Page 1

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2015

Τζο υ μ ερ κι ώτι κ α

ΧΡΟΝΙΚΑ

16

Έκδοση: Πε ρ ι φ έ ρ ε ι α Ηπ ε ί ρ ο υ Ισ τ ο ρ ι κ ή κ α ι Λα ογρ α φ ι κ ή Ετ α ι ρ ε ί α Τζ ο υ μ έ ρ κ ω ν


Τζουμερκιώτικα

ΧΡΟΝΙΚΑ

16ο

Τε ύ χ ο ς Καλοκαίρι 2015

Η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων είναι ένας μη κερδοσκοπικός επιστημονικός και πνευματικός φορέας που έχει ως σκοπό τη διάσωση, τη μελέτη και την ανάδειξη του τοπικού πολιτισμού των Τζουμερκιωτών. Η Ι.Λ.Ε.Τ. ιδρύθηκε το 1998 από αποφοίτους του Γυμνασίου Αγνάντων Άρτας.


Συντακτική Επιροπή Αυδίκος Ευάγγελος, Καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Παππάς Θεόδωρος, Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας του Ιονίου Πανεπιστημίου Βρέλλη Μαρίνα, Καθηγήτρια Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιαννάκης Γεώργιος, π. Αν. Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Καρατζένης Νικόλαος, Φιλόλογος-Λαογράφος Μαργώνης Κωνσταντίνος, Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας Μπριασούλης Νίκος, Φιλόλογος-Συγγραφέας

ΕΞΩΦΥΛΛΟ: Ιωάννα Γ. Γιαννάκη, Αρχιτέκτων ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: Βασίλειος Μαλισιόβας Φιλόλογος-Συγγραφέας © ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ Πλατεία Πύρρου 1, 452 21, Ιωάννινα www.php.gov.gr e-mail: periferiarxis@php.gov.gr Τηλ.: 26510.87202 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ 470 43, Άγναντα Άρτας URL: http:// www. ilet.gr Τηλ.: 210.3826232, 26510.32996, 2310.438889

ISSN: 1790-4153

Εκδοτική Παραγωγή: Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα» Οικονόμου 32, 106 83, Αθήνα. Τηλ.: 210 8233830, Fax: 210 8238468 E mail: ekdoseispetra@hotmail.com


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Κώστας Μαργώνης: Στις επάλξεις..................................................................................................................... σελ.11 ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ Ηλίας Β. Παπαγεωργίου: Τα κούμαρα.......................................................................................................................σελ.15 Νικόλαος Β. Καρατζένης: Με τα πρόβατα στα τοπία των λύκων, των κεραυνών και των ανέμων........................ σελ.19 Γεώργιος Αθ. Μπαζούκας: Η ένταξη της μουσικοχορευτικής παράδοσης των Τζουμέρκων στην πολιτιστική τους κληρονομιά...............................................................................................................σελ.35 Δημήτριος Στ. Παππάς: Η βρύση μας η Μεράντζα................................................................................................ σελ.42 Μανόλης Μαγκλάρας: Από την ιστορία του τόπου μας. Διακοινοτικές συγκρούσεις Συρράκου και όμορων κοινοτήτων....................................................................................................σελ.49 Αγγελική Ζολώτα: Το ελληνικό δημοτικό ποίημα-τραγούδι..........................................................................σελ.54 Γιώργος Α. Φλώρος: Ο Λάζαρος.........................................................................................................................σελ.56 Νίκος Γ. Μπριασούλης: Βραδιές λαϊκών αφηγήσεων............................................................................................. σελ.60 Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης: Δοξαστικός λόγος στην τζουμερκιώτισσα μάνα..............................................................σελ.62


ΤΟΠΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ Λαμπρινή Αρ. Στάμου: Κ'κια τρώει κ'κια μαρτ'ράει............................................................................................. σελ.67

ΙΣΤΟΡΙΚΑ Απόστολος Μπουρνάκας: Ο θρύλος του Κοσμά του Αιτωλού στα χωριά των Τζουμέρκων και οι εσχατολογικές δοξασίες των κατοίκων................................................................. σελ.75 Δημήτριος Γ. Καλούσιος: Το Ματσούκι Ιωαννίνων 1937-1951................................................................................σελ.86 Ναπολέων Γ. Καραγιάννης: Η παιδεία και η εκπαίδευση στα Τζουμέρκα, 1453-2015. Τα σχολεία του Αθαμανίου......... σελ.98 Αικατερίνη Αρ. Σχισμένου: Ελάτη Άρτης..................................................................................................................... σελ.116 Σωτήρης Ι. Καραβασίλης: Στις παρυφές της σύγχρονης ιστορίας.............................................................................σελ.120

ΤΕΧΝΗ-ΠΑΡΑΔΟΣΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Νίκος Γ. Μπριασούλης: Πολιτιστική δράση στο χωριό...........................................................................................σελ.141 Παναγιώτα Π. Λάμπρη: Ναός Αγίας Παρασκευής Ροδαυγής Άρτας..................................................................... σελ.146 Βαγγέλης Ντόκας: Η Παναγία του Πριαβόρου.............................................................................................. σελ.150 Σπύρος Νεραϊδιώτης: Λαϊκοί οργανοπαίχτες - Λαϊκοί δημιουργοί.................................................................... σελ.154


ΟΡΕΙΝΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ & ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Δημήτριος Φ. Καρατζένης: Από τα Ιωάννινα προς τα Δυτικά Τζουμέρκα................................................................. σελ.157

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Δημήτριος Κ. Αγορίτσας: Πρακτικά Συνεδρίου: Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Βύλιζας στὸν τόπο καὶ στὸν χρόνο....................... σελ.163 Νίκος Γ. Μπριασούλης: Δημ. Σ. Παππάς: Τζουμερκιώτικα Λαογραφικά..............................................................σελ.173 Θωμάς Καλοδήμος: Νίκος Καρατζένης: Η άνοδος των νομάδων των Πραμάντων στις βουνοκορφές της Πίνδου.......σελ.176 Κώστας Τραχανάς: Παναγιώτα Π. Λάμπρη: Ἐν ὀδύναις.................................................................................σελ.178 Κώστας Μαργώνης: Ηλίας Β. Παπαγεωργίου: Τα παιδιά του ξινόγαλου........................................................σελ.180

ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» Δημήτριος Γ. Καλούσιος: Σπουδαία εκδοση για τα ονομαστά Τζουμέρκα...............................................................σελ.185 Γιώργος Κ. Χατζόπουλος: Έφηβοι πια τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά.........................................................................σελ.187

ΕΠΙΜΕΤΡΟ Επιμέλεια: Αθανάσιος Γ. Μπαζούκας & Κώστας Μαργώνης.......................................σελ.190


11

Κώστας Μαργώνης*

Στις επάλξεις

Θ

α ήθελα κι απ’ αυτή τη στήλη να απευθύνω έναν θερμό πατριωτικό χαιρετισμό σε όλα τα μέλη και τους φίλους της ΙΛΕΤ και να τους παρακαλέσω να έρθουν πιο κοντά μας και να συμβάλουν στο ερευνητικό έργο, όσο και όπως ο καθένας μπορεί, ανάλογα με τις δυνατότητες, τις προσωπικές επιδόσεις και τις ιδιαίτερες κλίσεις του. Αυτό που βασικά χρειάζεται είναι η διάθεση για συνεισφορά στη συλλογική προσπάθεια˙ κατά τα άλλα, κάθε προσφορά είναι ευπρόσδεκτη και στις τάξεις μας υπάρχει θέση για όλους. Αυτή την πρόσκλησή μου πρέπει να την απευθύνω και σε κάθε συμπατριώτη των γειτονικών μας περιοχών, γιατί είναι πλατιά γνωστό σε όσους ασχολούνται με παρεμφερές έργο πως η Τοπική Ιστορία και η Λαϊκή Παράδοση της ευρύτερης περιοχής έχουν κοινά χαρακτηριστικά, χωρίς να μπορούν ν’ ασκήσουν κάποια επιρροή τα διοικητικά όρια. Γι’ αυτό και απευθύνω το μήνυμά μου σε συμπατριώτες μας από τα Κατσανοχώρια, το Ξεροβούνι, το Ραδοβύζι, το Περιστέρι, ακόμα και σε μερικά χωριά του Ασπροπόταμου. Χρειαζόμαστε πραγματικά και τη δική τους συνεργασία, γιατί η μαρτυρία τους θα εμπλουτίσει τον προβληματισμό μας και θα οδηγήσει την έρευνα σε πιο διαφωτιστικά και ασφαλή συμπεράσματα. Λοιπόν, σας περιμένουμε όλους εκεί, στις επάλξεις. Χρέος ιερό προς την ιστορική μνήμη και την παράδοση του τόπου μας μας επιβάλλει να ξεκινήσουμε την ανασκόπηση της περασμένης χρονιάς με το γεγονός που συγκίνησε και συγκλόνισε όχι μόνο τους Τζουμερκιώτες αλλά και όλους τους Ηπειρώτες και , θα έλεγα, κάθε ευαίσθητον Έλληνα. Μιλώ για την κατάρρευση της ιστορικής Γέφυρας της Πλάκας. Η κατάρρευση του γεφυριού της Πλάκας, που προκάλεσε στους Τζουμερκιώτες και τους Ηπειρώτες θρήνο και οργή, έφερε στην επιφάνεια το ζήτημα της ιστορικής μνήμης. Η ανάδυσή της πήρε πολλές μορφές: προσωπικές εμπειρίες και μαρτυρίες, ιστορικά γεγονότα, πολιτισμική και λογοτεχνική αναπαραγωγή. Σε παρόμοιες περιστάσεις η μνήμη μεταβάλλεται σε νησίδα οικειότητας και σε μέσο εξωτερίκευσης συναισθημάτων. Η ηθική της διάσταση ταυτίζεται με την αντίσταση στην απώλεια. Οι αντιδράσεις αυτές σηματοδοτούν μια στροφή, μια απόπειρα να έρθει στην επιφάνεια το παρελθόν που βρίσκεται βαθιά μέσα μας. Η μνήμη, λοιπόν, με όποια μορφή κι αν εμφανίζεται και όποιο σχήμα κι αν παίρνει, αποτελεί μία νέα συνειδησιακή πραγματικότητα, ένα αντιστάθμισμα της απώλειας. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


12

Κώστας Μαργώνης

Θα μπορούσαμε βέβαια να πούμε ότι όσο πιο πολύ μιλάμε για μνήμη τόσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε από τη βιωμένη εμπειρία. Η εξαφάνιση όμως της βιωματικής μνήμης, που άλλωστε είναι αναπόφευκτη, αναπληρώνεται από την εμφάνιση της πολιτισμικής μνήμης. Η κοινωνία των Τζουμέρκων άλλαξε, οι άνθρωποι λιγόστεψαν, ο παραδοσιακός ιστός διαλύθηκε. Τα νέα οικιστικά περιβάλλοντα, στα οποία έχουν εγκατασταθεί οι Τζουμερκιώτες, κυρίως τα αστικά, είναι αβαθή, στερημένα από μνήμη. Ωστόσο, ένα συγκλονιστικό γεγονός, η καταστροφή του γεφυριού, ενδυνάμωσε και αναζωπύρωσε την πολιτισμική μνήμη των Τζουμερκιωτών. Παραφράζοντας τον Μισέλ Φουκώ, θα λέγαμε ότι η μνήμη που τροφοδοτείται από το πολιτιστικό παρελθόν αποτελεί μια αντιιστορία, ένα είδος αντίστασης απέναντι στην ισοπεδωτική ομοιογένεια που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση. Η μνήμη επομένως δεν ταυτίζεται με την ανάκτηση της βιωμένης εμπειρίας που έχει χαθεί ανεπιστρεπτί μαζί με την παραδοσιακή κοινωνία. Αποκτά όμως μια νέα μορφή, τη μορφή της πολιτισμικής συνείδησης. Αποκτά διαστάσεις ενός πολιτισμικού φαινομένου για τα Τζουμέρκα. Η οριστική μάχη δεν έχει ακόμη κριθεί. Τα όπλα μας είναι η μνήμη και η ιστορία! Το βασικότερο ζήτημα, που μας απασχόλησε τον τελευταίο καιρό, έχει σχέση με την ανάδειξη των τριών Αθαμανικών Ακροπόλεων, που βρίσκονται στην περιοχή του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων. Η πρόταση ανάδειξης της Ακρόπολης των Γουριανών διατυπώθηκε στη Γ.Σ. της Ι.Λ.Ε.Τ., τον Αύγουστο του 2009. Το Δ.Σ. την υιοθέτησε και ανέθεσε στις αρχαιολόγους και μέλη της Εταιρείας μας κα Ανθή Αγγέλη και κα Κων/να Ζήδρου την εκπόνηση σχετικής αρχαιολογικής μελέτης. Οι δυο αρχαιολόγοι, υπό την επιστημονική εποπτεία της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κας Χρυσηίδας Τζουβάρα-Σούλη, ολοκλήρωσαν τη μελέτη, η οποία παρουσιάστηκε σε ειδική επιστημονική ημερίδα στο Βουργαρέλι, στις 10 Αυγούστου του 2013. Η μελέτη αυτή, σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, καλύπτει όλες τις περιόδους, από την προϊστορική έως τη νεότερη, καταγράφει όλα τα μνημεία της περιοχής των Τζουμέρκων, παρουσιάζει τα ιδιαίτερα γεωμορφολογικά γνωρίσματα της περιοχής, το ιστορικό περίγραμμα και τις πηγές. Καταλήγει μάλιστα σε συγκεκριμένες προτάσεις για την προστασία, την ανάδειξη και την αξιοποίηση των αρχαιολογικών μνημείων της περιοχής. Αντίγραφα της μελέτης εστάλησαν στις Εφορείες Αρχαιοτήτων Άρτας, Ιωαννίνων και Τρικάλων. Στην προαναφερόμενη ημερίδα, με θέμα: «Αρχαιολογικές επεμβάσεις και έρευνες στην περιοχή της αρχαίας Αθαμανίας και του βυζαντινού Τζεμέρνικου. Προσδοκίες και επιδιώξεις», εισηγητές ήταν αρχαιολόγοι από τις Εφορείες ΑρΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο πολιτισμός σήμερα

13

χαιοτήτων της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Με τις εμβριθείς εισηγήσεις τους ανέδειξαν σημαντικές πτυχές των αρχαιολογικών θησαυρών στα Τζουμέρκα. Το Δ.Σ. της Ι.Λ.Ε.Τ. δεν αρκέστηκε όμως στη διοργάνωση της ημερίδας. Ήρθε σε επικοινωνία με τις αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων Άρτας και Ιωαννίνων και ζήτησε τη βοήθειά τους και τη συνεργασία τους. Ένα άλλο σοβαρό θέμα, που μας απασχόλησε και μας οδήγησε σε σημαντικές αποφάσεις και πρωτοβουλίες, έχει σχέση με τον εξαιρετικό ποιητή και σπουδαίο πνευματικόν άνθρωπο, τον συντοπίτη μας Γ. Κοτζιούλα. Σε συνεννόηση με το γιο του, τον κ. Κώστα Κοτζιούλα, αναλάβαμε την έκδοση μιας συλλογής δημοτικών τραγουδιών, που είχε συγκεντρώσει ο ποιητής και έχει μείνει ως τώρα ανέκδοτη. Με αυτή την ευκαιρία αποφασίσαμε να διοργανώσουμε μια Ημερίδα για το ποιητικό έργο του Γ. Κοτζιούλα και την εν γένει συνεισφορά του στα πνευματικά και τα γενικότερα ζητήματα του τόπου μας. Η εκδήλωση αυτή, στην οποία θα μιλήσουν διακεκριμένοι φιλόλογοι και ερευνητές, θα πραγματοποιηθεί την 1η Αυγούστου 2015 στη γενέτειρα του Γ. Κοτζιούλα, την Πλατανούσα. Κλείνοντας, θα ήθελα να ζητήσω απ’ όλα τα μέλη και τους φίλους της Εταιρείας να πλαισιώσουν και να συνδράμουν τις Ομάδες Έρευνας του χωριού τους στο καταγραφικό τους έργο. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική δραστηριότητα με τεράστια σημασία και προοπτική, στην οποία επιβάλλεται να συνεισφέρουμε όλοι μας.

* Ο Κώστας Μαργώνης είναι πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ.

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Α Ηλίας Β. Παπαγεωργίου*

Τα κούμαρα

Ή

μασταν εφτά αδέρφια: τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια, εκτός από τα δύο πρωτότοκα αδέρφια που πέθαναν σε ηλικία οχτώ και τριών χρονών αντίστοιχα, από «μάτι», όπως έλεγαν. Εγώ ήμουν ο πέμπτος στη σειρά των ζωντανών. Μια εποχή, κατά το 1950, πηγαίναμε στο Δημοτικό σχολείο τέσσερα αδέρφια. Το σχολείο απείχε από το σπίτι μας περίπου μια ώρα δρόμο με τα πόδια. Επειδή κάναμε σχολείο πρωί και απόγευμα, δεν προλαβαίναμε να επιστρέψουμε το μεσημέρι στο σπίτι. Άλλωστε, αυτό ήταν άσκοπο, γιατί το μεσημέρι δεν υπήρχε κανείς στο σπίτι. Ο πατέρας στα χωράφια, η μάνα με τα ζωντανά, ο μεγάλος αδερφός στη δουλειά -μάθαινε τότε μαραγκός-. Φαγητό δεν υπήρχε. Τρώγαμε μόνο το βράδυ, όταν η μάνα είχε καιρό να μεγειρέψει κάτι. Και τι να μαγειρέψει! Καμιά κουρκούτη, τίποτε γουμίδια1, κανένα φασόλι, αγριόχορτα… Και ποιος να πρωτοφάει! Δεν ήταν λίγες οι φορές που κοιμηθήκαμε νηστικά, είτε γιατί δεν υπήρχε τίποτε να φάμε είτε γιατί αργούσε να βράσει το φαΐ είτε γιατί τσακωνόμασταν ποιος θα φάει περισσότερο είτε γιατί μας μάλωναν οι μεγαλύτεροι, ιδίως ο πατέρας και ο μεγάλος αδερφός, για κάποια ζημιά που κάναμε. Όλα πληρώνονταν το βράδυ, την ώρα του φαγητού! Έπρεπε λοιπόν να παίρνουμε μαζί μας το μεσημεριανό φαγητό. Και τι φαγητό! Ένα κομμάτι ψωμί μέσα σε μια πετσέτα δεμένη στις τέσσερις άκριες σταυρωτά. Και ενώ τα βάρη -τα όποια βάρη- τα σήκωναν οι κοπέλες, γιατί απλά ήταν κοπέλες, το «φαγητό» το μετέφερε ο μεγαλύτερος αδερφός, ο οποίος ως μεγαλύτερος πεινούσε περισσότερο, φαίνεται, ενώ εγώ ως μικρότερος πεινούσα λιγότερο, φαίνεται. Σε κάθε διάλειμμα, λοιπόν, ο αδερφός και οι αδερφές έτρωγαν το ψωμί , με αποτέλεσμα το μεσημέρι, την ώρα του φαγητού, όταν όλα τα παιδάκια από τις μακρινές περιοχές έστρωναν τα μαντηλάκια τους κάτω από τα πλατάνια και τις λεύκες που σκίαζαν την αυλή του σχολείου και έτρωγαν, εγώ έπρεπε να εξοικονομήσω τροφή, μιας και πολλές φορές ήμουν νηστικός από το προηγούμενο βράδυ, όταν μάλιστα δεν πρόφταινα να φάω τον πρωινό τραχανά που πολύ μου άρεσε. Έφευγα λοιπόν από το σχολείο και πήγαινα μέσα σε δάση από κουμαριές, οι οποίες στο χωριό μου είναι και πολλές και καρπερές. Σε ορισμένα σημεία του δάσους είχα εντοπίσει μερικές πολύ καλές κουμαριές. Ανέβαινα πάνω, γέ1. γουμίδια: φαγητό με κρεμμύδια, λάπατα και λίγο ρύζι ή καλαμποκίσιο αλεύρι Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


16

Ηλίας Β. Παπαγεωργίου

μιζα τις τσέπες μου κόκκινα μεγάλα κούμαρα, στρωνόμουν κάτω από τον ίσκιο τους και το παχύ στρώμα από τα σάπια φύλλα τους και έτρωγα τα κούμαρα με λαιμαργία, χωρίς να φοβάμαι πως κάποιος μεγαλύτερος θα μου τα φάει. Ήταν όλα καταδικά μου και μάλιστα μαζεμένα με τα ίδια μου τα χεράκια, την ώρα που αυτά τα χεράκια έπρεπε να γράφουν γράμματα στον πίνακα του σχολείου ή στην πλάκα. Διάλεγα συνήθως τις ξυλώδεις, ψηλές κουμαριές, ώστε να αγναντεύω μακριά, αλλά και να προφυλάσσομαι από κανένα σκύλο, αλεπού, λύκο, αφού οι τσοπάνηδες εκεί μιλούσαν για τέτοια αγρίμια, ακόμα και για αγριογούρουνα και για φαντάσματα! Όσα κούμαρα δεν μπορούσα να τα φάω, τα έκανα σουβλάκια! Είχα πάντα μαζί μου σουγιά, από μίμηση προς τη μάνα μου που της άρεσαν οι σουγιάδες, έκοβα ίσιες βέργες από κρανιές ή πουρνάρια ή και κουμαριές και περνούσα τα κούμαρα ένα-ένα με τέχνη, μέχρι που η κάθε σούβλα μάζευε γύρω στα είκοσι μεγάλα κούμαρα. Αυτά τα σουβλάκια τα τοποθετούσα σε σκιερό μέρος και τα χρησιμοποιούσα ως δόλωμα στις παγίδες που έστηνα για τα κοτσύφια την εποχή που δεν υπήρχαν πια κούμαρα. Όταν είχα καιρό, έφτιαχνα παγίδες. Είχα μάθει από τα μεγαλύτερα αδέρφια μου και από τη μάνα. Πολλές φορές έστηνα παγίδες στις περιοχές που πήγαινα για κούμαρα, πράγμα που ήταν ένα πρόσθετο δέλεαρ να φεύγω τα απογεύματα από το σχολείο, οπότε τα αδέρφια μου έτρωγαν όλο το ψωμί χωρίς το φόβο ότι θα τα μαρτυρήσω στον πατέρα, γιατί και εκείνα τότε θα μαρτυρούσαν ότι έφευγα από το σχολείο. Έτσι, δημιουργήθηκε ανάμεσά μας μια ισορροπία συνενοχής: εκείνοι έτρωγαν το ψωμί και ‘γώ καλλιεργούσα άφοβα τα κυνηγετικά μου γούστα. Το βραδάκι, ανεβασμένος στην πιο ψηλή κουμαριά, αγνάντευα στον απέναντι λόφο να δω τα παιδιά της γειτονιάς να γυρίζουν από το σχολείο. Ξεκινούσα τότε και ‘γω μέσα από λαγκάδια, θάμνους, πυκνά δάση και φρόντιζα να βρίσκομαι στο σπίτι την ώρα ακριβώς που θα γύριζαν και τα αδέρφια μου, έτσι ώστε να μη γίνει αντιληπτό ότι εγώ έρχομαι σε διαφορετική ώρα και από διαφορετική κατεύθυνση. Κι έτσι κυλούσαν όλα μια χαρά! Η τακτική αυτή συνεχίστηκε για δυο σχεδόν χρόνια, μέχρι τότε δηλαδή που τα μεγαλύτερα αδέρφια μου σταμάτησαν να πηγαίνουν στο σχολείο. Ο μεν μεγάλος αδερφός γιατί τελείωσε, οι δε αδερφάδες γιατί τις σταμάτησε από το σχολείο ο πατέρας, αφού οι κοπέλες δεν χρειάζονταν γράμματα, όπως έλεγαν! Για μια περίοδο λοιπόν πήγαινα μόνος μου στο σχολείο, οπότε έκανα μόνος μου κουμάντο στο φαγητό μου. Δεν έφευγα πια από το σχολείο, κάτι που το παρατήρησε ο δάσκαλος και με ρώτησε γιατί άλλαξα. Αναγκάστηκα να του πω την αλήθεια, γιατί δεν είναι εύκολο σε ένα μαθητή να κρύψει την αλήθεια από το δάσκαλο. Εκείνος με τη σειρά του το είπε στον πατέρα, ο οποίος κάθε Κυριακή πήγαινε στο χωριό και μας έφερνε νέα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα κ ο ύ μ α ρ α

17

Μια Κυριακή βράδυ λοιπόν ο πατέρας ήρθε σκεπτικός και προβληματισμένος. Δεν πολυμιλούσε. Έβγαλε τα καλά του ρούχα, τα κρέμασε μόνος του, φόρεσε τα πρόχειρα. Έκατσε σταυροπόδι δίπλα στο τζάκι, έβγαλε τη δερμάτινη καπνοσακούλα, έβγαλε ένα ροζ τσιγαρόχαρτο, έστριψε ένα τσιγάρο, το άναψε σε ένα κάρβουνο, σήκωσε ερευνητικά τα μάτια, μας κοίταξε ένα γύρο, τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά, έβγαλε τον καπνό από το στόμα και τη μύτη και είπε: -Κατσίτι κάτ’ ούλ'2. Η μάνα, που δεν άκουγε από νηπιακή ηλικία, ασχολούνταν με το μπάλωμα ενός παντελονιού. Τη φώναξε με ένα «Μμμμ…», χοντραίνοντας τη φωνή του, γιατί άκουγε τέτοιους ήχους, όπως π.χ. τον ήχο των αεροπλάνων, και της έκανε νόημα να καθίσει. - Τι θέλς, μάστα3 γλήγουρα, γιατί νύχτουσι κι έχου δλειά, είπε η μάνα κοιτάζοντάς τον κατευθείαν στο στόμα, γιατί έτσι μπορούσε να καταλάβει τι λέει ο συνομιλητής. - Ηύρα του δάσκαλου κι μού ‘πι κακά μαντάτα4 για του πιδί. - Ποιο πιδί μουλουγάς5, τι έκαμι; Ρώτησε ανήσυχη η μάνα κοιτάζοντάς με λοξά και καχύποπτα. - Να, του Λία, και κούνησε τα χέρια προς το μέρος μου. - Τι έκαμις, πιδί μ’, με ρώτησε με αγωνία η μάνα. Εγώ ήμουν ήδη ξαφνιασμένος, αλλά πιο πολύ ήμουν περίεργος να μάθω τη γνώμη του δασκάλου για μένα, κάτι που για πρώτη φορά συνέβαινε στη ζωή μου! Και πριν εγώ απαντήσω, ο πατέρας της λέει: - Δεν έκαμι τίπουτα του πιδί. Ου δάσκαλους μού ‘πι να τρώει του πιδί, γιατί είνι αδύνατου κι δεν τα παίρν’ τα γράμματα. Όπως οι ρουκές6 χρειγιάζουντι κουπριγιά7 να το πάρουν απάν’ τς, έτσι κι του πιδί θέλ’ φαΐ, είπι ου δάσκαλους. Και απευθυνόμενος σε μένα: - Γιατί, ουρέ, δε μας είπις ότ’ έφυβγις απ’ του σκουλειό κι πάινις στς παϊδις8 κι στα κούμαρα; - Τι να ‘κανα, είπα εγώ, αφού οι άλλ’ ήταν μιγαλύτιρ’ κι του ψουμί λίγου. Οι γονείς κοιτάχτηκαν χωρίς να αλλάξουν κουβέντα. Ο πατέρας τράβηξε την τελευταία ρουφηξιά του στριφτού τσιγάρου και, αφού πέταξε τη γόπα στη φωτιά, με κοίταξε κατάματα και με ρώτησε με αποφασιστικότητα: 2. κατσίτι κάτ’ ούλ’: καθίστε κάτω όλοι 3. μάστα: πες τα περιληπτικά 4. μου ‘πι μαντάτα: μου έδωσε πληροφορίες 5. μουλουγάς: εννοείς 6. ρουκιές: καλαμποκιές 7. κουπριγιά: κοπριά 8. πάινις στα παίδις: πήγαινες στις παγίδες Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


18

Ηλίας Β. Παπαγεωργίου

- Σ’αρέσουν τα γράμματα, ουρέ, Λία; - Ε…καλά είνι, απάντησα, γιατί κατάλαβα πως η ερώτηση είχε σχέση με κάτι που είπε ο δάσκαλος. - Ου δάσκαλους μού ‘πι ότ’ ισύ πρέπ’ να μάθς γράμματα, συνέχισε ο πατέρας με κρυφή περηφάνεια. Ισύ είσι αδύνατους κι δεν μπουρείς να δλέψς στα χουράφια ούτι να πας στα βνα μι τα πρόβατα. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούσα ότι θα μπορούσα να μάθω γράμματα και να φύγω από τα κούμαρα, τις παγίδες, την πείνα. Και ήταν η πρώτη φορά που συμπάθησα αυτόν το δάσκαλο που ήταν πολύ αυστηρός και μας κοκκίνιζε τις τρυφερές παλάμες με ραβδιές με κράνινη βέργα που εμείς τη φέρναμε γι’αυτό το σκοπό! - Ε…αφού του ’πι ου δάσκαλους…αυτός ξέρ’, απάντησα εγώ, ενώ μέσα μου ένιωθα ήδη διαφορετικός: δυνατός, περήφανος, γεμάτος αυτοπεποίθηση, έτοιμος για πολύ διάβασμα και επιτυχίες. Από την άλλη κιόλας ημέρα θα άρχιζα σκληρό διάβασμα. Η μάνα που δεν είχε καταλάβει περί τίνος πρόκειται με ρώτησε: - Τι είπι κι δε γκατάλαβα9; - Θα πάου στου Γυμνάσιου, μάνα, της είπα. - Πού θα βριθούν τα λιπτά, πιδάκι μ’; Μουρμούρισε, χωρίς να περιμένει απάντηση, και τράβηξε κατά την κουζίνα. Έπεσε βουβαμάρα ανάμεσα σε μένα και τον πατέρα. «Αύριο θα πάω σχολείο ή στα κούμαρα;», σκέφτηκα, και γεμάτος αμηχανία ανακάτεψα τα ξύλα στο τζάκι με τη μασιά, σαν να ήθελα να κάψω τον πόνο μου.

* Ο Ηλίας Β. Παπαγεωργίου είναι διδάκτωρ φιλολογίας

9. δε γκατάλαβα: δεν κατάλαβα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


19

Νικόλαος Β. Καρατζένης*

Με τα πρόβατα στα τοπία των λύκων, των κεραυνών και των ανέμων

«Μας πήρεν ο χινόπωρος, μας πήρεν ο χειμώνας˙ πέφτουν τα φύλλα της οξιάς κι η πάχνη στα χορτάρια, αντάριασαν και τα βουνά κι αρχίνησε να βρέχει και τα κοπάδια ξεκινούν στα χειμαδιά να πάνε». Το κοπάδι του Π. Δεκόλη στο Περιστέρι της Πίνδου, Οκτώβριος 2005

Η ψηλόραχη Χρυσοβίτσας, ο τόπος του παιδεμού και του τρόμου για τους νομάδες από τη μία, αλλά και το χειμαδιό της προσδοκίας και της ελπίδας από την άλλη. Δεκέμβριος 2004

Μ

ε την άφιξή τους στα χειμαδιά οι νομάδες των Τζουμέρκων συνήθιζαν να βόσκουν τα κοπάδια τους στο ξεχινοπωριό, το οποίο αποτελούσαν κοινόχρηστες κοινοτικές εκτάσεις προκειμένου να δώσουν την ευκαιρία στο λιβάδι τους να χορταριάσει για τα καλά, ώσπου να πλησιάσει ο «γέννος» των προβάτων. Συνεπείς λοιπόν στου νομαδισμού τα κελεύσματα ο Σπύρος, ο αδερφός μου κι εγώ βρεθήκαμε το πρώτο δεκαήμερο του Νοέμβρη του 1962 με τα τριακόσια ογδόντα (380) πρόβατα και τα δύο τζομπανόσκυλα του κοπαδιού μας στο Περίσσεμα της Χρυσοβίτσας Ξηρομέρου, νοτιοδυτικά του χωριού με προοπτική παραμονής των προβάτων ένα μήνα στο ξεχινοπωριό αυτό, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μας, με επικεφαλής τον πατέρα, είχαν εγκατασταθεί στο χειμαδιό, στα Ροδινά1 και είχαν ριχτεί στον αγώνα για να εξασφαλίσουν τα αναγκαία υλικά: άχυρα, λούρια, φτέρη, για το στήσιμο των μαντριών και του καλυβιού. Με το πέρασμα της πρώτης εβδομάδας θα άφηνα τον αδερφό μου με τα πρόβατα για να «πάω σχολείο» στο Στρογγυλοβούνι, αφού θα είχα βοηθήσει στη διαδικασία προσαρμογής του κοπαδιού στο καινούριο του περιβάλλον. Επιλέξαμε για «στασιό2» ένα μεσοράχι με αραιή βλάστηση, για να έχουμε 1. Ροδινά: το χειμαδιό μας, μεταξύ Χρυσοβίτσας, Αγραμπέλων και Στρογγυλοβουνίου Ξηρομέρου 2. στασιό: στάνη, ποιμνιοστάσιο πρόχειρο Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


20

Νικόλαος Β. Καρατζένης

μπροστά στα μάτια μας το κοπάδι και περιφράξαμε το γρέκι με γκορτζιές και παλιούρια. Την πρώτη μέρα τα πρόβατα ήταν ιδιαίτερα ανήσυχα στη βοσκή, διότι τα είχε κυριεύσει ο φόβος του αγνώστου˙ μετακινούνταν λοιπόν από ράχη σε ράχη και από λαγκαδιά σε λαγκαδιά και περπάτησαν αρκετά χιλιόμετρα του ατέλειωτου βελανιδώνα στην προσπάθειά τους να χαρτογραφήσουν και να οριοθετήσουν το νέο τους βοσκοτόπι. Η μέρα μας ήταν γεμάτη κούραση και αναζήτηση. Την ώρα που ο ήλιος έδυε μια μελαγχολία άρχισε να μάς κατακλύζει και η αμφιβολία να φωλιάζει μέσα μας αναλογιζόμενοι τις ευθύνες για τη φύλαξη του κοπαδιού σ’ έναν τόπο δύστροπο και ερημικό. Με το σούρουπο κλείσαμε τα πρόβατα στο γρέκι και ετοιμάσαμε την άμυνά μας˙ το σχέδιο του αδερφού μου προέβλεπε κάλυψη του κοπαδιού περιμετρικά με όσες δυνάμεις διαθέταμε γιατί βρισκόμαστε στη φωλιά των λύκων. Ο Σπύρος τάισε την Παρδαλή στη νότια των προβάτων πλευρά, ορίζοντάς της συνάμα με την κίνησή του αυτή και τον τομέα ευθύνης της, τον Φλώρο στη βόρεια και ανατολική, εμείς καλύψαμε τη δυτική. Έπεσε η νύχτα, το φεγγάρι χάθηκε πίσω από την Ψηλοράχη, τα κουδούνια σίγησαν, τα βελάσματα έσβησαν και άνεμοι αλλόκοτοι έκαναν το απέραντο βελανιδοδάσος να πάλλεται. Τα τριξίματα των δέντρων, τα θροΐσματα των χορταριών, των ξερόφυλλων τα ανατριχιάσματα, τα συρσίματα των ερπετών, των πουλιών οι κρωγμοί και των λύκων οι παροξυσμοί, όλα μαζί τυλιγμένα μέσα στο σκοτάδι, μάς προκαλούσαν ρίγη κι έκαναν την καρδιά μας να χτυπάει δυνατά, το νου μας να τρέχει στο κακό, την ηρεμία μας να δραπετεύει. Ένιωθα να με ζώνουν χιλιάδες φόβοι, ο αδερφός μου φαινόταν πιο ψύχραιμος, ήταν όμως; Μέσα στην άσπονδη νύχτα όλες του δάσους οι σκιές μού φαίνονταν αλλιώτικες, είχα την αίσθηση ότι κρύβουν κάτι το απειλητικό˙ πέτρες μοναχικές, κλαριά με παράξενα σχήματα, δέντρα ψηλόλιγνα, θάμνοι, ξέρακες όρθιοι και πεσμένοι, στη φαντασία μου έπαιρναν άλλες διαστάσεις, γίνονταν ληστές, ζουλάπια, δυνάμεις του κακού, μου προξενούσαν δέος˙ εκείνες δε που τρυπούσαν την ψυχή μου ήταν οι αποτρόπαιες των λύκων κραυγές, γιατί νωπές ήταν ακόμη οι μνήμες μου από την τραγωδία που ζήσαμε τον περασμένο Γενάρη στη Μήλα Παλαιομάνινας με τον αφανισμό είκοσι εφτά προβάτων μας από τη θηριωδία τους. Κατάμονοι, ο αδερφός μου κι εγώ, μέσα στην αδιάφορη απεραντοσύνη του σύμπαντος και υπό τη δεσποτική κυριαρχία του σκότους, είχαμε δύο πολύτιμους συμμάχους, οι οποίοι μάς συμπαραστάθηκαν σ’ εκείνες τις αλγεινές ώρες μας, τη φωτοκαϊά που μάς χάρισαν τα κούτσουρα της βελανιδιάς και τα δύο τζομπανόσκυλά μας. Η ιερή φωτιά τις νύχτες εκείνες, που βρεθήκαμε στα κράσπεδα της απειλής και του τρόμου, αποτέλεσε για μάς πηγή ζωής απέναντι στις καταστροφικές δυνάμεις της φύσης, όπως τ’ αγρίμια που μας περιτριγύριζαν με μάτια που λαμπύριζαν από βουλιμία, ενώ η Παρδαλή και ο Φλώρος δεν ήταν απλώς αξιόμαχοι μαχητές αλλά αποδείχτηκαν προστάτες και σωτήρες μας. «Η Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ ε τ α π ρ ό β α τ α σ τ α τ ο π ί α τ ω ν λ ύ κ ω ν, τ ω ν κ ε ρ α υ ν ώ ν κ α ι τ ω ν α ν έ μ ω ν

21

Τα πρόβατα κατατρομαγμένα από των λύκων τους παροξυσμούς «μαζεύονται κουβάρι» κοντά στους βοσκούς τους γιατί νιώθουν σιγουριά από την παρουσία τους. Το κοπάδι του Γιάννη Ανθούλη, Σαμαρίνα Ιούνιος 2013

φωτιά» γράφει ο Κ. Ουράνης, «έχει κάτι από την πίστη του σκυλιού, η φλόγα της κινείται σαν τη φιλική ουρά του». Η πρώτη νύχτα κύλησε3 με αψιμαχίες με το ξηραμένο˙ τα πρόβατα προγκούσαν κάθε τόσο από των λύκων τα ξεσπάσματα και των σκυλιών τα μανιάσματα˙ τελικά μαζεύτηκαν κουβάρι κοντά στη φωτιά γιατί ένιωθαν σιγουριά από τη δική μας παρουσία και ασφάλεια από της θραμπάλας το φέγγος. Μείναμε άγρυπνοι προσπαθώντας να ενθαρρύνουμε τον Φλώρο και την Παρδαλή με φωνές και σφυρίγματα και να ηρεμήσουμε τα πρόβατα με πραϋντικά επιφωνήματα. Βλέποντάς με κατατρομαγμένο ο Σπύρος πάσχιζε να μου ελαφρύνει τον φόβο αφηγούμενος περιστατικά με λυκομαχίες στου Μπούμστου τ’ άγρια πλάια, στις οποίες έλαβε μέρος όντας μικρό παιδί στην ηλικία μου, μαθητεύοντας κοντά σε πολύπειρους προβατάρηδες, οπότε όφειλα να του έχω εμπιστοσύνη. Εκείνο δε που με απέλπιζε περισσότερο ήταν η προσπάθειά του να με εξοικειώσει με την κατάσταση, ώστε ν’ αποδεχτώ ως καθημερινή πραγματικότητα στο ξεχινοπωριό τον κηρυγμένο πόλεμο με τους λύκους. Αυτό για μένα ήταν μαρτύριο. Κατά τα μεσάνυχτα τα πρόβατα άρχισαν να ξύνονται, να βροντούν τα κουδούνια τους, να βελάζουν υπενθυμίζοντάς μας πως ήρθε η «ώρα του σκάρου». Ο αδερφός μου προς στιγμήν σκέφτηκε «να τα σκαρίσουμε4 κανα δυό ώρες», αφού του φθινοπώρου οι νύχτες γίνονταν μακρόσυρτες κι οι μέρες του μικρές. Στην επίμονη άρνησή μου να οδηγήσουμε τα προβατάκια μας στο στόμα του λύκου, σ’ έναν τόπο άγνωστο σ’ αυτά και σε μας, ο αδερφός μου λογικεύτηκε. Εν τω μεταξύ δεν προλάβαινε να καπνίσει ολόκληρο ένα λαθραίο5˙ κάθε τόσο πετιόταν ορθός και τράνταζε με τα χουγιατά του τα σωθικά της νύχτας. Τα σκυλιά αλυχτούσαν βαθιά και βραχνά, αγριεμένα αλλά και κάπως φοβισμένα, όργωναν με τα νύχια τους το χώμα, μα δεν απομακρύνονταν από το κοπάδι 3. κύλησε η νύχτα: πέρασε η νύχτα 4. «να τα σκαρίσουμε»-Σκάρος: νυχτερινή έξοδος των προβάτων από το μαντρί για βοσκή. 5. λαθραίο: τσιγάρο στριφτό από καπνό προερχόμενο από τα καπνοχώραφα του Ξηρομέρου. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


22

Νικόλαος Β. Καρατζένης

κρατώντας σε απόσταση τα ζουλάπια. Κάποια στιγμή ακούμε βρυχηθμούς και γαυγίσματα πνιχτά προερχόμενα από παθιασμένη συμπλοκή αγριμιών και σκυλιών. Ο Σπύρος όρμησε προς τη μεριά του Φλώρου εξάπτοντας με παρορμητικές φράσεις το μένος του. Οι λύκοι απομακρύνονταν και ο αδερφός μου ανακαλούσε τον Φλώρο στη «γραμμή άμυνάς» του προστατεύοντάς τον από ενδεχόμενο εξολοθρεμό του από το ξηραμένο. Κατά το ξημέρωμα οι λύκοι αποχωρούσαν άπρακτοι, στο έπακρο εξοργισμένοι, ξεσπώντας σε παρατεταμένα ουρλιαχτά για να προκαλέσουν τρόμο σε πρόβατα, προβατόσκυλα και προβατάρηδες, να κλονίσουν το ηθικό τους, ενώ ο Φλώρος υπέμεινε στωικά την περιποίηση του λαιμού του από τα νυχτερινά τραύματα κοιτάζοντας κατάματα τον αδερφό μου μ’ εκείνο το εκφραστικό, το μοναδικό του βλέμμα. Έφεξε για τα καλά˙ το φως του ήλιου διέλυσε τα σκοτάδια από την πλάση και την ψυχή μας˙ τίποτε στο Περίσσεμα δεν θύμιζε την κόλαση της περασμένης νύχτας˙ οι ανάριες καταχνιές του φθινοπώρου αποσύρονταν αργά-αργά και αθόρυβα˙ το σιωπηλό μεγαλείο του στοχαστικού βελανιδώνα, της νοτισμένης γης οι ανασασμοί και η λεπτή μυροβολιά από τα κυκλάμινα, άλλαζαν τη διάθεσή μας. Το αδάμαστο τοπίο της Ξηρομερίτικης γης γλυκαίνει με τα χρώματα της αυγής, τους αργούς ρυθμούς της φύσης και τη μελωδία των κουδουνιών. Στου θαμπού πρωινού την απαλότητα οι λευκές παρουσίες των προβάτων, που ξεχύνονταν από το γρέκι προς τη γραφική πλαγιά με μιαν αυτοσχέδια διάταξη, μ’ έναν ποταμίσιο ελιγμό, συνέθεταν την αρτιότητα στην ποίηση της ποιμενικής ζωής. Τα πρόβατα κίνησαν για τη βοσκή˙ ο Φλώρος ως εξερευνητής πήγαινε μπροστά, η Παρδαλή στο ένα «φτερό» του κοπαδιού, ο Σπύρος στο άλλο, εγώ πιο πίσω. Εξερευνήσαμε τη μεγαλύτερη έκταση του ξεχινοπωριού, που ήταν ντυμένο με ασφάκες, παλιούρια και βελανιδιές˙ κάπου-κάπου ξεφύτρωνε καμιά λακκούλα στην οποία ξαπόσταιναν τα πρόβατα, βλέπαμε για λίγο όλο το κοπάδι και γαλήνευε κάπως το διεγερμένο από την αγωνία πνεύμα μας. Το χνούδι όμως από τις ασφάκες -πολλές ξεπερνούσαν το μπόι μου- με τύφλωνε και μ’ έπνιγε προξενώντας μου ξερό βήχα που μου «έγδερνε» το λαιμό. Εκείνο δε

«Κορφανταριάσαν τα βουνά, παχνιάσανε οι κάμποι κι οι τσελιγκάδες κίνησαν στα χειμαδιά να πάνε˙ ροβόλησαν τα πρόβατα, μπήκαν μπροστά οι τράγοι πο’ χουν τους κύπρους τους βαριούς και τα τρανά κουδούνια». Το κοπάδι του Θωμά Ζιάγκα, Καληράχη Γρεβενών, Οκτώβριος 2010 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ ε τ α π ρ ό β α τ α σ τ α τ ο π ί α τ ω ν λ ύ κ ω ν, τ ω ν κ ε ρ α υ ν ώ ν κ α ι τ ω ν α ν έ μ ω ν

23

που μου έμεινε ως βασανιστική ανάμνηση από τους φαλαγγιάδες6 του Ξηρομέρου ήταν το αηδιαστικό τύλιγμα του προσώπου μου από τις αράχνες, τα δίχτυα των οποίων ήμουν αναγκασμένος να διαπερνάω στη βιασύνη μου να προσέχω τα πρόβατα. Ορισμένες δε, καθώς τρύπωναν στο σβέρκο μου, μ’ έκαναν να τρεμουλιάζω και να φωνάζω κάθε τόσο τον αδερφό μου να με λυτρώνει από το ανατριχιαστικό περπάτημά τους στο κορμί μου. Είναι αλήθεια ότι η αδιάλειπτη παρουσία του φόβου μάς ακολουθούσε σε κάθε μας βήμα στο δάσος της βελανιδιάς˙ η ιδέα πως οι λύκοι ελλοχεύουν σε κάποια πέτρα, σε κάποιον θάμνο, δεν μας άφηνε σε ησυχία˙ αυτή μας την ανησυχία μεγάλωνε ο πρόγκος των προβάτων κάθε φορά που πλησίαζαν τον Φλώρο γιατί αισθάνονταν τη μυρωδιά του λύκου, την οποία κουβαλούσε το τζομπανόσκυλο στο σώμα του από τη νυχτερινή πάλη του με το ξηραμένο. Τη μέρα λοιπόν εκείνη διαπίστωσα πόσο υπολογιστικός νους ήταν ο Φλώρος μας. Επειδή κατανόησε τη συμπεριφορά των προβάτων απέναντί του, έλαβε τα μέτρα του. Όπου το τοπίο τού επέτρεπε, αλάργευε από το κοπάδι τόσο, ώστε ούτε τον έλεγχό του να χάνει, ούτε τα πρόβατα να αναστατώνει συνέχεια. Σε κάθε κίνησή του ήταν επιφυλακτικός και προσεκτικός. Κοντά στο μεσημέρι πεταχτήκαμε στην κορυφή της Ψηλοράχης7, «στο πηγάδι του Γιάννη», όπου μάς περίμενε μια φιλόξενη απλωσιά πέντε-έξι στρεμμάτων. Τα πρόβατα ξανοίχτηκαν διάπλατα και τρυγούσαν το τρυφερό χορτάρι. Των προβάτων η πορεία προς την κορυφή, της αρχέγονης φύσης το αγνάντεμα από περίοπτη θέση, το μυθικό φως, η λυτρωτική έκσταση, δημιούργησαν μέσα μας την αίσθηση της συνάντησής μας με το προαιώνιο. Μια ακαθόριστη και μακρόσυρτη μελωδία πλημμύρισε τότε το βελανιδοδάσος που αντηχούσε σειρηνικά, διαδοχικά, μακριά και πέρα… Κάτω και χαμηλά, αριστερά του Γερομπόρου, ένας ξωμάχος πάλευε με τ’ άροτρα και τ’ άλογα να καλοπιάσει τη λιπόσαρκη γη, για να του δώσει την άνοιξη τα λιγοστά της γεννήματα. Αυτός κι εμείς, λιτοί ποιμένες και απέριττος ζευγολάτης, ήμαστε η μοναδική παρένθεση ζωής μέσα στην αδιατάρακτη συνέχεια του Ξηρομερίτικου τοπίου. Με την παρέλευση δύο περίπου ωρών τα κουδούνια έπαψαν να λαλούν, τα πρόβατα χορτασμένα πια σωριάστηκαν στη μέση της λάκκας ν’ ανασάνουν. Ο Φλώρος και η Παρδαλή, εξουθενωμένα από την ολονύχτια διαπάλη με τους λύκους, έπεσαν αναίσθητα για ύπνο στις άκρες του κοπαδιού αναθέτοντας στον Σπύρο τη φύλαξή του. Ο καημένος ο Φλώρος όμως ούτε στον ύπνο του μπόρεσε να ησυχάσει˙ κάθε τόσο γαύγιζε και ξυπνούσε, βυθιζόταν και πάλι στον λήθαργο, ξαφνιαζόταν, ξυπνούσε και ξανακοιμόταν. «Βλέπει εφιάλτες, αρπάζεται με τους λύκους», είπε ο αδερφός μου που ήξερε καλά τον χαρακτήρα του πι6. φαλαγγιάδες: τα δάση της βελανιδιάς 7. Ψηλόραχη: το ψηλότερο σημείο του βελανιδώνα της Χρυσοβίτσας Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


24

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Τα πρόβατα χορτασμένα και ανυποψίαστα για τις βουλές των λύκων μάς κοίταζαν με τα ονειροπόλα μάτια τους. Το κοπάδι του Βάιου Νάκα, Βόνιτσα, Δεκέμβριος 1998

Ο Σπύρος Β. Καρατζένης περιπλανήθηκε επί χρόνια στα βουνά των Τζουμέρκων και στα δάση της βελανιδιάς του Ξηρομέρου παλεύοντας με τα χιόνια και τα θολά ποτάμια, με τους λύκους, τους κεραυνούς και τους ανέμους. Αν ήταν στο χέρι του, θα είχε ανακηρύξει το πρόβατο σε «ιερό ζώο». Πράμαντα Ιωαννίνων, Μάρτιος 2009

στού του συντρόφου. Αποκαμωμένοι και μεις, με μάτια κατακόκκινα από την αγρύπνια, αναμαλλιασμένοι από την κάπα, αφού πήραμε «μια χαψιά ψωμοτύρι» και χορτάσαμε νεράκι, πλαγιάσαμε στο φτερό του κοπαδιού με μόνη έγνοια στο λαγοκοίμημά μας τα πρόβατα. Είναι γεγονός πως οι αφανείς ποιμένες εμείς, ριγμένοι από τη μοίρα μας στα ασφακερά του Ξηρομέρου, ξεκομμένοι από το παγκόσμιο γίγνεσθαι, κρατώντας σφιχτά τις παρακαταθήκες των προγόνων μας «τα πρόβατα και τα μάτια σας, τίποτε άλλο», δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι στα εργαστήρια ζωοτεχνίας των πρωτευουσών της Δύσης υφαινόταν τότε η εξάλειψη της νομαδικής κτηνοτροφίας από το προσκήνιο της ιστορίας, ο μετασχηματισμός της σε οικόσιτη και ο αφανισμός της παραδοσιακής φυλής προβάτων: του κάλεσιου, του μπούτσικου, του βάκρου, του κάτσινου, του καστανού, του γρίβου, του μπάκαβου, του λάιου, του παρδαλού, του σε(γ)νιου, από την παντοκρατορία του μπέλλου, προς χάριν της απόδοσης σε γάλα μόνον, του ξενότροπου μπέλλου, που αδυνατεί να επιβιώσει στα ορεινά βοσκοτόπια της Πίνδου και στα πετροτόπια του Ξηρομέρου. Το απόγευμα άρχιζε καινούρια περιπλάνησή μας με το κοπάδι στα πλάια με προορισμό τη στάνη. Παράλληλα με το ανάρραχο, όπου είχαμε το γρέκι, απλωνόταν ένα ξέφωτο στο οποίο, όταν έφτασαν τα πρόβατα, στρώθηκαν στη βοσκή. Από τη μεριά της στάνης ακούσαμε τη φωνή του πατέρα, που είχε έρθει με τη μούλα μας τη γκέσα, φορτωμένη με άχυρο και καλούσε τον Σπύρο να τον βοηθήσει στο στήσιμο της «πλάτης». Η πλάτη ήταν ένα πρόχειρο κατάλυμα, πλεγμένο, όπως τα μαντριά και τα καλύβια, με λούρια και άχυρα με κλίση προς τα εμπρός για να αποκρούει από μία μόνο πλευρά τις επιθέσεις των καταιγίδων˙ στηριζόταν σε μια φούρκα δίνοντας στον βοσκό τη δυνατότητα να τη Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ ε τ α π ρ ό β α τ α σ τ α τ ο π ί α τ ω ν λ ύ κ ω ν, τ ω ν κ ε ρ α υ ν ώ ν κ α ι τ ω ν α ν έ μ ω ν

25

Οι χρωματικές διακυμάνσεις του βελανιδοδάσους, η ιλαρότητα των προβάτων και η αυτοπεποίθηση των τζομπανόσκυλων δημιουργούσαν μέσα μας μίαν μυστικιστική ποιότητα κι έναν ιερό φόβο. Στο κοπάδι του Γιώργου Τόλια, Παναγιά Καλαμπάκας Τρικάλων, Νοέμβριος 2009

μετακινεί ανάλογα με τη φορά του ανέμου. Από τη βροχή προστάτευε έναν και μόνον άνθρωπο, μαζεμένον κουβάρι. Με τη φυγή λοιπόν του αδερφού μου εκ των πραγμάτων την περιφρούρηση των προβάτων αναλάβαμε τα τζομπανόσκυλα και εγώ˙ ένιωσα τα γόνατά μου να παραλύουν γιατί δεν αισθανόμουν ικανός να φυλάξω τριακόσια τόσα πρόβατα μέσα στο λυκοτόπι. Σε ποιον όμως να το έλεγα, ποιος θα με καταλάβαινε! Οι δικοί μου, ο αδερφός μου, οι συγγενείς μου, οι νομάδες όπου γης από τη γέννησή τους ζουν μέσα στα κοπάδια, είναι ένα με τα ζώα τους, από μιαν αμάχητη ανάγκη δεν ξέρουν από φόβο, δεν θέλουν να συλλογίζονται τον φόβο. Το μόνο λοιπόν που μπορούσα τις σκληρές εκείνες ώρες ήταν να μη σκέφτομαι τίποτα, αλλά να ελπίζω το καλύτερο. Σκαρφάλωσα λοιπόν σ’ ένα τεράστιο κούτσουρο, για να έχω άμεση εποπτεία κοπαδιού και βελανιδοδάσους και ν’ ακούγομαι από τον αδερφό μου σε περίπτωση κινδύνου. Καθώς έβλεπα τα πρόβατα λαρωμένα, κάτασπρα και ευτυχισμένα να βόσκουν ανέμελα, χάθηκα στη μουσική των κουδουνιών και στη γλυκύτητα των στιγμών˙ το βλέμμα μου πλανιόταν στις χρωματικές διακυμάνσεις του κίτρινου και του κοκκινωπού των φύλλων του βελανιδώνα, στις ερωτοτροπίες των ανταυγειών, στις φωτοσκιάσεις των αδύναμων ακτίνων του απογεύματος. Σιγά-σιγά οι τόνοι, τα χρώματα, η προσδοκία χάνονταν από τα μάτια μου κι απόμεινα αιχμάλωτος μιας ανέκφραστης σιωπής και μιας ποιότητας μυστηριακής…. Η γνώριμη φωνή του αδερφού μου με απέσπασε από τα τοπία του υπερβατικού και του ονείρου˙ οι ώρες περνούν, ο ήλιος γέρνει, πέφτει η νύχτα, το κρύο μάς περονιάζει˙ τα πρόβατα μπήκαν στο γρέκι. Ο πατέρας, αφού άφησε ψωμί για τα σκυλιά και για μας, θειάφι και πετρέλαιο «ν’ αλείψουμε» τα πρόβατα για να τα λυτρώσουμε από τα τσιμπούρια, που τους έπιναν το αίμα, κίνησε να πάει για το κονάκι ορμηνεύοντάς μας, κατά την απαραβίαστη τακτική του˙ μας συνέστησε να έχουμε το νου μας στα πρόβατα γιατί εκείνες τις μέρες «έπεσε ζουλάπι8» σε γειτονικές στάνες προξενώντας μεγάλη ζημιά. Στο άκουσμα των δυσάρεστων αυτών ειδήσεων και επηρεασμένος από την επιδρομή των λύκων στο 8. «έπεσε ζουλάπι»: εκδηλώθηκε επίθεση λύκων σε κοπάδι Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


26

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Οι αντάρτες της νύχτας, οι ατρόμητοι λύκοι, ξεκινούν για την κουρσάρικη επιδρομή τους προκαλώντας σύγκρυο σε πραταραίους και τζομπανόσκυλα. Φωτ. Αρχείο Β. Ν. Καρατζένη

κοπάδι μας την περασμένη νύχτα, άρχισα να εκλιπαρώ «τους άντρες» της οικογένειας, πατέρα και Σπύρο, να μαζέψουμε τα προβατάκια μας και να φύγουμε το πρωί από τον καταραμένο ετούτον τόπο, όπου οι λύκοι κυριαρχούν και αλωνίζουν. «Όπου και να πάμε το ξηραμένο θα μας ακολουθεί˙ αυτή είναι η μοίρα των πραταραίων, να μάχονται με τ’ άγριο ζούλαπα και τ’ αγριοκαίρια˙ μάθε γράμματα για να μη μείνεις γκαβός και για να γλιτώσεις, αν θέλεις από τη σκυλοτυραννία τη βλάχικη», αποκρίθηκε με παράπονο ο πατέρας και γλίστρησε μέσα στο σκοτάδι˙ για λίγο, ο Σπύρος κι εγώ ακούγαμε σιωπηλοί της γκέσας μας τις πατημασιές στο κακότροπο μονοπάτι καθώς ξεμάκραινε μέσα στη ριγηλή ερημιά της αφέγγαρης νύχτας. Η πύρα της φωτιάς κρατούσε μακριά του δάσους την υγρασία, ενώ η πλάτη κάλυπτε τα νώτα μας από του αγέρα τις ψυχρές πνοές. Τα πρόβατα, μαθημένα στις συχνές αλλαγές λιβαδιού, συμμορφούμενα στου νομαδισμού τις άτεγκτες επιταγές, άρχισαν να εξοικειώνονται με το καινούριο τους βοσκοτόπι˙ κοιμούνταν λοιπόν ήρεμα και αδελφωμένα κοντά στη φωτιά˙ ακούγαμε τους χαρακτηριστικούς ήχους του μηρυκασμού τους καθώς αναχάραζαν και ροκάνιζαν τα βελάνια που είχαν γευτεί απλόχερα όλη τη μέρα. Ο Φλώρος και η Παρδαλή είχαν πιάσει τις θέσεις τους, όμως από την έγνοια τους για τα πρόβατα δεν είχαν λαρωμό˙ συχνά αποκρίνονταν σε απόμακρων σκυλιών γαυγίσματα ή σε κρωγμούς πουλιών της νύχτας. Από διηγήσεις προβατομάχων τζιομπαναραίων και από δική του εμπειρία ο αδερφός μου γνώριζε πως οι λύκοι κατά κανόνα δεν επιχειρούν επιθέσεις αποβραδίς, αλλά περιμένουν την ώρα του σκάρου για να πετύχουν τα πρόβατα έξω από τα μαντριά τους και κυρίως την ώρα του απόσκαρου9, για να πιάσουν στον ύπνο και να αιφνιδιάσουν τους κατάκοπους φύλακες των κοπαδιών, τζομπανόσκυλα και τζιομπαναραίους. Κατά τον συλλογισμό του αυτόν, καλό θα ήταν να κοιμηθούμε δίχως άργητα για να ξυπνήσουμε στην πορεία της νύχτας. Ο ύπνος τις στιγμές εκείνες ήταν ευλογία για μας γιατί το κουρασμένο κορμί, τα παραλυμένα νεύρα και τα νυσταγμένα μάτια μας από 9. απόσκαρος: το χρονικό διάστημα της νύχτας μετά την επιστροφή του κοπαδιού από το νυχτερινό βόσκημά του (3-5 προς το ξημέρωμα) Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ ε τ α π ρ ό β α τ α σ τ α τ ο π ί α τ ω ν λ ύ κ ω ν, τ ω ν κ ε ρ α υ ν ώ ν κ α ι τ ω ν α ν έ μ ω ν

27

την ολοήμερη ορθοστασία και ένταση γύρευαν έστω και μια ολιγόλεπτη ανάπαυση. Ο αδερφός μου δυνάμωσε τη φωτιά με τρία βελανιδίσια κούτσουρα και μια αγκαλιά χερόξυλα για να καίει όλη τη νύχτα. Δίχως να το νιώσουμε πέσαμε ξεροί για ύπνο με τα παπούτσια, εφόσον βρισκόμαστε σε εμπόλεμη ζώνη˙ οι δυνάμεις μας μάς είχαν εγκαταλείψει ολοσχερώς. Η βουή από των προβάτων το ποδοβολητό και των κουδουνιών το ανάστατο λάλημα μάς βρήκε λουσμένους στον ιδρώτα αλλά όρθιους και πανέτοιμους για δράση. Ο αδερφός μου με δυό-τρεις δρασκελιές βρέθηκε στα πρόβατα˙ τα γυροβόλιαζε με ήπια σφυρίγματα, τα επανάφερε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στο σημείο που κοιμούνταν και ήρθε κοντά στη φωτιά. Από των σκυλιών το φέρσιμο προσπαθούσε να εξιχνιάσει την αιτία του ξαφνιάσματός τους˙ τα τζομπανόσκυλα είχαν σπεύσει «στον πρόγκο» των προβάτων, αλλά δεν έδειχναν ανήσυχα˙ αλυχτούσαν με διακριτά γαυγίσματα, που δεν περιέκλειαν χροιά απειλής, απέβλεπαν μάλλον στην ενθάρρυνση του κοπαδιού. Ο Φλώρος απηύθυνε τα γαυγίσματά του προς την κατεύθυνση της βελανιδιάς που υψωνόταν καμιά δεκαπενταριά βήματα πιο πάνω από το γρέκι. Κατά την εκδοχή του αδερφού μου τα πρόβατα θροΐστηκαν από κραξιά ή φτεροκόπημα άγριου πουλιού που πέταξε πάνω από το μαντρί. Τα κούτσουρα είχαν ανάψει για τα καλά και από το αντιφέγγισμά τους λαμποκοπούσε όλο σχεδόν το γρέκι˙ ο Σπύρος πέταξε κι άλλα ξύλα στη φωτιά, έστριψε ένα χοντροκομμένο λαθραίο και του ‘βαλε φωτιά μ’ ένα δαυλί˙ το πρόσωπό του χάθηκε μέσα στους καπνούς. Από τη θέση της Πούλιας και των Ζυγών στο στερέωμα υπολόγισε πως πέρασαν κοντά στις δύο ώρες από τ’ απόβραδο που είχαμε πέσει για ύπνο. Ο σκάρος αργούσε ακόμη. Ένιωθα τόσο βαρύ το κεφάλι μου σαν να είχα ξυπνήσει από βαθιά νάρκη. Ξαφνικά, όπως καθόμαστε στη φωτιά, βλέπουμε από τη μεριά των Ροδινών ένα μακρινό φως να περιπλανιέται στις ράχες, να κρύβεται στα λαγκάδια, να αλαργεύει, να μας πλησιάζει, καθιστώντας στης νύχτας τα παράωρα ύποπτον και μυστηριώδη τον οδοιπόρο που το κρατούσε. Από τον φόβο μου ένιωσα να κρυώνω και χώθηκα σχεδόν μέσα στη φωτιά˙ αλλά και τον αδερφό μου δεν τον έβλεπα τόσο άφοβο˙ μια αμηχανία Ο χρόνος αμείλικτος και ένας εκνευρισμός τον έκαναν να χάραξε τις ρυτίδες του στου πολύπαθου ξεσπάσει σε βλαστήμιες και θυμούς. Καλαρρυτινού τσέλι- Αθέλητα η σκέψη μας πήγε στο γκα την όψη, ο οποί- κακό. Αν είναι κλέφτης οπλισμένος; ος σε μια στιγμή ανά- Μήπως είναι δικός μας άνθρωπος παυλας άναψε το λακαι φέρνει κακές ειδήσεις για κάθραίο της περισυλλοποιον συγγενή μας; Σαν καταλάγιαγής. Νέγκρι Ανθούσας σε κάπως η ανησυχία μας, περάσαΤρικάλων, Οκτώβρι- με στις εικασίες: ίσως είναι Χρυσοος 1975 βιτσιάνος αργοπορημένος, ο αγροΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


28

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Ο Πάνος Νάκας από το Ματσούκι Τζουμέρκων και ο Ν. Β. Καρατζένης με το γαλαροκόπαδο «καθ’ οδόν» για τη στάνη επί τα ίχνη του ποιμενισμού. Περίσσεμα Χρυσοβίτσας Ξηρομέρου, Δεκέμβριος 2004

φύλακας νυχτωμένος, διαβάτης που έχασε τον δρόμο του… Τελικά το αινιγματικό φως χάθηκε μέσα στη νύχτα κατά τα Αγράμπελα αφήνοντας μια αίσθηση μυστηρίου και φόβου να κατακάθεται στην ψυχή μας. Τα πρόβατα ησύχαζαν˙ κατά τα μεσάνυχτα έφταναν στ’ αυτιά μας απόκοσμα τρομάσματα λύκων από το δάσος του Προδρόμου˙ με τη σκέψη ότι το ξηραμένο10 διάλεξε άλλο στόχο γι’ αυτή τη νύχτα, αφεθήκαμε στα χάδια της φωτιάς και στη σαγήνη του ύπνου, ενώ ο Φλώρος και η Παρδαλή αγρυπνούσαν και περιπολούσαν. Με το πρώτο φως της μέρας αλείψαμε, με το μείγμα από πετρέλαιο και θειάφι, ένα-ένα όλα τα πρόβατα στο λαιμό και γύρω από τα αυτιά, όπου συνωστίζονταν τ’ απαίσια τσιμπούρια και «απολύσαμε11» το κοπάδι. Τα σημεία των καιρών όμως έδειχναν πως μας καρτερούν δύσκολες ώρες. Μαύρα σύννεφα είχαν γανώσει πέρα ως πέρα την ανατολή και ο αέρας από τον Μπούμστο έφερνε τη φοβέρα όλο και πιο κοντά μας. Φορτωθήκαμε τις κάπες και κινήσαμε με τα πρόβατα. Αυτή τη μέρα στραφήκαμε βόρεια, προς τη μεριά της Χρυσοβίτσας. Χτενίσαμε πλαγιές, βυθιστήκαμε σε ανήλιαγες λαγκαδιές, κρούξαμε σε παραβόλες12. Ο τόπος ήταν τραχύς και άγονος, σε ελάχιστα σημεία μάς έκανε κάποια μικρή παραχώρηση χαρίζοντάς μας δυο-τρεις λακκούλες, όπου μπόρεσαν τα πρόβατα να πατήσουν τα ισιοτοπιά και να πάρουν μια ανάσα τα σκυλιά που γονάτισαν από τη δοκιμασία της φύλαξης του κοπαδιού στις λογγωμένες πετροπλαγιές. Όταν τσάκισε η μέρα,13 κοπάδι και φύλακές του πήραμε τα μονοπάτια του γυρισμού στη στάνη. Ο ουρανός, που ως την ώρα εκείνη ήταν αναποφάσιστος, αντάριασε απειλητικά˙ ένας βρυχηθμός του αέρα προμήνυε θύελλα. Οι αστραπές άρχισαν να οργώνουν τους αιθέρες και οι κεραυνοί ξεσπούσαν με κρότους ξερούς σε δέντρα και τσιουγκάνια. Ένας μάλιστα έσκασε δίπλα μας˙ το στομά10. το ξηραμένο: ο λύκος 11. απολύσαμε το κοπάδι: βγάλαμε τα πρόβατα από το μαντρί για βοσκή 12. κρούξαμε σε παραβόλες: πλησιάσαμε τα πρόβατα σε χερσοτόπια στενά ανάμεσα από σπαρμένα χωράφια 13. τσάκισε η μέρα: πέρασε το μεσημέρι Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ ε τ α π ρ ό β α τ α σ τ α τ ο π ί α τ ω ν λ ύ κ ω ν, τ ω ν κ ε ρ α υ ν ώ ν κ α ι τ ω ν α ν έ μ ω ν

29

χι μου σφίχτηκε, το αίμα μου ίσως να σταμάτησε να κυλάει. Τα φύλλα στροβιλίζονταν γύρω από τις βελανιδιές και έπαιρναν τον δρόμο για το τελευταίο τους ταξίδι. Τα σύννεφα έσκυβαν στης Ψηλοράχης τις άκρες και ξεφόρτωναν την οργή τους στις πλαγιές, στα πρόβατα, στα κεφάλια μας. Από τις ροές της ψυχής μας ανέβλυζαν φόβος και αγωνία για των προβάτων μας την τύχη αλλά και εγκαρτέρηση και πείσμα να επιβιώσουμε. Φτάσαμε βράδυ στο γρέκι μουσκεμένοι ως το κόκαλο˙ ρούχα στεγνά ν’ αλλάξουμε δεν είχαμε, φωτιά ν’ ανάψουμε ήταν αδύνατο, οι καταιγίδες μαίνονταν. Φέραμε δυο κοτρόνια στην πλάτη, κολλήσαμε πάνω τους ώστε να μας σκεπάζει η κάπα και καθόμαστε σαν τ’ αγρίμια σε στάση αναμονής με τα μάτια μας δεκατέσσερα στα πρόβατα, όντας σίγουροι πως με τέτοια κακοβραδιά το ξηραμένο θα επιδιώξει αναμέτρηση μαζί μας. Οι αστραπές χάραζαν τις διάπυρες αυλακιές τους στον σκοτεινό ορίζοντα τρυπώντας όλο και βαθύτερα τη νύχτα, οι βροντές κατρακυλούσαν από τα ύψη και σφάδαζαν η μία κοντά στην άλλη, οι κεραυνοί είχαν βάλει στο σημάδι τα προβατάκια μας κι εμάς και, επειδή δεν έβρισκαν τον στόχο τους, σκλήριζαν με μίσος, οι λύκοι άφηναν τα ορμητήριά τους με φονικές προθέσεις, ο Φλώρος και η Παρδαλή ορύονταν, εμείς τρέμαμε… Της βελανιδιάς η απελπισμένη αντίσταση στων κεραυνών και στων ανέμων τα πυρά τροφοδοτούσε και τη δική μας αντοχή. Η βροχή μάς έδερνε χωρίς οίκτο˙ έβρεχε από ψηλά, έβρεχε από τα πλάγια, έβρεχε σ’ όλον τον κόσμο. Είχαμε την αίσθηση πως έβρεχε και κάτω από τη γη, καθώς το νερό περνούσε ανάμεσα από τα πόδια μας. Οι άνεμοι ορμούσαν παράφορα απ’ όλες τις μεριές˙ κάθε τόσο ο αδερφός μου μετακινούσε την Πλάτη για ν’ αντικρούσει κάπως τη χολή τους. Εκείνες τις βάρβαρε ώρες συλλογιζόμουν πως η δική μας η μοίρα ήταν πιο σκληρή και από των λύκων ακόμη. Τ’ αγρίμια είχαν πιο ζεστά κατοικιά προφυλαγμένα μέσα σε απάνεμες σπηλιές και απόκρυφες κρύπτες˙ εμείς αναγκασμένοι να προσέχουμε τα πρόβατα, δεν τολμούσαμε να στήσουμε μια τζιομπανοκάλυβα «να χώσουμε» το κεφάλι μας, παρά κουρνιάζαμε στο πλάγιασμα της Πλάτης, που είχε καταντήσει παιγνίδι των ανέμων. Μέσα στων καταιγίδων την παραζάλη ακούμε την Παρδαλή να σκούζει απεγνωσμένα και νιώθουμε τα πρόβατα θορυβημένα να σωριάζονται μπροστά στην Πλάτη. Ανάστατοι σπεύδουμε προς βοήθεια. Όσο πλησιάζαμε προς τη μεριά της ακούγαμε των λύκων τα ξεσπάσματα, τα μοχθηρά τους γρυλίσματα, τα τρομερά κροταλίσματα των δοντιών τους και της σκύλας μας τα σπαρακτικά ρεκάσματα14. Οι στιγμές εκείνες ήταν από τις πιο κρίσιμες για μάς˙ τρέμαμε στην ιδέα πως δεν θα την προλάβουμε ζωντανή˙ οι πιο απαισιόδοξες σκέψεις πολιορκούσαν τη σκέψη μας. Δεν ήταν μόνο πως θα θρηνούσαμε την Παρδαλή, ένα ακριβό μέλος της οικογένειάς μας, αλλά το γεγονός πως δεν είχαμε πλέον 14. ρεκάσματα: σπαρακτικές κραυγές Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


30

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Ο ηρωικός και αφοσιωμένος Φλώρος. Οργισμένος από των λύκων την αλαζονεία περιπολεί και περιφρουρεί τα πρόβατα για τα οποία δίνει με αυταπάρνηση και τη ζωή του. Στο κοπάδι του Βάιου Νάκα, Ματσούκι Τζουμέρκων, Οκτώβριος 2009

ζωή μέσα στο λυκομάνι με τον Φλώρο μονάχο ως τζιομπάνο του κοπαδιού. Εγώ βρέθηκα πιο πέρα ακόμη και από τα όρια του πανικού. Είχα την αίσθηση πως μετά το τέλος της Παρδαλής ερχόταν του Φλώρου η σειρά, κι ύστερα το τέλος του κόσμου… Ταραχή μεγάλη με κυρίευσε, η καρδιά μου άρχισε να σφυροκοπά, κάποιες άναρθρες κραυγές ξέφυγαν από τα χείλη μου, ξέσπασα σε λυγμούς… Ευτυχώς αυτή τη φορά η τύχη ήρθε με το μέρος μας. Ο Φλώρος και ο Σπύρος με την έγκαιρη επέμβασή τους απέτρεψαν την εξόντωση της Παρδαλής από τους αιμοσταγείς λύκους που είχαν πέσει πάνω της με λύσσα. Η γενναία μας σκύλα γλίτωσε την έσχατη ώρα από τα δόντια και τα νύχια τους με βαθιές λαβωματιές σ’ όλο της το κορμί, όπως διαπιστώσαμε την αυγή. Πήρε βέβαια φόβο από την άνιση μάχη με τ’ αγρίμια, διαποτίστηκε όμως με αβυσσαλέο μίσος εναντίον τους και με θανάσιμη μανία καταδίωξής τους. Κινήσαμε να επιστρέψουμε στις θέσεις μας, όταν απότομα ποδοβολητά των προβάτων μάς έκοψαν τα ήπατα. Μέσα στης θεομηνίας τον παραλογισμό δεν ήμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε την απειλή ή τη συμφορά. Το ποιμενικό μας ένστικτο μάς διεμήνυε πως είχαμε πέσει στην παγίδα των λύκων, που μας κύκλωσαν από δυό -τρία σημεία, εφαρμόζοντας ως ιδιοφυείς στρατηγοί την τακτική του αντιπερισπασμού˙ έντρομοι τρέχαμε με χουγιατά και σφυρίγματα προς το κοπάδι˙ προλάβαμε τα πρόβατα τη στιγμή που ήταν έτοιμα «να σπάσουν»15 από τον πανικό τους τον φράχτη και να ξεχυθούν στους λόγγους κατά τις βουλήσεις του ξηραμένου. Με κόπο κατορθώσαμε να τα ημερέψουμε και να τα φέρουμε και πάλι κοντά στην Πλάτη για να τα έχουμε μπροστά μας. Τα τζομπανόσκυλα πλάνταξαν από το κακό τους˙ έψαχναν σπιθαμή προς σπιθαμή το γρέκι και όπου εντόπιζαν ίχνη του ξηραμένου, γύριζαν τον τόπο ανάποδα με τα νύχια τους, ορυόμενα με μίσος και αγανάκτηση. Ο αδερφός μου ορθός, δίχως κάπα, προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Κάποια στιγμή ο Φλώρος σταμάτησε σε μια άκρη μέσα στο μαντρί και μας καλούσε˙ η οδύνη που απέπνεε το γαύγισμά του εκείνο έμοιαζε με μοιρολόι ανθρώπου, ο οποίος θρηνούσε τον χαμό αγαπημένου προσώπου. Ένα πρόβατο ξαπλωμένο στο ση15. «να σπάσουν»: να παραβιάσουν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ ε τ α π ρ ό β α τ α σ τ α τ ο π ί α τ ω ν λ ύ κ ω ν, τ ω ν κ ε ρ α υ ν ώ ν κ α ι τ ω ν α ν έ μ ω ν

31

μείο εκείνο σπαρταρούσε˙ μέσα στη δίνη της κολάσεως γίναμε μάρτυρες του φρικτού αγωνιώδους θανάτου μιας προβατίνας «καστανής» η οποία ξεψυχούσε σαν άνθρωπος μέσα στα χέρια μας. Οι λυγμοί και ο ρόγχος του θανάτου μάτωναν την ψυχή μας˙ το ξηραμένο της είχε στερήσει τη ζωή καρφώνοντάς την στο λαιμό, δεν πρόλαβε να την κατασπαράξει. Μαζευτήκαμε στην Πλάτη στάζοντας βροχή, ιδρώτα και φαρμάκι για τη σφαγή της προβατίνας μας. «Να μας έπνιξαν μόνο την καστανή ή να μας πήραν κι άλλη, και άλλες προβατίνες οι αγριόλυκοι;» Ένα ποτάμι συναισθημάτων φούσκωνε μέσα μας και ξεχείλιζε θλίψη, οργή, πείσμα, εγκαρτέρηση. Οι αιθέρες πυρπολούνταν, οι καταιγίδες βρυχιούνταν, οι αέρηδες δέρνονταν, οι βελανιδιές στέναζαν, τα πρόβατα προγκούσαν, τα σκυλιά μαίνονταν˙ ο σωματικός και ο ψυχικός πόνος μας συνέθλιβαν, η διαρκής αγωνία μας για την απροσδόκητη απειλή παρέλυε τις δυνάμεις μας. Κάποτε ξημέρωσε. Ο καιρός δεν εννοούσε να ξεκόψει˙ άλλη μια μέρα βροχερή ξεκινούσε στης Ψηλοράχης τις αγριοτοπιές. Μετρήσαμε και ξαναμετρήσαμε τα πρόβατα˙ από τον μέτρο μάς έλειψαν δύο. «Πότε πρόλαβε το ξηραμένο και μας άρπαξε δύο πρόβατα μέσα από τα χέρια μας», μουρμούριζε ο αδερφός μου βασανίζοντας το μυαλό του να θυμηθεί ποιο πρόβατο δεν πέρασε μπροστά του στα μετρήματα εκτός από την καστανή, ενώ έστριβε ένα λαθραίο. Τα πρόβατα κίνησαν για τη βοσκή μουδιασμένα˙ η μυρωδιά του ζουλαπιού και ο τρόμος ήταν διάχυτα παντού. Τα σκυλιά, πληγωμένα από τη ζημιά, πείσμωναν και αλυχτούσαν αδιάκοπα με την τρίχα ανασηκωμένη στο κορμί από το κακό τους. Κατά το μεσημέρι φτάσαμε στο «πηγάδι του Γιάννη». Τα σύννεφα άλλαζαν αποχρώσεις και ανάμεσά τους φάνηκε ένας ήλιος χλωμός και μελαγχολικός. Αναστάλαξε16 για λίγο. Τα πρόβατα τίναξαν από πάνω τους τη βροχή και άρχισαν να βόσκουν. Κρεμάσαμε τις κάπες στα κλαριά της βελανιδιάς και καθόμαστε στο προσήλιο να στεγνώσουμε˙ ο αδερφός μου πάσχιζε με το βρεγμένο τσακμάκι του ν’ ανάψει έναν καπνό, μα η σκέψη του δεν αλάργευε από το πρόβατο που μάς είχαν αρπάξει οι λύκοι. Σε μια στιγμιαία αναλαμπή του νου του «δοκήθηκε»17 τη βάκρα18 τη σουρταριάρα19 με το κουδούνι, το γλωσσίδι του οποίου είχε πέσει στο δρόμο για τα χειμαδιά και ο αδερφός μου δεν είχε προλάβει να το αντικαταστήσει. Η βάκρα και η καστανή είχαν ηγετικές ικανότητες και έμπαιναν επικεφαλής του κοπαδιού, όταν έπαιρναν την ανάλογη εντολή. Όταν λοιπόν το ξηραμένο όρμησε μέσα στο μαντρί, φαίνεται πως οι προβατίνες αυτές πετάχτηκαν μπροστά από τα πρόβατα καθ’ ότι συνηθισμένες να προηγούνται του κοπαδιού. Έτσι 16. αναστάλαξε: σταμάτησε η βροχή 17. «δοκήθηκε»: ρήμα δοκώ-θυμήθηκε 18. βάκρα: προβατίνα με μαύρο πρόσωπο και άσπρα μαλλιά 19. σουρταριάρα-ρήμα σύρω: οδηγώ, οδηγός του κοπαδιού Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


32

Νικόλαος Β. Καρατζένης

Στην οδύσσεια των περιπλανώμενων ανθρώπων, γιατί όχι και των νομάδων της Πίνδου, αφιερώνει τους μελαγχολικούς στίχους του ο ποιητής Γ. Σεφέρης: «Κράτησα τη ζωή μου, κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς… ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή». Τα πρόβατα του Γιώργου Τόλια από το Μέτσοβο διασχίζουν τα δάση της βελανιδιάς. Παναγιά Καλαμπάκας, Νοέμβριος 2009

έπεσαν θύματα της συνήθους τακτικής των λύκων, το ένστικτο του κυνηγού των οποίων ικανοποιείται με την καταδίωξη του ζώου εκείνου, που ως πιο δυνατό και θαρραλέο ξεκόβει πρώτο από το κοπάδι. Συχνά οι λύκοι κατά τις αιφνιδιαστικές τους επιδρομές άρπαζαν κριάρια γκεσέμια, που ξεχώριζαν από τα άλλα πρόβατα, διότι ήταν εκπαιδευμένα από τους βοσκούς να οδηγούν τα κοπάδια ως ηγήτορες εκτελώντας με ευσυνειδησία το καθήκον τους. Εκείνο όμως που φαρμάκωνε τον αδερφό μου δεν ήταν αυτός καθ’ εαυτόν ο χαμός της βάκρας, αλλά το γεγονός ότι το ξηραμένο «μάς λώβιασε»20, γλυκάθηκε στα πρόβατά μας, εξαπάτησε και εν τέλει υπερτέρησε των σκυλιών, οπότε ήταν βέβαιο ότι θα επιχειρούσε καινούρια επίθεση στο κοπάδι μας. Η μέρα πέρασε ολάκερη με βροχή, αγωνία και θυμό˙ το νύχτωμα μάς βρήκε στο μαντρί˙ δεύτερη νύχτα μουσκεμένοι ως το μεδούλι χωρίς φωτιά στο Περίσσεμα Χρυσοβίτσας και μάλιστα νύχτα φθινοπώρου βροχερή… Ο αδερφός μου μοίρασε της άτυχης καστανής το κορμί, μαύλησε τα σκυλιά και τους έριξε από ένα κομμάτι. Εκείνα όχι μόνο δεν άγγιξαν το κρέας της αδικοχαμένης προβατίνας, αλλά αποσύρθηκαν στις φρουρές τους με βουρκωμένη αξιοπρέπεια, περίλυπα έως θανάτου από το αίσθημα ενοχής για την απώλεια, πτοημένα από το πληγμα της ήττας. Θυμάμαι πάντα με γλυκιά νοσταλγία και απόλυτη διαύγεια κάθε λεπτομέρεια από τη ζωή και τη δράση του Φλώρου και της Παρδαλής, των δύο εκείνων ακριβών μας συντρόφων στης ποιμενικής μας οδύσσειας τους σκληρούς καιρούς. Ο Φλώρος ακτινοβολούσε υγεία, είχε αυτοπεποίθηση και αρχοντιά, που πήγαζαν από την αίσθηση του κυρίαρχου στο κοπάδι, που το θεωρούσε ως αποκλειστική δική του έγνοια. Η Παρδαλή ήταν ασίγαστη και αεικίνητη με ορκισμένη αφοσίωση σε πρόβατα και ανθρώπους. Τα δυο μας τζομπανόσκυλα ασκούσαν σε μένα ακατανίκητη επιρροή για τα πολλα τους χαρίσματα, με κυρίαρχα την ανυποχώρητη αποφασιστικότητά τους, τη σεμνότητα και την ντροπα20. «μας λώβιασε»: μας μόλυνε, μας κηλίδωσε Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ ε τ α π ρ ό β α τ α σ τ α τ ο π ί α τ ω ν λ ύ κ ω ν, τ ω ν κ ε ρ α υ ν ώ ν κ α ι τ ω ν α ν έ μ ω ν

33

Τα κριάρια στην πρωτοπορία του κοπαδιού. Των κουδουνιών ο ήχος δεν φανερώνει μόνο τη μουσική ευαισθησία του βοσκού, αποτελεί συνάμα πόλο συσπείρωσης των προβάτων και δηλώνει την ταυτότητα του κοπαδιού. Ο Γιώργος Τσιούλος στη Λιμίνη Άρτας, Μάιος 1998

λοσύνη τους. Εκείνα τα λιτοδίαιτα και απέριττα σκυλιά ήταν μακριά από κάθε λαιμαργία, ποτέ δεν ζήτησαν ψωμί, ούτε λιποτάκτησαν από το χρέος. Η νύχτα εκείνη εξελίχτηκε τελικά σε νύχτα δοκιμασίας για μάς˙ από την κούραση και την αγρύπνια κοιμόμαστε με τα μάτια ανοιχτά. Οι άνεμοι βογκούσαν αγριεμένοι, οι λύκοι μάνιαζαν δαιμονισμένοι, τα κουδούνια βροντούσαν τρομαγμένα, τα σκυλιά αλυχτούσαν εξοργισμένα. Οι απανωτοί εφιάλτες μάς τράνταζαν σύγκορμους και τρέχαμε έξαλλοι κάθε τόσο στο φράχτη να βλέπουμε τα πρόβατα. Ο αέρας έκανε πιο ανατριχιαστικά των αγριμιών τα ξεσπάσματα, προκαλώντας την αίσθηση πως από στιγμή σε στιγμή θα βρεθούμε ενώπιος ενωπίω μ’ αυτά. Ο ψυχολογικός πόλεμος εκ μέρους τους είχε επιφέρει τ’ αποτελέσματά του στο ηθικό μας. Ο τρόμος από τις ακατάπαυστες επιθέσεις τους μάς είχε κυριεύσει σε τέτοιο βαθμό ώστε θεωρούσαμε την καθημερινή μας διαμάχη με τους λύκους και το χαμό κάποιου από τα προβατάκια μας ως στοιχείο της ζωής μας, όπως τη βοσκή του κοπαδιού, το μέτρημα, το σκάρισμά του… Μόνη μας απαντοχή ήταν ο Φλώρος, η Παρδαλή και το ξημέρωμα. Επιτέλους ήρθε η αυγή˙ οι αντάρες στο πέρασμά τους τύλιγαν τις ράχες˙ οι πλαγιές στο Περίσσεμα αποκαλύπτονταν και χάνονταν με τις εντολές των ανέμων. Χαμένοι μέσα στις ομίχλες και στις νοτισμένες φυλωσσιές βιώναμε μίαν αφόρητη μοναξιά. Τα σύννεφα κάποια στιγμή αναμέρισαν και φάνηκε ένας γλυκός χινοπωριάτικος ήλιος. Πρόβατα, τζομπανόσκυλα και προβαταραίοι αναθαρρήσαμε. Ο απέραντος βελανιδώνας του Ξηρομέρου χαμογελούσε στων ηλιακτίνων τις θωπείες˙ η γαλήνη, η ομορφιά και η ποίηση αναδύονταν τώρα από το τοπίο του μύθου και της φαντασίας. Εκείνος ο τόπος ήταν τελικά το πεδίο Να περπατάς, να περπατάς μέρα και νύχτα κι ο δρόμος να ‘ναι ατέλειωτος. Μια ζωή ολάκερη χυμένη στα μονοπάτια των βουνών. Ένα διάβα που δεν έχει τελειωμό, μια πορεία που ποτέ δεν τελειώνει. Καλαρρυτινοί ποιμένες νυχτωμένοι στη στράτα του ποιμενισμού, Πέρα Χώρα Τυρνάβου, Νοέμβριος 1975 Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


34

Νικόλαος Β. Καρατζένης

των αντιθέσεων˙ μέσα του ανακατώνονταν όλα και γίνονταν ένα: η αγριάδα και η μεροσύνη, η απανεμιά και ο αγέρας, η βροχή και ο ήλιος, η ζωή και ο θάνατος. Η εβδομάδα κύλησε μέσα στην αγωνία˙ έφευγα για το σχολείο αφήνοντας τον Σπύρο, τον Φλώρο, την Παρδαλή και τα πρόβατα στα μετερίζια του φόβου. Στις τριάντα τέσσερις μέρες και τριάντα τρεις νύχτες που έμειναν στο Περίσσεμα γεύτηκαν δεκατέσσερις επιδρομές των λύκων στις οποίες έχασαν τη ζωή τους πέντε αθώα προβατάκια μας. Ο φόβος, το πάθος και το πείσμα πλανώνται ακόμη στο Περίσσεμα και στην ψυχή μας. Το ψυχικό άλγος όμως που ένιωσαν πρόβατα, τζομπανόσκυλα και ο αδερφός μου μόνον οι ίδιοι αυτοί μάρτυρες που βίωσαν τα γεγονότα είναι σε θέση να τα ιστορήσουν. Ο πρόωρα χαμένος Τζουμερκιώτης ποιητής Σωτήρης Ζυγούρης με το αίμα της πονεμένης καρδιάς του έγραψε τούτους τους στίχους και τους αφιέρωσε στους μαχητές της σκληρής βιοπάλης όπου γης: «Οι μέρες μας πέρασαν σκληρές σαν την πέτρα η ζωή μας σκληρή σαν το μέταλλο κι απότομη σαν τον γκρεμό τα μάτια μας δεν έκλεισαν από τότε που πήραμε την απόφαση να ξεριζώσουμε τις πέτρες από τη ζωή μας»

Όποιος δεν έζησε την τζιομπάνικη ζωή δεν μπορεί να καταλάβει πόση δύναμη έδινε στον ερημικό βοσκό το γάβγισμα του σκύλου του μέσα στη θεοσκότεινη νύχτα που τη διαπερνούσαν τα παρατεταμένα ουρλιαχτά των λύκων και των καταιγίδων τα οργισμένα ξεσπάσματα. Ο Θ. Ζιάγκας με τα αφοσιωμένα τζομπανόσκυλά του, στο Καρπερό Γρεβενών, Νοέμβριος 2014

* Ο Νικόλαος Β. Καρατζένης είναι φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


35

Γεώργιος Αθ. Μπαζούκας*

Η ένταξη της μουσικοχορευτικής παράδοσης των Τζουμέρκων στην πολιτιστική τους κληρονομιά. Ο ρόλος της Ι.Λ.Ε.Τ.**

Α

νάμεσα στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία, μεταξύ δύο ποταμών, του Αχελώου και του Αράχθου, υψώνονται τα Αθαμανικά Όρη ή αλλιώς Τζουμέρκα, στην πιο λαϊκή έκφραση. Ο ευρύτερος χώρος του ορεινού συγκροτήματος των Τζουμέρκων, που απλώνεται μέχρι τις ανατολικές πλαγιές του Ξηροβουνίου και τις νότιες πλαγιές του Λάκμου (Περιστερίου) και υπάγεται διοικητικά σε δύο Περιφέρειες (Ηπείρου και Θεσσαλίας) και σε τρεις πρώην Νομούς (Άρτας, Ιωαννίνων και Τρικάλων), είναι ένα σύνολο παραδοσιακών οικισμών και πανέμορφων γραφικών χωριών, περιτριγυρισμένων από χαράδρες, φαράγγια και επιβλητικά βουνά. Τα 47 Τζουμερκοχώρια, όπως έχει επικρατήσει να λέγονται, χτίστηκαν μεταξύ 14ου και 15ου αιώνα, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, κυρίως για λόγους άμυνας, και διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη νεότερη ελληνική ιστορία1. Επιβλητικό, άγριο και δυσπρόσιτο τοπίο τα Τζουμέρκα είναι μία από τις τελευταίες περιοχές που αντιστέκονται στο χρόνο χωρίς να έχουν ακόμα υποκύψει στην τεχνολογία και στην έντονη ανάπτυξη. Κάποτε γνώρισαν οικονομική άνθηση ως κέντρα κτηνοτροφίας, χωριά μαστόρων και εμπόρων. Σήμερα, όμως, ο χώρος γενικά εγκαταλείπεται και φτωχαίνει, χρόνο με το χρόνο, σε ανθρώπινο δυναμικό, όπως εύστοχα γράφει και ο Στέφανος Φίλος στο βιβλίο του «Τζουμερκοχώρια»: «Τα χωριά, όπως τα βλέπουμε σήμερα, ζουν την παρακμή τους. Το αυτοκίνητο πήρε το ψωμί από τους κυρατζήδες. Η συστηματικότερη καλλιέργεια της γης στα πεδινά με τα σύγχρονα μέσα περιόρισε τις χειμερινές βοσκές και χτύπησε την κτηνοτροφία. Η τεχνολογική εξέλιξη έθεσε στο περιθώριο πολλά επαγγέλματα και δημιούργησε νέα. Οι άνθρωποι υποχρεώθηκαν να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση. Τους παραπλάνησε η επιστήμη, το εμπόριο, η βιοτεχνία και τους έδεσε στις μεγαλουπόλεις και στον κάμπο. Τους ξεμυάλισε το άγνωστο και πέταξαν μακριά σε άλλα μέρη να βρουν την τύχη τους και τα χωριά σχεδόν ερήμωσαν.» Ο χώρος των Τζουμέρκων, παρά τις ιδιαίτερα χαρακτηριστικές εσωτερικές του διαφορές (π.χ. Βλαχοχώρια Συρράκο, Καλαρρύτες, Ματσούκι κ.λπ.), αποτελεί μία ανθρωπογεωγραφική-πολιτιστική ενότητα με κοινή ιστορική πορεία και παράδοση2. 1. Στέφανος Μ. Φίλος 2000, 15-16. 2. Βασίλης Νιτσιάκος 1998, 395. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


36

Γε ώ ρ γ ι ο ς Α θ . Μ π α ζ ο ύ κ α ς

Οι κάτοικοι της περιοχής, όπως όλοι οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών, λόγω των ειδικών συνθηκών που αντιμετωπίζουν στην καθημερινή τους διαβίωση, μακριά από τις μεγαλουπόλεις και τα αστικά κέντρα, δημιούργησαν στη διάρκεια των αιώνων ιδιαίτερα πολιτισμικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, που εκδηλώθηκαν μέσα από μορφές συλλογικής οργάνωσης επαγγελματικών επιδόσεων, προϊόντων υλικού πολιτισμού και του εθιμικού τους βίου3. Σε αυτόν τον τόπο με τις ψηλές κορφές, τις κρυστάλλινες πηγές και τα ποτάμια, τον τόπο που ευλόγησε ο Πατροκοσμάς, δόξασε ο Κατσαντώνης και τραγούδησε ο Κρυστάλλης, όπως γράφει ο Δημήτρης Παππάς στο βιβλίο του «Τζουμερκιώτικα Λαογραφικά», δημιουργήθηκε μία πλούσια μουσικοχορευτική παράδοση, η οποία περνάει από γενιά σε γενιά, μεταπηδάει από κορυφή σε κορυφή, χύνεται στα νερά του Αράχθου, ξαποσταίνει στο Γεφύρι της Πλάκας και στις μέρες μας εκφράζεται χαρακτηριστικά στη συλλογική μνήμη και συνείδηση όλων των Τζουμερκιωτών, όπου και αν βρίσκονται.4 Αυτή η πολιτιστική έκφραση, ο χορός και η μουσική των Τζουμερκιωτών υπήρξε πολύ σημαντική για την καθημερινή τους ζωή, γιατί ήταν συνδεδεμένη με τη γεωργική και ποιμενική ζωή τους, την τέχνη της πέτρας, το εμπόριο, την ξενιτιά και τον κλεφταρματολισμό. Μία μουσικοχορευτική παράδοση που δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκομμένη από τη γενικότερη δομή της κοινωνίας, την ιστορία, τις κλιματικές συνθήκες, το θρησκευτικό συναίσθημα και τις κοινωνικές-οικονομικές-πολιτικές-πολιτιστικές συνθήκες. Μία παράδοση που εκφραζόταν όλο το χρόνο στις Τρανογιορτάδες5, τα πανηγύρια, τα γιορτάσια, στα γλέντια που γίνονταν κατά την επιστροφή των μαστόρων και των ξενιτεμένων, αλλά και στο ξαπόσταμα από τη δύσκολη μέρα, στο χωράφι, στη στάνη, στο δρόμο για τα χειμαδιά, στο μύλο.6 Με αποκορύφωμα, όμως, τη μεγάλη μέρα που θα γινότανε οι «Κύκλες», το σήμα κατατεθέν, το κατεξοχήν σημαντικό γεγονός της χρονιάς για τα Τζουμέρκα και τους κατοίκους τους. Εξετάζοντας, όμως, αυτόν τον πλούτο της μουσικής και χορευτικής παράδοσης της περιοχής και πριν ασχοληθούμε με το «Καγκελάρι» πρέπει να δούμε γενικά από πού δέχεται επιδράσεις. Η σαρακατσάνικη παράδοση, όσο και εκείνη της περιοχής του Ξηρόμερου (Αιτωλοακαρνανίας), έχουν επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό την περιοχή7. Η έλευση των Σουλιωτών στα Τζουμέρκα σίγουρα έφερε ρυθμούς από την εκεί πε3. http://www.pi-schools.gr/books/gymnasio/history/02.TZOYMERKA%20TEL.17x24.pdf 4. Βασίλης Νιτσιάκος, ό.π. 395. 5. Στέφανος Μ. Φίλος, ό.π. 513. 6. Μιχάλης Χάρος 2006, 20. 7. Σπύρος Νεραϊδιώτης 2006, 19 και Βασίλης Νιτσιάκος 1998, 407,408. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η ένταξη της μουσικοχορευτικής παράδοσης των Τζουμέρκων

37

ριοχή με ιδιαίτερη συζήτηση να γίνεται και για το «Καγκελάρι»8, αν και οι προφορικές μαρτυρίες των γεροντότερων υποστηρίζουν την ύπαρξη του δρώμενου πριν από την εγκατάσταση των Σουλιωτών στο χώρο. Σημαντική είναι η παρουσία του τσάμικου χορού, όπως και των κλέφτικων τραγουδιών που επικρατούν ακόμα και σήμερα περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, σύμβολα της κλέφτικης λεβεντιάς και υπερηφάνειας των Τζουμερκιωτών9. Επίσης, ο καλαματιανός και ο χορός της καραγκούνας φαίνεται να έχουν σχέση με την παλιά Ελλάδα και τη Θεσσαλία, αντίστοιχα. Εξάλλου, ο κύριος όγκος των Τζουμέρκων, γεωγραφικά, ανήκει στην Παλιά Ελλάδα. «Και τη δεύτερη μέρα του Αϊ Παντελήμονα κατεβαίναμε στις «Κύκλες», βάζοντας τα πιο όμορφα ρούχα», μάς είπε η γιαγιά σε επιτόπια έρευνα στο χωριό Άγναντα. Κανένας δεν μας μίλησε για χορό, για γλέντι, για πανηγύρι. Φαίνεται από τα λεγόμενα των ντόπιων ότι το «Καγκελάρι» ή «Κύκλες» ήτανε το σημαντικότερο γεγονός της χρονιάς, η σπουδαιότερη εθιμική εκδήλωση με σημαντικές κοινωνικές και συμβολικές διαστάσεις. Το «Καγκελάρι» είναι ένας πάνδημος, επιβλητικός κυκλικός χορός που γίνεται μία φορά το χρόνο, την ίδια ημερομηνία και στον ίδιο χώρο. Το όνομά του φαίνεται να το πήρε από το ιδιαίτερο σχήμα που διαγράφουν οι χορευτές, δηλαδή τα δεξιόστροφα και αριστερόστροφα γυρίσματα10. Το πιθανότερο είναι η αρχική ονομασία του χορού να ήταν «Κύκλες» και η ονομασία «Καγκελάρι» μεταγενέστερη. Οι γραπτές και προφορικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι το «Καγκελάρι» δημιουργήθηκε κατά την τουρκοκρατία, υπάρχει όμως και η άποψη ότι έχει σχέση με την Αρχαία Ελλάδα και τις γιορτές της Δήμητρας και της Περσεφόνης, όπως αναφέρει και ο Λυκειάρχης Μιχάλης Χάρος στο βιβλίο του «Τζουμερκιώτικοι Δημοτικοί Αντίλαλοι». Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν μιλάμε για το «Καγκελάρι» δεν μιλάμε για ένα συγκεκριμένο χορό, αλλά για όσα συμβαίνουν στη διάρκεια του δρώμενου. Πράγματι, αν κάποιος δει και μελετήσει το δρώμενο, θα διακρίνει όλη τη δομή της κοινότητας και τον τρόπο που αυτή κινείται στο χώρο και στο χρόνο11. Σύμφωνα με την Μάγδα Ζωγράφου, στο «Ξαναδιαβάζοντας το Καγκελάρι», οι «Κύκλες» είναι μία τελετουργική πράξη, παρόλο που αναφέρεται ως χορός στη βιβλιογραφία, φυλακίζοντας τη βαθύτερη έννοιά του στην απλή χορευτική μορφή. 8. Ευάγγελος Αυδίκος, «Πρακτικά Α’ Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα», 2008, 32. 9. Βασίλης Νιτσιάκος ό.π. 408 10. Μάγδα Ζωγράφου, «Πρακτικά Α’ Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα», 2008, 79. 11. Βασίλης Νιτσιάκος 1995, 134. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


38

Γε ώ ρ γ ι ο ς Α θ . Μ π α ζ ο ύ κ α ς

Οι κάτοικοι χορεύουν κυκλικά, πιασμένοι από τους αγκώνες, δηλώνοντας τη συνοχή, την ενότητα και τη συνέχεια της κοινότητας.12 Ο ρυθμός του τραγουδιού και των βημάτων αργός, μονότονος, χαρακτηριστικό των μυητικών τελετών. Πιθανόν μύηση στην ιδέα της επιβίωσης της κοινότητας, όπως γράφει ο Νιτσιάκος στο βιβλίο του « Οι ορεινές κοινότητες της Βόρειας Πίνδου». Τα βήματα απλά και βαριά, μέσα έξω, για να μπορούν να συμμετέχουν όλοι. Χορεύουν μπροστά οι άντρες και πίσω οι γυναίκες. Και στα δύο φύλα η θέση–σειρά των χορευτών-χορευτριών στον κύκλο γινόταν με κοινωνικά και ηλικιακά κριτήρια (π.χ. στον κύκλο των ανδρών μπροστά έμπαιναν οι προεστοί, οι δημογέροντες και ακολουθούσαν οι άλλοι). Πολύ παλιά σχημάτιζαν δύο κύκλους, τον εσωτερικό με τις γυναίκες και τον εξωτερικό με τους άνδρες. Κι αυτό για να προστατεύουν τις γυναίκες από κάθε κίνδυνο. Πολλές φορές ξεκινούσε το χορό ο παππάς του χωριού, ενισχύοντας έτσι το δέσιμο της κοινότητας με το ιερό, το μεταφυσικό, αλλά και δείχνοντας το σεβασμό προς τη θρησκεία.13 Η καθολική συμμετοχή στο «Καγκελάρι» και η διάταξη των χορευτών πλάτη με πλάτη αποτελούσε άριστη ευκαιρία για τη γνωριμία των νέων. Εδώ γίνονταν τα προξενιά και το νυφοδιάλεγμα. Επίσης, πολλοί αναφέρουν ότι αυτή η διάταξη βοηθούσε, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερος βαθμός επικοινωνίας, κυρίως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Χαρακτηριστικός είναι ο στίχος: «Και στη μέση στο χορό καθότανε χρυσός αητός και τροχάει τα νύχια του»14. Πιθανόν, με τον συγκεκριμένο στίχο οι χορευτές να μετέδιδαν το μήνυμα της προετοιμασίας της Ελληνικής Επανάστασης. Θα μπορούσαμε να πούμε εδώ ότι στην προφορική μνήμη τα Τζουμέρκα καταγράφονται ως «παλικαριών λημέρια», σύμβολα ελευθερίας και αντίστασης, αντίστασης προς τον κατακτητή αλλά και προς την κεντρική εξουσία. Και αυτό αποτυπώνεται στη γενική μουσικοχορευτική παράδοση των Τζουμέρκων (κλέφτικο τραγούδι), αλλά και ειδικά στο «Καγκελάρι». Κατά τον Μιχάλη Χάρο (2006), ειδική θέση στις «Κύκλες» είχαν οι άγιοι, στους οποίους γίνονταν επίκληση καθώς ο λαός τούς ήθελε προστάτες και στις κοινωνικές εκδηλώσεις, ακριβώς όπως και στην καθημερινή ζωή. Εξίσου σημαντική θέση κατείχαν οι ξένοι που έπρεπε να μπουν όλοι στο χορό. Χαρακτηριστικός είναι ο στίχος: «Μα τον Άγιο Αρσένη στο χορό να μπούνε οι ξένοι», δείχνοντας πως οι ξένοι ήταν καλοδεχούμενοι και αξιοσέβαστοι, χαρακτηριστικό δείγμα της τζουμερκιώτικης φιλοξενίας. 12. Ηλίας Δήμας 1993, 26. 13. Ηλίας Δήμας ο.π. βλ. περισσότερα στο υποκεφάλαιο «Το χορευτικό σχήμα και η χορευτική διάταξη», 31-33. 14. Βλ. περισσότερα για τον συμβολισμό του αετού Ηλίας Δήμας ο.π., 113 και Μιχάλης Χάρος 2006, 182-183. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η ένταξη της μουσικοχορευτικής παράδοσης των Τζουμέρκων

39

Σήμερα, όπως μας λέει η Μάγδα Ζωγράφου στην εργασία της «Ξαναδιαβάζοντας το Καγκελάρι», «το διευρυμένο τελετουργικό του Καγκελάρι, αφήνοντας στο περιθώριο τις ετεροτοπικές εκφάνσεις του, ομογενοποιείται, εμφανίζοντας τα χαρακτηριστικά μιας μετασχηματιστικής νεωτερικής παράστασης, όπου υφίστανται δυο κατηγορίες συμμετεχόντων: οι χωριανοί-τελεστές και οι επισκέπτες-θεατές και χωρίς αυτές οι κατηγορίες να μπορούν να αναμειχθούν». Με την πάροδο του χρόνου το έθιμο του «Καγκελάρι», δυστυχώς, τείνει να ξεχαστεί ως αποτέλεσμα της παρακμής του δρώμενου, αλλά και των λειτουργιών του. Αξιοσημείωτη είναι η προσπάθεια των πολιτιστικών συλλόγων για την επιβίωση του δρώμενου αυτού, συχνά ξαναγράφοντας τα λόγια που έχουν ξεχαστεί και μοιράζοντάς τα στους χωριανούς, γεγονός που παρατηρήθηκε σε επιτόπιά μας έρευνα κατά τη διάρκεια του 1ου Θερινού Σχολείου Τζουμέρκων (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2012). Κλείνοντας, ως τακτικό μέλος της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων, οφείλω να αναφέρω και να εξυμνήσω τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ι.Λ.Ε.Τ. στην προσπάθεια διάσωσης και ανάδειξης, μεταξύ άλλων, της τζουμερκιώτικης μουσικοχορευτικής παράδοσης: 1. Η Ι.Λ.Ε.Τ., ως δυναμικός επιστημονικός και πολιτιστικός φορέας, έχει καταστατικό στόχο τη διάσωση, τη μελέτη και την προβολή, με διάφορους τρόπους, της πολιτιστικής κληρονομιάς των Τζουμερκιωτών. 2. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πλούσια μουσικοχορευτική παράδοση. 3. Ειδικότερα: έχουν καταγραφεί ήδη (και συνεχίζεται η καταγραφή) δημοτικά τραγούδια των Τζουμέρκων με τη μέγιστη δυνατή πιστότητα ώστε να διασωθούν, μιας και η προφορική παράδοση φθίνει ή χάνεται. Για παράδειγμα έχει μελετηθεί από πολλούς το «Καγκελάρι». Οι μελέτες έχουν δημοσιευτεί στα «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ». Δεν αρκείται, άλλωστε, σε μία καταγραφή, αλλά αναζητά όλες τις πιθανές παραλλαγές, δεδομένης και της πολυμορφίας του τοπικού πολιτισμού. 4. Η λειτουργία του 1ου ΘΕΡΙΝΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ ΚΑΙ Ν.Α. ΠΙΝΔΟΥ αποτέλεσε την αφετηρία της επιστημονικής μελέτης και της μουσικοχορευτικής παράδοσης. (Θεωρητικές προσεγγίσεις, βιβλιογραφία, μελέτη κ.ά.) 5. Η Εταιρεία συγκεντρώνει στο αρχείο καταγραφές δημοτικών τραγουΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


40

Γε ώ ρ γ ι ο ς Α θ . Μ π α ζ ο ύ κ α ς

διών, CD που έχουν κυκλοφορήσει, υλικό πάσης φύσεως σχετικό με τη μουσική και χορευτική παράδοση. Μπορώ να πω όμως ότι είμαστε στην αρχή της προσπάθειας γιατί χρειάζονται ειδικοί και πόροι. 6. Στο Α' Επιστημονικό Συνέδριο που έγινε το 2006 στα Τζουμέρκα δεν υπήρξε ικανός αριθμός ανακοινώσεων σχετικών με τη μουσικοχορευτική παράδοση. 7. Τι σχεδιάζουμε και τι προτιθέμεθα να κάνουμε: − συνεργασία με το τμήμα Λαϊκής Μουσικής παράδοσης του Τ.Ε.Ι. Άρτας, − συγκέντρωση υλικού που αφορά τη μουσικοχορευτική παράδοση των Τζουμερκιωτών − αναζήτηση αναφορών σε αρχειακό υλικό π.χ. κώδικες μοναστηριών, − ένταξη της μελέτης (επιτόπια καταγραφή και έρευνα, αναζήτηση πληροφοριών κ.ά.), δημιουργία ψηφιακής βιβλιοθήκης και ψηφιακή καταγραφή του υλικού, συνεργασία με Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα, ανακοινώσεις, ημερίδες, συνέδρια, κ.λπ. ** Πρόκειται για ομιλία – εισήγηση στην Ημερίδα παρουσίασης του έργου «ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΚΟΥΤΙ», που διοργάνωσε ο Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων στις 20 Οκτωβρίου 2012, στο Βουργαρέλι, στο πλαίσιο του προγράμματος Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας Ελλάδα – Ιταλία 2007-2013.

* Ο Γεώργιος Μπαζούκας είναι πτυχιούχος ΤΕΦΑΑ του Α.Π.Θ., χοροδιδάσκαλος-ερευνητής, μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η ένταξη της μουσικοχορευτικής παράδοσης των Τζουμέρκων

41

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: − Ευάγγελος Αυδίκος, Αναπαραστάσεις των Τζουμέρκων στον επιστημονικό και δημόσιο λόγο των Τζουμερκιωτών αναζητώντας την ταυτότητα του άλλου, Πρακτικά Α΄ Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα, Ιωάννινα, 2008 − Ηλίας Δήμας, Η χορευτική παράδοση της Ηπείρου, Αθήνα, 1993 − Μάγδα Ζωγράφου, Ξαναδιαβάζοντας το καγκελάρι, Πρακτικά Α΄ Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα, Ιωάννινα, 2008 − Σπύρος Νεραϊδιώτης, Χοροί Ηπείρου (Βήματα στην παράδοση), Άρτα, 2006 − Βασίλης Νιτσιάκος, Νομός Ιωαννίνων, σύγχρονη πολιτισμική γεωγραφία, Ιωάννινα ,1998 − Βασίλης Νιτσιάκος, Οι ορεινές κοινότητες της Βόρειας Πίνδου, Αθήνα − Δημήτριος Παππάς, Τζουμερκιώτικα Λαογραφικά, Τόμος Α΄, Ιωάννινα, 2010 − Στέφανος Μ. Φίλος, Άγναντα Άρτας, Αθήνα, 1989 − Στέφανος Μ. Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια, Αθήνα, 2000 − Μιχάλης Χάρος, Τζουμερκιώτικοι Δημοτικοί Αντίλαλοι, Ιωάννινα, 2006 − Anya Peterson Rouse, Η ανθρωπολογία του χορού, Αθήνα, 2005 − http://www.pi-schools.gr/books/gymnasio/history/02.TZOYMERKA%20TEL.17x24.pdf

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


42

Δημήτριος Στ. Παππάς*

Η βρύση μας η Μεράντζα

Η

βρύση, από όπου έπαιρνε νερό ο περισσότερος κόσμος, τα παλιά χρόνια, στην Καλλονή, ήταν στα Κατσικογιωργαίικα και λέγονταν «Μεράντζα». Η ονομασία είχε σχέση με κάποια μεράντζα -κλαρί- που κάποτε ίσως να ήταν εκεί. Τώρα υπάρχουν πολλά και πανύψηλα πλατάνια, 20-30 μέτρα και πλέον. Ήταν -όπως εμείς τη βρήκαμε- μια συνηθισμένη πηγή, με πολύ κρύο και κατακάθαρο -υγιεινό- νεράκι. Το καλοκαίρι κάπως λιγόστευε, αλλά δεν μας άφηνε ποτέ διψασμένους… Καμιά χρονιά δεν έστυψε τελείως. Δεν ήταν φκιαγμένη σαν άλλες βρύσες στα χωριά μας, με κάποια φροντίδα, με πελεκητές πέτρες, με «αράπη» και με τα σχετικά ονόματα, Κασταλία, Αρχόντω, Κρυστάλλω κ.λπ., που βλέπουμε να αποτελούν ένα στολίδι του τόπου, αλλά συνάμα να είναι και ένα μεγάλο «ευχαριστώ» προς τον Ύψιστο, για το ανεκτίμητο δώρο, που μας παρέχει νύχτα-μέρα, η κάθε ευλογημένη πηγή… Μια ξύλινη «κάναλη» 35-40 πόντους ήταν χωμένη μέσα και συγκέντρωνε στο αυλάκι της το νεράκι, που ασταμάτητα έρχονταν από τα βάθη της γης, δροσερό και διαυγέστατο. Από κάτω από την κάναλη αυτή με δυσκολία χώραγε μια βαρέλα για να μπει μέσα, από τη γούλη της, το πολύτιμο αγαθό. Αριστερά ήταν ένα πεζουλάκι για να φορτώνονται οι γυναίκες με την τριχιά τους τη βαρέλα 25-30 οκάδων. Κανένα άλλο στολίδι δεν υπήρχε. Οι πατεράδες μας δεν είχαν τον τρόπο και εμείς, που τους διαδεχτήκαμε, μπήκαμε στου πολιτισμού τα γρανάζια, βάλαμε στο σπίτι μας νεράκι και έτσι την παρατήσαμε εντελώς! Παχύς ίσκιος το καλοκαίρι από τα πλατάνια, ατελείωτη μουσική από τα τζιτζίκια και… άφθονες καλημέρες από τους διψασμένους διαβάτες, που περνοδιάβαιναν από την… «πόρτα» της. Ο κάθε διψασμένος δεν έλεγε απλά την καλημέρα του στην πόρτα της, αλλά έσκυβε μπροστά της -γονάτιζε περίπου-, έκανε μια βαθιά υπόκλιση, έβγαζε το σκούφο του, έπλενε τα χεράκια του καλά-καλά… κι απέ γιόμοζε τη χούφτα του και ρούφαγε το ολόδροσο νεράκι, δυο-τρεις φορές. Ξαραθύμαγε, με ένα παρατεταμένο, απολαυστικό… άη!!!..., όπου έβγαινε από τα ξεροδιψασμένα σωθικά του και πάαινε στο καλό του… Η αυλακιά στην ξύλινη κάναλη δεν τον βόλευε να χορτάσει το νεράκι, όπως θα έκανε στη «γούρνα» της λ’θαρένιας. Εμάς, δεν χώραγε χοντρή πέτρινη βρύση, επειδή δεν μπορούσαν να κατεβάσουν το έδαφος, διότι -λέει- χάλαγαν την αλφαδιά και το νερό δεν θα πήγαινε στη στέρνα να ποτίσει τα κήπια του ο ιδιοκτήτης του τόπου. Ήταν, δηλαδή, πε-

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η βρύση μας η Μεράντζα

43

ρίπου ιδιόκτητο το νερό και το πλεόνασμα, από αυτό που με τις βαρέλες τους δικαιούνταν να πάρουν οι χωριανοί, ήταν δικό του. Έτσι ήταν τότε οι νόμοι… Φτωχικά «ντυμένη» είχαν τη βρυσούλα τους οι χωριανοί, όπως άλλωστε ήταν και οι ίδιοι. Κάθε μέρα θα την ανάφερναν και μάλιστα με κάποιο σεβασμό. Εκτιμούσαν και αναγνώριζαν την αξία της. Έβλεπαν ότι τους προσφέρει το ανεκτίμητο δώρο της φύσης, το… αγιασμένο, γι’ αυτούς «ανάμα» με την καρδιά της. Έμπαινε στις φλέβες τους και ζέσταινε τις καρδιές τους, καθώς ξεδίψαγε από τον κάματο της καθημερινότητάς τους, αυτό το «ανάμα». Νόμιζαν, πίστευαν, ότι σε εκείνες τις σταλαματιές που έσταζαν στη γούλη της βαρέλας της κάθε μαχαλιώτισσας, εμπεριέχονταν και κάποιες «συνταγές» για το πλάσιμο της «κοινωνικής πίτας», που θα ζύμωνε στο κονάκι της η κάθε μία. Ήταν αυτές συνταγές, από κάποια Νεράιδα είχε ακουστά, πριν από χρόνους και καιρούς και έκαναν λόγο για… κοινωνικές ευαισθησίες και ανθρώπινες συμπεριφορές. Η συμπόνια, η αλληλεγγύη, η αγάπη και η καλοσύνη ήταν των χωριανών οι αρετές… Το χαίρονταν και το φώναζαν, το καμάρωναν ότι έπιναν νερό απ’ την ίδια βρύση και συνεπώς είχαν τα ίδια προτερήματα… Κήρυκας -ντελάλης- ήταν η Μεράντζα μας και σιγοντάριζε τους χωριανούς πάντα στο «καλό». - Πιέστε, πάρτε και άστε στο καλό σας, με την ευχή μου, συμβούλευε ακουμπισμένη πάντα εκεί, στου γεροπλάτανου τις ρίζες. Βρύση και χωριανοί είχαν μια ταιριαστή παρεούλα και ποτέ τους δεν μάλωναν… δεν γιοχλίστηκαν ποτέ τους. Στο σύνολό τους οι χωριανοί είχαν ξύλινες νεροβαρέλες που έπαιρναν 25 έως 30 οκάδες νερό και μικρά βαρελάκια των 5-7 οκάδων. Με τις τριχιές οι γυναίκες ζαλιγκωμένες τις μεγάλες και στους ώμους τους τα βαρελάκια, με την αλυσίδα τους όλοι οι… νεροκουβαλητές, που συνήθως ήταν και παιδιά, αγόρια-κορίτσια, αδιακρίτως. Σπάνια θα βλέπατε μπότια ή παγούρια. Κάποια εποχή, εκεί στη δεκαετία του ’50, η μόδα έφερε και στη γειτονιά μας τους τενεκέδες, για τη μεταφορά νερού στο κεφάλι (όπως έβλεπαν παραπέρα λ.χ. τις Πετανίτ’σιες με τις καλάθες κ.λπ.), αλλά η μορφολογία του εδάφους -οι στράτες- δεν επέτρεπαν τέτοια… «πειράματα» και πολύ νωρίς ξεχάστηκε το… ξενόφερτο «μέσον». Στη βρύση και στο μύλο υπήρχε άγραφος νόμος και μάλιστα αυστηρός, που εφαρμόζονταν η «αράδα» -η προτεραιότητα, η σειρά για να γεμίσεις, εν προκειΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


44

Δ η μ ή τ ρ ι ο ς Στ . Π α π π ά ς

μένω. «Αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας», λένε οι χωριανοί και το εφαρμόζουν όλοι εδώ. Ο καθένας που πήγαινε ήξερε ύστερα από ποιον έχει σειρά. Κάπου-κάπου γίνονταν και μικροκαβγαδάκια για την αράδα, από κάποια απαιτητικιά ή βιαστική, αλλά γενικά επικρατούσε η τάξη. Καμία «μικρομάνα» της έδωναν σειρά, κάποτε, να πάει για τα κούτσ’κα τσ’ πιο γρήγορα. Από την απάνω γειτονιά, Φωταίικα-Λιάκου κ.λπ., ως κάτω στου Παπακώστα-Τριαντούλη, όλοι εκεί πηγαίναμε για το «κρύο»! Τα μεσημέρια μαζεύονταν πολλές βαρέλες, για να είναι και λίγο κρυούτσικο στο φαγητό, καθώς και τα βραδάκια. Μπορεί να αργούσαν και μια ώρα να πάρουν αράδα, αλλά έφευγαν χορτάτες από κουβεντούλα… και από «νέα». Τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια έβαζαν και μια αγκαλιά φτέρες για να σκεπάζουν τη βαρέλα, να μη ζεσταθεί και να βασταχτεί λίγο δροσερό, όσο να το καταναλώσουν… Με μεγάλη οικονομία γίνονταν η χρήση του νερού… όχι σπατάλες και… χύθηκε. Από το ίδιο τσουκάλι, ο ένας μετά τον άλλον, όσο να αδειάσει και τότε θα ξαναέβαζαν. Ακόμα και το μισό ποτήρι το ρίχνανε στο βασιλικό, να μην πάει χαμένο… Τους χειμωνιάτικους μήνες, από Νοέμβριο έως Μάρτιο-Απρίλιο, παίρναμε και από τα λαγκάδια για… «σκέρεμα», δηλαδή πλύσιμο, πότισμα, νίψιμο κ.λπ., καθώς και από κάποιες άλλες βρύσες, όπως τη Γκανιάτσα ή τη Βρυσούλα, στου Ζούκα. Αυτές, όμως, δεν είχαν το «καλό νερό», είχε «πουρί», ήταν… βαρύ, το ένιωθες στο στομάχι σου, έκανε… κλου-κλου! Στα λαγκάδια και, κυρίως, εκεί στη γειτονιά μου, η λαγκάδα της «Κρινέλου» είχε καλό και για πόσιμο. Ήταν της βροχής τα νερά, δεν ήταν μόνιμες πηγές, δηλαδή εκεί. Το σπουδαίο είναι ότι τον τόπο μας, τότε, δηλαδή το περιβάλλον μας, το είχαμε σε πάρα πολύ καλή κατάσταση, από άποψη καθαριότητας, σε σχέση με το σήμερα. Δεν υπήρχαν τα παλιονάιλον, τα κάθε λογής πλαστικά που δεν χάνονται, δεν σαπίζουν. Τα αποφάγια μας, τότε, τα έτρωγαν τα ζωντανά μας (γάτες, σκυλιά, μανάρια κ.λπ.) και δεν τα πετούσαμε, όπως τώρα και βρομίζουμε τη φύση μας και τα νερά μας… Τώρα δεν τολμάμε ούτε τα χέρια μας να πλύνουμε, εκεί που, κάποτε, πίναμε με τη χούφτα μας νεράκι ολοκάθαρο. Είναι κι αυτό «δώρο» του πολιτισμού-της προόδου μας… δυστυχώς! Καλό νερό ήταν στη «Σαρμανίτσα», αλλά ήταν πολύ μακρύτερα. Μόνο η απάνω γειτονιά και η Άντρη έπαιρνε από εκεί. Η Μπατομπολιάνα -η κάτω γειτονιά- έπαιρνε από τα «χωραφάκια», στην ίδια πλαγιά με τη Μεράντζα και με το ίδιο -καλό- νερό. Το κέντρο του μαχαλά, περίπου 30 οικογένειες, είχαμε τη Μεράντζα μας, που μας εξυπηρετούσε, κυρίως τα καλοκαίρια. Μετά το 1960 έφτιαξαν το υδραγωγείο, έγινε επέκταση δηλαδή και στην Καλλονή, αλλά μόνο με εξωτερικές, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η βρύση μας η Μεράντζα

45

5-6 συνολικά, μία σε κάθε γειτονιά, από το δίκτυο της Κυψέλης, που ήταν από τα πρώτα που έγιναν στα χωριά μας. Αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, έγινε εσωτερικό δίκτυο ύδρευσης και βάλαμε στα σπίτια μας, οπότε και άλλαξε σημαντικά η ζωή μας… Η Μεράντζα μας έμεινε ολομόναχη στα σκιερά πλατάνια χωνιασμένη και τα γάργαρα νερά της πηγαίνουν απ’ ευθείας στη «γούρνα» του Κωσταντούλα και ποτίζονται οι ντομάτες… Μεγάλο και βαρύ το παράπονό της, που κανένας από τους παλιούς… πελάτες της δεν την επισκέπτεται, χειμώνα-καλοκαίρι. Πάνε πια τα «μυστικά», που τόσα χρόνια ήταν μαθημένη να ακούει, από τις… κουρκουσούρες του μαχαλά. Παντρεμένες και ανύπαντρες εκεί έβρισκαν την ευκαιρία -όσο να γεμίσουν- να πούνε τα παράπονά τους και τα βάσανά τους! Εκεί, η κάθε… πικραμένη άνοιγε το «τετράδιο» της ζωής της στην… κουμπάρα της. Τα κορ’τσούδια της γειτονιάς εκεί… ξομολογιώνταν, για το ποιος κρυφομίλησε στη μια ή για το πώς κρυφοκοίταξε την άλλη. Η Μεράντζα ήξερε όσα δεν ήξερε κανένας άλλος, τα ήξερε όλα και για όλες, με το νι και με το σίγμα… Για όλο το χωριό! Κράταγε, όμως, κλειστό το «στοματάκι» της και δεν ξεστόμιζε κουβέντα για καμία, ούτε για καλό ούτε για κακό. Ούτε «πνευματικός» να ήταν δεν θα άκουγε τόσα… κρίματα και τόσους… σεβδάδες και καημούς. Ήταν άλλες εποχές εκείνες. Είχαν προβλήματα άλλα και στερήσεις φοβερές, όμως είχαν και κάτι το ρομαντικό, το ξέγνοιαστο, που δεν υπάρχει σήμερα. Είχε κάποιο νόημα-περιεχόμενο… ενδιαφέρον, θα το έλεγα, που σήμερα, δυστυχώς, μας λείπει. Ήταν τότε στις γειτονοπούλες και φιλία και συγγένεια και κάποια εμπιστοσύνη, που, νομίζω, χάθηκε στις μέρες μας. Φώναζε η ξαδέρφη -γειτόνισσα- την Κούλα, λ.χ.: - Ω! Κούλα… πάμε για… «κρύο»! - Πάμε, πάμε! Καρτέρ’ να αδειάσω λίγο που έχει μέσα και έρχομαι… Στα γρήγορα-γρήγορα, συναρίζονταν και μια στάλα, λίγο τσατσάρισμα, λίγο νεράκι στα μούτρα, την ποδιά στη μέση της και το πλέξιμο στο χέρι και δρόμο, να ανταμώσει την άλλη… - Καρτεράτι κι εμένα, μωρ’ κουπέλες!, φώναζε η Νίνα (η αδερφή μου) και, στα πεταχτά, άρπαζε το βαρελάκι και έτρεχε να τις προλάβει… ήθελε δεν ήθελε νερό. Περισσότερο την ενδιέφερε η παρέα. Αντάμωναν και οι τρεις τους κι απέ, αρχίναγε το… ψιου! ψιου!, το… σχόλιο, όσο να φτάσουν και να γεμίσουν. Έλεγαν και τι δεν έλεγαν! Με χωρατά και με χειρονομίες, αστεία και σοβαρά, φρέσκα και παλιά, νέα… εφ’ όλης της ύλης! Στα χέρια τους είχαν το «εργόχειρο», για να μην πάει χαμένος και αυτός ο λίγος χρόνος της διαδρομής, από το σπίτι ως τη βρύση. Τα «προικιά» δεν γίνονταν με κουβέντες, και χωρίς… προίκα, τότενες… γαμπρό δεν είχε! Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


46

Δ η μ ή τ ρ ι ο ς Στ . Π α π π ά ς

Βέβαια, η «βρύση» ήταν και μια ευκαιρία για λίγο… βόλτα στο μαχαλά, να μας ιδεί και κανένα… γειτονόπουλο. Λίγο συναρισμένες, με τον κότσο, με το καινούργιο τσιτάκι ή το ξώφτερνο! Πού αλλού θα πήγαιναν τα κακόμοιρα τα κορ’τσόπουλα; Στην εκκλησιά, στη βρύση, στο μπακάλη για σαπούν’ και κουβαρίστρα και… έτερον ουδέν! Το πρόγραμμα -δυστυχώς- έγραφε, σε καθημερινή βάση: χωράφια, πράματα και στο λόγγο, με την τριχιά για κλαρί και για ξύλα και, κατά συνέπεια, η βρύση ήταν… χώρος αναψυχής για το γυναικόκοσμο και… ενημέρωσης!!! Φυσικό κι επόμενο ήταν ένα τέτοιο θέμα, όπως η σχέση των χωριανών με τη βρύση τους (την κάθε Μεράντζα τους) να μην το «σχολιάσει» η Λαϊκή μας Μούσα. Κατά καιρούς γράφτηκαν τραγούδια και... ποιήματα για βρύσες και βρυσούλες, που κάνουν λόγο για ντέρτια και καημούς, για αισθήματα και αγάπες που διαδραματίζονταν εκεί στην... «πόρτα» και στην αυλή της κάθε βρυσούλας. Είπαμε, στη βρύση πηγαινοέρχονταν οι όμορφες, ξανθές και μαυρομάτες για το... κρύο, κάθε μέρα και, συνεπώς, ο χώρος προσφέρονταν για λογής-λογής «ανταμώματα». Του ανώνυμου το... ματάκι έβλεπε, από εκεί που παραμόνευε και όλο κρυφοκοίταζε και όλο... έγραφε: «Παν' τα κορίτσια για νερό κι έρχονται φιλημένα...» Άλλοι έστηναν καρτέρι και άλλοι παραμόνευαν... Απόψε παραμόνευα μ’ ένα λαμπρό φεγγάρι για να περάσ’ η αγάπη μου στη βρύση νερό να πάρει… Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, τη βλέπω να διαβαίνει. - Πού πας, αγγελικό κορμί, πού πας, καμαρωμένη; - Πάω γι’ αθάνατο νερό, γι’ αθάνατο βοτάνι, να δώσω στην αγάπη μου, να φάει, να μην πεθάνει… Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η βρύση μας η Μεράντζα

47

Σαν πας, Μαλάμω μ’ για νερό κι εγώ στη βρύση καρτερώ, να σου τσακίσω το σταμνί, να πας στη μάνα σ’ αδειανή… Κι αν σε ρωτήσ’ η μάνα σου: - Μαλάμω μ’, πού είν’ η στάμνα σου; - Μάνα μου, παραπάτησα και το σταμνί μου τσάκισα… Βρυσούλα με το κρύο νερό, με την ιτιά μπροστά σου, σαν άλλο δε σου ζήλεψα, μον’ τη γειτόνισσά σου… Πο ‘χει τον άσπρο το λαιμό, το μάγουλό της μήλο και το κορμί της λεϊμονιά μέσα στο περιβόλι… Παρακαλώ σε, αμπελουργέ, να μπω στο περιβόλι, ν’ αγκάλιαζα τη λεϊμονιά, να φίληγα τα μήλα. Αυτά τα μήλα που φυλάω έχουν κακό δραγάτη, η μάνα μ’ είναι αμπελουργός κι ο αφέντης μου δραγάτης. Τα δυο μ’ αδέρφια κλήματα κι εγώ γλυκό σταφύλι… Σε μαρμαρένια βρύση Ανέβαινα, κατέβαινα σε μαρμαρένια βρύση να εύρω την αγάπη μου να την περιφρονήσω…

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


48

Δ η μ ή τ ρ ι ο ς Στ . Π α π π ά ς

- Εύρηκα κι αρραβώνιασα, να βρεις και συ να πάρεις κι αν θέλεις κι αν καταδεχτείς, να ‘ρθεις να στεφανώσεις. - Τ’ ακούς, μανούλα, παπαδιά, τι παραγγέλει ο φίλος; Ευρήκε κι αρρεβώνιασε, να βρω κι εγώ να πάρω κι αν θέλω κι αν καταδεχτώ, να πάω να στεφανώσω. - Έχεις καρδούλα να σταθείς, ματάκια να κοιτάζεις και χέρια γοργογύριστα, ν’ αλλάξεις τα στεφάνια; - Έχω ποδάρια να σταθώ, ματάκια να κοιτάζω και χέρια γοργογύριστα, ν’ αλλάξω τα στεφάνια. Κι έκατσε και στολίστηκε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, βάνει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι και τον καθάριο αυγερινό κουμπί και δαχτυλίδι και κίνησε και πάγαινε νυφούλα στολισμένη. Την είδε η γης και τρέμησε, ο κόσμος και στενάζει. Τη βλέπει και ο κυρ-Γαμπρός κι έπεσε να πεθάνει… Αυτά τα λίγα, από την πλούσια σοδειά της Λαϊκής μας Παράδοσης...

* Ο Δημήτριος Παππάς είναι συνταξιούχος δάσκαλος Τζουμερκιώτικα Χρονικά


49

Μανόλης Μαγκλάρας*

Από την ιστορία του τόπου μας Διακοινοτικές συγκρούσεις Συρράκου και όμορων κοινοτήτων

Έ

χουν περάσει κάμποσες δεκαετίες από τότε, μεγαλώσαμε αρκετά, γίναμε γονέοι, γίναμε και παππούδες. Ωστόσο είναι βαθιά χαραγμένα στη μνήμη μας, γιατί τα ζήσαμε, τα βιώσαμε πολύ έντονα, γιατί αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Είμαστε ίσως η τελευταία και η πιο τυχερή συνάμα γενιά που είχε τέτοια μοναδικά βιώματα, καθώς πορευθήκαμε στο μεταίχμιο δύο εποχών,που παρότι χρονικά δεν απείχαν παρά ελάχιστα, σχεδόν η μία εγγύτατα στην άλλη, εν τούτοις πολιτισμικά, κοινωνικά, οικονομικά, τεχνολογικά,αξιακά εν τέλει,η μία εποχή απέχει αιώνες απ’ την άλλη. Έκαμα αυτήν την εισαγωγή, κυρίως για τους νεότερους αναγνώστες μας, στους οποίους το περιεχόμενο του άρθρου μου μπορεί να φαντάζει εξωπραγματικό, όχι βέβαια στους συνομήλικούς μου, που τα έζησαν όλα τούτα, ίσως με άλλα χαρακτηριστικά. Όπως συνέβαινε με τις περισσότερες όμορες Κοινότητες της χώρας μας, όταν ακόμη η επαρχία έσφυζε από ζωή και κάθε σπιθαμή γης είχε τεράστια αξία για την επιβίωση των κατοίκων της, όπου ήταν αναπόφευκτες οι συνοριακές εδαφικές διαμάχες και συγκρούσεις, που ενίοτε κατέληγαν και στο μοιραίο -κατάλοιπα εξακολουθούν να επιβιώνουν σε μερικές περιοχές της χώρας μας- παρόμοια γεγονότα συνέβαιναν και στο Συρράκο, σε σχέση με τα γειτονικά χωριά, Προσήλιο και Καλαρρύτες. Το ίδιο βέβαια δεν συνέβη με το Παλαιοχώρι Συρράκου, γιατί, όπως το φανερώνει και το όνομα, τα δυο χωριά είχαν κοινή καταγωγή, με πιθανότερη την εκδοχή το Παλαιοχώρι να αποτελούσε την κοιτίδα των Συρρακιωτών. Άλλωστε τα δύο χωριά μέχρι το 1885 αποτελούσαν ενιαία Κοινότητα. Γι’ αυτό και το θέμα που προέκυψε με τους βοσκότοπους στη Λούκα και στο Πλαϊκούκι επιλύθηκε πολύ εύκολα. Με τους Προσηλιώτες Εντοπίσαμε έγγραφο του έτους 1913,ίσα-ίσα που προλάβαμε μαζί ν’ απελευθερωθούμε, μέσα στο οποίο διαβάσαμε ότι οι Συρρακιώτες Δ.Γ. και Σ.Γ. καταδικάστηκαν από το Πταισματοδικείο Ιωαννίνων σε χρηματική αποζημίωση και προσωπική κράτηση, γιατί έβοσκαν τα κοπάδια τους σε απαγορευμένα λιβάδια, Νιβιάστες (βλάχ.= Νυφάδες) και Γκλιάτσα (βλαχ.= Παγωμένη πηγή) της περιφέρειας Δοβιζδιάνων (Προσηλίου). Μετά από 12 χρόνια (1925)το Συρράκο αρχινάει δικαστικό αγώνα κατά των Δοβισδιάνων, προκειμένου να διεκδικήσει την κυριότητα μεγάλου μέρους της Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


50

Μανόλης Μαγκλάρας

επίμαχης συρρακιώτικης κοινοτικής έκτασης στην περιοχή της Γκλιάτσας. Το Ειρηνοδικείο Καλαρρυτών εξετάζει μάρτυρες και η υπόθεση πρόκειται να εκδικαστεί στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, με πληρεξούσιο δικηγόρο το Γ.Μπάρδα. Από πολλούς Συρρακιώτες άκουσα ότι στη διάρκεια αυτής της δίκης ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, κατόπιν προτάσεως του βλαχόφωνου δικηγόρου, ρώτησε τους Προσηλιώτες αντίδικους τι σημαίνει ο όρος Γκλιάτσα (=Πάγος). Και ήταν επόμενο οι Προσηλιώτες, ως μη βλαχόφωνοι , να μην ημπορούν να απαντήσουν και η περιοχή κατακυρώθηκε υπέρ του Συρράκου. Πάντως ο μύθος δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα. Η ίδια Κοινότητα διεκδίκησε κι άλλες συνοριακές εκτάσεις, έφτασε δε το θράσος της να ζητάει ακόμη και την εκκλησία του Αϊ-Γιώργη. Μια άλλη αιτία διακοινοτικών αντιπαραθέσεων με το Προσήλιο ήταν η απαγόρευση της γειτονικής κοινότητας να κόβουν ξύλα στην περιοχή της οι Συρρακιώτισσες. Είναι αλήθεια πως ο τόπος του Συρράκου ,λόγω της πληθυσμιακής κτηνοτροφίας, ήταν ολότελα σπανός και δεν είχαν ποτέ οι Συρρακιώτες έστω κι ελάχιστη ξυλεία για την πιο βασική ανάγκη, την καύσιμη ύλη, την οποίαν αναζητούσαν στις μπάλιγκες των αλόγων, όπως είχαμε γράψει στο προηγούμενο τεύχος. Με τους Καλαρρυτιώτες Οι αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις με τις Καλαρρύτες ήταν ασύγκριτα πιο σοβαρές, πιο έντονες και πολλάκις έφθαναν ως τα άκρα και τούτο γιατί ανέκαθεν υπήρχε μια υποβόσκουσα έχθρα, ιστορική θα έλεγα, προϊόν της διαχρονικής οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής άμιλλας των δύο κωμοπόλεων . Από την άλλη , ήταν και η μεγάλη κτηνοτροφία και στις δυο κοινότητες, που οδήγησε τους κτηνοτρόφους εκατέρωθεν σε άγριες μάχες για τη διεκδίκηση των βοσκοτόπων, όταν αυτή καθεαυτή η προβατοτροφία αποτελούσε το μοναδικό μέσο επιβίωσης. Διαφορές χορτοεδαφικές κατ’ αρχήν είχαμε στην περιοχή της Τσάγιας (Περιστέρι), που αποτέλεσε για χρόνια το μήλο της έριδος μεταξύ των δύο Κοινοτήτων. Αφορμή στάθηκε η Βερολίνειος Συνθήκη (1881),που έβαλε σύνορο το Χρούσια-Καλαρρύτικο και χώριζε το καλαρρυτιώτικο (Ελληνικό) από το συρρακιώτικο (Τούρκικο), περνώντας το προβατολίβαδο της Τσάγιας, που ήταν ανέκαθεν συρρακιώτικο, στο τούρκικο-καλαρρυτιώτικο. Αφηγούνται οι σημερινοί τελευταίοι κτηνοτρόφοι, από ακούσματα παλαιότερων, ότι για να βοσκήσουν την Τσάγια οι Συρρακιώτες έπαιρναν άδεια από το Προξενείο. Έκτοτε άρχισαν οι συγκρούσεις, που κορυφώθηκαν με το γνωστό θανατικό της Τσάγιας. Ήταν μια ημέρα αποφράδα κι ήταν να γίνει το κακό, παρότι οι δικοί μας, ο Νίκος Παπουτσής και ο Βασίλης Σιόρεντας, υποχώρησαν και προέτρεψαν τους Καλαρρυτιώτες να σταματήσει εδώ η διαμάχη. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Διακοινοτικές

σ υγκρούσεις Συρράκου και όμορων κοινοτήτων

51

- «Νου γνίτσ’ κ’τραουά κ’β’ν’β’τ’μ’ μου» (Μην έρχεστε προς τα ‘δω, γιατί θα σκοτωθούμε). Κι όταν ένας από τους Καλαρρυτιώτες όρμησε με μαχαίρι, ο Νίκος φώναξε στο Βασίλη: - «Ρίξτου, ωρέ, γιατί σ’ έφαγε». Κι έτσι σκοτώθηκαν ένας Καλαρρυτιώτης, Γκαντζόγιας τ’ όνομά του κι ο τζιομπάνος του από την Αετομηλίτσα, ονόματι Μίχος Παρλακώστας. (Το περιστατικό μού το είχε αφηγηθεί στις 10-8-1999,στη διάρκεια σχετικής έρευνας, ο μπαρμπα-Μήτσος Τσουμελέκας στα 90 του χρόνια-μόλις που τον πρόλαβα-,που έβοσκε εκεί το κοπάδι του τους καλοκαιρινούς μήνες και του το είχαν αφηγηθεί αυτόπτες κτηνοτρόφοι του φονικού). Στα Αρχεία της Κοινότητας βρήκαμε το υπ’αριθμ.4519/30-4-1918 έγγραφο της Νομαρχίας Άρτας απευθυνόμενο στην Κοινότητα,όπου φαίνεται ότι η περιοχή της Τσάγιας ανήκε πράγματι μέχρι το 1913 στην (= Παλαιά Ελλάδα κι επομένως στις Καλαρρύτες). Μετά όμως την απελευ θέρωση πέρασε στο Συρράκο, παρέμεινε ωστόσο διοικητικά στην Οικο νομική Εφορεία της Άρτας. Από το έγγραφο του Νομάρχη πληροφ ορού μαστε ακόμη ότι εξακολουθεί να ισχύει η οθωμανική Δεκάτη (1918) πάνω στους βοσκότοπους,τους οποίους οι κτηνοτρόφοι ενοικίαζαν με τη διαδικασία της δημοπρασίας. Κατά τα άλλα πανηγυρίζαμε για την Απελευθέρωση!!! Μια άλλη διαφορά που είχαμε με τους Καλαρρυτιώτες αφορούσε στην περιοχή του Γκαρντέτσου (κηπότοπος <γκ’ρντίν’= κήπος), απέναντι στις δύο Κοινότητες. Ήδη από την εποχή του Αλη-Πασά είχαν διευθετηθεί τα σύνορα με τις Καλαρρύτες στην περιοχή της (Μ) Πάτζας και όντως το Γκαρντέτσου ανήκε στους Καλαρρυτιώτες, οι οποίοι όμως δεν περιορίστηκαν εκεί, αλλά ήθελαν να επεκτείνουν τα όριά τους μέχρι το Γκρόσι. Ήταν επόμενο ότι θα επακολουθούσαν καυγάδες άγριοι και συμπλοκές, που οδήγησαν δυστυχώς στο θάνατο δύο Συρρακιωτών. Η Κοινότητα Συρράκου κατέφυγε σε ένδικα μέσα και επέτυχε τη δικαίωσή της. Οι Καλαρρύτες εγείρουν στη συνέχεια αγωγή κατά του Συρράκου στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ανεπιτυχώς. Παρόμοια τύχη θα έχει και η προσφυγή στο Εφετείο Κέρκυρας, για να οδηγηθεί η υπόθεση στον Άρειο Πάγο. Η Κοινότητα Συρράκου δεν θα είχε δαπανήσει και χρησιμοποιήσει τρεις, τους καλύτερους δικηγόρους της Αθήνας. Ο δικαστικός αγώνας κράτησε ως το 1942.Διασώθηκε στα Αρχεία της Κοινότητας το υπ’αριθμ.144/25-8-1942 έγγραφο του Συρράκου προς τη Γενική Διοίκηση Ηπείρου: «…Από παλαιών ετών η Κοινότης Καλαρρυτών αμφισβητεί την υφ’ημών κυριότητα, κατοχήν και νομήν της θέσεως «Γκρόσι» της περιοχής «Πουλιάνα». Τα Τουρκικά δικαστήρια διά τριών(3) αποφάσεών των επιδίκασαν το επίδικον μέρος υπέρ της Κοινότητος Συρράκου και παρ’ ημίν υπάρχουν αι αποφάσεις αύται ως και έκθεσις του Τουρκικού δικαστηρίου περί εγκαταστάσεως της ΚοινόΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


52

Μανόλης Μαγκλάρας

τητος Συρράκου εις την θέσιν αύτην με ημερομηνίαν 1886.Μέχρι της απελευθερώσεως του Συρράκου η κοινότης Καλαρρυτών έπαυσεν να έχει βλέψεις. Μετά την απελευθέρωσιν του Συρράκου και συγκεκριμένως κατά Μάιον του 1913 όλως αυθαιρέτως εισήγαγον τα ποίμνιά των εις το επίδικον μέρος, οπότε η κοινότης Συρράκου κατέφυγεν εις τα δικαστήρια και διά της υπ’αριθμ.54/1913 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων επί προσωρινών μέτρων η εν λόγω θέσις εδόθη εις το Συρράκον…» Τελικά η εδαφική περιοχή της Πουλιάνας, μεταξύ Γκαρντέτσου και Γκρόσι, επιδικάστηκε πανηγυρικά υπέρ του Συρράκου. Αλήθεια τι αξία είχε τότε ο τόπος μας! Το Συρράκο διεκδικεί το Ειρηνοδικείο Η εγκατάσταση του Ειρηνοδικείου πριν από το ’12-’13 στις Καλαρρύτες έγινε αφορμή να δημιουργηθεί και άλλης μορφής αντιπαράθεση μεταξύ των δύο Κοινοτήτων. Άλλωστε ανέκαθεν υπήρχε στο πλαίσιο της ευγενούς άμιλλας, όπως και σε άλλο σημείο επισημάναμε, ένας ανταγωνισμός για την πρωτοκαθεδρία, την οικονομική, τη διοικητική, την κοινωνική και εν πολλοίς για την πολιτισμική κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή. Παρατίθενται αυτούσια τα άρθρα -πέραν της πιστότητας των στοιχείων- και για να υπογραμμισθεί το ποιόν του γραπτού λόγου εκείνου του καιρού, η πιστή εφαρμογή της γραμματικής και του συντακτικού, το ύφος της γλώσσας, της απλής καθαρεύουσας που αποδίδει και την παραμικρή λεπτομέρεια και εν τέλει ρέει σαν γάργαρο νερό, καταδεικνύοντας την ολοσχερή ανωτερότητά της έναντι της σημερινής κονσερβοποιημένης και τόσο απρόσωπης γλώσσας. Άλλο ένα μεγάλο κακό που μας προκάλεσε η πολιτική τάξη στην Ελλάδα. «Εν τω άρθρω δε τούτω υπερεξεχείλισεν η αποστροφή και το μίσος και το πάθος, υφ’ ων κατέχονται κληρονομικώς οι Καλαρρυτιώται, ενώ οι Συρρακιώται ουδέποτε εφθόνησαν αυτούς ως αδελφούς(…), έχουσιν δε κληρονομικήν την ευγένειαν, ώστε και πάσχοντες να μη παρασύρωνται υπό πάθους. (Συρρακιώτης, »Το Ειρηνοδικείον, Ηπειρ. Ηχώ, Ιούλ. 1925,φ.296,σ.2.) Ήταν η απάντηση σε ανταπόκριση από τις Καλαρρύτες, σύμφωνα με την οποία ήταν σωστή η απόφαση να μείνει η έδρα του Ειρηνοδικείου στις Καλαρρύτες. «Η μικρή Ελλάδα έχει καιρό τώρα που μεγάλωσε κι όμως το Ειρηνοδικείο εξακολουθεί να παραμένη στους Καλαρρύτες, όχι γιατί το κρατήσανε οι μικροκομματάρχαι, αλλά γιατί το βάσταξε η μεγάλη παραγωγή του τόπου μας, για την οποίαν βέβαια δεν θα μπορέσουν να μας αδικεύσουν οι Συρρακιώται (…). Έπειτα γιατί να μας ξεφεύγει πως η ζωή των υπαλλήλων εκείνων, που θα έμεναν εκεί και προπαντός το χειμώνα, οπότε οι κάτοικοι του χωριού μετριούνται στα δάχτυλα ενός χεριού θα ήταν προβληματική» (Καλαρρυτιώτης,ό.π.,φ.287,σ.2). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Διακοινοτικές

σ υγκρούσεις Συρράκου και όμορων κοινοτήτων

53

Αμέσως μετά την απελευθέρωση ο Πρόεδρος του Συρράκου έβαλε θέμα μετάθεσης της έδρας του Ειρηνοδικείου,τεκμηριώνοντας το αί τημά του με το επιχείρημα ότι είναι η πολυπληθέστερη σε κατοίκους (4.500 κάτ.) κοινότητα της ευρύτερης περιοχής, αποτελεί το οικονομικό και εμπορικό κέντρο των πέριξ οικισμών κι είναι προσπελάσιμο από τους κατοίκους των γειτονικών κοινοτήτων. Άσχετα από το αποτέλεσμα, γιατί το Ειρηνοδικείο δεν ήρθε ποτέ στο Συρράκο κι ούτε επρόκειτο ποτέ να έρθει, γιατί δυστυχώς με την απελευθέρωση το Συρράκο και όλη η Ήπειρος πήρε την κατιούσα, ναι καλά διαβάζετε. Θα κλείσω το κείμενό μου με αποσπάσματα της επιστολής που απέστειλε για το ως άνω ζήτημα προς τον πρωθυπουργό της Ελλάδος Ελευθέριο Βενιζέλο ο πρόεδρος του Συρράκου,γιατρός το επάγγελμα, Γιώργος Δήμας,προκειμένου να θαυμάσετε και να απολαύσετε ένα μνημείο γραπτού λόγου. «Κύριε Πρόεδρε, {…} Ενώ κατά ταύτα κατά την διαρρύθμισιν και διακανόνισιν των Ειρηνοδικειακών περιφερειών του νομού Ιωαννίνων, ως έδρα του Ειρηνοδικείου της Ειρηνοδικειακής περιφερείας της απαρτισθείσης εκ των χωρίων Καλαρρύται, Ματσούκι, Συρράκον, Προσβάλα, Παλαιοχώρι Συρράκου, Δουβίζντιανα, Μιχαλίτσι, Βασταβέτσι και Χουλιαράδες, έδει να ορισθεί η κωμόπολις Συρράκον, ευρισκομένη εις το κέντρον όλης της περιφερείας, εν τούτοις ωρίσθη το χωρίον Καλαρρύται (…). Κι επειδή δεν αντεπεκρίνετο εις τας δαπάνας, επρόκειτο να καταργηθεί, αλλά διετηρήθη ως παραμεθόριον χάριν των εντεύθεν του Αράχθου υποδούλων και της ιστορικής κωμοπόλεως Συρράκου δι’ αιτήσεων ευρισκομένων βεβαίως εν τοις αρχείοις του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Κατά της τοιαύτης αποφάσεως διεμαρτυρήθημεν και το Συρράκον και τα πέριξ χωρία προς το Σεβαστόν Υπουργείον Δικαιοσύνης. Εν τούτοις ουδεμία θεραπεία της προσγενηθείσης αδικίας εις τε την κωμόπολιν Συρράκου και τα τριγύρω χωρία άχρι σήμερον εγένετο. Φρονούντες ότι το δίκαιον θέλει κατισχύσει, υποβάλλομεν την παρούσαν αίτησίν μας εν ή επαναλαμβάνομεν τους λόγους δ’ ους έδρα του ονομασθέντος Ειρηνοδικείου Καλαρρυτών δέον να ορισθεί ουχί αι Καλαρρύται, αλλ’ η κωμόπολις Συρράκον (…) Ευπειθέστατος, Ο Πάρεδρος Γ. Δήμας»

* Ο Μανόλης Μαγκλάρας είναι φιλόλογος

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


54

Αγγελική Ζολώτα*

Το ελληνικό δημοτικό ποίημα-τραγούδι

Έ

χω στα χέρια μου το έξοχο βιβλίο «Τραγούδια των Τζουμέρκων», Συλλογή Χρίστου Ν. Λαμπράκη, από τον Σύλλογο Βουργαρελιωτών Αττικής. Ο πρόλογος: Πλούσια κατατοπιστική μελέτη. Και τα δημοτικά μας τραγούδια; Τα θέματα αγκαλιάζουν αμέτρητες πλευρές και της ατομικής ζωής και της ιστορικής μοίρας του λαού μας: Ζωντανεύουν ηρωικά πρόσωπα, η παλληκαριά, ο έρωτας, η αντίσταση στον τύραννο, ο πόνος του θανάτου, ο ξενιτεμός, η σκλαβιά, η κλεφτουριά, ο Χάρος που παραμονεύει τη λεβεντιά… Τούρκοι βαστάτε τ’ άλογα λίγο να ξανασάνω να χαιρετίσω τα βουνά και τις κοντές ραχούλες… Άνοιξε, θλιβερή καρδιά και πικραμένο χείλι βγάλε κανά χαμόγελο και πες κανά τραγούδι… Τραγούδια αν έχει η μαύρη γη κι ο τάφος χαμογέλια έχει και του παιδιού η καρδιά που περπατεί στα ξένα… Το Μεσολόγγι το μικρό δεν θέλει να προσκυνήσει γιατί είναι ο Μάρκο Μπότσαρης… Ο Κωσταντής ο όμορφος ο χιλιοαγαπημένος χίλια κορίτσια φίλησε, μυριάδες παντρεμένες… Μα ένα κορίτσι όμορφο δεν μπορεί να το γελάσει… Ο ρόλος του στην επιβίωση της γλώσσας μας και της φυλής μας είναι ανεκτίμητος. Αξιώθηκα να έχω διαβάσει πολλή ελληνική ποίηση -αρχαία και νέα ελληνική-. Αλλά μέσα σε όλη αυτή την ποίηση -μοναδική στην Ευρώπη- ήλιος, επίσης μοναδικός είναι τα δημοτικά μας τραγούδια. Η σκλαβιά του ελληνικού χώρου άρχισε περίπου το έτος 200 προ Χριστού: Ρωμαίοι, αργότερα διάφορες πεινασμένες φυλές από την Ευρώπη, Γαλάτες, Καταλανοί, Σλάβοι, αιώνες Φραγκοκρατία, οι Άραβες, η μαύρη μοίρα μας εξακόσια χρόνια οι Τούρκοι… Ο ελληνικός χώρος είναι γεωγραφικά μοναδικά προνομιούχος σε όλη την υφήλιο. Αλλά επίσης και εύκολος στόχος: Ανάμεσα σε Ασία και Αφρική, με την υπόλοιπη άχαρη Ευρώπη πίσω από τις πλάτες μας… Πώς επιζήσαμε και κατοικούμε, πέντε χιλιάδες χρόνια, βασικά στον ίδιο τόπο και μιλούμε την ίδια γλώσσα; Τι μας έσωσε; Εκτός από το ιδιαίτερο πνεύμα που έχουμε σαν λαός, μας Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το ε λ λ η ν ι κ ό δ η μ ο τ ι κ ό π ο ί η μ α - τ ρ α γ ο ύ δ ι

55

έσωσαν τα βουνά και τα δάση μας (δασοκάλυψη μέχρι το πρόσφατο παρελθόν 65% του εδάφους). Εκεί κατέφευγε μεγάλο μέρος του Ελληνισμού. Εκεί γεννήθηκαν τα ωραιότερα σ’ όλον τον κόσμο δημοτικά ποιήματα-τραγούδια. Κάποιος σε μια κοινότητα, προικισμένος με ποιητικό ταλέντο, συνήθως αναλφάβητος, παρακινημένος από κάποιο συγκλονιστικό γεγονός, στέριωνε ένα ποίημα και προσάρμοζε και μουσική ή δική του ή παραλλαγή από κάποιο γνωστό ποίημα – τραγούδι. Αυτός ο χαμένος μέσα στον Χρόνο ανώνυμος ποιητής, για να πετύχει το ρυθμό των στίχων, έπρεπε να χρησιμοποιεί τις λέξεις ολόκληρες, και όχι όπως τις έλεγαν οι χωρικοί μας: το κ’δούν (κουδούνι) κ.τ.λ. Και έπειτα; Ξέρουμε ότι ένα ποίημα με μουσική κολλάει στη μνήμη εύκολα και για πάντα και περνάει προφορικά από γενιά σε γενιά. Και έτσι -θαύμα των θαυμάτων- η δημοτική μας ποίηση (τραγούδι) συνετέλεσε τα μέγιστα στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και συνείδησης (με τόσους και συνεχείς κατακτητές στο κεφάλι μας). Τις λέξεις που βλέπω σ’ ένα δημοτικό ποίημα-τραγούδι τις έχω ιδεί όλες και στα μοναδικά στον κόσμο αθάνατα αριστουργήματα, στα Ομηρικά Έπη, στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια. Ο Γάλλος Κλωντ Φωριέλ γνώρισε τα δημοτικά μας τραγούδια από τις ελληνικές παροικίες στην Ευρώπη και μαγεύτηκε. Τα συγκέντρωσε και τα εξέδωσε σε δύο τόμους (1824 και 1826). Τα διάβασαν μεταφρασμένα σ’ όλη την Ευρώπη -άνθρωποι των γραμμάτων, εννοείται- θυμήθηκαν την Ελλάδα και συνετέλεσαν πάρα πολύ στη γένεση και εξάπλωση του φιλελληνισμού, ακριβώς τα χρόνια εκείνα (μετά το 1821), που ο σκλαβωμένος αφανισμένος Ελληνισμός βγήκε από τις σπηλιές και τα δάση και ξεκίνησε έναν τιτάνιο αγώνα, για να αποτινάξει τον ζυγό της παντοδύναμης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πατρίδα μου βασανισμένη, ολοφώτεινη, μοναδική στον Κόσμο!

* Η Αγγελική Ζολώτα είναι φιλόλογος

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


56

Γιώργος Α. Φλώρος*

Ο Λάζαρος

Ε

κείνα τα χρόνια, στο δημοτικό σκολειό του χωριού μας, σαν διάβαινε του Ευαγγελισμού, καταλάγιαζε η καθημερινή αναφορά του δάσκαλου που είχε να κάνει με τα παθήματα του γένους και τα κατορθώματα των ηρώων του Εικοσιένα. Όμως εμείς, τα μαθητούδια του, κάθε φορά που το μάτι μας έπεφτε στις ζωγραφιές των ηρώων, που ήταν αραδιασμένες στον τοίχο της αίθουσας, η φαντασία μας κάλπαζε σε ράχες και φαράγγια και λάβαινε μέρος σε μάχες δίπλα στον ήρωα της προτίμησής μας. Θυμάμαι, τόσο μεγάλος ήταν ο επηρεασμός μας, που για μέρες πάλευε ο δάσκαλός μας να μαζέψει τα σκορπισμένα μυαλά μας και να τα βάλει σε ίσια στράτα. Σαν κοντοζύγωνε όμως η Λαμπρή, αλλάζανε με μιας οι παραστάσεις. Σημείο καθημερινής μας αναφοράς γίνονταν πλέον η εικόνα του Χριστού, πάνω απ’ το μαυροπίνακα, που μας κοίταζε με αγάπη. Η φαντασία μας πότε του φόραγε ακάνθινο στεφάνι, πότε χλαμύδα κόκκινη μπροστά στον Πιλάτο και πότε κάτασπρη φωτεινή φορεσιά σαν σύγνεφο να τον ανεβάζει αναστημένο στους ουρανούς. Ανακατωμένα και τα συναισθήματά μας. Αγανάκτηση για τους γραμματείς και φαρισαίους που τον δίκασαν και μίσος για τον καταραμένο το χαλκιά, που έφτιαξε τα περόνια και του τα 'μπηξε στα χέρια και τα πόδια πάνω στο σταυρό. Στο μικρό μας μυαλό δεν έσωνε να χωρέσει ποτέ, όσο και αν αγωνίζονταν γι' αυτό ο δάσκαλός μας, το γιατί ο καλός Θεός έστειλε στη γη το γιο του, το Χριστό μας, να υποφέρει και να σταυρωθεί, για να σώσει εμάς τους ανθρώπους από τις αμαρτίες μας. Τα βράδια, σαν πέφταμε στο στρώμα και μέχρι να κλείσει ο ύπνος τα βλέφαρά μας, ψάχναμε να βρούμε τις αμαρτίες που είχαμε κάμει και γίναμε η αιτία να σταυρώσει ο χαλκιάς το Χριστό μας. Να ήταν οι στουμπιές που ρίξαμε και σκάσαμε τις μαυρόπλακες στην τσιατή της Μήτραινας, σαν έλειπε απ’ το κονάκι της; Να ήταν τα ψέματα που κάμποσες φορές αραδιάσαμε στο δάσκαλο και στη μάνα μας; Ή να ήταν τα κορόμηλα που κλέψαμε από την κορομηλιά της Γιώργαινας; Και το άλλο; Πώς να το χωρέσει ο νους το θάμα που έκανε ο Χριστός μας, τότες που ανάστησε τον πεθαμένο φίλο του το Λάζαρο; Μόνο που σαν θυμόμαστε τη συμμαθήτριά μας τη Βασίλω, που τη σκέπασαν με τα χώματα, μας έπιανε θλίψη, γιατί δεν έτυχε να είναι εκεί ο Χριστός μας, για να την αναστήσει και αυτήν όπως το Λάζαρο. Μια βδομάδα πριν απ’ τις διακοπές του Πάσχα τα αγόρια χωρίζονταν δυο δυο σε παρέες. Περιδιαβαίνοντας σάρτα τους μαχαλάδες, θα τραγούδαγαν στα κονάκια του χωριού μας, τη μέρα του Λαζάρου, το «Λάζαρο» και τη Μεγάλη Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο Λάζαρος

57

Παρασκευή τα «Πάθη». Τότες για τα κορίτσια δεν ήταν συνήθειο κάτι τέτοιο. Αυτό είχε την εξήγησή του. Το κορίτσι του σπιτιού, από μικρό ακόμα, ήταν το βόηθειο της μάνας. Τη μεγάλη βδομάδα, που έπεφταν όλες οι δουλειές μαζί, το κορίτσι, που είχε διακοπές απ’ το σκολειό, έμενε στο σπίτι και έδωνε μια «ανάσα» στη μάνα. Ολόκληρη τη βδομάδα οι παρεούλες, απ’ τη μια μεριά έκαναν πρόβες, για να μάθουν καλά τα τραγούδια της ανάστασης του Λάζαρου και των παθών του Χριστού, και απ’ την άλλη μάντευαν για μέρες σε ποια σπίτια στο χωριό θα τους «έβαζαν» για να τραγουδήσουν. Απ’ τους συμμαθητές μας τυχεροί ήταν εκείνοι που είχαν μεγάλο σόι στο χωριό και στους γύρω μαχαλάδες. Αυτοί είχαν ελπίδα να γιομώσουν με αυγά το καλάθι τους. Αμοιβή τους, για το τραγούδι που θα ’λεγαν, ήταν μόνο τα αυγά. Στα σπίτια μήτε δραχμές μήτε άλλα καλούδια υπήρχαν, για να φιλέψουν τα παιδιά. Οι χωριανοί μας, με τις κοκόσιες και τους πασμάδες, με δυσκολία πόρευαν ίσια με το Φλεβάρη. Σαν ήταν πρώιμη η Λαμπρή, τα πράματα δυσκόλευαν πολύ. Ο καιρός ήταν ακόμα κρύος. Οι κότες κάπου και που γένναγαν αυγά. Και για το στόλισμα του καλαθιού τα λουλούδια ήταν δυσεύρετα, γιατί αργούσαν να λουλουδιάσουν τα κλαριά. Την παραμονή του Λαζάρου οι παρεούλες στόλιζαν με μαστοριά το καλάθι τους. Έπρεπε και αυτό να ταιριάζει με τη μεγάλη χαρά της ανάστασης του Λαζάρου. Απ’ την απέξω του μεριά έμπηχναν λουλούδια κυδωνιάς, γκορτσιάς και βάγιας. Από μέσα, γύρω γύρω και στον πάτο του, σκόρπαγαν μια χεριά βριζάλα ή άχυρο, για να προστατεύονται τα αυγά απ’ το τσούγκρισμα. Σαν ξημέρωνε του Λαζάρου, αχολόγαγαν οι αυλές και τα σοκάκια του χωριού απ’ το χαρούμενο τραγούδι των παιδιών. «Εν τη πόλη Βηθανία Μάρθα κλαίει και Μαρία. Λάζαρον τον αδερφό τους τον γλυκικαρδιακόν τους...». Τη Μεγάλη Παρασκευή το καλάθι της παρεούλας δεν το στόλιζαν λουλούδια. Ήταν φασκιωμένο με το κατάμαυρο κεφαλομάντηλο της γιαγιάς. Στα σοκάκια το τραγούδι των παιδιών έμοιαζε με μακρόσυρτο μοιρολόι. Συνοδιά του είχε όλη τη μέρα τον αχό της καμπάνας, που ακατάπαυτα κατάμαυρο έβαφτε τον αέρα. «Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα. Σήμερα έβαλαν βολή οι άνομοι Ουβραίοι, για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων βασιλέα… χαλκιά χαλκιά φκιάσε καρφιά φκιάσε τρία περόνια. Κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και φκιάνει πέντε…» Η μάνα μου δεν με άφηνε να πάω να τραγουδήσω και εγώ το Λάζαρο, σαν όλα τα παιδιά στα σπίτια του χωριού. Για να μου φύγει ο καημός και να μην είμαι όλη μέρα κατσούφης, μου 'δινε το καλάθι και αντάμα με τα τέσσερα μικρότερα αδέρφια μου, μας έστελνε στην Αρχοντόρογα να τραγουδήσουμε το Λάζαρο, μόνο στο σπίτι της γιαγιάς μου, της φλώραινας. Εκείνη η κακομοίρα φρόντιζε και μας έβαζε στο καλάθι από ένα αυγό του καθένα μας και καμιά χούφτα κοκόσιες. Στο σπίτι μας γυρίζαμε όσο το δυνατόν νωρίτερα, για να βοηθήσουμε Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


58

Γι ώ ρ γ ο ς Α . Φ λ ώ ρ ο ς

στις δουλειές τη μάνα μας. Εμείς βαρυγκομούσαμε. Εκείνη όμως είχε δίκιο. Κοπέλα δεν είχε δώσει ο Θεός στο σπίτι μας. Έτσι βόηθειο δεν είχε από πουθενά. Σαν έρχονταν το μεγαλοβδόμαδο οι δουλειές σωμό δεν είχαν. Μόνο τα κλούρια που ζύμωνε και έφηνε στη γάστρα, για να μοιράσει τη Μεγάλη Πέφτη στα αναδειχτούδια, που δεν ήταν και λίγα, έσωναν και περίσσευαν. Χώρια που ο πατέρας μου έλειπε στο ταξίδι χρονκίς και εκείνη διπλοφορτώνονταν την ευθύνη για τις φροντίδες της φαμελιάς, που της άφηνε ξωπίσω. Στα αυτιά της βούιζαν πάντα οι τελευταίες κουβέντες που της έλεγε σαν τον ξεπροβόδιζε στο σοκάκι. «Γυναίκα τα παιδιά και τα μάτια σου!». Εκείνη τη χρονιά, που ήμουν στην πέμπτη τάξη του δημοτικού σκολειού, με χίλια παρακαλητά, με άφησε και εμένα η μάνα μου, για πρώτη φορά, να πάω στο «Λάζαρο». Με πήρε παρέα του ο Κώστας του Μήτρου Χρήστου, ξάδερφος της μάνας μου και μεγαλύτερός μου κανά δυο ή τρία χρόνια. Ο Κώστας ήταν πανέξυπνο παιδί και φιλότιμο. Αφού τραγουδήσαμε σε κάμποσα σπίτια στο χωριό, αποφασίσαμε να πάμε στη Βύλια. Ήταν αλάργα. Λογιάριαζε όμως πως εκεί μια θειάκω του θα μας απογιόμωνε το καλάθι μας με αυγά, γιατί είχε πολλές κότες. Είχαμε πάρει τον αποκάτω δρόμο και μας έβγαλε στον πάτω της Βύλιας. Στην άκρη από τη λάκα της Βασίλ’ Γιάνεννας. Καταπράσινη η λάκα απ' το σπαρμένο στάρι και φραγμένη από όλες τις μεριές με σκαρπιά. Κάπου και πού ξεχώριζε μέσα στις σπουριές κανένα ασβεστωμένο λιθάρι, για να το βλέπουν τη νύχτα οι λαγοί, να σκιάζονται, να μην τρώνε το σιτάρι. Η Βασίλ’ Γιάνναινα κάθονταν στο κούτσουρο κομμένης βελανιδιάς, στην πατωσιά της χωραφιάς. Έπλεκε τσουρέπια και είχε και το νου της στα πράματα, που βόσκαγαν στο λόγγο. Ο Κώστας έκαμε χωνί τις χούφτες του και της χούιαξε με δύναμη, γιατί ήταν αλάργα. « Θειάκω να τραγουδήσουμε το Λάζαρο;» Γύρισε το κεφάλι της. Το πρόσωπό της δεν το ξεχωρίσαμε, γιατί ήταν μπερμπιλωμένο σε μαύρο κεφαλομάντηλο. Μουρμούρισε κάτι και μας γύρισε την πλάτη. Θέλεις γιατί ήταν αλάργα, θέλεις γιατί η χωραφιά ήταν φρασμένη και μας έδωνε μια σιγουριά, αρχίσαμε να τραγουδάμε χωρίς καλά να το σκεφτούμε. «Τσουκνίδα μακρυκλώναρη και ασφάκα τσιντζιλιάρα…» Με μιας πετάχτηκε απάνω. Πέταξε το πλέξιμο και άρχισε να τρέχει προς εμάς βρίζοντας και σφροντζλίζοντας μπλάνες από χώμα. Απ’ τις μπλάνες δεν κινδυνέψαμε. Σπόριζαν στον αέρα. Όμως ο σκύλος της σαλτάρισε πάνω απ’ το φράχτη. Μας κυνήγησε μακριά γαυγίζοντας. Αν ο Κώστας δεν είχε γκλίτσα, θα μας έσκιζε τα παντελόνια. Ανάσα πήραμε στην αυλή της θειάκως του Κώστα. Εκείνη μας καλοδέχτηκε. Μας μάλωσε όμως για το τραγούδι που είπαμε στη Βασίλ’ Γιάνναινα. Μας εξήγησε πως δεν ήταν κακιά. Πως πάντα έδωνε αυγά στα παιδιά και πολλές φορές και από δυο. Όμως πριν από λίγες μέρες μπήκε αλεπού στο κοτέτσι της και δεν της άφησε καμία κότα. Μας γιόμωσε το καλάΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο Λάζαρος

59

θι με αυγά και γυρίσαμε στο χωριό. Στη μάνα μου δεν είπα τίποτα, γιατί δεν θα με άφηνε να ξαναπάω στο Λάζαρο. Σαν ξανάρχισε το σχολείο και για μια βδομάδα με έζωναν τα φίδια. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ και να παρακολουθήσω μάθημα. Απ’ τα τζάμια της τάξης έριχνα κλεφτές ματιές στη στράτα που έρχονταν απ’ τη Βύλια μπας και ξεκαμπίσει από καμιά μεριά η Βασίλ’ Γιάνναινα και με μαρτυρήσει στο δάσκαλο και τότε χαρχαρούδια μου. Ο Κώστας φοβέριξε τα παιδιά απ’ τη Βύλια και δεν κότησε κανένα να μας μαρτυρήσει στο δάσκαλο. Έκαναν και αυτά διαολιές. Έστηναν τσόπνες και βρόχια και έπιαναν κοτσύφια. Τώρα το χωριό μήτε σκολειό μήτε παιδιά έχει να τραγουδήσουν το Λάζαρο στα στενοσόκακα. Μόνο ο αχός της καμπάνας θυμίζει στα γεροντάκια πως είναι μεγαλοβδόμαδο.

* Ο Γιώργος Α. Φλώρος είναι συνταξιούχος τραπεζικός

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


60

Νίκος Γ. Μπριασούλης*

Βραδιές λαϊκών αφηγήσεων

Ό

σοι στρατευτήκαμε αυτά τα χρόνια στην καταγραφή και διάσωση της Λαϊκής μας Παράδοσης καταλάβαμε απ’ την αρχή πως αυτή η εργασία δεν είναι ούτε απλή ούτε εύκολη. Γι’ αυτό δεν πρέπει να παραξενεύεται κανείς, που όλα αυτά τα χρόνια αναπτύσσεται σε μόνιμη βάση ένας προβληματισμός για τη μεθοδολογία και τη στρατηγική της δουλειάς μας. Και είναι αλήθεια ότι, γύρω από αυτό τον προβληματισμό, έχουν καταγραφεί μέχρι στιγμής πολλές και ενδιαφέρουσες απόψεις και προτάσεις, που αποτελούν ένα πολύτιμο εργαλείο, όχι μόνο για τις Ομάδες Έρευνας και Καταγραφής της ΙΛΕΤ, αλλά και για κάθε μελετητή και ερευνητή του λαϊκού μας πολιτισμού. Είναι ασφαλώς γνωστό πως η διοργάνωση βραδινών με τη μορφή μαζικών πολιτιστικών εκδηλώσεων, όπου οι συμμετέχοντες καλούνται να καταθέσουν προσωπικές αναμνήσεις, βιώματα και μαρτυρίες που σχετίζονται με γεγονότα του παρελθόντος, δεν είναι καινούργια ιδέα. Έχουν πραγματοποιηθεί κάποιες φορές τα τελευταία χρόνια και είχαν σχέση με τοπικά γεγονότα, με δρώμενα και επετείους μιας περιοχής. Αξίζει πάντως να διευκρινίσουμε πως τέτοιες εκδηλώσεις έχει νόημα να γίνουν σε κωμοπόλεις και χωριά της επαρχίας, όπου η Λαϊκή Παράδοση είναι ακόμα ζωντανή. Σκεπτόμαστε λοιπόν να καθιερώσουμε τη διοργάνωση τέτοιων βραδινών στα χωριά των Τζουμέρκων, γιατί εκτιμούμε ότι μπορούν να μας βοηθήσουν σημαντικά στη διάσωση των μνημείων του προφορικού λόγου. Και, γενικότερα, βρίσκουμε πως μπορούν να αποτελέσουν ένα καλό πλαίσιο για μια δημιουργική επικοινωνία με τους απλούς ανθρώπους των χωριών μας. Ωστόσο, πρέπει να τονίσουμε πως βασική προϋπόθεση για την επιτυχία των στόχων μιας τέτοιας διοργάνωσης είναι η Ομάδα Έρευνας κάθε χωριού να κρατάει καλή επαφή με τους χωριανούς της και να τους ενημερώνει έγκαιρα για το χρόνο, το χώρο και το ειδικό θέμα της εκδήλωσης. Και αξίζει να τονιστεί πως, σε μια τέτοια περίπτωση, επιτυχία θα θεωρηθεί η πρώτη εκδήλωση να διεξαχθεί με τέτοιον τρόπο και να αφήσει πίσω της τέτοιες εντυπώσεις, ώστε να αποτελέσει αφετηρία για την επανάληψη παρόμοιων εκδηλώσεων στο μέλλον. Εξάλλου, σ’ ό,τι αφορά το αντικείμενο αφήγησης (και καταγραφής) αυτών των βραδινών θα είναι όλα τα μνημεία του προφορικού λόγου, για τα οποία έχουμε επαφές πολλές φορές συζητήσει ώστε να έχουμε κατακτήσει ως αυτή τη στιγμή μια αρκετά καλή γνώση και εμπειρία. Πέρα όμως από αυτά, να έχουμε σαν προγραμματισμό μας και αφηγήσεις ιστορικού περιεχομένου απ’ την περίο-

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βραδιές λαϊκών αφηγήσεων

61

δο της Κατοχής, του Εμφύλιου και της Εθνικής Αντίστασης. Και είναι πολύ σημαντικό για την Τοπική Ιστορία αλλά και την ιστορική έρευνα, γενικότερα, να διασώσουμε μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων απ’ τα χωριά μας, που έζησαν τα δραματικά αυτά γεγονότα με ιδιαίτερη ένταση και πολλή οδύνη. Τέλος, εκτιμώ πως θα άξιζε να ασχοληθούμε αργότερα σ’ αυτά τα βραδινά και με τα δημοτικά μας τραγούδια. Κι όταν λέω τραγούδια, δεν εννοώ μόνο τους στίχους αλλά και τις μελωδίες, τους «σκοπούς». Γιατί μερικές απ’ αυτές κοντεύουν να ξεχαστούν, ενώ κάποιες άλλες παραλλάχτηκαν τόσο πολύ από επαγγελματίες «αοιδούς», που δεν θυμίζουν τίποτα από την αυθεντική και ασύγκριτη μελωδία που είχαν κάποτε. Σ’ αυτό το χώρο της παραδοσιακής μουσικής πρέπει να αξιοποιήσουμε κάποιους χωριανούς μας, άντρες και γυναίκες, που χωρίς να είναι επαγγελματίες, τραγουδούσαν υπέροχα, με πάθος και πολύ μεράκι, αληθινοί βιρτουόζοι. Γι’ αυτό και είχαν αποκληθεί εύστοχα «Αρχιτραγουδιστές του χωριού»1.

* Ο Νίκος Γ. Μπριασούλης είναι φιλόλογος, επίτιμος πρόεδρος της ΙΛΕΤ

1. Ν. Μπριασούλης: Οι Αρχιτραγουδιστές του χωριού, Εφημ. «Κουσαβίστα» φύλλο 64/1991 Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


62

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης*

Δοξαστικός λόγος στην τζουμερκιώτισσα μάνα

Ή

ρθε ο καιρός να διαβάσουν οι αξιότιμοι αναγνώστες των Τζουμερκιώτικων Χρονικών, ως αιώνιο μνημόσυνο, λίγες σελίδες για κείνες τις ηρωίδες Αθαμανίδες και Μολοσσίδες, που αιώνες ιστορικής μνήμης κράτησαν με απερίγραπτο δυναμισμό και ασυναγώνιστη αυτοθυσία τη διατήρηση του Ελληνισμού, εδώ πάνω στις ακρώρειες της Πίνδου με ανείπωτες συνθήκες, τις μεγάλες αξίες του Γένους, μέσα στους δίσεχτους αιώνες, οι οποίες βρήκαν την ένδοξη μοίρα του, από τη νεολιθική, πελασγική εποχή μέχρι τη μαύρη εποχή του εμφυλίου πολέμου. Ήρθε ο καιρός να υμνηθούν εκείνες οι Αμαζόνες της φυλής σ’ όλα τα Τζουμερκοχώρια, σ’ όλο το βιλαέτι πάνω από τις αετοφωλιές του Περιστερίου μέχρι κάτω στις πλαγιές του Πολύαινου (Ξηροβουνιού), αλλά και μέχρι την ανατολική πλευρά, όπου κυλάει ο μυθικός Αχελώος τα βαριά νερά του στη χοάνη του Αμβρακικού. Αυτές οι μυθικές Τζουμερκιώτισσες κράτησαν ψηλά τα λάβαρα της κάθε εποποιίας του Γένους δοξάζοντας με την απαράμιλλη αυτοθυσία τους τις μεγάλες αρετές που ζυμώθηκαν μέσα στον ελλαδικό χώρο… Ήρθε ο καιρός να αντηχήσουν μέσα από τις σελίδες του έγκριτου και αξιόλογου περιοδικού οι διθύραμβοι στα απέραντα φαράγγια και στις νεραϊδόραχες της Πινδικής χώρας των Αθαμανικών, όπου η Ηχώ δεν θα σταματήσει ποτέ να διηγείται τα αξιομνημόνευτα έργα εκείνων των Αθαμανίδων… Για τις μανάδες εκείνες, που μέσα σε τρομακτικές βιοτικές και καιρικές συνθήκες, δημιούργησαν κοινωνική ζωή, μεγάλωσαν οικογένειες και απογόνους που αργότερα τίμησαν αυτόν τον τόπο με το ιστορικό του μεγαλείο. Ήρθε ο καιρός να ξαναθυμηθούμε τις ηρωίδες εκείνες μανάδες μόνες τους να συντηρούν την οικογένεια με βοηθούς τους γέροντες και τις γερόντισσες, όταν οι άνδρες τους σήκωναν το βάρος του πολέμου ή της ξενιτιάς… Απ’ τη δουλειά της ξενιτιάς να στείλουν ή να κουβαλήσουν ό,τι μπορούσαν για την ανατροφή των παιδιών μέσα σε κείνες τις αβάσταχτες στερήσεις, που αδυνατεί, κι αν θέλει, να περιγράψει η ταπεινή μου πένα… Ήρθε ο καιρός να γραφούν λίγες σελίδες Δοξαστικού Παιάνα για κείνες τις τζουμερκιώτισσες μανάδες, που μέσα από πολύμορφες περιπέτειες, φορτωμένες «τ’ απ’ κέφαλα» κατά τη ντόπια φωνολαλιά, κοντά στα ζωντανά, γιδοπρόβατα χειμώνα-καλοκαίρι, να φροντίζουν το κονάκι ή την αχυροκαλύβα, τη φαμίλια, τα χωράφια, τη στάνη, τα τσελιγκάτα μέσα σε μία αιώνια οδοιπορία με τις γνωστές μετακινήσεις χειμαδιά-ξεκαλοκαιριά… Ποιος δεν θυμάται τις ανεκδιήγητες δυσκολίες της ποιμενικής και γεωργικής ζωής σ’ ολόκληρο το τζουμερκιώτικο βιλαέτι, ανατολικής και δυτικής Πίνδου, από πάνω απ’ το Συρρά-

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δοξαστικός λόγος στην τζουμερκιώτισσα μάνα

63

κο-Καλαρρύτες-Θεοδώριανα-Χόσεψη-Τζουμοχώρια και τα ξαπλωμένα χωριά του Πολύαινου. Ήρθε ο καιρός να αφήσουμε -τις κατά τ’ άλλα αξιόλογες περιγραφές- και να γονατίσουμε ευλαβικά για να ακουστεί ο μνημονικός λόγος για τις ηρωίδες τζουμερκιώτισσες μανάδες της ορεινής χώρας, που κράτησαν όρθια την ιστορική μορφή του Ελληνισμού… Οι σελίδες μου είναι ένα λιτό δοξαστικό, ένα λογοτεχνικό και ποιητικό μνημόσυνο στις μανάδες της ηπειρωτικής χώρας. Της δυσχείμερης Πίνδου, όπου είχαν την τύχη να κατοικήσουν οι μυθικοί Αθαμάνες. Όρθια πάντα η τζουμερκιώτισσα μάνα, φορτωμένη στο λιπόσαρκο κορμί της τη μοίρα του Γένους. Αδύναμη, αντέχει στις δυσκολοβίωτες συνθήκες, με το μαύρο μαντίλι, τη ρόκα στο χέρι, ζαλιγκωμένη τη σαρμανίτσα, κρατώντας από το χέρι τ’ ανήλικα παιδιά της. Η ζωή της θρύλος και παραμύθι! Από το πατρικό σπίτι στο νέο σπίτι. Η ίδια ταλαιπωρία, η ίδια σκληρή βιοπάλη αφιερωμένη στο βωμό της συντήρησης της οικογένειας και της ανατροφής των παιδιών. Κι αν η μοίρα τής έλαχε να χάσει το σύντροφό της, όρθωνε περισσότερο το ανάστημά της με ευπρέπεια στη μνήμη του, συνέχιζε το μαρτυρικό δρόμο για τη φροντίδα και προστασία του ιερού σκοπού της οικογένειας. Από την πελασγική ακόμη εποχή κρατάει ζωντανή τη μνήμη του Γένους, μαθαίνει τις θυγατέρες το μελλοντικό τους ρόλο, δείχνει το δρόμο της ιστορικής συνέχειας, αψηφώντας τις απερίγραπτες διακυμάνσεις, που δυστυχώς είχε η μοίρα του Γένους. Εδώ στην ορεινή Πίνδο, μέσα απ’ την αχυρένια καλύβα, τη στάνη, το τσελιγγάτο, προσηλωμένη στις αιώνιες παραδόσεις, με έντονο σεβασμό στις λατρευτικές και θρησκευτικές αξίες, τόσο στο Δωδεκάθεο όσο και στη νέα θρησκεία, συντελώντας μ’ αυτό τον τρόπο να μείνει όρθια η ψυχή του Ελληνισμού με την αστείρευτη δύναμη των πανάρχαιων συναισθημάτων, το αγκωνάρι των πεπρωμένων της Φυλής. Ούτε τα εγκωμιαστικά λόγια ούτε η συνηθισμένη υμνολογία μπορεί να πλησιάσει την ολόπλευρη δικαίωσή της. Απορεί κανένας και παράλληλα θαυμάζει πώς μπόρεσαν εκείνες οι μανάδες της φτωχικής Πίνδου να μεγαλώσουν οικογένειες, να συντηρήσουν το σπίτι, να υπηρετήσουν επάξια τη θρυλική αποστολή τους από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι την εποχή μας… Τώρα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Θυμάμαι, όταν υπηρετούσα στο ιστορικό Γυμνάσιο Αγνάντων και καθόμουν στο ιστορικό καφενείο του μπάρμπα Μήτσου μαζί με τον αλησμόνητο Χρ. Μπονιάκο από τους Μελισσουργούς και παρατηρώντας τα κοπάδια με τις φορτωμένες Πραμαντιώτισσες ή Ματσουκιώτισσες να περνούν, έλεγε θυμόσοφα και στοχαστικά: Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


64

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

«Αυτή η γενιά είναι ηρωική, ασύγκριτη στην αντοχή, μαρτυρική στη βασανισμένη ζωή, προξενεί πανικό στη λογική τ΄ ανθρώπου, πώς μπορεί και ανεβοκατεβαίνει χειμώνα-καλοκαίρι απ’ τα χειμαδιά στα κατσάβραχα βουνά… Δεν σταματάει ποτέ να βρίσκεται φορτωμένη στο δρόμο, στον αγώνα, στη σκληροτράχηλη τζουμερκιώτικη βιοπάλη». Ήταν ευσυγκίνητος ο αλησμόνητος καθηγητής! Η τζουμερκιώτισσα Μάνα, αιωνία της η μνήμη, στάθηκε δυναμικό μετερίζι στις πιο σκληρές ιστορικές δοκιμασίες ανεβοκατεβαίνοντας τα καταράχια των Αθαμανικών, τυραγνισμένη απ’ τη μαρτυρική βιοπάλη, χαροκαμένη πολλές φορές, αλλά θωρακισμένη με αθάνατες ψυχικές δυνάμεις, κράτησε ψηλά το αιώνιο μεγαλείο που κρύβει η δόξα της παρουσίας της. Τι να πρωτοθαυμάσει και τι να πρωτογράψει η ταπεινή μας γραφίδα στα τόσα αξιοθαύμαστα! Θαυμάζει κανένας τη βαθιά έγνοια για το παιδί, την ακάματη αφοσίωσή της στον ιερό σκοπό˙ όλα περνούν απ’ το χέρι της… Ξάγρυπνη πάνω στον πόνο, τρέχει, προσεύχεται, ζητάει τη βοήθεια της Μεγάλης Μάνας, όταν η αρρώστια χτυπήσει το φτωχικό κονάκι της! Βαθιά χαράματα στο πόδι να ετοιμάσει το παιδί για το σχολείο, τα ζωντανά, τα συγύργια για το χωράφι, να ρίξει στη φωτιά τη γάστρα για το ψωμί της ημέρας. Ιερή συνεργασία με τη γιαγιά στο σπίτι για να βγει πέρα το νοικοκυριό η περιποίηση των μικρών… Γιατί λοιπόν να μην υποκλίνεται η σύγχρονη παιδαγωγική στην καταπληκτική διαπαιδαγώγησή τους; Θυμάμαι, όταν η μνήμη σκαρφαλώνει σ’ εκείνα τα πέτρινα χρόνια, πάνω στα ορεινά χωράφια της Πίνδου, να θερίζουν ολόκληρη τη μέρα, να κοιμούνται στο χωράφι για να σηκωθούν βαθιά χαράματα να συνεχίσουν το θέρισμα χωρίς να λογαριάζουν το ξαπόσταμα, τη δίψα, την ανημποριά ή την έλλειψη φαγητού, αρκεί να προχωρήσει η δουλειά και να μεταφερθούν τα δεμάτια στο ιστορικό αλώνι του Κ. Νασιούλα κοντά στο κάστρο της Αγίας Παρασκευής. Να ποια είναι η πραγματική ηρωίδα μάνα, η ψυχή της Ελλάδας! Θυμάμαι, ποιος δεν θυμάται από τους αναγνώστες του Τζουμερκιώτικου περιοδικού, τις αυτοθυσίες των μανάδων τους, που τους τοίμαζαν μ’ εκείνα τα φτωχικά για το ταξίδι για ένα διαφορετικό μέλλον! Πόσες ηρωίδες μανάδες στο ορεινό βιλαέτι των Τζουμέρκων, με τα ελάχιστα εισοδήματα, καταταλαιπωρημένες όλη τη μέρα στα χωράφια, στο φόρτωμα, στα ζωντανά, όταν ο πόλεμος είχε σκορπίσει τον όλεθρο και τη συμφορά! Η τζουμερκιώτισσα Μάνα, σκυμμένη στον αργαλειό, στο μπάλωμα, στο ύφαμα να φκιάσει τα χοντροσκεπάσματα για τα μαντάνια… Κι όταν τα σπίτια άδειαζαν από τα πολύχρονα ταξίδια, ο πόνος, ο καημός γινόταν δεκαπεντασύλλαβος στα δακρυσμένα μάτια… Σ’ αυτά τα ιερά πρόσωπα είχε υποχρέωση να τραφεί η λογοτεχνία μας κι Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δοξαστικός λόγος στην τζουμερκιώτισσα μάνα

65

όχι στη γνωστή ψευτοκουλτούρα της αστικής ψευτοδιανόησης, όπου εκθειάζονται πρόσωπα και γεγονότα αμφίβολης ηθικής υπόστασης. «Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου!». Ο λόγος μου είναι υμνωδία και χορικό ηρωικού παιάνα στις Ηπειρώτισσες μανάδες, που βάσταξαν γερά τα ταμπούρια της ιστορικής μοίρας. Κι η θύμηση ξανάρχεται! Επιθετική πια να επαναφέρει στην περιγραφή τις αξιομνημόνευτες πράξεις των ακριτισσών από τότε που ρίζωσε η Θεά Εστία στα Ορεινά Αθαμανικά. Εδώ πάνω οι χειμώνες είναι παγωμένοι. Οι βοριάδες και τα χιόνια προκαλούν δικαιολογημένο πανικό. Μέσα σ’ αυτές τις δυσμενέστατες καιρικές συνθήκες οι τζουμερκιώτισσες γυναίκες κράτησαν τη ζωή, υπόφεραν υπομονετικά την αγραμματοσύνη με κρυφό όνειρο τα παιδιά τους να μάθουν πρώτα τα γράμματα κι αργότερα να φύγουν απ΄ αυτά τα μαρτυρικά βιώματα των χωριών. Αργίες ή γιορτές δεν ξέρει αυτός ο τόπος. Η Μάνα της Πίνδου πάντα στο αιώνιο καθήκον της. Να καλοδέχεται τους μουσαφίρηδες, να φκιάσει φαγητό για το ζευγίτη, τους αλωνιστάδες, να κουρέψει τα πρόβατα, παίρνοντας το πολύτιμο μαλλί τους που θα το μεταποιήσει με το εργόχειρό της, ετοιμασία για το φτωχικό σπιτικό της… Πάντα προσηλωμένη στο βυζαντινό λόγο «Καρτερία εν πενία». Από πότε κρατάει αυτή η μαρτυρική πορεία της Αθαμανίδας –Μολοσσίδας Μάνας δεν τη βρήκα γραμμένη πουθενά… Η ιστοριογραφία όμως και η μνημονική παράδοσή της συντροφεύει την πολυκύμαντη δράση της. Όμως είναι γεγονός ότι η νεολιθική και η μυκηναϊκή εποχή τη βρίσκει να μάχεται πεισματικά να κρατηθεί η ανθρώπινη παρουσία. Οργανώνει την απλή νεροτριβή στα ποτάμια και τις ορμητικές πηγές. Μαστορεύει τις χειροποίητες κυκλικές καλύβες, που συνεχίζονται ακόμη στη νομαδική σαρακατσάνικη ζωή. Σ’ ένα χαλδαϊκό εργαστήρι, στα βάθη της Ανατολής είδα με τα μάτια μου, τέλεια αναπαράσταση, πώς δούλευαν εκείνες οι γυναίκες τον τροχό, το μαλλί, τα δέρματα, τις ολόμαλλες από προβιές φορεσιές… Μιλάμε περίπου για την χάλκινη εποχή! Το ίδιο ακριβώς κάνει και η τζουμερκιώτισσα Μάνα μέσα στα βάθη της ιστορίας της… Και προχωρούμε τώρα σε ενδεικτικά παραδείγματα, που δηλώνουν την αλήθεια του λόγου μας. Στην κλασική εποχή τροφοδοτεί την κοινωνική ζωή προσφέροντας τη ζωντάνια της στο βωμό του Γένους… Στη ρωμαϊκή κατάκτηση γίνεται στρατιώτης ενάντια στις ισχυρές λεγεώνες. Αρχίζουν να γράφονται τα ένδοξα ολοκαυτώματα… Η τούρκικη κατάκτηση θα ταλαιπωρήσει βάναυσα από κάθε πλευρά την ηπειρώτισσα-τζουμερκιώτισσα Μάνα. Δίπλα στην ηρωική κλεφτουριά με λάβαρο το σύμβολο του Σταυρού και τις ευχές των Αγίων Πατέρων αγωνίζεται να σωθεί το Γένος. Ακολουθεί τα κλέφτικα ασκέρια με συντροφιά το αθάνατο δημοτικό τραγούδι… Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


66

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

Η Τουρκία σφίγγει τη θηλιά στο λαιμό του ξωμάχου ραγιά. Το παιδομάζωμα την αναγκάζει να κατοικήσει μέσα στα δυσπρόσιτα φαράγγια, κοντά στο ορεινά λημέρια. Εδώ πάνω γράφει την ένδοξη ιστορία της… Ζάλογγο, Σέλτσο, Πύργος του Δημουλά… Η μάνα του Αντώνη Μακρυγιάννη, η μάνα του Καραϊσκάκη… Αυτήν την πολυπόθητη δόξα των ηρωίδων εκείνων που έπεσαν στο βωμό του Ελληνισμού προσπαθούν δυστυχώς να μειώσουν γράφοντας χυδαίες σελίδες για προσωπική φήμη και επικοινωνία μερικοί ψευτοδιανοούμενοι αποβλέποντας μόνο στην προσωπική τους προβολή… Τρομάρα τους! Ας αφήσουμε τα περασμένα για λίγο: Ποιος από τους εκλεκτούς ηλικιωμένους αναγνώστες των Τζουμερκιώτικων Χρονικών δεν θυμάται και δεν γνωρίζει τα ηρωικά κατορθώματα των μανάδων και στην Εθνική Αντίσταση και στα δέκα του Εμφυλίου Πολέμου; Μεσ’ απ’ τη στάχτη και τα ερείπια των βαρβαρικών ορδών των Ούννων του Αττίλα πάλι ξανάγιναν τα ρημαγμένα σπίτια, πάλι δούλεψαν σκληρά για να μεταβάλουν την καταστροφή σε όμορφο τόπο πλούτου και προκοπής… …Στην ιστορική πλατεία των Πραμάντων μια ανάγλυφη παράσταση της ηρωίδας Τζουμερκιώτισσας Μάνας, σκαλισμένη από τον γνωστό γλύπτη Παπαγιάννη από το Λοζέτσι Γιαννίνων, δείχνει το αθάνατο μεγαλείο της Αθηνάς Εργάνης.

* Ο Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης είναι φιλόλογος και ιστοριογράφος

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τ Ο Π Ι Κ Ο ΓΛ Ω Σ Σ Ι Κ Ο Ι Δ Ι Ω Μ Α Λαμπρινή Αρ. Στάμου*

Κ'κια τρώει κ'κια μαρτ'ράει

Κ

ολυμπώντας στα βαθιά και γαλανά νερά του γλωσσικού ιδιώματος δύσκολα αποφασίζει κανείς να βγει, γιατί διαπιστώνει συνεχώς ότι οι θησαυροί είναι ανεξάντλητοι. Ακολουθώντας, λοιπόν, την προσφιλή οδό, συνεχίζω, καταγράφοντας όσα οι μνήμες διασώζουν ακόμα! - Τώραϊα1 π’ κράτ’σι μια στάλα, λέου να πιταχτού2 να κόψου ένα βάσταμα3 κλαρί, να ‘χου αύριου για τα μανάρια4, δεν ξέρου τι κιρός θα ξημιρώσ’! Κράτ(η)σε στην παραπάνω φράση, σημαίνει σταμάτησε η βροχή. Έβαλα νιρό ιψές στου βαρέλι αλλά δεν κρατάει. Σταλαματιά δεν έμ΄κι5. Σ’ αυτή την περίπτωση, με το «κρατάει» εννοεί πως είναι γερό ένα δοχείο και διατηρεί το υγρό του περιεχόμενο. - Καλή γίν’κι η κ’λούρα6; - Μωρέ καλή είνι αλλά μ’ φαίνιτι πως κρατάει λιγάκι. Δεν ήταν καλά καμέν’ η γουνιά7! Κρατάει: Έχει την έννοια του: είναι ελαφρώς άψητη Άμα σ’ κρατάει,(ή σ’ βαστάει) έλα σ(ι)μότιρα8 να λουγαριαστούμε! Η σημασία της λέξης στην παρούσα φράση είναι: Αν τολμάς! Ποιος τ’ν κράτ’σι στου χουρό; Ου αρραβουνιάρ’ς ή ου πιθιρός; Εννοεί κράτησε με το μαντίλι την κοπέλα, να σύρει το χορό.

1. Τώρα δα 2. πεταχτώ 3. φόρτωμα 4. Τα ζώα του σπιτιού 5. έμεινε 6. Καλαμποκίσιο ψωμί 7. Το τζάκι στο οποίο ψήθηκε. 8. Πιο κοντά Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


68

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Φέτου κράτ’σα όλη τ’ Σαρακουστή. Θα μιταλάβου9 του Μέγα Σάββα! Κράτησα = νήστεψα Αυτό του φιγγάρ’ κρατάει νιρό! Από τη θέση του νέου φεγγαριού και τον προσανατολισμό του (όταν δεν είναι στραμμένο προς τη Δύση), κρίνουν πως αυτή την περίοδο δεν θα βρέξει(θα κρατήσει το νερό το φεγγάρι)! Αυτά τα παπούτσια δεν κράτ’σαν ντιπ10! Ψευτουδ΄λειές! Τρύπ’σαν, βήκαν11 τα δάχτ’λα όξου, προυτού τα φορέσ’ του πιδί ούτι δέκα μέρις! Κράτ(η)σαν: Ήταν ανθεκτικά. Αλλιώς χρησιμοποιούν τη φράση: δε φτούρ’σαν! Πήγι να πει μια κουβέντα η μαύρ΄12 αλλά ου γιόκας τ’ς τ’ς τα’μασι τα στ’μόνια13! Τ (η)ς έμασε (μάζεψε) τα στ(η)μόνια: Η φράση σημαίνει πως την αποπήρε και δεν της επέτρεψε να εκφράσει την άποψή της. Άει φουρτούνα τ’! Δεν είνι μιγάλους αλλά τα μπ(η) ξι γλήγουρα! Τα έμπηξε: Σημαίνει πως έχασε τις δυνάμεις του και τη ζωτικότητά του. Έχει τρία πιδιά(αγόρια) κι γκορδώνιτι14. Μωρέ θα παρ’ τ’ς νύφις κι θα τ’ φέρουν τ’ σκούφια γύρα κι αυ’νού15. Θα τ (ου) φέρουν τη σκούφια γύρα: Σημαίνει πως θα τον παιδέψουν, δεν θα καλοπεράσει. Μάζιβι η καημέν’, σαν του όμπυου στου πουδάρ’, τα λιφτά να τα δώκει στ’ς θυγατέρις κι αυτές τα ‘καναν σκούφες κι πηρέτις. Σαν το όμπυο στο ποδάρι: Λίγο-λίγο, σαν το πύον σε πληγή του ποδιού. Σκούφες και «υπηρέτες»(;): Φράση περίεργη, που σημαίνει πως τα ξόδεψαν σε άχρηστα και ανούσια πράγματα. Υπάρχει περίπτωση η δεύτερη λέξη να είναι παραφθορά κάποιας άλλης(;) (ίσως της λέξης «μπερέδες» και σημαίνει περιττές πολυτέλειες). 9. κοινωνήσω 10. καθόλου 11. βγήκαν 12. Η καημένη 13. Στημόνι, κλωστή για την ύφανση. 14. Κορδώνεται, καμαρώνει 15. Αυτουνού, αυτού Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Κ'κια τρώει κ'κια μαρτ'ράει

69

Τι μου’ρθι κι μένα να τ’ που για τα λιφτά; Γίν’κι όρ’ κι βνι δε σιάζουνταν μι τίπουτα! Όρ(ος) και β(ου)νί: δηλώνει τον οργισμένο, τον θυμωμένο. Σιάζομαι από το (ισιάζομαι;): Ηρεμώ, συμβιβάζομαι. Σιάσι λίγου τα μαλλάκια σ’, κουπελούλα16, μ’ μη σι δουν τσιούρλα οι συμπιθέρ’! Σιάσε(προστ.): Τακτοποίησε, φτιάξε. Τσιούρλα: Αναμαλλιασμένη. - Τ’σιάσαμαν τ’ν προυξινιά τ’ς Νίτσα μι του Γιώργου. Τ’ς τάξαμαν, μι τα στέφανα, να τ’ς μιτρήσουμι τριάντα κουμμάτια λίρις. Χάλιψι17 κι τ’ μόσκα ου σ’μπέθιρους. Ιμείς λέμαν να τ’ς δώκουμι μόνο τ’ βιτούλα αλλά τι να κάνουμι; Θα τ’ δώκουμι κι τ’ μόσκα, να φύγει του παλιουθήλ’κου18, να πιαστεί απ’ αντρός χέρια19… Σιάσαμαν: Συμφωνήσαμε Μόσκα (με παχύ το σίγμα):Θηλυκό μοσχαράκι. Βιτούλα: Νεαρή κατσίκα περίπου ενός χρόνου, που δεν έχει γεννήσει ακόμα. Έλιγα να πάμι μι τουν Κώστα στου παζάρ’. Αλλά απού προυχτές έπιακι τουν ανάπουτου χουρό, δε θέλει να πάει π’θινά20! Έπιασε τον ανάποδο χορό: Κάνει πεισματικά το αντίθετο από το προσδοκώμενο. Τι φκιάν’ μουρέ ου Θεόβρετος, π’ να μη σώσ’. Τ’ μ’σόκοψι τ’ γ’ναίκα μι τόσα π’ τ’ς φόρτουσι! Θεόβρετος (αυτός που θα το βρει από το Θεό;): Πρόκειται για προσφώνηση αγανάκτησης , αναφερόμενη σε άνθρωπο που φέρεται άσχημα ή βίαια. Να μη σώσει: Είναι κατάρα. Να μη φτάσει κάπου. (να πεθάνει)! Μ(ε)σόκοψε: Της έκοψε τη μέση. Εκειό του πιδί σακατεύτ΄κι. Πήδ’σι τουν όχτου, παρασκάλ’σι του πουδάρ’, ξιζιούλ’σι κι τα χέρια τ’. 16. Κοπέλα. υποκοριστικό κοπελούλα. 17. ζήτησε 18. Παλιοθήλυκο: όχι με την ηθικά απαξίωση του κοριτσιού αλλά με την έννοια του καημένου. 19. Η ευχή και ο πόθος των συγγενών για τα «αδύναμα μέρη» που θεωρούνταν τα κορίτσια ήταν να βρουν έναν άντρα να «πιαστούν» 20. πουθενά Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


70

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Παρασκάλ(η)σε: Στραμπούληξε Ξεζιούλ(η)σε: Έγδαρε. Μωρέ έκανι ένα πέσ’μου21 μες στ’ αυλάκι, τα ‘μασι τα μούτρα τ’, χόχλαξαν τα αίματα! Τα ‘μασε (μάζεψε) τα μούτρα = Έπεσε και χτύπησε με τη μούρη Χόχλαξαν τα αίματα = Παραστατική φράση δηλώνει την έντονη αιμορραγία των τραυμάτων. Τι νόμ’σι; Πώς δε θα καταλάβου τι έκαμι; Αμ, δε μ’ πιρνάν τσάχαλα στα μάτια μ’ ακόμη. Δεν μου περνάν τσάχαλα (σκουπιδάκια) στα μάτια: Βλέπω και αντιλαμβάνομαι, σαφώς, αυτά που συμβαίνουν (δεν ξεγιελιέμαι!). Μωρέ σαν τ’ γλύτουσε μι τόσα, κουρέματα κι ψαλίδια. Σκιάχτ’κα μην πληρώσ’ πιρισσότιρα. Κουρέματα και ψαλίδια. Η φράση χρησιμοποιείται με ανακούφιση, όταν κάτι δεν είναι όσο σοβαρό περίμενε κανείς αρχικά (μικροπράγματα, δηλαδή)! - Τι έκανι; Πείσμουσι η συμπιθέρα, π’ δεν πήγα να τ’ βουηθήσου; Σώπα! Κι ιγώ δεν έχου που να χύσου τ’ στάχτ’! Δεν έχω πού να χύσω τη στάχτ(η): Ειρωνική φράση, η οποία σημαίνει πως μου είναι αδιάφορη η αντίδραση κάποιου, δεν μου δημιουργεί πρόβλημα.. Μόλις άκ’σι για του γάμου, πιάστον και δέστον. Δεν ήθιλι μι τίπουτα να τ΄δώκουν σ’ αυτό του σόι τ’ν κουπέλα. «Πιάστον και δέστον» Δείχνει έξαλλο άνθρωπο, που πρέπει να τον πιάσεις και να τον δέσεις για να μην κάνει καμιά τρέλα. - Τι λέταν (λέγατε) τόσις ώρις μι τ’ Λέν’ στ’ βρύσ’; - Λέμαν πώς δε λέμαν! Τρεις αρμάθις σκόρδα κι δυο κρεμμύδια! «Τρεις αρμάθες σκόρδα και δυο κρεμμύδια» Είναι φράση που δηλώνει πως τα λεγόμενα ήταν αδιάφορα και χωρίς ιδιαίτερη σημασία. - Δε μπουρού22 μάνα να πάου για νιρό! Μι πουνάει του δόντ’. 21. Πέσιμο(πτώση) 22. μπορώ Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Κ'κια τρώει κ'κια μαρτ'ράει

71

- Κ’τσαίν’ του γουμάρ’ απ’ τ’ αυτί πιδί μ’; Άει σιούκ23 κι θάμπουσι όξου, δε θα βλέπ’ς να πας σε λιγάκι. Κ(ου)τσαίν(ει) το γομάρ(ι) απ΄ (ό) τ (ο) αυτί: Λέγεται, όταν αυτό που προβάλλεται ως δικαιολογία, για να αποφύγει κανείς να κάνει κάτι, δεν επηρεάζει καθόλου την εκτέλεση της πράξης… - Εκειό του μαξούμ’24 κράταγι τ’ φέτα κι τα χειράκια τ’ ήταν καταλερουμένα. - Αλιά π’ τα εξετάζ(ου)ν! Δεν παθαίν’ν τίπουτα, δεν τα βλέπ’ς; μια χαρά τα’νι όλα, τρουμπουκένια26! Αλιά (Αλίμονο) που τα εξετάζουν(τα ψάχνουν): Η φράση δείχνει πως αυτός στον οποίο αναφέρονται δεν είναι καθόλου σχολαστικός, δεν δίνει σημασία σε λεπτομέρειες και αφήνει στην τύχη τους πολλά πράγματα. Τι τράβ’σι κι αυτήν η έρμ’, μη συζητάς. Δεν τ’ς έφτανι π’ν’ αλλουμάναγαν, απού τότε π’ παντρεύ’κι, τα πιθιρκά κι ου άντρας τ’ς, τώρα μιγάλουσαν κι εκειά τα σιρκά27 κι τ’ς μπήκαν απ’ του κιφάλι! Αλλουμανάω: Ως αμετάβατο(χωρίς αντικείμενο) σημαίνει παιδεύομαι. Ως μεταβατικό (με αντικείμενο) σημαίνει παιδεύω, βασανίζω, καταπιέζω αλλά και χτυπάω κάποιον. Τ(η)ς μπήκαν απ(ό) το κεφάλι. Δεν την υπολογίζουν, φέρονται άσχημα, ίσως την δέρνουν. Έφ’γι κι ου Μήτσιους για τ’ Γερμανία. Εύρε γύρευε τώρα πότι θα ματάρθ’! Εύρε γύρευε = Ψάξε να βρεις - Τι να ιδείς τι καλά τα πααίν’28 η Νίτσα μι τ’ν καινούρια τ’ν κουμπάρα τ’ς. Όλη μέρα μαζί τ’ς είνι! - Σώωπα! Βρήκι η φακή τ’ αγγειό τ’ς. Θα τ’ς πιάσ’ ολ’νούς29 του στοματάκι τ’ς τώρα! Βρήκε η φακή το αγγειό της: Βρήκε κάποιος το ταίρι του σε κάτι. Μέχρι να πάει σπίτι τ’ς, τα μοίρασι στ’ στράτα! Πάρτι διαόλοι βάϊα! Δεν ξέρ’ να κάμ’ κουμάντου αλότελα! 23. σήκω 24. Μικρό παιδάκι 25. Ψωμάκι με επάλειψη 26. Με παχουλά αφράτα μάγουλα 27. Αρσενικά παιδιά 28. πηγαίνει 29. Ολουνούς-όλους Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


72

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Πάρτε διαόλοι βά(γ)ια: Μοιράζω άκριτα σε όλους, χωρίς να νοιάζομαι να κρατήσω κάτι. - Για πού μ’ σταφνίζισι; Είσι για το έβγα-ιδές σήμερα; Σταφνίζομαι: Ετοιμάζομαι, στολίζομαι. Έβγα-ιδές: Έξοδος κατά την οποία θέλουμε να κάνουμε έντονη την παρουσία μας. - Άργησι να γυρίσ’ η Αγγέλου. Δεν πααίν’ς ισύ μουρ’ Μαρίκα μ’ στ’ βρύσ’ για νιράκι; Σου ‘πεσε η κοντή, καλ’μέρα σ’! Σου έπεσε η κοντή: Η φράση σημαίνει πως σου έλαχε ο κλήρος για κάποια δουλειά. Προέρχεται από τον τρόπο με τον οποίο επέλεγαν έναν ανάμεσα σε κάποιους υποψηφίους για μια δουλειά, την οποία κανείς δεν ήθελε να κάνει. Κάποιος, που δε συμμετείχε στην κλήρωση, έπαιρνε βεργούλες όσες και οι υποψήφιοι, ίσου μήκους μεταξύ τους, εκτός από μία που το έκοβε πιο κοντή. Τις κρατούσε στην κλειστή χούφτα του και προεξείχαν από αυτή σε ίσο μήκος όλες. Τραβούσαν όλοι μια βεργούλα και αναλάμβανε να κάνει την «αγγαρεία» αυτός, στον οποίο έπεφτε η πιο κοντή! Καλ(η)μέρα σου: Συνοδευτικό φράσεων, που απευθύνονταν σε ανθρώπους, τους οποίους ήθελαν να καλοπιάσουν ή να τους μιλήσουν χαϊδευτικά. - Κάτσι να ξιπλύνου τ’ν τσιανάκα30 πο’ φαες31, να σ’ βάλου λίγου ξ’νόγαλου να του πάρ’ς σπίτ’ σ’. - Δεν τ’ς χρειάζιτι ξέπλυμα. Παπά γομάρ’, παπά χουράφ’. Βάλι μ’ μια στάλα, να φύγου. Παπά γομάρ(ι), παπά χωράφ(ι): Σημαίνει πως κάτι ανήκει στον ίδιο που θα το χρησιμοποιήσει, άρα δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. - Τού ειδις του μ’κρό τ’ς Θυμία; Ίδιους ου πατέρας τ’. - Μωρέ κ’κί ήταν κι έσκασι! Κ(ου)κί ήταν κι έσκασε: Η φράση δηλώνει την καταπληκτική ομοιότητα παιδιού με κάποιον γονέα. - Καλά, εκειός ου πατέρας τ’ς δεν κατάλαβι τίπουτα; -Ποιο μουρέ! Εκειό32 του ζ’λάπ’33, κ΄κιά τρώει, κ’κιά μαρτράει! 30. Σκεύος βαθύτερο από πιάτο. 31. Που έφαγες 32. Εκείνο 33. Ζουλάπι= ζώο και μεταφορικά άνθρωπος κουτός Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Κ'κια τρώει κ'κια μαρτ'ράει

73

Κ(ου)κιά τρώει, κ(ου)κιά μαρτ(υ)ράει = αντιλαμβάνεται μόνον αυτά που βλέπει μπροστά του και δεν πάει το μυαλό του παραπέρα. Άει του χαμένου34, ξέχασι τι τού ειπα να μ’ φέρ’. Μέχρι να ματαπάει τώρα άλλος στα Γιάννενα, να του βρει, ουουι! ψ’χή βαθειά! Ψ(υ)χή βαθειά! Επιφωνηματική φράση, που σημαίνει να έχει κανείς υπομονή και μακροζωία περιμένοντας κάτι, που-αν επιτευχθεί ποτέ- θα αργήσει να επιτευχθεί! - Ου Γιώργους τσακώθ’κι μι του μπατζανάκη τ’! - Γιατί; Τι μέραζαν35 πάλι; - Ωχ, καημένε, για τ’ς χώρας τα γελάδια, ξέρου γω τι έχουν κι φαώνουντι! Τ (η)ς χώρας τα γελάδια: Για λόγο άγνωστο, ίσως και καθόλου σοβαρό. Φα(γ)ώνονται: Μαλώνουν άγρια. Μωρέ, μόλις είδα του Γιάν’ να’ρχιτι φουρτσάτος, αξημέρουτα, μ’ έκαψαν τα σ’μάδια. Φορτσάτος: Πολύ βιαστικός Μ(ε) έκαψαν τα σ(η)μάδια: από αυτό που είδα, έβγαλα το συμπέρασμα πως κάτι κακό συνέβη. - Τ’ν ήταν φούρκα π’ δεν τ’ς τού ειπι κι το μαθι απ’ αλλού. - Γιατί; Θα τ’ς έπαιρνε του χέρ’, να τ’ν έχει πόρτα για του χ(ει)μώνα; Φούρκα: Πάρα πολύ θυμωμένη (-ος) Παίρνω το χέρι κάποιου: Παίρνω τη γνώμη του για κάποιο θέμα μου. Τον έχω πόρτα για το χειμώνα: Ειρωνική φράση για κάποιον, του οποίου η βοήθεια ή η προστασία δεν είναι αναγκαία. - Είνι παραγκολίσια36 μουρ’ μάνα, δεν τ’ν αντέχου άλλου! - Σώπα, μουρέ πιδάκι μ’ κι συ! Μην τα βάν’ς μύτ’ μι μύτ’ κι τσακώνιστι όλ’ μέρα. Πιθιρά είνι , θα πει κι μια κουβέντα! Τα βάζει μύτ(η) με μύτ(η): Δίνει σημασία και στην παραμικρή κουβέντα, δεν αφήνει αναπάντητο τίποτα. Το ίδιο περίπου σημαίνει και η φράση: τα παίρν(ει)ς από κοντά!

34. χαζό 35. μοίραζαν 36. Ιδιότροπη Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


74

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

- Τουν είδα του προυί π’ έκουβι σκόπια37 αλλά μιτά έμαθα ότ’ πιρίμινι του γιατρό για του πιδί! Κόβει σκόπια: Είναι πολύ ανήσυχος. Άγριψι η Κουστάντου αν’ξι του στόμα τ’ς κι τουν πέρασι άβρεχο απ’ του Μέγα38! Μωρέ τού ειπι όσα σέρν’ η σκούπα! Άγρεψε(Αγρεύω) = αγριεύω Όσα σέρνει η σκούπα: Τον έβρισε, του τα είπε έξω από τα δόντια, τον πέρασε γεννεές δεκατέσσερις. Ήταν μερικά από τα μαργαριτάρια που αλίευσα και σ’ αυτή μου την καταδυτική προσπάθεια. Είναι πολλά ακόμη στο βυθό! Ελπίζω να μην πάψουμε να «βουτάμε» όσο και όσοι, ακόμα, μπορούμε!

* Η Λαμπρινή Αρ. Στάμου είναι φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση

37. Ξύλα, που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως μπαστούνια. 38. Μέγα λένε οι ντόπιοι τον Άραχθο Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΙΣΤΟΡΙΚΑ Απόστολος Μπουρνάκας*

Ο θρύλος του Κοσμά του Αιτωλού στα χωριά των Τζουμέρκων και οι εσχατολογικές δοξασίες των κατοίκων "Διατί να μην ηξεύρετε γράμματα; να μάθετε ποιον είναι το καλόν και ποιον είναι το κακόν; πρέπει να στερεώνετε σχολεία Ελληνικά για να φωτίζονται οι άνθρωποι˙ τα Ελληνικά φωτίζουν τον νουν καθώς φωτίζει ο ήλιος την γην και βλέπουν τα μάτια μακριά˙ έτσι βλέπει και ο νους τα μελλούμενα". Από την έβδομη διδαχή του Κοσμά του Αιτωλού Εισαγωγή ι πιο κοντινοί πρόγονοι των σημερινών κατοίκων στα χωριά των Τζουμέρκων είναι εκείνες οι γενεές που έζησαν σε αυτά τα χώματα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και άφησαν πίσω τους πολλαπλά ίχνη: τις εκκλησίες και τα μοναστήρια, τα δημοτικά τραγούδια, τα ήθη και τα έθιμα, τις λαϊκές παροιμίες και ακόμα τα εγκαταλειμμένα πλέον χωράφια που μαρτυρούν την εργατικότητα, τον μόχθο και την επιμέλεια εκείνων των ανθρώπων. Στον σημερινό παρατηρητή προκαλούν κατάπληξη τα απομεινάρια που δείχνουν πώς ολόκληρη η ορεινή και άγονη περιοχή των Τζουμέρκων είχε μετατραπεί σε καλλιεργήσιμο έδαφος, σε έναν απέραντο κήπο. Έμειναν όμως και ίχνη που φανερώνουν τον ψυχικό κόσμο των προπατόρων μας στα ταραγμένα εκείνα χρόνια. Αυτά είναι οι εσχατολογικές δοξασίες, όπως διαμορφώθηκαν με τα κηρύγματα και τις προφητείες του Κοσμά του Αιτωλού. Η μορφή του Πατροκοσμά έγινε θρύλος και άφησε ανεξίτηλα ίχνη στις ψυχές των κατοίκων. Οι προφητείες του μεταδίδονταν από γενεά σε γενεά μέχρι τα μέσα περίπου του 20ού αιώνα. Η προσέγγιση των ψυχών των προγόνων μας μέσα από τις προφητείες του Πατροκοσμά είναι το θέμα της παρούσας εργασίας. Αυτό αναπτύσσεται σε τέσσερα στάδια. Στο πρώτο γίνεται μια σύντομη ιστορική ενημέρωση. Στο δεύτερο καταγράφονται οι προφητείες του Πατροκοσμά, όσες διέσωσε η προφορική παράδοση στα χωριά των Τζουμέρκων (και όσες βέβαια κατόρθωσα να συγκεντρώσω). Στο τρίτο, για να γίνει κατανοητό το νόημα των προφητειών, συσχετίζεται το φαινόμενο της προφητείας με άλλες συγγενείς έννοιες: με τη μαντική, με την εσχατολογία, με την αποκαλυπτική, με τη μελλοντολογία. Αυτή η συσχέτιση ή σύγκριση είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για την κατανόηση των προφητειών.

Ο

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


76

Απόστολος Μπουρνάκας

Στο τέταρτο, για να ρίξουμε περισσότερο φως στο "αντικείμενο" της εργασίας, γίνεται σύγκριση των εσχατολογικών αντιλήψεων εκείνης της εποχής με τις σημερινές (Δ1) και καθορίζεται ακριβέστερα η θέση των προφητειών του Κοσμά στη ζωή των προπατόρων μας (Δ2). Κεφάλαιο Α΄ Ιστορική ενημέρωση: στοιχεία για τη ζωή, το έργο και την εποχή του Κοσμά του Αιτωλού. Ο Πατροκοσμάς (με αυτό το όνομα έμεινε στη λαϊκή παράδοση) γεννήθηκε το 1714 στο χωριό Μεγάλο Δένδρο της Αιτωλίας˙ έμαθε τα πρώτα γράμματα στα σχολεία της πατρίδας του και κατέληξε στην περίφημη Αθωνιάδα σχολή στο Άγιο Όρος και από εκεί πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνωρίστηκε με τον Βορειοηπειρώτη Πατριάρχη Σεραφείμ Β΄. Τέλος, αποφάσισε να γίνει ιεραπόστολος, φωτιστής των υποδούλων κατοίκων του Ελλαδικού χώρου, και γι’ αυτό άρχισε μακρινές περιοδείες, που διήρκησαν 20 χρόνια περίπου. Η πρώτη περιοδεία από το 1759 έως το 1762, η δεύτερη από το 1763 έως το 1773, η τρίτη από το 1774 έως το 1777 και η τέταρτη από το 1777 έως το 1779. Επισκέφθηκε τα μέρη της Θεσσαλίας, της δυτικής Μακεδονίας, τα ορεινά χωριά της Πίνδου, την Ήπειρο, την περιοχή του Βάλτου και του Ξηρομέρου, τη Βόρειο Ήπειρο. Πέρασε από τα ορεινά βλαχοχώρια της Πίνδου και από την περιοχή των Τζουμέρκων. Αυτό το αποδεικνύει ο ζωντανός θρύλος του Πατροκοσμά στους κατοίκους της περιοχής και οι προφητείες του που μεταδίδονταν από γενεά σε γενεά. Στην Κυψέλη Άρτας υπάρχει ένα παρεκκλήσι δίπλα από το σημείο όπου κήρυξε ο Πατροκοσμάς. Επειδή τα κηρύγματά του θεωρούνταν ριζοσπαστικά και επικίνδυνα για το κατεστημένο εκείνης της εποχής, δεν του επέτρεπαν να μπαίνει μέσα στις πόλεις. Οι κάτοικοι της υπαίθρου, πανταχόθεν εγκαταλελειμμένοι, ζούσαν μέσα στην αμάθεια, στη φτώχεια και την εξαθλίωση˙ ήταν αντικείμενα εκμετάλλευσης και αβάσταχτης φορολογίας, τόσο από την πλευρά των Τούρκων όσο και από την πλευρά των ντόπιων κοτζαμπάσηδων. Πλήρωναν εξουθενωτικούς φόρους: τη δεκάτη, το χαράτσι, τον τελωνειακό φόρο, φόρο για τα άρρενα τέκνα, το προβατονόμιο, το εδαφονόμιο, φόρους για την οδοφυλακή, για επισκευές φρουρίων και συντήρησης των ξένων στρατευμάτων (όπως γινόταν στην Κατοχή, 1941-1944) και πολλούς άλλους έκτακτους. Σε αυτά τα απολωλότα πρόβατα απευθυνόταν ο Πατροκοσμάς. Οι διδαχές γίνονταν στην απλή δημοτική γλώσσα και πάντοτε στην ύπαιθρο. Έδινε διάφορες συμβουλές, προέτρεπε τους κατοίκους να ιδρύουν σχολεία και να μαΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο θρύλος του Κοσμά Αιτωλού

77

θαίνουν τα παιδιά γράμματα, αναπτέρωνε το ηθικό τους, τους προετοίμαζε για τους πιθανούς κινδύνους που θα συναντούσαν και καλλιεργούσε την ελπίδα για το «ποθούμενο», την απελευθέρωση που θα έρθει μια μέρα. Ένας σοβαρός κίνδυνος εκείνη την εποχή ήταν ο εξισλαμισμός των κατοίκων. Για να ελαφρύνουν τη θέση τους από την αβάσταχτη φορολογία, πολλοί ασπάζονταν τον ισλαμισμό. Τα χρόνια εκείνα εξισλαμίστηκαν μαζικά οι κάτοικοι των διαφόρων περιοχών της Βαλκανικής: στη Βοσνία, στο Κοσσυφοπέδιο, στην Αλβανία, αλλά και σε πολλά μέρη του Ελλαδικού χώρου (περιοχή Τσαμουριάς). Ο ίδιος δεν έγραψε τίποτε: τις οκτώ διδαχές που διασώθηκαν κατέγραψαν οι ακροατές του και τις προφητείες του διέσωσε η προφορική παράδοση. Ο Πατροκοσμάς θανατώθηκε στις 24 Αυγούστου του 1779 κοντά στο Μπεράτι της Αλβανίας. Επικράτησε η φήμη πως οι Εβραίοι τον συκοφάντησαν στους Τούρκους. Τα ιστορικά στοιχεία όμως έρχονται σε αντίθεση με αυτή τη φήμη. Οι Εβραίοι ήταν ασήμαντη μειονότητα μέσα στις πόλεις και δεν είχαν δύναμη και επιρροή. Ο Πατροκοσμάς στα κηρύγματά του δεν προπαγάνδιζε αντισημιτισμό, επομένως οι Εβραίοι δεν είχαν λόγους να τον συκοφαντήσουν. Στα κηρύγματά του κατέκρινε την πολυτέλεια και την εκμετάλλευση των κατοίκων εκ μέρους του κατεστημένου της εποχής, των ντόπιων κοτζαμπάσηδων και των Τούρκων κατακτητών. Άρα αυτοί είχαν λόγους για να τον εξοντώσουν και οι Εβραίοι χρησιμοποιήθηκαν σαν άλλοθι, σαν αποδιοπομπαίος τράγος, όπως σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Ο Πατροκοσμάς τιμήθηκε ως Άγιος από τους Έλληνες, τους Αλβανούς, τους Βλάχους και τους Τούρκους και ο θρύλος του παρέμεινε ζωντανός και στα μεταγενέστερα χρόνια. Ήταν ο φωτισμένος δάσκαλος του Γένους. Από το ίδιο χωριό του Πατροκοσμά κατάγεται και ένας άλλος μεγάλος δάσκαλος του Γένους, ο Ευγένιος Γιαννούλης (1597-1682), ο οποίος ίδρυσε διάφορα σχολεία στην περιοχή της Δυτικής Ρούμελης, μεταξύ των οποίων και το περίφημο «Ελληνομουσείο των Αγράφων» στα Βραγκιανά. Κεφάλαιο Β΄ Οι προφητείες του Πατροκοσμά και οι εσχατολογικές δοξασίες των κατοίκων. Οι προφητείες του Πατροκοσμά ήταν ζωντανές στα χωριά των Τζουμέρκων μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Λειτουργούσαν σαν πυξίδα προσανατολισμού, ήταν το φωτεινό πλαίσιο που έριχνε φως στα γεγονότα της εποχής και στα μελλούμενα˙ το πνευματικό καταφύγιο, το βάλσαμο, η παρηγοριά, το αποκούμπι των απλοϊκών ανθρώπων. Όλες οι κρίσιμες καταστάσεις ερμηνεύονταν με τη βοήθεια των προφητειών του Πατροκοσμά. Γι’ αυτό και η προφορική παράδοΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


78

Απόστολος Μπουρνάκας

ση διέσωσε πολλές από αυτές. Οι προφητείες αναφέρονται σε τόπους και πρόσωπα, σε γεγονότα και καταστάσεις εκείνης της εποχής και ανταποκρίνονται στις διαθέσεις, στα «όνειρα» και στους προβληματισμούς εκείνων των ψυχών. Οι κυριότερες συλλογές των προφητειών του Πατροκοσμά είναι: • Οι 62 προφητείες που κατέγραψε ο δάσκαλος Γ. Καλυβόπουλος και δημοσιεύτηκαν το 1936 στο περιοδικό «Βόρεια Ήπειρος». • Οι 72 προφητείες που βρέθηκαν σε αλβανικό χειρόγραφο τον χειμώνα του 1941 στο χωριό Προγονάτι της Λιαπουργιάς˙ μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν το 1965 στο περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία». • Οι 122 προφητείες που περιέχονται στο βιβλίο του αείμνηστου μητροπολίτη Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη «Κοσμάς ο Αιτωλός». • Η πληρέστερη συλλογή προφητειών είναι αυτή που περιέχεται στο βιβλίο του Χρήστου Ευαγγέλου «Κοσμάς ο Αιτωλός» (Αθήνα 2010). Στην παρούσα εργασία καταγράφονται οι προφητείες που διέσωσε η προφορική παράδοση στα χωριά των Τζουμέρκων (όσες από αυτές κατόρθωσα να συγκεντρώσω): 1. Οι Τούρκοι θα γυρίσουν πίσω στην Κόκκινη Μηλιά (στο Ικόνιο της Μ. Ασίας. Εκεί είχαν πρωτοϊδρύσει οι Τούρκοι κράτος). 2. Το ποθούμενο θα έρθει όταν φτάσει στα ελληνικά νερά το χιλιάρμενο (πολλά καράβια). Ίσως προφητεύει τη ναυμαχία του Ναβαρίνου (το 1827). 3. Θα έρθουν δυο καλοκαίρια και δυο Πασχαλιές αντάμα (σημεία που προοιωνίζονται κρίσιμες καταστάσεις). 4. Στην Αυλώνα θα πέσει το μεγάλο τόπι (οβίδα, δηλαδή θα γίνει μεγάλος χαλασμός). 5. Να παρακαλείτε να λύσουν τα ζητήματα με την πένα (με ειρηνικές διαδικασίες). 6. Ο χαλασμός θα κρατήσει ή τρεις μέρες ή τρεις μήνες ή τρία χρόνια. 7. Ό,τι σας ζητήσουν να το δώσετε για να γλιτώσετε τα κεφάλια σας. 8. Θα έρθει καιρός που οι άνθρωποι θα ντύνονται με κληματσίδες. 9. Η αφορμή του χαλασμού θα έρθει από τη Δαλματία (Δαλματία ονομάζονταν οι περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας προς την Αδριατική θάλασσα. Εκεί στο Σεράγεβο της Βοσνίας δολοφονήθηκε τον Αύγουστο του 1914 ο διάδοχος του Αυστριακού θρόνου και το γεγονός αυτό αποτέλεσε την αφορμή για τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918). 10. Πολλοί θα χαθούν από την πείνα. 11. Θα έρθει καιρός που θα λέτε: βγάτε εσείς οι πεθαμέν’ για να μπούμε εμείς οι ζωντανοί. 12. Θα έρθει καιρός που θα βλέπετε τρεις και τέσσερις φαμίλιες να κατοικούν σε ένα σπίτι (οι πολυκατοικίες). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο θρύλος του Κοσμά Αιτωλού

79

13. Από τα Τζουμέρκα θα πάρετε σπορά. 14. Με άλλους θα νυχτώσετε και με άλλους θα ξημερώσετε. 15. Μεγάλες συμφορές θα βρουν αυτούς που κατοικούν στα σταυροδρόμια. 16. Όλος ο τόπος θα δεθεί με ένα σύρμα (εννοούνται τα τεχνολογικά μέσα επικοινωνίας). 17. Στον ουρανό θα πετάνε κουνούπια με σιδερένια μύτη και θα βγάζουν φωτιές (τα πολεμικά αεροπλάνα). 18. Οι άνθρωποι θα πετάνε στον ουρανό σαν τα μαυροπούλια. 19. Θα δείτε αμάξι χωρίς άλογα να τρέχει στον κάμπο γρηγορότερα από τον λαγό (τα αυτοκίνητα). 20. Θα γίνει ένα χαρτοβασίλειο (ίσως εννοεί την υπέρογκη ανάπτυξη της γραφειοκρατίας). 21. Ο Αλή Πασάς θα πάει στην πόλη με κόκκινα γένια. 22. Θα έρθει καιρός που θα κυβερνάν τα άλαλα και τα μπάλαλα (οι άσχετοι, οι αχρείοι, οι διεφθαρμένοι). 23. Θα έρθει καιρός που οι Ρωμιοί θα τρώγονται μεταξύ τους. 24. Καλότυχοι εσείς εδώ πάνω στα βουνά. 25. Να παρακαλείτε να γίνει ο χαλασμός (ο πόλεμος) μέρα και όχι νύχτα, καλοκαίρι και όχι χειμώνα. 26. Θα έρθει καιρός που θα βάλουν φόρους στις κότες και στα παράθυρα (θα φορολογήσουν τον ήλιο και τον αέρα). 27. Αγναντεύοντας ο Κοσμάς ο Αιτωλός τα Τζουμέρκα είπε: "ευλογημένα όρατα (απρόσιτα και απόκρημνα μέρη), πόσες ψυχές θα σώσετε!" 28. Θα έρθει καιρός που μια γυναίκα θα κυνηγάει με τη ρόκα της δέκα Τούρκους. 29. Θα έρθει καιρός που οι πλούσιοι θα φτωχύνουν και οι φτωχοί θα πεθάνουν από την πείνα. 30. Θα περάσει από εδώ ένα βρομερό ασκέρι. 31. Εσείς θα πάτε να κατοικήσετε αλλού και άλλοι θα έρθουν να κατοικήσουν εδώ. Στα χωριά των Τζουμέρκων κυκλοφορούσαν και οι προφητείες του Αγαθάγγελου. Ο Αγαθάγγελος ήταν ένα χειρόγραφο φυλλάδιο που έγραψε το 1750 ο Θεόκλητος Πολυειδής (1700-1754). Περιείχε διαφόρους χρησμούς και προφητείες και είχε ως σκοπό να αναπτερώσει το ηθικό και την ελπίδα των υπόδουλων Ελλήνων. Προφήτευε πως μια μεγάλη δύναμη, το ξανθό γένος του Βορρά, θα βοηθήσει τους Έλληνες να απελευθερωθούν. Αυτός ο πόθος είχε γίνει και τραγούδι: Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


80

Απόστολος Μπουρνάκας

Ακόμα τούτ’ την Άνοιξη ραγιάδες ραγιάδες, τούτο το καλοκαίρι, ώσπου να έρθει ο Μόσκοβας να φέρει το σεφέρι (στρατεύματα). Οι στίχοι αυτοί ακούγονταν και στα χρόνια της Κατοχής (1941-1944). Οι προφητείες του Πατροκοσμά εκφράζουν το άγχος, την ταραχή, την αβεβαιότητα των ανθρώπων εκείνης της εποχής, και καλλιεργούν την ελπίδα πως θα ανατείλουν καλύτερες μέρες. Δεν είναι μετέωρες, εκτός τόπου και χρόνου˙ έχουν τη ρίζα τους σε εκείνη τη δύσκολη και σκοτεινή εποχή. Οι αντιλήψεις για το παρόν και το μέλλον, οι εσχατολογικές δοξασίες των κατοίκων, είναι συνάρτηση του πνευματικού επιπέδου και των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών. Ο Πατροκοσμάς δεν ήταν μάντης. Απελευθερωμένος από τα γήινα, έβλεπε πιο καθαρά τα παρόντα και τα μελλούμενα, μέσα βέβαια στα πλαίσια (στον εσχατολογικό ορίζοντα) της εποχής του. Τι σημαίνουν οι έννοιες μαντεία, προφητεία, εσχατολογία; Αυτό το θέμα θα εξετάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο. Κεφάλαιο Γ΄ Το ευρύτερο ερμηνευτικό πλαίσιο. Για την κατανόηση των προφητειών είναι αναγκαία η συσχέτιση της έννοιας «προφητεία» με άλλες συγγενείς έννοιες: με τη μαντική, με την εσχατολογία, με την αποκαλυπτική, με τη μελλοντολογία. Η μαντική, γνωστή από την εποχή του Ομήρου (στην Ιλιάδα αναφέρεται ο μάντης Κάλχας), επιδιώκει με διάφορα μέσα να δώσει πληροφορίες για μελλοντικά γεγονότα. Η ίδια προσπάθεια συνεχίζεται και σήμερα με διαφόρους τρόπους. Η «προφητεία» δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη μαντική. Σε αυτή την ταύτιση μας παρασέρνουν οι λέξεις. Η λέξη προφήτης παράγεται από το προ-φημι (=προ-λέγω) και άρα προφήτης είναι αυτός που προλέγει τα μελλούμενα. Οι προφήτες δεν είναι μάντεις. Οι γνήσιοι προφήτες δεν περιορίζονται μόνο στο χώρο της θρησκείας. Οι μεγάλοι στοχαστές και οι μεγάλοι συγγραφείς είναι και προφήτες με μια γενικότερη σημασία. Παραδείγματα: Ο Τοκβίλ (1805-1859) προέβλεψε τον ερχομό της μαζοποιημένης κοινωνίας, ο Μπωντλαίρ (1821-1867) προέβλεψε την αμερικανοποίηση της ζωής, ο Μαρξ (1818-1883) προέβλεψε την όξυνση των αντιθέσεων στη βιομηχανική κοινωνία, ο Νίτσε (1844-1900) τον ερχομό του μηδενισμού, ο Τόμας Μαν (1875-1955) το ενδεχόμενο μετάπτωσης του πολιτισμού σε πρωτόγονη βαρβαρότητα, ο Ανατόλ Φρανς (1844-1924) τα αρνητικά συμπτώματα της εποχής μας. Οι προφήτες έχουν ανεπτυγμένη κοινωνική συνείδηση, ενδιαφέρονται για Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο θρύλος του Κοσμά Αιτωλού

81

την κατάσταση της εποχής τους και συμπάσχουν με τους συνανθρώπους τους˙ ασκούν κοινωνική κριτική, αποκαλύπτουν δηλαδή το πραγματικό πρόσωπο της κοινωνίας και με βάση αυτές τις αναλύσεις «διαβάζουν» τα σημεία των καιρών και καταλήγουν σε ορισμένα συμπεράσματα για το μέλλον. Οι γνήσιοι προφήτες παρουσιάζουν το μέλλον με δυο μορφές: με τη φοβερή του όψη σαν κρίση, σαν χαλασμό, σαν συντέλεια, σαν καταστροφή του κόσμου, και με την ευχάριστη όψη: σαν απελευθέρωση από τα βάσανα, σαν εποχή παγκόσμιας συμφιλίωσης και ειρήνης. Οι δυο αυτές μορφές είναι δυο δυνατότητες που εξαρτώνται από τις ανθρώπινες πράξεις. Μεγάλη σύγχυση προκάλεσε και προκαλεί η διάκριση των φαινομένων σε φυσικά και υπερφυσικά. Όλα τα φαινόμενα και όλα τα πνευματικά χαρίσματα είναι ταυτόχρονα φυσικά και υπερφυσικά. Χωρίς την «άνωθεν» επέμβαση δεν κινείται τίποτε στον κόσμο. Το μέλλον δεν είναι παντελώς άγνωστο. Υπάρχουν ψυχικές καταστάσεις, ο φόβος, η ελπίδα, το άγχος, η προσμονή, η προαίσθηση, που διεισδύουν και φανερώνουν διάφορες όψεις του μέλλοντος. Έπειτα η «ανάγνωση» των σημείων των καιρών, η ερμηνεία των φαινομένων του παρόντος (και ακριβώς εδώ έγκειται η ικανότητα των προφητών) ανοίγει τη θέα προς το μέλλον. Παρελθόν, παρόν και μέλλον συνδέονται οργανικά μεταξύ τους. Το σύνολο των αντιλήψεων και δοξασιών για το μέλλον ονομάζεται εσχατολογία και αποτελεί συστατικό στοιχείο όλων των μεγάλων θρησκειών. Αλλά και τα έργα των μεγάλων στοχαστών περιέχουν στοιχεία εσχατολογίας. Η εσχατολογία θέτει θεμελιώδη ερωτήματα: ποιος είναι ο τελικός, ο έσχατος σκοπός του κόσμου, της ιστορίας και της ζωής; Ποια είναι η τύχη της ψυχής μέσα σε αυτόν τον κόσμο και μετά θάνατον; Ποιο θα είναι το τέλος του κόσμου; (ερώτημα που θέτει και η σημερινή κοσμολογία). Η εσχατολογία ερμηνεύει τον κόσμο τελολογικά, δηλαδή από την άποψη του τελικού σκοπού, του εσχάτου νοήματος. Ο ανθρώπινος κόσμος είναι ατελειοποίητος˙ βρίσκεται σε μια συνεχή πορεία που μπορεί να καταλήξει στο παν ή στο τίποτε. Η εσχατολογική ερμηνεία χαρακτηρίζει την ταύτιση του ανθρώπινου κόσμου, όπως ακόμα είναι, με την τέλεια κατάσταση σαν τη μεγαλύτερη πλάνη. Η βάση, η πηγή των εσχατολογικών ερμηνειών του κόσμου είναι η εμπειρία του απόλυτου μέλλοντος. Αυτή είναι το έσχατο κριτήριο αξιολόγησης του παρελθόντος και του παρόντος. Χωρίς το φως που εγχέεται από εκεί ο κόσμος παραμένει σκοτεινός και ανεξήγητος και το μέλλον καλύπτεται από βαθύ σκοτάδι. Τότε οι σκέψεις και οι πράξεις περιορίζονται στα φαινόμενα του αλλοτριωμένου κόσμου, τα οποία θεωρούνται σαν τα μόνα αληθινά. Μια άλλη όψη της εσχατολογίας είναι η αποκαλυπτική. Παρουσιάζεται σε κρίσιμες εποχές και περιγράφει με ζωηρά χρώματα τις επερχόμενες καταστροφές, τη συντέλεια, το τέλος του Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


82

Απόστολος Μπουρνάκας

κόσμου, αλλά και την ανατολή μιας καινούργιας εποχής, ενός καινούργιου αιώνα. Οι εσχατολογικές δοξασίες, όπως όλα τα ανθρώπινα, υπόκεινται στη νομοτέλεια της αλλοτρίωσης και παρουσιάζονται παραμορφωμένες. Μια τέτοια παραμόρφωση είναι η μετάθεση της εσχατολογικής προσδοκίας από τη γη στον ουρανό, στη μεταθανάτια τύχη της ψυχής, οπότε ο παρών κόσμος αφήνεται στο έλεος των αδυσώπητων σκοτεινών δυνάμεων. Σε αυτή την περίπτωση η εσχατολογική εμπειρία, η διάκριση μεταξύ υπαρκτού και ιδεώδους, αλλοτριωμένου και αληθινού κόσμου παύει να ισχύει˙ έτσι η εσχατολογία γίνεται ακίνδυνη για το εκάστοτε κατεστημένο. Μια άλλη παραμόρφωση προέρχεται από την κατά γράμμα ερμηνεία των εσχατολογικών παραστάσεων, οπότε η εσχατολογία παίρνει τη μορφή της επιστημονικής φαντασίας. Με αυτές τις αλλοτριωμένες μορφές παρουσιάζεται και διδάσκεται η εσχατολογία. Η γλώσσα με την οποία εκφράζεται η εσχατολογική εμπειρία δεν είναι η ίδια με εκείνη που περιγράφει αισθητά αντικείμενα της καθημερινής ζωής. Επιδιώκει με συμβολισμούς, με μεταφορές, με εικόνες και παρομοιώσεις, να εκφράσει το «ανέκφραστο», αυτό που δεν είναι παρατηρήσιμο αντικείμενο. Παραμόρφωση της εσχατολογίας είναι ακόμα και η ταύτισή της με τη σημερινή μελλοντολογία. Η μελλοντολογία έχει εμπειρικό χαρακτήρα˙ ξεκινά από τη διερεύνηση των δεδομένων του παρόντος (π.χ. οι διακυμάνσεις των οικονομικών μεγεθών) και συνάγει συμπεράσματα για τη μελλοντική τους πορεία. Η μελλοντολογία θεωρεί το μέλλον σαν προέκταση του παρόντος και ανταποκρίνεται στο πνεύμα της σημερινής εποχής που αφήνει περιθώρια για ψευτομεταρρυθμίσεις και ανακατατάξεις, αλλά δεν επιτρέπει καμία ουσιαστική αλλαγή. Αντίθετα με την άποψη της μελλοντολογίας, η εσχατολογική εμπειρία πηγάζει από την αίσθηση της διαφοράς μεταξύ υπάρχοντος και αληθινού κόσμου. Ο αληθινός κόσμος είναι ριζικά διαφορετικός από τον παρόντα και η πραγματοποίησή του προϋποθέτει ρήγμα και όχι προέκταση του παρόντος. Πιστεύουμε πως οι προηγούμενες αναλύσεις ρίχνουν αρκετό φως για την κατανόηση των προφητειών του Πατροκοσμά. Ο εσχατολογικός ορίζοντας του Πατροκοσμά περιορίζεται από τις συνθήκες της εποχής του. Κανένας θνητός δεν μπορεί να ξεπεράσει αυτά τα όρια. Αυτή η εξάρτηση σημαίνει την ιστορικότητα των πάντων. Και οι προφήτες που γνωρίζουμε από την Παλαιά Διαθήκη υπόκεινται στην ίδια νομοτέλεια. Μια σύγκριση με τις σημερινές αντιλήψεις θα ρίξει ακόμα περισσότερο φως.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο θρύλος του Κοσμά Αιτωλού

83

Κεφάλαιο Δ1 Οι εσχατολογικές δοξασίες στη σημερινή εποχή. Από τα μέσα του 20ού αιώνα αρχίζει μια καινούργια εποχή, τόσο ριζοσπαστική, όπως ήταν η μετάβαση από τον παλιό (τον κυνηγητικό και ποιμενικό) τρόπο ζωής, στη γεωργική εποχή, στη μόνιμη εγκατάσταση. Συγκρίνεται ακόμα με τις αλλαγές που προκάλεσε η βιομηχανική εποχή. Το ανθρώπινο γένος μπαίνει σε μια άγνωστη περιπέτεια και κανένας δεν μπορεί να προβλέψει το απώτερο μέλλον. Ο κόσμος σιγά σιγά απογυμνώνεται από κάθε συμβολικό νόημα, όπως είχε προβλέψει ο Μαξ Βέμπερ (1864-1920), και η νοοτροπία αλλάζει˙ το ενδιαφέρον μετατίθεται εξ ολοκλήρου στον παρόντα κόσμο. Η τεχνολογική εποχή μεταμορφώνει τα πάντα: την ψυχοσύνθεση, τις αντιλήψεις για τον κόσμο και την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Η σκέψη γίνεται μονοδιάστατη˙ και κάθε ιδέα που υπερβαίνει αυτό το πλαίσιο απορρίπτεται χωρίς συζήτηση. Η καινούργια εποχή κόβει βαθμιαία τους δεσμούς με το παρελθόν και εμποδίζει την εμπειρία του μέλλοντος. Το πνεύμα απολιθώνεται και περιορίζεται στο παρόν. Οι καινούργιες συνθήκες δεν επιτρέπουν να φανταστούμε τον κόσμο με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που παρουσιάζουν οι απολιθωμένες πλέον επιστήμες και τα μέσα μαζικής πληροφόρησης. Βασικά ερωτήματα για το νόημα του κόσμου και της ζωής, για την έκβαση της ιστορικής πορείας δεν απασχολούν πλέον. Το ανθρώπινο πνεύμα καρφώνεται στη ρηχή επιφάνεια των πραγμάτων, στα άμεσα δεδομένα. Η εσχατολογία και η ουτοπιστική νοσταλγία αλλάζουν περιεχόμενο. Η εσχατολογική προσδοκία περιορίζεται στις εφευρέσεις και στα επιτεύγματα της τεχνολογίας, από τα οποία περιμένει τον ερχομό της χρυσής εποχής: τα ταξίδια στο Διάστημα, την αυτοματοποίηση της εργασίας, την παράταση του ορίου ζωής, την τεχνολογική διακυβέρνηση της κοινωνίας, την πλήρη υποταγή της φύσης. Η εξέλιξη, όμως, αναιρεί μία προς μία αυτές τις αυταπάτες. Μέσα σε αυτό το κλίμα ακούγονται και αντίθετες φωνές. Αναφαίνονται στοχαστές που βλέπουν με κριτικό βλέμμα τη σημερινή κατάσταση, «προφητεύουν» και περιγράφουν με αποκαλυπτικές εικόνες τα μελλούμενα. Πολλούς τέτοιους προφήτες μπορούμε να αναφέρουμε: τον Χάξλεϊ, τον Τόμας Μαν, τον Ο’ Νιλ, τον Χάιντεγκερ, τον Αντόρνο. Οι μεγάλοι στοχαστές και συγγραφείς είναι ταυτόχρονα και μεγάλοι προφήτες με την ευρύτερη σημασία της έννοιας. Ο υπαρκτός κόσμος δεν είναι ο τέλειος, ο αληθινός κόσμος, αυτή είναι η άποψη των θρησκειών και των μεγάλων στοχαστών. Αυτό είναι και το νόημα της θεωρίας του Πλάτωνα για τις ιδέες. Η εσχατολογική προσδοκία είναι προ-αίσθηση του αληθινού κόσμου, προΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


84

Απόστολος Μπουρνάκας

εμπειρία του απόλυτου μέλλοντος. Αυτή η εμπειρία ρίχνει φως στη σκοτεινή πορεία της ανθρώπινης ιστορίας˙ είναι ο φάρος που δείχνει τον σωστό προσανατολισμό. Κεφάλαιο Δ2 Η θέση των προφητειών του Πατροκοσμά στη ζωή των κατοίκων. Ο πραγματισμός υποστηρίζει πως η αλήθεια των ιδεών εξαρτάται από τη λειτουργικότητα αυτών στη ζωή. Από αυτή την άποψη οι προφητείες του Πατροκοσμά λειτούργησαν άριστα σε εκείνους τους ταραγμένους καιρούς. Ήταν μια μεγάλη ηθική δύναμη που συνόδευε τη ζωή των κατοίκων και χάριζε σε αυτούς το απαραίτητο κουράγιο. Οι προφητείες εκφράζουν την αγωνία, την ταραχή και τον φόβο, αλλά και την ελπίδα και την προσδοκία πως θα έρθουν καλύτερες ημέρες. Οι άνθρωποι τότε, ιδίως οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών, ήταν σε μεγάλο βαθμό απομονωμένοι από τον κόσμο. Μέσα συγκοινωνίας δεν υπήρχαν, λεφτά δεν υπήρχαν, τα ταξίδια ήταν δύσκολα και πολλοί από αυτούς, ιδίως γυναίκες, δεν ήξεραν τίποτα πέρα από το χωριό τους. Επικρατούσαν άγνοια, ανασφάλεια, αβεβαιότητα. Σε εκείνες τις συνθήκες οι προφητείες του Πατροκοσμά ήταν η πνευματική τροφή, το βάλσαμο που χάριζε παρηγοριά και μαλάκωνε τον πόνο, ήταν το κλειδί με το οποίο αποκρυπτογραφούσαν (εξηγούσαν) τα γεγονότα, ήταν ο φάρος που έριχνε φως στο σκοτάδι. Οι προφητείες μάς βοηθούν στην κατανόηση του ψυχικού κόσμου των προπατόρων μας και σε αυτό έγκειται η σημερινή τους σημασία. Είναι ένα μέσο με το οποίο προσεγγίζουμε εκείνες τις ψυχές. Η προσέγγιση αυτή απελευθερώνει από τα δεσμά του απολιθωμένου χρόνου και από τα στενά όρια του εγώ μας και χαρίζει ανέκφραστη ευδαιμονία˙ αλλά και τις ευχές όλων εκείνων των ψυχών που έζησαν στα ευλογημένα χώματα της τζουμερκιώτικης γης. * Ο Απόστολος Μπουρνάκας είναι καθηγητής θεολογίας, διδάκτωρ της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Freiburg

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο θρύλος του Κοσμά Αιτωλού

85

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Α) Πηγές: Ο θρύλος και οι προφητείες που διατήρησε η προφορική παράδοση Β) Βοηθήματα: − Τσάκωνα, Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, Λαδίας, τόμος Α', Αθήνα, 1981 − Κ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Βορείου Ελληνισμού, Αδερφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1992 − Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΑ' − Ηθική και θρησκευτική εγκυκλοπαίδεια, 12 τόμοι, Τυπογραφείο Θρησκευτικής και Ηθικής Εγκυκλοπαίδειας, Αθήνα, 1962-1968 − Χρήστου Ευαγγέλου, Κοσμάς Ο Αιτωλός, Αθήνα, 1972 − Μ. Γκόλια, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και η εποχή του, Αθήνα, 1971 − Αυγουστίνου Καντιώτη, Κοσμάς ο Αιτωλός, Εκδόσεις Ιεραποστολής "Ο Σταυρός", Αθήνα, 1959 − Χαρ. Βασιλόπουλου, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και το έργο του, Ορθόδοξος Τύπος, Αθήνα, 1955 − Ξένη βιβλιογραφία σχετική με το περιεχόμενο των βασικών εννοιών (προφητεία, εσχατολογία, μελλοντολογία, αποκαλυπτική)

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


86

Δημήτριος Γ. Καλούσιος*

Το Ματσούκι Ιωαννίνων 1937-1951 Α΄ 1. Ο ΑΥΛΑΚΙΑΡΗΣ

Τ

ο 1881 το Ματσούκι, ως ελεύθερο πλέον, αποσπάστηκε από τη διοίκηση Ιωαννίνων και προσαρτήθηκε, με άλλα Τζουμερκοχώρια, στον Νομό Άρ1 τας επαρχία Τζουμέρκων2 και Δήμο Καλαρρυτών.3 Όταν, με τους άλλους Δήμους καταργήθηκε και αυτός των Καλαρρυτών (1883-1912)4, το Ματσούκι αναγνωρίστηκε ξεχωριστή κοινότητα του Νομού Άρτας, που την αποτέλεσε πάντοτε μόνον ο οικισμός του Ματσουκίου5. Τέλος, το 2010 καταργήθηκε η κοινότητα Ματσουκίου και υπήχθη στο Δήμο Βορείων Τζουμέρκων6. Από το 1925, κατά την αναδιοργάνωση ορισμένων περιφερειών, το Ματσούκι, με άλλες τέσσερις κοινότητες (Καλαρρύτες, Πράμαντα, Σκλούπο και Ραφταναίοι), αποχωρίζεται από τον Νομό Άρτας και υπάγεται στον Νομό Ιωανίωνων7 «διά διοικητικούς λόγους»8, αλλά και «διά λόγους συγκοινωνίας»9. Εκκλησιαστικά, όμως, οι εν λόγω οικισμοί, παραμένουν, μέχρι σήμερα στην Μητρόπολη Άρτης. Στα επόμενα θα δημοσιεύσουμε σε συνέχειες διάφορες πληροφορίες για το Ματσούκι, όπως καταγράφονται από το πρώτο σωζόμενο χρονολογικά βιβλίο Πράξεων της Κοινότητας Ματσουκίου του 1937 και μέχρι το έτος 1951.10 Ανατολικά του Ματσουκίου και από βορρά προς νότον ρέει το ποτάμι του χωριού με πολύ νερό καθ’ όλη την διάρκεια του έτους. Αυτό το ποτάμι «σώζει» κυριολεκτικά το χωριό, με το νερό του, δηλαδή, ποτίζουν τα κηπάρια, και, ελάχιστα όμως, κανένα καλαμποκάκι. Το νερό «πιάνεται» ψηλά στην αφετηρία του, τη Δέση, και παρακάτω, στη Μαυριά. Τα κεντρικά κανάλια διακλαδίζονται σε 1. ΒΔ 19.3.1882 (ΦΕΚ 16/20.3.1882). 2. ΒΔ 21.3.1882 (ΦΕΚ 17/24.3.1882). 3. ΒΔ 31.3.1883 (ΦΕΚ 126/2.4.1883). 4. Νόμος ΔΝΖ/10.2.1912 (ΦΕΚ 58 Α/14.2.1912), που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1914. 5. ΒΔ 19.8.1912 (ΦΕΚ 254 Α/25.8.1912). 6. Νόμος 3852/4.6.2010 (ΦΕΚ 87 Α/7.6.2010). 7. ΠΔ 29.9.1925 (ΦΕΚ 310 Α/17.10.1925). 8. Πυρσός 1930, 871. 9. Σαρρής 1928, 681. 10. Ιδιαίτερες οι ευχαριστίες προς τον Ευάγγελο Κ. Μακρή για την φωτοτυπία των Πρακτικών, δεξί μου χέρι στην έρευνα ο Χρήστος Σ. Κωσταδήμας, ο παλιός γραμματέας της Κοινότητας Ματσουκίου. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

87

μικρότερα αυλάκια, της Δέσης σε τρία και της Μαυριάς σε δύο. Κατά την Πράξη 40/5.7.1939 ποτίζουν από το αυλάκι της Μαυριάς (80+52=) 132 οικογένειες, από εκείνο της Δέσης (51+56+45=) 152 οικογένειες. Απαγορεύεται περαιτέρω υποδιαίρεση, ενώ επιτρέπεται η κατανομή σε ολιγότερα μέρη (Πράξη 40/5.7.1939). Τα αρδευτικά κανάλια είναι από χώμα, βοηθάνε φυσικά και οι πέτρες. Επομένως κάθε χρόνο χρειάζονται επισκευή και συντήρηση, έργο που αναλάμβανε δωρεάν όλο το χωριό. Για το οικονομικό έτος 1937 είχε γραφεί στον προϋπολογισμό της Κοινότητας το ποσό των 3.000 δραχμών για έργα άρδευσης, αλλά «οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος ἐξετέλεσαν μόνοι των καί ἐφέτος τά ἀρδευτικά ἔργα τῆς Κοινότητος ὡς καί κατά τά παρελθόντα ἔτη ἐξετελοῦντο ταῦτα ὑπό τῶν κατοίκων ἄνευ πληρωμῆς» (Πράξη 70/14.11.1937). Στη συνέχεια τα μεν τεχνικά έργα εκτελούνται με δαπάνη της Κοινότητας, τα υπόλοιπα από αυτούς που ποτίζουν, ο αυλακιάρης τα εντελώς μικρά (Πράξη 40/5.7.1939). Με την Πράξη 30/23.5.1938 η Διοικούσα τριμελής επιτροπή της Κοινότητας Ματσουκίου «Ἐγκρίνει ὅπως ἀναληφθῶσιν ἐκ τοῦ ἰσχύοντος Πρ/σμοῦ 19381939 ἀναγεγραμμένων πιστώσεων… γ) δραχμ. 3000 διά χάνδακας ἀρδευτικῶν ὑδάτων τῆς Κοινότητος». Με το Πρακτικό 9/16.9.1938 εγκρίνεται η γενόμενη δαπάνη των 3.000 δρχ. «δι’ ἐπισκευή ἀρδευτηκῶν αὐλάκων κοινότητος». Τα χρηματικά εντάλματα εκδόθηκαν «Ἐπί ὁνόματι δικαιούχων Νικολάου Κ. Καλόγηρου καί Γεωργίου Ἰ. Κωστίκα» (Πράξη 55/16.8.1938). Με το Πρακτικό 12/20.5.1939 εγκρίνεται η ανάληψη από τον προϋπολογισμό «χρήσεως 1939-1940 δρχ 3000 δι’ ἐκτέλησιν ἀρδευτικῶν αὑλάκων συμφώνως τῶ συνειμμένω σχεδιαγράμματι τοῦ ἐμπεροτέχνου τό ἐργον γίνη ἄνευ δημοπρασίας καί ἐπι ἀποδόσει λ/σμου τοῦ προέδρου εἰς τήν Διοικούσαν ἐπιτροπήν». Στην εκδοθείσα Πράξη 25/20.5.1939 αναγράφεται «δι’ ἐκτέλησιν ἀρδευτικῶν αὑλάκων καί ἐπισκευήν καταπεσόντων τοῖχων τῆς Κοινότητος». Στην Πράξη 30/23.5.1938 εγκρίνεται η ανάληψη των 3.000 δρχ. από τον προϋπολογισμό 1938-1939 «διά χάνδακας («αὔλακες») ἀρδευτικῶν ὑδάτων». Στον προϋπολογισμό χρήσης 1939-1940 αναγράφεται επίσης το ποσό των 3.000 δρχ. «δι’ ἐπισκευήν ἀρδευτικῶν αὑλάκων». Τα χρηματικά εντάλματα εκδίδονται «ἐπ’ ὀνόματι τῶν δικαιούχων 1) Κων/νου Γ. Στραγάλη, 2) Σωτηρίου Δ. Γρατσάνη 3) Ἰωάν. Γ. Κωστίκα 4) Ν. Ι. Πυρώτη, 5) Δημ. Παπαδημητρίου, 6) Γεωργ. Δ Μπουζούκη, 7) Ἀντωνίου Δ Μακρῆ, 8) Σταῦρου Αθ Μακρῆ, 9) Νικολ. Στεφ. Μποτσιώλη, 10) Ἀθαν. Εὑαγγ. Στραγάλη, 11) Χρ. Κ. Τσαντοῦλη, καί 12) Λάζαρου Κ. Παπαγεωργίου» (Πράξη 48/12.8.1939). Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


88

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Από το 1968 περίπου άρχισε να κατασκευάζεται τσιμεντένιο το αυλάκι της Δέσης από την αφετηρία του. Μέχρι το 1939 η διανομή των αρδευτικών υδάτων γίνεται από τον εκάστοτε αγροφύλακα. Έκτοτε καθορίζεται ένας ὑδρονομεύς, ο κοινώς λεγόμενος αυλακιάρης (αὐλακάς) (Πράξη 39/5.7.1939). Ο αυλακιάρης διορίζεται από την κοινότητα για ένα δίμηνο, ήτοι από 20 Ιουνίου μέχρι 20 Αυγούστου (Πράξη 39/5.7.1939), άλλοτε η άρδευση επεκτείνεται από 10 Ιουνίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου το αργότερο (Πράξη 17/7.6.1942). Γενικότερα δεν τίθενται αυστηροί περιορισμοί τόσο για την έναρξη όσο και για την διάρκεια του ποτίσματος (Πράξη 40/5.7.1939). Κύριο έργο του αυλακιάρη είναι η κατανομή τοῦ ύδατος˙ τηρεί με ακρίβεια τη σειρά στο πότισμα βάσει σχετικού πίνακα. Έχει, όμως, και υποχρέωση «νά επιφέρει ἀπροφασίστως» τις «μικροεπιδιορθώσεις καί μικροκαθάρσεις» των αρδευτικών αυλάκων (Πράξη 40/5.7.1939), να μη «χαλάσουν» και να είναι πάντοτε καλά για την άρδευση. Τέλος, ο αυλακιάρης επιβλέπει να μην κοπεί το νερό παράνομα από τους επιτήδειους, που δεν λείπουν από καμιά εποχή και ανθρώπινη εκδήλωση. Ο αυλακιάρης πληρώνεται «ἀπ’ εὐθείας» από τους κατοίκους που ποτίζουν, τα δε «ἀρδευτικά τέλη θά ὑπολογισθοῦν κατ’ ἰσομερίαν (ἀσχέτος εἰδος καλλιεργείας) ἐπί τῶν ἀρδευομένων Στρεμμάτων ἀνεξαρτήτος ἀριθμόν ἀρδεύσεως» (Πράξη 39/5.7.1939). Τα ορισμένα αρδευτικά τέλη προκαταταβάλλονται, διαφορετικά δεν θα δίνεται νερό (Πράξη 40/5.7.1939). Για το 1939 καταγράφεται μηναίο μίσθωμα 1000 δραχμών (Πράξη 39/5.7.1939), αργότερα οι κτηματίες («ἐξουσιαστές») πληρώνουν σε είδος, ήτοι 110 οκάδες δημητριακών (Πράξη 17/7.6.1942). Γνωστοί αυλακιάρηδες: 1) Ο Καλαντζής (Κώστας Μπουτσιώλης, ο πατέρας του Βησσάρη), 2) Ο Σταυρίκος (Σταύρος Μπουτσιώλης, ο πατέρας του μετέπειτα προέδρου Κώστα), και 3) Ο Νικόλαος Δημοκώστας, τελευταίος. Το πότισμα γίνεται με την σειρά, με ειδοποίηση, και βάσει ορισμένου πίνακα, υπάρχουν μάλιστα και ειδικότεροι κανονισμοί: 1) Αν κάποιο κτήμα δεν έχει ανάγκη ποτίσματος η σειρά θα προχωρεί χωρίς επιστροφή. 2) Χάνει τη σειρά όποιος δεν παρουσιασθεί για πότισμα. 3) Αν ο ενδιαφερόμενος λείπει από την άρδευση για περισσότερο από τέταρτο, τότε το πότισμα θεωρείται λήξαν (Πράξη 40/5.7.1939). Στην Πράξη 40/5.7.1939 γίνεται λόγος και για τυχούσες δεξαμενές, φυσικά από νερό βροχής. Αλλά τέτοιες ομβριοδεξαμενές δεν ενθυμούνται οι σημερινοί Ματσουκιώτες. Με τη διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου από Τρίκαλα (1980) τα αυλάκια σιγά-σιγά «καταστρέφονται». Η κατασκευή του υδραγωγείου (α΄ 1960, β΄ 1985) Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

89

από το άλλο μέρος βοηθάει στο πότισμα, αλλά και τα κηπάρια όλο και ελαττώνονται. Σήμερα, φυσικά, τα αυλάκια έχουν εξαφανισθεί κυριολεκτικά, μόνον στην αφετηρία της Δέσης διακρίνεται το τσιμεντένιο, αλλά και αυτό καταστραμμένο, πεσμένο. Η εποχή με τα αρδευτικά αυλάκια και τον αυλακιάρη έχει ήδη περάσει στην ιστορία. Στη συνέχεια δημοσιεύουμε δύο σχετικές πράξεις: 1. «Ἀριθ. Πράξ 39 Ἐν Ματσουκίω τῆ 5. Ἰουλίου 1939 Ἡ τριμελής Διοικοῦσα ἐπιτροπή Κοινότητος Ματσουκίου, συγκειμένη ἐκ τοῦ προέδρου αὐτῆς Γεωργίου Ι. Κωστάδήμα καί τῶν μελῶν αὐτῆς Κων/νου Ι. Παππᾶ καί Σπυρίδ. Παπαδημητρίου, συνελθοῦσα ἐν τῷ Κανονικῷ γραφείῳ εἰς συνεδρίασιν τῇ προσκλησει τοῦ προέδρου ἵνα συζητήση καί ἀποφασίση ἐπί τῶν κάτωθι θεμάτων ἥτοι 1) νά ἀποφασήση ἐάν ἡ διανομή τῶν ἀρδευτικῶν ὑδάτων ἐν τῆ περιοχῆ Ματσουκίου, θά ἐνεργηθή διά τοῦ ἀγροφύλακος ἤ διά διορισμοῦ ὑδρονομέως, 2) νά ὁριση τόν ἀριθμόν των διοριστέων ὑδρονομέων, τό ποσόν καί τό εἰδος τῆς ἀντιμισθίας αὑτῶν, τόν χρόνον τής πραγματικῆς ὑπηρεσίας των, ὡς καί τά παρακάστου κτηματίου καταβλητέα ἀρδευτικά τέλη.ὑπαρχούσης ἀπαρτίας ὁ πρόεδρος κυρίσει τήν ἐναρξιν τῆς συνεδριάσεως καί εἰσηγήται καταλλήλος.Ἡ Διοικοῦσα επιτροπή ἀκοῦσασα τήν εἰσήγησιν τοῦ κ. προεδρου ὡς καί τήν γνώμην τοῦ παρισταμένου κ. ἀγρονόμου Καλαρρυτῶν, ἐπειδή ἁρμοδία τυγχάνει κατά τάς διατάξεις τῶν ἄρθρ. 10 καί 24 τοῦ Α! Ν. 1010 (περί Κώδικος ἄγροτ. ἀσφαλείας) νά ἀποφασήση ἐπί τῶν προκειμένων θεμάτων.Διά ταῦτα ἀποφασίζει 1) ὅπως ἡ διανομή τῶν ἐν τῆ περιοχῆ Ματσουκίου, ἀρδευτικῶν ὑδάτων («Μαυριά καί Δέση») δι’ ἐνεργήται ἀπό τοῦ τρέχοντος ἔτους καί ἐφ’ ἑξεῖς διά διορισμοῦ ὑδρονομέως καί οὑχί, τοῦ ἀγροφύλακος.2) ὅπως συσταθή μία θέσις ὑδρονομέως δι’ ἀμφότερα δύο ὡς ἄνω ἀρδευτικά ὕδατα, ὁριζει δέ τήν ἀντιμισθίαν αὑτοῦ εἰς χρῆμα καί μηνιαίον μισθόν δρχ 1000 πραγματικήν δέ ὑπηρεσίαν αὐτοῦ δι’ ἥμηνων, καί ἀπό 20 Ἰουνίου μεχρι 20 Αὑγούστου ἐκάστου ἔτους, τά καταβλετέα δέ ἀρδευτικά τέλη, παρά ἑκάστου κτηματίου, ἐξουσιαστοῦ, μισθωτοῦ, ἡ καλλιεργητοῦ, ἀρδευομένων ἐκτάσεων, θά καταβάλονται ἀπ’ εὐθείας παρά τοῦτοις εἰς τόν ὑδρονομέαν, δυνάμει καταρτηθησωμένου11 παρά τῆς ἐπιτροπῆς ἐντός τῶν ἡμερῶν, καί 11. Εννοείται: καταλόγου, πίνακος Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


90

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

ἀτινα ἀρδευτικά τέλη θά ὑπολογισθοῦν κατ’ ἰσομερίαν (ἀσχέτος εἰδος καλλιεργείας) ἐπί τῶν ἀρδευομένων Στρεμμάτων ἀνεξαρτήτος ἀριθμόν ἀρδεύσεως. καί ἀνατίθησι τήν περαιτέρω ἐνέργειαν εἰς τόν οἰκεῖον πρόεδρον. ὁ πρόεδρος Τά Μέλη (Τ.Υ.) Γεωρ Ι Κωσταδῆμας (Τ.Υ.) Κ Παππας (Τ.Υ.) Σπιρος Παπαδημήτριου» 2. «Ἀριθ. 40 Ἐν Ματσουκίῳ τῇ 5 Ἰουλίου 1939 Ἡ τριμελής Διοικοῦσα ἐπιτροπή κοινότητος Ματσουκίου συγκειμένη ἐκ τοῦ προέδρου αὑτῆς Γεωργίου Ιω. Κωσταδῆμα καί τῶν Μελῶν αὑτῆς Κων/νου Ι. Παππᾶ καί Σπυριδ. Παπαδημητρίου, συνελθοῦσα ἐν τῷ κοινοτικῷ γραφείῳ εἰς συνεδρίασιν τῆ προσκλήσει τοῦ προεδρου ἱνά συζητήση καί ἀποφασίση ἐπί τῶν κάτωθι θεμάτων, Ἡτοι 1) ἐκδοσις κανονισμοῦ διανομῆ ἀρδευτικῶν ὑδάτων, 2) ἐκδοσις ἀγρονομικῆς διατάξεως περί τρόπου ἐκτελέσεως καί συντηρήσεως ἀρδευτικῶν ἔργων, (ἥτοι ἀρδευτικᾶς αύλακας καί δέξαμενάς κ.τ.λ.) ὑπαρχούσης ἀπαρτίας ὁ πρόεδρος κυρίσει τήν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως καί εἰσηγήται καταλλήλος.Ἡ Διοικοῦσα ἑπιτροπή ἀκοῦσασα τήν12 προέδρου (διαγράφεται μία λέξεις) εἰσήγησιν τοῦ κ προέδρου ὡς καί τήν γνώμην παρισταμένου κ. ἁγρονόμου Καλαρρυτῶν, ἐπειδή ἀρμοδία τυγχάνει κατά τάς διατάξις τοῦ ἄρθρ. 10. Α. Ν. 1010. (περί κώδικος ἀγροτ. ἀσφαλείας) νά ἀποφασήση ἐπί τῶν προκειμένων θεμάτων. Διά ταῦτα ἀποφασίζει Α! 1) ἐκ τοῦ ἀρδευτικοῦ αὑλακος «Μαυριά» δύναται νά ἀρδεύονται συγχρόνος δυό κτήματα κατανεμομένου τοῦ ὕδατος εἰς δύο (2) ἰσόποσα μέρει, ὑπό τοῦ ὑδρονομέως, τό δέ τῷ τοῦ αὑλακος «Δέση» εἰς τριά (3) τοιαύτα ἱσόποσα μέρει ἀπογορευομένης ἀπολύτως τῆς ὐποδιερέσεως τοῦτων εἰς περισσότερα μέρει, ἐπιτρεπωμένης ἀντιθέτως τῆς κατανομῆς εἰς ὁλοιγότερα τῶν ἄνω μέρει ἐφ’ ὁσον δέν ἥθελεν ὑπάρξη ζήτησις ἡ τό ὕδωρ ἦ ἡ ποσότης τοῦ ὕδατος κρίνεται ἀνεπαρκής παρά τοῦ ὑδρονομέως. 2) Οὐδένα περιορισμῶν θέτη ὧς πρός τήν διάρκειαν τῶν ἀρδεύσεων καί τόν χρόνον ἐνάρξεως τοῦτων.Σειρᾶν δέ ἀρδεύσεως διά ἀμφοτερα τά ὧς ἄνω ἀρδευτικά ὕδατα καθορίζει ὡς κάτωθι.12. Διορθωμένο από: τοῦ. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

91

Πίναξ. Β! 1) ἀρδευτικοῦ αὕλακος «Μαυριά».α! 1) Κων/ῖνος Ι. Κωσταδήμας, 2) Ἀντώνιος Χρ. Γρατσάνης, 3) Κωνστάντου χῆρα Κ. Στραγάλη, 4) Ἀπ. Δ. Μακρῆ, 5) Ἀντώνιος Δ Μακρῆς, 6) Γεώργιος Β. Στραγάλης, 7) Εὑάγγελος Κ Στραγάλης, 8) Ἡλίας Κ Στραγάλης, 9) Δημ. Κ. Στραγάλης, 10 ) Χρῆστος Αθ. Λάνταβος, 11) Γεώργιος Κ. Γρατσάνης, 12) Δημ. Κ. Κωστίκας, 13) Δημητρ Ι Πυρώτης, 14) Σπυριδ. Γ. Στραγάλης, 15) Νικόλαος Ἰωαν. Πυρώτης, 16) Χρῆστος Γ. Πυρώτης, 17) ’Αθαν. Ν. Πυρώτης, 18) Βασίλειος Χρ. Πυρώτης, 19) Ἰωάνν. Δ. Μητρέλος, 20) Δημ. Κ. Μπουνταλᾶς, 21) Νικολ Κ. Κολοῦσιος, 22) Γεώργιος Κ. Κουλούσιος, 23) Κων/νος Γ. Στραγάλης, 24) Χρῆστος Γ. Στραγάλης, 25) Ἀθαν. Ν. Πυρώτης, 26) Εὐστάθιος Σ. Λάνταβος, 27) Σωτήριος Γ. Κωσταδήμας, 28) Ἀθαν. Κ. Καλόγηρος, 29) Εὑάγγελος Κ. Ι13 Στραγάλης, 30) Δημ Γ. Κωστίκας, 31) Χρ. Αθ. Λάνταβος, 32) Γεωργ. Κ. Κωσταδήμας, 33) Παῦλος Πόγιας (διαγράφονται 5 λέξεις καί δύο ἀριθμοί) 32) Εὑάγγελος Χρ. Μακρῆς, 33) Παρασκευή χῆρα Ν. Λάνταβου, 34) Γεωργ. Κ. Κωσταδήμας, 35) Κων/νος Χρ. Πυρώτης, 36) Παῦλος Πόγιας, 37) Κωνστάντου χῆρα Κ. Στραγάλη, 38) Ἰωάν. Δ. Μητρέλος, 39) Δημ Κ. Μπουνταλᾶς, 40) Σταῦρος Κ. Κολοῦσιος, 41) Δημ. Ι. Πυρώτης, 42) Εὐάγγελος Δ Πυρώτης 43) Εὑάγγελος Χρ. Μακρῆς, 44) Δημ Γ. Κωστίκας, 45) Δημ. Κ. Μπουνταλᾶς, 46) Γεώργιος Παπαδημητρίου, 47) Ἀντώνιος Παπαδημητρίου, 48) Βασίλειος Αθ. Γρηγορίου, 49) Κων/νος Αθ. Β.13 Κωσταδήμας, 50) Χρῆστος Κ Παππᾶς, 51) Σπυριδ. Ἀλεξ Μακρῆς, 52) Νικόλαος Ι. Μακρῆς, 53) Δημ Γ Παππᾶς, 54) Σπυριδ. Γ. Παππᾶς, 55) Ἰωάννης Αθ. Παππᾶς, 56) Ἀθαν. Σπ. Κωσταδήμας, 57) Ἀπόστ. Κ. Κωσταδήμας, 58) Πέτρος Γ. Κωσταδήμας, 59) Βασίλειος Σ. Χήτας, 60) Εὐάγγελος Ι. Κωσταδήμας, 61) Ἀπ. Γ. Κωσταδήμας, 62) Γεώργιος Στέργ. Κωσταδήμας 63) Γεώργιος Αθ. Κωσταδήμας, 64) Αθ. Σπ. Κωσταδήμας, 65) Ιωάννης Χρ Τσαντούλης, 66) Κων/νος Αθ. Β.13 Κωσταδήμας, 67) Χρ. Γ. Μητρέλος, 68) Δημ. Ι. Μητρέλος, 69) Χρ. Δ. Παππᾶς, 70) Γεώργιος Δ. Σ.13 Παππᾶς, 71) Κων. Ιω. Παππᾶς, 72) Χρ. Κ. Παππᾶς, 73) Νικολ. Ι. Μακρῆς, 74) Σπ. Ἀλεξ. Μακρῆς, 75) Δημ. Ι. Μητρέλος, 76) Ἀθ. Ἀντ. Κωσταδήμας, 77) Σωτ. Δ. Γρατσάνης, 78) Σωτ. Εὐαγγ. Γρατσάνης, 79) Ἀγγελική χήρα Γ. Γρατσάνη, καί 80) Γεωργ. Κ. Γρατσάνης.β! 1) Σπυριδ. Δ Νάκας, 2) Βασίλειος Χρ Γρατσάνης, 3) Σπυριδ. Κ. Κολοῦσιος, 4) Ιωάννης Δ Μητρέλος, 5) Δημ Κ. Μπουνταλᾶς, 6) Νικ. Στεφ. Μπουτσιώλης, 7) Πέτρος Κ. Κωσταδήμας, 8) Δημ. Κ. Κωστίκας, 9) Ἀποστ. Ι. Κωστίκας, 10) Κων/νος Δ Μακρῆς, 11) Σπυρίδ. Γ. Στραγάλης, 12) Βασίλειος Αθ. Γρηγορίου, 13) Γεώργιος Ι. Κωστίκας, 14) Γεώργιος Κ Ροβίσης, 15) Δημ Κ. 13. Όπου συμπίπτει το όνομα του πατέρα, προστίθεται και εκείνο της μητέρας Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


92

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Ροβίσης, 16) Ἰωάν. Χρ. Τσαντούλης, 17) Πέτρος Γ. Τσαντούλης, 18) Μιχαήλ Κ. Τσαντούλης, 19) Χρῆστος Ν. Μπουνταλᾶς, 20) Κων/νος Ι. Παππᾶς, 21) Βασίλειος Ι. Παππᾶς, 22) Ἀπόστολ Αθ. Γκούϊας, 23) Γεώργιος Ι. Κωσταδήμας, 24) Χρ. Ἀλεξ Μακρῆς, 25) Βασίλειος Εὑαγγ. Μπουνταλᾶς, 26) Ἰωάννης Αθ. Παππᾶς, 27) Δημ. Γ. Παππᾶς, 28) Σπυριδ. Γ. Παππᾶς, 29) Εὐθύμιος Γ. Τσαντούλης, 30) Ἀριστείδης Σ. Χῆτας, 31) Κων/νος Ν. Καλόγηρος, 32) Χρ. Γ. Καλόγηρος, 33) Ἀθαν. Κ. Καλόγηρος, 34) Ἡλίας Ι. Στραγάλης, 35) Μαρία χῆρα Β. Στραγάλη, 36) Γεώργιος Κ. Γρατσάνης, 37) Γεωργ. Κ. Κωσταδήμας, 38) Ἀγγελική χῆρα Γ Γρατσάνη, 39) Σωτ. Δ. Γρατσάνης, 40) Νικ. Κ. Γρατσάνης, 41) Χρῆστος Γ. Μητρέλος, 42) Μαρία χῆρα Μ. Βενετίκου, 43) Ἀθαν. Δ. Βενετίκος, 44) Ἀντώνιος Χρ. Γρατσάνης, 45) Ἀθ. Ἀντ. Κωσταδήμας, 46) Ἀντώνιος Αθ. Κωσταδήμας, 47) Ἀντωνιος Γ Κωσταδήμας, 48) Νικολ Γ. Κωσταδήμας, 49) Εὑαγγ. Γ. Κωσταδήμας, 50) Κων/νος Ν. Καλόγηρος, 51) Δημ Ι. Μητρέλος, 52) Χρ. Κ. Παππᾶς.Γ.! ἀρΔέυτικοῦ ἀὑλακος «Δέση» α! 1) Ἀγγελική χῆρα. Γ. Γρατσάνη, 2) Σωτ Εὑαγ. Γρατσάνη, 3) Ἀντ. Δ Μακρῆς, 4) Εὑαγ. Ἀλεξ Μακρῆς, 5) Ἀποστολ Γ. Κωσταδήμας, 6) Δημοσθένης Γ. Στραγάλης, 7) Νικολ Ι. Πυρώτης, 8) Κων/νος Ι. Παππᾶς, 9) Ἀθαν. Β Μπουτσιώλης, 10) Ἀθαν. Θ Γρηγορίου, 11) Πέτρος Κ. Κωσταδήμας, 12) Εὐαγγ Ι. Κωσταδήμας, 13) Γεωργ. Χρ. Νάκας, 14) Νικολ Γ. Κωσταδήμας, 15) Γεωργ. Κ. Κολούσιος, 16) Δημ. Παπαδημητρίου, 17) Σωτηρ. Ἀναστ. Νάκας, 18) Νικόλ. Δ. Νάκας, 19) Εὑαγγ Δ Νάκας, 20) Πέτρος Ιω. Νάκας, 21) Ἀπ. Χρ Νάκας, 22) Ιωαν Χρ. Πυρώτης, 23) Κων/νος Ν. Νάκας, 24) Κων/νος Ν. Καλόγηρος, 25) Ἀντώνιος Χρ Γρατσάνης, 26) Ἅννα χῆρα Εὐαγγ. Καλόγηρου, 27) Κων/νος Ἁθ. Νάκας, 28) Στέργιος Κ. Μακρῆς, 29) Ἡλίας Γ. Τσαντούλης, 30) Σταύρος Εὑθ. Πυρώτης, 31) Εὑαγγ. Γ. Κωσταδήμας, 32) Γεώργιος Ευθ. Πυρώτης, 33) Εὑθύμιος Γ. Τσαντούλης, 34) Εὑαγγ. Κ Στραγάλης, 35) Ἡλίας Κ. Στραγάλης, 36) Πέτρος Ι. Νάκας, 37) Νικολ. Ι. Πυρώτης, 38) Ἀθ. Ν. Πυρώτης, 39) Δημ Ι. Πυρώτης, 40) Βασιλ Χρ. Πυρώτης, 41) Χρ. Γ. Πυρώτης, 42) Κων/ νος Χρ. Πυρώτης, 43) Σταῦρος Εὐθ. Πυρώτης, 44) Γεωργ. Εὑθ. Πυρώτης, 45) Παῦλος Πόγιας, 46) Εὑαγγ Δ. Πυρώτης, 47) Παρασκευή χῆρα. Απ. Πυρώτη, 48) Χρῆστος Β Νάκας, 49) Γεωργ. Χρ. Νάκας, 50) Ἀποστ. Κ. Παππᾶς, 51) Ἀναστ. Απ. Χῆτας.β! 1) Γεωργιος Κ. Ροβίσης, 2) Δημ. Κ. Ροβίσης, 3) Γεώργιος Ι. Κωστίκας, 4) Κων/νος Βισαρ. Μπουτσιώλης, 5) Χρ. Γ. Καλόγηρος, 6) Γεωργ. Δ. Μπουτσιώλης, 7) Νικολ. Δ. Μακρῆς, 8) Ἀντώνιος Κ. Μακρῆς, 9) Χρ. Εὑθ. Μακρῆς, 10) Εὐαγγ Ν. Μποτσιώλης, 11) Χρ. Δ. Μακρῆς, 12) Νικολ Δ Μακρῆς, 13) Δημ. Γ. Μακρῆς, 14) Ἁπ. Κ. Μακρῆς, 15) Χρ. Κότη Μακρῆς, 16) Χρ. Δ Μακρῆς, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

93

17) Χρ. Εὐθ. Μακρῆς, 18) Εὑαγγ. Ν Μποτσίωλης, 19) Ἐλένη χῆρα Ν Γεωργίου, 20) Γεωργ Δ. Παππᾶς, 21) Γιανακούλης Δ Μακρῆς, 22) Κων/νος Δ. Ι.13 Μακρῆς, 23) Ἀντώνιος Δ Μακρῆς, 24) Σταῦρος Αθ. Μακρῆς, 25) Γεωργ. Κ. Μακρῆς, 26) Γεωργ. Στεφ. Μπουτσιώλης, 27) Δημ Γ. Μπουτσιώλης, 28) Νικολ. Στεφ. Μπουτσιώλης, 29) Γεωργ. Δ Μπουτσιώλης, 30) Ἀθ. Β Μπουτσιώλης, 31) Γεωργ. Ι. Κωσταδήμας, 32) Κων/νος Β Μποτσιώλης, 33) Εὐαγγελ. Ἀλεξ Μακρῆς, 34) Σπυριδ. Ἀλέξ Μακρῆς, 35) Εὐαγ. Κ. Μπουζούκης, 36) Νικολ Α Γρηγορίου, 37) Νικολ. Κ Γρηγορίου, 38) Ἀθαν. Θ Γρηγορίου, 39) Δημ Χρ Γρηγορίου, 40) Θωμᾶς Γ. Μπουτσιώλης, 41) Γιανοῦλα χῆρα. Αθ. Μακρῆ, 42) Δημ. Παπαδημητρίου, 43) Χρ. Παπαδημητρίου, 44) Λαζαρος Κ Παπαγεωργίου, 45) Ἡλίας Γ. Τσαντούλης, 46 Μαρία. χῆρα. ἀναστ. Νάκα, 47) Κων/ νος Γ. Τσαντούλης, 48) Πέτρος Κ. Τσαντούλης, 49) Λάζαρος Παπαγεωργίου, 50) Γεώργιος Αθ. Γεωργίου, 51) Ἀντωνιος Κ. Μακρῆς, 52) Βασιλ΄Χρ. Γρατσάνης, 53) Γεωργ. Ι. Μακρῆς, 54) Γεωργιος Β Μακρῆς, 55) Εὐαγγ. Ν. Μπουτσίωλης, καί 56) Γεώργιος Στεργ. Κωσταδήμας.γ! 1) Νικολ. Χρ. Παππᾶς, 2) Γεωργ. Κ. Μακρῆς, 3) Γεωργ. Δ. Μπουτσιώλης, 4) Σπ. Ἀλεξ. Μακρῆς, 5) Βασιλ. Εὑαγ. Μπουνταλᾶς, 6) Εὑαγγ. Γ. Π.13 Μπουνταλᾶς, 7) Χρ. Γ. Μπουνταλᾶς, 8) Σωτηρ. Εὐαγγ. Γρατσάνης, 9) Ἀντων. Γ. Κωσταδήμας, 10) Ἄννα χῆρα Εὑαγγ Καλόγηρου, 11) Νικολ Κ. Καλόγηρος, 12) Ἀθαν. Κ. Καλόγηρος, 13) Νικολαος Στεφ Μπουτσιώλης, 14) Γεωργ. Δ. Μπουτσιώλης, 15) Γεωργ. Δ. Μπουζούκης, 16) Ἀθαν. Ν. Μπουνταλᾶς, 17) Ἰωάννης Γ Κωσταδήμας, 18) Κων/νος Δ. Ι.13 Μακρῆς, 19) Ἀθαν. Κ. Καλόγηρος, 20) Ἄννα χῆρα Εὑαγγ Καλόγηρου, 21) Σωτηρ Γ Κωσταδήμας, 22) Παναγιώτης Γ. Μπουτσιώλης, 23) Εὑάγγελ. Γ. Μπουνταλᾶς, 24) Νικολ Κ. Καλόγηρος, 25) Κων/νος Αθ. Γεωργίου, 26) Γεώργιος Αθ. Γεωργίου, 27) Ἀποστολ Γ Κωσταδήμας 28) Χρηστ. Γ. Μπουνταλᾶς, 29) Κων/νος Χρ Μακρῆς 30) Βασιλική χῆρα Δ. Μακρῆ, 31) Δημ. Β: Ροβίσης 32) Γεωργ. Δ Μπουζούκης, 33) Σωτηρ. Ν. Μπουνταλᾶς 34) Ἐλένη χῆρα Ν. Γεωργίου, 35) Βαϊος Ἀθ. Παππᾶς, 36) Χρ. Ν. Μπουνταλᾶς, 37) Κων/νος Αθ. Γεωργίου, 38) Δημ. Ι. Παππᾶς, 39) Παναγιώτης Γ. Μπουνταλᾶς 40) Ἀπ. Γ. Κωσταδήμας, 41) Κων/ νος Ι. Κωσταδήμας, 42) Αθ. Σπ. Κωσταδήμας, 43) Γεωργ. Δ. Βενετίκος, 44) Ἀθ. Ἀντ. Κωσταδήμας, και 45) Εὑ[α]γγελ Γ. Κωσταδήμας. Δ! α! Αὑτονόητον εἶναι ὅτι εἰς περίπτωσιν καθ’ ἧν κατά τήν πρώτην ἀρδευσιν δυνατόν νά μήν ἔχουν ἀνάγκην ἀρδεύσεως τά πρώτα κτῆματα. π.χ. τά πρώτα 10. ἐνῷ ἀντιθέτος τό ἐν 11 τότε ἡ σειρᾶ δέν θά ἐπιστρέψη πρός τά πρὡτα κτῆματα ἀλλά θά συνεχήση πρός τά κάτω, Ἐπίσης ὁρίζει τά κάτωθι ὡς πρός ἀμφότερα τά ἐν τῆ περιοχῆ ἀρδευτικά ὑδατα, 1) εἰς οὑδένα θά παρέχεται τό ὕδωρ, ἐάν πρώτον δέν καταβάλη τά κεκανονισμένα ἀρδευτικά τέλη εἰς τόν ὑδρονομέα, Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


94

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

2) θά θεωρεῖται ποιησαμένου χρῆσιν, ὅστις ἐπιστάσις τῆς σειρᾶς του δέν ἔκαμεν χρῆσιν τούτου, δι’ ἧν ὁνδήποτε λόγον καίτει ἡδοποιήθην πρός τούτου ὑπό τοῦ ὑδρονομέως π.χ. (διότι δέν προσήλθεν ἐγκαίρως) 3) θά θεωρεῖται λήξασα ἡ ἄρδευσης εἰς περίπτωσιν καθ’ ἧν ὁ ἀρδεύον ἰδιοκτήτης δέν παρίσταται πρός παρακολούθησιν τοῦ ὕδατος, καθ’ ὅλην τήν διάρκειαν τῆς ἀρδεύσεως μή ἐπιτρεπωμένης ἐν προκειμένου τῆς πέραν τῶν 15 λεπτῶν τῆς ὥρας ἀπομάκρυνσιν.β! Ἀποφασίζει ὅπως ἡ κατασκευή καί κάθαρσης τῶν ἀρδευτικῶν αὐλάκων κατ’ ἔτος γεννείσεται, τῶν μέν τεχνικῶν ἔργων, δαπάναις τοῦ κοινοτικοῦ ταμείου, τῶν δέ ὑπολύπον διά προσωπικῆς ἐργασίας τῶν ποιοῦντων χρήσιν τοῦ ὕδατος, ἐχόντων ἐφαρμογήν ἐν προκειμένῳ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ κώδικος τής περί Δήμων καί Κοινοτήτων Νομοθεσίας, τάς δέ μικροἐπιδιορθώσης καί μικροκαθάρσης καί τυχόν ἀπαιτηθησομένας ἀπό τῆς πρώτης διοχετεύσεως, διά τῶν αὐλάκων, τοῦ ὕδατος, ὑπόχρεουνται νά ἐπιφέρει ἀπροφασίστως ὁ ἐκάστοτε ὑδρονομεύς καί ἀνατίθησι τήν περαιτέρω ἐνέργειαν εἰς τόν οἰκεῖον πρόεδρον.ὁ πρόεδρος τά Μέλη (Τ.Υ.) Γεωρ Ι Κωσταδήμας (Τ.Υ.) Κ Παππᾶς (Τ.Υ.) Σπιρος Παπαδημητριου»

Η υπ’ αριθμ. 39/5.7.1939 Πράξη της κοινότητας Ματσουκίου για την διανομή του νερού για πότισμα.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

95

Σελίδα από την υπ’ αριθμ. 40/5.7.1939 πράξη, όπου καταγράφονται και τα ονόματα των δικαιούχων για πότισμα.

Πότισμα καλαμποκιού, φτυάρια, κασμάδες και τσαπιά για τη διευθέτηση των αυλακιών, από αριστερά: Στέργιος Σωτ. Γρατσάνης, Σωτήρης Κων. Παππάς (Ταρτέρης), Πέτρος Στέργ. Μακρής (Μάπαρτ), Δημήτριος Γ. Μακρής (το παιδί του Πήμα). (Φωτ. Γιώργος Ηλ. Τσιαντούλης, Ιούνιος 1952, Δέση, αρχείο Σωτ. Παππάς) Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


96

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Το τσιμεντένιο αυλάκι της Δέσης, σήμερα καταστραμμένο και γεμάτο πέτρες (φωτ. Δημ. Καλούσιος, 24.7.2012).

Ο αυλακιάρης Σταύρος Μπουτσιώλης, εδώ βγάζει αλευριά (α' δεξιά, περίπου Χριστούγεννα 1978, αρχείο του).

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Μ α τ σ ο ύ κ ι Ι ω α ν ν ί ν ω ν 1 9 3 7 - 1 9 5 1

97

Ο αυλακιάρης Νικόλας Δημοκώστας (δεξιά), εδώ χαιρετάει τον μαγαζάτορα Αντώνα Μπαντάλα (φωτ. Δημ. Καλούσιος, 21.4.2008).

* Ο Δημήτριος Γ. Καλούσιος είναι θεολόγος, φιλόλογος, ερευνητής

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: − Καλούσιος 1986: Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Ο αυλακάς (Στο Ματσούκι Ιωαννίνων), Η Έρευνα, εφ. Τρικάλων, 2.7.1986, σελ. 3 (Αναδημοσίευση: α. Ο Δάοχος, περιοδικό Λάρισας, Ιούλ.-Σεπτ. 1986, τεύχος 3ο, τόμ. 4ος, σελ. 128-130. β. Καλαρρύτες, διμηνιαία εφημ. Φαρσάλων, Νοέμβρ.-Δεκ. 1986, σελ. 2). − Καλούσιος 1994: Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Α΄-Β΄, Ματσούκι 1994. − Πυρσός 1930: Πυρσός, Οδηγός της Ελλάδος, 1930. − Σαρρής 1928: Ι. Σαρρής, Άρτης νομός (Γεωγρ.), Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Πυρσού, Ε΄, Αθήναι 1928. Ένδειξη: [ ] δική μου προσθήκη. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


98

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης*

Η παιδεία και η εκπαίδευση στα Τζουμέρκα, 1453-2015. Τα σχολεία του Αθαμανίου Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας

Η

περίοδος της παντελούς διάλυσης της ελληνικής παιδείας άρχισε μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου 1453, όταν οι εναπομείναντες άνθρωποι των γραμμάτων εκπατρίστηκαν στην Ευρώπη, όπου και μεταλαμπάδευσαν τα φώτα και τον ελληνικό πολιτισμό. Ο Σουλτάνος, Μωάμεθ ο Β΄ ο Κατακτητής, για να εξουσιάζει καλύτερα τους Έλληνες, παραχώρησε στον αναγνωρισθέντα ως Εθνάρχη του υπόδουλου Ελληνισμού, Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, θρησκευτικά προνόμια. Αυτά τα προνόμια εκμεταλλεύτηκε ο Πατριάρχης και ίδρυσε τη Μεγάλη του Γένους Σχολή, για την εκπαίδευση των νέων, οι οποίοι θα καταλάμβαναν ανώτερες θέσεις στην εκκλησιαστική ιεραρχία, δηλαδή εκείνων που θα γίνονταν επίσκοποι, καθηγητές της Σχολής, ιεροκήρυκες και εθναπόστολοι στη σκλαβωμένη χώρα. Από τους Τούρκους είχε τεθεί σε ενέργεια η προσπάθεια ολοκληρωτικής διάλυσης της ελληνικής παιδείας, με στόχο την εθνική μας εξόντωση. Η ένταση αυτής της προσπάθειας κράτησε δύο αιώνες, από το 1453 μέχρι το 1650. Την περίοδο αυτή του αμείλικτου διωγμού των σχολείων, αλλά και αργότερα, η εκπαίδευση των υπόδουλων γινόταν με πρόσληψη οικοδιδασκάλου ή στα μοναστήρια και στις εκκλησίες απόκεντρων μερών. Εκεί κατέφευγαν τα Ελληνόπουλα, με χίλιες προφυλάξεις και διδάσκονταν τα ελληνικά γράμματα, για να γλιτώσουν τον εξισλαμισμό. Δεν διδάσκονταν γραμματικές και επιστημονικές γνώσεις, αλλά την ευπείθεια, τη σεμνότητα, το σεβασμό προς το Θείον, την αγάπη προς την Πατρίδα. Το πλήγμα ήταν βαρύ για τον πολιτισμό μας. Αλλά από αυτούς με τα λίγα γράμματα ξεπήδησε μεγάλος αριθμός αποστόλων της ιδέας της ελευθερίας, οι οποίοι στους μετέπειτα αγώνες προτίμησαν τον ένδοξο θάνατο παρά τη σκλαβιά και την ατίμωση. Στο μεταξύ όμως και με το πέρασμα του χρόνου, ιδιαίτερα μετά το 1650, η εκπαιδευτική αυτή δραστηριότητα και η από αυτή αποτελεσματική προώθηση της ελληνικής παιδείας δημιούργησαν μια μορφή πνευματικής αναγέννησης, όχι μόνο στον υπόδουλο Ελληνισμό, αλλά και στους άλλους βαλκανικούς λαούς. Στα χρόνια αυτά, η εκπαίδευση υπήρξε αποκλειστικά ελληνική, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι λέξεις σχολείο και διδάσκαλος ήταν κοινές στους κατοίκους των Βαλκανίων. Αυτή δε η προώθηση οφειλόταν: α) στους Έλληνες που εργάζονταν στην Ευρώπη και οι οποίοι διέθεταν σημαντικά ποσά για τον ιερό αυτό σκοπό, και β) στους νέους που σπούδαζαν στην Ευρώπη και γύριζαν πίσω στην πατρίδα και οι οποίοι -με τη βοήθεια όσων πλούτισαν εκεί και την ηθική Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η παιδεία και η εκπαίδευση στα Τζουμέρκα

99

προστασία των μορφωμένων και γλωσσομαθών Ελλήνων, οι οποίοι είχαν καταλάβει μεγάλες θέσεις και υψηλά αξιώματα στην τουρκική διοίκηση και από αυτής της θέσης εκμεταλλευόμενοι την ανοχή των Τούρκων και την χαλάρωση της αυστηρότητάς των- ίδρυσαν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας αξιόλογα σχολεία. Από αυτά αποφοιτούσαν ικανότατοι καθηγητές και δάσκαλοι, πολλοί από τους οποίους ίδρυσαν σχολεία σε μικρότερες πόλεις και με τη διδασκαλία τους πολλαπλασίαζαν την προσπάθεια των παραπάνω. Εξ άλλου η αναπτυσσόμενη άμιλλα, αφ’ ενός μεταξύ αυτών των διδασκάλων του Γένους, και αφ’ ετέρου μεταξύ των Εφοριών των Σχολών, ώστε να αναδείξουν τις Σχολές τους σπουδαιότερες, συνετέλεσαν τα μέγιστα στο να δημιουργηθούν από τις αρχές του 17ου αιώνα και στο εξής φωτοβόλες εστίες, πνευματικά κέντρα, όπως π.χ. στην Άρτα, στα Γιάννινα και αλλού στην Ελλάδα. Μεταξύ αυτών διακρίνονταν η Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους, η οποία υπήρξε κέντρο εθνικής παιδείας. Σ’ αυτή γίνονταν «μετεκπαίδευση» των μοναχών, οι οποίοι πήγαιναν εκεί από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Έτσι αυτοί που γνώριζαν μόνο λίγα κολλυβογράμματα, όταν φοιτούσαν στη Σχολή, αναβαπτίζονταν στην κολυμβήθρα της θρησκευτικής και εθνικής αναγέννησης. Όταν δε γύριζαν στους τόπους καταγωγής τους ενίσχυαν το θρησκευτικό αίσθημα και μετέδιδαν την πατριωτική φλόγα. Στη συνέχεια και κάτω από τη σκέπη της Εκκλησίας εργάζονταν διδάσκοντας σε όσα Ελληνόπουλα είχαν ζήλο για μάθηση τα κατώτερα, τα στοιχειώδη γράμματα, αυτά που ήταν άκρως απαραίτητα για την Εκκλησία. Δίδασκαν επίσης στοιχεία αριθμητικής, για τις απλές καθημερινές τους συναλλαγές, καθώς και βυζαντινή μουσική. Τα λιγοστά αυτά γράμματα τα ονόμαζαν «παπαδογράμματα», γιατί διδάσκονταν από τους παπάδες ή θα ήταν χρήσιμα για όποιον ήθελε να γίνει παπάς, ιερωμένος. Έτσι τα μοναστήρια μεταβάλλονταν σε ιερατικά φροντιστήρια. Όσοι δε από αυτούς, που έπαιρναν αυτή τη μόρφωση, ήταν ικανοί και διακρίνονταν, χειροτονούνταν ιερείς ή αξιοποιούνταν ως δάσκαλοι, οι οποίοι χωρίς παιδαγωγικές μεθόδους μεν, αλλά με μεγάλο ζήλο, μάθαιναν στα ελληνόπουλα γράμματα. Ο κατάλογος των Ηπειρωτών λογίων, κληρικών και λαϊκών, που με τη διδασκαλία τους και το συγγραφικό τους έργο άνοιξαν το δρόμο προς την εθνική και πνευματική αναγέννηση του υπόδουλου Ελληνισμού είναι μεγάλος. Από την εποχή του Μάξιμου του Γραικού (πρώτο μισό του 16ου αιώνα), φωτιστή των Ρώσων, μέχρι την εποχή του Κοσμά του Αιτωλού (1714-1779), που στα 20 τελευταία χρόνια, διασχίζοντας την Ήπειρο από την Πρέβεζα και την Πάργα ως την Κορυτσά και τη Μοσχόπολη υπήρξε «διδάχος» των αγροτικών πληθυσμών, δεκάδες κληρικοί, λόγιοι αλλά όχι σπάνια και αυτοδίδακτοι, στήριξαν με το λόγο τους, αν και ήταν εκφραστές αντίθετων συχνά απόψεων και ιδεολογικών ρευμάτων, την ορθόδοξη πίστη και την ελληνική γλώσσα. Να αναφέρουμε εδώ τους Ηπειρώτες λόγιους-συγγραφείς: Μιχαήλ Μήτρου (1661-1714), μετέπειτα μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιο, τον Μεθόδιο Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


100

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

Ανθρακίτη (περ. 1660-1749),τον Μπαλάνο Βασιλόπουλο (1694-περ. 1760), τον Νεόφυτο Δούκα (1760-1845), τον Αθανάσιο Ψαλλίδα (1767-1829), τον Ιωάννη Βηλαρά (1771-1823) κ.ά. Πόσα οφείλουν σ’ αυτούς η θρησκεία και το Έθνος…! Κατ’ αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, κατέστη δυνατόν να λειτουργήσουν κατώτερα και στοιχειώδη σχολεία στις πόλεις και στα χωριά της σκλαβωμένης πατρίδας μας, με την κοινοτική συνήθως, και ιδιωτική μερικές φορές, πρωτοβουλία και δαπάνη. Τριάντα περίπου «κοινά» σχολεία λειτούργησαν στην Ήπειρο κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, από την Άρτα και την Πρέβεζα ώς τη Χειμάρα και το Αργυρόκαστρο, από την Πάργα ως το Ζαγόρι και το Μέτσοβο, που το «Ελληνομουσείον» του υπήρξε η κυριότερη μορφωτική εστία στην ανατολική Ήπειρο. Αυτά έθεσαν τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το πνευματικό οικοδόμημα της περιοχής. Τα στοιχεία για τη λειτουργία σχολείων στη σκλαβωμένη Ελλάδα, για το χρονικό διάστημα από την Άλωση μέχρι τον 16ο αιώνα είναι ελάχιστα. Και αυτά τα λίγα στηρίζονται περισσότερο, όχι σε συγκεκριμένες λειτουργίες σχολείων, αλλά σε έμμεσες υποθέσεις, όπως π.χ. η παρουσία του Μάξιμου του Γραικού, κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβώλη, ο οποίος διήκουσε τα εγκύκλια μαθήματα στην Άρτα, περί το 1480 μ.Χ. και συνέχισε τις σπουδές του στην Ιταλία. Αυτή όμως η μαρτυρία δεν προϋποθέτει υποχρεωτικά και την ύπαρξη σχολείου στην Άρτα την περίοδο αυτή. Κατά τον 16ο αιώνα λειτούργησαν σχολεία στο νησί των Ιωαννίνων (Μονή των Φιλανθρωπινών), στη Ζίτσα, στη Λάρισα, στη Θεσσαλονίκη, στην Αδριανούπολη, στο Ναύπλιο, στο Άργος, στη Μονεμβασιά και αλλού, σύμφωνα με τον Ματθαίο Παρανίκα, στο βιβλίο του «Σχεδίασμα περί Παιδείας μετά την Άλωσιν», Κων/πολη, 1867, σελ. 42-46. Τον 16ο αιώνα τα σχολεία, ιδιαίτερα στο χώρο της Ηπείρου, αυξήθηκαν πολύ. Ιδρύθηκαν στα Γιάννινα οι σχολές: α) Του Επιφανείου, η μικρή (1648…), η Μεγάλη (1676…), β) Του Γκούμα (1676-1770) κ.ά. Στην Άρτα ιδρύθηκε η σχολή Μανολάκη, η οποία λειτούργησε από το 1669 μέχρι το 1821. Η ίδια πρόοδος στην ίδρυση σχολείων συνεχίστηκε και τον 18ο αιώνα. Στην περιοχή των Τζουμέρκων σκοτάδι καλύπτει το χρόνο έναρξης λειτουργίας των σχολείων. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι λειτούργησαν «κοινά» σχολεία κατά τον 18ο αιώνα, χωρίς να χρειαστούν πατριαρχικά σιγίλλια (έγγραφα), προικοδοτήσεις από πλούσιους ομογενείς και σπουδαγμένους δασκάλους, όπως για τη σχολή Μανολάκη στην Άρτα ή για τις σχολές των Ιωαννίνων. Γραπτές μαρτυρίες για τη λειτουργία σχολείων στην περιοχή των Τζουμέρκων, πριν από το μεγάλο ξεσηκωμό του 1821, υπάρχουν μόνο για τα σχολεία των Καλαρρυτών, του Συρράκου και των Θεοδωριάνων. Για τα σχολεία των Καλαρρυτών ο Ματθαίος Παρανίκας στο έργο του «Σχεδίασμα περί Παιδείας μετά την Άλωση», Κων/πολη 1867, γράφει τα ακόλουθα: «… Εν Καλαρρύτες κωμοπόλει άξια λόγου διά το φιλέμπορον και βιομήχαΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Η παιδεία και η εκπαίδευση στα Τζουμέρκα

101

νον των κατοίκων, από των μέσων της παρελθούσης εκατονταετηρίδος συνέστη σχολή ελληνική άξια λόγου διατηρουμένη μέχρι της 1821 λεηλασίας και ερημώσεως πόλεως. Διδάσκαλοι εχρημάτισαν από το 1790 ο Παπαγεωργίου, μεθ’ ον ο μαθητής της Παλαμαίας σχολής Μεσολογγίου Αναστάσιος Μπεκιάρης από το 1808-1812. Διετηρήθη μέχρι το 1821 διδάσκοντος του Γεωργίου Σγούρου. Αλλά το 1821, των Αλβανών εισβαλόντων, εσχόλασε και ανεσυστήθη μετά το 1828, αλλά δεν γνωρίζομεν ποιοι εδίδαξαν». Για τα σχολεία του Συρράκου, ο Παρανίκας στο ίδιο βιβλίο γράφει: «Εν Συρράκω επίσης τα γράμματα διά το φιλέμπορον και τον πλούτον των κατοίκων εθεραπεύοντο. Και αυτόθι συνετηρείτο επίσης ελληνική σχολή μέχρι το 1821, ότε και αυτοί ταυτά τοις Καλαρρυτινοίς υπέστησαν. Αυτόθεν, πλην άλλων καθήγετο και ο περίφημος ιατρός και πολιτικός της Ελλάδος Ιωάννης Κωλέττης…». Για τα σχολεία του Συρράκου γράφει και ο Ιωάννης Λαμπρίδης στο βιβλίο του «Ηπειρωτικά-Μαλακασιακά», τα εξής: «Αλλά και το Συρράκο, καίτοι εστίαν γραμμάτων βραδύτερον συνέστησεν και ταύτην μικράν, εν τούτοις απαριθμεί σπουδαίους λογίους τους εξής: Ιωάννην Κωλέττην, ιδιαίτερον ιατρόν εν Πελοποννήσω του Βελή πασά, Κων/νον Γ. Τσιαπρασλήν, Δ. Ζαλοκώσταν, αμφότερους εν Ιωαννίνοις ιατρούς, Σ. Ζαβογιάννην, Κ. Κόμισον, Λ. Παλιόν και Γ. Μπίτζιον, πάντας διδάκτορας της Ιατρικής, και Σ. Δουραμάνην τελειοδίδακτον αυτής` τους διδάκτορας της νομικής Σ. Δ.Ι. Μέκιον αδελφούς και τον ευφυά Ευγένιον Γ΄Ζαλοκώσταν, τέκνον του ποιητού του χανίου της Γραβιάς». Για τα σχολεία των Θεοδωριάνων ο Φίλιππος Δ. Κολοβός γράφει στην εφημερίδα «Τα Θεοδώριανα» (1972) τα ακόλουθα: «…1800 κάνω θύμηση εγώ ο Αναγνώστης του Πρωτόπαπα, ότι πως έγινα. Καπετάν Νικόλας Βεκίλης (πληρεξούσιος, επίτροπος, αντιπρόσωπος) με το θέλημα της χώρας,και με έβαλαν δάσκαλο να διαβάζω τα παιδιά της χώρας γράμματα και άλλα παιδιά που να έρθουν από άλλα χωριά και μου έδωσαν ρόγα το χρόνο γρόσια 35 η χώρα και έδωκε και ο Καπετάν Νικόλας γρόσια 10 και έγιναν 45 και από ένα βεδούρι γέννημα το πάσα παιδί, όπου να έρθει να διαβάζει». Υπάρχει και άλλη γραπτή μαρτυρία για τα σχολεία των Θεοδωριάνων, η οποία λέει: Στα 1793, ένας 25χρονος και μορφωμένος από τα περίφημα σχολεία των Ιωαννίνων ηγούμενος, ο Άνθιμος Αργυρόπουλος, έκτισε το μοναστήρι της Παναγίας στα Θεοδώριανα, «όστις ωκοδημήσατο δαπάνη του μονυδρίου αλληλοδιδακτικήν σχολήν» κατά τον Σεραφείμ Ξενόπουλον, Μητροπολίτη Άρτας. Ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος, στο βιβλίο του: «Δοκίμιον περί Άρτης…», Αθήναι, 1884, μας πληροφορεί ότι μετά την επανάσταση του 1821 άρχισαν να λειτουργούν πάλι τα παλιά σχολεία, και να ιδρύονται νέα. Ο ίδιος, θεωρώντας την παιδεία ως ένα από τα καλύτερα μέσα αντίστασης κατά των κατακτητών, κάλεσε τους προεστούς σε σύσκεψη και τους πρότεινε να λειτουργήσουν σε όλα τα χωριά σχολεία. Τους υποσχέθηκε δε πως τα έξοδα συΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


102

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

ντήρησης και λειτουργίας θα αναλάμβαναν τα Μοναστήρια και οι Εκκλησίες. «… Τοιαύτα σχολεία, τινά μεν καθιδρύθηκαν τω 1845 έτει, τινά δε 1864 και 1865, εις άπαντα σχεδόν τα χωρία, εν οις εδιδάσκοντο οι παίδες προς τοις ιεροίς γράμμασι, την αξίαν των πατέρων αυτών θρησκείαν και την πάτριον ιστορίαν, συνοπτικήν Γεωγραφίαν, Αριθμητικήν και όσα άλλα εισί χρειώδη εις τον κοινωνικόν βίον…». Όσο γι’ αυτούς που δίδασκαν, ήταν Γραμματοδιδάσκαλοι (απόφοιτοι Σχολαρχείου), Σχολάρχες (απόφοιτοι Πανεπιστημίου) ή Ελληνοδιδάσκαλοι (αυτοί που είχαν αποδείξεις φοίτησης στο Πανεπιστήμιο). Η συντριπτική πλειονότητα όμως, ιδιαίτερα πριν από το 1881, είχαν ελάχιστες γνώσεις και η εκπαιδευτική τους επάρκεια ήταν περιορισμένη και βασίζονταν σε ό,τι μάθαιναν διαβάζοντας ή άκουγαν από άλλους. Ήταν κυρίως παπάδες, καλόγεροι και αναγνώστες (ψαλτάδες). Καθήκοντα δασκάλου αναλάμβαναν και διάφοροι επαγγελματίες (ραφτάδες, τσαρουχάδες κ.λπ.), που γνώριζαν λίγα γράμματα. Τα σχολεία αυτά συντηρούνταν, όπως αναφέραμε παραπάνω, από τα μοναστήρια, τις εκκλησίες και τους γονείς των παιδιών. Στην πόλη της Άρτας, τα περίχωρα και την περιοχή των Τζουμέρκων, μέχρι την προσάρτηση στο Ελληνικό κράτος (24-6-1881), λειτουργούσαν 64 σχολεία, με 3.800 μαθητές (3.600 άρρενες και 200 θήλεις). Από μια έκθεση, που δημοσίευσε το 1873 ο Ηπειρώτης Γεώργιος Χασιώτης, στην επετηρίδα του Ηπειρωτικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, η οποία στηριζόταν στις εκθέσεις των Μητροπολιτών Ιωαννίνων και Άρτας, πληροφορούμαστε ότι η εκπαιδευτική κατάσταση στα Τζουμέρκα ήταν η ακόλουθη: 1) Σχολεία μικτά (Ελληνοαλληλοδιδακτικά) έξι, στα χωριά: Άγναντα με 70 μαθητές και μισθό διδασκάλου 2.500 γρόσια, Βουργαρέλι με 80 μαθητές και μισθό διδασκάλου 2.000 γρόσια, Καλαρρύτες με 70 μαθητές και μισθό διδασκάλου 3.000 γρόσια, Μελισσουργοί με 80 μαθητές και μισθό διδασκάλου 15 δραχμές και 3.500 γρόσια, Πράμαντα με 200 μαθητές και μισθό διδασκάλου 8500 γρόσια και Συρράκο με 350 μαθητές και μισθό διδασκάλου 45 δραχμές και 6.000 γρόσια. 2) Σχολεία αλληλοδιδακτικά τρία, στα χωριά: Νισίστα (Ροδαυγή) με μαθητές και μισθό διδασκάλου 1.000 γρόσια, Ραφταναίοι με 50 μαθητές και 1.500 γρόσια μισθό διδασκάλου και Σχωρέτσαινα (Καταρράκτης) με 60 μαθητές και μισθό διδασκάλου 2.000 γρόσια. 3) Σχολεία ημιαλληλοδιδακτικά ένα, στο χωριό Χουλιαράδες με 60 μαθητές και 1.350 γρόσια μισθό διδασκάλου. 4) Σχολεία κοινά είκοσι τρία, στα χωριά: Βασταβέτσι (Πετροβούνι) με 40 μαθητές και μισθό διδασκάλου 300 γρόσια, Βροδό (Μονολίθι) με 15 μαθητές και μισθό διδασκάλου 300 γρόσια, Γουριανά με 35 μαθητές και μισθό διδασκάλου Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η παιδεία και η εκπαίδευση στα Τζουμέρκα

103

200 γρόσια, Γραιτσίστα (Γραικικό) με 25 μαθητές και μισθό διδασκάλου 500 γρόσια, Θεοδώριανα με 60 μαθητές και μισθό διδασκάλου 350 γρόσια, Κάτω Καλεντίνη με 30 μαθητές και μισθό διδασκάλου 400 γρόσια, Κουκουλίστα (Κουκούλια) με 30 μαθητές και μισθό διδασκάλου 600 γρόσια, Κουσοβίστα (Κτιστάδες) με 30 μαθητές και μισθό διδασκάλου 550 γρόσια, Λεπιανά με 30 μαθητές και μισθό διδασκάλου 800 γρόσια, Λειψίστα (Αθαμάνιο) με 40 μαθητές και μισθό διδασκάλου 800 γρόσια, Ματσούκι με 30 μαθητές και μισθό διδασκάλου350 γρόσια, Μίερη (Τετράκωμο) με 45 μαθητές και μισθό διδασκάλου 500 γρόσια, Παλαιοχώρι Συρράκου με 50 μαθητές και μισθό διδασκάλου 400 γρόσια, Πιστιανά με μαθητές και μισθό διδασκάλου 400 γρόσια, Πρένιστα (Κορφοβούνι) με μαθητές και μισθό διδασκάλου 400 γρόσια, Προσβάλλα (Βαθύπεδο) με 25 μαθητές και μισθό διδασκάλου 300 γρόσια, Ράμια με 20 μαθητές και μισθό διδασκάλου 500 γρόσια, Ραψίστα (Πλατανούσα) με 40 μαθητές και μισθό διδασκάλου 500 γρόσια, Ρωμανό με 15 μαθητές και μισθό διδασκάλου 200 γρόσια, Σερέσι (Μικροσπηλιά) με 20 μαθητές και μισθό διδασκάλου 400 γρόσια, Σκούπα (Καρυδέα) με 35 μαθητές και μισθό διδασκάλου 500 γρόσια, Τζουβίστα (Δαφνωτή) με 18 μαθητές και μισθό διδασκάλου 300 γρόσια και Χώσεψη (Κυψέλη) με 30 μαθητές και μισθό διδασκάλου 500γρόσια. Στα σχολεία αυτά οι διδάσκαλοι, εκτός από το μισθό, έπαιρναν και τροφή από το χωριό. 5) Τα χωριά Δοβίζιανα (Προσήλιο), Μιχαλίτσι, Μπούγα (Ανεμοράχη) και Σκλούπος (Αμπελοχώρι) δεν είχαν σχολείο. Τη δαπάνη για τη λειτουργία των σχολείων των Τζουμέρκων, όπως και στην υπόλοιπη σκλαβωμένη Ελλάδα, είχαν επωμισθεί: α) τα μοναστήρια της περιοχής, Ευαγγελιστρίας (Βίλιζας) Ματσουκίου, Θεοτόκου (Κηπίνας) Καλαρρυτών, Εισοδίων της Θεοτόκου Μελισσουργών, Γεννήσεως της Θεοτόκου (Μουχουστίου) Ραφταναίων, Αγίας Αικατερίνης Καταρράκτη, Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Χρυσοσπηλιώτισσας) Γουριανών, Αγίου Γεωργίου Βουργαρελίου και Γεννήσεως της Θεοτόκου Θεοδωριάνων, β) οι Δημογεροντίες των χωριών, με τις Εφορευτικές Επιτροπές ή Σχολικές Εφορίες που είχαν συστήσει για το σκοπό αυτό, γ) οι γονείς και οι κηδεμόνες των μαθητών, και δ) οι διάφορες ενισχύσεις, τα κληροδοτήματα και οι προικοδοτήσεις των σχολείων. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1840, άρχισαν να αποφοιτούν από τη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων αρκετοί νέοι Τζουμερκιώτες. Αναφέρουμε εδώ μερικούς από αυτούς που αποφοίτησαν από τη Σχολή από το σχολικό έτος 1846-47 μέχρι το 1881, οπότε έγινε η προσάρτηση της Άρτας στο Ελληνικό κράτος. Το σχολικό έτος 1846-47 φοιτούν στη Ζωσιμαία Σχολή οι εξής Τζουμερκιώτες: Χρύσανθος ιεροδιάκονος από το Βουργαρέλι, Κωνσταντίνος Παράσχης και Αθανάσιος Σπυρίδωνος από τους Καλαρρύτες, Κωνσταντίνος Γεωργίου, Δημήτριος Γεωργίου και Νικόλαος Οικονομίδης. Το σχολικό έτος 1864-65 οι: Κων/νος και Γεώργιος Ν. Κρυστάλλης από το Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


104

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

Συρράκο, ο Σωτήριος Δ. Μπίτσικας από το Νησί των Ιωαννίνων, αργότερα δαδάσκαλος της Ελληνοαλληλοδιδακτικής σχολής Αγνάντων στη δεκαετία του 1870, οι Αρτινοί: Χριστόδουλος Δ. Αντωνόπουλος και Δημήτριος Αντωνόπουλος, Γεώργιος Α. Γκίνος και Αλέξανδρος Χ. Αλεξόπουλος. Το σχολικό έτος 1867-68 ο Κων/νος Λύτρας, από την Πράμαντα, είναι μαθητής της Β’ τάξης του Γυμνασίου της Ζωσιμαίας Σχολής. Το σχολικό έτος 1873-74 οι αδελφοί Γεώργιος και Δημήτριος Σκάρλος, από την Πράμαντα, αργότερα ταχυδρομικός ο πρώτος και γιατρός ο δεύτερος, ο Νικόλαος Μπέκας, μαθητής της Γ΄ τάξης του Γυμνασίου, ο οποίος έφυγε από τα Γιάννινα στις 12-5-1877, όπως φαίνεται από το Μαθητολόγια της Ζωσιμαίας σχολής, προκειμένου να διδάξει ως διδάσκαλος. Το 1878 αποφοιτούν από τη σχολή οι Αρτινοί: Σπύρος Αρχιμανδρίτης, Χρίστος Δούλιας, Αθανάσιος Κολέτσης και Γεώργιος Τσούτσινος. Τη δεκαετία του 1870 φοιτούσαν στη σχολή, σύμφωνα με τα Μαθητολόγιά της των ετών 1839-1888, οι Τζουμερκιώτες: Βασίλειος Δ Τσίρκας, Χριστόδουλος Αθαν. Οικονόμου, Βασίλειος Κ. Χαλκιάς, Ιωάννης Α. Παπαδόπουλος, Βασίλειος Κυρίτσης, Κων/νος Τσαγκαρογιάννης, Βασίλειος Χ. Καψάλης, Δημήτριος Αναγνωστόπουλος Σπύρος Παπαχρίστου κ.ά. Μετά την προσάρτηση Με την προσάρτηση της Άρτας, στις 24-6-1881, έμειναν υπό τουρκική κατοχή τα χωριά που βρίσκονταν στη δεξιά μεριά του Αράχθου: Μπρένιστα (Κορφοβούνι), Πιστιανά, Νησίστα (Ροδαυγή), Σκούπα (Καρυδέα), Τζουβίστα (Δαφνωτή), Ραψίστα (Πλατανούσα) και Βορδό (Μονολίθι), και από τη δεξιά μεριά του Αράχθου τα χωριά: Γκούρα, Μιχαλίτσι, Χουλιαράδες, Βασταβέτσι (Πετροβούνι), Παλαιοχώρι Συρράκου, Συρράκο και Δοβίσδιανα (Προσήλιο). Με την προσάρτηση επεκτάθηκαν οι νόμοι του ελληνικού κράτους και στις νέες επαρχίες. Τα μικτά (ελληνοαλληλοδιδακτικά) σχολεία που λειτουργούσαν μέχρι τότε στην Άγναντα, στους Καλαρρύτες, στην Πράμαντα και στα Σχωρέτσαινα (Καταρράκτης), μετονομάστηκαν σε Ελληνικά. Τότε ιδρύθηκε μονοτάξιο Ελληνικό σχολείο και στο Βουργαρέλι. Ακολούθως διορίστηκαν ως ελληνοδιδάσκαλοι οι: Σωτήριος Μπίτσικας στο Ελληνικό Σχολείο Αγνάντων, ο Γεώργιος Οικονομίδης στο Ελλ. Σχολείο Βουργαρελίου, ο Ηλίας Παπαγεωργίου στο Ελλ. Σχολείο Καλαρρυτών, ο Κων/νος Πολυζωίδης στο Ελλ. Σχολείο Πραμάντων και ο Βασίλειος Χ. Καψάλης στο Ελλ. Σχολείο Σχωρετσάνων. Σε όποια χωριά λειτουργούσαν, πριν από την προσάρτηση, αλληλοδιδακτικά ή κοινά σχολεία, ιδρύθηκαν δημοτικά σχολεία αρρένων και θηλέων. Τέτοια ιδρύθηκαν στα χωριά: Άγναντα, Καλαρρύτες και Μελισσουργούς. Αργότερα, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η παιδεία και η εκπαίδευση στα Τζουμέρκα

105

με αποφάσεις του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, ιδρύθηκαν δημοτικά σχολεία αρρένων στα χωριά: Κουκουλίστα (Κουκούλια), Ραφταναίοι, Λεπιανά, Χώσεψη (Κυψέλη), Λουψίστα (Αθαμάνιο), Θεοδώριανα, Σκλούπος, Μίερη (Τετράκωμο, νέα ονομασία), Ράμια και Γαρδίκι Τρικάλων, και θηλέων στα χωριά: Πράμαντα, Σχωρέτσαινα και Βουργαρέλι. Ακολούθως, το Υπουργείο διόρισε ως δημοδιδασκάλους: στο αρρένων Άγναντας το Θωμά Γιαννό και στο θηλέων την Αικατερίνη Τζιώτου, στο αρρένων Σχωρετσάνων το Μάρκο Σακογιάννη και στο θηλέων τη Γεωργία Καρμινιάτου, στο αρρένων Πραμάντων τον Ιωάννη Μπονιάκο και στο θηλέων τη Μαρία Κακνή, στο θηλέων Βοεργαρελίου τη Σουζάνα Κακούζη, στο αρρένων Καλαρρυτών, μετατέθηκε από το Μώλο Θερμοπυλών ο Νικόλαος Μυλωνάς και στο θηλέων η Μαριγώ Κατσουριάδου. Με τη συμπλήρωση του διδακτικού προσωπικού της Στοιχειώδους Εκπαίδευσης, η κυβέρνηση διέθεσε στα μοναστήρια τα χρηματικά ποσά, προκειμένου να καταβάλλουν τους μισθούς τους, όπως τους πλήρωναν και πριν από την προσάρτηση. Εκτός από την κρατική επιχορήγηση διαμέσου των μοναστηριών για τη λειτουργία των σχολείων, το κράτος τα ενίσχυε και απευθείας με ποσά που κυμαίνονταν από 15 δραχμές, αυτά που είχαν τους λιγότερους μαθητές, μέχρι 30 δραχμές εκείνα που είχαν τους περισσότερους. Μετά το 1883, σε όσα σχολεία συγκέντρωναν πάνω από εκατό μαθητές, διορίζονταν, εφ’ όσον υπήρχε διαθέσιμος, δημοδιδάσκαλος πτυχιούχος του Διδασκαλείου Αθηνών ή όποιος είχε αναγνωρισθεί ως πτυχιούχος από ειδική Επιτροπή. Στα σχολεία που είχαν από 15 μέχρι 100 μαθητές διοριζόταν Γραμματοδιδάσκαλος.Αυτούς δε αντικατέστησαν με την πάροδο του χρόνου Γραμματιστές, απόφοιτοι Υποδιδασκαλείων μονοετούς φοίτησης, τα οποία ιδρύθηκαν προσωρινά για μία τριετία (1894-98) για να καλύψουν τις ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό. Σε αρκετές περιπτώσεις δίδασκαν ως έκτακτοι και απόφοιτοι Γυμνασίου. Από το 1885 μέχρι το 1895 λειτούργησαν 2-3 σχολεία, τα οποία είχαν μεγάλο αριθμό μαθητών, με τέσσερις τάξεις. Όλα τα άλλα λειτούργησαν με μικρό αριθμό μαθητών και με λιγότερες τάξεις. Για να συμπληρωθεί η τετραετής εκπαίδευση, μετά το 1883, ιδρύθηκαν στα Τζουμέρκα τα τριτάξια Ελληνικά σχολεία Βουργαρελίου, Καλαρρυτών και Πραμάντων. Με το Νόμο ΑΧΜΑ΄ της 9ης Ιανουαρίου 1888 «περί συστάσεως Ταμείου Δημοτικής Εκπαίδευσης», απαλλάχτηκε η Δημοτική Εκπαίδευση από την τυραννία των Δημάρχων και πληρώνονταν οι λειτουργοί της από δικό τους Ταμείο. Στις 12 Αυγούστου 1892, επί υπουργίας Στ. Σκουλίδη, με το Νόμο ΒΠΕ΄, ρυθμίστηκαν καλύτερα ζητήματα που αφορούσαν στην οικονομική διαχείριση της Εκπαίδευσης, θέματα οργανικότητας των σχολείων σε 1/τάξια, 2/τάξια κ.λπ., ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών, και κανονίστηκε ο αριθμός των διΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


106

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

δασκάλων. Ταυτόχρονα κρίθηκαν όλοι οι Γραμματοδιδάσκαλοι που υπηρετούσαν σε επαρκείς και μη. Όσοι κρίθηκαν ανεπαρκείς, από έλλειψη τυπικών προσόντων, μπορούσαν να φοιτήσουν στα νεοϊδρυθέντα Υποδιδασκαλεία του Νόμου ΒΟΘ΄ της 6ης Αυγούστου 1892, με τον οποίο θεραπευόταν η ταχεία αντικατάσταση των υπηρετούντων στην εκπαίδευση γραμματοδιδασκάλων. Η κατάσταση της Δημοτικής Εκπαίδευσης στα Τζουμέρκα κατά το σχολικό έτος 1892-93, οπότε και έγινε η σχετική αναδιάρθρωση, ήταν η ακόλουθη: Α) Δημοτικά Σχολεία: 1. Αγνάντων, με 85 μαθητές, δασκάλους τους Χριστ. Κολιό, Γ/θμιο και Ασπασία Σαρδελοπούλου, επίσης Γ/βάθμια. 2. Ραφταναίων, με 50 μαθητές και δάσκαλο τον Κων/νο Τσίκο, Β/θμιο. 3. Σχωρετσάνων, με 54 μαθητές και γραμματοδιδάσκαλο τον Χρίστο Οικονομίδη. 4. Πραμάντων, με 114 μαθητές και δασκάλους τους Δημήτριο Μπέκα, Β/θμιο και Ευφροσύνη Μάρκου, Γ/θμια. 5. Καλαρρυτών, με 58 μαθητές και δάσκαλο τον Ιωάννη Μπονιάκο, Α/θμιο. 6. Βουργαρελίου, με 84 μαθητές και δασκάλους τους Ευστάθιο Λάμπρου, Γ/βάθμιο και Αγγελική Κοέρου, Γ/βάθμια. 7. Χώσεψης, με 47 μαθητές και δάσκαλο τον Αποστ. Νίτσα, Γ/θμιο. 8. Μίγερης, με 74 μαθητές και γραμματοδιδάσκαλο το Δημήτριο Παπακώστα. 9. Λειψίστας, με 50 μαθητές και γραμματοδιδάσκαλο τον Κων/νο Παπαγεωργίου. Β) Γραμματοσχολεία, στα οποία δίδαξαν γραμματοδιδάσκαλοι: 1.Γραιτσίστας, ο Ιωάννης Μπάκος. 2.Κουκουλίστας, ο Ιωάννης Παπαδημητρίου. 3. Κουσοβίστας, ο Γεώργιος Φλώρος. 4. Λεπιανών, ο Γεώργιος Ι. Κώστας-Τσιμπλής. 5. Ράμιας ο Δημήτριος Τσουμάκας. 6. Σκλούπου, ο Δημήτριος Χριστοδούλου. 7. Γουριανών, ο Απόστολος Σταύρου. 8. Μελισσουργών, ο Νικόλαος Σταρίδας. 9. Ματσουκίου, ο Γεώργιος Αθ. Ζόγκας. 10. Νισίστας. 11. Πιστιανών, ο Κων/νος Κώστας. 12. Θεοδωριάνων, ο Δημήτριος Σεϊδήμος.13. Γρεβενοσελίου (Νεράιδας Τρικάλων), ο Γεώργιος Παπακώστας. 14. Παχτουρίου Τρικάλων, ο Ιωάννης Παπαφωτίου και 15. Μπούκουρου (Αρματολικού Τρικάλων), ο Χρίστος Καρανάτσης. Οι παραπάνω αναφερθέντες γραμματοδιδάσκαλοι απολύθηκαν από την υπηρεσία, με τη λήξη του διδακτικού έτους. Μερικοί από αυτούς και κάποιοι άλλοι επαναπροσλήφθηκαν για ένα μόνο χρόνο στα σχολεία που θα αναφέρουμε παρακάτω και με τη λήξη του νέου διδακτικού έτους απολύθηκαν από την υπηρεσία: Γεώργιος Β. Βρόντος στην Κουκουλίστα, Ιωάννης Τσαμάκος στη Ράμια, Ιωάννης Μπάκος στη Γραιτσίστα, Γεώργιος Ι. Κώστας στα Λεπιανά, Δημήτριος Χ. Χαλκιάς στα Γουριανά, Δημήτριος Χριστοδούλου στην Κουσοβίστα, Δημήτριος Τζαμάκος στα Σχωρέτσαινα, Βασίλειος Δ. Χριστάκης στο Σκλούπο, Γεώργιος Δ. Σταυρούλας στους Μελισσουργούς, Δημήτριος Παπακώστας ή Κολοβός στα Θεοδώριανα, Κων/νος Παπαγεωργίου στη Νησίστα, Ιωάννης Ν. Σιμιντζής στη Λειψίστα, Κων/νος Λ. Κώστας στα Πιστιανά και Δημήτριος Π. Παπακώστας στη Μίγερη. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η παιδεία και η εκπαίδευση στα Τζουμέρκα

107

Κάποιοι απ’ αυτούς, που κρίθηκαν ανεπαρκείς από έλλειψη τυπικών και άλλων προσόντων, φοίτησαν στα νεοϊδρυθέντα Υποδιδασκαλεία και άλλοι στα Διδασκαλεία και διακρίθηκαν κατά τις απολυτήριες εξετάσεις, όπως ο Γεώργιος Φλώρος, που αρίστευσε στο Υποδιδασκαλείο, ο Ιωάννης Παπαγεωργίου, που αποφοίτησε ως Α/θμιος δάσκαλος από το Μαράσλειο Διδασκαλείο, ο Νικόλαος Σταρίδας κ.λπ. Κατά το σχολικό έτος 1894-95 διορίστηκαν στα παρακάτω σχολεία οι: Βασίλειος Χριστάκης στη Ράμια, Ιωάννης Τζαμάκος στα Λεπιανά, Γεώργιος Β. Βρόντος στα Γουριανά, Γεώργιος Κώστας ή Τεμπλής στη Γραιτσίστα, Νικόλαος Χ. Παπακώστας στους Μελισσουργούς, Αθανάσιος Μάργαρης στην Κουκουλίστα, Γεώργιος Ζόγκας στο Σκλούπο, Κων/νος Χριστάκης στο Μπούκουρο, Γεώργιος Παπακώστας στο Παχτούρι και Δημήτριος Βλάχος ή Ζώης στο Γρεβενοσέλι. Αργότερα ιδρύθηκαν και άλλα Γραμματοσχολεία, όπως στα Πιστιανά, στο Σερέσι, στην Καλεντίνη, στη Μπούγα (Ανεμορράχη), στα Τσόπελα Πραμάντων, στο Τελήσι Μίγερης και στο Δοβρόι Κωθωνίου Τρικάλων. Γ) Ελληνικά Σχολεία. Μετά την προσάρτηση των επαρχιών Άρτας και Τζουμέρκων στο Ελληνικό κράτος το 1881, ιδρύθηκαν στην περιοχή των Τζουμέρκων τα ακόλουθα Ελληνικά Σχολεία: Αγνάντων, Βουργαρελίου, Πραμάντων, Καλαρρυτών και Σχωρετσάνων. Απ’ αυτά των Αγνάντων και των Πραμάντων λειτούργησαν κανονικά από το 1882 μέχρι το 1929, οπότε μετατράπηκαν σε Ημιγυμνάσια. Τα άλλα πότε καταργούνταν και πότε ανασυστήνονταν. Των Σχωρετσάνων λειτούργησε μέχρι το 1887 και οπότε διακόπηκε η λειτουργία του. Το 1900 επανασυστήθηκε για να καταργηθεί οριστικά το 1906. Των Καλαρρυτών λειτούργησε μέχρι το 1893 οπότε και καταργήθηκε. Επανιδρύθηκε το 1894 και λειτούργησε μέχρι το 1909, οπότε και καταργήθηκε οριστικά. Του Βουργαρελίου λειτούργησε από το 1882 μέχρι το 1891. Επαναλειτούργησε το 1905 μέχρι το 1909 που καταργήθηκε. Επανιδρύθηκε το 1920, όμως άρχισε να λειτουργεί από το σχολικό έτος 1925-26. Το 1929 μετατράπηκε σε Ημιγυμνάσιο, σύμφωνα με το Ν. 4373/1929 «Περί διαρρυθμίσεως των σχολείων Μέσης Εκπαιδεύσεως». Το 1930 καταργούνται τα Ελληνικά Σχολεία και ιδρύονται τριτάξια Ημιγυμνάσια στην Άγναντα και στο Βουργαρέλι, διορίζεται Σχολίατρος, λαμβάνονται μέτρα για καλύτερη Παιδεία και γενικά από τον πρώτο καιρό του 20ού αιώνα η Εκπαίδευση εκσυγχρονίζεται και φέρνει την πρόοδο στα Τζουμέρκα. Δ) Ημιγυμνάσια. Με το Νόμο 4374/1929 «Περί εκπαιδευτικής ματαρρυθμίσεως» καταργήθηκαν, όπως αναφέραμε, τα Ελληνικά σχολεία. Η Πρωτοβάθμια και η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση από 11χρονη (4 χρόνια Δημοτικό, 3 Ελληνικό και 4 Γυμνάσιο) γινόταν με το νέο Νόμο 12χρονη (6 χρόνια Δημοτικό και 6 χρόνια Γυμνάσιο). Η μεταρρύθμιση αυτή άρχισε να εφαρμόζεται από το σχολιΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


108

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

κό έτος 1929-30. Έτσι, με Προεδρικά Διατάγματα ιδρύθηκαν στα Τζουμέρκα τα Ημιγυμνάσια Αγνάντων, Βουργαρελίου, Πραμάντων και Συρράκου, τα οποία άρχισαν να λειτουργούν από το ίδιο σχολικό έτος. Ε) Γυμνάσια. Από το 1939 άρχισε να λειτουργεί στην Άγναντα Γυμνάσιο, το οποίο στεγάστηκε στο ιδιωτικό οίκημα του Δημητρίου Δήμου μέχρι το 1943 που πυρπολήθηκε από τα στρατεύματα Κατοχής των Γερμανών. Από το 1945 στεγάστηκε στο οίκημα του Στυλιανού Σκουληκαρίτη μέχρι το 1950, οπότε στεγάστηκε σε νέο κτήριο, το οποίο έκτισαν οι κάτοικοι του χωριού με προσωπική τους εργασία Από το 1988 στεγάζεται σε σύγχρονο διδακτήριο που αναγέρθηκε με δαπάνες του κράτους. Με το Νόμο 309/1976 το 6χρονο Γυμνάσιο χωρίστηκε σε 3χρονο Γυμνάσιο και Λύκειο αντίστοιχα. Γυμνάσιο-Λύκειο Βουργαρελίου. Το Γυμνάσιο Βουργαρελίου ιδρύθηκε το 1962, ως παράρτημα του Β’ Γυμνασίου Άρτας. Στην αρχή λειτούργησε με δύο τάξεις. Την επόμενη σχολική χρονιά λειτούργησε με τρεις τάξεις. Το 1967 δημιουργήθηκε στο Βουργαρέλι παράρτημα του Γυμνασίου Θηλέων Άρτας με τις τρεις ανώτερες τάξεις. Από το 1968 τα δύο παραρτήματα άρχισαν να λειτουργούν με ενιαία διεύθυνση. Το 1972 έγινε πλήρες Γυμνάσιο και το 1977 χωρίστηκε,όπως όλα τα γυμνάσια, σε Γυμνάσιο με τις τρεις πρώτες τάξεις και σε Λύκειο με τις τρεις μεγαλύτερες.. Το Γυμνάσιο στεγάστηκε αρχικά στα ιδιωτικά κτήρια των Δ. Κατσαούνη, Χρ. Λαναρά, Δημ. Κοντοδήμα και Δημ. Τσίπη. Κατόπιν στεγάστηκε στα κτήρια των Κατασκηνώσεων του ΥΠΕΠΘ, πλάι στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Από το 1982 στεγάζεται σε σύγχρονο διδακτήριο. Το Γυμνάσιο Πραμάντων ιδρύθηκε το 1963 και λειτούργησε το σχολικό έτος 1963-64 με τρεις τάξεις. Από τις αρχές του ΄70 και μέχρι το 1973 προστέθηκαν και οι άλλες τρεις τάξεις, οι οποίες αποτελούσαν παράρτημα του Γυμνασίου Καλεντζίου. Με την ολοκλήρωσή του, το 1973, λειτούργησε ως αυτόνομο 6/τάξιο Γυμνάσιο Πραμάντων. Το 1977 χωρίστηκε σε Γυμνάσιο και Λύκειο. Στεγάστηκε στο κτήριο του Δημοτικού Σχολείου και λειτουργούσε τις απογευματινές ώρες. Το 1975 στεγάστηκε σε δικό του, σύγχρονο, διδακτήριο. Γυμνάσια λειτούργησαν επίσης στη Ράμια το 1977, στη Ροδαυγή, στο Τετράκωμο και στους Χουλιαράδες το 1986. Τα τέσσερα αυτά Γυμνάσια καταργήθηκαν στις αρχές του 1990. Κατά τη χρονική περίοδο 1882-1992 λειτούργησαν στην περιοχή των Τζουμέρκων 130 Δημοτικά Σχολεία και Νηπιαγωγεία, 6 Ελληνικά Σχολεία, 4 Ημιγυμνάσια, 7 Γυμνάσια και 3 Λύκεια. Σήμερα λειτουργούν τα Γυμνάσια και Λύκεια: Βουργαρελίου, Αγνάντων (με λυκειακές τάξεις) και Πραμάντων (με λυκειακές τάξεις). Τη διοίκηση και εποπτεία των δημοτικών σχολείων μέχρι το 1895 είχε ο Γραμματέας των Εκκλησιαστικών και Δημ. Εκπαιδεύσεως, όπως ονομαζόταν τότε ο Υπουργός, την οποία ασκούσε με τέσσερις επάλληλες Αρχές, τις εξής: α) Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η παιδεία και η εκπαίδευση στα Τζουμέρκα

109

Την Επιτόπια Εφορευτική Επιτροπή, β) τους Επάρχους, γ) τους Νομάρχες και δ) τον Γενικό Επιθεωρητή Δημοτικών Σχολείων. Με το Νόμο ΒΤΜΘ’ του 1895, η εποπτεία των Δημοτικών Σχολείων πέρασε στα Εποπτικά Συμβούλια, τα οποία αποτελούνταν στην αρχή από το Μητροπολίτη ως Πρόεδρο, έναν Γυμνασιάρχη, έναν επιστήμονα (γιατρό, δικηγόρο κ.λπ.), έναν κτηματία ή έμπορο και το Νομαρχιακό Επιθεωρητή, ο οποίος ήταν και ο εισηγητής. Αργότερα τα Εποπτικά Συμβούλια αποτελούνταν από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ως Πρόεδρό τους, το Γυμνασιάρχη και τον Επιθεωρητή Δημοτικών Σχολείων. Από το 1895 και με το Νόμο ΒΤΜΘ΄, προβλέφθηκε προαγωγή Σχολείων σε πολυτάξια (πολυθέσια), προαιρετική λειτουργία αυτών με έξι τάξεις, και φοίτηση σχεδόν υποχρεωτική. Από τότε και στο εξής, και παρά τις δυσκολίες, η εκπαίδευση βελτιωνόταν. Τοποθετήθηκε και στην Εκπαιδευτική Περιφέρεια Άρτας, στην οποία υπάγονταν και τα Τζουμέρκα, Επιθεωρητής Δημοτικών Σχολείων και έτσι ένα νέο πνεύμα προόδου και εκπαιδευτικής δράσης επικράτησε μεταξύ των λειτουργών της ορεινής περιφέρειας. Το Σεπτέμβρη του 1906 πραγματοποιήθηκε στην Άρτα το πρώτο διδασκαλικό Συνέδριο. Σ’ αυτό Τζουμερκιώτες δημοδιδάσκαλοι, κατά την τριήμερη συζήτηση, καινοτομώντας για την εποχή, υποστήριξαν την ωφελιμότητα προγράμματος διδασκαλίας έξι τάξεων από ένα δημοδιδάσκαλο. Μάλιστα δε, για να αποδείξουν ότι αυτό μπορεί να γίνει, ανέλαβαν αυτοί την άμεση εφαρμογή του στα σχολεία τους. Το δε Υπουργείο Παιδείας, αφού πείστηκε για την ορθότητα της πρότασης, επέτρεψε την εφαρμογή όσων προτάθηκαν από το Συνέδριο. Από το 1920 τη δαπάνη της Στοιχειώδους Εκπαίδευσης ανέλαβε το Κράτος. Με την πάροδο του χρόνου και με νέες Διατάξεις καθορίστηκε εξαετής φοίτηση στα Δημοτικά Σχολεία και αυτή επιβλήθηκε και στα αγόρια και στα κορίτσια μέχρι τη συμπλήρωση του 12ου έτους της ηλικίας των. Για το λόγο αυτό, πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός των μαθητών. Τότε ιδρύθηκαν νέα Δημοτικά Σχολεία και πολλά προήχθησαν κατά βαθμό (οργανικότητα), οι δε κενές θέσεις καλύφθηκαν με διορισμό νέων δημοδιδασκάλων. Έκτοτε η αγραμματοσύνη του λαού συνεχώς μειωνόταν. Σήμερα στα Τζουμέρκα λειτουργούν Δημοτικά Σχολεία στα χωριά: Βουργαρέλι, Αθαμάνιο, Κυψέλη, Παλαιοκάτουνο, Ράμια, Τετράκωμο, Αγ. Χαράλαμπο Κάτω Αθαμάνιο, Άγναντα (τάξεις του σχολείου Ράμιας), Μεσούντας (αναστολή λειτουργίας από το σχ. έτος 2014-15), Πράμαντα, Ματσούκι, Ελληνικό Κατσανοχωρίων και Πλατανούσα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’20 στα βλαχόφωνα χωριά της περιοχής των Τζουμέρκων: Παλαιοχώρι Συρράκου, Βαθύπεδο Συρράκου, Καλαρρύτες, Ματσούκι και Γαρδίκι ιδρύθηκαν Νηπιαγωγεία. Δεν σώζονται όμως στοιχεία της λειτουργίας τους εξ αιτίας του ότι καταστράφηκαν κατά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


110

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

Νηπιαγωγεία στην περιοχή των Τζουμέρκων, σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν, εκτός από όσα αναφέρονται παραπάνω, λειτούργησαν μέχρι το 1991 στα χωριά: Άγναντα (1968), Αθαμάνιο (1977), Βαπτιστή (1979), Βουργαρέλι, Θεοδώριανα (1968), Ροδαυγής (1977), Ελάτου (1979), Κτιστάδων (1977), Πραμάντων (1966) και Χουλιαράδων. Το σχολικό έτος 2014-15 στα Τζουμέρκα λειτουργούν Νηπιαγωγεία στα χωριά: Αθαμάνιο, Βουργαρέλι (λειτουργεί το Νηπ/γείο Παλαιοκάτουνου), Μεσούντα, Κυψέλη, Πράμαντα, Πλατανούσα, Ματσούκι (αναστολή λειτουργίας). Τα σχολεία στο Αθαμάνιο Στη Λειψίστα ή Λουψίστα ή Λειψώ (Αθαμάνιο), όπως μας πληροφορεί ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος, λειτουργούσε Παιδαγωγική Σχολή. Η πληροφορία αυτή όμως μάλλον δεν είναι ακριβής, γιατί δε μας δίνει σαφή στοιχεία για τον τύπο του σχολείου και το χρόνο λειτουργίας. Πιθανολογείται ότι πρόκειται για Κοινό Σχολείο, το οποίο αναφέρει στην έκθεσή του ο Ηπειρώτης Χασιώτης Γεώργιος και η οποία δημοσιεύτηκε το 1873 στην επετηρίδα του Ηπειρωτικού Συλλόγου Κωνσταντινούπολης. Η έκθεση αυτή στηριζόταν σε όσα ανέφεραν σε εκθέσεις των οι αρχιερείς Άρτας και Ιωαννίνων. Από εκεί πληροφορούμαστε ότι το χωριό είχε 700 κατοίκους, 40 μαθητές, ένα Κοινό Σχολείο και ο μισθός του δημοδιδασκάλου ήταν 800 γρόσια και τροφή. Πιθανολογείται ότι το σχολείο άρχισε να λειτουργεί από το 1865, χωρίς να αποκλείεται η λειτουργία του να είχε αρχίσει και πριν από το 1845. Στοιχεία για τους δασκάλους που υπηρέτησαν μέχρι την απελευθέρωση από τους Τούρκους το 1881 δεν υπάρχουν. Την επόμενη χρονιά (1882), μετά την προσάρτηση των Τζουμέρκων στο Ελληνικό κράτος, ιδρύθηκε στη Λειψίστα Κοινό Δημοτικό Σχολείο αρρένων (Υ.Α./Ν 14.043, Υ.Ε.Δ.Ε. 20-12-1882, ΦΕΚ 201/22-12-1882). Η κυβέρνηση διόρισε το εκπαιδευτικό προσωπικό και διέθεσε στα μοναστήρια τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά για την πληρωμή των δασκάλων. Εκτός από την κρατική επιχορήγηση μέσω των μοναστηριών, το κράτος διέθεσε χρήματα απευθείας στα ίδια τα σχολεία. Για τα δημοτικά σχολεία του Δήμου Θεοδωρίας διέθεσε τα παρακάτω ποσά: Βουργαρελίου 20 δραχμές, Θεοδωριάνων 20 δραχμές, Λουψίστας, 15 δραχμές, Μήγερης 15 δραχμές και Χώσεψης 15 δραχμές. Η κτηριακή υποδομή και η ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού ήταν χαμηλή στο ξεκίνημα της λειτουργίας των σχολείων, γιατί ούτε η κρατική επιχορήγηση των μοναστηριών ούτε η απευθείας ενίσχυσή τους ήταν επαρκής για τη σωστή λειτουργία της στοιχειώδους εκπαίδευσης. Με την πάροδο των χρόΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Η παιδεία και η εκπαίδευση στα Τζουμέρκα

111

νων όμως οι συνθήκες συνεχώς βελτιώνονταν. Χτίστηκαν καινούρια διδακτήρια και το επίπεδο των δασκάλων ανέβηκε. Γύρω στο 1890 κτίστηκε το πρώτο σχολείο στη Λουψίστα, στην ανατολική πλευρά της πλατείας, με δαπάνες των κατοίκων του χωριού. Λειτούργησε για πενήντα περίπου χρόνια, μέχρι που πυρπολήθηκε από τα Γερμανικά στρατεύματα Κατοχής. Για άγνωστους λόγους καταργήθηκε για λίγο τον Ιούνιο του 1908. Στο 173/1908 φύλλο της ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ αναφέρεται: Έχοντας υπ’ όψιν το άρθρον 2 του Γ-Η Νόμου και την υπ’ αριθμ. 444 εν. έτους πρότασιν του Επιθεωρητού των Δημοτικών σχολείων του Νομού Άρτης, προτάσει του Ημετέρου επί των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαιδεύσεως Υπουργού, διατάσσομεν τάδε: Καταργείται το Κοινόν Δημοτικόν Σχολείων Λειψίστης Θεοδωρίας. Εις τον αυτόν Ημέτερον Υπουργόν, ανατίθημεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του Διατάγματος τούτου. Εν Αθήναις τη 28η Ιουνίου 1908 Υπουργός Σ.Ε. ΣΤΑΗΣ» Αμέσως μετά την κατάργηση του σχολείου, επιτροπή Λουψισνών (Αθαμανιωτών) επισκέφτηκε τον Αρτινό πολιτικό Κων/νο Καραπάνο, προκειμένου να ενεργήσει για την επαναλειτουργία του. Μεταξύ των επιχειρημάτων που επικαλέστηκε ο Καραπάνος για την κατάργηση του σχολείου είπε και τούτο: «… το Υπουργείο Εκπαιδεύσεως δεν έχει χρήματα, είναι πτωχό…». Οι πιέσεις των κατοίκων όμως δεν σταμάτησαν και, παρά τις αντιρρήσεις του Καραπάνου, το σχολείο σύντομα επαναλειτούργησε. Το 1950, ανεγέρθηκε νέο διδακτήριο με έρανο του τότε βασιλέως Παύλου και προσωπική εργασία των κατοίκων, σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε στο Δημόσιο από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, στον αύλειο χώρο της Αγίας Παρασκευής. Το σχολείο, με το ΦΕΚ 28/5-2-1951, μετονομάστηκε σε 1ο Δημοτικό Σχολείο Αθαμανίου, για να μετονομαστεί και πάλι σε Δημοτικό Σχολείο Αθαμανίου με το ΦΕΚ 252/14-9/1981. Κατά το σεισμό της 1-5-1967,εξ αιτίας ζημιών στο διδακτήριο, στεγάστηκε προσωρινά σε σκηνές στην περιοχή των κατασκηνώσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτης, για λίγο χρονικό διάστημα σε δωμάτια των σπιτιών του Γιάννη Στασινού και της Πολυξένης Μάλλιου και μέχρι την αποκατάσταση των ζημιών του διδακτηρίου σε παράγκα, που έγινε σε οικόπεδο του Τηλέμαχου Μάλλιου. Ο πρώτος δάσκαλος που υπηρέτησε στο σχολείο της Λουψίστας ήταν ο Αθαν. Μάργαρης, ο οποίος καταγόταν από τα δυτικά Τζουμέρκα. Όπως έλεγαν οι παλαιότεροι, ήταν δάσκαλος που γνώριζε καλά την Ελληνική γλώσσα και Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


112

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

την ιστορία και πρόσφερε πολλά στην εκπαίδευση των παιδιών, παρά τις δυσκολίες που υπήρχαν τότε στο χωριό και γενικότερα στην περιοχή. Σημαντική ήταν και η παρουσία του συγχωριανού μας δασκάλου Απόστολου Δημόπουλου, ο οποίος υπηρέτησε στο χωριό από το 1908 μέχρι το 1934. Παρά το ότι οι παιδαγωγικές του γνώσεις ήταν περιορισμένες, σύμφωνα με τις μαρτυρίες γεροντότερων, οι οποίοι ήταν μαθητές του, ήταν πολύ εργατικός και δίδασκε «όλη μέρα». Ως άνθρωπος είχε πλούσια ψυχικά χαρίσματα, ήταν φιλόξενος, είχε καλούς τρόπους, ήταν κοινωνικός, είχε εκπληκτική προσέγγιση και αμεσότητα στις ανθρώπινες σχέσεις και με τη συμπεριφορά του και την όλη του κοινωνική στάση, έδινε το καλό παράδειγμα σε μικρούς και μεγάλους. Πριν τοποθετηθεί στο χωριό υπηρέτησε στη Μήγερη και στη Νησίστα της Παλαιάς Ελλάδας. Θα κάνουμε επίσης, ιδιαίτερη αναφορά στο Λουψισνό δάσκαλο Κώστα Γεωργιάδη, που υπηρέτησε στο σχολείο της Λουψίστας από το 1934 μέχρι το Μάη του1939. Επιδόθηκε με αξιοπρόσεκτο ζήλο στην εκπαίδευση των μαθητών του στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Στις αρχές του Μάη του ΄39 επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε ως υπολοχαγός στο Αλβανικό μέτωπο. Μετά την κατάρρευση του μετώπου γύρισε στο χωριό. Εκείνη την εποχή οι αντιστασιακές οργανώσεις είχαν απλωθεί σε όλα τα Τζουμέρκα και πολλοί δάσκαλοι εντάχθηκαν στα ένοπλα τμήματά τους. Ο Κώστας Γεωργιάδης εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και πήρε μέρος στη Εθνική Αντίσταση. Ανέλαβε πάλι τα καθήκοντά του ως δάσκαλος το Σεπτέμβρη του 1945 στη Λουψίστα, για να μετακινηθεί σε λίγες ημέρες για το σχολείο της Σκαλούλας και στα μέσα του Οκτώβρη, λόγω των αντιδράσεων και των διόξεων από τους αντιπάλους του, να φύγει κρυφά για την Αθήνα. Επαναδιορίστηκε το Σεπτέμβρη του 1946 στο Κριτσιούνι (Αγορασιά) της Κάτω Λουψίστας. Οι συνεχείς διώξεις, οι εξορίες σε διάφορα ξερονήσια και οι αρνητικές επιπτώσεις στην υπηρεσιακή του σταδιοδρομία τον συνόδευσαν μέχρι τη συνταξιοδότησή του, τον Απρίλιο του 1964. Ενθυμούμαι, νεαρός τότε δάσκαλος στα τέλη της 10ετίας του ’70, τις διηγήσεις του για τα όσα υπέστη και το παράπονό του ότι, αν και προσέφερε τόσα στην πατρίδα, συνταξιοδοτήθηκε μόλις με τον τέταρτο βαθμό. Δίδαξαν επίσης στο σχολείο της Λουψίστας οι δάσκαλοι και οι δασκάλες: Ιωάννης Σιμιτζής, Χρ. Νταλακογιώργος, Κων. Παπαγεωργίου, Ιωάννης Λένης, Χρ. Λαμπράκης, Αλ. Λαμπράκης, Κώστας Πατσής, Λάμπρ. Παπάς, Δημ. Κυρίτσης, Βασ. Μπρατσούλης, Δημ. Κρανιώτης, Ευφρ. Λάκκα, Γ. Μίχος, Κ. Ζαχαροπούλου- Μίχου, Σοφία Ψωράκη, Δημ. Γ. Μάλλιος, Κλεάνθης Παπαγιάννης, Κων. Γ. Μάλλιος, Γεώργ. Παπαγεωργίου, Κων. Μπιτχαβάς, Ελπίδα ΣτούμπουΜπιτχαβά, Καλλιόπη Διονύση, Γεώργιος Κωσταβασίλης,…Ι. Χήρας, Βασίλειος Παύλου, Σταματία Παπαγεωργίου, Ιωάννα Καφούρου, Ελευθερία Λάμπρου, Καλλιόπη Κώστα, Αρχοντία Τσιφλίδου, Χριστίνα Κίτσου, Βασιλική ΠαπαμιχαΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Η παιδεία και η εκπαίδευση στα Τζουμέρκα

113

ήλ, Γεωρ. Δήμητσα, Μπίζα Σοφία, Ειρήνη Παπαρρίζου, Ιωαννης Αλαφοστέργιος, κ.ά. Απ΄ αυτούς οι: Δημ. Γ. Μάλλιος, Κων. Γ. Μάλλιος Σοφία Ψωράκη, Ελπίδα Στούμπου και Γ Κωσταβασίλης ήταν Αθαμανιώτες. Το 1923 ιδρύθηκαν στους οικισμούς Σκαλούλα και Σκρουμπουτσικό (Άγιος Χαράλαμπος Κάτω Αθαμανίου) δύο νέα σχολεία, με το Β.Δ. 29-10-1923, ΦΕΚ 49/14-2-1923 τ. Α΄. Το σχολείο της Σκαλούλας λειτούργησε για λίγα χρόνια και καταργήθηκε, για να επανιδρυθεί το 1940, με το Β.Δ. 26-10-1940, ΦΕΚ 376/9-11-1940, τ.Α΄. Στεγάστηκε σε διδακτήριο που έκτισαν οι κάτοικοι με προσωπική εργασία και οικονομική βοήθεια από το Δασικό Συνεταιρισμό Συνιδιοκτησίας Λουψίστας. Σ΄ αυτό δίδαξαν οι παρακάτω δάσκαλοι: Απόστολος Παπαγεωργίου (την πρώτη περίοδο λειτουργίας του), Νικ. Σπυρόπουλος, Απ. Δημόπουλος, Αριστ. Κράβαρης, Γ. Παπαγεωργίου, Σωτ. Μάλλιος, Δημ. Συγίζης, Β. Δοσούλας κ.ά. Το έτος 1987 με το ΦΕΚ 155/27-8-1987 τ.Α΄ καταργήθηκε. Το σχολείο του Σκρουμπουτσικού μέχρι τα τέλη της 10ετίας του 1920, λειτούργησε κάτω από αντίξοες συνθήκες, γιατί στερούνταν διδακτηρίου. Το πρόβλημα ξεπεράστηκε όπως και στη Σκαλούλα. Έτσι ανεγέρθηκε διδακτήριο για τη λειτουργία του σχολείου, το οποίο με το ΦΕΚ 28/5-2-1951 μετονομάστηκε σε 2ο Δημοτικό Σχολείο Αθαμανίου, για να μετονομαστεί εκ νέου, το 1981, σε Δημοτικό Σχολείο Αγίου Χαραλάμπους. Το 1987, λόγω μικρού αριθμού μαθητών, συγχωνεύτηκε με το Δημοτικό Σχολείο Κάτω Αθαμανίου (Αγορασιάς). Άνοιξε πάλι το σχολικό έτος 2013-14 και εξακολουθεί να λειτουργεί. Από την ίδρυση του σχολείου, δίδαξαν οι δάσκαλοι:…, Δημ. Γούλας, Ιωάννης Κάγκαλος, Κ,. Ψωράκης, Κ. Γεωργιάδης, Λάμπρος Τατσιόπουλος, Γ. Κυρίτσης, Δ. Κρανιώτης, Γ. Παπαγεωργίου, Νικ. Στούμπος, Ευάγγελος Κανάλας, Ν. Τσιώλης, Λάμπρος Παπάς, Δ. Ζαρλαχάς, Μαρία Κουρλοκώστα,, Γ.Χ. Κωσταβασίλης, Απ. Πλιάτσικας, Ευάγγελος Σπύρου κ.ά. Το έτος1937, ιδρύθηκαν δύο νέα σχολεία στη Λειψώ, τα σχολεία του Παλαιοχωρίου Άνω Λειψούς και Αγορασιάς Κάτω Λειψούς, με το Β.Δ. 3-9-1937, ΦΕΚ 361/16-9-1937 τ.Α΄. Το σχολείο του Παλαιοχωρίου στεγάστηκε σε κτήριο που κτίστηκε με τον τρόπο που κτίστηκαν τα διδακτήρια της Σκαλούλας και του Σκρουμπουτσικού. Για την αποπεράτωσή του όμως διατέθηκαν χρήματα και από το κράτος. Κάηκε από τα γερμανικά στρατεύματα Κατοχής στις 31-10-1943. Τη σχολική χρονιά 1945-46, λειτούργησε στο ναό της Αγίας Παρασκευής και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στο σπίτι του Θεοχάρη Στούμπου. Η χρονιά 1946-47 ήταν δύσκολη στην περιοχή μας λόγω του Εμφυλίου. Πολλοί από τους δασκάλους βρίσκονταν εξορία για τα πολιτικά τους φρονήματα και άλλοι έφυγαν για τις πόλεις, αποφεύγοντας τις επικίνδυνες ζώνες. Στην περιοχή λειτουργούσαν τα σχολεία του Βουργαρελίου και του Παλαιοχωρίου μόνο. Πάνω από 100 μαθητές Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


114

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

του σχολείου έκαναν μάθημα σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του Περικλή Συγγούνα, το οποίο βρισκόταν στο πάνω μέρος του οικισμού, χωμένο μέσα στα πουρνάρια, μέχρι το Πάσχα. Μετά το Πάσχα, όταν οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν, τα μαθήματα γίνονταν κάτω από τα έλατα στον περίβολο της εκκλησίας του Αϊ Γιάννη, στην ομώνυμη περιοχή. Την επόμενη σχολική χρονιά 1947-48, τα μαθήματα σταμάτησαν λόγω των εμφύλιων συγκρούσεων. Όσοι μαθητές ήθελαν να συνεχίσουν το σχολείο κατέβηκαν στο σχολείο του Σκρουμπουτσικού Κάτω Λειψούς, στο οποίο είχε κατεβεί και ο δάσκαλος. Την επόμενη χρονιά το σχολείο επαναλειτούργησε, για να κλείσει οριστικά το 1988 (ΦΕΚ 190/29-81988 τ. Α΄), μετά από 50 χρόνια λειτουργίας, λόγω έλλειψης μαθητών. Δάσκαλοι που δίδαξαν στο σχολείο Παλαιοχωρίου ήταν: Λάμπρος Τατσιόπουλος (1937-1947), Ιωάννης Νίκου, Αθαν. Γιάπρος, Δημ. Μάλλιος, Βασ. Μακρυθανάσης, Κων. Χάρος, Λάμπρος Μπόσμος, Ευάγγελος Κανάλας, Κων. Μπιτχαβάς, Γ. Σπύρου, Β. Γεωργάκης κ.ά. Το σχολείο Αγορασιάς Κάτω Λειψούς, όπως αναφέραμε, ιδρύθηκε το 1937, με το ίδιο ΦΕΚ που ιδρύθηκε και το σχολείο του Παλαιοχωρίου. Στεγάστηκε σε διδακτήριο που έκτισαν οι κάτοικοι και ο Συνεταιρισμός σε οικόπεδο που παραχώρησε δωρεάν ο Λάμπρος Νίκος. Σ’ αυτό δίδαξαν οι δάσκαλοι: Γ. Ανδριάς, Δ. Γκίζας, Κων. Κίσκας, Κων. Ν. Ψωράκης, Αφρ. Σταματάτου, Μηνάς Παπάς, Σοφία Χασάνη, Λ. Ι. Κωσταβασίλης, Δέσποινα Αθανασίου, Αριστοφάνης Ι. Κωσταβασίλης, Γ. Λ. Νίκος, Κ. Πήχας, Ι. Κοντογιάννης, Ν. Παπαχριστάκης, Δ. Μπράτης, Γ. Χήτας, Γ.Σπύρου, Παν. Κατέρος, Μαν. Λύγκος, Ευαγγελία Ντούλα, Άννα Σαπρίκη, Γ. Κωσταβασίλης κ.ά.. Όλοι αυτοί οι εκπαιδευτικοί άφησαν στο σχολείο την προσωπική τους σφραγίδα. Εμείς θα κάνουμε ιδιαίτερη αναφορά στον Λουψισνό Κων. Ν. Ψωράκη, γιατί υπηρέτησε στη θέση αυτή για 25 και πλέον χρόνια, από το 1940 μέχρι τη συνταξιοδότησή του, καταφέρνοντας να συνταιριάζει, σύμφωνα με τις γνώμες των τότε μαθητών του, τη φιλικότητα με την αυστηρότητα. Το σχολείο έκλεισε το 1998 με το ΦΕΚ 1068/27-8-1999 τ. Β’. Το έτος 1953, με το Β.Δ. 13-3-1953, ΦΕΚ 72/26-3-1953 τ. Α', ιδρύθηκε το Δημοτικό Σχολείο Τάβλας Κάτω Λειψούς. Λειτούργησε μέχρι το 1987, οπότε και συγχωνεύτηκε με το Δημοτικό Σχολείο Αγορασιάς, με το ΦΕΚ 155/27-8-1987 τ. Α’. Στεγάστηκε σε κτήριο, που κτίστηκε από τους κατοίκους και το Συνεταιρισμό, σε οικόπεδο, το οποίο παραχώρησε δωρεάν ο Μήτσος Αγγέλης. Σ’ αυτό δίδαξαν οι δάσκαλοι: Δ. Λαμπρόπουλος, Ι. Τσάκας, Δήμητρα Δογάνη, Παν. Κώτσης, Σοφία Κ. Ψωράκη, Αθ. Βαβέτσης, Λάμπρος Σερέτης, Αρετή Σιδέρη, Παν. Βίτσιος, Παν. Κατέρος, Γεωρ. Τζουρμανά, Γ. Αρ. Κωσταβασίλης και Γ. Ντάφλης. Τη δεκαετία του ΄50 ιδρύθηκε το Δημοτικό Σχολείο Αγίας Κυριακής Αθαμανίου, στο οποίο δίδαξαν οι δάσκαλοι Χαράλαμπος Ζορμπάς και Γεώργιος Κωσταβασίλης. Το έτος 1988, λόγω μικρού αριθμού μαθητών, συγχωνεύτηκε με το Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η παιδεία και η εκπαίδευση στα Τζουμέρκα

115

Δημοτικό Σχολείο Αθαμανίου, με το ΦΕΚ 190/29-8-1988 τ. Α΄. Και το διδακτήριο αυτό κτίστηκε με τη συνεργασία των κατοίκων και του Συνεταιρισμού. Σήμερα στο κτήριο του Σχολείου στεγάζεται το Λαογραφικό Μουσείο Αθαμανίου. Το 1966, ιδρύθηκε το Δημοτικό Σχολείο Γωνιάς Κάτω Αθαμανίου, με το Β.Δ. 4-6-1966, ΦΕΚ 122/13-6-1966, τ.Α΄.Στεγάστηκε σε οίκημα του Βασίλη Τσιώρη. Σ’ αυτό δίδαξαν οι δάσκαλοι: Γ. Τζουρμανά, Δ. Συγίζης, Γ. Τάτσης, Ευαγγ. Δήμας, Β. Παπαγιάννης, Δ. Κορομηλάς, Δ. Κορτέσης, Αριστ. Ι. Κωσταβασίλης, Γ. Πλούμπης, Λαμπρ. Τσούλου, Αριστ. Παπάς. Το 1987, με το ΦΕΚ 155/27-8-1987 τ. Α΄., λόγω μικρού αριθμού μαθητών, συγχωνεύτηκε με το Δημοτικό Σχολείο Κάτω Αθαμανίου. Το Νηπιαγωγείο Αθαμανίου ιδρύθηκε, όπως προαναφέρθηκε, το 1977 και στεγάστηκε για μια δεκαετία στην παράγκα που λειτουργούσε και το Δημοτικό Σχολείο, εξ αιτίας του σεισμού. Από το 1987 μέχρι το 1992 στεγάστηκε σε ενοικιαζόμενο κτήριο του Κίμωνα Φώτη μαζί με τον Παιδικό Σταθμό Αθαμανίου. Από το ’92 και ύστερα στεγάζεται στο κτήριο του Δημοτικού σχολείου. Σ’ αυτό υπηρέτησαν, μετά το 1992, (για τα χρόνια πριν το 1992 δεν σώζονται στοιχεία) οι Νηπιαγωγοί: Βασιλική Γούση, Τσόλα Ευθαλία, Δεληγιάννη…, Μπαφατάκη Κων/να, Γκουγιάννη Όλγα, Χαμηλάλη Μαρία-Αγάπη, Κεφάλα Παρασκευή, Καρακούκα Σύλβια, Κεφάλα Παρασκευή, Παπαγεωργίου Ανδρονίκη, Διγώνη Αναστασία κ.ά.

* Ο Ναπολέων Γ. Καραγιάννης είναι συνταξιούχος δάσκαλος

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: − Στέφανου Μ. Φίλου, Τα Τζουμερκοχώρια, Αθήνα, 2000 − Κώστα Γ. Στασινού, το ΑΘΑΜΑΝΙΟ των Τζουμέρκων, Αθήνα, 2000 − Νικ. Χ. Παπακώστα, ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ, Αθήναι, 1967 − ΗΠΕΙΡΟΣ, 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, Αθήνα 1997 Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


116

Αικατερίνη Αρ. Σχισμένου*

Ελάτη Άρτης

Α

ντί προλόγου θα ήθελα να καταθέσω μια εμπειρία μου. Κατάγομαι από την Άρτα και μάλιστα από το ορεινό της χωριό Ελάτη. Κάθε φορά που με ρωτούσαν ποιο είναι το μέρος της καταγωγής μου και τους απαντούσα η Ελάτη, ακόμα και ντόπιοι Αρτινοί την τοποθετούσαν στην Ελάτη Τρικάλων. Όχι, δεν υπάρχει μόνο η Ελάτη Τρικάλων ή Κοζάνης ή Ζαγορίου… υπάρχει και η δική μας σχετικά άγνωστη Ελάτη και αυτή θα σας παρουσιάσω. Μορφολογία Η Ελάτη (η παλιότερη ονομασία Σεκλίστα), βρίσκεται στο ανατολικό μέρος του νομού, στα νοτιοανατολικά τμημάτων Αθαμανικών ορέων, 55 χιλιόμετρα από την πόλη της ΄Αρτας. Γειτονεύει με τα χωριά της Καστανιάς, των Πηγών, των Μηλιανών, του Αστροχωρίου και των Ρετσιανών. Από την κορυφή του Κοκκινόλακκου ξεκινούν ελατοδάση ,χείμαρροι ,μικρορέματα, με αλπική βλάστηση, καστανιές, καρυδιές και φυσικά έλατα, το χαρακτηριστικό του χωριού. Ονομασίες περιοχών του χωριού, Όμορφη Λάκκα, Γκούρα, Τσιαγκλή, Βρυτσούλα, Ανθρωπάκι, Δεντροπήλακα, Νταλή, Ζάβατα, χαρακτηρίζουν την έκταση του χωριού που ανέρχεται στα 18.844 στρέμματα, από τα οποία τα 12.054 είναι δασοσκεπή και τα 2.041 είναι βοσκοτόπια και 2.626 είναι καλλιεργούμενα. Η χλωρίδα της περιοχής είναι πλουσιότατη με σπάνια ποικιλία φυτών και αλπικής βλάστησης, ενώ η εντατικοποίηση της καλλιεργήσιμης γης αποτέλεσε τη λύση σε δύσκολες εποχές όπως τους δύο πολέμους και ιδιαίτερα την περίοδο της Κατοχής, που παρείχε σε κάθε οικογένεια αυτάρκεια. Ιστορική αναδρομή 1. Αρχαιότητα Η Ελάτη ανήκει στην περιοχή του Ραδοβιζίου με περαστικά φύλα των Δωριέων που εξολόθρευσαν τους ντόπιους κατοίκους το 1100 π.Χ.. Φύλα που επίσης κατοίκησαν την περιοχή ήταν οι Δρύοπες και οι Αθαμάνες, γεγονός που επιβεβαιώνεται από πολλά αρχαιολογικά ευρήματα, όπως το κάστρο του Ηρακλή στην αρχαία Ηράκλεια, το σημερινό Βελεντζικό, αγγεία και αγαλματίδια της θεάς Άρτεμης στο Μεσόπυργο, λαξευτοί σαρκοφάγοι, αλλά και νομίσματα. Ο Στράβων χαρακτηρίζει τους Δρύοπες βάρβαρο και ληστρικό λαό, ενώ βρίΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Ελάτη Άρτης

117

σκουμε το 168 π.Χ. τον Αιμίλιο Παύλο να τιμωρεί σκληρά τις πόλεις της Ηπείρου που βοήθησαν το βασιλιά Πύρρο σε εκστρατείες κατά της Ρώμης. Ακολουθούν επιδρομές των Γότθων με τον Αλάριχο το 395 μ.Χ. και των Βανδάλων, το 477 μ.Χ. των Οστρογότθων και το 550 μ.Χ. επιδρομές των Σλάβων και ακολουθούν Σέρβοι, Νορμανδοί, έως την ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1205-1335), οπότε όλη η περιοχή ευημερεί. Το 1349 ο αρχηγός των Σέρβων, Στέφανος Δουσάν, υποτάσσει όλη τη Δυτική Ελλάδα και έτσι οι Βλάχοι και οι Σλάβοι εμφανίζονται και αναμειγνύονται με τους ντόπιους πληθυσμούς. Από τον 14ο αιώνα κυριαρχούν οι Σέρβοι και οι Αλβανοί, ενώ το 1449 η περιοχή περνά στα χέρια των Τούρκων. 2. Νεότεροι χρόνοι Ο χώρος της περιοχής της Ελάτης κατοικήθηκε από τα παλιά χρόνια , όπως πιστοποιούν και τα ευρήματα παλιών τάφων, μη χαρτογραφημένων ακόμη, νομισμάτων, εργαλείων, τοπωνυμίων, παραδόσεων και έγγραφων πηγών. Επισήμως υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες στο βιβλίο του Μητροπολίτη Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλου, με τίτλο «Δοκίμιον περί Άρτης και Πρεβέζης» εν Αθήναις 1884 σελ. 39, ο οποίος γράφει σχετικά: «χωρίον Σεκλίστα περιέχον οικογενείας σχεδόν πενήντα, αίτινες εκκλησιάζονται εις δύο εκκλησίας, της Θεοτόκου και των Ταξιαρχών ιερουργουμένας παρ’ ενός ιερέως». Επίσης παλιότερα γραπτά στοιχεία δημοσίευσε το περιοδικό Σκουφάς, τόμος 1. Τεύχος 4., Μάρτιος 1956, σελ. 155-160, δανεισμένα από το βιβλίο του Κ. Δ. Μέρτζιου, «Η ΄Αρτα εις τα αρχεία της Βενετίας» στο οποίο δημοσιεύεται κατάλογος με τα χωριά της περιοχής σε σχέση με τα αντίστοιχα ποσά που πλήρωνε το κάθε χωριό στους Βενετούς για προστασία από τους πειρατές. Tο χωριό πλήρωνε το ποσό των 8 ρεαλίων με έτος αναφοράς 1697. Κάνοντας μια αναγωγή χρημάτων και πληθυσμού, συμπεραίνουμε ότι πρέπει να υπήρχαν αρκετοί κάτοικοι και το χωριό να προϋπήρχε του 1600. Το 1853 βρίσκουμε τον Αλβανό Σουλεϊμάν Φράσαρη να στέλνει Τουρκαλβανούς στρατιώτες να εισπράξουν το χαράτσι για το έτος 1854 και έτσι ξεκινά μια σειρά αντιπαραθέσεων με αποτέλεσμα στις 15 Γενάρη 1854 στη Μεγαλόχαρη να κηρυχθεί επανάσταση, γεγονός που προκάλεσε πολλά αντίποινα εκ μέρους των Τούρκων. Το 1878 το Ραδοβίζι εκλέγει πρόεδρο της προσωρινής κυβέρνησης από τη Σεκλίστα τον Αναγνώστη Μαυρογιάννη με αρκετές μάχες κατά των Τούρκων. Από το τέλος του 1881 ξαναεμφανίζονται έγγραφα στοιχεία για το χωριό που ξεκινά με την απελευθέρωση στις 24.6.1881. Με το διάταγμα που εκδόθηκε στις 31.3.1883 και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 126/2-4-1883 η επαρχία της Άρτας διαιρέθηκε σε τέσσερις Δήμους: Άρτας, Πέτα, Ηρακλείας και ΤετραφυλίΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


118

Αικ ατ ερ ίν η Αρ. Σχ ισ μ έν ο υ

ας. Ο Δήμος Τετραφυλίας αποτελούνταν από τα χωριά Βρατσίστα, Βρεστενίτσα, Καταβόθρα, Μεσούντα, Μηλιανά, Μπότση, Σεκλίστα και Σουμερού. Πρώτη έδρα του Δήμου ήταν η Βρεστενίτσα, μετά η Μπότση με τους παρακάτω δημάρχους: Κολιός Γρέβιας από τη Βρεστενίτσα, Σωτήρης Κοσσυβάκης από τη Μπότση, Αθανάσιος Λάιος από τη Σεκλίστα και ο Ιωάννης Ψυλλιάς από τα Μηλιανά. Ο Δήμος Τετραφυλίας καταργήθηκε το 1912 με το νόμο Δ.Ν.Ζ. περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων ΦΕΚ 58/14-2 1912 τ.Α΄και τα χωριά του Δήμου αναγνωρίστηκαν ως Κοινότητες. Την εποχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου πολλοί από την Ελάτη συμμετείχαν ως στρατιώτες όπως και στη Μικρασιατική Εκστρατεία με πολλούς νεκρούς και αγνοούμενους. Ξαναβρίσκουμε στην εποχή του Εμφυλίου και την τοποθεσία Δέση της Σεκλίστας 4 νεκρούς αντάρτες του ΕΛΑΣ και αντίποινα τον Αύγουστο του 1947, ένας εμφύλιος που έχει σημαδέψει ιδιαίτερα τα ορεινά της Άρτας. Το έτος 1954 το χωριό Σεκλίστα μετονομάστηκε σε Ελάτη με το βασιλικό Διάταγμα στις 11.5.1954. Με το νόμο 2439/1997 περί συγκροτήσεως της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης καταργήθηκαν οι κοινότητες και συνενώθηκαν πάλι σε Δήμους με δήμαρχο τον Αθανάσιο Γρέβια και στη συνέχεια το Μιχάλη Γκούζια. Στον Καλλικράτειο διευρυμένο Δήμο Γεωργίου Καραϊσκάκη με έδρα την Άνω Καλεντίνη δήμαρχος εκλέχτηκε ο Δημήτριος Γαλλίκας και στις εκλογές του 2014 ο Περικλής Μίγδος. Δυστυχώς ο πληθυσμός όλων των ορεινών χωριών της Άρτας συνεχώς φθίνει, αν και γίνονται αρκετές προσπάθειες από νέους με νέες ιδέες, ρομαντισμό και όραμα και μακάρι να βρεθεί ένας τρόπος ανάπτυξης και ευημερίας. Κάτοικοι Οι κάτοικοι της Ελάτης ήταν γεωργοί, αγωγιάτες, αγροφύλακες, βαρελάδες, κτηνοτρόφοι, μαραγκοί, λαναράδες, υλοτόμοι, πεταλωτήδες, και όλοι τους χαρακτηρίζονταν για την εργατικότητά τους, την ιδιαίτερη ευφυΐα τους και αλληλεγγύη μεταξύ τους. Τα ταράφια (γενιές-σόγια) ήταν τα εξής: Αποστολαίοι, Γαλαζουλαίοι, Γιαχαίοι, Γωγαίοι, Ευθυμαίοι, Ζουμπουλαίοι, Κακιωναίοι, Κοιλαίοι, Κουγκουλαίοι, Κομπογιανναίοι, Κοτροτσαίοι, Κουμπουραίοι, Κουρκουταίοι, Κουτσουκαλαίοι, Λαϊαίοι, Λυκκαίοι, Μαργωναίοι, Μαυρογιανναίοι, Μπαλασκαίοι, Παππαίοι, Πολυζαίοι, Σχισμεναίοι, Τζουμαναίοι, Τσουτσαίοι, Χρυσικαίοι… Οι κάτοικοι πάντοτε θεωρούσαν το δασόκτημα δική τους υπόθεση μιας και αυτοί το διαχειρίζονταν και το εκμεταλλεύονταν επιτυχώς χωρίς ποτέ να υπάρξει πρόβλημα κατοχής και ιδιοκτησίας έως την εποχή της Τουρκοκρατίας, όταν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ελάτη Άρτης

119

αποτέλεσε τσιφλίκι του Οθωμανού Χασάν Μάλιου και αγοράστηκε το 1869 και μοιράστηκε σε αγρούς. Έως το 1931 η δασική έκταση αποτελούσε ζήτημα αντιδικίας του ελληνικού Δημοσίου με τους κατοίκους που το διεκδικούσαν, χωρίς όμως κάποιο αποτέλεσμα. Συχνά προέκυπταν τέτοιες προστριβές μετά την προσάρτηση περιοχών στον νέο κορμό της Ελλάδας που έπρεπε να ακολουθηθεί και από το νομικό της πλαίσιο. Η Ελάτη είναι ένα ορεινό χωριό της Άρτας με σπάνια ομορφιά και ακόμη κρυμμένους θησαυρούς, που απ΄ όσο φαίνεται θα τους κρατήσει ακόμη σε στενό κύκλο των λίγων και της εντοπιότητας και εύχομαι να τις εκτιμήσουν όσοι θα την επισκεφτούν και θα την αγαπήσουν όσο την αγαπάμε εμείς.

* Η Αικατερίνη Αρ. Σχισμένου είναι φιλόλογος

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: − Αριστείδης Σχισμένος, Η πανέμορφη Ελάτη του νομού Άρτας, εκδόσεις Άπειρος Χώρα, Άρτα, 2013. − Αντώνιος Αθανασάκης, Το Αστροχώρι της Άρτας, έκδοση Αστροχωριτών Άρτας, Αθήνα, 2000. − Αραβατινός Παναγιώτης, Χρονογραφία της Ηπείρου, Β΄τόμος, Εταιρία Ηπειρωτικών Μελετών1854-1856 − Κων/ος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Ηπείρου, εκδόσεις Σταμούλη, Αθήνα, 2012. − Σεραφείμ Ξενόπουλος, Δοκίμιον περί Άρτης και Πρεβέζης, εκδόσεις Σκουφάς, Άρτα, 2013. − Μιχαήλ Σακκάς, Θέσεις-Αντιθέσεις, εκδόσεις Μέμφις, Αθήνα, 1998. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


120

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης*

Στις παρυφές της σύγχρονης ιστορίας1 Στιγμιότυπα από τη ζωή των ανταρτόπληκτων στην Άρτα, στις παράγκες 1948-49 [……]

Κ

άποτε ακούσαμε το μεγάλο νέο: Ξεκινάνε τα Σχολεία. Το είχα ανάγκη τότε. Εκείνο που δεν μου άρεσε είναι ότι λόγω σπιτιού διαμονής μου (περιοχή Το Σχολείο άνοιξε Αγ. Μάρκου) που είχα δηλώσει, με κατατάξανε στο Σχολείο ανταρτοπλήκτων απέναντι από την Παρηγορήτισή μάλλον η εκκλησία άνοιξε! σα. Όχι όμως στο μεγάλο κτίριο του Γυμνασίου (τότε), αλλά σε ένα εκκλησάκι ακριβώς δίπλα που κατέβαινες σκαλοπάτια για να μπεις σε ένα σκοτεινό και υγρό χώρο. Εντάξει, λοιπόν, ας είναι και στην εκκλησία. 'Αλλωστε λέγανε ότι τα «γράμματα» έχουν καλύτερη απόδοση μέσα στην εκκλησία, δεν χρειάζεται πολύ διάβασμα, πολλή προσπάθεια. Γιατί βοηθάνε οι Άγιοι και τα «γράμματα», που λέει ο δάσκαλος, κολλάνε κατευθείαν στα κεφάλια των παιδιών. Ωραίο, πολύ ωραίο αυτό και ωραία ακούγεται. Όμως το ωραιότερο που ακούστηκε τότε ήταν άλλο: Ότι μέσα στην εκκλησία οι δάσκαλοι δεν βαράνε. Ήταν, λέει, αμαρτία. Πάρα πολύ ωραίο αυτό! Δεν χρειάστηκε πολύ να καταλάβουμε ότι όλες οι πληροφορίες ήταν λάθος. Γιατί ο δάσκαλος ο Βαγγελής από τη Μικροσπηλιά μέσα στην εκκλησία έπαιζε και το ρόλο ... Δεσπότη, με το να "χειροτονεί" σε καθημερινή βάση. Πότε τον έναν, πότε τον άλλον ή και ομαδικά, εντός της εκκλησίας! Εντός του ιερού χώρου! Το λάθος ήταν δικό του, γιατί αυτός αμάρτανε! (Εμείς ήμασταν οι ... μάρτυρες κατά την χριστιανική ορολογία! Κανείς όμως δεν σκέφτηκε ποτέ να μας μνημονεύσει ως ... νεομάρτυρες ή όσιους). Ε, και τι έγινε! Καμάρι το 'χαμε. Μαθημένα τα βουνά από τα χιόνια και τα Η εποχή της καρπαζιάς. κεφάλια μας από κρανόβεργες. Και ο Γιώργος ο Βαράτε να βαρέσουμε! Μπουταλάς, ο δάσκαλος στο χωριό, λίγο βάραγε; Και πώς αλλιώς να 'κανε αφού ήταν ένας μόνο δάσκαλος για 110 με 120 παιδιά, ηλικίας έως 16 ή 17 χρονών στο Δημοτικό, μετά την Κατοχή; Άσε που ήταν και προσβολή να κυκλοφορείς άδαρτος από το δάσκαλο τότε. Κινούσες υποψίες. Σε θεωρούσαν ύποπτο, σε θεωρούσαν προδότη, χαφιέ του δάσκαλου. 1. Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Σ.Ι.Κ. (συνέχεια από το 15ο τεύχος ΙΛΕΤ, 2014) Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ι ς π α ρ υ φ έ ς τ η ς σ ύ γ χ ρ ο ν η ς ι σ τ ο ρ ί α ς

121

Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές, τότε, ήταν υπεύθυνοι και για την εξωσχολική συμπεριφορά και πειθαρχία των μαθητών. Δεν γνωρίζω από πού πήγαζε αυτή η εξουσία του παιδονόμου. Ήταν εξ ιδίας πρωτοβουλίας; Ήταν οδηγίες και ντιρεκτίβες που πήγαζαν από το όλον παιδαγωγικό σύστημα και το γενικότερο επικρατούν σωφρονιστικόν τοιούτον; Ήταν η εξουσιολαγνεία! Ήταν η εποχή της καρπαζιάς! Όποιος έφτανε βάραγε: Βάραγε η μάνα και ο πατέρας τα παιδιά. Βάραγε ο μεγαλύτερος αδερφός τα μικρότερα. Βάραγε ο μάστορας τον κάλφα του. Βάραγε ο χωροφύλακας τον κάθε ύποπτο. Βάραγαν οι Άγγλοι, όταν τους έκλεβαν τις λίρες. Βάραγαν οι Ιταλοί και οι Γερμανοί στα κρατητήρια. Βαράγανε οι αριστεροί τους δεξιούς για να τους δείξουν το συμφέρον τους, να τους δείξουν το σωστό δρόμο. Βαράγανε οι δεξιοί τους αριστερούς για να τους φέρουν στο ... σωστό δρόμο! Το σωστότερο; Ε, λοιπόν, μέσα σ’ αυτό το γενικότερο κλίμα της εποχής, με τα αμέτρητα βαρο-μετρικά χαμηλά, είχε καμιά ιδιαίτερη σημασία μια επιπλέον καρπαζιά του δάσκαλου ή του καθηγητή; Την εξουσία του ήθελε να επιβάλει και αυτός. Αυτό βέβαια έδινε αξία και σε μας τους καρπαζοσυλλέκτες γιατί μας φοβόταν. Τουλάχιστον έτσι πιστεύαμε εμείς, γιατί έτσι μας βόλευε να το διερμηνεύσουμε, αφού δεν είχαμε άλλο τρόπο άμυνας τότε. Αποκτούσαμε κατά κάποιον τρόπο κάποιο είδος σωματικής ανοσίας. Όχι όμως και ψυχολογικής ή ηθικής. Αυτού του είδους καταστάσεις συσσωρεύονται κάπου. Τίποτε δεν πάει χαμένο. Το ότι ζήτησα μεταγραφή από αυτό το "σχολείο"-μπουντρούμι δεν ήταν το ξύλο του Βαγγελή βέβαια. Σε όποιο Σχολείο να πήγαινες το ξύλο το είχες εξασφαλισμένο. Ούτε ήταν η πολλή υγρασία. Πάρα πολλή υγρασία είναι αλήθεια: Όσο και οι εικόνες στο τέμπλο ήταν υγρές, τρέχαν δάκρεια από τα μάτια των Αγίων, όχι από συμπόνια για το χάλι που μας έβλεπαν: να τουρτουρίζουμε από το κρύο και να προσπαθούμε να γράψουμε σε υγρά χαρτιά, στα οποία το «μελανί» μολύβι αλλού «μελάνωνε» και αλλού όχι, αφού τα «στυλό διαρκείας» ή «στερεάς μελάνης» ή απλώς «μπικ» ήταν άγνωστα ακόμη. Η αιτία της μεταγραφής μου ήταν ότι σ' αυτό το σχολείο-εκκλησία δεν ήταν κανένα από τα παιδιά του χωριού. Και είχα ανάγκη επικοινωνίας με γνωστά παιδιά. Μετά τα Χριστούγεννα μεταγράφηκα στο Σχολείο ανταρτοπλήκτων στις παράγκες, σε κείνο το ωραίο πέτρινο κτήριο που πρωτοαντίκρισα όταν έφτανα στην Άρτα. Εκεί δάσκαλος ήταν ο Δημήτριος ΠαπαχριΜεταγραφή στο άλλο στοδούλου από τον Καταρράκτη, νέος άνθρωπος. Σχολείο, στα Διόδια Καλός δάσκαλος. Που μου 'κανε παρατήρηση, τις πρώτες μέρες κιόλας, γιατί γύριζα και κοίταζα συνέχεια έξω. Ψηλό κτήριο και η τάξη στο δεύτερο όροφο. Μού 'κανε παρατήρηση μία, μου 'κανε δύο, ώσπου ήρθε στο θρανίο, κοντά στη θέση μου, να δει τι κοιτάζω. Από εκεί μόνο το βουΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


122

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

νό, τα Τζουμέρκα, φαινόταν. Δεν με τιμώρησε. Μόνο ήπια παρατήρηση και σύσταση. Με τη σειρά μου κατάλαβα και εγώ ότι δεν πρέπει να κάνω κατάχρηση της σιωπηρής έγκρισής του και περιόρισα τις... οπισθο-σκοπήσεις μου! Στο μέτρο του δυνατού, βέβαια. Η απόσταση από την Άρτα ως τις παράγκες, στα Διόδια, όπου ήταν το νέο μου Σχολείο, ήταν βέβαια πολύ μεγαλύτερη τώρα, πήγαινε-έλα, χειμώνα καιρό. Κάπου-κάπου, όταν έβρεχε πολύ, με έπαιρνε ο μπάρμπα Γιάννης με το φορτηγό αυτοκίνητό του, όταν τύχαινε να έχει δρομολόγιο προς τα εκεί, γιατί δούλευε σε κάποια εταιρεία, (εταιρεία ΜΠΟΥΤ;). Φτάνοντας στις παράγκες -ήταν νωρίς ακόμα- και σαν να μην έφτανε το ότι δεν υπήρχε κανείς να με ιδεί να κατεβαίνω από ... αυτοκίνητο(!), έπρεπε να περιμένω σε κάποιο υπόστεγο, ώσπου να έρθει η ώρα του Σχολείου. Να βλέπεις τώρα τους φαντάρους, δίπλα στο στρατόπεδο, στα τολ και τις σκηνές να μπαίνουν στη γραμμή για το πρωινό ρόφημα, τσάι και κουραμάνα κάτασπρη και να ξελιγώνεσαι, ώσπου να 'ρθει η ώρα για το δικό μας συσσίτιο. Γιατί είχαμε και εμείς το σχολικό συσσίτιο. Ένας θεσμός που κράτησε, δεν γνωρίζω, πόσα χρόνια. Κράτησε όμως στη ζωή πολλά παιδιά τότε. Γάλα το πρωί και σταφιδόψωμο. Ό,τι καλύτερο. Άλλο ένα κατάπλασμα που μας δίνανε ήταν το φυστικοβούτυρο που ήταν κατάλληλο για σπατουλάρισμα τοίχων ή να στερεώνουν τα τζάμια των παραθύρων. Σαν στόκος ήταν. Τέλος πάντων καλά ήταν, πολύ καλά μάλιστα, αφού έβγαζες και το μεσημέρι, γιατί το απόγευμα είχε πάλι μάθημα. Και φυσικά τα Σάββατα. Στη μικρή διακοπή του μεσημεριού δεν πρόφταινα να πάω στην Άρτα και να γυρίσω -τι να 'κανα άλλωστε-, γι’ αυτό καθόμουν εκεί στις παράγκες. Πότε στα υπόστεγα, πότε στο Σχολείο και πότε σε γνωΗ ζωή στις παράγκες στούς χωριανούς εκεί. Συνήθως πήγαινα στην παράγκα του Νίκου Αγγέλη, που ήμασταν συνομήλικα, που έμενε σε ένα "διαμέρισμα" του ενός δωματίου κάποιας παράγκας εκεί, 3Χ3 όλο και όλο. Και όλα τα συγύργια του σπιτιού και όλη η οικογένεια στοιβαγμένη εκεί: Αναμέρα εσύ, να περάσω εγώ! Έπιπλα; Έλα τώρα! Μην είμαστε και υπερβολικοί! Γιαπωνέζικο δωμάτιο, άλλων εποχών, θύμιζε. Περιττά πράγματα θεωρούνταν τα έπιπλα τότε. Χώρο πιάνανε. Όλα τα πράγματα στο πάτωμα. Και τα ποτήρια ακόμη σε μια γωνία στο πάτωμα τα θυμάμαι, πάνω σε μια εφημερίδα. Γιατί τα θυμάμαι; Γιατί παίζοντας μια φορά με το Νίκο, μου ξέφυγε η σβούρα και έσπασε ένα ποτήρι. Και ακόμα δεν το πλήρωσα! Και πού γράφαμε; Κάτω στο πάτωμα, σκυφτά, διπλωμένοι όπως προσεύχονται οι μουσουλμάνοι! Εκείνοι τουλάχιστον έχουν και ένα χαλί! Όσον αφορά τον φωτισμό; Είπαμε, όχι πολυτέλειες, όχι υπερβολές. Είχες και στο χωριό σου ηλεκτρικό; Και στην πόλη της Άρτας ορισμένες ώρες το βράδυ Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ι ς π α ρ υ φ έ ς τ η ς σ ύ γ χ ρ ο ν η ς ι σ τ ο ρ ί α ς

123

ερχόταν ηλεκτρικό ρεύμα τότε. Λάμπα πετρελαίου στις παράγκες ανταρτοπλήκτων. Με λαμπόγιαλο όμως. Ό,τι είχε σχέση με μαγείρεμα, πλύσιμο κ.λπ., σε κοινόχρηστους χώρους. Δυο πέτρες αντικριστά αντίς για πυροστιά. Απλά πράγματα. Νερό από τους στρατώνες. Όλα ήταν πολύ τέλεια! Όχι πολυτέλεια. Μην τα μπερδεύουμε. Όσον αφορά τους εξωτερικούς κοινόχρηστους χώρους και ιδιαίτερα το χειμώνα με τις βροχές, οι παράγκες δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτε από τη Βενετία. Είχε όμως και τα καλά της η βροχή. Αραίωνε τα διάφορα απόνερα που έτρεχαν στα αυλάκια και ξεπλενότανε ο τόπος. Φυσική αυτοκάθαρση. Και η μετακίνηση του κόσμου; Διάδρομοι με πέτρες και σανίδια. Πρόχειρα περάσματα και αυτοσχέδιες περαντζάνες. Πήδαγες από «πέτρα σε λιθάρι», που λέει ο λόγος, όπως στα ποτάμια: από βράχο σε βράχο. Μαθημένοι οι Τζουμερκιώτες από τέτοιες καταστάσεις, δεν είχαν πρόβλημα. Πρόβλημα θα είχαν φαντάζομαι κάποιοι από Ξηρόμερο ή από Ξηροβούνι μεριά, που ήταν άμαθοι από νερά και ποτάμια. Εκείνο όμως που ήταν ανυπόφορο στην Άρτα ήταν το κρύο. Πολύ κρύο εκείνο το χειμώνα στην Άρτα! Το φανταζόμουν ψιλό εκείνο το κρύο, γιατί ήταν πολύ διαπεραστικό, ενώ το κρύο στα Τζουμέρκα μού φαινόταν χοντρό. Φυσικά δεν έφταιγε μόνο το κλίμα της Άρτας. Ήταν το κακό ντύσιμο. Φτώχεια και κακομοιριά βασίλευαν και σ’ αυτόν τον τομέα. Αντί για παλτό έβλεπες τα παιδιά να φοράνε ένα σακάκι τριμμένο Το ντύσιμο των ανταρτόπληκτων παιδιών και χιλιομπαλωμένο του πατέρα τους ή του μεγακαι η όλη τους εμφάνιση λύτερου αδελφού. Τα μπουφάν δεν είχαν εφευρεθεί ακόμα. Και για τη βροχή ένα τσουβάλι διπλωμένο σε σχήμα βλάχικης κάπας, που γινόταν ασήκωτο από το νερό. Κοντό ντρίλινο παντελόνι, πολύ πάνω από το γόνατο. Το μακρύ παντελόνι για παιδιά ως 17 χρονών ήταν άγνωστο τότε, χρειαζόταν διπλάσιο ύφασμα, και δεν ήταν και στη ... μόδα! Όμως ήταν στην μόδα τα ... τρύπια παντελόνια και σχισμένα παντελόνια και τα μπαλωμένα βεβαίως. Εκείνη η γενιά τα ανακάλυψε πρώτη, τα λανσάρισε, που λένε, τα πρωτοφόρεσε και όχι ετούτη η σημερινή. Ας μην υπερηφανεύεται λοιπόν! Το ωραίο όμως ήταν ότι πολλά από αυτά τα τρύπια και τριμμένα ρούχα τότε ήταν «σινιέ» και εισαγωγής. Μάλιστα, εισαγωγής! Τρύπια όχι λόγω μόδας, αλλά επειδή ήταν μεταχειρισμένα αποφόρια των αμερικανόπουλων και καναδόπαιδων, που για να απαλλαγούν από αυτά τα "δωρίζανε" στην UNRA και έφταναν σε μας εδώ. UNRA ή επί το ελληνικότερον Ούντρα, ονομάζαμε όλους αυτούς τους διεθνείς οργανισμούς: Ερυθρός Σταυρός, Σχέδιο Μάρσαλ, δόγμα Τρούμαν, UNESCO κ.λπ. Οι κάλτσες όμως που φορούσαν τα παιδιά τότε ήταν εγχώριας παραγωγής. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


124

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

Τσουρέπια μάλλινα, που δένονταν κάτω από το γόνατο με τσουρεπόσχοινα Μαύρο χρώμα -μόνο μαύρο- με ένα σειρήτι, κόκκινο συνήθως, στο τελείωμα επάνω. Όσον αφορά τις πατούσες των τσουρεπιών; Χιλιομπαλωμένες! Παραλλαγή των τσουρεπιών σε φτηνότερη έκδοση ήταν αυτό που έμοιαζε με περικνημίδες αρχαιοελληνικές: κάλτσες μάλλινες χωρίς πατούσες, από τα κότσια έως κάτω. Αυτό σήμαινε ότι δεν είχες παπούτσια ή ότι είχες και ήθελες να τα έχεις για έχος! Για αξιοπρεπείς εμφανίσεις. Αναφέραμε παπούτσια; Ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα εκείνων των χρόνων μετά το πρόβλημα διατροφής. Λαστιχένια παπούτσια: Ολόσωμα λάστιχο. ΜοΤα λαστιχένια παπούτσια νομπλόκ λάστιχο. Από κάτω και από πάνω λάστιχο, από καλούπι βγαλμένα. Απαίσια στην εμφάνιση, σαν ψόφιος ηλιοψημένος βάτραχος έμοιαζαν. Στρογγυλά μπροστά. Με δυσκολία αναγνώριζες ποιο είναι το δεξιό και ποιο το αριστερό. Ίδια για άντρες και γυναίκες. UNISEX. Ούτε τα τακούνια ξεχώριζαν από τις σόλες, για τσουλήθρες ενδεικνυόταν˙ γι' αυτό και οι χρήστες τους ήταν επιρρεπείς στα κατάγματα. Ελληνικής ευρεσιτεχνίας, κατασκευής και προέλευσης. Σινιέ! Με σφραγίδα που έγραφε από κάτω: ΑΛΥΣΣΙΔΑ. Τότε περίπου κυκλοφόρησαν και τα ΕΛΒΙΕΛΑ (Ελληνική Βιομηχανία Ελαστικών;) Ίδιας φιλοσοφίας και αυτά. Ξεχάσαμε όμως την κορυφή, το κεφάλι. Το κεφάλι των παιδιών, το εξωτεΤα κουρεμένα κεφάλια ρικό τους. Την εξωτερική τους εμφάνιση, η οποία απασχολούσε πολύ τα Υπουργεία, τους καθηγητές, τους δασκάλους, τους γονιούς. Όλη την κοινωνία τέλος πάντων. Γουλί το κεφάλι, κεκαρμένη κεφαλή (ως λέγουσι οι... λογιοτατίζοντες). Έπρεπε την ημέρα που καθόριζε ο δάσκαλος να παρουσιαστούν όλα τα παιδιά κουρεμένα. Το κούρεμα γινόταν για λόγους ομοιομορφίας; Ή μήπως επειδή ο μαλλιοφόρος ήταν και ψειροφόρος; Λες και οι ψείρες δεν βρίσκανε άλλο κατάλυμα παρακάτω. Αλίμονο σε κείνον που παρουσιαζόταν την καθορισμένη ημέρα ακούρευτος και χωρίς επαρκείς και λογικές ή πειστικές δικαιολογίες . Σου τράβαγε ο δάσκαλος μια ψαλιδιά από το μέτωπο ως την κορυφή, στο κουρκοκέφαλο, και σε έκανε σουργούνι και δεν έβρισκες τρύπα να κρυφτείς για να γλιτώσεις από την καζούρα και το διασυρμό των συμμαθητών. Που και αυτοί, οι κουρεμένοι, παρουσίαζαν χειρότερη εικόνα, από εσένα τον... ψαλιδοκέφαλο, που με τα κουτρουλά κεφάλια τους έμοιαζαν σαν καρπούζια στο Ντάτσουν του γύφτου, για να μην πω ότι δεν διαφέρανε και πολύ από ένα κοπάδι κουρεμένα πρόβατα ή κουρεμένα γίδια, κορόγιδα. Δηλαδή; κορόιδα. Όμως κορόιδα δεν ήμασταν εμείς τότε. Άλλοι ήταν. Εμείς; τα θύματα αυτών. Όσον αφορά το ντύσιμο και την εμφάνιση των μικρών κοριτσιών τότε: το «ντιζάιν» ήταν σε μικρογραφία το ντύσιμο των ηλικιωμένων γυναικών. Τίποτε Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ι ς π α ρ υ φ έ ς τ η ς σ ύ γ χ ρ ο ν η ς ι σ τ ο ρ ί α ς

125

το παιδικό επάνω τους. Σαν να έβλεπες τη μάνα της (ή τη θειάκω της) σε σμίκρυνση, με τα κιάλια ανάποδα. Πάντως τα μαλλιά δεν τους τα έκοβαν, τα έπλεκαν κοτσίδες. Θλιβερά πράγματα. Αυτός ο τρόπος ντυσίματος και εμφάνισης γενικώς των μαθητών, λόγω φτώχιας και κακομοιριάς που συσσώρευσαν οι πόλεμοι της 10ετίας του ’40, κράτησαν πολλά χρόνια μετά. Σε κάποιες περιοχές ολόκληρη τη 10ετία του ’50. Μιας και ανέφερα τις ψείρες: να τις τιμήσουμε και αυτές. Συνοδοιπόροι μας και αχώριστοι σύντροφοι ήταν τότε και αυτές. Ένα κοινό πράγμα που είχαν οι αντάρτες και οι ανταρτόπληκτοι (αλλά και ο στρατός, όσο και η καλή τότε κοινωνία, ίσως σε μικρότερο βαθμό) ήταν οι ψείρες. Ψειρόπληκτοι όλοι. Ψειροπαθείς. Ούτε αυτό δεν στάθηκε ικανό για να τους κάνει να συνεννοηθούν, να συμμαχήΨειρόπληκτοι και ψειροπαθείς σουν και να πολεμήσουν, μάλλον να κατακαι οι γενικές απολυμάνσεις πολεμήσουν τις ψείρες! με D.D.T. (ντιντιτί) Οι μεν αντάρτες συνέχισαν να συνυπάρχουν μέχρι το τέλος του "Αγώνα" μαζί με τις ψείρες και τις πήραν μαζί τους όταν έφυγαν, για να τις μεταδώσουν και σε άλλους λαούς, οι δε άλλοι, από την άλλη μεριά, ανέθεσαν στους Αμερικάνους -σε ποιους άλλους(!!!) να τις καταπολεμήσουν. Και αυτοί ανταποκρίθηκαν: Μαζί με τα πολυβόλα, κανόνια, τανκς και τις εμπρηστικές βόμβες, που έστελναν για να εξοντώσουν, οι άλλοι, τους αντάρτες, έστελναν και ψειρόσκονες ντιντιτί (DDT), ή σε υγρή μορφή για το φλιτ (Λίχνος Bunsen, εξαερωτής) για να μας απαλλάξουν από τις ψείρες, τους ψύλλους, τους κοριούς κ.λπ. Πρακτικοί άνθρωποι οι Αμερικάνοι. Ομαδικές εξοντώσεις των πάντων. Λέγεται ότι όσο και οι βόμβες Ναπάλμ πρωτοδοκιμάστηκαν στα δικά μας κεφάλια. Κάποιοι το αμφισβητούν βέβαια. Εκείνο που δεν γνωρίζω, αυτές οι απολυμάνσεις με DDT στα δικά μας κεφάλια πρωτοδοκιμάστηκαν; Τέτοια άδεια κεφάλια, τέτοιο κουφιοκέφαλο λαό, πού αλλού θα έβρισκαν οι άνθρωποι, για πειραματόζωα; Και ποιος να ξέρει, άραγε, τι σύνθεση είχαν; Ώσπου κάποιοι κάποτε αποφάσισαν ότι έπρεπε να καταργηθούν τέτοιες απολυμάνσεις γιατί αποδείχτηκε ότι ήταν επικίνδυνες για την υγεία του ανθρώπου. Αυτές οι γενικές απολυμάνσεις δεν περιορίστηκαν μόνο στα αστικά κέντρα και τις γύρω από αυτά περιοχές, που είχαν προσβληθεί από οξεία ανταρτοπληξία, αλλά επεκτάθηκαν, τόσο τότε όσο και αργότερα, σε όλη την επικράτεια, ώς το τελευταίο χωριατόσπιτο, στα καλύβια, στα μαντριά, στα κοτέτσια, στις σκυλοκάλυβες. Ερχόταν το συνεργείο: Βγάλτε όλα τα φαγώσιμα έξω, σου λέγανε, ρίξτε ανοιχτά όλα τα ρούχα και κλινοσκεπάσματα στο πάτωμα και κλείστε πορτοΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


126

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

παράθυρα. Τα αμπάρια με το καλαμπόκι και τα όσπρια δεν τα άδειαζαν. Δεν έχουν ανάγκη αυτά σού ‘λεγαν! Ποιοι το έλεγαν; Οι «ειδικοί»! Ο χειριστής που κουβαλούσε στην πλάτη το τεράστιο ψεκαστήρι που ξέρναγε εκείνο το απαίσιο ασπροκίτρινο υγρό και κατακλύζονταν τα πάντα και που ξεβρόμαγε το σπίτι για πολλές μέρες μετά. Φυσικά και θα υπήρχαν προδιαγραφές. Ποιος τις ήξερε και ποιος τις τηρούσε; Το σπίτι έπρεπε να παραμένει κλειστό για ολόκληρη τη μέρα. Δεν έπρεπε κανονικά να πλησιάσει κανείς το σπίτι ή το μαντρί. Πόσοι τήρησαν αυτές τις οδηγίες ή προδιαγραφές; Έλα μωρέ, σου λέει ο άλλος. Και πόσο χρόνο διαρκούσε η επενέργεια αυτών των ουσιών και τι παρενέργειες προκαλούσαν; Αυτές δεν μπορεί να τις εντοπίσει ούτε η... νεκροψία! Ήταν άραγε αυτοί οι ψεκασμοί ευλογία Θεού, όπως έλεγαν, ή κατάρα διαβόλου; Έγιναν και αυτά τότε στα παλιά τα καλά τα χρόνια στον καλό μας τον καιρό, τον κακό μας τον καιρό και τον ανάποδο. Άντε και ένα τελευταίο ακόμη που έχει σχέση με τη ζωή των ανταρτόπληκτων εκεί στην Άρτα, γιατί αυτές οι ιστορίες δεν έχουν τελειωμό. Τούτα τα γεγονότα, όσο πικρόχολα και αν είναι, έχουν και την αστεία τους πλευρά. Όταν είχε περάσει ο πατέρας μου από την Άρτα, είχε κανονίσει με τη Βαγγελή της Λάμπραινας -πριν παντρευτεί τον ξάδερΗ γελάδα η Μελισσώ φο το Θόδωρο- να τις πηγαίνω τα ρούχα μου και και το φανελάκι το φανελάκι να τα πλένει. Έμεινε κάπου εκεί κατά Σκοπευτήριο μεριά, με την αδερφή της τη Σταυρούλα και με άλλους χωριανούς. Είχα βάλει από καιρό στο μάτι ένα αθλητικό φανελάκι λευκό με γαλάζια σιρίτια γύρω από το λαιμό και τους ώμους. Μεγάλη η χαρά μου τότε για το απόκτημα-αδύνατο να το καταλάβει κάποιος σήμερα- γιατί έπιανε άνοιξη σε λίγο και θα ήμουν μέσα στη... μόδα! Όταν τα έπλυνε η Βαγγελή, τα άπλωσε πολλά ρούχα μαζί στο φράχτη, όπου είχαν κλεισμένη τη γελάδα. Τώρα, πώς σκέφτηκε η γελάδα και απ' όλα τα ρούχα έβαλε και αυτή στο μάτι αυτό το φανελάκι, το δικό μου και άρχισε να το μασουλάει, πού να ξέρω! Το μασούλησε, το ξαναμασούλησε, του 'καμε κάμποσες τρύπες, του άλλαξε και χρώμα και το παράτησε στα χώματα, αφού δεν μπορούσε να το καταπιεί. Η πείνα βλέπεις δεν ήταν προνόμιο των ανθρώπων μόνο, τότε! Έπιανε όλο το ζωικό βασίλειο, οριζοντίως και καθέτως, εκτός από τις γάτες. Γιατί αυτές βολεύονταν με ποντίκια που αφθονούσαν. Δεν θα ξεχάσω τη στενοχώρια της Βαγγελής, πέρα από τη δική μου βέβαια: - Άε, μωρέ Σωτήρη μ', κακόν όπ' πάθαμαν! - ! - Τα 'χασα για λίγο. Μαύρα, πάντως, δεν φορούσαν. Άρα δεν πέθανε κανένας. Λίγο το κακό, σκέφτηκα. Όμως ήταν μεγάλο το κακό, όταν άκουσα τι συνέβη. Και τότε, αν ένας ήταν για τα "μαύρα", αυτός ήμουν εγώ! Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ι ς π α ρ υ φ έ ς τ η ς σ ύ γ χ ρ ο ν η ς ι σ τ ο ρ ί α ς

127

Αλλά ώσπου να μου δώσουν να καταλάβω οι δυο κοπέλες (κοπέλες τότε!) πέρασε ώρα πολλή. Το 'φερναν από εδώ, το 'φερναν από εκεί, για να μη μου 'ρθει απότομα η κακή είδηση, να εστιαστεί η όλη υπόθεση στο πρόσωπο του φυσικού αυτουργού αυτού του εγκλήματος και να στιγματιστεί καταλλήλως. - Αυτήν η λυκοσκισμέν', που κακός λύκος να τ' σκίσ', Θέ' μ', Παναΐα μ', που να τ'ν ιδού κριμασμέν' στου τσιγγέλ' τ' Κώτσιου Ντούλα (του χασάπη), αυτήν φταίει, αυτήν έκαμι τ' ζ'μιά! Κάπως έτσι είχε αρχίσει την εισήγησή της η Βαγγελή, που, αν και μικρότερη, έπαιρνε πάντα την πρωτοβουλία. Επειδή όμως δεν καταλάβαινα τίποτε, και ως φαίνεται, αυτό φαινόταν καθαρά στο πρόσωπό μου, γι' αυτό ανέλαβε η Σταυρούλα να συνεχίσει και να... καθαρίσει την υπόθεση: - Του κακό, Σωτήρη μ' είνι απ' δεν έχουμε παράδις, να ξεπληρώσουμε τ'ν αβαρία. Κάτ' λίγ'ς παράδις οπού 'χαμαν φόντινις π'λήσαμαν το μόσκ' τ'ς Μελίσσω, πάν', μπίτ'σαν κι αυτοίνοι. Πέρασι υπουτώρ' ου γυρουλόγους μι του κάρου κι ψών'σαμαν κάτ' πατάκις κι μ'σή ουκά.. χαμπλά, να πουρέψουμι κάνια βδουμάδα κι μεις οι μαύρις. Κι τι απόμ'ναν; κατ' λιγουντάρια λιανώματα για του ψ'χουκέρ’ Κ' είνι πολλά τα... «πεθαμένα μας», κι Θέ' μ' Παναΐα μ' να σταματήσ' του κακό και να μην αυγατίσουν άλλο. Και σταυροκοπιόνταν η Σταυρούλα. Τώρα ήταν που δεν καταλάβαινα τίποτα. Καταλάβαινα τι μου 'λεγαν, αλλά δεν καταλάβαινα γιατί μου τα 'λεγαν. Καταλάβαινα ότι ο «κατά Σταυρούλαν». χαμπλάς ήταν ο χαλβάς, το μόσκ' ήταν το μοσχάρι που πούλησαν και πατάκις ήταν οι γνωστές μας πατάτες. Αλλά τι σχέση είχαν αυτά με μένα; Και όταν ρώτησα, αν είχατε παράδες τι θα τους κάνατε, μου απάντησε η Βαγγελή ορθά-κοφτά: - Θα σ' αγουράζαμαν καινούργια φανέλα, γιατί την άλλη την έφαγε η γελάδα! Αυτήν η λυκοσκισμέν', που κακός λύκος να τ' σκίσ' κι αυτή... Καμιά πρωτοτυπία και στις κατάρες. Οι ίδιες πάλι. Και με την ίδια σειρά. Η Μελίσσω έφταιγε. Κατάρα στη Μελίσσω λοιπόν! Στην κόλαση να πάει. Όταν τη σφάξει ο χασάπης και αφού την ξεκοκαλίσουμε φυσικά... ε τα υπολείμματα και τα κατάλοιπα, ας πάνε στην κόλαση. Τα κόκαλα μόνο. Αφού λοιπόν παράδες δεν υπήρχαν, ούτε από εκεί, ούτε από εδώ μεριά, το φανελάκι ξαναπλύθηκε από τη Βαγγελή, έκλεισε τις τρύπες με ... σταυροβελονιά η Σταυρούλα και φορέθηκε από μένα ως εσωτερικό πλέον. Φυσικά δεν παρέλειπα να επιδεικνύω τις τρύπες. Που δεν έλεγα βέβαια ότι έγιναν από τα δόντια της «Μελίσσω», της γελάδας της Λάμπρη-Βρόντινας. Αλλά από σφαίρες κατά τη διάρκεια της μάχης του Πέτα, που γινόταν εκείνες τις μέρες, τον Μάρτιο του '49. Ήταν πιο ηρωικό αυτό. Καλύτερα σφαιροτρυπημένο παρά γελαδοφαγωμένο! Φυσικά δεν έλεγα πως έλαβα μέρος σε κάΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


128

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

ποια μάχη, να μην το παρακάνουμε κιόλας, αλλά οι σφαίρες από ριπή πολυβόλου ξέφυγαν από απέναντι από το Πέτα και έπεσαν στο φράχτη που είχε απλώσει τη μπουγάδα η Βαγγελή της Λάμπρινας! Και άφηνα να πλανάται στον αέρα το ερώτημα: τυχαίο ήταν ότι οι σφαίρες προτίμησαν το δικό μου φανελάκι; Ε; τυχαίο; Αλλά και την αλήθεια νά 'λεγα, αμφιβάλλω αν θα γινόμουν πιστευτός. Κι όμως. Ήταν αυτή η αλήθεια. Πολλές φορές αναφέραμε αυτή την ιστορία με τη Βαγγελή, όταν βρισκόμασταν με άλλους, που ζήσαμε κάποιες αλλόκοτες στιγμές εκεί στην Άρτα τότε και τις αναμοχλεύαμε. Μάχη του Πέτα αναφέραμε; Επί τέλους! Επί τέλους έγιναν και κάμποσες μάχες Η μάχη του, Πέτα Μάρτιος 1949 κοντά στην Άρτα απέναντι στο Πέτα για να καταλάβουν και οι πεδινοί τι θα πει πόλεμος, τι θα πει ανταρτοπόλεμος, τι θα πει να ακούς τα πολυβόλα να κελαηδούν και να μην ξέρεις πότε θα κάμουν κατά δω, να μην ξέρεις κατά πού να πας, να νιώθεις σφίξιμο στο στομάχι. Για να καταλάβουν και κάποιοι Αρτινοί -πολλοί; λίγοι;- γιατί ο κόσμος από τα ορεινά κατέκλυσε την Άρτα. Δεν φεύγει κανείς εύκολα από το σπίτι του. Στην Άρτα υπήρχε στρατός, η 42(;) Ταξιαρχία, αν θυμάμαι καλά. Μάλλον καλά θα πρέπει να θυμάμαι, γιατί η 42 ταξιαρχία "42 Ταξιαρχία" "Αετός", "Παναμβρακικός που στρατοπέδευε έξω στα Διόδια, δίπλα στο Σχολείο και τις παράγκες, είχε και ποδοσφαιρική ομάδα. Που όταν έπαιζε με τον «Παναμβρακικό» ή τον «Αετό» 'Αρτας, εμείς η μαρίδα, τα ανταρτόπληκτα, πιάναμε πρώτη θέση απέναντι από το γήπεδο, στην Κάτω Παναγιά, σε μια πλαγιά και "υποστηρίζαμε" την ομάδα μας, που ήταν η 42 Ταξιαρχία βέβαια, για λόγους συναισθηματικούς και γειτονίας. Όλα τα ανταρτόπληκτα παιδιά, εκτός από μένα μόνο, που «υποστήριζα» τον «Παναμβρακικό» μόνο και μόνο γιατί έπαιζε ένας ποδοσφαιριστής που λεγόταν Λάκης Καραβασίλης που το 'λεγα με καμάρι, ότι ήταν τάχα ξάδερφός μου, ενώ δεν ήξερα ούτε από πού καταγόταν ο άνθρωπος. Και να, τώρα θυμήθηκα τον πανύψηλο τερματοφύλακα, πάνω από 2 μέτρα, τον Ηρακλή, που δεν ξέρω αν ήταν το πραγματικό του όνομα ή το παρατσούκλι του λόγω ύψους. Μετά το παιχνίδι, στη βόλτα που ακολούθησε στην αγορά, ξεχώριζε από τον άλλο κόσμο, από το στήθος και επάνω. Προσπαθούσαμε να τον πλησιάσουμε από κοντά για να συγκρίνουμε το μπόι μας, μέχρι πού του φτάνουμε. Ούτε μέχρι τη μέση του. Χωρίς πολλές κινήσεις, ατάραχος στη μέση του γκόλποστ τέντωνε τις χερούκλες του και κατάπινε την μπάλα. Ήταν αυτή η εμπειρία στο γήπεδο από τις πιο ευχάριστες στιγμές, οι μοναδικές τότε στην Άρτα. Όμως τώρα, με την εισβολή των ανταρτών στην περιοχή της Άρτας, τα πράγματα ήταν ζόρικα, ήταν σοβαρά, δεν ήταν ποδοσφαιρικός αγώνας. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ι ς π α ρ υ φ έ ς τ η ς σ ύ γ χ ρ ο ν η ς ι σ τ ο ρ ί α ς

129

Τώρα απέναντι δεν ήταν ο Παναμβρακικός, τώρα ήταν ο ... Παναγραφαϊκός, ήταν αντάρτες από τα Άγραφα με προπονητή τον καπετάν Διαμαντή, ήταν οι σκληροτράχηλοι αντάρτες του ΚΓΑΝΕ ( =ΚλιΚαπετάν Διαμαντής "Άντε Πόρτας" της Άρτας μάκιο Γενικού Αρχηγείου Νότιας Ελλάδας) και οι μπάλες που σουτάρανε ήταν καυτό μολύβι και χειροβομβίδες και όχι πέτσινες! (Οι μπάλες ποδοσφαίρου τότε ήταν από δέρμα και σαμπρέλα από μέσα). Ήταν ξεκάθαρο σ' όλους ότι μετά τις αποτυχημένες προσπάθειες (κατάληψης ή/και διατήρησης) σε Κόνιτσα, Καρδίτσα, Καρπενήσι, Γρεβενά κ.λπ. σειρά είχε η Άρτα. Αυτό είναι άσχετο αν αυτή η επιχείρηση ήταν αυτοσκοπός ή έγινε ως αντιπερισπασμός (συνηθισμένο παιχνιδάκι αυτό τότε!) για παραπλάνηση, για να εκτονωθεί η πίεση στο καθ' αυτό "κράτος" του Ζαχαριάδη (Γράμμο-ΒίτσιΓράμμο) ή ήταν "ελιγμός" για να περάσουν οι φάλαγγες με τα γυναικόπαιδα των ανταρτών και οι τραυματίες από τα Άγραφα προς Βόρεια Πίνδο. Γιατί ήταν ξεκάθαρο πια ότι το παιχνίδι είχε κριθεί, την άνοιξη του '49, παρά τα όσα λέγονταν από τους ανώτερους και εξαπατούσαν τους απλούς αντάρτες. Η Άρτα, λοιπόν, επί ποδός πολέμου! Οι Αρτινοί και οι παρεπιδημούντες ανταρτόπληκτοι σε συναγερμό. Γενικός ξεσηκωμός, πανδαιμόνιο επικρατούσε στην πόλη, στις παράγκες, στο στρατόπεδο, για τρεις-τέσσερις μέρες, όσο διαρκούσαν οι μάχες εκεί απέναντι στο Πέτα, Κομπότι και παραπέρα. Αυτοκίνητα στρατιωτικά, γεμάτα φαντάρους, άλλα να κινούνται προς τα εδώ, άλλα να τρέχουν προς τα εκεί, νύχτα και μέρα, αυτοκίνητα γεμάτα με αιχμαλώτους με το φόβο στα μάτια, αυτοκίνητα νοσοκομειακά γεμάτα τραυματίες με τον πόνο στα μάτια, να τρέχουν και να κορνάρουν δαιμονισμένα, αεροπλάνα να γυρίζουν σαν σφήκες από πάνω, να βομβαρδίζουν, να φεύγουν, να ξαναγυρίζουν, να ξαναβομβαρδίζουν... Αγωνία. Φόβος. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας τις περνούσα στην ταράτσα του σπιτιού ή στο λόφο λίγο παραπάνω στο Πετροβούνι για να βλέπω και να ακούω καλά. Καλύτερα όμως ήταν στις παράγκες, γιατί ήταν πιο κοντά στο Πέτα, γι' αυτό από τη δεύτερη μέρα μετακόμισα εκεί (αν και σχολείο δεν είχαμε εκείνες τις ημέρες), γιατί θέλεις παρέα για να... απολαμβάνεις και να σχολιάζεις τέτοια... θεάματα! Είπαμε: διαστροφή είναι αυτή. Εξωγενής βέβαια. Κατά κάποιον τρόπο οι παραγκιώτες (ή παραγκόβιοι) και όλοι οι ανταρτόπληκτοι αισθάνονταν αλληλέγγυοι με τους φαντάρους του στρατοπέδου εκεί δίπλα, αφού ένας δρόμος τούς χώριζε. Θα τα ξαναπούμε αυτά παρακάτω. Να τελειώνουμε όμως με τις μάχες του Πέτα. Αναφέρω μόνο το Πέτα γιατί αυτό ήταν το κοντινότερο σημείο προς Άρτα, όπου πλησίασαν τότε οι αντάρτες και αυτό αντιλαμβανόμασταν εμείς από εκεί. Στην πραγματικότητα το μέτωπο είχε πολύ μεγαλύτερο βάθος, μέχρι τα βουνά του Βάλτου και του Αχελώου. Εδώ Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


130

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

βέβαια δεν θα κάνουμε περιγραφές στρατιωτικών επιχειρήσεων και αναλύσεις. Ούτε το πόσοι σκοτώθηκαν από εδώ και πόσοι από εκεί. Με τα πτώματα και την πτωματολογία γενικότερα ασχολήθηκαν και ασχολούνται άλλοι. Δεν βγάζεις άκρη με αυτό το θέμα. Δεν θα συμφωνήσουν ποτέ. Πολλοί σκοτώθηκαν. Πάρα πολλοί. Ήταν όλοι Έλληνες. Και σκοτώθηκαν από Έλληνες. Σε μια ένδοξη μάχη ενός ελληνοπρεπέστατου ελληνοελληνικού πολέμου! Τρομάρα μας! Μετά 4 ημέρες ο στρατός τούς πήρε φαλάγγι τους αντάρτες, κυνηγώντας τους νύχτα και ημέρα, προς τα βόρεια και τα ανατολικά. Ήταν η εποχή που ο στρατός εφάρμοζε και αυτός την τακτική του ανταρτοπόλεμου. Συνεχής κίνηση και κυνηγητό νυχθημερόν. Ενώ την προηγούμενη χρονιά ο ΔΣΕ είχε οργανωθεί σαν τακτικός στρατός και στη διοίκηση και στην τακτική. Ο ένας αντέγραφε τον άλλον! Τρελαίνεσαι ή δεν τρελαίνεσαι; Πάντως οι μάχες του Πέτα (ή Βάλτου-Αχελώου, όπως λέγονται και αλλιώς), που το μεγαλύτερο μακελειό έγινε πιο πάνω στη γέφυρα Κοράκου, έληξαν με συντριπτική ήττα των ανταρτών. Και είναι από τις λίγες φορές που συμφωνούν και οι δύο πλευρές σ' αυτό. Στάθηκε αφορμή αυτή η ήττα να διαλυθεί το ΚΓΑΝΕ. Όμως τα Άγραφα, που είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος της άλλης πλευράς, -και αυτό χάρη στον άξιο καπετάνιο Διαμαντή, ώσπου σκοτώθηκε- δεν έμειναν ποτέ χωρίς αντάρτες. Μάλιστα και μετά τη λήξη του Εμφυλίου (29 Αυγ. 1949) τα Άγραφα κατέγραφαν ακόμη αντάρτες στο ενεργητικό τους, που περιφέρονταν έως την άνοιξη του 1950 στα δάση σαν άγρια θηρία να επιζήσουν, ώσπου να βρουν διέξοδο, αποδεκατισμένοι, προς την Αλβανία. Είναι να μην τους θαυμάζεις για την αντοχή τους; Είναι δυνατόν να μην αναρωτιέται κανείς για το ανώφελο αυτού του πολέμου; Που ξοδεύτηκε στα χαμένα ένα τόσο μεγάλο ανθρώπινο δυναμικό; Όλα νέα παιδιά! Αφού οι αντάρτες είχαν διωχθεί πολύ μακριά από την Άρτα, προς Άγραφα και Βόρεια Πίνδο (η Μουργκάνα είχε προ πολλού εκκενωθεί), ακούστηκε ότι Σύντομη επιστροφή στο χωριό η περιοχή των Τζουμέρκων παρουσίαζε κατά κάποιον τρόπο σχετική ασφάλεια, μιας και οι επιχειρήσεις του στρατού γίνονταν από εκεί και πέρα και προς τα επάνω. Πλησίαζαν και οι μέρες του Πάσχα, σχολείο δεν θά 'χαμε, γι’ αυτό ρωτούσα και ξαναρωτούσα αν θα ανέβει κανείς προς τα πάνω, γιατί είχα αρχίσει να αισθάνομαι την ανάγκη του χωριού. Κάποτε βρέθηκε μια παρέα από μεγάλους και παιδιά που ετοιμάζανε ένα τέτοιο ταξίδι και προσκολλήθηκα και εγώ μαζί τους. Φυσικά δεν υπήρχαν συγκοινωνίες. Στην πιάτσα, ρωτώντας, κλείνονταν συμφωνίες με οδηγούς φορτηγών. Και όλα αυτά μέχρι Κάτω Καλεντίνη και στην καλύτερη περίπτωση, αν έπεφτες σε συνεργάσιμο οδηγό, μέχρι του Παπαχρήστου. Δηλαδή για το 1/3 της διαδρομής. Τα υπόλοιπα; Ιεραποστολικά, που σημαίνει ποδαράτα. Αλλιώς κάτσε εκεί που είσαι. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ι ς π α ρ υ φ έ ς τ η ς σ ύ γ χ ρ ο ν η ς ι σ τ ο ρ ί α ς

131

Πάντως κανείς δεν μας εμπόδισε να αναχωρήσουμε από την Άρτα. Στοιβαχτήκαμε όπως-όπως σε ένα κακομούτσουνο φορτηγό με ξύλινη χειροποίητη καρότσα (σαν παράγκα έμοιαζε!), που είχε διαμορφωθεί από μαραγκό για μεταφορές ζώντων ζώων ή κρεάτων, πατώντας πάνω σε γεμάτες σακούλες με άλευρα, σανίδια, καδρόνια, κιβώτια, με τενεκέδες λάδια και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Όρθιοι, για να μην πιάνουμε πολύ χώρο, και πιασμένοι από κάτι θηλιές και αλυσίδες που κρεμόταν από την οροφή και που έμοιαζαν με κρεμάλες... Ωραία, πολύ ωραία! Όλα ήταν ωραία, εκτός από ένα. Το καμιόνι αυτό είχε μόνιμη κλειστή σκεπή, ξύλινη και πισσόχαρτο από πάνω και πολλά μικρά παράθυρα στο πλάι, για να βγάζουν τα κεφάλια των βοδιών και των μουλαριών έξω για να μην πιάνουν πολύ χώρο ή για να μην κλοτσιούνται αναμεταξύ τους. Εντάξει, εμείς δεν ήμασταν ούτε βόδια ούτε μουλάρια για να βγάζουμε απλώς το κεφάλι έξω, εμείς ήμασταν "άνθρωποι", ανήκαμε στα ... πρωτεύοντα όντα του ζωικού βασιλείου, και μάλιστα πολιτισμένα, και θέλαμε να απολαύσουμε τη θέα. Ποιος όμως να πρωτοκοιτάξει από κείνα τα μικρά παράθυρα, που μοιάζανε σαν θυρίδες πολυβολείου και που εγώ τόσο πολύ ήθελα να βλέπω τα Τζουμέρκα σε κάποιες στροφές του δρόμου και να εκτιμάω έτσι πόσο γρήγορα τα πλησιάζουμε; Κάπου σε κάποια στροφή του δρόμου σαν να φάνηκε και το δικό μας το βουνό, η Τζούμα, και χάθηκε αμέσως, όμως η εικόνα έμεινε άσβεστη. Η απόσταση για τα Τζουμέρκα δεν έλεγε να μικρύνει όσο και αν έτρεχε το καμιόνι ή μάλλον βάδιζε αγκομαχώντας! Και να ‘χεις και τον «σωφέρ» να σταματάει και να μας βάζει τις φωνές μέσα από ένα μικρό παραθυράκι, για να κρατιόμαστε σταθερά, να μην κουνιόμαστε πέρα-δώθε γιατί το «αμάξι» του «θα μπατάρει». Δηλαδή; Καλύτερη συμπεριφορά είχαν τα βόδια και τα μουλάρια από εμάς; Και πώς μπορούσε και συνεννοούνταν μαζί τους; Τέλος πάντων! Μάλλον τέλος της «αυτοκινητάδας», κατά την ορολογία της εποχής. Φτάσαμε στην Κάτω Καλεντίνη και μας ξεφόρτωσε μισολιγωμένους. Μόλις κατεβήκαμε, μας πλησίασαν κάποιοι ένστολοι: ΜΑΫδες ήταν; Χωροφύλακες ήταν; Και μας είπαν ότι από εδώ και πάνω ταξιδεύαμε με δική μας ευθύνη. Όποιος θέλει συνεχίζει ή γυρίζει πίσω. Τι λέει μωρέ αυτός! Κανείς δεν τον άκουσε. Μας είπε όμως και το άλλο, χαμηλόφωνα και εμπιστευτικά, κάποιος απ' αυτούς: - Αν δείτε κανέναν ξεμοναχιασμένο αντάρτη κρυμμένο να κάνει λούφα, να Φοβάται ο Γιάννος το θεριό κάνετε πως δεν τον είδατε, να προχωρήσετε αδιάφορα, σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Τώρα είναι ή το θεριό το Γιάννο; ξεδοντιασμένοι, μην τους φοβάστε, γιατί φοβούνται αυτοί περισσότερο. Αλλά, αν δούνε ότι τους είδατε, τότε δεν ξέρεις πώς θα αντιδράσουν. Να κοιτάτε ίσια το δρόμο μπροστά και όχι δεξιά και αριστερά και διασταυρωθούν τα βλέμματά σας με κάποιον αντάρτη... Καταλάβατε; Αν Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


132

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

καταλάβαμε λέει! Τρέχα γύρευε τώρα, ποιος θα 'πρεπε να φοβάται περισσότερο: Ο Γιάννος το θεριό ή το θεριό το Γιάννο; Άμα ακούς τέτοια, σου κόβονται τα πόδια. Και είχαμε να ανέβουμε την ανηφόρα με τις πολλές στροφές -τις ξακουστές, τότε, κοδέλες της Καλεντίνης -τις οποίες βέβαια δεν ακολουθήσαμε, αλλά πήγαμε «κοπά» και βγήκαμε σε ένα ύψωμα απ' όπου αντικρίσαμε τα Τζουμέρκα: όλο αρχοντιά, συννεφιασμένα, λοξά υπό γωνίαν βέβαια. Και όχι όπως τα βλέπουμε από το Γραικικό, σε όλο τους το μεγαλείο, κατά πλάτος, και κατά μήκος από τη βάση ως την κορυφή και όλες τις κορυφές και τις χαράδρες. Κατά πρόσωπο, ανφάς, που λένε. Μέχρι το χάνι του Παπαχρήστου ή σκέτο: στου Παπαχρήστου, όπως ήταν γνωστό εκείνα τα χρόνια, η διαδρομή ήταν ευχάριστη, βλέπαμε συνέχεια το βουνό της Τζούμας και το Γραικικό βεβαίως. Όπου και να σταθείς από παντού φαίνεται αυτό, γι’ αυτό δεν θέλει κολαούζο! Σε οδηγεί από μόνο του. Ο δρόμος ήταν ομαλός, χωρίς ανηφόρες και κατηφόρες. Ήταν πατημένος και από ρόδες αυτοκινήτου, αλλά λάσπες και τεράστιες λακκούβες με νερά. Καμιά επίστρωση από χαλίκι, σκέτο αργιλόχωμα. Όπως ήταν όταν είχε γίνει η διάνοιξη. Και μετά του Παπαχρήστου στα Πιστιανά, η κατηφόρα για τη Φτέρη. Από εδώ και πάνω ήταν όλα γνωστά αυτά τα μέρη. Γνωστά μεν αλλά ήταν σαν να είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έκανα τη διαδρομή προς τα κάτω, τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, με τη Γιαννούλα του Κώτσιο-Ντούλα. Και φτάνουμε. Στο σπίτι τώρα. Δεν ήταν κανείς εκεί. Ανοιχτό όπως πάντα! Όποιος ήθελε να μπει δεν θα του στεκόταν εμπόδιο μια κλειδωμένη πόρτα. Έτσι γλίτωνες το σπάσιμο της πόρτας ή κάποιου παραθύρου. Η... ισιότητα στην πράξη, για άλλους λόγους! Όλα ήταν στη θέση τους, όπως τ' άφησα. Τίποτε όμως δεν έμοιαζε με αυτά που ήξερα πριν. Όλα τα πράγματα με κοίταζαν παράξενα, σαν να μην με είχαν ξαναδεί. Όλα φαίνονταν συνταιριασμένα μεταξύ τους. Το μόνο πράγμα που ήταν αταίριαστο ήμουν εγώ. Ένιωθα ξένος, ξεκομμένος, αταίριαστος. Γιατί; τι έφταιξα; τι έκαμα; Ακόμη και η μάνα μου, όταν είδε καπνό από το μπουχαρή που είχα ανάψει φωτιά και έτρεξε να δει τί συμβαίνει, ξαφνιάΤα πράγματα, του σπιτιού απέστρεφαν το πρόσωπό τους στηκε όταν με είδε. Δεν ήξερε ότι θα έρθω. Πώς άλλωστε; Και είναι το μόνο φιλί της που θυμάμαι. Εκεί στο τζάκι, που σκυμμένος πασπάτευα τις στάχτες νευρικά, αμήχανα. Γερασμένη μού φάνηκε. Και ας είχαν περάσει μόνο 8 μήνες. Δεν καταγράφηκε τίποτε άλλο στη μνήμη από εκείνες τις λίγες μέρες στο χωριό. Ούτε θυμάμαι αν λειτούργησε η εκκλησία, αν βγήκε Ανάσταση. Με τι παπά άλλωστε; Κρύα και παγωμένα και ... παταγουδιασμένα και από μέσα και Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ι ς π α ρ υ φ έ ς τ η ς σ ύ γ χ ρ ο ν η ς ι σ τ ο ρ ί α ς

133

απ' έξω. Ούτε από την ώρα της αναχώρησης, για επιστροφή στην Άρτα, έχει καταγραφεί κάτι στη μνήμη. Όλα λειτουργούσαν χωρίς συναίσθημα, μηχανικά, χωρίς προγραμματισμό, χωρίς να έχεις περιθώρια να επιλέξεις. Περιττές πολυτέλειες ήταν αυτά. Για το σήμερα μόνο. Το πολύ ώς αύριο, Μέλλον; Ποιο μέλλον; αλλά και αυτό με επιφύλαξη. Δεν έπρεπε να το... δέσεις κόμπο. Για να μη στενοχωρηθείς Για το μεθαύριο, το μέλλον δηλαδή, καμιά συζήτηση. Καμιά αναφορά. Όχι και συζήτηση! Δεν υπήρχε μέλλον. Δεν ήταν απλώς το μέλλον αόρατον, ήταν ανύπαρκτον. Πολλά πράγματα είναι αόρατα, αλλά μαντεύεις την ύπαρξή τους από τα αποτελέσματά τους. Εδώ δεν υπήρχε αποτέλεσμα, τόσα χρόνια τώρα! Έδιωχναν τους αντάρτες από το ένα μέρος και αυτοί περνούσαν στα μετόπισθεν με ελιγμούς μέσα από τις γραμμές τους. Τους έδιωχναν από το Γράμμο και αυτοί περνούσαν απέναντι, στο Βίτσι, μέσα από την Αλβανία (και ας μην το παραδέχονταν τότε, μετά αποδείχτηκε) και μετά πάλι στο Γράμμο για να κατέβουν από εκεί μέχρι τα Τζουμέρκα, τα Άγραφα, τη Λάκκα Σούλι, μέσα από τις γραμμές του στρατού, έως και τον Αύγουστο του '49. Όσα και να λέγονταν τότε, ο απλός κόσμος δεν εμπιστευόταν κανέναν. Μέσα σ' αυτό το γενικό κλίμα αβεβαιότητας ποιος θα ήταν αυτός που θα τολμούσε να κάμει την παραμικρή σκέψη για το αύριο, για το μέλλον; Μέλλον δεν υπήρχε εκείνο τον καιρό. Δεν υπήρχε το χαρτί, ο καμβάς, πάνω στο οποίο θα μπορούσε κανείς να σχεδιάσει, να κεντήσει, ή να ζωγραφίσει κάτι. Η γενιά του εμφυλίου Με το «πάει» που λένε. Βλέποντας και κάνο(ναυαγισμένες βαρκούλες) ντας. Όλα στην τύχη. Αφού το καράβι δεν ήξερε κατά πού πηγαίνει θα ξέραμε εμείς, οι βαρκούλες; Αλλά ποιες βαρκούλες; Σαν ναυαγοί αισθάνονταν όλα τα παιδιά εκείνον τον καιρό. Σαν ναυαγοί στη μέση μιας τρικυμισμένης θάλασσας, χωρίς να έχουν προλάβει να μάθουν κολύμπι. Μια σανίδα άρπαζες, ό,τι τύχαινε μπροστά σου και ό,τι έκαναν οι άλλοι δίπλα σου έκανες κι εσύ, χωρίς να έχεις σκεφτεί αν είναι σωστό, αν είναι καλό για σένα ή λάθος. Μού 'ρχεται τώρα στο νου μια εικόνα από κάτι που συμβαίνει πολλές φορές στη λίμνη στα Γιάννενα: Όταν έχει τρικυμία η λίμνη, από τους ανατολικούς καταβάτες ανέμους, ξεριζώνονται κάποτε ολόκληρες συστάδες (πατ'λές) από καλάμια που υπάρχουν σε μεγάλες εκτάσεις γύρω από το Νησί και σαν κινούμενα νησάκια περιφέρονται επιπλέοντας στην επιφάνεια της λίμνης προς όλες τις κατευθύνσεις όπου τα οδηγούν οι αέρηδες, πότε προς το Πέραμα, πότε προς τον Κατσικά, προς Λιμνοπούλα και πότε προς τον Μώλο, στην Κυρά-Φροσύνη. Άλλα ξαναριζώνουν σε κάποιους βάλτους απέναντι και άλλα τα μαζεύει το ΣυΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


134

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

νεργείο του Δήμου και τα καίει, γιατί χαλάνε την αισθητική της λίμνης και της πόλης στο λιμανάκι της Κυρα-Φροσύνης. Κάηκαν πολλά παιδάκια σαν καλάμια τότε. Κάηκαν μυαλά και ταλέντα, παιδιά που ήταν προικισμένα από τη φύση και προορισμένα για κάτι καλύτερο, αλλά οι καταβάτες αέρηδες τα έσπρωξαν στις ξέρες και στους βάλτους. Μεταφυτεύτηκαν βίαια και παρά τη θέλησή τους, ρίζωσαν κάπου, απλώς και μόνο για να επιβιώσουν. Όχι πως καρποφόρησαν κιόλας, όπως τους έπρεπε. Ποιος είναι αυτός που θα μπορέσει να εκτιμήσει αυτήν την καταστροφή; Και πώς μπορεί να γίνει αυτό; Και πώς να αποδοθεί δικαιοσύνη; Πώς στοιχειοθετείται το κατηγορητήριο και πώς επιμερίζεται η ευθύνη και πώς να προσμετρήσεις την ποινή στους "ανατολικούς καταβάτες αέρηδες"; Είναι δουλειά των δικαστών αυτό; Είναι των ιστορικών; Είναι των κοινωνιολόγων; Είναι των πολιτικών; Είναι δουλειά του χρόνου; Γι’ αυτό και δεν δικάστηκε ποτέ κανείς για αυτά τα «ιδιότυπα», αόρατα μεν, αλλά υπαρκτά, εγκλήματα. Ούτε περιμένει κανείς ότι θα δικαστούν κάποιοι. Όμως κάποιου είδους απάντηση είναι απαραίτητη. Για να το έχουν υπόψη τους κάποιοι σημερινοί θερμοκέφαλοι, ότι μπορεί να τους ζητηθεί ευθύνη για τέτοιους είδους εγκλήματα, που δεν φαίνονται. Γιατί λοιπόν συνέβηκαν αυτά; Διότι έτσι ήθελαν κάποιοι. Ήθελαν; Ήθελαν όλοι; Κάποιοι σίγουρα δεν ήθελαν. Και εκείνοι που ήθελαν, ίσως να μην το Και πάλι: Γιατί; είχαν σκεφτεί ότι θα συνέβαιναν αυτά, γιατί ίσως θεωρούσαν το δρόμο προς την εξουσία πιο εύκολο, πιο σύντομο. Αλλά, πάλι ίσως κάποιοι να το είχαν σκεφτεί και δεν έδωσαν τη σημασία που έπρεπε για τα αποτελέσματα που θα είχαν οι ενέργειές τους στον άμαχο πληθυσμό, να το καταχώρησαν αυτό στη στήλη με τις παράπλευρες, λεγόμενες, απώλειες. Ίσως να είπαν: Τη δουλίτσα μας να κάνουμε τώρα, αυτό που μας συμφέρει τώρα και όταν έρθει ο καιρός να κυβερνήσουμε, θα σας "κυβερνήσουμε" για τα καλά. Το "κυβερνήσουμε" κατά την Τζουμερκιώτικη έννοια βέβαια που σημαίνει: θα σας «αλλάξουμε την πίστη και τον αδόξαστο» αν τυχόν και δεν συμφωνήσετε μαζί μας μετά: Ότι αυτό άξιζε τον κόπο, επειδή ήταν σωστό, επειδή το είπαμε εμείς. Κάποιοι το λένε αυτό εγωισμό, αλαζονεία, εξουσιολαγνεία, εξουσιοφρενίτιδα, που είχε καταλάβει μερικούς, όταν έβλεπαν στα γειτονικά κράτη νέου τύπου εξουσίες να καθιερώνονται: Ό,τι και να 'ναι, πάντως, παραπέμπουν σε κάποιου είδους πάθηση χωρίς αυτό να σημαίνει και κάτι άλλο: ότι κάποιοι πιο πάνω και παραπέρα από σένα εκμεταλλεύονται αυτήν την πάθησή σου για δικούς τους σκοπούς. Άρα είσαι και κορόιδο συν τοις άλλοις. Νόμιζαν κάποιοι τότε ότι ήταν αλάνθαστοι σ' αυτό που πίστευαν, ότι κατείχαν όλη την αλήθεια, ότι κατείχαν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ι ς π α ρ υ φ έ ς τ η ς σ ύ γ χ ρ ο ν η ς ι σ τ ο ρ ί α ς

135

τη «λυδία λίθο» και ότι όλοι οι άλλοι, ένας ολόκληρος λαός, ήταν σε πλάνη, ήταν λάθος που δεν τους πίστεψε. Γι' αυτό και ονόμαζαν όλους τους άλλους ... αντιδραστικούς, όταν δεν τους ακολούθησαν, με ό,τι συνέπειες είχε αυτό. Ένας ολόκληρος λαός «αντιδραστικός»! Πάμε να δούμε τώρα τι έγινε τότε με εμάς... τους αντιδραστικούς πλουτοκράτες τω καιρώ εκείνω! Πάλι εγώ εκεί, στα θεολογικά. Φιρί-φιρί το πάω να βρω κάναν μπελά από τίποτε θεούσες και πιστούς χριστιανούληδες. «Τω καιρώ εκείνω», λοιπόν, ή κατ' εκείνην την ώραν, ούσης μεσημβρίας [πάλι τα ίδια! Είναι να μη σου κάτσει κάτι στο μυαλό] αναβαίνομεν την ανηφόραν από Φτέρη προς Πιστιανά, κατά την επιστροφήν για Άρτα, και φτάνουμε εις τόπον λεγόμενον «Χάνι Παπαχρήστου», υπό βροχήν ραγδαίαν, ραγδαιωτάτην. Φορτωμένοι με το δίσχοινο ασπρόμαυρο καρό σακούλι. Καταβρεγμένοι, όχι ως το κόκκαλο, που λένε, γιατί είχαμε αδιάβροχο δέρμα. Είχαμε αποκτήσει σκληρό πετσί. Είχαμε γίνει σκληρόπετσοι, σκληροπετσωμένοι. Πριν από την ώρα μας. Και ώ του θαύματος! Και εκεί που δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε άλλο από το βάρος των βρεγμένων ρούχων και τις λάσπες στα πόδια, έγινε το θαύμα μπροστά στα μάτια μας: Αυτοκίνητο! Στου Παπαχρήστου αυτοκίνητο μια τέτοια μέρα βροχερή; Αυτό κι αν δεν είναι θαύμα! Για εκείνη τη στιγμή ήταν θαύμα πραγματικό. Δεν θέλω αντιρρήσεις. Μόνο ένας θα το τολμούσε: ο Κορδώνης! Και ήταν πράγματι ο Κορδώνης. Τίνος ήταν τέλος πάντων θέλημα; Όποιου και αν ήταν θέλημα, τον Κορδώνη μάς έστειλε. Τι κάνουν τώρα; Αλληλοκοιταχτήκαμε ερευνητικά: Πάμε; Δεν πάμε; γιατί δεν είχαμε δύναμη ούτε να μιλήσουμε και με τα βλέμματα συμφωνήσαμε ότι δεν είχαμε άλλη επιλογή, στο χάλι που βρισκόμασταν. Φτάνει να μας πάρει, γιατί πολύς κόσμος ήταν εκεί. Ο Κορδώνης ήταν ένας ριψοκίνδυνος οδηγός φορτηγού εκείνα τα χρόνια στην Άρτα. Τρελάρα οδηγός, με την καλή έννοια. Δεν τον έφτανε άλλος. Όλοι τον θαυμάζαμε, ήταν ας πούμε ο ήρωας των παιδικών μας χρόνων. Λέγανε τότε ότι είχε κατέβει τα σκαλοπάτια από την πλατεία της Παρηγορήτισσας προς το δρόμο με το αυτοκίνητο! Αλήθεια; Ψέματα; Δεν ξέρω. Και βέβαια θα το θυμούνται αυτό και άλλοι. Μετά τις σχετικές διαπραγματεύσεις για το πόσοι είμαστε, πόσο θα πληρώσουμε και αφού μας "ζύγιζε" με το μάτι για το πόσο ζυγίζουμε, για να μην υπερβεί το ανώτατο όριο του "ωφέλιμου βάρους" που σήκωνε το αυτοκίνητο, ανεβήκαμε στην καρότσα. Ανακούφιση! Τέλος τα βάσανα για σήμερα! Διπλή ανακούφιση γιατί το αμάξι διέθετε και σκέπαστρο από μουσαμά. Ήταν πολύ αυτό; Και βέβαια ήταν πολύ, γιατί όταν έβρεχε δεν χρειαζόταν να ανοίξεις ομπρέλα ή οτιδήποτε άλλο διέθετες σαν... αλεξιβρόχιο ή και αλεξήνεμο, αλεξήλιο ή αλεξίκρυο! Μόνο σαν αλεξίσφαιρα δεν προφέρονταν αυτά, εκείνη την εποχή. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


136

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

Κι όμως! Μερικοί είχαν διάθεση για τραγούδι. Οι στεγνοί βέβαια. Εμείς οι βρεγμένοι, στοιβαγμένοι σε μια γωνιά, μοιάζαμε με σακιά γεμάτα με βρεγμένο φουσκί χωνεμένο. Αλλά και των άλλων το τραγούδι δεν κράτησε για πολύ. Γιατί στις κορδέλες στην κατηφόρα προς Καλεντίνη με οδηγό τον Κορδώνη σού σταματάει στο λαιμό το τραγούδι. Δεν "καταλάβαινε" ο Κορδώνης από στροφές, ανωμαλίες του δρόμου, λακούβες, λάσπες, νερά κ.λπ. Όχι πως δεν ήξερε. Ήξερε και πολύ καλά, γιατί ήταν άριστος χειριστής του τιμονιού. Το αυτοκίνητο τό 'παιζε στα δάχτυλα, σαν ραλίστας. Ήταν «σωφεράντζα», όπως λέγανε τότε τον σημερινό, "οδηγάρα". Ούτε καταλάβαμε πότε φτάσαμε στην Άρτα. Άλλοι μισολιπόθυμοι, άλλοι μωροζώντανοι. Κάτι σαν μισοπεθαμένοι άνθρωποι ή μισοζωντανά ζώα. Και ανατροπή να μας έκανε είναι σίγουρο ότι δεν θα καταλαβαίναμε. Σημασία είχε ότι φτάσαμε. Φτάκαμαν στην Άρτα! Άρτα λιάου! Στην Άρτα πάλι. Άνοιξη πια τώρα στην Άρτα! Για την Άρτα η άνοιξη είναι καλύτερη εποχή. Έτσι καταγράφηκε στη μνήμη μου, έτσι μου 'μεινε, έτσι πιστεύω. Για τότε μιλάω. Εκείνο το μεθυστικό άρωμα από εκείνες Άνοιξη στην Άρτα τις ασπρορόζ αναρριχώμενες αγριοτριανταφυλλιές που κρέμονταν από τους μαντρότοιχους των αυλών και τα αρώματα από τους κοντινούς μπαξέδες και προπαντός από τις ανθισμένες λεμονιές, είναι η καλύτερη ανάμνηση που έμεινε από εκείνες τις ζοφερές ημέρες στην Άρτα. Τίποτε άλλο ωραίο δε θυμάμαι. Μία από τις πρώτες ημέρες που επιστρέψαμε στην Άρτα εκεί στις παράγκες ακούστηκαν απότομα κραυγές, φωνές, κατάρες και θρήνος, μεγάλος θρήνος. Ήταν οι αδερφές του Κώστα Κορδαλή από τα Κουκούλια που τον σκότωσε στο πανηγύρι του Αγίου Χριστοφόρου, (9 Μαΐου) στο Γραικικό, για ασήμαντη αφορμή κάποιος από το γειτονικό χωριό. Ανήκαν και οι δυο στην ίδια ομάδα. Αυτά συμβαίνουν όταν κρατάει κανείς όπλο και νομίζει ότι είναι εργαλείο και ότι μπορεί να το χρησιμοποιήσει για οποιαδήποτε δουλειά. Μαζεύτηκαν πολλοί, σχεδόν όλοι από τις παράγκες εκεί απ' έξω από το δωματιάκι. Τι να πεις και τι να παρηγορήσεις για το χαμό ενός νέου ανθρώπου χωρίς λόγο σοβαρό; Έβλεπα τον κόσμο που ερχόταν και έφευγε χωρίς να αλλάξει κουβέντα με τους άλλους. Σκύβανε το κεφάλι και αναμέραγαν. Όλοι ένιωθαν αδύναμοι, άχρηστοι. Γιατί όταν ένας θάνατος δεν είναι συνέπεια τύχης ή ατυχίας, αλλά προέρχεται από ενέργεια ανθρώπου, τα αισθήματα είναι διαφορετικά, δημιουργούν πολλά ερωτήματα, συσσωρεύουν μίσος. Σιωπηρό μίσος. Όμως αυτή η προσέλευση τόσου κόσμου, που δεν γνωρίζονταν όλοι μεταξύ τους, έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου και μ' έκανε να καταλάβω πόσο αλληλέγγυοι αισθάνονταν, όταν κάποια κακή κοινή μοίρα τούς οδήγησε όλους αυτούς εκεί στις παράγκες δίπλα-δίπλα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ι ς π α ρ υ φ έ ς τ η ς σ ύ γ χ ρ ο ν η ς ι σ τ ο ρ ί α ς

137

Να πούμε και κανένα ευχάριστο, από την καθημερινή ζωή των ανταρτόπληκτων εκεί στις παρυφές της Άρτας τότε; Έτσι για να αλλάξουμε το κλίμα: Ο Κολιός του Χρήστου Ν΄κόλα Ο Ν.Χ.Ζ. κυκλοφορούσε στην Άρτα με ένα ζευγάρι κιάλια κρεμασμένα από τον λαιμό και τα κιάλια του Μπάκου και λέγανε ότι είχε βάλει στοίχημα με κάποιον να πάει στο βουνό να συναντήσει τον καπετάνιο Μπάκο, από την Άγναντα, και να του πάρει τα κιάλια. Πήγε λοιπόν ο Κολιός στο βουνό, συνάντησε τους αντάρτες, παρουσιάστηκε ως εθελοντής στο Μπάκο, που τον γνώριζε από πριν, απέκτησε την εμπιστοσύνη του, του έδωσε τα κιάλια, όταν εκτελούσε το νούμερο της σκοπιάς στο παρατηρητήριο, και όταν βρέθηκε μόνος του το 'σκασε μαζί με τα κιάλα και να 'τον στην Άρτα! Να τα έχει κρεμασμένα στο λαιμό σαν γκεσέμι με τα διπλοκυπριά! Και όταν κάποιος χωροφύλακας τού ζήτησε να του τα παραδώσει, αυτός τού είπε: - Πήγαινε στον Μπάκο, πάνω στα Τζουμέρκα, να πάρεις κιάλια, άμα χρειάζεσαι! Αυτά ακούγονταν τότε. Αλήθεια; Ψέματα; Ήταν η εποχή που αναδεικνύονταν και είχαν πέραση οι πρόσκαιροι λαϊκοί ήρωες, που εξαφανίζονταν μετά στα ειρηνικά χρόνια. Τότε όμως τους είχαμε ανάγκη. Ήταν σημεία αναφοράς. Σηματοδοτούσαν το χρόνο και το κλίμα της εποχής. Κάποτε ο Θόδωρος, ο ξάδερφος, μαζί με τον Κολιό του Χρήστου Ν'κόλα πήΚάπως έτσι ο κόσμος "γλυκάθηκε" γαν και κάθισαν σε κάποιο καλό ζαχαροπλαστείο με τους πατεράδες τους, για να δούνε και αυτοί πώς ζούνε οι άνθρωποι στην πόλη και να πάρουν μια γεύση από τα γλυκίσματά της. Στον μπάρμπα Χρήστο φέρανε μια πάστα με άσπρη κρέμα σαντιγύ. Την κοίταξε, την ξανακοίταξε, την ανακάτεψε και ξαναανακάτεψε, τη μύρισε, την ξαναμύρισε, τη δοκίμασε και με το δάχτυλο: - Πρέντζα είνι; λέει. Έχου κι στου σπίτι μ' πρέντζα! Να μ' λείπ'! Μετά από πιέσεις, είπε να δοκιμάσει: - Χμ! σαν καλύτερ' είνι τούτ' η πρέντζα απ' αυτήν απ' μ' φκιάν' η γριά μ'! Βάλε μ' κι άλλ' μια κ'ταλιά. Κάπως έτσι γλυκάθηκε ο κόσμος στις καινούργιες γεύσεις, καινούργιες συνήθειες γενικότερα κ.λπ. κ.λπ. Και η πρέντζα στο γκοτσ'πόφ'λλο αντικαταστάθηκε από πάστες κ.λπ. κ.λπ. Φεύγοντας ο Χρήστος Ν'κόλας έριξε μια ματιά στην ταμπέλα να δει τι είδους μαγαζί ήταν αυτό και διάβασε συλλαβιστά και μεγαλόφωνα: ΖΑ-ΧΑ-ΡΟ-ΠΛΑ-ΣΤ Ε-Ι-ΟΝ! Για να ακούσουν και οι άλλοι, ότι ήξερε γράμματα ή για να ξανάρθει; Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


138

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

Να, κάπως έτσι, με κάτι τέτοια, περνούσαν εκείνες οι άχαρες μέρες εκεί στην Άρτα, περιμένοντας. Περιμένοντας τι; Τι άλλο από το να έρθει εκείνη η μέρα να ξαναγυρίσει όλος αυτός ο ξεσπιτωμένος κόσμος στο σπίτι του. Η νίκη του στρατού στο Πέτα αναπτέρωσε τις ελπίδες, ότι κάτι πάει να γίνει, αλλά πάλι ...σ' έτρωγε το σαράκι της αμφιβολίας, της ανασφάλειας. Μετά τις μάχες στο Πέτα συνέχισε να υπάρχει στρατός εκεί δίπλα στις παράγκες, δεν έλειψε ποτέ τότε. Η συνύπαρξη στρατού και παραγκόβιων ανταρτοπλήκτων δημιούργησε κάποιου είδους αλληλεγγύη και κοινωνικές σχέσεις. Ένας δρόμος στενός με γκαλντερίμι τούς χώριζε. Έβλεπα πολλές φορές Συνύπαρξη και αλληλεγγύη φαντάρους να κυκλοφορούνε ανάμεσα στις ανταρτόπληκτων και στρατιωτών παράγκες. Μάλιστα μια φορά ένας φαντάρος στεκόταν απ' έξω από το μοναδικό παραθυράκι που είχε το κάθε παραγκοδωμάτιο και μια κοπελιά τού έραβε το κουμπί της χλαίνης. Μπορεί και το είχε κόψει και μόνος του για να βρει αιτία για να πιάσει κουβέντα με την κοπελιά. Που ήταν και νοστιμούλα! Γιατί, σε λίγες ημέρες, πάλι αυτός εκεί! Το μόνο που δεν θυμάμαι είναι αν τώρα ήταν κουμπί από τη χλαίνη ή από το μπουφάν. Ο πονηρός! Οι επισκέψεις όμως των ανταρτόπληκτων στο στρατόπεδο ήταν περισσότερες και πιο συχνές. Και είναι αυτές που έμειΤαπείνωση, εξαθλίωση, ναν χαραγμένες στη μνήμη μου, γιατί ήταν καταβαράθρωση της δυσάρεστες. Ήταν όμως αυτές που σηματοανθρώπινης αξιοπρέπειας δοτούσαν αυτή τη συμβίωση. Γιατί, πιο δυσάρεστο πράγμα δεν υπάρχει από το να βλέπεις κάθε μέρα μικρά παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας, ξυπόλυτα, κακοντυμένα, να τριγυρίζουν ανάμεσα στις σκηνές και τα τολ, την ώρα του συσσιτίου του στρατού, με ένα άδειο κατσαρόλι ή κονσερβοκούτι, να κάθονται δίπλα στους φαντάρους που τρώγανε εκεί στα αναχώματα -που είχαν για πολεμίστρες- και να περιμένουν να τους βάλει ο φαντάρος το περίσσευμά του ή από το υστέρημά του, δυο-τρεις κουταλιές φασολάδα ή ένα κομμάτι κουραμάνα. Ας έρθει τώρα ο καθένας στη θέση του φαντάρου. Πώς μπορεί ο έρμος να τρώει αυτός και δίπλα του να κάθεται ένα μικρό παιδί ρακένδυτο και πεινασμένο, που περιμένει αδιάφορο δήθεν, αλλά με τη ματιά του στην καραβάνα του φαντάρου, να μετράει τις κουταλιές του, για να υπολογίσει πότε θα σταματήσει, αν θα μείνει κάτι και γι’ αυτό... Καθημερινό φαινόμενο αυτό. Ή να βλέπεις τους άλλους, συνήθως μάνες και παιδιά μαζί, να μαζεύουν μισοσαπισμένα πορτοκάλια που επιπλέανε στα χαντάκια όταν πλημμύριζαν, να κόβουν και να πετάνε το μισό, το σάπιο, και να τρώνε το άλλο μισό. Και να ξέρεις ότι αυτοί οι άνθρωποι πριν λίγο ήταν νοικοκυραίοι στα σπίτια τους, τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ι ς π α ρ υ φ έ ς τ η ς σ ύ γ χ ρ ο ν η ς ι σ τ ο ρ ί α ς

139

άφησαν γεμάτα και τα σπάνε και τα αδειάζουν κάποιοι άλλοι. Όταν βλέπεις αυτά ή όταν τα σκέφτεσαι μετά από χρόνια, είναι αδύνατον να μην αναστατώνεσαι και να λες: Γιατί; Γιατί; Γιατί έτσι! Για τον Αγώνα! Τον αγώνα κάποιων ηγετίσκων της εποχής. Αυτά να τα πούνε σε άλλους. Σε όποιους δεν Και ξανά: Γιατί; έχουν ζήσει παρόμοιες παραστάσεις, σε εκείΔιότι... νους που κάτι άκουσαν, αν άκουσαν από άλλους ή διάβασαν, αν διάβασαν, εκ των υστέρων. Παραστάσεις και εικόνες της απόλυτης εξαθλίωσης, της ταπείνωσης, του ευτελισμού και καταβαράθρωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Τέτοια και χειρότερα έβλεπε κανείς κάθε μέρα εκεί στις παράγκες των ανταρτόπληκτων στα Διόδια. Σίγουρα και στα άλλα παραπήγματα που είχαν στηθεί γύρω εκεί στην Άρτα. Αλλά και στις άλλες πόλεις τα ίδια θα συνέβαιναν. Όμως δεν έχω εικόνα. Ούτε για τις αρρώστιες, που ήταν συνέπεια των παραπάνω καταστάσεων, μπορεί κανείς να μιλήσει χωρίς στοιχεία. Η ελονοσία και η φυματίωση τότε ήταν σε έξαρση. Πολλοί χάθηκαν και από αυτή την αιτία. Πόσοι; Δύσκολο να απαντήσει κανείς. Όμως είναι από τα μεγέθη που μπορούν να καταμετρηθούν. Όπως θα μπορούσε κάποιος να καταμετρήσει πόσοι σκοτώθηκαν εκείνα τα 3 χρόνια, '46-'49, και από τις δυο μεριές (εκεί επάνω στα βουνά) με ικανοποιητική προσέγγιση. Ακόμη και οι «παράπλευρες απώλειες», όπως λέγονται σήμερα, που έγιναν σε βάρος του άμαχου, αμέτοχου και αθώου πληθυσμού θα μπορούσαν και αυτές να καταμετρηθούν και να αξιολογηθούν, αν κανείς είχε την περιέργεια. Όμως υπάρχουν και κάποιες άλλες απώλειες, απροσδιόριστες ακόμη, που μόνο ένας εμφύλιος προκαλεί και που δεν μπορούν να καταμετρηθούν γιατί δύσκολα εντοπίζονται επειδή είναι άϋλες και αόρατες σαν φαντάσματα. Είναι άχρωμες και άοσμες σαν το μονοξείδιο του άνθρακα που το "αντιλαμβάνεσαι" μόνο αφού. πεθάνεις από ασφυξία, είναι κάτι σαν την κοσμική ακτινοβολία που σε "πυροβολεί" από πολύ μακριά. Γιατί ναι μεν τα γενεσιουργά αίτια εντοπίζονται σε προγενέστερο χρόνο, όμως αναπαράγονται και ανακυκλώνονται μέσα στην οικογένεια και στο στενό κοινωνικό κύκλο και αναμεταδίδονται χρόνια τώρα από γενιά σε γενιά. Τι κι αν τα αρχικά αίτια δεν υπάρχουν σήμερα, γιατί έχουν εν τω μεταξύ μεταλλαχθεί, ο ιός όμως είναι πάντα παρών και εξίσου επικίνδυνος, έστω και μεταλλαγμένος ή καμουφλαρισμένος. Τους φορείς τέτοιων ιών τούς εκμεταλλεύονται πάντα οι ερωτοτροπούντες επιβήτορες της εξουσίας. Οποιασδήποτε εξουσίας. Τους προωθούν στην πρώτη γραμμή και είναι πολλοί από αυτούς τα πρώτα θύματά τους, παρότι δεν το καταλαβαίνουν. Γιατί ο ιός που υπέβοσκε μέσα τους τούς είχε διαβρώσει το λογικό τους, έχουν κατά κάποιο τρόπο άμΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


140

Σωτήρης Ι. Καραβασίλης

βλυνση των αισθήσεων. Άρα δεν υποφέρουν και πολύ, εδώ που τα λέμε. Απλώς είναι να τους λυπάται κανείς. Ο άλλος ο κόσμος, όμως που δεν έχει προσβληθεί τι φταίει; Τι έφταιγε αυτός ο κόσμος και στοιβάχτηκε εκεί στις παράγκες, που βυθίστηκε στη κακομοιριά και τη μιζέρια, με πεσμένο ηθικό, χωρίς ελπίδα για το αύριο; Ήταν μια ολοκληρωτική καταστροφή για ένα ολόκληρο λαό. Ανεπανόρθωτα τότε άλλαξαν τα πάντα. Έως της σήμερον. Η αλλαγή ήταν εσωτερική. Του εσωτερικού κόσμου. Αυτή η αόρατη βλάβη ή ανήκεστη και ανοίκεια βλάβη, από τον λεγόμενο εμφύλιο πόλεμο, πότε θα καταγραφεί και θα αποτιμηθεί; Ως πότε θα περιμένουμε; Παρ' όλες τις προσπάθειες, μια καλή εικόνα, κάτι το ευχάριστο, από τη ζωή μου ως ανταρτόπληκτος τότε στην Άρτα, δεν βγαίνει από το βάθος του πηγαδιού της μνήμης. Που όσο πάει και βαθαίνει, όλο βαθαίνει το πηγάδι. Και το σχοινί που κρατάει την αρπάγη μακραίνει, μακραίνει και αδυνατίζει.

* Ο Σωτήρης Ι. Καραβασίλης είναι πολιτικός μηχανικός

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τ Ε Χ Ν Η - Π Α ΡΑ Δ Ο Σ Η - Π Ο Λ Ι Τ Ι Σ Μ Ο Σ Νίκος Γ. Μπριασούλης

Πολιτιστική δράση στο χωριό 1

Η

πολιτιστική δράση αφορά κάθε κοινωνία, κάθε εποχή, κι είναι μια αναγκαία ενέργεια, προκειμένου τα επιτεύγματα του πολιτισμού να γίνουν κτήμα των ευρύτερων μαζών μιας κοινωνίας και ν' ανεβάσουν το επίπεδο της καθημερινής ζωής. Αν έτσι το δούμε, δε χρειάζεται να επιμείνουμε περισσότερο, για ν` αποδείξουμε την αναγκαιότητα της πολιτιστικής δουλειάς και την ευεργετική επίδρασή της στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Επικουρικά θα ήθελα να θυμίσω την άνθιση του πολιτιστικού κινήματος που σημειώθηκε στη χώρα μας μετά την πτώση της χούντας των Συνταγματαρχών. Οι πόλεις και τα χωριά μας γέμισαν από συλλόγους και σωματεία, που δημιουργήθηκαν, για να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα του κόσμου να μάθει, να φωτιστεί, για να μην ξαναπάθει άλλο τέτοιο κακό. Ταυτόχρονα η νεολαία μας, φοιτητές, σπουδαστές, μαθητές σ `όλα τα επίπεδα της πολιτιστικής δράσης, με όλον το ρομαντισμό και την ανιδιοτέλεια που τους διακρίνει, ήθελαν να μάθουν, πέρα απ` την επιστήμη και τις καλές τέχνες, για την αληθινή ιστορία του τόπου τους και για τα μεγάλα προβλήματα που απασχολούσαν τον κόσμο, όπως τον ανταγωνισμό των Υπερδυνάμεων και τον κίνδυνο πυρηνικού ολοκαυτώματος, τη μόλυνση του περιβάλλοντος, τη φτώχεια και την εξαθλίωση του Τρίτου Κόσμου και όλα τα άλλα. Κοντολογίς, η πολιτιστική δράση είναι μια αναγκαία και πολύ σοβαρή υπόθεση. Η δεύτερη διάσταση του θέματός μας είναι το χωριό. Γενικά τα χωριά μας είναι υποβαθμισμένα. Ειδικά τα Τζουμερκοχώρια, ορεινοί οικισμοί μακριά απ` τα αστικά κέντρα, παραμελημένα για πολλές δεκαετίες και αποξεχασμένα εντελώς απ` την πολιτεία, τα χτύπησε πρώτα η εσωτερική μετανάστευση μετά τον Εμφύλιο και στη δεκαετία του '60 η εξωτερική. Σ` ένα τέτοιο άνυδρο και διψασμένο τοπίο η πολιτιστική δράση μπορεί να αποτελέσει μια ευχάριστη και δημιουργική όαση για μόρφωση, ενημέρωση και ψυχαγωγία. Η πολιτιστική δράση είναι μια μορφή παιδείας που δεν μπορεί να προσφέρει το κράτος. Έτσι το βάρος πέφτει στους πολίτες, τους τοπικούς φορείς και, ασφαλώς, την τοπική αυτοδιοίκηση, που, αν εργαστεί σωστά κι έχει καλό έν-

1. Πρόκειται για κείμενο Εισήγησης -με πολύ λίγες προσαρμογές-, που παρουσιάστηκε στις 2/8/2014 σε Ημερίδα στην Άγναντα με γενικό θεματικό πλαίσιο «Ανάπτυξη και Πολιτισμός στα Τζουμέρκα». Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


142

Νίκος Μπριασούλης

στικτο, μπορεί να βοηθήσει αποφασιστικά και ν` αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα της στην πολιτιστική αλλά και γενικότερη ανάπτυξη της περιοχής της. Και νιώθω πως πρέπει να δηλώσω κι απ` αυτό το βήμα πως η ΙΛΕΤ, όλ` αυτά τα χρόνια που υπάρχει και δραστηριοποιείται στην περιοχή, συνεργάστηκε στενά και δημιουργικά με την Τ.Α., αλλά και με τη Ν.Α., όσο υπήρχε. Ασφαλώς εξυπακούεται ότι κι εμείς, σ` ό,τι μας χρειάστηκαν οι τοπικοί φορείς και μπορούσαμε να βοηθήσουμε, ανταποκριθήκαμε θετικά και πρόθυμα. Νιώθαμε και συνεχίζουμε να νιώθουμε στενοί συνεργάτες της. Ξαναγυρίζοντας στην ανάπτυξη με τη γενική της σημασία, θέλω να πω πως ανάπτυξη για περιοχές σαν τη δική μας σημαίνει λήψη μέτρων και πρωτοβουλιών που θα δημιουργήσουν τους παράγοντες, ώστε ν` αντιστραφεί το κλίμα εγκατάλειψης και παρακμής και να ξαναπάρουν ζωή τα χωριά μας. Και ζωή στα χωριά μας, σημαίνει ενεργός πληθυσμός που μένει μόνιμα εκεί. Στο πώς μπορεί να γίνει μια σωστή ανάπτυξη, με ποια εργαλεία και σε ποιους τομείς, έδωσε απάντηση υπεύθυνη, επιστημονικά τεκμηριωμένη και συνολική η νεαρή, τότε, ΙΛΕΤ, όταν διοργάνωσε το 2005 στους Χουλιαράδες ημερίδα με θέμα «Για μια ανάπτυξη στα Τζουμέρκα τον 21ο αιώνα». Έντεκα εισηγητές, πανεπιστημιακοί και ερευνητές, κάλυψαν, με επάρκεια και σοβαρότητα, όλους τους τομείς, στους οποίους μπορούν ν` αναληφθούν αναπτυξιακές πρωτοβουλίες. Τα πρακτικά της ημερίδας έχουν δημοσιευθεί και είναι στη διάθεση του κάθε ενδιαφερομένου. Αν έμεινα λίγο περισσότερο στη γενική ανάπτυξη, είναι γιατί σοβαρή πολιτιστική δουλειά χωρίς γενικότερη ανάπτυξη δεν γίνεται, κι απ` την άλλη, γενική ανάπτυξη χωρίς τον πολιτιστικό της βραχίονα θα είναι μισή, ανάπηρη. Για την αναγκαιότητα και τη σοβαρότητα της πολιτιστικής δράσης μιλήσαμε κιόλας λίγο πριν. Για την επιτυχία του πολιτιστικού έργου γενικά, αλλά ιδιαίτερα στα χωριά μας, αξιοποιώντας και τη γενικότερη εμπειρία, όπως τη βιώσαμε στον τόπο μας απ` τη Μεταπολίτευση και μετά, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τις εξής βασικές προϋποθέσεις: α) Είναι λάθος να νομίζει κανείς πως η διοργάνωση μιας πολιτιστικής εκδήλωσης είναι εύκολη υπόθεση. Ούτε εύκολη είναι ούτε απλή. Άρα, το πρώτο που χρειάζεται είναι να τεθούν ποιοτικά κριτήρια στα πρόσωπα που θα κληθούν να συμμετάσχουν, στο πρόγραμμα (ποια θέματα θα συμπεριληφθούν και μέριμνα ώστε να καλύπτονται επαρκώς) και η εκτέλεση, ιδιαίτερα όταν υπάρχει καλλιτεχνικό μέρος. β) Να υπάρχουν οι εγγυήσεις ότι η όποια δραστηριότητα υπηρετεί το σκοπό που κάθε φορά θέτουμε. Η εμπειρία έδειξε ότι πολύ συχνά, είτε από απειρία είτε κι από πρόθεση, γι` αλλού ξεκινάμε κι αλλού καταλήγουμε. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Πολιτιστική δράση στο χωριό

143

γ) Η εκδήλωση ν` ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κοινού στο οποίο απευθύνεται και να ικανοποιεί τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά του, ώστε να έχει και την απάντηση, που προσδοκούν οι διοργανωτές. δ) Όσο είναι δυνατόν και εφόσον το θέμα συνδέεται με την τοπική ιστορία και παράδοση, να φροντίζουμε ώστε να συνδυάζεται δημιουργικά, τουλάχιστον να μην την αναιρεί. Αυτό, αν δεν προσεχθεί, καταλαβαίνουμε τι συνέπειες μπορεί να έχει πέρα απ' την αποτυχία της συγκεκριμένης εκδήλωσης. ε) Είναι καλό, όσο μας επιτρέπει το θέμα και το είδος της εκδήλωσης, ν` αξιοποιήσουμε κάθε ζωντανό στοιχείο της περιοχής που μπορεί να συμμετάσχει, άτομα ή ομάδες, π.χ. τραγουδιστές, οργανοπαίχτες, ηθοποιοί, επιστήμονες. στ) Τέλος, ας μη μας διαφεύγει ότι το περιεχόμενο μιας εκδήλωσης και η όλη παρουσίασή της να έχουμε φροντίσει, ώστε ν` ανταποκρίνεται στην αντιληπτική ικανότητα ενός ειδικού κοινού, όπως είναι οι απλοί άνθρωποι στα χωριά μας. Ανακεφαλαιώνοντας τις προϋποθέσεις για την επιτυχία μιας πολιτιστικής δράσης, σε ένα ή περισσότερα χωριά, θα έλεγα να μη διστάζουν οι διοργανωτές, πριν ξεκινήσουν το στήσιμο μιας εκδήλωσης, να κάνουν μια (μη μας τρομάζει ο όρος) σύντομη μελέτη των παραμέτρων που σχετίζονται με το θέμα και την όλη εκδήλωση, ώστε να είναι σίγουροι για την επιτυχία της και να παρουσιάσουν ένα σοβαρό πρόσωπο στην τοπική κοινωνία. Πάντως, αξίζει να το τονίσουμε, αποφάσεις βιαστικές και επιπόλαιες είναι παρακινδυνευμένες. Απομένει να δούμε τους τομείς ή τα αντικείμενα της πολιτιστικής δράσης στο χωριό. Θα έλεγα χωρίς δισταγμό ότι το πολιτιστικό αγαθό όλων των επιμέρους τομέων μπορεί να έρθει και στο χωριό. Ασφαλώς και λείπουν στα χωριά κάποιες υποδομές, μπορεί όμως με καλή θέληση και αγαστή συνεργασία με τις τοπικές πολιτικές Αρχές της περιοχής να καλυφθούν τα κενά χωρίς φοβερές δαπάνες. ΘΕΑΤΡΟ. Με τη δημιουργία ενός μικρού θεατρικού σχήματος, που θα απαρτίζεται από 1-2 επαγγελματίες ηθοποιούς και 3-4 ερασιτέχνες ή νέους που αγαπούν το θέατρο. Αίθουσες υπάρχουν σχεδόν σ` όλα τα χωριά, χρειάζονται μόνο κάποια διαμόρφωση. Το καλοκαίρι εύκολα στήνονται οι σκηνές στις πλατείες των χωριών. Κι εδώ αξίζει να σκεφτούμε τι θεσπέσιο δώρο είναι για την περιοχή μας το «Αράχθειο Θέατρο», όπου, εκτός από θεατρικές παραστάσεις, μπορούν να φιλοξενηθούν κι άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Η Ρίτα και ο Ηλίας Νάστος θα έχουν εσαεί τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη μας. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


144

Νίκος Μπριασούλης

ΚΙΝ/ΦΟΣ. Κι εδώ μπορεί να γίνει δουλειά. Θα χρειαστεί μια μηχανή προβολής κι ένα ειδικό όχημα και, βέβαια, οι αίθουσες που αναφέραμε για το θέατρο. ΜΟΥΣΙΚΗ. Στον τομέα αυτόν υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες, που, αν αξιοποιηθούν σωστά, μπορούν, όχι μόνο να αναδείξουν την τοπική μουσική παράδοση και να ψυχαγωγήσουν τον κόσμο με τα δικά του μουσικά ακούσματα, αλλά να προβάλλουν, μαζί με το χορό, την τοπική παράδοση στους ξένους επισκέπτες και ν` αποτελέσουν σημαντικό κίνητρο, που θα συμβάλει στη γενικότερη ανάπτυξη της περιοχής. Νομίζω όλοι γνωρίζουμε πως οι επισκέπτες, πέρα απ` το καλό φαγητό και την περιήγηση στα μνημεία, ζητούν επίμονα να παρευρεθούν και σε τοπικές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Βασική προϋπόθεση για όλα αυτά είναι η συγκρότηση μιας Διαδημοτικής Ορχήστρας Τζουμέρκων από 4-5 όργανα. ΧΟΡΟΣ. Εδώ εννοούμε πάντα τους παραδοσιακούς χορούς της περιοχής μας. Βασικός στόχος σ` αυτό τον τομέα είναι η δημιουργία ενός χορευτικού συγκροτήματος, το οποίο δεν θεωρείται δύσκολος στόχος. Φυσικά, το συγκρότημα αυτό, με έναν καλό προγραμματισμό, θα καλύψει ολόκληρη την περιοχή, μαζί με την ορχήστρα. ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ-ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ. Μ` αυτά φτάνουμε σε εκδηλώσεις που απαντούν στις πνευματικές, επιμορφωτικές και πρακτικές ανάγκες των κατοίκων. Οι ομιλίες μπορούν να καλύψουν ένα ευρύτατο φάσμα θεμάτων, που ξεκινάει απ` τα μεγάλα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας (οικονομική κρίση, ανεργία, ναρκωτικά, άγχος, μοναξιά, αλλοτρίωση) και φτάνει ως τα πρακτικά προβλήματα που σχετίζονται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία (δενδροκομία, μελισσοκομία, βιολογικές καλλιέργειες). Ανάλογα με τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα των κατοίκων, μπορούμε για κάποια θέματα να προχωρήσουμε σε ειδικά σεμινάρια κατά περιοχή και κατά περίπτωση. ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΜΟΣ. Πρόκειται για πολύ σημαντικό τομέα, γιατί μπορεί να δώσει ισχυρή ώθηση σε νέες και αποδοτικές μορφές ανάπτυξης στα χωριά μας. Πιστεύω πως για τα Τζουμέρκα αποτελεί στόχο στρατηγικής σημασίας και ιδιαίτερα σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και γενικής δυσπραγίας. Μια πολιτιστική παρέμβαση θα μπορούσε να φέρει σε επαφή τα σχολεία της α/βάθμιας και κυρίως της β/βάθμιας εκπαίδευσης με την τοπική ιστορία και τη λαϊκή παράδοση της περιοχής, ώστε τα παιδιά, παράλληλα με το σχολικό τους πρόγραμμα, να μαθαίνουν την ιστορία του τόπου τους και να ευαισθητοποιούΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Πολιτιστική δράση στο χωριό

145

νται σχετικά με τη λαϊκή παράδοση. Η ΙΛΕΤ, αν είχε την έγκριση του ΥΠΕΠΘ, θα μπορούσε στην αρχή κάθε σχολικής χρονιάς να οργανώνει ένα ταχύρρυθμο σεμινάριο 1-2 εβδομάδων για τους εκπαιδευτικούς που θα ήθελαν να συμμετάσχουν σε μια τέτοια πρωτοβουλία. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε κι άλλες ιδέες, αλλά νομίζω δεν χρειάζεται. Κι ούτε πρέπει να υποθέσει κανείς ότι, όσα ανάφερα, μπορούν να γίνουν όλα αύριο. Απλά έδειξα κάποιες δυνατότητες και πρότεινα κάποιες ιδέες. Αν υπάρξει η βούληση, ξεκινάμε με 1-2 τομείς και βλέπουμε. Εξάλλου το τόνισα και παραπάνω πως η πολιτιστική δράση δεν είναι εύκολη υπόθεση. Θέλει σοβαρή και υπεύθυνη δουλειά και να τη στηρίξουν άτομα με γνώση και ευαισθησία. Πίστευα και συνεχίζω να πιστεύω πως, όλα τα ζητήματα που μας απασχολούν, μπορούν ν` αντιμετωπιστούν με στενή και ουσιαστική συνεργασία όλων των ηπειρωτικών φορέων, τόσο των τοπικών, όσο κι εκείνων της αποδημίας. Γι` αυτό και χαιρετίζω θερμά την πραγματοποίηση της ημερίδας, ευελπιστώντας ότι θ` αποτελέσει την απαρχή για συνεργασία και σε άλλες παρόμοιες δημιουργικές πρωτοβουλίες.

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


146

Παναγιώτα Π. Λάμπρη*

Ναός Αγίας Παρασκευής Ροδαυγής Άρτας

Ο

ναός της Αγίας Παρασκευής, χτισμένος πάνω σ’ έναν λοφίσκο στο κέντρο της Ροδαυγής, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων και συνιστά σημαντικό προσκύνημα της ευρύτερης περιοχής. Η δεσπόζουσα θέση του ελκύει το βλέμμα και τα βήματα περαστικών και επισκεπτών, αφού εξ αποστάσεως μαρτυρεί ότι πρόκειται για μνημείο εξαιρετικού θρησκευτικού και εικαστικού ενδιαφέροντος. Η ίδρυση του ναού συνδέεται με μια παράδοση, η οποία θυμίζει παραδόσεις που απαντώνται και σε άλλα μέρη της Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία η παλιά θέση του χωριού, όπου υπήρχε και ναός της Αγίας Παρασκευής, ήταν στην περιοχή που αναφέρεται με τις ονομασίες Αγία Παρασκευή, Χάβος και Κακολάγκαδο, όπου σώζονται προχριστιανικά τείχη. Μετά από έντονο γεωλογικό φαινόμενο, το οποίο συνέβη εκεί, άγνωστο πότε, το χωριό σχεδόν εξαφανίστηκε και όσοι κάτοικοι επέζησαν της καταστροφής εγκαταστάθηκαν στη θέση που βρίσκεται η Ροδαυγή. Σ’ αυτή τους την επιλογή συνέβαλε και η εικόνα της Αγίας Παρασκευής, η οποία έδωσε το μήνυμα για το σημείο ανοικοδόμησης του ναού της!1 Ο ναός αυτός, χτισμένος με γκρίζα πέτρα και σκεπασμένος με σχιστολιθικές πλάκες γκρίζου χρώματος, έχει τα περισσότερα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη ναοδομία της Ηπείρου την περίοδο ανοικοδόμησης του ναού και στηρίζεται στις αλλαγές που είχαν συντελεστεί στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική κατά τον 18ο αιώνα, η οποία «παρουσιάζει τάσεις περιορισμού της πολυρρυθμίας και οδηγείται στην κυριαρχία της βασιλικής […], τύπο που επιβάλλεται με τη μνημειακότητά του: μεγάλες διαστάσεις, αδρό κτίσιμο, στέγες βαριές καλυμμένες με σχιστόπλακα, ανοικτά προστώα («χαγιάτια») […]. Γεγονός είναι 1. Παναγιώτα Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, ιδιωτική έκδοση, Πάτρα, 2006, σ. 276, 404, 451. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ν α ό ς Αγ ί α ς Π α ρ α σ κ ε υ ή ς Ρ ο δ α υ γ ή ς Ά ρ τ α ς

147

ότι η Ήπειρος διαθέτει από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα του ρυθμού αυτού, του οποίου διακρίνονται τρεις βασικοί τύποι: ο ξυλόστεγος, ο τρουλαίος και ο κεραμοσκεπής»2. Σε ανάγλυφη εντοιχισμένη πλάκα, η οποία βρίσκεται στο υπέρθυρο της εισόδου του κυρίως ναού, υπάρχει ως χρονολογία ίδρυσής του το 1804. Από πάνω ακριβώς υπάρχει μια οριζόντια σχισμή, ίσως για την εναπόθεση του κλειδιού της εισόδου, και πάνω από τη σχισμή, σε μια άλλη πλάκα, είναι σκαλισμένο ένα ανθέμιο. Άλλη μια ανάγλυφη πλάκα βρίσκεται πάνω από την είσοδο του νάρθηκα και φέρει τη χρονολογία 1863. Η πλάκα αυτή, εκτός από τη χρονολογία, έχει σκαλισμένα δύο λιοντάρια, φύλακες του ναού, ένα κυπαρίσσι και δύο ήλιους, σύμβολα και τα δύο με πανάρχαιες ρίζες3, αλλά και με έντονη παρουσία στη νεοελληνική παράδοση και τα δημοτικά τραγούδια. Για το καμπαναριό δεν σημειώνεται πουθενά έτος ιδρύσεως, αλλά, όπως αναφέρει ο Κ. Α. Διαμάντης,4 σύμφωνα με μαρτυρία της αιωνόβιας γιαγιάς του, η οποία πήρε μέρος στο μεντάτι (= συλλογική προσφορά βοήθειας για κοινωφελή ή ιδιωτικό σκοπό), πρέπει να χτίστηκε μετά το 1850. Ο ναός είναι τρίκλιτη βασιλική με τρούλο και το εσωτερικό της οροφής καλύπτεται από μικρούς τυφλούς τρουλίσκους. Έχει έξι πέτρινους κίονες δωρικού ρυθμού στην κάθε σειρά της, των οποίων τα τόξα δένονται μεταξύ τους με ξύλινα δοκάρια, και ο νάρθηκας βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από το καθολικό. Οι τοίχοι του ναού, στους οποίους υπάρχουν πολύ μικρά παράθυρα, είναι ατοιχογράφητοι και ασβεστωμένοι. Μόνο στο Ιερό Βήμα υπάρχουν δύο τοιχογραφίες, εκ των οποίων η μία βρίσκεται στη μικρή κόγχη του Ιερού και εικονίζει την «Άκρα ταπείνωση» και η άλλη, στην οποία αναπαριστώνται κάποιοι άγιοι, όχι καλά διατηρημένη, στον κάθετο τοίχο μπροστά από την ίδια κόγχη. Εξαίρετης τέχνης είναι το τέμπλο. Ο ξυλόγλυπτος διάκοσμός του χωρίζεται σε ζώνες. Στο κάτω μέρος υπάρχουν ορθογώνια θωράκια χωρισμένα μεταξύ τους με κιονίσκους, οι οποίοι έχουν σκαλιστό άνθινο διάκοσμο και αναπτύσσονται μέχρι πιο πάνω από τις κύριες εικόνες του τέμπλου, όπου και καταλήγουν σε γλυπτά αγαλμάτια. Μέσα στα ορθογώνια κάθετα θωράκια υπάρχουν σκαλισμένα άνθη, μια κεφαλή λέοντος και μέσα σε στρογγυλό πλαίσιο ένα βάζο με άνθη. Ακριβώς από πάνω υπάρχει διάζωμα με σκαλιστά φύλλα και αμέσως μετά ζώνη με οριζόντια ορθογώνια θωράκια, μέσα στα οποία είναι σκα2. Ήπειρος, 4000 χρόνια Ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1997, σ. 319-320. 3. Ι. Θ. Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1986, τ. 1ος, σ. 75-77. 4. Κ. Α. Διαμάντης, Άπαντα, τ. 1ος, Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα, 1984, σ. 41. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


148

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

λισμένη μια μορφή που κρατά ρομφαία και σταυρό, μορφή λέοντος και σκαλιστά άνθη. Ακολουθούν οι κύριες εικόνες του τέμπλου και αμέσως μετά, πάνω από την Ωραία Πύλη, είναι σκαλισμένη η Σταύρωση και άνθη σε διαφορετικά μοτίβα από τα προηγούμενα. Πάνω από αυτόν τον διάκοσμο υπάρχει διάζωμα με σκαλιστή άμπελο και ακριβώς από πάνω μια σειρά από μικρές εικόνες. Πάνω από κάθε μικρή εικόνα υπάρχει ένας μικρός άγγελος και η επίστεψη του τέμπλου καταλήγει σ’ έναν εξαίρετο φυτικό διάκοσμο, όπου κυριαρχούν δύο φολιδωτοί δράκοντες, σύμβολα της νίκης της ζωής κατά του θανάτου και του καλού κατά του κακού, η Σταύρωση έχοντας δεξιά και αριστερά τις μορφές της Παναγίας και του Ιωάννη και ξυλόγλυπτα «ιπτάμενα» περιστέρια. Ιδιαίτερο χαρακτήρα στην αισθητική του τέμπλου προσθέτει η μορφή του Μεγάλου Αρχιερέα, η οποία εικονίζεται στη συρόμενη θύρα της Ωραίας Πύλης, και οι χρωματισμοί, με τους οποίους την έχει αποτυπώσει ο χρωστήρας του λαϊκού ζωγράφου, δένουν αρμονικά με την ιστόρηση του τέμπλου. Ο Μέγας Αρχιερέας φέρει διακριτικά επισκόπου και το βλέμμα του αγκαλιάζει τον προσκυνητή από όποια πλευρά κι αν τον αντικρίζει. Το κάτω μέρος συμπληρώνεται με ερυθρό ύφασμα -παλιότερα είχε καρό σε αποχρώσεις του πράσινου και του κόκκινου- το οποίο τελειώνει σε χρυσαφί κρόσσια. Προς το τέλος της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα για ανεξήγητο λόγο η εν λόγω θύρα αφαιρέθηκε και αντικαταστάθηκε από άλλη ξυλόγλυπτη κατασκευασμένη σε κάποιο σύγχρονο εργαστήριο. Τον Μάρτιο του 2014, μετά από ενέργειες ανθρώπων που αγωνιούσαν για την τύχη της, αλλά και τη μέριμνα του ιερέως της ενορίας Αθανασίου Αθανάσιου, η θύρα, με εμφανείς φθορές, ανασύρθηκε από αποθήκη του ναού και τοποθετήθηκε στην απορφανισμένη για αρκετά χρόνια Ωραία Πύλη. Στα τέλη του προηγούμενου αιώνα ανήκουν και οι μικρότερες ξύλινες θύρες του τέμπλου, οι οποίες εικονίζουν τις μορφές των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και αντικατέστησαν τις λιτές υφασμάτινες κουρτίνες σκούρου ερυθρού χρώματος, οι οποίες έφεραν σταυρό και κρόσσια χρυσαφί χρώματος. Ο ναός περιβάλλεται από τις δύο πλευρές, βορειοδυτικά, όπου υπάρχουν αντίστοιχα οι είσοδοι του κυρίως ναού και του νάρθηκα, με γραφικότατη στοά (χαγιάτι), η οποία προσθέτει ιδιαίτερη χάρη στην όλη αρχιτεκτονική του. Η στοά ακουμπά στον τοίχο του ναού και η στέγη της, σκεπασμένη με σχιστολιθικές πλάκες γκρίζου χρώματος, στηρίζεται πάνω σε ορατά ξύλινα δοκάρια και σε σπονδυλωτούς πέτρινους κίονες. Είναι στρωμένη με πλάκες και προς την πλευρά του τοίχου -κοντά στην είσοδο του κυρίως ναού και από την απέναντι πλευρά- έχει πεζούλια. Για την είσοδο στον υπερυψωμένο νάρθηκα υπάρχουν ωραία ημικυκλικά πέτρινα σκαλοπάτια. Η στοά χρησιμεύει για να συγκεντρώνεται ο κόσμος μετά τη λειτουργία, στους γάμους, στα βαφτίσια, στα μνημόσυνα και σε άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ν α ό ς Αγ ί α ς Π α ρ α σ κ ε υ ή ς Ρ ο δ α υ γ ή ς Ά ρ τ α ς

149

Το καμπαναριό, πολύ ψηλότερο από τον ναό και χτισμένο με γκρίζα πέτρα, βρίσκεται δεξιά από την κεντρική είσοδο της στοάς. Είναι τετράπλευρο, με στενότερες τις δύο πλευρές, χωρίζεται καθ’ ύψος σε πέντε ζώνες και δίνει έναν τόνο μεγαλοπρέπειας στον ναό. Ανατολικά βρίσκεται η κόγχη του ιερού και εκατέρωθεν της βάσης της, εξωτερικά, σώζονται δύο τάφοι ιερέων θαμμένων εκεί σύμφωνα με τα εκκλησιαστικά νόμιμα. Στην πίσω αριστερή γωνία συναντάμε το παλαιό οστεοφυλάκιο, καθώς στη νότια πλευρά του ναού υπήρχε μέχρι πριν από μερικά χρόνια το νεκροταφείο του χωριού. Τόσο η κόγχη, όσο και το οστεοφυλάκιο, είναι σκεπασμένα με πλάκες ίδιες με αυτές της στέγης και της στοάς του ναού. Από τη βόρεια πλευρά υπάρχει αυλή, η οποία επικοινωνεί με την πλατεία με μεγάλη σκάλα, ένθεν και ένθεν της οποίας υπάρχουν πεζούλια, όπου κάθεται κόσμος για να δει τον παραδοσιακό χορό «καγκελάρι». Τέλος, ο ναός της Αγίας Παρασκευής στη Ροδαυγή ορίστηκε ως ενοριακός ναός με τον Ν. 3615/16-7-1928, Φ.Ε.Κ. 120/11-7-1928, τ. Α'5 και ως τέτοιος λειτουργεί μέχρι σήμερα.

* Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη είναι φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση

5. Π. Π. Λάμπρη, ό.π., σ. 402-407. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


150

Βαγγέλης Ντόκας*

Η Παναγία του Πριαβόρου

Σ

τον αυχένα της Σαλατούρας του χωριού μας, (Παλαιοχωρίου Συρράκου), υψώνεται γραφικός πευκόφυτος λόφος και στην κορυφή του βρίσκεται χτισμένος απ’ τα παλιά τα χρόνια ο Ιερός Ναός της Παναγίας του Πριαβόρου. Εκεί, εμείς οι Παλαιοχωρίτες εκ παραδόσεως γιορτάζουμε το Γενέσιο της Θεοτόκου και τον γιορτασμό αυτόν Ο λόφος Πριαβόρου όπως είναι σήμερα τον αποκαλούμε «μουχούστι». «Μουχούστι», κατά τον Ι. Τσούτσινο στο περιοδικό «Σκουφάς» της Άρτας, είναι Αρβανίτικη λέξη και σημαίνει «παζάρι», δηλ. δημόσια συγκέντρωση εμπόρων-μικροπωλητών και πλήθος κόσμου. Στην περίπτωση αυτή λόγω του μεγάλου συνωστισμού αιωρούταν σκόνη, δηλ. μπουχός εξ ου και Μπουχούστι-Μουχούστι. Παζάρι τέτοιας μορφής γινόταν το πρώτο οχταήμερο του Σεπτέμβρη, στο Μοναστήρι του Παλαιομουχουστίου της Πλάκας. Ο αρχαίος σοφός Επίκτητος έλεγε «αρχή παιδείας (γνώσεως) η των ονομάτων επίσκεψις». Ο Πριάβορος ή Πριάβολος είναι χαρακτηριστικό σημείο της περιοχής μας, ορατό απ’ τα Ζαγόρια ως τα Τζουμερκοχώρια. Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι εκεί λειτουργούσε Ιερά Μονή και προσκυνητές από μακρινά μέρη επισκέπτονταν το χώρο κουβαλώντας τάματα και ιδίως ζώα. Διανυκτέρευαν στην ύπαιθρο, μια και η φθινοπωρινή εποχή το επέτρεπε, και έφευγαν ικανοποιημένοι συνειδησιακά έχοντας πάρει τη χάρη της Παναγίας. Το πώς προήλθε η ονομασία «Πριάβορος» μάς είναι άγνωστο. Ίσως από το όνομα κάποιου Ιερομόναχου που είχε αφιερώσει τη ζωή του εκεί, ή από παραφθορά κάποιας ομόηχης λέξης, π.χ. η λέξη οβορός (βορός) σημαίνει μάντρα και στη συγκεκριμένη περίπτωση μάντρα εκκλησίας. Οπότε περί+βορός - περίβορος και Πριάβολος από το περίβολος = αύλειος χώρος περιφραγμένος. Κάθε φορά η λεπτόηχη καμπάνα απ’ το ψηλό καμπαναριό της διαλαλεί στα πέρατα με τον διακριτικό της ήχο, χαρές και λύπες. Γιατί η εκκλησία αυτή είναι η κεντρική εκκλησία του χω­ριού μας και διαθέτει και νεκροταφείο, ανατολικά, μέσα στο πευκοδάσος. Στα μισά του περασμένου αιώνα, όταν το χωριό είχε πολύ κόσμο, το πανηγύρι του Πριαβόρου ήταν διήμερο ημερήσιο. Οι πανηγυριστές γλεντούσαν με την Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Παναγία του Πριαβόρου

151

ντόπια κομπανία του Σιδερά απ’ το πρωί ως το βράδυ. Η πρώτη μέρα ήταν αφιερωμένη στους ξέ­νους επισκέπτες που κατέκλυζαν το χωριό, και η δεύτερη στους ντόπιους. Εκείνα τα χρόνια λειτουργούσε ένα καλό έθιμο μεταξύ των χωριών μας. Όταν πανηγύριζε το ένα χωριό, όλοι οι άλλοι των γειτονικών χωριών συμμετείχαν στην εκδήλωση. Σε άλλη γιορτή συνέβαινε το ίδιο στο διπλανό χωριό. Οι γιορτές του καλοκαιριού ήσαν κατανεμημένες έτσι, ώστε να μην προκαλείται πρόβλημα και τα έθιμα να τηρούνται αυστηρά. Εδώ να υπογραμμίσουμε ότι με τον τρόπο αυτό αντάμωναν τα χωριά και γλεντούσαν από κοινού. Ο χορός γινόταν τρίδιπλος με την αυστηρή διάταξη ο εξωτερικός χορός να είναι των αντρών, ο μεσαίος των γυναικών και ο εσωτερικός των ανύπαντρων κοριτσιών. Και οι παραγγελιές δυο, πρώτα τσάμικος χορός και μετά ο συρτός. Τη διαδικασία παρακολουθούσε ο αρμόδιος κοινοτικός άρχοντας που ήταν εξουσιοδοτημένος απ’ το Κοινοτικό Συμβούλιο. Το χοροστάσι του Πριαβόλου είναι αμφιθεατρικά διαμορφωμένο και ο θεατής μπορεί να βλέπει ευδιάκριτα τον κάθε χορευτή κι αν είναι μπροστά ο δικός του άνθρωπος να δώσει στους οργανοπαίχτες το φιλοδώρημα. Κι εκείνοι γαρίδα ... τα μάτια τριγύρω! Οι χορευτές άντρες και γυναίκες με τα γιορτινά τους ντυμένοι, έπαιρναν τους χορούς της αρεσκείας των και πατούσαν σταθερά στους ρυθμούς των τραγουδιών, δείχνοντας και τα χαρίσματά τους! Φιγούρες και γυροβολιές, γλυκοματιές κι αγάπες! Εκείνοι οι παλιοί συντοπίτες μου δεν είχαν τότε άλλη διέξοδο παρά μόνο τα πανηγύρια και στους χώρους των εκδηλώσεων σχηματιζόταν το αδιαχώρητο. Κοσμοπλημμύρα και αθρόα κοσμοσυρροή. Εκεί και οι μικροπωλητές όπου άπλωναν την πραμάτεια τους στις κουβέρτες και τη διαλαλούσαν με φωνές και σφυρίγματα... Γ. Μπότης, Γ. και Β. Νάκας, Δ. Ρώιμπας, Ηρ. Κρικώνης, Ι. Γιώργινας και Σπ. Κοσμάς, όλοι παρόντες χαμογελαστοί και ευδιάθετοι.

Ο παπα-Φασούλης σέρνει τον χορό στον Πριάβορο. 1996

Στο χοροστάσι Πριαβόρου διπλός ο χορός. 1995

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


152

Β αγ γ έ λης Ντόκ ας

Πόσο φανταχτερά γυάλιζαν στα παιδικά μας μάτια εκείνα τα μικρά αντικείμενα, οι χρωματιστές σφυρίχτρες, οι φυσαρμόνικες, τα βραχιολάκια, τα δακτυλιδάκια και τα ρολογάκια τα ψεύτικα. Δεν ξεχνάω τον μαγικό δίσκο του Γιάννη Γεώργινα απ’ το Μιχαλίτσι που τον γύριζε και φώναζε: «Ελάτε τώρα που γυρίζει... δοκιμάστε την τύχη σας...». Γιατί στον δίσκο υπήρχαν οι ενδείξεις: χάνεις... κερδίζεις και αν ο δείχτης σταματούσε στο σημείο «κερδίζεις» ο τυχερός έπαιρνε πανευτυχής, χωρίς πληρωμή, το δώρο του. Βέβαια η πελατεία ήταν τα μικρά παιδιά. Οι μεγάλοι προτιμούσαν τις τραμουτζάνες με τα ποτά, που περιείχαν κρασί, τσίπουρο και ούζο. Ποτά ξεροσφύρι, που πολλές φορές έφερναν ζάλες και φασαρίες. Το βράδυ, όταν ο ήλιος μάζευε τις ακτίνες του από τις υψηλές πλαγιές του Κύρκου, του Τσάρκου και των Τζουμέρκων, όλο αυτό το πλήθος έπαιρνε τους δρόμους της επιστροφής. Οι στράτες και τα μονοπάτια της Στίλιας, της Βίνιτσας, της Ρίγανης και του Αγριδιού γέμιζαν κόσμο που έφευγε ομαδικά πεζή με τραγούδια και χωρατά. Τότε δεν λειτουργούσαν νυχτερινά πανηγύρια. Οι νύχτες ήταν για ύπνο και ξεκούραση, γιατί η επόμενη μέρα τούς έβρισκε όλους στη δουλειά. Οργώματα φθινοπωρινά, μάζεμα καλαμποκιών, βόσκημα ζώων, αναχώρηση ξενιτεμένων. Στο πανηγύρι του Πριαβόρου έκλειναν οι συμφωνίες και τα συνοικέσια! Οι συμφωνίες με τους Μιχαλιτσιώτες χτιστάδες για επισκευές σπιτιών, γυρίσματα στεγών, επιδιόρθωση καλυβιών, ενόψει του επερχόμενου χειμώνα. Τα συνοικέσια ξεκινούσαν απ’ τον Πριάβορο, αφού οι υποψήφιοι νέοι εκτιμούσαν την εκλεκτή τους βλέποντάς την στο πανηγύρι. Έπειτα τον κύριο λόγο είχαν οι μεγάλοι, που αν συμφωνούσαν στην προίκα, στο ρουχισμό κ.λπ., έδιναν τα χέρια και όριζαν και το γάμο. Το Γενέσιο της Θεοτόκου, ως πανήγυρη, κράτησε ώς το 1979. Από το 1980, με πρωτοβουλία του Συλλόγου Ιωαννίνων «Ο ΠΡΙΑΒΟΛΟΣ» ο γιορτασμός μεταφέρθηκε στο Δεκαπενταύγουστο, ως ημερήσιο και πάλι για μια μέρα. Από δε του έτους 1995, Αδελφότητα Αθήνας και Σύλλογος συνεργάστηκαν και παρασκευάζουν γεύμα, δηλ. βραστή γίδα σε ανοξείδωτα καζάνια, προσφορά προς όλους τους συμμετέχοντες. Το Μάιο του 1999 με ενέργειες του Συλλόγου ανοίχτηκε και στενός δημόσιος δρόμος ως την αυλή του Ναού, για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του χωριού μας. Ο δρόμος αυτός μάς βοήθησε στην ανακαίνιση της εκκλησίας μας και στην πλακόστρωση του χοροστασίου. Τα έξοδα αντιμετωπίστηκαν από χορηγία του κράτους, από ιδιωτικές προσφορές και από δαπάνη του Δήμου Τζουμέρκων. Με την τελευταία διαμορφώθηκε ο δρόμος σε μήκος εκατόν πενήντα μέτρων με καλντερίμι και λόγω του επικλινούς εδάφους με τοιχοποιία αντιστήριξης. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Παναγία του Πριαβόρου

153

Η Παναγία του Πριαβόρου μάς καλεί, κάθε Δεκαπενταύγουστο, να εκκλησιαστούμε εκεί, να έχουμε την ευλογία του παπα-Κώστα Φασούλη, να πάρουμε το γεύμα μας, να πιούμε τα ποτά μας κι αν βρεθούμε σε κέφι να σύρουμε χορό με την τοπική κομπανία του Ηλία Τζιχάνη.

Ο δήμαρχος Β. Τζουμέρκων Γ. Σεντελές σέρνει το χορό στον Πριάβορο. 2012

* Ο Βαγγέλης Ντόκας είναι συνταξιούχος δάσκαλος

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


154

Σπύρος Νεραϊδιώτης*

Λαϊκοί οργανοπαίχτες - Λαϊκοί δημιουργοί

Ο

ι λαϊκοί οργανοπαίχτες αποτελούν αναπόσπαστο κεφάλαιο της λαϊκής μας παράδοσης, βάζοντας με ξεχωριστό τρόπο τη δική τους σφραγίδα στη μουσική παράδοση της κάθε περιοχής, του κάθε τόπου. Είναι οι απλοί και καθημερινοί άνθρωποι, του μόχθου και της βιοπάλης, που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, αλλά στην πραγματικότητα είναι οι λαϊκοί καλλιτέχνες που κρατάνε γερά τη μουσική μας παράδοση, χωρίς δάφνες, για να τη μεταλαμπαδεύσουν και στις νεότερες γενιές. Είναι αυτοί που με λίγα μουσικά όργανα συγκροτούν μια πλήρη ζυγιά, έχοντας σαν κυρίαρχο όργανο το κλαρίνο, που συνοδεύεται από το βιολί, το λαούτο, την κιθάρα, το ντέφι και το τελειότερο μουσικό όργανο που είναι η φωνή. Είναι οι ακούραστοι άνθρωποι που πηγαίνουν σε κάθε γωνιά της ελληνικής περιφέρειας, παίζοντας σε γάμους και πανηγύρια, γλεντώντας τον κόσμο, ανάβοντας τα μεράκια του και σβήνοντας τους καημούς του. Πηγαίνουν στα πανηγύρια και εκεί, ολόκληρα μερόνυχτα αντιμέτωποι με το ξενύχτι και την κούραση, παίζουν ασταμάτητα τραγούδια που αναφέρονται σε ό,τι έχει σχέση με τον απέραντο κύκλο της ζωής. Ο πανηγυριώτης, όταν έρχεται η σειρά του να χορέψει, πληρώνει τα όργανα παραγγέλλοντας το τραγούδι, είτε για να το ακούσει είτε για να το χορέψει. Εκεί ο ερωτευμένος θα χορέψει τραγούδια ερωτικά, τραγούδια της αγάπης. Της ξενιτιάς τραγούδια και του νόστου θα χορέψει ο ξενιτεμένος ή αυτός που έχει αγαπημένο πρόσωπο στην ξενιτιά. Τραγούδια που εκφράζουν πόνο και παράπονο θα χορέψει ο πονεμένος και βασανισμένος από τη ζωή άνθρωπος. Του σεβντά και του νταλκά τραγούδια θα χορέψει αυτός που έχει ντέρτι στην καρδιά. Της λεβεντιάς, του ηρωισμού και της παλικαριάς τραγούδια θα χορέψει ο λεβέντης και υπερήφανος άνθρωπος. Εκεί ο χορευταράς και μερακλής, πληρώνοντας τα όργανα αδρά, θα χορέψει τις πρώτες πρωινές ώρες, βγάζοντας το μεράκι του όλο, εκφράζοντας το λυρισμό της ψυχής του. Οι οργανοπαίχτες ξέρουν τα πατήματα του καθενός στα τραγούδια που χορεύουν, γνωρίζουν τα γούστα τους και δεν είναι ανάγκη να τους πουν πώς να παίξουν. Τόσα χρόνια σε τόσα πανηγύρια ξέρουν αυτοί όλα τα χορευτικά τους χούγια, κυρίως αυτά των μερακλήδων. Πολλές φορές οι ίδιοι οι οργανοπαίχτες σηκώνονται όρθιοι όταν χορεύουν μερακλήδες, εκφράζοντας με το δικό τους τρόπο τη συμμετοχή τους στο πανηγύρι, ζώντας το και οι ίδιοι, και τότε γίνονται όλοι ένα, χορευτές και οργανοπαίχτες. Συνεννοούνται μ’ έναν άγραφο κώδικα επικοινωνίας, που κοινό χαρακτηριστικό είναι το μεράκι. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαϊκοί οργανοπαίχτες-Λαϊκοί δημιουργοί

155

Υπάρχει ταύτιση επικοινωνίας μεταξύ ενός καλού χορευτή και ενός δεξιοτέχνη λαϊκού οργανοπαίχτη. Ο ένας συμπαρασύρει τον άλλον σε αυτό το υπέροχο και συναρπαστικό μεράκι, συνομιλώντας νοερά με τα μάτια της ψυχής και τη γλώσσα της καρδιάς. Γιατί μουσική και χορός είναι δυο πράγματα αλληλένδετα, αναπόσπαστα μεταξύ τους και τα δυο μαζί συμφύονται, δημιουργώντας αυτό που λέμε μουσικοχορευτική πανδαισία, παραδοσιακή έκσταση, παραλήρημα ψυχικής ευφορίας. Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες έχουν την ικανότητα να αφουγκράζονται την ψυχή του μερακλή που χορεύει, να διαβάζουν την έκφρασή του, ενθουσιάζονται και οι ίδιοι με τον χορό, μερακλώνονται και πολλές φορές ο κλαριτζής κατεβαίνει κάτω παίζοντας κλαρίνο, στο αυτί του μερακλή. Και αυτό το αναθεματισμένο το κλαρίνο, λες και βλέπει, ακούει και αφουγκράζεται, κάνει την έκφραση μελωδία, ξυπνώντας μέσα του θύμησες και συναισθήματα. Πλήθος συναισθημάτων τού πλημμυρίζουν την καρδιά και την ψυχή και τον ανεβάζουν στους εφτά ουρανούς. Η μουσικοχορευτική παράδοση είναι ένας ατελείωτος έρωτας με τη ζωή, με τους λαϊκούς οργανοπαίχτες να παίζουν και τους ανθρώπους να γλεντάνε καθώς ο χορός και το τραγούδι βγαίνουν μέσα από την ψυχή, γιατί οι Ηπειρώτες γλεντούν ακόμα και με τα μοιρολόγια τους που διασκεδάζουν κλαίγοντας. Στα περισσότερα τραγούδια διακρίνουμε τον ιαμβικό 15σύλλαβο στίχο, που ο ρυθμός του ακολουθεί τους χτύπους της καρδιάς, ενώ η μελωδία των τραγουδιών θεωρείται βάλσαμο ψυχής. Η Ήπειρος της 5τονίας σε αιχμαλωτίζει και σε εκφράζει, σε ακολουθεί και τη βιώνεις, σε μαγεύει και σε γοητεύει, σε κατακλύζει με τη μελωδικότητα και το λυρισμό της και σε κάνει ψυχικά λεύτερο. Η Άρτα, στο πέρασμα των χρόνων, έχει αναδείξει αξιόλογους λαϊκούς οργανοπαίχτες και στο χώρο αυτό τελευταία μπαίνουν πολλά παιδιά, μαθαίνοντας παραδοσιακά μουσικά όργανα. Στα ΤΕΙ της Άρτας υπάρχει η σχολή λαϊκής και παραδοσιακής μουσικής. Θα τολμήσω να τη χαρακτηρίσω σαν μια «μεγάλη του γένους σχολή» στο χώρο του λαϊκού πολιτισμού, που αναδεικνύει εξαίρετους νέους καλλιτέχνες, οι οποίοι στο χώρο αυτό υπόσχονται πολλά. Όσον αφορά το λαϊκό πολιτισμό η πολιτεία σιωπά, και σιωπά επιδεικτικά, με τα τηλεοπτικά κανάλια και τα παπαγαλάκια τους να προβάλλουν καθημερινά και πολλές φορές προκλητικά ημίγυμνες καλλονές της επικαιρότητας, εκθειάζοντας και εξυμνώντας τη γύμνια τους, κάνοντας σημαία τα εσώρουχά τους. Και τότε η γύμνια της ψυχής των νέων βαρβάρων, έχοντας τέτοιου είδους πρότυπα, φαίνεται ξεκάθαρα και μαζί με αυτούς η κατάντια της κοινωνίας. Κάποιοι αφανείς ήρωες όμως, που πονάνε ετούτον εδώ τον τόπο, την Ελλάδα του ήλιου, της θάλασσας και του πολιτισμού, έρχονται λες και είναι θεόσταλΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


156

Σπύρος Νεραϊδιώτης

τοι, να δώσουν πνοή με το δικό τους αυθεντικό τρόπο σε ό,τι μας συνδέει με το παρελθόν και τα πατροπαράδοτα, επιμένοντας στο λαϊκό πολιτισμό, σαν να θέλει η ίδια η φύση να προστατεύσει τις αξίες, τις αρετές και τα ιδανικά ενός προδομένου, πληγωμένου και ταπεινωμένου λαού. Ένας από αυτούς τους αφανείς ήρωες που πηγαίνει κόντρα στα σημεία των καιρών, και μάλιστα χωρίς κανένα οικονομικό όφελος, είναι ο Βασίλης Γκανιάτσας. Αντιστέκεται σθεναρά ο Βασίλης απέναντι στις ορδές των νέων βαρβάρων, μιας στείρας παγκοσμιοποίησης που στο διάβα της θέλει να αφανίσει τα πάντα. Τον ξέρουν ακόμα και οι πέτρες, τα δέντρα, οι στράτες όλες, τα δύσβατα μονοπάτια και οι στρούγκες των τσελιγκάδων. Χρόνια τώρα γυρίζει πόλεις και χωριά, κάμπους και ποτάμια, τις πλαγιές και τις βουνοκορφές των ορέων, απαθανατίζοντας με το φακό της κάμερας την ομορφιά και την ωραιότητα της φύσης. Με το γούστο και τη φαντασία, την ευαισθησία και το μεράκι που διαθέτει μα πάνω απ’ όλα με την ίδια την ψυχή του, σε όλα αυτά τα στοιχεία της φύσης δίνει πνοή, με το δικό του ξεχωριστό τρόπο και αυτά ανταποκρίνονται, και αυτός συνομιλεί μαζί τους και τότε ευφραίνεται η καρδιά του και μοσχοβολάει η ψυχή του, από τα χίλια μύρια χρώματα και τα αρώματα της φύσης, που μαζί της είναι συνυφασμένος. Δεν αρκείται μόνο σε αυτά ο Βασίλης, γιατί είναι ανήσυχος και θέλει πάντα να δημιουργεί καταγράφοντας καθετί που τον ευχαριστεί, καθετί που τον γεμίζει, ό,τι έχει σχέση με την ντόπια παράδοση, την ιστορία, τους απλούς ανθρώπους, την καθημερινότητα αυτού του τόπου. Ο Αρτινός φωτογράφος και κινηματογραφιστής Βασίλης Γκανιάτσας, ο οποίος επί σειρών ετών καταγράφει σπιθαμή προς σπιθαμή τη φύση, το λαϊκό πολιτισμό, την ιστορία και την καθημερινότητα όχι μόνο της Άρτας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής, δημιουργεί και αυτό είναι μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Ο Βασίλης Γκανιάτσας δεν είναι μόνο ένας φωτογράφος ούτε ένας απλός κινηματογραφιστής. Είναι ένας λαϊκός δημιουργός. Ένας καλλιτέχνης! Και ο καλλιτέχνης γεννιέται, δεν γίνεται. Η φαντασία, το μεράκι, η ευαισθησία, η αγάπη, για κάτι που κάνει κάποιος δεν σπουδάζονται στα πανεπιστήμια και στα φροντιστήρια των «γιαχνί σοφών», παρά βγαίνουν μέσα από την καρδιά, μα πιότερο από το μεγαλείο της ψυχής. Και ο Βασίλης Γκανιάτσας, πάντα αθόρυβα και κυρίως με τη σεμνότητα που τον διακρίνει, μας το επιβεβαιώνει κάθε φορά με το πλούσιο και ποιοτικό έργο του.

* Ο Σπύρος Νεραϊδιώτης είναι χοροδιδάσκαλος και λαογράφος Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο Ρ Ε Ι Ν Ο Ι Ο Ι Κ Ι Σ Μ Ο Ι & ΦΥ Σ Ι ΚΟ Π Ε Ρ Ι Β Α Λ ΛΟ Ν Δημήτριος Φ. Καρατζένης*

Από τα Ιωάννινα προς τα Δυτικά Τζουμέρκα Εντυπώσεις και σκέψεις Εισαγωγικό σχόλιο. Το κείμενο αυτό ευρέθη διακτυλογραφημένο στο αρχείο του Δημητρίου Καρατζένη υπό τον εδώ αναγραφόμενο τίτλο. Εγράφη ένα περίπου μήνα πριν από την απόλυσή του από τον στρατό στον οποίο υπηρέτησε από τον Οκτώβριο του 1925 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1927, διακόπτοντας τις σπουδές που είχε ήδη ξεκινήσει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ήπειρος» του λογίου εκδότη Γεωργίου Χατζή (Πελλερέν) υπό τον τίτλο: «Η Ήπειρος και Αι Συγκοινωνίαι της. Από τα Ιωάννινα προς τα Δυτικά Τζουμέρκα», στο φύλλο της 13ης Ιανουαρίου 1927, σελ. 3 και 4, ως «καθυστερήσασα» ανταπόκρισις εκ Τζουμέρκων, ημερομηνίας 7 Ιανουαρίου. Τα εντός αγκυλών τμήματα του χειρογράφου, έχοντα περιηγητικό-λυρικό χαρακτήρα, δεν περιελήφθησαν, ως εικός, στη δημοσιευθείσα ανταπόκριση. Ο συγγραφέας παρέμεινε τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας κατά τα ακολουθήσαντα έτη. Για τις ανάγκες της αναδημοσιεύσεως ακολουθήθηκε το μονοτονικό σύστημα. Φ. Δ. Καρατζένης

Κ

αίτοι διαβιούντες επαρκώς προκεχωρημένον τον εικοστόν αιώνα εις τον οποίον ασυγκρίτως επολλαπλασιάσθησαν και εποίκιλαν τα μεταφορικά μέσα, [καίτοι αυτήν την Ελληνική γην διασχίζοντες την εκτοξεύσασαν προς όλας τας διευθύνσεις δέσμας φωτός αληθείας και πολιτισμού, διά τα οποία κομπάζει ευδαιμόνως η Ευρώπη,] εντούτοις είμεθα εξαναγκασμένοι να ποιήσωμεν χρήσιν πρωτογενούς εις εμφάνισιν μεταφορικού μέσου, του ημιόνου, διά να φθάσωμεν εις τας απωτάτας ακρωρείας των Τζουμέρκων διά μέσω των φοβερών διασφάγων1 και δειράδων2 των παρεντιθεμένων ορέων. Εάν αφαιρέσης τρίωρον πορείαν μέχρι Προυτοβάρι, δυναμένην να συντελεσθή ευτυχώς δι’ οχήματος, το υπόλοιπον έχει αφεθή στοργικώτατα εις την πρωτόγονον κατάστασιν, εκ φόβου απωλείας της αρχαιολογικής του σημασίας (!) εκ της επιβολής τής του πολιτισμού σκαπάνης. 1. διασφάξ: βραχώδης χαράδρα 2. δειράς: κορυφογραμμή μιάς σειράς λόφων ή βουνών Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


158

Δημήτριος Φ. Καρατζένης

[Ευθύς ως διά του Ακραίου Σταθμού εξέλθεις της πόλεως Ιωαννίνων άρχεσαι δοκιμάζων αισθήματα προσκυνητού μαντικού ιερού, από τα οποία δεν δύναται να σε αποσπάση ούδ’ επί στιγμήν η περιστοιχίζουσα εσέ οδύνη της πραγματικότητος. Στρεφόμενος προς τα αριστερά προσατενίζεις τον άφωνον και ήρεμον περίβολον της Παμβώτιδος, έναβρυνομένης3 διά το εις το μέσον αυτής φυλασσόμενον έσχατον καταφύγιον προστασίας του αιμοσταγούς τυράννου της Ηπείρου Αλή Πασσά. Συμπονείς το ενδιαίτημα4 τούτο της δυνάμεως και της αίγλης και διερωτάσαι αλγών5, πού άραγε θα ήτο δυνατόν να επανεύρω ακεραίαν την παράστασιν και μεγαλοπρεπήν την εικόνα της κηλιδωμένης λαμπρότητος εκ των ανθρωπίνων κακουργιών, ασεβών πράξεων και ανιέρου πλεονεξίας του αποστάτου τυράννου; Διοπτεύων την σημερινή πενιχρότητα αναπολείς παραχρήμα τους αμυθήτους εκείνους θησαυρούς προσφερομένους από τρεμούσας χείρας εις βεβηλωμένον του Πασά Ταμείον. Όπως παν γήινον παρασκεύασμα, ούτω και ταύτα ενεδρευτικώς υπέπεσον εις τον φυσικόν νόμον της παρακμής. Κατ’ αυτήν την στιγμήν γίνεσαι παρανάλωμα των διαφόρων συναισθημάτων και εντυπώσεων και πλανάσαι εις έναν ευφρόσυνον ρεμβασμόν ονειροπολήματος από τον οποίον μόνον αι έναρθροι λαλαί6 των χωρικών και κρότος των υποζυγίων δύναται να σε εξαγάγωσι εκ της ιεράς ταύτης ρέμβης πλήττουσαί σε ως δύσηχος παρατονία πραγματικότητος. Δεξιά και αριστερά χωρικοί πέριξ μικρών χωρίων βαδίζουσι εις τους χάνδακας και μικρούς δρομίσκους συγκομίζοντες και αποκομίζοντες τον καρπόν της εποχής επί της ράχεως υποζυγίων οδηγουμένων ως επί το πλου υπό γυναικών. Και ολονέν προχωρών προς την λεκάνην της πεδιάδος των Ιωαννίνων προσβλέπεις δεξιόθεν τα μέρη εκείνα επί των οποίων έθεσε ανεξίτηλον σφραγίδα η Ελληνική Ιστορία. Μπιζάνι, Αητοράχη, κ.λπ. Αλλά φευ-είναι ασυγκρίτως θελκτικωτέρα η πλάνη και αι μυθικαί σκηναί των Ηρώων Ελλήνων μας από την επανάληψιν των αυτών υπό άλλον ύφος της Ιστορίας καθότι επί των πρώτων εστηρίχθη ένα κολοσσιαίον μυθικόν και καλλιτεχνικόν κατασκεύασμα, μοναδικόν εις τον κόσμον, μη δυνάμενον να αναζήση πλέον ουδέ να επαναληφθή, εστία χρησιμεύσαν διά να πτερωθούν διάνοι3. εναβρύνομαι: περηφανεύομαι 4. ενδιαίτημα: κατοικία 5. αλγέω: θλίβομαι 6. λαλέω: ομιλία, λόγος Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Από τα Ιω άν ν ιν α πρ ο ς τα Δ υτ ικ ά Τζο υ μ έρκ α

159

αι και να πηγάσει εις ακατάσχετος πολιτισμός ζώπυρα7 εκτοξεύσας μέχρι των τελευταίων εσχατιών της διά τα αποτελέσματα του ενασμενιζομένης8 σημερινής Ευρώπης. Τόσον μεγαλύτερος πολιτισμός όσον μακρά αφετηρία και εξέλιξις παραδόσεων, λέγει ο Λεμπόν.] Μετά τρίωρον και ημίσειαν ώρα φθάνεις εις γέφυραν Τσιμόβου. Αλλοίμονον, άλλο τι είναι παρά τοιαύτη. Δύο σύρματα εκατέρωθεν καρφωμένα και μερικά δίκην κλίμακος ξυλαράκια συναρμολογούν την όλην υπόστασιν της γέφυρας. Εις το σημείον τούτο της οδού η εγκληματική αδιαφορία της αρμοδίας υπηρεσίας είναι ανυπολόγιστος, άτε και θύματα πολλά και πολλαπλά απαριθμοί και την ζωήν καθημερινώς δύο περιφερειών Μαλακασίου-Τζουμέρκων διακυβεύει και η οικονομική κρίσις των μερών εκείνων σημαντικώς ενισχύεται. Εις το έναντι άκρον της γέφυρας άρχεται έλικοειδώς ανέρπουσα οδός στενή και πετρώδης καθιστώσα επισφαλή και αυτήν την άνοδον αιγοπροβάτων. Εις το μέρος τούτο εκτός του κυριαρχούντος συναισθήματος της αγωνίας καταλαμβάνεσαι και υπό ανεξηγήτου τρόμου. Η γύρωθεν τοπογραφία είναι εντόνου μεγαλοπρεπείας και επιβλητικότητος σχηματίζουσαν χοάνην εκ της αντιθέσεως των ορέων. Εις την κορυφήν των προς τ’ αριστερά αναπτυσσομένων τραχέων και αποκρήμνων βράχων πυργούται ή ιερά Μονή της Παναγιάς (Τσούκας) ήτις με τα υψηλά φεουδαρχικά της τείχη δεσπόζει όλου εκείνου του σκηνογραφήματος. [Σμερδαλέως9 απηχεί εις μυρίας τρομακτικάς αναπάλσεις10 και μυριοφθόγγους απηχήσεις διά των χασμάτων των ορέων η απόστασις ογκολίθων εκ των απορρώγων11. Η φύσις της ορεινής ταύτης περιοχής καθίσταται έτι αγριωτέρα αρχομένου του χειμώνος, όστις κατά συνήθειαν πρωιμότερον επιφαίνεται.] Τα ύδατα του ποταμού δύναταί τις εν εαρινή ώρα να τα διαβή εφίππως, υπερχειλίζουσι δε την κοίτην ευθύς ως οι πρώτοι υετοί12 εμφανισθώσι. [Διέρχεσαι τέλος κακίστην κακώς την γέφυραν καί άρχεσαι προσαναβαίνων την αντίπεραν όχθην. Εφ’ όσον προχωρείς αισθάνεσαι ότι αποσείεις βάρος της καταθλιβούσης τα στήθη σου πιέσεως εκ της αποπνικτικής και τρομακτικής εκείνης χοάνης. Προχωρείς επί δύο σχεδόν ώρας εκ της προμνησθείσης γε7. ζώπυρον: σπινθήρας 8. ενασμενίζομαι: δέχομαι κάποιον ή κάτι ευχαρίστως 9. σμερδαλέως: φοβερά στην όψη 10. ανάπαλσις: εκσφενδόνιση, εκτίναξη 11. απορρώξ: μέρος που έχει αποσπαστεί 12. υετός: βροχή Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


160

Δημήτριος Φ. Καρατζένης

φύρας ότε καταφθάνεις άνωθεν του χωρίου Χουλιαράδων, εξ ης θέσεως καταφανέστατα προττάσηται η οροσειρά των Τζουμέρκων. Δια γυμνού οφθαλμού απομονώνονται αλλήλων αι οικίαι της κωμοπόλεως Πραμάντων εκτισμένης εντός μικράς λεκάνης γηλόφων προασπιζόντων αυτήν επαρκώς εκ των παντοίων χειμερινών ανέμων.] Εγγύτερον δε και δεξιόθεν προβάλλεται επί μιάς απορρώγος το χωρίον Σκλούπον ονομαστόν διά τας καλάς σταφυλάς του και οίνον, όπισθεν δε αυτού το χωρίον Ραφταναίοι, όπερ καθίσταται αντιληπτόν εκ της εν τω μεταιχμίω των δύο χωρίων ευρισκομένης εκκλησίας του Προφήτου Ηλίου καί ελαχίστων οικιών (της κωμοπόλεως Ραφταναίων). Προχωρείς επί τρία τέταρτα ώρας επί της ράχεως γυμνού όρους καί ύστερον άρχεσαι καταβαίνων εξ ίσου απότομον κατήφορον με τον του Τσιμόβου ουχί όμως τοσούτον τραχέως. Εν τη ακμή της κατωφερείας προσαπαντάς μικρά χωρία, Παληοχώρι, ολίγον αριστερά Ντουβίστγιανα, με τας παλαιάς μικράς των εκκλησίας εν μέσω πρίνων13 επί μικρών γηλόφων και με τους εσπαρμένους ευφόρους αγρούς των. Εις δε τούς πόδας της κατωφερείας και πλησίον ποταμού (δευτέρου βραχίονος του Αράχθου) κείται το χωρίον Χρηστοί, το πάλαι Ακρόπολις των Πραμαντιωτών. Δια της εις το άκρον του συνοικισμού τούτου υπαρχούσης γέφυρας, μοναδικής άλλως τε εν τη κινήσει των ορεινών κοινοτήτων των Τζουμέρκων μετά του Νομού Ιωαννίνων, διέρχεσαι τον ποταμόν και είτα ακολουθών ελικοειδή δρομίσκον έως πέντε χιλιομ. εν μέσω πυκνοτάτου δάσους εξ αγρίων δένδρων φθάνεις εις την κωμόπολιν των Πραμάντων. Ο πληθυσμός της κωμοπόλεως ταύτης ανέρχεται έως πέντε χιλιάδας κατοίκους, ο ορίζων αυτής είναι επαρκώς αναπεπταμένος14 και αριθμεί περίπου διακοσίων ετών ιστορίαν. Ο Σεραφείμ πρώην Επίσκοπος Άρτης και εν τω Δοκιμίω του αναφέρει ότι οι πρόγονοι των σημερινών κατοίκων εκατώκουν τον συνοικισμόν «Χρηστοί», εις δε την θέσιν όπου σήμερον είναι εκτισμένη η κωμόπολις απέχουσα περί την ώραν έβοσκον τα ποίμνιά των λόγω της μεγάλης βλαστήσεως και των αφθόνων υδάτων. Και συνέπιπτε κατά τας θερινάς περιόδους να διανυκτερεύουσι ταύτα εις την θέσιν ταύτην. Όστις δε μετέβαινε εκεί έλεγε: «Πάμε στα πράματα», τουτέστι στα αιγοπρόβατα, εξ ου και η μετά την κατοίκησιν ονομασία του χωρίου «Πράμαντα». Προς Ανατολάς του χωρίου εξέρχεται μικρά οδός τεσσάρων χιλιομέτρων, «Κοινοτική» λεγομένη, ην ακολουθών καταλήγεις εις το χωριόν Μελισσουργοί. 13. πρίνος: πουρνάρι 14. αναπεπταμένος: ανοικτός, διάπλατος Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Από τα Ιω άν ν ιν α πρ ο ς τα Δ υτ ικ ά Τζο υ μ έρκ α

161

Ο ορίζων του χωρίου τούτου στενώτατος, φυσικά ύδατα πολλά και του οποίου οι κάτοικοι τον χειμώνα κατά τα τρία τέταρτα αναχωρούν διά θερμώτερα κλίματα. Ο ίδιος Σεραφείμ εν τω Δοκίμιω του αναγράφει ότι το χωρίον τούτο έλαβεν την ονομασίαν Μελισσουργοί από τας αγέλας μελισσών ας έτρεφον το πάλαι οι κάτοικοι των. Βορείως των Πραμάντων κείνται αι Καλαρρύται χωρίον καθ’ όλον πετρώδες, αλλά κατοικούμενον υπό ευπόρων κατοίκων, τα μάλλα διαπρεψάντων εν τη αλλοδαπή και ημεδαπή. Η οδός προς το χωρίον τούτο μήκους έως δεκαπέντε χιλιομ., είναι αξιοθρήνητος και απερίγραπτος. Καίτοι εις αυτήν την πλειάδα των Τζουμερκιωτικών χωρίων υπάρχουσι τάσεις προς κατευθύνσεις προόδου και ευημερίας, εν τούτοις δεν δύνανται αύται καθ‘ ολοκληρίαν να ευδοκιμήσωσι άτε καταδικάζονται εις ατελεύτητον μαρασμόν, το μεν εκ των καθημερινώς ανακυπτόντων βιοτικών χρειών το δε εκ της ενδεικνυομένης κρατικής αστοργίας ως προς τα δύο βάθρα πάσης αναπτύξεως και προόδου, της παιδείας και συγκοινωνίας, τα οποία όχι μόνον δεν απησχόλησαν ολοτελώς τους αρμοδίους ουδέ καν υπ’ όψει αυτών ελήφθησαν. Η συγκοινωνιακή σύνδεσις της ορεινής ταύτης επαρχίας μετά των πρωτευουσών των πλησιεστέρων Νομών Άρτης ή Ιωαννίνων ήθελεν αρκούντως εξυπηρετήσει αν όχι τα συμφέροντα τριάκοντα χιλιάδων πληθυσμού, τα οποία αναμφισβητήτως παρορά η αρμοδία υπηρεσία, αλλά αυτά τα αξιολύπητα δυστυχώς κρατικά τοιαύτα. Καθ΄ ότι το Κράτος διά φορολογικού δασμού επί της εισαγωγής και εξαγωγής, ήτις δεν είναι ευκαταφρόνητος, ήθελεν έχει ως ετήσιον εισόδημα ουκ ολίγα εκατομμύρια δραχμών εξοδευόμενα άλλως τε σήμερον διπλασίως ή τριπλασίως ασκόπως.

* Ο Δημήτριος Φ. Καρατζένης (1904-1989) ήταν δικηγόρος και βουλευτής Άρτας

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Δημήτριος Κ. Αγορίτσας*

Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Βύλιζας στὸν τόπο καὶ στὸν χρόνο Πρακτικὰ Συνεδρίου, ἐπιμ. Κώστα Ν. Κωνσταντινίδη & Ἠλία Νέσσερη ἔκδ. Μοναστηριακὴ Ἐπιτροπὴ Ἱ. Μ. Βύλιζας Ματσουκίου-Πανεπιστήμιο Ἰωαννίνων Ἰωάννινα 2014, σελ. xxvi + 230 (σχήματος μεγάλου τετάρτου).1

Κ

τισμένη σε ένα μικρό πλάτωμα στο όρος Κριθάρια των Τζουμέρκων, πάνω από την απόκρημνη χαράδρα του Ματσιουκιώτη ποταμού, σε ύψος 1050 περίπου μέτρων, υψώνεται για περισσότερους από τρεις αιώνες η αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου Ιερά Μονή Βύλιζας. Το «πτωχὸν μονύδριον», όπως διαπίστωσε ο Ηπειρώτης Σπυρίδων Λάμπρος κατά την εκεί επίσκεψή του το 18862, υπέστη πολλά δεινά στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Το 1893 η μονή διαλύθηκε και ενώθηκε με τη μονή των Εισοδίων της Θεοτόκου Μελισσουργών, ενώ από το 1930 αποτελεί μετόχι της Ιεράς Μονής Κάτω Παναγιάς Άρτας. Η μικρή, αλλά αξιόλογη, μοναστηριακή βιβλιοθήκη της Βύλιζας διεσπάρη και δεκατέσσερις από τους εικοσιτέσσερις (σύμφωνα με την καταγραφή Λάμπρου) χειρόγραφους κώδικές της μεταφέρθηκαν το 1895 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Η μονή αφέθηκε στην εγκατάλειψη και στη φθορά του χρόνου, ενώ ο σεισμός του 1967 προκάλεσε σημαντικές ζημιές στο κτηριακό της συγκρότημα. Από το 1981, ωστόσο, η διορισθείσα από τον μητροπολίτη Άρτης, κ.κ. Ιγνάτιο Γ΄ (Τσίγκρη), μοναστηριακή επιτροπή έλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες που είχαν ως στόχο την διάσωση και την ανάδειξη της μονής. Οι συνεχείς δημοσιεύσεις του Ματσουκιώτη Δημητρίου Καλούσιου έκαναν ευρύτερα γνωστά το Ματσούκι και τη μονή της Βύλιζας,3 ενώ στην ανάδειξη του μνημείου συνέβαλε και το Α΄ Συνέδριο για τα Τζουμέρ1. Ο τόμος διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία: “Πρόκος”, Κατσαδήμα 7, Ιωάννινα· “Αναγνώστης”, Βασιλείου Πυρσινέλλα 11, Ιωάννινα, και “Αφοί Ν. Κωνή”, Αλεξάνδρου Διάκου 12, Ιωάννινα. 2. Σπ. Λαμπρός, «Ἡ μονὴ Βυλίζης καὶ τὰ ἐν αὐτῇ χειρόγραφα», ΔΙΕΕΕ 4 (1892), 353-356. 3. Βλ. ενδεικτικά Δ. Γ. Καλούσιος, Η Βύλιζα. Το μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Ματσούκι Ιωαννίνων, Ματσούκι Ιωαννίνων, 21992, του ιδίου, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Α΄ Ιστορικά, Β΄ Λαογραφικά, Ματσούκι 1994, του ιδίου, «Το Ματσούκι Ιωαννίνων στη χειρόγραφη παράδοση», Τζουμερκιώτικα Χρονικά 9 (2008), 86-94, του ιδίου, Τα χειρόγραφα της Βύλιζας, Ματσούκι Ιωαννίνων, 2009, και του ιδίου, «Σημειώματα και ενθυΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


164

Δ η μ ή τ ρ ι ο ς Κ . Αγ ο ρ ί τ σ α ς

κα (23-25 Ιουν. 2006), στα Πρακτικά του οποίου περιελήφθησαν δύο ανακοινώσεις για τη μονή Βύλιζας.4 Το 2009, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων σε συνεργασία με τη μοναστηριακή επιτροπή της Βύλιζας αποφάσισε τη διοργάνωση επιστημονικής Ημερίδας για την Ιερά Μονή Βύλιζας, η οποία διεξήχθη στο Ματσούκι Ιωαννίνων στις 2 Ιουλίου 2011. Απότοκος της παραπάνω Ημερίδας αποτελεί ο ανά χείρας καλαίσθητος τόμος των Πρακτικών, μεγάλου σχήματος και έκτασης xxvi + 230 σελίδων, που τυπώθηκε πρόσφατα στα Ιωάννινα, στο τυπογραφείο Θεοδωρίδη. Στον τόμο δημοσιεύονται συνολικά δεκατρείς εισηγήσεις, οι οποίες καλύπτουν με τη θεματολογία τους αρκετές πτυχές του βίου της μονής: την αρχιτεκτονική, τον τοιχογραφικό διάκοσμο του καθολικού και του παρεκκλησίου του Προδρόμου, τις ιστορικές επιγραφές, τα χειρόγραφα της μονής, τον κώδικα του Ματσουκίου και το περιεχόμενό του, τα σημειώματα των εντύπων βιβλίων της μονής, τη σχέση του μνημείου με την τοπική κοινωνία του Ματσουκίου, την πολιτιστική αξιοποίησή του και τις μακροχρόνιες προσπάθειες της μοναστηριακής επιτροπής για την αναστήλωση και ανάδειξη της μονής. Στον τόμο προτάσσονται, πλην του καταλόγου των συγγραφέων και των περιεχομένων, η προσφώνηση του σεβασμιωτάτου μητροπολίτου Άρτης κ.κ. Ιγνατίου Δ΄ και οι ευχαριστίες της μοναστηριακής επιτροπής Βύλιζας, στην έναρξη και στη λήξη αντίστοιχα της επιστημονικής Ημερίδας το 2011 (σσ. xi-xiv), έπεται δε προλογικό σημείωμα του επιμελητή της έκδοσης των Πρακτικών, Καθηγητή Κώστα Ν. Κωνσταντινίδη (σσ. xv-xvi). Στο κυρίως μέρος του τόμου ακολουθούν οι εισηγήσεις, με πρώτη αυτή του αρχιτέκτονα-μηχανικού κ. Βασιλείου Κασκάνη και της αρχαιολόγου, δρος Αργυρώς Καραμπερίδη για την αρχιτεκτονική του μοναστηριακού συγκροτήματος της Βύλιζας (σσ. 1-13). Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η σημερινή μορφή της μονής είναι αποτέλεσμα των επανειλημμένων προσθηκών, ανακαινίσεων και αποκαταστάσεων κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της. Όσον αφορά στο καθολικό της μονής, η μελέτη του κτηρίου έδειξε ότι ο θολωτός νάρθηκας ανήκει στο αρχικό καθολικό (17ου αι.), όπως άλλωστε μαρτυρεί και ο τοιχογραφικός του διάκοσμος, που χρονολογείται στα τέλη του 17ου ή στις μήσεις των εντύπων βιβλίων της Βύλιζας», Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Βύλιζας στὸν τόπο καὶ στὸν χρόνο. Πρακτικὰ Συνεδρίου, ἐπιμ. Κ. Ν. Κωνσταντινίδη & Ἠλία Νέσσερη, ἔκδ. Μοναστηριακὴ Ἐπιτροπὴ Ἱ. Μ. Βύλιζας Ματσουκίου-Πανεπιστήμιο Ἰωαννίνων, Ἰωάννινα 2014, σ. 177, όπου και εκτενής κατάλογος των δημοσιευμάτων του συγγραφέα για τη μονή Βύλιζας και το Ματσούκι. 4. Πρακτικά Α΄ Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα. Ο τόπος, η κοινωνία, ο πολιτισμός: διάρκειες και τομές, επιμ. Χρ. Μεράντζας, έκδ. Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, Ιωάννινα, 2008. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

165

αρχές του 18ου αιώνα. Ο σημερινός κυρίως ναός ήταν αρχικά θολωτός και κτίστηκε το 1783 στη θέση του παλαιότερου. Στις τοιχογραφίες της μονής Βύλιζας (του καθολικού και του παρεκκλησίου του Προδρόμου), καθώς και στις τάσεις της ζωγραφικής στην Ήπειρο κατά τον 18ο αιώνα, επικεντρώνεται η εισήγηση της δρος Βυζαντινής αρχαιολογίας κ. Κατερίνας Κοντοπανάγου (σσ. 15-32). Η συγγραφέας επιχειρεί την εικονογραφική και τεχνοτροπική προσέγγιση των τοιχογραφημένων συνόλων της μονής Βύλιζας. Στη μονή εντοπίζεται η παρουσία δύο τοπικών εργαστηρίων, των Κατσάνων (στον κυρίως ναό) και των Καλαρρυτινών (βεβαιωμένα στο παρεκκλήσιο του Προδρόμου και πιθανώς στον νάρθηκα του καθολικού), οι οποίοι αποτυπώνουν με το έργο τους τις τάσεις της μεταβυζαντινής ζωγραφικής, κυρίως στον χώρο της Ηπείρου, κατά τον 18ο αι.5 Μεταξύ άλλων, η συγγραφέας επισημαίνει την εισαγωγή νέων εικονογραφικών θεμάτων και τον μερικό εμπλουτισμό τους με στοιχεία από την τέχνη του μπαρόκ,6 παραπέμποντας και σε πλήθος άλλο μνημείων του 18ου αι. από την Ήπειρο. Βεβαίως, έργα των Καλαρρυτινών αγιογράφων απαντούν στον ευρύτερο βλαχόφωνο χώρο της Πίνδου, όπως αναφέρει στην εισήγησή της, στον παρόντα τόμο, η κ. Ιωάννα Κωστή. Στην επόμενη εισήγηση (σσ. 33-61), η αρχαιολόγος, δρ. Αργυρώ Καραμπερίδη παρουσιάζει την αξιόλογη συλλογή φορητών εικόνων της Ιεράς Μονής, η οποία πλέον φυλάσσεται και εκτίθεται σε αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου Ματσουκίου.7 Όπως σημειώνει η συγγραφέας, στην συλλογή συνυπάρχουν όλες οι καλλιτεχνικές τάσεις της μεταβυζαντινής τέχνης, όπως έργα με καταβολές στα κρητικά εργαστήρια του 16ου και 17ου αι. και στους επιγόνους τους 5. Χρήσιμη θα ήταν, χάριν συγκρίσεως, η συμπερίληψη στο τέλος της εισήγησης και ορισμένων φωτογραφιών από τον νάρθηκα του καθολικού, η μελέτη των τοιχογραφιών του οποίου παραμένει ζητούμενο. Για τη γενικότερη θεώρηση των τάσεων της μεταβυζαντινής ζωγραφικής κατά τον 18ο αι. θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και η εργογραφία του Δ. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Μελέτες γιὰ τὴ μεταβυζαντινὴ ζωγραφική. Ἐνετοκρατούμενη καὶ τουρκοκρατούμενη Ἑλλάδα καὶ Κύπρος, (Σύλλογος πρὸς Διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων), Ἀθήνα, 2002. Πρβλ. επίσης Ι. Ρηγόπουλος, Φλαμανδικές επιδράσεις στη Μεταβυζαντινή ζωγραφική. Προβλήματα Πολιτιστικού Συγκρητισμού, τ. Α΄, Αθήνα 1998, και του ιδίου, Μελέτες μεταβυζαντινής και νεοελληνικής τέχνης, Αθήνα 2013, για τον ρόλο των δυτικών χαλκογραφιών και ξυλογραφιών στη μεταβυζαντινή εικονογραφία. 6. Για το ζήτημα της αξιοποίησης διακοσμητικών στοιχείων από τους μεταβυζαντινούς ζωγράφους βλ. και τη μελέτη του Μ. Γαρίδη, Διακοσμητική ζωγραφική. Βαλκάνια-Μικρασία, 18ος-19ος αιώνας, Μπαρόκ και Ροκοκό, Ανατολίτικη και Βυζαντινή κληρονομιά, Αθήνα, 1996. 7. Αναλυτικότερη μελέτη της συλλογής εικόνων της Ιεράς Μονής Βύλιζας επιχειρείται και στη μονογραφία του Χρήστου Δ. Μεράντζα, Οι πολιτισμικές συνιστώσες του «τόπου της αγιότητας». Η συλλογή εικόνων της μονής Βύλιζας Ματσουκίου, εκδ. Σμίλη, Αθήνα, 2012. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


166

Δ η μ ή τ ρ ι ο ς Κ . Αγ ο ρ ί τ σ α ς

στον επτανησιακό χώρο, καθώς και έργα που εκπροσωπούν τον αντικλασικό χαρακτήρα των ζωγράφων του κυρίως ελλαδικού, ορεινού, κορμού. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, για την ιστορία της μονής, η αφιερωματική επιγραφή σε δυτικότροπη εικόνα του Ευαγγελισμού (1765), όπου και η μόνη, έως τώρα, μνεία της μονής ως: «Σεβασμίαν Μονὴν τοῦ Ἀγαπίου», πιθανότατα του κτίτορά της. Η μικρή, πλην αξιόλογη, συλλογή εικόνων της Βύλιζας, πέρα από την καλλιτεχνική της αξία, είναι αποκαλυπτική των πνευματικών, κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, του εύρους της επικοινωνίας, αλλά και των αισθητικών προτιμήσεων της μικρής πνευματικής κοινότητας της μονής Βύλιζας, σε μια, κατά τα φαινόμενα, δυσπρόσιτη και απομονωμένη πλαγιά των Τζουμέρκων. Τα παραπάνω επιβεβαιώνει και η εργασία της αρχαιολόγου κ. Ιωάννας Κωστή για τη ζωγραφική του παρεκκλησίου του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (σσ. 63-83). Πρόκειται για μονόχωρο, καμαροσκεπές οικοδόμημα ταφικού χαρακτήρα, που βρίσκεται στα βόρεια και σε μικρή απόσταση από τον περίβολο της μονής. Την ιστόρησή του, που τοποθετείται βεβαιωμένα τον Φεβρουάριο του 1737 και έγινε «διὰ συνδρομῆς καὶ ἐξόδου» του ηγουμένου της μονής Αρσενίου, υπογράφουν οι Καλαρρυτινοί αγιογράφοι, αυτάδελφοι Γεώργιος και Στέργιος. Οι ίδιοι εργάστηκαν τρία χρόνια αργότερα στο καθολικό της μονής Χρυσίνου στον βλαχόφωνο Κλεινό της Καλαμπάκας. Στο έργο τους, σύμφωνα με τη συγγραφέα, πιστοποιείται η καλή γνώση των μεγάλων μνημειακών συνόλων του δυτικοθεσσαλικού χώρου (Μετέωρα και μονή Δουσίκου), ενώ υπάρχουν ενδείξεις και για πιθανή σχέση μαθητείας σε Κρητικό ζωγράφο. Στην περίπτωση του παρεκκλησίου του Προδρόμου, επιβεβαιώνεται για άλλη μία φορά ο σημαίνων ρόλος της μονής στην καλλιτεχνική δημιουργία, με την επιλογή και, ασφαλώς, την καθοδήγηση των ζωγράφων, σύμφωνα και με τις προσωπικές επιλογές του χορηγού. Μολονότι η αρχιτεκτονική του μνημείου και ο ζωγραφικός του διάκοσμος έχουν μελετηθεί σε μεγάλο βαθμό, θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν έχουν τύχει ανάλογης προσοχής ορισμένα αξιόλογα δείγματα εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής, που διατηρούνται ακόμη στη μονή, λείψανα του αλλοτινού της πλούτου. Πρόκειται για το μερικώς σωζόμενο παλαιό τέμπλο του παρεκκλησίου του Προδρόμου, το οποίο, σύμφωνα με την περιγραφή του Σπυρίδωνος Λάμπρου, είναι «ὅλον χρυσότευκτον, ἡ δὲ ἁγία πύλη λαμπρῶς κεκοσμημένη διὰ σεντεφίου ἐξ ὀστῶν ἐπὶ ξύλου καρύας»,8 καθώς και ένα μικρό αναλόγιο και ένα σεντούκι διακοσμημένα με σεντέφι, κατά την συνήθεια των χρόνων της Τουρκοκρατίας. 8. Λάμπρος, «Μονὴ Βυλίζης», ό.π., σ. 353. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

167

Στην εισήγηση που ακολουθεί, ο αναπληρωτής Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Χρήστος Σταυράκος εξετάζει ενδελεχώς την κτιτορική επιγραφή του καθολικού (κυρίως ναού) της μονής (σσ. 85-98). Ο συγγραφέας, έπειτα από μια σύντομη αναφορά στην αξία των κτιτορικών επιγραφών ως ιστορικών πηγών (σσ. 85-87) και στις πρωιμότερες αναφορές για την μονή της Βύλιζας (σ. 87), προχωρεί στην εξέταση της κτιτορικής επιγραφής του καθολικού. Την επιγραφή δημοσίευσε αρχικά ο Σπυρίδων Λάμπρος, ενώ τελευταίος την κατέγραψε, τον Ιούλιο 1966, ο Δημήτριος Καλούσιος. Ο σεισμός του 1967 προκάλεσε σημαντικές φθορές και στην επιγραφή, η οποία διατηρείται πλέον μόνο στο κεντρικό της τμήμα, σε πέντε από τους επτά στίχους, στους οποίους αναπτυσσόταν αρχικά.9 Ο Καθ. Σταυράκος, ως προς το ζήτημα της μεταγραφής της χρονολογίας ιστόρησης του καθολικού, υιοθετεί το έτος 1793,10 ενώ ακολούθως προβαίνει σε σχολιασμό των προσώπων που αναφέρονται στην επιγραφή. Την προσοχή του ελκύουν ιδιαίτερα οι αποδιδόμενοι στον μητροπολίτη Ιωαννίνων Μακάριο τίτλοι του πανιερωτάτου και θεοπροβλήτου, τη διάδοση των οποίων διερευνά εκτενώς και με ιδιαίτερη επιμέλεια (βλ. και πίν. στις σελ. 97-98). Ας σημειωθεί, πάντως, ότι το αναφερόμενο τοπωνύμιο Γκούρα, πλησίον του Ματσουκίου, (σ. 87) δεν είναι σλαβικής προελεύσεως, αλλά αρωμουνικής (βλαχικής).11 Η ετυμολόγηση του τοπωνυμίου viliza (φωνητική γραφή) αποτελεί αντικείμενο μελέτης της εισήγησης του τέως αναπληρωτή Καθηγητή Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων κ. Κωνσταντίνου Ευ. Οικονόμου (σσ. 99-102), ο οποίος καταλήγει στο ότι η λέξη προέρχεται από το αρχικό λατινικό δάνειο της αλβανικής vil/ë, -a (= το χωριό, η συνοικία), από το λατινικό villa, με την προσθήκη της κατάληξης –iza, η οποία είναι αλβανικής αρχής. Ως εκ τούτου, ο συγγραφέας προτείνει ως περισσότερο ορθογραφημένο τον τύπο Βίλιζα, αντί για Βύλιζα· σημειώνει όμως ότι «τα ονόματα ιερών τοποθεσιών που έχουν καθιερωθεί με έναν τυχαίο αρχικό τύπο αποτελούν κατά κάποιο τρόπο λέξεις-ταμπού, 9. Σε πρόσφατη δημοσίευσή του, ο Δημήτριος Καλούσιος αφηγείται ότι την επιγραφή «την κατέγραψα τον Ιούλιο του 1966, χωρίς όμως να την φωτογραφήσω. Διατηρούνταν σε άριστη κατάσταση. Το επόμενο καλοκαίρι του 1967 έτρεξα, από τα Τρίκαλα όπου διαμένω μόνιμα, για φωτογράφηση. Δοκίμασα αθεράπευτη θλίψη. Ο σεισμός της 1.5.1967 και η απρόσεχτη επέμβαση των μαστόρων είχαν κυριολεκτικά “καταστρέψει” την πολύτιμη επιγραφή. Είμαι απαρηγόρητος», εφ. Πρωινός Λόγος (Τρίκαλα, Τρίτη 13-01-2015), σ. 44. 10. Για το ζήτημα της χρονολόγησης πρβλ. και Γρ. Μανόπουλος, «Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα», Τζουμερκιώτικα Χρονικά 14 (2013), 186, ο οποίος δέχεται ως έτος αγιογράφησης του καθολικού της Βύλιζας το 1797. 11. Βλ. Κ. Οικονόμου, Τοπωνυμικό της κοινοτικής περιοχής Ματσουκίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα: Κοινότητα Ματσουκίου - Μοναστηριακή Επιτροπή Ι. Μ. Βύλιζας, 2010, σ. 28. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


168

Δ η μ ή τ ρ ι ο ς Κ . Αγ ο ρ ί τ σ α ς

λέξεις που για το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών θα ήταν ασέβεια και ύβρις να μεταβληθούν». Το πόρισμα από τη διερεύνηση της προέλευσης του ονόματος Βύλιζα, σε συνδυασμό με το παροιμιώδες «Χωριὸ Ματζούκι, Κάστρο Βύλιζα, Καλαρρύταις μαχαλᾶς καὶ Συρράκου πέντε σπίτια», που αναφέρει ο Σπυρίδων Λάμπρος, συντείνουν κατά πολύ στην ύπαρξη ενός πολίσματος της Ύστερης Βυζαντινής περιόδου στον χώρο της σημερινής μονής και στην γύρω περιοχή.12 Πιθανώς ο κτίτορας της μονής Αγάπιος ανανέωσε εκ βάθρων παλαιότερο ναΰδριο, κατά το β΄ μισό του 17ου αι., χρησιμοποιώντας οικοδομικό υλικό από τον εγκαταλειμμένο πλέον οικισμό. Πρόκειται, ασφαλώς, για υποθέσεις, οι οποίες μένει να αποδειχθούν μελλοντικά από την αρχαιολογική έρευνα και σκαπάνη. Στην ευάριθμο μοναστηριακή συλλογή των ελληνικών χειρογράφων της Βύλιζας, από τις σημαντικότερες του ηπειρωτικού χώρου, αναφέρεται η επόμενη εισήγηση του Καθηγητή Βυζαντινής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων κ. Κώστα Ν. Κωνσταντινίδη (σσ. 103-128), ο οποίος παρακολουθεί την τύχη που είχαν τα χειρόγραφα της μονής στα τέλη του 19ου αι., μετά από την επίσκεψη στη μονή του Σπυρίδωνος Λάμπρου, και επιχειρεί να διερευνήσει τον τόπο προέλευσης αλλά και τον τρόπο, με τον οποίο έφθασαν στη μονή οι χειρόγραφοι κώδικες. Για τον λόγο αυτό, ο συγγραφέας μελετά τα ονόματα των κωδικογράφων, όπως και των κατά καιρούς κτητόρων και χρηστών, και αξιοποιεί τα κωδικογραφικά σημειώματα σε κολοφώνες και παρασελίδιες ενθυμήσεις. Μια πρώτη σημαντική διαπίστωση είναι ότι ο αριθμός των μέχρι τώρα γνωστών χειρογράφων της μονής ανέρχεται σε εικοσιπέντε (25), καθώς ο, μικρού σχήματος, χαρτώος κώδικας ΕΒΕ 1907, με την Ἑρμηνεία τῆς ζωγραφικῆς τέχνης, πιθανώς διέφυγε της προσοχής του Λάμπρου και δεν συμπεριελήφθη στον κατάλογό του. Οι δεκατέσσερις κώδικες, που εναπόκεινται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, έχουν περιγραφεί από τον Λίνο Πολίτη.13 Ο κώδικας αρ. 5 του Λάμπρου (σημ. γνωστός ως κώδ. Ματσουκίου) έχει τύχει ήδη τεσσάρων περιγραφών,14 ενώ έχει εξαγγελθεί μία ακόμη από τον Antonio Rigo. Από 12. Βλ. Λάμπρος, «Μονὴ Βυλίζης», ό.π., σ. 353, ο οποίος αναφέρει ότι «πλησίον τῆς μονῆς διακρίνονται ἐφ’ ἱκανῆς ἀποστάσεως τείχη, εἰ καὶ προχείρως διὰ ξηρολιθίας ἐκτισμένα». 13. Λ. Πολίτης-Μαρία Πολίτη, Κατάλογος χειρογράφων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος, ἀρ. 1857-2500, Ἀθῆναι, 1991, σσ. 26-40 (αρ. 1902-1915). 14. Γ. Κ. Γιαννάκης-Γ. Κ. Σαββαντίδης, «Τὸ χειρόγραφο τῆς Βύλιζας στὸ Ματσούκι Ἰωαννίνων», Δωδώνη 12 (1983), 253-261· A. Rigo, Il monaco, la chiesa e la liturgia. I capitoli sulle gerarchie di Gregorio il Sinaita (La mistica cristiana tra Oriente e Occidente 4), Firenze 2005, σσ. xxi-xiv, xxix-xxxiii· Κ. Ν. Κωνσταντινίδης-Γ. Κ. Μαυρομάτης, μὲ τὴ συνεργασία Ἠλ. Χ. Νέσσερη Τὰ Ἑλληνικὰ Χειρόγραφα τῆς πόλεως τῶν Ἰωαννίνων (Κατάλογος Ἔκθεσης), Ἀθήνα, 2009, σσ. 54-58 και πίν. XXV, καθώς και Δ. Κ. Καλούσιος, Τα χειρόγραφα της Βύλιζας, ό.π., σσ. 183-252. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

169

τους παραπάνω κώδικες, οι εννέα χρονολογούνται στον 14ο-15ο αιώνα, οι δε λοιποί προέρχονται από το β΄ μισό του 17ου και τον 18ο αιώνα, περίοδος που συμπίπτει με την ίδρυση της μονής και την μεγάλη της ακμή. Στηριζόμενος στο περιεχόμενο των κωδίκων (αλλά και των σωζόμενων εντύπων) και στα ανορθόγραφα σημειώματα σε ορισμένους από αυτούς, ο Καθ. Κωνσταντινίδης οδηγείται στο εύλογο συμπέρασμα ότι στη μονή λειτούργησε σχολείο ιερών γραμμάτων. Ενδιαφέρον προκαλεί και η παρουσία χειρογράφων (κυρίως του 18ου αι.), τα οποία θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν χρησιμοποιηθεί για τη διδασκαλία της γραμματικής, της ρητορικής και της φιλοσοφίας, στην παροχή δηλαδή εγκυκλίου παιδείας. Αυτό, ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην παρούσα εισήγηση, θα πρέπει να αποκλειστεί προς το παρόν, λόγω της μεγάλης απώλειας χειρογράφων και εντύπων της μονής, αλλά και της παρουσίας σημειωμάτων που αναφέρονται αποκλειστικά στα ιερά γράμματα. Για την προέλευση των παραπάνω βιβλίων, ο συγγραφέας θεωρεί ότι ανήκαν πιθανώς σε κάποιον λόγιο μοναχό, ο οποίος εντάχθηκε στην αδελφότητα της μονής Βύλιζας συναποκομίζοντάς τα από κάποιο άλλο μοναστικό κέντρο, όπως το Άγιον Όρος ή ακόμη και οι μονές της Θεσσαλίας, χωρίς να αποκλείεται και η πλησιόχωρη πόλη των Ιωαννίνων.15 Ορισμένοι μάλιστα από τους κώδικες, όπως οι ΕΒΕ 1911 και ΕΒΕ 1912 (αμφότεροι του 15ου αι.) προήλθαν από την Κωνσταντινούπολη, όπου και εγράφησαν. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται, τέλος (σσ. 113-114), στον κώδικα ΕΒΕ 1905 (Λάμπρος, αρ. 7). Πρόκειται για ένα μεγάλου σχήματος, χαρτώο, πολυτελές, δίστηλο ευαγγελιστάριο (έτ. 1464), που φέρει πλούσιες ερυθρογραφίες και περίτεχνα πρωτογράμματα. Τον κώδικα έγραψε ο πρωτοψάλτης Άρτης Αλέξιος, γνωστός για την βιβλιογραφική του παραγωγή τόσο στην Άρτα όσο και στην Κωνσταντινούπολη, τα έμμετρα σημειώματα του οποίου μεταγράφει εκ νέου ο Καθ. Κωνσταντινίδης. Στην ιδιαίτερη αξία του κώδικα 5 της Βύλιζας (κώδικας Ματσουκίου) και μάλιστα στα σημαντικά θεολογικά κείμενα του 14ου αι. που αυτός διασώζει, επικεντρώνεται η μελέτη του Professore Ordinario του Πανεπιστημίου Ca' Foscari της Βενετίας, κ. Antonio Rigo (σσ. 129-136). Το χειρόγραφο χρονολογείται στον 14ο αιώνα και αποτελεί, εκ πρώτης όψεως, μια συνήθη συλλογή κειμένων ασκητικού περιεχομένου με αποδέκτες μοναχούς και ερημίτες. Μεταξύ των κει15. Αναφέρονται από τον συγγραφέα (σσ. 111-112) οι περιπτώσεις των χειρογράφων αρ. 4 (Λάμπρος), νομοκάνονας του Ματθαίου Βλαστάρη, ο οποίος εγράφη στις 15 Ιουλ. 1640 από τον κωδικογράφο ιερέα Γκίνο, οἰκονόμο της επισκοπής Πωγωνιανής, διὰ συνδρομῆς καὶ ἐξόδου του μητροπολίτη Ιωαννίνων Καλλινίκου, ΕΒΕ 1913 (Λάμπρος, αρ. 22) και ΕΒΕ 1915 (Λάμπρος, αρ. 15). Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


170

Δ η μ ή τ ρ ι ο ς Κ . Αγ ο ρ ί τ σ α ς

μένων περιέχονται, ωστόσο, και μερικά έργα, εντελώς άγνωστα, του Γρηγορίου Σιναΐτη και τα 100 κεφάλαια του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Καλλίστου Α΄.16 Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο κώδικας προέρχεται από μοναστικό milieu προσκείμενο στον Γρηγόριο Σιναΐτη και στον πατριάρχη Κάλλιστο Α΄, πιθανώς στον Άθω, και γράφτηκε στο διάστημα 1365-1370. Ο σημαντικός, για την ησυχαστική πατερική γραμματεία του 14ου αι., κώδικας περιήλθε στη μονή Βύλιζας κατά το α΄ μισό του 18ου αι. ίσως από κάποια άλλη βιβλιοθήκη, της Θεσσαλίας ή της Ηπείρου. Το περιεχόμενο ενός ακόμη χειρογράφου, προερχόμενου από την Ιερά Μονή Βύλιζας, του κώδικα ΕΒΕ 1907, αποτελεί το θέμα της εισήγησης του δρος Βυζαντινής ιστορίας κ. Ηλία Χ. Νέσσερη (σσ. 137-162). Πρόκειται για ένα εγχειρίδιο ζωγραφικής τέχνης, που αντεγράφη από τον μοναχό Εφραίμ για λογαριασμό του διδασκάλου κὺρ Αὐγέρι το 1696 και δωρήθηκε από τον Καλαρρυτινό αγιογράφο Χριστόδουλο Ζούκη στη μονή Βύλιζας το 1815. Στο ίδιο χειρόγραφο παραδίδεται, επίσης, μια, άγνωστη εν πολλοίς, συλλογή επιγραμμάτων. Ο συγγραφέας προβαίνει αρχικά σε σύντομη περιγραφή του κώδικα και στη συνέχεια προχωρεί στην παρουσίαση του περιεχομένου των επιγραμμάτων, τρία από τα οποία ανήκουν σε γνωστούς λογίους του 12ου αιώνα, τον Νικόλαο Καλλικλή, τον Θεόδωρο Πρόδρομο και τον Νικηφόρο Χρυσοβέργη. Ακολούθως παρουσιάζεται το περιεχόμενο δεκαέξι ανωνύμως παραδιδόμενων επιγραμμάτων, των οποίων δίνονται οι αρχοτέλειες και αποκαθίστανται σιωπηλά η ορθογραφία, η σύνταξη και η στίξη. Η πρόδρομη αυτή παρουσίαση προβάλλει ως desideratum την μελλοντική ανίχνευση της σχέσης της ανώνυμης αυτής Ἑρμηνείας ζωγραφικῆς, που παραδίδεται στο χειρόγραφο αυτό, με εκείνη του Διονυσίου εκ Φουρνά (1728-1733) και άλλες υπάρχουσες· τα πορίσματά της αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η επόμενη εισήγηση, του θεολόγου-φιλολόγου και ερευνητή κ. Δημητρίου Γ. Καλούσιου, γέννημα θρέμμα Ματσουκιώτη, έχει ως θέμα της τα σημειώματα και τις ενθυμήσεις των εντύπων βιβλίων της Βύλιζας (σσ. 163-183). Ο συγγραφέας με την γνωστή, από τις έως τώρα δημοσιεύσεις του, μεθοδολογία επεξεργάζεται, οργανώνει και ομαδοποιεί ένα πλήθος πληροφοριών που αντλεί από τα παρασελίδια σημειώματα στα έντυπα της μονής Βύλιζας. Στο πρώτο μέρος της εισήγησής του ο συγγραφέας κατηγοριοποιεί τις παρεχόμενες πληροφορίες όσον αφορά: α΄ στη μονή (ονομασία, αφιέρωση, προσω16. Στον κώδικα Ματσουκίου και στον ελληνικό κώδικα Mosq Synod. 509 (Vladimir 247) του 15ου αι. βασίστηκε η πρόσφατη κριτική έκδοση του συγγραφέα έργων του Γρηγορίου Σιναΐτη. Βλ. A. Rigo, Il monaco, la chiesa e la liturgia. I capitoli sulle gerarchie di Gregorio il Sinaita (La mistica cristiana tra Oriente e Occidente 4), Firenze 2005. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

171

πικό, ηγούμενοι, μοναχοί, δόκιμοι, τεκνοπαίδια, παιδεία, ζώα, τοπωνύμια, μετόχια, αρές και αφορισμοί, διάφορα), β΄ στο χωριό Ματσούκι (ναοί, εφημέριοι, κάτοικοι, διάφορα) και γ΄ σε ποικίλα θέματα. Στο δεύτερο μέρος της εργασίας του, ο κ. Καλούσιος σταχυολογεί κάποια από τα σημειώματα, σημειώνοντας παράλληλα τα έντυπα από τα οποία προέρχονται. Οι αναφερόμενοι τίτλοι είναι ενδεικτικοί του περιεχομένου της βιβλιοθήκης εντύπων της Ιεράς Μονής Βύλιζας. Πρόκειται για έντυπα λειτουργικού κυρίως περιεχομένου, όπως Αγία Γραφή (Βασιλεία, 1545), Ευαγγέλια (Βενετία, 1682, 1799), Μηναία (Βενετία, 1672, 1673, 1680, 1682, 1685, 1731, 1770), Παρακλητική (Βενετία, 1694), Θεοτοκάριο (Βενετία, 1681) και Concordantiae Testamenti Novi (ακέφαλο και κολοβό). Το περιεχόμενο των εντύπων και ο χρόνος έκδοσής τους σχετίζονται άμεσα με τον λειτουργικό κύκλο της Εκκλησίας, στην προκειμένη περίπτωση της μονής, και συμπίπτουν με την περίοδο σύστασης και ακμής της μονής Βύλιζας, στα τέλη του 17ου και στη διάρκεια του 18ου αιώνα. Ασφαλώς, τα παραπάνω δεν αποτελούν το σύνολο των διαθέσιμων εντύπων της μονής, για τα οποία ευελπιστούμε ότι θα υπάρξει σύντομα αναλυτικός κατάλογος. Στην οικτρή κατάσταση που είχε περιέλθει η μονή Βύλιζας, λόγω της φθοροποιού δράσης του χρόνου και της ανθρώπινης άγνοιας, στη διάρκεια του 20ού αιώνα, ιδίως δε μετά τον σεισμό του 1967, αναφέρεται η εισήγηση του κ. Αθανασίου Μακρή (σσ. 185-201). Η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά μετά τον διορισμό της μοναστηριακής επιτροπής το 1981, η οποία με αγάπη για το μοναστήρι της Βύλιζας εργάστηκε συστηματικά και υποδειγματικά, προβαίνοντας στην ανακαίνιση, σταδιακή αποκατάσταση και ανάδειξη της μονής και των κειμηλίων της (εικόνων, εντύπων, του χειρογράφου του Ματσουκίου, κ.ά.). Κορωνίδα αυτών των προσπαθειών όλες αυτές τις δεκαετίες ήταν η διενέργεια της επιστημονικής Ημερίδας για την μονή της Βύλιζας (2 Ιουλ. 2011) και η έκδοση του παρόντος τόμου των Πρακτικών. Η προσπάθεια συντήρησης και ανάδειξης της μονής Βύλιζας προβάλλεται ως επιτυχής στην ανακοίνωση της ιστορικού και Συμβούλου Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς κ. Αφροδίτης Καμαρά (σσ. 209-218). Τη σειρά τον εισηγήσεων ολοκληρώνει αυτή του επίκουρου Καθηγητή Ιστορίας των Πολιτισμών, στο Πανεπιστημίου Πατρών, κ. Χρήστου Δ. Μεράντζα, ο οποίος επιχειρεί μια προσωπική προσέγγιση και ερμηνεία του μνημείου της Βύλιζας ως «Τόπου της Αγιότητας» (σσ. 203-207). Στο επίμετρο του Τόμου συμπεριελήφθησαν η ομιλία της τέως Αναπληρωτού Γενικής Διευθύντριας της ΕΒΕ, κ. Αικατερίνης Κορδούλη, κατά την παράδοση στη μοναστηριακή επιτροπή της Βύλιζας των ψηφιοποιημένων δεκατεσσάρων χειρογράφων της μονής, που εναπόκεινται σήμερα στην Εθνική ΒιβλιοΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


172

Δ η μ ή τ ρ ι ο ς Κ . Αγ ο ρ ί τ σ α ς

θήκη της Ελλάδος, καθώς και την αντιφώνηση του ιερέως του Ματσουκίου, π. Χρήστου Μακρή. Τον τόμο εμπλουτίζουν πλήθος έγχρωμων και ασπρόμαυρων εικόνων (συνολικά 126) και 2 πινάκων, που έπονται των εισηγήσεων, και των οποίων προτάσσεται συγκεντρωτικός κατάλογος στην αρχή του τόμου (σσ. xix-xxiii). Τον ειδικό ερευνητή διευκολύνει, τέλος, ο πίνακας βραχυγραφιών (σ. xvii) και το εκτενές, σύνθετο ευρετήριο προσώπων, τόπων και όρων (σσ. 221-230). Ως προς την επιμέλεια των πρακτικών, δεν διαπιστώθηκαν σοβαρές αβλεψίες, ενώ η πολυετής πείρα των επιμελητών εγγυήθηκε την άρτια οργάνωση της ύλης και την έκδοση ενός προσεγμένου αισθητικά τόμου. Εν κατακλείδι, η παρούσα έκδοση των Πρακτικών συμβάλλει κατά πολύ στη μελέτη του μοναστικού βίου στην Ήπειρο, κατά την όψιμη Τουρκοκρατία, διερευνώντας και προβάλλοντας αρκετές όψεις του βίου ενός, ελάχιστα γνωστού μέχρι πρότινος, μοναστικού κέντρου της Ηπείρου, της Ιεράς Μονής Βύλιζας. Θα ήταν ευχής έργον τοπικοί φορείς, όπως στην προκειμένη περίπτωση η μοναστηριακή επιτροπή της Βύλιζας, να επιδιώξουν σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων την πολύπλευρη μελέτη, διάσωση και προβολή και άλλων μοναστικών κέντρων της Ηπείρου. Πιστεύουμε ότι ο παρών τόμος αποτελεί ένα καλό πρώτο δείγμα μιας τέτοιας προσπάθειας, που αξίζει να βρει μιμητές.

* Ο Δημήτριος Κ. Αγορίτσας είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


173

Νίκος Γ. Μπριασούλης

Δημ. Σ. Παππά: Τζουμερκιώτικα Λαογραφικά τόμ. Γ’, Άρτα 2014

Κ

υκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό το νέο βιβλίο του Δ.Σ.Π., που είναι ο τρίτος κατά σειρά τόμος του περισπούδαστου έργου του. Όπως και οι δύο προηγούμενοι τόμοι, παρουσιάζει κι αυτός πολλά ενδιαφέροντα και πολύ σημαντικά θέματα απ’ την ανεξάντλητη δεξαμενή της τζουμερκιώτικης λαϊκής παράδοσης. Τα μέλη της Ι.Λ.Ε.Τ. και οι αναγνώστες του Δελτίου μας γνωρίζουν πολύ καλά τον συγγραφέα, μιας κι είναι απ’ τους πρώτους που πλαισίωσαν την Εταιρεία μας απ’ το ξεκίνημά της και συνεχίζει να τη στηρίζει αδιάλειπτα καθ’ όλη την υπερδεκαπενταετή πορεία της ως τα σήμερα. Αυτή η στήλη ασχολήθηκε επανειλημμένα με το συγγραφικό έργο του Δ.Σ.Π. και παρουσίασε πρώτα τον Α’ τόμο των «Τζουμερκιώτικων Λαογραφικών» του1 κι ύστερα τον Β’ τόμο2. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να υποστηρίξουμε ότι έχουμε αναφερθεί διεξοδικά και στην προσωπικότητα του συγγραφέα και στη μεγάλη αξία του έργου του. Ανακεφαλαιώνοντας και συμπληρώνοντας σήμερα την αξιολόγησή μας, θα θέλαμε να επαναλάβουμε κι απ’ εδώ πως τέτοιες σοβαρές εργασίες αξίζουν κάθε έπαινο κι έχουν αποσπάσει τη γενική επιδοκιμασία, τόσο από εμάς τους συμπατριώτες του και συναθλητές στη διάσωση της λαϊκής παράδοσης, όσο κι απ’ τους αρμόδιους τοπικούς και πολιτικούς φορείς της ιδιαίτερης πατρίδας μας. Με ιδιαίτερη ευχαρίστηση αλλά και δικαιολογημένη ικανοποίηση διαπιστώνουμε πως, ό,τι παρατηρήσαμε και υπογραμμίσαμε στους δύο προηγούμενους τόμους του εκλεκτού συμπατριώτη μας, επιβεβαιώνεται πανηγυρικά και στο τελευταίο πόνημά του. Γιατί είναι ηλίου φαεινότερο στον προσεχτικό αναγνώστη πως εργάστηκε κι εδώ με ζήλο, επιμέλεια και σοβαρότητα, φέρνοντας σε πέρας μια δύσκολη και απαιτητική καταγραφή και παρουσίαση νέων τομέων και πτυχών της λαϊκής παράδοσης των χωριών μας και φωτίζοντας με αξιέπαινη επάρκεια και ευαισθησία τις ρίζες του λαϊκού μας πολιτισμού και τον ψυχικό κόσμο των απλών ανθρώπων, που έζησαν και δημιούργησαν κάτω από αφάνταστα δύσκολες συνθήκες. Σ’ ό,τι αφορά τα περιεχόμενά του, το έργο τούτο χωρίζεται σε δύο μεγάλα κεφάλαια. Στο πρώτο, που έχει τον τίτλο «Ο κύκλος της ζωής», περιλαμβάνονται οι εξής επιμέρους ενότητες: Α’ «Ο γάμος», Β’ «Η γέννηση», Γ’ «Ο θάνατος». Έχει ενδιαφέρον να δούμε ενδεικτικά μερικά απ’ τα ειδικά θέματα που 1. «Τζουμερκιώτικα Χρονικά», τ. 10/2009, σελ. 197. 2. «Τζουμερκιώτικα Χρονικά», τ. 11/2010, σελ. 209. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


174

Νίκος Μπριασούλης

αναπτύσσονται στην Α’ ενότητα του Γάμου: Προαπαιτούμενα του γάμου, Προετοιμασίες, Αναχώρηση για τη νύφη, Στέφανα, Τα πιστρόφια, Ο σώγαμπρος, Δεύτερος και τρίτος γάμος, Ρωτάν τις μαργαρίτες, Ολίγα για τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, Δυο λόγια «μετά μουσικής». Ανάλογη είναι και η θεματολογία των δύο επόμενων ενοτήτων, «Η γέννηση του παιδιού» και «Ο θάνατος». Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο έχει τον τίτλο «Λατρεία» και, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς, καταπιάνεται με το πολύ σημαντικό θέμα των θρησκευτικών δρωμένων και της επίδρασης που ασκούν στην προσωπική και κοινωνική ζωή κλειστών ορεινών κοινωνιών. Σταχυολογώ παρακάτω μερικούς τίτλους επιμέρους θεμάτων για μια πρώτη ενημέρωση του αναγνώστη: «Οι παπάδες», «Τόποι λατρείας», «Τα βακούφκα», «Ο εκκλησιασμός», «Η μεταλαβιά», «Η λιτανεία», «Ο αφορεσμός», «Εορτολόγια των χωρικών», «Παπαδοδ’λειές», «Τα παγανά», «Οι «Σαϊταναραίοι», «Τα κάλαντα», «Αποκριές», «Τα Λαζαρούδια», «Η Μεγάλη Εβδομάδα», «Ανάσταση στο χωριό». Αυτά και πολλά άλλα θέματα, που θίγει ο συγγραφέας σ’ αυτό το κεφάλαιο, δίνουν μια ολοκληρωμένη εικόνα των εθίμων, της καθημερινής ζωής, των αντιλήψεων και των προκαταλήψεων των απλών ανθρώπων, που, με την επιμελημένη αφήγηση και την παραστατικότητά τους, πείθουν ότι η συλλογή των πληροφοριών και η πετυχημένη παρουσίασή τους έγινε με ιερόν ζήλο, με πίστη και αφοσίωση του συγγραφέα. Αυτό που μου έκανε ξεχωριστή εντύπωση σ’ αυτό το βιβλίο, είναι, πέρα απ’ την επιμελημένη και πολύ φροντισμένη συγκέντρωση του υλικού, η μαεστρία της αφήγησης, που διανθίζεται συχνά με το μοναδικό και ανατρεπτικό χιούμορ τζουμερκιώτικης κοπής, εκείνη η αθώα αλλά ευρηματική παιγνιώδης διάθεση, που δεν είναι μόνο στολίδι της αφήγησης, αλλά είναι βάλσαμο για τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα της ίδιας της ζωής. Σ’ αυτό έχω αναφερθεί και σε προηγούμενα άρθρα μου, με αφορμή το ύφος του Δ.Σ.Π.3, όπου και το παρομοίωσα με την Τρελή Ροδιά, που «σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα». Αυτή η χαρισματική αφήγηση πιστεύω ότι οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας δεν είναι ένας απόμακρος ερευνητής, που «επαγγελματικά» συγκεντρώνει το υλικό, για να ικανοποιήσει μια προσωπική φιλοδοξία, θεμιτή έστω. Είναι ένα ολοζώντανο και ακμαίο μέλος της τοπικής κοινωνίας, που από μικρό παιδί ζει κοντά στους χωριανούς και τους συντοπίτες του, παίρνει μέρος στα έθιμα και τις μεγάλες γιορτές και, όταν βρεθεί σε γλέντι ή πανηγύρι, θα τραγουδήσει και θα χορέψει μαζί τους. Είναι, τέλος, χαρακτηριστικό ότι στο τέλος αυτού του βιβλίου του4 κάνει ει3. «Τζουμερκιώτικα Χρονικά», τ. 10/2009, σελ. 198. 4. Δ.Σ. Παππά, «Τζουμερκιώτικα Λαογραφικά», τόμος Γ’, σελ. 415-419. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

175

δική αναφορά στη σημασία που έχει ο χορός στην ατομική και κοινωνική ζωή του ατόμου και φωτίζει το θέμα με πολύ εύστοχες και πρωτότυπες παρατηρήσεις και ερμηνείες. Και συνεχίζει με μια προσπάθεια να αποκωδικοποιήσει την τέχνη του καλού χορευτή, στην οποία νομίζω ότι απαντά με μεγάλη επιτυχία, δείχνοντας ότι, πέρα απ’ την οξυδέρκεια και την επαρκή γνώση του ερευνητή, διαθέτει ψυχική καλλιέργεια και ευαισθησία.

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


176

Θωμάς Καλοδήμος*

Νίκος Καρατζένης: Η άνοδος των νομάδων των Πραμάντων στις βουνοκορφές της Πίνδου Ιωάννινα 2009, σελίδες 170

Τ

ελευταία διάβασα το Λεύκωμα του φίλου και συναδέλφου Νίκου Καρατζένη «Η άνοδος των νομάδων των Πραμάντων στις βουνοκορφές της Πίνδου» και χάρηκα μια καλή και επιμελημένη έκδοση με αφηγηματικό και εξαιρετικό εικαστικό περιεχόμενο. Συνειρμικά ανασκαλεύτηκαν στη μνήμη μου τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, όταν και εμείς ως Σαρακατσαναίοι νομάδες ανεβαίναμε στα βουνά της Γούρας (Όθρυος) ως τα μέσα του περασμένου αιώνα στην ιδιόκτητη στάνη Δρύστελα από το 1924, γύρω στις σαράντα οικογένειες με 5.000 γιδοπρόβατα και 200 άλογα, χωρίς να υπολογίζουμε τα υπομονετικά και βολικά ονάρια. Δυστυχώς στα δικά μας βουνά έπαψαν από καιρό να βόσκουν γιδοπρόβατα, να βαρούν τα κουδούνια, να χτυπούν τα κυπριά και να διαβαίνουν τα μπινέκια. Έπαψαν, δυστυχώς, να τραγουδούν, να χορεύουν και να παίζουν τη φλογέρα τους στα διάσελα και στα φτερούσια τα Σαρακατσανόπουλα. Γι’ αυτό χάρηκα πολύ και διάβασα με πολύ ενδιαφέρον το Λεύκωμα του φίλου μου Νίκου με τη θαυμάσια παραστατική και ειδυλλιακή αφήγησή του και την εξαιρετική απεικόνιση της νομαδικής ζωής των Τζουμερκιωτών συμπατριωτών του. Ένιωσα ένα ξαλάφρωμα και μια αισιοδοξία, γιατί οι νομάδες της Πίνδου συνεχίζουν ακόμα μια νομαδική κτηνοτροφική ζωή που χάνεται στα βάθη της προϊστορίας και της ιστορίας. Δυστυχώς τα συναισθήματα αυτά διαψεύστηκαν, μετά λύπης μου, όταν διάβασα ότι προπολεμικά τα Πράμαντα είχαν 20.000 γιδοπρόβατα και σήμερα αριθμούν μόνο 3.000! Άραγε βρισκόμαστε και στα Τζουμέρκα στο λυκόφως του νομαδικού βίου; Εδώ ακριβώς έγκειται και η αξιέπαινη συμβολή του Νίκου Καρατζένη, ο οποίος απαθανάτισε με τη γραφίδα του και με το φωτογραφικό του φακό την ποιμενική-νομαδική ζωή των συμπατριωτών του που δεν διαφέρει πολύ από τη νομαδική ζωή των άλλων ποιμενικών ομάδων της πατρίδας μας. Το Λεύκωμά του θα αντέξει στη φθοροποιό δύναμη του πανδαμάτορα χρόνου, γιατί είναι ένα πνευματικό πόνημα με ποιότητα και με μεράκι. Είναι απαύγασμα βιωμάτων και ψυχής που θα καταδαμάσει το χρόνο. Ο Νίκος Καρατζένης, αν και έζησε σαν ένας φιλόλογος γραμματιζούμενος, ποτέ δεν αποκόπηκε από τα παιδικά ποιμενικά βιώματα, που συνεχώς τα ανατροφοδοτούσε με τη συνεχή επαφή του με τους συμπατριώτες του Τζουμερκιώτες νομάδες. Είναι ένας παθιασμένος εραστής του ποιμενικού-νομαδικού βίου και γι’ αυτό δεν τον περιγράφει σαν ένας αποστασιοποιημένος παρατηρητής, αλλά σαν ένας λάτρης που ζει και αγαπάει με όλη του την καρδιά και αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει τις εμπειρίες του και τα συναισθήματά του προς εμάς, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

177

κάνοντάς μας κοινωνούς του εσωτερικού καημού του. Θέλει να ζήσουμε μαζί την περιπετειώδη αλλά ειδυλλιακή ζωή των ποιμένων της Πίνδου. Ο συγγραφέας έχει γερή φιλολογική πένα και πλούσιο συναισθηματικό κόσμο. Η γλώσσα του είναι πλούσια και γλαφυρή και η απεικόνιση σκηνών και γεγονότων του νομαδικού βίου είναι αληθινή και εκφραστική. Ζεις με τη ψευδαίσθηση ότι ακούς τα πρόβατα να βελάζουν, τα σκυλιά να γαβγίζουν, τα αγρίμια να ουρλιόνται, τα άλογα να χλιμιτράνε και οι φλογέρες να παίζουν τους αργόρρυθμους σκοπούς του Πανός. Νιώθεις μια ποιμενική πανδαισία τυπωμένη στο χαρτί. Το θαυμάσιο αυτό Λεύκωμα είναι συνδυασμός δύο βασικών στοιχείων που συνταιριάστηκαν αρμονικά: τών συνεχών και ανατροφοδοτούμενων νομαδικών βιώματων του Νίκου Καρατζένη και του φιλολογικού του ταλέντου. Το πρώτο έδωσε την αφορμή για το ξεχείλισμα της ψυχής και το δεύτερο είναι το εργαλείο για την έκφραση του ψυχικού αυτού μεγαλείου. Η γραφή του Νίκου Καρατζένη δεν είναι απλώς μια συναισθηματική, έκφραση, ένα περιγραφικό αφήγημα˙ είναι ένα ποιμενικό λογοτεχνικό κείμενο που αγγίζει την ψυχή του αναγνώστη και πολύ περισσότερο αυτών που έχουν ανάλογες εμπειρίες που ανήκουν πια στο παρελθόν και τις αναπολούν στα όνειρα και στις ονειροπολήσεις τους. Είναι, τολμώ να πω ανεπιφύλακτα, ο πεζογράφος Κρυστάλλης της ποιμενικής-νομαδικής ζωής της πατρίδας μας. Είναι ο ραψωδός του ποιμενικού νομαδικού βίου όχι μόνο των τραγουδισμένων Τζουμέρκων αλλά όλων των ομάδων της πατρίδας μας (Σαρακατσαναίων, Βλάχων, Αρβανιτόβλαχων, Κουπατσαραίων, Μανταβέληδων και Νομαδιζόντων Χωρικών). Διαβάζοντας το Λεύκωμα του Νίκου Καρατζένη ο καθένας κάτι θα αποκομίσει. Οι νομάδες Τζουμερκιώτες θα αισθανθούν υπερήφανοι, γιατί γέννησαν ένα τέκνο που απαθανάτισε την ποιμενική ζωή τους, οι αστοί θα ξαποστάσουν με τις ειδυλλιακές σκηνές και περιγραφές της νομαδικής ζωής, οι Σαρακατσαναίοι θα θυμηθούν παλιές ένδοξες εποχές και χορταριασμένα λημέρια και θα μελαγχολήσουν και οι δάσκαλοι θα έχουν ένα άριστο εποπτικό μέσο για τη διδασκαλία τους. Ήδη εγώ το δωρίζω στις δύο εγγονούλες μου Ευαγγελία και Βασιλική, για να μυηθούν εξ απαλών ονύχων στη νομαδική ζωή την οποία διέπρεψαν οι πρόγονοί τους Σαρακατσαναίοι. Τελειώνοντας, σφίγγω το χέρι του φίλου μου Νίκου και τον συγχαίρω θερμά για το εξαίρετο Λεύκωμά του και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ασχολήθηκε με την ιστορία του χωριού του, τα Πράμαντα. Η γενική ιστορία της πατρίδας μας μπορεί να έχει αποκατασταθεί, η τοπική ιστορία όμως έχει πολλά κενά, που πρέπει εμείς που ξέρουμε γράμματα να την καταγράψουμε. Εσύ έκανες το καθήκον σου, γι’ αυτό να είσαι υπερήφανος και να έχεις ήσυχη τη συνείδησή σου. * Ο Θ. Καλοδήμος είναι φιλόλογος, συγγραφέας, επίτιμος σχολικός σύμβουλος φιλολόγων Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


178

Κώστας Τραχανάς*

Παναγιώτα Π. Λάμπρη: Ἐν ὀδύναις ποιητική συλλογή, σ. 64, εκδ. Άπειρος χώρα, 2014 «Ὅταν ἀμφισβητεῖς/ ἐπαίσχυντες πράξεις σου,/ πού κάποιους /βαθιά ἔχουν πληγώσει,/ λογάριαζε/ πώς μεγαλύτερος ἐχθρός σου/ εἶναι ὁ ἑαυτός σου.»

Ο

κόσμος που πλάθει η συμπατριώτισσα Παναγιώτα Λάμπρη με λέξεις και εικόνες είναι ιδιαίτερος, προσωπικός και ταυτόχρονα οικουμενικός. Συναισθηματικός, λυρικός αλλά και ρεαλιστικός. Η Παναγιώτα Λάμπρη μοιάζει να βυθίζεται στο σκοτάδι και στην αμφιβολία, να κυνηγάει το ανεκπλήρωτο. Η ποιήτρια στήνει τα σκηνικά της και οργανώνει εικόνες, δίνοντας ενίοτε τον τόπο και τον χρόνο, όπως απαιτεί η σύμβαση της ιστορίας. Συνεκτικό στοιχείο των ποιημάτων της συλλογής είναι η μνήμη, που άλλοτε συντηρεί και λυτρώνει και άλλοτε αποτελεί αφετηρία στοχασμού. Η ποιήτρια δουλεύει προσεκτικά με τις λέξεις, που είναι η πρώτη ύλη της. Αφαιρεί τα περιττά, τις λεπτομέρειες που θολώνουν τα σημαντικά. Με τη δική της ξεχωριστή ματιά απομονώνει πρόσωπα και γεγονότα που τα ακινητοποιεί για να τα φωτίσει πολυπρισματικά. Υπάρχουν πλήθος βιογραφικά στοιχεία στην ποίηση της Παναγιώτας Λάμπρη. Οι βιαστικοί θα έλεγαν πως το σύνολο της ποίησής της είναι αυτοβιογραφικό. Πιστεύω, ωστόσο, πως δεν είναι εξομολογητικό και παραμένει υπαινικτικό από την αρχή ως το τέλος. Η πορεία, η έλλειψη, το κενό της απουσίας, οι αγωνίες, τα όνειρα, οι φόβοι, οι οδύνες, οι πληγές, ο φθόνος, ο πόνος, ο χρόνος, η αισιοδοξία, η αποτυχία, η ματαίωση, η αμφισβήτηση, η απραξία, η προσμονή, η νέμεση, η μεταμέλεια, η μεγαλοσύνη, η μνήμη και η λήθη, η μορφή της μάνας και του πατέρα, το πώς το παρελθόν επιδρά στο παρόν και στο μέλλον, οι άνθρωποι και οι τόποι και ασφαλώς ο θάνατος, είναι μερικά από τα θέματά της. Η ποιητική φωνή της εκτίθεται τολμηρά και απροκάλυπτα. Ποίηση σωματική, με την έννοια της απόλυτης συμμετοχής των αισθήσεων, αλλά και σωματοποίηση του πόνου Η Παναγιώτα Λάμπρη προσβλέπει στη φύση και η φύση κυριαρχεί στο σύνολο της ποιητικής της συλλογής. Στον φυσικό κόσμο προβάλλεται το είδωλο όχι μόνο των ατομικών της παθών αλλά και του κόσμου μέσα στον οποίο ζει, θυμάται και ονειρεύεται ψάχνοντας τις απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν τα θέτει η ίδια και υπάρχουν από πάντα, και στα αινίγματα της ζωής που έζησε και εκείνης που θα ήθελε να ζήσει και δεν έζησε.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

179

Ο χαμηλός και ισορροπημένος τόνος του λόγου, η πρωτοτυπία της σύνθεσης, η ενάργεια της γλώσσας, το προσωπικό σχόλιο αποτελούν τα κυριότερα στοιχεία της ποιητικής της συλλογής. Η Παναγιώτα Λάμπρη ξέρει πώς να προφυλαχτεί από την εκχείλιση της συγκίνησης. Με τον ποιητικό της λόγο επιτρέπει στη φωτιά των αισθημάτων της να καίει μόνο κάτω από την επιφάνεια των λέξεων, αλλά και με τη δύναμη να φτιάχνει χαρακτήρες. Ένα βιβλίο με αίσθηση και συναίσθημα, με λογική και μ’ όνειρο καμωμένο, βήματα μπροστά ως προς τον τρόπο γραφής και τη σύνθεση. «Σέ γέρικου δένδρου ρίζα/ σκεπτικός κάθεται/ ὁ γέρων πατέρας·/ τά πόδια του δέν τόν βαστοῦν·/ οἱ παλμοί τῆς καρδιᾶς του/ βραδεῖς/ προοιωνίζουν τό τέλος·/ τό βλέμμα του,/ χαμένο στήν ἀπεραντοσύνη/ τοῦ ὁρίζοντα,/ κάπου κάπου γυρίζει,/ κοιτᾷ τά μισόγυμνα κλωνάρια/ τοῦ μοναχικοῦ πρίνου/ καί μονολογεῖ./ - Πολλά λιοβόρια ἀντέχουμε/ στῆς νιότης μας τά χρόνια!/ Ὅμως σάν ἔρθει ἡ χειμωνιά/ κι ἀσπρίσουν τά μαλλιά μας,/ ἄγριο δρολάπι ὁ θάνατος/ ὅλα τά ξεριζώνει!/ Ἔνιωσε ὁ πρίνος τόν καημό/ τοῦ γέροντα πατέρα,/ πού μόνος του περίμενε/ τόν μαῦρο καβαλάρη/ καί κούνησε τούς κλώνους του/ πού γερασμένοι ἦταν/ κι ἐννόησε πώς στό τέλος του/ μόνος καί ’κεῖνος θά ’ταν».

* Ο Κ. Τραχανάς είναι συνταξιούχος του Ο.Τ.Ε. και κριτικός λογοτεχνίας

Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


180

Κώστας Μαργώνης

Ηλίας Β. Παπαγεωργίου: Τα παιδιά του ξινόγαλου Διηγήματα, Μυτιλήνη 2015, σσ. 212

Η

παρουσία του γενέθλιου τόπου, ιδιαίτερα του επαρχιακού, είναι γνωστή στον χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας ήδη από τον 18ο αιώνα. Οι ποιητές και οι ηθογράφοι πεζογράφοι της γενιάς του 1880, αξιοποιώντας την ιδιαιτερότητα της υπαίθρου, ανέδειξαν το καθημερινό και το οικείο, την ανθρώπινη συμπεριφορά, τα ήθη και τα έθιμα, τη ντοπιολαλιά. «Το γεγονός αυτό παρατηρούμε και στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία συνδεδεμένο τόσο με την ηθογραφία όσο και με το νατουραλισμό. Πάντως, η αξιοποίηση του χωριού ή του γενέθλιου τόπου υλοποιείται στην ελληνική λογοτεχνία, πέρα από το νατουραλιστικό, και με ρομαντικό-ειδυλλιακό τρόπο. Συνδέεται, βέβαια, αναμφίβολα με την εθνικιστική ιδεολογία που διατρανώνει τη συνέχεια του ελληνισμού»1. Αναμφίβολα, η ανάδειξη της υπαίθρου είναι στενά συνδεδεμένη με την εμφάνιση της επιστήμης της λαογραφίας. Στα ηθογραφικά έργα κυριαρχεί ο τόπος, που «γίνεται για πρώτη φορά ο πρωταγωνιστής της αφήγησης (στη θέση του χρόνου) και η γενέθλια χώρα καθίσταται κείμενο της λογοτεχνίας»2. Η τάση αυτή, της λογοτεχνικής δηλαδή αναβίωσης του γενέθλιου τόπου, διατηρείται αμείωτη και τον 20ο αιώνα. Τα αισθητικά μάλιστα ρεύματα που διαμορφώνουν και τον τρόπο αισθητικής προσέγγισης του γενέθλιου χώρου, όπως ο αισθητισμός, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, ο μοντερνισμός, καθορίζουν το είδος αξιοποίησης του πρωτογενούς υλικού. Οι λόγοι είναι πολλοί: η νοσταλγία για έναν κόσμο που έχει χαθεί ή που χάνεται (ο συγγραφέας έχει έντονη την αίσθηση της απώλειας), η γραφικότητα που ενδυναμώνεται από την αντίθεση ανάμεσα στην απλή ζωή του χωριού και τη σκληρή ζωή της πόλης ή της ξενιτιάς, η βιωματική σχέση με τον χώρο που έχει διαμορφώσει τον ψυχισμό του ανθρώπου, κυρίως κατά την παιδική ηλικία. Όπως γράφει ο G. Bachelard, «Τα παιδικά χρόνια παραμένουν ζωντανά και ποιητικά ωφέλιμα μέσα μας στο επίπεδο της ονειροπόλησης και όχι των πραγματικών γεγονότων. Χάρη σ’ αυτή την αιώνια παιδική ηλικία διατηρούμε την ποίηση του παρελθόντος. Το να κατοικείς ονειρικά στο πατρικό σπίτι είναι περισσότερο από το να κατοικείς με τη θύμηση, σημαίνει πως ζεις μέσα στο χαμένο σπίτι όπως είχες ονειρευτεί μέσα σ’ αυτό»3.

1. Κατσίκη-Γκίβαλου, Άντα, Φιλολογικές διαδρομές Γ’, Αθήνα, Πατάκης, 2007, σ. 134. 2. Καστρινάκη, Αγγ., Η φωνή του γενέθλιου τόπου. Μελέτες για την ελληνική πεζογραφία του 20ου αιώνα, Αθήνα, Πόλις, 1997, σ. 11. 3. Bachelard, G., Η ποιητική του χώρου, Αθήνα, Χατζηνικολή, 41982, σ. 43. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

181

Στα διηγήματα του Ηλία Β. Παπαγεωργίου το «σπίτι» ταυτίζεται με το χωριό του και με γειτονικά χωριά όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Εδώ τα πραγματικά γεγονότα δεν έχουν ξεθωριάσει και είναι αυτά από τα οποία αρδεύεται η «ποίηση» του παρόντος. Τα ορεινά χωριά των Τζουμέρκων της Ηπείρου, στη μετακατοχική περίοδο, συγκροτούν τη βιωμένη πραγματικότητα που αναβιώνει στη συλλογή των διηγημάτων του. Η συλλογή με τίτλο «Τα παιδιά του ξινόγαλου», που παραπέμπει στην πολύσημη σημειολογία του γενέθλιου τόπου, διασώζει και «κυρίως υποδηλώνει μια περίοδο οδυνηρής φτώχιας, συνέπεια της οποίας είναι η αμορφωσιά, η κακία, τα ανθρώπινα πάθη, η κακομοιριά, τα άγρια ήθη και, πολλές φορές, η αναξιοπρέπεια»4. Τα διηγήματα δεν αποσκοπούν μόνο στην καταγραφή με λογοτεχνική χάρη «ορισμένων ηθών και εθίμων μιας περιοχής της Ελλάδας ελάχιστα γνωστής για την εποχή εκείνη (δεκαετία του 1950)5» αλλά και στη διάσωση της ιδιολέκτου της ιδιαίτερης πατρίδας του συγγραφέα, των Τζουμέρκων. Στα διηγήματα της συλλογής την πραγματικότητα των παιδικών χρόνων συνυφαίνουν το φυσικό περιβάλλον και ο κοινωνικός χώρος. Ο ιστορικός χρόνος, αν και είναι διαρκώς παρών, δεν συμμετέχει στα γεγονότα. Εξαίρεση είναι το διήγημα με τον τίτλο «Κατοχικά χρόνια», όπου γίνεται άμεση αναφορά στην τραυματική εμπειρία του Εμφυλίου. Φύση και κοινωνία βρίσκονται σε μια μυστική συνέργεια και διαμορφώνουν τον χώρο του προσωπικού μύθου του συγγραφέα. Οι δύο παράμετροι που συνθέτουν τον κόσμο του είναι το σκληρό ηπειρωτικό τοπίο και η φτωχή κοινωνία των ορεσίβιων κατοίκων του χωριού του. Σε αυτές τις συνθήκες δημιουργείται ο «εμπειρικός εαυτός», το προσωπικό του σύμπαν6. Εδώ η φύση είναι το άχρονο, το τραχύ και το μοναδικό, ενώ η κοινωνία είναι η στέρηση, η μικρότητα και η καταπίεση. Στο διήγημά του «Στεφάνια» διαβάζουμε: «Στεφάνια ονομάζουν στην Ήπειρο τους γκρεμούς. Και έχει πολλούς τέτοιους η Ήπειρος! Σε ηλικία πέντε μόλις χρόνων διάβαινα αυτά τα στεφάνια καβάλα στο σβέρκο του αδερφού μου, του Παντελή, ή του γείτονα και συνομήλικού του, του Γιάννη. Ήταν και οι δυο τους διαβόλοι στο πέρασμα των στεφανιών. Συναγωνίζονταν στο ποιος θα περάσει από το πιο επικίνδυνο σημείο. Και τα κατάφερναν και οι δύο εξίσου καλά! Εγώ όμως τι έφταιγα και υποχρεωνόμουν να κινδυνεύω σε κείνους τους αγριότοπους που μόνο κουκάλογα, 4. Παπαγεωργίου Ηλίας, Τα παιδιά του ξινόγαλου, Μυτιλήνη, 2013, σ. 7. 5. Ό.π., σ. 7. 6. Σύμφωνα με τον αμερικανό ψυχολόγο και φιλόσοφο William James, ο εμπειρικός εαυτός κάποιου «…είναι το σύνολο όλων αυτών που μπορεί να αποκαλέσει δικά του, όχι μόνο το σώμα του και οι ψυχικές δυνάμεις του, αλλά… οι πρόγονοι και οι φίλοι του». Βλ. σχετικά: W. James (1890), The Principles of Psychology, http://900.g1/Pg-Wtg-L3Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


182

Κώστας Μαργώνης

γεράκια κι αετοί βρίσκουν καταφύγιο; […] Τα στεφάνια που καθημερινά περνούσαμε δεν ήταν το ίδιο επικίνδυνα. Ορισμένα ήταν αρκετά ομαλά, τόσο μάλιστα που μου άρεσε να κυλιέμαι, ιδίως μετά τα πρωτοβρόχια, όταν το χώμα είναι αφράτο και μοσχοβολάει χωματίλα. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν ήθελα να με μεταφέρουν στο σβέρκο τους. Αντιθέτως μάλιστα επέμενα να με κατεβάζουν και να κάνω τα δικά μου παιγνίδια και τις δικές μου δοκιμές στο πέρασμα των στεφανιών»7. Σε πρώτο επίπεδο τα διηγήματα του Ηλία Παπαγεωργίου αποτελούν καταγραφή βιωμάτων, μαρτυρίες από μια κοινωνία του παρελθόντος κατά την μεταεμφυλιακή περίοδο. Η παιδική ματιά με την ειλικρίνεια αλλά και τη μαγεία της ηλικίας αποτελεί την αφετηρία της σύνθεσης. Σε δεύτερο επίπεδο η ενάργεια της περιγραφής, η αναλογία διαλόγου και αφήγησης, η φυσικότητα των διαλόγων και η λεπτομερής αναπαράσταση της καθημερινής πραγματικότητας υπηρετούν την ψυχογραφία των προσώπων και την ανασύσταση μιας κοινωνικής ατμόσφαιρας, της κλειστής κοινωνίας των ορεινών χωριών των Τζουμέρκων, με το αξιακό τους σύστημα και τους θεσμούς της. Η ηθογραφία του Ηλία Παπαγεωργίου αποτυπώνει σε μια «σκοτεινή χρονική περίοδο» το μεγαλείο και τη μικρότητα των ορεινών κοινωνιών της Ηπείρου και ταυτόχρονα δίνει έμφαση στην ψυχογραφική εμβάθυνση των προσώπων. Στο διήγημα «Το συνοικέσιο» διαβάζουμε: «Πέρασαν όλοι στο καλό δωμάτιο, τον οντά, όπου ήδη έφεγγε η λάμπα πετρελαίου. Κάθισαν όλοι γύρω από ένα τραπέζι και συζητούσαν γενικότερα θέματα. Ο Πάνος δεν έλεγε πολλά πράγματα, μόνο απαντούσε σε διάφορες ερωτήσεις και πότε πότε έσκυβε το κεφάλι και κάτι έλεγε στον αδερφό του που καθόταν δίπλα του. Ο γερο Βαγγέλης περιεργαζόταν το σπίτι, τον εσωτερικό διάκοσμο και ιδιαίτερα τον γιούκο, τη στοίβα δηλαδή με τα χοντρά ρούχα, όπως βελέτζες, σαΐσματα, φλοκάτες, σεντόνια και κουρελούδες, όλα αυτά απαραίτητα προικιά της νύφης. Η αξία της νύφης κρίνονταν σε μεγάλο βαθμό από το ύψος του γιούκου. Το μάτι του γερο Βαγγέλη φαινόταν ευχαριστημένο, γιατί σε μια στιγμή τον ακούσαμε να λέει με την επιβλητική, καθαρή και δεσποτική του φωνή: - Ε! τι λέτε, δεν είναι ώρα να φανεί η νύφ’; - Γναίκα! φωνάζει ο πατέρας με χοντρή φωνή για να ακούσει η μάνα, φώναξε την κοπέλα να έρθει. Η Ελευθερία, που όλη την ώρα ήταν στην κουζίνα, για να στολιστεί και να ετοιμάσει το κέρασμα, ήταν από ώρα έτοιμη και περίμενε ακριβώς αυτή τη στιγμή. Με ένα δίσκο γεμάτο ποτήρια με ρακί, με φανερό το άγχος και τη νευρικό7. Ό.π., σε. 38, 39. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλιοπαρουσίαση

183

τητα, με βάδισμα κάπως αδέξιο, με ύφος σοβαρό και αγέλαστο, με μαλλιά ξέπλεκα μέχρι τη μέση μπήκε στον οντά»8. Στην εποχή μας, εποχή εγκατάλειψης των γενέθλιων τόπων και άρνησης συχνά της πολιτισμικής μας ταυτότητας, η αναβίωση των «επαρχιακών ηθών» μιας άλλης εποχής μπορεί να συμβάλει σ’ έναν γόνιμο διάλογο παρελθόντοςπαρόντος και στην ανάδειξη στοιχείων ενός τοπικού πολιτισμού που επηρέασε τη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας. Πέραν αυτών, τα διηγήματα του Ηλία Παπαγεωργίου αποσκοπούν στη νοσταλγική επανασύσταση των παιδικών του βιωμάτων σαν «εικόνες του ευτυχισμένου χώρου»9 κυρίως, και συμβάλλουν στην πολυεπίπεδη μελέτη της κοινωνίας των Τζουμέρκων σε μια «σκοτεινή» εποχή. Το λεξιλόγιο μάλιστα της ηπειρωτικής ιδιολέκτου και τα βασικά της γλωσσικά χαρακτηριστικά είναι πολύτιμα εργαλεία για κάθε ερευνητή της γλώσσας και του πολιτισμού μας.

8. Ό.π. σ. 134, 135. 9. Βλ. σχετικά: G. Bachelard, «…τις εικόνες του ευτυχισμένου χώρου […] σκοπεύω να προσδιορίσω την αξία που έχουν για τον άνθρωπο οι χώροι που κατέχει, οι χώροι που υπερασπίζεται μπροστά σε εχθρικές δυνάμεις, οι αγαπημένοι χώροι», ό.π., σ. 25-28. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


Σ Χ Ο Λ Ι Α Γ Ι Α ΤΑ « Τ Ζ Ο Υ Μ Ε Ρ Κ Ι Ω Τ Ι Κ Α Χ Ρ Ο Ν Ι Κ Α » Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Σπουδαία έκδοση για τα ονομαστά Τζουμέρκα ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ Τεύχος 15ο, Ιούνιος 2014, σελ. 237

Κ

υκλοφόρησε στην ώρα της η ετήσια έκδοση ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμερκών. Η ΙΛΕΤ (1998)«είναι ένας μη κερδοσκοπικός επιστημονικός και πνευματικός φορέας που έχει ως σκοπό την διάσωση, τη μελέτη και την ανάδειξη του τοπικού πολιτισμού των Τζουμέρκων«, και το Δελτίο της αποτελεί κορυφαία εκδήλωση της εν λόγω αξιόλογης προσπάθειάς της. Οι 20 ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες μελέτες συμπεριλαμβάνονται σε 7 ενότητες [...] Πλούσια, πράγματι, και ενδιαφέρουσα η δραστηριότητα της ΙΛΕΤ σε πολλούς και αξιόλογους τομείς:1)Συμμετοχή στις εκδηλώσεις της Τζιούρτζιας (Αγίας Παρασκευής) Ασπροποτάμου (Τρικάλων)στην ημερίδα της ΦΑΤΑ (Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος Τζούρτζιας Αθαμανίας) για τα 120 χρόνια δραστηριότητάς της, καθώς και την αδελφοποίηση Ματσουκίου-Τζιούρτζιας (27-28 Ιουλίου 2013). 2)Συμμετοχή σε επιστημονική ημερίδα στο Ματσούκι (11 Οκτ. 2013),«Έρευνα, προβολή και διαχείριση του πολιτισμού των μικρών τόπων», από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. 3)Διοργάνωση επιστημονικής Ημερίδας στο Βουργαρέλι(10 Αυγ. 2013),»Αρχαιολογικές επεμβάσεις και έρευνες στην περιοχή της αρχαίας Αθαμανίας και του Βυζαντινού Τζουμέρνικου». 4)Τοπικές συνελεύσεις της ΙΛΕΤ στην Άρτα και τα Γιάννινα, άλλες εκδηλώσεις στη Θεσσαλονίκη κ.λπ. Τα έτη 2012 και 2013 η ΙΛΕΤ εξέδωσε τις δραστηριότητές της σε ξεχωριστό φυλλάδιο«Το χρονικό της ΙΛΕΤ», το οποίο τώρα ενσωματώνεται πάλι, και καλώς, στο Δελτίο των Τζουμερκιώτικων Χρονικών. Όλα τα άρθρα αξιόλογα και ενδιαφέροντα. Στάθηκα, πάλι, ξεχωριστά σ’ εκείνα που εμπίπτουν στα άμεσα ενδιαφέροντά μου: Στις 25 Μαρτίου 2014, επιστρέφοντας από το προσκύνημα της Βύλιζας του Ματσουκίου, παρατήρησα, για πρώτη φορά, ένα υψηλό γλυπτό στον τόπο του φοβερού αυτοκινητιστικού δυστυχήματος της 22.12.1958 στον Κέδρο του Πετροβουνίου. Τώρα παίρνω την απάντηση στην απορία μου, τι είναι, τι συμβολίζει. Θυμίζει λοιπόν την Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


186

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

θυσία αυτών των ανθρώπων. Πρόκειται για ένα συμπιεσμένο αυτοκίνητο που μεταμορφώνεται σε έναν άγγελο, σε έναν σταυρό ή σε έναν χάρο, αναφέρει ο Θεόδωρος Παπαγιάννης, εξηγώντας το σκεπτικό της δημιουργίας του γλυπτού. Αυτά και άλλα σχετικά με το οδικό δίκτυο του Πετροβουνίου μας αναφέρει ο Αλ. Γκορτζής στην ενδιαφέρουσα μελέτη του. Ενδιαφέρουσες και οι πληροφορίες του για την ονομαστή γέφυρα του Παπαστάθη στον Άραχθο, που εξυπηρέτησε για πολλά χρόνια την ευρύτερη περιοχή, η κτίση της οποίας σχετίζεται με την Μονή της Βύλιζας στο Ματσούκι. Πάντοτε τραβούσαν την προσοχή τα δύο γειτονικά χωριά του Ματσουκίου, Καλαρρύτες και Συρράκο, τρία βλαχοχώρια στη σειρά. Μελετώντας τα του Ματσουκίου πολλές φορές έβγαιναν μπροστά μου και τα άλλα δύο βλαχοχώρια, τα οποία έχω επισκεφθεί αρκετές φορές. Έτσι τα μάτια μου έπεσαν αμέσως στο άρθρο του συναδέλφου Μ.Μαγκλάρα για τις πτυχές της καθημερινής ζωής στο Συρράκο. O επιμελής αρχιτέκτονας Βασ. Κασκάνης μάς παρουσιάζει, ιστορικά και αρχιτεκτονικά, το οδοιπορικό του για τις αξιόλογες βρύσες των Καλαρρυτών, δεν είναι και λίγες, 25 στον αριθμό. Καιρός, τώρα, ο αγαπητός μας Βασίλης να ασχοληθεί και με τις βρύσες του Ματσουκίου, χωριό τόσο γνώριμο και αγαπητό. Ο Ασπροπόταμος (των Τρικάλων) είναι μία πανέμορφη και ιστορική περιοχή, γεμάτη θρύλους και αναμνήσεις. Συνέζησα την περιπέτεια με τους λύκους στα Κούτσουρα, ένα κείμενο γραμμένο με πολλή χάρη,«ποιμενικά», από τον γνωστότατο Νικόλαο Καρατζένη, τον άνθρωπο των βουνών και της στάνης. Πολλά, λοιπόν, ποικίλα και πάντοτε ενδιαφέροντα τα θέματα και στα παρόντα ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ. Δίκαια δόθηκαν και τα βραβεία (από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών και την Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος). Ο εφευρετικός και ακούραστος Κώστας Μαργώνης, ο ζηλωτής πρόεδρος της ΙΛΕΤ, τονίζει: "Αντικείμενο μελέτης και έρευνας της ΙΛΕΤ είναι οι διάφορες εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού και η τοπική ιστορία… Σαν ζωντανά κύτταρα της κοινωνίας και ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι που ζούμε τον παλμό της εποχής μας, θα μοχθήσουμε για το παρόν και μέλλον του τόπου μας… Το έργο της μελέτης και ανάδειξης του λαϊκού πολιτισμού θα προχωρήσει κανονικά». Ζητείται συνεργασία αλλά και κατάθεση προτάσεων. Τα έχετε και τα δύο.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


187

Γιώργος Κ. Χατζόπουλος*

Έφηβοι πια τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά

Μ

ε ανείπωτη χαρά αποδέχομαι κάθε χρόνο το νέο τεύχος των Τζουμερκιώτικων Χρονικών, το οποίο μου αποστέλλει με πολλή αγάπη ο καλός συνάδελφος και φίλος Νίκος Μπριασούλης. Ομολογώ ότι αγωνιώ μήπως αυτή η τόσο πολύτιμη για την πνευματική μας κίνηση, ιδιαίτερα, όταν αναφέρεται στη ζωογόνα και μυρίπνοη επαρχία, εκμετρήσει το βίο της. Έκλεισαν ήδη δεκαπέντε χρόνια από τότε, που τα ΤΖ.ΧΡ. είδαν το φως της γέννησης. Κι αν αντέχουν, παρά τις θλιβερές οικονομικές συγκυρίες, που καλύπτουν με σύννεφα πικρίας και απογοήτευσης τις ψυχές των Ελλήνων, οφείλεται στην αγάπη ανθρώπων εμφορούμενων από ασίγαστο έρωτα για τη γενέθλια γη τους. Τα ΤΖ.ΧΡ., στητά και ολόρθα, διανύουν ακάθεκτα την εφηβεία τους προς χαρά όλων εκείνων που αγαπούν με πάθος την αναστήλωση της γόνιμης και δημιουργικής μας παράδοσης. Είναι όντως άθλος το να περισώσεις από το βωμό του αδηφάγου χρόνου, που σύρεται πίσω από το άρμα της υλοκρατίας, κάτι που εκφράζει την ψυχή σου λαγαρή και σφριγώσα. Ιδού και πάλιν ολόδροσο και πλούσιο σε περιεχόμενο το 15ο τεύχος. Με νέους ιερουργούς, αντάμα με το προζύμι των παλιών, επιζητεί έντονα και δικαιωματικά μέρος από το χρόνο μας χαρίζοντας ψυχωφέλεια και ανάταση ελληνικότητας. Όπως πάντα, για χάρη του αναγνώστη αλλά και του ερευνητή, διαρθρώνεται σε ενότητες: Λαογραφικά, Τοπικό Γλωσσικό Ιδίωμα, Ιστορικά, ΤέχνηΠαράδοση-Πολιτισμός, Λαϊκή Αρχιτεκτονική, Ορεινοί Οικισμοί και Φυσικό Περιβάλλον, Πορτρέτα Διαλαμψάντων Τζουμερκιωτών, Βιβλιο- παρουσίαση, Σχόλια για τα «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» (θα ήταν παράλειψη, αν έλειπαν: την διακονίαν σου πληροφόρησον) και ΧΡΟΝΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ (Ι.Λ.Ε.Τ.). Εδώ δυο φορές την διακονίαν σου πληροφόρησον. Ενότητες, που ξεδιπλώνονται σε 237 σελίδες, επιμελημένες άριστα και θωρακισμένες από κάθε μικροψυχία. Γι’ αυτό και πρέπουν συγχαρητήρια πολλά στους μογήσαντες, που, πέραν του υλικού άρτου, μεριμνούν και για τον επίλεκτο πνευματικό άρτο, προσφέροντάς τον απλόχερα. Ειλικρινά με γοητεύει αυτή η αναστήλωση της ζωής στην εύανδρη Ήπειρο, που, αν και πολλές φορές πέρασε μέσα από τη φωτιά και το σίδερο, εξακολουθεί να διασχίζει ακμαία το σύγχρονο πεζό τρόπο της ζωής, που οδηγεί στο ξέκομμα από τη ζωογόνα μας παράδοση, η οποία μας τροφοδοτεί με δυνάμεις αισιοδοξίας και αποφυγής της αφομοίωσης. Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


188

Έφηβοι πια τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά

Μολονότι δεν γνωρίζω προσωπικά σκληρούς μαχητές των ΤΖ. ΧΡ., όμως διαπιστώνω ότι με την ψυχή λαγαρή μοχθούν στο κακοτράχαλο μετερίζι της προσφοράς πνευματικής τροφής. Γι’ αυτό έχω χρέος να τους συγχαρώ ολοκάρδια και να τους ευχηθώ υγεία και δύναμη στην πορεία τους προς τον Γολγοθά του κόπου και του μόχθου για να μην πάψει να μας φωτίζει ο ήλιος του χρέους προς τη φύτρα μας, που πολλοί την πολεμούν για να την αφυδατώσουν. Πλανώνται όμως. Τα όνειρα της θερινής νυκτός είναι σκιές αραχνοΰφαντες, που εύκολα διαλύονται. Πορευθείτε, καλοί μου φίλοι, τον αγώνα τον καλό, τον αγώνα του χρέους και εξακολουθήστε να έχετε ορθάνοιχτα τα μάτια και στηλωμένα τα αυτιά. Να είσθε βέβαιοι ότι ο μισθός σας θα είναι πολύς στον Παρνασσό του πνεύματος.

* Ο Γιώργος Κ. Χατζόπουλος είναι τ. Λυκειάρχης

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΕΠΙΜΕΤΡΟ Αθανάσιος Γ. Μπαζούκας* Κώστας Μαργώνης

Χρονικό από τη ζωή και τη δράση της Εταιρείας Γενική Συνέλευση της ΙΛΕΤ στο Βουργαρέλι Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, έχοντας συμπληρώσει 16 χρόνια συνεχούς παρουσίας και δράσης, πραγματοποίησε στις 3 Αυγούστου 2014 την Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση των μελών της, στο Αμφιθέατρο του Δημαρχείου Κεντρικών Τζουμέρκων, στο Βουργαρέλι. Το Διοικητικό Συμβούλιο ενημέρωσε τα μέλη και τους φίλους της Εταιρείας για τις δραστηριότητες και το έργο της. Έγινε αναφορά στην ενεργό συμμετοχή των μελών του Δ.Σ. στις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν το καλοκαίρι στα Τζουμέρκα, όπως στην ημερίδα την αφιερωμένη στον καθηγητή Χρ. Λαμπράκη, στη συνδιάσκεψη των Πολιτιστικών Συλλόγων του πρώην Δήμου Αγνάντων, στο Αράχθειο Θέατρο Σκούπας, στην ημερίδα που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων στο Ματσούκι με θέμα «Έρευνα, προβολή και διαχείριση του πολιτισμού των μικρών τόπων. Το παράδειγμα του ορεινού πολιτισμού των Τζουμέρκων», σε παρουσιάσεις βιβλίων στην Άρτα, στα Ιωάννινα, στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στη Συνέλευση της Ομοσπονδίας Αδελφοτήτων Τζουμέρκων στην Αθήνα και στην πολύπλευρη συνεργασία με τους πολιτιστικούς φορείς των Τζουμέρκων και την Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος. Ιδιαίτερα τονίστηκε η προσπάθεια για τη συνεχή βελτίωση της έκδοσης του Δελτίου «Τζουμερκιώτικα Χρονικά», ο ρόλος και η σημασία των Ομάδων Έρευνας στη συλλογή, καταγραφή και διάσωση της λαογραφικής παράδοσης των Τζουμέρκων. Ακολούθησε γόνιμη συζήτηση με εύστοχες παρατηρήσεις και ουσιαστικές προτάσεις. Η Γενική Συνέλευση ολοκληρώθηκε με την έγκριση του Διοικητικού και Οικονομικού Απολογισμού-Προϋπολογισμού καθώς και του Προγραμματισμού των δραστηριοτήτων της Ι.Λ.Ε.Τ.

Η

Έκθεση φωτογραφίας του Ν. Μανούση στο Βουργαρέλι Από τις 20 Ιουλίου 2014 έως το τέλος Αυγούστου λειτούργησε με επιτυχία η έκθεση φωτογραφιών του Ν. Μανούση στο Βουργαρέλι. Ο ερασιτέχνης φωτογράφος παρουσίασε 64 φωτογραφίες του με τον τίτλο «Με το βλέμμα της καθημερινότητας». Η συμμετοχή της Ι.Λ.Ε.Τ. στην έκθεση φωτογραφίας συνέβαλε Έ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


190

Επίμετρο

στη στήριξη ενός ανθρώπου που αγαπάει την περιοχή και στην ανάδειξη όψεων της σύγχρονης πραγματικότητας των Τζουμέρκων. Ημερίδα: «Πολιτισμός και ανάπτυξη των Τζουμέρκων» Το Σάββατο 2 Αυγούστου 2014, στην Άγναντα των Τζουμέρκων, πραγματοποιήθηκε ημερίδα με θέμα τον «πολιτισμό και την ανάπτυξη των Τζουμέρκων». Διοργανωτές της ημερίδας ήταν η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων, η Ομοσπονδία Αδελφοτήτων Τζουμέρκων, η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος και οι Δήμοι Κεντρικών και Βόρειων Τζουμέρκων. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, η ημερίδα ήταν χωρισμένη σε τρία μέρη. Το πρώτο, εκτός από τις καθιερωμένες προσφωνήσεις και τους χαιρετισμούς, περιλάμβανε τις κύριες εισηγήσεις. Ο κ. Σωτήρης Κολιούσης, Α’ Αντιπρόεδρος της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος, αναφέρθηκε στους απόδημους Ηπειρώτες και στο ρόλο των φορέων της αποδημίας, με κορυφαία την Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία, στην ανάπτυξη και τον πολιτισμό της Ηπείρου. Ο κ. Νίκος Μπριασούλης, επίτιμος Πρόεδρος της ΙΛΕΤ, ανέλυσε διεξοδικά τις μορφές και τη σημασία της πολιτιστικής δράσης στα Τζουμέρκα και παρουσίασε σε αδρές γραμμές το έργο της Εταιρείας κατά τη δεκαπενταετή παρουσία της. Ο κ. Χρήστος Λαναράς, Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Αδελφοτήτων Τζουμέρκων, παρουσίασε στο κοινό τις δραστηριότητες της Ομοσπονδίας και τις καίριες παρεμβάσεις της σε ζητήματα που αφορούν τα Τζουμέρκα. Τέλος, ο κ. Νίκος Γιαννούλης, Φυσικός Περιβαλλοντολόγος PhD, MSc, αναφέρθηκε στην «Ανάπτυξη» ως πραγματικότητα και στην «Ανάπτυξη» ως ουτοπία, στις ποικίλες παραμέτρους της ανάπτυξης και στο τι θα μπορούσε να έχει νόημα για την περιοχή των Τζουμέρκων. Στο δεύτερο μέρος του προγράμματος έγιναν ουσιαστικές παρεμβάσεις από εκπροσώπους φορέων και τοπικών πολιτιστικών συλλόγων. Άλλωστε, κατά τον σχεδιασμό της ημερίδας, είχε προβλεφθεί ικανός χρόνος για εξάλεπτες παρεμβάσεις από τοπικούς φορείς. Διατυπώθηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις για τη βελτίωση του οδικού δικτύου, τη διοργάνωση αγώνων βουνού που περιλαμβάνουν το ορεινό τρέξιμο και την ψηφιοποίηση των μονοπατιών στο πλαίσιο ανάπτυξης του ορεινού όγκου των Τζουμέρκων, την ανάληψη πρωτοβουλιών για την επιφανειακή αρχαιολογική έρευνα σε αρχαιολογικούς χώρους, την ίδρυση γραφείων αγροτικής και κτηνοτροφικής ανάπτυξης με την ενθάρρυνση των Δήμων των Τζουμέρκων, την εμπειρία από τον «Άθλο Τζουμέρκων», την αποτροπή δημιουργίας νέου υδροηλεκτρικού φράγματος στον Άραχθο κ.ά. Το τρίτο μέρος της ημερίδας ήταν αφιερωμένο στο διάλογο με τους παρισταμένους, με το κοινό. Οι θέσεις και οι αντιθέσεις που διατυπώθηκαν για τα θέματα που έθεσε επί τάπητος η ημερίδα, κυρίως οι εισηγητές, ανέδειξαν το μέΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Επίμετρο

191

γεθος, τη φύση και την ιδιαιτερότητα των προβλημάτων της ορεινής περιοχής των Τζουμέρκων, στην περίοδο της οικονομικής μάλιστα κρίσης. Χωρίς αμφιβολία η πραγματοποίηση της ημερίδας στην Άγναντα, μια πρόταση της ΙΛΕΤ που βρήκε απήχηση στην Ομοσπονδία και στην Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος, είναι η αφετηρία μιας μακράς αλλά, ελπίζουμε, μιας αποτελεσματικής προσπάθειας. Η συνεργασία και η έντονη δράση όλων των τζουμερκιώτικων φορέων θα έχουν θετικά αποτελέσματα για την περιοχή. Η αθρόα συμμετοχή μάλιστα των κατοίκων και των τοπικών φορέων αφενός αποδεικνύει την αναγκαιότητα παρόμοιων εκδηλώσεων και αφετέρου υπαγορεύει τον συντονισμό των ενεργειών όλων όσοι ενδιαφέρονται για την πρόοδο των Τζουμερκιωτών και την ανάπτυξη που απαιτεί η περιοχή μας. Ομάδες Έρευνας Στο Πνευματικό Κέντρο Κτιστάδων, την 1η Αυγούστου 2014, πραγματοποιήθηκε η Ε΄ Ειδική Σύσκεψη (Συνάντηση) των Υπευθύνων και των Μελών των Ομάδων Έρευνας (Ο.Ε.) της Εταιρείας. Η συγκρότηση και δραστηριοποίηση των ομάδων αυτών, που άρχισε το 2008,μπορεί να χαρακτηριστεί μια από τις πιο σημαντικές και ουσιαστικές πρωτοβουλίες της Ι.Λ.Ε.Τ.. Η ενημέρωση και η συζήτηση που ακολούθησε έδειξαν πως η πορεία του καταγραφικού έργου είναι ικανοποιητική και απομένει να κινητοποιηθούμε όλοι στα χωριά των Τζουμέρκων, για να ολοκληρωθεί το συντομότερο και να αρχίσει η αξιολόγηση και η επεξεργασία του υλικού που συγκεντρώθηκε από Επιστημονική Επιτροπή. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να τιμήσει με ένα δίπλωμα όλους όσοι στελέχωσαν τις Ομάδες Έρευνας, όσους μόχθησαν και ανταποκρίθηκαν στην πρόταση αυτή. Η βράβευση θα γίνει το καλοκαίρι του 2015. Έχουμε χρέος όλοι να εντείνουμε την προσπάθειά μας και να καταγράψουμε ό,τι σώζει η μνήμη από τον προφορικό πολιτισμό και την παράδοση των Τζουμέρκων. Λειτουργία του Λαογραφικού Μουσείου Τζουμέρκων Για δεύτερη χρονιά, από 14 Ιουλίου έως και 14 Σεπτεμβρίου 2014, τις λειτουργικές ανάγκες του Λαογραφικού Μουσείου Τζουμέρκων (Άγναντα) τις κάλυψε η υπάλληλος του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων, Περιστερίου και χαράδρας Αράχθου, κα Κων/να Χούμη. Οφείλουμε να εκφράσουμε και δημόσια τις ευχαριστίες μας προς τον Πρόεδρο του Φορέα, τον κο Χρ. Χασάνη, προς το Διοικητικό Συμβούλιο, αλλά και προς την προαναφερόμενη υπάλληλο. Η κα Κωνσταντίνα Χούμη, μέλος του Δ.Σ. της Ι.Λ.Ε.Τ., από το 2009 μέχρι σήμερα, εκπροσωπεί τις περιβαλλοντικές και πολιτιστικές οργανώσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα Διαχείρισης. Η τοποθέτησή της δεν δίνει απλώς λύση στο πρόβλημα της λειτουργίας του Μουσείου. Μας δίνει επιΈ τ ο ς 1 6 ο - Τε ύ χ ο ς 1 6 - Κ α λ ο κ α ί ρ ι 2 0 1 5


192

Επίμετρο

πλέον τη δυνατότητα να αξιολογήσουμε τον τρόπο λειτουργίας του, την επισκεψιμότητα για παράδειγμα, που κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αυξήθηκε στους 300 επισκέπτες από ολόκληρη την Ελλάδα και το Εξωτερικό, και να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για το μέλλον. Να σημειωθεί ότι το 2014 δέχθηκε περί τους 800 επισκέπτες. Το Λαογραφικό Μουσείο Τζουμέρκων, με τα εκθέματά του, καθοδηγεί τον επισκέπτη σε μια ευχάριστη και άμεση γνωριμία, χωρίς παραποίηση ή ωραιοποίηση, με την τοπική ιστορία, τον ιδιαίτερο πολιτισμό, την καθημερινή ζωή και τις ποικίλες παραδόσεις της περιοχής. Στη μόνιμη έκθεσή του περιλαμβάνει περίπου 500 αντικείμενα που τοποθετούνται χρονολογικά στον 19ο και 20ό αιώνα. Πρόκειται για αντιπροσωπευτικά δείγματα του τζουμερκιώτικου πολιτισμού σε όλες τις εκφάνσεις του, όπως αυτός διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του προβιομηχανικού τρόπου ζωής και παραγωγής. Κλείνοντας, πρέπει να επισημάνουμε ότι τα εκθέματα του Μουσείου έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης από ερευνητές, φοιτητές και μεταπτυχιακούς φοιτητές της Λαογραφίας, ορισμένοι εκ των οποίων έχουν ήδη εκπονήσει σχετικές εργασίες.

* Ο Αθανάσιος Γ. Μπαζούκας είναι δασολόγος-ΕΔΔΕ, Α΄ αντιπρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Διοικητικό Συμβούλιο της Ι.Λ.Ε.Τ. Μαργώνης Κωνσταντίνος, Πρόεδρος Μπαζούκας Αθανάσιος, Αντιπρόεδρος (Τομέας Ηπείρου) Σμύρης Παύλος, Αντιπρόεδρος (Τομέας Β. Ελλάδας) Βήχας Κωνσταντίνος, Γενικός Γραμματέας Γκουβά Μαρία, Οργανωτικός Γραμματέας Καραγιάννης Ναπολέων, Ταμίας Καρατζένης Νικόλαος, Έφορος Χούμη Κωνσταντίνα, Υπεύθυνη Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων Παππάς Στ. Δημήτριος, Σύμβουλος


ΤΟ 16Ο ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ

ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΗ Μ. ΣΠΥΡΟΥ Α.Ε. ΚΑΙ ΔΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΙΑΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΣΕ ΧΑΡΤΙ ΣΑΜΟΥΑ 100 ΓΡ., ΣΕ 800 ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 2015 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ & ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΣΧΕΔΙΑΣΑΝ ΟΙ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΕΔΟΣΕΙΣ "Πέτρα"


Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2015  

Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2015

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you