσει τα πρωτεία του. Ο αναγνώστης, χωρίς το βάρος του μοναδικού νοήματος, γίνεται συνδημιουργός (ΚατσίκηΓκίβαλου Α. 2009: 21-25). Ο Μάνθος Σκαργιώτης αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία ως υπαρξιακή λειτουργία, ως αναζήτηση της ελαφρότητας που αποτελεί αντίδραση στο βάρος της ζωής. Αυτή είναι η πρώτη αξία ή η κύρια ιδιότητα της λογοτεχνίας, όπως την προσδιορίζει ο Ίταλο Καλβίνο (Καλβίνο Ι. 2013: 49). Έτσι ανοίγει ο δρόμος στο φανταστικό και, ευρύτερα, στον μαγικό ρεαλισμό. Η φαντασία είναι το μέσο επικοινωνίας με την ψυχή του κόσμου. Είναι η νεοπλατωνικής προέλευσης αναγεννησιακή μαγεία, μια έννοια που εγκολπώθηκε ο ρομαντισμός και ο σουρεαλισμός αργότερα. Ο μαγικός ρεαλισμός, που βασίζεται σε μια αισθητηριακή και σε μια εξωαισθητηριακή αντίληψη του κόσμου, σε δύο συγκρουσιακές αλλά και αλληλένδετες αντιλήψεις, δεν είναι ξένος προς την καθημερινότητα, που δυνητικά απαρτίζεται τόσο από ρεαλιστικά όσο και από μεταφυσικά συστατικά (Παναγιωτίδης Γ. 2008: 1). Το μυθιστόρημα του Μάνθου Σκαργιώτη αποτελεί μια ελληνική εκδοχή του μαγικού ρεαλισμού, που στρέφεται γύρω από τον άνθρωπο στην οντολογική του διάσταση και πηγάζει από μια βαθιά γνώση της πολιτισμικής αξίας των συλλογικών φαντασιώσεων. Στο υπόστρωμα του μυθιστορήματος υπάρχουν λαϊκές αφηγήσεις, δοξασίες, μύθοι, λαϊκοί θρύλοι και Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

169

κυρίως τα δύο πασίγνωστα δημοτικά τραγούδια, Του Γεφυριού της Άρτας και Του Νεκρού αδελφού. Διαβάζω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Παλιά, κείνος ο άλλος Κωσταντής ασκώθηκε απ’ το κιβούρι του και πήγε άκρη κόσμου να βρει την αδελφή του, την Αρέτω. Το ξέρεις το τραγούδι, σας το ’λεε ο μακαρίτης. Αν τύχει πίκρα γη χαρά, εγώ θα σου τη φέρω». Και την ήφερε…». Την κοίταξε με συμπάθεια και την αφόπλισε: «Αυτά είναι παραμύθια, μάνα». «Και τα παραμύθια και η αλήθεια το ίδιο πράμα είναι». Μεγάλη σημασία έχει να αναζητήσει κανείς τα ιδιαίτερα στοιχεία του μαγικού ρεαλισμού στο μυθιστόρημα του Μάνθου Σκαργιώτη. Το περίγραμμα είναι ρεαλιστικό, η σκηνή όμως μυστηριακή: είναι αυτή που προετοιμάζει το κλίμα, την ατμόσφαιρα του μυστηρίου που γεννιέται. Διαβάζω: «Νύχτωσε στον Λόγκο των Αερικών. Ο Κούδας (το άλογο που συντροφεύει τον Κωσταντίνο) βάδιζε αργά κι ανέμελα. Το φεγγάρι έπαιζε με τις φυλλωσιές των δέντρων. Παντού ίσκιοι. Κι όπως φέγγιζε εδώ κι εκεί, οι ίσκιοι έπαιρναν περίεργα σχήματα σαν να τους έπλαθε, τους χαλούσε και τους ξανάπλαθε αόρατο χέρι. Το κεφάλι του Κωσταντίνου συνεχώς βάραινε, ενώ στο στομάχι του ένα ερπετό κουλουριαζόταν, στριφογύριζε, δάγκωνε τα μαλακά τοιχώματα κι ύστερα τιναζόταν, λες κι έψαχνε τρόπο να βγει. Ξεπέζεψε. Τα χέρια του τα ’νιωθε σχεδόν κομμένα και δεν είχε τη δύναμη ούτε το σκοινί του Κούδα να δέσει σε δέντρο ή πέτρα. Μόλις πλάγιασε στη ρίζα μιας βελανιδιάς, η γη άρχισε να παρεκτρέπεται· έγερνε μια εδώ, μια εκεί, παράπεφτε, σβούριζε αργά. Αυτός βούλιαξε και χάθηκε μες στα καμώματά της. Κάποια στιγμή στο βαθύ ρέμα ακούστηκαν γυναικείες κι αντρικές φωνές, γέλια, κρόταλα και σφυρίγματα. Έμοιαζαν με το χορωδιακό βούισμα σ’ εκείνη την πλατεία των Ξωτικών ανάμειχτο με τους θρήνους του παιδομαζώματος και τα βιολιά του γάμου. Ήταν αέρας δυνατός, ουρλιαχτά, σπάσιμο κλωναριών, βουητό νερού; Σε λίγο έρχονταν προς το μέρος του αναμαλλιασμένες γυναίκες. Φορούσαν τομάρια στολισμένα με φούντες από μαλλί. Στο κεφάλι τους μερικές είχαν βέργες κισσού κι οι υπόλοιπες κληματόφυλλα. Στα χέρια κρατούσαν κλαδιά. Περπατούσαν κατά συντροφιές κι έκαναν σαν αλλοπαρμένες. Βαρούσαν τύμπανα, έπαιζαν αυλούς, χόρευαν. (Σκαργιώτης Μ. 2015: 70) Στο απόσπασμα αυτό ανιχνεύονται εύκολα φαντασιακά στοιχεία τοποθετημένα επάνω σ’ έναν ρεαλιστικό ιστό. Τα ρεαλιστικά στοιχεία στην αρχή του αποσπάσματος είναι η νύχτα, το άλογο, το φεγγάρι, ο Κωσταντίνος. Έχουν Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


170

Κώστας Μαργώνης

όμως σε λανθάνον επίπεδο μυστική συγγένεια με το φαντασιακό, όπως το φεγγάρι που φέγγιζε εδώ κι εκεί. Το όλο σκηνικό μοιάζει με μια ρεαλιστική εικόνα, που όμως σιγά σιγά διαλύεται και υποτάσσεται στη μαγική δύναμη της νύχτας. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι η εικονοποιΐα είναι σμιλεμένη με την τέχνη του Σολωμού, του Παπαδιαμάντη, του δημοτικού τραγουδιού. Η πραγματικότητα μοιάζει να μεταμορφώνεται σε εικόνες που, χάρη στην εσωτερική αναγκαιότητα μορφής και σημασίας, αιχμαλωτίζουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και αφήνουν ένα πλήθος πιθανών σημαινομένων βγαλμένων από ένα μακρινό παρελθόν (ξωτικά, παιδομάζωμα, παραδοσιακός γάμος, αρχαίες τελετουργίες, λατρεία του Διονύσου). Τα ιστορικά στοιχεία, αυτά που συγκροτούν τον ιστορικό ιστό του μυθιστορήματος, άλλοτε διαισθητικά και άλλοτε ρητά, προσδιορίζουν τη φυσιογνωμία του. Αναμφίβολα ο Μάνθος Σκαργιώτης συνεχίζει μια μεγάλη παράδοση που δημιούργησε ο Sir Walter Scott (Ντενίση 1994: 11,20). «Ο δρόμος των αρωμάτων» είναι μια περιπλάνηση στην Ανατολή την εποχή της μεγάλης Οθωμανικής αυτοκρατορίας που περιλάμβανε ένα μωσαϊκό λαών και εθνοτήτων και η οποία στηριζόταν στη βία και το φόβο. Κατά τον Μ. Μερακλή: «Όλα συνοδεύονται με τις «συγκείμενες» κάθε φορά συνήθειες, νοοτροπίες, τελετουργίες των ανθρώπων, φέρνοντας κάπως κοντά προς την αφηγηματική μέθοδο του Ηροδότου, όπου τα συμβάντα των μηδικών πολέμων πλαισιώνονται από συνήθειες επίσης και συμπεριφορές λαών, οι οποίες έχουν έμμεσες και άμεσες σχέσεις με Πέρσες και Έλληνες» (ό.π.: 539). Εν τέλει η συνύφανση των δραστηριοτήτων του πλήθους των προσώπων κάθε εθνότητας, θρησκείας, κοινωνικής θέσης, επαγγέλματος, αποτελεί μια ανθρωπολογική καταγραφή που σκιαγραφεί το κύριο μυθιστορηματικό πρόσωπο: τον Κωσταντίνο. Ο ήρωας είναι ένας οπτιμιστής και συνάμα ορθολογιστής, που ζει σ’ έναν κόσμο παράξενο και παράλογο. Είναι ένας ήρωας σοφά και αριστοτεχνικά δημιουργημένος, ικανός να φτάσει ως το τέρμα. «Στο χέρι σου είναι. Άμα ποθείς κάτι, μήτε στοιχειό μήτε άνθρωπος μπορεί να σου κόψει τη στράτα. Κι ο θεός ο ίδιος να στήσει φράχτη μπροστά σου, θε να βρεις τρόπο να τονε δρασκελίσεις» (ό.π.: 527). ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – Καλβίνο Ίταλο, Τα αμερικανικά μαθήματα. Έξι προτάσεις για τη νέα χιλιετία, Αθήνα: Καστανιώτης, 2008. – Κατσίκη-Γκίβαλου Άντα, Φιλολογικές διαδρομές Γ’, Δημιουργοί και αναγνώστες, Αθήνα: Πατάκης, 2007. – Σκαργιώτης Μάνθος, Στο δρόμο των αρωμάτων, Αθήνα: Διόπτρα, 2015. – Τζιόβας Δημήτρης, Μετά την αισθητική, Αθήνα: Γνώση, 1987.

* Ο Κώστας Γ. Μαργώνης είναι φιλόλογος, πρώην πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Σωτηρία Μελετίου*

Γιώργου Κοτζιούλα: «Οταν ήμουν με τον Άρη» , Εκδόσεις Δρόμων, 2016

Ο

Γιώργος Κοτζιούλας είναι από τους πολυγραφότερους Έλληνες συγγραφείς. Το έργο του εκτείνεται σε όλα σχεδόν τα είδη του γραπτού λόγου. Ποιήματα, πεζά, πεζοτράγουδα, φιλολογικές και λογοτεχνικές κριτικές (προσωπογραφίες, δοκίμια, κριτικές παρουσιάσεις, φιλολογικά χρονογραφήματα, σχολιασμοί, άρθρα και επιφυλλίδες, συνεντεύξεις και λογοτεχνικά ενθυμήματα), κείμενα γλωσσοφιλολογικά, ιστορικά, ημερολόγια, χρονικά, λαογραφικές σελίδες, θεωρητικές μελέτες, συνεντεύξεις, θεατρικά έργα, μεταφράσεις (ποιήματα, πεζά, θεατρικά και ιστορικά κείμενα) αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, μεταφράσεις (ποιητικές) Λατίνων συγγραφέων, μεταφράσεις (ποιημάτων και πεζών) από την παγκόσμια λογοτεχνία συναποτελούν το έργο του. Πέρασαν πενήντα και πλέον χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίου «Όταν ήμουν με τον Άρη», (εκδόσεις Θεμέλιο, 1965) και οι αναμνήσεις του Γιώργου Κοτζιούλα και των συναγωνιστών του, που περιέχονται στο βιβλίο αυτό, παραμένουν από τα κύρια σημεία αναφοράς στην ελληνική και στη διεθνή βιβλιογραφία. Εκατοντάδες ιστορικοί και άλλοι ερευνητές, που θέλησαν να εξετάσουν και να φωτίσουν την προσωπικότητα του Άρη Βελουχιώτη και γενικότερα την Εθνική Αντίσταση στην Ελλάδα το 1941-1944, κατέφυγαν στο βιβλίο αυτό, γιατί αποτελεί αρχειακή πηγή, δηλαδή βασικό αποτύπωμα της «ιστορίας» τη στιγμή που ακόμη διαδραματιζόταν. Είχε γραφτεί εξάλλου από κάποιον που συμμετείχε στα γεγονότα και από την πρώτη στιγμή είχε σκοπό του να τα καταγράφει. Πρόκειται για ένα σπάνιο ντοκουμέντο, που χρησίμευσε σαν πηγή ιστορική, αλλά και αφόρμηση για να γραφτούν άλλα βιβλία είτε επιστημονικά είτε λογοτεχνικά. Μετρημένοι στα δάχτυλα του χεριού όμως ήταν αυτοί που γνώριζαν ότι η πρώτη έκδοση του βιβλίου ήταν λειψή! Πράγματι, δεν περιείχε το σύνολο του υλικού, που είχε συγκεντρωμένο ο Γιώργος Κοτζιούλας και που είχε παραδοθεί το 1964 από τη σύζυγό του Ευμορφία στις εκδόσεις Θεμέλιο και συγκεκριμένα στον εξαίρετο φιλόλογο και πνευματικό άνθρωπο Κώστα Κουλουφάκο, που θα γινόταν επιμελητής της έκδοσης. Για άγνωστους λόγους δεΝ συμπεριλήφτηκαν σε εκείνη την έκδοση κείμενα του Κοτζιούλα και άλλων, καθώς και άλλα έγγραφα που υπήρχαν στο σχετικό φάκελο «Άρης» του αρχείου του. Αυτή εδώ η έκδοση λοιπόν (εκδόσεις Δρόμων, Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


172

Σωτηρία Μελετίου

2016) είναι πλήρης, γιατί περιέχει όλα τα έγγραφα που υπήρχαν στο αρχείο, και τα δημοσιευμένα και τα αδημοσίευτα. Στην ουσία πρόκειται για ένα καινούργιο βιβλίο. Στην έκδοση αυτή συμβάλαμε με τις δυνάμεις μας ο Βαγγέλης Τζούκας, που έκανε τα σχόλια των “ιστορικών” γεγονότων και προσώπων τού βιβλίου κι εγώ ως έχουσα τη φιλολογική επιμέλεια της έκδοσης. Φαίνεται πως επιδίωξη του Κοτζιούλα, ενώ ακόμη εξελισσόταν η Εθνική Αντίσταση, ήταν να γράψει ένα τουλάχιστο βιβλίο, ένα έπος γι’ αυτήν και γι’ αυτό το λόγο συγκέντρωνε υλικό, πέρα από τα προσωπικά του βιώματα που εύκολα θα ανέσυρε από τη μνήμη. Πρωταγωνιστικό ρόλο φυσικά θα είχε στο έργο του ο αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ Άρης Βελουχιώτης. Ο Κοτζιούλας όμως δεν ήταν από εκείνους που πιστεύουν στον μεσιανικό ρόλο του ηγέτη στη χάραξη της ιστορίας. Θεωρεί πρωταγωνιστή της το λαό και τον ηγέτη εκφραστή του. Αγαπά τον Άρη, όμως τον περιγράφει σαν παρατηρητής. Με το έργο του καταγράφει πρόσωπα και γεγονότα, με λόγο στρωτό, περιγραφικό, όπως ταιριάζει σ’ ένα «απομνημόνευμα». Ο ίδιος, που είναι ενταγμένος στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ από νωρίς, γράφει σε σημείωμά του: «Δε σκέφτηκα ποτέ μου, γράφοντας ένα έργο τέχνης, να γίνω απολογητής του τελευταίου κινήματος, που θα το κρίνει αργότερα η ιστορία. Επειδή όμως έλαβα μέρος κι εγώ σ’ αυτόν τον αγώνα, μου ήρθε διάθεση να δώσω τα γεγονότα με τον τρόπο το δικό μου. Αγωνιστήκαμε στο πλευρό του λαού, πολεμήσαμε όλους τους εχθρούς του και δε ζητάμε να κρύψουμε τίποτε από κανέναν. 1945 /Γ.Κ.». Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τον Κοτζιούλα αξιόπιστη πηγή. Στο βιβλίο αυτό συμπεριλάβαμε όλο το υλικό που είχε δοθεί για την πρώτη του έκδοση: Την ανάμνηση του Κοτζιούλα για τον Άρη, όπως τον είδε και τον έζησε καθημερινά από κοντά, όλες και πλήρεις τις μαρτυρίες των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης όπως τις κατέγραψε άμεσα, ανακοινωθέντα του γενικού στρατηγείου του ΕΛΑΣ, κείμενα με δραστηριότητες των ανταρτών, ποιήματα που αναφέρονται στο αφήγημα του Κοτζιούλα για τον Άρη και μια ομιλία του, που συγκεφαλαιώνει την προσφορά του λαού της Ηπείρου, κυρίως των χωρικών, στην Εθνική Αντίσταση. Σκοπός του ήταν να δώσει μια εικόνα της Εθνικής Αντίστασης στο σύνολό της, με κεντρικό χώρο δράσης την Ήπειρο και κεντρικό πρόσωπο τον Άρη. Στο υλικό αυτό περιέχονται πολεμικά γεγονότα, ανθρώπινες ιστορίες με διαλόγους, ανέκδοτα και σκηνές, που μεταφέρουν παραστατικά τη δράση και τα συναισθήματα των ανθρώπων, που μετείχαν στην Αντίσταση, αφήνοντας τον αναγνώστη να αναπλάσει το παρελθόν σκηνικά, σα να είναι παρόν. Τα κείμενα αυτά δεν έχουν αποκλειστικά αρχειακό-καταγραφικό χαρακτήρα. Ο Γιώργος Κοτζιούλας δεν ήταν δυνατό να αποποιηθεί τη λογοτεχνική του φλέβα ακόμη και σε γραφτά που σκοπό έχει να πληροφορήσει. Διατηρεί σε αυτά Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

173

τη χροιά που έχουν τα απομνημονεύματα, που γράφονται από λογοτέχνες. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο βιβλίο αυτό συγκεράζονται η ιστορική καταγραφή με τη λογοτεχνική αφήγηση. Αποτελεί ένα πρότυπο ηθογραφούμενου χρονικού, εφόσον τα γεγονότα, η εποχή και τα ήθη των προσώπων αλληλοεπιδρούν το ένα στο άλλο με τρόπο αβίαστο. Στο κύριο χειρόγραφο που έχει τίτλο: «Όταν ήμουν με τον Άρη, Αναμνήσεις, Αθήνα, 1946» ο τίτλος είναι γραμμένος με κόκκινο και μαύρο μελάνι, ενώ το κείμενο και οι αριθμήσεις με μαύρο. Εκτείνεται σε 46 μονόφυλλα υποκίτρινου ριγωτού χαρτιού με αρίθμηση από το τρίτο φύλλο και άγραφα τα τρία τελευταία. Το χειρόγραφο αυτό έχει 14 αυτόνομα κεφάλαια, με χαρακτηριστικούς επιμέρους τίτλους που προσδιορίζουν το περιεχόμενό τους, και καταγράφει τις άμεσες εμπειρίες και βιώματα του Κοτζιούλα απ’ την συναναστροφή του με τον Άρη:

1. ΠΩΣ ΠΡΩΤΑΚΟΥΣΤΗΚΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ. 2.ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΠ’ ΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ. 3. ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΛΑΟ. 4. ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΖΕΡΒΑ. 5. ΣΤΟ ΞΕΠΡΟΒΟΔΙΣΜΑ. 6. ΠΩΣ ΠΕΡΑΣΑ ΤΟΝ ΑΡΑΧΘΟ. 7. ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΑΡΗ. 8. ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ. 9. ΑΝΤΙΠΕΡΑ ΣΤΟΝ ΑΧΕΛΩΟ. 10. ΤΟ ΚΛΙΜΑΚΙΟ ΣΤΟ ΒΟΥΡΓΑΡΕΛΙ. 11. Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ. 12. ΟΙ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΔΕΣ. 13. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΟΥ. 14. Ο ΑΡΗΣ ΚΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Χειρόγραφα «Μαρτυριών»: α) Μαρτυρία Γεωργίου Γκρόπα. Υπέρτιτλος με κεφαλαία γράμματα: «ΠΩΣ ΕΙΔΑΝ ΤΟΝ ΑΡΗ/ ΟΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΤΟΥ». β) Μαρτυρία Πάνου Κατσαΐτη Υπέρτιτλος με μικρά: «Η πρώτη μάχη που δώσαν οι Καραϊσκάκηδες με τους Γερμανούς». γ) Μαρτυρία Φάνη [Τσάκα - καπετάν Τζαβέλα]. Τίτλος με μικρά γράμματα: «Φάνης περί Άρη.». δ) i) Μαρτυρίες Μοσχάτου, και ii) Χριστογιώργου. ε) Μαρτυρία Ιω. Χριστοδούλου (Φρίξου) Υπέρτιτλος με κεφαλαία γράμματα: «ΕΛΑΝ».[Μαρτυρία -η μοναδική της Αντίστασης- για ναυτική σύγκρουση του ΕΛΑΝ με Γερμανικά πλοία στα ανοιχτά της Κεφαλλονιάς]. στ) Μαρτυρία Νίκου Παπαϊωάννου. Υπέρτιτλος υπογραμμισμένος με κεφαλαία: «ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ». [Αναφέρεται στην αναμονή και υποδοχή των συμμάχων μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, στην παράδοση των όπλων στην Ήπειρο και την επιστροφή στην Αθήνα]. ζ) Μαρτυρία Ιω. Σιάμπαλη. η) Μαρτυρία Δημ. Κωνσταντίνου Υπογραμμισμένος υπέρτιτλος με κεφαλαία: «Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΜΟΥ ΣΤΟ ΖΕΡΒΑ». θ) Μαρτυρία Μιζάν Μιζάν. [Μοναδική μαρτυρία ενός Εβραίου για τη σύλΈ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


174

Σωτηρία Μελετίου

ληψη και μεταγωγή τους στο Άουσβιτς και τη δράση τους εκεί μέχρι την απελευθέρωση]. ι) Μαρτυρία Κ. Κατσιγιάννη. ια) Μαρτυρία Β. Γεροδήμου [Βασίλης Μπανιάς]. Υπέρτιτλος με κεφαλαία: «ΠΩΣ ΤΡΕΦΟΤΑΝ/ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΜΑΣ» και από κάτω τίτλος με κεφαλαία: «Η ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΙΑ ΜΑΣ». ιβ) Ανακοινωθέν αριθ. 65 . [Η εξέλιξη των επιχειρήσεων σε όλη την Ελλάδα]. ιγ) Ο εφεδρικός ΕΛΑΣ στη μάχη. [Μάχες του 85ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ με τους Γερμανούς]. ιδ) Ένα ηρωικό σύνταγμα, [Μάχες του 15ου Συντ/τος του ΕΛΑΣ με τους Γερμανούς]. ιε) Η επέτειος της συγκρότησης της μεραρχίας μας. ΜΙΑ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ. [Προς τιμή των πεσόντων]. ιστ) Από τη δράση της μεραρχίας μας. Υπερπλαγιότιτλος Ο ΕΛΑΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ.

Χειρόγραφο ομιλίας ΑΠ’ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ Πρόκειται για ομιλία που έκανε ο Κοτζιούλας, μάλλον στην Άρτα, μετά την απελευθέρωσή της, ως εκπρόσωπος του ΕΑΜ και όπου απ’ τη μια ενημερώνει κι ανακεφαλαιώνει τον Αγώνα της Εθνικής Αντίστασης στα βουνά και στις πόλεις κι απ’ την άλλη περιγράφει αδρά τα οράματα του “αύριο”. Σε όλες τις περιπτώσεις των χειρογράφων και των κειμένων παρέχονται σημαντικότατες πληροφορίες, που καθιστούν το έργο αυτό πραγματικό ντοκουμέντο. Έτσι, για παράδειγμα, μεταφέρονται με επάρκεια οι λόγοι που εκφώνησαν ο Ζέρβας και ο Άρης στα Άγναντα, ενώ εξηγείται σαφέστατα ότι στην περίφημη συμφωνία της Πλάκας μεταξύ ΕΔΕΣ, ΕΚΑ, ΕΑΜ, ΣΥΜΜΑΧΙΚΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ κ.ά. ο Άρης Βελουχιώτης δεν συμμετείχε -όπως λανθασμένα συχνά αναγράφουν κάποιοι ιστορικοί, επειδή “θεωρούσε τη συμφωνία ετεροβαρή”.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ: Τέσσερα ποιήματα του Γ. Κοτζιούλα με τίτλους: “Επανάσταση”, “Εκδικητής”, “Χιόνια στην Πίνδο” και “Η πληρωμή του Ιούδα” υπήρχαν στο σώμα των χειρογράφων που αποτέλεσαν το φάκελο “Άρης”. Τα ποιήματα αυτά έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με το αφήγημα του Κοτζιούλα. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: 1) Φαίνεται πως σκοπός του Κοτζιούλα ήταν να εκδώσει και να παραδώσει στο κοινό τη δική του μαρτυρία για την Εθνική ΑντίσταΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

175

ση στην Ήπειρο και αλλού κατά τη διάρκεια της κατοχής, εμπλουτισμένη με γεγονότα και μαρτυρίες άλλων. 2) Κεντρική θέση στο έργο του αυτό θα κατείχε ως προσωπικότητα ο Άρης Βελουχιώτης, όπως φαίνεται από τις ιδιαίτερες υπογραμμίσεις και υποενότητες του συνόλου σχεδόν των ντοκουμέντων. 3) Φιλοδοξία του ήταν να καλύψει όσο το δυνατό περισσότερες πτυχές αυτού του αγώνα με σκοπό να τον φωτίσει ολόπλευρα. Αυτόν το σκοπό εξυπηρετούν και καταγραφές για την επιμελητεία, τον εφεδρικό ΕΛΑΣ, οι υποενότητες με «Ανέκδοτα», η μαρτυρία του Μιζάν κ.λπ. 4) Τα χειρόγραφα αυτά γράφτηκαν σε διαφορετικές περιόδους, αλλά συγκροτήθηκαν από τον ίδιο σε ένα σώμα. Έτσι, το «Όταν ήμουν με τον Άρη», η μαρτυρία του Παπαϊωάννου κ.ά. φαίνεται ότι γράφτηκαν μετά το θάνατο του Άρη, ενώ η ομιλία του Κοτζιούλα είναι γραμμένη τον καιρό που εκφωνήθηκε. Τα χειρόγραφα που αφορούν την επέτειο, η μαρτυρία Τζαννετάκη, το ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ, τα δύο πρώτα τμήματα της μαρτυρίας Κωνσταντίνου, ίσως και κάποιες άλλες μαρτυρίες, όπως του Φρίξου, γράφτηκαν ή καταγράφτηκαν την περίοδο του Αγώνα κι όχι μετά τη λήξη του. 5) Είτε σημειώσεις είτε καλογραμμένα πλήρη χειρόγραφα φαίνεται να αποτελούν το βασικό υλικό για ένα ενιαίο ιστορικό ντοκουμέντο της Αντίστασης με διάφορες πτυχές και εκφάνσεις. Για την καλύτερη κατανόηση των προσώπων και των γεγονότων υπάρχει ο σχολιασμός, οι παραπομπές και ο επεξηγηματικός κατάλογος ονομάτων που επιμελήθηκε ο ερευνητής της Αντίστασης κύριος Βαγγέλης Τζούκας, ενώ χρησιμοποιήθηκε πλούσιο υλικό φωτογραφιών του Σπύρου Μελετζή και κυρίως σκίτσων του Δημήτρη Μεγαλίδη, φίλου του Κοτζιούλα, από το “Λεύκωμα του Αγώνα”, που μαζί ετοίμασαν.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Στο τέλος του βιβλίου, στην έκδοση αυτή, κρίναμε σκόπιμο να προσθέσουμε δύο ακόμη ενότητες. Η πρώτη είναι ένα επίμετρο του καθηγητή κυρίου Μιχάλη Μερακλή. Σε αυτό του το σημείωμα, αναφερόμενος στο έργο αυτό, ο Μιχ. Μερακλής παρουσιάζει και παρομοιάζει τον Κοτζιούλα με λαϊκό ποιητή, ο οποίος παρακολουθεί και καταγράφει τη ζωή, τα πάθη και τα ανδραγαθήματα των αγωνιστών, όπως ακριβώς έκαναν στο παρελθόν οι ανώνυμοι αοιδοί που αποτύπωσαν και ύμνησαν τα ανδραγαθήματα των ομηρικών ηρώων και, κυρίως, όπως έκαναν οι λαϊκοί ποιητές που συμμετείχαν στην Επανάσταση του ’21 κι ακολουθούσαν τους οπλαρχηγούς του αγώνα εκείνου, τραγουδώντας τα κατορθώματά τους και τα ήθη τους. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


176

Σωτηρία Μελετίου

Στο τέλος του βιβλίου κρίναμε σκόπιμο να προσθέσουμε ορισμένες -από πολλές άλλες- ενδεικτικές μαρτυρίες αγωνιστών που “διαφωτίζουν” το περιεχόμενό του και που προέκυψαν μετά την πρώτη έκδοσή του. Ό,τι περιέχει το βιβλίο αυτό αποτελεί πραγματικά σημαντικό ντοκουμέντο για την παγκόσμια βιβλιογραφία που αφορά την Εθνική Αντίσταση στην Ελλάδα. Οι εκτενείς αναφορές και παραπομπές σε αυτό των Χάγκεν Φλάισερ και Μαρκ Μαζάουερ αποτελούν μόνο ένα δείγμα της βαρύνουσας αξιοπιστίας του Κοτζιούλα.

* Η Σωτηρία Μελετίου είναι φιλόλογος

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γεώργιος Αθ. Μπαζούκας*

Σπύρου Χ. Νεραϊδιώτη: «ΕΝ ΧΟΡΩ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΟΙΣ (επί των ορέων ωραιότης)»

Εκδόσεις Εκτύπωσις, Άρτα, 2015

Η

πρώτη εντύπωση που σου δημιουργεί το βιβλίο του Σπύρου Νεραϊδιώτη, πριν ακόμη το διαβάσεις, είναι ότι πρόκειται για ένα αφιέρωμα στον χορό και στη μουσική. Δεδομένης της ενασχόλησής μου με τον χορό, η εικόνα του εξωφύλλου και ο τίτλος του βιβλίου ήταν δύο στοιχεία αρκετά, ώστε να μου κεντρίσουν το ενδιαφέρον να το ξεφυλλίσω. Με αυτή την αίσθηση ξεκίνησα την ανάγνωση. Εμβαθύνοντας όμως στις σελίδες του, παρόλο που ο χορός και η μουσική πρωταγωνιστούν, ο συγγραφέας σε παρασύρει σε ένα ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο, στη δομή της τοπικής κοινωνίας, στα ήθη και τα έθιμα, καθώς και σε άγνωστες για πολλούς πτυχές της καθημερινότητας. Στο βιβλίο καταγράφονται τα δύο κορυφαία γεγονότα της τοπικής κοινωνίας των ανατολικών Τζουμέρκων, ο γάμος και το πανηγύρι, και στη συνέχεια ακολουθούν βιωματικές περιγραφές και θύμησες. Ο συγγραφέας μάς μεταφέρει στο χωριό του, τη Νεράιδα, κατά τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Όπως και ο ίδιος αναφέρει, σκοπός του είναι να μεταλαμπαδεύσει τις αξίες και τα ιδανικά ενός ολόκληρου λαού στις επόμενες γενιές, πεπεισμένος ότι οι νέοι πρέπει να πορεύονται με γνώμονα την παράδοση, ώστε να επιβιώσουν σε μια εποχή όπου όλα τίθενται υπό αμφισβήτηση. Ο Σπύρος Νεραϊδιώτης εξομολογείται, εξ αρχής, ότι δεν διεκδικεί δάφνες λογοτέχνη ή επαγγελματία συγγραφέα. Αντιλαμβανόμαστε ότι είναι ένας απλός άνθρωπος, κομμάτι της κοινωνίας, που συνέχεια των βιωμάτων του είναι η πένα και η καρδιά του. Ο συγγραφέας είναι ενεργό μέλος της κοινωνίας που περιγράφει. Συμμετείχε στα έθιμα, συνομίλησε με τους συντοπίτες του, χόρεψε και τραγούδησε μαζί τους, έγραψε μαζί τους την ιστορία του τόπου και αυτό φαίνεται εξάλλου από τον τρόπο καταγραφής και ερμηνείας των γεγονότων. Γράφει απλά, αλλά γλαφυρά και παραστατικά, σε κάνει να αισθάνεσαι αυτόπτης μάρτυρας. Χαρακτηριστικά στοιχεία του είναι η ακριβής περιγραφή του τοπίου κάθε φορά, των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων της εποχής και οι «ζωντανοί» διάλογοι. Μέσα από την περιγραφή όλων αυτών των γεγονότων μπορεί κανείς να αντλήσει στοιχεία ιστορικά, γεωγραφικά, λαογραφικά, πολιτιστικά. Το βιβλίο του αναδύει έντονο ρομαντισμό και νοσταλγία για εκείνη την εποχή. Καθετί που χαλάει την αρμονία του χώρου, του τόπου, των εθίμων και των Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


178

Γε ώ ρ γ ι ο ς Α θ . Μ π α ζ ο ύ κ α ς

τελετουργιών, υπό το βάρος της στείρας παγκοσμιοποίησης, το θεωρεί βάρβαρο. Στο βιβλίο είναι διάχυτη η έντονη νοσταλγία και η διάθεση επιστροφής στον χώρο και στον χρόνο, όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και γράφτηκε η πολιτιστική ιστορία του τόπου. Γράφει σαν να θέλει να ξαναζήσει την εποχή του ’60, με όλους τους συντοπίτες του και με όσους μοιράστηκε ζωή, ήθη και έθιμα. Γράφει για ανθρώπους που έχουν φύγει σαν να θέλει να τους βγάλει ξανά στην επιφάνεια, να τους ευχαριστήσει για όσα του μετέφεραν. Άνθρωπος με βαθιά μουσικοχορευτική παιδεία, αναζητά την εσωτερική του ισορροπία μέσα από τον ήχο και την κίνηση μιας άλλης εποχής και άλλων ανθρώπων. Όλα τα βιώματά του είναι ντυμένα με μουσική. Γι’ αυτόν ο χορός και η μουσική αποτελούν διέξοδο από την πνιγηρή καθημερινότητα της κλειστής κοινωνίας, απαλύνουν τις κακουχίες της εποχής, αντικατοπτρίζουν τη σημασία που έχουν στην ατομική και κοινωνική του ζωή, στην τέχνη και στο συναίσθημα του χορευτή-πρωτοχορευτή. Είναι σαν να κάνει διάλογο με την παράδοση και την ιστορία. Μας μεταφέρει τον λαϊκό πολιτισμό απλών ανθρώπων που βίωσαν δύσκολες συνθήκες, αλλά παρόλα αυτά έζησαν, δημιούργησαν, χόρεψαν, τραγούδησαν και άφησαν πίσω τους κληρονομιά. Μεταφέρει ένα σύνολο εκδηλώσεων, τελετουργιών, ανθρώπων, ηθών και εθίμων, απαραίτητο υλικό για τη γνώση της ιστορίας του τόπου και τη σύνδεση με την παράδοση. Η παράδοση με όσα περικλείει δεν αποτελεί για τον ίδιο προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά ζει μέσα του, ξαναζωντανεύει και μεταφέρεται αναλλοίωτη για να αποτελέσει εν τέλει κοινό παρονομαστή κάθε επόμενης γενιάς. Στο πόνημά του διασώζει από τη λήθη πτυχές της καθημερινότητας, σκιαγραφώντας το χωριό του, «το στολίδι», όπως το αποκαλεί ο ίδιος. Η αγάπη του και η νοσταλγία για τον γενέθλιο τόπο του είναι εμφανής σε κάθε σημείο του έργου του. Μιλώντας, εξάλλου, για την καταγωγή του, αναφέρεται πρώτα ως Νεραϊδιώτης και μετά ως Τζουμερκιώτης. Πρόκειται για τον χαρακτηριστικό τρόπο αυτοπροσδιορισμού των Τζουμερκιωτών, για τους οποίους πατρίδα και γενέτειρα ήταν το χωριό τους1. Κάθε ιστορία του είναι αφορμή για να μιλήσει για το χωριό του και η ιστορία του χωριού γίνεται αφορμή να μιλήσει για τους κατοίκους. Ο Σπύρος Νεραϊδιώτης γράφει εν τέλει σαν να εκπληρώνει ένα χρέος στον τόπο καταγωγής του, αλλά και σε εκείνη τη γενιά, τη γενιά του ’60, όπως την αποκαλεί ο ίδιος. 1. Αυδίκος Ευάγγελος, Αναπαραστάσεις των Τζουμέρκων στον επιστημονικό και δημόσιο λόγο των Τζουμερκιωτών αναζητώντας την ταυτότητα του άλλου, Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, Πρακτικά Α’ Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα, Ιωάννινα 2008 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

179

Εύχομαι το βιβλίο αυτό να αποτελέσει ένα ακόμη ερέθισμα για παρόμοιους προβληματισμούς και ανησυχίες σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά και τον τόπο καταγωγής του καθενός. Ας είναι καλοτάξιδο!

* Ο Γεώργιος Αθ. Μπαζούκας είναι καθηγητής φυσικής αγωγής, χοροδιδάσκαλος, ερευνητής και μεταπτυχιακός φοιτητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στον τομέα της λαογραφίας.

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Παναγιώτα Π. Λάμπρη*

Ο ΗΛΙΟΣ και το ΦΩΣ στην ποίηση του Σωτήρη Ζυγούρη

Ό

ταν στις 22 Απριλίου 2013 μίλησα στα Φιλολογικά Βραδινά, τα οποία οργανώνει η Εταιρεία Λογοτεχνών Ν/Δ Ελλάδος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Πάτρας, με θέμα «Ο ποιητής Σωτήρης Ζυγούρης - Εκφάνσεις της ποιητικής του γραφής»1 αναφέρθηκα και στην κυρίαρχη θέση την οποία κατέχει στην ποίησή του ο Ήλιος. Συγκεκριμένα είπα: «Και ηλιοκεντρική είναι η ποίηση του Σωτήρη Ζυγούρη, μια και ο Ήλιος και το Φως που αυτός εκπέμπει, στοιχεία ούτως ή άλλως με πολλούς συμβολισμούς, τη διαπερνούν ως βασικοί άξονες· ο ουρανοδρόμος και ταξιδευτής Ήλιος, που άλλοτε «κονταροχτυπιέται/ με τα σκοτάδια» και «μεσούρανα παλεύει για το δίκιο» (Ειρήνη, σ. 57), άλλοτε είναι αυτός που στο όνομά του ορκίζονται, όσοι έχουν τη ζωή τους στα ιδανικά δοσμένη, άλλοτε είναι πρόκληση και πρόσκληση για αγώνες που δίνουν νόημα στα πράγματα του κόσμου, άλλοτε είναι απλά το φως της μέρας, αυτό που αυξαίνει τις ομορφιές του κόσμου τούτου, που ανασταίνει τα σπαρτά και κατ’ επέκταση τη ζωή των ανθρώπων, που τη θαλπωρή του την προσφέρει σ’ όλους, πλούσιους και φτωχούς χωρίς διάκριση, άλλοτε…

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ Τόσο χαρτί ξοδεύτηκε/ για το ψέμα/ και αυτό ακόμα δε στέρεψε./ Τόσα χρώματα ζωγράφισαν/ την ασκήμια/ κι αυτή πάντα αχάριστη./ Τόσες καρδιές πάλεψαν/ για το δίκιο/ και αυτές αφαιρέθηκαν/ απ’ τον ήλιο./ Όσοι μίλησαν την αλήθεια/ μοίρασαν τη ζωή τους/ με τον κόσμο. (σ. 67)

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ Τ’ απόβραδα η σκέψη μου/ ξεμακραίνει/ σαν ένα μεγάλο πέτρινο καράβι/ που ξεμακραίνει στον ορίζοντα/ και διασχίζει το μέλλον./ Μ’ αυτό το καράβι/ φτάνω στην παραλία του Ιουλίου./ Εκεί στις αμμουδιές του ονείρου/ συγκεντρώνω τα κοράλλια/ της θύμησης/ μέσα στο πυρωμένο τσουκάλι/ του Ήλιου./ Κάτι απ’ τη λάμψη τους/ έχουν τα μάτια μου/ και κάτι απ’ το φλοίσβο τους/ η φωνή μου. (σ. 232)

Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ Πέρασα τη ζωή μου/ ταξιδεύοντας μέσα στην ουτοπία./ Αρνήθηκα τον εαυτό μου/ με τη γνώση ανοίγοντας δρόμο./ Έδωσα τις δυνάμεις μου/ σε μια υπόσχεση ιερή με τον Ήλιο/ για το ψωμί του κόσμου/ και τ’ όνειρο. (σ. 246)» Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο Ήλιος και το Φως στην ποίηση του Σωτήρη Ζυγούρη

181

Σε συνέχεια αυτής της αναφοράς και περιδιαβαίνοντας για άλλη μια φορά την ποίηση του Σωτήρη Ζυγούρη, είπα να δώσω μια ευκαιρία στον εαυτό μου, αλλά και σ’ όσους στη συνέχεια θα μελετήσουν τούτο το κείμενο, να δούμε ευρύτερα τη θέση ή μάλλον την πρωτοκαθεδρία την οποία έχει ο Ήλιος στην ποιητική του γραφή. O Ήλιος! Ο κύριος του κόσμου, ο αιώνιος υπέρτατος, ο θεός ταξιδευτής, που από το τέθριππο άρμα του θεάται τα πράγματα του κόσμου και στη χάρη του εύχονται εδώ και χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι! Ο αρχέγονος και ζωοδότης Ήλιος, που με τις ακτίνες του στέλνει στη γη το φως της ζωής! Ο Ήλιος, άστρο σύμβολο, του οποίου το όνομα είναι συνώνυμο της γνώσης, της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της αγνότητας, της ελευθερίας,…, εννοιών δηλαδή οι οποίες βρίσκονταν υπό την εποπτεία και τη σκέπη του Απόλλωνος, θεού του φωτός, του ήλιου, της μαντικής, της μουσικής, της ποίησης και εν γένει των τεχνών! Ο Ήλιος δημιουργός, που για έργα πνευματικά και καλλιτεχνικά, από την εποχή κατά την οποία στα σπήλαια κατοικούσαν τους θνητούς εμπνέει! Αυτός ενέπνευσε και τον Σωτήρη Ζυγούρη, όπως άλλωστε και πλήθος άλλων μειζόνων και ελασσόνων ποιητών από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας, και δεν είναι απλά παρών στην ποίησή του, αλλά απαντάται με τόση συχνότητα, ώστε δικαιωματικά να της ταιριάζει και με το παραπάνω ο χαρακτηρισμός «ηλιοκεντρική», τον οποίο έδωσε με αφορμή την παρουσίαση της ποιητικής του συλλογής «Η ηλικία των δένδρων» ο Βασίλης Κολτούκης.2 Πόσο, μάλλον, που οι λέξεις Ήλιος και Φως, οι οποίες αναφέρονται εβδομήντα δύο και τριάντα πέντε φορές αντίστοιχα στο εκδομένο έργο του, συνεπικουρούνται από πλήθος σύνθετων, παραγώγων, συνωνύμων, αντιθέτων ή άλλων λέξεων που σχετίζονται άλλοτε ετυμολογικά κι άλλοτε εννοιολογικά μ’ αυτές επιτείνοντας τη σημασία, την οποία έχουν για την ουσία της ποιητικής του γραφής. Υπηρέτες στον ίδιο σκοπό προστρέχουν οι ιδιαίτεροι προσδιορισμοί, οι οποίοι αναφέρονται στον Ήλιο και το Φως, καθώς και το γενικότερο ύφος και ήθος του λόγου. Έτσι, με λέξεις όλο φως ή με άλλες που το υποδηλώνουν μέσω της παρουσίας ή της απουσίας του, ο ποιητής αισθητοποιεί και σημασιοδοτεί πολλές εκφάνσεις των ανθρωπίνων, μας καλεί να τις δούμε μέσα από το βλέμμα του και να κατακτήσουμε τα νοήματά τους με τις δικές μας αποσκευές, οι οποίες εμφωλεύουν στο πνεύμα, στην καρδιά και στην ψυχή μας. Επομένως, με όποια αρματωσιά κι αν τις ψηλαφήσουμε, μένει ν’ αφήσουμε ανοιχτές τις πύλες του σώματος και της ψυχής μας, για να αισθανθούμε ό,τι εκλεκτό υπάρχει εκεί κι απλόχερα μας προσφέρεται. Ουσιαστικά, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, ως άλλες μέλισσες θα τρυγήσουμε εκείνα που την ψυχή και το πνεύμα μας ευφραίνουν. Αν, μάλιστα «η ποίηση είναι η έκφραση του ωραίου, διαμέσου λέξεων περίΈ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


182

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

τεχνα υφασμένων μεταξύ τους», όπως είπε ο Αργεντινός συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες, τότε ας αναζητήσουμε τις «φωτεινές» λέξεις στην ποίηση του Ζυγούρη κι ας απολαύσουμε την περίτεχνη ύφανσή τους μ’ έναν τρόπο που θα αναδεικνύει τις λέξεις χωρίς να απεμπολεί την ποιητικότητά τους. Τις λέξεις, τις μονάδες λόγου, με τις οποίες επικοινωνούμε πολύ πριν μάθουμε να το κάνουμε αυτό με προτάσεις. Τις λέξεις, τα γλωσσικά δηλαδή σημεία, τα οποία αποτελούνται από την ένωση της έννοιας και την ηχητική της ακολουθία και μας βοηθούν να γινόμαστε δημιουργοί λόγου. Λόγου καθημερινού, επιστημονικού, λογοτεχνικού,… και να ξεχωρίζουμε μέσω αυτού απ’ όλα τα έμβια όντα. Από την πρώτη, λοιπόν, ποιητική συλλογή του Σωτήρη Ζυγούρη με τον τίτλο «Κόκκινος κύκλος» (1979), όπου είναι εμφανής η πολιτική του στράτευση, η λέξη Ήλιος σηματοδοτεί κατά κάποια έννοια τη σταθερή και αδιάλειπτη παρουσία του σ’ όλο το μετέπειτα έργο του. Έτσι, στις «Μέρες οργής» (σ. 28), οι στίχοι «πες καλημέρα για αύριο/ κι ο ήλιος θα ’ρθει επισκέπτης/ στην πόρτα σου» κλείνουν με αισιόδοξη ματιά ένα κατεξοχήν πικρό ποίημα, στο οποίο κυριαρχούν «οι νύχτες ταφόπλακες», το σκοτάδι, η σιωπή, η ανάγκη, η ανελέητη μοίρα, η πίκρα. Στα «Ματωμένα χιλιόμετρα» (σ. 29), όπου αναφέρονται τα ονόματα του Λένιν και του Γρηγόρη Λαμπράκη, υποκλίνεται στους αγώνες του λαού και με σηματοδότες το φως και τον ήλιο γράφει: «Η πορεία μας μεγάλη/ σαν την πορεία του φωτός/ απ’ το σύμπαν στον πλανήτη μας./ […]/ Πορεία του δίκιου/ πρωταγωνίστρια/ πορεία ηφαίστειο./ Ένα κόκκινο φως/ δυνατό σαν τον ήλιο/ θεριεμένη στην ψυχή του λαού./ Πορεία αγώνων/ πορεία μνήμης.» Και στην «Ηλιοφάνεια» (σ. 30), όπου ξεχειλίζει η οργή, μέσα σε μια σκοτεινή ατμόσφαιρα, η οποία υποβάλλει λογής αδικίες του κόσμου τούτου και θαρρείς πως από ώρα σε ώρα κάτι κακό θα ξεσπάσει, όχι άστοχα, υπερισχύουν, κομίζοντας την ελπίδα της αλλαγής, οι αναφορές στον ήλιο και το φως: «[…] εκατομμύρια έτη φωτός/ χιλιάδες μικροί και μεγάλοι Ήλιοι/ περιμένουν/ την απόσταση της αλήθειας/ να φωτίσουν/ το σύμπαν·/ άπλετο φως στις καρδιές/ στο νου·/ φως στα μονοπάτια που βγάζουν/ στη λαμπρή λεωφόρο/ της δικαιοσύνης.» Στα άλλα ποιήματα της συλλογής ο ήλιος και το φως ή απουσιάζουν ή υποφώσκουν, με εξαίρεση το ποίημα «Εργάτες» (σ. 37), όπου ο Ήλιος μετέχει μέσα σ’ ένα νοηματικό πλαίσιο κοινωνικού αγώνα στην παρομοίωση που λέει: «Σ’ ένα στέγαστρο εργάτες περιμένουν/ με την καρδιά και το νου/ στην κορυφή της συνέπειας/ με την προκήρυξη της απεργίας/ στα χέρια τους/ που φεύγει από χέρι σε χέρι/ έτσι όπως φεύγει ο Ήλιος/ από παράθυρο σε παράθυρο/ με το χάραμα της αυγής.» Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Σωτήρη Ζυγούρη, η οποία φέρει τον τίτλο «Ξύλινα τρακτέρ» (1979), παραπέμπει χωρίς άλλο στη συλλογή «Τρακτέρ» Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο Ήλιος και το Φως στην ποίηση του Σωτήρη Ζυγούρη

183

(1934) του Γιάννη Ρίτσου και φέρει έντονα όχι μόνο την ιδεολογική σφραγίδα του γράφοντος, αλλά μιλά με επάρκεια για τον βαθύ ανθρωπισμό και την έγνοια του για έναν κόσμο, όπου θα βασιλεύει η ειρήνη και τα παιδιά θα ζουν ευτυχισμένα. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ ήταν ικανή αφορμή για να παραθέσει ως εισαγωγή την «Ανταπόκριση» (σ. 47) και να γράψει ένα πολύστιχο ποίημα με τον τίτλο «Βιετνάμ – Η καρδιά του κόσμου», όπου σ’ έναν στίχο του έχει θέση και ο ήλιος (σ. 64). Το πρώτο, λοιπόν, ποίημα αυτής της συλλογής δεν αφιερώνεται απλά στον ομοϊδεάτη του ποιητή Ρίτσο, αλλά έχει ως τίτλο «Στο Γιάννη Ρίτσο», όπου με γραφή και ύφος που μας πάει κατευθείαν στην ποίηση εκείνου, κάνει ένα προσ­ κλητήριο σε επώνυμους και ανώνυμους ιδεολογικούς συντρόφους, και όχι μόνο, να ευχηθούν για τα εβδομηκοστά του γενέθλια: «[…] σα σφίξουμε το χέρι του Γιάννη Ρίτσου,/ να ευχηθούμε στα εβδομήντα του χρόνια,/ στα εβδομήντα μεγάλα ποιήματα/ ένα ανοιχτό παράθυρο στις καρδιές μας και στον Ήλιο.» Στα «Ξύλινα τρακτέρ» «Κάτω απ’ τον Ήλιο/ σκοτεινά υπόγεια/ μέρα - νύχτα ταράζονται/ απ’ την ησυχία τους.» (σ. 54), ενώ αλλού, όπως προαναφέρθηκε, «Ο ήλιος κονταροχτυπιέται/ με τα σκοτάδια/ […]» (σ. 57) και «Μεσούρανα παλεύει για το δίκιο.» (σ. 57) που για να το κατακτήσεις και να το βιώσεις καθόλου εύκολο δεν είναι. Πόσο μάλλον που πολλοί απ’ αυτούς, οι οποίοι αγωνίζονται διεκδικώντας το, συχνά δεν ζουν, για ν’ απολαύσουν τα αγαθά, τα οποία από την επικράτησή του προκύπτουν, αφού «Τόσες καρδιές πάλεψαν/ για το δίκιο/ και αυτές αφαιρέθηκαν/ απ’ τον ήλιο»! (σ. 67) Όμως, ο ήλιος είναι πάντα εκεί και στο ποίημα «Μεγάλωσαν» (σ. 73) εκπέμπει αισιοδοξία:

ΜΕΓΑΛΩΣΑΝ Μεγάλωσαν χωρίς γάλα/ μα ορκίστηκαν σ’ αυτό/ να μη λείψει απ’ τον κόσμο./ Μεγάλωσαν στην αντιφεγγιά/ του ουρανού/ μα ορκίστηκαν στον ήλιο/ να φωτίσουν τις γειτονιές/ με χαμόγελα./ μεγάλωσαν στα χαμόκλαδα/ σα σπουργίτια/ ωστόσο φτάσαν ψηλά/ για να ταΐσουν/ το χελιδόνι της άνοιξης. Στο ποίημα «Αγρότες» (σ. 61), όπου αισθητοποιείται μέσω των λέξεων και των εικόνων η δύσκολη ζωή των αγροτών, την οποία από πρώτο χέρι γνωρίζει ο ποιητής, ο ήλιος, αν και κατά τα άλλα ζείδωρος, δεν είναι καθόλου φιλικός μαζί τους, αφού «καυτός σα λάδι/ τους έγδαρε το κορμί». Η ποιητική συλλογή «Ποίηση 1983-1987» (1987), αφιερωμένη «Στους μαχητές της πέτρας, του σιδήρου, της ανάγκης», αποτελείται από δύο μέρη, τα οποία έχουν ως τίτλους «Ο άνθρωπος» και «Ο λόγος». Στο πρώτο μέρος, σε μια ατμόσφαιρα που πρωτοστατούν άνθρωποι του μόχθου και ιδεολογικοί σύντροφοι του ποιητή, το φως είναι λίγο ή απόν μέσω Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


184

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

λέξεων που αφορούν στη νύχτα. Εκπέμπεται από τα «φωτισμένα τζάμια» (σ. 89) κάποιου φτωχικού σπιτιού, μετέχει στην παρομοίωση, όπου «Το βράδυ μπροστά/ στο σπιτικό τραπέζι/ επιμηκύνεται/ το νόημα των λέξεων/ σαν τη σκιά των δέντρων/ απ’ το γωνιακό φανοστάτη.» και μαζί με τον ήλιο γίνονται οι λέξεις, με τις οποίες εκφράζεται η εμπιστοσύνη στους συντρόφους και η διάθεση προσφοράς και θυσίας: «Στέκουν εμπρός μου αμίλητοι/ οι ταξικοί εχθροί μου./ Μπορεί για δαύτους να μη δίνω/ δυάρα τσακιστή./ Μα για τους συντρόφους αυτούς/ που άσβηστο κρατάνε το φως/ του ήλιου/ μες τα χέρια τους/ μπορώ να διαρρήξω τις φλέβες μου/ και να τους μεταγγίσω το αίμα μου.» (σ. 93) Ενώ αλλού ο ήλιος γίνεται πάλι εκφραστής της δικαιοσύνης: «Οι ιστορικοί του μέλλοντος/ θα καταγράψουν/ τα συντελούμενα. […] Για τους ανθρώπους/ με έναν ήλιο/ από δίκιο/ μες στο κεφάλι τους.» Στο δεύτερο μέρος το φως υπάρχει, βέβαια, με χρήση της λέξης καθώς και του οικείου μας ήλιου, αλλά εμφωλεύει και σε λέξεις, όπως η διαύγεια και η φεγγαρόπετρα (σ. 100), ο φεγγίτης (σ. 103) κι η φωτιά (σ. 109) και δηλώνεται δια της απουσίας του, όπως το συνηθίζει ο ποιητής, με λέξεις, όπως το σκοτάδι (σ. 109), η νύχτα και οι σκιές (σ. 110). «Το σώμα της Άνοιξης» (1996), τέταρτη ποιητική συλλογή, φέρει μέσω του τίτλου χαρά και αισιοδοξία και την αφιερώνει: «Στη θεία μου Χρυσούλα Ζυγούρη. Δείγμα αγάπης, εκτίμησης, σεβασμού. Σ. Ζ.» Εδώ, χωρίς ν’ απουσιάζουν οι λέξεις, οι οποίες «φωτίζουν», έχουμε κάποια ποιήματα με προσωπικό τόνο, μερικά μάλιστα ανήκουν σ’ αυτά που τα λέμε «εις εαυτόν». Στην «Αναζήτηση», για παράδειγμα, γράφει «Μη μ’ αναζητήσετε/ στις φωτεινές επιγραφές/ στις ιλουστρασιόν διαφημίσεις […] Μη με αναζητήσετε/ στις φεγγαρόλουστες νυχτιές […]» (σ. 128), στις «Χρονολογίες» «Μια πηγή έρχεται/ από πολύ μακριά/ γεμίζοντας φως/ τη ζωή μας/ εξαγνίζοντας/ τη μορφή μας/ ημερεύοντας/ την οργή μας.» (σ. 129) και στις «Επιλογές» «Τώρα ξέρω/ ότι το φως υψώνεται/ σαν πέτρινο άγαλμα/ πάνω απ’ το χρόνο/ μες στην αιωνιότητα.» (σ. 131). Η συλλογή «Η ηλικία των δέντρων» (1998), αφιερωμένη στον γιο του Πασχάλη, ξεχειλίζει από Ήλιο και Φως! Ο Βασίλης Κολτούκης3 σημειώνει μεταξύ άλλων πως σ’ αυτή τη συλλογή «που περιλαμβάνει 30 ποιήματα, ο ποιητής φανερώνει την ωριμότητά του, την διαύγεια της σκέψης του, την απλότητα και λιτότητα του λόγου του. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ολόκληρη η συλλογή είναι ένα μεγάλο αυτόνομο ποίημα. Αν πάρουμε τους τίτλους των ποιημάτων θα παρατηρήσουμε μια συνεχή ροή θέματος με ηλιοκεντρική πορεία έχοντας σαν άξονα την Δικαιοσύνη και ακτίνες τον Έρωτα, την Ομορφιά, την Φιλία, την Ελευθερία.» Σ’ άλλο σημείο, μάλιστα, μιλάει για «διονυσιακή έξαρση του Ήλιου» σ’ αυτή τη συλλογή, στην οποία η λέξη Ήλιος αναφέρεται είκοσι φορές! Για των λόγων το αληθές, να, μερικές φράσεις πεπληρωμένες με Ήλιο και Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο Ήλιος και το Φως στην ποίηση του Σωτήρη Ζυγούρη

185

Φως: «Ο ήλιος ο πρώτος που φωτίζει/ τα ωραία κορίτσια» (σ. 138), «Φέτος το καλοκαίρι πέρασε/ με τους θεριστές/ καίγοντας σπίρτα/ μες στο μεγάλο αλώνι του ήλιου/ ανεμίζοντας φως και σιτάρι/ για τη δοξολογία/ της ανάστασης.» (σ. 147), «Κάθε που βραδιάζει/ ένας μαντατοφόρος/ φτάνει στην πόρτα μας./ Αυτός διηγείται/ τη μακρινή πορεία του ήλιου.» (σ. 148), «Τη δωδεκάτη ώρα/ συνάντησα τους θεριστές/ με τις μεγάλες μαντίλες/ του Ήλιου.» (σ. 149), «Είχαν μια σχέση/ καθαρή με τον Ήλιο/ και σίγουρη με τον κόσμο.» (σ. 150), «Εκεί σταχυολογώ δυο δάχτυλα φως/ τα ρίχνω μέσα στον κόρφο μου/ σηκώνω το βλέμμα μου/ έως επάνω στον ήλιο/ και με αυτό το μαχαίρι πελεκάω/ αυτά τα κλωνάρια/ και φκιάχνω ταπεινές ράβδους/ για τους ασήμαντους, τους οδοιπόρους,/ τους ανήμπορους/ απλά στοιχειώδη στηρίγματα/ για τους βραχμάνους, τους ερημίτες/ και τους τσοπάνους.» (σ. 152), «Πέρα, μακριά στο ποτάμι,/ ο ξωμάχος άναψε το στερνό του/ τσιγάρο,/ στηρίχτηκε στο μπαστούνι του/ και κίνησε για το σπίτι/ την ώρα που ο Ήλιος διεκπεραίωνε/ και την τελευταία του επιστολή,/ μπροστά στο κατώφλι/ τούτης της μακρινής πολιτείας.» (σ. 166). Από τη συλλογή «Ημερολόγιο αναμνήσεων» (1999), η οποία περιλαμβάνει μόλις εννέα ποιήματα και την αφιερώνει «Στη μνήμη των νεκρών των κοινωνικών αγώνων», δεν θα μπορούσαν, όπως και σ’ όλες τις άλλες, να απουσιάζουν ο Ήλιος και το Φως. Μόνο τα τρία από τα εννιά ποιήματα έχουν, άλλωστε, σχετικούς τίτλους, όπως «Φωταγωγία» (σ. 173), «Όταν λιγοστεύει το φως» (σ. 175) και «Η φλόγα που καίει» (σ. 180) που κατευθύνει τον νου μας στο εμβληματικό έργο του Κώστα Βάρναλη «Το φως που καίει» (1922). Σ’ αυτή τη συλλογή μάλιστα απαντάται πιο συχνά η λέξη Φως, παρά η λέξη Ήλιος, καθώς και άλλες λέξεις, οι οποίες το υποδηλώνουν, όπως η αναλαμπή των άστρων (σ. 171), η φωταγωγία (σ. 173), η φλόγα (σ. 180). Επόμενη συλλογή, το «Μεταίχμιο» (2001), η οποία είναι αφιερωμένη «Σ’ αυτούς που έδωσαν δείγματα ενόρασης, συναίσθησης, επιείκειας.» Αυτή, αν και περιέχει συνολικά τριάντα ποιήματα, μόνο στα πέντε υπάρχει αναφορά της λέξης ήλιος και μόνο στο ένα τρίτο εξ αυτών λέξεις που έχουν κάποια σχέση με το φως. Εδώ, ανάμεσα σ’ άλλους στίχους, «Ο Ήλιος στέλνει τους πιο θερμούς/ χαιρετισμούς/ σ’ όλους τους ταπεινούς.» (σ. 193) κι ο όρκος μπροστά στον Ήλιο δίνεται:

Ο ΟΡΚΟΣ Τον όρκο/ μπροστά στον Ήλιο/ ξεδίπλωσα/ τις φοβερές ημέρες/ μνημονεύοντας./ Να στροβιλίσει/ ο άνεμος/ όλο του το κόκκινο/ τα μέσα του κόσμου/ φως γεμίζοντας. (σ. 186) Οι επόμενες δύο συλλογές «Τα Υστερόγραφα» και το «Ηλιοστάσιο» περιέχουν, όπως και το «Μεταίχμιο», από τριάντα ποιήματα. «Τα υστερόγραφα» Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


186

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

(2002), αφιερωμένα «Στο ανθρώπινο Γένος», έχουν αρκετό Ήλιο και Φως και περιέχουν ικανό αριθμό ποιημάτων απευθυνόμενων «εις εαυτόν». Αλλά, ας μιλήσουν καλύτερα, χωρίς σχόλια, κάποια απ’ αυτά:

ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ Με πληγώνει η δυστυχία/ και η ματαιοδοξία του κόσμου./ με πληγώνουν οι στίχοι μου/ και το φως μου./ Με πληγώνει ο ίδιος ο εαυτός μου. (σ. 221)

Ο ΟΔΗΓΗΤΗΣ Κοίταξα μέσα στου δίσκου/ το ανέσπερο φως./ Ήμουν ωραίος και δυνατός./ Ήταν ο πρώτος μου εαυτός./ Οδηγητής μου ήταν ο Θεός./ Κοίταξα μέσα στου Ήλιου/ το αέναο φως./ Ήμουν μόνος μου και σκυφτός./ Οδηγητής μου ήταν ο εχθρός/ ο άλλος μου εαυτός. (σ. 233)

Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ Πέρασα τη ζωή μου/ ταξιδεύοντας μέσα στην ουτοπία./ Αρνήθηκα τον εαυτό μου/ με τη γνώση ανοίγοντας δρόμο./ Έδωσα τις δυνάμεις μου/ σε μια υπόσχεση ιερή με τον Ήλιο/ για το ψωμί του κόσμου/ και τ’ όνειρο. (σ. 246) Το «Ηλιοστάσιο», η τελευταία ποιητική συλλογή του Σωτήρη Ζυγούρη, κυκλοφόρησε το 2003, χρονιά του θανάτου του, και είναι αφιερωμένη «Στους συντρόφους». Ο τίτλος οδηγεί τον νου στις ετήσιες τροπές του Ήλιου, οι οποίες φέρνουν τη μεγαλύτερη και τη μικρότερη μέρα του χρόνου και συνοδεύονται από πλήθος λαϊκών δοξασιών. Όμως, έχουμε να κάνουμε με ποίηση. Κι ο ποιητής που σ’ όλες του τις συλλογές προβάλλει τον Ήλιο, άλλοτε στην πραγματική του διάσταση κι άλλοτε με πλείστους συμβολισμούς, εδώ τον έχει ως προμετωπίδα, αλλά και στα ποιήματα της συλλογής απαντάται συνολικά είκοσι μία φορές, από τις οποίες τέσσερις σε σύνθετες λέξεις, όπως ηλιοστάσιο, ηλιαχτίδα (δυο φορές) και λιόγερμα. Σ’ αυτή τη συλλογή ο Σ. Ζυγούρης αποτίει φόρο τιμής σε τρεις σημαντικούς Έλληνες ποιητές. Στον Γιάννη Ρίτσο, για δεύτερη φορά, στον Κώστα Καρυωτάκη και στον Κ. Π. Καβάφη, αφήνοντας να εννοηθεί πως τρέφει ιδιαίτερη εκτίμηση στο έργο τους και κατά το μάλλον ή ήττον έχει επηρεαστεί απ’ αυτό. Ενδιαφέρον είναι πως το περιεχόμενό τους είναι εμπνευσμένο και από το έργο εκείνων. Έτσι, το αφιερωμένο στον Ρίτσο έχει τον τίτλο «Χαιρετισμός» (σ. 259) και τελειώνει με τους στίχους «[…] Κάθε φορά που ένας λαός/ σπάζει τα σίδερα της τυράγνιας/ τέσσερις μικρές ηλιαχτίδες φεύγουν/ μες απ’ τις σελίδες της Ρωμιοσύνης.» Εκείνο στον Καρυωτάκη τιτλοφορείται «Διάσταση» (σ. 260) και δεν περιέχει, όπως κι εκείνο στον Καβάφη, ήλιους και ηλιαχτίδες: «Μας παγώνουν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο Ήλιος και το Φως στην ποίηση του Σωτήρη Ζυγούρη

187

οι δρόμοι/ κι η μοναξιά των ανθρώπων./ Μας παγώνει η νοτιά του φθινοπώρου/ κι οι σκιές του απόβραδου./ Μας παγώνει η παρακμή του κόσμου/ και το ταξίδι του πόνου.» «Αναχωρήσεις» είναι ο τίτλος του αφιερωμένου στον Καβάφη ποιήματος κι στίχοι του οι ακόλουθοι: «Μην αναζητήσεις τις χαρές/ στις αποσκευές της θύμησης/ μην προσπαθήσεις./ Έτσι που κουρασμένος είσαι/ μαζί σου μείναν στο σταθμό εκεί/ με τις αναχωρήσεις.» Αλλά, ας πάμε πάλι στον Ήλιο και το Φως! Να δούμε πώς «Χέρια σεμνά και τιμημένα/ σαν στάχυα σταριού/ λάμπουν στον Ήλιο […]» (σ. 255), πώς «Απόψε ο οικοδεσπότης/ οδήγησε τη συντροφιά του/ από σίγουρο πέρασμα/ όπως ο Ήλιος το καραβάνι του/ μέσα στην έρημο.» (σ. 262), πώς «Όταν ένα χαμόγελο σιγουριάς/ ζεσταίνει τις καρδιές των ανθρώπων/ δυο καλοψημένα καρβέλια ετοιμάζονται/ μέσα στην καμινάδα του Ήλιου.» (σ. 264), πώς «κάθε που ξημερώνει/ φεύγουν στον ορίζοντα του Ήλιου οι σύντροφοι/ οι δροσουλίτες, οι αναχωρητές του κόσμου/ κι οι χειρομάχοι της γης.» (σ. 270), πώς «Τα παιδιά με το άσπρο πουκάμισο/ και το ανοιγμένο βιβλίο/ μπροστά στο παράθυρο/ χαμογελάνε στον Ήλιο.» (σ. 279), πώς… Ούτως ή άλλως ο Ήλιος είναι παρών στα ποιήματα, για να λαμπρύνει τα πράγματα του κόσμου, για να οδηγεί, για να ζεσταίνει τις καρδιές, για να εμπνέει, για να αποτελεί επιδίωξη και όραμα, για να σηματοδοτεί τον αγώνα και την ελπίδα, για να μεταφέρει μηνύματα ανθρωπιάς και ειρήνης, για να εκφράζει αισθήματα φιλίας κι αγάπης, για να… Με το τελευταίο, μάλιστα, αφιερωματικό ποίημα της συλλογής να περιέχει τέσσερις φορές τη λέξη Ήλιος, ο ποιητής εύγλωττα, όσο πουθενά αλλού, αποκαλύπτει περισσότερα γι’ αυτόν:

ΕΠΙΛΟΓΟΣ Το βιβλίο/ το αφιερώνω/ στον Ήλιο/ που με εμπνέει να γράφω/ και φωτίζει τους δρόμους μου./ Ο Ήλιος μου είναι/ ένας απ’ τους χιλιάδες Ήλιους/ του κόσμου./ Ο Ήλιος μου είναι ο ίδιος/ ο εαυτός μου.» (σ. 284) «Ο Ήλιος μου είναι ο ίδιος/ ο εαυτός μου» γράφει ο Σωτήρης Ζυγούρης στο ακροτελεύτιο ποίημα της τελευταίας του συλλογής, η οποία προφανώς δεν γνώριζε πως θα ήταν τέτοια, μια κι ο θάνατός του υπήρξε αιφνίδιος. Παρόλα αυτά το σύμπαν συνηγόρησε, ώστε να έχουμε τούτη την «ομολογία», η οποία μας βοηθάει μερικώς να κατανοήσουμε την εμμονή του στην αναφορά της λέξης Ήλιος, αλλά και της λέξης Φως, οι οποίες πληθωρικά ενυπάρχουν στην ποίησή του. Και όχι μόνο αυτές, αλλά κι άλλες συγγενικές νοηματικά λέξεις, όπως η αναλαμπή, η λάμψη, το ηφαίστειο, η αντιφεγγιά, η ξαστεριά, τα λιοπύρια, η ηλιοφάνεια, η αυγή,…, οι οποίες φωτίζουν και προσδίδουν ζεστασιά σε ποιήματα πιο λυρικά και αυτοβιογραφικά, αλλά και σε άλλα με πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


188

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

Αλλά, γιατί τόσος Ήλιος και τόσο Φως; Το ερώτημα θα αιωρείται πάνω απ’ τους στίχους του, σχεδόν ηθελημένα, ως αναπάντητο, ώστε ο κάθε αναγνώστης, πέρα από αυτή καθαυτή την «ομολογία» του ποιητή, να αδράχνει σε κάθε απόπειρα ανάγνωσης την ευκαιρία να συνομιλήσει μέσω των δικών του κωδίκων και να κάνει τη δική του, μοναδική κάθε φορά ανάγνωση, η οποία αναδεικνύει και την ουσία της ποιητικής γραφής. Κι αυτό, γιατί ποτέ δεν γνωρίζουμε ακριβώς «τι θέλει να πει ο ποιητής!», αλλά μπορούμε κάτι από τα σημαινόμενα της ποίησής του να ψυχανεμιστούμε και με της ψυχής και του πνεύματός μας τους παλμούς να αισθανθούμε. Με τούτα κατά νουν και με της καθεμιάς ανάγνωσης την ιδιαιτερότητα, μήπως οι λέξεις αυτές καθώς και οι συναφείς τους έρχονται, για να γλυκάνουν τον εσωτερικό πόνο, ο οποίος προέρχεται και συχνά ξεχειλίζει έχοντας ως αφορμή εσώτερες δυσχερείς αναζητήσεις και αδιέξοδα του ποιητή; Μήπως έρχονται ως αντιστάθμισμα για όσα άσχημα συμβαίνουν στον κόσμο, όπως οι πόλεμοι, οι πάσης φύσεως αδικίες εις βάρος των αδυνάτων,…, για τα οποία ο ποιητής πάσχει και αγωνίζεται με τις όποιες δυνάμεις του να εξαλειφθούν από προσώπου γης; Μήπως πιστεύει πως αναδεικνύοντας όλα ετούτα θα ’ρθει κάποτε η ώρα που θα αφυπνιστούν οι άνθρωποι και θα αγωνιστούν για έναν πιο δίκαιο κόσμο; Μήπως βαθιά μέσα του επιθυμεί η λάμψη του φωτοβόλου ήλιου να λαμπρύνει και να καθοδηγεί τις καρδιές των ανθρώπων σε ό,τι καλό; Μήπως εκ του αντιθέτου δηλώνονται όλοι κι όλα εκείνα που στερήθηκαν τον ήλιο και το φως κι ό,τι άλλο σηματοδοτούν αυτές οι λέξεις; Μήπως αποτυπώνουν το άνω θρώσκω των θνητών και τη συνεχή αναζήτησή τους για τα μεγάλα και τα υψηλά; Μήπως… Και σε ανέκδοτα ποιήματά του υπάρχουν ο Ήλιος και το Φως, βεβαιώνοντας για άλλη μια φορά πως αποτελούν κεντρικές αρτηρίες της ποιητικής του έκφρασης. Σε σημειώσεις, αλλά και σ’ ένα τέτοιο ποίημα, λοιπόν, γραμμένο σε συνεχή λόγο αντικατοπτρίζονται σε μεγάλο βαθμό όλα εκείνα, για τα οποία πάσχιζε ο Ζυγούρης, με τις επίμαχες λέξεις να είναι παρούσες. Και της γυναίκας του Φωτεινής το όνομα υπάρχει εδώ - τι σύμπτωση να προέχεται από τη λέξη Φως - για να επιτείνει τα νοήματα και τις αξίες που πρεσβεύει! Το εν λόγω ποίημα έχει τον τίτλο «Αφιέρωση» (1998) - υπάρχει κι άλλο ένα δημοσιευμένο μ’ αυτόν τον τίτλο (σ. 247), πολύ μικρότερο σε έκταση - το οποίο κινείται στην ίδια φιλοσοφία. Αλλά, ας απολαύσουμε το αδημοσίευτο:

ΑΦΙΕΡΩΣΗ Καθώς θ’ ανοίγετε αυτό το Βιβλίο, ενώ Εγώ θα βαδίζω: σκυφτός, μόνος και άφωνος πριν την Μεγάλη Ώρα, στις ατραπούς της Ιεράς Ουτοπίας, θα βρείτε στην πρώτη σελίδα την Αφιέρωση. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο Ήλιος και το Φως στην ποίηση του Σωτήρη Ζυγούρη

189

Στο Ανθρώπινο Γένος που έζησε πριν απ’ τον ΑΝΘΡΩΠΟ, Στη Γυναίκα μου Φωτεινή και τον Γιο μου Πασχάλη που με αγάπησαν, Στους αξέχαστους Φίλους που έφυγαν, Στους χειρομάχους με το σφυρί, το δρεπάνι και το αλέτρι που μόχθησαν. Σ’ Αυτούς που στερήθηκαν το φως, το νερό, το διάλογο για τις ιδέες τους. Σ’ αυτούς που συνάντησαν την Αβάσταχτη Μοίρα, την Ωραία Γυναίκα, την Ανέπαφη Αρετή. Σ’ αυτούς που άφησαν πίσω τους εξαίσιες μουσικές, φωτεινές επιγραφές και λαμπρά διαδήματα που στολίζουν τους δρόμους. Σ’ αυτούς που συνέταξαν μεγάλους τόμους συγγράμματα για τους ασήμαντους και τους μεγιστάνες, τους λευκούς και τους έγχρωμους. Σ’ αυτούς που έκαναν Γνωστή την Αλήθεια σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Σ’ αυτούς που πιστεύουν στις Αξίες που αντέχουν στο χρόνο, στους Αγωνιστές που θέλουν την Ειρήνη, την Ελευθερία, την Πρόοδο. Σ’ Αυτούς που κληροδότησαν Στάδια, Ναούς και Μουσεία και μιαν άφθαρτη τέφρα που συμπυκνώνει την ΟΥΣΙΑ: την Αρχή, τη Συνέχεια και το Τέλος. Καθώς θα διαβάζετε τούτη την Αφιέρωση, ΕΓΩ θα ανέρχομαι τις κλίμακες του Λευκού Όρους, τυλιγμένος μες το Γαλάζιο μου Σύννεφο κρατώντας ανάμεσα στα δόντια μου τις συλλαβές που συνθέτουν το Μεγάλο Όνομα που μου χάρισαν ο Άνεμος, ο Ήλιος, ο Ουρανός. Να, και το χειρόγραφο ενός ανέκδοτου ποιήματος, το οποίο μεταλαμβάνει Ηλίου και Φωτός:

 Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


190

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

Και στη «Συμφωνία ειρήνης», στην οποία σαρκάζει κατά κάποιον τρόπο την επιστημονική επιτυχία της διάσπασης του ατόμου και, αν και περιέχει «σκοτεινές» λέξεις, όπως καταστροφή, ανοησία, νυχτώνει, σκοτάδι, βράδυ, ο ποιητής αφήνει μια χαραμάδα αισιοδοξίας πως όλα τα αρνητικά, τα οποία φοβάται πως θα συμβούν, δεν θα τελεσφορήσουν και αναμένει πως από τη φωτισμένη οθόνη θα ακουστεί μια ελπιδοφόρα συμφωνία για τη χρήση αυτής της νέας δύναμης.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΙΡΗΝΗΣ Πάνω απ’ της διάσπασης του ατόμου/ των ημερών μας την επιτυχία/ η καταστροφή αιωρείται του κόσμου/ από μια πιθανή ανοησία./ Όμως νυχτώνει./ Έρχεται σκοτάδι./ Μπροστά στην οθόνη/ ίσως το βράδυ/ δούμε τη συμφωνία./ Έχουμε μιαν ελπίδα.» Κλείνοντας τούτη την αναφορά για τη θέση που έχουν ο Ήλιος και το Φως στην ποίηση του Σωτήρη Ζυγούρη, έχω την αίσθηση πως πολλά έχουν ακόμα να ειπωθούν, ίσως κι από μένα, μια και κάθε φορά κάτω από διαφορετικές συνθήκες η ψυχή και το πνεύμα μας θεώνται από άλλη οπτική γωνία πράγματα, τα οποία πολλές φορές στο παρελθόν είχαν θεαθεί. Πέραν τούτων, πιστεύω πως, αν ο ποιητής ζούσε σήμερα που ως άνθρωποι, ως πατρίδα και ως ανθρωπότητα βιώνουμε όσα βιώνουμε, θα ένιωθε ικανοποίηση, αλλά και θλίψη, μια και τα ποιήματά του έχουν, κατά το μάλλον ή ήττον, επικαιρικό χαρακτήρα και κάποια άλλα αποδείχθηκαν σχεδόν προφητικά. Ο Σωτήρης Ζυγούρης γεννήθηκε στη Ροδαυγή Άρτας το 1954 και πέθανε στην Άρτα το 2003, ενώ βρισκόταν στην ακμή της πνευματικής του δημιουργίας. Σπούδασε πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αλλά σε εποχές που πολλοί, ακόμα και χωρίς προσόντα, βολεύτηκαν σε θέσεις με παχυλούς μισθούς, δεν καταδέχθηκε να ενδώσει προκειμένου να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας, αλλά εργάστηκε ως λογιστής, ακόμα και σε λατομείο πέτρας εργάστηκε, κάνοντας πράξη αυτά που με πολλούς στίχους του διακήρυξε. Στα γράμματα εμφανίστηκε το  1979  με την ποιητική συλλογή  «Κόκκινος κύκλος»· την ίδια χρονιά εκδόθηκε και η ποιητική του συλλογή «Ξύλινα τρακτέρ». Ακολούθησαν οι συλλογές «Ποίηση 1983-1987» το 1987, «Το σώμα της άνοιξης»  το 1996,  «Η ηλικία των δένδρων» το 1998, «Ημερολόγιο αναμνήσεων»  το  1999,  «Μεταίχμιο»  το  2001,  «Τα υστερόγραφα»  το  2002 και  «Ηλιοστάσιο» το 2003, χρονιά του θανάτου του. Το 2005, με την ευγενική χορηγία της αδελφότητας της γενέτειράς του στην Αθήνα, εκδόθηκε το έργο του σ’ έναν τόμο με τον τίτλο «Τα ποιήματα,  1975-2003», από τις εκδόσεις «Πέτρα», αν και υπάρχουν κάποια ανέκδοτα ποιήματα που δεν έχουν περιληφθεί στην έκδοση.  Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο Ήλιος και το Φως στην ποίηση του Σωτήρη Ζυγούρη

191

Υπόμνημα http://users.sch.gr/panlampri/index.files/Page8220.htm / οι αναφερόμενες στις παρενθέσεις σελίδες, τόσο της εν λόγω παραπομπής, όσο και στη συνέχεια της μελέτης, παραπέμπουν: Σωτήρης Ζυγούρης, Τα ποιήματα (1975-2003), εκδ. Πέτρα, Αθήνα 2005. Βασίλης Κολτούκης, Εφημερίδα «Ηχώ της Άρτας», 20-6-1998, σ. 11. Βασίλης Κολτούκης, ο. π.

* Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη είναι φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση http://users.sch.gr/panlampri/

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Ευάγγελος Αυδίκος*

Μανόλης Μαγκλάρας: Στ’ αχνάρια του Ηπειρώτη της Αχαΐας. Ηπειρώτες έμποροι στην αστική τάξη των Πατρών. Η ιστορία του Πανηπειρωτικού Συλλόγου Πατρών, Εκδόσεις Πικραμένος, Πάτρα 2016, σελίδες 461.

Έ

χουν ακουστεί πολλά και υμνητικά για τους Ηπειρώτες της αποδημίας. Γι’ αυτούς γράφτηκαν τα τραγούδια της ξενιτιάς, τα μαργαριτάρια της λαϊκής μας ποίησης που έχουν χωρέσει, με μια σοφή λεκτική κι εκφραστική οικονομία, τον πόνο του Ηπειρώτη της αποδημίας αλλά και την αγάπη του για τον γενέθλιο τόπο. Πέρα από τη λαϊκή ποίηση, όποιος ταξιδεύει σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας θα βρεθεί αντιμέτωπος με αφηγήσεις για καταγωγή από την Ήπειρο αλλά και για τη συμβολή των Ηπειρωτών στην ανάπτυξη του τόπου τους. Άκουσα τους Σουφλιώτες στον Έβρο να επαίρονται για την παράδοση που τους θέλει καταγόμενους από το Σούλι. Ακόμη, έμαθα, από την πρώτη στιγμή που έφτασα στον Βόλο, για τη βαθύρριζη παρουσία των Ηπειρωτών στη θεσσαλική πόλη από τα πρώτα χρόνια της συγκρότησής της στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ο πρώτος οικιστής του Βόλου ήταν Ηπειρώτης. Χρειάστηκε , όμως, έρευνα στα αρχεία της Αδελφότητας των Ηπειρωτών της Μαγνησίας, ώστε οι διάφορες ιστορίες να αποκτήσουν υπόσταση ανιστορώντας τον επίμοχθο αγώνα των Ηπειρωτών. Χρειαζόμαστε περισσότερες έρευνες σε τοπικούς συλλόγους, ώστε να αποκτήσουμε τη δυνατότητα μιας πληρέστερης εικόνας της ηπειρωτικής αποδημίας, στα όρια του ελληνικού κράτους και όχι μόνο. Ως δώρο, λοιπόν, εξέλαβα το βιβλίο του Μανώλη Μαγκλάρα για τον Πανηπειρωτικό Σύλλογο της Πάτρας, που συμβάλλει με πολλαπλό τρόπο τόσο στην κατανόηση του συγκεκριμένου παραδείγματος(Πάτρα) όσο και στη διαδικασία στη συγκρότηση μιας τυπολογίας της αποδημίας του Ηπειρώτη σε πόλεις της μετεπαναστατικής Ελλάδας, από τον 19ο αιώνα κι ύστερα. Δεν υπάρχει επαρκής πληροφορία, προϊόν έρευνας στα αρχεία αλλά και στον προφορικό λόγο Ηπειρωτών που πρωταγωνίστησαν στη διαμόρφωση κι εξέλιξη των συλλόγων και αδελφοτήτων της ηπειρωτικής αποδημίας. Το βιβλίο του Μαγκλάρα εξιστορεί την περιπέτεια των Ηπειρωτών στην αναζήτηση ευκαιριών όχι μόνο για την επιβίωσή τους, μακριά από το άγονο προγονικό έδαφος, αλλά και για την υλοποίηση των εμπορικών τους ανησυχιΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ' Αχ ν ά ρ ι α τ ο υ Η π ε ι ρ ώ τ η τ η ς Αχ α ϊ α ς

193

ών. «Ανήσυχοι και μαχητικοί Ηπειρώτες αναζητούν πρόσφορο έδαφος και κατάλληλες συνθήκες για να διοχετεύσουν τον σφοδρό τους πόθο για δράση και επιτυχία σε ξένον τόπο», γράφει ο συγγραφέας. Ο Μαγκλάρας με το βιβλίο του αλλάζει τη στερεοτυπική εικόνα του πένητα Ηπειρώτη , του στερημένου στη γενέτειρά του που παλεύει με κόπο και στερήσεις να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες, για να φάει ζεστό ψωμί. Υπάρχει αυτή η διάσταση και την τονίζει, όταν αναφέρεται στους φουρναραίους και τους μαστόρους που μετακινήθηκαν στην Πάτρα και κατάφεραν να προκόψουν. Όμως, το παράδειγμα της Πάτρας φωτίζει και μια άλλη πλευρά, που αναδεικνύει τη διορατικότητα και αποφασιστικότητα του Ηπειρώτη εμπόρου που εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Οι ιστορίες των οικογενειών Πράτσικα, Τζίνη, Κρεμμύδη, Γεροκωστόπουλου, Βότση, Πάνου, Στρούμπου , Λάππα, Πετσάλη είναι η άλλη όψη της ηπειρωτικής αποδημίας που στερεοτυπικά έχει αποδοθεί στη φτώχεια. Οι συγκεκριμένες οικογένειες αλλά και άλλες απεικονίζουν μια διαφορετική Ήπειρο. Είναι οι εκπρόσωποι του εμπορίου, που οσμίζονται τις ευκαιρίες και μετακινούνται αστραπιαία για να καταλάβουν επίκαιρες θέσεις σε οικονομίες και τόπους που μπορούν να τους διασφαλίσουν κέρδη. Οι Ηπειρώτες αυτοί διακρίνονται από έναν κοσμοπολιτισμό και εξωστρέφεια, στοιχεία που συμβάλλουν στην ταχύτατη ώσμωσή τους με την τοπική κοινωνία. Οι Ηπειρώτες αυτοί γρήγορα γίνονται μέρος της αστικής τάξης της πόλης δημιουργώντας εμπορικούς οίκους και επενδύοντας σε κερδοφόρες δραστηριότητες, όπως είναι η σταφίδα. Αυτή η προσαρμοστικότητα των αστών Ηπειρωτών της Πάτρας αποτυπώνεται όχι μόνο στην οικονομική δραστηριότητα που τους αναγορεύει σε πρωταγωνιστές της οικονομικής ζωής. Εγγράφεται και σε συμβολικές ενέργειες, όπως είναι η ανέγερση πολυτελών οικιών στο κέντρο της Πάτρας, οι οποίες προβάλλουν τις επιτυχίες τους και λειτουργούν, ακόμη και σήμερα, ως ‘κτιστά» ίχνη της λαμπρής παρουσίας τους. Πέρα απ’ αυτά, είναι και τυπικά αστική η συμπεριφορά τους με την ίδρυση εκκλησιών και την ανάπτυξη φιλανθρωπικών δράσεων. Ο Μαγκλάρας ξετυλίγει το κουβάρι των οικογενειακών αναμνήσεων των συνομιλητών του με την ταυτόχρονη αξιοποίηση άλλων πηγών για την ιστορία της Πάτρας, καθώς και γραπτών τεκμηρίων από τα οικογενειακά αρχεία. Από ένα σημείο και μετά το βιβλίο γίνεται και προσωπική μαρτυρία για τον Πανηπειρωτικό Σύλλογο της Πάτρας, καθώς ο Μαγκλάρας επέλεξε να ζήσει στην Πάτρα από τη μεταπολίτευση και μετά. Ασχολήθηκε ενεργά με τον Πανηπειρωτικό Σύλλογο κι έτσι το βιβλίο του είναι και μια βιωμένη προφορική ιστορία για την εξέλιξη της ηπειρωτικής αποδημίας στην Πάτρα, η οποία υφίσταται και παρακολουθεί τις οικονομικές αλλαγές με την αποβιομηχανοποίηση της Πάτρας. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


194

Ευ άγ γ ε λ ο ς Αυ δ ί κ ο ς

Μέσα στο βιβλίο είναι καθαρός ο ήχος της αγωνίας για την οργάνωση και συσπείρωση των Ηπειρωτών. Αναδεικνύονται άνθρωποι που μετείχαν στη διοίκηση του Πανηπειρωτικού Συλλόγου. Είναι η έγνοια για την κοινωνική προσφορά όχι μόνο στους Ηπειρώτες αλλά και στους Πατρινούς συμπολίτες τους. Οι Ηπειρώτες της Πάτρας είναι παρόντες στις πολιτιστικές και κοινωνικές δραστηριότητες είτε με τα χορευτικά είτε με ομιλίες και σύσταση αθλητικών σωματείων. Το βιβλίο του Μαγκλάρα για τους Ηπειρώτες της Πάτρας είναι μια αξιοπρόσεκτη συνεισφορά στη μελέτη της ηπειρωτικής αποδημίας αλλά και στη διερεύνηση της τοπικής ιστορίας της πόλης, καθώς οι Ηπειρώτες ήταν –και είναιενεργά κύτταρα της πατρινής κοινωνίας. Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει σημαντικό μερίδιο στην ιστορία αυτή με την μακρόχρονη ηγετική παρουσία του στα διοικητικά του συλλόγου, που κορυφώθηκε με την απόκτηση ιδιόκτητης αίθουσας αλλά και την κυκλοφορία του περιοδικού Ηπειρωτικοί Αντίλαλοι. Ο Μαγκλάρας ευτύχησε να δει το έργο του να ολοκληρώνεται. Το βιβλίο του είναι η μια ακόμη προσφορά. Εύχομαι να ακολουθήσουν το παράδειγμά του κι άλλοι Ηπειρώτες της διασποράς για άλλες πόλεις, ώστε να καταστεί δυνατή μια συνολικότερη συγγραφή της ιστορίας της ηπειρωτικής αποδημίας.

* Ο Ευάγγελος Αυδίκος είναι Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Σ Χ Ο Λ Ι Α Γ Ι Α ΤΑ « Τ Ζ Ο Υ Μ Ε Ρ Κ Ι Ω Τ Ι Κ Α Χ Ρ Ο Ν Ι Κ Α » Σπύρος Εργολάβος*

Τοπική Ιστορία και Λαϊκή Παράδοση «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ»

Μ

ε συνέπεια και συνέχεια, με πλούσια ύλη και εκλεκτούς συνεργάτες, κυκλοφόρησε κι εφέτος, όπως κάθε χρόνο, το περιοδικό «Τζουμερκιώτικα Χρονικά», που εκδίδεται με τη συνδρομή της Περιφέρειας Ηπείρου και τη φροντίδα της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων. Δεκαέξι χρόνια ζωής και δράσης συμπληρώνει εφέτος η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, συμβάλλοντας αποφασιστικά, όλα αυτά τα χρόνια, στην προβολή και διατήρηση του ορεινού πολιτισμού των Τζουμέρκων, με επίκεντρο την Τοπική Ιστορία και τη Λαϊκή Παράδοση της ευρύτερης περιοχής του ορεινού αυτού όγκου της Ηπείρου. Είχα την τύχη και τη χαρά επί χρόνια ολόκληρα, μέσα από τις τακτικές εξορμήσεις του Ορειβατικού Συλλόγου Ιωαννίνων, και τις ανάλογες συχνές φιλικές και οικογενειακές επισκέψεις, να περπατήσω σπιθαμή προς σπιθαμή σ’ αυτούς τους ιστορικούς και πανέμορφους χώρους της πατρίδας μας, να γνωρίσω από κοντά χωριά παραδοσιακά που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και δημιουργία, τροφοδότησαν με ανθρώπινο δυναμικό τον Ηπειρωτικό και τον Εθνικό μας χώρο, τοποθεσίες μεγαλόπρεπες που νομίζεις πως κάποιο θεϊκό χέρι τις μοίρασε για να ευνοήσει αυτό τον τόπο, ποτάμια και ρυάκια που σαν φίδια ζώνουν το επιβλητικό αυτό τοπίο και τραγουδούν τους ποικίλους σκοπούς της φύσης, τοπία που σε μαγεύουν με τις ομορφιές τους, σου δίνουν τη δυνατότητα να ζήσεις στιγμές ασύγκριτης ηρεμίας, να ανανεώσεις τις πνευματικές σου δυνάμεις, να αυξήσεις την παρατηρητικότητα και τα διαφέροντά σου και να δικαιολογήσεις απόλυτα τους μακρινούς κατοίκους τούτης της ευλογημένης γης που γρήγορα σαγηνεύτηκαν από τις ομορφιές της και με βάση τη μυθολογική για τον κόσμο αντίληψη θεοποίησαν τις δυνάμεις της και προσπάθησαν με όλα τα μέσα να τις εξευμενίσουν και να τις καταστήσουν βοηθούς και συμπαραστάτες στο δύσκολο έργο τους. Με αυτές τις προϋποθέσεις, πιστεύω, πως μπορεί ο αναγνώστης της πλούσιας ύλης του περιοδικού «Τζουμερκιώτικα Χρονικά», να ζήσει και να νιώσει την ανάλογη συγκίνηση από τις εικόνες του παρελθόντος που ανασταίνονται, με πολύ μεράκι, από τους Τζουρκιώτες συντάκτες του περιοδικού. Εικόνες από τη ζωή των χωριών που χάθηκε σ’ ένα μεγάλο μέρος της, «μια ζωή απλοϊκή με τις Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


196

Σπύρος Εργολάβος

περίσσιες χάρες» που ζήλευε και τραγουδούσε, με τα ποιήματά του, ο Κώστας Κρυστάλλης καθώς την είχε στερηθεί κατά τρόπο βίαιο, και η ανάμνησή της γέμιζε την ψυχή του από αβάσταχτη πίκρα και νοσταλγία. Εικόνες απ’ τη ζωή του σχολείου, μια ζωή γεμάτη στερήσεις και περιπέτειες, που τα παιδιά εκείνης της εποχής τις ξεπερνούσαν, μαζί και τις απολάμβαναν, γιατί μέσα τους φώλιαζε η ακατανίκητη δύναμη για την κατάκτηση της γνώσης, που ανοίγει τα μάτια του ανθρώπου, στα πιο όμορφα χρόνια της ζωής του, όπως είναι τα χρόνια τα παιδικά, και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την πρόοδο και τη δημιουργία στη ζωή. Εικόνες από την οικογενειακή ζωή την οποία στόλιζε και ποδηγετούσε, εκείνα τα δύσκολα χρόνια, η ψυχή της οικογένειας που ήταν η μάνα, ο στυλοβάτης της και ο βασικός συντελεστής της οικογενειακής ευτυχίας. Εικόνες δεμένες με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, με τους θρύλους και τις διδαχές του Κοσμά του Αιτωλού, που συμβούλευε τους κατοίκους της περιοχής «να στεριώσουν σχολεία Ελληνικά, για να φωτίζονται οι άνθρωποι, όπως ο ήλιος φωτίζει τη γη, και να βλέπουν τα μάτια μακριά, και ο νους τα μελλούμενα». Εικόνες, με απλά λόγια, γεμάτες από την πλούσια ζωή του παρελθόντος και από τη λαϊκή παράδοση, που δένει γερά τους ανθρώπους του παρόντος με τις πατρογονικές τους ρίζες. Τέτοιες εικόνες αναδύονται μέσα από τις σελίδες του περιοδικού «Τζουμερκιώτικα Χρονικά» που σου επιτρέπουν – και ταυτόχρονα σου επιβάλλουν να κατανοήσεις πως τα περασμένα χρόνια, εκείνα τα σχολικά, τα παιδικά, τα εφηβικά, αγρυπνούν μέσα μας και είμαστε, την κάθε στιγμή αυτό που υπήρξαμε στο παρελθόν· πως η κάθε ζωή του παρελθόντος, όσο παιδεμένη κι αν είναι, γυρνάει με γλύκα στη θύμησή μας, μας προσφέρει μερικές απ’ τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής, η αναπόληση των οποίων αποτελεί την καθημερινή μας τροφή και την πραγματική απόλαυση στη ζωή μας. Σκληρές οπωσδήποτε οι συνθήκες της ζωής εκείνης της εποχής σε χωριά χτισμένα σε απρόσιτα βράχια, σκληρή όμως και η γενιά των ανθρώπων που κατοικούσαν σ’ αυτά. Οι άνθρωποι αυτοί, κοντά στην πέτρα, όπως θα έλεγε ο Καμύ, γίνονται και οι ίδιοι πέτρα· η άγρια φύση ενδυνάμωνε τον αγώνα τους για την επιβίωση, τη δημιουργία και την πρόοδο. Με πρώτη ύλη την πέτρα γίνονται χτίστες, μαστόροι, γυρίζουν χώρες και χωριά για να μπορέσουν να εξοικονομήσουν τα απαραίτητα για τη ζωή τους και να θρέψουν τις οικογένειές τους. Μέσα όμως στο ακόνι της σκληρής βιοπάλης, ακονίζουν, μαζί με το σώμα, και το μυαλό· μυαλό καθάριο και ανήσυχο. Έτσι εξηγείται και η επίδοσή τους στα γράμματα, στις τέχνες και στην ευποιΐα, τομείς βασικούς και ευαίσθητους, που τους υπηρέτησαν με πίστη και αφοσίωση: Με την ίδια πίστη και αφοσίωση τα μέλη και οι συνεργάτες της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων, με την άοκνη και συνεχή δραστηριότητά Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το π ι κ ή ι σ τ ο ρ ί α κ α ι λ α ϊ κ ή π α ρ ά δ ο σ η

197

τους, όπως αυτή πιστοποιείται, επί χρόνια, με την έκδοση του Περιοδικού τους, προβάλλουν βασικές πτυχές της Τοπικής Ιστορίας και της Λαϊκής Παράδοσης του τόπου τους, δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο αυτές επέζησαν, και, πάνω απ’ όλα, πώς αυτές θα μετουσιωθούν από τους μεταγενέστερους και θα γίνουν σπέρματα ζωής και ανανέωσης. Δείχνουν επίσης πως έχουν ενστερνιστεί την άποψη για το δημιουργικό ιστορισμό, βασικό όραμα και επιδίωξη του Γληνού, άποψη δηλαδή για μια αέναη προοδευτική πορεία του ανθρώπου, με βάση τα περασμένα, προς τα εμπρός, προς το μέλλον του. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η αξία του περιοδικού «Τζουμερκιώτικα Χρονικά». Οι συντάκτες του νιώθουν την ανάγκη να παρουσιάσουν και να αφήσουν – τυπωμένα – για τις επερχόμενες γενεές όσα αποθησαύρισαν στα βουνά και στα καταράχια της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Αφήνουν έτσι πίσω ένα έργο σεβαστό, εθνικό και πολύτιμο, ένα πραγματικό πολιτιστικό κτηματολόγιο, γεμάτο από αγάπη για την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Αυτή η αγάπη τους για την πατρική γη τους κάνει να νιώθουν περήφανοι για την πλούσια πολιτιστική της παράδοση, τους ανοίγει τα μάτια και τους ξυπνάει μέσα στην ψυχή τους την πεθυμιά, αυτό το πλούσιο χθες όχι μονάχα να μην το καταπλακώσει η λησμονιά, αλλά με τη δύναμή του να γιομώσει με ιδεώδη ανυψωτικά το σήμερα. Περνάμε σήμερα δύσκολες μέρες. Χρειάζεται να επιστρατεύσουμε όλες εκείνες τις δυνάμεις, με τις οποίες επιβιώσαμε και, κατά καιρούς, μεγαλουργήσαμε. Χρειάζεται όμως πάνω απ’ όλα να διατηρήσουμε, ως λαός, μέσα μας ζωντανή την ιστορική μας μνήμη και μαζί μ’ αυτή την εθνική μας αυτοσυνειδησία. Αυτό είναι, πιστεύω, το μήνυμα που μας στέλνουν, μέσα από τις σελίδες του περιοδικού τους, κάθε χρόνο, οι Τζουμερκιώτες και γι’ αυτό τους αξίζουν τα θερμά συγχαρητήρια. Και μαζί μ’ αυτά έρχεται, ως αμοιβαίο επακόλουθο, η ευχή να συνεχίσουν, με τον ίδιο ζήλο, αυτή την αξιέπαινη προσπάθεια και να βρουν, σε όλες τις περιοχές της πατρίδας μας, ανάλογους μιμητές.

* Ο Σπύρος Εργολάβος είναι φιλόλογος

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Νέες εξαίρετες Ηπειρωτικές εκδόσεις Τζουμερκιώτικα χρονικά Τεύχος 16 ο Καλοκαίρι 2015 σελ. 195

Κ

υκλοφόρησε στην ώρα του (Ιούλιος 2015) η λαμπρή ετήσια έκδοση ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων (ΙΛΕΤ) για 16ο χρόνο. Το εξώφυλλο στολίζει, τι άλλο φέτος; Το ονομαστό πετρογέφυρο της Πλάκας, που παρέσυρε ο ορμητικός Άραχθος (1-2-2015). «Υπήρξε το γεγονός που συγκίνησε και συγκλόνισε όχι μόνο τους Τζουμερκιώτες αλλά και όλους τους Ηπειρώτες και, θα έλεγα, κάθε ευαίσθητον Έλληνα», υπογραμμίζει ο πρόεδρος Κώστας Μαργώνης. Και επιλέγει: «Η κατάρρευση του γεφυριού της Πλάκας, που προκάλεσε στους Τζουμερκιώτες και τους Ηπειρώτες θρήνο και οργή, έφερε στην επιφάνεια το ζήτημα της ιστορικής μνήμης». Κάθε τόσο, δυστυχώς, η ανθρώπινη αδιαφορία γκρεμίζει και ένα πέτρινο γεφύρι, έξοχο μνημείο εμπειρικής μαστοριάς. Στις 2 Ιουλίου 2011 έλαβε χώρα στο Ματσούκι Ιωαννίνων επιστημονική Ημερίδα για το ιστορικό μοναστήρι της Βύλιζας. Πέρυσι (Δεκέμβριος 2014) εκδόθηκαν τα πολύτιμα πρακτικά της με την υποδειγματική επιμέλεια του διοργανωτή Κώστα Κωνσταντινίδη, του γνωστού πανεπιστημιακού καθηγητή. Πρόκειται για μία πολύ φροντισμένη έκδοση με αξιόλογες εισηγήσεις, που εξετάζουν σφαιρικά την ιστορία της εν λόγω αξιόλογης μονής. Ο Τρικαλινός Δημήτριος Αγορίτσας, διδάκτωρ της Βυζαντινής ιστορίας, νεαρός και πολλά υποσχόμενος, μας παρουσιάζει αναλυτικά, με κριτικό πνεύμα και εύστοχες παρατηρήσεις, τον εν λόγῳ τόμο των Πρακτικών. Κατά τα άλλα, τα πάντοτε ενδιαφέροντα περιεχόμενα κατανέμονται στις παρακάτω ενότητες: Λαογραφία, τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, ιστορικά, τέχνηπαράδοση-πολιτισμός, ορεινοί οικισμοί και φυσικό περιβάλλον. Ο γνωστότατος Νικόλαος Καρατζένης αποδεικνύεται καθαρά ο λάτρης του βουνού και της στάνης. Με βουνίσια ποιμενική χάρη μας ξεναγεί στον ωραίο κόσμο της τζιομπάνικης ζωής (πρόβατα, αλλά και λύκοι, κεραυνοί και άνεμοι). Ένας άλλος δόκιμος φιλόλογος, ο Μανόλης Μαγκλάρας, που ασχολείται με την ιστορία του τόπου του, μας παρουσιάζει τις διακοινοτικές συγκρούσεις Συρράκου και όμορων κοινοτήτων (Προσήλιο, Καλλαρύτες). Συνηθισμένες οι διαφορές των γειτονικών χωριών για τις εδαφικές εκτάσεις και την κατάκτηση υπηρεσιών. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Νέ ες εξα ίρετ ες Ηπ ειρωτικ ές εκδόσεις

199

Βιωματικό και φορτισμένο συναισθηματικά το άρθρο του Χρήστου Μακρυγιάννη για την τζουμερκιώτικη μάνα: «Αδύναμη, αντέχει στις δυσκολοβίωτες συνθήκες, με το μαύρο μαντίλι, τη ρόκα στο χέρι, ζαλιγκωμένη τη σαρμανίτσα, κρατώντας από το χέρι τ’ ανήλικα παιδιά της… Βαθιά χαράματα στο πόδι να ετοιμάσει το παιδί για το σχολείο, τα ζωντανά, τα συγύργια για το χωράφι, να ρίξει στη φωτιά τη γάστρα για το ψωμί της ημέρας». Η παράδοση για τον μεγάλο ιεραπόστολο και ενθαπόστολο Κοσμά τον Αιτωλό ζωντανή και στα Τζουμέρκα. Το θέμα αναπτύσσεται επιτυχώς από τον Απόστολο Μπουρνάκα. Πολύ κατατοπιστικό το άρθρο του Ναπολέοντα Καραγιάννη για την παιδεία στα Τζουμέρκα κατά την Τουρκοκρατία και εξής. Σπουδαία η συμβολή των ιερών μονών. Εκτενές το βιωματικό κείμενο του Σωτήρη Καραβασίλη με τα στιγμιότυπα από τη ζωή των ανταρτόπληκτων στην Άρτα, στις παράγκες 1948-49. Επιλέγει: «Ήταν μια ολοκληρωτική καταστροφή για ένα ολόκληρο λαό. Ανεπανόρθωτα τότε άλλαξαν τα πάντα. Έως της σήμερον. Η αλλαγή ήταν εσωτερική. Του εσωτερικού κόσμου. Αυτή η αόρατη βλάβη ή ανήκεστη και ανοίκεια βλάβη, από τον λεγόμενο εμφύλιο πόλεμο, πότε θα καταγραφεί και θα αποτιμηθεί;» Από το χρονικό της Εταιρείας: Γενική Συνέλευση της ΙΛΕΤ στο Βουργαρέλι, Έκθεση φωτογραφίας του Ν. Μανούση στο Βουργαρέλι, Ημερίδα: Πολιτισμός και ανάπτυξη των Τζουμέρκων, Ομάδες έρευνας, Λειτουργία του Λαογραφικού Μουσείου Τζουμέρκων (…) Θερμά συγχαρητήρια και για την παρούσα έκδοση, ευχόμεθα όλοι μας πλούσια συνέχεια. (Πρωινός Λόγος Τρικάλων, 10.9.2015, σελ. 29)

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Γιώργος Κ. Χατζόπουλος* ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΕΝΤΥΠΟΥ (ΠΡΩΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ ΔΡΑΜΑΣ)

«ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» Τεύχος 16 ο, Καλοκαίρι 2015 Έκδοση: Περιφέρεια Ηπείρου, Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων

Σ

ε μια εποχή, όπου εκδοτικοί οίκοι με μακρά ζωή, έντυπα μακρόβια(περιοδικά, εφημερίδες) κλείνουν και βιβλία ενδιαφέροντα πωλούνται σε ευτελή τιμή, αποτελεί όντως άθλο για την Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων να επιμένει στην έκδοση του όχι μόνο καλαίσθητου, αλλά και πολύ ενδιαφέροντος ετήσιου περιοδικού της «Τζουμερκιώτικα Χρονικά». Δεκαέξι χρόνια κλείσανε από την έκδοση του πρώτου τεύχους των Τζ. Χρ. και, ενώ θα περίμενε κανείς να σημειωθεί κόπωση στην εκδοτική τους πορεία, αλλά και κάποια υποβάθμιση στην ποιότητα του περιεχομένου τους, αντίθετα αυτά εμφανίζονται σε κάθε νέα τους έκδοση πιο ενδιαφέροντα, πιο δροσερά, πιο χρήσιμα στο χώρο του πνεύματος. Η εμπειρία των 16 χρόνων αποτυπώνεται εύστοχα σε κάθε νέο τεύχος. Θεματολογία ενδιαφέρουσα, δουλεμένη με υπευθυνότητα, φιλοπατριδική ευθύνη αντάμα με το χρέος, που αυτό αποκαλείται σεβασμός και προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ομολογώ ότι το περιεχόμενο του νέου τεύχους (16ου) προσείλκυσε τόσο το ενδιαφέρον μου, όπως πιστεύω ότι θα συνέβη και με τον καθένα, που έγινε παραλήπτης, ώστε δεν το άφησα από τα χέρια μου μέχρις ότου εξήντλησα και την τελευταία του σελίδα. Διακόσιες περίπου σελίδες το εύρος του. Και καμιά σελίδα του ριξιμιού. Όλες ενδιαφέρουσες. Η καθεμιά από τη σκοπιά της. Κείμενα λογοτεχνικά σμιλεμένα με ιδιαίτερη χάρη, ιστορικές αναφορές αποτυπωμένες με σοβαρότητα, σκέψεις χρήσιμες για τη διάσωση του λαϊκού πολιτισμού των Τζουμέρκων, μια γωνιά του τόπου μας, που προκαλεί τη συμπάθεια και την αγάπη, όσο ξεδιπλώνεις με προσοχή τις σελίδες των Τζουμερκιώτικων Χρονικών. Δεν κρύβω να τονίσω ότι εντυπωσιάζομαι, μα και συγκινούμαι κάθε φορά, που ο καλός φίλος και συνάδελφός μου Νίκος Μπριασούλης, μου κάνει την τιμή να μου αποστείλει τιμητικά το νέο τεύχος. Και θεωρώ τιμή και χαρά μου να γνωρίζω τη νέα κοπιαστική, μα τόσο επωφελή προσφορά, προσφορά ειλικρινά πνευματική κάποιων λατρών του γενέθλιου τόπου τους, που παραμερίζουν τον κόπο, το άγχος, την αγωνία και τις όποιες πικρίες για να οικοδοΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Απο τον κόσμο του έν τυπου (πρωινός τύπος Δράμας)

201

μήσουν όσο το δυνατόν πιο στέρεη την τοπική πνευματική κιβωτό και γενικά την Ελληνική. Είναι όντως αξία κάθε επαίνου μια τέτοια προσπάθεια, που στην αποξηραμένη σχεδόν πνευματικά εποχή μας, μαρτυρεί ένα χρέος, που ξεπηδά από ανιδιοτελή αγάπη, θέτοντας στο περιθώριο τον ωφελιμισμό και τον εγωκεντρισμό. Στην είσοδό τους τα Τζ. Χρ. φιλοξενούν το σεμνό προσκλητήριο του Κώστα Μαργώνη, που απευθύνεται όχι μόνο προς τους Τζουμερκιώτες, αλλά και προς κάθε Έλληνα που σέβεται και αγαπά την παράδοσή του. «Τα κούμαρα» του Ηλ. Β. Παπαγεωργίου, που ακολουθούν, αποτυπώνουν το πάθος του Ηπειρώτη νέου για παιδεία. Ο Ν. Β. Καρατζένης ίσως μας ψυχοπλακώνει με όσα μας αφηγείται για την ποιμενική ζωή, όμως από την άλλη μεριά κινεί το θαυμασμό μας για τους Τζουμερκιώτες, που παλεύουν αντρίκια με τα στοιχειά της φύσης και τα αγρίμια. Ο Γ. Α.Μπαζούκας εύστοχα εξαίρει τη μουσικοχορευτική παράδοση των Τζουμερκιωτών, που όχι μόνον ψυχαγωγεί, αλλά και διδάσκει. Ο Δ. Στ. Παπάς νοσταλγός μιας ζωής, που έγινε ιστορία, τονίζει με έμφαση την αξία του κυριότερου στοιχείου της ζωής, του νερού, με την αναφορά του στη βρύση τη Μεράντζα. Ο Μανόλης Μαγκλάρας αναθυμάται τις εύλογες συγκρούσεις ανάμεσα σε κοντοχωρίτες. Αν και σύντομη η αναφορά της Αγγελικής Ζολώτα στο δημοτικό μας τραγούδι, δεν παύει όμως αυτή να αποτελεί ψηφίδα στην ιστορία του. Ο Γιώργος Α. Φλώρος θυμάται το έθιμο του Λαζάρου, που και στις μέρες μας υφίσταται, και καλά κάνει. Συγκινητική ειλικρινά η αναφορά του Χ. Ηλ. Μακρυγιάννη στη Τζουμερκιώτικη μάνα, κάτι που αγγίζει άμεσα κάθε μάνα ξωμερίτισσα της ελληνικής κακοτράχαλης γης. Ειλικρινά, το δοξαστικό του με γοήτευσε. Ενδιαφέρουσα, ομολογουμένως, η γλωσσική καταγραφή της Λ. Αρ. Στάμου. Να τη συνεχίσει. Θα μπορούσε να γίνει αναφορά σε παρόμοια γλωσσικά άλλων ελληνικών μερών(Αν. Θράκης, Πόντου). Αν την ενδιέφερε κάτι τέτοιο, θα μπορούσε η ταπεινότητά μου να της τα παράσχει. Γιατί όμως αποκάλεσε μαργαριτάρια τα ολοζώντανα μνημεία του λόγου μας; Η αναφορά του Απ. Μπουρνάκα στον εθνοερομάρτυρα Κοσμά τον Αιτωλό, πολύ χρήσιμη και αναγκαία για την εποχή μας. Τα αυτοδιοικητικά του Δ. Γ.Καλούσιου είναι πάντοτε μια χρήσιμη ψηφίδα για την ευρύτερη σμίλευση της ιστορίας της τοπικής αυτοδιοίκησης. Δεν θα παρέκαμπτα την αναφορά του Ν. Γ. Καραγιάννη στην παιδεία της περιοχής των Τζουμέρκων. Τέτοιου είδους αναφορές πρέπει να προβληματίζουν όσους αυτόβουλα αναλαμβάνουν να χειρισθούν τις τύχες της πολύπλαγκτης παιδείας μας. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


202

Γε ώ ρ γ ι ο ς Κ . Χ α τ ζ ό π ο υ λ ο ς

Πάντοτε χρήσιμη είναι η αναφορά μας στην ιδιαίτερη πατρίδα μας. Δεν έχει κανέναν ψόγο η Αικ. Α. Σχισμένου. Πτυχή μιας οδυνηρής εικόνας, τόσο πονεμένης, που κόστισε τόσο άδικο αίμα στην πατρίδα μας, παραθέτει ο Σ. Ι. Καραβασίλης και εύλογα διερωτάται τι έφταιγαν και πλήρωσαν άδικα οι αθώοι. Γιατί άραγε τόσο αίμα; Διερωτώμεθα. Με πολύ θετικές προτάσεις ο Ν. Γ. Μπριασούλης για την πολιτιστική δράση στο χωριό, εμφανίζεται. Προτάσεις, που, αν γίνουν πράξη, όχι όλες, θα μπορέσουν να αλλάξουν το τοπίο της υπαίθρου. Πάντοτε επωφελής η αναφορά στα ιερά μας (Π. Π. Λάμπρη, ο ναός της Αγ. Παρασκευής, Β. Ντόκας , Η Παναγία του Πριαβόρου και Δ.Κ. Αγορίτσας, η Ιερά Μονή Βύλιζας) είναι τα αποκούμπια σε καιρούς δυσχείμερους. Δίκιο έχει ο Σ. Νεραϊδιώτης αναφερόμενος στους λαϊκούς οργανοπαίχτεςλαϊκούς δημιουργούς. Με την προσφορά τους ομορφαίνουν τη ζωή μας και μας στηρίζουν. Τα οδοιπορικά πάντοτε προσφέρουν ψηφίδες στη συγγραφή της τοπικής ιστορίας. Έκανε ορθά ο Δ. Φ. Καρατζένης, που παραθέτει ένα τέτοιο οδοιπορικό για την ιδιαίτερη πατρίδα του. Και το τόσο επωφελές τεύχος των Τζουμερκιώτικων Χρονικών κλείνει με βιβλιοπαρουσιάσεις, καθώς και με τον αναγκαίο για πληροφόρηση απολογισμό του έργου της ΙΛΕΤ. Ευχή μας ολοκάρδια να συνεχίσει η ΙΛΕΤ τη δύσβατη και κακοτράχαλη, όμως τόσο όμορφη, χρήσιμη και εθνωφελή πορεία της. Υ.Γ. Πολύ εντυπωσιακό το εξώφυλλο.

* Ο Γιώργος Κ. Χατζόπουλος είναι τ. Λυκειάρχης

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Α Π Ο Τ Η Δ ΡΑ Σ Η Τ Η Σ Ι Λ Ε Τ 2 0 1 5 - 2 0 1 6 Λαμπρινή Αρ. Στάμου 31η Ιουλίου 2015: Στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου των Κτιστάδων (Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων) πραγματοποιήθηκε η ΣΤ’ Ειδική Σύσκεψη των υπευθύνων και των μελών των ομάδων Έρευνας της ΙΛΕΤ. Συζητήθηκε η πορεία των Ο.Ε., καθώς και τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στη συλλογή του υλικού. Επίσης, βραβεύτηκαν τα μέλη των Ο.Ε. με απονομή τιμητικών διπλωμάτων. 1η Αυγούστου 2015: Η ΙΛΕΤ, σε συνεργασία με τον Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων και το Δήμο Βορείων Τζουμέρκων, διοργάνωσε ημερίδα, αφιερωμένη στην προσωπικότητα και το έργο του ποιητή Γ. Κοτζιούλα, στο Πολιτιστικό Κέντρο Πλατανούσας. Το πολυπληθές ακροατήριο παρακολούθησε τους εξαιρετικούς ομιλητές, οι οποίοι φώτισαν την προσωπικότητα και το έργο του συμπατριώτη μας. 2α Αυγούστου: Πραγματοποιήθηκε η ειδική καταστατική και η ετήσια εκλογοαπολογιστική Γενική Συνέλευση. Επικαιροποιήθηκαν κάποια άρθρα του καταστατικού, ενώ στη Γ.Σ. έγινε ο απολογισμός του απερχόμενου Δ.Σ. Τα μέλη που έλαβαν το λόγο εξέφρασαν την επιδοκιμασία τους και την ικανοποίησή τους για το έργο της ΙΛΕΤ. Ακολούθησε η εκλογική διαδικασία, από την οποία προέκυψε το νέο Δ.Σ. 8η Αυγούστου: Στη διημερίδα που διοργάνωσε το Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Συρράκου με θέμα: «Προοπτικές ανάπτυξης ορεινών προστατευόμενων περιοχών», η ΙΛΕΤ εκπροσωπήθηκε από την Πρόεδρό της Λαμπρινή Στάμου. 9η Αυγούστου: Στα πλαίσια των εκδηλώσεων του «Αράχθειου Θεάτρου»διοργανώθηκε βραδιά αφιερωμένη στο θρήνο για το πρόσφατα κατεστραμμένο γεφύρι της Πλάκας. Την ΙΛΕΤ εκπροσώπησε η Πρόεδρος Λαμπρινή Στάμου. 23η Αυγούστου: Στην ημερίδα που διοργάνωσε το Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων στο Βουργαρέλι η ΙΛΕΤ εκπροσωπήθηκε από τον έφορο Νίκο Μανούση. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


204

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

9η Σεπτεμβρίου: Εκδήλωση στην Άρτα για την παράδοση και τον λαϊκό πολιτισμό, με παρουσίαση ντοκιμαντέρ του Βασίλη Γκανιάτσα και γνήσια παραδοσιακή μουσική. Την ΙΛΕΤ εκπροσώπησε ο Γ. Γραμματέας Νίκος Μάνθος. 16 Σεπτεμβρίου: Έγινε στα Άγναντα Άρτας η κηδεία του Χρήστου Παπακίτσου, ιδρυτικού μέλους και μέλους, επί σειρά ετών, του Δ.Σ. της ΙΛΕΤ. Τον επικήδειο, εκ μέρους της ΙΛΕΤ, εκφώνησε ο Χρήστος Τούμπουρος, ενώ εκδόθηκε και ψήφισμα από το Δ.Σ. 11η Οκτωβρίου: Η ομοσπονδία Ραδοβυζινών Αττικής, υπό την αιγίδα της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας, διοργάνωσε, σε αίθουσα της Παλαιάς Βουλής, εκδήλωση για την αποκατάσταση της μνήμης και τιμής του Γώγου Μπακόλα. Η ΙΛΕΤ εκπροσωπήθηκε από τον πρώην πρόεδρό της Κώστα Μαργώνη. 23η Οκτωβρίου: Στην αίθουσα του Μ/Φ Συλλόγου Σκουφάς στην Άρτα έγινε η παρουσίαση του βιβλίου του Σπύρου Νεραϊδιώτη «Εν χορώ και οργάνοις». Την ΙΛΕΤ εκπροσώπησε ο Υπεύθυνος τύπου και Δημ. Σχέσεων Γιάννης Βάνας. 11η Νοεμβρίου: Στη Θεσσαλονίκη, σε αίθουσα της Ηπειρωτικής Εστίας, έγινε συνάντηση του κλιμακίου της Θεσσαλονίκης. Τα μέλη ενημερώθηκαν από την Πρόεδρο Λαμπρινή Στάμου και τον υπεύθυνο των Ομάδων Έρευνας, επίτιμο Πρόεδρο, Νίκο Μπριασούλη, για τη δράση της ΙΛΕΤ κατά τους θερινούς μήνες. 27η Νοεμβρίου: Στην τελετή λήξης της συνεργασίας Ελλάδας- Ιταλίας, με τον τίτλο «Διασυνοριακό Παραδοσιακό Μουσικό Κουτί», η οποία έγινε στο αμφιθέατρο του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων, την ΙΛΕΤ εκπροσώπησε ο Έφορος Νίκος Μανούσης. 29η Νοεμβρίου: Ο Δήμος Βορείων Τζουμέρκων, ο Σύλλογος Κατσανοχωριτών Ιωαννίνων και η τοπική κοινότητα Αετορράχης γιόρτασαν την 103η επέτειο της απελευθέρωσης των Κατσανοχωρίων και της Μάχης της Αετορράχης. Παραβρέθηκαν και κατέθεσαν στεφάνι εκ μέρους της ΙΛΕΤ ο Αντιπρόεδρος Ιωαννίνων Χρήστος Καρακώστας , ο Γ. Γραμματέας Νίκος Μάνθος και ο Οργ. Γραμματέας Δ. Λιανός. 24η Φεβρουαρίου 2016. Έγινε σε αίθουσα της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας η παρουσίαση του νέου βιβλίου του Μάνθου Σκαργιώτη (από το ΜοΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Απο τη δράση της ΙΛΕΤ 2015 - 2016

205

νολίθι) με τίτλο: «Στο δρόμο των αρωμάτων». Την παρουσίαση συντόνισε ο πρώην Πρόεδρος Κώστας Μαργώνης. 28η Φεβρουαρίου: Στη Γ.Σ. της Ομοσπονδίας Τζουμερκιωτών στην Αθήνα, στην οποία κυριάρχησε ως θέμα συζήτησης η αναστήλωση του γεφυριού της Πλάκας, την ΙΛΕΤ εκπροσώπησε ο Αντιπρόεδρος Αττικής Σωκράτης Τσατσούλης. 5-6η Μαρτίου: Στην εκδήλωση της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος «Πανηπειρωτικό Πανόραμα- Πίτα του Ηπειρώτη» την ΙΛΕΤ εκπροσώπησε ο Αντιπρόεδρος Αττικής Σωκράτης Τσατσούλης. 20 Μαρτίου: Η Εταιρεία φίλων Αρχαιολογικού Μουσείου Ιωαννίνων διοργάνωσε διάλεξη, με ομιλήτρια τη Διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πρέβεζας Ανθή Αγγέλη, (μέλος της ΙΛΕΤ) με θέμα: «Ιστορικές Μαρτυρίες και ίχνη κατοίκησης στην περιοχή των Τζουμέρκων». Η ΙΛΕΤ εκπροσωπήθηκε από μέλη του ΔΣ και άλλα μέλη της. 30 Μαρτίου: Η Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών οργάνωσε στα Γιάννινα διάλεξη της Χρυσηίδος Τζουβάρα-Σούλη (μέλους της ΙΛΕΤ), καθηγήτριας κλασικής αρχαιολογίας, με θέμα: «Η Λατρεία στην Αρχαία Ήπειρο» Η ΙΛΕΤ εκπροσωπήθηκε από τα μέλη του Δ.Σ. που βρίσκονται στα Γιάννινα. Απρίλιος: Στα Γιάννινα και στην Άρτα έγινε η παρουσίαση του βιβλίου του Μάνθου Σκαργιώτη και η ΙΛΕΤ εκπροσωπήθηκε από μέλη του Δ.Σ. και αρκετά μέλη της. Στη Θεσσαλονίκη και στις παρουσιάσεις των βιβλίων: του Γιάννη Καλπούζου « Σέρρα» και του Μάνθου Σκαργιώτη «Στο δρόμο των αρωμάτων» παραβρέθηκαν η πρόεδρος. ο επίτιμος πρόεδρος Νίκος Μπριασούλης και αρκετά μέλη της ΙΛΕΤ. Στις 5 Μαΐου 2016, στο Βουργαρέλι, πραγματοποιήθηκε εκδήλωση μνήμης, την οποία διοργάνωσε ο Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Βουργαρελίου, για τον βομβαρδισμό του Βουργαρελίου από τους Γερμανούς την 5η Μαΐου 1943. Παραβρέθηκε και κατέθεσε στεφάνι στη μνήμη των πεσόντων, εκ μέρους της ΙΛΕΤ, η Πρόεδρος Λαμπρινή Στάμου. Στις 25 Μαΐου έγινε στη Θεσσαλονίκη η δεύτερη συνάντηση των μελών της Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


206

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

ΙΛΕΤ του κλιμακίου Θεσσαλονίκης. Η πρόεδρος ενημέρωσε τα μέλη για την πορεία της Εταιρείας και τις εκδηλώσεις που προγραμματίστηκαν για το καλοκαίρι του 2016.

Το κλιμάκιο ΙΛΕΤ της Θεσσσαλονίκης πήρε μέρος σε μία πολύ σημαντική εκδήλωση, που διοργάνωσε στις 28-03-2016 ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ «ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ», για να τιμήσει τον διακεκριμένο φιλόλογο, συγγραφέα και διανοούμενο Θεόδωρο Μαυρόπουλο. Στην εκδήλωση, που έγινε στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και είχε μεγάλη επιτυχία, παραβρέθηκε μία ομάδα μελών και φίλων της ΙΛΕΤ. Εξάλλου, ο ένας από τους δύο βασικούς ομιλητές ήταν ο επίτιμος πρόεδρος της ΙΛΕΤ Νίκος Μπριασούλης, που μίλησε για την προσωπικότητα του τιμωμένου και το εκπαιδευτικό του έργο στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ο δεύτερος ομιλητής ήταν ο ομότ. καθηγητής του Α.Π.Θ. Βασίλης Κατσαρός, που μίλησε για το πνευματικό και επιστημονικό έργο του τιμωμένου. Ήταν σίγουρα μια ξεχωριστή εκδήλωση, που άφησε έντονες αναμνήσεις σε όσους την παρακολούθησαν και σχολιάστηκε απ’ τον τύπο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Γιώργος Γιαννούλης

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ 1. Σπύρος Νεραϊδιώτης, Εν χορώ και οργάνοις. 2. Εφορεία Αρχαιοτήτων Πρέβεζας, Αρχαιολογικοί χώροι Νεκρομαντείου και Εφύρας. 3. Εφορεία Αρχαιοτήτων Πρέβεζας, Το ρωμαϊκό υδραγωγείο της Νικόπολης. 4. Εφορεία Αρχαιοτήτων Πρέβεζας, Ο αρχαιολογικός χώρος της Κασσώπης. 5. Δημήτριος Χρ. Στάμος, Το λεξιλόγιο των Πραμάντων. 6. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων – Ίδρυμα Μελετών Ιονίου και Αδριατικού χώρου – Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών και Ίδρυμα Ιωσήφ και Εσθήρ Γκανή, Πρακτικά Α΄ Πανηπειρωτικού Συνεδρίου «Ιστορία – Λογιοσύνη». Η Ήπειρος και τα Ιωάννινα από το 1430-1913 (Α΄ - Β΄ τόμος).

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Θ Ε Ρ Ι Ν Ο Σ ΧΟΛ Ε Ι Ο Τ Ζ Ο Υ Μ Ε Ρ Κ Ω Ν Κ Α Ι Ν . Α . Π Ι Ν Δ Ο Υ

Θερινό Σχολείο Τζουμέρκων – Άσκηση επιτόπιας έρευνας στο Βουργαρέλι και στο Συρράκο 30-31/08/2013 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΟΜΑΔΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΟΠΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ Ρέα Κακάμπουρα – Ελευθερία Γκαρτζονίκα (επίβλεψη Ομάδας), Κώστας Δημόπουλος, Ηλίας Κοτσοφίτης, Ιωάννα Κουμπίδου, Βασιλική Μελετάκη, Αφροδίτη Νουνανάκη, Ελισσάβετ Παπάζογλου.

ΟΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΤΕΣ Παρουσίαση: Αφροδίτη Νουνανάκη Βουργαρέλι, 30/8/2013

Σ

το Βουργαρέλι συναντήσαμε τον κύριο Βασίλη Σούσο, πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου Βουργαρελίου και την κυρία Λουκία Αντωνίου, πρόεδρο του Συλλόγου Βρουργαρελιωτών Αθήνας «Το Βουργαρέλι», οι οποίοι είναι και ζευγάρι στη ζωή. Μάς υποδέχθηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό, αλλά και οργάνωση, πράγμα που έδειξε ότι αντιμετώπισαν με σοβαρότητα τόσο τη συνέντευξη όσο και το ΘΕΣΤ στο σύνολό του. Μας μίλησαν για τους συλλόγους στους οποίους είναι πρόεδροι, επισημαίνοντας τις δραστηριότητές τους στο παρόν, το παρελθόν, αλλά και τα σχέδιά τους για το μέλλον. Ο τρόπος δράσης τους καθορίζεται έντονα από το ότι είναι και οι δύο εκπαιδευτικοί, ρίχνοντας μεγάλο βάρος στη συμμετοχή των νέων στις δράσεις των συλλόγων. Ήταν έντονα εμφανής η διάθεση προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, εκφράζοντας τις απόψεις τους και τους προβληματισμούς τους, ερμηνεύοντας καταστάσεις και αντιμετωπίζοντάς τες με κριτική σκέψη. Τους παρουσιάζουμε ταυτόχρονα καθότι φάνηκε πως οι δράσεις των δύο συλλόγων αλληλοσυμπληρώνονται. Αφηγούμενοι την ιστορία του τόπου τους, έκαναν συχνές αυτοαναφορές, οι οποίες φάνηκε να επηρεάζουν την πολιτιστική τους δράση και τοποθέτηση. Συρράκο, 31/8/2013 Στο Συρράκο συναντήσαμε τον κύριο Βασίλη Κίστη, τέως πρόεδρο του Συνδέσμου Συρρακιωτών Ιωαννίνων. Η αφήγησή του ξεκίνησε από τη δημιουργία των συνδέσμων της περιοχής και με παράθεση σχετικών ιστορικών στοιχείΈ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


210

Θερινό σχολείο Τζουμέρκων

ων. Είχε πλήρη εποπτεία των πολιτιστικών θεμάτων στα οποία αναφέρθηκε, κυρίως λόγω της μακροχρόνιας ενασχόλησής του. Μας είπε ότι έχει δική του φιλοσοφία σε σχέση με τη δράση των συλλόγων και ότι για εκείνον η έννοια του πολισμού είναι ευρύτερη και δεν περιορίζεται μόνο σε συγκεκριμένες δραστηριότητες, όπως π.χ. το χορό ή τη δημιουργία μόνο χορευτικού από τον σύλλογο. Κίνητρο για τη συμμετοχή και δραστηριοποίησή του αποτέλεσε, όπως είπε, το παράδειγμα του πατέρα του, αλλά και η προσωπική του αγάπη για τον πολιτισμό. Ήταν συγκρατημένος, χωρίς συναισθηματισμούς, πράγμα που υπογράμμιζε την έντονη ενασχόλησή του. Διατηρούσε πολύ χαμηλούς τόνους, σπάνια προέκυπτε προσωπικό γόητρο και, όταν αυτό συνέβαινε, υφείρπε κάτω από τις δράσεις του συλλόγου. Συχνά αποτύπωνε σκέψεις για θέματα, όπως π.χ. την παράδοση, την οποία θεωρεί δυναμική έννοια. Χρησιμοποιούσε συχνά επιστημονικούς όρους και ορισμούς όπως αυτόν του φολκλορισμού, εντάσσοντας τον ορισμό του σε παράδειγμα που ανέφερε σχετικά με το χορό και τις χορευτικές παραστάσεις του συλλόγου. Φάνηκε να έχει εντρυφήσει στη σχετική βιβλιογραφία, διότι συχνά έκανε παραπομπές σε αυτή. Εντύπωση μας έκανε ότι, όταν στη συζήτηση παρεμβλήθηκε ένας τοπικός επιχειρηματίας, μπήκε στο ρόλο του συνεντευκτή κάνοντας ερωτήσεις προβάλλοντας θέματα που φάνηκε να θεωρεί σημαντικά. Και αυτός με τη σειρά του μας αντιμετώπισε με σοβαρότητα, ενώ μέσα από το λόγο του φάνηκε πραγματικά να ενδιαφέρεται να αποτυπώσει τον προβληματισμό του. Στο Συρράκο συζητήσαμε και με την κυρία Ελευθερία Γκαρτζονίκα, πρόεδρο του Συνδέσμου Συρρακιωτών Αθήνας, που ήταν παρούσα στη συζήτηση με τον κύριο Βασίλη και, ως δασκάλα στο ΘΕΣΤ, βοήθησε στη δόμηση της συνέντευξης. Συντόνισε τη συζήτηση, καθώς έχει ταυτόχρονη γνώση βιωματικής συμμετοχής στα πολιτιστικά δρώμενα των συλλόγων, όσο και βαθιά επιστημονική γνώση ως διδάκτορας στο αντικείμενο της λαογραφίας και ανθρωπολογίας του χορού. Η αφήγησή της ήταν δομημένη, ήξερε άλλωστε τι περιμέναμε να ακούσουμε, αλλά στην πορεία ενεπλάκη και το προσωπικό συναίσθημα όταν η συζήτηση έφτασε στον τόπο και τους τρόπους ανάπτυξής του. Γενικά θα λέγαμε ότι και οι τέσσερις πληροφορητές μας μάς αντιμετώπισαν με σοβαρότητα, ήταν προετοιμασμένοι για τη συνέντευξη και φάνηκε σαν να την περίμεναν, για να εκθέσουν και τη δράση των συλλόγων στους οποίους δραστηριοποιούνται, αλλά ίσως και τους προσωπικούς τους προβληματισμούς για τον τόπο, την ανάπτυξή του, αλλά και τον τοπικό πολιτισμό και τη συνέχειά του. Ο ενθουσιασμός τους για τη συνέντευξη φάνηκε να τροφοδοτείται ακριβώς από αυτόν τον προβληματισμό σε σχέση με το μέλλον του τοπικού πολιτισμού στις σύγχρονες συνθήκες, αλλά και του ίδιου του τόπου τους. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Άσκηση επιτόπιας έρευνας στο Βουργαρέλι και στο Συρράκο

211

Ημερολόγιο έρευνας 30.08.2013

Επιτόπια έρευνα στο Βουργαρέλι Πολιτιστικός Σύλλογος Βουργαρελιωτών Παρουσίαση: Βασιλική Μελετάκη Συναντηθήκαμε το πρωί (κατά τις 11π.μ.) στο καφενείο του χωριού με την πρόεδρο του Συλλόγου Βουργαρελιωτών Αθήνας «Το Βουργαρέλι» την κ. Λουκία Αντωνίου και τον γραμματέα του Πολιτιστικού Συλλόγου Βουργαρελιωτών τον κ. Βασίλη Σούσο, οι οποίοι είναι ζευγάρι. Οι συνεντεύξεις τους γίνονταν σχεδόν ταυτόχρονα και αλληλοσυμπληρώνονταν, τα πρόσωπα διαφωνούσαν ή συνομιλούσαν μεταξύ τους κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων. Και οι δύο ήταν θετικοί με την ιδέα της συνέντευξης, ήταν ιδιαιτέρως χαρούμενοι και αυτό φάνηκε όχι μόνο από την προσπάθειά τους να μας δώσουν όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσαν, αλλά και από την υποδοχή, την φιλοξενία που μας παρείχαν και τη σύντομη ξενάγηση που μας έκαναν στο χωριό, για το οποίο είναι πολύ περήφανοι και οι δύο. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο κύριος Βασίλης ήταν ερμηνευτικός στον λόγο του και κάποιες φορές καυστικός. Πληροφορίες σχετικά με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Βουργαρελιωτών σύμφωνα με τον κύριο Βασίλη: • Ιδρύθηκε το 1985. Ο πληροφορητής μας αναφέρει εδώ ότι στην αρχή της ίδρυσής του ορισμένα μέλη και ειδικότερα το Δ.Σ. έκρυβαν προσωπικές σκοπιμότητες πίσω από τη συμμετοχή τους στον σύλλογο και δεν τους ενδιέφερε τόσο να προωθήσουν τον σύλλογο και το έργο του, όσο να αυτοπροβληθούν. • Αριθμεί αυτή τη στιγμή 220 μέλη. • Το Δ.Σ. έχει 7 μέλη. • Στις τελευταίες εκλογές τους συμμετείχαν 100 μέλη. • Η έδρα του είναι στο Βουργαρέλι. • Διαθέτει χορευτικό τμήμα. • Ο σύλλογος έχει ιστοσελίδα (http://www.syllogos-vourgareliou.gr/) και μάλιστα διατηρεί λογαριασμούς και σε αρκετά κοινωνικά δίκτυα (Facebook, Twitter, YouTube) τους οποίους και ενημερώνει για κάθε εκδήλωση που πραγματοποιείται. • Ο πληροφορητής μας είναι μέλος του συλλόγου εδώ και δύο χρόνια και είναι ιδιαίτερα ενεργός. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


212

Θερινό σχολείο Τζουμέρκων

• Οι δραστηριότητές τους είναι ποικίλες. Η σπουδαιότερη για τον πληροφορητή μας είναι η αιμοδοσία, η οποία ξεκίνησε με το που εντάχθηκε ο κύριος Βασίλης στον σύλλογο, απευθύνεται σε όλους τους κατοίκους του χωριού που θέλουν να γίνουν αιμοδότες και η ποσότητα που συλλέγουν μεταφέρεται στη τράπεζα αίματος του Νοσοκομείου Άρτας. Άλλες δραστηριότητές τους είναι: • Επετειακές γιορτές και εκδηλώσεις ιστορικής μνήμης-αναπαραστάσεις, όπως η έναρξη της Επανάστασης στην Ήπειρο και άλλες γιορτές. Όπως ανέφερε ο πληροφορητής μας, συμμετέχει και ο ίδιος ενεργά σε όλες τις εκδηλώσεις και τις επετειακές γιορτές. Μάλιστα, μας περιέγραψε και στη συνέχεια της ημέρας μας πήγε στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου υποδύθηκε τον Καραϊσκάκη στην επετειακή γιορτή. • Άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις που διοργανώνουν είναι η «Λαϊκή βραδιά» (με ρεμπέτικα και λαϊκά), η κοπή της πίτας κάθε χρόνο, κάποια δρώμενα κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, όπως τα κάλαντα με συνοδεία οργάνων (μπουζούκι και ακορντεόν) και το Γαϊτανάκι (είναι ένα αποκριάτικο έθιμο, στο οποίο, όπως δήλωσε, «αυτοσχεδίασαν»). • Επίσης, παραδίδουν μαθήματα μουσικής (συγκεκριμένα μπουζούκι και βυζαντινή μουσική) σε έναν χώρο σε κεντρικό σημείο του χωριού που τους έχει παραχωρηθεί και προσπαθούν να το κάνουν λαογραφικό μουσείο και βιβλιοθήκη. Στον συγκεκριμένο χώρο μας ξενάγησαν αργότερα και μας έδειξαν κάποια κειμήλια (π.χ. αργαλειός) που φυλάσσονται.

Σχόλια- παρατηρήσεις Σκιαγράφηση του προφίλ του πληροφορητή μας Ο κύριος Βασίλης δεν διέμενε πάντοτε στο χωριό, μετακόμισε τα τελευταία χρόνια. Η δουλειά του ήταν δάσκαλος Ειδικής Αγωγής σε σχολεία ανά την Ελλάδα και μόλις πήρε σύνταξη εγκαταστάθηκε μόνιμα στον τόπο καταγωγής του. Αυτά τα στοιχεία μας οδηγούν σε έναν άνθρωπο ευαισθητοποιημένο με αρκετές εμπειρίες (λόγω επαγγέλματος). Φάνηκε ότι αγαπά πολύ τον τόπο του κι ας μην έμενε μόνιμα εκεί και μίλαγε με πάθος για το Βουργαρέλι, τον σύλλογο και τις δραστηριότητές του σε αυτόν. Προσπαθεί να προβάλλει τον σύλλογο και τη περιοχή προς τα έξω. Αυτό είναι φανερό και από την προσπάθεια προβολής μέσω του διαδικτύου και των εργαλείων που προσφέρει (για παράδειγμα, διατηρούν αρχείο στο YouTube με βιντεοσκοπημένες εκδηλώσεις τους). Αναφορικά με τις κοινωνικές σχέσεις του με τους Βουργαρελιώτες ασκεί Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Άσκηση επιτόπιας έρευνας στο Βουργαρέλι και στο Συρράκο

213

έντονη κριτική. Κάποια παραδείγματα είναι τα εξής: πρώτον, σχετικά με τα προηγούμενα μέλη του Δ.Σ. του πολιτιστικού συλλόγου, ανέφερε ότι τα ενδιέφερε μόνο η αυτοπροβολή και οι προσωπικές σκοπιμότητες και όχι το καλό του τόπου. Αυτό το τόνισε ως υπάρχον πρόβλημα και για τους «Αθηναίους» με καταγωγή από το Βουργαρέλι (Σύλλογος «Το Βουργαρέλι») φέρνοντας ως παράδειγμα μια προσωπική του σύγκρουση με έναν Αθηναίο ο οποίος είχε έρθει για διακοπές στο Βουργαρέλι και λογομαχούσαν διότι ο πληροφορητής μας ήθελε να κλαδέψει ένα δέντρο στην κεντρική πλατεία και ο Αθηναίος επέμενε να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές να κλαδέψουν το δέντρο, αφού ήταν παράνομο να το κλαδέψει κάποιος ιδιώτης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της συνέντευξης ο κύριος Βασίλης είχε έντονα κριτικό ύφος και ερμηνευτική διάθεση. Αυτό μας δυσκόλευε λίγο στη συλλογή πληροφοριών για τον σύλλογο, μιας και είχε εισχωρήσει έντονα η προσωπική του άποψη στις πληροφορίες που μας έδινε. Αυτό το χαρακτηριστικό, ωστόσο, προσέδιδε δυναμισμό στον χαρακτήρα του.

Γενικά σχόλια Το γεγονός ότι ο κύριος Βασίλης είναι ζευγάρι με την κυρία Λουκία (πρόεδρο του Συλλόγου Βουργαρελιωτών Αθήνας «Το Βουργαρέλι») έχει συμβάλει καθοριστικά στην καλή σχέση και –συνεχή- συνεργασία των δύο συλλόγων όχι μόνο αναφορικά με την επικοινωνία, αλλά και στην κοινή οργάνωση εκδηλώσεων και την αλληλοϋποστήριξη. Αυτό το γεγονός βέβαια δεν σημαίνει ότι απέκρυψαν οι συνεντευξιαζόμενοι τη σύγκρουση που υπάρχει μεταξύ των ντόπιων κατοίκων του χωριού και αυτών που έχουν μετακομίσει σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, κυρίως στην Αθήνα, και επισκέπτονται το χωριό μόνο για διακοπές. Επίσης, έθιξαν και οι δύο το ζήτημα του ατομικού γοήτρου και της προσωπικής προβολής και εξουσίας μέσω των συλλόγων. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες ήταν οι πληροφορίες που οι συνεντευξιαζόμενοι ανέφεραν σχετικά με την ιστορία και τις παραδόσεις του χωριού, τις κοινωνικές και ταξικές σχέσεις μεταξύ τους, τη μουσική παράδοση (αναφορά στο κλαρίνο και στα «γυφτοτράφουδα», όπως είπε ο πληροφορητής μας), τις σχέσεις φύλου και πώς αντικατοπτρίζονται αυτές στον χορό και, τέλος, την κοινωνική διαστρωμάτωση του χωριού σε παλαιότερες εποχές (αναφορά στις ονομασίες: «γιδοξούρια», «σακατούσα» και «μπέηδες»). Χαρακτηριστική είναι η φράση του κυρίου Βασίλη σχετικά με τις σχέσεις φύλου στο χωριό: Αναφέρει ότι εδώ είναι πιο προοδευτικοί (σε σύγκριση με τα γύρω χωριά), «στην πλατεία τουλάχιστον», αλλά «η φαλλοκρατική αντίληψη υπάρχει ακόμη, ειδικά μέσα στα σπίτια». Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


214

Θερινό σχολείο Τζουμέρκων

Στο τέλος της κοινής συνέντευξης, επισκεφτήκαμε τον πολιτιστικό σύλλογο Βουργαρελίου, περιηγηθήκαμε στο χωριό, επισκεφτήκαμε τον χώρο που τους παρέχεται από το Δήμο στο κέντρο της πλατείας και μας μοίρασαν διάφορα έντυπα και ημερολόγιο που εκδίδουν οι ίδιοι και ο σύλλογος Βουργαρελιωτών Αθήνας.

Ημερολόγιο έρευνας 30.08.2013

Επιτόπια έρευνα στο Βουργαρέλι Σύλλογος Βουργαρελιωτών Αθήνας «ΤΟ ΒΟΥΡΓΑΡΕΛΙ» Παρουσίαση: Ιωάννα Κουμπίδου To Σάββατο 30/8/2013 επισκεφτήκαμε το χωριό Βουργαρέλι στα Τζουμέρκα. Εκεί, στη κεντρική πλατεία του χωριού, συναντηθήκαμε με την κ. Λουκία Αντωνίου, πρόεδρο του Συλλόγου Βουργαρελιωτών Αθήνας «Το Βουργαρέλι» και το σύζυγο της Βασίλη Σούσο πρόεδρο του «Πολιτιστικού Συλλόγου Βουργαρελιωτών», οι οποίοι ήταν και οι κύριοι πληροφοριοδότες μας στη συνέντευξη που ακολούθησε, στα πλαίσια της άσκησης επιτόπιας έρευνας του ΘΕΣΤ. Οι δυο συνομιλητές μας υποδέχτηκαν μέσα σ’ ένα πολύ ευχάριστο και φιλικό κλίμα, πρόθυμοι να μας παραχωρήσουν οποιαδήποτε πληροφορία που αφορά τους πολιτιστικούς συλλόγους όπου δραστηριοποιούνται ως πρόεδροι. Πρόκειται για δύο πολύ ευχάριστους και ζωντανούς ανθρώπους -συνταξιούχοι εκπαιδευτικοί στο επάγγελμαόμως με διαφορετικές -εξίσου όμως ενδιαφέρουσες- ιδιοσυγκρασίες. Η κ. Λουκία Αντωνίου, με έντονες αυτοαναφορές στη δράση της, μας ενημέρωσε πώς με τη δική της προσπάθεια αλλά και νοοτροπία κατάφερε να ξαναδώσει πνοή στο σύλλογο, ο οποίος τα προηγούμενα χρόνια κινιότανε σε πιο κοντόφθαλμη λογική διαχείρισης της εικόνας του συλλόγου. «Όταν πρωτοανέλαβα τη διαχείριση του συλλόγου, βρέθηκα προ εκπλήξεως, αφού δεν υπήρχε καθόλου νέος κόσμος να πλαισιώσει ενεργά το σύλλογο», τονίζει χαρακτηριστικά η κ. Λουκία. Η απουσία νεολαίας, μας εξηγεί, προκάλεσε στο σύλλογο στασιμότητα και συρρίκνωση. Έτσι, στο πρώτο που επικεντρώθηκε η νέα πρόεδρος ήταν η προσέλκυση νέων ανθρώπων στο σύλλογο. Αυτό το πέτυχε με διάφορες εξωστρεφείς δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα η διοργάνωση μιας σειράς θεατρικών παραστάσεων, το καλοκαίρι στο χωριό, όπου σημείωσαν μεγάλη επιτυχία. Ο Σύλλογος Βουργαρελιωτών Αθήνας «Το Βουργαρέλι» αριθμεί περίπου 1000 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Άσκηση επιτόπιας έρευνας στο Βουργαρέλι και στο Συρράκο

215

μέλη (μέλη και στο εξωτερικό, Καναδά, Ην. Πολιτείες κτλ), με πρόεδρο την κ. Λουκία Αντωνίου και 7 μέλη στο Δ.Σ. Ιδρυτής του συλλόγου υπήρξε ο Ιωάννης Σιμόπουλος δικηγόρος, μαζί με άλλα 20 ιδρυτικά μέλη. Μια βασική δράση του συλλόγου είναι η έκδοση εφημερίδας (1000 αντίτυπα), η οποία αποτελεί βασικό όργανο συσπείρωσης των Βουργαρελιωτών ανά την Ελλάδα και τον κόσμο. Όπως μας εξηγεί η κ. Λουκία, το Βουργαρέλι κάποτε ήταν ένα πολυπληθές χωριό, του οποίου οι κάτοικοι -ύστερα από το φαινόμενο της αστικοποίησης και της εσωτερικής μετανάστευσης- κινήθηκαν προς τα μεγάλο αστικό κέντρο της Αθήνας και εγκαταστάθηκαν κυρίως στις περιοχές Ιλίσια και Ζωγράφου. Η κ. Λουκία είναι μια ενεργή και δραστήρια φιλόλογος, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, εμπλουτίζει τη δράση του συλλόγου με διάφορες εκδηλώσεις, όπως είναι οι παρουσιάσεις βιβλίων από συγγραφείς με καταγωγή από την περιοχή. Έχει διοργανώσει με δική της πρωτοβουλία συναυλίες με έντεχνη μουσική- όπως η ίδια τις χαρακτήρισε- με αφιερώματα στον Χατζηδάκη, τον Θεοδωράκη κ.τ.λ. Υπάρχει επίσης η έκθεση βιβλίου που διοργανώνει ο σύλλογος τα τελευταία 20 χρόνια και μάλιστα πέρσι γιορτάστηκε η επέτειος των 20 χρόνων λειτουργίας της έκθεσης. Ο σύλλογος, παρά τα τόσα χρόνια δράσης του, δεν είχε η δυνατότητα να φιλοξενήσει τμήματα μαθημάτων παραδοσιακού χορού, λόγω της περιορισμένης έκτασης του χώρου όπου στεγάζονται τα γραφεία του (50τ.μ). Αυτό όμως, πρόκειται ν’ αλλάξει, αφού σκοπεύει να μετακομίσει σύντομα σ’ έναν νέο χώρο 150 τμ, που σύντομα θα ελευθερωθεί, στην περιοχή των Σεπολίων Αττικής.

Ημερολόγιο έρευνας 31.08.2013

Επιτόπια έρευνα στο Συρράκο Σύνδεσμος Συρρακιωτών Ιωαννίνων Παρουσίαση: Ελισσάβετ Παπάζογλου Εισαγωγή Το Συρράκο, χωριό του νομού Ιωαννίνων, το οποίο ανήκει διοικητικά στο Δήμο Βορείων Τζουμέρκων, είναι ένας ανακηρυγμένος παραδοσιακός οικισμός, ο οποίος χτίστηκε περίπου τον 15ο αι. μ.Χ. από Βλαχόφωνους πληθυσμούς. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αποτέλεσε πρωτεύουσα της αυΈ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


216

Θερινό σχολείο Τζουμέρκων

τοδιοίκητης ορεινής κοινότητας του Μαλακασίου και κατά την ίδια περίοδο γνώρισε οικονομική ανάπτυξη χάρη στην κτηνοτροφία, το εμπόριο και την αργυροχρυσοχοΐα. Θα συμμετάσχει στον αγώνα της ανεξαρτησίας από την Οθωμανική ανεξαρτησία με αρχηγό τον Ιωάννη Κωλέττη. Τα χρόνια όμως που ακολουθούν την απελευθέρωση και κυρίως η νέα αγροτική πολιτική (παραχώρηση κλήρου στους ακτήμονες) έχει ως άμεση συνέπεια τη στέρηση των χειμερινών βοσκοτόπων από τους κτηνοτρόφους των Τζουμέρκων και της Πίνδου, με αποτέλεσμα την ανεύρεση εναλλακτικών τρόπων διαβίωσης, ωθώντας τους κατοίκους του Συρράκου στη μετανάστευση, η οποία εντοπίζεται ήδη από τον 17ο αι. και κορυφώνεται στα μέσα του 20ου1. Όπως επισημαίνει και η Ρέα Κακάμπουρα, «Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα έως την απελευθέρωση της Ηπείρου (1913) οι Ηπειρώτες της διασποράς ιδρύουν πολυάριθμες αδελφότητες και συλλόγους στην Ήπειρο και κυρίως στους τόπους αποδημίας (Κωνσταντινούπολη, ελεύθερη Ελλάδα, Αίγυπτο, Αμερική, Παραδουνάβιες χώρες)». Η μετανάστευση από την Ελλάδα συνεχίζεται εντονότερα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, συμπεριλαμβάνοντας τον Καναδά, τη Γερμανία, Αφρικανικές χώρες, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία (2012: 20), αλλά και αστικά κέντρα της ενδοχώρας με προεξάρχουσα την Αθήνα. Σε πρακτικό επίπεδο η οικονομική ενίσχυση του γενέθλιου τόπου, αλλά και η ανάγκη διατήρησης τόσο της κοινοτικής – τοπικής ταυτότητας, όσο και η διαμόρφωση της ατομικής ταυτότητας οδηγεί σχεδόν κάθε χωριό της Ηπείρου που έχει μεταναστεύσει σε κάποιο αστικό κέντρο να προβεί στην ίδρυση κάποιου συλλόγου και κάθε «συντοπίτη» να αναζητήσει την ένταξή του σε αυτόν. Οι μετανάστες συγχωριανοί συσπειρώνονται δημιουργώντας μία νέα τοπικότητα πρακτικά και συμβολικά συνδεδεμένη με τον χώρο-χωριό που άφησαν, διατηρώντας –ή προσπαθώντας να διατηρήσουν– την ταυτότητά τους σε έναν «ξένο» τόπο2. Η οικονομική και ψυχολογική-υπαρξιακή αλληλοϋποστήριξη, λοιπόν, αποτελούν δύο από τα πιο βασικά κίνητρα ίδρυσης συλλόγων, ενώ ο σύλλογος αναλαμβάνει πια ένα διαμεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στη «νέα» πα1. Βλ. σχετικά Συρράκο Ιωαννίνων – Βικιπαίδεια (http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3 %CF%85%CF%81%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BF_%CE%99%CF%89%CE%B1% CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD) και Συρράκο – Δήμος Βόρειων Τζουμέρκων (http://www.voreiatzoumerka.gr/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9% CE%B1/33-%CF%83%CE%B9%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF). 2. Αναφερόμενη στους εσωτερικούς μετανάστες, μια παρατήρηση, ωστόσο, που ισχύει και για τους εξωτερικούς, η Ρ. Κακάμπουρα – Τίλη επισημαίνει πως «για να μπορέσουν να επιβιώσουν οικονομικά, αλλά και υπαρξιακά εν γένει, οι εσωτερικοί μετανάστες “σ’ ένα περιβάλλον που δεν ήθελε να τους δει ισότιμα” (Μ. Μερακλής, 1989:2) συσπειρώνονταν αμυντικά μέσα στην πόλη με βάση και την πολιτιστική τους συνάφεια, η οποία και αναδείχθηκε ενοποιητικός, συνεκτικός παράγοντας (1996: 424). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Άσκηση επιτόπιας έρευνας στο Βουργαρέλι και στο Συρράκο

217

τρίδα και την «παλιά», αξιοποιώντας με κάθε τρόπο ό,τι μπορεί να προσφέρει η πρώτη στη δεύτερη, όπως για παράδειγμα επαφή με υπουργεία και δημόσιους φορείς προς αίτηση οικονομικής υποστήριξης και ανάπτυξης των χωριών. Οι σύλλογοι, βασιζόμενοι ως επί το πλείστον στην εθελοντική και οικονομική προσφορά των μελών τους, συνήθως προβαίνουν στη διοργάνωση διαφόρων ειδών ψυχαγωγικών εκδηλώσεων (χοροεσπερίδες, εκδρομές, διαλέξεις, χορευτικές εκδηλώσεις κ.α.), αλλά και άλλων δραστηριοτήτων, όπως για παράδειγμα η τύπωση εφημερίδων που αφορούν την εκάστοτε τοπική κοινότητα, με σκοπό τη διατήρηση της κοινοτικής συνοχής, τη σύσφιξη των σχέσεων των μελών του συλλόγου, τη γνωριμία των νέων μελών μεταξύ τους αλλά και τη δήλωση της παρουσίας τους ως συλλογικότητας στο νέο τόπο διαμονής.

Σύνδεσμος Συρρακιωτών Ιωαννίνων Επιστρέφοντας, λοιπόν, στον τόπο ενδιαφέροντός μας, το Συρράκο, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για ένα χωριό στο οποίο επικρατούσαν δύο τάξεις: οι κτηνοτρόφοι και οι ραφτάδες3. Θα παρατηρήσω, εξ’ αρχής, πως η επιρροή αυτής της κοινωνικής διαστρωμάτωσης είναι ακόμη εμφανής στα άτομα που κατάγονται από το Συρράκο. Χαρακτηριστικά, κάποιοι από τους πληροφορητές μας, όταν μας συστήθηκαν μαζί με το επάγγελμα και τα υπόλοιπα βιογραφικά τους στοιχεία, ανέφεραν ότι κατάγονταν από την τάξη των κτηνοτρόφων ή των ραφτάδων, χωρίς καν να τους γίνει κάποια σχετική ερώτηση4. Σύμφωνα με την ταξική προέλευση πραγματοποιήθηκε και η μετανάστευση των ατόμων. Για παράδειγμα οι 3. «Το επάγγελμα του κτηνοτρόφου είναι εδώ τόσο παλιό όσο και η ιστορία αυτού του τόπου. Η κτηνοτροφία παίζει ακόμα και σήμερα σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή της περιοχής. Ωστόσο ελάχιστα από τα παλιά επαγγέλματα που συνδέονται με την κτηνοτροφία έχουν επιζήσει. Οι μπάτζοι (τυροκόμοι) του Συρράκου δεν συναντώνται πια παρά στα πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης ως κύρια ονόματα. Την ίδια τύχη έχουν και οι καπάδες του Συρράκου και των Καλαρρυτών, που τροφοδοτούσαν επί αιώνες τους ναύτες της Αδριατικής και της Μεσογείου με χοντρούς μάλλινους επενδύτες, ιδρύοντας συγχρόνως εμπορικούς οίκους σε Ανατολή (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Μόσχα, Οδησσό) και Δύση (Τεργέστη, Λιβόρνο, Νάπολη, Βιέννη, Μασσαλία..). Όχι βέβαια συμπτωματικά, κάποιοι με αυτό το όνομα θα κρατήσουν, ως τις μέρες μας, την ιδιότητα του εμπόρου μακριά όμως πια από τη γενέτειρά τους. Αλλά κανένας πια δεν χρησιμοποιεί τη γλώσσα των ραφτάδων: τα μπουκουρέικα», βλ. σχετικά http://www.voreiatzoumerka.gr/%CF%8 7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%B1/33-%CF%83%CE%B9%CF%81%CF%81%CE%B 1%CE%BA%CE%BF . Υποθέτω πως οι ραφτάδες θεωρούταν ανώτερη κοινωνικά τάξη σε σχέση με τους κτηνοτρόφους, γεγονός που φάνηκε από το σχόλιο ότι ο πρώτος γάμος κτηνοτρόφου στην πλατεία πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του 1950. 4. Για παράδειγμα ο κος Θεόδωρος Σούλτη, μας είπε εξ’ αρχής ότι καταγόταν από οικογένεια κτηνοτρόφων, ενώ ο κος Κίστης ότι, αν και προερχόταν από οικογένεια κτηνοτρόφων, θεωρούταν ράφτης. Ο λόγος αυτής της κοινωνικής αλλαγής δεν διευκρινίστηκε. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


218

Θερινό σχολείο Τζουμέρκων

κτηνοτρόφοι προτίμησαν να εγκατασταθούν στον κάμπο (Πρέβεζα, Φιλλιπιάδα), ενώ επισημάνθηκε και η τάση πώλησης των κοπαδιών και αγοράς «ρόδας», δηλαδή η αγορά λεωφορείων για εκείνους που επέλεξαν τα Γιάννενα. Ο πρώτος συρρακιώτικος σύλλογος ιδρύεται, όπως μας ενημερώνουν και οι πληροφορητές μας στην Αθήνα το 1832, με την ονομασία «Σύνδεσμος Συρρακιωτών Αθήνας». Αν και για κάποια χρόνια υπολειτουργούσε, το 1983 ανασυσταίνεται και μάλιστα ιδιαίτερα ενεργά. Εντοπίζουμε συρρακιώτικους συνδέσμους, επίσης, στην Πρέβεζα, την Άρτα, την Πάτρα, τη Φιλιππιάδα και τα Ιωάννινα, οι οποίοι αρχικά λειτουργούσαν ως παραρτήματα αλλά κατόπιν απέκτησαν την αυτοτέλειά τους. Στο ίδιο το Συρράκο θα ήταν καλό να επισημανθεί πως δεν υπάρχει κάποιος πολιτιστικός Σύλλογος ή Σύνδεσμος. Ο κος Βασίλης Κίστης είναι ο βασικός μας πληροφορητής σχετικά με τον Σύνδεσμο Συρρακιωτών Ιωαννίνων, ο οποίος ιδρύθηκε το 19695. Αν και δε μεγάλωσε στο χωριό, όπως μας αναφέρει, το γεγονός πως ο πατέρας του από το 1969 έως το 1983 ήταν γραμματέας του συλλόγου, ίσως ήταν ο βασικός λόγος, όπως εικάζει ο ίδιος, που τον οδήγησε να ασχοληθεί με το Σύνδεσμο. Διέτελεσε για έξι χρόνια Πρόεδρος του εν λόγω Συνδέσμου, τέσσερα χρόνια πρόεδρος του Πνευματικού Κέντρου και τέσσερα χρόνια υπεύθυνος έκδοσης της εφημερίδας «Αντίλαλοι του Συρράκου». Από μικρός, μας αναφέρει, ασχολούνταν με συλλόγους, ενώ δεν παραλείπει να μας εκφράσει την αγάπη του για τον πολιτισμό και την απόφαση ενασχόλησής του με τον Σύνδεσμο, ορμώμενος από αυτήν την αγάπη και όχι για λόγους υστεροφημίας. Διακρινόμενος καθ όλη τη διάρκεια της συνέντευξης τόσο από κριτική όσο και αυτοκριτική σκέψη, τονίζει εξ’ αρχής πως σήμερα ο σύνδεσμος έχει έναν καθαρά πολιτιστικό χαρακτήρα, ενώ θεωρεί πως ο πολιτιστικός τομέας βρίσκεται σε κρίση πια. «Ο κόσμος δεν συμμετέχει στα κοινά», αναφέρει χαρακτηριστικά, ενώ επισημαίνει πως άλλοτε στις εκλογές υπάρχει μεγάλη συμμετοχή μελών (250 άτομα) και άλλοτε μικρή (20 άτομα). «Θέλει δουλειά και πιθανόν αποτραβιούνται πολλοί», μας αναφέρει, έχοντας ήδη παρατηρήσει τη συμμετοχή των μελών στις εκδρομές, αλλά όχι στα διοικητικά του Συνδέσμου. Δεν παραλείπει επίσης να τονίσει τη σημασία της συνεργασίας για τη λειτουργία του Συνδέσμου. Ο ίδιος θεωρεί πως διευκολύνθηκε στο έργο του ως Πρόε5. Κατά τη διάρκεια της έρευνας ήταν παρόντες οι εξής: Ρέα Κακάμπουρα (Επίκουρη Καθηγήτρια Λαογραφίας τους Πανεπιστημίου Αθηνών), οι πληροφορητές μας Βασίλης Κίστης [Σύνδεσμος Συρρακιωτών Ιωαννίνων] και Γκαρτζονίκα Ελευθερία [Σύλλογος Συρρακιωτών Αθηνών] και οι φοιτητές: Αφροδίτη Νουνανάκη, Κώστας Δημόπουλος, Βασιλική Μελετάκη, Ηλίας Κοσσοβίτης, Ιωάννα Κουμπίδου και Ελισσάβετ Παπάζογλου). Επίσης, έγιναν παρεμβάσεις και από τους κυρίους Θεοδωρή Σούλτη (πρώην Πρόεδρο της Κοινότητας Συρράκου) και Χρήστο Χασάνη (επιχειρηματία – ιδιοκτήτη ξενώνα). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Άσκηση επιτόπιας έρευνας στο Βουργαρέλι και στο Συρράκο

219

δρος από τη συμπεριφορά των υπόλοιπων μελών του διοικητικού συμβουλίου, καθώς τον υποστήριζαν ακόμη κι αν διαφωνούσαν με τις απόψεις του, από τη στιγμή όμως που οποιαδήποτε απόφαση είχε τη στήριξη της πλειοψηφίας. Θεωρεί επίσης απαραίτητη την πιο έντονη ανάδειξη του πολιτικού χαρακτήρα του Συνδέσμου, οι σύνδεσμοι γενικά να προβαίνουν σε πολιτικές παρεμβάσεις και να μην περιορίζονται μόνο στα πολιτιστικά τους καθήκοντα6. Ο Σύνδεσμος Συρρακιωτών Ιωαννίνων νοικιάζει γραφεία καλύπτοντας την ανάγκη για αίθουσα χορού, αλλά και για ένα χώρο στον οποίο θα πραγματοποιούνται οι συνελεύσεις. Αρχικός σκοπός ήταν ο χώρος του Συνδέσμου να αποτελέσει ένα κέντρο συγκέντρωσης. Ένα κοινό και επίσημα ορισμένο «κέντρο έκφρασης» και εκδήλωσης της κοινής συρρακιώτικης ταυτότητάς τους, η οποία ενισχύεται μέσα από τη συμμετοχή στα «κοινά» του Συνδέσμου. Οι δραστηριότητες του Συνδέσμου Συρρακιωτών Ιωαννίνων περιλαμβάνουν την ύπαρξη χορευτικού, το οποίο αποτελεί βασική πηγή εσόδων του συλλόγου από τα δίδακτρα των μαθητών, ενώ συμμετέχει και σε εκδηλώσεις του εξωτερικού, η διοργάνωση αποκριάτικου χορού και εκδρομών, η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας κ.α. Πρόκειται για δραστηριότητες, τις οποίες συναντούμε στους περισσότερους πολιτιστικούς συλλόγους ανά την Ελλάδα7. Κατά την άποψή του, όμως, «πολιτισμός δεν είναι μόνο ένα χορευτικό ή μία εκδρομή». Μέσα στο πλαίσιο, λοιπόν, της διεύρυνσης των δραστηριοτήτων τους εντάσσεται κάποια εκδήλωση που είχε πραγματοποιηθεί για τα παιδιά της μέριμνας, αλλά και ιατρικές διαλέξεις για καίρια θέματα8, οι οποίες είχαν μεγάλη απήχηση στην πόλη των Ιωαννίνων. Παρατηρούμε, επομένως, πως η θεματολογία που επιλέγεται για τις «νέες» εκδηλώσεις δεν είναι απαραίτητο να αφορά θέματα των ιδιαίτερων πατρίδων τους. Κατά την άποψή του, ορισμένες από τις επιτυχείς εκδηλώσεις που φέρουν τη «σφραγίδα» του Συνδέσμου Συρρακιωτών Ιωαννίνων απιδεικνύουν ξεκάθαρα πια όχι μόνο έναν πολιτιστικό χαρακτήρα, αλλά έναν ευρύτερα κοινωνικό και πολλαπλά ευαισθητοποιημένο φορέα. Ως επί το πλείστον, οι εκδηλώσεις επιλέγουν τη θεματολογία τους από συρρακιώτικα θέματα. Ιδιαίτερα υπερήφανος φαίνεται ο κος Κίστης για την πραγματοποίηση στις 19 Μαΐου 2007 του Συμποσίου «Χαρά και Πόνος στο Συρ6. Κατά την κα Γκαρτζονίκα υποκρύπτεται η πολιτική – κομματική διάσταση. 7. Βλ. σχετικά Κακάμπουρα 2012: 22. Επίσης, η ίδια σημειώνει χαρακτηριστικά: « Σχεδόν οι μισοί σύλλογοι της χώρας μας ενδιαφέρονται να συντηρήσουν και να αναβιώσουν μορφές της παραδοσιακής πολιτιστικής ζωής τόσο στην ύπαιθρο όσο και στην πόλη» (Κακάμπουρα-Τίλη 1996: 424). 8. Ο κος Κίστης σπούδασε Ιατρική, αλλά λόγω προσωπικού ατυχήματος δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Σήμερα εργάζεται ως υπάλληλος ωστόσο, το επιστημονικό του υπόβαθρο φαίνεται πως έχει επηρεάσει τη θεματολογία των εκδηλώσεων του Συλλόγου, καθώς όπως μας αναφέρει, πρόκειται για δικές του ιδέες. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


220

Θερινό σχολείο Τζουμέρκων

ράκο: Γάμος – Ξενιτιά – Θάνατος», το οποίο έλαβε χώρα στα Γιάννενα αλλά και στο Συρράκο, ενώ υποστηρίχθηκε από τον ακαδημαϊκό χώρο. Ερμηνεύτηκε ως ένας τρόπος αναγνώρισης του έργου του Συνδέσμου από τον επίσημο ακαδημαϊκό χώρο. Επιπλέον, στο πλαίσιο εκδήλωσης για την απελευθέρωση του Συρράκου (23/11/1912), ο Σύνδεσμος Συρρακιωτών Ιωαννίνων έψαξε και βρήκε απόγονους Κρητών πολεμιστών που είχαν βοηθήσει στον αγώνα της απελευθέρωσης του χωριού και θέλησαν να τους τιμήσουν φέρνοντάς τους στο Συρράκο το καλοκαίρι που μας πέρασε9. Στη συνέχεια μας αναφέρει ο κος Κίστης πως γίνεται προσπάθεια να θιγούν ζητήματα της εποχής του Εμφυλίου, από τον οποίο κάποιοι θεωρούν πως το Συρράκο βγήκε αλώβητο, αλλά υπάρχουν και εκείνοι που διαφωνούν. Η παραγωγή cd’s, η έκδοση βιβλίων και εφημερίδας είναι μια ακόμη συνήθης πρακτική των συλλόγων, τόσο για την ενίσχυση της κοινής ταυτότητας αλλά και για πρακτικούς οικονομικούς λόγους (έσοδα). Βλέπουμε, λοιπόν, πως υιοθετείται και από τον Σύνδεσμο Συρρακιωτών Ιωαννίνων. Γίνονται σημαντικές προσπάθειες συλλογής αρχειακού υλικού (φωτογραφιών, τραγουδιών, μοιρολογιών κ.α.) και έκδοσής τους από διάφορα μέλη του Συνδέσμου, που ωστόσο πιθανόν να μην είναι όλες επιστημονικά τεκμηριωμένες. Το κοινό και τα μέλη όμως ανταποκρίνονται θετικά, σύμφωνα με τον κο Κίστη. Φαίνεται, λοιπόν, πως μάλλον είναι μεγαλύτερη η ανάγκη ανάμεσα στα μέλη της ύπαρξης κάτι κοινού (κοινών τραγουδιών, κοινών ιστοριών κ.α.) που οδηγεί στην ενίσχυση της κοινής τους ταυτότητας, ενώ δίδεται λιγότερη βαρύτητα στην «αυθεντικότητα» του συλλεγμένου υλικού ή καλύτερα στην επιστημονική του ορθότητα10. Επίσης, μέχρι το 1977-78 δεν ήταν εφικτή η οδική πρόσβαση στο Συρράκο. Η διάνοιξη του δρόμου, η πραγματοποίηση εκδρομών και η μεγάλη συμμετοχή ατόμων που είτε είχαν χρόνια να πάνε στο χωριό ή δεν το είχαν επισκεφθεί ποτέ (δεύτερης γενιάς μετανάστες) κατά κάποιο τρόπο καθιστά το Συρράκο ένα τόπο-μνημείο. Παλιοί και νέοι μοιάζει σαν να επιστρέφουν στο χωριό για να αποδώσουν τιμή στον τόπο που γεννήθηκαν, στον τόπο που έζησαν οι πρόγονοί τους, στον τόπο των γονέων και των παππούδων. Όπως προαναφέρθηκε, πρόκειται για έναν παραδοσιακό οικισμό, ο οποίος διατηρεί αναλλοίωτα τα στοιχεία της παραδοσιακής ηπειρωτικής αρχιτεκτονικής με τα πετρόχτιστα σπίτια και τις στέγες από σχιστόλιθο. Μετά από μια 9. Ο κος Κίστης μας εξηγεί πως ήρθαν τρία άτομα από τα πέντε που κατάφεραν να βρουν, αναφερόμενος ενδεικτικά σε έναν εβδομηντάχρονο από τα Χανιά. 10. Για παράδειγμα δεν δίνεται τόση μεγάλη βαρύτητα στο γεγονός ότι τα συρρακιώτικα τραγούδια έχουν δεχθεί μουσικές επιρροές και από άλλα μέρη, όπως για παράδειγμα τον Ξηρόκαμπο. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Άσκηση επιτόπιας έρευνας στο Βουργαρέλι και στο Συρράκο

221

μακρά περίοδο στασιμότητας, ο Θεόδωρος Σούλτης11, θεωρεί πως τη δεκαετία του 1990 το χωριό παρουσιάζει ανάπτυξη λόγω της παρουσίας Αλβανών οικοδόμων που ασχολήθηκαν με την ανοικοδόμηση νέων σπιτιών και την επισκευή παλαιών, μετά από 150 χρόνια. Οι Συρρακιώτες μετανάστες έχοντας, εξασφαλίσει πια τα βασικά και όχι μόνο για την καθημερινή διαβίωσή τους, αποφασίζουν να επενδύσουν τα χρήματά τους στο χωριό. Είναι η δεκαετία που ο ρόλος των συλλόγων πέρα από πολιτιστικός είναι και κατασκευαστικός, καθώς οι μεγαλύτεροι σύλλογοι μάζευαν χρήματα για την ανάπτυξη του χωριού προκειμένου να γίνουν κατασκευαστικά έργα. Οι σύνδεσμοι βλέπουμε για ακόμη μια φορά πώς συσπειρώνουν τους Συρρακιώτες, αποβλέποντας στην ενίσχυση της συρρακιώτικης ταυτότητας αλλά και στη διατήρηση των δεσμών με τον γενέθλιο τόπο, θέτοντας ένα κοινό σκοπό, την ανάπτυξη του χωριού. Ιδιαίτερα σημαντικό όμως είναι το σχόλιο, με το οποίο συμφώνησε σχεδόν το σύνολο των ντόπιων παρευρισκομένων πληροφορητών μας, πως «και οι σύλλογοι έκαναν βλακείες στο χωριό», με χαρακτηριστικό παράδειγμα την καμάρα που συναντά κάποιος στην είσοδο του χωριού, καθώς θεωρείται πως αλλοιώνει τη φυσιογνωμία του χωριού12. Έτσι οι συρρακιώτικοι σύνδεσμοι -υποστηρίζεται από τους παρευρισκομένους πληροφορητές μας- πάνω στην ανάγκη τους για ανάπτυξη και προσφορά, δεν έλαβαν υπόψη ζητήματα αυθεντικότητας, αισθητικής και παραδοσιακότητας. Ελλείψει τοπικού συνδέσμου με έδρα το ίδιο το Συρράκο, διαμορφώθηκε και ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στους συνδέσμους ως προς το ποιος θα προσφέρει περισσότερα στο χωριό και μια στάση παθητική της τοπικής κοινότητας καθώς «δε θέλει να χαλάσει το χατίρι κανενός».

Παρατηρήσεις-σχόλια Ο Σύνδεσμος Συρρακιωτών Ιωαννίνων, διατηρώντας τα βασικά χαρακτηριστικά αλλά και συνήθεις δραστηριότητες τις οποίες συναντάμε στους περισσότερους πολιτιστικούς συλλόγους, κάθε άλλο παρά μοιάζει να επαναπαύεται. Η συνεχής προσφορά αλλά και η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν τα μέλη το ρόλο του Συνδέσμου, αναζητώντας συνεχώς νέες ιδέες προκειμένου 11. Ο κος Θεόδωρος Σούλτης, γεννημένος το 1957, ανήκει σε κτηνοτροφική οικογένεια. Το χειμώνα έμενε στην Άρτα, όπου και πήγε σχολείο, ενώ το καλοκαίρι στο Συρράκο. Το 1979 εγκαταστάθηκε στα Γιάννενα. Είναι δικηγόρος, πρώην Πρόεδρος της Κοινότητας Συρράκου κι αν και δεν έχει υπάρξει ποτέ μέλος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Συρρακιωτών Ιωαννίνων, υπήρξε εκπρόσωπος του Συνδέσμου στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων. 12. Ο κος Χρήστος Χασάνης, ίσως ήταν ο μοναδικός ο οποίος διαφώνησε καθώς εξέφρασε την άποψη πως είναι σημαντικότερο «κάτι να γίνεται… φτάνει να υπάρχει δραστηριότητα στο χωριό», παρά να υπάρχει αδράνεια. Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


222

Θερινό σχολείο Τζουμέρκων

να αναδείξουν τη συρρακιώτικη συλλογικότητα, και κατ’ επέκταση βασικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας του Συρρακιώτη (κοινωνική ευαισθησία, αγάπη για τον γενέθλιο τόπο, δημιουργικότητα, συνεχή προσφορά, υπερηφάνεια κ.ά.), υπήρξε εμφανής. Κάποιος μπορεί επίσης να υποθέσει την ανάγκη ανάδειξης της διαφορετικότητας αλλά και ανωτερότητας του «Συρρακιώτη» και του Συνδέσμου Συρρακιωτών Ιωαννίνων, γεγονός που το αποδεικνύει η επιλογή των νέων δραστηριοτήτων που περιγράφηκαν παραπάνω. Με έκδηλη την ανάγκη ανάδειξης ζητημάτων μνήμης αλλά και με την τόλμη ενασχόλησης με ειδικά επιστημονικά αντικείμενα, όπως για παράδειγμα ο εμφύλιος πόλεμος, γίνεται προσπάθεια επιβεβαίωσης της αντιμετώπισης της παράδοσης ως μια δυναμικής διαδικασίας, συνεχώς εξελίξιμης αλλά πάντα στο πλαίσιο κάποιων ορίων. Ο λόγος τους περί παράδοσης όμως έχω την αίσθηση πως δεν είναι ιδιαίτερα ξεκάθαρος. Τι θεωρούν παραδοσιακό και τι όχι; Από τη μία πλευρά συναντάμε τη διατήρηση και ένθερμη υπεράσπιση των παλαιών παραδοσιακών μορφών και αξιών (π.χ. η αρχιτεκτονική του χωριού και η αναλλοίωτη διατήρηση της φυσιογνωμίας του) και από την άλλη την ανάγκη επινόησης και ενσωμάτωσης νέων παραδόσεων (π.χ. προσπάθεια του διπλού και τριπλού χορού να γίνει παραδοσιακός ή η ταύτιση της οικογένειας Γεροδήμου με τη συρρακιώτικη μουσική παράδοση13). Μήπως τελικά αυτό νοείται ως δυναμική παράδοση; Τέλος, δόθηκε η αίσθηση πως, αν και κατά τη διάρκεια της έρευνας υπήρχαν έντονες διαφωνίες μεταξύ των πληροφορητών μας, το τελικό μήνυμα το οποίο φάνηκε πως ήθελαν όλοι να λάβουμε είναι εκείνο της συλλογικότητας, δηλαδή ότι μπορεί να διαφωνούμε και με τεκμηριωμένο τρόπο να προσπαθούμε να πείσουμε ο ένας τον άλλο, μπορεί να τίθενται θέματα εξουσίας μεταξύ των Συρρακιώτικων Συνδέσμων και των μελών τους και ζητήματα εξουσίας μεταξύ των ελάχιστων ατόμων που ζουν στο Συρράκο και εκείνων που ζουν στα αστικά κέντρα (τίνος γνώμη έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, του μόνιμου κατοίκου ή του καταγώμενου από το Συρράκο αλλά επισκέπτη των θερινών μηνών;), αλλά όλο αυτό γίνεται για έναν κοινό στόχο, που δεν είναι άλλος από το καλό του Συρράκου και την αγάπη προς αυτό. Βιβλιογραφικές αναφορές – Κακάμπουρα-Τίλη, Ρέα, (1996). «Αδελφότητα Αγίας Παρασκευής Κόνιτσας «Το Κεράσοβο». Η επιβίωση της παραδοσιακής κοινοτικής συλλογικότητας στο χωριό και στην πόλη», στα Πρακτικά Α΄ Επιστημονικού Συμποσίου με θέμα: Η επαρχία Κόνιτσας στο χώρο και το χρόνο, Κόνιτσα: Πνευματικό Κέντρο Δήμου Κόνιτσας, σ. 423-432. – Κακάμπουρα, Ρέα, (2012). «Κοινωνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες των Τζουμερκιώτικων συλλόγων», στο Τοπικά πολιτισμικά στοιχεία της ταυτότητας των Τζουμερκιωτών, Άγναντα Άρτας: Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, σ. 19-54.

13. Με τα θέματα μουσικής και χορού στην παρούσα έρευνα ασχολείται ο Κώστας Δημόπουλος. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Άσκηση επιτόπιας έρευνας στο Βουργαρέλι και στο Συρράκο

223

Ιστοσελίδες

– Συρράκο Ιωαννίνων – Βικιπαίδεια, (2013). Διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο: http://

el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%85%CF%81%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BF _%CE%99%CF%89%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD (τελευταία πρόσβαση: 16/10/2013) – Συρράκο – Δήμος Βόρειων Τζουμέρκων – Επίσημος Δικτυακός Τόπος, (2012). Διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο: http://www.voreiatzoumerka.gr/%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9% CE%B1/33-%CF%83%CE%B9%CF%81%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF (Τελευταία πρόσβαση: 16/10/2013).

Σύνδεσμος Συρρακιωτών Αθήνας «Το Συρράκο» Πληροφορητής: Ελευθερία Γκαρτζονίκα Παρουσίαση: Ηλίας Κοτσοφίτης Ο Σύνδεσμος Συρρακιωτών Αθήνας «Το Συρράκο» ιδρύθηκε το 1932 από Συρρακιώτες που διέμεναν μόνιμα στην Αθήνα και, σύμφωνα με την πληροφορήτριά μας, ανήκαν στο κοινωνικό στρώμα των Ραφτάδων. Τα καταγεγραμμένα μέλη του σήμερα είναι 150, όμως η συμμετοχή τους είναι κυμαινόμενη. Η έδρα του βρίσκεται στην πλατεία Βικτωρίας (δωρεά Δ. Γιαννιώτη). Παλαιότερα λόγω μη ιδιόκτητου χώρου νοίκιαζαν την αίθουσα της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδας. Στόχος του Συνδέσμου ήταν η συσπείρωση, η διεκδίκηση των συμφερόντων της κοινότητας και η υποδοχή των Συρρακιωτών που συνέρρεαν στην Αθήνα. Μια από τις δραστηριότητες του Συνδέσμου ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την ενίσχυση της κοινότητας (π.χ. ανέγερση οικοτροφείου και επισκευή παραθύρων σε σχολείο). Την πρώιμη περίοδο του Συνδέσμου δεν υπήρχε μεγάλη ενασχόληση με πολιτιστικά θέματα. Ο Σύνδεσμος επαναλειτούργησε μετά τη δικτατορία, τη δεκαετία του 1980. Η διακοπή της λειτουργίας του δεν ήταν μεμονωμένο φαινόμενο, όπως τόνισε η πληροφορήτρια, αλλά συλλογικό, δηλαδή και άλλοι σύλλογοι διέκοψαν τη δράση τους. Οι δραστηριότητες απ’ την δεκαετία του ’90 και έπειτα περιλάμβαναν την πρωτοχρονιάτικη κοπή πίτας, την αρτοκλασία στην Ιερά Μονή Ταξιαρχών στο Πεδίον του Άρεως στη γιορτή του Αγ. Νικολάου, ο οποίος είναι προστάτης του χωριού, παρουσιάσεις βιβλίων συγγραφέων με συρρακιώτικη καταγωγή, εκδηλώσεις ιστορικής μνήμης (π.χ. απελευθέρωση Συρράκου), κοινωνικές εκδηλώσεις (π.χ. χορός σε μεγάλα ξενοδοχεία παλαιότερα). Από τις σημαντικότερες δραστηριότητες ήταν το γεγονός της σύνταξης εφημερίδας από την επανασύσταση του Συνδέσμου και μετά. Αρχικά η έκδοση γινόταν απ’ Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


224

Θερινό σχολείο Τζουμέρκων

τον Σύνδεσμο της Αθήνας. Έπειτα τη σύνταξη ανέλαβε ο Σύνδεσμος της Πρέβεζας, μετά των Ιωαννίνων και πάλι της Πρέβεζας. Ήταν –και ακόμα είναι- το μέσο που πληροφορούσε για την ιστορία, τη λαογραφία και τις τρέχουσες εξελίξεις του τόπου τους απανταχού Συρρακιώτες. Η προφορική ιστορία άρχισε να γίνεται με αυτόν τον τρόπο γραπτή.

Πολιτιστική ιδιαιτερότητα των τοπικών κοινωνιών μέσα από το παράδειγμα του χορού. Οι κοινότητες του Βουργαρελίου και του Συρράκου. Παρουσίαση: Κώστας Δημόπουλος Κοινωνική διαστρωμάτωση και χορός. Όπως παρατηρείται και στις περισσότερες περιοχές του ελληνικού χώρου, ο χορός και οι χορευτικές πρακτικές ήταν άμεσα συνυφασμένες με την κοινωνική διαστρωμάτωση, η οποία επέβαλε τα «χορευτικά όρια» μεταξύ αυτών των κοινωνικών ομάδων. Έτσι, στο Βουργαρέλι παρατηρούνται τρία κοινωνικά στρώματα, τα οποία προσδιορίζονται από τον επαγγελματικό βίο, αλλά συνάμα και από τον γεωγραφικό προσανατολισμό των κατοικιών τους. Το πρώτο κοινωνικό στρώμα είναι οι γιδοξούρες, οι οποίοι ήταν κτηνοτρόφοι και συνήθως κατοικούσαν στην ορεινή περιοχή του Βουργαρελίου. Το δεύτερο είναι οι μπέηδες, οι οποίοι κατοικούσαν στο κέντρο του Βουργαρελίου και ήταν συνήθως οι πιο εύποροι κάτοικοι. Το τρίτο κοινωνικό στρώμα είναι οι σακατούσα, οι οποίοι ήταν οι κάτοικοι που κατοικούσαν στις πεδινές περιοχές του Βουργαρελίου. Υπήρχε μια νοερή αλλά σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους και αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι σπάνια γινόταν γάμος μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων. Το ίδιο παρατηρείται και στις χορευτικές πρακτικές. Στα πανηγύρια τους συμμετείχε σύσσωμη η κοινότητα του Βουργαρελίου, όπου το κύριο μουσικό όργανο ήταν το κλαρίνο. Πέρα όμως από τα πανηγύρια κάνανε και τους λεγόμενους σουαρέδες, συγκεντρώσεις-γλέντια δηλαδή, όπου γινόντουσαν, σύμφωνα με τους πληροφορητές μας, κυρίως τη δεκαετία του 1960. Στους σουαρέδες συμμετείχαν χορευτικά κυρίως οι μπέηδες. Οι κοινωνικές δομές τους όμως φαίνονται και από την έμφυλη συμμετοχή στο χορό. Στα πανηγύρια, οι γυναίκες που ανήκαν στο κοινωνικό στρώμα των μπέηδων χορεύανε τσάμικο μπροστά, ως πρωτοχορεύτριες, χόρευαν μάλιστα και ζεϊμπέκικο. Αυτό το γεγονός δεν παρατηρούνταν στα άλλα δύο στρώματα, και ειδικά στους γιδοξούρες, όπου οι γυναίκες δεν χόρευαν μπροστά τσάμικο, και ήταν απαγορευτικό να χοΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Άσκηση επιτόπιας έρευνας στο Βουργαρέλι και στο Συρράκο

225

ρέψουν ζεϊμπέκικο, γεγονός που αποδεικνύει πιο αυστηρές κοινωνικές δομές σε αυτά τα στρώματα. Από την άλλη, στο Συρράκο εμφανίζονται δύο κοινωνικά στρώματα με σαφείς κοινωνικούς και οικονομικούς διαχωρισμούς. Το πρώτο στρώμα ήταν οι κτηνοτρόφοι, που ασχολούνταν – όπως μαρτυρά και η λέξη – με την κτηνοτροφία, και το δεύτερο κοινωνικό στρώμα ήταν οι ραφτάδες, οι οποίοι ήταν πιο αστοί, και ουσιαστικά ήταν οι μεταπράτες του μαλλιού που έπαιρναν από τους κτηνοτρόφους, και ασχολούνταν και με το εμπόριο. Και στα δύο κοινωνικά στρώματα εμφανίζονται αυστηρές κοινωνικές δομές.

Τοπική χορευτική παράδοση Οι δύο κοινότητες εμφανίζουν μια ιδιαίτερη μουσικοχορευτική παράδοση. Το Βουργαρέλι φαίνεται να παίρνει δάνεια από τη Θεσσαλία και τις χορευτικές πρακτικές που εμφανίζονται εκεί. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη καθώς το Βουργαρέλι, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των πληροφορητών, είχε περισσότερη επικοινωνία με την περιοχή της Θεσσαλίας παρά με την περιοχή της Ηπείρου. Έτσι στο χορευτικό τους ρεπερτόριο εμφανίζονται και θεσσαλικοί χοροί, όπως για παράδειγμα η Καραγκούνα, που μάλιστα ήταν και από τους αγαπημένους χορούς. Συγκεκριμένα ο παππούς ενός εκ των πληροφορητών χόρευε τον συγκεκριμένο χορό ως τα βαθιά γεράματα. Παρ’ όλα αυτά στο Βουργαρέλι υπήρχαν ντόπιοι μουσικοί, από την κοινότητα, που όμως προσαρμοζόντουσαν στις μουσικοχορευτικές επιθυμίες των κατοίκων. Αντιθέτως στο Συρράκο εμφανίζεται μια αμιγώς εντόπια χορευτική παράδοση. Στο Συρράκο χορεύουν ντόπιους χορούς, οι οποίοι μάλιστα δεν εμφανίζονται στα γύρω χωριά. Έτσι υπάρχουν χοροί, όπως ο Συγκαθιστός, Γιάννη Κώστα, Μπαλατσός, που χορεύονται μόνο εκεί και με ιδιαιτερότητες. Ακόμα και το τσάμικό τους είναι ιδιαίτερο και χορεύεται διαφορετικά στο Συρράκο. Όλοι οι χοροί διέπονται από αυστηρότητα και έχουν δωρικό ύφος, με έμφαση στην απλότητα, αλλά και στο ηπειρώτικο ύφος. Το Συρράκο δεν έχει ντόπιους μουσικούς και φέρνει μια συγκεκριμένη οικογένεια, την οικογένεια Γεροδήμου, για να τους παίξει. Πιο συγκεκριμένα η οικογένεια Γεροδήμου παίζει κατ’ αποκλειστικότητα, καθώς οι Συρρακιώτες τους καλούν όχι μόνο στο Συρράκο, αλλά και στους συλλόγους που έχουν στα Γιάννενα, στην Πρέβεζα και στην Αθήνα, όπου παίζουν για διάφορες εκδηλώσεις των συλλόγων. Είτε στους συλλόγους είτε στο Συρράκο οι Συρρακιώτες υποχρεώνουν τους μουσικούς να παίξουν συρρακιώτικους σκοπούς. Τα μουσικά όργανα που ακούγονται είναι το κλαρίνο, το βιολί και το λαούτο αυστηρά και δεν δέχονται την «ένταξη» άλλων μουσικών Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


226

Θερινό σχολείο Τζουμέρκων

οργάνων. Ακόμα και η επιλογή των τραγουδιών και των χορών είναι συγκεκριμένη και κάθε παρέκκλιση από αυτήν είναι κοινωνικά απαγορευμένη.

Χορευτική διάταξη Η χορευτική διάταξη στις διάφορες χορευτικές πρακτικές που συναντώνται στις δύο κοινότητες είναι διαφορετική. Στο Βουργαρέλι δεν υπάρχει συγκεκριμένη χορευτική διάταξη και οι χορευτές χορεύανε όπως ήθελαν, ανεξαρτήτως φύλου ή ηλικίας. Αντίθετα στο Συρράκο υπάρχει αυστηρή και συγκεκριμένη χορευτική διάταξη. Χορεύουν σε διπλοκάγκελο ή τριπλοκάγκελο (κάνουν δύο ή τρεις κύκλους), ανάλογα με τον αριθμό των χορευτών και οι άντρες χορεύουν στον εξωτερικό κύκλο, ενώ οι γυναίκες στον εσωτερικό. Χορευτική διάταξη από τους Συρρακιώτες στην Πρέβεζα. Φωτ. Αρχείο Μουσείου Συρράκου.

Το σήμερα Σήμερα στο Βουργαρέλι φέρνουν ορχήστρες που δεν είναι ντόπιες και οι οποίες δεν παίζουν μόνο τους «παραδοσιακούς» σκοπούς, αλλά παίζουν και ξηρομερίτικα, τα οποία είναι αυτά που ακούγονται σχεδόν σε όλη την περιοχή. Ένας πληροφορητής τα χαρακτηρίζει και τσούκου-τσούκου, μάλλον επηρεασμένος από το ρυθμό και τη μελωδία που έχουν τα συγκεκριμένα τραγούδια και οι χοροί. Αντίθετα στο Συρράκο προσέχουν τις χορευτικές δραστηριότητες και φαίνεται ότι προσπαθούν να διαφυλάξουν τους παραδοσιακούς χορούς και σκοπούς τους.

Συμπερασματικές παρατηρήσεις Σύμφωνα με τα παραπάνω, μπορούν να εξαχθούν ορισμένες πρώτες συμπερασματικές παρατηρήσεις για τις κοινωνικές δομές και πώς αυτές εκφράζονται μέσα από τις χορευτικές πρακτικές. Και στις δυο κοινότητες υπάρχουν νοερές, αλλά σαφείς και ξεκάθαρες κοινωνικές γραμμές, όπου το κριτήριο είτε ήταν επαγγελματικό-οικονομικό, είτε γεωγραφικό. Αυτές οι διαφορές εμφανίζονται έντονα και στο δημόσιο χοροστάσι καθώς το κάθε κοινωνικό στρώμα χορεύει Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Άσκηση επιτόπιας έρευνας στο Βουργαρέλι και στο Συρράκο

227

και «παίρνει» το χώρο στο χοροστάσι και εκεί μπορεί να δει κανείς αυτές τις διαφορές. Ανάμεσα στις δύο κοινότητες υπάρχουν διαφορές και εμφανίζουν διαφορετικές χορευτικές δομές. Στο Βουργαρέλι υπήρχαν ντόπιοι μουσικοί, ενώ στο Συρράκο έπαιρναν από αλλού, και συγκεκριμένα την οικογένεια Γεροδήμου. Επιπλέον το Βουργαρέλι δεν έχει μια αμιγώς εντόπια χορευτική παράδοση, αλλά παίρνει «χορευτικά δάνεια» από την περιοχή της Θεσσαλίας. Αντίθετα το Συρράκο έχει τη δική του χορευτική παράδοση, με δικούς του χορούς, σκοπούς και τραγούδια. Στο Βουργαρέλι δεν υπάρχει συγκεκριμένη χορευτική διάταξη, ενώ στο Συρράκο η χορευτική διάταξη είναι αυστηρή, προκαθορισμένη και συγκεκριμένη. Τέλος, σήμερα, το Βουργαρέλι συνεχίζει να επηρεάζεται μουσικά και χορευτικά από τις γύρω περιοχές, ενώ το Συρράκο επιμένει να στηρίζει και να αναπαράγει τη δική του, ντόπια παράδοση. Οι δύο παραπάνω κοινότητες είναι ένα πολύ σημαντικό παράδειγμα του πώς μια κοινότητα μπορεί να προσλάβει και να «εξελίξει» ή όχι τη χορευτική παράδοση καθώς και του τρόπου που αντιμετωπίζει την παράδοσή του αυτή.

Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Η Ε Ρ Ε Υ Ν Α Σ ΤΑ Τ Ζ Ο Υ Μ Ε Ρ Κ Α

Η

Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων συνεχίζει το έργο της καταγραφής της προφορικής παράδοσης, έργο τεράστιο, το οποίο απαιτεί τη συμμετοχή πολλών μελών μας από όλα τα χωριά των Τζουμέρκων Στα πλαίσια της συλλογής Λαογραφικού υλικού, αλλά και της ενεργοποίησης προς αυτή την κατεύθυνση νέων ανθρώπων, απευθυνθήκαμε στα σχολεία και ζητήσαμε την ενεργό συμμετοχή των μαθητών. Πράγματι, κάποιες μαθήτριες ανταποκρίθηκαν και αυτό αποτελεί ευχάριστη έκπληξη για όλους μας. Συγχαίρουμε τα παιδιά, τους ευχόμαστε πρόοδο, επιτυχία στις επιδιώξεις τους και ευελπιστούμε στην παρουσία τους εντός της ΙΛΕΤ, τα επόμενα χρόνια. Φιλοδοξούμε να είναι οι συνεχιστές της ΙΛΕΤ, να γνωρίσουν την παράδοση του τόπου, να την αγαπήσουν και να την αναδείξουν, αφού, όπως όλοι γνωρίζουμε, «λαός χωρίς μνήμη, είναι λαός χωρίς μέλλον». Οι μαθήτριες βασίστηκαν στη βιογραφία, η οποία κατέχει σημαντική θέση στη συλλογή Λαογραφικού υλικού, καθώς παρουσιάζονται σημαντικά στοιχεία του παραδοσιακού πολιτισμού, μέσα από τη ζωή των φορέων του. Εξ άλλου, οι νεότερες γενιές θα καταγράψουν, εκ των πραγμάτων, νεότερες πληροφορίες, μιας πιο «αστικής» παράδοσης, αφού τα μεταπολεμικά χρόνια άλλαξαν πολλά, καταργήθηκαν πολλές από τις τοπικές ιδιαιτερότητες και οι παππούδες και γιαγιάδες αυτής της γενιάς έχουν πολύ διαφορετικές μνήμες από τους προηγούμενους, δεδομένου ότι έζησαν κάτω από άλλες συνθήκες! Η ΙΛΕΤ, επιβραβεύοντας την προσπάθεια αυτή, εντάσσει τις εργασίες των μαθητριών του Λυκείου- Γυμνασίου Βουργαρελίου στην ύλη του 17ου τεύχους του περιοδικού «Τζουμερκιώτικα Χρονικά» και ελπίζει τις επόμενες χρονιές, περισσότεροι μαθητές να ασχοληθούν με την παράδοση.

Πρώτη εργασία: Η συζήτηση μιας εγγονής με τη γιαγιά της για το πώς ζούσαν οι άνθρωποι τότε και πώς ζούνε τώρα. ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ: Ειρήνη Παππά, ετών 65, νοικοκυρά, κάτοικος Βουργαρελίου. ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΑΣ: Βασιλική Παππά, εγγονή της Ειρήνης Παππά, μαθήτρια Α΄ Γυμνασίου Βουργαρελίου. Εγγονή : Πώς ήταν η ζωή σου όταν ήσουν σαν εμένα; Γιαγιά : Άκου να σου πω παιδί μου, εμένα η ζωή μου ήταν πολύ δύσκολη. Πρώτα απ΄όλα εγώ δεν πήγα σχολείο και δεν έμαθα γράμματα. Και αυτά που ξέρω τα έμαθα κάνοντας προσθέσεις και αφαιρέσεις με τα δάχτυλά μου ή με Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


230

Συν εν τ ε ύ ξε ις μ α θ ητών

διάφορα αντικείμενα, όπως φασόλια, κάστανα, καλαμπόκι κ.α., στα οποία πρόσθετα και αφαιρούσα και τα μετρούσα. Εγγονή : Από φαγητά τι τρώγατε; Γιαγιά  : Τα φαγητά που τρώγαμε ήταν όσπρια, λαχανικά, γαλακτοκομικά (γάλα, βούτυρο, τυρί) και κάπου-κάπου λίγο κρέας. Το ψωμί που τρώγαμε ήταν από καλαμπόκι και από σιτάρι, ακόμα και από βρίζα ή βρώμη ή ακόμα και λούπινα. Τα λούπινα γίνονταν και τροφή για τα ζώα. Αυτά τα σπέρναμε και όταν γίνονταν, τα μαζεύαμε, τα αλωνίζαμε, τα λιάζαμε στον ήλιο και τα πηγαίναμε στον μύλο και τα αλέθαμε, τα κάναμε αλεύρι. Το αλεύρι το ζυμώναμε και το ψήναμε στη γάστρα. Όταν το βγάζαμε από τη φωτιά, καθώς ήταν ζεστό, παίρναμε και τυρί και αυτό ήταν το καλύτερο φαγητό μας, το λεγόμενο ψωμοτύριο. Εγγονή : Από ενδυμασία πώς ντυνόσασταν; Γιαγιά : Παίρναμε το μαλλί από τα πρόβατα και τα γίδια, το πλέναμε, το γρέναμε, το γνέθαμε και το υφαίναμε στους αργαλειούς. Αυτά τα φτιάχναμε οι γυναίκες ζακέτες και φούστες και οι άντρες παντελόνια και κάπες. Οι κάπες ήταν όπως είναι τα σημερινά παλτά. Από αυτές, όταν έβρεχε το νερό της βροχής, γλίστραγε εξωτερικά και χρησίμευε σαν ομπρέλα. Τότε δεν υπήρχαν ομπρέλες. Όσο για σκεπάσματα, αυτά ήταν από μάλλινα υφαντά, φλοκάτες, βελέντζες, σαϊσματα τα οποία έστρωναν για να ζεσταθούν. Εγγονή : Και πώς ζεσταινόσασταν; Γιαγιά : Κάθε σπίτι είχε το τζάκι. Αυτό ή ήταν σε μια γωνιά του τοίχου ή ήταν στη μέση ενός μεγάλου δωματίου. Άναβαν την φωτιά και κάθονταν όλοι γύρωγύρω και ζεσταίνονταν. Εκεί φτιάχναμε την καλαμποκίσια κουλούρα που την ψήνανε σκεπάζοντάς την με την στάχτη. Εκεί βράζαμε τα φαγητά μας, όποια κι αν ήταν αυτά, εκτός από τις πίτες που τις ψήναμε στη γάστρα. Γι΄ αυτό τότε τα φαγητά ήταν πολύ νόστιμα. Εγγονή : Γιαγιά πώς ένας νέος γνώριζε μια κοπέλα ή αλλιώς πώς γίνονταν οι γάμοι; Γιαγιά : Τότε σπάνια να γνωριστεί ένας νέος με μια κοπέλα. Η γνωριμία γινόταν με προξενιό. Εγγονή : Δηλαδή; Γιαγιά : Γνώριζε κάποιος από τους μεγάλους τους δύο νέους, πήγαινε στον πατέρα τους και τους έλεγε ότι αυτό το παιδί είναι καλό και θέλει την κόρη σου για γυναίκα του. Αν συμφωνούσαν οι μεγάλοι, τα παιδιά παντρεύονταν, χωρίς να κάνουν αυτή τη γνωριμία που κάνουν σήμερα. Σήμερα γνωρίζονται, ακόμα και παντρεύονται, χωρίς οι γονείς τους να έχουν ιδέα. Γι΄αυτό τότε δεν γίνονταν τόσοι χωρισμοί όπως σήμερα. Για να γίνει ο γάμος είχε πρώτα κάποια διαδικασία. Την Τετάρτη το βράδυ μαζεύονταν οι συγγενείς των δύο νέων στα σπίτια του καθενός. Εκεί γίνονταν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαογραφική έρευνα στα Τζουμέρκα

231

το ανάπιασμα των προζυμιών. Τρία παιδιά που έχουν τους γονείς τους έπρεπε να κοσκινίσουν το αλεύρι που μ΄αυτό θα έφτιαχναν την κουλούρα της νύφης. Την Πέμπτη ζύμωναν την κουλούρα για να την πάνε στη νύφη. Η κουλούρα αυτή γίνονταν μόνο από το σπίτι του γαμπρού. Και ήταν ένα ψωμί από σταρένιο αλεύρι που έβαζαν μέσα γάλα, ζάχαρη και αβγά και τα ζύμωναν για να γίνει ένα ψωμί. Το ψωμί το βάζανε στο ταψί όπως και σήμερα. Το κεντούσαν πάνω με διάφορα σχέδια από το ίδιο το προζύμι για να φαίνεται ωραίο. Την Παρασκευή το έπαιρναν, το έβαζαν σε μια κανίστρα, μαζί έβαζαν και τα δώρα της νύφης και τα πήγαιναν στη νύφη. Η νύφη την Παρασκευή μάζευε τους συγγενείς της και τις φίλες της και δίπλωνε τα προικιά της. Τα έκανε ομοιόμορφους μπόγους (σαν ένα μπαούλο). Το Σάββατο γίνονταν οι ετοιμασίες των γλυκισμάτων και των φαγητών για τους καλεσμένους της Κυριακής. Την Κυριακή ντυνόταν η νύφη, εν τω μεταξύ είχαν καλέσει και όργανα και καθώς η νύφη ντύνονταν, ντύνονταν και ο γαμπρός. Τον γαμπρό πρώτα τον ξύριζαν και αυτός κρατούσε ένα δίσκο στον οποίο οι καλεσμένοι έβαζαν ένα χρηματικό ποσό. Όσο μπορούσε ο καθένας. Ύστερα ντύνονταν και πήγαινε μαζί με τους καλεσμένους του στο σπίτι της νύφης. Εκεί τους κερνούσαν διάφορα γλυκά και από ένα ποτό, χωρίς όμως να δει την νύφη, ούτε η νύφη να δει τον γαμπρό. Ξεκινούσε πρώτα ο γαμπρός με το συμπεθεριακό (έτσι λέγονταν οι καλεσμένοι του ενός και του άλλου φύλου) και πήγαινε στην εκκλησία, ακολουθούσε το συμπεθεριακό της νύφης το ίδιο. Εκεί γίνονταν τα στέφανα. Σήμερα αυτά που σου λέω είναι παρελθόν. Τίποτα δεν θυμίζει με τα παλιά χρόνια. Η ζωή έχει αλλάξει πολύ, σε άλλα προς το καλύτερο, σε άλλα προς το χειρότερο. Αυτά που σου λέω και τα γράφεις, θέλω να τα διαβιβάσεις και εσύ στα δικά σου παιδιά, ακόμα και στα εγγόνια σου. Σου τα λέω και συγκινούμαι, όταν τα σκέφτομαι όλα αυτά. Με αγάπη, η γιαγιά σου…

Δεύτερη εργασία: Η ζωή, η κοινωνία και η ασχολία των κατοίκων της περιοχής αλλά και ευρύτερα ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Δημήτριος Τσιλώνης, ετών 77 κάτοικος Βουργαρελίου Άρτας(ασχολήθηκε με πολλά επαγγέλματα όπως: αγρότης, οργανοπαίχτης, οικοδόμος, υδραυλικός, ηλεκτρολόγος και όλα τα έκανε με πολύ μεράκι!) ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΑΣ: Τσιλώνη Κυριακή, ανιψιά του αφηγητή, μαθήτρια Γ’Λυκείου Βουργαρελίου. Αρχίζουμε από την κατοικία των κατοίκων. Κάθε οικογένεια είχε το δικό της σπίτι, μικρό ή μεγάλο. Το μικρό ήταν 25-30 τ.μ., ενώ το μεγάλο 50-60 τ.μ. περίπου. Τα περισσότερα ήταν ισόγεια, τα μικρά ενός δωματίου και τα μεγάλα δύο Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


232

Συν εν τ ε ύ ξε ις μ α θ ητών

δωματίων, χωρίς σοβάδες, πάτωμα, ταβάνι, τζάμια, μόνο παντζούρια. Μερικά σπίτια είχαν κατώι, δηλαδή το μισό σπίτι ήταν ισόγειο, ενώ το άλλο μισό ήταν όροφος. Το κατώι το χρησιμοποιούσαν σαν αποθήκη και πολλές φορές έβαζαν τα ζώα τους, γίδια ή πρόβατα ή τα γελάδια τους το χειμώνα. Τα σπίτια ήταν όλα πέτρινα. Βοηθητικοί χώροι, πέρα από μία καλύβα από άχυρο για να στεγάζουν τα ζώα τους, δεν υπήρχαν. Δεν είχαν μπάνιο ούτε απόπατο, οι σωματικές τους ανάγκες γίνονταν ή στο δάσος ή σε ένα μέρος κάπως ανάμερο και με τέσσερις πασσάλους και γύρω κάποια κλαριά ίσα-ίσα που να μην είναι δημόσια θέα. Την καθαριότητα του χώρου έκαναν τα σκυλιά και οι κότες, που δεν άφηναν τίποτε από τις ακαθαρσίες. Στην υποτιθέμενη τουαλέτα δεν υπήρχε νερό ούτε χαρτί υγείας. Μέσα στο σπίτι υπήρχαν ή έπρεπε να υπάρχουν μία κατσαρόλα με καπάκι, ένα τηγάνι, ένα ταψί, μερικά ξύλινα κουτάλια, μία γάστρα, μία σκάφη, ένα πλαστήρι για να πλάθουν και να βάζουν το ζυμάρι στην καμένη γάστρα. Πιάτα, ποτήρια, πιρούνια δεν υπήρχαν, παρά ένα τενεκεδένιο κύπελλο για να πίνει η οικογένεια νερό, το οποίο έπαιρναν από τη βρύση σε μία βαρέλα ξύλινη και μερικοί το έφερναν από πολύ μακριά. Τα ρούχα ήταν λίγα, μόνο αυτά που φορούσαν· αυτά ήταν παντελόνι, πουκάμισα μάλλινα χειροποίητα. Τα φορούσαν χωρίς εσώρουχα κατάσαρκα, σακάκι και τσιρέπια (κάλτσες) το χειμώνα, παπούτσια ελάχιστοι είχαν. Κρεβάτια να κοιμηθούν δεν είχαν, ο ύπνος γινόταν στα περισσότερα σπίτια κάτω στο χώμα με στρώμα ένα μάλλινο υφαντό και ο ένας δίπλα στον άλλο ξάπλωναν, τα σκεπάσματα λίγα, οι ψείρες και οι ψύλλοι πολλοί. Πολλές νύχτες το χειμώνα ο ύπνος ήταν μαρτύριο από το κρύο και τους ψύλλους, οι οποίοι δεν σταματούσαν να περπατούν σ΄όλο το κορμί όλη τη νύχτα. Τη νύχτα δεν υπήρχε φως, ό,τι έφεγγε ήταν η φωτιά στο τζάκι, με αυτό το φως διάβαζαν και έγραφαν τα παιδιά, οι δε γυναίκες έκαναν τα εργόχειρά τους. Το βράδυ με το φως της φωτιάς, λανάρισμα, γνέσιμο, πλέξιμο, ύφανση, γιατί όλος ο ρουχισμός του σπιτιού ήταν από μαλλί προβάτου. Αυτά γινόνταν το βράδυ, γιατί την ημέρα είχαν άλλες δουλειές, να πάνε για ξύλα, για νερό, λίγο φαγητό για τα παιδιά και για όλους το βράδυ που θα μαζευόνταν στο σπίτι. Ένα από τα πολλά προβλήματα ήταν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, πάνω σε αυτό απαιτούνταν πολλή δουλειά. Κατ΄αρχήν έπρεπε κάθε οικογένεια να έχει αν όχι δύο οπωσδήποτε ένα βόδι, για να οργώσουν και να σπείρουν τα χωράφια τους. Αυτοί με το ένα βόδι έφκιαναν ζευγάρι με άλλον συγχωριανό και όργωναν τα χωράφια τους. Αν κάποιος καλλιεργούσε 10 στρέμματα θα μάζευε καλαμπόκι να περάσει λίγο παραπέρα από τα Χριστούγεννα. Για τον υπόλοιπο καιρό έπρεπε να πάνε στον κάμπο της Άρτας να αγοράσουν, να το φορτωθούν στην πλάτη τους και να το φέρουν στο χωριό. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαογραφική έρευνα στα Τζουμέρκα

233

Δουλειά δεν υπήρχε για να πάρουν λεφτά, υπήρχαν όμως μερικοί που τους πλεόναζε και έπαιρναν εργάτες· η πληρωμή ήταν σε είδος π.χ. ένα ημερομίσθιο μία οκά βρίζα (σίκαλη) και πολλές φορές ο εργάτης, για να πάρει την οκά βρίζα, πλήρωνε και μία ή και παραπάνω δραχμές. Το ωράριο εργασίας άρχιζε με την ανατολή και σχόλαγε λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Το μεσημέρι στον εργάτη πήγαινε και λίγο φαγητό, όχι ότι τον λυπόταν, αλλά για να μπορεί να σκάψει περισσότερο. Το ψωμί, πάντως ήταν λίγο, αλλά με πρόγραμμα και μέτρο τα κατάφερναν οι πιο πολλοί υπήρχαν όμως και οικογένειες που πεινούσαν. Θα αναφερθώ σε ένα γεγονός: μια οικογένεια με τρία παιδιά δεν είχε ψωμί να φάει, για κανά-δυο μέρες, η μάνα πήγε στη γειτονιά να βρει λίγο αλεύρι, ήταν όμως δύσκολο, γιατί και οι γείτονες δεν είχαν να τη βοηθήσουν. Μια όμως γειτόνισσα, μετά από παρακάλια, αποφάσισε να της δώσει και της έδωσε δεκατρείς σπόρους καλαμπόκι, το οποίο το έψησε και το μοίρασε στα τρία παιδιά της. Φαίνεται υπερβολικό, όμως είναι πραγματικό. Αφού με κάποιο τρόπο εξασφάλιζαν το ψωμί, έπρεπε να έχουν και κάτι για φαγητό (που λίγη σημασία είχε αφού θα είχαν ψωμί). Το φαγητό που είχαν να μαγειρέψουν ήταν ό,τι παρήγαγαν, δηλαδή, φασόλια, ρεβίθια, φακές, κουκιά και αυτά, όχι πολλά, πατάτες, ντομάτες και γενικώς κηπευτικά δεν έβαζαν διότι μειωνόταν τα χωράφια για το καλαμπόκι και το σιτάρι. Μέσα στο καλαμπόκι που έσπερναν, έσπερναν και τα φασόλια και έβαζαν και κολοκύθια και ρεβίθια, με το σιτάρι έσπερναν κουκιά και φακές. Όλα ήταν βιολογικά, διότι δεν υπήρχαν λιπάσματα ούτε άλλα γεωργικά φάρμακα. Από τα μέσα Μαΐου η διατροφή άλλαζε. Κάθε μεσημέρι είχε για φαγητό ξινόγαλο και ψωμί φυσικά, κάπου και πού και κανένα αβγό, ήταν και αυτά λιγοστά. Ό,τι ξινόγαλο περίσσευε το κάνανε ξινοτύρι για το χειμώνα. Παράλληλα άρχιζαν να γίνονται και τα φρούτα, μούρα, κεράσια, αχλάδια, κορόμηλα, σύκα, σταφύλια και άλλα. Τα κεράσια, τα αχλάδια, τα κορόμηλα, τα σύκα, τα κράνα και τα δαμάσκηνα τα λιάζανε για το χειμώνα. Επίσης αυτή την εποχή εφκιαναν και τον τραχανά. Από το Μάιο και μέχρι τον Οκτώβριο ήταν ευλογημένη εποχή διότι θα έβρισκαν κάτι να φάνε την ημέρα από οπωρικά. Πριν συνεχίσουμε, θα σας διηγηθώ προσωπικά μου βιώματα. Γεννήθηκα το 1939. Από όταν άρχισα να θυμάμαι, θυμάμαι το σπίτι μου ήταν ενός δωματίου, η φωτιά άναβε στη μέση αυτού του δωματίου και σε μία άκρη δέναμε το βόδι το χειμώνα. Κάτω ήταν χώμα, χωρίς ταβάνι, χωρίς φως, μόνο αν το επέτρεπε ο καιρός ανοίγαμε το παράθυρο και βλέπαμε λίγο, εκεί κάτω στο χώμα και με στρώμα ένα μάλλινο υφαντό ρούχο και ο ένας δίπλα στον άλλο πέφταμε για ύπνο, τα σκεπάσματα λίγα και το κρύο τσουχτερό τις νύχτες του χειμώνα. Σαν να μην έφταναν όλες αυτές οι κακουχίες, να και ο πόλεμος από πάνω. Τα κακά του πολέμου ήταν πολλά και διάφορα. Ο κόσμος αναγκάστηκε να φύΈ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


234

Συν εν τ ε ύ ξε ις μ α θ ητών

γει από τα σπίτια και να κρύβεται μέσα στα δάση σε πρόχειρα καλύβια και να κυκλοφορεί μόνο τη νύχτα και μόνο τη νύχτα να φκιάχνει ψωμί και φαί. Αυτό κράτησε αρκετό καιρό, δεν μπορώ να προσδιορίσω πόσο. Οι Γερμανοί ήρθαν και πέρασαν και από τα χωριά μας, άφησαν πίσω τους σε Βουργαρέλι και Παλαιοκάτουνο κάποια καμένα σπίτια και δεκατέσσερα θύματα, δεκατρείς χωριανούς και ένας στρατιώτης. Βομβάρδισαν το Βουργαρέλι, αυτό το θυμάμαι, ήταν άνοιξη, Μάιος του 1943, πρωί που άρχισαν να φαίνονται τα Γερμανικά στούκας. Η μάνα μου πήρε εμένα και τον αδελφό μου και μπήκαμε μέσα σε ένα μεγάλο αμπάρι που είχαμε στο σπίτι για να βάζουμε το καλαμπόκι. Τα αεροπλάνα πέρασαν, έριξαν τις βόμβες και έφυγαν, ευτυχώς δεν έσκασαν οι δύο από τις τρεις νομίζω. Αφού οι Γερμανοί έφυγαν, ηρέμησαν κάπως τα πράγματα, όμως όχι για πολύ, διότι οι δύο οργανώσεις ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ που δημιουργήθηκαν για εθνική αντίσταση κατά των Γερμανών, με διαφορετική όμως πολιτική αντίληψη και πράγματι έκαναν αντίσταση, ανατινάξεις γεφυριών, αποθηκών και ό,τι είδους δολιοφθορά μπορούσαν, πιάστηκαν μεταξύ τους και ακολουθεί ο εμφύλιος που έληξε από το 1944 το 1949 με πάρα πολλές απώλειες και σε ανθρώπους και αγαθά. Όμως, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο κόσμος στα χρόνια της κατοχής δεν είχε χρήματα διότι τα ελληνικά χρήματα δεν είχαν καμία αξία. Ένα παράδειγμα για να καταλάβεις. Ο παππούς μου έπαιρνε μία σύνταξη από ένα παιδί που έχασε στο στρατό, είχε πληρεξούσιο στην Άρτα που τα έπαιρνε και, όταν αυτά δεν περνούσαν πια γιατί δεν είχαν καμία αξία, γέμισε ένα τρουβά και του τα έστειλε και τα οποία εν συνεχεία τα πέταξε. Χωρίς λεφτά είναι πάρα πολύ δύσκολα τα πράγματα. Επίσης θυμάμαι την ελονοσία, μία αρρώστια η οποία εξαντλούσε τον ασθενή. Κάθε απόγευμα ο πυρετός ανέβαινε πάνω από 40Ο C και κρατούσε σχεδόν μέχρι το μεσημέρι και ξανά το απόγευμα. Φάρμακα υπήρχαν, το κινίνο και η αντιπυρίνη, το ένα πιο πικρό από το άλλο, αλλά δεν υπήρχε σε επάρκεια και έπρεπε να πάει κανείς στην Άρτα στο φαρμακείο και να έχει και τα χρήματα να τα αγοράσει, ήταν όμως τόσο πικρό που τα παιδιά πολλές φορές κάνανε εμετό. Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση πήγα στο σχολείο. Σχολεία ήταν στο Βουργαρέλι, Παλαιοκάτουνο, Σκιαδάδες, Αβαρίτσα. Στην Αβαρίτσα εκείνη την εποχή ήμασταν πάνω από εξήντα μαθητές όλων των τάξεων του Δημοτικού και ένας δάσκαλος μάς έκανε μάθημα πρωί και απόγευμα. Ξεκίνησα το σχολείο χωρίς τα απαραίτητα εφόδια τα οποία ήταν μία πάνινη τσάντα, αναγνωστικό, τετράδιο, μολύβι, πλάκα (άβακας), παντελόνι, σακάκι, παπούτσια. Δεν θυμάμαι τι απ’ αυτά δεν είχα, πάντως παπούτσια δεν είχα, όχι μόνο εγώ αλλά το 95% των παιδιών. Όταν έβρεχε, δεν είχαμε ομπρέλα αλλά ένα τσουβάλι λινό, το οποίο γινόταν ασήκωτο όταν βρεχόταν. Έπρεπε όμως να πάμε και με ένα ξύλο για τη σόμπα, να ’ναι παγωνιά και να έχεις και το ξύλο στο χέρι. Φαγητό στο σχολείο το μεσημέρι είχαμε από ένα κομμάτι ψωμί καλαμποκίσιο και αν κάποτε υπήρχε ένα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαογραφική έρευνα στα Τζουμέρκα

235

αβγό ή λίγο ξινοτύρι, μόνο στην πέμπτη και έκτη τάξη είχαμε σχολικό συσσίτιο, καθημερινά. Στο σπίτι γυρίζαμε λίγο πριν τη δύση. Πολλοί γονείς ήταν αγράμματοι όπως και οι δικοί μου, φως δεν υπήρχε, μόνο η λάμψη της φωτιάς. Απορώ πώς μπόρεσα να ξεκινήσω να διαβάζω αλλά και να γράφω. Προχωρώντας τα μαθήματα ήταν περισσότερα και χωρίς βιβλία ήταν δύσκολα, όμως μαθαίναμε μπορώ να πω καλύτερα και περισσότερα απ΄ό,τι σήμερα Μαθαίναμε γεωγραφία Ελλάδος: νομούς, πρωτεύουσες, πληθυσμό, βουνά, ποτάμια, λίμνες, χλωρίδα και προϊόντα, γεωγραφία Ευρώπης και παγκόσμια γεωγραφία. Μαθαίναμε Ιστορία : αρχαία, βυζαντινή και νεωτέρας Ελλάδος, θρησκευτικά : απολυτίκια των αγίων, τροπάρια και προσευχές απ΄έξω, φυσική ιστορία : φυτολογία, ζωολογία, ανθρωπολογία, ανάγνωση, αντιγραφή, ορθογραφία, γραμματική, πρακτική αριθμητική, γεωμετρία, φυσική πειραματική κάθε Σάββατο, ωδική, γράφαμε έκθεση και την Κυριακή στην εκκλησία. Ο δάσκαλος, σοβαρός και αυστηρός, τιμωρούσε τους άτακτους. Ήταν στο ένα πόδι για όσο αυτός αποφάσιζε, ή χτύπημα με τη βέργα στην παλάμη, ακόμα και να γράψεις ένα κείμενο όσο έκρινε αυτός. Μέσα στην τάξη επικρατούσε ησυχία, λες και ήταν εκκλησία. Το Φεβρουάριο και τον Ιούνιο γράφαμε διαγωνισμούς σε όλα τα μαθήματα, οι οποίοι διαγωνισμοί έβγαζαν τον μέσο όρο για να πάει ο μαθητής στην επόμενη τάξη ή να πάρει το απολυτήριο. Για να πάει κάποιος στο Γυμνάσιο, έπρεπε να πάει στην Άρτα τον Ιούλιο, να εξεταστεί προφορικά και γραπτά, να βγάλει βαθμό πάνω από δέκα για να εισαχθεί στο Γυμνάσιο αρρένων ή θηλέων, γιατί ήταν σε διαφορετικά κτήρια και σε απόσταση το ένα από το άλλο και, αφού εισάγονταν, έπρεπε να πληρώσει εγγραφή, βιβλία και γραφική ύλη. Το Φεβρουάριο ξανά το ποσό εγγραφής το οποίο ήταν 60.000 δραχμές, έγινε αργότερα 1.000 δραχμές. Η περιβολή των μαθητών: κανονικό ρούχο και καπέλο με την κουκουβάγια, οι μαθήτριες με μπλε ποδιά κάτω από το γόνατο και άσπρο γιακά. Μέχρι τις οκτώ η ώρα το βράδυ επιτρεπόταν να γυρίζουν στην αγορά, πέρα από εκεί είχε συνέπειες. Διαβίωση χάλια, τόσο, εγώ όσο και τα υπόλοιπα παιδιά της επαρχίας. Τα περισσότερα μέναμε σε καλύβες βλάχικες, στρογγυλές με τρούλο, καμωμένες από ψαθί. Το ψωμί μάς το έστελναν από το χωριό μια φορά την εβδομάδα με το αυτοκίνητο και πολλές φορές βρεγμένο. Φαγητό βράζαμε μέσα στην καλύβα, τραχανά, όσπρια ή κανένα αβγό όταν μας έστελναν από το χωριό. Φως με μία λάμπα πετρελαίου. Υπό αυτές τις συνθήκες και έλλειψη χρημάτων τα παιδιά σταματούσαν το Γυμνάσιο, άλλος στην Γ΄τάξη, άλλος στην Δ΄τάξη ή στην Ε΄τάξη οκτατάξιου γυμνασίου. Από το 1950 και μετά τα πράγματα έγιναν λίγο καλύτερα. Άρχισαν να μας φέρουν λίγα λιπάσματα τα οποία διπλασίασαν ή και παραπάνω την παραγωγή Έ τ ο ς 1 7 ο - Τε ύ χ ο ς 1 7 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 6


236

Συν εν τ ε ύ ξε ις μ α θ ητών

και ο κόσμος πήρε ανάσα επιτέλους. Του έφτανε το ψωμί για όλο το χρόνο, άρχισαν να ανοίγουν μαγαζάκια και μπορούσες να βρεις μακαρόνια, ρύζι, όσπρια, λάδι, πετρέλαιο, σπίρτα κ.λπ. Το αλάτι, το πετρέλαιο και τα σπίρτα ανήκαν στο ελληνικό μονοπώλιο, που βρισκόταν στο Βουργαρέλι για όλα τα γύρω χωριά. Στις 27 Σεπτεμβρίου γινόταν η ζωοπανήγυρη στην Άρτα, που κρατούσε αρκετές μέρες. Εκεί γινόταν το αδιαχώρητο, λαός και ζώα από τα χωριά που πήγαιναν για πούλημα στο παζάρι και να προμηθευτούν τα απαραίτητα, κανένα ρούχο, παπούτσια, λάδι το πολύ δύο οκάδες για όλο το χρόνο και να πληρώσουν και τον ανάλογο φόρο Δημόσιοι υπάλληλοι υπήρχαν, δάσκαλοι και αστυνομία (χωροφυλακή). Οι παπάδες δεν ήταν δημόσιοι, τους πλήρωναν οι ενορίτες όχι με χρήματα αλλά με καλαμπόκι ή ό,τι άλλο είχαν. Ο παπάς όλη τη βδομάδα εργαζόταν στα λίγα κτήματα που είχε. Υγεία : στο Βουργαρέλι υπήρχε γιατρός που εξυπηρετούσε και όλα τα γύρω χωριά. Έσωζε ζωές παρόλο που δεν υπήρχαν φάρμακα στο χωριό. Πολλές φορές έφευγαν ακόμα και νύχτα για να πάνε στην Άρτα να πάρουν τα φάρμακα και αν τα έβρισκαν. Οι έγκυες γυναίκες περνούσαν την εγκυμοσύνη δουλεύοντας στα χωράφια. Μαία δεν υπήρχε, γεννούσαν στο σπίτι. Με την πρώτη ένδειξη της γέννας έφερναν στο σπίτι μία ηλικιωμένη γυναίκα (πρακτική μαμή) και έκανε ό,τι εκ πείρας έμαθε για τη γυναίκα και το νεογέννητο. Σε μερικές περιπτώσεις παρουσιάζονταν προβλήματα μη αναστρέψιμα και η γυναίκα κατέληγε ή το μωρό. Προσπάθησα να περιγράψω, ανάλογα με τις γνώσεις, όσο καλύτερα μπορούσα την παλαιότερη ζωή του τόπου. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να τα πω όλα αυτά, τα οποία είναι ένα μικρό ποσοστό από την πραγματικότητα. Η κατάσταση της τότε ζωής ήταν απερίγραπτη.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Διοικητικό Συμβούλιο της Ι.Λ.Ε.Τ. Στάμου Λαμπρινή, Πρόεδρος Θεσσαλονίκη, 6944169408 και 2310276923, lampstamou@sch.gr Καρακώστας Xρήστος, Αντιπρόεδρος Ιωαννίνων Ιωάννινα, 6944634721 και 2651093465 Τσατσούλης Σωκράτης, Αντιπρόεδρος Αθηνών Αθήνα, 6944541261, sokratis.tsatsoulis@gmail.com Μάνθος Νίκος, Γραμματέας Ιωάννινα, 6989148520, nmanthos@uoi.gr Γιαννάκη Νίκη, Ταμίας Ιωάννινα, 6978632832 και 2651037356 Λιανός Δημήτριος, Οργανωτικός Γραμματέας Ιωάννινα, 6977057110 και 2651043156 Βάνας Ιωάννης, Υπεύθυνος Τύπου και Δημ. Σχέσεων Άρτα, 6984403122, giannvan@hotmail.com Μανούσης Νίκος, Έφορος, Βουργαρέλι, 6979912980, nikosmanousis@gmail.com Καρατζένης Φώτης, Μέλος Αθήνα, 6977571222, fkaratz@otenet.gr


ΤΟ 17Ο ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗ Μ. ΣΠΥΡΟΥ Α.Ε. ΚΑΙ ΔΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΙΑΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΣΕ ΧΑΡΤΙ ΣΑΜΟΥΑ 100 ΓΡ., ΣΕ 800 ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 2016 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ & ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΣΧΕΔΙΑΣΑΝ ΟΙ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ "Πέτρα"


Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2016  

ΙΛΕΤ, Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2016

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you