Page 1

Τζουμερκιώτικα

ΧΡΟΝΙΚΑ

13ο

Τε ύ χ ο ς Ιούνιος 2012

ΙΟΥΝΙΟΣ 2012

Τζο υ μ ερ κι ώτι κ α

ΧΡΟΝΙΚΑ

13

Έκδοση: Πε ρ ι φ έ ρ ε ι α Ηπ ε ί ρ ο υ Ισ τ ο ρ ι κ ή κ α ι Λα ογρ α φ ι κ ή Ετ α ι ρ ε ί α Τζ ο υ μ έ ρ κ ω ν


Τζουμερκιώτικα

ΧΡΟΝΙΚΑ

Δελτίο της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων

13ο

Τε ύ χ ο ς Ιούνιος 2012


Διοικητικό Συμβούλιο Μαργώνης Κωνσταντίνος, Πρόεδρος Μπαζούκας Αθανάσιος, Αντιπρόεδρος (Τομέας Ηπείρου) Καραγιάννης Ναπολέων, Αντιπρόεδρος (Τομέας Β. Ελλάδας) Τριάντου Όλγα, Γενική Γραμματέας Σφώρος Νικόλαος, Οργανωτικός Γραμματέας Πατσούρας Αθανάσιος, Ταμίας Καρατζένης Νικόλαος, Έφορος Φλωράκης Βασίλειος, Υπεύθυνος Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων Μακρής Αθανάσιος, Μέλος

Συντακτική Επιροπή Αυδίκος Ευάγγελος, Καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Παππάς Θεόδωρος, Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας του Ιονίου Πανεπιστημίου Βρέλλη Μαρίνα, Αν. Καθηγήτρια Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιαννάκης Γεώργιος, π. Αν. Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Νικόλαος Καρατζένης, Φιλόλογος-Λαογράφος Κωνσταντίνος Μαργώνης, Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας Νίκος Μπριασούλης, Φιλόλογος-Συγγραφέας ΕΞΩΦΥΛΛΟ: † Δημήτρης Χατζόπουλος ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: Μάνθος Σκαργιώτης Φιλόλογος-Συγγραφέας © ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ 470 43, Άγναντα Άρτας URL: http:// www. ilet.gr Τηλ.: 210.3826232, 26510.32996, 2310.438889

ISSN: 1790-4153

Εκδοτική Παραγωγή: Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα» Οικονόμου 32, 106 83, Αθήνα. Τηλ.: 210 8233830, Fax: 210 8238468 E mail: ekdoseispetra@hotmail.com


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ Κώστας Μαργώνης : Η Ι.Λ.Ε.Τ. εκπαιδεύεται..............................................................σελ.11 ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ Νίκος Μπριασούλης : Οι αγωγιάτες της Κουσοβίστας.................................................σελ.15 Απόστολος Μπουρνάκας : Στοιχεία αρχέγονης κοινοτικής ζωής στα χωριά των Τζουμέρκων μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα................................................................................σελ.18 Χρήστος Αρ. Παπακίτσος : Το καρκαλέτσι και τα γιατροσόφια του..........................σελ. 28 Ηλίας Β. Παπαγεωργίου : Φεύγα πιδί μ’ ........................................................................σελ. 33 Νίκος Β. Καρατζένης : Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι.....σελ. 36 Ναπολέων Γ. Καραγιάννης : Το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου στο Αθαμάνιο...σελ. 52 Γιώργος Α. Φλώρος : Το σπήλαιο των Τζουμέρκων.................................................σελ. 62 Δημήτρης Στ. Παππάς : Περιβολάρηδες και μπαξεβάνοι στον Μανάβη....................σελ. 69 ΤΟΠΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ Λαμπρινή Αρ. Στάμου : Μ’ πήγε το στόμα στ’ αυτί..................................................σελ. 81 ΙΣΤΟΡΙΚΑ Βαγγέλης Τζούκας : Ένας Ιταλός χαμένος στα Τζουμέρκα: Προσλήψεις της περιόδου 1943-44 από έναν απροσδόκητο παρατηρητή.............................................................σελ. 93 Δημήτριος Γ. Καλούσιος : Δυο ματσουκιώτικα Δημοτικά Σχολεία στο Νομό Τρικάλων ...σελ. 100 Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης : Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων........................σελ. 111


Μανόλης Μαγκλάρας : Οι Ευρωπαίοι Συρρακιώτες.................................................σελ. 122 Αλέξανδρος Ε. Γκορτζής : Οθωμανική γαιοκτησία, κεφαλοχώρια και ιμπλιάκια στο Μαλακάσι...................................................................................................................σελ. 132 Ελευθέριος Παπακώστας : Γώγος Μπακόλας: Υπό το πρίσμα των πηγών της Ιστορίας :..σελ. 146 Βασίλειος Ν. Ψωράκης : Η απελευθέρωση των Τζουμέρκων από τους Τούρκους και η εξαγορά του Αθαμανίου και Κάτω Αθαμανίου από τον Μεγάλο Τσιφλικά Κωνσταντίνο Καραπάνο..........................................................................................................................σελ. 160 ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ-ΜΑΡΤ ΥΡΙΕΣ Γεώργιος Ν. Γιαννάκης : Οδοιπορικό: μια νεανική απερισκεψία...............................σελ. 167 Λουκάς Κούσουλας : Τα Τζουμέρκα......................................................................σελ. 175 Νίκος Μπριασούλης : Συνέντευξη από τον κ. Γιώργο Παπαθανασίου, μαχητή του Δ.Σ.Ε..... ............................................................................................................................................σελ. 180 ΤΕΧΝΗ-ΠΑΡΑΔΟΣΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Βασιλική Παππά-Βλάχα : Το δημοτικό τραγούδι «Η κολόνα», «Ν’ αγνάντευα, να βίγλιζα το έρημο το Σκλούπο»...........................................................................................σελ. 183 Κωνσταντίνα Ζήδρου : Ο μυθικός επώνυμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας στη γραμματεία της ύστερης αρχαιότητας και της βυζαντινής περιόδου.................................σελ. 187 Παναγιώτα Π. Λάμπρη : Η γυναίκα στα τραγούδια του Λαζάρου της Ροδαυγής Άρτας ...... ...............................................................................................................................σελ. 208 Βασίλειος Κασκάνης : Τα πέτρινα γεφύρια της Ηπείρου...........................................σελ. 231 ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΔΙΑΠΡΕΨΑΝΤΩΝ ΤΖΟΥ ΜΕΡΚΙΩΤΩΝ Λουκία Αντωνίου : Γεώργιος Ι. Παπαδημητρίου..........................................................σελ. 251 ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Ευάγγελος Αυδίκος : Σπύρου Χ. Νταλαούτη: «Συρράκο-Τοπωνύμια. Ένα ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο».......................................................................................................σελ. 261


Αγγελική Ζολώτα : Νίκου Καρατζένη: «Η άνοδος των νομάδων των Πραμάντων στις βουνοκορφές της Πίνδου»...........................................................................................σελ. 264 Κώστας Τραχανάς : Παναγιώτας Λάμπρη: «Κωνσταντίνος Α. Διαμάντης-Ο Ιστορητής»...σελ. 266 Νίκου Καρατζένη: «Η διάβαση του Σμόλικα»........................σελ. 269 ΚΡΙΤΙΚΗ Βασίλειος Δ. Αναγνωστόπουλος : Νέα σπουδαία έκδοση..........................................σελ. 273 Γεώργιος Κ. Χατζόπουλος : Τζουμερκιώτικα Χρονικά...............................................σελ. 274 Δημήτριος Γ. Καλούσιος : Νέα απουδαία έκδοση..................................................σελ. 277 IN MEMORIAM Κώστας Γ. Μαργώνης : Ευάγγελος Γ. Μπριασούλης.............................................σελ. 279


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ Κώστας Μαργώνης

Η Ι . Λ . Ε . Τ. ε κ π α ι δ ε ύ ε τ α ι

Η

ιδέα δεν είναι καινούργια. Εταιρεία, απ’ τα πρώτα χρόνια της δραστηριοποίησής της κι αφού ξεπέρασε τα οργανωτικά και υπαρξιακά ζητήματα που την απασχόλησαν σοβαρά εκείνον τον καιρό, άρχισε να βλέπει την επιμόρφωση των στελεχών της ως βασική και αναγκαία προϋπόθεση, για να μπορέσει να φέρει σε αίσιο πέρας το έργο της. Ίσως κάποιοι να έβρισκαν υπερβολικές αυτές τις προγραμματικές μας αρχές, έχοντας υπόψη τους πως κάποιοι Σύλλογοι και Αδελφότητες είχαν κάμει συλλογές αντικειμένων λαογραφικής αξίας. Αξίζει λοιπόν να τονίσουμε πως από τότε είχαμε δει τη διαφορά: άλλο πράγμα η συλλογή υλικών τεκμηρίων (αντικείμενα, σκεύη, εργαλεία, χειροτεχνήματα) κι άλλο η διάσωση και η καταγραφή μνημείων του προφορικού λόγου (μύθοι, θρύλοι, παραμύθια, αινίγματα κ.λπ.). Ειδικά αυτό το δεύτερο είναι που δημιουργεί ιδιαίτερες απαιτήσεις στον συλλογέα κι από εδώ προκύπτει η ανάγκη της επιμόρφωσης. Γι’ αυτό και τα πρώτα συνεργεία καταγραφής, που συγκροτήθηκαν σε κάθε χωριό, τα ονομάσαμε «Ομάδες Έρευνας», που σημαίνει ότι σ’ αυτή την πρώτη φάση της καταγραφής γίνεται (πρέπει να γίνεται) και μια απόπειρα αξιολόγησης, τεκμηρίωσης και ερμηνευτικής ανάλυσης του υλικού. Είναι πια σ’ όλους μας γνωστό και γενικά αποδεκτό πως το έργο της καταγραφής, για να ’χει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, πρέπει να γίνεται με σοβαρό και μεθοδικό τρόπο. Γιατί το υλικό που συγκεντρώνεται αποτελεί την πρώτη ύλη για την επιστημονική ανάλυση και επεξεργασία που θα ακολουθήσει. Αυτός ήταν ο λόγος που, από την πρώτη χρονιά που αρχίσαμε στα χωριά μας την καταγραφή των τοπωνυμίων και των τοπικών γλωσσικών ιδιωμάτων, καθιερώσαμε και την πρώτη μορφή επιμόρφωσης των καταγραφέων: συγκαλέσαμε τα μέλη των Ομάδων Έρευνας σε Ειδικές Συσκέψεις, όπου απαντούσαμε στις απορίες και τις αμφιβολίες τους, που ήταν φυσικό να δημιουργούνται σε μια εργασία που ξεκινούσαμε για πρώτη φορά χωρίς προηγούμενη εμπειρία και εξειδίκευση. Ασφαλώς και δεν ήμασταν μόνοι στην επιστημονική στήριξη των Ομάδων· είχαμε στο πλευρό μας πολύτιμους συμμάχους, διακεκριμένους Καθηγητές της Λαογραφίας και της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Έτσι εξασφαλίΈ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


12

Κώστας Μαργώνης

σαμε για τους συνεργάτες μας τη συμπλήρωση του θεωρητικού μας εξοπλισμού και την εξειδικευμένη καθοδήγηση στα επιμέρους θέματα της δουλειάς μας. Κι ενώ το καταγραφικό έργο των Ομάδων προχωρεί και καθ’ όλες τις ενδείξεις θα κρατήσει μερικά χρόνια, αρχίσαμε τον τελευταίον καιρόν να σκεπτόμαστε τη διοργάνωση μιας Εκπαιδευτικής Ημερίδας, μ’ ένα θεματολόγιο που θα κάλυπτε όλον τον κύκλο των βασικών και συναφών ενδιαφερόντων μας, με σκοπό την υπεύθυνη ενημέρωση των καταγραφέων αλλά και κάθε άλλου μέλους ή φίλου μας που θα ήθελε να την παρακολουθήσει. Και -άμ’ έπος, άμ’ έργον!- το περασμένο φθινόπωρο πήραμε την απόφαση να την πραγματοποιήσουμε αυτό το καλοκαίρι. Τα θέματα που σκεφτόμασταν να αναπτυχθούν στην Ημερίδα είναι: 1. Η σημασία της Λαϊκής Παράδοσης, λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη διάσωση και την προβολή της. 2. Η λαϊκή παράδοση των Τζουμέρκων: γενική προσέγγιση. 3. Όροι και προϋποθέσεις για την συγκέντρωση του λαογραφικού υλικού. 4. Το πορτρέτο του συλλογέα λαογραφικού υλικού: προσόντα, ιδιότητες, μέσα. 5. Προϋποθέσεις καταγραφής τεκμηρίων της προφορικής παράδοσης. 6. Τοπικά και γλωσσικά ιδιώματα και τοπωνύμια: κανόνες και προϋποθέσεις σωστής και ολοκληρωμένης καταγραφής. 7. Σημαντικά γεγονότα από την νεότερη ιστορία των Τζουμέρκων (17ος -19ος αιώνας). Κατά την αναζήτηση εισηγητών και τις σχετικές συζητήσεις που είχαμε με ειδικούς επιστήμονες και Πανεπιστημιακούς δασκάλους, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, με υπεύθυνο τον συμπατριώτη μας Καθηγητή Ευάγγελο Αυδίκο, μάς πρότεινε να συμμετάσχουμε στη διοργάνωση του «1ου Θερινού Σχολείου Τζουμέρκων» με βασικό θέμα την επιτόπια έρευνα και την πρακτική άσκηση πάνω σ’ αυτή. Στο πρόγραμμα του «Θερινού Σχολείου» αποφασίσαμε να συμπεριληφθεί και η Εκπαιδευτική Ημερίδα της Ι.Λ.Ε.Τ. Έτσι, αντί για έναν, πετύχαμε δύο εκπαιδευτικούς στόχους, που έχουν και οι δύο ως αντικείμενο μελέτης τη λαϊκή παράδοση των Τζουμέρκων, γιατί και το «Θερινό Σχολείο Τζουμέρκων» θα συμβάλει ουσιαστικά και αποφασιστικά στη μελέτη και την ανάδειξη του λαϊκού μας πολιτισμού με τρόπο άκρως υπεύθυνο και επιστημονικό. Για τα μέλη, τους φίλους μας, αλλά και κάθε φιλομαθή συμπατριώτη μας, είναι μια θαυμάσια ευκαιρία που δεν πρέπει να χάσουν. Ιδιαίτερα τα μέλη των Ομάδων Έρευνας δεν πρέπει με τίποτε να χάσουν την ΕκΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Ι . Λ . Ε . Τ. ε κ π α ι δ ε ύ ε τ α ι

13

παιδευτική Ημερίδα, αλλά και τις άλλες εισηγήσεις του «Θ.Σ.», γιατί θ’ ακούσουν πράγματα που απαντούν άμεσα και υπεύθυνα στα ερωτήματα και τους προβληματισμούς που αντιμετωπίζουμε στο καταγραφικό μας έργο. Ειλικρινά νομίζω ότι καλύτερη ευκαιρία δε θα μπορούσε να μας παρουσιαστεί. Κι ίσως, κλείνοντας, είναι σκόπιμο να θυμίσω σ’ όλους πως η «Δια βίου εκπαίδευση» είναι μια φιλοσοφία που έχει μπολιάσει τα εκπαιδευτικά συστήματα όλων των προηγμένων κοινωνιών, όπως εξάλλου και το δικό μας, γιατί απαντά σ’ ένα γενικό αίτημα του σύγχρονου ανθρώπου και σε μια βασική ανάγκη της σύγχρονης κοινωνίας. Αυτή η ανάγκη είναι ακόμα πιο επιτακτική για την Εταιρεία μας, που, επειδή έχει επωμιστεί ένα έργο πνευματικό και επιστημονικό, πρέπει να εξοικειωθεί με τις τεχνικές και τα εργαλεία της σύγχρονης επιστημονικής μεθοδολογίας. Όσο καλύτερα εξοπλιστούμε, τόσο καλύτερα και αποτελεσματικότερα θα μπορέσουμε να μελετήσουμε και να προβάλουμε τη μακραίωνη και μοναδική παράδοση του τόπου μας, που τόσα χρόνια περίμενε εκεί αγνοημένη και «σιωπηλή», μια αληθινή πρόκληση, ένα πραγματικό ελντοράντο. Σας προσκαλώ, λοιπόν, όλους, μέλη και φίλους, να παρακολουθήσετε την Εκπαιδευτική μας Ημερίδα και τις άλλες εκδηλώσεις αυτού του καλοκαιριού: την Δ´ Ειδική Σύσκεψη στο Πνευματικό Κέντρο Κτιστάδων (στις 10-08-2012 και ώρα 10.00 π.μ.) και τη Γενική μας Συνέλευση (Πράμαντα, 12-08-2012). Σε μια δύσκολη συγκυρία, όπου ο φόβος και η απόγνωση κυριαρχούν γύρω μας, ελάτε να βρεθούμε κοντά, να μιλήσουμε για τις επιτυχίες και τους στόχους μας. Και, μέσα από μια ατμόσφαιρα συναδελφικότητας, φιλίας και ανθρωπιάς, να στείλουμε απ’ τα Τζουμέρκα ένα μήνυμα αισιοδοξίας και ελπίδας: όταν βάζεις υψηλούς στόχους και εργάζεσαι με ζήλο και αφοσίωση για την πραγμάτωσή τους, κερδίζεις. Όλοι μαζί, με σύμπνοια και ομοψυχία, μπορούμε να νικήσουμε το θεριό και να πάρουμε το πεπρωμένο στα χέρια μας.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Α Νίκος Μπριασούλης*

Οι αγωγιάτες της Κουσοβίστας

Ο

ι μεταφορές στα χωριά μας, από τότε που τις κατέγραψε η συλλογική μνήμη των προγόνων μας και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50, πραγματοποιούνταν με το μόνο μεταφορικό μέσο της εποχής, το μουλάρι. Σε μικρότερο βαθμό γίνονταν μεταφορές και με το συμπαθέστατο γαϊδουράκι, αλλά μόνον μικρά βάρη και για κοντινές αποστάσεις. Το μουλάρι, ζώο δυνατό και με μεγάλες αντοχές, ήταν το μόνο κατάλληλο να κυκλοφορεί με βαρύ φορτίο στους δύσβατους και κακοτράχαλους δρόμους των ορεινών Τζουμέρκων και, κυρίως, των Κεντρικών και Ανατολικών, που απείχαν πολλά χιλιόμετρα απ’ τα πλησιέστερα αστικά κέντρα. (Άρτα, Γιάννινα). Το αγώγι είναι μια δύσκολη δουλειά, που μπορούν να την κάμουν άτομα εύρωστα και σκληραγωγημένα, με καλή εμπειρία και γνώση. Γι’ αυτό και, κατ’ ανάγκη, κατέληξε να ασκείται σχεδόν αποκλειστικά από άντρες. Γιατί, πέρα απ’ τη σωματική δύναμη και την αντοχή, ήταν και επικίνδυνο για μια γυναίκα να κάνει πολύωρες διαδρομές σε έρημους δρόμους και, κάποιες φορές, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Παρ’ όλα αυτά, κάποιες φορές έμπαιναν σ’ αυτό το σκληρό επάγγελμα και γυναίκες. Κάτω απ’ την αδήριτη ανάγκη να εξασφαλίσουν για την οικογένεια ένα εισόδημα, που δεν μπορούσε με άλλον τρόπο να εξασφαλιστεί, το έπαιρναν απόφαση κι έμπαιναν σ’ αυτή τη δύσκολη δουλειά. Θα ’θελα, λοιπόν, σαν ένα φόρο τιμής, ν’ αφιερώσω αυτό το άρθρο στις δύο θαρραλέες αγωγιάτισσες του χωριού μου, την Κωνστάντω του Μήτσου Χ’στάκη-Βήχα και τη Σοφία Μιχ. Παπακώστα. Οι αγωγιάτες της Κουσοβίστας (Κτιστάδες), ενός μικρού χωριού, ήταν λίγοι. Ως κατ’ επάγγελμα αγωγιάτες του χωριού, πέρα απ’ τις δύο λεβεντογυναίκες που ανέφερα πιο πάνω, αναφέρονται και οι εξής: Γιάννης Νικ. Γιώτης, Ηλίας Γ. Βήχας, Βασίλης Μπιτχαβάς, Κώστας Δ. Καλύβας και Βασ. Τάτσης (Πραμαντιώτης, που ήρθε γαμπρός στο χωριό μας). Βασική προϋπόθεση, για ν’ ασκήσει κανείς αυτό το επάγγελμα, ήταν να έχει στην κατοχή του ένα τουλάχιστον μουλάρι και να μπορεί να το κουμαντάρει. Εξάλλου, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι δε συγκαταλέγουμε στους επαγγελματίες αγωγιάτες όσους ασκούσαν μια άλλη τέχνη και ευκαιριακά έκαναν και κανένα αγώγι. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως κάθε οικογένεια στο χωριό είχε κι ένα μεταφορικό ζώο για τις ανάγκες του σπιτιού, συνήθως γάιδαρο. Όμως για Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


16

Νίκος Μπριασούλης

τους κτίστες (οικοδόμους) η κατοχή ενός μουλαριού ήταν κάτι παραπάνω από αναγκαία· και τούτο, γιατί έπρεπε να κουβαλάν τα εργαλεία τους σε μακρινά μέρη (περιοχές Βάλτου, Ξηρομέρου, Αργιθέας, Ευρυτανίας)· επίσης και τα βασικά υλικά της ανοικοδόμησης (άμμος, πέτρα, ασβέστης) συνήθως μεταφέρονται από μεγάλες αποστάσεις με τα μουλάρια. Μερικοί λοιπόν απ’ αυτούς τους μαστόρους έκαναν και κανένα αγώι με τα μουλάρια τους, αλλά όχι συστηματικά. Η μεγαλύτερη διαδρομή που είχαν να διανύσουν οι δικοί μας αγωγιάτες ήταν Άρτα-Κουσοβίστα και διαρκούσε γύρω στις 17 ώρες. Έπρεπε λοιπόν αναγκαστικά, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο, να διανυχτερέψουν σ’ ένα απ’ τα πανδοχεία («Χάνια»), που λειτουργούσαν σ’ εκείνα τα χωριά που βρίσκονταν κατά μήκος αυτής της διαδρομής. Εκεί ο αγωγιάτης ξεκουραζόταν, τάιζε το μουλάρι του, έτρωγε κάτι απ’ το πρόχειρο φαγητό που έφερνε απ’ το σπίτι του κι έπαιρνε λίγες ώρες ύπνο κάτω από μια κουβερτούλα, που κι αυτή έπρεπε να την έχει μαζί του. Απ’ τα πιο γνωστά χάνια ήταν τα εξής: Στην Καλεντίνη του Τσιμπλή, στα Πιστιανά (Τσιρακλή) του Τζαμάκου, στη Φτέρη του Κοντού, στα Πολίτσιανα (Κρυονέρι) του Λουλούδα και στην Αγριελούλα του Βαγγελή. Ο καθένας μπορεί εύκολα να φανταστεί τι κόπο, τι δυσκολίες και τι ταλαιπωρίες είχε ν’ αντιμετωπίσει ο αγωγιάτης κάθε φορά που οδηγούσε τα φορτωμένα μουλάρια του απ’ την Άρτα ως την Κουσοβίστα και τ’ άλλα χωριά των Δ. Τζουμέρκων. Με βροχιές, καταιγίδες, χιόνια και παγωνιές, έπρεπε να διατρέξει τη διαδρομή των 17 ωρών, με τα ζωντανά του φορτωμένα με 80 και 100 οκάδες φορτίο το καθένα· και να ’χει συνέχεια το νου του να μην τραυματιστεί κάποιο μουλάρι του και να μην βραχεί το εμπόρευμα, για να το παραδώσει άθικτο, αλλιώς, όχι μόνον αγώι δε θα ’παιρνε, αλλά θα του ζητούσαν και αποζημίωση. Αδάμαστοι και σκληροτράχηλοι στην αντιμετώπιση των δυσκολιών, δικαιολογημένα είχαν την παραδοχή και την εκτίμηση των μικρών κοινωνιών της περιοχής. Και είναι αλήθεια πως, αν δε διέθεταν αυτά τα προσόντα, δε θα μπορούσαν ν’ αντέξουν τις σκληρές και αδυσώπητες συνθήκες της δουλειάς τους, με τις οποίες έπρεπε να είναι έτοιμοι να αναμετρηθούν ανά πάσα στιγμή και να τα βγάλουν πέρα. Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει πως, εκείνον τον καιρό, όλα τα παραδοσιακά επαγγέλματα (του κτίστη, του καλαϊτζή, του μαραγκού κ.τ.ό.) είχαν τις δυσκολίες τους. Είναι αλήθεια, αλλά οι δυσκολίες αυτές δεν μπορούν καθόλου να συγκριθούν με την αγωνία και την ένταση του αγωγιάτη: απ’ τη στιγμή που φόρτωνε τα μουλάρια του στην Άρτα ως τη στιγμή που θα τα ξεφόρτωνε στα Δ. Τζουμέρκα, έπρεπε κάθε ώρα και στιγμή να είναι σε πλήρη και άμεση ετοιμότητα, για να προλάβει κάθε απρόοπτο, απ’ τα μικροατυχήματα στα ζωντανά του ως την αρπαγή και τη ληστεία στις ερημιές που περνούσε. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι αγωγιάτες της Κουσοβίστας

17

Ύστερα απ’ αυτή τη σύντομη αναδρομή, νομίζω πως έγινε ολοφάνερη η κοινωνική προσφορά του αγωγιάτη στα δύσκολα χρόνια του 18ου ως και τα μέσα του 20ου αιώνα, σε περιοχές απόμακρες και δυσπρόσιτες, όπως είναι τα Δ. Τζουμέρκα. Με μεγάλους κόπους και κινδύνους εξασφάλιζαν τον επισιτισμό των ορεινών οικισμών και την προμήθεια βασικών ειδών, που ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί με άλλους τρόπους. Κλείνοντας, θέλω να ευχαριστήσω τους δύο συνεργάτες του χωριού μου, τη Σοφία Μ. Παπακώστα και τον Γιάννη Ν. Γιώτη, που πρόθυμα και ανοιχτόκαρδα μου έδωσαν κάθε πληροφορία γύρω απ’ το παλιό τους επάγγελμα και με βοήθησαν να φωτίσω μια βασική δραστηριότητα των χωριών μας, που στα χρόνια μας έχει εκλείψει οριστικά.

* Ο Ν. Μπριασούλης είναι Φιλόλογος, επίτιμος πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


18

Απόστολος Μπουρνάκας*

Στοιχεί α αρχέγ ον η ς κο ιν οτική ς ζω ή ς σ τα χωρι ά των Τζο υμέρκ ων μέχ ρ ι τα μέ σ α το υ 2 0 ο υ αι. « Ό,τι έχω το θεωρώ μακριά στα βάθη και ζωντανό μού φαίνεται ό,τι εχάθη». Γκαίτε (1749-1832)

Εισαγωγή

Μ

έχρι τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα ο ρυθμός ζωής στα χωριά των Τζουμέρκων και η βιοθεωρία τους γενικότερα προσδιορίζονταν από τις παραδόσεις του παρελθόντος και από την άμεση επαφή με τη φύση .Ο ψυχικός τους κόσμος ήταν ακόμα ατόφιος και οι άνθρωποι βρίσκονταν πιο κοντά στην αλήθεια. Γι’ αυτό επιβίωναν στη ζωή τους πολλά στοιχεία από τον κοινοτικό τρόπο ζωής, που έχει τις ρίζες του στο μακρινό παρελθόν. Η παρούσα εργασία ξεκινάει από αυτή την παρατήρηση και έχει σαν σκοπό να καταγράψει αυτά τα στοιχεία -όσα βέβαια συγκράτησε η μνήμη- και στη συνέχεια, με το φως που μπορούν να ρίξουν πάνω σ’ αυτά η κοινωνιολογική ανάλυση, η ιστορική συσχέτιση με προγενέστερες και με τη σημερινή εποχή και ακόμα οι γνώσεις που παρέχει η ιστορική εξέλιξη της πνευματικής ζωής, να δώσει σ’ αυτά τη σωστή ερμηνεία. Χωρίς αυτή την «επεξεργασία» τα εμπειρικά δεδομένα παραμένουν άφωνα, βουβά και ακατανόητα. Η ανάπτυξη του θέματος γίνεται σταδιακά με τρία βήματα: Ι. Καταγραφή των στοιχείων II. Ερμηνεία αυτών των δεδομένων III. Σύγκριση με τη μεταγενέστερη εξέλιξη, οπότε θα γίνει περισσότερο κατανοητή και η σημερινή εποχή. Ι. Καταγραφή των στοιχείων Τα στοιχεία που εγγίζουν τον αρχέγονο τρόπο κοινοτικής ζωής βρίσκονται πέρα από το φράγμα που συμπλέκουν τα συμφέροντα, ο ατομικισμός, ο ανταγωνισμός, οι σχέσεις εξάρτησης και εκμετάλλευσης. Τέτοια στοιχεία κατά τη γνώμη μας είναι:

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ο ι χ ε ί α α ρ χ έ γ ο ν η ς κ ο ι ν ο τ ι κ ή ς ζ ω ή ς

19

1. Η κοινοτική περιουσία. Εκτός από την ατομική ιδιοκτησία, ένα μεγάλο μέρος της γης - λόγγοι, βοσκοτόπια και λιβάδια - ήταν κοινοτικό, δηλαδή ανήκε σε όλους τους κατοίκους. Κοινοτικό χαρακτήρα είχαν ακόμα οι βρύσες και τα νερά που χρησιμοποιούνταν για άρδευση. 2. Η αλληλεγγύη. Το αίσθημα συμπαράστασης μεταξύ των κατοίκων ήταν αναπτυγμένο και εκδηλώνονταν με πολλούς τρόπους. Ένα σπίτι, όταν τύχαινε να τελειώνουν κάποια τρόφιμα (αλεύρι, λάδι, αλάτι κ.τ.λ.), έπαιρνε δανεικά από τους γείτονες. Οι διευκολύνσεις αυτές ήταν αυτονόητες και πέρα από κάθε παρεξήγηση. Η αλληλεγγύη εκδηλωνόταν και σ’ όλο τον κύκλο των γεωργικών εργασιών (σκαλίσματα, τρυγητός, ξεφλουδίσματα, αρμάθιασμα των σύκων, στην απόσταξη της ρακής). 3. Η εθελοντική προσφορά εργασίας. Στις περιπτώσεις επισκευής ή κατασκευής μιας κατοικίας όλοι έτρεχαν να βοηθήσουν στη μεταφορά των υλικών (λιθαριών, ξυλείας) και στο χτίσιμο του σπιτιού. Η εθελοντική αυτή εργασία λέγονταν μεντάτ (πιθανώς τούρκικη λέξη). 4. Η φερεγγυότητα και η αμοιβαία εμπιστοσύνη. Η αμοιβαία εμπιστοσύνη στις οικονομικές συναλλαγές (δανεισμός χρημάτων και άλλων αντικειμένων, αγοραπωλησίες ακινήτων) γινόταν χωρίς άλλες εγγυήσεις, χωρίς χαρτιά, χωρίς αποδείξεις, χωρίς μάρτυρες , χωρίς συμβόλαια. Αλλά ούτε και επίσημα χρειαζόταν άλλη διαδικασία. Δεν είχε δεθεί ο κόσμος ακόμα «μ’ ένα σύρμα», όπως είπε ο πατήρ Κοσμάς, ή με χίλιες αλυσίδες, όπως συμβαίνει σήμερα. Θυμάμαι καλά την ακόλουθη περίπτωση. Πουλήθηκε ένα κτήμα-οικόπεδο το 1953 για 60 λίρες. Ύστερα από την προφορική συμφωνία ο αγοραστής προσήλθε, μετά το πέρας της εργασίας, αργά το βράδυ, έδωσε τις λίρες και αυτό ήταν όλο. Ούτε μάρτυρες έφερε μαζί του, ούτε αποδείξεις πήρε, αλλά ούτε και κανείς διανοήθηκε να διεκδικήσει ξανά το κτήμα. Η αθέτηση του λόγου, της συμφωνίας, θεωρούνταν έγκλημα καθοσίωσης, πράξη εσχάτης κατάντιας που επέσυρε την περιφρόνηση και την κατάρα του κοινού. 5. Η ομαδική εκτέλεση κοινοτικών εργασιών. Για τη συντήρηση των δρόμων, την επισκευή αρδευτικών έργων, την καταΈ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


20

Απόστολος Μπουρνάκας

σκευή μιας δεξαμενής νερού ή ενός παρεκκλησίου οι κάτοικοι εργάζονταν ομαδικά, προσφέροντας δωρεάν εργασία. 6. Οι σχέσεις συντροφικότητας στις παρέες των μαστόρων. Για τα ταξίδια οι άντρες ξεκίναγαν κατά ομάδες (παρέες) και ομαδικά διεκπεραίωναν και τις εργασίες που αναλάμβαναν. Μεταξύ αυτών υπήρχε βέβαια κάποιος περισσότερο έμπειρος και υπεύθυνος για τις σχέσεις με τους εργοδότες και για τη διεκπεραίωση των έργων. Αυτός όμως δεν ήταν το αφεντικό ή ο εκμεταλλευτής της εργασίας των άλλων, γιατί στο τέλος τα χρήματα από την εργασία μοιράζονταν εξίσου σε όλους. Μόνο οι μαθητευόμενοι και οι βοηθητικοί, τα λασπαπαίδια και τα μπλαροπαίδια έπαιρναν λιγότερο μεροκάματο. Ακέραια ήταν η επαγγελματική εντιμότητα και ευσυνειδησία των μαστόρων εκείνης της εποχής. Στο τέλος της ημέρας ο αρχιμάστορας έκανε μια τελευταία επιθεώρηση των εργασιών και, αν διαπίστωνε κάτι στραβό, την επομένη το πρωί το ξήλωναν και το έκτιζαν εκ νέου. Γι’ αυτό, ύστερα από τόσα χρόνια, πολλά από τα έργα τους ορθώνονται ατράνταχτα. 7. Οι φιλικές συναναστροφές. Τα βράδια, μετά το πέρας των εργασιών της ημέρας, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες, οι περισσότεροι κάτοικοι της γειτονιάς συγκεντρώνονταν στην αυλή κάποιου σπιτιού και ώρες ολόκληρες συζητούσαν αμέριμνα για διάφορα θέματα. 8. Η φιλοξενία Εκείνη τη εποχή δεν υπήρχαν ξενοδοχεία ούτε και λεφτά. Σε ορισμένα μέρη λειτουργούσαν χάνια, κατάλληλα για διανυκτέρευση ανθρώπων και ζώων (μουλαριών), κάτι ανάλογο με τα τούρκικα καραβάν σαράι. Αλλά τα χάνια δεν κάλυπταν ολόκληρο τον χώρο. Προς την κατεύθυνση της Άρτας χάνια υπήρχαν στη Σγάρα και στην Καλεντίνη και από την άλλη κατεύθυνση στη Νισίστα και στη Σκούπα. Οι άνθρωποι πήγαιναν πεζοπορία και νύχτωναν στα μισά του δρόμου. Οι Τζουμερκιώτες που γύριζαν από τα Ιωάννινα νύχτωναν στα Κατσανοχώρια. Αυτοί που γύριζαν φορτωμένοι από τη Άρτα νύχτωναν στο μέσο της διαδρομής. Η φιλοξενία τότε ανταποκρίνονταν σε ανάγκες ζωτικής σημασίας. Στα Τζουμερκοχώρια η φιλοξενία θεωρούνταν κάτι το αυτονόητο. Φιλοξενούσαν τον περαστικό, τον στρατοκόπο, χωρίς αντιρρήσεις και υπεκφυγές. Τα σπίτια ήταν στενάχωρα και σε κάθε σπίτι υπήρχαν και πολλά παιδιά. Αλλά αφού υπήρχε η καλή πρόθεση όλες οι δυσκολίες διαλύονταν και στο τέλος έμειναν όλοι ευχαριστημένοι. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ο ι χ ε ί α α ρ χ έ γ ο ν η ς κ ο ι ν ο τ ι κ ή ς ζ ω ή ς

21

9. Η συμπεριφορά προς τους ζητιάνους. Η φτώχεια, η ορφάνια, (οι άνδρες τότε πέθαιναν σχετικά νέοι λόγω των κακουχιών, του υποσιτισμού και της σκληρής εργασίας), η απουσία κοινωνικού κράτους, ανάγκαζαν πολλές γυναίκες να ζητιανεύουν. Αυτές λέγονταν τότε διακονιάρες. Οι διακονιάρες ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, έτρεχαν από σπίτι σε σπίτι και μάζευαν ό,τι τους έδινε ο κόσμος (ψωμί, αλεύρι, ελιές, τυρί, όσπρια). Η άσχημη ή αδιάφορη συμπεριφορά προς τις διακονιάρες θεωρούνταν μεγάλη αμαρτία. Σχετικά μ’ αυτό το θέμα διηγούνταν και ένα επεισόδιο από τη ζωή του Χριστού. Ο Χριστός παρουσιάστηκε πρώτα σαν ζητιάνος, αλλά κανένας δεν του έδωσε σημασία. Τη δεύτερη φορά παρουσιάστηκε πολυτελώς ενδεδυμένος και όλοι έτρεξαν να τον υποδεχθούν. Αυτή η διήγηση δείχνει πως γνώριζαν κάτι από την αληθινή ευσέβεια: η φιλάνθρωπη συμπεριφορά προς τους ενδεείς, τους ταπεινούς, τους κατατρεγμένους από τη μοίρα, είναι η ουσία της γνήσιας θρησκευτικής πίστης. 10. Οι σχέσεις με τη φύση και με τα άλλα πλάσματα της δημιουργίας. Όπως φαίνεται και από τα δημοτικά τραγούδια οι άνθρωποι δεν είχαν αποχωρισθεί ακόμα από τη φύση. Η φύση γι’ αυτούς δεν ήταν κάτι το ξένο και εχθρικό, αλλά τρόπος επιφάνειας, καθρέπτης της θείας οντότητας. Ένα αίσθημα ιερού δέους έκανε τους πάντες προσεκτικούς στις πράξεις τους. Αυτό το υπερβατικό κίνητρο ήταν ισχυρό και εμπόδιζε τους ανθρώπους από υπερβολές και αυθαιρεσίες έναντι της φύσης και των πλασμάτων που ζουν μέσα σ’ αυτή. Στη φύση έβλεπαν την αισθητή μορφή μιας ανώτερης ηθικής τάξης. Οι σχέσεις όμως αυτές αργότερα άλλαξαν ριζικά. Τη θέση της φύσης με την αρχική της μορφή κατέλαβε ένας ψυχρός και άψυχος μηχανισμός με τον οποίο οι άνθρωποι δεν νιώθουν καμιά συγγένεια και δεν τρέφουν κανένα σεβασμό. Αυτή η δεύτερη εικόνα είναι η φύση των φυσικών επιστημών και της τεχνολογίας. Στο σημερινό στάδιο αποξένωσης από τη φύση γίνονται πολλές συζητήσεις για περιβαλλοντικά προγράμματα, για οργάνωση, για ανάπτυξη κ.τ.λ . Όλα όμως αυτά, άπαξ και διαταράχθηκε η πρωταρχική βάση, η αρμονική σχέση ανθρώπων-φύσης, είναι οικοδομή εις άμμον και, πέραν της ακατάσχετης φλυαρίας, δεν προσθέτουν τίποτε το ουσιαστικό. Όλα τα μέτρα είναι, όπως τα χάπια, παυσίπονα, τα οποία δεν θεραπεύουν την χαίνουσα πληγή. Οι άνθρωποι δεν ζουν πλέον στη φύση, έστω κι αν κάνουν συχνά εκδρομές στα βουνά και στα δάση, αλλά σ’ έναν τεχνητό κόσμο που οι ίδιοι κατασκεύασαν και τον θεωρούν τον μόνο αληθινό. Ο κόσμος με την αρχική του σημασία αντικαταστάθηκε από το περιβάλλον. Ο κόσμος ως περιβάλλον, όπως είναι σήμερα γνωστός, είναι μια αλλοτριωμένη μορφή του πρωταρχικού κόσμου. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


22

Απόστολος Μπουρνάκας

Μαζί με τον κόσμο μεταμορφώνεται και η ανθρώπινη ψυχή. Η ψυχή είναι συνάρτηση των σχέσεων ανθρώπου-κόσμου και η διατάραξη αυτών των σχέσεων είναι ταυτόχρονα και διατάραξη της ψυχής. Η μονομερής καλλιέργεια και ανάπτυξη της ψυχρής λογικής, απαραίτητο όργανο επιβίωσης σ’ έναν ανάλγητο και σκληρό κόσμο, έχει σαν συνέπεια τον μαρασμό όλων των άλλων ψυχικών προδιαθέσεων και των συμπαθητικών συναισθημάτων. Ακριβώς πάνω σ’ αυτά στηριζόταν ο κοινοτικός τρόπος ανθρώπινης διαβίωσης. Ο κατάλογος με τα στοιχεία κοινοτικής ζωής δεν τελειώνει εδώ. Δυστυχώς μαρτυρίες παλαιοτέρων ανθρώπων που γνώριζαν πολύ περισσότερα δεν υπάρχουν πια. II. Ερμηνεία των δεδομένων Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η διασαφήνιση των εννοιών κοινότητα και κοινωνία. Οι δύο αυτές έννοιες χαρακτηρίζουν δύο διαφορετικούς τρόπους (mondi vivendi) ανθρώπινης συμβίωσης. Πρώτος ο Γερμανός κοινωνιολόγος Ταίνις (1850-1936) έκανε σαφή διάκριση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών στο έργο του «Κοινότητα και κοινωνία» (1887). Η κοινότητα εδώ δεν έχει τη σημασία διοικητικής οργάνωσης χωριού ή κωμόπολης. Υποδηλώνει ένα τρόπο ανθρώπινης ζωής πέρα από τους φραγμούς της οργανωμένης κοινωνίας. Παράδειγμα ενός τέτοιου τρόπου ζωής είναι ακόμα η οικογένεια. Ο αρχέγονος κοινοτικός τρόπος ζωής παραμερίστηκε από την κοινωνία. Η κοινωνία κατέστρεψε την κοινότητα. Στην κοινωνία κυριαρχεί η διάσπαση και αποξένωση, ο ατομικισμός και οι σχέσεις εξάρτησης και εκμετάλλευσης. Οι οργανωμένες κοινωνίες που άρχισαν να σχηματίζονται περί το τέλος της νεολιθικής εποχής (προ 5-6 χιλιάδων ετών) εκτοπίζουν βαθμιαία τους παλιότερους συνεκτικούς δεσμούς, αναπτύσσουν τον ατομικισμό και τη νοοτροπία «δικό μου-δικό σου». Τα νήματα που συνέδεαν τα άτομα μεταξύ τους και με τον κόσμο κόβονται, οι άνθρωποι αποξενώνονται. Ταυτόχρονα αλλοιώνεται και η ψυχολογία τους. Αρχίζουν να ξεφυτρώνουν φοβερά πάθη τα οποία περιγράφουν με ζωντανά χρώματα οι θρησκευτικοί κήρυκες, οι λογοτέχνες και οι δραματικοί συγγραφείς. Η φυλετική ταυτότητα, η γλώσσα, η θρησκεία, τα κοινά ήθη και έθιμα, η οργάνωση και η εξουσία, στοιχεία πάνω στα οποία στηρίζεται η κοινωνία, είναι εξίσου απαραίτητα, αλλά δεν επαρκούν για τον κοινοτικό τρόπο διαβίωσης, την σύμπνοια, την κοινωνική ειρήνη, την κοινωνική ισότητα και τον αλληλοσεβασμό, δεν μπορούν να υπερνικήσουν το φράγμα που αποξενώνει τους ανθρώπους, δεν μπορούν να απελευθερώσουν την κοινωνία από τις έριδες και τις συγκρούσεις, από την εξάρτηση και εκμετάλλευση, από την κοινωνική βία. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ο ι χ ε ί α α ρ χ έ γ ο ν η ς κ ο ι ν ο τ ι κ ή ς ζ ω ή ς

23

Απ’ αυτή την άποψη η κοινωνία είναι μια απολιθωμένη μορφή, ένα αλλοτριωμένο υποκατάστατο της αρχέγονης κοινότητας, μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ένας σχηματισμός αρνητικών διεργασιών. Οι αυθόρμητες σχέσεις μεταξύ των μελών της κοινότητας αντικαθίστανται από τους απρόσωπους μηχανισμούς της κοινωνίας. Οι περισσότεροι διανοητές δεν βλέπουν την ανθρώπινη εξέλιξη σαν μια ομαλή πορεία προς τον ανθρωπισμό και την ευτυχία, αλλά σαν μια αύξουσα απομάκρυνση από τον ανθρώπινο προορισμό. Πρώτα οι μεγάλες θρησκείες διέγνωσαν την αρνητικότητα αυτής της πορείας και έκαναν έκκληση για επιστροφή στο στάδιο της αθωότητας. Αυτή η διαπίστωση είναι και η κεντρική ιδέα των μεγάλων απολυτρωτικών θρησκειών. Στον σημερινό κόσμο δρουν αρνητικές δυνάμεις αφάνταστης έντασης και ισχύος που δε γίνονται αντιληπτές και οι οποίες βρίσκονται πέρα από κάθε έλεγχο. Η ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών, της επιστήμης και της τεχνολογίας, δεν βελτίωσε τα ανθρώπινα ήθη, όπως υποστήριξε και ο Ρουσσώ (17121778) σε μια πραγματεία του το 1750. Σ’ ένα άλλο περίφημο βιβλίο του 20ου αιώνα, τη «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» (1947), οι συγγραφείς Χορκάιμερ και Αντόρνο επαναλαμβάνουν το ίδιο ερώτημα: Γιατί, ύστερα από τόσες προόδους στις επιστήμες, στην τεχνολογία, ύστερα από τόσες διακηρύξεις και διαβεβαιώσεις από διεθνείς οργανισμούς, ο κόσμος κινδυνεύει κάθε τόσο να κατρακυλήσει στη βαρβαρότητα; Ο κοινοτικός τρόπος ανθρώπινης ζωής δεν χάθηκε εντελώς. Επιβιώνει με διάφορες μορφές σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Επιβιώνει σε πρωτόγονες ανθρώπινες φυλές, σε απόμερες ανθρώπινες ομάδες και στις θρησκευτικές κοινότητες όλων των εποχών. Η συσπείρωση των ανθρώπων γύρω από τέτοιες ομάδες είναι έντονη σε εποχές αβεβαιότητας, ανασφάλειας, σύγχυσης και κοινωνικής καταπίεσης, όπως π.χ. στα χρόνια εμφάνισης του χριστιανισμού, στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας, στα χρόνια της αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης των λαών της Ασίας και της Αφρικής. Οι πρώτοι χριστιανοί ήταν μια τέτοια αρχέγονη κοινότητα. «Όλοι αυτοί που πίστεψαν και είχαν την ίδια πίστη βρίσκονταν σε συνεχή επικοινωνία μεταξύ τους και είχαν τα πάντα κοινά» (Βιβλίο πράξεων β΄44). Στοιχεία κοινοτικού τρόπου ζωής επιβιώνουν σε πολλές πρωτόγονες φυλές όπως πχ. Στους Εσκιμώους και στους Ινδιάνους της Αμερικής. Αναφέρουμε μερικά παραδείγματα από την ιστορία του Durant (τόμος Α). Σε μερικές απ’ αυτές τις φυλές η αγοραπωλησία της γης είναι άγνωστη. Η γη, το νερό, ο αέρας είναι δώρα της φύσης, κοινά για όλους και κανένας δεν έχει δικαίωμα να τα ιδιοποιηθεί. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


24

Απόστολος Μπουρνάκας

Σε άλλες φυλές τα μέλη τους μοιράζουν εξίσου, ό,τι διαθέτουν, τρόφιμα, ενδύματα ή άλλα αντικείμενα. Οι άνθρωποι των πρωτόγονων κοινωνιών δεν ήταν όλοι βάρβαροι, όπως τους παρέστησαν ορισμένοι νεότεροι συγγραφείς. Ήταν καλύτερα προδιατεθειμένοι για τις ιδέες του αλτρουισμού και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Η ανάπτυξη του ατομικισμού έφερε τις έριδες μεταξύ των ανθρώπων και τους απομάκρυνε από τον Χρυσούν αιώνα της ευτυχίας, όπως διαπίστωσε και ο Ησίοδος (8ος - 7ος π.Χ. αιώνας). Στη σημερινή χρηματιστική κοινωνία το νόημα της ζωής εξαντλείται στις δραστηριότητες για την επιβίωση και την κατοχή υλικών αγαθών. Κυρίαρχη ιδέα είναι: «Ο εαυτός μου και η περιουσία μου». Άλλα ιδανικά δεν θα βρείτε όσο και να ψάξετε. Ο κοινοτισμός δεν πρέπει να συγχέεται με τον γνωστό ομαδισμό, με την ένταξη των ατόμων σε ομάδες και οργανώσεις (αθλητικές, κομματικές, επαγγελματικές, ελιτίστικες). Οι ομάδες αυτές είναι κλειστοί κύκλοι, αναπτύσσουν τον ομαδικό εγωισμό, τονίζουν τις διαφορές και τις αποστάσεις από τους άλλους, περιορίζουν την ελευθερία της σκέψης, χωρίζουν τους ανθρώπους σε δικούς μας και ξένους, φίλους και αντιπάλους, Έλληνες και βαρβάρους, ϊη-αι-ουρ και ουί-αχουρ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαιωνίζουν τις προκαταλήψεις του παρελθόντος και καλλιεργούν μια σχιζοφρενική κοινωνική συμπεριφορά. Ο τονισμός του κοινοτικού πνεύματος δεν αποκλείει το ενδιαφέρον για τα όσα συμβαίνουν στη μεγάλη κλίμακα της κοινωνίας, στον κοινωνικό μεγάκοσμο. Η παθητικότητα και η αδιαφορία είναι εξίσου λάθος, όπως και η ολοκληρωτική απορρόφηση των ατόμων από τους κοινωνικούς μηχανισμούς. Ο κοινοτικός τρόπος ζωής δεν επανέρχεται με γραφειοκρατικές διαδικασίες, γιατί όσα προέρχονται «από τη σφαίρα του πνεύματος» δεν προγραμματίζονται και δεν κατασκευάζονται. III. Η μεγάλη καμπή Από τα μέσα του 20ου αιώνα η ζωή στα χωριά τωνΤζουμέρκων μπαίνει σε μια καινούργια φάση. Τα συμπτώματα που παρατηρούνται εδώ είναι ο ασθενής απόηχος των ραγδαίων μεταμορφώσεων και αλλαγών που αρχίζουν να συγκλονίζουν τον κόσμο. Όλα έδειχναν τότε πως κάτι αλλάζει, πως βρισκόμαστε στο κατώφλι μιας νέας εποχής. Οι ειδικοί έψαχναν να βρουν τις κατάλληλες λέξεις για να χαρακτηρίσουν τη νέα κατάσταση που άρχιζε να διαμορφώνεται. Τελικά Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ο ι χ ε ί α α ρ χ έ γ ο ν η ς κ ο ι ν ο τ ι κ ή ς ζ ω ή ς

25

πιάνονται από μια μικρή λέξη, από το πρόθεμα «μετά» και αρχίζουν να ονομάζουν τη νέα κατάσταση μετα-βιομηχανική, μετα-μοντέρνα, μετα-νεωτερική, μετα-γουτεμβέργια (από την αντικατάσταση των έντυπων με τα ηλεκτρονικά μέσα), μετα-μαρξιστική (ο θάνατος της ουτοπίας και το τέλος των μεταναστάσεων)1. Εμείς βέβαια δε νιώσαμε και πολλά πράγματα, γιατί οι αλλαγές δεν γίνονται αμέσως αντιληπτές. Πρόκειται, όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί, για μια σπάνια καμπή της ανθρώπινης ιστορίας σαν αυτή που πραγματοποιήθηκε πριν από 8 χιλιάδες χρόνια με τη μετάβαση από το κυνηγητικό στάδιο στο στάδιο της γεωργίας και της κτηνοτροφίας και τη μόνιμη εγκατάσταση των ανθρώπων. Είναι η εποχή που άνοιξε με την ηλεκτρονική επανάσταση, οι επιπτώσεις της οποίας αρχίζουν να γίνονται αισθητές σ’ όλους τους τομείς της ζωής. Για την αξιολόγηση της νέας εποχής υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Οι μεν θεωρούν αυτή την εξέλιξη σαν θετικό βήμα για την παραπέρα πρόοδο. Οι δε άλλοι βλέπουν τις αρνητικές πλευρές αυτών των ριζικών μετασχηματισμών και επισημαίνουν τον αφανισμό της ανθρώπινης υπόστασης μέσα στους λαβυρινθώδεις γραφειοκρατικούς και τεχνολογικούς μηχανισμούς. Οι αλλαγές μεταμορφώνουν και την ανθρώπινη ψυχολογία και η μέχρι τώρα πορεία δεν ενθαρρύνει την αισιοδοξία. Ο αγώνας για την επιβίωση καθημερινά εκτραχύνεται και η ζωή βαρβαροποιείται. Ύστερα από αυτά άλλαξε και το τοπίο στα χωριά των Τζουμέρκων. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού εγκαταλείπει τα χωριά και μεταναστεύει στις πόλεις. Πολλοί νέοι αποδημούν και σε χώρες του εξωτερικού. Τα χωριά σιγά-σιγά ερημώνουν, τα χωράφια μένουν ακαλλιέργητα και γίνονται λόγγοι, τα σχολεία το ένα μετά το άλλο κλείνουν. Στους Ραφταναίους π.χ. μέχρι το 1970 ήταν τοποθετημένοι 8 δάσκαλοι και τώρα δεν υπάρχει ψυχούλα. Πολλές εκκλησίες έμειναν χωρίς ιερείς και χωρίς πιστούς. Τα παλιά ήθη και έθιμα, οι γιορτές και τα πανηγύρια και οι άλλες λαϊκές παραδόσεις χρόνο με το χρόνο φθίνουν και λησμονιούνται. Όλα είναι πλέον μεταλλαγμένα. Η ζωή αποδιοργανώνεται, τα μαγαζιά κλείνουν. Οι ειδικευμένοι επαγγελματίες, οι τσαγκάρηδες, οι ραφτάδες, οι κουρείς, οι χασάπηδες, οι βαγιενάδες, οι ζευγίτες που όργωναν με τα ζώα τους τα χωράφια, οι σιδηρουργοί και οι μυλωνάδες βαθμιαία αφανίζονται. Οι δρόμοι και τα μονοπάτια, εκτός από τις κεντρικές οδικές αρτηρίες, εγκαταλείπονται και γίνονται αδιάβατοι. Σπάνια βλέπει κανείς, εδώ και εκεί, να περνάει βιαστικά κάποιος διαβάτης. Στα χωριά δε συναντάμε πλέον τις παλιές γνώριμες μορφές: τους άνδρες με τις μακριές γκλίτσες, τις γυναίκες που 1. Hobsbawm, Η εποχή των άκρων, σελ 378-380. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


26

Απόστολος Μπουρνάκας

συνωστίζονται στις βρύσες ή κυκλοφορούν φορτωμένες στους δρόμους, τους δραγάτες, τους αγωγιάτες με τα μουλάρια τους, τον θόρυβο από τα παιχνίδια των παιδιών στις πλατείες. Τα άλλοτε βοερά καφενεία ή έκλεισαν ή είναι μισοαδειανά. Οι αλλαγές είναι περισσότερο τρομερές στον εσωτερικό ανθρώπινο κόσμο και στην κοινωνική διάσταση της ζωής. Η αποξένωση διέβρωσε τις παλιότερες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης και τα άτομα αναγκάζονται μόνα τους να τα βγάλουν πέρα. Οι κοινωνικές πυξίδες δεν λειτουργούν. Το προστατευτικό δίκτυο της κοινότητας, της γειτονιάς, των συγγενών, του κοινωνικού κράτους, αποσυντίθεται και καταρρέει. Οι κοινωνικοί θεσμοί δεν έχουν τη δύναμη να δομήσουν την ανθρώπινη ζωή. Οι νέες συνθήκες ρίχνουν στο περιθώριο όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων (κοινωνικός αποκλεισμός). Αισθήματα αβεβαιότητας και αμηχανίας κατέχουν τους περισσότερους. Στον σημερινό κόσμο κυριαρχούν οι τυφλοί οικονομικοί μηχανισμοί και η βία, τα κοινωνικά θεμέλια υπονομεύονται και τα άτομα βαρβαροποιούνται. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση είναι επίκαιρη η αναζωπύρωση του πνεύματος του κοινοτισμού. Τα τελευταία χρόνια προβάλλεται αυτή η ιδέα από πολλές μεριές και τονίζεται πως η ιδέα της κοινότητας είναι ένα από τα τρία μεγάλα ιδανικά που διακήρυξε η Γαλλική Επανάσταση (1789): «Ελευθερία, (κοινωνική) ισότητα, αδελφοσύνη». Οι δραματικές αλλαγές των τελευταίων χρόνων παρουσιάζουν ενδιαφέρον και από μια άλλη άποψη. Έδειξαν ολοφάνερα την ιστορικότητα της ζωής, δηλαδή τη μεταβλητότητα και παροδικότητα μέσα στο χρόνο. Ο χρόνος μοιάζει σαν ένα αεικίνητο όχημα, σαν ένα πλατύ ποτάμι που συμπαρασέρνει τα πάντα. Κάθε εποχή έχει το δικό της στυλ, το δικό της τρόπο σκέψης, τη δική της κοσμοαντίληψη, τις δικές της ιδέες και αξίες. Όλα αυτά ξεθωριάζουν και παρέρχονται όταν αλλάζουν οι καιροί. Οι άνθρωποι είναι φυλακισμένοι στον κόσμο της εποχή τους και κανένας θνητός δεν μπορεί να υπερπηδήσει αυτό το φράγμα. Αυτή η εμπειρία είναι και το νόημα της απάντησης του μαντείου των Δελφών στον αυτοκράτορα Ιουλιανό (331-363 π.Χ.), όταν εκείνος ζήτησε τη συνδρομή του μαντείου για να επαναφέρει την αρχαία θρησκεία. Η απάντηση (σε ελεύθερη απόδοση) είναι: Πέστε στον αυτοκράτορα πως όλα άλλαξαν και τίποτα από το παρελθόν δεν μπορεί να ξαναζωντανέψει. Τα λόγια αυτά εκφράζουν την αίσθηση της χρονικότητας, την επίγνωση της αλλαγής των καιρών. Σπάνια ακούστηκαν στην ιστορία λόγια με τόσο μεγάλη περιεκτικότητα αλήθειας. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Στ ο ι χ ε ί α α ρ χ έ γ ο ν η ς κ ο ι ν ο τ ι κ ή ς ζ ω ή ς

27

* Ο Απόστολος Μπουρνάκας είναι συνταξιούχος καθηγητής Θεολογίας, Διδάκτωρ της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Freiburg.

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΗΓΕΣ: - Ενθυμήσεις και προσωπικές εμπειρίες ΣΧΕΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: - Ακαδημία επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια ιστορία τόμος Α’ (1995) - Ακαδημία επιστημών ΕΣΣΔ, Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας (ελλην. μετ. 1978) - Durant W., Παγκόσμια ιστορία του πολιτισμού, τόμος Α’ (ελλην. μετ. 1965) - Καραβίδα Κ., Η κοινοτική πολιτεία (1935) - Kymlicka W., Η πολιτική φιλοσοφία της εποχής μας (2002) - Morgan L.H., Η αρχέγονη κοινωνία (1877) - Rousseaue, Η ανάπτυξη των επιστημών και των τεχνών (1750) Η καταγωγή της κοινωνικής ανισότητας (1755), Το κοινωνικό συμβόλαιο (1762) - Tonnies Ferdinand, Κοινότητα και κοινωνία (1877) - Hegel G.F., Φαινομενολογία του πνεύματος (1807) - Hobsbawm Eric, Η εποχή των άκρων (1994) - b Horkheimer/Adorno, Διαλεκτική του διαφωτισμού (1947) - Βιόλα Φ., Η κοινωνία της αφαίρεσης (1989) Ελλην. μετάφραση 1993. Μέσα στην παρένθεση αναγράφεται το έτος πρώτης δημοσίευσης του βιβλίου. Όλα είναι μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


28

Χρήστος Αρ. Παπακίτσος*

Το κ α ρ κ α λ έ τ σ ι κ α ι τ α γ ι α τ ρ ο σ ό φ ι α τ ο υ

«K

αρκαλέτσι» λένε οι Τζουμερκιώτες στην ντοπιολαλιά τους τον κοκκύτη, τη μολυσματική επιδημία που προσβάλλει συνήθως τα παιδιά. Στα αρχικά της στάδια η νόσος συγχέεται με τη γρίπη ή με το κρυολόγημα, αλλά ο επίμονος, μακρόσυρτος και ιδιόρρυθμος βήχας, που σε περίοδο παροξυσμού κόβει την ανάσα, κάνει τη διαφορά και οδηγεί όλους στην ασφαλή διάγνωση: Καρκαλέτσι (αλλιώς: καρκαλιάς). Ο ασταμάτητος αυτός βήχας των αμπόλιαστων παιδιών της παλιάς εποχής δεν άφηνε ενδιαμέσως αρκετό χώρο για άνετη αναπνοή. Το άρρωστο παιδί ανέπνεε βήχοντας. Στην αρχή ο βήχας ακουγόταν σαν βιαστικό πελέκημα ξυλοκόπου και, προοδευτικά, σαν λάλημα πετειναριού, που βιαζόταν να γίνει περιτιανός1. «Ξεκωλώθ’κε εκειό το παιδί απ’ το βήχα. Λαλάει σαν κοκόρ(ι). Μελανιάζ’ το πρόσωπό τ’, θα σκάσ(ει). Τι να τ’ κάνω η έρμ’;»,

Έλεγαν με αγωνία οι μανάδες μας. Σε κάθε περιστατικό παιδικής αρρώστιας ζητούσαν συμβουλές από όλους, από παπάδες και δασκάλους, από γριές και γέρους, από ταχυδρόμους και αγωγιάτες, από δραγάτες και κυνηγούς, από κάθε γνωστό ή άγνωστο διαβάτη. Μόνο γιατρό δεν έβρισκαν να ρωτήσουν. Στην απελπισία τους έδιναν στα παιδιά τους κάποια γιατροσόφια, «ξαρρωστικά» τα έλεγαν, που τους τα συνιστούσε κάποιος ομοιοπαθής ή κάποιος εξυπνάκιας χωρατατζής. Το καρκαλέτσι και οι μαγουλάδες ήταν παιδικές αρρώστιες από παλιά γνωστές. Μέχρι τη δεκαετία του 1940 (τη θυμάμαι καλά), το πιο γνωστό καταπότι που πίστευαν ότι γιάτρευε αυτές τις επιδημίες ήταν το αθώο, το ακίνδυνο και… θρεπτικό «γομαρόγαλο». Τυχεροί ήταν όσοι είχαν μια «γαϊδούρα» στο αχούρι τους, γιατί το γάλα της, πέρα από τις «θεραπευτικές» ιδιότητές του, στόμωνε και την πείνα. Όμως, οι γαλάριες γαϊδούρες σπάνιζαν στα χωριά μας. Ντρέπονταν οι χωριανοί μας να εκτρέφουν γαϊδούρια και μάλιστα θηλυκά! Οι βρισιές: «ντροπή σου μωρή γαϊδούρα ξεκαπίστρωτη» ή «μωρή γαϊδάρα» ή «είσαι ντιπ γομάρα» και άλλες συναφείς απέτρεπαν το στάβλισμα των συμπαθών γαϊδουροειδών σε αχούρια των νοικοκύρηδων. Άιντε, λοιπόν, μέσα σ’ αυτή την απαξίωση των υπομονετικών τετραπόδων να βρεις γαλακτερή γαϊδούρα (με το συμπάθιο) κάθε φορά που το καρκαλέτσι έκανε θραύση…! Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το κ α ρ κ α λ έ τ σ ι κ α ι τ α γ ι τ ρ ο σ ό φ ι α τ ο υ

29

Σε αυτές τις περιπτώσεις και μέσα στην απελπισία τους οι μανάδες μας έπαιρναν σβάρνα τα χωριά και ρωτούσαν: «Έχ’ κανένας εδώ στο χωριό σας γαλάρια γαϊδούρα, με το συμπάθιο; Έχω ένα κοψίδ’ παιδί με καρκαλέτσ’ π’ λαλάει μέρα νύχτα, σαν το κοκοτσέλ’. Καρκανιάζ’ απ’ το βήχα, το έρμο. Είναι και σερκό2 και σκιάζομαι μην πάθ’ καμιά ζ’μιά απ’ το πολύ σφίξ’μο» Έλεγαν οι ταλαίπωρες...! Αν ήταν τυχερές και εντόπιζαν καμιά γαλαχτερή γομάρα, περίμεναν εκεί μέχρι να βυζάξουν τα γαϊδουρόπουλα και, αν περίσσευε, έπαιρναν κι αυτές καμιά κούπα γομαρόγαλο. Άκουγαν με προσοχή τη «συνταγή» και πλήρωναν όσο-όσο, με χρήματα ή με είδος, το «φάρμακο» και τις φαρμακευτικές οδηγίες του γαϊδουριάρη που, όταν η επιδημία ήταν στο φόρτε της, «έπαιρνε τα πάνω του». Ο ίδιος «φορούσε» ύφος γιατρού και η αρμέχτρα νοικοκυρά του καμάρωνε για το γομαρόσταβλό τους, που φάνταξε στο νου τους σαν Φαρμακείο! Την απόκτηση μιας γαλαχτερής γαϊδούρας είχε βάλει για στόχο της και η βάβω μου κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής της, την αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα είχε το βλησίδι3 στο στάβλο της! Θα είχε σωστό φαρμακείο στο μαχαλά της με άφθονο «αντικαρκαλετσικό» φάρμακο για τα τριάντα και πλέον εγγόνια της και για όλα τα γειτονόπουλα, που, όταν τα άκουγε να ξεκωλώνονται στο βήχα, μάτωνε η καρδιά της. Επιπλέον, θα αποκτούσε και ένα χρήσιμο μεταφορικό μέσο, με το οποίο θα μοιραζόταν το καθημερινό φορτιό της. Αυτό το τελευταίο το πέτυχε για μερικά χρόνια. Απέτυχε όμως στον κύριο στόχο της. Το πάθημά της το μολόγαγε με παράπονο. Σας το μεταφέρω: Λίγο μετά την απελευθέρωσή μας από τους Γερμανούς, κατά το 1945, έβαλε «λυτούς και δεμένους» να ψάξουν να της βρουν μια γαλακτερή γαϊδούρα από «καλή σειρά», από σόι. Οι χωριανοί μας, όπως προαναφέραμε, σπάνια συμπεριλάβαιναν στο υποστατικό τους το υπομονετικό αυτό υποζύγιο. Δε θεωρούσαν αξιοπρεπή την ενασχόλησή τους με την εκτροφή γαϊδουροειδών. Το είσαι «γομάρι...!» ή γαϊδούρι, ήταν βαριά βρισιά. Σαν τέτοια, άλλωστε, εκτοξεύτηκε λίαν προσφάτως εις βάρος επισήμων από επίσημα χείλη και σε επισημότατο χώρο! Το άκουσα και έδωσα δίκαιο στους παλιούς συντοπίτες μας που «αποστρέφονταν» τα γομάρια. Δεν αισθάνονταν καλά όταν άκουγαν να ανακατεύεται το όνομά τους σε βρισιές και απαξιωτικές παρομοιώσεις σαν και τούτες: «Είσαι σαν τ’ γομάρα του…τάδε» ή «αυτός γκαρίζ’ σαν το γαϊδούρ’ τ’ς Κώσταινας» ή «μωρή ξεσαμάρωτη γαϊδάρα τ’ς…Αλέξου» και άλλες...! Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


30

Χρήστος Αρ. Παπακίτσος

Μολαταύτα η γιαγιά μου το ρισκάρισε. «Ας μας παραγκωμιάζουν4, έλεγε, αρκεί να κάνουμε τίμια τ’ δ’λειά μας και να μη βλάφτουμε κανένα». Το είχε βάλει «αμέτ μουχαμέτ» να βρει γομάρα. Τελικά, βρήκε μια καμπίσια γαϊδούρα, αλλά χωρίς συστάσεις. Απ’ το σωρό, από το γομαροπάζαρο την πήρε. Την αντάλλαξε με ένα θεόρατο, αλλά ζαβό και άγαρμπο τραΐ που, για να «καταφέρει» τις γίδες, τις κουτούλαγε πρώτα. Όμως, για κακή της τύχη, της βγήκε στείρα. Δεν γκαστρωνόταν με τίποτα. Από το συγκεχυμένο ιστορικό που της είχαν δώσει, δεν προέκυπτε σαφώς αν η γαϊδάρα ήταν «σαρακοκέρα»5 ή «μαρμάρα»6. Αποδείχθηκε έτσι, ότι η μη συμμόρφωσή της προς τη παροιμία: «παπούτσι απ’ τον τόπο σου…», της κόστισε ένα θεόρατο τραΐ, πολύ τραΐ! Το όνειρο της βάβως μου να ενισχύσει την άμυνα των παιδιών ενάντια στο καρκαλέτσι και να μοιάσει κάπως στην πολύ νεότερή της Μητέρα Τερέζα αποδείχθηκε απατηλό!... Η γομάρα, μετά δυο-τρία χρόνια, «τα τίναξε τα πέταλα». Όσο όμως ζούσε, ήταν υπάκουη συντρόφισσα και φιλότιμη συνεργάτισσά της. Μοίραζαν μεταξύ τους δίκαια το καθημερινό φορτιό. Όχι, δεν ήταν καβάλα ο παππούς μου, όταν η βάβω φορτωμένη τραβούσε τη γαϊδούρα απ’ το καπίστρι… Εκείνος δεν ανεχόταν «μύγα στο σπαθί του» και πρόσεχε ιδιαίτερα τις λαϊκές ρήσεις, προπάντων εκείνες που είχαν σχέση με τη διαπόμπευση, σαν και τούτη: «είμαι για το γάιδαρο καβάλα»...! Μια και γίνεται λόγος για το γομαρόγαλο, σας εξομολογούμαι ότι το γεύτηκα δυο-τρεις φορές και δε θυμάμαι να μου άφησε δυσάρεστη γεύση. Θυμάμαι, όμως, ότι, όταν το έπινα προληπτικά ή θεραπευτικά, μου στόμωνε την πείνα. Άρα, χορταστικό ήταν. Για το αν είχε ή όχι θεραπευτικές ιδιότητες δεν μπορώ να το ξέρω. Η προσωπική μου πάντως εμπειρία λέει ότι το γάλα της γαϊδούρας «λίπαινε» το αλίγδωτο στομάχι μου και μαλάκωνε το λαιμό. Έτσι, ο δυνατός βήχας έβγαινε ευκολότερα, χωρίς να γρατζουνάει ανυπόφορα το φάρυγγα. Σωματικό, πάντως, κακό δε μου έκανε. Εκείνο που αφήνω σ’ εσάς να κρίνετε, είναι το κατά πόσο το γομαρόγαλο συνέβαλε στη γαϊδουρινή συμπεριφορά μου και επηρέασε την εμφανή πλέον τραχύτητα και οξύτητα του προφορικού και γραπτού μου λόγου. Όταν το γαϊδουρόγαλο δεν έφερνε τα επιθυμητά αποτελέσματα και ο δυνατός και ακατάπαυτος βήχας μάς έβγαζε βίαια και αφύσικα από το στόμα και από τη μύτη το λιγοστό φαΐ που υπήρχε στο στομάχι μας, οι γιαγιάδες και οι μανάδες μας κατέφευγαν σε άλλο, πιο δραστικό αντίδοτο. Επικρατούσε η δοξασία Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το κ α ρ κ α λ έ τ σ ι κ α ι τ α γ ι τ ρ ο σ ό φ ι α τ ο υ

31

ότι η αρρώστια φεύγει, αν ο οργανισμός του αρρώστου μαγαριστεί7...! Πίστευαν δηλ. ότι το καρκαλέτσι προτιμούσε καθαρούς και αμαγάριστους οργανισμούς, όπως οι ψείρες που, και τώρα ακόμα, προτιμούν τα καθαρά κεφάλια των μικρών μαθητών. Έπρεπε λοιπόν, κατά την άποψη αυτή, να μαγαρίσουν τους καθαρούς οργανισμούς, ώστε το μικρόβιο, αν είχε μπει μέσα τους, να τους σιχαθεί και να φύγει ή, αν τους γυρόφερνε, να απομακρυνθεί «κρατώντας τη μύτη του»! Το δραστικό αυτό φάρμακο ήταν (κρατηθείτε) το …σκ(υ)λόσκατο! Όχι όμως από ό,τι κι ό,τι σκύλους, αλλά από σκ(υ)λιά ράτσας, από κυνηγόσκ’λα. Ούτε χρησιμοποιούσαν ό,τι κι ό,τι σκ’λόσκατα, αλλά μόνο εκείνα που ήταν σκληρά και ασπριδερά, σαν στόκος. Α, όλα κι όλα… Οι παλιοί ήταν επιλεκτικοί στην ποιότητα των «θεραπευτικών» περιττωμάτων, αλλά και σχολαστικοί στην απολύμανσή τους! Δεν τα χρησιμοποιούσαν «αμόργαστα»8, έτσι όπως ήταν, αλλά πριν από τη χρήση τους τα περνούσαν κυριολεκτικά «δια πυρός και σιδήρου». Τα έβαζαν επάνω στη μάσια ή σε ένα τενεκέ και τα έψηναν στη θράκα για καούν τα ζωντανά μικρόβια και να μείνει μόνο η μαγαρισιά . Φρυγανισμένα, όπως ήταν, τα κονιορτοποιούσαν και τα έδιναν στον άρρωστο να τα πιει σε μικρές δόσεις μαζί με γάλα ή νερό. Τα ενδημούντα στον οργανισμό μικρόβια, οσφραινόμενα το μαγάρισμα και βλέποντας το φευγιό των νεοεισελθόντων, «έπαιρναν των ομματιών τους» και αυτά...! Στην ίδια «αγωγή» υποβάλλονταν προληπτικώς και όσα παιδιά δεν είχαν ακόμη προσβληθεί από το μικρόβιο. Τα μπόλιαζαν δηλαδή με… «μικροβιοκτόνα περιττώματα»...! Πάντως, το άρρωστο παιδί, εάν είχε γερή κράση και ο δότης σκύλος ήταν υγιής, …«θεραπευόταν», εφόσον βέβαια η επιδημία έκλεινε τον κύκλο της. Τα ασθενικά, τα νηστικά και άτυχα παιδιά γίνονταν «αγγελούδια»...! Οι γονείς πάντοτε θεωρούσαν φονιά την αρρώστια και ποτέ το φάρμακο και τον ψευτογιατρό. Πραγματικοί γιατροί, για να πιστοποιήσουν την αιτία θανάτου, δεν υπήρχαν τότε στα χωριά μας. Και αφού τό ’φερε η… «κοπρώνυμη» κουβέντα, για την οποία παρακαλώ να με συμπαθάτε (ίσως φταίει το γομαρόγαλο), θα κλείσω την αναφορά μου στα γιατροσόφια και με μερικά άλλα σωματικά απόβλητα, που οι παλιοί τα θεωρούσαν θεραπευτικά! Θυμίζω στους παλιότερους το κατούρημα των πληγών των απαπούτσωτων ποδιών μας από κτυπήματα ή τρυπήματα από σκουριασμένες πρόγκες. «Το κάτουρο ψήνει τις πληγές», έλεγαν. Θυμίζω ακόμα και τις σβουνιές του βοδιών και στις καβαλίνες των μουλαριών, με τις οποίες πατικώναμε τις αιμορραγούσες πληγές, για να σταματήσει το αίμα. Αφήνω τα αθώα «αιμοστατικά», όπως τα ψήγματα (ξέσματα) παλιών πετσιών, τα τριμμένα τσόφλια Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


32

Χρήστος Αρ. Παπακίτσος

των αυγών, την καπνιά από τον μπουχαρή9 και τον καπνό από τα αποτσίγαρα των καπνιστών. Και όμως δεν πάθαμε ούτε τέτανο, ούτε γάγγραινα. Το ότι σήμερα ζούμε πολλοί από εμάς τους παλιούς, σίγουρα το οφείλουμε στην καλή μας τύχη και στο δυνατό σκαρί μας...! Πρώτα απ’ όλα όμως το οφείλουμε στην αμόλυντη φύση των Τζουμέρκων. Γλωσσάρι: 1. περιτιανός = καλλικέλαδος, καλλίφωνος κόκορας. 2. σερκό = αρσενικό. 3. βλησίδι = θησαυρός, πλούτος. 4. παραγκωμιάζω = βγάζω παρατσούκλια, παρομοιάζω περιπαικτικά. 5. σαρακοκέρα = πολυκαιρισμένη, γερασμένη. 6. μαρμάρα = στείρα. 7. μαγαρίζω = λωβιάζω, μολύνω. 9. αμόργαστα = ακατέργαστα. 10. μπουχαρής = καπνοδόχος.

*Ο Χρ. Αρ. Παπακίτσος είναι συνταξιούχος του Ο.Τ.Ε. και εκπαιδευτικός

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


33

Ηλίας Β. Παπαγεωργίου*

Φεύγα, πιδί μ’ Διήγημα από τα παιδικά μου χρόνια

Ή

ταν ένα από τα πολλά απογεύματα του καλοκαιριού που παρέα με τη θεια-Θοδώρα βοσκούσαμε τις γίδες στα Χωραφάκια. Τα Χωραφάκια ήταν μια τοποθεσία ανήλιαγη το χειμώνα και πολύ ζεστή τα καλοκαιρινά απογεύματα, καθώς έγερνε ο ήλιος και χτυπούσε κατάστηθα την περιοχή. Η ώρα ήταν περίπου πέντε το απόγευμα, τότε που τα τζιτζίκια ξεκωλιάζονται στο μονότονο τσιρολόγημα, πράγμα που σε κάνει να νιώθεις πιο έντονα την καλοκαιρινή κάψα. Τα γίδια λούφαζαν μέσα στις κουμαριές και το μόνο που ακούγονταν ήταν κανένας κύπρος1 ή το πριτσιάλισμα2 κανενός τράγου. Μέσα από το λόγγο ερχόταν η βαριά μυρουδιά των κατουρμένων τραγιών, μια μυρουδιά που, άμα τη συνηθίσεις, σου αρέσει. Εγώ και η θειάκω (έτσι ονομάζαμε τη θεία) καθόμασταν κάτω από μια θαλερή κουτσουμπιά, δέντρο του Ιούδα την ονομάζουν σε άλλα μέρη, και ενώ εκείνη έπλεκε, όπως συνήθως, εγώ κάτι ψευτοπελεκούσα με ένα σουγιά μερακλίδικο της μάνας μου. Μου τον είχε δώσει εκείνο το απόγευμα να με καλοπιάσει, για να πάω με τα γίδια. Είχε έναν τρόπο μοναδικό να μας πείθει να κάνουμε πράγματα, όταν εμείς τα παιδιά της δε θέλαμε. Φρόντιζε να κρύβει στο μπαούλο της κυδώνια, ξηρά σύκα, καρύδια, πράγματα δηλ. που δε χαλούν εύκολα και που εμείς τα λαχταρούσαμε. Με ένα κομμάτι «πασμά»3 λοιπόν ή μια φέτα κυδώνι και με πολλά παρακάλια μας κατάφερνε. Η θειάκω η Θοδώρα έπλεκε μια φανέλα, θαρρώ, για τον άντρα της, τον μπάρμπα Βασίλη. Οι κουβέντες μας ήταν λίγες. Τι να πεις, άλλωστε, με μια γυναίκα πενήντα χρονών, όταν εσύ είσαι εφτά-οχτώ χρονών! Αλλά και πώς να περάσει την ώρα του ένα παιδί γεμάτο περιέργεια «να μάθει και να μάθει», όπως λέει και ο Καβάφης! Η αλήθεια είναι πως τη θειάκω αυτήν την αγαπούσα ιδιαίτερα, γιατί ήταν ήρεμη, μου έδινε συμβουλές, με συμπαθούσε και εκείνη, γιατί, προφανώς, ήμουν μικροκαμωμένος, συνεσταλμένος, υπάκουος, καλόβουλος, όπως και η ίδια. Tώρα που τα γράφω αυτά, μετά από πενήντα χρόνια, μπορώ σε κάποιο βαθ-

1. κύπρος =κουδούνι κατσικιών 2. πριτσιάλισμα =χαρακτηριστικός ήχος των τράγων (πρ…πρ…) κατά το ερωτικό τους παιγνίδι με τις κατσίκες 3. πασμάς =ξερά σύκα ψιλοκομμένα και πλασμένα σαν μεγάλο μπιφτέκι. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


34

Ηλίας Β. Παπαγεωργίου

μό να ερμηνεύσω συμπάθειες και αντιπάθειες της παιδικής μου ηλικίας. Εκείνο το καλοκαίρι η θεια η Θοδώρα με έσωσε κυριολεκτικά από βίαιο θάνατο! Συγκεκριμένα, την ώρα που τα γίδια στάλιαζαν4, η θειάκω θεώρησε καλό να εκμεταλλευτεί το χρόνο- και εμένα- για να καθαρίσουμε τα πετράδια από έναν τοίχο που είχε γκρεμιστεί από τα νερά του χειμώνα. Ενώ έβγαζα τα τσιόκαλα5, όπως ονομάζαμε τα πετράδια που γεμίζουν το πίσω μέρος του τοίχου, δουλεύοντας και κατά κάποιον τρόπο παίζοντας, σχημάτισα μια μικρή σπηλιά μέσα στην οποία χωρούσα ολόκληρος. Κάποια στιγμή όμως ο όγκος του χώματος πάνω από το κεφάλι μου σωριάστηκε πάνω μου! Ευτυχώς, η θεια η Θοδώρα ήταν κοντά, άκουσε το θόρυβο του χώματος που κατέρρευσε και έτρεξε κοντά μου. Έσκαψε το σωριασμένο χώμα με τα χέρια της και πιάνοντάς με λίγο από το κεφάλι, λίγο από τον ώμο με έσυρε έξω σαν να ήμουν ερπετό. Από το βάρος του χώματος είχα υποστεί διάστρεμμα στον αστράγαλο με συνέπεια να μην μπορώ να περπατήσω. Η θεια Θοδώρα με πήρε καβάλα6 και με μετέφερε στο σπίτι μου, περίπου μισή ώρα ανηφορικό δρόμο, η οποία όμως ώρα παρατάθηκε, γιατί έπρεπε να μαζεύει και τα γίδια. Περίπου σε μιάμιση ώρα φτάσαμε στο σπίτι μου. Οι πόνοι στο πόδι ήταν ανυπόφοροι. Είχε πρηστεί μάλιστα τόσο πολύ που δεν το αναγνώριζα σαν δικό μου. Τουλάχιστον, δεν ένιωθα ένοχος για ό,τι έγινε, γιατί, διαφορετικά, θα άκουγα και φωνές από τον πατέρα. Γιατί το πρόβλημα με τα ατυχήματα δεν ήταν τόσο τα ατυχήματα αυτά καθαυτά, όσο οι φωνές των γονιών για τα ατυχήματα, πράγμα που σήμαινε ότι δεν ήμασταν προσεκτικοί, δεν ακούγαμε τις συμβουλές τους, δεν τους δίναμε σημασία. Στο βάθος όμως σήμαινε αδυναμία των ανθρώπων να αντιμετωπίσουν τέτοια προβλήματα, αφού ούτε γνώσεις είχαν ούτε μέσα ούτε γιατρός υπήρχε στην περιοχή για τις πρώτες βοήθειες. Άρα, ένα σοβαρό ατύχημα σήμαινε πόνο, αναπηρία ή θάνατο! Με ξάπλωσαν σε ένα κρεβάτι που από τότε κατά περίεργο τρόπο το αγαπούσα. Έκαιγα ολόκληρος. Δυνατές σουβλές χτυπούσαν τον νταουλιασμένο7 μου αστράγαλο. Νύσταζα και φοβόμουν πως κάποιος θα με μαλώσει. Η μάνα έφτιαξε ένα γιατροσόφι με μίγμα αυγού, σαπουνιού και δεν ξέρω τι άλλο και με λουρίδες από άσπρο πανί από ένα παλιό πουκάμισο του πατέρα περιτύλιξε το πονεμένο πόδι. Ανακουφίστηκα όχι τόσο από τον επίδεσμο, όσο από τη μητρική στοργή. Ήταν από τις λίγες φορές που το μικρό μου σώμα δεχόταν χέρι χαϊδευ4. στάλιαζαν =ξεκουράζονταν στο ίσκιο λόγω ζέστης 5. τσιόκαλα =μικρές πέτρες 6. καβάλα =στους ώμους της 7. νταουλιασμένο =πολύ πρησμένο Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Φεύγα, πιδί μ’

35

τικό πάνω του, αφού η μακαρίτισσα η μάνα μάς γρατσούναγε το κεφάλι, όταν μας έλουζε βάζοντάς μας ανάμεσα στα σκέλια της και σφίγγοντάς μας γερά. Όταν μας χτένιζε με κείνη την πυκνή για ψείρες χτένα, το κεφαλάκι μας έβγαζε κυριολεκτικά αίμα! Γι’ αυτό, φαίνεται, μέσα στον πόνο μου αισθανόμουν μια αδιόρατη θαλπωρή και μια λανθάνουσα ευγνωμοσύνη για τη θεια Θοδώρα που ήταν η αιτία για το ευτυχές ατύχημα! Δεν ξέρω τι επακολούθησε. Το άλλο πρωί, πάντως, δεν μπορούσα να περπατήσω. Ούτε την επόμενη. Την τρίτη μέρα όμως, το... αναρρωτήριο τελείωσε. Ούτε καν με ρώτησαν πώς τα πάω με το πόδι. Η απόφαση ήταν αμετάκλητη: θα πήγαινα με τις δυο αγελάδες και τον πατέρα σε κάτι κτήματα που απείχαν γύρω στις τρεις, τέσσερις ώρες δρόμο. Κι αυτό το δρόμο θα τον περπατούσα με ένα στραμπουλισμένο πόδι σε μια ηλικία 7-8 χρονών! Τα κατάφερα, αλλά για πολλά χρόνια ένιωθα τον πόνο του ποδιού στο παραμικρό παραπάτημα. Το χειρότερο όμως ήταν ότι θα έμεινα σε κείνο το μέρος για δυο βδομάδες μόνος μου φιλοξενούμενος μιας κουμπάρας μας, η οποία ήταν αθυρόστομη, αφιλόξενη και κακή νοικοκυρά. Πάνω απ’ όλα όμως δεν υπήρχε κανένα παιδί στη περιοχή για να κάνω παρέα. Ήταν από τις χειρότερες μέρες της παιδικής μου ηλικίας που εφιαλτικά θυμάμαι. Θα ήταν μέσα Αυγούστου, όταν πάλι με τη θεια Θοδώρα το σκηνικό επαναλαμβάνονταν στα Χωραφάκια βόσκοντας τα γίδια. Αυτή τη φορά είχα πολλά να διηγηθώ στη θειάκω από τη δεκαπενθήμερη απουσία μου με τις αγελάδες. Εκείνη δε φαινόταν να ακούει με πολλή προσοχή, αλλά εγώ ένιωθα πως βύζαινε μια-μια τις λέξεις μου, και γι’ αυτό συνέχιζα την αφήγησή μου. Αν δεν ήταν τόσο σκληροτράχηλος άνθρωπος, όπως όλοι άλλωστε εκείνη την εποχή και σε κείνα τα μέρη, είμαι βέβαιος ότι θα με διέκοπτε και θα έβαζε τα κλάματα ή τα γέλια. Αφού τελείωσα γεμάτος ανακούφιση για το γεγονός ότι ένας άνθρωπος άκουσε τον πόνο μου και είπα στη θεία ότι μου αρέσει να βρίσκομαι μαζί της βόσκοντας τα γίδια, με κοίταξε κατάματα με τα κατάμαυρα μικρά διαπεραστικά της μάτια και με αποφασιστικότητα και σοβαρότητα με διέταξε παρά με συμβούλεψε: - Φεύγα, πιδί μ’, φεύγα απ’ αυτές τς ξυλάστρις8! Κανένας ιδώ9 δεν κάν’ προυκουπή! * Ο Ηλίας Β. Παπαγεωργίου είναι διδάκτωρ φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. 8. ξυλάστρες =άγονα μέρη, πετρώδη εδάφη (<εξ +ύλη =πέτρα) 9. ιδώ =εδώ Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


36

Νίκος Β. Καρατζένης*

Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι ΜΕΡΟΣ Β΄

Σ

την τέταρτη ομάδα εντάσσονται τραγούδια που εξαίρουν τις αρετές του ελληνικού ποιμενικού, οι οποίες τον κατέστησαν αναντικατάστατο συνεργάτη των ποιμένων και τον ανέδειξαν σε αδιάλλακτο πολέμιο και διώκτη των «ζουλαπιών». Η ιδιότυπη ποιμενική ζωή με τις πολύμορφες δυσχέρειές της διαμόρφωσε το χαρακτήρα και τις συνήθειες του ελληνικού ποιμενικού ώστε να ανταποκρίνεται με επιτυχία στον πολυσύνθετο ρόλο του. Το πρώτο δείγμα της ενότητας αυτής προέρχεται από τον κύκλο των ιστορικών τραγουδιών και σχετίζεται με το ήθος του Σαρακατσιάνου κλέφτη Κατσαντώνη. Πουλί μ’, σαν πας στον τόπο σου, διάβα κι από τα Χάσια, χαιρέτα μου την κλεφτουριά κι αυτόν τον Κατσαντώνη. Να ’χη το νου του δυνατά, σαν το λαγό στη φτέρη. Δεν είν’ ο περσινός καιρός φέτος τό ’χει Δερβέναγας με τον Βελή το Γκέγκα σέρνουν τσεκούρια στ’ άλογα και λόγχες κρεμασμένες κι όσοι κλέφτες κι αν τ’ άκουσαν, όλοι θα προσκυνήσουν κι ο Κατσαντώνης το σκυλί δεν πάει να προσκυνήσει.28 Ο προεπαναστατικός αγωνιστής Κατσαντώνης παρομοιάζεται από τη λαϊκή μούσα -«ο Κατσαντώνης το σκυλί»- με τον ηρωικό ποιμενικό, ο οποίος όχι μόνο δεν πτοείται από την ικανότητα και την υπεροχή συχνά των αγριμιών, αλλά μάχεται με ανυποχώρητη τόλμη και αξιοπρέπεια για την υπεράσπιση των κοπαδιών, ώστε φτάνει ως την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία. Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τον Κατσαντώνη. Ενώπιον των πάνοπλων στρατευμάτων του Αλή πασά, δεν κάμφθηκε το φρόνημα και η εξεγερμένη συνείδηση του ανυπόταχτου αγωνιστή, αλλά με το μένος που κυριεύει τα τζομπανόσκυλα εναντίον των λύκων αγωνίστηκε κατά των Τούρκων και θυσιάστηκε ως πρωτομάρτυρας της ελευθερίας. Στην αρπαγή κόρης αναφέρεται το επόμενο τραγούδι. Ο δράστης επιλέγει τη νύχτα του Σαββάτου, που οι άνθρωποι της στάνης απουσιάζουν σε γάμο «χαρά», οπότε καθίσταται εύκολη η απαγωγή. Η απαχθείσα κόρη φαίνεται να 28. Τζιάτζιου Ευαγ. Σ., Τραγούδια των Σαρακατσαναίων, Αθήνα 1928, σελ. 17 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

37

συναινεί στο συμβάν και να μετέχει στο σχεδιασμό του, αφού προτρέπει τον απαγωγέα της να εγκαταλείψει την τραχύτητα και να εκδηλώσει τρυφερότητα «πιάσε με απ’ το χέρι», ούτε προβαίνει σε κραυγές διαμαρτυρίας. Μια Κυριακίτσα το πρωί κι ένα Σαββάτο βράδυ πάνε μπουχτσιάδες στη χαρά, πάνε για να γλεντήσουν κι αφήν’ τη Βάγγιω μοναχή, χωρίς κάναν κοντά της. Κι αυτός ο Τσούλιας το σκυλί, σκυλί παραδομένο απ’ τα μαλλιά την άρπαξε και στο ντουρί τη βάζει. Άσε με Τσούλια απ’ τα μαλλιά και πιάσε με απ’ το χέρι.29 Ο δεινός ιππέας Τσούλιας φαίνεται ορκισμένος “σκυλί παραδομένο„ να πετύχει με κάθε τρόπο την «αρπαγή» προφανώς της αγαπημένης του˙ γι’ αυτό ενεργεί με την τακτική και την πονηριά του υπολογιστικού ποιμενικού σκύλου, ο οποίος δρα την πιο καίρια στιγμή προκειμένου να τελεσφορήσει το εγχείρημά του. Οι ευφυείς ποιμενικοί κατά την καταδίωξη των λύκων αποφεύγουν τα γαβγίσματα για να μην προδίδουν τη θέση τους στον αντίπαλο, αλλά επιτίθενται αστραπιαία αιφνιδιάζοντας τα αγρίμια. Περιστατικό από τη ζωή των Σαρακατσιαναίων, οι οποίοι κατά τις περιπλανήσεις τους με τα κοπάδια και τα προβατόσκυλά τους βρέθηκαν στη Βουλγαρία, έχει ως θέμα του το τραγούδι που ακολουθεί. Από την τρίτη χιλιετία π.Χ. μέχρι τα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αι, οι Σαρακατσιαναίοι από τα βουνά της Ηπείρου κινούνταν προς διάφορες κατευθύνσεις προς την Αδριατική θάλασσα, το Ιόνιο, το Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο, γεμίζοντας με τα κοπάδια τους τα λιβάδια της Μακεδονίας και της Θράκης, της Θεσσαλίας και της Σερβίας φτάνοντας ως την Αττική, την Εύβοια και την Πελοπόννησο. Προς βορράν οι Σαρακατσιαναίοι έφταναν μέχρι το βόρειο σύνορο του ελληνισμού, τη νοητή γραμμή που αρχίζει από τη Σκόδρα, προχωρεί νότια από το Σκάδρο, τον Όρβηλο και τον Αίμο και φτάνει μέχρι τις ακτές του Ευξείνου Πόντου.30 Δυό παιδιά κλεφτόπουλα παν να κλέψουν πρόβατα στα βουργαροκόπαδα. Τα σκυλιά τους ’πείκασαν και οι Βουργάροι τσ’ έπιασαν 29. Στίχοι παραδοσιακών ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, αριθμός τραγουδιού 874, σελ. 533 30. Βακαλοπούλου Αποστόλου Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Τ.Β., έκδοση β’, Θεσ/νίκη 1976, σελ. 431-432 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


38

Νίκος Β. Καρατζένης

τσ’ έπιασαν και τσ’ έδεσαν στα Βιτώλια τσ’ έστειλαν όλη τη μέρα στη δουλειά όλη τη νύχτα στα σκιντζιά.31 Σε αντίθεση με το λύκο, ο οποίος υστερεί σε ανιχνευτική ικανότητα, ο ελληνικός ποιμενικός, αν τον ευνοούν οι καιρικές συνθήκες, είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται την παρουσία του εισβολέα και να διακρίνει το είδος του από τη χαρακτηριστική οσμή, που εκπέμπει το σώμα του από απόσταση 500-1000 μέτρων και με το ανάλογο κατά περίσταση γάβγισμα να ειδοποιεί το βοσκό του κοπαδιού. Στην ικανότητα αυτή των τζομπανόσκυλων, που αποβαίνει σωτήρια για τα αιγοπρόβατα, εστιάζει ο δημιουργός της προηγούμενης σύνθεσης. Οι άγρυπνοι ποιμενικοί «βάρισαν», δηλαδή οσμίστηκαν από μακριά τα κλεφτόπουλα, έδωσαν έγκαιρα το μήνυμα στους βοσκούς, οι οποίοι σε συνεργασία μαζί τους συνέλαβαν τους επίδοξους κλέφτες και τους οδήγησαν σε τόπο εξορίας, στα Βιτώλια των Σκοπίων. Η παράτολμη ενέργεια έφιππης λυγερής, η οποία παρομοιάζεται με τη ριψοκίνδυνη σκύλα, υμνείται στην ακόλουθη παραλογή. Ποιος είδε ήλιο την αυγή κι άστρι το μεσημέρι; Εγώ είδα ήλιο την αυγή κι άστρι το μεσημέρι κι είδα και κόρην όμορφην στ’ άλογο καβαλλάρη και να ρωτά και τσι βοσκούς που διάγουνε περδίκια. «Θωρείς εκείνη την κορφή, την άλλην την παρέκει, απού ’χει αντάρα στην κορφή και καταχνιά στη μέση; Εκεί αποπίσω διάγουνε λαγούδια και περδίκια.» Δε λέ’ η σκύλα η λυγερή: μακριά ’ναι κι ας γυρίσω, μα λέ’ η σκύλα η λυγερή: κοντά ’ναι και θα φτάξω. Παίζει βιτσιά του μαύρου τση κι εις τα βουν’ ανεβαίνει. Θωρεί τον κάμπο κι έγεμε Σαρακηνούς και Μώρους. Δε λέ’ η σκύλα η άνομη: πολλ’ είναι κι ας γυρίσω, μα λέ’ η σκύλα η άνομη: λίγ(οι) είναι κι ας κατέβω.32 (συλλογή Γιανναράκη) Ο δημιουργός του τραγουδιού, για να αποδώσει την αυτοπεποίθηση και το

31. Τζιάτζιου Ευαγ. Σ., Τραγούδια των Σαρακατσαναίων, σελ. 4 32. Περάνθη Μιχ., Ανθολογία νεοελληνικής ποιήσεως, εκδ. Ι. Χιωττέλη, τόμος ΣΤ, σελ. 415 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

39

θάρρος της λυγερής, η οποία αναλαμβάνει κρίσιμη αποστολή, δανείζεται την αξιοσύνη και την πείσμονα αφοσίωση στο κοπάδι του θηλυκού τζομπανόσκυλου, το οποίο αψηφά τους ορατούς κινδύνους προκειμένου να ανταποκριθεί επάξια στο ρόλο του. Η λυγερή αποκαλείται «σκύλα άνομη» δύο φορές, διότι με τη συμπεριφορά της λειτουργεί πέρα από το νόμο, ανατρέπει δηλαδή τα καθιερωμένα, καθ’ ότι ως γυναίκα υπερβαίνει τη φύση της και αναμετράται μόνη με το πλήθος των Σαρακηνών και Μαύρων πειρατών, φημισμένων για το αξιόμαχο και τις ωμότητές των. Ο παραλληλισμός της «άνομης λυγερής» με την «άνομη σκύλα» είναι απόλυτα επιτυχής, διότι ήταν συνήθη φαινόμενα στα ποιμενικά πράγματα, κάποια θηλυκά τζομπανόσκυλα εμφορούμενα από το μίσος κατά των αγριμιών και διαπνεόμενα από υψηλή αίσθηση καθήκοντος, να ρίχνονται σε άνιση μάχη εναντίον αγέλης λύκων με αποτέλεσμα την εξόντωσή τους από αυτούς. Η αδυσώπητη κοινωνική πραγματικότητα με τους πολύμορφους κινδύνους της υποχρέωνε τους ανθρώπους της υπαίθρου να ανατρέφουν και να εκπαιδεύουν «ζαβά», δηλαδή ανυποχώρητα και επιθετικά τζομπανόσκυλα, διαποτισμένα με αδιάλλακτο μίσος κατά παντός αγνώστου, ο οποίος απειλούσε την ασφάλεια των οικογενειών τους. Τον ζωτικής σημασίας ρόλο τέτοιων ποιμενικών σκύλων αναδεικνύει το τραγούδι. ν’ εδώ στην πέρα γειτονιά, στην παραπέρα ρούγα ν’ εκεί καθέταν νια γριγιά, καθέταν κι’ ένας γέρος, είχαν κι ένα ζαβό σκυλί κι εν άμορφο κορίτσι. Θέ μου, ν’ αρρώσταγε η γριγιά, να πέθαινε κι’ ο γέρος να φαρμακώσω το σκυλί, να πάρω το κορίτσι…!33 Στη σύνθεση αυτή διαπιστώνεται πως ο ερωτευμένος νέος βρίσκεται αντιμέτωπος με την άρνηση των γονέων της όμορφης νέας να συναινέσουν στο γάμο της με τον ίδιο. Ευρισκόμενος δε προ αδιεξόδου, προβαίνει σε απάνθρωπη ευχή- κατάρα για τους υπερήλικες γονείς της. Επιπλέον δηλώνει πως θα εξοντώσει με δηλητήριο τον σκληροτράχηλο ποιμενικό, ο οποίος με το πείσμα του, έχει καταστήσει «άβατον» για τον ίδιο το σπίτι της ποθητής του. Αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι ο νέος διανοείται την έσχατη λύση για τους γονείς της κόρης και για τον φύλακα σκύλο, διότι θεωρεί πως αποτελούν ίσης σημασίας εμπόδιο για την επίτευξη του στόχου του. Άξια λόγου στο τραγούδι είναι η μνεία για το «φαρμάκωμα», την τακτική της θανάτωσης των τζομπανόσκυλων,

33. Παπαναγιώτου Δημ. Χρ., Νεχωρίτικα Τραγούδια, σελ. 205 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


40

Νίκος Β. Καρατζένης

η οποία αποτέλεσε το πλέον ύπουλο και άνανδρο χτύπημα των σκύλων από ασυνείδητους και η οποία αφάνισε και αφανίζει μεγάλο πληθυσμό εξαίρετων ποιμενικών. Στην έκτη θεματική ομάδα εντάσσονται τραγούδια των οποίων το περιεχόμενο αναφέρεται στον ισχυρό δεσμό αφοσίωσης, πίστης και αγάπης, ο οποίος αναπτύσσεται μεταξύ ποιμενικών σκύλων και αιγοπροβάτων, ποιμενικών σκύλων και βοσκών. Στα τραγούδια της ενότητας αυτής ο ελληνικός ποιμενικός εμφανίζεται με καθαρά ανθρώπινες ικανότητες, ιδιότητες και αντιδράσεις˙ συλλαμβάνει δηλαδή και ερμηνεύει καταστάσεις, ως ένας οξυδερκής άνθρωπος, μέλος της ποιμενικής κοινότητας. Μόνο που δεν ομιλεί με τη γλώσσα του ανθρώπου, εκφράζεται όμως με την ίδια ευαισθησία και τρυφερότητα, η οποία χαρακτηρίζει άνθρωπο αισθαντικό. Το πρώτο τραγούδι της κατηγορίας αυτής είναι δημιούργημα της εποχής της ληστοκρατίας, αναφέρεται στα δεινά της ποιμενικής τάξης από τα αποσπάσματα που ρήμαζαν τις στάνες προκειμένου να αποσπάσουν πληροφορίες για τους ληστές και προέρχεται από τον κύκλο των Σαρακατσιάνικων τραγουδιών. Είναι γνωστό ότι την εποχή αυτή το μεγάλο μέρος των Σαρακατσιαναίων νομάδων περιφερόταν στο “τούρκικο„ δηλαδή στην αλύτρωτη Θεσσαλία, στα Άγραφα στην Ήπειρο και επόμενο είναι οι διώκτες των ληστών, δηλαδή τα αποσπάσματα, να ήταν Τούρκοι.34 Τούρκε, το τι μας δέρνεις, το τι μας τυραννάς: εμείς θα μαρτυρήσουμε το πού περνάν οι κλέφτες. Εψές προψές περάσανε στην ιδική μας στάνη. Μας πήραν πέντε πρόβατα, πέντε παλιά κριάρια πήραν τη στερφοκάλεσα με το λαμπρό κουδούνι. Όλα τα πρόβατα βέλαζαν κι όλα παρακαλάνε και τα σκυλλιά ορλιώνται κι ο μπιστικός π’ τα φύλαγε ’από πίσω τους επήρε κοντά παρακαλώντα. Αφήστε τη στερφοκάλεσα με το λαμπρό κουδούνι.35 Η εικόνα που αναδύεται για τον ελληνικό ποιμενικό από τους στίχους του τραγουδιού είναι ότι αυτός συμπάσχει με τα πρόβατα και το βοσκό για την απώλεια των δέκα προβάτων και της «στερφοκάλεσιας». Τα τζομπανόσκυλα, αδύναμα να αποτρέψουν την «κλεψιά», εφόσον οι αριθμητικά υπέρτεροι και 34. Χαλατσά Δημ. Χρ., Ληστρικά τραγούδια, σελ. 233 35. Τζιάτζιου Ευαγ. Σ., Τραγούδια των Σαρακατσαναίων, σελ. 13 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

41

οπλισμένοι ληστές ήταν ακαταμάχητοι, προβαίνουν σε θρηνώδεις ολολυγμούς διότι βλέπουν τα πρόβατα να υποφέρουν από τη συμφορά και το βοσκό να ζητά απεγνωσμένα την επιστροφή της «σημαδιακής» προβατίνας προσφέροντας ως αντάλλαγμα δεκαπέντε πρόβατα. Είναι επίσης πιθανό τα σκυλιά με τις σπαρακτικές κραυγές τους να εκφράζουν αισθήματα ενοχής διότι δεν κατόρθωσαν να υπερασπισθούν αρκούντως το κοπάδι. Διαφωτιστική είναι η παραλλαγή την οποία καταχωρεί ο Νημάς: – Ν-αφήστε αυτήν την κάλισια κι πάρτι δικαπέντι μ’ ασκήμηναν τα πρόβατα, δε θέλουν να βουσκήσουν σωροί,σωροί μαζώνουνταν, δε θέλουν να βουσκήσουν.36 Από τους στίχους αυτούς διαφαίνεται ότι η εν λόγω προβατίνα μετέδιδε την αίσθηση του ωραίου, ασκούσε ρόλο ηγετικό και οδηγούσε το κοπάδι στους προορισμούς του. Η απουσία της έχει επιπτώσεις στη συμπεριφορά των προβάτων, τα οποία αρνούνται να βοσκήσουν εις ένδειξη διαμαρτυρίας και πένθους για το χαμό της. Ο βοσκός, αξιολογώντας τις ικανότητες της «κάλεσιας», τη διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα πρόβατα στολίζοντάς την με το ξεχωριστό κουδούνι, το «λαμπρό», διότι η χαρισματική αυτή προβατίνα, πέραν των άλλων προσόντων της, είχε και ρυθμό στο περπάτημά της, οπότε η μουσική, η οποία παρήγετο από το «λάλημα» του κουδουνιού έθελγε την ολότητα του κοπαδιού, βοσκό, πρόβατα, τζομπανόσκυλα και αποτελούσε συσπειρωτικό πόλο για τα πρόβατα. Η έλλειψή της λοιπόν αποτελεί βαρύτατο πλήγμα για την κοινωνία του κοπαδιού, γεγονός το οποίο έχουν αντιληφθεί οι ευφυείς και ευσυγκίνητοι ποιμενικοί και δια τούτο ορύονται. Στην οδύνη των ελληνικών ποιμενικών από το θάνατο προβάτων του κοπαδιού τους και στη συμπαράστασή τους στο θλιμμένο αφεντικό τους εστιάζει το επόμενο τραγούδι. Αντάριασε μεσ’ στο Σταυρό, στην Κακαρδίτσα βρέχει και στων Νταλάδων το μαντρί, χοντρό χαλάζι πέφτει τα πρόβατα σκαρίσανε για τη Σπηλιά ορμώνουν μα το λουλούδι το πικρό, εκεί τα φαρμακώνει είκοσ(ι) πρατίνες χάθηκαν, οι οχτώ με τα κουδούνια πάει κι η βάκρα η όμορφη κι η κάλεσια η φλωρομύτα… Μαράζωσαν τα πρόβατα, έπαψαν τα κουδούνια και τα σκυλιά του κοπαδιού παρηγοριά δεν έχουν 36. Νημά Θεοδ. Β., Δημοτικά τραγούδια Θεσσαλίας, Β., σελ. 302 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


42

Νίκος Β. Καρατζένης

μοιρολογάει η παρδαλή, λυποκρατεί ο Φλώρος και το κουτάβι το μικρό, σκούζει μαζί με τ’ άλλα ούτε ψωμί μαλάζουνε, ούτε νεράκι θέλουν βλέπουν το Σπύρο σκεφτικό, τον βλέπουν χολιασμένον στα μάτια τον κοιτάζουνε, τον πόνο του διαβάζουν – Αφέντη μην πικραίνεσαι, μη μαραζώνεις άλλο αν χάθηκαν τα πρόβατα, γαλάρες διαλεγμένες είσαι πρατάρης ικανός, στην Πίνδο ξακουσμένος θα φκιάσεις στάνες πρόβατα, κριάρια με κουδούνια.37 Οι ποιμενικοί του εν λόγω ποιήματος συντετριμμένοι αφενός από τον απρόσμενο χαμό σε μία ημέρα τόσων προβάτων, με τα οποία είναι συνυφασμένη η ζωή τους και τα οποία υπεραγαπούν, διαισθανόμενοι αφετέρου τη λύπη των υπολοίπων προβάτων του κοπαδιού και του βοσκού τους, αντιδρούν και λειτουργούν ως άνθρωποι. Η παρδαλή, ενεργώντας σύμφωνα με τη «γυναικεία» φύση της, εξωτερικεύει τον πόνο ξεσπώντας σε θρηνωδίες, ο σοβαρός και αποτραβηγμένος Φλώρος πενθεί με βουρκωμένη αξιοπρέπεια, ενώ το μικρό κουτάβι, παρατηρώντας των ενήλικων σκυλιών τη συμπεριφορά, συμπάσχει μ’ εκείνα. Τα πονόψυχα τζομπανόσκυλα δεν ήταν δυνατό να μένουν απαθή μπροστά στη συμφορά η οποία έπληξε το κοπάδι τους. Συμμεριζόμενα δε τη «χολή» του αφεντικού τους, πέρα από τους ολοφυρμούς, απέχουν συνειδητά από το φαγητό, 37. Καρατζένη Νίκου Β., Αν χάθηκαν τα πρόβατα, αδημοσίευτο ποίημα, 22 Αυγούστου 1970. Για το συμβάν βλ. Καρατζένη Νικ. Β., Οι Νομάδες κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων, σελ. 349 Το θέμα του τραγουδιού αντλείται από περιστατικό το οποίο συνέβη (22-08-1963) στο βοσκότοπο των Πραμάντων Ιωαννίνων «Κάτω Νταλά», ο οποίος ορίζεται από τις κορυφές του Σταυρού (υψ. 2100 μ.) στα δυτικά και Κακαρδίτσας(υψ. 2429 μ.) στα βόρεια. Περί το μέσον του Αυγούστου στα λιβάδια της περιοχής «Καλοχώραφο» και «Σπηλιά», από ένα άγριο κρεμμύδι (μπότσικα) φυτρώνει ένα λουλούδι, το οποίο είναι πολύ πικρό και δηλητηριάζει θανάσιμα τα πρόβατα. Οι βοσκοί επί δεκαπέντε ημέρες, ώσπου να μαραθεί το λουλούδι, αποφεύγουν τη βοσκή των κοπαδιών στα εν λόγω λιβάδια. Το απόγευμα της 22ης Αυγούστου 1963, σφοδρή χαλαζόπτωση έπληξε την περιοχή με συνέπεια το κοπάδι μας, προκειμένου ν’ αποφύγει τη θεομηνία, να κινηθεί προς τα χαμηλώματα (Σπηλιά) χωρίς να το αντιληφθεί ο αδερφός μου, ο Σπύρος, ευρισκόμενος εντός της πετροκάλυβας. Δέκα-οκτώ προβατίνες του κοπαδιού, οι οποίες έφαγαν μεγάλη ποσότητα από το φαρμακερό λουλούδι, την επόμενη μέρα έχασαν τη ζωή τους, γεγονός που βύθισε όλη την οικογένειά μας σε θλίψη και ιδιαίτερα τον γράφοντα, διότι μεταξύ των προβάτων που χάθηκαν, ήταν δύο αγαπημένες του προβατίνες τις οποίες είχε αναθρέψει «με το μπουκάλι», οι οποίες έφεραν κουδούνια και αναφέρονται στο ποίημα με τα ονόματά τους, «βάκρα» και «κάλεσια». Ο «μνησιπήμων» πόνος από τη συμφορά αποτέλεσε το έναυσμα να γραφούν οι στίχοι αυτοί επτά έτη αργότερα(1970) υπό τη μορφή δημώδους άσματος. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

43

τακτική συνηθισμένη των από ευγενικά αισθήματα εμφορούμενων ποιμενικών σκύλων.38 Αποκορύφωμα όμως των αισθημάτων αλληλεγγύης τα οποία αναπτύσσονται μεταξύ ποιμένων και ποιμενικών σκύλων είναι η πρωτοβουλία την οποία παίρνουν τα υπερευαίσθητα τζομπανόσκυλα προκειμένου να βγάλουν από το οδυνηρό αδιέξοδο τον αρχηγό του κοπαδιού, μηνύοντάς του ότι παρά την τραγική απώλεια, οφείλει να μη χάσει το ηθικό του, αλλά «κάνοντας πέτρα την καρδιά» να φροντίσει το κοπάδι του διότι εκεί έγκειται η λύτρωση, στην προσδοκία ενός ευοίωνου μέλλοντος «θα φκιάσεις στάνες πρόβατα», εφόσον τα προσόντα και οι ικανότητες δεν του λείπουν «είναι ικανός» και φημισμένος προβατάρης. Την ανατροπή της ισορροπίας, η οποία επέρχεται στη φερέοικη ποιμενική μονάδα από το θάνατο του τσέλιγκα, τη δράση της συζύγου του και την αντίδραση των τζομπανόσκυλων πραγματεύεται το τραγούδι της «Παναϊούλας». Παίρνει ο Μάρτης δώδεκα κι Απρίλης δεκαπέντε βγήκαν οι βλάχοι στα βουνά, βγήκαν κι οι βλαχοπούλες βγήκαν τα λάϊα πρόβατα με τα λαμπρά κουδούνια του Παναγιώτη για να ρθει δε φάν(η)κε το κοπάδι. Στους κάμπους βόσκαε έρημο στους κάμπους στα τσιαΐρια. Ανάρμεχτα κι ακούρευτα χωρίς κάναν αφέντη κι η Παναϊούλα το ’μαθε πολύ της κακοφάν(η)κε παίρνει σελώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει και παίρνει δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια βρίσκει τα πρόβατα έρημα και τα σκυλιά ουρλιάζουν.39 (Κωσταδήμα Ευθυμία, Ματσούκι Ιωαννίνων) Η υπόθεση του τραγουδιού εκτυλίσσεται την εποχή της ανόδου των νομαδικών κοπαδιών στους θερινούς βοσκοτόπους. Το κοπάδι του τσέλιγκα Παναγιώτη παραμένει στα χειμαδιά εγκατελελειμμένο και αφρόντιστο. Τα επίθετα «έρημο», «ανάρμεχτα», «ακούρευτα», «έρημα» αποδίδουν τη δεινή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα «απροστάτευτα» πλέον ζώα του κοπαδιού, αν ληφθεί υπόψιν ότι κατά τους μήνες Απρίλιο-Μάιο τα νομαδικά πρόβατα βρίσκονταν στην πιο γαλακταφόρο περίοδο, οπότε το άρμεγμα αποτελούσε ανακούφιση γι’ αυτά. Επιπλέον από τα πρόβατα του εν λόγω ποιμένα δεν έχει αφαιρεθεί το μαλλί με το κούρεμα, ώστε να λυτρωθούν από τη δυσφορία, την οποία προκα38. Καρατζένη Νίκου Β., Μια βραδιά με λύκους, εκδόσεις Φίλων Ελληνικού ποιμενικού, Πρέβεζα 2005, σελ. 29 39. Καλούσιου Δημητρίου, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Β’ Λαογραφικά, Ματσούκι 1994, σελ. 707 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


44

Νίκος Β. Καρατζένης

λούν οι υψηλές θερμοκρασίες στα πεδινά βοσκοτόπια τέτοια εποχή. Οι ελληνικοί ποιμενικοί υπεραγαπούν τα αιγοπρόβατα, αισθάνονται μεγάλη ικανοποίηση όταν αυτά ευτυχούν και το δηλώνουν με το γάβγισμά τους, τις κινήσεις και με το εκφραστικό βλέμμα τους, κυρίως. Όταν τα ζώα δοκιμάζονται, τα σκυλιά είναι βαρύθυμα και μελαγχολικά. Τα τζομπανόσκυλα του τραγουδιού ορύονται ακατάπαυστα και απεγνωσμένα προφανώς για να θρηνήσουν το χαμό του αγαπημένου τους αφεντικού, αφετέρου για να εκφράσουν την αγωνία τους για την τύχη των δεινοπαθούντων προβάτων, εφόσον δε γνωρίζουν με ποιον τρόπο να βοηθήσουν. Παρόμοιο με του προηγούμενου τραγουδιού είναι το θέμα και τούτης της ποιητικής σύνθεσης. Τα γρέκια χορταριάσανε, ρημάξαν τα κονάκια πέθανε ο γεροτσέλιγκας, μας άφησε χρονάκια μείναν τα γίδια μοναχά και τα σκυλιά ουρλιάζουν.40 Στο ολιγόστιχο αυτό τραγούδι ανακλάται η εικόνα της ερήμωσης και της παρακμής του τσελιγκάτου που έχει την αιτία της στο θάνατο του ηγέτη του. Η κατάσταση αυτή συγκλονίζει τα ευαίσθητα τζομπανόσκυλα τα οποία με τα θρηνητικά τους ξεσπάσματα μοιρολογούν τον υπερήλικα ποιμένα με τον οποίο τα συνδέουν δεσμοί συνεργασίας, αμοιβαίας πίστης και αλληλεγγύης. Επιπλέον οι νοήμονες ποιμενικοί ίσως θρηνούν για τα «περασμένα μεγαλεία» του άλλοτε κραταιού τσελιγκάτου και θλίβονται για το δυσοίωνο μέλλον των γιδιών αφού εξέλιπε ο προστάτης τους. Η αρχή η οποία δομεί το ακόλουθο τραγούδι είναι ο αφανισμός από αγέλη λύκων των προβάτων Σαρακατσιάνικης συντροφιάς ύστερα από το φόνο των βοσκών της από Συρρακιώτες ποιμένες. Το πού βελάζουν πρόβατα, το πού λαλούν κουδούνια, το πού γαβγίζουν τα σκυλιά χωρίς κάναν αφέντη – Ν’ ικεί στου Γαλαρόκαμπου, ψηλά στου καραούλι ν’ικεί βιλάζουν πρόβατα χωρίς κάναν αφέντη τους πιστικούς τους βάρισαν, ν’αυτοί (ν) οι Σαρρακιώτες. Μείναν τα πρότα μοναχά κι τα ’φαγαν οι λύκοι. Ν’ η λυκουνιά τα πρόβατα κι τα πουλιά τουν κόσμου.41 40. Νημά Θεοδώρου Β., Δημοτικά Τραγούδια Θεσσαλίας, Β., σελ. 308 41. Γιαννακού Θεοδώρου, Σαρακατσάνικα Τραγούδια, περιοδικό ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ, έτος 18ο, 2001, σελ. 4 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

45

Η δράση του τραγουδιού τοποθετείται στο βοσκότοπο του Συρράκου Ιωαννίνων Γαλαρόκαμπο, ο οποίος φαίνεται πως αποτέλεσε το «μήλον της έριδος» για τους εμπλεκόμενους σε φιλονικία βοσκούς. Οι διενέξεις μεταξύ ποιμένων για συνοριακές διαφορές42 στους τόπους βοσκής των αιγοπροβάτων ήταν συνήθεις στην αγροτοποιμενική ύπαιθρο, ακόμη και εντός των ορίων της ίδιας κοινότητας. Το τραγούδι ιστορεί τη δραματική κατάσταση που επικράτησε στη Σαρακατσιάνικη στάνη και τελικά την αποδιοργάνωσή της μετά το φονικό. Οι ευσυνείδητοι ποιμενικοί οι οποίοι δεν κατόρθωσαν να υπερασπισθούν ούτε τ’ αφεντικά τους, ούτε τα πρόβατα, γαβγίζουν αμήχανοι, περίλυποι και απαρηγόρητοι. Από τα κρατούντα στον ποιμενισμό, η στάση των τζομπανόσκυλων μπορεί να ερμηνευθεί ως ακολούθως. Κατά μία εκδοχή οι ποιμενικοί θεώρησαν ιεροσυλία ν’ αφήσουν αφύλαχτα τα σώματα των αγαπημένων συντρόφων και πιστών συνεργατών τους στον τόπο που έπεσαν νεκροί, αλλά έκριναν ορθό να τα περιφρουρήσουν έως ότου οι οικείοι τους τα περισυλλέξουν για ταφή. Με την επιλογή τους αυτή δεν φρόντισαν να κρατήσουν τα πρόβατα συγκεντρωμένα σ’ ένα χώρο, ώστε να τα προστατέψουν από τ’ αγρίμια και τους ζωοκλέφτες. Είναι συνηθισμένη τακτική πολλών ποιμενικών σκύλων σε ειρηνικούς καιρούς να φρουρούν την κάπα λ.χ. ή τα ποιμενικά σύνεργα(κάδους, δοχεία συλλογής γάλακτος) και δεν εννοούν να τα εγκαταλείψουν, αν δεν λάβουν εντολή από τ’ αφεντικά τους. Κατά δεύτερη προσέγγιση, πριν οι ποιμενικοί του τραγουδιού ανακτήσουν τις ψυχικές τους δυνάμεις από το απροσδόκητο και τραγικό συμβάν, δέχτηκαν και δεύτερο πλήγμα, την επίθεση των λύκων. Κάτω από την αδυσώπητη συγκυρία που κλήθηκαν ν’ αντιμετωπίσουν τα τζομπανόσκυλα, χωρίς τη συνδρομή των αφεντικών τους και υπό το κράτος του πένθους και του φόβου, έχασαν την αυτοπεποίθησή τους, αποσυντονίστηκαν και δεν ήταν πλέον σε θέση να οργανώσουν άμυνα εναντίον των πολυάριθμων λύκων «λυκουνιά» , οι οποίοι επιπίπτοντες στα κοπάδια, πέτυχαν τον διασκορπισμό τους στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να επιτελέσουν με άνεση το έργο της κατασφαγής των απροστάτευτων πλέον προβάτων. Έβδομη τέλος ομάδα συγκροτούν τα τραγούδια που αναφέρονται με απαξιωτικό τρόπο στον ελληνικό ποιμενικό. Η λαϊκή ψυχή, αφορμώμενη από αρνητικές εκδηλώσεις στη συμπεριφορά ορισμένων σκύλων, όχι κατ’ ανάγκη ποιμενικών, οι οποίοι εγκαταλείφθηκαν από τ’ αφεντικά τους χωρίς τροφή και φροντίδα, χαρακτήρισε κατ’ αναλογίαν ανθρώπινες συμπεριφορές με όρους που προσιδιάζουν στην κοινωνία των σκύλων. Πολύπειρος Τζουμερκιώτης βοσκός43 απέδωσε 42. Παπακώστα Νίκου Χρ., ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ, Αθήνα 1967, σελ. 303-305 43. Μαρτυρία Καψάλα Δημ. Νικ., κτηνοτρόφου εκ Μελισσουργών Άρτας, έτος γεν.1929, 17-03-2000. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


46

Νίκος Β. Καρατζένης

τις παρεκτροπές πολλών ποιμενικών από την κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά στην ανεύθυνη ή λανθασμένη ανατροφή-διαπαιδαγώγησή ή στο ανύπαρκτο ενδιαφέρον των κατόχων για τα τζομπανόσκυλά τους, επικαλούμενος τη λαϊκή αποφθεγματική φράση: «το σκυλί σου και το παιδί σου, όπως το μάθεις». Το πρώτο δείγμα της κατηγορίας αυτής έχει ως θέμα του την αδερφική αγάπη και ανήκει στα Σαρακατσιάνικα τραγούδια της ξενιτιάς. Ποια σκύλα μάνα το’ λιγι τ’ αδέρφια δεν πουνιόντι; τ’ αδέρφια σκίζουν ταΐ βουνά κι οι αδιρφές τούς κάμπους κι η μάνα πόχει τουν καημό κι τουν πουλύ τουν πόνου κι αυτήνη σκει τα πέλαγα ώσπου να τ’ ανταμώσει. Έστειλι κι τ’ αντάμουσι σ’ ένα καλό τραπέζι. Χρυσά μαντίλια τ’ς έδουκι τα δάκρυα να σφουγγίσουν. Κι ένας στουν άλλουν έλιγι κι ένας στουν άλλουν λέει – Του πώς πουρεύεις αδιρφέ αυτού μακριά στα ξένα; – Φάτι κι πιείτι, ουρέ πιδιά, κι πίσου μη θυμάστε.44 Ο λαϊκός δημιουργός αποκαλεί τη μάνα επιτιμητικά «σκύλα», δηλαδή σκληρή και κακόβουλη διότι αμφισβητεί την αδελφική αγάπη, ισχυριζόμενη ότι έχουν εκλείψει τα αισθήματα αγάπης και αλληλεγγύης μεταξύ αδελφών: «τ’ αδέρφια δεν πουνιόντι». Οι στίχοι του τραγουδιού πηγάζουν από την αμείλικτη πραγματικότητα η οποία υποχρέωνε τ’ αδέλφια να ξενιτεύονται προς αναζήτηση εργασίας. Όταν όμως παρίστατο ανάγκη αυτά παρέκαμπταν τα εμπόδια προκειμένου να συνευρεθούν σε λύπη ή χαρά. Η προσφώνηση «σκύλα» ήταν πολύ συνηθισμένη στους Σαρακατσιαναίους και στους ποιμένες των Τζουμέρκων. Στην πρόθεση αυτού που τη χρησιμοποιούσε ήταν η επίπληξη εκείνου που με τη συμπεριφορά του στενοχωρούσε κάποιον άλλο, η εκδήλωση της αντίθεσής του προς την επιδεικνυόμενη σκληρή συμπεριφορά του, η εκτόξευση κάποιας απειλής εναντίον του και η έμμεση υπόδειξη να επιδείξει σωστή συμπεριφορά δεν ήταν ύβρις, αλλά μια άχαρη επιτιμητική προσφώνηση από τις πολλές που χρησιμοποιούσαν οι Σαρακατσιάνοι.45 Τη σχεδιαζόμενη παιδοκτονία από άγαμη μητέρα υπό την πίεση της κοινής γνώμης έχει ως θεματικό πυρήνα το τραγούδι.

44. Γόγολου Θεοδώρου- Γιαννακού Θεοδ., Σαρακατσάνικα Τραγούδια της Ηπείρου, Αθήνα 1983, σελ. 170-171 45. Κατσαρού Νίκου Ηλ., Αρχαιοελληνικές ρίζες του Σαρακατσιάνικου λόγου, Β’, Αθήνα 2004, σελ. 48-49 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

47

Γαριφαλιά ξεκίνησε να πάη για να θερίση. Φκιάνει χεριές σαν πρόβατα, δεμάτια σαν κριάρια… Και στο δρεπάν’ ακούμπησε κι η μάνα της της λέει: Γαρέφω μ’, γιατί στάθηκες και δάκρυσαν τα μάτια σ’; Μην η καρδούλα σ’ σε πονεί κι η μέση μη σε σφάζει; Ουδ’ η καρδούλα μ’ με πονεί, ουδ’ η μέση με σφάζει. Ήρθε νη γιώρα του παιδιού, η γιώρα για να γένη… – Γαρέφω, πού’ βρες το παιδί, αφού ναντρά δεν έχεις; – Μάνα, ο Θεός μου το ’δωκε και άντρα ας μην έχω. Γαρέφω κάνει το παιδί κα πάει να το πετάξη. Πέρδικα την αντίκρυσε, στέκει και τη ρωτάει. – Μαρή σκύλα Γαριφαλιά, μαρή σκύλα Γαρέφω, εσύ το μοναχό παιδί, πώς πας να το πετάξεις; Εγώ έχω δεκοχτώ πουλιά και λέω πώς να’ χ’ ακόμα…46 Η νεαρή μητέρα, η οποία είναι ψυχολογικά έτοιμη να απαλλαγεί από τον καρπό της εξώγαμης συνεύρεσης, αποκαλείται από την πέρδικα «σκύλα», δηλαδή αδίστακτη, σκληρή και απάνθρωπη, αφού είναι αποφασισμένη να διαπράξει εγκληματική ενέργεια εις βάρος απροστάτευτου βρέφους το οποίο χρήζει τρυφερότητας, στοργής και φροντίδας. Ο ανώνυμος του τραγουδιού δανείζεται στοιχεία από τη συμπεριφορά του θηλυκού ποιμενικού σκύλου, το οποίο εκδηλώνει πρωτόγονη αγριότητα και ανυποχώρητη επιθετικότητα εναντίον του λύκου που απειλεί το κοπάδι. Κατά τους βοσκούς ορισμένες σκύλες ρίχνονταν με παράφορη μανία πάνω στ’ αγρίμια, ώστε να πυροδοτούν το πάθος και των αρσενικών τζομπανόσκυλων για την καταδίωξη ή τη συμπλοκή τους με τους λύκους. Η νεαρή Γαριφαλιά δεν θα επιθυμούσε να εξοντώσει το νεογέννητο διότι κάνει προσπάθεια να το νομιμοποιήσει αποδίδοντας σε θεϊκή βούληση τη γέννησή του, «μάνα ο Θεός μου το ’δωκε». Όμως η κοινωνική αποδοκιμασία και ο διασυρμός της ίδιας και του «νόθου» παιδιού της την οδηγούν στην αποτρόπαια πράξη: «η εντροπή της κόρης- μητέρας σκοτώνει το αγιώτερον ανθρώπινον αίσθημα, την μητρικήν στοργήν».47 Ο αντίκτυπος από την εξώγαμη τεκνοποιία εκτείνεται σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο. Στην απάντηση της κόρης προς την πέρδικα είναι εμφανής ο φόβος και η αγωνία για το μέλλον της ως άγαμης μητέρας στα ασφυκτικά πλαίσια της αγροτοποιμενικής κοινότητας. 46. Παπαναγιώτου Δημ. Χρ., Νεχωρίτικα Τραγούδια, σελ.78 47. Τριανταφυλλόπουλου Κ., Η γυνή και το δίκαιον, εφημ. Πολιτεία, φ.1411, 21-11-1921, σελ.3 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


48

Νίκος Β. Καρατζένης

Εγώ ’χω δώδεκα παιδιά, κανένα δε σκοτώνω Και συ έχεις ένα μοναχό και δε θα το φυλάξεις; Αν έχεις δώδεκα πουλιά, τάχεις με την τιμή σου κ’ εγώ έχω ένα μοναχό, μον’ τόχω δίχως άντρα.48 Η εκτέλεση του εγκλήματος αποτρέπεται με την αλληγορική παρέμβαση μιας πέρδικας, η οποία προσωποποιείται και μιλά ανθρώπινα. Είναι η φωνή της λαϊκής συνείδησης, η οποία κακίζει την παιδοκτόνο ενέργεια ή σκέψη της μητέρας.49 Την καταδίκη της φιλοφρόνησης και της λανθάνουσας ερωτικής έλξης αρραβωνιασμένης κόρης προς τον ανώτατο άρχοντα του τόπου έχει ως θέμα της η Ροδιακή παραλογή. Μια κόρη αθούς αμάδευγε και ρόδα εκορφολόα και της καρδιάς της τα κρυφά στον κόρφο της τα λέει. Κι ο βασιλιάς επέρασεν, εις το κυνήγι πάει ζευγάρι ρόδα της ζητά και τέσσερα του δίνει κι εκείνος εντροπιάστηκεν, δίνει της δαχτυλίδι. Η μάνα της εβίγλιζεν από το παραθύρι. – Μωρή σκύλα, μωρή άνομη, μωρή γεβεντισμένη, μωρή και δεν αντράπηκες να πάρεις δαχτυλίδι οπού ’χεις δώδεκα αδερφούς και δεκαφτά ξαδέρφια κι έχεις κι αρραβωνιαστικό και λείπει σε ταξίδι; Ένοια σου, να ρτουν, να το πω, να δεις τι α σε κάμουν.50 Η κόρη αποκαλείται από τη μάνα της «σκύλα», παράνομη και ατιμασμένη διότι με την αποδοχή του δαχτυλιδιού που της προσφέρει ξένος άντρας, αρραβωνιασμένη ούσα, διαπράττει επονείδιστη πράξη κατά του γάμου προσβάλλουσα με την πρόθεση απιστίας τον μέλλοντα σύζυγό της. Συγχρόνως δε ευτελίζει την υπόληψη της οικογένειάς της και την τιμή των μελών του συγγενικού της κύκλου: «οπού ’χεις δώδεκα αδερφούς και δεκαφτά ξαδέρφια».Ο συμβολισμός του δαχτυλιδιού είναι σαφής. Το δαχτυλίδι πιστοποιεί την αμοιβαία υπόσχεση γάμου. Ο χαρακτηρισμός της κόρης ως σκύλας έχει απαξιωτική σημασία διότι 48. Αραβαντινού Παν., Συλλογή δημωδών ασμάτων της Ηπείρου, Αθήνα 1880, σελ.182, αριθμός τραγουδιού 281 49. Γκιόλια Μάρκου Α., Παραδοσιακό δίκαιο και οικονομία του τσελιγκάτου, Σελ. 305 50. Θέρου Άγι., Τα τραγούδια των Ελλήνων, έκδοση Αετός, Αθήνα 1952, σελ. 318 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

49

παραπέμπει στην ερωτική συμπεριφορά των θηλυκών σκυλιών, τα οποία ζευγαρώνουν «ανερυθρίαστα» με διαφορετικούς επιβήτορες. Παρόμοια αποδοκιμασία και αυστηρό κοινωνικό έλεγχο υφίσταται και η παντρεμένη γυναίκα, η οποία τολμά να συνάψει εξωσυζυγική σχέση. Η γυναίκα αυτή δε βρίσκει κατανόηση ούτε στη μάνα της, η οποία ασκεί ρόλο ανηλεούς κατηγόρου. Σε ορισμένες δε πατριαρχικές ομάδες η διαπόμπευση των άπιστων εραστών έπαιρνε διαστάσεις δημοσίου θεάματος.51 Δε με λυπάσαι μάνα, οπού μ’ εγέννησες με βάσανα, με πόνους μ’ εκοιλιοπόνεσες; Δεν σε λυπάμαι σκύλα, γιατί μ’ απάτησες τ’ αντρός σου το στεφάνι, το τσαλαπάτησες.52 Η «παραστρατημένη» του τραγουδιού υβρίζεται σκαιώς από την ίδια της τη μάνα, η οποία αισθάνεται ότι υπέστη βαρύτατο πλήγμα η ηθική, θρησκευτική και κοινωνική υπόσταση της ίδιας και της οικογένειάς της από της κόρης της την παρανομία, η οποία με την απιστία της αποδιοργανώνει την οικογένεια ως θεμελιακό κοινωνικό ιστό. Ο λαϊκός ποιητής, υποκινημένος από ερωτικές συνευρέσεις ποιμενικών και άλλης κατηγορίας σκύλων, χρησιμοποιεί με υποτιμητική φόρτιση τη λέξη «σκύλα», για να στιγματίσει την ηθική παρεκτροπή της παντρεμένης κόρης, η οποία με την ερωτική της συμπεριφορά υπερβαίνει τις απαγορεύσεις που διέπουν το γάμο ως θεσμό του πολιτισμού. Η χρήση της λέξης σκύλα με υποτιμητικό περιέχομενο απαντάται και στον Όμηρο. Ο Οδυσσέας, απευθυνόμενος στην υπηρέτρια της Πηνελόπης «Μελανθώ» η οποία ερωτοτροπεί προκλητικά με κάποιον μνηστήρα, την αποκαλεί σκύλα για την απρεπή συμπεριφορά και το θράσος της. Θα πάω στον Τηλέμαχο, σκύλα, να πω τι λέγεις, για να σε πιάσει αυτός γερά, κομμάτια να σε κάνει.53 Η παραλογή τέλος, που ακολουθεί, εστιάζει στους θανάσιμους κινδύνους που διέτρεχε από τις ληστρικές ομάδες το καραβάνι, το σπουδαιότερο μεταφορικό και επικοινωνιακό μέσο στην προβιομηχανική εποχή. 51. Πολίτη Νίκου Γ., Υβριστικά σχήματα. Λαογραφία 4, 1913, σελ. 621-627, 634-637, 653 52. Κέντρον ερεύνης ελληνικής Λαογραφίας Ακαδημίας Αθηνών, χειρόγραφο 1161 Λ, σελ. 67, 8 (Μαρία Λιουδάκη), Κρήτη 1938 53. Ομήρου Οδύσσεια, σ ραψωδία, στίχοι 337-339 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


50

Νίκος Β. Καρατζένης

Πραματευτής κατέβαινεν από τα κορφοβούνια, σέρνει μουλάρια δώδεκα και μούλες δεκαπέντε και κλέφτες τον απάντησαν καταμεσίς του δρόμου, κι έπιασαν τα μουλάρια του, για να τα ξεφορτώσουν, να διούν, μην έχει σιρμαγιά κρυμένη στα σακκιά του. Κι αυτός τους παρακάλεσε να μην τα ξεφορτώσουν: – Αχ! Μην τα ξεφορτώνετε τα έρημα μουλάρια, τι σάπηκαν τα στήθια μου, φορτώντας, ξεφορτώντας, κι ο καπετάνιος θύμωσε, στέκεται και του λέγει: – Ιδές του σκύλου τον υιόν, της κούρβας το κοπέλι! Δεν κλαίει τη ζωίτσα του, μον’ κλαίει τα μουλάρια – Πού είστε παλικαράκια μου; Φωνάζει ο καπετάνιος βαρείτε τον μια μαχαιριά, στον τόπο ν’ απομείνει.54 Ο καπετάνιος εκτοξεύει άκρως ατιμωτική φράση προς τον αγωγιάτη- πραματευτή ονομάζοντάς τον «γυιό του σκύλου και της ιερόδουλης», επειδή εκείνος προέβαλε το «αφελές» επιχείρημα, την καταπόνησή του δηλαδή από το «φόρτωσε-ξεφόρτωσε» των εμπορευμάτων δύο φορές την ημέρα στους σταθμούς των καραβανιών και δεν αξιολογεί την κρισιμότητα της συγκυρίας, αψηφώντας τον κίνδυνο για τη ζωή του. Ο επηρμένος από την αίσθηση του ισχυρού καπετάνιος εκλαμβάνει την παράκληση του εξουθενωμένου καρβανάρου προς τους ληστές «να μην ξεφορτώσουν τα μουλάρια» ως απαίτηση και συνεπώς ως προσβολή κατά τους κύρους του, γι’ αυτό εξαπολύει εναντίον του βαρύτατη «ύβριν», η οποία βέβαια κατά τραγική ειρωνεία επιστρέφει στον ίδιο, εφόσον η πλοκή του τραγουδιού αποκαλύπτει ότι ο καπετάνιος και ο αγωγιάτης είναι αδέρφια. Ο αρχηγός των ληστών επιδιώκει να πλήξει την ηθική-κοινωνική υπόσταση του καρβανάρου, προσάπτοντάς του τη μομφή του γυιού του σκύλου και της γυναίκας ελευθέρων ηθών, αφού τα παιδιά που προέρχονται από γονείς με πολλούς ερωτικούς συντρόφους θεωρούνται αμφιβόλου πατρότητας και στα πλαίσια της παραδοσιακής κοινωνίας, της περιχαρακωμένης στη μονογαμία, τα παιδιά αυτά είναι καταδικασμένα σε κοινωνική ανυποληψία. Συνοψίζοντας, ο ελληνικός ποιμενικός στα δημώδη άσματα εμφανίζεται με την κοινωνική του διάσταση. Αν εξαιρεθούν οι απαξιωτικές αποτυπώσεις εις βάρος του σε ορισμένα τραγούδια, στο σύνολο αυτών η εικόνα του είναι θετική. Υπηρέτησε με ανυστεροβουλία τον άνθρωπο ως σύντροφο και συνεργάτη 54. Θέρου Άγι., Τα Τραγούδια των Ελλήνων, σελ. 304 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

51

του, χάρηκε στις χαρές και πόνεσε στις λύπες του, λάτρεψε τα αιγοπρόβατα και αφοσιώθηκε στη φύλαξή τους, αντιπαρατάθηκε σε οπλοφόρους ληστές και συνεπλάκη με τ’ αγρίμια, αύξησε τη φήμη της στάνης και το κύρος του τσέλιγκα, υπήρξε σύμβολο της ομορφιάς, της αξιοπρέπειας, της αλληλεγγύης και της αυτοθυσίας. Εν κατακλείδι άσκησε πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ όλες τις εκφάνσεις του αγροτοποιμενικού βίου.

* Ο Νίκος Β. Καρατζένης είναι Φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


52

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης*

Το παν ηγ ύρι το υ Δ ε καπ ε ν ταύγ ο υ σ το υ σ το Αθ αμάν ι ο 1

Π

ριν αναφερθούμε στο πώς γινόταν παλαιότερα το πατροπαράδοτο πανηγύρι της Παναγίας το Δεκαπενταύγουστο στο Αθαμάνιο και στο πώς γίνεται σήμερα, θεωρούμε απαραίτητο να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή στις γιορτές και τα πανηγύρια. Από την εποχή που ο άνθρωπος εγκατέλειψε τα δάση και τις σπηλιές και άρχισε να ζει κοινωνικά, του δημιουργήθηκε η επιθυμία να διασκεδάζει. Για το λόγο αυτό προσπάθησε να βρει τρόπους και μέσα για να ικανοποιήσει την επιθυμία του. Έτσι, σιγά-σιγά, άφηνε κατά μέρος τις καθημερινές του φροντίδες και ερχόταν σε στενότερη επικοινωνία με τους συνανθρώπους του. Η τακτική αυτή επικοινωνία είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διάφορων γιορτών, κυρίως θρησκευτικών, πανηγύρεων, μουσικών και γυμνικών αγώνων, θεατρικών παραστάσεων κλπ. κατά τα προχριστιανικά χρόνια. Στους αγώνες αυτούς απαγγέλλονταν πανηγυρικοί λόγοι και λύνονταν ορισμένα πολιτικά ζητήματα. Στις εκδηλώσεις αυτές οι άνθρωποι διασκέδαζαν τρώγοντας, πίνοντας και χορεύοντας. Ο Όμηρος, στη ραψωδία Σ της Ιλιάδας στιχ. 593 εξ., μας περιγράφει με λεπτομερή τρόπο τον κυκλικό χορό, ο οποίος συναντάται κατά την Κλασική, την Αλεξανδρινή, τη Βυζαντινή εποχή, ακόμα και σήμερα. Για τον κυκλικό χορό μάς μιλά και ο Αριστοφάνης στις Θεσμοφοριάζουσες, στους στίχους 453-455. Στους κυκλικούς χορούς υπάγεται και ο συρτός, το όνομα του οποίου μνημονεύεται σε επιγραφή των χρόνων του Καλιγούλα (37-41 μ.Χ.),που βρέθηκε στο ιερό του Απόλλωνα στη Βοιωτία και αναφέρεται σε κάποιον Επαμεινώνδα «την των συρτών πάτριον όρχησιν θεοσεβώς επετέλεσε2». Κάποια από τα προχριστιανικά αυτά μέσα διασκέδασης διατηρήθηκαν και κατά τα μεταχριστιανικά χρόνια. Άλλα, όπως το θέατρο, ο χορός και άλλες δραστηριότητες, απαγορεύτηκαν από τη χριστιανική εκκλησία, επειδή συνδέονταν με την εθνική (ειδωλολατρική) λατρεία. Το χορό όμως δεν κατόρθωσε να τον σταματήσει η εκκλησία από τις διάφορες εκδηλώσεις και ας είχε καταδικαστεί από εκκλησιαστικές συνόδους (την εν Τρούλλω με τον ΞΒ΄ κανόνα της, την εν Καρθαγένη με τον Ξ΄ κανόνα, ο οποίος έλεγε: «Ψέλλων τας ορχήσεις τας 1. Οι πληροφορίες για το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου στο Αθαμάνιο προέρχονται από βιβλία Τζουμερκιωτών συγγραφέων, από προσωπικές εμπειρίες και, κυρίως, από τη μαρτυρία του ενενηντατετράχρονου ιερέα Δημητρίου Τσίπρα. 2. Κων/νος Σάθας, Δοκίμιον περί του θεάτρου και της μουσικής των Βυζαντινών, χ.χ . Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το π α ν η γ ύ ρ ι τ ο υ Δ ε κ α π ε ν τ α ύ γ ο υ σ τ ο υ σ τ ο Α θ α μ ά ν ι ο

53

μυσαράς τας γινομένας κατά τας μνήμας των μαρτύρων»). Αλλά και ο Μέγας Βασίλειος εξέφραζε τον αποτροπιασμό και την περιφρόνησή του για τις γυναίκες οι οποίες «εν τοις μαρτυρίοις χορούς συστησάμενοι εργαστήριον της οικίας ασχημίας τους ηγιασμένους τόπους πεποίηνται». Οι χοροί εξακολουθούσαν να χορεύονται με την ευκαιρία θρησκευτικής γιορτής που γίνονταν γύρω από το ναό ορισμένου Αγίου με τη συνοδεία τραγουδιών. Το σημερινό πανηγύρι είναι απόγονος των θρησκευτικών εκδηλώσεων της βυζαντινής εποχής. Γνώρισε μεγάλη ακμή κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, κατά την οποία μετέβαλε τον εορτασμό σε πανηγυρισμό. Και αυτό, γιατί δεν υπήρχαν κινηματογράφοι ή άλλα σημαντικά θεάματα, ούτε επέτρεπαν οι κατακτητές επίσημες συγκεντρώσεις ή θεατρικές παραστάσεις. Στις θρησκευτικές αυτές συγκεντρώσεις οι υπόδουλοι Έλληνες κατόρθωναν να περνούν τα μηνύματά τους για την απόκτηση της ελευθερίας τους. Οι πρόγονοί μας γιόρταζαν κατά τις Δεσποτικές και Θεομητορικές γιορτές και τις επετείους των Αγίων. Όλοι οι άνθρωποι πανηγύριζαν τις μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης και ιδιαίτερα το Πάσχα, το οποίο ταυτίζεται με την αναγέννηση της φύσης και εκπροσωπεί και τη θρησκευτική μας αναγέννηση. Πανηγύρια στο χωριό είχαμε πολλά. Εκτός από αυτά που γίνονταν στους ενοριακούς ναούς της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Άνω Αθαμάνιο, της Αγίας Παρασκευής στο Παλαιοχώρι, της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στη Σκαλούλα, του Αγίου Χαραλάμπους και του Αγίου Γεωργίου στο Κάτω Αθαμάνιο, γίνονταν και σε όλα τα εξωκλήσια (Αγία Κυριακή, Αϊ-Λιας, Αϊ- Γιάννης, Αγία Τριάδα, Άγιος Κωνσταντίνος κλπ.). Σήμερα εξακολουθούν να γίνονται σε όλους τους ενοριακούς ναούς και στην Αγία Κυριακή, όχι όμως στο χώρο γύρω από το ναό, αλλά σε κάποιο κοντινό μαγαζί . Στον Άγιο Χαράλαμπο και στον Άγιο Γεώργιο Κάτω Αθαμανίου γίνονται και το καλοκαίρι, λίγο πριν από το Δεκαπενταύγουστο, από τους πολιτιστικούς συλλόγους των συνοικισμών αυτών. Το μεγαλύτερο και ένα από τα καλύτερα των Ανατολικών Τζουμέρκων όμως ήταν και εξακολουθεί να είναι αυτό της Παναγίας, το Δεκαπενταύγουστο. Ήταν και είναι το πιο σημαντικό γεγονός της χρονιάς. Έχει βαθιά παράδοση. Ο παπάΔημήτρης θυμάται να γίνεται από το 1928. Τα παλιότερα χρόνια ήταν μια ανάσα ζωής στη σκληρή και μονότονη βιοπάλη. Το πανηγύρι γινόταν και στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ο Κώστας Στασινός, στο βιβλίο του «Επιστροφή στην αθωότητα», αναφέρει ότι τον πρώτο κατοχικό Δεκαπενταύγουστο, το 1941, οι Αθαμανιώτες μαζεύτηκαν στην πλατεία, αλλά μετά την Θεία Λειτουργία, σκυθρωποί και Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


54

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

μουδιασμένοι έφυγαν, επειδή κανένας δεν είχε όρεξη για τραγούδι και χορό. Το 1946, η πλατεία γέμισε από κόσμο και το πανηγύρι άρχισε με τρεις κομπανίες όργανα. Οι άνθρωποι ήθελαν να γλεντήσουν μετά τα όσα τράβηξαν απ’ τους Γερμανούς. Όμως το πολιτικό παραταξιακό μίσος δεν τους άφησε να γλεντήσουν. Ένας Εδεσίτης, ονόματι Βαγγέλης, χτύπησε με τη γκλίτσα του τον Ελασίτη Μητσογιώργο απ’ τη Σκαλούλα. Πιάστηκαν στα χέρια, μέχρι και όπλα βγήκαν και το πανηγύρι χάλασε. Τέτοιες μικροπαρεξηγήσεις δημιουργούνταν και άλλα χρόνια, για διάφορους, ασήμαντους, κυρίως, λόγους. Σταματούσαν όμως πάντοτε με την παρέμβαση των ψυχραιμότερων. Τη χρονιά του ’50, ο κόσμος συμμετείχε μαζικά και πάλι στο πανηγύρι. Ήρθαν στο χωριό και από τότε εξακολουθούν να έρχονται μέχρι και σήμερα, έστω και για λίγες ημέρες, οι ξενιτεμένοι συγχωριανοί από την Αθήνα, τα άλλα αστικά κέντρα της Ελλάδας, την Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Γερμανία κλπ. Όπως αναφέρουν οι γεροντότεροι, από την ώρα που ο φόβος του πολέμου έπαψε να υπάρχει, «κάηκε το πελεκούδι» από το γλέντι και το χορό. Παρά τη φτώχια τους, τα τραγούδια και ο χορός βάσταξαν δυο-τρία μερόνυχτα. Κι εκεί στο γλυκοχάραμα της τελευταίας βραδιάς, κάμποσοι γλεντζέδες, με τη συνοδεία των οργάνων, πήγαν τραγουδώντας και χορεύοντας μέχρι τη θέση Σταυρός, κάτω από το νεκροταφείο. Αυτό γίνονταν και άλλες χρονιές, όταν οι χορευτές έρχονταν στο μεράκι. «Μέχρι αργά το πρωί, όταν ο ήλιος ανέτειλε για τα καλά, χόρευαν στο Σταυρό. Και κανείς δεν ήθελε να σταματήσει ούτε οι χορευτές ούτε εγώ», αναφέρει ο κλαριντζής Σωτήρης Κολιοκώστας σε συνέντευξή του, στο φύλο 112 της εφημερίδας της αδελφότητας Αθαμανιωτών & Κάτω Αθαμανιωτών Άρτας «Αθαμανιώτικος ΠΑΛΜΟΣ». Στο πανηγύρι έρχονταν όλος ο κόσμος από τους συνοικισμούς του χωριού, αλλά και από τα γύρω χωριά. Ήταν η μοναδική ευκαιρία, προπαντός για τους ξένους, να δουν και να διαλέξουν τις νύφες για τα παιδιά (αγόρια). Γινόταν δηλαδή νυφοπάζαρο. Οι συγγενείς και οι φίλοι φιλοξενούνταν από τους δικούς τους ανθρώπους στο χωριό, όσο διαρκούσε το πανηγύρι. Τα μικρά σπίτια, που αποτελούνταν συνήθως από δύο μόνο δωμάτια, κατακλύζονταν από τους μουσαφίρηδες, συγγενείς και φίλους, οι οποίοι κοιμούνταν στρωματσάδα στο πάτωμα ή έξω στην αυλή πάνω σε μάλλινα χοντρόρουχα (τσέργες, δηλαδή φλοκάτες, τραγότσιολα, δηλαδή στρωσίδια φτιαγμένα από μαλλί τράγου και γίδας, κλπ.). Η νοικοκυρά κουβαλούσε νερό με τη βαρέλα από τη Γραμμένη Πέτρα, τη βρύση του Τσατσούλη ή του Τσαγκαράκη, για να πλυθούν όλοι το πρωί και να πάνε στην εκκλησία. Οι τσοπάνηδες, στο Πινακούλι, άρμεγαν πρωί-πρωί τα πρόβατά τους, έπαιρναν μαζί τους κάποιο μεγάλο σε ηλικία σφαχτό και το Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το π α ν η γ ύ ρ ι τ ο υ Δ ε κ α π ε ν τ α ύ γ ο υ σ τ ο υ σ τ ο Α θ α μ ά ν ι ο

55

τσαλαφούτι, που το ετοίμαζαν από ημέρες πριν, και κατέβαιναν στο χωριό για να πάνε και αυτοί στην εκκλησία και στο πανηγύρι μαζί με τους δικούς τους. Φορούσαν τα πιο καλά τους ρούχα κι αν δεν είχαν κατέβαιναν, από μέρες πριν, στην Άρτα να ψωνίσουν για το πανηγύρι. Παρακολουθούσαν τη Θεία Λειτουργία και τη λιτανεία της εικόνας της Κοίμησης της Θεοτόκου. Την εικόνα την κρατούσε, κατά τη λιτανεία και την προσκύνησή της στη μέση της πλατείας, αυτός ή αυτή που θα έδινε τα περισσότερα χρήματα στη δημοπρασία που έκανε ο ψάλτης μέσα στην εκκλησία, πριν από τη λιτανεία, υλοποιώντας προφανώς κάποιο τάμα. Ο κόσμος τότε νήστευε όλο το δεκαπενθήμερο. Ακόμα και τα μαγαζιά αρνούνταν να σερβίρουν αρτύσιμους μεζέδες. Όργανα το βράδυ της παραμονής της Παναγίας δεν έπαιζαν. Εκεί στο τέλος της δεκαετίας του ’50 άρχισε δειλάδειλά να γίνεται γλέντι και την παραμονή. Το πανηγύρι, μέχρι το 1968 που το χωριό δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα, άρχιζε το μεσημέρι στην πλατεία του χωριού και διαρκούσε, συνήθως, όσο και η ημέρα ή ακόμα και τις πρώτες βραδινές ώρες, με τη βοήθεια των «λουξ», για φωτισμό. Στη μέση περίπου της πλατείας υψώνονταν μια θεόρατη μιλοκοκιά. «Στον ίσκιο της στέκονταν οι γυναίκες και στα καφενεία του Γιάννη Μάλλιου και του Χρήστου Κωσταβασίλη, που υπήρχαν τα πρώτα χρόνια, κάθονταν οι άνδρες και γλεντούσαν τραγουδώντας και χορεύοντας, πίνοντας ούζο χωρίς μεζέ», όπως μας λέει ο παπά-Δημήτρης. Άλλο ποτό δεν υπήρχε τότε. Μετά το 1950 έφτασαν στο χωριό τα οινοπνευματώδη ποτά (μπύρες, κρασιά κλπ.) και τα λικέρ. Κατά τα τέλη της δεκαετίας του σαράντα και ύστερα άνοιξαν και άλλα μαγαζιά γύρω στην πλατεία: το βακούφικο, κάτω από την πλατεία, στο ισόγειο της Κοινότητας και απέναντι από την είσοδο του παλιού του ναού, το καφενείο στο ισόγειο του σπιτιού του Αποστόλη Δημόπουλου, του Λάμπρου Στούμπου, του Χρήστου Αλυμάρα, του Λάμπρου Πανάγου, του Σωτήρη Τριάντου, του Λάμπρου Μπασιούκα, του Δημήτρη Γαλάνη και του Χαράλαμπου Λάκκα. Αυτά σερβίριζαν κυρίως ποτά. Κρέατα έπαιρναν, σε λαδόκολλα, από πρόχειρες ψησταριές που είχαν κατά καιρούς οι: Βαγγέλης Γαλάνης, Λάμπρος Ψωράκης, Θωμάς Μάστορας, Νίκος Πρέντζας, Νίκος Τσατσούλης, Γιώργος Μάλλιος, Λευτέρης Στασινός κ.ά. ή έφερναν από το σπίτι τους. Οι πρώτες κομπανίες οργανοπαιχτών ήταν ντόπιες και αποτελούνταν από τους: Λάμπρο Πρέντζα, που έπαιζε κλαρίνο, Δημήτρη Πρέντζα, ντέφι, Γεώργιο Χατζηγιάννη, βιολί, Ηλία Πρέντζα, σαντούρι, Λεωνίδα Φώτη, βιολί και σαντούρι, Μήτσο Τριάντο, κλαρίνο, και αργότερα το Σωτήρη Κολιοκώστα, ο οποίος, κατά τον παπά-Δημήτρη, έπαιζε πολύ καλό κλαρίνο, τον Κώστα ΚωσταβασίΈ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


56

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

λη, που έπαιζε βιολί και τραγουδούσε, το Χρήστο Φώτη ή Φωτίου, που επίσης έπαιζε βιολί και τραγουδούσε και άλλους νεότερους. « Ήταν πολλές κομπανίες που έπαιζαν τότε στην πλατεία μπροστά από τα μαγαζιά δυο, τρεις και τέσσερις καμιά φορά. Έφερναν και μεγάλα ονόματα τα μαγαζιά. Το Βασίλη Σούκα,, τον Παντελή Γάνο και το Γιώργο Βασιλόπουλο. Όλοι τελείωναν στις τρεις-τέσσερις η ώρα. Εγώ βάραγα μέχρι το πρωί. Και ο κόσμος εκεί… Παίζαμε χωρίς μεγάφωνα. Εγώ πρωτοπήρα μεγάφωνα το 1951-1952» λεει ο Σωτήρης Κολιοκώστας στην ίδια συνέντευξη. Κάθε μαγαζί στην πλατεία είχε και τη δική του ορχήστρα, επιβεβαιώνει ο παπά-Δημήτρης. Στο χορό χόρευαν με σειρά προτεραιότητας οι παρέες, αφού πρώτα έπαιρναν το νούμερο από την ορχήστρα. Αυτός που χόρευε πρώτος ή κάποιος συγγενής ή φίλος πλήρωνε τα όργανα και χόρευε με την παρέα του το χορό που ήθελε, δίνοντας « παραγγελία» στην ορχήστρα για συγκεκριμένο τραγούδι ή χορό. Δεν μπορούσε να μπει στο χορό κάποιος που δεν ανήκε στην παρέα. Ακόμα μπορούσε να πληρώσει τα όργανα να παίξουν κάποιο τραγούδι της αρεσκείας του και να μη χορέψει, μόνο να το ακούσει. Η ορχήστρα δεν έπαιρνε χρήματα από τα μαγαζιά. Ο Σωτήρης Κολιοκώστας, στην ίδια συνέντευξη, υποστηρίζει: «Δεν μου αρέσουν όπως γίνονται σήμερα τα πανηγύρια. Χάλασαν. Χορεύουν όλοι μαζί. Δεν το ευχαριστιούνται. Όταν έπαιζα εγώ, πλήρωνε ο καθένας και χόρευε. Χόρευε όμως αυτό που ήθελε. Και το χόρευε με μεράκι. Τώρα χορεύουν χωρίς να κάνουν καμιά επιλογή στο τραγούδι. Όλοι μαζί, όποιο σκοπό κι αν παίζουν τα όργανα. Πώς να χορέψεις και να το νιώσεις μέσα σου, όταν δε χορεύεις το χορό που θέλεις; Όταν δεν ακούς το τραγούδι που σου αρέσει; …Ο κόσμος είναι όλος ο ίδιος; Κάθε άνθρωπος έχει το χαρακτήρα του». Πιστεύει ότι με αυτόν τον τρόπο δεν κρατιέται η παράδοση. Ο παπά-Δημήτρης θυμάται και κάποιους πολύ καλούς χορευτές, όπως το Γρηγόρη Τσίπρα, τον Κώστα Ψωράκη, το Γιώργο Ψωράκη, τον παπά- Γιάννη Ψωράκη κ.ά. Τα τραγούδια και οι χοροί που χορεύονταν (τσάμικα κυρίως και συρτά) δέχτηκαν επιρροές από την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου, την περιοχή του Ξηρόμερου της Αιτωλοακαρνανίας, της Θεσσαλίας, της Ρούμελης, ακόμα και του Μοριά, σύμφωνα με όσα μας λέει ο Σπύρος Χ. Νεραϊδιώτης στο βιβλίο του «ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ (τραγούδια και μελίσματα-θύμησες καινόστος». Και αυτό γιατί οι λαϊκοί οργανοπαίχτες μετακινούνταν από περιοχή σε περιοχή για να παίξουν σε πανηγύρια και γάμους μεταφέροντας παραλλαγές των στίχων και της μουσικής των τραγουδιών από τη μια στην άλλη περιοχή. Επίσης, πολλοί κάτοικοι μετακινούνταν διάφορες εποχές του χρόνου σε άλλες Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το π α ν η γ ύ ρ ι τ ο υ Δ ε κ α π ε ν τ α ύ γ ο υ σ τ ο υ σ τ ο Α θ α μ ά ν ι ο

57

περιοχές με τα κοπάδια τους, ιδίως στην περιοχή του Ξηρόμερου ή για δουλειές, άκουγαν εκεί τα τραγούδια τους και τα έφερναν στα Τζουμέρκα. Αλλά και κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, οι κυνηγημένοι από τους Τούρκους στις γύρω περιοχές, έβρισκαν καταφύγιο στα Τζουμέρκα, φέρνοντας μαζί τους και τα μουσικά τους ακούσματα. Με το πέρασμα του χρόνου αυτά θεωρούνταν τοπικά τραγούδια. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικούς τίτλους τραγουδιών και οργανικών σκοπών, που χορεύονταν ή ακούγονταν στο πανηγύρι : «Ήλιος», «Ιτιά», «Μη με κοιτάς που γέρασα», « Να `ταν τα νιάτα δυο φορές», «ΠαπαΛάμπραινα», «Μια μάνα απόψε μάλωνε», «Σελήμπεης», «Μενούσης», «Αγγέλω μ` κρένει η μάνα σου», «Απόψε δεν κοιμήθηκα», «Δόντια πυκνά», «Στέλλα, μωρ’ Στέλλα», «Βασιλικός θα γίνω στο παραθύρι σου», «Δε στο `πα, χαλασιά μου», «Δεν μπορώ, μανούλα μ`», «Ζαχαρούλα», «Καραγκούνα», «Πάμε στο λόγγο για ξύλα», «Τρεις λαμπαδούλες», «Μια κόρη Τζουμερκιώτισσα», «Κοντούλα η βλάχα στα βουνά», «Στην κεντημένη σου ποδιά», «Στης πικροδάφνης τον ανθό», «Ο ήλιος βασιλεύει», «Κώστα μ` τα χιόνια λιώσανε», «Βασιλαρχόντισσα», «Κάτω στα δασιά τα πλατάνια», «Σκάρος», οργανικός σκοπός με τον οποίο συνήθως έκλεινε το πανηγύρι κ.ά.. Όσο το πανηγύρι διαρκούσε μια ημέρα, εκεί λίγο πριν από τη δύση του ήλιου, χορεύονταν το καγκελάρι, ο κορυφαίος χορός του πανηγυριού, που ήταν το σημαντικότερο τελετουργικό γεγονός της τοπικής κοινωνίας. Στο χορό αυτό συμμετείχαν σχεδόν όλοι. Σχημάτιζαν κύκλο και πιασμένοι αγκαζέ, σε ένδειξη ομοψυχίας και αλληλεγγύης, χόρευαν γύρω-γύρω στην πλατεία. Πρώτος έσερνε το χορό ο παπάς της ενορίας και ακολουθούσαν οι άλλοι παπάδες των ενοριών του χωριού, ο πρόεδρος της Κοινότητας και οι παρευρισκόμενοι επίσημοι, βουλευτές, πρόεδροι άλλων κοινοτήτων κλπ. Ακολουθούσαν οι γεροντότεροι, σε ένδειξη σεβασμού, και στη συνέχεια οι άλλοι χορευτές, οι άντρες μπροστά και πίσω οι γυναίκες, τα παλαιότερα χρόνια. Σήμερα, σχηματίζονται δύο ομόκεντροι κύκλοι, ένας των ανδρών και ένας των γυναικών. Ο πρώτος, στον κύκλο των ανδρών, είναι ο ιερέας μας, ως ο σεβασμιότερος όλων, και εναλλάσσονται οι επόμενοι που εκπροσωπούν τις αρχές του τόπου μας και οι επίσημοι προσκεκλημένοι. Στον κύκλο των γυναικών, εδώ και λίγα χρόνια, το χορό σέρνει το χορευτικό των μεγάλων γυναικών, στο οποίο συμμετέχουν όποιες γυναίκες του χωριού θέλουν και οι οποίες είναι ντυμένες με παραδοσιακές φορεσιές και κατόπιν ακολουθούν οι υπόλοιπες. Συμμετέχουν ακόμα και μικρά παιδιά, αλλά και ξένοι κι ας μη γνωρίζουν τα βήματα του χορού. Στη μέση του κύκλου, κάποιος με τη γκλίτσα του κανονίζει τις «κύκλες» που θα κάνει ο χορός. Παλιότερα την ευθύνη για τις «κύκλες» του χορού είχαν Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


58

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

οι Ηλίας Πρέντζας και Σταύρος Τσίπρας. Ο χορός ξεκινά με το καγκελάρι. Τα λόγια του τραγουδιού αυτού είναι: «Τέτοια ώ.. μωρ΄ τετοια ώ… / Τέτοια ώρα ήτανε χτες. / Τέτοια ώρα ήτανε χτες, / ήταν και παραπροχτές. / Στο χορό μωρ’ στο χορό, / στο χορό που χόρευαν. / Στο χορό, που χόρευαν, / όλα αγόρια και παιδιά. / Όλα αγόρια και παιδιά / και κορίτσια ανύπαντρα. / Και στη μέ… μωρ’ και στη μέ… / και στη μέση στο χορό. / Και στη μέση στο χορό / κάθεται χρυσός αητός. / Κάθεται χρυσός αητός / και τροχάει τα νύχια του. / Και τροχάει τα νύχια του / τα χρυσά φτερούγια του. / Το Θεό μωρ’ το Θεό / το Θεό παρακαλεί. / Το Θεό παρακαλεί, / να του δώσει προθυμία. / Κύριε δος μου προθυμία, / να χυθώ ν’ αρπάξω μια. / Κι αν δεν την μωρ’ κι αν δεν την / κι αν δεν την εδιάλεγα. / Κι αν δεν την εδιάλεγα, / νάπεφταν τα νύχια μου. / Νάπεφταν τα νύχια μου, / τα χρυσά φτερούγια μου. / Μα τον Άγιο -Νικόλα, / τι χορός θα γίνει τώρα. / Μα τον Άγιο-Αρσένη, / θα χορέψουν και οι ξένοι. / Συ, που σέ… μωρ’συ που σέ… / συ, που σέρνεις το χορό. / Συ, που σέρνεις το χορό, / σαν κλωνί βασιλικό. / Σαν κλωνί βασιλικό, / σαν κλωνάρι αμάραντο. / Να τον εί… μωρ’ να τον εί… / να τον είχα στον κήπο μου. / Να τον είχα στον κήπο μου, / να τον συχνοπότιζα. / Να τον συχνοπότιζα / Τετραδοπαράσκευο. / Τετραδοπαράσκευο / και Σαββατοκύριακο. / Συ, που σέ… μωρ’ συ που σέ… / σύ, που σέρνεις το χορό. / Συ, που σέρνεις το χορό, / κάνε πρώτο κάγκελο. / Κάνε πρώτο κάγκελο, / κάνε καγκελίσματα. / Συ, που σέ… μωρ συ που σέ… / συ, που σέρνεις το χορό. / Συ, που σέρνεις το χορό, / κάνε Διπλοκάγκελο. / Κάνε Διπλοκάγκελο, / κάνε καγκελίσματα. / Συ, που σέ…μωρ’ συ που σέ… / συ, που σέρνεις το χορό. / Συ, που σέρνεις το χορό, / κάνε Τρίτο κάγκελο. / Κάνε Τριτοκάγκελο, / κάνε καγκελίσματα. / Συ, που σέ…μωρ’ συ που σέ… / συ, που σέρνεις το χορό. / Συ, που σέρνεις το χορό, / κάνε Τετρακάγκελο. / Κάνε Τετρακάγκελο, / κάνε καγκελίσματα. / Συ, που σέ…συ που σέ… / συ που σέρνεις το χορό. / Συ, που σέρνεις το χορό, / κάνε Πέμπτο κάγκελο. / Κάνε Πεμπτοκάγκελο, / κάνε καγκελίσματα. / Συ, που σέ…μωρ’ συ που σέ… / συ, που σέρνεις το χορό. / Συ, που σέρνεις το χορό, / κάνε Σταυροκάγκελο. / Κάνε Σταυροκάγκελο / Σταυροκαγκελίσματα. / Είμαι ξένος και θα δω / και θα πάω να μολογώ. / Και θα πάω να μολογώ, / στα χωριά που θα διαβώ. / Μες τον πέ…, μωρ’ μες τον πέ… / μες τον πέρα μαχαλά. / Μες τον πέρα μαχαλά, / πέθανε μια καλογριά. / Πέθανε μια καλογριά / Και την πάν’ στην εκκλησιά. / Και την πάν’ στην εκκλησιά / με λαμπάδες και κεριά. / Με λαμπάδες και κεριά, / μ’ ασημένια θυμιατά. / Μα τον Άγιο Κωνσταντίνο, / το χορό δεν τον αφήνω. / Μα τον Άγιο-Αγιάννη, / ο χορός πάει γαϊτάνι. / Μα την Ά… μωρ’ μα την Ά… / Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το π α ν η γ ύ ρ ι τ ο υ Δ ε κ α π ε ν τ α ύ γ ο υ σ τ ο υ σ τ ο Α θ α μ ά ν ι ο

59

μα την Αϊ-Παρασκευή. / Μα την Αϊ-Παρασκευή, / είμαστε όλοι αδερφωμένοι. / Μα τον Ά… μωρ’ μα τον Ά… / μα τον Άγιο Αθανάση. / Μα τον Άγιο Αθανάση / ο χορός μας ας χαλάσει». Στο καγκελάρι χορεύονται και άλλα δύο τραγούδια με τον ίδιο τρόπο: «Η Κωστελάτα», που είναι «ο εθνικός χορός των Ανατολικών Τζουμέρκων», όπως αναφέρει ο Σπύρος Χ. Νεραϊδιώτης και αναφέρεται στα άγια χώματα των Τζουμέρκων, στη νέα Τζουμερκιώτισσα, στην αγάπη και τη νοσταλγία και το τραγούδι της αγάπης «Μαρία λεν την Παναγιά», το οποίο αναφέρεται στον έρωτα ενός νέου για τη Μαρία, που εκτός από όμορφη, μοιάζει και στην Παναγία. Τα λόγια του τραγουδιού «Κωστηλάτα» είναι: «Ψηλά στην Κωστηλάτα, στα κρύα τα νερά, / χορεύουν τα κορίτσια μαζί με τα παιδιά. / Ποπό,ποπό! τρομάρα σας / να μην το μάθει η μάνα σας! / Ποπό, ποπό! Τι γένεται / και στο χωριό δε φαίνεται; / Ψηλά στην Κωστηλάτα βόσκουν τα πρόβατα, / χορεύουν τα κορίτσια με τα ασπροζώναρα./ Ποπό, ποπό! ποια να `ναι αυτή / με το γαρίφαλο στ` αφτί! / Ποπό, ποπό! ποια πέρασε / και δε μας καλημέρισε; / Ψηλά στην Κωστηλάτα, μες στα Θοδώριανα, (μες στο Αθαμάνιο λένε οι Αθαμανιώτες) / χορεύουν τα κορίτσια με τα ασ’μοζώναρα. / Ποπό, ποπό! τρομάρα σας, / να μην το μάθει η μάνα σας, / να μην το μάθει η μάνα σας / κι αχώρια κι ο πατέρας σας. / Ψηλό μου κυπαρίσσι, λυγάει η κορφάδα σου / και ποιος θα τη γλεντήσει την ομορφάδα σου; / Ποπό, ποπό! ποια να `ναι αυτή / με το γαρίφαλο στ` αφτί! / Ποπό, ποπό τι γίνεται / και στο χωριό δε φαίνεται; / Αν είσαι κι αν δεν είσαι του δήμαρχου αδερφή, / εγώ θα σε φιλήσω κι ας μπω στη φυλακή. / Ο ήλιος βασιλεύει κι η μέρα σώνεται / κι ο νους μου από τα σένα δε συμμαζώνεται. / Μωρή, που πας απάνω τη ρόκα γνέθοντας,/ καρτέρει με κι εμένα να πάμε παίζοντας». Τα λόγια του τραγουδιού «Μαρία λεν την Παναγιά» είναι: «Μαρία λεν την Παναγιά, Μαρία λεν και σένα. / Μωρ` Μαρία μου, κακομοίρα μου. / Ποπό, ποπό! Ποια να `ναι αυτή / με το γαρίφαλο στ` αφτί; / Ποπό,ποπό! Ποια πέρασε / και δε μας καλημέρισε; / Μαρία δε στολίζεσαι, δε βάζεις τα καλά σου; / Μωρ` Μαρία μου, κακομοίρα μου. / Ποπό, ποπό! Ποια να `ναι αυτή / με το γαρίφαλο στ` αφτί; / Ποπό, ποπό! τρομάρα σου, / να μην το μάθει η μάνα σου. / Για να σε δουν τα μάτια μου, / που μέρα νύχτα κλαιν για σένα. / Μωρ` Μαρία μου, κακομοίρα μου. / Ποπό, ποπό! τρομάρα σου, / να μην το μάθει η μάνα σου. / Ποπό, ποπό! τι γίνεται / και στο χωριό δε φαίνεται». Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


60

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

Σύμφωνα με την παράδοση, το χορό αυτό τον χόρευαν για δύο λόγους. Ο ένας ήταν η κρυφή ανταλλαγή πληροφοριών και οι συζητήσεις για κάποιες ενέργειες εναντίον των Τούρκων, την περίοδο της τουρκοκρατίας, επειδή απαγορεύονταν οι άλλες συγκεντρώσεις. Ο άλλος, επειδή παλαιά τα ήθη ήταν πολύ αυστηρά, οι νέοι είχαν την ευκαιρία να δουν στο χορό την κοπέλα που ήθελαν και μετά το πανηγύρι να στείλουν προξενιό. Από το 1968, με τον ηλεκτροφωτισμό του χωριού, το πανηγύρι έγινε διήμερο στην αρχή και κατόπιν τριήμερο, δηλ. 14, 15 και 16 Αυγούστου. Στις 16 Αυγούστου καθιερώθηκε να γίνεται το καγκελάρι. Αυτό διήρκεσε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του `80,οπότε και άνοιξαν καινούρια μαγαζιά πάνω από την πλατεία, στο δρόμο Άρτας- Τρικάλων και Αθαμανίου-Θεοδωριάνων. Το Δεκαπενταύγουστο έφερναν και αυτά όργανα και ο κόσμος γλεντούσε κυρίως σ` αυτά. Το χρονικό αυτό διάστημα, το πανηγύρι στην πλατεία υποβαθμίστηκε, ίσως και λόγω της στάσης των καταστηματαρχών, οι οποίοι δεν έφερναν όργανα. Εκεί γίνονταν, με τη βοήθεια του Πολιτιστικού Συλλόγου και της Αδελφότητας, μόνο το Καγκελάρι. Τα Διοικητικά Συμβούλια του Συλλόγου και της Αδελφότητας, μπροστά στον κίνδυνο να σταματήσει το παραδοσιακό πανηγύρι, αποφάσισαν να αναλάβουν αυτά τη διοργάνωση, σε συνεργασία με τα καταστήματα. Ο Σύλλογος και η Αδελφότητα ανέλαβαν να κανονίζουν για το μουσικό συγκρότημα, το οποίο θα παίζει στην πλατεία, και σε συνεννόηση με τους καταστηματάρχες, τις τιμές που θα πουλούν αυτοί τα ποτά και ό,τι άλλο σερβίρουν. Ο χορός για το κοινό να είναι ελεύθερος μέχρι τις τρεις το πρωί. Μετά τις τρεις όποιος θέλει να χορέψει να πληρώνει. Αναμφισβήτητα, οι δύο αυτοί πολιτιστικοί φορείς έχουν δώσει διαφορετική μορφή στο πανηγύρι, προσθέτοντας και άλλες πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες. Στις 13 Αυγούστου το απόγευμα, πραγματοποιούνται αγώνες δρόμου, στους οποίους παίρνουν μέρος Αθαμανιώτες μαθητές. Το βράδυ, στην πλατεία, υπάρχει η παιδική βραδιά, με έκθεση παιδικών έργων ζωγραφικής, τα οποία ζωγραφίστηκαν το πρωί της ίδιας μέρας στην πλατεία, σκετς, ποιήματα, χορό και τραγούδι. Πριν από μερικά χρόνια δίνονταν και παραστάσεις Καραγκιόζη από Αθαμανιώτες καραγκιοζοπαίχτες, ψυχή των οποίων ήταν ο γιατρός Κώστας Μπασιούκας. Στις 14 Αυγούστου γίνεται η απονομή βραβείων στους νικητές των αθλητικών και άλλων εκδηλώσεων και ακολουθεί παραδοσιακό πανηγύρι. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια παρουσιάζονταν δρώμενα από την παραδοσιακή γεωργική και κοινωνική ζωή του τόπου (γιορτή καλαμποκιού, προξενιό και γάμος), με ηθοποιούς τους ίδιους τους σημερινούς ανθρώπους και τα σημερινά νέα παιδιά του χωριού, οι οποίοι αυτοσχεδίαζαν πάνω στο πατάρι, με Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το π α ν η γ ύ ρ ι τ ο υ Δ ε κ α π ε ν τ α ύ γ ο υ σ τ ο υ σ τ ο Α θ α μ ά ν ι ο

61

φτωχά θεατρικά μέσα και ελάχιστα σκηνικά. Όλος σχεδόν ο κύκλος της ζωής εκείνα τα χρόνια στο χωριό. Εντύπωση ισχυρή και μήνυμα, ότι μέσα στη σκληρότητα της καθημερινής ζωής, τότε, κυριαρχούσε η ομαδική προσπάθεια, η αλληλεγγύη, το τραγούδι, το χιούμορ, τα πειράγματα. Στις 15 Αυγούστου, μετά τη Θεία Λειτουργία και τη Λιτανεία της εικόνας της Κοίμησης της Θεοτόκου, τα τελευταία χρόνια αναβιώνει το παραδοσιακό μεσημεριανό πανηγύρι κάτω από τον πλάτανο. Το πανηγύρι συνεχίζεται το βράδυ και διαρκεί μέχρι το πρωί. Στις 16 Αυγούστου το απόγευμα, χορευτικά του χωριού με παραδοσιακές ενδυμασίες, ιδιοκτησίας του Συλλόγου και της Αδελφότητας, χορεύουν παραδοσιακούς χορούς. Ήδη από τις αρχές του Αυγούστου, στο χώρο του Σχολείου, γίνονται πρόβες των χορών στα χορευτικά τμήματα των μικρών, των μεγαλύτερων και των ενηλίκων, ανδρών και γυναικών από χοροδιδασκάλους δημοτικών χορών ( Σωκράτη Τσατσούλη παλιότερα, Βασιλικής Ζορμπά τελευταία, κλπ.). Να σημειώσουμε ότι είναι συγκινητική η συμμετοχή των γυναικών και ιδίως των παιδιών στα χορευτικά. Μετά τους παραδοσιακούς χορούς ακολουθεί το Καγκελάρι και στη συνέχεια πανηγύρι, μέχρι τις τρεις πρωί με χορό ελεύθερο και από τις τρεις έως το πρωί με πληρωμή αυτών που χορεύουν. Το πανηγύρι κλείνει στις 17 Αυγούστου με λαϊκή βραδιά. Βέβαια κάθε χρόνο υπάρχουν μικροαλλαγές στο πρόγραμμα , με προσθήκες ή αφαιρέσεις κάποιων εκδηλώσεων. Πιστεύουμε ότι αυτές οι πολιτιστικές εκδηλώσεις είναι μια αληθινή προσφορά στην παράδοση και στον πολιτισμό. Καλύπτουν δε και ικανοποιούν όλες τις ηλικίες και έχουν φέρει το Αθαμάνιο στην πρώτη θέση στον τομέα αυτό, στην περιοχή των Ανατολικών Τζουμέρκων. Απόδειξη αυτού είναι η μαζική συμμετοχή των κατοίκων του χωριού και των γύρω χωριών, ακόμα και πολλών ξένων επισκεπτών, στο πανηγύρι.

* Ο Ναπολέων Γ. Καραγιάννης είναι δάσκαλος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 1) Στέφανου Μ. Φίλου, Τα Τζουμερκοχώρια, Αθήνα, 2000 2) Σπύρου Χ. Νεραϊδιώτη, ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ (τραγούδια και μελίσματα-θύμησες και νόστος), Άρτα, 2008 3) Κώστα Στασινού, Επιστροφή στην αθωότητα, Αθήνα, 2002 4) Εφημερίδα, Αθαμανιώτικος ΠΑΛΜΟΣ, Οκτώβριος-Νοέμβριος 2007, αριθ. φύλ. 112 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


62

Γιώργος Α. Φλώρος*

Το σ π ή λ α ι ο τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν

Τ

έλη Θερτή του πενήντα οχτώ, απ’ το μεσοχώρ’ και πάνω, το κάμα του απομεσήμερου μπαΐλιζε τα φύλλα και τις κορφές απ’ τα λιγοστά καρποκλάρια. Στις αναμεσαριές απ’ τα κουτσοχώραφα, η λουλουδιασμένη αγράμπελη και τα αγριογκούρπενα έκαναν κάτασπρα τα κοντοπούρναρα και τις οχτιές και γιόμιζαν με μοσχοβολιές το χωριό. Ήταν εκείνα τα χρόνια τα παλιά που οι κοντοχωριανοί μας οι Κομματιώτες απ’ το νερό της Ανεμότρυπας, όσο απόσωνε απ’ τα ποτίσματα των χωραφιών τους, αντίς να τ’ αφήνουν να κυλάει και να δίνει ζωή στο πάνω μέρος του χωριού μας που γαρίδιαζε τους καλοκαιρινούς μήνες, τ’ άφηναν και χάνονταν χαζίρκο στο λαγκάδι. Η σχολική χρονιά είχε τελειώσει. Εμείς τα μαθητούδια σκορπίσαμε στα χωριά μας και καρτερούσαμε τ’ αποτελέσματα. Αγωνία για το ποιοι το χινόπωρο θα πήγαιναν στην άλλη τάξη και ποιοι άτυχοι θα παρακολούθαγαν για μια χρονιά ακόμα τα ίδια μαθήματα, φορτωμένοι τη ρετσινιά του διετή. Κείνο το απομεσήμερο είχα ανηφορίσει απ’ το μαχαλά μου, τα Καλυβαίικα, για την πλατεία. Εκεί ήταν το διάβα για τους Ραφταναίους και το Σκλούπο. Λογάριαζα πως κάποιος απ’ τους συμμαθητές μου απ’ αυτά τα χωριά μπορεί να ‘ρχονταν απ’ την Άγναντα και να ’φερνε τα νέα για τ’ αποτελέσματα. Δίπλα στην πλατεία, το «καφεπαντοπωλείον» της θεια-Βάιας ήταν ακόμα ανοιχτό. Καφεπαντοπωλείο να το’ λεγε ο Θεός. Δυο μπουκάλες στημένες στο μπεζαχτά. Μια με ούζο και η άλλη με ρακή. Καφόμπρικα και κύκαρες. Χοντροπότηρα για νερό και ρακογυάλια για τα ούζα και τα τσίπρα. Στα ξύλινα ράφια, πεντέξι σαρδελοκούτια κι άλλα τόσα με ντοματόπαστα, ένας στρογγυλός πάφλας με χαλβά και δίπλα του ένα ξύλινο κουτί με λουκούμια Τριανταφύλλου απ’ τα Γιάννινα. Αδεκεί μια γυάλα με ματζούνια και καραμέλες. Παραδίπλα δυο μπακούλες, η μια ανασκουμπωμένη με ρύζι κι η άλλη σκεπασμένη και μισόγιομη με χοντροκομμένη κάτασπρη ζάχαρη. Στην αυλή του πήγα κι έκατσα και γω κάπως παράμερα σε ξύλινο πάγκο, χαζεύοντας πέντ’ έξι γεροντάκια καθισμένα γύρω από ένα τραπέζι, κάτω απ’ τον μπόλικο ίσκιο της σκαμνιάς. Κρατώντας από ένα μισόγιομο με τσίπρο ρακογυάλι στα χέρια τους, παρακολούθαγαν με ενδιαφέρον το μπαρμπα-Βασίλη που ’παιζε τάβλι με το μπαρμπα-Κώστα, που, κατά πως το ’φερνε η περίσταση, πότε έκανε τον κουρέα και πότε τον οδοντίατρο. Το παιγνίδι είχε ενδιαφέρον. Ήταν καθαρά θέμα γοήτρου και όχι διάφορου. Το στοίχημα ήταν πως ο χαμένος

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το σ π ή λ α ι ο τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν

63

θα πλέρωνε και το καφεδάκι του νικητή. Εκεί ακούγονταν δυνατά οι ζαριές και χτυπητά τα πούλια. Βαριά η απόκριση του μπαρμπα-Βασίλη σαν τον τσάκωναν να κάνει διαολιές, σκόπιμα στραβοπαίζοντας. «Τάβλι παίζω, πανί δεν πλάω». «Ντόρτια και μαράζια» ακούγονταν απ’ το μπαρμπα-Κώστα σαν του ’ρχονταν ανάποδες ζαριές και βάλε... Το καλοκαίρι δυο ήταν τα «καφεπαντοπωλεία» κι οι καφετζήδες χειμωνιάτικοι. Απ’ τον Απρίλη κι όλο το καλοκαίρι είχαν ξενιτευτεί στην Κεφαλλονιά κι έχτιζαν σπίτια που την προηγούμενη χρονιά τα ’κανε κουρνιαχτό ο σεισμός. Στο χωριό ματαγύρναγαν σμα του Χστου. Σαν έλειπαν εκείνοι στο ταξίδι, οι γυναίκες τους, αφού συγκαίριαζαν τις δουλειές στα σπίτια τους, απ’ τις έντεκα ως τη μία έκαναν τον καφετζή. Καμιά βολά τα Σάββατα που ’ρχονταν και ο ταχυδρόμος, και τις Κυριακές μετά την εκκλησιά, τα «καφεπαντοπωλεία» ήταν πλιότερες ώρες ανοιχτά. Στο «Βασλακαίικο», η κουμπάρα μας η Κώσταινα και στο «Κωσταπαναίικο» η θεια-Βάια, καλοκαιρινοί καφετζήδες. Το «Κωσταπαναίικο» είχε πλιότερη πέραση. Ήταν σιμά στην πλατεία. Είχε ακόμα μεγάλη αυλή και τρανή σκαμνιά. Στον μπόλικο ίσκιο της αραδιασμένα μισόκουτσα ξύλινα τραπεζάκια, πάγκοι και λίγες μισότριβες καρέκλες. Το τάβλι κάποτε πήρε τέλος. Ο νικητής, με χωμένα τα δάχλα των χεριών του στο ξεκούμπωτο γιλέκι του, καμάρωνε για τη νίκη του. Ο χαμένος αράδιαζε παραμύθια για να δικαιολογήσει την ήττα, πως τάχα αυτός είναι ο τεχνίτης και ο άλλος ατζαμής. Και πως γι’ αυτό η γκαβή η τύχη του φέρνει καλές ζαριές, ενώ σ’ αυτόν που είναι ο τεχνίτης τις στραβές. Η θεια-Βάια σύμμασε το τάβλι, τ’ αγγειά και τα όβολα και κλείδωσε το μαγαζί. Τα γεροντάκια, συνεχίζοντας την κριτική για το παιχνίδι, χάθηκαν στα γύρω σοκάκια, με προορισμό τα κονάκια τους. Άλλαξα κι εγώ καρτέρι. Άδειασα τον πάγκο του καφενέ, διάβηκα αντίπερα στην πλατεία κι έκατσα στο σοφαλίκι, κάτω απ’ το θεόρατο πλάτανο, ελπίζοντας να φανεί από τύχη κανένας απ’ τους συμμαθητές μου. Ήθελα να σιγουρευτώ πρώτα και ύστερα να ταξιδέψω για την Κεφαλλονιά. Εκεί θα δούλευα πλάι στον πατέρα μου τις μέρες του καλοκαιριού που τα σχολεία είχαν διακοπές. Ένα βοήθιο κι εγώ στη φαμπλιά για τα έξοδα της χρονιάς. Τι να πρωτόκανε και ο πατέρας μου, εφτά ψυχές είχε να τάϊσει και βάλε και τα έξοδα για τα γράμματα. Καημό το ’χε να μάθουμε όλα γράμματα για να φύγουμε από την τυραγνία, κατά πως μας έλεγε. Σαν έβγαιναν τ’ αποτελέσματα, την ίδια στράτα θα ’παιρναν κι οι πλιότεροι απ’ τους συμμαθητές μου... Εκεί που ετοιμάζομαν να φύγω απελπισμένος για το σπίτι μου, απ’ το σοκάκι της Νάρζας ξεκάμπισε ένας άντρας παράξενος. Η ντυμασιά κι η θωριά του ακόμα ήταν ξώμακρα για τον τόπο μας. Ώσπου να συνέλθω απ’ τη σαστιμάρα, στάΈ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


64

Γι ώ ρ γ ο ς Α . Φ λ ώ ρ ο ς

θηκε μπροστά μου και με χαιρέτησε. Έδειχνε κατάκοπος. Απίθωσε το σακίδιό του στο σοφαλίκι, έβγαλε το τριτσάκι του και σκούπισε το καταϊδρωμένο φαλακρό κεφάλι του. Τον θώριασα από πάνω ίσαμε κάτω. Έδειχνε άνθρωπος αξιοσέβαστος. Χοντρά γυαλιά στα μάτια του, με μικρή περιποιημένη ψαρή γενειάδα, κοντό πανταλόνι στο στρατιωτικό χρώμα, άσπρα τσουρέπια ως το γόνατο και στα ποδάρια του αρβύλες. Απ’ τ’ αρόζιαστα χέρια του συμπέρανα πως είχα να κάνω με γραμματιζούμενο άνθρωπο. Σαν πήρε μια ανάσα, έκατσε κι αυτός στο σοφαλίκι. Χάλεψε καφενείο για να πιει ένα νερό κι ένα καφέ. Συγνέφιασε το πρόσωπό του σαν του αποκρίθηκα πως ήταν άτυχος, γιατί δεν πρόλαβε ανοιχτό το καφενεδάκι της θεια-Βάιας. Και πως οι λιγοστοί άνδρες-γέροντες είχανε πάει να κάνουν μεσημέρι στα σπιτικά τους. Και το χειρότερο, πως δεν ήταν σίγουρο πως θ’ άνοιγε σιμά το βραδάκι το καφενείο. Απελπίστηκε ο άνθρωπος σαν τον πληροφόρησα πως μήτε ο πρόεδρος μήτε ο γραμματικός ήταν στο χωριό. Και πως ακόμα, νερό άφθονο είχαν οι βρύσες του χωριού που βρισκόταν κάπως στα χαμπλώματα. Γαριδιασμένος όπως ήταν, αποφάσισε να κατηφορίσει για τις βρύσες. Προσφέρθηκα να τον συνοδέψω μιας και το σπίτι μου έτυχε να ’ναι στον κάτω μαχαλά του χωριού. Σαν κινήσαμε, άρχισε να μου μολογάει πως στο χωριό μας τον έστειλε το Υπουργείο, για να βρει την αιτία της μεγάλης κατολίσθησης που είχε γίνει κείνο το χειμώνα στο χωριό μας. Τη λέξη κατολίσθηση, πρώτη βολά την άκουγα. Για να σιγουρευτώ, του αποκρίθηκα, «θα λες για το βούλιασμα που ’παθε ο μαχαλάς Τζούμα-Αρχοντορούγα-Καλυβαίικα». «Ευτυχώς», συμπλήρωσα, «που ήταν κάπως παράμερα απ’ το μαχαλά και δεν κιντύνεψαν να γκρεμιστούν τα σπίτια και να μείνουν στη λάκκα οι χωριανοί μας». Με παρακάλεσε, σαν ξεδιψάσει, να του δείξω αυτόν τον τόπο. Απ’ ό,τι συμπέρανα, είχε την αγωνία να τελειώσει όσο γληγορότερα γινόταν την αποστολή του και να επιστρέψει στο κεφαλοχώρι, στην Άγναντα, πριν τον πάρει η νύχτα. Το αυτοκίνητο τότε έσωνε ως την Άγναντα. Από κει ίσαμε το χωριό μας ήταν μιάμιση ώρα ποδαρόδρομος. Εκεί που κατηφορίζαμε, μου ’ρθε σαν αστραπή στο μυαλό η διάτα του πατέρα μου. «Το κονάκι δε χαλάει από ένα ποτήρι νερό κι απόνα πιάτο φαΐ που θα δώκεις στον ξένο και στο διαβάτη». Απ’ όσο θυμάμαι, το ’χε τακτική, όποιος ξέπεφτε στο χωριό να τον φιλοξενεί στο σπίτι μας. Το χωριό τότε δεν είχε καταντιά, να βρει ένα πιάτο φαΐ ο ξένος. Μπορεί να ’ταν και βίωμα του πατέρα μου, αφού κι ο ίδιος μια ζωή ξενιτεμένος στις στράτες για δουλειά ήταν. Αυθόρμητα του είπα, «δεν πάμε στο σπίτι μου, να πιεις νερό να ξαποστάσεις και να φάμε κιόλας απ’ αυτό που θα μαέρεψε η μάνα μου για μεσημεριανό»; Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το σ π ή λ α ι ο τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν

65

Κοντοστάθηκε και μου ’πε, «δε θέλω παιδί μου να σας δυσκολέψω, μου φτάνει να μου δείξεις τον τόπο για να κάνω τη δουλειά μου και να φύγω». Επέμεινα και τον κατάφερα. Κάποτε ζυγώσαμε στο σπίτι. Κοντοστάθηκε και το χάζευε. Κατά πως μου ’πε θαύμασε τη σκαλιστή αυλόπορτα αλλά και ολόκληρη τη δίπατη οικοδομή που ήταν φιαγμένη με μεράκι από σκαλιστή γαλαζόπετρα. Έργο του παππού απ’ τη μάνα μου. Σα διαβήκαμε το κεφαλόσκαλο της αυλόπορτας και πατήσαμε την πλακόστρωτη αυλή, μας βάρεσε μυρωδιά από ζεστό ψωμί. Κείνη την ώρα η μάνα μου είχε ξεγαστρίσει ένα τεψί σταρίσιο ψωμί. Σαν μας είδε σάστισε και ψιλοντράπηκε κιόλας γιατί η ποδιά της ήταν σταχτωμένη απ’ το γάστρισμα. Παρόλα αυτά τον καλωσόρισε. Πριν καλά καλά πει άλλη κουβέντα, της είπα «φέρε νερό να ξεδιψάσει ο άνθρωπος. Έρχεται ποδαρόδρομο μέσα στο λιοπύρι απ’ την Άγναντα. Τον έστειλε το Υπουργείο για τη βούλτα». Καθίσαμε στις δύο ψάθινες μισοτριμμένες καρέκλες που είχαμε στο πλακόστρωτο, κάτω απ’ το βαθύ ίσκιο της σκαμνιάς. Η μάνα μου του ’φερε κρύο νερό και τον ρώτησε, «θέλεις να σου φκιάσω καφέ; γλυκό δε μου βρίσκεται γιατί το περσινό μού τελείωσε και καρτερώ να γίνουν τα βύσσινα και τα κεράσια για να φκιάσω νέο για τούτη τη χρονιά». Προτού προλάβει ο ξένος ν’ απαντήσει, πρόσταξα τη μάνα μου, για πρώτη βολά βέβαια, αφού εγώ ήμουν τώρα ο αφέντης του σπιτιού, να ετοιμάσει πρώτα φαΐ να φάμε και κοντύτερα να φκιάσει καφέ. Η μάνα μου τα χρειάστηκε για λίγο αλλά αποκρίθηκε, «μόλις έβγαλα ζεστό σταρίσιο ψωμί απ’ τη γάστρα. Έχω και γινωμένο γάλα κορφή στο καρδάρι. Θα πάω μια γύρα στην αχυρώνα να πάρω αυγά απ’ τις φωλιές και θα σας τα τηγανίσω να φάτε. Μόνο που στενοχωριέμαι που βρέθηκε στο σπίτι μας ο ξένος άνθρωπος και δεν έχω μαειρέψει για μεσημέρι. Απ’ τα χαράματα ίσαμε τώρα βοηθούσα τη θειάκω Γιώργαινα και θερίσαμε κανά δυο ρεβενάκια στάρι. Σάμπως ήταν και προκοπή; Το ’χε γκρεμίσει ο αέρας κι ήταν αψόμωτο. Και είπε κι αυτή να μην το αφήκει στο χωράφι και το αποσμάσουν τα ζ’λάπια και τα π’λια». Ώσπου η μάνα μου να συγκεριάσει το φαΐ, βάλθηκα κάτω απ’ τη σκαμνιά να τον ξομολοήσω. Μου είπε πως ήταν ο Γιάννης Πετρόχειλος. Γεωλόγος και σπηλαιολόγος. Πως το επάγγελμά του είχε να κάνει με τη γη και τα μυστικά της. Βρήκα την ευκαιρία για να λύσω ένα πρόβλημα, που δεν ήταν μόνο δικό μου, αλλά ολόκληρης της περιοχής. Κανένας δεΝ μπορούσε να εξηγήσει γιατί κοντά σε μια βρύση στην κορφή στο χωριό, από μια τρύπα στη μελίστρα έβγαινε κρύος αέρας μέσ’ από τη γη. Η τοποθεσία είχε πάρει την ονομασία «Ανεμότρυπα» Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


66

Γι ώ ρ γ ο ς Α . Φ λ ώ ρ ο ς

απ’ αυτή την αιτία. Από πάππου προς πάππο είχαν πιστέψει πως ο τόπος ήταν στοιχειωμένος. Η φαντασία τους κάλπαζε και έστηνε χίλιες ιστορίες για ξωτικά που πάλευαν μέσα στη γη και πως η ανάσα τους έσωνε ίσια με όξω και έβγαινε απ’ εκείνη την τρύπα. Ο άνθρωπος, σαν του αράδιασα την ιστορία, χαμογέλασε με καλοσύνη και μου είπε με σιγουριά πως κάτω απ’ εκείνη την τρύπα κρύβεται μεγάλο σπήλαιο που έχει να κάνει και με το κρύο νερό της βρύσης που έβγαινε εκεί σιμά. Με παρακάλεσε, αφού τελειώσει με τη δουλειά της κατολίσθησης, να τον πάω στην Ανεμότρυπα. Την κουβέντα μας έκοψε η φωνή της μάνας μου σα βγήκε στη μπαλκονόπορτα. «Κοπιάστε. Εδώ απάνω ετοίμασα να φάτε». Ανεβήκαμε την ξύλινη σκάλα και βρεθήκαμε στον νοντά, το καλοκαιρινό δωμάτιο του σπιτιού. Η μάνα μου είχε στρώσει το τραπέζι με το μοναδικό μας μεσάλι, τις οίδε από πόσα χρόνια να μας βρίσκονταν. Απάνω του απίθωσε το ψωμί, τις λίμπες με την κορφή το γάλα, και τα πιάτα με τα τηγανισμένα με κατσικίσιο βούτυρο αυγά. Σαν κάτσαμε στο τραπέζι μας είπε, «καλώς όρισες στο σπίτι μας. Να σας αφήκω τώρα να φάτε». Η ίδια αποτραβήχτηκε στο άλλο δωμάτιο να φάει. Συνήθειο εκείνης της εποχής. Σαν ήταν ξένος στο σπίτι, η νοικοκυρά ετοίμαζε το τραπέζι στους άντρες κι οι γυναίκες έτρωγαν χώρια στο άλλο δωμάτιο. Απ’ ό,τι φάνηκε ο ξένος ήταν θεονήστικος από την προηγούμενη βραδιά. Άσε που τον ξετίναξε και το «καρναβαλάκι», γαλάζια νίλα το ταξίδι απ’ την Άρτα ίσαμε την Άγναντα. Ο δρόμος άσωτος, γιομάτος γούρνες απ’ τις ροδιές. Στο «καρναβαλάκι» πολλές βολές στριμωγμένοι αντάμα άνθρωποι, κότες και κατσίκια. Και ο «σφερς» ψευτόμαγκας λες και ήταν πιλότος σε θεόρατο σκαρί. Βασιλικό στο ’να αυτί και τσιγάρα κολλημένη μόνιμα στα χείλια του. Ο ξένος κάπως βιαστικά άδειασε τη λίμπα με το γάλα. Η μάνα μου χωρίς να τον ρωτήσει, του ξαναγέμισε τη λίμπα απ’ το γάλα που είχε στο καρδάρι. Εκεί «γίνονταν κορφή», το ’ριχνε στη μποτινέλα, το χτύπαγε για ώρα με τη φρούτσια και έβγαζε το βούτυρο. – Δε θέλω κυρά να σας βάλω σε φασαρία. Το ’χα να μην έρθω, αλλά ο γιος σας επέμεινε. – Ακούς φασαρία! Το σπίτι μας πάντα είναι ανοιχτό και δόξα σοι ο Θεός, όλο και κάτι μας βρίσκεται να ξεντροπιαστούμε. Ο ξένος μας ξομολοήθηκε πως δε ματά ’χε φάει γάλα κορφή και ψωμί σταρίσιο που μόλις είχε ξεγαστριστεί. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το σ π ή λ α ι ο τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν

67

Σα φάγαμε η μάνα μου του ’φερε καφέ. Ξεμεσμεριάσαμε κουβεντιάζοντας κάτω από τον ίσκιο της σκαμνιάς. Το δειλινό που τσάκισε ο ήλιος και έπεσε το κάμα, περιδιαβήκαμε με τον ξένο το βουλιασμένο μαχαλά του χωριού. Εκείνος κράταγε σημειώσεις για τη ζημιά. Κάποτε σώσαμε στην Ανεμότρυπα. Σκύψαμε και ήπιαμε κρουστάλλινο νερό με τη χούχτα μας απ’ την πηγή δίπλα της. Ο ξένος, αφού εξέτασε την τρύπα που έβγαζε κρύο αέρα και τη γύρω της περιοχή, έβγαλε το συμπέρασμα πως οπωσδήποτε εκεί κρύβονταν μεγάλο σπήλαιο και μου είπε πως κάποτε θα φανερωθεί και θα το επισκέπτονται να το θαυμάσουν και ξένοι ακόμα άνθρωποι. Τα χρόνια διαβήκαν. Εμείς, σαν τελειώσαμε το σχολειό, ξενιτευτήκαμε να καζαντήσουμε. Στο χωριό κάποτε παρουσιάστηκε η γυναίκα του Πετρόχειλου, η Άννα. Σπηλαιολόγος ξακουστή. Φορτωμένη με τ’ απαιτούμενα σύνεργα, κατάφερε να κατεβεί και να εξερευνήσει το σπήλαιο. Την ομορφιά και τα μυστήρια που για αιώνες έκρυβε περιέγραψε με γλαφυρότητα σε έκθεσή της, αντίγραφό της έστειλε στην κοινότητά μας. Το ’83 έτυχε σε επίσκεψή μου στο χωριό να μελετήσω την έκθεση. Ενθουσιάστηκα. Είδα την ευκαιρία που παρουσιάστηκε για να βγει ο τόπος μας από την απομόνωση και το μαρασμό. Έτσι εκμεταλλεύτηκα την ευχέρεια που είχα ως ανταποκριτής σε δύο εφημερίδες της Άρτας, μίας των Ιωαννίνων και μίας των Αθηνών. Ξεκίνησα μία καμπάνια με πρωτοσέλιδες δημοσιεύσεις. Απαιτούσα απ’ την Πολιτεία το άνοιγμα και την αξιοποίηση του σπηλαίου. Ζητούσα τη συνδρομή από τους συμπατριώτες μας γι’ αυτό το σκοπό και περιέγραφα τα οφέλη που θα αποκόμιζαν τα απομονωμένα Τζουμέρκα. Πολύ αργότερα είδα το όνειρό μου πραγματικότητα και την προσπάθειά μου να καρποφορεί. Γεύτηκα και εγώ μαζί με τους συμπατριώτες μου τα αγαθά του πολιτισμού που κατάφερε έστω και αργά και έσωσε κάποτε και εκεί στην ξεχασμένη γωνιά των Τζουμέρκων. Όμως δοκιμασία για μένα ήταν που δεν κατόρθωσα να παρευρεθώ με τους συμπατριώτες μου στα εγκαίνια του ανοίγματος του σπηλαίου. Στη φετεινή συνέλευση της ΙΛΕΤ, φορτωμένος από τον καημό της ξενιτιάς, από μικροφώνου, τον άφησα να ξεχειλίσει λέγοντας: «Εμάς τους Τζουμερκιώτες μπορεί η μοίρα εκεί στα ξένα να κάρφωσε τα κορμιά μας σαν του Προμηθέα στο κοτρόνι της πόρεψης, όμως οι ψυχές μας λέφτερες φλακαράνε άκοπα στα διάσελα και τις κορφές των Τζουμέρκων παρέα με τους σταυραετούς».

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


68

Γι ώ ρ γ ο ς Α . Φ λ ώ ρ ο ς

Γλωσσάρι αγγιά: πιάτα άκοπα: πολλές φορές αρόζιαστα: χωρίς ρόζους έσωσε: έφτασε καρναβαλάκι: λεωφορείο 20 θέσεων για ορεινές διαδρομές καταντιά: τα απαραίτητα κονάκι: σπιτικό κοντύτερα: αργότερα κοπιάστε: πλησιάστε, ελάτε κοντά κουρνιαχτός: σκόνη μεσοχώρ’: στο μέσο του χωριού μπαϊλιζε, γαρίδιαζε: στράγγιζε από νερό μποτινέλα: κάδος όβολα: τα κέρματα σοκάκι: στενός δρόμος σφερς: σωφέρ, οδηγός φρούτσια: χτυπητήρι από ξύλο με ρίζες

* Ο Γιώργος Α. Φλώρος είναι συνταξιούχος τραπεζικός.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


69

Δημήτρης Στ. Παππάς*

Περιβ ολάρηδ ε ς και μ πα ξεβ άν οι σ τον Μαν άβη

Τ

ο πόσο αλλάζουν οι καιροί, οι συμπεριφορές και οι συνήθειες γενικά των ανθρώπων, των χωριανών εν προκειμένω, φαίνεται από πάρα πολλά γεγονότα της καθημερινής ζωής τους. Φαίνεται, έγιναν πολλές αλλαγές, τις οποίες έφερε, βέβαια, η εξέλιξη, η πρόοδος και γενικότερα ο πολιτισμός. Η ρόδα, το ρεύμα, το νερό στο σπίτι μας, το τηλέφωνο, και τόσα άλλα, είναι απλά δείγματα. Αυτά που έχουμε, αυτά που ζούμε σήμερα απέχουν… παρασάγκας από το «χθές» ακόμα και από 40-50 χρόνια πριν. Τότε, πριν από μισό αιώνα περίπου, ας πούμε, οι χωριανοί ήταν… αυτάρκεις, ζούσαν με αυτά που είχαν και με όσα και όποια είχαν και δεν τους ένοιαζε ούτε το «πόσο κάνει», ούτε το «από πού έρχεται, ελληνικό ή ξένο είναι». Αυτά είναι γνωστά πράγματα. Αφορμή πήρα να γράψω ετούτες τις αράδες από το θέαμα που είδα, χθες το κολατσό, από την βεράντα μου, όπου έπινα τον καφέ μου. Στο σταυροδρόμι, εκεί μπροστά στον Κατσάνο, σταμάτησε ο μανάβης το αυτοκίνητό του με τα λογής-λογής ζαρζαβατικά του και οι χωριανοί ξεκάμπαγαν από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, σχεδόν τρέχοντας, για να ψωνίσουν. Ο άνθρωπος δεν έκανε καν τον κόπο να διαλαλήσει τα προϊόντα του. Τον γνώρισαν από την κασέτα, από τα τραγούδια που άκουσαν και που είναι τα ίδια κάθε φορά που έρχεται. Βλαχοθανάσης, Καραγκούνα, Αγγέλου’μ κ.λ.π. Κοίταγα και δεν πίστευα στα μάτια μου. Δεν πίστευα ότι ήταν δυνατόν να φανταστεί κάποιος, πριν από λίγα χρόνια (40 ή 50), ότι θα έβλεπε τέτοιες σκηνές στο μαχαλά μας. Αυτό βέβαια γίνεται κάθε εβδομάδα, την ίδια μέρα και ώρα, όλο το χρόνο, λες κι έχουν ραντεβού! Τώρα όμως, στις αρχές του Αυγούστου, είναι πάρα πολύ οι… πελάτες, διότι ήρθαν και από παρέκεια για λίγες μέρες κάποιοι χωριανοί μας. Καθώς βγήκε στις κερασιές του Γιωργάκη, απέναντι στη στροφή, και τον άκουσαν , βγήκαν μερικοί να τον… υποδεχτούν και τον περίμεναν, πριν έρθει ακόμα, ενώ οι άλλοι ξεκίναγαν βιαστικοί για να τον προλάβουν. Από την απάν’ γειτονιά κατέβαιναν: η Κούλα, Λευτέρου, η Στέλλα, η Μυρσινιά και κανα δυό άντρες. Από τον κάτου μαχαλά βγήκαν η Ολυμπία, η Θεοδώρα, ο Γιάννης, ο Κώστας, η Κία, η Αντιγόνη και η θειάκου μου η Ευτυχία, αργά-αργά, 85 χρονών. Από την αποδώ μεριά, από την δική μου άκρη, πρώτη η Νίνα (αδερφή μου) η Βαγγελή, σβάρα-σβάρα 80-82, που έτσι και τις είδε και η δική μου, η Βασιλική, άρπαξε την Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


70

Δ η μ ή τ ρ η ς Στ . Π α π π ά ς

πορτοφολάρα και κατέβηκε τα σκαλιά φωνάζοντας και τη Χρυσάνθη απέναντι και γραμμή μια πίσω από την άλλη σχολιάζοντας έφτασαν μπροστά στη Μερόπη, τη Σιώλαινα, και όλες μαζί χώθηκαν στο τσούρμο. Εδώ το λόγο έχει κυρίως ο γυναικόκοσμος, με όλες του τις πάμπολλες ιδιοτροπίες και απαιτήσεις. Μια κράταγε ένα καρπούζι και ρώταγε για τα πεπόνια, άλλη έβανε ντομάτες στη σακούλα της, αλλά πρόσεχε και τι αγόραζε η διπλανή της, για να το πάρει κι αυτή. Τρίτη παραπέρα χωμένη σχεδόν μέσα στην καρότσα, διάλεγε λεμόνια, τα ζούμπαγε, και κρεμμύδια ξερά. Παρά πέρα ζύγιζαν και πλήρωναν. Στέκονταν η κάθε μια με τα ψώνια της στην ουρά να μη χάσει την σειρά της. Γύρω γύρω στο αμάξι θα ήταν 12-15 άτομα που όλα κουβέντιαζαν αναμεταξύ τους ή με το Γιώργο το μανάβη. Αυτός δεν προλάβαινε να δίνει ρέστα και να απαντάει στις απορίες της κάθε Κυρίας… Πόσο τάχεις τα κολοκυθάκια σήμερα; Τα φασολάκια έχουν ράμματα; Είναι νόστιμα; Είναι βραστερές οι φακές; «Καλέ πόσο τις έχετε (η Αθηναία αυτή) τις μελιτζάνες; Θέλω να κάνω γεμιστά σήμερα και να μου δώσεις και πιπεριές… Σε παρακαλώ, βάλε μου και αυτά τα αγγουράκια. Τα θέλω στη σαλάτα. Εκεί-εκεί στη Λαϊκή, κάθε Τρίτη, τα παίρνουμε πιο φτηνά και πιο καλά! Στο Γαλάτσι βρίσκεις ό,τι θέλεις! «Καλέ αυτά τα σταφύλια είναι άγουρα». Παρά τα ογδόντα της η Μερόπη θέλει να … ακούσουν και οι άλλες ότι εκεί στας Αθήνας… η ζωή είναι … χαρισάμενη! Και του «πουλιού το γάλα» έχουνε! – «Ακούρμα τι λέει…» σχολίαζαν οι άλλες και καρ… καρ… καρ… τα γέλια! Το σπουδαίο είναι ότι ενώ κάποιες έχουν ήδη ψωνίσει , δεν φεύγουν να πάρουν κι άλλες αράδα. Έρχονται γύρω-γύρω από το αμάξι και από το «μαγαζί» και παρακολουθούν τι αγοράζουν οι υπόλοιπες. Η περιέργεια βλέπετε είναι σοβαρή «ασθένεια». Η καθεμιά έχει «δεφτέρι», μητρώο οικονομικής συμπεριφοράς, για τη διπλανή της, της γειτόνισσα, τη φιλενάδα της. Πώς λένε «ο καθένας για όλους και όλοι για τον καθένα»; Ε, αυτό έχει πλήρη εφαρμογή εδώ. Όλες σχολιάζουν … όλες και φυσικά από … πίσω και στα κρυφά! – Ακούς εκεί, η Φ. έβγαλε 3 ευρώ από την τσέπη της και πήρε ένα πεπονάκι μονάχα. Μεγάλο τσιγκουναριό- σπάγκος, δε χαλάει δεκάρα. Πάει το σχόλιο γι’ αυτή. – Πού τα βρίσκει αυτή η Κουστάντω αυτά τα χρήματα, νάξερα; Δυό τσαντάρες γεμάτες πήρε κι έκοψε κάτου… 25ευρώ. Θα πλήρωσε! Πώς θα τα πάει ούλα στο κονάκι της… απορώ , λέει η άλλη. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Περιβολάρηδες και μπαξεβάνοι στον Μανάβη

71

Ο ίδιος «απολογισμός» ή πιο καλά ή ίδια κοστολόγηση των αγοραζομένων, γίνεται για όλες τις… Περσεφόνες, κάθε φορά με την ίδια μέθοδο της … αλληλοβαθμολόγησης όπως κάναμε στο σχολείο που έβαζε βαθμό ο ένας μαθητής στον άλλο! – Πολύ χρήμα αυτός ο μανάβης! Ένα σωρό τελάρα άδειασε , 250-300 ευρώ θα τσέπωσε σε μισή ώρα κα πάει καλιά του, πάει για την επόμενη στάση, λέει η γυναίκα μου, καθώς έρχεται με τις τσάντες στα χέρια και με φωνάζει να πάω στα σκαλιά να την ξαλαφρώσω. – Αυτό συμβαίνει, κυρά μ’, της απαντάω, γιατί κάθε πρώτη του μήνα έρχεται ο ταχυδρόμος με την ντάσκα τέζα επιταγές-συντάξεις! Για παρακολούθα να ιδείς, πόσες απ’ αυτές δεν έχουν μία και δυο συντάξεις στο καλύβι τους! Ας είναι καλά τα Ταμεία: ΟΓΑ-ΙΚΑ κ.λ.π., χώρια οι ανάπηροι-μαϊμούδες. Ούτε στη δεκαετία του ΄50 δεν είχαμε τόσους και ας ερχόμασταν από Αλβανία και Κατοχή κ.λ.π. Τώρα βλέπεις και ένα δόντι να σε πονάει άμα έχεις … «δόντι» γίνεσαι ανάπηρος και ας είσαι κα 40 χρονών. Κατάλαβες; Πλήρωνε Ψωροκώσταινα! Έμαθες γιατί έρχονταν όλες ματσωμένες στο Γιώργο; -Τα ξέρω και τα παραξέρω, τέτοια είναι η Ελλάδα μας , αλλά ο Έλληνας τα βολεύει μια χαρούλα, απαντάει εκείνη και αφήνει τα ζαρζαβατικά στο πλατύσκαλο, στην πόρτα της κουζίνας. – Για να δούμε τι καλά μας έφερες σήμερα, απ’ τον καμπίσιο το μπαξέ, τη ρωτάω μ΄ ένα χαμόγελο ειρωνικό. Αυτή μπαίνει στην κουζίνα της κι εγώ στο γράψιμο. Μια φορά κι ένα καιρό, όλοι αυτοί που τους βλέπεις κραπατσαλωμένους στο «μανάβικο» του Γιώργου, ήταν οι ίδιοι περιβολάρηδες και μπαξεβάνοι-κηπουροί στο χωριό μας. Απ΄ όλα είχαν τα σπίτια τους, εκτός απ΄ των θερμών χωρών :μπανάνες, ανανάδες και άλλα παρόμοια. Και του πουλιού το γάλα είχαμε τότε, εκτός από παράδες, διότι ούτε συντάξεις ούτε μεροκάματα υπήρχαν. Αγροτικές και κτηνοτροφικές ήταν οι οικογένειες και με την παραγωγή τους τα βόλευαν. Ο κάθε νοικοκύρης είχε τον κήπο του και τα καρποκλάρια στα χωράφια του. Η κάθε εποχή είχε τα προϊόντα της, είχε τα «καλά της» , και οι χωριανοί κουτσοβολεύονταν αναμεταξύ τους, άλλος είχε πιο πολλά, άλλος πιο λίγα, άλλος το ένα, άλλος τ’ άλλο, πάντως αλληλοκάλυπταν τις ελλείψεις τους. Ήταν υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων να έχουν στενούς δεσμούς για να πορεύονται. Η συγγένεια, η γειτονιά, η κουμπαριά, η φιλία και η γειτονιά ήταν «κρίκοι» της αλυσίδας που «έδενε» την κοινωνία , τη γειτονιά. Ο καθένας αναγνώριζε ότι έχει ανάγκη τον άλλο. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


72

Δ η μ ή τ ρ η ς Στ . Π α π π ά ς

Θυμάμαι, παιδάκι, που έρχονταν η κουμπάρα μας, η Ζαχαρού, απ’ τους Ναζαίους , μια ώρα στράτα και ήταν φορτωμένη μ΄ ένα τρουβά απίδια. Είχαν πιο πρώιμα αυτοί, στο Παλιοχώρι. Θυμάμαι τη γιαγιά που όπου να πήγαινε στη γειτονιά, θα είχε γεμάτη μήλα την ποδιά της, να τα φιλέψει, άλλα γιατί τα χρώσταγε (για κάτι που τις έφεραν) και άλλα από… καλή καρδιά. Έδωνες για να σου δώσουν και σου έδωναν γιατί τους έδωσες κάποτε… Συνεπώς, τότε, …τύφλα να είχε ο μανάβης, ας τα έτρωγε μόνος του, δεν τους καίγονταν καρφάκι… που λέει ο λόγος. Φυσικά έτρωγαν όποτε είχαν και όσα και όποια είχαν, δεν είχαν π.χ. όλο το χρόνο κομποδόρια, αγγούρια ή πορτοκάλια όπως τώρα. Τότε δεν ήταν στο χωριό οικογένεια που να μην είχε το λαχανόκηπο, ο οποίος, ανάλογα με τη νοικοκυρά, είχε τα προϊόντα του, το περιεχόμενό του. Δεν έλειπαν όμως τα βασικά, όπως μαϊντανός, λάπατα, πράσα, κρεμμύδια, άνθος και σε δεύτερη μοίρα : σέλινο, ρεπάνια, σκόρδα, κοκκινογούλια κ.λ.π. Όσο για τα φρούτα πολλά είχαν, όπως: σκάμνα, κεράσια, σύκα, απίδια, κορόμηλα, ροδάκινα, κυδώνια, ρόδια, καρύδια, σταφύλια, κάστανα, γκόρτσα κ.λ.π. Κάτσε και λογάριασε… τι και πώς! Η αρχή γινότανε με τα σκάμνα, τα «μούρα», όπως πολλοί τα έλεγαν. Μουριές είχαν δυό-τρία σχέδια, άλλες φυτεμένες και μπολισμένες και άλλες όπου φύτρωναν και σε άγρια μορφή. Σκάμνα μικρότερα και μεγάλα και άλλα κίτρινα, άλλα μαυροκόκκινα και άλλα ασπροκίτρινα. Όλα νόστιμα και χορταστικά, γλύκισμα. Άλλα τα έφταναν από τα κλωνάρια, χαμηλά, και άλλα ανέβαιναν επάνω, μικροί-μεγάλοι και την έκαναν… ταράτσα. Αν δεν χόρταιναν, δεν κατέβαιναν. Δεν ήθελαν πλύσιμο και καθάρισμα, όπως ήταν, κλαπ… και κλαπ… στο στόμα, δύο-τρία μαζί. Μιλάμε για χούφτες, για κιλά και όχι για 30-40-50 κομμάτια! – «Κοίτα-κοίτα, μια «μπούνα» που βρήκα Γιάννη, στάζει μέλι και κουτούπ! Την κατάπινε, ο φίλος του, εκεί επάνω στα ξέκλωνα. Κάποιοι κάποτε εφάρμοζαν και το «τέχνασμα», με το σεντόνι, το «τίναγμα». Εκεί να δείτε κόλπα… Κράταγαν ένα ρούχο να μην έχει τρίχες, δηλαδή σεντόνι, χεράμι, μεσάλα κ.λπ., απ΄τις άκρες, απλωμένο-ανοικτό, κάτω από το κλωνάρι που είχε πολλά ώριμα. Ένας νεαρός ανέβαινε επάνω και κούναγε με δύναμη το κλωνάρι να πέσουν όλα τα γινωμένα μέσα στο ρούχο. Κούναγε με χέρια και με πόδια να πέσουν, ενώ βαστιόταν γερά να μην πέσει, να μην έρθει μαζί με το κλωνάρι, μέσα στο σεντόνι. Το ίδιο έκανε σε 2-3 κλωνάρια. Πρρρ… προυπο άκουγες μάσα στο τσόλι, να πέφτουν , μιλάμε για οκάδες…, τεψιά τα μάπωναν να πάνε και στους άλλους, αφού πρώτα χόρταιναν καλά αυτοί. Κάθονταν από καλή μεριά και όποιος Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Περιβολάρηδες και μπαξεβάνοι στον Μανάβη

73

πρόλαβε τον Κύριο είδε! Δεν σηκώνονταν αν δε … φούσκωναν, δεν χόρταιναν. Έτρωγαν όσο ν’ αδειάσει το τσόλι, όσο να τελειώσουν, όσο να… τσ’τώσουν!! Απ΄ την παραγωγή στην κατανάλωση, απ’ το κλαρί στο σεντόνι και στο στομάχι. Στο τέλος έπλεναν και τα χεράκια τους που κόλλαγαν από τα ζουμιά. Σειρά είχαν τα κορόμηλα και τα δίφορα τα σύκα. Οι κορομ’πλιές φύτρωναν παντού, αγριοκλάρια ήταν χωρίς περιποίηση, στα όχτια. Τα πιο πολλά ήταν κίτρινα, μικρούτσικα και πολύ γλυκά, άμα ωρίμαζαν. Όμως εμείς τα δοκιμάζαμε με «το λουλούδι στο κώλο», δηλαδή άγουρα και φυσικά «στραπέτσ», πολύ ξυνά. Άλλα ήταν κόκκινα και μεγαλούτσικα. Μπορώ να πω ήταν από τα λίγα φρούτα που τρώγαμε χωρίς να ρωτάμε «τίνος είναι»; Ήταν τόσα πολλά που δεν ρώταγαν για τον νοικοκύρη. Τα δίφορα, σε μια εποχή που δεν ήταν άλλα φρούτα και πολύ τα κυνηγάγαμε, ήταν λιγοστά και είχαν νοικοκυραίους, τα φύλαγαν στα κρυφά δηλαδή πηγαίναμε. Μόλις φούσκωνε λίγο κάποιο, το πλησιάζαμε, το ζουμπάγαμε να διαπιστώσουμε αν τρώγεται. Συνήθως μισοάγουρα τα κόβαμε, διότι αν τα αφήναμε για αύριο τα προλάβαινε άλλος. Ήταν φρούτο για λίγες μέρες, με πολύ χοντρή φλούδα-πέτσα και αρκετά μεγάλα. Ακολουθούσαν τα κεράσια που είχαν τη δική τους ιστορία στη ζωή μας. Κερασιές ήταν πολλών ειδών, οι πιο πολλές αμπόλιαστες., δηλαδή σε ημιάγρια κατάσταση, ό,τι έβγαιναν. Η πλειοψηφία ήταν μαύρα και μικρούτσικα, έβαφαν τα χέρια, τα μούτρα μας και τα χείλια, σωστοί μασκαράδες φαινόμασταν. Πολλά ήταν και τα ζαγορίσια, κριτσανιστά και κατακόκκινα, και τα πετροκέρασα. Επίσης μαύρα-χοντρά-σκληρά τα «Κηφησιώτικα» καλής ποιότητας, νόστιμα, ο εχθρός τους ήταν τα «βασιλιάδια» και τα πουλιά, κίσσες, κρούνες κ.λ.π. Το κεράσι ήθελε το καλάθι του για να το μεζέψεις για το σπίτι, για τους άλλους και φυσικά για όποιο… δώρο, φίλεμα. Όμως εμείς τα παιδιά είχαμε τους δικούς μας νόμους, κανόνες. Φροντίζαμε μόνο τον εαυτό μας, άμα’ κούγαμαν και ούτε τα κλωνάρια (τα κλωναράκια και τις βάντες) δεν σεβόμασταν. Τσακιούμαν τούμπες, τσούρμο όπως ήταν και τις ρίχναμε κάτω στους υπόλοιπους που περίμεναν, αλλά και φύλαγαν (πολλές φορές) μην εμφανιστεί κάποιος... νοικοκύρης. Τρώγαμε μέχρι να... τσ’τώσουμε, να φουσκώσει η κουλούρα μας, που γούρλιζε …ξενεκρωμένη. Πολλοί φράζανε τον κορμό αλλά μάταια, εμείς κολλάγαμαν από τα κλωνάρια. Έκαναν δυο-τρεις σκάλα με το κορμί τους και πατώντας στο σβέρκο τους πιανόμασταν… και στην κορφή. Πολλά τα καταπίναμε στη βιασύνη με ούλο κόκαλα μαζί. Αυτά ξέρετε έπειτα που φαίνονταν; Στα σκα… μας, πέρα στη λάκα. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


74

Δ η μ ή τ ρ η ς Στ . Π α π π ά ς

Πολλά κόλπα και μπαγαποντιές έκαναν τα παιδιά, να βρούνε αφορμή, να βρούνε αφορμή να πάνε για φρούτα γενικά, σε «κατάλληλες» ώρες, μεσημέρια κ.λπ. Πότε έλεγαν θα πάνε για ψάρεμα, πότε να παίξουν και τελικά ρήμαζαν τα κλαριά, συκιές, κερασιές κ.λπ. Μόνο για διάβασμα δεν έλεγαν, αυτό ήταν άγνωστο «παιχνίδι», ήσυχο το κεφαλάκι μας! Θυμάμαι το εξής περιστατικό στο σπίτι μας, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’40. Στον κήπο είχαμε μια καλή ζαγορίσια, αλλά πολύ ξέκλωνη , ήθελε σκάλα να ανεβεί κάποιος. Είχε δύο τρία κλωνάρια απλωμένα σα χέρια, επικίνδυνα να τα πατήσεις. Δεν είχε να πιαστείς κάπου, έπρεπε να κάνεις τον ακροβάτη, να πας… χάβδα χάβδα για να τεντωθείς να φτάσεις τα πολλά και κατακόκκινα κεράσια. Τα χαμλούδια τα είχαμε τελειώσει και εκείνα στις κορφάδες τα κοιτάγαμε, σαν την αλεπού τα σταφύλια. Κάποια μέρα που εμείς παίζαμε το κρυφτό, εκεί στις φράχτες και τα καλύβια, έρχεται μια φιλενάδα της γιαγιάς μου, η Γιωργίτσα, κάπου 25 χρονών, για κουβέντα με το πλέξιμο στο χέρι. Μην πάει ο νους σας για καφέ και τα σχετικά που γίνονται σήμερα, το εθιμοτυπικό δεν πρόβλεπε τέτοια. Τέτοια ρεούλια για καθημερινές επισκέψεις. Έξω στο πεζούλι, στη σκάλα, η υποδοχή, εκεί έλεγαν με τα εργόχειρα στο χέρι η καθεμιά τα «νέα της». Κάποια ώρα, λέει η Γιαννούλα, η γιαγιά: – Α, μουρή Γιουργίτσα, να βάλω τ’ σκάλα… κουλάς εκειά να φτάσεις λίγα κεράσια; Θα πάνε χαμένα. Τα βασιλιάδια θα τα φάνε. Δεν μπουρεί κάνας να κουλλήσει, π’ ανάθεμά τ’. Έλα να την ιδείς, είναι ξέκλωνη με τ’ σκάλα θα πιαστείς, θα κρατηθείς καλά, μην πέεις και κάνουμε μολόγημα. Για κοίτα μπουρείς;, Ξανάπε η γιαγιά μου και ήρθαν κατά το κλαρί μεριά, εκεί που κάθομαν εγώ, που με είχαν «κάψει» στο παιχνίδι και άκουγα τι έλεγαν. – Μουρή θειά μ’ δεν τ’ αφήνουμε για άλλη βολά, νάρθω ταχιά να πούμε, είπε εκείνη η Γιωργίτσα. – Κοίτα, άμα δεν κουλλάς άστα να γιαν κι αυτά κι του καλό τους μαζί, όχι να πέσεις για τα κεράσια, είπε η άλλη. – Δεν είναι αυτό, είπε η θειά μου, κουλλάου κι παρακουλλάου, εγώ κλαρίζω τα πράματα πέρα στα ρουπακιά στα δέντρα στα ξιάκλωνα, όχι εδώ για... Άλλο είναι το ζήτημα θειά μου. Ενώ ως τώρα μίλαγαν φωναχτά, δυνατά, τις άκουγα καλά, τώρα η Γιουργίτσα τα έλεγε κριφούτσικα, σιγά.. Έβαλα αυτί ν’ ακούσου. Ο νους μου, η παιδική πονηριά και καχυποψία, πήγε στο ότι τάχα αυτή δεν ήθελε να τα μαζέψει εκείνη την ώρα, επειδή ήμασταν εμείς τα παιδιά που παίζαμε και θα έπρεπε να μας δώσει και εμάς. Έξι εφτά παιδιά από μια χούφτα… άδειασε το καλάθι τους. Αυτό υπολόγισα εγώ ήταν το «κρυφό», το ψου ψου που μουρμούριζαν χωρίς να με λογαριάζουν, εκεί στη στοιβανιά με τα ξύλα που κάθομαν, τάχα «αδιάφορος» ενώ το αυτί μου… μάζωνε. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Περιβολάρηδες και μπαξεβάνοι στον Μανάβη

75

– Να… ξερς, τι είνι; Είναι τα παιδιά. Έβγαλα, μουρή, το «αυτό» μου και το ‘πλυνα και δε φόρεσα το «καλό». Τόσα λιανόπαιδα εδώ γύρα θα βλέπουν. Εκεί απάν’ πρέπει να τεντουθού, να χαβδώσου, για να σταματήσου και αυτά τα ζαλιάρικα… καταλαβαίν’ς, ό,τι βλέπουν θα το μολογάν. Να πουδέσου ταχιά το «αυτό» (το βρακί) και να έρθω μια ώρα να τα φτάσω. – Ακούρμα, ετούτ’ τι λέει, είπε η άλλη και το πάτσι ένα κριτσιανστό γέλιο … χα χα χα. – Να βάλου τ΄σκάλα και θα ιδείς. – Δημητράκη, ώ Δημητράκη, που είσι γιάμ’ (λες κι ήμαν μακριά); Πάρι κι τάλα κι σύρτι να μαζώσιτι λίγο μουχρίτσα για το μόσκι στου λάκκου. Άντε χ’σαμ κι άμα γιουμώσιτι του παχνί, θα νάρθιτι να σας δώκω μια χούφτα κεράσια. Ακόμα εδώ ίστι, δεν ακούτι, δε σας έρχεται κρίμα του μουσχαράκι μου μουγκρίζ’, π’νάει του κακότκου; Τραλαλά τραλαλά εμείς! Άλλο που δε θέλαμε, να πάμε για το μόσκι, να παίξουμι. Θα το χαϊδεύαμε, θα του τραβάμαν τα αυτάκια, θα του μπαίναμε καβάλα και κυρίως θα καθόμασταν να μας αγλείψει τα μαλλιά, να μας… χτενίσει, να κάνουμι χωρίστρα, καβαε’τα. Έτσι κάναμαν άμα βρισκόταν ευκαιρία, δεν μας έβλεπαν οι μεγάλοι. Εμείς στο χωράφι για μουχρίτσα... Η ξεβράκωτη στην κερασιά, τα κεράσια στο καλάθι που έφερε η κωλοπετσωμένη βάβου κιούλα πάνε μια χαρούλα. Και το μόσκι έφαγε κι εμείς καλοπεράσαμε κι η Γιουργίτσα ανεβοκατέβηκε χωρίς το φόβο να φανεί το… τέτοιο τσ’ επειδή έπλυνε το μονάκριβο… τέτοιο τσ’ και δε φόρεσε το καλό τσ’ το τέτοιο, να μην το χαλάσει η φτωχούλα. Ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει κατά νου του ότι η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών, εκείνα τα χρόνια, δεν είχε, δεν φόραγε «τέτοιο». Όλ... όξου! Ακόμα καλό είναι να γνωρίζετε ότι η λέξη «κώλ...» είχε πολύ διαφορετική και ευρύτερη έννοια από σήμερα. Το λοιπόν, τότε π’ λέτε, φίλοι και αγαπητοί μου, η ενδυμασία, η μόδα ήταν προσαρμοσμένη στη νοοτροπία της εποχής και δεν επιτρεπόταν να φαίνεται «ζάρκο» ξεμπλέτσωτο μέρος του γυναικείου σώματος. Τα ήθη, βλέπετε, της κάθε εποχής κανονίζουν, ρυθμίζουν συμπεριφορές και διαμορφώνουν μόδες. Ακούς εκεί να φανεί η αμασκάλη, να είναι ξεκούμπωτο το μπλουζάκι και να φανεί ο… κόρφος, λίγο παρακάτ’ απ’ τ’ γουρνούλα! Είδαμαν τι είδαμαν, φάγκαν τα βζιά όξου. Με τη φαντασία, δηλαδή, έβλεπαν και έλεγαν αυτό που φαντάζονταν! Χαλασιά της και φουρτούνα της, εκείνης που θα στραβοκάθονταν κάπως και της φαίνονταν το ποδάρι, στο γόνατο, εκεί απ’ κάτ’ στην κλείδωση! Χα χα χα φάγκι ου κώλους τσ΄ Μαγδάλω, κάθονταν χάβδα. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


76

Δ η μ ή τ ρ η ς Στ . Π α π π ά ς

– Ιγώ να ειδείς, τι είδα, ουρέ χαμένε! Ένα φλώρου φλώρου ποδάρι, ως απάν’ στου ζουνάρι. Ήταν κατεβασμένη η Γκούρα και πάει να περάσ’ πέρα η Βάγγιου (π.χ.) κι έκαμε τα σ’κτιά τσ’ ως απάν’ τσ’ κι φάγκαν ούλα, κ.λπ. Λαχτάραγε το μάτι να ιδεί γυμνό, απόκρυφο, γιατί δεν ήξερε τι είναι και πώς είναι και όλο δούλευε η περιέργεια και η φαντασία. Το βρακί κατέβαινε ως το γόνατο (και παρακάτ’) και ήταν όλα τρυπωμένα. Καμιά σύγκριση με ετούτα, τα σημερινά, δυό δάχλα πανί, ίσια που έχει κάποιος την «ψευδαίσθηση» ότι τα έχει ούλα μέσα, ενώ στην ουσία δεν υπάρχει τίποτα «μέσα» και τίποτα απόκρυφο τρυπωμένο. Όλα στο φως! Άλλο να ιδείτε και άλλο να σας λιάου! Για την εποχή της είχε δίκαιο η Γιουργίτσα που φύλαγε τον πισινό της από τα τσακαλούρια, για να μην την κάνουν βούκινο στο μαχαλά. Φαντάζεστε κάποια σήμερα να φορούσε τη βράκα της εποχής εκείνης; Σκέπτεστε τι θα γινόταν; Αυτή είναι η δύναμη, η ικανότητα, η μαγγιά αν θέλετε της μόδας να επιβάλει τη θέλησή της και να της λέμε και μπράβο! Επανέρχομαι στο θέμα μας , παρασύρθηκα, μπήκα σε χωράφια με άλλα «φρούτα». Σιγά σιγά άρχιζαν τ’ απίδια με πολλά πολλά είδη: βασιλιάπ’δα, μοσχαπίδια, κοντούλες, αυγουστέλια, καμπανάτα και αργά τα γκορτσαπ’δα, τελευταία με τα γκόρτσα. Ιούνιο μήνα γίνονταν τα βασιλαπ’δα, έπειτα οι κοντούλες και τον Αύγουστο τα αυγουστέλια, που ήταν και τα πιο πολλά. Ήταν κάποιες ονομαστές απιδιές στο χωριό, μεγάλα κλαριά και σχεδόν για όλο το χωριό, όπως του Γιωργάκη Κατσικογιώργου, του Αριστείδη της Βαγγελάκαινας (στην Αυ…..) και άλλες που καρποφορούσαν κάθε χρόνο και είχαν πολύ καρπό, 100-150 οκάδες περίπου. Φύσαγε ο αέρας και τα ώριμα πέφτανε και τρέχαμε να τα προλάβουμε, να μη τα φάνε τα πράματα που και εκείνα έτρεχαν για να τα φάνε. Νοστιμότατα με χυμούς δροσάτους , με άρωμα. Ρίχναμε ένα κοντόξυλο απάνω και έπεφταν μια-δυο χούφτες κάτω το πολύ πολύ να έχαν λίγα χωματάκια, τα σκουπίζαμε απ’ το παντελόνι και… χραπ! Σαν φρούτο τα αχλάδια κράταγαν πολύ καιρό, μέχρι που άρχιζαν τα σύκα. Τα σύκα ήταν από τα καλά και πολλά φρούτα στο χωριό μας. Σύκα να ιδούν τα μάτια σας! Πολλά και διάφορα, άλλο να ιδείτε και άλλο να σας λιέου. Μαυράκια, καρβελάτα, λιβανά, τσιουπέλες, άσπρα μικρότερα και άσπρα πιο μεγάλα (χώρια απ’ τα δίφορα που ωρίμαζαν τον Ιούνιο η πρώτη δόση και αργότερα η δεύτερη). Μόλις πρισκάλιαζαν τα πρώτα, στις αρχές, τα ζουμπάγαμαν με τα χέρια μας λιγο και την άλλη μέρα τα κόβαμε, έστω και λίγο άγουρα, μην μας τα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Περιβολάρηδες και μπαξεβάνοι στον Μανάβη

77

πάρουν άλλοι. Τα σύκα ήταν το κάτι άλλο στη ζωή μας που ούτε στομάχι ούτε ζάχαρο είχαμε. Ανεβαίναμε 3-4 παιδιά , όλα μαζί και κυνηγάγαμε τα καλύτερα, το καθένα στο κλωνάρι του. Όπως ήταν με όλο φλούδες, ολόκληρα, τα χώναμε στο στόμα. Άμα έπιαναν οι βροχές, πολλές φορές σκουλίκιαζαν και τότε τα ανοίγαμε στη μέση, τα ελέγχαμε και… μίνια κάτου. Με το μάτι διαλέγαμε τα πιο καλά, τις «μαϊδες» και «σκομαϊδες», τα παραγινομένα, εκείνα που έσταζε ο κώλος τους (το πίσω μέρος δηλαδή), μέλι, γλύκισμα, να σου φεύγουν τα σάλια. Τότε για μας τα λιανόπαιδα και τα πιο μεγάλα, μέχρι 18-20 χρονών (ούτε στα γράμματα ήταν , ούτε στο μεροκάματο), τα σύκα ήταν μια γκοφρέτα, μια σοκολάτα, ένα παγωτό, ας πούμε. Αν μάλιστα ήταν και πρωινές ώρες που πάμαν με τα πράματα και ήμασταν και πεινασμένα, τότε γίνονταν της κακομοίρας! Δεν μας βόλευαν μια-δυο συκές, τις «ευλογάγαμε» όλες, όσες ήταν στον τομέα μας και φυσικά δεν εξετάζαμε αφεντικό . Δεν ρωτάγαμε «τίνος είναι», γιατί ξέραμε από την προηγούμενη χρονιά. Οι μεγάλοι τα μάζωναν στον τρουβά μας, στο καλάθι να φάνε, αλλά και να κάνουν τα ξακουστά «πασκάδια». Συκιές είχαν όλοι οι χωριανοί στα χωράφια τους, στα όχτια και προπάντων στα ξηρικά, στις γοουμουδιές, στην άκρη. Κλαριά γηρασμένα από πολλά πολλά χρόνια με κουφαλαριό κορμό, με ολοφάνερα του χρόνου τα «χαστούκια». Με μεγάλο ενδιαφέρον κυνηγάγαμε τις «τσιουπέλες», που ήταν και λιγοστές. Μαζώναμε τα καλογινωμένα και ολόκληρα, όπως ήταν τα απλώναμε αράδα-αράδα στις πλάκες, επάνω στις σκεπές από τα σπίτια μας. Αν ήταν δυνατόν και λίγο ανάμερα να μη φαίνονται. Τα ζουπάγαμε λίγο εκεί στο κοτσάνι, να απλώσουν κάπως, τα πλατσ’κώναμε για να πάρουν σχήμα και τ’ αφήναμε αρκετέ ς μέρες να λιαστούν καλά. Τα αρμαθιάζαμε ένα ένα, από 20-25 σε κάθε αρμάθα και τα ζεματάγαμε, όπως τις «πέτσες» για τα πασμάδια, και τα είχαμε για το χειμώνα, όπως το μυρμηγκάκι τα σπόρια, μέσα στην τρύπα στο χώμα. Πολλά παιδιά άπλωναν και σε σανίδες, κάπου χαμηλά, να μπορούν να τις γυρίζουν συχνά, διότι έπρεπε να λιαστούν συχνά και από τις δύο μεριές κα δεν ήταν εύκολο να ανεβούν στη σκεπή. Εκεί κάπου συνέβαινε και το περιστατικό με την Κωστάντου που μου λέει ο Γ.Κ.Π. Που λέτε η γειτόνισσα είχε το «χάρισμα» να απλώνει τα χεράκια της ακόμη και στις απλωμένες, στις σανίδες, τσιουπέλες που είχαν με τα χίλια ζόρια τα παιδιά. Είδαν ότι έλειπαν μια δυο φορές, παραμόνεψαν και είδαν τον δράστη που του είχαν, φαίνεται, πολλά μαζεμένα. Αμέσως σκάρωσαν και την τιμωρία του. Ο Γιώργος με τον Κώστα, το λοιπόν, πήγαν παρέκεια, έκαναν τα… κακά τους και Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


78

Δ η μ ή τ ρ η ς Στ . Π α π π ά ς

με «τέχνη» έχωσαν από λίγο σε 5-6 καλές τσιουπέλες (για να μην τις φάνε και οι ίδιοι, τις είχαν… παραγγελία ειδική αυτές για τη μουστερή). Τις έβαλαν εκεί στη σανίδα και παραμόνευαν, από μεριά, την ώρα που ήξεραν ότι θα διαβεί εκείνη. Όπερ και εγένετο! Πέρασε, άπλωσε, πήρε 3-4 (κρυφά-κρυφά) και άλλες έχωσε στην τσεπούλα της και άλλες στο στοματάκι της. Καταλαβαίνετε τα επακόλουθα. Από τη μυρουδιά και τη γεύση άρχισε να φτύνει και να καταριέται. Μια-δυό στον πατέρα, παράπονο για τη ζαβολιά. Τα πειραχτήρια, που είπαμε παρακολουθούσαν από αλάργα, εξαφανίστηκαν στη θειάκου Φώτου, πήγαν για καταφύγιο και εκεί πλάγιασαν το βράδυ, για να γλυτώσουν το… αυτόφωρο. Την άλλη μέρα ξελογαριάστηκαν με τους πατεράδες, με αρκετές λουριές στον κωλάκι τους. Αν δίκαια ή άδικα, εσύ αποφασίζεις. Εσύ ο ένορκος (στο κακούργημα) αναγνώστης, έχεις το λόγο για την τιμωρία που, αν ήμαν εγώ, τις λουριές θα τις βάραγα στης Κώτσινας τον πισινό. Μηλιές είχαν λιγοστές προπολεμικά και μέχρι εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του ’40 δυο τρία σκέδια. Κάποια πράσινα «Καλλιφόρνιας» τα έλεγαν, με μικρό κοτσάνι και καβαλτσώρες, 3-4 μαζί, που όταν μεγάλωναν λίγο έσπρωχνε το ένα το άλλο και έπεφταν. Είχαν ωραίο κοκκινοπράσινο χρώμα, πολλούς χυμούς, ωραίο άρωμα και βάσταγαν ως πέρα τα Χριστούγεννα (στο αμπάρι). Επίσης τα φιρίκια, που τα κλωνάρια τους έμοιαζαν με της λεύκας, λινά-μακριά, ίσια όρθια επάνω και λύγιζαν , έσπαγαν από το βάρος του καρπού. «‘Έδεναν» όλα τα λουλούδια και κατ’ ανάγκη γίνονταν σχετικά μικρά. Ήταν πολύ νόστιμα ίσως και γιατί ήταν λιγοστά. Ακόμη και κάποια άλλη μάρκα , χωρίς όνομα, «κόκκινα» τα λέγαμε, απλά, που ήταν πάρα πολύ καλά. Είχαμε μία στο σπίτι μας, στη γωνιά, στο παράθυρο που εγώ χάβδωνα και ανέβαινα από μέσα και έφτανα όσα ήταν προς τη σκεπή (10-15 χρονών). Ήταν μεγάλο κλαρί 15-18 μέτρα ύψος, και κάθε χρόνο ήταν φορτωμένη κατακόκκινα μήλα, ζουμερά και νοστιμότατα. Κρέμαγε από βελόνες στο νταβάνι στο «καλό δωμάτιο» μαζί με τα κυδώνια και τα ρόδια καμιά δεκαριά η γιαγιά και τα γριλοκατιάζαμε εκεί πέρα τα Χριστούγεννα. Δεν σαπίζανε, μόνο που ζαρώνανε κάπως και γέμιζαν μοσχοβολιά το σπίτι μας. Για 25 με 30 χρόνια (από το 40 που θυμάμαι εγώ) η γιαγιά Ρόβινα εφοδίαζε τη γειτονιά με ποδιές ποδιές μήλα κάθε φθινόπωρο. Όλες οι κουμπάρες και οι φιλενάδες της τα περίμεναν, έτσι να τα βάλουν στην κασέλα, δυο τρία να μοσχοβολάνε! Φυσικά και δεν μπορούμε να πούμε ότι έτρωγαν μήλα, απλώς τα… δοκίμαζαν. Στη δεκαετία του ’50 φύτεψαν στα χωριά μας πολλές μηλιές με υπόδειξη γεωπόνων, τα περιβόητα μπελφόρ ή τα ντελίσιους και άρχισε η συστηματική καλΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Περιβολάρηδες και μπαξεβάνοι στον Μανάβη

79

λιέργεια με κλαδέματα, ραντίσματα και προοπτική για εμπόριο, για την αγορά. Ήταν μια πολύ καλή παραγωγή, άριστης ποιότητας φρούτο, το δέχονταν ο τόπος. Έβλεπες μήλα σαν κυδώνια, δυό-τρία ένα κιλό. Ο Κατσικογιώργος, ο Λιάκος, εγώ, ο Νταβατζής από το χωριό (Κυψέλη) και πολλοί άλλοι ήταν ξακουστοί για τα μήλα τους. Την ίδια εποχή φυτεύτηκαν πάρα πολλές ελιές, με καλή απόδοση τόσο στο λάδι όσο και με φαγώσιμες χοντρές. Ακόμα και καστανιές φύτεψε ο κόσμος με υπόδειξη της γεωργικής υπηρεσίας, αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία. Ήθελαν χωράφια φτερούσια με παχιά χώματα, κατάλληλα όπως π.χ. στη Ρουπακιά και στον Άγιο Γεώργιο, για να αποδώσουν χοντρά κα ωραία Μαρώνια. Από τα τελευταία και όχι και μεγάλης ζήτησης φρούτα ήταν τα μολόκοκα και τα κράνα, ήταν μόνο για τα παιδιά κα χωρίς … αγροφύλακα. Όπου βρίσκαμε, τρώγαμε. Για μας τα «ορφανά» ήταν τα χειμωνιάτικα «δώρα»της μάνας γης, για να πέσουμε σε «χειμέρια νάρκη» ως πέρα τον Απριλομάη. Ως τότε που θα αρχίζαμε τις ανδραγαθίες στου κοσμάκη τα «φραχτίδια». Δεν το κάναμε σαν… κουκουλοφόροι από μανίες και κοινωνικές αντιδράσεις, για να κάνουμε κακό , για… γούστο, αλλά από ανάγκη για επιβίωση. Είναι αλήθεια ότι καμιά φορά παραφερόμασταν, χαλάγαμε τα δέντρα, δεν αφήναμε και κάτι για τον… νοικοκύρη. Έστω να καλοσκαιρίσει, να δοκιμάσει και αυτός ο φουκαράς, για να μας ξαναφκιάξει, να τα βρούμε κι εμείς. Κάνανε τα παιδούρια και κατάχρηση της «εξουσίας» κάποτε κάποτε. Ας τους δώσουμε, λέω τώρα εγώ, ελαφρυντικά για τα «αμαρτήματά τους» λόγω ηλικίας, ανέχειας και γενικότερα λόγω των κοινωνικών κανόνων της εποχής τους. Τέτοιο ήταν το «κατεστημένο». Αν δεν έκλεβες, δεν ήσουν και τόσο μάγκας! Το καλό «παράδειγμα» το έδωναν οι μεγάλοι, που ως γνωστόν, το είχαν κληρονομήσει από τους προηγούμενους, από εκείνους τους «δοξασμένους» κλέφτες!

* Ο Δημήτρης Στ. Παππάς είναι συνταξιούχος δάσκαλος.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


Τ Ο Π Ι Κ Ο ΓΛ Ω Σ Σ Ι Κ Ο Ι Δ Ι Ω Μ Α Λαμπρινή Αρ. Στάμου*

Μ’ πήγε το στόμα στ’ αυτί

Ό

σο πιο πολύ μελετά και προσεγγίζει κανείς τα τοπικά ιδιώματα, τόσο περισσότερα ανακαλύπτει. Μένει έκπληκτος από την ευελιξία και τον πλούτο της γλώσσας αυτού του τόπου. Οι απλοί άνθρωποι, στην προσπάθειά τους να γίνουν όσο πιο σαφείς γίνεται στις διατυπώσεις τους αλλά και λακωνικοί, χωρίς πλατειασμούς, χρησιμοποιούν, δίχως καν να το αντιλαμβάνονται, σχήματα λόγου, που θα τα ζήλευε και ο σπουδαιότερος λογοτέχνης. Θαυμάζει κανείς την ικανότητά τους στη χρήση παρομοιώσεων, μεταφορών, προσωποποιήσεων, υπερβολών αλλά και την απαράμιλλη εικονοπλαστική τους δύναμη. Άπειρες τέτοιες φράσεις μπορούμε να αλιεύσουμε από το Τζουμερκιώτικο ιδίωμα. Ιδού μερικές:

«Δε γίνεται ο λόγος τ’ δυο» Λέγεται για όποιον δε δέχεται αμφισβήτηση στα λεγόμενά του. «Α,πα,πα! Τι αγύργου1 κεφάλι είνι αυτός ου Γιώργους. Άμα πει κατ’, δε γίνιτι ου λόγους τ’ δυο, πιδάκι μ’.» «Δε μ’ δίνει χέρι» Λένε όταν δεν μπορούν να κάνουν μια χειρωνακτική δουλειά, γιατί δεν τους βολεύει ο χώρος για να χρησιμοποιήσουν με άνεση τα χέρια τους. «Φέρ’το από δω μεριά. Δε μ’ δίν’ χέρ’ από κει να του βιδώσου.» «Δε δίνει τ’ θέρμ’2 τον Αύγουστο» Λέγεται για τον τσιγκούνη, ο οποίος δεν δίνει ούτε περιττά και επικίνδυνα για εκείνον πράγματα. «Αυτός να σ’ δώκει λεφτά; Αυτός δε δίν’ τ’ θέρμ’ τουν Αύγουστου!» «Δε χρωστάει κουβέντα καλή» Λένε για όποιον είναι απότομος και εριστικός σε κάθε συζήτηση. «Δε θ’μά1. αγύριστο 2. πυρετό Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


82

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

σι3 πό’ λεγαν γι’αυτήν, όταν ήταν κουπέλα4, ότ’ δε χρώσταγι κουβέντα καλή σι κανέναν;» «Δεν τ’ παίρν’ς κουβέντα» Η φράση λέγεται για όποιον δε μιλάει εύκολα και δεν αποκαλύπτει οτιδήποτε σε κανέναν: «Σιγά μη μάθ’ς για του γάμου απ’ τ’ Λάμπρου5! Δεν τ’ς παίρ’ς κουβέντα αυτ’νής μι τίπουτα.» «Δε βάζ’ στενή καρδιά» Λένε για κάποιον που δεν στενοχωριέται με το παραμικρό, δεν είναι δηλαδή ιδιαίτερα ευαίσθητος. «Α! σιγά μη στινουχουρεθεί ου Κώστας. Δε βάζ’ στενή καρδιά αυτός, πιδί μ, γι’ αυτό είνι χουντρός.» «Δεν παίρν’ από Ρωμαΐικα» Η φράση χρησιμοποιείται για όποιον δεν μπορεί ή αρνείται να καταλάβει αυτά που του εξηγείς. «Δυο ώρες κουβεντιάζαμαν κι δεν έλιγι να καταλάβ’. Δεν παίρν’ απου Ρωμαίικα ντιπ.» «Δεν κάν’χωράφ’» Φράση που λέγεται για όποιον δεν είναι ιδιαίτερα κινητικός και ευέλικτος ή δεν τα καταφέρνει σε συγκεκριμένη δουλειά. «Δεν τουν είδις; Τα πουδάρια τ’ τα σβάρναγι6. Ντιπ χουράφ’ δεν κάν’!» «Το πήρε κατάκαρδα» Λέγεται για όποιον στενοχωριέται πολύ για κάτι. «Τ’ς είπαν πως είνι άρρωστ΄η μάνα τ’ς κι του πήρι κατάκαρδα. Δε βγαίν’ απ’ του σπίτι τ’ς.» «Ήταν χολή φαρμάκι» Η φράση περιγράφει κάποιον πολύ στενοχωρημένο και πικραμένο. «Είδα του Γιάν’ ιχτές7. Έρχουνταν απ΄του νουσουκουμείου. Ήταν χουλή φαρμάκι. Δεν ν’ ένι καλά η Ρήνα, φαίνιτι.» Όταν κάποιος αρπάζει βιαστικά και απρόσεκτα ό,τι χρειάζεται για να πάει 3. θυμάσαι 4. ανύπαντρη 5. Λαμπρινή 6. έσερνε 7. χθες Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ’ πήγε το στόμα στ’ αυτί

83

κάπου, λένε: «τά ’μασι8 άγρα-γούρμα9». «Μωρέ είχι πιράσ’ η ώρα κι τα’ μασι άγρα γούρμα να μη ν’χτώσ’.» Όταν κρυώνει κανείς πολύ, λέει: «τα’ μασα τα τέσσερα». «εκειό του θηλ’κό τού ηταν ντιπ ξιμπλέτσωτου10. Τα’μασι τα τέσσερα.» Το ίδιο σημαίνει και η φράση «Έβγαλα τον καζαμία». «Σκιπάστ’κα μόνο μι μια κουβερτούλα κι έβγαλα τουν καζαμία απόψι.» Σε περίπτωση που ταλαιπωρηθεί κάποιος πολύ από κάτι ή πονάει πολύ, χρησιμοποιεί τη φράση: «έδωκα λόγο στο θεό». «Μ΄έπιακι απότομα ένας τέτοιους πόνους στου στουμάχι, μη ρουτάς! έδωκα λόγο στου θεό να ξημερώσου!» «Είδα παρδαλό θεό» Λέει κάποιος που περνάει μεγάλο φόβο ή αγωνία. «Είχι τόσου πάγο στου δρόμο, π’ γλίστραγα, κόντεψα να σκουτωθού. Είδα παρδαλό θεό μέχρι να φτάσου σπίτ’». Περίπου την ίδια σημασία έχει και η φράση «είδε αγγέλ’ θαύμα» Αν κάποιος καθυστερήσει πολύ να επιστρέψει από κάπου, αυτοί που τον περιμένουν του λένε: «το ’βρασες». «Τι έκανις τόσις ώρις στ’ν κουμπάρα; Το βρασις, χ’στιανή11 μ’!» Για την περίπτωση που κάποιος φωνάζει ή μιλάει ακατάπαυστα, χωρίς να λέει κάτι ουσιώδες, χρησιμοποιούν τη φράση «μ’ σήκωσε καπνό στο κεφάλι»: «Ήρθι κι δεν έλιγι να σ’κωθεί να φύγει. Άρχισι να μουλουγάει ιστουρίες απ’ τα νιάτα τ’ς, μ΄σήκουσι καπνό στου κιφάλι.» «Μ’ γίνεται κουνούπι» Λέγεται για τον ενοχλητικό, ο οποίος απαιτεί κάτι χωρίς να πτοείται από την πρώτη άρνηση: «Φεύγα απού δω, πιδί μ’. Μη μ’ γένησι12 κ’νούπ’, σ’ λέου. Έχου δ’λειά. Δε μπουρού13 να σ’ φκιάσου τώρα τ’γανίτες14.» 8. Τα μάζεψε 9. Άγουρα, ώριμα 10. γυμνό 11. Χριστιανή μου 12. γίνεσαι 13. μπορώ 14. τηγανίτες Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


84

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Όταν κάποιος πιεστικά απαιτεί κάτι από κάποιον άλλο, χρησιμοποιείται η φράση: «Μ’ έβαλε στα δυο στενά»: «Μην τα ρουτάς τι έπαθα. βρήκα τ’ν κουνιάδα σ’ κι μ’ έβαλι στα δυο στινά, να τ’ς που τι ξέρου για τ’ Λέν’15. Μια ώρα μι χασουμέρ’σι16. Δεν τ’ς είπα τίπουτα όμως.» «Τ’ μετράει τον τορό17 με το τσακνάκι18» Λένε για κάποιον που έφυγε μακριά από κάποιον άλλο: «Άμα κάν΄τέτοια από τώρα που’νι αρραβωνιασμέν’, θα τ’ς φύγει κι θα τ’ μιτράει τουν τορό με του τσακνάκι.» «Με σταύρωσε» Σημαίνει ότι μου μιλούσε κάποιος συνεχώς και δεν μπορούσα να ξεφύγω: «Πέτ’χα τ’ συμπιθέρα στου μύλου, κι μι σταύρουσι, ήθιλι να μ’πει τουν πόνο τ’ς κι ιγώ βιάζουμαν είχα του ψουμί στ’ γάστρα.» «Θα σελώσω τ΄ άλογα» Έλεγε ειρωνικά η γιαγιά μου, όταν τη ρωτούσα αν ήταν έτοιμη να πάμε κάπου κοντά. «Ετοιμάστ’κες, γιαγιά; Αμ’ τι θάφκιανα, πιδί μ’; Σάμπως θα σελώσω τ’ άλογα;» «Τον έπιασε απ’ το ποδάρ’» Η φράση λέγεται για όποιον πεισμώνει και αρνείται να κάνει κάτι που κατά κοινή ομολογία είναι σωστό: «Τι να σ’ που; Δε θέλει τώρα να πάει. Τουν έπιακι απ’ του πουδάρ’.» «Τα παλιά τ’ σχωρεμέν’» Η φράση χρησιμοποιείται στην περίπτωση που κάποιος ξαναθυμάται κάτι παλιό, συνήθως δυσάρεστο, και το φέρνει στην επιφάνεια, ή για κακιά συνήθεια την οποία δεν έχει ξεχάσει παρά το πέρασμα του χρόνου: «Τι έχει η Μαρία κι δε μ’ κρέν’19; αρχίνσι πάλι τα παλιά τ’ σχωρεμέν’;» Όταν κάποιος ακολουθεί κάποιον άλλο συνεχώς λένε: «τον πηγαίνει χέρ’ ποδάρ’». «Δεν τ΄ν άφνι20 να κουν΄θεί ρούπ’ από σ’μά21 τ’. Χέρ’ πουδάρ’ τ’ν πάαινε.» 15. Ελένη 16. Καθυστέρησε. 17. Το ίχνος,, το αποτύπωμα του βήματος 18. Υποκορ. της λέξης τσάκνο= λεπτό ξυλαράκι 19. μιλάει 20. άφηνε 21. Σιμά του =κοντά του Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ’ πήγε το στόμα στ’ αυτί

85

«Όσα σέρνει η σκούπα» Είναι όσα υβριστικά μπορεί να πει κάποιος, «τα εξ αμάξης» που θα έλεγαν και οι αρχαίοι: «Σαν τ’ν έπιακι στου στόμα τ’ς, τ’ς είπι όσα σέρν’ η σκούπα, τ’ν έκανι σουργούν22.» «Μ’ πήγε το στόμα στ’ αυτί.» Η φράση λέγεται σε περιπτώσεις όπου μιλάμε πάρα πολύ, για να δώσουμε σε κάποιον να καταλάβει κάτι ή για να πείσουμε κάποιον για κάτι: «Μωρ’ τι του θέλ’ς, το φκιασι μετά, αλλά έπριπι πρώτα να μ’ πάει του στόμα στ’ αυτί ιμένα» Όταν κάποιος το παρακάνει σε κάτι, χρησιμοποιούν τη φράση «Το ’δωκε του διαόλ’ κι του πήρε». «Σαν έπιασι του τσαπί, το δωκι του διαόλ’ κι του πήρε. Του τελείουσι του χωράφ’ ως του δειλ’νό.» «Κόβ’ καρφιά» Λέγεται για κάποιον που κρυώνει. «Μωρέ φύσαγι ένα σιούγραβου23 εκεί στ’ν πλατεία π’ περίμενα! Έκοψα καρφιά μέχρι να’ρθ’.» Η ίδια φράση χρησιμοποιείται κάποιες φορές, για να δείξει ότι κάποιος αγωνιά για κάτι. «Το πήρε ο Θεός το χέρι τ’» Η φράση λέγεται, όταν κάποιος αρνείται να κάνει τα βασικά που μέχρι τότε διεκπεραίωνε. «Δε μάζιψι ούτε τα ρούχα απ’ του σύρμα. Του πήρι ου Θιός του χέρ’ τ’, ντιπ.» « Έβαλε το κεφάλι τ’ να του χάσει» Λένε για όποιον στενοχωρήθηκε πολύ για κάτι και βρίσκεται στα όρια της απελπισίας ή της κατάθλιψης. «Η Κώσταινα έβαλι του κιφάλ’ τ’ς να του χάσ’, π’ χώρ’σι η θυγατέρα τ’ς» «Τον πηγαίν’ με το παγανόφτερο» Η φράση λέγεται όταν σε κάποιον φερόμαστε πολύ ήπια και προσεκτικά. «Απού τότι π’ αρρώστ’σι δεν τουν ζορίζ’ν αλότελα24. Τουν πααίνουν μι του παγανόφτερου.» Για όποιον κάνει κάτι χωρίς να το θέλει λένε «πιε25 γομάρ’ αγίασμα»: «Τι τ’ς τόδουσις να του φάει, αφού δεν του θέλ’; Πιε γομάρ’ αγίασμα, το ’κανες;» 22. ρεζίλι 23. Παγωμένος αέρας 24. ολότελα 25. πιες Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


86

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

«Είναι σαν τρεις ώρες νύχτα» ή «σαν τρίο καρό» Και οι δύο φράσεις δηλώνουν κάτι που δεν έγινε σωστά. « - Καλό δεν το ’φκιασα μουρ’ θειάκου; – Ουου! Σαν τρεις ώρες νύχτα.» «Σαν μπότ’ με ρακί» Λένε για όποιον στέκεται αμέτοχος και αμίλητος: «Τι μό ‘κατσις ικεί σα μπότ’26 μι ρακί» «Σαν να σόφαγε η σκύλα τ’ αλεύρι» Η φράση αυτή λέγεται για όποιον είναι κατσούφης, στενοχωρημένος ή μουτρωμένος. Το ίδιο σημαίνουν και οι φράσεις «με τα μούτρα κρεμασμένα» ή «με τα μπλιάχουρα27 κατεβασμένα»: «Τι κάθισι στ’ν αγκουνή28 σαν να σόφαγι η σκύλα τ’ αλεύρ’;» «Σα συμπεθέρα» Λέγεται ειρωνικά η φράση στην περίπτωση που κάποιος κάθεται και παρακολουθεί, χωρίς να παίρνει μέρος ή να ενδιαφέρεται για τις όποιες δουλειές είναι σε εξέλιξη: «Σιούκ’29 να καθαρί’εις τα λαμπόγυαλα. Τι μό’ κατσες σα συμπεθέρα;» «Σαν παρδαλό κ’τάβ’30» Λέγεται για κάποιον που δείχνει έντονα τη χαρά του για κάτι: «Χά’ρ’καν που είδαν τ’ νύφ’; Ου! τ’ χαίρονταν σαν παρδαλό κ’ τάβ’.» «Σα νύφη από Δευτέρα» Η έκφραση χρησιμοποιείται για όποιον περπατάει ή κινείται αργά: «Αει πάρ’ τα πουδάρια σ’, τι’ μ’ πααίν’ς σα νύφ’ απού Δευτέρα;» «Σαν το σκ’λί απ’ τον άλυσο31» Λέγεται για κάποιον που φεύγει λυτρωμένος από κάποιο μέρος όπου έμενε υποχρεωτικά και όχι με τη θέλησή του: «Πότε ήρθις, μουρ’ Γιώργινα, απ’ τ’ν Αθήνα; – Ιψές. Μόλις μού ειπαν οι γιατροί πως είμι καλά, έφ’γα σαν του σκ’λί απ’ τουν άλ’σο.» 26. Παγούρι 27. Μάγουλα, μούτρα 28. γωνία 29. Σήκω 30. κουτάβι 31. αλυσίδα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ’ πήγε το στόμα στ’ αυτί

87

«Σα βακούφκο σκ’λί» Έτσι περιγράφουν όποιον τεμπελιάζει και βαριέται να ασχοληθεί με οτιδήποτε: «Τι φκιάν’ ου Μήτρους; – Πώς δε φκιάν’! Σα βακούφκο σκ’λί γυρνάει όλ’ μέρα.» «Σα νάχει τ’ν ασπαραγγιά32 στ’ α..ίδια» Χρησιμοποιούν τη φράση για όποιον περπατάει με τα πόδια ανοιχτά σαν κάτι να τον ενοχλεί: «Σιγά μην τουν πάρ’ η Κουστάντου33 αυτόν. Δεν τουν είδις πώς πιρπατάει; Σαν ΄νάχ’ τ’ν ασπαραγγιά στ’ α... ίδια.» «Σαν κούκος άρρωστος» Με τη φράση αυτή δίνουν την εικόνα ανθρώπου χωρίς ζωντάνια, μαραζωμένου: «Τι έκατσις ικεί σαν κούκος άρρουστους;» «Σαν να τρώει απ’ τα βακούφ’κα» Λένε για άνθρωπο που δείχνει άρρωστος και δεν έχει το χρώμα της υγείας. «Κρίμα στα πλούτια πόχουν! Εκειό του πιδί τ’ς σαν να τρώει απ’ τα βακούφ’κα το’νι.» «Σα χλωρό τυρί» Είναι έκφραση για άσπρο και αφράτο πρόσωπο: «Τι να τ’ δεις! Είνι μια όμορφ’ κουπέλα, σα χλουρό τυρί.» «Σαν να κατάπιε το λόστο34» Λέγεται για όποιον περπατάει άκαμπτος «κορδωμένος». «Ήρθι κι του πιδί τ’ Αλέξ’ απ’ τ’ν Άρτα. Μμμ, χαλασιά τ΄! τ’ φαίνιτι πως κάποιους είνι, περπατάει σα να κατάπιε του λόστου.» «Σαν η μύγα στο τσ’κάλι35» Λένε για όποιον έχει λεπτή ένρινη φωνή και ακούγεται σα μύγα παγιδευμένη σε μεταλλικό σκεύος: «Έψιλνι36 κι ου Νάσιους στ’ν εκκλησιά. Σαν η μύγα στου τσ’κάλι ακούουνταν.»

32. Ακανθώδες φυτό 33. Κωνσταντίνα 34. λοστό 35. τσουκάλι 36. έψελνε Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


88

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

«Σα να σκούζ’ ου διάουλους τ’ μάνα τ’» Έτσι περιγράφεται η παραφωνία κάποιων ανθρώπων. «Τραγούδαγι στου γάμου η Ν’κόλινα. Αει φουρτούνα τ’ς. Σα να σκούζ’ ου διάουλους τ’ μάνα τ’, τόλιγι37» «Σαν του χιόν’ στουν κόρφου» Λέγεται για κάτι ανεπιθύμητο: «Πώς τα πααίν’ η Αγγέλου μι τ’ νύφ’; - Ουου! τ’ν αγαπάει, σαν του χιόν’ στον κόρφο τ’ς.» «Φέγγει σαν στ’ Τσιαρακλή» Φράση που αναφέρονταν στο, μόνιμα φωτισμένο τα βράδια, χάνι του Τσιαρακλή. «Τι καίν’ οι φέξεις38 όλις σαν στ’ Τσιαρακλή;» «Σαν η γριά στου Κακολάγκαδου» Λέγεται για όποιον κάθεται ακίνητος σαν παγωμένος και αναφέρεται σε αιτιολογικό μύθο της περιοχής, όπου οι κάτοικοι για να δικαιολογήσουν την ύπαρξη βράχου με τη μορφή γριάς, έπλασαν το μύθο ότι η γριά καυχήθηκε στον Μάρτη πως τα κατάφερε και πέρασε το χειμώνα χωρίς απώλειες στα ζωντανά της και τότε εκείνος θύμωσε και έκανε χιονοθύελλα που την πάγωσε και από τότε στέκει πετρωμένη. «Σαν ο μπέης στ’ άχυρα» Λέγεται για όποιον είναι ξαπλωμένος κάπου μαλακά και βολικά: «Έκανα έναν ύπνου στ’ Γιωργίτσα, τι να σ’ που39! Ήταν μαλακό του στρώμα, σαν ου μπέης στ΄άχυρα κοιμήθ’κα!» «Σαν το γεράκι τ’ν κότα» Η φράση χρησιμοποιείται για όποιον αρπάζει κάτι βίαια ορμητικά και απρόσεκτα: «Θαρθού ικεί κι θα σ’ αρπάξου σαν του γεράκι τ’ν κότα.» Το ίδιο περίπου σημαίνει και η φράση «Σαν ο Οβριός τ’ν κότα» «Σα φεγγαριασμένος-η» Λέγεται για όποιον έχει αλλόκοτη συμπεριφορά: «Είδα τ’ν αν’ψιά τ’ς Θοδώρα στου δρόμου. Μι του ζόρ’ μου ειπι μια καλ’μέρα. Σα φιγγαριασμέν’ κάν’.»

37. Το έλεγε 38. Λάμπες 39. Τι να σου πω Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ’ πήγε το στόμα στ’ αυτί

89

«Σαν το σκατό στο χιόν’» Η φράση λέγεται για όποιον στέκεται απόμακρος χωρίς να δείχνει διάθεση συμμετοχής σε όσα συμβαίνουν γύρω του» «Τι έκανι η νύφ’ τ’ς; Δε βόηθαγι αλότελα; – Σώπα, πιδί μ’. Αυτήν, όπους ήρθι, έκασι στ’ν αγκωνή σαν του σκατό στου χιόν’. δεν κ’νήθ’κι ντιπ!» «Σαν ο παπάς τον αγιασμό» Λένε για κάτι που διεκπεραιώνουμε γρήγορα και χωρίς ιδιαίτερη προσοχή. «Ξέρ’ς πως σκ’πάει η Σταμάτου. Σαν ου παπάς τουν αγιασμό. Άσε να του σκ’πίσου μουναχή μ’ μη ντρουπιαστούμι στ’ς μ’σαφ’ραίους.» «Τα ξερά σκατά δεν κολλάν στον τοίχο» Φράση που αναφέρεται στις άδικες κατηγορίες, οι οποίες δεν γίνονται αποδεκτές από τον πολύ κόσμο: «Το τι είπι για του Γιώργου δε λέγιτι. Κανένας δεν τουν πίστιψι. Βλέπ’ς τα ξιρά σκατά δεν κουλάν στουν τοίχου.» «Είναι με τον κατή γενιά» Λέγεται για όποιον καλοπερνάει και δεν έχει στενοχώριες ή ζει σε έναν δικό του κόσμο, απαλλαγμένο από έννοιες: «Ου Κώτσιους τουν είνι μι τουν κατή γενιά! Όλ’ μέρα στα καφενεία ούλου πιοτί κι καλαμπούρ’!» «Είνι βαριά τα χούια τ’» Φράση που δείχνει πως κάποιος δεν είναι ομιλητικός και ευπροσήγορος με τους άλλους. « – Τουν είδις του γιατρό; Τι σού’πε; –Τι να μ’ πει; Είνι βαριά τα χούια τ’. Δυο κ’βέντες μούειπε, ούτι κατάλαβα τίπουτα.» «Πέντε βόιδια δυο ζευγάρια» Χαρακτηριστική φράση για κάποιον που δεν είναι ιδιαίτερης ευφυΐας: «Τ’ν Αλέξου σας προξένηψαν μουρ’ Γιάννινα; Ωχ χ’στιανή μ’ αυτήν40 είνι πέντε βόιδια δυο ζευγάρια» «Εκανα τον κάμπο ράχη» Είναι η απάντηση που δίνει όποιος θεωρεί πως η δουλειά που έκανε δεν ήταν σπουδαία ή δεν είχε αποτέλεσμα: «Τι έφκιανις όλ’ μέρα, μουρ’ κουπέλα; – Έφκιανα πώς δεν έφκιανα. Τουν κάμπου ράχη έφκιανα.» 40. αυτή Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


90

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

«Μαζεύω τ’ γύρα μ’» Λέγεται για όποιον τελειώνει κάτι βιαστικά (δουλειά, επίσκεψη) ακόμα κι για όποιον πεθαίνει γρήγορα: «Ήρθις κιόλας, μουρ’ μάνα; Τ’ μάζιψις τ’ γύρα σ’ γλήγουρα;» «Μαζεύει υπογραφές» Λένε για όποιον είναι ετοιμοθάνατος: «Τι φκιάν’η Μαρίνα; - Τι να φκιάσ’, μαζεύ’ υπουγραφές η καψαρή41.» «Πήρε τ’ν κάπα ανάποδα» ή «τα τίναξε τα πέταλα» Λένε για όποιον πεθαίνει και ο θάνατός του δεν τους πληγώνει ιδιαίτερα. «Τι έγινι μι τουν Αντρέα; Πήρι τ’ν κάπα ανάπουτα;» «Χόρεψε τον Κάγκαλο». Η φράση χρησιμοποιείται για όποιον έχει ταλαιπωρηθεί πολύ από πρόσωπα και καταστάσεις: «Τι πέρασι κι αυτήν η δόλια απ’ τ’ν πεθερά τ’ς μην τα ρουτάς. Χόριψι τουν Κάγκαλου.» «Ήρθαν ζερβοδίμ’κα» Η λέξη πρέπει να είναι ζερβοδίμιτα και, εκ παραφθοράς, λέγεται ζερβοδίμ’κα. Εννοεί ότι ήρθαν δύσκολα τα πράγματα. «Μουρέ θα τούχα πάρ’ ιγώ του χουράφ’, αλλά έλα π’ μούρθαν ζερβοδίμ’κα φέτους.» «Να πάω για αλπουπουρδές» Αλεπουπορδή είναι μάλλον μύκητας, με μορφή μικρής «φουσκίτσας», που εμφανίζεται συνήθως σε υγρά μέρη. Αν η φουσκίτσα σπάσει, βγαίνει μια καφετιά σκόνη. Πιθανόν τη χρησιμοποιούσαν παλιότερα για θεραπεία εγκαυμάτων, γι’ αυτό και έμεινε η φράση: «Κοίτα να ζιματ’στείς, να κουσιέβουμι42 γι’ αλπουπουρδές απόψι.» «Έρριξε το φ’τρά» Λέγεται για περιπτώσεις βασκανίας ή κακής ενέργειας πάνω σε κάποιον: «τ’ν είδαν αφράτ’ κι κόκκιν’ τ’ν κουπέλα, τ’ς έρ’ξαν του φ’τρά.»

41. Καημένη, κακομοίρα 42. τρέχουμε Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Μ’ πήγε το στόμα στ’ αυτί

91

«Δεν έχει σουρέτ’» Σημαίνει πως δεν έχει όρια. «Εκείν’ η Γιώργινα, άμα ανοίξ’ του στόμα τ’ς, δεν ξέρ’ τι λέει. Δεν έχ’ σουρέτ’ αλόταλα.» «Σιόκ μι σιόκ» Ακατανόητη η φράση, πιθανόν να είναι παραφθορά της λέξης ισότης, γιατί σημαίνει ίσα για τον έναν και τον άλλον σε περιπτώσεις όπου θα ’πρεπε να υπάρχει διαφορά: «του πιδί τ΄ς δεν έχει σέβας για κανέναν. Τόχουν σιόκ μι σιόκ στου σπίτ’τ’ς.» «Θα μ΄κόψ’ τ’ν πορδή με το πριόνι» Είναι απάντηση σε όποιον εκτοξεύει απειλές εναντίον άλλου και εκείνος δεν τις παίρνει στα σοβαρά. «είπι θα σ’ κάν’ μήνυσ’, μουρέ πιδί μ’. –Σιγά, μουρ’ μάνα! Θα μ΄κόψ’ τ’ν πουρδή μι το πριόν’, αυτό θα μ’ κάν’!» «Με τ’ς φτέρες43 μπροστά» Παραστατική φράση που δηλώνει πως κάποιος δεν πρόκειται να πάει κάπου: «Τι έμαθα κουμπάρα, θα πας στου παζάρ’; - Ουου! Μι τ’ς φτέρις μπρουστά.» «Να μ’ κάτσ’ η ράχη» Απαντούσαν, όταν βιάζονταν να φύγουν και κάποιος τους πρότεινε να καθίσουν λίγο ακόμα: « – Κάτσι λίγου ακόμα, μωρ’ Λέν’. – Για να κάτσου είμι, μουρ’ Νάστου44 μ’, π’ να μ’ κάτσ’ η ράχη, να γίν’ κάμπους! «Έφαγα από σκ’λί45» Λέει όποιος κάνει μεγάλη υπομονή και αντεπεξέρχεται σε πολύ δύσκολες καταστάσεις. «Μ’ έσφαξι ου πόνους, αλλά έφαγα απού σ’κλι κι δεν έκρινα46 αλόταλα, να μη μι καταλάβουν.» Το ίδιο περίπου σημαίνει και η φράση «δάγκουσα τ’ν τραχ’λιά47 μ’». «Τι νάκανα, μουρ’ Μαρία μ’. Μονάξια48 γ’ναίκα ήμαν. Δάγκωσα τ’ ντραχ’λιά μ’ κι δούλιυα μέρα νύχτα να τα βγάλου πέρα»

43. φτέρνες 44. Αναστασία 45. Από σκυλί 46. μίλησα 47. τραχηλιά 48. Μονάχη, δίχως βοήθεια και υποστήριξη Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


92

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

Όπως είναι φυσικό δε γίνεται να συγκεντρωθούν σε ένα άρθρο όλες οι εκφράσεις που χρησιμοποιούν οι Τζουμερκιώτες στην καθημερινότητά τους. Η ευρηματικότητά τους είναι εκπληκτική και ανεξάντλητη! Ωστόσο μια γεύση μπορεί να πάρει κανείς και να βγάλει πολλών ειδών συμπεράσματα...

* Η Λαμπρινή Αρ. Στάμου είναι Φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΙΣΤΟΡΙΚΑ Βαγγέλης Τζούκας*

Έν α ς Ιτα λό ς χαμ έν ο ς σ τα Τζο υ μέρ κα: Πρ ο σλήψ ει ς τ η ς περι ό δ ο υ 1 9 4 3 - 4 4 από έ ν αν απρ ο σ δ όκητο παρ ατ ηρ ητ ή

Α

ποτελεί κοινό τόπο ότι οι σύγχρονες ιστορικές μελέτες για τη δεκαετία 1940-50 έχουν προσανατολισθεί σε διαφορετικές κατευθύνσεις από τις παλαιότερες. Θέτουν έτσι, σε πολλές περιπτώσεις, στο επίκεντρο του προβληματισμού τους τα υποκείμενα της ιστορίας, δηλαδή τους απλούς ανθρώπους που προσπαθούσαν να αντεπεξέλθουν στις προκλήσεις της συγκυρίας και να επιβιώσουν εν μέσω μιας πρωτοφανούς κρίσης. Η περιοχή των Τζουμέρκων, ως γνωστόν, υπήρξε κύριο θέατρο επιχειρήσεων στις εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων και ο πληθυσμός της υπέφερε τα πάνδεινα από τα δεινά της αλληλοσφαγής αλλά και τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των κατοχικών στρατευμάτων.1 Στην ιστοριογραφία δεν λείπουν οι αφηγήσεις πρωταγωνιστών της περιόδου για τα τεκταινόμενα στα κακοτράχαλα βουνά της Ηπείρου. Οι περισσότερες όμως κυμαίνονται στο πλαίσιο της πολιτικής ιστορίας, της ανάγνωσης των ιστορικών συμβάντων «από τα πάνω». Συναντά όμως κανείς, ειδικά τα τελευταία έτη, και αφηγήσεις που εστιάζουν στην καθημερινότητα του βίου, στον υλικό πολιτισμό και τις κοινωνικό-πολιτισμικές πρακτικές των κατοίκων της περιοχής κατά τα έτη 1941-49. Ανάμεσα σε αυτές τις μαρτυρίες ξεχωρίζει αυτή ενός «απροσδόκητου» επισκέπτη, ενός Ιταλού στρατιώτη που από μέλος μιας κατοχικής δύναμης βρέθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα να περιπλανάται σε μια ορεινή ενδοχώρα αγωνιώντας για την επιβίωσή του. Πρόκειται για τον Νοβέλλο Ρόκι, η μαρτυρία του οποίου καταγράφηκε από τον Christoph Schminck-Gustavus (Κριστόφ Σμινκ Γκουστάβους), Γερμανό καθηγητή της Ιστορίας του Δικαίου που έχει ασχοληθεί επισταμένα με όψεις της Κατοχής στην Ήπειρο. Στο βιβλίο του: Μνήμες Κατοχής-Τα παιδιά του δάσους των Ασπραγγέλων και ένας Ιταλός χαμένος στα 1. Βλ. Β. Τζούκας, Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο-τοπικότητα και πολιτική ένταξη, διδακτορική διατριβή, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα, 2003, σσ. 232-272. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


94

Βαγγέλης Τζούκας

Τζουμέρκα (εκδόσεις Ισνάφι, Ιωάννινα 2007), που αποτελεί ουσιαστικά το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με θέμα την Ήπειρο της περιόδου 1941-44, ο Σμινκ Γκουστάβους παραθέτει εκτεταμένα αποσπάσματα συνομιλίας που είχε με τον Ιταλό βετεράνο, πολλές δεκαετίες μετά τη λήξη του πολέμου.2 H παρουσία του Ιταλού στρατιώτη στα Τζουμέρκα συνδέεται με μια από τις πλέον δραματικές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αυτή της περιόδου 1941-44. Ο «ξένος», μέχρι τότε μέλος κατοχικής δύναμης, γίνεται εντός σύντομου χρονικού διαστήματος «φυγάς» σε μια άγνωστη και δύσβατη ορεινή περιοχή. Οι περιπέτειες του, τις οποίες αφηγείται στο Γερμανό Καθηγητή που τον επισκέπτεται στην Ιταλία, απηχούν τη μοίρα πολλών συμπατριωτών του που βρέθηκαν στην ίδια θέση μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Μουσολίνι. Ήταν οι Gloriosi, οι «Ένδοξοι» που εν μια νυκτί μεταβλήθηκαν σε κυνηγημένους από τους πρώην συμμάχους τους. Πολλοί από αυτούς βρήκαν τραγικό θάνατο στα χέρια των Ναζί. Τα γεγονότα π.χ. της Κεφαλλονιάς και της σφαγής της Μεραρχίας Άκουι από τμήματα της επίλεκτης 1ης Ορεινής Μεραρχίας της Βέρμαχτ αποδείκνυαν ότι οι Γερμανοί δεν θα έδειχναν οίκτο στους πρώην συμμάχους τους. Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η συμπεριφορά των Ιταλικών στρατευμάτων Κατοχής στην Ελλάδα έχει εντυπωθεί στη συλλογική μνήμη ως λιγότερο βίαιη σε σχέση με αυτή των Γερμανών. Σύγχρονες έρευνες έχουν οδηγήσει σε μια αναθεώρηση της κυρίαρχης μέχρι τώρα ιστοριογραφικής άποψης περί της σχετικής ηπιότητας της Ιταλικής Κατοχής στα Βαλκάνια.3 Παρόλα αυτά είναι βέβαιο ότι το Σεπτέμβριο του 1943 οι μέχρι τότε «επικυρίαρχοι» του ελληνικού εδάφους Ιταλοί τέθηκαν ξαφνικά ενώπιον σκληρών διλημμάτων. Για πολλούς από αυτούς η τύχη δεν στάθηκε ευνοϊκή. Η διαπίστωση αυτή ισχύει τόσο για αυτούς που επέλεξαν να παραδοθούν στους μέχρι τότε συμμάχους Γερμανούς, όσο και για αυτούς που επιχείρησαν να διαφύγουν στα ανταρτοκρατούμενα βουνά. Οι τελευταίοι υπολογίζονται μάλιστα σε πολλές χιλιάδες, όπως βεβαίωναν και οι σχετικές αναφορές των Βρετανών αξιωματικών-συνδέσμων. Υπήρξαν βεβαίως και περιπτώσεις στις οποίες σκληροπυρηνικά μέλη του φασι2. Τα άλλα δυο βιβλία είναι τα εξής: C. Schminck-Gustavus, Μνήμες Κατοχής ΙΙ-Ιταλοί και Γερμανοί στα Γιάννενα και η καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας, Ιωάννινα, Ισνάφι, 2008∙ Μνήμες Κατοχής ΙΙΙ-Οι Λυγκιάδες στις φλόγες, Ιωάννινα, Ισνάφι, 2011. 3. Βλ. L. Santarelli, «Muted Violence:Italian war crimes in occupied Greece», Journal of Modern Italian Studies, 9:3 (2004), σσ. 280-299∙ D. Rodogno, «Italian Soldiers in the Balkans. The experience of the occupation», Journal of Southern Europe and the Balkans, Volume 6, Number 2 (2004), σσ. 125-144. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α ς Ιτα λ ό ς χ α μ έ ν ο ς σ τα Τζο υ μ έ ρ κ α

95

στικού κόμματος αποφάσισαν τη σύμπλευσή τους με τα Γερμανικά στρατεύματα, συνεχίζοντας έτσι τον αγώνα εναντίον των «συμμοριών», των ανταρτικών δηλαδή ομάδων.4 Από την άλλη πλευρά, η παράδοση της Μεραρχίας Πινερόλο στους αντάρτες αποτέλεσε το σημαντικότερο διακύβευμα της περιόδου σε σχέση με τη στρατηγική των κύριων αντιστασιακών οργανώσεων (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ).5 Το σώμα αυτό στάθμευε στην περιοχή της Θεσσαλίας και ο διοικητής του, στρατηγός Ινφάντε, θεωρούνταν αγγλόφιλος. Στην κρίσιμη περίοδο του Σεπτεμβρίου 1943 ο βαρύς οπλισμός της Μεραρχίας αποτέλεσε το μήλο της έριδος για τις αντιστασιακές οργανώσεις. Στην ιστοριογραφία για την περίοδο η τελική παράδοση της Πινερόλο στον ΕΛΑΣ θεωρείται αποφασιστικής σημασίας παράγοντας για τη μετέπειτα τροπή των εξελίξεων στον ενδοελληνικό πολιτικό ανταγωνισμό. Στο πλαίσιο αυτό η αφήγηση του Νοβέλλο Ρόκι συνιστά μια πολύτιμη πηγή για τον ερευνητή της περιόδου. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας ήταν προσωρινά εγκατεστημένος στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 στην Αιτωλοακαρνανία μαζί με τη μονάδα του. Μαθαίνοντας τα νέα για τη συνθηκολόγηση βρέθηκε και αυτός σε δύσκολη θέση καθώς ήταν επιτακτική ανάγκη να λάβει γρήγορα μια απόφαση. Η προηγούμενη συμπεριφορά του τον είχε καταστήσει εν δυνάμει ύποπτο στα ηγετικά κλιμάκια της μονάδας του καθώς η αλληλογραφία του με φιλικά και συγγενικά του πρόσωπα στην Ιταλία είχε κατασχεθεί και ο ίδιος αντιμετώπιζε ακόμη και την προοπτική του στρατοδικείου. Έτσι, λίγες ημέρες πριν από την συνθηκολόγηση, είχε τεθεί σε περιορισμό και περίμενε τη μετάβασή του στην Κεφαλλονιά, όπου κατά πάσα πιθανότητα θα έβρισκε το θάνατο από τα πυρά των Γερμανών. Η ιταλική κατάρρευση όμως διαμόρφωσε ένα διαφορετικό σκηνικό. Εντός λίγων ημερών η μονάδα του μετακινήθηκε στο Αιτωλικό, ουσιαστικά χωρίς το διοικητή της, ο οποίος είχε εξαφανιστεί. Στις 20 Σεπτεμβρίου ένας λοχαγός εκφώνησε τον παρακάτω λόγο που δεν χρειαζόταν περαιτέρω διευκρινίσεις: «Από αυτήν τη στιγμή δεν δεσμευόσαστε πλέον από τον όρκο που δώσατε στο βασιλιά και στον ιταλικό στρατό. Είχαμε ελπίσει ότι θα μπορούσαμε να σας 4. Βλ. Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, Αιματοβαμμένο Εντελβάις-Η 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2009, τμ. 2. 5. Βλ. Μ. Μazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ-Η εμπειρία της Κατοχής, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1994, σσ. 170-178 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


96

Βαγγέλης Τζούκας

οδηγήσουμε πίσω στην πατρίδα, αλλά τα γεγονότα εξελίχθηκαν τόσο γρήγορα! Δεν είμαστε πλέον σε θέση να πράξουμε αυτό που θέλαμε. Κατόπιν τούτου ο καθένας είναι ελεύθερος να αποφασίσει, σύμφωνα με την προσωπική του συνείδηση, ό,τι νομίζει πως είναι σωστό».6 Ήταν η στιγμή της μεγάλης απόφασης για τον Ιταλό στρατιώτη. Μαζί με δεκάδες συναδέλφους του άκουσε προσεκτικά το κάλεσμα των ανταρτών, που ήδη είχαν κάνει την εμφάνισή τους στην περιοχή, και αποφάσισε να ανέβει «στο βουνό». Μετά από μια κοπιώδη πορεία, στην οποία κύριο ρόλο διαδραμάτιζε το μαρτύριο της δίψας, έφθασε στη Μεσούντα την περίοδο ακριβώς που η εμφύλια σύγκρουση ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ αρχίζει να λαμβάνει την πιο έντονη μορφή της. Ταυτοχρόνως αντιμετώπιζε και το ενδεχόμενο της σύλληψης από τους Γερμανούς, της προδοσίας από τους συναδέλφους του, της εμπλοκής του στις μάχες ανάμεσα στους αντάρτες. Ο Ρόκι, στη συνέχεια, αποπειράται να ερμηνεύσει την πολύπλοκη και αντιφατική πολλές φορές συμπεριφορά των κατοίκων των Τζουμέρκων, οι οποίοι αντιμετώπιζαν τις τεράστιες πιέσεις από το ξέσπασμα της εμφύλιας σύγκρουσης ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ και την ταυτόχρονη έναρξη των γερμανικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων. Είναι προφανές ότι η πολιτική ταυτότητα του αφηγητή προσδιορίζει τελικά και τις αντιλήψεις του για τους δυο αντάρτικους στρατούς και την κοινωνική βάση των αντιμαχόμενων στρατοπέδων. Δεν πρόκειται για «αξιολογικά ουδέτερο» παρατηρητή, αλλά για έναν άνθρωπο που με βάση τις πολιτικές του αντιλήψεις διερμηνεύει τα συμβάντα στην περιοχή των Τζουμέρκων στη βάση των διαχωρισμών που επιβάλλει η πολιτική του στράτευση. Ο Ρόκι λοιπόν εμφανίζεται καταγγελτικός για τους αντάρτες του Ζέρβα, στους οποίους δεν αναγνωρίζει ουσιαστικά θετικές ιδιότητες. Αφηγείται μάλιστα και μια συνάντηση με τον ίδιο τον ηγέτη του ΕΔΕΣ η οποία έλαβε χώρα στη Μεσούντα. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ζέρβας τού πρότεινε να ακολουθήσει το τμήμα των εδεσιτών, όμως η απάντησή του ήταν αρνητική. Σημαντικό ρόλο στην αφήγηση του Ιταλού διαδραματίζει και η περιγραφή σκηνών από τη βιωμένη καθημερινότητα των κατοίκων της περιοχής. Έτσι π.χ. ανήμερα της Γιορτής των Χριστουγέννων βρίσκεται στο Βουργαρέλι: «Φτάσαμε εκεί την επόμενη μέρα. Ήταν η πρώτη μέρα των Χριστουγέννων. Παντού το χιόνι ήταν στρωμένο, αλλά κι αυτό το χωριό ήταν τελείως κατε6. C. Schminck-Gustavus, Μνήμες Κατοχής Ι, ό.π., σ. 129. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α ς Ιτα λ ό ς χ α μ έ ν ο ς σ τα Τζο υ μ έ ρ κ α

97

στραμμένο από τη φωτιά. Των Γερμανών ή των δικών μας, ποιος να ξέρει; Σε ένα από τα ερειπωμένα σπίτια φτιάξαμε ένα πρόχειρο κατάλυμα, μαζί με άλλους Ιταλούς. Πρώτα πρώτα, μαζέψαμε ξύλα από τα άλλα καμένα σπίτια και ανάψαμε φωτιά για να ζεσταθούμε λίγο. Τα ξύλα όμως ήταν βρεγμένα και είχαμε γεμίσει καπνό. Από πάνω μας έμενε μια ελληνική οικογένεια, που διαμαρτυρόταν, επειδή ο καπνός διαπερνούσε τις χαραμάδες του πατώματός τους κι έμπαινε στο χώρο τους. Και πώς να κοιμόντουσαν σ’ έναν τέτοιο χώρο σαν καπνιστό κρέας! Με λίγα λόγια, ωραία Χριστούγεννα είχαμε! Όλο το χωριό ήταν απερίγραπτα αναστατωμένο».7 Η βία των κατοχικών στρατευμάτων οδηγούσε στην αναγκαστική αναχώρηση των χωρικών από τις εστίες τους και στην αναζήτηση κρησφύγετου στα βουνά. Η πρακτική αυτή διέσωσε χιλιάδες κατοίκους από την εξόντωση αλλά, όπως είναι αναμενόμενο, υπήρξε μια επίπονη εμπειρία: «Χωριό δεν υπήρχε σε ολόκληρη την περιοχή. Οι άνθρωποι είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους και σκαρφάλωσαν στην κορυφή του βουνού για να είναι όσο το δυνατόν πιο μακριά από τους Γερμανούς. Φοβόντουσαν, μα προσπαθούσαν όλοι τους να βολευτούν όπως όπως σ’ εκείνο το ύψος».8 Ο ορεινός χώρος των Τζουμέρκων εμφανίζεται λοιπόν ως μια περιοχή όπου οι ανατροπές στην καθημερινότητα των ανθρώπων είναι συνεχείς. Όλα αυτά μάλιστα συμβαίνουν εντός ενός φυσικού περιβάλλοντος άγριας ομορφιάς, που επιβάλλει όμως τους δικούς του κανόνες στις τοπικές μικρό-κοινωνίες που αναπτύσσονται στον περίγυρό του. Επιπρόσθετα οι πολιτικές ισορροπίες είναι ρευστές και οι ανθρώπινες συμπεριφορές υπακούουν και αυτές στις νόρμες του πολέμου. Στο πλαίσιο αυτό έχει ενδιαφέρον να διακρίνει κανείς τη στάση του ελληνικού πληθυσμού έναντι των Ιταλών. Ο Ρόκι περιγράφει με θετικά χρώματα την οικογένεια που τον φιλοξενεί. Όλοι τον ονόμαζαν «Τζόρτζιο» και του συμπεριφέρονταν με τον καλύτερο τρόπο. Αναφέρεται, επίσης, αναλυτικά σε όψεις της καθημερινότητας των κατοίκων των Τζουμέρκων. Έτσι π.χ. περιγράφεται η «επέμβαση» στην οποία υποβλήθηκε προκειμένου να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα υγείας και η οποία συνιστά δείγμα της «λαϊκής ιατρικής» που ήταν διαδεδομένη την εποχή εκείνη στην ορεινή Ελλάδα. Γίνεται, επίσης, αναφορά 7. Αυτόθι, σσ. 160-161. 8. Αυτόθι, σ. 139. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


98

Βαγγέλης Τζούκας

στο τεράστιο ζήτημα των ημερών εκείνων, την πείνα και τις στερήσεις. Οι εκτεταμένες καταστροφές από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών αλλά και από την εμφύλια διαμάχη είχαν δημιουργήσει πολύ δύσκολες καταστάσεις στους τοπικούς πληθυσμούς, που ούτως ή άλλως εξασφάλιζαν με δυσκολία τα απαραίτητα για τη διατροφή τους. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο ότι οι πιέσεις για την εξασφάλιση της διατροφής θα ήταν τεράστιες. Η δύσκολη συγκυρία επέβαλε την εξεύρεση λύσεων που υπό άλλες συνθήκες θα φαίνονταν ακραίες. Ο Ιταλός δεν διστάζει να ομολογήσει πως δοκίμασε ακόμη και σκαντζόχοιρο, το κρέας του οποίου του φάνηκε «λίγο νοστιμότερο του αγριόχοιρου».9 Από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να παραβλέπεται και το γεγονός ότι οι ντόπιοι εξακολουθούσαν να είναι επιφυλακτικοί έναντι των Ιταλών. Σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίζονται και περιστατικά βιαιοπραγίας από χωρικούς. Ο ίδιος βέβαια «είχε πάρει το μάθημά του» και ήταν πολύ προσεκτικός: «Όταν πήγαινα σε ένα σπίτι για να γυρέψω ελεημοσύνη, κοιτούσα πρωτύτερα κρυφά από τα παράθυρα ή από τις γρίλιες μήπως βρισκόταν κανένας άντρας μέσα. Αν πράγματι έβλεπα κάποιον, εξαφανιζόμουν. Δεν χτυπούσαν βέβαια όλοι. Αλλά αν είχαν σκοτωθεί ο αδελφός, ο πατέρας ή ο γιος της οικογένειας, τότε είναι κατανοητό που ορμούσαν πάνω μας οργισμένοι».10 Η συμπεριφορά αυτή ήταν ευεξήγητη. Φαίνεται μάλιστα ότι ο Ρόκι τρόπον τινά την δικαιολογεί: «Γέροι, γυναίκες και παιδιά έχασαν έτσι τη ζωή τους. Αυτό μας ήτανε γνωστό ήδη από την εποχή εκείνη κι έτσι είπα στους Σικελούς: Καλά τι νομίζετε εσείς; Τι περιμένετε; Να μας σφίξουν το χέρι και να μας πουν μπράβο; Η οργή τους είναι δικαιολογημένη! Έστω κι αν εμείς προσωπικά δεν τους κάναμε τίποτα! Ως Ιταλοί στρατιώτες ήμασταν συνυπεύθυνοι! Δεν χρειαζόταν φιλοσοφία για να το καταλάβεις».11 Ο Ιταλός στρατιώτης δεν κρύβει την πολιτική του τοποθέτηση. Είναι ένας αριστερός που θέλγεται από τον αγώνα των ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ σε μια χρονική συγκυρία που η σύγκρουση ενέχει και σαφείς εμφυλιακές διαστάσεις. Είναι μάλιστα εξαιρετικά αποκαλυπτικός ως προς το τι συνιστά η εμφύλια σύ9. Αυτόθι, σ. 171. 10. Αυτόθι, σ. 143. 11. Αυτόθι, σ. 143. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Έν α ς Ιτα λ ό ς χ α μ έ ν ο ς σ τα Τζο υ μ έ ρ κ α

99

γκρουση για τις τοπικές μικροκοινωνίες. Δεν ωραιοποιεί καταστάσεις και δεν φείδεται χαρακτηρισμών για πρόσωπα που θεωρεί ότι διαδραμάτισαν αρνητικό ρόλο. Η πορεία του Νοβέλλο Ρόκι στην Ελλάδα του πολέμου ολοκληρώθηκε τα Χριστούγεννα του 1944. Αναχώρησε για την πατρίδα του με ένα παμπάλαιο μεταγωγικό και έφτασε στο λιμάνι του Τάραντο μετά από περιπετειώδες ταξίδι τεσσάρων ημερών. Η υποδοχή του όμως στην πατρίδα δεν ήταν η αναμενόμενη. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: «Ποια υποδοχή; Μας άφησαν πρώτα να περπατήσουμε δώδεκα χιλιόμετρα, ώσπου να φτάσουμε στο πρώτο μας κατάλυμα. Κι αυτό ύστερα από ενενήντα δυο ώρες θαλασσοδαρμό! Και μάλιστα σε μας που επιστρέφαμε από τα Βαλκάνια! Πήγαμε ποδαρόδρομο από τον Τάραντο μέχρι το Σαντ Αντρέα! Εκεί μας έβαλαν σε σκηνές, πολύ κοντά σ’ ένα πρώην φασιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Έτσι μας υποδέχθηκε η πατρίδα ύστερα από τέσσερα χρόνια πόλεμο! Σου ερχόταν να ξαναγυρίσεις στην Ελλάδα, στα βουνά. Τι να πεις!».12 Η εμπειρία του Ιταλού στρατιώτη στην περιοχή των Τζουμέρκων είχε έκτοτε εντυπωθεί στη μνήμη του ως μια περίοδος συναισθηματικά έντονη. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά για έναν άνθρωπο που, όπως εκατομμύρια άλλοι, βρέθηκε στο μέσο μιας τεράστιας σύγκρουσης που διεξαγόταν σε πλανητική κλίμακα. Η επιστροφή του «Τζόρτζιο» στην Ελλάδα πολλά χρόνια μετά και η συνάντησή του με τα μέλη της οικογένειας που τον φιλοξενούσε στα βουνά της Ηπείρου ήταν συγκινησιακά φορτισμένη και αποτελούσε για τον ίδιο μια σημαντική στιγμή στη ζωή του. Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι μαρτυρίες για τα τεκταινόμενα στην περιοχή των Τζουμέρκων στην περίοδο 1941-44 προέρχονται κυρίως από πρωταγωνιστές του αντάρτικου. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται και αφηγήσεις ανθρώπων που δεν ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία. Η μαρτυρία όμως του Ιταλού στρατιώτη είναι από τις ελάχιστες που αφορούν έναν πρώην εχθρό, που η εξέλιξη του πολέμου σε παγκόσμια κλίμακα τον είχε πλέον καταστήσει εν δυνάμει σύμμαχο. Στο πλαίσιο αυτό θεωρούμε ότι η συγκεκριμένη αφήγηση συνιστά μια αξιόλογη πηγή για την κατανόηση της περιόδου εκείνης, που αναμφισβήτητα υπήρξε δραματική και κρίσιμη τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. * Ο Βαγγέλης Τζούκας είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. 12. Αυτόθι, σ. 175. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


100

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Δ ύ ο μ α τ σ ο υ κ ι ώ τ ι κ α Δ η μ ο τ ι κ ά Σχ ο λ ε ί α σ τ ο Ν ο μ ό Τρ ι κ ά λ ω ν

Τ

ο άγονο του εδάφους εξανάγκαζε τους Ματσουκιώτες να ξενιτεύονται για μια καλύτερη ζωή. Στο νομό Τρικάλων ίδρυσαν μάλιστα, σε δύο περιπτώσεις, αμιγείς Ματσουκιώτικους οικισμούς, τα Ματσουκιώτικα και τα Βρυκολάκια, στους οποίους λειτούργησαν, για ορισμένα σχολικά έτη, Δημοτικά Σχολεία, με τα οποία και ασχολούμεθα στο παρόν άρθρο.

Ι. ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΑ ΜΑΤΣΟΥΚΙΩΤΙΚΑ 1. Τα σημερινά Ματσουκιώτικα Το 1924 ιδρύθηκαν, από 17 οικογένειες, ανατολικά (29.3.2009) τα Ματσουκιώτικα (εικ.1), κοντά στο Βαλτινό και Δενδροχώρι (Τρικάλων), όπου και υπάγονταν, οικισμός καθαρά βλάχικος (Ματσουκιώτικος).1 Εδώ λειτούργησε Δημοτικό Σχολείο τα έτη 1961-1987, με προσωρινή αναστολή 1970-1975, από το 1987 στεγάστηκε στο κτήριο του Δημοτικού Σχολείου Δενδροχωρίου μέχρι το 1999, οπότε και καταργήθηκε.2 Το Δημοτικό Σχολείο «Εἰς Ματσουκέικα-Δενδροχωρίου» ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1961 και για «μιᾶς θέσεως δημοδιδασκάλου»3, ανήκε στην Α΄ Εκπαιδευτική περιφέρεια Τρικάλων, λειτούργησε δε αμέσως από το Σχολικό έτος 1961-62. Το πρώτο Μαθητολόγιο με 32 μαθητές υπογράφει στις 15.11.1961 η πρώτη δασκάλα Ε. Τζερεφού (εικ.2,3), ενώ το πρώτο Βιβλίο Πιστοποιητικών Σπουδής, με 32 επίσης μαθητές, υπογράφει στις 25.6.1962 ο Αντώνιος Τσιακμάκης (εικ.4). Λειτούργησε κανονικά μέχρι το Σχολικό έτος 1969-70. Από το Σχολικό έτος 1970-71 (έως 1974-75) ανεστάλη προσωρινά η λειτουργία του, διότι συγχωνεύτηκε «β) Τὸ μονοθέσιον Ματσουκέϊκων μετὰ τοῦ τριθεσίου Βαλτινοῦ εἰς ἓν τετραθέσιον ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν “τετραθέσιον Δημοτικόν Σχολεῖον Βαλτινοῦ”».4 1. Καλούσιος 1994, Α’, 156-158. 2. α) Καλούσιος 1994, Α’, 158. β) Στάθης 2002, Α’, 166. Ευχαριστίες απευθύνω προς τον διευθυντή του Δημοτικού Σχολείου Δενδροχωρίου Αντώνη Μπριάζα για την εξυπηρέτηση. 3. ΦΕΚ 135 Α’/24.8.1961 (Β.Δ. 14.8.1961). 4. ΦΕΚ 674 Β’/26.9.1970 (Υπουργική απόφαση 119467 της 9.9.1970. Ιδέ: α) Καλούσιος 1994, Α’, 158 (υποσ. 228α). β) Στάθης 2002, Α’, 166. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δ υ ο μ α τ σ ο υ κ ι ώ τ ι κ α Δ η μ ο τ ι κ ά Σ χ ο λ ε ί α σ τ ο Ν ο μ ό Τρ ι κ ά λ ω ν

101

Επαναλειτούργησε στα Ματσουκιώτικα από το Σχολικό έτος 1975-76. Αλλά την πρωτοχρονιά του 1987 το οίκημα του Σχολείου κατέρρευσε από την κακοκαιρία (χιονοπτώσεις-βροχοπτώσεις) και από 20.1.1987 στεγάζεται στο γειτονικό Σχολείο Δενδροχωρίου, εφόσον δεν βρέθηκε κατάλληλο κτήριο στον οικισμό. Από το επόμενο Σχολικό έτος 1988-89 οι μαθητές των δύο Σχολείων ενώθηκαν, μετά από την σύμφωνη γνώμη της Πρωτοβάθμιας Επιθεώρησης Τρικάλων. Λειτούργησε μέχρι το Σχολικό έτος 1997-1998, το 1999 καταργήθηκε, «Οι μαθητές μετενεγράφησαν στο Βιβ. Μητρώου μαθητών του Δημ. 2. Οι πρώτοι μαθηΣχολείου Δενδροχωρίου», όπως βεβαιώνει ενυπογράτές του Δημοτικού Σχολείου στα Ματσου- φως την 1.9.1999 η προϊσταμένη της Σχολικής Μονάκιώτικα, Σχολ. έτος δας Δενδροχωρίου Κυράτσω Γάλλου-Παππά στο Βιβλίο 1961-1962. Μητρώου και Προόδου Μαθητών (εικ.10) Έκτοτε οι μαθητές φοιτούν στο Δημοτικό Δενδροχωρίου, όπως συνέβαινε συνήθως και πριν από την ίδρυση του Δημοτικού στα Ματσουκιώτικα (μερικές φορές φοιτούσαν και στο Δημοτικό του Βαλτινού). Το αρχείο, που φυλάσσεται στο Δημοτικό Σχολείο Δενδροχωρίου, περιλαμβάνει: α) Μαθητολόγιο: Σχολικά έτη 1961-62 έως 1969-70 και 1975-76 έως 1977-78. β) Βιβλίο Πιστοποιητικών σπουδών: Σχολικά έτη 1961-62 έως 1969-70 και 1975-76 έως 1998-1999. γ) Γενικό έλεγχο: Σχολικά έτη 1961-62 έως 1969-70 και 1975-76 έως 197677. Στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Βιβλίο μητρώου και προόδου: Σχολικά έτη 1977-78 έως 1987-88 και μόνον Σχολικό έτος 1997-98. Το Δημοτικό Σχολείο στεγάστηκε όλα τα χρόνια σε μισθωμένο οίκημα του οικισμού. Κατ’ αρχάς, σε δωμάτιο του σπιτιού του Νάκα Βασιλείου του Αποστόλου (1961-62 έως 1964-65), στη συνέχεια, σε ξέχωρο οίκημα του Κωστίκα Δημητρίου του Ευαγγέλου, που είχε δύο δωμάτια, το ένα για αίθουσα διδασκαλίας, το άλλο για γραφείο, υπήρχε και μια μικρή σάλα (διάδρομος). Και τα δύο κτήρια ήταν πλίνθινα με κεραμίδια, όπως ήταν τότε όλα τα σπίτια του οικισμού, που διαδέχτηκαν τις πρόχειρες καλύβες. Οι δάσκαλοι που υπηρέτησαν στο Δημοτικό Σχολείο υπογράφουν ως εξής (σε παρένθεση προφορικές μαρτυρίες των ιδίων, εφόσον λείπουν ημερομηνίες και ονόματα-υπογραφές από ορισμένα σχολικά έτη): Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


102

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

3. Η πρώτη δασκάλα στα Ματσουκιώτικα Ε. Τζερεφού, 15.11.1961, υπογράφει στο πρώτο Μαθητολόγιο

4. Ο δεύτερος δάσκαλος στα Ματσουκιώτικα Αντώνιος Τσιακμάκης υπογράφει στο μαθητολόγιο την 11.12.1961

1. 15.11.1961: Τζερεφού Ε., από την Πελοπόννησο. 2. 11.12.1961-27.6.1966: Τσιακμάκης Αντώνιος, από την Ζηλευτή Τρικάλων. 3. 20.9.1966-26.6.1968: Ζιώγος Χρήστος, από την Φιλύρα Τρικάλων. 4. 25.9.1968: Στασινός Δημήτριος, από τους Γόμφους Τρικάλων. 5. 22.6.1969: Ταμπακοπούλου Ελευθερία. 6. 20.9.1969-22.6.1970: Καραμπιζιώτης Κωνσταντίνος, από τα Τρίκαλα. 7. 1970-71 έως 1974-75: Συγχωνεύτηκε στο Δημοτικό Σχολείο Βαλτινού. 8. 27.6.1976-9.9.1976, (1975-76): Τριγώνης Βασίλειος, από το Μεγάλο Κεφαλόβρυσο Τρικάλων. 9. 20.6.1977-15.6.1982: Χριστάκος Χαράλαμπος, από τον Παραπόταμο Τρικάλων. 10. 15.6.1983, (1982-83): Γεωργούλας Χρήστος, από την Φήκη Τρικάλων. 11. 31.8.1983-31.8.1985: Κωσταρέλλος Νικόλαος (α’), από τον Εξάλοφο Τρικάλων. (εικ.6,7,8,9) 12. (Σεπτ. 1985-Ιούν. 1986): Λόλακας Σωτήριος, από την Καβάλα. 13. 31.8.1986-31.8.1990: Κωσταρέλλος Νικόλαος (β’). 14. 31.8.1991-30.6.1997: Χλωρός Νικόλαος, από το Μαυρέλι Καλαμπάκας. 15. 31.8.1997, (Αύγ. 1997-Ιούν. 1998): Αλέκος Δημήτριος, από το Μυρόφυλλο Τρικάλων. 16. 1998-99: Μάμαλης Χρήστος, από Δενδροχώρι Τρικάλων. 17. 1.9.1999: Οι μαθητές μετενεγράφησαν στο Δημοτικό Σχολείο Δενδροχωρίου. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δ υ ο μ α τ σ ο υ κ ι ώ τ ι κ α Δ η μ ο τ ι κ ά Σ χ ο λ ε ί α σ τ ο Ν ο μ ό Τρ ι κ ά λ ω ν

103

Αξίζει να αναφέρουμε ότι, μάλλον το Σχολικό έτος 1952-53, δίδαξε άτυπα, χωρίς διορισμό, στα παιδιά ο χωριανός δάσκαλος Καλούσιος Γ. Ηλίας, σε μια καλύβα, του Ευαγγέλου Γρηγορίου, όπως ήταν τότε όλα τα οικήματα του οικισμού. Για το πρώτο σχολικό έτος (1961-1962) εγγράφονται, κατά το χρονικό διάστημα 1-15 Νοεμβρίου (1961), 32 μαθητές, κατά τάξεις: Α’ 8 (οι 3 είναι διετείς, οι άλλοι 5 έρχονται για πρώτη φορά), Β’ 4, Γ’ 5, Δ’ 1, Ε’ 6 και ΣΤ’ 8, άρρενες 17, κορίτσια 15, ηλικίας 6-13 ετών, προέρχονται από το γειτονικό Σχολείο του Βαλτινού (εικ. 2).

5. Σχολική γιορτή το 1985 για την 25η Μαρτίου 1821 στα Ματσουκιώτικα (Αρχείο Απόστολος Χρ. Καλούσιος).

6. Ματσουκιώτικα 13.10.1986: Μπροστά στο Δημοτικό Σχολείο με τον δάσκαλο Νικόλαο Κωσταρέλλο (φωτ. Δημ. Καλούσιος). Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


104

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Η κίνηση των μαθητών κατά έτη έχει ως εξής: Μαθητολόγιο

Γενικός έλεγχος

Πιστοποιητικών σπουδών

Σχ. έτος

Ημερομηνία

Αρ. μαθητών

Ημερομηνία

Αρ. μαθητών

Ημερομηνία

Αρ. μαθητών

1961-62

15.11.1961

32

24.6.1962

32

25.6.1962

32

1962-63

20.9.1962

25

24.6.1963

25

24.6.1963

25

1963-64

20.9.1963

21

22.6.1964

21

22.6.1964

19

1964-65

10.10.1964

19

5.11.1964

24

28.6.1965

24

28.6.1965

22

1965-66

20.9.1965

19

26.6.1966

19

27.6.1966

15

1966-67

20.9.1966

18

26.6.1967

18

26.6.1967

16

1967-68

22.9.1967

11

26.6.1968

11

26.6.1968

10

1968-69

25.9.1968

8

22.6.1969

8

22.6.1969

8

1969-70

20.9.1969

7

22.6.1970

7

22.6.1970

6

1975-76

27.6.1976

23

27.6.1976

23

9.9.1976

23

1976-77

20.6.1977

22

20.6.1977

22

31.8.1977

22

31.8.1978

19

1978-79

31.8.1979

17

1979-80

31.8.1980

14

1980-81

12.6.1981

2

1982-83

31.8.1983

16

1983-84

31.8.1984

16

1984-85

31.8.1985

17

1985-86

31.8.1986

15

1986-87

31.8.1987

3

1987-88

31.8.1988

6

1989-90

31.8.1990

4

1990-91

31.8.1991

2

1991-92

31.8.1992

5

1992-93

31.8.1993

2

1977-78

19

1981-82

1988-89

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


105

Δ υ ο μ α τ σ ο υ κ ι ώ τ ι κ α Δ η μ ο τ ι κ ά Σ χ ο λ ε ί α σ τ ο Ν ο μ ό Τρ ι κ ά λ ω ν

1993-94

31.8.1994

2

1994-95

31.8.1995

3

1995-96

31.8.1996

2

1996-97

31.8.1997

3

15.6.1999

2

1997-98 1998-99

7. Ματσουκιώτικα 13.10.1986: Προσευχή με τον δάσκαλο Νικ. Κωσταρέλλο (φωτ. Δημ. Καλούσιος).

8. Ματσουκιώτικα 13.10.1986: Μάθημα με τον δάσκαλο Νικ. Κωσταρέλλο (φωτ. Δημ. Καλούσιος). Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


106

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Βιβλίο Μητρώου και Προόδου μαθητών: 1977-78 έως 1986-87 30.6.1987 1987-88 έως 1996-97 30.6.1997 1997-1998

44 15 3

«Οι μαθητές μετενεγράφησαν στο Βιβλίο Μητρώου μαθητών του Δημ. Σχολείου Δενδροχωρίου Δενδροχώρι 1-9-1999 Η Πρ/νη Σ.Μ.5 (τ.σ.υ) Κυράτσω Γάλλου-Παππά» Σήμερα (σχολικό έτος 2010-2011) φοιτούν από τα Ματσουκιώτικα στο μεν Δημοτικό 8 μαθητές, στο Νηπιαγωγείο δε 2, πάντοτε στο Δενδροχώρι, ο ίδιος ακριβώς αριθμός παραμένει και για το επόμενο σχολικό έτος (2011-2012). Τα επαγγέλματα των γονέων των μαθητών είναι: γεωργός (κυρίως), δάσκαλος, εργάτης, ηλεκτρολόγος, κτηνοτρόφος, μυλωθρός (μυλωνάς), οδηγός αυτοκινήτου, τυροκόμος, υπάλληλος δημόσιος. ΙΙ. ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΥ (ΒΡΥΚΟΛΑΚΙΑ) Από το 1939 οι Ματσουκιώτες, 25 οικογένειες, ιδρύουν καθαρά δικό τους οικισμό στα Βρυκολάκια, 200-300 μ. αριστερά από το δημόσιο δρόμο ΤρικάλωνΛάρισας και ένα περίπου χιλιόμετρο στα βορειοανατολικά της Φαρκαδόνας. Το 1963 μετονομάστηκαν σε Περιθώριο (εικ.13).6 Για να πάνε οι μικροί μαθητές στο Δημοτικό της Φαρκαδόνας βάδιζαν αναγκαστικά επάνω στο δημόσιο δρόμο με όλους τους προφανείς κινδύνους, αλλά και το Σχολείο βρισκόταν περίπου στο κέντρο του οικισμού, πράγμα που μεγάλωνε ακόμα περισσότερο την απόσταση. Επίσης, θα λάβουμε υπόψη, ότι τότε γινόταν μάθημα και το απόγευμα, επομένως τα παιδιά ήταν προτιμότερο να παραμένουν το μεσημέρι στο Σχολείο παρά να πηγαινοέρχονται. Συνέτρεχαν, λοιπόν, ουσιαστικοί λόγοι δημιουργίας Σχολείου ειδικά για τον Ματσουκιώτικο οικισμό (τα Βρυκολάκια), εφόσον και ο αριθμός των μαθητών κυμαινόταν γύρω στους 15. 5. Προϊσταμένη Σχολικής Μονάδας. 6. ΦΕΚ 16Α, 9.2.1963 (ΒΔ 21.1.1963). Ευχαριστώ τον Νικόλαο Μπαντή, διευθυντή του Α’ Δημοτικού Σχολείου Φαρκαδόνας, για την εξυπηρέτηση. Για τον οικισμό ιδέ, Καλούσιος 1994, Α’, 158-159. Συγκατοικούσαν και 7 κτηνοτροφικές οικογένειες (6 Σαρακατσάνικες και 1 Βλάχικη). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Δ υ ο μ α τ σ ο υ κ ι ώ τ ι κ α Δ η μ ο τ ι κ ά Σ χ ο λ ε ί α σ τ ο Ν ο μ ό Τρ ι κ ά λ ω ν

9. Ενδεικτικό προαγωγής στην ΣΤ’ τάξη του Απόστολου Χρ. Καλούσιου, 15.6.1984, υπογράφει ο δάσκαλος Νικ. Κωσταρέλλος (Αρχείο του μαθητή).

107

Πράγματι, το 1964 ιδρύθηκε μεν το μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο ΠεριθωρίουΦαρκαδόνος, Β’ Εκπαιδευτικής περιφέρειας Τρικάλων7, αλλά, δυστυχώς, δεν υπήρχε κατάλληλο (διαθέσιμο) οίκημα στον εν λόγω οικισμό, όλοι οι κάτοικοι διέμεναν σε πρωτόγονες-παραδοσιακές καλύβες. Υποχρεώθηκαν, τότε, να στεγάσουν το Σχολείο στην Φαρκαδόνα και σε μισθωμένο οίκημα, φυσικά όσο γίνεται πιο κοντά προς το Περιθώριο. Κατ’ αρχάς, δύο χρόνια, στεγάστηκε στο σπίτι του Αθανασίου Κωστούλα, στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε άλλο σπίτι κάτω από το εξωκλήσι του προφήτη Ηλία και πιο σιμά στον οικισμό των Ματσουκιωτών (εικ.14). Το εν λόγω Δημοτικό λειτούργησε για πέντε συνεχή σχολικά έτη, τα μεν δύο πρώτα (196566, 1966-67) με δάσκαλο τον Φιλανδριανό Χαράλαμπο (από την Πελοπόννησο), τα υπόλοιπα τρία (1967-68 έως 1969-70) τον Χαχόπουλο Κώστα, από την Φαρκαδόνα(εικ.12,15,16).

Ο αριθμός των μαθητών κυμαίνεται ως εξής: α) 1965-1966 19 β) 1966-1967 15 γ) 1967-1968 27 δ) 1968-1969 28 ε) 1969-1970 27 Πρέπει να σημειώσουμε, ότι, περίπου 5-10 από τους αναγραφόμενους μαθητές, δεν ήταν Ματσουκιώτες, αλλά άλλοι, επίσης «ξένοι» (όχι ντόπιοι) μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι, που διέμεναν, είτε στα Βρυκολάκια, είτε στην Φαρκαδόνα. Για το πρώτο σχολικό έτος (1965-1966) από τους 19 μαθητές Ματσουκιώτες ήταν 14, οι υπόλοιποι 5 διάφοροι (υπ’ αρ. 2, 8, 9, 13, 19 της εικ.1), και για το τελευταίο (1969-1970), στους 27 μαθητές οι 13 είναι κτηνοτροφική ποικιλία, οι υπόλοιποι 14 Ματσουκιώτες. 7. ΦΕΚ 206Α’ 10.11.1964. Για το σχολείο ιδέ: α) Καρλιάμπας 2000, 100. β) Τάσιος 2010, 339. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


108

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Είναι αξιοσημείωτο, ότι στους χορηγούμενους τίτλους το σχολείο μας χαρακτηρίζεται ως 2ο 1/ΔΗΜΟΤΙΚΟΝ ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΦΑΡΚΑΔΟΝΟΣ και όχι ως ΔΗΜΟΤΙΚΟΝ ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΥ. Τούτο, ίσως, επειδή λειτουργούσε στην Φαρκαδόνα, όπου ήδη υφίστατο ένα άλλο δημοτικό σχολείο (το 10. Οι μαθητές από τα Ματσουκιώτι1ο, και μοναδικό). Το 2ο Δημοτικό Σχοκα μετενεγράφησαν από το Σχολικό λείο Φαρκαδόνας ιδρύθηκε το 1987.8 έτος 1999-2000 στο Βιβλίο Μητρώου των μαθητών του Δημοτικού Σχολείου Το Δημοτικό Περιθωρίου έπαψε να Δενδροχωρίου: υπογράφει, την 1.9.1999, λειτουργεί από το Σχολικό έτος 1970η προϊσταμένη της Σχολικής Μονάδας 1971, οπότε (1970) οι Ματσουκιώτες Κυράτσω Γάλλου-Παππά. μετοίκησαν από τα Βρυκολάκια στην Φαρκαδόνα. Το αρχείο του Δημοτικού Σχολείου Περιθωρίου φυλάσσεται στο Α’ Δημοτικό Φαρκαδόνας.

11. Οι πρώτοι μαθητές στα Βρυκολάκια, Σχολ. έτος 1965-1966

8. Τάσιος 2010, 342-343. Τζουμερκιώτικα Χρονικά

12. Απολυτήριο της μαθήτριας Θεοδώρας Δημ. Χύτα στα Βρυκολάκια, 21.6. 1970, υπογράφει ο δάσκαλος Κ. Χαχόπουλος (Αρχείο της).


Δ υ ο μ α τ σ ο υ κ ι ώ τ ι κ α Δ η μ ο τ ι κ ά Σ χ ο λ ε ί α σ τ ο Ν ο μ ό Τρ ι κ ά λ ω ν

109

13. Ο συνοικισμός των Ματσουκιωτών στα Βρυκολάκια αποτελούνταν από πρωτόγονεςπαραδοσιακές καλύβες (1968, σήμερα εξαφανισμένος)

14. Το κτήριο του Δημοτικού Σχολείου στα Βρυκολάκια κάτω από την προφήτη Ηλία (φωτ. Δημ. Καλούσιος, 2.11.2010)

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


110

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

15. Δημοτικό Σχολείο στα Βρυκολάκια με τον δάσκαλο Κώστα Χαχόπουλο (Αρχείο του).

16. Ο Δημ. Καλούσιος συζητεί στη Λάρισα με τον Κ. Χαχόπουλο για το Δημοτικό Σχολείο στα Βρυκολάκια (6.6.2010, φωτ. Κώστα Σπανού). * Ο Δημήτριος Γ. Καλούσιος είναι Θεολόγος, Φιλόλογος, Ερευνητής. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: - Καλούσιος 1994, Καλούσιος Δημήτριος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Α'-Β', Ματσούκι 1994. - Καρλιάμπας 2000, Καρλιάμπας Νικόλαος, Η Φαρκαδόνα Τρικάλων, Αθήνα 2000. - Στάθης 2002, Στάθης Ευάγγελος, Το Βαλτινό Τρικάλων, Α'-Β' , Βαλτινό, 2002. - Τάσιος 2010, Τάσιος Απόστολος (επιμέλεια), Τα σχολεία του νομού Τρικάλων, Δημοτικά-Νηπιαγωγεία, Τρίκαλα 2010. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


111

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης*

Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων

Έ

ΜΕΡΟΣ Β΄

τσι, μια άνοιξη, πρωτύτερα από το 1700 οι Μακρυγιανναίοι εγκαταλείπουν τα χειμωνιάτικα και καλοκαιριάτικα λημέρια και κονάκια, κουνώντας μαύρα και παρδαλά μαντήλια αποχαιρετισμού... Αφού χαζιρεύτηκαν, μπροστά τα κοπάδια με τα γιδοπρόβατα με τ’ ασημωμένα κυπριά, τα μικρόσωμα αλογάκια φορτωμένα, μπροστάρηδες τα τσοπανόσκυλα οι μολοσσοί, τα μικρά παιδιά πανωσάμαρα, ξεκινούν με πόνο και θλίψη. Μπροστά, ο αρχιτσέλιγκας Γώγο Μακρυγιάννης με τ’ αδέλφια του κι όλο το σόι με το γνωστό σαρακατσάνικο αραλίκι, παίρνουν τα μονοπάτια κάτω από το ιστορικό Κούγκι, που οδηγούν πίσω απ’ τα αρχαία της Δωδώνης - έτσι τα ’ξεραν - ανάμεσα σε διάσελα κι ισιώματα, βόσκοντας τα κοπάδια και προχωρώντας. Γνώριζαν τα μονοπάτια και τα κατατόπια, αλλά και τον παμπάλαιο δρόμο Αχέροντα-Μαντείου Δωδώνης. Στο Νεκρομαντείο πήγαιναν συχνά από χρόνια, ρίχνοντας στα ορμητικά νερά τη «δεκάτη» για όσους δεν είχαν να πληρώσουν το χαράτσι στον Χάροντα. Ο δρόμος έβγαζε ανατολικά της Δωδωνιακής κοιλάδας, προς τις πηγές του Λούρου, κοντά προς τα Γιάννινα, αλλά με προορισμό τα χωριά του Ξηροβουνιού. Είχαν σκοπό να στήσουν το καινούργιο κονάκι στον κάμπο του Καλεντζιού δίπλα από τη Βαλτσώρα. Καλός τόπος για τα γιδοπρόβατα7, σιμά στα Γιάννινα και το μοναστήρι της Τσούκας, όπως τους είχε ορμηνέψει κάποιος άγιος μοναχός. Κάποιος αρχιτσέλιγκας της περιοχής Ξεροβουνίου με το όνομα Αναγνώστου από τη Ραψίστα (Πλατανούσα) ήταν συνορίτης στα χειμαδιά στην περιοχή της Νικόπολης. Με τη γνώμη του ξεκίνησαν για εγκατάσταση στα ριζά του κάμπου του Καλετζιού. Απόγονος αυτής της ιστορικής οικογένειας από την εποχή του Δεσποτάτου είναι ο λόγιος και ιστορικός Χρήστος Αναγνώστου, που επιβεβαίωσε την προφορική μαρτυρία. Ο Μουχτάρης του χωριού δεν συμφώνησε με τον καπετάνιο αρχιτσέλιγκα Γώγο Μακρυγιάννη. Το όνομά του ήταν Γεραλέξης8. «Καλύτερα να κονέψεις και να στανέφεις, του είπε, πίσω προς το Βασταβέτς, μπάρμπα, εκεί έχει ξωσιά, ερημιά και πολλά κονάκια έρμα από χρόνια... έφυγε 7. Ιστορικά των Κατσανοχωρίων Ηπείρου, Αθήνα 1969 σελ. 192. 8. Απόγονοι της οικογένειας Γεραλέξη βρίσκονται σήμερα στο Ξηρόμερο-Σκορτού. Η οικογένεια Γεραλέξη καταγόταν από τα Πράμαντα. Γύρω στο 1700 εγκαταστάθηκε στο Καλέντζι. Απόγονοι αυτής της οικογένειας σήμερα υπάρχουν στη Σκορτού Ξηρομέρου, αλλά με άλλο όνομα. Η μαρτυρία εξακριβωμένη. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


112

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

ο κόσμος απ’ τον πόλεμο ή από θανατικό για τα χωριά του Ασπροποτάμου... Φύγανε οι φαμίλιες να γλυτώσουν, άμα ξαναγυρίζουν, γλέπεις τι θα κάμεις!» Έτσι, η μακρυγιανναίικη φάρα πεζεύει στο Βασταβέτς, (νυν Πετροβούνι), κάτω απ’ τους Χουλιαράδες μέσα στα βαθιά φαράγγια του Αράχθου, τις ατέλειωτες τζουμερκιώτικες χαράδρες, μακριά απ’ τα τούρκικα και φράγκικα ασκέρια και τα παράξενα σουλιώτικα χούια. Άλλος άνεμος εδώ πάνω. Φυσάει λεύτερος ο βοριάς, αλλά σκληρότερη η σαρακατσάνικη βιοπάλη, αλλιώτικος ο αγώνας. Πιάνουν ένα δίπατο, εγκαταλειμμένο από χρόνια, σπίτι, λίγο έξω από το μεσοχώρι. Ήταν ένα παλιό δίπατο σπίτι με μικρό οντά και χαμηλό κατώι για τα ζωντανά. Έρημο από χρόνια. Ετοιμόρροπη σχεδόν η σκεπή, χωρίς πόρτες, ενώ τα παραθύρια έτριζαν στον άνεμο. Μαστόροι από τους Χουλιαράδες το μπάλωσαν να κρατάει για τις χρείες της σαρακατσάνικης ζωής. Ο μαχαλάς είχε μόνο ένα στενό σοκάκι, απ' όπου περνούσαν τα γιδοπρόβατα τη μέρα, αλλά τη νύχτα έρημο και σκοτεινό με τ’ άγρια γαυγίσματα των τσοπανόσκυλων. Άλλος κόσμος εδώ στα Τζουμερκοχώρια. Δεν ακούγονται πια ντουφέκια απ’ τις πολεμίστρες... Εδώ βασιλεύει η ήμερη σαρακατσάνικη ζωή. Αχυροκαλύβες, μονόπλατες ή στρογγυλές στάνες, μικρά χαμηλά σπιτάκια για τα αγαθά της στάνης. Εδώ στήνουν το νέο κονάκι. Όμως κι εδώ οι νύχτες είναι υγρές. Χαμηλά βουίζουν τα ποτάμια κι ο αχός του άνεμου ατέλειωτος. Αρχίζουν να συνηθίζουν το νέο μετερίζι. Αγναντεύουν τα χιονισμένα Τζουμέρκα με τις συννεφένιες αντάρες. 0 αέρας σφύριζε ανάμεσα από τα σαρακοφαγωμένα παραθύρια και τα καπνομαυρισμένα ξυλοδέματα της σκεπής. Όλα τα χαμηλόσπιτα τα ’δερναν οι βροχές κι οι βοριάδες, που κατεβαίνουν από το χιονισμένο Περιστέρι, μελαγχολικό νύχτα και μέρα από τις ποταμίσιες αντάρες. Λίγα σπιτάκια θαμποφέγγουν από τα καπνισμένα μπουχαργιά ή τις μικρές φεγγίτες. Αυτή είναι η καινούργια βιοπάλη της σαρακατσάνικης μακρυγιαννέικης φάρας στο βαρύ όγκο της τζουμερκιώτικης Πίνδου. Η στάνη τους ήταν λίγο έξω από το μεσοχώρι. Εκεί ήταν μια παλιά στάνη. Πώς ερήμωσε, κανένας δεν το ’μαθε ποτέ. Μάλλον από βαρύ θανατικό χάθηκαν άνθρωποι και κοπάδια. Ήταν έρημη για πολλά χρόνια. Νιάστανη πήρε το όνομά της αργότερα από τους Βασταβετσιώτες. Νέα Στάνη θα λέγαμε τώρα9. Εκεί κοντά, όπως μολογάνε οι παλιοί, ήταν αρχαία Μολοσσικά κάστρα˙ γύρω απ’ αυτά στήθηκαν οι στρούγκες για τα γιδοπρόβατα. Ο γερο-Μακρυγιάννης, ο αφέντης της φαμίλιας, κοίταγε γύρα τον τόπο με 9. Νιάστενα... Παρόμοια περίπτωση με τον Καραϊ-σκάκη. Ευριπίδη Μακρή, Ζωή και παράδοση των Σαρακατσαναίων. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων

113

μια προφητική αγωνία, με σκέψεις, μνήμες χαμένες, ακαθόριστες στο πολύπειρο ρυτιδωμένο μέτωπό του. Αγνάντευε τριγύρω και ένας αδιόρατος φόβος τον βασάνιζε! Ανατολικά και Δυτικά βαριά κι ασήκωτα τα γυμνά ηπειρώτικα βουνά. Με παράξενα σχήματα και χρώματα, σταχτιά γκρίζα, γυμνά και θεόρατα, αλλά ελατοσκέπαστες οι πλαγιές κι οι κλεισούρες με γράβια και πουρνάρια. Οι βαθιές σκιερές πλαγιές, λιθοσωριές κι αγναντέματα, σαν κύματα άσωτες οι ράχες οι δασωμένες, αλλά δυσκολοπάτητες για τους τσοπάνηδες και τα γιδοπρόβατα. Εκεί που ήταν αποσβολωμένος, μια βάβω, εκατοχρονίτισσα σχεδόν, του φωνάζει από το διπλανό καλντερίμι: «Καλώς όρισες αφέντη, προκομμένη στάνη να ’χεις!», «Παρομοίως», της απάντησε ο γέρο τσέλιγκας... Ψιλόλιγνος, γύρω στα πενήντα με συννεφιασμένες σκέψεις μάντευε τα μελλούμενα της γραμμένης μοίρας της γενιάς του, με τα βαριά σύννεφα της ξαπλωμένης Τουρκιάς. Αβγάτεμα, σκοτωμοί, μπουντρούμια, μπαρούτι και καριοφίλι, κι άντε πάλι απ’ την αρχή... Θυμότανε όμως τα λόγια των αγίων μοναχών... «Άιντε ορέ! Κάποτε θα γίνει ρομέικο». Αντάμωσε και γνωρίστηκε ο αφέντης, γεροτσέλιγκας Γώγο Μακρυγιάννης ή κατ’ άλλους Μήτσιο Μακρυγιάννης με τον κόσμο, κουβέντιαζε για τα μαντριά, για τις στάνες με τον Μουχτάρη, του ’δειξε τις πλαγιές για τα κοπάδια του με καλό, φρόνιμο λόγο και τη γνωστή μπέσα... Άρχισαν να ’τοιμάζονται για το χειμώνα. Θα ξεχειμωνιάσουν κοντά στον Καρβασαρά, πέρα απ’ τις λίμνες, εκεί που στρίβει ο δρόμος για το Μαχαλά (νυν Φυτείαι). Είχε πολύ κόσμο εκείνα τα χρόνια στα Τζουμερκοχώρια: Χουλιαράδες, Ραφταναίοι, Παλαιοχώρι Συρράκου, Καλαρρύτες μέχρι κάτω το Βουργαρέλι και τα Θεοδώριανα. Μεγάλα κοπάδια με αρχοντιά και προκοπή σ’ όλο το βιλαέτι της Πίνδου. Δεν είχε γίνει ακόμη αφέντης στα Γιάννινα ο Βεζύρ-Αλής, έλεγαν, όταν είχαν ριζώσει στο Βασταβέτς η σαρακατσάνικη φάρα των Μακρυγιανναίων. Ήταν γνωστός ο Βεζύρ-Αλής από χρόνια. Τον ξέρανε οι μουχτάρηδες, οι αρχόντοι, οι τσελιγκάδες των χωριών, από τότε που έγινε μεγάλος αφέντης στα Τρίκαλα κι έκανε καλό κουμάντο στα δερβένια και σταυροδρόμια. Γνωρίζανε τα χούια του, τα σχέδιά του. Έπαιρνε κρυφά το χαράτσι κι όλα καλά! Κάποιος πλούσιος Συρρακιώτης μάζευε τον παρά και τον πήγαινε στο σεράι στα Τρίκαλα. Όταν έφευγε προσκυνώντας ανατολίτικα, του έλεγε: «Και στην Πόλη αφέντη μ’». Έτσι περίπου τα οριοθετεί η ιστοριογραφία... Όταν υπάρχει ανάγκη κατεβαίνουν και στο μεγάλο παζάρι στα Γιάννινα. Περνούν από το μοναστήρι της Τσούκας, εκπληρώνοντας τα τάματά τους. Ψωνίζουν στα γνωστά τους μαγαζιά, που τα είχαν νοικοκυραίοι Τζουμερκιώτες. Γνώριζαν τον κόσμο στην πόλη, έδιναν τα εισοδήματά τους στα γιαννιώτικα Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


114

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

εμπορικά, αλλά πάντα με σταθερό λόγο και φρόνιμη κουβέντα... Εκεί, γύρω στα 1750 ή και παραπάνω, κάποιος από τη γενιά παντρεύτηκε στο Συρράκο, κόρη τσέλιγκα, που γνωρίστηκαν στα χειμαδιά κοντά στην Πρέβεζα. Το όνομά του ήταν Ηλίας10. Ο Ηλίας Μακρυγιάννης είχε τη στάνη στο Παλαιόχωριο Συρράκου στη θέση που ακούμε και σήμερα φέρει το όνομα του..Λα Μακρυγιάνν (στου Μακρυγιάννη)11. Κατά την Επανάσταση του 1821, μετά την καταστροφή πέρασαν από τα Σχωρέτσαινα μαζί με την οικογένεια του Κωλέττη, όπου φιλοξενήθηκαν από τους άλλους Μακρυγιανναίους. Η πληροφορία αυτή ενδυναμώνει την ιστοριογραφία. Εδώ στο Βασταβέτς με τα χρόνια μεγάλωνε η φαμίλια της σαρακατσάνικης φάρας των Μακρυγιανναίων12. Με καλό κουμάντο μπόρεσαν να γίνουν γνωστοί σ’ όλο το ορεινό βιλαέτι. Ακουστοί στο Ξηρόμερο, Ασπροπόταμο, Τζουμέρκα. Έκαμαν συμπεθεριά και μέσα στα Γιάννινα. Έδωσαν και πήραν νύφες. Εκεί γύρω στα 1750-60 κάποιος από τη γενιά εγκαταστάθηκε στα χωριά της Αργιθέας της ανατολικής Πίνδου. Εγκαταστάθηκε αρχικά ως κλέφτης στο χωριό Λεοντίτου (Κοπλέσι) και αργότερα στο χωριό Φουντωτό της Αργιθέας. Απόγονοι μού επιβεβαίωσαν την πληροφορία. [Δημ. Στεφ. Μακρυγιάννης, καθηγητής και Αποστόλης Γώγου Μακρυγιάννης ποιμενόβιος στην Ανατολική Πίνδο, ο οποίος προσθέτει ότι κάποιος προγονός του με το όνομα Γώγο Μακρυγιάννης γύρω ή πριν από το 1850 για λόγους ασφάλειας εγκαταστάθηκε στο χωριό Φουντωτό. Η ιστοριογραφία προσθέτει: στην οικογένεια αυτή κρύφτηκε και φιλοξενήθηκε ο ήρωας του ‘21 Γεώργιος Καραϊσκάκης, την άνοιξη του 1824, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταφερόμενος σε φορείο, ως άλλος Ανίβας, ακολουθώντας την πορεία Θεοδώριανα-Λιάσκοβο-Κοπλέσι-Περλιάγκο-Κούτσουρο]. Η παράδοση αναφέρει, πως πήγε εκεί, ακολουθώντας κλέφτικα ασκέρια... Μέσα στο θρύλο δύσκολα να βρεις ιστορική άκρη... Δεν ξέχασαν όμως οι απόγονοι τις ρίζες τους. Έρχονταν συχνά, όταν ξεκαλοκαίριαζε τα κοπάδια του πάνω από το χωριό Ματσούκι. Στο ίδιο καλοκαιρολίβαδο περνούσε το καλοκαίρι ο Κωνσταντίνος Σ. Μακρυγιάννης (1900-1965), γνωστός ποιμενόβιος της Πίνδου γύρω στα 1945. Απ’ τη στάνη του πέρασε κάποιος ζωέμπορος. Πάνω στην κουβέντα, 10. Υπάρχουν ακόμη απόγονοι, όσοι σωθήκανε από την καταστροφή του 1821. Οι απόγονοι ισχυρίζονται ότι κάποιος Μακρυγιάννης Σαρακατσάνος ήρθε στο Συρράκο από το Παλιοχώρι Συρράκου. 11. Χρυσάνθή-Μπούζα Γιαννή, Το Παλαιοχώριο Συρράκου, σελ. 64. 12. Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο, ότι τοΒασταβέτς πριν το 1600 είχε πολλές οικογένειες με αξιόλογη οικονομική ανάπτυξη. Χουλιαράδων Άπαντα, Πέτρου Κ. Μπενέκου Ιωάννινα 1974 σελ. 38. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων

115

αφού γνωριστήκανε καλύτερα, του είπε ότι ο προπάππος του έφυγε από το Βασταβέτς, όταν άρχισε πάνω-κάτω να διαφεντεύει στο Πασαλίκι των Γιαννίνων ο Βεζύρ-Αλής Πασάς. [Η μαρτυρία-ιστορική αφήγηση ενδυναμώνει και στηρίζει τη θρυλούμενη παράδοση]. Στο Βασταβέτς στάνεψε για τα καλά η σαρακατσάνικη γενιά των Μακρυγιανναίων. Με αρχοντιά και την πατροπαράδοτη ευσέβεια στα πανάρχαια ήθη του γένους, της θρησκείας, τις λατρευτικές παραδόσεις της ορθοδοξίας, αποδέχονται το σέβας των μουχτάρηδων και των τσελιγκάδων. Το βιος τους χωρισμένο σε λιανοκόπαδα, για καλύτερη φροντίδα και προφύλαξη. Είτε για το χειμώνα, είτε για το καλοκαίρι, έπιαναν πολλά μαντριά και στάνες σ’ όλο το Ξηρόμερο, Άγραφα και Τζουμέρκα. Για χειμαδιό κρατούσαν τα περισσότερα λιβάδια ΡίβγιοΜαχαλά μέχρι πέρα τη Λεπενού κοντά στο Βραχώρι. Στο Βραχώρι έκαμε φαμίλια κάποιος με το όνομα Πάνος Μακρυγιάννης. Απόγονο αυτής της οικογένειας γνώρισα στο Αιγάλεω το 1975. Εξαίρετος εκπαιδευτικός, η κόρη του Άννα μαθήτρια μου, έγινε φιλόλογος. Ο ίδιος μου διηγήθηκε την καταγωγή του. Όσο να στεριώσει καλά στο λαιμό της Ηπείρου ο Βεζύρ-Αλή Πασάς, όλα τα χωριά της Δυτικής και Ανατολικής Πίνδου προκόβουν. Μάλλινα σκουτιά, κάπες, φλοκάτες, βελέντζες από άσπρα πρόβατα, γιδόκαπες, γελέκια, τσαρούχια, ντυμασίες για τις Αμαζόνες γυναίκες γεμίζουν τα παζάρια Άρτας, Πρέβεζας, Γιαννίνων... Εκεί γύρω στα 1750-1760 ο αρχιτσέλιγκας Γώγο Μακρυγιάννης ή κατ’ άλλους Μήτσιο Μακρυγιάννης, αφήνει το μάταιο ετούτο βίο κατά τον άγιο λόγο του πάτερ-Κοσμά... Ο γενάρχης εκείνος άφησε πίσω του μεγάλη φαμίλια. Όπως κράτησε η μνήμη, η φαμίλια ήτανε: Μήτσιος, Σπύρος, Βασιλική, Αικατερίνη... Για το Μήτσιο λέγεται πως πήρε γυναίκα από τα χωριά του Ασπροποτάμου, που τη γνώρισε κάτω στα χειμαδιά κοντά στο Βραχώρι. Βασιλική το όνομά της. Από το ζευγάρι αυτό γεννήθηκε ο Γιάννης, ο Κώστας, η Αλεξάνδρα, ενώ από τον Σπύρο ο Αλέξης (1740 περίπου), η Βασιλική, η Αικατερίνη. Οι δυο θυγατέρες παντρεύτηκαν η μία στα Καλεντζοχώρια, η άλλη στα Γιάννινα. Κάποιος από την ίδια γενιά με το όνομα Κώστας Μακρυγιάννης, γύρω στα 1730-1740, εγκαταστάθηκε κυνηγημένος από τα τούρκικα ασκέρια του Καρβασαρά στα ορεινά της Δωρίδας, όπου άλλαξε όνομα σε Τριανταφύλλου για να ξεφύγει... Η ζωή όμως των Μακρυγιανναίων συνεχίζεται: Στα χωριά του Ξηρομέρου, Σπάρτο, Μαχαλά, Ρίβγιο, Λεπενού, Μοναστηράκι. [Στο Μοναστηράκι υπάρχουν ακόμη απόγονοι]. Τον χειμώνα είχαν τα περισσότερα γιδοπρόβατα χωρισμένα σε κοπάδια με ροϊασμένους τσοπάνηδες. Το καλοκαίρι πάλι τα χώριζαν: Άγραφα-Ασπροπόταμο-Τζουμέρκα... Παντού όμως γυρόφερναν ασκέρια αρβανίτικα Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


116

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

και τούρκικα και τους ρήμαζαν. Ο χωρισμός του κοπαδιού σε μικρότερα ήταν η μόνη ελπίδα... Ξεκαλοκαίριαζαν στα χωριά των Αγράφων: Μοναστηράκι, Μαράθι και σ’ ολόκληρη την περιοχή μέχρι πέρα τα βουνά της Δωρίδας. Εκεί γύρω στα 1780 ή και παραπάνω ο Αλέξης Μακρυγιάννης, ο κατοπινός αρχιτσέλιγκας, εγκαθίσταται οριστικά στα Σχωρέτσαινα με τις δυο αδελφές του, τη Βασιλική και την Αικατερίνη. Είχαν αποκάμει από τις κλοπές, λεηλασίες, χαράτσια, το άγριο κυνηγητό από τα ασκέρια του Αλή Πασά και των οργάνων του. Η αιτία: βοηθούσαν τους κλέφτες, τους ανυπότακτους. Όπως μου διηγήθηκε ο Γ. Καρέζος, στη στάνη του στο Γεροβούνι, ο λόγος που έφυγαν για τα Σχωρέτσαινα ήταν ο σκοπός του Αλή Πασά να πάρει στο χαρέμι μια απ’ τις θυγατέρες ενός Μακρυγιάννη... Όταν οι τσοχανταραίοι του Αλή πήγαν στο κονάκι της στάνης, τ’ αδέλφια της τους καλοδέχτηκαν με φαγητά και κρασί... Έλειπαν οι αδελφές τους... Πάνω στη μέθη τούς σκότωσαν και τους εξαφάνισαν... Γι’ αυτό έφυγε όλη η φαμίλια και κρύφτηκε με τα γιδοπρόβατά τους στα πλάγια της Αγίας Παρασκευής. Ο γέρος της φαμίλιας λεγόταν Γιάννης... Απ’ αυτόν οι πλαγιές λέγονται ακόμη «Πλαγιά Γερογιάννη». Το επίθετο υπάρχει ακόμη στα Σχωρέτσαινα. Έλεγε ακόμη, ότι το Καρεζέικο, το Μακρυγιανναίικο και το Νασλέικο σόι ήταν αρχικά ένα. Δεν έφτανε μόνο αυτό. Κάτω στα χειμαδιά κάποιο χειμώνα χάσανε αρκετό βιος από κάποια επιδημία (χλαμπάτσα)... Στο χωριό Μαχαλά (νυν Φυτείαι) υπάρχει ακόμη κάποια λοφοσειρά, που την αποκαλούν μακρυγιανναίικα μαντριά. Εκεί έχασαν το βιος τους. Το ίδιο έπαθε και ο Γώγο Μακρυγιάννης το 1938 στην Κατοχή Ξηρομέρου, όπου έχασε κάπου 600 πρόβατα. Όταν γύρισε στο χωριό πέθανε από τη μεγάλη θλίψη... Στα Σχωρέτσαινα έκαμε καινούργια οικογένεια ο αρχιτσέλιγκας. Δεν έγινε γνωστό από ποιο σόι ήταν θεια. Τότε τα Σχωρέτσαινα ήταν κεφαλοχώρι. Ο ξάδελφός του ο Γιάννης Μακρυγιάννης (αρχιτσέλιγκα τον αποκαλεί ο Φ. Κόντογλου, Η πονεμένη Ρωμιοσύνη), όταν ξεχειμώνιαζε κοντά στον Καρβασαρά, που είναι η λίμνη Αμβρακία, γνωρίστηκε με αγραφιώτικες οικογένειες, που ήταν συνορίτες στα βοσκοτόπια, όπως έφτασε η ιστορική μνήμη. Εκεί έδεσε το συνοικέσιο με την Αρετή, θυγατέρα τσέλιγκα με τον οποίον είχαν παλιά γνωριμία, βοηθώντας τ’ αρματολίκια. Το συνοικέσιο έγινε στα χειμαδιά, λέγανε οι παλιοί Μακρυγιανναίοι. Η λεβεντογυναίκα Αρετή, σωστή Αμαζόνα Αθαμανίδα, έρχεται στα Τζουμέρκα, όπου ξεκαλοκαιριάζουν. Μένουν στο Βασταβέτς, αλλά συχνά ακολουθούν τα γιδοπρόβατα, γιατί το μακρυγιαναίικο σόι μπήκε για τα καλά στο μάτι του Βεζύρ-Αλή και των δικών του από τα χωριά της Γότιστας... Ο λόγος, όπως Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων

117

έχει παραδοθεί: πολλοί ανυπότακτοι, σώματα κλεφτών περνούσαν από τις στάνες και τα κονάκια, τρώγανε ψωμί, παίρναν προσφάι κι ό,τι άλλο έχε η στρούγκα. Όχι μόνο αυτά, αλλά άνοιγαν και το πουγκί τους οι Μακρυγιανναίοι! Ήταν ξακουστοί σ’ όλο το βιλαέτι της Πίνδου και στα παζάρια Άρτας και Γιαννίνων. Γύρω στα 1780 περίπου η Αρετή η Αγραφιώτισσα, είδε κι απόειδε, από το άγριο κυνηγητό, το χαράτσι και το πλιάτσικο. Μια άνοιξη, αντί ν’ ανεβούν στα καλοκαιρινά βοσκοτόπια των Τζουμέρκων Σχωρέτσαινα-Μελισσουργούς, πιάνουν τ’ Άγραφα στο χωριό Μοναστηράκι. Εκεί έκαμε το κονάκι του ο μπάρμπα Γιάννης με την Αρετή κι απ’ εκεί αργότερα έπιασε τα Μαράθια (Μάραθος). Εκεί είχε κάτι χαμόσπιτα στους απλωμένους στις πλαγιές μαχαλάδες. Σ’ ένα παλιό ερειπωμένο χαμόσπιτο, σε μια αποκλεισμένη λαγκαδιά με λίγα καλυβόσπιτα, άνοιξαν το νέο νοικοκυριό-κονάκι. Εκεί μάζεψε τη φαμίλια της με τα δυο παιδιά της τον Αντώνη και τον Κώστα. Δεν είχαν ακόμη γεννηθεί τα άλλα τρία Γιώργος, Χρήστος, Κατερίνα. Τι Άγραφα, τι Τζουμέρκα έλεγαν συχνά. Παντού βουνά, ράχες κι ερημιά! Κρύοι αέρηδες, λαγκάδια να βουίζουν, χιόνια και αγριοκαίρια. Οι πλαγιές όμως γεμάτες από κοπάδια γιδοπρόβατα, κόσμος ταλαιπωρημένος, αλλά λεύτερος μακριά απ’ την Τουρκιά... Λίγα χωράφια στα ισιώματα, δασωμένος ο τόπος, ανοιχτά τα μονοπάτια από τους τσοπάνηδες, γκρεμοί κι ατέλειωτοι βράχοι υψώνονται στα φαράγγια και τις κλεισούρες. Εδώ είχαν μαζευτεί πολλοί, άλλοι κυνηγημένοι, άλλοι βασανισμένοι, άλλοι να γλυτώσουν το παιδομάζωμα ή τον εξισλαμισμό κι άλλοι να ζήσουν μακριά από τον άπιστο! Η θεια Αρετή γνώριζε τον κόσμο, τους τσοπάνηδες, τους μυλωνάδες, τους αγωγιάτες που πηγαινοέρχονταν στο Καρπενήσι. Έπειτα είχε και μεγάλη απαντοχή από το αρματολίτικο σόι της. Αν και είχαν εγκατασταθεί στ’ Άγραφα, συχνά τα καλοκαίρια έρχονταν στο μακρυγιανναίικο κονάκι με τα παιδιά τους, είτε για να ξεκαλοκαιριάσουν, είτε ακόμη να ξεφύγουν από τα τούρκικα και αρβανίτικα ασκέρια. Προτού το 1800 ο γιος του, ο Αντώνης Μακρυγιάννης ή Κατσαντώνης, κρυβόταν με τα γιδοπρόβατά του στα βουνά των Σχωρετσάνων και Μελισσουργών. Η σπηλιά του δείχνεται ακόμη στα Σχωρέτσαινα και τους Μελισσουργούς. Το βέβαιο είναι ότι η Κατερίνα γεννήθηκε στα Σχωρέτσαινα, βαπτίστηκε στην Αγία Αικατερίνη επί ηγουμένου Διονυσίου. Ακόμη, έμαθε γράμματα κοντά στον άγιο Άνθιμο Αργυρόπουλο στο μοναστήρι των Θεοδωριάνων. Προτού όμως - πάνω κάτω τριάντα με σαράντα χρόνια - πιάσει τ’ αγραφιώτικα βουνά ο μπάρμπα Γιάννης με την Αρετή, κάποιος απ’ την ίδια γενιά με το όνομα Κωνσταντή Μακρυγιάννης, τσέλιγκας και κλέφτης, στενός συγγενής του Γιάννη και του Αλέξη (μάλλον δεύτερος ξάδελφος), γνωστός του γέρου Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


118

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

Βλαχάβα, από τα καλοκαιρινά λειβάδια στα χωριά του Ασπροποτάμου, μπήκε για τα καλά στο μάτι των Τούρκων και κρυφά έπιασε τα μέρη των Αγράφων και της ορεινής Δωρίδας να γλυτώσει τη φαμίλια του και το βιος του... Εδώ στα αγριοβούνια της Δωρίδας έκαμε το κονάκι του, ενώ το χειμώνα κατέβαινε στα ίδια μαντριά με τους άλλους συγγενείς του, αλλά με κάθε προφύλαξη. Τότε περίπου, στη δεκαετία του 1740 άλλαξε το όνομά του σε Τριανταφύλλου, ενώ όλος ο κόσμος τον ήξερε καπετάν Μακρυγιάννη. Την ιστορική αυτή μαρτυρία μού τη διηγήθηκε κάποιος Τριανταφύλλου, απόγονος της οικογένειας από τα χωριά του Λιδωρικιού, κατά τη διάρκεια των σπουδών μας στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης το 1983. Δεν είχε όμως αποκοπεί από τη γενιά του. Συχνά ερχόταν το καλοκαίρι στα Σχωρέτσαινα, γιατί το Βασταβέτς είχε ερημώσει πια από τη φάρα των Μακρυγιανναίων. Όσοι έμειναν, είχαν αλλάξει επώνυμο, ήδη μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Γιάννη Μακρυγιάννη και των παιδιών του. Μερικοί ανέβηκαν στους Χουλιαράδες, άλλοι στα γύρω χωριά κι άλλοι παρέμειναν στα χωριά του Ξηρομέρου (χωριό Μοναστηράκι). Οι παραδόσεις και οι θρυλικές αφηγήσεις, που φτάσανε στο μακρυγιαναίικο μνημονικό μέχρι το 1840 περίπου, λέγανε, ότι ο Κωνσταντής Μακρυγιάννης (Τριανταφύλλου) ήταν από μικρός ζωηρός κι ανυπότακτος. Γερό παλληκάρι, φύση ομηρικού ήρωα... Από τη φαμίλια του Κωνσταντή Μακρυγιάννη ή Τριανταφύλλου έχει τη ρίζα της γενιάς του ο γνωστός ομεπώνυμος Ιωάννης Μακρυγιάννης, ο γνωστός ήρωας του 1821... Έτσι έφτασε μέχρι του δεκαετία του 1850 η ιστορική αφήγηση στόμα σε στόμα, για να την παραδώσει πια στην ιστορία. Εδώ στα αγριοβούνια της ορεινής Δωρίδας, μακριά από τον κόσμο, στήνει το κονάκι του ο Κωνσταντή Μακρυγιάννης με τη σύζυγό του θεια Βασιλική, μια ηρωίδα Αθαμανίδα με βαθιές ρίζες στα ορεινά της Δωρίδας, αφού οι προγονοί της έλαβαν μέρος στο κίνημα του Καπετάν Μεϊντάνη, γύρω στα 1690. Τότε περίπου η γενιά της είχε πιάσει τα ορεινά από τα μέρη της Αμφισσας, κυνηγημένη από φιλότουρκους σπαχήδες φοροεισπράκτορες. Όμως και εδώ τον καταδιώκουν τα τούρκικα ασκέρια, που με δόλο τον σκοτώνουν μαζί με δυο-τρία συγγενικά του πρόσωπα. Ο απόηχος του θρύλου λέγει ότι, ανάμεσα στα πρόσωπα ήταν κάποιος γαμβρός του και η αδελφή του. Σώθηκε μόνο, κατά τις αναμνήσεις της Αλεξάνδρας Σπ. Μακρυγιάννη (1880 σύζυγος Αλέξη Σιάχαλου), μια μικρούλα θυγατέρα του και ο γιος του Μήτσιο Μακρυγιάννης. Οι αφηγήσεις που φτάσανε μιλάνε για σκληρή σαρακατσάνικη βιοπάλη μέσα στα λαγκάδια και τα μικρά φτωχόσπιτα, μακριά από τα χωριά, όπου πηγαινοέρχονται Τούρκοι, Αρβανιτάδες και πολλοί προσκυνημένοι. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων

119

Ο Μήτσιο Μακρυγιάννης ξεχειμωνιάζει με τη θεια Βασιλική, τη μάνα του και την αδελφή του, κοντά στο Βραχώρι ή στην Κατοχή Μεσολογγίου. Εκεί γνώρισε τη θεια Βασιλική, ενώ η αδελφή του παντρεύτηκε στο Λιδωρίκι. Οι μαρτυρίες μιλάνε για άγριο κυνηγητό από τ’ ασκέρια του Αλή πασά. Η φαμίλια του ήταν: Γώγος, Γιάννης και δυο θυγατέρες. Δεν φτάνει η μνήμη για την τύχη των θυγατέρων13. Στο σημείο αυτό η παρεμβολή μιας προσωπικής μαρτυρίας, όπως καταγράφτηκε το 1971, δημιουργεί ιστορικές ανατροπές σε όσα έχουν γραφτεί γύρω από την ιστοριοβιογραφική αφήγηση του γνωστού απομνημονευματογράφου του 1821 Γιάννη Μακρυγιάννη. «Ο Κωνσταντής Μακρυγιάννης, στενό σόι των Μακρυγιανναίων, μπροστυτερα πολύ απ’ το 1800, καταπώς το κουβεντιάζανε οι βάβες, είχε πάρει ολόκληρο το μαντρί του (κοπάδι από γιδοπρόβατα) και γκιζέραε σ’ ούλο το Τζουμέρκο και τ’ Ασπροπόταμο, Άγραφα το καλοκαίρι, για δε το χειμώνα έπιανε τα γνωστά χειμωνολείβαδα Μαχαλά, Βραχώρι, Λεπενού, Ζεβέρδα... στο Ξηρόμερο. Καλός κουμανταδόρος στα πράματά του με μπιστικούς χουσμεκιάρηδες. Όπως μολόγαε ο παππούς μου και το ’λεγε κι ο πατέρας μου Ηλίας Μακρυγιάννης, ήταν ψηλός, μπεσαλής, λεβεντιά άνθρωπος ο μπάρμπα Κώτσιος... Τα ’βαλε με την Τουρκιά, δεν έκανε πίσω με τίποτα! Λέγανε πως παντρεύτηκε στα χειμαδιά Ήταν συνορίτης στα χειμαδιά με τσελιγκάδες απ’ τ’ Άγραφα κι Ασπροπόταμα: Χαλίκι, Λεπενίτσα, Κότορυ. Η μάνα του ήταν από τούτα τα χωριά. Είχε ακόμη και μια αδελφή. Τον κυνήγησαν άγρια τα τούρκικα ασκέρια στα μέρη του κάμπου και των Αγράφων, όπου έγινε μεγάλο φονικό στη φαμίλια του. Λέγανε όμως πως σώθηκε ο γιος του Μήτσιος και η μικρή αδελφή του. Λέγανε ακόμη ότι σκοτώθηκε κι η γυναίκα του. Την έλεγαν Δημητρούλα. Απ’ αυτή βγήκε κοντά το δημοτικό τραγούδι «Σήκωσ’ απάνω Δημήτρω μ’». Αυτά έλεγε ο Γιάννης Η. Μακρυγιάννης το 1880 περίπου... Ο Μήτσιο Μακρυγιάννης με τη γνωστή ηρωίδα Βασιλική γέννησαν: Γιώργο ή Γώγο, Γιάννη γνωστός ήρωας του 1821 και δυο θυγατέρες. Μερικοί όμως προσθέτουν τον Ευστάθιο και ένα ακόμη κορίτσι. Για την οικογένεια του

13. Απόγονοι της αδελφής του Μήτσιου Μακρυγιάννη από το Λιδωρίκι, το καλοκαίρι του 2008 ήρθαν στον Καταρράκτη, αναζητώντας την ιστορία της γενιάς τους. Μαρτυρία Γιάννη Π. Μακρυγιάννη, αντιδημάρχου του ιστορικού δήμου Αγνάντων με πολλά ερευνητικά, ιστορικά και λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


120

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

Γιάννη Μακρυγιάννη του 1821 τα καταγράφει η ιστοριο-γραφία... με τελευταίο απόγονο το Χρ. Μαλτέζο, που δολοφονήθηκε κατά την Κατοχή14. Είναι γνωστό από την αυτοβιογραφία του Γιάννη Μακρυγιάννη, ότι στη μικρή του ηλικία, όταν ήρθε αρχικά στα Γιάννινα και κατόπιν στην Άρτα για καλύτερη τύχη, δεν πήγε σ’ άγνωστο κόσμο. Πήγε σε γνωστούς συγγενείς που είχε, αφήνοντας πια το ψευδώνυμο του πατέρα του. Ασχολείται με το εμπόριο -ζωέμπορος- και σιτηρά, ιδίως με το καλαμπόκι. Είχε μια αποθήκη στην πόλη της Άρτας και το καλοκαίρι, πριν τη συγκομιδή, έκλεινε τις αγορές σε σιτηρά και ζώα. Έκανε περιοδεία σ’ όλα τα χωριά των Τζουμέρκων. Στο μεγάλο παζάρι της πόλης -του Σταυρού- είχε και υπηρετικό προσωπικό, αλλά καλό όνομα στον κόσμο και τους εμπόρους της πόλης και των χωριών. Όλοι τον ήξεραν ως Μακρυγιάννη, το επώνυμο Τριανταφύλλου δεν ακουγόταν στην Άρτα. Όταν ανέβαινε στα Σχωρέτσαινα ή στα γύρω χωριά για να καπαρώσει τη νέα σοδειά, συνήθως έμενε στο γνωστό κονάκι του αρχιτσέλιγκα Αλέξη Μακρυγιάννη, που κάηκε κατά την επανάσταση του 1821. Όπως έμεινε η παράδοση, είχε στενή γνωριμία με τον άγιο ηγούμενο Γαβριήλ της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης. Το σόι του το γνωρίζει. Αργότερα στον αγώνα θα έχει μαζί του πολλά εξαδέλφια του. Δυο απ’ αυτούς θα παραμείνουν στην Ηλεία. Υπάρχουν απόγονοί τους... Στα Σχωρέτσαινα το μακρυγιαναίικο σόι μεγαλώνει. Πριν ή μετά το 1800 περίπου έχουμε νέες φαμίλιες. Η γενιά διακλαδίζεται. Ο αρχιτσέλιγκας Αλέξης Μακρυγιάννης με τη θείτσα Ελένη αποκτούν: Γώγο, Χρήστο (σκοτώθηκε στη μάχη του Σταυρού Θεοδωριάνων αρχές Αυγούστου 1821. Ετάφη στο πεδίο της μάχης προς τη πλευρά του βουνού, όπως διηγούνται γέροντες από το Τετράκωμο, απόγονοι των Σπαήδων που έλαβαν μέρος στη μάχη) Μήτσιο, Αθανάσιο (Ο Θανάσης ή Νάσιος κατά την παράδοση τραυματίστηκε στη μάχη των Σχωρετσάνων, τέλος Ιουλίου 1821 κοντά στο σημερινό Μύλο της Αγ. Αικατερίνης), Αικατερίνη, Παρασκευή (έλαβε μέρος στη μάχη των Αγνάντων το 1821 - σύζυγος Μαυροπάνου)15. Η Αικατερίνη παντρεύτηκε στα Σχωρέτσαινα στην οικογένεια Πολιταίων ή Συμπεθεραίων (οι Συμπεθεραίοι το όνομα το πήραν μετά το 1818-19, άλλο είχαν πριν). Μπαίνουμε πια στον ιστορικό δρόμο: Ο Γώγος: 1820: Γώγος, Μήτσιος: Ο Γώγος τον Τάκη, Γιάννη, Ευτυχία. Ο Μήτσιος: Πάνος και 3 θυγατέρες. Ο κλάδος αυτός μένει ακόμη στην περιοχή του Σιωποτού (Καταρράκτες). 14. Κίτσος Μαλτέζος. Ο αγαπημένος των θεών Π. Στ. Μακρή Στάικου εκδ. Ωκεανίδα 2000. 15. Στέφ. Φίλος, Άγναντα Άρτας, σελ. 784. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων

121

Ο Μήτσιος: τον Λάμπρο, τον Αλέξη και μια θυγατέρα. Ο Λάμπρος: Ηλίας, Γιάννης (1886 Αταλάντη), Κώστας (+1912). Ο Ηλίας: Γιάννης 1889, Κώστας και 3 θυγατέρες: Ο κλάδος αυτός είχε κατοικία στο κάτω μέρος του Μεσοβουνιού. Ο γ’ κλάδος κατοικεί ακόμη στο κέντρο του Μεσοβουνιού: απόγονοι του Αλέξη (1850): Σπύρος, Αλέξης (άτεκνος), Χρήστος (Ξηρόμερο), Βασίλης: ο δωρητής της πλατείας του χωριού, η λεγόμενη Μπίλη), ο Σπύρος με τη Πα-νάγιω 1890: Αθανάσιος 1893, Αλεξάνδρα 1895 (σύζυγος Αλέξη Σιάχαλου), Ηλίας (του δ’ έφυν εγώ, ο γράψας την γενεαλογίαν) Γεώργιος 1899, Κώστας, Παρασκευή 1902 (σύζυγος Γ. Τόλη από τη Γρεντίστα). Αυτά που μπόρεσα να συγκεντρώσω τα φέρω με φροντίδα μπροστά σας. Αφού όμως μελετηθούν το ευχάριστο θα είναι να επακολουθήσει σχετικός αντίλογος - διάλογος με σκοπό να βελτιωθούν τυχόν αφηγήσεις, γεγονότα, ιστορικά ονόματα με την παράλληλη δράση τους. Έκαμα την αρχή, η συνέχεια αφήνεται σε άλλους που θα δείξουν σχετικό ενδιαφέρον.

* Ο Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης είανι Φιλόλογος-Ιστοριογράφος.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


122

Μανόλης Μαγκλάρας*

Οι Ευρωπαίοι Συρρακιώτες

Τ

ο Συρράκο ιστορικά στηρίζει την εμπορική, οικονομική του ανάπτυξη και περαιτέρω την πολιτισμική του απογείωση σε δυο πυλώνες ο ένας είναι η Κτηνοτροφία και ο άλλος η εκμετάλλευση των κτηνοτροφικών προϊόντων είτε με τη μορφή της Βιοτεχνικής Παραγωγής είτε με τη μορφή της Διακίνησης και Εμπορίας αυτών των προϊόντων. Είναι η εποχή της μεγάλης ακμής του ελληνικού, του βλάχικου και, για τα καθ’ ημάς, του Συρρακιώτικου εμπορίου. Το 2ο μισό του 18ου αι. και οι δυο πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. είναι η χρυσή εποχή του Συρράκου, εποχή οικονομικής και εμπορικής έκρηξης, περίοδος πνευματικής και πολιτισμικής κορύφωσης. «Πολύς υπήρξε ο πλούτος που εισέρευσε κατά τους 17ο, 18ο, 19ο αιώνα και μεγάλη η φιλοπατρία των ευπόρων, μερικοί των οποίων ανεδείχθησαν ευεργέτες. Σχολεία ανώτερα ελειτούργησαν, ναοί ανηγέρθησαν, βραχώδεις όχθαι ποταμών εζεύχθησαν δια λίθινων γεφυρών, σεμναί και ηθικαί ορφαναί νέαι δια κληροδοτημάτων υπανδρεύθησαν, φιλόμουσοι εύποροι ακολούθησαν τότε επιστημονικάς σπουδάς εις ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Συγχρόνως οικίαι λιθόκτιστοι ευπρεπείς εκτίζοντο. κατοικίαι άνετοι δια παντός ωραίου και καλαισθητικού -ευρωπαϊκής προελεύσεως- σκεύους και επίπλου εφοδιάζοντο και διεκοσμούντο. Τα γράμματα ευρίσκοντο εις άριστον σημείον και εφιλοξενούντο μεταξύ μεγάλων βιβλιοθηκών πολυαρίθμων τόμων Γαλλικών και Ιταλικών, των κυριωτέρων εκδόσεων κλασσικών, δοκίμων συγγραφέων και ποιητών πολύτιμα αυτά βιβλία, άτινα απεκόμιζον εξ Ευρώπης, ένθα ήσκουν εμπόριον... και ό,τι παν εμαρτύρει πλούτον, μόρφωσιν, πολιτισμόν.» (Σπυρίδων Λάμπρος, Συρράκον και Καλαρρύτες, Εστία, τ.ΙΒ, 1881 σ.440-442) Ειδικότερα για τους Συρρακιώτες και γενικότερα για τους Ηπειρώτες, το κοντινότερο νησί η Κέρκυρα καθίσταται το κέντρο των εμπορικών δραστηριοτήτων τους και από εκεί προωθούν τα προϊόντα τους προς τα λιμάνια της Ευρώπης. Η Κέρκυρα κατά πρώτον και, κυρίως, ως πρωτεύουσα των Ιόνιων Νήσων, αλλά και τα υπόλοιπα Επτάνησα, μετά την κατάληψη του Χάνδακα (Ηράκλειο) από τους Τούρκους στα 1669, υποδέχονται χιλιάδες Κρητικούς πρόσφυγες, οι οποίοι κατέφυγαν εκεί. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η Κέρκυρα από τις 20.000 που αριθμούσε στα 1675, έφτασε να θρέφει 90 χρόνια μετά, στα 1766, 44.333 κατοίκους, νούμερο μεγάλο για το νησί. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι Ευρωπαίοι Συρρακιώτες

123

Από τον Καλαρρυτιώτη Σπύρο Στούπη1 μαθαίνουμε. «Ιδιαιτέρως τέλος σημειούμεν ότι σημαντικά ποσά συνεισέφερε για τη συντήρηση της Παναγίας των Ξένων η συντεχνία των Καποτάδων, η Σκόλα των καποτάδων, δηλ. η Αδελφότητα, όπως λεγόταν επί Ενετοκρατίας. Το έτος 1763 προσέφερε 600 λίτρας μονέδα στους κυβερνήτες της Παναγίας των Ξένων». Εξ αυτού συνάγεται ότι η παρουσία των Ηπειρωτών καποτάδων στην Κέρκυρα θα πρέπει να χρονολογείται πολλά χρόνια πριν. Ούτως ή άλλως λοιπόν η Κέρκυρα υπήρξε ανέκαθεν το Κέντρο των Ηπειρωτών. Και δεν είναι τυχαίο που ο Σύλλογος των Ηπειρωτών Κέρκυρας, καθ’ α γνωρίζουμε, είναι ο παλιότερος με μια μακρόχρονη και ιστορική διαδρομή κι εξακολουθεί ως τα σήμερα να είναι από τους ζωντανότερους φορείς της ηπειρώτικης αποδημίας. Με ορμητήριο λοιπόν και πρώτο εμπορικό σταθμό την Κέρκυρα, οι ευφυείς Συρρακιώτες έμποροι και καποτάδες, μαζί με τους άλλους συναδέλφους τους Ηπειρώτες και Βλάχους της Πίνδου, σε μια περίοδο και καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας που οι Έλληνες γενικότερα δεν έπαυσαν να επιδίδονται στο εμπόριο, ανοίγουν τα φτερά τους και οδεύουν προς τις ευρωπαϊκές πόλεις και τα λιμάνια κυρίως, όπου ανθούν ελληνικές παροικίες. Οι Έλληνες ασφαλώς, σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, δεν έπαυαν να επιδίδονται στο εμπόριο, είτε μέσα στον καθαυτό ελληνικό χώρο, όπου παρά τις αντίξοες συνθήκες της σκλαβιάς δημιούργησαν αξιόλογα εμπορικά κέντρα, ιδιαίτερα το 18ο αι., είτε στις χώρες της Δ. και Κ. Ευρώπης. Ο βαρύς ζυγός της δουλείας, κυρίως μετά από κάθε επαναστατική κίνηση, εξανάγκαζε πολλούς να φεύγουν σε ξένους τόπους, όπου και δημιουργούσαν εμπορικές κομπανίες. Αργότερα μετέφεραν εκεί και τις οικογένειες τους και βαθμιαία με την ίδρυση σχολείου και εκκλησίας οργάνωσαν την παροικία τους. Στην Ιταλία, όπου τα ρεύματα των αποδήμων συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, δημιουργήθηκαν αξιολογότατες ελληνικές παροικίες. Εξάλλου, αδιάκοπες ήταν οι αποδημίες προς τη Νότια Ιταλία και Σικελία, όπου υπήρχε ανέκαθεν ελληνικό στοιχείο. Εκεί όπου συναντάμε περισσότερους Συρρακιώτες εμπόρους με έντονη εμπορική δραστηριότητα και με πολλά εμπορικά κέντρα είναι η Ιταλία και, όπως είναι φυσικό, τα εμπορικά τους λιμάνια και στις δυο πλευρές της. Με την ευκαιρία της έρευνάς μας για τους καποτάδες της Βενετίας, είδαμε ότι οι Έλληνες έμποροι είχαν συσπειρωθεί γύρω από την Ελληνική Αδελφό1. Σπύρ. Στούπης, Οι «Ξένοι» εν Κερκύρα, Κέρκυρα 1960, σ. 150 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


124

Μανόλης Μαγκλάρας

τητα της Βενετίας. Η παροικία της Βενετίας, όπως ήταν φυσικό, ακολούθησε τις τύχες της Γαληνότατης Δημοκρατίας. Έτσι κατά το β’ ήμισυ του 18ου αι. η οικονομική και πολιτική φθορά της Βενετίας επηρέασε και τη ζωή των Ελλήνων παροίκων. Πολλοί Έλληνες τότε έφυγαν και εγκαταστάθηκαν σε άλλες πόλεις όπως στην Τεργέστη. Στη Βενετία, σε ό,τι αφορά στα καθ’ ημάς, εγκαταστάθηκε από τα πρώτα χρόνια η συρρακιώτικη οικογένεια του Γιαννιώτη. Για πολλά χρόνια, όπως απέδειξε η έρευνά μας, οι Γιαννιωταίοι είχαν και την Προεδρία της εκεί Ελληνικής Αδελφότητας, δείγμα αυτό της οικονομικής και κοινωνικής ισχύος των Συρρακιωτών εμπόρων. Η θητεία του Προέδρου ήταν ετήσια. 1867, ’68, 73, 74, 75, ’80 Νικόλαος Γιαννιώτης εκ Συρράκου 1883, ’4, ’5, 1900, 1903 Λεωνίδας Γιαννιώτης εκ Συρράκου 1888, 1889, 1892 Σπυρίδων Γιαννιώτης εκ Συρράκου 1904 Αλέξανδρος Γιαννιώτης εκ Συρράκου2 2. Ο Αλεξ. Γιαννιώτης υπήρξε ο τελευταίος Πρόεδρος [(Γκραν Γκουαρδιάν) Gran Guardiani Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι Ευρωπαίοι Συρρακιώτες

125

Μια άλλη ελληνική παροικία, όχι ιδαίτερα μεγάλη, ήταν αυτή του Λιβόρνου, που χρονολογείται από τα μέσα του 17ου αι. Το χαρακτηριστικό της παροικίας του Λιβόρνου ήταν ότι είχε στους κόλπους της πλούσιους Έλληνες, με τη βοήθεια των οποίων δημιουργήθηκε το Νοσοκομείο του Αγίου Αντωνίου και στις αρχές του 19ου αι. Ελληνομουσείο. Το Λιβόρνο έχει μια ιδιαιτερότητα για το Συρράκο, καθώς συνδέεται άμεσα με το Συρρακιώτη αγωνιστή και ποιητή Γεώργιο Ζαλοκώστα. Ανάμεσα στους άλλους Συρρακιώτες που είχαν αναπτύξει εμπορική δράση στο Λιβόρνο ήταν και ο Χριστόδουλος Zαλοκώστας, πατέρας του ποιητή. Πλούσιος έμπορος πια, επιστρέφοντας κάποια φορά από τη συγκεκριμένη περιοχή της Ιταλίας με πολύτιμα, βιομηχανικά κυρίως εμπορεύματα, που είναι όσα έφερναν από την Ευρώπη οι Συρρακιώτες έμποροι, είτε για ιδία χρήση είτε για εμπορία, φορολογήθηκε τόσο βάναυσα, τόσο αρπαχτικά από τον Αλή πασά, ώστε τόλμησε μέσα στην απελπισία του να διαμαρτυρηθεί έντονα και να αντισταθεί. Πρόφαση καλύτερη δεν μπορούσε να βρει ο Αλής για να τον ρίξει στις φυλακές, σκοπεύοντας άμεσα να τον σκοτώσει και να δημεύσει την περιουσία του, δηλαδή δια ίδιον όφελος. Κι όταν με τα πολλά και με τη μεσολάβηση καλών του φίλων κατάφερε προσωρινά να γλιτώσει τα χειρότερα, ο πατέρας του ποιητή σπεύδει στο σπίτι του και αποφασίζει, με βαριά καρδιά, να αφήσει τη φαμίλια του στο Συρράκο και να πάρει τους δυο γιους του Δημήτριο και Γεώργιο, με κάθε προφύλαξη και να φύγει κρυφά για το Λιβόρνο όπου θα συνεχίσει τις εμπορικές του δραστηριότητες, χωρίς να παραλείψει να σπουδάσει τα δυο του παιδιά. Κι όταν ξέσπασε η επανάσταση κι όταν η καρδιά των Ελλήνων, των Συρρακιωτών του εξωτερικού, σκιρτάει σύγκορμη, οι τρεις Ζαλοκώστες μαζί με άλλους Έλληνες, μεταβαίνουν στην άλλη σπουδαία πολυάνθρωπη εμπορική ελληνική παροικία, τη Μασσαλία, μια πόλη, ένα λιμάνι της Γαλλίας που συγκέντρωσε πολλούς Συρρακιώτες εμπόρους στα χρόνια της ακμής του Συρρακιώτικου εμπορίου. Εδώ θα αγοράσουν, με τους πολλούς παράδες που είχαν συγκεντρωθεί, πυρομαχικά, παίρνουν και συντρόφους του ταξιδιού και χωρίς να προλάβει καν να ξεκινήσει τις νομικές του σπουδές ο Γεώργιος, άλλωστε 16 μόλις ετών, ο Χριστόδουλος Ζαλοκώστας με τα παιδιά του μπαρκάρει στο Μεσολόγγι. Λίγο πριν από το Συρράκο και οι Καλαρρύτες έχουν γίνει παρανάλωμα πυρός εξαι= Μεγάλοι φύλακες.] Στην αρχή ονομάζονταν gastaldi = Επιστάτες της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας Βενετίας, η οποία, λόγω των πολλών διχονοιών που εμφιλοχώρησαν κατά το έτος 1904 μεταξύ των μελών, απώλεσε την αυτόνομη ύπαρξή της και διοικείται έκτοτε από Έκτακτο Βασιλικό Επίτροπο διοριζόμενο από την Ιταλική Κυβέρνηση. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


126

Μανόλης Μαγκλάρας

τίας του ξεσηκωμού τους και οι Συρρακιώτες θα σκορπίσουν στους πέντε ανέμους. Η οικογένεια Ζαλοκώστα θα σμίξει τελικά στον Πύργο της Ηλείας, μια περιοχή που ακόμα και σήμερα έχει Συρρακιώτικες οικογένειες. Από το 1792 ως το 1822 η ελληνική αδελφότητα του Λιβόρνου χορηγούσε υποτροφίες για σπουδές Ελλήνων στο Πανεπιστήμιο της Pisa και σε άλλα ευρωπαϊκά παν/μια. Με την Πίζα πάλι συνδέεται το Συρράκο, καθώς στο πανεπιστήμιό της σπούδασε ιατρική και ο δικός μας Ιωάννης Κωλέττης. Στο τελευταίο τέταρτο του 17ου αι. ιδρύθηκε η ελληνική κοινότητα της Pisa. Στο παν/μιό της δίδασκαν και σπουδαίοι Έλληνες δάσκαλοι, σπούδασαν πολλοί Έλληνες, κυρίως Επτανήσιοι, ιατρική και νομικά. Χάρη στην οικονομική της ακμή η κοινότητα της Pisa βοήθησε ενεργά το Έθνος κατά την περίοδο της Επανάστασης. Στην πόλη αυτή είναι βέβαιο ότι μυήθηκε στα επαναστατικά κηρύγματα και στην ιδέα της ελευθερίας ο Συρρακιώτης πολιτικός, ο οποίος αργότερα (τέλη Ιουνίου του 1821) υποκίνησε την επανάσταση στο Συρράκο και τις Καλαρρύτες και στα πρώτα αλλά και τα ύστερα χρόνια της επανάστασης έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της πατρίδας μας. Και το πνεύμα αυτό το διδάχτηκε από το μητροπολίτη Ουγγαροβλαχίας Ιγνάτιο που βοήθησε με θέρμη τον ιερό αγώνα. Η εδώ ελληνική παροικία, που ιδρύθηκε το τελευταίο τέταρτο του 17ου αι., μετά την επανάσταση διαλύθηκε, γιατί τα περισσότερα μέλη γύρισαν στην Ελλάδα. Οι Συρρακιώτες έμποροι διακινούσαν την πραμάτεια τους, τις κάπες, τις βελέντζες, τα υφαντά τους, σε πόλεις κυρίως παραλιακές, όπου εύκολα ξεφόρτωναν από τα καράβια τα προϊόντα τους και εκεί που ήδη υπήρχαν ελληνικές παροικίες κι είχαν, όπως προαναφέραμε, ιδρυθεί ελληνικές κοινότητες. Και στη Νεάπολη κατέφυγαν Συρρακιώτες, όπου από τα μέσα του 17ου αι. χρονολογείται ελληνική παροικία, η οποία είχε αντιμετωπίσει προσπάθεια της Καθολικής Αρχιεπισκοπής να θέσει υπό τον έλεγχο της τον ελληνικό ναό. Τελικά τα κατάφεραν οι Έλληνες να διατηρήσουν τη θρησκευτική αυτονομία, μετά από ένα διάστημα υπαγωγής του Ορθόδοξου Ναού στο ουνιτικό σχήμα. Εδώ θα πρέπει να υπήρχε για χρόνια πολλά η οικογένεια Ζαβογιάννη, όπως διαβάζουμε στα Α.τ. Κ. Το διαπιστώσαμε αυτό από το υπ’ αριθ. 461/8-9-1925 έγγραφο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στη Νεάπολη (Consular General de Grece A Naples) προς τον Πρόεδρο της Κοινότητας Συρράκου προκειμένου στη μερίδα του Δημητρίου Ζαβογιάννη του Σπυρίδωνος να προστεθούν η σύζυγος του Λευκή γεννηθείσα το 1880 και τα τέκνα του Αγγελική (1902) και Αλφόνσος (1906). Ελληνική παροικία δημιουργήθηκε κατά το 18ο αι. και στη Γένοβα. κι εδώ Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι Ευρωπαίοι Συρρακιώτες

127

κατέφυγαν οι Συρρακιώτες έμποροι. Βέβαια το μέλλον της ήταν βραχύβιο και με τον καιρό εξέλειψε. Και στην Κ. Ιταλία και συγκεκριμένα στη Σικελία είχαν καταφύγει Συρρακιώτες. Λέγεται3 ότι κάποιοι Συρρακιώτες μετέφεραν 182 πρόβατα, φυλής κομισάνα, μπούτσικα, για το μαλακό και υψηλής ποιότητας μαλλί που είχαν, αλλά και για την αντοχή τους πάνω στα αλπικά βοσκοτόπια του Συρράκου. Με τη Σικελία και ειδικότερα με το Παλέρμο συνδέεται και η οικογένεια των Μπαλτατζήδων. Λεωνίδας Kοντάκης. Μεταξύ των άλλων ο Σπ. Μπαλτατζής στη διαΑπό τους Συρρακιώτες της δια- θήκη του εντελλόταν να μετακομιστούν από το σποράς. Κατασκεύασε το ηλιαΠαλέρμο τα οστά του αδελφού του Κων/νου και κό ρολόι στο Συρράκο. να τοποθετηθούν στον οικογενειακό τους τάφο, όπισθεν του Αη-Γιώργη. Ο ίδιος ο Σπύρος Μπαλτατζής (1849-1908) ξεκίνησε από το Παλέρμο, αλλά το ανήσυχο πνεύμα του τον έφερε στη μακρινή Καλκούτα των Ινδιών, απ’ την οποία εξήγαγε εσπεριδοειδή στην Αγγλία, όπου και θα μεταφέρει λίγο μετά (Λονδίνο) τις εμπορικές του δραστηριότητες, για να καταλήξει τελικά στην Οδησσό, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο των σιτηρών κι εξελίχτηκε σ’ έναν από τους μεγαλύτερους εμπόρους της ελληνικής διασποράς. Από τις παλιότερες ελληνικές παροικίες, η παροικία της Μάλτας που ανθούσε το 18ο αι., συνδέεται με τους πρώτους Συρρακιώτες εμπόρους καποτάδες (17ος - 18ος αι.) και κυρίως τους τυροκόμους και τυρεμπόρους Συρρακιώτες στα τέλη του 19ου αι. και αρχές του 20ου αι. Με τη Μάλτα συνδέονται οι Μαλτέζικες αίγες και κυρίως οι Μαλτέζικες πλάκες γυρίζοντας αδειανά τα καράβια από τη Μάλτα, όπου είχαν μεταφέρει κυρίως τα συρρακιώτικα κεφαλοτύρια, για να μην τα παρασύρει ο αέρας ή το κύμα του μεγάλου ταξιδιού, γέμιζαν τα καράβια με πλάκες και τις ξεφόρτωναν στην Πρέβεζα. Η παρουσία τους σήμερα στην πόλη της Πρέβεζας είναι αισθητή σε σπίτια, εκκλησίες, μάντρες –αναφερόμαστε δηλαδή στις μεγάλες ποσότητες. Συρρακιώτες με το όνομα Μπόζιος δραστηριοποιήθηκαν για πολλά χρόνια στο Νησί. Και η Μεσσήνη συνδέεται με τους Συρρακιώτες Κοντάκηδες, ενώ η Σαρδηνία με τους κατοπινούς τυροκόμους Συρρακιώτες, που δίδαξαν εκεί για πολλά χρόνια την τέχνη της τυροκόμισης του κεφαλοτυριού. 3. Τόλης Ψώχιος, Μεγαλοτσέλιγκας στο Συρράκο, ετών 39, Συρράκο 2002 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


128

Μανόλης Μαγκλάρας

Στην Ανατολική πλευρά της Ιταλίας, ελληνική παροικία υπήρχε ως το 1680 και στο Μπρίντιζι. Δέχτηκε όμως τον προσηλυτισμό στην Ουνία και διαλύθηκε, για να ανασυσταθεί μετά το 1821, οπότε κατέφυγαν στην πόλη αυτή 300 περίπου Έλληνες από την Κέρκυρα και άλλες ελληνικές περιοχές. Το ναό του Αγίου Νικολάου ίδρυσαν Ηπειρώτες και φυσικά Συρρακιώτες στην ελληνική παροικία της Αγκώνας. Δυστυχώς, όπως και αλλού, οι Καθολικοί εξαπέλυσαν άγρια πολεμική κατά των Ορθόδοξων και κατάφεραν να διαλύσουν το 18ο αι. την εκεί παροικία. Στη Βαρλέττα (Μπ(β)αρλέττα) επίσης υπήρχε (ως το 1898) ελληνική παροικία με ορθόδοξο ναό και σχολείο. Έχουμε στη διάθεσή μας έγγραφα με ονόματα Συρρακιωτών που εγκαταστάθηκαν στη πόλη αυτή και άσκησαν το εμπόριο των μάλλινων υφαντών. Είναι ενδιαφέρουσα η πληροφορία που θέλει Συρρακιώτες εμπόρους και τεχνίτες (καποτάδες) στα 1789 ν’ ανοικοδομούν στη Βαρλέττα κατεστραμμένη εκκλησία της Παναγίας (π.ρ.β. Σταμαρία), που είχε ερημωθεί εξαιτίας πανώλους στα 1656, γεγονός ενδεικτικό της οικονομικής επιφάνειας και της προ καιρού εγκατάστασης και δραστηριοποίησης των Συρρακιωτών στην περιοχή. Με την παροικία της Βαρλέττα συνδέεται και ο Συρρακιώτης «Ζ. Μπρίσκος εν Βερλέτι», κατά τον Λαμπρίδη, ή «Ζ. Μπρίκος εν Βερλέτι», κατά τον Κ. Κρυστάλλη. Ο ποιητής Μπρίκος είναι μεταγενέστερος (του Ζ. Μπρίκου), αν κρίνουμε από τα γραπτά του που αναφέρονται στο χρονικό διάστημα 1907-1930. Στους Συρρακιώτες ποιητές θα ήταν παράλειψη να μη συμπεριλάβουμε και το Θεόδωρο Μπρίκο, παρότι είναι ελάχιστα τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεση μας.4 Γεννήθηκε και έζησε στην Μπαρλέττα της Ιταλίας. Έργα του: Τα βάσανα της Σφίγγας (1927), Στίχοι (versi) 1907, Ελλάδα και Ιταλία 1914, Στον Βιττόριο Σπινατσόλα 1907, Η Ήπειρος 1912 κ.ά. Από τις ημερομηνίες που σημειώνει στα έργα του και σε συνδυασμό με τον Ύμνο του στους Ολυμπιακούς Αγώνες, που αναβίωσαν το 1896, εικάζουμε ότι πρέπει να έζησε στα τέλη του 19ου αι. και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. Και στο Μπάρι είχαμε Συρρακιώτες, τους Ζαβογιανναίους. Έγγραφα από τα Α.τ.Κ. φανερώνουν τη ζωή και τη δράση οικογενειών κυρίως με το όνομα Ζαβογιάννης Βικέντιος του Δημητρίου, Ζαβογιάννης Κων/νος του Δημ., Ζαβογιάννης Δημ. του Βασιλείου, ενώ οι Τζαβογιάννης Ν. του Β. και Τζαβογιάννης Ι. του Β. ζητούν εγγραφή το 1918 στα μητρώα της Κοινότητας. Στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης υπήρχε στο Παρίσι μια μικρή 4. Κώστας Δ. Βαγγέλης, εφ. Αντίλ. Συρράκου, Σημειωματάριο, φ. 35, 1985. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι Ευρωπαίοι Συρρακιώτες

129

ελληνική παροικία, κυρίως από σπουδαστές και διανοούμενους ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Αδαμάντιος Κοραής. Στο Παρίσι άλλωστε έζησε, καζάντησε ως έμπορος γουναρικών και κηδεύτηκε ο Μεγάλος Συρρακιώτης ευεργέτης Γεώργιος Β. Μπούντας. Εδώ στο Παρίσι έκανε την ειδικότητά του (χειρουργός-παθολόγος) ο γιατρός Γιώργος Δήμας, που ήταν και ο πρώτος Πρόεδρος του Ελληνικού Συρράκου. Άλλοι Συρρακιώτες του Παρισιού ήταν ο Χρ. Ι. Συγκούνας και ο Κ. Ι. Μιχήτος. Ελληνική παροικία, όπως αναφέραμε και σ’ άλλο σημείο, στην οποία είχαν μακρόχρονη ενεργό παρουσία και έντονη εμπορική δραστηΆγιος Γεώργιος Βενετίας, προ- ριότητα πολλοί Συρρακιώτες έμποροι ήταν η στάτης των Ελλήνων εμπόρων Μασσαλία, μεγάλο εμπορικό λιμάνι στα νότια Άνιος Γεώργιος Συρράκου, προπαράλια της Γαλλίας. Σπουδαίος Συρρακιώτης στάτης των στρατοκόπων... Οι έμπορας κάπας στην περιοχή ήταν ο Γιάννης συνειρμοί αυτονόητοι. Δαβαρτσίκης. Από τη Μασσαλία οι Συρρακιώτες και οι Καλαρρυτιώτες έμποροι αλλά κι άλλοι Έλληνες της διασποράς μετέφεραν την τέχνη της σαπουνοποιίας. Σε πολλές περιοχές, κυρίως του Ιονίου, όπου υπήρχε ελαιοπαραγωγή, δημιουργήθηκαν πολλά σαπουνοποιεία (σαπουναριά). Αυτό έγινε στις αρχές του 19ου αι. Ασφαλώς αργότερα, όταν και στον τομέα αυτόν έκανε την εμφάνισή της η μηχανή, η εξελιγμένη ευρωπαϊκή τεχνολογία παραγωγής σαπουνιού, υποχώρησε ο παραδοσιακός τρόπος. Από πλευράς δικής μας στη Ζάκυνθο διατηρούσε μεγάλο σαπουναριό ο Γεώργιος Βασταρούχας και στην Πρέβεζα ο Λεωνίδας Πάλιος. Για τον πρώτο, όπως μας πληροφορεί ο Γιώργος Μουστάκης (εφ. Αντίλ. Συρράκου 42/86), σε βιβλίο του Ι.Ν.Αγ. Κων/νου της Πρέβεζας είναι καταχωρημένα τα εξής: «1587 Μάρτιος. Ο εν Ζακύνθω κ. Γεώργιος Δημ. Βασταρούχας καταγόμενος εκ Σεράκου της Ηπείρου, εδώρησεν κατ’ αίτησιν των επιτρόπων και του εφημερίου με επιστολήν των την 26ην Ιανουαρίου 1887, μίαν εικόνα του Επιταφίου Θρήνου». Ακμαιότατες παροικίες αναπτύχθηκαν και στην Αυστροουγγαρία (Βιέννη, Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


130

Μανόλης Μαγκλάρας

Βουδαπέστη, Τεργέστη, Κετσεμέτ, Σέγκεν, Ντόμπριτσεν), όπου η παραχώρηση πολλών προνομίων δημιούργησε ευνοϊκό κλίμα για τον απόδημο ελληνισμό, ιδίως μετά τη συνθήκη του Πασσάροβιτς (1718). Σπουδαίο εμπορικό κέντρο για τους Συρρακιώτες της διασποράς, η Τεργέστη όπου ίδρυσαν μαζί με άλλους Ηπειρώτες το ναό του Αγίου Νικολάου. Βρήκαμε στα Α.τ.Κ. μια επιστολή του Χρήστου (Τάκη) Δ. Μακρυδήμα, γεμάτη πατριωτισμό και συγκίνηση για τη γενέτειρα του και τη νοσταλγία να γυρίσει μια μέρα στο Συρράκο. Η επιθυμία του όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Στη Βιέννη εξάλλου είχε καταφύγει ένας πλούσιος Συρρακιώτης ο Σπύρος Τοπάλης. Μετά τη λήξη των δυο ρωσοτουρκικών πολέμων (1768-1774 και 1782-1792) αρκετοί Έλληνες κατευθύνθηκαν προς τη νότια Ρωσία (Οδησσός, Κίεβο, Μόσχα) και Κριμαία, όπου και ίδρυσαν αξιόλογες παροικίες, ιδιαίτερα στην Οδησσό, όπου το ελληνικό στοιχείο προϋπήρχε, πολύ ευνοϊκές ήταν οι συνθήκες για τον απόδημο Ελληνισμό στη Μολδοβλαχία (Βουκουρέστι, Γιάσι, Κλούζ, Πλοέστι, Κράϊβο), λόγω της προστασίας, που του παρείχε η άρχουσα φαναριώτικη τάξη. Στη Ρουμανία, προφανώς και λόγω της βλαχόφωνης λαλιάς μας, καταφύγανε πολλοί Συρρακιώτες, εμπορευόμενοι αλλά και υπάλληλοι οι πιο πολλοί: Ι., Δ., Γ., Μακρυγιάννης του Βασιλείου (όλοι υπάλληλοι). Ι.Κ.Κουνάβης (έμπορος), Δ. Συγκούνας (υπάλληλος), Ι., Ν., Γ. Σιάμος του Κων/νου (υπάλληλοι όλοι), Γ. Σπ. Μπαλτατζής, Δ. Κουτρούμπας (Εξηνταβελόνης) έμπορος στο Βουκουρέστι και κατοπινός πρόεδρος του Συρράκου (16-’18), Δ. Γ Ξεροκώστας, Ι. Γ. Σεφέρης (υπάλληλος). Από την εφημ. «Ήπειρος» φ. 205/20-9-1895 πληροφορούμαστε: «... Ο Χουσνή έχει διαπράξει πολλάς τοιαύτας αυθαιρεσίας προς αργυρολογίαν (...) Από τον υιόν Γούλα Παϊζάνη ελθόντα προ τριών μηνών εκ Βουκουρεστίου επήρε 5 ναπολεόντια. Ο νέος φοβηθείς έφυγεν δια παντός μέσω Καλαρρυτών...». Αλλά και στη Γιουγκοσλαβία και στη Βουλγαρία (Βελιγράδι, Βέλεσσα, Ζιμούν, Μπιτόλια, Σκόπια, Φιλιππούπολη) είχαν εγκατασταθεί αρκετοί απόδημοι Έλληνες κι είχαν δημιουργήσει εκεί στις περισσότερες πόλεις και κυρίως στο Βελιγράδι εμπορικά κέντρα. Οι Συρρακιώτες, αν θυμηθούμε και το πολύ γνωστό τραγούδι, πρέπει να εμπορεύονταν στην περιοχή αυτή: Βίνιι ουάρα σιι φουντζίμου Μάρ’(α) μάρε μουσιάτα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι Ευρωπαίοι Συρρακιώτες

131

Σινι τσέμου Μπιλιουγράτι Μάρ’(α), κου όκλιουλ’ λάιου.... Στην Κωνσταντινούπολη έζησαν και δούλεψαν Συρρακιώτες έμποροι, υπάλληλοι και επιστήμονες: Γ. Κ. Βαγγέλης, Γ. Δήμας (γιατρός), Β. Μπαλτατζής κ.ά. Και στην Αίγυπτο, κυρίως στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο είχαν φτάσει Συρρακιώτες. Και στις δυο μεγάλες πόλεις ανθούσαν ελληνικές παροικίες, στο Κάιρο ήδη από τον 8ο αι. και στην ΑλεΑριστερά: ο Ευάγγελος Πάσχος ξάνδρεια από το 16ο αι. Αξίζει να μνημονευθεί ότι στην Αλεξάνδρεια. στο παλαιό Κάιρο σώζεται ως σήμερα η μονή του Αγίου Γεωργίου, θρησκευτικό κέντρο των Ελλήνων τα χρόνια εκείνα. Με τη Β. Αίγυπτο συνδέεται και το όνομα του Συρρακιώτη μηχανικού Λεωνίδα Κοντάκη, που θεωρείται και ο κατασκευαστής του ηλιακού ωρολογίου στο Συρράκο. Ο γιος του που γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε στην Αυστραλία επισκέφτηκε το Συρράκο το έτος 1987. Η οικογένεια Κοντάκη είναι από τις παλαιότερες στην Πρέβεζα. Σ’ ένα ευχετήριο καρτ ποστάλ του έτους 1910 σταλμένο από την Αλεξάνδρεια διαβάζουμε: «Δια τον Αγαπητόν Υιον μου Χρ. Ευαγ. Πάσχον. Αγαπημένο τέκνο μου. Ένα πουλάκι από την ερημιά θα πάω να ναυλώσω, εις τα φτερούδια του θα καθίσω να ’ρθω να σ’ ανταμώσω. Σου εύχομαι δια την εορτήν σου να τα εκατοστήσης Ο πατήρ σου Ευάγγελος Πάσχος.» Και ο τ. Υπουργός Εξωτερικών Δημ. Μπίτσιος, που γεννήθηκε στην Αίγυπτο, από το Συρράκο είλκε την καταγωγή του. Ένα από τα τελευταία καλοκαίρια της ζωής του, γέρος πια κι αδύναμος, επισκέφτηκε το Συρράκο. Άλλοι Συρρακιώτες της Αιγύπτου, Μπαρμπούτης Χρ. του Δημ. (έμπορος), Γ.Χ. Χολέβας, Σαράτσης, πρόεδρος Δικηγ. Συλλόγου.

* Ο Μανόλης Μαγκλάρας είναι Φιλόλογος. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


132

Αλέξανδρος Ε. Γκορτζής*

Οθωμανική γαιοκτησία˙ κεφαλοχώρια και ιμπλιάκια στο Μαλακάσι

«Ο

επαράτου μνήμης τύραννος σατράπης της Ηπείρου Αλή πασιάς ο Τεπελενιώτης, ούτινος τα κατά του ελληνισμού κακουργήματα τυγχάνουν γνωστότατα εις το Πανελλήνιον, μεταξύ των πολλών άλλων αυτού κακουργημάτων και αρπαγών, είχε προβεί και εις την αρπαγήν πολυπληθών χωρίων της τε Ηπείρου… μεταχειρισθείς προς τούτο πάσαν κακουργίαν, δυναμένην να διέλθει εκ της φαντασίας ωμοτάτου και αιμοχαρεστάτου τυράννου… εβδομήκοντα εννέα ονομαστί τα ακόλουθα…»1 Στα χωριά αυτά επέβαλε και την πληρωμή κατ’ έτος φόρου τύπου γεωμόρου. Διπλασίασε δηλαδή το μιρί (δεκάτη για λογαριασμό του σουλτάνου) κι επέβαλε κι άλλους φόρους για δικό του λογαριασμό (δαπάνες στρατού, ανάγκες κράτους κ.ά.) όπου και αυτοί καλούνται μιρί. Πόροι για να επεκτείνει τη σατραπεία του και να ανακηρυχτεί ηγεμόνας σε Ήπειρο, Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη, Στερεά Ελλάδα, Ναύπακτο, Εύριπον, Πελοπόννησο, Νότιο Αλβανία και αλλού. Φορολογείται η ακίνητη περιουσία των υπηκόων (υποτελείς: re äyä) οι οποίοι πλήρωναν έγγειο φόρο. Νομομαθείς (Σαρίπολος, Κων/πουλος, Μίλησις, Δαμασκηνός και Ευταξίας) μας πληροφορούν με την από 29-5-1888 γνωμοδότηση ότι αυτό το ίμορο ήταν έγγειος δημόσιος φόρος. «Την αληθή φύσιν του ιμόρου δεν δύναται να προσδιορίσῃ τις αντικαθιστών αυτό δια της λέξεως γεωμόρου. Η λέξις ίμορον προέρχεται από την λέξιν μιρί δηλούσης φόρον ιδίως δε εκ του μουλικιανέ-μιρί, δηλούντος τους δια βίου ενοικιαζομένους φόρους του δημοσίου».2 Από τα τσιφλίκια του Αλή πασά «τα 411 ήταν στην Ήπειρο».3 Ανάμεσα σ’ αυτά το Μαντζούκι και η Κράψη σύμφωνα με τον Αραβαντινό και τον Ληκ. «Αλλά για να αυξήσει ακόμη τα πλούτη του, αρπάζει περιουσίες χριστιανών και τούρκων και κάνει μια τέτοια περιουσία που του έδινε το χρόνο κέρδη 96 εκατομμύρια σημερινές δραχμές».4 Σύμφωνα με το διάταγμα Σουλτάν-Σουλεϊμάν που «κανόνιζε την ιδιοκτησία των υπηκόων στην τουρκική αυτοκρατορία, οι ραγιάδες είχαν το δικαίωμα ο καθένας να μένει στον τόπο του και να ’ναι ιδι1. Ιστορικά των Κατσανοχωρίων Ηπείρου, έκδοση Συλλόγου Κατσάνων «Η Αετορράχη», Αθήνα 1969, σ. 147 2. Νικ. Γ. Ζιάγκου, Τουρκοκρατούμενη Ήπειρος, Αθήνα 1974, σ. 116 3. Σπ. Αραβαντινός, Ιστορία του Αλή πασά του Τεπελενλή, Αθήνα 1895, σ. 604 4. Χαρ. Θ. Μιχιώτη, Θησαυρός των Γνώσεων, τόμος Α΄, Αθήνα 1966, σ. 202 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οθωμανική γαιοκτησία

133

οκτησία του, σπίτια, αμπέλια, κήποι σε πόλεις και χωριά. Μπορούσαν ακόμη την περιουσία τους να την πουλήσουν, να την κληροδοτήσουν ή να την κάνουν ό,τι θέλουν. Μόνο έπρεπε να πληρώνουν τους φόρους που επιβάλλονταν και δεν ήταν λίγοι. Ο Αλή πασάς όμως είχε τους δικούς του νόμους. Το συνηθισμένο… Οι κάτοικοι αρνούνται κι αμέσως αρχίζουν οι απειλές, τα βασανιστήρια, τα μπουντρούμια, το δηλητηρίασμα, το πνίξιμο στη λίμνη».5 Κάθε μορφή αυτονομίας την κατήργησε ο Αλή πασάς. Το σύστημά του συγκεντρωτικό. Άρπαξε με τη βία 935 χωριά. Τόσα αναφέρει και ο κατάλογος του Φιλητά. Μηχανορράφος. Περιέβαλε τις αρπαγές με νόμους. Έστειλε σούμπαση (από το σου= νερό και μπας=κεφάλι) σε κάθε κοινότητα, ο οποίος έπαιρνε 2% για την είσπραξη φόρων και 10% από δίκες. Επέβαλε τις γνωστές ποινές. Μόνιμος ζαπίτης για την είσπραξη φόρων. Στην εποχή του Αλή επικρατεί σύγχυση σε πολλά ζητήματα. «Εσφετερίσθη την περιουσίαν των ευγενών Οθωμανών… και ήρπασε τα γεώργια αυτών προσποιήσας αυτῴ ταύτα… ίνα και την επιρροήν αυτών και ισχύν μηδενίσει».6 Η οθωμανική αυτοκρατορία θεμελίωσε την ισχύ της πάνω στην κρατική γη. Προσάρμοσε στις δικές της συνθήκες τους θεσμούς από τη Ρώμη και το Βυζάντιο. Ο σουλτάνος μοίρασε τη δημόσια γη και τη μοναστηριακή μετά τη διάλυση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο τιμαριωτισμός της διαδέχεται το φεουδαλισμό. Ταξικό σύστημα και αυτό. Παιδί του δουλοκτητισμού. Το παλιό feo σημαίνει μισθό και έγινε feodum ή feudum. Παλιά γερμανική λέξη fahin σήμαινε περιουσία. Εκμεταλλευόμενη τάξη οι αγρότες. Εξαχρείωση και καταπίεση. Πηγή δικαίου ο ετσιθελισμός του ηγεμόνα. Σύμφωνα με τους ισλαμικούς νόμους οι γαίες διακρίνονται σε πέντε κατηγορίες: Δημόσιες (miriye), αφιερωμένες (vagf, πληθυντικός evgaf, βακούφια), ιδιωτικές (mulk, πληθυντικός emlak), κοινόχρηστες (metruke), νεκρές ή έρημες (mevaf).7 Οι δημόσιες γαίες λέγονται και του στέμματος: Ιμλιάκι ή Χας Χουμαγιούν (Häss hümayün) και παρέμειναν κάτω από την ψιλή κυριότητα του οθωμανικού δημοσίου. Οι ιδιωτικές γαίες (δεκατιζόμενες, φορολογούμενες) ήταν ατομικές ιδιοκτησίες. Εδώ ανήκουν και οι οικοδομές, οι δεντροφυτείες, αμπέλια, καστανότοποι, κήποι. Όσο υπάρχουν διατηρούν ιδιοκτησία ιδιωτικού ακινήτου. Μούλκια (φθαρτά) αναφέρονται κυρίως τα σπίτια και οι λαχανόκηποι που περιβάλλουν κάθε χωριό. Μούλκι είναι 5. Χρήστου Σκανδάλη, Πώς έγιναν ιμπλιάκι οι Χουλιαράδες, περιοδικό Χουλιαράδες, τεύχη Β΄ και Γ΄, 1986, σ. 37 6. Ιω. Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά Μελετήματα, τεύχος Β΄, 1887-1890, σ. 47 7. Απ. Βακαλόπουλος, Το Οθωμανικό καθεστώς. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Ι΄, εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1974, σ. 54 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


134

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

λέξη αραβική: γεωργικό κτήμα, τέλειες και απεριόριστες ατομικές ιδιοκτησίες. Αυτοκρατορικό διάταγμα (Hatt-i serrif) αναγνωρίζει τις διατηρούμενες ιδιοκτησίες των ραγιάδων. Ο τιμαριωτισμός στο οθωμανικό κράτος ήταν κυρίως διοικητικό παρά κοινωνικό καθεστώς. Στρατιωτικοδιοικητικός οργανισμός, στρατιωτικοδιοικητική ιεραρχία: απλοί σπαχήδες, σιουμπασήδες, σαντζάκ -μπέηδες, μπεηλερμπέηδες κ.ά. Τα τιμάρια (Timar) διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες. Μικρότερα ήταν τα τιμάρια, μεγαλύτερα τα ζιαμέτ και ακόμη μεγαλύτερα τα χας.8 Οι τιμαριούχοι (κάτοχοι φορολογικών φέουδων) γενικά ασκούσαν μέσα στην περιοχή του τιμαρίου τους διοικητική εξουσία ως προς τη γη και τους καλλιεργητές. Οι σιουμπασήδες νέμονται ζιαμέτια (ziamet) και τους ανατίθεται η δημόσια τάξη και ασφάλεια, η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, η διοίκηση της επαρχίας. Μεταξύ των γαιών εξειδικεύεται και η κατηγορία των χας σελατίν (hass selatin), δηλαδή των χασίων της Βαλιντέ Σουλτάνας: Valide Sultan=βασιλομήτωρ. Χάσια: khass και hass, πληθυντικός haväss, ιδιαίτερο-α. «Χάσσι, τούρκικη λέξη που σημαίνει το καθαρό ή αποκομμένο χρονιάτικο εισόδημα μιας περιοχής που πήγαινε στο ταμείο της βασιλομήτορος από γαίες ή από χωριά ελεύθερα από άλλο δεκατιστή».9 Στο χάσσι της Καρίτσας (τα άλλα δύο στην Ήπειρο: Πογδόριανης και Άρτας) ήταν 60 χωριά στην παλιά επαρχία των Γιαννίνων, που δεν είχαν σπαχήδες. Τα χωριά αυτά ήταν στο Ζαγόρι, στο Μαλακάσι και στα Κούρεντα. Εκτός από αυτά που ήταν πενήντα τέσσερα, ανήκαν στο ίδιο χάσσι και τα παρακάτω: το Βασταβέτσι (σήμερα Πετροβούνι), η Κοσμηρά, οι Μελισσουργοί, η Κρανιά, το Περιβόλι και η Σαμαρίνα των Γρεβενών. Όλα τα κτήματα μέσα στην οθωμανική επικράτεια ήταν καταγεγραμμένα λεπτομερώς στο τηρούμενο στην Κωνσταντινούπολη κτηματολόγιο κατά επαρχίες και χωριά με τα στοιχεία προσδιορισμού τόσο της κατηγορίας στην οποία ανήκαν τα κτήματα (δημόσια ή υποδημόσια κ.ά.) όσον και των φορολογικών υποχρεώσεων που συνδέονταν με αυτές και βάρυναν τους ιδιοκτήτες ή κατόχους τους...10 Κοινοτικό κτηματολόγιο «μάννα». Συγγραφείς υποστηρίζουν πως στους φόρους αναφέρεται και διπλός έγγειος (ο της γης) φόρος: ο στρεμματικός (harage-i-muvar-zaf) σε μετρητά και αναλογικός φόρος σε παραγωγή (harage mugasem) που φέρεται με το όνομα δεκάτη και ήταν από το 1/8 μέχρι και το ½ του προϊόντος της γής. Ιερό δικαστήριο για την ακίνητη περιουσία ο Μεκχεμές. Προΐσταται ο κατής. Ο ίδιος επικυρώνει και αγοραπωλησίες. Ένας 8. Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετάφραση Κ. Κροκιδά, τόμος Δ΄, σ. 420 9. Χρ. Περραιβού, Ιστορία Σουλίου Πάργας, τόμος Β΄, Βενετία 1815, σ. 157 10. Δημήτριος Θ. Σιάτρας, Οι αγοραπωλησίες ακινήτων στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, Αθήνα 1999, σσ. 44-45 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οθωμανική γαιοκτησία

135

από τους κυριότερους κώδικες11 που ρύθμιζαν τη ζωή των υπόδουλων ήταν η εξάβιβλος. Νομικό εγχειρίδιο. Συντάχθηκε από τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο, τελευταίο εκπρόσωπο της λόγιας νομικής επιστήμης του Βυζαντίου. Μετά την άλωση και η εκκλησία δίκαζε διαφορές των χριστιανών σχετικές με οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο. Ο Πατριάρχης millet basi, πολιτικός αρχηγός δηλαδή. Το προϊόν της γης ληστεύονταν και στο Βυζάντιο και στην οθωμανική κατοχή. Πολιτικά θέματα και ποινικά αδικήματα ο κατής. Ως ορίζει και το άρθρο 2 του περί γαιών νόμου, «των δημοσίων γαιών τα μεν ρεκαμπέ έχει η πολιτεία… τα δε τεσσαρούφ ο ιδιώτης, ο δυνάμει επισήμου τίτλου (ταπίου) του αυτοκρατορικού κτηματολογίου ανεγνωρισμένος ως δικαιούμενος να κατέχει και να εξουσιάζει την γην».12 Για τη γενική ενημέρωση του κτηματολογίου ενεργούσαν δημόσιες απογραφές. Τίτλος κυριότητος του emlâk. Το ταπίο συστατικός τίτλος δικαιώματος της επικαρπίας, του επίμορτου καλλιεργητή δημόσιας γης. Χοτζέτι σημαίνει ιεροδικαστική απόφαση η μεταβίβαση χρήσης ή κάρπωσης της υποδημόσιας γης με ταπίο. Οι καλλιεργητές διατηρούν δικαίωμα εμφύτευσης ταşαrruc δηλαδή εξουσία. Για κάθε μεταβίβαση ακινήτου ταπού (εδαφονύμιο) concesion, παραχώρηση πολιτείας. Στην Ήπειρο με τον ορισμό Καρά-Σινάν πασά οι χριστιανοί κεφαλάδες έγιναν σπαχήδες. Αργότερα πασάδες. «Εκαλούντο αρματολοί και οι αρχηγοί κεφαλάδες (καπετάνιοι)».13 Κεφαλάδες και η τάξη των στρατιωτών (οι άλλες τάξεις των γεωργών: ελεύθεροι και δουλοπάροικοι) στα κεφαλοχώρια το 550 μ.Χ. Μισητοί στο λαό οι άρχοντες κεφαλάδες στο τέλος του Βυζαντίου. Προνόμια (κλεισούραρχος, διόδια κ.ά.) παραχώρησε ο σουλτάν Μουράτ. Δεν κράτησαν πέρα από το 1480. Αρπαγές, βιασμοί, καταστροφές. Οι κάτοικοι ζητούν την προστασία της Βαλιδέ Σουλτάνας και μπαίνουν στη διαχείρισή της. Σουλτανικό διάταγμα χαρακτηρίζει τα κτήματα αυτά Μαλικανέ. Προνομιακές κοινότητες. Διαφορετικές οικονομικοκοινωνικές σχέσεις. Αύξηση πληθυσμού κ.ά. Η περιοχή χωρίζεται σε τρεις επαρχίες: το Μέτσοβο με τα χωριά του, τους Καλαρρύτες με τα δικά τους χωριά και το Συρράκο με τα δικά του. «Οι Καλαρίτες υπάγονταν στο δημογέροντα του Ζαγορίου».14 Το Συρράκο είχε 42 χωριά όπως λέει ο Γ. Γαζής. Αυτοδιοίκητη ομοσπονδία του Μαλακασίου. Η βασιλομήτωρ τοποθετεί κεχαγιά και κετχουντέ, δηλαδή οικονόμο (mayor domus). Τα χωριά έκαναν 11. Γ. Πετρόπουλος, Εισήγηση του Ρωμαϊκού Δικαίου, Αθήνα 1936, σ. 95 12. Ν. Π. Ελευθεριάδου, Τα δίκαια της Πολιτείας επί των εν Μακεδονία και Ηπείρω γαιών, Αθήναι 1915, σ.84 13. Π. Αραβαντινού, Χρονογραφία της Ηπείρου, τόμος Α΄, Αθήνα 1856, σ. 194 14. Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος 7ος, Αθήναι 1885, σ. 269 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


136

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

και εκλογή δημογερόντων κάθε 23 Απρίλη. «Πάσαι αι υπό την προστασία της κατά καιρούς βασιλομήτορος ηυτονομούντο και ηυτοδιοικούντο υπό των δημοτικών αρχόντων ελευθέρως εκλεγομένων». (Ι. Λαμπρίδης, ό.π., τεύχος Ε΄, σ. 627). Απέτιον την δεκάτην της επικαρπίας κατ’ αποκοπήν και ουχί σε σπαχήδες. Μικρή ετήσια εισφορά. Συμβολικός φόρος 8%. Φόρος υποτελείας και όχι φόρος δουλείας. Η παράδοση του τόπου μας ερμηνεύει τη λέξη Μεμέτ’ λίγο φόρο και όχι αληθές γεώργιο. Αντιπρόσωπος αυτών εισπράττει τα τρία είδη (υποτελείας, προβατονομίου και του προσωπικού, του τζετζιέ γκερπάν δηλαδή) φόρων και τα παρέδιδε κάθε πρώτη Μαρτίου. «Αλλά η προστασία αυτή δεν διετηρήθη δυστυχώς δια παντός, ουδέ μέχρι το 1778 επί πασών των κοινοτήτων του βορείου διαμερίσματος». (Ι. Λαμπρίδης, ό.π., τεύχος Ε΄, σσ. 28-29). Η αναρχία που μάστιζε τις ελληνικές περιοχές τον 16ο αιώνα δημιούργησε τον αρματολισμό. Μια καινούρια μορφή. Νέα τάξη. Οι ομάδες φύλαξης, μάγκες. Ο θεσμός του αρματολικιού μαζί με αρματολούς και κλέφτες έδωσε ιδιότυπα χαρακτηριστικά μέσα στην τουρκική σκλαβιά. Οι αρματολοί στρατολογούσαν μυστικά «βλαχοποιμένες» γράφει ο Βλαχογιάννης. «Το έθνος απέκτησε κατ’ αυτόν τον τρόπο νομίμους υπερασπιστάς».15 Περήφανοι οι ορεινοί στην ανεξάρτητη ζωή τους. Άντεξαν πάντοτε. Δεν πρόδωσαν ποτέ. Ο αριθμός δεν ήταν σταθερός. Πολλοί θέλουν 15 αρματολίκια στη Βόρεια Ελλάδα και μεταξύ τους το Μαλακάσι και τα Τζουμέρκα. Επιτόπιες αρχές. Δοξασμένα καπετανάτα. Εκεί χαλυβδώθηκε το μαχητικό πνεύμα. Ο Αραβαντινός βάζει την αρχή τους το 1537 στα χρόνια του σουλτάν Σουλεϊμάν (1496-1566) του Μεγαλοπρεπή. Πολλοί μάλιστα ήταν οι «κτηνοτρόφοι καπετάνιοι», γράφει ο Κασομούλης. Η κατάσταση αυτή κράτησε μέχρι το 1580. Το διβάνι όριζε: κανένας χριστιανός σπαχής δεν έπρεπε να υπάρχει μετά το 1635. Τον 16ο αιώνα ολόκληρα χωριά διαλύονται στην Πίνδο από τις συμμορίες τουρκαλβανών Αρναούτηδων. Ο Μουράτ Δ΄ σκέφτεται για τα περάσματά τους τοπάρχες με φρουρούς Τούρκους. Νέα απόπειρα το 1699 για μερική αντικατάσταση των Ελλήνων (τους διόριζαν αγιάνηδες) και Αλβανών με μουσουλμάνους. Το 1704 διορίζονται με την εγγύηση των τοπικών αρχών και με έναν αρχηγό. Το 1755 άλλο φιρμάνι διορίζει στη θέση Τουρκαλβανιτών Τούρκους, αλλά και αυτοί δεν ήταν καλύτεροι. Το 1648 φάνηκε στην περιοχή ο σπαχής (sipahi) και μαζί του η βία και η αυθαιρεσία. Η επιρροή της βαλιδέ σουλτάνας μίκραινε. Σπαχής και τιμάρια καθιερώνουν νέα σχέση. Με το όνομα σπαχήδες αναφέρονται οι τιμαριούχοι γενικά. «Ένα τέτοιο σπαηλίκι είχε δημιουργηθεί και στην περιοχή των Τζουμέρκων…». «Η περίοδος 1635-1700 είναι η 15. Δ, Κόκκινου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α΄, σ. 37 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οθωμανική γαιοκτησία

137

χειρότερη για όλους τους Έλληνες. Οι αβάσταχτοι φόροι που επέβαλαν οι σπαήδες ανάγκασαν πολλούς φτωχούς να πουλήσουν τις περιουσίες τους στους σπαήδες και να μείνουν στο έλεος του Θεού».16 Οι ραγιάδες καλλιεργητές, εφόσον δεν άφηναν για μια τριετία τη γη ακαλλιέργητη και εφ’ όσον πλήρωναν και τις φορολογικές τους υποχρεώσεις διατηρούσαν εφ’ όρ ζωής δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης της γης. Παραδοσιακό εισόδημα των σπαχήδων για τα αγροτικά προϊόντα, η δεκάτη. Δική τους και η πρώτη νύχτα του γάμου (jus primae noctis) στην Ήπειρο! Αξίωμα των Τούρκων ο διωγμός του Ελληνισμού. Ληστείες, βαρβαρότητες, ξεθεμελιωμός. Φυγή στις άκρες των βουνών. Μικροσυνοικισμοί. Η αυτονομία στο βόρειο διαμέρισμα του Μαλακασίου καταργείται από το 1645-1648. Από το 1658 αφαίμαξη του ταμείου. Κοινότητες εξαφανίζονται. Στις αιτίες και οι επιδημίες. «Η Μελιγγόπολη κατά την παράδοση, δηλαδή το Βασταβέτσι (Πετροβούνι) καταστράφηκε από την πανούκλα» (Νικ. Γ. Ζιάγκου, ό.π. σ. 177). Από το 1683-1687 διαταγή της Υψηλής Πύλης για σύμπτυξη μικρών κοινοτήτων. ΙΖ΄ αιώνας: Φόνοι, ωμότητες, αίμα. Γενικεύεται η προστασία ισχυρών αγάδων και μπέηδων. Το Βουργαρέλι, οι Μελισσουργοί κ.ά. μπήκαν σε προστασία στα χρόνια των Βενετσιάνων. Ο Μεχμέτ πασάς Β΄ (1762-1771) είχε 34 τσιφλίκια μόνο στην περιοχή των Ιωαννίνων, ορισμένα από τα οποία δώρισε. Χωριά στην προστασία του απαλλοτριώθηκαν σε ένα τμήμα. Στη διάρκεια του ΙΖ΄ και ΙΗ΄ αιώνα ταραχές, βιαιοπραγίες, πιέσεις, αλβανικές επιδρομές. Στο Μαλακάσι καταστρέφονται 20 κοινότητες γράφει ο Κ. Κρυστάλλης. Το σύστημα διαβρώνει. «Το χωριό Χουλιαράδες έγινε από κατοίκους του χειμερινού συνοικισμού Αμπροβίστα, οι οποίοι προ του 1800 ανέβηκαν…». (Νικ. Γ. Ζιάγκου, ό.π. σ.177). Το στάρι που διαπραγματεύονται οι «Χουλιαράδες» (κοινότητα του χωριού) θα πρέπει να αποτελεί προϊόν φορολογικής προσόδου που με κάποιο τρόπο, τον οποίο αγνοούμε, έχει περιέλθει στον Τοζόνη ίσως να πρόκειται για κάποια ευνοϊκή εκμίσθωση εκ μέρους του Αλή πασά (267 έγγραφο, Ιωάννινα, 31 Ιουλίου 1805).17 Το 1820 ντερβεναγάδες με διοικητική και δικαστική δικαιοδοσία. Στα μέσα του 19ου αιώνα καταργείται ο τιμαριωτισμός. Τα κτήματα μετατρέπονται σε τσιφλίκια (τσιφτλίκια) και οι ραγιάδες σε κολίγους. Αναρχία, παρακμή στα χωριά μας, κρίση με τις γνωστές συνέπειες. Η σχέση παραγωγής αλλάζει. Φοβερή καταπίεση, εκμετάλλευση, κολαφισμοί, κ.ά. Η κατάργηση των τιμαρίων 16. Δημήτριος Ι. Λεοντάρης, Δυτικά Τζουμέρκα, Χουλιαράδες, Χαράδρα Αράχθου, Παραράχθιες Κοινότητες (οικισμοί), Ιωάννινα 2006, σ. 31 17. Ι. Χατζή, Συλλογή, Αρχείο Αλή πασά, Γεννάδιος Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Αθηνών, σ. 491 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


138

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

είχε θεσμοθετηθεί το 1831. Οι αγροτικοί οικισμοί στην Ήπειρο παραμένουν χωρισμένοι σε ιδιόκτητα τσιφλικοχώρια και σε αναπαλλοτρίωτα ελευθεροχώρια και κεφαλοχώρια. «Της Μαλακασίας ταύτης περιοχής πάσαι αι γαίαι εξαιρέσει Καλαρρυτών και Συρράκου υπάρχουν εθνικαί ή ανήκουν εις τους οικείους γαιοκτήμονες και μοναστήρια. (Π. Αραβαντινός, ό.π., τόμος Α΄, σ. 102). Τα πιο εύφορα μέρη της γης ήταν ιδιοκτησία των μονών».18 «Εκ δε των λοιπών του Μαλακασίου χωρίων η μεν περιοχή του Μετσόβου και τα Σεράκου, Παληοχώριον Σεράκου, Προσβάλα, Γότιστα, Δεμάτι, Γκροβριτσά… και Λιάπου… είναι μητροκωμίαι, τα δε Κρουσιοβίτσα, Δερβενίστα, Προσγόλη, Κραψ’, Χουλιαράδες, Βασταβέτζ’, Μιχαλίτζ’ και Δοβίσδιανα εθνικά και τα λοιπά γεώργια». (Ιω. Λαμπρίδης, ό.π., τεύχος Δ΄, σσ. 45-46). Μέθοδος των Οθωμανών η υπαγωγή σε περιφέρειες άσχετες γεωγραφικά για διοικητικές, φορολογικές και δικαστικές δικαιοδοσίες. Απλό αγρόκτημα μεζράα, λιβάδι μεράα… «Από την Κράψη εισέπραξε γεώμορο και ο Χουρσίτ πασάς. Ο Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς εκήρυξε εκείνους ελευθέρους». (Ιω. Λαμπρίδης, ό.π., τεύχος Β΄, σ. 51). Το Παλαιοχώρι Ιωαννίνων διασπάστηκε από το Συρράκο το 1873 περίπου (Ιω. Λαμπρίδης, ό.π., τόμος Β΄, σ. 16). Κεφαλοχώρια τα μεγαλύτερα χωριά περιφέρειας και κυρίως αυτά που αποτελούνται από αυτοκαλλιεργούμενες γεωργικές ιδιοκτησίες σε αντιδιαστολή προς τα τσιφλίκια. Πρόσφυγες από γύρω χωριά για καταφύγιο και ασφάλεια… Τα δεινά μεγαλώνουν στο Μαλακάσι. Τοκογλυφικά δάνεια, ασήκωτη φορολογία. Ο πολυκύμαντος Αλή πασάς με όλα τα μέσα (αφορολόγητα κτήματα σε απατεώνες, φράγγοι υπηρέτες, φέσι με φλουριά, σφετερισμοί, mahsul 20% στα ποίμνια κ.ά.) και πολλές μηχανορραφίες τα οδήγησε στη δική του κυριότητα. Το 1796 αυτοκρατορικό διάταγμα «περί γαιών» τα χαρακτηρίζει Εμλιάκ Χουμαγιούν: ιδιοκτησία σουλτάνου, δημόσια κτήματα του στέμματος, εθνικά στην κυριότητα του τουρκικού δημοσίου. Η τουρκική αυτοκρατορία κατέρρεε καθημερινά: πολιτική διαφθορά, κάθε κατάχρηση δυνατή. Οι Έλληνες με τα εξαιρετικά προνόμια που είχαν γίνονται σχεδόν αυτοδιοικούμενες περιφέρειες. Γίνονται κέντρα ελληνικής ζωής. Επαγρύπνηση σε κάθε αλλαγή για διατήρηση. Συνθήκη Κάρλοβιτς, 26-1-1669: ανασυστάθηκαν τα αρματολίκια με χριστιανούς. Η ύπαιθρος φρουρείται. Επιτρέπεται η ανέγερση ναών και μοναστηρίων. Εμφανίζεται ο τίτλος του εξάρχου. Ταπί και πατριαρχική εξαρχία σε τοπικούς άρχοντες. Δημιουργείται έτσι τιμαριωτικό καθεστώς και τιμαριούχοι. Εκκλησιαστικά οφίτσια: Αναγνώστου, Λογοθέτης, Σακελλαρίου. Συνθήκες επαναπατρισμού. 18. Δ. Τσοποτού, Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατία, Βόλος 1912, σ. 65, σημείωση 3 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οθωμανική γαιοκτησία

139

Κεφαλοχώρια και τώρα. Όχι μόνο χωριανοί αλλά και από άλλα μέρη χωρίς διάκριση. Την υποχρεωτική προστασία στους ναούς και στη χριστιανική θρησκεία διασφαλίζει και η συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή στις 21 Ιουνίου 1777 κοντά στη Σελίστρια. Τονίστηκε και στο Αηναλή Καβάκ στις 10-3-1779. Η περιουσία του Αλή πασά μετά το θάνατό του έγινε δημόσια γη ή του στέμματος. Ιμπλιάκι Χουμαγιούν. Σχηματίζεται έτσι μια κατηγορία εδαφών, τα κρατικά τσιφλίκια ή ιμπλιάκια, γνωστά και με τον όρο εθνικά κτήματα. Ιμλιάκια ή ιμλάκια: «Επί τουρκοκρατίας κτήματα απολύτου ιδιοκτησίας εκχωρούμενα υπό του τουρκικού κράτους εις ιδιώτας ως αμοιβή υπηρεσιών».19 Ωστόσο «τα ιμπλιάκια (emlak) σχηματίστηκαν σχεδόν στο σύνολό τους ύστερα από την πτώση του Αλή, όταν ολόκληρη η περιουσία του κατασχέθηκε και περιήλθε στην κατοχή του οθωμανικού δημοσίου. Όμως πρέπει να σημειωθεί ότι πριν από τον Αλή οι εκτάσεις αυτές ήταν ελεύθερες και συνιστούσαν κεφαλοχώρια. Αυτή τη νέα κατηγορία εδαφών διαχειριζόταν το διοικητικό συμβούλιο της περιοχής (temiz hukul) με επικεφαλής τον κυβερνητικό επόπτη (emlek narizi)...»20 Γνωμοδοτήσεις, έγγραφα και στοιχεία συνηγορούν στο παράνομο της ιμπλιακοποίησης. Ούτε τίτλοι πώλησης υπήρχαν, ούτε άρπαγμα (ζάπωμα) αποδεικνύεται. Πολλά από τα κτήματα που άρπαζε ο Αλή πασάς δεν ήταν μούλκια – ιδιοκτησία γεωργών, αλλά τσιφλίκια μπέηδων. «Ο Αλής και τα παιδιά του αγόρασαν κτήματα σε φτηνές τιμές από Τούρκους και μπέηδες που έφευγαν για την Κωνσταντινούπολη ή που ξέπεφταν. Δε διεκδικούσε κυριότητα κεφαλοχωρίων. Αγόρασε ακόμη απέραντες ακαλλιέργητες και χέρσες γαίες από τους αγαδομπέηδες Θεσσαλίας και Ηπείρου και για την αξιοποίησή τους έφερε γεωργούς από την περιφέρεια της Χειμάρας κι από άλλες φτωχές και άγονες επαρχίες και τους εγκατέστησε σ’ αυτά». (Νικ. Γ. Ζιάγκος, ό.π., σ. 117). «Την μεγάλην εις τσιφλίκιαν περιουσίαν του ο Βελής, ως και ο πατήρ του, αναμφιβόλως εσχημάτισε σταδιακώς».21 Το 1840 καθιερώνεται σύστημα δεκάτης (ουζιούρ, ušr ή üsür), πληρωμή τελέσματος ή κανόνα, όπως και στους Ρωμαίους. Ο πλειοδότης (δεκατόρος) έπαιρνε το 1/10 επί της όλης παραγωγής. Ένα στα δέκα, örsi gallat. Τρόπος είσπραξης καταθλιπτικός. Με τις κλοπές στα ζυγιαστίκια και στ’ αλώνι έφτανε και το 12%. «Ύστερα όμως από τη διοχέτευσή της στο κρατικό θησαυροφυλάκιο το 1846 έγινε ο πιο προσοδοφόρος από όλους τους πόρους του το ποσοστό του στο 19. Νεώτερο Επίτομο Λεξικό, εκδόσεις ΗΛΙΟΥ, τόμος Α΄, Αθήνα, σ. 2080 20. Κώστας Βακατσάς, Γενική Διοίκηση της Ηπείρου. Η αγροτική ιδιοκτησία (1913-1918), Ιωάννινα 2001, σσ. 1-2 21. Ι. Γ. Γιαννόπουλου, Τα τσιφλίκια του Βελή πασά, υιού του Αλή πασά, περιοδικό Μνήμων, τόμος Δεύτερος, Ελληνική Παλαιογραφική Εταιρεία, Αθήνα 1972, σ. 143 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


140

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

σύνολο των εισπράξεων κυμαίνονταν στην Ήπειρο από 30 μέχρι και 40%. Επιβάρυνε όλη την παραγωγή των δημοσίων γαιών τόσο στα τσιφλικοχώρια, όσο και στα ελευθεροχώρια».22 Το 1856 το Χάτι Χουμαγιούν. Καθορίζονται δηλαδή οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων (στράτευση χριστιανών, προβατονόμιο και στην ερωπαϊκή Τουρκία κ.ά.) με γραπτές διατάξεις νόμων. Το 1858 οι επιτροπές κτηματολογίου: καταγραφή, λειτουργικότητα, χρησιμότητα, πρόσοδος, χορήγηση ληξιαρχικού φορολογικού υπομνήματος. Το τελικό κείμενο της συμφωνίας (24-5-1881) που η Τουρκία παραχωρεί την Άρτα… στο IV άρθρο προβλέπει: «Το της ιδιοκτησίας δικαίωμα επί των αγροκτημάτων, των βοσκών, νομών (κισλάκ) δασών και παντοίων γαιών ή άλλων ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών και κοινοτήτων δυνάμει φιρμανίων, χουτσετίων, ταπίων και άλλων τίτλων ή και κατά του οθωμανικού νόμου, θέλει αναγνωριστεί υπό της ελληνικής κυβέρνησης…».23 Τα πνεύματα οξύνονται. Εκπρόσωποι από Ραδοβύζια, Βουργαρέλι, Δυτικά Τζουμέρκα συνεννοούνται για εξέγερση. Τα μαντάτα φτάνουν στην Πόλη και το σχέδιό τους ματαιώνεται. Το 1881 στα προσαρτηθέντα ήταν και ελευθεροχώρια (Καλαρρύτες, Ματσούκι, κ.ά.) και τσιφλίκια (Άγναντα, Σκλούπο κ.ά.) κ.ά. Από το 1880 αγόραζαν κάποια κτήματα (μούλκια) και ενώ έπαιρναν τίτλους κυριότητας (ταπιά) πλήρωναν το δέκατο σε είδος γεωργικής παραγωγής. Η τοπική παράδοση διασώζει πολλά από την εποχή της τουρκικής κατοχής: τα εισοδήματα (καλαμπόκι κ.ά.) μαζεύονταν στις αποθήκες (κοτσέκια) και οι εργάτες έπαιρναν το καλαμποκόφυλλο ή το άχυρο για τα ζώα και τις καλύβες τους. Ίμορο (ήμορο) ή γεώμορο (γήμορο), στους αρχαίους μορτή, ήταν υποχρέωση των καλλιεργητών να καταβάλλουν 33% της παραγωγής στην τουρκική εφορεία, στον ιδιοκτήτη του κτήματος κ.ά. Δυο μέρη ο καλλιεργητής και ένα ο ιδιοκτήτης έλεγαν. Μετά την απελευθέρωση έπαψαν να πληρώνουν τα ίμορα. Σούμπασης ήταν ο πλειοδότης κατά τον πλειοδοτικό διαγωνισμό ή ο διορισμένος αντιπρόσωπος. Τελώνης των Τούρκων. Η πλειοδοσία ανάλογα με τις δηλώσεις. Κοσιάδα ήταν απόσπασμα χωροφυλάκων, κολτσίδες στρατιώτες, τασιλντάρης εισπράκτορας, τασίλ εισπραττόμενο χρέος, μπαστίνα το κτήμα, μπαστινούχοι κτηματίες. Μουχτάρης (μπουχτάρης) ο πρόεδρος της κοινότητας, αρχηγός και μεσάζοντας. Αζάδες σύμβουλοι. Οι καταμετρητές ζώων λέγονταν τζελέπηδες και ο φόρος τζελέπι. Οι κάτοικοι το 1904, πιεζόμενοι σκληρά υπέβαλαν αναφορά εις το Σουλτάν 22. Μιχάλης Κοκολάκης, Το ύστερο Γιαννιώτικο Πασαλίκι, Αθήνα 2003, σσ. 74-75 23. Χρυσόστομος Γ. Μποκογιάννης, Μήγερι και Μηγερίτες, Ιστορία Τετρακώμου και Καψάλων Άρτας, Άρτα 2010, σ. 22 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οθωμανική γαιοκτησία

141

Χαμίτ «αιτούντες εις την κατάπαυσιν εναντίον των βιαιοτήτων και την παραχώρησιν των γαιών των εις αυτούς, έναντι καταβολής της αξίας των, ισχυριζόμενοι ότι άπαντα τα χωρία ταύτα ήσαν κεφαλοχώρια (τουρκιστί «καριέ») και είχον μεταβληθεί εις τσιφλίκια παρανόμως και δια της βίας υπό του Αλή πασά. Επεκαλούντο δε εις απόδειξιν του ισχυρισμού των το αυτοκρατορικό κτηματολόγιο, το εν Κωνσταντινουπόλει ευρισκόμενον εις το οποίον ανεγράφοντο άπαντα ως τοιαύτα και τον τουρκικόν νόμον καθ’ όν απηγορεύετο η μετατροπή κεφαλοχωρίων εις τσιφλίκια».24 Και άλλο διάβημα κατά το 1908. Τοπική παράδοση αναφέρει και Πετροβουνιώτες κοντά στο σουλτανικό ανάκτορο στην Πόλη. Κλάματα και θρήνοι για να επισύρουν την προσοχή. Νέα κατηγορία εδαφών τα κρατικά τσιφλίκια ή ιμπλιάκια γνωστά και με τον όρο εθνικά κτήματα. «Γρήγορα αποδείχτηκε ότι η διαχείριση αυτών των κτημάτων ήταν ασύμφορη για το κράτος. Το 1907, 175 ηπειρωτικά χωριά που παρέμεναν ακόμη στη δικαιοδοσία του δημοσίου πέρασαν με πωλητήρια πράξη στην προσωπική ιδιοκτησία του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ… Η αναταραχή που προκλήθηκε θα διευθετηθεί μετά το κίνημα των Νεότουρκων, όταν ο σουλτάνος υποχρεώθηκε να επιστρέψει τα κτήματα στο δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα». (Μ. Κοκολάκης, ό.π., σ. 69). Τα δύο αυτά υπομνήματα (και το υπόμνημα του 1915) δημοσιεύει η εφημερίδα «Ήπειρος» το 1910. «Αμφότερα τα φυλλάδια ταύτα διεφύλαξεν εις την Ηπειρωτικήν του βιβλιοθήκην ο έγκριτος γυμνασιάρχης της Ζωσιμαίας Σχολής κ. Χρ. Σούλης». (Β. Πυρσινέλλας, ό.π., σ. 132). Στο τελευταίο φυλλάδιο αναγράφονται τα 79 χωριά. Ο κατάλογος του Φιλητά έχει δεκατέσσερα λιγότερα. Μεταξύ τους δεκαπέντε χωριά ανήκοντα εις την περιφέρεια του τμήματος Μαλακασίου της επαρχίας Ιωαννίνων: 52. Προσγόλι, 53. Δερβενίτσα, 54. Χρυσοβίτσα, 55. Κράψι, 56. Δοβίσδιανα, 57. Μιχαλίτσι, 58. Χουλιαράδες, 59. Βασταβέτσι, 60. Λοζέτσι, 61. Κορύτιανη, 62. Πλέσια, 63. Καλέντζι, 64. Βαλτζόρα, 65. Πάτερον, 66. Κολωνιάτι. Με το νόμο 147/1914 διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του οθωμανικού νόμου «περί γαιών». Ιδιοκτήτης γης αποκλειστικά το ελληνικό δημόσιο ως διάδοχος του οθωμανικού με απερίγραπτα δικαιώματα. Τα 79 χωριά, επονομασθέντα ιμπλιακοχώρια για την αυθαίρετη και βίαιη υπαγωγή τους στην εξουσία του σουλτάνου, συνέρχονται σε γενική συνέλευση: Ιωάννινα 16 Μάρτη 1914. Διαρκής προεδρία του Χρ. Χριστοβασίλη. Εκλέγονται τριμελείς αντιπροσωπίες από τα 5 τμήματα της Ηπείρου. Για το Μαλακάσι ο Χρήστος Αντωνιάδης, ο Παναγιώτης Ράπτης και ο Δημήτρης Κώστας. Σχετικό υπόμνημα προς την Α. 24. Β. Πυρσινέλλα, Τα αρπαγέντα υπό του Αλή πασά κτήματα των Βρεττών, Ηπειρωτικά Χρονικα, 1938, σ. 131 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


142

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

εξοχότητα τον πρωθυπουργόν κ. Ελευθέριον Βενιζέλον. «Το 1913, ευρεθέντες υπό το κράτος δικαίου ενθουσιασμού επί τῇ απελευθερώσει της πατρίδος μας, ουχί παρημελήσαμεν να καταστήσωμεν γνωστά τη ελληνική κυβερνήσει των χωρίων μας τούτων δίκαιά μας αλλά μάλλον οικειοθελώς και εξ ευχαριστήσεως αφήνομεν να εισπράξῃ η Γενική Διοίκησις της Ηπείρου, το δυναστικώς υπό του Αλή πασιά και της τουρκικής κυβερνήσεως εισπραττόμενον γεώμορον θελήσαντες να προσφέρωμεν αυτό δια το πρώτο της ελευθερίας έτος ως εκούσιαν εισφοράν εις το Δημόσιον Ταμείον απέναντι των μεγάλων δαπανών, εις άς υπεβλήθη η ελληνική κυβέρνησις…».25 Δεύτερη γενική συνέλευση: 28-9-1914, αναθέτει (εξέταση από τη νομική του πλευρά) το ζήτημα στο Γ. Φιλάρετο, πρώην βουλευτή Βόλου και πρώην υπουργό Δικαιοσύνης. Εκείνος εκπονεί περισπούδαστη γνωμοδότηση στις 31-3-1915. Μεταξύ άλλων ορίζεται το δικαίωμα της κυριότητας και η προσφυγή στη διαιτησία της Χάγης. Ο Χ. Χριστοβασίλης μετέβη στην Αθήνα και στις 22-4-1915 υπέβαλε προς τον κ. πρόεδρον του υπουργικού συμβουλίου (τον πρωθυπουργό κ. Γούναρη δηλαδή) αίτηση «περί των δικαίων των 79 δήθεν ιμπλιακοχωρίων της Ηπείρου». «Εκ της εμβριθούς και σαφούς γνωμοδοτήσεως καταφαίνεται ενεργώς ότι τα εν λόγω 79 χωριά ανήκουν κατά πλήρη και απεριόριστον κυριότητα εις τους κατοίκους αυτών, ως μη παραγραφέντων των δικαιωμάτων αυτών, ότι ουδόλως τα δικαιώματα ταύτα των κατοίκων μειούνται εκ της τυχόν παραπομπής του ζητήματος ενώπιον της διαιτησίας της Χάγης, συμφώνως προς την μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συνθήκη των Αθηνών και ότι τα 79 ταύτα χωρία δικαιούνται ν’ αρνηθούν την παροχή του γεωμόρου και να προβούν εις έγερσιν αναγνωριστικής αγωγής ή εις πρόκλησιν εις αγωγήν περί της επ’ αυτών αποκλειστικής κυριότητος των κατοίκων των και να ζητήσουν από το ελληνικόν δημόσιον την επιστροφήν του κατά τα διαρρεύσαντα έτη 1913 και 1914 εισπραχθέντος παρ’ αυτών αδίκως και παρανόμως γεωμόρου». (Γ. Ν. Φιλάρετος, ό.π., σ. 6). Η επιστροφή ως αχρεωστήτως καταβληθέν σύμφωνα με τις αρχές condictiones sine causa, απαιτήσεων δηλαδή άνευ αιτίας. Οι ούτω επί μακρόν καταδυναστευμένοι ιδιοκτήται των ειρημένων χωρίων, από της ενάρξεως της βίᾳ, ως είρηται, εισπράξεως του γεωμόρου, εις συνεχείς αλλ’ ακάρπους προέβαινον διαμαρτυρίας δια των κατά τόπους αρχιερέων και προκρίτων προς τε τον Αλήν και προς την τουρκικήν κυβέρνησιν ενίοτε δε και δια πληρεξούσιων (βεκίληδων) και δι’ αναφορών αυτών προς τας εν Κωνσταντινουπόλει αρχάς, εις παρομοίας δε διαμαρτυρίας προέβημεν και 25. Ν. Φιλάρετος, Ιμπλιακοποίηση των 79 κεφαλοχωρίων της Ηπείρου και οι αγώνες των κατοίκων των προς ανάκτησιν αυτών επί τε τουρκοκρατίας και ελληνοκρατίας, Αθήναι 1915, σσ. 9-10 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οθωμανική γαιοκτησία

143

προς την ελληνικήν κυβέρνησιν μετά την υπό ταύτης κατάληψιν της Ηπείρου». (Γ. Ν. Φιλάρετος, ό.π., σσ. 11-12). Η γνωμοδότηση προτείνει και λύσεις σε τρία ερωτήματα: «Όθεν η άνευ τινος δικαιώματος και όλως παρανόμως υπαγωγή αυτών υπό του Αλή-πασιά εις ατομικήν ιδιοκτησία, και η κατ’ ακολουθίαν τούτου, μετά την πτώσιν του Αλή-πασιά, γενόμενη υπό της οθωμανικής κυβερνήσεως δήμευσις αυτών, ως ανηκόντων δήθεν εις την ιδιοκτησίαν του Αλή-πασιά, ενώ ταύτα ουδέποτε είχον νομίμως υπαχθή εις αυτήν, δεν αποστέρησε τους ιδιοκτήτας των επί των χωρίων τούτων δικαιωμάτων της πλήρους και τελείας κυριότητος… Συμφώνως προς ταύτα εστί και η του ημετέρου δικαίου θεμελιώδης αρχή καθ’ ήν “το βίᾳ και φόβῳ γενόμενον ουκ έρρωται”: Νόμος Ι Πανδέκτης [4,2]». (Γ. Ν. Φιλάρετος, ο.π., σσ. 18-19). Ο λόγιος Χ. Φιλητάς στα τσιφλίκια του Αλή πασά και των υιών αυτού στο Μαλακάσι σημειώνει: Μπουνίλα, Ραψίστα, Λουζέτζι, Ματζούκι, Κραψι, Μάζια, Γκοβρυτζά, Κουρσιουβίτζα, Γότιστα, Προσγόλι, Ντερβεντίστα, Καλέντζι, Κορίτιανη, Πλέσια, Βαλτζόρα, Χουλιαράδες, Ντοβίσκανη, Μιχαλίτζη. Στην Άρτα μεταξύ άλλων μνημονεύει τα Θοδώριανα, τους Μελισσουργούς και την Πράμαντα. (Σπ. Π. Αραβαντινού, ό.π., σ. 602). Το ελληνικό κράτος δίστασε. Φοβήθηκε το ισχύον καθεστώς της εγγείου ιδιοκτησίας: Ιμπλιακοποιημένα χωριά. Δημιουργείται σοβαρό αγροτικό ζήτημα. Παρουσιάζονται δύο τάσεις: Η μια τα χαρακτηρίζει κεφαλοχώρια, χωριά τα οποία πρέπει να επανακτήσουν την ελευθερία. Δεν δέχονται με τίποτε ότι τα παραπάνω 79 κεφαλοχώρια (ελευθεροχώρια) είναι στην περιουσία του Αλή πασά. Είσπραξη του μιρί (δεκάτη) και μόνο. Η άλλη τα θέλει τσιφλίκια. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και πολλοί άλλοι υποστηρίζουν ότι οι γαίες των Νέων Χωρών ανήκαν στο δημόσιο με αξία περίπου 200 εκατομμύρια δραχμές. Η εφημερίδα «Ήπειρος» του Γ. Χατζή αγωνίστηκε να μη γίνει σύγχυση στα ζητήματα τσιφλικίων και ιμπλιακίων. Το 1916 παρέχονται μικρές ελαφρύνσεις στα ιμπλιάκια από την κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη: προσθαφαίρεση σπόρων στην είσπραξη γεωμόρου κ.ά. Από το 1917 μειώνεται η δεκάτη σε 10,5%. Τα ιμπλιακοχώρια τελικά απελευθερώνονται με το γενικό απελευθερωτικό νόμο του 1919. Το 1921 ο νόμος παραχωρεί δικαίωμα για εξαγορά. Παραχώρηση δυνάμει της υπ’ αριθμ. 57/15 Ιουλίου 1921 αποφάσεως του αρμόδιου υπουργού. Το ίδιο έτος το Υπουργείο Γεωργίας αποφασίζει για καλλιέργεια και κληρονομική νομή (μπάστινα) με βάση υπεύθυνες δηλώσεις. Δίδονται οδηγίες και ορίζονται επιτροπές. Το Γεωργικό Γραφείο Εποικισμού στις 21-2-1924 γνωστοποιεί μέτρα. Διανέμονται οι γαίες στους κατοίκους έναντι προς το ελληνικό δημόσιο αποζημιώσεως (20 στρέμματα 6 λίρες λένε) καθορισθείσης της αξίας (πλήρη εξαγορά) κλήρων ανάλογα με τις προσόδους των. Το τίμημα στις παραχωρούμενες Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


144

Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς Ε . Γκ ο ρ τ ζ ή ς

γαίες, «αναλογούν», κατεβλήθη στο δημόσιο ταμείο με γραμμάτια παραλαβής. Σε κάθε διαδικασία αποκατάστασης λαμβάνεται υπόψη αίτηση των κατοίκων, έκθεση περί του αγροκτήματος του Γραφείου Εποικισμού και γνωμάτευση του Συμβουλίου Εποικισμού. Τα έγγραφα και οι αποφάσεις εκδίδονται δυνάμει των άρθρων 24 και 29 εδαφίου Νόμου 2052 και των άρθρων 1 και 2 του περί κοινοτικών βοσκών Νόμου 2074: στο έγγραφο-απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας / Διεύθυνση Εποικισμού διατυπώνονται τα παρακάτω: Σύμφωνα με το άρθρο 11 του αγροτικού νόμου, παραχωρούμεν έναντι τιμήματος… τας καλλιεργούμενας εκτάσεις του εν λόγω αγροκτήματος (ιμπλιακίου) των βοσκήσιμων, αλλ’ ανεπιδέκτους καλλιεργείας εκτάσεων νόμω μεταβιβαζομένων εις το νομικό πρόσωπο της ίδιας κοινότητος. Του ανωτέρω οριζομένου τιμήματος το εν τρίτο ήτοι… να καταβληθώσι αμέσως μεθ’ ο και μόνον να μεταβιβασθεί η νομή του κτήματος εις τους δικαιούχους. Τα υπόλοιπα δύο τρίτα να καταβληθώσι εις το Δημόσιον εις πέντε ίσας ετησίας δόσεις, μετά την αποπληρωμή των οποίων θα γίνει μεταβίβαση και η μεταγραφή της κυριότητας του κτήματος. Δύναται ουχ ήττον η επιτροπή να προβαίνει εις καταβολήν ολοκλήρου του τιμήματος… Κατόπιν της Τοπικής Εποικιστικής Υπηρεσίας και εγκρίσει του Γενικού Διοικητού να καταρτιστεί κατάλογος των κληρονομικών νομέων… της μπάστινας εκάστου εξ αυτών, ως και πρωτόκολλον του καταρτισμού του τιμήματος μεταξύ αυτών. Κατόπιν ελέγχου θα συσταθεί Συνεταιρισμός Αποκαταστάσεως Καλλιεργητών (Σ.Α.Κ)… εις τον οποίον να συμπεριληφθώσι και εκ των ακτημόνων καλλιεργητών του εν λόγω αγροκτήματος. Στο συμβόλαιο παραχώρησης νομής ιμπλιακίου απαραίτητοι προϋποθέσεις εγκυρότητας: α) Γνωστοί μάρτυρες. β) Οι συμβαλλόμενοι αφ’ ενός η Α. εξοχότης ο κύριος Κίμων Χαλκοκονδύλης Γενικός Διοικητής Ηπείρου και οι… ως εκπροσωπούντες την κοινότητα και αποτελούντες την τριμελήν προσωρινήν επιτροπήν εξαγοράς του εθνικού (ιμπλιακίου) χωρίου… εζήτησαν την σύνταξιν του παρόντος δια του οποίου εδήλωσαν και συνωμολόγησαν τα ακόλουθα… γ) Νόμιμη αίτηση των κατοίκων του εθνικού χωρίου… (τμήματος Μαλακασίου του νομού Ιωαννίνων) και περιγραφή. δ) Γνωμοδότηση του νομογεωπόνου. ε) Πιστοποιητικό οικονομικού εφόρου. στ) Γνωμοδότηση του οικείου Συμβουλίου Εποικισμού. ζ) Η παραχώρηση του εθνικού χωρίου. η) Προσδιορισμός ολικού τιμήματος. Παραχωρείται η νομή του αγροκτήματος τούτου εθνικού χωρίου… Κατέβαλον οι δεύτεροι δραχμάς… «ως προκύπτει εκ του ώδε συνημμένου Γραμματίου παραλαβής του ταμείου…». Διατυπώνονται οι όροι της απόφασης του Υπουργείου Γεωργίας… δηλώνουν οι δεύτεροι των συμβαλλόμενων ότι έχουσι «πλήρη και σαφή γνώσιν… την σύμβασιν ταύτην και άπαντα τα ανωτέρω». Υπεμνήσθη τοις συμβαλλομένοις Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οθωμανική γαιοκτησία

145

η μεταγραφή… Αδιάκοπες προσπάθειες. Εκδίδονται τίτλοι κυριότητας (ταπιά) ιδιοκτησίας από το Υπουργείο Γεωργίας / Διεύθυνση Εποικισμού. Όπως είδα στο Πετροβούνι Ιωαννίνων δηλοποιούνται τα παρακάτω: Παραχωρεί εις τελεία και πλήρη ιδιοκτησία… τας εν τῴ εθνικῴ κτήματι (ιμπλιακίῳ) Πετροβουνίου… της επαρχίας Μαλακασίου γαίας εκ στρεμμάτων… Αναγράφονται τα είδη και τα όρια των παραχωρούμενων εκτάσεων. Αναγράφεται επίσης ο αριθμός του παραχωρητηρίου και το εξοφληθέν τμήμα μπαστίνης σε δραχμές. Το 1931 (μπαστινουχικοί κλήροι: 129)και το 1932 υπογράφονται από τον προϊστάμενο του Γραφείου Εποικισμού του Νομού Ιωαννίνων και θεωρούνται στην Αθήνα από τον αρμόδιο διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας με εντολή υπουργού. Παρατίθεται διπλότυπο είσπραξης του ταμείου Ιωαννίνων δια την έκδοση παραχωρητηρίου. Και σήμερα η μεταβίβαση ακινήτων στις Νέες Χώρες γίνεται με βάση οθωμανικούς τίτλους κυριότητας.

* Ο Αλέξανδρος Ε. Γκορτζής είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός, πρώην Σχολικός Σύμβουλος.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


146

Ελευθέριος Παπακώστας*

Γώ γ ο ς Μ π α κ ό λ α ς : Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς 1 ΜΕΡΟΣ Β΄ Οι παράμετροι Από την πρώτη όμως στιγμή που συναντήθηκαν μεταξύ τους, εκδηλώθηκε έντονη αποστροφή ανάμεσα στα τμήματα που έφερνε μαζί του ο Μαυροκορδάτος και εκείνων που οδηγούσαν τοπικοί ηγέτες, όπως ο Γώγος ο Κουτελίδας, ο Βαρνακιώτης ο ΄Ισκος και άλλοι. «...Η εμφάνιση του αρχηγού με τη στολή του μεγάλου στρατηγού, ενώ δεν είχε λάβει ποτέ μέρος σε καμία μάχη ποτέ στη ζωή του, ο οποίος συνοδευόταν από τους επιτελείς του Ρεμπώ, Ρόδιον και Γκραιγγιάρ, προκάλεσε τα ειρωνικά σχόλια των ευφυέστατων στρατιωτών, που έκαναν θλιβερές προβλέψεις για το μέλλον της εκστρατείας...» Αναφέρει ο Δ. Κόκκινος, στον 3ο τόμο της ιστορίας του για την ελληνική επανάσταση. Αυτό το θλιβερό ανθρωπομάνι που έφερνε στην περιοχή της ΄Αρτας ο ποστέλνικος, όπως αναφέρεται ο Μαυροκορδάτος, δεν έχει καμία σχέση με τη μορφή, αλλά και το ήθος των αρχηγών των επαναστατών όπως είναι ο Γώγος ή ο Βαρνακιώτης . «...Ο Νόρμαν, οπως λέει ο Σιμόπουλος, γύριζε στο στρατόπεδο συνεχώς μεθυσμένος, ενώ οι υπόλοιποι υποβλέπονταν μεταξύ τους, μονομαχούσαν και διήγον μια ζωή έξω από τα ελληνικά ήθη μεθύοντες και χαρτοπαίζοντες και προκαλώντας με τη συμπεριφορά τους κατοίκους της περιοχής, που δε μπορούσαν να φανταστούν ότι οι άνθρωποι αυτοί θα έφερναν την απελευθέρωση της πατρίδας τους....».

1. Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος της ομιλίας του ιστορικού Ελ. Παπακώστα, στην ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στην Άρτα, στην αίθουσα του Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου «Σκουφάς», υπό την αιγίδα του Δήμου Αρταίων, το Σάββατο 9 Απριλίου 2011. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς

147

Αντίθετα οι τοπικοί ηγέτες και ιδιαίτερα ο Γώγος, είχαν τον απεριόριστο σεβασμό των κατοίκων, όπως αναφέρει ο Κώστας Σιμόπουλος: «Ηταν ο αναμφισβήτητος αρχηγός των ατάκτων καίτοι εις μεγάλην ηλικίαν... όχι μόνο για τη σύνεσή του, αλλά γιατί κρατούσε υπό τον έλεγχό του το εμπόριο κρασιού, των υφασμάτων της γαλέτας και του καφέ και είχε εξασφαλίσει και το μονοπώλιο όλων των εμπορευμάτων, που έμπαιναν στην Αιτωλία και Ακαρνανία. Είχε τη δυνατότητα να επηρεάζει ακόμη και τις τιμές των νομισμάτων. ΄Ετσι το βενετσιάνικο τσεκίνι τη μία μέρα ανέβαινε στα είκοσι γρόσια και την άλλη κατέβαινε στα δεκατέσσερα, ανάλογα με τις ιδιοτροπίες του». Δε γνωρίζουμε από πού άντλησε τις πληροφορίες του ο συγκεκριμένος ιστορικός. Είναι όμως αλήθεια ότι ο Γώγος διαθέτει μεγάλη επιφάνεια που του προσδίδει ένα ακόμη μεγαλύτερο κύρος, που του επιτρέπει να συνάπτει ειδικές σχέσεις με τους Τούρκους, τα λεγόμενα καπάκια, που του διασφάλιζαν μια απόλυτη ελευθερία κινήσεων στην περιοχή του. Και είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο Κ. Δεληγιάννης για το Γώγο: «Την επιούσαν της δευτέρας μάχης του Κομποτίου συνήχθημεν άπαντες οι οπλαρχηγοί εις την οικίαν του Μαυροκορδάτου και σκέψεως πολλής και συζητήσεως γενομένης αν πρέπει να μείνωμεν εκεί οχυρωμένοι δια πάσαν προσβολήν του εχθρού ή να απέλθωμεν να καταλάβωμεν το χωρίο Πέτα, ενεκρίθη δια των περισσοτέρων Ρουμελιωτών Οπλαρχηγών εύλογον να απέλθει στην ΄Αρτα ο Γώγος ο οποίος ήτο προσκυνημένος, με το λεγόμενο καπάκι δήθεν και ότι είχε υποταγήν, να ανταμώσει τους εκεί φίλους του να ημπορέσει, με όσους τρόπους δυνηθή, να μάθη τους σκοπούς και το σχέδιον δια το καθ’ ημών κίνημα των Τούρκων». Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όλοι γνώριζαν από τους οπλαρχηγούς, που παρευρέθηκαν στο συμβούλιο του Κομποτίου, ότι ο Γώγος είχε συμφωνίες, καπάκια με τους Τούρκους, γιατί κάτι τέτοιο δεν ήταν έξω από τη λογική της εποχής. Αντίθετα, είχε την απόλυτη κατανόηση όλων. ΄Ηταν μέρος των εμπορικών και κοινωνικών συμφωνιών που έκαναν με τους Τούρκους ή των συμφωνιών που απέβλεπαν στη εκκαθάριση της περιοχής τους από πρόσωπα επικίνδυνα, που υπέβλεπαν είτε τους ίδιους είτε τον Αλή, στην Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


148

Ελευθέριος Παπακώστας

υπηρεσία του οποίου ανήκαν οι περισσότεροι μέχρι τις αρχές του 1822 και δεν μπορούσαν να κατανοήσουν το νόημα του γενικού ξεσηκωμού ξέχωρα από την τύχη του Τεπελενλή. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Γώγος, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει, στην αρχή τουλάχιστον, το νόημα του γενικού ξεσηκωμού ούτε και μπορούσε να δει την επανάσταση να έρχεται από ανθρώπους που δεν είχαν πιάσει ποτέ όπλο στο χέρι τους και: «Είχαν να επιδείξουν το εξής αλλόκοτο: κατέφθασαν γυμνοί (μόνο με το κορμί τους) με μερικές δεκάδες όπλα, λιγοστά χρήματα, αλλά πάνοπλοι σε πολιτικά μέσα και σε ικανότητες να στήσουν έναν εξουσιαστικό μηχανισμό, ο οποίος μάλιστα έθετε σαν πρωταρχικό αίτημα τον έλεγχο των ντόπιων σωμάτων...» Κανένας όμως δε θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τα καπάκια, που ήταν μια συνηθισμένη τακτική ανάμεσα στο επίσημο Τουρκικό κράτος και επιφανείς τοπάρχες του, δεν εντάσσονταν στα αποδεκτά ήθη της εποχής! Και τα εφάρμοσαν πλην του Μπακόλα οι: Ράγκος ΄Ισκος, Βαρνακιώτης, Βαλτινός Καραϊσκάκης, και φυσικά ο Ανδρούτσος. Δεν τον εμπόδισαν όμως οι συμφωνίες αυτές να αντιμετωπίσει τους Τούρκους στην περιοχή της ΄Αρτας από το Μακρυνόρος και τη Λαγγάδα μέχρι το Σταυρό και την Πλάκα, όπου έχει επιτύχει σημαντικές νίκες εναντίον των Τούρκων και να κατορθώνει να συνεχίζει να έχει μαζί τους σχέσεις. Και το παράξενο για τη δική μας λογική είναι να έχει επιτύχει τόσες νίκες εναντίον τους αλλά να τον θεωρούν συνομιλητή τους και να τον δέχονται στην ΄Αρτα, χωρίς να κάνουν μια απόπειρα να τον συλλάβουν, σε μια εποχή μάλιστα που ο Αλή πασάς, με τον οποίο είχε πολύ καλές σχέσεις ήταν νεκρός. Όμως παρά το γεγονός ότι όλα αυτά είναι αντιφατικά και περίεργα μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε ότι ο Γώγος Μπακόλας είναι ένα ικανότατο άτομο, που επιτυγχάνει εκείνο που για το Βρετανό στρατηγό Ουέλιγκτον ήταν αδύνατο. Σημειώνει κάπου: « Θα μπορούσα να διοικήσω σαράντα χιλιάδες ΄Αγγλους αλλά ούτε μία ώρα 500 ΄Ελληνες! Και πρόσθετε: « κάθε ΄Ελληνας είχε τα καπρίτσια του, το θεό του, και έπρεπε να κάνει κανείς δουλειές με αυτούς άλλον να φοβερίζει, άλλον να κολακεύει, κατά τους ανθρώπους». Δε θα ήταν λοιπόν δυνατόν να προδώσει έναν αγώνα, τον οποίο είχε ενισχύσει με κάθε τρόπο από τις αρχές της επανάστασης μέχρι το καλοκαίρι του 1822. «...Ακόμη κι αν δεν είχε πλήρη αντίληψη για την έκταση του αγώνα ούτε κατανοούσε, όπως και πολλοί άλλοι, τους στόχους του ή αντιμετώπιζε το δίλημμα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς

149

με ποιους να πάει, αφού οι φιλικοί δε διέθεταν καμία δύναμη, ήταν υπερόπτες και κομπορρήμονες και αγνοούσαν τα παραδοσιακά ήθη των εντοπίων κατ’ ουσίαν το συνεκτικό δεσμό των πληθυσμών....!», όπως λέει στο βιβλίο του ο Κωστής Παπαγεώργης. Στη συνείδησή του, ακόμη και με την έναρξη της επανάστασης κυριαρχούσε ο στόχος του Αλή, για ένα κράτος μέχρι τη Ναύπακτο, που τον έβλεπε πιο κοντά σ’ αυτό που αισθανόταν και ο ίδιος πιο καλό για τον τόπο αλλά και για τους ΄Ελληνες. Και για να επιτύχει αυτό χρησιμοποιούσε σε όλες τις διοικητικές θέσεις Έλληνες, ενώ η γλώσσα της διπλωματίας του ήταν η ελληνική, ενώ παράλληλα ενίσχυσε τη διάδοση των γραμμάτων και του εμπορίου με αποτέλεσμα να γίνουν τα Ιωάννινα ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά και πνευματικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά το θάνατό του Αλή στις αρχές του 1822 κι όταν πια έγιναν φανεροί οι στόχοι της επανάστασης, παρά τις σχέσεις που εξακολούθησε να διατηρεί με τους Τούρκους, σε καμία περίπτωση δε θα δέχονταν να προδώσει τους δικούς του, ακόμη κι αν δεν πίστευε στην ιδέα της επανάστασης, όπως αυτή είχε φτάσει από το Μαυροκορδάτο και τους ομοίους του στην ΄Ηπειρο. Γιατί μέχρι τη στιγμή αυτή ο Γώγος ήταν ο βασικός παράγοντας, ο οποίος εμπόδισε τη διέλευση των Στενών του Μακρυνόρους και την ενίσχυση των Τούρκων στη Δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Πάντως, προκαλεί μεγάλη εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο ο Μαυροκορδάτος και εκείνοι που τον περιβάλλουν, σκέπτονταν να ενισχύσουν την επανάσταση στην περιοχή. ΄Ολοι αυτοί οι Φιλέλληνες που ήρθαν μαζί του, εκτός από τους τακτικούς του Πανά και τους Κεφαλλήνες, ήταν ξένοι που δεν ήξεραν να πολεμήσουν, σύμφωνα με την αντίληψη των κλεφτών, δηλαδή σε κλεφτοπόλεμο. Γενναίοι στο έπακρο, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τη λογική ούτε του Γώγου ούτε των άλλων οπλαρχηγών, οι οποίοι δέχτηκαν την παρουσία τους στην περιοχή με ευχαρίστηση. Πολύ σύντομα όμως αναπτύχθηκε μεταξύ τους έντονη αντιπάθεια, η οποία είχε ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος των ανεξάρτητων οπλαρχηγών της περιοχής να εγκαταλείψουν το ελληνικό στράτευμα.΄Ετσι, από τέσσερες χιλιάδες άνδρες που διέθετε συνολικά το ελληνικό στράτευμα, όταν έφθασε στην ΄Ηπειρο ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, να περιοριστεί σε λιγότερους από δύο χιλιάδες. Δε χρειάζεται να είναι στρατιωτικός για να αντιληφθεί και ο απλός μελετητής των γεγονότων ότι μια τέτοια τακτική η οποία δε λαμβάνει υπόψη τον Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


150

Ελευθέριος Παπακώστας

τόπο, το πνεύμα των ανθρώπων, οι οποίοι κατοικούν αυτόν τον τόπο, τις συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων διαμορφώνεται το γεγονός αυτό αλλά και τις πολεμικές του συνήθειες, είναι καταδικασμένη στην αποτυχία. Και ο Γώγος, ο οποίος διάγει ήδη το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του και είναι πενήντα χρόνια κλέφτης και αρχηγός του αρματολικιού από το 1803-1804, θεωρεί ότι κάτι τέτοιο είναι τρέλα. Και δεν το βλέπουν μόνο αυτός αλλά και όλοι εκείνοι οι κλεφτοκαπεταναίοι, οι οποίοι παίρνουν μέρος στη σύγκρουση. Γι’ αυτό και ο Καραϊσκάκης με τον Κουτελίδα και το Γενναίο Κολοκοτρώνη, μετά τη σύσκεψη που έγινε στο Πέτα έφυγαν, ο πρώτος για τη Σκουληκαριά και ύστερα για τα ΄Αγραφα, ο Κουτελίδας για τα Τζουμέρκα και ο Κολοκοτρώνης για την Πελοπόννησο. Ως άμεσο αποτέλεσμα αυτής της οξείας αντιπαράθεσης και αντιπάθειας που δημιουργήθηκε μεταξύ του Σώματος των Φιλελλήνων και των Οπλαρχηγών όλης της περιοχής ήταν να περιθωριοποιήσουν οι τακτικοί και οι Φιλέλληνες τα κλέφτικα Σώματα και να τα τοποθετήσουν στις κορυφές των λόφων που περιβάλλουν το Πέτα, αποφασίζοντας να κάνουν μάχη εκ παρατάξεως με τους Τούρκους. Το κλίμα ανάμεσα στους επικεφαλής των τμημάτων ήταν πολύ εχθρικό. Οι Φιλέλληνες θεωρούσαν άξεστους τους ΄Ελληνες μαχητές και άσχετους με την πραγματική μάχη και ούτε διανοούνταν να δεχτούν υποδείξεις για τον τρόπο που θα έκαναν τη μάχη. Όταν μάλιστα ο Γώγος Μπακόλας τους είπε ότι θα έπρεπε να κάνουν ταμπούρια για να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους, εκείνοι του απάντησαν περιφρονητικά ότι ταμπούρια έχουν τα στήθη τους και ότι γνωρίζουν κι εκείνοι να πολεμούν. Και τόσο πολύ βάρυνε το κλίμα της καχυποψίας μεταξύ τους και της αντιπάθειας, ώστε οι κάτοικοι της περιοχής να δείξουν πλήρη αδιαφορία για όλους αυτούς τους ξένους που ήρθαν με το Μαυροκορδάτο. Γι’ αυτό και όταν την παραμονή της μάχης τους ζητήθηκε να πάρουν φτιάρια και κασμάδες για να ανοίξουν τάφρους για να βοηθήσουν τη μάχη που θα εξελίσσονταν πολύ σκληρή, όπως φαίνονταν από τον αριθμό των τουρκικών στρατευμάτων, κανένας δεν εμφανίστηκε να βοηθήσει. Δε θεωρούσαν αυτό τον πόλεμο δικό τους. Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβαν όλοι, ακόμη και οι ξένοι Φιλέλληνες, πόσο δίκαιο είχε ο γηραιός πολεμιστής. Αλλά το δυσάρεστο ήταν ότι δεν υπήρχε εκείνος ο αρχηγός που θα γεφύρωνε το χάσμα ανάμεσα στα δύο ουσιαστικά στρατόπεδα, που πολεμούσαν τους Τούρκους. Κι αυτό για τον Μπακόλα ήταν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς

151

απαράδεκτο, γιατί έβλεπε ότι ο αγώνας ήταν εξαιρετικά δύσκολος, απέναντι σε τόσες εχθρικές δυνάμεις και από την άλλη ότι όλη η περιοχή στην οποία θα αναγκάζονταν να δώσει τη μάχη ήταν η δική του περιοχή, το δικό του αρματολίκι. Δεν είπε όμως τίποτε και δέχτηκε να πιάσει το ύψωμα της Κορακοφωλιάς, όπως καθόρισαν οι Οπλαρχηγοί στο συμβούλιο που έγινε πριν από τη μάχη, το οποίο μάλιστα ήταν και το πιο επικίνδυνο, γιατί ήταν στο μέρος που θα αντιμετώπιζαν πρώτοι τους Τούρκους, που θα έρχονταν από τα νώτα. Γιατί γνώριζαν καλά ότι οι Οκτακόσιοι τουρκαλβανοί που είχαν επιστρέψει από την Πλάκα από εκεί θα προσπαθούσαν να πλαγιοκοπήσουν τις ελληνικές δυνάμεις . Μαζί του όμως ήταν και όλες οι δυνάμεις που διέθετε και οι οποίες κατά κύριο λόγο προέρχονταν από το αρματολίκι του και με τους οποίους είχε ως επί το πλείστον συγγενικές σχέσεις . Ανάμεσα σ’ αυτούς όλους ήταν και τα δυο παιδιά του που έκοψαν τη μεγάλη δύναμη των Τούρκων που έρχονταν από τα νώτα από το ποτάμι, αφού είχαν κάνει πράγματι κυκλωτική κίνηση για να βρεθούν πίσω από το σώμα των τακτικών και τους φιλέλληνες. ΄Ηταν επομένως αδύνατο να σηκωθεί και να φύγει αφήνοντας στο πεδίο της μάχης τους δικούς του ανθρώπους, γιατί σε όλη του τη ζωή αυτούς προστάτευε. Όταν όμως τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ και κινδύνευαν οι δικοί του, τότε κινήθηκε από την Κορακοφωλιά να τους βοηθήσει, αφήνοντας στην κορυφή δέκα δικούς του και το άλογό του. Και είναι αλήθεια ότι οι τουρκικές δυνάμεις ήταν πολλαπλάσιες και ήταν αδύνατο να τις αντιμετωπίσουν αμέσως και να επιστρέψουν πάλι στην καθορισμένη θέση. Αυτή ακριβώς την απουσία από τη συγκεκριμένη θέση φαίνεται ότι εκμεταλλεύτηκαν οι Τούρκοι της εμπροστοφυλακής με τα δεκαεννιά μπαϊράκια τους, που προκάλεσαν την φυγή όλων των κλέφτικων σωμάτων από τις θέσεις τους χωρίς μάλιστα ούτε να τουφεκίσουν. Γιατί όπως λέει στο βιβλίου του ο Δημήτρης Καρατζένης... «Αν ήθελαν να πολεμήσουν αυτούς τους λίγους Τούρκους οι άλλοι οπλαρχηγοί, θα τους εξόντωναν σε λίγη ώρα. Δεν ήθελαν όμως να το κάνουν και φωνάζοντας μπαμπεσιά έφυγαν τρέχοντας προς το Κομπότι και τη Λαγγάδα, αφήνοντας όλο το στρατό στην τύχη του και στο Μπακόλα την κατακραυγή.... Μάταια ο Μάρκος Μπότσαρης, που βρίσκονταν σε μικρή απόσταση προσπάθησε να συγκρατήσει τα τμήματα των επαναστατών, που τράπηκαν χωρίς να ρίξουν ούτε ένα πυροβολισμό σε φυγή. Εγκαταλείφθηκε όμως από τους άντρες Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


152

Ελευθέριος Παπακώστας

του και αναγκάστηκε στο τέλος να φύγει και ο ίδιος για να μη συλληφθεί αιχμάλωτος...» Ο Ερρίκος Τράϊμπερ που συμμετείχε στη μάχη του Πέτα γράφει στο ημερολόγιό του. «...Οι υπόλοιποι του Γώγου και του Βαρνακιώτη υποχωρούν χωρίς να ρίξουν ούτε μία τουφεκιά». Και συνεχίζει: Η Δευτέρα γραμμή των ατάκτων, απρόθυμος εξ αρχής να συμβάλη εις την άμυνα του στρατοπέδου και την ενίσχυσιν των τακτικών, αιφνιδιασθείσα εκ της εμφανίσεως της εμπροσθοφυλακής εις την πλησίον ράχην της κορυφογραμμής χωρίς θέλησιν να ανακτήση την ψυχραιμίαν της, εύρεν διέξοδον εις τας προθέσεις της, να μη πολεμήση δια τα σχέδια του Μαυροκορδάτου και επροτίμησε να εγκαταλείψη την θέσιν της.» Πάντως, η εχθρική εμπροσθοφυλακή είτε από 19 μπαϊράκια αποτελούνταν, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο Βαρνακιώτης, είτε από ογδόντα, θα μπορούσε να ανατραπεί πολύ γρήγορα και να διασκορπιστούν οι άντρες της αν οι ΄Ελληνες, που βρίσκονταν δίπλα στο Γώγο και κυρίως ο Βαρνακιώτης επετίθεντο στη δύναμη αυτή. ΄Ηταν τόσο μικρή δύναμη, ώστε να μη δικαιολογείται πανικός . Κι εδώ η βασική αντίληψη που επικράτησε ήταν ότι δε θέλησαν να πολεμήσουν... Πάντως, όταν αρκετή ώρα αργότερα είχε σπάσει το μέτωπο και οι Φιλέλληνες, οι οποίοι άτακτα υποχωρούσαν προς τα ανατολικά για να σωθούν, κινδύνευαν να κατασφαγούν από τους Τούρκους, η εμφάνιση του Γώγου ήταν εκείνη που τους έσωσε, συνοδεύοντάς τους μάλιστα μέχρι το στρατόπεδο στη Λαγγάδα. «...Την σύγχυσιν, όπως γράφει ο Σπ. Τρικούπης τ. Β σελ. 282, ακούει ο δια της κορυφογραμμής του χωρίου, εις μικράν από αυτούς απόστασιν τελευταίος οπισθοχωρών εκ των ατάκτων Γώγος Μπακόλας, όστις επεμβαίνει εις τον αγώνα και λαμβάνων θέσιν μάχης δια πυροβολισμών, κατορθώνει να κρατήσει το ιππικόν εις απόστασιν και ούτω ηδυνήθησαν να διασωθούν οι λίγοι διασωθέντες εκ του λόχου των Φιλελλήνων...» Η αιφνίδια επομένως εμφάνιση του Γώγου Μπακόλα, που βρίσκεται στο πεδίο της μάχης και υποχωρεί τελευταίος από αυτό, και τινων οπαδών του, όταν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς

153

πλέον το αποτέλεσμα της μάχης έχει κριθεί, συνετέλεσε ώστε να σωθούν οι αποκλεισθέντες από το τουρκικό ιππικό τελευταίοι εναπομείναντες είκοσι πέντε Φιλέλληνες από τους οποίους οι 18 ξένης εθνικότητας και οι επτά ΄Ελληνες του εξωτερικού. Και σημειώνει: «ετυφέκισαν όλοι αυτοί δια μιας τους καταδιώκοντας και ελύτρωσαν τους καταδιωκομένους». Για το ίδιο θέμα ο Γερβίνος γράφει στον Α΄ τόμο της Ιστορίας του: «...μέρος μόνον αυτών το οποίον υποχώρησε προς τα όρη εσώθη δια του πυρός των οπαδών του Γώγου Μπακόλα...» Αλλά και οι ιστοριογράφοι που είναι προκατειλημμένοι εναντίον του Γώγου, όπως ο Σπηλιάδης ο Ρεϊμπώ και ο ΄Ελστερ, δέχονται τη σωτήρια επέμβαση του Γώγου για τη διάσωση των Φιλελλήνων, γράφουν: «...Εκ των Φιλελλήνων διεσώθησαν όσοι ηδυνήθησαν να φθάσουν εις τα κρημνώση πλάγια του όρους όπου ήταν ο Γώγος. Υποτίθεται κατά χριστιανικόν αίσθημα κινούμενοι κι όχι κατά θέλησιν του αρχηγού των...» Ο Μπάμπης ΄Αννινος, που ασχολείται με το ίδιο θέμα και απαντών εις αυτά τας κρίσεις, σημειώνει: «Πρέπει να ρηθεί όμως ότι την υπόθεσιν των καταδιωκομένων υπό των θρασέων εχθρών επροστάτευσεν ο Γώγος, αναφανείς αιφνιδίως μετά του σώματός του είς τι κατά τη θέσιν Σταυρός ύψωμα και ανακόψας δια σφοδρού πυρός την καταδίωξιν...» Τέλος, την άποψη αυτή δέχεται και ο Ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος στην περίφημη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, ο οποίος σημειώνει : «Και ουδείς θα εσώζετο και θα κατεστρέφοντο όλοι εάν όταν επερνούσαν από μια κρημνώδη διάβασιν της θέσεως Σταυρού δεν είχε φθάσει μέχρι της κορυφής του υψώματος εκείνου ο Γώγος με ολίγους άνδρας, ο οποίος με πυροβολισμούς κατά των Τούρκων τους ηνάγκασε να απομακρυνθούν εκείθεν και διευκόλυνε την οπισθοχώρησιν των καταδιωκομένων». Ο αγωνιστής Χρήστος Βυζαντίου, που πήρε μέρος στη μάχη σε ηλικία 17 χρονών, γράφει: Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


154

Ελευθέριος Παπακώστας

«Το δεύτερον εχθρικόν σώμα επορεύθη αριστερόθεν προς το Μετώπιον, ίνα διέλθει δια της εκεί στενωπού και υπερφαλαγγίσει το ελληνικόν στρατόπεδον, αλλά αποκρουσθέν και εκείνο παρά των εκεί διαμενόντων ατάκτων στρατευμάτων, απεσύρθη αφήσαν πολλούς νεκρούς εις το πεδίον. Απόσπασμα όμως εχθρικόν συγκείμενον εξ 80 περίπου Τουρκαλβανών καταδιωκομένων υπό των Ελλήνων, ζητούν καταφύγιον δια να σωθούν και διαλαθόν της προσοχής των ελληνικών στρατευμάτων, φθάνει εις την κορυφήν λόφου, όπισθεν των ελληνικών θέσεων... Το απροσδόκητον τούτο γεγονός ιδόντες τινες των ατάκτων και εκλαβόντες ότι προδόθησαν παρά του Γώγου ήρχισαν να λιποτακτούν...» Ο Σουλιώτης Λάμπρος Κουτσονίκας, που ήταν με το σώμα του Μάρκου Μπότσαρη στη μάχη, τονίζει: «Ο Γώγος άφησε την πρωτοφυλακή του εχθρού να διέλθει ανεπηρεάστως, συγκειμένη εξ 80 όπου ήσαν όλοι σημαιοφόροι, οι δε παρακολουθούντες έπεσαν εις τους περί του Γώγου, αλλά τους απέκρουσαν και κατεδίωξαν οι ΄Ελληνες, η δε εμπροσθοφυλακή αύτη καταδιωχθείσα ανέβη τα υψώματα και μη δυναμένη να ενωθεί με τους ιδικούς της έπεσε κάτω όπισθεν του χωρίου, μη ευρόντες ουδεμίαν προφύλαξιν όθεν και ήνοιξαν τας σημαίας, οι ΄Ελληνες ιδόντες τούτο και νομίσαντες ότι ο Γώγος άφησε την θέσιν του εις τους εχθρούς διεσκορπίσθησαν...» Ανεξάρτητα, πάντως, από τις κατηγορίες που του αποδίδουν για εγκατάλειψη της θέσης του ή προδοσία στους Τούρκους ένα είναι σίγουρο. Ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος, ο Γώγος δηλαδή, ήταν εκεί! Δεν είχε εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης και η εμφάνισή του ήταν εκείνη που εμπόδισε το τουρκικό ιππικό να εξουδετερώσει το τελευταίο τμήμα των Φιλελλήνων. Δεν έχει καμία σημασία αν τους Φιλέλληνες τους συμπαθούσε ή τους αντιπαθούσε. Εκείνο που προέχει είναι ότι στην ώρα της μάχης βρίσκονταν εκεί, όταν όλοι οι άλλοι που αποτελούσαν τη δεύτερη γραμμή άμυνας του ελληνικού στρατεύματος είχαν εγκαταλείψει τη θέση τους. Κανένας όμως δε βρέθηκε να τον κατηγορήσει. Και πολύ περισσότερο ο Μάρκος Μπότσαρης που ήταν ο πιο πιστός άνθρωπος του Μαυροκορδάτου στην ΄Ηπειρο και μέγιστος εχθρός του Μπακόλα . Και ίσως όχι αδικαιολόγητα! Ο ίδιος ο Γώγος δεν αισθάνονταν όμως ότι είχε διαπράξει κανένα αδίκημα και καμία παράλειψη! Γι’ αυτό και δε δίστασε να πάει στο στρατόπεδο στη ΛαγΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς

155

γάδα αμέσως μετά τη μάχη και να εξηγήσει ο ίδιος στο Μαυροκορδάτο τι είχε συμβεί. Και το έκανε με απόλυτη ειλικρίνεια γι’αυτό και ο Μαυροκορδάτος δεν διατύπωσε καμία κατηγορία εις βάρος του. Όμως το κλίμα ήταν πολύ αρνητικό εις βάρος του και πολλές κατηγορίες διατυπώνονταν εναντίον του, χωρίς να λάβουν υπόψη τον αγώνα που έκανε στα εβδομήντα χρόνια του. Γι’ αυτό και ο ίδιος αποσύρθηκε στη Σκουληκαριά, μακριά από όλους και από όλα. Αλλωστε ο κόσμος γι’ αυτόν άλλαζε και καταλάβαινε ότι σ’ αυτόν τον κόσμο ο ίδιος δεν είχε καμία θέση. Ισως μάλιστα να έλεγε κανείς ότι πιο πολύ εμπιστεύονταν Αρβανίτες, που είχαν τη λεβεντιά του Ομέρ Βρυώνη, παρά την αθλιότητα της πολιτικής ενός Μαυροκορδάτου, που δε δίστασε να εκθέσει αγωνιστές που είχαν πάρει τα όπλα στα χέρια τους πάνω από πενήντα χρόνια . Και με πόνο ψυχής όπως θα εξομολογηθεί την επόμενη χρονιά που θα συναντηθεί με τον Κασομούλη στην Αγία Παρασκευή της Σκουληκαριάς, αναγκάστηκε να υπογράψει ένα ψευτοκάπακο με τους Τούρκους για να συμμάξει τη φτώχεια στα καλύβια της . Αναζητώντας την απήχηση της μάχης του Πέτα και την επελθούσα καταστροφή αναζήτησα όλες τις πηγές μέσω των οποίων θα μπορούσε ο καλόπιστος ακροατής ή μελετητής να βγάλει τα προσωπικά του συμπεράσματα, για το ρόλο του Γώγου Μπακόλα κατά τη μάχη του Πέτα και τα γεγονότα που ακολούθησαν. Επικαλούμαι προς τούτο όχι μόνο τα Απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821 οι οποίοι παραβρέθηκαν στη μάχη του Πέτα αλλά και την προσωπική αλληλογραφία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου με τον ίδιο το Γώγο Μπακόλα, τον οποίο ο ίδιος χρησιμοποίησε, προκειμένου να διευκολύνει τις πολεμικές επιχειρήσεις στη Δυτική Ελλάδα μετά τη μάχη, αλλά και βιβλία που αναφέρονται στο ρόλο του Μπακόλα. Το βιβλίο του Δημήτρη Καρατζένη, έκδ.1977 από τις εκδόσεις της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών. Το βιβλίο του Νίκου Ντασκαγιάννη από τις εκδόσεις «Άπειρος Χώρα» Το βιβλίο του Γ. Παπαγεώργη «Τα καπάκια», Την Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του Δ. Κόκκινου, Την Ιστορία του Ελληνικού ΄Εθνους, της Εκδοτικής Αθηνών. Την Ιστορία της ελληνικής Επανάστασης του Σ.Τρικούπη. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


156

Ελευθέριος Παπακώστας

Το Αρχείο Μαυροκορδάτου καθώς και δεκάδες άλλες αναφορές που αφορούν τη μάχη του Πέτα. Από όλες αυτές τις πηγές προκύπτει ότι και μετά τη μάχη ο Μαυροκορδάτος δε διακόπτει τις σχέσεις του με το Γώγο Μπακόλα, παρά το καπάκι που έχει υπογράψει με τους Τούρκους. Γιατί και όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά στην περιοχή της Λαγγάδας ο Γώγος είχε υπογράψει, ως συνήθως, καπάκι με τους Τούρκους. Κι αυτό το χρησιμοποίησε ο Μαυροκορδάτος για να πληροφορείται ότι τον ενδιέφερε ή να εξασφαλίζει τη βοήθεια που μπορούσε να έχει ο Γώγος από τους Τούρκους. Αλληλογραφεί μαζί του, του στέλνει πολεμοφόδια, του ζητεί συνεχώς πληροφορίες για την κίνηση του τουρκικού στρατού, «ωσάν να μη συμβαίνει τίποτε, το οποίον να διετάραττε την σχέσιν των» (Δ.Κόκκινος). Απέφυγε όμως να τον αποκαταστήσει, γιατί κατά τινα τρόπον έπρεπε να δικαιολογηθεί η αποτυχία στο Πέτα. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή του Μαυροκορδάτου στο Γώγο στις 9 Σεπτεμβρίου 1822, δηλαδή δύο μήνες μετά την καταστροφή στο Πέτα. «Προς καπετάν Γώγο Μπακόλα Οσάκις ενθυμούμαι τους κατοίκους του Βιλαετίου σας, οίτινες ευρίσκονται ακόμη υπό τον τουρκικόν ζυγόν, αισθάνομαι μια λύπην ανέκφραστον. Από τας κόπιας διαφόρων ειδήσεων βλέπεις ότι η ελευθερία μας πλησιάζει και ότι δε συμφέρει το βιλαέτι σου να μην είναι σηκωμένο εις τα άρματα, διότι αύτη η ελευθερία εννοείται για εκείνους οι οποίοι έλαβον τα όπλα. Δια να μη χάσουν οι χριστιανοί τόσας θυσίας όπου υπέφεραν, σε συμβουλεύω συμφώνησε με τον καπετάν Κουτελίδαν και τον Στορνάρην να είσθε έτοιμοι...» Την ίδια μέρα, από το Αιτωλικό, ο Μαυροκορδάτος στέλνει άλλες δύο επιστολές προς τον Κουτελίδα και το Στορνάρη. Και τις τρεις επιστολές τις στέλνει στο Βαρνακιώτη, άλλον οπλαρχηγό που κατεδίωξε ο Μαυροκορδάτος μέχρις εσχάτων, για να φροντίσει για την αποστολή τους. Του Γράφει: «Γενναιότατε στρατηγέ. Περικλείω τρία γράμματα τα οποία εστοχάστηκα αναγκαία να γραφούν εις τους καπεταναίους Γώγον, Κουτελίδαν και Στορνάρην, όθεν αφού τα διαβάσεις διηύθυνέ τα προς τον καπετάν Γώγον δια να τα στείλη τα άλλα δύο. Γράψε και η γενναιότης σου προς τους ιδίους τα δέοντα εάν το στοχάζεσαι αναγκαίον». Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς

157

Ο Ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος στην Ιστορία του αναφέρει: «Από την επιστολήν αυτήν προς τον Γώγον πληροφορούμεθα επίσης περί του πόσο λίγο θεωρεί ο Μαυροκορδάτος τον Γώγον προδότην και μετά την προσχώρησίν του εις τους Τούρκους, αφού του έγραφε δια να του ζητήσει προφανώς την μυστικήν σύμπραξιν και την εξυπηρέτησιν του Ελληνικού αγώνος». Λίγο αργότερα, ο Μαυροκορδάτος φοβούμενος τις επαφές του Βαρνακιώτη με τον Ομέρ Βρυώνη γράφει επιστολή στο Γώγο ελεύθερα ως φίλον και σύμμαχον: «Προς καπετάν Γώγον Να συμβουλεύσης τους γείτονας σου Καπετάνους του Κάρλελι να μη φέρωνται κατ’ αυτόν τον τρόπον, οπού ζητούν να προσκυνήσουν και να πάρουν τον κόσμον εις τον λαιμόν τους και ότι είναι καιρός να εξαλείψεις την ντροπήν οπού εις τα φόγια (εις τα μάτια του κόσμου) έκανες, διατί επροσκύνησες τους Τούρκους». Στις 24 Σεπτεμβρίου 1822, από το Αιτωλικό, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος γράφει και νέο γράμμα στο Γώγο, με το οποίο: «του ζητεί να κάνει τα πάντα προκειμένου να αποτρέψει τους οπλαρχηγούς του Βάλτου να κάνουν το ολίσθημα της συνεργασίας με τον Ομέρ Βρυώνη» (Αρχείο Μαυροκορδάτου). Και αυτή η επιστολή αυτή είναι όχι απλά ενδεικτική, γράφει πάλι ο Διονύσιος Κόκκινος, αλλά αποδεικτική περί του πόσο λίγο θεωρεί ο Μαυροκορδάτος υπεύθυνο το Γώγο για τα γεγονότα του Πέτα και κυρίως για την προδοσία. Την ίδια μέρα και πάλι από το Αιτωλικό, στέλνει επιστολή προς τον Ανδρέα ΄Ισκο : «Πρέπει και οι Βαλτινοί να συνδράμουν εις αυτήν την περίστασιν και εις τον Γώγον να δώσεις είδησιν, όπου εν καιρώ χρείας και αυτός να βοηθήσει». Αλλά δεν είναι μόνο αυτές οι επιστολές του Μαυροκορδάτου. Υπάρχουν επιστολές του ίδιου του Γώγου προς το Γιάννη Ράγκο, όπου τον πληροφορεί για τις κινήσεις των Τούρκων στο Μακρυνόρος, στέλνοντας μάλιστα την επιστολή με Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


158

Ελευθέριος Παπακώστας

το γιο του Δημήτρη, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ράγκος, στην επιστολή του προς το Βαρνακιώτη στις 12 Αυγούστου 1822. Αλλά αποκαλυπτική και για το πόσο λίγο θεωρεί αξιόπιστα τα καπάκια, που υπογράφονται ανάμεσα στου Τούρκους και τους ΄Ελληνες, είναι η επιστολή την οποία στέλνει στους κατοίκους της Σκουληκαριάς ο ίδιος ο Χουρσήτ Πασάς μετά την υπογραφή του τελευταίου καπακιού, λίγον καιρό μετά τη μάχη του Πέτα. Γράφει συγκεκριμένα: «...Σας φανερώνω ότι σεις γίνατε δύο φορές χαγίνηδες και είναι επτά μήνες όπου σας έδωσα το ράϊ μου ...Εσάς πάλι σας εσήκωσεν ο θεός τη γνώση και εγινήκατε χαγίνηδες για Τρίτη φορά, αλησμονώντας τα έως τώρα φερσίματά σας. ΄Οθεν όταν σταθήτε πιστοί ραγιάδες, καθώς οι όρκοι σας, όχι μόνο σας συγχωρούνται τα έως τώρα καμπαέτια σας, αλλά θέλει είστε βοηθημένοι και απαιτημένοι από εμέ και από όλη την Τουρκιά και θέλετε ζήσει ήσυχοι στα σπίτια σας με τις φαμίλιες σας!» Επίλογος Γίνεται, επομένως, κατανοητό ότι ακόμη και για το Μαυροκορδάτο, τον άνθρωπο που σχεδίασε την εκστρατεία στην ΄Ηπειρο και προκάλεσε αυτό τον όλεθρο στους ΄Ελληνες αλλά και για πολλούς Φιλέλληνες, ο Γώγος δεν ήταν προδότης. Γι’ αυτό και επικαλείται τη βοήθειά του σε κρίσιμες περιόδους για την επανάσταση στη Δυτική Ελλάδα. Το δυστύχημα στην υπόθεση αυτή ήταν ότι ο Γώγος την επόμενη χρονιά θα πεθάνει και δε θα μπορέσει να ξεπλύνει τη ντροπή που τον βάρυνε για ένα γεγονός που δεν προκάλεσε. Μπορεί να έγινε η ρήξη της παράταξης από τη δική του πλευρά, όμως αυτό δεν έγινε επειδή εγκατέλειψε τη θέση του ή πολύ περισσότερο πρόδωσε. ΄Ηταν ο τελευταίος που εγκατέλειψε τη θέση του και εκείνος που έσωσε τα τελευταία υπολείμματα των Φιλελλήνων, οδηγώντας τα στη Λαγγάδα. Σ’ αυτό συμφωνούν όλες οι πηγές. Είτε προέρχονται από ΄Ελληνες είτε από ξένους και αναφέρονται διεξοδικά στη μάχη του Πέτα. Και εδώ είναι το άδικο. Γιατί ποτέ κανένας δεν κατηγόρησε τον Καραϊσκάκη, το Γενναίο Κολοκοτρώνη ή τον Κουτελίδα, που εγκατέλειψαν το ελληνικό στρατόπεδο την παραμονή της μάχης, επειδή δε συμφωνούσαν με το σχέδιο με το οποίο θα αντιμετώπιζαν τις τουρκικές δυνάμεις . Κανένας δεν κατηγόρησε το Μπότσαρη, το Βλαχόπουλο και το Βαρνακιώτη, που υποχώρησαν από τη θέση τους και έφυγαν προς τη Λαγγάδα, ενώ θα μποΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς

159

ρούσαν να ανατρέψουν την κατάσταση, εκμηδενίζοντας το σώμα των ΤουρκοΑλβανών που βρέθηκε στην κορυφή της Κορακοφωλιάς, «διαλαθόν της προσοχής των Ελλήνων που εμάχοντο σε μικρή απόσταση από το σημείο». Και το τονίζω αυτό το εμάχοντο, γιατί αυτό αφορούσε αποκλειστικά και μόνο το Γώγο και τους ανθρώπους του. ΄Οσους τελικά κατόρθωσε να συγκεντρώσει μέσα στην ταραχή της μάχης. Κανένας δεν κατηγόρησε τους δύο χιλιάδες περίπου μαχητές που δε δέχτηκαν να πολεμήσουν στο Πέτα. Γιατί ο Μαυροκορδάτος, όταν έφτασε στην περιοχή, διέθετε περίπου 3500 άνδρες, ενώ στη μάχη του Πέτα παρευρίσκονταν περίπου 1480 άνδρες, από τους οποίους συνεπλάκησαν με τους Τούρκους περίπου οκτακόσιοι, με αυτούς του Μπακόλα. ΄Ολοι οι άλλοι απείχαν. Κανένας, επίσης, δεν κατηγόρησε τους κατοίκους της περιοχής που αρνήθηκαν να πάνε με φτιάρια να σκάψουν τα χαρακώματα, την παραμονή της μάχης, που έκανε πάρα πολλή ζέστη, γιατί κανένας δεν πίστευε ότι ο αγώνας αυτός ήταν δικός του ή ότι είχε έστω και στοιχειώδεις πιθανότητες επιτυχίας. Είχαν να προστατέψουν τις οικογένειές τους. Γι’ αυτό και έφυγαν όλοι, εκτός από ελάχιστους. ΄Ηταν το μόνο που μπορούσαν να κάνουν. Δε μένει παρά να πάρει την ευθύνη η επίσημη πολιτεία και ο νομός της ΄Αρτας για την αποκατάσταση αυτής της πραγματικά ηρωικής μορφής. Έτσι ένα άδικο στίγμα θα εξαλειφθεί και ο αγώνας του συγκεκριμένου ανθρώπου θα βρει τη δικαίωσή του.

* Ο Ελ. Παπακώστας είναι Φιλόλογος-Ιστορικός.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


160

Βασίλειος Ν. Ψωράκης*

Η απ ελ ε υ θ έρ ω σ η των Τζο υμέρ κων από το υ ς Το ύρ κο υ ς και η ε ξαγ ορ ά το υ Αθ αμαν ί ο υ κ αι Κάτω Αθ αμαν ί ο υ από τον Μεγ ά λο Τσ ι φλικά Κων σ ταν τίν ο Καρ απάν ο

Μ

ε την Εθνεγερσία του 1821 και μετά από αιματηρές θυσίες, οι Έλληνες κατόρθωσαν να αποτινάξουν τον Τουρκικό ζυγό και το 1828 πέτυχαν την αναγνώριση από τις Μεγάλες Δυνάμεις του Ελληνικού Κράτους. Δυστυχώς όμως η οριοθέτηση των συνόρων άφησε την Ήπειρο και σχεδόν το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας στην κυριαρχία και κατοχή της Τουρκίας. Οι Ηπειρώτες δεν απελπίστηκαν, αλλά συνέχισαν τον αγώνα έως ότου το 1881 με την παρέμβαση του φιλέλληνα πρωθυπουργού της Αγγλίας Γλάδστωνα, οι Μεγάλες Δυνάμεις, δηλ. η Αγγλία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ρωσία, σε αλλεπάλληλες συναντήσεις και διαβουλεύσεις κατόρθωσαν να πείσουν την Τουρκία να παραχωρήσει στην Ελλάδα την Θεσσαλία και ένα τμήμα της Ηπείρου. Έτσι, η Άρτα και τα χωριά των Τζουμέρκων προσαρτήθηκαν και περιήλθαν στην Ελλάδα.1 Στις 20 Ιουνίου 1881, με πρωθυπουργό της Ελλάδας τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, υπεγράφη Ελληνοτουρκική συμφωνία της οποίας τα 18 άρθρα αναφέρονταν με λεπτομέρεια σε ό,τι είχε σχέση με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και τμήμα της Ηπείρου στην Ελλάδα. Τα χωριά των Τζουμέρκων που παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα ήταν: Άγναντα, Κουσοβίτσα (νυν Κτιστάδες), Ραφταναίοι, Σκλούπου (Μηλέα), Κουκουλίτσα (Κουκούλια), Γρετσίστα (Γραικικόν), Γουριανά, Σχωρέτσιανα (Καταράκτης), Μικροσπηλιά, Ράμια, Λεπιανά, Πράμαντα, Μελισσουργοί, Βουλγαρέλι, Θεοδώριανα, Λουψίστα (Αθαμάνιο-κάτω Αθαμάνιο), Μήγερι (Τετράκωμο), Μπούγα (Ανεμοράχη), Καλεντίνη, Χώσεψη (Κυψέλη) Νησίστα (Κεντρικόν), Πιστιανά (Δίστρατον), Καλαρύται, Ματσούκι.2 (Οι εντός των παρενθέσεων ονομασίες είναι τα νέα ονόματα ορισμένων χωριών των Τζουμέρκων). Οι Τούρκοι όμως που είχαν στην Κατοχή και ιδιοκτησία τους αυτές τις περιοχές και τα χωριά, είχαν ήδη προλάβει να τα πωλήσουν σε πλούσιους Έλληνες, 1. Ηπειρωτική Εστία, τ.161 (σ.633), τ.164 (σ.785), τ.165 (σ.12), τ.166 (σ.113) και Εφημερίδα Αγροτικός Αγών. 2. Περιοδικό Σκουφάς Άρτας, τ.101, σ.55,70,86 και Πληροφορίες από το έντυπο Αττικό Ημερολόγιο. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η α π ε λ ε υ θ έ ρ ω σ η τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν α π ό τ ο υ ς Το ύ ρ κ ο υ ς

161

και το δικαίωμά τους αυτό καταχωρήθηκε με τη συνθήκη του Βερολίνου όταν έγινε, και συγκεκριμένα με το άρθρο 4 αυτής της Συνθήκης το έτος 1881.3 Δύο ήταν οι αγοραστές των χωριών της Άρτας και των Τζουμέρκων, ο Χρηστάκης Ζωγράφος (Χστάκη αφέντη τον ονόμαζαν τότε οι προγονοί μας), ο οποίος ήταν εκείνη την εποχή προμηθευτής του Τουρκικού στρατού, δηλ. είχε αναλάβει την τροφοδοσία και την προμήθεια, σε ό,τι χρειάζονταν ο Τουρκικός στρατός. Ο δεύτερος αγοραστής ήταν ο Κωνσταντίνος Καραπάνος, γιος του Γεράσιμου Καραπάνου, ο οποίος Γεράσιμος ήταν αρχιεπιστάτης των κληρονόμων του Μουσταφά Πασά, μεγάλου και σημαντικού αξιωματούχου της Τουρκίας και ιδιοκτήτου περιοχών και χωριών της Θεσσαλίας και της Ηπείρου. Οι δυο αυτές φεουδαρχικές οικογένειες είχαν συγγενέψει μεταξύ τους. Το 1867 ο Κωνσταντίνος Καραπάνος που γεννήθηκε το 1840 στην Άρτα, παντρεύτηκε την κόρη του Χρηστάκη Ζωγράφου, τη Μαρία. Ο Ζωγράφος, που είχε αγοράσει από τους Τούρκους τα Τζουμερκοχώρια και ήταν ιδιοκτήτης αυτών των περιοχών, βέβαια αρκετά χρόνια μετά το γάμο της κόρης του, έδωσε ορισμένα στον Καραπάνο, το γαμπρό του. Μεταξύ αυτών των χωριών που του έδωσε ήταν και η Λουψίστα, η οποία αργότερα ονομάστηκε Αθαμάνιο και κάτω Αθαμάνιο.4 (Η μετονομασία έγινε πολλά χρόνια μετά την εξαγορά˙ έγινε το 1950 με ενέργειες του Αθαμανιώτη δικηγόρου, αείμνηστου Δημήτρη Χρ, Κωστοβασίλη) Η συμπεριφορά των καινούργιων αφεντάδων ήταν όχι μόνο η ίδια με την συμπεριφορά των Τούρκων αλλά πολύ χειρότερη. Οι καταπιέσεις δεν υποφέρονταν και οι φόροι και τα χαράτσια ήταν αβάσταχτα. Σχεδόν 50% της σοδειάς πήγαινε στις αποθήκες και το ταμείο του Καραπάνου. «Πέτρα, χώμα και κλαρί» όπως έλεγαν τότε ήταν στην απόλυτη δικαιοδοσία της οικογένειας Καραπάνου.5 Οι πρόγονοί μας Αθαμανιώτες, με την απελευθέρωση από τους Τούρκους άλλα περίμεναν, γι’ αυτό αποφάσισαν, εάν ο Καραπάνος είχε πρόθεση να πωλήσει το χωριό τους, να το αγοράσουν οι ίδιοι. Πήγαν στην Άρτα εκπρόσωποι των κατοίκων και έκαμαν γνωστή στον Καραπάνο την απόφασή τους. Ο Κα3. Αντλήθηκαν πληροφορίες και στοιχεία από το αρχείο του Κ.Καραπάνου που βρισκόταν στα χέρια του Αλέξανδρου Νικολού. 4. Περιοδικό Σκουφάς Άρτας, τ. 101 σ. 55. 5. Πληροφορίες και μαρτυρίες από τους ηλικιωμένους Αθαμανιώτες: Νικόλαο Κων. Ψωράκη, Χριστόφορο Κων. Ψωράκη, Ηλία Τσίπρα, Δημήτρη Παπαχρήστο, Αριστείδη Στούμπο, Λάμπρο Κων. Ψωράκη, Ανδρέα Μάλλιο, Σωτήριο Φώτη, Δημήτρη Ζορμπά, Απόστολο Δημόπουλο, οι οποίοι εκείνη την εποχή της εξαγοράς ήταν νεαρή ηλικίας. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


162

Β α σ ί λ ε ι ο ς Ν . Ψω ρ ά κ η ς

ραπάνος δέχθηκε την πρότασή τους, γιατί έβλεπε πως ο φεουδαρχισμός και τα τσιφλίκια, αργά ή γρήγορα θα γίνουν παρελθόν και οι απαλλοτριώσεις από το κράτος θα είναι η τελική κατάληξη. Έτσι λοιπόν το 1882 ο Καραπάνος έβαλε δυο δικούς του ανθρώπους, τον Ζαχαρή και τον Παντούλα και έκαμαν ενδεικτικό κτηματολόγιο. Μετά από αυτές τις προεργασίες η επιτροπή των Αθαμανιωτών κατέβηκε πάλι στην Άρτα, επισκέφθηκε και ζήτησε τη συμβουλή δικηγόρου, και μετά από πολλές συναντήσεις με δικηγόρους της οικογένειας Καραπάνου αποφασίστηκε και από τις δύο πλευρές να γίνει το συμβόλαιο της αγοραπωλησίας. Αυτό συντάχθηκε στις 16 Ιουνίου 1883 και είχε το αριθμό 1486. Τα συμφωνηθέν ποσόν που θα έπρεπε να εξοφληθεί μέσα σε οκτώ χρόνια, δηλ. το 1891, ήταν τεσσερισήμισι χιλιάδες (4.500) χρυσές λίρες Τουρκίας συν 8% ετήσιος τόκος. Την κυριότητα βέβαια κατακρατούσε η οικογένεια Καραπάνου μέχρι τελικής αποπληρωμής του συμφωνηθέντος ποσού. Με την υπογραφή του συμβολαίου οι Αθαμανιώτες απέκτησαν το δικαίωμα εκμετάλλευσης των κτημάτων και των βοσκοτόπων για λογαριασμό τους, και το 1884 ενοικίασαν τις βοσκές στους μεγαλοκτηνοτρόφους Κολιό Παπά από τους Μελισσουργούς, και Χρήστο Γιώργο από τους Ραφταναίους για δέκα χρόνια, αντί του ποσού των πενήντα οκτώ χιλιάδων (58.000) δραχμών. Δυστυχώς όμως , έσοδα άλλα δεν υπήρχαν, και πολλές δόσεις της αγοραπωλησίας δεν πληρώθηκαν. Η συμβολαιογραφική συμφωνία πλησίαζε να λήξει και μόνο εβδομήντα χιλιάδες (70.000) δραχμές είχαν πληρωθεί, δηλαδή χίλιες επτακόσιες πενήντα (1750) χρυσές λίρες Τουρκίας. Οι πιέσεις και τα εξώδικα από την πλευρά Καραπάνου δεν είχαν τελειωμό. Αφού παρήλθε ο χρόνος και οι πιέσεις και τα εξώδικα δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, η Μαρία Καραπάνου που φαίνονταν και ήταν η ιδιοκτήτρια του χωριού κατέθεσε αγωγή για τη διάλυση του συμβολαίου. Έγιναν πολλές αλλεπάλληλες δίκες. Οι πρόγονοί μας Αθαμανιώτες βρίσκονταν σε πολύ δύσκολη κατάσταση, και ήταν συνεχώς στο πόδι, βουτηγμένοι στις ταλαιπωρίες και τα έξοδα. Τελικά, το 1887 τελεσιδίκησε το δικαστήριο υπέρ της Μαρίας Κ. Καραπάνου, με αποτέλεσμα να διαλυθεί το συμβόλαιο και να χαθούν όχι μόνο τα δικαιώματα, αλλά και τα χρήματα που είχαν δοθεί.6 Στη συνέχεια, το 1888 η οικογένεια Καραπάνου έβγαλε εκ νέου και πάλι για πούλημα το χωριό. Ενδιαφέρθηκε να το αγοράσει ο αρχιτσέλιγκας από τους Μελισσουργούς Κολιό Παπάς. Οι Αθαμανιώτες ξέροντας το σκληρό χαρακτήρα του Κολιού Παπά και αντιλαμβανόμενοι τι θα επακολουθήσει, εάν το χωριό 6. ό. π. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η α π ε λ ε υ θ έ ρ ω σ η τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν α π ό τ ο υ ς Το ύ ρ κ ο υ ς

163

τους το αγοράσει ο παραπάνω αναφερόμενος αρχιτσέλιγκας, θορυβήθηκαν και σε επανειλημμένες συσκέψεις που έκαναν στο χωριό, πάντοτε ενωμένοι και μονοιασμένοι, αποφάσισαν να ξεκινήσουν καινούργιες διαπραγματεύσεις για σύνταξη νέου συμβολαίου εξαγοράς του χωριού από τους ίδιους, όπως πρότειναν και την πρώτη φορά. Με την απόφαση αυτή και με τους αγώνες που έκαναν από το 1882, αναπτερώθηκαν οι ελπίδες των Αθαμανιωτών να γίνουν κύριοι στις ποτισμένες με ιδρώτα και αίμα περιουσίες τους και ο ενθουσιασμός τους ήταν μεγάλος. Σε ανάμνηση αυτής της απόφασης και για το ρίζωμα του τελικού σκοπού της εξαγοράς, το φθινόπωρο του 1894, δύο σχολιαρόπαιδα ο Λάμπρος Κ. Ψωράκης και ο Νικόλαος Ι. Χατζηγιάννης φύτεψαν ένα πλατανάκι στην πλατεία του Αθαμανίου, ο οποίος πλάτανος σήμερα είναι τεράστιος, πανέμορφος, σκιερός και σύμβολο των αγώνων, των θυσιών και ομοψυχίας των προγόνων μας. Με αναπτερωμένες λοιπόν τις ελπίδες τους, άρχισαν πάλι και συνεχώς τα ταξίδια στην Άρτα και τις επαφές με δικηγόρους και με αντιπροσώπους της οικογένειας Καραπάνου, προσπαθώντας να βρουν λύση και να πετύχουν τους καλύτερους όρους εξαγοράς της Λουψίστας (Αθαμανίου και Κάτω Αθαμανίου). Συνέχεια ανεβοκατέβαιναν οι ηρωϊκοί πρόγονοί μας στην Άρτα, αλλά τα πράγματα δεν ήταν εύκολα, αντιθέτως ήταν πολύ δύσκολα, χρειάζονταν χρήματα και δυστυχώς αυτά δεν υπήρχαν. Η πλευρά του τσιφλικά Καραπάνου ήταν ανένδοτη. Οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια περνούσαν και συνεχίζονταν οι προσπάθειες, τα ταξίδια και οι συζητήσεις. Οι Αθαμανιώτες, αν και περνούσαν στεναχώριες και ταλαιπωρίες, κέρδιζαν χρόνο, προσπαθώντας να βρουν χρήματα, σε αντίθεση με τους Καραπαναίους που βιάζονταν να τελειώσουν το γρηγορότερο, φοβούμενοι την απαλλοτρίωση από το κράτος.7 Τότε, από την οικογένεια του φεουδάρχη τσιφλικά έγινε πρόταση, εφόσον δεν είχαν χρήματα για προκαταβολή της εξαγοράς και εγγύηση, να φέρουν αξιόπιστο άνθρωπο να καταβάλει προκαταβολή και να εγγυηθεί για την τήρηση της συμφωνίας. Το ενδιαφέρον, η επιθυμία, το πείσμα και το πάθος των παππούδων μας να πετύχουν την απαγκίστρωση από τα δίχτυα του τσιφλικά είχε ως αποτέλεσμα να βρεθεί ο σωτήρας εγγυητής. Ήταν Αθαμανιώτης και το όνομα του Δημήτριος Αλυμάρας. Ο Δημήτριος Αλυμάρας δεν ήταν άλλος από τον Αναγνώστη Αλυμάρα, ο οποίος πήρε το όνομα Αναγνώστης όταν πήγε καλογεροπαίδι στο Μοναστήρι του Ντούσκου 7. ό. π. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


164

Β α σ ί λ ε ι ο ς Ν . Ψω ρ ά κ η ς

στην περιοχή Τρικάλων. Όταν ενηλικιώθηκε, έφυγε από το Μοναστήρι και ανέλαβε επιστάτης και διαχειριστής για πολλά χρόνια στο τσιφλίκι του Χρηστάκη Ζωγράφου. Ο Αναγνώστης εγκατεστημένος στη Λαζαρίνα της Θεσσαλίας είχε το κουμάντο του. Αυτόν σκέφθηκαν οι Αθαμανιώτες και χωρίς να χάσουν καιρό τρεις χωριανοί, οι Λάμπρος Παπαγιάννης, Απόστολος Κωσταβασίλης και Χρήστος Ξυνός, ταξίδεψαν στη Λαζαρίνα και έπεισαν τον Αναγνώστη Αλυμάρα να έλθει στην Άρτα ως εγγυητής της εξαγοράς του χωριού. Πράγματι, ταξίδεψε μαζί τους στην Άρτα και όταν έγινε η συνάντηση με τους ανθρώπους και τους δικηγόρους του Καραπάνου, αυτοί δεν τον δέχτηκαν ως εγγυητή, γιατί τους ήταν άγνωστος και δεν γνώριζαν την οικονομική του κατάσταση. Τότε, ο Αναγνώστης έβγαλε από το σελάχι του το κιμέρι με τις χρυσές λίρες, το πέταξε επάνω στο τραπέζι, και, πεισθέντες οι αντίδικοι ότι πράγματι είναι σε θέση να εγγυηθεί και να δώσει και προκαταβολή, δέχθηκαν να συνταχθεί το συμβόλαιο.8 Η νέα αυτή συμβολαιογραφική πράξη εξαγοράς του Αθαμανίου και κάτω Αθαμανίου συντάχθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1898, αλλά και με όρους που εξυπηρετούσαν στο ακέραιο τα συμφέροντα της οικογένειας Καραπάνου, δεδομένου πως οι πλούσιοι, οι ισχυροί και οι ευνομούμενοι εκείνης της εποχής, επηρέαζαν την πολιτική ζωή της χώρας, ο δε τσιφλικάς Καραπάνος ήταν και υπουργός Οικονομικών της Ελληνικής Κυβέρνησης.9 Το συμβόλαιο συντάχθηκε από τους συμβολαιογράφους ‘Αρτας Ιωάννη Τσίτσα και Αναστάσιο Ρίζο, παρουσία του πληρεξούσιου δικηγόρου της Μαρίας Καραπάνου, του περιβόητου Χέλμη, και των εκπροσώπων των Αθαμανιωτών που αποτελούνταν από τους: Κωνσταντίνο Γ. Ψωράκη (ο Κωνσταντίνος Γ. Ψωράκης ήταν παππούς μου), Αθανάσιο Τσίπρα, Νικόλαο Τυρολόγο, Λάμπρο Παπά, Κωνσταντίνο Στούμπο, Απόστολο Καραγιάννη, Φώτη Στασινό, Σωτήριο Δ. Φώτη, Αλέξιο Γ. Φώτη, Νικόλαο Γάκη, Απόστολο Χρήστο Κώστα (Κωσταβασίλη), Γεώργιο Μάστορα, Γεώργιο Λιλή, Λάμπρο Χατζηγιάννη, Γεώργιο Ι. Κωσταβασίλη, Χρήστο Σχωρτσιανίτη και Δημάτριο Ι. Ζορμπά. Το τίμημα της εξαγοράς ήταν εξήντα τρεις χιλιάδες οκτακόσιες εβδομήντα εννέα δραχμές (63.879) συν 6% ετήσιος τόκος, και πληρωτέον σε 33 χρόνια και 8 μήνες (εκείνη την εποχή η αξία της δραχμής ήταν πολύ μεγάλη). Όρος απαράβατος του συμβολαίου η κυριότητα να παραμείνει στην πωλήτρια κόρη του τσιφλικά Καραπάνου και στους κληρονόμους της μέχρι τελικής αποπληρωμής του συμφωνηθέντος ποσού. Όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο, 8. ό. π. 9. ό. π. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η α π ε λ ε υ θ έ ρ ω σ η τ ω ν Τ ζ ο υ μ έ ρ κ ω ν α π ό τ ο υ ς Το ύ ρ κ ο υ ς

165

οι αγοραστές κάτοικοι του Αθαμανίου και κάτω Αθαμανίου, που τότε είχαν, ένα όνομα και λέγονταν Λουψίστα αυτά τα χωριά, χωρίστηκαν σε 18 ομάδες. Κάθε ομάδα αποτελούνταν από πέντε έως δέκα οικογένειες, και τα μέλη της κάθε ομάδας ήταν υποχρεωμένα να πληρώνουν αλληλεγγύως˙ δηλαδή, αν ένα μέλος της ομάδας δεν είχε τη δυνατότητα να πληρώσει, ήταν υποχρεωμένα να πληρώσουν για λογαριασμό του τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας.10 Σε αυτές ακριβώς τις περιπτώσεις και στις δυσκολίες ορισμένων να πληρώσουν, ο αείμνηστος Αναγνώστης Αλυμάρας βρέθηκε αρωγός και συμπαραστάτης, βοηθώντας οικονομικώς όσους δεν μπορούσαν να πληρώσουν, και δυστυχώς γι΄ αυτόν αυτοί που δεν μπορούσαν να πληρώσουν ήταν πολλοί, με αποτέλεσμα ο αξιόλογος αυτός Αθαμανιώτης να πεθάνει πάμπτωχος. Όταν οι εισπράκτορες της οικογένειας Καραπάνου πήγαιναν στο χωριό για την είσπραξη των δόσεων συνοδεύονταν πάντοτε από χωροφύλακες, και όσους δυστροπούσαν ή δεν είχαν να πληρώσουν τους συλλαμβάνανε και ακολουθούσαν κατασχέσεις, ξυλοδαρμοί και κάθε είδους εξευτελισμοί.11 Τη δασική έκταση, που ήταν 45.000 στρέμματα, η Μαρία Κ. Καραπάνου εξακολουθούσε, όχι μόνο αυτή αλλά και οι κληρονόμοι της, να την εκμεταλλεύονται μέχρι το 1923, οπότε αναγκάστηκε να την παραχωρήσει στους εξαγοραστές των κτημάτων Αθαμανιώτες, όμως τελείως αποψιλωμένη, γιατί όλα αυτά τα χρόνια αυτή και οι κληρονόμοι της, πωλούσαν την ξυλεία χωρίς να ενδιαφέρονται για την απογύμνωση αυτών των πανέμορφων δασικών εκτάσεων. Στη συνέχεια, σχετικά με το δάσος το 1924 οι Αθαμανιώτες με εντολή και σύμφωνα με τους νόμους του Κράτους για σύσταση Αναγκαστικών Δασικών Συνεταιρισμών, ίδρυσαν τον Αναγκαστικό Συνεταιρισμό Δάσους και χορτονομής Λουψίστας (Αθαμανίου και Κάτω Αθαμανίου) Άρτας. Η ίδρυση εγκρίθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας, στις 24 Μαρτίου 1925, μετά τη θετική απόφαση του Ειρηνοδικείου Βουλγαρελίου. Η έκταση του Συνεταιρισμού σε δάσος και βοσκοτόπους είναι μεγάλη. Είναι ογδόντα χιλιάδες στρέμματα, εκ των οποίων τα σαρανταπέντε χιλιάδες στρέμματα είναι δάσος ελάτης και άλλων χρήσιμων δένδρων.

* Ο Β. Ψωράκης είναι συνταξιούχος του ιδιωτικού τομέα. 10. Σχετικά με τις συμβολαιογραφικές συμφωνίες και τις δικαστικές αποφάσεις πήρα στοιχεία και πληροφορίες από το δικηγορικό γραφείο του Αλέξανδρου Νικολού που είχε το αρχείο του Κωνσταντίνου Καραπάνου. 11. ό.π. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ-ΜΑΡΤ ΥΡΙΕΣ Γεώργιος Ν. Γιαννάκης*

Οδ οιπορ ικό : μ ι α ν ε αν ική απερ ι σ κ ε ψ ί α

(αφήγ ημα, γρ αμμέ ν ο το 1983)

Ή

ταν Ιούλιος μήνας του 1962 κι έσκαγε γάιδαρος από τη ζέστα. Ο Κώστας μόλις είχε τελειώσει το Γυμνάσιο και ο Γιώργος ήταν φοιτητής. Από μικροί είχαν κι οι δυο τους καημό να γνωρίσουν τα Βλαχοχώρια, πάνω από όλα το χωριό τού Κρυστάλλη, το Σιράκο. Τον Κρυστάλλη τον ένιωθαν πιο δικό τους ποιητή από τους άλλους, και γι’ αυτό είχαν, λέει, χρέος να ιδούν από κοντά το σπίτι του και να περπατήσουν για λίγο στα σοκάκια του χωριού του. Χωρίς να πολυσκεφτούν, αποφασίζουν να πάνε ίσαμε εκεί πάνω. Αποβραδίς το ανακοινώνουν στις μανάδες τους, για να τους ετοιμάσουν κάτι το φαγώσιμο για την εξόρμησή τους αυτή. Την άλλη μέρα, πριν φέξει, στις τέσσερις η ώρα το πρωί, ανάλαφροι και χαρούμενοι, άφησαν πίσω τους την Κουσοβίστα, βυθισμένη στον ύπνο. Πέρασαν την Ανεμότρυπα και τα Πλατάνια της Μαυρίκαινας. Όσο προχωρούσαν, πετούσαν ολοένα και πιο πολύ, λες και είχαν φτερά στα πόδια τους! Δεν χόρταιναν να ρουφούνε το δροσερό και μυρωδάτο πρωινό αεράκι. Ο ένας παρακινούσε τον άλλο να ανασαίνει πιο βαθιά και κουβέντιαζαν για χίλια δυο. Κάποια στιγμή, ο Κώστας κάνει την εξής ερώτηση: – Καλά, κι αν μας ρωτήσουν εκεί πάνω ποιοι είμαστε, τί θα πούμε; – Θα κάνουμε τον Γερμανό!, απαντάει ο Γιώργος, για να κάμει πλάκα. – Πρέπει, ωστόσο, λέει ο Κώστας, να παρακαλέσουμε κάποιον να μας δείξει τα αξιοθέατα, να μας πει τελοσπάντων κάτι για την ιστορία αυτών των χωριών που μας είναι τόσο άγνωστα, μολονότι βρίσκονται τόσο κοντά μας. – Βλέποντας και κάνοντας, συμπληρώνει ο άλλος. Με την κουβέντα, δεν κατάλαβαν πότε έφτασαν κιόλας στην Πράμαντα. Είχαν μπει στα Κουφαίικα, όταν άρχιζε να χαράζει. Μόλις το συνειδητοποίησε ο Γιώργος, ένιωσε να τον ζώνει ο φόβος. Από μικρός τη φοβόταν την Πράμαντα! Κι ας είχε μεγαλώσει, τον ένιωσε πάλι αυτόν τον φόβο: του είχε μείνει από τότε, που πηγαίνοντας για την Τσόπελα κόντεψαν να τον ξεσκίσουν κάτι μαντρόΈ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


168

Γε ώ ρ γ ι ο ς Ν . Γ ι α ν ν ά κ η ς

σκυλα. Ένας Θεός ξέρει πώς γλύτωσε τότε! Κι έπειτα είχε ακούσει πως οι Πραμαντιώτες κυκλοφορούσαν με κάτι κλίτσες ίσαμε ένα μπόι και πως δεν το είχαν σε τίποτε να σου ρίξουν καμπόσες, έτσι για γούστο! Είχε, λέει, κάτι γυναίκες που έσφαξαν με το κασάρι μια κοπέλα στις δώθε βρύσες, μπροστά στο καφενείο του Νάσ’ Νούτσ’. Όμως δεν είπε τίποτα. Παρακίνησε μόνο τον Κώστα να περάσουν τρέχοντας τα Κουφαίικα. Κατήφορος καθώς ήταν, ούτε κατάλαβαν πότε πέρασαν τον Μελισσουργιώτη και έφτασαν στους Χρηστούς. Εκεί τους βρήκε η μέρα. Ωστόσο, έκανε ακόμα δροσιά, γιατί ο ήλιος ήθελε κάμποσο, για να ξεμυτίσει από το βουνό. Σε λίγο διάβηκαν και τον Καλαριτιώτη κι έφτασαν στην Κηπίνα. Ήταν εφτά η ώρα. Κοίταξαν ένα γύρο την τοποθεσία: τί παραμυθένιο τοπίο! τί βλάστηση! Κι εκείνο το μοναστήρι πώς μπόρεσαν και το έχτισαν στον βράχο! κάνεις να το κοιτάξεις και κοντεύεις να πέσεις τ’ ανάσκελα! Στέκεται εκεί από τον 14ο αιώνα κι είναι ένα θαυμάσιο στολίδι, βαλμένο από το ανθρώπινο χέρι, για να συμπληρωθεί η ομορφιά του τοπίου. Εδώ βλέπει κανείς το καταπληκτικό αποτέλεσμα της αρμονικής συνεργασίας του ανθρώπου με τη φύση. Δεξιά στην άκρη διακρίνεται μια γεφυρούλα από τσιμέντο, που κάνει δυνατή την πρόσβαση στο μοναστήρι: άλλοτε ήταν ξύλινη και τη σήκωναν οι καλόγεροι, απομονώνοντας έτσι το κοινόβιό τους από τον υπόλοιπο κόσμο. Οι δυο φίλοι μας στέκονται σιωπηλοί, καθώς τους έχει συνεπάρει το μεγαλείο του τοπίου και καθώς ξαναθυμούνται τα όσα άκουσαν γι’ αυτό το μοναστήρι. Πόση ώρα πέρασε έτσι; Κανένας τους δεν μπορεί να μας το ειπεί! Ο ήλιος άρχισε να ρίχνει κι εκεί το άπλετο φως του, δίνοντας έτσι στους φίλους την ευκαιρία να χαρούν μια αφάνταστη ποικιλία χρωμάτων· τους συνέφερε όμως το μουρμουρητό μιας βρυσομάνας που κυλούσε εκεί πιο πέρα το κρουσταλλένιο νερό της. Τρέχουν με λαχτάρα να σβήσουν τη δίψα τους: γονατίζουν και πίνουν αχόρταγα με τη χούφτα τους. Στη συνέχεια κολατσίζουν και γιομίζουν τα παγούρια τους για τον δρόμο. Όμως δεν τους κάνει η καρδιά να φύγουν! Ξανακοιτάζουν ολόγυρα και τα μάτια δεν λένε να χορτάσουν! Και να ήταν μόνο τα μάτια! Ήταν και τα αυτιά τους που δεν χόρταιναν να ακούνε: μαζί με το κελάηδημα των πουλιών ακούγονταν και τα κουδούνια από τα γιδοπρόβατα. Ακούγονταν και τα νερά, καθώς έπεφταν από ψηλά κι έσκαγαν στα βράχια. Πραγματική πανδαισία! Θυμούνται τότε και οι δυό τους τον καημό του Κρυστάλλη και τον σιγοψιθυρίζουν: «Παρακαλώ σε, σταυραετέ, για χαμηλώσου λίγο και δώσ’ μου τις φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου, πάρε με απάνω στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!» Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οδοιπορικό: μια νεανική απερισκεψία

169

Κάποια στιγμή παίρνουν, επιτέλους, την απόφαση να προχωρήσουν. Λίγα μέτρα πιο πάνω συναντούν το μονοπάτι που οδηγεί στο μοναστήρι. Θέλουν να το επισκεφτούν σαν ευλαβικοί προσκυνητές, αλλά δεν έχουν τα κλειδιά. Θα έπρεπε να τα είχαν πάρει από το Αλπορίζι. Έτσι αναγκάζονται να αναβάλουν για άλλη φορά την επίσκεψη και τραβούν την ανηφόρα. Πιο πάνω συναντούν έναν αγωγιάτη που κατέβαινε με δύο-τρία μουλάρια για την Πράμαντα. Αυτός τους ενημέρωσε για τον δρόμο που έπρεπε να πάρουν. Μετά από τρεις ώρες δρόμο, τους είπε, θα έφταναν στους Καλαρίτες. Σαν πήραν το ίσιωμα, έφτασαν στα πεταχτά στο ποτάμι όπου τους περίμενε ένας ανήφορος μαχαίρι. Θεέ μου, τί ανήφορος! Κοδέλες-κοδέλες ο δρόμος και να μην τελειώνει ποτέ! να περπατάς, να περπατάς και να βρίσκεσαι πάντα στο ίδιο μέρος! Όμως, με τα πολλά, σκαρφάλωσαν στη ράχη. Έκατσαν λίγο κάτω από τα πλατάνια, να ξανασάνουν και να δροσιστούν. Ο Γιώργος πηγαίνει λίγο παράμερα «προς νερού του». Στο μεταξύ, έφτασε εκεί ένας αγωγιάτης με καμιά δεκαριά μουλάρια, που ήταν Καλαριτιώτης και πήγαινε για το χωριό του. Ο Κώστας, χωρίς πολλή σκέψη, πληροφόρησε τον βλάχο ότι έφερνε έναν Γερμανό, τον Γιώργο!, να γνωρίσει τα Βλαχοχώρια και κυρίως το χωριό του Κρυστάλλη και του Ζαλοκώστα. Μόλις γυρίζει ο Γιώργος, γνωρίζει μια υποδοχή άνευ προηγουμένου! Καλημερίζει. – Μπά! αυτός μιλάει Ελληνικά!, λέει με θαυμασμό και απορία ο αγωγιάτης. – Βασικά, του λέει ο Κώστας, μιλάει Αρχαία Ελληνικά κι έτσι τα καταφέρνω και συνεννοούμαι μαζί του. Απευθύνεται στον Γιώργο και τον ρωτάει: – Λέγω αληθή; – Πάνυ μεν ουν. Του απαντάει εκείνος, μπαίνοντας έτσι στον χορό, χωρίς να το καλοσκεφτεί. Και για να μην πολυλογούμε, η παρέα προχωρεί, κουτσοκουβεντιάζοντας, προς το χωριό. Τί όμορφο χωριό! Τί αρχοντικά σπίτια! Πού να φανταστεί κανείς ότι ήταν δυνατό να κρύβεται πάνω στις αετοφωλιές μια τόσο όμορφη ανθρώπινη δημιουργία! Αλλά πού η ψυχική ηρεμία, για να χαρούν το θέαμα οι δυο φίλοι μας! Τους λέει ο αγωγιάτης ότι είναι τιμή για το χωριό του, που το επισκέφτεται ένας Γερμανός, και ότι οι συγχωριανοί του θα χαρούν πολύ, που θα τους δοθεί η ευκαιρία να φιλοξενήσουν ξένους ανθρώπους. Είναι καλοσυνάτος κόσμος οι βλάχοι, τους έλεγε. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


170

Γε ώ ρ γ ι ο ς Ν . Γ ι α ν ν ά κ η ς

– Να μου τα λες εμένα, του λέει ο Κώστας, και εγώ θα του τα μεταφράσω αργότερα. Είμαι σίγουρος, ωστόσο, ότι μερικά από αυτά, που λες, τα καταλαβαίνει κιόλας! – Να του πεις, λέει ο αγωγιάτης, ότι εμείς οι βλάχοι δεν είμαστε Έλληνες, αλλά απόγονοι των αρχαίων Ρωμαίων. Αυτό φαίνεται κι από τη γλώσσα που μιλάμε. Είναι γνωστό ότι η βλάχικη γλώσσα κρατάει απευθείας από τα λατινικά. Ο Γιώργος, διαπιστώνοντας ότι ο βλάχος το ήξερε καλά το μάθημά του, άναψε και ήταν έτοιμος να ξεσπαθώσει: είχε διαβάσει για τη ρουμανοβλάχικη προπαγάνδα και για τη δράση της γνωστής Λεγεώνας των βλάχων και μπορούσε, συνεπώς, να διατυπώσει τη γνώμη του πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Συγκρατήθηκε, ωστόσο, και προτίμησε να «κάμει τον Γερμανό». Φτάνουν στην πλατεία του χωριού. Ο αγωγιάτης πληροφορεί τον κόσμο, που καθόταν στις καρέκλες και κουβέντιαζε, ότι έφτασε στο χωριό ένας Γερμανός τουρίστας. – Ποιος;, ρωτάνε όλοι με μια φωνή. – Να! ετούτος!, κάνει ο αγωγιάτης, δείχνοντας τον Γιώργο. – Μπα!, λέει ένας νεαρός, αυτός δεν μοιάζει για Γερμανός. Είναι κοντός και μαυρομάλλης. Τέτοιοι είναι οι Γερμανοί;. – Να σας πω πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα;, επεμβαίνει ο Κώστας, ο φίλος μου από δω έχει Γερμανό πατέρα και Ιταλίδα μητέρα. – Τότε αλλάζει το πράγμα!, λέει ο άπιστος Θωμάς. Ο αγωγιάτης δίνει εντολή να φιλοξενηθούν οι επισκέπτες και φεύγει με τη δικαιολογία ότι έχει δουλειά. Οι υπόλοιποι κάνουν στα σβέλτα συμβούλιο όπου συζητούν για τα αξιοθέατα τα οποία πρέπει να επισκεφτούν οι δυο φίλοι μας. Συνάμα μπαίνει και το ζήτημα ότι χρειάζεται άνθρωπος που να μιλάει Γερμανικά. Θυμήθηκαν κάποιον και έστειλαν να τον φωνάξουν. Τον Γιώργο άρχισαν να τον ζώνουν τα μαύρα φίδια! «Τι Γερμανικά να ξέρει αυτός;», αναρωτιέται με αγωνία, «κι αν ξέρει περισσότερα από μένα;» Προσπαθεί να ιδεί πού βρίσκεται ο Κώστας. Κάποια στιγμή συναντώνται τα βλέμματά τους. Όμως είναι δύσκολο να επικοινωνήσουν! Τα γεγονότα τους πήραν φαλάγγι και δεν μπορούν πια να κάμουν τίποτε. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οδοιπορικό: μια νεανική απερισκεψία

171

Ώσπου να έρθει ο «διερμηνέας», η κουστωδία αποφασίζει να προχωρήσει προς την Εκκλησία του χωριού, όπου θα είχαν να ιδούν αρκετά πράγματα οι «τουρίστες». Καθώς προχωρούν, φτάνει ο «διερμηνέας» λαχανιασμένος και καμαρωτός, που του δινόταν η ευκαιρία να δείξει τη γλωσσομάθειά του. Ο Γιώργος, μόλις αντάλλαξε τις πρώτες κουβέντες μαζί του, ησύχασε, γιατί διαπίστωσε ότι ο «διερμηνέας» είχε πολύ περιορισμένες γνώσεις της Γερμανικής. «Πάει κι αυτό!», λέει μέσα του, «γλυτώσαμε από αυτόν!» Όμως δεν ήταν να χαρεί για πολύ, γιατί πιο πέρα τον περίμενε καινούργια αγωνία: στη βεράντα του Σταθμού τής Χωροφυλακής στεκόταν ο υπενωμοτάρχης Γρετσίστας που ήταν συμμαθητής του στο Γυμνάσιο Αγνάντων. «Τώρα, τί κάνουμε;» σκέφτεται, «και αν με αναγνωρίσει αυτός;» Η αγωνία του είναι αδύνατο να αποδοθεί με λόγια! Αντιδρώντας αυτόματα χαμηλώνει το τριτσάκι του προς τη μεριά του Σταθμού, έτσι που να μη φαίνεται το πρόσωπό του. Προχωρεί κοιτάζοντας κατευθείαν μπροστά, λες και έχει παρωπίδες, απαντώντας συνάμα στον «διερμηνέα» που θέλει να μάθει πώς λέγονται στα Γερμανικά τα διάφορα αντικείμενα. Παίρνει κουράγιο, κάνοντας τη σκέψη πως είναι πιθανό να μην τον γνωρίσει ο σταθμάρχης: «Θα με βοηθήσουν τα γυαλιά και το τριτσάκι», λέει μέσα του, «πρέπει να φαίνομαι διαφορετικός! πού να με θυμηθεί ο Γρετσίστας;». Πράγματι, ο Θεός έβαλε το χέρι του κι αυτή τη φορά: άφησαν πίσω τους τον Σταθμό, χωρίς να συμβεί τίποτε το δυσάρεστο. Ένα βάρος έφυγε από την καρδιά του Γιώργου! Πόσο να κράτησε τάχα αυτή η αγωνία; Σίγουρα ούτε ένα λεπτό. Κι όμως του φάνηκε ότι είχε διαρκέσει έναν αιώνα! Όλοι μαζί φτάνουν στην Εκκλησία. Ειδοποιημένος ο παπάς, τους περιμένει στην πόρτα. Καλωσορίζει τους δυο φίλους μας και τους οδηγεί μέσα. Απευθύνεται στον Κώστα και στους άλλους λέγοντας: – Οι Γερμανοί είναι καθολικοί ή διαμαρτυρόμενοι και δεν είναι ορθόδοξοι που είμαστε εμείς. Όμως είναι πιο ευσεβείς από μας! Με αυτόν τον τρόπο θέλησε να ερμηνεύσει την ευλάβεια που έδειξε ο Γιώργος περνώντας το κατώφλι της Εκκλησίας. Όταν βρέθηκαν μέσα στην ΕκκληΈ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


172

Γε ώ ρ γ ι ο ς Ν . Γ ι α ν ν ά κ η ς

σία, οι δυό φίλοι μας ηρέμησαν κάπως και μπόρεσαν έτσι να θαυμάσουν τη σπάνια ξυλογλυπτική του άμβωνα, του δεσποτικού και του τέμπλου. Πραγματικά μνημεία τέχνης! Ο παπάς τούς δείχνει στη συνέχεια και το χρυσοποίκιλτο ευαγγέλιο που είναι κειμήλιο για τους Καλαρίτες. – Σώζονται, επισημαίνει ο παπάς, δύο τέτοια ευαγγέλια που τα έφκιασε ο ξακουστός Καλαριτιώτης χρυσοχόος Αθανάσιος Τσιμούρης: το ένα είναι αυτό εδώ και το άλλο βρίσκεται στον μητροπολιτικό ναό των Γιαννίνων. Οι «τουρίστες» το παίρνουν στα χέρια τους και το περιεργάζονται με ευλάβεια και θαυμασμό: πρόκειται για έξοχο έργο τέχνης! Ο παπάς δηλώνει με έμφαση ότι και οι Γερμανοί ξέρουν να διαβάζουν το Ευαγγέλιο στα Ελληνικά, μόνο που προφέρουν τα γράμματα κάπως διαφορετικά από μας. Με νοήματα δίνει στον Γιώργο να καταλάβει ότι θα ήθελε να ακούσει πώς διαβάζουν οι ξένοι τα Ελληνικά. Πράγματι, ο Γιώργος ανοίγει και διαβάζει με τη γνωστή ερασμιακή προφορά. Όλοι παρακολουθούν με το στόμα ανοιχτό. Με αυτά τελείωσε η ξενάγηση στην Εκκλησία. Βγαίνουν έξω στο προαύλιο. Έχει μεσημεριάσει κιόλας. Κάποιος από την παρέα ανακοινώνει ότι στη συνέχεια θα γίνει επίσκεψη στα ερείπια της αρχαίας πόλης, που λεγόταν Άβατον, και στο παλιό νομισματοκοπείο του χωριού, που αξίζει να το ιδεί κανείς. Τον καιρό της Τουρκοκρατίας, λέει, οι Καλαρίτες είχαν γνωρίσει μεγάλη οικονομική ακμή: οι Καλαριτιώτες μετέφερναν και πουλούσαν στα μεγάλα εμπορικά κέντρα τής Ευρώπης ακατέργαστα δέρματα και αγόραζαν μεταξωτά νήματα και χρυσά κορδονάκια, τα γνωστά τιρτίρια, που τους χρησίμευαν, για να στολίζουν τις περίφημες χρυσοποίκιλτες φορεσιές της Ηπείρου. Έτσι αναπτύχθηκε στους Καλαρίτες η χρυσοποικιλτική και έγιναν ξακουστοί οι Καλαριτιώτες τερζήδες. Σε συνεργασία και ανταγωνισμό με τους Σιρακιώτες, έφκιαναν και τις εξίσου περίφημες ναυτικές κάπες που τις πουλούσαν σε όλες τις παραλιακές πόλεις της Ευρώπης. Η τέχνη όμως, που ανέδειξε τους Καλαριτιώτες και που έφτασε στον πιο υψηλό βαθμό τελειότητας και δεξιοτεχνίας, ήταν η χρυσοχοϊα. Όπως και σήμερα, έτσι και στα παλιά τα χρόνια οι χρυσοχόοι ήταν Καλαριτιώτες ή κατάγονταν από τους Καλαρίτες. Αυτές οι τέχνες μαζί με την κτηνοτροφία έδωσαν τη δυνατότητα στους Καλαριτιώτες, που κάποτε έφταναν τις πέντε χιλιάδες ψυχές, να κόβουν ακόμα και δικό τους νόμισμα. Τελειώνοντας την αφήγησή του ο «ξεναγός», απευθύνεται στους φίλους μας και τους ρωτάει αν θα ήθελαν να επισκεφτούν αυτές τις δύο τοποθεσίες και ύστερα να πάνε όλοι μαζί για φαγητό. Εκείνοι, καταφέρνοντας επιτέλους να συνεννοΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Οδοιπορικό: μια νεανική απερισκεψία

173

ηθούν με τα μάτια, συμφωνούν να μη δεχτούν καμία από τις προτάσεις. Κι έτσι ο Κώστας, παίρνοντας τον λόγο, ευχαριστεί την παρέα και την πληροφορεί ότι ο «Γερμανός» βιάζεται να πάει και στο Σιράκο. Όσο για φαγητό, τους λέει, έχει γίνει προμήθεια. Οι Καλαριτιώτες συνοδεύουν τους φίλους μας ώς έξω από το χωριό και τους υπόσχονται να τηλεφωνήσουν στο Σιράκο: – Μην ανησυχείτε!, τους λένε, θα ειδοποιήσουμε εμείς και θα σας περιμένουν κι εκεί άνθρωποι που θα σας ξεναγήσουν πρόθυμα. Έχετε κι εκεί να δείτε πολλά πράγματα! Μπορείτε να φανταστείτε πόσο ελεύθεροι ένιωσαν οι δυο φίλοι μας, μόλις έμειναν μόνοι τους; μπορείτε να καταλάβετε πόσο βάρος έφυγε από πάνω τους; Έξω από τους Καλαρίτες, στον δρόμο προς το Σιράκο, χάσκει μια χαράδρα, η Σκάλα, που σε πιάνει ίλιγγος, αν κοιτάξεις προς τα κάτω. Βλέπεις να κυλάει στον πάτο τα νερά του ο Καλαριτιώτης, που στα βλάχικα λέγεται Ντουβιάκα, και έχεις την εντύπωση ότι κοιτάζεις από αεροπλάνο. Τούτες είναι πράγματι άγριες ομορφιές! Τώρα μπορούν οι φίλοι μας να χαρούν τη φύση. Κοιτάζουν το Σιράκο και δεν χορταίνουν να το βλέπουν: είναι σα να αντικρύζεις ένα τσαμπί σταφύλι! Τα σπίτια, καθώς είναι χτισμένα στην πλαγιά του λόφου, σου δίνουν την εντύπωση ότι είναι δεμένα το ένα με το άλλο. Τόσο πυκνά είναι χτισμένα! Όλα έχουν τις πόρτες τους προς την ανατολή. Τί αρχοντόσπιτα! Κάποια στιγμή, οι φίλοι μας σπάζουν τη σιωπή και συζητούν γι’ αυτά που πέρασαν: ο Γιώργος κατακρίνει τον φίλο του για την απερισκεψία που έδειξε. Παραδέχονται και οι δυό τους ότι ήταν επικίνδυνο αυτό το αστείο και ότι ήταν τυχεροί, που ώς τη στιγμή εκείνη δεν τους βγήκε σε κακό. Όμως τα πράγματα ήταν ακόμη δύσκολα, αφού στο Σιράκο θα τους περίμεναν πάλι. Τί τα ήθελαν όλα αυτά; Φοβόντουσαν ότι δεν θα το γλύτωναν το ξύλο. Αν ήταν μόνο το ξύλο, δε βαριέσαι! Αν τους περνούσαν για κατασκόπους; – Αυτό παραπάει, λέει ο Γιώργος, γιατί να μας θεωρήσουν κατασκόπους; τί ήρθαμε να κατασκοπεύσουμε εδώ πάνω; τα γκρέμια και τα βράχια; Το ξύλο όμως δεν το γλυτώνουμε! Συμφωνούν ότι δεν είναι σωστό να γυρίσουν πίσω και να ξαναπεράσουν μέσα από τους Καλαρίτες. Κι έτσι κατεβαίνουν με προσοχή στη χαράδρα και φτάνουν στο νερό όπου έφαγαν για μεσημέρι. Στη συνέχεια πήραν την ανηφόρα και έφτασαν στο Σιράκο. Στο έμπα του χωριού τούς περίμεναν δυο τρεις νεΈ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


174

Γε ώ ρ γ ι ο ς Ν . Γ ι α ν ν ά κ η ς

αροί. Χωρίς πολλά σχόλια, γιατί εδώ δεν υπήρχε γερμανομαθής, ξεναγήθηκαν στο σπίτι του Κρυστάλλη, όπου βλέπει κανείς αρκετά που θυμίζουν τον ποιητή. Είδαν επίσης τα χαλάσματα από το σπίτι του Κωλέττη. Εδώ τελείωσαν στο άψε σβήσε και χωρίς άγχος. Φεύγουν από το Σιράκο απείραχτοι και δεν το πιστεύουν. Τρέχουν και τα πόδια τους αγγίζουν τους ώμους τους! Φτάνουν, σαν αστραπή, στη ράχη από όπου φαίνεται η Πράμαντα, το Σκλούπο και το Μιχαλίτσι. Κατεβαίνουν κατευθείαν την πλαγιά, φτάνουν στο Αλπορίζι από όπου ξαναπαίρνουν τον γνωστό τους δρόμο και ξαναγυρίζουν το βραδάκι στην Κουσοβίστα. Επιστρέφοντας, συμφώνησαν να μην πουν σε κανέναν τίποτε. Όμως, όπως φαίνεται, ο Κώστας κάτι είπε στον σχωρεμένο τον θείο του τον παπά-Κώστα. Το φθινόπωρο, ο παπάς των Καλαριτών επισκέφτηκε τον παπά-Κώστα, γιατί θα πήγαιναν μαζί στην Άρτα, προκειμένου να πάρουν μέρος στην ετήσια σύσκεψη των ιερέων της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτης. Πάνω στην κουβέντα, ο παπάς των Καλαριτών ανακοινώνει με καμάρι ότι το καλοκαίρι επισκέφτηκαν το χωριό του δύο τουρίστες από τους οποίους ο ένας ήταν Γερμανός. – Χαρά στους τουρίστες!, τον πείραξε ο παπά-Κώστας, τα παιδιά ήταν από το χωριό μας! Του ανέφερε μάλιστα και τα ονόματά τους, κι έτσι μαθεύτηκε η περιπέτειά τους στα γύρω χωριά και είχε να μολογάει ο κοσμάκης. Άμα βγει ο λόγος από τα χείλη, τον μαθαίνουνε χίλιοι, που λέει και η παροιμία. Κι ο θυμόσοφος του χωριού μας είπε τότε: «Πάλι καλά, που πήγαν για μαλλί και δεν βγήκαν κουρεμένοι!» Κλείνοντας, ας έρθουμε στην επικαιρότητα: τις προάλλες, ο γιαννιώτικος τύπος έγραψε ότι εγκρίθηκε κονδύλι, για να γίνει η σήραγγα στην Κηπίνα, ώστε να φτάσει ο αυτοκινητόδρομος στους Καλαρίτες. Έτσι θα μπορέσουν οικογενειακώς οι δυο φίλοι μας να επισκεφτούν, με το αυτοκίνητο πιά, και να θαυμάσουν τα βλαχοχώρια, χωρίς άγχος.

* Ο Γεώργιος Ν. Γιαννάκης είναι π. Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


175

Λουκάς Κούσουλας*

Τα Τ ζ ο υ μ έ ρ κ α 1

Τ

α δικά μου Τζουμέρκα κείνται μακριά, στην ομορφότερη γης, στη Χώρα της Νοσταλγίας... Όσο κι αν ψάξετε, δε βρίσκονται ποτέ τα Τζουμέρκα μου κι άδικα τα γυρεύετε σε χάρτες και χιλιόμετρα. Τα βουνά εκείνα που κολυμπούν, ολόρθα, στου χρόνου το ρεύμα ενάντια, δεν είναι αυτά που ξεχωρίζεις νοτιοανατολικά των Ιωαννίνων, όταν στη γεναριάτικη λιακάδα περνάς την ολόστρωτη, ανάλαφρη λίμνη τους... Τα Τζουμέρκα είναι μιά Μεταμόρφωση τώρα, όπως εκείνη του Σωτήρος που παρασταίνουν οι παλιοί ζωγράφοι μας: Στων Αποστόλων τη θέση τα ξαφνιασμένα χωριά, στη θέση του ανοιγμένου σύννεφου κόβεται η πέτρινη δαντέλλα και πάνω τους, πλούσια κύματα παλίρροιας, ο ουρανός. Και η Μεταμόρφωση προχωρεί ακόμα... Γνώριζα κι αγαπούσα τα βουνά έτσι τουλάχιστο θαρρούσα. Κι αφού η πολιτεία με διόρισε δάσκαλο σ’ ένα χωριό των Τζουμέρκων, αυτό που λιγότερο περίμενα ήταν οι εκπλήξεις… Άμα έχεις λερώσει μάλιστα τη φωλιά σου αλλού, και δε σε σηκώνει πια τ’ Άγναντα είναι πάντα η καλύτερη λύση. Μαύρη λύση αλήθεια! Γιατί καθώς άφησα πίσω μου τα Γιάννινα κείνο το φλεβαριάτικο πρωί, άσκημα λογάριαζα τι με περίμενε... Πέρασα το σκελετωμένο Μπιζάνι, σαν ένα πεδίο παλιάς γεωλογικής μάχης, κατάσπαρτο συντρίμμια, και «ξεμπουκάραμε» στη ράχη του Ελληνικού, αντίκρυ στους Χουλιαράδες... Μιά θάλασσα τελώνια τα βουνά, χιονισμένα κι αστραφτερά, κι αλλού ολοσκότεινα κι αβυσσαλέα, τέντωσαν τα γρανιτένια βραχιόνια τους και μας παρέσυραν κατά τα σαγόνια του Αράχτου. Μιά θεομηνία ήταν η γης αυτή που συστρέφεται σαν τυφλό πάθος, που τουμπανιάζει και σκάβει και τεντώνεται ψηλά ν’ αναπνεύσει, που γδέρνεται η σάρκα της από μυτερούς χειμάρρους σε πληγές αγιάτρευτες από χιλιάδες χρόνια. Άκουσα πίσω μου να γκρεμίζονται σε μιάν ατέλειωτη απήχηση, συνέχεια, τα γιοφύρια του γυρισμού... Πόσο άλλαξαν απότομα όλα γύρω μου... Ένα κακόμοιρο μουλάρι με φορτώθηκε κι εγώ τέντωνα τα μάτια μου ολόγυρα να βρω κάπου να πιαστώ, να γλιτώσω. Πετάχτηκε μπροστά μου, απαράλλαχτα όπως στις χώρες των παραμυθιών, σβέλτο και καμαρωτό το γιοφύρι της Πλάκας... Εδώ, λέει ο αγωγιάτης, υπογράφτηκε στην κατοχή η συμφωνία της Πλάκας, ανάμεσα στου ΕΛ.ΑΣ τα τμήματα και του ΕΔΕΣ. Κάτι θυμάμαι, κάτι πάει να πιάσει μέσα μου, να στεριώσει... Ψάχνω ένα απομεινάρι, ένα σημείο να ζει σήμερα, τίποτα, πουθενά...

1. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ενδοχώρα», το 1960, τ.7, σελ. 468-472. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


176

Λουκάς Κούσουλας

Περνούμε το γιοφύρι πάνω στον Άραχτο, που μας τυλίγει, μια στιγμή, με τους πλούσιους ήχους του, και γίνεται το γιοφύρι τούτο και το πέρασμα κάτι παραπάνω από ένα σημείο... Μέχρι τ’ Άγναντα ο δρόμος γινόταν χειρότερος και, σαν έφτασα, μες από έρημα καλντερίμια και κλειστά παράθυρα, στο σκολειό μου, δεν είχα πάνω μου τίποτα ζωντανό. Όσο μόνο χρειαζόταν να πω πως εγώ δεν μένω εδώ... Θα φύγω αμέσως! Δεν έφυγα βέβαια... Με το σήμερα και το αύριο έμεινα στ’ Άγναντα των Τζουμέρκων χρόνια. Τα γνώρισα και τ’ αγάπησα... Πάνω από μιά μικρούλα ρεματιά, στραμμένο κατά την ανατολή και το νοτιά είναι ένα μπαλκόνι... Αντί για κάγκελα έχει τούβλα, ψηλά σαν ταμπούρια, ως ένα μέτρο. Εκεί ακουμπούσα. Το πρωί ο ήλιος γλίστραγε τη βεντάγια του μες απ’ των κορυφών τ’ αγκάθια και με χάιδευε, το μεσημέρι γυάλιζε το βερνίκι των χρωμάτων και με χαροποιούσε, γύριζε ύστερα στη δύση του και το πέτρινο εκείνο παραπέτασμα συντάζονταν κ’ εύρισκε τα μισίδια του ένα ένα, τη δική του όψη... Κόκκινοι βράχοι, καταρράχτες, χλοϊσμένες πλαγιές την άνοιξη, λωρίδες του χιονιού στ’ απόσκια, και το φως να πεταρίζει στις κορυφές σαν σκοτάδι αγριοπερίστερα. Η νύχτα έπεφτε φιλική, πουθενά δεν είδα τέτοια δροσάτα αστέρια, να σε καλεί κοντά του το καθένα. Τι γνωριμίες μαζί τους... Κείνο που βασιλεύει νωρίς την άνοιξη επιπλέοντας ώρα πολλή στη ράχη του Ξεροβουνιού, και τ’ άλλο που ανατέλλει αργά το καλοκαίρι, μα γλιστράει γρήγορα ανάμεσα στ’ άλλα ξεπερνώντας τα σε γοργάδα, και τα τρία εκείνα χειμωνιάτικα, η αλετροπόδα, σαν ευλογία πάνω απ’ το κεφάλι μου κάθε μεσονύχτι. Και το φεγγάρι! Κρυφόκαιγε ώρες πίσω απ’ τα βουνά και ξέφευγαν οι αχτίδες του στα μεσούρανα σα φωτοστέφανο του πιο άγιου βωμού του κόσμου... Έχω ακόμα μέσα στα χέρια μου τη χρυσή σκόνη του φεγγαριού των Τζουμέρκων. Και οι βροχές! Πύκνωσαν τα φουσάτα τους πάνω απ’ τον Άραχτο και πλάκωναν στραφτοκοπώντας από παντού˙ ευωδιαστές σαν αγιασμός την άνοιξη, πάνω στη χλόη, πολεμικές σαν αμαζόνες το φθινόπωρο διασταυρώνοντας σπαθιά και λόγχες πάνω απ’ τα κεφάλια μας, στοχαστικές το χειμώνα όλο λύπη και δάκρυα, γιορταστικές το καλοκαίρι σαν πεσκέσια. Γέμιζαν οι ρεματιές χαρούμενα νερά και κύκλωσαν με το βουητό τους το σπίτι μου σαν να τρόχιζαν μιαν απέραντη δύναμη πάνω στην ψυχή μου... Το απόγευμα, καμιά φορά, το φθινόπωρο ιδιαίτερα και το χειμώνα, έμενα σπίτι μου ολομόναχος. Βάραινε από μέρες η Μοναξιά κι έμπαινε την ώρα κείνη του απογεύματος ήλιος χρυσός στους τοίχους μου. Σαν τα φτερά μιας όμορφης ύπαρξης που την ποθούσα κι έτρεμα μη την τρομάξει κανένας θόρυβος και μου φύγει... Κοίταζα με την άκρη του ματιού την ίδια ώρα τα Τζουμέρκα˙ πύρωναν σα μια γιγάντια εστία οι κόκκινοι βράχοι τους κι έστελναν πάλι πίσω κι ως τον ουρανό, βαθιά τη Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα Τ ζ ο υ μ έ ρ κ α

177

λάμψη τους. Είχα δύσκολες ώρες. Βούλιαζαν όλα σ’ ένα τέλμα˙ τι ασυνάντητα ήταν! Του νερού το τρόχισμα που τραβούσε αντίθετα –αντίθετα σε τι;- και το τσίριγμα των πουλιών σα να παραμιλούσαν από βραχνά, και οι αντάρες στους λόφους ολόγυρα σαν ξασπρισμένα, παληά πένθιμα ρούχα. Να μια σκέψη γραμμένη από το χέρι μου, τότε... 19 Φεβρουαρίου 1958: «Η ύπαρξη, όπως τη γνωρίζει ο άνθρωπος, δεν είναι παρά ένα καρκίνωμα πάνω στο σώμα ενός κόσμου που μας διαφεύγουν οι διαστάσεις του˙ κι αυτός ο κόσμος το ίδιο πάνω σ’ ένα ξένο σώμα, κι αυτό το σώμα το ίδιο πάλι, ξανά και ξανά, στους αιώνες των αιώνων... Μια παραχώρηση μόνο; Τα δέντρα, και τα βουνά, και οι άνθρωποι, προς το παρόν παραμένουμε καλοήθεις όγκοι. Προς το παρόν, γιατί αύριο κανένας δεν ξέρει πως θα πορευτεί η αρρώστια». Μα ερχόταν η άνοιξη! Όταν ένα πρωί, μέσα στο χειμώνα των Τζουμέρκων ακόμα, δίχως καθόλου να περιμένεις, μες στη λάσπη, τη βροχή και τον άνεμο, έπιανες την πνοή της! Μια πνοή μόνο... Αυτή που τρυπάει τις πέτρες και τα χώματα και τα λιγώνει όλα, βουνά, δέντρα, ποτάμια, αέρα. Τ’ άγρια ανθισμένα δέντρα, τ’ αγριολούλουδα στους όχτους των χωραφιών και πλάι στους δρόμους το νερό, στα κατηφορικά κανάλια γλιστρώντας σαν ψάρι... Αντίο, παρθένα Σκέψη! Ωραία και μόνη η... άνοιξη με κυριεύει! Δεν είναι μόνο φύση τα Τζουμέρκα, μια τόσο νεανική και δροσάτη φύση, μα και ζεστή ιστορία... Εδώ ήταν του Κατσαντώνη τα λημέρια, «και σεις Τζουμέρκα κι Άγραφα παλληκαριών λημέρια». Όταν, καμιά φορά, τις νύχτες, χάνεται το φεγγάρι στα πλαγιαστά καλντερίμια, πλούσιο κι ορμητικό σα ρυάκι, στρέφει απότομα σα νάκουσες τ’ αλαφρά πατήματα του κλέφτη. Διαβάζω τα ονόματα των μαθητών μου και σταματώ: Γιαννάκη Κουτελίδας από Χόσεψη. Ίσκος, Μακρυγιάννης από Καταρράχτη. Διαβάζω στ’ Απομνημονεύματα: «...Και τότε ο Γώγος παραγγέλνει αυτό του Ίσκου, του Βαρναγιώτη, του Κουτελίδα, ότ’ ήταν με πολλά ολίγους ο Γώγος και ήρθαν αποβραδύς αυτήνοι όλοι μιντάτι...» «... Την ίδια εποχή πήγαν και εις τα χωριά Άγναντα πολλοί Τούρκοι να σκλαβώσουν και να χαλάσουν το σκέδιον των Ελλήνων». «...Τις ίδιες μέρες πήγαν οι Τούρκοι εις τα χωριά Σκορέτζαινα και εκεί ήταν ο Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


178

Λουκάς Κούσουλας

Κιτζοπάσκος και ο Γιάννης Κώστας -θυμηθείτε μου το όνομα- γενναίον παλληκάρι και καταπληγωμένος από τους πολέμους». Χαζεύω τους μαθητές της Ζ´ τάξεως του Γυμνασίου, δύο Μακρυγιάννηδες, ξαδέρφια. Θαρρείτε ίσως πως έτσι τα θέλω κι έτσι τα βλέπω. Είναι αλήθεια όμως, πηγαίνετε να τους δείτε. Ο ένας είναι ίδιος με τη γνωστή λιθογραφία του Μακρυγιάννη, με τα μεγάλα μάτια και τη λεπτή όψη του. Είναι αράθυμος, προκλητικός και ρέμπελος, απειθάρχητο στοιχείο στην τάξη, έξυπνος ωστόσο και δυνατός σαν τον πρόγονο εκείνο. Από πού κι ως πού, θα μου πείτε. Ρωτάω αλήθεια κι εγώ. Ο άλλος γράφει τις πιο καλές εκθέσεις χωρίς υπερβολή, έχει ταλέντο! Λίγο παρακάτω είναι η Πλατανούσα. «Αν έχετε ακουστά για κάποιον ποιγητή πόχει απ’ τ’ απόμακρα Τζουμέρκα φανιστεί, Γιώργο τον βάφτισαν, του Κωσταντή Κοτζιούλα, γεννήθηκε κοντά στις δάφνες, στην Τζουμούλα...» Είναι ζωντανή ακόμα η μνήμη του εδώ πάνω, βρίσκεις συμμαθητές και φίλους του και συγγενείς. Τον διαβάζω και συλλογίζομαι, συλλογίζομαι... πάει κι αυτός κείται σε μιά γωνία της Αττικής, πάνω στην Πεντέλη, παρακάτω απ’ του Κρυστάλλη την προτομή... Συλλογίζομαι πως πρέπει να πάω κάποτε τα χαιρετίσματα της πατρίδας του, κάτω, στον τάφο του... Ξεκινούν οι Τζουμερκιώτες την άνοιξη για τις πολιτείες και τα χωριά του κάμπου εργάτες και οικοδόμοι... Μαζεύονται μπουλούκια, όπως οι παλιοί ναυτικοί στα νησιά μας, κι αποχαιρετούν την Εστία με την άνοιξη, το καλοκαίρι, ως το προχωρημένο φθινόπωρο, καλό χειμώνα! Παίρνουν αποβραδύς τα βιολιά, το Στάθη και το Χριστόφορο, γλεντούν όλη νύχτα και τους προβοδούν το πρωί σα στρατιώτες. Και στρατιώτες είναι... Μένουν μόνες οι γυναίκες στα σπίτια, κουμαντάροντας τις γίδες και τα «χορτάρια», τα ξύλα και τις βραγιές, ως το Νοέμβρη κι ακόμη πέρα, που θάρθουν οι «Άντρες», ν’ απαγκιάσουν και να ξαποστάσουν. Ζωντανεύουν τότε τα καφενεία και οι ταβέρνες, πίνουν πολύ στα Τζουμέρκα... Χίλια εννιακόσια εξήντα. Κάτω στις πολιτείες η «διάσπαση» όλο πλαταίνει στην ψυχή του ανθρώπου, συνέχεια-συνέχεια, σαν τις αλυσωτές εκρήξεις της ατομικής εποχής μας. Ο Γκοτάρ, ο Σαμπρόλ, ο Τρυφώ, οι «Ζαβολιάρηδες» αναποδογυρίζουν από τη μιά των φανατικών τη μακαριότητα, κι από την άλλη ξυπνούν με μιαν αχτίνα ελπίδας τους δίχως όρους παραδομένους... Τα ΤζουΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα Τ ζ ο υ μ έ ρ κ α

179

μέρκα είναι πολύ ψηλά. Ούτε απόηχος, ούτε ιδέα, μιά δυσοσμία μόνο από τον ημερήσιο τύπο «που απλώνεται σα μελάνι στο μαντήλι μας», συνηθίζεται όμως και λησμονιέται. Τα Τζουμέρκα είναι καλά, οι βράχοι τους είναι πάντα καλοπλυμένοι, τα δέντρα όλο αγνότητα, ευαίσθητα τα νερά κι αγαπησιάρικα πάνω στων χαλικιών τα μάγουλα, στις όχτες και στα χορτάρια. Πάνω απ’ όλα, μέρα νύχτα ο ουρανός είναι ελεύθερος στα Τζουμέρκα, ο έρωτας κοιμήθηκε πικρός και ξύπνησε ολοκαίνουργος. Ο... παθών μεμαρτύρηκεν! Άμα πάτε καμιά φορά στα Τζουμέρκα, μη βιαστείτε ν’ αποφανθείτε... Κοιτάξτε καλά κι ακούστε καλύτερα!... Δέστε ώρα πολλή τη σκληρή, βασανισμένη σιλουέτα των κορυφών τους και χορτάστε την ομορφιά της καρτερίας και της αντοχής. Σταθείτε μ’ ευλάβεια μπρος στην ασθενική φτέρη που ρίζωσε στη λιπόσαρκη γης. Ακούστε καλά το βουητό του Αράχτου και του Καταρράχτη μακριά που αστράφτει σα λεπίδι στον ήλιο, τα πουλιά το πρωί κι ένα άγνωστο που σφυράει μια όμορφη λύπη του. Ακούστε τα τριζόνια του καλοκαιριού που κάνουν τη νύχτα ολοζώντανη, να τρίζει σαν καρπούζι. Προσέξτε τις πυγολαμπίδες κι ακούστε τις φωνές των παιδιών... Όλ’ αυτά ίσως είναι μια Μεταμόρφωση που σας ενδιαφέρει εκεί, και σ’ όλη σας τη ζωή. Προπαντός μη φύγετε προτού γνωρίσετε τους ανθρώπους. Κι αν είναι δύσκολο τους άλλους, μια μόνο μέρα να μείνετε στ’ Άγναντα, κοιτάξτε να φάτε στου Γιάννη Κώστα! Στο μέσα τραπέζι, με τη λουλουδάτη ταπετσαρία, πίσω απ’ του Βαγγέλη Χαμπίπη το κουρείο. Πέστε του έναν καλό λόγο καλύτερα και μη δίνετε πλούσιο φιλοδώρημα, δεν το χρειάζεται. Και, σας παρακαλώ πολύ, μην ξεχάσετε να τον χαιρετήσετε από μένα, θα χαρώ πολύ! Σας ευχαριστώ...

* Ο Λ. Κούσουλας είναι Φιλόλογος, πρώην Σχολικός Σύμβουλος.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


180

Νίκος Μπριασούλης*

Συν έν τε υ ξη από τον κ. Γι ώργ ο Παπα θ αν α σ ί ο υ μαχητ ή το υ Δ. Σ. Ε.

Ο

Γ. Π. γεννήθηκε στο Συνοικισμό Βίλλια της Κοινότητας Κτιστάδων (Κουσοβίστα) στα 1928 και μεγάλωσε σε περιβάλλον που διαπνέονταν από δημοκρατικές και προοδευτικές αντιλήψεις. Τελείωσε το Δημ. Σχολείο Κτιστάδων στα 1940 με δάσκαλο τον Β. Τόσκα. Σ’ ένα ταξίδι με τον πατέρα του στα χωριά του Ασπροποτάμου, συναντήθηκαν με μια μονάδα του ΔΣΕ, που τον πήρε μαζί της. Πολέμησε στις τάξεις του ως το τέλος της εμφύλιας αναμέτρησης κι ακολούθησε τη μοίρα χιλιάδων συντρόφων του στην πολιτική προσφυγιά. Πώς ήταν η κατάσταση στο χωριό μας, όταν άρχιζε η Αντίσταση κι έκαναν την εμφάνισή τους οι αντιστασιακές οργανώσεις; Υπήρξαν εντάσεις, αντιπαλότητες; Όχι, ήταν ήρεμα τα πράγματα στην αρχή. Οι εκπρόσωποι των οργανώσεων ζητούσαν απ’ τον κόσμο να συμμετάσχει, χωρίς να τον πιέζουν. Ζητούσαν μόνον να μη συνεργάζεται κανείς με τους Ιταλούς. Γι’ αυτό και η μεγάλη πλειοψηφία των νέων προσχώρησαν αμέσως στο ΕΑΜ κι άλλοι στον ΕΔΕΣ. Πώς οργανώθηκε το ΕΑΜ Κτιστάδων; Δε θυμάμαι λεπτομέρειες. Υπεύθυνος του ΕΑΜ πρέπει να ήταν ο Γ. Β. Λένης και του εφεδρικού ΕΛΑΣ ο Κώστας Παπαθανασίου, ο πατέρας μου! Ήταν ένα κίνημα αυθόρμητο, λαϊκό και πατριωτικό. Εσύ πότε επιστρατεύτηκες απ’ το ΔΣΕ και ποιο ήταν το γενικό κλίμα που επικρατούσε στις τάξεις του; Επιστρατεύτηκα στις 14-11-1947. Ήμουν ταξίδι με τον πατέρα μου και τον αδελφό μου Παύλο στο χωριό Λεπενίτσα Ασπροποτάμου, για δουλειά. Εκεί πέρασε, ένα τμήμα του Αρχηγείου Ηπείρου, με Διοικητή τον Άλκη Χοντούρα, και με πήραν μαζί τους. Με ενέταξαν στο λόχο μηχανημάτων, πολυβόλων και όλμων 3 ιτζών. Πώς είδες τη δομή και την οργάνωση του ΔΣΕ; Ποιο ήταν τότε το γενικό κλίμα που επικρατούσε στις τάξεις του; Ως τον Δεκέμβρη του ’47 υπήρχαν Αρχηγεία Ηπείρου, Θεσσαλίας, Ρούμελης, κ.λπ. Όταν συγκροτήθηκε η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση του Βουνού, έγιναν οι Μεραρχίες. Εγώ ήμουν στην όγδοοη Μεραρχία με ΔιοικηΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Σ υ ν έ ν τ ε υ ξ η α π ό τ ο ν Γι ώ ρ γ ο Π α π α θ α ν α σ ί ο υ

181

τή τον Κώστα Κολιγιάννη αρχικά κι αργότερα τον Κώστα Ράπτη. Ως προς το κλίμα, υπήρχε αυτοπεποίθηση, αισιοδοξία και μεγάλος ενθουσιασμός ότι θα νικήσουμε τον ξενοκίνητο Μοναρχοφασισμό. Σε ποιες σημαντικές μάχες πήρες μέρος; Τον Νοέμβρη του 1947 πήρα μέρος στη μάχη του Δελβινακίου με το Λόχο του Παπαβασιλείου. Τον Μάρτη του ’48 πήρα μέρος στη μάχη της Μουργκάνας. Περνώντας απ’ το Τσοτύλι, τραυματίστηκα βαριά στη σπονδυλική στήλη. Στις 14-1-1949, ενώ εκπαιδευόμουν στη Σχολή Αξ/κών, 6η Σειρά, πήρα μέρος με τη μονάδα της Σχολής στη μάχη της Φλώρινας. Με Διοικητή τον Υψηλάντη πήρα μέρος στη διείσδυση απ’ το Βίτσι στο Γράμμο. Στη Δροσοπηγή της Κόνιτσας πήρα μέρος στην επίθεση κατά του Εθνικού Στρατού. Στις 30 Μαϊου πήρα μέρος στη μάχη για την κατάληψη του υψώματος Πατώματα, καθώς και στην αντεπίθεση κατά των Λοκ στο Λέσιτς. Τελευταία μάχη που πήρα μέρος ήταν στο Πάτρα Γκούστα (Πλικάτι) στις 29-8-1949. Έφταναν ως εσάς τους μαχητές οι διαφωνίες και οι συγκρούσεις των ανώτατων στελεχών του ΔΣΕ και της κομματικής ηγεσίας, όπως π.χ. η σύγκρουση Ζαχαριάδη-Μ. Βαφειάδη; Δέν έφτανε τίποτε σε μας. Για το Μάρκο ανακοινώθηκε επίσημα ότι κουράστηκε και πήγε για ανάπαυση και αναψυχή σε κάποια σοσιαλιστική χώρα. Νομίζεις πως η ηγεσία του ΔΣΕ και του ΚΚΕ δεν ήξερε τίποτε για τις συμφωνίες Στάλιν-Τσώρτσιλ, με τις οποίες καθόρισαν ζώνες επιρροής στα Βαλκάνια; Θεωρώ απίθανο να μη γνώριζαν, γιατί υπήρχαν συνεχείς επαφές με την ηγεσία των Κ.Κ. της Γιουγκουσλαβίας, της Βουλγαρίας και της ΕΕΣΔ. Όταν δεν υπήρχαν πολεμικές επιχειρήσεις, πώς ήταν η καθημερινότητα των ανταρτών; Πέρα απ’ την καθοδήγηση και την πολιτική ενημέρωση, υπήρχε κάποια μορφή ψυχαγωγίας; Καταρχήν, είχαμε συστηματική εκπαίδευση και ασκήσεις, για να διατηρούμε σε καλό επίπεδο την πολεμική μας ετοιμότητα. Ωστόσο δεν έλειπαν οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις με μουσική και χορό και κάποιες θεατρικές παραστάσεις. Κάποιοι καπετάνιοι του ΔΣΕ, όπως π.χ. ο Αλέκος Κουτσούκαλης, υποστήριξαν στα βιβλία τους πως άκουσαν τον Ζαχαριάδη σε δημόσιες ομιΈ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


182

Νίκος Μπριασούλης

λίες του να λέει πως με το 2ο Αντάρτικο (Εμφύλιος) έκανε το διεθνιστικό του καθήκον. Πώς εξηγείς εσύ αυτόν τον ισχυρισμό; Ο Ζαχαριάδης ήταν ένας πανέξυπνος και πολύ ικανός άνθρωπος. Όμως και στο χαρακτήρα του και στη ζωή του υπάρχουν πολλές σκιές. Όπως το γεγονός ότι επιβίωσε στο Νταχάου και επέστρεψε «άνετος» στην Αθήνα, για ν’ αναλάβει την ηγεσία του Κόμματος. Ίσως μ’ αυτή τη φράση να είπε μια πικρή αλήθεια. Ως πολιτικός πρόσφυγας σε ποια χώρα έζησες, ποιες είναι οι εμπειρίες σου απ’ αυτήν και πότε επέστρεψες στην Ελλάδα; Έζησα στη Σοβιετική Ένωση, στην Τασκένδη. Δεν έχω παράπονα, μας φρόντισαν από κάθε άποψη. Αρκετοί από μας σπούδασαν σε Ανώτερες και Πανεπιστημιακές Σχολές. Γύρισα στην Ελλάδα στις 2-9-1959. Στην εξορία, τον πρώτο καιρό μετά την ήττα του ΔΣΕ, υπήρχε περιθώριο κριτικής για τα πιθανά λάθη της ηγεσίας που οδήγησαν στην ήττα; Όσοι έκαναν κριτική χαρακτηρίζονταν φραξιονιστές και διαγράφονταν απ’ το κόμμα, με όλες τις δραματικές συνέπειες που δημιουργούσε αυτή η διαγραφή. Άκουσες για εξοντωτικές τιμωρίες και φρικτά βασανιστήρια ανταρτών, που πιέζονταν να ομολογήσουν ότι ήταν πράκτορες του εχθρού; Δεν έπεσαν στην αντίληψή μου τέτοιες πληροφορίες. Η συμμετοχή σου στο 2ο Αντάρτικο είχε συνέπειες για σένα και την οικογένειά σου, αφότου γύρισες στην Ελλάδα; Δεν μου έδιναν ούτε άδεια οδήγησης αυτοκινήτου. Σήμερα, εξήντα χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, νομίζεις πως υπήρχε κάποια αδήριτη ανάγκη, για να γίνει στον τόπο μας αυτός ο αδελφοκτόνος αλληλοσπαραγμός; Άδικα έγινε. Ενώ για τον τόπο μας είχε τεράστιο κόστος σε υλικές ζημιές και ανθρώπινες ζωές, δεν οδήγησε πουθενά, εκτός από τον αβυσσαλέο διχασμό, που δε λέει να σβήσει ακόμα. Οι μόνοι που ωφελήθηκαν είναι οι Μεγάλες Δυνάμεις· εμείς, άθελά μας ίσως, παίξαμε το παιγνίδι τους. Τη συνέντευξη πήρε ο Ν. Μπριασούλης, στις 3 Αυγούστου 2011. * Ο Ν. Μπριασούλης είναι Φιλόλογος, επίτιμος πρόεδρος της Ι.Λ.Ε.Τ. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τ Ε Χ Ν Η - Π Α ΡΑ Δ Ο Σ Η - Π Ο Λ Ι Τ Ι Σ Μ Ο Σ Βασιλική Παππά-Βλάχα*

Το δημ οτικό τρ αγ ο ύ δι «Η κολόν α» « Ν’ αγ ν άν τε υ α, ν α βίγλι ζα το έρ ημο το Σκ λο ύπο »

Σ

τα χωριά των Τζουμέρκων-και όχι μόνον-τραγουδιέται και χορεύεται στα γλέντια και στα πανηγύρια το δημοτικό τραγούδι, γνωστό με τον τίτλο «Κολόνα». Ο ρυθμός του, που οδηγεί σε εύκολο χορευτικό βηματισμό (μέσαέξω), συνέβαλε ώστε τα τελευταία χρόνια να είναι ένα από τα πλέον δημοφιλή τραγούδια με αποτέλεσμα να συμπεριλαμβάνεται και σε αρκετές συλλογές με χορευτικά δημοτικά τραγούδια από την Ήπειρο. Το τραγούδι δημιουργήθηκε από Σκλουπιώτες, πιθανώς στις αρχές του 20ου αιώνα, και αναφέρεται στο Σκλούπο1 (Αμπελοχώρι). Ως εκ τούτου, για την ιστορία του, θεωρώ ότι πρέπει να καταγραφεί και στο περιοδικό Τζουμερκιώτικα Χρονικά, όπως παραδόθηκε και τραγουδιέται στο Σκλούπο , αλλά και γιατί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, με την ταχεία διάδοσή του, επήλθαν και κάποιες αλλαγές, σημαντικές για την ιστορία των λέξεων. Η ενασχόλησή μου με το θέμα προέκυψε με αφορμή τη συζήτηση με τον αγαπητό και ευαίσθητο σε θέματα της παράδοσης, Σκλουπιώτη ηθοποιό, Κώστα Τζουβάρα, το καλοκαίρι του 2011 στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής στο Σκλούπο. Οι στίχοι της πρώτης στροφής, όπως τραγουδήθηκαν από τους χωριανούς, χωρίς μουσικά όργανα, στον ομαδικό χορό πριν από τις «Κύκλες», δεν ταυτίζονταν με αυτούς που ακούστηκαν, στη συνέχεια του πανηγυριού, από την ορχήστρα. ΚΟΛΟΝΑ Να ’μουν κολόνα στο στενό και τσούτσουρος στην Πλάκα ν’αγνάντευα να βίγλιζα το έρημο το Σκλούπο. Πώς κλαίει η Τάνα το παιδί κι η Χρίσταινα το Μήτρο 1. Η «Κολόνα» ήταν ένα από τα πρώτα δημοτικά τραγούδια που καταγράφηκαν, με την επανέκδοση του περιοδικού «Καθρέπτης» το 1980, από τη Συντακτική Επιτροπή («Καθρέπτης» 6,1980, σελ. 9-10). Η καταγραφή αυτή παρουσιάζεται στο παρόν κείμενο. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


184

Βασιλική Παππά-Βλάχα

κι η δόλια Χριστονίκαινα το δόλιο το Θανάση. Στην Πράμαντα είν’ ο Κωνσταντής στην Άγναντα είν’ ο Μήτρος στην Κουσοβίστα τη μικρή ο δόλιος ο Θανάσης. Κοντοκαρτέρ’ μωρ’ συντροφιά να πάμε όλοι αντάμα Έχω την πίτα στη φωτιά δυό λάχανα στο τσκάλι. Σαν πάησαν κι ανταμώσανε στη δόλια Κουσοβίστα, καλημέρα σας βρε παιδιά, καλώς τες τις μανάδες. Κάτσε μάνα μ’ μολόγα μας χαμπέρια από το Σκλούπο, το ποια χωράφια σπείραταν, το ποια έχετε χέρσα. Στα Καραγιάν’ τα σπείραμαν, στην Κοκαλιάρα χέρσα, τα δόλια Ξεροπήγαδα παλιά χορταριασμένα. Πρόκειται για δημοτικό τραγούδι που από το 1918 τραγουδιέται από τους κατοίκους του Σκλούπου στο πανηγύρι, μαζί με τις «Κύκλες», το Καγκέλι. Τους στίχους του τραγουδιού συνέθεσαν, όπως παραδίδεται, ο Χρήστος Σταύρου Έξαρχος ο Γιάννης Τσούρης, ο Γιώργος Καλαντζής και ο Γιάννης Μπαλωμένος2. Άρχισε ίσως από νωρίτερα να πρωτοτραγουδιέται στα γλέντια της παρέας και σιγά σιγά πέρασε και στο δημόσιο πανηγύρι. Το περιεχόμενο του τραγουδιού αναφέρεται στη νοσταλγία των Σκλουπιω2. Κ.Γ. Πραμαντιώτης, Η ιστορία της Κολόνας στο στενό, Καθρέφτης 51, 2011, σελ. 21-23 και καθρέφτης 6, 1980, σελ. 9-10. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το δημ οτικ ό τρ αγ ού δ ι « Η κ λ όν α »

185

τών για τον τόπο τους και στις δύσκολες συνθήκες επιβίωσης των κατοίκων του χωριού. Επιπρόσθετα, η σκηνή που περιγράφεται με την έντονη ανησυχία των μανάδων για τα παιδιά τους που έλειπαν, επιτρέπει την ανασύσταση της εικόνας του ταραχώδους κλίματος της εποχής. Αυτοί που μνημονεύονται γεννήθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα: ο Κώστας Καλαντζής, γιός της Τάνας, ο Μήτρος Έξαρχος, ο Θανάσης Νίκου. Οι δύο τελευταίοι γεννημένοι το 1858, μαζί με τον Κώστα Καλαντζή, έλειπαν για μεγάλο χρονικό διάστημα από το Σκλούπο, βρισκόμενοι αντίστοιχα στους Κτιστάδες (Κουσοβίστα), στην Άγναντα και στην Πράμαντα. Εκείνη την περίοδο η περιοχή της Ηπείρου, ανατολικά του Αράχθου είχε παραχωρηθεί από το 1881 μαζί με τη Θεσσαλία στο Ελληνικό κράτος3. Προφανώς, οι άνδρες από το Σκλούπο θα συμμετείχαν στις φρουρές που πρόβαλλαν αντίσταση κατά των Τούρκων στην περιοχή της Πλάκας, την άνοιξη του 1897, στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Τότε οι Τούρκοι έφθασαν μέχρι την Κουσοβίστα καταλύοντας τη φρουρά Καλαριτών-Χριστών. Ανήσυχες οι Σκλουπιώτισσες μάνες πήγαν και συνάντησαν τα παιδιά τους. Τα τοπωνύμια, οι θέσεις που αναφέρονται στην τελευταία στροφή, διατηρούν και σήμερα τα ίδια ονόματα (Καραγιάννη, Κοκαλιάρα, Ξεροπήγαδο)4 και βρίσκονται στην περιοχή του Σκλούπου. Είναι κάποιες από τις τοποθεσίες όπου έσπερναν, βοσκούσαν τα ζώα τους και έκοβαν ξύλα. Το Στενό, στον πρώτο στίχο, είναι κοιλάδα δίπλα στον Καλαρρύτικο ποταμό όπου αρκετοί Σκλουπιώτες είχαν αγροκατοικίες και ζούσαν εκεί από την άνοιξη έως τις αρχές του φθινοπώρου5. Για να περνούν το ποτάμι, είχαν χτίσει δύο κολόνες, τη μια από την πλευρά του Σκλούπου και την άλλη από την Γκούρα (Βαπτιστή) και με μια «λυσιά» μπορούσαν να ανταμώνουν με τους κατοίκους της Γκούρας απέναντι, όπου διέθεταν και αυτοί αγροκατοικίες6. Η τελευταία στέρεη κατασκευή της πρέπει να έγινε το 1934-1935. Στη θέση αυτή βρίσκεται η κολόνα που αποτέλεσε και τον τίτλο του τραγουδιού. Οι πρώτες αντικαταστάσεις-αλλαγές- λέξεων στο τραγούδι έγιναν μετά από τη δεκαετία του 1980, όταν η «Κολόνα» τραγουδήθηκε και σε άλλα χωριά. Στην πρώτη στροφή, η λέξη τσούτσουρος, στον δεύτερο στίχο, αντικαθίσταται -όχι

3. Για τα ιστορικά γεγονότα στην περιοχή βλ. Στ. Φίλος, Τζουμερκοχώρια, Αθήνα 2000, σελ. 130-160. 4. Κ. Αναστασίου, Τοπωνύμια Αμπελοχωρίου, Καθρέφτης 29, 1990, σελ. 22-31 και Καθρέφτης 30, 1990, 21-32. 5. Για το Στενό και τα σπίτια του βλ. Π. Βλάχα, Καθρέφτης 44, 2004, σελ. 3-11. 6. Κ.Γ. Πραμαντιώτη, Η ιστορία της κολόνας στο Στενό, Καθρέφτης 51, 2011, σελ. 2123. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


186

Βασιλική Παππά-Βλάχα

πάντοτε- από τη λέξη φλάμπουρο και το τοπωνύμιο Πλάκα από τη λέξη Ράχη7. Προφανώς, επειδή το φλάμπουρο στη ράχη είναι πιο κατανοητό και πιο εύληπτο από τον τσούτσουρο στην Πλάκα. Τελείως όμως από το τραγούδι εξοβελίζεται το ρήμα βίγλιζα. Η προφορική παράδοση των κατοίκων του Σκλούπου διασώζει και το ρήμα βίλλιαζα αντί του βίγλιζα, ίσως ως πιο εύηχο και ευκολόχρηστο. Το αμάρτυρο από αλλού ρήμα βίλλιαζα στο τραγούδι «Κολόνα» ερευνήθηκε γλωσσολογικά από τον καθηγητή Γ.Ν. Γιαννάκη8. Την τελευταία πενταετία που όλο και συχνότερα τραγουδιέται στα πανηγύρια της περιοχής των Τζουμέρκων η Κολόνα, τη μεσαιωνικής προέλευσης λέξη βίγλιζα αντικατέστησαν οι οργανοπαίκτες- τραγουδιστές, άκριτα και χωρίς νόημα, από τη λέξη Πράμαντα. Αντί της χρήσης των δύο συνωνύμωνσυχνό φαινόμενο στα δημοτικά τραγούδια και στην ποίηση- αγνάντευα και βίγλιζα (ή βίλλιαζα), διατήρησαν το πρώτο, ως πιο οικείο στην ομιλούμενη γλώσσα και έτσι τραγουδούν: «ν΄αγνάντευα την Πράμαντα, το έρημο το Σκλούπο». Εκτός όμως από το περιεχόμενο που αλλάζει παντελώς-ο καημός του Σκλουπιώτη δεν ήταν βεβαίως να αγναντέψει την Πράμαντα- παύει να ακούγεται μια λόγια λέξη, η λέξη βίγλιζα, την οποία σοφά και ταιριαστά είχαν χρησιμοποιήσει οι στιχουργοί του τραγουδιού. Ασφαλώς, από κάποια ράχη μπορεί να αγναντεύει κανείς την Πράμαντα, αλλά η Τάνα, ο Κωνσταντής, ο Μήτρος, ο Θανάσης, το Στενό, η Κολόνα, η Κοκαλιάρα, το Ξεροπήγαδο δεν έχουν καμιά σχέση με την Πράμαντα. Είναι οι άνθρωποι που έζησαν στο Σκλούπο, με απογόνους και χωριανούς που τραγουδώντας τούς ανακαλούν στη μνήμη. Είναι οι τόποι που δέθηκαν με την ιστορία και τους ανθρώπους του χωριού. Γι’ αυτό, στα πανηγύρια και στα γλέντια του Σκλουπιωτών, το τραγούδι «Η κολόνα» τραγουδιέται όπως παραδόθηκε από τους παλιότερους κατοίκους, διατηρώντας και τις λέξεις και το νοηματικό τους περιεχόμενο. * Η Βασιλική Παππά-Βλάχα είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. 7. Τσούτσουρος είναι ο σωρός από πέτρες σε σχήμα πυραμίδας. Ως τοπωνύμιο είναι γνωστό για την ψηλότερη κορυφή στο λόφο της Αγίας Παρασκευής, μέσα στο χωριό. Η Πλάκα είναι συνοικία του χωριού και η Ράχη αναφέρεται ως τοπωνύμιο σε διάφορους μικρούς λόφους. βλ.παραπάνω, σημείωση 4. 8. Σχετικά με το ρήμα βίλλιαζα στο τραγούδι «Κολόνα» βλ. Γ. Ν. Γιαννάκης, «Parva in Litteras», «Δωδώνη», Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 30, 2001, σελ. 219-221. Κατά τον συγγραφέα, το ρήμα βιλλιάζω ετυμολογείται από τη λέξη βίλλια: μέρος από όπου μπορεί να αγναντέψει κανείς. Την ίδια σημασία έχει και το ρήμα βιγλίζω (Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 1998). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


187

Κωνσταντίνα Ζήδρου*

Ο μυθικός επώνυμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας στη γραμματεία της ύστερης αρχαιότητας και της βυζαντινής περιόδου ΜΕΡΟΣ Β΄1

Ο

4ος μ.Χ. αιώνας αποτελεί την αφετηρία της ιστορικής διαδρομής του Βυζαντίου, όπως σηματοδοτείται από τον επίσημο διαχωρισμό της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ρητορική του εκπροσωπείται από τον Καλλίστρατο2, για τον οποίο έχουν σωθεί ελάχιστα στοιχεία και ένα μόνο έργο του, μια περιγραφή εικόνων, με τίτλο Statuarum descriptiones, όπου πραγματεύεται ένα ιδιαίτερα αγαπητό και διαχρονικό στη βυζαντινή γραμματεία θέμα. Πιο συγκεκριμένα, ο Καλλίστρατος, μεταξύ των περιγραφών του, περιλαμβάνει και εκείνη της εικόνας του Αθάμαντα3. Πρόκειται για ένα έργο, ευρισκόμενο στη Σκυθία, το οποίο είχε ως σκοπό όχι την έκθεση και επίδειξή του αλλά να συντελέσει στην εξάσκηση της περιγραφής του συναισθήματος της αγωνίας σε όσους επιδίδονταν στην τέχνη της ζωγραφικής και επιθυμούσαν τη σωστή απεικόνισή της. Στο συγκεκριμένο έργο, είχε αποδοθεί ο Αθάμαντας, ενώ είχε καταληφθεί από μανία. Εμφανιζόταν γυμνός, με την κόμη του να ανεμίζει άναρχα και να κοκκινίζει από αίμα. Η παραφροσύνη και η απορία καθρεφτιζόταν στα μάτια του. Ήταν οπλισμένος και σε συνεχή εγρήγορση, προκειμένου να τολμήσει τις παράλογες πράξεις του, χωρίς παράλληλα να φοβάται την τιμωρία των Ερινύων. Στο χέρι του, έφερε τον οπλισμό του, τον οποίο και πρόβαλλε. Ο πίνακας στην πραγματικότητα ήταν στατικός. Ωστόσο, δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της κίνησης στους θεατές. Ο μυθικός ήρωας πλαισιωνόταν από την η Ινώ, η οποία απεικονίζεται τρέμοντας από φόβο και χλωμή σαν νεκρή. Κρατούσε στην αγκαλιά της το μωρό της, φέρνοντας τη θηλή της στα χείλη του, προσφέροντας του δηλαδή την πηγή της τροφής του. Η σκηνή διαδραματιζόταν στην περιοχή της Σκειρωνίδας, με τη βαθιά θάλασσα να ξεπροβάλει λίγο πιο κάτω. Τα ορμητικά κύματα φούσκωναν και ταλαντεύονταν, κατά τη συνήθειά τους, έτοιμα να υποδεχτούν την Ινώ. Το σώμα της όμως κυρίευσε

1. Στη συγκεκριμένη εργασία, παρατίθενται τα σχετικά χωρία με τις αναφορές στον Αθάμαντα σε ελεύθερη μετάφραση, χωρίς να διορθώνονται ή να σχολιάζονται. 2. Για τον Καλλίστρατο και το έργο του βλ. Hunger, Βυζαντινή, σ. 263-264. 3. Για το μυθικό κύκλο του ήρωα βλ. σύντομα Ζήδρου, Ο Αθάμας, σ. 92-93 και αναλυτικά Παπαχατζής, Ελληνική μυθολογία, σ. 107, 141, 147, Σακελλαρίου, Ανασύνταξη, σ. 25, 81 και Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια, σ. 91-92. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


188

Κωνσταντίνα Ζήδρου

τη θάλασσα και κυριάρχησε με το ακμαίο πνεύμα της, κατευνάζοντας ακόμη και το Ζέφυρο. Το κερί, από το οποίο ήταν κατασκευασμένη η εικόνα, παρείχε την εντύπωση στο θεατή ότι ο καλλιτέχνης μπορούσε να εμφυσήσει ακόμη και πνοή στις μορφές, να μεταφέρει τη θαλάσσια αύρα και να μιμηθεί πιστά τα έργα της φύσης. Ανάμεσα στα κύματα, ξεπρόβαλλαν δελφίνια, τέμνοντας τη σκηνή. Το κερί δημιουργούσε και πάλι την ψευδαίσθηση ότι αυτά ήταν ζωντανά και διέθεταν πνοή, ενώ μιμούνταν, αληθοφανώς, και την υγρασία της θάλασσας. Στην άκρη του πίνακα, εμφανιζόταν η Αμφιτρίτη, αναδυόμενη από το βυθό, παρακολουθώντας το άγριο και φρικώδες θέαμα της Ινούς με τα ακτινοβόλα και αστραποβόλα γαλάζια μάτια της. Η θεά πλαισιωνόταν από τις Νηρηίδες, οι οποίες παρουσιάζονταν τρυφερές, εύχαρες, με τον ερωτικός πόθο και την ηδονή να αντικατοπτρίζεται στα μάτια τους. Στην άκρη των θαλασσίων κυμάτων, είχαν εγείρει, ελισσόμενες με χάρη, έναν κυκλικό χορό. Γύρω από αυτές, αναπτυσσόταν ο Ωκεανός, απεικονιζόμενος να φουσκώνει ελαφρώς4. Μια εξέχουσα προσωπικότητα του ιδίου αιώνα είναι και ο Επιφάνιος, Επίσκοπος Κύπρου5. Το έργο του, το οποίο αποτελείται από πολυάριθμα συγγράμματα όπου αναλύονται ποικίλα θέματα της ορθοδοξίας, αποτέλεσε πηγή για σημαντικά έργα της βυζαντινής γραμματείας, όπως το Πασχάλιο Χρονικό, το De Administrado Imperio και διάφορα λεξικά. Ο Επιφάνιος, στο σύγγραμμά του με τίτλο «Σύντομος αληθής λόγος περί πίστεως καθολικής και αποστολικής εκκλησίας» και αναφερόμενος στις ποικίλες παγανιστικές θρησκείες και φιλοσοφίες των Μήδων, των Πάρθων, των Περσών, των Αιθιόπων, των Ιβήρων, των Ελλήνων και άλλων λαών, κάνει λόγο και για τις διάφορες τελετουργίες τους. Ανάμεσα στις τελετές και τα μυστήρια των Ελλήνων, συγκαταλέγει και τα Ίσθμια, τα οποία τελούνταν προς τιμήν του Μελικέρτη, του γιου του Αθάμαντα και της Ινούς6. Κατά τον 4ο και τον επόμενο 5ο μ.Χ. αι. και παρά την επικράτηση του χριστιανισμού, η ελληνική μυθολογία παρέμεινε ζωντανή στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, κυρίως μέσα από την επική ποίηση. Ένας χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του συγκεκριμένου ποιητικού είδους υπήρξε και ο Νόννος7, από την Πανόπολη της Αιγύπτου. Τα ογκώδη «Διονυσιακά» του συναγωνίζονται σε 4. Για την περιγραφή του Καλλίστρατου βλ. Schenkl-Reisch, Philostrati minoris imagines et Callistrati descriptions, κεφάλαιο 14, παράγραφος 1. 5. Για τον Επιφάνιο και το έργο του βλ. Hunger, Βυζαντινή, σ. 129, 410, 495. 6. Βλ. Schermann, Prophetarum vitae fabulosae, τόμος 3, κεφάλαιο 510. 7. Για το Νόννο και το έργο του βλ. Easterling-Knox, Ιστορία, σ. 935-937, Hunger, ο.π., σ. 486, 510-511 και Lesky, Ιστορία, σ. 1117-1120. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μ υ θ ικ ό ς ε πών υ μ ο ς ήρ ωα ς τ η ς Αθ α μαν ία ς Αθ ά μα ς

189

έκταση τα ομηρικά έπη. Παράλληλα, οι μετρικές του καινοτομίες όπως και η ζωντανή και γλαφυρή περιγραφή τόσο ελληνικών μύθων όσο και της ιστορίας του Αλεξάνδρου, μέσω της διήγησης της εκστρατείας του θεού Διονύσου στην Ινδία, εντυπωσίασαν τους συγχρόνους του ποιητές και άσκησαν σημαντική επίδραση στους μεταγενέστερους. Αρκετοί στίχοι «των Διονυσιακών» αφιερώνονται στο μυθικό κύκλο του Αθάμαντα, ο οποίος σχετίζεται άμεσα με τον αντίστοιχο του Διονύσου. Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο σχετικό χωρίο γίνεται μνεία στη μανία του Αθάμαντα, η οποία εξανάγκασε την Ινώ σε φυγή, για να καταλήξει τελικά να πέσει στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, μαζί με το γιο της Μελικέρτη8. Στη συνέχεια και διηγούμενος το μύθο της Αρμονίας, μητέρας της Ινούς, ο Νόννος αναφέρεται και στους απογόνους της. Σύμφωνα λοιπόν με τον επικό ποιητή, η όμορφή Ινώ νυμφεύθηκε τον Αθάμαντα, με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά9. Και εξακολουθεί ότι η παρθένος Ινώ οδηγήθηκε με εορτασμούς και χαρά στα δωμάτια του Αθάμαντα, όπου βρισκόταν το κρεβάτι της Νεφέλης, της πρώτης συζύγου του ήρωα. Η Ινώ απέκτησε δυο γιους, το Λέαρχο και το Μελικέρτη. Αργότερα, τη σκέπασε η θάλασσα, καθώς εκείνη εγκαταστάθηκε στο βυθό της10. Στο ίδιο έργο, ο ποιητής, απαριθμώντας μυθολογικά ζευγάρια, συγκαταλέγει και τον Αθάμαντα με την Ινώ και τη Νεφέλη, με την επισήμανση ότι οι δυο γυναίκες μοιράστηκαν τον ίδιο άντρα11. Σε έτερο χωρίο, εξαίρεται η συμβολή της Ινούς στην ανατροφή του Διονύσου μέσα στα παλάτια του Αθάμαντα, από όπου έφυγε κυνηγημένη η ίδια όταν η θεϊκή μανία κατέλαβε το βασιλιά σύζυγό της12, ενώ τονίζεται και ο ρόλος του χρησμού του μαντείου των Δελφών στην εξέλιξη του μύθου13. Λίγο πιο κάτω, απαριθμούνται διεξοδικά οι σύζυγοι, οι ερωμένες και τα τέκνα του Αθάμαντα14. Σε αρκετά χωρία του συγκεκριμένου μυθικού κύκλου, περιγράφονται, γλαφυρά και με ποιητικό τρόπο, οι ενέργειες και οι αντιδράσεις του Αθάμαντα, η δολοφονία των παιδιών του όταν διασαλεύτηκε η λογική του και η καταδίωξη της

8. Για το χωρίο βλ. Keydell, Nonni Panopolitani Dionysiaca, βιβλίο 1, στίχοι 19-20. 9. Για το χωρίο βλ. Keydell, Nonni Panopolitani Dionysiaca, βιβλίο 5, στίχοι 197-199. 10. Για το χωρίο βλ. Keydell, Nonni Panopolitani Dionysiaca, βιβλίο 5, στίχοι 556-560. 11. Για το χωρίο βλ. Keydell, Nonni Panopolitani Dionysiaca, βιβλίο 8, στίχοι 384-385. 12. Για το χωρίο βλ. Keydell, Nonni Panopolitani Dionysiaca, βιβλίο 9, στίχοι 243-249. 13. Για το χωρίο βλ. Keydell, Nonni Panopolitani Dionysiaca, βιβλίο 9, στίχοι 283-291. 14. Για το χωρίο βλ. Keydell, Nonni Panopolitani Dionysiaca, βιβλίο 9, στίχοι 302-321. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


190

Κωνσταντίνα Ζήδρου

Ινούς. Ακολουθούν οι συνέπειες της μανίας του, δηλαδή η εξολόθρευση της οικογένειάς του, η εξορία του και η έναρξη των περιπλανήσεων του15. Ο μυθικός κύκλος και οι σχετικές αναφορές «των Διονυσιακών» ολοκληρώνονται με τη σύγκριση του βίου της Ινούς και της Σεμέλης. Ο ποιητής διαπιστώνει ότι η Ινώ έχει ως κατοικία της τη θάλασσα, ενώ η Σεμέλη εντάχθηκε στον κύκλο των Ολυμπίων. Η Ινώ νυμφεύθηκε ένα θνητό άντρα, τον Αθάμαντα, με τον οποίο απέκτησε ένα θνητό γιο, το Μελικέρτη, που μοιράστηκε την τραγική μοίρα της μητέρας του και κατέληξε στη θάλασσα. Αντίθετα, η Ινώ είχε ως εραστή της το Δία, με τον οποίο απέκτησε ένα θεό, το Διόνυσο, που κατοικεί μαζί με τους άλλους θεούς. Έτσι, ο μεν Διόνυσος βρίσκεται στους ουρανούς, μαζί με τη μητέρα του, ο δε Μελικέρτης στη θάλασσα, αντίστοιχα μαζί με τη μητέρα του16. Ανάμεσα στους γραμματικούς του 5ου μ.Χ. αι., διακρίνεται και ο Ώρος17. Αττικιστής, μελετητής των γραμματικών ανωμαλιών και μεγάλος αντίπαλος του επίσης αττικιστή Φρύνιχου συνέγραψε την αποσπασματικά σωζόμενη «Ορθογραφία» του, η οποία συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα έργα του και λειτούργησε ως πηγή για το Στέφανο Βυζάντιο, το λεξικό του Ζωναρά αλλά και για τα σπουδαιότερα βυζαντινά λεξικά π.χ. Etymologicum Genuinum, Μέγα Ετυμολογικό, Ετυμολογικόν Συμεώνος κ.α. Στο συγκεκριμένο έργο, ο Ώρος χρησιμοποιεί γραμματικούς τύπους από την αφιερωμένη στο μυθικό ήρωα της Αθαμανίας τραγωδία του Σοφοκλή, με τίτλο Αθάμας, ως παραδείγματα, προκειμένου να καταστήσει σαφείς και κατανοητούς ορισμένους κανόνες τονισμού18. Στον ίδιο αιώνα, ανάγεται και το Λεξικό του Ησύχιου19 από την Αλεξάνδρεια. Πρόκειται για το εκτενέστερο σωζόμενο λεξικό της βυζαντινής περιόδου. Ο συντάκτης του χρησιμοποίησε αρκετές πηγές, λήμματα από τον Κύριλλο, καθώς και μια απλοϊκή παράφραση του Ομήρου. Εντυπωσιακή είναι η αλφαβητική διάταξη, με αρκετές βέβαια παρεκκλίσεις, η οποία, ωστόσο, σπανίζει σε άλλα βυζαντινά λεξικά. Γενικά, τα λήμματα παρουσιάζονται σύντομα και λα15. Για τα συγκεκριμένα χωρία βλ. Keydell, Nonni Panopolitani Dionysiaca, βιβλίο 10, στίχοι 1-119. 16. Για το χωρίο βλ. Keydell, Nonni Panopolitani Dionysiaca, βιβλίο 10, στίχοι 130-138. 17. Για τον Ώρο και το έργο του βλ. Hunger, Βυζαντινή, σ. 387, 413, 420, 424. 18. Βλ. Rabe, Lexicon Messanense, Folio 280 verso, γραμμή 22 και folio 281 recto, γραμμή 1-4. 19. Για τον Ησύχιο και το έργο του βλ. Hunger, ο.π., σ. 409-412 και Lesky, Ιστορία, σ. 1138. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μ υ θ ικ ό ς ε πών υ μ ο ς ήρ ωα ς τ η ς Αθ α μαν ία ς Αθ ά μα ς

191

κωνικά. Ορισμένα όμως συνοδεύονται και από ποικίλα χωρία ως επεξηγήσεις. Το συγκεκριμένο έργο σώθηκε σε ένα μόνο κώδικα και παρά τις ελλείψεις του, αποδείχτηκε πολύτιμο εργαλείο τόσο για την αποκατάσταση κειμένων όσο και γενικότερα για την έρευνα. Σε αρκετά λήμματά του, εντοπίζονται λέξεις ή φράσεις οι οποίες είτε απαντούν στις αφιερωμένες στον Αθάμαντα τραγωδίες είτε σχετίζονται με τον ήρωα. Ειδικότερα, το επίθετο αγχήρης20 (ο εγγύς), τα ονόματα επισίγματα21 (επικελεύσματα, προτροπές, παροτρύνσεις), έρκεσι22 (δίκτυα), εψία23 (γέλια, χλεύη) και τα ρήματα εγχρωματίσθη24 (διανθίζω) και καταγνωναι25 (παρατηρώ, θεωρώ) είναι τύποι προερχόμενοι από την τραγωδία «Αθάμας» του Σοφοκλή. Αντίστοιχα, το επίθετο αήτους26 (μεγάλους) και το επίρρημα απαρτί27 (ακριβώς) εμφανίζονται στην τραγωδία «Αθάμας» του Αισχύλου. Σε άλλο λήμμα, διασώζεται η έκφραση του Αριστοφάνη από τις «Νεφέλες» ότι ο θυσιαζόμενος πλαισιώθηκε από νεφέλες, η οποία επισημαίνεται ότι αναφέρεται στο μύθο του Αθάμαντα28. Τέλος, ιδιαίτερο λήμμα καταλαμβάνει η έκφραση «βρυαζούσης λέαιν’ ως» (σαν εγκυμονούσα λέαινα), η οποία διασαφηνίζεται ότι χρησιμοποιείται σε κάποια τραγωδία αφιερωμένη στον επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας, χωρίς όμως να διευκρινίζεται το έργο29. Ο ακόλουθος 6ος αι., που αποτελεί και αφετηρία της πρωτοβυζαντινής εποχής, εκπροσωπείται από την Επιτομή των Εθνικών του Στεφάνου Βυζαντίου30. Το αρχικό έργο, με τον τίτλο «Εθνικά», υπήρξε ογκωδέστατο, αποτελούμενο από 55 περίπου βιβλία, ενώ λειτούργησε και ως η κύρια πηγή για γεωγραφικά, τοπογραφικά και εθνογραφικά στοιχεία. Πολύ σύντομα όμως, ήδη από την εποχή του Ιουστινιανού και για πρακτικούς λόγους, αντικαταστάθηκε από επιτομές. Στη σύγχρονη έρευνα, το έργο είναι γνωστό μόνο μέσα από τις επιτομές του, οι οποίες, ωστόσο, προσφέρουν μια παραμορφωμένη εικόνα του πρωτοτύ20. Βλ. Latte, Hesychii Alexandrini lexicon, άλφα, λήμμα 878. 21. Βλ. Latte, Hesychii Alexandrini lexicon, έψιλον, λήμμα 5250. 22. Βλ. Latte, Hesychii Alexandrini lexicon, έψιλον, λήμμα 5929. 23. Βλ. Latte, Hesychii Alexandrini lexicon, έψιλον, λήμμα 7708. 24. Βλ. Latte, Hesychii Alexandrini lexicon, έψιλον, λήμμα 7677. 25. Βλ. Latte, Hesychii Alexandrini lexicon, κάππα, λήμμα 1036. 26. Βλ. Latte, Hesychii Alexandrini lexicon, άλφα, λήμμα 1524. 27. Βλ. Latte, Hesychii Alexandrini lexicon, άλφα, λήμμα 5815. 28. Βλ. Latte, Hesychii Alexandrini lexicon, άλφα, λήμμα 1528. 29. Βλ. Latte, Hesychii Alexandrini lexicon, βήτα, λήμμα 1222. 30. Για το Στέφανο Βυζάντιο και το έργο του βλ. Hunger, Βυζαντινή, σ. 412-413 και Lesky, Ιστορία, σ. 1214. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


192

Κωνσταντίνα Ζήδρου

που. Αρχικά, τα λήμματα είχαν αυστηρή αλφαβητική διάταξη. Στο πρώτο μέρος, προσδιοριζόταν η γεωγραφική θέση και σε ορισμένες περιπτώσεις ακολουθούσαν σύντομα στοιχεία από την ιστορική ή μυθολογική γεωγραφία, συνήθως όπως αντλούνταν από διάφορους συγγραφείς. Η μεγαλύτερη έκταση όμως αφιερωνόταν σε γραμματικά ζητήματα, όπως ο γραμματικός τύπος των εθνικών ονομάτων, η ορθογραφία, η κλίση, η ετυμολογία τους κ.α. Έτσι, τα «Εθνικά» κατατάσσονται και μεταξύ των σημαντικών έργων της βυζαντινής φιλολογίας. Ποικίλες και διάσπαρτες σε διαφορετικά λήμματα είναι οι αναφορές σχετικά με τον επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας και το μυθικό κύκλο του. Αρχικά στο λήμμα Ακραιφία, το οποίο αποδίδεται στην αντίστοιχη βοιωτική πόλη, παρατίθενται και οι υπόλοιποι γνωστοί τύποι του, δηλαδή Ακραίφιον και Ακραίφνιον, με την παρατήρηση ότι η πόλη ιδρύθηκε είτε από τον Αθάμαντα είτε από τον Ακραιφέα Απόλλωνα. Μάλιστα, επισημαίνεται ότι ο ουδέτερος τύπος Ακραίφνιον χρησιμοποιείται από τον Παυσανία. Συνεχίζοντας στο ίδιο λήμμα και λίγο πιο κάτω, ο Στέφανος Βυζάντιος επεξηγεί και την προέλευση της ονομασίας του όρους Πτώου, το οποίο κλήθηκε είτε από τον ομώνυμο ήρωα, γιο του Αθάμαντα και της Ευξίππης, είτε από το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο όρος ήθελε να γεννήσει η Λητώ αλλά ένας κάπρος την τρόμαξε. Το λήμμα ολοκληρώνεται με τους τύπους του εθνικού επιθέτου και τις κλήσεις του31. Το δεύτερο σχετικό λήμμα είναι η Αλμωπία, χώρα της Μακεδονίας, την οποία κατοικούν οι Άλμωπες. Μάλιστα, ο Λυκόφρωνας υποστηρίζει ότι από τη συγκεκριμένη περιοχή ξεκίνησε ο Αινείας τις περιπλανήσεις του. Η Αλμωπία εκλήθη από το γίγαντα Άλμωπα, γιο του Ποσειδώνα και της Έλλης, της κόρης του Αθάμαντα. Το εθνικό είναι Άλμωψ και Αλμώπιος, ενώ το θηλυκό Αλμωπία32. Εξακολουθώντας στο ίδιο έργο και παραμένοντας στο άλφα, εντοπίζεται το τοπωνύμιο Άλος, το οποίο αποδίδεται σε μια πόλη της Αχαΐας και σε μια έτερη της Φθιώτιδας, μετά το πέρας του όρους Όθρυς. Η δεύτερη ιδρύθηκε από τον Αθάμαντα ως αποτέλεσμα των περιπλανήσεων του. Πιο συγκεκριμένα, ο Θέων υποστηρίζει ότι η Άλος ήταν η δούλα η οποία αποκάλυψε το τέχνασμα της Ινούς, να ψήνουν δηλαδή τους σπόρους του σιταριού προτού τους φυτέψουν. Προς τιμήν λοιπόν της συγκεκριμένης γυναίκας, ονόμασε ο Αθάμαντας την πόλη. Ο Παρμενίσκος αναφέρεται σε δυο ομώνυμες πόλεις, την πρώτη στο Μαλιακό ιδρυμένη από τον Αχιλλέα και την άλλη από τον Πρωτεσίλαο. Το τοπωνύμιο χρησιμοποιείται είτε ως αρσενικό είτε ως θηλυκό. Το εθνικό είναι 31. Για το λήμμα βλ. Meineke, Stephan von Byzanz, Ethnika, σ. 63. 32. Για το λήμμα βλ. Meineke, Stephan von Byzanz, Ethnika, σ. 77. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μ υ θ ικ ό ς ε πών υ μ ο ς ήρ ωα ς τ η ς Αθ α μαν ία ς Αθ ά μα ς

193

Άλως. Ο Σοφοκλής αποκαλεί τους κατοίκους Αλουσίους, ενώ ορισμένοι συγγραφείς Αλίους33. Αντίστοιχη είναι και η περίπτωση του τοπωνυμίου Αργύννιο. Πρόκειται για μια περιοχή, η ονομασία της οποίας προήλθε από τον Άργυννο, γιο της Πεισιδίκης, κόρης του Λεύκωνα, γιου του Αθάμαντα, ο οποίος, με τη σειρά του, ήταν γιος του Αιόλου. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η περιοχή οφείλει το όνομά της στο Βοιωτό που πέθανε εκεί ανεβαίνοντας τον Κηφισό ποταμό, αφού όμως είχε αποδώσει τιμές στην Αργυννίδα Αφροδίτη. Εξαιτίας του παραπάνω γεγονότος, χρησιμοποιείται και ο τύπος Αργουνίς. Αντίστοιχα, ο Αριστοφάνης την αποκαλεί Αργύνειο, ενώ τον οικήτορά του Αργύννιο34. Ένα ακόμη τοπωνύμιο που σχετίζεται με το μύθο του Αθάμαντα είναι και η Γεράνεια. Πρόκειται για μια πόλη της Φρυγίας αλλά και ένα όρος μεταξύ Μεγάρων και Κορίνθου, το οποίο διέσχισε η Ινώ καταδιωκόμενη από τον μαινόμενο ήρωα35. Παραμένοντας στην Πελοπόννησο και περνώντας στην Αρκαδία, εντοπίζεται ο οικισμός Σχοινούς, ο οποίος πήρε το όνομά του από το Σχοινέα, πατέρα της Αταλάντης. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η ονομασία της περιοχής οφείλεται στον ελώδη χαρακτήρα της, εξαιτίας της πληθώρας των καλάμων (σχοίνων) που φύονταν εκεί. Από την ίδια αιτία κλήθηκαν ανάλογα και οι όμοροι δήμοι Ραμνούς, Φηγούς, Μυρρινούς και Μαραθούς. Ο κάτοικος της περιοχής ονομάζεται Σχοινούντιος, κατ’ αναλογία προς το Σελινούντιος. Στην ίδια περιοχή, ρέει ο Σχοινέας ποταμός, ο οποίος πήρε το όνομά του από το Σχοινέα, γιο του Αθάμαντα. Αυτός που διαμένει κοντά στον ποταμό αποκαλείται Σχοινεύς είτε λόγων των σχοίνων είτε από το Σχοινέα τον πατέρα της Αταλάντης. Συμπερασματικά, ο πολίτης λέγεται Σχοινεύς, καθώς ομώνυμος είναι τόσο ο οικιστής όσο και ο ποταμός της περιοχής36. Τα τελευταίο σχετικό με τον Αθάμαντα τοπωνύμιο που έχει καταχωρηθεί στα Εθνικά είναι η πόλη της Ιωνίας Τέως. Βρίσκεται στην περιοχή της μέσης Ιωνίας, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Αρχικά, ιδρύθηκε από τον Αθάμαντα, όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι ο Ανακρέων την ονομάζει Αθαμαντίδα. Στη συνέχεια, η ονομασία της προήλθε από την Αρά, κόρης του Αθάμαντα, εξαιτίας ενός τυχαίου γεγονότος. Πιο συγκεκριμένα, ενώ ο ήρωας αναζητούσε χώρο για 33. Για το λήμμα βλ. Meineke, Stephan von Byzanz, Ethnika, σ. 78. 34. Για το λήμμα βλ. Meineke, Stephan von Byzanz, Ethnika, σ. 114. 35. Για το λήμμα βλ. Meineke, Stephan von Byzanz, Ethnika, σ. 203. 36. Για το λήμμα βλ. Meineke, Stephan von Byzanz, Ethnika, σ. 596 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


194

Κωνσταντίνα Ζήδρου

να εγκαταστήσει το λαό, η κόρη του, παίζοντας ως παιδί, έφτιαξε ένα σπίτι από πέτρες. Στη συνέχεια, είπε στον πατέρα της: «ενώ εσύ αναζητούσες κατάλληλο χώρο, σε αυτό το διάστημα (τέως) εγώ σου έχτισα μια πόλη». Ως συνέπεια του παραπάνω περιστατικού, η πόλη κλήθηκε Τέως. Το εθνικό είναι Τήιος, Ωστόσο, αρχικά ονομαζόταν Τέιος και Τείος, ενώ στην ιωνική διάλεκτο Τήιος, από όπου ο Πρωταγόρας ο Τήιος και ο ιαμβικός ποιητής Σκυθίνος ο Τήιος. Το θηλυκό είναι Τηία. Το ίδιο τοπωνύμιο αντιστοιχεί και σε μια ακόμη πόλη της Σκυθίας37. Κατά τους επόμενους 7ο και 8ο αι., δεν εντοπίζονται, σχετικές με τον Αθάμαντα, αναφορές στα κείμενα της βυζαντινής γραμματείας. Στον τελευταίο αιώνα της πρωτοβυζαντινής περιόδου, τον 9ο, δεσπόζει η προσωπικότητα του γραμματικού Γεώργιου Χοιροβοσκού38, στον οποίο αποδίδονται ορισμένες από τις σπουδαιότερες βυζαντινές γραμματικές. Παράλληλα, σχολίασε άλλα σχετικά εγχειρίδια, ενώ αποτέλεσε και πηγή για μεταγενέστερους γραμματικούς. Γενικά, αναζητούσε την ισορροπία ανάμεσα στη σωστή χρήση της γλώσσας και την ορθολογιστική εφαρμογή των κανόνων της γραμματικής. Στο έργο του «Προλεγόμενα των Θεοδοσίου ονοματικών κανόνων από φωνής Γεωργίου Χοιροβοσκού», περιλαμβάνεται και το όνομα Αθάμας γενική Αθάμαντος, μαζί με το Ακράγας Ακράγαντος, τα οποία κλίνονται ως περιτοσύλλαβα, καθώς δεν έχουν το -ας καθαρό39. Σε άλλο χωρίο του ιδίου συγγράμματός του, χρησιμοποιεί γραμματικούς τύπους του ονόματος γυνή προερχόμενους από την τραγωδία του Σοφοκλή «Αθάμας»40. Πρόκειται για πανομοιότυπο χωρίο με το αντίστοιχο από το «Περί κλίσεως ονομάτων» του Αίλιου Ηρωδιανού, ο οποίος θεωρείται ως μια από τις σημαντικότερες πηγές του Χοιροβοσκού. Στον 9ο αιώνα ανάγεται και ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά λεξικά, γνωστό με το συμβατικό όνομα Etymologicum Genuinum41. Πρόκειται για το γνήσιο Ετυμολογικόν Μέγα, το οποίο αποτελεί ένα πιο σύντομο αντίγραφο του Ετυμολογικού Συμεώνος, όπου προστέθηκαν και άλλες πηγές. Αντίστοιχα, το Μέγα Ετυμολογικόν του 12ου αι. προέκυψε ύστερα από τη συμπίληση του Etymologicum Genuinum με το Etymologicum Gudianum και άλλες προσθήκες. 37. Για το λήμμα βλ. Meineke, Stephan von Byzanz, Ethnika, σ. 619. 38. Για το Γεώργιο Χοιροβοσκό και το έργο του βλ. Hunger, Βυζαντινή, σ. 377-381. 39. Βλ. Hilgard, Prolegomena et scholia in Theodosii Alexandrini canones isagogicos de flexione nominum, σ. 142. 40. Βλ. Hilgard, Prolegomena et scholia in Theodosii Alexandrini canones isagogicos de flexione nominum, σ. 289. 41. Για το συγκεκριμένο λεξικό βλ. Hunger, ο.π., σ. 424-427. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μ υ θ ικ ό ς ε πών υ μ ο ς ήρ ωα ς τ η ς Αθ α μαν ία ς Αθ ά μα ς

195

Στο συγκεκριμένο λεξικό, εντοπίζεται και το λήμμα Αθαμάντιον. Αναφέρεται σε μια πεδιάδα της Θεσσαλίας, η οποία κλήθηκε και Αθαμαντία, καθώς σε αυτή περιπλανήθηκε ο Αθάμαντας, αφού δολοφόνησε το γιο του Κλέαρχο, ύστερα από τη μανία που του έστειλε η Ήρα ως τιμωρία, επειδή ο ήρωας είχε συμβάλει στην ανατροφή του μικρού Διονύσου. Πιο συγκεκριμένα, ο Αθάμαντας δολοφόνησε το γιο του, με το δόρυ του, κατά τη διάρκεια κυνηγιού, θεωρώντας λανθασμένα ότι επρόκειτο για ελάφι και ενώ είχε ήδη διασαλευτεί η λογική του. Στη συνέχεια, έχασε το θρόνο του. Παράλληλα, στερήθηκε τόσο τη σύζυγό του Ινώ όσο και τον έτερο γιο του Μελικέρτη, καθώς οι δυο τους έπεσαν στη θάλασσα και κατοίκησαν στο βυθό της, χάρη στην πρόνοια του Ποσειδώνα. Πρόκειται για σχόλιο το οποίο, όπως μας πληροφορεί ο λεξικογράφος, αντλήθηκε από τα Αργοναυτικά42. Στο ίδιο λεξικό, περιλαμβάνεται και το λήμμα Άλος, το οποίο αποδίδεται σε μια πόλη της Θεσσαλίας. Αυτή ιδρύθηκε από τον Αθάμαντα, ενώ οφείλει και το όνομά της στην περιπλάνηση (άλη) του στη συγκεκριμένη περιοχή. Ο Μεθόδιος, σύμφωνα με το λεξικό, χρησιμοποιεί το τοπωνύμιο ως αρσενικό43. Στο 10ο αι. που ακολουθεί, κυριαρχεί η κραταιή προσωπικότητα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου44. Ο ίδιος υπήρξε, εκτός από αυτοκράτορας, ένας πολυπράγμων πνευματικός άνθρωπος, συγγραφέας, ζωγράφος, υποστηρικτής των τεχνών και των γραμμάτων, εμπνευστής και καθοδηγητής ενός μακρόπνοου προγράμματος συγκέντρωσης και κατάταξης, ανάλογα με το περιεχόμενό τους, τόσο των ιστοριογραφικών έργων από την αρχαιότητα έως και την εποχή του όσο και γεωγραφικών, ιατρικών κ.α. έργων. Έτσι, δικαιολογείται απόλυτα ο χαρακτηρισμός του ως μια από τις κορυφαίες πνευματικές προσωπικότητες της Μακεδονικής Αναγέννησης. Παράλληλα, θεωρείται και ως ένας πετυχημένος αυτοκράτορας, ο οποίος κατόρθωσε να εξασφαλίσει ειρήνη στο λαό του και να συνάψει φιλίες και συμμαχίες με τους όμορους λαούς. Επιπλέον, επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παιδεία, τα κοινωνικά προβλήματα, την προστασία των μικροκτηματιών και των στρατιωτικών κτημάτων, την τύχη και την αντιμετώπιση των αιχμαλώτων, όπως και για την ανέγερση και συντήρηση νοσοκομείων. 42. Για το λήμμα βλ. Lasserre-Livadaras, Etymologicum magnum genuinum, άλφα, λήμμα 529. 43. Για το λήμμα βλ. Lasserre-Livadaras, Etymologicum magnum genuinum, άλφα, λήμμα 130. 44. Για τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο και το έργο του βλ. Hunger, Βυζαντινή, σ. 171-178. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


196

Κωνσταντίνα Ζήδρου

Δυστυχώς, το μεγαλύτερο μέρος του εγκυκλοπαιδικού έργου που ενίσχυσε, αν και χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα και έτυχε εξαιρετικής αναγνώρισης κατά το Μεσαίωνα, δεν έχει σωθεί. Ωστόσο, τα σωζόμενα τμήματά του θεωρούνται πολύτιμα και μοναδικά, τόσο για τις εμπεριέχουσες πληροφορίες όσο και για το γεγονός ότι περιλαμβάνουν αποσπάσματα έργων αρχαίων συγγραφέων τα οποία θα είχαν χαθεί οριστικά. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, τα αποσπάσματα των κλασικών συγγραφέων μπορούν να συγκριθούν με τα σωζόμενα χειρόγραφα και να συντελέσουν έτσι σε μια ακριβέστερη και πλησιέστερη, στο πρωτότυπο, έκδοση. Αναφορικά με τον επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας, ο αυτοκράτορας, στο σύγγραμμά του «Περί αρετής και κακίας», κάνει μια σύντομη μνεία στο χωρίο του Ηροδότου45 από το 7ο βιβλίο του, την Πολύμνια, όπου ο ιστορικός αφηγείται, λεπτομερειακά, την προέλαση των Περσών προς τη νότια Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, στο κεφάλαιο 197 και λίγο πριν τη μάχη των Θερμοπυλών, ο περσικός στρατός έχει φτάσει στη φθιωτική παραθαλάσσια πόλη Άλο. Εκεί, οι οδηγοί του Ξέρξη, καθώς επιθυμούσαν να του εξηγούν τα πάντα, διηγήθηκαν στον πέρση στρατηγό μια τοπική ιστορία, σχετικά με το ιερό του Λαφυστίου Διός. Ωστόσο, ο αυτοκράτορας δεν έχει συμπεριλάβει ολόκληρη τη διήγηση αλλά μόνο την κατάληξή της, όπου περιγράφεται και η αντίδραση του Ξέρξη. Ειδικότερα, ο πέρσης βασιλιάς, όταν άκουσε την παραπάνω ιστορία, κατευθύνθηκε προς το ιερό. Παράλληλα, διέταξε και ολόκληρο το στρατό του να σεβαστεί την οικία των απογόνων του Αθάμαντα, όπως και το τέμενος46. Στο 10ο αιώνα, ανάγεται και το επόμενο εκτενέστερο, μετά το αντίστοιχο του Ησυχίου, βυζαντινό λεξικό αλλά και ένα από τα πλέον πολύτιμα εγχειρίδια, το γνωστό με το συμβατικό όνομα Σούδα ή Σουίδας47. Χαρακτηρίζεται ως ένα γενικό εγκυκλοπαιδικό και γλωσσικό -ετυμολογικό λεξικό. Περιλαμβάνει περίπου 30 000 λήμματα, όπου κυριαρχούν, σε σύγκριση με αντίστοιχα βυζαντινά έργα, εκείνα με πραγματολογικό περιεχόμενο από τη φιλοσοφία, την ιστορία, τη γεωγραφία, τις θετικές επιστήμες. Ιδιαίτερα ουσιώδη είναι τα αναφερόμενα στην ιστορία της λογοτεχνίας, καθώς πολλά από αυτά αποτελούν τη μοναδική μαρτυρία για ορισμένους συγγραφείς. Η έκταση των λημμάτων ποικίλει σημα-

45. Βλ. Legrand, Herodote Histoires, vol 7, βιβλ. 7, κεφ. 197 και Ζήδρου, Ο Αθάμας, σ. 9697. 46. Büttner-Wobst-Roos, Excerpta historica iussu imp. Constantini Porphyrogeniti confecta. Εxcerpta de virtutibus et vitiis, vol. 2, σ. 22. 47. Για το συγκεκριμένο λεξικό βλ. Hunger, Βυζαντινή, σ. 417-419. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μ υ θ ικ ό ς ε πών υ μ ο ς ήρ ωα ς τ η ς Αθ α μαν ία ς Αθ ά μα ς

197

ντικά, χωρίς όμως να χάνεται η συμμετρία, ενώ η σειρά τους στηρίζεται στην αρχή της αντιστοιχίας. Πολυάριθμες υπήρξαν οι πηγές του λεξικού, με βασικότερη τη «Συναγωγή λέξεων χρησίμων». Αντίστοιχα, η Σούδα αποτέλεσε πηγή για πληθώρα έργων. Στο συγκεκριμένο λεξικό έχει συμπεριληφθεί και το λήμμα Αθάμας. Χαρακτηρίζεται ως κύριο όνομα. Στη συνέχεια, ακολουθεί η περιγραφή μιας σκηνής από έργο του Αριστοφάνη, την οποία ο κωμικός ποιητής χρησιμοποιούσε χάριν παραδείγματος, σύμφωνα με τα γραφόμενα του ιδίου του Αριστοφάνη. Πιο συγκεκριμένα, στη σκηνή εμφανίζεται ο Αθάμαντας στεφανωμένος, ως σφάγιο έτοιμο για θυσία, προκειμένου να θυσιαστεί στη θέση του Φρίξου. Ωστόσο, τον ήρωα προστατεύει ο Ηρακλής και τον καθησυχάζει, λέγοντας του ότι ο Φρίξος είναι ζωντανός48. Στη Σούδα, ιδιαίτερο λήμμα καταλαμβάνει και η έκφραση Ινούς άχη. Σε αυτό, επεξηγείται ότι η Ινώ είχε δυο γιους, το Λέαρχο και το Μελικέρτη, οι οποίοι δολοφονήθηκαν, με το τόξο, από τον Αθάμαντα. Αργότερα, η ηρωίδα μετονομάστηκε σε Λευκοθέα49. Παραμένοντας στη μεσοβυζαντινή εποχή αλλά περνώντας πλέον στον 11ο αι., ένα ακόμη βυζαντινό λεξικό εμπεριέχει λήμμα σχετικό με τον επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας. Πρόκειται για το γνωστό με το συμβατικό όνομα Etymologicum Gudianum50, στο οποίο έχει παρεμβληθεί και η Συναγωγή του Κυρίλλου, ενώ αποτέλεσε πηγή για άλλα μικρότερα λεξικά. Η συμπίλησή του με το Etymologicum Genuinum έδωσε το Μέγα Ετυμολογικό του 12ου αι. Αναφορικά με τον Αθάμαντα, στο λήμμα, όπου αναλύεται, γραμματικά, η μετοχή ταφών και παρουσιάζονται οι διάφοροι τύποι της αλλά και οι αντίστοιχοι γραμματικοί κανόνες, χρησιμοποιείται ως παράδειγμα και το όνομα Αθάμας51. Αντίστοιχα, στα Additamenta in Etymologicum Gudianum και στο λήμμα Ελλήσποντος, ορίζεται ως ο πορθμός ή ο ποταμός που διαχωρίζει τη Θράκη από την περιοχή της Τροίας. Πήρε το όνομά του από το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περιοχή έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε η Έλλη, η αδερφή του Φρίξου και κόρη του Αθάμαντα ή κατ’ άλλους κόρη του Ξούθου52. Ο 12ος μ.Χ. αι., καθώς και η μεσοβυζαντινή περίοδος, ολοκληρώνονται με

48. Για το λήμμα βλ. Adler, Suidae lexicon, Lexicographi Graeci 1.1, άλφα, λήμμα 702. 49. Για το λήμμα βλ. Adler, Suidae lexicon, Lexicographi Graeci 1.2, γιώτα, λήμμα 381. 50. Για το συγκεκριμένο λεξικό βλ. Hunger, ο.π., σ. 424-426, 428, 430. 51. Για το λήμμα βλ. De Stefani, Etymologicum Gudianum, fasc. 2, ταυ, σ. 522. 52. Για το λήμμα βλ. Sturz, Etymologicum Graecae linguae Gudianum, έψιλον, σ. 459. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


198

Κωνσταντίνα Ζήδρου

την κραταιή προσωπικότητα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ευσταθίου και το έργο του53. Πρόκειται για μια σπάνια προσωπικότητα ανθρώπου, πνευματικού ηγέτη και λογίου. Ως φιλόλογος, ρήτορας και φιλόσοφος εντυπωσίαζε με την ευρύτητα και το βάθος των γνώσεων του αλλά και με τη ζωντάνια και τη δεινότητα του λόγου του. Παράλληλα, ανήκε σε μια πολύ μικρή ομάδα λογίων οι οποίοι, παρά την παιδεία τους, παρέμεναν κοντά στο λαό, επιδεικνύοντας μάλιστα και εξαιρετικό ενδιαφέρον για τον τρόπο ζωής του, τις διάφορες εκδηλώσεις του και φυσικά τη γλώσσα του. Το φιλολογικό έργο του Ευσταθίου αποτελεί συνέπεια της κλασικής του παιδείας και της συστηματικής ενασχόλησής του με τη φιλολογία. Κορωνίδα του θεωρείται ο σχολιασμός των ομηρικών επών. Τα δυο συγγράμματά του ξεχωρίζουν για την έκτασή τους, την αναλυτικότητα, την ευρύτητα και την εμβάθυνση. Σκοπός της συγγραφής τους ήταν να χρησιμεύσουν ως πολύτιμα εργαλεία σε όσους ασχολούνταν με τα συγκεκριμένα κείμενα, κυρίως όμως στη σπουδάζουσα νεολαία, ώστε να βελτιωθεί η εκπαίδευσή της και ειδικότερα οι επιδόσεις της στη ρητορική. Ο αρχιεπίσκοπος, στο έργο του, ακολουθεί, πιστά, τη μέθοδό του, προκειμένου να παραθέσει το πλούσιο πραγματολογικό και γλωσσικό υλικό. Αυτό αντλείται από διάφορες πηγές, οι οποίες όμως συνήθως δεν κατονομάζονται ή όπου αυτό συμβαίνει, συχνά προκαλεί διχογνωμίες στους ερευνητές. Εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των συγγραφέων από τους οποίους έχουν χρησιμοποιηθεί χωρία, άλλοτε με περισσότερη και άλλοτε με λιγότερη ακρίβεια. Βέβαια, συχνά μετέβαλλε τη μορφή των κειμένων και τα προσάρμοζε ανάλογα στις δικές του ανάγκες. Έτσι, φαντάζει εξαιρετικά επίπονη αλλά και ανώφελη η προσπάθεια να ανασυντεθούν χαμένα έργα συγγραφέων, σύμφωνα με τα παραθέματά του ή να εντοπιστούν χωρία που έχουν ληφθεί απευθείας από τα πρωτότυπα κείμενα ή ακόμη από ανθολογίες, λεξικά και άλλων ειδών εγχειρίδια. Τέλος, στην προσπάθειά του να χρησιμοποιήσει όσο περισσότερο γνωστικό υλικό μπορούσε, συνενώνει χωρία σε ομάδες ή συντάσσει πίνακες γλωσσών, με βάση διαφορετικά σε κάθε περίπτωση κριτήρια, για να συνδέσει τελικά αυθαίρετα, μέσα στην ερμηνεία κάθε στίχου, ποικίλα σχόλια και παραδείγματα. Ποικίλες και διάσπαρτες σε διαφορετικά σχόλια είναι οι αναφορές στο μυθικό Αθάμαντα, στα έργα του Ευσταθίου. Αρχικά, στο σύγγραμμά του «Παρεκβολές εις την Ομήρου Ιλιάδα» και στο σχόλιο σχετικά με το τοπωνύμιο Άλος, ο αρχιεπίσκοπος διευκρινίζει ότι δε χρησιμοποιείται μόνο για την πόλη της Φθιώτιδας αλλά και για μια αντίστοιχη της 53. Για τον Ευστάθιο και το έργο του βλ. Hunger, ο.π., σ. 449-453. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μ υ θ ικ ό ς ε πών υ μ ο ς ήρ ωα ς τ η ς Αθ α μαν ία ς Αθ ά μα ς

199

Αχαΐας, η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, ιδρύθηκε και ονομάστηκε από τον Αθάμαντα, καθώς ο ήρωας περιπλανήθηκε στην περιοχή, υποφέροντας, όταν καταλήφθηκε από τη μανία. Μια άλλη σχετική με την ίδρυση της ιδίας αστικής μονάδας εκδοχή είναι ότι ο Αθάμαντας είχε μια υπηρέτρια την Άλο. Αυτή η γυναίκα φανέρωσε το τέχνασμα της Ινούς, να ψήνουν δηλαδή τους σπόρους του σιταριού προτού τους φυτέψουν. Ως συνέπεια, το άστυ πήρε το όνομά του προς τιμήν της. Στο ίδιο σχόλιο, επεξηγείται ότι η Ινώ ήταν η σύζυγος του Αθάμαντα, ενώ παράλληλα, σύμφωνα με την παράδοση, μηχανευόταν τέτοια και άλλα παρόμοια ενάντια στο Φρίξο και την Έλλη. Το σχόλιο ολοκληρώνεται με την απαρίθμηση τόσο των έτερων εκδοχών για την προέλευση του τοπωνυμίου Άλος όσο και άλλων θέσεων με παρόμοιες ονομασίες54. Στη συνέχεια στο ίδιο έργο και έχοντας ως αφορμή και αφετηρία ένα σχόλιο για τον Ελλήσποντο, ο Ευστάθιος διηγείται, διεξοδικά, το μύθο του Αθάμαντα, ενώ στη συνέχεια παραθέτει και την ορθολογιστική ερμηνεία της ιστορίας55. Πιο συγκεκριμένα, ο Ελλήσποντος ανοίγεται στο πλάτος. Ο Όμηρος υποστηρίζει ότι ο τάφος της Έλλης βρίσκεται στο πλατύτερο σημείο της στενωπού. Η ιστορία σχετικά με την Έλλη έχει ως ακολούθως. Αυτή ήταν αδελφή του Φρίξου και κόρη του Αθάμαντα και της Νεφέλης. Η Ινώ ήταν η δεύτερη γυναίκα του μυθικού επώνυμου ήρωα της Αθαμανίας, την οποία εγκατέστησε στα παλάτια του, αφού έδιωξε την προηγούμενη σύζυγό του Νεφέλη. Μόλις όμως η Ινώ ανέλαβε τα καθήκοντά της, άρχισε να επιβουλεύεται τα παιδιά της Νεφέλης. Έτσι, μηχανεύτηκε να ψήνουν τα σπόρια του βασιλείου προτού τα φυτέψουν. Με τον παραπάνω τρόπο, τα κατέστησε ακατάλληλα για καρποφορία. Ως αποτέλεσμα, κατόρθωσε να επιτύχει να δοθεί χρησμός, που διέταζε τη δολοφονία του Φρίξου και της Έλλης. Ειδικότερα, ο χρησμός πρόσταζε ότι για να σταματήσουν οι συνεπαγόμενες την ακαρπία συμφορές έπρεπε να θυσιαστούν τα δυο παιδιά. Ένας κριός φανέρωσε τη σκευωρία της. Μάλιστα, ο ίδιος κριός την αποκάλυψε και στο Φρίξο και την Έλλη. Στη συνέχεια, σήκωσε τα δυο παιδιά στον αέρα, μέσω θεϊκής παρέμβασης, και κατάφερε να μεταφέρει το Φρίξο στην Κολχίδα, όπου και σώθηκε. Αντίθετα, η Έλλη δε στάθηκε εφικτό να σωθεί, καθώς έπεσε από τη ράχη του κριού στον Ελλήσποντο, θέση που ονομάστηκε εις ανάμνησίν της. Όταν έφτασαν στην Κολχίδα, ο Φρίξος έγδαρε τον κριό. Αφού τοποθέτησε το δέρμα του στο άλσος του Δία και αυτό μετατράπηκε σε χρυσό, φυλασσόταν 54. Βλ. Van der Valk, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem, vol. 1, σ. 497. 55. Βλ. Van der Valk, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem, vol. 2, σ. 409-410. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


200

Κωνσταντίνα Ζήδρου

από έναν άυπνο δράκοντα. Πρόκειται για το άλσος όπου κατέπλευσαν οι Αργοναύτες. Ωστόσο, η πανούργα και μοχθηρή Ινώ δεν απαλλάχτηκε. Η Ήρα, λόγω του θυμού της, διασάλευσε τη λογική του συζύγου της Αθάμαντα, ο οποίος άρχισε να την καταδιώκει, με το ξίφος του, ώσπου την ανάγκασε να πέσει στη θάλασσα, κρατώντας στην αγκαλιά της και το γιο της Μελικέρτη. Έτσι λοιπόν έχουν αυτά. Η πραγματική ιστορία όμως είναι διαφορετική. Σύμφωνα με την παράδοση, η Ινώ συμπεριφερόταν εχθρικά στο Φρίξο και την Έλλη, τα παιδιά του Αθάμαντα από τη προηγούμενη σύζυγό του Νεφέλη. Παράλληλα, στο βασίλειο, υπήρχε ένα πλοιάριο, ο κριός. Αυτό είχε λάβει την ονομασία του από το ομοίωμα κριού που έφερε στο ένα του άκρο. Το συγκεκριμένο ομοίωμα ήταν αντίστοιχο με το ταυρόμορφο ομοίωμα του πλοίου με το οποίο άρπαξαν την Ευρώπη, σύμφωνα με το Λυκόφρονα. Επίσης και άλλα πλοία διέθεταν χηνίσκους ή ποικίλα ξυλόγλυπτα σχέδια στις άκρες τους. Η Έλλη, λοιπόν, θέλησε να ανοιχτεί στη θάλασσα και να ταξιδέψει, με τον αδερφό της, με αυτό το κριόμορφο πλοίο. Ωστόσο, η κοπέλα βγήκε στη ξηρά και κινδύνευσε. Μια άλλη εκδοχή της ίδιας ιστορίας είναι ότι υπήρχε ένας ευνοϊκά διακείμενος, απέναντι στα παιδιά, υπηρέτης, ο επονομαζόμενος Κριός. Αυτός, αφού ανακάλυψε το τέχνασμα της μητριάς τους και επιθυμώντας να σώσει τα παιδιά που ήταν ταυτόχρονα και οι αφέντες του, είχε ένα δυστύχημα στην περιοχή του Ελλήσποντου. Τα έβαλε λοιπόν σε μια μικρή βάρκα, πιστεύοντας ότι δε θα χρειαζόταν να φροντίζει και τα δυο. Ο Φρίξος κατάφερε να σωθεί. Η Έλλη, όμως, εξαιτίας ενός ιλίγγου ή κάποιας άλλης ασθένειας, έπεσε στη θάλασσα, δίνοντας έτσι το όνομά της στη θέση. Το σχόλιο ολοκληρώνεται με την ανάλυση της ορθογραφίας του τοπωνυμίου. Παραμένοντας στο ίδιο έργο σε ένα άλλο όμως σχόλιο, ο αρχιεπίσκοπος παραθέτει τους κανόνες τονισμού, όπως και την ποσότητα των φωνηέντων, των ονομάτων Χερσιδάμας, Πολυδάμας, Αδάμας, Ακάμας και Αθάμας, καθώς και όσων έχουν παρόμοια κλίση56. Στο έτερο σύγγραμμα του Ευσταθίου, με τίτλο «Παρεκβολές εις την Ομήρου Οδύσσεια», ο αρχιεπίσκοπος αναφέρεται και πάλι στη μυθική ιστορία του Αθάμαντα, με έμφαση να δίνεται κυρίως στην τύχη και την πορεία της Ινούς57. Αφορμή για τη συγκεκριμένη διήγηση στάθηκε το σχετικό με τον Οδυσσέα σχόλιο ότι δηλαδή, όταν ο ήρωας βρισκόταν σε μεγάλό κίνδυνο και αντιμετώ56. Βλ. Van der Valk, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem, vol. 3, σ. 226. 57. Βλ. Stallbaum, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Odysseam, vol. 1, σ. 228. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μ υ θ ικ ό ς ε πών υ μ ο ς ήρ ωα ς τ η ς Αθ α μαν ία ς Αθ ά μα ς

201

πιζε συμφορές από τις οποίες φαινόταν αδύνατο να ξεφύγει, συλλογίστηκε τη Λευκοθέα. Η θεά αμέσως εμφανίστηκε μέσα από τα κύματα και βοήθησε όσο μπορούσε το βασιλιά της Ιθάκης, χωρίς ωστόσο να παραβεί τις εντολές του Ποσειδώνα και να του εναντιωθεί. Πιο συγκεκριμένα, η ιστορία της Ινούς ή της Λευκοθέας, καθώς είχε δυο ονόματα, είναι η ακόλουθη. Η θεά, αφού πήρε ως σύζυγό της τον Αθάμαντα, απέκτησε μαζί του δυο παιδιά, το Μελικέρτη και το Λέαρχο ή Κλέαρχο. Ο μυθικός επώνυμος ήρωας της Αθαμανίας όμως έχασε τη λογική του και καταλήφθηκε από μανία, εξαιτίας της μήνιδος της Ήρας επειδή ανέθρεψε το μικρό Διόνυσο. Μέσα σε αυτόν τον παραλογισμό, σκότωσε το γιο του Λέαρχο. Στη συνέχεια και καθώς επρόκειτο να δολοφονήσει και το άλλο του παιδί, η Ινώ το πήρε στην αγκαλιά της και διασχίζοντας, τρέχοντας, τη λευκή πεδιάδα της Μεγαρίδας, από όπου ονομάστηκε και Λευκοθέα, έπεσε στη θάλασσα, αγκαλιά με το γιο της. Ωστόσο, έτυχε της τιμής να γίνουν ισόθεοι, τόσο η ίδια όσο και ο Λέαρχος, ο οποίος μετονομάστηκε σε Παλαίμονα. Ακολουθεί η ανάλυση της ετυμολογίας του ονόματος Παλαίμων. Στο ίδιο σχόλιο, λίγο πιο κάτω, ο Ευστάθιος κάνει μια σύντομη μνεία στην τύχη των κορών του Κάδμου, με την παρατήρηση ότι η Ινώ ήταν κόρη του και ότι ο βασιλιάς δυστύχησε από αυτές. Πιο συγκεκριμένα, η Σεμέλη κάηκε από κεραυνό, η Αγαύη κατελήφθη από μανία και διαμέλισε το γιο της Ακταίωνα, ενώ η Λευκοθέα έπεσε στη θάλασσα. Εκεί, λένε ότι ευσπλαχνίστηκε τον Οδυσσέα, είτε επειδή κάποτε ήταν και η ίδια θνητή, είτε επειδή εκείνος αγαπούσε τις γυναίκες, είτε ως ομοιοπαθή επειδή ο ήρωας έπεσε στη θάλασσα παρά τη θέλησή του, όπως και η Ινώ. Στις «Παρεκβολές εις την Ομήρου Οδύσσεια», περιλαμβάνεται ένα ακόμη σχόλιο με αναφορά στο μυθικό επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας. Πιο συγκεκριμένα, στο χωρίο σχετικά με το όνομα Αίολος, ο Ευστάθιος υποστηρίζει ότι υπάρχουν, σύμφωνα με την παράδοση, τρεις εξέχουσες προσωπικότητες της ελληνικής ιστορίας επονομαζόμενες αντίστοιχα. Πρώτος είναι ο Αίολος, γιος του Έλληνα που λέγεται ότι καταγόταν από το Δία και αντίστοιχα πατέρας του Κρηθέα, του Αθάμαντα και του Σισύφου. Δεύτερος είναι ο γιος της Μελανίππης και του Ιππότου και τρίτος ο γιος του Ποσειδώνα και της Άρνης58. Στις «Επί ταις Διονυσίου του Περιηγητού παρεκβολαίς» του ιδίου συγγραφέα και κατά την περιγραφή του Αιγαίου πελάγους, αφιερώνεται και ένα χωρίο στον Ελλήσποντο. Σύμφωνα με τον αρχιεπίσκοπο Ευστάθιο, ονομάστηκε Ελλήσποντος ή στενωπός της Έλλης, κόρης του Αθάμαντα, παραφράζοντας ή 59. Βλ. Stallbaum, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Odysseam, vol. 1, σ. 362. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


202

Κωνσταντίνα Ζήδρου

ετυμολογώντας τη λέξη, καθώς εκεί έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε η Έλλη, η κόρη του μυθικού επώνυμου ήρωα της Αθαμανίας, δίνοντας, εις ανάμνησίν της, το όνομά της στην περιοχή. Μάλιστα, ο Ηρόδοτος διηγείται ότι υπήρχε και ο τάφος της στη θρακική χερσόνησο. Αντίστοιχα, ο Διονύσιος τοποθετεί τη Σηστό και την Άβυδο απέναντι από το συγκεκριμένο όρμο59. Ο κύκλος των σχετικών με το μυθικό Αθάμαντα χωρίων, κατά τον τελευταίο αιώνα της μεσοβυζαντινής περιόδου, το 12ο, ολοκληρώνεται με δυο από τα σημαντικότερα βυζαντινά λεξικά. Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη αναφορά περιλαμβάνεται στο γνωστό, με το συμβατικό όνομα, «Μέγα Ετυμολογικό»60, το οποίο θα πρέπει να χρονολογηθεί στα μέσα του αιώνα, καθώς χρησιμοποιήθηκε ως πηγή στο έργο του Αρχιεπισκόπου Ευσταθίου. Το συγκεκριμένο λεξικό προήλθε από τη συμπίληση των Etymologicum Genuinum και Etymologicum Gudianum, με την παρεμβολή όμως και ορισμένων άλλων έργων, όπως της Συναγωγής του Κυρίλλου. Ο συμπιλητής μεταχειρίστηκε τις πηγές του ελεύθερα, συντομεύοντας και αλλάζοντας τα λήμματα, χωρίς να τηρεί αυστηρή σειρά, μεταβάλλοντας χωρία, παραθέτοντας νέες παραπομπές και γενικά επιδιώκοντας να δημιουργήσει ένα καινούριο έργο. Στο Μέγα Ετυμολογικό, εμπεριέχεται ιδιαίτερο λήμμα με τίτλο Αθαμάντιον, το οποίο ορίζεται ως πεδιάδα της Φθίας. Αντίστοιχα και στην περιοχή της Θεσσαλίας, υπάρχει μια ομώνυμη πεδιάδα, καλούμενη Αθαμαντία εις ανάμνησιν της περιπλάνησης του Αθάμαντα σε εκείνα τα μέρη, μετά τη δολοφονία του γιου του Κλέαρχου, την οποία διέπραξε παρασυρμένος από την οργή της Ήρας, επειδή συνέβαλλε στην ανατροφή του μικρού Διονύσου. Πιο συγκεκριμένα, ο μυθικός επώνυμος ήρωας της Αθαμανίας σκότωσε το γιο του, με το δόρυ, κατά τη διάρκεια κυνηγιού, θεωρώντας πως ήταν ελάφι, καθώς η Ήρα είχε ήδη διασαλεύσει τη λογική του. Στη συνέχεια, έχασε το θρόνο του και στερήθηκε τόσο τη σύζυγό του Ινώ όσο και τον έτερο γιο του Μελικέρτη. Και οι δυο έπεσαν στη θάλασσα και κατοίκησαν σε αυτή, με την πρόνοια του Ποσειδώνα. Το συγκεκριμένο σχόλιο, όπως επισημαίνεται, αντλείται από τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου61. Στο ίδιο λεξικό συμπεριλαμβάνεται και το λήμμα Άλος. Θεωρείται πόλη της Θεσσαλίας, η οποία ιδρύθηκε και ονομάστηκε από τον Αθάμαντα, ύστερα από την περιπλάνησή του στη συγκεκριμένη περιοχή62. 59. Βλ. Müller, Commentarium in Dionysii periegetae, κεφάλ. 513. 60. Για το συγκεκριμένο λεξικό βλ. Hunger, Βυζαντινή, σ. 424-427. 61. Βλ. Gaisford, Etymologicum magnum, σ. 24. 62. Βλ. Gaisford, Etymologicum magnum, σ. 70. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μ υ θ ικ ό ς ε πών υ μ ο ς ήρ ωα ς τ η ς Αθ α μαν ία ς Αθ ά μα ς

203

Το δεύτερο σχετικό λεξικό του 12ου αι. είναι γνωστό με το συμβατικό όνομα «Ετυμολογικόν Συμεώνος»63. Από ορισμένους ερευνητές, χαρακτηρίστηκε ως ένα συντομευμένο αντίγραφο του Etymologicum Genuinum, σε μερικά σημεία του οποίου όμως είχαν γίνει προσθήκες από άλλες πηγές. Σε αντίθεση με το Μέγα Ετυμολογικό, τηρεί, με μεγάλη ακρίβεια, τη σειρά των λημμάτων. Και στο Ετυμολογικόν Συμεώνος συγκαταλέγεται λήμμα με τίτλο Αθαμάντιον, το οποίο, όπως επεξηγείται, αντλείται από τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου του Ρόδιου. Το κείμενό του επαναλαμβάνει το αντίστοιχο λήμμα από το Μέγα Ετυμολογικό, λίγο πιο σύντομο όμως. Πιο συγκεκριμένα, ως Αθαμάντιο ορίζεται μια πεδιάδα στη Φθία. Ωστόσο, υπάρχει και μια αντίστοιχη στη Θεσσαλία, η οποία καλείται Αθαμαντία ή μάλλον Αθαμανία. Το εθνικό είναι Αθαμάνες64. Παραμένοντας στο ίδιο λεξικό αλλά περνώντας στο λήμμα ΄Άλος, λογίζεται ως πόλη της Αχαΐας, η οποία ονομάστηκε από τον ιδρυτή της Αθάμαντα εις ανάμνησιν της περιπλάνησής του στην περιοχή. Το όνομα χρησιμοποιείται είτε ως αρσενικό είτε ως θηλυκό. Το εθνικό είναι Αλεύς. Ο Σοφοκλής τους ονομάζει Αλουσίους, ενώ ορισμένοι Αλίους65. Κατά τους επόμενους δυο πρώτους αιώνες της υστεροβυζαντινής περιόδου, το 13ο και το 14ο, δεν εντοπίζονται, σχετικές με τον Αθάμαντα, αναφορές στα κείμενα της βυζαντινής γραμματείας. Η υστεροβυζαντινή, όπως και η βυζαντινή περίοδος συνολικά, ολοκληρώνονται με το 15ο αι. Κατά τη διάρκειά του, έδρασε ο λόγιος Μιχαήλ Αποστόλιος Βυζάντιος66. Μάλιστα, μετά την Άλωση, εγκαταστάθηκε στη Δύση, όπου και συνέβαλε σημαντικά και ουσιαστικά στις πρώτες προσπάθειες έκδοσης κλασικών συγγραφέων, σε τυπωμένα βιβλία με ελληνικά στοιχεία. Στο έργο του «Συναγωγή παροιμιών και συνθήκη ουκ άνευ γε του και όθεν αι πλείους εσχήκασι τας αρχάς», αφιερωμένο στον ενδοξότατο και σοφότατο κύριο Λαυρίω τω Κυρίνω και στο κεφάλαιο με τίτλο «Μην παρατηρείς άνθρωπο όπως ο Αθάμαντας» διηγείται, διεξοδικά, αρχικά την ιστορία του μυθικού ήρωα. Στη συνέχεια, παραθέτει και την ορθολογιστική ερμηνεία της. Πιο συγκεκριμένα, ο Αθάμαντας67, μαζί με την πρώτη σύζυγό του Νεφέλη, απέκτησε δυο παιδιά, το Φρίξο και την Έλλη. Στη συνέχεια, αφού εγκατέλειψε 63. Για το συγκεκριμένο λεξικό βλ. Hunger, Βυζαντινή, σ. 424-427. 64. Βλ. Lasserre -Livadaras, Etymologicum magnum genuinum, vol. 1, σ. 98. 65. Βλ. Lasserre -Livadaras, Etymologicum magnum genuinum, vol. 1, σ. 296. 66. Για τον Μιχαήλ Αποστόλιο και το έργο του βλ. Hunger, ο.π., σ. 468. 67. Το χωρίο προσομοιάζει με το αντίστοιχο του ιστορικού του 4ου π.Χ. αι. Παλαίφατου βλ. σχετικά Ζήδρου, Ο Αθάμας, σ. 99-100. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


204

Κωνσταντίνα Ζήδρου

τη Νεφέλη, η οποία ήταν θεά, σύναψε σχέσεις με μια θνητή γυναίκα. Ωστόσο, επειδή εκείνη ζήλεψε, στράφηκε προς τον ουρανό και πέτυχε να τιμωρηθεί η χώρα του συζύγου της με ξηρασία. Αμέσως, ο Αθάμαντας απέστειλε θεωρούς στο μαντείο του Απόλλωνα για να ζητήσουν χρησμό, πώς να αντιμετωπίσουν τη ξηρασία. Η δεύτερη σύζυγός του όμως, επιθυμώντας τον αφανισμό του Φρίξου και της Έλλης, έπεισε, με δώρα, τους απεσταλμένους να μεταφέρουν ως χρησμό στο βασιλιά ότι ο Πύθιος θεός αποκάλυψε πως ο μοναδικός τρόπος για να σταματήσει η ξηρασία ήταν μέσω της θυσίας των παιδιών της Νεφέλης. Ευθύς όταν άκουσε τις εντολές του θεού, ο Αθάμαντας έστειλε να φέρουν τα παιδιά πίσω από τα κοπάδια, όπου βρισκόταν. Αλλά ένας κριός, μιλώντας με ανθρώπινη φωνή, αποκάλυψε στο Φρίξο και την Έλλη την αλήθεια για τη θυσία. Έτσι, τα δυο παιδιά έφυγαν μαζί με τον κριό. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όμως και μόλις πέρασαν τον πορθμό της Αβύδου, η Έλλη έπεσε, από τη ράχη του κριού, στη θάλασσα και πνίγηκε. Εξαιτίας του συγκεκριμένου περιστατικού, κλήθηκε ο Ελλήσποντος. Αντίθετα, ο Φρίξος, εξακολουθώντας το ταξίδι του στη ράχη του κριού, βρήκε καταφύγιο και σωτηρία στην Κολχίδα. Εκεί, προσέφερε ως θυσία, είτε στον Άρη είτε στον Ερμή, τον κριό, ο οποίος είχε μεταμορφωθεί, από τους θεούς, σε χρυσόμαλλο. Στη συνέχεια, αφού εγκαταστάθηκε στην περιοχή, της έδωσε και το όνομά του. Έτσι ονομάστηκε η Φρυγία. Η Νεφέλη, με τη σειρά της, κατάφερε να τιμωρηθεί ο Αθάμαντας για όσα έκανε στα παιδιά της. Ως συνέπεια, ο ήρωας οδηγήθηκε στεφανωμένος στο βωμό του Δία για να θυσιαστεί αλλά σώθηκε από τον Ηρακλή. Το παραπάνω περιστατικό, ακολουθώντας τη μυθική παράδοση, δίδαξε σε μια από τις τραγωδίες του ο Σοφοκλής. Η πραγματική αλήθεια έχει όμως ως ακολούθως. Ο Αθάμας, ο γιος του Στόλου γιου του Αιόλου, βασίλευε στη Φθία. Κοντά του, βρισκόταν ένας άντρας, διαχειριστής των δημοσιονομικών θεμάτων και παράλληλα πολύ πιστός στο βασιλιά, όπως πίστευε ο μυθικός επώνυμος ήρωας της Αθαμανίας. Το όνομά του ήταν Κριός. Αυτός λοιπόν ο άντρας, όταν πληροφορήθηκε ότι ο Αθάμαντας είχε σκοπό να θυσιάσει το γιο του, αποκάλυψε στο Φρίξο την πρόθεση του πατέρα του. Στη συνέχεια, ο Φρίξος κατασκεύασε ένα πλοίο και έβαλε μέσα σε αυτό πάρα πολλά χρήματα. Στο ίδιο πλοίο, επιβιβάστηκε και η μητέρα του Πέλοπα, η οποία ονομαζόταν Ηώ. Μαζί της, πήρε και μια χρυσή εικόνα, την οποία είχε πληρώσει με δικά της έξοδα. Λίγο αργότερα, στο πλοίο ανέβηκαν και ο Φρίξος με την Έλλη, καθώς και ο Κριός με τα χρήματα και αναχώρησαν Ωστόσο, η Έλλη, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αρρώστησε και πέθανε. Από το συγκεκριμένο γεγονός, κλήθηκε ο Ελλήσποντος. Οι υπόλοιποι, αφού έφτασαν στο Φάρο, εγκαταστάθηκαν εκεί. Ο Φρίξος νυμφεύθηκε την κόρη του Αιήτη, Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μ υ θ ικ ό ς ε πών υ μ ο ς ήρ ωα ς τ η ς Αθ α μαν ία ς Αθ ά μα ς

205

βασιλιά των Κόλχων και έδωσε σε αυτούς, ως γαμήλιο δώρο, τη χρυσή εικόνα της Ηούς και όχι δέρμα κριού. Έτσι λοιπόν έχει η αλήθεια68. Συμπερασματικά, οι αναφερόμενες στο μυθικό επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας πηγές της γραμματείας της ύστερης αρχαιότητας και της βυζαντινής περιόδου διακρίνονται για την ποικιλία τους, τόσο ως προς τον αριθμό των συγγραφέων όσο και ως προς το είδος των έργων (ιστορικά, φιλοσοφικά, γεωγραφικά-περιηγητικά, μυθογραφικά, διάφορα ποιητικά, ρητορικά, θεολογικά, φιλολογικά, πραγματείες τέχνης, συναγωγές παροιμιών, καθώς και τα σημαντικότερα βυζαντινά λεξικά) αλλά και για το χρονολογικό τους εύρος. Ωστόσο, η αφήγηση του βίου και των πεπραγμένων του ήρωα παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες, συγκρίνοντας τα διαφορετικά χωρία, χωρίς βέβαια να λείπουν και οι ποικίλες και ξεχωριστές, συχνά μοναδικές, λεπτομέρειες. Ακριβώς αυτή η ομοιότητα των αφηγήσεων συντελεί στη σκιαγράφηση του μύθου διεξοδικά, όπως και της εξέλιξής του διαμέσου των αιώνων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, ενώ πολλάκις γίνεται μνεία στις περιπλανήσεις του Αθάμαντα μετά την παραφροσύνη του, ελάχιστες είναι οι αναφορές στην εγκατάστασή του και στη σχέση του με την ορεινή περιοχή της Αθαμανίας. Επιπλέον, ο μεγάλος αριθμός των συγγραφέων που αποφάσισε να συμπεριλάβει στο έργο του και το συγκεκριμένο ήρωα, αντλώντας στοιχεία από προγενέστερες πηγές, αποδεικνύει τη σημασία του αλλά και τη θέση του τόσο στη μυθολογία της κλασικής αρχαιότητας όσο και στην επιβίωσή της κατά τη βυζαντινή εποχή. Βέβαια, η σπουδαιότητά του είναι δεδομένη, καθώς ο μύθος του σχετίζεται με δυο από τους μεγαλύτερους μυθολογικούς κύκλους, το Θηβαϊκό και τον Αργοναυτικό. Τέλος, η εξέχουσα θέση του Αθάμαντα ενισχύεται και από το γεγονός ότι πολλοί τραγικοί και κωμικοί ποιητές και ανάμεσά τους οι κορυφαίοι εκπρόσωποι τους, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης αλλά και ο Αριστοφάνης, είτε τον συμπεριέλαβαν ως ήρωα στις τραγωδίες και κωμωδίες τους, είτε του αφιέρωσαν ολόκληρα έργα τα οποία και τιτλοφόρησαν με το όνομά του, αλλά και από την επιβίωση του μυθικού του κύκλου και τις προσπάθειες ορθολογιστικής ερμηνείας του έως και το 15ο μ.Χ. αι. * Η Κωνσταντίνα Ζήδρου είναι Αρχαιολόγος.

68. Βλ. Von Leutsch, Michael Apostolius, κεφάλαιο 11, παράγραφος 58. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


206

Κωνσταντίνα Ζήδρου

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - Ζήδρου Κ., Ο μυθικός επώνυμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας στη γραμματεία της προχριστιανικής περιόδου, Τζουμερκιώτικα Χρονικά 11 (2010), σ. 92-106. - Ζήδρου Κ., Ο μυθικός επώνυμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας στη γραμματεία της ύστερης αρχαιότητας και της βυζαντινής περιόδου. Μέρος Α΄, Τζουμερκιώτικα Χρονικά 12 (2011), σ. 208-229. - Καρατσιώλης Γ., Αθάμας: Μια σελίδα της ψυχιατρικής ιστορίας, Σκουφάς Ζ΄ (1982), τεύχος 62-63, σ. 193-205. - Παπαχατζής Ν., Ελληνική μυθολογία, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Β’, Αρχαϊκός ελληνισμός, Αθήνα 1971, σ. 94-157. - Σακελλαρίου Μ., Εθνική και πολιτική ανασύνταξη (1125-700 π.Χ.), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Β’, Αρχαϊκός ελληνισμός, Αθήνα 1971, σ. 14-65. - Φίλος Σ., Τα Τζουμερκοχώρια, Αθήνα 20002. - Easterling P. E.-Knox B. M. W., Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα 19942. - Hunger H., Βυζαντινή λογοτεχνία. Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, τομ. Β΄, Ιστοριογραφία, φιλολογία, ποίηση, Αθήνα 20053. - Lesky A., Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, Θεσσαλονίκη 19885.

ΠΗΓΕΣ - Adler Α., Suidae lexicon, Lexicographi Graeci 1.1 (Leipzig 1928), σ. 1-549. - Adler Α., Suidae lexicon, Lexicographi Graeci 1.2 (Leipzig 1931), σ. 1-740. - Büttner -Wobst T. - Roos A.G., Excerpta historica iussu imp. Constantini Porphyrogeniti confecta. Εxcerpta de virtutibus et vitiis, vol. 2, Berlin 1910. - De Stefani Α., Etymologicum Gudianum, fasc. 2, Leipzig 1920. - Gaisford T., Etymologicum magnum, Amsterdam 19672. - Hilgard A., Prolegomena et scholia in Theodosii Alexandrini canones isagogicos de flexione nominum, Grammatici Graeci 4.1. (Leipzig 1894), σ. 103-417. - Keydell R., Nonni Panopolitani Dionysiaca, 2 vols, Berlin 1959. - Lasserre F.-Livadaras N., Etymologicum magnum genuinum. Symeonis etymologicum una cum magna grammatica. Etymologicum magnum auctum, vol. 1, Rome-Ateneo 1976. - Lasserre F.-Livadaras N., Etymologicum magnum genuinum. Symeonis etymologicum una cum magna grammatica. Etymologicum magnum auctum, vol. 2, Athens 1992. - Latte K., Hesychii Alexandrini lexicon, vol. 1, Copenhagen 1953. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μ υ θ ικ ό ς ε πών υ μ ο ς ήρ ωα ς τ η ς Αθ α μαν ία ς Αθ ά μα ς

207

- Legrand Ph.- E., Herodote Histoires, vol 7, Paris 1951. - Meineke A., Stephan von Byzanz, Ethnika, Graz 19582. - Müller K., Commentarium in Dionysii periegetae orbis descriptionem, Geographi Graeci Minores 2 (Paris 1861), σ. 201-407. - Rabe H., Lexicon Messanense de iota ascripto, Rheinisches Museum 47 (1892), σ. 405413. - Stallbaum G., Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Odysseam, vol. 1, Hildesheim 19702. - Schenkl K. - Reisch A., Philostrati minoris imagines et Callistrati descriptions, Leipzig 1902. - Schermann T., Prophetarum vitae fabulosae, Leipzig 1907. - Sturz W., Etymologicum Graecae linguae Gudianum et alia grammaticorum scripta e codicibus manuscriptis nunc primum edita, Hildesheim 19732. - Van der Valk M., Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem pertinentes, vol. 1, Leiden 1971. - Van der Valk M, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem pertinentes, vol. 2, Leiden 1976. - Van der Valk M, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem pertinentes, vol. 3, Leiden 1979. - Von Leutsch E.L., Michael Apostolius, Corpus Paroemiographorum Graecorum 2 (Göttingen 1851), σ. 233-744.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


208

Παναγιώτα Π. Λάμπρη*

Η γυναίκα στα τραγούδια του Λαζάρου1 της Ροδαυγής Άρτας Απόπειρα προσέγγισης «[…] φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· λύσατέ αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν». (Κατά Ιωάννην, ΙΑ, 43- 44)

Α

πό την εποχή της μητριαρχίας, κατά την οποία «η μητρική γενεαλόγηση ορίζει και την κληρονομική διαδοχή και την κοινωνική του καθενός θέση. […] κ’ η κοινωνική κατάσταση του τέκνου ορίζεται από την κατάσταση της μάνας: της ελεύθερης και πολίτιδας είναι ελεύθερο και πολίτης ή πολίτιδα, κι αν ακόμη ο πατέρας του είναι σκλάβος· της ξένης ή σκλάβας είναι ξένο και σκλάβο κι αυτό, κι αν ακόμη πατέρας του είναι ο λαμπρότερος πολίτης»,2 μέχρι την εποχή μας, που στις δυτικές κυρίως κοινωνίες υπάρχει νομική ισοτιμία μεταξύ των δύο φύλων και πολλά παιδιά μεγαλώνουν με τον έναν από τους δύο γονείς, η γυναίκα καθορίζει και διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την πολιτιστική ιδιαιτερότητα κάθε τόπου. Οι μελέτες που έχουν γραφεί, αλλά και ένα απροκατάληπτο κοίταγμα της κοινωνίας, στην οποία δραστηριοποιείται ο καθένας, έχουνπολλά σχετικά να πουν. Και στην παρούσα μελέτη, στην οποία γίνεται απόπειρα προσέγγισης των τραγουδιών του Λαζάρου, τα οποία τραγουδιούνταν στη γιορτή του εν λόγω αγίου στη Ροδαυγή Άρτας, δίνεται βαρύτητα στην πολλαπλή παρουσία της γυναίκας μέσα σ’ αυτά. Αυτά τα τραγούδια ανήκουν στην κατηγορία των θρησκευτικών δημοτικών τραγουδιών, στην οποία κατά το Δημήτριο Λουκάτο3 1. Κ. Α. Διαμάντης, Άπαντα, τ. 3ος, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1985, σ. 78-92 & Παναγιώτα Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, το ρόδο της αυγής, ιδιωτική έκδοση, Πάτρα 2006, σ. 107-118, Τα 24 τραγούδια του Λαζάρου και τα Πάθη στη Ροδαυγή, εκδ. Εκπολιτιστικού Συλλόγου Ροδαυγής «Η αγία Παρασκευή», Ροδαυγή 2004. 2. Παναγής Λεκατσάς, Η Μητριαρχία και η σύγκρουσή της με την ελληνική Πατριαρχία, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1996, σελ. 9. 3. Δ. Σ. Λουκάτος, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία-Μνημεία του λόγου, 2η έκδοση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1978, σελ. 94. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γ υν α ίκ α σ τα τρ αγ ο ύ δ ια το υ Λα ζάρ ο υ τ η ς Ρο δ αυγ ή ς Άρτα ς

209

ανήκουν «(συνήθως Κάλαντα), που αναγγέλλουν τις γιορτές, επικαλούνται την ευλογία τους και μεταφέρουν τις ευχές από σπίτι σε σπίτι (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα, Λάζαρος, Πάθη)». Η γιορτή του Λαζάρου, στην οποία τραγουδιούνται πολλά τραγούδια σε σχέση με άλλες θρησκευτικές εορτές, κατέχει ιδιαίτερη θέση στο εορτολόγιο των χριστιανών αγίων. Ανήκει στις «σταθερές» εορτές και εορτάζεται το Σάββατο που προηγείται της Κυριακής των Βαΐων, το οποίο απ’ αυτόν το γιορτασμό ονομάζεται Σάββατο του Λαζάρου. Βέβαια, στη Ροδαυγή από το όνομα του Λαζάρου πήρε σχετικό προσωνύμιο και το προηγούμενο Σάββατο, το οποίο ονομάζεται του Κουφολάζαρου4. Ο εν γένει γιορτασμός της ανάστασης του ανθρώπου-Λαζάρου, που γίνεται στην καρδιά της Άνοιξης, αποτελεί προανάκρουσμα της ανάστασης του θεανθρώπου-Ιησού και δεν είναι καθόλου τυχαίο πως γιορτάζεται στην πατρίδα μας με την τήρηση πλήθους εθίμων, τα οποία απηχούν πολλές αντιλήψεις των αρχαίων προγόνων. Τα τραγούδια που τραγουδιούνταν αυτή τη μέρα, είκοσι τρία τον αριθμό, με εικοστό τέταρτο και εικοστό πέμπτο δύο ευχετικά νυχτερινά τραγούδια κι ένα τετράστιχο παιδικό, πλαισιώνονταν από έθιμα, στα οποία συμμετείχε με τον τρόπο της όλη η κοινότητα. Βασικός μέτοχος σ’ αυτά τα έθιμα είναι βέβαια τα παιδιά, τα οποία «στόλιζαν ένα καλαθάκι με λουλούδια της εποχής, σύμβολα αναγέννησης […] και παρέες-παρέες γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, μέχρι και τους απομακρυσμένους συνοικισμούς του χωριού, για ναπουν το «τραγούδι» για το Λάζαρο. Οι χωριανοίτα αποκαλούσαν «Λαζάρους ή Λαζαρούδια». Οινοικοκυρές τα φίλευαν αυγά, χρήματα ή πασμάδες5, τσαπέλλες6 καικαρύδια»7. Οι «Λάζαροι», παρά την ανέχεια, ήταν8 σ’ όλα τα σπίτια ευπρόσδεκτοι· μάλιστα, σ’ όσα σπίτια το επέτρεπε το έχει των νοικοκύρηδων προσέφεραν, ιδιαίτερα στους «νυχτερινούς» (βλ. παρακάτω) «Λαζάρους», το ευγενές για την εποχή έδεσμα που ακούει στο όνομα ξιδότριψα9, η οποία κάποιες φορές προσφέρονταν πασπαλισμένη με ζάχαρη και την οποία μετά χαράς γεύονταν οι «περιπλανώμενοι» αοιδοί. Το τραγούδι «Του Λαζάρου» που τραγουδούσαν τα παιδιά με την ανατολή 4. Π. Π. Λάμπρη, ο. π., σ. 103. 5. Μικρές στρογγυλές πλακουτσωτές πιτούλες από λιασμένα και αλεσμένα σύκα. 6. Ειδική κατηγορία σύκων, τα οποία μόλις λιαστούν τα κάνουν αρμαθιές. 7. Π. Π. Λάμπρη, ο. π., σ. 107. 8. Πηγή: Ιωάννης Μπαλαούρας. 9. Μίγμα ψωμιού και ξιδιού, πασπαλισμένο ενίοτε με ζάχαρη. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


210

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

του ήλιου και οι μεγάλοι –«νυχτερινοί Λάζαροι»– μετά τη δύση του, όταν νύχτωνε, γυρνώντας από σπίτι σε σπίτι στο χωριό συμμετέχοντας «σε δρώμενο αναπαράστασης των όσων είχε υποστεί ο Λάζαρος»10, ήταν το ακόλουθο11: 1 Σήμερον έρχετ ’ ο Χριστός, ο επουράνιος Θεός, και στην πόλη Βηθανία Μάρθα κλαίει και Μαρία Λάζαρον τον αδελφόν τον γλυκύ και καρδιακόν12. Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν, τρεις και τον μοιρολογούσαν· 5 και την ημέρα την τετάρτη κίνησ’ ο Χριστός για να ’ρθει. Τότε βγήκε κι Μαρία έξ’ από τη Βηθανία και εμπρός γονατιστή και τους πόδας του φιλεί: – Αν εδώ ήσαν, Χριστέ μου, δεν θα πέθαιν’ ο αδελφός μου, πλην κι εγώ τώρα πιστεύω και καλότατα ηξεύρω 10 ότι δύνεσαι, αν θελήσεις, και νεκρούς να αναστήσεις. Και παρευθύς ανήλθησαν τον τάφο του να δείξουν. Τότε κι ο Χριστός δακρύζει και τον Άδη φοβερίζει: Άδη Τάρταρε και Χάρε, Λάζαρέ μου θα σε πάρω. Δεύρο έξω, Λάζαρέ μου, φίλε μου κι αγαπητέ μου. 15 Και παρευθύς από τον Άδη σαν εξαίσιο σημάδι, Λάζαρος απελυτρώθη, αναστήθη και σηκώθη, ζωντανός, σαβανωμένος και με το κερί ζωσμένος. Μαθηταί και οι αποστόλοι τότε τον ρωτούσαν όλοι:

10. Π. Π. Λάμπρη, ο. π., σ. 108 11. Για το τραγούδι «Του Λαζάρου» και για τα άλλα τραγούδια που παρατίθενται σ’ αυτή τη μελέτη (βλ. παραπομπή 1) παραθέτουμε στη συνέχεια «επισημάνσεις»-«διορθώσεις» του Παναγιώτη Β. Λάμπρη (στο εξής: Π. Β. Λ.) και του Ιωάννη Μπαλαούρα (στο εξής: Ι. Μ.). Αυτό δεν γίνεται με την πρόθεση να αλλοιωθούν οι υπάρχουσες καταγραφές, αλλά επειδή θεωρούμε πως έτσι προστίθεται χρήσιμη γνώση για το «ταξίδι» αυτών των τραγουδιών από στόμα σε στόμα. «Του Λαζάρου»: Ι. Μ.: στ. 4ος: «και τον μοιριολογούσαν» αντί «τρεις και τον μοιρολογούσαν», Π. Β. Λ.: στ. 7ος: «γονοκλιτή» αντί «γονατιστή» και Ι. Μ.: «γονοκλινεί» αντί «γονατιστή», Π. Β. Λ.: στ. 10ος: «όταν ίδεις και θελήσεις» αντί «ότι δύνεσαι, αν θελήσεις», Π. Β. Λ.: ως 11ος-12ος: «Έτσι πίστευε η Μαρία, αγομένη στα μνημεία/ και παρευθύς επήγαινε τον τάφο να του δείξει», Ι. Μ.: ως 11ος στίχος: «-Έχε πίστη, ω Μαρία, άγωμεν εις τα μνημεία», Π. Β. Λ.: στ. 13ος: «Άδη τάρταρε και χάρε, Λάζαρέ μου, δε θα σε πάρει» και Ι. Μ.: «θα σε πάρει» αντί «θα σε πάρω», Ι. Μ.: ως 24ος στίχος: «στον οίκο σας χαρούμενοι πάλι να τραγουδούμε». 12. Της καρδιάς, αγαπημένο. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γ υν α ίκ α σ τα τρ αγ ο ύ δ ια το υ Λα ζάρ ο υ τ η ς Ρο δ αυγ ή ς Άρτα ς

211

20 – Πες μας, Λάζαρε, τι είδες εις τον Άδη που επήγες; – Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους. Δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι της καρδίας, των χειλέων και μη με ρωτάτε πλέον. Του χρόνου πάλιν έρχομαι με υγεία να σας βρούμε. Στο τραγούδι αυτό, η Μάρθα και η Μαρία είναι οι αδελφές του Λαζάρου, οι οποίες μοιρολογούν το μοναδικό απ’ ό,τι φαίνεται αδελφό τους, δεν μπορούν να αποδεχθούν το θάνατό του και μόλις αντικρίζουν τον Ιησού, η Μαρία τον «μαλώνει» με παράπονο λέγοντάς του «Αν εδώ ήσουν Χριστέ μου, δεν θα πέθαιν’ ο αδελφός μου», εκφράζοντας, στη συνέχεια, τη βεβαιότητα πως, αν θελήσει, μπορεί να τον φέρει πίσω στη ζωή. Πέραν της ανάστασης του Λαζάρου, όπως αυτή μαρτυρείται στα Ευαγγέλια, η οποία ανατρέπει τη φυσική τάξη των πραγμάτων και πέραν της εκφρασμένης πίστης του λαϊκού ανθρώπου στη θεϊκή δύναμη μέσω της αποδοχής του θαύματος, εκείνο που επίσης τραγουδιέται σ’ αυτούς τους στίχους είναι η δύναμη της αδελφικής αγάπης και στην περίπτωσή μας της αγάπης των δύο γυναικών προς τον αδελφό τους. Στη δύναμη αυτής της αγάπης αναφέρεται επίσης δημοτικό τραγούδι13, όπου «Τ’ αδέλφια σκίζουν τα βουνά, και δέντρα ξερριζώνουν,/ τ’ αδέλφια κυνηγήσανε κι ενίκησαν το χάρο»· αλλά και το θέμα της Σοφόκλειας τραγωδίας «Αντιγόνη» έρχεται κι αυτό, όπως και άλλα κείμενα της παγκόσμιας γραμματείας να «μιλήσουν» για την αγάπη που δένει τους αδελφούς, αυτούς που «κατοίκησαν» στην ίδια δελφύν, στην ίδια μήτρα! Εδώ, βέβαια, ας μην αγνοούμε πως, συχνά, σε μύθους και σε δημοτικά τραγούδια, ο αδελφός είναι το «πιο οικεία εκφρασμένο πρόσωπο του συζύγου».14 Σ’ αυτό το σημείο οφείλουμενα μην παραλείψουμε πως στον τέταρτο στίχο του ανωτέρω τραγουδιού του Λαζάρου που «Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν και τον μοιρολογούσαν» έχουμε σαφή αναφορά στο μοιρολόι της Μαρίας και της Μάρθας. Πανάρχαιας δηλαδή συνήθειας, η οποία, παρά τη διαφορετική θεώρηση της ζωής του χριστιανού για τη μετά θάνατον ζωή, διατρέχει την πολιτιστική πορεία των Ελλήνων από το μακρινό παρελθόν και συναντιέται ακόμα και σήμερα σε περιοχές της Ελλάδος. Επιπρόσθετα, στο μοιρολόι των δύο γυναικών διαφαίνεται κάτι το οποίο είναι πολύ κοινό για τη φροντίδα του νεκρού, ότι 13. Αθανάσιος Χ. Γιάγκας, Ηπειρωτικά Δημοτικά τραγούδια (1000-1958), εκδ. Ινστιτούτου Ηπειρωτικών Μελετών, Αθήνα, σ. 562. 14. Σ. Λ. Σκαρτσής, Το δημοτικό τραγούδι, τ. 1ος, εκδ. Πατάκης, Αθήνα 1986, σ. 94. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


212

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

δηλαδή τόσο το μοιρολόι όσο και η καθαυτό φροντίδα του είναι κατεξοχήν γυναικεία υπόθεση15. Τα υπόλοιπα τραγούδια της γιορτής του Λαζάρου, πλην του παιδικού, τραγουδιούνται τη νύχτα και το περιεχόμενό τους, πλην δύο αναφορών στους «Λαζάρους», δεν έχει καμία σχέση με τη γιορτή. Και μόνο οι τίτλοι το δηλώνουν: 1. Της ξενιτιάς 2. Του σπιτιού 3. Του αφέντη 4. Της συζύγου 5. Του παλικαριού 6. Της νοικοκυράς 7. Της θυγατέρας 8. Του παιδιού που πηγαίνει στο σχολείο 9. Του μικρού παιδιού 10. Του μωρού 11. Της ανύπαντρης που θ’ αρραβωνιαστεί

12. Αυτού που πρόκειται να νυμφευθεί 13. Του έτοιμου να νυμφευθεί ή του ανύπαντρου 14. Της νιοστεφανωμένης 15. Της βάβως 16. Του Δέσποτα ή του παπά 17. Του αναγνώστη, ψάλτη, γραμματικού 18. Της περδικούλας 19. Των μελισσών 20. Των γιδιών και των προβάτων 21. Του ζευγαριού ή των βοδιών 22. Τ’ αργαλειού

Όλα αυτά τα τραγούδια, εκ των οποίων μόνο στα πέντε (αρ. 3, 10, 19, 20 και 21) δεν γίνεται καμία αναφορά σε γυναίκα, τραγουδιούνταν από ομάδες ατόμων, οι οποίες γύριζαν στα σπίτια του χωριού το βράδυ του Λαζάρου ως οικογενειακά παινέματα και ως τέτοια διακρίνονται από το στοιχείο της υπερβολής. Σημειώνεται ότι αυτά τα τραγούδια δεν τραγουδιούνταν όλα και σε όλα τα σπίτια· το ποιο ή ποια θα τραγουδιούνταν ήταν υπόθεση της εκάστοτε οικογένειας, η οποία ουσιαστικά παράγγελνε στους «Λαζάρους» να της τραγουδήσουν αυτό ή αυτά που την εξέφραζαν περισσότερο. Πολλές φορές, επειδή οι «Λάζαροι» ήταν χωριανοί, συχνά συγγενείς των οικογενειών που επισκέπτονταν, γνώριζαν όχι μόνο το κοινωνικό status, αλλά συχνά και οικογενειακά ζητήματα και τραγουδούσαν με δική τους επιλογή το τραγούδι ή τα τραγούδια. Ένα τραγούδι όμως που τραγουδιούνταν, αν όχι σε όλα, στα περισσότερα σπίτια, ήταν αυτό «Της ξενιτιάς»16, αφού και ωραίο τραγούδι είναι και οι περισσότεροι κάποιον ξενιτεμένο είχαν. Τα λόγια τουτραγουδιού είναι: 15. Π. Π. Λάμπρη, ο. π., σ. 73-82. 16. Π. Β. Λ.: ως 2ος στίχος «Πολλοί πηγαίνουν κι έρχονται, κανένας δεν ομοιάζει» και Ι. Μ.: «Πολλά πηγαίνουν κι έρχονται, κανένα δεν ομοιάζει», Π. Β. Λ. και Ι. Μ.: στ. 2ος: «και λυΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γ υν α ίκ α σ τα τρ αγ ο ύ δ ια το υ Λα ζάρ ο υ τ η ς Ρο δ αυγ ή ς Άρτα ς

213

1 Έχω πουλί στην ξενιτιά, δεν ξέρω πού κουρνιάζει. Ξενιτεμένο μου πουλί και πολυτιμημένο, η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ έχω τον καημό σου. Τα ξένα θέλουν φρόνιμα, θέλουν ταπεινωμένα, 5 θέλουν ματάκια χαμηλά (ή χαμπηλά) να σκύβουν να διαβαίνουν. Παρακαλώ σε, ξενιτιά, με τα φαρμάκια πο ’χεις, αυτόν το νιο που σου (ή σο) ’στειλα, αυτό το παλικάρι, να μην του δώσεις (ή δώκεις) αρρωστιά, να μην του δώσεις (ή δώκεις) χάλι. Η αρρώστια θέλει στρώματα, χρυσές προσκεφαλάδες, 10 θέλει μανούλας γόνατα και πατρικές αγκάλες, θέλει αδέλφια γκαρδιακά να τον γηροκομάνε (ή γεροκομάνε). Ξένοι τα πλένουν τα σκουτιά, ξένοι πλένουν τα ρούχα, τα πλένουν μια, τα πλένουν δυο, τα πλένουν τρεις και πέντε κι από τις πέντε κι ύστερα τα ρίχνουν στο σοκάκι: 15 – Πάρε, ξένε μ’, τα ρούχα σου, πάρε και τα σκουτιά σου! Και σύρε στη μανούλα σου, στην έρημη γυναίκα. Τι να σου στείλω, ξένε μου, αυτού στα ξένα που ’σαι; Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδίσω; Να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει, 20 να στείλω μοσχοστάφυλο, κι αυτόνο17 σταφιδιάζει, να στείλω το δακράκι μου σ’ ένα χρυσό μαντίλι; Το δάκρυ είναι καυτερό και καίει το μαντήλι. Να στείλω τω Βαγιώ κερί και τη Λαμπρή λαμπάδα και τη μερούλα τ’ Αι-Γιργιού χρυσή αλλαξιά ν’ αλλάξεις. 25 – Βόηθα το, Άι-Γιώργη μ’, βόηθα το, όσο να πάει και να ’ρθει, να πάει καλά στην ξενιτιά, να ’ρθει καζαντισμένος, να φερ’ τα γρόσια φόρτωμα και τα φλουριά στην τσέπη. πημένο αηδόνι» αντί «και πολυτιμημένο», Π. Β. Λ. και Ι. Μ.: στ. 4ος: «ταπεινοσύνη» αντί «ταπεινωμένα», Ι. Μ.: ως 13ος-14ος στίχος: «Πιάνουν ξένες αδελφές και ξένες παραμάνες,/ για να του πλύνουν τα σκουτιά, για να του πλύν’ τα ρούχα», Ι. Μ.: στ. 15ος: «Για πάρε, ξένε μ’, τα σκουτιά, για πάρε και τα ρούχα!» αντί «-Πάρε, ξένε μ’, τα ρούχα σου, πάρε και τα σκουτιά σου!», Ι. Μ.: στ. 16ος: «[…] που σ’ έχει αναθρεμμένο» αντί «[…], στην έρημη γυναίκα», Ι. Μ.: στ. 18ος: «Στα ξένα και στα μακρινά, τον έρημο τον τόπο» αντί «Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδίσω;», Ι. Μ.: στ. 20ος: «και κείνο» αντί «κι αυτόνο», Ι. Μ.: στ. 25ος: «να πάει καλά και να ’ρθει» αντί «όσο να πάει και να ’ρθει». 17. Αυτό. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


214

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

Η ξενιτιά, που στη λαϊκή συνείδηση ταυτίζεται με το θάνατο, στην Ήπειρο έχει τραγουδηθεί δεόντως. Ο ξενιτεμένος φεύγει συνήθως νέος και επιστρέφει σε μεγάλη ηλικία ή καθόλου. Στο ανωτέρω τραγούδι η έγνοια των αγαπημένων γυναικών, της μητέρας και της συζύγου, δεν αναφέρεται στις πολλές δυσκολίες που εκείνες αντιμετώπιζαν με την απουσία του ξενιτεμένου γιου ή συζύγου από το σπίτι. Η έγνοια τους είναι για ’κείνον που ζει ξένος στην άξενη ξενιτιά και οποιοδήποτε πρόβλημα, κυρίως υγείας, μπορεί να οδηγούσε στο αναπόφευκτο, με λίγα λόγια στο θάνατο των ελπίδων για επιστροφή του στην πατρίδα και εν τέλει στο θάνατο των ελπίδων για τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών της οικογένειας. Και οπωσδήποτε μέσα στο εν λόγω τραγούδι προβάλλονται οι κοινωνικοί ρόλοι της μητέρας και της συζύγου· της μητέρας ως αιώνιου συμβόλου ανιδιοτελούς αγάπης, η οποία με τη δύναμή της κατορθώνει συχνά το αδύνατο· αλλά και της συζύγου, η οποία περιμένει το νόστο του συζύγου, που πολύ συχνά δεν είχε προλάβει να χαρεί μαζί του με πληρότητα τις ηδονές του κορμιού και της ψυχής. Εξάλλου στους στίχους 17 ως 26, τα λόγια που απευθύνει η ανώνυμη γυναίκα, χωρίς προσδιορισμό μητέρας, συζύγου,…, φανερώνουν την αμετάθετη θέση της από το ρόλο κι από τα συναισθήματά της που δηλώνονται με τη γλυκιά απορία, με το τρυφερό αδιέξοδο για το τι να πρωτοστείλει και τίνι τρόπω στον ξενιτεμένο άνδρα. Αυτά τα καλούδια, όπως το μήλο που είναι σύμβολο της ερωτικής σχέσης, το κυδώνι που διακρίνεται για την αντοχή και για τις θεραπευτικές του ιδιότητες, αλλά παραπέμπει κιόλας στο κυδώνι που έτρωγαν οι αρχαίες Αθηναίες, όταν έφταναν στο σπίτι του συζύγου τους τη μέρα του γάμου18,το μοσχοστάφυλο που παράγει εύγευστο κρασί, ποτό με πολλούς επίσης συμβολισμούς, αφού συμβολίζει μέσω του κοινού ποτηριού που πίνουν οι νεόνυμφοι τη δια βίου ένωσή τους, αλλά και συμμετέχει σε πολλά κοσμικά, αλλά και θρησκευτικά έθιμα της κοινωνικής ζωής, είναι συμβολικά, αλλά ευάλωτα. Και το δάκρυ, «είναι καυτερό και καίει το μαντήλι»! Και φυσικά μέσα από τους στίχους «Να στείλω τω Βαγιώ κερί και τη Λαμπρή λαμπάδα/ και τη μερούλα τ’ Αι-Γιργιού χρυσή αλλαξιά ν’ αλλάξεις» η γυναίκα εκφράζει με βεβαιότητα πως θέλει να στείλει πράγματα που δεν «φθείρονται» και μπορούν να φτάσουν και μάλιστα σε γιορτινές μέρες, για τότε δηλαδή που η απουσία του ξενιτεμένου είναι πιο έντονη, αλλά και η ανάγκη του για φροντίδα μεγαλύτερη. 18. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%B A%CE%B1_(%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1_%CE%95%CE% BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γ υν α ίκ α σ τα τρ αγ ο ύ δ ια το υ Λα ζάρ ο υ τ η ς Ρο δ αυγ ή ς Άρτα ς

215

Το ποίημα τελειώνει με έκκληση της γυναίκας στον Άι-Γιώργη, αγαπητό άγιο των αγροτικών κοινωνιών, και φυσικά με διατύπωση της ευχής της, η οποία, αν πραγματοποιούνταν, θα δικαίωνε τον πόνο και τους κόπους που είχαν προκληθεί από τον ξενιτεμό του άνδρα. Στο τραγούδι-παίνεμα «Του σπιτιού»19: 1 Εδώ στα σπίτια τα ψηλά τα μαρμαροχτισμένα. Απ’ όξω ν’ έχουν μάρμαρο και μέσα χρυσωμένα. Μέσα κοιμάται ο αφέντης μας μ’ εξήντα παλικάρια. Κοιμάται κι η κυρούλα μας με δώδεκα βαΐτσες20. 5 – Ξύπνα, κυρά μ’, τις βάιτσες21 σουν’ ανάψουν τα λυχνάρια, να βγάλουν κόκκινες φωτιές και πράσινες λαμπάδες, να φέξει τ’ αφεντάκη22 μας να λύσει τη σακούλα, να κοσκινίσει το φλουρί, να πέσει το διαμάντι, κι αυτά τα κοσκινίσματα τα παίρνουν οι Λαζάροι, το οποίο τραγουδιόνταν αδιακρίτως της οικονομικής κατάστασης των νοικοκύρηδων, η γυναικεία φιγούρα προβάλλει με αρχοντικά χαρακτηριστικά, αφού κοιμάται «με δώδεκα βαΐτσες» και οι «Λάζαροι» την παρακαλούν να τις ξυπνήσει να φέξουν στον αφέντη του σπιτιού, για«να κοσκινίσει το φλουρί, να πέσει το διαμάντι», κι εκείνοι να πάρουν ως ανταμοιβή για τα παινέματα που τους τραγούδησαν «τα κοσκινίσματα»! Ειρήσθω εν παρόδω πως οι «Λάζαροι» αναφέρονται στον εαυτό τους, ουσιαστικά στο τι θα επιθυμούσαν να πάρουν μαζί τους φεύγοντας, και στο τραγούδι «Των μελισσών»: 1 Εδώ στις μάντρες τις ψηλές, τις καγκελοπλεγμένες μέσα έχουν χίλιες μέλισσες και εξήντα δυο κρινιά23. Βγάζουνε μέλι και κερί και πράσινες λαμπάδες. Το μέλι τρώει η αρχοντιά και το κερί οι αγίοι 5 κι αυτά τα μελισσοβότανα τα παίρνουν οι Λαζάροι. Το ίδιο ισχύει και για το παιδικό τραγούδι, στο οποίο το «Λαζαρούδι» μόνο ζητάει κάτι, ούτε καν εύχεται, πέραν ίσως του τυπικού «χρόνια πολλά»: 19. Ι. Μ.: στ. 4ος: «βαΐστρες» αντί «βαΐτσες», Ι. Μ.: στ. 5ος: «βάιστρες» αντί «βάιτσες». 20. Βάγιες. 21. Βάγιες. 22. Πατερούλη. 23. Κυψέλες από κουφωμένο κορμό δέντρου. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


216

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

Ήρθε ο Λάζαρος παιδιά, το καλάθι θέλει αυγά, οι τσεπούλες καρυδούλες, τα χεράκια παραδούλες. Στο τραγούδι «Της συζύγου»24: 1 Ροδίτσα με τα κόκκινα, με το ψηλό καμάρι, για πούλα το ζωνάρι σου κι αγόρασε καμάρι. – Δεν το’ χω εγώ για πούλημα, δεν το’ χω για παζάρι μον’ το’ χω για τον άντρα μου, να παίξει να γεράσει (ή να γελάσει), καθώς και σ’ εκείνο «Της νοικοκυράς»25: 1 Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά καμαρωμένη, Κυρά μ’, όταν στολίζεσαινα πας στην εκκλησία, βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη κι αυτόν τον χρυσαυγερινό, κουμπί και δαχτυλίδι. 10 Απλώνει στην τσεπούλα της και βγάζ’ ένακλειδάκι κι ανοίγει την κασέλα της τη σταυροκλειδωμένη και βλέπει στο φακιόλι της μελίσσι γουδιασμένο26, η γυναίκα είναι πιστή ως σύζυγος κι όμορφη. Η αναφορά στο ζωνάρι που της ζητείται να το πουλήσει κι αυτή αρνείται είναι ακριβώς η απόδειξη του συζυγικού δεσμού, αφού σε πολλά μέρη της Ελλάδος η ζώνη αποτελεί γαμήλιο δώρο και από αρχαιοτάτων χρόνων θεωρείται ότι πέραν του διακοσμητικού της ρόλου έχει και μαγικές ιδιότητες· αρκεί εδώ να αναφέρουμετον «κεστόν ιμάντα ποικίλον»27 της Αφροδίτης, την κεντημένη με τέχνη ζώνη δηλαδή, με την οποία γεννούσε τον έρωτα σε όλους. Η κυρά του τραγουδιού «Της νοικοκυράς», όταν ετοιμάζεται να βγει από το σπίτι, εδώ, για να πάει στην εκκλησία, στολίζεται· «βάνει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη/ κι αυτόν τον χρυσαυγερινό, κουμπί και δαχτυλίδι»· στολίδια της είναι ο ήλιος, ο οποίος εκπροσωπεί την«ερωτική αντρική οντότητα, 24. Ι. Μ.: στ. 4ος: «να παίζει, όταν γεράσει» αντί «να παίξει να γεράσει (ή να γελάσει)». 25. Ι. Μ.: στ. 2ος: «στην εκκλησιά να πας» αντί «να πας στην εκκλησία». 26. Αυτό που έχει γόνο, γονεμένο. 27. Όμηρος, Ξ 214-215. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γ υν α ίκ α σ τα τρ αγ ο ύ δ ια το υ Λα ζάρ ο υ τ η ς Ρο δ αυγ ή ς Άρτα ς

217

το ένα απ’ τα δυο της δυάδας ήλιος-φεγγάρι»28, άρα εδώ το σύζυγό της, είναι επίσης το φεγγάρι που τις πιότερες φορές στο δημοτικό τραγούδι εκπροσωπεί το θηλυκό και σχετίζεται με την εμμηνόρροια των γυναικών, άρα με το στάδιο της μύησής τους που τις οδηγεί στο επόμενο στάδιο, αυτό της «ενηλικίωσης» και του γάμου. Όσο για τον «χρυσαυγερινό», εκτός από την προφανή ομορφιά που περιγράφει η σύνθετη λέξη, ο αυγερινός, ως άστρο, προέρχεται «από την ένωση του ήλιου και του φεγγαριού» αφού, απ’ αυτή την ένωση«γεννιούνται τ’ άστρα»29 και στα δημοτικά τραγούδια είναι συνήθης εικόνα, η οποία υποδηλώνει την ομορφιά και την αγάπη· κι εδώ που η γυναίκα τον φορεί ως «κουμπί και δαχτυλίδι», έρχεται να δηλώσει «κάτι οριστικό, έναν γάμο, μια πλήρωση».30 Βέβαια, η καλή σύντροφος είναι και νοικοκυρά. Και η νοικοκυρά είναι για το σπίτι πλούτος, ο οποίος, αν και δεν αναφέρεται ρητά στο τραγούδι «Της νοικοκυράς» υπονοείται από την αναφορά στο «γουδιασμένο» μελίσσι, δηλαδή στο γονεμένο, που βρίσκει μέσα στο φακιόλι της, αφού η μέλισσα θεωρείται υπόδειγμα εργατικότητας και προκοπής! Το τραγούδι «Της θυγατέρας»: 1 Κυρά μ’, τη θυγατέρα σου, κυρά μ’, την ακριβή σου, την έλουζες, τη χτένιζες, στα σύννεφα την κρύβεις να μην την κρούξει31 ο κουρνιαχτός, να μην την κάψει ο ήλιος. Τα σύννεφαεσκόρπισαν κι η κόρη λάμπει μέσα. 10 Διαβαίνει ένας νιούτσικος και πέφτει και πεθαίνει. Διαβαίν’ κι ένας πραματευτής και χάνει την πραμάτεια. – Για σήκω-σήκω, νιούτσικε, μην πέφτεις και πεθαίνεις, κι εγώ στην εξαδέλφη μου γαμπρό θε να σε κάνω, έχει ως μυθικό θέμα το γονιμικό μύθο, έχει μυητικά στοιχεία και συνταιριάζει τα δύο από τα τρία πρόσωπα της λαϊκής λατρείας, δηλαδή τη μάνα και την κόρη· απουσιάζειο γιος, αλλά το αρσενικό υποκαθίσταται από τον ξάδερφο και έμμεσα υποδηλώνει την απουσία του γιου-αδελφού. Η μάνα φροντίζει ιδιαίτερα την κόρη· τη λούζει, τη χτενίζει και την κρύβει στα σύννεφα για «να μην την κρούξει ο κουρνιαχτός, να μην την κάψει ο ήλιος». Η εικόνα του σκοταδιού και της απομόνωσης στο δεύτερο και τον τρίτο 28. Σ. Λ. Σκαρτσής, ο. π., σ. 56. 29. Σ. Λ. Σκαρτσής, ο. π., σ. 56. 30. Σ. Λ. Σκαρτσής, ο. π., τ. 2ος, Αθήνα 1987, σ. 178. 31. Αγγίξει. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


218

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

στίχο υποδηλώνουν πως η κόρη βρίσκεται στην ηλικία που στην ερημιά της απομόνωσης ετοιμάζεται για το γάμο και εν τέλει για τη ζωή μακριά από τη δική της οικογένεια. Η διαδικασία της μύησης έχει και ηθικό χαρακτήρα, αφού αφήνει να εννοηθεί πως η κόρη είναι παρθένος, επομένως προορίζεται ή καλύτερα της αξίζει κάτι σπουδαίο. Το παίνεμα «Της ανύπαντρης που θ’ αρραβωνιαστεί»32: 1 Εδώ έχουν φύγην33 έμορφη, φυγήν34 καμαρωμένη, τη δέρνουν, την καταπατούν, να την αρραβωνιάσουν. Της τάζουν κειόν35 το βασιλιά, της τάζουν κειόν το ρήγα. Αυτή δε θέλ’ το βασιλιά, δε θέλ’ εκειόν36 το ρήγα, 10 Μον’ θέλει τ’ αρχοντόπουλο με τις πολλές χιλιάδες, κι αυτόνο τ’ αρχοντόπουλο πολύ προικιό γυρεύει. Γυρεύει τ’ άστρι πρόβατα και το φεγγάρι γίδια και τον καθαραυγερινό κρεβάτι να κοιμάται. Γυρεύει αμπέλια ατρύγητα μ’ όλους τους τρυγητάδες. 15 Γυρεύει χωράφια αθέριστα μ’ όλους τους θεριστάδες. Γυρεύει μύλους δώδεκα μ’ όλους τους μυλωνάδες, πέντε ν’ αλέθουν με νερό και έξι με το γάλα, κι ένας γοργός γοργόμυλος ν’ αλέθει με το μέλι (ή: ένας καλός καλόμυλος…) να βγάζ’ τ’ αλεύρι κόκκινο και το πασπάλι37 μαύρο (ή: και την πασπάλα μαύρη) 20 να παίρνουνε κι οι όμορφες να φκιάνουν τα φκιασίδια, να παίρνουν οι γραμματικοί να φκιάνουν τη μελάνη, 32. Π. Β. Λ.: ως 3ος στίχος: «της τάζουν γιο του βασιλιά, της τάζουν γιο του ρήγα», Ι. Μ.: στ. 1ος-4ος: «Εδώ έχουν φύγει όμορφες, φυγοκαμαρωμένες,/ τις δέρνουν, τις καταπατούν, να τις αρραβωνιάσουν./ Τους τάζουν γιο του βασιλιά, τους τάζουν γιο του ρήγα./ Δε θέλουν γιο του βασιλιά, δε θέλουν γιο του ρήγα», Ι. Μ.: στ. 10ος: «θέλουν» αντί «θέλει», Ι. Μ.: στ. 11ος: «εκείνο» αντί «αυτόνο», Ι. Μ.: στ. 12ος: «τ’ άστρια» αντί «τ’ άστρι», Ι. Μ.: στ. 13ος: «κι αυτόν τον καθαυγερινό» αντί «και τον καθαραυγερινό», Ι. Μ.: στ. 19ος: «την πασπάλη μαύρη» αντί «το πασπάλι μαύρο», Ι. Μ.: στ. 20ος: «το φκιασίδι» αντί «τα φκιασίδια». 33. φύγην/ φυγήν ή φίγην / φιγήν (την) κόρη; < ίσως εκ του λατ. filia «κόρη» 34. Κόρη; 35. Εκείνον. 36. Εκείνον. 37. Στρώμα από λεπτό αλεύρι. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γ υν α ίκ α σ τα τρ αγ ο ύ δ ια το υ Λα ζάρ ο υ τ η ς Ρο δ αυγ ή ς Άρτα ς

219

συνδέεται με το προηγούμενο με την έννοια ότι και στα δύο θέμα τους είναι η ανύπαντρη κόρη με τη διαφορά πως απουσιάζει παντελώς το πρόσωπο της μάνας· επίσης, ενώ το ένα αναφέρεται στη μυητική διαδικασία, στο άλλο δε γίνεται καμία αναφορά σ’ αυτή. Προφανώς ο στίχος «τη δέρνουν, την καταπατούν, να την αρραβωνιάσουν», υπονοεί πως έχει τελειώσει το στάδιο της μύησης και η κόρη είναι έτοιμη για το επόμενο στάδιο, το γάμο, στον οποίο πρέπει να οδηγηθεί θέλοντας και μη. Σ’ αυτό το τραγούδι θίγεται και το θέμα της επιλογής συντρόφου – συζύγου μ’ έναν τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στο εθιμικό δίκαιο των κλειστών αγροτικών κοινωνιών, αφού στιςπερισσότερες εξ αυτών η κόρη, όχι μόνο δεν έχει δυνατότητα τέτοιας επιλογής, αλλά τον μέλλοντα σύζυγο τον βλέπει για πρώτη φορά την ημέρα του γάμου. Αλλά κι αυτή η δυνατότητα επιλογής που περιγράφεται στους στίχους«Αυτή δε θέλ’ το βασιλιά, δε θέλ’ εκειόν το ρήγα/, μον’ θέλει τ’ αρχοντόπουλο με τις πολλές χιλιάδες» ουσιαστικά αυτοαναιρείται, αφού, για να πραγματοποιηθεί απαιτεί τις προϋποθέσεις που λεπτομερώς παρουσιάζονται στους στίχους 7 ως 17. Επομένως, στο ανωτέρω τραγούδι το θέμα της προίκας, το οποίο καθορίζονταν κατά τη διαδικασία του προξενιού38,γίνεται κυρίαρχο και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τα του γάμου. Την αναφορά μας στα παινέματα που σχετίζονται με τη μυητική προετοιμασία και το γάμο της κόρης θα την κλείσουμε με το τραγούδι «Της νιοστεφανωμένης»39: 1 Ανδρονίτσα ροδανή40 και νιοστεφανωμένη, που σε στεφάνωσ’ ο Χριστός με δώδεκα Αποστόλους, με τετρακόσιες αρχοντιές, μ’ εξήντα δυο παπάδες. Στα γόνατα την κράταγαν, στα μάτια την κοιτάζουν: 5 – Κόρη μ’, για δεν είσ’ έμορφη, κόρη μ’, για δεν είσ’ άσπρη; – Αν θέλεις να ’μαι έμορφη, αν θέλεις να ’μαι άσπρη, στείλε στην Πόλη για γυαλί, στα Γιάννινα για χτένι, στείλε και στην Πολίτσιανη για κόκκινο γελέκι. Το χτένι να χτενίζομαι και το γυαλί να βλέπω, 10 και το γελέκι να φορώ στην εκκλησιά να πάω. Για πάρε με και σύρε με σε σέρβικο παζάρι 38. Π. Π. Λάμπρη, ο. π., σ. 48-53. 39. Ι. Μ.: στ. 1ος: «Αντροϊδανίτσα ροϊδανή» αντί «Ανδρονίτσα ροδανή». 40. Λεπτοκαμωμένη, ευλύγιστη, τρυφερή. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


220

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

και πάρε μου ένα φόρεμα και σέρβικο ζουνάρι, για να ζωθώ ν’ αρματωθώ να βγω σε πανηγύρι, να κάμω αγόρια να σφαχτούν, κορίτσια να πλαντάξουν, 15 να κάμω τον πρωτόπαπα να χάσ’ τη λειτουργία, να κάμω τον πρωτόγερο να χάσει τα δεφτέρια. Σ’ αυτό το τραγούδι γίνεται λόγος για περικαλλή γάμο καινιοστεφανωμένη, η οποία, αν και χαρακτηρίζεται «ροδανή» και κατά τον τέταρτο στίχο «Στα γόνατα την κράταγαν, στα μάτια την κοιτάζουν» που σημαίνει πως τη φρόντιζαν ιδιαίτερα, στον επόμενο στίχο προβάλλει το απροσδόκητο σχεδόν ερώτημα: «Κόρη μ’, για δεν είσ’ έμορφη, κόρη μ’, για δεν είσ’ άσπρη;». Βέβαια, η εν λόγω κόρη που ευτύχησε «καλού» γάμου, δεν φαίνεται να ικανοποιεί αισθητικά το σύζυγό της, ο οποίος κατά το συνήθειο δεν την είχε δει πριν το γάμο. Άξια προσοχής είναι και η ετοιμόλογη απάντηση της νιοστεφανωμένης, η οποία παραθέτει μια σειρά από ενέργειες, οι οποίες, αν πραγματοποιούνταν θα τη μεταμόρφωναν και θα έκανε «αγόρια να σφαχτούν, κορίτσια να πλαντάξουν», «τον πρωτόπαπα να χάσ’ τη λειτουργία» και «τον πρωτόγερο να χάσει τα δεφτέρια»! Οπωσδήποτε, ακόμα κι αν μια τέτοια μεταμόρφωση φαντάζει σχεδόν αδύνατη, το τραγούδι προβάλλει την πεποίθηση ότι η ομορφιά δεν είναι μόνο φυσικό χάρισμα, αλλά καθορίζεται κι από εξωτερικούς παράγοντες και κυρίως από τα ωραία ρούχα και τη φροντισμένη κόμη. Για το σύνολο των σημαινομένων του ερωτήματος μπορούμε να σημειώσουμε και τα εξής: εδώ, η λέξη «κόρη», όπως και σ’ άλλα δημοτικά τραγούδια, αναφέρεται σε παντρεμένη γυναίκα, γιατί «το νόημα της λέξης είναι πιο πολύ μυθικό ή αισθητικό»41 ο επόμενος προσδιορισμός «έμορφη», είναι συνήθης για τις «κόρες» και στο δεύτερο ημιστίχιο «κόρη, για δεν είσ’ άσπρη;», ο προσδιορισμός «άσπρη», που συνοδεύεται από την άρνηση «δεν είσ’», είναι έννοια ταυτόσημη με το «έμορφη», αφού με το επίθετο «άσπρη» στα δημοτικά τραγούδια «τονίζεται η ομορφιά του κοριτσιού, […] (που θα πει πως έχει χάσει το αίμα της με την ανανεωμένη της εμμηνόρροια στη μύηση, και μαζί πως είναι όμορφη»42. Και για το τραγούδι που μας απασχολεί, η εξωτερική ομορφιά της γυναίκας φαντάζει, αν όχι πιο σημαντική από την εσωτερική, στην οποία δε γίνεται καμία αναφορά, ιδιαίτερης σημασίας και αξίας για το σύζυγό της. Η γυναίκα ως πρόσωπο είναι βέβαια παρούσα και στα παινέματα «Αυτού που πρόκειται να νυμφευθεί»: 41. Σ. Λ. Σκαρτσής, ο. π., τ. 1ος, σ. 53. 42. Σ. Λ. Σκαρτσής, ο. π., σ. 55. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γ υν α ίκ α σ τα τρ αγ ο ύ δ ια το υ Λα ζάρ ο υ τ η ς Ρο δ αυγ ή ς Άρτα ς

221

1 Ο γιος του ρήγα εκίνησε να πάει ν’ αρραβωνιάσει, με το Σιδέρη τ’ άλογο, με τη χρυσή τη σέλα. Στο δρόμο που επήγαινε, στο δρόμο που πηγαίνει, μια κόρη του αντικρίθηκε43, μια κόρη του μιλάει 5 κι αυτός της αντιμίλησε. – Μια κόρη πάω να πάρω, κι αν κατεβάσει ο Δούναβης και πνίξει τα γιοφύρια, εγώ έχω γρίβα όμορφο, καλό και παιχνιδιάρη, στο δαχτυλίδι να διαβεί, στη βέργα να περάσει και εις το ασπροκόνδυλο44 να διπλωθεί να κάτσει, αλλά και «Του έτοιμου να νυμφευθεί ή του ανύπαντρου»45: 1 Κυρά μου, τον υιγιόκα σου, τον κόκκινο κρασάτο (ή κυρά μ’, τον ακριβό σου), πέντε μικρές τον αγαπούν και δεκαοχτώ μεγάλες. – Ας είναι κι ας τον πάρουνε κουμπί και δαχτυλίδι, το δαχτυλίδι το φορεί και το κουμπί να πέσει. 5 Να πέσει και να διάβαινε στου Δράκου το λιβάδι, κι ο Δράκος τον αγνάντευε από ψηλή ραχούλα. – Πέσε μ’, καλέ μ’, τα τι έχασες καλέ μ’ τα τι γυρεύεις – Το δαχτυλίδι μ’ έχασα και τώρα το γυρεύω. Αν το ’βρει νιος να το χαρεί, κι αν το ’βρει παλικάρι 10 και αν το ’βρει κάνας γέροντας γοργά να μου το στείλει (ή: ο Χάρος να τον πάρει), κι αν το ’βρει η κόρη π’ αγαπώ, γυναίκα θα την πάρω. Στο πρώτο από τα δύο τραγούδια, στο οποίο ο γιος του ρήγα που «εκίνησε να πάει ν’ αρραβωνιάσει» συναντιέται στο δρόμο με μια κόρη· ο ρόλος της φαίνεται δευτερεύων με την έννοια ότι αποτελεί το πρόσωπο που διευκολύνει τον κεντρικό ήρωα του μύθου να δώσει πληροφορίες για τον προορισμό του, ο οποίος περιγράφεται από το δεύτερο ημιστίχιο του πέμπτου στίχου μέχρι το τέλος. «Μια κόρη πάω να πάρω», λέει ο έφιππος νέος, εννοείται για να την παντρευτεί, απ’ ό,τι φαίνεται από πολύ μακριά, κάτι βέβαια που δεν τον πτο43. Αντικρίζω. 44. Κλείδωση δακτύλου, γροθιά. 45. Ι. Μ.: ως 3ος στίχος: «Η μια στην άλλη έλεγε, η μια στην άλλη λέει», Ι. Μ.: στ. 3ος: «Να πάμε» αντί «Ας είναι». Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


222

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

εί, αφού σύμφωνα με τα λεγόμενά του έχει όλες τις προϋποθέσεις για να το πετύχει: «κι αν κατεβάσει ο Δούναβης και πνίξει τα γιοφύρια,/ εγώ έχω γρίβα όμορφο, καλό και παιχνιδιάρη,/ στο δαχτυλίδι να διαβεί, στη βέργα να περάσει/ και εις το ασπροκόνδυλο να διπλωθεί να κάτσει». Και βέβαια δεν γίνεται καμία αναφορά στο αν την κόρη την είδε κάποια στιγμή και την αγάπησε, αν του την προξενέψανε ή αν απλώς έμαθε πληροφορίες γι’ αυτή και πάει να την απαγάγει! Απαραίτητο επίσης για το ταξίδι και με κυρίαρχο ρόλο μέσα στο τραγούδι είναι το άλογο· ζώο με «πολυσήμαντο συμβολισμό που συνδέεται με τον ήλιο, το γονιμικό μύθο και πολλούς φυσικούς δαίμονες»46 μ’ αυτό επίσης «πραγματοποιείται η διάβαση δύσκολων τόπων»47, όπως πρόκειται να συμβεί και στο τραγούδι μας. Ένα άλλο μυθικό θέμα του τραγουδιού είναι «τα γιοφύρια», τα οποία εκτός από άλλους συμβολισμούς συνδέονται με τη μύηση και τη μετάβαση από μια κατάσταση σε μια άλλη, η οποία μπορεί να είναι και δύσκολη. Στο άλλο τραγούδι έχουμε τη γυναίκα με την ιδιότητα της μητέρας του περιζήτητου ανύμφευτου νέου, ο οποίος αναζητά το δαχτυλίδι που έχασε και το προόριζε για τη γυναίκα που αγαπά, όπως βεβαιώνει στον τελευταίο στίχο: «κι αν το ’βρει η κόρη π’ αγαπώ, γυναίκα θα την πάρω». Το χάσιμο του δαχτυλιδιού, σύμβολο του ερωτικού-συζυγικού δεσμού48, το οποίο ο νέος αναζητά απεγνωσμένα, ουσιαστικά δηλώνει την ανυπαρξία του και εν τέλει πως όλα όσα σχετίζονται μ’ αυτό βρίσκονται σε εκκρεμότητα, αλλά και πως «όποιος βρει το δαχτυλίδι παίρνει και τη γυναίκα»49, όπως άλλωστε αναφέρεται και στο τραγούδι μας. Όσο για το τραγούδι «Του παλικαριού»: 1 Τα πώς να το τιμήσουμε τούτ’ τ’ άξιο παλικάρι, πο ’χει πλατούλες γι’ άρματα κι ώμους για το δοξάρι, που πάησε50 και πολέμησε σε τρία μεγάλα κάστρα: 10 στη Βενετιά για το φλουρί, στην Πάτρα για τ’ ασήμι και στην καημένη τη Βλαχιά για τ’ όμορφο κορίτσι. Βαστάει η φούντα τέσσερα και το γαϊτάνι πέντε 46. Σ. Λ. Σκαρτσής, ο. π., σ. 70. 47. Σ. Λ. Σκαρτσής, ο. π., σ. 70. 48. Π. Π. Λάμπρη, ο. π., σ. 53-54. 49. Σ. Λ. Σκαρτσής, ο. π., σ. 130. 50. Πήγε. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γ υν α ίκ α σ τα τρ αγ ο ύ δ ια το υ Λα ζάρ ο υ τ η ς Ρο δ αυγ ή ς Άρτα ς

223

κι αυτό τα χρυσογάιτανο βαστάει σαράντα πέντε. Και μπαινοβγαίνει ο ποντικός και κόβει το γαϊτάνι. 15 Για φεύγα-φεύγα ποντικέ, μην κόβεις το γαϊτάνι, λίτρες βαμπάκι η αδελφή θέλει για να το φκιάξει, το παλικάρι περιγράφεται ως «άξιο παλικάρι,/ πο ’χει πλατούλες γι’ άρματα κι ώμους για το δοξάρι» και στο ένα από τα τρία μεγάλα κάστρα που πολέμησε, σ’ αυτό της Βλαχιάς, ήταν «για τ’ όμορφο κορίτσι». Έτσι, προβάλλεται εδώ το μυθικό θέμα του κάστρου, το οποίο ισοδυναμεί με την απομάκρυνση και τον εθελούσιο εγκλεισμό και την απομόνωση της μύησης, η οποία καθιστά την κόρη έτοιμη για γάμο. Και φυσικά ο πόλεμος για τ’ όμορφο κορίτσι ανακρατά μέσα του τη μνήμη από τις απαγωγές αρχαίων γυναικών και τους πολέμους που συχνά γίνονταν για χάρη τους (πβ. αρπαγή ωραίας Ελένης), και όχι μόνο. Και στον τελευταίο στίχο γίνεται αναφορά σ’ ένα από τα έργα των γυναικείων χεριών, αυτό του πλεξίματος του γαϊτανιού, βασικού στολιδιού της παραδοσιακής φορεσιάς, το οποίο θα πλέξει η αδελφή του παλικαριού· σημειώνεται εδώ πως το πλέξιμο, όπως και ο αργαλειός, συνιστούν βασικές δραστηριότητες των κοριτσιών που βρίσκονται στο στάδιο της μύησης, προετοιμάζονται για την ενήλικη ζωή, άρα κατά κάποια έννοια «πλέκουν»/ «υφαίνουν» τη μοίρα τους. Στο παίνεμα «Του παιδιού που πηγαίνει στο σχολείο»51: 1 Κυρά μου, τον υιγιόκα σου, κυρά μ’, τον ακριβό σου, τον έλουζες, τον χτένιζες, στο δάσκαλο τον στέλνεις. Τον καρτερεί κι ο δάσκαλος με μια χρυσή βεργούλα. 10 Τον καρτερεί η δασκάλισσα με τρία κλωνάρια μόσχο: Το’ να το διν’ της μάνας του, τ’ άλλο της αδελφής του, το τρίτο το καλύτερο το βάνει στο κορφάκι52, για να μυρίζ’ ο κόρφος του χειμώνα καλοκαίρι, το καλοκαίρι ζάχαρη και το χειμώνα μόσχο. 15 – Παιδί μου, πού’ ν’ τα γράμματα; Παιδί μου, που’ ν’ ο νους σου; – Τα γράμματα είναι στο χαρτί κι ο νους μου εδώ ίσια πέρα, πέρα, πέρα κι αντίπερα, πέρα στις μαυρομάτες οπόχουν τα ξανθιά μαλλιά σαράντα πέντε πήχεις. 51. Ι. Μ.: στ. 14ος: «Παιδί μ’ τα πουν τα γράμματα; Παιδί μ’ τα πουν ο νους;» αντί «-Παιδί μου, πού’ ν’ τα γράμματα; Παιδί μου, που’ ν’ ο νους σου;», Ι. Μ.: στ. 18ος-20ος: απουσιάζουν. 52. Κόρφος. 53. Προς τα πού. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


224

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

– Τα, Θε μ’, τσιαπού53 τα διάζονται; Tα, Θε μ’, πού τα τυλίγουν; 20 – Στους ουρανούς τα διάζονται, στους κάμπους τα τυλίγουν και στον αφρό της θάλασσας τα λευκοκοπανίζουν. Ή (παραλλαγή) 1 Ένα μικρό μικρούτσικο, μικρό και χαϊδεμένο, μικρό το έχει η μάνα του, μικρό κι η αδελφή του, το λούζουν, το χτενίζουνε και στο σχολειό το στέλνουν. 5 Το καρτερεί κι ο δάσκαλος με μια χρυσή βεργούλα. το καρτερεί η δασκάλισσα με τα χαρτιά στα χέρια. – Παιδί μου, πού ’ν’ τα γράμματα, παιδί μου, πού ’ν’ ο νους σου; – Τα γράμματα είναι στο χαρτί κι νους μου εδώ ίσια πέρα, πέρα, πέρα κι αντίπερα, πέρα στις μαυρομάτες, οπόχουν τα ξανθά μαλλιά σαράντα πέντε πήχεις. και «Του μικρού παιδιού»: 1 Ένα μικρό μικρούτσικο του βασιλιά τ’ αγγόνι. Καβαλικεύει, χαίρεται. Πεζεύει, καμαρώνει. Γύρα την πόλη ν’ έρχεται, βασιλικό μαζώνει, 5 βασιλικό και αμάραθο54 και τρία κλωνάρια μόσχο. Το’ να το δίν’ της μάνας του, τ’ άλλο της αδελφής του, το τρίτο το καλύτερο, το βάνει στον κορφάκι, για να μυρίζ’ ο κόρφος του χειμώνα καλοκαίρι, το καλοκαίρι ζάχαρη και το χειμώνα μόσχο, η γυναίκα έχει τους ρόλους της μάνας και της αδελφής, αλλά και της δασκάλας. Εκείνο που ξενίζει για την ηλικία ενός μικρού παιδιού είναι που δεν έχει το νου του στα γράμματα και στο ερώτημα του δάσκαλου/ της δασκάλας «Παιδί μου, πού ’ν’ τα γράμματα, παιδί μου, πού ’ν’ ο νους σου;» απαντά πως «Τα γράμματα είναι στο χαρτί κι ο νους μου, εδώ ίσια πέρα,/ πέρα, πέρα κι αντίπερα, πέρα στις μαυρομάτες,/ οπόχουν τα ξανθιά μαλλιά σαράντα πέντε πήχεις»! Το τραγούδι ολοκληρώνεται με εκτενή αναφορά στα μαλλιά των γυναικών με τα μαύρα μάτια, για τα οποία διατυπώνονται τα ερωτήματα: «– Τα, Θε μ’, 54. Το φυτό μάραθο. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γ υν α ίκ α σ τα τρ αγ ο ύ δ ια το υ Λα ζάρ ο υ τ η ς Ρο δ αυγ ή ς Άρτα ς

225

τσιαπού τα διάζονται; Tα, Θε μ’, πού τα τυλίγουν/ – Στους ουρανούς τα διάζονται, στους κάμπους τα τυλίγουν/ και στον αφρό της θάλασσας τα λευκοκοπανίζουν». Αδόκητα σχεδόν ερωτήματα, αφού, ενώ αναφέρονται στα μαλλιά γυναικών, μιλούν γι’ αυτά λες και πρόκειται για μαλλιά ζώων, στα οποία γίνεται επεξεργασία («διάζονται», «τυλίγουν», «λευκοκοπανίζουν»), πριν πάρουν την οδό για ύφανση στον αργαλειό. Πέραν του ότι οι δραστηριότητες αυτές είναι καθαρά γυναικείες, τα μαλλιά, στα οποία γίνεται έμμεση αναφορά και με το «την έλουζες, τη χτένιζες» στο δεύτερο στίχο του τραγουδιού «Της θυγατέρας», είναι ένδειξη της γυναικείας ομορφιάς, αλλά και δηλωτικό της ζωτικότητας, της δύναμης και της ανανέωσης και σχετίζεται «με το μυθικό θέμα του πέπλου-υφαδιού-αργαλειού»55. Τέλος, μέσα από το μύθο των δύο αυτών τραγουδιών αναπαράγεται το γονιμικό πρότυπο μάνα-κόρη (αδελφή) και μάνα-γιος (εραστής). Στα παινέματα που προσεγγίζουμε υπάρχει και ένα που αναφέρεται στις γυναίκες της τρίτης ηλικίας, οι οποίες αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της παραδοσιακής οικογένειας, στην οποία «συμβίωναν τις περισσότερες φορές τρεις γενιές: παππούδες, παιδιά, εγγόνια»56. Ο τίτλος του είναι «Της βάβως»57 και το περιεχόμενό του έχει ως εξής: 1 Μια γριά γερόντισσα, μια παινοσουσαμένη. Δε συλλογιέται θάνατο, δε συλλογιέται Χάρο. Τάζει γρόσια στις εκκλησιές, φλωριά στα μοναστήρια. 5 Κι απλώνει στην τσεπούλα της και βγάζει το κλειδί της κι ανοίγει την κασέλα της, την αργυρή κασέλα, και βγάζει το φακιόλι της το σταυροφακιολάκι. Αυτό το τραγούδι μας μιλά για μια «γριά γερόντισσα», περιγραφή που, πέραν της μετρικής αναγκαιότητας που υπηρετεί, είναι δηλωτική της προχωρημένης της ηλικίας. Η γριά χαρακτηρίζεται ως «παινοσουσαμένη», λέξη που δεν γνωρίζουμε την ακριβή σημασία της και η οποία μπορεί να σημαίνει «παινεμένη». Πάντως, η αναφορά στο θάνατο και στο Χάρο, η οποία δε γίνεται σε κανένα άλλο από τα τραγούδια-παινέματα της γιορτής του Λαζάρου, έρχεται εντελώς φυσιολογικά, αφού το κύριο πρόσωπο της δράσης είναι μεγάλης ηλικίας. Το 55. Σ. Λ. Σκαρτσής, ο. π., σ. 57. 56. Π. Π. Λάμπρη, ο. π., σ. 29-36. 57. Ι. Μ.: στ. 3ος: «Τάζει φλουριά στις εκκλησιές, γρόσια στα μοναστήρια» αντί «Τάζει γρόσια στις εκκλησιές, φλωριά στα μοναστήρια». Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


226

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

παράδοξο εδώ είναι πως η γυναίκα αυτή, ενώ λόγω φυσικής φθοράς βρίσκεται κοντά στο θάνατο «Δε συλλογιέται θάνατο, δε συλλογιέται Χάρο», και κάνει κάθε τι που περνάει από το χέρι της για να τον αποφύγει! Ενδιαφέρον έχουν και τα παινέματα «Του Δέσποτα ή του παπά»: 1 Εδώ στα σπίτια τα ψηλά, τα μαρμαροχτισμένα, απ’ όξω ν’ έχουν μάρμαρο και μέσα χρυσωμένα. Μέσα κοιμάται ο δέσποτας με τα χαρτιά στα χέρια, 5 κοιμάται κι η δεσπότισσα με το σταυρό στα χέρια. – Για σήκω-σήκω, δέσποτα, και μη βαριοκοιμάσαι, σημαίνουν όλες οι εκκλησιές κι όλα τα μοναστήρια και η δική σου εκκλησιά στέκει μανταλωμένη. Τα δασκαλούδια58 πέρασαν στην πόρτα παρακάτω, να ψάλλουν τ’ Άγιος ο Θεός, να ψάλλουν τ’ αλληλούια, και «Του αναγνώστη, ψάλτη, γραμματικού»59: 1

Γραμματικέ κι επίσκοπε και ψάλτη κι αναγνώστη, ανέλαβες κι ανέγραφες της πόλης τα δεφτέρια. Βάνεις τον ουρανό χαρτί, τη θάλασσα μελάνη, κι απ’ το πολύ το γράψιμο και την ψιλή γραφή του 5 το χέρι του αντραλίστηκε και χύθηκε η μελάνη και βάψανε τα ρούχα του και τα μεταξωτά του. Διαλαλητάδες60 έβαλε σε τρία βιλαέτια (ή: και βγήκε και ντελάλησε σε τρία μεσοχώρια) – Το ποια είν’ άξια και γρήγορη τα ρούχα μου να πλύνει. Βγήκε και του αποκρίθηκε του ρήγα η θυγατέρα: 10 – Εγώ είμ’ άξια και γρήγορη τα ρούχα σου να πλύνω. Βάνει το σάλιο της νερό, το δάκρυ της σαπούνι, πήγε και τα λαγάρισε στην άκρη στο ποτάμι (ή: και πήγε και τα ξέπλυνε σε τρία ποταμάκια) και το ποτάμι έχυσε και έβαψαν τα χορτάρια. Βοσκώντας και τα πρόβατα έβαψαν τα μαλλιά τους, 15 κουρεύοντας τα πρόβατα έβαψαν τα ψαλίδια 58. Μικροί στην ηλικία ή στο σώμα, ασήμαντοι δάσκαλοι. 59. Ι. Μ.: στ. 2ος: «αν έγραφες κι αν διάβαζες» αντί «ανέλαβες κι ανέγραφες», Ι. Μ.: στ. 4ος: «πολλή» αντί «ψιλή», Ι. Μ.: στ. 7ος: «βάλανε» αντί «έβαλε». 60. Ντελάληδες, αυτοί που διαδίδουν μυστικά. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γ υν α ίκ α σ τα τρ αγ ο ύ δ ια το υ Λα ζάρ ο υ τ η ς Ρο δ αυγ ή ς Άρτα ς

227

κι εκείνες που τα έγνεθαν έβαψαν τα σφοντύλια (ή: γνέθοντας κι οι ομορφονιές, έβαψαν οι ποδιές τους), που, αν και το περιεχόμενό τους άπτεται προσώπων που έχουν σχέση με τη ζωή της Εκκλησίας, η γυναίκα είναι παρούσα με τον παράξενο προσδιορισμό «δεσπότισσα» στο πρώτο απ’ αυτά τα τραγούδια, ενώ στο δεύτερο, αυτή που είναι«άξια και γρήγορη», για να πλύνει τα λερωμένα απ’ τη μελάνη ρούχα, είναι όχι όποια κι όποια, αλλά «του ρήγα η θυγατέρα»! Από το στίχο 12 του δεύτερου τραγουδιού ως το τέλος έχουμε συσσώρευση μυθικών-μαγικών στοιχείων. Εκτός από τους συμβολισμούς των λέξεων «κόρη» και «μαλλιά», τις οποίες προσεγγίσαμε πιο πάνω, εδώ έχουμε τις λέξεις «νερό»/ «ποτάμι»/ «τρία ποταμάκια» που σχετίζονται με το υγρό στοιχείο, το νερό, «βασική και ενιαία υλική δημιουργική ουσία του σύμπαντος»61 κατά το Θαλή το Μιλήσιο· η λέξη «ποτάμι» άλλωστε «είναι ισχυρό μυθικό θέμα, γιατί συνδέεται με το νερό και τον προκοσμικό ωκεανό, το προδημιουργημένο χάος, τα ποτάμια είναι γεμάτα δύναμη και γενικά αρσενικά. […] Τα ποτάμια συνδέονται με το γάμο, και ιδιαίτερα το πέρασμά τους, που δείχνει το ιερατικό, καθαρτικό λούσιμο, πριν το σμίξιμο ανδρών και γυναικών»62. Το τέταρτο μυθικό στοιχείο είναι το μαγικό βάψιμο του ποταμού από το ξέπλυμα των ρούχων, που η κόρη έβαλε το σάλιο της για νερό και το δάκρυ της για σαπούνι, για να τα πλύνει, αλλά και το βάψιμο όλων των αντικειμένων που ήρθαν κατά κάποιο τρόπο σε «επαφή» με το νερό του. Αυτό το μαγικό βάψιμο συναντιέται και σε άλλα δημοτικά τραγούδια, όπως π.χ. στο πασίγνωστο ηπειρώτικο τραγούδι «Γιάννη μου το μαντίλι σου»63, όπου το λερωμένο από την ξενιτιά μαντήλι, όταν πλύθηκε σε πέντε ποτάμια «λέρωσαν και τα πέντε»! Και στα δύο τραγούδια, το μαγικό βάψιμο σχετίζεται μεάτομα που για κάποιο λόγο είναι «έγκλειστα», η κόρη στην απομόνωση της μύησης και ο Γιάννης στην ξενιτιά, χώροι που, αν και η παραμονή τους εκεί προκύπτει από κοινωνικές αναγκαιότητες, δεν είναι ευχάριστοι. Το παίνεμα «Της περδικούλας»64: 1 Μια περδικούλα πλουμιστή, μια πέρδικα γραμμένη, 61. Π. Π. Παναγιώτου, Οι Ίωνες προσωκρατικοί στοχαστές, εκδ. Νέα Σύνορα, Αθήνα 1988, σ. 56. 62. Σ. Λ. Σκαρτσής, ο. π., σ. 89. 63. Π. Π. Λάμπρη, ο. π., σ. 208. 64. Ι. Μ.: στ. 7ος-9ος: απουσιάζουν. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


228

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

πο’ χει πλουμίδια στο λαιμό, πλουμίδια στο κεφάλι, στους ουρανούς που πέταξε , στους κάμπους που πετάει και στην ψηλή την πιπεριά που μάζωνε πιπέρι, 5 πιπέρι για τις όμορφες και για τις μαυρομάτες πόχουνε τα ξανθιά μαλλιά σαράντα πέντε πήχες. Τα, Θε μ’, τσιαπού τα διάζονται; Τα, Θε μ’, που τα τυλίγουν; Στους ουρανούς τα διάζονται, στους κάμπους τα τυλίγουν και στον αφρό της θάλασσας τα λευκοκοπανίζουν, είναι προφανώς μια αλληγορική παρουσίαση της κυράς του σπιτιού. Βέβαια, η πέρδικα είναι αγαπητό πτηνό του λαϊκού στιχουργού, έχουν γραφεί γι’ αυτή εξαιρετικά δημοτικά τραγούδια και σε πολλά εξ αυτών, όπως και στο ανωτέρω, η λέξη πέρδικα είναι «συνώνυμη» της γυναίκας και μάλιστα της όμορφης. Σ’ αυτό το τραγούδι, αν εξαιρέσουμε τους στίχους που αναφέρονται στα κάλλη και τη «δράση» της πέρδικας, οι τελευταίοι στίχοι είναι πανομοιότυποι και έχουν τους ίδιους συμβολισμούς με ’κείνους του τραγουδιού «Του παιδιού που πηγαίνει στο σχολείο». Το τελευταίο τραγούδι, στο οποίο αναφέρεται γυναίκα, είναι «Τ’ αργαλειού»65: 1 Το κέντισμα είναι γλέντισμα, κ’ η ρόκα είναι σεργιάνι και το τσικρίκι ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη. Του Παπαγιώργη η ανεψιά, του Ρήγα η θυγατέρα, πόχει ασημένιον αργαλειό και κρουσταλλένιο χτένι. 5 Κι από το βρόντο τ’ αργαλειού και τον ήχο της κόρης ο ήλιος αντραλίστηκε κι αργεί να βασιλέψει. – Πολύ κάνεις, ήλιε μ’, να βγεις κι αργείς να βασιλέψεις! Σε καταριέται η αργατιά κι οι ξενοδουλευτάδες. Το καινούργιο θέμα εδώ, το οποίο δεν συναντήσαμε σ’ άλλο παίνεμα, είναι ο αργαλειός, ο οποίος εκτός από πανάρχαια ενασχόληση των γυναικών, δεν είναι

65. Ι. Μ.: στ. 7ος: «Ήλιε μ’, γιατ' άργησες» αντί «Πολύ κάνεις, ήλιε μ’», Ι. Μ.: ως 9ος στίχος: «Σε καταριέται και μια νια, μια μικροπαντρεμένη»· ο Ι. Μ. προσθέτει στο τέλος του τραγουδιού: «Τα, Θε μ’, τσιαπού τα διάζονται; Τα, Θε μ’, που τα τυλίγουν;/ Στους ουρανούς τα διάζονται, στους κάμπους τα τυλίγουν/ και στον αφρό της θάλασσας τα λευκοκοπανίζουν». Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γ υν α ίκ α σ τα τρ αγ ο ύ δ ια το υ Λα ζάρ ο υ τ η ς Ρο δ αυγ ή ς Άρτα ς

229

μόνο «μια τυπική εικόνα οικογενειακής ζωής, αλλά συνδέεται με το μύθο της ξενιτιάς και της νοσταλγίας (ας θυμηθούμε π.χ. την Οδύσσεια με την Πηνελόπη και την Κίρκη). Ο αργαλειός είναι ένα νυχτερινό έργο των γυναικών σχετικό με το φεγγάρι και τη μύηση, ένα έθιμο δηλαδή πολύ παλιό, που κρατάει, αποσπασματικά, την ιεροτελεστική πείρα της μύησης, μυθικό στοιχείο «εξαιρετικά αρχαϊκό συστατικό της γυναικείας ψυχής»». […] Αλλά και το ίδιο το γεγονός της γυναίκας που υφαίνει, αν δε βλέπουμε τις καταστάσεις ολότελα συμβατικά, πρέπει να το καταλάβουμε σα μια πολυσήμαντη πράξη πολύ παλιά, πολύ γυναικεία και γεμάτη ζωή, μύθο και γλώσσα ,που καταλήγουν, π.χ., στα σχέδια και στα γεωμετρικά σχήματα, ορατή και απτή εκδήλωση του μυθικού αυτού θέματος».66 Ο αργαλειός είναι, με λίγα λόγια, απαραίτητο στάδιο της ζωής της κόρης πριν αυτή οδηγηθεί στο γάμο και η λαϊκή μούσα τον έχει τιμήσει ιδιαίτερα. Οι στίχοι του τραγουδιού «Τάκου - τάκου ο αργαλειός μου, τάκου κι έρχεται ο καλός,/ τάκου και σε λίγο φτάνει για φιλί και για στεφάνι», παραδείγματος χάριν, μεταδίδουν εναργώς τη μονοτονία της εργασίας στον αργαλειό, της «σκλαβιάς» του αργαλειού, η οποία ταυτίζεται με την απομόνωση της μύησης, που όμως πρέπει να την «υποστείς», για να έχεις τη χαρά του περάσματος στο επόμενο στάδιο της ενηλικίωσης και του γάμου. Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως από τα τραγούδια του Λαζάρου που προσεγγίσαμε πιο πάνω, τα περισσότερα δεν τραγουδιούνται πια στη Ροδαυγή, αφού το έθιμο της νυκτερινής αναπαράστασης του θανάτου και της ανάστασης του Λαζάρου εγκαταλείφθηκε και συμπαρέσυρε, όπως ήταν φυσικό, και τα παινέματα που τραγουδιούνταν συνήθως μετά το σχετικό δρώμενο. Το μόνο τραγούδι που τραγουδιέται ακόμα από μικρές ομάδες παιδιών που κατοικούν ακόμα στο χωριό είναι το κυρίως τραγούδι αυτής της μέρας που έχει ως τίτλο «Του Λαζάρου». Βέβαια, σε μια αναζήτηση των αιτίων της εγκατάλειψης πολλών εθίμων και άλλων παραδοσιακών δομών της Ροδαυγής, θα προσκρούαμε σε αντίστοιχες και άλλων περιοχών της ελληνικής υπαίθρου. Ως πρώτη βασική αιτία θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την έντονη αστικοποίηση του ντόπιου πληθυσμού τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη μετεξέλιξη της κλειστής αγροτικής κοινωνίας σε μια κοινωνία, στην οποία ο πρωτογενής τομέας της γεωργίας και της κτηνοτροφίας υποχώρησε σημαντικά και η μείωση του ενεργού πληθυσμού υπήρξε κάθετη. Αυτό επηρέασε άμεσα όλα τα έθι66. Σ. Λ. Σκαρτσής, ο. π., σ. 163. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


230

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

μα που σχετίζονταν μ’ αυτές τις δραστηριότητες των κατοίκων, αν και κάποια εγκαταλείφθηκαν από μια ανεξήγητη, θα μπορούσαμε να πούμε, «περιφρόνηση» ή ακόμα και σκόπιμη επιλογή ανθρώπων που βρίσκονταν σε καίριες για την τήρησή τους θέσεις. Όσο για τη γυναίκα, όπως αυτή παρουσιάζεται στα τραγούδια και στα παινέματα της γιορτής του Λαζάρου, μπορούμε να πούμε πως αντανακλά κατά το μάλλον ή ήττον τη ζωή της έτσι όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στις κλειστές αγροτικές κοινωνίες μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα. Επίσης, αν και στα παινέματα ο λαϊκός τραγουδιστής έχει την ευχέρεια να εκφραστεί και μέσω υπερβολών, η ουσία αυτών των τραγουδιών εστιάζει στους πανάρχαιους κοινωνικούς ρόλους των γυναικών. Εξάλλου, σ’ όλες τις κλειστές αγροτικές κοινωνίες, όπως και σ’ αυτή της Ροδαυγής, η οικογένεια ήταν πατριαρχικά δομημένη και «η θέση της γυναίκας σ’ αυτή, ήταν εξαιρετικά σημαντική. Ο ρόλος της ήταν καθοριστικός για τη λειτουργία της και από πολλούς αναγνωρίζονταν ως ισάξιος με του άντρα και πολλές φορές στις συνειδήσεις των ανθρώπων ανώτερος, αν λάβει κανείς υπόψη την παροιμιώδη φράση: «Η γυναίκα φτιάχνει το σπίτι και η γυναίκα το χαλάει».67 Αλλά κι ο Μ. Γ. Μερακλής γράφει68 σχετικά: «[…]η πατριαρχική δομή (ενν. της οικογένειας) δεν εμπόδισε τη γυναίκα να κρατάει το τιμόνι του κλυδωνιζόμενου από κοινωνικές και οικονομικές τρικυμίες σπιτιού. Είναι οι γυναίκες αυτές τα αγαθά στοιχειά, οι «αγαθοδαίμονες» που κράτησαν όρθια, με το βαθύ όσο και τίμιο οικογενειακό τους πάθος, τόσα και τόσα φτωχόσπιτα της βασανισμένης Ρωμιοσύνης». Και στα παινέματα της γιορτής του Λαζάρου αποδεικνύεται για άλλη μια φορά πως το κάθε τραγούδι δεν μπορεί να το υποκαταστήσει καμία μελέτη που γίνεται γι’ αυτό και πως τα περισσότερα δημοτικά τραγούδια είναι γυναικοκεντρικά, αφού οι γυναίκες και τα πανάρχαια σύμβολα, όπως π.χ. το φεγγάρι, που συνδέονται μ’ αυτές είναι παρόντα και δείχνουν την ακατάλυτη δύναμη και συμβολή του θήλεος στην πορεία της ανθρωπότητας.

* Η Π. Π. Λάμπρη είναι Φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.

67. Π. Π. Λάμπρη, ο. π., σ. 31-34. 68. Μ. Γ. Μερακλής, Νεοελληνικός Λαϊκός Βίος-Όψεις και Απόψεις, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2001, σ. 51. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


231

Βασίλειος Κασκάνης*

Τα π έ τ ρ ι ν α γ ε φ ύ ρ ι α τ η ς Η π ε ί ρ ο υ

Γ

ενικά: H Ήπειρος αποτελεί το ορεινότερο τμήμα του ελληνικού εδάφους, με πολλές κοιλάδες που διασχίζονται από πλήθος ποταμών και χειμάρρων, νερά που τρέχουν άφθονα παντού, ενώ το χιόνι αποτελεί συνηθισμένη εικόνα σχεδόν όλο το χρόνο. Αποκλειστική αιτία που «γέννησε» τα πέτρινα γεφύρια στην Ήπειρο, όπως και όλων των υπόλοιπων λαϊκών κατασκευών, υπήρξε η ανάγκη της επικοινωνίας και υπερπήδησης των υδάτινων εμποδίων που δυσκόλευαν τις μετακινήσεις. Το εμπόριο και η κτηνοτροφία ήταν δύο από τις επικρατέστερες επιλογές που είχαν οι κάτοικοι. Όποια και αν επέλεγαν έπρεπε να μετακινούνται στις αφιλόξενες και δύσβατες ράχες της Πίνδου. Τα γεφύρια διευκόλυναν την κίνηση των εμπορικών καραβανιών, των κοπαδιών, των κατοίκων, των μαστόρων εξέφραζαν ταυτόχρονα την επικοινωνιακή ανάγκη των Ηπειρωτών για την αναζήτηση καλύτερης τύχης σε μακρινούς τόπους, την ανάγκη να αγαπηθούν, να γιορτάσουν, να εκτεθούν σε άλλες κουλτούρες, να ανταλλάξουν τα προϊόντα του και ακόμη, δυστυχώς, να δώσουν τη δυνατότητα σε στρατούς να απειλήσουν την ελευθερία του (Μασαλάς Χρ.). Αρχικά, οι κατασκευές ήταν απλές, ξύλινες. Σταδιακά, και κυρίως από τα μέσα του 18ου αι., άρχισαν να γίνονται πέτρινες, μετά την άνθηση των εμπορικών συναλλαγών με τα Βαλκάνια, τη Βιέννη, την Τουρκία και την Αίγυπτο. Τα περισσότερα ηπειρώτικα γεφύρια που σώζονται έως και σήμερα χτίστηκαν πολλές φορές πάνω στα ερείπια παλαιότερων, από τα μέσα του 18ου και τον 19ο αιώνα. Οι γεφυρώσεις αποτελούν τα πρώτα τεχνικά έργα που πραγματοποιήθηκαν

Οι τρεις βασικοί τρόποι δημιουργίας λίθινων γεφυρών (Α. Πετρονώτης 2001) I. Με οριζόντιες δοκούς II. Με εκφορικό σύστημα III. Με τοξωτή κατασκευή Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


232

Βασίλειος Κασκάνης

σε «δρόμους». Μπορούμε δε να τις κατατάξουμε σε τρείς βασικούς τύπους με βάση τον τρόπο γεφύρωσης. Χρηματοδότες: Ήταν συνήθως πλούσιοι ντόπιοι κάτοικοι, Έλληνες έμποροι ή ιδρύματα, Οθωμανοί τιτλούχοι αλλά και εκκλησιαστικοί άνδρες, «πασάδες και παπάδες», όπως λεγόταν. Σε μερικές περιπτώσεις ήταν ο ιδιοκτήτης του παρακείμενου νερόμυλου και αυτό γινόταν γιατί έτσι ο μυλωνάς μεγάλωνε το πελατολόγιό του, αφού ο μύλος του θα γινόταν προσβάσιμος σε κατοίκους και από τις δύο όχθες του ποταμού. Οι ίδιοι μάλιστα προνοούσαν για την εξασφάλιση πόρων και για τη μετέπειτα συντήρηση των γεφυριών. Πολλά φέρουν και το όνομα αυτού που το χρηματοδότησε, πολύ σπάνια το όνομα του πρωτομάστορα. Σπανιότερα ήταν και χωριά ολόκληρα που έκαναν έρανο ανάμεσα στους κατοίκους για να φτιάξουν κάποιο γεφύρι που θα εξυπηρετούσε την περιοχή τους και τις ανάγκες μετακίνησής τους. Το «μπουλούκι» που έκανε την καλύτερη προσφορά έπαιρνε τη δουλειά. Ονοματοδοσία: Γενικά όλες οι πιθανές περιπτώσεις ονομασίας των γεφυριών μπορούν να ταξινομηθούν σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες. Από το χορηγό (συνήθως άντρα και σπανιότατα γυναίκα), από τον πρωτομάστορα, από το φυσικό περιβάλλον: το ίδιο το ποτάμι, τη χαράδρα, το βουνό ή την τοποθεσία και από το ανθρωπογενές περιβάλλον: χωριό, μοναστήρι ή εκκλησία, χάνι, νερόμυλο, βρύση, σπίτι, ή κάποιο τυχαίο συμβάν π.χ. έναν πνιγμό, μια συμπλοκή κ.ά. Οι γεφυράδες: Η ποικιλομορφία και η διαφορετικότητα στην αρχιτεκτονική σύνθεση των γεφυριών παραπέμπει στο «μεράκι» του πρωτομάστορα. Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι τα υλικά δόμησης, η πλαστικότητα και οι αναλογίες που τα κάνουν μοναδικά και πολλές φορές «αόρατα» μέσα στη φύση. Έργα ανθρώπων που ωστόσο μοιάζουν σαν να τα γέννησε η φύση, γιατί είναι πλήρως εναρμονισμένα με το ηπειρωτικό τοπίο. Οι ίδιες οι περιοχές αποτέλεσαν και το φυτώριο σπουδαίων μαστόρων, όπως η Πυρσόγιαννη, η Βούρμπιανη, η περιοχή των Πραμάντων, οι Χουλιαράδες…. οι μαστορομάνες, με δοκιμασμένες τις ικανότητές τους, διαισθητικό ταλέντο και γνήσια λαϊκή αισθητική που ήταν οργανωμένοι σε μικρές ομάδες, τα λεγόμενα μπουλούκια ή ισνάφια ή συνάφια. Για προστασία της τέχνης τους είχαν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα π έτρ ιν α γ ε φύρ ια τ η ς Ηπ ε ίρ ο υ

233

δική τους γλώσσα, τα «κουδαρίτικα», και αυστηρή ιεραρχία. Τα μπουλούκια που κατασκεύαζαν γεφύρια ονομάζονταν «κιοπρουλήδες» (γεφυράδες, από την τούρκικη λέξη «köprü»). Επικεφαλής της ομάδας ήταν ο πρωτομάστορας ή κάλφας (πρακτικός αρχιτέκτονας), ο οποίος έπρεπε να βρει τη δουλειά και να σχεδιάσει την κατασκευή. Τελούσε χρέη επιστάτη, ήταν πάντα παρών όταν κατασκευάζονταν τα θεμέλια, οι γωνιές (εκεί που «κλείδωναν» οι πέτρες) και οι προσόψεις, ενώ είχε το καθήκον να κάνει τις πληρωμές στα μέλη του συνεργείου. Αμέσως μετά στην ιεραρχία ήταν οι μαστόροι (νταμαρτζήδες, μαραγκοί, πετράδες, χτίστες, λασπατζήδες, πελεκάνοι, μαρμαρογλύφτες) και μετά τα τσιράκια (συνήθως νεαρά αγόρια που μάθαιναν σιγά-σιγά την τέχνη), έφτιαχναν τη λάσπη, έσπαζαν και κουβαλούσαν τις πέτρες και φυσικά φρόντιζαν και οδηγούσαν τα ζώα στις μετακινήσεις και στις μεταφορές των υλικών. Τα μυστικά της τέχνης πέρναγαν από πατέρα σε γιο. Οι κιοπρουλήδες απολάμβαναν και τον σεβασμό των Τούρκων. Τα υλικά: Βασικά υλικά που χρησιμοποιούσαν ήταν ο σβησμένος ασβέστης, άμμος, νερό, χώμα και όπου χρειαζόταν υδραυλικό κονίαμα (στα θεμέλια όπου η επαφή με το νερό ήταν συνεχής. Συχνά στο μίγμα προστίθεται και κεραμίδι ή ελαφρόπετρα, το γνωστό «κουρασάνι», σε ορισμένες περιπτώσεις το ενίσχυαν επιπλέον με ασπράδια αυγών, το γνωστό «κιρέτσι», ξερά χόρτα, και τρίχες ζώων, τα οποία λειτουργούν ως ενισχυτικές ίνες. Το πάχος του κονιάματος είναι μικρό, δεδομένης της μικρότερης, συγκριτικά με την πέτρα, αντοχής του και η οποία επίσης μειώνεται με το χρόνο. Τα συστατικά του κονιάματος διαφοροποιούνται κατά περιοχή και ανά γεφύρι. Η κατασκευή: Ξεκινούσαν για τις δουλειές τους τον Aπρίλη και γύριζαν στις οικογένειές τους το φθινόπωρο. Οι διαδρομές ήταν αρκετά μεγάλες και εξαρτιόταν κυρίως από την ικανότητα και τη φήμη του πρωτομάστορα. Τρεις ήταν οι μεγάλες δυσκολίες στην κατασκευή γεφυριών: – η θεμελίωσή τους – η κατασκευή των τόξων και – η επιλογή της εποχής κατασκευής τους. Οι δύο πρώτες έχουν κυρίως να κάνουν με τις δυνατότητες των μαστόρων, ενώ η τρίτη έχει να κάνει με τον αστάθμητο παράγοντα που λέγεται «καιρικές συνθήκες», γιατί το γεφύρι χτίζονταν πάνω σε έναν καλούπι-ξυλότυπο, που επί Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


234

Βασίλειος Κασκάνης

το πλείστον στηριζόταν όχι μόνο πάνω στις δύο όχθες του ποταμού, αλλά και μέσα στην κοίτη του, άρα τυχόν πλημμύρα στην διάρκεια κατασκευής θα ήταν καταστροφική. Η κατασκευή ήταν ένα δύσκολο κι απρόβλεπτο έργο, ακόμη και για τους καλύτερους. Πρώτα επιλεγόταν η κατάλληλη θέση για το κτίσιμο του γεφυριού. Στενά περάσματα του ποταμού και βραχώδεις ακτές ήταν ιδανικά σημεία για τη θεμελίωση και την κατασκευή. Τα «ακρόβαθρα» και τα τυχόν ενδιάμεσα θεμέλια (μεσόβαθρα) έπρεπε να στηριχθούν με ασφάλεια για να σηκώσουν τα πέτρινα τόξα από σχιστόλιθο. Μετά την θεμελίωση υλοτομούσαν τοπική ξυλεία, την επεξεργάζονταν μερικώς και κατασκεύαζαν τον ξυλότυπο για την κατασκευή της καμάρας. Οι μαραγκοί κατασκεύαζαν τις σκαλωσιές και τους ξυλότυπους με ακρίβεια και αντοχή. Πολλές φορές οι σκαλωσιές στερεώνονταν και μέσα στην κοίτη του ποταμού. Το κτίσιμο του τόξου άρχιζε ταυτόχρονα και από τις δύο πλευρές που έπρεπε να γεφυρώσουν και όταν πλέον έφταναν στην κορυφή του τόξου η όλη κατασκευή «κλείδωνε» με την τοποθέτηση της τελευταίας κεντρικής πέτρας που λεγόταν «κλειδί». Στα μεγάλα τόξα τα δύο μέτωπα της κύριας καμάρας δένονταν με ενσωματωμένους διαμπερείς εγκάρσιους σιδερένιους ελκυστήρες και στις άκρες πέρναγαν τις «άρπιζες», κάθετους ράβδους αγκύρωσης, ώστε να εξασφαλίζεται το ολόσωμο του φορέα για την αντοχή του κυρίως σε σεισμό. Επίσης στα μεγάλου ανοίγματος γεφύρια, πάνω από το βασικό τόξο της καμάρας, κατασκευαζόταν και δεύτερο τόξο, το «στεφάνι», για την εξασφάλιση της σταθερότητας της κατασκευής και την εκτόνωση του βάρους. Στη συνέχεια έκτιζαν τους πλαϊνούς τοίχους που τους γέμιζαν συνήθως με λίθους ή και μπάζα και στο τέλος έστρωναν το οδόστρωμα ως λιθόστρωτο καλντερίμι. Για λόγους ασφαλείας των διερχομένων και των ποιμνίων, μερικοί από τους θολίτες στην ράχη του τόξου ήταν μεγάλου μήκους, ώστε αφού τοποθετηθούν κάθετα να προεξέχουν προς τα πάνω σαν προστατευτικό στηθαίο κυρίως για τα ζώα και είναι οι λεγόμενοι «αρκάδες». Εναλλακτικά κτίζονταν στενά λίθινα πεζούλια. Τα λίθινα «κλειδιά» της καμάρας δεν είναι απλοί θολίτες, αλλά λαξεύονταν σαν σφήνες τραπεζοειδούς μορφής, δηλ. φαρδύτεροι προς τα μέσα και πιο μυτεροί προς τα έξω, ώστε να μην μπορούν να μετακινηθούν. Στα ψηλά γεφύρια, όπως της Κόνιτσας, κρεμούσαν από το εσωράχιο της καμάρας, στην σειρά των «κλειδιών», ένα καμπανάκι, που κουνιόταν και χτυπούσε όταν ο αέρας φυσούσε δυνατά, προειδοποιώντας για τον πιθανό κίνδυνο ώστε να μην το περάσουν.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα π έτρ ιν α γ ε φύρ ια τ η ς Ηπ ε ίρ ο υ

235

Κατηγορίες: Τα γεφύρια είναι λαϊκές, απέριττες και λιτές κατασκευές χωρίς υπερβολικές διακοσμήσεις, που βρήκαν το σωστό μέτρο και μετουσιώνονται σε αληθινά έργα τέχνης, επειδή δεν προϋπήρξαν ξένα πρότυπα ικανά να επιβάλλουν οποιαδήποτε εγκεφαλική έμπνευση και ό,τι δημιουργήθηκε ήταν αποτέλεσμα αξιοπρεπούς συμβιβασμού με το περιβάλλον. Στη μορφή των ηπειρώτικων γεφυριών υπάρχει τεράστια ποικιλία. Δύο πολύ βασικές κατηγορίες είναι τα πεδινά και τα ορεινά. Συνήθως τα πεδινά έχουν μεγαλύτερο μήκος, περισσότερα τόξα και μεγαλύτερες δυσκολίες στη θεμελίωση διότι τα ποτάμια έχουν ελάχι- Δείγματα διαφορετικών μορφών γεφυριών (Σ. Μαντάς 1984) στη κλίση, φτάνουν στο μέγιστο πλάτος τους και χάνουν την ορμητικότητα τους, ενώ στα ορεινά εδάφη με μεγάλη κλίση τα ποτάμια έχουν μικρό πλάτος και έτσι είναι πιο ορμητικά. Είναι πολύ δύσκολο να κατηγοριοποιήσουμε, μορφολογικά τουλάχιστον, τα γεφύρια διότι κάθε κατασκευή είναι προσαρμοσμένη στη γεωμορφολογία του εδάφους, σε διαφορετικές ανάγκες διέλευσης (πεζών, κοπαδιών, καραβανιών, κ.α) και στις ικανότητες του πρωτομάστορα. Κανένα γεφύρι δεν είναι ολόιδιο με κάποιο άλλο, γιατί το καθένα έχει τα δικά του μοναδικά χαρακτηριστικά. Μπορεί να έχει ανακουφιστικά τόξα, μεμονωμένους ή ενσωματωμένους «αρκάδες», σιδερένιες «άρπιζες», ενεπίγραφες μαρμάρινες πλάκες, ακόμα και ένα μικρό καμπανάκι που προειδοποιεί για τον κίνδυνο της διέλευσης σε κακοκαιρία. Διαφέρουν σε μέγεθος και σε αριθμό τόξων. Τα τόξα μπορεί να είναι ένα, δύο, τρία ή περισσότερα, ημικυκλικά ή οξυκόρυφα, που χαρακτηρίζουν κάθε γεφύρι και προκύπτουν από το πλάτος του ποταμού (όταν το πλάτος είναι μικρό αρκεί ένα μόνο τόξο για να γεφυρωθεί η απόσταση). Εκτός από τα κεντρικά τόξα υπάρχουν και μικρότερα εκατέρωθεν, καμάρες που ελαφραίνουν την κατασκευή και επιτρέπουν τη γρήγορη διέλευση του νερού σε περίπτωση πλημμύρας του ποταμού, τα ονομαζόμενα «ανακουφιστικά τόξα». Το πλάτος του οδοστρώματος των γεφυριών ποικίλλει από 1,50 έως και 2,50 μ. Συχνά δίπλα στα γεφύρια υπάρχουν και άλλα κτίσματα, όπως ένα εικονοστάσι, ένα ξωκλήσι, μια κρήνη, ένας νερόμυλος, ένα χάνι και σπανιότερα ένα τελωνείο ή στρατιωτικό φυλάκιο ή μια κούλια (Τουρκικό φυλάκιο, στα χρόνια Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


236

Βασίλειος Κασκάνης

της Τουρκοκρατίας, στο οποίο διέμενε μόνιμη φρουρά για να προστατεύει το γεφύρι από δολιοφθορές και να ελέγχει τους διερχόμενους). Τα πέτρινα γεφύρια σήμερα: Μετά τη λήξη του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου η μετανάστευση και η αστυφιλία άγγιξε όλη την Ελλάδα και πολύ περισσότερο τα χωριά της Ηπείρου. Ο ενεργός πληθυσμός μειώθηκε σημαντικά, η χρηστικότητα των γεφυριών έπαψε πλέον να υφίσταται διότι διανοίχτηκαν δρόμοι, οι ανάγκες και ο σκοπός της μετακίνησης άλλαξαν. Πολλά γεφύρια, που ήταν κάποτε στο πέρασμα ενεργών μονοπατιών, «πνίγηκαν» μέσα στη φύση ή παρασύρθηκαν από τα ποτάμια λόγω μη χρήσης και έλλειψης συντήρησης. Όσα έτυχε να βρίσκονται κοντά στους νέους δρόμους που κατασκευάστηκαν έγιναν γνωστά και αποτελούν πλέον τουριστικό πόλο έλξης ή χρησιμοποιούνται μόνο από τους λίγους εναπομείναντες βοσκούς, φυσιολάτρες περιπατητές και ορειβάτες. «Τα πέτρινα γεφύρια δε χρησιμεύουν σε κανέναν πια. Τα μούσκλα τρώνε σιγά-σιγά τις πέτρες, τα δένδρα υπονομεύουν τα θεμέλιά τους και οι χαράδρες περιμένουν υπομονετικά την εκδίκησή τους» (Μασαλάς Χρ.). ΕΠΤΑ ΓΕΦΥΡΙΑ ΤΩΝ ΒΟΡΕΙΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ Η ορεινή και δύσβατη περιοχή των βόρειων Τζουμέρκων, Ν. Ιωαννίνων, διασχίζεται από πολλά ρέματα και παραποτάμους του Αράχθου με αποτέλεσμα για την επικοινωνία μεταξύ των οικισμών Συρράκου, Καλαρρυτών, ΜατσουκίΟνομασία γέφυρας

Κουϊάσας

Φίλου

Καρλίμπου

Σταφυλλά

Ραφτάνη

Συγκούνη

Χριστών

Επιφανειακό μήκος κατασκευής

19,30

26,20

21,60

24,8

26,20

21,40

48,65

Διάδρομος

2,88

1,67

3,30

2,30

1,50

1,84

3,25

Στηθαία ή Αρκάδες

Αυτόνομοι Αρκάδες

2Χ0,40

2Χ0,40

2Χ0,35

Αυτόνομοι Αρκάδες

2Χ0,37

Πλάτος τόξου

2,88

2,42

3,30

3,30

2,30

1,77

3,00

Ύψος εσωράχιου τόξου από την κοίτη

16,50

7,65

10,80

8,75

9,20

10,10

4,35

Άνοιγμα τόξου

5,37

6,80

11,70

10,80

10,20

13,02

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα π έτρ ιν α γ ε φύρ ια τ η ς Ηπ ε ίρ ο υ

237

Χάρτης της περιοχής με την θέση των γεφυριών.

ου, Κηπίνας, του οικισμού των Χριστών και Πραμάντων να υπάρχουν αρκετές γεφυρώσεις που σώζονται έως και σήμερα. Τα πέτρινα γεφύρια που έχουν καταγραφεί και παρουσιάζονται παρακάτω ανάγονται χρονολογικά από τα τέλη του 18ου με αρχές 19ου αιώνα. ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΓΕΦΥΡΙΩΝ 1. Το Γεφύρι της Κουϊάσας1 ή Μύλου: Υψόμετρο 807μ. συντεταγμένες 39ο 34΄ 43.23΄΄ Β 21ο 07΄ 20.42΄΄ Ε. Βρίσκεται στα δυτικά και κάτω από τους Καλαρρύτες. Γεφυρώνει το ρέμα «Χρούσια ή Κουϊάσα2» που κατέρχεται από το Συρράκο (Εικ.1). Είναι ενταγμένη στο μονοπάτι Καλαρρύτες, Συρράκο, Κηπίνα. Στην δεξιά3 πλευρά της γέφυρας, υπάρχει ένα μεταλλικό και ένα λιθόκτιστο νεότερο εικονοστάσι που αντικατέστησε παλαιότερο που είχε καθαιρεθεί. Στο ανάντη και σε απόσταση 250 μ., στη ίδια όχθη4, 1. Παπακώστας Χ Νικ., 1967, 210. Είναι από τις κυριότερες γέφυρες της περιοχής (18331890). 2. Σχισμένος Αριστ. 2001, 89-90. 3. Δεξιά σύμφωνα με την ροή του ποταμού. 4. Η επικοινωνία με το συγκρότημα γινόταν με μονοπάτι που υπήρχε κατά μήκος της δεΈ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


238

Βασίλειος Κασκάνης

σώζεται υδροκίνητο συγκρότημα με νερόμυλο, μαντάνια και νεροτριβές. Το κατάστρωμά της είναι επίπεδο, συνολικού μήκους 19,30 μ. και βρίσκεται 18,00 μ. ψηλότερα από την στάθμη του ποταμού. Το συνολικό ύψος της κατασκευής, με τα βάθρα της, είναι 6,20μ., το υπόλοιπο τμήμα έως το ποτάμι είναι κατακόρυφος φυσικός βράχος. Είναι μονότοξο, με ημικυκλικό τόξο καθαρού ανοίγματος 5,37 μ. πλάτους 2,88 μ. στην δεξιά πλευρά και πιο στενή κατά 15 εκ. στην αριστερή. Στην αριστερή πλευρά του τόξου υπάρχει εσοχή 10 εκατοστών η οποία όμως σβήνει στην δεξιά πλευρά και έτσι δικαιολογείται το μεταβλητό πλάτος του καταστρώματος της γέφυρας. Το αριστερό βάθρο, πέρα του τόξου έχει ύψος 1,60 μ. ενώ το άλλο 1.00 μ. Το βάθρο της δεξιάς πλευράς προεξέχει της γένεσης του τόξου κατά 17 εκ. σε όλο το μήκος του, ενώ το αριστερό στην μια πλευρά του προεξέχει κατά 18 εκ. στην άλλη 45 εκ. Η κατασκευή του τόξου και των λοιπών όψεων είναι με πλακοειδείς σχιστολιθικές ψαμμιτικές πέτρες της περιοχής και σχετικά μεγάλου πάχους 15-20 εκ. Το τόξο έχει πλάτος 50 εκ. και στις δύο όψεις και αποτελείται από μονοκόμματες πλάκες όπως και το εσωρράχιο του τόξου. Στην κατάντη πλευρά το κυρίως τόξο υποχωρεί από την επιφάνεια της τοιχοποιίας κατά 10 εκ. και στέφεται, στο μεγαλύτερο μέρος του, με προεξέχουσα ταινία από πλακοειδείς λίθους πάχους 18 εκ. Στην ανάντη πλευρά δεν παρατηρείται κάτι ανάλογο. Επίσης, στην ίδια πλευρά, πάνω από το κυρίως τόξο, ο κατασκευαστής τοποθέτησε και δεύτερο, το στεφάνι. Ο κεντρικός λίθος του τόξου, το κλειδί, είναι πάχους 10 εκ. ενώ οι υπόλοιποι έχουν πάχος 30 εκ. Στην κατάντη πλευρά ένα τμήμα της τοιχοποιίας είναι με ξηρολιθοδομή, ενώ στην ανάντη, μεταξύ των αρμών, υπάρχει πλούσιο ασβεστοκονίαμα και το οποίο υπερκαλύπτει τους λίθους σε μεγάλη επιφάνεια. Πιθανότατα οι προαναφερόμενες κατασκευαστικές διαφορές που εντοπίζονται μεταξύ των δύο όψεων της γέφυρας να οφείλονται σε παλαιότερες επισκευές. Η δεξιά πλευρά, όπου παρατηρούνται και οι κατασκευαστικές διαφορές, βρίσκεται κάτω από απόκρημνη πλαγιά με αποτέλεσμα να είναι περισσότερο ευάλωτη σε καταπτώσεις βράχων που είναι συχνές στην περιοχή κατά την περίοδο του χειμώνα και της άνοιξης. Οι τελευταίες επισκευές και εργασίες5 που έχουν γίνει στη γέφυρα είναι ξιάς πλευράς του ρέματος αμέσως μετά την γέφυρα. Κατά την διάρκεια εργασιών αποκατάστασης του υδρόμυλου για την μεταφορά των υλικών διανοίχθηκε νέο στην αριστερή που οδηγεί στον μύλο μέσω της νέας μεταλλικής γέφυρας. 5. Οι εργασίες εκτελέσθηκαν στα πλαίσια του Γ΄ΚΠΣ (2000-2006) από την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Ηπείρου. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα π έτρ ιν α γ ε φύρ ια τ η ς Ηπ ε ίρ ο υ

239

καθαρισμός από την βλάστηση και τις επιχώσεις της και του περιβάλλοντος χώρου, αρμολόγημα και σφράγισμα των αρμών στο εσωρράχιο του τόξου και των λιθοδομών. Ταυτόχρονα έγινε συρραφή ρωγμών με νέους υγιείς λίθους στο εσωρράχιο του τόξου, τοποθέτηση του τελικού οδοστρώματος προσπέλασης με λιθόστρωτο και τοποθέτηση προστατευτικών μεμονωμένων «αρκάδων» στις δύο πλευρές της, που δεν υπήρχαν στην αρχική μορφή της. 2. Το γεφύρι του Φίλου6: Υψόμετρο 784μ., συντεταγμένες 39ο 34΄ 40.72΄΄ Β 21ο 07΄ 32.68΄΄ Ε. Βρίσκεται 300 μ. στο κατάντη από την γέφυρα της Κουϊάσας, στο ίδιο ρέμα «Χρούσια ή Κουϊάσα» και 165 μ. στο ανάντη της νέας αμαξιτής μεταλλικής γέφυρας, τύπου Beley που οδηγεί στους Καλαρρύτες (Εικ.2). Είναι νεότερη από την γέφυρα της Κουϊάσας και εντάσσονταν στο μονοπάτι Καλαρρύτες, Κηπίνα. Κατασκευάσθηκε μετά την προσάρτηση και κατά την διάρκεια των πρώτων ετών της απελευθέρωσης (1833-1890)7 διότι ο δρόμος που ακολουθούσε την αριστερή όχθη του Αράχθου από Άρτα μέχρι Καλαρρύτες, χαρακτηρίστηκε στρατιωτικός. Είναι μονότοξη με ημικυκλικό τόξο πλάτους 2,42 μ. και με ένα ανακουφιστικό τόξο στο δεξιό ακρόβαθρο, ανοίγματος 1,74 μ. και συνολικού ύψους 1,81 μ. Τα βάθρα και των δύο πλευρών είναι κτισμένα απευθείας στους φυσικούς βράχους. Η κατασκευή των τόξων είναι με πλακοειδείς σχιστολιθικές πέτρες πάχους 10-20 εκ. και μήκους 50 εκ. και στις δύο όψεις. Το εσωρράχιο του τόξου αποτελείται επίσης από μονοκόμματες πλάκες όπως και το κυρίως τόξο που υποχωρεί από την επιφάνεια της τοιχοποιίας κατά 6 εκ. και στέφεται με ένα δεύτερο προεξέχον. Τα δύο μέτωπα της κύριας καμάρας δένονται με ενσωματωμένους διαμπερείς εγκάρσιους σιδερένιους ελκυστήρες και στις άκρες περνούν «άρπιζες», κάθετοι ράβδοι αγκύρωσης. Το μεγαλύτερο τμήμα της τοιχοποιίας το δεξιού ακρόβαθρου είναι νεότερο, με σχιστολιθικό λευκό ασβεστόλιθο, καθώς και μία ζώνη του στηθαίου της αριστερής πλευράς. Πιθανότατα να οφείλεται σε προσπάθεια αποκατάστασης φθορών της γέφυρας στην προηγούμενη 30ετία. Στο αρχικό τμήμα της τοιχοποιίας υπάρχει μεταξύ των αρμών πλούσιο ασβεστοκονίαμα, ενώ η νέα λιθοδομή είναι με τσιμεντοκονίαμα. Το κατάστρωμα προσπέλασης είναι με μικρή

6. Συνίκη-Παπακώστα, 2002,82 Κτίστηκε με έξοδα πλούσιων κατοίκων και μεταναστών από το χωριό τον 19ο αιώνα. 7. Παπακώστας Χ Νικ.. 1967, 210. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


240

Βασίλειος Κασκάνης

κλίση στην δεξιά πλευρά και επικλινές στην αριστερή. Είναι κατασκευασμένο με λιθόστρωτο σε πολύ καλή κατάσταση, επίσης επισκευασμένο. Φθορές πιθανότατα προκλήθηκαν από καταπτώσεις βράχων της απόκρημνης πλαγιάς. Για την προστασία των διερχομένων υπάρχουν κτιστά χαμηλά στηθαία, κατά μήκος και των δύο πλευρών του καταστρώματος, τα οποία σήμερα επικαλύπτονται με στρώμα τσιμεντοκονιάματος. Σήμερα και μετά την διάνοιξη της νεώτερης αμαξιτής οδού προς τους Καλαρρύτες η πρόσβαση στην αριστερή πλευρά έχει αποκλειστεί με αποτέλεσμα η γέφυρα να μην χρησιμοποιείται πλέον ως πέρασμα. 3. Το γεφύρι του Καρλίμπου8: Υψόμετρο 778 μ, συντεταγμένες 39° 34΄46,95΄΄ B 021° 08΄35,77΄΄ Ε. Βρίσκεται στα νότια από τους Καλαρρύτες. Γεφυρώνει το ρέμα «Καρλίμπου9 ή Μονοδένδρι» που χωρίζει την κτηματική περιφέρεια Καλαρριτών και Ματσουκίου. Είναι ενταγμένη στο μονοπάτι Καλαρρίτες, Ιερά Μονή Βύλιζας, Ματσούκι (Εικ.3). Σε μικρή απόσταση, στην αριστερή όχθη10, σώζεται ερειπωμένο υδροκίνητο συγκρότημα μύλος, μαντάνια11, νεροτριβή. Το κατάστρωμά της είναι επίπεδο και βρίσκεται 12,90 μ. ψηλότερα από την στάθμη του ποταμού. Είναι μονότοξη με ημικυκλικό τόξο, καθαρού ανοίγματος 6,80 μ περίπου και πλάτους 3,30 μ. Το συνολικό ύψος της κατασκευής, με τα βάθρα της, είναι 5,56μ. το υπόλοιπο τμήμα έως το ποτάμι είναι κατακόρυφος φυσικός βράχος. Η κατασκευή των τόξων είναι με πλακοειδείς σχιστολιθικές ψαμμιτικές πέτρες πάχους 12-20 εκ. και μήκους 55 εκ. και στις δύο όψεις. Το τόξο έχει πλάτος 55εκ. που προεξέχει από την τοιχοποιία κατά 2 εκ. και στις δύο όψεις και αποτελείται από μονοκόμματες πλάκες όπως και το εσωρράχιο του τόξου. Σε όλο το μήκος και των δύο όψεων υπάρχει προεξέχουσα απλή γριπίδα πάχους 10 εκ. Δεν παρατηρούνται επισκευές και εργασίες συντήρησης. Το οδόστρωμα είναι με λιθόστρωτο και δεν διαθέτει, στα πλάγια, καμία προ8. Σχισμένος Αριστ. 2001, 94-95, Καλούσιος Δημ. 1994, 96-97 Η ονομασία προέρχεται από την απαραίτητη χρήση της γκλίτσας (βλαχ. Καρλίμπου)για την διάβαση του μονοπατιού και του ποταμού. 9. Οικονόμου Ε. Κώστας, 2010, 38. Η ονομασία οφείλεται στην ελικοειδή πορεία του ποταμού την οποία ακολουθεί και το μονοπάτι. 10. Καλούσιος Δημ. 1994, 113-114. 11. Οικονόμου Ε. Κώστας, 2010, 55. Στη θέση μαντάνια. Από το συγκρότημα σώζεται πλήρως το περίγραμμά του, τμήμα της περιμετρικής τοιχοποιίας και οι καμάρες των φτερωτών. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα π έτρ ιν α γ ε φύρ ια τ η ς Ηπ ε ίρ ο υ

241

στασία των διερχομένων, δεν υπάρχουν αρκάδες ή κτιστά στηθαία. Όλη η γέφυρα είναι καλυμμένη από πυκνή βλάστηση και περνά απαρατήρητη στο διαβάτη. 4. Το γεφύρι του Σταφυλά12: Υψόμετρο 821 μ., συντεταγμένες 39ο 33΄ 46.28΄΄ Β 21ο 09΄18.26΄΄ Ε. Κατασκευάσθηκε μετά την προσάρτηση και κατά την διάρκεια των πρώτων ετών της απελευθέρωσης (1833-1890)13. Βρίσκεται στη ΝΔ είσοδο, κάτω από το Ματσούκι, στο «Ματσουκιώτικο» ρέμα. Είναι ενταγμένη στο μονοπάτι Χριστοί Ματσούκι και σε μικρή απόσταση, στην δεξιά όχθη14, από την λεγόμενη σπηλιά του Σταφυλά15, όπου φονεύθηκε ο ομώνυμος ληστής16 (Εικ.4). Στην ίδια πλευρά πολύ κοντά στη γέφυρα σώζεται ένα εικονοστάσι17. Ήταν πέρασμα έως τις 1412-198618 που έγινε η διάνοιξη του σημερινού αυτοκινητόδρομου. Το κατάστρωμά της είναι επίπεδο συνολικού μήκους 24,80 μ. και βρίσκεται 9,90 μ. από την επιφάνεια του νερού. Το συνολικό ύψος της κατασκευής, με τα βάθρα της, είναι 7,80μ. το υπόλοιπο τμήμα έως το ποτάμι είναι φυσικός βράχος, ενώ στην δεξιά πλευρά και στην αριστερή υπάρχει νεότερη κλιμακωτή λιθοδομή για την αντιστήριξη και προστασία του βάθρου. Στο κατάντη, σε απόσταση 3,00 μ., κατασκευάσθηκε τοιχίο από σκυρόδεμα πάχους 45 εκ. για προστασία της κοίτης. Είναι μονότοξη με ημικυκλικό τόξο, καθαρού ανοίγματος 11,70 μ και πλάτους 3,35 μ Η κατασκευή του τόξου και των λοιπών όψεων είναι με πλακοειδείς σχιστολιθικές ψαμμιτικές πέτρες σχετικά μεγάλου πάχους. Το κύριο τόξο προεξέχει της τοιχοποιίας κατά 2 εκ. έχει πλάτος 60 εκ. και στις δύο όψεις και αποτελείται από μονοκόμματες πλάκες όπως και το εσωρράχιο του τόξου. Σε όλο το μήκος και των δύο όψεων υπάρχει προεξέχουσα διπλή γριπίδα πάχους 10 εκ. Το οδόστρωμα είναι με λιθόστρωτο και για την προστασία των διερχομένων υπάρχουν κτιστά χαμηλά στηθαία. 12. Οικονόμου Ε. Κώστας, 2010, 88 13. Παπακώστας Χ Νικ.. 1967, 210. 14. Η επικοινωνία με το συγκρότημα γινόταν με μονοπάτι που υπήρχε κατά μήκος της δεξιάς πλευράς του ρέματος αμέσως μετά την γέφυρα. Κατά την διάρκεια εργασιών αποκατάστασης του υδρόμυλου για την μεταφορά των υλικών διανοίχθηκε νέο στην αριστερή που οδηγεί στον μύλο μέσω της νέας μεταλλικής γέφυρας. 15. Καλούσιος Δημ., 1994, 112-113 16. Καλούσιος Δημ., 1994, 117 17. Αφιερωμένο στον Αγ. Ιωάννη. Προσφορά του Κ.Ε. ΚΟ/ΔΙΜΑΣ ( Κ.Ε. Κωσταδήμας) 18. Καλούσιος Δημ.. 1994, 147 Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


242

Βασίλειος Κασκάνης

Στην γέφυρα έγιναν εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης19. Έγινε καθαρισμός και στον περιβάλλοντα χώρο από την βλάστηση και τις επιχώσεις, αρμολόγημα, διαμόρφωση και τοποθέτηση του οδοστρώματος προσπέλασης με λιθόστρωτο και επισκευή των πεζουλιών προστασίας. 5. Το γεφύρι του Ραφτάνη20: Υψόμετρο 535 μ, συντεταγμένες 39ο 33΄ 52.92΄΄ Β 21ο 07΄26.21΄΄ Ε. Βρίσκεται κάτω από την Κηπίνα (Μυστράς) παλαιότερη ονομασία «Αρμπορίσι ή Αρμπορέσι» και γεφυρώνει τον «Καλαρρυτιώτικο» ποταμό (Εικ.5,6). Είναι από τις αρχαιότερες γέφυρες του Αράχθου21 λέγεται και γεφύρι του Σταθμού22, ονομασία που οφείλεται στο Ελληνικό Στρατιωτικό και τελωνειακό φυλάκιο που υπήρχε μετά την απελευθέρωση του 1881 ως το 1912. Ακόμη και σήμερα σώζονται τα ερείπια, σε επίπεδο θεμελίωσης, στο πλάτωμα, πολύ κοντά στην δεξιά πλευρά της γέφυρας. Ενδιαφέρουσα είναι η πληροφορία ότι στα 1760 ο ηγούμενος Καλλίνικος της μονής Κιμίνης (Κηπίνας) χρηματοδότησε την ανέγερση της γέφυρας23 …στη θέση Αρμπορεσίου και Τσιάλη… και πιθανότατα στον λόγο αυτό να οφείλεται η τοποθέτηση ενός κεραμικού εφυαλωμένου πλακιδίου με φυτική διακόσμηση σε μία από τις δύο αβαθείς κόγχες της γέφυρας24 στην όψη από κατάντη πανομοιότυπο με αυτά που είναι τοποθετημένα στο δάπεδο του καθολικού και στη νότια εξωτερική όψη των κελιών, μεταξύ των παραθύρων, της Μονής Κηπίνας, καθώς και στο χαγιάτι του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Καλαρρυτών. Είναι δίτοξο με ανακουφιστικό τόξο, μεταξύ των δύο τόξων. Το κατάστρωμά της είναι ανισόπεδο, πλάτους 1,50 μ. συνολικού μήκους 26,20 μ. και βρίσκεται 9,20 μ. από την επιφάνεια του νερού. Το κυρίως τόξο είναι ημικυκλικό, καθαρού ανοίγματος 10,80 μ. και πλάτους 2,38 μ. Το δευτερεύον τόξο στην δεξιά όχθη είναι μερικώς επιχωμένο, σήμερα ανοίγματος 7,70 μ και ίδιου πλάτους. Το ανακουφιστικό τόξο έχει άνοιγμα 90 εκ. και συνολικό ύψος 2,23 μ. 19. Οι εργασίες εκτελέσθηκαν στα πλαίσια του Γ΄ΚΠΣ (2000-2006) από την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Ηπείρου. 20. Σχισμένος Αριστ. 2001, 86-87. 21. Παπακώστας Χ. Νικ., 1967, 209. 22. Καλούσιος Δημ,. 1994, 113, Οικονόμου Ε. Κώστας,2010, 87 23. Λαμπρίδης Ι.: 1880, 56. Για την ταύτιση της γέφυρας βλ. Καλούσιος Δημ. Το μοναστήρι της Κηπίνας, Ηπειρωτική Εστία 40 (1991) σελ. 41, σημ. 37. Σπύρος Ι. Μαντάς: Τα Ηπειρωτικά Γεφύρια, Τεχνικές Εκδόσεις Α.Ε. 1988 σελ. 63. 24. Το κεραμικό σήμερα έχει καταστραφεί, υπήρχε όμως στη θέση του και έχει καταγραφεί από τον συντάξαντα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα π έτρ ιν α γ ε φύρ ια τ η ς Ηπ ε ίρ ο υ

243

Η κατασκευή των τόξων και των δύο όψεων είναι με πλακοειδείς σχιστολιθικές ψαμμιτικές πέτρες 15-20 εκ. πάχους, 59 εκ. μήκους, του ανακουφιστικού 40 εκ. που υποχωρούν από την επιφάνεια της τοιχοποιίας κατά 3 εκ. και στέφονται με δεύτερο. Τα δύο μέτωπα της κύριας καμάρας δένονται με ενσωματωμένους διαμπερείς εγκάρσιους σιδερένιους ελκυστήρες και στις άκρες περνούν «άρπιζες». Η θεμελίωση του κυρίως τόξου, στο αριστερό ακρόβαθρο και δεξιά στο μεσόβαθρο, είναι απευθείας στο φυσικό βράχο, σε ψηλότερη στάθμη από το νερό και είναι διαμορφωμένη με χαρακτηριστικές κουφοκαμάρες. Προς το κατάντη και κάτω από το ανακουφιστικό τόξο του μεσόβαθρου υπάρχει τριγωνικός πρόβολος. Το οδόστρωμα είναι λιθόστρωτο και για την προστασία των διερχομένων υπάρχουν κτιστά χαμηλά στηθαία, πάχους 35 εκ., τα οποία σήμερα είναι καλυμμένα με στρώμα τσιμεντοκονιάματος που μαρτυρά νεότερες εργασίες επισκευής. Την τελευταία δεκαετία σε όλο το μήκος της ανάντη πλευράς στερεώθηκε και υφίσταται μεταλλικός αγωγός ύδρευσης. Δίπλα στη γέφυρα υπάρχει ένα νεότερο μεταλλικό εικονοστάσι25 και υπόγεια δεξαμενή του δικτύου ύδρευσης, από οπλισμένο σκυρόδεμα. 6. Το γεφύρι του Συγκούνη26: Υψόμετρο 490 μ, συντεταγμένες 39ο 33΄ 42.82΄΄ Β 21ο 06΄32.94΄΄ Ε. Βρίσκεται 1300 μ. στο κατάντη από την γέφυρα του Ραφτάνη στο ίδιο ρέμα και μεταξύ Χριστών και Κηπίνας (Εικ.7,8). Παράλληλη στην νέα αμαξιτή μεταλλική γέφυρα τύπου Beley και δίπλα και στο κτίριο της ΔΕΗ με την εγκατάσταση υδρομετρητή. Σε 300 μ. περίπου από την γέφυρα στο κατάντη της αριστερής πλευράς και σε ύψωμα πάνω από την ένωση του Καλαρρυτιώτικου και του Μελισσουργιώτικου ποταμού σώζονται ερείπια, σε επίπεδο θεμελίωσης, του Ελληνικού Στρατιωτικού φυλακίου που υπήρχε από το 1881 ως το 1912 με πολύ μεγάλη ορατότητα. Το κατάστρωμά της είναι επίπεδο, συνολικού μήκους 21,40 μ. και βρίσκεται 11,20 μ. από την επιφάνεια του νερού. Το συνολικό ύψος της κατασκευής, με τα βάθρα της, είναι 6,00μ. το υπόλοιπο τμήμα έως το ποτάμι είναι απότομος φυσικός βράχος. Είναι μονότοξη με ημικυκλικό τόξο, πλάτους 1,77 μ. και καθαρού ανοίγματος 10,20 μ. Η κατασκευή του τόξου και των λοιπών όψεων είναι με πλακοειδείς σχιστολιθικές ψαμμιτικές πέτρες πάχους 10-15 εκ. Το κύριο τόξο έχει πλάτος 60 25. Εγχάρακτη επιγραφή αναφέρει «Δωρεά Βασιλείου Γεροδήμου του Νικολάου 1972». 26. Σχισμένος,Αριστ. 2001, 84-85. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


244

Βασίλειος Κασκάνης

εκ. και στις δύο όψεις και αποτελείται από μονοκόμματες πλάκες όπως και το εσωρράχιο του τόξου. Στην κατάντη πλευρά το κυρίως τόξο υποχωρεί από την επιφάνεια της τοιχοποιίας κατά 5 εκ. Περιμετρικά του κυρίως τόξου υπάρχει και δεύτερο πλάτους 50 εκ. Στην γέφυρα έγιναν εργασίες αποκατάστασης27 που αφορούν στον καθαρισμό της από την βλάστηση και τις επιχώσεις, αρμολόγημα με σφράγισμα των αρμών και συμπλήρωση των λιθοδομών. Ταυτόχρονα με την τοποθέτηση του τελικού οδοστρώματος προσπέλασης με λιθόστρωτο έγινε και τοποθέτηση προστατευτικών μεμονωμένων «αρκάδων» στις δύο πλευρές της, που δεν υπήρχαν στην αρχική μορφή της. 7. Το γεφύρι των Χριστών28: Υψόμετρο 499 μ. συντεταγμένες 39ο 33΄ 10.40΄΄ Β 21ο 06΄45.08΄΄ Ε. Βρίσκεται στο Μελισσουργιώτικο ρέμα του Αράχθου επί της αμαξιτής οδού στα δυτικά του συνοικισμού «Χριστοί» και εξυπηρετεί την επικοινωνία με την Πράμαντα. Δίπλα στην αριστερή όχθη, (Εικ.9,10) στο κατάντη σώζεται υδροκίνητο συγκρότημα με νερόμυλο, μαντάνια και νεροτριβές. Είναι δίτοξη, κατασκευάσθηκε μετά την προσάρτηση και κατά την διάρκεια των πρώτων ετών της απελευθέρωσης (1833-1890)29 και αντικατέστησε άλλη αρχαιότερη30 που βρισκόταν στο κατάντη. Το κατάστρωμά της είναι επίπεδο, συνολικού μήκους 48,65 μ. και βρίσκεται 5,75 μ. από την επιφάνεια του νερού και διαπλατύνθηκε εκατέρωθεν κατά 53 εκ. με πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος και επικαλυμμένη με άσφαλτο Το κάθε τόξο χαμηλωμένο, έχει ύψος 2,75μ. καθαρό άνοιγμα 13,02 μ. πλάτος 3,00 μ. και αποτελεί τμήμα κύκλου ακτίνας 9,00 μ. Η κατασκευή των τόξων και των λοιπών όψεων είναι με σχιστολιθικές ψαμμιτικές πέτρες πάχους 22-30 εκ. Τα τόξα στις όψεις έχουν πλάτος 75 εκ. και αποτελούνται από μονοκόμματες καλοχτενισμένες πέτρες όπως και το εσωρράχιο του τόξου. Οι τοιχοποιίες είναι χτισμένες με το ισόδομο σύστημα και με λεπτούς αρμούς. Το μεσόβαθρο έχει πάχος 2,05 μ. και προστατεύεται από ημικυκλικούς προβόλους, με ημικωνική απόληξη. 27. Οι εργασίες εκτελέσθηκαν το 1993. Φωτογραφικό αρχείο Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών. Έργων Ηπείρου. 28. Μαντάς Σπύρος: 1988, 63, Σχισμένος, Αριστ. 2001, 84-85 29. Παπακώστας Χ. Νικ.. 1967, 210. 30. Παπακώστας Χ. Νικ. 1967, 209. «… και σε σημείο όπου παλιότερα η κοίτη εξαπλώθηκε με αποτέλεσμα να διακρίνεται στο μέσον της». Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα π έτρ ιν α γ ε φύρ ια τ η ς Ηπ ε ίρ ο υ

245

Στο αριστερό ακρόβαθρο έχουν γίνει κατά καιρούς διάφορες εργασίες με τοιχία από οπλισμένο σκυρόδεμα, με αποτέλεσμα να μην σώζεται η αρχική του μορφή, ενώ στο δεξί σώζονται οι αρχικές τοιχοποιίες και οι δύο τεταρτοκυκλικοί πρόβολοι προστασίας. Στις όψεις πάνω από τα τόξα διακρίνεται διακοσμητική προεξέχουσα κορνίζας (ταινία) πάχους 10 εκ. και η οποία σε ένα μεγάλο μέρος της έχει καταστραφεί από την προσθήκη του σύγχρονου καταστρώματος. Για προστασία, στα πλάγια, αρχικά υπήρχαν κτιστά πεζούλια μετά την διαπλάτυνση του οδοστρώματος στερεώθηκαν μεταλλικές μπάρες και την τελευταία διετία κτίστηκαν χαμηλά πεζούλια που πάνω τους έχουν στερεωθεί νεωτερικά μεταλλικά κάγκελα. Επιπλέον η γέφυρα χρησιμοποιείται και ως μέσο για την διέλευση και στήριξη διαφόρων αγωγών π.χ. ύδρευσης, καλωδίων κ.λ.π. * Ο Β. Κασκάνης είναι Αρχιτέκτονας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: – Αράπογλου Μιχ.: Γεφύρια του Ζαγορίσιου χώρου. Δελτίο Κέντρου Ερευνών Ζαγορίου 1, (1981) – Δημητράκης Αρ.: Τα πέτρινα γεφύρια της Ελλάδας. εκδ. ΑΔΑΜ. (2002). – Έξαρχος Γιώργος: Το γεφύρι της Άρτας-Πουντέα ντι Άρτα. εκδ. Σκάλα (2002). – Καλούσιος Δημ.: Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Ματσούκι 1994. – Λαμπρίδης Ι.: Ηπειρωτικά Αγαθοεργήματα Α΄-Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων, μέρος Α΄, Αθήναι 1880. – Μαμμόπουλος Α.: Λαϊκή αρχιτεκτονική. Ηπειρώτες μάστοροι και γεφύρια. Αθήνα(1973). – Μαντάς Σπ.: Τα Ηπειρώτικα γεφύρια. Αθήνα (1985). – Μαντάς Σπ.: Το γεφύρι και ο Ηπειρώτης. εκδ. Τεχνικές Εκδόσεις. Αθήνα (1997). – Μαντάς Σπ.: Οι θησαυροί της Ελλάδας. Πέτρινα γεφύρια. εκδ. Τα Νέα (2007). – Μαντάς Σπ.: Περί πετρογέφυρων... Γεφυριών ιστορίες. Πρακτικά Β΄ Επιστημονικής συνάντησηςΚΕ.ΜΕ.ΠΕ.Γ. Αθήνα, Νοέμβριος 2004. – Μουτσόπουλος Νικόλαος: Κουδαραίοι, Μακεδόνες και Ηπειρώτες Μαΐστορες (1976). – Μπεληγιάννη Εύη: Αναζητώντας τα πέτρινα γεφύρια της Ελλάδας. Αθήνα, εκδ. Λιβάνη (2007). – Οικονόμου Ε. Κώστας: Τοπωνυμικό της Κοινοτικής περιοχής Ματσουκίου Ιωαννίνων (2010). – Παπακώστα-Συνίκη Νίτσα: Πέτρινα Γεφύρια (2002). – Παπακώστας Χ. Νικ.: ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ, Αθήναι 1967. – Πετρονώτης Αργ.: Πέτρινα Γεφύρια, Εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Αφιέρωμα Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2000. – Σταματοπούλου Χαρ.: Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Τόμος έκτος, Θεσσαλία - Ήπειρος, Ζαγόρι σελ. 229-268, εκδ. Μέλισσα (1995). – Πετρονώτης Αρ.: Πέτρινα γεφύρια στην Ελλάδα στο «Φύση και έργα ανθρώπων», εκδ. Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Κόνιτσας, Κόνιτσα (2001). σελ. 113 - 334. – Αριστ. Σχισμένος: Τα 55 γεφύρια του Αράχθου, Αθήνα (2001). ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ: – www.petrinagefiria.uoi.gr/xairetismos.html – http://www.apodimos.com/arthra/05/Dec/HPEIROS_TA_GEFYRIA_THS_HPEIROY/index.htm – http://vivllivad.voi.sch.gr/GREEK/FOREIS/SCHOOLS/Gymnasia/2o_gym_liv/2o_gym_liv_gefyria.pdf – http://walking-greece.ana-mpa.gr/printarticle.php?id=2164 – http://walking-greece.ana-mpa.gr/articleview2.php?id=1612+ Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


246

Βασίλειος Κασκάνης

Εικ. 1: Γέφυρα Κουϊάσας: Όψη από Κατάντη (προ των εργασιών συντήρησης).

Εικ. 2: Γέφυρα Φίλου: Γενική άποψη της γέφυρας από το ανάντη.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα π έτρ ιν α γ ε φύρ ια τ η ς Ηπ ε ίρ ο υ

247

Εικ. 3: Γέφυρα Καρλίπου: Γενική άποψη της γέφυρας από το ανάντη.

Εικ. 4: Γέφυρα Σταφυλλά: Άποψη από την δεξιά όχθη.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


248

Βασίλειος Κασκάνης

Εικ. 5: Γέφυρα Ραφτάνη ή Σταθμού: Από Κατάντη

Εικ. 6: Γέφυρα Ραφτάνη ή Σταθμού: Σχεδιαστική αποτύπωση.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τα π έτρ ιν α γ ε φύρ ια τ η ς Ηπ ε ίρ ο υ

249

Εικ. 7: Γέφυρα Συγκούνη: Όψη από κατάντη (μετά τις εργασίες συντήρησης).

Εικ. 8: Γέφυρα Συγκούνη: Γενική άποψη της γέφυρας προ εργασιών αποκατάστασης (1988)

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


250

Βασίλειος Κασκάνης

Εικ. 9: Γέφυρα Χριστών: Γενική άποψη της γέφυρας από κατάντη.

Εικ. 10: Γέφυρα Χριστών: Σχεδιαστική αποτύπωση της γέφυρας

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΠΟΡ ΤΡΕΤΑ ΔΙΑΠ ΡΕΨΑΝΤΩΝ ΤΖΟΥ ΜΕ ΡΚΙΩΤΩΝ Λουκία Αντωνίου*

Γε ώργ ι ο ς Ι. Παπα δημητρ ί ο υ

«Ε

πί Παπαδημητρίου». Έτσι ξεκινούσαν οι Βουργαρελιώτες την κουβέντα τους, όταν ήθελαν να αναφερθούν σε ένα σημαντικό γεγονός που είχε διαδραματιστεί στο Βουργαρέλι τα χρόνια 1900-1935 με δάσκαλο του χωριού το Γιώργη Παπαδημητρίου. Το ίδιο, όπως έλεγαν στην αρχαία Αθήνα για ένα σημαντικό γεγονός ή για το χρονολόγιό τους: «Επί επωνύμου άρχοντος τάδε». Δεν υπάρχει Βουργαρελιώτης που να μην έχει ακούσει το όνομά του, ακόμη και οι πολύ νεότεροι. Όταν ακούνε ΔΑΣΚΑΛΟΣ, το μυαλό όλων πάει στο Γιώργη Παπαδημητρίου. Δε μάθαινε τα παιδιά μόνο γράμματα, όπως το θέλει η απλή λαϊκή απαίτηση και έκφραση, αλλά υπήρξε μια πολύπλευρη προσωπικότητα, μια ξεχωριστή φυσιογνωμία που σφράγισε ανεξίτηλα τη ζωή των μαθητών του, την πνευματική ζωή του χωριού του, αλλά και της ευρύτερης περιοχής των Τζουμέρκων˙ ο δάσκαλος θρύλος. Έτσι τον αποκάλεσε ένας μαθητής του, ο Γιάννης Λαμπράκης. Πριν αναφερθεί οτιδήποτε άλλο, θα μιλήσουν δύο μαθητές του γι’ αυτόν, καταξιωμένοι δάσκαλοι και οι δύο, ο Γιάννης Κατσάνος, με ένα ποίημα στη μνήμη του και ο Παντελής Παπαδόπουλος. Ο δάσκαλος Στη μνήμη του Γιώργη Παπαδημητρίου Στα χαμηλά θρανία μας απέξω απ’ το σχολείο θυμάμαι που μας άνοιξες το πρώτο μας βιβλίο. Κι άφησες και μας διάβασαν τ’ άγραφο ποίημά τους οι λεύκες από πάνω μας με το ψιθύρισμά τους.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


252

Λ ο υ κ ί α Αν τ ω ν ί ο υ

Το θρόισμα απ’ τα φύλλα τους μετά την προσευχή μας κατέβηκε σα μήνυμα χαράς μες στην ψυχή μας. Με τι χαρά σ’ ακούσαμε να λες το μάθημά μας για να το τιτιβίσουμε και μεις στο διάβασμά μας! Δάσκαλε, να ξανάνοιγες το πρώτο μας βιβλίο κι οι λεύκες να μη σώπαιναν απέξω απ’ το σχολείο! Γιάννης Ν. Κατσάνος

«Γεώργιος Παπαδημητρίου, ο φωτισμένος δάσκαλος, ο πολυτάλαντος, ο χαρισματικός. Διακεκριμένος παιδαγωγός, λογοτέχνης, μουσικός, λαογράφος. Στενός συνεργάτης του καθηγητή αρχαιολογίας Ορλάνδου εργάζεται ακαταπόνητα για τη διαφύλαξη της εθνικής μας κληρονομιάς στην περιοχή. Ο Γιώργης Παπαδημητρίου αφιέρωσε μια ολόκληρη ζωή στην πρόοδο του χωριού μας. Σεμνός και ανιδιοτελής, κατόρθωσε με το υψηλό του φρόνημα να εμπνεύσει στους μαθητές του την αγάπη για τη μόρφωση και να πείσει τους γονείς τους ότι αποτελούσε χρέος τους, με τα ελάχιστα μέσα που διέθεταν, να προωθήσουν τα παιδιά τους στις σπουδές, αφού η περιοχή μας, άγονη και φτωχή, δεν παρείχε άλλες δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης. Με ομιλίες, διαλέξεις, συναντήσεις, ενεργή συμμετοχή σε κάθε μορφής κοινωνικές εκδηλώσεις και άλλες δραστηριότητες, κατορθώνει να ανεβάσει το πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο του χωριού μας, να εμπνεύσει το φιλοπρόοδο πνεύμα, για να αξιωθούν οι περισσότερες οικογένειες στο Βουργαρέλι να καμαρώσουν τα παιδιά τους πετυχημένους υπαλλήλους και επαγγελματίες, γενναίους αξιωματικούς και λαμπρούς επιστήμονες», κατά τον Παντελή Παπαδόπουλο. Τόσο περιεκτικά οι δύο μαθητές του έδωσαν τα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας του ΔΑΣΚΑΛΟΥ. Όμως και η παράθεση κάποιων λεπτομερειών είναι απαραίτητη για να δώσει το έναυσμα και σε άλλους να γνωρίσουν τις πνευματικές φυσιογνωμίες του τόπου τους και να ακολουθήσουν το ανιδιοτελές παράδειγμά τους, ειδικά τώρα που διανύουμε δύσκολους καιρούς. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γε ώργ ιο ς Ι. Παπα δη μητρ ίο υ

253

Ας μην ξεχνάμε ότι ο δάσκαλος εκείνης της εποχής είχε να αντιπαλέψει όχι μόνο με δύσκολες οικονομικές συνθήκες (μάλιστα η αμοιβή για τόση προσφορά ήταν ασήμαντη) αλλά και με τη νοοτροπία χρόνων που δύσκολα μπορεί κανείς να ξεριζώσει, αν δε διαθέτει το πείσμα και την υπομονή του δασκάλου. Ο δάσκαλος-θρύλος Γενέθλια γη, εκπαιδευτική πορεία Γεννήθηκε στο Βουργαρέλι. Ο πατέρας του ήταν ο παπα-Γιάννης Παπαδημητρίου. Μορφωμένος παπάς που έφερνε τον τίτλο του Οικονόμου. Ο Γιώργης τελείωσε το Ελληνικό Σχολείο και αυτό προκύπτει από το ενδεικτικό προαγωγής του: «Ελληνικόν Σχολείον Βουργαρελίου, ο Γεώργιος Παπαδημητρίου, εκ Βουργαρελίου, πατρός Δημογραμματέως, διακούσας τα παραδιδόμενα εν τη πρώτη τάξει μαθήματα κατά το σχολικό έτος 1890-1891 και εξετασθείς δημοσία ηξιώθη του βαθμού άριστα, 28 Ιουνίου 1891.» Συνέχισε στο Γυμνάσιο Άρτας και κατόπιν φοίτησε στο Δημοδιδασκαλείο Αθηνών και πήρε το δίπλωμα του δασκάλου στις 3-6-1898 με βαθμό «άριστα». Διορίστηκε δάσκαλος στο Πέτα. Υπηρέτησε στη συνέχεια στη Χόσεψη. Σημάδι του περάσματός του από εκεί είναι ο μεγάλος πλάτανος της πλατείας του χωριού που τον φύτεψε ο ίδιος με τα χέρια του, όπως διηγούνται οι κάτοικοι του χωριού την ίδια μέρα που θεμέλιωναν την εκκλησιά τους. Ο Γιώργης, έτσι τον έλεγαν όλοι οι μαθητές του, δεν ήταν δάσκαλος των παιδιών του χωριού του και των συνοικισμών Παλαιοκατούνου, Αβαρίτσας, Σκιαδάδων. Τα χρόνια εκείνα μόνο στο Βουργαρέλι υπήρχε σχολείο, αλλά έρχονταν να μαθητέψουν σ’ αυτόν κι από τα άλλα χωριά, Αθαμάνιο, Τετράκωμο κ.ά. Οι παιδαγωγικές, οι διδακτικές και εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις έγιναν γνωστές στη γύρω περιοχή και τ’ όνομά του ως δασκάλου έγινε θρύλος. Ήταν δάσκαλος που μάθαινε τα παιδιά γράμματα, γι’ αυτό και ξεκινούσαν να μαθητέψουν στο σχολείο του. Ο δάσκαλος Παπαδημητρίου δεν περιόριζε τη δράση του μέσα στους τέσσερις τοίχους του σχολειού. Ήταν κοινωνικός παράγοντας στο χωριό, ο κοινωνικός σύμβουλος των συγχωριανών του. Σ’ αυτόν αποτείνονταν για μια συμβουλή, βοηθούσε, έδινε σχέδια. Για την πατριωτική του δράση στους πολέμους 1912-13 και τον τραυματισμό του στις μάχες τιμήθηκε με αναμνηστικό μετάλλιο. Πολιτικά ήταν τοποθετημένος στο κόμμα των Φιλελευθέρων. Ήταν φανατικός οπαδός του Ελευθερίου Βενιζέλου και τη φωτογραφία του δεν την έβγαζε πάνω απ’ το κρεβάτι του. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


254

Λ ο υ κ ί α Αν τ ω ν ί ο υ

Για τα δημοκρατικά του φρονήματα το 1935 η κυβέρνηση Κονδύλη τον μετέθεσε από το Βουργαρέλι στο χωριό Πλησιοί του κάμπου της Άρτας για περίοδο έξι μηνών, τόσο ήταν το υπόλοιπο της συμπλήρωσης τριάντα πέντε χρόνων εκπαιδευτικής εργασίας για τη συνταξιοδότησή του. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι ύστερα από μια τόσο μακρόχρονη δημιουργική παιδαγωγική και κοινωνική εργασία έπρεπε να τον ταλαιπωρήσουν στο τελευταίο αυτό διάστημα της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας. Μετά την Κατοχή, όταν εμφανίστηκαν αντάρτες στο Βουργαρέλι και διακόπηκε η επικοινωνία με την Άρτα, στο χωριό άρχισε να λειτουργεί φροντιστήριο που προετοίμαζε τους μαθητές για τις προαγωγικές εξετάσεις που έκανε τότε το Γυμνάσιο Αγνάντων. Σ’ αυτό διδάσκονταν Αρχαία, Νέα, Ιστορία, Μαθηματικά και τα υπόλοιπα μαθήματα (Φυσική, Γεωγραφία, Γαλλικά κ.λπ.) δίδασκε ο Γεώργιος Παπαδημητρίου. Η σχέση του Γ. Παπαδημητρίου με το θέατρο και την ποίηση Στο διάστημα του μεσοπολέμου, κάτω από την πνευματική καθοδήγηση των δασκάλων του χωριού, του Γιώργη Παπαδημητρίου, του Γιάννη Κατσάνου, της Αφροδίτης Καλυβιώτου, στα σχολικά θρανία του Δημοτικού Σχολείου, ξεπήδησε αυθόρμητα το τοπικό θέατρο που αγκαλιάστηκε ύστερα κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου και της Κατοχής από τους επιστήμονες, τους φοιτητές και τους μαθητές του Γυμνασίου. Έργα του Γιώργη Παπαδημητρίου: «Το Σούλι», δράμα πατριωτικόν διά μαθητάς εις 3 πράξεις, ο «Προεστός». Έτσι στρώθηκε ο δρόμος για τη Λαϊκή Σκηνή, με το εθνικό, επαναστατικό περιεχόμενο. Όταν, λοιπόν, ήρθε ο Γ. Κοτζιούλας το 1944, τα πρώτα απλοϊκά κι άγουρα θεατρικά στοιχεία του χωριού πήραν καινούργια μορφή και παρασύρθηκαν στον επαναστατικό χείμαρρο της Εθνικής Αντίστασης. Λέει ο ποιητής πως «το Βουργαρέλι, χωριό παλιό, ξακουσμένο και πολιτισμένο ήταν ο τόπος που του πρωτοήρθε η ιδέα να γράψει ένα θεατρικό έργο για την ψυχαγωγία του κόσμου και των ανταρτών». Τέτοια γεγονότα δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα της ιστορικής εξέλιξης του τόπου και των ανθρώπων του. Έτσι στο Βουργαρέλι πρωτοϊδρύθηκε το Θέατρο του Βουνού το 1944 από το Γιώργο Κοτζιούλα. Εκτός από το θέατρο ασχολήθηκε με την ποίηση. Έγραψε αξιόλογα ποιήματα, λυρικά, σατιρικά. Τα λυρικά είναι ιδιαίτερα τεχνικά και αποπνέουν συναίσθημα και κοινωνικό προβληματισμό.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γε ώργ ιο ς Ι. Παπα δη μητρ ίο υ

255

Ο δάσκαλος ερευνητής Εξίσου σημαντική είναι και αυτή η πλευρά του Γιώργη Παπαδημητρίου. Τι να πρωτοαναφέρει κανείς για τη δραστηριότητά του: ενασχόληση με την ονομασία του χωριού του Βουργαρέλι, τα ιστορικά του μνημεία, την Κόκκινη Εκκλησιά, το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, την Τζούκα, τη Χόσεψη. Γράφει ο Κ. Πετρονικολός (σελ. 26): «Διετέλεσε Έφορος Αρχαιοτήτων της περιοχής. Ερεύνησε την Ιστορία και τα Βυζαντινά Μνημεία του τόπου. Αναδείχτηκε σε αξιόλογο ερευνητή, που τα γραψίματά του και τα δημοσιεύματά του σε εφημερίδες και περιοδικά αναφέρονται με σεβασμό από όλους τους νεότερους ερευνητές. Φίλος και συνεργάτης του περίφημου αρχαιολόγου, Ακαδημαϊκού Αναστασίου Ορλάνδου». Ο ίδιος, στο περιοδικό «Τζουμερκιώτικα και Αρτινά Νέα», τονίζει το δεύτερο μεγάλο χρέος του δασκάλου απέναντι στον τόπο του όσον αφορά τη συγκέντρωση και δημοσίευση λαογραφικού, ιστορικού ή αρχαιολογικού και μεσαιωνικού υλικού που σώζεται είτε σε μνημεία είτε στη ζωντανή παράδοση του λαού: «Αρμοδιώτεροι για την εργασία αυτή είναι βέβαια οι διδάσκαλοι και εν γένει οι επιστήμονες και λόγιοι που είναι διεσπαρμένοι στα χωριά». Και στη συνέχεια: «Η απλή και μόνον καταγραφή των σωζομένων ακόμη εις τα μοναστήρια, εκκλησίες ή όπου αλλού γραπτών ειδήσεων, σημειωμάτων, ιστορημάτων, επιγραφών κ.λπ. αποτελεί και μόνον αυτή μία σπουδαιότατη επιδίωξη του περιοδικού, διότι εκ της καταγραφής αφθόνου τοιούτου υλικού δύναται να καταρτισθεί αργότερα από ειδικόν μία σοβαρή μελέτη για την ιστορική και εκπολιτιστική εξέλιξη της επαρχίας μας. Γιατί καθήκον όλων είναι, και ιδίως των συναδέλφων δημοδιδασκάλων, οι οποίοι είναι διεσπαρμένοι παντού, να εκτελέσουν το καθήκον αυτό με ζήλον και επιμονήν, βέβαιοι ότι αυτή των η εργασία είναι εξ ίσου υψηλή και εκπολιτιστική όσον και η του κυρίου επαγγέλματός των». Με τον ίδιο τρόπο ασχολήθηκε και με πρόσωπα των οποίων η δράση υπήρξε σημαντική για τον τόπο. Ο ίδιος μας υποδεικνύει να λειτουργήσουμε το ίδιο για πρόσωπα και προσωπικότητες: «Η ζωή και η δράση των ατόμων είναι συνυφασμένη με τη ζωή και την ιστορία του τόπου και δεν μπορεί να νοηθεί αυτοτελής. Κάθε σπουδαίο γεγονός που επηρέασε την τύχη και επέδρασε στην εξέλιξη της κοινωνίας, ξετυλίγεται γύρω από διάφορα πρόσωπα πρωταγωνιστούντα σ’ αυτό. Γι’ αυτό σπουδαιότητα μεγάλη έχει η συλλογή ειδήσεων γραπτών ή προφορικών περί των κατά καιρούς δρασάντων προσώπων εις την επαρχίαν Τζουμέρκων. Όθεν και τα σημειώματά μου για τους δύο καπεταναίους Κωνσταντή Πουλήν και ΓιαννάΈ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


256

Λ ο υ κ ί α Αν τ ω ν ί ο υ

κη Κοτιλίδα, οι οποίοι έδρασαν εις την επαρχία μας από τα τέλη του 18ου αι. μέχρι το 1838». «Δύο αρματωλοί των Τζουμέρκων. Βουργαρέλι, Μάρτιος 1933» Κόκκινη Εκκλησιά Τα σημαντικότερα στοιχεία για τη μελέτη που έκανε ο αρχαιολόγοςΑκαδημαϊκός Αναστάσιος Ορλάνδος για την Κόκκινη Εκκλησιά και που δημοσιεύτηκε στα «Ηπειρωτικά Χρονικά» το 1927 τα πήρε από το Γιώργη Παπαδημητρίου που συνεργάστηκε στο θέμα αυτό με τον αείμνηστο καθηγητή Χρίστο Ν. Λαμπράκη. Στο περιοδικό «Νέος Ελληνομνήμων» (τόμος ΙΑ 1914) διαβάζουμε μια επιστολή του καθηγητή Χρίστου Λαμπράκη: «Μεταβάς εις την ιδιαιτέραν μου πατρίδα Βουργαρέλι Τζουμέρκων επεσκέφθην μετά του διδασκάλου του χωρίου Γεωργίου Παπαδημητρίου την βυζαντινήν εκκλησίαν της Παναγίας της Βελλάς (Κόκκινη Εκκλησιά) και ανεγνώσαμεν πληρέστερον την εν αυτή επιγραφήν, αποκαθαρθείσαν προχείρως από της κόνεως και του καπνού». Η Εφορεία Μεσαιωνικών και Χριστανικών αρχαιοτήτων με το γράμμα της αριθμός 55/22 ΧΙ 1922 του γνωρίζει ότι: «Η μελέτη του περί του εν Παλαιοχωρίω Βυζαντινού ναού Παναγία Βελλάς, κατεχωρήθη προς το παρόν εν τω ευρετηρίω των Μεσαιωνικών μνημείων της Ελλάδος. Αρχαιολογικόν Δελτίον». Μοναστήρι Αγίου Γεωργίου. Το όνομα του ερευνητή-δασκάλου Γιώργη Παπαδημητρίου συνδέεται με τρεις ενέργειες σχετικά με τον «Αη-Γιώργη». α. Ανάγνωση της επιγραφής στο υπέρθυρο της μεσόθυρας της μονής Αγίου Γεωργίου. «Είναι μισοκατεστραμμένη και γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να διαβαστεί. Κατάφεραν να τη διαβάσουν ο γνωστός μελετητής των Βυζαντινών μνημείων της Άρτας Αναστάσιος Ορλάνδος, καθηγητής της βυζαντινής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με το Γεώργιο Παπαδημητρίου, δάσκαλο του χωριού και τη δημοσίευσαν το 1927 στο περιοδικό «Ηπειρωτικά Χρονικά» των Ιωαννίνων (τεύχος 1-2, σελ. 154-155) και αναφέρεται στην αγιογράφηση του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου» (Αρετή Κασελούρη «Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ»-Μοναστήρι στο Βουργαρέλι Άρτας). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γε ώργ ιο ς Ι. Παπα δη μητρ ίο υ

257

β. Αναμνηστική πλάκα που αναφερόταν στη μάχη στο Μοναστήρι και παραδόθηκε απ’ το Γιώργη Παπαδημητρίου στον ηγούμενο του μοναστηριού να τη φυλάξει. Βρισκόταν ακόμη πριν από την Κατοχή στο ισόγειο υπόστεγο κάτω απ’ την κρεβάτα. Κάπου θα χρησιμοποιήθηκε από κανέναν που δεν ήξερε την αξίας της σαν υλικό για χτίσιμο. γ. Ο Γ. Μαντάς είχε γράψει το 1952: «Για ό,τι γράφω στο δημοσίευμά μου στην «Ηπειρωτική Εστία» σχετικά με το Βουργαρέλι και τη μονή Άγιος Γεώργιος, δεν είχα υπόψη γραπτό κείμενο-ντοκουμέντο. Το συγκέντρωσα τότε στις επαφές που είχα με τους μεγάλους στην ηλικία Βουργαρελιώτες και ιδιαίτερα απ’ το Γιώργη Παπαδημητρίου, το δάσκαλο. Μάλιστα ο Παπαδημητρίου είχε και μερικά χειρόγραφα. Μου τα έθεσε υπόψη, τα μελέτησα και τα επέστρεψα αμέσως. Ο Παπαδημητρίου, που ήταν φωτισμένος και με κατάρτιση άνθρωπος μιλούσε για το θέμα αυτό με πίστη». (Γ. Κατσάνου «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΒΟΥΡΓΑΡΕΛΙΟΥ ΚΑΙ ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ β,γ σελ. 180-181). Ναός Αγίου Νικολάου Όταν το χωριό κάηκε από τους Γερμανούς στα 1943 κάηκε και η εκκλησία και μαζί τοιχογραφίες αξίας και ένα ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Επίσης κάηκε και μία αριστουργηματική, έργο σπάνιας τέχνης, ξυλόγλυπτη πόρτα της Κόκκινης Εκκλησιάς. Ο Γ. Παπαδημητρίου ήθελε να τη στείλει για μελέτη στον Αναστάσιο Ορλάνδο. Η Μητρόπολη Άρτας την κράτησε για αρκετό καιρό και την ξανάστειλε στο Βουργαρέλι. Την τοποθέτησαν τότε για φύλαξη στο Ναό του Αγίου Νικολάου. Κάηκαν όμως τότε τα πάντα. Στην ίδια θέση ανοικοδομήθηκε ο ναός στα 1951-52 σε σχέδιο του Α. Ορλάνδου. Εργάστηκαν τότε όλοι οι κάτοικοι με ζήλο, με πρωτοστάτη το Γ. Παπαδημητρίου. Εδώ θα αναφερθούν δύο άλλες μελέτες αποτελέσματα έρευνας του Γ. Παπαδημητρίου. 1. Τσιούκα ή Τσούκα που απασχόλησε το θρύλο, την παράδοση και τους ιστορικούς: «Το εν Βουργαρελίω παλαιόν φρούριον Τσούκα», δημοσιευθέν στο περιοδικό «Σκουφάς», τεύχος 2, 1905. 2. Επιτύμβιος πλαξ «Καστρίου Χώσεψης», «Τζουμερκιώτικα και Αρτινά Νέα», αναδημοσίευση στην εφημερίδα «Το Βουργαρέλι», φ. 37. Επίλογος Άφησα για το τέλος μια ακόμη προσφορά του Γιώργη Παπαδημητρίου για το Βουργαρέλι σε ανιούσα κλίμακα: Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


258

Λ ο υ κ ί α Αν τ ω ν ί ο υ

1. Μπάρδα (όνομα βρύσης του χωριού μας). Ο Γ. Παπαδημητρίου της είχε δώσει το όνομα Νεράιδα, επειδή βρισκόταν μέσα σχεδόν στο ρέμα και κατά την ανακαίνισή της το 1926 εντοίχισε πάνω απ’ το κανάλι πλάκα, στην οποία υπαγόρευσε και χάραξαν με το καλέμι το τετράστιχο: «Τα κρουσταλλένια μου νερά απ’ το βουνό σας φέρνω κι απ’ τ’ αναμμένα σπλάχνα σας πάντα τη φλόγα παίρνω»

(Γ. Κατσάνου «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΒΟΥΡΓΑΡΕΛΙΟΥ ΚΑΙ ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ»)

2. Παραδόσεις ονομασίας του Βουργαρελίου (Εφημερίδα «Το Βουργαρέλι», φ. 89). 3. Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ όλα τα χρόνια είχε διακαή πόθο να δει άξιους συνεχιστές του στην εκπαίδευση και μάλιστα δασκάλους στην περιοχή. Προς αυτή την κατεύθυνση βοήθησε ηθικά και οικονομικά τον Γιάννη Κατσάνο (συνεχιστή του στο Δημ. Σχολείο Βουργαρελίου), τον Παντελή Παπαδόπουλο, τον Λευτέρη Χρηστίδη, τον Χρήστο Σόφη κ.ά.

* Η Λουκία Αντωνίου είναι Φιλόλογος και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Το σύνολο των πληροφοριών για το Γ. Παπαδημητρίου αντλήθηκαν από την εφημερίδα Το Βουργαρέλι, αριθμ. Φύλλων 1, 28, 30, 37, 72, 89, 93, 94, 115, 122, 124, 139, 154. - Γιάννη Κατσάνου: Ιστορικά κείμενα Βουργαρελίου και ευρύτερης περιοχής, Αθήνα 2000. - Κώστα Α. Πετρονικολού: Το Βουργαρέλι (Δροσοπηγή) Τζουμέρκων, Αθήνα 1977. - Αναστασίου Κ. Ορλάνδου: Η Κόκκινη Εκκλησία (Παναγία Βελλάς), έκδοση Συλλόγου Βουργαρελιωτών Αττικής, 1992. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


259

Γε ώργ ιο ς Ι. Παπα δη μητρ ίο υ

Επιλογή ποιημάτων Τζουμέρκα Τζουμέρκα μου περήφανα, παλληκαριών λημέρια πώχουν φωλιές οι σταυραετοί και τα γοργά ξεφτέρια. Σας τίναξε η μάννα γη από τα σωθικά της, σας έστησε θεώρατα στα αιθέρια δώματά της! Όταν φορής τα κάτασπρα, τα κρυσταλλοχιονάτα Ολύμπιος μοιάζεις τσέλιγκας με τη λευκή φλοκάτα. Και την γλυκειά την άνοιξη πρασινοστολισμένο κι από του ήλιου αναλαμπές ροδοστεφανωμένο, ξυπνάς καημούς μέσ’ στην ψυχή και πόθους ζωντανεύεις και στις κορφές σου με τραβάς, σαν μάγος με μαγεύεις. Βαθειά μέσα στα σπλάχνα σου κρύβεις τα κρύα νερά που ξεχειλούν σε δροσερές βρυσούλες στα Ριζά. Δος μου της νειότης τα φτερά ν’ ανέβω στο λαθύρι ν’ ακούω φλογέρα να λαλή να κάνω πανηγύρι, της Κωστελάτας το χορό να σέρνουν βλαχοπούλες, με ντέρτι και με λεβεντιά να τραγουδούνε ούλες, και τα γλυκόφωνα κυπριά, τα βροντερά κουδούνια ν’ αχούνε σ’ όλα τα μαντριά, να βάζουν κορφοβούνια. Ν’ ακούω την πετροπέρδικα να κελαδή στα πλάγια και να χορταίνω τη δροσιά και του βουνού τα μάγια. Βουνό μου, πάντα εσύ θα ζης αγέραστο αιώνια μα στους καϋμούς του Ποιητή δεν έννοιωσες συμπόνοια βουνοκορφές και γούπατα, στάνες, σπηλιές και βλάχους. Δεν τούδωσες λίγη ζωή απ’ τα δικά σας χρόνια μη σβήσει ο έρμος πρόωρα μέσα σε καταφρόνια, σ’ αυτόν που σου τραγούδησε τα ‘ξωτικά σου κάλλη, με τη βουνίσια Μούσα του, τον Κώστα τον Κρυστάλλη. Γιώργος Παπαδημητρίου, 1939

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


260

Λ ο υ κ ί α Αν τ ω ν ί ο υ

Χριστούγεννα «Και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία» Έλα Χριστέ στη φάτνη Σου και φέρε την ειρήνη στον κόσμο που σκοτώνεται, στον κόσμο που μισεί δροσιά αγάπης σκόρπισε και σβήσε το καμίνι του μίσους που ακοίμητα ξερνά χολή κι αφρύ. Στείλε τ’ αστέρι το λαμπρό, που οδήγησε τους μάγους να χύσει όλη τη λάμψη του στην κολασμένη γη και με τη φλόγα τη θερμή να λιώσει όλους τους πάγους που των Μεγάλων σκλήρυναν την άπονη ψυχή. Προστάτης Συ και αδελφός φτωχών και αδυνάτων, σήκωσε το μαστίγι σου και χτύπα με οργή εκείνους που εμόλυναν για τα συμφέροντά τους τον οίκο σου τον ιερό με ανθρωποσφαγή. Και δώσε θεία Δύναμη στα έθνη που ποθούν στον κόσμο αγάπη αδελφική, ομόνοια, λευτεριά κι ανάμεσά τους εύχονται και θέλουνε να ιδούνε να βασιλεύει μέσ’ στη Γη, η ΕΙΡΗΝΗ, η γλυκιά. Γ. Παπαδημητρίου, 1939

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Ευάγγελος Αυδίκος*

Σπύρου Χ. Νταλαούτη: «Συρράκο-Τοπων ύμια. Ένα ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο» Πρέβεζα 2005

Υ

πάρχει μια μακρόχρονη παράδοση ενασχόλησης των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης με την καταγραφή μορφών της τοπικής ιστορίας και του λαϊκού πολιτισμού της γενέτειράς τους, κατά προτίμηση. Η νοσταλγία και η διάθεση επιστροφής στο χώρο και στο χρόνο της παιδικής ηλικίας αποτέλεσαν την αφορμή να συγκεντρωθεί ενδιαφέρον υλικό, το οποίο, πέρα από την ικανοποίηση των συναισθηματικών αναγκών των συγγραφέων και των συγχωριανών τους, διευκόλυνε τη μελέτη της νεοελληνικής κοινωνίας και του νεοελληνικού πολιτισμού. Το βιβλίο του Σπύρου Νταλαούτη συναντιέται με τις προθέσεις άλλων συναδέλφων του και μπορεί να αποτελέσει μέρος της ιστοριογραφίας της τοπικής ιστορίας και του τοπικού πολιτισμού. Ωστόσο, το βιβλίο του παρουσιάζει μια πρωτοτυπία, που τον διαφοροποιεί από προηγούμενες καταγραφές και που ταυτόχρονα αποτελεί συστατικό στοιχείο της δικής του συνεισφοράς. Αντικείμενο του ενδιαφέροντός του είναι, βεβαίως, η ιδιαίτερη πατρίδα του, το Συρράκο, και υπ’ αυτή την έννοια εντάσσεται το βιβλίο του στο κίνητρο της νοσταλγίας και αποκατάστασης της εικόνας του γενέθλιου τόπου, που διέτρεχε τα βιβλία άλλων συναδέλφων του. Αισθάνεται να κουβαλά πάνω του ένα μέρος της συλλογικής μνήμης του Συρράκου και έχει διακαή τον πόθο να καταγράψει τις πληροφορίες, τους θρύλους και τις παραδόσεις, τους ήχους της φύσης και τα κρυφομιλήματα των τόπων, όσα του εκμυστηρεύτηκαν τα βουνά, οι σπηλιές, τα δέντρα, τα πρόβατα και οι άνθρωποι στις πολύχρονες περιπλανήσεις του από πέτρα σε πέτρα, από μύλο σε νεροτριβή, από ρυάκια σε ποτάμια, από καλντερίμια σε πλατείες, βρύσες και κατώγια. Όμως, το βιβλίο του Σπύρου Νταλαούτη δεν είναι απλά και μόνο μια νοσταλγική ραψωδία στο μεγαλείο του Συρράκου και των ανθρώπων του. Αυτή η διάσταση υπάρχει και διαπλέκεται με την αίσθηση του καθήκοντος απέναντι στους σοφούς εκείνους Συρρακιώτες γέροντες, που τον εμπιστεύτηκαν και τον δέχτηκαν για συνομιλητή τους στα γρέκια και στις στρούγκες, στα βοσκοτόπια και στις βρύσες. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


262

Βιβλιοπαρουσίαση

Το βιβλίο του ξεφεύγει από το αίσθημα της νοσταλγίας και μετασχηματίζεται σε περιέργεια και συστηματική, μακρόχρονη ενασχόληση. Έτσι, το εγχείρημα του Νταλαούτη ξεφεύγει από τις γνωστές και τυποποιημένες καταγραφές. Γίνεται μια σπουδή του τόπου και των ανθρώπων του Συρράκου, που ενδιαφέρεται να κατανοήσει με όρους πολιτισμικής οικολογίας τη φύση, τον οικισμό, την κοινωνία, την οικονομία. Για το σκοπό αυτό επιλέγει ως κύριο άξονά του τα τοπωνύμια, τα οποία δεν αντιμετωπίζει ως απλές λέξεις. Αντίθετα, θεωρεί ότι αποτελούν δείκτες του συρρακιώτικου πολιτισμικού κεφαλαίου, σύμφωνα με τον Bourdieu. Αξιοποιεί τα τοπωνύμια, για να κατανοήσει τη συγκρότηση του οικισμού, τις σχέσεις με γειτονικές κοινότητες, τις παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις, τις ιστορικές περιπέτειες, την καθημερινότητα των κατοίκων του. Τα τοπωνύμια συναντούν το μύθο και την ιστορία, τους θρύλους και τις παραδόσεις με τις κοινωνικές νόρμες. Έτσι, κάθε τοπωνύμιο γίνεται αφορμή για τον Νταλαούτη να μας μιλήσει για το Συρράκο του, για το χωριό του, όπως το κληρονόμησε μέσα από τις αφηγήσεις σοφών γερόντων και καθημερινών ανθρώπων. Κάθε τοπωνύμιο είναι αφορμή και για ένα καινούριο ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο του Συρράκου. Το ταξίδι αυτό φτάνει στα χρόνια της ίδρυσης του Συρράκου, αλλά συνεχίζει τη ρότα του και παρά πέρα, σε χώρους μυθικούς όπου ο συγγραφέας αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει στη σχέση του αγαπημένου μας ποταμιού, του Χρούσια, με μυθικές μορφές όπως ο Αχιλλέας και οι Μυρμιδόνες. Ο συγγραφέας, δάσκαλος όντας και έχοντας κληρονομήσει από τους λαϊκούς ανθρώπους του Συρράκου το χάρισμα της αφήγησης, γοητεύει με τον τρόπο που ξεπλέκει το νήμα του. Κατεβαίνοντας στο Χρούσια, έχει ο αναγνώστης την εντύπωση ότι το κελάρισμα του νερού είναι οι φωνές του παρελθόντος και σε καλωσορίζουν. Ανεβαίνοντας στο Γαλαρόκαμπο και την Τσουκαρέλα ανταμώνεις τους σκληροτράχηλους αλλά και γλυκομίλητους τσομπάνηδες που χρειάστηκε να αναμετρηθούν με τα καιρικά φαινόμενα, τους φόβους για ανεξέλεγκτες δυνάμεις, τους ληστές και τη βία των πολεμικών συγκρούσεων. Ξαποσταίνοντας στις βρύσες και περπατώντας στα καλντερίμια ακούς τους ήχους των κουδουνιών, τους καημούς των ανθρώπων, τα όνειρα και τις προσδοκίες σπουδαίων ανθρώπων του χωριού. Το βιβλίο του Νταλαούτη ξεχωρίζει από πολλές παρόμοιες προσπάθειες. Δεν είναι μια τυπική καταγραφή τοπικών εθίμων ούτε γραμμική εξιστόρηση της τοπικής ιστορίας. Τα τοπωνύμια γίνονται αφορμές για ονειρεμένα ταξίδια, για γνωριμία με το χώρο και το χρόνο του Συρράκου. Συνδέει με τρόπο μάστορα τη φύση με τον άνθρωπο. Μας βοηθάει να παρακολουθήσουμε την πολιτισμικοποίηση της φύσης. Τοπωνύμια όπως Μπουλιάνα, Νιβιάστι, Πρίζα αποτελούν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλ ιοπαρ ου σία σ η

263

σημάδια της εναγώνιας προσπάθειας του ανθρώπου να κατακτήσει τη φύση και να τη χρησιμοποιήσει για λογαριασμό του. Τα τοπωνύμια είναι τα ίχνη αυτού του τιτάνιου και διαρκούς αγώνα που άλλοτε αναδεικνύουν νικητή τον άνθρωπο και άλλοτε τον κάνουν μάρτυρα της συντριβής του (Πρίζα, Νιβιάστι). Ο Νταλαούτης έχει το χάρισμα του λαϊκού παραμυθά που μπλέκει το μύθο με την πραγματικότητα, βοηθώντας μας να κατανοήσουμε πόσο αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα. Ακόμη, ο συγγραφέας, παρόλο που το επίκεντρό του είναι το Συρράκο, δεν εξετάζει τα τοπωνύμια απομονωμένα. Τα ίδια τον οδηγούν να συσχετίσει το Συρράκο με γειτονικές κοινότητες (Προσήλιο, Καλαρρύτες, Παλιοχώρι, Βαθύπεδο), αλλά και να εντάξει τα ιστορικά και κοινωνικά συμβάντα σε ευρύτερα πλαίσια. Μέσα από τα τοπωνύμια, η ζωή του Συρράκου προβάλλεται σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο (Πασαλίκι Αλή Πασά, εθνικό κράτος, κ.λπ.). Το βιβλίο, λοιπόν, του Σπύρου Νταλαούτη δεν είναι επανάληψη γνωστών πραγμάτων. Είναι ένας οδηγός για πολλά ταξίδια στο χώρο και στο χρόνο του Συρράκου όχι μόνο για όσους έζησαν το χωριό, αλλά κυρίως για όσους επιθυμούν να το γνωρίσουν, Συρρακιώτες και μη.

* Ο Ευάγγ. Γρ. Αυδίκος είναι καθηγητής Λαγραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


264

Βιβλιοπαρουσίαση

Αγγελική Ζολώτα*

Νίκου Καρατζένη: «Η άνοδος των νομάδων των Πραμάντων στις βουνοκορφές της Πίνδου»

Δ

ιάβασα πρόσφατα το βιβλίο του Νίκου Καρατζένη «Η άνοδος των νομάδων των Πραμάντων στις βουνοκορφές της Πίνδου». Ήταν φυσικό να θυμηθώ το καταπληκτικό έργο του για την κάθοδο των νομάδων του χωριού του στα χειμαδιά, καθώς και τα πολύ ωραία σχετικά άρθρα του στα «Τζουμερκιώτικα Χρονικά». Το βιβλίο αυτό εδώ είναι κάτι άλλο: Μιά συνοδοιπορία του νεαρού τότε συγγραφέα από τα Πράμαντα προς τις στάνες το καλοκαίρι. Ο Νίκος Καρατζένης γνωρίζει τη ζωή αυτή εξ απαλών ονύχων, από τότε που γεννήθηκε. Ο λόγος του είναι πλούσιος και ξεχειλίζει από συναισθήματα. Και οι καταπληκτικές φωτογραφίες του, με την ομορφιά των βουνών μας και την τυραννισμένη ζωή των ποιμένων, πηγάζουν κατευθείαν από την ψυχή του! Τί ομορφιά, αλήθεια! Τα Τζουμέρκα -διαβάζω στη Γεωγραφία- έχουν, μέσα σε όλη την Πίνδο, μοναδική μεγαλοπρέπεια. Οι φωτογραφίες σε παίρνουν μαζί τους. Είναι η ζωή των ποιμένων και συγχρόνως τέχνη απαράμιλλη, που πολεμάει την άγνοια... ακόμα και τον θάνατο... Και βέβαια, πίσω από τον λυρισμό και την ομορφιά, καθώς και τη λεβεντιά των ποιμένων μας, πρέπει να νιώθουμε, να «βλέπουμε» και τη σκληρή ζωή τους: περνούν τον καιρό τους εκτρέφοντας ποίμνια, που είναι η ζωή μας (γάλα, τυρί, δέρματα, μαλλιά, κρέας)... Ζουν νύχτα-μέρα εκτεθειμένοι κυριολεκτικά στα στοιχεία της Φύσης: κρύο, βροχή, χιόνια, αέρηδες, καλύβες... ούτε τα στοιχειώδη για μια ανθρώπινη κατάσταση του σώματος... φορτωμένοι, ποδαρόδρομος, ανήφοροι, γκρεμοί, λύκοι, και άνθρωποι εχθρικοί... Ζωή μέσα στη μοναξιά... Και όμως παράλληλα κοινωνικοί, με αισθήματα, με παιδιά, με οικογένειες. Οι ποιμένες μας! Κορμιά τυραννισμένα -παιδιά, γυναίκες, άντρες και τα ζωντανά τους. Τους έζησα, όταν ήμουν παιδί και πηγαινοερχόμουν στο Γυμνάσιο, Παλαιοχώρι-Άγναντα, και κάθε φθινόπωρο και άνοιξη περνούσα μέσα απ’ τα κοπάδια τους στο δρόμο, τις φορτωμένες γυναίκες, τα μουλάρια, τα παιδάκια, και από πάνω η βροχή ή ο ήλιος. Ένας μεγάλος έπαινος πρέπει στον Νίκο Καρατζένη, ο οποίος με βαθιά γνώση και δυνατό λόγο έγραψε για τους ποιμένες μας. Διότι αυτοί -μαζί με τους γεωργούς- είναι η πηγή της ζωής ολόκληρης της κοινωνίας. Και τους αξίζει ένα πνευματικό μνημείο αιώνιο. Και το μνημείο αυτό για τους ταλαιπωρημένους,

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλ ιοπαρ ου σία σ η

265

όμως συγχρόνως άξιους και δυνατούς ανθρώπους των Τζουμέρκων, το μνημείο αυτό το έστησε με λόγο πλούσιο και δυνατό, αναθρεμμένος μαζί τους, με πείρα, πόνο και αισθήματα, το έστησε ο Νίκος Καρατζένης -ένας λεβεντάνθρωπος ποιμένας κυριολεκτικά και μεταφορικά, ένας ποιμένας κι αυτός στης ζωής τον αγώνα.

* Η Αγγ. Ζολώτα είναι Φιλόλογος.

Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


266

Βιβλιοπαρουσίαση

Κώστας Τραχανάς*

Παναγιώτας Λάμπρη: «Κωνσταντίνος Α. Διαμάντης-Ο Ιστορητής» iwrite.gr/Πρότ υπες Εκδόσεις Πηγή, 2011, σελ. 306

Χ

ρόνια πριν ,τον παλιό καιρό, ο κόσμος ήταν γεμάτος με κάθε λογής λάμψεις και η ζωή ένα όνειρο… Ένα ταξίδι νοσταλγίας σε καιρούς που η ζωή δεν είχε παρενθέσεις και καμένα όνειρα , που όλα ήταν μια πιθανή βεβαιότητα. Μας μεταφέρει στη σημερινή πραγματικότητα το βιβλίο «Κωνσταντίνος Α. Διαμάντης-Ο Ιστορητής», της Παναγιώτας Λάμπρη. Στο βιβλίο αυτό, η συμπατριώτισσα συγγραφέας Παναγιώτα Λάμπρη, προσπαθεί να ανασυστήσει τη ζωή ενός αξιόλογου ανθρώπου, του Κωνσταντίνου Διαμάντη, από την Ροδαυγή Άρτας. Εικονογραφεί την προσωπικότητά του, ιχνογραφεί μια πολυσχιδή διαδρομή στο χρόνο, ρίχνει φως στη πορεία του, με βάση το προσωπικό αρχείο του εκλιπόντος ,αρχειακά τεκμήρια, ντοκουμέντα της εποχής και το πνευματικό του έργο. Αυτοπεριορίζεται, δηλώνοντας πως δε συντάσσει μια μυθιστορηματική βιογραφία, αλλά ανασύρει δεδομένα παράλληλα με το δικό της συγκινητικό σχολιασμό για το έργο και κυρίως τις στοχαστικές της παρεμβάσεις. Μέσα από αποκαλυπτικές λεπτομέρειες, η συγγραφέας κτίζει έναν κόσμο μικρό, που μεγεθύνεται ωστόσο από τη βαθύτητά του. Ικανή πεζογράφος, ξέρει να ξεχωρίζει το ελάχιστο, τις ακίδες της τρέχουσας ζωής, το σιωπηρό, την αδρανή εικόνα. Η συγγραφέας υψώνει μπροστά μας, σελίδα τη σελίδα, ένα λογοτεχνικό οικοδόμημα, ένα έργο με διαχρονική αξία. Δεν αρκείται στο να ζωντανεύει το παρελθόν, αλλά θέτει καίρια ερωτήματα για τον κόσμο του σήμερα, για το αύριο, για το πάντα. Με την ακρίβεια και τις λεπτομέρειες της περιγραφής αποτυπώνονται ο τόπος και οι άνθρωποι, σ’ εκείνους τους χρόνους. Βοηθούν και τα κείμενα μικρά και αιχμηρά, που δίνουν τις εντυπώσεις και τις σκέψεις του Κ. Διαμάντη. Οι λέξεις διατηρούν το ειδικό συγκινησιακό τους βάρος. Κείμενα, γράμματα, ποιήματα, σημειώσεις, στοχασμοί, σχέδια, ερωτήματα, αμφιβολίες, στιχουργήματα, μικρές ακαριαίες σκέψεις ριγμένες στο χαρτί, στιγμές, ενοράσεις και πάθη της καθημερινής ζωής, αισθήματα και περιστατικά και πράγματα, ιδιωτικά ή δημόσια, ένα ποικίλο και πολύτροπο ημερολόγιο, όπου ο βίος και οι προσωπικές εμμονές ενός ανθρώπου που χαίρεται να δημιουργεί

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλ ιοπαρ ου σία σ η

267

συνυφαίνονται , όλο και πιο πυκνά, με την αγωνία του για την ηθική υπόσταση του έργου. Στο βιβλίο αυτό παρακολουθούμε την πορεία του Κ. Διαμάντη. Μια πορεία συγκλονιστική . Φιλόδοξη στόχευση, απόλυτη αυτοπεποίθηση, ευρυμάθεια, οξύνοια, αδιάκοπη προσπάθεια και σιδερένια θέληση που ξεπερνά όλα τα εμπόδια. Ο Κ.Διαμαντής δεν έπαψε ποτέ να σκέφτεται, να επεξεργάζεται, να γράφει και να συμπληρώνει. Ως γνήσιος πνευματικός άνθρωπος ανάλωσε τη ζωή του στη μελέτη και τη συγγραφή και άφησε μια πλούσια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές και αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση. Άριστος σμιλευτής της γλώσσας, πολυδιαβασμένος, με δύναμη σκέψης και διαύγεια πνεύματος ήταν ο Κ. Διαμάντης. Προσωπικότητα που προσπαθούσε να προσφέρει στον τόπο του. Έζησε μια ζωή πολύ πέρα από τη δική του. Έζησε μια ζωή που επηρέασε όλους μας. Η κληρονομιά του είναι πολύ ευρύτερη και εντοπίζεται περισσότερο στα μοναδικά ανθρώπινα χαρίσματά του, στο ήθος συνδυασμένο με την αξιοσύνη. Το έργο του είναι πολύ μεγάλο. Στα «Άπαντα», 25 τόμους τον αριθμό, πραγματεύεται λαογραφικά θέματα της Ροδαυγής και των άλλων χωριών των Τζουμέρκων, της Ηπείρου, αλλά και θέματα ιστορικά, λογοτεχνικά, θρησκευτικά. Περιέχει ποίηση, ημερολόγια, μεταφράσεις και διασκευή ξένης ποίησης, πεζογραφία, φιλοσοφία. Ως διδάκτωρ της Φιλοσοφίας και ως Διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους είχε τεράστια πνευματική ενασχόληση με την επιστήμη και τα γράμματα. Ο Κ. Διαμάντης ήταν πολυδιάστατος και πολυσχιδής: επιστήμονας ,ερευνητής, ιστορητής, λαογράφος, μεταφραστής, ποιητής, συγγραφέας, κριτικός, τιμητής, οραματιστής, στοχαστής, φιλόσοφος, θεολόγος, αγωνιστής, δημιουργικός, πατέρας, αδερφός και κέρβερος. Ο σύγχρονος κόσμος ξέρει πολύ καλά να συστήνεται όπως δεν είναι. Το πραγματικό του πρόσωπο το κρατά πιστά πίσω από τα φώτα, πίσω από τις λαμπρές βιτρίνες. Η συγγραφέας με την βιογραφία του Κ. Διαμάντη ξεμασκαρεύει τη δύσοσμη πραγματικότητα ενός συστήματος που αγνοεί πλέον τον άνθρωπο και τις αξίες του και επικεντρώνεται στο κέρδος. Ενός συστήματος που επενδύει άγρια στον εγωισμό, στην ατομικότητα, στην έξαλλη κατανάλωση, στην τεράστια προθυμία να αναδείξει την κάθε μετριότητα σε όλους τους τομείς της ζωής σε βάρος όλων των αρίστων της κοινωνίας. Σε περιόδους κρίσης φαίνονται οι αδυναμίες και οι αλήθειες του συστήματος. Έ τ ο ς 1 3 ο - Τε ύ χ ο ς 1 3 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 2


268

Βιβλιοπαρουσίαση

Μια μεγάλη αλήθεια για την κρίση της χώρας μας είναι η έλλειψη προσωπικοτήτων. Οι ηγέτες μας όχι μόνο δεν εμπνέουν, αλλά προκαλούν τον γέλωτα. Η συγγραφέας στο βιβλίο αυτό, μας στέλνει το μήνυμα ότι: ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος του Χάξλεϊ είναι εδώ κι όχι κάπου στο μέλλον. Η συγγραφέας διασώζει τη μνήμη ενός άξιου πνευματικού ανθρώπου της περιοχής μας από τη λήθη, την άγνοια, την ισοπέδωση και την απαξίωση. Ο Κωνσταντίνος Διαμάντης αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση στην εποχή της κρίσης. Αποτελεί το έργο του αντίδοτο στην εποχή της κρίσης. Μπορεί να λειτουργήσει αφυπνιστικά στην ηθική και πνευματική κρίση του σήμερα, στον Πολιτισμό της Λήθης, στη Λήθη του Πολιτισμού. Η μνήμη είναι η τελευταία γραμμή άμυνας για να ξεφύγουμε από τον ανταγωνισμό της παρακμής. Δείτε το βιβλίο αυτό σαν «αρμυλίκι», που πασχίζει, σταλιά σταλιά, να μαζέψει τους χυμούς της λαογραφίας, της ποίησης, της ιστορίας και της ζωής του Κ. Διαμάντη, ενός ιστορητή που δρόσισε με τις λέξεις και τα έργα του τη βάρβαρη προπολεμική, κατοχική και μεταπολεμική περίοδο και την άγονη και μικρόψυχη ζωή της Άρτας και της Αθήνας, την ίδια ιστορική περίοδο. Το γοητευτικό ταξίδι της Παναγιώτας Λάμπρη στη μνήμη, στη φαντασία και στο χρόνο, δηλαδή στα κοιτάσματα και στις προεκτάσεις της πραγματικότητας, το επαναλαμβάνει και ο αναγνώστης διατρέχοντας αυτό το εξαιρετικό βιβλίο. Αφηγούμαστε για να ζήσουμε. Να ένα άλλο μήνυμα που εκπέμπει το βιβλίο «Κωνσταντίνος Α. Διαμάντης-Ο Ιστορητής» της ακούραστης φιλολόγου Παναγιώτας Λάμπρη. Ένα από τα ωραιότερα κείμενα στα οποία η συγγραφέας κατάφερε να κρατήσει κοντά της, φέρνοντας ταυτοχρόνως πιο κοντά σε εμάς, τον άνθρωπο και επιστήμονα Κ. Διαμάντη. Έρχεται κάποια στιγμή που πρέπει να αφήσουμε τους νεκρούς να …φύγουν. Να τους αφήσουμε να γίνουν φωτογραφία στο τραπέζι, σαν αυτή την φωτογραφία του εξωφύλλου και η οποία δεσπόζει σε όλα τα κεφάλαια του βιβλίου της Παναγιώτας Λάμπρη. Ο «δικός » της νεκρός όμως δεν είναι η «φωτογραφία στο τραπέζι». Είναι το πορτραίτο που τη συντροφεύει. Ο άλλος της πνευματικός εαυτός που της μιλά και μας μιλά... Το βιβλίο αυτό είναι ένας φόρος τιμής στους λόγιους όλου του κόσμου και, κυρίως, στους πραγματικούς, ευσυνείδητους και ακούραστους επιστήμονες και συγγραφείς της περιοχής της Άρτας. Η Παναγιώτα Λάμπρη γεννήθηκε στη Ροδαυγή Άρτας, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και υπηρετεί στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση . Άλλα έργα της είναι :«Ροδαυγή , ρόδο της αυγής» και «Το χάσικο ψωμί». Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Βιβλ ιοπαρ ου σία σ η

269

Νίκου Καρατζένη: «Η διάβαση του Σμόλικα» Φωτογραφίες: Έλλη Καρατζένη. Ιδιωτική Έκδοση, 2011, σελ. 30 Η Σαμαρίνα είναι από τα γνωστά Βλαχοχώρια της χώρας και βρίσκεται στα σύνορα της Δυτικής Μακεδονίας και Ηπείρου στο νομό Γρεβενών.Είναι κτισμένη στις βορειοανατολικές πλαγιές του Σμόλικα, του οποίου η υψηλότερη κορυφή είναι 2.637 μ. Η Σαμαρίνα έχει υψόμετρο 1.450 μ. και είναι το ψηλότερο χωριό της Ελλάδας και των Βαλκανίων. Ο Νίκος Καρατζένης και η σύζυγός του Έλλη ταξίδεψαν στη Σαμαρίνα, για να ακολουθήσουν ένα κοπάδι πρόβαταπου ξεκινά να ξεκαλοκαιριάσει στον Σμόλικα. «Θαμποχάραμα στη Σαμαρίνα 11 Ιουλίου 2011.Το κάμα βράζει στους κάμπους, μα στου Σμόλικα τις παρυφές ένα ανάλαφρο αεράκι δροσίζει τα πρόσωπά μας, αναζωογονεί το σώμα και μας γεμίζει αισιοδοξία. Τα δυο γαλαροκόπαδα του Σαμαρινιώτη τσέλιγκα Θωμά Ζιάγκα, που αριθμούν 1200 περίπου πρόβατα, αρματωμένα με τα κουδούνια και τους κύπρους, ξεκινούν για τον Σμόλικα, το μόνιμο ξεκαλοκαιριό τους από το 1964 με συνοδούς τους τζομπαναραίους τους, «τα άσπρα» με τον Σεφέρ και «τα μαύρα» με τον Αραφάτ. Επικεφαλής και των δυο κοπαδιών ο ίδιος ο αρχιτσέλιγκας, ο Θωμάς Ζιάγκας και ως βοηθοί «στα άσπρα» η σύζυγός μου Έλλη και εγώ. Είκοσι και πλέον τζομπανόσκυλα, φλώρα παρδαλά και μαύρα συνοδοιπορούν με τα πρόβατα, κάποια προηγούνται ως ανιχνευτές, άλλα κινούνται ανάμεσα στα δυο κοπάδια και κάποια κλείνουν την πορεία…» Ένα ολοήμερο ταξίδι από τη Σαμαρίνα στο διάσελο «Μπογδάνο» με την πράσινη χλόη στην πρώτη και χαμηλότερη κορυφή του Σμόλικα (ύψος 2.050 μ.), μετά στο δεύτερο διάσελο «στου Γιαννάκη».Ακολουθεί η ανηφόρα «Το κόκκινο χώμα», έπειτα στη θέση «Καζάνια» στα ριζά της Μύσσιας. Άνθρωποι και ζώα βαδίζουν στο οροπέδιο της Μύσσιας που τους οδηγεί στην τρίτη και ψηλότερη κορφή του Σμόλικα (ύψος 2.637 μ.) στολισμένη με χιόνια 2 μέτρων ύψος, Ιούλιο μήνα! Μετά πέφτουν στον Βαθύλακκο και ξανά ανεβαίνουν στη μικρή Δρακόλιμνη και τέλος στον αυχένα στη θέση Παλιόστρουγκα και καταλήγουν εφτά η ώρα το βράδυ στα γρέκια των βοσκών στα «Βουρτόπια». Το βιβλίο αυτό είναι ένας ύμνος στον άνθρωπο. Ένας ύμνος στον τσέλιγκα Θωμά Ζιάγκα. Ένας ύμνος στα