Issuu on Google+


Τζουμερκιώτικα

ΧΡΟΝΙΚΑ

Δελτίο της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων

14ο

Τε ύ χ ο ς Ιούνιος 2013

Η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων είναι ένας μη κερδοσκοπικός επιστημονικός και πνευματικός φορέας που έχει ως σκοπό τη διάσωση, τη μελέτη και την ανάδειξη του ιδιόμορφου πολιτισμού των Τζουμερκιωτών. Η Ι.Λ.Ε.Τ. ιδρύθηκε το 1998 από αποφοίτους του Γυμνασίου Αγνάντων Άρτας. Διοικητικό Συμβούλιο Μαργώνης Κωνσταντίνος, Πρόεδρος Μπαζούκας Αθανάσιος, Αντιπρόεδρος (Τομέας Ηπείρου) Καραγιάννης Ναπολέων, Αντιπρόεδρος (Τομέας Β. Ελλάδας) Τριάντου Όλγα, Γενική Γραμματέας Σφώρος Νικόλαος, Οργανωτικός Γραμματέας Πατσούρας Αθανάσιος, Ταμίας Καρατζένης Νικόλαος, Έφορος Φλωράκης Βασίλειος, Υπεύθυνος Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων Μακρής Αθανάσιος, Μέλος


Συντακτική Επιροπή Αυδίκος Ευάγγελος, Καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Παππάς Θεόδωρος, Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας του Ιονίου Πανεπιστημίου Βρέλλη Μαρίνα, Αν. Καθηγήτρια Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιαννάκης Γεώργιος, π. Αν. Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Καρατζένης Νικόλαος, Φιλόλογος-Λαογράφος Μαργώνης Κωνσταντίνος, Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας Μπριασούλης Νίκος, Φιλόλογος-Συγγραφέας ΕΞΩΦΥΛΛΟ: Ιωάννα Γ. Γιαννάκη, Αρχιτέκτων ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: Μάνθος Σκαργιώτης Φιλόλογος-Συγγραφέας © ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ 470 43, Άγναντα Άρτας URL: http:// www. ilet.gr Τηλ.: 210.3826232, 26510.32996, 2310.438889

ISSN: 1790-4153

Εκδοτική Παραγωγή: Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα» Οικονόμου 32, 106 83, Αθήνα. Τηλ.: 210 8233830, Fax: 210 8238468 E mail: ekdoseispetra@hotmail.com


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος : Ι.Λ.Ε.Τ και Τζουμέρκα...........................................................σελ.11 Κώστας Μαργώνης : Υπερβαίνοντας τα εσκαμμένα.....................................................σελ.13 ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ Δημήτριος Ελ. Ράπτης : Λαϊκή κοσμοθεωρία και παροιμιακός λόγος των Τζουμερκιωτών. Χειρόγραφη καταγραφή παροιμιών του Χρήστου Αντωνίου από το Βουργαρέλι...............................................................................σελ. 17 Μανόλης Μαγκλάρας : Τα Συρρακιώτικα τσελιγκάτα.................................................σελ. 33 Νίκος B. Καρατζένης : Τζουμερκιώτες, Αιτωλοί και Ακαρνάνες στη διαδρομή των χρόνων .. ..........................................................................................................................................σελ. 40 Δημήτριος Παππάς : Από τα παλιόφρουτα του χωριού................................................σελ. 48 ΤΟΠΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ Παναγιώτα Π. Λάμπρη : Επώνυμα των κατοίκων της Ροδαυγής Άρτας.....................σελ. 53 Λαμπρινή Αρ. Στάμου : Τι χαλιεύ'ς αυτού;....................................................................σελ. 78 Δημήτρης Γ. Πεταλάς : Σχωρέτσανα-Σκορτσινού...........................................................σελ. 86 ΙΣΤΟΡΙΚΑ Γεώργιος Ν. Γιαννάκης : Ξένος περιηγητής στα Τζουμέρκα........................................σελ. 87 Δημήτριος Γ. Καλούσιος : Γράμματα των στρατιωτών του Ματσουκίου από τον πόλεμο 1940-1941...........................................................................σελ. 95 Αλέξανδρος Ε. Γκορτζής : Απροσδόκητη συμφορά στα Τζουμέρκα..........................σελ. 112 Αθανάσιος Γ. Μπαζούκας : Ανθρωπογενή στοιχεία στην Άγναντα προπολεμικά....σελ. 131 Δημήτρης Βλαχοπάνος : Ο βομβαρδισμός του Βουργαρελίου...................................σελ. 134


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ Βαγγέλης Τζούκας : Μία εκδήλωση τιμής και μνήμης για την Εθνική Αντίσταση...σελ. 140 Βασιλική Λάζου : Αντίποινα των δυνάμεων Κατοχής στην Ελλάδα (1941-1944).....σελ. 141 Γιάννης Σκαλιδάκης : Οι πολιτικές εξελίξεις στις αρχές του 1944 για το ζήτημα δημιουργίας «Εθνικής Κυβερνήσεως» και η Συμφωνία της Πλάκας...........σελ. 148 Βαγγέλης Τζούκας : Στην άκρη της γέφυρας: Η Εθνική Αντίσταση και η Συμφωνία της Πλάκας.......................................................................................σελ. 159 ΤΕΧΝΗ-ΠΑΡΑΔΟΣΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Νίκος Μπριασούλης : Θέατρο στα Τζουμέρκα: Απίστευτο κι όμως αληθινό............σελ. 167 Απόστολος Σπ. Παπαδημητρίου : Μια ελληνιστική Ακρόπολη στην Ανεμορράχη...σελ. 169 Γρηγόρης Μανόπουλος : Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα...σελ. 182 Κωνσταντίνα Ζήδρου : Ο μυθικός κύκλος του επώνυμου ήρωα της Αθαμανίας Αθάμαντα στα ανώνυμα σχόλια κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας...................................................................................σελ. 202 ΛΑΪΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ Βασίλειος Κασκάνης : Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων στους Καλαρρύτες Τζουμέρκων Ν. Ιωαννίνων..................................................................σελ. 217 ΟΡΕΙΝΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ & ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Παύλος Σμύρης : Στον αστερισμό των Τζουμέρκων....................................................σελ. 241 Απόστολος Μπουρνάκας : Τα Τζουμέρκα με μια άλλη ματιά...................................σελ. 245 ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΔΙΑΠΡΕΨΑΝΤΩΝ ΤΖΟΥ ΜΕΡΚΙΩΤΩΝ Λουκία Αντωνίου : Γιάννης Κατσάνος.........................................................................σελ. 261 ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Κώστας Μαργώνης : Ευάγγελος Αυδίκος: Πολιτισμοί και Κοινωνίες της νότιας Πίνδου....σελ. 275


ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ «ΤΖΟΥ ΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» Εφημερίδα «Έθνος» : Κυκλοφορούν τα «Τζουμερκιώτικα Χρονικά».........................σελ. 279 Γεώργιος Κ. Χατζόπουλος : Τζουμερκιώτικα Χρονικά...............................................σελ. 280 Αυγερινός Ανδρέου : Τζουμερκιώτικα Χρονικά..........................................................σελ. 283 Δημήτριος Γ. Καλούσιος : Πολύτιμη έκδοση για τα Τζουμέρκα................................σελ. 287 Νικόλαος Ζαρκάδας : Ενδιαφέρουσες Εκδόσεις............................................................σελ. 290


11

Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος*

Ι.Λ.Ε.Τ και Τζουμέρκα

Η

Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων (Ι.Λ.Ε.Τ.) αποδείχτηκε σοφή κίνηση, που ενεργοποίησε, μέσα σε λίγα χρόνια, τις υπνώττουσσες δυνάμεις στα Τζουμέρκα. Αποτελεί δε ζωντανό παράδειγμα για το πώς η αγάπη για τον τόπο δεν αναλώνεται ούτε εγκλωβίζεται σ’ έναν στείρο τοπικισμό και άνευ σημασίας συναισθηματικό υπερθεματισμό. Αντίθετα, λειτουργεί ως αφορμή για τη διαμόρφωση συνεκτικών δεσμών στα Τζουμέρκα, έναν τόπο που για πολλά χρόνια εγκαταλείφθηκε, έζησε στη σκιά της ελληνικής αλλά και της περιφερειακής διοίκησης, ταυτίστηκε με την απομόνωση. Για πολλά χρόνια η λέξη «Τζουμέρκα» χρησιμοποιείται πιο πολύ ως γεωγραφικός όρος, χωρίς αυτό να προκαλεί αυτόματους συνειρμούς σε κοινούς πολιτισμικούς κώδικες, χωρίς να θεωρείται ότι ο γεωγραφικός όρος είναι ένας ευρύτερος πολιτισμικός κύκλος, εντός του οποίου αναπτύσσονται και διαφοροποιούνται διάφορα χωριά. Συνήθως, οι Τζουμερκιώτες προέτασσαν στον αυτοπροσδιορισμό τους το χωριό από το οποίο κατάγονται. Η αναφορά στα Τζουμέρκα ως κοινού τόπου καταγωγής υποβαθμιζόταν. Ο δημόσιος λόγος για τα Τζουμέρκα, έτσι κι αλλιώς, είναι προϊόν της μεταπολεμικής περιόδου κι εντάσσεται στη νοσταλγική διάθεση των μεταναστών πρώτης γενιάς για τον τόπο καταγωγής τους. Πράγματι, οι σύλλογοι και οι Αδελφότητες που ιδρύονται στα αστικά κέντρα έχουν ως βάση το χώρο καταγωγής κι όχι κάποια ευρύτερη ενότητα. Ως εκ τούτου, τα ενδιαφέροντά τους εστιάζονται στη συσπείρωση όλων των συγχωριανών, τη διοργάνωση χορού στον τόπο διαμονής, την έκδοση εφημερίδας. Σ’ αυτό το πλαίσιο τα Τζουμέρκα ως κοινός τόπος υποχωρεί, καθώς δεν διευκολύνει την ικανοποίηση της νοσταλγίας των αρθρογράφων σε εφημερίδες και περιοδικά. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται η ετερογένεια του γεωγραφικού όρου «Τζουμέρκα», γεγονός που δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη κοινών δράσεων. Αυτή η αντίληψη του τόπου εκ μέρους των Τζουμερκιωτών ήταν η κυρίαρχη αναπαράσταση ως τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990. Τότε επιχειρείται η διπλή διχοτομία να μετακινηθεί από τον τοπικιστικό ανταγωνισμό και να τοποθετηθεί σ’ ένα άλλο επίπεδο: εμείς οι Τζουμερκιώτες και η ελληνική πολιτεία. Πρόκειται για ποιοτική μετεξέλιξη της αναπαράστασης όπου, πλέον, η νοσταλγία και το ενδιαφέρον για το μικρο-τόπο αρχίζουν να συνυπάρχουν με τον υπερ-τόπο, τα Τζουμέρκα, ως κοινό καταγωγικό χώρο, ως πατρίδα. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


12

Ε υ ά γ γ ε λ ο ς Γρ . Α υ δ ί κ ο ς

Προς αυτή την κατεύθυνση συνέβαλαν οι γενικότερες συνθήκες. Καθοριστικός είναι ο ρόλος της εφημερίδας που εκδίδει η Ομοσπονδία Τζουμερκιωτών, η οποία δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη συνάντηση των Τζουμερκιωτών. Η ίδρυση, όμως, της Ι.Λ.Ε.Τ. αποτέλεσε εμπνευσμένη ενέργεια, καθώς μετακίνησε το επίκεντρο στην ανάδειξη πνευματικών δυνάμεων των Τζουμέρκων. Χάρη δε στους ανθρώπους που συγκρότησαν τα διοικητικά συμβούλια η Ι.Λ.Ε.Τ. έδωσε νέα πνοή στα Τζουμέρκα ως κοινό τόπο. Οι ετήσιες γενικές συνελεύσεις που διεξάγονται κάθε Αύγουστο σε διάφορα χωριά είναι μια όψη αυτού του νέου σκηνικού. Θα ήταν , ωστόσο, δύσκολο να οδηγήσει στην υπέρβαση αν δεν αναλαμβάνονταν τέτοιες πρωτοβουλίες, που θα συσπείρωναν τους Τζουμερκιώτες αλλά και θα διαμόρφωναν τη νέα οπτική για το μέλλον των Τζουμέρκων. Μια τέτοια πρωτοβουλία είναι τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά. Οι επικεφαλής της Ι.Λ.Ε.Τ. κατανόησαν ότι χρειάζεται να ξεφύγουν από μια αδιέξοδη ομφαλοσκόπηση. Κάθε φορά θέτουν νέους στόχους και πολύ σύντομα τα Τζουμεςερκιώτικα Χρονικά θα αναδειχθούν σε σημαντικό περιοδικό για όλη την Ήπειρο και τη βορειοδυτική Ελλάδα- και όχι μόνο. Αυτή η προοπτική έχει ως εχέγγυο τη διορατικότητα όσων διοικούν την Ι.ΛΕ.Τ. Μια άλλη πρωτοβουλία που αναβαθμίζει το επίπεδο δράσεων είναι η συνδιοργάνωση με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας αλλά και την Περιφέρεια Ηπείρου, το Πάρκο Τζουμέρκων και το Δήμο Κεντρικών Τζουμέρκων του Θερινού Σχολείου που αναδεικνύει την Ι.Λ.Ε.Τ. σε σημαντική πολιτιστική και επ��στημονική δύναμη σε πανελλαδικό επίπεδο. Η Ι.Λ.Ε.Τ. είναι ήδη ένας σημαντικός πολιτιστικός και επιστημονικός φορέας για τους Τζουμερκιώτες. Εμπεδώνεται πλέον η αντίληψη ότι ο τόπος είναι κοινός, πέρα από τις τοπικιστικές αντιθέσεις. Συνεπώς και η δράση οφείλει να είναι κοινή. Για το καλό όλων. Η συνδρομή της Ι.Λ.Ε.Τ. στις προσπάθειές της είναι χρέος όλων των Τζουμερκιωτών *Ο Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος είναι Καθηγητής Λαογραφίας στο Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


13

Κώστας Μαργώνης

Υπ ε ρ β α ί ν ο ν τ α ς τ α ε σ κ α μ μ έ ν α

Π

άει καιρός τώρα, που το κύρος της Εταιρείας θεωρείται αναμφισβήτητο, ενώ η αξία του έργου της έχει αποσπάσει την ομόθυμη επιδοκιμασία όχι μόνον των συμπατριωτών μας, αλλά ευρύτερα της κοινής γνώμης του τόπου μας, κυρίως όσων ασχολούνται με τη μελέτη της Λαϊκής Παράδοσης και της Τοπικής Ιστορίας. Ορόσημο σ’ αυτή τη γενική αναγνώριση υπήρξε ασφαλώς το έτος 2006, όταν η Εταιρεία μας ξεπέρασε τη φάση της οργάνωσης και της προετοιμασίας και μπήκε πλησίστια στο δρόμο της έρευνας, της μελέτης και της καταγραφής του λαϊκού μας πολιτισμού. Κι αυτό, που -κατά κύριο λόγομάς ικανοποιεί βαθιά και μας δίνει κουράγιο για τη συνέχιση του δύσκολου και απαιτητικού έργου μας, είναι η επιδοκιμασία και η στήριξη που μας παρέχει αφειδώς η επιστημονική κοινότητα και κυρίως οι καθ’ ύλην αρμόδιοι ερευνητές (Λαογράφοι, Ιστορικοί, Κοινωνικοί Ανθρωπολόγοι). Και μπορεί αυτό να είναι μια δίκαιη αναγνώριση των προσπάθειών μας. Ταυτόχρονα όμως για μας παίρνει την έννοια μιας αδιαπραγμάτευτης ηθικής δέσμευσης ότι θα συνεχίσουμε το δρόμο που χαράξαμε, γιατί πραγματικά έχουμε ακόμα να φέρουμε σε πέρας σημαντικό και δύσκολο έργο. Ένας από τους λόγους της σωστής πορείας και δράσης μας όλ’ αυτά τα χρόνια πιστεύω πως είναι μια νέα αντίληψη που έφερε η Ι.Λ.Ε.Τ. στο προσκήνιο σχετικά με το ρόλο της ως σωματείου με πνευματικά ενδιαφέροντα: Δεν είχαμε σκοπό να κλειστούμε στον πύργο του αυτάρεσκου και αιθεροβάμονα κουλτουριάρη. Ήμασταν ζωντανά κύτταρα της κοινωνίας και ό,τι είχε σχέση με τον πολιτισμό και την υπόσταση των Τζουμέρκων το εντάξαμε αδίστακτα στα άμεσα ενδιαφέροντα και στις προτεραιότητές μας. Ένα έμπρακτο δείγμα αυτής της αντίληψης δώσαμε με τη διοργάνωση Ημερίδας με θέμα «Για μια ανάπτυξη στα Τζουμέρκα τον 21ο αιώνα1». Εξάλλου το είχαμε διακηρύξει απ’ την αρχή και το διατρανώσαμε με τον πιο επίσημο τρόπο στο άνοιγμα των Εργασιών του Συνεδρίου μας πως «... φωτίζοντας και προβάλλοντας τη λαϊκή μας παράδοση, σκοπό έχουμε να υπενθυμίσουμε στους θεσμικούς παράγοντες του τόπου μας το καθήκον τους απέναντι στα Τζουμέρκα» (Άγναντα, 23 Ιουνίου 2006). Τον τελευταίον καιρό μας απασχολεί ένα ζήτημα που οι βασικές του πτυχές αγγίζουν τα επιστημονικά μας ενδιαφέροντα, ενώ κάποιες άλλες τα υπερβαίνουν. Πρόκειται για την κατάρτιση ενός φακέλου (Μελέτης) σχετικά με τις

1. Δες «Πρακτικά», Ιωάννινα, 2006 Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


14

Κώστας Μαργώνης

ανασκαφές και τα άλλα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή της αρχαίας Αθαμανίας και του Βυζαντινού Τσεμέρνικου. Εκτός απ’ τις ανασκαφές, η μελέτη εντοπίζει τοποθεσίες για τις οποίες υπάρχουν ίχνη ή ιστορικές πληροφορίες για αρχαία μνημεία ή κτίσματα και όπου πρέπει να γίνουν ανασκαφές. Τέλος, η μελέτη ολοκληρώνεται με την παρουσίαση Βυζαντινών ή Μεταβυζαντινών μνημείων της περιοχής. Μ’ αυτή την ευκαιρία, έγινε και κάτι ακόμα, που το θεωρούμε πολύ σημαντικό για την ενθάρρυνση και υποστήριξη μελλοντικών ερευνών: Εντοπίστηκαν και ταξινομήθηκαν συστηματικά ολες οι ιστορικές πληροφορίες που στηρίζονται σε πηγές ελλήνων και ρωμαίων ιστορικών και αφορούν την περιοχή μας. Δημιουργείται έτσι μια βάση κι ένα κίνητρο για την πραγματοποίηση επιστημονικών ερευνών στα επιμέρους θέματα ιστορικού ή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Τη σημασία ενός τέτοιου εγχειρήματος εύκολα μπορεί ο καθένας να την καταλάβει. Εμείς, ως πρώτο βήμα, προγραμματίσαμε για τις 10 Αυγούστου 2013 τη διοργάνωση επιστημονικής Ημερίδας στο Βουργαρέλι μ’ αυτό το θέμα με σκοπό ν’ αναδείξουμε και να υπογραμμίσουμε τη σημασία αυτής της προσπάθειας και να κινήσουμε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο το ενδιαφέρον των υπεύθυνων πολιτικών και επιστημονικών φορέων, ώστε να εξασφαλίσουμε τη συνεργασία και στήριξή τους στις ενέργειες που θα ακολουθήσουν. Μία απ’ τις πρώτες παρεμβάσεις μας σχετικά με το θέμα, είναι αυτή που θα κάνουμε στους δημάρχους της περιοχής για τον καθαρισμό των μνημείων και την άνετη πρόσβαση προς αυτά. Η αναγκαιότητα και η χρησιμότητα ενός τέτοιου μέτρου είναι τόσο αυτονόητη που δεν χρειάζεται κανένα σχολιασμό. Θα φροντίσουμε επίσης να τοποθετηθούν σε κατάλληλα σημεία ενδεικτικές πινακίδες, που θα ενημερώνουν το κοινό σχετικά με το χώρο και θα διευκολύνουν αυτούς που που επιθυμούν να τον επισκεφτούν. Θεωρούμε πως είναι ανεπίτρεπτο, τώρα ιδίως που τα Τζουμέρκα τείνουν να γίνουν πόλος έλξης ελλήνων και ξένων επισκεπτών, να μην υπάρχει στοιχειώδης ενημέρωση για τους ιστορικούς και αρχαιολογικούς μας χώρους. Πέρα απ’ αυτά προβλέπουμε τη σύνταξη καταλόγου μνημείων ανά Δήμο και υπηρεσία, ώστε να ενθαρρύνουμε πανεπιστημιακούς και ερευνητές ν’ αναλάβουν την εκπόνηση ειδικών μελετών. Στο ίδιο πλαίσιο σκοπεύουμε να συντάξουμε καταλόγους νεότερων μνημείων που μπορούν να κηρυχθούν «διατηρητέα». Τέλος, όταν όλες οι σχετικές προσπάθειές μας ευοδωθούν και αποδώσουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, σκεπτόμαστε να προχωρήσουμε στην έκδοση ενός «Πολιτιστικού Οδηγού των Τζουμέρκων» (ή όπως αλλιώς θα το ονόμαζε Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ε ρ β α ί ν ο ν τ α ς τ α ε σ κ α μ μ έ ν α

15

κανείς), όπου θα συγκεντρωθούν όλες οι πληροφορίες για την Ιστορία, τους αρχαιολογικούς χώρους, τα μνημεία (κλασικά, βυζαντινά, νεότερα) και την πολιτιστική φυσιογνωμία της περιοχής. Οι επιδιώξεις μας και οι προσδοκίες μας αυτές απεικονίζονται και στα περιεχόμενα του 14ου τεύχους. Φιλοξενούνται σ’ αυτό μελέτες που αφορούν την περιήγηση του φιλέλληνα Χάμμοντ στα Τζουμέρκα, την ελληνιστική ακρόπολη της Ανεμορράχης, τα γράμματα των στρατιωτών του Ματσουκίου από τον πόλεμο του 1940-1941, τη δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα, την καταγραφή και παρουσίαση των (26) χαρακτηρισμένων ως ιστορικών διατηρητέων μνημείων στους Καλαρίτες Τζουμέρκων, αφιέρωμα στην Εθνική Αντίσταση στα Τζουμέρκα. Δημοσιεύονται ακόμη άρθρα που αναφέρονται στα συρακιώτικα τσελιγκάτα, στη λαϊκή κοσμοθεωρία όπως αποτυπώνεται στον παροιμιακό λόγο των Τζουμερκιωτών, στη σχέση Τζουμερκιωτών, Αιτωλών και Ακαρνάνων στη διαδρομή των χρόνων, στα Τζουμέρκα από αισθητική άποψη, στα παραπτώματα και τις τιμωρίες στην προπολεμική περίοδο, σε γραφικές εικόνες της ζωής τών Τζουμερκιωτών πριν από πολλές δεκαετίες. Εξίσου σημαντικά είναι τα κείμενα που μελετούν το τζουμερκιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, την καταγωγή των επωνύμων των κατοίκων της Ροδαυγής, τα ανθρωπογενή στοιχεία της Άγναντας κατά την προπολεμική περίοδο, τη συμφορά στα Τζουμέρκα το 1958, την αναβίωση του θεάτρου στα Τζουμέρκα και τα φυσικά οικοσυστήματα της περιοχής, θέμα που συνδέεται με την ανάπτυξη των Τζουμέρκων και το αντικείμενο της 2ης συνάντησης του «Θερινού Σχολείου» στον Καταρράκτη τον Αύγουστο του 2013. Με τη δημιουργική πορεία των δεκαπέντε ετών, που έχουμε πίσω μας, έχουμε κάθε λόγο να ελπίζουμε πως και σ’ αυτή την προσπάθεια θα έχουμε κοντά όλα τα μέλη, τους φίλους και τους συμπατριώτες μας που νοιάζονται για την προκοπή του τόπου μας. Σας περιμένουμε, γιατί χρειαζόμαστε την παρουσία, τη σύμπραξη και τις ιδέες σας. Καθένας το λιθάρι του!

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Α Δημήτριος Ελ. Ράπτης*

Λαϊκή κοσμοθεωρία και παροιμιακός λόγος των Τζουμερκιωτών. Χειρόγραφη καταγραφή παροιμιών του Χρήστου Αντωνίου από το Βουργαρέλι.

Έ

να ιδιαίτερο ενδιαφέρον από κάθε άποψη θέμα για την έρευνα είναι πάντα ο παροιμιακός λόγος. Αποκαλύπτει με έναν ξεχωριστό τρόπο τη ζωή μιας ομάδας, καθώς διασώζει όχι μόνο τον προφορικό πολιτισμό της, αλλά αναδεικνύει και σημαντικές πτυχές της καθημερινής ζωής, τις γνώσεις, τα βιώματα, τις νοοτροπίες και τις αντιλήψεις, τον κοινωνικό, ιστορικό και πολιτισμικό περίγυρό της. Συμβάλλει, ιδιαίτερα για περασμένες εποχές, που οι πληροφορίες μας είναι λιγοστές, θετικά στην ανάπλαση της ζωής και στη γνώση των κανόνων λειτουργίας της. Σ’ αυτές τις παραδοσιακές κοινωνίες η γνώση, οι αντιλήψεις, οι ιδέες και γενικά η κοσμοθεωρία των ανθρώπων παράγονται και διαδίδονται με έναν ξεχωριστό τρόπο υπακούοντας σε ένα σύνολο κανόνων –τις συμβάσεις1– με γενική ισχύ και διαχρονικότητα. Προσλαμβάνουν μια ιδιαίτερη μορφή πρόσφορη στην απομνημόνευση και προφορική διάδοση και γίνονται άλλοτε τραγούδι ή παραμύθι και άλλοτε παροιμία ή αίνιγμα και γενικότερα παίρνουν τη μορφή ενός συντομευμένου λόγου, που έχει να «πει» κάτι. Από αυτή την άποψη το υλικό αυτό των λαϊκών δημιουργημάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία της κοινωνίας που τα παρήγαγε, γιατί οι δημιουργοί τους εκφράζονται με αυτά και αιτιολογούν όσα συμβαίνουν στο χώρο τους και είναι τελικά όλα αυτά η κοσμοθεωρία τους. Πρόκειται για μια διαδικασία που γίνεται σε μεγάλη χρονική διάρκεια και το αποτέλεσμά της προκύπτει από τη συμμετοχή πολλών μελών της κοινότητας οι οποίοι δρουν μέσα σε ένα πλαίσιο με γνωστούς κανόνες τους οποίους δεν παραβαίνουν. Στο μορφοποιημένο αυτό περιεχόμενο αντανακλάται η καθημερινότητα της κοινωνίας καθώς εγγράφεται σ’ αυτή και εκφράζεται με αυτή. Έτσι, αποκτά εξίσου σπουδαία αξία όχι μόνο το περιεχόμενο της προφορικής λαϊκής λογοτεχνίας αλλά και η ικανότητα αποκρυπτογράφησης και ερμηνείας του από τους μελετητές της. 1. Γ. Μ. Σηφάκης, Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1988, σ. 21.

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


18

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

Οι παροιμίες Όταν μιλούμε για την παροιμία και τον παροιμιακό λόγο γενικότερα, αναφερόμαστε σε ένα από τα είδη του έντεχνου λαϊκού λόγου της αγροτικής κοινωνίας με τη γνωστή απλή και σύντομη μορφή. Στην περίοδο αυτή ανάπτυξης του πολιτισμού, όπου ανήκει χρονικά και το είδος αυτό, ο άνθρωπος αντιλαμβανόταν τον κόσμο που τον περιέβαλλε και τις διάφορες μεταβολές του με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Ασφαλώς, και δε διέθετε, ως γνωστόν, επιστημονικές γνώσεις, για να ερμηνεύσει τα πράγματα παρά μόνον η άμεση, σχεδόν, επαφή μαζί τους και η γνωριμία του με τη φύση τού εξασφάλιζαν τη δυνατότητα να τα ερμηνεύει. Εμπειρικά αποκτούσε τη γνώση την οποία, στη συνέχεια, εξέφραζε με το τραγούδι, το αίνιγμα, το παραμύθι, τις παραδόσεις και με το γνωστό τρόπο τη μετέδιδε από γενιά σε γενιά, ώστε και αναλόγως να χρησιμοποιηθεί. Ένα τέτοιο τυπικό είδος έκφρασης είναι και ο παροιμιακός λόγος σε όλες του τις μορφές. Με αυτόν εκφράζει τις παρατηρήσεις του, τις κρίσεις του, ηθικής κυρίως φύσης, για τις διανθρώπινες σχέσεις και τις κοινωνικές αξίες και, γενικά, όλες εκείνες τις αρχές από τις οποίες ήθελε να διέπεται ο άνθρωπος και, συνεπώς, και η ομάδα στην οποίαν και ανήκει ως μέλος. Με έναν ιδιαίτερο τρόπο εκφράζει, εκφράζεται και διδάσκει χρησιμοποιώντας ως πηγή την ίδια τη ζωή. Οι ασχολίες του και οι αντιλήψεις, οι κοινωνικές σχέσεις, ο περίγυρος, η φύση, τα ζώα, τα φυτά είναι ο «βιότοπος» από όπου οι άνθρωποι αντλούν την έμπνευσή τους, την κάνουν «λόγο» και τη μεταδίδουν στα μέλη της ομάδας. Με το είδος αυτό της λαϊκής λογοτεχνίας έχουν ασχοληθεί2 πολλοί ερευνητές είτε σε συλλεκτικό3 είτε σε ερμηνευτικό4 επίπεδο. Το περιεχόμενό του εί2. Σημειώνουμε το έργο του Ν.Γ. Πολίτου, Μελέτη περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού. Παροιμίαι, τ. 1-4, εν Αθήναις 1899-1902(= φωτοαντιγρ. έκδοση 1965), Δημ. Λουκάτου, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1977, σ. 122-129 (όπου και σχετική βιβλιογραφία), Αριστ. Δουλαβέρας (επιμ.) Η παροιμιολογική και παροιμιογραφική εργογραφία του Δημητρίου Λουκάτου, εκδ. Πορεία, Αθήνα 1994, Μ. Γ. Μερακλής. Τι είναι λαϊκή λογοτεχνία, ΚΜΕ, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988, σ. 39-47, του ιδίου, Ελληνική Λαογραφία. Λαϊκή Τέχνη, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1992, σ. 33-36, του ιδίου, Παροιμίες, ελληνικές και των άλλων βαλκανικών λαών (συγκριτική εξέταση), εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1985. 3. Δεν είναι δυνατόν να σημειώσει κανείς εδώ το σύνολο των συλλογών του παροιμιακού υλικού είτε σε αυτοτελείς εκδόσεις είτε τις διάσπαρτες σε διάφορους τόμους και περιοδικά με λαογραφικό υλικό τοπικού ενδιαφέροντος. Ενδεικτικά και μόνον αναφέρω, εκτός από τα παραπάνω τα: Π. Αραβαντινός, Παροιμιαστήριον ή Συλλογή Παροιμιών, Αθήνα 1863, Δ. Λουκόπουλος - Δημ. Λουκάτος, Παροιμίες των Φαράσων, Αθήνα 1951, Γεώργιος, Σαββαντίδης, «Παροιμίες του Παρθενίου Κατζιούλη», Δωδώνη, Επετ. της Φιλοσοφ. Σχολής του Παν/μίου Ιωαννίνων, 1 (1972), σ. 145-200, Δημ. Λουκάτος, Κεφαλονίτικα Γνωμικά, Πρακτικές και φιλοσοφικές παροιμίες χωρισμέΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαϊκή κοσμοθεωρία και παροιμιακός λόγος των Τζουμερκιωτών

19

ναι ανεξάντλητο και αυτό, ακριβώς, τις καθιστά πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο ερευνητικό θέμα. Ο χαρακτήρας αυτός μας επιτρέπει να ασχοληθούμε με μια λιγότερο ερευνημένη πλευρά του είδους αυτού, αυτή της χρηστικής λειτουργίας του λαϊκού λόγου στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, ενταγμένης σε ένα σύστημα άτυπης αγωγής στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία των Τζουμερκιωτών. Ως γνωστόν, οι αξίες, οι πρακτικές, οι νοοτροπίες, καθημερινές συμπεριφορές της αγροτικής κοινωνίας μεταδίδονταν με το σύντομο αυτό προφορικό λόγο και στόχο είχαν όχι μόνο να καθοδηγήσουν τα νεότερα μέλη, ώστε ευκολότερα να ενταχθούν στην κοινότητα, αλλά και γενικότερα με την κριτική τους να διατηρήσουν την ισορροπία και, τελικά, τη βιωσιμότητα της κοινωνίας. Πρόκειται για ένα μηχανισμό δημιουργίας και στήριξης του επιθυμητού τύπου του ανθρώπου και της κοινωνίας, η εικόνα των οποίων είχε παγιωθεί μέσα τους και ανιχνεύεται και στον παροιμιακό λόγο. Στα μικροκείμενα αυτά εμπεριέχεται, κατά τρόπον συνοπτικό, η συλλογική πείρα μιας μακράς διάρκειας η χρήση της οποίας στη συμπεριφορά του ανθρώπου είναι σημαντική. Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος της αγροτικής υπαίθρου δεν μιλούσε με αφηρημένες έννοιες, αλλά βασικά με την εικόνα στην οποία εμπεριέχεται η έννοια αυτή5. Βέβαια, στην τελευταία σκόπευε και ο άνθρωπος. Βασισμένος, λοιπόν, στις παρατηρήσεις του διαμόρφωσε με τον καιρό τον κώδικα των κοινωνικών και ηθικών αξιών της μικρής κοινότητας που ζούσε ή της κοινωνικής ομάδας στην οποία συμμετείχε με τις δραστηριότητές του και με βάση αυτόν ήθελε να καλλιεργούνται τα μέλη της κοινότητας. Συμπυκνώνουν την πείρα των ανθρώπων και τη χρησιμοποιούν για την επιβίωση της κοινότητας. Αυτό καθιστά και το περιεχόμενό τους απαραίτητο υλικό στην καλλιέργεια αποδεκτών προτύπων, που εξασφαλίζουν την ισορροπία και στήριξη του κοινωνικού ιστού. Έτσι εξασφαλίζεται και ένα επιπλέον υλικό για τη μελέτη των νες σε κεφάλαια κατά το θέμα τους, Αθήναι 1952, Διαλεχτή Ζευγώλη- Γλέζου, «Παροιμίες από την Απείρανθο της Νάξου», Παράρτημα Λαογραφίας , 6, Αθήναι 1963, Ιωάννης, Θ. Κολιτσάρας, Παροιμίαι του ελληνικού λαού, τ. 3, Αθήναι 1964-66. 4. Νεότεροι ερευνητές ασχολήθηκαν συστηματικότερα και προσέγγισαν το είδος αυτό από μια άλλη οπτική. Σημειώνω τα: Αρισ. Δουλαβέρας, Η έμμετρη εκφορά του νεοελληνικού παροιμιακού λόγου (διδ. διατρ.), Αθήνα 1989, του ιδίου, Ο Παροιμιακός Λόγος στο Μυθιστόρημα του Ν. Καζαντζάκη «Αλέξης Ζορμπάς», εκδ. Βιβλιογονία, Αθήνα 1991, του ιδίου, Νεοελληνικός παροιμιακός λόγος, εκδ. Α. Σταμούλη, Αθήνα 2010, Κλειώ Στ. Μπέττη, Η λειτουργία του παροιμιακού λόγου σε μια σύγχρονη Αγροτική Κοινότητα (Γραμμένο Ιωαννίνων), ( διδ. διατρ.), Πάτρα 2000. 5. Το κενό αυτό «(…) αναπληρώνεται από έναν άλλον πλούτο που αποκαλύπτει μιαν ολοένα εντελέστερη εμπειρική προσέγγιση και κατά βάση οικονομική προσοικείωση και εκμετάλλευση του περιβάλλοντος(…)» (βλ. Μ. Γ. Μερακλής, Πέντε λαογραφικά δοκίμια για τη γλώσσα και την ποίηση, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1985, σ. 52). Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


20

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

χαρακτηριστικών του έντεχνου λαϊκού λόγου, αλλά δίνεται και η δυνατότητα μελέτης της κοινωνίας από την οποία προέρχονται τα μικροκείμενα αυτά από τον ίδιο της τον εαυτό προσφέροντας η ίδια υλικό εν είδει ενός αυτοβιογραφικού6 κειμένου. Έτσι, «εικονογραφείται» καλύτερα η πολιτισμική φυσιογνωμία κάθε τόπου, το πλαίσιο μέσα στο οποίο δραστηριοποιείται ο άνθρωπος, οι ίδιες οι αντιλήψεις και οι νοοτροπίες των ανθρώπων. Ο συγγραφέας και το χειρόγραφο7 Ο Χρήστος Αντωνίου, ο γνωστός μπάρμπα-Τάκης, καταγόταν από το Βουργαρέλι της Άρτας, από το συνοικισμό Παπούλια στους πρόποδες των Τζουμέρκων, πάνω από το ιστορικό μοναστήρι του Αγ. Γεωργίου. Εκεί πρωτοείδε το 1925 το φως της ζωής. Έζησε στο Βουργαρέλι ως τις 4 Ιουνίου 2009. Αν και τέλειωσε το δημοτικό σχολείο με δυο φωτισμένους δασκάλους, το Γιώργο Παπαδημητρίου και το Γιάννη Κατσάνο, οι γνωστές οικονομικές συνθήκες της εποχής του μεσοπολέμου δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει στην Άρτα τις σπουδές του στο γυμνάσιο. Από δώδεκα χρονών μπήκε στη βιοπάλη παράλληλα με τις γεωργικές εργασίες, που ήταν και η απασχόληση των γονιών του. Αρχικά, απασχολήθηκε στο ξυλουργείο του Νάκου και, στη συνέχεια, έμαθε από τον Αποστόλη Γιάννο να επισκευάζει ρολόγια, για να καταλήξει αυτοδίδακτος οπλουργός να επισκευάζει τα όπλα των ανταρτών του Ζέρβα. Αυτό το επάγγελμα έκανε μέχρι το τέλος της ζωής του. Επισκεύαζε και κατασκεύαζε εξαρχής κυνηγετικά όπλα με απαράμιλλη τέχνη και ανάλογα με την επιθυμία του αγοραστή. Ιδιαίτερη βαρύτητα έδινε στο κοντάκι του όπλου, το οποίο γινόταν από ξύλο καρυδιάς και το οποίο κεντούσε με τα χέρια του με μεγάλο μεράκι, όπως και το μεταλλικό μέρος του. Παράλληλα, ασκούσε και την ψαλτική τέχνη, και εδώ αυτοδίδακτος, για να εξυπηρετεί τον παπά, όπως ο ίδιος με ταπεινοφροσύνη έλεγε. Αγαπούσε πολύ να τραγουδάει στις παρέες δημοτικά και ρεμπέτικα τραγούδια και τα απέδιδε με περίσσιο συναισθηματισμό, αφού τον βοηθούσε και η φωνή του. Συμμετείχε 6. A. DUNDES, «Orale Literature», Introduction to Cultural Anthropology, James Clifton, Boston 1968, σ. 117-129. 7. Τον Ιούνιο του 2010 βρέθηκα στο Βουργαρέλι με μια ομάδα φοιτητών του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για επιτόπια έρευνα και καταγραφή στοιχείων του λαϊκού πολιτισμού. Εκεί η συνάδελφος, κ. Λουκία Αντωνίου, μας έδωσε τις χειρόγραφες σημειώσεις του πατέρα της με καταγραμμένο παροιμιακό υλικό από το 1995. Την ευχαριστώ που μου επέτρεψε να το χρησιμοποιήσω για το τεύχος του περιοδικού. Είναι αναντίρρητα μια συμβολή στην καταγραφή και διάσωση του προφορικού λαϊκού πολιτισμού των Τζουμέρκων. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαϊκή κοσμοθεωρία και παροιμιακός λόγος των Τζουμερκιωτών

21

σε όλα τα κοινωνικά και πολιτιστικά δρώμενα της κοινότητας. Στην καθημερινή του ζωή κατέφευγε συχνά στη λαϊκή σοφία και η κουβέντα του διανθίζονταν συχνά από λαϊκές παροιμίες. Μάλιστα, στο οπλουργείο του, στα ράφια, έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα τις παροιμίες που εξέφραζαν τη στάση ζωής του και τη φιλοσοφία του. Δεν έδινε καμιά αξία στο χρήμα. Περισσότερο εκτιμούσε τον άνθρωπο και τις αξίες της ζωής: ανθρωπιά, αγάπη, καλοσύνη, αξιοπρέπεια, ευσπλαχνία. Συνήθιζε κάθε παροιμία που έλεγε να τη γράφει και έτσι έφθασε να έχει μια σημαντική συλλογή. Σε ένα παλιό κομμάτι ξύλου έγραψε. «Άνθρωπε, ξόδευε τα λεφτά μ’ απλοχεριά8 μεγάλη, γιατί, αν πεθάνεις ξαφνικά, θα σου τα φάν’ οι άλλοι». Το χειρόγραφο κείμενο του μπάρμπα-Τάκη αποτελείται από δώδεκα σελίδες αριθμημένες από τον ίδιο τον συγγραφέα. Το έγραψε, όπως φαίνεται, σε δυο χρονικά διαστήματα, γιατί όπως ο ίδιος σημειώνει στη 10η σελίδα: « ….Αλήθεια δεν γελάσταν ακόμα με τόσες / παρημίες που σας έγραψα. Τότε να σας γαργαλίσω / να γελάστε γελάστε γελάστε όσπου να ξεστριφτή / ο άφαλός σας. / Με πολύ αγάπη ο παντοτινός σας /φίλος Μπαρμπατάκης (υπογραφή) έγραψε τις παροιμίες, για να δημιουργήσει ευχάριστη διάθεση στους αναγνώστες και για το λόγο αυτό προσθέτει δυο ακόμη σελίδες με παροιμιακό υλικό. Ως προοίμιο της χειρόγραφης συλλογής σημειώνει: «Τα λαογραφικά του Μπαρμπατάκη του γυού του Κώτσου Τόλη και της Αθηνούλας εκ Παπαούλιου χώρας συνικισμός Βουργαρελίου καταγώμενος. Παρημίες λαϊκές όπως τις άκσα έτσ’ σας τ’ γράφου διαβάστιτες γιατί καλό θα σας κάνουν τις έλεγαν οι Γιρόντο του χουριού μας πστιάβου να σας ηφχαριστήσου …». Στο πρώτο μέρος οι παροιμίες αριθμούνται ως το 265. Στο δεύτερο μέρος συμπεριλαμβάνονται χωρίς αρίθμηση και πολλές από αυτές είναι επανάληψη των προηγουμένων. Για την ταξινόμηση δεν χρησιμοποιεί9 κάποιο κριτήριο, αλλά ως φαίνεται όπως αυτές έρχονταν στη μνήμη του. Παρόλο που στην ει8. Ρωτήθηκε, γιατί έγραψε τη λέξη με δυο «λ». Απάντησε ότι ο άνθρωπος πρέπει να ξοδεύει με τα δυο του χέρια. 9. Εδώ τις κατατάξαμε κατά αλφαβητική σειρά σύμφωνα με την πρώτη λέξη. Σε μια πιο συνθετική μελλοντικά εργασία για τον παροιμιακό λόγο των Τζουμέρκων στην οποία θα συμπεριληφθούν και παροιμίες από επιτόπιες καταγραφές, από άλλες δημοσιευμένες συλλογές και Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


22

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

σαγωγή του χρησιμοποιεί την ντοπιολαλιά δεν το εφαρμόζει σε όλες τις παροιμίες στο χειρόγραφο. Και αυτό γίνεται, γιατί θέλει, μάλλον, να βρίσκεται πιο κοντά στους αναγνώστες, που γι’ αυτόν εξυπακούεται γνωρίζουν περισσότερα γράμματα. Είναι δε διάχυτη στο χειρόγραφο η προσπάθεια του αυτοδίδακτου σε όλα και, επομένως, και στη γλώσσα «Μπαρμπατάκη» να δίνει επεξηγήσεις για καλύτερη κατανόηση από τον αναγνώστη. «Ο λύκος την αντάρα (ομίχλη) χαίρεται», προσθέτει λέξεις για επεξήγηση, δίνει μεγαλύτερη έκταση για κατανόηση του περιεχομένου Σε άλλες σημειώσεις του ο ίδιος απευθυνόμενος στην κόρη του, που είναι καθηγήτρια, λέει: «…Αν έχει (το χειρόγραφό του) λάθη διόρθωσέ τα σαν γραμματιζούμενη που είσαι». Ήθελε να διευκολύνει, επομένως, πιο πολύ τον αναγνώστη και να είναι πιο κοντά και με τη γλώσσα. Ακόμη επιστρατεύει και την καθαρεύουσα, ως γέφυρα με τους σπουδαγμένους, φαντάζομαι συνομηλίκους του. Σημειώνω δυο τέτοια παραδείγματα παροιμιακών εκφράσεων: «Άπαξ δεν μας αναγκεί το τραγόμαλλο τι το όφελος να κουρέψουμε τας αίγας;», «Έχεις τα πόδια σου ζεστά, την κεφαλήν σου κρύα, τον στόμαχόν σου ελαφρόν και ιατρού δεν έχεις χρείαν». Δεν είναι όλες παροιμίες με την αυστηρή έννοια του όρου. Χρησιμοποιεί και γνωμικά ή άλλες παροιμιακές εκφράσεις, μυθοπαροιμίες Γιατί, κυρά αλεπού, δεν τα τρως τα σταφύλια στην κληματαριά. Δεν έγιναν ακόμα, δεν έγιναν σας είπα (δεν τα έφτανε να τα φάει). Δεν οριοθετεί το είδος και δεν τον ενδιαφέρει, άλλωστε, αυτό. Τον ενδιαφέρει ο λαϊκός λόγος και περισσότερο αυτό που λέει και εννοεί ο λόγος αυτός. Λαϊκή κοσμοθεωρία στον παροιμιακό λόγο Ο συμβουλευτικός και παραινετικός χαρακτήρας είναι διάχυτος στον παροιμιακό λόγο των Τζουμερκιωτών. Αυτό καταδεικνύει με εμφαντικό τρόπο και το στόχο του δημιουργού. Να προστατεύει τον άνθρωπο και να τον οδηγεί ασφαλέστερα στην καθημερινότητα. Η ασφάλεια και η βεβαιότητα θεωρούνται από τις αναγκαίες συνιστώσες για την επιτυχία ενός εγχειρήματος στη ζωή. «Τσαρούχι από τον τόπο σου και ας είναι και μπαλωμένο» λέει σαν θέλει να εκφραστεί για την επιλογή της γυναίκας, αλλά μπορεί να αναφέρεται γενικά στην προτίμηση των ανθρώπων σε γνωστά και δοκιμασμένα σχήματα της καθημερινότηπαροιμίες που βρίσκονται διάσπαρτες σε δημοσιευμένα κείμενα η κατάταξη θα γίνει με βάση την κεντρική έννοια που αυτή εκφράζει. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαϊκή κοσμοθεωρία και παροιμιακός λόγος των Τζουμερκιωτών

23

τας και αυτά δεν είναι άλλα από τα γνωστά του τόπου σου πράγματα. Τη βεβαιότητα, εξάλλου, διακρίνουμε και στην «κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι» και με βάση αυτή πρέπει να πορεύεται ο άνθρωπος στη ζωή. Όταν αυτή συνοδεύεται και από την προνοητικότητα διασφαλίζει τα πράγματα και δεν οδηγεί τον άνθρωπο σε ανεπιθύμητες καταστάσεις. «Κάλλιο γομαρόδενε παρά γομαρογύρευε», θα πει, αν θέλει να μην εμπλακεί σε αμφίβολης κατάληξης ενέργειες. Πρέπει δηλαδή να διασφαλίσει, όσο μπορεί, φυσικά, σταδιακά την πορεία του. Ακόμη και σε κείνες τις περιπτώσεις, που ενδεχομένως έπρεπε να αποφεύγει κανείς, …στου διαβόλου το χωριό για παράδειγμα, πρέπει να ενεργεί θετικά ο άνθρωπος, για να αποφύγει τα δυσάρεστα: «Κάνε καλό στου διαβόλου το χωριό». Μας συμβουλεύει, λοιπόν, να ζητάμε και να διεκδικούμε, γιατί «αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το βυζαίνει η μάνα», να αγαπούμε το διπλανό μας, όπως αυτός είναι: «αγάπησε τον άλλον με το χούι που έχει», να δραστηριοποιούμαστε μόνοι μας και μετά να ζητούμε βοήθεια: «βόηθα, Παναγιά μου, κούνα και συ το χέρι σου», να είναι προσεκτικοί μέχρι υπερβολής ακόμη: «κάηκα στην κουρκούτι και φυσάω και το γιαούρτι», με ποιον θα κάνουμε παρέα: «με το δικό σου φάε, πιες κι αλισβερίσι μην κάνεις». Εντυπωσιακή είναι η σύντομη ιατρική συμβολή με την οποία εξασφαλίζει ο άνθρωπος τα στοιχειώδη για την υγεία του: «έχεις τα πόδια σου ζεστά, την κεφαλήν σου κρύα, τον στόμαχόν σου ελαφρόν και ιατρού δεν έχεις χρείαν». Η θετική ή αρνητική κριτική για τις πράξεις των ανθρώπων είναι εμφανής στον παροιμιακό λόγο. Άλλωστε, αυτό εντάσσεται στη βασική επιδίωξη του ανθρώπου, να επαινέσει για τις καλές πράξεις ή να αποτρέψει τον άνθρωπο από τις κακές. Εκπληρώνει έτσι και έναν άτυπο παιδαγωγικό ρόλο τον οποίο έχει ανάγκη η παραδοσιακή κοινωνία, για να δημιουργήσει και να στηρίξει τον επιθυμητό τύπο του ανθρώπου. Πρώτα-πρώτα, πρέπει να υπάρχει συνέπεια λόγων και πράξεων. Δεν μπορείς δηλαδή άλλα να λες και άλλα να κάνεις. Γι’ αυτό χρησιμοποιούν συχνά την παροιμία «Δάσκαλε, που δίδασκες και λόγο δεν εκράτεις», για να κρίνουν αρνητικά κάποιον που άλλα λέει και άλλα κάνει. Ούτε μπορεί κάποιος να κρίνει αρνητικά τον άλλον για ένα ελάττωμα ή κάτι που παρέλειψε, ενώ την ίδια στιγμή το ελάττωμα αυτό υπάρχει και στον ίδιον: «Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα». Επίσης, γίνεται κατανοητό μέσα από τον παροιμιακό λόγο πως δεν πρέπει κάποιος να είναι τεμπέλης αλλά εργατικός, για να μην στερείται αγαθών: «Όποιος οκνεύεται πολλά καλά στειρεύεται». Αν η εργατικότητα είναι αρετή, αφού προστατεύει τον άνθρωπο από τη στέρηση πολλών και καλών υλικών αγαθών, το ίδιο υπονοείται και για την κοινωνική καταξίωση του ατόμου με την παροιμία «έχει τον κάβουρα στην τσέπη του», γιατί πρέπει να βάζει με κάποια ευκολία το χέρι στην τσέπη και να προσφέρει, να μην είναι δηλαδή, όπως λέγεται, σπαγκοραμμένος. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


24

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

Η αγάπη, όμως, είναι βασικός παράγοντας στην κοινωνία, γιατί έχει τόση δύναμη που χτίζει όχι σπίτι αλλά σπίτια, ενώ αντίθετα η διχόνοια τα γκρεμίζει: «Η αγάπη φτιάχνει σπίτια και η διχόνοια τα γκρεμίζει». Και αν σκεφθούμε, παράλληλα, ότι οι ίδιοι λένε, όποιος δεν έχτισε σπίτι και δεν πάντρεψε κοπέλα, και συνεπώς δεν αντιμετώπισε δυσκολίες, δεν δοκιμάστηκε, δηλαδή, στο στίβο της ζωής, τότε αντιλαμβανόμαστε το πραγματικό μέγεθος της αρετής αυτής γι’ αυτήν την κοινωνία. Μαζί, όμως, με την αγάπη βλέπουν και τη συνεργασία: «το ένα χέρι νίβει τ’ άλλο και τα δυο το πρόσωπο». Και πάνω από όλα βάζουν τη γνώση για όλες τις ενέργειες. Μα δεν αρκεί μόνο να ξέρεις να κάνεις κάτι, είναι πιο αναγκαίο να γνωρίζεις να το διατηρήσεις αυτό που κάνεις, ακόμη και αν πρόκειται για απαγορευμένη πράξη: «Ξέρεις να κλέψεις; – Ξέρω. – Ξέρεις να κυβερνήσεις; – Δεν ξέρω. – Δεν κάνεις για κλέφτης». Με ευκολία η κοινωνία καταλογίζει τις ευθύνες στους ιθύνοντες για την αποσύνθεση της κοινωνίας χρησιμοποιώντας την παροιμία: «Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι» εννοώντας εδώ ως υπεύθυνους για ό, τι κακό συμβαίνει στην κοινωνία αυτούς που διοικούν. Θεωρούν την εντιμότητα και την ειλικρίνεια βασικές συνιστώσες: «Φύλαξε το φίδι το χειμώνα να σε φάει το καλοκαίρι». Ενώ το χειμώνα, όταν το φίδι είναι ναρκωμένο, θα μπορούσε εύκολα να το είχε σκοτώσει, αυτό για να ευχαριστήσει τον άνθρωπο γυρίζει και τον τρώει το καλοκαίρι. Λέγεται για ανθρώπους αγνώμονες και ύπουλους και ανθρώπους που δεν διακρίνουν πότε πρέπει να λένε ευχαριστώ. Ο παροιμιακός λόγος ως μέσο αγωγής και διδασκαλίας δεν παραγνωρίζει τις δυσκολίες στην αλλαγή και το αμετάβλητο των καταστάσεων. Δεν πρόκειται, φυσικά, για αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από προδιαγεγραμμένες καταστάσεις και να δεχτεί τη ματαιότητα των πραγμάτων, γιατί ο ίδιος δέχεται την ανθρώπινη παρέμβαση και την ατομική προσπάθεια. Την αντίθεση αυτή τονίζουν οι παροιμίες: «πού θα πέσει το μήλο; Κάτω από τη μηλιά», ή «κατά μάνα κατά τάτα κατά γιος και θυγατέρα». Δεν παραλείπει, όμως, να εκθειάζει την τύχη: «αν έχει τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτα» δίνοντας έτσι την εντύπωση μιας προδιαγεγραμμένης και μη αναστρέψιμης κατάστασης. Αυτό δεν είναι απόλυτο και δεν πρέπει να αφήνεται ο άνθρωπος εντελώς στην εύνοια της τύχης, αφού οι ίδιοι διατυπώνουν και την υπέρβαση των πραγμάτων. Μπορεί «ο γαμπρός γιος δεν γίνεται και η νύφη θυγατέρα», αλλά «για το γαμπρό γεννάει κι ο κόκορας». Έπειτα η λαϊκή αντίληψη δεν παραγνωρίζει και τη συμπεριφορά του ανθρώπου, όταν αυτός ξαφνικά για διάφορους λόγους παρουσιάσει μια κοινωνική κινητικότητα η οποία θα του δώσει την ευκαιρία για αλλαγή συμπεριφοράς. Σε πολλές παροιμίες ο άνθρωπος μιλά ειρωνικά γι’ αυτόν προσπαθώντας Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαϊκή κοσμοθεωρία και παροιμιακός λόγος των Τζουμερκιωτών

25

να τον συνετίσει και προπάντων να δείξει το δρόμο στους άλλους: «έβαλι ου άβρακους βρακί και χέστηκι απ’ τ’ χαρά τ’» για κείνον που ξαφνικά, ενώ δεν είχε ούτε βρακί, βρέθηκε ενδεχομένως με περιουσία και φέρνεται τώρα αλαζονικά. Θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι ο παροιμιακός τρόπος έκφρασης μπορεί να στηρίζεται στη διαχρονικότητα της συσσωρευμένης εμπειρίας των ανθρώπων, η ιδεολογική λειτουργία του, όμως, είναι απόλυτα εντοπισμένη στο παρόν, μιας και οι αξίες που προβάλλει δεν παύουν να εκφράζουν το σύνολο της κοινωνίας η οποία τον χρησιμοποιεί. Μελετώντας τον μπορεί να αποκαλύψει σημαντικές πτυχές της λαϊκής κοσμοθεωρίας σκιαγραφώντας, παράλληλα, και τις συνθήκες που περιβάλλουν την ανθρώπινη κοινωνία σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Από μικρό κι από λουλό παίρνεις σίγουρο χαμπέρι Αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το βυζαίνει η μάνα Αύγουστε, καλέ μας μήνα, να ήσουνα δυο φορές το χρόνο Αγάπησε τον άλλον με το χούι που έχει Αλλού με τρίβεις, άνδρα μου, κι αλλού με τρώει εμένα Αγάλι-αγάλι φύτευε ο γεωργός αμπέλι, αγάλι-αγάλι γίνονταν η αγουρίδα μέλι Αυτός δεν κάθεται καλά. Έχει σκουλήκια στον ποπό του Απ’ τις πολλές φορές που πάει η στάμνα για νερό κάποτε θα σπάσει Απέξω απ’ το χορό πολλά τραγούδια ξέρω Αλλού τα έχει τα μάτια η πέρδικα κι αλλού η χουχουβάγια Άστραψε από το Ζάλογγο, δέσε μέσα τ’ άλογο Αν ρίξει Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα χαρά στο γεωργό που έχει πολλά σπαρμένα Άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο Αν πεισμώσει, ας μου το στείλει ξεκούπωτο Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα Άνθρακες οι θησαυροί Αυτού που είσαι ήμουνα και δω που είμαι θα ‘ρθεις Άπαξ δεν μας αναγκεί το τραγόμαλλο τι το όφελος να κουρέψουμε τας αίγας; Ακόμη δεν τον είδαμε, Γιάννη τον φωνάξαμε Απ’ το ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα (κι ας ήταν χήρα) Αν έχει τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτα Αν δεν παινέσεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει Αυτός είναι ακριβός στη στάχτη και φτηνός στ’ αλεύρι Άηργους επισκέπτης στεναχώρια στον εργαζόμενο Άρμεξε λαγό και κούρευε χελώνα Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


26

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

Βάλαμε το λύκο να μας φυλάξει τα πρόβατα Βόηθα, Παναγιά μου, κούνα και συ το χέρι σου Βρήκαμε φθηνούς παπάδες, φέρτε όσους βρείτε να τους θάψουμε Βοήθησέ με, κακορίζικη, μη γίνω σαν και σένα Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα Γιατί, κυρά αλεπού, δεν τα τρως τα σταφύλια στην κληματαριά. Δεν έγιναν ακόμα, δεν έγιναν σας είπα (δεν τα έφτανε να τα φάει) Γλυκάθηκε η γριά στα σύκα, έφαγε και τα συκόφυλλα Γιώργο, ήρθε το βόιδι. Εγώ ήρθα κι ήρθα, θα χαλέψω Για το γαμπρό γεννάει κι ο κόκορας Δείπνησε, πεθερούλα μου, κι έλα να σε ψειρίσω Δουλειά που έχεις να κάνεις σήμερα μην την αφήνεις για αύριο Δάσκαλε, που δίδασκες και λόγο δεν εκράτεις Δώσ' μου χίλια γρόσια κι ένα μπάλωμα να τα δέσω Δώσ' μου, κυρά μου, τον άνδρα σου και συ κράτα τον κόπανο Δεν φαντάζομαι να σας έγινα τσάμικος ταμπάκος Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη Είδε ο τρελός το μεθυσμένο και αναμέρισε Εδώ σε θέλω κάβουρα πώς περνάς τα κάρβουνα Έβαλες τον ποπό σου μάγειρα, ξέρεις τι θα σου μαγειρέψει Έχει τον κάβουρα στην τσέπη του (σπαγκοραμμένος) Είναι δεν είναι ώρα βαλ’ τα να τα αρμέξουμε Έγιναν έτσι απ’ δεν γνωρίζει το σκυλί τον αφέντη Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα Εκείνος έσκυψε που έκλεψε το μοσχάρι. Έσκυψα, παπά μου Έζησα και γέρασα, κοντεύω να πεθάνω κι ούτε μια τρύπα στο νερό δεν μπόρεσα να κάνω Έμπα στους Αράπηδες και διάλεξε τον ασπρότερο Εγώ που δεν κρένω που δεν (λα)λω θα πάρω καλό σγρουμπουλό Εκατό στο ξάι και κρυφά στο μύλο Έχεις τα πόδια σου ζεστά, την κεφαλήν σου κρύα, τον στόμαχόν σου ελαφρόν και ιατρού δεν έχεις χρείαν Εγώ το Γιώργο μου έχω και βόδι και άλογο και χοντρικό γομάρι Έβαλι ου άβρακους βρακί και χέστηκι απ’ τ’ χαρά τ’ Ζήσε, Μαυρέλι, να φας το Μάη τριφύλλι Η γριά δεν είχε διάτανο και αγόρασε γουρούνι Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαϊκή κοσμοθεωρία και παροιμιακός λόγος των Τζουμερκιωτών

27

Η παλιά η κότα έχει το ζουμί Η τιμή τιμή δεν έχει και χαρά σε όποιον την έχει Η χουχουβάγια το παιδί της έχει για ομορφότερο Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει Η νοικοκυρά που δεν θέλει να ζυμώσει όλη μέρα κοσκινάει Η αγάπη φτιάχνει σπίτια και η διχόνοια τα γκρεμίζει Η πονηρή αλεπού πιάνεται απ’ τα τέσσερα Ή μικρός παντρέψου ή μεγάλος καλογερέψου Η φτώχια τέχνες μάθαινε κι η αρχοντιά καμάρι Η καλή η μέρα φαίνεται από την αυγή Η δική μου η μάνα πέθανε, καμιανού να μην μείνει Η υγειά με κάνει και χαίρομα,ι η υγειά και καμαρώνω Θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα να χουν πεθερά και πεθερός Θεωρία Επισκόπου και καρδία μυλωνά Θέλησε ο Εβραίος να χαρεί, του βρέθηκε Σαββάτο Θυμήθηκες τον παππούλη σου και κλαις; – Όχι. Καθαρίζω κρεμμύδια Θέλω να αγιάσω. Μ’ αφήνουν οι δια(β)όλοι; Κάηκα στην κουρκούτι και φυσάω και το γιαούρτι Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι του Κάθε χώρα και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη Κι μένα η μάνα μ’ θα με δείρει, αλλά και σένα η πίτα θα γίνει κάρνου Κάνανε λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο Κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό Κι οι τοίχοι έχουν αυτιά Κοίταξέ με με το ένα μάτι να σε κοιτάξω με τα δυο Κόρακας κοράκου μάτια δεν βγάζει (καληώρα οι πολιτικοί μας) Κουφού καμπάνα κι αν λαλείς στραβόν κι αν λιβανίζεις (το ίδιο κάνει) Καλές γειτόνισσες, μήπως είδατε ποια είχαν στο γομάρι; ( κι ήταν η ίδια) Κλωτσιούνται τ’ άλογα, αλίμονο στα σαμάρια Και τα βαριά και τ’ αλαφρά απ’ το γάιδαρο περνάνε Κατά μάνα, κατά τάτα, κατά γιος και θυγατέρα Κάλλιο αργά παρά ποτές (ως απάντηση) Κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα Καλό το καθισιό, αλλά η ξάπλα πάει μπροστά Κερατάς και ζημιωμένος δεν υπάρχει Κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι Κάκα-κάκα το παιδί κάποτε θε να χεστεί Κάθε χώρα και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη Κάθε πρόβλημα έχει τη λύση του Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


28

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

Κάνε με νοητό να σε κάνω πλούσιο Κάνε καλό στου διαβόλου το χωριό Κάθε πόρτα έχει του καρφί τ’ς Λείπει ο γάτος χορεύουν τα ποντίκια Μάτια λαίμαργα ψυχή χαμένη Μάτια που δεν φαίνονται γρήγορα λησμονιούνται Με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά Μην τον κακομαθαίνεις τον άλλον, γιατί θα σε ξυνίσει Μπάτε, σκύλοι, αλέστε κι αλεστικά μη δίνετε Μεγάλωσε το γομαράκι, κόντυνε το σαμαράκι Μου έβαλε τα δυο ποδάρια σ’ ένα παπούτσι Μαλώνουμε, συννυφάδα; Στα νύχια στέκομαι Μάθε, γέρο, γράμματα τώρα στα γεράματα Με το δικό σου φάε, πιες κι αλισβερίσι μην κάνεις Μακριά είναι το σκοτάδι; κλείσε τα μάτια να το δεις Μάθε τέχνη κι άσ' τηνε κι όταν πεινάσεις πιάσ’ τηνε Με ένα παιδί δεν μπορείς να πιάσεις δυο κουμπάρους Μην παραπηδάς, κουμπάρε, θα σκίσεις το βρακί Με ξένα κόλλυβα κοιτάς να αγιάσεις Μαύρη τύχη που είχες, άντρα. Όλοι πάνε και δεν γυρίζουν και συ πας και μου έρχεσαι Να οι κλέφτες, αγά μ’, να ρίξουμε. – Όχι, όχι. Τον τορό, τον τορό να κοιτάτε (ήτανε χιόνι, όταν κυνηγούσαν τους κλέφτες) Να είσαι καλά τον Αύγουστο που είναι παχιές οι μύγες Ξέρεις να κλέψεις; – Ξέρω. – Ξέρεις να κυβερνήσεις: – Δεν ξέρω. – Δεν κάνεις για κλέφτης Ο λύκος την αντάρα χαίρεται Ο κακός ο χειμώνας φεύγει, ο κακός ο γείτονας μένει Ο Απρίλης έχει το όνομα και ο Μάης τα λουλούδια Όπου λαλούν πολλά κοκόρια αργεί να ξημερώσει Όποιος σκάβει λάκκο γι’ άλλον πέφτει ο ίδιος μέσα Όταν θα ξαναγίνω νύφη, ξέρω να προσκυνήσω Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος Όταν δεν σε θέλουν στο χωριό, μη ρωτάς πού είναι το σπίτι του παπά Όποιος οκνεύεται πολλά καλά στειρεύεται Ο Φλεβάρης και αν φλεβίσει, πάλι άνοιξη θα μυρίσει Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαϊκή κοσμοθεωρία και παροιμιακός λόγος των Τζουμερκιωτών

29

Όπου βλέπεις πέφτει ξύλο φύγε και όπου βλέπεις τραπέζι στρωμένο κάτσε Όπου δεν πέφτει λόγος πέφτει ��άβδος Όποιος δεν έχει νου έχει ποδάρια Όταν βγάζεις και δεν βάνεις, γρήγορα τον πάτο πιάνεις Ο καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται για να σωθεί Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες Ο Μανόλης με τα λόγια φτιάνει ανώγια και κατώγια Ο γαμπρός γιος δεν γίνεται και η νύφη θυγατέρα Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται Όταν σε βρίζουνε μέτρησε μέχρι το δέκα και απάντησε Όλα τα είχε η Μαριωρή, ο φερεντζές της έλειπε Ο καλός ο νοικοκύρης το χειμώνα φαίνεται Όπως στρώσεις, θα κοιμηθείς Όταν δεν σε θέλουν στο χωριό, μη ρωτάς που είναι το σπίτι του παπά Όλα τα στραβά κουλούρια η νύφη μας τα κάνει Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται Όποιος πηδάει πολλά παλούκια κάποιο θα του μπει Ό,τι δεν σου αρέσει να σου κάνουν οι άνθρωποι μην το κάνεις και συ στους άλλους Οι πολλές οι μαμές το βγάζουν στραβό το παιδί Ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται Ο κλέφτης δεν έχει πού να δέσει τ’ άλογό του Όταν την αλεπού δεν τη χωράει η τρύπα της, κρεμάει κουδουνάκια Όποιος πάει για μαλλί φεύγει κουρεμένος Όποιος δεν τιμά τα λίγα δεν θα δει και τα πολλά Ο χορτάτος τον νηστικό δεν τον πιστεύει Όταν δεν σε σπέρνουνε, να μην φυτρώνεις Ο λόγος σου με χόρτασε και το φαΐ σου φά' το Όταν έγειρα απ’ τη ράχη δεν ξανάκλαψε το μωρό μου Ο λύκος την τρίχα αλλάζει όχι και το χούι Ο ύπνος θρέφει το παιδί και ο ήλιος το μοσχάρι και το κρασί το γέρο τον κάνει παλικάρι Ούτε κότες έχω ούτε με την αλεπού μαλώνω Όσο αραιά τα σκόρδα τόσο χοντρά γίνονται Όλα τα γουρούνια την ίδια σούρλα έχουν Όταν κοιμηθείς με στραβόν, το πρωί θα αληθωρίσεις Όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο μουσαφίρης Ο ήλιος ζεσταίνει δικαίους και αμαρτωλούς Όταν λέγεις την αλήθεια, έχεις το Θεό βοήθεια και όταν λες ψέματα, φυλάξου από τα αίματα Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


30

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

Όλα στον καιρό τους κι η κουρκούτη το χειμώνα Ο λύκος απ’ τα μετρημένα τρώει Όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια Ό,τι γελάσεις θα καβαλικέψεις Ό,τι κάνεις πάθεις καρδιά μη σε πονέσει Ο κακός ο λόγος από πού βγαίνει; Από ξερό κεφάλι Ο άναργος κι ο γρήγορος αντάμα γευματίζουν Όλο εγώ στο μύλο, όλο εγώ στο μύλο, καλά με έκανε ο μυλωνάς Όπου έχει πολύ βούτυρο, αλείφει και τον κώλο του Οι καλοί χωράνε και στο καλάθι, οι στριμένοι ούτε στην κοφίνα Όταν δεν φτάνουν τα χέρια να ξυστείς, μην βάζεις άλλον να σε ξύσει Ο αγουροφάης έφαγε, ο γουρμοφάης δεν πρόλαβε Ο παπάς από την πόλη κι η παπαδιά τ’ μολογάει χαμπέρια Ο λόγκος έχει αυτιά και ο κάμπος έχει μάτια Ο ουβριός όταν φτωχαίνει, παλιά διφτέρια πιάν’ Πίστεψε λαγό και κάλεσε κουμπάρο για τραπέζι Πίσω την έχει η αχλάδα την ουρά Πέσε, πέσε το κοπέλι, κάνει τη γριά και θέλει (παντρειά) Ποιος στραβός δεν θέλει τα μάτια του; Πρέπει να το ΄χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι Πολλά καλά στην ερημιά ξύλα και λιθάρια Πόνος δεν είναι, δάκρυα πώς να βγουν; Πώς πάνε τα παιδιά σου κόρακα; – Όσο πάνε και μαυρίζουν Πολλοί κλαίνε τα χάλια τους κι ο μυλωνάς τ’ αυλάκι τ’ Πες μου τι δουλειά κάνεις να σου πω από τι θα πας Πότε θα φθάσεις, κυρά αλεπού, στη φωλιά; – Κατά τα σκυλιά που θα βρω στη στράτα Πες μου ποιους συναναστρέφεσαι, να σου πω ποιος είσαι Πού θα πέσει το μήλο; Κάτω από τη μηλιά Παλιός γάτος, τρυφερά ποντίκια Παρηγοριά στον άρρωστο, ώσπου να πεθάνει Ρώτησαν την κυρά μαριώ -την κυρά αλεπού- τι λες θα γίνουν τα κούμαρα φέτος; – Θα γίνουν, θα γίνουν. – Πώς το ξέρεις; – Τ’ αγαπάει η κοιλιά μ’ Ράβε, ξήλωνε δουλειά να μη σου λείπει Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα Στου κασιδιάρη τον τσαμπά μαθαίνουν οι μπαρμπέρηδες Στη γίδα δεν κολλάνε κολτσίδες Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λαϊκή κοσμοθεωρία και παροιμιακός λόγος των Τζουμερκιωτών

31

Στων αμαρτωλών τη χώρα το Μαγιάπριλο χιονίζει Σε βλέπω, βλάμη, που ίσιαξες, τι σε θέλω τώρα (ο κάβουρας στο φίδι) Σας έβαλα ψύλλους στ’ αυτιά Σήμερα σε τρώει η ράχη σου Στον πάτο ξυρίζουν το γαμπρό Συμπέθερος ακάλεστος γομάρι αγγαρεμένο Το ένα χέρι νίβει τ’ άλλο και τα δυο το πρόσωπο Το γύφτο πηγαίναν για βασιλιά και αυτός στο δρόμο έλεγε: «ρε κτσιούρες για κάρβουνα» Το γουρούνι σαπουνίζεις, το σαπούνι σου χαλάς Τι να σε κάνω, γαλανή, να γίνεις μαυρομάτα Το μυαλό αυτός το έχει από πάνω απ’ τη σκούφια Το άλογο που δεν μπορεί να σύρει το σαμάρι του το τρώει ο λύκος Του χαρτοπαίκτη, του ψαρά, του κυνηγού το πιάτο δέκα φορές είναι αδειανό και μια φορά γεμάτο Το σταυρό σου να τον κάνεις και το διάβολο να μην τον δεις Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν Του γέρου οι πορδές βρωμάνε, τα λόγια και οι συμβουλές ποτές Τι ώρα τρώτε σεις, παιδί μ’, για μεσημέρι(είπε η μάνα); – Όταν φύγεις εσύ Του διακονιάρη κομμάτι δώσ’ του, τις στράτες τις βρίσκει μόνος του Τον ζουρλό και τον χωριάτη η ξένη έγνοια τον γεράζει Το σκύλο δέρνουν για πετσιά κι αυτός τραβάει τομάρια Το σιγανό ποτάμι να φοβάσαι Τι καιρό κάνει έξω, κουμπάρε μ’. – Χαρά Θεού σαν και σένα που έχεις σράτα Το έξυπνο πουλί από την τσιμπίδα πιάνεται Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι Τσαρούχι από τον τόπο σου και ας είναι και μπαλωμένο Τι είσαι έτσι σήμερα; Σου έφαγε η γομάρα τα πράσα; Το μυρμήγκι, όταν θέλει να χαθεί, βγάνει φτερούδες Του πήραν φωτιά τα γένια. Μην τα σβήνεις, ν’ ανάψω το τσιγάρο μου Τώρα θέλω να μου φκιάξεις ένα λύκο να φάει πρώτα εσένα και μετά εμένα Τα θέλει ο τάτας και κλάνει η μάνα Τι έχεις, Γιάννη; Τι είχα πάντα Το φθηνό κρέας τα σκυλιά το τρώνε Της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελάει Το ήμερο τ’ αρνί βυζαίνει από δυο μάνες Το γοργό και χάρη έχει Τέτοια ώρα τέτοια λόγια Την πλήρωσε τη νύφη Του ’βαλαν ψύλλους στ’ αυτιά Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


32

Δημήτριος Ελ. Ράπτης

Τετάρτη και Παρασκευή τα νύχια σου μην κόψεις, την Κυριακή να μην λουστείς, αν θέλεις να προκόψεις Το πρώιμο πουλί πετάει και λαλεί Τι χαρά και παινέματα! Είδε ο άβρακος βρακί Το φαγητό των εννέα χορταίνουν και τους δέκα Τα αυγά δεν βάφουν με πορδές, θέλουν μπακάμη Το νου σας μην χάσετε και τα αυγά και τα καλάθια Τάξε του γιου σου ψέματα και του γαμπρού σου αλήθεια Υστερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη Φύλαξε ξύλα για το Μάρτη μη κάψεις τα παλούκια Φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά Φίλος το φίλο φίλευε κι ο νοικοκύρης αγνάντευε Φύλαξε το φίδι το χειμώνα να σε φάει το καλοκαίρι Φάτε μάτια ψάρια κι η κοιλιά περίδρομο Φοβάται όπως ο διάβολος το λιβάνι Φάε, νύφη, κέχρινο, καλό και το καθάριο Φίλος επιζήμιος εχθρός αποκαλείται Χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν χρειάζεται Χτυπάει τον τοίχο ν’ ακούσει ο περαστής (ο σύρτης) Χριστέ μου, φύλαξέ με από τους φίλους μου, τους εχθρούς τους ξέρω Χατίρι τ’ μνιανού, χατίρι του αλλουνού, κανένα παιδί εγώ απ’ τον άνδρα μου Ψάξε να βρεις ψύλλους στ’ άχυρα Αλήθεια δεν γελάσταν ακόμα με τόσες παροιμίες που σας έγραψα τότε να σας γαργαλίσω να γελάστε γελάστε ώσπου να ξεστριφτεί ο αφαλός σας. Με πολλή αγάπη Ο παντοτινός σας φίλος Μπαρμπατάκης

* O Δημήτριος Ελ. Ράπτης είναι Δρ Φιλολογίας και Εκπαιδευτικός Τζουμερκιώτικα Χρονικά


33

Μανόλης Μαγκλάρας*

Τα Σ υ ρ ρ α κ ι ώ τ ι κ α τ σ ε λ ι γ κ ά τ α

Ό

ταν αναφερόμαστε στο Συρράκο, το πρώτο που σκεφτόμαστε είναι η κτηνοτροφία και κατά βάση η ορεινή. Αν το Συρράκο, αλλά και οι άλλες μεγάλες ορεινές κοινότητες της Πίνδου, γνώρισαν ξεχωριστή ανάπτυξη, αν ξεπέρασαν τα όρια του Ελληνικού κράτους και γνώρισαν τη μεγάλη ακμή, αυτό το οφείλουν στην κτηνοτροφία και τα παράγωγα προϊόντα της, το μαλλί, την κάπα, τα υφαντά, το γάλα, το τυρί, το βούτυρο και τόσα άλλα. Είναι μ’άλλα λόγια το δομικό υλικό της οικονομικής και κοινωνικής και ενταυτώ της πολιτισμικής οργάνωσης και διάρθρωσης στα χρόνια της οθωμανικής εποχής και για την Ήπειρο, πριν την επανάσταση του ’21. Κατά τα πρώτα χρόνια της παρουσίας των Συρρακιωτών στην περιοχή της Πίνδου και για όσο διάστημα οι Συρρακιώτες καταγίνονταν ταυτόχρονα και με την καλλιέργεια της γης, η κτηνοτροφία ήταν περιορισμένη. Το χειμώνα κατέβαζαν τα ζώα στο Παλιοχώρι που είχε μικρότερο υψόμετρο και γι’αυτό πιο ήπιο χειμώνα. Πολλοί κάτοικοι του Συρράκου διατηρούσαν στο Παλιοχώρι τα σπίτια και τα χωράφια τους, όπου και παραχείμαζαν. Για πολλά λοιπόν χρόνια και ειδικότερα κατά τους πρώτους αιώνες της ιστορικής παρουσίας του Συρράκου στην Πίνδο (15ος-16ος αι.), με όλες τις επιστημονικές επιφυλάξεις, που ούτως ή άλλως διατηρούμε για τους προηγούμενους -έως και το 18ο αιώνα - χρόνους, το Παλιοχώρι θα πρέπει να ήταν το χειμαδιό των Συρρακιωτών. Στην ορεινή Ήπειρο και πιο πολύ στην Πίνδο ο χειμώνας παρουσιάζεται παρατεταμένος, ψυχρός και με άφθονες βροχές και χιόνια, ένα κλιματικό περιβάλλον ολότελα εχθρικό για τη διαχείμαση των ηπειρώτικων κοπαδιών. Αυτοί οι απέραντοι ορεινοί βοσκότοποι που είναι ευλογία θεού και χαρά για τους κτηνοτρόφους μας το καλοκαίρι, μεταβάλλονται το χειμώνα σε αφιλόξενους αλπικούς όγκους. Ο ηπειρώτικος χειμώνας ωστόσο παρουσιάζεται ηπιότερος στις ακτές του Ιονίου απ’ό,τι στο εσωτερικό της ευρύτερης περιοχής Ηπείρου. Το χαμηλό υψόμετρο, η γειτνίαση με τη θάλασσα και οι ζεστοί και υγροί νότιοι άνεμοι μετριάζουν τις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα. Μέσα σ’αυτές τις κλιματικές Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


34

Μανόλης Μαγκλάρας

συνθήκες σχηματίζεται μια ευρύτερη πεδινή - παραλιακή ζώνη, η οποία ευνοεί τη διαχείμαση των κοπαδιών (Άρτα-Λάμαρη-Άκτιο) και ευδοκιμεί η ελιά (Πρέβεζα). η τελευταία θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στη μεταγενέστερη μετακίνηση και οριστική εγκατάσταση των Συρρακιωτών στον Ελαιώνα και εκείθεν στις παρυφές και στην πόλη της Πρέβεζας. Ακολουθώντας λοιπόν οι Ηπειρώτες τις κοίτες των ποταμών και των παραποτάμων, οι Συρρακιώτες ακολουθώντας βασικά το ρου του Λούρου (Κανέτα-Αμβρακικός), μετακινούνται δυο φορές το χρόνο από και προς τα χειμαδιά, αναπτύσσοντας τοιουτοτρόπως αυτό που λέμε ημινομαδική ή για την ακρίβεια κτηνομαδική ζωή, καθώς η μετακίνηση δεν ήταν διαρκής αλλά αφορούσε συγκεκριμένη διαδρομή και χώρο διαμονής. Είναι η ανάγκη και η δύναμη του ανθρώπου ανέκαθεν να προσαρμόζεται στο φυσικό περιβάλλον για να αξιοποιήσει τις παραγωγικές δυνατότητες του τόπου και να διαμορφώσει έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής. Πρόκειται για μια πανάρχαια παράδοση που θέλει τους νομάδες κτηνοτρόφους να μετακινούνται για ανεύρεση τροφής για τα κοπάδια τους. Ανέκαθεν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Ηπείρου μετακινείται από τους θερινούς βοσκότοπους της αλπικής Πίνδου στα πεδινά και στα παράλια της Ηπείρου, της Αιτ/νίας, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, ακόμα και της Αλβανίας, άνοιξη-φθινόπωρο. Είναι οι πληθυσμιακές ομάδες που συγκροτούν εν πολλοίς τον ορεινό όγκο, που κατά γενική ομολογία αποτελεί το πεδίο όπου συντηρείται και αναπαράγεται ο Ελληνισμός κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Είναι ο χώρος όπου ανθεί το φαινόμενο της κλεφτουριάς (Μπαλατσός, Γιάννη-Κώστας) και της κοινωνικής ανταρσίας, που καλλιεργεί την ελευθερία, τη μετακίνηση. δεν είναι καθόλου τυχαία η επανάσταση του Συρράκου και των Καλαρρυτών στα τέλη του Ιούνη του 1821. Αντίθετα, οι πεδινές και οι ημιορεινές εκτάσεις εντάσσονται στο οθωμανικό γαιοκτητικό σύστημα, οι πληθυσμοί τους καταντούν κολλήγοι εφ’όρου ζωής, νιώθουν δε την απεχθή μορφή της τουρκικής κατάκτησης στην πιο σκληρή της εκδοχή, με τον τράχηλό τους κάτω από το ζυγό του δυνάστη. Στη νομαδική κτηνοτροφία οι Συρρακιώτες μπήκαν πολύ νωρίς, την ανέπτυξαν μαζικά και σε όλα τα χρόνια που ακολούθησαν είχαν τα περισσότερα ζώα. Είμαστε στο 17ο αι. που, με τη δημογραφική ανάπτυξη του ορεινού όγκου, παρατηρείται μια σημαντική ανάπτυξη της κτηνοτροφίας. Η κτηνοτροφία στα χέρια των Βλάχων, στα πλαίσια της παγκόσμιας συγκυριακής ανάπτυξης, κατέλαβε κυρίαρχη θέση στις δραστηριότητες του αγροτικού κόσμου της εποχής. Έτσι, ως κυρίαρχη δραστηριότητα απέκτησε όγκο και περιλήφτηκε στον οθωμανικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Το Συρράκο από τα νεότερα χωριά της περιοχής Μαλακασίου, μέχρι τις αρχές του 17ου αι. είχε τη μεγαλύτερη αύξηση πληθυσμού και το οξύτερο πρόΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα Σ υ ρ ρ α κ ι ώ τ ι κ α τ σ ε λ ι γ κ ά τ α

35

βλημα επιβίωσης των κατοίκων του. Με το νομαδικό-ημινομαδικό βίο των κτηνοτρόφων, που ήταν μια μορφή μετανάστευσης, και τη νομαδική κτηνοτροφία αναπτύχθηκε ένας δυναμικός οικονομικός κλάδος που συνέβαλε στην παραπέρα οικονομική του ανάπτυξη. Ήταν η εποχή που το Συρράκο διατηρούσε πάνω από 70.000 πρόβατα, την ίδια ώρα που ο τόπος δεν χωρούσε πάνω από 20.000 ζώα. Αλλά και σ’άλλες περιοχές κατέφευγαν τα συρρακιώτικα κοπάδια για ανεύρεση βοσκότοπου. Στο οροπέδιο των Ιωαννίνων ένθεν κακείθεν της πόλεως υπήρχαν πάντα και μέχρι τα τελευταία χρόνια τσιφλίκια τούρκικα, τα οποία μέναν ακαλλιέργητα και προσφέρονταν για μεγάλα κοπάδια. Ακόμα και στην περιοχή Ζαγορίου πήγαιναν πολλά κοπάδια συρρακιώτικα. Ο Βασίλης ο Νίκας -όπως μου έλεγε ο φίλος μου ο Νίκος Νίκας - στεκόταν στην πλατεία στα Γιάννενα κι από κει κάθε άνοιξη απολάμβανε τη μουσική πανδαισία από τα κυπροκούδουνα, όταν τα κοπάδια του διάβαιναν καταμεσής της κεντρικής πλατείας Ιωαννίνων για τα ορεινά βοσκοτόπια του Ζαγορίου. Οι Συρρακιώτες κτηνοτρόφοι από την αρχή κατέβαιναν στα πλούσια και θερμά λιβάδια της Άρτας, της Φιλιππιάδας, της Λάμαρης, της Πρέβεζας, του Ακτίου, ως κάτω στο Λουτρό, το Ανοιξιάτικο και μερικοί πολύ χαμηλά στο Αιτωλικό. Και στο οροπέδιο των Ιωαννίνων και συγκεκριμένα στην περιοχή της Μποϊνίλα, δίπλα στη λίμνη, παραχείμαζαν συρρακιώτικα κοπάδια. Μέχρι τώρα τελευταία οικογένειες Συρρακιωτών (Γειτοναίοι-Νταλαουταίοι) παραχείμαζαν και στον κάμπο της Θεσσαλίας (περιοχή Φαρσάλων). Δεν ξέρω πόσο είναι αληθές αυτό που άκουσα, ότι τα πρώτα χρόνια της μετακίνησης οι Συρρακιώτες πηγαίνανε στα χειμαδιά του θεσσαλικού κάμπου, επειδή όμως ο χειμώνας εκεί ήταν πολύ ψυχρός, αναγκάστηκαν να αλλάξουν κατεύθυνση προς τα ηπιότερα κλίματα της Λάμαρης, του Ακτίου και της Άρτας. Είναι ενδεικτικό το τραγούδι της «Παναγιωτούλας», από τα πιο προσφιλή στους Συρρακιώτες, που αναφέρεται στο χαμό του Παναγιώτη στον κάμπο της Θεσσαλίας. Πήρεν ο Μάρτης δώδεκα κι ο Απρίλης δεκατρία (Παναγιωτούλα μου) του Παναγιώτη τα πρόβατα δε φάνηκαν ακόμα Αυτό το τελευταίο έχει και ιστορική βάση, καθώς κατά μία άποψη ένα κύμα Συρρακιωτών προερχόμενο από τον θεσσαλικό κάμπο, πρέπει να κατέφυγε για λόγους ασφάλειας στη συγκεκριμένη περιοχή της Πίνδου, υπό την πίεση των Οθωμανών, όταν αυτοί κατέλαβαν τη Θεσσαλία, στα τέλη του 14ου αιώνα. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


36

Μανόλης Μαγκλάρας

Οι ιστορικές συγκυρίες, στην περίοδο της πρώιμης τουρκοκρατίας, ευνόησαν την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και, στην περίπτωσή μας, της ημινομαδικής κτηνοτροφίας. Οι εξισλαμισμοί, το παιδομάζωμα, η ελονοσία, η τρομοκρατία, η λεηλασία και η πειρατεία-ληστεία, που την περίοδο αυτή βρισκόταν σε έξαρση, προοδευτικά εξαφάνισαν τους ελληνικούς πληθυσμούς της υπαίθρου. Οι πεδινές εκτάσεις έμειναν ακαλλιέργητες και έτσι μεταβλήθηκαν σε λιβάδια. Η ερήμωση όμως αυτή των κάμπων έδωσε διέξοδο στο πρόβλημα του υπερπληθυσμού του Συρράκου με τη μορφή του ημινομαδικού βίου. Ταυτόχρονα, οι ιδιοκτήτες των τσιφλικιών, τούρκοι αγάδες, που ήταν εξισλαμισθέντες Έλληνες οι περισσότεροι, αποκτούσαν μ’αυτόν τον τρόπο εισόδημα κι ήταν επόμενο να συμπεριφέρονται στους κτηνοτρόφους τσελιγκάδες με τρόπο ευνοϊκό. Αλλά, εάν στον κάμπο η κτηνοτροφία βρέθηκε σε ευνοϊκές συνθήκες, αντίθετα στο βουνό, στα ορεινά μας βοσκοτόπια σε πολύ μικρό διάστημα και λόγω της ραγδαίας αύξησης του αριθμού των κοπαδιών δημιουργήθηκε έντονο πρόβλημα επάρκειας των θερινών βοσκοτόπων. Άλλη λύση δεν υπήρχε παρά να βόσκουν με τη σειρά και εκ περιτροπής τον τόπο μας και οι άλλοι -όπως προαναφέραμε- να νοικιάζουν βοσκότοπους σε γειτονικά χωριά, όσο διάστημα εκείνα δεν είχαν καθόλου ή είχαν μικρή κτηνοτροφία. Από τη στιγμή που και αυτές οι κοινότητες της Πίνδου απέκτησαν δική τους κτηνοτροφία κατά το πρότυπο των Συρρακιωτών, πολλοί συρρακιώτες κτηνοτρόφοι «ησπάσθησαν τον πλάνητα». Αναγκάστηκαν λοιπόν για να βρουν θερινές βοσκές για τα ζώα τους, να φύγουν σε τόπους μακρινούς και να ξεκόψουν μια για πάντα από το Συρράκο. Η κτηνοτροφία κατά τον 18ο αι. αναπτύχθηκε σε τέτοιο βαθμό που ήθελαν οι συρρακιώτες κτηνοτρόφοι εφτά (7) χρόνια να περιμένουν για να πάρουν σειρά. Από αυτή την πληροφορία βγάζει το συμπέρασμα ο Γιώργος Μουστάκης ότι οι Συρρακιώτες το 18ο αι. είχαν περίπου 200.000 πρόβατα, υπερβολικός όντως αριθμός. Για τη μετανάστευση αυτή των κτηνοτρόφων του Συρράκου γράφει ο Ι. Λαμπρίδης1. «Τοσούτον δε ηύξησεν ο πληθυσμός του Σεράκου περί τας αρχάς του ΙΗ΄ αιώνος, ώστε πολλαί των οικογενειών αυτού υπερπληρωθείσαι και μη δυνάμενοι να ζήσωσι, κατέλιπον (1713-1714) τας μονίμους αυτών θερινάς κατοικίας και ησπάσθησαν τον πλάνητα». Γράφει ακόμα ότι έφυγαν και για άλλη αιτία. «Λέγεται επίσης εκ παραδόσεως ότι περί το έτος 1713 ικανοί εκ του πολυάνθρωπου Σεράκου, προς αποφυγήν αποτίσεως φόρων τακτικών τε και άτακτων, τον πλάνητα τούτου βίον ησπάσθησαν, διεσπάρησαν δε ου μόνον εις την Βόρειον Ελλάδα, αλλά και εις την Μ. Ασίαν, Θράκην και Μακεδονίαν». 1. Ι. Λαμπρίδης, Ηπειρ. Μελετήματα, τεύχος 5°, Μαλακασιακά, Μέρος Β΄, Μέτσοβον και Σεράκον, εν Αθήναις 1888, σ. 51-53. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα Σ υ ρ ρ α κ ι ώ τ ι κ α τ σ ε λ ι γ κ ά τ α

37

Στη στενότητα του τόπου κατά την εποχή της κτηνοτροφικής έκρηξης του Συρράκου, εποχή που ο περισσότερος πληθυσμός ασχολείται με την κτηνοτροφία (χιλιάδες πρόβατα, εκατοντάδες αλογομούλαρα και δεκάδες φοράδες), λίγο πριν από τον ξεσηκωμό των δύο κωμοπόλεων (1821), πρέπει ν’αποδώσουμε τη μετοίκηση και εγκατάσταση ομάδας 17 ή 18 κτηνοτροφικών οικογενειών στο στανότοπο «Κελάρια». Κατόπιν απόφασης της δημογεροντίας του Συρράκου εκχωρείται τούτος ο τόπος σε μεμονωμένους κτηνοτρόφους, οι οποίοι δεν υπάγονταν σε κάποια στάνη-τσελιγκάτο. Στον τόπο αυτό ίδρυσαν σιγάσιγά τα πρώτα σπίτια, που με τον καιρό εξελίχτηκαν στο σημερινό Βαθύπεδο ή Προσβάλα (<πρες-βάλια), τη βλάχικη δηλ. Μπουζβάλα. Δε νομίζω ότι αντέχει στην κριτική η άποψη ότι την παλιά ονομασία του το Βαθύπεδο (Προσβάλα) την οφείλει στην προσβολή που ένιωσαν οι άποικοι συρρακιώτες όταν σε μια συμπλοκή τους με τους Κραψίτες έχασαν ένα συρρακιωτόπουλο. Υπήρχε βέβαια και άλλος σοβαρός λόγος, που η κοινότητα εγκατέστησε τους μικρούς αυτούς ελεύθερους, αλλά πολύ δυναμικούς κτηνοτρόφους στα Κελάρια. ήταν η προστασία της κτηνοτροφίας του Συρράκου από τους ζωοκλέφτες του Κράψη και της γύρω περιοχής. Γι’ αυτό οι στάνες που είχαν αναπτυχθεί στην ευρύτερη περιοχή και ως τότε δοκιμάζονταν από τους ζωοκλέφτες, δέχτηκαν με ανακούφιση αυτή την απόφαση. Λέγεται ότι ο τούρκος σπαχής, μετά την επανάσταση, μ’ένα μόνο ασκί μέλι, εκχώρησε στους Προσβαλίτες το Σπανό, τη δυτική δηλαδή πλευρά της Πρίζας, όπου μπορούσαν να βοσκήσουν περί τα 1.000 πρόβατα, ενώ συνολικά ο βοσκότοπος του Βαθυπέδου χωρούσε γύρω στα 3.000 με 3.500 πρόβατα. Οι Βαθυπεδιώτες εξ αυτού δεν ξεχνούν ποτέ τις ρίζες τους και την κοιτίδα της γενιάς τους, γι’αυτό και διατηρούν άριστες σχέσεις, σχέσεις αίματος άλλωστε, με το Συρράκο. Από τα πρώτα χρόνια της καθόδου των συρρακιωτών κτηνοτρόφων στα χειμαδιά, αυτή γινόταν καθ’ομάδες που απαρτίζονταν από συγγενικές οικογένειες. Αυτή η ομαδική κάθοδος και η από κοινού συμβίωση στον κάμπο δε γινόταν μόνον για λόγους ασφαλείας των ίδιων και των κοπαδιών τους, σε μια εποχή μάλιστα όπου το πλιάτσικο και η ληστεία ήταν καθημερινή πράξη. Κυρίως γινόταν γιατί έπρεπε να συμμορφωθούν οι κτηνοτρόφοι με το ισχύον τιμαριωτικό καθεστώς γης, τα τσιφλίκια, μεγάλες εκτάσεις που εκμεταλλεύεται ο σπαχής της περιοχής σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών του προς την Υψηλή Πύλη. Ήταν επομένως υποχρεωμένοι να συνεταιριστούν κατά κάποιο τρόπο περισσότεροι κτηνοτρόφοι για να μπορέσουν να νοικιάσουν ολόκληρο το λιβάδι. Κάτω από τις συνθήκες αυτές οι συγγενικές οικογένειες μετεξελίχτηκαν σ’ένα συνεταιρικό παραγωγικό οικονομικό μόρφωμα, που δεν είχε κερδοσκοπικό χαρακτήρα, αλλά προστατευτικό και αλληλέγγυο για όλους. Έτσι δημιουργήθηκαν τα τσελιγκάτα ή, όπως είναι γνωστότερα σ’εμάς τους Συρρακιώτες, οι στάνες. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


38

Μανόλης Μαγκλάρας

Από το σχεδιάγραμμα, που ακολουθεί και αφορά τη δομή του τσελιγκάτου, διαπιστώνουμε ότι οργανωμένοι οι τσελιγκάδες είχαν στη δουλεψή τους κι άλλα κοινωνικά στρώματα: Τους αγωγιάτες, τους μπάτζους, τους σμίχτες και τους πικράρους. Σε μια περίοδο προβιομηχανική-κτηνοτροφική και κατά μία έννοια φεουδαρχική δεν μπορεί παρά ν’αναφερόμαστε σε σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης από τη μεριά του τσέλιγκα, ο οποίος διαθέτει το κεφάλαιο (ζωικό-κοινωνικό-πιστωτικό), εκμεταλλεύεται την οικονομική και κοινωνική πλεονεκτική θέση και από ένα σημείο και πέρα χειραγωγεί κοινωνικά και πολιτικά (ακόμη) ολόκληρες ομάδες φτωχών οικογενειών και πολλές φορές εμπεδώνοντας την κυριαρχία του σε ολόκληρη την κοινότητα. Με αυτό τον τρόπο, οι σχέσεις τσέλιγκα από τη μια, σμιχτών, πικράρηδων, μπάτζων και αγωγιατών από την άλλη καθίστανται σχέσεις πελατειακές, σχέσεις εξάρτησης και εντέλει υποταγής. Βέβαια κάτω από την εξουσία του οι υποτακτικοί του απολάμβαναν μιαν οικονομική ασφάλεια, εξασφαλίζοντας τα προς το ζην, καθώς επίσης πολιτική και κοινωνική προστασία, χάρη στην επιρροή και δύναμη του τσέλιγκα που ξεπερνούσε τα όρια της τοπικότητας μέσω των εξωτερικών του διασυνδέσεων με ισχυρούς ιδιώτες και εκπροσώπους της εξουσίας. Τα τσελιγκάτα ή οι στάνες –όπως τις ξέρουμε καλύτερα– ήταν κανονικοί συνοικισμοί από 15-20 καλύβες με έναν αριθμό προβάτων από 1.500-3.000, 200400 γίδια, 30-50 αλογομούλαρα, χώρια τα άλογα των κιραντζήδων που μπορεί να ήταν πολύ περισσότερα. Η Λάμαρη και η ευρύτερη περιοχή της Πρέβεζας φιλοξενούσαν ανέκαθεν τα μεγαλύτερα συρρακιώτικα κοπάδια. Περιοχές όπως Σαμψούντα, Σινώπη, Αρχάγγελλοι, ο Λούρος (πριν φυσικά το 1922), Γραμμένο, Τριανταφυλλιά, Φλάμπουρα, Κανάλι, Σμυρτούλα, Λούτσα, Παλαιόκαστρο και ονόματα όπως Θανάσης Βαγγέλης (Νάσιος), Βασίλης Δίπλας (πολύ μερακλής στα τραγιά και τα κυπροκούδουνα), Γούλας Νταλαούτης, Σιόρεντας, έχουν συνδεθεί άρρηκτα με μεγάλα και ιστορικά συρρακιώτικα τσελιγκάτα. Δυστυχώς, για μας που βρεθήκαμε κοντά στα πρόβατα την παιδική μας ηλικία, που βιώσαμε από τα γενοφάσκια μας τον κτηνοτροφικό-ημινομαδικό τρόπο ζωής, όλα τούτα αποτελούν πια μια πολύ μακρινή ανάμνηση, αλλά πολύ πολύ γλυκειά ανάμνηση.

* Ο Μανόλης Μαγκλάρας είναι Φιλόλογος Τζουμερκιώτικα Χρονικά


― Ιδιοκτήτες ζώων φορτάρικων ― Στην υπηρεσία του τσέλιγκα ― Λίγα γίδια ― Μεταφορές ― Αγγαρείες

Αγωγιάτες ― Λίγα γίδια ― Επικουρία ― Στην υπηρεσία του τσέλιγκα ― Αγγαρεία ― Μεταποίηση γάλακτος

Τυροκόμοι

Τσέλιγκας

― Μικροϊδιοκτήτες ― Μικρό ζωϊκό κεφάλαιο ― Εργατικό δυναμικό ― Μερίδιο μικρό στα κέρδη ― Μικροί μέτοχοι

Σμίχτες

― Προλετάριοι ― Εργατική δύναμη ― Ρογιασμένοι μισθωτοί ― Τσοπάνηδες

Πικράροι

― Ιδιοκτήτητης των μέσων παραγωγής ― Πλούσιος κτηνοτρόφος ― Τσέλιγκας-Ζωϊκό κεφάλαιο ― Κοινωνικό κεφάλαιο ― Πιστωτικές διευκολύνσεις

Η δομή του τσελιγκάτου (Tseluik (σλάβ.) = γενάρχης)

Τα Σ υ ρ ρ α κ ι ώ τ ι κ α τ σ ε λ ι γ κ ά τ α

39

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


40

Νίκος Β. Καρατζένης*

Τζουμερκι ώτες, Αιτωλοί και Ακαρν άν ες στη διαδρομή των χρόνων

Κ

άθε φορά που τα βήματά μου με φέρνουν στη γη του Ξηρομέρου με κυριεύει η γλυκύτητα ενός νόστου, γιατί αισθάνομαι πως επιστρέφω σ’ έναν γνώριμο τόπο, ύστερα από μακρά αποδημία και πως με το πέρασμα της μέρας θα πάω να πλαγιάσω σε κάποιο από τα «κονάκια» των παιδικών μου χρόνων, στα Παράπλαγα του Αετού, στο Γεροβίτσι Προδρόμου, στη Μήλα Παλαιομάνινας, στα ΡοδινάΧρυσοβίτσας, στου Γαζή , ανάμεσα Μπαμπίνης, Παπαδάτου και Φυτειών. Η αίσθηση αυτή πηγάζει από την πολύχρονη παραμονή μου στις εν λόγω περιοχές, αφού για τους φερέοικους ποιμενικούς πληθυσμούς των Τζουμέρκων οι εκτάσεις της Αιτωλίας και Ακαρνανίας ήταν για αιώνες ο ζωτικός τους χώρος, η δεύτερη μικρή τους πατρίδα. Τα προσηλιακά χειμαδιά της περιοχής, με τους ήπιους νοτιάδες και τους μετριοπαθείς χειμώνες, αποτελούσαν την κοιτίδα της νομαδικής κτηνοτροφίας. Αναφέρω τόπους και χωριά, όπου ξεχειμώνιασαν τα κοπάδια της οικογενείας μου από το 1915 έως το 19741 για να φανούν : η οδύσσεια των περιπλανώμενων νομάδων των Τζουμέρκων στην αναζήτηση χειμερινών λειβαδιών αλλά και η πολύμορφη συνεργασία και η ειρηνική συμπόρευσή τους με Αιτωλούς και Ακαρνάνες. 1. 1915-16:`Αϊ Γιάννης Βόνιτσας, 2. 1921-22: Γελάδα Βόνιτσας, 3. 1925-26: Πλατός Αμφιλοχίας, 4. 1927-28: `Αγιος Κωνσταντίνος Αγρινίου, 5. 1928-29: Ρίβιο Παπαδάτου, 6. 1929-30: Χρυσοβίτσα Ξηρομέρου, 7. 1930-31: Αγράμπελο Ξηρομέρου, 8. 1931-32: Ζάβιτσα Ξηρομέρου,9. 1932-33 : Μοναστηράκι Βόνιτσας, 10. 1933-35: Παλιοκούλια Βόνιτσας, 11. 1935-37: Αστακός Ξηρομέρου, 12. 1937-42: Ζάβιτσα Ξηρομέρου, 13. 1942-43: Αετός Ξηρομέρου, 14. 1943-44: Πλατός Αμφιλοχίας, 15. 1944-57: Αετός Ξηρομέρου, 16. 1957-59: Πρόδρομος Ξηρομέρου, 17. 1959-60: Αγράμπελο Ξηρομέρου, 18. 1960-61: Παλαιομάνινα Ξηρομέρου, 19. 1961-62: Χρυσοβίτσα Ξηρομέρου, 20. 1962-68: Φυτείες Ξηρομέρου, 21. 1968-69: Πλατός Αμφιλοχίας, 22. 1973-74: Χρυσοβίτσα Ξηρομέρου. Την καθοριστική συμβολή των χειμαδιών της Ακαρνανίας στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας των Τζουμέρκων με τούτα τα λόγια σχολίασε ο πατέρας μου (Ιούλιος 1983): «Το Ξηρόμερο μας έφκιασε τα πρόβατα, το Ξηρόμερο τάισε τις φαμίλιες μας και ο Αητός μάς έκανε τσελιγκάδες». 1. Νίκου Β. Καρατζένη, Οι Νομάδες κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων, ‘Αρτα 1991, σελ. 358-363 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τζο υ μ ερκ ιώτ ε ς , Αιτωλ ο ί κ α ι Ακ αρν άν ε ς σ τ η δ ια δρ ο μ ή των χ ρ όν ων

41

Τα αχυροσκέπαστα καλύβια των ποιμένων «στέκουν όρθια» επί έναν αιώνα στα βοσκοτόπια του Αστακού, τρανή απόδειξη της ειρηνικής συμβίωσης νομάδων και Ακαρνάνων.

Τα κοπάδια ξαποσταίνουν «κατάλακα» στο απάνεμο «γρέκι» τους συνεχίζοντας την Πελασγική και Ομηρική παράδοση του ποιμενισμού.

Οι λευκές οπτασίες των προβάτων καθώς σκαρίζουν την αυγή συνθέτουν έναν πίνακα που διηγείται την ποίηση της ποιμενικής ζωής .

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


42

Νίκος Β. Καρατ ζέν ης

Τα χωριά, οι κωμοπόλεις και οι πόλεις της Αιτωλοακαρνανίας και της Λευκάδας λειτούργησαν όχι μόνο ως αγορές διάθεσης των κτηνοτροφικών προϊόντων, αλλά παρείχαν στους παραχειμάζοντες ποιμένες δυνατότητες για δραστηριότητες, οι οποίες συνέβαλλαν στην ενίσχυση του πενιχρού εισοδήματος από την κτηνοτροφία. Κτηνοτρόφοι και αγωγιάτες μετέφεραν στον Αστακό το βελανίδι του Ξηρομέρου. «Εκείνα τα χρόνια που δεν υπήρχαν δρόμοι και οχήματα, για βδομάδες πολλές, πραμαντιώτες και καραγκούνηδες αγωγιάτες κουβαλούσαν το βελανίδι στις αποθήκες των Αστακιωτών εμπόρων στον όρμο του Άγίου Παντελεήμονα ή στον Αστακό2». Κτηνοτρόφοι και αγωγιάτες επίσης εφοδίαζαν με καυσόξυλα τα νοικοκυριά και τους φούρνους του Αγρινίου, του Νεοχωρίου, της Κατοχής, του Αστακού, της Κατούνας, της Αμφιλοχίας, της Βόνιτσας, της Λευκάδας. Κάποιοι Τζουμερκιώτες εξασφάλιζαν τον επιούσιο με το να διαθέτουν άσβεστο ασβέστη από ασβεστοκάμινα, που κατασκεύαζαν οι ίδιοι. Οι γυναίκες και οι κόρες των ποιμένων απεκόμιζαν χρήματα εργαζόμενες στο φύτεμα του καπνού την άνοιξη ή συλλέγοντας άγρια χόρτα και διαθέτοντας αυτά στους κατοίκους των κωμοπόλεων που προαναφέρθηκαν. Υπολογίσιμο έσοδο αποτέλεσε για τους ποιμενικούς πληθυσμούς και το βελανίδι δεύτερης ποιότητας (κάχλα) το οποίο είχε απομείνει το φθινόπωρο στο βελανιδοδάσος, ενώ κάποιοι νεαροί βοσκοί έβρισκαν απασχόληση ως τυροκόμοι στις μονάδες επεξεργασίας γάλακτος του Ξηρομέρου. Παράλληλα, οι νομαδικοί πληθυσμοί συνέβαλλαν στην τόνωση της εγχώριας οικονομίας, διότι πέραν των δαπανών για την αγορά των αναγκαίων προς το ζην και των ενοικίων που κατέβαλλαν στους ιδιοκτήτες των βοσκοτόπων και στις κοινότητες των χωριών, συντελούσαν ��την άνθιση επαγγελμάτων συναφών με την κτηνοτροφία, όπως των εμπόρων του γάλακτος και των αρνιών, των μεσιτών, των κρεοπωλών, των εμπόρων μαλλιού, των κατασκευαστών σαμαριών και πετάλων. Ορισμένοι δε εκ των νομάδων των Τζουμέρκων εξασφάλιζαν θερινά βοσκοτόπια για τα «μισιακά3» πρόβατα κατοίκων του Ξηρομέρου με τους οποίους είχαν συνάψει συνεργασία οικονομικής φύσεως με βάση το μισακάρικο σύστημα διαχείρισης της κτηνοτροφίας. Πολλοί ποιμένες από τα μέσα του περασμένου αιώνα προέβησαν σε αγορά γης και ρίζωσαν σε κάποια γωνιά της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, μετέφεραν τα πολιτικά τους δικαιώματα στον πλησιέστερο από την εγκατάστασή τους δήμο, εγκατέλειψαν τον πλάνητα βίο και εντάχτηκαν ομαλά στις τοπικές κοινωνίες. 2. Γερ. Ηλ. Παπατρέχα, «Ο βελανιδώνας του Ξηρομέρου», περιοδικό «η Βελανιδιά», τεύχος 3, 2004 , σελ. 19. 3. Νίκου Β. Καρατζένη, ο. π σελ 296-298. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τζο υ μ ερκ ιώτ ε ς , Αιτωλ ο ί κ α ι Ακ αρν άν ε ς σ τ η δ ια δρ ο μ ή των χ ρ όν ων

43

Πολλοί Τζουμερκιώτες, ασχολούμενοι με την οικοδομική κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, συγκροτούσαν ομάδες εργασίας, τα λεγόμενα «μπουλούκια», και αναλάμβαναν την ανέγερση οικοδομημάτων, περιπλανώμενοι επί μήνες και αυτοί, όπως οι νομάδες, στην επικράτεια της Αιτωλίας και Ακαρνανίας μεταφέροντας ιδέες, νοοτροπίες, πρακτικές σε αυτούς τους τόπους επηρεάζοντας και επηρεαζόμενοι οι ίδιοι από τα κρατούντα στις περιοχές αυτές. Τα έργα του μυαλού και των χεριών των τζουμερκιωτών μαστόρων παραμένουν ανέπαφα στο χρόνο για να μνημειώνουν την τεχνογνωσία, την ευθύνη, την ευφυΐα αλλά και τον ιδρώτα των ανθρώπων της πέτρας στην προσπάθειά τους να χτίσουν τα σπίτια και τους χώρους λατρείας των ανθρώπων. Το κωδωνοστάσιο του «Αγίου ΒησσαρίΑρκετές συντροφιές οικοδόμων από ωνα» Φιλιιππιάδας, κτισμένο το 1912 τα Πράμαντα4 είχαν αναπτύξει αξιόλογη από τον Βασίλη Γεωργάκη, δοξάζει την δραστηριότητα στις πόλεις των Αιτωλών έμπνευση, την αίσθηση του κάλλους, και των Ακαρνάνων. Για παράδειγμα η εκ- την τεχνογνωσία και την υπευθυνότηκλησία Στάνου Αμφιλοχίας και το κωδω- τα των Τζουμερκιωτών οικοδόμων. νοστάσιο του ναού του Αγίου Βησσαρίωνα Φιλιππιάδας, δείγμα υψηλής τέχνης, είναι έργο του λαΐκού αρχιτέκτονα Βασίλη Γεωργάκη, ο οποίος έχει φιλοτεχνήσει επίσης και τη βρύση «Αράπης» στο ιστορικό κέντρο των Πραμάντων. Η ομάδα του Ιωάννη Λ. Καρακώστα έχει αφήσει αδρά τα ίχνη της στους ναούς της Αγίας Παρασκευής Αμφιλοχίας, Αγίου Δημητρίου Αγρινίου, Σωτήρος Πενταλόφου Μεσολογγίου, στις εκκλησίες των χωριών: Σπάρτου Αμφιλοχίας, Θυρίου και Μοναστηρακίου Βόνιτσας, Σφήνας Αγρινίου, Παλαιομάνινας Μεσολογγίου καθώς και στα κωδωνοστάσια εκκλησίας του Νεοχωρίου Αιτωλίας και Αγίου Παντελεήμονος της πόλης του Μεσολογγίου. Η συνύπαρξη λοιπόν παραχειμαζόντων ποιμένων και οικοδόμων αφενός και των Αιτωλοακαρνάνων αφετέρου αποτέλεσε αφετηρία για τη σύμπηξη και 4. Πράμαντα Τζουμέρκων Ιωαννίνων, Ιστορία-Λαογραφία, έκδοση αδελφότητας Πραμαντιωτών «Η Αγία Παρασκευή» Αθήνα 1977, σελ 190-192. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


44

Νίκος Β. Καρατ ζέν ης

σφυρηλάτηση μονιμότερων δεσμών μεταξύ τους, όπως φιλίας, κουμπαριάς, γάμων, αλλά και για την ανταλλαγή και ανάμειξη στοιχείων κουλτούρας και νοοτροπίας. Ο Γιώργος Μ. Διαμάντης5, δεξιοτέχνης στο κλαρίνο, καταγόμενος από τα Πράμαντα, αναφερόμενος στις επιρροές που άσκησαν οι Αιτωλοί και οι Ακαρνάνες στα μουσικά και χορευτικά πράγματα των Τζουμέρκων είπε κάποτε: «Οι κτηνοτρόφοι και οι οικοδόμοι των Τζουμέρκων, που έρχονταν σε επικοινωνία με τους Αιτωλοακαρνάνες, έφερναν στα Τζουμέρκα τα τραγούδια και τους χορούς των κατοίκων του Ξηρομέρου και υποχρέωσαν κι εμάς τους οργανοπαίχτες να τα μάθουμε και να τα τραγουδάμε στους γάμους και στα πανηγύρια των Τζουμερκιωτών, αλλά αντίστοιχα οι Αιτωλοί και οι Ακαρνανες μάς καλούσαν και μάς καλούν ακόμη και σήμερα στον τόπο τους για να τραγουδήσουμε όχι μόνο τα τραγούδια τους αλλά και τζουμερκιώτικους σκοπούς τους οποίους γνώρισαν κατά τις επισκέψεις τους στα Τζουμέρκα, που είχαν φίλους και συγγενείς». Πέραν αυτών είναι γεγονός ότι οι ποιητικοί λυγμοί των μοναχικών τροβαδούρων των Τζουμέρκων, του Κώστα Κρυστάλλη και του Γιώργου Κοτζιούλα, που με πάθος απαθανάτισαν «τις περίσσιες χάρες» και τους παιδεμούς των λησμονημένων ξωμάχων της ελληνικής υπαίθρου, αγγίζουν τις ψυχές και γαληνεύουν το πνεύμα των απανταχού ευρισκομένων Ακαρνάνων. Ορισμένοι εξ αυτών έχουν την εντύπωση πως η εικόνα των αποκαμωμένων ζευγάδων του Ξηρομέρου πυροδότησε την έμπνευση του Κρυστάλλη6 να μετουσιώσει σε ποίηση τον άγιο μόχθο βοδιών και ανθρώπων στη σκληρή βιοπάλη: «Απ’ όξω απ’ τα οργώματα, γυρνούνε οι ζευγολάτες ηλιοκαμένοι, ξέκοποι, βουβοί, αποκαμωμένοι με τους ζυγούς, με τα βαριά τ’ αλέτρια φορτωμένοι και σαλαγούν από μπροστά τα δυο καματερά τους κι αργά τα βόδια περπατούν και πού και πού μουγκρίζουν…» «Φτενά είναι τα χωράφια» των Τζουμέρκων «κρατημένα με πεζούλες», κατά τον ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα, τα οποία καταδίκασαν σε πενία τους Τζουμερκιώτες και τους εξώθησαν στην αποδημία και στην περιπλάνηση «σε ξένους τόπους». Στεγνά και άνυδρα, εσαεί διψασμενα, ήταν τα καπνοχώραφα της Ακαρνανίας, πνιγμένα στις ασφάκες και στα κοτρόνια, τα οποία κράτησαν στην αιχμαλωσία της ανέχειας τους Ξηρομερίτες και τους έκαμαν πείσμονες, εργα5. Ιούλιος 2001, Πράμαντα 6. Κώστα Κρυστάλλη, «Το ηλιοβασίλεμα», Ανθολογία Περάνθη, τόμος 2, σελ. 489, εκδόσεις Ι. Χιωτέλλη. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τζο υ μ ερκ ιώτ ε ς , Αιτωλ ο ί κ α ι Ακ αρν άν ε ς σ τ η δ ια δρ ο μ ή των χ ρ όν ων

45

Οι περήφανοι τράγοι με την αρματωσιά τους στην πρωτοπορία των κοπαδιών .

Από τα τρυφερά τους χρόνια των νομάδων τα παιδιά διαποτίζονται με του ποιμενισμού τα κελεύσματα. Ρίβιο Ξηρομέρου.

Τα τζομπανόσκυλα,ακοίμητοι φυλάκτορες των προβάτων «χαριεντίζονται» με τον αρχηγό του κοπαδιού.

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


46

Νίκος Β. Καρατ ζέν ης

τικούς, ολιγαρκείς αλλά και φιλόξενους και καταδεκτικούς. Ίσως ο Γιάννης Ρίτσος έγραφε τους στίχους του και για τον αιχμηρό Ακαρνανικό τόπο: «Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή Σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια Σφίγγει το φως … Σφίγγει τα δόντια Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως. Ο δρόμος χάνεται στο φως … Δεν υπάρχει νερό…7» Ακαρνάνες λοιπόν και Τζουμερκιώτες, ποιμένες και οικοδόμους, τους δυνάμωναν ο κοινός μόχθος για ένα κομμάτι ψωμί και η κοινή προσδοκία μιας ηλιόλουστης μέρας, αλλά με πολύ κόπο, πολλές στερήσεις, αυταπάρνηση και αξιοπρέπεια. Για τους δεσμούς που ένωναν τους ανθρώπους των βουνών με τους ανθρώπους του κάμπου αποκαλυπτικά είναι όσα σημειώνει ο Ακαρνάνας καθηγητής Αθανάσιος Παλιούρας8: «Σε παλαιότερες εποχές, τους μήνες που τα πάντα σκέπαζε πυκνό χιόνι, οι Τζουμερκιώτες κατέβαιναν χαμηλότερα πεζοπορώντας νυχτόημερα με τα γιδοπρόβατά τους, κοπάδια μικρά ή μεγάλα. Προορισμός τους τα Ακαρνανικά βοσκοτόπια του Ξηρομέρου καθώς είχαν αναπτύξει με τους Ξηρομερίτες στενές σχέσεις φιλίας, φιλοξενίας συχνά και συγγένειας. Στην Κατούνα, τη δεκαετία του 60, άκουσα από πραμαντιώτες και θεοδωριανίτες βοσκούς πολλές περιπετειώδεις ιστορίες, όλες με τα στολίδια της απλότητας και της λεβεντιάς, της ανθρωπιάς και του πόνου, της ζωής και του θανάτου…». Σε ό,τι αφορά εμάς, τα παιδιά των νομάδων, τους μικρούς βοσκούς των κοπαδιών στις αργίες και στις διακοπές που «πηγαίναμε στα γράμματα», η Ακαρνανία με τα σχολεία της, τους καλοπροαίρετους δασκάλους, τους φίλους συμμαθητές και τους καλότροπους ανθρώπους της σημάδεψε βαθιά τον ψυχισμό μας. Κάθε μέρα το θαμποχάραμα ξεκινούσαμε από τα αχυροσκέπαστα καλύβια μια οδοιπορία με οδηγό τα ποιμενικά μονοπάτια του βαλανιδώνα του Ξηρομέρου και παίρναμε το δρομολόγιο του μέλλοντος, το δρόμο της ατομικής του ιστορίας το καθένα μας με στόχο «ν’ αλλάξουμε ζωή», αφήνοντας πίσω μας τη σκληρή βιοπάλη των γονιών μας. Στον ίδιο τρουβά ριγμένα: τα τετράδια, το ροκίσιο ψωμί που μάς ετοίμαζε η ηρωίδα τζουμερκιώτισσα μάνα και τα όνειρα για ένα αύριο άγνωστο και μακρινό. Συχνά περπατούσαμε πάνω στα νωπά χνάρια των λύκων… Όταν οι καταιγίδες μαίνονταν και οι άνεμοι ρίχνονταν με οργή πάνω μας, 7. Γιάννη Ρίτσου, «Ρωμιοσύνη», Ποιήματα, τόμος 2, σελ 59, εκδόσεις Κέδρος 1975. 8. Αθανασίου Παλιούρα, «Τζουμέρκα μου περήφανα», εφ. Η Καθημερινή, Αφιέρωμα Επτά ημέρες, 22-05-2005, σελ 5. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τζο υ μ ερκ ιώτ ε ς , Αιτωλ ο ί κ α ι Ακ αρν άν ε ς σ τ η δ ια δρ ο μ ή των χ ρ όν ων

47

οι στοργικές βαλανιδιές γίνονταν οι φύλακες και προστάτες μας. Όταν όμως η άνοιξη μοίραζε αφειδώλευτα τα δώρα της στην ακαρνανική φύση, το βελανιδοδάσος μεταμορφωνόταν σ’ ένα έργο τέχνης, το κάλλος του οποίου μεταγγιζόταν στο είναι μας, μας πλημμύριζε και γεννούσε μέσα μας την αίσθηση της πληρότητας. Ανασαίνοντας λοιπόν κι εγώ από μικρό παιδί τον αέρα του αρχέγονου δρυμού και περπατώντας στις ρίζες των αιωνόβιων βελανιδιών, οι οποίες «δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό», έχω την αίσθηση πως ακούω συχνά την απόκοσμη και ριγηλή βοή του απέραντου βελανιδοδάσους του Ξηρομέρου, η οποία ενίοτε με σαγηνεύει ως παναρμόνια μουσική, ενίοτε με αναστατώνει και με τρομάζει ως άγρια όπερα. Τότε οι στίχοι του Νικηφόρου Βρεττάκου9 με ταξιδεύουν στα εφηβικά τοπία του πανάρχαιου βελανιδώνα: «Έριξες την αστροφεγγιά μέσα μου να με βασανίζει. Έριξες τον αγέρα των δασών σου μέσα μου. Πού να σταθώ μ' αυτό το βάρος, πώς να περπατήσω ! Πότε θα προφτάσω λοιπόν να ξεχωρίσω το νερό από το χώμα ! Κι όμως, όχι, περίμενε Και την αποστολή που μου φόρτωσες δε θα στη γυρίσω πίσω! Θα βρω όσα δάκρυα μου χρειάζονται να πλάσω ένα πρόσωπο αληθινό με το χώμα μου, όσο αίμα μού χρειάζεται όση αγάπη – τι ήθελες; τι; πες μου τι; … Μην ξεχάσεις τουλάχιστο, φιλεύσπλαχνε της ερημιάς μου (δρυμέ) φρόντισε να κάμεις τόπο ανάμεσα στις τρύπες των γερακιών σου να φτιάξεις μια μικρή ρωγμή να με φυλάξεις στη μνήμη σου!»

* Ο Νίκος Β. Καρατζένης είναι Φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση

9. Νικηφόρου Βρεττάκου, «Ο Ταΰγετος και η σιωπή» , Τα Ποιήματα, Τόμος 1ος , σελ. 172, εκδόσεις Τρία Φύλλα, Αθήνα 1981. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


48

Δημήτριος Παππάς*

Από τα παλιόφρουτα του χωριού 1. Εγκλήματα και Τιμωρίες… Ένορκες, επώνυμες, -μαρτυρικές- μαρτυρίες, αυτοπτών μαρτύρων. Τα κεράσια Παντιλάκης, εκεί που πήγαινε να βoσκήσει τα σγούρια του, 10-12 χρονών, κάπου εκεί στο 1930 (στα Βόρεια Προάστια του χωριού μου), είδε, το λιανόπαιδο, μια μέρα, κατάμαυρα κεράσια στην κερασιά του γείτονα στα χωράφια τους και τα λιμπίστηκε! Άφησε τα μανάρια στο χορτάρι και ανέβηκε, κρυφάκρυφά, να καλοσκαιρήσει. Να όμως που εκείνα τα λυκοσκισμένα, τάβαλε ο πειρασμός, και απήδησαν το φράχτη και μπήκαν στο ξένο λιβάδι και τσουμάλαγαν αμέριμνα. Τα είδεκατά κακή τύχη- ο νοικοκύρης και πήγε να τα προγκήσει να βγούνε από το χωράφι του, όπου-πάλι κατά κακή τύχη- είδε το μικρό επάνω στα κλωνάρια της κερασιάς του, και τον έπιασε λαβούρα! Ακόμα δεν τα δοκίμασε αυτός και μπήκαν οι ξένοι να μαζεύουν. Θα τους κανονίσω εγώ, λέει, μονολογώντας ο Αριστ.. 35-40 χρονών. Το «έγκλημα», βλέπετε, ήταν διπλό, παραβόλα και κερασιά. Με μπαγαποντιά ξεγέλασε το τσιακάλι, και το πλησίασε, τάχα-τάχα για τα σγούρια, κιαπέ, αφού το τσάκωσε στα χέρια του, το περιποιήθηκε για τα καλά. Του άστραψε πρώτα 2-3 κατακεφάλους, που τούρθε ο ουρανός σφοντύλι, και αδιαφορώντας για τα μουντζουκλάματα και τα παρακάλια, ας πούμε τη συγγνώμη, του… καταχραστή, ολοκλήρωσε την τιμωρία, με το να ξεβρακώσει το … παιδαρέλι!!! Του πήρε το παντελονάκι του και έφυγε… νικητής και τροπαιούχος, για το κονάκι του, αφήνοντας το νεαρό, όπως τον γέννησε η μάνα του, καθόσον δεν είχε σώβρακο. (Δεν ήταν και σπάνιο αυτό το φαινόμενο τότε, συνέβαινε πολλές φορές). – Να μάθεις να μην απλώνεις στα ξένα …» Δε με ξέρ’ς καλά εμένα …μαύρε» είπε εκείνος και πήρε το μονοπάτι του. Απαρηγόρητος ο Πιντιλής, με τα «λιόκια» όξου, μαγκλαβίζονταν και χτυπιόνταν, αναθεματίζοντας την ώρα, που είδε τα σκασμένα τα μαυροκέρασα… Αφού συνήρθε κάπως απ’ τα χαστούκια και το κατσάδιασμα, του ήρθε νέο ξάφνιασμα από την εμφάνισή του! Τότε κατάλαβε ότι είχε άλλο πρόβλημα να αντιμετωπίσει, για να πάει στο χωριό- στο σπίτι του. Ξεθύμανε για λίγο στα διαολοζύγουρα, που ήταν η αιτία της …σκατοτρομάρας του, και πήρε τα μονοπάτια, για το γυρισμό.

Ο

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Από τα παλιόφρουτα του χωριού

49

Ποιον γυρισμό; Χαλασιά τ’ κι τρομάρα τ’ που έπρεπε να ακολουθήσει μονοπάτια και «σύρματα»… ερημικά, να μη ανταμώσει ανθρωπάκι, και τον περάσει για… καλικάτζαρο, για τον … οξαποδώ, για σιαητάνη! Ούτε ήξερε κατά πού πήγαινε, αλλού σχεδίαζε να περάσει και αλλού βρέθηκε. Εκείνοι οι …τσ’λιουέροι πήγαιναν ούλο το απόσκιου, και τον έβγαλαν στα μαντριά του μπάρμπα Μήτρου. Τότε του ήρθε στο μυαλό να ζητήσει βοήθεια. Τρυπωμένος πίσω από ένα καλύβι, φώναξε και ματαφώναξε, όσο να τον ακούσει το γεροντάκι και να πάει κοντά του, αφού ετούτος δεν ξεκάμπαγε μπροστά του να συνεννοηθούν. Δεν καταλάβαινε τι του έλεγε το παιδί, που όλο μουτζόκλαιγε και ζήταγε ένα… παντελόνι!!! Ένα παντελόνι, να μου φέρ’ς μπάρμπα!!! Έχ’ς ένα παλιοπαντελόνι, έχασα το θ’κό μου! Με τα πολλά, κάποια ώρα κατάλαβε το γεροντάκι και πήγε και του έφερε μια δική του παλιοτσιακτσήρα, αφού δεν είχε παιδούργια, για να του πάει ένα περίπου στα μέτρα του. Πήγε να το ποδέσει, τι να ποδέσει; Τον χώραγε ολόκληρο μέσα, του σκέπαζε και το κεφάλι του… Πήρε, όμως, θάρρος τώρα κι άρχισε να το διπλώνει και να το μαζώνει, πότε από τα πηδουνάρια και πότε απ’ του ζουνάρι. Εκτός από το μάκρος ήταν και το πλάτος, δεν σταμάταγε στο κορμί του πουθενά. Βρήκε -ευτυχώς- ένα κοντοτρίχι εκεί στα μαντριά (που κρέμαγαν το κλαρί) και το χρησιμοποίησε για λουρί. Το έσφιξε καλά-καλά και πανευτυχής! πάει για το σπίτι του, αφού κατάφερε και έκρυψε τα …απόκρυφά του, μέσα στην παντελονάρα του παππούλη. Αλλού έπεφτε και αλλού σηκωνόταν, πεδηκλώνονταν, και όλο κράταγε με τα χεράκια του την τσιακτσήρα, που με τα χίλια ζόρια κατάφερνε να κρατήσει στο κορμάκι του. Φράτσα-φράτσα ακούγονταν τα πεδονάρια, καθώς έπαιρναν σβάρα ό,τι έβρισκαν στη στράτα. Κάποια ώρα έφτασε στο σπιτικό του, όπου απολογήθηκε για το πάθημά του και για το… έγκλημά του!!! Τον μάλωσαν για την πράξη του, αλλά πιο πολύ τον …συμπόνεσαν για το… αυτόφωρο και την πρωτοτυπία της τιμωρίας. Υπήρχαν και πιο… αλαφρότερες ποινές να ξεπληρωθεί το «ένταλμα», έλεγαν. Σα χωριανό τους τον «σ’χάθ’καν», για την παλληκαριά του! και σαν… αντραγάθημα, το μολόγαγαν, στο μαχαλά, για χρόνια. Μαρτυρία: Κυψέλη-Αλκιβιάδης Κ. Μπλέτσος, 2005 2. Της συκιάς το «φράξιμο» Στην εξοχή, σε μια πλαγιά, ήταν η βρυσούλα με το γάργαρο νεράκι της. Δίπλα και παραδίπλα ήταν κήπια και καρποκλάρια διάφορα, με πρώτες τις συκιές. Καρβελάτες, λιβανές, τσιουπελίσιες και μαυράκια διάφορα, ήταν διάσπαρτες Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


50

Δημήτριος Παππας

στην περιοχή, όμως οι άσπρες ήταν οι ξακουστές. Τις ήξεραν όλοι, και εκεί ξέπεφταν, άλλοτε φανερά και άλλοτε στα κρυφά. Τάχα-τάχα πως πήγαιναν στη βρύση, για νεράκι και στα κλωνάρια… κραπατσαλώνονταν! Έφραζαν κάποτε οι νοικοκυραίοι, με αγκάθια και τσιπούρια- βάτια, αλλά τίποτε δεν κατάφερναν. Οι «σκουφαγάδες» το βιολί τους! Ένα πρωινό -Αύγουστος μήνας- η κόρη του μπάρμπα-Γιώργου, πήρε το βαρελάκι της για νερό και το καλαθάκι της, για σύκα, και μια και δυο στη βρύση. Βρήκε νεράκι γιόμωσε, όμως στα σύκα την είχαν προλάβει και ούτε «πρίσκαλα» δε βρήκε. «Σας του μπήρι ου διάουλους και σας του μπήρι! Ανάθεμα τ’ μάνα κι του μπατέρα σας! Μ’σιακά τάχουμι; Παλιουκιαρατάδις του διαόλου!!! Θα σας κανουνίσου ιγώ…παλιοτόμαρα τ’ κερατά!!!» Αυτά και άλλα τέτοια έλεγε και δεν απόσωνε, και καταριόνταν η χ’στιανή, πικραμένη και διαουλισμένη, που δεν βρήκε ούτε να καλοσκαιρήσει!!! «Τώρα κι θα σας κανονίσου ιγώ», ματαείπε ολομόναχη εκεί στην εξοχή. Δεν άργησε. Τη βρήκε τη λύση, το «φάρμακο» δηλαδή για να τους εκδικηθεί... Φάρμακο, σχέδιο πρωτότυπο, σατανικό, αποτελεσματικό, ακίνδυνο και εν ολίγοις… σκατοσχέδιο! Πρέπει, εδώ, για να εφαρμόσεις τέτοια πρωτότυπα «κόλπα» ή να έχεις διαβάσει κάτι παρόμοιο ή να έχεις …σπουδάσει, σε ειδική σκολή ή να διαθέτεις εφευρετικότατο νου, να κατεβάζει σατανικά και… εξωγήινα…«Να το έχει η κούτρα να κατεβάζεις ψείρες», που έλεγαν οι παλιοί. Το λοιπόν, που λέτε, πήγε, αναμέρ’σει λίγο κοντά προς τη συκιά, έκαμε τα… «ωραία» κακ’α της, τα πήρε λίγα-λίγα με δυο πλακούλες και με αρκετά σκόφλλα και ούτε λίγο, ούτε πολύ, «ασβέστωσε» τον κορμό της καλής συκιάς, πάτο-κορφή, όσο έφτανε η καψερή! Το… ασβέστωμα ήταν άτσαλο και …επιπόλαιο, εδώ-εκεί, όπου και όπως έπιανε-κόλλαγε- ο … «σοφάς» της. Κανόνιζε να κολλήσει εκεί που θα πιάνονταν, στον κορμό, για να ανεβούν λέγοντας συνάμα και τον σχετικό της «εξάψαλμο» για τους … ρουφιάνους του κιαρατά!!! «Πόνος να σας γιάνουν»!!! «Ήρθα ιγώ μωρέ, ποτέ, στα ρ’μαδιακά σας, να απλώσω να πάρω κάτι; Μ’σιακά τάχουμε, ή για ζάβατο το περάσατε τ’αλλουνού το κτήμα;» «Ήθελα νάμαι από καμιά μεριά, να βλέπω, πώς θα τα … χουφτιάσετε, για να ξεκωλουθού στα γέλια…» Τέτοια και άλλα τέτοια έλεγε όπως: «κακό κόψιμο να σας πιάσει, να χεστήτε πατόκορφα», κ.λπ. κ.λπ… Έπλυνε καλά-καλά τα χεράκια της στη βρυσούλα, έπγι και νεράκι δροσερό, πήρε το βαρελάκι της , αλλά και το αδειανό καλαθάκι της, και πήρε τον κατήφορο, χασκογιαλώντας για το πρωτότυπο «φράξιμο» της συκιάς. Όσο για τούτο ήταν βέβαιη. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Από τα παλιόφρουτα του χωριού

51

Το περιστατικό έγινε γνωστό, αποσπασματικά, από τα δύο… στρατόπεδα. Είπαν και οι …μουστερήδες, που πήγαν να βρουν σύκα και βρήκαν τα … πασμάδια, απλωμένα, αλλά και η ίδια η Λαμπρινή στις συνομήλικες κοπέλες, εκεί που βόσκαγαν τα μανάρια. Έλεγαν, κρυφά βέβαια, εκείνοι για το πάθημά τους, και εκείνη –ετούτη- για το… ευτράπελον! Της δεκαετίας του ’50. Στο χωριό μας αυτά όπου λίγο απάν’ λίγο κάτου, απ’ τα ογδόντα τους (!!!) κατοικοεδρεύουν, και τώρα που γράφονται αυτά, κάποιοι… πρωταγωνιστές του …Θεάτρου. Εκείνου! (Παιδικές –προσωπικές μνήμες μου) 3. Τα σταφύλια της …οργής και της ντροπής Τη νύφη, που ήταν και σ’ άλλη αράδα, και δεν την έστελναν και για βαριές δ’λιές, την έστειλαν να πάει τη μανάρα -τη φλώρα- στον τράγο, στη γειτονιά, να την αφήσει εκεί για το ταχιά. Όταν επέστρεφε είδε -που να μην έβλεπε- ένα καλό σταφύλι, να κρέμεται από την κορομπλιά, σ’ ένα κηπάρι, και το ζήλεψε. Κρέμονταν απόξου, κατά το μονοπάτι μεριά, αλλά δε φτάνονταν... Έφερε μια γυροβολιά, βρήκε ένα παλούκι -με μπαρχάλα- σαν κριτσιαπίδα, και τράβηξε το κλαρί, να χαμπλώσει να φτάσει το ��ετονύχι. Να όμως, που καθώς τράβηξε κάπως δυνατά, κάπως απρόσεκτα, έπεσε κάτου όλο το κλωνάρι, κορομπλιά και κληματσίδα, απάν’ στ’ φράχτη. Τάχασε η κακομοίρα, δεν ήθελε να κάνει ζημιά. Έκοψε μια κρεμαδούλα, πήρε δυο ρώγες, και δοκίμασε να φύγει αναστατωμένη. Από φιλότιμο; Από ανθρωπιά; Από ντροπή και ενοχή; Πάντως κάτι από μέσα της, είπε να φωνάξει τοπυς νοικοκυραίους, να τους ενημερώσει. Ήταν από οικογένεια, δενν πήγε να κλέψει και να φύγει, και είπε να κα΄νει σαν χωριανιά, και φώναξε: – «Ω! μωρ’ Μάρου!!! Εκειά έκαμα ζημιά, έπεσε ένα βλαστάρι με δυο σταφύλια, να τα πάρετε, να μην μαραγκιάσουν, να τα φάτε… Δεν τόθελα, να …πήγε να εξηγήσει η δύστυχη, αλλά την πρόλαβε, τη διέκοψε ο αφέντης, που έτσι και είδε την… «καταστροφή», έβαλε τις φωνάρες!!! – «Δεν ντρέπεσαι μωρή! Μού χάλασες το κλήμα και έρχεσαι και μου λες να φάου τα σταφύλια! Άμα τάχα για φαΐ, τάτρωγα, δεν καρτέραγα εσένα, να τα σουριάσεις καταΐ. Ντροπή σου παλιου… βρώμα! Ξέρεις πώς το μεγάλωσα εγώ αυτό το κλήμα και ήρθε η αφεντιά σου και το ξεκοίλιασε; Ούτε σε πέντε χρόνια δε ματαγίνεται αυτό κυρά μ’. Φύτεψες κανένα να ιδείς πώς γίνεται;» Η καημένη σάστισε, τάχασε, πήγε κάτι να συμπληρώσει, να ζητήσει συγΈ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


52

Δημήτριος Παππας

γνώμη, να κάνει λόγο για αποζημίωση και τέτοια, αλλά δεν πρόλαβε. Εκείνος χώθηκε μέσα στο κονάκι του, απειλώντας και φοβερίζοντας… – «Θα σας κανονίσω εγώ! Θα μου το πληρώσετε! Θα σας πάου στον αγρονόμο! Θα φωνάξω τον αγροφύλακα!» Τι την ήθελες τη φουκαριάρα. Νάχανγέν’ ξίκι κι τα σταφύλια και το καλό τους. Τέτοιο πράγμα, τέτοια συμπεριφορά, δεν την περίμενε, λες και του γκρέμισε το σπίτι του. Μουντζουκλαίγοντας έφτασε στο σπίτι της, όπου «απολογήθηκε» στον άντρα της. Τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα, το πώς ‘έγιναν τα καθέκαστα, και ότι θα πάει για το Βουργαρέλι -για το δικαστήριο- η υπόθεση. Θα γιάνουμολόημα στον κόσμο, θα με λεν’ κλέφτρα οι χωριανοί, έλεγε απαρηγόρητη και δώστου σκουσμό!!! Έδωκε -πήρε ο σύζυγος, ο μαραγκός… να την καθησυχάσει, τίποτα αυτή, το… βιολί της. – Θα πας να βρεις τον αγροφύλακα να τον πληρώσεις, να μη με σχολιάζει στο μαχαλά. Πράγματι την άλλη μέρα πήγε ο Αλκιβιάδης, βρήκε το δραγάτη και τον ρώτησε αν είχε κάποια «ενόχληση» από τον κυρ Ηλία… Εκείνος του εξήγησε ότι έχουν να κάνουν με έναν δύστροπο-τροξό άνθρωπο, που δεν θα ξεμπλέξουν εύκολα. Και δεν είχε άδικο, διότι «τους έφερε τη σκούφια γύρα», όσο να τον συμβιβάσουν. Του εξήγησαν τι έγινε, αλλά δεν ήθελε ούτε να ακούσει. Επέμενε για τον αγρονόμο… Τρόμαξαν, είπαν αμάν, να τον καταφέρουν. Του έταξαν αποζημίωση, όσο αυτός νόμιζε ότι ήταν η ζημιά, και τελικά του έδωκαν «δραχμούλες» για δυο καλάθια σταφύλια και… υποχώρησε, δέχτηκε να μην πάει για το Βουργαρέλι και τους ντροπιάσει τους ανθρώπους. – Τ’ ακούσατε; – Τ’ ακούσαμε να λέτε!!! Μαρτυρία «ένορκη» και ενώπιον μαρτύρων και… κρυφά! Τώρα, ύστερα από πενήντα χρόνια…να μη μας ακούσουν στο χωριό. Και τώρα ακόμα η σύζυγος η κα Όλγα δε θέλει να μάθουν για το… πάθημά της, για τα ρημάδια τα σταφύλια της… ντροπής!!!

* Ο Δημήτριος Παππάς είναι συνταξιούχος δάσκαλος

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τ Ο Π Ι Κ Ο ΓΛ Ω Σ Σ Ι Κ Ο Ι Δ Ι Ω Μ Α Παναγιώτα Π. Λάμπρη*

Επών υμα των κατοίκων τ η ς Ρο δ αυγ ή ς Άρτας Απόπειρα ετ υμολογικής προσέγγισης «Ἀρχὴ σοφίας, ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις» Αντισθένης Εισαγωγικό σημείωμα

«Τ

o συλλογιστήκατε ποτέ σας, πώς γεννήθηκε το οικογενειακό σας όνομα; Ή γιατί να ονομάζονται τόσοι και τόσοι άνθρωποι, γνωστοί σας και άγνωστοι, όπως ακριβώς ονομάζονται, και όχι διαφορετικά;[…] Απ’ όλες τις δεκάδες χιλιάδες τα οικογενειακά της γλώσσας μας δεν υπάρχει ούτε ένα που να μην είχε τη σημασία του. Και θα έπρεπε ίσως ν’ απορούμε, πώς δε δείχνεται συνήθως περισσότερο ενδιαφέρον για κάτι τόσο σημαντικό και ελκυστικό μαζί, όσο η καταγωγή και η αρχική σημασία των ονομάτων μας. Γιατί αλήθεια, τ’ όνομά μας, οικογενειακό και βαφτιστικό μαζί, το ανθρωπωνύμιό μας, είναι οι δύο λέξεις που μας συντροφεύουν σαν τη σκιά μας σε όλη μας τη ζωή, από τη στιγμή που μπαίνομε σ’ αυτήν ώσπου να πεθάνωμε. Με αυτές τοποθετούμαστε στην κοινωνία και στην ιστορία, και με αυτές ακόμη μπορεί να μας διατηρήση η θύμηση των μεταγενεστέρων. Μα και οι ίδιοι εμείς γινόμαστε ο καθένας μας αλληλέγγυοι με τ’ όνομά μας που είναι για μας τόσο σπουδαίο. Το προστατεύομε ζηλότυπα και επιμένομε να το γράφωμε και να το ορθογραφούμε με τον τρόπο που κρίνομε σωστότερο ή που συνηθίσαμε. Την ίδια άλλωστε και ακόμη μεγαλύτερη σημασία δίνουν στ’ όνομα οι πρωτόγονοι μισοάγριοι λαοί. Εκεί το λογαριάζει ο καθένας μέρος, κομμάτι σωστό του εαυτού του και δεν το αποκαλύπτει σ’ έναν ξένο. Πώς το είπε τόσο απλά μια φορά ο Όμηρος για τη γενεά των ανθρώπων; (Ζ 146): «οἵη περ φύλλων γενεή, τοίη δέ καί ἀνδρῶν». (Ξέρεις των φύλλων τη γενιά και των θνητών την ξέρεις). Ενώ όμως εμείς περνούμε και σβήνομε, μένουν από γενεά σε γενεά στη θύμηση και στη γλωσσική συνείδηση εκείνων που μένουν, τα ονόματά μας και η γλώσσα μας, και με αυτή τέλος υψώνεται πάνω απ’ όλους μας και την ασήμαντη συμβολή του καθενός μας με τ’ όνομά του –συχνό ή σπάνιο, ασήμαντο ή σπουδαίο, βαφτιστικό ή χαϊδευτικό, επαγγελματικό ή παρατσούκλι –μια νομοτέλεια, ένας ρυθμός, ένας κόσμος λιγότερο εφήμερος στην πνευματικότητά του από τον καθημερινό της ζωής μας. Και αυτός μας ενώνει - όλα τα μέλη της ελληνικής κοινωνίας και μας κυβερνά, με τους δεσμούς της μητρικής γλώσσας: «Ἐν αὐτῇ γάρ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν» (Πράξ. 17,28). […]»1.

1. Μ. Τριανταφυλλίδης, Τα οικογενειακά μας ονόματα, σ. 3-4. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


54

Παν αγ ιώτα Π. Λάμπρη

Συνεχίζοντας κατά κάποια έννοια τις ανωτέρω σκέψεις του αείμνηστου Μανόλη Τριανταφυλλίδη, σημειώνουμε πως το επώνυμο2 ή επίθετο, το πρόσθετο δηλαδή όνομα που προσδιορίζει το άτομο και δηλώνει την οικογένεια από την οποία κατάγεται, είναι προϊόν ιστορικής εξέλιξης και προϋποθέτει την πλήρη και ανεξάρτητη από το σύνολο διαμόρφωση της οικογένειας. Στην Ελλάδα, από την ομηρική εποχή, υπάρχουν επώνυμα χαρακτηριστικά του γένους, όπως Αιακίδαι, Λαβδακίδαι, Τανταλίδαι από τους γενάρχες Αιακό, Λάβδακο, Τάνταλο. Αργότερα, προς διάκριση των ατόμων, εκτός από το κύριο όνομα και το πατρώνυμο χρησιμοποιείται το όνομα του δήμου καταγωγής. Ο Θουκυδίδης π.χ. εκτός Αθηνών ονομαζόταν Θουκυδίδης Αθηναίος και στην Αθήνα Θουκυδίδης Ολόρου Αλιμούσιος· κάποιες φορές προστίθετο κι άλλος προσδιορισμός, όπως π.χ. Διογένης ο Σινωπεύς ο επικαλούμενος Κύων. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο έχουμε επίσης τη δημιουργία μιας σειράς επωνύμων που προέρχονται από παρωνύμια, όπως Χειλάς, Τραυλός, Παλαμάς κ.λπ. ή από τους τίτλους της στρατιωτικής και της οικονομικής αριστοκρατίας της εποχής, όπως Κομνηνός, Νοταράς, Χαρτοφύλαξ κ.λπ. Κατά την Οθωμανική περίοδο ήταν αρκετή από τους κατακτημένους η χρήση του πατρωνύμου ως προσδιοριστικού του ατόμου στοιχείου· το μετέπειτα τουρκικό κράτος μόλις το 1830 καθιέρωσε την υποχρεωτική χρήση επωνύμου. Με αυτό ως δεδομένο, για τα επώνυμα των κατοίκων της Ροδαυγής, τα οποία σε μεγάλο ποσοστό είναι πατρωνυμικά, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως οφείλουν αυτή τους την ιδιαιτερότητα στο ότι το χωριό ελευθερώθηκε κατά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) όντας κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία περισσότερα από 450 χρόνια. Αλλά αυτή η ερμηνεία δεν θα ήταν επαρκής. Πρώτον, διότι στο χωριό δεν υπήρχε ευρεία εγκατάσταση Οθωμανών, και δεύτερον, διότι ήταν και είναι ακόμα κυρίαρχη σ’ αυτό η αρχαία ελληνική συνήθεια, στην οποία έχουμε αναφερθεί παλιότερα: «Αξίζει να σημειωθεί πως οι κάτοικοι του χωριού (ενν. της Ροδαυγής) ακόμα και σήμερα πολλές φορές προσαγορεύονται, όπως και οι αρχαίοι Έλληνες, δηλαδή με τρία ονόματα: προηγείται το κύριο όνομα, ακολουθεί το πατρώνυμο και ακολουθεί το όνομα του πατέρα ή κάποιο άλλο χαρακτηριστικό που αναφέρεται σε καταγωγή, επάγγελμα, παρατσούκλι κ.α.. Έτσι, π.χ. τον πατέρα μου τον λένε ακόμα και τώρα Πάνο Βασίλη Μπακάλη (μπακάλης ήταν το επάγγελμα και παρατσούκλι του παππού μου), ενώ το επώνυμο είναι Λάμπρης (πβ. Θουκυδίδης Ολόρου Αλιμούσιος)»3. Σε σχετική, μάλιστα, γραπτή αναφορά του o Π. Β. Λάμπρης γράφει: «Ο Βασίλης Λάμπρης, με το παρατσού2. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, σχετικό λήμμα. 3. Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, σ. 25. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επών υμα των κ ατοίκ ων της Ροδαυγής Άρτας

55

κλι Μπακάλης, επί Τουρκίας είχε ένα μαγαζάκι και οι Τούρκοι που πήγαιναν να ψωνίσουν έλεγαν ότι πάνε να ψωνίσουν στο Βασίλη μπακάλη και αυτό έμεινε στη συνείδηση των χωριανών, οι οποίοι μέχρι το θάνατό του έτσι τον φώναζαν. Ως και τα παιδιά και τα εγγόνια του έτσι τα φωνάζουν»4. Σημειώνουμε πως, ακόμα και σήμερα, η γράφουσα π.χ. είναι για τους συγχωριανούς της η Παναγιώτα Π. Λάμπρη, αλλά πολύ συχνά είναι η Παναγιώτα του Πάνου Μπακάλη ή η Μπακάλω (-ου), κάτι που βεβαιώνει την εμμονή των κατοίκων, τόσο στην πανάρχαια συνήθεια, όσο και στη χρήση του παρωνύμιου ως προσδιοριστικού του ατόμου και του γένους του, το οποίο ξεπερνά μερικές φορές τον οικείο περίγυρο ή τα όρια του χωριού και συνυπάρχει με το επώνυμο. Και οπωσδήποτε, σε εποχές που η τήρηση αρχείων ήταν πλημμελής ή σχεδόν ανύπαρκτη, το παρωνύμιο επικράτησε και σε κάποιες περιπτώσεις πήρε στην επίσημη καταγραφή τη θέση του επωνύμου. Επίσης, στις περιπτώσεις που κάποιος πήγαινε σώγαμπρος έπαιρνε παρωνύμιο που είχε άμεση σχέση με το όνομα ή το πατρικό επώνυμο της συζύγου του· ο Νικόλαος Βασιλείου π.χ. προσφωνείται ως Νίκο Λόπης (Πηνελόπης) ή Νίκο Τσάγκας (πατρικό επώνυμο της συζύγου του). Αλλά και το εξώγαμο παιδί διατηρούσε ενίοτε το πατρικό επώνυμο της μητέρας, ακόμα κι αν αυτή παντρεύονταν άλλον άντρα και προσαγορεύονταν στον καθημερινό λόγο με το μητρώνυμο (π.χ. ο Γιώργος τ’ς Σόφως) ή ακόμα και με το επώνυμο του άλλοτε εραστή της. Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης πως υπάρχουν οικογένειες που δεν έχουν όλα τα μέλη τους το ίδιο επώνυμο, όπως π.χ. Βαγγέλης και Σταύρος, Ζυγούρης και Νικολάου, κ.λπ., (βλ. Κοφίνας). Ακόμα, τα επώνυμα των κατοίκων της Ροδαυγής φαίνονται επηρεασμένα κι από την οροθετική γραμμή του 1881, που χώρισε την κοιλάδα του Αράχθου στα δύο και δημιούργησε πληθυσμούς μετακινούμενους προς τις ελεύθερες περιοχές, που κάποιοι εξ αυτών επέστρεψαν μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (19121913) στις πρότερες εγκαταστάσεις τους. Από τις οικογένειες που χωρίστηκαν εκατέρωθεν του ποταμού, άλλες διατήρησαν το επώνυμο κι άλλες όχι, άλλες πήραν ως επώνυμο κάποιο παρωνύμιο, και φυσικά, απ’ αυτές τις μετακινήσεις δεν έμειναν ανεπηρέαστα τα τοπωνύμια της ευρύτερης περιοχής. Τα επώνυμα που ακολουθούν δίνουν επίσης πληροφορίες για τις επιρροές που δέχθηκαν οι κάτοικοι από διάφορους κατακτητές, από γειτονικούς λαούς και από τους Βλάχους (βλ. Ψυχογιός/ Βλάχας) του ορεινού όγκου της Πίνδου· βέβαια, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, κυρίαρχη ακόμα και σ’ αυτά είναι η πατρογονική γλώσσα και συνήθεια, συνήθεια και των Βλάχων5, αφού το ξένης 4. Π. Π. Λάμπρη, ό. π., σ. 460. 5. Δ. Στεργίου, Τα Βλάχικα έθιμα της Παλαιομάνινας με αρχαιοελληνικές ρίζες, σ. 14. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


56

Παν αγ ιώτα Π. Λάμπρη

συχνά προέλευσης λεκτικό θέμα συμπληρώνεται με ελληνική κατάληξη καθώς επίσης η προσαγόρευση γίνεται με το όνομα του ατόμου, το πατρώνυμο και το επώνυμο ή το παρωνύμιο. Διαπιστώνουμε ακόμα πως πολλά «μιλούν» για τον τόπο, στον οποίο βρίσκεται η κατοικία τους, αφού, αν και κάποιοι εξ αυτών μετακινούνται κυρίως μέσω των γάμων στα όρια του χωριού ή και έξω απ’ αυτά, αλλά και μέσω της αποδημίας μακριά από το χωριό, ο βασικός κορμός του γένους μένει για πολλά χρόνια στον συγκεκριμένο τόπο και συχνά τον ονοματίζει κιόλας. Για παράδειγμα, το επώνυμο Καμπρής σχετίζεται με το συνοικισμό Καθαροβούνι και συγκεκριμένα με τη γειτονιά Καμπραίικα, όπου κατοικούσε αυτό το γένος μέχρι πριν από μερικά χρόνια και όπου διατηρεί μέχρι σήμερα κάποια περιουσιακά στοιχεία. Τις ίδιες αναγωγές μπορούμε να κάνουμε για τα περισσότερα επώνυμα, αφού, εκτός εξαιρέσεων, τα αδέλφια «έχτιζαν τα σπίτια τους κολλητά ή κοντά το ένα με το άλλο»6, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται γειτονιές, όπου οι κάτοικοι, σχεδόν στην πλειονότητά τους, έφεραν το ίδιο επώνυμο από το οποίο ονοματίζονταν η γειτονιά και συχνά η ευρύτερη περιοχή, όπως π.χ. Μαναίικα, Τασιαίικα, Αραπαίικα, Κομζιαίικα, Λιαπαταίικα στους συνοικισμούς Λάψαινα, Άμμος, Κερασίτσα, Περδικάρι και Ξηράκι αντίστοιχα ή Μαραίικα, Μπακαλαίικα, κ.λπ. στο κέντρο του χωριού. Ακόμα, εκτός από τις περιοχές κατοίκησης ονοματίζονται κτήματα (π.χ. Αναγνωσταίικα), δένδρα (ένα δένδρο μπορούσε να αποτελεί περιουσιακό στοιχείο μέσα σε κτήμα άλλης ιδιοκτησίας, π.χ. καστανιά Μπακαλαίικη ή της βάβως), βρύσες (π.χ. του Καλοερά), μύλοι (π.χ. του Πολίτη), λάκκοι συλλογής νερού για πότισμα (π.χ. Αραπαίικος), ακόμα και ρέματα (π.χ. Μπακαλαίικο). Ο Κ. Α. Διαμάντης7 ερμηνεύει τοπωνύμια και επώνυμα της Ροδαυγής κατ’ αναλογία με τοπωνύμια και επώνυμα σ’ άλλα μέρη της Ελλάδος, όπως π.χ. στου Κουκάκη–στο Κουκάκι–το Κουκάκι. Παρόμοια αναφορά κάνει κι ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης8: «Διαφορετική είναι η περίπτωση […], όταν ένα οικογενειακό γέννησε τοπωνύμιο, που ονομάστηκε έτσι από τον ιδιοχτήτη ή τον οικιστή, όπως γίνεται και σε ξένες γλώσσες. […] το Κουκάκι (Κουκάκης παλιό αθηναϊκό όνομα) κ.λπ.». Αυτή η ερμηνεία ανταποκρίνεται και σε προφορικές μαρτυρίες· τόσο ο Παναγιώτης Β. Λάμπρης, όσο και ο Δημήτριος Ι. Μάνος, βεβαιώνουν την ύπαρξη τοπωνυμίων που σχετίζονται με επώνυμα που δεν υπάρχουν πια στο χωριό· η εγκυρότητα αυτών των μαρτυριών συνίσταται σε μνήμες τους, 6. Π. Π. Λάμπρη, ό π., σ. 397. 7. Κ. Α. Διαμάντης, Άπαντα, τ. 1ος, σ. 104-134. 8. Μ. Τριανταφυλλίδης, ό. π., σ. 36. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επών υμα των κ ατοίκ ων της Ροδαυγής Άρτας

57

αλλά και σε γρέβιες, δηλαδή γκρεμισμένα σπίτια, που υπάρχουν διάσπαρτα σε διάφορα σημεία των γεωγραφικών ορίων του χωριού και, τόσο αυτές όσο και η γύρω περιοχή φέρουν το όνομα των παλιών ενοίκων· ακόμα και τώρα, που για πολλούς εξ αυτών δεν γνωρίζουμε, αν και πού υπάρχουν απόγονοί τους, ονομασίες όπως π.χ. στου Μαρτίνου, στου Μάτση, κ.λπ. μιλούν εύγλωττα για οικογένειες που έφεραν το επώνυμο Μαρτίνος, Μάτσης, κ.λπ. Τούτων δοθέντων, η καταγραφή μας περιλαμβάνει και επώνυμα που δεν απαντούν σήμερα στο χωριό, αφού οι κάτοχοί τους μετοίκησαν οριστικά διατηρώντας κάποιοι εξ αυτών ελάχιστη περιουσία ή, όπως μόλις αναφέραμε, αφήνοντας το στίγμα τους μέσω τοπωνυμίων που μαρτυρούν την εκεί παρουσία τους. Πάντως, είναι προφανές πως η βεβαιότητα για την ύπαρξη κάποιων επωνύμων του παρελθόντος είναι ούτως ή άλλως επισφαλέστατη, μια και πολλά εξ αυτών, αν και αναφέρονται ή καταγράφονται ως τέτοια (π.χ. Βασίλης, κ.λπ.) συνήθως απηχούν το όνομα των γεννητόρων, που σε κάποιες περιπτώσεις καθιερώθηκε και ως επώνυμο (π.χ. Αναγνώστης/ Αναγνώστου). Από την καταγραφή μας δεν απουσιάζουν και επώνυμα οικογενειών ή ατόμων που μετοίκησαν από αλλού στη Ροδαυγή ή έχουν στην κυριότητά τους κάποια κατοικία, την οποία χρησιμοποιούν κυρίως ως εξοχική. Στη μελέτη δεν συμπεριλήφθησαν μερικά επώνυμα που αναγράφονται σε επιτύμβιες πλάκες, στήλες ή σταυρούς των νεκροταφείων του χωριού, επειδή δεν μαρτυρείται μόνιμη εγκατάσταση των τεθνεώτων στο χωριό, αλλά μόνο συγγενικοί δεσμοί (νύφες, παιδιά, κ.λπ.) με χωριανούς που διαμένουν εκεί ή όχι. Σημειώνουμε ακόμα πως η ετυμολογική προσέγγιση των επωνύμων των κατοίκων της Ροδαυγής σ’ αυτή τη μελέτη δίνει τη δική μας ερμηνεία, η οποία δεν διεκδικεί το αλάθητο ούτε αποκλείει τη δημιουργική αμφισβήτηση ή άλλη ερμηνεία, ακόμα κι από μας, αν στο μέλλον προκύψουν στοιχεία, τα οποία θα είναι πιο κοντά στο έτυμο των εν λόγω επωνύμων, και φυσικά, ζητούμε την επιείκεια εκείνων που από αβλεψία ή άγνοια δεν καταχωρίστηκαν τα επώνυμά τους. Εξάλλου κάθε μελέτη αυτού του είδους, όχι μόνο λόγω της φύσης της, αλλά και λόγω των πενιχρών σχετικών καταγραφών, καθιστά το ερευνητικό εγχείρημα δύσκολο, αλλά προσφέρει ταυτόχρονα πεδίο δόξης λαμπρό σε άλλους μελετητές, οι οποίοι θα αξιολογήσουν τη δική μας καταγραφή, θα την εμπλουτίσουν, και φυσικά, όπου αυτό είναι εφικτό, θα διατυπώσουν πιο δόκιμες ετυμολογικές προσεγγίσεις. Τέλος, το εισαγωγικό σημείωμα κλείνει, καθόλου τυχαία, όπως άρχισε, δηλαδή με σκέψεις του Μανόλη Τριανταφυλλίδη9 που εκφράζουν σε ικανό βαθμό το σκεπτικό και το σκοπό αυτής της μελέτης: 9. Μ. Τριανταφυλλίδης, ό. π., σ. 173. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


58

Παν αγ ιώτα Π. Λάμπρη

«Επιθυμία μου ήταν να σας δώσω την ευκαιρία, αν και δεν ολοκληρώθηκε η εικόνα, να προσέξετε ένα κεφάλαιο της γλώσσας μας. Χιλιάδες οικογενειακά ονόματα ζούνε σιωπηλά μαζί μας και μεταξύ μας, καθημερινά στα χείλη μας. Είναι ένας κόσμος, που χρωστά σε μας την ύπαρξή του. Θα πει κανείς; Τι λοιπόν έκαμα εγώ για να γίνει αυτό; Ο καθένας βρίσκει βέβαια έτοιμο τ’ όνομά του από τους άλλους. Μα για να το βρει έτοιμο, κάναμε οι ομόγλωσσοι ό,τι μπορούσαμε και ό,τι πρέπει, για να μη μένει κανείς μας χωρίς όνομα και χωρίς παρατσούκλι. Κι αν όχι εμείς, πάντα κάποιοι πρόγονοί μας έδωσαν ζωή στα ονόματα, που τους είμαστε φορείς. Και πάντα εμείς είμαστε που με το να τα λέμε, και να τα σχηματίζομε, με ορισμένους κανόνες, τα βαστούμε στη ζωή. Τα ονόματα αυτά θέλησα να σας τα ζωντανέψω, να σας δείξω πως ζουν μαζί μας τη δική τους ζωή, και μας φέρνουν καθώς είδατε κάποιο μήνυμα, το καθένα με τον τρόπο του, από τα περασμένα και από τους περασμένους. Η μελέτη τους μας ξαναγυρίζει εκεί. […]». Ετυμολογία επωνύμων Αθανασίου: πατρωνυμικό. [ΕΤΥΜ.: < μτγν. κύρ. όν. Αθανάσιος < αρχ. ἀθανασία] ή Ντούλας: πατρωνυμικό παρωνύμιο· [ΕΤΥΜ.: < ιδιωμ. υποκορ. Κωσταντούλας < μτγν. κύρ. όν. Κωνσταντῖνος < λατ. Konstantinus < επίθ. constans «σταθερός, βέβαιος»· λιγότερο πιθ. < τουρκ. dul «χήρος, χήρα» που αναφέρει ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ό. π., σ. 72)]. Στο Σουμέσι υπάρχει το επών. Αθανασίου, αλλά χωρίς το παρωνύμιο. Αγγέλης (Αγγέλ’ς): [ΕΤΥΜ.: < αρχ. ἄγγελος «ο διαβιβάζων ειδήσεις, αγγελιοφόρος του Θεού» + παραγ. επίθημα –ης]. Αγγελόπουλος (Αγγιλόπ’λους): [ΕΤΥΜ.: < αρχ. ἄγγελος (βλ. Αγγέλης) + παραγ. επίθημα –όπουλος] Αλεξίου (Αλιξίου): πατρωνυμικό. [ΕΤΥΜ.: < μτγν. κύρ. όν. Αλέξιος, συντομευμένος τ. του αρχ. ον. Ἀλέξανδρος]. Αναγνωστάκης (Αναγνουστάκ’ς): [ΕΤΥΜ.: υποκορ. < κύρ. όν. Αναγνώστης, άρα πατρωνυμικό, ή επαγγελματικό < αναγνώστης «βοηθός του ιερέα και του ψάλτη που διαβάζει στην εκκλησία τον Απόστολο και περικοπές της Αγίας Γραφής» < μτγν. ἀναγνώστης «συνήθ. δούλος εκπαιδευμένος στην ανάγνωση»]. Αναγνώστης (Αναγνώστ’ς)/ Αναγνώστου: (βλ. Αναγνωστάκης). Αναγνώστου: (βλ. Αναγνώστης/ Αναγ��ώστου) ή Καράς: παρωνύμιο του Γιάννη Αναγνώστου από το συνοικισμό Άμμος· ο Π. Β. Λάμπρης, σημειώνει: «[…] βάλανε υποψήφιο το Γιάννη Αναγνώστου, που οι χωριανοί τον φώναζαν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επών υμα των κ ατοίκ ων της Ροδαυγής Άρτας

59

και Καρά στο παρατσούκλι, επειδή ήταν μαυριδερός […]» (Π. Π. Λάμπρη, ό. π., σ. 479)· κι ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ό π., σ. 54) αναφερόμενος στα παρατσούκλια σημειώνει μεταξύ άλλων: «Συχνά επίσης τα ονόματα των χρωμάτων που δόθηκαν για τα μαλλιά ή και τα μάτια με λέξη που συνήθως πάρθηκε από χαρακτηριστικά ζώων, […], Καράς, […]»· [ΕΤΥΜ.: < τουρκ. kara «μαύρο, (μτφ.) δυσοίωνο» + παραγ. επίθημα –ας]. Αναστασίου: πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < μτγν. κύρ. όν. Ἀναστάσιος «ο σχετιζόμενος με την Ανάσταση (του Χριστού)» < αρχ. ἀνάστασις] ή Θοδωρής (Θουδουρής): πατρωνυμικό παρωνύμιο· [ΕΤΥΜ.: αρχ. κύρ. όν. Θεόδωρος, αρχική σημ. «δώρο του θεού» < θεο- + -δωρος < δῶρον]. Αντωνίου (Αντουνίου): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: μτγν. κύρ. όν. Αντώνιος < λατ. Antonius]. Αράπης (Αράπ’ς): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < μσν. αράπης «(παλαιότ. λαϊκ.) ο Άραβας, (γενικά) άνθρωπος από μελαμψή φυλή, (συχνά μειωτ.) μαύρος, νέγρος» (< τουρκ. Arap –ης < αραβ. Arab (πβ. μτγν. Ἄραψ)] ή Καλαμίδας· παρωνύμιο μιας απ’ τις οικογένειες που φέρουν το επών. Αράπης· [ΕΤΥΜ.: < μσν. καλαμίδιν (< μτγν. καλάμιον, υποκορ. του αρχ. κάλαμος) + παραγ. επίθημα –ας]. Αυδόκης (Αυδόκ’ς)· ο Κ. Α. Διαμάντης (ό. π., τ. 1ος, σ. 136) υιοθετεί την ορθογραφία Αβδόκης, η οποία πιθανόν να προέρχεται από το λατ. ρ. abduco «απάγω, αποσπώ, χωρίζω, απομακρύνομαι από τη φροντίδα κάποιου, (παθητ.) αποτρέπομαι, κωλύομαι, απέχω από κάτι»· [ΕΤΥΜ.: < αρχ. αὐδή (ἡ) «φωνή, γλώσσα, ύμνος, ωδή προς τιμήν κάποιου, φήμη, χρησμός» + παραγ. επίθημα –όκης]. Βαγγέλης (Βαγγέλ’ς): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: καθημ. < αρχ. κύρ. όν. Εὐάγγελος < εὐάγγελος «ο φορέας καλών ειδήσεων» < εὐ- ἄγγελος]. Βασιλείου: πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: μτγν. κύρ. όν. Βασίλειος < αρχ. επίθ. βασίλειος < βασιλεύς]. Βασίλης (Βασίλ’ς): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: καθημ. < Βασίλειος (βλ. Βασιλείου)]. Βάσιος (Βάσιους): μητρωνυμικό [ΕΤΥΜ.: < υποκορ. Βάσιω (Βάσιου) (η) < Βασιλική < αρχ. επίθ. βασιλικός < βασιλεύς]· στη Ροδαυγή δεν απαντάται ως υποκορ. του ον. Βασίλειος, το Βάσος/ Βάσιος. Βελετίνας (Βιλιτίνας): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < ιταλ. επών. Bellettino (Μπελετίνο) + παραγ. επίθημα –ας· δηλ. Μπελετίνας/ Βελετίνας]. Βουνιώτης (Β’νιώτ’ς): τέτοιο επών. απηχεί το τοπωνύμιο Βουνιώτι (το) (στου Βουνιώτη/ στου Β’νιώτ’)· [ΕΤΥΜ.: < βουνό (< μσν. βουνόν < αρχ. βουνός (ὁ), αγν. ετύμου, λ. της δωρικής διαλέκτου, που συνδέεται με το ουσ. βουβών) + παραγ. επίθημα –ιώτης]. Γαρούφης (Γαρούφ’ς): [ΕΤΥΜ.: < κύρ. όν. Γαρύφαλλος (ιδιωμ. προφ. ΓαρούΈ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


60

Παν αγ ιώτα Π. Λάμπρη

φαλλους), οπότε είναι πατρωνυμικό, ή < λαϊκ. αντδ. γαρούφαλλο «γαρύφαλλο» (< μσν. γαρύφαλλον < βεν. garofolo < μτγν. λατ. *garofulum < μτγν. καρυόφυλλον < αρχ. κάρυον + φύλλον), ίδιας ετυμ. με το κύρ. όν. + παραγ. επίθημα –ης]. Γάτος (Γάτους): ο Κ. Α. Διαμάντης αναφέρει τοπωνύμιο Γαταίικα (τα), το οποίο συσχετίζει με κατοίκους που ονομάζονται Γαταίοι ή Γάτοι χωρίς να προσδιορίζει, αν πρόκειται για επών. ή για παρωνύμιο: «τοποθεσία καλλιεργημένη ή ακαλλιέργητη που ανήκει τώρα ή ανήκε κάποτε στο παρελθόν ως ιδιοκτησία ή μισθωμένος βοσκότοπος στους Γαταίους ή Γάτους, κατοίκους του χωριού» (Κ. Α. Διαμάντης, ό. π., σ. 111). Ο Παναγιώτης Β. Λάμπρης λέει πως το Γαταίοι ήταν παρωνύμιο και σχετίζεται με κάποιους που πήγαν και έβγαλαν τη γάτα μέσα από τη λιθοσουριά, «δημιουργημένο από ανθρώπους σωρός λίθων» που αναφέρεται στην ακόλουθη παράδοση: «Στο χωριό μας το καγκελάρι είχε κάποια διαφορά από τα άλλα χωριά και καθώς ήταν στο μέσον από τα άλλα χωριά αποφασίστηκε να γίνεται δύο φορές το χρόνο. Μία την Τρίτη της Λαμπρής και μία στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής. Πιάνονταν λοιπόν χέρι-χέρι και λέγανε τα μυστικά τους χωρίς την υποψία των Τούρκων. Για να μην προδίνει ο καθένας κανένα μυστικό, οι χωριανοί στη θέση Ψηλή Ράχη δίπλα από το δημόσιο δρόμο, που επικοινωνούσαν όλα τα χωριά, έφτιαξαν μια λιθοσουριά και μέσα έκλεισαν μια γάτα και είπαν: «Καταραμένος να είναι εκείνος που θα προδώσει κάθε μυστικό και όποιος γίνει προδότης να νιαουρίζει σαν τη γάτα, και κάθε ξένος που θα περνά να πετάει μια πέτρα για ανάθεμα» (Π. Π. Λάμπρη, ό. π., σ. 456). [ΕΤΥΜ.: μσν. < μτγν. κάττος]· ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ό. π., σ. 55-56) στην ενότητα για τα παρατσούκλια, που πολλά επικράτησαν ως επώνυμα, σημειώνει: «γ) Ιδιότητες ανθρώπινες εκφράζονται συχνότατα και με ονόματα ζώων: […] Γάτος, […] Ζυγούρης (ζυγούρι το απογαλαχτισμένο αρνί) (βλ. λ.), […] Κατσίκης (βλ. λ.), […]. Σε ζώα αναφέρονται και τα: […] Κολιός (βλ. λ.)». Γεραγόρης (Γιραγόρ’ς): [ΕΤΥΜ.: < αρχ. γέρας «βραβείο, έπαθλο» + αγόρ(ι) (< αγώρι < μσν. ἀγώριν, υποκορ. του μτγν. επιθ. ἄγωρος < αρχ. ἄωρος «ανώριμος σε ηλικά, νέος») ή < βλάχ. γeră, γerádz «έλκος, τραύμα, πληγή» + αγόρ(ι) ή < γέρος + αγόρ(ι)· σε όλες τις ετυμολογικές εκδοχές προσθέτουμε το παραγ. επίθημα –ης]. Γεωργάνος (Γιουργάνους): [ΕΤΥΜ.: < Γεώργιος (βλ. Γεωργίου) + παραγ. επίθημα –άνος ή < ιταλ. επών. Giorgano + παραγ. επίθημα –ος]. Γεωργίου (Γιουργίου): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < μτγν. κύρ. όν. Γεώργιος < αρχ. γεωργός] Γεωργογιάννης (Γιουργουιάνν’ς): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < Γεώργιος (βλ. Γεωργίου) + Γιάννης, λαϊκ. του Ιωάννης· [ΕΤΥΜ.: μτγν. < εβρ. Y(eh)okhanán «ο Γιαχ (ο Θεός) έχει δείξει εύνοια»]. Γιαννούλας: πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < Γιάνν(ης) (βλ. Γεωργογιάννης) + παραγ. υποκορ. επίθημα –ούλας]. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επών υμα των κ ατοίκ ων της Ροδαυγής Άρτας

61

Γιολδάσης (Γκιουλτάη’ς): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < τουρκ. yoldaş «σύντροφος, συνοδοιπόρος» + παραγ. επίθημα –ης]. Γιωργάκης (Γιουργάκ’ς)/ Γιώργης (Γιώρ’): πατρωνυμικά· [ΕΤΥΜ.: < Γεώργιος (βλ. Γεωργίου) + υποκορ. επιθήματα –άκης/ -ης] ή Πλαστήρας (βλ. λ)]. Γιώτης (Γιώτ’ς): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: υποκορ. του μσν. κύρ. ον. Παναγιώτης, που προέρχεται από το όψιμο μτγν. Παναγία < ουσιαστικοπ. θηλ. του μτγν. επιθ. πανάγιος]· γόνοι του ίδιου οικογενειακού δέντρου γράφονται με το επών. Κωστάκης (βλ. λ.)· επίσης υπάρχει οικογένεια με το επών. Γιώτης, η οποία έχει ως παρωνύμιο το Κουτσογιάννος (Κουτσουιάννους): [ΕΤΥΜ.: Κουτσογιάννος < κουτσο- (α’ συνθ. της Μεσαιωνικής και της Ν. Ελληνικής, που προέρχεται από το επίθ. κουτσός «(εδώ· αυτό που έχει κοπεί, αφαιρεθεί ή μείνει λειψό») + –γιάννος < υποκορ. Γιάννος του ονόματος Γιάννης (βλ. Γεωργογιάννης)]. Γκανιάτσας: [ΕΤΥΜ.: < Γκανάτσιος, καταγεγραμμένη μορφή του ονόματος Αθανάσιος, στα βορειοελλαδικά ιδιώματα, με αναγραμματισμό (Γκανάτσιος/ Γκανιάτσας) + παραγ. επίθημα –ας]. Γούλας: [ETYM.: < γουλί «το κούρεμα των μαλλιών μέχρι τη ρίζα τους» (< μσν. γουλίν < *γλίν < ἀγλι(θάρι)ον, υποκορ. του αρχ. ἄγλις, -ῖθος «σκελίδα σκόρδου») ή < γούλη «στόμιο φιάλης» ή < γουλάλι «το λίγο άλεσμα που έφτιαχνε ο μυλωνάς σε κάποιον που το είχε άμεση ανάγκη, όταν είχε πολλή δουλειά, μέχρι να ’ρθει η σειρά του»· η τήρηση της σειράς στο μύλο είναι παροιμιακή: «Αν είσαι και παπάς με τ’ν αράδα σ’ θα πας», ή ξενικό· < λατ. gula «οισοφάγος, φάρυγγας, λαιμός (μόνο επί ανθρώπων), συνήθ. μτφ. λαιμαργία»· σ’ όλες τις ετυμολογικές εκδοχές με το παραγ. επίθημα –ας]. Γραμματικός (Γραμματ’κός): επαγγελματικό· [ΕΤΥΜ.: λόγ. γραμματικός «γραμματέας» < μτγν. γραμματικός, αρχ. σημ. «που γνωρίζει τα γράμματα»· ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ό π., σ. 52) το κατατάσσει στα βυζ. επαγγελματικά ον.] ή Βαγγελής (Βαγγιλής): παρωνύμιο· [ΕΤΥΜ.: < Βαγγέλης (βλ. λ.) με καταβιβασμό του τόνου]. Γρετσίστας (Γριτσίστας): ξενικό αντδ.· [ΕΤΥΜ.: < Greci «Έλληνες» < αρχ. Γραικοί· «[…] περί τήν Ἑλλάδα τήν ἀρχαίαν· αὕτη δ' ἐστίν ἡ περί Δωδώνην καί τόν Ἀχελῷον· οὗτος γάρ πολλαχοῦ τό ρεῦμα μεταβέβληκεν· ᾤκουν γάρ οἱ Σελλοί ἐνταῦθα καί οἱ καλούμενοι τότε μέν Γραικοί, νῦν δ' Ἕλληνες» (Αριστοτέλης, Μετεωρ. 352a.34- 352b.3) + παραγ. επίθημα –ίστας]. Στη Μεγάλη Ελλάδα υπάρχει κωμόπολη ονόματι Castrignano dei Greci (Καστρινιάνο ντει Γκρέτσι) «το καστράκι των Ελλήνων». Στον Παλαιόπυργο Πωγωνίου υπάρχει επίσης το γεφύρι του Γκρέτσι. Δασκαλάκης (Δασκαλάκ’ς): [ΕΤΥΜ.: υποκορ. < μσν. δάσκαλος (< αρχ. διδάσκαλος (με απλολογία) < διδάσκω + παραγ. επίθημα –άλος) + παραγ. επίθημα –άκης]. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


62

Παν αγ ιώτα Π. Λάμπρη

Δημήτρης (Δ’μ’τρ’ς): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: καθημ. < κύρ. όν. Δημήτριος < αρχ. επίθ. δημήτριος «ο σχετιζόμενος με τη (θεά) Δήμητρα», που ήδη από την αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε ως κύρ. όν.]. Δήμητσας (Δήμ’τσας): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < Δημήτρης (βλ. λ.), με αναβιβασμό του τόνου και πιθ. ιδιωμ. εξέλιξη της κατάλ. στον τόπο καταγωγής του φέροντος το επών.]. Δημόπουλος (Δημόπ’λους): [ΕΤΥΜ.: < Δήμος (βλ. λ.) + παραγ. επίθημα –πουλος]. Δήμος (Δήμους): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < αρχ. κύρ. όν. Δῆμος ή < χαϊδευτικό των ον. Δημήτριος, Δημοσθένης κ.ά.]. Διαμάντης (Διαμάντ’ς): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < Διαμαντής με αναβιβασμό του τόνου (Διαμάντης), καθημ. του κύρ. ον. Αδαμάντιος < μτγν. επίθ. ἀδαμάντιος < αρχ. ἀδάμας, -ντος]. Δοσούλας (Δουσούλας): [ΕΤΥΜ.: < υποκορ. δοσούλα «μικρή δόση» του ον. δόση (< αρχ. δόσις) + παραγ. επίθημα –ας ή < τουρκ. döş «πλευρό, θώρακας» + παραγ. επίθημα –ούλας]. Δούκας: [ΕΤΥΜ.: < μτγν. δούξ, -κός < λατ. dux < duco «άγω, οδηγώ»· ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ό. π., σ. 52) το κατατάσσει στα ονόματα αξιωμάτων]. Ευαγγέλου (Ιυαγγέλλου): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < Εὐάγγελος (βλ. Βαγγέλης)]. Ευθυμίου (Ιυθυμίου): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < μτγν. κύρ. όν. Ευθύμιος < αρχ. εὔθυμος (απαντά και ως κύρ. όν. στην αρχαιότητα· Εὔθυμος) < εὐ- + θυμός «καρδιά, εσωτερικός εαυτός»]. Ζαγαλίκης (Ζαγαλίκ’ς): [ΕΤΥΜ.: πιθ. < πομακ. zagal(isa) «αγάπη» + παραγ. επίθημα –ίκης] Ζάγκλης: [ΕΤΥΜ.: < αρχ. ζάγκλον «δρεπάνι θερισμού» («τό δέ δρέπανον οἱ Σικελοί ζάγκλον καλοῦσιν», Θουκυδίδης 6.4.5.8) + παραγ. επίθημα –ης] Ζαρκάδας: [ΕΤΥΜ.: < μσν. ζαρκάδι (< *ζαρκάδιον, υποκορ. του αρχ. ζορκάς/ δορκάς) + παραγ. επίθημα –ας]. Ζαχαρής: πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < μτγν. κύρ. όν. Ζαχαρίας (< εβρ. Zekharyáh «ο Γιάχ (ο Θεός) έχει θυμηθεί», όπου Γιαχ- (-yah) είναι η συντετμημένη μορφή του ον. Γιαχβέ) ή < ζάχαρη (λιγότερο πιθ.) (< μσν. ζάχαριν/ ζάχαρ/ σάχαρ/ < μτγν. σάκχαρ/ σάκχαρις) + παραγ. επίθημα –ής και για τις δύο εκδοχές]. Ζιανίκας: [ΕΤΥΜ.: < ζανός «ἐλαστρηθείς γυιοπαγεῖ νιφάδι· ἐν Ἐπιγράμμασι ἀντί τοῦ βιασθείς, κινηθείς» (Σουΐδα 19.1-2) με ανάπτυξη ενός ι μετά το αρχικό ζ και παραγ. επίθημα –ίκας ή < τουρκ. zan «υποψία, υπόθεση» ή zani «μοιχός» με τον ίδιο τρόπο παραγωγής]. Ζιώγας: [ΕΤΥΜ.: < παραλλαγή του ον. Γεώργιος στη Β. Ελλάδα, χρησιμοποιούμενο κι από τους βλαχόφωνους· παρόμοιες παραλλαγές: Τζιώγας, Τζόγγας, Ζόγκας]. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επών υμα των κ ατοίκ ων της Ροδαυγής Άρτας

63

Ζιώρης (Ζιώρ’ς): [ΕΤΥΜ.: < ζωρόν «ζωτικόν» (Σουΐδα 162.1) με ανάπτυξη ενός ι μετά το αρχικό ζ ή < σλαβ. zora «αυγή» ή < τουρκ. zor «ζόρι» με ανάπτυξη ενός ι μετά το αρχικό ζ και με έκταση του βραχύχρονου φων. (ο) σε μακρόχρονο (ω)· Ζιόρ-/ Ζιώρ- + παραγ. επίθημα –ης]. Ζυγούρης (Ζ’γούρ’ς): (βλ. Γάτος) [ΕΤΥΜ.: < ζυγούρι «αρνί ηλικίας δύο ετών» (< μσν. ζυγούριν, υποκορ. του αρχ. ζυγός) + παραγ. επίθημα –ης]. Ζώης: πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: κύρ. όν. < συγκεκομ. τ. του μσν. επιθ. πολυζώητος, που αποτελούσε ευχή να ζήσει κάποιος πολλά χρόνια]. Θανάσης (Θανά’ης): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: καθημ. < Αθανάσιος (βλ. Αθανασίου)]. Θανάσης (Θανά’ης) (βλ. λ.) ή Σούσος (Σούσους): το δεύτερο, πατρωνυμικό από χαϊδευτικό του πρώτου ον. (βλ. Θανάσης). Θεοχάρης (Θιουχάρ’ς): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: μτγν. κύρ. όν. «αρεστός στο Θεό» < θεοχάρις < θεο- + αρχ. χάρις]. Θοδωρής (Θουδουρής) ή Θεοδώρου: πατρωνυμικά από το όν. Θεόδωρος (βλ. Αναστασίου ή Θοδωρής). Καζάκος (Καζάκους): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < ιταλ. casacca «μπλούζα φαρδιά, μακριά, ριχτή και κλειστή στο λαιμό» ή από την ίδιας σημασίας τουρκ. λ. kazak με το παραγ. επίθημα –ος]. Καζούκας: [ΕΤΥΜ.: πιθ. < μσν. κάζο (< ιταλ. caso «περίπτωση, συμβάν» < λατ. casus) + παραγ. επίθημα –ούκας] Καλαμιάς: [ΕΤΥΜ.: < καλάμι, στη σημασία «πρόσθιο οστό της κνήμης» (< μτγν. καλάμιον, υποκορ. του αρχ. κάλαμος) + παραγ. επίθημα –ιάς]. Καλ(λ)ιμογιάννης (Καλ(λ)μουιάνν’ς) [ΕΤΥΜ.: πιθ. < ιδιωμ. ονομασία καλλιμάνα του μικρού αποδημητικού πουλιού αιγιαλίτης + Γιάννης (βλ. Γεωργογιάννης)] ή Γιωτούλας (Γιουτούλας): πατρωνυμικό παρωνύμιο· [ΕΤΥΜ.: υποκορ. Γιώτης / Γιωτούλας < Παναγιώτης (βλ. Γιώτης)]. Καλόγηρος (Καλό’ηρους): [ΕΤΥΜ.: < μτγν. καλόγηρος < καλο- + -γηρος < αρχ. γῆρας]. Καλοεράς (Καλουιράς): το αναφέρει ως επών. ο Κ. Α. Διαμάντης (ό. π., τ. 1ος, σ. 136)· ο Π. Β. Λάμπρης μιλά μόνο για ομώνυμη τοποθεσία, η οποία προήλθε από την εκεί καταφυγή διωγμένου λόγω ηθικού παραπτώματος μοναχού από την άλλοτε μονή, σήμερα ξωκκλήσι, του αγίου Νικολάου στο συνοικισμό Περδικάρι· [ΕΤΥΜ.: < καλογεράς < μσν. καλόγερος < μτγν. καλόγηρος (βλ. Καλόγηρος)]. Καμπρής: [ΕΤΥΜ.: < λαϊκ. καμπρί/ καμπρολάχανο «κράμβη» (< αρχ. κράμβη) + παραγ. επίθημα –ής]. Καπετάνος (Καπιτάνους): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < βεν. capetano & capetanio < μσν. λατ. capitaneus «ο επί κεφαλής» < λατ. caput, -utis «κεφαλή»]. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


64

Παν αγ ιώτα Π. Λάμπρη

Καπρούτσος (Καπρούτσους): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < ιταλ. capriccio «καπρίτσιο, νάζι, παραξενιά» (< capra «κατσίκα, τρελοκάτσικο» < λατ. capra) με μετατροπή του -i- σε -ου- + παραγ. επίθημα -ος]· απαντά και ως παρωνύμιο κάποιων που φέρουν το επών. Οικονόμου και Παπαβασιλείου· στην Ιταλία απαντά το επών. Capruci. Καραγεώργος (Καραϊώργους): [ΕΤΥΜ.: < καρά- (βλ. Αναγνώστου ή Καράς) + -γεώργος < Γεώργιος (βλ. Γεωργίου)]. Καραγιάννης (Καραϊάνν’ς): [ΕΤΥΜ.: < καρά- (βλ. Αναγνώστου ή Καράς) + Γιάννης (βλ. Γεωργογιάννης)]. Καραμάνης (Καραμάν’ς): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < καραμάνικο «ποικιλία προβάτου με κοντή, πλατιά ουρά» (< μσν. Καραμανία (< τουρκ. karaman «μαυριδερός»), περιοχή της Μ. Ασίας) + παραγ. επίθημα –ης ή < καρά- (βλ. Αναγνώστου ή Καράς) + –μάνος/ -μάνης (βλ. Μάνος)]· ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ό. π., σ. 69) το κατατάσσει στα παρατσούκλια και το ετυμολογεί από το τουρκ. karaman «μαυριδερός». Κασσάρας: ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < βλάχ. kâsáru, (πληθ.) kâsárι (κασάρου/ κασάρι) «τυροποιός» & kăsáre/ kâsắri «τυροποιείο, στρούγκα» + παραγ. επίθημα –ας ή < ιταλ. cassare «ακυρώνω» + παραγ. επίθημα –ας ή < ιδιωμ. λ. κασάρα (η)/ κασάρι (το) «δρεπανοειδές εργαλείο για την κοπή ξύλων, βάτων κ.λπ.» (πιθ. < τουρκ. keser «σκεπάρνι»)]. Κατσαμπάκης (Κατσαμπάκ’ς): [ΕΤΥΜ.: < Κατσαμπάς «μινωικό λιμάνι της Κνωσού, ομώνυμη τοποθεσία στα Χανιά» ή < κατσάμπα (η) «όψιμο ζακυνθινό πεπόνι (είναι γνωστή η επικοινωνία της Επτανήσου με την Κρήτη, περιοχή προέλευσης του επωνύμου Κατσαμπάκης), που προέρχεται εννοείται από το καλοκαίρι και φυλάσσεται –οπωσδήποτε κρεμασμένο, για να αερίζεται από παντού –έως τις γιορτές του Δωδεκαημέρου, οπότε κόβεται πλέον και προσφέρεται στους συνδαιτυμόνες των γιορταστικών φαγητών, ως ένα υπέροχο καλοκαιριάτικο (μες τον απόλυτο χειμώνα) φρούτο» (http://www.iskiosiskiou. com/2011/01/blog-post_02.html)· το εν λόγω πεπόνι καλλιεργείται και σ’ άλλες περιοχές της Ελλάδος, π.χ. στη δυτική Πελοπόννησο, όπου έχει το ίδιο όνομα· και για τις δύο εκδοχές με προσθήκη του παραγ. επίθημα -άκης]. Κατσαρός: [ΕΤΥΜ.: μσν., πιθ. < αρχ. ἀκανθηρός (< ἄκανθα) ή < κατσί «γατί» (υποκορ. του μσν. κάτα) + παραγ. επίθημα –αρός] Κατσίκης (Κατσίκ’ς): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < μσν. κατσίκι, αβέβ. ετύμου, πιθ. < αλβ. kats ή < τουρκ. keçi «κατσίκι, γίδα» ή < τουρκ. kaçik «παλαβιάρης, τρελός» + παραγ. επίθημα –ίκης/ -ης]· ο Μ. Τριανταφυλλίδης το κατατάσσει στα επαγγελματικά (βλ. Γάτος). Καψάλης (Καψάλ’ς): [ΕΤΥΜ.: < καψαλίζω «καίω ελαφρά στην άκρη ή στην εξωτερική επιφάνεια» (< καψάλα < μσν. κάψα < αρχ. καίω (αόρ. ἔκαυσα/ ἔκαψα) Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επών υμα των κ ατοίκ ων της Ροδαυγής Άρτας

65

+ μεγεθ. επίθημα –άλα) + παραγ. επίθημα –ης]· ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ό. π., σ. 54) σημειώνει πως προέρχεται «Από ζώα που γεννιούνται με τα παρατσούκλια […]. Έτσι και […] Καψάλης-Καψάλω […]». Καψιόχας: [ΕΤΥΜ.: < κάψα (βλ. Καψάλης) + θ. οχ- του έχω (< αρχ. ἔχω) με μεταβολή του α σε ι + παραγ. επίθημα –ας]. Κεραμίδας: [ΕΤΥΜ.: < μτγν. κεραμίδιον, υποκορ. του αρχ. κεραμίς < κέραμος + παραγ. επίθημα –ας] Κίτσος (Κίτσιους): πατρωνυμικό· στη βιβλιογραφία, ίσως λόγω της προφοράς του στο τοπικό ιδίωμα, είναι καταχωρημένο και ως Κίτσιος (Κ. Α. Διαμάντης, ό. π., σ. 137)· ο Π. B. Λάμπρης αναφερόμενος στο εν λόγω γένος γράφει Κιτσαίοι (Π. Π. Λάμπρη, ό. π., σ. 453) [ΕΤΥΜ.: κύρ. όν. Κίτσος (πβ. Κίτσος Τζαβέλας, Κίτσος Μπότσαρης κ.α.)· στη Ροδαυγή μαρτυρείται εγκατάσταση Σουλιωτών (Π. Π. Λάμπρη, ό. π., σ. 452, 476 & Κ. Α. Διαμάντης, ό. π., τ. 21ος, σ. 539)]. Κολιομάνος (Κουλιουμάνους): [ΕΤΥΜ.: < Κολιός (βλ. λ.) + Μάνος (βλ. λ.)]. Κολιός (Κουλιός): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: υποκορ. (απαντά και ως βαφτιστικό) < μτγν. κύρ. όν. Νικόλαος < νίκη + λαός· εδώ Νικόλαος > Νικολιός > Κολιός]. Κολιοσταύρος (Κουλιουσταύρους): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < Κολιός (βλ. λ.) + Σταύρος (βλ. λ.)]. Κομζιάς (Κουμπζιάς): [ΕΤΥΜ.: < αρχ. κομῶ (-άω) «1. αφήνω κόμη, έχω μακριά μαλλιά· 2. περηφανεύομαι» + ζῶ (ζήω) + παραγ. κατάλ. –ας (κομ-ζ(η)-ας)/ Κομζιάς «αυτός που έχει μακριά μαλλιά κι είναι γεμάτος ζωή, γεμάτος ζωντάνια»· σ’ αυτή την ετυμολογική προσέγγιση μας οδήγησε η πληροφορία του καθηγητή Βασίλη Γ. Τάσιου, ο οποίος έλκει την καταγωγή του από τη Σουλιώτικη φάρα των Κομζαίων, οι οποίοι είχαν ξυρισμένο το πάνω μέρος του κεφαλιού για να στηρίζουν το φέσι τους και στο υπόλοιπο μέρος έτρεφαν μακριά κόμη. Επίσης σημαντική ήταν η συμβολή του λήμματος «Κομᾷ: γαυριᾷ, μέγα φρονεῖ, στεφανοῦται, χλοηφορεῖ, τριχῶν ὑπερβολῇ κοσμεῖται· ἤ περιουσίᾳ χρημάτων μεγαλαυχεῖ μή φθονεῖσθ’ ὑμῖν κομῶσιν· ἀντί τοῦ τρυφῶσι, πλουτοῦσι· τό γάρ κομᾶν ἔλεγον ἐπί τοῦ τρυφᾶν καί γαυριᾶσθαι καί μέγα φρονεῖν ἄλλως τε καί τοῖς θριξίν κομᾶν» (Σουΐδα 1980.1-5)· μια άλλη πιθ. ετυμ. του επων. μας οδηγεί στην τουρ. λ. komşu (κομσού) «γείτονας» + παραγ. επίθημα –ιάς]. Κοντός (Κουντός): [ΕΤΥΜ.: < μτγν. επίθ. κοντός < αρχ. ουσ. κοντός (ο) «κοντάρι»]· ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ό. π., σ. 54) το κατατάσσει στα παρατσούκλια που προέρχονται από σωματικές ιδιότητες. Κόρδας: [ΕΤΥΜ.: μσν. αντδ. κόρδα «νευρά, χορδή από νεύρο ή έντερο ζώου ανάμεσα στα άκρα τόξου ή έγχορδου οργάνου» (< λατ. chorda < αρχ. χορδή) + παραγ. επίθημα –ας]. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


66

Παν αγ ιώτα Π. Λάμπρη

Κουρκούμπας: ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < βλάχ. kurkubéu «ουράνιο τόξο» ή <βλάχ. kurkubétă «κολοκυθιά»· με προσθήκη παραγ. επιθήματος –ας και στις δύο περιπτώσεις] Κούσιαρης (Κούσιαρ’ς): ξενικό/ επαγγελματικό· αυτό το επών. απηχεί το τοπωνύμιο Κούσιαρη, στου/ στ’ Κούσιαρ’ (Κ. Α. Διαμάντης, ό. π., τ. 1ος, σ. 117)· [ΕΤΥΜ.: < βλάχ. kušeáre, (πληθ.) kušérι (κουσεάρε/ κουσέρι) «ραφή, ράψιμο», με σίγηση του e και ανάπτυξη ενός ι + παραγ. επίθημα –ης]. Κοφίνας (Κουφίνας): αρχικά παρωνύμιο· [ΕΤΥΜ.: < κοφίνι (< μτγν. κοφίνιον, υποκορ. του αρχ. κόφινος) + παραγ. επίθημα –ας]· ο Π. Β. Λάμπρης αναφέρει: «Ο Δημήτρης Θανάσης που ανέφερα πιο πάνω είχε παιδιά το Γιώργο, το Βασίλη και το Νίκο. Κανείς τους δεν είχε το ίδιο επίθετο. Το Γιώργο κάποτε, που τον κυνήγησαν οι Τούρκοι και δεν μπόρεσαν να τον πιάσουν, επειδή έτρεχε πολύ και έλεγαν αργότερα, εκείνος ο Φεύγας, του έμεινε το επίθετο αυτό μέχρι σήμερα σε όλο το σόι του. Ο Βασίλ��ς, κάποτε που τον κυνήγησαν οι Τούρκοι κρύφτηκε σ’ ένα κοφίνι μέσα και, όταν τον έπιασαν και ύστερα, έλεγαν «εκείνο το Κοφίνα» και έτσι γράφτηκε κι αυτός Κοφίνας, ο δε Νίκος γράφτηκε Βασιλείου. Κανείς δεν γράφτηκε Θανασίου, που ήταν το πραγματικό» (Π. Π. Λάμπρη, ό. π., σ. 478). Κρούλης (Κρούλλ’ς): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < λατ. crudelis, e (-ior, -issimus) «ωμός, άγριος, απηνής, σκληρός, ανελεήμων» με αποκοπή του -de- ή < ιταλ. crollo «κατάρρευση» + παραγ. επίθημα –ης]. Κωσταγιάννης (Κουσταϊάνν’ς): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < υποκορ. Κώστας < Κωνσταντίνος (βλ. Αθανασίου ή Ντούλας) + Γιάννης (βλ. Γεωργογιάννης)] ή Πράπας: παρωνύμιο· [ΕΤΥΜ.: < αρβ. prapë «ανάποδος (μτφ.), κακός άνθρωπος» + παραγ. επίθημα –ας ή ηχοποιητή λ. από τον ήχο «πρρ! πρρ! πρρ!» που προκύπτει από άνθρωπο που πέρδεται]. Κωστάκης (Κουστάκκ’ς)/ Κωσταντής (Κουσταντής)/ Κώστας/ Κωστής (Κουστής): πατρωνυμικά· [ΕΤΥΜ.: υποκορ. < Κωνσταντίνος (βλ. Αθανασίου ή Ντούλας). Λάιος (Λάιους): [ΕΤΥΜ.: < λάγιος (για πρόβατα) «αυτός που έχει σκούρο τρίχωμα, (κατ’ επέκταση-σπάν.) μελαμψός, σκούρος» (< βλάχ. láiŭ/láe «μαύρος») + παραγ. επίθημα -ος]. Λάμπρης: πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < κύρ. όν. Λάμπρος (ιδιωμ. προφ. Λάμπρης)] ή Μπακάλης (Μπακάλ’ς): ξενικό επαγγελματικό παρωνύμιο, το οποίο δεν αφορά όλες τις οικογένειες που φέρουν το επών. Λάμπρης [ΕΤΥΜ.: < τουρκ. bakkal «μπακάλης, παντοπώλης» + παραγ. επίθημα –ης]. Λέχος (Λιέχους): [ΕΤΥΜ.: < αρχ. λέχος «κλίνη, κρεβάτι, νεκροκρέβατο»]. Λιαπάτης (Λιαπάτ’ς): εθνικό· [ΕΤΥΜ.: < αλβ. Liap «ονομασία μιας από τις αλβανικές φυλές»· «[…] Ἡ λέξη Λιάπης στή νέα ἑλληνική χρησιμοποιεῖται ἐλάχιστα ὡς ἐθνωνυμία καί περισσότερο μέ ὑβριστική ἤ ὀνειδιστική σημασία. ΛιάΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Επών υμα των κ ατοίκ ων της Ροδαυγής Άρτας

67

πης = ὁ ἅρπαγας, ὁ κακοποιός, ὁ ἀτημέλητος» (Σαράντος Ι. Καργάκος, Ἀλβανοί, Ἀρβανίτες, Ἕλληνες, σ. 283-285) + παραγ. επίθημα –άτης]. Λίλης (Λίλ’ς): μητρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < χαϊδευτικό Λιλή του ον. Ευαγγελία (βλ. Βαγγέλης/ Ευάγγελος) στην Ήπειρο, με αναβιβασμό του τόνου] ή Καλ(λ) ιμογιάννης (βλ. λ.) ή Λαμπίκος (Λαμπίκους): παρωνύμιο· [ΕΤΥΜ.: αντδ. < βεν. lambico < αραβ. al-ambiq < αρχ. ἄμβιξ / ἄμβυξ «αποστακτήριο»· η σημερινή μτφ. σημ. οφείλεται σε παρετυμολ. επίδραση του ρ. λάμπω]. Λιόντος (Λιόντους): [ΕΤΥΜ.: < κύρ. όν. Λεόντιος (υποκορ. Λιόντος), οπότε είναι πατρωνυμικό, ή < λαϊκ. μσν. λιόντας «λιοντάρι» (< μσν. λεοντάριν < μτγν. λεοντάριον, υποκορ. του αρχ. λέων, -οντος) + παραγ. επίθημα –ος]. Λιούμης (Λιούμ’ς): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < αλβ. ljume «ευτυχής, μακάριος» ή κατά τον Τριανταφυλλίδη (ό. π., σ. 77) < αρβ. lumë-i «ποτάμι» (πληροφ. Γιοχάλα)· πβ. και > lum(i,e) «μακάριος, καλότυχος» + παραγ. επίθημα –ης]· είναι από τα επών. που σχετίζονται με υπάρχον τοπωνύμιο στο συνοικισμό Λάψαινα της Ροδαυγής. Ενδιαφέρον έχει και η ακόλουθη αναφορά του Σ. Ι. Καργάκου (ό. π., σ. 11): «Εἶχα ἀκόμη τήν ἐξαιρετική τύχη νά περάσω τά ἐφηβικά καί πρῶτα νεανικά μου χρόνια στή συνοικία τοῦ Λιούμη στό Αἰγάλεω, ὅπου ζοῦσαν πολλοί γέροντες ἀλβανόφωνοι. Τουλάχιστον οἱ πιό ἡλικιωμένοι. Τό ὄνομα Λιούμη εἶναι ἀλβανικό. Στήν κοινή γλῶσσα Λιούμης ὀνομάζεται ὁ ποταμός Ἄψος. Τό ὄνομα αὐτό ἔγινε οἰκογενειακό καί ἀκολούθως τοπωνύμιο». Λογιώτατος (Λουγιότατους): επαγγελματικό· [ΕΤΥΜ.: < υπερθ. βαθμό του αρχ. επιθ. λόγιος < λόγος]· ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ό. π., σ. 52) σημειώνει σχετικά: «Επαγγελματικά Νεότερα Ελληνικά: Λόγιος, Λογιώτατος, Λογιωτατίδης και τιμητικός ανεπίσημος τίτλος (προσφώνηση), αλλά και είδος επιτρόπου, υπαλλήλου που εκλεγόταν κάθε χρόνο από τις συντεχνίες και εργάζονταν κάτω από τους δημογέροντες». Μαλάμης (Μαλάμ’ς): [ΕΤΥΜ. < μσν. μάλαμα (< μτγν. μάλαγμα < αρχ. μαλάσσω) + παραγ. επίθημα –ης]. Μάνος (Μάνους): [ΕΤΥΜ.: χαϊδευτικό μτγν. κύρ. όν. Εμμανουήλ < εβρ. Immánu El «μαζί μας (είναι) ο Θεός, προσωνυμία που στην Κ. Δ. αποδίδεται στον Ιησού» ή < αρχ. μανός (ή, -ό) «αυτός που κινείται τεμπέλικα και νωθρά», αρχική σημασία «αραιός, χαλαρός, μαλακός», με αναβιβασμό του τόνου ή < λατ. manus «χέρι» ή ίδιας σημ. ιταλ. mano] ή Γερμανός (Γιαρμανός)· παρωνύμιο κάποιας από τις οικογένειες που φέρουν το επών. Μάνος [ΕΤΥΜ.: < μτγν. Γερμανός < Germani «Γερμανοί», κελτ. προέλ.]· ο Τριανταφυλλίδης (ό. π., σ. 30) σημειώνει επίσης πως «μπορεί να σημαίνει και ξανθός (πβ. Κριαρά, σ. 177), αλλά υπάρχει και άγιος Γερμανός». Μανουράς: πιθ. επών. που σχετίζεται με το τοπωνύμιο Μανουρά, στου/ στ’ Μανουρά, για το οποίο ο Π. Β. Λάμπρης γράφει: «Η θέση Μανουρά πήρε το Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


68

Παν αγ ιώτα Π. Λάμπρη

όνομά της από τις μεγάλες πέτρες που στέκονται εκεί για χιλιάδες χρόνια και οι παλιοί οικοδόμοι (μαστόροι) στη γλώσσα τους τις πέτρες τις έλεγαν μανούρια και με το πέρασμα του χρόνου από μανούρια έμεινε Μανουρά» (Π. Π. Λάμπρη, ό. π., σ. 452). Η διατύπωση του Π. Β. Λάμπρη επιβεβαιώνεται από το δημοσίευμα «Τα κουδαρίτικα των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου ήτοι περί της συνθηματικής γλώσσης των κτιστών των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου» του Χρίστου Ι Σούλη (Ηπειρωτικά Χρονικά, τ. Γ’, 1928), όπου μανούρ’ (το) «λιθάρι»· (βλ. & Κ. Α. Διαμάντης, ό. π., τ. 1ος, σ. 121)· υπάρχει πιθανότητα να προέρχεται από το ιδιωμ. ρ. μανουρώνω (μανουρώνου) «κρυώνω πάρα πολύ, ξεπαγιάζω»· αναφέρεται και συσχετισμός με το τυρί μανούρι, αν και στην περιοχή δεν παρασκευάζονταν απ’ όσο γνωρίζουμε τέτοιο τυρί (εφημ. «Η Ροδαυγή», αρ. φ. 111, σ. 4)· [ΕΤΥΜ.: < όψιμο μσν. μανούρα < αρχ. μανός (τυρός) «αραιό τυρί» ή βλάχ. mânúre, -nur(i) «είδος τυριού, μανούρι» < manuarius «ο μαζεμένος σε δέμα, που ονομάστηκε έτσι από το μέγεθος και το σχήμα»]. Στην τρίτη εκδοχή έχουμε μιας μορφής «συνάντηση» με την πρώτη που σχετίζεται με τη συνθηματική γλώσσα των μαστόρων: «τυρί» > μανούρ’ < «λιθάρι». Μάρης (Μάρ’ς): [ΕΤΥΜ.: < αρχ. μάρη (η) «χέρι» + παραγ. επίθημα –ης ή < αρχ. μάρης (ο) «αιγυπτιακό μέτρο που ισοδυναμεί με 20 ξέστας» ή < βλάχ. máre, (πληθ.) mắrι «μεγάλος» (κατά Meyer) πιθ. < mas, maris «αρσενικός, ανδρικός» ή < λατ. mare, -is «θάλασσα»]· ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ό. π., σ. 22) το κατατάσσει στα μητρωνυμικά, προερχόμενο προφανώς από το όν. Μαρία. Μάρκος (Μάρκους): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: μτγν. κύρ. όν. Μᾶρκος < λατ. Marcus, πιθ. < Mars «Άρης»]. Μαρτίνος (Μαρτίνους): ξενικό πατρωνυμικό [ΕΤΥΜ.: < ιταλ. όν. Martino (Μ. Τριανταφυλλίδης, ό. π., σ. 15) ή < μαρτίνι «μανάρι, θρεφτάρι» + παραγ. επίθημα –ος]. Ματζούτσος (Ματζούτσους): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < λατ. επίθ. mancus, -a, -um «ανάπηρος, ασθενής, (μτφ. επί πραγμάτων) ελλιπής, ατελής»]· η κατάλ. –ούτσος, μάλλον ιταλ. προέλ. (-uccio/ -uzzo). Μάτσος (Μάτσους): σχετίζεται με την ετυμ. του επων. Μάτσης (βλ. λ.) ή προέρχεται από τη λ. μάτσο «δέσμη (ομοειδών πραγμάτων), σύνολο, ποσότητα (ομοειδών πραγμάτων), μεγάλη ποσότητα» [ΕΤΥΜ.: μσν. < βεν. mazzo < *mattea < λατ. mateola «ραβδί, μπαστούνι»]. Μάτσης (Μάτσ’ς): [ΕΤΥΜ. < μάτσης ή ματσαρέλης (ο) «ο γύφτος, ο σιδηρουργός στα Κουρεντοχώρια της Ηπείρου» ή < ματσί (το)/ μάτσου (μάτσω) (η) «γατάκι» < βλάχ. máțsᾰ, (πληθ.) mátsi «γάτα» ή λιγότερο πιθ. < μάτσα «η πάνω κεραία του καταρτιού» + παραγ. επίθημα –ης]. Μελίστας (Μιλίστας): [ΕΤΥΜ.: πιθ. < αρχ. μελιστής «μελικτής, αοιδός, αυλητής» (Ανακρεόντια 60.31), με αναβιβασμό του τόνου + παραγ. επίθημα –ας ή < μέλι + παραγ. επίθημα -ίστας] Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επών υμα των κ ατοίκ ων της Ροδαυγής Άρτας

69

Μπλουγιάννης (Μπλουγιάνν'ς) / Μηλογιάννης (Μηλογιάν'ς) / Μπελογιάννης (Μπελογιάνν'ς) / Τιμπλογιάννης (Τιμπλογιάνν'ς) (Τ: τα εν λόγω επών. τα αλιεύσαμε από δημοσίευμα της εφημ. «Η Ροδαυγή» (αρ. φ. 127, σ. 6), όπου ο συντάκτης γράφει: «Μπουλογιάννη (ή Μηλογιάννη ή Μπελογιάννη ή Τσιμπλογιάννη δεν έχει διευκρινιστεί ποιο ακριβώς ισχύει): Λάκα μεγάλη επίπεδη κάτω από τον Πύργο, που βρισκόταν στην κατοχή του προαναφερθέντος. […]»· γεγονός είναι πως το β' συνθ. είναι κοινό για όλες τις προτεινόμενες εκδοχές. Είναι πολύ πιθ. το α' συνθ. των τοπωνυμίων – επωνύμων να αποτελείται από την ίδια λ., η οποία έχει υποστεί αλλεπάλληλη παραφθορά οφειλόμενη στην ιδιωμ. προφ. της, και όχι μόνο. Πάντως, στο πρώτο φαίνεται πως έχει αποκοπεί φων. ή δίφθογγος ανάμεσα στο Μπ- και το –λ, στο δεύτερο, Μηλο-, έχουμε [ΕΤΥΜ.: < αρχ. μῆλον], στο τρίτο, Μπέλο-, [ΕΤΥΜ.: < σλαβ. bělú «λευκός» (για ζώο με άσπρο τρίχωμα), «ανοιχτόχρωμος» (μτφ.)] και στο τέταρτο, Τιμπλ-ο- [ΕΤΥΜ.: < ιδιωμ. λ. τέμπλα/ τεμπλάρι (τιμπλάρι) «δοκάρι»]. Μήτσιος (Μήτσιους): [ΕΤΥΜ.: υποκορ. < Δημήτριος (βλ. Δημήτρης)]. Μιχαλόπουλος (Μιχαλόπ’λους): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: καθημ. Μιχάλ(ης) (< μτγν. κύρ. όν. Μιχαήλ < εβρ. Mikhaél «ποιος είναι σαν το Θεό;») + παραγ. επίθημα –όπουλος]. Μισονύχης (Μ’σουνύχ’ς/ Μψουνύχ’ς): συνδέεται με το τοπωνύμιο Μψονύχι, το/ στου Μψουνύχι (Κ. Α. Διαμάντης, ό. π., τ. 1ος, σ. 122)· [ΕΤΥΜ.: μισο- < μσν. επίθ. μισός < ἥμισος (με καταβιβασμό του τόνου και σίγηση του αρχ. φων.) < αρχ. ἥμισυς] + νύχι [ΕΤΥΜ.: μσν. < αρχ. ὀνύχιον, υποκορ. του αρχ. ον. ὄνυξ, ὄνυχος] + παραγ. επίθημα –ης. Μουργελάς (Μουργιλάς): [ΕΤΥΜ.: < μουργέλα «τεμπελιά», αγν. ετύμου, πιθ. συνδέεται με τη λ. μούργα (μσν. αντδ.) (< λατ. amurca < αρχ. ἀμόργη «κατακάθι λαδιού < ἀμέργω «κόβω, τρυγώ») + παραγ. επίθημα –ας, με καταβιβασμό του τόνου]. Μπάζος (Μπάζους): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < ιταλ. bazza «ευνοϊκή τύχη (στα χαρτιά) (< αραβ. bazza) ή < αντδ. μπάζα (τα) (περιληπτικό) «άχρηστα υλικά που προέρχονται από κατεδαφισμένες οικοδομές ή από εκχωμάτωση» (< παλ. ιταλ. basa < λατ. basis, τεχν. όρ., < αρχ. βάσις «θεμέλιο, στήριγμα») + παραγ. επίθημα –ος ή < βλάχ. bâzákă (μπαζάκα) «μεγάλη κοιλιά ανθρώπου» < bâz- + παραγ. επίθημα –ος]. Μπαλαούρας: [ΕΤΥΜ.: αντδ. μπαλαούρο (το)/ μπαλαούρος (ο) «αποθήκη πλοίου, χώρος φυλάκισης» (< ιταλ. balaustro «περίφρ��γμα» < balausto «άνθος αγριοροδιάς» < λατ. balaustium < μτγν. βαλαύσιον, αγν. ετύμου) + παραγ. επίθημα –ας] Μπαλτάς: ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < τουρκ. balta «τσεκούρι» + παραγ. επίθημα –ας]. Μπαρτζώκας: ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < βλάχ. bardzu «σταχτόχρωμος» + βλάχ. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


70

Παν αγ ιώτα Π. Λάμπρη

υποκορ. επίθημα –oca] ή Σιώνης: ξενικό παρωνύμιο· [ΕΤΥΜ.: μτγν. Σιών (< εβρ. Sīyon, ονομασία λόφου στον οποίο είναι χτισμένη η Ιερουσαλήμ, αγν. ετύμου) + παραγ. επίθημα –ης]. Μπόμπολης (Μπόμπουλης) ή Μπόπολης (Μπόπουλης): [ΕΤΥΜ.: < ιδιωμ. λ. μπόμπολος (ο) «κοχλίας, σαλίγκαρος, το καβούκι μικρών σαλιγκαριών, το στομάχι των πουλιών» (< ιταλ. bombol(a) «μεταλλική φιάλη, βόμβα» (λόγω σχήματος) + παραγ. επίθημα –ος) + παραγ. επίθημα –ης]. Νάσης (Να’ης): πατρωνυμικό [ΕΤΥΜ.: < υποκορ. του ον. Αθανάσιος (βλ. Αθανασίου)]. Νάσιος (Νάσιους): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: υποκορ. του ον. Αθανάσιος (βλ. Αθανασίου) ή Αθανασίου (βλ. λ.)]. Νάστος (Νάστους) ή Νάστης (Νάστ’ς): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: υποκορ. του κυρ. ον. Αθανάσιος (βλ. Αθανασίου)] Νιάρος (Νιάρους): [ΕΤΥΜ.: < βλάχ. niăre, néri «μέλι» + παραγ. επίθημα –ος ή < αρχ. ἀνιαρός «αυτός που προκαλεί ή χαρακτηρίζεται από ανία» με αποκοπή του α και αναβιβασμό του τόνου ή ηχοποιητή από το νιαρ, νιαρ που λέγεται για κάποιον που γκρινιάζει συνέχεια, φρ.: σταμάτα το νιαρ, νιαρ «σταμάτα τη γκρίνια» + παραγ. επίθημα –ος]. Νίκας: πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < Νικόλαος (βλ. Κολιός) > Νίκος > Νίκας ή < νίκη + παραγ. επίθημα –ας]. Νικολάου (Νικουλάου): [ΕΤΥΜ.: κυρ. ον. Νικόλαος (βλ. Κολιός)]· μ’ αυτό το επών. ήταν γραπτώς καταχωρημένος ο Μήτσιο Ζυγούρης (βλ. λ.). Νικολόπουλος (Νικουλόπ’λους): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < Νικόλαος (βλ. Κολιός) + –όπουλος]. Νίκου: πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: υποκορ. Νίκος < Νικόλαος (βλ. Κολιός & Νίκας)]. Νούτσος (Νούτσους): [ΕΤΥΜ.: < Γιαννούτσος (βλ. Ματζούτσος, κατάλ.), υποκορ. του ον. Γιάννης (βλ. Γεωργογιάννης)]. Ντάνος (Ντάνους): [ΕΤΥΜ.: < ντάνα (< ιταλ. andāna (με αποβολή του άτονου αρκτικού φων.) < λατ. indago, -onis «στοιχισμός, στοίβαγμα») ή < τουρκ. dana «μοσχάρι» ή < αραβ. dana «σοφός, διαβασμένος»· και στις τρεις εκδοχές + παραγ. επίθημα –ος]. Νταρλής: ξενικό· [ΕΤΥΜ.: πιθ. < τουρκ. daril(mak) «παρεξηγώ, δε μιλιέμαι» με αποκοπή του i + παραγ. επίθημα –ης]. Ντουλαμάνος: [ΕΤΥΜ.: < Ντούλας (βλ. Αθανασίου) + Μάνος (βλ. λ.)] Οικονόμος (Οικουνόμους/ Κουνόμους) ή Οικονόμου (Οικουνόμου): επαγγελματικό· επών. που προέρχεται κυρίως από τη σημ. της λ. ως κληρικός που αναλαμβάνει τη διαχείριση της περιουσίας της επισκοπής ή της μητρόπολης και ως τιμητικός τίτλος ιερέα που έχει προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στην Εκκλησία· [ΕΤΥΜ.: αρχ. σύνθ. εκ συναρπαγής από τη φρ. οἶκον νέμειν/ νέμεσθαι, αρχ. σημ. «αυτός που διαχειρίζεται και διοικεί τα του οίκου»]. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επών υμα των κ ατοίκ ων της Ροδαυγής Άρτας

71

Παγώνας ή Γεροπαγώνας (Γιρουπαγώνας): [ΕΤΥΜ.: < παγώνω (μσν. < μτγν. παγῶ (-όω) < αρχ. πάγος) + παραγ. επίθημα –ας]· στη δεύτερη εκδοχή έχουμε προσθήκη του λεξικού προθήματος γερο- [ΕΤΥΜ.: < μσν. γέρος < αρχ. γέρων, -οντος]· ο Π. Β. Λάμπρης βεβαιώνει την ύπαρξη του ανθρώπου που έφερε το ανωτέρω επών.· τον αποκαλούσαν, όπως θυμάται, και Γεροπαγώνα, που μάλλον ήταν το παρωνύμιό του· γράφει σχετικά: «Ο Παγώνας που κάθονταν στη Λάψαινα εγκαταστάθηκε στην Άρτα και ήταν ο πρώτος που έφτιαξε χαρτοποιΐα και όταν πέθανε την ανέλαβε ο Παντελή Νίκος από το χωριό μας μετονομαζόμενος σε Νικολόπουλος» (Π. Π. Λάμπρη, ό. π., σ. 477). Ο Κ. Α. Διαμάντης (ό. π., τ. 1ος, σ. 125) αναφέρει τοπωνύμιο Παγώνα, η/ σ’μΠαγώνα ή Γεροπαγώνα, η/ στ’Γιρουπαγώνα και μεταξύ άλλων σημειώνει: «[…] Προφανώς θα υπήρχε ιδιοκτήτης κάποιος Παγώνας ή Γεροπαγώνας […]». Παίδαρος (Παίδαρους): [ΕΤΥΜ.: μεγεθ. (< αρχ. παιδίον, υποκορ. του ουσ. παῖς) + παραγ. επίθημα –αρος] Παλαβός: [ΕΤΥΜ.: < παλαβός (-ή, -ό) «τρελός, αυτός που ενεργεί παράτολμα, ριψοκίνδυνος, (+με) ή (+για) αυτός που είναι σφοδρά ερωτευμένος»] ή Κούτρας: παρωνύμιο· [ΕΤΥΜ.: < (λαϊκ.) κούτρα (η) «μέτωπο, κούτελο, (μτφ.) μυαλό, εγκέφαλος», πιθ. υποχωρητ. < κουτρώ < *κουτλώ < *κουτελώ < κούτελο ή < μσν. κύτρα, διαλεκτ. τ. του αρχ. χύτρα ή < *κούτα < *κύτα < αρχ. κύτος «κοιλότητα» ή μσν. κούτρα < λατ. scutra «πίνακας, δίσκος»]. Παναγιώτης (Παναγιώτ’ς) ή Παναγιώτου: πατρωνυμικά· (βλ. Γιώτης). Πάνος (Πάνους) ή Πάνου: πατρωνυμικά· [ΕΤΥΜ.: υποκορ. < Παναγιώτης (βλ. Γιώτης)]. Παπαβαγγέλης (Παπαβαγγέλ’ς): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < παπα- «άκλιτη και άτονη προτακτική λ. ως α' συνθ. σε χαλαρά σύνθ. αρσ. κύρ. ον. ιερέων, συνήθ. πρεσβυτέρων, π.χ. παπα-Βαγγέλης» (< παπάς, βλ. Παπάς) + Βαγγέλης (βλ. λ.)]. Παπαβασιλείου: πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < παπα- (βλ. Παπαβαγγέλης) + Βασίλειος (βλ. Βασιλείου)]. Παπαβασίλης (Παπαβασίλ’ς)· αρχικό επών. των Γεωργίου (Ροδαυγήκέντρο χωριού): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < παπα- (βλ. Παπαβαγγέλης) + Βασίλης (βλ. λ.)]. Παπαγιώργος (Παπαγιώργους)/ Παπαγιώργης (Παπαγιώρ’ς) ή Παπαγιώργου: πατρωνυμικά· [ΕΤΥΜ.: < παπα- (βλ. Παπαβαγγέλης) + καθημ. Γιώργης & Γιώργος του ον. Γεώργιος (βλ. Γεωργίου)]. Παπαθανάσης (Παπαθανά’ης): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < παπα- (βλ. Παπαβαγγέλης) + Θανάσης (βλ. λ.)]. Παπαλάμπρης: πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < παπα- (βλ. Παπαβαγγέλης) + Λάμπρος (βλ. Λάμπρης ή Μπακάλης)]. Παπανικολάου (Παπανικουλάου): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < παπα- (βλ. Παπαβαγγέλης) + Νικόλαος (βλ. Κολιός)]. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


72

Παν αγ ιώτα Π. Λάμπρη

Παπάς: επαγγελματικό· [ΕΤΥΜ.: < παπάς < μσν. παππᾶς < αρχ. πάππας]· απαντά και ως παρωνύμιο κάποιων προσώπων που φέρουν το επών. Οικονόμου (π.χ. Μήτσιο Παπάς) και Παπαβασιλείου (π.χ. Βασίλη Παπάς). Παπαχρήστου: πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < παπα- (βλ. Παπαβαγγέλης) + Χρήστος (βλ. Χριστογιάννης)]. Μπιθικούκης (Μπιθικούκ’ς)· ο Διαμάντης υιοθετεί τη γραφή Μπιθηκούκης (Κ. Α. Διαμάντης, ό. π. τ. 9ος, σ. 13): [ΕΤΥΜ.: πιθ. < βλάχ. mpitikátu (μπιτικάτου) «μπαλωμένος»]. Πιτόγλου: [ΕΤΥΜ.: < μσν. αντδ. πίτα (< ιταλ. pitta < λατ. picta < αρχ. πηκτή, θηλ. του επιθ. πηκτός) + παραγ. επίθημα –όγλου]. Πλαστήρας: [ΕΤΥΜ.: < πλαστήρι (μσν. πλαστήριον < αρχ. πλάσσω + παραγ. επίθημα –τήρι[ον]) «μεγάλη στρογγυλή σανίδα με χερούλι πάνω στην οποία άνοιγαν φύλλο για πίτες ή έβαζαν τις ψημένες πίτες» + παραγ. επίθημα –ας]· ο Τριανταφυλλίδης (ό. π., σ. 64) το ετυμολογεί από τη λ. πλαστήρα «αρρώστια των προβάτων» ή Πάνος (βλ. λ.). Πλεύρης: [ΕΤΥΜ.: < ιδιωμ. επίρρ. πλεύρα «πλευρικά» + παραγ. επίθημα –ης]. Πολίτης (Πουλίτ’ς): [ΕΤΥΜ.: αρχ. < πόλις + παραγ. επίθημα –ίτης]· ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ό. π., σ. 24) σημειώνει: «Οι μετοικεσίες γίνονται συνήθως από τους μικρότερους συνοικισμούς και τα χωριά, προς τις κωμοπόλεις και τις πόλεις· έτσι τα ονόματα των πόλεων, ή των χωριών, δεν παρουσιάζονται συχνά ως οικογενειακά –εκτός αν πρόκειται για ομόγλωσσους που ξενιτεύτηκαν σε αυτές και ξαναγυρίζουν στο χωριό τους: Πολίτης, Βενετσιάνος, Μισιρλής». Βέβαια, Πολίτης, είναι κι αυτός που κατάγεται απ’ την Πόλη. Πρόγκιος (Πρόγκιους): ξενικό· [ΕΤΥΜ.: πιθ. < πρόγκα «η αποδοκιμασία που εκδηλώνεται με κραυγές και θορύβους, ο ομαδικός χλευασμός» (αβέβ. ετύμου, πιθ. < σλαβ. bruca «προσβλητική αποπομπή»)] ή Πρόνιος (Πρόνιους): ξενικό· < βλαχ. próni (πρόνιου) «πύον» (< μτγν. λατ. puronius < pus, puris «πύον»)· και τα δύο με προσθήκη παραγ. επιθήματος –ιος]. Προυνιάς: [ΕΤΥΜ.: πιθ. < προῦνος «δαμασκηνιά»/ προῦνον «δαμάσκηνο» (< λατ. prunus/ prunum) + παραγ. επίθημα –ιάς ή < λατ. pruina «πάχνη, χιόνι, χειμώνας» με αντιμετάθεση (προυΐνα/ προυνιά/ προυνιάς) ή < προνοιάζω «ως κατακτητής, προκειμένου να ενισχύσω τη δύναμή μου, παραχωρώ δημόσια κτήματα σε ξένους πληθυσμούς, με υποχρέωση να παρέχουν πολεμική κυρίως βοήθεια, όταν τους τη ζητήσω» με απλοποίηση του -οι- και ιδιωμ. προφ. του -ο- ως -ου- + παραγ. επίθημα –ιάς] Ρακόπουλος (Ρακόπ’λους) ή Ρακοπούλος (Ρακουπούλους): [ΕΤΥΜ.: < ρακί (< τουρκ. raki < αραβ. ῾arak ή < αρχ. ρήγνυμι «σπάω» (για να βγει ο οίνος έπρεπε να σπάσει η ρόγα των σταφυλιών) ή < αρχ. ῥάξ, -ός «ρόγα των σταφυλιών») «τσίπουρο» + παραγ. επίθημα –όπουλος/ –οπούλος]. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επών υμα των κ ατοίκ ων της Ροδαυγής Άρτας

73

Ράπτης (Ράφτης/ Ράφτ’ς): επαγγελματικό· [ΕΤΥΜ.: < μτγν. ῥάπτης < αρχ. ῥάπτω]. Ραχιώτης (Ραχιώτ’ς): [ΕΤΥΜ.: < ράχη (< αρχ. ῥάχις, -εως) + παραγ. επίθημα –ιώτης]. Ρουτσάκος (Ρουτσάκους): [ΕΤΥΜ.: πιθ. < τουρκ. rücu (προφ.: ρούτζου) «υποχώρηση στρατού, ανάκληση» + παραγ. επίθημα –άκος· Ρουτζάκος/ Ρουτσάκος]. Σιαφαρίκας: πατρωνυμικό από παραλλαγή του ον. Ιωσήφ (Σιάφας/ Σιαφαρίκας)· [ΕΤΥΜ.: μτγν. κύρ. όν. < εβρ. Yōsēph «αυτός (δηλ. ο Θεός) θα προσθέσει, θα αυξήσει» (ενν. με περισσότερα παιδιά)]. Σιουρής: [ΕΤΥΜ.: < ιδιωμ. ουσ. σιούρος «τα σκουπίδια και τα χώματα που παρασύρονται από τρεχούμενο νερό, τόπος με πολλές μικρές πέτρες» + παραγ. επίθημα –ής ή < σιουράω «σφυρίζω, (μτφ.) δεν υπολογίζω» + παραγ. επίθημα –ής]. Σιώζος (Σιώζους): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: υποκορ. < Θεόδωρος (βλ. Θοδωρής)]· στην εφημ. «Η Ροδαυγή» (αρ. φ. 129, σ. 7) στο «Αφιέρωμα στον Κωνσταντίνο/ Ντούλα Σιώζο» αναφέρεται ως προέλευση του επων. το όν. του πατέρα του Θόδωρου· Θόδωρος (Σιόζορος = Σιώζος). Σκίζας: [ΕΤΥΜ.: < θ. σκίζ- του ρ. σκίζω/ σχίζω (< αρχ. σχίζω) + παραγ. επίθημα –ας]. Σόφης (Σόφ’ς): [ΕΤΥΜ.: < θ. του αρχ. επιθ. σοφός (-ή, -ό) + παραγ. επίθημα –ης, με αναβιβασμό του τόνου]. Σπανός: [ΕΤΥΜ.: < μτγν. επίθ. σπανός (-ή, -ό) (για άνδρες) «αυτός που έχει αραιή ή καθόλου τριχοφυΐα στο πρόσωπο, (σπαν. για τόπο) αυτός που στερείται βλάστησης», που αποσπάστηκε από το σύνθ. σπανοπώγων (< σπανός + πώγων «πιγούνι») ή < αρχ. σπάνιος]· ο Μ. Τριανταφυλλίδης (ό. π., σ. 54) το κατατάσσει στα παρατσούκλια που προήλθαν από σωματικές ιδιότητες. Σπύρου: πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: Σπύρος (καθημ.) < μτγν. κύρ. όν. Σπυρίδων, αγν. ετύμου] ή Μοραΐτης (Μουραΐτ’ς): εθνικό παρωνύμιο· [ΕΤΥΜ.: < Μοριάς + παραγ. επίθημα –αΐτης]. Σπύρος (Σπύρους) (βλ. Σπύρου) Σταύρος (Σταύρους) ή Σταύρου: πατρωνυμικά· [ΕΤΥΜ.: κύρ. όν. που προέκυψε από την εορτή του Τιμίου Σταυρού με αναβιβασμό του τόνου]. Σύρρος (Σύρρους): [ΕΤΥΜ.: < σύρω· τα δύο ρ του επων. σχετίζονται με τον αρχικό σχηματισμό του αρχ. ρ. (< θ. συρ- + -j-ω > σύρρω > σύρω, με αφομοίωση του -j- σε -ρ-, απλοποίηση των δύο -ρ- και αντέκταση) + παραγ. επίθημα –ος]. Σφήκας: [ΕΤΥΜ.: < σφήκα < αρχ. σφήξ, σφηκός + παραγ. επίθημα –ας]. Σωτήρης (Σουτήρ’ς) ή Σωτηρίου (Σουτηρίου): πατρωνυμικά· [ΕΤΥΜ.: < κύρ. όν. Σωτήριος, καθημ. Σωτήρης < την εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος] ή Κατσιαδήμας: παρωνύμιο· [ΕΤΥΜ.: < ιδιωμ. λ. κατσιά (η) «καθισιά, Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


74

Παν αγ ιώτα Π. Λάμπρη

ποσότητα φαγητού που τρώει κάποιος σε μια καθισιά, σ’ ένα γεύμα» + Δήμος (βλ. λ.)· σχηματίζεται όπως και η λ. κατσιαβράκας «αυτός που του πέφτουν τα βρακιά, ο ατημέλητος», κ.α. ή < βλάχ. kâtsíe «σιδερένιο φτυαράκι» + Δήμος (βλ. λ.) + παραγ. επίθημα –ας]. Τάσιος (Τάσιους): πατρωνυμικό· απαντά και ως παρωνύμιο κάποιων οικογενειών που φέρουν το επών. Κομζιάς [ΕΤΥΜ.: υποκορ. < Αναστάσιος (βλ. Αναστασίου)]. Τράκαλης (Τράκαλ’ς) (θηλ. Τρακαλού/ Τρακαλίνα, η)· [ΕΤΥΜ.: πιθ. < ιδιωμ. λ. τράκας «τρακαδόρος» (< ιταλ. attraccare «αράζω») ή (< ιδιωμ. λ. τράκος «μεγάλη ζημιά»)· και τα δύο με προσθήκη παραγ. επιθήματος –αλης]· το ανωτέρω επών. απαντά και ως παρωνύμιο για κάποιες από τις οικογένειες που φέρουν τα επών. Γεωργίου (Σουμέσι), Πολίτης (Ροδαυγή), Νικολόπουλος και Νίκου (Περδικάρι). Τσάγκας: [ΕΤΥΜ.: < μσν. τζαγγάς/ τσαγγάς «κατασκευαστής βασιλικών τζαγγίων» < τζάγγη «είδος υποδήματος»]. Τσάμης & Τσιάμης (Τσιάμ’ς): εθνικό· [ΕΤΥΜ.: < Τσάμης «κάτοικος της Τσαμουριάς, περιοχής της Θεσπρωτίας», αβέβ. ετύμου, ίσως < αρχ. Θύαμις, ποταμός της Θεσπρωτίας, Θυάμιδες/ Τσιάμηδες]. Τσαρπάλας (Τσιαρπάλας): [ΕΤΥΜ.: < ιδιωμ. λ. τσαρπάλι (το) «αιχμηρό ξύλο, αιχμηρό κλωνάρι που μένει στο δέντρο, όταν κόψουμε ένα τμήμα του, εργαλείο ή ξύλο κατάλληλο για να πιάνουμε κάτι» + παραγ. επίθημα –ας]. Τσιακαρόνης (Τσιακαρόν’ς): [ΕΤΥΜ.: < βλάχ. εναντ. σύνδ. τσικάρα (tsikára) «κι αν, αν και», με ανάπτυξη ενός α μετά το τσι-, αν και πιθανότερη γραφή είναι Τσακαρόνης δεδομένης της ιδιωμ. προφ. της συλλαβής τσα- ως τσια- + παραγ. επίθημα –όνης]. Τσαντούκλας (Τσιαντούκλας): [ΕΤΥΜ.: < τουρκ. cant(a) + παραγ. επίθημα –ούκλας]. Τσιμένης (Τσιμέν’ς): [ΕΤΥΜ.: < διαλεκτ. (Ηπειρ.) τσίμι (το) «το μικράκι» υποκορ. του τσίμα (αντδ.) (< ιταλ. cima «κορυφή (βλαστού), άκρη» < λατ. cīma/ cỹma «κύημα, νεαρός βλαστός» < αρχ. κῦμα [άλλος τ. του κύημα < κύω/ κυέω]) + παραγ. επίθημα –ένης] Φακίτσας: [ΕΤΥΜ.: < υποκορ. φακίτσα του ουσ. φακή (< αρχ. φακή (-έα) < φακός) + παραγ. επίθημα –ας]. Φαρμάκης (Φαρμάκ’ς): [ΕΤΥΜ.: < φαρμάκι (< αρχ. φαρμάκιον, υποκορ. του φάρμακον) + παραγ. επίθημα –ης]. Φεύγας: [ΕΤΥΜ.: < φεύγα, προστ. εν. του ρ. φεύγω + παραγ. επίθημα –ας (βλ. Κοφίνας)]. Φόντζας: ξενικό· [ΕΤΥΜ.: < γαλλ. επών. Fontza (πβ. ποδοσφαιριστής Γουίλι Φόντζα)· ονομασία και βουνών της Ινδονησίας· ίσως μπορεί να συσχετιστεί με Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επών υμα των κ ατοίκ ων της Ροδαυγής Άρτας

75

τη λ. χότζας «μουσουλμάνος ιεροδιδάσκαλος», με την όχι συνήθη τροπή του χ σε φ [ΕΤΥΜ.: < τουρκ. hoca < περσ. khwāja)]. Φούκας: [ΕΤΥΜ. < βυζ. αυτοκρατορικό επών. Φωκάς/ Φουκάς με αναβιβασμό του τόνου]. Φουρτζής: ξενικό· [ΕΤΥΜ.: πιθ. < βλάχ. furitsínă «αιθάλη, καπνιά» με αποβολή του i + παραγ. επίθημα –ης· φουρτσής/ φουρτζής ή < τουρκ. λ. furunci «φούρναρης»]. Χασκής: [ΕΤΥΜ. < αρχ. χάσκω «ανοίγω διάπλατα το στόμα (από οποιαδήποτε αιτία: προσοχή, προσδοκία, ελπίδα, χαύνωση κ.λπ.)» + παραγ. επίθημα –ής]. Χολέβας (Χουλιάβας): [ΕΤΥΜ.: πιθ. < χολή (χουλή) < αρχ. χολή «χολή», (μτφ.) «πικρία, οργή» + παραγ. επίθημα –έβας/ (-ιάβας)]. Χριστογιάννης (Χ’στουιάνν’ς): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: < μσν. κύρ. όν. Χρίστος (συνήθ. ορθ. Χρήστος) (< Χριστός με αναβιβασμό του τόνου) + Γιάννης (βλ. Γεωργογιάννης)]. Χρόνης (Χρόν’ς): πατρωνυμικό· [ΕΤΥΜ.: μτγν. κύρ. όν. Πολυχρόνιος, καθημ. Πολυχρόνης < αρχ. επίθ. πολυχρόνιος «αυτός που διαρκεί πολύ, που ζει πολλά χρόνια» (< πολύ- + -χρόνιος < χρόνος)]. Ψυχογιός (Ψ’χουιός): [ΕΤΥΜ.: < ψυχογιός/ ψυχογυιός «θετός γιος, νεαρός υπάλληλος, παλαιότ. υπηρέτης» (< ψυχο- (α’ συνθ. λ. που προέρχεται από την αρχ. λ. ψυχή) + μσν. γυιός (γιος), αρχ. υἱός, με συνίζηση και ανάπτυξη ευφωνικού [j-])] ή Βλάχας: εθνικό παρωνύμιο· αποδίδεται σε κάποιες απ’ τις οικογένειες που φέρουν το επών. Ψυχογιός [ΕΤΥΜ.: < Βλάχα (η)/ Βλάχος (ο) «δίγλωσσος Έλληνας που μιλά Βλάχικα, κάθε ορεσίβιος βοσκός ή νεαρός χωρικός»]. Ψωμάς (Ψουμάς): επαγγελματικό· [ΕΤΥΜ.: < ουσ. ψωμάς «αρτοποιός, πρόσωπο που τρώει πολύ ψωμί» (< ψωμί < μτγν. ψωμίον, υποκορ. του αρχ. ψωμός «κομμάτι, μπουκιά ψωμιού ή τροφής»)]. * Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη είναι Φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση Συντομογραφίες αβέβ.(αιος, -η, -ο) αγν.(ώστου) αλβ.(ανικός, -ή, -ό) αντδ.(αντιδάνειο) αόρ.(ιστος) αρ.(ιθμός)

αραβ.(ικός, -ή, -ό) αρβ.(ανίτικος, -η, -ο) αρσ.(ενικό) αρχ.(αίος, -α, -ο) & ενίοτε αρχ.(ικός, -ή, -ό) βεν.(ετικός)

βλ.(έπε) βλάχ.(ικος, -η ,-ο) Β.(όρειος, -α, -ο) βυζ.(αντινός, -ή, ό) γαλλ.(ικός, -ή, -ό) γεν.(ική)

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


76

διαλεκτ.(ικός, -ή, -ό) δηλ.(αδή) εβρ.(αϊκός, -ή, -ό) εκδ.(όσεις) εναντ.(ιωματικός) εν.(εστώτας) ενν.(οείται) επιθ.(έτου) επίθ.(ετο) επίρρ.(ημα) επών.(υμο) επων.ύμων) ΕΤΥΜ./ετυμ.(ολογία) ετυμ.(ολογικός, -ή, -ό) εφημ.(ερίδα) Ηπειρ.(ώτικος, -η, -ο) θ.(έμα) θηλ.(υκό) ιδιωμ.(ατικός, -ή, -ό) ιταλ.(ικός, -ή, ό) κ.ά. και άλλα Κ.(αινή) Δ.(ιαθήκη) καθημ.(ερινός, -ή, -ό) κατάλ.(ηξη) κελτ.(ικός, -ή, -ό) κ.λπ. και λοιπά κυριολ.(εκτικός, -ή, -ό), -ά κύρ.(ιος, -α, -ο) λ.(έξη)

Παν αγ ιώτα Π. Λάμπρη

λαϊκ.(ός, -ή, -ό) λατ.(ινικός, -ή, -ό) λόγ.(ιος, -α, -ο) μεγεθ.(υντικός, -ή, -ό) μειωτ.(ικός, -ή, -ό) μσν. μεσαιωνικός, -ή, -ό (ενν. ελλην. 7ος αι.-1800 μ.Χ.) μτγν. μεταγενέστερος, -η, -ο (ενν. ελλην. 3ος αι. π.Χ.6ος αι. μ.Χ.) μτφ. (μεταφορικός, -ή, -ό), (επίρρ.) –ά Ν.(έα) όν.(ομα) ον.(όματος) ονομ.(αστική) ο.π. όπως παραπάνω ορθ.(ογραφία) όρ.(ος) ορθ.(ογραφία) ουσ.(ιαστικό) ουσιαστικοπ.(οιημένος, -η, -ο) παθητ.(ικός, -ή, -ό) παραγ.(ωγικός, -ή, -ό) παλ.(αιός, -ά, ό) παλαιότ.(ερος, -η, -ο) παρετυμολ.(ογικός, -ή, -ό) πβ. παράβαλε περσ.(ικός, -ή, -ό)

πιθ.(ανός, -ή, -ό) πληθ.(υντικός) πληροφ.(ορία) πομακ.(ικός, -ή, -ό) προέλ.(ευσης) προστ.(ακτική) προφ.(ορά) π.χ. παραδείγματος χάριν ρ.(ήμα) σ.(ελίδα) σημ.(ασία) σλαβ.(ικός, -ή, -ό) σπάν.(ια) συγκεκομ.(μένος, -η, -ο) σύνδ.(εσμος) συνήθ.(ως, -ης) σύνθ.(ετος, -η, -ο) συνθ.(ετικό) τ.(ύπος), ενίοτε τ.(όμος) & τ.(εύχος) τεχν.(ικός, -ή, -ό) τουρκ.(ικός, -ή, -ό) υπερθ.(ετικός) υποκορ.(ιστικός, -ή, -ό) υποχωρητ.(ικώς) φρ.(άση) φ.(ύλλου) φ(ωνήεν)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ –ΔΙΚΤΥΑΚΟΙ ΤΟΠΟΙ ― Β. Δ. Αναγνωστόπουλος, Λεξικό Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2004. ― Δημήτριος Β. Δημητράκος, Επίτομον Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα 1969. ― Κωνσταντίνος Α. Διαμάντης, Άπαντα, τ. 1ος, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1984 και τ. 9ος., Αθήνα 1990. ― Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, έκδ. Τ61.04, 2004-2005. ― Εφημ. «Η Ροδαυγή», Απρ. – Ιούν. 2008, αρ. φ. 111, σ. 4, Απρ. – Ιούν. 2012, αρ. φ. 127, σ. 5-6, Οκτ. – Δεκ. 2012, αρ. φ. 129, σ. 7. ― P. Kapatu, Dizionario, Italiano- Greco/ Greco – Italiano, εκδ. Primus, Αθήνα 1996. ― Σαράντος Ι. Καργάκος, Αλβανοί, Αρβανίτες, Έλληνες, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2005. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Επών υμα των κ ατοίκ ων της Ροδαυγής Άρτας

77

― Παναγιώτα Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, το ρόδο της αυγής, ιδιωτική έκδοση, Πάτρα 2006. ― Σόλωνας Μιχαηλίδης, Εγκυκλοπαίδεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 1999. ― H. Liddell - R. Scott – Α. Κωνσταντινίδου, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, εκδ. Ελληνικά Γράμματα. ― Π. Λορεντζάτος, Ομηρικόν λεξικόν, εκδ. Κ. Κακουλίδη, Αθήνα 1968. ― Mousaios 2000. ― Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Ν. Ελληνικής Γλώσσας, εκδ. Κέντρο λεξικολογίας ΕΠΕ, Αθήνα 2002. ― Ευάγγελος Μπόγκας, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, κεντρικής και Νοτίου), τ. Α’, εκδ. Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964. ― Ομάδα καθηγητών τουρκικής γλώσσας, Τουρκο-ελληνικό και Ελληνο-τουρκικό λεξικό, εκδ. Καλοκάθη, Αθήνα 2003. ― Προφορικές πηγές: Παναγιώτης Β. Λάμπρης, Σπυρίδων Π. Λάμπρης, Ιωάννης Μπαλαούρας, Δημήτριος Ι. Μάνος & Έλλη Δ. Μάνου, Βασίλειος Γ. Τάσιος. ― Κωνσταντίνος Παπαφίλης, Ελληνοαλβανικοί & Αλβανοελληνικοί Διάλογοι, εκδ. Μ. Σιδέρη, Αθήνα 1990. ― Περιοδικό «Ηπειρωτικά Χρονικά», τεύχος Γ’, έτος 1928. ― Δημήτρης Στεργίου, Τα Βλάχικα έθιμα της Παλαιομάνινας με αρχαιοελληνικές ρίζες, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2001. ― Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Τα οικογενειακά μας ονόματα, Προλεγόμενα, επεξεργασία κειμένου, σχόλια: Ε. Σ. Στάθης, δ.φ., Α.Π.Θ., Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1982. ― Ευστράτιος Τσακαλώτος, Λατινοελληνικόν Λεξικόν, εκδ. οίκος Σπύρου Δαρέμα, Αθήναι. ― http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?filename=%2Fvar%2Fwww%2Fanemi-por tal%2Fmetadata%2F5%2F4%2F3%2Fattached-metadata-01-0000671%2F100792.pdf&re c=%2Fmetadata%2F5%2F4%2F3%2Fmetadata-01-0000671.tkl&do=100792.pdf&width= 426&height=641&pagestart=1&maxpage=646&lang=en&pageno=1&pagenotop=314&p agenobottom=1 ― http://www.komvos.edu.gr/dictionaries/dictonline/DictOnLineTri.htm ― http://greeksurnames.blogspot.com/2010/05/blog-post_17.html ― http://greek-lastnames.blogspot.com/2009/05/blog-post_9090.html ― https://sites.google.com/site/kdrandakis/to-omphalio-pedio-tes-knossou-ospankosmiogeodaitiko-kentro ― http://www.travelstyle.gr/portal/gr/destination_articles.php?dest_id=1079&id=211 ― http://www.iskiosiskiou.com/2011/01/blog-post_02.html

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


78

Λαμπρινή Αρ. Στάμου*

Τι χ α λ ι ε ύ ' ς α υ τ ο ύ ;

Η

μαγεία της ελληνικής γλώσσας έγκειται και στη συνεχή και αδιάλειπτη χρήση της στο πέρασμα των αιώνων. Στην καθημερινή ομιλία μας σπάνια σκεπτόμαστε την προέλευση των λέξεων που χρησιμοποιούμε. Όταν όμως μπει κανείς στη διαδικασία της ετυμολόγησης, διαπιστώνει, με μεγάλη έκπληξη, ότι βρίσκεται μπροστά σε έναν πολύτιμο θησαυρό, ο οποίος έρχεται από ένα μακρινό παρελθόν. Προσπαθώντας να δω με αυτή τη ματιά το Τζουμερκιώτικο ιδίωμα ανακαλύπτω κάθε φορά κάτι που μου είχε διαφύγει την προηγούμενη! Λέξεις δηλαδή και φράσεις ατόφιες, όπως χρησιμοποιούνταν σε αρχαίες εποχές ή ελαφρώς αλλαγμένες. Θα προσπαθήσω να θυμίσω στους παλαιότερους μερικές από αυτές. Τι χαλιεύ’ς αυτού; Μια ερώτηση πολύ κοινή στα χωριά μας. Και σημαίνει τι ψάχνεις ή τι ζητάς, τι κάνεις δηλαδή σε αυτό το σημείο. Το χαλιεύω είναι το αρχαίο ρήμα αλιεύω = ερευνώ τη θάλασσα για ψάρια, ψαρεύω. Το Χ μπαίνει μπροστά, διότι το ρήμα δασυνόταν. Διατήρησαν λοιπόν οι Τζουμερκιώτες την αρχαία προφορά του(;!) «– Ωχ! – Τι έπαθις μουρέ πιδάκι μ; – Μ’ μπήκι μια αγκίδα στου πουδάρ’». Η λέξη αγκίδα είναι η αρχαιοελληνική ακίς-ίδος και διατηρεί σχεδόν την ίδια σημασία, δηλαδή κάτι αιχμηρό, μικρό κομματάκι ξύλου σαν καρφίτσα. – Φάι λίγο ακόμα σ’μπέθερε. – Δε θέλου άλλου συμπιθέρα, έγκωσα. Το ρήμα εγκώνω είναι το αρχαίο ογκόω, (αόρ. όγκωσα) και διατηρεί μία από τις αρχικές σημασίες του, αυτή δηλαδή της διόγκωσης του στομάχου, λόγω πολυφαγίας. Η μητέρα μου μού μεταφέρει κατά καιρούς μνήμες της παιδικές και ανάμεσα σ’ αυτές και την οδυνηρή εξαγωγή δοντιού «στα ζωντανά», χωρίς αναισθητικό δηλαδή, από αυτοδίδακτο οδοντίατρο, ο οποίος όμως είχε ειδικό εργαλείο τη «δοντάγρα». Το ίδιο εργαλείο αναφέρει ο Αριστοτέλης ως οδοντάγρα! Η ίδια με αιφνιδίασε μια μέρα, όταν, σε ερώτησή μου για κάποιο ποσό, μου απάντησε με τη φράση «ως έγγιστα». Όταν τη ρώτησα τι σημαίνει αυτό, μου είπε: Στο περίπου, πάνω κάτω. Εγώ απορημένη την ξαναρωτάω «πού την έμαθες, μαμά, αυτή τη φράση;» Κι

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τι χ α λ ι ε ύ ' ς α υ τ ο ύ ;

79

εκείνη φυσικότατα: «Τι με ρωτάς; Τ’ν ήξερα από παλιά όπως και τ’ς άλλες κουβέντες»! Έγγιστα είναι υπερθετικός βαθμός του εγγύς = πλησίον! Τ΄ άρπαξι κι του σφρουτζούλ’σι στου γκριμό. Δεν πρόκανα να του ιδού αλόταλα! Η λέξη σφρουτζ’λάω = εκσφενδονίζω κάτι με δύναμη, πιθανολογώ ότι είναι το ρήμα σφαιροκυλάω < σφαιροτσουλάω< σφ’ρουτζ’λάω. Συναντάται το ουσιαστικό σφαιροκύλησις (Καισαρίου Ζητ.36) τον 4ο μ. Χ. αιώνα. – Πώς πααίν’ έτσ’ αυτήν η κουπέλα; Ντιπ ξόγανου είνι! Ξόγανο χαρακτηρίζουν όποιον δεν έχει ζωντάνια και χάρη στις κινήσεις του. Αναγνωρίζουμε σ΄ αυτή τη φράση την αρχαία λέξη ξόανον, που σήμαινε ξύλινο άγαλμα, ομοίωμα θεού. Δεν ίβλιπα καλά. Μ’ αντεικιασμό τόβαλα. Αντεικιάζω σημαίνει υπολογίζω κάτι, συνήθως με τη φαντασία, στο περίπου. Αντεικάζω, στα αρχαία, σήμαινε παρομοιάζω κάτι με άλλο. – Μου’ φιρες αλάτ’ απ’ του μπακάλη; – Ωχ το ξαστόχ΄σα μουρ’ γ’ναίκα! Το ρήμα ξαστοχάω σημαίνει ξεχνάω, λησμονώ. Είναι το αρχαίο ρήμα αστοχώ, που σημαίνει δεν πετυχαίνω το σκοπό μου. «Μ ην επιμέν’ς να κάτσ’ κι άλλου. Δεν τουν βλέπ’ς π’ κάθιτι στ’ αγγάρια;» Στ΄αγγάρια σημαίνει πως κάθεται «στα καρφιά», είναι έτοιμος να φύγει. Άγγαρος είναι περσική λέξη και ήταν έφιππος ταχυδρόμος. Αυτοί οι ταχυδρόμοι ήταν έτοιμοι, σε ορισμένους σταθμούς ανά την επικράτεια, να μεταφέρουν οποιαδήποτε στιγμή μηνύματα του Βασιλιά τους. «Βάλτο απίστομα να στραγγίσ’» λένε, για δοχείο συνήθως, που θέλουν να βάλουν αναποδογυρισμένο, και μεταφορικά: «άσι μι, πιδί μ’, απ’στομήθ΄κι η καρδούλα μ’ μ’ αυτά που είδα κι άκ’σα». «Επιστομίζω» σήμαινε κάνω κάτι να πέσει κατά πρόσωπο. «– Αν’ξ’ του παράθυρου χ’στιανή μ’ θα πουμουθούμι απ’ τ’ ζέστα.» Η λέξη πουμώνομαι = πωμώνομαι σημαίνει αισθάνομαι ασφυκτικά σαν κάτι να εμποδίζει την εισπνοή καθαρού αέρα ή από τη ζέστη. Πωμάζω ή πωματίζω στα αρχαία σήμαινε «σκεπάζω διά πώματος». «Μην του πατή(σ)εις του γατί, θα του ματζιά(σ)εις». Ματζιάζω σημαίνει Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


80

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ . Στ ά μ ο υ

κάνω κάτι άμορφη μάζα. Μαζάω σήμαινε ζυμώνω τις μάζες, δηλαδή τα κρίθινα ψωμιά. «Μη συζητάς πόσα του’ συρε. Τουν ξελύθρουσε τουν άνθρωπου.» Το ρήμα ξελυθρώνω σημαίνει: Λέω τόσα πολλά που τον αφήνω εντελώς ξεγυμνωμένο από οποιαδήποτε δικαιολογία. Επίσης χρησιμοποιείται και επί μεγάλης νεροποντής.: Έρ’ξι νιρό σήμερα, πουτάμ’. Του ξελύθρουσι (ξέπλυνε, ξεκαθάρισε) αλόταλα. Η λέξη λύθρος ή λύθρον σήμαινε ρύπος από αίμα. «Σε θιαμαίνομαι» λένε οι Τζουμερκιώτες, όταν απορούν ή θαυμάζουν για κάτι που κάνεις ή λες. Το ρήμα θαυμαίνω στην αρχαία σήμαινε: Μετά θαυμασμού θεωρώ. «Πώς κατάντ’σι έτσ’ ου Μήτσιους; Σα ζεύλα έγινι ου μαύρους». Εδώ εννοεί ότι ο καημένος ο Μήτσος έχει κυρτώσει. Ζεύλα είναι η ζεύγλα, το καμπύλο μέρος δηλαδή του ζυγού, όπου μπαίνει ο λαιμός του ζώου. Στα αρχαία ήταν ζεύγλη και ποιητικά ζεύγλα. «Τι να ιδείς τι ηδύσματα ίφερι τ΄ς Αγγέλου ου αρραβουνιάρ’ς». Η λέξη ήδυσμα δηλώνει αντικείμενο αξίας, κάτι καλό δηλαδή. Ήδυσμα στην αρχαία ήταν ό,τι έκανε το φαγητό νόστιμο. «Κάτσι καταή πιδί μ’, μου ‘ρθι σκ’τούρα1 απ’ τ’ς γύρις». Καταή σημαίνει κάτω και δεν είναι τίποτε άλλο από το «κατά γης» των αρχαίων, αλλά και η λέξη σκοτούρα προέρχεται από τη λέξη σκότος. «– Πού πααίν’ς απού κει; Απού δω είνι ου δρόμους. – Άσι, λέου να πάου κουπά για γληγορότιρα». Στο σύντομο αυτό διάλογο το επίρρημα κοπά σημαίνει από κάπου που κόβει κανείς δρόμο. Προέρχεται από το θέμα του ρήματος κόπτω. «Αν ίβλεπες πού κάθουντι θα σ’ έκοβι η νίλα. Σ’ ένα παλιοχαλέπιτου μεσ’ στ’ λασπ’ και τα νιρά». Παλιοχαλέπιτο εννοεί ένα παλαιό και μισοερειπωμένο σπίτι. Δεύτερο συνθετικό πρέπει να είναι η αρχαιοελληνική λέξη χαλεπός = ανυπόφορος, σκληρός, φοβερός, δύσκολος. «Δε μπουρού να στήσω τ’ν τσιόπνα2. Δεν στέκιτι του σκανταλάρ’». Σκαντα1. Σκοτοδίνη, ζάλη 2. Παγίδα για πουλιά Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τι χ α λ ι ε ύ ' ς α υ τ ο ύ ;

81

λάρι είναι το ξυλαράκι της παγίδας, το οποίο πρέπει να πατήσει το πτηνό για να πέσει η πλάκα και να το σκοτώσει. Και μεταφορικά λέμε καθετί που δεν είναι σταθερό και καλοβαλμένο, αλλά κινδυνεύει να διαλυθεί. Οι αρχαίοι είχαν τη λέξη σκανδάληθρον με την ίδια ακριβώς αρχική σημασία. «Πού θα πας προυί-προυί; – Τι να κάνου; Πρέπ’ να προστ’λάσου εκειά3 τα κατσ’κάκια». Προστ’λάζω σημαίνει βάζω να βυζάξουν. Είναι ολοφάνερο ότι είναι σύνθετη λέξη από την πρόθεση «προς» και το ρήμα θηλάζω. «– Έχ’ τίπουτα τ’ αμπέλι φέτο; – Μπάα! Κάτ’ βουτρίδια μαναχά4, πού οι άλλις χρονιές π’ τσακιόνταν5 τα κλήματα απ’ τα σταφύλια!». Βουτρίδ’ σημαίνει μικρό σταφύλι, που δεν πρόκειται να μεστώσει και κατ’ επέκταση κάθε οργανισμός που δεν είναι φυσιολογικά αναπτυγμένος. Βότρυς στα αρχαία είναι το σταφύλι και το υποκοριστικό του βοτρύδιον. «Βιάζουμι, έχου του φαΐ στ’ γάστρα». Η γνωστή στους Τζουμερκιώτες γάστρα είναι ένα σκεύος μεταλλικό, σαν ημισφαίριο, το οποίο καίνε καλά στο τζάκι και κατόπιν σκεπάζουν με αυτό το ταψί με το φαγητό, σκεπάζοντας και τη γάστρα με κάρβουνα και στάχτη για να ψηθεί. Γάστρα ή γάστρη συναντάται στην Ιλιάδα και σημαίνει το κατώτερο μέρος του αγγείου που εξογκώνεται ως κοιλία. «Πώς τα πορεύετε;» Ρωτούν στα Τζουμέρκα και εννοούν «πώς περνάτε;» . Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι πρόκειται για το ρήμα πορεύω και διατηρεί τη σημασία του διάγω, ζω. «– Τι φκιάνουν οι μαστόρ’; -άρχίν’σαν να καρφών’ν τα πέταυρα». Πέταυρο είναι μακρύ σανίδι, το οποίο χρησιμοποιείται για την κατασκευή της στέγης. Πέταυρον ή πέτευρον ήταν στην αρχαιότητα η σανίδα πάνω στην οποία κοιμούνται οι κότες και κατ’ επέκταση κάθε σανίδα. «Άει μουρ’ θυγατέρα, ξέχασις να φέρ’ς τα χλιάρια. Μι τι θα τ΄φάμι τ’ν κουρκούτ’;». Είναι φανερό πως χλιάρια είναι τα κουτάλια. Η λέξη προέρχεται από το κοχλιάριον> κόχλος = οστρακόδερμο με κοχλιοειδές όστρακο.

3. εκείνα 4. μόνον 5. τσακίζονταν Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


82

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ . Στ ά μ ο υ

«– Π’στρώσ’, δεν κάν’ να φαίνουντι τα γόνατα σ’». Πιστρώνω σημαίνει μαζεύω τα ενδύματα κοντά στο σώμα μου ώστε να το καλύψω. Το ίδιο γίνεται και με τα σκεπάσματα. «Πιστρώστι τα τσιόλια6 να μην πουντιάστι». Πρόκειται για το αρχαίο ρήμα επιστορέννυμι = στρώνω πάνω σε κάτι. Όταν οι γυναίκες φόρτωναν κάτι να το κουβαλήσουν, έβαζαν, πριν από το φορτίο, πάνω στην πλάτη συνήθως ένα χράμι ή σεγκούνι ως «Πίστρωμα», επίστρωμα δηλαδή, για να μην τις πληγώσει το φορτίο. «– Μάζιψ’ τα ξιθάλια σ’, τ’ άπλουσις μέχρι δώθι». Ξιθάλι είναι το μακρύ ξύλο που χρησιμοποιεί ο φούρναρης και μεταφορικά τα μακριά πόδια. Πιθανολογώ ότι προέρχεται από την πρόθεση εξ και τη λέξη αιθάλη = καπνιά. «Δούλιψα από μ’κρό πιδάκι. Πέρασα τα ιπίχειρα τ’ς κακίας μ’. Βάσανα κι Άγιους ου Θιός». Επίχειρα σημαίνει τιμωρία, ταλαιπωρία. Το αρχαίο ουσιαστικό επίχειρα δήλωνε αρχικά την αμοιβή της χειρωνακτικής εργασίας. Επειδή την εποχή εκείνη η εν λόγω εργασία αντιμετωπιζόταν ως ασχολία των δούλων και χαρακτηριζόταν μειωτικά, έφτασε να σημαίνει: τιμωρία που υφίσταται κάποιος (επειδή θεωρείται ότι την αξίζει). «Πού το’νι7 του τσ’κάλ(ι8); – Αποκείθ’ στ’ν κουζίνα κοίτα». Αποκείθ’ σημαίνει στο πίσω, στο διπλανό μέρος. Είναι η πρόθεση από και το επίρρημα εκείθεν = από εκεί. «Κοιμήθ’κα παραστιά απόψι αγάλλιασι του κοκαλάκι μ’». Παραστιά σημαίνει δίπλα στο τζάκι δηλαδή παρά (την) εστία. Αγαλλιάζω σημαίνει ευχαριστιέμαι, απολαμβάνω κάτι. Αγαλλιάω ήταν μεταγενέσ��ερος τύπος του αγάλλομαι, το οποίο σήμαινε χαίρομαι πάρα πολύ. «Τι πιτάς τα ρούχα σ’ όθι να’νι;». Όθε σημαίνει όπου, από το αρχαίο επίρρημα όθεν = από όπου. «– Θα φας μια τρίψα ξ’νόγαλου9; – Μπαα! Δεν αρταίνουμι σήμιρα είνι Τετράδ’!». Το ρήμα αρταίνομαι σημαίνει τρώω οτιδήποτε δεν είναι νηστίσιμο.

6. Υφαντό από μαλλί κατσικιού και κατ’ επέκταση κλινοσκέπασμα. 7. Είναι το 8. τσουκάλι 9. Ψωμί τριμμένο μέσα στο ξινόγαλο Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τι χ α λ ι ε ύ ' ς α υ τ ο ύ ;

83

Προέρχεται από το ρήμα αρτύω, μια από τις σημασίες του οποίου ήταν: γλυκαίνω, καρυκεύω τα εδέσματα. «Άσι κουντεύω να σκάσου. Απόρρ’ξι η βιτούλα10 μ’». Το ρήμα απορρίχνω σημαίνει αποβάλλω (επί εγκύων). Εξ ου και απόρ’μα λένε κάθε ζωντανό αδύναμο, μικροκαμωμένο και χωρίς ιδιαίτερη ζωντάνια. Απορρίπτω σήμαινε ρίπτω έξω, αποβάλλω. «– Τι σο’λεγι ου Γιάνν’ς τόσην ώρα; – Μιθ’σμένους θα τουν ήταν άρατα ρήματα μο’λιγι. Δεν κατάλαβα τίποτας.» Άρατα ρήματα σημαίνει ακαταλαβίστικα λόγια. Άρρητα ρήματα (από την εκκλησιαστική φράση που αποδίδεται στον Απόστολο Παύλο) σήμαινε λόγια που δεν μπορούν να ειπωθούν. «– Έχασα’ του κ’λούφ’ απ’ του στυλό». Κ’λούφ(ι) είναι η θήκη, το κέλυφος και από αυτή ακριβώς τη λέξη προέρχεται. Ως υποκοριστικό της οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη κελύφιον και πιστεύω πως από αυτή προήλθε η Τζουμερκιώτικη λέξη κλούφ’. «– Δε σου΄πα χίλιες φουρές να μην του μαλά(ζ)εις αυτό;» Μαλάζω σημαίνει ακουμπώ, αγγίζω, πιάνω πολλές φορές κάτι. Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα μαλάσσω που σήμαινε: κάνω κάτι μαλακό. «– Τι το ‘κουψις αυτό του μ’κρό κουλουκύθ’! Του φόνιψις». Το φονεύω έχει τη σημασία του: παίρνω έναν καρπό, σφάζω ένα ζώο ή κάνω κάτι σ’ ένα ζωντανό οργανισμό, πριν την ώρα του. Στην αρχαία ελληνική φονεύω = σκοτώνω. «– Έ(χ)εις στατέρ μουρ’ Βασίλου μ’ να ζ’γιάσου λίγου καλαμπόκι να δώσου στ’ συν’φάδα μ;» Το στατέρ(ι) είναι είδος ζυγαριάς και πρόκειται για τον αρχαίο στατήρα, ο οποίος ήταν μονάδα βάρους αλλά και νόμισμα ορισμένου βάρους από χρυσό και άργυρο. «– Χάλια το’νι εκειό του μαξούμ11’. Ανάδραμι η φαούρα στα μούτρα τ’ κι ουλου ξυέτι12». Ανάδραμε σημαίνει επανήλθε. Πρόκειται για τύπο του ρήματος ανατρέχω (ανέδραμον), ο οποίος και στα αρχαία σήμαινε επιστρέφω, επανέρχομαι 10. Κάτω του ενός έτους γίδα 11. Μικρό παιδί 12. ξύνεται Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


84

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ . Στ ά μ ο υ

«– Έσκαβα όλ(η) μέρα σήμιρα, ξιπατώθ΄κα! Δεν ουρίζου μούιδι χέρια μούιδι πουδάρια!» Ορίζω στα Τζουμερκιώτικα σημαίνει αισθάνομαι δικό μου ένα μέλος του σώματος και το χρησιμοποιώ φυσιολογικά. Το ρήμα ορίζω στα αρχαία, ανάμεσα στις άλλες σημασίες του, είχε και την έννοια τού: Έχω υπό την κατοχή μου. Μούιδε σημαίνει ούτε και φαίνεται πως πρόκειται για τον αρχαίο σύνδεσμο μηδέ. «– Σύρι13 στ’ ράχη να μαυλί(σ)εις τ’ς γίδις να’ρθουν να τ’ς αρμέξουμι». Μαυλίζω σημαίνει καλώ με ιδιαίτερη φωνή τα ζώα να ’ρθουν κοντά μου. Προέρχεται από την αρχαία λέξη «μαύλις», η οποία σήμαινε μαστροπός, προαγωγός. «– Γιατί δε φάν’κι η Δημητρούλα σιαδώ14; – Εκειό του θηλ’κό τ’ς θιρμάθ’κι κι δεν κουτάει15 να φύγ’ απ’ του σπίτ’ μην παθ’ τίπουτα». Θερμαίνομαι σημαίνει έχω πυρετό. Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα θέρμω-θερμαίνομαι και σημαίνει γίνομαι θερμός. «Ξύπνησι κι τουν είδι μπρουστά τ’ς , τ’ς κόπ’καν τα ήπατα.» Η φράση κόπηκαν τα ήπατα σημαίνει ότι κάποιος έχασε τις δυνάμεις του από έντονο συναίσθημα; Φόβο, αγωνία κ.λπ. Ήπαρ (ήπατος) στα αρχαία είναι το συκώτι. «Κι τ’ άλλου του πιδί τ’ Θόδωρ’ δεν το’νι καλά! Λες να’χουν καν’να φ’λάτου;» Φ’λάτο σημαίνει συνήθεια αλλά κυρίως κληρονομικό πρόβλημα υγείας(σωματικής και ψυχικής.) Πιθανολογώ ότι προέρχεται από τη λέξη φυλή ή φύλο. «Έφκιασα τραχανά απόψι, έφαγα δυο πιάτα, έκαμα ζεύκι». Στη φράση αυτή η λέξη ζεύκι σημαίνει καλοπέραση, καλό φαγητό που απόλαυσε, ευχαριστήθηκε κάποιος. Επειδή μου αρέσει πολύ η λέξη, θα προτιμούσα η προέλευσή της να είναι από το αρχαιοελληνικό ζει ευ! (οι πιο ειδικοί ας αποφανθούν για την ορθή της ετυμολόγηση) «– Πήγις στου παν’γύρ; Μουλόγα μας τι είδις!» Μολογάω σημαίνει διηγούμαι. Ομολογώ στην αρχαία Ελληνική σήμαινε: μιλώ την ίδια γλώσσα, συμφωνώ, παραδέχομαι κ.λ.π.

13. Πήγαινε 14. Προς τα εδώ 15. τολμάει Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τι χ α λ ι ε ύ ' ς α υ τ ο ύ ;

85

Ο κατάλογος των Τζουμερκιώτικων λέξεων και φράσεων είναι αδύνατον να ολοκληρωθεί σ’ ένα άρθρο. Ελπίζω να κατάφερα να θυμίσω και αυτή τη φορά, σ’ όσους έζησαν στα Τζουμέρκα, μερικά ξεχασμένα μα αγαπημένα ακούσματα.

* Η Λαμπρινή Αρ. Στάμου είναι Φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ― Χ. Παπακίτσος, Από την τζουμερκιώτικη λαλλιά στη λαϊκή μας παράδοση. ― Henry G. Liddell-Robert Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης. ― Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό για το σχολείο και το γραφείο. ― Εκδόσεις Παγουλάτου, Υπερλεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας.

Διόρθωση: Εκ παραδρομής στο άρθρο του προηγούμενου τεύχους με τίτλο «Μ’ πήγε το στόμα στ’ αυτί» γράφηκε πως η φράση «σαν ο οβριός τ’ν κότα» σημαίνει ότι αρπάζει κάποιος κάτι βίαια και ορμητικά. Η σωστή σημασία της φράσης είναι πως κάποιος πληρώνει ακριβά κάτι. Αναγνώστης του ίδιου άρθρου μού μήνυσε πως η φράση σιοκ μι σιοκ είναι αρβανίτικη και η λέξη σιοκ σημαίνει σύντροφος- φίλος, το οποίο και μου επιβεβαίωσαν μαθητές μου με Αλβανική καταγωγή.

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


86

Δημήτρης Γ. Πεταλάς*

Σχ ω ρ έ τ σ α ν α - Σ κ ο ρ τ σ ι ν ο ύ

Τ

ο παλαιό τοπωνύμιο Σχωρέτσανα (το χωριό έχει μετονομαστεί πια σε Καταρράκτη) τράβηξε την προσοχή μου λόγω της αρκετά μεγάλης ομοιότητάς του με το πελοποννησιακό <Του> Σκορτσινού (νομός Αρκαδίας), που ο κόσμος, εσφαλμένα, εκλαμβάνοντάς το ως θηλυκό, αποκαλεί συχνά και η Σκορτσινού. Ο Max Vasmer ετυμολογεί το Σχωρέτσανα από το παλ. σλαβ. *Suchorĕčane (=κάτοικοι της *Sucha Rĕka, του ξερού δηλ. ποταμού)1 όπως μου είπε ο καταγόμενος από τα Τζουμέρκα συνάδελφος και φίλος Κώστας Μαργώνης. Τούτο μπορεί να εξηγείται από το γεγονός ότι ο ορμητικός κρουνός, που τον χειμώνα και την άνοιξη δημιουργεί εντυπωσιακό καταρράκτη, το καλοκαίρι στερεύει. Τα γεωγραφικά δεδομένα του Σκορτσινού είναι εντούτοις διαφορετικά. Και από εκεί πηγάζει ποτάμι (2 χιλιόμετρα έξω από το χωριό, που βρίσκεται πολύ κοντά στα σύνορα με τη Λακωνία, στο δρόμο που οδηγεί στο Λεοντάρι βρίσκονται οι πηγές του Ευρώτα), το οποίο όμως δεν στερεύει. οι πηγές σχηματίζουν μάλιστα μία μικρή και αβαθή λίμνη της οποίας οι όχθες έχουν διευθετηθεί τεχνητά. Μια ετυμολογία επομένως από το σλαβ. sucha, θηλ. του suchъ=ξερός, δεν ευσταθεί. Από την άλλη μεριά, είναι απολύτως αναμενόμενο, κατά το ιδίωμα με βόρειο φωνηεντισμό, το u του sucha να έχει πέσει. αντίθετα, κατά το πελοποννησιακό ιδίωμα, θα έπρεπε να έχει διατηρηθεί (να λεγόταν δηλ. το χωριό Σουχορτσινού): απόδειξη, το λακωνικό τοπωνύμιο Σοχά, όμοιας ετυμολογίας κατά τον Vasmer2, όπου το u έχει απλώς μετατραπεί σε ο. Κατόπιν όλων αυτών– και χωρίς να είμαι ειδικός στην ονοματολογία –καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ομοιότητα των δύο τοπωνυμίων πρέπει να είναι απλώς και μόνον συμπτωματική. * Ο Δημήτρης Γ. Πεταλάς είνια Φιλόλογος, μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας

1. Μax Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Leipzig, Zentralantiquariat der Deutschen Demokratischen Republik, 1970. Unveränderter fotomechanischer Nachdruck aus den Abhandlungen der Preußischen Akademie der Wissenschaften. Jahrgang 1941. Philosophisch-historische Klasse Nr.12. 2. Στο ίδιο. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΙΣΤΟΡΙΚΑ Γεώργιος Ν. Γιαννάκης*

Ξ έν ο ς περιηγ ητής σ τα Τζουμέρκα

Π

ρόκειται για τον Νίκολας Χάμμοντ, τον Άγγλο καθηγητή με τη μεγάλη ελληνική ψυχή. Όσα θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια είναι παρμένα από το βιβλίο του Ήπειρος (Οξφόρδη 1967), στο οποίο εξετάζεται η Ήπειρος από γεωγραφική, αρχαιολογική, ιστορική και τοπογραφική πλευρά. Ο Χάμμοντ είναι ο ερευνητής που, όπως δήλωσε ο ίδιος σε μια διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, βοήθησε τον καθηγητή Ανδρόνικο να ανακαλύψει τον τάφο του Φιλίππου, διατυπώνοντας την άποψη ότι σύμφωνα με τις πηγές η αρχαία Πέλλα πρέπει να βρισκόταν στην περιοχή τής σημερινής Βεργίνας. Είναι ένας από τους λίγους πραγματικούς φιλέλληνες και είναι ο άνθρωπος που επισκέφθηκε πολλές φορές την πατρίδα μας1. Το βιβλίο, που μας απασχολεί, το ολοκλήρωσε ο Χάμμοντ το 1963, αφού ήρθε στην Ήπειρο αρκετές φορές. Στο άρθρο μας αυτό θα παρουσιάσουμε μόνο την περιήγησή του στα Τζουμέρκα. Στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου του παρουσιάζει την επίσκεψή του στην επαρχία της Άρτας. Όπως φαίνεται από την αφήγησή του, ανεβαίνει προς τα Τζουμερκοχώρια μέσω Καλεντίνης2. Πρώτος σταθμός τής πορείας του αυτής είναι η Μπούγα3, η σημερινή Ανεμοράχη. Ανα-

1. Για τον Χάμμοντ (1907-2001) και το έργο του βλ. πρόχειρα Wikipedia, the free encyclopedia: N.G.L.Hammond. Πβλ. και εφημ. Έθνος («Ε» 09.11.2007) και εφημ. Η Καθημερινή (31.03.2001). 2. Για την ετυμολογία τού ονόματος αυτού βλ. Πρακτικά Ημερίδας «Τοπικά Πολιτισμικά Στοιχεία της Ταυτότητας των Τζουμερκιωτών», Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων (εκδ.), Άγναντα Άρτας 2012, σ. 57. 3. Η λέξη αυτή πρέπει να είναι οικωνύμιο: η (περιοχή τού) Μπούγα = η Μπούγα. Το επώνυμο Μπούγας, που απαντά σε πολλά μέρη της Ελλάδας, ανάγεται προφανώς στο επώνυμο Μπούας που σήμερα το φέρουν αρκετοί Κερκυραίοι και όχι μόνον. Για την ανάπτυξη του γ πβλ. αγέρας < αέρας. Για την αρβανιτοβλάχικη φάρα των Μπούα βλ. πρόχειρα Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια: Οίκος Μπούα. Το παρατσούκλι μπούας π��έπει να δόθηκε κατά τα βυζαντινά χρόνια σε κάποιον που χρησιμοποιούσε το αλβανικό επιφώνημα bu. Μπορεί επίσης το ενλόγω παρατσούκλι να αναχθεί και στην παιδική ιταλική λέξη bua (πόνος). Με το όνομα Μπούγα αναφέρονταν παλαιότερα και οι εξής ελληνικοί οικισμοί: Ασπροχώρι Αττικής, Κοκκινοράχη Αρκαδίας, Ροδιά Φαρρών Αχαΐας, Κρυονέρι Αργολίδας και Καλλιρρόη Μεσσηνίας. Για τους οικισμούς αυτούς και για τον συσχετισμό τής ονομασίας Μπούγα με τον οίκο Μπούα βλ. Βικιπαίδεια κ.λπ.: Καλλιρρόη Μεσσηνίας. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


88

Γε ώ ρ γ ι ο ς Ν . Γι α ν ν ά κ η ς

φέρει ότι σε μια ράχη, πάνω από το χωριό αυτό, υπάρχουν ίχνη από ανώμαλο πέτρινο τείχος και πολλά ερυθρόχρωμα κομμάτια από άτεχνα αντικείμενα. Αναφέρει επίσης ότι στην ίδια θέση έχουν βρεθεί και νομίσματα της ελληνιστικής περιόδου. Λέει ότι είδε με τα μάτια του στο μέρος αυτό μια τετραγωνισμένη μικρή πέτρα με διάφορες χοντροειδείς παραστάσεις4. Από την Μπούγα φτάνει με τα πόδια στο Βουργαρέλι5, τη σημερινή Δροσοπηγή (την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο), σε τέσσερις ώρες. Επισημαίνει ότι το χωριό αυτό είναι το μεγαλύτερο στην περιοχή, αφού κατοικείται από πεντακόσιες περίπου οικογένειες. Στη συνέχεια σημειώνει ότι στα νοτιοδυτικά του Βουργαρελιού βρίσκεται η Τσούκα6 με τη βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας και ότι λίγο νοτιότερα διακρίνονται ίχνη αρχαίου ελληνικού τείχους και πολλά άτεχνα κόκκινα θραύσματα. Στη θέση αυτή βρέθηκαν, λέει, και αρχαία νομίσματα που οι Βουργαρελιώτες φρόντισαν να τα πουλήσουν σε διάφορους ξένους επισκέπτες. Στα βόρεια της Μπούγας και της Τσούκας διασχίζει ο Χάμμοντ τη διαχωριστική γραμμή υδρονομής του Σαραντάπορου και μπαίνει, όπως γράφει, σε μια περιοχή παρόμοια σε χαρακτήρα και βλάστηση με τον Βάλτο. Με την ευκαιρία αυτή αναφέρεται γενικά στα χωριά των Τζουμέρκων, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για χωριά μικρά με σπίτια ευρύχωρα και σκορπισμένα σε τοποθεσίες όπου μπορούν να καλλιεργηθούν καλαμπόκι και διάφορα οπωροφόρα δέντρα. Υπάρχει, λέει, στην περιοχή αυτή άφθονο νερό που τρέχει από τα Τζουμέρκα προς τον Άραχθο, αλλά το χώμα της είναι λιγοστό. Στη συνέχεια αναφέρει ότι ο Καταρράκτης είχε τριακόσια σπίτια και η Άγναντα7 διακόσιες οικογένειες. Ειδικά για την Άγναντα γράφει ότι οι κάτοικοι έχουν εμπορικές σχέσεις εξίσου και 4. Για τις αρχαιότητες αυτές βλ. και Apostolos Sp. Papadimitriou, «Kastri» in «Bouga» (Anemorrakhi). A Walled Citadel on the Border of the State of Athamanes and Amvrakiotes, NAC (Numismatica è Anticità Classice: Quaderni ticinesi, Lugano) 41, 2012, 181-189. Ευχαριστώ τον κ. Μαργώνη, πρόεδρο της Ι.Λ.Ε.Τ., που έθεσε στη διάθεσή μου το άρθρο αυτό τού πατριώτη μας. 5. Για την ετυμολογία βλ. Πρακτικά Ημερίδας, ό.π. 6. Πρόκειται για την ιταλική λέξη zucca που τη δανείστηκε η ελληνική γλώσσα κατά τον μεσαίωνα (τσούκκα) και που σημαίνει κολοκυθιά, κολοκύθα, (μεταφ.) κεφάλα, κεφάλας, βλάκας. Προφανώς, στα Ελληνικά χρησιμοποιήθηκε και ως παρατσούκλι που έγινε επώνυμο. Ως προσηγορική η λ. τσούκα σημαίνει μεγάλος τέντζερης (βλ. Ν.Π.Ανδριώτη, Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη 21967. Πβλ. και Κ.Ευ.Οικονόμου, Τα Οικωνύμια του Νομού Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1997, σ. 124, λ. Κούτσι). Πιστεύω ότι η ονομασία Τσούκα είναι οικωνύμιο. 7. Για την ετυμολογία τού ονόματος αυτού βλ. Πρακτικά Α' Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα, Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων (εκδ.), Ιωάννινα 2008, σ. 40. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ξένος περιηγητής στα Τζουμέρκα

89

με τα Γιάννενα και με την Άρτα. Απεναντίας, για τα νοτιότερα χωριά λέει ότι οι άνθρωποι εξυπηρετούνται μόνο από την Άρτα. Οι αγωγιάτες, λέει, θέλουν δέκα με δώδεκα ώρες, για να φτάσουν από την Άρτα στα χωριά αυτά, με φορτωμένα μουλάρια. Μετά από πορεία δύο ωρών και σαράντα πέντε λεπτών, σημειώνει στη συνέχεια ο Χάμμοντ, φτάνει από το Βουργαρέλι στη Χώσεψη8, που τότε είχε διακόσιες πενήντα οικογένειες. Τονίζει μάλιστα ότι βάδισε σ' ένα ωραίο μονοπάτι που περνάει μέσα από έλατα. Μισή ώρα πάνω από τη Χώσεψη υπάρχει, λέει, μια τοποθεσία που ονομάζεται Επιτάφιον, στο σημείο που σμίγουν δυο ρέματα. Συγκεκριμένα, σημειώνει ότι υπάρχουν εκεί ίχνη μιας περιφέρειας τείχους από καστανόχρωμες οικοδομικές αμμόπετρες, που είναι κακοπελεκημένες και που έχουν πολυγωνικά σχήματα. Του είπαν ακόμη ότι βρέθηκαν και αρχαίοι τάφοι στη θέση αυτή. Προχωρώντας, περνάει από τη Ράμια9 (εκατόν σαράντα σπίτια), τα Λεπια10 νά (εκατόν πενήντα σπίτια), τη Γρετσίστα11 και σε τρεις ώρες και πενήντα λεπτά φτάνει στα Γουριανά12 που τότε είχαν σαράντα πέντε σπίτια. Στο χωριό αυτό επισημαίνει μια κάπως επίπεδη τοποθεσία με χωράφια και δέντρα που, όπως λέει, φαίνεται να ήταν κλεισμένη μέσα σε αρχαίο τείχος μήκους οκτακοσίων μέτρων περίπου. Στην κορυφή, μέσα στο γύρο του τείχους, βλέπει τα ίχνη μιας δεξαμηνής που ήταν φκιαγμένη στον βράχο. Κοντά στα Γουριανά και λίγο ψηλότερα από την προηγούμενη θέση βρέθηκαν τάφοι που είναι περιχαρακωμένοι με πλάκες και γεμάτοι κόκκαλα και σπασμένα αγγεία. Μνημονεύει στη 8. Ο Max Vasmer (Die Slaven in Griechenland, Leipzig 1970 = Berlin 1941, σ. 61) ανάγει την ονομασία σε παλαιοσλάβικο παράγωγο της περσικής λ. χότζα. 9. Κατά τη γνώμη μου, η προφορά τής λέξης μάς οδηγεί στην ορθή γραφή Ράμνια που μπορούμε να την αναγάγουμε στην αρχαία ελληνική λ. ράμνος που σήμαινε αγκαθωτός θάμνος. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε Ράμνια = λόγγος, θαμνότοπος. Ο Vasmer, ό.π., σ. 3 –σε αντίθεση με άλλους σλαβολόγους– δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι το ενλόγω τοπωνύμιο πρέπει να ερμηνευθεί με τη βοήθεια της ελληνικής γλώσσας. 10. Το όνομα αυτό έχει καταγραφεί και ως Λιπιανά ή Λετιανά, βλ. Λεξικόν τών δήμων, κοινοτήτων και συνοικισμών τής Ελλάδος, Αθήναι 1923 και Ι.Νουχάκης, Νέος Χωρογραφικός πίναξ, Αθήναι 1885. Ο Vasmer, ό.π., σ. 58, ανάγει το όνομα στα Σλάβικα και πιστεύει ότι σημαίνει „οι κάτοικοι ενός χωριού Lipa (φλαμουριά) ή αυτοί που κατοικούν δίπλα στο ποτάμι Lipa. 11. Η λέξη πρέπει να είναι οικωνύμιο: η (περιοχή τού) Γρετσίστα. Το όνομα Γρετσίστας μπορεί να αναχθεί στη σλάβικη λέξη που εντοπίζει ο Vasmer, ό.π., και που σημαίνει γκρεμός, λόφος. 12. Είναι προφανές ότι το τοπωνύμιο αυτό παράγεται από τη σλάβικη λ. gorje = τα όρη, βλ. Vasmer, ό.π., σ. 57. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


90

Γε ώ ρ γ ι ο ς Ν . Γι α ν ν ά κ η ς

συνέχεια το μοναστήρι της Σπηλιώτισσας, που βρίσκεται ανάμεσα στα Γουριανά και στην τοποθεσία με τον αρχαίο οικισμό. Αναφέρει επίσης ότι ο καθηγητής Δάκαρης άνοιξε μερικούς τάφους της βυζαντινής περιόδου κοντά στη Γρετσίστα που σήμερα ονομάζεται Γραικικό. Παρακάτω γράφει ότι ύστερα από πορεία πέντε ωρών περίπου έφτασε από το Βουργαρέλι στον Καταρράχτη. Αυτό σημαίνει ότι χρησιμοποίησε το Βουργαρέλι ως κέντρο για τις εξορμήσεις του αυτές. Στην τοποθεσία Διάσελο, που απέχει σαράντα πέντε λεπτά από τον Καταρράχτη, βρίσκει ερείπια από αρχαίο τείχος και άφθονα κομμάτια από ερυθρόχρωμα κεραμικά. Όπως του είπαν, έχουν βρεθεί στην τοποθεσία αυτή και μαύρα γυαλιστερά κομμάτια, καθώς και τάφοι περιχαρακωμένοι με ασβεστολιθικές πλάκες. Μια άλλη θέση υπάρχει στη ράχη της Σπηλιάς, που απέχει μια ώρα από τον Καταρράχτη και που βρίσκεται στα ανατολικά της Άγναντας. Στη θέση αυτή υπάρχει αρχαίο τείχος δύο μέτρα παχύ και χτισμένο με κακοπελεκημένες πέτρες. Στη βορειοδυτική άκρη της τοποθεσίας αυτής υπάρχουν ερείπια πύργου με σχήμα πενταγώνου και με πλευρές πέντε περίπου μέτρων μήκους η καθεμιά. Όλη η ράχη της Σπηλιάς είναι γεμάτη από ερυθρόχρωμα θραύσματα. Γράφει ακόμη ότι στον Καταρράχτη του έδειξαν ένα βαλανιδόσχημο κομμάτι από κόκκινο σίδηρο μήκους πέντε εκατοστών και του είπαν ότι πάνω στο βουνό βρέθηκε σίδηρος. Χρειάστηκε, όπως μας λέει, μιάμιση ώρα, για να φτάσει από τον Καταρράχτη στην Άγναντα. Από εκεί κατέβηκε στην Πλάκα όπου ο Άραχθος γεφυρώνεται για πρώτη φορά στα βόρεια της Άρτας. Διάβηκε το γιοφύρι της Πλάκας, σκαρφάλωσε στο Ξεροβούνι και έφτασε στο Καλέντζι13. Στη συνέχεια, ο Χάμμοντ αναφέρεται στην Κιάφα14, στο άνοιγμα δηλαδή του Ξεροβουνιού, που οδηγεί από τον Αμμότοπο15 στη Βελιάσα16, και σημειώνει ότι τα νοτιότερα χωριά, που βρίσκονται στις ανατολικές πλαγιές του βουνού αυτού, δεν τα έχει επισκεφτεί. Μιλώντας γενικά για τα χωριά αυτά, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία και αναφέρει ότι ο καθηγητής Δάκαρης έχει ανασκάψει στα

13. Είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για οικωνύμιο: το (υποστατικό, τιμάριο, τσιφλίκι τού) Καλέντζη. Το επώνυμο αυτό είναι αρβανίτικο και προέρχεται από επαγγελματική προσηγορική λέξη που σημαίνει γανωτής (πβλ. καλαντζής). Βλ. Κ.Μπίρης, Αρβανίτες, οι Δωριείς του ελληνισμού, Αθήναι 1960, σ. 194. Πβλ. Οικονόμου, ό.π., σσ.100-101 και Vasmer, ό.π., σσ. 80, 111, 122, 134. 14. Η ονομασία πρέπει να αναχθεί στο αλβανικό qáfë (λαιμός). 15. Το παλαιό όνομα του χωριού αυτού ήταν Κουμζιάδες που είναι πιθανό να παράγεται από τη σλάβικη ρίζα kum και να σημαίνει Αναδεχτούδια. 16. Ο Vasmer, ό.π., σ. 61, καταχωρίζει Βελιάχα και θεωρεί πιθανό να ανήκει το όνομα σε σλάβικη λεκτική οικογένεια που σημαίνει λευκός. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ξένος περιηγητής στα Τζουμέρκα

91

Πιστιανά17 ένα ταφικό περιτείχισμα που περιείχε στάχτες, σιδερένια μαχαίρια, βάζα από τοπικά κεραμικά και ένα χάλκινο καζάνι που σε μερικά σημεία είναι επιχρυσωμένο. Κοντά στην τοποθεσία αυτή βρέθηκε και ένα χάλκινο αγαλματίδιο που παριστάνει την Άρτεμη ή κάποια Αμαζόνα. Τον πληροφόρησαν επίσης ότι υπάρχει και κοντά στη Νισίστα18 μια τοποθεσία με αρχαία ερείπια. Έπειτα, μας λέει ότι ξεκίνησε από τα Γουριανά και πέρασε τον Άραχθο μέσα σε ένα κιβώτιο κρεμασμένο σε σύρματα, που το τραβούσε από την απέναντι όχθη μια γριούλα. Η γριούλα αυτή, λέει, κουράστηκε και τον άφησε κρεμασμένο μεσοπόταμα να τον πιτσιλίζει το νερό. Σε λίγο όμως, με τις ενισχύσεις που ήρθαν, κατάφερε να ριχτεί απέναντι. Από εκεί περπάτησε μια ώρα κι έφτασε στην Τσιοβίστα19, τη σημερινή Δαφνωτή, όπου άκουσε τους χωρικούς να καυχιώνται για μια τοποθεσία Καστρί με αρχαίο οικισμό. Του είπαν όμως ότι η τοποθεσία αυτή έπαθε καθίζηση και μεταφέρθηκε μακριά, κάτω προς το ποτάμι, με αποτέλεσμα να χαθούν τα αρχαία ερείπια. Μας πληροφορεί ότι χαμηλότερα από την Τσιοβίστα είδε με τα μάτια του τα ερείπια από ένα λουτρόσχημο οικοδόμημα, χτισμένο με πέτρες και κεραμίδια. Για να φτάσεις, λέει, από την Τσιοβίστα στο Καλέντζι, χρειάζεται να περπατήσεις τέσσερις και μισή ώρες, περνώντας μέσα από τη Ραψίστα20 (Πλατανούσα), πάνω από την οποία βγαίνει αλάτι, και μέσα από το Βροδό21 (Μονολίθι). Κλείνοντας τα σχετικά με τα χωριά αυτά, προσθέτει ότι δεν άκουσε για άλλα αρχαία ερείπια στην πλευρά αυτή της κοιλάδας του Αράχθου. Παρακάτω, στο ίδιο πάντα κεφάλαιο του βιβλίου Ήπειρος, μας δίνει ο Χάμμοντ πληροφορίες για την επαρχία Ιωαννίνων. Και από εδώ θα παρουσιάσουμε μόνο τα όσα γράφει σχετικά με τα Τζουμερκοχώρια που ο ίδιος υπάγει στην παραπάνω επαρχία. Στο Χάνι του Κουτσελιού αφήνει στα αριστερά του τη λοφοσειρά της Κα-

17. Πιστιανά ή Πιστιενά ή Πεστιανά. Κατά τον Vasmer, ό.π., σ. 60, μιας και το χωριό βρίσκεται σε αμμουδερή τοποθεσία, το όνομά του πρέπει να έχει παραχθεί από μια παλαιοσλάβικη λέξη που σημαίνει άμμος. 18. Το όνομα φαίνεται να είναι αλβανοσλάβικο: αλβ. nisi (ελλ. νησί) + σλάβ. -ista = nisista. Όσον αφορά το πρώτο συνθετικό, έχουμε να κάμουμε με αντιδάνειο. Προφανώς, πρέπει να υπήρχε επώνυμο Νισίστας και σ'αυτό πρέπει να αποδοθεί το ενλόγω όνομα. 19. Πρέπει να αποδοθεί σε επώνυμο Τσιοβίστας που είναι πιθανό να παράγεται από τη σλάβικη λέξη ćuvik (λόφος) με την προσθήκη της σλάβικης κατάληξης -ista. 20. Είναι πιθανό να είναι οικωνύμιο. Το όνομα Ραψίστας πρέπει να πλάστηκε από μια σλάβικη λέξη που σημαίνει σπουργίτι. Βλ. Οικονόμου, ό.π., σσ. 208-209. 21. Το τοπωνύμιο είναι σλάβικο και σημαίνει πέρασμα. Βλ. Vasmer, ό.π., σ. 62 και Οικονόμου, ό.π., σσ. 56-57. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


92

Γε ώ ρ γ ι ο ς Ν . Γι α ν ν ά κ η ς

στρίτσας, διασχίζει την πεδιάδα και μια χαμηλή ράχη και κατεβαίνει στον Άραχθο σε μια ώρα και λίγο. Περνάει το γιοφύρι που, όπως μας πληροφορεί, το έχει φκιάσει κάποιος Γερμανός μηχανικός το 1930. Χρειάστηκε, λέει, μια ώρα, για να φτάσει στην κορυφή του Πετροβουνιού, που παλαιά λεγόταν Βασταβέτσι22, και άλλα τρία τέταρτα, για να διασχίσει τη βουνοπλαγιά και να φτάσει στους Χουλιαράδες που τότε είχαν εκατόν εξήντα σπίτια. Για τους Χουλιαράδες αναφέρει ότι είναι το μεγαλύτερο από τα Χουλιαροχώρια. Μετά από πορεία τριών τετάρτων της ώρας, στα νότια του δρόμου που οδηγεί προς την Πράμαντα23, επισκέφτηκε το Σιρουνό24 όπου σώζονται ερείπια από αρχαίο τείχος. Πιο κάτω, στην τοποθεσία που ονομάζεται Κάμπος, πρέπει να υπήρχε, λέει, αρχαίος οικισμός. Στο μέρος αυτό είδε ανοιγμένους τάφους, περιχαρακωμένους με ασβεστολιθικές πλάκες. Στις δυο αυτές τοποθεσίες έχουν βρεθεί αρχαία ελληνικά νομίσματα και κεραμικά. Δηλώνει μάλιστα ότι του έδειξαν ένα από τα δεκαοχτώ αργυρά νομίσματα της Ιστιαίας, που βρέθηκαν μέσα σε μια μικρή υδρία. Στη συνέχεια, γράφει ότι δεν επισκέφθηκε την τοποθεσία των Αγίων Πάντων, που βρίσκεται στα βορειοανατολικά των Χουλιαράδων, μέσα στην περιφέρεια του χωριού Μιχαλίτσι. Μας πληροφορεί μόνο ότι η εκκλησία εκεί είναι χτισμένη πάνω σε αρχαία θεμέλια και ότι οι τοίχοι της μπορεί να είναι χτισμένοι με πέτρες από αρχαία σπίτια και όχι από κάποιο οχυρό. Ξεκινώντας πάλι από το Χάνι του Κουτσελιού, περνάει από το Λουζέτσι25 (Ελληνικό), πάει στο μοναστήρι της Τσούκας, κατεβαίνει στον Άραχθο και ανεβαίνει για δεύτερη φορά στους Χουλιαράδες. Με την ευκαιρία αυτή μας διαβεβαιώνει ότι στη δεύτερη αυτή διαδρομή δεν συνάντησε πουθενά αρχαία ερείπια. Από τους Χουλιαράδες περνάει στην Πράμαντα που τότε είχε πέντε χιλιάδες κατοίκους, όπως λέει. Αναφέρει κι εδώ ότι η περιοχή αυτή των Τζουμέρκων είναι πλούσια σε φρούτα και ότι οι κάτοικοί της αποζούν κυρίως από την κτηνοτροφία και καλλιεργούν καλαμπόκι και σιτάρι. Στα νοτιοδυτικά τής Πράμαντας, στην Παναγία που την ονομάζει Αγία Παναγία, επισκέφτεται το αρχαίο τείχος που το περιγράφει λεπτομερειακά. 22. Είναι πιθανό το τοπωνύμιο να προέρχεται από τα Σερβοκροάτικα και να σημαίνει στον μικρό υδατοφράχτη, στη λιμνούλα. Βλ. Οικονόμου, ό.π., σ. 44. 23. Για την ετυμολογία τής λέξης αυτής βλ. Πρακτικά Α' Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα, ό.π., σσ. 41-42, και Οικονόμου, ό.π., σ. 201. 24. Να σχετίζεται άραγε το όνομα αυτό με τη σλάβικη λέξη sir που σημαίνει τυρί; 25. O Vasmer, ό.π., σ. 40, το καταχωρίζει ως Λοζέτζι και ο Οικονόμου, ό.π., σ. 143, ως Λοζέτσι. Σε χειρόγραφη παράδοση το χωριό αυτό καταγράφεται 'κώμη Λοζέτζη', βλ. Οικονόμου, ό.π. Το γεγονός αυτό ενισχύει την άποψή μου ότι πρόκειται για οικωνύμιο. Το όνομα Λουζέτσης (<Λοζέτσης) πρέπει να αναχθεί στη σλάβικη λέξη loza που σημαίνει κληματσίδα, αμπέλι, βλ. Vasmer, ό.π., και Οικονόμου, ό.π. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ξένος περιηγητής στα Τζουμέρκα

93

Αν ο Χάμμοντ προχωρούσε νοτιότερα κι επισκεπτόταν την Κουσοβίστα, θα μιλούσε για τους συλημένους τάφους στα Λεκάνια και συγκεκριμένα στο χωράφι της Χρισταγγέλαινας, όπου παιδιά τότε βλέπαμε σπασμένα αγγεία και σκορπισμένα κόκκαλα. Θα μιλούσε επίσης για πολυάριθμα ερυθρόχρωμα θραύσματα που συναντάει ακόμα και σήμερα κανείς στα Ποτιστ'κά και στην Ζιάγκλα26. Κατά τη γνώμη μας, τα απομεινάρια αυτά μαρτυρούν ότι στην τοποθεσία αυτή υπήρξε αρχαίος οικισμός. Ούτε για τους Ραφταναίους κάνει λόγο ο Χάμμοντ. Αν είχε επισκεφθεί το χωριό αυτό, ίσως να βρισκόταν κάποιος να του ειπεί για το ολόχρυσο αγαλματίδιο του Ποσειδώνα, που βρέθηκε στα Βνόρια και για το μοναστήρι στα βόρεια της Πλάκας, που είναι γνωστό για τη θαυμάσια ξυλογλυπτική τού άμβωνα, του δεσποτικού και του τέμπλου, καθώς και για τις αμυθήτου αξίας εικόνες του. Πρόκειται για το μοναστήρι όπου κάθε χρόνο –το οχτώημερο– γινόταν το Μ'χούστ' των Τζουμέρκων, που δεν είχε να ζηλέψει τίποτε από εκείνο της Άρτας. Με τις παρατηρήσεις μας αυτές δεν θέλουμε να μειώσουμε καθόλου το έργο του Άγγλου ερευνητή. Κάθε άλλο μάλιστα! Εμείς είμαστε από τα Τζουμέρκα και δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε για τον τόπο μας. Ύστερα από την παρένθεση αυτή, ξαναγυρνάμε στην παρακολούθηση της περιήγησης του Χάμμοντ. Από την Πράμαντα ο ξένος αυτός περιηγητής φτάνει στους Μεσουργούς27, ύστερα από μιάμιση ώρα πορεία. Μας πληροφορεί ότι από τις τετρακόσιες οικογένειες των Μεσουργιωτών οι εβδομήντα μόνο μένουν το χειμώνα στο χωριό τους. Στην περιοχή Ντόβρη28 των Μεσουργών, που δεν την επισκέφθηκε, λέει ότι βρέθηκαν τάφοι περιχαρακωμένοι με ασβεστολιθικές πλάκες. Ο ίδιος επισκέφθηκε μερικές άλλες τοποθεσίες του χωριού αυτού και δεν βρήκε, όπως λέει, καθόλου αρχαία ερείπια. Στη συνέχεια σημειώνει ότι στους Μεσουργούς και στα βλαχοχώρια, προς τα βόρεια, οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία. Στην περιοχή αυτή, λέει, οι ψηλότερες κορφές είναι ντυμένες με έλατα και στις αποδασωμένες πλαγιές καλλιεργούνται δημητριακοί καρποί. Από τους Μεσουργούς ανέβηκε και περιτριγύρισε τη Στρουγκούλα και σε δυο ώρες και τρία τέταρτα κατέβηκε στην Άγναντα όπου λέει ότι ακμάζουν αμπέλια και συκιές. 26. Για το οικωνύμιο αυτό βλ. Πρακτικά Ημερίδας κ.λπ., ό.π., σ. 58. 27. Για την ετυμολογία τού οικωνυμίου αυτού βλ. Πρακτικά Α' Επιστημονικού Συνεδρίου κ.λπ., ό.π., σ. 41. 28. Φαίνεται ότι ο Χάμμοντ θεωρεί τη λέξη ουδέτερου γένους, ενώ ο Vasmer, ό.π., σ. 59, την αποθησαυρίζει ως αρσενικό. Οι Μεσουργιώτες όμως αναφέρονται στην τοποθεσία αυτή με το όνομα Ντόβρη, η. Προφανώς, πρόκειται για οικωνύμιο. Το όνομα Ντόβρης ανάγεται σε σλάβικη λέξη που σημαίνει καλός (πβλ. τη σερβοκροάτικη λ. dobro), βλ. Vasmer, ό.π., σσ. 44 και 59. Στην πατρίδα μας μπορεί να βρει κανείς το όνομα αυτό ως Δόβρης. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


94

Γε ώ ρ γ ι ο ς Ν . Γι α ν ν ά κ η ς

Από την Πράμαντα φτάνει στους Καλαρίτες29 σε τρεις ώρες, αφού αναρριχήθηκε, όπως λέει, σε γκρεμούς. Αναφέρει ότι το Σιράκο30 και οι Καλαρίτες αριθμούν περίπου διακόσια σπίτια το καθένα και φημίζονται για την επεξεργασία του χρυσού, του ασημιού, του χαλκού και του κασσίτερου, καθώς και για τα κοπάδια από πρόβατα που βρίσκουν άφθονη βοσκή στο βουνό Περιστέρι. Ειδικά για τους Καλαρίτες λέει ότι είχαν πάνω από δέκα χιλιάδες κεφάλια πρόβατα και ότι οι Καλαριτιώτες ξεχειμώνιαζαν τα κοπάδια τους στη Θεσσαλία, κοντά στα Τρίκαλα. Αναφέρεται επίσης στα λείψανα του αρχαίου οικισμού, που βρίσκονται στα νοτιοανατολικά τού χωριού αυτού, προσθέτοντας την πληροφορία ότι στην τοποθεσία αυτή βρέθηκαν χάλκινα νομίσματα και ένα χάλκινο αγαλματίδιο ανδρικής θεότητας. Από την αφήγησή του γίνεται φανερό ότι κατά τις τελευταίες του εξορμήσεις ο Χάμμοντ είχε ως κέντρο την Πράμαντα. Έτσι, μας πληροφορεί ότι έφυγε από την Πράμαντα και έφθασε σε έξη ώρες στο χωριό Κράψη31, περνώντας από τις δυτικές πλαγιές του Περιστεριού. Πάνω στο δρόμο αυτόν, στα βόρεια του Παλαιοχωριού και σε απόσταση πέντε λεπτών από αυτό, παρατήρησε, λέει, τα θεμέλια αρχαίου κτηρίου από ασβεστολιθικές οικοδομικές πέτρες. Συνάμα πληροφορήθηκε ότι ψηλότερα, πάνω στη βουνοπλαγιά, υπάρχουν και άλλα παρόμοια θεμέλια τα οποία όμως δεν πήγε να τα ιδεί. Με αυτόν τον τρόπο έκλεισε ο Χάμμοντ τα όσα είχε να γράψει για τα χωριά μας. Στη συνέχεια δίνει τα αρχαιολογικά ευρήματα της κραψίτικης Βάξιας32. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η νοερή περιήγηση που κάναμε στα τόπια μας, καθώς παρακολουθούσαμε τα βήματα του Χάμμοντ, δεν ήταν ούτε κοπιαστική ούτε ανώφελη. Πολλά πράγματα σχετικά με τα χωριά μας κάποιοι τα μαθαίνουμε για πρώτη φορά. * Ο Γεώργιος Ν. Γιαννάκης είναι Αν. Καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωάννινων 29. Για την ετυμολογία και τη σημασία του οικωνυμίου αυτού βλ. Οικονόμου, ό.π., σ. 100. 30. Βλ. Οικονόμου, ό.π., σσ. 118-119. 31. Κατά τη γνώμη μου, είναι οικωνύμιο. Αν συμβουλευτεί κανείς τον τηλεφωνικό κατάλογο Αθηνών-Πειραιά, θα βρει το επώνυμο Κράψης. Κατά τον Οικονόμου (ό.π., σ. 127), είναι πιθανό η λέξη αυτή να προέρχεται από το αλβανικό karpë που σημαίνει βράχος. 32. Το όνομα Βάξια πρέπει να είναι οικωνύμιο. Το επώνυμο θα έπρεπε κανονικά να είναι Μπάξιας, ο. Προφανώς, κάποιος γραμματικός το «ελληνοποίησε», όπως «ελληνοποιήθηκε» το μπεκρής και έγινε Βεκρής ως επώνυμο και το μπακάλης έγινε Βακάλης κ.ο.κ. Το ενλόγω οικωνύμιο προέρχεται από τη λ. μπαξές που δανείστηκε η ελληνική γλώσσα από την τούρκικη. Πβλ. Οικονόμου, ό.π., σ. 39. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


95

Δημήτριος Γ. Καλούσιος*

Γρ ά μ μ α τ α τ ω ν σ τ ρ α τ ι ω τ ώ ν τ ο υ Μ α τ σ ο υ κ ί ο υ από τον πόλεμο 1940-1941 1. Προλεγόμενα

Τ

ον Δεκέμβριο του 2009 ο Ματσουκιώτης Δημήτριος Ανδρέα Κωστίκας, καθηγητής γεωλόγος, μου παρέδωσε για μελέτη τα παρακάτω γράμματα, από τον πόλεμο του '40, που είχαν διασωθεί τυχαία από την μητέρα του Νίκη (το γένος Νικολάου Αθ. Γεωργίου). Αυτή, που διάβαζε ή έγραφε γράμματα, ως περισσότερο «γραμματισμένη», με βοήθησε ουσιαστικά στην παρούσα εργασία μου. Τους ευχαριστώ θερμά και τους δύο. Τα γράμματα συνολικά είναι 22 και εκτείνονται χρονολογικά από 24.11.1940 μέχρι 10.4.1941. Ένα, του 1941, είναι της 28ης, αλλά λείπει ο μήνας, ένα άλλο είναι αχρονολόγητο. Για την καλύτερη κατανόηση των γραφομένων πρέπει να έχουμε υπ' όψη και τα εξής οικογενειακά: Ο Νικόλαος Αθανασίου Γεωργίου με τη γυναίκα του Ελένη (το γένος Γεωργίου Ευθυμίου Μακρή) απόκτησαν τρία παιδιά. Ο Νικόλαος πέθανε αρκετά νέος, άφησε τον Βασίλειο σε ηλικία δυόμισι χρονών, την Παρασκευή ενός έτους και μία άλλη κορούλα μόλις 18 ημερών (γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1921), η οποία και πήρε το όνομα του πατέρα της (Νίκη, Νίκα, την φώναζαν και Ανίκα). Αυτή, επειδή ήξερε και τα περισσότερα γράμματα, έγραφε και διάβαζε. Ο Βασίλειος επιστρατεύτηκε. Αδέλφια του Νικ. Γεωργίου: Αικατερίνη, Κώστας, Ανάστω (Αναστασία), Γιώργος και Παρασκευή. Αδέλφια της Ελένης: Μάρω (Μαρία) και Γιαννούλα. Ο Κώστας Αθ. Γεωργίου με την γυναίκα του Κατερίνα απόκτησαν πέντε παιδιά: Νάσιος, Σταύρος, Χρήστος (Τάκης ο Δικολάβος), Αλέξω και Μάρω. Επιστρατεύτηκαν οι τρεις πρώτοι. Ο Γιώργος Αθ. Γεωργίου, γυναίκα του η Παρασκευή, είχε έξι παιδιά: Βαγγέλης, Γιάννης, Θανάσης, Νάκος (Γιάννης), Νικόλαος και Άννα. Στον πόλεμο πήγαν οι δύο πρώτοι. Παιδιά της Ανάστως Ν. Γεωργίου και του Δημητρίου Μακρή: Κώστας, Αποστόλης, Ευαγγελία. Ο Κώστας αποκαλούνταν Κωσταρίκας, γυναίκα του η Ουρανία, παιδί τους ο Τόλης (Αποστόλης). 2. Οι στρατευθέντες Ματσουκιώτες Κατά τον πόλεμο του 1940-41 επιστρατεύτηκαν πάρα πολλά παιδιά από το Ματσούκι, μπορεί και 100! Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


96

Δημήτριος Γ. Κα λούσιος

Στα γράμματα αναφέρονται 28 Ματσουκιώτες στρατιώτες, με αλφαβητική σειρά: 1) Γεωργίου Ν. Βασίλειος. 2) Γεωργίου Γ. Ευάγγελος. 3) Γεωργίου Γ. Ιωάννης. 4) Γεωργίου Κ. Σταύρος. 5) Γεωργίου Κ. Χρήστος (Τάκης) ο Δικολάβος1. 6) Γρατσάνης Αθανάσιος. 7) Καλόγηρος Ιωάννης. 8) Καλόγηρος Ν. Σπυρίδων, ο Παλικάριας. 9) Καλούσιος Σταύρος. 10) Κωσταδήμας Αθανάσιος. 11) Κωσταδήμας Σωτήριος. 12) Λάνταβος Ανδρέας. 13) Μακρής Κ. Απόστολος, ο Κατσάρης. 14) Μακρής Βάιος. 15) Μακρής Γ. Ευάγγελος. 16) Μακρής Δ. Κωνσταντίνος (Τάκης), ο Κωσταρίκας. 17) Μακρής Μήτρος. 18) Μητρέλος Ιωάννης. 19) Νάκας Σπυρίδων. 20) Νάκας Σωτήριος. 21) Παππάς Λεωνίδας. 22) Παππάς Νικόλαος. 23) Ροβίσης Κωνσταντίνος. 24) Τσαντούλης Βάιος. 25) Τσαντούλης Κωνσταντίνος. 26) Τσαντούλης Πέτρος. 27) Χύτας Δημήτριος. 28) Χύτας Κωνσταντίνος. Οι Ματσουκιώτες στρατιώτες υπηρετούν στο 15ο Σύνταγμα Πεζικού και στο 8ο Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού, ως ημιονηγοί, πυροβολητές και μάγειροι. 1. Τον αποκαλούσαν Δικολάβο γιατί έλεγε πολλά. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γρ ά μ μ α τ α τ ω ν σ τ ρ α τ ι ω τ ώ ν τ ο υ Μ α τ σ ο υ κ ί ο υ

97

3. Οι σχέσεις των στρατιωτών με τους δικούς τους Ο νους των στρατευμένων γυρίζει εύκολα στους δικούς τους ανθρώπους. Έτσι ο Τάκης Κ. Γεωργίου συνιστά στον αδελφό του Νάσιο να προσέχει την υγεία του: «ἴδών να μου γραφεις πως θερμενησε φυλαξου για να εισαι γερος». Ο Βασίλης Ν. Γεωργίου στο θείο του Κώστα Αθ. Γεωργίου: «μάθαμε πός ἐγέριψες καί περπατα». Τα ζώα την παλιά εποχή, ό,τι το αυτοκίνητο σήμερα ή τα διάφορα γεωργικά μηχανήματα, ήταν άλογα, και, για το ορεινό Ματσούκι, προ παντός, μουλάρια. Ο Βαγγέλης Γεωργίου γράφει στους γονείς του, Γεώργιο και Παρασκευή: «δεν ξερο το παλιομουλαρο τό εχετε ἥ ψοφισε και αὐτω καί μενετε». Και προς τον αδελφό του Νικόλα: «να μου γραψης εαν εχετε τα δυο παλιμουλαρα». Τους συνιστά δε να αγοράσουν κανένα μουλάρι στα Γιάννινα, όπου γίνεται δημοπρασία: «Πατερα αὐτοῦ εις τα Γιαννινα βγαζουν Μουλαργια στι διμοπρασια να παρι[ς] κανενα γιατι ξερο πως δεν εχετε να μετακινιθιτε». Και στον αδελφό του επίσης: «να πατε εκει που βγενουν τα μουλαρια δυμοπρασια να παρετε». Κατά τον πόλεμο του '40 μαζί με τους ανθρώπους επιστρατεύτηκαν φυσικά και τα ζώα. Ζητούν, λοιπόν, να μάθουν «τίνος μουλάρι ἐπίρανε», ακόμη και «ἐάν σας πύρανε ἄλλα ζώα». Οι στρατιώτες ανήκουν σε κτηνοτροφικές κυρίως οικογένειες, εφόσον, μέχρι σήμερα, το Ματσούκι παραμένει κτηνοτροφικό κατ'εξοχήν χωριό. Εύλογο είναι, λοιπόν, να ζητούν διάφορες πληροφορίες σχετικές με τα πρόβατα: Τι πρόβατα έχετε; Και πώς τα έχετε; Πού έχετε αυγατήσει τόπο για τα ζυγούρια; Πού έχουν λιβάδια; Εάν έχουν χορτάρια (ξηρά) για τα ζώα. Ενδιαφέρονται επίσης να μάθουν ποιους έχουν στα πρόβατα, στέλνουν χαιρετισμούς στον τσουμπάνο, ασχολούνται με κάποιον άλλο που ήθελε να φύγει. Χαιρετούν, επίσης, τον Μίχο Καλτσή, ντόπιο, όχι Ματσουκιώτη, που τον είχαν στα άλογα, καθώς και τον αγροφύλακα του Αμμότοπου (Κουμτζάδες) της Άρτας Μήτσιο Βούβαλη. Στα Αμπέλια του Αμμότοπου (όπου και εξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής) είχαν οι κτηνοτρόφοι αφοί Γεωργίου λιβάδι για τα γαλάρια. Για τα γίδια, τα στέρφα πρόβατα και τα γελάδια είχαν στην Περάνθη (Άνω Μπάνι, Άνω Λουτρότοπος) της Άρτας άλλο λιβάδι, βαλαόρα, χέρσο βουνό με πέτρες, κατάλληλο για βοσκή. Ζητούν πληροφορίες πού βρίσκονται, για να τους γράψουν. Βρίσκουν, ακόμα, και το κουράγιο για κάποια αθώα πειράγματα: «Τα δεοντα εις Ρενζο χερετῶ τον ηθελι ολιγον γενέο να εἶναι να σερνη καί κανενα πιστολη υψηλον». Πρόκειται για τον μικρό Γιάννη Μακρή, που τον είχαν οι αφοί Γεωργίου τζιομπάνο στα πρόβατα. Από το άλλος μέρος ο ανεψιός συμβουλεύει το θείο του να φροντίζει και ενθαρρύνει τα μετόπισθεν: «λιπον Μπαρμπα Κοστα μῆν ανισιχίς γιά μας καθολου Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


98

Δημήτριος Γ. Κα λούσιος

εσυ μονον εφθινισε γιά νά κυταξίς γιά αυτους που εχής αυτου πισο γιά νά μην κοραϊδεβουν ο κοσμος με μας δοσε θαρους εἰς το γινικοπεδον καί ἐχοι ο θεος γιά μας ...». Επίσης: «κιταξιτε τή δουλια σας νά μην πιθανετε απο τῆν πινα». Δεν παραλείπουν να δίνουν από το μέτωπο και τις κατάλληλες συμβουλές για προστασία από την εχθρική αεροπορία. Συγκεκριμένα: Το βράδυ να έχουν το νου τους να μην ανάβουν φωτιές για το φόβο από τα αεροπλάνα, τα οποία βομβαρδίζουν τα μετόπισθεν. Γενικά, όταν αντιλαμβάνονται τα αεροπλάνα να κρύβονται, κυρίως κάτω από τα δένδρα. Για καλύτερη ασφάλεια συνιστάται να εγκαταλείψουν τον Αμμότοπο (Κουμτζιάδες) της Άρτας και να πάνε σε ασφαλέστερο τόπο «διότι δεν αστιέβοντε τά στουκα αεροπλάνα». Στις οικογένειες των επιστρατευθέντων δίδονταν επιδόματα. Ζητούν, λοιπόν, να μάθουν «ἀν πιρατε πιδώματα», «εαν ἐπλιρωθίκατε», ακόμα «ἐάν λαβατε τό επιδωμα το δευτερο». Σε περίπτωση τριών επιστρατευθέντων αδελφών ο ένας γύριζε πίσω. Αναφέρεται η περίπτωση του Σπύρου Νικ. Καλόγηρου. Μεγάλη παρηγοριά των στρατιωτών είναι τα γράμματα. Γράφουν πολύ συχνά στους δικούς του, και δύο φορές την εβδομάδα: Αναφέρουν διάφορα δικά τους στρατιωτικά, ομιλούν για τους συγχωριανούς στρατιώτες, στέλνουν χαιρετίσματα στους δικούς τους ανθρώπους, ζητούν να μάθουν τα νεότερα. Επιθυμούν να τους απαντήσουν οι δικοί τους και μάλιστα αμέσως. Μερικοί, δυστυχώς, αμελούν ή προφασίζονται ότι δεν ευκαιρούν, γι'αυτό δεν λείπουν και τα παράπονα για τυχόν καθυστερημένες απαντήσεις. Μερικές φορές τα γράμματα φτάνουν στη μονάδα καθυστερημένα. Ο Σταύρος Κ. Γεωργίου γράφει, την 20.2.1941, προς τους γονείς του, ότι έλαβε 18 γράμματα μαζεμένα κατά το διάστημα Οκτώβριος 1940 μέχρι 1.2.1941. Οι στρατιώτες μερικές φορές αργούν να γράψουν, διότι δεν βρίσκουν χαρτοφάκελα. Άλλες φορές γράφουν σε ειδικά επιστολικά δελτάρια. Γράφουν με απλό μολύβι ή μελάνι. Στο ίδ��ο γράμμα οι παραλήπτες συνήθως είναι περισσότεροι από έναν, αλλά γράφουν πολλές φορές και άλλοι χωριανοί στρατιώτες. Στα γράμματα προσφωνούνται: α) Σεβαστοί, όχι μόνον οι γονείς αλλά και ο θείος καθώς και ο νουνός. β) Αγαπητοί, η αδελφή, η ξαδέλφη. Ο χαιρετισμός των γραμμάτων ποικίλλει: α) Σας προσκυνώ: γονείς, θείος. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γρ ά μ μ α τ α τ ω ν σ τ ρ α τ ι ω τ ώ ν τ ο υ Μ α τ σ ο υ κ ί ο υ

99

β) την δεξιάν χείρα ασπάζομαι: γονείς, θείος. γ) Σας χαιρετώ. δ) Σας γλυκοχαιρετώ. ε) Αδελφικά σας χαιρετώ. στ) Αδελφικά σας γλυκοχαιρετώ. ζ) Σας χαιρετώ με αγάπη. η) Σας χαιρετώ πατριωτικά. θ) Σας χαιρετώ εγκαρδίως. ι) Σας φιλώ. ια) Σας φιλώ στα μάτια. ιβ) Σας φιλώ στα μάτια εκ βάθους της καρδίας μου. ιγ) Σας γλυκοφιλώ. ιδ) Καλημέρα. ιε) Γεια σας. ιστ) Χαίρε.

Όσον αφορά τους παραλήπτες των γραμμάτων είναι οι γονείς, η οικογένειά τους, τα αδέλφια, οι θείοι, τα ξαδέλφια, ο νουνός, ο γαμπρός, τα πεθερικά. Μερικές φορές ζητούν κάτι «για φαΐ» ή χρήματα. Σε άλλες περιπτώσεις δεν θέλουν χρήματα γιατί βρίσκονται στα αγριοβούνια της Αλβανίας, μακριά από χωριά. Πάντως χρήματα έρχονται από τους δικούς τους. Αρκετές φορές παίρνουν και δέματα από τα σπίτια τους. 4. Η ζωή στο μέτωπο του πολέμου Ο στρατός τους δίνει ρούχα, έχουν φαγητό, ακόμα και πορτοκάλια, περισσότερα μάλιστα από τους δικούς τους στην περιοχή της Άρτας. Η υπηρεσία τούς φέρνει όλα τα καλά, δεν τους λείπουν, φυσικά, και τα τσιγάρα. Αλλά μερικές φορές μαγειρεύουν και «ρίζι δίχος ἀλάτι». Δύο ήταν τα μεγάλα προβλήματα των αγωνιστών Ελλήνων, οι ψείρες και το κρύο: «... μόνον ἦπουφέρουμε ἀπό ψύρα καί ἄπο χιόνια». Οι ψείρες είναι πράγματι «πολλές», «τσακιζομε τά ζοντανα ζουηφια μας κανουν παρελασι στο ζβερκο», «σκοτόνομε τά ἐλιυνιά ζοήφια», αλλά πάλι «μην ανισιχιτε γιά τέτια ζιτιματα εἰμαστε καθαρι», όμως «ο κοσταρικας εμαυρισε πολυ απλιτος Χρειάζονται καζανια να τον πλινη σγουργιασε δεν βγενη η σγουργιά». Οι πολεμιστές του Αλβανικού μετώπου γράφουν ακόμη: «ἦπουφέρουμε... καί ἄπο χιόνια». Τα αγριοβούνια της Αλβανίας δεν αστειεύονται, ακόμα και στις 10 Απριλίου (1941) «ἔχουμε χιώνη και κρυώ δυνατώ». Ένας στρατιώτης, ο Ευάγγελος Γ. Μακρής, πήγε στο νοσοκομείο από κρυοπαγήματα. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


100

Δημήτριος Γ. Κα λούσιος

Χιόνια και παγωνιά, λοιπόν, το κρύο δεν υποφέρεται. Γι' αυτό και ζητούν από τους δικούς τους κάτι για να ζεσταθούν και να τα στείλουν γρήγορα. Συγκεκριμένα ζητούν: α) «Τσουράπια» («Τσεράπια»), δηλαδή κάλτσες. β) «Χεράμια», ήτοι γάντια. γ) Φανέλες και μάλιστα πλεκτές (μάλλινες). δ) Γελέκια. ε) Κουλόβια. στ) Λαιμοδέτες. ζ) Ζωνάρια, που θα τα χρησιμοποιούν, όχι μόνον για τη μέση αλλά και για τον λαιμό. η) Σώβρακα. Το κρύο δεν αστειεύεται, είναι ανυπόφορο, οι πολεμιστές της Αλβανίας ζητούν, απαιτούν, εναγωνίως «στίλετε... καί ὅτι ἄλλου Μπορίτε προφιλαχτικά για τό κρύο», και τούτο να γίνει γρήγορα, «κάνετε δεμα και ἔρχωντε». Ένας άλλος γράφει στις 20.2.1941: «μενο πλυρης εὐχαρι[σ]τημενος γιατη ξεχιμασα εἰς τά χιονια διχως τσεραπια». Φυσικά δεν λείπουν τα κρυοπαγήματα. Ο πατριωτισμός είναι έκδηλος: «προχωρούμε». Ο Σπύρος, με δόση υπερβολής και πειράγματος, «πολεμαϊ δυνατά και ἔρυξε τους Ἠταλους εις θαλασαν». Καλύτερος ο θάνατος από την σκλαβιά και μάλιστα των Ιταλών: «καλυτερα να σκοτωθούμε και ὄχι να ἐρχωνται οἰ ἤταλοί στα Μέρι μας το ἐσχροτερον κρατος αὐτῶ εἰναι δέν ἠδες ἐσῆ ἐγώ ἦδα και δεν την ἤθελα τετια ζωη». Αλλά υπάρχει βέβαια η πίστη ότι η νίκη θα στεφανώσει τα ελληνικά όπλα: «εχω μιγαλη επιπιθισις με τι διναμι του θεου νά γιρισομε νικιτές». Οι στρατευμένοι, λοιπόν, ελπίζουν στη δύναμη και βοήθεια του Θεού, πιστεύουν ότι όλα θα πάνε καλά και εύχονται πάντοτε καλή αντάμωση με τους δικούς τους, από τους οποίους προσπαθούν να απομακρύνουν κάθε φόβο και στενοχώρια. Γνωστές και συνηθισμένες εκφράσεις: Έχει ο θεός, ο θεός μαζί μας, ο θεός βοηθός, εαν θέλει ο θεός μπορεί να τον ειδώ, μη στενοχωρείσθε, μη φοβεισθε, μην έχετε καμίαν ιδέαν, μην ανησυχείτε, ό,τι είναι να τραβήξουμε θα τα τραβήξουμε, καλή αντάμωση, ν'ανταμωθούμε με το καλό, θα γυρίσουμε γρήγορα, αχ αξαδελ/ου ποιος ξευρη θα ανταμωθούμε. Αλλά ο πόλεμος είναι πάντοτε φρικτό πράγμα, γι'αυτό και ο Τάκης Γεωργίου γράφει στον ξάδελφό του Μητσιάκη Ροβίση στις 1.4.1941: «ακουσαμε πως θα ελθης εδω εις εμας ολο ο θεος να δωσι να μην ελθης ἐδῶ». Πάρα πολλοί, λοιπόν, οι Ματσουκιώτες στο Αλβανικό μέτωπο, αλλά δεν σκοτώθηκε κανένας! Τους έσωσαν οι παρακλήσεις της Παναγίας. Μόνον ένας πέθανε, ο Αχιλλέας Μακρής, και αυτός όχι από σφαίρα, αλλά από αρρώστια. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γρ ά μ μ α τ α τ ω ν σ τ ρ α τ ι ω τ ώ ν τ ο υ Μ α τ σ ο υ κ ί ο υ

101

Στα γράμματά μας αναφέρονται δύο μόνον Ματσουκιώτες, που ''χτυπήθηκαν'' στον πόλεμο. Ο Τάκης τραυματίστηκε, αλλά ελαφρά, χρειάστηκε να νοσηλευθεί στην Αθήνα: «Λοιπον θείο Μοῦ ἐγραφες διά τόν τάκι ποῦ μοῦ ἐγραφες ἔχο λάβι κι ἐγώ γράμα βρίσκεται στην ἀθήνα καί μοῦ γραφι πῶς εἰναι πολί ἐλαφρά» (γράμμα Κώστα Γ. Ροβίση προς τον θείο του Μήτσιο Ροβίση, 20.1.1941). Πρόκειται για τον αδελφό του Κώστα, τον Χρήστο Γ. Ροβίση, ο οποίος, δυστυχώς, το 1943, σκοτώθηκε στο χωριό από βλήμα του ΕΛΑΣ (Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός) του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Ο άλλος Ματσουκιώτης έπαθε κρυοπαγήματα: «ο Βαγγιλής Γ Μακρῆς πάϊ εις Νοσοκομειον απο κρυοπαγιματα» (γράμμα Κώστα Δ. Μακρή προς το παιδί του Τόλη, 30.1.1941). Τα γράμματα 1. Τάκης Κ. Γεωργίου προς Κώστα Αθ. Γεωργίου και Κατερίνα, γονείς του (24.11.1940). … Πατέρα Μην στενοχορίσε και ἐχη ὁ Θεός παρα μονον γραψι μου ἐαν ἔλαβες κανενα γραμμα απο Σταύρο και απο Γιάννη Βαγγελη Βασίλει δεν γνωριζω απο κανενα και οὐτε μπορω να μάθω οὐτε και απο κοσταρικα2 ἀλαργεψαμε. Ἐγώ εὐρίσκομε εις ἄλλην Μεραρχεια παρα μονον βλεπω απο καμια φορα ἀδελφοί Τσανδουλη και Σωτηρι Κωσταδημα Αθανασι Γρατσάνη και τιποτες ἄλλον… 2. Τάκης Κ. Γεωργίου προς Νίκα Νικ. Γεωργίου, ξαδέλφη του (24.11.1940). Ανήκα αδελφικά σας χεριτῶ τα δεοντα εἰς Μητερα σου και Παρασκευη χερετῶ Μου ἔγραφες δια βασιλει νά σοῦ γραψω που βρίσκετε δέν ξευρης απο Στρατιωτικο και 500 Μετρα να εἰναι κοντα μου δεν θα μπορεσω να μάθω Τυχέως ἐαν πεσω υψηλά του ἐγω ἤ αὐτος τοτες θα το ἐδῶ και ἐαν σου γραψω πως τον ἠδα ψεματα θα σού γραψω ἔμαθα προ πολων ημερῶν πῶς ἔχη συντραμη τον Κων/ο Χῖτα καί ἠτανε καλα ἀλλά τωρα δέν μπορῶ να μαθω διοτι προχωρούμε ἐχη ὁ Θεος μην φοβῆσθε καλυτερα να σκοτωθούμε και ὄχι να ἐρχωνται οἱ ἤταλοί στα Μέρι μας το ἐσχροτερον κρατος αὐτῶ εἰναι δέν ἠδες ἐσῆ ἐγώ ἦδα και δεν την ἤθελα τετια ζωή 2. Κώστας, το παιδί του Δημήτρη Μακρή και της Ανάστως. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


102

Δημήτριος Γ. Κα λούσιος

Τους χερετεσμους αξαδελφουλα μου εις Ελληνη χερετω ἐαν τῆς γραψω για κανενα ζευγαρι τσουραπια να μου στηλη αμεσως τωρα εχω αχ αξαδελ/ου ποιος ξευρη θα ανταμοθουμε μην στενοχωριστε και ὀταν βλεπητε ἀεροπλανα να κριβιστε σας χερετω αδελφικα όλουσας τα δεοντα και εις Σταυρινα και Μητσιακο Καλοπη χερετα της Τακις 3. Βασίλειος Ν. Γεωργίου προς Ελένη Ν. Γεωργίου, μητέρα του (4.12.1940). …σάς εἶχα γράψη σενέχια γράμματα καί ἐμαθα ἀπό τόν Σπύρον Καλόγιρον και Κωσταρίκαν διότι δέν σάς γράφω σάς εἶχα γράψη καί ἕνα σύμίομα σέ ἕνα γράμα τού Γιάννη Καλόγιρου δέν ξέρου ἄν τό ἐλάβατε Λοιπόν μόλης λάβετε τό γραμα νά μού ἀπάντίσετε νά μάθουμε πρότον ἀπό ύγίαν καί δεύτερον διά τά πρόβατα καί πηούς εχετε μέ τά προβατα… 4. Βασίλειος Ν. Γεωργίου προς Κώστα Αθ. Γεωργίου, θείος του (4.12.1940). ...λοιπόν Μπαρμπά Κώστα ἔμαθα πώς δέν λαβένετε γράματα ἀπό ἐμένα διστιχος δέν ἔβρισκα φάκελα γιά νά σάς γράψω σενέχια δόσε τά δεοντα εἰς τόν θανάση οἰκογενιάκός τούς χεριτό καί νά μᾶς γράψητε πιών ἔχιτε στά πρόβατα δόσε τά δέοντα εἰς τό Σπύτι σου σάς χεριτό… 5. Ευάγγελος Γ. Γεωργίου προς Κώστα Αθ. Γεωργίου, θείος του (4.12.1940). 6. Ευάγγελος Γ. Γεωργίου προς Γεώργιο Αθ. Γεωργίου και Παρασκευή, γονείς του (λίγο μετά 11.12.1940). 7. Βασίλειος Ν. . Γεωργίου προς Γεώργιο Αθ. Γεωργίου και Παρασκευή, θείοι του (λίγο μετά 11.12.1940). …λοιπον πρό ἦμερον ἔλαβα τήν ἐπιστολή ἀπό τήν 11/12/40 και μετα απαντισα νά μάς γράψιτε καθαρα πού ἐχετε λεβαδια καί νά μού στίλετε κάλτις καί γάδια γιά τά χέρια κάνετε δεμα και ἔρχωντε δόσετε τά δεοντα εἰς ὅλους τούς Συγγενίς σας… 8. Βασίλειος Ν. Γεωργίου προς Ελένη Ν. Γεωργίου, μητέρα του (2.12.1940). ...Λοιπον πρό ἦμερον σάς ἦχα γράψη δέν γνοριζωμεν ἄν τό ἐλάβατε ἔλαβα μονον ἕνα ἀπό τάς 11 τού Μηνός καί ἐχάρικα διά τήν ἡγίαν σας ἄλλα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γρ ά μ μ α τ α τ ω ν σ τ ρ α τ ι ω τ ώ ν τ ο υ Μ α τ σ ο υ κ ί ο υ

103

δέν μάς ἐγραφε πού ἔχετε λεβαδι Λοιπον νά μού γράψητε ξεχοριστα… …Λοιπον νά μού στίλετε καλτσις καί χεράμια διά τά χέργια καί ἕνα κουλόβεο καί χρίματα… 9. Ευάγγελος Γ. Γεωργίου προς Ελένη Ν. Γεωργίου, θεία του (26.12.1940). …προ 8. ημερες ανταμοσα καί τον αδελφον μου Γιανη καί ειναι καλα μολις λαβετε τήν επιστολην αμεσως νά μας απαντισης διοτι ἐχω γραψη αρκετα γραματα καί απαντισιν δεν ελαβον να μᾶς γραψης ἐάν λαβατε τό επιδωμα το δευτερο… 10. Βασίλειος Ν. Γεωργίου προς Θανάση Κ. Γεωργίου, ξάδελφός του (29.12.1940). ...Λοιπον νά μού γράψις πού ἔχεις αὐγατίσι τόπου γιά τά ζιγούρια καί ἄν ἐχετε χορτάρια να μού γράψις καί γιά τόν θίο Κόστα πού βρίσκετε γιά νά τοῦ γραψουμε ἀπό τά παιδιά μάθαμε πός ὁ Σταύρος εἶναι καλά ἀλλά δέν γνωρίζουμαι πού βρίσκετε ἄν ἔχει γράμα γράψι μας νά μάθουμε τήν Σίστασίν τους… 11. Βασίλειος Ν. Γεωργίου προς Δημήτριο (Μήτσο) Ροβίση, νουνός του3 (29.12.1940). …Δόσετε τά δεοντα εἰς τήν οἰκογενια σου τούς χεριτό ὄνομαστικος καί εἰς τόν ἀγροφίλακα βούβαλι καί εις τον τσουμπανου μας ὅπου δέν τόν γνορίζουμε τίποτες ἄλου σάς ευχουμε καί χρόνια πολα καί γιά τό Νέο ἔτος σας χεριτό ὁ ἀναδεχτο σας Βασίλης 12. Βασίλειος Ν. Γεωργίου προς Νίκα Ν. Γεωργίου, αδελφή του (30.12.1940). …Λοιπον νά μού στήλετε καλτ[σ]ες και ἐνα κουλοβιο και ἐπιταγί νά μού στίλετε 200 δραχμες νά μού γράψης ἄν ἦ[ρ]θε ο Μπαρμπας Κώστας αὐτου ἤ ἄν ἔμινε στό χοργιό νά τού γράψωμε καί νά γράψιτε τίνος μουλάρι ἐπίρανε … 3. Πραγματικός νουνός του ο Γεώργιος Ροβίσης, αδελφός του Δημητρίου. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


104

Δημήτριος Γ. Κα λούσιος

13. Βασίλειος Ν. Γεωργίου προς Γεώργιο Αθ. Γεωργίου, θείος του (30.12.1940). Σεβαστέ μου θίε Γιώργου σάς προσκινό ὑγίαν ὑγιένουμε καί ὑγίαν ποθούμε διά ἐσας νά ἦσται καλά ὅπος καί ἐγώ μέχρι τήν ὥραν ὅπου σας γράφω ἦμαι καλά σάς γράφουμε σενέχια καί δέν λάβένουμε γράματα Λοιπόν θίε ὁ Βαγγέλης εἶναι καλά ὅ Γιάννις δέν ξέρουμε πού εἶναι καί νά στίλετε κάλτ[σ]ες καί φανέλες καί ὅτι ἄλου Μπορίτε προφιλαχτικά για τό κρύο δόσε τά δεοντα εις τήν θία μου τήν προσκινο και τα ἐξαδελφακια μου τούς χεριτό ὅνομαστικός νά μάς γράψιτε πού εἶναι εις Περάνθι ἦ εις Ἀμοτοπο γιά νά τούς γράψουμε καί διατέρος τίποτε ἄλων σάς εὐχουμε καί χρόνια πολά καί γιά τοῦ νέο ἔτους σάς πρόσκινού ὁ Ἀνιψιό σας Βασίλις 14. Χρήστος Κ. Γεωργίου προς Αντώνιο Κωσταδήμα, γαμπρός του4 (17.1.1941). 15. Κώστας Γ. Ροβίσης προς Μήτσιο Ροβίση, θείος του (20.1.1941) ...Λοιπόν θείο Σήμιρον ἐλαβα τήν καρδιοτατην ἐπηστολη καί ἐχάρικα πάρα πολί δια την καλιν σου ὐγία Λοιπον θείο Μοῦ ἐγραφες διά τόν τάκι ποῦ μοῦ ἐγραφες ἔχο λάβι κι ἐγώ γράμα βρίσκεται στην ἀθήνα καί μοῦ γραφι πῶς εἰναι πολί ἐλαφρά Λοιπόν θείο αὐτό ἐχο νά σᾶς γραφο καί πρόσφιρε πολους χιριτισμους σέ ὁλους τους πατριότες. και ιδιτέρως στό ἀξαδερφό σου μητσιο ροβισι καί πίστου νά γράψι κανένα γραμα. σοῦ γράφο καί τή σοίστασι τοῦ τάκι. 7ον Στρατιοτικόν Νοσοκομίο Ἀθήναι… 16. Ανδρέας Λάνταβος προς Μήτσιο Ροβίση, ξάδελφός του (20.1.1941). 17. Κώστας Δ. Μακρής προς Τόλη Κ. Μακρή, παιδί του (30.1.1941). ...Μαθετε Σύμερον ελαβα τό δεμα ἐλαβα καί μίαν επιστολη σας απο 10 ειδίου μινος καί εχαρικα πολη δια τῆν ηγιαν σας.

4. Από αδελφή του Αλεξάνδρα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γρ ά μ μ α τ α τ ω ν σ τ ρ α τ ι ω τ ώ ν τ ο υ Μ α τ σ ο υ κ ί ο υ

105

Σίμερον ανταμοθήκαμε εδω πολή πατριοτες Βασιλης Γεωργιου Σπιρο Καλόγιρος αποστολος Μακρῆ γιάνης Καλογιρος Κοστας Χίτας γιάνης Μιτρελος Βαιος Μακρης καί πολά αλα πεδια ο Βαγγιλής Γ Μακρῆς πάϊ εις Νοσοκομειον απο κρυοπαγιματα… 18. Βασίλειος Ν. Γεωργίου προς Ελένη Ν. Γεωργίου, μητέρα του (6.2.1941). …ἔλαβα 2 γράματα και τό δέμα μέ τό κωλόβιο μού ἔγραφες πώς ἐστελες καί ἐπιταγί ἀλλα δέν ἔλαβα τούς χεριτισμούς εἰς ἀδελφάδες τούς χεριτο καί εις Μπαρμαδες καί εἰς θιάκες ἐξαδέλφια καί ἔξαδέλφες τούς χεριτο καί εἰς τοῦ Μήχου Καλτσί οἰκογενιακός τού χερετό νά μού στίλες μία φανέλα πλεκτι καί ἐνα ζονάρι γιά νά τού χρισιμουπιέυσου καί γιά τό λεμό καί γιά τήν μέση… 19. Βασίλειος Ν. Γεωργίου προς Μήτσο Ροβίση, νουνός του (6.2.1941). 20. Κώστας Δ. Μακρής προς ; (6.2.1941). 21. Τάκης Κ. Γεωργίου προς Νάσιο Κ. Γεωργίου, αδελφός του (12.2.1941). …Νασιο ἔλαβον το Γραμμα σου και εχαρικα ἰδων και τα Γραφομενα του Γεωργι Μπουζουκη και εχαρικα ἴδών να μου γραφεις πως θερμενησε φυλαξου για να εισαι γερος Νασιο ελαβον ενα ζευγαρι γαντια και ενα λεμοδετι απο ἄρτα απο Αντωνι Νασιο εαν στιλης τωρα ενα ζευγαρι καλτσες και το γελεκι τιποτες άλλο δεν θέλω ουτη χριμματα ὀπου εγραφες εχω δεν ευρισκωμε τιποτες εδω τι τα θελωμε τα χριματα και εαν καμια φορα ἔρθη ο Συμπεθερος Νασιος Κωσταδημας εις Γιαννηνα τοτες στηλε τίποτε για φαϊ ἄλλο δεν εχο… 22. Ιωάννης Γ. Γεωργίου προς Γεώργιο Αθ. Γεωργίου και Παρασκευή, γονείς του (14.2.1941). ...λευτά δέν θελω καί νά μοῦ γραψτη Σχετικος πώς τά περνατε καί ἀν πιρατε πιδώματα 23. Σταύρος Καλούσιος προς Γεώργιο Αθ. Γεωργίου και Παρασκευή, θείους του5 (14.2.1941). 5. Όχι πραγματικοί, ήταν «σόι» για τα τσαρούχια που τους έφτιαχνε. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


106

Δημήτριος Γ. Κα λούσιος

24. Γιάννης Γ. Γεωργίου προς Νίκα Ν. Γεωργίου, ξαδέλφη του (14.2.1941). 25. Κωνσταντίνος Γ. Τσαντούλης προς Νίκα Ν. Γεωργίου6 (14.2.1941). 26. Βασίλειος Ν. Γεωργίου προς Νάκο Γ. Γεωργίου, ξάδελφός του (14.2.1941). ...Λοιπον ἐξάδελφε δόσε τούς χεριτισμούς εἰς γονί σας ἄν εἶναι αὐτού τούς χεριτό καί εἰς τόν τσουμπάνο μου ὅπου δέν τόν γνορίζου και εις μισιακιν ἄν εἶ[ναι] αυτου παίστου τό χηνόπουρον τού ἐγραψα καί δέν μου ἀπάντησε ἦθελε γιά νά φίγι καί δέν μού ἐγραφε ἐπάηνε εις τον Σπύρου καί ἐκανε παραπουνο ἄλλα ἄς εἶναι δέν πυράζι ἐγώ ἐξιγιθικα γιατί ἐκατάλαβα πός ἦτανε με δίο ἐδίες δέν εἶναι αντρας εἶναι γινέκα ἅν ἦτανε ἄντρας θά τούς ἔλεγε εἰς τό σπίτι μου γιατί θελο<ἐγώ> νά φίγου ουτε με το στανιό θά τόν ἐκρατούσαν τελος ἄς εἶναι να μου γραψις τί πρόβατα εχετε αὐτου… 27. Σταύρος Κ.Γεωργίου προς Κώστα Αθ. Γεωργίου και Κατερίνα,γονείς του (20.2.1941). ...ἐλαβα της επηστολας ἀπο τον ὀκτωμβριου μυνα 40 μεχρη τας 1.2.41 ἐλαβα 18 Γραματα σημερα ὀλα μαζη καί ἐχαρικα πολυ δια την καλη σας ἠγιαν… 28. Σταύρος Κ. Γεωργίου προς Νίκα Ν. Γεωργίου, ξαδέλφη του (20.2.1941). ...καί πες της Γηνεκα μου μενο πλυρης εὐχαρι[σ]τημενος γιατη ξεχιμασα εἰς τά χιονια διχως τσεραπια ἐχη μεγαλο δυκιό δεν ἠχε να μου Στηλη φανελαις δέν ήθελα εχω .2. καῖ Σοβρακα εχω μα τ[σ]εραπια δεν ἐιχα… 29. Κώστας Δ. Μακρής προς Τόλη Κ. Μακρή, παιδί του (28.2.1941). …μαθε Σύμερον πού σᾶς γραφο ελαβα επιταγή 100. Δραχμες πεδι μου εγώ δέν σάς εγραψα γιά λεπτα βρισκομε σε βουνα τι θά τά κανομε τα λιπτα εἰμαστε πολή μακρια απο χοργια καί πόλης εχάν Στίλι καί ἀπο το χοργιο 50 Δρχ μέ τον Πετρο τσιαντουλή αλα ακόμα δεν ταλαβα Δέματα εχω λαβη 3 μεχρι τορα τολη αμα θα λαβετε τήν επιστολιν μου αμεσος να με απαντισετε… 6. Όλες οι κτηνοτροφικές οικογένειες ήταν μεταξύ τους «σόι». Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γρ ά μ μ α τ α τ ω ν σ τ ρ α τ ι ω τ ώ ν τ ο υ Μ α τ σ ο υ κ ί ο υ

107

30. Κώστας Δ. Μακρής προς Τόλη Κ. Μακρή, παιδί του (15.3.1941). ...εδώ ειρθε ο Στάῦρος και μάς ομολογισε πός βομβαρδισαν αεροπλᾶνά στά χοργιά νάχετε το νοῦ σας τό βραδη με τής φοτιες… 31. Κώστας Δ. Μακρής προς Ανίκα Ν. Γεωργίου, ξαδέλφη του (15.3.1941). ...ανικα μιν ανισιχιτε για μας ὀτι ηνε γραμενα νά τραβησομε θά τα τραβισομε κιταξιτε τή δουλια σας νά μην πιθανετε απο τῆν πινα… 32. Κώστας Δ. Μακρής προς Κώστα Αθ. Γεωργίου, θείος του (22.3.1941). …επιστολίν σας ελαβον καί εχαριν πολή διά τῆν ηγιαν σας και εἴδων νά μοῦ γράφης πός εχω ψιρες πολες αλά ἁς εινε δε σε παραξιγαό μην ανισιχιτε γιά τέτια ζιτιματα εἰμαστε καθαρι καϊμενε μπαρμπα τό Στρατός ρουχα μάς δινε ενω εμις εδω περα εχωμε φαΐ πλισοτιρα πορτοκαλια απο σας ὁλα τα καλά μας τά φερι ειπερισια εδω στα ἀγριοβοῦνια τῆς αλβανια μαθε μπάρμπα απο τάλά πεδια Βασιλη Βαγγελη Σπίρο Τάκι γιανη εινε καλά καί ολη πατριοτες μι τόν Σταυρο εἰμαστε ολιγο μακρια του Σπιρου2 ειρθανι τά χαρτια καί τουτες τις εἰμερες ελπιζω γιά νά γιρισι οπιστο επιρισια λιπον Μπαρμπα Κοστα μῆν ανισιχίς γιά μας καθολου εσυ μονον εφθινισε γιά νά κυταξίς γιά αυτους που εχής αυτου πισο γιά νά μην κοραϊδεβουν ο κοσμος με μας δοσε θαρους εἰς το γινικοπεδον καί ἐχοι ο θεος γιά μας εχω μιγαλη επιπιθισις με τι διναμι του θεου νά γιρισομε νικιτές… 33. Βαγγέλης Γ. Γεωργίου προς Γεώργιο Αθ. Γεωργίου και Παρασκευή, γονείς του (25.3.1941). ...Πατερα αὐτοῦ εις τα Γιαννινα βγαζουν Μουλαργια στι διμοπρασια να παρι[ς] κανενα γιατι ξερο πως δεν εχετε να μετακινιθιτε δεν ξερο το παλιομουλαρο τό εχετε ἥ ψοφισε και αὐτω καί μενετε… 34. Βαγγέλης Γ. Γεωργίου προς Νικόλα Γ. Γεωργίου, αδελφός του (25.3.1941).

7. Καλόγηρος Νικολάου Σπυρίδων, γαμπρός του Κώστα Αθ. Γεωργίου, από την κόρη του Μάρω. Είχε άλλα δύο αδέλφια στρατιώτες, τον Γιάννη και τον Γάκη (Γιώργο). Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


108

Δημήτριος Γ. Κα λούσιος

…να μου γραψης εαν εχετε τα δυο παλιμουλαρα καί να πατε εκει που βγενουν τα μουλαρια δυμοπρασια να παρετε… 35. Βαγγέλης Γ. Γεωργίου προς Νίκα Ν. Γεωργίου, εξαδέλφη του (25.3.1941). 36. Κώστας Δ. Μακρής προς Τόλη Κ. Μακρή, παιδί του (27.3.1941). …ο Σπιρος θα γιρισι οπιστο επιρισια λογου τριον αδελφον… ἐδω ειρθε καί ο ανηψιοστου ο τακις εινε ομινιγος εἰς την πολιβολαρχια μαζη με αθανασιον Κοσταδημας καί Σοτιροιν Νακαν… 37. Τάκης Κ. Γεωργίου προς Κώστα Αθ. Γεωργίου και Κατερίνα, γονείς του (1.4.1941). 38. Τάκης Κ. Γεωργίου προς Ανίκα Ν. Γεωργίου, ξαδέλφη του (1.4.1941). 39. Τάκης Κ. Γεωργίου προς Μητσιάκη Β. Ροβίση, δεύτερος ξάδελφός του (1.4.1941). …Ο Νασιος κονιαδο σου8 καλα εῖναι είναι Μεγερας ως το Πασχα Μητ[σ]ιο να επης την Ελλενη εαν εχη κανενα γράμμα απο Σπιρω9 αδελφόστις διοτι εμαθα πως πολεμαϊ δυνατά και ἔρυξε τους Ἠταλους εις θαλασαν Τακης Τα δεοντα εις Ρενζο10 χερετῶ τον ηθελι ολιγον γενέο να εἶναι να σερνη καί κανενα πιστολη ὑψελον… 40. Χρήστος (Τάκης) Κ. Γεωργίου προς Κωνσταντίνο Αθ. Γεωργίου και Κατερίνα, γονείς του (10.4.1941). …πάτερ σέ παρακαλῶ νά φιγης ὀλιγω ἀγλίγορα από αὐτου κατα διότι δεν αστιέβοντε τά στουκα αεροπλανα. Μαθε εδῶ σημερα ἔχουμε χιώνη και κρυώ δυνατώ Γραψε μου ἐάν σας πύρανε ἄλλα ζώα καί εαν ἐπλιρωθίκατε… 41. Σπύρο�� Καλόγηρος προς Νίκα Ν. Γεωργίου, γαμπρός της11 (28.;.1941). …Νικα τορα ὁπου σας γραφο ἡμαστε σε ενα Μερος και τσακιζομε τά ζοντανα ζουηφια μας κανουν παρελασι στο ζβερκο… 8. Νάσιος (Σιούλης) Σπύρου Κωσταδήμας. 9. Νάκας Σπυρίδων. Ο Τάκης Κ. Γεωργίου μιλάει ειρωνικά, ήταν ένα γερό πειραχτήρι. 10. Ιωάννης Στέργιου Μακρής, μικρό παιδί, τον είχαν τζιομπάνο, πάλι γράφει πειραχτικά. 11. Από πρώτη ξαδέλφη. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γρ ά μ μ α τ α τ ω ν σ τ ρ α τ ι ω τ ώ ν τ ο υ Μ α τ σ ο υ κ ί ο υ

109

42. Βασίλης Ν. Γεωργίου προς Κώστα Αθ. Γεωργίου, θείος του (28.;.1941). …μάθαμε πός ἐγέριψες καί περπατα μην στενοχορεύβεσε ὁ θεός βοηθος καί θά γερίσουμε γρίγορα ἀπό ἐμας ἐδώ ὅπου ἦμαστε στήν γραμη μόνον ἦπουφέρουμε ἀπό ψύρα καί ἄπο χιόνια ἀλα τόρα ἔχομε ἦλιο καί σκοτόνομε τά ἐλιυνιά ζοήφια… 43. Βασίλης Ν. Γεωργίου προς Νίκα Ν. Γεωργίου, αδελφή του (28.;.1941). 44. Παλικάριας12 προς Κώστα Γεωργίου και Κατέρω, πεθερικά του (28.;.1941). 45.Τάκης Κ. Γεωργίου προς Κώστα Αθ. Γεωργίου και Κατερίνα, γονείς του(;). …Πατερα μήν στενοχωρισε ἔχη ο Θεος Παρα πολυ ἀνυσυχω δια τον αδελφόν μου Σταυρο και δια εσάς ολιγω με ενδιαφέρι Τωρα πρέπει να φιγυτε για κατα ὁπου εἰναι και ο Νασιος και ὁταν βλεπιτι αεροπλανα να κρυβεστε απο κατο απο τα δενδρα δεν μπορο να σε γραψω τιποτες αλλο εχο 16 ημερες να λαβω γραμμα πως εἶσθε δεν γνωριζω σας ασπαζομαι… Ενδείξεις [ ] δική μου προσθήκη < > κατεστραμμένο κείμενο

12. Παλικαράς, ο Σπύρος Καλόγηρος, παιδί του Νικολάκη και της Αικατερίνης. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


110

Δημήτριος Γ. Κα λούσιος

Γράμμα του Χρήστου (Τάκη) Κ. Γεωργίου προς τους γονείς του: Κων/νο Αθ. Γεωργίου και Κατερίνα (10.4.1941).

Ιωάννινα, 1 Σεπτεμβρίου 1940, επιστράτευση, από αριστερά: Γρηγορίου Απ. Κων/νος, Μπουτσιώλης Κων. Απόστολος, Γρηγορίου Απ. Ευάγγελος, Στραγάλης Νικ. Απόστολος. Τζουμερκιώτικα Χρονικά

Γράμμα του Βασιλείου Ν. Γεωργίου προς τον Γεώργιο Αθ. Γεωργίου, θείο του (30.12.1940).

Το Ματσούκι στο 1960 (Αρχείο Τσαντούλης Γεωργ. Ηλίας).


Γρ ά μ μ α τ α τ ω ν σ τ ρ α τ ι ω τ ώ ν τ ο υ Μ α τ σ ο υ κ ί ο υ

111

Κλειτορία Καλαβρύτων (5.10.1940, φωτ. Βασ. Θ. Βαγενάς).

Δημήτριος Γρηγορίου, ο «τραυματίας», από κρυοπαγήματα στον πόλεμο του 1940 (19.12.1986).

Γρηγορίου Βασ. Γεώργιος (Καραγιάννης), στα βαρέα πυροβολικά του '40 (Αρχείο Δημ. Κωστίκα).

Μάθημα στον Δημ. Καλούσιο από την ''κυρά δασκάλα'' (Νίκη, σύζυγος Ανδρέα Κωστίκα, το γένος Νικολάου Αθ. Γεωργίου) (Αγία Μονή Τρικάλων, 7.5.2010, φωτ. Ιωάννης Κωστίκας).

* Ο Δημήτριος Γ. Καλούσιος είναι Θεολόγος, Φιλόλογος, Ερευνητής ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ― Καλούσιος Γ. Δημήτριος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Α' Ιστορικά, Β' Λαογραφικά, Ματσούκι 1994. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


112

Αλέξανδρος Ε. Γκορτζής*

Απρ ο σδ όκητη σ υμφ ορ ά σ τα Τζουμέρκα

Πολύνεκρο αυτοκινητιστικό δυστύχημα στον Κεδρο 55 χρόνια μετά (1958-2013)

Π

αραμονές Χριστουγέννων. Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 1958. Γιορτή της Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας. Φοβερό αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην απότομη και βραχώδη χαράδρα του Τσιμόβου (Τσιμπόβου) Πετροβουνίου. Το πράσινο λεωφορείο της γραμμής Ιωάννινα-Κέδρος στο χάος και στο αχανές, στο χάσμα και την άβυσσο. Ξεκίνησε στις 7 το πρωί από το πρακτορείο του 20ου Κ.Τ.Ε.Λ. Ιωαννίνων στην Καλούτσιανη, οδός Αιακιδών 6. Ο τύπος «Diamond» (λαθεμένα μερικοί το θέλουν veco) αριθμός 54730, ιδιοκτησίας Γ. Ντασένου κατοίκου Ιωαννίνων, από τα τελευταία που ετέθησαν σε κυκλοφορία. Επιβάτες 25. Στο Χαροκόπι κατεβαίνουν 3 επιβάτες και ανεβαίνουν 9. Μια στροφή πριν από το τέλος επιβιβάζεται και ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Σιόντης, κυνηγούσε το λεωφορείο από την Καντίνα. Έτσι μαζί με τον οδηγό και τον εισπράκτορα γίνονται 34 άτομα. Υπεράριθμοι 9. Αδυσώπητες ανηφοριές (σχεδόν κάθετη ανηφόρα, Γολγοθάς), κοδέλες, καγκέλια (πολύστροφα μονοπάτια, αρουμανικά: angil), στενά της πέτρας, σου κόβεται η ανάσα. Το οδόστρωμα φιδωτό, άσχημο και σκληρό. Σε ρυθμό χελώνας η ταχύτητα. Χώμα, χαλίκι, λακκούβες, τραμπάλες. Άνθρωποι και αποσκευές αιωρούμενα, εκκρεμή. Στις 8.10 π.μ. το λεωφορείο φτάνει στο 24ο χιλιόμετρο. Φτάνει στο τρίτο πέταλο. Υψόμετρο 650 μ. και τρίτος ελιγμός. Το μοιραίο πέταλο. Η στροφή αρκετά κλειστή και στενή. Δεξιά η φοβερή χαράδρα. Το πλάτος της καμπής δεν υπερβαίνει τα 2 -2,5 μέτρα. Ο οδη-

Αδυσώπητες ανηφοριές... Γολγοθάς... πολύστροφα μονοπάτια... σου κόβεται η ανάσα (φωτογραφία 1998). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απροσδόκητη συμφορά στα Τζουμέρκα

113

γός στρίβει τιμόνι αριστερά. Η τεχνική της «μανούβρας», του ελιγμού δηλαδή του μηχανοκίνητου αυτού μέσου, αποτυγχάνει. «Αλλά ήταν τόσο άτυχη αυτή η Δευτέρα που ξεκινήσαμε. Στον Κέδρο μας περίμενε ο Χάρος. Μέχρι σ’ αυτό το σημείο όλα ήταν χαρούμενα. Γελούσαμε, τραγουδούσαμε, τίποτε δεν μπορούσε να χαλάσει την ευτυχία αυτής της ημέ- Ήρθαν εκεί πολλοί... Κόπιασε μεγάλος αριθμός ανθρώπων. (Φωτογραφία 1958, εφημερίδα ΑΚΡΟρας».1 Το λεωφορείο γέρνει δεΠΟΛΗ. ξιά και πίσω. Ο εισπράκτορας είχε το κουμάντο… «Έλα πίσω» έλεγε. Φοβερός κρότος. Φωνές απόγνωσης. Με την πόρτα προς τα κάτω κυλάει στο πρανές, στο χείλος του γκρεμόβραχου, υποχωρεί η κορνίζα, δύο τούμπες και πέφτει στο κενό. Κρότος, συνωστισμός, πανικός, σφαδασμοί. Κομματιάζεται στα βράχια, τα ελαστικά σκάνε, οι λαμαρίνες διαλύονται, ο θάλαμος επιβατών παραμορφώνεται, η μισή στέγη κρεμιέται σε πουρνάρι και βράχο, οι επιβάτες εκτινάσσονται εδώ κι εκεί. Χαλκομανία! Σκορπίζονται πτώματα. Μυαλά, άλικο, αίμα, μεδούλια στους βράχους. Ρόδες (μια έφτασε στο ποτάμι) εδώ κι εκεί, είδη που αφορούσαν έθιμα της τοπικής παράδοσης (πράσα) κ.ά. Ακρωτηριάζονται και τσιγκελιάζονται. Συντρίμμια, αίμα, εντόσθια, άμορφα κουφάρια παντού. Θρασύ το μεγαλείο, αμφιθεατρικά ανάρραχα… Φαράγγι, βορτόπι (βαθούλωμα), ρήγμα, λυκόστρατες, μαχαιρωτές πλαγιές. Νεροσυρμές, ορμητικά ρεύματα, μαίανδροι, αντερείσματα, αετοκορφές, παράπλαγα… Μία από τις πέτρες που κατρακύλισαν βρήκε ένα θύμα στο κεφάλι και το θανάτωσε στον αέρα. Η Σκύλλα και η Χάρυβδη… Συγκοινωνία θανάτου!… Συγκλονισμός!… «Από τη ζωή στο θάνατο, από τη χαρά στο χάρο μέσα από το άνθος της ζωής στο βράδιασμα του Άδου…» ήταν μια στροφή από τον έμμετρο επικήδειο του Δημητρίου Ε. Γκορτζή (κάθισε στο τηλέφωνο ολόκληρη τη νύχτα, δημοσίευσε πολλές φορές για τη στενότητα του δρόμου), ο οποίος εκφωνήθηκε στο 40νθήμερο μνημόσυνο. Η είδηση και ο αντίλαλος για το ανεπανόρθωτο κακό φτάνει παντού: Η Αλεξάνδρα, σύζυγος του Κώστα Σιόντη, τους έβλεπε από τα Κορδολόια. Είχε γυρίσει και αυτή με τον άντρα της από γάμο. «Το λεωφορείο 1. Γεωργία Κ. Αλεξίου-Παπαδημητρίου, άρθρο με τίτλο: «Το μεγάλο δυστύχημα» (Αναμνήσεις), περιοδ. «Η Φωνή Μιχαλιτσίου», έτος Γ΄, τεύχ. 3, Γιάννενα 1987, σ. 28 Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


114

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

έπεσε στο γκρεμό». «Έπεσε στο Τσίμοβο». «Έφτασε στο ποτάμι». Η περιοχή δονήθηκε. Στα απέναντι σπίτια ακούστηκε δυνατός βρόντος. Θεωρήθηκε για βαρύγδουπη πτώση τεράστιου βράχου. Τι τρόμος αλήθεια! Από το Χαροκόπι ο Βασίλειος Κούτλας (παντοπώλης) στο μηχανάκι και τηλέφωνο στο Κουτσελιό. Η κοπέλα τρέχει για το χάνι του Μήτσο-Βαγγέλη. Η Αλεξάνδρα, σύζυγος του ιερέα Βασιλείου Βασιλείου, έγγυος τότε, ακούει τον θόρυβο. Ήταν εκεί στη θέση Δόντια με τα γίδια. Αρχίζει σπαρακτικές φωνές…ουρλιαχτά… Στο Ελληνικό το μαντάτο το έφτασε ο τσοπάνος, από το μοναστήρι της Τσούκας. Πιστή περιγραφή είναι αδύνατη. Ήρθαν εκεί πολλοί. Και από τα χωριά των θυμάτων και από το Χαροκόπι μέσα από τον πλημμυρισμένο Άραχθο. Οι νεόνυμφοι, συγγενείς, υπηρεσίες, δημοσιογράφοι. Δραματική και εναγώνια αναζήτηση, μακάβριο έργο. Αντίξοες συνθήκες ανάσυρσης. Τεράστιος βαθμός δυσκολίας (ο νεκρός θέλει δυο άντρες να σηκωθεί), απόκρημνο, αδιέξοδο, κρημνός, το πένθος της απώλειας, ορσίδα, το σύρσιμο προς τα κάτω… Μεγάλη προσπάθεια. Κόπιασε μεγάλος αριθμός ανθρώπων… Ματώνουν καρδιές! Απελπισία, οδύνη, αναστεναγμοί, σπαραγμοί, στεναγμοί, φρίκη, θρήνοι, οδυρμοί: «Το ’να χέρι χτύπαε τ’ άλλο από την απελπισιά». Κατεβαίνουν στο πλάτωμα. Μοιραία μέρα. Δάκρυα, λυγμοί, παραπονιάρικες φωνές. Ο ένας πάνω στον άλλο, ρούχα στις κοκορευτιές, στα χαμόκλαδα και τα πουρνάρια. Γαλαρία, σασί, σίδερα κακοποιημένα. Συντρίμμια στο βάθος της χαράδρας. Ξεκοιλιασμένο παρκάρισμα (αποσύρονται τον Ιούλιο ’59, η μηχανή λύθηκε!…) σε λίθινο στρώμα. Σφηνώθηκε στη σάρα. Χιονώδης λευκότητα ο χαλιάς και οι κροκάλες στα σπλάχνα της γης. Ιδιόρρυθμος κόρφος εδάφους, πλατιά σχισμή γης, φαράγγι, ρεματιά. Ξέφρενα καπρίτσια σεισμών (εγκέλαδοι) κατέστρεψαν (ορογένεση) το ενιαίο του χώρου. Ο σεισμός του 1967 σε μέγεθος 6,6 της κλίμακας Richter τραυμάτισε σοβαρά ένα γέρο Ποτιστικιώτη (Γρηγόρη Παππά) στην ανηφοριά της Σκέλιτσας. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: χαραδρώδες μέρος, χείμαρρος (μιάλτσα), ξεροπόταμος, χάος (ιταλικά: caos, abisso, voragine), χαλάσματα. Παρόντες: ο Αστυνομικός Σταθμός Χουλιαράδων (έφεραν ψωμί, τυρί, οινόπνευμα κ.α.). Κράτησε μακριά όσους ήρθαν εκεί… Δραματική κατάσταση. Ο παπα Γούλας στο Πετροβούνι ιερούργησε με τον παπα Γρηγόρη και τον Πρωτοσύγγελο. Γνώρισε το γιο του Δημήτριο με τη γυναίκα του Αικατερίνη στην άκρη από τη σωρό των θυμάτων… «Εκεί είναι αγκαλιασμένοι…» είπε και σωριάστηκε. Δεν τους περίμενε να είναι εκεί… Τους βρήκαν με τα στόματα ανοιχτά… Ένας άλλος συγγενής ξεκοιλιάστηκε… τα εντόσθια έξω δεξιά…Φαρμάκι!… Αδίστακτος ο χάρος θανάτωσε πατέρα (λεβέντη, ανήμερο θηρίο), γυναίκα και κό��η. Άφησε ηλικιωμένη μάνα και εγγονό σχολικής ηλικίας. Πολλές φορές τραβούσε τα γένια του.… Δύο ασθενοφόρα του Υγειονομικού: συνεργεία, ο διευθυντής Οικονομόπουλος, ο ιατρός Ζηκόπουλος. Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απροσδόκητη συμφορά στα Τζουμέρκα

115

ο Νομάρχης Καλογερόπουλος, ο ανώτερος διοικητής Χωροφυλακής Ηπείρου Δρούγκας, ο εν αδεία ανώτερος Διοικητής Χωροφυλακής Ιωαννίνων Ρούβαλης και ο αναπληρωτής του Λαλιώτου, ο εισαγγελέας Παπακαριάς, ο Διευθυντής Τροχαίας Βέλλας, ο υποδιοικητής Ασφάλειας Σέρρας, ο υποδιοικητής Χωροφυλακής Κατσανοχωρίων Αναστόπου- Το ρεύμα του Αράχθου ποταμού ορμητικό. Κλαίει με τον δικό του τρόπο τη μεγάλη συμφορά. λος, ο διευθυντής τεχνικών έργων Κροκκιδάς αργότερα κ.ά. Υπάλληλοι του Υγειονομικού: Κων/νος Σκάρπας, Νικόλαος Στράτος, 4 νοσοκόμοι (λιποθυμούν 2) και αργότερα ο στρατός (έφερε φορεία, βγάλαμε δέκα άτομα και άρχισε να νυχτώνει) επιλαμβάνονται της διάσωσης των επιβατών και της παροχής πρώτων βοηθειών. «Τη μοιραία αυτή μέρα έτρεξαν στον τόπο της συμφοράς, όλες οι αρχές και ιδίως οι στρατιωτικοί που με υπεράνθρωπες προσπάθειες ανέσυραν εκ του βαράθρου τα πολτοποιηθέντα πτώματα και τους ελαχίστους εκ θαύματος επιζώντας. Έκτοτε; Οι αρμόδιοι ήλθαν, είδαν και απήλθαν. Ο Τύπος ασχολήθηκε με το δράμα για λίγο. Τα ορφανά, οι χήρες, οι βασανισμένοι γέροι, συνόδευσαν μέχρι της τελευταίας των κατοικίας τους αγαπημένους νεκρούς απαρηγόρητοι και μόνοι. Μόνοι…γιατί ουδεμία αρχή αντιπροσωπεύθη, έστω και τυπικώς να παραστεί… Οι μηχανικές υπηρεσίες δικαιολογούμεναι, υποδεικνύουν διακοπήν συγκοινωνίας αψυχολόγητον…».2 Μητέρα θύματος έβλεπε από το Χαροκόπι. Ξεμαλλιάστηκε στην κυριολεξία. Πετροβουνιώτες και διμοιρία (σώμα Μηχανικό) στρατού αψηφούν κάθε κίνδυνο. Μέσα από κατσάβραχα, κατσικόδρομους, συμπαγή κακοτράχαλο πετρότοπο, συμπληγάδες πέτρες… ανεβάζουν (σε χλαίνες, φορεία, σάκους, χειράμια, σχοινιά, τριχιές, σκοινικά, βρυζόνι, ανεμόσκαλες, ζάλωμα κ.ά.) δύσκολα τους νεκρούς και στο ξαποστασιό θέση «Γκορτσιές». Ζωνάκα, μονοπάτι κάτω από κόκκινο στεφάνι, Μπιστούρες, Λάκα…κοπότερη διαδρομή μέχρι τη στροφή πριν από το δυστύχημα και στο στανοτόπι θέση «Μνημείο»: (Μπιστούρες, Μαρέταινα, στενό δρομάκι, ανεβοκατέβαινε γαϊδούρι…) Τολμηρά και ριψοκίνδυνα. Η άνοδος από το χώρο της πτώσης αδύνατη… Μέτρα για αποφυγή κατολισθήσεων παντού…Φοβερός γκρεμός. Στρωσιγενές πέτρωμα και στα δύο. 2. Πέτρος Κ. Μπενέκος, Διαμαρτυρία με τίτλο: «Φωνή Απελπισμένων, για τη διακοπή συγκοινωνίας λόγω δυστυχήματος», εφημ. Πρωινός Λόγος, Ιωάννινα 24-1-1959. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


116

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

Κάτω από αυτά μέσα στη γη σπηλιές. Χώροι κοίλοι, κούφιοι, βαθιά κοιλώματα μέσα στα βράχια. Κάναλες, στεφάνια, διάσελλα, βορτόπια, δυσπροσιτοσίνη. Μπιστούρες απόμερα από τα μάτια του εχθρού: Δαφνούλα σε ρίζωμα, πολύ μεγάλη η τρύπα του Στεφανή, μπιστρούλιες, γαστράκια… πολύκαπνες καρνάγρες…τσουγκρί κ.ά… «Από θαύμα έζησαν η Σταυρούλα Ι. Κωνσταντινίδη και ο εισπράκτορας του λεωφορείου, οι οποίοι κατόρθωσαν να εγκαταλείψουν το λεωφορείο πριν πέσει στη χαράδρα. Από τα βάθη της χαράδρας ανασύρθηκε ζωντανός ο Γιώργος Γεροδήμος από τα Πράμαντα…»3 Ο Π. Κατερίνης 36 ετών (ήρθε ξυπόλυτος από το αγνάντιο) στην επικίνδυνη διαδρομή (Κορδολόϊα, Ακτοποταμιά, Ορθοπλαγιά…) έπεσε πάνω του. Τον βρήκε μπρούμυτα. Τον έσωσε το σκάλωμα σε πτώματα, τούφες, άμμο, λακκούβα… Ανάσαινε… Έκλωθε σαν φίδι. Το μόνο που θυμάμαι είναι φωνές απόγνωσης (ούι!… ούι!… ούι!…). Ήταν όλοι όρθιοι, έλεγε αργότερα κοντά στην Τσούκα. Κληρονόμησε από τότε ένα τραύμα στο μέτωπο. Σύμφωνα με δημοσιεύματα από το βάθος της χαράδρας (βυθός, πάτος, ακριβώς στο χείλος της πλημμύρας, βροντερό βούισμα…) από μια λακκούβα στην οποία οδηγούσε η κάναλη, ανασύρεται και ο Βασίλειος Κυριαζής του Στέργιου (τσαγκάρης στην Καστρίτσα, άγαμος) από το Προσήλιο, ετών 50: ξύλα, κουβέρτα, τριχιά… Είχε σπάσει το ένα του χέρι και με το άλλο έξυνε το σώμα. Σκίστηκε στο κεφάλι και μαύρισε από τις λαμαρίνες. Βρέθηκε ζωντανός στο κάθισμά του… «Είμαι ο Βασίλης…» είπε και ξεψύχησε. Ο φαντάρος γιος του τον αναγνώρισε από τα χαρτιά που είχε στην τσέπη του, όταν μεταφέρθηκε σε ένα σπιτάκι εκεί κοντά. Γρουμπουλιασμένα σώματα συγκεντρώνονται σε ένα «σιάδι» κοντά στο σημείο της εκτροπής. Συναρμολογούνται τα πτώματα, στοιχίζονται, αναγνωρίζονται: 24 νεκροί σε αυτή τη φάση. Στο τέλος… «τα θύματα φτάνουν τα 29, άντρες 12 και γυναίκες 17, οι δε επιζήσαντες 5: άντρες 3 και γυναίκες 2. Κατά χωριά τα θύματα έχουν ως εξής: Από Ματσούκι 3, Μιχαλίτσι 11, Παρακάλαμος 1, Πετροβούνι 9, Πράμαντα 1, Προσήλιο 1 και Χουλιαράδες 3… Και να σκεφτεί κανείς ότι στα θύματα ήταν: 2 αντρόγυνα, 2 αντρόγυνα με παιδί (3 άτομα δηλαδή από την ίδια οικογένεια), δύο περιπτώσεις πατέρας με παιδί και μια μάνα με την κόρη της».4 Οι 7 από το Πετροβούνι ήταν από τον συνοικισμό Κέδρο. Νέοι και από τους Χουλιαράδες: Σιόντης Κωνσταντίνος του Γεωργίου ετών 23, Μαστοράκη Όλγα του Κωνσταντίνου ετών 22…Ήρωες οι άντρες των Λ.Ο.Κ. που έφτασαν εκεί. Θέληση και δύναμη. Ο κάθε νεκρός μέσα σε λεπτό σάκο και στον ώμο. Στα επικίνδυνα σημεία (σκάλες) δύο ή και τρεις μαζί. Σε ¾ της ώρας είχαν τελειώσει. Αθώοι 3. Δημήτριος Ι. Λεοντάρης, Δυτικά Τζουμέρκα, Ιωάννινα 2006, σ.48. 4. Γιάννης Δημητρούλας, άρθρο με τίτλο «Το λεωφορείο που έπεσε στο βάραθρο με 34 επιβάτες», εφημ. Πρωινός Λόγος, Ιωάννινα 18-19/12/2010, σ.9. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απροσδόκητη συμφορά στα Τζουμέρκα

117

αδικοχαμένοι νεκροί. Στα χρόνια της νιότης, της λεβεντιάς και της δημιουργίας. Ανοίγονται πληγές. Όλοι θρηνούν. Σπαρακτικές κραυγές. Φρικτές σκηνές στο μαύρο Δεκέμβριο. Δύο ή τρεις νεκροί στη στροφή Κιτσάκη στον Κέδρο σκεπασμένοι. Το μοναδικό ζευγάρι από το Πετροβούνι (άφησε στη ζωή 3 μικρά παιδιά, μαξούμια: 7,5 και 3 ετών) έφτασε στο σπίτι του. Σφίγγονται οι καρδιές. Αποθαρρύνονται, μαίνονται, κόβονται τα ύπατα. Μέσος όρος ηλικίας όλων των θυμάτων είναι τα 31 χρόνια. Ο μέσος όρος στους Πετροβουνιώτες φτάνει στα 33 χρόνια. «Δράκος που λέγεται κρημνός φώλιασε στο χωριό μας, που κάθε χρόνο δίνουμε φόρο αίμα δικό μας. Ο φόρος των είκοσι οκτώ, ρόδα κατηραμένη, αφάνισε οικογένειες και παν όλοι χαμένοι», είπε μεταξύ άλλων στον επικήδειό του ο Ιωάννης Θ. Μαριάς. Ένα τετράστιχο από τους 56 στίχους (26 επικήδειος λόγος και 30 αποχαιρετιστήρια των νεκρών) που έγραψε ο συνθέτης σε ένα αναλόγιο της εκκλησίας Χαροκοπίου.5 Ο ίδιος τοποθετεί το αυτοκινητιστικό δυστύχημα στις 22/12/58 (η νύχτα της 22 προς τις 23 Δεκέμβρη η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, απ’ του Χριστού ως τ’ Αγναντιού παίρνει μια ώρα η μέρα, από 25/12 δηλαδή μέχρι 29/1). εις θέσιν «Κουλούρι Μπούγια» συνοικισμού Κέδρου Πετροβουνίου. Χώρος που εκείνα τα χρόνια είχε χωραφάκια σπαρμένα. Ελάχιστη παραγωγή. Δεν είχε ξεκινήσει ακόμη ούτε το μεταναστευτικό ρεύμα, ούτε το κύμα αστυφιλίας. Στις 12:30 το μεσημέρι μεταφέρονται με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Χατζηκώστα οι παρακάτω: ο εισπράκτορας (βοηθός) Γιάννης Λεοντίου από το Περάτη Ιωαννίνων ετών 20, και οι τραυματισμένοι: Ευάγγελος Στεφάνου ετών 38 και Γεωργία Αλεξίου (σε ένα ρίζωμα πολιορκημένη από τροχούς και φερτά υλικά, βαρειά τραυματισμένη… Αφασία, όλα μαύρα. Σε ένα μήνα άνοιξε τα μάτια) μαθήτρια οικοκυρικής σχολής Κήπων Ζαγορίου από το Μιχαλίτσι Ιωαννίνων. Αργότερα φτάνει στο νοσοκομείο με ταξί και η Σταυρούλα Λαγού ετών 16, συμμαθήτρια και συγχωριανή της προηγούμενης. Άφησε εκεί την τελευταία της πνοή περίπου στις 2 μεταμεσονύχτια ώρα. Μεταφέρθηκε επίσης τραυματίας και ο στρατιώτης Γεώργιος Γεροδήμος. Κουνούσε το πρησμένο μαύρο κεφάλι του, τα χέρια του…κλωτσούσε… Δε φορούσε αρβύλες …«Μου τις πήραν οι κλέφτες» έλεγε…» Στο νοσοκομείο του επανέφεραν την επιγονατίδα στην αρχική της θέση… Τον συνάντησα το 1972 στην Αθήνα. Είχε περίπτερο στην οδό Πατριάρχου Ιωακείμ. «Συναντήθηκα κι εγώ με το θάνατο» μου είπε…) στο στρατιωτικό νοσοκομείο Ιωαννίνων. Ήταν από τον Ντούναβο Πραμάντων. Είχε μάθει ράπτης στον Κέδρο. Γύρισε εκεί μετά 4 μέρες. Με δική του ευθύνη, στη στροφή κοντά στο δυστύχημα τοποθετήθηκε εικόνισμα το οποίο διασώζεται μέχρι σήμερα. Η φωτογραφία του εκεί είναι και σήμερα με τη στρατιωτική του 5. Ιωάννης Δ. Τσόδουλος, Επικήδειος Λόγος, Ανέκδοτη Συλλογή Λαογραφικών Στοιχείων. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


118

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

στολή. Το αίμα που χρειάστηκε σε κάθε μετάγγιση παρασχέθηκε από τον Ερυθρό Σταυρό. Στο Γενικό Νοσοκομείο υπέκυψαν στα τραύματά τους και οι: Αθανάσιος Λάνταβος του Χρήστου ετών 23, απολυθείς στρατιώτης, Βασίλειος Καλογήρου του Αθανασίου ετών 30 και η σύζυγός του Σταυρούλα ετών 27. Και οι τρεις από το Ματσούκι. Αξιοθρήνητη κατάσταση. Συγκίνηση, βαρύ πένθος. Τα χέρια και σε αυτό το ζευγάρι κρατούσαν μαλλιά. Ήταν τούφα μαλλιά από το κεφάλι του άλλου!… Το εσπέρας με ασθενοφόρο του Υγειονομικού Κέντρου φτάνει στο Νοσοκομείο και το πτώμα του οδηγού (Νικόλαος Τσέτας, ετών 47, από τους καλύτερους οδηγούς του Κ.Τ.Ε.Λ.), το οποίο παρέλαβαν αργότερα οι συγγενείς του και κηδεύτηκε στο χωριό του (Παρακάλαμος Ιωαννίνων) την επόμε- Τα τοπικά μέσα ενημέρωσης νη μέρα. Αβάσταχτη η συμφορά. Σιωπή παντού. αφιέρωσαν μακροσκελή και Ευαίσθητη τρυγόνα ο άνθρωπος. Απόσπασμα από πρωτοσέλιδα άρθρα: εφ��μεένα δημοσίευμα γράφει μεταξύ άλλων:6 «Το λεω- ρίδα ΕΘΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ κ.α. φορείο κατέκειτο εις την χαράδραν κυριολεκτικώς συντετριμμένον. Η στέγη του είχε ενωθεί με το κατάστρωμά του, μεταξύ δε αυτών ευρίσκοντο συνεθλιμένα περί τα 10-12 πτώματα, τα οποία είχαν κυριολεκτικώς ξεκοιλιαστεί. Πέριξ αυτού του σωρού των συντριμμάτων κατέκειντο εκτοξευμένα τ’ άλλα πτώματα των οποίων η κατάστασις ήτο φρικαλέα. Άλλα ακρωτηριασμένα και άλλα πολτοποιημένα ανάμεσα από τα ράκη που τους είχαν μείνει στα σώματα παρουσίαζαν μιαν μακάβριαν εικόνα. Αιματοβαμμένος τόπος και στον πόλεμο και στην ειρήνη! Εκείνο όμως που υπερβαίνει τα όρια της μακαβριότητος ήτο το θέαμα μιας ατυχούς γυναίκας, η οποία κατά την πτώσιν του οχήματος είχε εκτοξευτεί και εκσφηνωθεί στην σχισμήν ενός βράχου ημίγυμνος και με φρικιαστικήν την όψιν ως αύτη επάγωσε στην τραγικήν ώραν της πτώσεως… Οι υγειονομικοί υπάλληλοι… ερευνώντες εν μέσω του φρικιαστικού θεάματος των πτωμάτων ανεύρον ζώντας εισέτι αλλά βαρύτατα τραυματισμένους δύο κορίτσια, έναν στρατιώτην και έναν πολίτη…». Ζωντανοί στο θλιβερό βάραθρο 2 άντρες και 2 κορίτσια. Το ένα κορίτσι ξεψύχησε προτού να μπορέσουν (Πρώτες Βοήθειες κ.ά.) να το βοηθήσουν. Μια άλλη νέα κοπέλα τραβούσε τα σχισμένα ρούχα για να σκεπάσει το στήθος της που ξεγυμνώθηκε. Ο Γεώργιος Π. Πρέντζας κα6. Βασίλης Κ. Βλάχας, άρθρο με τίτλο: «ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ», περιόδ. «Η Φωνή Μιχαλιτσίου», έτος Β΄, τεύχ. 3, Ιωάννινα 1986, σ.17. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απροσδόκητη συμφορά στα Τζουμέρκα

119

τέβηκε μέσα στους νεκρούς, βρήκε την κόρη του, την πήρε στην αγκαλιά του τις ένωσε το ανοιγμένο κεφάλι… και τη μετέφερε στο χώρο ταξινόμησης. Εκεί την ακούμπησε πάνω στη χλαίνη (μανδύας στρατιωτικών) του…Ανατριχίλα, βόγγοι, οδύνη. Τα τζάμια του αυτοκινήτου ολοκληρώνουν τη φονική επιδρομή στην πιο άγρια και βάναυση μορφή της!… «Από βράχου, από γκρεμού κορφή κι από ραχούλα…». Ανεπανάληπτα γεγονότα. Θλιβερά παραδείγματα θανάτου. Αδικοσκοτωμός. Σκληρή και άκαρδη ώρα. Άψυχες σάρκες μεταφέρονται με «James», C.M.S, στη στάση Σιόντη. Διατηρούσε εκεί αλευραποθήκη ένα από τα θύματα. Οι χωριανοί από κάθε χωριό προσπαθούν να παραλάβουν τους δικούς τους νεκρούς προτού να νυχτώσει. Βλαστάρια, παλικάρια, λυγερές, λεβέντες, μαθήτριες, στρατιώτες. Μόνο 11 θύματα ξεπερνούσαν τα 30 χρόνια, 2 κορίτσια (Αλεξίου Ελευθερία του Ιωάννου και Καλαμπόκα Ανθούλα του Χρήστου) ετών 14, από το Μιχαλίτσι. Επίσης, και η Καλαμπόκα Βασιλική του Ευαγγέλου ετών 15, η Βλάχα Χρυσούλα του Κωνσταντίνου ετών 16. 5 κοπέλες: 5 παιδούλες (καταγής σε δικό τους σωρό) μαθήτριες της Οικοκυρικής Σχολής Κήπων Ζαγορίου…, κορίτσια από το Πετροβούνι κάτω από το Cappo του αυτοκινήτου. Ο Κοσμάς Μιχαήλ του Κωνσταντίνου ετών 22, έφεδρος λοχίας, αδειούχος… Χαροκαμένες μάνες. 11 φέρετρα στο Μιχαλίτσι, 10 στο Πετροβούνι. Οι Πετροβουνιώτες νεκροί συνεχίζουν να μεταφέρονται κοντά στη γέφυρα «Μυλιγκόπολη», με το ίδιο αυτοκίνητο πάνω στις τούφες. Μαζί τους κι ο Χρήστος Γκεσούλης του Κωνσταντίνου από τους Χριστούς Πραμάντων (Η ταυτότητά του δεν εξηκριβώθη. Λαθεμένα γράφτηκε από Άγναντα), ετών 25. Γεννήθηκε το 1941. Εργάτης, βιοπαλαιστής. Είχε μαζί του 1800 δραχμές. Αναγνωρίστηκε και τον πήραν οι δικοί του από την εκκλησία (ολονύκτια παραμονή στην εκκλησία στο Πετροβούνι και στο Μιχαλίτσι) αργά τη νύχτα. Εκεί …σταθείτε με κρασόνερο την όψη σας να πλύνω! …, ετοιμάζονται χειροποίητες κάσες (φέρετρα), αχρωμάτιστα σανίδια από εκείνα που κρατούσαν σπίτι για ανάλογες περιπτώσεις… Μαζί τους επίσης και ο ιδιοκτήτης της παραπάνω αλευραποθήκης Κωνσταντίνος Σιόντης του Αθανασίου από τους Μουζακαίους, (Χουλιαράς της διασποράς) οικισμός Κορδολόια Ιωαννίνων, ετών 40. Εκ των ανασυρθέντων νεκρών σύμφωνα με Δελτίο Τύπου, θύματα από το Πετροβούνι αναγνωρίζονται οι παρακάτω: 1) Πρέντσα Ευτυχία του Γεωργίου ετών 22, 2) Κωστή Νίκη του Κων/νου ετών 20, 3) Τάτση Αικατερίνη του Δημητρίου ετών 35, 4) Πρέντσας Σπύρος του Κων/νου ετών 50, 5) Πρέντσα Γεωργία του Σταύρου ετών 45, 6) Πρέντσας Ευάγγελος του Γεωργίου ετών 30, 7) Τάτσης Δημήτριος του Γεωργίου ετών 55, 8) Πρέντσα Μαρία του Σπύρου ετών 20, 9) Πρέντσα Ευθαλία του Ευαγγέλου ετών 20. Σημείωση: Τα σωστά στοιχεία είναι τα παρακάτω: Αντί Πρέντσα, το σωστό είναι Πρέντζας, αντί το Σταύρος στο πέμπτο όνομα είναι Σπύρος. Στο έκτο και το έβδομο όνομα η ηλικία των θυΈ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


120

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

μάτων είναι αντίστροφη. Άλλες πληροφορίες: τα θύματα με αριθμό 4, 5 και 8 είναι μια οικογένεια. Το θύμα 4 κουμπάρος στο γάμο που έγινε το βράδυ. Το θύμα με αριθμό 6 είναι πατέρας του θύματος με αριθμό 9. Το θύμα με αριθμό 3 ήταν επίσης κόρη του θύματος με αριθμό 6 και το θύμα με αριθμό 7 σύζυγός της. Το θύμα 6 διατήρησε και καντίνα στις Γκορτσιές. Μαγείρευε για 100 εργάτες στη διάνοιξη του δρόμου. Ήταν επιστάτης. Μεριμνούσε για νερό, για εργαλεία κ.ά. Οι γονείς του θύματος με αριθμό 2 μετά το γάμο ταξίδεψαν για τα Γιάννενα… Τα πτώματα τοποθετούνται μπροστά από το σχολείο… Το σουρούπωμα φτάνουν στη εκκλησία του χωριού: Ταξιάρχες Πετροβουνίου. Δίπλα τους ξενυχτάει όλο το χωριό. Παγερή νύχτα, ολονύκτια βροχή, φωτιά στο χαγιάτι, ανοιχτή η τηλεφωνική γραμμή. Όλη τη νύχτα πένθιμα και εκτενή τα ρεπορτάζ ραδιοφωνικών σταθμών. Η συγκίνηση ξεπέρασε τα σύνορα του ελληνικού χώρου. Αβάσταχτη λύπη κυριαρχούσε τόσο στα λεγόμενα του B.B.C, όσο και στη «Φωνή της Αμερικής» (ραδιοφωνικός σταθμός) στην Ουάσιγκτον… Εις την τελευταίαν εκπομπήν της 11ης εσπερινής μετέδωσε επί λέξει τα ακόλουθα: «ΙΩΑΝΝΙΝΑ: Κατά τελευταίας πληροφορίας τα ανευρεθέντα μέχρι τούδε πτώματα του τραγικού δυστυχήματος που έλαβε χώραν σήμερον 12 μίλια έξω των Ιωαννίνων ανέρχονται εις 28. Τα άτομα αυτά απώλεσαν την ζωήν των όταν το λεωφορείο το οποίον επέστρεφεν εξ Ιωαννίνων κατέπεσε εις βαθείαν χαράδραν. Εις Ιωάννινα μεταφέρθηκαν 5 ελαφρώς τραυματίαι».7 Ξημέρωσε… Η μέρα λιακαδερή. Ούτε σύννεφο στον ουρανό. Όλα βάφονται μαύρα, όλα διαλαλούν τη συμφορά. Βούρκωσε η φύση. Αυτοσχέδια, πολύωρα, πένθιμα συγκινητικά μοιρολόγια. Λυπητερές, παθητικές, συρτές φωνές. Ξέπλεκα μαλλιά, ποτάμι δάκρυα… Σχίζεται ο αέρας από τα κλάματα. Φορτίζεται η ατμόσφαιρα. Σπαραξικάρδιες θρηνωδίες. Ζητούν από τους νεκρούς να γυρίσουν πίσω στη ζωή, σπαραγμοί χωρίς τελειωμό. Ανεπανάληπτη συμφορά. Λύπη βουνό. Τα πάντα ριγούν. Πένθιμος, μακάβριος, λυπητερός ο ήχος της καμπάνας έσειε τον αέρα και βάραινε τις ψυχές. Ένα γλυκό αεράκι ακολούθησε τους νεκρούς… Στο νεκροταφείο Πετροβουνίου δέκα ομοιόμορφοι τάφοι (κιβούρια) ο ένας δίπλα στον άλλο… Αρμάθα και στη διαδρομή… Δημοσιογράφοι από την Αθήνα έφτασαν εκεί μετά την ταφή. Θάνατοι που δεν τους έφερε ο χρόνος, θάνατοι που δεν τους έφερε το χιόνι στο κεφάλι. Απώλειες με μεγάλο κενό… Νέες χήρες, ορφανά παιδιά, γονείς θάβουν το παιδί τους… Μελαγχολία: Αβάσταχτη, απερίγραπτη, ανείπωτη στενοχώρια. Πόνος, δυστυχία, οίκτος, συμπόνια, σπαραγμός, κομμάτιασμα, απαρηγόρητα κλάματα, καίγονταν τα σωθικά… Στο Μιχαλίτσι τα άλλα θύματα: Βλάχα Φωτεινή του Κωνσταντίνου ετών 45, Καλαμπόκας Χρήστος του Θεοδώ7. ΕΘΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ, εφημ., άρθρο με τίτλο «28 νεκροί και 4 τραυματίαι εκ της ανατροπής αυτοκινήτου παρά το Τσίμοβον», Χαροκόπιον 23-12-1958, σ. ζ΄. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απροσδόκητη συμφορά στα Τζουμέρκα

121

ρου ετών 58, Κρικώνη Φρειδερίκη του Γεωργίου ετών 45, Λαγός Βασίλειος του Ιωάννου ετών 50, και Λαγού Μαρίνα του Βασιλείου ετών 40. Και να σκεφτεί κανείς ότι και σ’ αυτόν τον τόπο μεγαλούργησε η Θεία έξαρση και το πνεύμα ανεξαρτησίας… Ανάγλυφη, αμάλαχτη, πολύπλοκη μορφή. Η αγριότητα της φύσης σε μεγαλοπρέπεια. Εκεί το λεωφορείο χάθηκε στο φοβερό βάραθρο... εκεί το φονικό... εκεί το ταξίδι χωρίς γυρισμό!... Θέριεψαν προβατομάνια, καραβάνια, ταιριασμένα κουδούνια, γεννήθηκαν άνθρωποι… «Με ενέργειες, βάσανα, κόπους και εμπόδια… ο δρόμος βγήκε στο ξάγναντο στον Κέδρο ατελής…8 Εκεί το λεωφορείο χάθηκε στο φοβερό βάραθρο (απότομη χαράδρα, βαθύ χάσμα γης, κόλαση, άβυσσος), εκεί το φονικό, εκεί το ταξίδι χωρίς γυρισμό. 29 νεκροί «πήραν την πέτρα πεθερά τη μαύρη γη γυναίκα»… Μοναδικό θέμα συζήτησης το δραματικό γεγονός που συγκίνησε το πανελλήνιο και όχι μόνο. Το αλησμόνητο δυστύχημα που βύθισε τα πολύπαθα Τζουμέρκα σε βαρύ πένθος. Ασύλληπτο ατύχημα! Ματωμένα Χριστούγεννα. Πονεμένα στήθη. Τα τοπικά μέσα ενημέρωσης αφιέρωσαν μακροσκελή άρθρα πρωτοσέλιδα. Εκτός από αυτά ασχολήθηκε και ο αθηναϊκός και ο πανελλήνιος τύπος. Οι τίτλοι τους συγκλονίζουν στην κυριολεξία: Ανατροπή παρά το Τσίμοβο Χαροκοπίου, συνετάραξε, τραγικό δυστύχημα, το μεγαλύτερο αυτοκινητιστικό δυστύχημα στη Ήπειρο, κατεκύλισεν εις βάθος 1.000 μ., το δυστύχημα συνέβη παρά το Πετροβούνι- 12 μίλια έξω των Ιωαννίνων, ημέρα πένθους για την Ήπειρο, επεσκίασε κάθε άλλο γεγονός, φωνή απελπισμένων, σκηναί φρίκης εις χαράδραν Αράχθου, βόγγος των ΒΑ Τζουμέρκων, συνταρακτικαί σκηναί εις τον τόπον του ατυχήματος, ημέρα πληρωμής ημερομισθίων από το Δασαρχείο… με εκδηλώσεις θλίψης και οδύνης οι ενταφιασμοί, σπαρακτικαί σκηναί κατά τας ομαδικάς κηδείας εις τα χωρία. Λεπτομέρειες ανατριχιαστικές και συγκλονιστικές παντού: Γκρεμίστηκε κι έφτασε στο ποτάμι κατρακυλώντας 600 μέτρα, ελαφρά τραυματισμένος σκάλωσε στα κλαδιά πριν από την πτώση… Στη στρ��φή, στην άκρη του δρόμου ήταν και δύο όγκοι μπάζα. Το λεωφορείο κλείνεται, η στροφή δεν το παίρνει… Ο Σύλλογος Τζουμερκιωτών στα Γιάννενα χαρακτηρίζει το ατύχημα πολύνεκρο και στο έντονο τηλεγράφημά του διαμαρτύρεται για την 8. Πέτρος Κ. Μπενέκος, Μαθητής και Δάσκαλος, Ιωάννινα 1977, σ.255. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


122

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

αθλιότητα της οδού. Αμαξωτός δρόμος γράφουν. Γέροι, γονείς, αδελφοί (και δικός μου αδελφός) έψαχναν μήπως είναι και δικά τους θύματα μέσα σ’ αυτό το χαμό! Αποκαρδίωση: Τραβούν μάγουλα, χτυπούν τα χέρια στο κεφάλι. Λυποθυμούν!…Η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων σε συλλυπητήριο τηλεγράφημα στους προέδρους των κοινοτήτων μεταξύ άλλων γράφει «Απροσδόκητη συμφορά εις τας παραμονάς μάλιστα της μεγάλης χριστιανικής εορτής…» Στο πένθιμο και απρόσμενο αυτό συμβάν αναφέρθηκε και η δημοτική μούσα με ένα παθητικό τσάμικο τραγούδι. Συνθέτης ο μουσικός (κλαρίνο, τραγούδι…) Γεώργιος Γεροδήμος του Βασιλείου από την Πράμαντα, συγγενής του επιβάτη (Γεώργιος Γεροδήμος του Κωνσταντίνου) που διασώθηκε. Κυκλοφόρησε σε δίσκο, video, και cd και θυμίζει αρχαίο θρήνο. Κακό μεγάλο έγινε στα δόλια τα Τζουμέρκα στο Πετροβούνι βρε παιδιά, στο δόλιο Μιχαλίτσι. στους Χουλιαράδες πέρασε και μέχρι το Προσήλιο στα Πράμαντα διαβήκανε και πέρα στο Ματσούκι. Λεωφορείο έπεσε με τριάντα τρεις νομάτους. Δευτέρα μέρα κίνησαν στα σπίτια τους να πάνε, Χριστούγεννα να κάνουνε μαζί με τους δικούς τους. Το Τσίμοβο ανεβήκανε, κοντέψανε στον Κέδρο κι ο Χάρος παραμόνευε στο στρίψιμο του δρόμου και ξαφνικά ακούστηκε ο δόλιος ο σωφέρης: - Εμείς παιδιά μ’ χανόμαστε και σ’ άλλο τόπο πάμε, τα σπίτια μας τα κλείσαμε στα μαύρα είναι ντυμένα. Και όλοι μαζί βρεθήκανε στο χάος της αβύσσου, το είναι τους αφήσανε στους βράχους του Αράχθου. Γεμίσαν τα τσουγκριά κορμιά κι οι χούνες παλικάρια. Ο Γεροδήμος βρε παιδιά μένει να μαρτυρήσει. Σημείωση: Τα άτομα είναι 34, όχι 33. Ο Γεροδήμος είναι ένας από τους πέντε διασωθέντες. Παραλλαγές: Στίχος α΄: μαύρα μαντάτα στείλανε στα δόλια τα Τζουμέρκα. Στίχος β΄: στο Μιχαλίτσι βρε παιδιά στο δόλιο Πετροβούνι. Στίχος δ΄: τα σπίτια τους κλειστήκανε στα μαύρα φορεθήκαν. Στίχος η΄: Το Τσίμοβο περάσαμε κοντεύουμε στο Κέδρο από κάτω. Στίχος ι΄: κι ο οδηγός εφώναξε κι ο οδηγός τους λέει. Το δόλιος το ακούμε και άμοιρος. Στίχος ια΄: Παιδιά μ’ όλοι χανόμαστε και στου Θεού τα χέρια, παιδιά μου σκοτωθήκαμε και πάμε όλοι χαμένοι. Στίχος ιγ΄: κι οι είκοσι οκτώ βρεθήκανε στον πάτο του Αράχθου. Και τότε και σήμερα, παντού και σε όλους κυριαρχούν τα ερωτήματα:Ανθρώπινο λάθος, άθλια κατάσταση της οδού ή τα φρένα του αυτοκινήΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Απροσδόκητη συμφορά στα Τζουμέρκα

123

του; Η πολεοδομία και οι μηχανικοί είναι ξεκάθαροι; Στον τοπικό τύπο βρίσκουμε τις παρακάτω απαντήσεις: Άνθρωποι του Κ.Τ.Ε.Λ. είπαν χωρίς βεβαιότητα: «Κακή μεταχείριση των διαφόρων οργάνων οδηγήσεως υπό του σωφέρ και ενδεχομένως εις κακήν οδήγησιν μανούβρας υπό του διασωθέντος βοηθού του». Ο νομομηχανικός κ. Ταμβακίδης δήλωσε ότι δεν του ζητήθηκε η γνώμη για τη δρομολόγηση του λεωφορείου. Το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων έλεγε: «Εις το σημείον της στροφής όπου εγένετο το δυστύχημα το πλάτος της οδού ήτο 6 μέτρων και δε υπήρχαν σοβαρά εμπόδια, τα οποία να προκαλέσουν το ατύχημα». Ειδικός στη Διεύθυνση Δημοσίων Έργων δε δικαιολογούσε την πτώση γιατί η στροφή του 3ου πέταλου έχει το απαιτούμενο άνοιγμα, η δε κλίσις αυτής είναι ολιγώτερον του 4%. Τα πόρισμα του Μηχανολογικού γραφείου έλεγε: «Το καταστραφέν αυτοκίνητο είχε επιθεωρηθεί στις 1 Οκτωβρίου 1958 υπό της υπηρεσίας ελέγχου Ιωαννίνων και ευρίσκετο εις αρίστην κατάστασιν». Ο Προϊστάμενος του Μηχανολογικού κ. Μπάρλος δεν αποκλείει τη βλάβη των φρένων, ο πρόεδρος του 2ου Κ.Τ.Ε.Λ. κ Καστάνης αναφέρθηκε σε διακοπή της συγκοινωνίας 2-3 φορές από ακαταλΧθες υπέκυψε και άλλη επιληλότητα του δρόμου… Αρμόδιοι πραγματογνώβάτις... Χθες δεν εδρομολόμονες ζήτησαν επανάληψη της μανούβρας με άλλο γησεν αυτοκίνητον το ΚΤΕΛ «Diamond» αυτοκίνητο. Σίγουρα ακούστηκαν και προς το Πετροβούνιον. άλλες γνώμες. Αντιπροσωπευτικά αναφέρω τις παρακάτω: Κακίστη βατότητα, ολίσθηση του εδάφους, κλειδώθηκε το τιμόνι, η διαδρομή μέχρι εκεί ομαλή, για τη διακοπή συγκοινωνίας λόγω δυστυχήματος. Η ποσότητα αυτών των υγρών σε αυτού του είδους τα αυτοκίνητα είναι μηδαμινή. Πηγή πίεσης το πόδι! Σκέτο φρένο (Premse) με το υγρό. Κοντά στο χώρο του δυστυχήματος τεχνικό λάθος: η κλίση ανεβαίνει εντυπωσιακά. Ο εισπράκτορας (ο οποίος έπαθε νευρικό κλονισμό, θεωρήθηκε ότι παρεφρόνησε) είπε στους συντάκτες των εφημερίδων: «Ο ανήφορος εκεί είναι μεγάλος. Μας πήρε όπισθεν. Πήδησα να βάλω πέτρα ως συνήθως. Σε μια στιγμή αφού έβαλα την πέτρα τραντάχτηκε το λεωφορείο και πέρασε την πέτρα από πάνω, έκλινε δεξιά και χάθηκε προς τον κρημνό 1.000 μ. κάτω. Δεν οφείλεται σε βλάβη του Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


124

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

Καλόπρεπο μνημείο κοντά στο δυστύχημα. (Φωτογραφία 2000).

Μνημόσυνο και Τρισάγιο στο χώρο του δυστυχήματος. (22-12-2001).

αυτοκινήτου. Δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς. Ίσως αντί να πατήσει το ποδόφρενο πάτησε γκάζι». Ο επιβάτης Ευάγγελος Στεφάνου (εργάτης, γεννήθηκε το 1921) ένας από τους λίγους διασωθέντας, κουκουλωμένος στην κάπα του, βοηθήθηκε από τον γέροντα πιστικό Δημήτριο Χ. Βασιλείου που γνώριζε το μέρος με την πιθαμή (καθάριο μυαλό και ανήσυχο), επίσης είπε: «Πετάχτηκα στην ανοιχτή πόρτα, με πήρε ο δεξιός πίσω τροχός, με χτύπησε και 15 μέτρα μακριά σε ένα αυλάκι του δρόμου. Προσπάθησε για φρένα μα δεν έπιασαν…» Μικρή αποζημίωση και αυτός! Ο Αντώνιος Ζαμπέλας, συνταξιούχος αυτοκινητιστής, ερωτά τους αρμοδίους: «Τον δρόμο στον οποίο υποχρέωσαν να κινηθούν τα βαρύτατα, τα ογκωδέστατα και τα ανθρωποβριθή λεωφορεία τον έβρισκαν άρτιον; Ήτο ο δρόμος αυτός και ειδικώτερον το σημείον εις το οποίον έγινε το δυστύχημα όπως έπρεπε να ήτο;…».9 Ο Σωτήριος Κ. Μπενέκος (δάσκαλος από το 1931 στο Πετροβούνι Ιωαννίνων) τρία χρόνια αργότερα ανέβαινε πεζός στην παραπάνω ανηφόρα. Δεν άντεξε. Ξεψύχησε αφού πέρασε το χώρο του δυστυχήματος (70 μέτρα περίπου), όπως τελειώνει το πέταλο. Ξεψύχησε με τα μάτια του να βλέπουν το μέρος στο οποίο πολλοί μαθητές του άφησαν την τελευταία τους πνοή! Ξεψύχησε (ήταν τότε 54 ετών) στην παρακείμενη αλογόστρατα. 4-12-1961. Εορτή της Αγίας Βαρβάρας. Το Λεωφορείο σταματούσε κάπου στην ανηφόρα. Αιτία: κατολίσθηση στη στροφή προτού το δυστύχημα… Το 1988, τριάντα χρόνια αργότερα, οι συγγενείς των θυμάτων με δαπάνες τους, εκεί στην ακροτοπιά, έχτισαν πέτρινο και απέριττο μνημείο. Καλοφτιαγμένο, ανάγλυφος επιτάφιος σε εκείνους που άφησαν τη ζωή. Πάνω μαρμάρινος σταυρός. Σε μάρμαρο γράφουν: «Για να θυμόμαστε αυτούς που σκοτώθηκαν στις 22-12-1958» και κάτω: «Εδώ έπεσε το λεωφορείο με 29 νεκρούς». Ανάμνηση και διαιώνιση του θλιβερού αυτού γεγονότος. Κάθε μορφή αποζημίω9. Αντώνιος Ζαμπέλας, συνταξιούχος αυτοκινητιστής, άρθρο με τίτλο «Ερωτά τους αρμοδίους», εφήμ. «Εθνικός Αγών», Ιωάννινα 25-12-1958. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απροσδόκητη συμφορά στα Τζουμέρκα

125

σης (δικαστικός αγώνας, καταλογισμός ευθυνών στο ΚΤΕΛ, πλήρωσε εφάπαξ η ασφάλειά του, δεν με ενίσχυσε κανένας έλεγε ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου όταν συγκέντρωσε τα συντρίμμια στη θλιβερή στροφή) είναι αδύναμη να επουλώσει τέτοια πληγή!!! Λιθοξόος, πελακάνος ο Σπύρος Γεωργούλης από τους Χουλιαράδες: Πέτρες παλιές, φερτές, κοτρόνι σίβο, ούτε άσπρο, ούτε αφράτο. Τα ονόματά τους και δίπλα ισάριθμα κυπαρίσσια. Οι κορμοί από τρία κυπαρίσσια είναι ενωμένοι! Μας κυριεύουν. Μόνα τους ανεβαίνουν στα χείλη. Έκφραση βαθιάς συλλογής. Αειθαλή και ορθόκλαδα, αρωματικά και βαλσαμώδη. Έμβλημα πένθους και μνήμης. Βάλσαμο της καρδιάς, που στάζουν και σήμερα ακόμα οι πληγές της. Εκατόμβη στη μεταφορική έννοια της απώλειας πολλών ανθρώπινων ψυχών σε ναυάγιο, πόλεμο… Φτερουγίζουν οι ψυχές των αείμνηστων θυμάτων μέχρι την κοινωνία των αγγέλων… Χρέος όλων στη μνήμη των νεκρών κάθε αφιέρωση, να το στολίζουμε με λουλούδια και να το διατηρούμε καθαρό. Μεγάλη η συμβολή του απρόσμενου εκείνου συμβάντος για τη διαπλάτυνση του δρόμου. Πραγματοποιήθηκε την επόμενη χρονιά… Αργότερα, στο παρακείμενο νταμάρι πολτοποιήθηκε από φορτωτή Αλβανός, ξεμπούκωνε το σιλό, υπάρχει εκεί και δικό του μνήμα. Έξω βέβαια από το κιγκλίδωμα που είναι τα άλλα. Έχει φωτογραφία και τα στοιχεία: Γεώργιος Θύμιος, 1954-1995, Δερβιτσιάνη. Δυστυχώς όμως και σήμερα ακόμα δεν είναι ασφαλής. Θα έπρεπε να έχουν ανοιχτεί στροφές. Και σήμερα ακόμα, πρόσφατα κατολισθιτικά φαινόμενα προκαλούν ζημιές στον οδικό άξονα. Η πρόσβαση στα χωριά του δήμου Β. Τζουμέρκων δυσκολεύει. Κανείς δεν αμφισβητεί τις προσπάθειες για καθαρισμό των δρόμων. Ο δήμος όμως δεν μπορεί μόνος του…. Χαιρετίζουμε το ξεκίνημα της διαδικασίας του αρμόδιου Υπουργείου για τη βελτίωση της 3ης επαρχιακής οδού, από γέφυρα Τσίμοβο προς Κέδρο, Χουλιαράδες, Βαπτιστή, Μιχαλίτσι και προς Πετροβούνι. Η υπηρεσία του (Ε.Υ.Δ.Ε./Μ.Ε.Δ.Ε.) συντάσσει τεχνική έκθεση για τα σημεία που χρήζουν βελτίωσης ώστε να ετοιμαστεί ο σχετικός φάκελος. Υπογράφονται επίσης πιστώσεις…από τους πόρους της ΤΕΟ Α.Ε.… κ.ά.. Πλήρωσε καλά ο τόπος. Φόρο δρόμου, φόρο ασφάλτου. Μόνο στη δια��ρομή Ιωάννινα-Πετροβούνι τα θύματα ξεπερνούν τα δέκα: Ιωάννης Χ. Βάσιος, Γεώργιος Β. Κεφάλας με ποδήλατο, Γεώργιος Σ. Κεφάλας, Κώστας Γ. Κωνσταντής με κάρο, Χρήστος Δ. Κωνσταντής, Παύλος Χ. Μπουτσορας με στρατιωτικό αυτοκίνητο κ.ά.. Φόρο αίματος και στη διαμόρφωση του εδάφους. Ξεπερνούν και εδώ τα δέκα θύματα στο Πετροβούνι: Αντώνιος Λ. Μαγκάκης κοντά στο δυστύχημα, Αντώνιος Κατερίνης (αδερφός του συνονόματου που ζει σήμερα) στη Βίτσα Πετροβουνίου, Βασιλική Κ. Διαμάντη, Κωνσταντινή Κ. Πρέντζα και τόσοι άλλοι… Κοντά στο δυστύχημα επίσης οι παρακάτω: Κωνσταντινή Σ. Πρέντζα: σύζυγος θύματος. Σε ένα στενό δρόμο (μονοπάτι, ντερβένι) δεν μπόρεσε να στηριχτεί σε λιθάρι. Έπεσε μαζί του (και φορτωμένη ξύλα) Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


126

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

στα νερά του «Ζεστού». Νίτσα Μπούτσορα (σύζυγος Παπαγιώτη Σ. Βάσιου) γκρεμίστηκε από άγνωστη αιτία. Από τη θέση «Δόντια» και με τον τενεκέ στις πλάτες έφτασε σε αδιέξοδα. Κατρακυλίσματα, αναποδογυρίσματα, τούμπες… Κρεμάστηκε ο Χρίστος Βάσιος αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να την πετάξει στο ποτάμι… Τραγικοί θάνατοι. Αιφνίδιοι, απρόσμενοι, οδυνηροί. Θυμίζουν το κοντρί (τσουγκρί) της Αγγέλως στο κρυονέρι Τσιμόβου. Αιωνία τους η μνήμη. Αξίζει τον κόπο να καταγραφούν όλοι και να τιμηθούν κατάλληλα. «Ένας κόσμος πεθαμένος κι ένας άλλος ζωντανός»!… Στο τέλος του 1957 το 20ο Κ.Τ.Ε.Λ. εκτελούσε δρομολόγια με 24 (25άρι) πράσινο αυτοκίνητο αγόνων γραμμών. Αυτό το αυτοκίνητο εξελίχτηκε σε 32άρι και στη συνέχεια σε 52άρι, που υπάρχει και μέχρι σήμερα. Πρωί και απόγευμα μετέφερε ασταμάτητα επιβάτες. Κόσμος πάει κι έρχεται. Σταθμός το χάνι του Μητσοβαγγέλη στον Κέδρο. Το φορτηγό του Αθανασίου Μαγκλάρα (μπαρμπα-Νάσιος, ο αετός του Πετροβουνίου) με τις διπλές ρόδες πίσω, έφτασε εκεί στις 3-11-1957. Λίγο αργότερα από την ώρα του δυστυχήματος ανέβαινε και αυτός με 2 επιβάτες!… Η Μαρία Μπούτσορα κατοικούσε ακόμα στο Τσίμοβο!… Το φορτηγό (C.M.S., μετατροπή, διαφορικό πίσω, άξονας μπροστά, γρήγορο…) του Παναγιώτη Κωστή και στη διαδρομή προς Μιχαλίτσι. Ο οδηγός του με υπομονή σταματούσε παντού για να καθαρίζει το δρόμο από τις πέτρες. Δυο βαθιές ροδιές και νερό μόνιμη σχεδόν εικόνα στον αυτοκινητόδρομο. «Το 1956 ανοίχτηκε ο δημόσιος δρόμος ως τον Κέδρο και δρομολογήθηκαν τα πρώτα λεωφορεία του 20ου τότε Κ.Τ.Ε.Λ. Ιωαννίνων».10 Το 1962 μάλλον τοποθετήθηκε στα χωριά μας ο καρνάβαλος. «Ένα φορτηγό με μονές ρόδες πίσω, που το χρησιμοποίησαν οι Άγγλοι στην έρημο της Αφρικής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρώτος οδηγός του ήταν ο Θοδωρίκος από το Γρεβενίτι…».11 Μετά το ’50 (Φόρτωσαν τότε στα χωριά μας με δάνειο οι σύμμαχοι Αγγλοαμερικάνοι ένα θησαυρό μικρά λεωφορεία που είχαν βγει μπιελάρ στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το δικό μας κράτος έδωσε άδειες σε κάθε χωριό να έχει έναν «καρνάβαλο». Από τα σαραβαλάκια, τάχατες σαν λεωφορεία για να κάνει δρομολόγια με τις πόλεις. Οι καημένοι αγωγιάτες έμειναν χωρίς καμιά πρόνοια και με αγανάκτηση έλεγαν: η ρόδα έφαγε το πέταλο).12 Τα 12θέσια αυτά (κρέμονταν μέχρι 30 επιβά10. Βαγγέλης Βλάσης Ντόκας, άρθρο με τίτλο «Η χαράδρα του Αράχθου και τα περάσματά της», περιόδ. «Τζουμερκιώτικα Χρονικά», Δελτίο Ι.Λ.Ε. Τζουμέρκων, τεύχ. 3, 2002, σ. 109. 11. Βαγγέλης Βλάσης Ντόκας, Στις Ρίζες και στις Μνήμες μας, Γιάννινα 2007, σ.153. 12. Ιερέας Δημήτριος Παππάς, άρθρο με τίτλο «Οι Αγωγιάτες. Από τα επαγγέλματα που ξεχάστηκαν», περιόδ. «Τζουμερκιώτικα Χρονικά», Δελτίο Ι.Λ.Ε Τζουμέρκων, τεύχ. 3, 2002, σ. 53. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απροσδόκητη συμφορά στα Τζουμέρκα

127

τες) φορτοεπιβατηγά ημιφορτηγά τύπου Reo (το χαρακτηρίζει ο όγκος, το μέγεθος της Αμερικανικής τεχνολογίας), με διπλό διαφορικό (εξάρτημα μηχανής), και σκάλα επιβίβασης, είχαν σκοπό την ανταπόκριση στα δρομολόγια του 20ου Κ.Τ.Ε.Λ. (Ιωάννινα-Κέδρος και Ιωάννινα-διακλάδωση Πετροβουνίου-Χουλιαράδων), τη μεταφορά των επιβατών μέχρι το Παλαιοχώρι Συρράκου και το αντίθετο. Με αυτό σίγουρα σχετίζεται η ονομασία του Ferry boat. Αδούλευτοι αυτοί οι δρόμοι για αυτοκίνητα. Ούτε ζώνες ασφαλείας, ούτε προστατευτικά στηθαία στο κατάστρωμα του δρόμου. Φυγόκεντρα εκσφενδονίσμα- Μοιραίο δρομολόγιο... Και μάλιστα τη τα, αναθυμιάσεις κ.ά.. Χαρακτηριστική νύχτα της παραμονής των Χριστουγένήταν η κοφτή μούρη του. «Κουτσομούρι- νων του 1963. κο» και «καρνάβαλο» το έλεγαν οι κάτοικοι: «elpe». Ξύλινα τα καθίσματά του. Φαιοπράσινος στρατιωτικός μουσαμάς λησταρωμένος (δεμένος με λητάρι) με γερό σχοινί. Μοιραίο δρομολόγιο όμως και σε αυτό το μέσο συγκοινωνίας. Και μάλιστα τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων του 1963. Πέντε χρόνια μετά από το μεγάλο αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο κεντρικός τίτλος δημοσιεύματος: Νέον τραγικόν δυστύχημα άνωθεν του Πετροβουνίου. «Εις το σημείον όπου η οδός είναι αθλιεστάτη ανετράπη το αυτοκίνητό του και κατέπεσεν εις χαράδρα βάθους 30-40 μ.»13 Ο οδηγός του [Συρρακιώτης Δημήτριος (Τάκης) Μπαρκαγιάννης, τον γράφουν και Βαρκαγιάννη, γιος του Ιωάννη Μπαρκαγιάννη, δασκάλου του Συρράκου] ετών 36 (λαθεμένα γράφεται 30 ετών) συνεχίζει το δημοσίευμα: «τραυματίστηκε σοβαρότατα και εκσφενδονίστηκε 10 μ. περίπου μακράν του οχήματος ευρών τραγικόν θάνατον». Στις λεπτομέρειες αναφέρονται πολλά μεταξύ των οποίων και τα παρακάτω: Επιβάτες των δύο λεωφορείων. Και από τη διακλάδωση της οδού Χουλιαράδων για Πετροβούνι και από το τέρμα της διαδρομής Ιωάννινα-Κέδρος… Περί ώραν 6 μ.μ. επέστρεφε από το τέρμα Παλαιοχωρίου Συρράκου. Κατέπεσε εις την χαράδρα στη θέση Ντάλκια, και όχι Ντάρκια που το γράφουν. Θύμα: Το παιδί με πολλά χαρίσματα. Άριστος οδηγός. Έπεσε πάνω στο καθήκον. Είχε δηλώσει αδυναμία να εργάζεται εις την ως άνω γραμμή. Στο 13. Ηπειρωτικός Αγών, εφήμ. Άρθρο με τίτλο «Νέον τραγικόν δυστύχημα άνωθεν του Πετροβουνίου, Ιωάννινα 28-12-1963 σ. 1. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


128

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

Πετροβούνι είχε μιλήσει για τα χάλια του δρόμου και για το αυτοκίνητο που έχει! Ο Θεός να βάλει το χέρι είπε για να γλιτώσει απ’ το κακό. Επικεφαλής το Κοινοτικό Συμβούλιο… Την πρωία των Χριστουγέννων μας τα αφηγήθηκε ο Δημήτριος Τσόδουλος (ο γιος του Ιωάννης, ιατρός, στην ανέκδοτη συλλογή του με δημοτικά τραγούδια γράφει και τον παρακάτω θρήνο. Σημειώνει, επίσης: ετών 28). Έγινε βορά της καταραμένης ρόδας…) έμπορος της πόλεως μας και κοινοτικός σύμβουλος Πετροβουνίου. «Ένα κοριτσάκι (Σταματία Β. Παππά) μας πληροφόρησε…» Η κηδεία έγινε στις 26/12/1963… Ο Συρρακιώτης μουσικός Χρήστος Ν. Μπεζεβέγκης, επιστήθιος φίλος του αμέσως μετά το τραγικό συμβάν συνέθεσε το παρακάτω παραπονιάρικο τραγούδι:14 Τ’ έχεις καημένο Τσίμποβο κι εσείς καημένα ελάτια κι όλη μερούλα θλίβεστε κι όλη τη νύχτα κλαίτε; - Το Μήτσο μας εχάσαμε, το Μήτσο Μπαρκαγιάννη τον είχαμε παρέα μας τη μέρα και τη νύχτα. Τη μέρα με τ’ αμάξι του τη νύχτα με τα γλέντια. Τον κλαιν’ οι κούκοι του Μαγιού κι όλες οι κρύες βρύσες… τον κλαίει κι η δόλια η μάνα του που άλλο παιδί δεν έχει… Παραλλαγές: α΄: το γράφουν και Τσίμοβο. β΄: ακούγεται και όλη τη μέρα. γ΄: ακούγεται και Τάκη. δ΄: ακούγεται και τρεις μέρες και τρείς νύχτες. Αναπάντεχη πίκρα και εδώ. Συνεχίζουν να ματώνονται τα Χριστούγεννα στα Τζουμέρκα. Το θανατικό χτύπησε πολλές φορές τον τόπο μας. Άφησε βαθιά και ανεξίτηλα τα πένθιμα σημάδια. Στη διαδρομή Χαροκόπι-Ποτιστικά τα εικονίσματα (κονίσματα, προσκυνητάρια) είχαν φτάσει τα 59. Άλλα λιθόκτιστα, άλλα σιδερένια… Τα περισσότερα (ευχαριστήρια για σωτηρία…) αφιερώνονται σε διάφορους αγίους, στην Παναγία και τον Χριστό. Το εικονοστάσι δίπλα στο μνημείο έχει την Παναγία με το Χριστό στην αγκαλιά της. Είναι επίσης εκεί εντοιχισμένος σιδερένιος σταυρός. Πολλά εικονίσματα είναι συνήθως κουτάκια 14. Συρράκο: Πέτρα-Μνήμη-Φως, τόμος 1ος, Πνευματικό Κέντρο Κοινότητας Συρράκου, Ιωάννινα 2004, σ.384. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απροσδόκητη συμφορά στα Τζουμέρκα

129

με μικρό άνοιγμα, πορτοπούλα, τρυπίτσες στα πλάγια, σταυρό στην κορυφή. Μέσα: εικόνα, καντήλι, μπουκαλάκι με λάδι και ένα κουτί σπίρτα, φωτογραφία νεκρού, ονοματεπώνυμο, έτος γέννησης και θανάτου. Πολλά μάλιστα με το όνομα του θύματος και την ηλικία. Βάλσαμο στις καρδιές των ανθρώπων της περιοχής. Ο δρόμος μέχρι την Καντίνα-Τσίμοβο γνώρισε πολλές γενιές αυτοκίνητα. Ανάμεσα στους Συρρακιώτες που μεταπήδησαν από το κάρο και τη χαμάλα στο αυτοκίνητο είναι και το πετροβουνιώτικο επίθετο Γκορτζής: Φορτηγά αυτοκίνητα ¾ από την Ιταλία, υπηρεσία εκμετάλλευσης κρατικών αυτοκινήτων (Υ.Ε.Κ.Α.), επιβατηγά λεωφορεία τύπου Κ με μουσαμά. Οι παλαιότεροι μιλούν για αυτοσχέδια αυτοκίνητα από 5/θέσια μέχρι και 19/θέσια: συνεργεία (μάντρες) του Γκρέμου, Κοντού κ.ά.. Ο πρώτος είχε εργαστεί στη Γερμανία. Μόνο το πλαίσιο αυτοκινήτου και το έκανε λεωφορείο. Βαρύ και δυνατό. Όλες οι καρότσες χειροποίητες. Οι παλιότεροι θυμούνται τις επιχειρήσεις Ιωάννη Χολέβα με οδηγό το Μιχάλη Λάζο από την Κράψη, το Ρώιμπα από το Παλαιοχώρι Συρράκου με εισπράκτορα το γιο του Σωτήρη, τον μονόφθαλμο Μενέλαο Βλαχλείδη (σε στυλ νοσοκομειακού, καναδέζικο chevrollet, του πήραν την μπαταρία οι αντάρτες στο Τσίμοβο) κάτοικο Ιωαννίνων, τα στενόμακρα πράσινα αυτοκίνητα μακριά μούρη- μικρά παράθυρα…, τους αδελφούς Μπόζιου (ένα bet Ford 7/ θέσιο στο οποίο οι επιβάτες στα φτερά, στη σχάρα και μέσα ξεπερνούσαν τους 15), οι οποίοι τελευταία συνεργάστηκαν με το Μιχάλη Μπάκα. Είχαν και συνεργείο (ειδικότητα σούστες) απέναντι από το Πνευματικό Κέντρο Ιωαννίνων. Μετά εμφανίζονται αυτοκίνητα με λαμαρίνα 20 έως 22 θέσεων. Άκομψο κασόνι. Επιβάτες στη γαλαρία. Άδεια διαδρομής Γιάννενα-Χουλιαράδες. Τα γράμματα στον αριθμό ήταν ΗΠ αρχικά του Ήπειρος. Ένα τέτοιο αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Συγκούνα (φόρτωνε και χώμα) ανατράπηκε στη θέση Κολιοκύρκ’ (στο λαγκαδάκι, φθινόπωρο, κοντά στο σπίτι του παπά-Κολιού, στάθηκε παράλληλα στο διπλανό γεφυράκι) στο Χαροκόπι. Οι επιβάτες σκορπίστηκαν. Ο Κώστας Μπενέκος (Καψάλης) τραυματίστηκε, ο Κώστας Χ. Μπούτσορας (και ένα κορίτσι από Βαπτιστή, το γένος Βασιλείου) ξεψύχησε… Πριν από αυτά τα αυτοκίνητα στο Χαροκόπι ήταν κάρα (ιταλικά carro) για λιθάρια, ξυλεία κ.ά. Δίτροχο κυρίως φορτηγό αμάξι που το σέρνει μουλάρι (λατινικό mulus, ιταλικά mulo) και σε σπάνιες περιπτώσεις γαϊδούρι. Αυτοσχέδια στην αρχή με έλατο. Στρογγύλια (αυγοειδή) από πλάτανο. Η κατασκευή των τροχών ήταν πολύ δύσκολη. Υπήρχαν πολλά συνεργεία… Μεγάλη δραστηριότητα εδώ η οικογένεια Αντωνίου (Χρήστος, Κώστας, Σπύρος), η οικογένεια Μπάκα και η οικογένεια Μάγγου. Αργότερα το δρομολόγιο Χαροκόπι-Γιάννενα γινόταν με επιβατηγό κάρρο (τύπου ταξί): σούστες (ιταλικά suste) δύο στα πλευρά και δύο εγκάρσια, δύο τροχοί, καρότσα να παίζει, σκέπαστρο (μουσαμάς με αψίδες σιδερένιες), θέση του σουστιέρη (χωρούσε κι έναν ακόμα), 2 έως 3 επιβάτες. Πρωτοκαθεδρία ο Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


130

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

Ιωάννης Τσόδουλος. Περισσότερο εξελιγμένη μορφή το παϊτόν. Άλογο (ίππος, ιταλ. cavallo), τέσσερις τροχοί (μικροί οι πρώτοι, μεγάλοι οι δεύτεροι), τιμόνι. Ο δρόμος του κάρρου είναι η ευθεία γραμμή. Πηγαίνει σαν «κάρρο» λέει ο λαός μας. Κάρρο άνθρωπος ή πράγμα παλιό και φθαρμένο. Η πορεία της «εξέλιξης γρήγορη. Αρχή: Ένα ξύλινο τετράγωνο και πλαϊνά, δύο άξονες (μπροστά και πίσω). Οι δυο ρόδες (τροχοί) μια κίνηση. Θόρυβο στους δρόμους… Το λεωφορείο άγονων γραμμών γκαπ!…γκουπ! Αργότερα: μύλος, rouleman του Μιχαήλ Ηλία. Μοντάζ από (καλύτερες στροφές), τιμόνι (πηδάλιο), σού- το βιβλίο του Βαγγέλη Βλάση στες-διπλές, σούστες (σύστημα ανάρτησης, Ντόκα: Στις ρίζες και στις μνήμες μας. Παλαιοχώρι Συράκου, σουστάρισμα) για να περιορίζονται οι κραδασελίς 154. σμοί, ρόδες ξύλινες με λάστιχα… Από το 1960 τα άγονα δρομολόγια τα εξυπηρετούσαν φορτηγά. Άδεια από τη Νομαρχία και μετατροπή σε λεωφορεία. Στη δική μας δύσκολη γραμμή ο Μιχάλης και ο Χρήστος Ηλίας (Μιχαλιάς και Χρηστολιάς) από την Ανατολική, μέχρι το έτος 1980. Μαζί με τους επιβάτες φορτία, ζώα κ.ά. Λεωφορειάκι, 24 θέσεων Γερμανικό Mercedes. Η δύναμη της μηχανής 120 ίπποι (hp), σκάρα (scara, κιγκλίδωμα) πίσω και πάνω στον ουρανό, κιβούκλιο (μικρός θόλος, λατινικό: cubiculum) κ.ά. Σε πολλές διαδρομές είχε σπάσει σούστες. Πρακτορείο αγόνων γραμμών και η οδός Σουμάκου. Όλοι οι παραπάνω αυτοκινητιστές ξεκίνησαν με τα Αμερικάνικα (τριαξονικά, βενζινοκίνητα, με διπλό διαφορικό) C.M.C. κατάληξαν στα Mercedes (πετρελαιοκίνητα). Κατάλληλα για ορεινά και δύσβατα μέρη. Κυριαρχούν και σήμερα. Δρομολόγια εκτελούσαν επίσης και οι αδερφοί (Κωνσταντίνος και Χρήστος) Μάγγου από τον Πλάτανο Πετροβουνίου. Αργότερα αυτά τα αυτοκίνητα εντάχθηκαν στο Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.).

* Ο Αλέξανδρος Ε. Γκορτζής είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός, πρώην Σχολικός Σύμβουλος

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


131

Αθανάσιος Γ. Μπαζούκας*

Αν θρ ωπογ εν ή σ τοιχεί α σ τ ην Άγ ν αν τα πρ οπολ ε μικά

Τ

ον Απρίλιο του 1938 το Υπουργείο Γεωργίας (Υπηρεσία Ορεινής Υδρονομίας) ανέθεσε στον Δασάρχη Δωδώνης Σεραφείμ Τσιτσά την εκπόνηση της πρώτης γενικής προμελέτης αποκατάστασης της υδρολογικής λεκάνης του Αράχθου1, με σκοπό την οριστική τιθάσευση (διευθέτηση-απόσβεση) των χειμάρρων, την αξιοποίηση των ορεινών εκτάσεων –αλλά και της εύφορης πεδιάδας της Άρτας– την ανόρθωση του βιοτικού επιπέδου του ορεινού πληθυσμού της περιοχής και τη διαμόρφωση συλλογικής χρήσης του περιβάλλοντος. Η προαναφερόμενη γενική προμελέτη του Αράχθου εγκρίθηκε από τον αρμόδιο Υπουργό Γεωργίας τον Ιούλιο του 1940, λίγο πριν αρχίσει ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος (Οκτώβριος του ΄40)2. Στην εν λόγω προμελέτη η συλλεκτήρια λεκάνη του Αράχθου διαιρείται σε οκτώ (8) υπολεκάνες, μεταξύ των οποίων και η υπολεκάνη του συγκροτήματος Άγναντας–Καταρράκτη–Χώσεψης (Κυψέλης)3. Ο μελετητής ερεύνησε ιδιαίτερα τις επικρατούσες, κατά τη χρονική εκείνη περίοδο, γεωργοκτηνοτροφικές και οικονομικές συνθήκες της περιοχής και την πυκνότητα του ορεινού πληθυσμού. Γι΄αυτό, στο τέλος της συγκεκριμένης προμελέτης προσαρτάται στατιστικός πίνακας (συνοδευτικό παράρτημα), που παρουσιάζει αναλυτικά τη δημογραφική, γεωργική, κτηνοτροφική και εν γένει οικονομική κατάσταση των ορεινών Κοινοτήτων, χωριστά για κάθε υπολεκάνη συμβαλλόντων χειμάρρων. Στο σημείωμα αυτό θα καταπιαστούμε μόνο με τα ανθρωπογενή στοιχεία της οικιστικής ενότητας (Κοινότητας) της Άγναντας (Κεντρικό Χωριό και συνοικισμοί), που βρίσκονταν σε αλληλεπίδραση και επηρέαζαν την οικολογική ισορροπία στον, γεωγραφικά και χωροταξικά, καθορισμένο τόπο. Από τον στατιστικό πίνακα της προμελέτης, του οποίου απόσπασμα που αφορά την Άγναντα παραθέτουμε πιο κάτω , προκύπτουν συγκεντρωτικά τα ακόλουθα στοιχεία: • Η Κοινότητα της Άγναντας προπολεμικά (πριν από τον πόλεμο του ΄40) είχε περίπου 400 (398) οικογένειες που απαριθμούσαν περί τα δύο χιλιάδες (2000) μέλη. • Το κτηνοτροφικό (ζωικό) κεφάλαιο ανερχόταν σε 3000 (2960) περίπου ζώα (μικρά και μεγάλα). • Οι γεωργικές καλλιεργούμενες εκτάσεις έφταναν τα 250 εκτάρια4. • Κύριες βιοποριστικές ασχολίες των κατοίκων ήταν οι γεωργοκτηνοτροφικές.

1, 2, 3. Βλ. Αθανάσιος Γ. Μπαζούκας, «Οι απαρχές μελέτης της ορεινής λεκάνης του Αράχθου», Μηνιαία Επιθεώρηση «Ήπειρος-Άπειρος Χώρα», τεύχος 137, σελ. 38-39. 4. Εκτάριο: Μονάδα επιφανείας ίση με δέκα στρέμματα (10.000 τετρ. μέτρα) Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


Τζουμερκιώτικα Χρονικά

.................................... ΑΓΝΑΝΤΑ 1. Άγναντα 2. Βίλλια 3. Παλαιοχώρι 4. Στρανά 5. Μακρύκαμπη(ος) 6. Άρτσα(ες) 7. Φράστα

Κοινότητες Συνοικισμοί Αριθμός οικογενειών ........... 280 8 20 20 15 15 40

Μέσο Υψόμετρο Κοινότητας ...........

Αριθμός Μελών ........... 2000

Αίγες ........... 800

Πρόβατα ........... 1900

Βόες Αγελάδες ........... 180

Φορτηγά ζώα ........... 80

........... 250

Γεωργικές καλλιεργούμενες εκτάσεις σε εκτάρια

700 μ.

Τα στατιστικά στοιχεία, που αναφέρονται στην Άγναντα, έχουν λεπτομερειακά ως εξής: Πίνακας στατιστικός (απόσπασμα)

........... Κοινοτική

Ιδιοκτησία Δασικών εκτάσεων

132 Αν θ ρ ω π ο γ ε ν ή σ τ ο ι χ ε ί α σ τ η ν Άγ ν α ν τ α π ρ ο π ο λ ε μ ι κ ά


Αθαν άσιος Γ. Μπαζούκας

133

Παρατηρήσεις Είδος κτηνοτροφίας, βιοποριστικές ασχολίες κατοίκων κ.λπ. Όλοι σχεδόν γεωργοκτηνοτρόφοι. Κτηνοτροφία ποιμενική (20-30 έκαστος), πλην 1100 προβάτων ανηκόντων σε νομάδες παραχειμάζοντες σε Ξηρόμερο και αλλαχού. Το χειμώνα όλα τα αιγοπρόβατα τρέφονται με κλάδους κουμαριάς και ελάτης και ολίγο τριφύλλι καλλιεργούμενο σε ποτιστικούς αγρούς ανερχόμενους εν συνόλω σε 140 εκτάρια. Το υπόλοιπο 110 είναι ξηρικά (καλλιέργεια σίτου και αραβοσίτου).5 Βέβαια, την εποχή εκείνη η Άγναντα είχε και άλλους συνοικισμούς (μικρότερους ή μεγαλύτερους),οι οποίοι δεν εμφαίνονται στον πιο πάνω πίνακα. πιθανόν εκ παραδρομής ή έλλειψης στοιχείων (π.χ. Θ(ε)οδούλια, Κονάκια, Σκέζα, Λειβάδια κ.λ.π.)6. Μεταξύ αυτών, ο ζωντανός και παραγωγικός τότε συνοικισμός Ζίφκος με 13 οικογένειες, αρκετά αμπέλια με εκλεκτό κρασί (Ντούλας Γιαννάκης, Γιώργος Κολιός κ.λ.π.), πολλά μελίσσια, καρποφόρα δένδρα, αιγοπρόβατα κ.λ.π.7 Κλείνοντας, να παρατηρήσουμε ότι ο Στέφανος Μιχ. Φίλος, στο βιβλίο του «ΑΓΝΑΝΤΑ ΑΡΤΑΣ», αναφέρει πως το 1940 η Άγναντα είχε 1616 κατοίκους και 2-3 χιλιάδες αιγοπρόβατα8. * Ο Αθανάσιος Γ. Μπαζούκας είναι Δασοπόνος–ΕΔΔΕ ΠΗΓΕΣ: ― «Γενική προμελέτη αποκαταστάσεως ορεινής λεκάνης Αράχθου», Σεραφείμ Τσιτσάς, Υπουργείον Γεωργίας –ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΔΑΣΩΝ, ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1940. ― «Άγναντα Άρτας», Στέφανος Μιχ. Φίλος, Έκδοση Αδελφότητας Αγναντιτών Αθήνας, ΑΘΗΝΑ 1991. ― «Οι απαρχές μελέτης της ορεινής λεκάνης του Αράχθου», Αθανάσιος Γ. Μπαζούκας, Μηνιαία Επιθεώρηση «Ήπειρος-Άπειρος Χώρα», τεύχος 137. ― Αρχεία Δασικών Υπηρεσιών. ― Προσωπικό Αρχείο.

5. Βλ. Σεραφείμ Τσιτσάς, «Γενική προμελέτη αποκαταστάσεως ορεινής λεκάνης Αράχθου», Υπουργείον Γεωργίας –ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΔΑΣΩΝ, ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1940. 6, 7, 8. Βλ. Στέφανος Μιχ. Φίλος, «Άγναντα Άρτας», Έκδοση Αδελφότητας Αγναντιτών Αθήνας, ΑΘΗΝΑ 1991, σελ. 19-34 και 496-497. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


134

Δημήτρης Βλαχοπάνος*

Ο βομβαρδισμός του Βουργαρελίου Γερμανοί πατούν την Ελλάδα

Δ

ραματικά και συνάμα τραγικά γεγονότα όπως ο βομβαρδισμός του Βουργαρελίου ή το ολοκαύτωμα του Κομμένου μπορεί να σημαίνουν πολλά. Μα σημαίνουν ανάμεσα σ’ αυτά τα πολλά και την ανάγκη μας για μια συνομιλία με την ιστορία μας ή για έναν διάλογο με τον τόπο μας. Κι είναι βέβαιο πως από αυτή τη συνομιλία και το διάλογο αυτό θα βγουν στο φως πολλές από τις απαντήσεις που αναζητάμε στα αγωνιώδη ερωτήματά μας για το πώς φτάσαμε εδώ ή για το πώς το μικρό καραβάκι που λέγεται Ελλάδα ή που λέγεται Βουργαρέλι πέρασε μέσα απ’ τα χίλια μύρια κύματα των συμπληγάδων και κατάφερε, γλιτώνοντας απ’ τα δόντια της Σκύλας και της Χάρυβδης, να βρει την ακτή του και ν’ αράξει στους απάνεμους πια κόρφους της ομαλότητας και των εξορμήσεων για νέα ταξίδια. Όταν την Κυριακή 27 Απριλίου του 1941 μπαίνουν στην Αθήνα οι πρώτες μηχανοκίνητες γερμανικές φάλαγγες, οι Έλληνες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν τρέφουν αυταπάτες για τις εγκληματικές τους προθέσεις. Στις 9.45΄ οι κατακτητές υψώνουν τη γερμανική σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό στον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Οι Γερμανοί θεώρησαν ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός να κυματίζει η σημαία τους πάνω σ’ ένα μνημείο με παγκόσμια ακτινοβολία. Φροντίζουν αμέσως μετά να τεμαχίσουν τη χώρα σε ζώνες κατοχής και να την οδηγήσουν στην πιο σκληρή δοκιμασία για την ίδια την ύπαρξή της. Γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά στρατεύματα τρέφονται απ’ τις σάρκες της και τρέφουν όνειρα για τον αφελληνισμό της και την ενσωμάτωση των εδαφών της στις δικές τους αυτοκρατορίες. Στις 19 Απριλίου, Μεγάλο Σάββατο, και στις 21 Απριλίου 1941, Δευτέρα του Πάσχα, η Άρτα μετατρέπεται σε ερείπια από τους δολοφονικούς γερμανοϊταλικούς βομβαρδισμούς. Εκατοντάδες άμαχοι βρίσκουν φρικτό θάνατο. Η Ελλάδα, παγωμένη μέσα στην καρδιά της άνοιξης, υποδέχεται με σφιγμένα τα δόντια τη νέα τάξη πραγμάτων. Οι Έλληνες δε συμβιβάστηκαν ποτέ με την ιδέα της εισβολής και της κατοχής. Κλείστηκαν στα σπίτια τους, κουβεντιάζοντας με την ιστορία τους και τους προγόνους τους. Κι έλαβε γρήγορα τέλος η αμηχανία. Και μπήκε στο νου τους πως δε θα περάσει καλά ο λαός με τη μάστιγα τούτη των πετεινών του Βορρά, μα κι αυτά δε θα περάσουν καλά σε μια χώρα που έχει ιστορία βουτηγμένη στο αίμα και στο δάκρυ. Κι αρχίζει νωρίς-νωρίς η αντίσταση και η εξέγερση.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δημήτρης Βλαχοπάνος

135

Οι Έλληνες ξεκινούν τον αγώνα Τη νύχτα της 30ης προς 31η κιόλας Μαΐου 1941, ένα μήνα αφότου οι κατακτητές μπήκαν στην Αθήνα και την ημέρα που έπεφτε η Κρήτη στα χέρια των Γερμανών, ο Μανόλης Γλέζος και ο Αποστόλης Σάντας, εκφράζοντας το φρόνημα ολόκληρου του ελληνικού λαού και αψηφώντας τον κίνδυνο του θανάτου, σκαρφαλώνουν στην Ακρόπολη και κατεβάζουν από τον ιστό της τη γερμανική σημαία (σβάστικα), που κυμάτιζε αλαζονική και αγέρωχη. Το Σεπτέμβρη ιδρύονται οι πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις: ο Ενιαίος Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ), η Εθνική και Κοινωνική Αλληλεγγύη (ΕΚΚΑ) και το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ). Κοινός σκοπός τους είναι η απελευθέρωση της χώρας και η εξασφάλιση για το μέλλον της των δημοκρατικών θεσμών που θα εγγυώνται τις ατομικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τις ίδιες μέρες συγκροτείται στην Άρτα η στρατιωτική οργάνωση «ΕΛΛΑΣ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», ενώ ξεκινούν οι συντονισμένες προσπάθειες να οργανωθούν σε κάθε χωριό κινήσεις και μέτωπα κατά του εχθρού. Οι Έλληνες μέσα σ’ αυτό το ζοφερό τοπίο της κατοχής ζουν ξανά την ιστορία τους ως «ελεύθεροι πολιορκημένοι». Μα τώρα δε σχεδιάζουν να κάνουν καμιάν ηρωική έξοδο απ’ αυτή και να την ερημώσουν προσφέροντάς την δώρο στους τρεις κατακτητές. Βγαίνουν στο βουνό και δημιουργούν εκεί την ελεύθερη Ελλάδα. Από το Φλεβάρη του 1942 προχωρούν στην ίδρυση των ένοπλων τμημάτων και ο αγώνας μεταφέρεται συντονισμένος και οργανωμένος από τις πόλεις στην ορεινή πατρίδα. Στις 25 Νοεμβρίου 1942 στέλνουν το πιο ηχηρό μήνυμα. Ενωμένες οι αντιστασιακές δυνάμεις συνεργάζονται με τους σαμποτέρ της Βρετανικής μυστικής αποστολής στην Ελλάδα και ανατινάζουν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου, καταφέρνοντας το πρώτο σοβαρό πλήγμα στη γερμανική παντοδυναμία και αναπτερώνοντας το ηθικό και την ελπίδα των Ελλήνων: ο άξονας δεν είναι αχτύπητος. Βουργαρέλι: Η πρωτεύουσα της ελεύθερης ορεινής Ελλάδας Τον Απρίλη του 1943 ο αρχηγός των Εθνικών Ομάδων Ελλήνων Ανταρτών (ΕΟΕΑ) Ναπολέων Ζέρβας μεταφέρει το αρχηγείο του από το Ραδοβίζι στο Βουργαρέλι. Η ελεύθερη ορεινή Ελλάδα αποκτά την πρώτη πρωτεύουσά της. Ο αντιστασιακός αγώνας μπαίνει σε μια κρίσιμη, λεπτή και σκληρή φάση. Η φλόγα του αρχίζει να δυναμώνει, αλλά αρχίζει ταυτόχρονα να μεγαλώνει και η πολεμική δραστηριότητα των κατακτητών και να πυκνώνουν τα δικά τους πυρά πάνω απ’ τα σπίτια της περιοχής και τα κεφάλια των κατοίκων της. Για τους Ιταλούς και τους Γερμανούς τα περιθώρια στενεύουν μπροστά στο ορατό ενδεχόμενο της ήττας τους και της κατάρρευσής τους: Έπρεπε, πάση θυΈ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


136

Ο βομβαρδισμός του Βουργαρελίου

σία, να σβήσει το αντάρτικο και να τιμωρηθούν εκείνοι που συνεργάζονταν με τους αντάρτες και τους παρείχαν τρόφιμα και παντός είδους διευκολύνσεις. Το Βουργαρέλι γίνεται στόχος. Και η τιμωρία του δεν αργεί να ’ρθει. Τα χαράματα της 5ης Μαΐου 1943 δυο γερμανικά καταδιωκτικά αεροπλάνα φέρνουν γύρω πάνω απ’ τα σπίτια του και ρίχνουν τις πρώτες βόμβες. Και αμέσως μετά ξεσπά η καταιγίδα: ένα σμήνος από εννιά γερμανικά στούκας ξερνά πάνω από 400 βόμβες και μετατρέπει το χωριό σε ερείπια. Κι ύστερα πιο πολλά στούκας και περισσότερες βόμβες θανάτου. Και ο βομβαρδισμός συνεχίζεται με μικρές διακοπές και σπέρνει χωρίς έλεος το θάνατο και τον τρόμο. Έντρομοι οι κάτοικοι απ’ αυτή την πρωτόγνωρη και απρόσμενη επίθεση, τρέχουν να σωθούν στα γύρω δάση, αλλά καταδιώκονται και σ’ αυτά και συγκλονισμένοι γυρεύουν τρόπους να προφυλαχτούν μέσα σε μια κόλαση από συντρίμμια, κουρνιαχτό και καπνούς. Αργά το απόγευμα, όταν ολοκληρώθηκε η θανατηφόρα επιχείρηση κι αποσύρθηκαν στα Γιάννενα τα βομβαρδιστικά, οι Βουργαρελιώτες μέτρησαν τα τραγικά θύματά τους: 13 οι νεκροί και οι τραυματίες 30. Μεταξύ αυτών 3 αντάρτες νεκροί και 6 τραυματίες. Σπίτια καταστραμμένα κι οι άνθρωποι ράκη μέσα σ’ ένα τοπίο θανάτου, πανικού και αβεβαιότητας. Και το φάντασμα του κακού και του τρόμου να περιφέρεται άτεγκτο και να περιμένει την άλλη στιγμή, τον άλλο καιρό, για να ενσκήψει ξανά και να γκρεμίσει ό,τι άφησε όρθιο με το πρώτο του πέρασμα. Γιατί λίγες μέρες μετά παίρνουν σειρά τα δίπλα χωριά που βλέπουν να μαυρίζει τώρα ο ουρανός ο δικός τους και να σκάει μες στα σπίτια τους η φωτιά και το ατσάλι. Η γερμανική Βέρμαχτ εν δράσει Τον Ιούλιο του 1943 καταφτάνει στην Ήπειρο η 1η γερμανική μεραρχία εντελβάις. Είκοσι τέσσερις χιλιάδες στρατιώτες της γερμανικής Βέρμαχτ «βουλιάζουν» την Ήπειρο και κουβαλούν όπου πάνε το θάνατο, την ερήμωση και την ατίμωση. Στις 25 Ιουλίου καίγεται η Μουσιωτίτσα και 150 κάτοικοί της –άντρες, γυναίκες, παιδιά– δολοφονούνται και γίνονται κάρβουνο. Στις 16 Αυγούστου καίγεται το Κομμένο και 317 ανυποψίαστοι και ανυπεράσπιστοι κάτοικοί του εκτελούνται ανελέητα. 36 παιδιά ηλικίας 4 μηνών έως 5 χρονών χάνονται μέσα στους καπνούς και τις φλόγες που έσπειραν οι στρατιώτες της ναζιστικής μηχανής. Στο αίμα πνίγεται ο γάμος της Αλεξάνδρας και του Θεοχάρη το ξημέρωμα της οργισμένης εκείνης Δευτέρας και φεύγουν για αγύριστο νυφικό τους ταξίδι ο γαμπρός με τη νύφη. Και αρχίζει μετά η φονική τής Βέρμαχτ ανάβαση στα Τζουμέρκα και το αδιάκοπο σφυροκόπημα των χωριών του, σκορπίζοντας παντού την απειλή πως, αν δεν καθίσουν φρόνιμα, αν δε σκύψουν δηλαδή το σβέρκο περισσότερο, οι Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δημήτρης Βλαχοπάνος

137

κάτοικοί τους, θα πάθουν χειρότερα απ’ αυτά που έπαθε το Κομμένο. Κι αφού πουθενά δεν τους δίνουν γη και ύδωρ, εκείνοι ορμούν ασυγκράτητοι πάνω τους ρημάζοντας και σκοτώνοντας. Ο γερμανικός φθινοπωρινός περίπατος γενικεύεται σε ολόκληρη την Ήπειρο, ενώ την ίδια εποχή αρχίζει, δυστυχώς, ο μικρός εμφύλιος μεταξύ των δύο αντιστασιακών οργανώσεων, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την εξέλιξη του αγώνα και το μέλλον του ελληνικού λαού. Το μεσημέρι της 30 Οκτωβρίου του 1943 οι Γερμανοί στρατιώτες ξετρυπώνουν από τις δασώδεις χαράδρες του Βουργαρελίου και αρχίζουν αιφνιδίως επίθεση κατά του χωριού και των ανταρτικών δυνάμεων του Ζέρβα. Οι κάτοικοι αναζητούν μαζί με τους αντάρτες καταφύγιο στα Θεοδώριανα. Θα τελειώσει κάποτε το κακό και θα ξημερώσει η αυγή της ελευθερίας. Η χώρα μας σε κάθε γωνιά της, σε κάθε πόλη της και χωριό, σωροί ερειπίων. Οι σφαγές και τα ολοκαυτώματα είναι γεγονότα απερίγραπτα και απίστευτα για όσους βρίσκονται μακριά κι έξω από αυτά. Ο τακτικός γερμανικός στρατός δε γνωρίζει από οίκτο και δε διστάζει να τραβήξει τη σκανδάλη και να πετάξει τη χειροβομβίδα εισβάλλοντας μέσα στα σπίτια των ανυποψίαστων και άοπλων συμπατριωτών μας. Η Ελλάδα γνώρισε καλά κι άμαθε με το λουτρό του αίματός της τι πάει να πει γερμανικός ναζισμός, ως πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος που εμφορείται και αφιονίζεται με την ιδεολογία του Χίτλερ. 70 χρόνια το έγκλημα παραμένει ατιμώρητο Γι’ αυτό και όσοι γνωρίζουν καλά, ούτε ξεχνούν ούτε συγχωρούν το κακό και κείνους που το ’πραξαν. Γιατί «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονά». Και γυρεύει δικαίωση. Συμπληρώνονται φέτος 70 χρόνια απ’ τις ματωμένες εκείνες μέρες του ’43. 70 χρόνια οι Έλληνες μνημονεύουν τα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας. 70 χρόνια καταγγέλλουν τα στυγερά εγκλήματα πολέμου. Η Ελλάδα δεν ξεχνά και δε συγχωρεί. Οι κραυγές πόνου και η πίκρα της ορφάνιας εκατοντάδων χιλιάδων παιδιών της δεν της το επιτρέπουν. Αλλά σήμερα ο πόνος και η θυσία των Ελλήνων δε συμβιβάζεται, δεν μπορεί να συμβιβαστεί, με το καθεστώς μιας νέας κατοχής που επιδιώκουν να επιβάλουν στη χώρα μας οι σύμμαχοί μας και εταίροι μας Γερμανοί. Δεν είναι η Ελλάδα χρεωμένη στη Γερμανία. Η Γερμανία είναι χρεωμένη στην Ελλάδα. Και τα χρέ�� της δεν παραγράφονται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Τα χρέη της δεν παραγράφονται όσο εξακολουθούν να δροσίζουν τις πλαγιές της ψυχής μας τα μεγάλα ιδανικά της πατρίδας, της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Και είναι, πάνω απ’ όλα, ζήτημα αξιοπρέπειας και τιμής προς την ιστορία μας και όσους μάτωσαν γι’ αυτή να θυμίζουμε στους φίλους μας Γερμανούς πως δεν τους επιτρέπουμε ούτε να λησμονούν ούτε να συμψηφίζουν ούτε να υποτιμούν τις οφειλές προς τη χώρα μας. Αν και το ξέρουμε πως οι ψυχές που χάθηΈ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


138

Ο βομβαρδισμός του Βουργαρελίου

καν στο πέρασμά τους είναι ανεκτίμητες. Αν, αλήθεια, οι ψυχές των νεκρών μας δε σημαίνουν κάτι για τους σημερινούς αρχηγούς της νέας γερμανικής εποχής, το πρόβλημα δεν είναι δικό μας. Το πρόβλημα είναι δικό τους. Και φαίνεται καθαρά. Και τους εκθέτει.

* Ο Δημήτρης Βλαχοπάνος είναι Φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση εκπαίδευση

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΑΦΙΕΡΩ Μ Α ΣΤΗ Ν ΕΘΝΙΚΗ ΑΝ ΤΙ ΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΤΖΟΥ Μ ΕΡΚΑ


140

Βαγγέλης Τζούκας

Μία εκδήλω ση τιμής και μν ήμης γ ι α τ η ν Ε θ ν ι κ ή Αν τ ί σ τ α σ η

Η

εποχή μας χαρακτηρίζεται από την πρωτοφανή σε ένταση και βάθος οικονομική κρίση, που έχει αφήσει το αποτύπωμά της σε κάθε πτυχή του κοινωνικού μας βίου. Σε κάθε περίπτωση, ένα στοιχείο που δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν είναι ότι η κοινωνία μας χρειάζεται όσο τίποτε άλλο την ιστορική και εθνική αυτογνωσία. Στο πλαίσιο αυτό η ΙΛΕΤ, μαζί με το Δήμο Βορείων Τζουμέρκων, διοργάνωσαν με εξαιρετική επιτυχία το καλοκαίρι του 2012 μια διημερίδα για την Εθνική Αντίσταση. Την πρώτη μέρα (28 Ιουλίου 2012) η ομιλία του καθηγητή Γ. Μαργαρίτη, που διεξήχθη δίπλα ακριβώς στο ιστορικό γεφύρι της Πλάκας, καθήλωσε τους παρευρισκόμενους. Η θεατρική παράσταση από την ομάδα: «Βορείως» του Δήμου Βορείων Τζουμέρκων, με θέμα ένα θεατρικό έργο του Γιώργου Κοτζιούλα, αλλά και το μουσικό πρόγραμμα, ολοκλήρωσαν με εντυπωσιακό τρόπο το πρώτο μέρος της εκδήλωσης.Τη δεύτερη μέρα ακολούθησαν ομιλίες από νέους ερευνητές, ορισμένοι εκ των οποίων έχουν πρόσφατα ολοκληρώσει τις διδακτορικές τους διατριβές με θέμα την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στο παρόν τεύχος των Τζουμερκιώτικων Χρονικών κρίθηκε σκόπιμο να δημοσιευθούν τρεις από τις εισηγήσεις αυτές. Αναφερόμαστε στην εισήγηση της Βασιλικής Λάζου για τη λογική των κατοχικών αντιποίνων, στην εισήγηση του Γιάννη Σκαλιδάκη για τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις που οδήγησαν στη συμφωνία της Πλάκας, και στην εισήγηση του γράφοντος για τις ευρύτερες διαστάσεις της ενδοαντιστασιακής διαμάχης μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ που διεξήχθη κυρίως στα Τζουμέρκα την περίοδο 1943-44. Είναι προφανές ότι το θέμα αυτό, φορτισμένο πολιτικά και ιδεολογικά, απασχολεί όχι μόνο τους επαγγελματίες ιστορικούς αλλά και πολλούς ανθρώπους που επιδιώκουν απαντήσεις στα πολύπλοκα και σύνθετα ερωτήματα γύρω από την κρίσιμη δεκαετία 194050. Ευελπιστούμε ότι τα κείμενα αυτά θα συνεισφέρουν στο διάλογο και θα δώσουν έναυσμα για την επανέναρξη μιας συζήτησης που θα αφορά όχι μόνο τα Τζουμέρκα, περιοχή που υπέστη τα πάνδεινα στην Κατοχή, αλλά γενικότερα τη χώρα μας.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


141

Βασιλική Λάζου*

Αν τ ί π ο ι ν α τ ω ν δ υ ν ά μ ε ω ν Κ α τ ο χ ή ς σ τ ην Ε λ λάδ α (1941-1944)

Ο

όρος «αντίποινα» υποδηλώνει τις συλλογικές ποινές που επέβαλλαν οι αρχές Κατοχής στον άμαχο πληθυσμό. Δεν αποτελούν ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά εντάσσονται στη λογική της φασιστικής βίας και στην καθυπόταξη των πληθυσμών στην εξουσία του Άξονα. Στο σημείωμα αυτό θα ασχοληθούμε με το γενικό πλαίσιο που διαμόρφωσε την πολιτική των αντιποίνων των κατοχικών δυνάμεων στην Ελλάδα και από την οποία δοκιμάσθηκαν ιδιαίτερα οι ορεινές περιοχές, όπως τα Τζουμέρκα. Αρχικά θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο πλαίσιο του διεξαγόμενου «ολοκληρωτικού πολέμου» παραμερίστηκε κάθε έννοια ανθρώπινου δικαίου με ύψιστο στόχο την εξοικονόμηση πολύτιμου γερμανικού αίματος. Η διαταγή του «Διοικητή Ενόπλων Δυνάμεων Νοτιοανατολικής Ευρώπης» στις 28 Οκτωβρίου 1942 είναι χαρακτηριστική από αυτή την άποψη: Όλες οι εμφανιζόμενες εχθρικές ομάδες θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξοντωθούν μέχρι τον τελευταίο άνδρα. […] Πρόκειται για έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Η υποστήριξη απόψεων, όπως η ακόλουθη: «ο ηρωισμός ενός λαού που αγαπάει την ελευθερία» είναι άτοπη. Πρόκειται για πολυτιμότατο γερμανικό αίμα. Γι’ αυτό αναμένω από κάθε διοικητή, με τη δική του συμμετοχή να φροντίσει, ώστε να εφαρμοστεί αυτή η διαταγή από τα στρατεύματα χωρίς καμία εξαίρεση και με τα σκληρότερα μέσα. […]1

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή των εντολών της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης ήταν φυσικά η πειθήνια συμμόρφωση των Γερμανών στρατιωτών. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο φιλελληνισμός και η αρχαιολατρία της ναζιστικής ιδεολογίας έδωσαν τη θέση τους σε φυλετικά στερεότυπα σύμφωνα με τα οποία οι αντάρτες ήταν ληστές που ενδημούσαν στην περιοχή, προέρχονταν από έναν πρωτόγονο πληθυσμό και δεν είχαν κάποιο κώδικα στρατιωτικής τιμής. Αυτή η θεώρηση των ανταρτών ως φυλετικά κατώτερων φανατικών συνέβαλε στην άμβλυνση των αναστολών των στρατιωτικών μονάδων όσον αφορά στην επιβολή σκληρών μέτρων2. 1. Στ. Δορδανάς, «Το αίμα των αθώων. Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία, 1941-1944», Αθήνα: Εστία 2007, σ. 180-181 Παρατίθεται στο Καλογρηάς, ό.π 2. M. Mazower, «Inside Hitler’s Greece: The Experience of Occupation 1941-1944», New Haven, CT and London: Yale University Press, 1993, σ. 231-232 Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


142

Βασιλική Λάζου

Η πλήρης κάλυψη της «βίαιης συμπεριφοράς» των στρατιωτών του Άξονα σε επιχειρήσεις κατά των «συμμοριτών» από την ηγεσία τους διευκόλυνε πράξεις αυθαίρετες και ανεξέλεγκτες. Σύμφωνα με διαταγή που εξέδωσε στις 16 Δεκεμβρίου 1942 ο Γερμανός στρατάρχης Κάιτελ: [Ανθρωπιστικές] επιφυλάξεις οποιουδήποτε είδους αποτελούν έγκλημα εναντίον του γερμανικού έθνους. Κανένας Γερμανός στρατιώτης, ο οποίος συμμετέχει σε επιχειρήσεις εναντίον των συμμοριτών και των συνεργατών τους, δεν θα λογοδοτήσει για τη βίαιη συμπεριφορά του από πειθαρχικής και νομικής απόψεως.3 Στον αμείλικτο αγώνα εναντίον των ανταρτών δεν έλειπαν και οι «μοιραίες παρεξηγήσεις» καθώς σε περίπτωση που υπήρχαν αμφιβολίες η γερμανική διοίκηση ενθάρρυνε τους στρατιώτες «πρώτα να πυροβολήσουν»4. Η έλλειψη γραπτών διαταγών απέσειε οποιαδήποτε έννοια υπευθυνότητας από τους διοικητές και τους στρατιώτες για τα εγκλήματα που πραγματοποιούσαν. Μπορούν να διακριθούν τρεις φάσεις στην επιβολή των αντιποίνων: η πρώτη φάση άρχισε με την έναρξη της κατοχικής περιόδου και αφορούσε περιπτώσεις μαζικής αντίστασης του άμαχου πληθυσμού λόγω της ενεργού συμμετοχής των κατοίκων στην απόκρουση της γερμανικής επίθεσης. Σε αυτή τη φάση εντάσσονται τα αντίποινα ύστερα από τη Μάχη της Κρήτης ή ύστερα από τις πρώτες αντιστασιακές ενέργειες στη Μακεδονία (Δοξάτο Δράμας). Η δεύτερη φάση, έως τις αρχές του 1943, αποτελεί μεταβατική περίοδο καθώς χαρακτηρίζεται από την απουσία μαζικών αντιποίνων. Με τη διάσπαση του Άξονα, τη συνθηκολόγηση των Ιταλών και την επακόλουθη ανάληψη από τους Γερμανούς των ευθυνών για τη χώρα, οι γερμανικές δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με το ζήτημα της αντίστασης. Η τρίτη φάση των αντιποίνων ξεκίνησε εκείνη την περίοδο, όταν το αντιστασιακό κίνημα άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του και να είναι σε θέση να πραγματοποιεί επιθέσεις εναντίον των δυνάμεων κατοχής. Η Βιάννος, τα Καλάβρυτα, το Δίστομο, το Κομμένο και άλλα χωριά σε ολόκληρη τη χώρα έγιναν στόχος της ναζιστικής τρομοκρατίας και έχασαν μέρος του πληθυσμού τους με τον τυφεκισμό εκατοντάδων ανδρών και μαζικές εκτελέσεις αμάχων. 3. Δορδανάς, ό.π, σ. 181-182. 4. Χ. Φλάισερ, «Η ναζιστική εικόνα για τους (Νέο-) Έλληνες και η αντιμετώπιση του άμαχου πληθυσμού από τις γερμανικές αρχές κατοχής», Αφιέρωμα στο Νίκο Σβορώνο, τ. Β, Ρέθυμνο 1986 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Αν τ ί π ο ι ν α τ ω ν δ υ ν ά μ ε ω ν κ α τ ο χ ή ς σ τ η ν Ε λ λ ά δ α ( 1 9 4 0 - 1 9 4 1 )

143

Γενικότερα αυτή την περίοδο, σε όλη την Ευρώπη, οι Γερμανοί στρατιωτικοί υιοθέτησαν μια σκληρότερη στάση απέναντι στα αντάρτικα κινήματα των κατεχόμενων χωρών. Είναι αρκετά διαδεδομένος ο μύθος του Ιταλού στρατιώτη ως brava gente (καλού παιδιού) και η άποψη της ηπιότερης ιταλικής κατοχής. Σύμφωνα με την Ιταλίδα ιστορικό Lidia Santarelli, o μύθος αυτός είναι μία κατασκευή που απεικονίζει την έμφαση της εθνικής αφήγησης στον αντιφασιστικό αγώνα 194344 και ευνοήθηκε από την έλλειψη αναγνώρισης της ευθύνης της Ιταλίας για εγκλήματα τα οποία διαπράχθηκαν από τον Άξονα κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, γεγονός που απέρρεε και από τον αμφιλεγόμενο ρόλο της Ιταλίας στον πόλεμο5. Ωστόσο, σύμφωνα με τους δικαστές, υπεύθυνους για τη διερεύνηση των εγκλημάτων πολέμου, η στάση των Ιταλών απέναντι στον ελληνικό πληθυσμό με εξαίρεση τη συμπεριφορά τους απέναντι στους Εβραίους, λίγο διέφερε από αυτή των Γερμανών συμμάχων τους6. Ο βομβαρδισμός αστικών περιοχών, η απομύζηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας, οι λεηλασίες στα χωριά, η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης στη Λάρισα αποτελούν παραδείγματα εγκληματικής δράσης του Ιταλικού στρατού απέναντι στους κατεχόμενους ελληνικούς πληθυσμούς. Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1943 πραγματ��ποιήθηκαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Ιταλών στη Θεσσαλία και στη Στερεά. Ιταλοί στρατιώτες έκαψαν χωριά, εκτέλεσαν κατοίκους και λεηλάτησαν αγροτικές περιουσίες. Έλληνες αγρότες και εργάτες στα ορυχεία εγκατέλειψαν τις οικίες τους και αναζήτησαν καταφύγιο στα ορεινά. Σύμφωνα ωστόσο με την άποψη των γερμανών συμμάχων τους, η διάθεση των Ιταλών να πολεμήσουν τους αντάρτες αποφασιστικά παρέμενε χαμηλή το 1943, ακόμα και όταν από στρατηγικής άποψης ήταν επείγον να υπάρχει ισχυρός έλεγχος στα μετόπισθεν εν αναμονή της συμμαχικής απόβασης. Στην όποια τρομοκρατία ασκούσαν τους έλειπε η «γερμανική σχολαστικότητα», ενώ κατά τις γερμανικές πηγές σημαντικός αριθμός Ιταλών αξιωματικών ήταν επιρρεπής στη νωχέλεια. Ο αρχηγός της 11ης Ιταλικής Στρατιάς Τζελόζο έκανε ανοιχτή κριτική στην τακτική των Γερμανών να παίρνουν ομήρους με τυχαίο τρόπο ανεξάρτητα από την ηλικία και το φύλο τους και να τους εκτελούν ως αντίποινα για τη δράση των ανταρτών. Ο ίδιος αρνήθηκε να 5. Lidia Santarelli (2004), «Muted violence: Italian war crimes in occupied Greece», Journal of Modern Italian Studies, 9:3, 284 6. Davide Rodogno, «Το spazio vitale του φασισμού και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, τόμος Γ1, σ. 50-99 Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


144

Βασιλική Λάζου

εισαγάγει μία τέτοια απεχθή διαδικασία7. Οι όποιες αντιρρήσεις του κάμφθηκαν γρήγορα, καθώς σύμφωνα με δική του διαταγή επιβλήθηκαν μια σειρά από καταπιεστικά μέτρα την άνοιξη και το καλοκαίρι 1943. Οι διαταγές βασίστηκαν στην άποψη ότι, για να καμφθεί το ελληνικό αντιστασιακό κίνημα, πρέπει να εξαλειφθούν ολόκληρες τοπικές κοινότητες. Είχε προηγηθεί ένα από τα χειρότερα εγκλήματα πολέμου του Ιταλικού στρατού κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, η σφαγή 150 κατοίκων στο θεσσαλικό χωριό Δομένικο στις 16-17 Φεβρουαρίου 1943 από άνδρες της Μεραρχίας Πινερόλο. Οι Γερμανοί ακολούθησαν μία σαφώς πιο ενεργή αντιανταρτική πολιτική από ό,τι οι Ιταλοί προκάτοχοί τους. Ήδη, πριν από την αποχώρηση των Ιταλών, ο διοικητής της στρατιάς Ε και ανώτατος διοικητής της Νοτιανατολικής Ευρώπης Αλεξάντερ Λερ είχε σχεδιάσει μια πιο συστηματική προσέγγιση των αντιανταρτικών επιχειρήσεων. Από το φθινόπωρο 1943 πραγματοποιήθηκαν ευρείας κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, καθώς είχε αποδειχθεί ότι οι εξορμήσεις μικρών γερμανικών αποσπασμάτων στην ύπαιθρο και η κατασκευή οχυρών σημείων κατά μήκος των ζωτικής σημασίας αρτηριών ήταν και ανεπιτυχείς και επικίνδυνες. Κατά τη διάρκεια του 1943 πραγματοποιήθηκαν γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στον κεντρικό κορμό της Πίνδου και στη Νότια Ελλάδα. Ας σημειωθεί ότι συνολικά 17 μεραρχίες του γερμανικού στρατού και ποικίλα βοηθητικά σώματα απασχολούνταν στη Βαλκανική Χερσόνησο, εκτός από το στρατό τής Βουλγαρίας και των φιλοαξονικών δυνάμεων. Η περιοχή της Πίνδου ήταν η ραχοκοκαλιά της Εθνικής Αντίστασης. Πολλοί ήταν οι λόγοι που συνέτειναν σε αυτό. Η σημαντική παράδοση αυτονομίας των τοπικών κοινωνιών και η κληρονομιά των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων, (η Πίνδος αποτέλεσε κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας βάση και ορμητήριο των κλεφταρματωλών), το ορεινό ανάγλυφο που ευνοούσε στρατηγικά την ανάπτυξη του αντάρτικου και κυρίως η διάθεση και η διαθεσιμότητα των τοπικών κοινωνιών να συμμετέχουν και να στηρίζουν το αντιστασιακό κίνημα κατέστησαν την Πίνδο επίκεντρο της αντάρτικης δραστηριότητας. Στόχος των Γερμανών, ιδιαίτερα μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών το καλοκαίρι του 1943, ήταν αφενός να κρατηθεί ανοικτή και να ελέγχεται η βασική αρτηρία Γιάννενα–Μέτσοβο–Καλαμπάκα και αφετέρου να στραγγαλιστεί οικονομικά το αντάρτικο. Ο δεύτερος στόχος αποτέλεσε αντικείμενο μεθοδικού σχεδιασμού από την πλευρά των Γερμανών και είχε καταστροφικές συνέπειες για την παραγωγική 7. Gabriella Etmektsoglou, «Axis Exploitation of wartime Greece, 1941-1942», Ph. D Thesis, Emory University, Department of History 1995, p. 243-244. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Αν τ ί π ο ι ν α τ ω ν δ υ ν ά μ ε ω ν κ α τ ο χ ή ς σ τ η ν Ε λ λ ά δ α ( 1 9 4 0 - 1 9 4 1 )

145

υποδομή της υπαίθρου. Ο κύριος σκοπός ήταν να καταστραφούν οι βάσεις για τη διατροφή των ανταρτών. Στο πλαίσιο της εκκαθαριστικής επιχείρησης Πάνθηρας του 22ου Ορεινού Σώματος του Γερμανικού Στρατού στην Πίνδο από τις 18 Οκτωβρίου–5 Νοεμβρίου 1943 πυρπολήθηκαν περίπου 3.800 σπίτια, αλλά και 2.300 αποθηκευτικοί χώροι (αχυρώνες και στάβλοι) και εξοντώθηκαν παραγωγικά και μεταφορικά ζώα. Η λεηλασία ήταν ολοκληρωτική και πολλοί κάτοικοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους ενώ, άλλοι αναγκάστηκαν να επιβιώσουν σε αυτοσχέδιες καλύβες. Μέχρι το τέλος του πολέμου καταστράφηκαν στην Ήπειρο 147 χωριά με σύνολο 85.000 κατοίκων και καταγράφηκαν 5.200 πυρπολημένες οικίες και 1.746 νεκροί. Η ήδη ελλειμματική παραγωγή τής περιοχής ενέτεινε το πρόβλημα της επιβίωσης των κατοίκων της8. Ανάλογες καταστροφές σε παραγωγικές δομές έγιναν και σε άλλες περιοχές της χώρας. Σύμφωνα με μία εκτίμηση, το αποτέλεσμα των επιχειρήσεων του φθινοπώρου 1943 ήταν περισσότερα από 1.700 καμένα χωριά, κυρίως στο χώρο της Πίνδου, εκτεταμένες εκτελέσεις και ανυπολόγιστες καταστροφές9. Παράλληλα με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των αντάρτικων σωμάτων, οι Γερμανοί προέβησαν σε εκτεταμένα αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού. Εφαρμόζοντας το δόγμα της συλλογικής ευθύνης των κατοίκων μιας περιοχής όπου δρούσαν αντάρτες, ο γερμανικός στρατός δεν έκανε κανένα διαχωρισμό ανάμεσα σε ένοπλους και άοπλους, αλλά στοχοποιούσε το σύνολο του πληθυσμού. Η σύλληψη ομήρων ή κρατουμένων ήταν η πιο ήπια μορφή μιας πρακτικής η οποία συχνά έπαιρνε εξαιρετικά βίαιες μορφές. Επιθέσεις εναντίον Γερμανών στρατιωτών, ενέδρες, πράξεις δολιοφθοράς, εξιλεώνονταν με εκτελέσεις ή άλλης μορφής αντίποινα, όπως η πυρπόληση χωριών ή οικιών, η αναγκαστική μετοίκηση πληθυσμών, η κράτηση ομήρων αλλά και κάθε είδους περιορισμοί των ωρών ελεύθερης κυκλοφορίας ή ακόμα και ποινές σε χρήμα. Λίγους μήνες πριν από την απελευθέρωση της χώρας, οι γερμανικές αρχές κατοχής μετήλθαν κάθε μέσο προκειμένου να ενσπείρουν τον τρόμο και να αποτρέψουν τη συμμετοχή του πληθυσμού σε επιθέσεις εναντίον της Βέρμαχτ. Σε αυτό το πλαίσιο με τη δικαιολογία της καταδίωξης των ανταρτών παρακρατικές ομάδες, οι οποίες συνεργάζονταν με τους Γερμανούς, ανέλαβαν να 8. Γ.Σκαλιδάκης, «Οικονομικές συνέπειες από τις γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Ελεύθερη Ελλάδα», (αδημοσίευτη ανακοίνωση), Βιάννος 2011 9. H.F.Meyer, «Epirus in the summer of 1943. Actions of the EDES – Resistance, German and Italian Riprasal Operations, and their impact on the civilian population», (αδημοσίευτη εισήγηση στο συνέδριο War and Identities), Αθήνα, Μάιος 2006. Βλ.: Β. Τζούκας, «Ο ανταρτοπόλεμος στην Πίνδο και οι γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις», (αδημοσίευτη ανακοίνωση), Βιάννος 2011. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


146

Βασιλική Λάζου

συνδράμουν ενεργά τον τακτικό γερμανικό στρατό στην εφαρμογή «μέτρων εξιλασμού». Επιδόθηκαν σε ακραίες συμπεριφορές εναντίον των αμάχων ξεπερνώντας σε πολλές περιπτώσεις σε αγριότητα και τους ίδιους τους Γερμανούς, όπως για παράδειγμα ο Σούμπερτ και οι άνδρες του, οι οποίοι, αφού είχαν δράσει στην Κρήτη, εγκαταστάθηκαν σε στρατηγικής σημασίας περιοχές της Μακεδονίας προσπαθώντας να κρατήσουν τον ΕΛΑΣ μακριά από τις πόλεις και τους οδικούς άξονες. Ανεξάρτητα από το όποιο πρόσχημα αντικομμουνισμού, οι περισσότερες επιδρομές ήταν καθαρά ληστρικές και στόχευαν σε λεηλασία των αγροτικών προϊόντων και του πλούτου των χωριών. Όταν η σύγκρουση ανάμεσα στις αντιστασιακές οργανώσεις και τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους μεταφέρθηκε από τα βουνά στις πόλεις, οι λεηλασίες χωριών και οι αναίτιες επιθέσεις εναντίον των αμάχων παρουσίασαν σημαντική αύξηση. Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν μέχρι την παραμονή της αποχώρησης των Γερμανών, χωρίς να κατορθώσουν να επιτύχουν τον αρχικό τους στόχο που ήταν η εξουδετέρωση της Αντίστασης. Οι Γερμανοί στρατιωτικοί διαπίστωσαν με απογοήτευση την ενδυνάμωση του αντάρτικου κινήματος που τροφοδοτούνταν διαρκώς από την εχθρότητα και το μίσος της πλειοψηφίας του άμαχου πληθυσμού προς τις δυνάμεις κατοχής. Εκτιμώντας τον συνολικό φόρο αίματος των Ελλήνων απόρρητη έκθεση της γερμανικής Στρατιάς Ε έκανε λόγο για 25.435 φονευθέντες Έλληνες στην περίοδο Ιουνίου 1943–Σεπτεμβρίου 194410. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν οι περίπου 3.000 εκτελεσθέντες των πρώτων 25 μηνών της γερμανικής κατοχής στην Κρήτη, Μακεδονία και Αττική και οι νεκροί από τα ανάλογα «μέτρα» των Ιταλών. Επιπρόσθετα πρέπει να υπολογιστεί και ένα υψηλό ποσοστό από τους 25.728 συλληφθέντες τους οποίους αναφέρει η έκθεση χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση για την τύχη τους. Σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις υπολογίζεται ότι έως το τέλος της Κατοχής πάνω από χίλια χωριά είχαν ισοπεδωθεί και ένα εκατομμύριο Έλληνες είχαν πληγεί από τις γερμανικές στρατιωτικές επιδρομές σε ολόκληρη τη χώρα11. Τα τελευταία χρόνια αναβιώνει μία συζήτηση σχετικά με την «ευθύνη» των αντιστασιακών οργανώσεων και τις συνέπειες της δράσης τους στον άμαχο πληθυσμό. Οι επίδοξοι αναθεωρητές της ιστορίας, αποτιμώντας το ρόλο και την προσφορά της Αντίστασης, υποστηρίζουν ότι τα οφέλη της περιορίζονται 10. John Louis Hondros, Occupation and Resistance: The Greek Agony, 1941-44, New York 1983, σ. 162. 11. Δημήτριος Μαγκριώτης, «Θυσίαι της Ελλάδος και εγκλήματα κατοχής», Αθήνα 1949 (φωτογραφική ανατύπωση 1996). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Αν τ ί π ο ι ν α τ ω ν δ υ ν ά μ ε ω ν κ α τ ο χ ή ς σ τ η ν Ε λ λ ά δ α ( 1 9 4 0 - 1 9 4 1 )

147

σε συμβολικό επίπεδο, χωρίς η Αντίσταση να έχει καταφέρει να επιτύχει τους στόχους της. Το κόστος που πλήρωσαν οι Γερμανοί ήταν μικρό, ενώ αντίθετα τα αντίποινα που προκάλεσε η Αντίσταση ήταν αιματηρά12. Η συζήτηση αυτή αμφισβητεί και απαξιώνει την ίδια την αναγκαιότητα της αντιστασιακής δράσης απέναντι σε αυθαίρετη και βίαια εξουσία. Οι Γερμανοί προέβαιναν σε αντίποινα για το ότι η αντιστασιακή δράση αποτελούσε έντονη πηγή ανησυχίας για αυτούς. Οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ προκάλεσαν σοβαρές γερμανικές απώλειες, στο μέτρο της γερμανικής παρουσίας στην Ελλάδα, και προβλήματα στη γερμανική στρατιωτική μηχανή με τις δολιοφθορές στις συγκοινωνίες και στις περιοχές όπου οι Γερμανοί εκμεταλλεύονταν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας (μεταλλεία, ορυχεία). Οι κινητοποιήσεις του ΕΑΜ στις πόλεις απέτρεψαν την αποστολή ελληνικού εργατικού δυναμικού στην πολεμικά εργοστάσια του Χίτλερ στη Γερμανία. Η υπαρκτή, πραγματική απειλή της Ελληνικής Αντίστασης, αποτέλεσε το κυριότερο ζήτημα της κατοχικής πολιτικής των Γερμανών. Τα αντίποινα δεν τα προκάλεσε η Αντίσταση. Τα προκάλεσε η λογική της βίας, της στρατοκραρικής ιδεολογίας και του ναζιστικού ιδεολογήματος περί φυλετικής ανωτερότητας της άριας φυλής καθώς και η αρχή της συλλογικής ευθύνης και της ασύμμετρης απάντησης13. Με την επιβολή αντιποίνων οι Γερμανοί στόχευαν να εξαναγκάσουν τους αντιπάλους τους, τους αντάρτες και τον άμαχο πληθυσμό, να απέχουν από τις επιθετικές ενέργειες εναντίον των στρατευμάτων Κατοχής ή να μην τις οργανώνουν. Για αυτό το λόγο τα αντίποινα δεν έπονταν μόνο της δράσης των ανταρτών, αλλά λειτουργούσαν ως κατασταλτικά μέτρα προληπτικά, εκφοβιστικά και αποτρεπτικά. Ο φόβος των γερμανικών αντιποίνων έπρεπε να είναι πολύ μεγαλύτερος από την «απειλή» των ανταρτών. Η ευθύνη των αντιποίνων βαραίνει αυτούς που τα διενεργούν, γι’ αυτό και, μετά τη βαρβαρότητα των στρατευμάτων του Άξονα, τα αντίποινα περιορίστηκαν από το διεθνές δίκαιο. Οι Συμβάσεις της Γενεύης το 1949 θεσμοθέτησαν ως απαράβατο κανόνα την ανθρωπιστική μεταχείριση των αμάχων. Δυστυχώς μέχρι σήμερα στους σύγχρονους πολέμους η τελειοποίηση των όπλων μαζικής καταστροφής και η πρακτική των εθνοκαθάρσεων εξακολουθούν να προκαλούν απώλειες αμάχων θέτοντας σε αμφισβήτηση την ικανότητα του ανθρώπου να διδάσκεται από το παρελθόν του. * Η Βασιλική Λάζου είναι Διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικής Ιστορίας και Επιστήμης

Παντείου Πανεπιστημίου

12. Στάθης Καλύβας, «Αποτιμώντας την Αντίσταση», Καθημερινή, 8 Μαΐου 2011. 13. Πολυμέρης Βόγλης, «Απαξιώνοντας την Αντίσταση», Αυγή, 22 Μαΐου 2011. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


148

Γιάννης Σκαλιδάκης*

Οι πολιτικές εξελίξεις στις αρχές του 1944 για το ζήτημα δημιουργίας «Εθνικής Κυβερνήσεως» και η Συμφωνία της Πλάκας

Σ

το σημείωμα αυτό θα ασχοληθούμε με τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις γύρω από το ζήτημα της συγκρότησης ελληνικής «εθνικής κυβέρνησης» στα τέλη 1943-αρχές 1944 και τη συμφωνία της Πλάκας, που υπογράφηκε δίπλα στο ιστορικό γεφύρι των Τζουμέρκων. Οι επαφές Δαμασκηνού και η αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού Μετά το καλοκαίρι του 1943 και την αποστολή των εκπροσώπων της Αντίστασης στο Κάιρο, οι πολιτικές εξελίξεις εν όψει απελευθέρωσης επιταχύνθηκαν. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να ανασχηματιστεί και να προσαρμοστεί στα σχήματα που προδιέγραφαν ο Χάρτης του Ατλαντικού και οι διακηρύξεις της Τεχεράνης. Από την άλλη, ο βασιλιάς Γεώργιος με δυσκολία διευκολύνει την κυβέρνηση να επιδείξει εχέγγυα δημοκρατικότητας, κάνοντας στις αρχές Νοεμβρίου μια ασαφή δήλωση περί επανεξέτασης του χρόνου επιστροφής του στην Ελλάδα, χωρίς να κάνει λόγο για δημοψήφισμα. Παρ’ όλα αυτά, οι αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων στην Αθήνα έδειχναν πλέον μεγάλη κατανόηση στο πολιτειακό ζήτημα και δήλωναν έτοιμοι για συνεννοήσεις Αθήνας-Καΐρου και τη χάραξη «ενιαίας κατευθύνσεως». Ο Τσουδερός δέχτηκε επιστολή των Σοφούλη, Γονατά, Μυλωνά, Παπανδρέου και Πέτρου Ράλλη που θεωρούσαν τη διατύπωση του Γεωργίου ως αποδοχή δημοψηφίσματος και δήλωναν την προθυμία τους να εργαστούν για το σχηματισμό μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Στις 18 Ιανουαρίου 1944, ο Σοφούλης σε επιστολή του προς τον Καραπαναγιώτη τόνιζε ότι δεν έπρεπε να αλλάξει η σύνθεση της κυβέρνησης και θεωρούσε το διάγγελμα της 8ης Νοεμβρίου δεσμευτικό για τον Γεώργιο Β΄.1 Ο φόβος για την αυξανόμενη επιρροή τού ΕΑΜ και το σχηματισμό τής Ελεύθερης Ελλάδας έδινε ξεκάθαρα τον τόνο. Στη δήλωση των κομμάτων για τη βασιλική επιστολή, την οποίαν έκαναν στις 19 Ιανουαρίου 1944, ζητούσαν «να τεθή πάραυτα υπό υπεύθυνον πολιτικήν καθοδήγησιν η ήδη αναρχούμενη ανταρτική κίνησις» συμπληρώνοντας πως «η κίνησις αύτη, χρησιμωτάτη, παρε1. Μαρία Σπηλιωτοπούλου-Προκόπης Παπαστράτης (σύνταξη), «Χρονολόγιο γεγονότων 1940-1944», Ακαδημία Αθηνών-ΚΕΙΝΕ, σ. 36 [F.O. 371/43683/R4595 ]. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι πολιτικές εξελίξεις στις αρχές του 1944 για το ζήτημα δημιουργίας «Εθνικής Κυβερνήσεως»

149

ξέκλινε του προορισμού της και τείνει να μεταβληθή, αν δεν μετεβλήθη ήδη, από απελευθερωτικής εις κίνησιν εξοντώσεως των ελληνικών πληθυσμών»2. Πιο οξύς, ο Γ. Παπανδρέου, με επιστολή του τον Ιανουάριο του 1944 προς την κυβέρνηση Καΐρου και το Συμμαχικό Στρατηγείο, καταφερόταν με σφοδρότητα κατά του ΕΑΜ, κατανοούσε την υποστήριξη μερίδας του πληθυσμού προς τα Τάγματα Ασφαλείας «διότι παρείχον το αίσθημα της ασφαλείας έναντι της τρομοκρατίας του Κομμουνισμού» και τόνιζε, μεταξύ άλλων, ότι «πρέπει να λήξη η τρομοκρατική κατοχή της υπαίθρου εκ μέρους των δυναμικών οργανώσεων του ΕΑΜ. Διότι σήμερον, μόλις και όπου η Γερμανική Κατοχή αποσύρεται, δεν πνέει ο άνεμος της Ελευθερίας, αλλά εγκαθίσταται αμέσως νέα, επίσης σκληρά, Κατοχή: του Κομμουνιστικού Κόμματος…».3 Η προπαγάνδα περί κατατρομοκράτησης του πληθυσμού της υπαίθρου από τον ΕΛΑΣ ταυτιζόταν με αυτή της δωσίλογης κυβέρνησης στην Αθήνα και τη γερμανική προπαγάνδα περί συμμοριών. Σε αυτή τη βάση δικαιολογούνταν είτε άμεσα (Γονατάς) είτε έμμεσα (Παπανδρέου) η ίδρυση και η πραγματικά τρομοκρατική δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Αυτή η δράση είχε πραγματικά θορυβήσει τις δυνάμεις της Αντίστασης, που έβλεπαν να συγκροτείται μια νέα, οργανωμένη και σκληρή, εχθρική δύναμη που διαιρούσε τραυματικά το κοινωνικό σώμα και υποστηριζόταν τόσο από τις κατοχικές δυνάμεις όσο και από μέρος του παλιού πολιτικού κόσμου σε μια ανίερη συμμαχία. Η δράση των Ταγμάτων μόνο αμελητέα δεν ήταν και από τα τέλη του 1943-αρχές του 1944 ήταν στην πρώτη γραμμή των μελημάτων του αντιστασιακού κινήματος. Σε θέσεις του ΚΚΕ για την πολιτική κατάσταση τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο αναφερόταν πως: «η ολόπλευρη επίθεση των Γερμανο-Ράλληδων ενάντια στο αγωνιζόμενο έθνος πήρε πιο ανοιχτή και αιματηρή μορφή» αναφέρονται στις περιοχές της Καλαμάτας και της Τρίπολης, της Θεσσαλίας και της Στερεάς, αλλά και της Θεσσαλονίκης.4 Τις πρώτες μέρες του 1944 έφτασε στην Αθήνα, για δεύτερη φορά, απεσταλμένος από την κυβέρνηση Καΐρου, ο συνταγματάρχης της Επιμελητείας Εμ. Φραδέλλος («Μίλας») με εξουσιοδότηση να ορίσει τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό ως αντιπρόσωπο στην Ελλάδα του βασιλιά και της κυβέρνησης. Εκτός των άλλων υποδεικνυόταν η αποστολή 3 ή 4 πολιτικών εκπροσώπων κομμάτων ή οργανώσεων εκτός των Φιλελευθέρων, που αντιπροσωπεύονταν επαρκώς, για να πλαισιώσουν την κυβέρνηση, χωρίς να διευκρινίζεται αν σε αυτούς τους 2. Εμμανουήλ Τσουδερός, «Ελληνικές ανωμαλίες στη Μέση Ανατολή», σ. 76-77. 3. Γεωργίου Παπανδρέου, «Κείμενα: Η απελευθέρωσις της Ελλάδος», 2ος τόμος, Αθήνα, Μπίρης, 1963, σ. 34-41. 4. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΕΔΑ, κ. 244: ΚΚΕ, 5. Θέσεις για την πολιτική κατάσταση 31/01-22/2 1944. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


150

Γι ά ν ν η ς Σ κ α λ ι δ ά κ η ς

εκπροσώπους θα μπορούσε να είναι και ορισμένοι του ΕΑΜ, ενώ σημειωνόταν ως «προέχον ζήτημα» η κατάπαυση της σύγκρουσης μεταξύ των ανταρτικών δυνάμεων. Ο Δαμασκηνός ανταποκρίθηκε θετικά.5 Είχε ανοίξει ο δρόμος για την αλλαγή, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, της κυβέρνησης, ώστε να μπορέσει να σταθεί πολιτικά με το απαιτούμενο κύρος την περίοδο της απελευθέρωσης. Το μεγάλο ερώτημα ήταν η στάση του ΕΑΜ που είχε από καιρό εκδηλώσει με έμπρακτες πρωτοβουλίες τη θέλησή του να σχηματιστεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας, με τη συμμετοχή του φυσικά. Σύμφωνα με το Θανάση Χατζή, γραμματέα τότε του ΕΑΜ, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ βολιδοσκοπούνταν αν είναι διατεθειμένη να δεχτεί μια Ανώτατη Επιτροπή Καθοδήγησης τους Έθνους με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ θεώρησε ότι αντιθέτως θα έπρεπε άμεσα να συγκροτηθεί μια «προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση» στην Ελεύθερη Ελλάδα, θέση που θεωρήθηκε «προκλητική» για τα αστικά κόμματα από τη Γραμματεία του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ πρότεινε να γίνει μια ακόμη πρόταση στα πολιτικά κόμματα για το σχηματισμό Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, χωρίς να αποκλείει την επανάληψη των διαπραγματεύσεων που έγιναν στο Κάιρο, με την προϋπόθεση να δηλώσει ο βασιλιάς ότι δεν θα επέστρεφε στη χώρα πριν από ��η διεξαγωγή δημοψηφίσματος.6 Την ίδια στιγμή όμως, όπως αναφέρει πάλι ο Χατζής, το ΚΚΕ κινήθηκε ανεξάρτητα από το ΕΑΜ και ο Ζεύγος επισκέφτηκε στις 10 Δεκεμβρίου τον Θ. Σοφούλη και του έδωσε έκκληση του κόμματος προς τα πολιτικά κόμματα για συνεργασία στην πάλη κατά των κατακτητών και την εξασφάλιση της εθνικής ενότητας. Πρότεινε τη διεύρυνση της κυβέρνησης του Καΐρου με συμμετοχή αντιπροσώπων της Αντίστασης και την αποστολή κλιμακίου υπουργών στην Ελεύθερη Ελλάδα. Αυτή η κίνηση προκάλεσε την αντίδραση των άλλων κομμάτων του ΕΑΜ, η οποία ανάγκασε τον αντιπρόσωπο του ΚΚΕ Θ. Χατζή να δηλώσει κατηγορηματικά ότι δεν πρόκειται να επαναληφθούν στο μέλλον τέτοιες πρωτοβουλίες. Συνάμα αποφασίστηκε να απευθυνθεί το ΕΑΜ προς τα πολιτικά κόμματα με ανακοίνωση της ΚΕ στις 14 Δεκεμβρίου 1943, που ανέφερε: Η Κεντρική Επιτροπή τού ΕΑΜ καλεί όλα τα πολιτικά κόμματα, που ειλικρινά αγωνίζονται για τη λευτεριά και τις ελευθερίες του λαού, να συνεννοηθούν πάνω στη βάση να σχηματισθεί εδώ στην Ελλάδα από τώρα Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, που θα αναλάβει και την ενιαία διεξαγωγή του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και την ομαλή λύση του πολιτειακού ζητήματος, σύμ5. Εμμανουήλ Τσουδερός, «Ελληνικές ανωμαλίες στη Μέση Ανατολή», σ. 82-83. 6. Θανάσης Χατζής, «Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε», 3ος τόμος, Δωρικός, σ. 27-28. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι πολιτικές εξελίξεις στις αρχές του 1944 για το ζήτημα δημιουργίας «Εθνικής Κυβερνήσεως»

151

φωνα με τη λαϊκή θέληση. Το ΕΑΜ με τη δήλωσή του αυτή αναιρεί και πάλι ριζικά τη συκοφαντία πως εννοεί να μονοπωλήσει τον Εθνικό Αγώνα και να δώσει αυθαίρετες λύσεις στο πολιτειακό ζήτημα, ξαναγυρίζει στην πρόταση που έκαναν οι αντιπρόσωποί του στο Κάιρο για το σχηματισμό πλατιάς κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας με προϋπόθεση τη δήλωση του βασιλιά για τη μη επάνοδό του στην Ελλάδα πριν από το δημοψήφισμα και δίνει το χέρι ειλικρινά και τίμια σ’ όλα τα κόμματα και τις οργανώσεις που δουλεύουν πάνω σε λαοκρατική βάση για συνεργασία που θα σταματήσει τον εμφύλιο πόλεμο, θα ξαναενώσει όλες τις δυνάμεις του Έθνους και θα οδηγήσει το λαό στην επιβολή της κυριαρχικής του θέλησης.7 Σε αυτήν την πρόσκληση του ΕΑΜ απάντησαν αρνητικά οι γνωστοί πολιτικοί παράγοντες, υπήρξε όμως ίσως και το σημείο συνάντησης με την ομάδα εκείνων, με προεξάρχοντα τον Αλέξανδρο Σβώλο, που θα προσεγγίσουν την οπτική τού ΕΑΜ και θα συμμετάσχουν τελικά στην ΠΕΕΑ. Το κύριο διακύβευμα ήταν αν ως διευρυμένη κυβέρνηση θα παρέμενε η εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου ή θα ανασχηματιζόταν αυτή ριζικά και θα είχε κλιμάκιο στην Ελεύθερη Ελλάδα. Ως προς αυτό, η κυβέρνηση δεν θα έκανε πίσω. Στην απάντησή του, στις 22 Δεκεμβρίου, ο Τσουδερός, μεταξύ άλλων, τόνιζε πως η πρόταση του ΕΑΜ οδηγούσε σε σχηματισμό τριών κυβερνήσεων (του Καΐρου, του ΕΑΜ και του ΕΔΕΣ) και στην εθνική αποσύνθεση. Η μοναδική ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να έχει έδρα στο εξωτερικό, για να βρίσκεται σε επαφή με τους Συμμάχους, αλλά και γιατί στην Ελλάδα δεν υπήρχε, όπως αναφέρεται στην επιστολή, «όπως στη Σερβία, αληθινό πολεμικό μέτωπο, με μεγάλη περιοχή οριστικά απελευθερωμένη, αλλά περισσότερο κλεφτοπόλεμος» και ο σχηματισμός κυβέρνησης στην Ελλάδα θα αποτελούσε πρόσχημα για ακόμα σκληρότερα αντίποινα των Γερμανών. Ο δε σχηματισμός μιας ενιαίας εθνικής κυβέρνησης θα έπρεπε να σημαίνει και την ύπαρξη ενός «αρχηγείου του Εθνικού Αγώνα», που θα υπακούει στην κυβέρνηση αυτή και θα συνεργάζεται με το Συμμαχικό Στρατηγείο, δηλαδή διάλυση των «χωριστών» ένοπλων οργανώσεων, «αφού τους αποδοθούν οι τιμές για τις εθνικές τους υπηρεσίες και τους καταλογισθούν οι ευθύνες, όπου υπάρχουν»8. Πρόσθετε δε πως: Στην ενιαία Εθνική μας Κυβέρνηση θα πρέπει βέβαια να εκπροσωπούνται ή να εκφράσουν την εμπιστοσύνη τους όλα τα εθνικά πολιτικά κόμματα με τις εθνικές δυναμικές οργανώσεις «που ειλικρινά αγωνίζονται, όπως σωστά 7. Στο ίδιο, σ. 28-29. 8. ΓΑΚ, Αρχείο Τσουδερού, ΣΤ΄, φ. 2, έγγραφο 64. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


152

Γι ά ν ν η ς Σ κ α λ ι δ ά κ η ς

γράφετε, για τη Λευτεριά και τις Ελευθερίες του Λαού μας». Και την ειλικρίνεια του αγώνα των θα πρέπει να αποδείξουν με ΕΡΓΑ και όχι με λόγια ώστε να εμπνεύσουν γενικά την πεποίθηση, ότι είναι γνήσια πολιτικά κόμματα που αποβλέπουν στην Πειθώ για τη μελλοντική τους επικράτηση και δεν είναι Ένοπλες επαναστατικές οργανώσεις που χρησιμοποιούν τη σημαία του Εθνικού αγώνα για την προετοιμασία του αιφνιδιασμού εναντίον των Λαϊκών Ελευθεριών.9 Ο Τσουδερός έστειλε για το θέμα αυτό στις 26 Ιανουαρίου 1944 τηλεγράφημα στον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, όπου του ανακοίνωνε ότι θα συναντηθούν αντιπρόσωποι του ΕΛΑΣ και του Ζέρβα για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και του υπεδείκνυε: Μόλις επιβεβαιωθή ότι οι αντάρται έφθασαν εις πλήρη συμφωνίαν, θα σας παρακαλέσωμεν να αναλάβετε τας συζητήσεις περί σχηματισμού Κυβερνήσεως, συνεργαζόμενος με μέλη της επιτροπής, επί των ακολούθων βάσεων: α) Μόνον μία Κυβέρνησις, και αυτή εν Καΐρω. β) Διεύρυνσις της εν Καΐρω Κυβερνήσεως με σύμπραξιν αντιπροσώπων κομμάτων και οργανώσεων. Η Κυβέρνησις να μην είναι πολυμελής. γ) Υμείς και τα μέλη της επιτροπής σας θα αντιπροσωπεύετε Κυβέρνησιν εν Ελλάδι και θα συντονίζετε όλον τον αγώνα, εν συνεννοήσει με ημάς.10 Αν ο ΕΛΑΣ δεχόταν μια ανακωχή, τότε ο αρχιεπίσκοπος μπορούσε να συμπεριλάβει το ΕΑΜ στις συζητήσεις για τον σχηματισμό της κοινής κυβέρνησης.11 Αν και ο Δαμασκηνός δεν είχε επιδιώξει συνάντηση με το ΕΑΜ ή το ΚΚΕ, 9. Εμμ. Τσουδερός προς Γραμματεία Κ.Ε. του ΕΑΜ, 22 Δεκεμβρίου 1943: ΓΑΚ, Αρχείο Τσουδερού, ΣΤ΄, φ. 2, έγγραφο 64. Υπογραμμίσεις στο κείμενο. 10. Σπύρος Γ. Γασπαρινάτος, «Η Κατοχή. Η κατοχική περίοδος μέχρι το Μάιο 1944», 2ος τόμος, σ. 101. 11. John Louis Hondros, «Occupation and Resistance», σ. 205. Μαρία ΣπηλιωτοπούλουΠροκόπης Παπαστράτης (σύνταξη), «Χρονολόγιο γεγονότων 1940-1944», ό.π., σ. 57 [F.O. 371/43676/R1440]. Procopis Papastratis, «British policy towards Greece during the Second World War 1941-1944», σ. 161. Ο Παπανδρέου είχε στείλει από τις 8 Ιανουαρίου μνημόνιο στο Γενικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής καταγγέλλοντας εξίσου την τρομοκρατία των αρχών Κατοχής και του ΕΑΜ και προέτρεπε τους Συμμάχους να καταγγείλουν το ΕΑΜ και να αποσύρουν την υποστήριξή τους σε αυτό ώστε να ανακοπεί το ρεύμα υποστήριξης των Ταγμάτων Ασφαλείας, βλ. Μαρία Σπηλιωτοπούλου-Προκόπης Παπαστράτης (σύνταξη), «Χρονολόγιο γεγονότων 1940-1944», ό.π., σ. 16 [F.O. 371/43683/R4828]. Ο Γρ. Δαφνής, «Σοφοκλής Ελευθερίου Βενιζέλος» [Αθήνα, Ίκαρος, 1970, σ. 267], αναφέρει ως ημερομηνία αποστολής τού τηλεγραφήματος Σοφούλη κ.λπ. την 19η Ιανουαρίου 1944. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι πολιτικές εξελίξεις στις αρχές του 1944 για το ζήτημα δημιουργίας «Εθνικής Κυβερνήσεως»

153

τις θέσεις τις είχε διατυπώσει με πρωτοβουλία του ο Αλέξανδρος Σβώλος. Στο πρώτο του σημείωμα, στις 22 Ιανουαρίου 1944, ο Α. Σβώλος έθετε, εκτός των άλλων, ξανά το ζήτημα του ουσιαστικού ανασχηματισμού της κυβέρνησης και όχι της απλής διεύρυνσής της σε συνδυασμό με την εγκατάσταση κλιμακίου της στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα: [...] Τμήμα της όλης Κυβερνήσεως, ως τα Υπουργεία Εσωτερικών, Δικαιοσύνης, Παιδείας, Περιθάλψεως θυμάτων πολέμου εν Ελλάδι και ει τι άλλο θα εδρεύει εις την Ελλάδα με Υπουργούς και υπό την ηγεσίαν προσώπου γενικωτέρας εμπιστοσύνης και λαϊκού κύρους ευρισκομένου φυσικά εις επαφήν με την όλην Κυβέρνησιν.12 Ο Τσουδερός είχε δρομολογήσει τη διαδικασία πολιτικών διαπραγματεύσεων για διεύρυνση της κυβέρνησής του, ώστε να αποκτήσει την πολιτική νομιμοποίηση ως κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Σε αυτό το πλαίσιο υπολόγιζε και τη συμμετοχή εκπροσώπων των οργανώσεων έχοντας θέσει ως όρο τον τερματισμό του «εμφυλίου πολέμου» στην Ήπειρο, στην πραγματικότητα όμως προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο και να διασφαλίσει τη θέση του. Δεν θα δεχόταν επίσης να διεξαχθούν πολιτικές διαπραγματεύσεις στην Ελεύθερη Ελλάδα και να πάρουν το πάνω χέρι οι αντιστασιακές οργανώσεις. Το πρώτο του μέλημα ήταν η ενεργοποίηση του πολιτικού κόσμου και κατά προτίμηση νέων προσώπων και όχι των παλαιών ηγετών των κομμάτων. Τα νέα για την επικείμενη κυβερνητική αλλαγή είχαν αναστατώσει τον πολιτικό κόσμο της Αθήνας. Υπήρχαν φήμες ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου προοριζόταν για αντιπρόεδρος της κυβέρνησης που δημιουργούσαν και παρενέργειες, όπως τη δημιουργία νέου κόμματος, του Εθνικού Μεταρρυθμιστικού, από τη μεριά του Απόστολου Αλεξανδρή.13 Ο Γονατάς από τη μεριά του υπεραμυνόταν των Ταγμάτων Ασφαλείας και τασσόταν υπέρ της δημιουργίας μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας υπό τον Σοφούλη κατά την απελευθέρωση.14 Στο παιχνίδι αυτό των πολιτικών ανακατατάξεων, ο βιογράφος του Σοφοκλή Βενιζέλου Γρηγόρης Δαφνής σημείωνε: «Το Κάϊρον ήθελε συνεργασίαν με το ΕΑΜ, αι Αθήναι ηυνόουν κάθε προσπάθειαν 12. Σπύρος Γ. Γασπαρινάτος, «Η Κατοχή», 2ος τόμος, σ. 103-105. ΓΑΚ, Αρχείο Τσουδερού, ΣΤ΄, φ. 2, έγγραφο 71. Μαρία Σπηλιωτοπούλου-Προκόπης Παπαστράτης (σύνταξη), «Χρονολόγιο γεγονότων 1940-1944», ό.π., σ. 47 [F.O. 371/43683/R4595]. 13. Μαρία Σπηλιωτοπούλου-Προκόπης Παπαστράτης (σύνταξη), «Χρονολόγιο γεγονότων 1940-1944», ό.π., σ. 109 [F.O. 371/43684/R5441]. 14. Στο ίδιο, σ. 116-117 [F.O. 371/43683/R4595]. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


154

Γι ά ν ν η ς Σ κ α λ ι δ ά κ η ς

διαλύσεώς του».15 Όμως και το Κάιρο και οι πολιτικές δυνάμεις της Αθήνας αρνούνταν μέχρι την τελευταία στιγμή τη συμμετοχή του ΕΑ�� στην κυβέρνηση ενώ τα προσχήματα, όπως η κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ των οργανώσεων, είχαν πέσει. Η συμφωνία της Πλάκας Ο ΕΛΑΣ είχε διαμηνύσει στον επικεφαλής της βρετανικής αποστολής Κρις Γούντχαουζ από τις 19 Δεκεμβρίου ότι ήταν έτοιμος να διαπραγματευτεί τον τερματισμό των εχθροπραξιών με τον Ζέρβα. Σύμφωνα με τον Σαράφη, οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ «είχαν εντολή να κάνουν διαπραγματεύσεις με αντιπροσώπους των κομμάτων και της κυβέρνησης Καΐρου για συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας και σε περίπτωση αποτυχίας να κάνουν στα βουνά μια κεντρική πολιτική αρχή, ένα είδος προσωρινής κυβέρνησης».16 Φαίνεται εδώ μια διαφοροποίηση της πολιτικής του ΕΑΜ που οδήγησε τελικά και στην ίδρυση της ΠΕΕΑ. Ενώ το ΕΑΜ ήταν αναφανδόν υπέρ μιας κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, αντιλαμβανόταν ότι οι συνεχείς κωλυσιεργίες είχαν ως στόχο τη δική του φθορά και τη διασπορά της προπαγάνδας εναντίον του, ενώ ταυτόχρονα οι διεργασίες στην Αθήνα έφερναν ολοένα και πιο κοντά τον παλιό πολιτικό κόσμο με την κυβέρνηση του Καΐρου. Ο χρόνος δούλευε πλέον εναντίον του ΕΑΜ και ήταν καιρός να αναλάβει πρωτοβουλίες που θα ανέτρεπαν την εις βάρος του κατάσταση. Το πρώτο βήμα ήταν η ανακωχή με τον Ζέρβα και μαζί με αυτήν η ύστατη διερεύνηση για ένα ενιαίο μέτωπο των ανταρτικών δυνάμεων σε μια πολιτική επιτροπή που θα μπορούσε να αλλάξει τους συσχετισμούς σε σχέση με την Αθήνα. 15. Γρηγόριος Δαφνής, «Σοφοκλής Ελευθερίου Βενιζέλος», ό.π., σ. 276. Και συνέχιζε: «Αι τελευταίαι έβλεπαν καλλίτερα και πλέον μακράν από τους συμμάχους, που η γραμμή των καθώριζε και την γραμμήν Τσουδερού. Η αποστολή Φραδέλλου και αι ενέργειαι του Σ.Μ.Α., όπως επιτύχη την κατάπαυσιν των εχθροπαραξιών μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, ιδίως όταν το τελευταίον, με την αντεπίθεσίν του των αρχών Ιανουαρίου 1944, επέτυχε να σταθεροποιήση την θέσιν του, ήσαν ενέργειαι ενηρμονισμέναι προς την συμμαχικήν πολιτικήν ως αύτη διεγράφη μετά την διάσκεψιν της Τεχεράνης. Η ανακωχή της 5 Ιανουαρίου και αι συνομιλίαι εις Μυρόφυλλον και Πλάκαν μεταξύ εκπροσώπων του ΕΔΕΣ, ΕΛΑΣ, ΕΚΚΑ και της συμμαχικής στρατιωτικής αποστολής, του δευτέρου δεκαπενθημέρου του αυτού μηνός, ωδήγησαν εις μίαν κατ’ αρχήν συνεννόησιν. Δέκα ημέρας όμως μετά τον τερματισμόν των συνομιλιών αυτών και τέσσαρας μετά την επιστροφήν του Φραδέλλου εις Κάϊρον, το ΕΑΜ ανεκοίνωσε την ίδρυσιν της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθερώσεως (ΠΕΕΑ), δηλαδή χωριστής εις τα ελληνικά βουνά κυβερνήσεως». 16. Στέφανος Σαράφης, «Ο ΕΛΑΣ», Επικαιρότητα, σ. 220. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι πολιτικές εξελίξεις στις αρχές του 1944 για το ζήτημα δημιουργίας «Εθνικής Κυβερνήσεως»

155

Ο Τσουδερός είχε αποδεχτεί να εκπροσωπηθεί η ελληνική κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις των οργανώσεων από τον Γούντχαουζ με την προϋπόθεση ότι αυτές θα περιορίζονταν σε στρατιωτικά ζητήματα και στην ανακωχή. Ο Σιάντος είχε ζητήσει με τηλεγράφημα από τον Τσουδερό να στείλει δύο αντιπροσώπους στην Ελεύθερη Ελλάδα για διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό συμμαχικής κυβέρνησης και ενοποίηση των ενόπλων δυνάμεων.17 Αρχικά, συμφωνήθηκε ανακωχή στις 4 Φεβρουαρίου. Δύο μέρες αργότερα, οι αντιπρόσωποι των οργανώσεων συναντήθηκαν στο χωριό Μυρόφυλλο. Το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ εκπροσωπούσαν ο Σαράφης και ο Ρούσος, την ΕΚΚΑ οι Καρτάλης, Ψαρρός και Στέφανος Δούκας και τον ΕΔΕΣ ο Πυρομάγλου και ο συνταγματάρχης Πέτρος Νικολόπουλος, που ήρθαν με αρκετή καθυστέρηση στις 15 του μήνα.18 Για όλη αυτήν την κωλυσιεργία, η ΚΕ του ΕΑΜ έστειλε ένα τηλεγράφημα διαμαρτυρίας στον Τσουδερό στις 13 Φεβρουαρίου, στο οποίο διαμαρτυρόταν τόσο για την καθυστέρηση των εκπροσώπων του ΕΔΕΣ να παραστούν στις διαπραγματεύσεις στο Μυρόφυλλο, όσο και για την αναχώρηση του αντιπροσώπου του Τσουδερού από την Αθήνα, χωρίς να επικοινωνήσει με το ΕΑΜ.19 Ο Τσουδερός απάντησε τρεις μέρες αργότερα, στις 16 Φεβρουαρίου, διαβεβαιώνοντας ότι ο αντιπρόσωπός του παρέμενε στην Αθήνα και θα επιδίωκε γενική συμφωνία όλων των κομμάτων και των οργανώσεων για το θέμα της κυβέρνησης, μόλις ευοδώνονταν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και Ζέρβα.20 Την επομένη, 17 Φεβρουαρίου, ο Τσουδερός τηλεγραφούσε στους πολιτικούς αρχηγούς, που εναντιώνονταν στη συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση, καθησυχάζοντάς τους: «ουδέποτε εσκέφθημεν ούτε προετοιμάσαμεν συνεργασία μονομερή με κομμουνιστάς και απορούμεν πώς πιστεύετε τούτο μεταξύ σας».21 Στις 20 Φεβρουαρίου, ο βρετανός πρεσβευτής Λίπερ ενημέρωσε το Foreign Office ότι, και αν ναυαγούσαν οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις οργανώσεις, ο Τσουδερός θα δεχόταν να καλέσει τους αντιπροσώπους των ανταρτών στο Κάιρο, αλλά ζητούσε τη μετάβαση επίσης των Παπανδρέου, Πέτρου Ράλλη και Απόστολου Αλεξανδρή προς ενίσχυσή του.22 Αλλά και μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Πλάκας, ο Τσουδερός ανέβαλλε συνεχώς τις διαπραγματεύσεις. 17. John Louis Hondros, «Occupation and Resistance», σ. 206. 18. Μαρία Σπηλιωτοπούλου-Προκόπης Παπαστράτης (σύνταξη), «Χρονολόγιο γεγονότων 1940-1944», ό.π., σ. 91 [F.O. 371/43678/R2846]. 19. Στο ίδιο, σ. 87 [F.O. 371/43679/R2846]. 20. Στο ίδιο, σ. 94 [F.O. 371/43680/R3102]. 21. Γιώργης Αθανασιάδης, «Η πρώτη πράξη της ελληνικής τραγωδίας. Μέση Ανατολή 1941-44», Αθήνα, 1975, σ. 162. 22. Μαρία Σπηλιωτοπούλου-Προκόπης Παπαστράτης (σύνταξη), «Χρονολόγιο γεγονότων 1940-1944», ό.π., σ. 103 [F.O. 371/43679/R2796]. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


156

Γι ά ν ν η ς Σ κ α λ ι δ ά κ η ς

Οι διαπραγματεύσεις για ενοποίηση των ενόπλων σωμάτων, στις οποίες ο Κρις Γούντχαουζ εκπροσωπούσε τόσο τη Μεγάλη Βρετανία όσο και την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο. Σύμφωνα με τον Γούντχαουζ, «δεν ήταν προπαντός δυνατό να συζητήσουν γύρω από το θέμα που δέσποζε στη σκέψη όλων, χωρίς να προχωρήσουν πέρα από τους όρους της αναφοράς του: την πρόταση των αντιπροσώπων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ να συγκροτηθεί από τις ανταρτικές οργανώσεις μια επιτροπή με προσωρινή εξουσία κυβερνήσεως και με αποστολή να διαπραγματευθεί για μια κυβέρνηση συνασπισμού με τον Τσουδερό. Ο τίτλος που προτάθηκε ήταν “Προσωρινή Κυβερνητική Επιτροπή”. Η σκιά της Επιτροπής Εθνικής Απελευθερώσεως του Τίτο βάραινε πάνω από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Οι αντιπρόσωποι του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ καταλάβαιναν ότι τους προσφερόταν μια τελευταία ευκαιρία να μετάσχουν σε μια σκιώδη κυβέρνηση την οποία το ΕΑΜ σκόπευε να σχηματίσει οπωσδήποτε, είτε μ’ αυτούς είτε χωρίς αυτούς».23 Στη συζήτηση για σχηματισμό κυβέρνησης, ο ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ τάχθηκαν με την άποψη που είχε και ο Τσουδερός για μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας στο εξωτερικό, ενώ ο ΕΛΑΣ επέμεινε στην πρότασή του για μια πολιτική επιτροπή στην Ελεύθερη Ελλάδα με πλήρεις εκτελεστικές εξουσίες. Οι διαπραγματεύσεις στο Μυρόφυλλο έφτασαν σε αδιέξοδο, καθώς ο Ζέρβας ζητούσε τη λύση των στρατιωτικών ζητημάτων πριν από οποιαδήποτε πολιτική συζήτηση. Το ΕΑΜ θεωρούσε ότι ο Ζέρβας κωλυσιεργούσε συνειδητά, ώστε να αναβληθούν οι πολιτικές διαπραγματεύσεις και στην Αθήνα, κατηγορώντας γι’ αυτό και τον Τσουδερό.24 Οι αντιπροσωπείες συναντήθηκαν ξανά και τελικά στην Πλάκα στις 29 Φεβρουαρίου, όπου υπέγραψαν μια συμφωνία συνέχισης της ανακωχής και διατήρησης του status quo.25 Το σχόλιο του Λίπερ ήταν πως, χάρη στην ικανότητα του Γουντχάουζ, η συμφωνία ήταν μόνο στρατιωτική, όπως ήθελε ο ίδιος αλλά και ο Τσουδερός. Το ΕΑΜ είχε αποτύχει να σχηματίσει μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με τους όρους του και αυτό θα είχε τις συνέπειές του στις επακόλουθες διαπραγματεύσεις.26 23. Christopher Montague Woodhouse, «Το μήλο της έριδος», Αθήνα, Το Βήμα, 2009 [Εξάντας, 1976], σ. 271. 24. Μαρία Σπηλιωτοπούλου-Προκόπης Παπαστράτης (σύνταξη), «Χρονολόγιο γεγονότων 1940-1944», ό.π., σ. 111 [F.O. 371/43681/R3417]. 25. John Louis Hondros, «Occupation and Resistance», σ. 206-207. Μια μέρα πριν την υπογραφή της συμφωνίας της Πλάκας, η πλειοψηφία των αξιωματικών της ΕΚΚΑ έστειλαν ένα τηλεγράφημα υποστήριξης του βασιλιά. Μετά από δύο εβδομάδες ο Μπακιρτζής εγκατέλειψε την ΕΚΚΑ, προσχώρησε στον ΕΛΑΣ και έγινε πρόεδρος της ΠΕΕΑ. 26. Procopis Papastratis, «British policy towards Greece during the Second World War 1941-1944», σ. 160. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι πολιτικές εξελίξεις στις αρχές του 1944 για το ζήτημα δημιουργίας «Εθνικής Κυβερνήσεως»

157

Το φάντασμα του Τίτο και η «κυβέρνηση ορέων» Μετά τη συμφωνία της Πλάκας, οι Βρετανοί φοβούνταν το μονομερή σχηματισμό κυβέρνησης από το ΕΑΜ και συνέστησαν στον Τσουδερό και τον Γεώργιο να συμπεριλάβουν εκπροσώπους της Αντίστασης στην κυβέρνηση, πράγμα που απέρριψαν και οι δύο στις 5 Μαρτίου. Ο Ντ. Σ. Λάσκεϊ, στέλεχος του Foreign Office στην περιοχή, υποστήριζε ότι εφόσον το ΕΑΜ μάθαινε τις διαπραγματεύσεις του Τσουδερού με τον Παπανδρέου και άλλους πολιτικούς για μια νέα κυβέρνηση χωρίς αυτό, θα εγκαθίδρυε μια μορφή κυβέρνησης στα βουνά και θα μπορούσε να δικαιολογήσει μια επανέναρξη του εμφυλίου πολέμου.27 Το ζήτημα του σχηματισμού ξεχωριστής κυβέρνησης από το ΕΑΜ είχε απασχολήσει τις άλλες πολιτικές δυνάμεις που συνέδεαν το ενδεχόμενο αυτό με το σχηματισμό της Επιτροπής του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία. Ο Λίπερ υποστήριζε ότι αυτό δεν είχε γίνει μόνο και μόνο επειδή το ΕΑΜ δεν έβρισκε μη κομμουνιστές πολιτικούς να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο εγχείρημα, αντίθετα αυτοί οι τελευταίοι προσέβλεπαν στους Βρετανούς και στην κυβέρνηση Τσουδερού.28 Ο ίδιος είχε αποτρέψει τον Γούντχαουζ από το να μεταβεί στην Αθήνα και να διαπραγματευτεί με την Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ τη λήξη των συγκρούσεων μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ προσανατολιζόμενος στις αρχές Ιανουαρίου στην απευθείας συνεννόηση μεταξύ Καΐρου και ΕΑΜ.29 Ήδη από το Δεκέμβριο του 1943, πληροφορίες από την Αθήνα προς το Κάιρο υποδείκνυαν την απόφαση για το σχηματισμό «κυβερνήσεως ορέων». Ένα δελτίο πληροφοριών, της εβδομάδας 7-14 Δεκεμβρίου, που συνέταξε η αποστολή «Κρέων-Κίμων», δηλαδή οι Αριστείδης Πηλαβάκης, γραμματέας Υπουργείου Εξωτερικών, και Αντώνιος Αρφάνης, δικηγόρος, έφεδρος υπολοχαγός του Πυροβολικού αντίστοιχα, που έφτασαν στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1943, ανέφερε: Υπάρχουν πληροφορίαι ότι σχεδιάζει [το ΕΑΜ] να εμφανίση κυβέρνησιν κατά το παράδειγμα του Τίτο. Το σχέδιον δεν είναι νέον, συνδέεται δε οπωσδήποτε στενώς με την όλην πρόσφατον εξέλιξιν των πραγμάτων εν Ελλάδι. Το ΕΑΜ, άμα τη επιστροφή τών εις Αίγυπτον μεταβάντων εκπροσώπων του προσεπάθησε να δημιουργήση ενταύθα κατάστασιν αντιαγγλικήν και αντικυβερνητικήν, κατά το δυνατόν καθολικωτέραν, χρησιμοποιούν ευρέως ακίνδυνα εξωκομμουνιστικά στοιχεία, παρασυρόμενα εις την παγίδα του πολιτειακού θέματος. [...] Πάντα 27. John Louis Hondros, «Occupation and Resistance», σ. 211. 28. Στο ίδιο, σ. 204-205. 29. Μαρία Σπηλιωτοπούλου-Προκόπης Παπαστράτης (σύνταξη), «Χρονολόγιο γεγονότων 1940-1944», ό.π., σ. 7 [F.O. 371/43674/R163]. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


158

Γι ά ν ν η ς Σ κ α λ ι δ ά κ η ς

ταύτα απέβλεπον εις την δημιουργίαν πραγματικότητος αντιμετώπου προς την κυβέρνησιν του Καΐρου, μη αντιμετωπιζούσης, ούτως ή άλλως, σοβαράν, προπάντων δε δυναμικήν αμφισβήτησιν εν τη χώρα. Ο κακός χειρισμός της προσπαθείας ταύτης, γενομένης μετά σπουδής και από πολλών ταυτοχρόνως οδών, ήγαγεν εις το ναυάγιόν της. Κατόπιν δε τούτου φαίνεται ότι το ΕΑΜ θα αρκεσθή να παρουσιάση εν οιονδήποτε τετελεσμένον γεγονός, έστω και μικροτέρας ολκής.30 Η τελευταία αυτή παρατήρηση είχε τη σημασία της. Αναδείκνυε τα προβλήματα εφαρμογής τής πολιτικής απόφασης για τη δημιουργία μιας ξεχωριστής κυβέρνησης, προβλήματα που είχαν να κάνουν με την εμβέλεια του εγχειρήματος, δηλαδή τη συμμετοχή ευρύτερων πολιτικών δυνάμεων –πράγμα που διαφοροποιούσε την κατάσταση σε σχέση με τη Γιουγκοσλαβία–, και που εντόπιζε επίσης σωστά και την τελεσίδικη απόφαση του ΕΑΜ προς αυτήν την κατεύθυνση, που θα κατέληγε σε σύντομο χρονικό διάστημα στη συγκρότηση της «κυβέρνησης του βουνού». *Ο Γιάννης Σκαλιδάκης είναι Διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

30. ΓΑΚ, Αρχείο Τσουδερού, ΣΤ, φάκελος 2, έγγραφο 30. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται και η ανησυχία του Γεωργίου Παπανδρέου, μήπως η δήλωση Γεωργίου είναι αποτέλεσμα υποχώρησης της Αγγλίας μετά τις εξελίξεις στην Τεχεράνη. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


159

Βαγγέλης Τζούκας*

Στ η ν ά κ ρ η τ η ς γ έ φ υ ρ α ς : Η Ε θ ν ι κ ή Αν τ ί σ τ α σ η κ α ι η Σ υ μ φ ω ν ί α τ η ς Π λ ά κ α ς

Σ

τo σημείωμα αυτό θα αποπειραθούμε να συνοψίσουμε, σε πολύ γενικές γραμμές, την κατάσταση στην περιοχή Τζουμέρκων κατά την περίοδο της εμφύλιας διαμάχης ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ και να επισημάνουμε ορισμένες από τις συνέπειες της συμφωνίας της Πλάκας.1 Όπως είναι γνωστό, η ένοπλη σύγκρουση ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ εγκαινιάσθηκε στις αρχές Οκτωβρίου 1943. Η αφορμή δόθηκε με την σύλληψη, από τον εδεσίτη συνταγματάρχη Νταούλη, στο Τσεπέλοβο Μετσόβου, σημαινόντων στελεχών του ΚΚΕ μεταξύ των οποίων ο Παντελής Σίμος-Καραγκίτσης (Ορφέας Βλαχόπουλος).2 Η επίθεση του ΕΛΑΣ εξαπολύθηκε σε όλες τις περιοχές όπου υπήρχαν εδεσίτικα τμήματα, επικεντρώθηκε όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, στην περιοχή Ηπείρου.3 Για την αποτελεσματικότητα της επιχείρησης, είχε συγκροτηθεί από τμήματα της VIII και της ΧΙΙΙ Μεραρχίας το ισχυρό ΕΣΗ (Εκστρατευτικό Σώμα Ηπείρου) υπό την ηγεσία του Άρη Βελουχιώτη. Η ταυτόχρονη επέμβαση των γερμανικών στρατευμάτων με ευρείες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις δημιούργησε μια χαώδη κατάσταση στην έδρα του Ζέρβα, την περιοχή των Τζουμέρκων. Στα τέλη Οκτωβρίου 1943, παρά τις αρχικές τοπικές επιτυχίες του ΕΔΕΣ, οι δυνάμεις του στην περιοχή Τζουμέρκων-Ραδοβιζίου είχαν ουσιαστικά υποστεί διάλυση.4 Στις 31 του μήνα αυτού, στη μάχη της Νεράιδας, τα 1. Το σημείωμα βασίζεται στη διδακτορική διατριβή του συγγραφέα με τίτλο: «Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο-τοπικότητα και πολιτική ένταξη» (τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα, 2003). Μια αναθεωρημένη εκδοχή της διατριβής είναι υπό έκδοση από τις εκδόσεις του βιβλιοπωλείου της Εστίας. 2. Ο Καραγκίτσης ήταν μέλος της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ και είχε διορισθεί γραμματέας ΕΑΜ περιοχής Ηπείρου. Βλ. Σ. Γρηγοριάδης, Συνοπτική ιστορία, ό.π., σ. 383. Για το τοπικό αυτό επεισόδιο και τις απόψεις των εδεσιτών, βλ. την έκθεση του αξιωματικού του ΕΔΕΣ Γ. Λυγεράκη, Αρχεία Εθνικής Αντίστασης, ό.π., τμ. 1, έγγ. 49, «Έκθεσις Λοχαγού Πεζικού Λυγεράκη Γεωργίου περί των γεγονότων Ζαγορίου των προηγηθέντων της γενικής κατά του ΕΔΕΣ επιθέσεως του ΕΛΑΣ», σσ. 142-151. 3. Βλ. την ανακοίνωση της VΙΙΙ Μεραρχίας προς τις τοπικές επιτροπές του ΕΑΜ, Αρχεία Εθνικής Αντίστασης, ό.π., τμ. 3, έγγ. 51, «ΕΛΑΣ VIII Μεραρχία, Επιτελείον Γραφείον ΙΙ, αριθμ. Ε.Π. 3/2», σ. 163. 4. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Barnes προς το Κάιρο, σύμφωνα με την οποία η κατάσταση των δυνάμεων του Ζέρβα ήταν ανησυχητική. Συνιστούσε, μάλιστα, τη φυγάδευση του ηγέτη του ΕΔΕΣ και του επιτελείου του «δια θαλάσσης», σε περίπτωση που η Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


160

Βαγγέλης Τζούκας

αλληλοσυγκρουόμενα πυρά εδεσιτών, ελασιτών και Γερμανών υπέγραφαν μια από τις πλέον θλιβερές στιγμές της ελληνικής Αντίστασης. Ο ίδιος ο Ζέρβας κινδύνευσε να αιχμαλωτισθεί, κατάφερε όμως να διαφύγει τον κλοιό μέσω των δυσπρόσιτων ορεινών περασμάτων των Τζουμέρκων. Τον συνόδευαν μερικές δεκάδες αντάρτες. Η επιβίωση του εδεσίτικου αντάρτικου διακυβεύτηκε έντονα την περίοδο αυτή. Με τη γενναιόδωρη βρετανική συνδρομή, η ανασυγκρότηση των ΕΟΕΑ πραγματοποιήθηκε σταδιακά στις περιοχές δυτικά του Αράχθου (Λάκκα Σούλι, Ξηροβούνι). Η ανασυγκρότηση των τμημάτων του ΕΛΑΣ οδήγησε στη δημιουργία του Κλιμακίου Ηπείρου-Αιτωλοακαρνανίας του ΓΣ του ΕΛΑΣ, το οποίο και επιφορτίστηκε με τον έλεγχο της πρώην «επικράτειας» του ΕΔΕΣ.5 Ακολούθησε, στις 4 Ιανουαρίου, αντεπίθεση των εδεσιτών, η οποία όμως απέτυχε να σταθεροποιήσει τις θέσεις τους στα Τζουμέρκα. Στο λεγόμενο «προγεφύρωμα Τετρακώμου», στα όρια Θεσσαλίας-Ηπείρου, διεξήχθησαν σφοδρές μάχες με πολλές εκατέρωθεν απώλειες. Η εκ νέου αντεπίθεση του ΕΛΑΣ, ενισχυμένου με μονάδες από τη Θεσσαλία και την Στερεά, οδήγησε σε ανακωχή η οποία επισφραγίσθηκε με τη συμφωνία της Πλάκας στις 29 Φεβρουαρίου 1944.6 Εκτός από την γενική αυτή εικόνα, στην πραγματικότητα, οι εμφύλιες συγκρούσεις των δυο μεγαλύτερων αντιστασιακών οργανώσεων χαρακτηρίστηκαν από πληθώρα επεισοδίων, τα περισσότερα των οποίων εδράζονταν σε τοπικές συνιστώσες. Για να προσανατολισθούμε επαρκώς, όσον αφορά τη δυναμική της εμφύλιας σύγκρουσης, πρέπει να έχουμε κατά νου τις εξής παραμέτρους: 1. Την αδυναμία του ΕΔΕΣ να διατηρήσει τα τμήματά του σε άλλες περιοχές εκτός της Ηπείρου. Η αρχική φιλοδοξία του Ζέρβα ήταν να καταστήσει την οργάνωσή του πανελλήνια. Στις αρχές του 1943 είχε καταστεί προφανές ότι η απόπειρα αυτή ήταν πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί χωρίς ρήξη με το ΕΑΜ.7 Απέμενε κάποιου είδους πολιτική διευθέτηση που να επιτρέπει τη συκατάσταση εξελισσόταν σε «απελπιστική», FO 371/37208/R12463, τηλ. του Barnes προς SOE Καΐρου άνευ αριθμού, με ημερομηνία 21 Νοεμβρίου 1943, στο Μ. Σπηλιωτοπούλου-Π. Παπαστράτης (συντ.), «Χρονολόγιο γεγονότων 1940-1944», ό.π., τμ. Α΄, σσ. 509510. 5. Σ. Γρηγοριάδης, «Συνοπτική ιστορία», ό.π., σσ. 399-400. 6. Για τα πρακτικά της συμφωνίας και τις συζητήσεις που είχαν προηγηθεί, βλ. Αρχεία Εθνικής Αντίστασης, ό.π., τμ. 2, έγγ. 17, «Πρακτικά της συσκέψεως δια την ενοποίησην των ελλήνων ανταρτών», σσ. 273-361. 7. Μοναδική εξαίρεση, εξ όσων γνωρίζουμε, αποτελεί η ιδιαίτερη περίπτωση της Χίου, όπου η τοπική επιτροπή του ΕΔΕΣ αυτοδιαλύθηκε και συγχωνεύθηκε με το ΕΑΜ, μετά το ξέσπασμα των εμφύλιων συγκρούσεων στην ηπειρωτική Ελλάδα. Όμως πρέπει να επισημανθεί ότι αντάρτικα τμήματα των οργανώσεων δεν είχαν εμφανιστεί στο νησί, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στην άκρη της Γέφυρας: Η Εθνική Αντίσταση και η Συμφωνία της Πλάκας

161

γκρότηση τμημάτων εκτός της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Η ανάπτυξη ένοπλων συγκροτημάτων σε περιοχές, όπου κυριαρχούσε η έτερη οργάνωση, είχε αναγνωρισθεί με βάση τα συμφωνηθέντα για τη δημιουργία των Εθνικών Ομάδων Ανταρτών και του ΚΓΣΑ. Με τον τρόπο αυτό ευνοήθηκε η δημιουργία Αρχηγείων και Υπαρχηγείων των ΕΟΕΑ σε διάφορες περιοχές της Κεντρικής Ελλάδας.8 Πραγματικά, κάποια τμήματα άρχισαν να δραστηριοποιούνται, κυρίως στη δυτική Θεσσαλία και στη Στερεά. Το γενικό συμπέρασμα από την εξέλιξη της σύγκρουσης στους χώρους αυτούς ήταν η πλήρης κυριαρχία του ΕΛΑΣ και η μη δυνατότητα αντίδρασης εκ μέρους των ΕΟΕΑ. Ακόμη και το ισχυρό και αξιόμαχο συγκρότημα του οπλαρχηγού Χούτα στο Βάλτο δεν μπόρεσε να αντιτάξει αποφασιστική άμυνα και διαλύθηκε στις πρώτες ημέρες των μαχών.9 2. Διαιρέσεις στο εσωτερικό των οργανώσεων πρέπει να αντιμετωπιστουν ως ως δυο πολύπλοκοι μηχανισμοί. Οι διαχωρισμοί αυτού του τύπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, σ��ην αδυναμία του ΕΛΑΣ Ηπείρου και της τοπικής VIII Μεραρχίας να αναλάβουν σοβαρή επιθετική δράση.10 Η διάλυση του 3/40 Συντάγματος ΕΛΑΣ Άρτας, στις πρώτες ημέρες των επιχειρήσεων, οδήγησε στην αιχμαλωσία των ηγετικών στελεχών του και στη σύλληψη πολλών χωρικών από τα Τζουμέρκα. Οι συλληφθέντες, στους οποίους ανήκε και ο Γεράσιμος Μαλτέζος (Τζουμερκιώτης), οδηγήθηκαν στο χωριό Βουργαρέλι όπου υπέστησαν άσχημη μεταχείριση. Το συμφωνητικό, που υπογράφηκε εκεί από το Ζέρβα και τα στελέχη αυτά περί τοπικής ανακωχής εν όψει των γερμανικών επιχειρήσεων, δεν εφαρμόσθηκε.11 Αντιθέτως, από την ηγεσία του ΕΛΑΣ υπήρξαν κυρώσεις για αυτού του είδους την τοπική διαπραγμάτευση, κυρίως όμως για το γεγονός της διάλυσης. Και στην περιοχή της Πρέβεζας, το τοπικό Σύνταγμα του ΕΛΑΣ διαλύθηκε. Σταδιακά, το είδος της σύγκρουσης κατέστησε προφανές ένα δυσάρεστο για τον ΕΛΑΣ συμπέρασμα: ότι θα χρειαζόταν μεγαλύτερες δυνάκαι η εξέλιξη αφορούσε περισσότερο τα μέλη των τοπικών ελίτ, που είχαν φιλελεύθεροπροοδευτικό προσανατολισμό. Για την περίπτωση αυτή, βλ. Ν. Θεοτοκάς, «Η Χίος της αντίστασης και του εμφυλίου», Αρχειοτάξιο, 4 (2002), σσ. 173-182. 8. Είχαν προηγηθεί και συζητήσεις για υπαγωγή της οργάνωσης ΠΑΟ της Μακεδονίας στον ΕΔΕΣ, που διακόπηκαν όμως με την έναρξη των εμφύλιων συγκρούσεων. Βλ. «έκθεση Αν/χη Αρχ. Αργυρόπουλου προς τα μέλη της ΚΕ της ΠΑΟ με ημερομηνία 2 Ιανουαρίου 1944», στο Π. Παπαθανασίου, «Για τον Ελληνικό Βορρά, Μακεδονία 1941-1944 (Αντίσταση και Τραγωδία)-το ανέκδοτο αρχείο-ημερολόγιο του (τότε) Ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου», Αθήνα, Παπαζήσης, 1988, τμ. 2, σσ. 570-582. 9. Πρβλ. Στ. Χούτας, «Η Εθνική Αντίσταση», ό.π., σσ. 397-441. 10. Για τις αδυναμίες της τοπικής ελασίτικης Μεραρχίας, βλ. Αρχεία Εθνικής Αντίστασης, ό.π., τμ. 3, έγγ. 72, «ΕΛΑΣ VIII Μεραρχία αριθμ.πρωτ. Ε.Π. 348», σσ. 189-193. 11. Για το κείμενο του συμφωνητικού και την προκήρυξη προς τον τοπικό πληθυσμό που Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


162

Βαγγέλης Τζούκας

μεις για την ολοκλήρωση του εγχειρήματος.12 Από την πλευρά τού ΕΔΕΣ τα πράγματα ήταν σαφώς δυσκολότερα. Η ηγεσία του έπρεπε να εξισορροπήσει τις αντιθέσεις μεταξύ των στελεχών και την γενική απροθυμία του πληθυσμού να πολεμήσει. Η κατάσταση κρίσης οδήγησε στην όξυνση παλαιότερων αντιθέσεων μεταξύ βενιζελικών-βασιλικών αξιωματικών, γεγονός που οδήγησε ακόμη και στην αυτοδιάλυση μονάδων (όπως συνέβη με το τμήμα του αξιωματικού Θ. Πετζόπουλου). Με εξαίρεση τις περιοχές του Ξηροβουνίου και της Λάκκας Σουλίου, τα άλλα τοπικά συγκροτήματα της Ηπείρου είχαν διαλυθεί ήδη μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 1943.13 Ειδικά στην περιοχή της Άρτας, η κατάσταση ήταν σαφώς αρνητική. Την εικόνα αυτή επιδείνωνε η έλλειψη διάθεσης πολλών οπλαρχηγών και τοπικών ηγετών να συμμετάσχουν ενεργά στην εμφύλια διαμάχη. Χαρακτηριστική, από την άποψη αυτή, ήταν η αρχική άρνηση των αξιωματικών και οπλαρχηγών της Λάκκας Σουλίου να συνδράμουν τις επιχειρήσεις εναντίον του ΕΛΑΣ, που διεξάγονταν ανατολικά τού Αράχθου. Επιπλέον πολλοί αξιωματικοί, οι οποίοι το καλοκαίρι του 1943 είχαν ενταχθεί στις ΕΟΕΑ, οι ίδιοι διέλυσαν τα τμήματά τους και επέστρεψαν στις πόλεις, με ανάμικτα συναισθήματα ως προς την εμπειρία του αντάρτικου.14 3. Την ανάμιξη των Γερμανών ως καθοριστικού παράγοντα για την έκβαση των συγκρούσεων. Στον αντιανταρτικό αγώνα που είχε αναλάβει σταδιακά η Wehrmacht οι επιχειρήσεις του φθινοπώρου 1943 ήταν από τις πλέον σοβαρές. Η ένταση της βίας των Γερμανών ήταν πρωτόγνωρη για τα δεδομένα της περιοχής. Ειδικά για την περιοχή Ηπείρου είχαν προηγηθεί επιχειρήσεις σημαντικής βιαιότητας το καλοκαίρι του ίδιου έτους.15 Πολλές από τις ενέργειες των Γερμανών αφορούσαν μαζικές εκτελέσεις και πυρπολήσεις οικιών. Η περίπτωση του Κομμένου, πεδινού χωριού της Άρτας στο οποίο εκτελέστηκαν το συνόδευε, βλ. Αρχεία Εθνικής Αντίστασης, ό.π., τμ. 1, έγγ. 23, 24,25, «συμφωνητικό μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ και προκήρυξη προς το Λαό», σσ. 92-95. 12. Αρχεία Εθνικής Αντίστασης, ό.π., τμ. 3, έγγ. 98, «ΕΛΑΣ Γενικό Στρατηγείο Κλιμάκιο Ηπείρου-Δυτ. Στερεάς, Επιτελείο Γραφείο ΙΙΙ, αριθμ. 601», σσ. 260-262. 13. Θ. Μαρίνος, «Ο εφιάλτης της Εθνικής Αντίστασης (Προσωπικές Μαρτυρίες 19411944)», ό.π., τμ. 2, σ. 247. 14. Πρβλ: «Ο αντάρτης μπορεί εύκολα να μεταβληθεί σε έναν καλό ένστολο στρατιώτη. Αντίθετα, για τον καλό μόνιμο αξιωματικό, η στολή είναι κάτι παραπάνω από μια φορεσιά», C. Schmitt, «Η θεωρία του αντάρτη-παρεμβολή στην έννοια του Πολιτικού», Αθήνα, Πλέθρον, 1990, σ. 78. 15. Για το όλο πλαίσιο της γερμανικής πολιτικής, βλ. Σ. Δορδανάς, «Αντίποινα των Γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941-44», διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, 2002, σσ. 242-296. Χ.Φ. Μάγερ, «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα», Αθήνα, Εστία, 2005, σσ. 41-54. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στην άκρη της Γέφυρας: Η Εθνική Αντίσταση και η Συμφωνία της Πλάκας

163

317 άτομα, εντάσσεται σε αυτή ακριβώς την κατηγορία.16 Με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Οκτωβρίου-Νοεμβρίου, που αποσκοπούσαν στη συνολική διάλυση του αντάρτικου και στο άνοιγμα της βασικής οδικής αρτηρίας Ιωαννίνων-Μετσόβου-Καλαμπάκας, οι Γερμανοί επενέβησαν ως αποφασιστικός παράγοντας για την πορεία των εμφύλιων συγκρούσεων.17 Η κυρίαρχη άποψη στην ιστοριογραφία θεωρεί ότι η επέμβαση αυτή διέσωσε τον ΕΔΕΣ από την πλήρη εξαφάνιση. Επιπλέον το θέμα απέκτησε σταδιακά ευρύτερες διαστάσεις με την περίφημη σύναψη άτυπης ανακωχής του Ζέρβα-«gentlemen agreement» με τους Γερμανούς, από την περίοδο των εμφυλίων συγκρούσεων ως το καλοκαίρι του 1944. Η αμφιλεγόμενη αυτή υπόθεση τροφοδοτεί έως τις ημέρες μας ένα κλίμα δημόσιων αντεγκλήσεων κυρίως εκ μέρους των βετεράνων του ΕΔΕΣ και των ιστοριογράφων που υποστηρίζουν την άποψη αυτή.18 4. Τις επιπτώσεις στους τοπικούς πληθυσμούς. Οι συγκρούσεις των οργανώσεων καθώς και οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των κατοχικών στρατευμάτων συνέτειναν στην επιδείνωση της ήδη άσχημης κατάστασης των χωρικών. Στις αρχές του 1944 πολλά χωριά της Ηπείρου ήταν πλήρως κατεστραμμένα, και οι κάτοικοί τους βρίσκονταν στα όρια της επιβίωσης. Τη δεινή αυτή εικόνα απέδιδαν με ενάργεια οι εκθέσεις του Ερυθρού Σταυρού, οι ανταποκρίσεις των στελεχών του κατοχικού κρατικού μηχανισμού, οι εισηγήσεις των αντιστασιακών προς τις ηγεσίες τους, οι εκτιμήσεις των ίδιων των Γερμανών. Η εξέλιξη των επιχειρήσεων είχε οδηγήσει τον Ζέρβα σε δυσχερή θέση. Με τη μεσολάβηση του βρετανικού παράγοντα οι δυο οργανώσεις συμφώνησαν σε προσωρινή ανακωχή η οποία επισφραγίσθηκε με τη συμφωνία της Πλάκας (στις 29 Φεβρουαρίου 1944).19 Ως όριο μεταξύ των οργανώσεων τέθηκε ο πο16. Για την περίπτωση του Κομμένου, βλ. M. Mazower, «Στην Ελλάδα του Χίτλερ-η εμπειρία της Κατοχής», Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1994, σσ. 217-227. Χ. Βασιλάκης, «Η σφαγή και το ολοκαύτωμα του Κομμένου Άρτας στη σύγχρονη έρευνα. Μια ιστορική-κριτική θεώρηση», Σκουφάς, 86-87, (1996-1997), σσ. 168-177. Χ. Φ. Μάγερ, «Η φρίκη του Κομμένου», Αθήνα, Καλέντης, 1998, σ. 13 κ.ε. 17. Για τις επιχειρήσεις αυτές, βλ. Στ. Δορδανάς, «Τα αντίποινα», ό.π., σσ. 411-435. 18. Για τις επαφές Ζέρβα-Γερμανών, βλ. ενδεικτικά, Χ. Φλάισερ, «Επαφές μεταξύ των Γερμανικών Αρχών Κατοχής και των κυριότερων οργανώσεων της Ελληνικής Αντίστασης: ελιγμός ή συνεργασία;», στο Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-50, ό.π., σσ. 91-115. J. Hondros, «Occupation and Resistance», ό.π., σσ. 171-199. Για τις απόψεις των βετεράνων εδεσιτών, βλ. Κ. Ιωάννου, Φενάκη και Σβάστικα, Αθήνα, ΕΜΕΙΣ, 1996, σ. 191 κ.ε. 19. Για τα πρακτικά της συμφωνίας, βλ. Κομν. Πυρομάγλου, Η Εθνική Αντίσταση, ό.π., σσ. 354-426. Ντοκουμέντα της Αντίστασης, Αθήνα, Το Ποντίκι, 1994, σσ. 116-146. Για το πλαίσιο υπογραφής της συμφωνίας, βλ. Χ. Φλάισερ, «Η σύσκεψη Μυροφύλλου-Πλάκας», στο Κλ. Κουτσούκης (επιμ.), «Η προσωπικότητα του Άρη Βελουχιώτη και η Εθνική Αντίσταση», Αθήνα, Φιλίστωρ, 1997, σσ. 137-172. Πρβλ. Δ. Χαραλάμπης, «Στρατός και Πολιτική Εξουσία. Η δομή της εξουσίας στην μετεμφυλιακή Ελλάδα», Αθήνα, Εξάντας, 1985, σ. 26. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


164

Βαγγέλης Τζούκας

ταμός Άραχθος. Το ποτάμι θα χώριζε πλέον τις δυο «επικράτειες», τις δυο όχθες μιας διαμάχης που πλέον φαινόταν να λαμβάνει άλλα χαρακτηριστικά. Είναι η περίοδος αυτή κατά την οποία ο Γιώργος Κοτζιούλας γράφει για την αναπάντεχη διάσωσή του από τα «λυκόσκυλα του Ξηροβουνίου»-τους εδεσίτες αντάρτες του Παπαδόπουλου, ο Άρης Βελουχιώτης συνειδητοποιεί ότι χάνεται μια μοναδική ευκαιρία πλήρους εξουδετέρωσης του αντιπάλου και ο Ναπολέων Ζέρβας γράφει στο ημερολόγιο του: Κατέληξαν εις την υπογραφήν ενός συμφωνητικού εις το οποίον φαίνεται η πρόθεσις των να κρατήσουν όσο κατέχουν ήδη εδάφη και τούτο, διότι ως έχουν τα πράγματα, ασφαλώς δύναται κάνοντας μυστικάς συγκεντρώσεις να μας επιτεθούν ή τώρα ή κατά την απόβασιν, και γενόμενοι κύριοι του συνόλου του χώρου να γίνωσι εν ταυτώ κύριοι και των αστικών Κέντρων. Παρά τις εκατέρωθεν επιδιώξεις για διάλυση του αντιπάλου είχε γίνει αντιληπτό ότι ο ΕΔΕΣ δεν ήταν εύκολο να εκμηδενισθεί ούτε βέβαια ο ΕΛΑΣ να ηττηθεί. Επιπλέον, μετά τη συμφωνία της Πλάκας είχε καταστεί σαφές και στους δυο αντιπάλους ότι δεν υπήρχαν περιθώρια για μια ευρεία πολιτική προσέγγιση. Η ανακωχή που υπογράφηκε δεν άφηνε περιθώρια αισιοδοξίας στο πεδίο αυτό. Οι ευεργετικές συνέπειες της συμφωνίας (ο τερματισμός των συγκ��ούσεων, η απελευθέρωση των αιχμαλώτων κλπ) δεν μπορούσαν να αναιρέσουν την κατάσταση αυτή. Εξάλλου, πολλά ζητήματα που αφορούσαν τις διαφιλονικούμενες περιοχές παρέμεναν εκκρεμή. Η κατάσταση π.χ. στους τομείς της Πρέβεζας και του Λάκμωνα (Περιστερίου) δεν προοιώνιζε ευχάριστες εξελίξεις. Για το σκοπό αυτό συνεκλήθη στο χωριό Κούτσαινα (Στουρναραίικα) διάσκεψη που θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε συμπληρωματική της συμφωνίας Πλάκας. Αποτελέσματα δεν υπήρξαν ούτε στη συγκεκριμένη συγκυρία, καθώς η εαμική πλευρά έθετε όρους που δεν μπορούσε να αποδεχθεί ο Ζέρβας.20 Στο πλαίσιο αυτά η (μάλλον τυπική) πρόσκληση που απηύθυνε το ΕΑΜ στον Ζέρβα για συμμετοχή του τελευταίου στην κυοφορούμενη «κυβέρνηση του βουνού» απορρίφθηκε ασυζητητί. Η συγκρότηση της ΠΕΕΑ αποτελούσε τομή στην πολιτική κατάσταση της χώρας. Η απάντηση του Ζέρβα ήταν άμεση και πολυεπίπεδη. Σε πολιτικό επίπεδο έγινε απόπειρα επίτευξης ουσιωδέστερης επικοινωνίας με την κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής. Η επιστολή των αρχηγών 20. Οι ανεπιτυχείς προσπάθειες για συνεννόηση ανάμεσα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ συνεχίστηκαν στα τέλη Απριλίου στο χωριό της Θεσσαλίας Κουτσιανά (ή Κούτσαινα). Για τα πρακτικά και το περιεχόμενο των συζητήσεων αυτών, βλ. Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης, ό.π., σσ. 314-330. Γρ. Φαράκος, «Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία», ό.π., τμ. 1, σσ. 207-212. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στην άκρη της Γέφυρας: Η Εθνική Αντίσταση και η Συμφωνία της Πλάκας

165

διαφόρων κομμάτων προς τον ίδιο (τον Φεβρουάριο του 1944) επιβεβαίωνε την αναγνώρισή του από το προπολεμικό πολιτικό προσωπικό. Μετά τη συμφωνία της Πλάκας, η κατάσταση στην Ήπειρο σταθεροποιήθηκε ώς την περίοδο αποχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων, το ΣεπτέμβριοΟκτώβριο του 1944. Οι δυο οργανώσεις είχαν υπό τον έλεγχό τους συγκεκριμένους ορεινούς όγκους, ενώ τα κατοχικά στρατεύματα είχαν περιορισθεί στον έλεγχο των πόλεων και των βασικών οδικών αρτηριών. Στην εαμική Ελεύθερη Ελλάδα είχαν ενσωματωθεί οι περιοχές Ραδοβιζίου και Τζουμέρκων της Άρτας, που είχαν αποτελέσει προηγουμένως τα πρώτα προπύργια του ΕΔΕΣ. Υπό σταθερό εαμικό έλεγχο βρίσκονταν και οι περιοχές Μετσόβου, Ζαγορίων, Πωγωνίου, Καλαμά με την ισχυρή παρουσία του 85ου και του 15ου Συντάγματος ΕΛΑΣ. Στους χώρους, που προηγουμένως κυριαρχούσε ο ΕΔΕΣ, επιχειρήθηκε η εισαγωγή και η εδραίωση θεσμών που ήταν κοινοί για όλη την εαμική επικράτεια: αυτοδιοίκηση, λαϊκή δικαιοσύνη κλπ. Η ΕτΑ (Επιμελητεία του Αντάρτη), η ΕΑ (Εθνική Αλληλεγγύη), η ΕΠΟΝ (Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων), η Εθνική Πολιτοφυλακή λειτουργούσαν απρόσκοπτα.21 Ιδιαίτερη θέση κατείχε, στο πολιτιστικό πεδίο, η απόπειρα δημιουργίας «λαϊκού θεάτρου» από τον ηπειρώτη ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα.22 Η περιοχή Ηπείρου εξέλεξε αντιπροσώπους για την «κυβέρνηση του βουνού», το Εθνικό Συμβούλιο της ΠΕΕΑ (Πανελλήνια Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης), που συνεκλήθη το Μάιο του 1944 στους Κορυσχάδες της Ευρυτανίας. Η Ελευθέρα Ορεινή Ελλάς του ΕΔΕΣ, με έδρα το χωριό Δερβίζιανα, αποτελείτο κυρίως από τις περιοχές της Λάκκας Σουλίου και του Ξηροβουνίου. Η γεωγραφική γειτνίαση των δυο αυτών περιφερειών με τα Ιωάννινα ενίσχυε τις αντιλήψεις των εαμικών για ενδεχόμενη συνεργασία με τον «εθνικόφρονα» πληθυσμό της πόλης, αλλά και με τις αρχές Κατοχής. Στους χώρους αυτούς έγινε μια αξιόλογη απόπειρα θεσμικής οργάνωσης, υπό τη διαρκή ενίσχυση των Βρετανών, που εκφράσθηκε με συνεχείς ρίψεις εφοδίων από αεροπλάνα, αλλά και προωθήσεις μέσω του όρμου της Σπλάντζας (Αμμουδιάς).23 Η περιφέρεια συγκρότησε ένα «κρατίδιο» με ιδιότυπη δομή. Συγκλήθηκαν δυο μεγάλες πολιτικοστρατιωτικές συγκεντρώσεις που ονομάστηκαν «Εθνικά Συμβούλια», εκδίδονταν εφημερίδες, λειτουργούσαν νοσοκομεία, ταχυδρομείο, σχολεία κλπ. Η ΕΔΕΕ (Εθνική Δημοκρατική Ένωση Ελληνοπαίδων), η νεολαιίστικη οργάνωση 21. Για την ΕΑ στην Ήπειρο, βλ. Φ. Βαλάης (Φάνης), «Για τη δράση της ΕΑ Ηπείρου», Εθνική Αντίσταση, τχ. 80 (1993), σσ. 40-44. 22. Για την απόπειρα αυτή, βλ. Γ. Κοτζιούλας, «Θέατρο στα βουνά», Αθήνα, Θεμέλιο, 1980, σσ. 15-54. 23. Για τις διαδικασίες αυτές, βλ. Κ. Ιωάννου, «Ελευθέρα Ορεινή Ελλάς», Αθήνα, Δρομεύς, χ.χ., σ. 31 κ.ε. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


166

Βαγγέλης Τζούκας

του ΕΔΕΣ επέκτεινε τη δράση της στην περίοδο αυτή. Στην περιοχή επίσης ήταν εγκατεστημένοι πολυάριθμοι αξιωματικοί-μέλη της ΣΣΑ. Αξιόλογες αλλαγές σημειώθηκαν και στη στρατιωτική δομή της οργάνωσης. Τα διάφορα τοπικά Αρχηγεία και Υπαρχηγεία καταργήθηκαν και, μετά τη συμφωνία της Πλάκας, συγκροτήθηκαν Μεραρχίες και ανεξάρτητα Συντάγματα στο πλαίσιο μιας διαδικασίας «στρατιωτικοποίησης».24 Έτσι προχώρησε ο μετασχηματισμός των ατάκτων σε στρατιώτες τακτικών σχηματισμών, η εκγύμναση και η προετοιμασία τους για ενδεχόμενες συγκρούσεις, η οργάνωση στρατοδικείων. Υπήρχε επίσης μια άρρητη απόπειρα διεκδίκησης της συνέχειας του νόμιμου Εθνικού στρατού κατ’ αναλογία προς τον ΕΛΑΣ: οι μεγάλοι σχηματισμοί των ΕΟΕΑ έλαβαν την ονομασία ΙΙΙ, VIII, ΙΧ, Χ Μεραρχία. Διοικητές των σχηματισμών αυτών ανέλαβαν αξιωματικοί που μεταπολεμικά έγιναν πολύ γνωστοί. Από την άλλη πλευρά, η απώλεια των Τζουμέρκων ήταν οδυνηρή για τον ΕΔΕΣ. Ο Ζέρβας, αν και θεωρούσε αδιανόητη την παραμονή τού ΕΛΑΣ στην περιοχή ανατολικά του Αράχθου, αναγκάσθηκε να συμβιβαστεί.25 Η συμφωνία της Πλάκας προέβλεπε απελευθέρωση των κρατουμένων και των δυο σχηματισμών, η οποία πραγματοποιήθηκε σταδιακά και εν μέρει μέχρι τον Απρίλιο 1944. Η πρακτική όμως,των συλλήψεων πραγματικών ή υποτιθέμενων πολιτικών αντιπάλων δεν διαφοροποιήθηκε. Οι εκατέρωθεν κατηγορίες ήταν ιδιαίτερα βαρύτατες. Από τον αντιστασιακό τύπο, αλλά και τις διάφορες προκηρύξεις, διαταγές κλπ. των οργανώσεων μπορούμε με ευκολία να αντιληφθούμε τις διαιρέσεις που είχαν πραγματοποιηθεί. Ενδεικτική, από την άποψη αυτή, είναι και η ομιλία του Κομνηνού Πυρομάγλου στο συνέδριο του Λιβάνου, η οποία ουσιαστικά συνιστούσε μια οξύτατη επίθεση εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.26 Στη συγκυρία του έτους αυτού ανιχνεύονται όλες οι συνιστώσες του διαχωρισμού της ελληνικής κοινωνίας σε δυο παρατάξεις, η καθεμία από τις οποίες περιελάμβανε ποικιλία κοινωνικών συμμαχιών. Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1944 θα αποδεικνυόταν περίοδος αποφασιστικής σημασίας για την ενδοελληνική διαμάχη, σε συνδυασμό με την αναμενόμενη αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, και οι εξελίξεις γρήγορα θα αποδείκνυαν ότι ο διχασμός τής, ελληνικής κοινωνίας είχε προχωρήσει πολύ και δύσκολα θα αποφεύγονταν μια νέα εμφύλια σύγκρουση με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη μετέπειτα πορεία της χώρας. *Ο Βαγγέλης Τζούκας είναι Διδάσκων (ΠΔ 407/80) του τμήματος Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης 24. Για την αναδιοργάνωση των ΕΟΕΑ, βλ. Ναπ. Ζέρβας, Απελευθερωτικός Αγών (ΕΔΕΣΕΟΕΑ 1941-1945), Αθήνα, εκδ. ΠΣΑΕΑ ΕΔΕΣ-ΕΟΕΑ «Ναπολέων Ζέρβας», χ.χ., σ. 66 κ.ε. 25. Ηρ. Πετιμεζάς, «Εθνική Αντίσταση και Κοινωνική Επανάσταση», ό.π., σ. 405. 26. Κ. Πυρομάγλου, «Τι είπα στον Λίβανο, έκδοση της Διευθύνσεως Τύπου των ΕΟΕΑ», 1944. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τ Ε Χ Ν Η - Π Α ΡΑ Δ Ο Σ Η - Π Ο Λ Ι Τ Ι Σ Μ Ο Σ Νίκος Μπριασούλης*

Θ έ ατρ ο σ τ α Τζο υ μ έρ κ α : Απίστευτο κι όμως α ληθινό

Π

ριν από εφτά χρόνια σ’ ένα απ’ τα όμορφα χωριά της περιοχής μας, στο Παλαιοχώρι Σκούπας, άρχισε τη λειτουργία του το «Αράχθειο Θέατρο». Το πρώτο, και αποφασιστικό, βήμα για τη δημιουργία του ήταν η ανέγερση ενός πετρόχτιστου υπαίθριου θεάτρου που μπορεί να φιλοξενήσει 400 θεατές. Το θέατρο εγκαινιάστηκε το καλοκαίρι του 2007 και έκτοτε φιλοξενεί κάθε καλοκαίρι 3-4 θεατρικές παραστάσεις με εκλεκτά έργα ελλήνων και ξένων θεατρικών συγγραφέων. Και μόνον η ύπαρξη μόνιμης θεατρικής σκηνής στα Τζουμέρκα αποτελεί γεγονός με τεράστια σημασία, γιατί δημιουργεί νέες προοπτικές και απροσμέτρητες δυνατότητες στη μορφωτική, καλλιτεχνική και πολιτιστική ζωή των Τζουμέρκων και της ευρύτερης περιοχής. Και, για να γίνει αυτό κατανοητό, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι, παράλληλα με τις θεατρικές παραστάσεις, διοργανόνονται μουσικές εκδηλώσεις και θεατρική αναπαράσταση εθίμων και τελετουργιών απ’ τη μακραίωνη λαϊκή παράδοση της περιοχής. Αυτή η τόσο γενναία και καθ’ όλα αξιέπαινη πρωτοβουλία ανήκει στην κ. Ρίτα Μυστακοπούλου-Νάστου και στο σύζυγό της Ηλία Νάστο, ναύαρχο ε.α.ιατρό του Πολεμικού Ναυτικού. Και μόνον η σκέψη ν’ ανεγείρει κανείς με δικές του δαπάνες ένα κτίσμα, που αποβλέπει στην άνοδο του πνευματικού και πολιτιστικού επιπέδου της περιοχής, δεν αφήνει καμιάν αμφιβολία πως οι πρωτεργάτες κινούνται από άκρα ανιδιοτέλεια, υψηλό πατριωτικό φρόνημα και ειλικρινή αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους. Ο ειδικός προσανατολισμός στην ιδέα ενός θεάτρου στα Τζουμέρκα οφείλεται πρωταρχικά στην κ. Νάστου που αγαπάει το θέατρο με ένθεο ζήλο και είναι διατεθειμένη να το υπηρετήσει με όλες της τις δυνάμεις. Πάντως, θα συμφωνήσετε μαζί μου πως μια τέτοια

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


168

Νίκος Μπριασούλης

προσπάθεια αξίζει κάθε έπαινο και κάθε τιμή και οι συμπατριώτες μας απ’ την πρώτη στιγμή της επιφύλαξαν την ανεπιφύλαχτη συναίνεση και την επιδοκιμασία τους. Εξάλλου, για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε καλύτερα το μέγεθος και τη βαρύνουσα σημασία αυτής της προσφοράς, δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτό που γν��ρίζουν άριστα οι ενδιατρίβοντες και μυημένοι στα ζητήματα της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας, ότι δηλαδή το θέατρο δεν είναι καθόλου εύκολο εγχείρημα και γι’ αυτό δίκαια θεωρείται ως η κορυφαία συνύπαρξη και σύνθεση πνευματικών και καλλιτεχνικών στοιχείων: Λόγου, μουσικής, ζωγραφικής, χορού, υποκριτικής τέχνης. Κοντολογής, για να πάρει κανείς την απόφαση να «στήσει» μια θεατρική δουλειά, πρέπει να διαθέτει ευαισθησία, καλλιέργεια, καλή εξοικείωση με το αντικείμενο και πλούσια εμπειρία. Ανάμεσα στα έργα που ανέβηκαν στη σκηνή του «Α.Θ.» είναι και τα εξής: «Δάφνες και πικροδάφνες» του Κεχαϊδη «Επικίνδυνο παιγνίδι» του Κορρέ «Λα μοσκέτα» του Ροζάντε «Η φωνή που χάθηκε στο δάσος» της Μ. Σαββίδου «Εχθροί εξ αίματος» του Αρκά «Ο φιάκας» του Δ. Μισιτζή «Το λουρί του Σωκράτη» του Δ. Ποταμίτη «Η Κυριακή των παπουτσιών» του Λ. Λαζόπουλου «Ο μικρός πρίγκηπας» του Σ. Εξυπερύ Η Ι.Λ.Ε.Τ., που στρατεύτηκε αυτόβουλα στην ανάδειξη και προβολή της Λαϊκής Παράδοσης των Τζουμέρκων, εκφράζει τη χαρά και την ικανοποίησή της γι’ αυτό το μοναδικό και εξαίρετο δημιούργημα. Πιστεύει όμως πως είναι καθήκον όλων των συμπατριωτών μας, που νοιάζονται πραγματικά για τη μοίρα του τόπου μας, ν’ αγκαλιάσουν και να στηρίξουν αυτή τη μοναδική κίνηση με όλους τους δυνατούς τρόπους. Ταυτόχρονα, πρέπει να ζητήσουμε απ’ όλους τους αρμόδιους τοπικούς και πολιτικούς φορείς να εξασφαλίσουν στο «Α.Θ.» κάθε υλική και ηθική βοήθεια, για να συνεχίσει απρόσκοπτα το θεσπέσιο έργο που άρχισε. Όσο για τους δύο ωραίους και σεμνούς πρωταγωνιστές αυτής της μοναδικής δημιουργίας, η οποία απ’ την πρώτη εμφάνισή της έχει εγγραφεί κιόλας ως ένα κεφάλαιο του τζουμερκιώτικου πολιτισμού, νομίζω πως μια φράση του αρχαίου ποιητή Μενάνδρου είναι ταιριαστή: «Ως χαρίεν εστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος η», δηλαδή «Τι υπέροχο πράγμα που είναι ο άνθρωπος, όταν είναι αληθινός άνθρωπος». * Ο Ν. Μπριασούλης είναι Φιλόλογος, επίτιμος πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


169

Απόστολος Σπ. Παπαδημητρίου*

Μ ι α ε λ λ η ν ι σ τ ι κ ή Α κ ρ ό π ο λ η σ τ η ν Αν ε μ ο ρ ρ ά χ η *

Ο

αρχαιολογικός χώρος στη θέση «Καστρί» βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του χωριού Ανεμορράχη ή «Μπούγα» στην περιοχή του όρους Τζουμέρκα τα οποία ανήκουν στο ανατολικό τμήμα του νομού Άρτας στην Ήπειρο. (εικ.1,2) Η θέση αυτή είναι εντοπισμένη από πολύ νωρίς. Ήδη ο Σεραφείμ Ξενόπουλος περιγράφει τη θέση αυτή από το 1884: «Μπούγα, οικούμενον από 25 οικογενειών, εκκλησιαζομένων εις τον Ναόν αγίου Νικολάου και είς τι Παρεκκλήσιον του αγίου Γεωργίου, και ευλογουμένων υφ’ ενός Ιερέως. Έξω του χωρίου τούτου επί λόφου τινός σώζονται λείψανα αρχαίου Φρουρίου, καλουμένης υπό των εγχωρίων της θέσεως αυτού Καστρί και Κοντεζέλι εν ταύτη τη θέσει ευρίσκουσιν οι εγχώριοι λείψανα της εθνικής λατρείας οίον αγάλματα εκ γύψου και λευκού μαρμάρου, πήλινα τε και εκ κασσιτέρου και χαλκού αγγεία».1 Τη θέση σημειώνει επίσης και ο N. Hammond., που αναφέρεται στην ύπαρξη αρχιτεκτονικών λειψάνων και ελληνιστικών νομισμάτων2. Και στις δύο περιπτώσεις το σημερινό χωριό Ανεμορράχη αναφέρεται ως «Μπούγα». Ο λόφος στον οποίο βρίσκεται η ακρόπολη είναι κατάφυτος από πυκνή και άγρια βλάστηση, (εικ.3,4). Δεσπόζει σε σχέση με το χωριό που βρίσκεται στην κοιλάδα. Υψώνεται απότομα και από εκεί υπάρχει η δυνατότητα κατεπόπτευσης προς τρία τουλάχιστον σημεία του ορίζοντα, προς Νότο, Ανατολικά και Δυτικά. Προς βορρά είναι ορατός άλλος ορεινός όγκος που σύμφωνα με τις πληροφορίες των κατοίκων είναι δύσβατος εξαιτίας της πυκνότατης βλάστησης. Νότια

* Η παρούσα εργασία δημοσιεύθηκε και στο περιοδικό Numismatica e Anticita Classiche XLI, 181-189 το Νοέμβριο 2012 στα αγγλικά με τίτλο: «“Kastri” in “Bouga”(Anemorrakhi). A walled citadel on the border of the State of Athamanes and Amvrakiotes». Οφείλω ευχαριστίες στην προϊσταμένη της ΛΓ΄ΕΠΚΑ κ. Χρ. Μερκούρη για τη θετική εισήγησή της για τη δημοσίευση του χώρου, στη συνάδελφο κ. Α. Αγγέλη. Επίσης, στους κ. Καράμπαλη και στη μαχητική κ. Όλγα Τριάντου, μέλος της Αδελφότητας Ανεμορραχιωτών Αθήνας «ο Άγιος Νικόλαος» και γεν.γραμματέα της Ι.Λ.Ε.Τ., οι οποίοι με παρακίνησαν να επισκεφτώ το χώρο και μου έδωσαν το έναυσμα γι’ αυτό το σημείωμα. Τέλος, θερμές ευχαριστίες στον πρόεδρο κ.Μαργώνη και τα μέλη του Δ.Σ της Ι.Λ.Ε.Τ., καθώς και τη σύνταξη του περιοδικού «Τζουμερκιώτικα Χρονικά» για τη δημοσίευση της εργασίας στα Ελληνικά. Στην παρούσα εργασία δημοσιεύονται περισσότερες φωτογραφίες του χώρου καθώς και μια προσθήκη. 1. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ 2003,19. 2. HAMMOND 1967,151-152, Ο Hammond είδε επίσης και ένα τετραγωνισμένο λίθο με ανάγλυφες μορφές ζώων. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967, 169. ΑΓΓΕΛΗ 2001,84. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


170

Απόσ τολος Σπ. Παπαδημητρίου

του λόφου σε μία κοιλάδα απλώνεται το χωριό Ανεμορράχη. Ανατολικά, υψώνονται ο ορεινός όγκος των Τζουμέρκων, στις βόρειες υπώρειες των οποίων κυλάει ο ποταμός Σαραντάπορος, (εικ.5) ενώ βορειοανατολικά διακρίνεται ο λόφος «Τσούκα» (εικ.6) στον οποίο βρίσκονται αρχαία λείψανα κάστρου3. Πρόκειται για τη θέση «Τσούκα Παλαιοκάτουνου» πολύ κοντά στο χωριό Βουλγαρέλι4. Δυτικά, διακρίνεται ο ορεινός όγκος του Ξεροβουνίου (εικ.7). Νοτιοδυτικά του λόφου, βρίσκεται η αρχαία θέση «Παλαμίδα», όπου υπάρχουν αρχαία καθώς και σύγχρονος ναός, έτσι όπως αναφέρονται από τους κατοίκους της περιοχής και από παλαιότερες αυτοψίες υπαλλήλων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Αυτά τα αρχαία λείψανα, σύμφωνα με πληροφορίες των κατοίκων της περιοχής, καταχώθηκαν ή καταστράφηκαν από διάνοιξη σύγχρονης οδού. Κατά πάσα πιθανότητα παλαιότερα υπήρξε σύγχυση μεταξύ των δύο θέσεων («Καστρί» ή «Μπούγα» και «Παλαμήδι») που ταυτίζονταν. Στο λόφο είναι διάσπαρτοι μετακινημένοι λιθόπλινθοι με ίχνη εργαλείων στις επιφάνειές τους για τη λάξευσή τους (εικ.8,9). Στο ΝΑ τμήμα του πλατώματος της κορυφής, διακρίνονται ορατά τμήματα τοίχων. Το ένα, (ΤΧ1), το μεγαλύτερο ορατό, έχει προσανατολισμό Β-Ν και εκτείνεται κατά μήκος της ανατολικής κλιτύος. Είναι ορατό σε δυο δόμους και σχηματίζει γωνία στο νότιο άκρο του με ένα μικρότερο τμήμα με προσανατολισμό Α-Δ (ΤΧ2). Οι δυο αυτοί τοίχοι ορίζουν στα ΝΑ το πλάτωμα της κορυφής (εικ.10). Επί της νότιας κλιτύος, λίγα μέτρα πιο κάτω από την κορυφή ακόμη ένα τμήμα τοίχου σώζεται σε αρκετό μήκος, πλάτος και ύψος (ΤΧ3), (εικ.11). Είναι κατασκευασμένος από μεγάλους ορθογώνιους ασβεστολιθικούς λιθόπλινθους κατά το ισοδομικό σύστημα. Οι λιθόπλινθοι έχουν μετακινηθεί από την αρχική τους θέση εξαιτίας της διείσδυσης της βλάστησης η οποία έχει εισχωρήσει στους αρμούς. Ακόμη ένα ορατό τμήμα τοίχου (ΤΧ4), μεγάλο σε διαστάσεις (εικ.12), βρίσκεται περί το μέσον της νότιας κλιτύος της ακρόπολης και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας μιας οριζόντιας αυλάκωσης- λάξευσης, η οποία είναι ευδιάκριτη στην όψη του τοίχου. Στην ίδια πορεία με τον τοίχο που σημειώσαμε προς δυτικά είναι ορατοί ακόμη δυο τοίχοι, οι οποίοι σχηματίζουν γωνία και ορίζουν τη ΝΔ γωνία της κλιτύος, σε κατώτερο επίπεδο από το πλάτωμα της κορυφής. Τα ένα τμήμα έχει προσανατολισμό από Α-Δ (ΤΧ5), το οποίο στο δυτικό άκρο γωνιάζει με ένα μεγαλύτερο (ΤΧ6), το οποίο είναι με προσανατολισμό Ν-Β και εκτείνεται κατά μήκος της Βόρειας κλιτύος (εικ.13,14). Οι τοίχοι αυτοί είναι κατασκευασμένοι από μεγάλους λιθόπλινθους κατά το ισοδομικό σύστημα. 3. HAMMOND 1967,151. ΑΓΓΕΛΗ 2001,83-84,σημ.2. 4. Ο χώρος είναι αρχαιολογικά κηρυγμένος με το ΦΕΚ35/02.02.1962. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μια ελληνιστική Ακρόπολη στην Ανεμορράχη

171

Σε όλη την ανατολική πλαγιά του λόφου επίσης βρίσκονται διασπαρμένα πλήθος επεξεργασμένων λιθόπλινθων, τουλάχιστον ένας εκ των οποίων με ιδιαίτερα μεγάλες διαστάσεις (εικ.15). Θα μπορούσε να ταυτιστεί με ορθοστάτη τείχους, έτσι όπως συνηθίζονταν να χρησιμοποιούνται στις όμορες αρχαίες πόλεις με χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνο του οχυρωματικού περιβόλου της Αμβρακίας.5 Προς το βόρειο τμήμα του ΤΧ1 βρίσκεται ένα τμήμα του αβεστολιθικού βράχου, το οποίο εξαιτίας της βλάστησης δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε αν ανήκει σε τοίχο (εικ.16). Εκεί σε διάφορα σημεία ο φυσικός βράχος τέμνεται κάθετα και οριζόντια, ως αποτέλεσμα λατόμευσης, ενώ στην οριζόντια επιφάνειά του διακρίνεται ίχνος από εργαλείο κοπής των αποσπώμενων λίθινων όγκων (εικ.17,18). Το τμήμα αυτό ονομάζεται από τους ντόπιους κατοίκους «πολυθρόνες». Από την κατασκευή των τοίχων αλλά και από τα διάσπαρτα όστρακα και έναν πρόχειρο καθαρισμό γύρω από τα ορατά τμήματα των τοίχων (ΤΧ1και ΤΧ2) προέκυψε ότι η κεραμική ανήκει στους ελληνιστικούς χρόνους και πρόκειται για τμήματα κεραμίδων στέγης. Έτσι λοιπόν τα αρχαία κατάλοιπα μπορούν να χρονολογηθούν κατά την ελληνιστική περίοδο, η οποία φαίνεται ότι είναι και η κύρια χρονολογική φάση. Οι κάτοικοί του χωριού μας δίνουν ακόμη πληροφορίες (έστω προφορικές) για την λιθαρπαγή καθώς και τη χρήση των λίθων στο χτίσιμο των οικιών από τους κατοίκους. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση που μας μεταφέρθηκε, μια επιγραφή θρυμματίστηκε και τα τμήματά της εντειχίστηκαν σε σπίτι στις νοτιοανατολικές υπώρειες του λόφου στην άκρη του χωριού. Η αρχαία αυτή θέση ανήκε στους Αθαμάνες, οι οποίοι είχαν το κράτος τους σ’ αυτή την επικράτεια (εικ.19). Το κράτος των Αθαμάνων απλώνονταν στους ορεινούς όγκους των Τζουμέρκων και των ΒΑ Αγράφων. Καταλαμβάνει δηλαδή το δυτικό τμή��α του Ν. Άρτας και το ανατολικό της σημερινής Θεσσαλίας. Ο Στράβων αναφέρει6 ότι στην περιοχή τα κυριότερα φύλα ήταν οι Μακεδόνες και οι Θεσσαλοί, ενώ Ηπειρωτικά φύλα ανήκαν εκουσίως ή με τη βία στους μεν ή τους δε. Έτσι οι Αθαμάνες ανήκαν κατά τον Ευαγγελίδη στους Θεσσαλούς.7 Αν και υπήρχε αναφορά στα σύνορα του κράτους, στη λεγόμενη στήλη με τη συνθήκη της Αμβρακίας-Χαράδρου (εικ.20) η οποία βρίσκεται στο Νέο Μουσείο Άρτας, δεν σώθηκαν περαιτέρω μαρτυρίες, αφού η στήλη σώζεται μερικώς8. 5. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗ 1986-1987, 9-28,πιν.2-11. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.αλ.2007. 6. ΣΤΡΑΒΩΝ Θ 11, σ.434 7. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ 1960, 9 8. ΑΝΔΡΕΟΥ 1996-97,149-154. CABANES ANDREOU,1985. CHARNEUX ET TREHEUX 1988 Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


172

Απόσ τολος Σπ. Παπαδημητρίου

Από τις μέχρι τώρα δημοσιεύσεις μπορούμε να υποθέσουμε με σχετική ακρίβεια τα σύνορα του κράτους τους. Υπάρχουν δύο απόψεις για τη χάραξη της συνοριογραμμής μεταξύ του κράτους της Αμβρακίας και εκείνου των Αθαμάνων. Η Ανδρέου τοποθετεί τη συνοριογραμμή και το πέρας του κράτους των Αθαμάνων στη συμβολή των τριών ποταμών Καλεντίνη, Αράχθου και Σαραντάπορου και την ακρόπολη στην «Μπούγα» εντός του κράτους των Αθαμάνων, ενώ η C. Hatzis τοποθετεί την Ακρόπολη της «Μπούγας» στη συνοριακή γραμμή εντός του κράτους της Αμβρακίας9 (εικ.21). Στα δυτικά οι Αθαμάνες συνόρευαν με το κράτος των Μολοσσών, στα νότια με τους Αμβρακιώτες και Αμφίλοχους, στα ανατολικά με τους θεσσαλικά κράτη. Οι ποταμοί Άραχθος στα δυτικά, Καλεντίνης στα νότια ήταν τα φυσικά σύνορα του κράτους των Αθαμάνων. Η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή της αρχαίας Αθαμανίας10 είναι αποδεδειγμένη ήδη από την εποχή του λίθου. Οι κάτοικοι του κράτους των Αθαμάνων ασχολούνταν κυρίως με το κυνήγι και την κτηνοτροφία. Ήταν λαός απομονωμένος και αυτό καθόρισε τα χαρακτηριστικά του, ως απρόσιτου, δύστροπου και γενικώς ανοργάνωτου λαού, αφού άλλωστε αυτό επέβαλλε η μορφολογία του εδάφους. Ο Στράβων αποκαλούσε βάρβαρους τους Αθαμάνες και τα όμορα κράτη των Αιτωλών, Ακαρνάνων, Ηπειρωτών, και Μακεδόνων.11 Ξεχώριζε τους Αμβρακιώτες που η πόλη τους υπήρξε αποικία των Κορινθίων. Οι Αθαμάνες υπήρξαν προνομιακοί σύμμαχοι με τους Μακεδόνες στο στρατό των οποίων συμμετείχαν με 300-400 άνδρες. Αυτό δεν τους εμπόδισε όμως να συμμαχήσουν με τους Ρωμαίους κατά των Μακεδόνων το 200 π. Χ. Το κράτος των Αθαμάνων, κατά την ελληνιστική περίοδο, ανδρώθηκε οικονομικά και αποτέλεσε ανεξάρτητο δυναμικό κράτος του Κοινού των Ηπειρωτών στην αρχή και κατόπιν του κοινού των Αιτωλών. Η οργάνωση του κράτους των Αθαμάνων έφθασε στην ακμή του ανάμεσα στα 225-168 π.Χ με επικεφαλής τους Θεόδωρο, Αμύνανδρο και Σέλιππο. Η γεωγραφική θέση ήταν εκείνη που έδινε τη δυνατότητα πολιτικών και στρατιωτικών συμμαχιών, ανάλογα με τα ανταλλάγματα, αφού ουσιαστικά οι Αθαμάνες ήλεγχαν τις κοιλάδες των ποταμών από τις οποίες διεξάγονταν οι επικοινωνίες και οι εμπορικές συναλλαγές κυρίως προς νότο και ανατολικά. Παρά την πολιτική ευλυγισία12 που φαίνεται ότι διέθεταν στο να επιλέγουν συμμάχους, ήταν δύσκολο στους Αθαμάνες να υπερασπιστούν πάντα τα σύνο9. ΑΝΔΡΕΟΥ 1996-97,152,σχ.4. HATZIS 1997,186,εικ.8. 10. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967. ΦΙΛΟΣ 2000, 87-105. 11. ΣΤΡΑΒΩΝ VII,7. 12. ΜΠΑΚΟΝΙΚΟΛΑ 2007, 128-133, επισημαίνεται ότι οι Θεσσαλοί σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (βιβλ. ΣΤ και Ζ΄) επιδεικνύουν δειλία και φιλαργυρία στην αντιμετώπιση ενός ισχυρού αντιπάλου. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μια ελληνιστική Ακρόπολη στην Ανεμορράχη

173

ρά τους, αφού ισχυρά κράτη συνόρευαν με το δικό τους. Η παρουσία κυρίως των Αμβρακιωτών στην περιοχή ήταν καταλυτική. Η υπεράσπιση των συνόρων του κράτους των Αθαμάνων φαίνεται ότι πραγματοποιούνταν κάτω από ένα οργανωμένο δίκτυο «φυλακίων»-ακροπόλεων, καλώς οπλισμένων, τα οποία εκτός της υπεράσπισης των συνόρων αναλάμβαναν να διαφυλάξουν και τις ζωές των κατοίκων της περιοχής σε περίπτωση επιδρομής. Τέτοια ανάλογα δίκτυα δεν ήταν επινόηση των Αθαμάνων, αλλά πιθανότατα υπήρξαν και στα καλώς οργανωμένα όμορα κράτη της Αμβρακίας13 και της Κασσωπαίας14. Τέτοιες ακροπόλεις, με τη μορφή οικίας-φυλακίου, όπως μας παραδίδει ο Ξενοφών ήταν αναπτυγμένες και στην περιοχή της Μικράς Ασίας. Περιγράφονται δε οι δυσκολίες κατάληψης των καλά φρουρούμενων αυτών ακροπόλεων-οικιών, καθώς και τα μέσα άμυνας που χρησιμοποιούσαν. Αυτό μαζί με την μελέτη των τροχαλιών από διαφορετικούς πολεμικούς καταπέλτες, όπως υποστηρίζει ο Baatz, του δίνει το δικαίωμα να ταυτίζει την ακρόπολη του «Νεκρομαντείου» με τέτοια ακρόπολη-οικία15. Μια τέτοια ακρόπολη πιθανώς αποδειχθεί ότι ήταν και η ακρόπολη στη «Μπούγα». Έτσι κι αλλιώς οι ακροπόλεις που συναποτελούσαν αυτά τα δίκτυα, απομονωμένες καθώς ήταν, από το κέντρο -τις πόλεις- είχαν μία αυτόνομη κοινωνική οικιστική και πληθυσμιακή ανάπτυξη, συνεπακόλουθο των αναγκών τους που είχαν σχέση με την τροφή που έπρεπε να παράγεται σε αγροτεμάχια πλησίον της ακροπόλεως, για να αποφεύγεται η μεταφορά της και ο αποκλεισμός στις δύσκολες χρονικές περιόδους, όπως ο χειμώνας ή οι πολεμικές συρράξεις. Η απόσταση της ακρόπολης από την πόλη θα έδινε το δικαίωμα άλλης μορφής διοίκησής της η οποία θα στηρίζονταν ουσιαστικά στις αποφάσεις του στρατιωτικού διοικητή, ο οποίος θα έπαιζε και τον ρόλο του πολιτικού τοπικού άρχοντα εφόσον το απαιτούσαν οι ανάγκες. Πιθανή είναι και η κατά καιρούς πληθυσμιακή έκρηξη η οποία θα προερχόταν από τις παραπάνω σημειούμενες αιτίες. Όλα τα παραπάνω καθιστούσαν την οποιαδήποτε ακρόπολη ικανή να «αυτονομηθεί» κατά κάποιο τρόπο και να αποφασίσει μόνη της το πώς θα διαπραγματευόταν την επιβίωσή της σε περιόδους κρίσης. Η θέση λοιπόν στην Ανεμορράχη16 εντασσόταν σ’ ένα δίκτυο οργανωμένων 13. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗ 1995, 289-299. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗ 1997, 233-249. 14. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ 2003. 15. BAATZ 1982, 211 – 233. ΚΑΡΟΥΤΑ (υπό δημοσίευση). Στην υπό δημοσίευση εργασία της κ. Καρούτα, αναπτύσσονται οι δυο απόψεις που αφορούν την ταυτότητα του οικοδομήματος του Μεσοποτάμου. Υιοθετείται η άποψη του BAATZ η οποία θεωρεί ότι το οικοδόμημα πρόκειται για οχυρή οικία και όχι για το «Νεκρομαντείο» όπως έως τώρα είναι η επικρατούσα άποψη του Δάκαρη. 16. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967, 168-170. ΑΝΔΡΕΟΥ 1996-97, όπου σημειώνονται σειρά όμοιΈ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


174

Απόσ τολος Σπ. Παπαδημητρίου

πολισμάτων (εικ.19,21) που είχαν διπλό χαρακτήρα. Από τη μία κατεπόπτευαν την περιοχή και από την άλλη χρησιμοποιούνταν ως χώρος καταφυγής σε περίπτωση επιδρομής των εχθρών.17 Η συγκεκριμένη θέση ήταν στρατηγική, αφού ήλεγχε την κοιλάδα του Σαραντάπορου, που θα αποτελούσε οδό επικοινωνίας από το κράτος των Αθαμάνων και άλλων έως την χώρα των Αμβρακιωτών, ανάμεσα στους ορεινούς όγκους. Πρέπει δε να συσχετιστεί και με άλλες θέσεις, όπως η «Τσούκα» Παλαιοκάτουνου, κοντά στο Βουλγαρέλι, η θέση «Επιτάφιοι» στο Δ.Δ Κυψέλης, η θέση Παλαιοχώρι στο Δ.Δ. Δροσοπηγής κ.ά. Χρειάζεται να κάνουμε κάποιες πρώτες παρατηρήσεις οι οποίες έχουν σχέση με τις ορατές επιφανειακές διάσπαρτες αρχαιότητες. Τα τμήματα των τοίχων περιζώνουν την κορυφή του λόφου και περικλείουν την κυρίως ανθρώπινη δραστηριότητα, έτσι όπως καταδεικνύουν τα τμήματα κεράμωσης στέγης τα οποία σώζονται επιφανειακά καθώς και τα όστρακα. Είναι ορατά σε πολλά σημεία, όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, ίχνη λατόμευσης, αποκοπής λίθων, ίχνη εργαλείων που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του τείχους της ακρόπολης. Εφόσον διαπιστωμένα ένα από τα αρχιτεκτονικά μέλη ταυτίζεται με ορθοστάτη, τότε σημαίνει ότι μπορούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια να χρονολογήσουμε τα τείχη της ακρόπολης της «Μπούγας» κατά τον 4ο αιώνα ή ίσως και λίγο αργότερα αν πάρουμε υπόψη μας την πιθανή καθυστερημένη ανάπτυξη των Αθαμάνων, αν είναι ακρόπολη των Αθαμάνων. Επιπλέον, σημαίνει ότι οι Αθαμάνες είχαν αποκτήσει την τεχνογνωσία για την κατασκευή ισχυρών τειχών με τη μέθοδο των ορθοστατών όπως στην κοντινή Αμβρακία αλλά και στην Ελέα Θεσπρωτίας. Η ύπαρξη όμως από την άλλη των ορθοστατών είναι φυσιολογική απόρροια της γνώσης των τεχνιτών της Αμβρακίας και η άποψη της C. Hatzis ότι αποτελεί προκεχωρημένο φυλάκιο των Αμβρακιωτών στα σύνορα με το κράτος των Αθαμάνων18 είναι επίσης πιθανή. Οι Αμβρακιώτες άλλωστε θα επιθυμούσαν την ενίσχυση των βόρειων φυλακίων τους, ώστε να εξασφαλίζουν την απόκρουση της καθόδου εχθρικών στρατευμάτων. Η ταύτιση της περιοχής και η ένταξή της σε ένα από τα δύο κράτη, των Αμβρακιωτών ή των Αθαμάνων, καθίσταται δύσκολη από τη στιγμή που αυτή η περιοχή δεν είναι ανασκαφικά ερευνημένη έως τώρα. Η παρούσα εργασία είναι μια πρώτη προσέγγιση της ακρόπολης της «Μπούγας». Πρέπει απλώς να πιθανολογηθεί ότι η ακρόπολη αυτή, όπως και άλλες τέτοιου είδους, αποτελούσαν «σημεία τριβής» ανάμεσα στα δύο κράτη, αφού τα σύνορα ήταν ευμετάβλητα ων με τη Μπούγα ακροπόλεων, όπως της κυψέλης(Χώσεψη) και Τσούκας Δροσοπηγής (Βουλγαρέλι). 17. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967, 169. ΑΓΓΕΛΗ 2001, 84, σημ. 2. 18. HATZIS 1997,186,εικ.8. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μια ελληνιστική Ακρόπολη στην Ανεμορράχη

175

έτσι όπως φαίνεται από την επιγραφή της Κέρκυρας, η οποία ορίζει τους Κερκυραίους μεσολαβητές για τον καθορισμό των συνόρων μεταξύ των δύο κρατών.19 Προσθήκη Η αναδημοσίευση της εργασίας στην ελληνική γλώσσα, στον παρόντα τόμο των «Τζουμερκιώτικων Χρονικών», μου δίνει την ευκαιρία να προσθέσω εκτός των περισσότερων εικόνων για την περιοχή και κάποιες επιπλέ��ν σκέψεις για την ακρόπολη της «Μπούγας»-Ανεμορράχης και να συνοψίσω κάποια συμπεράσματα. Η ακρόπολη της Ανεμορράχης χρειάζεται να ενταχθεί μέσα στο γενικότερο κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο των πόλεων-κρατών που είχαν δημιουργηθεί στην περιοχή. Για την ερμηνεία της, αφού έως τώρα δεν έχει πραγματοποιηθεί καμιά έρευνα, χρειάζεται να ληφθεί υπόψη η περίοδος της μετάβασης από τις πόλεις - κράτη των κλασικών χρόνων στη διαμόρφωση των Κοινών που αναπτύσσονται κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.20 Στην περιοχή άλλωστε εκτός από το Κοινό των Ηπειρωτών υπάρχουν και τα άλλα όμορα κοινά όπως το κοινό των Θεσσαλών, των Αιτωλών, αλλά και αργότερα το κοινό των Μακεδόνων. Η ακρόπολη στην Ανεμορράχη βρίσκεται σε ακμή την ελληνιστική περίοδο, αν κρίνουμε από τα ορατά αρχαία κατάλοιπα επί του λόφου και τη σημερινή της εικόνα. Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο εξαιτίας της γεωστρατηγικής της θέσης. Ο ρόλος αυτός δεν είναι ξεκομμένος από εκείνον των άλλων όμοιων ακροπόλεων, οι οποίες όλες μαζί αποτελούσαν τμήμα της αμυντικής λειτουργίας των κρατών και συσχετίζονται με μια σειρά από όμοια οικοδομήματα τα οποία αναπτύσσονται έως την έκταση της νότιας Αλβανίας στην οποία βρίσκονται σημαντικές αρχαίες πόλεις όπως η Φοινίκη, η Απολλωνία κ.ά.21 Τα κύρια θέματα που αναδεικνύει η παρούσα εργασία είναι, αφενός η πρώτη περιγραφή των ορατών αρχαίων καταλοίπων και αφετέρου η ανάπτυξη των θεωριών ως προς τη διοικητική ταυτότητα και οργάνωση της ακρόπολης. Πιο ειδικά προσπαθεί να απαντήσει αν η ακρόπολη αυτή ανήκει στο κράτος των Αμβρακιωτών ή σ’ εκείνο των Αθαμάνων, με την δεύτερη άποψη να υπερισχύει. Παρά τις υποθέσεις και θεωρίες δεν είναι δυνατόν να καταλήξουμε σε μια σαφή απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Περαιτέρω απαντήσεις μπορούν να δοθούν μόνο μετά από έρευνα επιφανειακή και ανασκαφική, η οποία είναι δυνατόν να λάβει 19. CHARNEUX ET TREHEUX 1988,359 κ.ε. 20. HALL 2002,168-171. 21. UGOLINI 1927, 168-171. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


176

Απόσ τολος Σπ. Παπαδημητρίου

χώρα και θα εμπλουτίσει τα δεδομένα για την ακρόπολη της Ανεμορράχης. Μια τέτοια έρευνα θα είναι η αρχή για την προσέγγιση παρόμοιων αμυντικών οχυρών ακροπόλεων στην περιοχή με την ανεύρεση παραλλήλων οικοδομημάτων.

* Ο Απόστολος Σπ. Παπαδημητρίου είναι Αρχαιολόγος ΚΑ΄ΕΠΚΑ

εικ.2

εικ.1

εικ.3 Τζουμερκιώτικα Χρονικά

εικ.4


Μια ελληνιστική Ακρόπολη στην Ανεμορράχη

177

εικ.5

εικ.6

εικ.7

εικ.8

εικ.9

εικ.10 Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


178

Απόσ τολος Σπ. Παπαδημητρίου

Τζουμερκιώτικα Χρονικά

εικ.11

εικ.12

εικ.13

εικ.14

εικ.15

εικ.16


179

Μια ελληνιστική Ακρόπολη στην Ανεμορράχη

εικ.17

εικ.18

εικ.20 εικ.19

εικ.21 Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


180

Απόσ τολος Σπ. Παπαδημητρίου

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΔ= Αρχαιολογικό Δελτίο ΑΕ= Αρχαιολογική Εφημερίδα ΑΜ=Athenische Mitteilungen ΑΘΜ= Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών BCH=Bulletin de Correspondance Hellénique Ηπειρ.Χρον.=Ηπειρωτικά Χρονικά Θεσ.Ημ.=Θεσσαλικό Ημερολόγιο Τζουμ. Χρον.=Τζουμερκιώτικα Χρονικά ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ― BAATZ 1982= Dietwulf Baatz, «Hellenistische Katapulte aus Ephyra (Epirus)», ΑΜ 97, 211-233 ― CABANES ANDREOU,1985=P. Cabanes et I. Andrèou, «Le règlement frontaliier entre les cités d’ Ambracie et Charadros», BCH CIX, I Etudes 499 κ.ε ― CHARNEUX ET TREHEUX 1988=P .Charneux et J. Trèheux , «Sur le règlement frontalier entre Abmracie et Charadros», BCH CXII, I Etudes ― HALL 2002, J.M. Hall=Hellenicity Between Ethnicity and Culture ― HAMMOND 1967=N. Hammond, Epirus, Oxford. ― HATZIS 1997=C. Hatzis, «L’ arbitrage corcyreèn pour le difeffèent territorial, entre Ambraciotes et Athamanes», στο αφιέρωμα στον N. Hammond, Θεσσαλονίκη. ― UGOLINI 1927=L.M. UGOLINI, Albania Antica, Vol.1., 168-171, Roma-Milano. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ― ΑΓΓΕΛΗ 2001=Α.Αγγέλη, «Αρχαιότητες στην περιοχή Τζουμέρκων. Από τους προϊστορικούς έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους», Τζουμ. Χρον.,2 σελ.84 ― ΑΝΔΡΕΟΥ 1996-1997=Ι. Ανδρέου, «Τα ομόλογα των Αμβρακιωτών και η Ιστορική τοπογραφία της ΝΑ Ηπείρου», σελ.149-154, ΑΔ, 51-52 (1996-1997), Αθήνα 2000. ― ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ 2003=Α. Βλαχοπούλου-Οικονόμου, Επισκόπηση της τοπογραφίας της αρχαίας Ηπείρου, Νομοί Ιωαννίνων-Θεσπρωτίας και Νότια Αλβανία, Ιωάννινα. ― ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ 1960=Δ. Ευαγγελίδης, Οι αρχαίοι κάτοικοι της Ηπείρου, 9. ― ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ 2003=Σεραφείμ Ξενόπουλου του Βυζαντίου, Δοκίμιον ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, Άρτα (=Αθήναι 1884), 19. ― KANTA 2009=A. ΚΑΝΤΑ-ΚΙΤΣΟΥ, Δίκτυο Αρχαιολογικών Χώρων Θεσπρωτίας, Ηγουμενίτσα. ― KAΡATZENH 1986-87=Π. Καρατζένη, «Οχύρωση της Αμβρακίας. Μια νέα χρονολογική προσέγγιση», Ηπειρ. Χρον.,τ. 28, 9-28,πιν.2-11, Ιωάννινα. ― ΚΑΡΑΤΖΕΝΗ 1995=Βιβή Καρατζένη, «Το ιερόν όρος και το επιφανές όρος Κράνεια της Αμβρακίας», Φηγός, Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Σωτήρη Δάκαρη, 289-299, Ιωάννινα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μια ελληνιστική Ακρόπολη στην Ανεμορράχη

181

― ΚΑΡΑΤΖΕΝΗ 1997=Βιβή Καρατζένη, «Τοπογραφικά της χώρας των Αμβρακιωτών», Αφιέρωμα στο N. Hammond, 233-249, Θεσσαλονίκη. ― ΚΑΡΟΥΤΑ (υπό δημοσίευση), Το ελληνιστικό συγκρότημα του Μεσοποτάμου. Νεκρομαντείο ή οχυρό; ― ΜΕΤΑΛΛΙΝΟΥ κ.αλ. 2008=Γ.ΜΕΤΑΛΛΙΝΟΥ κ.αλ., Οχυρά-Φυλάκια-ΔιαβάσειςΔιαδρομές Ελληνιστική εποχή 330/325 π. Χ έως τη Ρωμαϊκή κατάκτηση 70-74, και Θέσεις της Ελληνοαλβανικής Μεθορίου στο Ιστορικός και Αρχαιολογικός Άτλας Ελληνοαλβανικής Μεθορίου. ― ΜΟΣΧΟΥ Λ. & ΜΟΣΧΟΥ Τ. 1981=ΜΟΣΧΟΥ Λ. & ΜΟΣΧΟΥ Τ., «Το αρχαίο φρούριο της Τευθρώνης», ΑΕ, Χρονικά, 11-22, Αθήνα. ― ΜΠΑΚΟΝΙΚΟΛΑ 2007=Μπακονικόλα Χαρά, Οι Θεσσαλοί στον Ηρόδοτο και στην Αττική Τραγωδία, 127-138 στο ΑΘΜ,τ.16ος, Βόλος. ― ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.αλ. 2007=Α. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ-Α.ΧΑΤΤΖΑΡΑ-Α.ΠΑΛΑΔΗΜΑ «Το τείχος της αρχαίας Αμβρακίας μέσα από τις νέες ανασκαφές», ανακοίνωση στην ημερίδα «Το έργο της ΛΓ’ ΕΠΚΑ στην Άρτα. Ένας χρόνος λειτουργίας», Άρτα 2007. (Αδημοσίευτη) ― ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967=Ν. Χ.ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ηπειρωτικά-Αθαμανικά, τομ. Α΄, Αθήναι. ― ΡΗΓΙΝΟΣ 2007=Γ.ΡΗΓΙΝΟΣ, Ο αρχαίος οικισμός in Ελέα Θεσπρωτίας. Αρχαιολογικός οδηγός του χώρου και της ευρύτερης περιοχής (επιμ Γ.Ρήγινος και Κ. Λάζαρη), Αθήνα. ― ΦΙΛΟΣ 2000=Σ. Μ. Φίλος, Μέρος Α΄, «Η αρχαία Αθαμανία», Τα Τζουμερκοχώρια, 87105 Αθήνα. ― ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΑΚΗΣ 1990= Λ.ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, «Αθαμανία-Αργιθέα (Κνίσοβο)», Αρχαιολογία, 34, 76-84. ― ΧΑΤΖΗΑΓΓΕΛΑΚΗΣ 2004, «Aνασκαφικά ευρήματα από την Αργιθέα», Θεσ.Ημ. 46, 3-32.

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


182

Γρηγόρης Μανόπουλος*

Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα

Σ

ε προηγούμενο τόμο των Τζουμερκιώτικων Χρονικών είχαμε δημοσιεύσει μελέτη για τις σχέσεις Κατσανοχωρίων και Τζουμέρκων κατά την Τουρκοκρατία. Μέρος αυτών των σχέσεων υπήρξε και η δραστηριότητα των ζωγράφων από τα Κατσανοχώρια στα χωριά των Τζουμέρκων1. Στην παρούσα μελέτη θα παρουσιάσουμε τις επιγραφές των ζωγραφικών αυτών έργων. Κατσανοχώρια, ως γνωστόν, ονομάζονται έντεκα χωριά, τα οποία βρίσκονται σε απόσταση 20-35 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά των Ιωαννίνων. Η περιοχή έχει έκταση περίπου 80 τ.χ. και χαρακτηρίζεται ημιορεινή. Κατά την τουρκοκρατία οι κάτοικοι των χωριών αυτών, οι Κατσάνοι, ασχολούνταν, εκτός από την γεωργοκτηνοτροφία, κυρίως με το μικρεμπόριο από χωριό σε χωριό2. Στα πέντε, λοιπόν, από τα έντεκα Κατσανοχώρια, δηλαδή το Λοζέτσι (σημ. Ελληνικό)3, το Φορτώσι, την Κορίτιανη, τα Πλαίσια και το Καλέντζι, εμφανίστηκαν κατά την ύστερη Τουρκοκρατία οικογένειες ζωγράφων, των οποίων τα έργα συναντούμε από το 1730 στην νότια Ήπειρο, τη βόρεια Θεσσαλία και τη νότια Μακεδονία. Τις επιγραφές των έργων τους μελετήσαμε στην διπλωματική μας διατριβή4 και στην παρούσα μελέτη θα επικεντρωθούμε στα έργα αυτών των ζωγράφων στα Τζουμέρκα, μέσα από τη σχολιασμένη δημοσίευση 26 επιγραφών τοιχογραφιών και εικόνων, όλων δηλαδή των γνωστών έργων τους σε αυτή τη γεωγραφική ενότητα, που βέβαια τη διακρίνει και η ανάλογη πολιτισμική ενότητα. Μια και η περιοχή των Κατσανοχωρίων είναι γειτονική προς τα Τζουμέρκα, ήταν φυσικό οι κάτοικοι και των δύο περιοχών να επιδιώξουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα και στις δυο πλευρές του Αράχθου, που αποτελεί το φυσικό τους όριο5. Έτσι, το 1795 συναντούμε το πρώτο ζωγραφικό έργο Κατσάνων στα Τζουμέρκα, ενώ το τελευταίο τοποθετείται στη δεκαετία του 1860. Δηλαδή, για μια περίοδο δύο γενεών περίπου, μπορούμε να πούμε ότι οι Κατσάνοι ζωγράφοι ήταν πρώτοι στις προτιμήσεις των Τζουμερκιωτών. 1. ΜΑΝΟΠΟΥΛΟΣ 2011: 146-148. 2. Για επιπλέον γεωγραφικά και ιστορικά στοιχεία για την περιοχή, βλ. το ΜΑΝΟΠΟΥΛΟΣ 2001. 3. Σε αυτή την εργασία θα χρησιμοποιούμε τις αρχικές ονομασίες των οικισμών, δίνοντας σε παρένθεση τη μετονομασία τους. 4. Γ. ΜΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Ζωγράφοι από τα Κατσανοχώρια. Οι επιγραφές των γνωστών έργων τους (1730-1865)», Ιωάννινα 2004. Στις επιγραφές που δημοσιεύονται εδώ δεν περιλαμβάνεται ο σχολιασμός που σχετίζεται με τα συνεργεία των ζωγράφων. 5. ΜΑΝΟΠΟΥΛΟΣ 2011: 144. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα

183

Το κείμενο των επιγραφών μεταγράφεται ως έχει, τηρουμένων δηλαδή της ορθογραφίας, της στίξης, των στίχων και του μεγέθους των γραμμάτων. Γι’ αυτό το σκοπό καταβλήθηκε προσπάθεια οι ήδη δημοσιευμένες επιγραφές να ελεγχθούν εκ νέου, είτε από φωτογραφίες είτε με αυτοψία, χωρίς δυστυχώς με απόλυτη επιτυχία, και στην ουσία να εκδοθούν ξανά. Στις περιπτώσεις που οι επιγραφές δεν έχουν διατηρηθεί ή δεν μπορέσαμε να τις εξετάσουμε από κοντά ακολουθούμε τις υπάρχουσες δημοσιεύσεις, προτιμώντας εκείνες που όσο το δυνατόν ανταποκρίνονται στα κριτήρια που έχουμε θέσει. Στην μεταγραφή των επιγραφών χρησιμοποιήθηκαν τα εξής σύμβολα: ( ): ανάλυση συντομογραφιών (οι συμπλοκές γραμμάτων αναλύονται σιωπηρά). [ ]: συμπλήρωση φθαρμένου τμήματος. [...]: φθαρμένα ψηφία που δεν συμπληρώνονται. < >: συμπλήρωση ή διόρθωση λαθών του γραφέα ή αυτού που εκδίδει την επιγραφή. α. α. α. : υπόστικτα εμφανίζονται τα γράμματα που είναι μερικώς φθαρμένα και η ανάγνωσή τους δεν είναι βέβαιη. { }: περιττά γράμματα από λάθος του γραφέα ή αυτού που εκδίδει την επιγραφή. |…|: όταν για τεχνικούς λόγους δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι στίχοι, τότε οι στίχοι χωρίζονται με καθέτους. Εξωνάρθηκας μονής Εισοδίων Μελισσουργών (1795) Ο εξωνάρθηκας δεν σώζεται σήμερα. Η επιγραφή του όμως έχει δημοσιευτεί δύο φορές6: Ἡστορίθη η θῆα δευτερα παρουσία δῆα χηρός Αθανασίου ηερέος Πλακίδα κε Γεοργ ηου τῶν αυταδέλφων ἐκ κόμις Φορτόσι το μαροχορια. Μνημονευσατε ημας αδελφή καί σα λειτουργί της αγιας μονης τοῦτης ἠπέρ τῶν εβρεθέντων πατερῶν 6. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ 1937: 17 και ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 358. Πρβλ. και ΚΑΜΑΡΟΥΛΙΑΣ 1996: τ. Β΄, 277. Η δημοσίευση του Στεργιόπουλου τηρεί τους στίχους, την ορθογραφία και τη στίξη και γι’ αυτό θα την ακολουθήσουμε. Ο Παπακώστας διορθώνει τα πάντα κατά το δοκούν, ενώ ο Καμαρούλιας αντιγράφει τον τελευταίο. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


184

Γρ η γ ό ρ η ς Μ α ν ό π ο υ λ ο ς

Δοσηθέου. Κλίμη. Θεωφάνου τον υερομοναχων Δέησις τόν Δουλων τοῦ Θεού Αναγνοστου Γεροχρόνι. Κε Χριστοδούλου Βρετζήστα ἔτος <1795> Νοεμβρίου – 10 Η μονή των Εισοδίων της Θεοτόκου βρίσκεται στους Μελισσουργούς Άρτας. Λόγω της ασυμφωνίας που παρατηρείται στην αναγραφή του έτους της επιγραφής από τους δύο εκδότες –ο Στεργιόπουλος αναφέρει «αψγα»7, που είναι ακατανόητο, και ο Παπακώστας «1745»– θα αναφερθούμε εκτενέστερα στην ίδρυση και τις οικοδομικές φάσεις του καθολικού της Μονής, για να δικαιολογήσουμε παράλληλα και την χρονολόγησή μας στα 1795. Η μονή των Εισοδίων, σύμφωνα με το ιδρυτικό και συμφωνητικό γράμμα των ιδρυτών της του έτους 17568, ιδρύθηκε από τους ιερομόναχους Ιάκωβο, Χρύσανθο, Χριστόφορο και Σεραφείμ, που ήταν και πνευματικός. Συνεπώς, η ανέγερση του καθολικού, ίσως και του νάρθηκα, πρέπει να τοποθετηθεί κοντά σε αυτή τη χρονολογία. Στα 1761 τοιχογραφήθηκε ο κυρίως ναός, σύμφωνα με την επιγραφή επάνω από τη δυτική θύρα9, στην οποία αναφέρονται και πάλι οι παραπάνω τέσσερις μοναχοί. Πιθανότατα τότε τοιχογραφήθηκε και ο νάρθηκας, σύμφωνα με την κατεστραμμένη σήμερα επιγραφή επάνω από τη θύρα προς το καθολικό10, η οποία δεν ανέφερε χρονολογία, αλλά μνημόνευε ότι «Ηγέρθη εκ θεμελίων το παρόν… Μοναστήριον…πριν μη ον. Δια συνδρομής και επιστασίας των έσω γεγραμμένων πατέρων, Ιακώβου ιερομονάχου και των λοιπών…», ενώ ακολουθούσαν ονόματα κατοίκων των Μελισσουργών. Στα 1774 ο Ιάκωβος ανήγειρε πρόπυλο στην ανατολική είσοδο του νάρθηκα, που δεν σώζεται11, ενώ στα 1776 κατασκεύασε και το τέμπλο12, σύμφωνα με αντίστοιχες επιγραφές. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν, όταν διαθέτουμε ακριβή στοιχεία για τις εργασίες στο διάστημα 1756-1776, να δεχτούμε ότι όλων αυτών προϋπήρχε εξωνάρθηκας από το 1745; Άλλωστε οι τρεις ιερομόναχοι που μνημονεύονται στην επιγραφή του εξωνάρθηκα (Δοσίθεος, Κλήμης και Θεοφάνης) δεν μνημονεύονται στις προγενέστερες επιγρα7.Η συγκεκριμένη χρονολογία πρέπει να είναι εξολοκλήρου λανθασμένη, αφού οι ζωγράφοι δεν χρησιμοποιούν σε κανένα έργο τους ελληνικά ψηφία αντί αραβικά. 8. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 367-369. 9. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 359-360 και ΚΑΜΑΡΟΥΛΙΑΣ 1996: τ. Β΄, 274 και 279. 10. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 359. Πρβλ. επίσης και ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ 1977: 173 και πιν. 109β, όπου φωτογραφία της επιγραφής πριν καταστραφεί. Παραδόξως δεν αναφέρεται η επιγραφή του κυρίως ναού. 11. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 357. 12. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 360. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα

185

φές, ούτε στο ιδρυτικό γράμμα. Συνεπώς πρέπει να υποθέσουμε ότι οι εκδότες δεν ανέγνωσαν σωστά το ψηφίο των δεκάδων στις επιγραφές. Πραγματικά, εάν το «9» ήταν γραμμένο όπως στην επιγραφή των Χουλιαράδων του 1809 (βλ. παρακάτω), τότε πολύ πιθανό είναι να είχε εκληφθεί ως «4». Συνεπώς πρέπει να διορθώσουμε και την εξωτερική επιγραφή επάνω από την πόρτα τού εξωνάρθηκα σε «1795 Αυγούστου 17 Μ(Α)Σ(Τ)Ρ(Ο) Ν(Ι)Κ(Ο)ΛΑΣ», που μας δίνει την ημερομηνία ανέγερσής του. Λίγο μετά θα ξεκίνησε η αγιογράφηση που ολοκληρώθηκε στις 10 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Έχοντας διευκρινίσει το χρονολογικό ζήτημα, θα αναφέρουμε τι είχε ζωγραφιστεί, αφού κατά το σεισμό του 1967, ο εξωνάρθηκας, το πρόπυλο και όλα τα άλλα κτίρια της μονής κατέρρευσαν. Ο εξωνάρθηκας βρισκόταν προσκολλημένος, σε υψηλότερο επίπεδο, στη νοτιοανατολική πλευρά του νάρθηκα13. Μια πόρτα στο νότιο τοίχο του νάρθηκα οδηγούσε σε αυτόν, ενώ η τοιχογράφηση εκτεινόταν γύρω από αυτή την πόρτα. Στα δεξιά της υπήρχε παράσταση της Θεοτόκου με τις επιγραφές14: «ἔτος 17<9>5 Βρετσίστα Νοεμβρ. 10» «Δέησις Κλήμη καί Θεοφάνους ἱερομονάχων. χείρ ταπεινοῦ Ἀθανασίου ἱερέως Πλακίδα» Αριστερά της εισόδου στο νάρθηκα είχε ζωγραφιστεί η Δευτέρα Παρουσία, την οποία συνόδευε η επιγραφή που παραθέσαμε παραπάνω. Τέλος στη δυτική όψη του νάρθηκα και εντός μικρής, αβαθούς, υπέρθυρης κόγχης υπήρχε απεικόνιση της Θεοτόκου, με την επιγραφή15: «Βρετσήστα 17<9>5 Νοεμβρίου 10» Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα παραπάνω στοιχεία, τα έξοδα για τις τοιχογραφίες που εκτέλεσαν στα 1795 οι αδελφοί Πλακίδα κατέβαλαν αφενός τα μέλη της αδελφότητας του μοναστηριού Κλήμης και Θεοφάνης (Θεοτόκος) και αφετέρου οι κάτοικοι των Μελισσουργών Αναγνώστης Γεροχρόνης και Χριστόδουλος Βρετσίστας (Δευτέρα Παρουσία). 13. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 358. Βλ. και ΚΑΜΑΡΟΥΛΙΑΣ: τ. Β΄, 273, όπου στην εικ. 336 φαίνεται η επισκευή του τοίχου στο σημείο που βρισκόταν ο εξωνάρθηκας, καθώς και η υψομετρική διαφορά. 14. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 358, που είναι η μόνη δημοσίευση αυτών των επιγραφών. 15. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 357. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


186

Γρ η γ ό ρ η ς Μ α ν ό π ο υ λ ο ς

Καθολικό μονής Βύλιζας Ματσουκίου (1797) Η επιγραφή βρίσκεται επάνω από τη δυτική θύρα του ναού16 (εικ.1): [ΗΣΤΟΡÍΘΙ] Ο ΘÍΟΣ [ΟΥ]ΤΟΣ ΚÉ ΠÁΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑÓΣ Ο [ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜÓΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓÍΑΣ ΚΑΙ ΔΕΣ]ΠΥΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤÓΚΟΥ ΑΡΧΗẺΡΑΤΕΥΟΝ[ΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤÁΤΟΥ ΚΑÍ ΘΕΟ] ᾿ ˜ ΠΡΟΒΛÍΤΟΥ ΗΜΩΝ ΔΕΣΠÓΤΟΥ ΚΥΡÍΟΥ ΚΥΡÍΟΥ [ΜΑΚΑΡÍΟΥ ῾ ˜ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤÁΤΗΣ ΜΙΤΡΟΠ]ÓΛΕΩΣ ΙΩΑΝÍΝΩΝ ΔΙÀ ΣỲΝΔΡΟΜΗΣ ΄ ΚÉ ẺΞÓΔ[ΟΥ ΤΩΝ ΠΑΝΟΣΙΟΤÁΤΩΝ ΠΑ]ΤÉΡΩΝ ỈΩΑΝΙΚΗΟΥ ᾿ ΗΓΟΥΜÉΝΟΥ ẢΡΣΕΝÍΟΥ Κ[ΑΛΙΝÍΚΟΥ ΚÈ ΚΛÍΜΕΝΤΟΣ ΔΙÁ ΧΗΡ] ÓΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤÍΝΟΥ ΚÈ ΣΤÉΡΙΟΥ ΤΩΝ ˜ ΙΕ[ΡΕΩΝ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΚÈ ΙΩÁΝΝΟΥ ΕΠÍ ΕΤΟΥΣ ΑΨϰΖ 1]797 . Ẻ[Ν ΜΙΝÍ ΝΟΕΜΒΡΙΟ . .] Η μονή Βύλιζας βρίσκεται κοντά στο χωριό Ματσούκι Ιωαννίνων. Στη δημοσίευση Λάμπρου η επιγραφή χρονολογείται στα 1797, αν και στη μεταγραφή αναφέρεται «…ἐπὶ ἔτους ᾳψϰγ΄ 1797…», το οποίο είναι μάλλον τυπογραφικό λάθος («γ» αντί «ζ»). Ο Καλούσιος, που όταν αντέγραψε την επιγραφή μάλλον δεν γνώριζε τη δημοσίευση Λάμπρου, αναφέρει μόνο «ΑΨϰΓ»17. Πάντως, όπως φαίνεται στην εικόνα 2, τα διαδοχικά ψηφία «97» διακρίνονται σχετικά καθαρά.

εικ. 2: Λεπτομέρεια της εικόνας 1 εικ. 1: Επιγραφή τοιχογραφιών στο καθολικό της Μονής Βύλιζας 16. Μετά από το σεισμό του 1967 η επιγραφή καταστράφηκε μερικώς. Έχει όμως δημοσιευθεί στα ΛΑΜΠΡΟΣ 1892: 354 και ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1992: 46. Ο Λάμπρος τηρεί την ορθογραφία, όχι όμως τον τονισμό, τη στίξη, τα κεφαλαία και τους στίχους, οι οποίοι αναφέρει ότι ήταν επτά. Ο Καλούσιος επιβεβαιώνει ότι οι στίχοι ήταν επτά, χωρίς να τους τηρεί όμως, και ότι η ορθογραφία του Λάμπρου είναι σωστή (ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1992: 46, σημ. 37), τηρεί τα κεφαλαία και μάλλον εν μέρει τον τονισμό. Για τα κατεστραμμένα μέρη, παραθέτουμε την επιγραφή με βάση τη δημοσίευση του Καλούσιου. Πρβλ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ 1972: 469, ο οποίος χρονολογεί σωστά στα 1797, ΚΑΜΑΡΟΥΛΙΑΣ 1996: τ. Α΄, 443-444, ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 2008: 92 και ΜΕΡΑΝΤΖΑΣ 2012: 35, όπου και κάποιες παρανοήσεις σχετκά με το πότε πρωτοεμφανίζονται οι ιερείς Κωνσταντίνος και Στέργιος. 17. Ο Καλούσιος αντελήφθη το πρόβλημα και απλώς δηλώνει ότι με την καταστροφή της επιγραφής δεν μπορεί να γίνει επιβεβαίωση, βλ. ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1992: 47, σημ. 38. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα

187

Όπως είναι αναμενόμενο, τα έξοδα της αγιογράφησης ανέλαβαν οι μοναχοί του μοναστηριού: ο ηγούμενος Ιωαννίκιος και οι μοναχοί Αρσένιος, Καλλίνικος και Κλήμης18. Να σημειώσουμε ότι, αν και δεν αναφέρεται η πατρίδα των ζωγράφων, ωστόσο η ταύτιση είναι βέβαιη λόγω της πληθώρας των έργων που υπογράφει το συνεργείο με την ίδια σύνθεση. Εικόνες τέμπλου Αγίας Παρασκευής Χουλιαράδων (1800) Η επιγραφή βρίσκεται στην εικόνα του Χριστού19 (εικ.3): + ηστορίθησαν τα θῆα δεσποτηκα δι α χιρός αθανασίοῦ ιερέος πλακήδα ε κομις φορτῶσι 1800 αυγοῦστου 12

εικ.3: Επιγραφή εικόνας στην Αγία Παρασκευή Χουλιαράδων

Ο ναός της αγίας Παρασκευής βρίσκεται στους Χουλιαράδες Ιωαννίνων, στην απέναντι από τα Κατσανοχώρια όχθη του Αράχθου. Πρόκειται για τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική κτισμένη στα 1796, σύμφωνα με επιγραφή20. Η μη μνημόνευση αφιερωτών στις εικόνες φανερώνει ότι αυτές έγιναν με έξοδα όλων των κατοίκων, μέσω του ενοριακού ταμείου. Εικόνες τέμπλου Εισοδίων Γρετσίστας (1802) Εικόνα του Χριστού21: + δέησις χρηστοδοῦλου τζήκερα δηα χηρός αθανασίου ιερεος πλακηδα κόμης φορτόσι 1802.

18. Βλ. και ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1992: 229-235. 19. ΣΟΥΛΗΣ 1932: 220, υποσ.2. 20. ΣΟΥΛΗΣ 1932: 220, υποσ.2. Το «9» των δεκάδων παρερμηνεύτηκε ως «4», οπότε η χρονολογία εμφανίζεται ως «1746». Πρβλ. και ΚΑΜΑΡΟΥΛΙΑΣ 1996: τ. Α΄, 429. 21. Αδημοσίευτη, όπως και όλες οι επόμενες από τις εικόνες του ίδιου ναού. Βλ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ 1967: 359, όπου μνημονεύεται η χρονολογία και ��ι ζωγράφοι, χωρίς να δίνεται το περιεχόμενο της επιγραφής. Κατά την επίσκεψή μας στο ναό δεν μας επιτράπηκε η φωτογράφηση των επιγραφών και έτσι περιοριστήκαμε στην επιτόπου μεταγραφή τους. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


188

Γρ η γ ό ρ η ς Μ α ν ό π ο υ λ ο ς

Εικόνα της Θεοτόκου: δέησις γεωργίου αντόννη Εικόνα του Προδρόμου: + δεησις θανα σοῦλη Εικόνα των Εισοδίων: + δέησις ηῶανου κουτρούμπελου Εικόνα Αγίου Παντελεήμονα: + δέησις κονσταντή νοῦ γριτζή στα Εικόνα Αγίας Τριάδας (δωδεκάορτο): [ . . . . η]στορηθησαν η [θηες ηκονες] δηα χηρός γ[ε]οργηου πλ[ακιδα] κ(αι) επιτροπου κοςσταντηουν κουτρουνπε λου Εικόνα Μυστικού Δείπνου (δωδεκάορτο): δεισις γηοργηο {ργο}ατονη Εικόνα Πεντηκοστής (δωδεκάορτο): δεησις αναστασιου κ(αι) μητρ θανασουλει Ο ναός των Εισοδίων βρίσκεται στη Γρετσίστα (Άνω Γραικικό) Άρτας. Το τέμπλο προέρχεται από τον παλαιότερο ομώνυμο ναό, που κατεδαφίστηκε για να κτιστεί ο σημερινός22. Τα έξοδα κάποιων από τις εικόνες ανέλαβε διαφορετικός χορηγός, που φρόντισε να αναγραφεί το όνομά του στην καθεμία. Έτσι, ο Χριστόδουλος Τζίκερας ανέλαβε την εικόνα του Χριστού, ο Γεώργιος Αντώνη της Θεοτόκου και του Μυστικού Δείπνου, ο Αναστάσιος Θανασούλης του Προδρόμου και μαζί με τον αδελφό του Μήτρο της Πεντηκοστής, ο Ιωάννης Κουτρούμπελος των Εισοδίων και ο Κωνσταντίνος Γρετσίστας του αγίου Παντελεήμονα. Ο Κωνσταντίνος Κουτρούμπελος, που ήταν και ο επίτροπος, θα φρόντισε με έξοδα του ναού για τις υπόλοιπες (δεσποτική εικόνα αρχαγγέλου Μιχαήλ και υπόλοιπες δεκατρείς δωδεκάορτου). Διαπιστώνουμε δηλαδή μια «μικτή» πρακτική. Όσοι κάτοικοι επιθυμούν και διαθέτουν τα οικονομικά μέσα 22. Για το τέμπλο βλ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ 2008: 346-348 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα

189

αναλαμβάνουν τα έξοδα κάποιων εικόνων, ενώ τα υπόλοιπα έξοδα αναλαμβάνει το ταμείο της ενορίας. Αγία Παρασκευή Χουλιαράδων (1809) Η επιγραφή βρίσκεται επάνω από τη δυτική θύρα του ναού23 (εικ.4):

εικ.4: Επιγραφή τοιχογραφιών στην Αγία Παρασκευή Χουλιαράδων

[ΗΣΤΟΡΙΘΙ ΟΥΤΟΣ Ο ΘΙΟΣ ΚΕ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΙΣ ΑΓΙΑΣ ΚΕΝΔΟΞΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΙΡΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΒΙΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΒΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΟΤΑ ΤΟΥ ΚΕ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΙΡΙΟΥ ΚΙΡ ΙΕΡΟΘΕΟΥ. ΙΣΤΟΡΙΘΙ ΚΕ ΔΙΑ ΧΙΡΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΥΕΡΕΟΣ ΚΕ ΓΕΟΡΓΙΟΥ ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΥ ΕΚΟΜΙΣ ΦΟΡΤΟΣΙΣ ΚΕ ΠΕΡΕΤΕΒΟΝΤΑΣ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΒΟΝΤΟΣ ΚΕ ΠΕΡΙΜΟΧΘΟΥΝΤΟΣ ΕΝ ΤΟ ΝΑΟ ΤΟΥΤΟ ΗΟΑΝΟΥ ΓΕΡΟΝΙΚΟΥ.] ΚΕ ΕΞΟΔΕΨΕ ΠΟΥΝΚΙΑ ΥΚΟΣΙ. ΗΤΙ 20 ΚΕ ΓΡΟΣΙΑ 5[0] . ..... ΕΤΟΣ 1809 . ΕΤΕΛΙΟΘΙ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ . 14 . .. Πρόκειται για την τοιχογράφηση του ναού που αναφέραμε παραπάνω. Δηλαδή, στα 180924 οι αδελφοί Πλακίδα ολοκλήρωσαν τη διακόσμηση του ναού, που είχε ξεκινήσει από τον Αθανάσιο στα 1800, με τις εικόνες του τέμπλου. Παρά τη διατύπωση ότι ο Ιωάννης Γερονίκος25 «εξόδεψε», πιθανότατα αυτός διαχειρίστηκε απλώς τα χρήματα της ενορίας, αφού, αν τα χρήματα ήταν δικά του, σίγουρα θα υπήρχε κάποια από τις φράσεις «δια δαπάνης», «δι’ εξόδων» κλπ., αντί της «…επιτροπεύοντος κε περιμοχθούντος…», η οποία δηλώνει σα23. ΣΟΥΛΗΣ 1932: 219-220, υποσ.2. Τους πρώτους στίχους παραθέτουμε με βάση τη δημοσίευση, αφού έχουν καταστραφεί. 24. Η ανάγνωση του ψηφίου των μονάδων ως «9» είναι ασφαλής. Απλή σύγκριση με το «4» της ημερομηνίας αποδεικνύει τη διαφορά. 25. Ο ίδιος αναφέρεται και σε ενθύμηση του 1806, ως αγοραστής βιβλίου. Βλ. ΣΟΥΛΗΣ 1934: 106. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


190

Γρ η γ ό ρ η ς Μ α ν ό π ο υ λ ο ς

φώς ότι όντως ήταν ο επίτροπος, άρα και διαχειριστής, του εκκλησιαστικού ταμείου. Πάντως η, μάλλον σπάνια, μνημόνευση του ακριβούς ποσού26 της αμοιβής των ζωγράφων είναι σημαντική, διότι μας επιτρέπει να υπολογίσουμε την χρηματική αξία των «έργων τέχνης», σε συνάρτηση βέβαια με την εποχή. Η μνεία της μοναχής Παρθενίας μάλλον έχει τροφοδοτήσει την παράδοση πως ο ναός αρχικά ήταν καθολικό μονής27. Η παράδοση θα διαμορφώθηκε μετά τη δημοσίευση της επιγραφής από το Σούλη, οπότε το περιεχόμενό της έγινε ευρύτερα γνωστό, αφού αυτός δεν την αναφέρει28. Εικόνες τέμπλου Μονής Σπηλιώτισσας Γουριανών (1831) Εικόνα Χριστού29: Δηα χηρος αναγνοστου Δηαμάντι εκόμης πλεσέους Δηα σινδρομης κε εξοδου | του πανοσιοτατου και ὑγουμενου | Δανηηλ ειερομονάχου ἐκόμης Ραυτανεους |1831 ηουλίου 17 Εικόνα Γέννησης Θεοτόκου: Δηα σινδρομῆς καὶ εξοδου του πανοσιοτατου κε υγουμενου Δανιηλ ηερομ | οναχου | 1831 Η Μονή Σπηλιώτισσας βρίσκεται κοντά στα Γουριανά Άρτας και το καθολικό της κτίστηκε στα 1665, με κτήτορα τον Θεόδωρο Νίκα καταγόμενο από τα Πλαίσια των Κατσανοχωρίων30. Όπως είναι αναμενόμενο, ο ηγούμενος Δανιήλ, 26. 20 πουγκιά x 500 γρόσια / πουγκί = 10.000 γρόσια + 50 γρόσια = 10.050 γρόσια. Για το πουγκί βλ. ΛΙΑΤΑ 1996: 85-86. 27. ΜΠΕΝΕΚΟΣ 1974: 80-86. Στο ίδιο αναδημοσιεύονται και οι επιγραφές, με βάση το δημοσίευμα του Σούλη. Αυτή η μνεία γυναικών μοναχών σε επιγραφές ναών έχει δώσει την αφορμή να θεωρούνται οι αντίστοιχοι ναοί παλαιά καθολικά μονών (βλ. π.χ. πρόχειρα ΜΑΝΟΠΟΥΛΟΣ 2001: 143). Όμως κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αυτές οι γυναίκες, άγαμες ή χήρες, γίνονταν μοναχές με κανονική κουρά και απασχολούνταν στους ναούς σε διάφορες εργασίες (καθαριότητα, μαγείρεμα στα μοναστήρια κ.α.). Βλ. επίσης και ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 365. 28. Ο Σούλης βεβαιώνει ότι κατέγραψε όλα τα ιστορικά στοιχεία που γνώριζε, ενώ να σημειώσουμε ότι οι Χουλιαράδες ήταν η ιδιαίτερή του πατρίδα. ΣΟΥΛΗΣ 1932: 219, υποσ.1. 29. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ 1967: 358. Είναι η μόνη δημοσίευση και με βάση αυτή παραθέτουμε το κείμενο αυτής της επιγραφής, καθώς και της επόμενης. Τηρούνται οι στίχοι, η ορθογραφία, η στίξη και το μέγεθος των γραμμάτων. Πρβλ. και ΚΑΜΑΡΟΥΛΙΑΣ 1996: τ. Β΄, 265-268. Κατά την επίσκεψή μας στα Γουριανά δεν κατορθώσαμε να δούμε τις εικόνες, οι οποίες δεν φυλάσσονταν στο καθολικό. 30. Για την αρχιτεκτονική του μνημείου βλ. ΠΟΛΙΤΗ 1989 και για το τέμπλο ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ 2008: 341-346. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα

191

καταγόμενος από τους γειτονικούς Ραφταναίους του νομού Ιωαννίνων, είναι ο αφιερωτής των εικόνων. Άγιος Δημήτριος Παλαιοκάτουνου (1833) Η επιγραφή βρίσκεται επάνω από τη δυτική θύρα του ναού31 (εικ.5): + ῾ ΕΚΤΗΣΤΗ ΕΚ ΘΕΜΕΛΗΟΝ ΚΕ ΥΣΤΟ|ΡΗΘΙ Ỏ ΘΗΟΣ ΚÈ ˜ ˜ ˜ ˜ ΠÁΝΣΕΠΤΟS ΝΑÓS ΤΟỸ ẢΓÍΟΥ ΜΕΓΑΛΟ|ΜÁΡΤΗΡΟS ΔΙΜΙΤΡΗΟΥ . ˜ ῾᾿ ῾᾿ ΑΡΧỸΕΡΑΤÉΒΟΝΤΟS ΥΩΑΝΗΝον ΥΩ<Α>ΚỸΜ | ΔΗΑ ΣΙΝΔΡΟΜΟĨS ΚÈ ˜ ῾ ẺΞÓΔΟΥ ΤΟỸ ΠΑΝΟΣΙỎΤÁΤΟΥ ΚÈ ΥΓΟΥΜÉΝΟΥ | ΧΡΙΣΤΟΦÓΡΟΥ . . ΥΕΡΟΜΟΝÁΧΟΥ ΗΣΤΟΡỸΘΗ ΔΙΑ ΧΙΡÓS ẢΝ<ΑΓΝ>ÓΣΤΟΥ | ΚÈ . . ῾ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΥÓΝ ΤΟΥ .. ἐκόμης πλεσεους 1833 . μαρτῆου ..15 Σε εξωτερική τοιχογραφία του Αγίου Δημητρίου σε κόγχη, υπάρχει ακόμη μια επιγραφή32 (εικ.6): 1833 μαρτῆου 15 Ο ναός του Αγίου Δημητρίου βρίσκεται κοντά στο Παλαιοκάτουνο Άρτας, που παλαιότερα αποτελούσε συνοικισμό του Βουργαρελίου. Πιθανότατα ο ναός εξυπηρετούσε τους κατοίκους οικισμού, ως ενοριακός33, ενώ έκπληξη προκαλεί η μνημόνευση του αρχιερέα των Ιωαννίνων Ιωακείμ, αντί του Άρτας

εικ. 5: Επιγραφή τοιχογραφιών στον Άγιο Δημήτριο Παλιοκάτουνου (φωτογραφία Σοφίας Κίγκα)

εικ. 6: Επιγραφή εξωτερικών τοιχογραφιών στον Άγιο Δημήτριο Παλιοκάτουνου (φωτογραφία Σοφίας Κίγκα)

31. ΚΙΓΚΑ 2008: 162 και 173. Την καλή συνάδελφο Σοφία Κίγκα, η οποία μας παραχώρησε φωτογραφίες του ναού, θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε και από αυτή τη θέση. 32. ΚΙΓΚΑ 2008: 162 και 172. 33. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ 1884: 21. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


192

Γρ η γ ό ρ η ς Μ α ν ό π ο υ λ ο ς

Νεοφύτου34. Τα έξοδα της τοιχογράφησης κατέβαλε ο ιερομόναχος Χριστόφορος, ηγούμενος της Μονής του Αγίου Γεωργίου στο Βουργαρέλι μάλλον35. Ο ναός δεν θα μπορούσε να αποτελεί ούτε καθολικό ούτε μετόχι μονής, αφού ο Ξενόπουλος, πηγή σχεδόν σύγχρονη, δεν αναφέρει κάτι σχετικό36. Εικόνα Αγίου Γεωργίου Φανερωμένης Αγνάντων (1833)

εικ.7: Επιγραφή εικόνας στην Φανερωμένη Αγνάντων

Η εικόνα βρίσκεται σε προσκυνητάρι στο νάρθηκα37 (εικ.7):

εκόμης φὁρτοση

+ ῆστῶρῆθῆσα . τᾶ θῆα . δἑσπῶτἱκά . τοῦ αγιου κε˜ ενδοξου . μεγαλω . μαρτιρος . γἑοργἡου ˜ τᾶ οχτο ˜ . δεσποτικα δηα χήρός . γἑοργῆοῦ . πλα ΄ . αυτου . νηκολα κηδα . μετα . τον τἐκνον ον . επῆτρὀ . πἑβοντος ˜ ˜ . κἑ ὑπἑρμἀ ετος 1833 . χοῦντῶς . δῆμῆτρη . μπουτα . μηνη υουν ου – ιστ ἁγναντα

Ο ναός της Φανερωμένης βρίσκεται στα Άγναντα Άρτας. Όμως, όπως και η επιγραφή αναφέρει, η εικόνα μαζί με άλλες επτά ανήκε αρχικά στο τέμπλο ναού του Αγίου Γεωργίου που υπήρχε στο κέντρο του οικισμού ως τη δεκαετία του 34. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ 1884: 121-123. 35. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ 1884: 21. 36. Βλ. την αντίθετη άποψη στο ΚΙΓΚΑ 2008: 162 παρά τα όσα παρατίθενται από τον Ξενόπουλο στο ΚΙΓΚΑ 2008: 161. 37. ΦΙΛΟΣ 1991: 267-270. Πρώτη μνεία στο ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ 1984: 199-200 και πιν. 89α. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα

193

’60 και που κατεδαφίστηκε μετά από σεισμό38. Δυστυχώς οι υπόλοιπες εικόνες δεν διασώθηκαν. Τα έξοδα για τις εικόνες του τέμπλου είχε αναλάβει το ταμείο της εκκλησίας, με τη φροντίδα του επιτρόπου Δημήτρη Μπούτα. Εικόνα προφήτη Ηλία Αγίου Νικολάου Μελισσουργών (1834) Η εικόνα βρίσκεται αναρτημένη στον πρώτο κίονα, της νότιας κιονοστοιχίας του ναού, μετρώντας από δυτικά39: Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Κωνστ. Παπακώστα ἐκ κώμης Μελισσουργοί | 1834 Ὀκτωβρ. 26 ἐν Μελισσουργοῖς. χεὶρ ταπεινοῦ Χριστοδούλου Ἀναγνώστου, ἐκ τῶν Κατσάνων | Ο ναός του Αγίου Νικολάου είναι ενοριακός των Μελισσουργών Άρτας. Ο αφιερωτής Κωνσταντίνος Παπακώστας αναφέρεται και σε άλλες επιγραφές του ναού ως προεστός του χωριού40. ��αθολικό Μονής Θεοτόκου Γαρδικίου (1842) Η επιγραφή βρίσκεται επάνω από τη δυτική θύρα του ναού41 (εικ.8):

εικ. 8: Επιγραφή τοιχογραφιών στο καθολικό της Μονής Γαρδικίου (φωτογραφία Δημήτρη Καλούσιου) 38. ΦΙΛΟΣ 1991: 267-270. Η πλατεία του χωριού και σήμερα ονομάζεται «Αϊγιώργης». 39. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 379. Είναι η μόνη δημοσίευση και με βάση αυτή παραθέτουμε το κείμενο της επιγραφής. Δεν τηρούνται στίχοι, ορθογραφία κλπ. Παρά τις επανειλημμένες επισκέψεις μας στους Μελισσουργούς, δεν κατορθώσαμε να μπούμε στο ναό και να μελετήσουμε την εικόνα. 40. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 378. 41. ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1991: 133-134 και φωτογραφία στη σελ. 133, ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1996: 119, και φωτ. 3 στη σελ. 118. Ο αγαπητός Δημήτρης Καλούσιος με προθυμία μας προμήθευσε φωτογραφία της επιγραφής, όπως και των επόμενων επιγραφών. Τον ευχαριστούμε και από εδώ. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


194

Γρ η γ ό ρ η ς Μ α ν ό π ο υ λ ο ς

῾ ῾ ΘΗΟS ῾ + ΑΝΑΚΕΝΗΘΙ ΕΚΘΕΜΕΛΗΩΝ ΚΕ ΥΣΤΟΡΗΘΙ Ο κ(αὶ) ˜ ˜ ˜ ˜ ῾ ῾ ΄ YΠΕΡΑΓΗΑS ΄ ΠΑΝΣΕ|ΠΤΟS NAÓS TΗS ΔΕσΠΗΝΙS ΥΜÓΝ ΘΕΩΤÓΚΟΥ. ˜ ῾ ΑΡΧΗΕ|ΡΑΤÉΒΩ<Ν>ΤΟS ΤΟỸ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤÁΤΩ ΥΜÓΝ ΚΥΡΗΛΟΥ ˜ ˜ ῾ ΣΤΑΓÓΝ . ΥΓΟΥ|ΜΕΝÉΒΩΝΤΟS κ(αὶ) ΣΙΛΙΤΟΥΡΓΟỸΝΤΑS ΔΑΜΑΣΚΥΝΟỸ ΄ ΥΕΡΟΜΩΝÁΧΩΝ ῾ ῾ κ(αὶ) ΧΑΡΑΛÁΜΠΟΥ | ΤΩΝ . ΕΠΙΤΡΟΠÉΒΟΝΤΟS ΚÈ ... ῾ ῾ ΥΠΕ<Ρ>ΜΑΧΟỸΝΤΟS ΧΡΗ|ΣΤΟ ΠΑΠΑΘΑΝÁΣΙ ΥΣΤΩΡΗΘΙ ˜ ˜ ΔΙΑ ΧΙΡÓS ῾ ῾ ˜ ΑΝΑΓΝÓΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟỸS ΥOỸS AỶTOỸ ΓΛΙΓÓΡΙ κ(αὶ) | ΔΙΜΙΤΡΗΟΥ ΤΟΝ . ΚΑΤΖÁΝΟΝ ΧΟΡΙΟΝ ΠΛÉΣΙΑ . ÉΤΟΥS 1842 . ΗΟΥΝΙΟΥ . 18 Η μονή της Κοίμησης της Θεοτόκου βρίσκεται κοντά στο Γαρδίκι Τρικάλων, στην ανατολική πλευρά των Τζουμέρκων. Όπως είναι φυσικό, τα έξοδα κατέβαλε το ίδιο το μοναστήρι, τη διαχείριση του οποίου είχε ο επίτροπος Χρίστος Παπαθανάσης, ενώ μνημονεύονται και οι ιερομόναχοι Δαμασκηνός και Χαράλαμπος. Με αυτή την ευκαιρία πρέπει να έγιναν και κάποιες από τις εικόνες του τέμπλου42. Εικόνα Κοίμησης Θεοτόκου, του ομώνυμου ναού του Γαρδικίου (1842)

εικ.9: Επιγραφή εικόνας στην Κοίμηση Θεοτόκου Γαρδικίου (φωτογραφία Δημήτρη Καλούσιου)

Η εικόνα φυλάσσεται στο ναό43 (εικ.9): Δ[έησις] τοῦ Δοῦλου τοῦ θεοῦ Χρήστου π(α)π(α)θαναση κ(αί) του υι[ου αὐ] τοῦ θανασι -: | [Δ]η[α] χηρος δημιτρήου ὑός αναΓνο[στη τον] κατζανον [χωρι]ον πλε[σ]ηα 1842 42. ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1996: 122 και 145. 43. ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1996: 145. Είναι η μόνη δημοσίευση και με βάση αυτή παραθέτουμε το κείμενο της επιγραφής. Ο εκδότης τηρεί στίχους, ορθογραφία, στίξη, συντομογραφίες, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα

195

Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου βρίσκεται στο Γαρδίκι Τρικάλων και δεν πρέπει να συγχέεται με το ομώνυμο μοναστήρι. Ο Χρίστος Παπαθανάσης, που αφιέρωσε την εικόνα μαζί με το γιο του Θανάση, ήταν προφανώς ο επίτροπος του μοναστηριού που είδαμε παραπάνω. Εικόνα αγίων Μάμα, Μόδεστου και Στυλιανού Αγίου Αθανασίου Μουτσάρας (1842)

εικ. 10: Επιγραφή εικόνας στον Άγιο Αθανάσιο Μουτσάρας (αριστερό τμήμα, φωτογραφία Δημήτρη Καλούσιου)

εικ. 11: Επιγραφή εικόνας στον Άγιο Αθανάσιο Μουτσάρας (δεξιό τμήμα, φωτογραφία Δημήτρη Καλούσιου)

Η εικόνα φυλάσσεται στο ναό44 (εικ.10-11): χῆρ αναγνόστι κατζανου

1842

Ο ναός του Αγίου Αθανασίου βρίσκεται στο χωριό Μουτσάρα (Αθαμανία), το οποίο είναι γειτονικό με το Γαρδίκι. Προφανώς οι ζωγράφοι από τα Πλαίσια, με την ευκαιρία της αγιογράφησης του καθολικού της μονής του Γαρδικίου, παρέμειναν στην περιοχή εκτελώντας και άλλες εργασίες. Η επιλογή των τριών αγίων δεν φαίνεται να έχει γίνει με κάποια εμφανή κριτήρια, αφού ούτε συνεορτάζουν, ούτε τους συνδέει κάποια γνωστή αιτία. Κοίμηση Θεοτόκου Μελισσουργών (1843) Η επιγραφή βρισκόταν επάνω από τη νότια θύρα του ναού, που κατεδαφίστηκε μετά τους σεισμούς του 1967, αλλά είχε δημοσιευτεί παλαιότερα45: Ἀνεκαινίσθη ἐκ θεμελίων ὁ θεῖος καί πάνσεπτος ναός τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου μέγεθος γραμμάτων και φθορές. 44. ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1999: 257 και φωτογραφία στη σελ. 258. 45. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 398. Είναι η μόνη δημοσίευση και με βάση αυτή παραθέτουμε το κείμενο αυτής της επιγραφής. Δεν τηρούνται οι στίχοι, η ορθογραφία και τα κεφαλαία. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


196

Γρ η γ ό ρ η ς Μ α ν ό π ο υ λ ο ς

Ἀρχιερατεύοντος τοῦ Θεοφιλεστάτου ἡμῶν Σεραφείμ διά ἐξόδων τῶν θεμελίων τοῦ ναοῦ Νεοφύτου ἱερομονάχου. Ἱστορήθη διά συνδρομῆς καί ὑπερμαχοῦντος Κώστα Μπανιᾶ καί ἐπιτροπεύοντος Θανάση Παπαδιαμάντη διά χειρός Ἀναγνώστη Διαμάντη καί Δημητρίου υἱοῦ αὐτοῦ. 1843 Ο ναός της Κοίμησης βρισκόταν στους Μελισσουργούς Άρτας. Κατά τους σεισμούς του 1967 ο ναός κατέρρευσε μερικώς, με αποτέλεσμα την κατεδάφισή του και την ανέγερση νέου46. Ο ναός ήταν μονόχωρος με τρούλο και πλάγιους χορούς, όμοιου τύπου δηλαδή με το καθολικό της μονής Σπηλιώτισσας Γουριανών του 166547, το κοντινό καθολικό της μονής Μουχουστίου Πλάκας επίσης του 166548 και το καθολικό την μονής Τσούκας των Κατσανοχωρίων, επίσης του δεύτερου μισού του 17ου αιώνα49. Κρίνοντας και από τη μορφολογία του ναού (φωτογραφία εξωτερικού και περιγραφή), μπορούμε να χρονολογήσουμε την Κοίμηση των Μελισσουργών στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, ενώ είναι πιθανόν να υπήρξε αρχικά καθολικό κάποιου μονυδρίου, όπως αναφέρει η τοπική παράδοση, αφού σε αυτό συγχωρεί και ο τύπος. Στο αρχικό κτίσιμο, ως καθολικό μονής, πρέπει να οφείλεται η μνεία του ιερομόναχου Νεόφυτου ως θεμελιωτή του ναού, πληροφορία που θα αντιγράφηκε το 1843 από αλλού, παρά σε κάποιον από τους μοναχούς της υπάρχουσας μονής των Εισοδίων στο ίδιο χωριό (βλ. παραπάνω). Χορηγός των τοιχογραφιών ήταν ο Κώστας Μπανιάς, ενώ μνημονεύεται και ο επίτροπος Θανάσης Παπαδιαμάντης. Εικόνες τέμπλου καθολικού Μονής αγίας Αικατερίνης Σχορετσιάνων Εικόνα Αγίου Αθανασίου50: Δια χειρός δημηΤρίου Α διδα σκάλου πλεσίΤου

46. Περιγραφή του ναού βλ. στο ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: 397-399 και 267 (φωτογραφία της βόρειας όψης). Επίσης στο ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ 1977: 173 και πιν. 109β, γίνεται περιγραφή του ερειπωμένου ναού, ενώ δημοσιεύεται και φωτογραφία των σωζόμενων τοιχογραφιών, οι οποίες αναφέρεται ότι χρονολογούνται στο β΄ μισό του 18ου αιώνα, προφανώς διότι η επιγραφή θα είχε καταρρεύσει, καθώς και γιατί δεν έγινε χρήση της εργασίας του Παπακώστα. 47. Βλ. ΠΟΛΙΤΗ 1989. 48. ΠΟΛΙΤΗ 1979. 49. ΠΟΛΙΤΗ 1993. 50. Αδημοσίευτη, όπως και η επόμενη. Κατά την επίσκεψή μας στο ναό δεν μας επιτράπηκε η φωτογράφηση των επιγραφών και έτσι περιοριστήκαμε στην επιτόπου μεταγραφή τους. Μνεία του περιεχομένου των επιγραφών στο ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ 1977: 172. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα

197

Εικόνα Αγίου Νικολάου: Δια χειρός δημηΤρίου Α διδασκάλου – . πλεσίΤου Η μονή της Αγίας Αικατερίνης βρίσκεται κοντά στα Σχορέτσιανα (Καταρράκτης) Άρτας. Οι δύο εικόνες βρίσκονται στα ακραία διάχωρα του τέμπλου, βόρεια και νότια, μεταξύ των αντίστοιχων θυρών και των τοίχων. Στο δημοσίευμα που μνημονεύει τις εικόνες αναφέρεται ότι χρονολογούνται στα 186151, χρονολογία την οποία εμείς δεν εντοπίσαμε στις εικόνες. Εξάλλου στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται, αντί της εικόνας του Αγίου Νικολάου, εικόνα του Αγίου Γεωργίου. Η εικόνα του Αγίου Γεωργίου υπάρχει μεν, αλλά δεν φέρει επιγραφή52. Αν και η χρονολόγηση μπορεί να αμφισβητηθεί, σίγουρα πρέπει αν τοποθετηθεί μετά το 1852, καθότι στην μονή Αγίας Αικατερίνης ο ζωγράφος διατυπώνει τις επιγραφές διαφορετικά από ότι έκανε σε άλλα έργα του μέχρι τότε. Συμπεράσματα Τα έργα των Κατσάνων ζωγράφων, που εκτείνονται χρονικά σε περίοδο 65 περίπου χρόνων, βρίσκονται σε 13 μνημεία των Τζουμέρκων και πρόκειται σε 6 περιπτώσεις για τοιχογραφίες, ενώ σε άλλες 8 για εικόνες ή σύνολα εικόνων (βλ. τον πίνακα παρακάτω). Οι ζωγράφοι από την Κορίτιανη, δηλαδή οι ιερείς Κωνσταντίνος53 και Στέργιος54, μαζί με τους γιους του πρώτου Χριστόδουλο55 και Ιωάννη56, επισκέφτηκαν την περιοχή μόνο μια φορά, για την τοιχογράφηση του καθολικού της Βύλιζας. Επειδή, όμως, το συνεργείο τους εργαζόταν κυρίως στα νοτιότερα μέρη της Ηπείρου, δεν επέστρεψαν ξανά. Οι ζωγράφοι Πλακίδα από το Φορτώσι, αρχικά τα αδέρφια Αθανάσιος ιερέας57 και Γεώργιος58 και αργότερα ο Γεώργιος με το γιο του Νικόλαο, τοιχο51. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ 1977: 172. 52. Αυτή η εικόνα του αγίου Γεωργίου είναι άλλη από αυτή που έχει ζωγραφίσει ο Πέτρος Γεωργιάδης και βρίσκεται επίσης στο τέμπλο. Βλ. και ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ 1977: 172. 53. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ - ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 1997: 137 (Κωνσταντίνος 24) και 138 (Κωνσταντίνος 26). 54. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ - ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 1997: 379, Στέργιος (3). 55. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ - ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 1997: 459-460, Χρίστος (2). 56. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ 1987: 338-339, Ιωάννης (77). Πρβλ. τώρα και ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 2010: 339 (Ιωάννης 77). 57. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ 1987: 159, Αθανάσιος (10) και 163, Αναγνώστης (8), καθώς και ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ - ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 1997: 297, Πλακίδας Αθανάσιος. Δηλαδή, οι τρεις ζωγράφοι ταυτίζονται. Πρβλ. τώρα και ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 2010: 148-149, Αθανάσιος (10) και 154, Αναγνώστης (8), όπου προτείνεται η ταύτιση. 58. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ 1987: 224 (Γεώργιος 39) και 225 (Γεώργιος 43). Πρβλ. τώρα και ΔΡΑΈ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


198

Γρ η γ ό ρ η ς Μ α ν ό π ο υ λ ο ς

γράφησαν ένα ναό και ένα καθολικό μονής, ενώ σε τρεις περιπτώσεις έφτιαξαν σύνολα εικόνων. Περισσότερο εντατική είναι η παρουσία των ζωγράφων από τα Πλαίσια. Ο Αναγνώστης Διαμάντης59 με τους τρεις γιους του, τον Χριστόδουλο, τον Δημήτριο60 και τον Γρηγόριο, τοιχογράφησαν τρεις ναούς και καθολικά μοναστηριών, ενώ σε πέντε περιπτώσεις έφτιαξαν εικόνες ή σύνολα εικόνων. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι τα χωριά των Τζουμέρκων έδειχναν μια προτίμηση στους ζωγράφους από τα Κατσανοχώρια, αφού την περίοδο που οι Κατσάνοι εργάζονται στην περιοχή δεν συναντούμε ζωγράφους από αλλού, παρά μόνο σε ελάχιστες μεμονωμένες περιπτώσεις. Αυτό πρέπει να οφείλεται και στο ότι η τέχνη των Κατσάνων ανταποκρινόταν στα γούστα και τις προτιμήσεις των παραγγελιοδοτών, επιτρόπων, ιερέων και άλλων, αλλά και στη γειτνίαση των Κατσανοχωρίων με τα Τζουμέρκα. Γνωρίζοντας τα παραπάνω, είναι φυσικό να γίνεται πιο εύκολη και η αναζήτηση έργων τους στα οποία δεν έχει σωθεί κάποια επιγραφή με την υπογραφή τους. Ο εντοπισμός και η ταύτιση αυτών των έργων, όμως, απαιτεί άλλου είδους προσέγγιση.   * Ο Γρηγόρης Μανόπουλος είναι Αρχαιολόγος

ΚΟΠΟΥΛΟΥ 2010: 217(Γεώργιος 39) και 218 (Γεώργιος 43). 59. Βλ. τώρα ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 2010: 265-266 (Διαμαντής ή Διαμάντης 4). 60. Βλ. τώρα ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 2010: 263 (Δημήτριος 55). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα

α/α 1 2 3 4 5 6 7 8

Ζωγράφος/-οι Αθανάσιος Πλακίδας ιερέας και ο αδερφός του Γεώργιος Κωνσταντίνος και Στέργιος ιερείς, Χριστόδουλος και Ιωάννης Αθανάσιος Πλακίδας ιερέας Αθανάσιος Πλακίδας ιερέας και ο αδερφός του Γεώργιος Αθανάσιος Πλακίδας ιερέας και ο αδερφός του Γεώργιος Αναγνώστης Διαμάντης Αναγνώστης Διαμάντης και ο γιος του Χριστόδουλος Γεώργιος Πλακίδας και ο γιος του Νικόλαος

9

Χριστόδουλος Αναγνώστη

10

Αναγνώστης και οι γιοι του Γρηγόριος και Δημήτριος

11

Δημήτριος γιος Αναγνώστη

12

Αναγνώστης

13

Αναγνώστης Διαμάντης και ο γιος του Δημήτριος

14

Δημήτριος Α. Διδάσκαλος

Ναός Εξωνάρθηκας μονής Εισοδίων Μελισσουργών Καθολικό μονής Βύλιζας Ματσουκίου Αγία Παρασκευή Χουλιαράδων, εικόνες τέμπλου Εισόδια Γρετσίστας, εικόνες τέμπλου Αγία Παρασκευή Χουλιαράδων Καθολικό Μονής Σπηλιώτισσας Γουριανών, εικόνες τέμπλου Άγιος Δημήτριος Παλαιοκάτουνου Φανερωμένη Άγναντας, εικόνα Αγίου Γεωργίου Άγιος Νικόλαος Μελισσουργών, εικόνα Προφήτη Ηλία Καθολικό Μονής Κοίμησης Θεοτόκου Γαρδικίου Κοίμηση Θεοτόκου Γαρδικίου, ομώνυμη εικόνα Άγιος Αθανάσιος Μουτσάρας, εικόνα τριών αγίων Κοίμηση Θεοτόκου Μελισσουργών Καθολικό Μονής Σχωρετσάνων, εικόνες τέμπλου

199

Έτος 1795 1797 1800 1802 1809 1831 1833 1833 1834 1842 1842 1842 1843 1861;

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


200

Γρ η γ ό ρ η ς Μ α ν ό π ο υ λ ο ς

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ― ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ 1967: Π. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ, Νομός Άρτης, Αρχαιολογικόν Δελτίον 22(1967), Β΄ ΧΡΟΝΙΚΑ, 354-359. ― ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ 1972: Π. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ, Περιοδείαι, Αρχαιολογικόν Δελτίον 27(1972), Β΄ ΧΡΟΝΙΚΑ, 465-474. ― ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 2010: Ε. ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Έλληνες ζωγράφοι μετά την άλωση (1453-1850), τ. Γ΄, Αθήνα 2010. ― ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1991: Δ. ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ, Τρικαλινά σύμμεικτα [Β΄], Θεσσαλικό Ημερολόγιο 20 (1991), 129-160. ― ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1992: Δ. ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ, Η Βύλιζα, Ματσούκι Ιωαννίνων 1992. ― ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1996: Δ. ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ, Η Ιερά Μονή της Παναγίας στο Γαρδίκι Τρικάλων, Θεσσαλικό Ημερολόγιο 30 (1996), 113-152. ― ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 1999: Δ. ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ, Τρικαλινά σύμμεικτα ΙΘ΄, Θεσσαλικό Ημερολόγιο 36 (1999), 257-312. ― ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ 2008: Δ. ΚΑΛΟΥΣΙΟΣ, Η αγιογραφία στο Ματσούκι Ιωαννίνων, στο Χ. ΜΕΡΑΝΤΖΑΣ (επιμ.), Πρακτικά Α΄ Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα, Ιωάννινα 2008, 87-112. ― ΚΑΜΑΡΟΥΛΙΑΣ 1996: Δ. ΚΑΜΑΡΟΥΛΙΑΣ, Τα Μοναστήρια της Ηπείρου, τ. Α΄-Β΄, Αθήνα 1996. ― ΚΙΓΚΑ 2008: Σ. ΚΙΓΚΑ, Οι τοιχογραφίες του Αγίου Δημητρίου στο Παλαιοκάτουνο Άρτας. Οι ομάδες ζωγράφων από τα Κατσανοχώρια και η δράση τους στα Τζουμέρκα και την ευρύτερη περιοχή, στο Χ. ΜΕΡΑΝΤΖΑΣ (επιμ.), Πρακτικά Α΄ Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα, Ιωάννινα 2008, 161-180. ― ΛΑΜΠΡΟΣ 1892: Σ. ΛΑΜΠΡΟΣ, Η Μονή Βυλίζης και τα εν αυτή χειρόγραφα, Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας Ελλάδος 4(1892), 353-356. ― ΛΙΑΤΑ 1996: Ε. ΛΙΑΤΑ, Φλωρία δεκατέσσερα στένουν γρόσια σαράντα - Η κυκλοφορία των νομισμάτων στον ελληνικό χώρο, 15ος-19ος αι., Αθήνα 1996. ― ΜΑΝΟΠΟΥΛΟΣ 2001: Γ. ΜΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Επιγραφικές και άλλες μαρτυρίες για τα Κατσανοχώρια (1587-1699), Ηπειρωτικά Χρονικά 35(2001), 99-196. ― ΜΑΝΟΠΟΥΛΟΣ 2011: Γ. ΜΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Τζουμέρκα και Κατσανοχώρια από τον 17ο-19ο αιώνα, Τζουμερκιώτικα Χρονικά 12(2011), 144-150. ― ΜΠΕΝΕΚΟΣ 1974: Π. ΜΠΕΝΕΚΟΣ, Χουλιαράδων Άπαντα, Ιωάννινα 1974. ― ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ 1884: Σ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, Δοκίμιον ιστορικής τινος περιλήψεως της ποτε αρχαίας και εγκρίτου ηπειρωτικής πόλεως Άρτης και της ωσαύτως νεωτέρας πόλεως Πρεβέζης, Αθήνα 1884. ― ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ 1984: Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Νομός Άρτας, Αρχαιολογικόν Δελτίον 39(1984), Β΄ ΧΡΟΝΙΚΑ, 199-200. ― ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ 2008: Δ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Το ξυλόγλυπτο τέμπλο της Μονής Χρυσοσπηλιώτισσας Γουριανών, στο Χ. ΜΕΡΑΝΤΖΑΣ (επιμ.), Πρακτικά Α΄ Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα, Ιωάννινα 2008, 341-360. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η δραστηριότητα των Κατσάνων ζωγράφων στα Τζουμέρκα

201

― ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ 1967: Ν. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ, Ηπειρωτικά, Αθήνα 1967. ― ΠΟΛΙΤΗ 1979: Λ. ΠΟΛΙΤΗ, Η μονή Γενεσίου της Θεοτόκου στην Πλάκα Αράχθου, Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 1(1979), 137-146. ― ΠΟΛΙΤΗ 1993: Λ. ΠΟΛΙΤΗ, Το καθολικό της μονής Τσιούκας στα Κατσανοχώρια, Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 4(1993), 75-86. ― ΠΟΛΙΤΗ 1989: Λ. ΠΟΛΙΤΗ, Η Χρυσοσπηλιώτισσα Γουριανών Άρτας, Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 3(1989), 135-144. ― ΣΟΥΛΗΣ 1932: Χ. ΣΟΥΛΗΣ, Τοπωνυμικόν των Χουλιαράδων, Ηπειρωτικά Χρονικά 7(1932), 216-245 (και χάρτης). ― ΣΟΥΛΗΣ 1934: Χ. ΣΟΥΛΗΣ, Επιγραφαί και ενθυμήσεις ηπειρωτικαί, Ηπειρωτικά Χρονικά 9(1934), 81-126. ― ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ 1937: Κ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ, Παρατηρήσεις εις την νεωτέραν γεωγραφίαν της Ηπείρου, Αθήνα 1937. ― ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ 1977: Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, Βυζαντινά, Μεσαιωνικά και Νεότερα μνημεία Ηπείρου, Αρχαιολογικόν Δελτίον 32(1977), Β΄ ΧΡΟΝΙΚΑ, 157-180. ― ΦΙΛΟΣ 1991: Σ. ΦΙΛΟΣ, Άγναντα Άρτας, Αθήνα 1991. ― ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ 1987: Μ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ, Έλληνες ζωγράφοι μετά την Άλωση (14531830), τ. Α΄, Αθήνα 1987. ― ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ - ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 1999: Μ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ - Ε. ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Έλληνες ζωγράφοι μετά την Άλωση (1453-1830), τ. Β΄, Αθήνα 1999.

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


202

Κωνσταντίνα Ζήδρου*

Ο μυθικός κύκλος του επώνυμου ήρωα της Αθαμανίας Αθάμαντα στα ανώνυμα σχόλια κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας1 Α΄ Μέρος

Ο

μυθικός κύκλος του Αθάμαντα, στις διάφορες εκδοχές και με τις ποικίλες παραλλαγές του, απασχόλησε τη λογοτεχνική παραγωγή από τον 6ο π.Χ. αι. έως και το 15ο μ.Χ. αι., σχεδόν αδιάκοπα. Η ιστορία του και ο βίος του σχετίζονται τόσο με τους διονυσιακούς και αργοναυτικούς μύθους όσο, και με τον πλούσιο Θηβαϊκό Κύκλο2. Πιο συγκεκριμένα, ο Αθάμας ήταν γιος του Αιόλου, αδερφός του Κρηθέα, παππού του Ιάσονα, του Σαλμονέα, του Σισύφου και του Περιήρη και βασιλιάς του βοιωτικού Ορχομενού. Από την πρώτη σύζυγό του, τη Νεφέλη, είχε αποκτήσει δυο παιδιά, το Φρίξο και την Έλλη. Ωστόσο αργότερα, εγκατέλειψε τη Νεφέλη και νυμφεύθηκε την Ινώ, κόρη του ιδρυτή και βασιλιά της Θήβας Κάδμου, με την οποία απέκτησαν άλλα δυο παιδιά, το Μελικέρτη και το Λέαρχο. Η Ινώ όμως επιθυμούσε να εξοντώσει τα πρώτα παιδιά του συζύγου της, το Φρίξο και την Έλλη. Έτσι επινόησε ένα τέχνασμα. Έπεισε τις γυναίκες του Ορχομενού να φρύγουν το σιτάρι πριν από τη σπορά, ώστε αυτό να μη φυτρώσει. Ως συνέπεια της έλλειψης σιτηρών, ο μυθικός ήρωας ζήτησε χρησμό από το μαντείο των Δελφών. Στη συνέχεια η Ινώ δωροδόκησε τους απεσταλμένους του να μεταφέρουν ψευδώς στον Αθάμαντα ότι επιθυμία του θεού ήταν η θυσία του γιου του Φρίξου. Ο βασιλιάς, υπακούοντας στη θεία βούληση, αλλά και υποκύπτοντας στην πίεση των υπηκόων του, ετοίμασε τη θυσία. Ωστόσο, η Νεφέλη, η μητέρα του Φρίξου, έστειλε στα δυο παιδιά της, την ημέρα της θυσίας, ένα χρυσόμαλλο κριό, δώρο του Ερμή. Αμέσως ανέβηκαν στη ράχη του και πέταξαν με κατεύθυνση προς την Αία ή την Κολχίδα, όπου βασίλευε ο Αιήτης, γιος του Ήλιου και αδελφός της μάγισσας Κίρκης και της Πασιφάης, συζύγου του Μίνωα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όμως η Έλλη έπεσε στη θάλασσα, στο σημείο που ονομάστηκε Ελλήσποντος. Αντίθετα, ο Φρίξος κατόρθωσε να φτάσει στον προορισμό του. Εκεί θυσίασε τον κριό στο Δία και χάρισε το χρυσόμαλλο δέρας στο βασιλιά Αιήτη, ο οποίος το κρέμασε στο δέντρο ενός 1. Στη συγκεκριμένη εργασία, παρατίθενται τα σχετικά χωρία με τις αναφορές στον Αθάμαντα σε ελεύθερη μετάφραση, χωρίς να διορθώνονται ή να σχολιάζονται. 2. Για το μυθικό κύκλο του Αθάμαντα βλ. σύντομα Ζήδρου, Ο Αθάμας, σ. 92-93 και αναλυτικά Μακρής, Μυθολογία, σ. 176, 250, Παπαχατζής, Ελληνική μυθολογία, σ. 107, 141, 147, Σακελλαρίου, Ανασύνταξη, σ. 25, 81, Σέρβη, Μυθολογία, σ. 95-97, 114 και Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια, σ. 91-92. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός κύκ λος του επών υμου ήρωα της Αθαμαν ίας Αθάμαν τα

203

άλσους αφιερωμένου στον Άρη. Πρόκειται ακριβώς για το χρυσόμαλλο δέρας για το οποίο πραγματοποιήθηκε αργότερα η αργοναυτική εκστρατεία. Αντίστοιχα, ο βίος του μυθικού ήρωα επηρεάστηκε και από την πορεία του θεού Διονύσου. Πιο συγκεκριμένα, ο Διόνυσος ήταν γιος του Δία και της Σεμέλης, κόρης του Κάδμου και αδελφής της Ινούς συνεύνου του Αθάμαντα. Όταν όμως η Ήρα πληροφορήθηκε την απιστία του συζύγου της, κεραυνοβόλησε τη Σεμέλη. Ο Δίας, με τη σειρά του, για να σώσει το έμβρυο, το έραψε στο μηρό του ώσπου, να συμπληρωθεί ο χρόνος της κύησής του. Στη συνέχεια, παρέδωσε το βρέφος στον Ερμή, με την εντολή να το μεταφέρει στον Ορχομενό, στην Ινώ και τον Αθάμαντα, οι οποίοι θα το ανέτρεφαν ως κορίτσι, προκειμένου να αποφύγει την καταδίωξη της Ήρας. Ωστόσο, η θεά ανακάλυψε την απάτη και τιμώρησε το βασιλικό ζεύγος διασαλεύοντας τη λογική τους. Κατά τη διάρκεια της μανίας που τους κατέλαβε, θανάτωσαν τα δυο παιδιά τους, το Μελικέρτη και το Λέαρχο. Ο Αθάμας τόξευσε το Λέαρχο θεωρώντας τον ελάφι, ενώ η Ινώ έπεσε στη θάλασσα, καταδιωκόμενη από το σύζυγό της, αγκαλιά με το γιο της Μελικέρτη. Όμως τόσο αυτή, όσο και ο Μελικέρτης μεταμορφώθηκαν από τον Ποσειδώνα σε καλοπροαίρετους θαλάσσιους δαίμονες, γνωστούς με τα ονόματα Λευκοθέα και Παλαίμων, οι οποίοι συμπαραστέκονταν στους ναυτικούς που βρίσκονταν σε κίνδυνο3. Ο μυθικός βασιλιάς αυτοεξορίστηκε και, αφού περιπλανήθηκε αρκετά4, κατέληξε στην ορεινή Πίνδο όπου και βασίλευσε στους Αθαμάνες. Παράλληλα, ο Ερμής μετέφερε το μικρό Διόνυσο στις Νύμφες στη Νύσα της Ασίας, όπου και παρέμεινε μέχρι την ενηλικίωσή του. Τέλος, στο βίο του ήρωα περιλαμβάνεται και ο προερχόμενος από το Θηβαϊκό Κύκλο μύθος της κόρης του Αγαύης5. Από το γάμο της με το «σπαρτό» Εχίονα απέκτησε ένα γιο, τον Πενθέα. Αυτός κατακρεουργήθηκε από τη μητέρα του, επειδή κατά τη διάρκεια της βασιλείας του επιδίωξε, μάταια βέβαια, να εμποδίσει τη διάδοση και εδραίωση της διονυσιακής λατρείας στη Θήβα. Ωστόσο, εκτός από τα ίδια τα λογοτεχνικά κείμενα, και τα ποικίλα ανά τους αιώνες σχόλιά τους, έργα συχνά ανώνυμων συγγραφέων, εμπεριέχουν αναφορές στον Αθάμαντα, εμπλουτίζοντας με νέες λεπτομέρειες το μυθικό του κύκλο και διασαφηνίζοντας αμφιλεγόμενα σημεία των κειμένων που σχολιάζουν. Πιο συγκεκριμένα, στα σχόλια στην Ιλιάδα του Ομήρου εντοπίζονται αρκετά συναφή χωρία. Στο πρώτο σχόλιο που αφορά το τοπωνύμιο Ερυθραί, επεξηγεί3. Χαρακτηριστική της σημασίας του Μελικέρτη ως θαλάσσιας θεότητας είναι η ύπαρξη ιερού του στον Ισθμό, κοντά στο αντίστοιχο ιερό του Ποσειδώνα. Μάλιστα, προς τιμήν του Μελικέρτη διοργανώνονταν και αγώνες, οι οποίοι αργότερα μετατράπηκαν στα γνωστά Ίσθμια προς τιμήν του Ποσειδώνα. Βλ. Σακελλαρίου, Ανασύνταξη, σ. 81. 4. Για τις περιπλανήσεις του Αθάμαντα βλ. Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια, σ. 92. 5. Για το συγκεκριμένο μύθο βλ. Παπαχατζής, Μυθολογία, σ. 141. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


204

Κωνσταν τίνα Ζήδρου

ται ότι έτσι ονομάστηκε η περιοχή κάτω από τον Κιθαιρώνα από τον Ερύθριο, έναν από τους νεότερους απογόνους του Αθάμαντα6. Ακολουθεί το τοπωνύμιο Σηστός, που βρίσκεται ακριβώς στην περιοχή απέναντι από την Άβυδο στη θρακική χερσόνησο. Μάλιστα τονίζεται ότι η Σηστός και η Άβυδος είναι πόλεις κοντά στην περιοχή της Τρωάδας, απέναντι από τον πορθμό ο οποίος ονομάζεται και Ελλήσποντος, καθώς σε εκείνο το σημείο έπεσε και πνίγηκε η Έλλη, η αδελφή του Φρίξου και κόρη του Αθάμαντα7. Με αφορμή ένα σχόλιο για το πλάτος του Ελλησπόντου, το οποίο αυξάνει στις εκβολές του ποταμού Σκαμάνδρου, ο σχολιαστής παρουσιάζει και τη λεπτομέρεια ότι ο Αθάμας ήταν γιος του Αιόλου και βασιλιάς, ενώ ο ίδιος αντλεί την ιστορία του από το Φιλοστέφανο8. Το τελευταίο σχετικό με το μυθικό επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας σχόλιο αφορά ένα γραμματικό κανόνα. Πιο συγκεκριμένα, στην ιωνική διάλεκτο το θ μετατρέπεται σε τ. Έτσι η μετοχή «ταφών» έχει και τον τύπο «θαπών». Αναλύοντας τον κανόνα και για να γίνει καλύτερα κατανοητός, ο σχολιαστής περιλαμβάνει και το παράδειγμα του Αθάμαντα, κύριο όνομα το οποίο με την αφαίρεση του α και τη μετατροπή του θ σε τ, αλλάζει από Αθάμας σε Τάμμας9. Αναφορές στο μυθικό Αθάμαντα εντοπίζονται και σε ένα ακόμη έργο σχολιασμού της ομηρικής Ιλιάδας με τίτλο «Σχόλια παλαιά των πάνυ δοκίμων εις την Ομήρου Ιλιάδα». Πιο συγκεκριμένα, το τοπωνύμιο Σχοίνος αποδίδεται σε πόλη της Βοιωτίας, η οποία πήρε το όνομά της από το Σχοινέα, γιο του Αθάμαντα και πατέρα της Αταλάντης10. Στο ίδιο έργο και κατά την ανάλυση της έκφρασης «υπάρχει τάφος στα ρέοντα νερά στο πλατύ μέρος του Ελλησπόντου», ο σχολιαστής διηγείται ολόκληρη την ιστορία του Αθάμαντα. Πιο συγκεκριμένα, το κείμενο αφηγείται ότι ο Αθάμας ήταν γιος του Αιόλου και βασιλιάς των Θηβών. Από το γάμο του με την Ινώ, κόρη του Κάδμου, απέκτησε δυο παιδιά, τον Κλέαρχο και το Μελικέρτη. Αργότερα, και κατά διαταγή της Ήρας, έδιωξε την Ινώ και νυμφεύθηκε τη Νεφέλη με την οποία απέκτησε άλλα δυο παιδιά, το Φρίξο και την Έλλη. Όταν όμως η Νεφέλη τον είδε να διαπράττει μοιχεία με την προηγούμενη σύζυγό του, τον εγκατέλειψε. Μόλις η Ινώ επέστρεψε και έγινε κυρία του σπιτιού, άρχισε να επιβουλεύεται τα παιδιά της Νεφέλης. Επινόησε τότε το ακόλουθο τέχνασμα, να ψήνουν τους σπόρους πριν από τη σπορά. Όταν πια προκλήθηκε μεγάλος 6. Βλ. Erbse, Scholia Graeca in Homeri Iliadem (scholia vetera), vol. 1, βιβλίο 2, στίχος 499 b. 7. Βλ. Erbse, Scholia Graeca in Homeri Iliadem (scholia vetera), vol. 1, βιβλίο 2, στίχος 836. 8. Βλ. Erbse, Scholia Graeca in Homeri Iliadem (scholia vetera), vol. 2, βιβλίο 7, στίχος 86 c. 9. Βλ. Erbse, Scholia Graeca in Homeri Iliadem (scholia vetera), vol. 2, βιβλίο 9, στίχος 193 b. 10. Βλ. Heyne, Homeri Ilias, Scholia in Iliadem (scholia vetera), βιβλίο 2, στίχος 497 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός κύκ λος του επών υμου ήρωα της Αθαμαν ίας Αθάμαν τα

205

λιμός στη χώρα, ο Αθάμας έστειλε απεσταλμένους του στο μαντείο των Δελφών. Η Ινώ, ωστόσο, έπεισε τους ανθρώπους του βασιλιά, αφού σοφίστηκε ένα χρησμό κατά του Φρίξου, να τον προσφέρουν ως θυσία εξαιτίας της καταγωγής του, προκειμένου να απαλλαγεί η χώρα από τα δεινά. Καθώς πείστηκε ο μυθικός ήρωας από το χρησμό, που του έφεραν οι απεσταλμένοι του, κάλεσε το παιδί από τους αγρούς. Ως πρόφαση, το πρόσταξε να φέρει μαζί του το καλύτερο κριάρι από τα κοπάδια, για να το θυσιάσει στους θεούς. Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση, στο Φρίξο, ενώ όδευε προς την πόλη με την αδερφή του, εμφανίστηκε κάποιος θεός και ταυτόχρονα το κριάρι του μίλησε με ανθρώπινη φωνή και του αποκάλυψε την επιβουλή εναντίον τους. Στη συνέχεια τον συμβούλεψε να καθίσει στη ράχη του ζώου, μαζί με την αδελφή του, και να κατευθυνθεί προς το νότο, για να μπορέσουν να διαφύγουν από τον επικείμενο κίνδυνο. Πραγματικά έτσι και έγινε. Λέγεται ότι η πορεία που ακολούθησαν στην πλάτη του κριού, διαμέσου του αέρα, ήταν πολύ δύσκολη. Η Έλλη, καθώς δεν μπόρεσε να αντέξει, έπεσε στη θάλασσα. Έτσι, το συγκεκριμένο σημείο ονομάστηκε, εξαιτίας της κοπέλας, Ελλήσποντος. Αντίστοιχα, ο κριός, αφού μετέφερε το Φρίξο στην Κολχίδα του Πόντου, άφησε την τελευταία του πνοή. Για αυτό ακριβώς το δέρας λέγεται ότι στάλθηκαν οι Αργοναύτες μαζί με τον Ιάσονα. Ο Αθάμας με τη σειρά του όταν πληροφορήθηκε όσα είχε μηχανευτεί και εκτελέσει η Ινώ, δεν έδειξε κανένα έλεος απέναντί της ούτε και στα παιδιά που είχε αποκτήσει με εκείνη. Αφού λοιπόν σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια τον Κλέαρχο, κυνήγησε με το ξίφος του και την Ινώ. Αυτή, προκειμένου να μην πέσει στα χέρια του και με σκοπό να εξασφαλίσει τη σωτηρία τόσο τη δική της, όσο και του γιου της, βούτηξε στη θάλασσα, όπου έτυχε να της αποδοθούν τιμές από τους ενάλιους θεούς. Αργότερα η Ινώ κλήθηκε Λευκοθέα, από τον αφρό της θάλασσας. Αντίστοιχα ο γιος της Μελικέρτης μετονομάστηκε σε Παλαίμονα και βοηθούσε τους ναυτικούς που βρίσκονταν στη θάλασσα. Η παραπάνω ιστορία αντλήθηκε από το Φιλοστέφανο11. Χωρία που αφορούν τον Αθάμαντα υπάρχουν στα σχόλια στο έτερο έπος του Ομήρου, την Οδύσσεια. Πιο συγκεκριμένα, αρκετά σχόλια αφιερώνονται στην Ινώ, η οποία ως Λευκοθέα και θεότητα της θάλασσας, βοήθησε τον Οδυσσέα να μην πνιγεί, όταν ναυάγησε, φεύγοντας από το νησί της Καλυψούς και προτού βγει σώος στην ακτή του νησιού των Φαιάκων12. Με αφορμή αυτή της την ενέργεια, ο γραμματικός παραθέτει και στοιχεία από τη ζωή της ως θνητής. Ειδικότερα διευκρινίζει ότι ήταν κόρη του Κάδμου. Και αναρωτιέται γιατί μόνο 11.Βλ. Heyne. Homeri Ilias, Scholia in Iliadem (scholia vetera), βιβλίο 7, στίχος 86. 12. Βλ. Mühll, Homeri Odyssea, ραψωδία ε, στίχοι 347-370, 478-482. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


206

Κωνσταν τίνα Ζήδρου

αυτή έδειξε οίκτο στον Οδυσσέα. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι και η ίδια υπήρξε θνητή και, καθώς και εκείνη είχε βρεθεί σε κίνδυνο στη θάλασσα, λυπήθηκε και βοήθησε τον Οδυσσέα ως ομοιοπαθή. Ούτε βέβαια εναντιώθηκε στη θέληση του Ποσειδώνα, καθώς ο θεός γνώριζε ότι τελικά έπρεπε να σωθεί ο ήρωας. Μια άλλη άποψη, που εκφράζει ο σχολιαστής, είναι ότι είτε η Ινώ βοήθησε τον Οδυσσέα ως άνθρωπος που λυπάται έναν άλλο άνθρωπο είτε επειδή ο Οδυσσέας αγαπούσε τις γυναίκες είτε τέλος επειδή η Ινώ είχε γνωρίσει τη δυστυχία από τον Αθάμαντα. Ακολουθεί η αιτιολόγηση και ερμηνεία του ονόματος Λευκοθέα, το οποίο έλαβε, όταν μεταμορφώθηκε σε θεότητα. Ονομάστηκε λοιπόν έτσι εξαιτίας της διαδρομής που ακολούθησε μέσα από τη λεγόμενη Λευκή Πεδιάδα στην περιοχή της Μεγαρίδας. Συμπερασματικά, ο σχολιαστής αποδίδει την ύπαρξη των δυο ονομάτων στη διπλή της ιδιότητα. Ινώ καλούνταν, όταν ήταν θνητή, ενώ, όταν έγινε θεότητα, μετονομάστηκε σε Λευκοθέα. Στη συνέχεια του ιδίου σχολίου κρίνεται σκόπιμη η αφήγηση, εν συντομία, της ιστορίας της θεάς. Η Ινώ νυμφεύθηκε τον Αθάμαντα και απέκτησε μαζί του δυο παιδιά, το Λέαρχο και το Μελικέρτη. Όταν ο μυθικός ήρωας και σύζυγός της κατελήφθη από μανία, εξαιτίας του θυμού τής Ήρας, επειδή η Ινώ είχε συμβάλει στην ανατροφή του Διονύσου, σκότωσε το Λέαρχο και επιδίωξε να φονεύσει και τον άλλο του γιο. Η Ινώ, αφού πήρε αγκαλιά το παιδί, έφυγε κυνηγημένη και βούτηξε στη θάλασσα. Εξαιτίας όμως ακριβώς της συμβολής της στην ανατροφή του Διονύσου, τόσο εκείνη όσο και ο γιος, της έτυχαν της τιμής να γίνουν ισόθεοι και γι' αυτό άλλαξαν και τα ονόματά τους. Έτσι, η Ινώ μετονομάστηκε σε Λευκοθέα, λόγω του γεγονότος ότι τράπηκε σε φυγή στη Λευκή Πεδιάδα της Μεγαρίδας, ενώ ο Μελικέρτης σε Παλαίμονα, καθώς βοηθούσε όσους πάλ��υαν με τα κύματα στη θάλασσας. Αμέσως μετά ο σχολιαστής αναλύει την έννοια και την ετυμολογία της έκφρασης «βροτός αυδήεσσα», με την οποία χαρακτηρίζεται η θεά. Απαριθμεί ποικίλους διαφορετικούς τύπους της ίδιας έκφρασης, όπως απαντούν σε συγγραφείς της κλασικής αρχαιότητας π.χ. Αριστοφάνη, Αριστοτέλη. Τέλος, χρησιμοποιεί το παράδειγμα της Λευκοθέας ως πρότυπο για γυναικείες θεότητες που προϋπήρξαν θνητές13. Ένα άλλο σχόλιο της Οδύσσειας αφιερώνεται στον Αίολο, το γιο του Ιππότου. Σε αυτό γίνεται εκτενής αναφορά στο όνομα Αίολος και στην καταγωγή του. Επισημαίνεται ότι ορισμένοι υποστηρίζουν πως ο Έλληνας ήταν, στην πραγματικότητα γιος του Δία και μόνο θεωρητικά του Δευκαλίωνα. Από αυτόν τον Έλληνα προέρχεται ο Αίολος, πατέρας του Κρηθέα, του Αθάμαντα και του Σισύφου. Ένας άλλος Αίολος είναι ο γιος του Ιππότου, ο οποίος, με τη σειρά 13. Βλ. Dindorf, Scholia Graeca in Homeri Odysseam, βιβλίο 5, στίχοι 333-334. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός κύκ λος του επών υμου ήρωα της Αθαμαν ίας Αθάμαν τα

207

του, ήταν γιος του Μίμαντος. Συνολικά και σύμφωνα με την παράδοση, υπήρξαν τρία μυθικά πρόσωπα με το όνομα Αίολος, πρώτος ο γιος του Έλληνα, δεύτερος ο γιος του Ιππότου και της Μελανίππης και τρίτος ο γιος του Ποσειδώνα και της Άρνης. Στη συνέχεια ο σχολιαστής κάνει μια λεπτομερειακή ανάλυση αναφορικά με το ζήτημα ποιον Αίολο επισκέφτηκε ο Οδυσσέας και ποιος ήταν ο πραγματικός του ρόλος, εξετάζοντας ορθολογιστικά τα στοιχεία του έπους14. Ακολουθούν τα σχόλια στη Θεογονία του Ησιόδου, στα οποία περιλαμβάνεται η ιστορία του Ιάσονα από την παιδική του ηλικία έως και την Αργοναυτική Εκστρατεία. Με αφορμή την εξήγηση για το χρυσόμαλλο δέρας το οποίο κλήθηκε να φέρει ο Ιάσονας από την Κολχίδα, ο γραμματικός διηγείται ότι πρόκειται για το δέρας του κριού που έσωσε το Φρίξο και την Έλλη. Ο Φρίξος, αφού διασώθηκε και έφτασε στη Σκυθία, θυσίασε τον κριό στο Δια. Αμέσως, το δέρας του έγινε χρυσό και ανήκε πλέον στο θεό. Ακριβώς αυτό το χρυσό δέρας στάλθηκε ο Ιάσονας να φέρει πίσω. Αντίθετα, η Έλλη, όντας γυναίκα και ασθενική στη φύση, αποσπάστηκε από τη ράχη του κριού, έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Τα δυο παιδιά ήταν αδέλφια. Πατέρας τους ήταν ο Αθάμας, γιος του Αιόλου και αδελφός του Κρηθέα, ο οποίος, από το γάμο του με τη Νεφέλη απέκτησε δυο παιδιά, το Φρίξο και την Έλλη. Αφού πέθανε η πρώτη του σύζυγος, νυμφεύθηκε τη ζηλότυπη Ινώ. Αυτή, ως μητριά, φθονούσε τα προηγούμενα παιδιά του ήρωα και επινόησε την ακόλουθη τιμωρία. Πρόσταξε τους υπηκόους της να ψήνουν τους σπόρους προτού τους φυτέψουν. Όταν προσκάλεσαν μάντεις να αποκαλύψουν την αιτία που δεν παρήγε η χώρα καρπούς, υποστήριξαν ότι για το λιμό και την ακαρπία ήταν υπεύθυνα τα δυο παιδιά. Οι μάντεις, καθώς δωροδοκήθηκαν, χρησμοδότησαν όσα τους είχαν επιβληθεί. Ο Φρίξος και η Έλλη με τη σειρά τους όταν ρίχτηκαν στη θάλασσα, πιάστηκαν από το μαλλί ενός κριού, ο οποίος στάλθηκε από το θεό για αυτούς και σώθηκαν, όπως λέγεται, επάνω στη ράχη του, χωρίς να πάθουν κάποιο κακό. Ο Φρίξος χρύσωσε το δέρας του κριού με τον οποίο διασώθηκε και έφτασε στη Σκυθία. Για αυτό ακριβώς το δέρας στάλθηκε ο Ιάσονας, για να το φέρει πίσω, μέσω ενός μακρινού και επικίνδυνου ταξιδιού, προκειμένου να οδηγηθεί στο θάνατο15. Και ο σχολιαστής του μεγάλου λυρικού ποιητή Πινδάρου ασχολείται σε αρκετά χωρία του έργου του με το μυθικό κύκλο του Αθάμαντα. Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο σχετικό σχόλιο στην «Υπόθεση των Πυθίων» επισημαίνει ότι και οι τρεις κόρες του Κάδμου γνώρισαν μεγάλες συμφορές. Ο λόγος της δυστυχίας τους είναι εύλογος και γνωστός. η εγκυμοσύνη της Σεμέλης από το 14. Βλ. Dindorf, Scholia Graeca in Homeri Odysseam, βιβλίο 10, στίχος 2. 15. Βλ. Gregorio, Scholia vetera in Hesiodi theogoniam, σχόλιο 993 α Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


208

Κωνσταν τίνα Ζήδρου

Δία. Έτσι, η μεν Σεμέλη σκοτώθηκε από κεραυνό από τον ίδιο το Δία, ενώ η Ινώ και η Αγαύη κατελήφθησαν από μανία και σκότωσαν τα ίδια τους τα παιδιά. Η μεν Αγαύη τον Πενθέα, ενώ η Ινώ, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, έβαλε το Μελικέρτη μέσα σε ένα λέβητα. Βέβαια πολλοί διηγούνται ότι ο Αθάμας δολοφόνησε το παιδί μέσα στο λέβητα16. Στο επόμενο σχόλιο και πάλι στην «Υπόθεση των Πυθίων» παρατίθεται, εν συντομία, το γενεαλογικό δέντρο του Αθάμαντα. Ειδικότερα, υπογραμμίζεται ότι ο Δίας χάρισε στον Αίολο και τα παιδιά του βασιλική εξουσία. Η γενεαλογία τους έχει ως εξής: Προμηθέας, Δευκαλίωνας, Έλληνας, Αίολος, ο οποίος απέκτησε τον Κρηθέα, τον Αθάμαντα και το Σαλμωνέα. Ο Κρηθέας,με τη σειρά του ήταν πατέρας του Αίσονα από τον οποίο προήλθε ο Ιάσονας. Από το Σαλμωνέα γεννήθηκε η Τυρώ, η οποία από τον Ποσειδώνα απέκτησε τον Πηλέα και το Νηλέα17. Η ανάλυση της γενεαλογίας, όπως και της μοίρας των απογόνων του Αιόλου, συνεχίζεται σε ένα ακόμη σχόλιο και πάλι στην «Υπόθεση των Πυθίων», όπου υποστηρίζεται ότι οι Αιολίδες έγιναν βασιλείς, ο Αθάμας και ο Σίσυφος, ο άδικος Σαλμωνέας και ο μεγαλόψυχος Περιήρης. Στη συνέχεια απαριθμούνται ορισμένοι από τους απογόνους των γιων του Αιόλου, χωρίς να περιλαμβάνονται και οι αντίστοιχοι του Αθάμαντα18. Επομένως, σύμφωνα με τα σχόλια στην «Υπόθεση των Νεμεόνικων» του Πινδάρου, οι Θηβαίοι κατάγονται από τους Αιολείς, οι οποίοι ονομάστηκαν με τη σειρά τους από τον ομώνυμο γιο του Αθάμαντα19. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη γιορτή των Ισθμίων και στη σχέση της με τη Λευκοθέα και τον Παλαίμονα στα σχόλια στο λυρικό έργο του Πινδάρου και ειδικότερα στο κεφάλαιο για την «Υπόθεση των Ισθμίων». Αρχικά τα Ίσθμια ήταν αφιερωμένα στον Ποσειδώνα, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Δία εξαιτίας του Πέλοπα και οι Πυθικοί στον Απόλλωνα εξαιτίας του δράκοντα που σκότωσε ο θεός στην περιοχή. Η ιστορία των Ισθμίων είναι η ακόλουθη: η Ινώ και ο Αθάμας είχαν δυο παιδιά, το Λέαρχο και το Μελικέρτη. Όταν ο ήρωας κατελήφθη από μανία, σκότωσε το Λέαρχο. Στη συνέχεια, η μητέρα του τον έβαλε μέσα σε ένα λέβητα όπου έβραζε νερό. Καθώς κατελήφθη και η Ινώ από μανία, μετά την παραπάνω πράξη της, πήρε το γιο της Μελικέρτη και έτρεξε προς τη θάλασσα. Έτσι η Ινώ έγινε μια από τις Νηρηίδες, όπως θυμάται ο ποιητής και μετονομάστηκε σε Λευκοθέα. Αντίστοιχα και ο Μελικέρτης έγινε θαλάσσια θεότητα και 16. Βλ.Drachmann, Scholia vetera in Pindari carmina, vol. 2, ωδή P 3, σχόλιο 173 b. 17. Βλ.Drachmann, Scholia vetera in Pindari carmina, vol. 2, ωδή P 4, σχόλιο 190. 18. Βλ.Drachmann, Scholia vetera in Pindari carmina, vol. 2, ωδή P 4, σχόλιο 253 c. 19. Βλ.Drachmann, Scholia vetera in Pindari carmina, vol. 2, ωδή Ν 3, σχόλιο 136 b. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός κύκ λος του επών υμου ήρωα της Αθαμαν ίας Αθάμαν τα

209

κλήθηκε Παλαίμονας. Κάποια στιγμή οι Νηρηίδες, χορεύοντας, εμφανίστηκαν στο Σίσυφο και τον πρόσταξαν από τότε και στο εξής τα Ίσθμια να τελούνται προς τιμήν του Μελικέρτη20. Η ιστορία των Ισθμίων, ελαφρώς παραλλαγμένη, παρατίθεται και στο επόμενο σχόλιο του ίδιου έργου, στο ομώνυμο κεφάλαιο σχολιασμού της «Υπόθεσης των Ισθμίων». Πιο συγκεκριμένα, ο γραμματικός προαναγγέλλει ότι θα αφηγηθεί την αιτία για την οποία λέγεται ότι καθιερώθηκαν οι ισθμιακοί αγώνες. Αρχικά ο Αθάμας καταδίωκε την Ινώ να τη σκοτώσει, καθώς είχε καταληφθεί από μανία και είχε ήδη φονεύσει το γιο της Λέαρχο. Ωστόσο και εκείνη είχε χάσει τα λογικά της. Έτσι αρπάζοντας τον άλλο της γιο, το Μελικέρτη, αφού πρώτα έφυγε μέσω της Γερανείας του Μεγαρικού όρους και στάθηκε στην επονομαζόμενη Μολουρίδα πέτρα, έπεσε στη θάλασσα τρέχοντας και κρατώντας στην αγκαλιά της το βρέφος. Αυτά τα δυο πρόσωπα έτυχαν, σύμφωνα με την παράδοση, ιδιαίτερων τιμών και προήχθησαν σε θεότητες. Η μεν Ινώ μετονομάστηκε σε Λευκοθέα, ενώ ο Μελικέρτης σε Παλαίμονα. Το σώμα του παιδιού μεταφέρθηκε από ένα δελφίνι στον Ισθμό, το οποίο και βρήκε ο Σίσυφος, ο τότε βασιλιάς της Κορίνθου, και το έθαψε χάρη και στη συγγένεια που τους ένωνε, καθώς ο Μελικέρτης ήταν γιος του Αθάμαντα. Και οι δυο, ο Σίσυφος και ο Αθάμας ήταν παιδιά του Αιόλου, ο οποίος, με τη σειρά του, καταγόταν από το Δία. Ο αγώνας ονομάστηκε Ίσθμια, επειδή τελούνταν στον Ισθμό που διαχώριζε τις δυο θάλασσες21. Και το τελευταίο σχετικό σχόλιο στο λυρικό έργο του Πινδάρου πραγματεύεται την ιστορία των Ισθμίων, στο ομώνυμο κεφάλαιο της «Υπόθεσης των Ισθμίων». Τα Ίσθμια λοιπόν ήταν αφιερωμένα στο Μελικέρτη. Όταν ο Αθάμας κατελήφθη από μανία, λόγω του θυμού της Ήρας, αφού κατέσφαξε τον ένα γιο του, το Λέαρχο, επιδίωξε να βάλει μέσα σε ένα λέβητα με καυτό νερό και τον άλλο γιο του, το Μελικέρτη. Η Ινώ όμως τον πρόλαβε και έκλεψε το παιδί. Καταδιωκόμενη από το μυθικό ήρωα και σύζυγό της, έπεσε στη θάλασσα μαζί με το Μελικέρτη. Ωστόσο, οι Νηρηίδες την έσωσαν και τη μεταμόρφωσαν σε θεότητα. Στη συνέχεια μια Νηρηίδα παρουσιάστηκε στο Σίσυφο και τον πρόσταξε να θεσπίσει τον αγώνα. Τα Ίσθμια είχαν σταματήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα εξαιτίας των ληστών. Όταν όμως ήλθε ο Θησέας και καθάρισε την περιοχή, ξεκίνησαν και πάλι22. Μια άλλη εκδοχή της ιστορίας και των συμφορών, που βίωσε ο Αθάμας εντοπίζεται σε ένα ιδιαίτερο σχόλιο στην «Υπόθεση των Πυθίων» του Πινδάρου. Ο 20. Βλ.Drachmann, Scholia vetera in Pindari carmina, vol. 3, ωδή I hyp α , σχόλιο 5 - 6. 21. Βλ.Drachmann, Scholia vetera in Pindari carmina, vol. 3, ωδή I hyp c , σχόλιο 2 - 13. 22. Βλ.Drachmann, Scholia vetera in Pindari carmina, vol. 3, ωδή I hyp d , σχόλιο 1. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


210

Κωνσταν τίνα Ζήδρου

γραμματικός λοιπόν υποστηρίζει ότι ο ήρωας βασανίστηκε, επειδή ερωτεύτηκε τη μητριά του και εν συνεχεία την επιβουλεύτηκε, με σκοπό εκείνη να εξοριστεί. Αυτή την αναφέρει ο Πίνδαρος στους Ύμνους του ως Δημοδίκη, ο Ιππίας την αποκαλεί Γοργώπη, ο Σοφοκλής στον «Αθάμαντα» Νεφέλη και ο Φερεκύδης Θεμιστώ, ο οποίος μάλιστα υπογραμμίζει ότι η συγκεκριμένη γυναίκα, βλέποντας τους καρπούς να καταστρέφονται και το λιμό να επικρατεί στη χώρα, προσφέρθηκε εθελοντικά να θυσιαστεί23. Ακολουθούν τα σχετικά με το μυθικό επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας σχόλια στο έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή Αισχύλου. Στα σχόλια του Θωμά Μαγίστρου και του Δημητρίου Τρικλινίου στους «Πέρσες» του Αισχύλου παρατίθεται η ιστορία της ονομασίας του Ελλησπόντου. Ο Αθάμας, από το γάμο του με τη Νεφέλη, απέκτησε το Φρίξο και την Έλλη. Μετά το θάνατό της νυμφεύθηκε την Ινώ, η οποία, επειδή φθονούσε τα δυο παιδιά ως μητριά τους, μηχανεύτηκε τέτοια σχέδια εναντίον τους, ώστε τα σπόρια, όταν θα σπέρνονταν στη γη, να μην αποδώσουν καρπούς. Αμέσως έπεσε λιμός στη χώρα. Έτσι οι κάτοικοί της θέλησαν να στείλουν αποστολή στο μαντείο, για να πληροφορηθούν, από εκείνο, τη λύση του κακού. Οι απεσταλμένοι όμως δωροδοκήθηκαν από την Ινώ με χρήματα, προκειμένου να αναστρέψουν το χρησμό του μαντείου και να μην πουν τίποτα άλλο στον Αθάμαντα, παρά ότι η προσταγή του Απόλλωνα, για να απαλλαγεί η χώρα από το λιμό, ήταν να θυσιαστεί ο Φρίξος και η Έλλη. Ο βασιλιάς, αφού κάλεσε τα δυο παιδιά να επιστρέψουν από τα κοπάδια, τα πρόσταξε να φέρουν μαζί τους ένα κριάρι. Αμέσως πήραν το κριάρι και επρόκειτο να ξεκινήσουν. Το ζώο, κατά παράξοδο τρόπο, τους αποκάλυψε τη δραματική συνέχεια. Με αυτόν τον τρόπο ξέφυγαν οι δυο νέοι, ανεβαίνοντας στην πλάτη του κριού. Όταν όμως πέρασαν επάνω από τη θάλασσα, η Έλλη γλίστρησε από το κριάρι και έπεσε στο πέλαγος, στη θέση η οποία ονομάστηκε Ελλήσποντος, εξαιτίας του συγκεκριμένου γεγονότος. Αντίθετα, ο Φρίξος κατόρθωσε να πιάσει λιμάνι, όπου και έμεινε έως το τέλος της ζωής του. Μάλιστα το συγκεκριμένο λιμάνι πήρε το όνομά του από το μυθικό ήρωα24. Το ίδιο χωρίο, με ελάχιστες μεταβολές σε γραμματικούς τύπους και σε δυο σημεία στη σύνταξη, επαναλαμβάνεται σε ένα ακόμη σχόλιο έτερου έργου σχολιασμού της ίδιας τραγωδίας του Αισχύλου, όπου αναλύεται η ιστορία του τοπωνυμίου Αθαμαντίς Έλλη. Σύμφωνα με το γραμματικό, ο Ξέρξης έζευξε με τα πλοία του τον Ελλήσποντο, ο οποίος είχε πλάτος επτά στάδια, και έτσι οδήγησε το στρατό του να τον διαβεί πεζός. Στη συνέχεια διηγείται την ιστορία 23. Βλ.Drachmann, Scholia vetera in Pindari carmina, vol. 2, ωδή P 4, σχόλιο 288 α. 24. Βλ. Positano Massa , Demetrii Triclinii in Aeschyli Persas scholia, σχόλιο 70.2, στίχος 10. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός κύκ λος του επών υμου ήρωα της Αθαμαν ίας Αθάμαν τα

211

του Αθάμαντα που τελειώνει με το θάνατο της Έλλης και την ονομασία του Ελλησπόντου25. Η ιστορία της Αθαμαντίδος Έλλης παρουσιάζεται, ελαφρώς παραλλαγμένη, σε ένα ακόμη σχόλιο του ίδιου έργου. Πιο συγκεκριμένα, ο Αθάμας είχε σύνευνο, με την οποία απέκτησε το Φρίξο και την Έλλη. Όταν πέθανε η μητέρα τους, νυμφεύθηκε την Ινώ. Αυτή, επειδή φθονούσε τα παιδιά του συζύγου της πήρε όλα τα γεννήματα της χώρας και τα κατέστρεψε ώστε, όταν θα σπέρνονταν, να μην αποδώσουν καρπούς. Καθώς επικράτησε λιμός στη χώρα, εξαιτίας της πράξης της, οι κάτοικοι θέλησαν να επισκεφτούν το μαντείο του Απόλλωνα και να πάρουν χρησμό, προκειμένου να πληροφορηθούν την αιτία του λιμού. Αυτούς τους απεσταλμένους, αφού τους υποδέχτηκε η Ινώ κατά την επιστροφή τους από το μαντείο, τους υποχρέωσε να μην πουν τίποτε διαφορετικό, παρά ότι ο Απόλλωνας χρησμοδότησε να θυσιαστούν ο Φρίξος και η Έλλη. Υπακούοντας ο βασιλιάς στο χρησμό που του δόθηκε, ειδοποίησε τα παιδιά του, τα οποία ζούσαν στην ύπαιθρο κοντά στα κοπάδια, να έρθουν στην πόλη, φέρνοντας μαζί τους το καλύτερο κριάρι για να το θυσιάσουν στον Απόλλωνα. Αφού πήραν το κριάρι και ενώ όδευαν προς την πόλη, το ζώο τους φανέρωσε τη σκευωρία εναντίον τους. Τότε έφυγαν, σύμφωνα με τη συμβουλή του ζώου, ανεβαίνοντας στη ράχη του. Με αυτόν τον τρόπο ολοκλήρωσαν το θαλάσσιο ταξίδι τους. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους στη θάλασσα επί του κριού, η Έλλη έπεσε στη μέση του πελάγους και από αυτήν πήρε το όνομά του ο Ελλήσποντος. Ο Φρίξος κατόρθωσε να φτάσει σε κάποιο λιμάνι το οποίο ονομάσθηκε λιμάνι του Φρίξου26. Το παραπάνω σχεδόν πανομοιότυπο χωρίο, με ελάχιστες αλλαγές σε γραμματικούς τύπους που δε μεταβάλλουν το νόημά του, εντοπίζεται και σε ένα ακόμη έργο σχολιασμού των τραγωδιών του Αισχύλου27. Στα σχόλια των Θωμά Μαγίστρου και Δημητρίου Τρικλινίου στους Πέρσες του Αισχύλου, υπάρχει μια ακόμη αναφορά στο μυθικό επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας. Στη διήγηση της πορείας του περσικού στρατού από την Ασία προς την Ευρώπη τονίζεται ότι ο στόλος τους δημιούργησε μια υποτυπώδη σχεδία, δένοντας τα πλοία με σκοινιά μεταξύ τους προκειμένου ο στρατός να διασχίσει το στενό της θάλασσας, το γνωστό ως της Αθαμαντίδος κόρης του Αθάμαντα28. Στα σχόλια στους Πέρσες του Αισχύλου ένα ακόμη χωρίο αφιερώνεται στην 25. Βλ. Dindorf , Aeschyli tragoediae superstites et deperditarum fragmenta, Πέρσες, σχόλιο 70. 26. Βλ. Dindorf , Aeschyli tragoediae superstites et deperditarum fragmenta, Πέρσες, σχόλιο 70. 27. Βλ. Dähnhardt, Scholia in Aeschyli Persas, έργο Πέρσες, σχόλιο 71. 28. Βλ. Positano Massa , Demetrii Triclinii in Aeschyli Persas scholia, σχόλιο 70 α, στίχος 1. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


212

Κωνσταν τίνα Ζήδρου

πορεία από την Ασία στην Ευρώπη και ειδικότερα στο πέρασμά τους στον ελλαδικό χώρο. Πιο συγκεκριμένα, ιστορείται ότι ο βασιλιάς κατακτητής και πορθητής των πόλεων εισήλθε στη γειτονική χώρα, δηλαδή την Ευρώπη, δια θαλάσσης. Οι Πέρσες θεωρούνταν κάτοικοι της Ασίας. Ο στρατός του βασιλιά Ξέρξη έζευξε τον πορθμό που φέρνει το όνομα της κόρης του Αθάμαντα Έλλης, δηλαδή τον Ελλήσποντο, δένοντας με σχοινί τα πλοία εν είδει σχεδίας. Αφού γεφύρωσε τη θάλασσα με τα πλοία του, κατάφερε να περάσει πεζός ο στρατός του την υποτυπώδη αυτή γέφυρα. Τα παραπάνω διακωμωδεί και ο Εύπολις29. Το προαναφερθέν χωρίο εμφανίζεται πανομοιότυπο σε ένα ακόμη έργο σχολιασμού της ίδιας τραγωδίας του Αισχύλου30. Ένα ακόμη σχόλιο από το έργο σχολιασμού των Περσών του Αισχύλου και πιο συγκεκριμένα από το κεφάλαιο «Argumentum in margine et glossae interlineariae ad Persas» αναφέρεται στη διάβαση του περσικού στρατού από τον Ελλήσποντο, έχοντας ως συνέπεια και μια έμμεση αναφορά στο μυθικό επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας. Ειδικότερα ο γραμματικός υποστηρίζει ότι, αφού έδεσαν με σκοινιά τα πλοία ως σχεδίες, ο περσικός στρατός πέρασε, διήλθε, δημιούργησε διάβαση, εξήλθε, διέσχισε τον Ελλήσποντο της κόρης του Αθάμαντα, συνδέοντας τη θάλασσα με τα πλοία31. Τα χωρία που αφορούν τον Αθάμαντα στα ποικίλα σχόλια στο έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ολοκληρώνονται με τον κατάλογο των έργων του, κατ’ αλφαβητική σειρά, όπου απαριθμείται και η ομώνυμη και αφιερωμένη στον επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας τραγωδία του, με τον τίτλο «Αθάμας»32. Μετά τον Αισχύλο έπονται τα σχόλια στο έργο του έτερου μεγάλου τραγικού ποιητή Ευριπίδη, όπου εντοπίζονται και ορισμένες αναφορές στον Αθάμαντα. Αρχικά στα σχόλια στις Φοίνισσες, ο γραμματικός, με αφορμή την άποψη ότι όσοι έχουν κακή μοίρα και θεωρούν ότι η προηγούμενη ευτυχία τους μετατράπηκε σε πρόσκαιρη ατυχία βαρύνονται με δυστυχία και κακοδαιμονία, παραθέτει στοιχεία για το μυθικό παρελθόν της Θήβας και των βασιλέων της, σε σχέση με τους θεούς. Στη συνέχεια τονίζει ότι ο Ευριπίδης στα έργα του αρέσκεται να παρουσιάζει την αιτία της δυστυχίας των παλαιότερων. Με αφετηρία τη συνήθεια του ποιητή απαριθμεί και ο σχολιαστής μυθικά πρόσωπα, τα οποία γνώρισαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τη δυστυχία π.χ. Ωραία Ελένη, Ορέστης, Διόσκουροι και ακολουθεί και πάλι η μυθική ιστορία της Θήβας από 29. Βλ. Dindorf , Aeschyli tragoediae superstites et deperditarum fragmenta, Πέρσες, σχόλιο 65. 30. Βλ. Dähnhardt, Scholia in Aeschyli Persas, έργο Πέρσες, σχόλιο 66 sqq. 31. Βλ. Dähnhardt, Scholia in Aeschyli Persas, έργο Πέρσες, σχόλιο 71. 32. Βλ. Dindorf, Aeschyli tragoediae superstites et deperditarum fragmenta, Catalogus in fabulas, 2 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός κύκ λος του επών υμου ήρωα της Αθαμαν ίας Αθάμαν τα

213

τον ιδρυτή της Κάδμο. Ανάμεσα στους μυθικούς ήρωες που βίωσαν συμφορές και σχετίζονται με το βασιλικό οίκο των Θηβών περιλαμβάνεται ο Ακταίωνας, η Αγαύη, η Σεμέλη που κατακεραυνώθηκε από το Δία, οι γιοι της Ινούς, Λέαρχος και Μελικέρτης, που δολοφονήθηκαν από τον πατέρα τους Αθάμαντα, όταν εκείνος κατελήφθη από μανία. Μάλιστα ο Μελικέρτης, μαζί με τη μητέρα του, έπεσε στη θάλασσα33. Στα σχόλια στη Μήδεια του ιδίου ποιητή εξιστορείται, εν συντομία, η ιστορία του Αθάμαντα. Ειδικότερα, ο μυθικός ήρωας, εξαιτίας του θυμού της Ήρας, σκότωσε, με το τόξο, το γιο του Λέαρχο που είχε αποκτήσει μαζί με την Ινώ. Εκείνη, αφού κατελήφθη από μανία, σταλμένη επίσης από την Ήρα, καθώς η θεά οργίστηκε μαζί της επειδή συνέβαλε στην ανατροφή του μικρού Διονύσου, άρπαξε τον άλλο της γιο, το Μελικέρτη και έτρεξε, μαζί με αυτόν, προς τη θάλασσα. Ωστόσο, ο Ευριπίδης υποστηρίζει ότι η Ινώ σκότωσε, με τα χέρια της, και τους δυο γιους της και εν συνεχεία κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα34. Ένα ιδιαίτερο χωρίο σε σχέση με το μυθικό επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας εντοπίζεται στα σχόλια στις Τρωάδες του Ευριπίδη, όπου παρατίθεται ένας κατάλογος με τραγικούς ποιητές, τίτλους έργων και Ολυμπιάδες κατά τις οποίες έλαβαν μέρος σε δραματικούς αγώνες. Στην ενενηκοστή πρώτη Ολυμπιάδα συμμετείχε και ο Ξενοκλής με τον Οιδίποδα, ��ο Λυκάονα και τις Βάκχαις ως τραγωδίες αλλά και τον Αθάμαντα ως σατυρικό δράμα35. Ακολουθούν τα αποσπασματικά σωζόμενα «Τραγικά αδέσποτα», στα οποία περιλαμβάνεται και η έκφραση «βρυαζούσης λεαίνης» από κάποια τραγωδία αφιερωμένη στον επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας, με τίτλο Αθάμας, χωρίς όμως να διευκρινίζεται ο δημιουργός του36. Έχοντας ολοκληρώσει με τους τραγικούς ποιητές και περνώντας πλέον σε ένα άλλο λογοτεχνικό είδος και πιο συγκεκριμένα στα ανώνυμα σχόλια στη ρητορική τέχνη του μεγάλου φιλοσόφου του 4ου π.Χ. αι. Αριστοτέλη, με τίτλο «In Aristotelis artem rhetoricam commentarium», υπάρχει ένα ακόμη σχετικό με τον Αθάμαντα χωρίο. Ειδικότερα ο γραμματικός εντοπίζει μια αντίφαση σχετικά με τη Λευκοθέα. Από τη μια πλευρά θυσίαζαν στη Λευκοθέα ως θεότητα, ενώ από την άλλη, αντίθετα, θρηνούσαν για την τύχη της. Πραγματικά οι δυο αυτές πράξεις είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, η προσφορά δηλαδή θυσιών και ο θρήνος. Οι μεν προσέφεραν θυσίες, τιμώντας τη Λευκοθέα ως θεά, ενώ οι δε θρηνούσαν, καθώς τη θεωρούσαν θνητή. Όσοι προσέφεραν θυσίες δεν έπρεπε 33. Βλ. Schwartz, Scholia in Euripidem, vol. 1, έργο Φοίνισσες, παράγραφος 4. 34. Βλ. Schwartz, Scholia in Euripidem, vol. 2, έργο Μήδεια, παράγραφος 1284. 35. Βλ. Schwartz, Scholia in Euripidem, vol. 2, έργο Τρωάδες, παράγραφος 1. 36. Βλ. Nauck, Tragicorum Graecorum fragmenta, απόσπασμα 1, τίτλος τραγωδίας. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


214

Κωνσταν τίνα Ζήδρου

να θρηνούν και εάν θρηνούσαν δεν άρμοζε η προσφορά θυσιών. Η Ινώ έπεσε στη θάλασσα, μαζί με το γιο της Μελικέρτη, καταδιωκόμενη από το σύζυγό της Αθάμαντα, ο οποίος είχε κυριευτεί από μανία σταλμένη από την Ήρα. Όταν ο Δίας συνέφερε την Ινώ, την προήγαγε σε θεότητα. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, επειδή υπέφερε τα παραπάνω δεινά, θρηνούν για την Ινώ, ενώ αντίστοιχα, επειδή έγινε θεότητα της προσφέρουν θυσίες37.

Εικ. 1 Ο Φρίξος, επάνω στη ράχη του κριού, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του έως την Κολχίδα. Παράσταση από ερυθρόμορφη πελίκη, π. 460-450 π.Χ. (Η εικόνα προέρχεται από το βιβλίο της Κ. Σέρβη, Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα 2010)

Εικ. 3 Ο Φρίξος οδηγεί τον κριό στο βωμό για να τον θυσιάσει στο Δία. Προπορεύεται ο βασιλιάς Αιήτης. Παράσταση από λουκανική νεστορίδα, π. 330 π.Χ. (Η εικόνα προέρχεται από το βιβλίο της Κ. Σέρβη, Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα 2010)

Εικ. 2 Η Ινώ κραδαίνει τον πέλεκυ ενάντια στο Φρίξο, ο οποίος βρίσκεται ήδη επί του κριού και ετοιμάζεται να ξεκινήσει το ταξίδι του για την Κολχίδα. Παράσταση από ερυθρόμορφο αμφορέα, π. 430 π.Χ. (Η εικόνα προέρχεται από το βιβλίο της Κ. Σέρβη, Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα 2010)

* Η Κωνσταντίνα Ζήδρου είναι Αρχαιολόγος 37. Βλ. Rabe, Anonymi et Stephani in artem rhetoricam commentaria, σ. 145. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός κύκ λος του επών υμου ήρωα της Αθαμαν ίας Αθάμαν τα

215

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ― Ζήδρου Κ., «Ο μυθικός επώνυμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας στη γραμματεία της προχριστιανικής περιόδου», Τζουμερκιώτικα Χρονικά 11 (2010), σ. 92-106. ― Μακρής Ε., Ελληνική Μυθολογία, Θεσσαλονίκη 2012. ― Παπαχατζής Ν., «Ελληνική μυθολογία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Β’, Αρχαϊκός ελληνισμός, Αθήνα 1971, σ. 94-157. ― Σακελλαρίου Μ., «Εθνική και πολιτική ανασύνταξη (1125-700 π.Χ.)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Β’, Αρχαϊκός ελληνισμός, Αθήνα 1971, σ. 14-65. ― Σέρβη Κ., Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα 2010. ― Φίλος Σ., Τα Τζουμερκοχώρια, Αθήνα 20002. ΠΗΓΕΣ ― Dähnhardt O., Scholia in Aeschyli Persas, Leipzig 1894. ― Dindorf W., «Aeschyli tragoediae superstites et deperditarum fragmenta», Scholia Graeca ex codicibus aucta et emendate 3 (1851), σ. 9-10. ― Dindorf W., «Aeschyli tragoediae superstites et deperditarum fragmenta», Scholia Graeca ex codicibus aucta et emendate 3 (1851), σ. 166-512. ― Dindorf W., Scholia Graeca in Homeri Odysseam, vols.2, Amsterdam 19622. ― Drachmann A.B., Scholia vetera in Pindari carmina, vol. 2, Amsterdam 19672. ― Drachmann A.B., Scholia vetera in Pindari carmina, vol. 3, Amsterdam 19662. ― Erbse H., Scholia Graeca in Homeri Iliadem (scholia vetera), vol. 1, Berlin 1969. ― Erbse H., Scholia Graeca in Homeri Iliadem (scholia vetera), vol. 2, Berlin 1971. ― Gregorio di L., Scholia vetera in Hesiodi theogoniam, Milan 1975. ― Heyne C.G., Homeri Ilias, Scholia in Iliadem (scholia vetera), vols. 2, Oxford 1834. ― Mühll der von P., Homeri Odyssea, Basel 1962. ― Nauck A., Tragicorum Graecorum fragmenta, Hildesheim 19642. ― Positano Massa L., Demetrii Triclinii in Aeschyli Persas scholia, Naples 1963. ― Rabe H., «Anonymi et Stephani in artem rhetoricam commentaria», Commentaria in Aristotelem Graeca 21.2 (1896), σ. 1-262. ― Schwartz E., Scholia in Euripidem, vol. 1, Berlin 1887. ― Schwartz E., Scholia in Euripidem, vol. 2, Berlin 1891.

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


ΛΑΪΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ Βασίλειος Κασκάνης*

Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων στους Καλαρρύτες Τζουμέρκων Ν. Ιωαννίνων 1. ΓΕΝΙΚΑ-ΘΕΣΗ ΟΙΚΙΣΜΟΥ

Η

ονομασία Καλαρίτες προέρχεται από τα βλάχικα, όπου calar σημαίνει ιππέας. Μία άλλη εκδοχή είναι από το καλώς ρέων = Καλαρρείτες, Καλαρρύται, Καλαρρύτες1. Η αλλαγή της ονομασίας από Καλαρρύτες2 σε Καλαρίτες έγινε το 1962 και εφαρμόσθηκε από το 1967. Μετά το 2004 και με αίτημα της τέως κοινοτικής αρχής επανήλθε η αρχική ονομασία Καλαρρύτες. Οι Καλαρρύτες είναι ένας ορεινός οικισμός, στις δυτικές πλαγιές του Αθαμάνιου Όρους της Πίνδου3, σε υψόμετρο 1.200 μ. Διοικητικά ανήκει στο Δήμο Βορείων Τζουμέρκων, στο νοτιοανατολικό άκρο του Νομού Ιωαννίνων. Απέχει 56 χλμ. από τα Ιωάννινα, 82 χλμ. από την Άρτα και 96 χλμ. από την Καλαμπάκα της Θεσσαλίας. Στις δυτικές απόκρημνες πλαγιές της Πίνδου, από τους αρχαιότατους χρόνους, αποτελούσαν διόδους επικοινωνίας4 μεταξύ Θεσσαλίας και Ηπείρου και πάνω από τη ζώνη των δασών, σε μεγάλο υψόμετρο, υπάρχουν εκτεταμένοι ορεινοί βοσκότοποι και κατάλληλες εκτάσεις για νομαδική κτηνοτροφία και είναι αυτοί οι δύο λόγοι που όρισαν και τη μοίρα των κατοίκων της περιοχής με Γενική άποψη του οικισμού από βορρά. Στο την ενασχόλησή τους στη νομαδική βάθος τα Αθαμάνια Όρη. 1. Κοσμά Θεσπρωτού και Αθανασίου Ψαλίδα 1830, σελ. 93, σημείωση 1. 2. Κοσμά Θεσπρωτού και Αθανασίου Ψαλίδα 1830, σελ. 59,Οι Καλαρρύτες ήταν κωμόπολη και είχε 600 σπίτια . 3. Παπακώστας Χ. Νικόλαος 1967, σελ. 501. Φαντάζουσι μακρόθεν ως αετοφωλέα. 4. Φίλου Μ. Στέφανος 2000, σελ. 40, 117. Παπακώστας Χ. Νικόλαος 1967, σελ. 127. Π. Αραβαντινού, Περιγραφή της Ηπείρου, Μέρος Α΄, σελ 66, σημ. 2. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


218

Βασίλειος Κασκάν ης

κτηνοτροφία με αποτέλεσμα οι εποχικές μετακινήσεις να προσδιορίσουν την οικονομική και κοινωνική τους ζωή. Το κλίμα της περιοχής χαρακτηρίζεται από ψυχρό έως δριμύ και παρατεταμένο χειμώνα, σύντομη άνοιξη, θερμό καλοκαίρι, πλούσιο σε βροχές και παρατεταμένο φθινόπωρο. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των Καλαρρυτών είναι το ξηρό κλίμα, χωρίς καθόλου υγρασία. 2. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Ως τμήμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου5 (1204-1430) αλλά και αργότερα, παρά την υποταγή των Ιωαννίνων στους Τούρκους, το 1430, οι Καλαρρύτες παρέμειναν ως ανεξάρτητος πυρήνας μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία ώς το 1478. Τέθηκαν υπό την προστασία της βασιλομήτορος Βαλιντέ Σουλτάνας6 και τους χορηγήθηκαν προνόμια, όπως αυτοδιοίκηση και μερική ετήσια φοροαπαλλαγή αφενός λόγω της στρατηγικής θέσης του οικισμού και αφετέρου της ανάγκης μετακίνησης των κατοίκων σε νοτιότερα μέρη, λόγω της νομαδικής ζωής. Στα μέσα του 18ου μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα (1750-1821) οι Καλαρρύτες γνώρισαν τη μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη λόγω των προνομίων που εξασφάλιζαν στους κατοίκους ποιότητα ζωής, ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων και εμπορικών συναλλαγών, που συνέβαλλαν στην αύξηση του πληθυσμού και την εγκατάσταση βιοτεχνών από άλλες περιοχές. Η ανάπτυξη του εμπορίου έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τον W. Leak, την εγκατάλειψη της καλλιέργειας της γης και την εισαγωγή ειδών διατροφής από την Άρτα, τα Τρίκαλα και τα Ιωάννινα. Οι Καλαρρυτινοί επιδόθηκαν στην επεξεργασία των υλών που προέρχονταν από την κτηνοτροφία και ασχολήθηκαν με την υφαντουργία, η οποία με τον καιρό αναπτύχθηκε σε βιοτεχνική παραγωγή μάλλινων ειδών. Μεταξύ αυτών είναι και το ύφασμα από το οποίο κατασκευάζονται οι γνωστές κάπες, ποιμενικές και ναυτικές, και αποτέλεσαν ένα εμπορικό είδος ευρύτατα εξαγώγιμο σε όλη τη Μεσόγειο7 (Ισπανία, Ιταλία, Μάλτα, Τουρκία, Γαλλία). Παράλληλα, η γνώση του ορεινού τόπου και των χερσαίων οδικών δικτύων θα στρέψει ορισμένους κατοίκους, τους αγωγιάτες8, να οργανώσουν τις μετα5. Παπακώστας Χ. Νικόλαος 1967, σελ. 45. 6. Φίλος Μ. Στέφανος 2000, σελ. 107. Πλήρωναν κάθε χρόνο ένα συμβολικό φόρο 8%, το λεγόμενο χάσι, το οποίο παρέδιδαν στον Βοεβόδα, αντπρόσωπό της, τοποτηρητή στην επαρχία. Παπακώστας Χ. Νικόλαος 1967, σελ. 48. 7. Παπακώστας Χ. Νικόλαος 1967, σελ. 504. 8. Φίλος Μ. Στέφανος 2000, σελ. 552. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων 219

φορές με καραβάνια τα οποία συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη του εμπορίου. Στο τέλος τους 18ου αιώνα οργανώνεται ένα πολύ καλό εμπορικό δίκτυο. Χάρη σ' αυτό διακινούν προϊόντα, κυρίως Καλαρρυτινοί έμποροι, στις ευρωπαϊκές αγορές. Στην Ιταλία9 ανοίγουν πολλοί εμπορικοί οίκοι: ο Γεώργιος Δουρούτης στην Ανκόνα και τη Νάπολη, ο αδελφός του Χρήστος Δουρούτης στην Τεργέστη, οι αδερφοί Σταματάκη, οι αδερφοί Μπαχώμη και ο Κ. Παράσχος στο Λιβόρνο, οι αδερφοί Τούρτουρη στη Βενετία, η οικογένεια Σγούρου στο Λιβόρνο και στην Ισπανία κι οι αδερφοί Λάμπρου στη Νάπολη. Εκτός από το εξωτερικό, οι περισσότεροι έχουν και εμπορικά καταστήματα στα Ιωάννινα, όπου προοδεύουν τόσο, ώστε οι Γιαννιώτες έμποροι να διαμαρτύρονται, γιατί το εμπόριο πέρασε στα χέρια των Καλαρρυτινών. Ένα τμήμα του πληθυσμού, που δεν έχει οικονομικά κεφάλαια για να ασχοληθεί με το εμπόριο, ασχολείται με την ασημουργία10 και οι Καλαρρύτες γίνονται ένα από τα σπουδαία κ��ντρα κατασκευής προϊόντων αργυροχοΐας. Στα εργαστήρια κατασκευάζονται ασημουργικά εκκλησιαστικά και κοσμικά καλλιτεχνήματα του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα και έτσι εξαπλώνουν την τέχνη τους στη Βαλκανική11, Μικρά Ασία, Αίγυπτο, Ιταλία και Αυστρία. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα η τέχνη του ασημιού απλώνεται σε όλη την Ελλάδα και κυρίως στα Επτάνησα και την Ιταλία, αφού πολλοί τεχνίτες εγκαθίστανται σ’ αυτά τα μέρη πριν και μετά το 1821. Οικογένειες αργυροχόων, όπως του Τσιμούρη στα Ιωάννινα και στους Καλαρρύτες, Μπάφα στη Ζάκυνθο, Παπαγεωργίου και Παπαμόσχου στην Κέρκυρα, Νέσση (Nessi) και Βούλγαρη (Bulgari) στην Ιταλία, είναι μερικές από τις πιο γνωστές ως σήμερα. Οι περιηγητές W. Leak και F. Pouqueville12, οι οποίοι επισκέφθηκαν την κοινότητα στις αρχές του 19ου αιώνα, αποτύπωσαν στα περιηγητικά τους κείμενα την ευνομία, τον πολιτισμό, τις ωραίες οικοδομές, την ακμή του εμπορίου, τους μορφωμένους ανθρώπους που μιλούσαν ξένες γλώσσες13, καθώς και την ύπαρξη βιβλιοθηκών με αρχαία συγγράμματα και βιβλία στη γαλλική και ιταλική γλώσσα. Οι στενές σχέσεις του Αλή πασά με την κοινότητα είναι το κύριο χαρακτη9. Παπακώστας Χ. Νικόλαος 1967, σελ. 505. 10. Παπακώστας Χ. Νικόλαος 1967, σελ. 200. 11. Παπακώστας Χ. Νικόλαος 1967, σελ. 248. 12. F.-C.-H.-L. Pouqueville 1826, σελ. 13. Κοσμά Θεσπρωτού και Αθανασίου Ψαλίδα 1964, σελ. 59: Οι Βλάχοι των Καλαρρυτών στόλισαν το χωριό τους με οικοδομές καλές, με σχολεία ελληνικά, με ιατρούς. Ευρίσκεις ανθρώπους έμπειρους της Ιταλικής και Γαλλικής γλώσσης, χρυσικούς ονομαστούς και τεχνίτας μάλλινων υφασμάτων όχι ποταπών. Οι έμποροι ξενιτεύονται εις Ιταλία, Ισπανίαν, Ρουσσίαν και Τουρκίαν. Είναι ποιμένες πολλοί και πλούσιοι καθώς και αγωγιάτες. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


220

Βασίλειος Κασκάν ης

ριστικό της ιστορίας της. Ο Αλή Πασάς διατηρεί στενότατους δεσμούς με τους προεστούς των Καλαρρυτών και ανοίγει τον πρώτο δρόμο από τα Ιωάννινα προς το χωριό, όπου και παραθέριζε. Τα προνόμια που δόθηκαν από τους Οθωμανούς διατηρούνται μέχρι το 180314, τότε που ο Αλή πασάς υποτάσσει το Σούλι και καταργεί τα προνόμια όλων των όμορων βλαχόφωνων κοινοτήτων. Η αρχή του τέλους της οικονομική και εμπορικής ευρωστίας της κοινότητας ήταν η επανάσταση κατά των Τούρκων, μαζί με τη γειτονική κοινότητα του Συρράκου, στις αρχές Ιουλίου του 1821. Οι κάτοικοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το χωριό15. Οι Οθωμανοί και οι Αλβανοί λαφυραγώγησαν και πυρπόλησαν τα πάντα16. Η καταστροφή είναι ολοκληρωτική. Τα βοσκοτόπια17, η μόνιμη και διαχρονική αξία του τόπου, είναι η αιτία που οι κτηνοτρόφοι οδηγήθηκαν και πάλι στην ορεινή κοινότητά τους, συνεχίζοντας το ταξίδι τους ανάμεσα στα θερινά και χειμερινά βοσκοτόπια της Ηπείρου και της Θεσσαλίας ως μέσο επιβίωσης με την πώληση γαλακτοκομικών προϊόντων, δερμάτων, μαλλιού και κρέατος των ζώων, με αποτέλεσμα, αντί της εμποροβιοτεχνικής οικονομίας του 18ου αιώνα, στην κοινότητα να επικρατεί η κτηνοτροφική οικονομία. Μετά το 1870 διαπιστώνεται οικιστική ανάκαμψη, ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανόδου αλλά και της εξοικονόμησης χρημάτων στους τόπους μετανάστευσης. Αρκετοί Καλαρρυτινοί επιστρέφουν18 και ανοικοδομούν τα ερειπωμένα τους σπίτια. Πολλά από τα σημερινά σπίτια έχουν κτιστεί την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα. Οι Καλαρρύτες ελευθερώνονται το 1881, με τα σύνορα του Ελληνικού κράτους να φτάνουν ως τον Καλαρρύτικο ποταμό19, και προσαρτάται στο νομό Άρτας. Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου (1913) επέρχεται η διοικητική προσάρτηση των Καλαρρυτών στο νομό Ιωαννίνων (1925) ως κοινότητα Καλαρρυτών μαζί με τον οικισμό Κηπίνα (Αρμπορέσι ή Μιστράς). 14. Λαμπρίδης Ιωάννης 1888, σελ. 30. 15. Φίλος Μ. Στέφανος 2000, σελ. 121: Οι κάτοικοι φοβούμενοι την αιχμαλωσία εγκατέλειψαν τα σπίτια τους να σωθούν. Η κοινότητα έπαθε σοβαρές καταστροφές από τα τουρκικά στρατεύματα: σπίτια πυρπολήθηκαν, αφού πρώτα λεηλατήθηκαν, χιλιάδες γιδοπρόβατα και οικιακά ζώα οδηγήθηκαν από τους Τουρκαλβανούς στα δικά τους μαντριά. Παπακώστας Χ. Νικόλαος 1967, σελ. 136. 16. Λαμπρίδης Ιωάννης 1888, σελ. 64. 17. Παπακώστας Χ. Νικόλαος 1967, σελ.513. 18. Π. Αραβαντινός, 1856, σελ.70. 19. Φίλος Μ. Στέφανος 2000, σελ. 143. Μετά την συνθήκη του Βερολίνου (13-7-1878 και τελική συμφωνία που υπογράφηκε στην Κωνσταντινούπολη την 24η Μαΐου 1881) , η Τουρκία παραχώρησε την περιοχή της Ηπείρου ανατολικά του ποταμού Αράχθου. Παπακώστας Χ. Νικόλαος 1967, σελ. 80. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων 221

Στη δύσκολη μεταβατική δεκαετία 1950-60 οι ελάχιστοι οικονομικοί πόροι δεν βοηθούν στην επιβίωση των κατοίκων στην ορεινή περιοχή τους. Το δεύτερο κύμα αστυφιλίας και μετανάστευσης αφήνει την κοινότητα με ελάχιστους κατοίκους που ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Ο Καλαρρυτινοί σκορπίζουν και πάλι. Μόνιμο αίτημα, το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα, των κατοίκων της κοινότητας είναι η αποκατάσταση του οδικού δικτύου και οι κοινοτικές τεχνικές υποδομές, που είναι ο κύριος μοχλός οικονομικής και τουριστικής ανάπτυξης της κοινότητας. 3. Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ

Απόψεις της κεντρικής πλατείας.

Ο οικισμός είναι χαρακτηρισμένος, με την Υ.Α. Φ31/3824/182/22.7.1975 (Φ.Ε.Κ. 929/Β/5.9.1975), ως οικισμός χρήζοντος ειδικής κρατικής προστασίας και τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, διότι διατηρεί αναλλοίωτη τη μορφή του και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από απόψεως Αρχιτεκτονικής, Χωροταξικής, φυσικού κάλλους και ιστορικού παρελθόντος και ως Παραδοσιακός οικισμός, με το Π.Δ. 19.10.1978 (Φ.Ε.Κ. 594/Δ/13.11.1978), με καθορισμό όρων και περιορισμών δόμησης των οικοπέδων. Η δομή του οικισμού ακολουθεί το γενικό πρότυπο των ορεινών χωριών που κυριαρχεί στην Ήπειρο, με απλές γεωμετρικές γραμμές, προσαρμοσμένη στον ηπειρωτικό χώρο και κλίμα. Ο οικισμός είναι μονοκεντρικός και συγκροτείται γύρω από την κεντρική πλατεία, που συγκεντρώνει όλη τη δραστηριότητα του χωριού, κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική και θρησκευτική, με λιγοστά πλέον, εμπορικά καταστήματα, το παλιό Κοινοτικό κατάστημα, καφενεία, καθώς και το Αγροτικό Ιατρείο. Η διαφοροποίηση των Καλαρρυτών, ως προς το τυπικό ηπειρωτικό ορεινό χωριό, είναι ότι εδώ η ενοριακή εκκλησία βρίσκεται λίγο μακριά από το κέντρο τους. Γύρω από την πλατεία ξεκινούν τα λιθόστρωτα μονοπάτια «καλντερίμια», Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


222

Βασίλειος Κασκάν ης

που διαπερνούν τους μαχαλάδες και επεκτείνονται στους γειτονικούς οικισμούς, Συρράκο, Ματσούκι, Κηπίνα, προς το βουνό ή στον Καλαρρύτικο ποταμό. Οι συνοικίες του οικισμού είναι χτισμένες με ελεύθερο τρόπο γύρω από το κέντρο του. Ο τρόπος δόμησης των κατασκευών είναι με το σύστημα της ελεύθερης δόμησης μέσα στο οικόπεδο και ανάλογα με τη μορφή του, όπως διαστάσεις, κλίσεις, προσανατολισμό και θέα20, η θέση του μέσα στον οικισμό και τέλος οι ειδικές λειτουργίες (ιδιωτικό ή δημόσιο κτήριο). Ειδικότερα η ανάγκη εξασφάλισης μιας διακεκριμένης σχέσης μεταξύ ιδιωτικού και κοινωνικού χώρου, σπίτι, δρόμος, πλατεία, ήταν εκείνη που επέβαλε και την κατασκευή ψηλών μαντρότοιχων με την χαρακτηριστική αυλόθυρα. Όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο του οικισμού η παραπάνω τυπολογία εκλείπει και τα σπίτια βρίσκονται σε αμεσότερη σχέση με το δρόμο. Επίσης σε σχέση με τη δόμηση και την κάλυψη των οικοπέδων στον οικισμό διακρίνεται η ιδιαιτερότητα, ότι συνήθως δεν καλύπτεται όλη η έκταση του οικοπέδου21, αφήνοντας χώρο για αυλή αλλά και καλλιεργήσιμη γη, τα γνωστά κηπάρια, όπου παράγονται και καλλιεργούνται κηπευτικά. Βασικό στοιχείο στη δομή του οικισμού αποτέλεσε η έντονη κλίση του εδάφους που καταλήγει στην απότομη χαράδρα του Καλαρρύτικου, καθώς και η έντονη και συνεχής σε όλη τη διάρκεια του χρόνου παρουσία του τρεχούμενου νερού, στα ρέματα που συναντούνται σε όλη την έκταση τού οικισμού, σε στεγασμένες ή μη βρύσες και κάτω από τοξωτά γεφύρια. Τα οικοδομήματα είναι όλα χτισμένα στην απότομη, με μεγάλη κλίση, πλαγιά και θέα στα Νοτιοδυτικά των Τζουμέρκων και του Καλαρρύτικου ποταμού, με κύριο υλικό δόμησης τον γκρίζο τοπικό σχιστόλιθο που κυριαρχεί σε όλες τις κατασκευές του χωριού και ανάλογα με τη μορφή, την επεξεργασία και τις διαστάσεις του χρησιμοποιείται για το χτίσιμο των σπιτιών, στις στέγες, στις αυλόπορτες και τις αυλές, στα καλντερίμια, στην κατασκευή γεφυριών και βρυσών. Σήμερα πάρα πολλά κτίσματα είναι εγκαταλειμμένα, σε όλη την έκταση του οικισμού, δεν κατοικούνται ή είναι μισογκρεμισμένα με σημαντικά στατικά προβλήματα. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν αρκετά που μπορούν να αποκατασταθούν και να αξιοποιηθούν. 4. ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΥΠΟΔΟΜΗ-ΚΑΛΝΤΕΡΙΜΙΑ Το δρόμο από τα Γιάννινα προς τους Καλαρρύτες διάνοιξε για πρώτη φορά ο Αλή Πασάς που παραθέριζε εκεί λόγω του καλού κλίματος και των προσωπικών σχέσεων που είχε με τους προύχοντες της κοινότητας. 20. Β.Χαρίσης, σελ. 163 21. Hans-Martin Hagen ,σελ. 60 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων 223

Οι δρόμοι που οδηγούν στους Καλαρρύτες καταλήγουν στα πέτρινα καλντερίμια και τα μονοπάτια οδηγούν στην κεντρική πλατεία και περνούν πάνω από τοξωτά πέτρινα γεφυράκια. Ακόμη και σήμερα στον οικισμό δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα λόγω της έντονης κλίσης και της στενότητας των μονοπατιών και γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν τέσσερις θέσεις στάθμευσης στα όρια και περιμετρικά του χωριού, στις θέσεις Γκόντρο, Τσιόρα, Άργι, Πλάκα και 5 (πέντε) είσοδοι. Η κεντρική είσοδος στα ανατολικά βρίσκεται κοντά στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου. Στα Β.Α. βρίσκεται η είσοδος προς το νέο δρόμο Λιθόστρωτο μονοπάτι με υδραύπου οδηγεί προς το όρος Μπάρος και τη Θεσ- λακα. σαλία. Η βόρεια είσοδος βρίσκεται κοντά στη βρύση Παράσχη και την Κασαρία και άλλη μία δίπλα της εισόδου προς την Κασαρία. Η πέμπτη είσοδος στα ΒΔ εξυπηρετεί μια αρκετά δομημένη περιοχή του οικισμού και οδηγεί στο γειτονικό Συρράκο. Το εσωτερικό δίκτυο των δρόμων αναπτύσσεται ελεύθερα, χωρίς σταθερό πλάτος, σε όλη την έκταση του οικισμού. Στα σημεία συμβολής τους ή στις αυλόπορτες των σπιτιών πλαταίνει για λειτουργικούς λόγους και έτσι γίνονται σημεία αναφοράς. Το οδικό δίκτυο αποτελείται από στενούς δρόμους πλάτους 2-3μ., προσαρμοσμένο στις απότομες κλίσεις του εδάφους και διαμορφωμένο σε διάφορες μορφές. Το μεγαλύτερο μέρος είναι λιθόστρωτα καλντερίμια με εγκάρσιες υπερυψωμένες λωρίδες ανά 50-80 εκ. για ασφάλεια του βηματισμού των ανθρώπων αλλά και των φορτωμένων ζώων. Στα πλάγια των καλντεριμιών, δεξιά ή αριστερά, ανάλογα με τις ανάγκες, είναι διαμορφωμένοι μεγάλοι υδραύλακες για την απορροή των νερών, δίνοντας ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα στον οικισμό. Στη δομή του οικισμού βασικό στοιχείο αποτέλεσε η έντονη κλίση του εδάφους που καταλήγει στην απότομη χαράδρα του Καλαρρύτικου ποταμού. Το τρεχούμενο νερό, που προέρχεται από τις πηγές που υπάρχουν πάνω και μέσα στον οικισμό, δημιουργεί, με τη συνεχή ροή του, φυσικές κοιλότητες και ρέματα. Η παρουσία και ο ήχος του νερού είναι συνεχής και αισθητός σε όλη την έκταση του οικισμού, στα ρέματα που κατευθύνουν την κίνησή τους στους υδραύλακες και τις στεγασμένες ή μη βρύσες. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


224

Βασίλειος Κασκάν ης

5. ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΓΕΦΥΡΙΏΝ Πρόκειται κυρίως για μονότοξα γεφύρια που γεφυρώνουν στενά ανοίγματα στα τρία κύρια ρέματα και των παρακλαδιών τους σε όλη την έκταση του οικισμού. Οι γέφυρες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα και επέκταση των λιθόστρωτων μονοπατιών «καλντεριμιών», εξασφαλίζοντας τις μεταφορές, τις μετακινήσεις και την επικοινωνία των κατοίκων, προσδίδοντας συγχρόνως ένα διαφορετικό χαρακτήρα στον οικισμό. Είναι απλές και λιτές κατασκευές, κτισμένες με τοπικό ασβεστολιθικό σχιστόλιθο και ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Το οδόστρωμα είναι συνήθως λιθόστρωτο «καλντερίμι» χωρίς κονίαμα. Για την προστασία των διερχομένων, όπου το πλάτος του οδοστρώματος το επιτρέπει, στις δύο πλευρές τους, είναι κτισμένα χαμηλά πεζούλια πλάτους 40 εκ. περίπου. Όπου το πλάτος της γέφυρας είναι στενό έχουν τοποθετηθεί μεταλλικά κιγκλιδώματα. Σε γέφυρες μικρού ανοίγματος και διαστάσεων δεν υπάρχουν καθόλου κατασκευές προστασίας. Από τα υπάρχοντα γεφύρια τα είκοσι έξι (26) είναι χαρακτηρισμένα με την Υ.Α. ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/4923 Π.Ε./9866/3-2-1998 (ΦΕΚ 244/Β/13-3-1998) ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1469/50, διότι αποτελούν αξιόλογα δείγματα άρτιων τεχνικών έργων του περασμένου αιώνα και χαρακτηριστικές μαρτυρίες του τρόπου μετακίνησης ανθρώπων και προϊόντων στην ορεινή περιοχή της Ηπείρου και προστατεύονται από τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/Α/28.6.2002) «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής κληρονομιάς». Άρθρο 2 παρ. ββ, άρθρο 6 και 10. Τα περισσότερα έχουν δεχτεί κατά καιρούς διάφορες στερεωτικές επεμβάσεις, προσθήκη μεταλλικών κιγκλιδωμάτων, επικάλυψη του οδοστρώματος με σκυρόδεμα ή έχουν διαπλατυνθεί. Τα (26) γεφύρια είναι αριθμημένα όπως φαίνεται στο συνημμένο τοπογραφικό σκαρίφημα ως εξής: 1. Μπελάλη α 2. Μπελάλη β 3. Ρίζου 4. Τουρτούρη 5. Μπελεμέζη 6. Μπαρμπούτη 7. Μπαϊκούση 8. Μύλου 9. Μπακαγιάννη α Τζουμερκιώτικα Χρονικά

10. Μπακαγιάννη β 11. Ζαρίμπα 12. Στέφου 13. Σακαβίτση 14. Καπετανάκη 15. Μίντζα 16. Μπίζιου 17. Σκάρα Μπότη 18. Μποτσόλη

19. Κότσια 20.Μητρογιώργου 21. Μπεσίρη 22. Αγγέλη 23. Πάτι 24. Φασούλα 25. Αντωνίου 26. Μπακαγιάννη γ


Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων 225

Επίσης διατηρητέες είναι οι γέφυρες «Κουιάσα», με την ΥΑ ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/2790/43289/23-7-97 (ΦΕΚ 856/Β/25-9-97) και «Ραφτάνη» με την Υ.Α.: ΥΠΠΟ/ΔΝΣΑΚ/36276/956/23-05-2005 (ΦΕΚ 761/Β/7-6-2005) που βρίσκονται εκτός του οικισμού. 6. ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΓΕΦΥΡΙΩΝ 1. Γέφυρα Μπελάλη α Βρίσκεται κάτω από την γέφυρα «Αντωνίου», είναι μονότοξη, με χαμηλωμένο τόξο και πολύ χαμηλά στηθαία προστασίας στις δύο πλευρές της. Είναι σε μέτρια κατάσταση.

2. Γέφυρα Μπελάλη β Βρίσκεται κάτω από την προηγούμενη γέφυρα στο ίδιο ρέμα, είναι μονότοξη, με κανονικό τόξο και πολύ χαμηλά στηθαία προστασίας. Η κατάσταση διατήρησης είναι μέτρια. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


226

Βασίλειος Κασκάν ης

3. Γέφυρα Ρίζου Μονότοξη σε μέτρια κατάσταση. Για την προστασία των διερχομένων υπάρχει μεταλλικό κιγκλίδωμα στο κατάντη. Η γέφυρα έχει επικαλυφθεί και επεκταθεί, στις δύο πλευρές της, με πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα, κατά 1,14 εκ. στο κατάντη και κατά 22 εκ. στο ανάντη. Τμήμα του τόξου έχει καταστραφεί λόγω τοποθέτησης σωλήνα ύδρευσης.

4. Γέφυρα Τουρτούρη Μονότοξη σε μέτρια κατάσταση. Για την προστασία των διερχομένων υπάρχουν λιθόκτιστα στηθαία και στις δύο πλευρές της. Τμήμα του τόξου έχει καταστραφεί λόγω τοποθέτησης σωλήνα ύδρευσης.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων 227

5. Γέφυρα Μπελεμέζη Πρόκειται για απλή μονότοξη κατασκευή, με ένα κυρίως ημικυκλικό τόξο (καμάρα) καθαρού ανοίγματος 3,78 μ. Τα βάθρα, πάχους 2,55μ., είναι κτισμένα απευθείας σε φυσικούς βράχους και στις δυο πλευρές. Το κατάστρωμα προσπέλασης, καθαρού μεταβλητού πλάτους από 2,00 έως και 2,90 μ., πιθανότατα είναι κατασκευασμένο με λιθόστρωτο όπως και το καλντερίμι που εντοπίζεται στο μονοπάτι που συνεχίζει. Σήμερα είναι καλυμμένο με παχύ στρώμα από χώμα. Τα λιθόκτιστα στηθαία προστασίας και των δύο πλευρών, πάχους 40 εκ., είναι ψηλότερα από το δάπεδο. Το ένα προς το ανάντη είναι πρόσφατα επανακατασκευασμένο και τα δύο επικαλύπτονται με σκυρόδεμα Η κατασκευή του τόξου είναι με πλακοειδείς ασβεστοσχιστολιθικές πλάκες σχετικά μεγάλου πάχους 15-20 εκ. Το εσωρράχιο αποτελείται επίσης από μονοκόμματες πλάκες όπως και το κυρίως τόξο. Δίπλα και κάτω από τη γέφυρα υπάρχουν ορατοί σύγχρονοι πλαστικοί σωλήνες αποχέτευσης των γειτονικών ιδιοκτησιών, όπως και στις υπόλοιπες γέφυρες του οικισμού. Έχει υποστεί διάφορες επεμβάσεις επισκευής και συμπλήρωσης με λιθοδομή τμημάτων της σύμφωνα με μελέτη που εκπόνησε η υπηρεσία μας, με συμπλήρωση της αριστερής πλευράς του ακρόβαθρου στο ανάντη και στο αριστερό και δεξιό ακρόβαθρο στο κατάντη. Στην αριστερή της πλευρά έχει γίνει διαμόρφωση με κατασκευή νέων λίθινων αναλημματικών τοίχων αντιστήριξης.

6. Γέφυρα Μπαρμπούτη Αρχικά ήταν με ξύλινο οδόστρωμα, όπως μαρτυρούν οι σωζόμενες δοκοθήκες, σε μήκος 2,60 μ. και στα δύο λιθόκτιστα ακρόβαθρα προς το κατάντη. Αργότερα έγινε διαπλάτυνση προς το ανάντη σε δύο φάσεις κατά 2,06 μ. και σκυροδετήθηκε νέο οδόστρωμα, σε δύο φάσεις, με πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα και το οποίο σήμερα είναι αρκετά επιχωμένο. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


228

Βασίλειος Κασκάν ης

7. Γέφυρα Μπαϊκούση Αρχικά ήταν με ξύλινο οδόστρωμα και διαπλατύνθηκε προς το ανάντη κατά 0,98 μ. Σκυροδετήθηκε, σε δύο φάσεις, νέο οδόστρωμα με πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Στη δεξιά του πλευρά υπήρχε διαμορφωμένη η «δέση» και ο υδραύλακας του γειτονικού υπάρχοντος νερόμυλου όπου σήμερα έχει κατασκευασθεί η λιθόκτιστη καμπύλη τοιχοποιία.

8. Γέφυρα Μύλου Μονότοξη γέφυρα με οδόστρωμα από σύγχρονο λιθόστρωτο. Έχει προστεθεί νεότερο μεταλλικό κιγκλίδωμα σε τμήμα της πλευράς προς το κατάντη. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι η υποχώρηση του τόξου με την λίθινη ταινία.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων 229

9. Γέφυρα Μπακαγιάννη α Μονότοξη γέφυρα. Έχουν προστεθεί νεότερα στηθαία προστασίας από λιθοδομή και στη δεξιά πλευρά, κατά μήκος του μονοπατιού. Έχουν ακόμη κατασκευασθεί πεζούλι και λίθινος αναλημματικός τοίχος που παρουσιάζει διάβρωση στη θεμελίωσή του.

10. Γέφυρα Μπακαγιάννη β Μονότοξη, σε αρκετά καλή κατάσταση. Το τόξο προς το κατάντη είναι σε υποχώρηση από την όψη και κοσμείται με λίθινη ταινία από σχιστόλιθο. Για την προστασία των διερχομένων υπάρχουν λίθινοι αρκάδες και στις δύο πλευρές της. Το οδόστρωμα είναι λιθόστρωτο.

11. Γέφυρα Ζαρίμπα Βρίσκεται στο ανάντη της γέφυρας Στέφου, σε μικρή απόσταση και στο ίδιο ρέμα. Υπάρχει προστατευτικό στηθαίο με λιθοδομή στο ανάντη και αρκάδες στο κατάντη. Ενδιαφέρον είναι το επιπλέον τόξο που διακρίνεται στη δεξιά πλευρά στο ανάντη το οποίο επιτρέπει την διαπλάτυνση της διαδρομής για διευκόλυνση της πρόσβασης στη γειτονική ιδιοκτησία. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


230

Βασίλειος Κασκάν ης

12. Γέφυρα Στέφου Μονότοξη, σε καλή κατάσταση. Βρίσκεται στο ανάντη της γέφυρας «Μπακαγιάννη β», στο ίδιο ρέμα και μονοπάτι. Το οδόστρωμά της έχει υπερυψωθεί κατά 70 εκ. και υπάρχουν χαμηλά λιθόκτιστα στηθαία προστασίας. Το τόξο π��ος το κατάντη υποχωρεί από την όψη και κοσμείται με ταινία από σχιστόλιθο.

13. Γέφυρα Σακαβίτση Σήμερα υπάρχει οδόστρωμα με λιθόστρωτο που καλύπτει οριζόντια πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Έχουν προστεθεί για την προστασία των διερχομένων μεταλλικά σύγχρονα κιγκλιδώματα.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων 231

14. Γέφυρα Καπετανάκη Μονότοξη. Βρίσκεται στη συνέχεια του μονοπατιού με τη γέφυρα «Σακαβίτση». Έχουν προστεθεί για την προστασία των διερχομένων μεταλλικά σύγχρονα κιγκλιδώματα.

15. Γέφυρα Μίντζα Μονότοξη σε αρκετά καλή κατάσταση. Το τόξο προς το κατάντη είναι σε υποχώρηση από την όψη και κοσμείται με διακοσμητική ταινία από σχιστόλιθο. Για την προστασία των διερχομένων υπάρχουν λιθόκτιστα στηθαία και στις δύο πλευρές της. Το οδόστρωμα είναι με λιθόστρωτο.

16. Γέφυρα Μπίζιου Μονότοξη σε μέτρια έως κακή κατάσταση. Το τόξο προς το κατάντη είναι επιμελούς κατασκευής. Η υπόλοιπη λιθοδομή βρίσκεται σε αποδιοργάνωση. Το οδόστρωμα είναι με λιθόστρωτο. Για την προστασία των διερχομένων υπάρχουν λιθόκτιστοι εν ξηρώ και πρόχειρης κατασκευής στηθαία και στις δύο πλευρές της. Το δεξιό ακρόβαθρο στηρίζεται σε λίθινη φυσική πλάκα που έχει υποσκαφτεί. Στο ανάντη παρατηρείται επίσης διάβρωση στο αριστερό ακρόβαθρο. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


232

Βασίλειος Κασκάν ης

17. Γέφυρα Σκάρα Μπότη Μονότοξη σε αρκετά καλή κατάσταση. Για την προστασία των διερχομένων, στο κατάντη, υπάρχουν τρεις τετράγωνοι πεσσοί από σκυρόδεμα, παλαιότερης κατασκευής, και στο ενδιάμεσό τους μεταλλικό κιγκλίδωμα προστασίας. Αρχικά υπήρχαν αρκάδες. Η γέφυρα έχει επεκταθεί, προς το ανάντη, με πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα.

18. Γέφυρα Μποτσόλη Μονότοξη σε καλή κατάσταση. Για την προστασία των διερχομένων, στο κατάντη, υπάρχει λιθόκτιστο στηθαίο. Η γέφυρα έχει επεκταθεί στο ανάντη

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων 233

με πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η στέγαση του ρέματος στο ανάντη της γέφυρας, που προηγείται, με τοξωτή λιθόκτιστη κατασκευή κατά μήκος και κάτω από την οικία της ιδιοκτησίας. 19. Γέφυρα Κότσια Μονότοξη σε μέτρια κατάσταση. Λόγω των μικρών διαστάσεων δεν υπάρχουν μέτρα προστασίας των διερχομένων. Η γέφυρα έχει επεκταθεί στο ανάντη με πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα κατά 32 εκ. και το λιθόστρωτο οδόστρωμα έχει καλυφθεί από σκυρόδεμα.

20. Γέφυρα Μητρογιώργου Πρόκειται για υδραγωγό τετράγωνης διατομής, μήκους 6,20 μ. και πλάτους 1,27 μ. με λιθόκτιστες τοιχοποιίες στα πλάγια. Σήμερα υπάρχει οδόστρωμα με λιθόστρωτο που καλύπτει την οριζόντια πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα.

21. Γέφυρα Μπεσίρη Μονότοξη σε καλή κατάσταση. Λόγω των μικρών διαστάσεων δεν υπάρχουν μέτρα προστασίας των διερχομένων. Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


234

Βασίλειος Κασκάν ης

Εκτός του ήδη εντοπισμένου γεφυριού εντοπίσθηκε και καταγράφηκε άλλη μια τοξωτή κατασκευή, στο ίδιο ρέμα, σε μικρή απόσταση προς το ανάντη, ένας υπόγειος τοξοειδής οχετός.

22. Γέφυρα Αγγέλη Ήταν μικρών διαστάσεων και κατά τη διάρκεια εργασιών διαμόρφωσης των μονοπατιών και καλντεριμιών έχει επιχωθεί. 23. Γέφυρα Πάτι Μονότοξη σε καλή κατάσταση με λιθόκτιστα στηθαία προστασίας των διερχομένων που υπερυψώθηκαν κατά 35 εκ. Το οδόστρωμα είναι λιθόστρωτο. Στην αριστερή πλευρά της προς το κατάντη σώζεται η βρύση Φίτρω.

24. Γέφυρα Φασούλα Μονότοξη σε καλή κατάσταση. Πρόκειται για δύο αυτόνομες γέφυρες, όπως μαρτυρά η υψομετρική διαφορά των οδοστρωμάτων τους. Στεγάζονται η μία με ημικυκλικό τόξο και η άλλη με τεταρτοκύκλιο και ενώνονται με οριζόντια κατασκευή από ξύλινους δοκούς και λιθορριπή όπως φαίνεται στο μέσον περίπου του εσωτερικού της. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων 235

25. Γέφυρα Αντωνίου Μονότοξη σε καλή κατάσταση. Έχει υπερυψωθεί και κατασκευαστεί στηθαίο προστασίας προς το κατάντη. Το οδόστρωμα είναι σύγχρονο λιθόστρωτο. Τμήμα του τόξου έχει καταστραφεί λόγω τοποθέτησης σωλήνων. 26. Γέφυρα Μπακαγιάννη γ Μονότοξη σε καλή κατάσταση με λιθόκτιστα στηθαία προστασίας των διερχομένων Το οδόστρωμα είναι λιθόστρωτο και έχει καλυφθεί από σκυρόδεμα όπως και τμήμα στου εσωρράχιο του τόξου προς το κατάντη. Στη γένεση του τόξου προς το κατάντη σώζεται ξύλινος ελκυστήρας.

27. Γέφυρα Μουσαφίρη Μονότοξο σε αρκετά καλή κατάσταση. Στο κατάντη υπάρχει σύγχρονο λιθόκτιστο στηθαίο. Το οδόστρωμα είναι λιθόστρωτο. Τμήμα του τόξου, στο μέσον περίπου, έχει καταστραφεί λόγω τοποθέτησης ενός σωλήνα ύδρευσης.

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


Μπελάλη α

Μπελάλη β

Ρίζου

Τουρτούρη

Μπελεμέζη

Μπαρμπούτη

Μπαϊκούση

Μύλου

Μπακαγιάννη α

2

3

4

5

6

7

8

9

Ονομασία Γέφυρας

1

α/α

Τζουμερκιώτικα Χρονικά

2,10 + 0,98

Πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα 35 εκ.

2,28

2,12

2,51

2,60+ 2,06

2,53 Πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα

2,23

2,55

2,45

1,14

2,00

1,90

3,85

Στηθαίο 30-38Χ30-40 Στηθαίο 40Χ40

1,92 2,301,71

1,32

3,20

3,08

4,60

2,50

2,40

2,04 2,90

Νεότερα Μεταλλικά κιγκλιδώματα Στηθαίο 33Χ35

2,90

-

-

1,40

Νεότερα Μεταλλικά κιγκλιδώματα και στηθαίο

3,66

1,72

Στηθαίο 22-30Χ10-30

1,50

10,60

15,30

3,70

4,80

9,70

9,30

6,00

3,00

3,79

Ύψος εσ. Επιφ. τόξου μήκος από την κοίτη κατασκ. 1,10

Προστατευτικά μέτρα Στηθαίο 31Χ15

1,26

Πλάτος Διάδρομος τόξου

3,75

2,20

1,00

2,33

Χαμηλό 2,13

Άνοιγμα τόξου

236 Βασίλειος Κασκάν ης

7. ΠΙΝΑΚΑΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ


Σκάρα Μπότη

Μποτσόλη

17

18

Καπετανάκη

14

Μπίζιου

Σακαβίτση

13

16

Στέφου

12

Μίντζα

Ζαρίμπα

11

15

Μπακαγιάννη β

10

1,93

1,15

1,90

2,95 1,10

2,90

3,78

2,40+ 1,23 2,64+ 1,68

1,82

2,60

1,83

2,03

1,8

1,13

2,15

2,70

2,60

2,30

Πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα 2,82

3,10

2,80

1,50

1,23

2,03

1,96

3,50 4,18

2,26

1,80

Στηθαίο 38Χ40 Στηθαίο ξερολιθιάς 42Χ35 Στηθαίο Ανάντη Πεσσοί και κιγκλίδωμα στο Κατάντη Στηθαίο 40Χ42 Κατάντη

3,10

Νεότερα Μεταλλικά κιγκλιδώματα

1,72

Στηθαίο 35Χ10 3,70

2,50

Στηθαίο Ανάντη 40Χ40 Αρκάδες Κατάντη

Νεότερα Μεταλλικά κιγκλιδώματα

2,66

Στηθαίο 17Χ30 Αρκάδες

7,10

4,40

4,10

12,15

3,70

5,50

3,20

5,70

6,20

Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων 237

Παθολογία

Γενικά οι μορφολογικές αλλοιώσεις στον οικισμό δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικές παρά την εγκατάλειψή του. Η ελλιπής συντήρηση των κατασκευών, η μορφολογία του εδάφους, με την παρουσία μεγάλων κλίσεων και οι καιρικές συνθήκες είχαν σαν αποτέλεσμα τα μνημεία να βρίσκονται σε κακή κατάσταση, όπως και ο περιβάλλων χώρος τους που είναι κατάφυτος από άναρχη βλάστηση.

Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


238

Βασίλειος Κασκάν ης

7,50 0,94

Μπακαγιάννη γ

Μουσαφίρη

26

27

1,34

3,16

2,30

Στηθαίο 45Χ48 Κατάντη 36Χ20 Ανάντη

2,70 2,20

Αντωνίου 25

1,30

2,00

1,14

Στηθαίο 35Χ45

14,45 2,40

Φασούλα 24

1,30

5,10

2,30

Στηθαίο 47Χ43 Κατάντη

3,85 2,45 2,93

Πάτι 23

1,83

3,34+ 0,40+ 1,67

Στηθαίο 42Χ30 Κατάντη Πεζούλι

6,00 1,68 Στηθαίο 34Χ45 1,031,65 Αγγέλη 22

1,67

1,68

0,98 Στηθαίο 35Χ25 Μπεσίρη 21

0,67

1,38

0,75

1,07 6,20 Χ 3,10 6,20 Μητρογιώργου 20

1,02

Κότσια 19

1,27

1,46+ 0,32

1,70 Στηθαίο 27Χ15 Κατάντη 1,40

8,50

5,20

Οι γέφυρες έχουν υποστεί επεμβάσεις, που αφορούν κυρίως την επέκτασή τους προς το πλάτος, επικαλύψεις ή αντικαταστάσεις των αρχικών οδοστρωμάτων, κατασκευή νέων στηθαίων ή τοποθέτηση νεότερων μεταλλικών κιγκλιδωμάτων. Έχουν κατασκευασθεί νέες γέφυρες και μονοπάτια που δεν εναρμονίζονται με την προγενέστερη τεχνοτροπία και αισθητική. Οι μεγαλύτερες αλλοιώσεις παρατηρούνται σε περιοχές που είναι δυνατή η πρόσβαση αυτοκινήτου. Η ύπαρξη πλούσιας βλάστησης στο σώμα των γεφυριών και του περιβάλ-

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Καταγραφή και τεκμηρίωση των είκοσι έξι χαρακτηρισμένων ως ιστορικών & διατηρητέων μνημείων 239

λοντος χώρου έχει σαν αποτέλεσμα με το ριζικό τους σύστημα καθημερινά να αποδιοργανώνουν, να διαβρώνουν και να παραμορφώνουν τις κατασκευές, εγκυμονώντας κινδύνους για τη στατική τους επάρκεια. Οι περισσότερες κατασκευές παρουσιάζουν σε πολλά σημεία αποκολλήσεις λίθων και τμήμα της λιθοδομής των βάθρων έχουν παρασυρθεί από το ρέμα με αποτέλεσμα να υπάρχει σοβαρός κίνδυνος κατάρρευσης. Γενικές εργασίες αποκατάστασης Είναι απαραίτητο οι νέες επεμβάσεις να ακολουθήσουν τα παραδοσιακά πρότυπα και είναι σημαντικό να χρησιμοποιείται ως δομικό υλικό η γκρίζα τοπική πέτρα, ώστε να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας του οικισμού. Εξίσου απαραίτητη η διευθέτηση των χειμάρρων και των ρεμάτων. Η ανεξέλεγκτη ροή τους δημιουργεί προβλήματα κατολισθήσεων και αποσάθρωσης των κοιτών, που συνδυάζεται με τη μόλυνση λόγω των αποβλήτων και της έντονης συσσώρευσης απορριμμάτων λόγω της παρουσίας αγριόχορτων στις κοίτες των χειμάρρων. Τα γεφύρια θέλουν συντήρηση, αποψίλωση για την ανάδειξή τους και κάποια από αυτά συντήρηση της τοιχοποιίας τους. Επίσης θα πρέπει να σταματήσει η κατασκευή νέων γεφυριών που αλλοιώνουν τη δομή του οικισμού δημιουργώντας νέα τοπόσημα χωρίς να υπάρχει ανάγκη. Συνήθως οι νεότερες κατασκευές είναι αμφιβόλου αισθητικής. Είναι σημαντικό να περιοριστεί η πρόσβαση αυτοκινήτων στον οικισμό.

* Ο Βασίλειος Κασκάνης είναι Αρχιτέκτονας ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ― Κοσμά Θεσπρωτού και Αθανασίου Ψαλίδα, Γεωγραφία Αλβανίας και Ηπείρου, έκδοση Ε.Η.Μ. 1964, Ιωάννινα. ― Φίλος Μ. Στέφανος, Τα Τζουμερκοχώρια, 2000, Αθήνα. ― Παπακώστας Χ. Νικόλαος, Ηπειρωτικά, 1967, Αθήνα. ― Λαμπρίδης Ιωάννη�� 1888, Ηπειρωτικά Μελετήματα, Τεύχος 5ο, Μαλακασιακά, Μέρος 2ο Μέτσοβον και Σεράκου, 1993, Αθήνα, β΄ έκδοση Ε.Η.Μ., Ιωάννινα. ― F.-C.-H.-L. Pouqueville, Voyage dans la Grece, 1820. ― Hans-Martin Hagen, Ο Ουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ στα Τζουμέρκα, (Μετάφραση: Γιώργος Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


240

Βασίλειος Κασκάν ης

Ν. Γιαννάκης) Τζουμερκιώτικα Χρονικά, Τεύχος 8ο, Μάϊος 2007, Ιωάννινα ― Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία της Ηπείρου, 1856, Αθήναις. ― Π. Αραβαντινός, Περιγραφή της Ηπείρου, 1984, έκδοση Ε.Η.Μ., Ιωάννινα ― Β.Χαρίσης, ΜΕΤΣΟΒΟ-Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Εκδοτικός Οίκος Μέλισσα, 1992.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΟΡΕΙΝΟΙ ΟΙΚ ΙΣ ΜΟΙ & ΦΥΣΙΚΟ ΠΕ ΡΙΒΑΛΛΟΝ Παύλος Σμύρης*

Στ ο ν α σ τ ε ρ ι σ μ ό τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν

Η

περιοχή των Τζουμέρκων χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία γεωλογικού υπόβαθρου. Φλύσχης, ασβεστόλιθοι, δολομίτες και γρανίτες είναι τα κυριότερα πετρώματα που εμφανίζονται στην περιοχή. Ένα τυπικό γνώρισμα της περιοχής είναι επίσης το ισχυρό ανάγλυφο και οι μεγάλες υψομετρικές διαφορές (500-2.500 μ). Εξάλλου, διασχίζεται από τον ποταμό Άραχθο και ένα μεγάλο αριθμό υδάτινων ρευμάτων, το κάθε ένα από τα οποία δημιουργεί τη δική του κοιλάδα με εντελώς ξεχωριστά οικολογικά – κλιματικά χαρακτηριστικά. Όλα αυτά συντελούν στη σύνθεση ενός μωσαϊκού βιοτόπων το οποίο με τη σειρά του αντικατοπτρίζεται από ένα επίσης πολυποίκιλο μωσαϊκό οικοσυστημάτων με κύριο χαρακτηριστικό τους τη μεγάλη ποικιλία ειδών (μεγάλος βαθμός ποικιλομορφίας). Όλα τα οικοσυστήματα της περιοχής έχουν υποστεί στο παρελθόν και μερικά υφίστανται ακόμη και σήμερα έντονη την επίδραση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Η περιοχή αυτή ήταν κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας αλλά και μετά την απελευθέρωσή της μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της ορεινής ζώνης. Η ενάσκηση της γεωργίας γινόταν εκτατικά με εκχερσώσεις δασών, καλλιέργεια 3-5 ετών και αγρανάπαυση (μπαΐρια) επί σειρά ετών με αποτέλεσμα η απαιτούμενη γεωργική έκταση να είναι πολλαπλάσια εκείνης που θα ικανοποιούσε τις ετήσιες ανάγκες. Αυτό είχε ως συνέπεια την εκχέρσωση μεγαλύτερης επιφάνειας δασών. Η βοσκή, μόνιμη στις χαμηλότερες περιοχές, νομαδική στις ορεινές, συντέλεσε επίσης στην υποβάθμιση και συχνά οδήγησε στην κατάρρευση των δασών αλλά και των υπαλπικών οικοσυστημάτων. Οι λαθροϋλοτομίες και γενικά η ληστρική εκμετάλλευση των δασικών οικοσυστημάτων ήταν επίσης μια αιτία υποβάθμισης τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμη και πριν μερικές δεκαετίες το ξύλο ήταν σχεδόν η μόνη ενεργειακή πηγή, ενώ έβρισκε πληθώρα χρήσεων ως ξύλο οικοδομών, επιπλοποιίας, κατασκευής γεωργικών εργαλείων κλπ. Η ληστρική αυτή εκμετάλλευση αποτέλεσε μια ακόμη αιτία υποβάθμισης. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν, επίσης, οι δασικές πυρκαγιές οι οποίες προκαλούνταν κυρίως από τους νομάδες κτηνοτρόφους για απόκτηση καλύτερης χορτονομής, και οι οποίες σε συνδυασμό με τη βοσκή, οδήγησαν στην καταστροφή πολλών δασικών οικοσυστημάτων. Η ποικιλία και η ιδιαιτερότητα του φυσικού περιβάλλοντος, το τοπίο, τα στοιχεία του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, ο πολιτισμός και οι παραδόσεις της περιοχής συνθέτουν ένα σύνολο, η σημασία του οποίου έχει αναγνωριστεί Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


242

Παύλος Σμύρης

από την πολιτεία και άλλους σχετικούς φορείς. Ο εθνικός δρυμός που βρίσκεται στην περιοχή, ανεξάρτητα από τον ατελή τρόπο λειτουργίας του και οι ειδικοί όροι προστασίας του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος αποτελούν τεκμήρια αυτών των διαπιστώσεων. Όμως, κοινή διαπίστωση αποτελεί ότι η αξιολόγηση της περιοχής στις περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές της διαστάσεις γίνεται αποσπασματικά κατά περιοχή, με συνέπεια τα αποτελέσματα των οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων που χρειάζεται η περιοχή και είναι για το καλό των κατοίκων της και της ακολουθούμενης πολιτικής να βρίσκονται σε σημαντική απόσταση από μια επιθυμητή και παραδεκτή κατάσταση. Βασική διαπίστωση αποτελεί το γεγονός ότι η περιοχή των Τζουμέρκων, ως προς τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος, αποτελεί μια περιοχή εξαιρετικού ενδιαφέροντος από κάθε άποψη, με κύριο χαρακτηριστικό την παρατηρούμενη τάση ανάκαμψης των οικοσυστημάτων, με βασική αιτία τον περιορισμό των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που οφείλεται στη μείωση και γήρανση του πληθυσμού που κατοικεί σε αυτή είτε μόνιμα, είτε εποχιακά. Παράλληλα η περιοχή διαθέτει μια σειρά «πόρων» οι οποίοι στην ουσία συντίθενται από τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος αυτού καθαυτού και από ένα σύνολο στοιχείων, που μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν το σύνολο της πολιτιστικής κληρονομιάς και των πολιτιστικών σχέσεων. Οι σχέσεις φυσικού περιβάλλοντος και κοινωνικών δραστηριοτήτων βρίσκονται σε μια κρίσιμη κατάσταση, καθώς οι παραδοσιακές δραστηριότητες σταδιακά αποδιαρθρώνονται, ενώ παράλληλα, καθώς αποδεσμεύονται από τους σχετικούς περιορισμούς που χαρακτηρίζουν τα όρια παρέμβασης στη φύση και στο ανθρωπογενές περιβάλλον, τείνουν να δημιουργήσουν καταστάσεις που δε θα είναι εύκολα αναστρέψιμες. Η συνολική εικόνα της οικολογικής διαχείρισης της περιοχής σε συνδυασμό με τη χωροταξική οργάνωση της, αποτελεί, σε θεωρητικό επίπεδο, τη σύλληψη ενός ολιστικού σχεδίου διαχείρισης της περιοχής, του οποίου το πρώτο σκέλος αντιμετωπίζει τα ζητήματα περιβάλλοντος σε σχέση με τις κοινωνικές δραστηριότητες, και το δεύτερο διευθετεί τη διάταξη των κοινωνικών δραστηριοτήτων στο χώρο. Οι παράγοντες που πρέπει να εξεταστούν είναι: 1) Οικολογικό ενδιαφέρον, οικοσυστήματα, χλωρίδα, πανίδα, 2) Δίκτυο παραδοσιακών οικισμών και λοιπών στοιχείων του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, 3) Τοπίο της περιοχής, περιοχές ιδιαίτερου κάλλους, αισθητικά τοπία, 4) Δυνατότητες ανάπτυξης δραστηριοτήτων χειμερινού τουρισμού, 5) Γεωγραφική θέση της περιοχής που βρίσκεται σε επαφή με τη Ν. Εγνατία Οδό, καθώς και με τη νέα Ιόνιο Οδό, 6) Θέση της περιοχής σε σχέση με άλλα τουριστικά και πολιτιστικά κέντρα της χώρας, 7) Φυσικοί πόροι της περιοχής, κυρίως βοσκότοποι και δάση που μπορούν να Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ω ν α σ τ ε ρ ι σ μ ό τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν

243

αποτελέσουν αντικείμενο ελεγχόμενης και αποδοτικής εκμετάλλευσης κυρίως με διαδικασίες παραγωγής κατά τις οποίες θα αυξάνεται η προστιθεμένη αξία στον τόπο παραγωγής, 8) Η γειτνίαση με το δυναμικό αστικό κέντρο των Ιωαννίνων όπου αναπτύσσονται εκτός των άλλων πολιτισμικές και επιστημονικές δραστηριότητες, 9) Η πληθυσμιακή εξέλιξη καθώς ο πληθυσμός μειώνεται και αυξάνεται περισσότερο ο αριθμός των ηλικιωμένων ανθρώπων, 10) Η εποχικότητα κατοίκησης και δραστηριοτήτων που στηρίζονται στις αλλαγές του παραγωγικού προτύπου καθώς διαμορφώνει πληθυσμιακές ομάδες με δεσμούς διαφορετικής έντασης, 11) Το εισοδηματικό αποτέλεσμα του παραγωγικού πρότυπου της περιοχής, δηλαδή η κυριαρχία εισοδηματικών πηγών του πρωτογενούς τομέα σημαντικό μέρος των οποίων επιδοτείται είτε από εθνικές είτε από κοινοτικές πηγές, 12) Κατάσταση τεχνικής υποδομής και κοινωνικού εξοπλισμού, διασπορά στοιχείων κοινωνικής υποδομής και περιορισμένη απόδοση τους,13) Υποχώρηση δεξιοτήτων απασχολουμένων στον πρωτογενή τομέα, περιορισμένη επεξεργασία γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, παραγωγικές διαδικασίες στηριζόμενες σε εξοπλισμό μη πρόσφορο για χρήση στην περιοχή με αποτέλεσμα την παραγωγή προϊόντων του τομέα χαμηλής προστιθέμενης αξίας, 14) Περιορισμένες δυνατότητες ένταξης στοιχείων ανθρωπογενούς περιβάλλοντος σε διαδικασίες λειτουργικής χρήσης και συντήρησης, 15) Ανάπτυξη στοιχείων τουριστικής υποδομής κατά περιοχή με αποτέλεσμα την αδυναμία παροχής ενός ολοκληρωμένου τουριστικού προτύπου αναψυχής μέσης διάρκειας. Όσον αφορά στα βασικά μέτρα ανάπτυξης της περιοχής, λαμβανομένης υπόψη της σημερινής κρίσης, αυτά θα πρέπει να βασιστούν στον πρωτογενή τομέα (κτηνοτροφία, γεωργία, δασοπονία, θήρα, αλιεία και τουριστική ανάπτυξη). Αναφορικά με την κτηνοτροφία χρειάζεται κάθετη αξιοποίηση του συνολικού ζωικού κεφαλαίου (σταβλική και οικόσιτη κτηνοτροφία) με δημιουργία μικρών μονάδων τυποποιημένων τυροκομικών προϊόντων, καθώς και προϊόντων αλλαντοποιίας. Στη γεωργία απαιτείται η ανάπτυξη αγροδασικών συστημάτων με καλλιέργεια τόσο των γνωστών γεωργικών καλλιεργειών όσο και αρωματικών φυτών, φρουτοπαραγωγικών θάμνων και μελισσοκομικών φυτών. Για μια ισορροπημένη τουριστική ανάπτυξη της περιοχής χρειάζεται η δημιουργία υποδομών σε όλα τα χωριά των Τζουμέρκων. Αναφορικά με τη θήρα και την αλιεία χρειάζεται ανάπτυξη κατάλληλων ελεγχόμενων κυνηγετικών περιοχών και προώθηση της ερασιτεχνικής αλιείας. Στη δασοπονία απαιτείται η εισαγωγή ευγενών πλατύφυλλων ειδών π.χ. καρυδιάς και καστανιάς. Ως προς την οικολογική διαχείριση της περιοχής πρέπει να τηρηθούν οι εξής βασικές αρχές: 1) Προστασία εδάφους από διάβρωση και υποβάθμιση, 2) Δημιουργία κατά το δυνατό μεικτών δασών με αύξηση της συμμετοχής των άλλων ειδών, 3) Ενίσχυση της φυσικής αναγέννησης, 4) Βελτίωση υφής και δομής του δάσους, 5) Έ τ ο ς 1 4 ο - Τε ύ χ ο ς 1 4 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 3


244

Παύλος Σμύρης

Αύξηση όγκου των παραγόμενων προϊόντων, 6) Διατήρηση γέρικων δένδρων, προστασία σπάνιων και απειλούμενων φυτών και ζώων, 7) Δημιουργία δικτύου φυσικών αποθεμάτων, 8) Εξασφάλιση απ�� κινδύνους και ιδιαίτερα από δασικές πυρκαγιές, 9) Εξασφάλιση ιδιαίτερων λειτουργιών του δάσους, 10) Δημιουργία και περιποίηση δασικών κρασπέδων, 11) Οικολογικά ανεκτές μέθοδοι συγκομιδής ξύλου, 12) Αξιοποίηση μεσαίων και μικρών φραγμάτων για παραγωγή νερού πολλαπλών χρήσεων και όχι μόνο για ενέργεια. Πιστεύω πώς, με βάση τις παραπάνω σκέψεις και του σχετικού προβληματισμού ο κάθε Τζουμερκιώτης που αγαπάει τον τόπο του και νοιάζεται για την προκοπή του, θα πάρει σοβαρά υπόψη του τη μεγάλη σημασία των φυσικών οικοσυστημάτων της περιοχής καθώς και τη μεγάλη επίδραση που ασκούν αυτά στην ψυχοπνευματική ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού και τη δημιουργία της λαϊκής παράδοσης και ευαισθησίας. * Ο Παύλος Σμύρης είναι Καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Τζουμερκιώτικα Χρονικά