Page 1


Τζουμερκιώτικα

ΧΡΟΝΙΚΑ

Δελτίο της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων

#

12

Έτος 12ο - Ιούνιος 2011


Διοικητικό Συμβούλιο

Συντακτική Επιροπή

Μαργώνης Κωνσταντίνος Πρόεδρος Μπαζούκας Αθανάσιος Αντιπρόεδρος (Τομέας Ηπείρου) Καραγιάννης Ναπολέων Αντιπρόεδρος (Τομέας Β. Ελλάδας) Τριάντου Όλγα Γενική Γραμματέας Σφώρος Νικόλαος Οργανωτικός Γραμματέας Πατσούρας Αθανάσιος Ταμίας Καρατζένης Νικόλαος Έφορος Φλωράκης Βασίλειος Υπεύθυνος Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων Μακρής Αθανάσιος Μέλος

Νικόλαος Καρατζένης Φιλόλογος-Λαογράφος Κωνσταντίνος Μαργώνης Φιλόλογος-Κριτικός Λογοτεχνίας Νίκος Μπριασούλης Φιλόλογος-Συγγραφέας

ΕΞΩΦΥΛΛΟ: † Δημήτρης Χατζόπουλος ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: Μάνθος Σκαργιώτης Φιλόλογος-Συγγραφέας

Υπεύθυνοι Ειδικών Επιτροπών Λαογραφίας: Μαρίνα Βρέλλη, Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ιστορίας: Θεόδωρος Παππάς, Καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου, Ιστορικός Γλώσσας: Γεώργιος Γιαννάκης, π. Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Φυσικού Περιβάλλοντος: Παύλος Σμύρης, Καθηγητής Α.Π.Θ., Δασολόγος Συλλογής Λαογραφικού Υλικού: Βούλα Γεωργονίκου, Συλλέκτρια Αρχαιολογίας και Ιστορικών Μνημείων: Ανθή Αγγέλη, Αρχαιολόγος Συντονισμός του ερευνητικού έργου: Νίκος Μπριασούλης, Φιλόλογος

© ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ 470 43, Άγναντα Άρτας URL: http:// www. ilet.gr Τηλ.: 210.3826232, 26510.32996, 2310.438889

ISSN: 1790-4153

Εκδοτική Παραγωγή: Ηπειρωτικές Εκδόσεις «Πέτρα» Οικονόμου 32, 106 83, Αθήνα. Τηλ.: 210 8233830, Fax: 210 8238468 E mail: ekdoseispetra@hotmail.com


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

EDITORIAL Κώστας Μαργώνης

9

Το μεγάλο μας στοίχημα

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ Γιώργος Αντάρης Απόστολος Μπουρνάκας

11 16

Γιώργος Α. Φλώρος Μανόλης Μαγκλάρας Γιάννης Στάμος Νίκος Β. Καρατζένης

27 30 40 45

Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος

62

Δημήτρης Παππάς

74

ΤΟΠΙΚΟ ΓΛΩΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ Χρήστος Αρ. Παπακίτσος

Οι Ξυλοφωτιές Απομεινάρια τις Μυθολογικής κοσμοαντίληψης Το Γέν’μα Συρρακιώτες Τυροκόμοι και Τυρέμποροι Το πενηνταράκι και το τάλιρο Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι Γκλίτσα: Νοηματοδότηση και ανανοηματοδότηση «ταπεινών» αντικειμένων Περδικολαλήματα (προσωπικές εμπειρίες)

81

Λαμπρινή Αρ. Στάμου

92

ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ευστρατία Συγγέλλου

99

Αφροδίτη Καμάρα

108

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης Κωνσταντίνος Μπαρμπούτης

118 126

Ελευθέριος Παπακώστας

134

Γρηγόρης Μανόπουλος

144

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης Δημήτριος Γ. Καλούσιος

151 160

Οι Τζουμερκιώτες μαστόροι και η γλώσσα τους Να σι ξιχάσ’ ου χάρους Ο «ορεινός» πόλεμος στη Μεσαιωνική Ήπειρο: η περίπτωση της Πίνδου Οι βρετανικές «μυστικές αποστολές» στα Τζουμέρκα και ο ρόλος τους στην Ελληνική Εθνική Αντίσταση Το Ολοκαύτωμα του Αθαμανίου Από τις περιηγήσεις στην Ήπειρο (1805-1810) του Άγγλου Γουλιέλμου Μ. Ληκ Γώγος Μπακόλας: Υπό το πρίσμα των πηγών της Ιστορίας Τζουμέρκα και Κατσανοχώρια από τον 17ο-19ο αιώνα Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων Αναφορές του Ματσουκίου Ιωαννίνων κατά τον 18ο και 19ο αιώνα


ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ-ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ Όλγα Τριάντου Ανδρέας Ρίζος

169 176

Οι ζωές των ανθρώπων μας Το πετρογέφυρο της Πλάκας

ΤΕΧΝΗ-ΠΑΡΑΔΟΣΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου

185

Ανθή Αγγέλη

200

Κωνσταντίνα Ζήδρου

208

Κώστας Ι. Μάμαλης Παναγιώτα Π. Λάμπρη

230 243

Η Κόκκινη Εκκλησιά στο Βουργαρέλι της Άρτας Γνωριμία με το Αρχαιολογικό Μουσείο της Άρτας Ο μυθικός επώνυμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας στη γραμματεία της ύστερης αρχαιότητας και της βυζαντινής περιόδου Παραδοσιακός οικισμός «Βατάτσι» Του γιοφυριού της Άρτας

ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΔΙΑΠΡΕΨΑΝΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΩΝ Λουκία Αντωνίου

259

Χρίστος Ν. Λαμπράκης

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Βασίλης Αναγνωστόπουλος

265

Κώστας Μαργώνης

269

Μαριάνθη Καπλάνογλου

271

Δημήτρης Βλαχοπάνος

278

ΚΡΙΤΙΚΗ Γιώργος Κ. Χατζόπουλος Δημήτριος Γ. Καλούσιος Νικόλαος Παπαθεοδώρου

Μάνθου Σκαργιώτη: «Ένα κλειδί, τρεις πόρτες Χρήστου Σβετζούρη: «Τζούμα Γραίκα, Μουστοθυσία Αθαμάνων» Ευάγγελου Αυδίκου: « Εισαγωγή στις σπουδές του λαϊκού πολιτισμού. Λαογραφίες, λαϊκοί πολιτισμοί, ταυτότητες» Γιάννη Παπακώστα: «Τα διατηρητέαΚείμενα της μνήμης και της ελπίδας»

281 283 286

ΧΡΟΝΙΚΟ ΑΠ’ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Μάνθος Σκαργιώτης

«Τζουμερκιώτικά Χρονικά» Νέες εκλεκτές εκδόσεις Δημητρίου Γ. Καλούσιου: «Ο Κώδικας της Μητροπόλεως Λαρίσης»

287

Ημερίδα στην Πράμαντα Βιβλιοπαρουσίαση στον Καταρράκτη Άρτας Εκδηλώσεις στα Τζουμέρκα Εκδηλώσεις στην Αθήνα Εκδήλωση αφιερωμένη στον Κ. Μπαλάφα

288


ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΗ ΜΟΥΣΑ Σταυρούλα Καραβασίλη

289 291

Γιώργος Κοτζιούλας

293

Γιάννης Τσίπης

295

Γεώργιος Παπαγεωργίου-Ράγγος Σωτήρης Ζυγούρης

297 299

Κωνσταντίνος Α. Διαμάντης

300 301

Ταξίδι Άνοιξη Παιδί της Μάνας γης Αυτοβιογραφία Τα ρόγκια Τι καλά που θα ’τανε Φθινοπωρινό σονέττο Περιπλάνηση Υπάρχω Μνήμες Ο μύλος του χωριού Ο θάνατος της βρύσης


EDITORIAL Κώστας Μαργώνης

Το μ ε γ ά λ ο μ α ς σ τ ο ί χ η μ α

Ε

λαφρά παραλλαγμένος ο τίτλος παραπέμπει στο «Μεγάλο μας τσίρκο», το πασίγνωστο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλη. Σκεφτήκαμε έτσι να αποχαιρετήσουμε τον μεγάλο θεατρικό συγγραφέα και ποιητή, που πριν από λίγο καιρό (τέλη Μαρτίου του 2011) έφυγε από κοντά μας, αφήνοντας πίσω του ένα πλούσιο πνευματικό έργο και μια διαδρομή που θ’ αποτελεί λαμπρό υπόδειγμα για τις νεότερες γενιές. Είναι αυτός που μέσα από τη φρίκη του ναζιστικού στρατοπέδου Μαουτχάουζεν, όπου ήταν αιχμάλωτος, μας έφερε τους αξέχαστους στίχους, που με τη μελωδία του Μ. Θεοδωράκη σφράγισαν ανεξίτηλα την ευαισθησία μας και την ανθρωπιά μας: Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου, με το καθημερινό της φόρεμα κι ένα χτενάκι στα μαλλιά! Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία... Κι ερχόμαστε στα καθ’ ημάς, για να διαπιστώσουμε ότι τον τελευταίο καιρό οι δραστηριότητες και ενασχολήσεις της ΙΛΕΤ κάλυψαν ένα ευρύτατο φάσμα πνευματικών, επιστημονικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων, φτάνοντας σ’ ένα πραγματικό κρεσέντο. Η πιο σημαντική μας εκδήλωση ήταν η Ημερίδα που διοργανώσαμε το καλοκαίρι του 2010 στην Πράμαντα με θέμα «Τοπικά στοιχεία της πολιτισμικής ταυτότητας των Τζουμερκιωτών». Όλοι οι εισηγητές φώτισαν με σοβαρό και υπεύθυνο τρόπο πτυχές της πολιτισμικής ταυτότητας του τόπου μας και παρουσίασαν στοιχεία και πληροφορίες που δίνουν ισχυρή ώθηση στην έρευνα για τη μελέτη της τοπικής παράδοσης και κοινωνίας. Με τον προσωπικό τους τρόπο ανέδειξαν στοιχεία της ντόπιας πολιτιστικής ταυτότητας που λειτουργούν ως μοχλοί πολιτιστικής αντίστασης στον ισοπεδωτικό οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης. Απόψεις τόσο πρωτότυπες αλλά και τόσο ενδιαφέρουσες είναι σίγουρο ότι θα συζητηθούν πολύ και θ’ αποτελέσουν αντικείμενο γόνιμου προβληματισμού, όχι μόνο στα Τζουμέρκα και την Ήπειρο, αλλά σ’ ολόκληρη τη χώρα. Γιατί είναι γνωστό, με πόση αγωνία αναζητούν οι λαοί αντίδοτα και τρόπους άμυνας στην καταλυτική επέλαση της παγκοσμιοποίησης Μια άλλη εκδήλωση, με ξεχωριστή σημασία, ήταν εκείνη που συνδιοργανώσαμε, στις 19-03-2011, στην Ιστιαία της Εύβοιας, με τον τοπικό πολιτιστικό φορέα και ήταν αφιερωμένη στον καταξιωμένο Τζουμερκιώτη φωτογράφο Κώστα Μπαλάφα. Το γεγονός ότι εμπιστεύτηκαν εμάς για τη διοργάνωση μιας τέτοιας Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


10

Κώστας Μαργώνης

εκδήλωσης, σε μια πόλη της ελληνικής περιφέρειας που δεν βρίσκεται κοντά στα Τζουμέρκα, υποδηλώνει το κύρος της Εταιρείας και υπογραμμίζει την ευρύτερη απήχηση που βρίσκει η παρουσία και το έργο της. Είναι φυσικό, λοιπόν, με όλα αυτά, να ενισχύεται η αυτοπεποίθησή μας και να νιώθουμε ακόμα πιο μεγάλη την ευθύνη να συνεχίσουμε με την ίδια συνέπεια και αποφασιστικότητα την υπερδεκαετή δημιουργική μας πορεία. Εξάλλου, όπως είναι γνωστό σε όλους, φροντίζουμε να είμαστε σε στενή επαφή και αγαστή συνεργασία τόσο με τους φορείς της Τζουμερκιώτικης αποδημίας στο Λεκανοπέδιο και αλλού, όσο και με τους πνευματικούς και πολιτιστικούς φορείς των δύο κοντινών αστικών κέντρων, Ιωαννίνων και Άρτας, που βρίσκονται σε οργανική σχέση με τα Τζουμέρκα και στα οποία παρεπιδημεί ένας μεγάλος αριθμός συμπατριωτών μας. Υποθέτω πως γίνεται απ’ όλους αντιληπτό ότι η αδιατάρακτη επαφή και η δημιουργική σύμπραξη με τους απανταχού Τζουμερκιώτες, σε όλα τα επίπεδα και με όλες τις μορφές, δεν έχει καμία σχέση με εθιμοτυπικές ή κοσμικές συγκεντρώσεις. Αντίθετα, πρόκειται για σοβαρές εκδηλώσεις, που αποτελούν συνθήκη αναγκαία και προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για την ευόδωση των ερευνητικών και επιστημονικών μας σχεδιασμών. Σε ό,τι αφορά, τέλος, το εγχείρημα με τις Ομάδες Έρευνας και καταγραφής έγινε πολύς λόγος τα τελευταία χρόνια και δε χρειάζεται να μακρηγορήσω. Χωρίς αμφιβολία, είναι το μεγάλο μας στοίχημα κι ο λόγος είναι απλός: δεν πρόκειται εδώ για θεωρητικές μελέτες και επιστημονικές αναλύσεις και μόνο που θα πλουτίσουν τη σχετική βιβλιογραφία, αλλά για την καταγραφή του γλωσσικού υλικού που ακόμη σώζεται, για κάτι χειροπιαστό, που κινδυνεύει να χαθεί. Υλοποιούμε έτσι μία απ’ τις πρωταρχικές μας καταστατικές αρχές, τη διάσωση ενός μέρους της λαϊκής μας παράδοσης. Η καταγραφή του τοπικού ιδιώματος και των τοπωνυμίων απ’ τις Ομάδες Έρευνας του κάθε χωριού θα ολοκληρωθεί ως το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου. Πολύτιμο γλωσσικό υλικό της προφορικής παράδοσης αποθησαυρίζεται και τίθεται στη διάθεση των ειδικών για μελέτη και αξιοποίηση. Χωρίς υπερβολή, διασώζεται ένα πολύτιμο κομμάτι του πνευματικού μας πολιτισμού. Φαίνεται, λοιπόν, πως αυτό το στοίχημα το κερδίζουμε. Η καταγραφή ωστόσο και η συλλογή λαογραφικού υλικού δεν θα σταματήσει εδώ. Με αυτές τις σκέψεις και τα συναισθήματα απευθύνομαι σε όλα τα μέλη, τους φίλους και τους συνοδοιπόρους μας, που παρακολουθούν την προσπάθειά μας και μας συντρέχουν όσο και όπως ο καθένας μπορεί. Απευθύνομαι και σε όλους τους φιλογενείς Τζουμερκιώτες και τους καλώ να πυκνώσουν τις τάξεις μας. Έχουμε μπροστά μας πολλή και σημαντική δουλειά και γι’ αυτό δε μας περισσεύει κανείς. Σε μια εποχή γενικής δυσπραγίας και δυσθυμίας, όπου οι κακές ειδήσεις πληθαίνουν κι ο ουρανός είναι φορτωμένος με βαριά, μαύρα σύννεφα, εμείς εκεί πάνω στα Τζουμέρκα έχουμε το τζάκι αναμμένο και το σπίτι της ΙΛΕΤ ζεστό με όνειρα και ελπίδες. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Λ Α Ο Γ ΡΑ Φ Ι Κ Α Γιώργος Αντάρης

Οι

Ξυλοφωτιές

Ξ

υλοφωτιές; Ξύλο συν φωτιές,φωτιές με καυσόξυλα, θα έλεγε απλά κάποιος ειδήμων περί τα ετυμολογικά. Αμ δε! Το λήμμα είναι πιο σύνθετο. Κι άμα το συνδέσεις με τις αγρυπνίες, Ξυλοφωτιές και αγρυπνίες,το θέμα πάει πολύ μακριά και γίνεται στοιχείο του πολιτισμού και της πίστης μας. Για να το συναντήσεις για τελευταία φορά, πρέπει να ανατρέξεις περισσότερο από μισόν αιώνα πίσω. Και πιο πίσω χάνεται στο βάθος του χρόνου, που τα καταβροχθίζει και τα χωνεύει όλα. Η Ακολουθία των Παθών της Μεγάλης Εβδομάδας λέγονταν και αγρυπνίες, λόγω της ώρας και της διάρκειας. Άρχιζαν αργότερα και διαρκούσαν περισσότερο, σε σύγκριση με τον καθημερινό εσπερινό, και, όπως ήταν φυσικό, οι πιστοί αγρυπνούσαν. Αλλά οι Ξυλοφωτιές; Σπεύδω. Αυτές φώτιζαν το δρόμο των πιστών στις αγρυπνίες. Ακόμα δεν είχαν βγει οι γνωστοί φακοί μπαταρίας για το περπάτημα τη νύχτα και, φυσικά, ούτε το ηλεκτρικό φως είχε εισβάλει άπλετο και εκτυφλωτικό στις εκκλησίες. Αλήθεια τι βάναυση εισβολή κι αυτή! Πού είναι η παλιά κατάνυξη με τον αμυδρό φωτισμό κεριών και καντηλιών; Την εποχή εκείνη, όσοι ήθελαν να παν στις αγρυπνίες και κατοικούσαν μακριά απ’ τό κέντρο, όπου ήταν η εκκλησία, όπως εμείς μικρά παιδιά, και προπαντός για να γυρίσουν, όταν η νύχτα είχε προχωρήσει και το σκοτάδι είχε βαθύνει,τα παιδικά μάτια είχαν μικρύνει απ’την κούραση της ημέρας και τη βραδυνή πεζοπορία, έπρεπε κάτι να φωτίζει το δύσβατο και συχνά απόκρημνο και ολισθηρό μονοπάτι. Η ανάγκη αυτή εφεύρε τις Ξυλοφωτιές. Οι Ξυλοφωτιές ήταν κάτι αυτοσχέδιοι πυρσοί που τους κατασκευάζαμε με πολύ μεράκι και δοκιμάζαμε μακρά αδημονία ώσπου να έρθει η ώρα να τις χρησιμοποιήσουμε. Δεν ήταν σαν το πρωτομαγιάτικο στεφάνι που το έπλεκες και το χαιρόσουν αμέσως. Οι Ξυλοφωτιές κατασκευάζονταν από νεαρά και ψωμωμένα βλαστάρια του δένδρου που το λέμε πουρδαλιά ή πουρδάλα. Ισως πήρε τ’όνομά της απ’τό γεγονός οτι, αν το ξύλο της το ρίξεις στη φωτιά, σκάει με δυνατό θόρυβο-πραπρα- και πετάει τα κάρβουνα έξω απ’το τζάκι. Η πουρδαλιά, παρά το κάπως παρεξηγήσιμο όνομά της, είναι ένα ταπεινό αλλά πανέμορφο, εξ αιτίας των χρωμάτων του, δένδρο της μεσαίας και χαμηλής δασικής ζώνης. Είναι γνωστό και στην πόλη με διάφορα ονόματα. Πωλείται και στα ακριβά ανθοπωλεία σαν Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


12

Γ ι ώ ρ γ ο ς Αν τ ά ρ η ς

ανθοδέσμες για τα χρώματα των κλαδιών της. Είναι δένδρο φυλλοβόλο. Τα φύλλα της στο σχήμα μοιάζουν με τα φύλλα της αχλαδιάς, αλλά τα χρώματα των φύλλων της, που μεταβάλλονται με την εποχή, είναι μοναδικά. Απο καφεκόκκινα, μόλις προβάλλουν, γίνονται πρασινοκόκκινα μόλις μεστώσουν και πνίγονται με τεράστιες χρυσοπράσινες, μεταξένιες τούφες από άνθη. Τα άνθη αργούν αλλά πέφτουν μόλις ωριμάσουν, και τα φύλλα αρχίζουν να κιτρινίζουν. Το Φθινόπωρο πριν πέσουν, για ένα δύο μήνες, παίρνουν τις πιο απίθανες αποχρώσεις από το πράσινο, κίτρινο, κόκκινο, βαθυκόκκινο και τέλος καφετί χρώμα. Είναι το πιο διακοσμητικό δένδρο του ποικίλου δάσους, που δίνει τα μοναδικά φθινοπωρινά χρώματα. Η πουρδαλιά, αν την κόψεις σύρριζα, την άνοιξη πετάει μία τούφα ολόϊσια βλαστάρια πάχους ενός κεριού και μήκους γύρω στο ένα μέτρο και πλέον. Αυτά τα βλαστάρια είναι γεμάτα γλυκό χυμό με πλούσια, στο ένα τρίτο του πάχους περίπου, ψύχα [μεδούλι]. Ξεφλουδίζονται πανεύκολα. Η φλούδα βγαίνει σε λωρίδες όσο και το μήκος τους. Τα «κυνηγούν» τα γίδια κι όσα δε ροκανίζονται τα ξεφλουδίζουν με τα δόντια τους και τρων’τη φλούδα. Αυτά, λοιπόν, τα βλαστάρια κατά τον Ιούνιο μήνα μόλις μεστώσουν, τα κόβουμε, τα ξεφλουδίζουμε, τα κατατάσσουμε σε ισομήκη και τα ξεχωρίζουμε σε χειροδεμάτια, δηλ. δεμάτια που χουφτιάζονται και κρατιούνται με το ένα χέρι. Τα δένουμε σε τρία ή τέσσερα μέρη με τις λωρίδες της φλούδας, που βγάζουμε απ’το ξεφλούδισμα, και μετά τα ξηραίνουμε. Το στέγνωμα ή αλλιώςτό ξήραμα είναι όλο το μυστικό της επιτυχίας. Τις Ξυλοφωτιές, όπως ονομάζονται αυτά τα δεμάτια, δεν τις ξηραίνουμε στόν ήλιο αλλά στο μπουχαρί, αργά, κοντά στή φωτιά. Τις τοποθετούμε όρθιες, μέσα και στο πίσω μέρος του τζακιού, και προσοχή μη μας λαμπαδιάσουν, όταν καίμε τη γάστρα. Ασφαλέστερα τις κρεμάμε όμορφα, ψηλά στη «μπούκα» του τζακιού που τρέχει προς την οροφή. Εκεί θα μείνουν να πυρώνονται και προπαντός να καπνίζονται κοντά ένα χρόνο, ως την επόμενη άνοιξη, που θα έρθει το Πάσχα, να τις ανάψουμε στις αγρυπνίες της Μεγάλης Εβδομάδας. Πρέπει να ξεραθούν καλά και προπαντός να διαποτιστούν απ’τον καπνό της φωτιάς. Τότε γίνονται εύφλεκτες και λαμπαδιάζουν (ανάβουν) σα να είναι διαποτισμένες με εύφλεκτο υγρό. Αναδίνουν ασπροκίτρινη λαμπερή φλόγα χωρίς καπνό και ιδιάζουσα ευχάριστη μυρωδιά. Καί σαν έρθει η Μεγάλη ’Βδομάδα οι Ξυλοφωτιές είναι η μεγάλη χαρά για τα μεγάλα παιδιά, που θα τις κρατάνε και τα μικρότερα που θα τις βλέπουν. Τις κρατάν και τα μικρά για λίγο με την επίβλεψη των μεγαλύτερων. Ο οικισμός μας, οικισμό να τον κάνει ο Θεός, είχε πεντέξι σπίτια όλα κι όλα, που για να επικοινωνήσει το ένα με το άλλο έπρεπε να εξαντλήσεις τη δύναμη της φωνής σου, που ήταν και ασκημένη γι’ αυτό. Τά τηλέφωνα και προπαντός τα κινητά τηλέφωνα είναι πολιτισμικά εργαλεία πολύ μεταγενέστερα. Ο οικιΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι

Ξυλοφωτιές

13

σμός απείχε από το κέντρο του χωριού, όπου και η εκκλησία που λειτουργούσε ο παπάς, περίπου δυόμισι ώρες με τα πόδια. Μην πάει ο νους σας σε δρόμους, αυτοκίνητα, ποδήλατα και τέτοια. Αυτά ήταν άγνωστα κι οι αποστάσεις μετριόνταν με ώρες ποδαρόδρομου. Κάθε σπίτι αυτού του αραιοκατοικημένου και λιλιπούτειου οικισμού είχε απο έξι ως δέκα(!) παιδιά (όπως το δικό μας) από τριών ως είκοσι χρονών. Αν σκεφτείς φωνές, κλάματα και τραγούδια, τα σκυλιά και γατιά, τα μικρά η μεγαλύτερα κοπάδια γιδοπρόβατα, τα χονδρικά (αγελάδια, γαϊδούρια,μουλάρια) ζώα, με κυπροκούδουνα και τις κραυγές τους, ο ευρύτερος χώρος έσφυζε από ζωή. Κάθε χρόνο, όχι γιατί το είχαμε τάμα, αλλά γιατί ήταν κάτι σαν πανηγύρι μας, τη Μεγάλη Εβδομάδα πηγαίναμε και παρακολουθούσαμε τις αγρυπνίες όπως λέγαμε την Ακολουθία του Θείου Δράματος. Από νωρίς, πριν βασιλέψει ο ήλιος συγκαιριάζαμε τα πράματα (ετοιμάζαμε τα ζώα μας), ετοιμαζόμαστε κι εμείς, φορούσαμε τα καλά μας, εκτός απ’τα παπούτσια που τα καλά τα κρατούσαμε στο χέρι να μη χαλάνε. Περπατούσαμε με τα παλιά ή ξυπόλυτοι και τα καινούργια τα φορούσαμε λίγο πριν φθάσουμε στην εκκλησιά. Αφήναμε πίσω για συνοδιά τα σκυλιά στα μαντριά και τους γονείς στο σπίτι, που πάντα παραχωρούσαν τη χαρά των ημερών στα παιδιά, και την ώρα που ο ήλιος φώτιζε μόνο το βουνό, ενα θεόρατο κάστρο, και το έβαφε κόκκινο, ξεκινούσαμε τρέχοντας για να προλάβουμε την Ακολουθία και το βαθύ σκοτάδι. Με φωνές, κραυγές και συνθήματα, συναντιόμαστε και με τους άλλους, καμιά δεκαπενταρία ή και είκοσι παιδούρια κάθε ηλικίας. Εκτός απ’τα καλά μας παπούτσια στα χέρια μας κρατούσαμε από ένα ως δύο δεμάτια ξυλοφωτιές, που θα τις ανάβαμε στην επιστροφή, κι ένα μικρό κεράκι, που μοσχοβολούσε. Τα κεράκια τα έφτιανε η μάνα μας πλάθοντας γνήσιο κερί, αφού πρώτα το πύρωνε να μαλακώσει, το ζύμωνε με τα δάχτυλά της και μετά το άπλωνε ομοιόμορφα γύρω από λινό σχοινί στρίβοντάς το ανάμεσα στις ανοιχτές παλάμες τις, ενώ κάποιος από μας κρατούσε γερά και τεντωμένο κατακόρυφα το σχοινί. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


14

Γ ι ώ ρ γ ο ς Αν τ ά ρ η ς

Πλησιάζοντας στην εκκλησία, κάπου εκατό ως διακόσια μέτρα, στην άκρη του χωριού, πάνω απ’το μύλο το βακούφκο, στο εικόνισμα στο κοντρί, κρύβαμε τις Ξυλοφωτιές και τα παλιά παπούτσια, φορούσαμε τα καινούργια και μετά από λίγα λεπτά δρόμο με το κερί στο χέρι μπαίναμε ήσυχα κι ευλαβικά στην εκκλησία. Τα φώτα μας ξάφνιαζαν μετά το σκοτάδι που αρκετά πριν μας είχε προλάβει στο δρόμο. Η ακολούθια είχε αρχίσει, αλλά αυτό δεν είχε και τόση σημασία. Οι μυρωδιές απ’τα αναμμένα κεριά και τα καντήλια, το θυμιατήρι με τα φραγκανίδια που ανέμιζε ο παπάς μπρος-πίσω, οι ψαλμωδίες, αιχμαλώτιζαν τις αισθήσεις μας και μας τύλιγε ασυναίσθητα μια ατμόσφαιρα κατανυκτική και συγχρόνως μελαγχολική, χωρίς να λείπει μια δυσδιαίσθητη ανατριχίλα, που σε διαπερνούσε αναίτια. Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας απ’ όσα ακούγαμε λίγα καταλαβαίναμε αλλά πολλά αισθανόμασταν. Αυτή η αντίθεση, που τη συνειδητοποίησα αργότερα, όταν είχα μάθει τη γλώσσα των ιερών βιβλίων, θεωρώ οτι είναι ένα βασικό στοιχείο της πίστης μας που ανάγεται ατή σφαίρα της μεταφυσικής. Με το πέρας της ακολουθίας βγαίναμε απ’ την εκκλησία έμπλεοι συναισθημάτων, εν πολλοίς ανεξήγητων, αλλά γρήγορα μας προσγείωνε ο κακοτράχαλος στενός κι ανάμεσα σε δύο τοίχους δρόμος του χωριού ως το εικόνισμα. Εκεί ξαναβγάζαμε τα καλά παπούτσια, φορούσαμε τα παλιά, όσοι είχαν, μην πω οτι από συνήθεια πατούσαμε πιο σίγουρα ξυπόλυτοι, κι ανάβαμε τις Ξυλοφωτιές, κατά κανόνα, απ’το καντήλι του εικονίσματος. Από ’δω άρχιζε κάτι μεταξύ τελετής και γιορτής της επιστροφής. Οι Ξυλοφωτιές λαμπάδιαζαν και μας συνέδεαν με την ατμόσφαιρα της εκκλησίας. Καθώς καιγόταν στον ελεύθερο, δροσερό και πεντακάθαρον αέρα ανέδυαν μιά ιδιαίτερη ευχάριστη ευωδιά του κλαδιού που διαχέονταν και αναμειγνύονταν με τις ανοιξιάτικες ευωδιές της φύσης. Η ασπροκίτρινη φλόγα του πυρσού της Ξυλοφωτιάς καθώς διέλυε το παχύ σκοτάδι έδινε ένα μπλαβί(βαθυγάλανο) φως

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι

Ξυλοφωτιές

15

γύρω-γύρω και απαλά, μεταβατικά χάνονταν με έναν ιδιότυπο ιριδισμό (πολυχρωμία) στην περίμετρό του. Μετά από μια απόσταση το σκοτάδι νικούσε κατά κράτος. Αυτό το γλυκό φως είχε κάτι απ’τη μυσταγωγία του τελετουργικού της ιερής ακολουθίας, και απ’τη ζεστή ατμόσφαιρα του εσωτερικού της εκκλησίας όπου, αντίθετα, ασφυκιούσες απ’τον πηχτό αέρα με τις μυρωδιές κεριών, καντηλιών και λιβανιών, και τις ζεστές ανάσες των πιστών. Ανάβαμε πολλές στην αρχή αλλά όχι όλες μαζί, ώστε να μας φτάσουν για όλη τη διαδρομή. Όπως βαδίζαμε ένας πίσω από τον άλλον, ανά δύο ή τρεις και μια Ξυλοφωτιά αρκούσε. Οσο για το πρατσάνισμα που πετούσε τσίκες (ή ιδιότητα της πουρδαλιάς να σκάει και να πετάει σπίθες) έδινε την αίσθηση τού βεγγαλικού. Και βέβαια την τέχνη δεν την ξέραμε μόνο εμείς αλλά όλα τα παιδιά και οι νέοι απ’ τους γύρω απομακρυσμένους οικισμούς. Έτσι έβλεπες μικρές ζωντανές πύρινες στρατούλες να κινούνται ακτινωτά στο σκοτεινό πεδίο της νύχτας και να χαρίζουν ένα θεσπέσιο θέαμα, που μοιάζει λίγο με την εικόνα της ανάστασης στην πόλη, που επιστρέφουν κρατώντας το άγιο φως, αλλά είναι σ’ αλλο χώρο και σ’αλλη κλίμακα (μέγεθος). Σχηματίζοντας φωτεινές γραμμές να χαράζουν αργά το σκοτάδι, που το στεγάζει ο έναστρος ουρανός και τρεμοπαίζοντας στο αεράκι που κατεβαίνει απ’ το βουνό, φαντάζουν νά απαντούν στήν παλόμενη στίλβη των αστεριών σε μιά μυστική υπερβατική επικοινωνία. Βαδίζαμε κι ο δρόμος φάνταζε ατέλειωτος. Τα πόδια βάραιναν, τα μάτια μισόκλιναν, οι Ξυλοφωτιές λιγόστευαν και κατ’ ανάγκη αραίωναν. Τα μικρά απόκαμναν και τα επωμίζονταν οι μεγάλοι. Εκεί τα έπαιρνε ο ύπνος. Είναι απίστευτο πόσο βαραίνει στην πλάτη σου ο άνθρωπος κοιμισμένος, και είναι αδύνατο εδώ να εξηγήσω πώς ενα μικρό μπορεί να αλλοιώσει το νόμο της βαρύτητας αν κοιμηθεί στην πλάτη σου. Κάποτε... φτάναμε επιτέλους στο σπίτι καί πέφταμε «ξερά» σ’ ενα βαρύν ύπνο γεμάτον όνειρα, ανάκατα απ’ τις παραστάσεις της μέρας που πέρασε και τις προσμονές της επόμενης που ξημέρωνε. Πέρασαν πολλές δεκαετίες και οι ίδιες εικόνες αναδύονται απ’ τη μνήμη μου κάθε χρόνο που η καμπάνα σημαίνει Μεγάλη Εβδομάδα.

Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


16

Απόστολος Μπουρνάκας*

Απομεινάρια της Μυθολογικής κοσμοαντίληψης «Απομεινάρια θαυμαστά, ερμιάς και μεγαλείου» Δ. Σολωμός «Ο μαγικός ο κόσμος δεν εκλείστη, κλειστός ο νους σου είναι, η καρδιά νεκρή» Γκαίτε Η αφετηρία

Μ

έχρι τα μέσα περίπου του εικοστού αιώνα οι κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου διατηρούσαν ακόμα ζωντανές τις μυθολογικές δοξασίες και τους θρύλους για διάφορα γεγονότα του παρελθόντος. Οι αφηγήσεις για ξωτικά, νεράιδες, για δαίμονες, για στοιχειά, ήταν προσφιλές θέμα και συνόδεψε τη ζωή τους ιδιαίτερα τις μακρές, τις χειμωνιάτικες νύχτες. Η φαντασία τους περιστρεφόταν γύρω από το ονειρώδες, το φανταστικό και το μαγικό. Έβλεπαν τον κόσμο μέσα από αυτό το μυθολογικό πλαίσιο και αυτά που διηγούνταν τα ένιωθαν σαν πραγματικά γεγονότα. Πολλές απ’ αυτές τις δοξασίες συλλέγονται σήμερα και καταχωρούνται στα λαογραφικά στοιχεία κάθε περιοχής με υποτιμητικούς όμως χαρακτηρισμούς. Στα βιβλία του Στέφανου Φίλου, για παράδειγμα «Άγναντα Άρτας» (σελ. 470-472) και «Τζουμερκοχώρια» (σελ. 421425) οι μυθολογικές δοξασίες χαρακτηρίζονται σαν προλήψεις και δεισιδαιμονίες, σαν προϊόντα αμάθειας, αγραμματοσύνης και απομόνωσης ή ακόμα και σαν σκόπιμα κατασκευάσματα. Αντίθετα με την άποψη αυτή, η παρούσα εργασία υποστηρίζει πως οι μυθολογικές δοξασίες ριζώνουν σ’ ένα βαθύτερο υπόβαθρο και είναι κατάλοιπα, απομεινάρια μιας κραταιάς κοσμοαντίληψης, της μυθολογικής κοσμοερμηνείας που μας συνδέει με το απώτερο και απώτατο παρελθόν. Ταυτόχρονα επιδιώκει μια εκ νέου αξιολόγηση του ψυχικού κόσμου των προπατόρων μας που έχει τις ρίζες του σε μια άλλη σχέση με τον κόσμο (στοιχείο θεμελιώδους σημασίας). Γι’ αυτόν τον σκοπό, στο πρώτο μέρος της εργασίας, καταγράφω ταξινομημένα τα μυθολογικά στοιχεία του τόπου όπου έζησα (όσα συγκράτησε η μνήμη) και σ’ ένα δεύτερο μέρος προβαίνω σε μια σύντομη ερμηνεία της μυθολογικής κοσμοαντίληψης με βάση τις νεότερες και σύγχρονες αντιλήψεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο ελπίζω να γίνει κατανοητή αυτή η πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής μας και να κερδίσει τη δέουσα εκτίμηση στη συνείδηση της σημερινής και των μεταγενέστερων γενεών. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απομε ιν άρια της Μυθολογ ικής κ οσμοαν τίληψ ης

17

ΜΕΡΟΣ Α΄ Μυθολογικές δοξασίες και θρύλοι 1) Μυθολογική ερμηνεία διαφόρων φυσικών φαινομένων. Οι ανεμοστρόβιλοι σχηματίζονται από τον χορό των δαιμόνων και των νεραϊδών και όποιος τύχει να περάσει από εκεί θα πάθει ζημιά. Οι αγέρηδες οφείλονται στην εκπνοή, στο φύσημα μεγάλων θηρίων που κρύβονται στα βάθη των θαλασσών. Το γνωστό ουράνιο τόξο είναι φανέρωση του θεού και γι’ αυτό λέγονταν «το ζωνάρι του θεού». Οι θεομηνίες είναι έκφραση οργής της θείας δύναμης. Πολλές ασθένειες οφείλονται στην επίδραση δαιμονικών στοιχειών. Ο ασθενής έτυχε να περάσει από μέρη που έχουν το διάβα τους οι δαίμονες ή πάτησε το τραπέζι (την τάβλα) των δαιμόνων. 2) Στοιχειωμένα περάσματα και σταυροδρόμια. Οι δαίμονες ακολουθούν ορισμένα δρομολόγια: απάτητες ράχες, βαθιά και ερημικά λαγκάδια. Σε ορισμένες τοποθεσίες ιδιαίτερα στα σταυροδρόμια, συγκεντρώνονται και στήνουν καρτέρι (ενέδρα). Σ’ ένα σταυροδρόμι μιας ερημικής περιοχής, στο Κοντέσι που ενώνει τρεις μαχαλάδες, είναι μια μεγάλη πέτρα με κυκλικό σχήμα και επίπεδη επιφάνεια. Σ’ αυτήν μπορούν να καθίσουν ίσια με 50 νοματαίοι. Εκεί λοιπόν, όπως διηγούνται, έστρωναν τραπέζι (τάβλα) οι δαίμονες και στη συνέχεια χόρευαν και γλεντούσαν. Αλίμονο σ’ όποιον τύχαινε να περάσει από εκεί εκείνες τις ώρες. 3) Οι πολύμορφες εμφανίσεις των δαιμόνων. Οι δαίμονες είναι τακτικοί επισκέπτες των ανθρώπων και παρουσιάζονται με πολλές μορφές, ιδιαίτερα τις νυχτερινές ώρες, με ανθρώπινη μορφή που συνοδεύουν κάποιον διαβάτη, με μορφή διαφόρων ζώων (σκύλου, τράγου, βοδιού), με μορφή πελώριου γίγαντα. Ακόμα κάνουν αισθητή την παρουσία τους με διαφόρους θορύβους (πέταγμα λιθαριών, υπερβολικό θρόισμα των φύλλων ενός δέντρου, με αλλόκοτες και ανεξήγητες κραυγές. 4) Οι μόνιμοι κάτοικοι των δασών και των πηγών. Στα πυκνά δάση ενοικούν υπερφυσικά πλάσματα: γίγαντες δαίμονες, στοιχειά, καλότυχες (νεράιδες). Οι νεράιδες συχνάζουν ιδιαίτερα στα ποτάμια και στις Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


18

Απόστολος Μπουρνάκας

βρύσες. Εκεί διασκεδάζουν αμέριμνες, χορεύουν και τραγουδούν. Είναι κατά το πλείστον φιλικές προς τους ανθρώπους, εκτός εάν καμιά φορά θυμώσουν. Ιδιαίτερα συγκεντρώνονται σ’ αυτά τα στέκια το καταμεσήμερο και τις βραδινές ώρες. Διευθύνονται από την αρχηγό τους την Κυρά-Κάλω. Οι νεράιδες είναι οι Νύμφες των Αρχαίων, οι οποίες όπως στην εποχή του Ομήρου έτσι και τώρα: «κρατούν τα δάση, τις πηγές και τα χλωρά λιβάδια» (Ιλιάδα Υ8) 5) Τα στοιχειά Είναι όντα υπερφυσικού μεγέθους, ακοίμητοι φρουροί ορισμένων καίριων σημείων, των σπιτιών, των πηγών, των μεγάλων δένδρων, των δασών. Στα θεμέλια κάθε σπιτιού κατοικεί ένα τέτοιο στοιχειό με μορφή φιδιού και το οποίο δεν επιτρέπεται να σκοτώσουν. Είναι η ίδια ακριβώς δοξασία όπως η αντίστοιχη της αρχαίας Ελλάδας. Τα στοιχειά είναι αλληγορική προσωποποίηση των δυνάμεων που προστατεύουν τη φύση και στήνουν φραγμό στις αυθαίρετες επεμβάσεις των ανθρώπων. Η βιομηχανική κοινωνία, όπως υποστηρίζει ο Γερμανός δραματουργός Hebbel (1813-1863), σκότωσε το στοιχειό που φύλαγε τις ιερές πύλες της φύσης και μ’ αυτή την πράξη διέπραξε το μεγαλύτερο έγκλημα. Καταπάτησε την ιερότητα της φύσης με ωμότητα και βία, χωρίς δέος και σεβασμό, αφαίρεσε απ’ αυτή όλες τις χάρες και την μετέτρεψε σε εκμεταλλευόμενο υλικό. 6) Η απομάκρυνση των δαιμόνων από τα σπίτια. Την παραμονή πρωτοχρονιάς πασπάλιζαν γύρω από τα σπίτια ένα μείγμα στάχτης, αλατιού και άλλων ουσιών και αυτό, κατά τη γνώμη τους, είχε την ιδιότητα να διώξει τα πονηρά πνεύματα. Αυτό το έθιμο ονομάζονταν “τα παγανά”. Η φράση προέρχεται από τη λέξη παγανός που σήμαινε τον κάτοικο της υπαίθρου και στη συνέχεια τον ειδωλολάτρη, επειδή οι κάτοικοι της υπαίθρου πιο συντηρητικοί διατήρησαν πολλές δοξασίες της αρχαίας ελληνικής πίστης, της ειδωλολατρίας όπως έλεγαν. 7) Η απομάντευση του μέλλοντος. Η αβεβαιότητα, ο φόβος και η ανησυχία για τα απρόβλεπτα της ζωής, ανάγκαζαν και αναγκάζουν τους ανθρώπους να προσπαθούν με διάφορους τρόπους να αποκρυπτογραφήσουν το άγνωστο. Έτσι αναπτύχθηκαν διάφορες «τεχνικές», η μαντική. Στην περίπτωση που εξετάζουμε αυτό γινόταν με την ερμηνεία διαφόρων οιωνών ή ενδείξεων, με την ερμηνεία των ονείρων και την Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απομε ιν άρια της Μυθολογ ικής κ οσμοαν τίληψ ης

19

προσφυγή σε ειδικούς μάντεις. Οιωνοί θεωρούνται πχ το πέταγμα και οι κραυγές ορισμένων πτηνών, η συνάντηση με ορισμένα ζώα, το θρόισμα των φύλλων ενός μεγάλου δένδρου και πολλά άλλα σημάδια. Η ερμηνεία των ονείρων είχε εξελιχθεί σε τέχνη. Τέλος πολλοί προσέφευγαν σε ειδικούς μάντεις. Εξπέρ ή ο κατ’ εξοχήν ειδικός σ’ αυτό το θέμα ήταν ο Γιώργος Τριαντάφυλλος (ο μπάρμπα-Γιώργος) από το Γραικικό Άρτας που ήταν γνωστός μέχρι το Καρπενήσι, την Αιτωλοακαρνανία και τη Θεσσαλία. 8) Η πίστη στη δύναμη της μαγείας. Όπως ακριβώς σε παλαιότερες εποχές, πίστευαν πως διάφορα παρασκευάσματα (μάγια) μπορούν να επηρεάσουν (να ωφελήσουν ή να βλάψουν) ανθρώπους, ζώα και φυτά. Αντίδοτο για τα μάγια, όπως και για τη βασκανία, ήταν τα διάφορα φυλαχτά που έφερναν μαζί τους (εγκόλπια, γκόλφια). Όλα τα σταυροδρόμια μπορούσαν να είναι ναρκοθετημένα με μάγια και ο φόβος γι’ αυτά ήταν πραγματικός, ιδίως στις γυναίκες. 9) Η βασκανία (το μάτιασμα) Ορισμένα βλέμματα εκπέμπουν αρνητική ενέργεια που επηρεάζει ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά και ορισμένους άλλους ευπαθείς και ακόμα ζώα (μια καλή γίδα ή αγελάδα) και δένδρα. Όλοι σχεδόν πίστευαν στη δύναμη της βασκανίας και κατά τη γνώμη μου είναι ένα φαινόμενο που αιτιολογείται και επιστημονικά. Αντίδοτο γι’ αυτήν ήταν τα φυλαχτά, η κατά το δυνατόν απόκρυψη από τα κακοήθη βλέμματα και το σβήσιμο των κάρβουνων. 10) Το βρυκόλιασμα των νεκρών Εάν η ταφή των νεκρών δεν έγινε σύμφωνα με τους καθιερωμένους τύπους ή από αμέλεια δρασκέλισαν το πτώμα ορισμένα ζώα, τότε ο νεκρός βρυκολιάζει, εξακολουθεί δηλαδή και μετά την ταφή του να εμφανίζεται και να ενοχλεί τους ζωντανούς και έτσι η ψυχή του δε βρίσκει ηρεμία. 11) Η πίστη στα θαύματα Η αιφνιδιαστική ανάρρωση ενός ασθενούς έγινε με την επέμβαση κάποιου αγίου, η πτώση βροχής ύστερα από μακρά ξηρασία είναι αποτέλεσμα των ανθρώπινων παρακλήσεων, η τιμωρία ενός κακοποιού είναι θεία ανταπόδοση. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


20

Απόστολος Μπουρνάκας

Πίστευαν ακράδαντα σ’ αυτό που πίστευαν και οι αρχαίοι έλληνες : «έστι δίκη οφθαλμός, όςταπανθ’ ορά», δηλαδή σε μια υπερφυσική ηθική τάξη. 12) Θρύλοι για τη δράση της Παναγίας Μουχουστίου Πλάκας. Οι θρύλοι είναι προφορικές παραδόσεις για πραγματικά ή φανταστικά γεγονότα με μυθολογική επένδυση. Ο κόσμος έχει ανάγκη από θρύλους, όπως ακριβώς για αέρα και τροφή. Για τους άθλους αυτής της Παναγιάς σώζονται δύο διηγήσεις. Στο δρόμο που συνδέει τη Πλάκα με το μοναστήρι υπάρχει μια απότομη στροφή και η τοποθεσία αυτή λέγεται Αντραμπουλιάνα. Οι διάφοροι κακοποιοί που πήγαιναν προς το μοναστήρι έφταναν μέχρις εκεί και αναγκάζονταν, με την επέμβαση της Παναγιάς, να γυρίσουν πίσω. Είναι γνωστή σε όλους η γυμνή πλαγιά, η πλακανίδα στο Ξεροβούνι (μεταξύ Μονολιθίου και Καλεντζίου). Αυτός ο τόπος ήταν κάποτε χλοερό λιβάδι και ήταν κτήμα του μοναστηριού. Οι γειτονικοί κτηνοτρόφοι το καταπάτησαν. Τότε οργισμένος ο ηγούμενος βγήκε έξω με την εικόνα της Παναγίας και τους καταράστηκε. Σε λίγο άρχισε μια θεομηνία που παρέσυρε τα πάντα και άφησε μόνο τις γυμνές πέτρες (την πλακανίδα). Ερμηνευτικά σχόλια 1) Όσα αναγράφονται πιο πάνω είναι ένα μικρό μέρος από το ευρύτερο φάσμα των μυθολογικών δοξασιών με τις οποίες «τρέφονταν» οι άνθρωποι των παλαιότερων γενεών στα Τζουμέρκα και όχι μόνο. Με έμφαση τονίζεται πως αυτό που προκαλεί περισσότερο το ενδιαφέρον δεν είναι οι μυθολογικές παραστάσεις σαν διηγήσεις, αλλά η μυθική βίωση του κόσμου είναι αυτή που γέμιζε ολόκληρη τη ζωή τους. 2) Βασική πηγή έμπνευσης είναι η φύση. Η φύση είναι ο μεγάλος ναός εντός του οποίου τελετουργούνται τα μυστήρια της πλάσης, είναι η οθόνη πάνω στην οποία οι θνητοί διακρίνουν τα ίχνη του Αιωνίου. Η μυθική φαντασία δεν ευδοκιμεί σ’ όλα τα εδάφη. Η τζουμερκιώτικη φύση είναι ιδιαίτερα χαρισματική. Ο ανοιχτός ορίζοντας, οι πανύψηλες βουνοκορφές, τα βαθιά λαγκάδια, τα σκιερά δάση, τα ξέφωτα και τα άγναντα, οι πολυάριθμες βρύσες με τα καταγάργαρα νερά που τρέχουν στις ρεματιές, η ευκρασία του αέρα, η απαστράπτουσα ατμόσφαιρα, όλα αυτά τα στοιχεία συνθέτουν μια μεγαλειώδη αρμονία, διεγείρουν τον θαυμασμό και προκαλούν αυθόρμητα το ερώτημα: Τι είναι αυτός ο υπέροχος διάκοσμος που μας περιβάλλει; Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απομε ιν άρια της Μυθολογ ικής κ οσμοαν τίληψ ης

21

3) Αναλογίες και ομοιότητες με την αρχαία λαϊκή πίστη. Πολλά στοιχεία δείχνουν τη συγγένεια μεταξύ αρχαίας ελληνικής και πρόσφατης λαϊκής πίστης. «Στα απόμερα μέρη [της Ελλάδας] οι παλιοί τρόποι ζωής και η παλιά λαϊκή θρησκεία συνέχισαν την ύπαρξή τους (Nilsson, η ελληνική λαϊκή θρησκεία, σελ 137)». Και στις δύο περιπτώσεις βλέπουν τον κόσμο «έμψυχων και δαιμόνων πλήρη». «Η φύση είναι γεμάτη από πνεύματα, από δαίμονες και άλλα όντα που τριγυρίζουν στα βουνά και στα δάση, κατοικούν στα δένδρα, στις πέτρες, στα ποτάμια και στις πηγές.» (Nilsson, αναφερθέν έργο, σελ. 18) Οι δαίμονες της ερημιάς συμβολίζουν την τραχιά όψη της φύσης και το δέος που προκαλεί το Άγνωστο, ενώ οι νύμφες και οι νεράιδες τις ευεργετικές δυνάμεις, τη ζωντάνια και την ομορφιά της φύσης. Οι δοξασίες για τα στοιχειά, τα ιερά και οι βωμοί των αρχαίων και τα εξωκλήσια και εικονοστάσια των χριστιανών, οι ήρωες και οι άγιοι και πολλές άλλες δοξασίες παρουσίαζαν καταπληκτικές ομοιότητες. Και στις δύο περιπτώσεις η θρησκευτική πίστη έχει δημοκρατικό χαρακτήρα. Η θεία πραγματικότητα βρίσκεται πολύ κοντά μας και ο καθένας μπορεί να επικοινωνήσει μαζί της χωρίς μεσάζοντες. 4) Θρησκειολογική θεώρηση. Η μυθική βίωση του κόσμου είναι η αίσθηση της ιερότητας της ζωής και της συγγένειας όλων με όλα. Όλα έχουν ζωή ακόμα κ αυτά που φαίνονται άψυχα και όλα κολυμπούν στον άπειρο ωκεανό της θεότητας. Η αντίληψη αυτή μπορεί να χαρακτηρισθεί: α) ως ανιμισμός (από το λατινικό άνιμα=ψυχή) ή παμψυχισμός, αντίληψη που επιβιώνει στα δημοτικά τραγούδια και στην ποίηση γενικά. β) ως παν-ενθεϊσμός. Η θεία πραγματικότητα συνέχει τα πάντα. γ) Η μία θεία «ουσία» διαθλάται στον χώρο και στον χρόνο και παρουσιάζεται με πολλές μορφές (πολυθεϊσμός). Όλες αυτές οι μορφές είναι τρόποι εμφάνισης, απλά ονόματα της μιας θείας «ουσίας». δ) Η ιεροποίηση των διαφόρων φυσικών φαινομένων δεν ήταν ειδωλολατρία, όπως συνήθως ονομάζεται. Όλα τα φυσικά φαινόμενα, όλα τα πράγματα, είναι φορείς, μέσα έκφρασης της υπεραισθητής πραγματικότητας η οποία διαχέεται παντού και όχι ντουβάρια όπως τα βλέπουμε εμείς σήμερα. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


22

Απόστολος Μπουρνάκας

ΜΕΡΟΣ Β΄ Ερμηνεία της μυθολογικής κοσμοαντίληψης. 1) Χαρακτηρισμός Προτού οι άνθρωποι φυλακισθούν στα αστικά κέντρα ζούσαν στην ύπαιθρο, κοντά στα δάση και στους αγρούς, μαζί με άλλα πλάσματα της δημιουργίας και η ζωή μας ήταν εναρμονισμένη με τους ρυθμούς της πλάσης. Ο Όμηρος χαρακτηρίζει αυτόν τον τρόπο ζωής με τη φράση «ζην και οράν φάος ηελίειο» ( η αληθινή ζωή είναι η ζωή στον ανοιχτό ορίζοντα, μέσα στην ηλιόλουστη φύση). Ο κόσμος ήταν γι’ αυτούς πλήρης ζωής γεμάτος από ορατά και αόρατα πλάσματα. Ήταν μια εποχή πριν από τη διάσπαση ψυχικών και φυσικών φαινομένων, έμψυχων και άψυχων, σώματος και ψυχής, ψυχής και κόσμου, ιερού και ανίερου, ενθάδε και επέκεινα. Ο ψυχικός κόσμος ήταν ατόφιος, δεν είχε ακόμα διασπασθεί σε συνειδητό και ασυνείδητο, λογική και συναίσθημα, θετική σκέψη και φαντασία, μάσκα (ψεύτικη επιφάνεια) και πραγματική υπόσταση. Ήταν μια εποχή που «όλα ανάσαιναν την αρμονία την ευχαρίστηση την ευτυχία» Οι μύθοι εκφράζουν την πριν από τη διάσπαση κατάσταση της ψυχής και έχουν μια θαυμάσια δομή που στηρίζεται σε ευρύτερες βάσεις απ’ ό,τι η μεταγενέστερη αντιφατική λογική. Στην ιστορική εξέλιξη αυτή η αρχέγονη ενότητα διαταράσσεται και η συνεκτική αρχή, η θεία ουσία, βαθμιαία εκτοπίζεται και συμπυκνώνεται σ’ ένα μακρινό αντικείμενο. Ο κόσμος γίνεται αν-ίερος, ά-θεος, ά-ψυχος, ξένος, εχθρικός και ακατανόητος. Τότε αρχίζει η γνωστή ανθρώπινη ιστορία με τις βαθιές και αθεράπευτες αντιθέσεις που συγκλονίζουν τον κόσμο. 2) Η γλωσσική έκφραση των μύθων Οι μύθοι περιγράφουν διεργασίες που συντελούνται στις βαθύτερες διαστάσεις της πραγματικότητας σαν γεγονότα που συμβαίνουν στον χώρο και τον χρόνο. Η κατάλληλη γλωσσική έκφραση γι’ αυτό είναι οι εικόνες, οι παρομοιώσεις, οι αλληγορίες, οι συμβολισμοί, η γλώσσα της ποίησης. Η πεζή γλώσσα της καθημερινότητας και η αφηρημένη και τεχνητή γλώσσα της επιστήμης είναι μεταγενέστερα δημιουργήματα και έχουν περιορισμένη απόδοση. Σημαντικές διαστάσεις ή πλευρές της πραγματικότητας μένουν έξω από την εμβέλειά τους. Γι’ αυτό ο Πλάτων χρησιμοποιεί μύθους για να εκφράσει τις βαθύτερες αλήθειες του έργου του και η νεότερη φυσική θεωρεί τη γλώσσα της καθημερινότητας εντελώς ακατάλληλη για να περιγράψει τη βαθύτερη ουσία των φαινομένων. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Απομε ιν άρια της Μυθολογ ικής κ οσμοαν τίληψ ης

23

3) Η αλήθεια των μύθων Η αλήθεια της μυθολογικής φαντασίας έγκειται στη βίωση της ενότητας ψυχής και κόσμου, στην αίσθηση της παγκόσμιας συμπάθειας, στην αίσθηση του μυστηριώδους και ανέκφραστου βάθους της ζωής. Αυτό συμβαίνει στο πρώτο στάδιο της μυθολογικής φαντασίας και σποραδικά σε μεταγενέστερους χρόνους, όπως στην περίπτωση που εξετάζουμε. Οι μύθοι δίνουν με το δικό τους τρόπο απάντηση στο ερώτημα του Φάουστ που θέλει να γνωρίσει «τι βαθιά τον κόσμο συγκρατεί” και να μάθει “πώς όλα υφαίνονται μαζί το ένα στ’ άλλο ενεργεί και ζει;». Η μυθολογική κοσμοαντίληψη (το βαθύτερο νόημα και όχι οι εξωτερικές εκφράσεις) έχει αντικειμενικές βάσεις και θεμελιώνεται άριστα και με τις σύγχρονες επιστημονικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις. Στα μεταγενέστερα στάδια οι μύθοι χάνουν την αρχική τους φυσιογνωμία. Ερμηνεύονται σαν αλληγορικές διηγήσεις, σαν παραμύθια, χρησιμεύουν σαν λογοτεχνικό υλικό και κατασκευάζονται πλαστοί μύθοι για να αιτιολογήσουν κοινωνικές και πολιτικές σκοπιμότητες. Η μυθολογική φαντασία υπόκειται δηλαδή στη διαδικασία της αλλοτρίωσης όπως όλα τα ιστορικά φαινόμενα. 4) Η απομυθοποίηση (η απομάγευση) του κόσμου Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Κοντ (1798-1857) υποστήριξε την άποψη πως η πνευματική αντίληψη διήνυσε τρία στάδια: το μυθολογικό, το θεολογικό και το θετικό ή επιστημονικό. Είναι μια πορεία από το μύθο στο λόγο, μια εξέλιξη προς το τελειότερο. Μ’ αυτό το πρίσμα οι μύθοι και οι θρησκείες φαίνονται ντεμοντέ, αφελείς αντιλήψεις παρωχημένων εποχών. Η επιστήμη έχει να κάνει με χειροπιαστά και αποδείξιμα πράγματα και σ’ αυτή ανήκει το μέλλον. Η άποψη αυτή που σήμερα επικρατεί είναι αληθοφανής, αλλά όχι πέρα για πέρα σωστή. Παραβλέπει τις αρνητικές συνέπειες της εξέλιξης και δεν γνωρίζει πλήρως το νόημα του μύθου, της θρησκείας και της επιστήμης. Γι’ αυτό πολλοί νεότεροι στοχαστές εξέφρασαν και εκφράζουν σοβαρές αντιρρήσεις για τη θετικότητα αυτής της πορείας. Μεταξύ αυτών και ο γερμανός κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ (1864-1920) που καθιέρωσε και την έννοια της απομάγευσης του κόσμου. Οι αντιρρήσεις όλων αυτών μπορούν να συνοψισθούν στα παρακάτω σημεία: Η υπερτροφική ανάπτυξη της αφηρημένης σκέψης είναι ο θάνατος της ψυχής. Η αφηρημένη νόηση διέσπασε τον κόσμο. Το πνεύμα ή ο λόγος είναι κάτι πολύ ευρύτερο και κακώς ταυτίζεται με την αφηρημένη νόηση, με την εργαλειακή σκέψη. Τα ένστικτα, αυτές οι ζωτικές δυνάμεις, η διαίσθηση και τα συναισθήΈ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


24

Απόστολος Μπουρνάκας

ματα ατονούν και απονεκρώνονται. Ο απομυθοποιημένος κόσμος είναι ένας τυφλός μηχανισμός και κενός από κάθε άλλο νόημα. Στο σύνολο του είναι ένας αρνητικός μύθος, ο μύθος αυτού που σήμερα θεωρείται υπαρκτό ή αληθινό. Άνθρωπος και κόσμος απομακρύνονται γιατί ανάμεσα τους παρεμβάλλονται οι πολύπλοκοι μηχανισμοί της επιστήμης, οι διαδικασίες της φετιχοποίησης των πάντων, οι φανταστικές παραστάσεις που καλλιεργούν τα μέσα ενημέρωσης. Η πίεση που ασκούν όλα αυτά λειτουργεί όπως ο νόμος της βαρύτητας. Καθηλώνει το πνεύμα και αφαιρεί κάθε δυνατότητα να δούμε διαφορετικά τον κόσμο. Ο απομυθοποιημένος κόσμος είναι προϊόν βίαιης συμπεριφοράς των ανθρώπων και κατ’ ακολουθία περιέχει αφάνταστα ποσά αρνητικότητας τα οποία δεν υπόκεινται σε μετρήσεις και δεν γίνονται αντιληπτά. Οι επιστήμες παρουσιάζουν τον κόσμο σαν κάτι εξ ολοκλήρου θετικό και παρέχουν έτσι μια παραπλανητική εικόνα. Μόνο οι μεγάλοι συγγραφείς, ύστερα από πολύ κόπο, προσεγγίζουν πότε πότε την αλήθεια των πραγμάτων και δείχνουν το πραγματικό πρόσωπο του κόσμου στο οποίο ζούμε. 5) Η ανάμνηση της μυθικής ολότητας Η μυθολογική φαντασία, παρά τις διεργασίες απομυθοποίησης, δεν ξεριζώνεται εύκολα. Επιβιώνει στον κόσμο της παιδικής ηλικίας, στους αρχαϊκούς ανθρώπους ( σ’ όσους δηλαδή δεν αφομοιώθηκαν πλήρως από το σύγχρονο πολιτισμό), στα παραμύθια, στις λαϊκές αφηγήσεις και τους θρύλους, στη σύγχρονη επιστημονική φαντασία και προ πάντων στην λογοτεχνία και στην ποίηση. Ο μύθος εδώ «είναι το ύφασμα πάνω στο οποίο η φαντασία κεντάει τα αριστουργήματά της» (Κ. Παλαμάς). Όλες αυτές οι μορφές αναβλύζουν από την ανάμνηση της ολότητας και φανερώνουν τη νοσταλγία της ψυχής για απελευθέρωση από τα καταθλιπτικά όρια του σύγχρονου πολιτισμού. 6) Μύθος, θρησκεία, επιστήμη Η μυθολογική βίωση του κόσμου στην αρχέγονη μορφή της και η θρησκευτική εμπειρία είναι ταυτόσημες. Στη συνέχεια όμως η αρχική αρμονία διασπάται και αναφύονται αντιθέσεις μεταξύ μύθων και θρησκείας. Και οι θρησκείες εκφράζουν τα μαγικά αποθέματα της ψυχής και χρησιμοποιούν μύθους για να περιγράψουν τις διεργασίες που συμβαίνουν στα βαθύτερα στρώματα της ύπαρξης και της ζωής. Οι μύθοι λειτουργούν εδώ σαν μετασχηματιστές που απλοποιούν και διοχεΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Απομε ιν άρια της Μυθολογ ικής κ οσμοαν τίληψ ης

25

τεύουν τις αλήθειες στα ευρύτερα ανθρώπινα στρώματα. Με τον καιρό όμως οι αλήθειες παραμορφώνονται και ταυτίζονται με το μυθολογικό ένδυμα που τις περιβάλλει. Τότε αρχίζει η αμφισβήτηση και η κριτική. Αυτή η σύγχυση προκάλεσε και τη διαμάχη μεταξύ θρησκείας και επιστήμης στα νεότερα χρόνια. Η σωστή λύση της διένεξης είναι η διάκριση μεταξύ μυθικού περιβλήματος και ουσίας της θρησκείας, μεταξύ επιστημονικής και θρησκευτικής αλήθειας. Αυτό συνεπάγεται μια αποδέσμευση των θρησκευτικών αληθειών από το μυθολογικό περίβλημα. Και η απολυτοποίηση της επιστήμης, η μονοπώληση της αλήθειας εκ μέρους της και ο αποκλεισμός όλων των άλλων προσβάσεων δημιουργεί νέες μορφές καταπίεσης. Ο κόσμος είναι πολύπλευρος, πολυδιάστατος και γι’ αυτό τα φαινόμενα επιτρέπουν περισσότερες προσεγγίσεις και περιγραφές. Ένα παράδειγμα: Μια εικόνα της φύσης, τα μανιασμένα κύματα της θάλασσας, τα περιγράφουν με διαφορετικούς τρόπους ο χημικός, φυσικός, ο μετεωρολόγος, ο ζωγράφος, ο ποιητής και ένας άνθρωπος της μυθολογικής εποχής. Όλες αυτές οι περιγραφές είναι ισοδύναμες. Το φως παρουσιάζεται με δύο μορφές, σαν κύματα και σαν σωματίδια (κβάντα). Η σύνθεση αυτών δίνει την πλήρη εικόνα. Αυτή η σύνθεση είναι το νόημα της αρχής της συμπληρωματικότητας που εισήγαγε στην ατομική θεωρία ο Δανός φυσικός Μπορ (1885-1962) και στην κοσμοερμηνεία ο Κασσίρερ (1874-1945). Το περιεχόμενο, η ουσία της πραγματικότητας είναι άπειρη και δεν εξαντλείται με τις επιστημονικές περιγραφές. Συνεπώς και οι άλλες θεωρήσεις του κόσμου, η μυθική, η θρησκευτική, η αισθητική, η ηθική, είναι δικαιολογημένες και απαραίτητες. «Κάθε γνώση επιπλέει σε μια άβυσσο που παραμένει άγνωστη» (Χάιζενμπεργκ 1901-1976, ο ιδρυτής της κβαντομηχανικής). 7) Παραμορφώσεις της μυθολογικής φαντασίας: οι πλαστοί μύθοι «Όλα βγήκαν ωραία από τα χέρια του θεού και όλα παραμορφώθηκαν στα χέρια των ανθρώπων» (Ρουσσώ 1712-1778). Η αρχέγονη μυθική προδιάθεση με την εξέλιξη διαστρεβλώνεται και παραμορφώνεται. Υπόκειται δηλ. και αυτή στην αλλοτρίωση όπως όλα τα άλλα ιστορικά φαινόμενα. Αρχίζουν να κατασκευάζονται πλαστοί μύθοι με σκοπό να αιτιολογήσουν διάφορες σκοπιμότητες και η ταύτιση αυτών με τους γνήσιους μύθους δημιουργεί σύγχυση. Αυτή η διεργασία συνεχίζεται μέχρι σήμερα και ενώ οι μύθοι παλαιότερων εποχών επισημαίνονται εύκολα, οι σημερινοί δύσκολα ανιχνεύονται. Όλοι αυτοί οι μύθοι είναι προϊόντα αλλοτρίωσης. Αναφέρουμε μερικά παραδείγματα: 1) Μύθοι της βιομηχανικής κοινωνίας: Η μυθοποίηση του Εγώ, η μυθοποίηση της οργάνωσης, της οικονομίας και της ανάπτυξης, η μυθοποίηση της επιστήμης και της τεχνολογίας. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


26

Απόστολος Μπουρνάκας

2) Η μυθοποίηση της καθημερινότητας. 3) Οι πολιτικοί και κοινωνικοί μύθοι, ο μύθος της ωραίας Ελένης, οι μύθοι των Ρωμαίων ευγενών και των βραχμάνων στις Ινδίες. 4) Οι μύθοι του εικοστού αιώνα: Ο μύθος του απόλυτου κράτους, του αλάνθαστου αρχηγού, της ανώτερης φυλής και σήμερα ο γνωστός μύθος της ελεύθερης αγοράς και οικονομίας. 8) Τελευταίες παρατηρήσεις

«Ζούμε στο τέλος μια εποχής που φεύγει». Η νέα εποχή που ήδη ξεκίνησε κατέχεται από ιστορική αμνησία. Ολόκληρος ο θαυμαστός κόσμος του παρελθόντος, οι μύθοι, οι θρησκείες, οι μεγάλες ιδέες αργοπεθαίνουν και χάνονται. Μπροστά σ’ αυτή την εξέλιξη η μυθική κοσμοερμηνεία είναι ένα αντίβαρο, ένα μέτρο αξιολόγησης του καινούριου κόσμου. Διευρύνει τον ορίζοντα και απελευθερώνει το πνεύμα από τα ασφυκτικά όρια της σημερινής εποχής και ακόμα μας θυμίζει τον απολεσθέντα παράδεισο. Σημείωση: Η απόσταση που μας χωρίζει από το μυθολογικό παρελθόν δεν είναι τόσο τρομακτική όσο φαίνεται. Από την εποχή του Ομήρου (1200π.Χ.) μας χωρίζουν 70-80 γενεές. *Ο Απ. Μπουρνάκας είναι συνταξιούχος καθηγητής Θεολογίας, Διδάκτωρ της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Freiburg. ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Α) Πηγές: Κύρια πηγή είναι οι μυθικές δοξασίες των ανθρώπων στον τόπο που έζησα (στο Τζουμερκοχώρι Ραφταναίοι) και έμμεσα ανάλογες δοξασίες ανθρώπων της γύρω περιοχής. Σίγουρα οι μυθικές δοξασίες στην ευρύτερη περιοχή των Τζουμέρκων ήταν πολύ περισσότερες απ’ ό,τι εδώ αναγράφονται. Β) Βιβλιογραφία στην ελληνική γλώσσα (κατ’ επιλογήν) - Decharme P., Ελληνική μυθολογία, Αθήνα 1959 - Ελληνική μυθολογία (Εκδοτική Αθηνών) τόμος 1-5, Αθήνα 1986 - Kerenyi K., Η μυθολογία των Ελλήνων, Αθήνα 1974 - Λούβαρις Ν., Μύθος και μυθολογία, άρθρα στα ΜΜΕ (ΠΥΡΣΟΣ) ΙΖ’ - Nilsson M., Ελληνική λαϊκή θρησκεία, Αθήνα 1966 - Παγκόσμια μυθολογία (Έκδοση Δομής), Αθήνα 1978 - Rispen J., Ελληνική μυθολογία, 2 τόμοι, Αθήνα 1953 - Vernant J., Μύθος και σκέψη στην αρχαία Ελλάδα, Αθήνα 1985 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


27

Γιώργος Α. Φλώρος

Το Γέ ν ’ μ α

Σ

πυρί σπυρί το γένμα (καλαμπόκι), ανάκατο με φασόλια και ρεβίθια σπέρνονταν απ’τον παρασποριάρη στο φρεσκανοιγμένο απ’το αλέτρι αυλάκι στον «Παλαιοπλάτανο». Δύο γομαροφόρτια φσκι και σαν τύχαινε και μας θυμόταν και ο Θεός και έριχνε καμιά βροχούλα το Μάη και το Θερτή, ψώμοναν τα κοτσαλίδια (καβούκια του καλαμποκιού). Σαν «έστριβαν», πρώτα μάζευαν τα ρεβίθια και τα χωραφοφάσλα. Όσα άφηναν οι τζοπαναραίοι και τα ζλάπια. Ο ασβός, ο λαγός, οι πέρδικες και τα κορατζίνια. Το γέν’μα θερίζονταν με το δρεπάνι απ’τη ρίζα, μαζί με τη ροκιά, γιατί με αυτή θα ξεχειμώνιαζαν τα πράματα. Όλα ήταν χρειαζούμενα. Το γένμα, η ροκιά, τα ροκόφλλα και τα κότσιαλα ακόμη. Τα ροκόφλλα τα διάλεγαν. Τα έξω που ήταν πράσινα και τη ροκιά, τα έτρωγαν τα χοντρικά το χειμώνα. Τα μέσα που ήταν ασπροκίτρινα και μαλακότερα απ’ το τσιγαρόχαρτο, έστριβαν τσιγάρες. Τσιγάρες με λαθραίο καπνό που φύτευαν κόπου παράμερα. Θυμάμαι, ο μακαρίτης ο Βασίλ’ Θειώκος πιο κάτω απ’ το σπίτι του είχε φυτεμένες κάμποσες ρίζες καταγάλαζιες, απ’ τα φσκια που έπεφταν απ’ την αχυρώνα του. Τότε στο χωριό τα χωράφια μετριόταν σε μέρες και τα σπορίματα σε φορτώματα. Με κοτσαλίδια γιομάτες λινάτσες ή ματσκιώτικα σακιά από δίμτο με κόκκινες αράδες, αδειάζονταν σε σωρούς στις πλακόστρωτες αυλές των σπιτιών. Τα βράδια, με φεγγάρι ή λυχνάρι, συγγενείς και γειτόνοι μαζεύονταν και κάθονταν διπλοπόδι πάνω στα άδεια σακιά και γύρω απ’το σωρό και βοήθαγαν στο ξεφλούδισμα. Με τα σουφλοκόπδα, από σύρμα ή πουρναρίσια σκάρπα, αγωνίζονταν να ξετρυπώσουν απ’ τα φύλλα του καβουκιού τα κοτσαλίδια, που είχαν δεν είχαν πέντε σπειριά γέν’μα. Το λυχνάρι στην κορφή του σωρού, έτσι και φύσαγε λίγος αέρας, θαμπόπαιζε στο μισοσκόταδο και θεριεύε τους ίσκιους απ’ τα κορμιά τους και τους έκανε γίγαντες, που πάλευαν ασταμάτητα στους γύρω τοίχους. Το ξεφλούδισμα συνοδεύονταν πότε από λιανοτράγουδα και πότε από διηγήσεις. Φάλτσες φωνές ανακάτωναν τους καημούς της ξενιτιάς με το βάσανο της ζωής και τ’ άδικο του χάρου. Ο αχός τάραζε τη γαλήνη της νύχτας και έφτανε ίσα με το Παλιόργκο και τη Μάγκιζα. Έσκιαζε τα νυχτοπούλια και ανάγκαζε το γκιώνη να σταματάει να καλεί το χαμένο του αδερφό, τον Αντώνη. Στις διηγήσεις ακολουθούνταν η σειρά της ηλικίας. Οι πιο ηλικιωμένες γυναίκες (οι άντρες έλειπαν σε ταξίδι) διηγούνταν για προξενιές, παντρέματα αλλά και για νεράιδες, ξωτικά και σαϊτανικά. Τα περισσότερα τα ’ζησαν ή τα είχαν ακούσει απ’ τους μεγαλύτερους. Στη διήγηση η φαντασία τους φούσκωνε όσο μπορούσε περισσότερο αυτά που ήξεραν. Οι γαυριάδες, που έκαναν κωλοτούΈ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


28

Γι ώ ρ γ ο ς Α . Φ λ ώ ρ ο ς

μπες στα ροκόφλλα, τα άκουγαν και τα φύτευαν για τα καλά στο νου τους. Και έτσι και νύχτωνε, τα έπιανε φόβος και τρόμος. Και ήθελαν συντροφιά να πάνε ακόμα και προς νερού τους. Τα κοτσαλίδια σαν στέγνωναν απ’ τον αέρα, τα έτριβαν το ένα με το άλλο και λευτερώνονταν απ’ το κότσαλο το γένμα. Χεράμι στρωμένο στο πλακόστρωτο, γιομάτο χρυσάφι το γέν’μα. Καμάρωνε η νοικοκυρά το βίος της χρονιάς. Ήταν να μην καμαρώσει; Κάθε σπυρί ήταν σταγόνα απ’ τον ιδρώτα της. Σαν ξημέρωνε και ο ήλιος ανέβαινε καμιά τριχιά στη Στρογγούλα, το γένμα λυχνίζονταν με το κόσκινο και απλώνονταν κατάσαρκα στο πλακόστρωτο. Όλα τα σπίτια στο χωριό είχαν πλακόστρωτες αυλές για να στουμπάνε το σιτάρι τον Αλωνάρη και να απλώνουν στον ήλιο το γένμα, τα χωραφοφάσλα, τα μπαρμπουνοφάσλα, τη φακή και τα ρεβύθια. Τις χαραμάδες στις πλακόστρωτες αυλές τις άλειφαν με γελαδίσια κοπριά, για να μην ανακατωθεί με το χώμα και πάει χαμένο ούτε ένα σπυρί απ’ το γένμα. Ο γέροντας του σπιτιού, που τα χρόνια του κόντεψαν τα ποδάρια και δεν μπορούσε πλέον να ταξιδέψει, κάθονταν δοπλοπόδι στον παχύ ίσκιο της σκαμνιάς και φύλαγε το γέν’μα μέχρι να ξεραθεί. Χούιαζε που και που τις κότες, που παραφύλαγαν να στρίψει αλλού τα μάτια του, για ν’ αδράξουν κανένα σπυρί. Το γέν’μα λιάζονταν πολύ καλά στον ήλιο για να μην ανάψει, γιατί όπως έλεγε ο μακαρίτης ο παππούς μου: «το γένμα είναι πράμα ζωντανό. Έτσι και βραχεί ή σακκιαστεί χλωρό, ανάφτει και γίνεται φσκι χωρίς να το πάρεις χαμπάρι». Απ’ το πλακόστρωτο, το γέν’μα λιασμένο μεταφέρονταν με το ταψί στο αμπάρι σε ξεχωριστό χώρισμα. Τα περισσότερα σπίτια στο χωριό μας είχαν αμπάρι ξύλινο με τρία χωρίσματα. Άλλο για το σιτάρι, άλλο για το γένμα και άλλο για τα άλλα σπορίματα. Το αμπάρι σιγουρεύονταν με ξύλινο κούπωμα. Κάθε τόσο έκαναν έλεγχο μην ανοίξει καμιά τρύπα ο ποντικός. Και δε θα ήταν τόση η ζημιά, όσο το λώβιασμα που θα έκανε στο γέν’μα. Τη σοδειά δεν την άλεθαν μονοκοπανιά, για να μην πικρίσει το αλεύρι. Σαν ζύγωνε να τελειώσει το αλεύρι, ανασκούμπωναν τη μπακούλα μπροστά στο αμπάρι και τη γιόμωναν γέν’μα με το τσίγκινο πιάτο. Στο μύλο το μετέφεραν με γαϊδαρομούλαρο ή ζαλίκι οι γυναίκες. Προτιμούσαν το βακούφκο το μύλο που ήταν σιμά στο χωριό, στα Μαντάνια. Αν τύχαινε και δε λειτουργούσε, γιατί δεν τον χτύπησε κανένας στη δημοπρασία, τράβαγαν για το Λάμπρο Γύφτο, που πέρα απ’ τα καθήκοντα του μυλωνά, έφτιαχνε και τσαπιά, τσεκούρια, κλαδευτήρια. Ο μυλωνάς, για να το αλέσει, κράταγε το «ξαγάρ’» που ο ίδιος το καθόριζε. «Ο Θεός και η ψυχή του» ήταν το «στατέρ» και ο ίδιος ζύγιζε. Από πείρα ήξερε ποιοι το είχαν ζυγίσει πριν ξεκινήσουν απ’ το σπίτι. Στο μύλο και να ήθελε ο πελάτης να διαβάσει το στατέρ, του ήταν αδύνατο, γιατί ήταν αιχμάλωτος με το Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τ ο Γέ ν ’ μ α

29

να κρατάει στον ώμο του το «ξύλο» που κρέμονταν το στατέρ και η μπακούλα με το γέν’μα. Αλλά και ποιος ήξερε να διαβάσει το στατέρ; Για να μη γίνει βούκινο στο χωριό για στραβοζύασμα, φύλαγε και τα «σκουριασμένα». Φρόντιζε πριν ακόμη ζυγίσει και «αγόραζε» τον πελάτη, «για κοίτα πόσο λέει το στατέρ, γιατί δεν έχω μαζίμ’τα γυαλιάμ’». Σαν βεβαιώνονταν απ’την απόκριση του πελάτη, τα έβρισκε τα γυαλιά του. Και τι γυαλιά; Αλευρωμένα τζάμια, στηριγμένα σε στρογγυλό σύρμα, κολλημένο με καλατζϊτικη κόλληση σε χίλιες δυο μεριές. Το ένα το τζάμι ολόκληρο και το άλλο τρύπιο. Τόσο που χώραγε το μεγάλο του δάχτυλο. Το σκούπιζε απ’ τ’ αλεύρια στη φανέλα του. Τα φορούσε και διάβαζε... Με την ψυχή στο στόμα η νοικοκυρά επέστρεφε απ’ το μύλο. Με υπομονή ξεφόρτωνε τη μπακούλα με το αλεύρι, για να πάρει μια ανάσα. Αν και πεθαμένη απ’ την κούραση, ποτέ δεν βαρυγκόμαγε. Δεν έπρεπε να «μελετάει» το αλεύρι, γιατί θα την άκουγε ο Θεός που το ευλόγησε και θα του κακοφαίνονταν και κάπου θα το ’δειχνε. Σαν πρόφταινε εκείνη τη μέρα, οπωσδήποτε όμως την επομένη, θα ζύμωνε την πρώτη κουλούρα. Απ’ τη φετεινή σοδειά θα ξαναζύμωνε σαν τελείωνε το περσινό αλεύρι. Οι κλούρες ψένονταν στη γάστρα. Η πιο νόστιμη, το «κραμποκούκι», γίνονταν στη χόβολη του τζακιού. Καίγονταν καλά η «γωνιά» του τζακιού με ξερές πουρναρίσιες σκράπες. Αναμέραγαν με τη μάσια τα κάρνα, τη σπρούχνη και τις στάχτες, μέχρι που καθάριζε καλά η πλάκα της γωνιάς. Έστρωναν την πλάκα με γκοτσπόφλλα και τα ράντιζαν με λίγο νερό. Άδραζαν το πλαστήρ’, που επάνω του ήταν από πριν έτοιμο το ζυμάρι και το άδειαζαν στα γκοτσπόφλλα γράγορα γρήγορα για να μην κρυώσει η γωνιά. Με τα χέρια χούφτωναν το ζυμάρι και του έδιναν το σχήμα που έχει το χώμα της μυρμηγκοφωλιάς και το σκέπαζαν με άλλα γκοτσπόφλλα. Από πάνω μάζευαν τη σπρούχνη και τα κάρνα. Έτσι και έβγαινε απ’τη φωτιά, μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά. Σαν τύχαινε το αλεύρι να είναι αποκίτρινο ξηρκό γέν’μα, το κραμποκούκι έμοιαζε με κεχριμπάρι. Το κραμποκούκι τρώγονταν ζεστό. Όπου ήταν μπορετό και συνοδεύονταν με «αρτμϊ» (τουλουμίσιο τυρί) η νοστιμιά του ήταν απερίγραπτη. Σαν κρύωνε όμως δεν το πέρναγε σφαίρα αραβίδας. Για να μην πηγαίνει χαμένη ούτε «τριμόψχα» η κρύα κλούρα τρίβονταν στο βραστόγαλο ή σχίζονταν στα δυο. Χαρακώνονταν και γίνονταν πυρομάδες στη φωτιά του τζακιού. Η γεύση από το κραμποκούκι μου έμεινε ίσα με σήμερα αξέχαστη. Αναρωτιέμαι όμως. Να είχε τόση νοστιμιά ή έτσι φαίνονταν σε μας τότε; Τότε που δεν είχαμε άλλα καλούδια για να το συγκρίνουμε; Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


30

Μανόλης Μαγκλάρας

Συρρακιώτες Τυροκόμοι και Τυρέμποροι

Σ

ε παλαιότερο τεύχος των «Τζουμερκιώτικων Χρονικών» είχαμε αναφερθεί εκτεταμένα στην κοινωνική τάξη των «Συρρακιωτών καποτάδων» (ραφτάδες – έμποροι), οι οποίοι με τη δεύτερη κυρίως ιδιότητά τους είχαν κατακλύσει, στα χρόνια της ακμής του Συρρακιώτικου εμπορίου, τις μεγάλες αγορές της Ευρώπης, τη Νάπολη, το Λιβόρνο, τη Γένουα, τη Βενετία, τη Βιέννη, τη Μασσαλία, το Παρίσι και άλλα σπουδαία εμπορικά κέντρα της Ευρώπης. Είναι η μεγάλη εμπορική έξοδος του Συρράκου, που αρχίζει το 17ο αι., συνεχίζει το 18ο αι., για να κορυφωθεί τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. Αυτή η έντονη εμπορική δραστηριότητα έφερε πλούτο, μόρφωση και πολιτισμό στο Συρράκο κι έκανε την κτηνοτροφική ορεινή κωμόπολη, γνωστή στα πέρατα του κόσμου. Οι καιροί, όμως, ου μενετοί. Μια σειρά συγκυρίες και απροσδιοόριστα γεγονότα, συσσωρεύουν στον ορίζοντα τα πρώτα μαύρα σύννεφα. Είναι η άτυχη επανάσταση του Συρράκου και των Καλαρρύτων (1821), που προκάλεσε την ολοσχερή καταστροφή των δύο κωμοπόλεων, είναι η πτώση του Αλή Πασά (1822). Βρισκόμαστε στην τελευταία περίοδο, την Ύστερη Τουρκοκρατία, στην παρακμή του οθωμανικού κράτους. Η σύσταση εξάλλου του ελληνικού κράτους (1832) ως τον Αμβρακικό, η διεύρυνσή του με την Ένωση των Επτανήσων (1864) και η επέκτασή του ως την Άρτα και την Ελασσόνα (1881), δημιούργησε νέα δεδομένα για το εμπόριο και τις συγκοινωνίες, τις επικοινωνίες και τις μεταφορές στην Ήπειρο κι είναι επόμενο η Δ. Ελλάδα και κυρίως η Ήπειρος να αποκόπτεται από την υπόλοιπη Ελλάδα. Και σ’ όλα ετούτα έρχεται να βάλει την ταφόπλακά της στα παραδοσιακά προϊόντα, τα μάλλινα, τα υφαντά, τη Συρρακιώτικη κάπα εν προκειμένω, η Βιομηχανική Επανάσταση. Αλλ’ ουδέν κακόν αμιγές καλού. Ακριβώς αυτήν την εποχή που η οικονομία και το εμπόριο της Ηπείρου γνωρίζει κρίση, την ίδια περίοδο που η πατροπαράδοτη αειφόρα συρρακιώτικη κάπα και τα πλουτοφόρα συρρακιώτικα υφαντά δέχονται συντριπτικό χτύπημα από την Ευρωπαϊκή εισερχόμενη βιομηχανία, ο ευφυής Συρρακιώτης θα εφεύρει το αντίδοτο. Kαι πάλι θα τον σώσει το βασικό βιοποριστικό του επάγγελμα, η κτηνοτροφία, το πρόβατο. Γι’ αυτό, όταν λέμε Συρράκο, εννοούμε προβατοτροφία, κτηνοτροφία, τότε φυσικά μιλάμε για την Αυτού Εξοχότητα το κεφαλοτύρι. Το τυρί λοιπόν αυτή τη φορά θα είναι εκείνο που, έστω και σε μια Ήπειρο που παίρνει τον δρόμο της παρακμής και της απομόνωσης, θα δώσει στο Συρράκο την τελευταία του αναλαμπή. Και το καταπληκτικό είναι ότι από τη νέα αυτή φουρνιά των εμπόρων, τυρεμπόρων Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Σ υ ρ ρ α κ ι ώ τ ε ς Τυ ρ ο κ ό μ ο ι κ α ι Τυ ρ έ μ π ο ρ ο ι

31

τούτη τη φορά, θα προέλθουν οι μεγαλύτεροι και οι περισσότεροι Συρρακιώτες ευπατρίδες. Οι Συρρακιώτες κτηνοτρόφοι, αλλά προπαντός οι δαιμόνιοι έμποροι ραφτάδες, που ήταν δικτυωμένοι - όπως έχουμε αναφέρει - ήδη από τον 18ο αι. στα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της Μεσογείου, της Δ., Κ. και Α. Ευρώπης και διατηρούσαν εμπορικά καταστήματα, άρπαξαν την ευκαιρία και την εκμεταλλεύτηκαν με τον καλύτερο τρόπο και έκαναν το τυρί πρώτο εξαγωγικό προϊόν της περιοχής. Και είναι αλήθεια ότι οι Συρρακιώτες δεν διέκοψαν μέχρι τα τελευταία χρόνια (Β΄Π.Π.) την επαφή με αυτά τα κέντρα. Κι όταν λέμε τυρί, δεν εννοούμε φυσικά τη φέτα, η οποία εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να γίνει εμπορεύσιμο αγαθό μακρινών αποστάσεων λόγω της φύσεώς της. Το άσπρο τυρί συντηρούνταν με σαλαμούρα μέσα σε ασκιά κι αντιλαμβάνεται κανείς πόσο δύσκολη ήταν η μεταφορά και πόσο ανέβαζε το κόστος. Για τούτο και οι εξαγωγές κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν περιορισμένες και η ζήτηση μικρή. Να γράψουμε με την ευκαιρία ότι οι καλύτεροι τεχνίτες της φέτας ήταν οι Κεφαλλονίτες, δούλευαν στην Αιτωλοακαρνανία και στην ευρύτερη περιοχή Δ. Ελλάδας και διέθεταν τη φέτα στην Πάτρα, τον Πειραιά, την Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα. Στην περίπτωσή μας αναφερόμαστε στο σκληρό τυρί, το μανούρι, το κεφαλοτύρι. Δεν μπορώ να ξέρω πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η μαρτυρία του Γ. Μουστάκη και βασίζεται στην παράδοση που θέλει το συμπατριώτη μας Κοσβογιάννη να πήγε κάποτε στην Γκούρα (κεντρική πλατεία) και να διαλάλησε ενώπιον των Συρρακιωτών ότι βρήκε ένα τυρί που αν το ρίξει από την κορυφή του χωριού δεν πρόκειται να πάθει τίποτε. Είναι προφανές τι σήμαινε τούτη η τυχαία εφεύρεση - λένε ότι άφησε περισσότερη ώρα άθελά του να βράσει το γάλα για να προκύψει ένα νέο προϊόν, που έμελλε να φέρει ανατροπές για τις συνθήκες εκείνης της εποχής στη συντήρηση, την αποθήκευση, τη μεταφορά, τη διακίνηση. Στην αρχή το νέο τυρί είχε σχήμα σφαιρικό, σαν κεφάλι, εξού και η ονομασία. Αργότερα το έβαλαν σε ξύλινα κόθρα και του έδωσαν το σχήμα που έχει σήμερα, ένα σχήμα που διευκόλυνε την αποθήκευση, την περιποίηση και τη μεταφορά. Το όνομα όμως κεφαλοτύρι παρέμεινε. Το μανούρι, η άλλη ονομασία του, καταναλώνονταν πιο πολύ στην Ιταλία, αλλά και στη Σμύρνη κι είχε εξαιτίας αυτού αναπτυχθεί μια ξεχωριστή τάξη τυρεμπόρων στην πόλη των Ιωαννίνων, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Ο Λαμπρίδης για το εμπόριο αυτό του μανουριού, λέει ότι διέσωσε το εμπόριο των Ιωαννίνων, χωρίς το οποίο θα είχε εκλείψει η εμπορική κίνηση στην πόλη των Ιωαννίνων. Στο εξωτερικό λοιπόν το μανούρι έγινε ανάρπαστο και απέφερε πολλά κέρδη στους Συρρακιώτες τυρέμπορους. Στην Ιταλία το χρησιμοποιούσαν τριμμένο στις μακαρονάδες. Τραβιόταν επίσης πολύ στη Μάλτα που ήταν τότε ναυτιΈ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


32

Μανόλης Μαγκλάρας

κή βάση των Άγγλων και λιμάνι ανεφοδιασμού των πλοίων που διέσχιζαν τη Μεσόγειο. Και στην Αίγυπτο διεκινείτο αρκετή ποσότητα σκληρού τυριού και αφορούσε στον ανεφοδιασμό των πλοίων που διέρχονταν τα Στενά του Σουέζ. Τα χρόνια τούτα, τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι και πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., ως τη Μικρασιατική δηλ. Καταστροφή (1922), η κτηνοτροφία είχε επεκταθεί πολύ. Οι Τούρκοι ιδιοκτήτες των κάμπων δεν ασχολούνταν πια με την εκμετάλλευσή τους ή η σκέψη τους ήταν πως κάποια στιγμή θα εγκαταλείψουν την πατρίδα μας - εν όψει της επερχόμενης κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας - ενώ ο ελληνικός πεδινός πληθυσμός ήταν και περιορισμένος αλλά και εξαθλιωμένος και δεν είχε πια καμία διάθεση για καλλιέργεια γης. Έτσι έμειναν τεράστιες εκτάσεις διαθέσιμες για βοσκή. Είναι τα απέραντα τσιαΐρια – μουσιάδες που θυμηθήκαμε εμείς οι μεγαλύτεροι μέχρι τελευταία. Οι δυναμικοί Συρρακιώτες, οργανωμένοι -όπως έχουμε γράψει κι αλλού- σε στάνες - τσελιγκάτα, νοικιάζουν τα βοσκοτόπια στα Γιάννενα, στην Άρτα, στη Λάμαρη και στο Άκτιο κι αναπτύσσουν μια αξιοθαύμαστη και ευάριθμη κτηνοτροφία. Δεν είμαι σε θέση να αναφερθώ σε συγκεκριμένο αριθμό αιγοπροβάτων. Ο αριθμός 3.000 μουλάρια και 1.000 φοράδες για αναπαραγωγή που αναφέρει ο Λαμπρίδης προς το τέλος του 19ου αι., φανερώνει σίγουρα τη μεγάλη ακμή της κτηνοτροφίας την περίοδο που μελετάμε. Ζήτησα από τον Τόλη Νταλαούτη1, τυροκόμο και τυρέμπορο για πολλά χρόνια στο Συρράκο και στην Πρέβεζα, να μου περιγράψει όλη τη διαδικασία παρασκευής του κεφαλοτυριού. Το γάλα, μου είπε, πρέπει να βράσει στους 62-63 βαθμούς, να κρυώσει περίπου στο μισό, 32-34 βαθμούς, οπότε αρχίζει να πήζει. Όταν η πιτιά είναι από ντόπιες αρνίσιες κοιλιές, πήζει στη μισή ώρα, αν είναι ξένη, χρειάζεται μέχρι και μια ώρα. Τα στερεοποιημένα τμήματα συγκεντρώνονται στο κάτω μέρος του καζανιού, από όπου τα ανασύρουμε και τα τοποθετούμε στα καλούπια και τους δίνουμε το σχήμα που θέλουμε- τα καλύτερα τελάρα είναι από οξυά. Οι κινήσεις πρέπει να είναι αβίαστες και μαλακές, συνεχίζει την περιγραφή ο Τόλης, για να φεύγουν από μόνα τους τα υγρά. Τα αποθηκεύουμε σε δροσερό μέρος, σε αποθήκες ή υπόγεια σκοτεινά για να κρυώσουν και ακολούθως αρχίζει η διαδικασία του αλατίσματος επί δεκαήμερο και στις δυο μεγάλες πλευρές τους, στην αρχή πρωί-βράδυ, προοδευτικά κατά αραιότερα χρονικά διαστήματα, ώσπου να φύγουν οι λήξεις, δηλ. να αποβληθούν τα περιττά. Η διαδικασία αυτή κρατάει μέχρι και σαράντα (40) μέρες, κάποτε δηλ., γιατί σήμερα «το ρίχνουν στην αρμύρα» για να επιταχυνθεί η ωρίμανση. Όταν σκλήρυνε, όσο χρειάζονταν για να ταξιδέψει, το μετέφεραν με τα μουλάρια σε 1. Τόλης Νταλαούτης (Αγρόσκυλος), ετών 77, καλοκαίρι του 1999 στο Συρράκο Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Σ υ ρ ρ α κ ι ώ τ ε ς Τυ ρ ο κ ό μ ο ι κ α ι Τυ ρ έ μ π ο ρ ο ι

33

αποθήκες των πόλεων, όπου το περιποιούνταν εκπαιδευμένοι τεχνίτες, μέχρι να πουληθεί από τους παραγωγούς τυρέμπορους στους εξαγωγείς εμπόρους. Χρειάζονται τα τυριά τουλάχιστον τρεις (3) μήνες για να είναι έτοιμα για πώληση χοντρική ή λιανική. Το κάθε τυροκομείο τυροκομούσε από 25.000 έως 50.000 οκάδες γάλα. Πριν από τον πόλεμο, όπως μας πληροφορεί ο Γιώργος Μουστάκης, το μεγαλύτερο τυροκομείο της Ηπείρου, που ήταν στην Κατσικά, τυροκομούσε 100.000 οκάδες γάλα. Τα μικρά τυροκομεία είχαν έναν τεχνίτη κι ένα βοηθό, ενώ τα μεγαλύτερα είχαν περισσότερους βοηθούς. Τη σκυτάλη, λοιπόν, του εμπορίου των μάλλινων -για να επανασυνδεθούμετην παίρνει η εμπορία του τυριού, που διέσωσε τοιουτοτρόπως και το εμπόριο των Ιωαννίνων. Βέβαια το κέντρο των εμπορικών και τυροκομικών δραστηριοτήτων βρίσκεται στην Πρέβεζα, λιμάνι τότε διαμετακομιστικού εμπορίου και η μόνη διέξοδος της Ηπείρου, ανθρώπων και εμπορευμάτων προς την υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά και το εξωτερικό. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Πρέβεζας την εποχή αυτή οφείλεται εν πολλοίς και στους Συρρακιώτες εμπόρους και τυρέμπορους. Τα λαμπρά οικοδομήματα και οι άλλες ευεργεσίες που αφήκαν στη γενέτειρά τους οι Συρρακιώτες ευπατρίδες είναι τα λαμπρότερα μνημεία αυτής της μεγάλης ακμής του Συρρακιώτικου εμπορικού δαιμονίου.

Χρήστος Πάλιος (1899-1964) και Φώτης Πάλιος (1894-1960). Συρρακιώτες έμποροι της Πρέβεζας. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


34

Μανόλης Μαγκλάρας

Από τους Συρρακιώτες τυρέμπορους της Πρέβεζας ξεχωρίζουμε τους αδελφούς Χρήστο και Φώτη Πάλιο2. Τα τυριά που παρασκεύαζαν τα εμπορεύονταν στην Αθήνα, αλλά έκαναν εξαγωγή και στην Ιταλία. Για ένα διάστημα ήσαν συνέταιροι με το Βασίλη Νίκα. Ο Χρήστος Πάλιος άνοιξε γραφείο εμπορικό στην Αθήνα (οδός Κουμουνδούρου). Έπαιρνε το τυρί από άλλους εμπόρους και το διέθετε στις αγορές της Αθήνας, στο διάστημα 1925-1964. Ο Φώτης Πάλιος3 ήταν παλιά εκτελωνιστής και μετά έγινε ένας από τους μεγαλύτερους τυρέμπορους της Ηπείρου με δεκάδες τυροκομεία σε χωριά της Πρέβεζας. Τα δυο αδέλφια είχαν στην κατοχή τους και μεγάλα ελαιοστάσια στον ελαιώνα. Η μεταφορά των τυριών γινόταν με καράβια από το λιμάνι της Πρέβεζας στον Πειραιά. Από τα εκλεκτά τέκνα του Συρράκου ήταν ο Λεωνίδας Πάλιος γιατρός, τυρέμπορος και ιδιοκτήτης σαπουνοποιΐας. Ο Κώστας Δίπλας4 στη Σαμψούντα (Λάμαρη) είναι ο πρώτος που έφτιαξε συστηματικό σύγχρονο και μη μετακινούμενο πια τυροκομείο και τα τυριά τα διοχέτευε στις αγορές της Αθήνας μέσω του Χρήστου Πάλιου. Άλλος μεγάλος τυρέμπορος ήταν ο Βασίλης Ν. Νίκας, γνωστός για τα φιλόξενα πατριωτικά του αισθήματα. Από το σπίτι του στην Αθήνα είχαν περάσει, τις πρώτες τουλάχιστον μέρες της εκεί άφιξής τους, όλα τα Συρρακιωτόπουλα που κατέφευγαν στην πρωτεύουσα σε αναζήτηση κάποιας τέχνης και καλύτερης τύχης. Ο Β. Νίκας πριν από τον πόλεμο επισκεύασε με έξοδά του το καμπαναριό του Αη-Γιώργη καθώς και την Κρύα Βρύση (Μ’ντ’να Αράτσι). Και τ’ αδέλφια του Βασίλη Νίκα, ο Χαρίλαος και ο Δημήτρης, παιδιά όλα του Νικόλαου Νίκα, ασχολήθηκαν με το τυρεμπόριο. Ο Χρήστος Φατσώρης, ο Νάσιος Κατσάνος5, τυρέμποροι κι αυτοί, ανταγωνιστές με τα αδέλφια Πάλιου και Β. Νίκα πριν την Κατοχή, συνεργάστηκαν μετά από αυτή. Οι Βλάχοι αυτοί έμποροι ήταν πολύ αξιόπιστοι και κέρδισαν πολλά χρήματα. Στην Κατοχή όμως τα χρήματα έχασαν την αξία τους και το τυρεμπόριο αντιμετώπισε κρίση. Μεγάλος τυρέμπορος με εξαγωγές μάλιστα στην Ιταλία ήταν ο Γεώργιος Σάνης. Το φανερώνει «το Σπίτι του Σάνη» όπως πια έχει επικρατήσει, ιδιοκτησία τώρα του Κώστα Ευαγγέλου, ένα πραγματικό αρχιτεκτονικό κόσμημα, που είναι η σημαία του Συρράκου εντός κι εκτός των ελληνικών συνόρων. Λέγεται6 δε για το Σάνη ότι ήταν ο πρώτος που έφερε γραμμόφωνο στο Συρράκο.

2. Μιχάλης Παπαδημητρίου, ετών 80, Πρέβεζα 1999 3. Χρήστος Κατσάνος, 87 ετών, Πρέβεζα 1999 4. Κων/νος Δίπλας, ετών 90, Πρέβεζα 1999 5. Χρήστος Κατσάνος, Πρέβεζα 1999 6. Κων/νος Ζιώγας, Πρέβεζα 1999 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Σ υ ρ ρ α κ ι ώ τ ε ς Τυ ρ ο κ ό μ ο ι κ α ι Τυ ρ έ μ π ο ρ ο ι

35

Άργος Ορεστικό 1957. Συρρακιώτες τυροκόμοι. Από αριστερά: Γιώργος Μουστακλής, Σωτήριος Κατωγιάννης, Απόστολος Ζιώγας, ντόπιος κάτοικος, Ιωάννης Σαούγκος. (Φωτ. αρχείο Απόστολου Ζιώγα)

Την ίδια περίοδο τυροκόμοι-τυρέμποροι ήταν ο Κώστας Αυδίκος, τα τέσσερα αδέρφια Βασταρούχα και οι Κασιμαίοι (Χαρίλαος, Δημοσθένης και Λάκης) που δρούσαν στην Άρτα, ο Γιάννης Βοντήτσος (Μπιτσάλης), ο Σπύρος Σκαμνέλος, ο Δημ. Ζαλοκώστας (Δίπλας) σε διάφορες περιοχές. Έμποροι μικρότεροι υπήρξαν κι άλλοι Γ. Νταλαούτης, Χρ. Παπουτσής, Ν. Νίκας, Δ. Συγγούνας, Δ. Ζιώγας, Β. Γαλάνης, Αδάμ. Κραψίτης, Κ. Μπάφας, Γ. Δήμας, Αν. Κατσάνος κ.ά. (Πηγή: Α.τ.Κ. 1924). Οι Συρρακιώτες, όπως οι Ματσουκιώτες, Καλαρρυτιώτες και Προσβαλίτες, διακρίθηκαν και ως αξιόλογοι τυροκόμοι (μπάτζοι). Στην περιοχή της Πρέβεζας ήταν ο Θεόδωρος Τσιώκος του Ευαγγέλου. Οι πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας είναι ότι τους χειμερινούς μήνες η οικογένειά του διέμενε στην Πρέβεζα και το καλοκαίρι ανέβαινε στο χωριό, από το 1940 όμως και ύστερα εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Πρέβεζα. Είναι η δεκαετία ’40-’50, που στην πλειοψηφία τους οι Συρρακιώτες της Πρέβεζας είναι τυροκόμοι (μπάτζοι), τυρεργάτες, τυρέμποροι και φυσικά κτηνοτρόφοι περί την Πρέβεζα. Ο μικρός Θόδωρος στα εφηβικά του χρόνια δούλευε εργάτης και αργότερα σε γαλακτοπωλείο της Πρέβεζας. Σε ηλικία 20 ετών τον βρίσκουμε βοηθό τυροκόμου στην υπηρεσία κάποιου Ζιάκα στο Κανάλι Πρέβεζας, περιοχή Φραξύλα. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


36

Μανόλης Μαγκλάρας

Τυροκόμος περιζήτητος ήταν ο Γιάννης Τέφας (Κατσίκης). Μετά τριών χρόνων δουλειά στου Ζιάκα, τον συναντάμε στο Σμόλικα, κοντά στην Κόνιτσα, βοηθό στον τυροκόμο Γιώργο Μάκη. Και στην Αλβανία βρίσκουμε πολλούς Συρρακιώτες τυροκόμους, γιατί οι Αλβανοί παρόλη τη μεγάλη κτηνοτροφία που είχαν, δεν είχαν μάθει να τυροκομούν. Στην ίδια περιοχή δούλεψαν και πολλοί Κεφαλλονίτες τυροκόμοι, οι οποίοι τουλάχιστον στη φέτα ήταν ασυναγώνιστοι τεχνίτες. Πριν το 1930 δούλευαν στην Αλβανία περί τους δέκα Συρρακιώτες και για διάστημα τριών μηνών το χρόνο, από το Δεκέμβρη μήνα ως το Φλεβάρη, προφανώς στην περίοδο που το γάλα ήταν εν αφθονία. Μνεία γίνεται για τον Κώστα Τέφα που δούλευε σε δυο αδέλφια Βορειοηπειρώτες, ονόματι Καλαντζής. Τα δυο αδέρφια το 1930 σε συνεννόηση μ’ ένα γνωστό τους στην Αμερική άνοιξαν τυροκομεία στη Σαρδηνία κι έκαναν εξα-

Συρρακιώτες τυροκόμοι στην Ιταλία (Μάρτιος 1968). Από αριστερά Χρήστος Νταλαούτης, Σταύρος Μπεζεβέγκης (Τσίρας) και Γιάννης Σαούγκος. (Φωτ. Αρχείο Χρήστου Νταλαούτη) Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Σ υ ρ ρ α κ ι ώ τ ε ς Τυ ρ ο κ ό μ ο ι κ α ι Τυ ρ έ μ π ο ρ ο ι

37

γωγές στην Αμερική. Τυροκόμο είχαν πάρει το δικό μας Κώστα Τέφα. Οι δουλειές πήγαιναν πολύ καλά, άνοιξαν περισσότερα τυροκομεία κι έτσι ο Κώστας Τέφας κάλεσε κι άλλους Συρρακιώτες στη Σαρδηνία. Οι πληροφορίες αναφέρουν έξι Συρρακιώτες τη δεκαετία του 1930 να δουλεύουν σε τυροκομεία της Σαρδηνίας. Στην Αλβανία και συγκεκριμένα στο Αργυρόκαστρο είχε μεταφέρει την έδρα των επιχειρήσεών του μετά τη μεγάλη κρίση του εμπορίου στα Γιάννενα (στις αρχές του αιώνα) και έτερος Συρρακιώτης, ο Ιωάννης, γιος του μεγαλύτερου Ηπειρώτη έμπορα Κ. Αναμίχα, που είχε συστήσει δικό του εμπορικό οίκο στα Γιάννενα. Ο Ιωάννης Κ. Αναμίχας λοιπόν στο Αργυρόκαστρο ίδρυσε δεκάδες τυροκομεία κι ανέπτυξε μεγάλο εμπόριο. Στην Πρέβεζα, που ήταν τότε το κέντρο της διακίνησης του Συρρακιώτικου εμπορίου, συνεργαζόταν με τον επίσης Συρρακιώτη έμπορο Ιωάννη Ξηροποτάμο. Με καραβάνια έφερνε κεφαλοτύρι και δέρματα από την Αλβανία και φόρτωνε για εκεί κυρίως σαπούνι από τα Συρρακιώτικα σαπουναριά, σαρδέλες αλμυρές, χέλια αλατισμένα κι άλλα είδη

Συρρακιώτες τυροκόμοι στη Σαρδηνία της Ιταλίας (1952). Από αριστερά πρώτος όρθιος ο Ιωάννης Ψώχιος, Βασίλειος Βαγγέλης, Δημήτριος Μπεζεβέγκης (Τσίρας). Μπροστά καθιστός ο Δημήτριος Αυδίκος (Φωτ. Αρχείο Γεωργίου Β. Βαγγέλη) Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


38

Μανόλης Μαγκλάρας

εισαγωγής και τα προωθούσε μέχρι τη Σκόδρα. Όταν πήγαινε, λένε7, στο Συρράκο, χτυπούσαν οι καμπάνες κι έβγαιναν να τον προϋπαντήσουν, γιατί τον θεωρούσαν καύχημα για τον τόπο τους. Το 1902 πτώχευσε και τα έχασε όλα, αυτός κι ο συνεργάτης του. Τότε ήταν που πούλησε και το αρχοντικό του στο Συρράκο, το Δουλαίικο, το οποίο κατ’ αρχάς το αγόρασε ο Χρ. Τσώκος και για μας είναι γνωστό ως το μαγαζί του Βαΐτση και τελευταία του Ντρία. Στην Αλβανία, στην περίοδο του Μεσοπόλεμου, εργάστηκε ως αρχιμάστορας τυροκόμος και ο Χρήστος Ψώχιος. Ήταν τόσο ειδικός στο τυρί, ώστε από μια περίοδο και μετά είχε τον έλεγχο 40 τυροκομείων, τα οποία επόπτευε εποχούμενος πάνω σε άλογο. Την προηγούμενη δεκαετία είχε εργαστεί σε τυροκομεία της Βουλγαρίας. Για να επανέλθουμε στην Ιταλία, οι Συρρακιώτες τυροκόμοι προτιμούσαν τη Σαρδηνία, γιατί τα χρήματα που έπαιρναν ήσαν πολύ περισσότερα, δεδομένου ότι τα μεροκάματα διαρκούσαν περί τους εφτά μήνες, από το Δεκέμβριο ως τον Ιούνιο. Τα πρόβατα είχαν πολύ περισσότερο γάλα, αλλά και για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εν σχέσει με τα πρόβατα στην Ελλάδα και την Αλβανία, γιατί εκεί (Ιταλία) τα πρόβατα τα τάιζαν καλά, με καλαμπόκι κι ένα είδος κουκιά. Στην Ελλάδα τα πρόβατα περιορίζονταν στην ελεύθερη βόσκηση. Οι Συρρακιώτες τυροκόμοι στην Ιταλία έφτιαχναν τυρί φέτα και κεφαλοτύρι, ενώ οι Ιταλοί ήξεραν να φτιάχνουν άλλα είδη τυριών. Ο μισθός τους ήταν περίπου εννιά λίρες το μήνα, ενώ έπαιρναν κι ένα επιμίσθιο για την αγορά ειδών διατροφής και ένδυσης. Κι από ό,τι λένε8, τα χρήματα ήταν ικανοποιητικά για να περνάνε καλά. Σε κάθε τυροκομείο ήταν ο αρχιτεχνίτης Τυροκόμος, Συρρακιώτης κατά κανόνα, κι είχε τρεις με τέσσερις βοηθούς Ιταλούς και μια Ιταλίδα που μαγείρευε, έπλενε τα ρούχα και καθάριζε το τυροκομείο. Το ταξίδι τώρα από την Ελλάδα προς τη Σαρδηνία ήταν μια αληθινή οδύσσεια. Από την Πρέβεζα για την Ηγουμενίτσα η διαδρομή γινόταν με αμάξι. Από εκεί με καΐκι ως την Κέρκυρα (2 ώρες). Από την Κέρκυρα ως το Πρίντεζι με καράβι από 8-10 ώρες. Επικίνδυνο το ταξίδι, γιατί τα καράβια τότε ήσαν μικρά κι ανασφαλή και η θαλασσοταραχή περίμενε ανά πάσα στιγμή. Από το Πρίντεζι ως τη Ρώμη με τρένο γύρω στις 10 ώρες και μία ώρα ακόμα για να φτάσουν στην παραλιακή πόλη Τσιβελαβέκια. Από εκεί με μεγάλο πλοίο κατευθύνονταν για την Όλμπια, παραλιακή πόλη της Σαρδηνίας, μια απόσταση 10 ωρών, για να ολοκληρωθεί η οδύσσεια με αμάξι και διάρκεια 4 ωρών προς τα χωριά της Σαρδηνίας, όπου λειτουργούσαν και τα τυροκομεία. Πάνω από 40 ώρες ήταν το 7. Γιώργος Μουστάκης, Πρεβεζάνικα Χρονικά, 1986 τ. 12. 8. Ιωσήφ Ζιώγας, Ζωντανές μαρτυρίες, Πρέβεζα 1999 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Σ υ ρ ρ α κ ι ώ τ ε ς Τυ ρ ο κ ό μ ο ι κ α ι Τυ ρ έ μ π ο ρ ο ι

39

ταξίδι των Συρρακιωτών τυροκόμων από την Πρέβεζα ως τη Σαρδηνία. Ονόματα Συρρακιωτών τυροκόμων στη Σαρδηνία έχουν διασωθεί: Δημήτρης Αυδίκος, Ιωάννης Ψώχιος, Νικόλαος Ψώχιος, Κων/νος Τέφας, Θεόδωρος Tσιώκος, Σταύρος Ψώχιος. Περισσότερες πληροφορίες διασώθηκαν για το Θόδωρο Τσιώκο, που δούλεψε τυροκόμος στην Ιταλία από το 1937 ως το 1940 κι από το 1950 ως το 1969. Ενδιαμέσως εργάστηκε για λίγους μήνες το 1942 στην Αλβανία, ενώ προσπάθησε ανεπιτυχώς να δουλέψει ως τυροκόμος στη Βόρειο Ρουμανία, γιατί το γάλα ήταν πολύ παχύ και καθώς άπλωνε πολύ, δεν μπορούσε να γίνει κεφαλοτύρι. Και στη Βουλγαρία αργότερα (1967) είχαν πάει για μια μόνο χρονιά Συρρακιώτες μπάτζοι για να μάθουν τη δουλειά του τυροκόμου εκεί. Με την ανάπτυξη, λοιπόν, της τυροκομίας και του τυρεμπορίου γεννήθηκε μια νέα τάξη. Αλλά σε ποια κοινωνική τάξη θα τους κατατάξουμε; Στους Ραφτάδες ή στους Κτηνοτρόφους; Όπως και πριν, αλλά και μετά την επανάσταση, με βάση κυρίως τον τρόπο ζωής, το μορφωτικό και βιοτικό επίπεδο, διακρίνουμε τους Συρρακιώτες σε Ραφτάδες και τους Κτηνοτρόφους, έτσι και στα ύστερα χρόνια, το πρώτο δηλ. μισό του 20ού αι. που ακμάζει το τυρεμπόριο στο Συρράκο, μπορούμε να πούμε ότι συνέχισε η κοινωνία του Συρράκου να συνυπάρχει σε δύο κοινωνικά επίπεδα με πολύ, ασφαλώς, ελαστικότερα κριτήρια. Παρότι οι τυρ(ι)-έμποροι είχαν προέλθει στα ύστερα τουλάχιστον χρόνια από την τάξη των κτηνοτρόφων -κι ήταν επόμενο κάτι τέτοιο- ηθέλησαν, όταν απέκτησαν ανάλογη σχετική οικονομική ισχύ, να την επενδύσουν σε κοινωνικό γόητρο, να ανέβουν δηλ. σε ανώτερη κοινωνική τάξη κυρίως με τις επιγαμίες, γιατί εκεί έσπαγε ο κοινωνικός πάγος. Οι γάμοι αυτοί τυρεμπόρων-ραφτάδων έμελλε να έχουν επιπτώσεις και γενικότερα στις σχέσεις Ραφτάδων-Κτηνοτρόφων και βαθμιαία αμβλύνονταν οι μεγάλες διαφορές που χαρακτήριζαν ανέκαθεν τις δυο τάξεις. Σε κάθε όμως περίπτωση υπήρχαν ταξικές διαφορές, γιατί -και κατά τη μαρξιστική θεώρησηυπήρχαν οικονομικές διαφορές. Είτε οι ραφτάδες παλιότερα είτε οι τυρέμποροι αργότερα είχαν ως εκ των δραστηριοτήτων τους διαφορετικά επαγγέλματα και επομένως συμφέροντα. Αυτά κάποτε˙ γιατί δυστυχώς ή ευτυχώς το κατ’ εξοχήν κτηνοτροφικό Συρράκο σήμερα δε θυμίζει τίποτα από αυτό. Το Συρράκο σήμερα –ευτυχώς διάσωσε και διατήρησε την παραδοσιακή αυστηρή αρχιτεκτονική του και χάρη σ’ αυτή έχει εξελιχθεί από τα σπάνια και ομορφότερα ορεινά τουριστικά χωριά της πατρίδας μας. Και πάλι καλά !!! ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: - Συρράκο, Πέτρα-Μνήμη-Φως, εκδ. Πνευματικό Κέντρο Συρράκου, τ. 2ος, 2004. - Αρχεία της Κοινότητας Συρράκου. - Εφημερίδα: Αντίλαλοι Συρράκου. - Ζωντανές μαρτυρίες Συρρακιωτών γερόντων. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


40

Γιάννης Στάμος*

Το π ε ν η ν τ α ρ ά κ ι κ α ι τ ο τ ά λ ι ρ ο

Ο

ι θρησκευτικές γιορτές μου χαρίζουν μια ανάταση. Με λυτρώνουν από τις έγνοιες της καθημερινότητας, μου μαλακώνουν την ψυχή (η κοινωνία μας κάνει σκληρούς), με κάνουν ευδιάθετο, δίνουν περισσότερο νόημα στη ζωή μου. Σαν περνούν, με γυρίζουν ξανά στην καθημερινότητα και προσπαθώ να αμυνθώ στην επίθεση των οξυμμένων προβλημάτων. Η καλύτερή μου άμυνα είναι να σκέπτομαι τις επόμενες γιορτές, να ονειρεύομαι, να θυμάμαι, να συγκρίνω, να προσπαθώ να ισορροπήσω ανάμεσα στο χτες και το σήμερα. Δύσκολο πράγμα θα μου πεις, οι εποχές αλλάζουν. Επειδή το παρελθόν επηρεάζει το μέλλον, γι’ αυτό δε διαγράφω τίποτε από το παρελθόν μου. Αφού πέρασαν οι γιορτές των Χριστουγέννων και περιμένουμε το Πάσχα, ξετυλίγω σαν κινηματογραφική ταινία τις παιδικές μου αναμνήσεις. Θα καταγράψω δυο μέρες που τις θυμάμαι με συγκίνηση και που μου σημάδεψαν τη ζωή στα παιδικά μου χρόνια, το Σάββατο του Λαζάρου και τη Μεγάλη Παρασκευή. Σε ηλικία εφτά χρονών αποφασίσαμε με το γείτονά μου και κατά ένα χρόνο μεγαλύτερό μου να πάμε να πούμε το «Λάζαρο». Στολίσαμε με δάφνες και λουλούδια το καλάθι, φτιάξαμε φωλιά με ξερά χόρτα, βάλαμε κι ένα αυγό για φώλι, πήραμε το σκόπι (ραβδί) για στήριγμα αλλά και μέσο για την αντιμετώπιση του κινδύνου από τα σκυλιά και ξεκινήσαμε. Μόνο τα σπίτια του μαχαλά μας περάσαμε. Για τα δεδομένα της εποχής τα πήγαμε καλά. Μάλιστα, όταν συναντηθήκαμε με άλλη παρέα, υπερηφανευτήκαμε πως μαζέψαμε από έξι δραχμές και κάμποσα αυγά. Τι το ’θελα και το ’πα! Κάπου μου έστρεψαν την προσοχή, έβαλαν το χέρι στην τσέπη του σακακιού μου και μου πήραν όλα τα χρήματα. Όταν το αντιλήφθηκα, ήταν πλέον αργά. Έβαλα τα κλάματα˙ «πάρε τ’ αυγά», μου είπε ο φίλος μου και χωρίσαμε. Στο δρόμο της επιστροφής συνάντησα μια παρέα πέντε-έξι παιδιών από το Μονολίθι. Αυτά τραγουδούσαν το Λάζαρο με υπόκρουση κουδουνιών. Ένας εξ αυτών ήταν ξάδερφός μου, ο Βασίλης. Με ρώτησε τι μου συμβαίνει κι όταν έμαθε το πάθημά μου, μου έδωσε ένα πενηνταράκι. Κάτι ήταν κι αυτό. Ανηφορίζοντας για το σπίτι, γλίστρησα στο ρέμα, μου έφυγε το καλάθι, πάνε και τ’ αυγά. Φτάνοντας στο σπίτι με παρηγόρησαν οι δικοί μου: «Μη σκούζεις χ’σό μ’1). Έπλυναν το καλάθι, το άφησαν να στεγνώσει. Απέσπασα την υπόσχεση από τη βάβω πως τη Μεγάλη Παρασκευή θα μου δώσει το μαύρο κεφαλομάντηλο να το δέσω στο καλάθι, σημάδι πένθους, να πάω να πω τα πάθη του Χριστού. Έφαγα κι έπεσα να κοιμηθώ κατάκοπος.

1. Χρυσό μου Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το π ε ν η ν τ α ρ ά κ ι κ α ι τ ο τ ά λ ι ρ ο

41

Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί πήγα σε επιλεγμένα σπίτια με το καλάθι στολισμένο πένθιμα για να πω τα «Πάθη». Μέχρι τις 11 η ώρα επιτρεπόταν να τα λέμε. Στο σπίτι της μακαρίτισσας της Σταύραινας συναντηθήκαμε με άλλον συγχωριανό μου, ο οποίος μου μίλησε περιφρονητικά: «Αφού δεν τα ξέρεις τα πάθη, πού πας να τα πεις;» Με πήρε το παράπονο, τον μάλωσε η Σταύραινα, γύρισε σε μένα και με φωνή αυστηρή, καλοσυνάτη, παρηγορητική, πρόσταξε με την προσφιλή προσφώνηση γι’ αγόρια: «Πέστα, πούτσα μ’» Είπα μερικούς στίχους, δε μ’ άφησε να τελειώσω. Με σήκωσε στην αγκαλιά, πήγαμε στον οντά, ανέσυρε από το πορτοφόλι της ένα ολόκληρο, μεγάλο τάλιρο, αυτό που είχε το κεφάλι του τότε βασιλιά Παύλου. Δε γνώριζα την αξία του, αλλά μπροστά στο πενηνταράκι μου φάνηκε μια ολόκληρη περιουσία. Τα δυο περιστατικά παραπέμπουν στα συναισθήματα των χριστιανών τη Μεγάλη Εβδομάδα. Τη λύπη από τη σταύρωση του Χριστού τη διαδέχεται η χαρά της Ανάστασης. Έβαλα στόχο να μάθω καλά όλα τα τραγούδια του Λαζάρου και των Παθών του Κυρίου. Σαν μεγάλωσα κι έγινα μαθητής της έκτης τάξης του Δημοτικού, αποφασίσαμε με το Στέλιο, τον παιδικό φίλο και γείτονά μου, να πάμε να πούμε το Λάζαρο σχεδόν σε όλο το χωριό. Είχα την ευκαιρία τότε να γνωρίσω όλους τους συνοικισμούς, πρώτη και τελευταία φορά ως σήμερα. Τρία τραγούδια θυμάμαι κι ανάλογα με την περίσταση, λέγαμε το πιο κατάλληλο. Αν είχε κανένα μωρό η σπιτονοικοκυρά λέγαμε το: «Μωρέ μικρό μικρούτσικο που ’σαι στη σαρμανίτσα Η σαρμανίτσα σου χρυσή κι η αργυρή φασκιά2 σου το γάλα που κατάπινες κουμπί μαργαριτάρι για λούστε το, χτενίστε το εις το σχολειό να πάει το καρτερεί ο δάσκαλος με μια χρυσή βεργούλα το καρτερεί η δασκάλισσα μ’ ένα φιλί στο στόμα.» Αλλού λέγαμε το γνωστό: «Σήμερον έρχεται ο Χριστός ο επουράνιος Θεός εν τη πόλει Βηθανία Μάρθα κλαίει κι η Μαρία Λάζαρον τον αδερφόν της τον γλυκύ και καρδιακόν της. Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν τρεις και τον μοιρολογούσαν.

2. Σχοινί ή φαρδιά λουρίδα υφάσματος με την οποία σπαργάνωναν τα μωρά. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


42

Γι ά ν ν η ς Στ ά μ ο ς

Την ημέρα την Τετάρτη κίνησε ο Χριστός για να ’ρθει. Τότε βγήκε κι η Μαρία έξω από τη Βηθανία. Σκύβει εμπρός γονατιστή και τους πόδας του φιλεί. - Αν ήσουν εδώ, Χριστέ μου, δε θα πέθαινε ο αδερφός μας. Τότε ο Χριστός δακρύζει και τον Άδη φοβερίζει: - Άδη, Τάρταρε και Χάρε, Λάζαρέ μου, δεύρο έξω. Τότε ο Λάζαρος σηκώθη, αναστήθη και νεκρώθη Ζωντανός, σαβανωμένος και με το κερί ζωσμένος. - Πες μας, Λάζαρε, τι είδες εις τον Άδη όπου πήγες; - Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους. Δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι Της καρδούλας μου το λέω και μη με ρωτάτε πλέον». Αν η φτώχεια σε κάποια σπίτια δεν επέτρεπε στις νοικοκυρές να μας ανοίξουν, το κατάλληλο τραγούδι ήταν έτοιμο στα χείλη μας: «Τσουκνίδα μαυροκλώναρη κι ασφάκα τσιτζιλιάρα που δε μου δίνεις εν’ αυγό, μωρή παλιοτσιρλιάρα. Με το ’να χέρι ζ’μων’ς3 ψωμί με τα’ άλλο ξυν’ς4 τον κώλο...» Δε θυμάμαι αν είχε συνέχεια το «τραγούδι», γιατί έβγαιναν και μας κυνηγούσαν πολλές φορές με φοβέρες και κάποτε πετροβολώντας. Ήταν πράγματι προσβλητικό, αλλά φαίνεται πως κι εμείς το επιδιώκαμε, γιατί ήταν μέσα στις «επιτυχίες μας». Το συζητούσαμε με άλλες παρέες για το πόσες φορές τραγουδήσαμε την «Τσουκνίδα...» Η Μεγάλη Παρασκευή απαιτούσε σοβαρότητα. Τα Πάθη που λέγαμε περιέγραφαν το μαρτύριο του Κυρίου από τη σύλληψη μέχρι τη δίκη κι από το σταυρικό θάνατο μέχρι την Ανάσταση. «Κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Χριστού τον τάφο εκεί δέντρο δεν ήτανε και δέντρο εφυτρώθη. Το δέντρο ήταν ο Χριστός κι η ρίζα η Παναγία κι αυτά τα ριζοκλώναρα ήταν οι μαθητές του που μαρτυρούσαν κι έλεγαν για του Χριστού τα πάθη. Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

3. Ζυμώνεις 4. Ξύνεις Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το π ε ν η ν τ α ρ ά κ ι κ α ι τ ο τ ά λ ι ρ ο

43

σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται. Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι για να σταυρώσουν το Χριστό τον Παντοβασιλέα. Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι να λάβει δείπνο μυστικό να τον συλλάβουν όλοι. Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της τας προσχευχάς της έκανε για τον μονογενή της. Φωνή της ήρθε απ’ ουρανού κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα: - Φτάνουν, Κυρά μου, οι προσευχές, φτάνουν και οι μετάνοιες το γιο σου τον επιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε. - Χαλκιά-χαλκιά φτάξε καρφιά, φτιάξε τρία περόνια. Κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και φτιάχνει πέντε. - Συ, Φαραέ, που τα ’φτιαξες, έλα να μας διατάξεις. - Βάλτε τα δυο στους πόδας του τ’ άλλα τα δυο στα χέρια το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του. Η Παναγιά σαν τα’ άκουσε, έπεσε και λιγώθη. Τρία σταμνιά της έριξαν, τρία κανάτια μόσχο και τρία μυροδόσταμο για να της έρθει ο νους της. Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της ζητεί μαχαίρι να σφαχτεί, φωτιά να πέσει μέσα, ζητεί γκρεμό να γκρεμιστεί για τον μονογενή της. Η Μάρθα, η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα, του Ιακώβου η αδελφή, οι τέσσερις αντάμα πήρανε το στρατί, στρατί το μονοπάτι. Το μονοπάτι τσ’ έβγαλε στην πόρτα του Πιλάτου. - Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της. Κοιτά ζερβά, κοιτά δεξιά κανένα δε γνωρίζει Κοιτά και δεξιότερα και βλέπει τον Αϊ-Γιάννη. - Αϊ-Γιάννη Αϊ-Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου μην είδες τον υιγιόκα μου και το διδάσκαλό σου; - Βλέπεις εκείνον τον γυμνό και παραπονεμένο όπου φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι; Εκείνος είναι ο γιόκας σου και ο διδασκαλός μου. Η Παναγιά πλησίασε, γλυκά τον ερωτάει: - Δε μου μιλάς, παιδάκι μου, δε μου μιλάς, παιδί μου. - Τι να σου πω, μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


44

Γι ά ν ν η ς Στ ά μ ο ς

Μόνο το Μέγα Σάββατο κατά το μεσονύχτι Που θα λαλήσει ο πετεινός σημαίνουν τα επουράνια, σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι. Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι όποιος τ’ ακούει αγιάζει Κι όποιος το παραδέχεται Παράδεισο θα λάβει Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο» Στο σπίτι με την επιστροφή μας μας περίμενε ένα πιάτο ζεστό με τσουκνίδες αλευρωμένες χωρίς λάδι αλλά με λίγο ξίδι. Τρώγαμε, ετοιμαζόμαστε και πηγαίναμε στην εκκλησία, στο Μοναστήρι της Πλάκας. Στολίζαμε τον Επιτάφιο, παρακολουθούσαμε την αποκαθήλωση και το βράδυ παρέες παρέες ψέλναμε στον Επιτάφιο το εγκώμια. Αν ξεκινήσουμε σήμερα να πάμε στο χωριό να πούμε το Λάζαρο, πόσα σπίτια θα βρούμε ανοιχτά; Πόσα μονοπάτια θα βρούμε καθαρισμένα να μας οδηγήσουν από οικισμό σε οικισμό; Μήπως κάτι πρέπει να μείνει στη μνήμη μας; Κάτι να παραδώσουμε στα παιδιά μας; Αυτός ήταν και ο λόγος που με ανάγκασε να ξετυλίξω τη μνήμη μου.

* Ο Γ. Στάμος είναι συνταξιούχος δάσκαλος.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


45

Νίκος Β. Καρατζένης

Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι ΜΕΡΟΣ Α΄

Τ

α δημοτικά τραγούδια, «τ’ ανεπιτήδευτα και καταλάγαρα δημιουργήματα των ξωμάχων»1, αποτελούν έκφραση του λαϊκού πολιτισμού της χώρας μας, όπως οι παροιμίες, οι παραδόσεις, οι διηγήσεις, τα αινίγματα και τα παραμύθια. Ο λαϊκός άνθρωπος μετουσίωσε σε στίχους τις αγωνίες, τους φόβους, τα πάθη, τις δυσχέρειες της ζωής, τις χαρές και τις λύπες της και η δημοτική μούσα έχει αφιερώσει πολλά από τα αναβρύσματά της στην ποιμενική ζωή και ειδικότερα στον ελληνικό ποιμενικό, το φύλακα και πιστό σύντροφο ανθρώπων και κοπαδιών. Αν επιχειρούσε κάποιος να ταξινομήσει τα τραγούδια, που ως θέμα τους έχουν το ελληνικό τζομπανόσκυλο, θα διέκρινε ομαδοποιήσεις τρόπον τινά με βάση την οπτική γωνία με την οποία βλέπει αυτό ο δημιουργός κάθε ποιητικής σύνθεσης. Στην πρώτη κατηγορία ανιχνεύεται η θέση που ο ελληνικός ποιμενικός κατείχε στις αγροτοποιμενικές κοινότητες. Στο σύνολο των τραγουδιών της ομάδας αυτής, το τζομπανόσκυλο καταλαμβάνει ισότιμη και ισάξια θέση με τα πρόβατα και τα γίδια. Ο Κρυστάλλης, που αντλεί το υλικό της ποίησής του κυρίως από το δημοτικό τραγούδι, διαγράφοντας το πρότυπο του ιδανικού τσέλιγκα, θεωρεί τον ελληνικό ποιμενικό ως καθοριστικό παράγοντα του τσελιγκάτου, ισοδύναμο με τα ζώα της στάνης. Με τη φράση «κι ένα σωρό μαντρόσκυλα» ο ποιητής υπαινίσσεται πως δεν νοείται αρχηγός τσελιγκάτου με πλούσια κοπάδια, αν δεν εκτρέφει μεγάλο αριθμό ποιμενικών. Ήθελα να ’μουν τσέλιγκας, να ’μουν κι ένας σκουτέρης να πάω να ζήσω στο μαντρί, στην ερημιά, στα δάσα, να ’χω κοπάδι πρόβατα, να ’χω κοπάδι γίδια κι ένα σωρό μαντρόσκυλα, να ’χω και βοσκοτόπια το καλοκαίρι στα βουνά και το χειμώ στους κάμπους2…

Σε άλλο ποίημα του ίδιου ποιητή, ο ελληνικός ποιμενικός συναρτάται με το κύρος του τσέλιγκα, τον οποίο «πρέπει» να συνοδεύει το πιο εύσωμο και ρωμαλέο τζομπανόσκυλο της στάνης, ακόμη και στις πιο συνήθεις μετακινήσεις του. 1. Παπαναγιώτου Δημ. Χρ., Νεχωρίτικα Τραγούδια, Ελληνική Λαογραφία, Αθήνα 1977, σελ. 4 2. Κρυστάλλη Κ., Άπαντα, επιμέλεια Μιχ. Περάνθη, σελ.257, εκδ. ΕΣΤΙΑ Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


46

Νίκος Β. Καρατζένης

…Εσένα πρέπει, αφέντη μου, να ζήσεις χίλια χρόνια… Να ’χης χιλιάδες πρόβατα, να ’χης χιλιάδες γίδια… Κι οχ’ το προσκάμνι όντας σκωθείς και μπεις στον αρμεγώνα το πλιό τρανό μαντρόσκυλο να σ’ ακλουθάει σου πρέπει3. Στους στίχους του τραγουδιού, που ακολουθεί, παρατηρείται η ίδια αξιολόγηση αιγοπροβάτων και ελληνικού ποιμενικού. Ιστορικές πηγές τεκμηριώνουν ότι τα τζομπανόσκυλα περιλαμβάνονται στην περιουσία των ποιμένων, ανήκουν στην ίδια φορολογική κατηγορία με τα αιγοπρόβατα και τους πληθυσμούς των αλόγων και πλήττονται με ποιμενικό φόρο4. Τα πρόβατα χιλιάσανε, τα γίδια τρεις χιλιάδες και τα σκυλιά κοσιάρισαν, γινήκανε ζορμπάδες Μά ’ρθε καιρός και γύρισε ο Γιάννος απ’ τα ξένα χυθήκαν πάνω τα σκυλιά, πήγαν να τονε φάνε και του σκουτέρη μίλησε και του σκουτέρη λέει τίνος είναι τα πρόβατα, τίνος είναι τα γίδια; Της Μάρως ειν’ τα πρόβατα, της Μάρως και τα γίδια της Μάρως είναι τα σκυλιά πού’ ρθανε να σε φάνε και του ’ρθε σαν παράπονο και δάκρυσε και κλαίει5. Τα τζομπανόσκυλα αποτελούν τεκμήριο της ευμάρειας της στάνης, την οποία οργάνωσε και διοικεί η δυναμική Ηπειρώτισσα «Μάρω», πρώην σύζυγος του Γιάννου. Στο τραγούδι γίνεται τρεις φορές αναφορά στα πρόβατα, στα γίδια και στα σκυλιά, τα οποία αποτελούν κύρια περιουσιακά στοιχεία του τσελιγκάτου για να δοθεί έμφαση στον πλούτο που «έχασε» ο Γιάννος αρνούμενος την πολύφερνη Μάρω. Άξια προσοχής είναι και η επιθετική συμπεριφορά των «ζορμπάδων» = άγριων ποιμενικών εναντίον του εισβολέα Γιάννου. Τα «ζαβά» τζομπανόσκυλα, ως υπερασπιστές των αιγοπροβάτων, έσπευσαν με θυμό να απωθήσουν τον άγνωστο επισκέπτη από τον τομέα ευθύνης τους, πιστά στον προαιώνιο ρόλο τους. Από τη ζωή των σκηνιτών Σαρακατσιαναίων6 της Πελοποννήσου και συγκε3. ό.π., σελ. 244 4. Γενικά Αρχεία του Κράτους, αρχ. Όθωνος Γραμματικού εσωτερικών, Φ 163 β, 26-8-1834 5. Λελέκου Μ. Ε, Επιδόρπιον 1, Αθήνα 1888, σελ. 184 6. Μαυρόγιαννη Διονύση., Κάθοδος και εγκατάσταση στην Κορινθία και στην Πελοπόννησο των Νέων Δωριέων ποιμένων της Ρούμελης και της Ηπείρου (17ος-20ος αι), Πρακτικά Β΄ Πανκορινθιακού Συνεδρίου, Αθήνα- Κιάτο 2004, σελ.239,241 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

47

Ο Μολοσσικός ποιμενικός έχει πελώριο ανάστημα, ρύγχος πλατυσμένο και βλέφαρα που σκιάζουν τα μάτια και προσδίδουν στο ζώο φοβερό ύφος. Επιτίθεται ακάθεκτος στη λεία του και είναι άριστος φύλακας κοπαδιών. Οππιανός, Έλληνας ποιητής του 2ου π.Χ. αιώνα από την Κιλικία.

κριμένα από την περιοχή των Αροανίων ορέων προέρχεται η επόμενη μαρτυρία, η οποία επιβεβαιώνει τη σπουδαιότητα του ελληνικού ποιμενικού στα πλαίσια της αγροτοποιμενικής κοινότητας και οικονομίας.Τα τζομπανόσκυλα αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια με τα οποία αποτιμώνται τα αιγοπρόβατα και τα άλογα του τσελιγκάτου. Στο δραματικό ειδύλλιο «Γκόλφω», η δράση του οποίου εκτυλίσσεται στα Αροάνια (Χελμό), ο ελληνικός ποιμενικός συγκαταλέγεται μεταξύ των τεσσάρων συνιστωσών του ζωικού κεφαλαίου του οικονομικά εύρωστου και κοινωνικά ισχυρού τσέλιγκα, το οποίο απαρτίζουν πρόβατα, αίγες, άλογα, τζομπανόσκυλα, δια των οποίων αυτός επιχειρεί να δελεάσει τον περιζήτητο υποψήφιο γαμπρό, «Τάσο», ώστε εκείνος να διαλύσει τον ερωτικό δεσμό, ο οποίος τον συνδέει με άπορη, αλλά όμορφη και ενάρετη βοσκοπούλα, προκειμένου να μνηστευτεί την πλούσια μοναχοκόρη του. Σε κάνω τσελιγκόπουλο, σε κάνω Μωραγιάννη7 μέσα σε χίλια πρόβατα, σε πεντακόσια γίδια μεσ’ τα εκατό μου τ’ άλογα, σαράντα μου σκυλιά όλα στα δίνω προίκα σου, όλα δικά σου να’ναι8. 7. Μωραγιάννης= άρχοντας του Μωριά, αγιάννης στην τουρκική= αξίωμα 8. Μαρτυρία Καρατζένη Βασ. Σπυρ. Κτηνοτρόφου εκ Πραμάντων Ιωαννίνων, έτος γεν. 1907, 15-5-1990 Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


48

Νίκος Β. Καρατζένης

Ο τσέλιγκας του Σμόλικα, ο Θωμάς Ζιάγκας από τη Σαμαρίνα, με τα μαχητικά του τζομπανόσκυλα, που έλαβαν μέρος σε σκληρές λυκομαχίες και έσωσαν τα πρόβατα από των λύκων τα δόντια.

Ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά στο επόμενο τραγούδι. Μου ’λεγε η μάνα μου: Μάθε, γιε μου γράμματα Μάθε γιε μου γράμματα, μάθε κοντυλίσματα. Κι εγώ δεν την άκουσα, πιστικός εγίνηκα Χίλια πρόβατα βοσκώ με εβδομήντα δύο σκυλιά φλογερίτσα έκοψα από κίτρο και από ελιά… Κάθε πέτρα τη λαλώ, κάθε κάστρο ακούεται9. Ο βοσκός του τραγουδιού φλέγεται από τον οίστρο της ποιμενικής ζωής, αφού εγκαταλείπει για χάρη της τη μόρφωση. Ιδιαίτερα τρέφει τέτοιο πάθος για τα τζομπανόσκυλα ώστε αποσιωπά την ύπαρξη αιγών στο τσελιγκάτο και υποβαθμίζει τον πραγματικό αριθμό των προβάτων προκειμένου να εξάρει τους ποιμενικούς του. Τα εβδομήντα δύο τζομπανόσκυλα, τηρουμένων των ποιμενικών αναλογιών(ένας ποιμενικός στα 100-200 πρόβατα), αντιστοιχούν σε 7200 9. Στίχοι παραδοσιακών Ελληνικών Δημοτικών Τραγουδιών, εκδόσεις “Βερενίκη„ Πρέβεζα 2004, Αριθμός Τραγ. 595 σελ.351 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

49

ζώα. Είναι παντελώς ασύμφορο για μια στάνη με χίλια μόνον πρόβατα να συντηρεί τόσους ποιμενικούς, αφού τα έξοδα για τη διατροφή ενός σκύλου ανέρχονται σε ογδόντα οκάδες καλαμπόκι ανά εξάμηνο10. Παρά την υπερβολή στον αριθμό των ποιμενικών, ο συσχετισμός αυτών στο τραγούδι με τα πρόβατα καταδεικνύει τη σπουδαιότητά τους. Ιστορικές μαρτυρίες αναφερόμενες στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας εμφανίζουν τη μονή Πεντέλης11 να έχει 6000 αιγοπρόβατα, πολλά άλογα και 60 τζομπανόσκυλα για τη φύλαξή τους και να μισθώνει τα πλεονάζοντα λιβάδια της σε Σαρακατσιαναίους τσελιγκάδες ως τα μέσα του εικοστού αιώνα. Στη σύνδεση του διοικούντος το τσελιγκάτο με τον ελληνικό ποιμενικό αναφέρεται το τραγούδι Τσοπάνε, τσοπανάκι μου κι άξιο μου παλικάρι σου χίλιασαν, σου μίλιασαν, σου γέμισαν οι ράχες που ’χεις καρδάρια δώδεκα, κουδούνια τρεις χιλιάδες σαν τα μυρμήγκια περπατούν, σαν τα μελίσια βάζουν μπροστά πηγαίνει ο τσέλιγκας και πίσω τα σκυλιά του12. Ο εν λόγω τσέλιγκας κατόρθωσε να συγκροτήσει δυναμικό τσελιγκάτο, αφού τρεις χιλιάδες κουδούνια- ένα κουδούνι αναλογεί σε επτά πρόβατα- με μετριοπαθείς υπολογισμούς παραπέμπουν σε είκοσι χιλιάδες αιγοπρόβατα. Αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι δεν γίνεται άμεση αναφορά στα κοπάδια, κάτι που συμβαίνει με τα τζομπανόσκυλα. Αποσαφηνισμένη λοιπόν είναι η λαϊκή πεποίθηση για τη σημασία των τζομπανόσκυλων. Οι ποιμενικοί σκύλοι αποτελούν δηλωτικό στοιχείο της ταυτότητας και του κύρους του ηγέτη των ποιμενικών κοινοπραξιών. Η συνύφανση ποιμένα, αιγοπροβάτων και ποιμενικών σκύλων αποτυπώνεται και στην ακόλουθη ποιμενική ελεγεία η οποία ιστορεί τον αξύπνητο ύπνο θανάτου του βοσκού και την εναγώνια αναζήτησή του από τη χήρα γυναίκα του και το ανήλικο παιδί τους. Ο ανώνυμος δημιουργός επιφυλάσσει στο τζομπανόσκυλο την ίδια θέση που όρισαν γι’ αυτό οι προηγηθείσες καταγραφές μεταξύ των αιγοπροβάτων. Από την αναφορά στα «λάια» πρόβατα, εικάζεται 10. Συράκη Δημοσθένη, Η νομαδική κτηνοτροφία στην Ελλάδα, Γεωργικόν Δελτίο Ελληνικής Γεωργικής Εταιρίας, Αθήνα 1925, σελ.726-730 11. Γκιόλια Μάρκου Α., Παραδοσιακό δίκαιο και Οικονομία του τσελιγκάτου, εκδ. «Πορεία» Αθήνα 2004, σελ. 175 12. Στίχοι παραδοσιακών ελληνικών Δημοτικών Τραγουδιών, εκδ. «Βερενίκη» αριθμός τραγουδιού 1076, σελ. 66 Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


50

Νίκος Β. Καρατζένης

ότι ο άτυχος βοσκός ήταν Σαρακατσιάνος, λαμβανομένου υπόψιν του γεγονότος ότι οι φερέοικοι αυτοί νομάδες συνήθιζαν κατά κύριο λόγο να διαιρούν τα κοπάδια τους σε «φλώρα και σε λάια» Όλοι κοιμούνται και ξυπνούν, Κωτσιοραχιώτη μου και συ κοιμάσαι, δεν ξυπνάς, τον ύπνο δε χορταίνεις, μον’ καρτερείς την άνοιξη, τ’ όμορφο καλοκαίρι π’ ανθίζει ο γράβος κι η οξιά, βγαίνουν οι βλάχοι στα βουνά π’ βγαίνουν τα λάια πρόβατα με τα λαμπρά κουδούνια που βγαιν’ κι η μαύρη Κώσταινα με το παιδί στα χέρια, στρούγκα σε στρούγκα περπατεί, λιθάρι σε λιθάρι, στρούγκα μ’, που ’ναι τα πρόβατα, στρούγκα μ’, που ’ναι τα γίδια στρούγκα μ’, που ’ναι ο πιστικός μαζί με τα σκυλιά του13. Δεύτερη ενότητα απαρτίζουν τα τραγούδια, τα οποία ως θεματικό τους κέντρο έχουν τις εργασιακές ικανότητες του ελληνικού ποιμενικού. Το πρώτο τραγούδι της ενότητας αυτής αναφέρεται στην επισφαλή θέση των ποιμένων κατά την περίοδο της ληστοκρατίας(1835-1935). Οι βοσκοί κατ’ εκείνους τους χρόνους βρίσκονταν μεταξύ «σφύρας και άκμονος»14 , διότι αφενός ήταν υποχρεωμένοι να υπομένουν αγόγγυστα την επικίνδυνη φιλία των ληστών υλοποιώντας τις απαιτήσεις τους, φοβούμενοι συνάμα μήπως θεωρηθούν από αυτούς.. ύποπτοι για προδοσία στις Αρχές, αφετέρου έτρεμαν τους διώκτες των ληστών, οι οποίοι δίκαια ή άδικα έτρεφαν υποψία προς τους ποιμένες για τροφοδοσία, προστασία και γενικώς υπόθαλψη ληστών. Τα πρόβατα προγκήξανε και τα σκυλιά γαβγίζουν έβγα Γιωργούλα μ’ για να ιδείς έβγα να καραντάρεις, το τι γαβγίζουν τα σκυλιά, το τι προγκούν τα γίδια μην είναι χωροφύλακες μην ειν’ ο νωματάρχης; Δεν είναι χωροφύλακες δεν ειν’ ο νωματάρχης, μπήκαν οι κλέφτες στο μαντρί μέσα στο γιδομάντρι, μας πήρανε πέντε τραγιά πέντε μιλιόρες γίδες15. Στην τακτική των τζομπανόσκυλων «να πετιούνται στον πρόγκο» του κοπα13. Ράπτη Δημ. Ελευθ., Δημοτικά Τραγούδια περιοχής Φαναρίου Πρέβεζας, Γιάννινα 1991, σελ. 34 14. Σπανδωνίδη Ειρήνης, Τραγούδια της Αγόριανης, Αθήνα 1939, σελ. 315 15. Χαλατσά Δημ. Χρ., Ληστρικά Τραγούδια, ΕΣΤΙΑ, Αθήνα 2000, σελ. 220 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

51

Κατά τις εποχικές μετακινήσεις των κοπαδιών, τα τζομπανόσκυλα μοιράζονται την έκταση του κοπαδιού για να εξασφαλίζουν αποτελεσματικά τη φρούρησή του.

διού αναφέρεται το παραπάνω τραγούδι. Οι Σαρακατσιαναίοι και όσοι ποιμενικοί πληθυσμοί «ησπάζοντο τον πλάνητα βίον» όντες διαρκώς εκτεθειμένοι στις ορδές των ζωοκλεφτών και στις επιδρομές των λύκων, έδιναν μεγάλη βαρύτητα στην «εξ απαλών ονύχων» εκπαίδευση των ποιμενικών, ώστε να σπεύδουν αστραπιαία στο «φτερό» του κοπαδιού με τον πρώτο αιφνιδιασμό(θρόισμα, πρόγκο) των προβάτων. Συχνά οι άγρυπνοι ποιμενικοί έχοντες στο έπακρο ακονισμένες τις αισθήσεις τους ενεργούσαν αμέσως και κατόρθωναν να «βγάλουν» κυριολεκτικά από τα δόντια του λύκου σώο ή τραυματισμένο το αρπαγμένο πρόβατο. Ερωτικό είναι το θέμα του τραγουδιού που ακολουθεί. Από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι οι πάσης φύσεως κίνδυνοι και η επικρατούσα ανασφάλεια υποχρέωναν τους ποιμένες να αναθέτουν σε ποιμενικούς τη φύλαξη του σπιτιού και των ποιμενικών εγκαταστάσεων. Κόρη με τα ξανθά μαλλιά και με τα μαύρα μάτια στην πέρα ρούγα μην διαβείς, στη δώθε μην περάσεις, Λαχαίνει ο γιος μου από κρασί, λαχαίνει μεθυσμένος Τραβά και κόβει τα κουμπιά και λύει τα μαύρα μάτια. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


52

Νίκος Β. Καρατζένης

Οι άρχοντες των δασών και κυνηγοί της νύχτας, οι ατίθασοι λύκοι, ξεκινούν για την κουρσάρικη επιδρομή τους.

Ο γιός σ’ αν θέλει φίλημα κι αν θέλει μαύρα μάτια, να ξεκινήσει μια βραδιά, να’ ναι Σαββάτο βράδυ ο άντρας μου στα πρόβατα και ο πεθερός στα γίδια και τα σκυλιά, κακόσκυλα στον άλυσο δεμένα16. Η προκλητικά όμορφη αλλά παράτολμη παντρεμένη παραγγέλλει στον επίδοξο εραστή της να συναντηθούν στο σπίτι της αψηφώντας τους κινδύνους του εγχειρήματος. Μεταξύ των μέτρων που έχουν ληφθεί εκ μέρους της αναφέρεται το «δέσιμο» των ακαταμάχητων ποιμενικών, «κακόσκυλα» , οι οποίοι σχηματίζουν κλοιό αδιαπέραστο στον φρουρούμενο χώρο καθιστώντας αδύνατη την προσπέλαση αγνώστου σ’ αυτόν. Στην κατακλείδα του ποιήματος υπολανθάνει η αγωνία η οποία διακατείχε κάθε άνθρωπο, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να κινηθεί σε χώρους βοσκής κοπαδιών ή ύπαρξης ποιμενικών οικισμών, γνωστού όντος ότι οι βλοσυροί και τρομώδεις ποιμενικοί κατά κανόνα περιεφέροντο ελεύθεροι. Είναι γεγονός ότι τα τζομπανόσκυλα μισούσαν το δέσιμο, το οποίο ενίσχυε την αγριότητα και την επιθετικότητά τους. Όταν αυτά «έκοβαν τον 16. Στίχοι Παραδοσιακών ελληνικών Δημοτικών Τραγουδιών, εκδ. «Βερενίκη» Αριθμός Τραγουδιού 868, σελ. 530 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

53

άλυσο» ήταν άκρως επικίνδυνα για τον άτυχο πεζοπόρο. Αναφέρονται περιπτώσεις ποιμενικών οι οποίοι γκρέμιζαν καβαλάρη από το άλογό του17. Την καταδίωξη και την παραδειγματική τιμωρία του επιδρομέα λύκου διεκτραγωδεί η ακόλουθη ποιητική σύνθεση Σαράντα χρόνια πιστικός και ξήντα ζυγουριάρης ποτέ μου δεν επλάιασα να χάσω τα ζυγούρια και τώρα πώς μου γίνηκε και πλάιασα ο καημένος… Σηκώνομαι πολύ πρωί ο μαύρος απ’ τον ύπνο τηράω σιαδώ, τηράω σιακεί και πρόβατα δε γλέπω και παίρνω δίπλα τα βουνά, παρανταριά τους κάμπους. Στο δρόμον όπου πάαινα, στο δρόμο που πααίνω κουτσό λύκο ν’ απάντησα, κουτσό και μ’ ένα μάτι: Λύκο μ’ μην είδες πρόβατα, λύκο μ’ , μην είδες γίδια; Τα γλέπεις κείνα τα βουνά, το πέρα και το δώθε; Στο πέρα βόσκουν πρόβατα, στο δώθε βόσκουν γίδια Πήγα να φάω λαϊαρνί και τρυφερό κατσίκι Κι ήταν νια σκύλα κοντουρή και δυό σκυλάκια μαύρα,* Σαράντα στράτες μου ’δωκαν και ξήντα μονοπάτια, Μου τσάκισαν το πόδι μου, μου βγάλανε το μάτι18… *Παραλλαγή 1η: Τα φ’ λάει νια σκύλα κολοβή κι ένα ζαβό σκυλάκι Παραλλαγή 2η: Κι έλαχ’ η σκύλα κοντουτή κι η άλλ’ μακρομαλλούσα Με τσάκισαν τα ιννιά πλευρά, κι του διξί μου πόδι Κι σβαρνιξιές μι τράβηξαν, χουρτάρι δε φυτρώνει19. Στο παραπάνω τραγούδι εξαίρεται η μαχητική ικανότητα και η συναίσθηση ευθύνης της «κολοβής σκύλας» και των μαύρων σκυλιών, που αναδείχτηκαν γενναίοι φύλακες- προστάτες των κοπαδιών. Παρά την απουσία του συντονιστή της δράσης βοσκού, οι θηλυκές οι οποίες πρωτοστάτησαν στην άμυνα συνεπικουρούμενες από τα μικρόσωμα- τα υποκοριστικά: σκυλάκια, ζαβό σκυλάκι, είναι δηλωτικά του μικρού αναστήματος των εν λόγω ποιμενικών- αλλά θαρραλέα αρσενικά, απώθησαν το αγρίμι και έσωσαν για μια ακόμη φορά τα αιγοπρόβατα. Ο ανώνυμος συνθέτης του τραγουδιού βλέπει με κατανόηση και

17. Καρατζένη Νίκου Βασ., Οι Νομάδες κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων, Άρτα 1991, σελ. 205 18. Παπαναγιώτου Δημ. Χρ., Νεχωρίτικα Τραγούδια, σελ. 264 και 265 19. Στίχοι παραδοσιακών ελληνικών Δημοτικών Τραγουδιών, εκδ. «Βερενίκη» Αριθμός τραγουδιού 799, σελ. 495 Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


54

Νίκος Β. Καρατζένης

συμπάθεια τον βοσκό («πλάιασα ο καημένος») που αποκοιμήθηκε καταπεπονημένος από την ολοήμερη ορθοστασία κατά την περιπλάνηση του κοπαδιού, ενώ μόνιμη έγνοια του είναι η άγρυπνη φύλαξή του κατά τους επόμενους στίχους Ογδόντα χρόνια βρε παιδιά, μέρα καλή δεν είδα… Χρόνια το γαλοδέρματο κουβάλησα στην πλάτη κι έζησα μέσα στα βουνά σαν το μικρό σαΐνι. Εξήντα κάπες χάλασα, απ’ του καιρού τις μπόρες… Φαΐ ποτές δεν έφαγα και σαν λαγός κοιμόμουν να μη μου φύγει η κοπή και μου τη φαν οι λύκοι20. Στην υπεράσπιση του κοπαδιού από τους ποιμενικούς αναφέρεται το Σαρακατσιάνικο τραγούδι που ακολουθεί Πέρα ιδώ στουν έλατου κι στουν κουντουέλατου βόσκουν χίλια πρόβατα κι άλλα τόσα γιδιρά τσιούπρα ήταν τα φύλαγε κι τα γυρουβόλιαζε κι εκατό βλαχόσκυλα λέλι μ’ βλαχόσκυλα κλέφτις παν να κλέψουνι, τσιούπρα τους κατάλαβι ντέτιστι βλαχόσκυλα, πιάστι ένα κλεφτόπουλο21. Οι εκατό ποιμενικοί σκύλοι περιποιούν αναμφισβήτητα τιμή στο πλούσιο τσελιγκάτο διότι η δαπάνη για τη διατροφή τους είναι τεράστια. Κατά τα κρατούντα στα ποιμενικά πράγματα, δεκαπέντε τζομπανόσκυλα ήταν σε θέση να παράσχουν τη δέουσα ασφάλεια στα κοπάδια της εν λόγω Σαρακατσιάνικης στάνης, που αριθμούσε δύο χιλιάδες αιγοπρόβατα. Ο υπερβολικός αριθμός των ποιμενικών δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, υπηρετεί όμως την υπόθεση του τραγουδιού. Ο λαϊκός άνθρωπος επιθυμεί να τονίσει εμφαντικά τους κινδύνους που βίωνε ο ανυπεράσπιστος βοσκός, οι οποίοι τον υποχρέωναν να τρέφει πολλούς ποιμενικούς προκειμένου να προφυλάξει την περιουσία του από τη μάστιγα της υπαίθρου, τους ζωοκλέφτες. Σε δεύτερο επίπεδο διαφαίνεται η πρόνοια των ανθρώπων της στάνης να επιστρατεύσουν το σύνολο των τζομπανόσκυλων για την αποτελεσματικότερη περιφρούρηση των κοπαδιών, αφού ανέθεσαν τη φύλαξή τους σε μια γυναίκα και μάλιστα σε μια νεαρή βλαχοπούλα, η οποία παρά την ύπαρξη των «εκατό σκυλιών» , αισθάνεται την απειλή

20. Χατζηγάκη Αλεξ., Τ’ Ασπροπόταμο Πίνδου, Τρίκαλα 1961, σελ. 62-63 21. Χατζηγάκη Αλεξ., ό.π., σελ. 62-63 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

55

να την περιβάλλει. Ο φόβος λοιπόν αναγκάζει την ποιμενίδα να μην αφήνει τα κοπάδια να βόσκουν απερίσπαστα στα λιβάδια αλλά να τα «γυροβολιάζει» ώστε να τα έχει υπό την άμεση εποπτεία της. Στο παράγγελμα της ηρωίδας του τραγουδιού διαφαίνεται η άριστη επικοινωνία μεταξύ βοσκού και ποιμενικού, αφού τα ευφυή «βλαχόσκυλα» θα σπεύσουν να εκτελέσουν την εντολή του αρχηγού του κοπαδιού, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η «τσιούπρα», και θα επιδιώξουν να συλλάβουν από το σύνολο των κλεφτών επιλεκτικά ένα κλεφτόπουλο. Η σύλληψη του νεαρού κλέφτη προοιωνίζεται ίσως ερωτικό ειδύλλιο μεταξύ αυτού και της νεαρής Σαρακατσιανούλας. Και σ’ αυτό συντελεστές εν τέλει αναδεικνύονται τα τζομπανόσκυλα. Άξια λόγου είναι η αναφορά σε τραγούδι από τη Θεσσαλία Πάει κι Κουσταντής για ξύλα μι του γιο τ’ μαζί κι στου δρόμου που πηγαίνουν βρίσκν’ ένα μαντρί π’ όχει πρόβατα κι γίδια, παρδαλό σκυλί Βρε τζιουμπάνι, βρε τζιουμπάνι, πού’ ν’ τα πρόβατα πού ’νι του σκυλί; το’ δουσα ψουμί, τυράκι, πάει στα πρόβατα22. Το τραγούδι, σε συνδυασμό με τον παροιμιακό λόγο «το χαίρεται σαν παρδαλό σκυλί», κατοπτρίζει την διαδεδομένη στους ποιμένες τάση να προτιμούν ποιμενικούς του χρώματος αυτού. Τα παρδαλά και τα φλώρα τζομπανόσκυλα είναι, κατά τους βοσκούς, τα πιο κατάλληλα για τα κοπάδια διότι γίνονται εύκολα αντιληπτά από τα αιγοπρόβατα, σε αντίθεση με τα «μούργκα και καψαλά» σκυλιά, τα οποία αιφνιδιάζουν συχνά τα ζώα διότι το χρώμα τους μοιάζει με αυτό των αγριμιών. Στο τραγούδι γίνεται λόγος για το φόβο που αιτιολογημένα αισθάνονταν στη θέα, στο γάβγισμα και στην πιθανή επίθεση των τρομερών ποιμενικών οι διερχόμενοι πλησίον ποιμενικών καταυλισμών, οι οποίοι περιδεείς ζητούσαν από τους βοσκούς πληροφορίες για το χώρο όπου βρίσκονταν τα πρόβατα με τους φύλακες- συνοδούς, τους ποιμενικούς, προκειμένου να λάβουν τα μέτρα τους, αποφεύγοντες κυρίως να παραβιάσουν τα νοητά όρια ασφάλειας του κοπαδιού που θέτουν τα τζομπανόσκυλα. Μια τρίτη ομάδα στον κύκλο των τραγουδιών, στα οποία γίνεται μνεία για τον ελληνικό ποιμενικό, είναι αυτή η οποία έχει ως κυρίαρχο θέμα τη φροντίδα των ποιμένων για τα σκυλιά τους. Ο λαϊκός ποιητής δεν ήταν δυνατό να παρα-

22. Νημά Θεοδώρου Β., Δημοτικά Τραγούδια Θεσσαλίας, Β΄ έκδοση Αφών Κυριακίδη, Θεσ/ νίκη 1983, σελ. 305-306 Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


56

Νίκος Β. Καρατζένης

Ο Μούργκος, ο πιο δυνατός ποιμενικός του Π. Παλαιοπάνου από τη Χρυσοβίτσα Μετσόβου, «δείχνει τα δόντα του» προειδοποιώντας τον εισβολέα στο χώρο του κοπαδιού.

βλέψει το ενδιαφέρον των βοσκών για τους άγρυπνους φρουρούς ανθρώπων και κοπαδιών, τους φιλότιμους ποιμενικούς. Ένα από τα αφιερώματά του σ’ αυτούς είναι το ακόλουθο: Βλάχος είμαι μια ζωή βοσκός απ’ τα βουνά μας την κάπα έχω για σκεπή γι’ αδέλφια το κοπάδι για χάρη του δίνω τη ζωή κι αυτό τη δίν(ει) για μένα σκυλιά έχω με λιονταριού μαλλί με γάλα τα ταΐζω. Το έχος μου αυτά φυλάν, γαυγίζουν νύχτα-μέρα23. Ο βοσκός του συγκεκριμένου τραγουδιού έχει απόλυτη επίγνωση της προσφοράς των ποιμενικών στη φύλαξη της περιουσίας του και τους ανταμείβει με τον καλύτερο τρόπο παρέχοντάς τους γάλα, το οποίο αποτελεί την πιο εκλεκτή 23. Παπαζήση-Παπαθεοδώρου Ζωή, Τα Τραγούδια των Βλάχων, Αθήνα Gutenberg 1985, σελ. 118 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

57

Ο Ζιώγκας Ανθούλης, ο μεγαλύτερος τσέλιγκας της Σαμαρίνας με δύο χιλιάδες πρόβατα, σε μια συνομιλία του με τα φιλότιμα τζομπανόσκυλά του.

τροφή για τα τζομπανόσκυλα αλλά και το πλέον πολύτιμο κτηνοτροφικό προϊόν. Σημειωτέον δε ότι οι ποιμενικοί πληθυσμοί στο σύνολό τους ήταν φειδωλοί στην κατανάλωση γάλακτος μέχρι του βαθμού της πλήρους στερήσεως ακόμη και για τα μέλη των οικογενειών τους24. Οι συνήθεις τροφές των τζομπανόσκυλων ήταν το σκυλόψωμο, τα νεκρά ζώα και το τυρόγαλα. Στο ίδιο τραγούδι γίνεται λόγος για το πλούσιο τρίχωμα των σκυλιών που τα καθιστά επιβλητικά σαν λιοντάρια αλλά και για τη διαρκή εγρήγορσή τους «γαυγίζουν νύχταμέρα» , έμφυτη ροπή, που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό και προτέρημα του ελληνικού ποιμενικού. Διάχυτη είναι η πεποίθηση στους ποιμένες ότι τα τζομπανόσκυλα αποτελούν ισότιμα μέλη των οικογενειών τους, διότι έχουν την ίδια συνεισφορά με τους βοσκούς στη διαφύλαξη και επαύξηση του ζωικού κεφαλαίου. Στα δύο τραγούδια που ακολουθούν η μέριμνα για τα τζομπανόσκυλα ιεραρχείται πρώτη και έπεται αυτή για τον τζομπάνο.

24. Καρατζένη Νίκου Βασ., Οι Νομάδες κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων, σελ. 61 Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


58

Νίκος Β. Καρατζένης

Οι ευφυείς ποιμενικοί του Γιώργου Τόλια από το Μέτσοβο σε διάταξη μπροστά από το κοπάδι, «από το χρέος μη κινούντες».

Βλαχούλα- ν- εροβόλαγε από ψηλή ραχούλα φέρνει τη ρόκα γνέθοντας, τ’ αδράχτι της γεμάτο τσοπάνος την αγνάντευε από ψηλή ραχούλα Βλαχούλα μ’ πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις; -Ν- από τα πρόβατ’ έρχομαι, στο σπίτι μου πηγαίνω πήγα ψωμί για τα σκυλιά, τσαρούχια του τσοπάνη. Βλαχούλα μ’ δεν παντρεύεσαι, βλάχον άντρα να πάρεις να σου φυλάει τα πρόβατα, να σου φυλάει τα γίδια25. Η αντίληψη που αναδύεται από τους στίχους του τραγουδιού, καταδεικνύει ότι ο ελληνικός ποιμενικός αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος, αφού η φροντίδα γι’ αυτόν, «ψωμί για τα σκυλιά», προτάσσεται της μέριμνας των ανθρώπων του τσελιγκάτου για τα «τσαρούχια του τσοπάνη». Η στάση αυτή των ποιμένων απέναντι στα τζομπανόσκυλα θεωρείται απολύτως αιτιολογημένη, γνωστού 25. Στίχοι παραδοσιακών ελληνικών Δημοτικών Τραγουδιών, εκδ. «Βερενίκη» Αριθμός τραγουδιού 343, σελ. 207 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

59

όντος ότι τα ταϊσμένα σκυλιά καθίστανται πιστοί φύλακες των κοπαδιών και δεν απομακρύνονται από αυτά προς αναζήτηση τροφής. Η αγροτοποιμενική συνείδηση θεωρεί ανεπίτρεπτο να μείνουν νηστικοί οι καρτερικοί και λιτοδίαιτοι ποιμενικοί, οι οποίοι διασφαλίζουν «το έχος» των βοσκών και υπομένουν με αξιοπρέπεια ακόμη και την πείνα, όταν οι αδήριτες ανάγκες της ποιμενικής περιπέτειας το απαιτούν. Η ίδια φιλοσοφία διαπνέει και το επόμενο ερωτικό τραγούδι Άιντε τ’ ακούτε, εσείς οι όμορφες και σεις οι μαυρομάτες Τον Μάη κρασί μη πίνετε, όξω μη κοιμηθείτε Κόρη κοιμόταν μοναχή, έξω στο μπαλκονάκι βρίσκει τα στήθια τ’ς ανοιχτά και τσαλαπατημένα Τρία παιδιά ζουρλάθηκαν και περπατούν στις στράτες σέρνουν ψωμί για τα σκυλιά, κρασί για τους γερόντους σέρνουν κι αγάπης βότανο26. Η έγνοια για τα τζομπανόσκυλα κυριαρχεί και στο τραγούδι αυτό. Ως πρώτη αναγκαιότητα λογίζεται το «ψωμί» των σκυλιών για την πολύτροπη προσφορά τους. Έπεται η φροντίδα για τους παλαίμαχους βοσκούς, «κρασί για τους γερόντους», οι οποίοι καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους υπέστησαν θυσίες και υποβλήθηκαν σε κόπους και στερήσεις προκειμένου να συντηρήσουν τις πολυμελείς κατά κανόνα οικογένειές τους. Τα παιδιά, τα οποία έχουν επωμισθεί την ευθύνη για τη μεταφορά της τροφής για τα τζομπανόσκυλα σε απομακρυσμένα- ως εικάζεται- βοσκοτόπια, αναγκάζονται να οδοιπορούν τη νύχτα για να προλάβουν τα κοπάδια, τους γέροντες ποιμένες και τα τζομπανόσκυλα στο μαντρί. Το πρωινό «τάισμα» των συνοδών των κοπαδιών σκύλων αποτελούσε κανόνα απαρέγκλιτο για τους προβατομάχους βοσκούς, οι οποίοι σέβονταν τα τζομπανόσκυλά τους και σε εξαιρετικές περιστάσεις προτιμούσαν να μείνουν οι ίδιοι νηστικοί προσφέροντας το ψωμί τους στους ακατάβλητους μαχητές. Η άνοδος των ποιμένων στους θερινούς βοσκοτόπους είναι ταυτόσημη με τον ευτυχισμό ανθρώπων και ζώων. Η επάνοδος από τα χειμαδιά στα βουνά είναι χαρά και αγαλλίαση. Γιορτάζουν όλες οι στάνες, όχι μόνο γιατί άνθρωποι και κοπάδια επιστρέφουν στους φυσικούς τους χώρους αλλά και γιατί πραγματοποιούνται οι οικονομικές λογοδοσίες και υπάρχει η ελπίδα αφθονότερης παραγωγής. Επίσης, τότε γίνονται οι προτάσεις συνοικεσίων, οι επισημοποιήσεις αρραβώνων, τελούνται οι γάμοι με πολυήμερα γλέντια, οι βαπτίσεις των 26. ό.π., αριθμός τραγουδιού 318, σελ. 189 Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


60

Νίκος Β. Καρατζένης

Ο ελληνικός ποιμενικός, ο πιστός και αφοσιωμένος συνοδοιπόρος του ανθρώπου στο αέναο ταξίδι της ζωής. Ο Σωτήρης Μπούμπας στο οροπέδιο του Μετσόβου.

παιδιών, η μαζική συμμετοχή στα πανηγύρια, οι συνεδριάσεις των οργάνων του τσελιγκάτου και σύναψη νέων συμφωνιών, οι ανταλλαγές επισκέψεων και ένα πλήθος άλλων πολιτισμικών και εορταστικών εκδηλώσεων27. ΄Εξοχο δείγμα τραγουδιού το οποίο με επική μεγαλοπρέπεια περιγράφει τις προετοιμασίες των ποιμένων για την άνοδό τους στης Πίνδου τις αετοκορφές είναι τούτο. Μας ήρθε η άνοιξη παιδιά μ’, ήρθε το καλοκαίρι πάρτε αρματώστε τα τραγιά, στολίστε τα γκισέμια σ’ αυτές τις μορφοκάλεσιες, βάλτε αργυρά κουδούνια μαυλίστε τα κοπάδια μας, ούτε σκυλί μη μείνει να πάμε πάνω στα βουνά, ψηλά στη Βασιλίτσα28. Ο τσέλιγκας του τραγουδιού, έμπλεως από την ευφορία την οποία προκαλεί ο «Πίνδιος» νόστος, δίνει εντολές στους βοσκούς της στάνης να στολίσουν τα 27. Γκιόλια Μάρκου Α., Παραδοσιακό δίκαιο και οικονομία του τσελιγκάτου, σελ. 49-50 28. Νασίκα Γρηγ. Α., Το χωριό μας η Σμίξη, Ιστορία, ήθη και έθιμα, Αθήνα 1971, σελ. 77 Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο ελληνικός ποιμενικός σκύλος στο δημοτικό τραγούδι

61

αιγοπρόβατα με τα κουδούνια για την πιο «γλυκιά ώρα» του ποιμενικού βίου. Η έγνοια του όμως επικεντρώνεται με έμφαση στους ποιμενικούς, «ούτε σκυλί μη μείνει». Αυτό συμβαίνει διότι ο πολύπαθος και πολυμαθής αρχηγός του τσελιγκάτου γνωρίζει πως κάποια τζομπανόσκυλα ενδέχεται να μην ακολουθήσουν τα κοπάδια διότι έχουν συνηθίσει να φυλάσσουν τις ποιμενικές εγκαταστάσεις στα χειμαδιά. Στο τραγούδι υπολανθάνει επίσης η κρατούσα μεταξύ ποιμένων αντίληψη ότι τα σκυλιά είναι ανθεκτικά και στις πλέον δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούν το θέρος στον κάμπο, οπότε, ακόμη και αν μείνουν στα χειμαδιά, θα επιζήσουν. Ο τσέλιγκας όμως θεωρεί πως έχουν δικαίωμα στο όνειρο ακόμη και τα άτρωτα τζομπανόσκυλα και πως είναι ανεπίτρεπτο να στερηθούν αυτά τις χαρές της βουνίσιας ζωής. Εξάλλου, στα βουνά των Γρεβενών οι κίνδυνοι από τους λύκους και τις αρκούδες δεν επιτρέπουν ολιγωρία εκ μέρους των βοσκών για την εγκατάλειψη των τζομπανόσκυλων στα χειμαδιά. (Συνεχίζεται...)

Στο κάλεσμα του βοσκού, του αρχηγού του κοπαδιού, τα νοήμονα τζομπανόσκυλα ανταποκρίνονται με παραδειγματική υπακοή. Ο Γιάννης Γ. Ανθούλης στη Σαμαρίνα. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


62

Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος*

Γκλίτσα: Νοηματοδότηση και ανανοηματοδότηση «ταπεινών» αντικειμένων

Η

ενασχόλησή μου με την γκλίτσα ως είδος του υλικού πολιτισμού κι ως έκφραση της λαϊκής τέχνης προσδιορίστηκε από τον τρόπο αναπαράστασή της τόσο στη διαδικασία συγκρότησης πολιτισμικής τοπικότητας όσο και στην εστίαση της έρευνας, καταγραφής και συλλογής του υλικού πολιτισμού. α. Όσον αφορά το πρώτο, αντλώ το τεκμηριωτικό υλικό από προσωπική εμπειρία όταν πριν από πολλά χρόνια άρχισα να επαναδιαπραγματεύομαι τη σχέση μου με ο Συρράκο, το γενέθλιο χωριό των γονιών μου, του οποίου η σκιά βάρυνε τους ώμους των γεννημένων στα κράσπεδα ενός μικρού αστικού κέντρου, των Συρρακιωτών δεύτερης γενιάς1. Όλο καμάρι ανακοίνωσα την πρόθεσή μου να επισκεφτώ το χωριό στον τότε πρόεδρο της κοινότητας παρουσιάζοντας την γκλίτσα που συνόδευε, όπως είχα ενημερωθεί, την άνοδο των συμπατριωτών στο αυγουστιάτικο πανηγύρι της Παναγίας. «Μην πας χωρίς γκλίτσα», με συμβούλευαν κάποιοι συνομήλικοι. Αγόρασα μία από το Μέτσοβο. «Μην ανεβείς μ’ αυτό το πράμα στο χωριό μας», ο πρόεδρος ούτε καν πήρε στα χέρια του την ξομπλιασμένη με διάφορα μοτίβα γκλίτσα. Αιφνιδιάστηκα. Περίμενα τον έπαινο κι αντί αυτού ένας υπαινικτικός αποτροπιασμός. «Δεν είναι δικιά μας», συμπλήρωσε ο συνομιλητής μου, «θα σε γελάσουν στην Γκούρα. Δεν τις κεντάμε εμείς».Ομολογώ ότι η αντίδραση με προβλημάτισε. Με στενοχώρησε. Τότε, δεν είχα τα θεωρητικά εργαλεία να την εξηγήσω. Δεν είχα ανοιχτεί, ακόμη, στο επιστημονικό πεδίο. Το απέδωσα σε συρρακιώτικη στενοκεφαλιά. Όμως, διαισθανόμουν ότι κινδύνευα να απολέσω την αξιοπιστία της προσπάθειας για ανάπτυξη σχέσεων με την πατρογονική μήτρα2. Γεννή1. Προϊόν αυτής της διαδικασίας είναι στο μεν επιστημονικό επίπεδο η διατριβή μου(Βαγγέλης Αυδίκος, Πρέβεζα, 1945-1990. Όψεις της μεταβολής μιας επαρχιακής πόλης, διδακτορική διατριβή, Εκδόσεις Δήμου Πρέβεζας, Πρέβεζα 1991), ενώ η μεταβατική αυτή φάση αποτέλεσε ύλη για το διήγημα «Το βλέμμα στον τοίχο με τη μαντανία»(από την ομότιτλη συλλογή διηγημάτων, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001). 2. Η αίσθηση της χρήσης κοινών συμβόλων είναι αναγκαία συνθήκη για την ένταξη σε μια κοι νότητα. Βλ. Anthony P. Cohen. 19923. The Symbolic Construction of Community. London-New York: Routledge, σελ. 21.Για τον τρόπο που ορίζονται και διαμορφώνονται τα όρια της τοπικής ταυτότητας βλ. ακόμη Ελευθέριος Αλεξάκης. 2003. «Άνθρωποι, φίδια και χορός. Επαφή των πολιτισμών στο Πωγώνι της Ηπείρου», στον τόμο: Μελωδία, Λόγος, Κίνηση. Πρακτικά 2ου Πανελληνίου Συνεδρίου Λαϊκού Πολιτισμού (2-4/11/2001). Σέρρες: Δήμος Σερρών και ΤΕΦΑΑ Σερρών, σσ. 89-106. Βασίλης Δαλκαβούκης. 2005. Η πένα και η γκλίτσα…εθνοτοπική ταυτότητα στο Ζαγόρι του 20ου αιώνα. Αθήνα: Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γκ λ ίτσα: Νοημ ατο δ οτη σ η κ α ι αν αν οη μ ατο δ ότ η σ η « ταπ ε ιν ών » αν τ ικ ε ιμέν ων

63

θηκα στην Πρέβεζα και γι’ αυτούς που δεν διέκοψαν τη σχέση τους με το χωριό, όλοι σαν και μένα ήταν αμφίβολης συρρακιωτοσύνης3. Μια γκλίτσα με λάθος σύμβολα απειλούσε την εξώθησή μου στα άκρα της συρρακιώτικης φαντασιακής ταυτότητας. Συνέβη αυτό που παραθέτει ο Bourdieu. «Όπως η ιδέα που σχηματίζουμε για ένα πρόσωπο αλλάζει ανάλογα με την εθνοτική ταυτότητα την Εικόνα 1. Από το βιβλίο του οποία του προσδίδουμε, η αξία των τεχνών, των Δημητρίου Γ. Καλούσιου, Το ειδών , των έργων, των δημιουργών εξαρτάται από Ματσούκι Ιωαννίνων . Β΄ Λα- τα κοινωνικά σήματα που τους προσαρτώνται ανά ογραφικά, Ματσούκι 1994. στιγμή»4. Ο Bourdieu έχει απόλυτο δίκιο. Η γκλίτσα που κρατούσα στα χέρια μου εξέπεμπε κοινωνικά και πολιτισμικά σήματα. Η εμμονή σ’ αυτή μπορούσε να αλλάξει η διάθεση των Συρρακιωτών απέναντί μου. β. Το περιστατικό αυτό στοίχειωσε μέσα μου και φαίνεται πως αναζητούσε την ευκαιρία να εκφραστεί. Το συνέδριο για τη Ζώρα προσφερόταν. Έτσι, η αναζήτηση υλικού με οδήγησε, εκτός από την επιτόπια έρευνα που είχα κάνει στο παρελθόν στο Συρράκο και τις προσωπικές εμπειρίες, στα αρχεία του Σπουδαστηρίου Λαογραφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών5, καθώς και του Κέντρου Έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών6. Τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά. Οι καταγραφές των ερευνητών και η εστίαση των φοιτητικών εργασιών στις γκλίτσες ήταν ελλιπέστατη7. Θα μποΟδυσσέας. Χρήστος Παπακώστας. 2007. Χορευτική-μουσική ταυτότητα και ετερότητα: η περίπτωση των Ρομά της Ηράκλειας Σερρών, διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. 3. Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος, «Η κοινότητα στον αστικό χώρο: αντιστάσεις και λειτουργίες. Η περίπτωση των Συρρακιωτών τnς Πρέβεζας», Δωδώνη. Μέρος Τρίτο, Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματoς Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, παράρτημα αριθμ. 50. Ιωάννινα 1992, σελ. 49 - 70. 4. Pierre Bourdieu, Η Διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης, Πατάκης, Αθήνα 2002, σελ. 127. 5. Ευχαριστώ τις αναπληρώτριες καθηγήτριες του Πανεπιστημίου Αθηνών, κυρίες Μαρία Μηλίγγου και Άννα Γουίλ-Μπαδιεριτικάκη, καθώς και το μεταπτυχιακό φοιτητή κ. Γεώργιο Κούζα, που διευκόλυναν την έρευνά μου στα Αρχεία του Σπουδαστηρίου Λαογραφίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. 6. Ευχαριστώ τη διευθύντρια του Κ.Ε.Ε.Λ. κ. Αικατερίνη Καμηλάκη-Πολυμέρου, καθώς και την ερευνήτρια κ. Μαρία Ανδρουλάκη για τη συνδρομή στην έρευνα. 7. Για τη γενικότερη στάση απέναντι στον υλικό πολιτισμό βλ.Μ. Γ. Μερακλής, «Η μελέτη Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


64

Ευάγ γ ε λ ο ς Γρ. Αυ δ ίκ ο ς

ρούσα να πω ότι μόνο αποσπασματικές είναι οι αναφορές, σ’ αντίθεση με τη συχνή παρουσία άλλων θεμάτων, ακόμη και ξυλογλυπτικής. Η γκλίτσα δεν έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των ερευνητών. Η οποιαδήποτε αναφορά προκύπτει από τις περιστάσεις και δεν εντάσσεται στην αποδοχή της ως συστατικού στοιχείου των αναπαραστατικών ερευνητικών δομών στους ερευνητές και συλλογείς8. Η προαναφερθείσα άποψη, επιπλέον, επιβεβαιώνεται από τη θέση που κατέχει η γκλίτσα στις μελέτες. Τα μεταπολεμικά χρόνια φιλοξενούνται συλλογές σε διάφορα μουσεία. Όμως, παρά το γεγονός ότι οι λαογράφοι διαφοροποίησαν τη θέση τους για την έννοια του πολιτισμού και μετακινήθηκαν από την επικέντρωση στη λαϊκή τέχνη ως προνομιακό πεδίο στον υλικό πολιτισμό9, η του υλικού πολιτισμού-μια άσκοπη αναδρομή», Λαογραφία ΛΕ΄(1987-1989), σελ. 93. Ευαγγελή Αρ. Ντάτση, Η χαλκοτεχνία στα Γιάννινα στις παραμονές του πολέμου του 1940, Ιωάννινα 1985, σελ. 11. 8. Ο Παπαδόπουλος αποδίδει τη γενικότερη υστέρηση σε θέματα υλικού πολιτισμού στον ιδρυτικό στόχο της λαογραφίας, που ήταν «η τεκμηρίωση της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού λαού». Στέλιος Παπαδόπουλος, «Υλικός πολιτισμός», Εθνολογία 3 (1994), σελ. 215. Ο Μερακλής υπογραμμίζει ότι «το ενδιαφέρον για τον υλικό βίο δεν έλειψε ποτέ. Ο αντίθετος ισχυρισμός δεν θα ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Βέβαια, στο απώτερο παρελθόν της λαογραφίας, το ενδιαφέρον υπήρξε περιορισμένο, αν συγκριθεί με εκείνο που εκδηλώθηκε για τον πνευματικό βίο». Μ. Γ. Μερακλής, ό. π., σ. 100. Ο Μερακλής διαφοροποιείται από τον Παπαδόπουλο στο ότι ο υλικός πολιτισμός ουδέποτε απουσίασε από τα ενδιαφέροντα των λαογράφων, μόλο που στην αρχή η παρουσία του δεν ήταν ισχυρή. Ουσιαστικά, το σημείο διαφωνίας είναι η σύνδεση της συγκεκριμένης οπτικής με τη μόνιμη κατηγορία ότι η λαογραφία υπηρετούσε τη θεωρία της συνέχειας. Ανεξάρτητα από αυτά, κάθε επιστήμη διαλέγεται με την εποχή της, γεγονός που επηρεάζει τόσο τη θεωρία όσο και τη μεθοδολογία της (Βασιλική Ρόκου, Η παραδοσιακή κοινωνία. Από τη μεγάλη συνέχεια στη μεγάλη διάρκεια, Ταξιδευτής, Αθήνα 2005, σελ. 24). Απόδειξη αυτού αποτελεί η σχέση του Μέγα με τη λαϊκή τέχνη και το λαϊκό πολιτισμό , που διαμορφώνονται τόσο από τις ξενικές επιρροές (Από Μ.Γ. Μερακλή, ό.π., σ. 95) όσο και από τις δικές του παρατηρήσεις στην επιτόπια έρευνα (Γ. Α. Μέγας, «Η ελληνική οικία. Ιστορική αυτής εξέλιξις και σχέσις προς την οικοδομίαν των λαών της Βαλκανικής», Λαογραφία ΚΣΤ΄(1968-1969), σελ. 276. 9. Ο Μ. Γ. Μερακλής, ό.π., σελ. 101-2 προτιμά τον όρο «υλικός βίος», στη μελέτη του οποίου διακρίνει δύο οπτικές. Από τη μια μεριά είναι η εστίαση στην τεχνολογική και οικονομική διάσταση και από την άλλη αναπτύσσεται «ένας άλλος τρόπος μελέτης του υλικού πολιτισμού, ο λαογραφικός , που δεν μπορεί να είναι λαογραφικός, αν δεν παρουσιάζει μια σταθερή εθιμική πλαισίωση». Οι απόψεις του Μερακλή, όπως και τα όσα γράφει για τη λαϊκή τέχνη (Ελληνική Λαογραφία, Γ΄. Λαϊκή τέχνη, Οδυσσέας, Αθήνα, 1992), συνέβαλαν καθοριστικά στη διαφορετική θέαση του λαϊκού πολιτισμού, καθώς και στην ενθάρρυνση της μελέτης του. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γκ λ ίτσα: Νοημ ατο δ οτη σ η κ α ι αν αν οη μ ατο δ ότ η σ η « ταπ ε ιν ών » αν τ ικ ε ιμέν ων

65

γκλίτσα είναι μετέωρη, αν όχι εξωθημένη στα κράσπεδα των επιστημονικών ενδιαφερόντων10. Εξαίρεση στον κανόνα είναι η Χατζημιχάλη, που ασχολείται με την γκλίτσα (Το ραβδί του τσοπάνη και το φίδι, σελ. 425-32) στο κλασικό της έργο για τους Σαρακατσάνους11. Εντάσσει την εστίασή της στο πεδίο «ξυλοτεχνία και ξυλογλυπτική», γεγονός που υπογραμμίζει τα κίνητρά της. Αντιμετωπίζει την γκλίτσα ως μέρος της λαϊκής τέχνης εξαιτίας των μοτίβων Εικόνα 2. Από το βιβλίο Της που εγχαράσσονται στη λαβή(φίδια, φεγγάρια, Αγγελικής Χατζημιχάλη, Οι σταυροί, πουλιά, κριάρια, αετοί, γεωμετρικά σχήΣαρακατσάνοι, Αθήναι 1957. ματα, κ.λπ.), τα οποία είναι κοινά σ’ όλα τα είδη της ξυλοτεχνίας και ξυλογλυπτικής των Σαρακατσάνων(ρόκες, σφοντύλια, ταμπακέρες, κούπες, ξυλοχούλιαρα, σφραΐστερα, κεντισμένα βουλώματα από βαρέλες, γκλίτσες)12. Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο μέρος της αναφοράς της καλύπτεται από την περιγραφή των ξυλογλυπτυκών μοτίβων. Η ενασχόλησή της με τα θέματα αυτά αποτελεί υλοποίηση του προγραμματικού της βιβλίου για τη Σκύρο13, όπου υποστηρίζει ότι η λαϊκή τέχνη από τη μια μεριά είναι η υλική έκφραση της ψυχής του λαού και από την άλλη η μελέτη της αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία εθνικής τέχνης. Πρόκειται για μέρος της συζήτησης που διεξάγεται για το νέο περιεχόμενο της εθνικής ταυτότητας μετά την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας στα μικρασιατικά παράλια. Η νέα πραγματικότητα κινητοποιεί σημαντικό μέρος της ελληνικής αστικής τάξης που επεξεργάζεται την ιδέα την ελληνικότητας14. Το όνομα «κλίτσα, κλούτσα15, γκλίτσα, αγκλίτσα» προέρχεται από το κυκλι10. Στο χρηστικό οδηγό του Στεφ. Δ. Ήμελλου. 1993. Ζητήματα παραδοσιακού υλικού βίου (Ενδεικτικές επισημάνσεις). Αθήνα: Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, σ. 77, υπάρχει μια αναφορά στη γκλίτσα κι αυτή παραπέμπει στα «ποικίλα στολίδια, που γίνονται από ζυμάρι στη βασιλόπιττα στους αγροτικούς πληθυσμούς, που συμβολίζουν το επάγγελμα(γεωργός ή βοσκός), όπως αλέτρι, βόδια, θημωνιές ή γκλίτσα, κοπάδι, μαντρί των προβάτων, καλύβα του βοσκού κ.α.». 11. Αγγελική Χατζημιχάλη, Οι Σαρακατσάνοι, Αθήναι 1957. 12. Αγγελική Χατζημιχάλη, ό.π., σελ. 433-452. 13. Αγγελική Χατζημιχάλη, Ελληνική Λαϊκή Τέχνη. Σκύρος, Αθήναι 1925. 14. Δημήτρης Τζιόβας, Οι Μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο Μεσοπόλεμο, Οδυσσέας, Αθήνα 1989, σελ. 19-29. 15. Σ.Λ.(=Σπουδαστήριο Λαογραφίας Τμήματος Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, ΣΛ στο εξής) χ.φ. αρ. 1833, σ. 7(Συλλογή Ιερέως Δημητρίου Τσιοκάνη, Τρίκαλα 1973). Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


66

Ευάγ γ ε λ ο ς Γρ. Αυ δ ίκ ο ς

κό σχήμα της χειρολαβής, σύμφωνα με την άποψη του Höeg. Η «ετυμολογία της λέξης κλίτσα, αγκλίτσα μπορεί να αναχθεί στο αρχαίο ελληνικό αγκύλος, που με τη νεώτερη υποκοριστική κατάληξη –ιτσα έδωσε τον μεταβατικό τύπο αγκυλίτσα, απ’ όπου με συγκοπή προήλθε η αγκλίτσα, γκλίτσα, κλίτσα»16. Μ’ αυτήν την ετυμολογική πρόταση του Μπαμπινιώτη17, συμφωνεί και η μαρτυρία του συγγραφέα Δημήτρη Παπαχρήστου-κτηνοτροφικής καταγωγής -, ότι το όνομα της γκλίτσας στη βόρεια Εύβοια(Άγιος Γεώργιος Ιστιαίας) είναι αγκούλα, που είναι συγγενές προς το επίθετο αγκύλος, καθώς και η λαϊκή εικονοποιΐα, η οποία έδωσε το όνομα «καρλίμπους» σε ποτάμι στο βλαχοχώρι Ματσούκι Ιωαννίνων, που βρίσκεται στις υπώρειες της Κακαρδίτσας των Τζουμέρκων, σύνορο με τη Θεσσαλία.. «Δυτικό σύνορο του Ματσουκίου με τους Καλαρρύτες. Πηγάζει από την Κάλουτα των Καλαρρυτών, κάτω από τον Μπάρο, και ρέει ανάμεσα σε πολύ δυσκολοδιάβατα μέρη, για τα οποία είναι απαραίτητη η χρήση της γκλίτσας(βλ. καρλίμπου). Από δω προέρχεται και το όνομά του, αν αυτό δεν οφείλεται και στην ομοιότητα του μέρους με το σχήμα της γκλίτσας(κάθετα ανεβοκατεβάσματα)»18. Η Χατζημιχάλη, όμως, δίνει και μια άλλη πληροφορία για το όνομα της γκλίτσας στους Σαρακατσάνους. Ισχυρίζεται ότι οι τελευταίοι την αποκαλούσαν σημείο «του αρχηγού, του βασιλιά της στάνης, του τσέλιγκα και των αρχηγών του κάθε κοπαδιού»19. Προκειμένου μάλιστα να ενισχύσει την επιχειρηματολογία της επικαλείται τον Λουκόπουλο, γράφοντας ότι «σημείον λένε την κλίτσα και στη Ρούμελη»20. Όμως, πρόκειται για παρερμηνεία των απόψεων του Λουκόπουλου, ο οποίος δεν υποστηρίζει ότι η γκλίτσα ονομαζόταν σημείο. Εκείνο που διευκρινίζει είναι ότι θεωρούνταν αυτή ως σύμβολο του τσοπάνου. «Αυτή είναι το δικό του σύμβολο, αυτό που λέει αυτός σημείο»21. Επιπλέον, σε κανένα κείμενο για Σαρακατσάνους δεν εντόπισα σχετική αναφορά. Άγνοια για τη χρήση αυτής της λέξης εξέφρασαν Σαρακατσάνοι πληροφορητές από τη Θράκη, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο. 16. Βλ. Α. Χατζημιχάλη, ό.π., σελ.431(σημ.1). 17. «Γκλίτσα<αγκλίτσα<αγκυλίτσα, υοπκ. Του επιθ. αγκύλος, λόγω του σχήματος που συνήθ. έχει η άκρη του ποιμενικού ραβδιού». Γ. Μπαμπινιώτης. 1998. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας, σελ. 427. 18. Δημήτριος Γ. Καλούσιος, Το Ματσούκι Ιωαννίνων. Α΄. Ιστορικά, Ματσούκι 1994, σελ. 113-4. 19. Α. Χατζημιχάλη, ό. π., σελ. 425. 20. Ό.π. 21. Δ. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι 1930, σελ. 21. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γκ λ ίτσα: Νοημ ατο δ οτη σ η κ α ι αν αν οη μ ατο δ ότ η σ η « ταπ ε ιν ών » αν τ ικ ε ιμέν ων

67

Η γκλίτσα, λοιπόν, είναι ένα ταπεινό, αλλά πολύ χρηστικό εργαλείο για την καθημερινή δραστηριότητα των κτηνοτροφικών πληθυσμών. Βαθμιαία, μετασχηματίζεται σε φορέα εξουσίας και κύρους, σε μέσο διάκρισης, κατά τον Bourdieu. Η Χατζημιχάλη αλλά και τα λαογραφικά-ιστορικά μουσεία γοητεύτηκαν από την αισθητική πλευρά του αντικειμένου. Παραμέλησαν, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο, τη χρηστική διάσταση που είναι και το Η γκλίτσα, ένα απαραίτητο εργαλείο για τον αφετηριακό σημείο στις διάφορες τσομπάνο. εκφάνσεις του υλικού πολιτισμού, που αναδεικνύει με ενάργεια ο Μερακλής22. Η δική μου προσπάθεια περιορίζεται στη χρηστικότητα αλλά και στην κοινωνική λειτουργία που επωμίζεται η γκλίτσα, γεγονός που διαπλέκεται ασφαλώς με την αισθητική διάσταση. Ωστόσο, η προσέγγισή μου δεν θα επεκταθεί στην ανάλυση των αισθητικών μοτίβων των εγχαραγμένων στη χειρολαβή ή αλλαχού. «Αυτό που θα μπορούσε να κάνει μια βιογραφία πολιτιστική δεν είναι αυτό με το οποίο ασχολείται , αλλά πώς και με ποια οπτική», σχολιάζει ο Kopytoff23. «Η γκλίτσα είναι απαραίτητη για το βοσκό. Προσφέρει ποικίλας υπηρεσίας εις τον βοσκόν. Αυτός χρησιμοποιεί την γκλίτσα(κλούτσα) την γαλαργιάρικη και όχι του χεριού. Σε αυτήν στηρίζεται, διότι κουράζεται όρθιος όλην την ημέραν(…)Η γκλίτσα μόνη της λέγεται γκλίτσα και όταν βάλωμε και το κοντάρι(στυλιάρι) πάλι γκλίτσα αλλά και αγκλίτσα και κλούτσα. Η γκλίτσα γίνεται από ξύλο πιξάρι ή σφενδάνι(…)Το κοντάρι της γκλίτσας γίνεται από ξύλο της κρανιάς, γιατί είναι πολύ γερό. Αφού κόψη το στυλιαρόξυλο από την κρανιά, που θα πρέπη να έχει ύψος ενάμισι μέτρο περίπου. Δεν τηρείται αναλογία ύψους γκλίτσας και βοσκού στο να εξυπηρετή τους σκοπούς. Το ξύλο αυτό

22. Μ. Γ. Μερακλής, Ελληνική Λαογραφία, Γ΄. Λαϊκή τέχνη, ό.π., σελ. 8. 23. Igor Kopyroff.1999. «The Cultural Biography of Things: Commodization as Process», στο βιβλίο : Arjun Appadurai(επιμ.), The Social Life of Things. Commodities in Cultural Perspective. Cambridge: Cambridge University Press, σελ.68 Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


68

Ευάγ γ ε λ ο ς Γρ. Αυ δ ίκ ο ς

έχει περίπου διάμετρον 1,5 –2 εκατοστά. Αφού το κόψουν από το δέντρο το καψαλίζομε στη φωτιά, όταν ακόμη είναι χλωρό, διότι το ξερό δεν καψαλίζεται, και ακολούθως ισιάζομε ενώ ακόμη είναι ζεστό. Κατόπιν το βάζομε όρθιο καθέτως για να μη στραβώση. Τότε λέμε έγινε λαμπάδα. Για την κατασκευή της γκλίτσας χρησιμοποιεί τα εξής εργαλεία: ξυράφι, τρυπτάρι, τσεκουράκι ή μαχαίρα»24. Το φοιτητικό χειρόγραφο από τα Εικόνα 3. Από το Κ. Λ. χ.φ. 4465, σ. 142 Τρίκαλα δίνει κατατοπιστικές πληρο(Συλλογή Μαρίας Ανδρουλάκη, Γάβρος φορίες για την γκλίτσα του τσομπάΝαυπάκτου, 1991) νου. I. Γκλίτσα ονομάζεται η χειρολαβή25, ενώ το μακρύ ξύλο πάνω στο οποίο εφαρμόζει το ξύλο ονομάζεται στυλιαρόξυλο, κλιτσόκυλο, ραβδί, σκόπι, μπασούνι, τ’εάγκου στα βλάχικα26. Ενδιαφέρουσα είναι η διαδικασία της εξεύρεσης στυλιαρόξυλου. Συνήθως, προτιμούν ξύλο που δεν σπάει εύκολα. Έτσι, διάλεγαν ξύλο από κρανιά, από αγριελιά, από πουρνάρι, από κυδωνιά, λυγαριά (Η λυγαριά έχ’ πουλύ γιρό ξύλου)27. Το ξύλο , επιπλέον, έπρεπε να έχει λίγους κόμπους28. Το καψάλιζαν για να φύγουν τα υγρά. Μαλάκωνε και το ισιώνανε. «Το’ βαζες στο γόνα και το ίσιωνες», τονίζει ο Συρρακιώτης Γιάννης Γκαρτζονίκας. Δυο τρεις ημέρες μετά προχωρούσαν στην αποφλοίωση και την αφαίρεση των κόμπων. II. Στην τσομπανόκλιτσα η χειρολαβή, η γκλίτσα δηλαδή29, απεικόνιζε τη 24. Σ.Λ. χ.φ. αρ. 1833, σ. 8(Συλλογή Ιερέως Δημητρίου Τσιοκάνη, Τρίκαλα, 1973). 25. Ο Λουκόπουλος συμφωνεί μ’ αυτή την περιγραφή, προσθέτοντας ότι «είναι ό, τι το καπέλο στον άνθρωπο, που αν δεν είναι της προκοπής, φόρα του ό,τι είδος ρούχο θέλεις, χάνεται η ομορφάδα της ντυμασιάς του». Δ. Λουκόπουλος, ό. π., σ. 19. 26. Ο Λουκόπουλος την αποκαλεί μαγγούρια. Ό.π., σ. 18. 27. Κ.Λ.(=Κέντρο Λαογραφίας Ακαδημίας Αθηνών, στο εξής Κ.Λ.) χ.φ 4187, σ.787( Συλλογή Παρασκευής Βασιλείου, Αγία Παρασκευή της επαρχίας Καλαμπάκας του νομού Τρικάλων, 1982). 28. «Τα ρόζια μάλιστα της Κρανιάς είναι χρήσιμα και δεν τα ξεριζώνουν. Κάνουν τη μαγγούρα πιο στέρια. Δε σπάζει ποτέ. Βάρα όσο θέλεις». Δ.Λουκόπουλος, ό.π., σ. 18. 29. Όταν η χειρολαβή δεν είναι πρόσθετη αλλά το κυκλικό της σχήμα είναι προέκταση του ξύλου, τότε δεν ονομάζεται κλίτσα αλλά μαγγούρα, κατά τον Δ. Λουκόπουλο, ό.π., σελ.19. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γκ λ ίτσα: Νοημ ατο δ οτη σ η κ α ι αν αν οη μ ατο δ ότ η σ η « ταπ ε ιν ών » αν τ ικ ε ιμέν ων

69

χρηστικότητα του συγκεκριμένου εργαλείου. Έπρεπε να έχει το κατάλληλο άνοιγμα, καθώς και να είναι «στρογγυλή και γυρισμένη, για να μην τραυματίζει τις προβατίνες στα λαγαρά και τις ξεκοιλιάζει»(Γ. Γκατζονίκας)30. Παλιότερα, η γκλίτσα, θυμάται Ο Γ. Γκαρτζονίκας, στο Συρράκο ήταν σιδερένια και την κατασκεύαζαν στις πόλεις σε χαλκουργούς. Αργότερα, προτίμησαν το ξύλο(πιξάρι που έβγαζε ωραίο κίτρινο χρώμα, πουρνάρι, ρείκι από τη ρίζα) ή από κέρατο κριαριού, τράγου και βουβαλιού. Στον Ασπροπόταμο Τρικάλων(στο χωριό Τζούρτζια) χρησιμοποιούσα πιξάρι, γιατί «η κλούτσα γένουνταβ έμουρφη. Το πυξάρ’ είνι ένα δέντρου που δεν γένιτι στουν τόπου μας. Έχ’ ξύλου κίτρινου κι πιλικιέται αφράτα»31. Εξάλλου, Χρήστος Ρούφος , Σαρακατσάνος Εικόνα 4. Κ΄ρλίμπου από την Αλεξανδρούπολη που έφτιαχνε ο ίδιος γκλίτσες, α πικράρλου (γκλίτσα 32 του τσομπάνου). Σχέ- τονίζει ότι η κλίτσα ήταν από ρίζα οξιάς . «Έπειτα δεν διο Γιάννη Γκαρτζονί- γίνονται όλες οι ρίζες ούτε η κρανιά γιατί είναι πιο σέρτικο, πιο τριβαλιάρικο το ξύλο. Σπάει. Ύστερα τα νερά του κα, Συρρακιώτη. ξύλου στην κλίτσα πρέπει να στραβώνουν, για να μην σπάει η κλίτσα». III. Η κατασκευή της κλίτσας, συνεπώς, απαιτούσε δεξιότητα αλλά και γνώση του περιβάλλοντος. Ο Ρούφος εμφατικά τόνιζε στη διάρκεια της συζήτησης την ικανότητά του να διακρίνει τα κατάλληλα ξύλα, ακόμη από το ίδιο δέντρο. Ιδιαίτερα, το στριμμένο ξύλο της ρίζας ήταν απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να αντέξει η κλίτσα τόσο το βάρος του τσομπάνου που ακούμπαγε πάνω της στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς στα βουνά όσο, κυρίως, την αντίδραση των προβάτων όταν επιχειρούσε να τις αγκιστρώσει, καθώς και τις συγκρούσεις με άλλους. IV. Η χρηστικότητα της τσομπανόκλιτσας (γαλαριάτικη, κ’ρλίμπου α πικράρλουι=γκλίτσα του τσομπάνου)33 υπογραμμίζεται από τη δωρικότητά της. 30. Σ’ αυτό συμφωνεί και ο Δημήτρης Παπαχρήστος που μικρός κατασκεύαζε γκλίτσες(αγκούλες στο χωριό του). Φρόντιζε, τουλάχιστον αυτές που χρησιμοποιούνταν στα πρόβατα, να έχουν κατάλληλο άνοιγμα, ώστε ούτε να ξεφεύγει το πρόβατο ούτε να τραυματίζεται. 31. Κ. Λ. χ.φ. αρ. 4187, σ.787(Συλλογή Παρασκευής Βασιλείου, Αγία Παρασκευή της επαρχίας Καλαμπάκας του νομού Τρικάλων, 1982). 32. Ρίζες από ρείκια, αγριλόξυλα, φιλικόξυλα, σφανταμόξυλα προσθέτει ο Δ. Λουκόπουλος, ό.π. 33. Κοντά σ’ αυτές υπάρχει η πρατάγκλιτσα για τον προβατοβοσκό και η γιδάγκλιτσα για το γιδοβοσκό. Δ. Λουκόπουλος, ό.π., σ. 20. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


70

Ευάγ γ ε λ ο ς Γρ. Αυ δ ίκ ο ς

Δεν αποτελεί αντικείμενο διακόσμησης, καθώς χρησιμοποιείται μόνο στα πρόβατα34. Κυρίως όμως, η έλλειψη διακοσμητικών μοτίβων αναδεικνύεται σε σύμβολο κοινωνικής διαφοροποίησης, καθώς η διακόσμηση μετάλασσε την αγκλίτσα σε όργανο κοινωνικής και πολιτισμικής διάκρισης. Υπ’ αυτή την έννοια, είναι χαρακτηριστικά όσα καταθέτει η Χατζημιχάλη, σύμφωνα με την οποία η φιδωτή χειρολαβή δεν επιτρεπόταν στους γιδάρηδες που θεωρούνταν κατώτεροι τσομπάνοι35. Η τελευταία παρατήρηση διαγράφει το πλαίσιο της μετακίνησης από τη χρηστικότητα στην αισθητική διάσταση της γκλίτσας, στην οποία εγγράφεται κοινωνικό κύρος και τοπική εξουσία. «Το υλικό τεχνούργημα λειτουργεί ως μια σκηνή πάνω στην οποία μπορεί να Εικόνα 5. Η γκλίτσα διαδραματιστεί η κοινωνική δομή», σημειώνει η Σερετου Γιάννη Γκαρτζονί36 κα (κ’ρλ’λίμπου ντι μ’ μετάκη . Αυτό είναι εμφανές και στην περίπτωση των ν=γκλίτσα του χεριού) Σαρακατσάνων, στους οποίους οι γιδάρηδες ήταν υποχρεωμένοι να αναδεικνύουν την κοινωνική κατωτερότητά τους με την απαγόρευση να χρησιμοποιούν φιδωτή γκλίτσα. Εκτός όμως από την τσομπανόκλιτσα, υπήρχε και η γκλίτσα του τσέλιγκα στους Σαρακατσάνους, συνήθως έμφορτη με ξυλόγλυπτα μοτίβα, αλλά και η γκλίτσα του γεροντότερου, ή του ανθρώπου της αγοράς. Στο Συρράκο ήταν γνωστή ως κ’ρλίμπου ντι μ’ν(γκλίτσα του χεριού), απαραίτητο εργαλείο για το ανεβοκατέβασμα στα καλντερίμια του χωριού, αλλά και αναγκαίο εξάρτημα και σύμβολο κύρους και εξουσίας. Η κατοχή μιας τέτοιας γκλίτσας προκαλούσε κοινωνικές και ηλικιακές ταξινομήσεις. Οι νεότεροι ουδέποτε κρατούσαν τέτοια γκλίτσα, παρόλο που μπορούσαν να φέρουν την τσομπανόκλιτσα στις κτηνοτροφικές τους δραστηριότητες . Η πολιτική, υπό την ευρεία έννοια των σχέσεων και ανταγωνισμών, σύμφωνα με τον Appadurai, είναι αυτή που συνδέει αξία και ανταλλαγή στην κοινωνική ζωή των εμπορευμάτων37. Στην περίπτωση της Γκούρας στο Συρράκο38, αλλά 34. «Σπάνια την κιντούσαμι». Κ. Λ. χ.φ. αρ. 4187, σ. 484(Συλλογή Παρασκευής Βασιλείου, Αγία Παρασκευή της επαρχίας Καλαμπάκας του νομού Τρικάλων, 1982). 35. Α. Χατζημιχάλη, ό.π., σελ. 428 36. Κ. Νάντια Σετρεμετάκη, Παλιννόστηση αισθήσεων. Αντίληψη και μνήμη ως υλική κουλτούρα στη Σύγχρονη εποχή, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1997, σελ. 265-6. 37. Arjun Appadurai, «Introduction : Commodities and the Politics of Value», στο βιβλίο: Arjun Appadurai(επιμ.), ό.π., σελ. 57. 38. Γκούρα στο Συρράκο είναι η κεντρική βρύση του χωριού, δίπλα ακριβώς από την πλαΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Γκ λ ίτσα: Νοημ ατο δ οτη σ η κ α ι αν αν οη μ ατο δ ότ η σ η « ταπ ε ιν ών » αν τ ικ ε ιμέν ων

71

Εικόνα 6. Από το έργο Συρράκο. Πέτρα- Μνήμη-Φως, τόμος 2ος, Πνευματικό Κέντρο Κοινότητας Συρράκου 2004 (Ο Μήτσος Τσουμελέκας στην Γκούρα)

και γενικότερα στην αγορά ως δημόσιο κοινοτικό χώρο, η γκλίτσα του χεριού με τη διακόσμηση και την απόκλισή της από την τσομπανόκλιτσα είναι ένα εμπόρευμα39, δια του οποίου προβάλλεται το κοινοτικό αξιακό σύστημα αλλά και η θέση του φέροντος την γκλίτσα στην κοινοτική δομή. Είναι η γκλίτσα ένα εργαλείο –σύμβολο εξουσίας, που επιβάλλει και τεκμηριώνει την ηγετική παρουσία του κατόχου του, έστω και στο συμβολικό επίπεδο. Αυτό επιτρέπει την κατανόηση της μαρτυρίας του Ρούφου, ότι «ένας τσέλιγκας για την κλίτσα που του έφτιαξε ένας του έκανε μια τσολιαδίστικη στολή». Πρόθεση του πληροφορητή είναι να αναδείξει την αξία της γκλίτσας, ενός ταπεινού αντικειμένου που εξισώνεται με την τσολιαδίστικη στολή, της οποίας το υλικό κόστος είναι υψηλότερο. Η εξίσωση των δύο πόλων της ανταλλακτικής διαδικασίας επιτυγτεία-χοροστάσι. Ευρύτερα, όμως, είναι το κέντρο, η αγορά του χωριού που επιτελούσε πολλές λειτουργίες. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Σπύρος Νταλαούτης, ΣυρράκοΤοπωνύμια. Ένα ταξίδι στο χώρο και το χρόνο, Πρέβεζα 2005, σελ. 59-64. 39. Η γκλίτσα του χεριού, συνήθως, είχε το ύψος του χεριού, ώστε το χέρι που ακουμπά στη χειρολαβή να σχηματίζει ορθή γωνία με το κλιτσόξυλο. Ακόμη, η χειρολαβή όφειλε να έχει μεγαλύτερη επιφάνεια, για να ξεκουράζεται το χέρι. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


72

Ευάγ γ ε λ ο ς Γρ. Αυ δ ίκ ο ς

χάνεται χάρη στο συμβολικό κύρος, στο οποίο εμποτίζεται η γκλίτσα40. Για τον τσέλιγκα είναι η έκφραση της κοινωνικής και οικονομικής εξουσίας. Ως εκ τούτου, η αγορά μετασχηματίζεται σε πεδίο, κατά την έννοια του Bourdieu41, όπου η γκλίτσα λειτουργεί ως εργαλείο για τον καθορισμό κοινωνικών θέσεων μέσω των συμβολικών μηνυμάτων που εκπέμπει η ποιότητα της γκλίτσας. Συστατικά στοιχεία αυτής της ποιότητας είναι και τα διακοσμητικά μοτίβα, ακόμη και στις περιοχές που η δωρικότητα δεν επέτρεπε την γκάμα των διακοσμητικών μοτίβων των Σαρακατσάνων. Μεταπολεμικά, η θέση της γκλίτσας αλλάζει. Αναλαμβάνει νέους ρόλους στο πλαίσιο της ανανοηματοδότησης των αντικειμένων του υλικού πολιτισμού. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Συρράκου. Η γκλίτσα έχει γίνει απαραίτητος εξοπλισμός για όλους τους Συρρακιώτες που επισκέπτονται το χωριό, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες. Όσοι είναι πιο τακτικοί στις επισκέψεις τους έχουν την γκλίτσα στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου, ώστε να είναι διαθέσιμη και στα απρογραμμάτιστα ταξίδια. Άλλοι την αφήνουν στο σπίτι του χωριού. «Την έχω κρεμασμένη απέναντι από την πόρτα. Είναι το πρώτο πράγμα που βλέπω. Την παίρνω και κατεβαίνω στην Γκούρα» εξομολογείται ένας Συρρακιώτης που επισκέπτεται πολύ τακτικά, όλο το χρόνο, το χωριό. Ακόμη, όσοι δεν έχουν γκλίτσα ή είναι μη Συρρακιώτες επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να αγοράσουν μία γκλίτσα, που μπορούν να βρουν στα καφενεία ή στη βρύση της Γκούρας. Εκεί, διάφοροι Συρρακιώτες αναρτούν το εμπόρευμά τους, που εκφράζει τη Συρρακιώτικη ταυτότητα και υπογραμμίζει τη διάθεση του κατοίκου του αστικού κέντρου να πιάσει το νήμα που τον συνδέει με την πολιτισμική παράδοση των προγόνων, καθώς και με μια πολιτισμική διάσταση που υπηρετεί τον συναισθηματικό και σωματικό εγκιβωτισμό του σε πολιτισμικές μορφές που λειτουργούν αντιστικτικά στον κανόνα της πολιτισμικής ομογενοποίησης42. Έτσι, στην Γκούρα το καλοκαίρι , ιδίως τον Αύγουστο, αντηχεί ο επαναλαμβανόμενος ξερός ήχος της γκλίτσας. Σπανίως, ιδίως στο Συρράκο, ο ήχος συνοδεύεται από την εμφάνιση κοπαδιού. Αποτελεί άλλοτε οδηγό στη χαμένη αθωότητα του παρελθόντος, ενώ για τις νεότερες γενιές είναι το αντικείμενο που τους βοηθάει να ενταχθούν σε μια συλλογικότητα που δρα αντίρροπα προς την ισοπεδωτική τάση του κάμπου, του αστικού κέντρου. 40. Πβ. Maurice Godelier, Το αίνιγμα του δώρου, μετ. Αλίκη Αγγείδοθι, Gutenberg, Αθήνα 2003, σελ. 32. 41. Μικρόκοσμοι: Τρεις μελέτες πεδίου. Αθήνα: Δελφίνι. 42. Βασίλης Νιτσιάκος, Οι ορεινές κοινότητες της βόρειας Πίνδου στον απόηχο της μαΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Γκ λ ίτσα: Νοημ ατο δ οτη σ η κ α ι αν αν οη μ ατο δ ότ η σ η « ταπ ε ιν ών » αν τ ικ ε ιμέν ων

73

Εικόνα 7. Πανηγύρι στο χοροστάσι του Συρράκου

* Ο Ευάγγ. Γρ. Αυδίκος είναι καθηγητής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

κράς διάρκειας, Πλέθρον, Αθήνα 1995, σελ. 114. Eleftheria Deltsou, Praxes of Tradition and Modernity in a Village in Northern Greece. Ph. D., Department of Anthropology, Indiana University 1995, σ. 263. Πβ.Μαρία Μαυραγάνη, «Αντικείμενα του παρελθόντος ή υλική μνήμη: η κατανάλωση της ετερότητας», στον τόμο: Ρ. Μπενβενίστε-Θ. Παραδέλλης(επιμ.), Διαδρομές και τόποι της μνήμης. Ιστορικές και ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1999, σελ. 176. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


74

Δημήτρης Παππάς

Περδικολαλήματα (προσωπικές εμπειρίες)

Τ

ο καλοκαίρι του 1958 ήμαν στο χωριό μου, είχα απολύθεί από το στρατό και καρτέραγα το διορισμό μου (να πάω για δάσκαλος). Μέχρι να έρθει αυτός, ήμαν ένας κανονικός αγρότης και θυμήθηκα όλες τις δουλειές μας, αφού και ο πατέρας έλειπε, μάστορας στο Δερβένι και στ’ Ροδοδάφνη Αιγίου. Εκεί στ’ Λούτσα -στ’ Κουραμπά- είχε «μεράδι» απ’ τα πατρικά του, ο πατέρας, λόγγα, ως απάν’ στ’ ράχη στο Μάραθο. Στα χρόνια της κατοχής τα έκαψαν για ρόγγια και έπειτα ξελάκωσαν τα ίσια και έβγαλαν χωράφια-βγαλτώματα, πεζούλια πολλά. Είχαμε καρυδιές-αχλαδιές-κερασιές-βυσινιές-συκιές, ως τα τώρα το 1985-90. Στη ραχούλα κατά τη Μελσσότρυπα έβαλε λίγο αμπελάκι, 150ρίζες και τρώγαμε κάνια ρώγα, εκεί που φυλάγαμε τα μανάρια. Ώσπου να παντρευτούν οι κοπέλες, δηλ. οι αδερφές μου, ήταν αδύνατο να μη πάμε με τα λίγα πραματάκια μας στα «μακροχώραφα» (έτσι λέγαμε την περιοχή γιατί είχαμε ένα μακρύ χωράφι, μια λάκα 120 μέτρα). Αυτό γινόταν όλο το χρόνο – κάθε χρόνο, κάθε μέρα σχεδόν-απ’ το 1941-42, π’ θυμάμαι εγώ. Το λοιπόν, ήταν Ιούνιος μήνας και πήγαμε με τα μανάρια (γιαγιά, αδερφές), όπως κάθε μέρα, αυτές να πάρουν το κλαρί ξύλα- από ένα καλό βάσταμα- κα εγώ να τους κάνω παρέα, να κόψω και δυό φούρκες για τα κλήματα κέδρινες. Κατά το κολατσιό μπήκα στο αμπελάκι και το περιεργάζομαν, μόνος μου, άλλα με τα μάτια και άλλα με τα χέρια. Ετούτο έχει καλές βέργες, εκείνο καλές κρεμάδες, το άλλο ατροφικό ή κακοκλαδεμένο… Να μην τα πολυλογάου, πέρασα πέρα απ’ τ’ μέση και έφτασα στην κερασούλα τ’ ζαγορίσια, που άρχισαν να παρδαλαίνουν, να τα δοκιμάσου. Μόλις ξεκάμσα στον όχτο, στον πάτου απ’ τ’ αχπάν του κουματσιέλ’ (του πεζούλι τ’ αμπέλι) ακούω έναν τσαλακατμό και ένα θόρυβο από φτερούγισμα απότομο. Ξαφνιάστηκα, ήταν απρόοπτο το γεγονός, ήμαν αφουσιωμένος στα αμπελουργικά. Σε χρόνο μηδέν-κλάσμα δευτερολέπτου, πέταξε από μπροστά μ’ μια πέρδικα και πήγε 20-30 μέτρα απέναντι, μέσα στο λογγάκι και χάθηκε με πολύ άτσαλο φτερούγισμα, ενώ βλέπω, ταυτόχρονα, δεύτερη πέρδικα μπροστά στα πόδια μου να περπατάει. Ήταν κλωσσαριά με περδικόπλα, περπάταγε, αλλά πήγαινε σαν μεθυσμένη, σαν σκουτουργιασμένη, μάλλον σαν τραυματισμένη έμοιαζε. Όλο έφευγε και ξεμάκρινε από μένα αλλά ούτε περπατούσε ούτε φλικάριζε,

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Περδικολαλήματα (προσωπικές εμπειρίες)

75

κούλτου κ’βάρ’ πήγαινε προς την άκρη, κατά το λόγγο. Εκ των υστέρων, αργότερα, έμαθα στις συζητήσεις που έκανα επί του θέματος ότι η …κυρά έκανε προσπάθεια να με παραπλανήσει, να με ξεγελάσει, να με τραβήξει προς το μέρος της για να δοθεί χρόνος στα περδικόπλα να τρυπώσουν. Πράγμα βέβαια που το πέτυχε, το κατάφερε όπως αποδείχτηκε. Πέρα αυτήν κι από κοντά εγώ να την πλησιάσω, να την πιάσω βγήκαμε στην άκρη, οπότε με ένα πέταγμα πήγε κοντά στο μέρος που είχε πετάξει και η πρώτη γρηγορότερα Το πέταγμά της, όμως, συνοδέουνταν από ένα πολύ περίεργο λάλημα : τσακτσακ- τσάαακ... ακούστηκε, σαν κραυγή, σαν προσταγή, σαν μάλωμα αυστηρό… δυό-τρεις φορές, μέχρι να προσγειωθεί. Μηνύματα, μάλλον παραγγέλματα θα τα έλεγα προς τα… στρατιωτάκια της, όλα αυτά τα τσακ…τσακ…τσακ. Φαντάζομαι πόσες μέρες να τους έκανε «μαθήματα» συναγερμού και ασκήσεις «επί χάρτου» για να είναι τόσο πειθαρχημένα. Ούτε στη σχολή Πυρ/κού στο Μ. Πεύκο με τα χίλια-δυό καψόνια, τα δεκανίκια της Μοίρας μας δεν τα κατάφεραν να μας εμπεδώσουν τόση ακρίβεια στην εκτέλεση των παραγγελμάτων τους ! Αυτά τα λέω διότι μόλις πέταξε αυτή, στράφηκα προς τα πίσω να ασχοληθώ με τα πουλάκια που ήταν μαζί της και βρέθηκα προ εκπλήξεως. Βλέπω δίπλα κα παραπέρα, εκεί μπροστά μου, νά τα είναι ακίνητα, όπου βρέθηκε το καθένα και όπως βρέθηκε στη δεδομένη στιγμή. Άλλο στα χορταράκια, άλλο στη ρίζα στο κλίμα, άλλο ανάμεσα σε λιθαράκια-μπλάνες και τέτοια και κάποια που πρόλαβαν χώθηκαν στις κουτσουμπέλες, στα όχτια. Το πότε πρόλαβαν και ακινητοποιήθηκαν με το λάλημα ένας θεός το ξέρει. Αυτό δείχνει την εκπαίδευση και τα μαθήματα συναγερμού που έκαμαν. Η περδικομάνα, όσο με έβλεπε να ψάχνω και να έρχομαι γύρα εκεί στη ραχούλα, τόσο τσίριζε-έκραζε-μάλωνε στη δική της γλώσσα βέβαια. Τσάαακ… τσακ… τσακ… άκουγες για μια στιγμή και αμέσως «σιγή ασύρματου» καμία κίνηση. Ύστερα από 2-5 λεπτά και αφού συνήρθα κάπως από αυτό που αντίκρισα, ολομόναχος στη μέση στ’ αμπέλι- ώρα μεσημέρι, άρχισα να ψάχνω στον τόπο γύρω μου για να βρω κανένα περδικόπουλο, να το πιάσω. Έλα όμως που δεν έβλεπα κανένα. Άλλα ήταν ανάσκελα, άλλα λουφασμένα με το κεφαλάκι τους χωμένο κάπου στο χώμα. Άλλα ήταν ξαπλωμένα με το ένα ποδαράκι τεντωμένο και το κεφαλάκι του κάτω απ’ τη φτερουγίτσα του. Μπορούσες κάποιο να το πατήσεις εκεί μπροστά σου και να μην το βλέπεις. Δεν κουνιόνταν, λες κι ήταν ψόφιο-νεκρό. Δεν ξέρω αν … ανάσαιναν καθόλου (εκείνη την ώρα του συναγερμού …με το τσάαακ… που ακούγονταν) ή κρατούσαν και την αναπνοή τους. Το απαγορευτικό πρόσταγμα το άκουγες κάθε φορά που εγώ μετακινούμαν κάπως. Τσάακ, τσάακ, τσάακ … Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


76

Δημήτρης Παππάς

Ήταν πολύ συγκλονιστικές αυτές οι στιγμές. Έπιασα 3-4, πουπουλένια μπιμπελώ θα τα έλεγα και όχι πουλάκια. Ήταν σαν κλωσσόπουλα 2-3 ημερών. Νομίζω αυτά θα ήταν 10-12 ημερών και τα φτερά τους ήταν σαν βελούδο – από βαμβάκι, τόσο απαλά, σε διάφορα χρώματα. Σταχτοκίτρινα ήταν, κάπως, τα πιο πολλά. Η τσιμπιδούλα τους προς το κίτρινο, τα ποδαράκια τους… σπιρτόξυλα, τσακνάκια με κάτι νυχάκια τόσο δα, ίσια που διακρίνονταν. Τα ματάκια τους μικροσκοπικά, ανήσυχα, πετούσαν σπίθες και νόμιζες ότι σε ικέτευαν, σαν να χαμογελούσαν μαζί σου. Δεν ήξεραν τι τα περιμένει. Ακόμη δεν πρόλαβαν να βγουν στον κόσμο, να γνωρίσουν την ζούγκλα. Άλλα σχέδια θα είχαν στο μυαλό τους! Πόσα να προλάβαινε και η μάνα τους να τους μάθει σε μια δυό βδομάδες; Πρώτα θα έπρεπε να τους μάθει το πώς θα προφυλάγονταν από τους πολλούς εχθρούς, αλεπούδες-γεράκια-σκύλους κ.λπ. Ύστερα θα είχαν καιρό για τη ζωή. Όσο έψαχνα –ψαχάλευα κάτω στον τόπο με τα χέρια, αναποδογυρίζοντας χορτάρια και τσιόκαλα, όλο και κάποιο θα ξετρύπωνα. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί το πόσο εύστροφα κινούνταν και μου ξέφευγαν μέσα από τα χέρια μου. Το τσάακ-τσάακ πάλι. Αυτά που έπιανα τα έχωνα μέσα στον κόρφο μου, μέσα στο κοντομάνικο πουκάμισό μου και όλο αγωνίζομαν να πιάσω και κάποιο ακόμα. Συνολικά έπιασα 5. Δεν είχα τι να κάμω, πώς να τα κρατήσω για να πιάσω πιο πολλά. Υπολόγισα ότι θα ήταν γύρω στα 15. Με τον κόρφο γεμάτο πήγα λίγο προς την κερασιά και δεν φαινόμουν από τη μεριά τους, να ξεκουραστώ κάπως, να ηρεμήσω. Τώρα το λάλημα της μάνας άλλαξε τόνο. Δεν μάλωνε, τιτίβιζε για λίγο και σιωπούσε. Στο χώρο απόλυτη ηρεμία, ούτε φύλλο δεν κουνιούνταν. Όλα ήταν σε αναμονή, μόλις όμως ξαναβγήκα στη ραχούλα, πάλι το «σύνθημα» του συναγερμού… πάλι το… τσάαακ…. Είπαμε αυτό δεν ήταν κελάηδημα, δεν ήταν γλυκόλαλη πέρδικα που το έλεγε (όπως τα λένε τα δημοτικά μας τραγούδια) αυτό ήταν … κλάμα, αναστεναγμός, σπαραγμός της μάνας που ένιωθε τα παιδιά της να πέφτουν στα χέρια φονιάδων. Έβλεπε, καταλάβαινε, ήξερε ότι άλλο μέσον, άλλο όπλο δεν έχει να αντισταθεί και προσπαθούσε με το ένστικτό της, με τη φωνή της να τα προστατέψει. Η φωνή αυτή δεν ήταν παράπονο και μοιρολόι, ήταν οργή-κραυγή πόνου ενάντια στο πεπρωμένο, στο άδικο σύστημα του κόσμου της ζούγκλας που θέλει να επιβιώνει ο ισχυρός εις βάρος του αδύναμου. Το μόνο όπλο που ο πλάστης της χάρισε, η ανάγκη της επιβίωσης, της έμαθε να είναι η πονηριά, η εξυπνάδα, η προφύλαξη, η φυγή. Το θορυβώδες πέταγμά της διαρκώς την προδίδει, όπως και το γλυκόλαλο κελάηδημα της. Την προστατεύει το γρήγορο πέταγμά της, η ποικιλόχρωμη φοΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Περδικολαλήματα (προσωπικές εμπειρίες)

77

ρεσιά της (που δεν φαίνεται εύκολα), αλλά και η πρόνοιά της να βάνει «σκοπιά» εκεί που βοσκάει κοπαδιαστά. Μία φυλάει οι άλλες βόσκουν. Εδώ τίποτε απ’ αυτά δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τώρα. Μόνο τη φωνή της. Κάποια ώρα πέρασε απ’ το μυαλό μου η ιδέα να κρυφτώ στο λόγγο, αλλά να ελέγχω το χώρο. Πήγα από μεριά και κρύφτηκα. Έκατσα μέσα στα ρείκια και τις κουμαριές, για ώρα, ώσπου να κατακάτσει ο κουρνιαχτός, να ηρεμήσουν τα πράγματα, να φανεί ότι έφυγα. Σε λίγο δόθηκε από το παρατηρητήριο, απ’ όπου παρακολουθούνταν τα πάντα, άλλο σύνθημα. Ένα τιτίβισμα πιο αργόσυρτο, λίγο πιο σιγανό, απαλό, ένα …ζααακ … γικκκ… διακεκομμένο ανά 1-2 λεπτά. Στο γήπεδο καμία κίνηση, σιωπή και «αναμονή»… Εγώ λουφασμένος, ακίνητος, και πήρε και η ζέστα, πάει 11 η ώρα. Δεν άργησε όμως να δοθεί «λήξη» του συναγερμού με άλλη σφυρίχτρα, άλλη λαλιά. Τώρα ήταν κάπως ήμερη, απαλή, γλυκιά φωνούλα και όχι αγριεμένη όπως τότε το… τσααακ… τσακ. Ένα τιπ… τιπ… ζικ… ζικ… άκουγες πέρα στις κουμαριές, που όσο πήγαινε ακούγονταν πιο συχνά τιπ τιπ τσιπ τσιπ ζικ ζικ ζακ. Τώρα ήταν να βλέπατε, γιατί ό,τι και να σας περιγράψει ο άλλος είναι πολύ λίγο, δεν αποδίδει την «εικόνα». Ένα-ένα εκείν’ οι τρισκαταραίοι, τα νιάνιαρα τ’ κερατά, που ακόμα δε βγήκαν απ’ το τσιόφλο τους άρχισαν να … ξεμπουρδουκλώνονται, να αναποδογυρνάνε και να ξεπροβάλλουν, εκεί μπροστά στα μάτια μου, να περπατάνε πατσιαλά και τρικλίζοντας και να κατευθύνονται προς το μέρος που άκουγαν τη μάνα. Τιβ, τιβ, τιβ, τιπ, τιπ, τζικ, τσικκκ, εξακολουθούσε εκείνη από εκεί απέναντι να δίνει μηνύματα και αυτά όλο κα ξετρύπωναν έναένα. Μέτραγα και χαμογέλαγα 1-3-7-9. Κοίταξα και ξανακοίταξα και έκανα το σταυρό μου, μονολογώντας. Κοίτα λέω η μάνα φύση, δημιουργός και πλάστης, τι ευλογία-τι ευχή έδωσε στα πλάσματά της!. Αυτά μιας εβδομάδας -10 ημερών ψυχούλες και να ξέρουν 2-3 «γλώσσες». Να γνωρίζουν το μη, το όχι, το κακό, τον κίνδυνο με ένα… τιτιριτί… τιτιριτιό, αλλά και την ασφάλεια, την ανησυχία, το «καλό», το ευχάριστο, με ένα ζικ, ζικ που λέει: Ελάτε στην αγκαλιά μου ξεπεταρούδια μου, τη γλυτώσαμε και σήμερα, πάει… κατά διαόλου αυτός ο αγριάνθρωπος. Τικ τικ τσικ τσικ, απαντούσαν και εκείνα, καθώς πεδικλώνονταν μέσα στα σουρόφλα και ανασκλώνταν, άλλο παρέδω κι άλλο παρέκεια, στην προσπάθειά τους να φτάσουν μια ώρα γληγορότερα κοντά της και να χωθούν κάτω απ’ τα φτερούγια της, στη ξεστή αγκαλιά της. Περπατώντας σιγά-σιγά πλησίαζε και εκείνη και ανταμώθηκαν εκεί στην άκρη στο χωράφι, απόξου από το αμπέλι, που το είχαμε σπαρμένο καλαμπόκι. Εκεί μέτρησα -από όσο μπορούσα να βλέπω- καμιά 12/ριά! Βγήκαν στο ξέΈ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


78

Δημήτρης Παππάς

φωτο όσα άντεξαν, ύστερα απ’ την πρώτη δοκιμασία, το πρώτο «βάπτισμα του πυρός», που ήταν με πραγματικά πυρά και όχι άσφαιρα. Είμαι βέβαιος ότι η μανούλα τα μέτρησε με το μάτι, ένα ένα, καθώς έδωναν το «παρόν» και τους έδινε και τα συγχαρητήριά της , που πέρασαν με καλό «βαθμό» στον πόλεμο με τον «εχθρό». «Τη γλύτωσες» !!! μπράβο σου, έτσι σε θέλω... θα έλεγε στον καθένα! Δυστυχώς -έλεγα αργότερα, που τα σκέπτομαν όλα αυτά- αυτός ο «εχθρός», ο άνθρωπος-εχθρός έτυχε να είμαι εγώ. Εγώ έγινα η αιτία να μπούνε νωρίς-νωρίς στο παιχνίδι της ζωής, στον πόλεμο για να ζήσουν. Θα ακολουθούσε «το παιχνίδι» με την αλεπού, το γεράκι, το σκύλο κ.λ.π-κ.λ.π. Καθώς γίνονταν αυτά, τα... εορταστικά ανταμώματα και τα ανακοινωθέντα με τις σχετικές συστάσεις κ.λ.π. δοκίμασα κι εγώ να ξεβγώ λιγάκι στο ξέφωτο, να πάρω μια «φωτογραφία» απ’ την τελετή! Διότι εκεί γίνονταν… χαμός καθώς ετοιμάζονταν να χωθούν πέρα στα καλαμπόκια και να χαθούν. Με το που παρουσιάστηκε η αφεντιά μου, εκεί στα 15 μέτρα ακούστηκε ξανά το… τσαακ… τσακ… τσακ… και μάλιστα πιο έντονο , και τα περδικόπουλα ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Σκορπίστηκαν σε χρόνο μηδέν. Εξαφανίστηκαν αυτά, έφυγα κι εγώ, τελείωσε η… παράσταση. Πήρα τους «αιχμαλώτους» στον κόρφο μου και δρόμο για το σπίτι μας. Η αδελφή μου φώναζε να φύγουμε, πέρασε η ώρα, τα μανάρια τα έπιασε η ζέστα. Με τις ψυχούλες στον κόρφο μου να με … γαργαλάνε καθώς γουργούλαγαν, γύριζα στο σπίτι μου, ώρα μεσημέρι. Τα βάλαμε σε ένα κλουβάκι, αλλά δυστυχώς ήταν πολύ μικρά, δεν έτρωγαν, δεν ξέραμε και τι και πώς να τα ταΐσουμε και δε γλύτωσε κανένα. «Άι πιδάκι μ’ τα φόνεψες αυτά», μου είπε η βάβου μου καθώς έβλεπε να το τραβάω μεγάλο σεκλέτι για τα πουλάκια, που ένα-ένα ψόφαγαν στα χέρια μου. «Δεν ζουν αυτά, δεν κάνουν στο κλουβί, θέλουν τ’ μανούλα τσ΄, θέλουν πέρα στου λόγγου… Άκου για να ξέρ’ς. Εγώ, τότε που ήμαν σαν εσένα, τότε που πάμαν στα πράματα, βρήκα μια φωλιά, μια περδικοφουλιά με αυγά. Τα πήρα στην ποδιά μου και τα βάλαμαν στην κλώσσου και βγήκαν και καμιά δεκαριά περδικόπ’λα. Τα ταϊζαμαν μαζί με τις κότες μας, δηλ. με τα κλωσσοπούλια και μεγάλωναν κανονικά, έγιναν σαν κοσφόπουλα, πήραν χρωματάκια τα φτερούγια τους. Μια μέρα ακούστηκαν από πέρα, από τη Σταριά, στα χωράφια του Κατσάνου πέρδικες να λαλούν τσάκ… τσακ… τσικ… τσιπ… τσιπ… Εκεί που βόσκαγαν του απουγευματάκι, την ώρα που κάθονταν ου ήλιους. Κι ακούς ικεί τα βλουημένα , τα κερατέγκια, μόλις άκουσαν τα’ φωνούλα απ’ το σόι τους, άκουσαν τη γλώσσα τη μανούλα τους, ένα φρρ... φρρ… πέταξαν και πήγαν να ανταμώσουν με τσ’ πέρδικες. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Περδικολαλήματα (προσωπικές εμπειρίες)

79

Τα χάσαμαν μπρουστά στα μάτια μας, όσο να πεις … τρία. Σα νάταν συνοημένα. Δεν μας είπαν ούτε ένα «ευχαριστώ» που τόσες μέρες τα ταϊζαμαν και τα ποτίζαμαν. Τ’ ακούς ; Τ’ ακούω να λες. Έτσ’ τάχει αυτά ου μιγαλοδύναμους», είπε χαμογελώντας η γιαγιά Γιαννούλα –Θεσ’ σχωρέστ- τότε το καλοκαίρι του 1958. Το λοιπόν… έμεινα με τα όνειρα και τα σχέδιά μου, για το πώς θα τα μεγαλώσω και με το τι θα γίνονταν τα περδικόπ’λα μου, άμα εγώ θα διορίζομαν και θα έφευγα, θα πήγαινα για άλλα... «περδικόπουλα». Τώρα; Τι γίνεται τώρα ύστερα, από πενήντα περίπου χρόνια, από τότε; Τα μεν μακροχώραφα έγιναν χέρσα και λόγγος περίπου με βάτια και μετζούνες και το αμπέλι μας… παλιάμπελο! Οι πέρδικες εξαφανίστηκαν από τα τόπια μας, ούτε για δείγμα δεν υπάρχει, δεν ακούς περδικολαλιά, δεν βρίσκεις περδικοκοτσιλιά μέρες να γυρνάς σε όλη την περιοχή και όχι μονάχα στα μακροχώραφα και στη Λούτσα. Άλλες τις φαρμάκωσαν τα γεωργικά φάρμακα, που ασυλλόγιστα-ανεύθυνα χρησιμοποίησαν οι χωριανοί και άλλες τις… φόνεψαν των κυνηγών τα… πολυβόλα. Φυσικά την ίδια τύχη είχαν και πολλά άλλα πουλιά του τόπου μας, όπως τα σκοφαγάδια, η κωλοσούσα, τα κουκάλογα, ο μπούφος, οι τσαλαπετεινοί, οι γλιγλήνες κ.λ.π. κ.λ.π. Βλέπετε στα ουράνια τώρα πετάνε άλλα «χρήσιμα», σύγχρονα «πουλιά», με σιδερένια «φτερά» όπως έλεγε… προφήτευε ο ΠατροΚοσμάς , που αντί για αυγά στα σπλάχνα τους, έχουν κουβαλάνε κάτι… «αυγάρες» 300 και 500 κιλά, «δώρα» για του «απείθαρχους λαούς», όπως για τους Σέρβους π.χ. τους γείτονές μας. Και τώρα ακόμα, κάποτε-κάποτε, έρχονται στο νου μου αναμνήσεις του γεγονότος εκείνου και με… γαργαλάνε, όπως τα νυχοπόδαρα τότε που τα είχα στον κόρφο μου. Τα χρόνια πέρασαν αλλά τα περδικολαλήματα, τα… ζακ... ζακ, ζικ… ζικ, τσακ… τσακ, όλο και γυροφέρνουν, όλο και με… ζιακατάν σαν κάτι να τους χρωστάω, πότε στον ύπνο μου και πότε στον ξύπνο μου. Λέτε να είμαι ένοχος; Να είμαι τάχα … φονιάς! για τις αθώες ζωούλες που αφαίρεσα χωρίς να το καλοσκεφτώ. Έτσι για γούστο, επάνω στον ενθουσιασμό και στις χαρές μου. Να έχω τάχα αμαρτία; Να ισχύει εδώ το «αμαρτία εξομολογημένη… ουκ εστί», που λένε και τα βιβλία; Ποιος μπορεί να μου απαντήσει να ησυχάσω και να μη βλέπω στον ύπνο μου τα περδικολαλήματα στο Αμπελάκι μας;

Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


Τ Ο Π Ι Κ Ο ΓΛ Ω Σ Σ Ι Κ Ο Ι Δ Ι Ω Μ Α Χρήστος Αρ. Παπακίτσος

Ο ι Τζο υ μ ερκι ώτε ς «μ α σ τόρ οι» και η γλώ σ σ α το υ ς ( «Ο ι κο υ δ αρ αί οι και τα κο υ δ αρίτικα» )

Μ

ε πέτρες ήταν και είναι σπαρμένος ο τόπος μας, τα Τζουμέρκα μας! Όμως, ανάμεσά τους αναβλύζουν και ξεπηδούν και κατρακυλούν γάργαρα νερά από μικρές πηγές και μεγάλες βρυσομάνες, σχηματίζουν λαγκάδια, ποταμάκια και ποτάμια που ξεδιψούν και δροσίζουν εμάς και τα ζωντανά μας, που ποτίζουν και αναζωογονούν τα λίγα σπαρτά και τα πολλά δάση μας (την «αρμάτα» των αγέραστων βουνών μας και των καταπράσινων χωριών μας), κάνοντας τον τόπο μας «χάρμα ιδέσθαι» και παράδεισο παραμονής και αναψυχής! Αυτός ο μαγευτικός τόπος που μας ξελογιάζει, ξελόγιασε προ αμνημονεύτων ετών και το μυθικό βασιλιά Αθάμα και τον κράτησε μόνιμα κοντά του, όταν κυνηγημένος «πήρε τα όρη, τα βουνά» για να γλυτώσει από τη οργή των Βοιωτών υπηκόων του, που τους πλάνεψε η ραδιούργα σύζυγό του Ινώ και τους έκανε διώκτες και παραλίγο δημίους του! Όταν έφτασε στον τόπο μας και ένιωσε ασφαλής, τον περπάτησε, τον άγγιξε ή τον αγνάντεψε από ψηλά και εκστασιάστηκε! Τον ξελόγιασε η ομορφιά της φύσης, τον ενθουσίασαν τα φιλόξενα συναισθήματα και η λεβεντιά των κατοίκων της, τον παραξένεψαν η οξύνοια, η ντομπροσύνη και η εργατικότητά τους, αλλά και τα καλοκτισμένα, βολικά και λειτουργικά πέτρινα σπίτια τους! Ανέκαθεν οι Τζουμερκιώτες είχαν καλές σχέσεις με την πέτρα. Άλλωστε, ανάμεσα από τις πέτρες «ξεφύτρωσαν» και αναπτύχθηκαν. Γι’ αυτό δεν είναι παράξενο πώς αυτοί, οι «εκ γενετής» βουνίσιοι κτηνοτρόφοι και μικρογεωργοί, διακρίθηκαν και ως «μαστόροι» και άφησαν τα ανθεκτικά στο χρόνο δείγματα της μαστοριάς τους στα έργα της Ακρόπολης των Αθηνών (5ος π. Χ αι.). Αυτή η παράδοση εξηγεί και το πώς, η κατεξοχήν κτηνοτροφική περιοχή των Τζουμέρκων, πολλές εκατονταετίες αργότερα (16ος μ. Χ. αιώνας), άρχισε να γίνεται και «μαστορομάνα». Όταν τα «φτενά χωράφια κρατημένα σε πεζούλια κι οι άπιαστες γίδες που κρεμιούνται σε γκρεμούς» (Γ. Κοτζιούλας) δεν μπορούσαν να θρέψουν όλους τους Τζουμερκιώτες που πλήθαιναν και μοίραζαν ξανά και ξανά τα λιγοστά χωράφια και τα βοσκοτόπια τους σε «αδερφομοιραές», όταν οι νομάδες κτηνοτρόφοι κατά τις εποχικές μετακινήσεις των κοπαδιών τους αντιμετωπίζονταν εχθρικά και, κατά τη φορολόγησή τους, ληστρικά από τον κατακτητή και όταν Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


82

Χρήστος Αρ. Παπακίτσος

οι επιδρομές των ποικιλώνυμων πλιατσικολόγων και οι επιζωοτίες αποδεκάτιζαν το βιος τους, αναγκάστηκαν να αλλάξουν επαγγελματικό προσανατολισμό. Στράφηκαν οι περισσότεροι προς άλλα επαγγέλματα και κυρίως προς εκείνα που είχαν σχέση με την πέτρα, την «κούδα», με την οικοδομή, με τη δημιουργία. Ζούσαν κοντά στα λιθάρια και τα ξύλα και ήξεραν τα χούγια τους. Ήξεραν ότι ήθελαν χάδια, περιποίηση, μορφοποίηση και καλλωπισμό, για να τα «αρμέξουν». Γι’ αυτό, τα πότιζαν με τον ιδρώτα τους και τους έδιναν πνοή με την ανάσα τους και μορφή με την έμπνευσή τους! Έτσι έγιναν περιζήτητοι μάστορες «κουδαραίοι», πελεκάνοι (λιθοξόοι), «κιουπρολήδες» (γεφυροποιοί), σκεπαστές σπιτιών με πετρόπλακες, νταμαρτζήδες, ξυλογλύπτες, μαραγκοί. Εξελίχθηκαν σε σπουδαίους λαϊκούς γλύπτες, χαράκτες, καλλιτέχνες. Ήταν αυτοδίδακτοι αλλά ένθεοι σχεδιαστές, μηχανικοί, αρχιτέκτονες. Τα οικοδομικά υλικά τα αναζητούσαν και τα έβρισκαν στην επιφάνεια ή στο υπέδαφος του τόπου της εργασίας τους. Τα έπαιρναν απ’ τη φύση, τα έκαναν στολίδια και τα επανατοποθετούσαν σ’ αυτή, αναβαθμίζοντας αισθητικώς το φυσικό περιβάλλον που αποκτούσε έτσι όλο και μεγαλύτερη «προστιθέμενη αξία». Τα έργα των χεριών τους τα καμάρωναν πρώτα οι ίδιοι. Αν κάτι «στράβωνε» και η διόρθωσή του δεν μπορούσε να γίνει γρήγορα και τέλεια, το γκρέμιζαν και το ξανάφτιαχναν. Γι’ αυτούς, γνώρισμα του καλού μάστορα δεν ήταν τόσο η σβελτάδα και η ποσοτική απόδοση, όσο η ποιοτική εργασία, η στέρεα και η καλαίσθητη δουλειά. Ήξεραν ότι μια αδέξια καλεμιά στην πέτρα έτρωγε πολλές ώρες για να διορθωθεί. Το ίδιο χρονοβόρο ήταν και ένα άτσαλο, «τσαπατούλικο» κτίσιμο ή ατζαμίδικο σπάσιμο της πέτρας. «Μια στραβοτσοκανιά, μια μέρα δουλειά», έλεγαν. Δούλευαν απ’ το πρωί ως το βράδυ, αλλά ό,τι έφτιαχναν ήταν τέλειο! Είχε μέσα του τη μαστοριά , την καλοσύνη και τη χαρά όλων των μαστόρων που δούλευαν σφυρίζοντας και τραγουδώντας τραγούδια του τόπου τους ή λέγοντας ανέκδοτα και χωρατά ή πειράζοντας και σατιρίζοντας ο ένας τον άλλον ή σχολιάζοντας το φαγητό της σπιτονοικοκυράς (της «σφέλου») ή τις παιδαριώδεις υποδείξεις του άσχετου τεχνικά σπιτονοικοκύρη (του «σφέλ’») ή θαυμάζοντας τα ωραία πόδια της κοπελιάς («τα όρματα αγογιάτια της αγκίδας»), που περνούσε στο δρόμο («που ξισέρονταν στ’ μακρινίτσα»). Και όλα αυτά με διακριτικότητα, για να μην καντιλαμβάνονται οι τρίτοι τι έλεγαν μεταξύ τους οι άνθρωποι της παρέας, του «μπουλουκιού», του «νταϊφά», του «συναφιού», του «τσούρμου». Ακόμη και οι όποιες διχογνωμίες των μελών της παρέας, οι συμβουλές, οι παρατηρήσεις και οι επιπλήξεις του πρωτομάστορα ή των παλαιοτέρων προς τους νεότερους, γίνονταν στην «κουδαρίτικη» γλώσσα και σε ήπιους τόνους για να μη «στραπατσάρεται» η προσωπικότητα του εργαζομένου ενώπιον τρίτων Τον πυρήνα των Ηπειρωτών μαστόρων (κυρίως Τζουμερκιωτών και ΚονιτσιωΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι Τζουμερκιώτες «μάστοροι» και η γλώσσα τους

83

τών) αποτελούσαν στενοί συγγενείς (παππούδες, παιδιά, αδέρφια, εγγόνια) που πλαισιώνονταν από φίλους και χωριανούς, ειδικούς για τις επιμέρους εργασίες κάθε κτίσματος, όταν αυτό έπρεπε, κατά τη συμφωνία, να παραδοθεί «με το κλειδί στο χέρι». Οι «νταϊφάδες» των «κουδαραίων» αποτελούσαν μια καλά «Νταϊφάς» μαστόρων πριν κατεδαφίσουν το ει- οργανωμένη και πολύ πειθαρχηκονιζόμενο ερειπωμένο κτίσμα για να το ανοι- μένη ομάδα, με «λασποπαίδια» (μαθητούδια), «τσιράκια» (βοηκοδομήσουν. θοί), καλφάδες (πρωτόπειροι τεχνίτες), μάστορες (έμπειροι τεχνίτες) και τον αρχιμάστορα (πρωτομάστορα), που αποτελούσε την κορυφή της ιεραρχικής πυραμίδας, τον επικεφαλής. Τα μέλη του «νταϊφά», που ήταν πλησιέστερα προς τη βάση της πυραμίδας, υπάκουαν σ’ εκείνους που ήταν σε υψηλότερα, αλλά όλοι τους «κρέμονταν από τα χείλη» του πρωτομάστορα. Ο λόγος του ήταν διαταγή και η ανυπακοή, ακόμα και η αντίρρηση, ήταν αδιανόητη. Ο πρωτομάστορας, βέβαια, ήταν η ψυχή του νταϊφά. Κατάρτιζε με το σπιτονοικοκύρη-εργοδότη τον προϋπολογισμό του έργου και συνυπέγραφαν το σχετικό συμφωνητικό. Αν και για τον ίδιον δεν χρειαζόταν έγγραφη συμφωνία, διότι «ο λόγος του ήταν συμβόλαιο». Είχε «μπέσα», τηρούσε το λόγο του, έστω και αν ζημιωνόταν. «Μπέσα» απαιτούσε από όλα τα μέλη της ομάδας. Τα συμβούλευε να σκέπτονται πολύ πριν υποσχεθούν κάτι. Μεγάλη σημασία έδιδε και στην κοινωνική συμπεριφορά των μελών του συνεργείου, της «παρέας». Φεύγοντας από το χωριό στο οποίο εργάζονταν, έπρεπε να αφήσουν πίσω τους καλά αχνάρια, καλή δουλειά και καλή φήμη. Έτσι «αποκτούσαν καλό όνομα», διαφημίζονταν σε ολόκληρη την περιοχή και γίνονταν περιζήτητοι. Το στοίχημα αυτό οι Ηπειρώτες μάστορες το κέρδισαν. Απ’ όπου και αν περνούσαν (και περνούσαν από όλη την Ελλάδα και από πολλά μέρη του κόσμου), οι εργοδότες θαύμαζαν την ποιότητα της δουλειάς τους και έλεγαν: «Καλύτερους μαστόρους από τους Ηπειρώτες δε θα βρεις, εκτός και αν τύχει να είναι Τζουμερκιώτες ή Κονιτσιώτες», δηλαδή πάλι Ηπειρώτες. Μέχρι και οι Τούρκοι κατακτητές τους εκτιμούσαν και τους προστάτευαν γιατί, όπως έλεγαν, «αυτοί οι άνθρωποι μιλάνε με το Θεό», αφού έφτιαχναν γερούς, όμορφους και ψηλούς (ως το Θεό), Μιναρέδες. Βέβαια, δεν άκουγαν ή δεν καταλάβαιναν τι τους ξέσερναν («ξέφλιαζαν») στα Κουδαρίτικα. Αυτοί οι παραδοσιακοί κτίστες, οι «κουδαραίοι», οι παλαιοί τεχνίτες της πέΈ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


84

Χρήστος Αρ. Παπακίτσος

τρας, οι «πετράδες», δεν υπάρχουν πια ούτε στα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας ούτε στα Τζουμέρκα! Εκείνοι που, μέχρι και πριν από μισό περίπου αιώνα, έκτιζαν και στόλιζαν ολόκληρο τον κόσμο με μεγαλοπρεπή, καλαίσθητα, υγιεινά και ανθεκτικά στο χρόνο και στις «εξεγέρσεις» της φύσεως οικοδομήματα (αρχοντόσπιτα, εκκλησίες, τρούλους, καμπαναριά, μιναρέδες, σχολεία, γεφύρια, μύλους, βρύσες κλπ), δεν υπάρχουν πια… Οι μερακλήδες της τέχνης, οι προικισμένοι λαξευτές της πέτρας, οι αυτοδίδακτοι αρχιτέκτονες «εκτοπίστηκαν» από τους μπετατζήδες και τους τουβλάδες, τα έργα των οποίων σπάνια τα βλέπουμε γυμνά, γιατί τα σκεπάζουν οι σοβατζήδες ή τα βάφουν οι μπογιατζήδες. Μαζί με τους παραδοσιακούς Ηπειρώτες μάστορες, που «έχτισαν τον κόσμο», χάθηκαν και τα «κουδαρίτικα», η συνθηματική γλώσσα τους με την οποία, ενώ έλεγαν μεταξύ τους φωναχτά τα πάντα, δεν έβγαζαν «τα εν οίκω εν δήμω». Αυτή τους η δυνατότητα, η ποιοτική δουλειά και η άψογη κοινωνική τους συμπεριφορά φιλοτέχνησαν την ταυτότητα του Τζουμερκιώτη μάστορα και τον κατέστησαν συνώνυμο της εργατικότητας, της ευσυνειδησίας, της «μπέσας», της μετρημένης ζωής, της σοβαρότητας και της προσήλωσης στον οικογενειακό θεσμό. Δεν είναι τυχαίο το ότι σε πολλούς από εμάς άνοιγαν ευκολότερα οι πόρτες, όταν δηλώναμε ότι καταγόμαστε από τα Τζουμέρκα, από την Ήπειρο. Οι Ηπειρώτες «κουδαραίοι» ήταν οι ζωντανές διαφημιστικές αφίσες της περιοχής μας και των ανθρώπων της. Στη διαμόρφωση αυτής της εξαιρετικής εικόνας, με την οποία οι Ηπειρώτες (Τζουμερκιώτες) μάστορες εμφανίζονταν στις κοινωνίες των τόπων εργασίας τους, συνέβαλε σημαντικά και η συνθηματική γλώσσα τους, τα «κουδαρίτικα». Δεν καταλάβαιναν οι αμύητοι τις βλαστήμιες, τις βρισιές, τις βωμολοχίες, τα κουτσομπολιά και τα πειράγματα που, ως άνθρωποι αγράμματοι, έλεγαν ωμά είτε για να εκτονωθούν είτε για να ξεχνούν την κοπιώδη εργασία τους. Έτσι, πελεκώντας τα αγκωνάρια, σπάζοντας τις πέτρες και κτίζοντας μ’ αυτές τους τοίχους μιλούσαν ελεύθερα, έλεγαν τα χωρατά τους, πείραζε ο ένας τον άλλον και σχολίαζαν τα συμβαίνοντα γύρω τους, χωρίς να κακοκαρδίζουν τους τρίτους ή να «τσαλακώνουν» την καλή εικόνα που είχαν σχηματίσει οι άλλοι γι’ αυτούς. Το υλικό για τον κορμό αυτού του λεξιλογίου, που στη συνέχεια παρατίθεται, το συλλέξαμε κατά την 10ετία του 1950. Είναι «προσφορά» Αγναντιτών μαστόρων που πρόθυμα μας υπαγόρευαν κουδαρίτικες λέξεις, ικανοποιώντας την επιθυμία μας να τις καταγράψουμε. Μεταξύ αυτών θυμάμαι και μνημονεύω με σεβασμό τους αείμνηστους Γιώργο Π. Σιαπάτη, Τέλη Καραμάνη, Χρήστο Αθ. Λιόντο, Σωτ. Κ. Τσιμπέρη, Γιώργο Β. Φλώρο, Αλεξ. Κ. Παπακίτσο, Χρήστο Γ. Κοντογεώργο, Αριστοτέλη Ι. Στάμο. Τα στοιχεία που καταγράψαμε, τα αντιπαραβάλαμε και τα συμπληρώσαμε Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι Τζουμερκιώτες «μάστοροι» και η γλώσσα τους

85

και με άλλα που αντλήσαμε από πονήματα παλαιών ερευνητών και τα «ενταμιεύουμε» στα «ΤΖΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ», στην κιβωτό διάσωσης του λαϊκού μας πολιτισμού, για να διατηρηθούν σαν ένα μουσειακό είδος πλέον. Διευκρινίζεται ότι οι «Κουδαρίτικες» λέξεις, επειδή δεν υπόκεινται σε γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, παίρνουν τη σημασία από τα συμφραζόμενα, από τη συγκυρία της στιγμής ή από τον τρόπο εκφοράς τους, που διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, ακόμα και από χωριό σε χωριό. Γι’ αυτό οι αναγνώστες που θα εντοπίσουν παραλείψεις, αμφισημίες, παρερμηνείες, παραφθορές κτλ, παρακαλούνται να τις θέσουν υπόψη μας (τηλέφ: 210-5722020, Fax: 2105719341, e-mail: xpapakitsos@yahoo.gr) για την, κατά το δυνατόν, συμπλήρωση και βελτίωση του «Κουδαρίτικου» λεξιλογίου που αμέσως παρατίθεται. Το Λεξιλόγιο των Κουδαραίων: Α Άβντα, το = τυρί. Άγανα , τα = πρόκες, βελόνες. Αγγίδ’, το = το κορίτσι. Αγγίδα , η = η θυγατέρα. Αγουγιάτια, τα = τα πόδια. Αλ(ει)φτιάς, ο = καλαντζής. Ανταμήσους (ο) = συγγενής Απαλό ή απαλούδι (το) = λάδι, βούτυρο. Αράζου = δίνω. Αρβανίτσα, η = το καρύδι. Αρίδ’ ,το = το τσόκι, το σφυρί. Ασπρούδ’, το = το γάλα. Ασπρούδου, η = η ζάχαρη. Αψιά, η = φωτιά. Β Βαγγέλου, η = τεμπελιά. Βάζου = πεθαίνω. Βασμένους, ο = πεθαμένος, Βελαζόν, το = αρνί, πρόβατο. Βελαζόνου, η (ή το ζουρκλίδ’) = γίδα, κατσίκα. Βιζιώνου (γυαλίζου, φωτάου) = βλέπω. Βίτσου, η = πόρτα. Βιτσούλ’ το = θυρίδα, παραθυράκι. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


86

Χρήστος Αρ. Παπακίτσος

Βλαστάρ’, το = ο αδελφός. Βλαστάρου, η = η αδελφή. Βόντα, η (ή το βοτ) = το νερό. Βουρλή (ή σαλούτου), η = δραχμή. Βριχτούρου (ή κιούρου), η = εκκλησία. Γ Γκαβιάζου = χτυπώ, δέρνω. Γκάβιασμα, το = χτύπημα. Γκαβίζου = φτιάχνω, χτίζω. Γκέζιους (και γκαζιός), ο = άνδρας. Γκέζους, ο = «πισινός», πρωκτός. Γκίμεμα, το = ο ύπνος Γκιμεύου = κοιμούμαι. Γκουλέμους ( ή μπάρος), ο = ο μεγάλος, ο τρανός, ισχυρός. Γκουλιάτσους, ο = χωροφύλακας. Γκουσβίτα, τα = τα βυζιά Γκρουμούτσ’, το = γουρούνι. Γυαλί, το = το μάτι. Γυαλίζω (βιζώνου, φουτάου). = βλέπω, Δ Δεντρί, το (ή ο δεντρής) = γαμπρός. Διαμάντια, τα = φασόλια. Δροντσλιάρα (ή δροτσίλου),η = φακή. Ζ Ζάπους, ο = ύπνος. Ζένα (ή ζιάνα), η = η γυναίκα. Ζήτρο (ζίτου), το = αλεύρι. Ζιούμπινα (ή σπάνγκα), η = πίτα. Ζουρκλίδ’ το (ή η βελαζόνου) = γίδι, γιδερό. Θ Θόδου, (ή θοδώρα), η = το ρακί, το τσίπουρο. Κ Καϊπώνου = κρύβω Καλόγρια, η = η μπουκάλα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι Τζουμερκιώτες «μάστοροι» και η γλώσσα τους

87

Καλόηρας, ο = η νύχτα. Κάλου, η = ο ασβέστης. Κανούτος, ο = ο αδιάφορος. Κάντζιου (ή καντζιούτα), η = κοιλιά. Κάντζιουμα, το = το γκάστρωνα, η εγκυμοσύνη. Καρανιάρα, η = σακούλα. Καργεύου = πέρδομαι, κλάνω. Κάργος, ο = ο πόρδος, η κλανιά. Καριεύου = πέρδομαι, κλάνω. Καρό(υ)λλο, το = το τσιγάρο. Κάρους, ο = ο Πρόεδρος. Καστέλ’(ή συντρόφ’), το = το βρακί. Κατούρου, η = η βρύση. Κατσάλ’, το = το σκυλί. Κατσιαρτάου (ή καψαλάου) = φεύγω, εξαφανίζομαι. Κάψα (ή κόζα), η = η ψείρα. Καψαλάου (κατσιαρτάου) = φεύγω (την κοπανάω). Κιουπρουλής, ο = μάστορας γεφυριών. Κιούρου (ή βριχτούρου), η = εκκλησία. Κόκκινου, το = το κεραμίδι. Κουρφιάρ’ς, ο = το κεφάλι. Κόσφας, (ή λέφας ή πρίφτης), ο = παπάς, ιερέας Κούδαρ’ς, ο = ο κτίστης, ο μάστορας. Κούδα ,η = πέτρα. Κουδαρίτκα, τα = η γλώσσα των μαστόρων, τα μαστορικά. Κουδαρόπ(ου)λο, το = μαστορόπουλο. Κουρκουμπέτ’, το = το κολοκύθι. Κούφιο, το = το σπίτι, η οικοδομή. Κράνα (ή τσέπια), τα = τα χρήματα. Κρανιάζου = πληρώνω. Κρικέλ’ς, ο = ο «πισινός», ο πρωκτός.. Κρούτου (ή στάρου), η = γριά, η γιαγιά, η βάβω Λ Λαγός, ο (ή το λαγούδ’) = το παιδί. Λαγουλεύου = παντρεύω. Λαγούλιμα (ή ντάριμα), το = πάντρεμα. Λέφας (ή πρίφτης ή κόσφας) = παπάς. Λιούνκρ’ , το = κουτάλι. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


88

Χρήστος Αρ. Παπακίτσος

Μ Μαγκούτ’, το = το τουφέκι, το όπλο. Μακρινίτσα, η = ο δρόμος, η στράτα. Μακροσκύφια, τα = τα χαλκώματα, τα σκεύη κουζίνας. Μακροσκούφου, η = ο τέντζερης, η χύτρα. Μαλέτσκο, το = το μικρό, το ανήλικο. Μανεύου = τρώγω. Μάνο, το = ψωμί. Μάνος, ο = το φαγητό. Μανούρ’, το = το λιθάρι. Μαυρομάτες, οι = ελιές. Μαυρούδ’, το = το χωράφι, το κτήμα. Μίχος, ο = το κρέας. Μουτσέβου= κατουρώ. Μπάγγους, ο = γύφτος. Μπαγγαριά, η = γυφτουριά. Μπάρος (μπαρός ή σφέλ’ς), ο = το αφεντικό, ο νοικοκύρης. Μπασμάδ’ (μπαξμάδ’), το = ο γάιδαρος. Μπολίβ’(μπουλόβ΄) , το = το βόδι. Μπουλόβου, η = αγελάδα Μπράνα, η (ή ο παλιός) = το πέος. Μπροστομούν’ το = ποδιά. Ν Νιάρου (ή σφλιάρα), η = η μύτη, τα ρουθούνια. Νιροπούλ’ το = το ψάρι. Ντάριμα (ή λαγούλιμα), το = η παντρειά. Ντάρους , ο = γάμος. Ντάτ’ς, ο = ο άντρας (ντάτσ’δις = οι άντρες) Νταουσιπανος, ο = ο λαγός. Ντένα, η = η μέρα. Ντενιάτ(ι)κου, το = μεροκάματο. Ντέσκα ,η = η σύζυγος, η γυναίκα. Ντιλνό, το = χαζός, ανόητος, βλάκας. Ντοβόλκο, το = ζεστό νερό. Ντούκανους, ο = πολύ μεγάλος, τρανός. Ντουρντούφις, οι = οι πατάτες. Ντριάνες (ντριάνους), ο = ο τροβάς, το ταγάρι. Ντσέρ’, το = το μουλάρι. Ντσέρου, η = η φοράδα, η μούλα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι Τζουμερκιώτες «μάστοροι» και η γλώσσα τους

89

Ξ Ξαγιάζου = ζυγίζω Ξίσυρμα, το = ο ερχομός. Ξισύρουμι = έρχομαι, φεύγω, πηγαίνω. Ξίφλιασμα, το = η ομιλία, η εκμυστήρευση. Ξιφλιάου (ξιφλιζου) = μιλάω, αποκαλύπτω, προδίδω μυστικά. Ξούλια, τα = τα ρούχα, η φορεσιά. Ξπουλσές, οι = τα τσαρούχια. Ξυλοφάν’ς, ο = ο μαραγκός. Ο Ομαδιάζου = σκεπάζω το σπίτι με πλάκες, σχιστόλιθους. Όρματο, το = ωραίο, όμορφο, καλό. Ουλμάδα (ή ουμάδα ή λουμάδα), η = η πλάκα, ο σχιστόλιθος για τη στέγη. Π Παλιός, ο (ή η μπράνα) = το πέος. Πατίκου, η = η σκάλα. Πατσάν’ς, ο = ο πατέρας. Πατσιάρ’, το = το ψέμα Πλατύ, το = το αμπέλι, το κτήμα, το χωράφι. Πορδίλες, οι (ή ο προυβιάρ’ς) = ο τραχανάς. Πραβίζου = φτιάχνω, χτίζω. Πρασνάδια, τα = λάχανα, χόρτα. Πρίφτης (ή λέφας ή κόσφας), ο = παπάς. Πρόβια, η = το πρόσφορο, η λειτουργιά. Προυβιάρ’ς, ο (ή οι πορδίλες) = ο τραχανάς . Ρ Ράικος (ή ράνους), ο = ο ήλιος. Ράξιμι = δώσε μου. Ράπου, η = η δουλειά, η εργασία . Ράτσκους, ο = ο γάτος. Σ Σάκους, ο (ή το συντρόφ’) = το βρακί. Σαλούτου (ή βουρλή) = η δραχμή. Σέλο, το = το χωριό. Σκαπεύου (ή φασμακώνου) = οχεύω, βατεύω, «απαυτώνω». Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


90

Χρήστος Αρ. Παπακίτσος

Σκάπους (ή τρούγγος), ο = η συνουσία, το βάτεμα. Σκόπ’, το = ξυλοδαρμός. Σκρούμπος, ο = ο καφές. Σνέλ’, το = το γυναικείο αιδοίο. Σουρουκλίδ’ (ή σουργιαλίδ’ το = η γίδα, η κατσίκα. Σπάγκα (ή ζιούμπινα), η = η πίτα. Σταμεύου = κάθομαι, σταθμεύω, σταματώ. Στάμου, η = η αργία, η σχόλη. Στάρου (ή κρούτου), η = γριά, γιαγιά, βάβω. Στήσους, ο = τοίχος, ντουβάρι, μάντρα.. Στουρναράς, ο = ο κόκοτας. Στουρνάρ’, το = το αυγό. στουρνάρου (ή χαντούμου), η = κότα Σφέλ’ς (ή μπάρος), ο = ο σπιτονοικοκύρης, αφεντικό. Σφέλου, η = η σπιτονοικοκυρά. Σφλιάρα (ή νιάρου), η = η μύτη, τα ρουθούνια.. Τ Ταμπακίζου = βρέχω. Ταμπάκου(ή χουζούρου), η = η βροχή. Ταμπάρου, η = η κάπα. Τρούγγους ή σκάπους, ο (ή το τρούγγ’μα) = η συνουσία Τροχεύου = πίνω. Τσέπος, ο (ή τα τσέπια) = το χρήμα, τα λεφτά . Τσιουσεύου = κοροϊδεύω, λέω ψέματα, αστειεύομαι. Τσιρίκουμα, το = η κλεψιά Τσιρικουμάτ’ς, ο κλέφτης. Τσιρικώνου = κλέβω, αρπάζω. Τσλάου (και φουτάου) = βλέπω. Τσλίζου =ο μιλώ, γνωρίζω, καταλαβαίνω. Φ Φανούσου, η = η λάμπα. Φασμακώνου(ή σκαπεύου) = οχεύω, κάνω την ερωτική πράξη. Φουράδ’, το = το ξύλο, το καυσόξυλο.. Φουράου = έχω, είμαι, κατάγομαι. Φουσκοκοίλια, τα = τα φασόλια. Φουτάου (ή τσλάου ή βιζώνου) = βλέπω, γυαλίζω. Φρέτσια, τα = τα περιττώματα, οι ακαθαρσίες. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι Τζουμερκιώτες «μάστοροι» και η γλώσσα τους

91

Φρετσιώνου = αποπατώ, «ενεργούμαι». Φρετσιωρείο, το = αποχωρητήριο, απόπατος. Φσάου = έχω, είμαι, δείχνω, φαντάζω. Χ Χαντούμου ή στουρνάρου (η) = κότα. Χουζούρου (ή ταμπάκου), η = η βροχή. Ψ Ψάνα, η = το καλαμπόκι, η ρόκα, ο κώνος του καλαμποκιού. Ω Ώργια, η = εμφάνιση, μόστρα, φάτσα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: - Χρ. Σούλης: Κουδαρίτικα των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου (Ηπειρωτικά Χρονικά, τεύχος Γ΄ έτους 1928) - Αλέξ. Μαμμόπουλος: Λαϊκή αρχιτεκτονική, Ηπειρώτες μαστόροι και γεφύρια, (Ηπειρωτική Εταιρεία, Αθήνα, 1970). - Χαρ. Ρέμπελης: Κονιτσιώτικα (Αθήνα, 1953). Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


92

Λαμπρινή Αρ. Στάμου

«Οι

Να σι ξιχάσ’ ου χάρους

λαϊκές ευχές και κατάρες μοιάζουν με μικρές επωδές, που απαγγέλλονται βιαστικά σε στιγμές ψυχολογικής συγκίνησης, κάποτε με χειρονομίες, για να κάνουν καλό ή κακό. Είναι μαγικοθρησκευτικές ή μαγικοφυσικές, γιατί στην ψυχική έξαψή μας επικαλούμεθα (για το καλό ή το κακό του άλλου) είτε τα θεϊκά πρόσωπα είτε τη φύση ή την τύχη και τα δαιμονικά. Είναι εκδηλώσεις της ψυχολογίας του κάθε ανθρώπου, που, όταν δεν έχει τον τρόπο ή τη δύναμη να κάνει το καλό ή το κακό, καταφεύγει στο μαγικό λόγο. Πολλές φορές συνοδεύει το λόγο με χειρονομίες. Από τις ευχές και τις κατάρες του κάθε λαού μπορεί κανείς να συμπεράνει ποια είναι, στη σκέψη του ή στις κοινωνικές συνθήκες του, τα μέγιστα αγαθά και ποια τα μέγιστα δεινά. Ευχές και κατάρες είχαν φυσικά και οι αρχαίοι Έλληνες. Ας θυμηθούμε από την Ιλιάδα (Α42) τον ιερέα Χρύση ή τον Οιδίποδα τύραννο (στ.248) από το Σοφοκλή. Πάντα υπήρχε η δοξασία ότι των γεροντότερων οι ευχές ή κατάρες ήταν πιο αποτελεσματικές, επειδή ίσως είναι πλησιέστερα προς το Θεό (θάνατο) ή επειδή έχουν πείρα δικαιοσύνης. Η ευχή των γονέων (ή η κατάρα) είναι δυνατότερη και για λόγους συναισθηματικούς. Το άμεσο αποτέλεσμα( πιάσιμο) μιας ευχής ή κατάρας εξαρτάται όχι μόνο από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες αλλά και από την ώρα που λέγεται. (Υπάρχουν δοξασίες και παραδόσεις για την καλή ώρα της ευχής και την κακή ώρα της κατάρας) (Πολίτου Παραδόσεις αρ.252 και 271) Η αδικαιολόγητη όμως κατάρα δεν πιάνει ή όπως λέει η παροιμία, «η άδικη κατάρα περπατεί όλη μέρα και το βράδυ γυρίζει στο νοικοκύρη της». Πάντως η πίστη του λαού στη μαγική δύναμη του λόγου (καλού ή κακού) είναι μεγάλη, γι’ αυτό και οι περιπτώσεις των ευχών τόσο στη λαϊκή κοινωνία όσο και στην αστική, είναι πολλές. (γιορτές, γάμοι, ταξίδια, χαιρετισμοί, συγχαρητήρια κ.α.) Ο άνθρωπος όχι μόνο πιστεύει στην ευχή και την κατάρα αλλά και αισθάνεται την ανάγκη τους, για κάποιο συναισθηματικό ξέσπασμα και μια κοινωνική συναλλαγή. Όσο σχετικότερες είναι οι επικοινωνίες ανθρώπων κι όσο συχνότερες οι δοσοληψίες τους, τόσο κι οι εκφράσεις της ευχής και της κατάρας ακούγονται ποικίλες και παραστατικότερες.» (Δημ. Λουκάτος: Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία) Και οι Τζουμερκιώτες, όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες, ήταν ιδιαίτερα ευρηματικοί και διέθεταν μακρύ κατάλογο από ευχές αλλά και κατάρες, οι οποίες παλιότερα ακούγονταν πιο συχνά, καθώς οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν πιο Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Να σι ξιχάσ’ ου χάρους

93

στενές και οι επαφές τους πιο συχνές. Σήμερα, ενώ εκατοντάδες άνθρωποι περνούν από δίπλα μας καθημερινά, σε ελάχιστους απευθύνουμε το λόγο, σε ακόμα πιο λίγους ευχόμαστε, και, όσο για την κατάρα, μάλλον δεν υπάρχει πλέον χώρος στη ζωή και στη γλώσσα μας και έχει «ευτελιστεί» και αυτή στο επίπεδο της βρισιάς, τις περισσότερες φορές χυδαίας. Εξ άλλου, επειδή περισσότερο επικοινωνούμε με τα τηλέφωνα παρά διά ζώσης, πώς μπορεί κανείς να καταραστεί κάποιον από τηλεφώνου; Οι ευχές ήταν πολλές και στερεότυπες για κάθε εκδήλωση της ζωής. Στις γιορτές ακουγόντουσαν τα κοινά «χρόνια πολλά», «κι τ’ χρόν’ με υγεία» ή «κι τ’ χρόν’ κι πάντα», «καλά Χ’στούγεννα», «καλή Χρουνιά», «Καλό Πάσχα» «καλή Ανάσταση». Στις ονομαστικές γιορτές ακούγονταν επίσης το «να χαίρεσαι τ’ γιορτή σ’ ή το όνομά σ’» «Να χαίρεσαι τα παιδιά σ’ , τ’ γ’ναίκα σ’ ή τον άντρα σ’» ανάλογα, ή «να χαίρισι τα’ φαμ’λιά σ’» και «ό,τ’ πουθείτι1». Στους ελεύθερους εύχονταν: « μ’ ένα πιδί καλό» στα κορίτσια-όπου παιδί εννοούσαν το γαμπρό φυσικά-καθώς και « με μια καλή τύχη»ή «καλό τυχιρό», και « με μια κοπέλα καλή» στα αγόρια- όπου κοπέλα ήταν ασφαλώς η νύφη. Η γενική ευχή και για τα δύο φύλα ήταν «στ’ς χαρές σ’», όπου χαρά (μοναδική!) βέβαια θεωρούνταν ο γάμος. Αν απευθύνονταν σε παρέα ελεύθερων η ευχή ήταν και το «να καλοπαντρευτείτε». Για τους Τζουμερκιώτες ο γάμος ήταν ο βασικότερος προορισμός του ανθρώπου, ο οποίος θα έφερνε και την τεκνοποιΐα, άρα και την πολυπόθητη διαιώνιση της γενιάς και του ονόματος, γι’ αυτό και οι ευχές τους ήταν τόσο απόλυτα προσανατολισμένες σ’ αυτόν. Στα πολύ νεότερα χρόνια άρχισαν δειλά- δειλά να ακούγονται ευχές, όπως «καλή πρόουδου», σε αγόρια πρώτα, και λίγο μετά στα κορίτσια. Στους αρραβώνες στο ζευγάρι εύχονταν: «καλορίζ’κα κι καλά στέφανα», στους γονείς: «να σας ζήσ’ν κι καλά τ’ς στέφανα» « κι στ’ άλλα τα πιδιά σας», στους παντρεμένους συγγενείς με ανύπαντρα παιδιά: «συμπαιδιών σας» (από το σε παιδιών σας ή από κάποιο περίεργο συν παιδιών σας;». Στους ελεύθερους: «κι στα δ’ κά σας κι γλήγορα» Στους γάμους επαναλαμβάνονταν οι ευχές των αρραβώνων, αλλά στους οικείους εύχονταν «ώρες καλές» πριν τη στέψη, «να σας ζήσ’ν» μετά τη στέψη και στο ζευγάρι: «με ζωή» ή «να ζήσιτι κι μ’ ένα γιο»( έθεταν αμέσως τον επόμενο στόχο). Χαρακτηριστική ήταν και η ευχή «πέντε γιους και μια μηλιά»που έδινε στο ζευγάρι(σε κάποια χωριά της περιοχής), κυρίως ο κουμπάρος ή «νούνος» (ο νο1. ποθείτε Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


94

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

νός), δείχνοντας έτσι την επιθυμία για πολλά αγόρια, αλλά και την απαραίτητη ύπαρξη της κόρης (μίας κατά προτίμηση) ως στολίδι και χαρά του σπιτιού. Στον κουμπάρο εύχονταν «να σ’ ζήσ’ν, νούνε, τα πιδιά, άειντι κι νάρθ’ς κι στα βαφτίσια». Ήταν απαράβατος όρος, το πρώτο τουλάχιστον παιδί, να το βαφτίζει αυτός που στεφάνωσε το ζευγάρι. Στους νιόπαντρους, ιδίως όταν τους επισκέπτονταν στο νέο τους σπίτι, εκτός από τις παραπάνω ευχές έλεγαν και « στεριωμέν’» και «καλή προκοπή» Στις έγκυες γυναίκες εκτός από την απαραίτητη ευχή «μ’ ένα γιο» εύχονταν «καλή λευτεριά» και «με έναν πόνο». Όταν γεννιόταν το παιδί, εύχονταν στους γονείς: «να σας ζήσ’.» «κι σ΄άλλα μι υγεία»Οι στενοί συγγενείς το «ασήμωναν» έκαναν δηλαδή το σχήμα του σταυρού στο μέτωπό του με ένα κέρμα ή έβαζαν στο κεφαλάκι του λίγη ζάχαρη, αν πήγαινε πρώτη φορά σε κάποιο σπίτι, και εύχονταν «σιδηροκέφαλο» «ν’ασπρίσ’ να γεράσ’ σαν τα ψ’λά β’νά»ή «να τα χ’λιάσ’». Σε παιδάκια εύχονταν «να σι χαίριτι η μανούλα σ’ π’ σ’ έχει2» Τα γενέθλια σε παλιότερες εποχές δε γιορτάζονταν(τις περισσότερες φορές οι μανάδες δεν είχαν συγκρατήσει ακριβή ημερομηνία γέννησης των παιδιών τους- τα οποία συνήθως ήταν και πολλά- αλλά θυμόντουσαν την εποχή της γέννησής τους. Πχ. (του Γιώργου τουν γέν’σα όταν μαζεύαμαν τ’ς ρόκες απ’ του χουράφ’. Τ’ Μαρία, όταν κλαδεύαμαν τα κλήματα κ.λ.π.) Εάν κάποιος όμως τα γιόρταζε, (στα νεότερα χρόνια), η ευχή ήταν: «να τα χ’λιάσεις» Αν έφτανε στο σπίτι ξενιτεμένο πρόσωπο, κάποιος, που αντιλαμβανόταν πρώτος την άφιξή του, έτρεχε «να πάρει τα σχαρίκια3», να πει δηλαδή το χαρούμενο νέο στους οικείους και να λάβει το κέρασμά του. Ακολουθούσαν οι ευχές «καλώς τα δεχτήκαταν» στους συγγενείς, και «καλωσόρ’σις» στον νεοαφιχθέντα, ενώ εκείνος απαντούσε «καλώς σας βρήκα». Όταν δε κάθονταν στο τραπέζι με επισκέπτες, τη στιγμή που έκαναν το σταυρό τους πριν φάνε, έλεγαν «καλώς ανταμωθήκαμαν» Όταν κάποιος έφευγε, επειδή τα ταξίδια ήταν μακροχρόνια, κοπιαστικά και επικίνδυνα, τα δάκρυα όλων συνόδευαν τις ευχές «Ώρα καλή» «καλό ταξίδ’» «στου καλό» και «καληαντάμωσ’» και ακολουθούσαν πιο σπαρακτικά «να μας γράφ’ς κι να ΄ρθ’ς γλήγουρα» Θυμάμαι και το «ώρα μπούνε» ως ειρωνικό, επί το πλείστον, χαιρετισμό σε κάποιον που έφευγε για κοντινό προορισμό και θα επέστρεφε αμέσως.(από το ιταλικό μπένε;)

2. που σε έχει 3. συχαρίκια Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Να σι ξιχάσ’ ου χάρους

95

Στους ηλικιωμένους ανθρώπους εύχονταν «καλή ψ’χή» και «καλά γιράματα» σημαντική , κατά τη γνώμη μου, ευχή, γιατί φανερώνει τη λαχτάρα των ανθρώπων να ξορκίσουν το φόβο τους για την αδυναμία των γηρατειών. Στις νοικοκυρές εύχονταν «καλουφάουτο»4 το φαγητό τους ή τα φρούτα των δέντρων τους . Αν έτρωγαν γαλακτοκομικό προϊόν ή αυγό έλεγαν «να σ’ χλιάσουν»5 (εννοούσαν τα ζωντανά που έδωσαν το προϊόν). Εάν έτρωγαν οτιδήποτε φυτικό και το απολάμβαναν, εύχονταν « κι στ’ν πέτρα να φ’τρών’» (Να φυτρώνουν εύκολα παντού ακόμα και πάνω στις άγονες πέτρες). Όταν κάποιος φταρνιζόταν του εύχονταν «όλο γεια» ή «γεια και δύναμ’». Όταν έβηχε ή πνιγόταν μωρό ή παιδάκι το χτυπούσαν ελαφρά στην πλάτη και έλεγαν «Χριστός» ή «Χριστούλης» και άλλες φορές έδειχναν το ταβάνι λέγοντας «ο νουνός σ’ κρέμιτι6»Ίσως γιατί η στροφή του κεφαλιού του προς τα πάνω θα το βοηθούσε να καταπιεί αυτό που το δυσκόλεψε. Στις χαρούμενες και ευχάριστες ειδήσεις έλεγαν «χαρλίτ’κα» Κάθε φορά που πρωτοέτρωγαν φρούτο στην εποχή του , που «καλωσκαίριζαν» όπως έλεγαν, εύχονταν «χρόνια πολλά κι τ’ χρόν’». Έδειχναν έτσι την ευγνωμοσύνη τους στη μοίρα ή στο Θεό που τους αξίωσε να δοκιμάσουν και φέτος τον καρπό της γης και εύχονταν να είναι υγιείς και του χρόνου. Σε καινούριο σπίτι εύχονταν «καλορίζ’κο». Σε καινούριο ρούχο: «με γεια και καλοφόρετο», «αυτό παλιό κι άλλο καινούριο» Όταν αντίκριζαν το νέο φεγγάρι «φτου, φτου νέο φεγγάρ’, ισύ γέρος κι ιγώ παλικάρ’» Στις κηδείες έλεγαν στους οικείους «θιός σχωρέστον», «συλλυπούμαι», « ζωή σε σας», «να ζήσ’ν τα πιδάκια σας». Όταν αναφέρονταν σε οτιδήποτε είχε να κάνει με θανάτους, κηδείες κ.λ.π. έλεγαν «μακριά από δω» Όταν κάποιος ξαφνιαζόταν από κάτι ή κινδύνευε από κάτι ξαφνικό ή έλεγε κάτι παράξενο: «ουστιούσ’ πιδί μ’» ισοδυναμεί με το «μπα σε καλό σου» αλλά δεν μπορώ να προσδιορίσω την προέλευσή του. Τον κίνδυνο της βασκανίας προσπαθούν να αποφύγουν φτύνοντας και λέγοντας «να μη σ’ αμασκαθεί7» ή «να μη σ’ αμασκάνω». Το ίδιο λέγεται και ειρωνικά σε κάποιον που κάνει κάτι ανεπίτρεπτο. Και οι κατάρες όμως, καθώς και οι βρισιές ήταν πολλές. «Η κατάρα χειρονομείται πιο τελετουργικά. Οι γυναίκες βγάζουν το μαντήλι από το κεφάλι τους ή

4. καλοφάγωτο 5. να χιλιάσουν 6. κρέμεται 7. βασκαθεί Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


96

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

οι άντρες τη σκούφια τους, ώστε να μένει ανοιχτός ο δρόμος προς τον ουρανό, που θ’ ακούσει την κατάρα. Το φτύσιμο στη γη ή η πέτρα του αναθέματος είναι επικλήσεις της γης. Βουβή έκφραση της κατάρας (ή βρισιάς) είναι η μούντζα με την ανοιχτή παλάμη(άλλοτε λερωμένη να κολλάει στο πρόσωπο, που τώρα δίνεται και από μακριά) και είναι εκδηλωτική μιας έσχατης περιφρόνησης.(Υπάρχει και στην περίπτωση αυτή η αντιχειρονομία της μούντζας- με επίταση- και από τα δύο χέρια). Οι βρισιές έχουν, ανάλογα προς την έντασή τους, προσβλητικές χειρονομίες, από το φάσκελο και τη μούντζα ως τις επιδείξεις των αποκρύφων σωματικών μελών. Οι βλαστήμιες φτάνουν ως τα φτυσίματα και τα’ αναθέματα και το ρίξιμο πετρών και άλλες μαγικές ενέργειες. Η χειρονομία γενικά είναι η πιο εκτονωτική ενέργεια στις καλές ή κακές συναισθηματικές ώρες του ανθρώπου, που χωρίς αυτήν παθαίνει ψυχική ασφυξία, αλλά και με την κατάχρησή της φαίνεται πως ανήκει σε πρωτογονικότερο στάδιο της φυσικής ανθρώπινης ζωής(ή δουλοπρεπέστερο, της πολιτικής». (Δημ. Λουκάτος: Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία). Οι κατάρες στα Τζουμέρκα , συνήθως αρχίζουν με το δεικτικό «να», πράγμα που σημαίνει ότι συνοδεύονταν και από χειρονομία-τις περισσότερες φορές μούντζα-μπορεί να είναι αστείες: «να, π’ να σι κάψ’ του κρεμμύδ’» ή η φαινομενικά «κατάρα» που ουσιαστικά είναι μεγάλη ευχή και λέγεται, όταν ξεχνάει κανείς κάποιον « Να σι ξεχάσει ου χάρος».Π.χ. «αχ, μουρέ Γιάννη μ΄, μι σχωράς. ξέχασα να σι καλέσου στου γάμου τ’ς Μαρία μ’. Να σι ξιχάσ’ ου χάρους πιδί μ’» Υπάρχουν και οι «αυτοκατάρες» θα τις έλεγε κανείς, ελάχιστες δηλαδή ποινές που θα επέβαλε κάποιος στον εαυτό του για κάποιο «λάθος»που διέπραξε, όπως στην περίπτωση που αναγκάζονταν να εξομολογηθούν καλή τους πράξη- που δεν ήθελαν να κοινοποιηθεί- και χρησιμοποιούσαν τη φράση «στάχτ΄στ΄γλώσσα μ’» Π.χ. Δεν έχουν ψουμάκι να φαν. Πήγα προυχτές να τ’ς δου8 κι- στάχτ΄στ΄γλώσσα μ΄π΄του λέου- τ’ς πήγα καναδυό ουκάδις αλεύρ’ κι λίγις πατάτις. Ή «να μ’ τσακ’στούν τα χέρια αν του ξανακάνου αυτό» σε περίπτωση που έκανε κάποιος κάτι, για το οποίο μετάνιωσε. Ακολουθούν οι κάπως πιο έντονες: «Να, π’ να μην ποτάξεις9»λέγεται σε εκείνον που υποστηρίζει πως δεν έχει να δώσει κάτι που του ζητάει κάποιος. Τη λένε επίσης, μονολογώντας και σε άδεια δοχεία. «δεν έχεις κι συ λάδ’; Να μην ποτάξεις».

8. δω 9. υποτάξεις Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Να σι ξιχάσ’ ου χάρους

97

Καθώς και «τι σ’ οργίστ’κι η μοίρα σ’», « άει κατ’ ανέμ’» ή «άει στουν άνιμου», «τουν κακό σ’ τουν κιρό», «να, κακή σου ημέρα» «άει στουν κόρακα» ή «άει σιαπέρα», «άει στουν αγύργου10» ή μόνον οι βρισιές: «να μουρέ γομάρ» ή «μουρέ γαϊδούρ’» «να μουρέ ρεμοσέλ’κο11» «να μουρέ ζιούμπερο12» και «να μωρέ όρνιο», «να μουρή χαλκοκρούνα» «να, μουρή στρίγλα» και κλιμακώνονται με πολλές αναφορές στον «οξαποδώ» όπως ««να, το δγιο του διαόλ’ ή το δγιο του διατάν» (παραφθορά της λέξης «γιο» του διαβόλου) «άει στου διάουλου» ή «άει κατά διαόλ’» ή «να σό’μπει ου διάουλους» και «να σι πάρει ου διάουλους» και «να σ’ πάρ’ ου διάουλους τουν πατέρα ή τ’ μάνα» και «να σ’ πάρ’ ου διάουλους του κιφάλ’». Τους νεκρούς τους συγχωρούσαν και ήταν γενικώς υπέρ της άποψης ότι «ο αποθανών δεδικαίωται»,γι’ αυτό, μετά το όνομα του νεκρού, ακολουθούσε η φράση «θιός σχωρέστον» όμως υπήρχαν και οι εξαιρέσεις. Όταν, λοιπόν, μνημόνευαν νεκρό, του οποίου δεν είχαν συγχωρήσει όσα έκανε εν ζωή, χρησιμοποιούσαν τη φράση «σκατά στο λάκκο13 του» ή «ο σκατόψ’χος» Συνεχίζουμε με άλλες που γίνονται ανατριχιαστικές και τρομακτικές «οργές και κατάρες» με αναφορές σε αρρώστιες και θάνατο όπως «να σκάσεις, να πλαντάξεις», «να, π’ να μη σώσεις», «κακό σπ’ρί να βγάλεις», «να, π’ να σ’ τσακ’στούν τα χέρια», «να φωτιά π’ σ’ έκαψε», «να μουρέ γουργοθαμένου14», «να, κακιά οχιά ή μαύρο φίδ’ να σι φάει» καθώς και οι συνηθισμένες σε ζώα:«να, κακός ψόφος να σε πιάσ’» «να μωρέ λυκοσκισμένο» ή «κακός λύκους να σι φάει» «να κακιά ψώρα κι παρμάρα15 να σι’ πιάκι16» Επίσης, συγκλονιστικά παραστατικές, που δείχνουν και διεστραμμένη φαντασία είναι: «Να, π’ να βγάλ’ς κακό χτικιό», « να, κακιά αστραπή να σι βαρέσ’», «να, μωρέ αστραποκαμένο ή αστραποβαρεμένο», «να μωρέ κούτσουρο δαυλοκαμένο», «να π’ να πάρ’ τ’ βελέντζα τ’ς κουβάρ’» (συνήθως σε νεογέννητα κοριτσάκια να αποδημήσουν δηλαδή γρήγορα εις κύριον ,για να γλυτώσουν την προίκα!) «να, π΄να σ’ κόψ’ ου Θιός τ’ ζωή», « Στου τσιόλι να σι φέρουν17», «να κακός νταουντζιάς18 να σι πιάσ’», «να, π’ να σ’ δέσουν τα χέρια μι τα λινάρια19»

10. αγύριστο 11. από το έρημος=μόνος; 12. Άγριο, άσχημο ζώο και κακοφτιαγμένος άνθρωπος 13. τάφο 14. γοργοθαμμένο 15. ασθένειες των ζώων 16. να σε πιάσει 17. νεκρό πάνω σε υφαντό από μαλλί κατσικίσιο 18. άγνωστης προέλευσης λέξη 19. δένουν τα χέρια των νεκρών Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


98

Λ α μ π ρ ι ν ή Α ρ. Στ ά μ ο υ

«να, μουρή κρούνα ή μουρή στρίγλα να σι θάψω σαράντα οργιές», «να, μουρέ ζαλοταραμένα20 σι μια γούρνα21 να σας βάλω» (συνήθως σε παιδιά)». Είχαν όμως και κάτι εφεδρικό για τον άλλο κόσμο, για εκείνους που θεωρούσαν πως δεν τους «στόλισαν» αρκούντως με όσα τους καταράστηκαν για τούτη τη ζωή: «να, π’ να πεθάν’ς κι να μη λιώσεις» Συνήθως στις κατάρες απαντούσαν με χυδαίες εκφράσεις ή με υπονοούμενα «να μ’ δεις τον …γκιών’ τ’ν αυγή π’ ξημερών’» Ακούγοντας κανείς όλα αυτά τα φοβερά λόγια, θα πίστευε ότι οι άνθρωποι που τα ξεστόμιζαν ήταν κακοί και ότι ήθελαν, το λιγότερο, το θάνατο όσων καταριόνταν. Η αλήθεια είναι πως όλα αυτά ελέγοντο εν βρασμώ και ουδείς εννοούσε όσα έλεγε. Οι περισσότεροι ούτε καν συνειδητοποιούσαν τι έλεγαν . Κάθε χωριό μάλιστα, ήξερε πολύ καλά ποιοι (ή μάλλον ποιες, γιατί οι πιο επιρρεπείς σε κατάρες ήταν γυναίκες , χωρίς να αποκλείονται και κάποιοι άντρες) αν σε «έπιαναν στο στόμα τους δε θα σε ξέπλενε ούτε ο Άραχθος» όπως έλεγαν. Παλιά πίστευαν πολύ στην ευεργετική δύναμη της ευχής των γονέων συνήθως, καθώς και στην καταστρεπτική επίδραση της κατάρας τους. Στα νεότερα χρόνια αρκετοί ήταν αυτοί που δεν έδιναν σημασία σε τέτοια πράγματα, διακωμωδούσαν μάλιστα αυτές τις καταστάσεις. Όπως αφηγείται η μητέρα μου, όταν, κλαίγοντας, ανέφερε στον παππού μου μια κατάρα που άκουσε για τη δεύτερη λίγων μηνών κόρη της (εμένα), από μια γριά που, σαν τη Φραγκογιαννού, ήθελε νεκρά τα κοριτσάκια, εκείνος γέλασε και της είπε θυμόσοφα: «αν άκουγι ο θεός τα όρνια, πιδί μου, θάχαν ψοφήσει τα ζωντανά τ’ κόσμ’ όλα»

20. ταραγμένα από τη ζάλη 21. τάφο Τζουμερκιώτικα Χρονικά


ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ευστρατία Συγκέλλου*

Ο «ορεινός» πόλεμος στη Μεσαιωνική Ήπειρο: η περίπτωση της Πίνδου

Η

μεσαιωνική Ήπειρος, στα όρια της πρωτοβυζαντινής επαρχίας της Παλαιάς Ηπείρου, αποτελούσε μια εκτεταμένη περιφέρεια από το ακρωτήρι των Ακροκεραυνίων στον Βορρά ώς τη Ναύπακτο στον Νότο1. Πρόκειται για μια περιοχή με φυσική οχυρότητα, την οποία εξασφάλιζε η οροσειρά της Πίνδου στα βόρεια και ανατολικά και η θάλασσα της Αδριατικής με το Ιόνιο πέλαγος στα δυτικά2. Αν και βρισκόταν στα σύνορα του δυτικού με τον βυζαντινόανατολικό κόσμο η Ήπειρος, τελούσε σε καθεστώς απομόνωσης κατά το μεγαλύτερο μέρος του Μεσαίωνα. Ο δυσπρόσιτος και περιθωριακός της χαρακτήρας, που την τοποθετούσε στη μεθόριο του βυζαντινού κράτους3, συνέβαλε, παρά ταύτα, στην ανάπτυξη μιας ιδιότυπης ιστορίας στην περιφέρεια του βυζαντινού κόσμου μετά της άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους (1204). Εδώ δημιουργήθηκε το κράτος της Ηπείρου, που άκμασε για έναν περίπου αιώνα και εδώ συγκροτήθηκε πλήθος τοπικών ηγεμονιών, που έβαλαν τη δική τους σφραγίδα στην ιστορία της περιοχής4. Η ιδιομορφία του Ηπειρωτικού τοπίου δε φαίνεται να εμπόδισε τη συνάντηση του τοπικού στοιχείου με τις πολιτικές παραδόσεις

1. Για τα όρια της μεσαιωνικής Ηπείρου βλ. P. Soustal - J. Koder, Nikopolis und Kephallenia [Tabula Imperii Byzantini 3], Βιέννη 1981, σσ. 37-40. Ε. Χρυσός, «Μία σημαντική συμβολή στην ιστορική γεωγραφία της μεσαιωνικής Ηπείρου», Ηπειρωτικά Χρονικά 25 (1983), 182-188. Δ. Ζακυθηνός, «Μελέται περί της διοικητικής διαιρέσεως και της επαρχιακής διοικήσεως εν τω Βυζαντινώ κράτει», ΕΕΒΣ 21 (1951), 194-205. 2. Πρβλ. J. Koder, Το Βυζάντιο ως χώρος. Εισαγωγή στην ιστορική γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου στη βυζαντινή εποχή, Θεσσαλονίκη 2005, σσ. 26-28. Α. Σίνας, Η γεωγραφική ενότης του ελληνικού μεσογειακού χώρου, Αθήνα 1945, σσ. 49, 67. 3. Βλ. Γρηγοράς (CSHB), Βόννη 1829, τ. Α΄, σ. 552. Ο περιθωριακός χαρακτήρας του κράτους της Ηπείρου τονίζεται από τους βυζαντινούς ιστορικούς του 13ου και 14ου αι., οι οποίοι εξέφραζαν την ισχύουσα άποψη ότι αυτό είχε αποσχισθεί από τη βυζαντινή αυτοκρατορία˙ βλ. Ακροπολίτης (εκδ. A. Heisenberg), Στουτγάρδη 1978, σ. 89. Καντακουζηνός (CSHB), Βόννη 1828, τ. Α΄, σσ. 520-522. Γρηγοράς, ό.π., τ. Α΄, σσ. 553554. Πρβλ. D.M. Nicol, The Despotate of Epirus, Οξφόρδη 1957, σσ. 69, 76-77. 4. Για την ιστορία της περιοχής βλ. Nicol, Despotate, ό.π. D.M. Nicol, The Despotate of Epirus, 1267-1479. A contribution to the history of Greece in the Middle Ages, Καίμπριτζ Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


100

Ευ σ τρ ατία Συγ κ έ λ λ ο υ

και τα ήθη των βυζαντινών, ιταλών, σέρβων και αλβανών ηγεμόνων. Έτσι, η «σταθερή χώρα», όπως αναφέρεται η Ήπειρος στις μεσαιωνικές πηγές5, υπήρξε πρόσφορο έδαφος για τη δραστηροποίηση ποικίλων δυνάμεων, πολιτικών και οικονομικών, οι οποίες την έβγαλαν από την απομόνωση μετά τον 13ο αι. Ο πόλεμος, αν και αρνητικό φαινόμενο, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην ανάδειξη της γεωστρατηγικής της σημασίας στον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων και της Αδριατικής6. Ο χερσαίος πόλεμος, κυρίαρχο είδος πολέμου στην περιοχή, υπαγορευόταν από το μεικτό της τοπίο, που συνίσταται από ορεινούς όγκους, υψίπεδα, κοιλάδες και πεδιάδες, καθώς «τέμνονται» από μεγάλα ή μικρά ποτάμια, διαβάσεις και κλεισούρες σε ρόλο φυσικών επικοινωνιακών οδών ή εμποδίων. Το ορεινό τοπίο κυριαρχεί και επηρεάζει τη διεξαγωγή του πολέμου7. Η Πίνδος με τις παράλληλες οροσειρές της αποτελεί το φυσικό σύνορο προς τον βόρειο και κεντρικό ελλαδικό χώρο8. Ξεκινά από την περιοχή της βόρειας Ηπείρου, όπου ο Γράμμος συναντά τον Σμόλικα και κατευθύνεται προς το Περιστέρι για να

1984. Σ.Ν. Ασωνίτης, Το Νότιο Ιόνιο κατά τον Όψιμο Μεσαίωνα. Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, Αιτωλοακαρνανία, Αθήνα 2005. Ειδικότερα για τα Γιάννενα και την Άρτα βλ. Μ.Σ. Κορδώσης, Τα Βυζαντινά Γιάννενα. Κάστρο (πόλη)-Ξώκαστρο. ΚοινωνίαΔιοίκηση-Οικονομία, Αθήνα 2003. Ο ίδιος, «Μεσαιωνική Άρτα. Τοπογραφία-κοινωνία», Σκουφάς 102 (2010) (επιμ. Ε. Συγκέλλου), 165-289. 5. A. Ilieva, «The mountain in the geographical and cultural space of the Peloponnese during the Middle Ages (before the Tourkokratia)», Ιστορικογεωγραφικά 3 (1991), 11-24, 12. Για τους όρους των πηγών που αφορούν στη μεσαιωνική Ήπειρο βλ. Μ. Κατσαροπούλου, Ένα πρόβλημα της Ελληνικής Μεσαιωνικής Ιστορίας. Η σερβική επέκταση στη δυτική κεντρική Ελλάδα στα μέσα του ΙΔ΄ αι. (διδ. διατριβή), Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 27-39. Ασωνίτης, Νότιο Ιόνιο, ό.π., σσ. 43-47. Nicol, Despotate, όπ.π., σσ. 220-221. 6. Για το φαινόμενο του πολέμου στην περιοχή βλ. Ε. Συγκέλλου, Ο πόλεμος στον δυτικό ελλαδικό χώρο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα (13ος-15ος αι.) [ΕΙΕ/ΙΒΕ Μονογραφίες 8], Αθήνα 2008. 7. Για την επίδραση και την αξιοποίηση του φυσικού ανάγλυφου στη διεξαγωγή του πολέμου βλ. G. Dagron - H. Mihăescu, Le traité sur la guérilla (De velitatione) de l’ empereur Nicéphore Phocas (963-969), Παρίσι 1986, σσ. 41-42. Κεκαυμένος, Στρατηγικόν (εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Δ. Τσουγκαράκης), Αθήνα 1996, σσ. 58-60. Sun Zu, Η τέχνη του πολέμου (μετ. Κ. Γεωργαντάς), Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 60-61, 65-66. Ειδικότερα για την επίδραση του ορεινού εδάφους στον πόλεμο βλ. Κ. Πικέρνης, Τακτική των τριών όπλων, πεζικού-ιππικού και πυροβολικού, εν Αθήναις 1859, σσ. 336-337. 8. Γ. Σμύρης, Το δίκτυο των οχυρώσεων στο πασαλίκι των Ιωαννίνων (1788-1822). Ιστορική-πολιτική-οικονομική και χωροταξική θεώρηση (διδ. διατριβή), τ. Α΄(κείμενο), Αθήνα 2000, σ. 27. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο «ορε ιν ό ς » πόλ ε μ ο ς σ τη Με σα ιων ικ ή ‘ Ηπ ε ιρ ο : η π ερ ίπ τω σ η τ η ς Πίν δ ο υ

101

καταλήξει στα Τζουμέρκα, διαθέτοντας ορεινούς όγκους ύψους άνω των 2.000 μ9. Πλήθος διαβάσεων στους αυχένες των βουνών (π.χ. Νεμέρτσικα, Μιτσικέλι, Τύμφη, Τζουμέρκα, Ξηροβούνι, κ.ά.) και τις χαράδρες των ποταμών (π.χ. Αώος, Καλαμάς, Άραχθος, κ.ά.) και των παραποτάμων τους εξυπηρετεί την επικοινωνία των ορεινών πληθυσμών10. Περάσματα, όπως αυτό του ζυγού Μετσόβου και της Πύλης συνδέουν αντίστοιχα τα Ιωάννινα και την Άρτα με τη Θεσσαλία11. Βορειότερα, στην περιοχή της Διάβολης, διαβάσεις και περάσματα ενώνουν τα παράλια της βορείου Ηπείρου (σημερινής Αλβανίας) με τη δυτική Μακεδονία12. Έτσι, ο πόλεμος διεξάγεται σε μεγάλο βαθμό στις διαβάσεις και τις ατραπούς, σε ένα αναμφίβολα «δύσκολο» έδαφος, το οποίο δεν προσφέρεται για στρατιωτικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας13. Η τραχύτητα του εδάφους, η δυσκολία επικοινωνίας, η ύπαρξη ημιονικών οδών, οι περιορισμένοι πόροι και οι δύσκολες καιρικές συνθήκες, χαρακτηριστικά της ορεινής Ηπείρου και ειδικά της περιοχής της Πίνδου14, εμποδίζουν τη διεξαγωγή τακτικού και γενι9. Γ. Τσότσος, «Ορεινοί δρόμοι στη Βόρεια Πίνδο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα», στο: Ιστορική Γεωγραφία. Δρόμοι και κόμβοι της Βαλκανικής από την αρχαιότητα στην ενιαία Ευρώπη. Τομέας πολεοδομίας χωροταξίας και περιφερειακής ανάπτυξης, Τμήμα Αρχιτεκτόνων, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 179190, 180. Για μια γενική παρουσίαση της μορφολογίας της Ηπείρου και των πολεμικών μετώπων κατά τη νεώτερη εποχή βλ. Ι. Κοκίδης, Στρατιωτική γεωγραφία της Ελλάδος, εν Αθήναις 1891, σσ. 99-105. 10. Τσότσος, «Ορεινοί δρόμοι», όπ.π., 179-180. Βλ. επίσης Ν. Κοσμάς, «Αι δίοδοι της Πίνδου», Ηπειρωτική Εστία 4 (1955), 14-20. Σ. Τσιόδουλος, «Τα περάσματα του όρους Μιτσικέλι. Ημιονικοί δρόμοι. Μονοπάτια», Ηπειρωτικά Χρονικά 32 (1997), 345-352. Μ. Αράπογλου, «Ιστορικά μονοπάτια του Ζαγορίου», Ιστορικογεωγραφικά 2 (1987/8), 191195. Για το μεσαιωνικό οδικό δίκτυο της Ηπείρου βλ. Soustal - Koder, Nikopolis, ό.π., σσ. 90-94. 11. Γ.Α. Κουλουράς, «Το οδικό δίκτυο της Θεσσαλίας κατά τους Μέσους Χρόνους», στο: Ιστορική Γεωγραφία, ό.π., σσ. 123-143, 136-137. Soustal-Koder, Nikopolis, ό.π., σσ. 89-90. Για τις διαβάσεις που συνδέουν την περιοχή της Άρτας με τη Θεσσαλία βλ. Γ. Πίκουλας, «Οδικό δίκτυο και άμυνα: η δίοδος της Παλαιοκαρυάς Τρικάλων», Πρακτικά 6ου Συμποσίου Τρικαλινών Σπουδών, Τρίκαλα 8-10.11.2002, Τρικαλινά 23 (2003), 77-89, 79, 82-83. 12. Για τη σύνδεση της Ηπείρου με τη δυτική Μακεδονία βλ. Κ.Π. Μουστάκας, «Το οδικό δίκτυο της Δυτικής Μακεδονίας κατά το Μεσαίωνα (11ος-15ος αιώνας)», στο: Ιστορική Γεωγραφία, ό.π., σσ. 145-154, 148-149. 13. Για το «δύσκολο» έδαφος βλ. Sun Zu, Τέχνη του πολέμου, ό.π., σ. 66. 14. Όλες οι ορεινές περιοχές των Βαλκανίων παρουσιάζουν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία επηρεάζουν τις πολεμικές επιχειρήσεις βλ. Ε. Παππάς, Ο ορεινός πόλεμος, Αθήναι 1928, σ. 21. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


102

Ευ σ τρ ατία Συγ κ έ λ λ ο υ

κευμένου πολέμου και προσανατολίζουν σε έναν «ορεινό» πόλεμο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Στρατηγική αρχή αυτού του είδους του πολέμου αποτελεί ο αιφνιδιασμός. Οι ενέδρες, οι παρενοχλήσεις και οι επιδρομές, που χαρακτηρίζουν εξάλλου τον χερσαίο πόλεμο στην περιοχή, επιβάλλονται τόσο από το ορεινό τοπίο, όσο και από τον περιορισμένο αριθμό πολεμιστών15, που μετέχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις της εποχής, καθώς και τα πολεμικά τους ήθη. Ιδιαίτερα εξοικειωμένοι με τις διαβάσεις, παρουσιάζονται στις πηγές οι Αλβανοί. Ο Καντακουζηνός αναφέρει ότι οι Αλβανοί, «ὄρη δυσπρόσοδα νεμόμενοι», ανέβαιναν το καλοκαίρι «εἰς τὰ ἀκρότατα τῶν ὀρῶν» εμποδίζοντας τις κινήσεις των αντιπάλων16. Αλλά και οι Τούρκοι που συμμετείχαν στην επιχείρηση των Βυζαντινών κατά των Αλβανών στις ορεινές περιοχές τους το 1337/8 ήταν ικανοί για πόλεμο σε δύσβατες περιοχές, κατά τα λεγόμενα του βυζαντινού ιστορικού17. Οπωσδήποτε, η εξοικείωση των Αλβανών με το ορεινό έδαφος, τους παρείχε τη δυνατότητα επιλογής του πεδίου της μάχης, γεγονός που τους οδήγησε σε αρκετές νίκες. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των συγκρούσεων στον Μεσοπόταμο (1399) και την Κρανέα (1412), ΒΒΔ των Ιωαννίνων18. Και στις δυο περιπτώσεις εφαρμόστηκε η αρχή της ασφάλειας, βασική αρχή του «ορεινού» πολέμου, η οποία επετεύχθη μέσω της παρακολούθησης του εχθρικού στρατού και της κατάλληλης διάταξης των στρατιωτικών σωμάτων19. Ανιχνευτικές δυνάμεις, που αναλάμβαναν το έργο της αναγνώρισης του εδάφους και της παρακολούθησης του εχθρού διέθεταν οι ηγεμόνες της περιοχής, όπως

15. Για τον αριθμό των στρατιωτικών δυνάμεων που συμμετείχαν στις πολεμικές συγκρούσεις στη μεσαιωνική Ήπειρο βλ. Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σσ. 116-125. 16. Καντακουζηνός, ό.π., τ. Α΄, σ. 496. Για την εξοικείωση των Αλβανών με τις κλεισούρες γίνεται λόγος και στο Χρονικό των Τόκκων· βλ. G. Schirò (εκδ.), Cronaca dei Tocco di Cefalonia di Anonymo. Prolegomeni, testo critico e traduzione (CFHB, X), Ρώμη 1975, στ. 2346-2350. 17. Καντακουζηνός, όπ.π., τ. Α΄, σ. 496. Για την επιχείρηση αυτή βλ. Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σσ. 229-230. Τούρκοι πολεμιστές έδρασαν στην περιοχή από τα τέλη του 14ου αι. ως μισθοφόροι των τοπικών ηγεμόνων, ενώ στις αρχές του επόμενου αιώνα κατέλαβαν μεγάλο μέρος αυτής (Δρϋινούπολη, Αργυρόκαστρο). Αν και είχαν κοινά στοιχεία με τους Αλβανούς ως προς τη στρατιωτική σύνθεση και τις τακτικές μεθόδους, η παρουσία τους στην Ήπειρο εξυπηρέτησε διαφορετικούς στόχους· βλ. σχετικά Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σσ. 195-200. 18. Βλ. Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σσ. 164-165. 19. Βλ. Παππάς, Ορεινός πόλεμος, ό.π., σσ. 131-132. Για την ασφάλεια ως αρχή του πολέμου βλ. Δ. Αναγνωστόπουλος, Πολεμική τέχνη, τ. Α΄, εν Αθήναις 1934, σσ. 67-69, 141. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο «ορε ιν ό ς » πόλ ε μ ο ς σ τη Με σα ιων ικ ή ‘ Ηπ ε ιρ ο : η π ερ ίπ τω σ η τ η ς Πίν δ ο υ

103

ήταν ο Κάρολος Τόκκο στις αρχές του 15ου αι., καθώς και όλοι σχεδόν οι διεκδικητές της περιοχής20. Ωστόσο, το τραχύ έδαφος των ορεινών περιοχών δυσχεραίνει την πορεία των στρατευμάτων, ενώ δεν διευκολύνει τις μετακινήσεις μεγάλων στρατιωτικών μονάδων και συνεπώς τις εκστρατείες, οι οποίες ήταν λίγες στην περιοχή21. Η δυσκολία μετακίνησης ενός στρατού αφήνει ανοικτό το έδαφος στον αιφνιδιασμό. Έτσι, για παράδειγμα, η δυσκολία μετάβασης του στρατού του λατίνου ηγεμόνα Πέτρου ντε Κουρτεναί «ἐν ταῖς τοῦ Ἀλβάνου δυσχωρίαις» έδωσε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού στον Θεόδωρο Α΄ Άγγελο, που τον κατατρόπωσε (1217/8)22. Αλλά και στην επιχείρηση των Βυζαντινών κατά της Ηπείρου το 1290, κατά την οποία οι Βυζαντινοί έφθασαν στα Ιωάννινα μέσω του ζυγού Μετσόβου23, καθυστέρησαν να υποχωρήσουν προς το ίδιο σημείο, με αποτέλεσμα να καταδιωχθούν και να ηττηθούν από τους αντιπάλους τους Ηπειρώτες, γνώστες της τοπογραφίας της περιοχής24. Τα περάσματα της Πίνδου χρησιμοποιήθηκαν κυρίως από τοπικές δυνάμεις που μετείχαν στις χερσαίες συγκρούσεις, ο χαρακτήρας των οποίων ήταν, επίσης, τοπικός κατά τον 14ο και 15ο αι.. Τόσο οι Βυζαντινοί, όσο οι Σέρβοι και οι Τούρκοι, που προσέβαλαν την Ήπειρο από ανατολάς, δεν φαίνεται να χρησιμοποίησαν ιδιαίτερα την περιοχή αυτή ως μέσο πρόσβασης ή πεδίο σύγκρουσης25. Η έλλειψη σχετικών μαρτυριών στις πηγές δεν επιβεβαιώνει μόνο το δυσπρόσιτο χαρακτήρα της Ηπείρου, αλλά και τη διεξαγωγή του «ορεινού» πολέμου, ο οποίος ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με τον «ανορθόδοξο» πόλεμο, που διεξάγεται κυρίως από τους Αλβανούς και τους ντόπιους και υπαγορεύεται από το φυσικό ανάγλυφο και τα πολεμικά δεδομένα της εποχής26. Στον «ορεινό» πόλεμο μετέχουν μικρές ευέλικτες μονάδες ελαφρά οπλισμένων στρατιωτών, πεζών και ιππέων, οι οποίες μπορούν γρήγορα να διέλθουν από τις διαβάσεις και τα υψώματα27. Ιδιαίτερα επιτυχής είναι η χρήση άτακτων 20. Βλ. ενδεικτικά Χρονικό Τόκκων, ό.π., στ. 283-285, 975-978, 782-784. 21. Για μια ερμηνεία του ευάριθμου των μεγάλων εκστρατειών στην περιοχή βλ. Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σσ. 259-264. 22. Για την επιχείρηση αυτή βλ. Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σσ. 219-220. 23. Χρονικό Μορέως (εκδ. Π. Κολονάρος), Αθήναι 1940, στ. 9023. 24. Για την επιχείρηση αυτή βλ. Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σσ. 223-225. 25. Για τις επιχειρήσεις αυτές και τις διαδρομές τους βλ. Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σσ. 4748, 49, 52, 56, 229-230, 232-234, 235-236. 26. Για τις τοπικές συγκρούσεις και τα χαρακτηριστικά του «ανορθόδοξου» πολέμου στη μεσαιωνική Ήπειρο βλ. Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σσ. 264-286. 27. Βλ. Χρονικό Τόκκων, ό.π., στ. 2350, 1746, 444, 447. Για την επίδραση του ορεινού Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


104

Ευ σ τρ ατία Συγ κ έ λ λ ο υ

σωμάτων, που εκτελούν επιδρομές και λεηλασίες. Στα Χρονικά της εποχής (Χρονικό Ιωαννίνων και Χρονικό των Τόκκων)28 τα συγκεκριμένα σώματα αναφέρονται ως «ρυμπαρικά» και φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν σε επιχειρήσεις στην περιοχή του Ζαγορίου29. Αλλά και οι κάτοικοι της ίδιας περιοχής αποτελούσαν μάχιμο δυναμικό, το οποίο συμμετείχε σε στρατιωτικές επιχειρήσεις30. Φυσικά, η διαβίωση των Ηπειρωτών και των Αλβανών στις ορεινές περιοχές υπήρξε οιονεί στρατιωτική εκπαίδευση. Το ορεινό τοπίο δημιούργησε σκληροτράχηλους και δεινούς πολεμιστές, μέρος των οποίων συγκρότησε τα περίφημα σώματα των έφιππων stradioti, μισθοφόρων του 15ου αι31. Επιπλέον, ο ποιμενικός και ληστρικός βίος των Αλβανών σε συνδυασμό με τα πολεμικά τους ήθη παρήγε πολεμιστές «ορεινού» πολέμου32. Στα βουνά της μεσαιωνικής Ηπείρου, το αίσθημα της ελευθερίας παρέμεινε ενεργό ακόμη και μετά την τουρκική κατάκτηση, όπως μαρτυρούν τα πρώτα επαναστατικά κινήματα στην περιοχή της βόρειας Ηπείρου στα τέλη του 15ου αι33. Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί ότι κατά τον «ορεινό» πόλεμο αυξάνεται η στρατιωτική αξία των ορέων, των οδών και των ατραπών, των δασών και των κοιλάδων, εφόσον αυτά αποτελούν πολεμικά πεδία34. Ιδιαίτερη είναι η σημασία των δασών ως τόπων στρατοπέδευσης και καταυλισμών, όπως προκύπτει από

εδάφους στο είδος του στρατεύματος βλ. Πικέρνης, Τακτική των τριών όπλων, ό.π., σσ. 339-340. 28. Χρονικό Τόκκων, ό.π..Λ. Βρανούσης (εκδ.), «Το Χρονικόν των Ιωαννίνων κατ΄ ανέκδοτον δημώδη επιτομήν», Επετηρίς του Μεσαιωνικού Αρχείου 12 (1962), 57 - 115. 29. Για τα σώματα αυτά βλ. Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σ. 272 σημ. 266. 30. Χρονικό Ιωαννίνων, ό.π., §§35, 39, σσ. 97, 100. 31. Βλ. M.E. Mallett, Mercenaries and their Masters. Warfare in Renaissance Italy, Λονδίνο, Σίδνεϋ, Τορόντο 1974, 152-159. Κ. Σάθας, Έλληνες στρατιώται εν τη Δύσει και Αναγέννησις της Ελληνικής τακτικής (εισαγωγή-σχόλια Ν. Καραπιδάκης), Αθήνα 1993. 32. Πρβλ. A. Ducellier, Οι Αλβανοί στην Ελλάδα (13ος-15ος αι.). Η μετανάστευση μιας κοινότητας (μετ. Κ. Νικολάου), Αθήνα 1994, σσ. 16-18. Ο ίδιος, «Les Albanais du XIe au XIIIe siècle: Nomades ou sedentaires?», Byzantinische Forschungen 7 (1979), 23-36. 33. Βλ. Λ. Βρανούσης - Β. Σφυρόερας, «Επαναστατικά κινήματα και εξεγέρσεις», στο: Ήπειρος. 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίαςκαι πολιτισμού, Αθήνα 1997, σσ. 244-251, 244-245. 34. Για τη στρατιωτική σημασία των ημιονικών οδών και των ατραπών βλ. Α. Κατσιμήδης, Στρατιωτική τοπογραφία, εν Αθήναις 1906, σσ. 171-172. Για τις οδούς και την τακτική αξία των δασών, των υψωμάτων, των ελών, των κοιλάδων και των κατοικημένων τόπων βλ. Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, Μαθήματα τοπογραφίας διδαχθέντα υπό Δ.Ι. Δημαρά, Υπολοχαγού του Μηχανικού και Καθηγητού εν τω αυτώ Σχολείω. Στρατιωτικαί υποτυπώσεις. Ανάγνωσις και χρήσις των χαρτών. Κατοπτεύσεις, τ. Γ΄, ΙΙα ανατύπωσις, εν Αθήναις 1915, σσ. 201-204, 209-215. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο «ορε ιν ό ς » πόλ ε μ ο ς σ τη Με σα ιων ικ ή ‘ Ηπ ε ιρ ο : η π ερ ίπ τω σ η τ η ς Πίν δ ο υ

105

τις πηγές35. Περαιτέρω, τα δάση ως πεδία μαχών επιβάλλουν τις αρχές του αιφνιδιασμού, του ελιγμού και της τήρησης της επαφής (βλ. συγκρούσεις στον Μεσοπόταμο, την Κρανέα και την περίπτωση του Πέτρου ντε Κουρτεναί)36. Ωστόσο, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις σε ημιορεινές περιοχές, σε οροπέδια, κατατόπια, κοιλάδες και ποτάμια επικρατούν έναντι εκείνων που διεξάγονται σε περιοχές υψηλών ορέων. Το γεγονός αυτό οφείλεται στις δυσκολίες ανεφοδιασμού και μετακίνησης των στρατευμάτων και στις κλιματικές συνθήκες, που επιβάλλουν τη διεξαγωγή επιχειρήσεων την άνοιξη ή στις αρχές του φθινοπώρου37. Στη μεσαιωνική Ήπειρο, ο πόλεμος διεξάγεται κυρίως γύρω από οχυρωμένες θέσεις, οι οποίες αυξάνονται σε περιόδους πολεμικής έντασης. Μικρά φρούρια και πύργοι ιδρύονται πλησίον των μεγάλων διοικητικών κέντρων, όπως είναι τα Ιωάννινα, η Άρτα ή το Βεράτιο38, προκειμένου να λειτουργήσουν ως ασπίδες προστασίας αυτών και της περιοχής τους. Φρούρια όμως εγείρονται και στις διαβάσεις, όπως είναι το Ρέβνικο στην περιοχή του Ζαγορίου39. Τα φρούρια αυτά λειτουργούν ως φυλάκια και ίσως διαχωρίζουν τις επικράτειες των τοπικών ηγεμόνων, ελλήνων, αλβανών ή ιταλών. Έτσι, παράλληλα με τον πόλεμο «θέσεων» διεξάγεται και ο πόλεμος των «δρόμων» και των «διαβάσεων». Τόσο το Χρονικό των Ιωαννίνων, όσο και το Χρονικό των Τόκκων επιβεβαιώνουν το είδος του διεξαγόμενου χερσαίου πολέμου. Μάλιστα, στο Χρονικό των Ιωαννίνων, το οποίο αφηγείται πολεμικά γεγονότα της ορεινής Ηπείρου κατά τα μέσα του 14ου αι., η ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων (Ζαγόρι, Πωγώνι), της Δρυϊνούπολης και του Αργυροκάστρου αποτελούν μείζονα θέατρα πολέμου40. Οι διαδρομές που συνδέουν τις περι-

35. Βλ. Χρονικό Τόκκων, ό.π., στ. 1680, 1632, 1705. Παππάς, Ορεινός πόλεμος, όπ.π,. σσ. 126-127. 36. Για τις αρχές αυτές βλ. Αναγνωστόπουλος, Πολεμική τέχνη, ό.π, σσ. 140, 141-142, 143. 37. Για την εποχή διεξαγωγής των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μεσαιωνική Ήπειρο βλ. Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σ. 172, σημ. 115. Πρβλ. Παππάς, Ορεινός πόλεμος, ό.π., σσ. 17-20. Για το κλίμα της Ηπείρου βλ. Soustal-Koder, Nikopolis, ό.π., σ. 46. Σούλης, Το κλίμα της Ηπείρου, Ιωάννινα 1994. 38. Για τα φρούρια που πλαισίωναν την περιοχή των Ιωαννίνων, από το Ζαγόρι ώς τη Δρυϊνούπολη, το Αργυρόκαστρο και το Βεράτιο βλ. Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σσ. 48-50, 56-58, 80. 39. Το Ρέβνικο βρίσκεται στα ΒΔ της Αρτσίστας, σε πετρώδες βουνό (Καστράκι) πάνω από την αριστερή όχθη του Βίκου. Βλ. Soustal-Koder, Nikopolis, ό.π., σ. 250. Φ. Πέτσας, «Καστράκι δυτικού Ζαγορίου», Αρχαιολογική Εφημερίς 1952, 4-7. 40. Βλ. τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του σέρβου ηγεμόνα των Ιωαννίνων, Θωμά Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


106

Ευ σ τρ ατία Συγ κ έ λ λ ο υ

οχές αυτές είναι συχνά πεδία μαχών, ενώ σε μία μόνο περίπτωση αναφέρεται ανοικτή ορεινή περιοχή ως πεδίο σύγκρουσης. Πρόκειται για τον Δρίσκο, όπου συγκρούστηκαν οι δυνάμεις του αλβανού ηγεμόνα της Άρτας, Γκίνη Σπάτα με τον τούρκο Εβρηνό-μπέη (1396)41. Αντίστοιχα, στο Χρονικό των Τόκκων, η ορεινή περιοχή των Αλβανών Αλκαδίων (κλεισούρες μεταξύ Ιωαννίνων και Άρτας) αποτέλεσε πεδίο σύγκρουσης με τον Τόρνο Τόκκο στις αρχές του 15ου αι.42. Αλλά και αυτές οι συγκρούσεις διεξήχθησαν σε όρη μέσου ύψους στις υπώρειες της Πίνδου, όπου οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, αν και δύσκολες, δεν είναι απραγματοποίητες43. Από τη διεξαγωγή του «ορεινού» πολέμου στη Μεσαιωνική Ήπειρο προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα: α) Οι γεωφυσικές ιδιαιτερότητες της περιοχής έχουν παίξει αποφασιστικό ρόλο στο είδος του πολέμου που είναι κατεξοχήν χερσαίος και χαρακτηρίζεται από συμπλοκές μικρής διάρκειας και εμβέλειας. Στο πλαίσιο του χερσαίου πολέμου, ο «ορεινός» πόλεμος υπήρξε απότοκος του ορεινού τοπίου που κυριαρχεί. β) Ο «ορεινός» πόλεμος φέρει εν πολλοίς τα χαρακτηριστικά του χερσαίου πολέμου και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το δίκτυο των οδών και των διαβάσεων, τις κλιματικές συνθήκες και τους κατοικημένους τόπους. Οι παράγοντες αυτοί φαίνεται ότι έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στον προσανατολισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε περιοχές, όπως ήταν το Ζαγόρι, η περιοχή Πρελούμπου με τη συνδρομή τούρκων πολεμιστών κατά των Αλβανών στην περιοχή των Ζαγορίων και τη Δρυϊνούπολη (1380-1383): Χρονικό Ιωαννίνων, ό.π., §§23-25, σσ. 90-92. Για τη στρατιωτική σημασία του υψιπέδου των Ιωαννίνων κατά τη νεώτερη εποχή βλ. Θέματα στρατιωτικής γεωγραφίας, συνταχθέντα μερίμνη της ΑΣΠ, Αθήναι 1973, σσ. 138-150. 41. Χρονικό Ιωαννίνων, ό.π., §38, σσ. 99-100. Η συμπλοκή αυτή έγινε, παρά τα ειωθότα, τον Ιανουάριο του 1396 και στόχευε προφανώς στον αιφνιδιασμό. Πρβλ. Συγκέλλου, Πόλεμος, ό.π., σσ. 174-175. 42. Χρονικό Τόκκων, ό.π., στ. 2335-2367. Βλ. Ε. Συγκέλλου, «Η κατάληψη της Άρτας από τον Κάρολο Α΄ Τόκκο (1414-1416): Προβλήματα τοπογραφικά και ιστορικά», στο: Η Βυζαντινή Άρτα και η περιοχή της. Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Αρχαιολογικού και Ιστορικού Συνεδρίου, Άρτα, 12-14 Απριλίου 2002 (επιμ. Ε. Συγκέλλου), Άρτα-Αθήνα 2007, σσ. 197212, 204. 43. Πρβλ. Παππάς, Ορεινός πόλεμος, ό.π., σ. 20. Για το ύψος ορισμένων ορέων της Πίνδου, όπως ο Δρίσκος (945μ.), το Μιτσικέλι (1300μ.), κ.ά. βλ. Κοκίδης, Στρατιωτική γεωγραφία, ό.π., σ. 100. Και στην περιοχή του Ξηροβουνίου και στα όρη του Σουλίου (απολήξεις της Πίνδου) διεξήχθησαν πολεμικές συγκρούσεις στις αρχές του 15ου αι., όταν ο Κάρολος Τόκκο επιχείρησε και πέτυχε τελικά να καταλάβει την Άρτα· βλ. σχετικά Συγκέλλου, «Η κατάληψη της Άρτας», ό.π., 200, 204, 206-207. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο «ορε ιν ό ς » πόλ ε μ ο ς σ τη Με σα ιων ικ ή ‘ Ηπ ε ιρ ο : η π ερ ίπ τω σ η τ η ς Πίν δ ο υ

107

μεταξύ Άρτας και Ιωαννίνων ή τα βδ τμήματα των Ιωαννίνων, περιοχές με όρη μέσου ή χαμηλού ύψους, βουνώδεις και λοφώδεις, με ήπια εικόνα όσον αφορά στις συγκοινωνίες, την κατοίκηση και τη θερμοκρασία44. Αντίθετα, στις ανατολικές περιοχές, όπως ήταν τα Τζουμέρκα, η έλλειψη των προαναφερόμενων συνθηκών καθιστούσε μάλλον ανέφικτη τη διεξαγωγή πολέμου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι καμία πηγή της εποχής δεν μνημονεύει τυχόν συγκρούσεις στην περιοχή αυτή45. γ) Πρωταγωνιστές του «ορεινού» πολέμου αναδείχθηκαν οι Ηπειρώτες και οι Αλβανοί, γεννήματα του ορεινού βίου, γνώστες της τοπογραφίας και σαφείς αποδείξεις της επίδρασης του γεωφυσικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση του πολεμικών ηθών και του χαρακτήρα ενός λαού. δ) Ο πόλεμος στην Πίνδο, που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της μορφολογίας του ορεινού εδάφους των Βαλκανίων46, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του «ορεινού» πολέμου, διαχρονικά ως προς την πρακτική του, μεσαιωνικά, στην εξετασθείσα περίπτωση, ως προς τα μέσα του. * Η Ευστρ. Συγκέλλου είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας και διδάσκουσα στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Η Πίνδος

http://el.wikipedia.org

http://www.hellenica.de/Griechenland/ Ort/Pindos.jpg

44. Πρβλ. Παππάς, Ορεινός πόλεμος, ό.π., σσ. 9-13. 45. Για τη δυσκολία διεξαγωγής στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή των Τζουμέρκων και το δύσβατο της περιοχής βλ. Κοκίδης, Στρατιωτική γεωγραφία, ό.π., σσ. 108, 109, 103. 46. Βλ. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Οι Βαλκανικοί λαοί κατά τους Μέσους χρόνους, Ιωάννινα 1986, σσ. 15, 19. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


108

Αφροδίτη Καμάρα

Οι βρετανικές «μυστικές αποστολές» στα Τζουμέρκα και ο ρόλος τους στην Ελληνική Εθνική Αντίσταση

Σ

το βιβλίο του Undercover: The men and women of the Special Operations Executive, o Patrick Howarth, μέλος και ο ίδιος των ομάδων μυστικών αποστολών των Βρετανών, επιγράφει το 6ο του κεφάλαιο, με αναφορά στην παρουσία της SOE (Special Operations Executive) στην Ελλάδα ως “The Byron tradition” («Ακολουθώντας την παράδοση του Λόρδου Μπάυρον»). Με τον τρόπο αυτό προκαταλαμβάνει τον αναγνώστη, καθώς αποδίδει στους συμμάχους που πολέμησαν στην ελληνική εθνική αντίσταση ιδιαίτερο φιλελληνικό χαρακτήρα. Η συμβολή των μελών της SOE από στρατιωτικής πλευράς είναι αναμφισβήτητα θετική. Από πολιτικής πλευράς ωστόσο υπήρξε αμφιλεγόμενη, και μάλιστα όχι μόνο όσον αφορά στην αποτίμησή της από Έλληνες ιστορικούς, αλλά και όσον αφορά στις εκτιμήσεις των ίδιων των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών και του Φόρεϊν Όφφις. Η παρουσία των δυνάμεων του Ηνωμένου Βασιλείου στον ελλαδικό χώρο χρονολογείται από την εποχή πριν την κατάρρευση του μετώπου και οφειλόταν στις συμμαχικές δεσμεύσεις. Οι δυνάμεις αυτές, που απαρτίζονταν από Βρετανούς και, κυρίως, Νεοζηλανδούς, διασκορπίστηκαν με την κάθοδο των Γερμανών στο ελλαδικό έδαφος. Αρκετοί πέρασαν στην Κρήτη, για το μικρό διάστημα που αυτή παρέμεινε ελεύθερη, μετά τη μάχη της Κρήτης όμως άλλοι κατόρθωσαν να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή, ενώ άλλοι κρύφτηκαν σε χωριά προσπαθώντας να βρουν τρόπο να ξανασυνδεθούν με τις μονάδες τους. Την ίδια εποχή, αν όχι νωρίτερα, στη Σκωτία άρχισε να λειτουργεί η πρώτη ακαδημία «μυστικών αποστολών», η Special Operations Executive, που στόχο είχε να εκπαιδεύσει τους πράκτορες εκείνους που θα κατόρθωναν να διεισδύσουν στις εμπόλεμες ή υπό κατοχή ζώνες και να οργανώσουν αντιστασιακά κινήματα ενάντια στον κατακτητή1. Το καλοκαίρι του 1941 η SOE, με έδρα το Κάιρο πλέον, κατέστρωσε ένα σχέδιο για την επανασύνδεση όλων αυτών των εγκατεσπαρμένων δυνάμεων και τη χρησιμοποίησή τους για τη συνέχιση του αντιναζιστικού αγώνα, με μυστικές πλέον αποστολές. Ως βασικότερο ίσως στέλεχος της προσπάθειας αυτής επιλέχθηκε ο Christopher Montague Woodhouse (Monty ή Chris), απόφοιτος της Οξφόρδης στον τομέα της αρχαιολογίας. Λόγω εκπαίδευσης ο Woodhouse ήταν εμβαπτισμένος στα «φιλελληνικά» ιδεώδη. Γνωρίζοντας τη γλώσσα και τη χώρα από 1. Rigden, D., How to be a spy: the World War II SOE training manual, UK 2001, 2004. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι βρετανικές «μυστικές αποστολές» στα Τζουμέρκα

109

τις αρχαιολογικές του έρευνες λίγο πριν τον πόλεμο, και έχοντας υπηρετήσει στην Ελλάδα υπό τις διαταγές του Maitland Wilson (Jumbo), κρίθηκε ως ο καταλληλότερος για να αναλάβει την προσπάθεια απομάκρυνσης των συμμάχων που ακόμη κρύβονταν στα κρητικά βουνά και έφτασε στην Κρήτη το Νοέμβριο του 19412. Οι «μυστικοί δώδεκα» και ο Γοργοπόταμος Το καλοκαίρι του 1942 τέθηκαν οι βάσεις για το πρώτο μεγάλης εμβέλειας σαμποτάζ στο ελληνικό έδαφος, που στόχο είχε να πλήξει τον ανεφοδιασμό των γερμανικών δυνάμεων στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής: δεν ήταν άλλο από την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου. Η ηγεσία της αποστολής ανατέθηκε στον E.C.W. (Eddie) Myers, που συνδύαζε τα προσόντα ενός καλού μηχανικού κι ενός εκπαιδευμένου αλεξιπτωτιστή. Θα ηγείτο μιας ομάδας δώδεκα ανδρών που θα έπεφταν με αλεξίπτωτα στην κεντρική Ελλάδα και θα προσπαθούσαν να συνδεθούν με τις αντάρτικες ομάδες που βρίσκονταν ήδη στα ελληνικά βουνά, ιδιαίτερα με το Ναπολέοντα Ζέρβα. Ως υπαρχηγός της αποστολής ορίστηκε ο Woodhouse. Ενώ μάλιστα τα περισσότερα μέλη της αποστολής είχαν εντολή να διαφύγουν από την Ελλάδα μετά το σαμποτάζ, ο Woodhouse θα έπρεπε να παραμείνει και να στέλνει πληροφορίες μέσω ασυρμάτου στο Κάιρο. Η ομάδα των καταδρομέων που θα τοποθετούσαν τα εκρηκτικά απαρτιζόταν από τον Tom Barnes, Νεοζηλανδό με εμπειρία στις εξερευνήσεις παρθένων περιοχών, τον Denys Hamson, τραπεζίτη με έδρα τη Σμύρνη, τον Inder Gill, ινδό Σιχ, και τον δικό μας, Θέμη Μαρίνο3. Αντί να βρεθεί κοντά στο αρχηγείο του Ζέρβα, η ομάδα προσγειώθηκε στη Ρούμελη, στην περιοχή της Γκιώνας, που βρισκόταν υπό τον έλεγχο του ΕΛΑΣ. Έτσι ο Woodhouse ανέλαβε να διασχίσει μόνος τα βουνά της Στερεάς και να βρει το Ζέρβα στην περιοχή του Βάλτου. Ο Ζέρβας που αποδέχτηκε αμέσως το σχέδιο, ξεκίνησε μαζί με περίπου 60 άνδρες του προς την Ευρυτανία, διαμήνυσε δε άμεσα και του Άρη Βελουχιώτη να τον συναντήσει στη Βίνιανη. Τα δημοσιεύματα, ακόμη και σήμερα, ερίζουν για το πώς ακριβώς επιτεύχθηκε η συνεργασία μεταξύ του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στην περίπτωση εκείνη και για το ποιος και πώς κατόρθωσε να επωφεληθεί πολιτικά από την επιτυχία του εγχειρήματος. Το γεγονός πάντως παραμένει ότι τη νύχτα της 25ης προς την 26η Νοεμβρίου 1942 οι χερσαίες συγκοινωνίες προς τα λιμάνια της Νοτίου Ελλάδας διακόπτονταν κάτω από τα συντρίμμια της γέφυρας του Γοργοποτάμου. 2. Πέντε μήνες αργότερα απομακρύνθηκε και το δύσκολο αυτό έργο συνεχίστηκε από τον –επίσης αρχαιολόγο- T.J.Dunbabin (Tom). 3. Θ. Μαρίνου, Αποστολή Harling 1942: Η επιχείρηση Γοργοπόταμου, Αθήνα, Παπαζήσης 1994. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


110

Αφροδίτη Καμάρα

Πλασματική συμφιλίωση και ένα τέχνασμα Την επαύριο του Γοργοποτάμου πολιτικές εξελίξεις μετέβαλαν τόσο τα σχέδια του «ελληνικού» τμήματος της SOE (που στη συνέχεια θα αναφέρουμε ως ΒΣΑ: Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή) όσο και τις σχέσεις μεταξύ Λονδίνου και Καϊρου. Οι Άγγλοι σύνδεσμοι έστελναν το μήνυμα ότι η επάνοδος του Έλληνα βασιλιά μετά τον πόλεμο δεν ήταν κάτι που επιθυμούσε ο ελληνικός λαός, όχι, τουλάχιστον, χωρίς να ερωτηθεί σε δημοψήφισμα. Αυτό έφερε τον Άγγλο πρεσβευτή στην ελληνική κυβέρνηση του Καϊρου, τον Leeper, σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τη ΒΣΑ και τον Myers προσωπικά. Από την άλλη πλευρά η ίδια η SOE του Καϊρου επέμενε να αδιαφορεί για τις επιλογές του Φόρεϊν Όφφις και μάλιστα επέλεξε να μην τους ενημερώσει για την επιχείρηση του Γοργοποτάμου, παρά μόνον κατόπιν εορτής. Ο Myers και η ομάδα του διατάχθηκαν να παραμείνουν στον ελλαδικό χώρο με διπλό τώρα στόχο: αφενός να συνεχίσουν τις καταδρομές και τα σαμποτάζ, επιτείνοντας την εντύπωση στους Γερμανούς ότι προετοιμαζόταν μεγάλης έκτασης απόβαση συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα, κι αφετέρου να παρακολουθούν τις πολιτικές εξελίξεις και ιδιαίτερα την έκβαση της διαμάχης μεταξύ του ΕΛΑΣ και των μικρότερων αντάρτικων οργανώσεων, κύρια του ΕΔΕΣ, για την οποία φαίνεται ότι δεν ήταν επαρκώς πληροφορημένοι εκ των προτέρων. Οι δύο προσπάθειες φαίνονταν προς στιγμήν ασυμβίβαστες. Το δεύτερο αντίστοιχης με το Γοργοπόταμο σημασίας σαμποτάζ στο ελληνικό έδαφος, η ανατίναξη της γέφυρας του Ασωπού το καλοκαίρι του ’43, έγινε χωρίς την παραμικρή συμμετοχή Ελλήνων ανταρτών και μάλιστα χωρίς να πέσει ούτε μια ντουφεκιά –πράγμα που φανερώνει αφενός ότι οι Άγγλοι σαμποτέρ είχαν εξαιρετική εκπαίδευση κι αφετέρου ότι η συνδρομή του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στον Γοργοπόταμο είχε ενδεχομένως μεγαλύτερη πολιτική από ό,τι στρατιωτική σημασία. Την άνοιξη του ’43 ο Myers επιδόθηκε σε μια διπλωματική προσπάθεια να πείσει τα δύο αντιμαχόμενα μέρη να βάλουν κατά μέρος τις πολιτικές τους διαφορές και να ενώσουν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις, και μάλιστα θέτοντάς τις στην υπηρεσία του στρατηγού Wilson, διοικητή των βρετανικών δυνάμεων της Μέσης Ανατολής. Τα σώματα των μαχητών θα ήταν ενιαία, ανάλογα με την περιοχή δράσης τους, και ο καθένας, ανεξαρτήτως πολιτικού προσανατολισμού, θα μπορούσε να εντάσσεται σε αυτά. Ενισχύσεις σε πολεμοφόδια, τρόφιμα και ρουχισμό, καθώς και σε χρήματα, θα δίνονταν μόνο στις μονάδες εκείνες που θα τηρούσαν τους όρους αυτής της αρχικής συμφωνίας. Ο Myers φαίνεται ότι είχε βάλει τα πράγματα σε σωστή βάση και είχε κατορθώσει, χάρη στο στρατιωτικό του προβάδισμα, να κερδίσει την εκτίμηση ακόμη και του στρατιωτικού ηγέτη Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι βρετανικές «μυστικές αποστολές» στα Τζουμέρκα

111

του ΕΛΑΣ, του στρατηγού Σαράφη, αν και το πολιτικό σκέλος του ΕΛΑΣ, το ΕΑΜ, εξακολουθούσε να βλέπει τους Άγγλους με μεγάλη επιφυλακτικότητα. Η συναινετική επιμονή των ανταρτικών ομάδων όμως για δημοψήφισμα μετά την απελευθέρωση θεωρήθηκε προσωπική του ήττα και κλήθηκε σε απολογία στο Κάιρο τον Αύγουστο του 1943. Δεν του επετράπη να επιστρέψει. Στη θέση του έμεινε μόνον ο Woodhouse, ο οποίος όμως, όπως ο ίδιος είπε αργότερα, δεν είχε την ίδια αναγνώριση, ιδιαίτερα από τα στελέχη του ΕΛΑΣ, που τον θεωρούσαν άνθρωπο της Intelligence Service. Τόσο ο Woodhouse όσο και ο Myers αισθάνθηκαν την ανάγκη αργότερα, μετά το τέλος του πολέμου, να εξηγήσουν το τι είχαν ζήσει και τι είχε διαμειφθεί στην Ελλάδα γράφοντας βιβλία, το «Μήλον της Έριδος» και την «Ελληνική Περιπλοκή» αντίστοιχα4. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες και των δύο, η απουσία ουσιαστικού σχεδίου δράσης μετά τα πρώτα σαμποτάζ (Γοργοπόταμος και Ασωπός) και η επίσημη γραμμή του Καϊρου ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να ελευθερωθεί νωρίτερα από το 1944, οδήγησε στις αυξανόμενες εχθροπραξίες μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, αφού και οι δύο ήταν ετοιμοπόλεμοι. Ταυτόχρονα, τα μέλη της ΒΣΑ που βρίσκονταν στην Ελλάδα άρχισαν να ακολουθούν ο καθένας τις προσωπικές του συμπάθειες και αντιπάθειες5. Ταυτόχρονα οι γραμμές των «μυστικών» βρετανών πύκνωναν. Ο αρχικός πυρήνας των 12 ανδρών διογκώθηκε για να περιλάβει περίπου 400 πια άνδρες, οι οποίοι κινούνταν με σχετικά μεγαλύτερη άνεση από τη στιγμή που κατασκευάστηκε το πρώτο «αντάρτικο» αεροδρόμιο κοντά στη Νεράιδα, στα υψίπεδα πάνω από την Καρδίτσα6. Εν μέσω πυρών Οι φθινοπωρινοί και χειμερινοί μήνες του ’43 ήταν η περίοδος εκείνη όπου το κέντρο βάρους της σύγκρουσης μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ μεταφέρθηκε στα Τζουμέρκα. Κοντά στην ογδόη μεραρχία είχαν προσαρτηθεί ορισμένοι από τους 4. Woodhouse, C.M., Apple of Discord, London-New York 1948, ελλ. Μτφρ. Το μήλον της Έριδος, Αθήνα 1976 και Myers, E.H.C., The Greek Entanglement, London 1955, ελλ. Μτφρ. «Η Ελληνική περιπλοκή», Αθήνα 1975. 5. Ο Donald Stott, Νεοζηλανδός που είχε διακριθεί κατά την ανατίναξη της γέφυρας του Ασωπού, προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τους Γερμανούς για να πετύχει μια ανακωχή. Ο Rufus Sheppard έγινε πιστός οπαδός του ΕΛΑΣ, του οποίου την πολεμική μηχανή θαύμαζε ιδιαίτερα. Ο γνώριμός μας ιστορικός της αρχαίας Μακεδονίας Nicholas Hammond φρόντιζε να παραμένει σε απόσταση 3 ωρών με τα πόδια από το αρχηγείο του Ζέρβα, όπου θεωρητικά ανήκε, για να αποφεύγει «κάθε εμπλοκή με τα πολιτικά πράγματα». 6. Για το αεροδρόμιο αυτό βλ. Στρογγύλης, Α., Το αντάρτικο αεροδρόμιο: Η μοιραία αερογέφυρα της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα 1988. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


112

Αφροδίτη Καμάρα

πράκτορες της ΒΣΑ με σκοπό αφενός να επιβλέπουν θέματα ανεφοδιασμού των ανταρτών (όλων, και όχι μόνον των ΕΔΕΣιτών) από τα χρήματα και τα πολεμοφόδια που έστελναν με από αέρος ρίψεις οι Βρετανοί (φωτο1 + παράρτημα1), αφετέρου -κυρίως- να συντονίζουν τις αντάρτικες ενέργειες του ΕΔΕΣ και να παρακολουθούν τις πολιτικές εξελίξεις. Η παραμονή τους κοντά στο Ζέρβα, πέρα από τις όποιες πολιτικές τους τοποθετήσεις, δικαιολογούνταν στρατιωτικά από το γεγονός ότι οι ομάδες του ΕΔΕΣ, παρά τη στρατιωτική τους δομή, ήταν μικρότερες και καταλληλότερες για ανταρτοπόλεμο, ενώ ο ΕΛΑΣ, ανεπτυγμένος σε τάγματα και με μεγάλη δύναμη κρούσης, προσανατολιζόταν κυρίως σε ανοιχτές μάχες, αφού στόχος ήταν, εκτός από την εκδίωξη των Γερμανών, και η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας στην ύπαιθρο με τα πρώτα σημάδια γερμανικής υποχώρησης7. Πιστοί στον αρχικό τους προσανατολισμό, οι άνδρες της ΒΣΑ διενεργούσαν συχνά στρατιωτικές αποστολές επικεφαλής τμημάτων Ελλήνων ανταρτών, ενώ παράλληλα συνέχιζαν την εκπαίδευση στις τακτικές του ανταρτοπολέμου. Όπως προκύπτει από σχετικό ανέκδοτο υλικό από το αρχείο του Β. Καμάρα, ο λοχαγός Σπάικ για παράδειγμα είχε συστήσει ένα σώμα 12 ανδρών τους οποίους εκπαίδευε συστηματικά (φωτο 2 + παράρτημα2). Για τις ανάγκες της ασφαλούς μετακίνησης της ομάδας αυτής συχνά απαιτούνταν κάλυψη από λόχους του Αρχηγείου Ηπείρου (φωτο 3 + παράρτημα 3). Εκτός από το να συντονίζουν σαμποτάζ ίσως είχαν και το ρόλο να ελέγχουν το Ζέρβα, ο οποίος, αν και στρατιωτικά ήταν ικανός, πολιτικά αμφιταλαντευόταν, αφού από τη μια μεριά προσπαθούσε να μείνει σταθερός στις αντιμοναρχικές διακηρύξεις των ιδρυτών και πολιτικών ηγετών της παράταξής του, ενώ από την άλλη την άνοιξη του ‘43 με διάβημά του προς τον Γεώργιο B’ και προς τους Βρετανούς του Καϊρου άνοιξε μια πόρτα στην παλινόρθωση της μοναρχίας. Σύμφωνα με τον Woodhouse αρχικά οι βρετανοί πράκτορες θα φρόντιζαν

7. O Woodhouse λέει χαρακτηριστικά στο «Μήλον της έριδος»: «Η δυσπιστία της ΒΣΑ απέναντι στις μονάδες του ΕΛΑΣ, εκεί όπου συνυπήρχαν με τους αντιπάλους τους, στηριζόταν όχι στη βεβαιότητά της ότι ήταν κομμουνιστικές (αφού τα περισσότερα μέλη τους δεν ήταν κομμουνιστές) ούτε στο γεγονός ότι ήταν αναξιόπιστες πολιτικά (κάτι που δεν είχε καμία σημασία για τους εννιά στους δέκα BLOS) αλλά στο γεγονός ότι δεν πειθαρχούσαν στο να πολεμήσουν τον εχθρό με έναν τρόπο που απαιτούσε το Γενικό Αρχηγείο Μέσης Ανατολής.» «[Ο Ζέρβας] ήταν ο πρώτος που είδε σωστά τη σημασία του ανταρτοπολέμου. Ενώ οι ερασιτέχνες της στρατηγικής στον ΕΛΑΣ άρχισαν να συγκροτούν στρατιωτικά σώματα και μεραρχίες, που ήταν άχρηστα για ανταρτοπόλεμο, αλλά κατάλληλα για να επιβάλουν στρατιωτικό νόμο στα βουνά, ο Ζέρβας οργάνωσε τις δυνάμεις του σε μικρές ανταρτοομάδες, διοικούμενες από ανεξάρτητους σχετικά νεαρούς αξιωματικούς.» Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι βρετανικές «μυστικές αποστολές» στα Τζουμέρκα

113

όχι να πάρει ο Ζέρβας την εξουσία μετά την απελευθέρωση, αλλά αντίθετα να μην αναμιχθεί καθόλου στα πολιτικά πράγματα. Για να διασφαλιστεί η εξέλιξη αυτή στάλθηκε στην Ελλάδα από τη SOE Καϊρου ο ταγματάρχης Wallace, ο οποίος ήταν εφοδιασμένος με τρεις διαφορετικούς κρυπτογραφικούς κώδικες: σε περίπτωση που τα μέλη της ΒΣΑ ενίσχυαν τις πολιτικές φιλοδοξίες του Ζέρβα έπρεπε να ειδοποιηθεί αμέσως το Κάιρο για να επέμβει κατάλληλα. Η απαξίωση που έδειχνε ο Wallace στο σύνολο των Ελλήνων, αλλά ιδιαίτερα στους αξιωματικούς του Ζέρβα8, αντικατοπτρίζει αυτό που διατύπωνε αργότερα ο Woodhouse στο «Μήλον της Έριδος» και το οποίο έχει αποσιωπηθεί συχνά στη μεταπολεμική ιστοριογραφία: «Υπήρχε, στην πραγματικότητα, μια ενσυνείδητη συμμαχία αρχών ανάμεσα στον Ζέρβα και τη ΒΣΑ και μια υποσυνείδητη συμμαχία ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τη SOE Καϊρου». 9 Οι άνδρες του ΕΛΑΣ δυσανασχετούσαν μεν για το γεγονός ότι η ΒΣΑ βρισκόταν πιο κοντά στο Ζέρβα και αμφισβητούσαν ότι η βρετανική βοήθεια μοιραζόταν δίκαια σε όλους τους εμπολέμους. Ο λόγος, όμως, που οι βρετανικές ρίψεις διενεργούνταν σε περιοχές ελεγχόμενες από τον Ζέρβα ήταν καθαρά γεωγραφικός, αφού ο τελευταίος έλεγχε σχεδόν όλη την περιοχή από το Σούλι και την Παραμυθιά ως τα κεντρικά Τζουμέρκα μέχρι περίπου το Δεκέμβριο του 194310, ενώ οι ελεγχόμενες από τον ΕΛΑΣ περιοχές βρίσκονταν ανατολικότερα. Η εχθρότητα προς τους βρετανούς έγινε πιο έκδηλη μετά το Νοέμβριο του 1943, ωστόσο ο Tom Barnes και οι άνδρες του εξακολουθούσαν να βρίσκονται στο απυρόβλητο και να κυκλοφορούν ελεύθεροι μεταξύ των δύο στρατοπέδων. Όπως μαρτυρεί ο Michael Ward, ένας ακόμη από τους Βρετανούς που έγραψαν τα απομνημονεύματά τους μετά το τέλος του πολέμου, στις αρχές Δεκεμβρίου ο «στρατηγός Κρις» (Woodhouse) διέταξε τον Barnes και μερικούς από τους άνδρες του να τον συναντήσουν στο Πήλιο. «Θα έπρεπε», παρατηρεί ο Ward, «να εφοδιαστώ με ταξιδιωτική άδεια που θα εξέδιδε το γενικό αρχηγείο του ΕΛΑΣ 8. Βλ. Woodhouse, C.M., Stevens, J.M., Wallace, D.J., British reports on Greece 1943-1944, επιμ. Lars Brentzen, Copenhagen 1982, σελ. 116-159, ιδιαίτ. σελ 120-129. 9. Βλ. Woodhouse, Το μήλον της Έριδος, σελ. 119. Επιβεβαιώνεται και από τον Hammond, N.G.L., Venture into Greece with the Guerillas, 1943-1944, London 1983, σελ. 181. 10. Woodhouse, C.M., Το μήλον της Έριδος, σελ. 117: «Αυτό [ενν. Η βρετανική υποστήριξη προς τον ΕΛΑΣ] όμως δεν ήταν αρκετό για το ΚΚΕ, που ήθελε να μονοπωλησει την κυριαρχία όχι μόνο στις περιοχές όπου μόνον ο ΕΛΑΣ υπήρχε, αλλά και στις περιοχές όπου υπήρχαν και άλλες ανταρτικές δυνάμεις. Την επιμονή του σ’ αυτό την ενίσχυαν υποψίες, που στηρίζονταν σε δύο δεδομένα: ότι οι BLO ήταν όλοι συγκεντρωμένοι στο αρχηγείο του Ζέρβα για ένα διάστημα και στο ότι τα αεροπλάνα που ήταν να ρίξουν εφόδια είχε συμβεί πολύ περισσότερες φορές να μη μπορέσουν να φθάσουν στις περιοχές του ΕΛΑΣ, από όσες είχε συμβεί προκειμένου να εφοδιάσουν τον ΕΔΕΣ. Το ότι και το ένα και το άλλο ήταν τυχαία, όσο κι αν ήταν αλήθεια, πήγαινε πολύ για να το πιστέψει το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.» Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


114

Αφροδίτη Καμάρα

προκειμένου να διασχίσω την Πίνδο. Τώρα πια [οι Ελασίτες] είχαν τέτοια πικρία και ήταν τόσο καχύποπτοι εναντίον της αποστολής, ώστε μας επέβαλαν να φέρουμε τέτοιες άδειες εντός των ελεγχόμενων από αυτούς εδαφών, προκειμένου να ελέγχουν τις κινήσεις μας».11 Αποτιμήσεις μιας δύσκολης καθημερινότητας Διαβάζοντας κανείς τις αναφορές ή τις μεταγενέστερες μαρτυρίες των ανδρών της βρετανικής αποστολής, διαπιστώνει ότι συχνά, ανεξάρτητα από το αρχικό τους κίνητρο, οι άνθρωποι αυτοί πολύ σύντομα απογοητεύονταν από τις συνθήκες που έβρισκαν επάνω στα ελληνικά βουνά. Ο Wallace θεωρούσε τους Έλληνες στρατιωτικούς καριέρας ανεπαρκείς και τους αντάρτες τεμπέληδες, που δεν φρόντιζαν ούτε τα μονοπάτια να μάθουν, παρά εξαρτώνταν από τους ντόπιους οδηγούς τους. Σε πολιτικό επίπεδο, δε, πίστευε ότι κάθε προσπάθεια βοήθειας προς τους Έλληνες ήταν καταδικασμένη. Ο Ward (και μαζί του πολλοί απόφοιτοι βρετανικών πανεπιστημίων, που έβλεπαν την Ελλάδα μόνο ρομαντικά) υπέφερε από τη δύσκολη καθημερινότητα: από τις τουαλέτες που βρίσκονταν εκτός των σπιτιών, από το ταγκό ελαιόλαδο με το οποίο οι γυναίκες στα χωριά πλημμύριζαν το φαγητό, από την ξερή μπομπότα και από το γεγονός ότι όφειλαν να τρώνε όλα τα μέρη ενός σφαγμένου ζώου και όχι μόνο τα ψαχνά. Αντιμετώπιζαν όμως κι ένα άλλο, πιο ζωτικό πρόβλημα, αυτό του προσανατολισμού επάνω στα βουνά των Τζουμέρκων, καθώς οι χάρτες με τους οποίους ήταν εφοδιασμένοι από τη SOE Καϊρου έφεραν τοπωνύμια «αποκαθαρμένα» από το σλάβικο ή βλάχικο παρελθόν τους, σύμφωνα με την προσπάθεια στην οποία είχε αποδυθεί το ελληνικο κράτος πριν από τον πόλεμο, τα οποία όμως ήταν παντελώς άγνωστα στους βοσκούς και τους χωρικούς από τους οποίους ρωτούσαν πληροφορίες για το δρόμο.12 Τελικά, μόνον οι πιο σκληραγωγημένοι Νεοζηλανδοί φαίνονταν να προσαρμόζονται καλύτερα, γι’αυτό ίσως και η ομάδα του Barnes φαίνεται εξαρχής να συνάπτει πιο στενούς δεσμούς με τους αντάρτες. Τόσο στενούς, ώστε δεν έλειψαν και οι γάμοι μεταξύ ανδρών της ΒΣΑ και θυγατέρων των Ελλήνων συναγωνιστών τους από την Ήπειρο και τα Τζουμέρκα. Ακόμη όμως και οι πιο αρνητικά διακείμενοι βρετανοί δεν ξεχνούσαν το φιλελληνισμό τους τις στιγμές εκείνες που κατόρθωναν να ξεχάσουν τις εμφύλιες διαμάχες που τους περιτριγύριζαν και τις δυσκολίες της επιβίωσης και μπορούσαν να απολαύσουν το ελληνικό τοπίο, που τους θύμιζε ακόμη τις εξιδανικευμένες περιγραφές των ποιητικών κειμένων: 11. Βλ. Ward, M., Greek Assignments SOE 1943-1948 UNSCOB, Athens 1992, σελ. 132. 12. Ward, ό.π., σελ. 120. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι βρετανικές «μυστικές αποστολές» στα Τζουμέρκα

115

«Ξαφνικά, ακριβώς κάτω από την κορυφογραμμή, πέσαμε σε λαμπρή λιακάδα με καθαρό ουρανό και για πρώτη φορά στάθηκε δυνατό να εκτιμήσω το μεγαλείο του τοπίου. [...] Δε φυσούσε καθόλου και ο ήλιος σύντομα έδιωξε τα ρίγη από τα παγωμένα μου μέλη. Η θέα προς κάθε κατεύθυνση ήταν τρομερή: [...] κατευθείαν προς το βορρά τα χιονοσκέπαστα βάραθρα των Τζουμέρκων υψώνονταν προς τον ουρανό. Τα κατσάβραχα που γίνονταν κακοτράχαλες πλαγιές και λιθώνες πριν πέσουν μέσα στο χωριό. Η ίδια η κοιλάδα φιδοσέρνονταν προς το νότο, με την πορεία της να διαγράφεται καθαρά από την πυκνή κουρτίνα από ομίχλη που έστεκε σα λίμνη πάνω από τον πυθμένα της. Στα δυτικά η θέα άνοιγε πάνω από κορυφογραμμές των λόφων που κατέβαιναν προς το κοντινό λαμπύρισμα του Αμβρακικού Κόλπου και μέχρι πέρα από τις σκιώδεις μορφές της Λευκάδας και των Ακαρνανικών βουνών. Αυτή ήταν μια από τις στιγμές για τις οποίες είχα έλθει στην Ελλάδα». Αποσπάσματα σαν αυτό δικαιώνουν ίσως τον Howarth που μίλησε για την παράδοση του Λόρδου Βύρωνα, όσον αφορά τουλάχιστον το γιατί κάποιοι από τους «μυστικούς» βρετανούς πράκτορες επέλεξαν την Ελλάδα –στο βαθμό που μπορούσαν να επιλέξουν την αποστολή τους. Με την άφιξή τους βέβαια οι αυταπάτες τους χάνονταν, καθώς αντιμετώπιζαν μια σκληρή πραγματικότητα και μια δύσκολη πολιτική αντιπαράθεση στην οποία, θέλοντας και μη, έπρεπε να πάρουν θέση. Όσοι όμως από αυτούς επέζησαν και έγραψαν τα απομνημονεύματά τους, διατήρησαν κάποια ψήγματα ρομαντισμού για να απαλύνουν την τραχύτητα της καθημερινότητας που βίωναν για περίπου ενάμιση χρόνο επάνω στα ελληνικά βουνά.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: - Hammond, N.G.L., Venture into Greece with the Guerillas, 1943-1944, London 1983 - Myers, E.H.C., The Greek Entanglement, London 1955, ελλ. Μτφρ. «Η Ελληνική περιπλοκή», Αθήνα 1975 - Ward, M., Greek Assignments SOE 1943-1948 UNSCOB, Athens 1992 - Woodhouse, C.M., Apple of Discord, London-New York 1948, ελλ. Μτφρ. Το μήλον της Έριδος, Αθήνα 1976 - Woodhouse, C.M., Stevens, J.M., Wallace D.J., British reports on Greece 1943-1944 επιμ. Lars Baerentzen, Copenhagen 1982 Woodhouse, C.M., The struggle for Greece, 1941-1949, London 1976 Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


116

Αφροδίτη Καμάρα

Παράρτημα 1 Επιστολή του ταγματάρχη Paul προς το Αρχηγείο Ηπείρου Προς Τον Αρχηγόν Ηπείρου Εχω την τιμήν να πέμψω υμίν συνημμένην κατάστασιν των υλικών τα οποία θέλει παραλάβει ο υπολοχαγός κ. Κατσάνος. Επίσης γνωρίζω υμίν ότι τα εν λόγω υλικά προορίζονται δια τους αντάρτας του υπαρχηγείου Σουλίου-Ζαλόγγου, παρακαλώ δε να μοι αποστείλητε αντίγραφον της διανομής των υλικών τούτων εις τα τμήματα. Όσον αφορά τα χρήματα τα οποία ήλθαν προορίζονται δια τους πυροπαθείς και τον δυστυχή πληθυσμόν, από καιρού δε γνωρίζω ότι οι αντάρται πληρώνονται απευθείας παρά του Στρατηγού Ζέρβα, πριν δε προβώ εις οιανδήποτε διανομήν θέλω προηγουμένως ρωτήσει τον αντισυνταγματάρχην Τομ. Εις ό,τι αφορά ένα κάνιστρον υγειονομικού υλικού, δια τούτο το ζήτημα θα ασχοληθώ ατομικώς και δεν επιθυμώ όπως άλλα πρόσωπα υπεισέλθουν εις το ζήτημα τούτο και λαμβάνω την ευκαιρία να σας γνωρίσω ότι ο ιατρός Χρόνης πλειστάκις μου επροξένησε την χειροτέραν εντύπωσιν καθόσον τίποτε δεν προσέφερε άνευ συμφέροντος [...] Ταγματάρχης Πωλ , 6.12.43

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι βρετανικές «μυστικές αποστολές» στα Τζουμέρκα

117

Παράρτημα 2 Προς τον Συνταγματάρχην Καμάρα Από τον λοχαγόν Spike Έχω συμφωνήσει με τον Συνταγμ. ΤΟΜ και τον στρατηγόν ΖΕΡΒΑΝ να σχηματισθή μια μικρά ομάς 12 ανδρών για εργασίας SABOTAGE. Αυτοί οι άνδρες θα είναι υπό τον λοχαγόν Βιζαξάκην στο Λιβιάχοβο. Μπορήτε να τακτοποιήσετε ένα ποσόν χρημάτων στον κ. Βιζαξάκην μηνιαίως δια την μίσθωσιν των ανδρών αυτών. Με σεβασμόν C.Siovan Capt. RE 7-2-1944 Παράρτημα 3 Βρετανική ΕΠΕΙΓΟΝ

Στρατιωτ.

Αποστολή

Προς Τον Αρχηγόν Ηπείρου Αντ/χην κ.Καμάρα Έχω την τιμήν να παρακαλέσω υμίν δια τα κάτωθι: 1. Επειδή κατ’ αυτάς πρόκειται να μεταβώ δια εκτέλεσιν ειδικής αποστολής εις την περιοχήν Πάργας-Φαναρίου και δη εις περιοχάς ένθα πλησίον υπάρχουν Τουρκικά χωρία, παρακαλώ όπως μοι διαθέσητε τον λόχον Μαυροσκόττη μετά δυνάμεως 40 ανδρών μετά του οποίου να μεταβούμεν έως την εν λόγω περιοχήν. 2. Παρακαλώ γνωρίσατέ μου πότε θα είναι δυνατόν να έλθη ο λόχος εις διάθεσίν μου ή πού θα τον συναντήσω. Μετά τιμής, Λοχαγός Σπάικ, 6-2-44 Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


118

Ναπολέων Γ. Καραγιάννης

Το Ο λ ο κ α ύ τ ω μ α τ ο υ Α θ α μ α ν ί ο υ Στο κείμενο που ακολουθεί παραθέτουμε πληροφορίες που αποκομίσαμε από το διάβασμα βιβλίων και εφημερίδων καθώς και διασταυρωμένες πληροφορίες που μας έδωσαν αξιόπιστα άτομα, που έζησαν τα τραγικά γεγονότα του τέλους του Οκτώβρη του 1943,από τους Γερμανούς, στην περιοχή του Αθαμανίου των Τζουμέρκων. Τα άτομα αυτά είναι οι: Γεώργιος Μπασιούκας, 94 ετών, Δημήτριος Μπασιούκας,84 ετών, Βασίλειος Γιακουβάκης, 86 ετών, Λάμπρος Τσίρκας, 86 ετών, Βάια Τσίρκα, 87 ετών, Κώστας Κουτσιαύτης,86 ετών, και ο μακαρίτης ο πατέρας μου Γεώργιος Καραγιάννης, που σήμερα , αν ζούσε, θα ήταν 86 ετών. Όλους τους ευχαριστούμε θερμά για τις πολύτιμες μαρτυρίες τους.

Σ

την ορεινή περιφέρεια των Τζουμέρκων η ένοπλη σύρραξη μεταξύ του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ- ΕΟΕΑ, από τις αρχές του φθινοπώρου του 1943, είχε ανυπολόγιστες συνέπειες. Οι Αθαμανιώτες είχαν ενταχθεί και στις δύο αυτές αντιστασιακές οργανώσεις, οι περισσότεροι με τον ΕΔΕΣ-ΕΟΕΑ και οι λιγότεροι με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, σύμφωνα με τα πιστεύω τους ή επηρεασμένοι από συγγενείς τους που είχαν ενταχθεί πρώτοι ή για άλλους λόγους ή ακόμα και τυχαία, με σκοπό να φανούν χρήσιμοι στη δοκιμαζόμενη πατρίδα τους και να αγωνιστούν για την απελευθέρωσή της από τις δυνάμεις του βάρβαρου κατακτητή. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που έμειναν ουδέτεροι. Γι` αυτό, υποφέροντας τα πάνδεινα, προσέφεραν το αίμα τους και το ψωμί των παιδιών τους. Με τη συγκρότηση του λόχου των Αθαμανιωτών, την Άνοιξη του 1943, την ίδρυση του Αρχηγείου Τζουμέρκων και τη μεταφορά του Στρατηγείου του ΕΔΕΣ στο Βουργαρέλι, το χωριό μας ,όπως και όλη η γύρω περιοχή, «ζερβοκρατείται». Μέχρι να αρχίσει η σύγκρουση μεταξύ των δύο παρατάξεων ,στις 10 Οκτωβρίου 1943, ανάμεσά τους δε δημιουργούνται προβλήματα συνύπαρξης και προστριβές στο χωριό μας. Τα πράγματα αλλάζουν μετά απ` τις πρώτες εμφύλιες εχθροπραξίες. Η γεωγραφική θέση του χωριού ήταν τέτοια, ώστε να αποτελέσει την παρυφή του μετώπου και να έχουμε εναλλασσόμενες φάσεις κατάληψης και ανακατάληψης. Όμως οι ένοπλες δυνάμεις του ΕΑΜ αφοπλίστηκαν, αιχμαλωτίστηκαν και άλλες διαλύθηκαν από τους Εδεσίτες. Όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν ενώθηκαν με άλλα Ελασίτικα τμήματα που δρούσαν στην περιοχή της Θεσσαλίας, πέρα από τον Αχελώο ποταμό. Οι Γερμανοί, εκμεταλλευόμενοι αυτή την εμφύλια διαμάχη, αρχίζουν συντονισμένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Στις 17 Οκτωβρίου 1943, τέσσερις φάλαγγες γερμανικού στρατού, τρεις από την Ήπειρο και μία από τα Τρίκαλα Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Ο λ ο κ α υ τ ω μ α τ ο υ Α θ α μ α ν ί ο υ

119

ενεργούν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο χώρο των Τζουμέρκων για να ξεκαθαρίσουν την περιοχή από τους αντάρτες. Η μία φάλαγγα ξεκίνησε από τα Γιάννενα με κατεύθυνση προς το Μέτσοβο, όπου συγκρούστηκε με τμήματα του ΕΛΑΣ και στη συνέχεια χωρίστηκε σε τρία τμήματα , ένα από τα οποία προχώρησε προς Μηλιά, Περιβόλι, Αβδέλα, το δεύτερο πέρασε τον Άραχθο ποταμό στη γέφυρα Μπαλντούμα και κατευθύνθηκε προς τη Γότιστα, την Πράμαντα, την Άγναντα κ.λ.π. και το τρίτο προς το Χαλίκι και το Γαρδίκι. Ο Άρης Βελουχιώτης με τμήματα της VIII Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, κάτω από την πίεση του ΕΔΕΣ και των Γερμανών, αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς τους Μελισσουργούς (δυτικά Τζουμέρκα). Η δεύτερη φάλαγγα ξεκίνησε και αυτή από τα Γιάννενα και κατευθύνθηκε προς τα Κατσανοχώρια και το Ξηροβούνι, ανατολικά του δρόμου που πηγαίνει από τα Γιάννενα προς τη Φιλιππιάδα. Η Τρίτη φάλαγγα ξεκίνησε από την Άρτα με κατεύθυνση τα Τζουμέρκα, Βουργαρέλι, Αθαμάνιο, Αχελώο ποταμό, Νεράιδα, Μεσοχώρα, δυτική Θεσσαλία. Η τέταρτη φάλαγγα ξεκίνησε από τα Τρίκαλα, αλλά αντιμετώπισε ισχυρότατη αντίσταση από τμήματα του 4ου συντάγματος του ΕΛΑΣ στο Περτούλι. Η φάλαγγα που ξεκίνησε από την Άρτα, αποτελούμενη από 3.000 άνδρες περίπου και εξοπλισμένη με όλα τα μέσα του ορεινού πολέμου, όταν έφτασε στην Κάτω Καλεντίνη, χωρίστηκε στα δύο. Ένα μέρος της κατευθύνθηκε προς την Άνω Καλεντίνη και την ίδια μέρα, στις 23 Οκτωβρίου 1943, έφτασε στα υψώματα Αθαμανίου-Τετρακώμου. Ακολούθησε σκληρή μάχη με το τάγμα Τετρακώμου, το οποίο ήταν υπό τη διοίκηση των: Κώστα Βασιλάκη, Γ. Ηλ. Βασιλάκη, Μπιτσώλα και Κώστα Στεφανίδη. Ο δάσκαλος Μπαλάσκας Γρηγόρης, ο οποίος ήταν και ο ίδιος εκεί, μας αναφέρει ότι το πρωί, πριν αρχίσει η μάχη, είχαν έρθει και έλαβαν μέρος σ`αυτή και οι άνδρες της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΔΕΣ. Στην σύγκρουση, που κράτησε όλη τη μέρα, οι απώλειες των ανταρτών ήταν μεγάλες. Εκτός των ανταρτών, σκοτώθηκαν και οι αξιωματικοί Στεφανίδης Κώστας ( λοχαγός ), Γαλιάτσος Άγγελος (ανθυπολοχαγός) και Θεοδωρόπουλος Παναγιώτης (διμοιρίτης, έφεδρος ανθυπολοχαγός). Το δεύτερο μέρος της φάλαγγας ακολούθησε τον άξονα Κάτω ΑθαμάνιοΠαλαιοκάτουνο- Σκαλούλα, με προορισμό το Αθαμάνιο. Απ` όπου περνούσαν σκόρπιζαν τον όλεθρο, έκαιγαν και κατέστρεφαν όλα τα χωριά. Φτάνοντας οι Γερμανοί στη Σκαλούλα, έγιναν αντιληπτοί από μια ομάδα ντόπιων ένοπλων, την οποία αποτελούσαν οι: Φώτιος Λ. Ψυχογιός, Κων. Π. Μάλλιος, Γιώργος Κ.Λυπημένος, Γιάννης Λ. Κουτσαύτης, Βασ. Αλ. Φώτης και Γιώργης Ευστ. Κουτσιαύτης. Απ` αυτούς οι Φώτιος Ψυχογιός, Γιώργης Κουτσιαύτης και Γιάννης Λ. Κουτσιαύτης ήταν έμπειροι και ενθουσιώδεις πολεμιΈ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


120

Ναπολεων Γ. Καραγιάννης

στές, γιατί το 1919-22, κατά τη μικρασιατική εκστρατεία, είχαν φτάσει μέχρι το Σαγγάριο ποταμό. Η ομάδα αυτή ήρθε σε σύγκρουση με την εμπροσθοφυλακή των Γερμανών, στις στροφές που ο δρόμος οδηγεί από Σκαλούλα προς Κάμπο Αθαμανίου, στη θέση Καραούλι, η οποία είναι δύσβατη περιοχή. Σθεναρή αντίσταση στην επιχειρούμενη γερμανική επίθεση στα νότια υψώματα του Αθαμανίου πρόβαλαν και αρκετοί αντάρτες και αξιωματικοί που είχαν εγκαταλείψει τα ένοπλα τμήματα του ΕΔΕΣ, βοηθούμενοι απ` τη δύναμη της Σχολής των Εφέδρων Αξιωματικών. Στην ολιγόχρονη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκε ένας Γερμανός και ο Φώτιος Ψυχογιός, ο οποίος σε κάποια στιγμή ενθουσιασμού σηκώθηκε όρθιος και πυροβολούσε χωρίς καμία προφύλαξη. Μια ριπή πολυβόλου των Γερμανών τον σώριασε στο χώμα. Αν και επέζησε στις μάχες και στις κακουχίες της Μικράς Ασίας, του ήταν γραφτό να αφήσει την τελευταία του πνοή στη γενέτειρα γη και να ποτίσει με το αίμα του το δέντρο της ελευθερίας. Τραυματίστηκε επίσης στο χέρι ο Βασίλης Αλ. Φώτης. Οι Γερμανοί, επειδή δε γνώριζαν ποιοι και πόσοι τους προσβάλλουν και επειδή νόμιζαν ότι επρόκειτο για οργανωμένα τμήματα ανταρτών, οπισθοχώρησαν. Οι ένοπλοι κάτοικοι της περιοχής συνέχισαν να τους πυροβολούν. Αυτοί οχυρώθηκαν στο σπίτι του Ευστάθιου Στασινού(Σταθάκη) και οργανώθηκαν για να αντιμετωπίσουν αυτούς που τους πυροβολούσαν από τα γύρω υψώματα. Ο Κώστας Κουτσιαύτης μας έδωσε την πληροφορία ότι οι Σκαλιώτες είχαν συγκεντρωθεί στο Δημοτοκό Σχολείο της Σκαλούλας και είχαν αποφασίσει να χτυπήσουν τους Γερμανούς ρίχνοντάς τους ακόμα και χειροβομβίδα, την οποία ο ίδιος κρατούσε, μέσα στο σπίτι του Σταθάκη. Τελικά δεν κατάφερε να τη ρίξει στο σπίτι αλλά στο ρέμα, τραυματίζοντας θανάσιμα έναν από τους Γερμανούς που περιπολούσαν. Ο ίδιος όμως μας εξομολογήθηκε, βουρκωμένος, ότι αισθάνεται τύψεις γι` αυτό και ότι κάποιο σοβαρό οικογενειακό γεγονός που του έτυχε αργότερα, το αποδίδει σ` εκείνη του την ενέργεια. Την ίδια μέρα και ώρα το Βουργαρέλι σφυροκοπείται άγρια απ` τα πυροβόλα και τους όλμους που είχαν στήσει οι Γερμανοί στο Παλαιοκάτουνο. Στις 26 Οκτωβρίου 1943, ο Ζέρβας, πιστεύοντας ότι το Βουργαρέλι δεν είναι ασφαλές, φεύγει με τους ανθρώπους του προς το Σταυρό, που βρίσκεται ανάμεσα από Αθαμάνιο και Θεοδώριανα, και από εκεί πηγαίνει στα Θεοδώριανα, όπου και εγκαθίσταται. Η αναπάντεχη αντίσταση των Αθαμανιωτών και των αντάρτικων δυνάμεων προβλημάτισε τους επικεφαλής των Γερμανών και τους ανάγκασε να οπισθοχωρήσουν και να επιστρέψουν στη βάση τους, στην Κάτω Καλεντίνη. Η είδηση ότι οι Γερμανοί ξεκίνησαν απ` την Άρτα για τα ανατολικά Τζουμέρκα και ότι έκαιγαν και κατέστρεφαν στο διάβα τους τα χωριά, αναστάτωσε τους κατοίκους. Οι Αθαμανιώτες, κρύβοντας ό,τι μπορούσαν από τα υπάρχοντά Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Ο λ ο κ α υ τ ω μ α τ ο υ Α θ α μ α ν ί ο υ

121

τους, καλαμπόκι, ρούχα, οικιακά σκεύη κ.λ.π. εγκατέλειψαν οι περισσότεροι το χωριό και, φορτωμένοι με ό,τι μπορούσαν και τους ήταν εντελώς απαραίτητο, πήραν τα μονοπάτια για να κρυφτούν πάνω στο βουνό και στα δάση που βρίσκονται στους πρόποδές του. Μέχρι το τέλος του Οκτώβρη ζούσαν με το φόβο και την ανασφάλεια, γιατί οι πληροφορίες που έφταναν ήταν αντιφατικές. Άλλοτε μάθαιναν ότι οι Γερμανοί έρχονταν και άλλοτε ότι γύριζαν πίσω στην Άρτα. Οι άνθρωποι τα είχαν χαμένα, είχαν απελπιστεί και δεν ήξεραν τι να πιστέψουν. Οι Γερμανοί, αφού ανασυντάχτηκαν, ξεκίνησαν πάλι πιο οργανωμένοι και με πιο πολύ στρατό αυτή τη φορά, για να ολοκληρώσουν αυτό που δεν κατάφεραν στις 26 Οκτωβρίου 1940. Με κάθε προφύλαξη, δίχως να γίνουν αντιληπτοί, αιφνιδίασαν και αιχμαλώτισαν το φυλάκιο των Εδεσιτών ανταρτών που ήταν στο χάνι του Τυρολόγου στο Κάτω Αθαμάνιο. Αιχμαλώτισαν και σκότωσαν επί τόπου τους δεκαπέντε άνδρες του. Ένας μόνο κατάφερε να γλιτώσει. Στη συνέχεια προχώρησαν προς το Παλαιοκάτουνο. Εκεί χωρίστηκαν, όπως και την προηγούμενη φορά, σε δύο τμήματα. Το ένα απ` αυτά κατευθύνθηκε προς το Βουργαρέλι και το άλλο προς το Αθαμάνιο, μέσω Σκαλούλας, χωρίς καμιά αντίσταση αυτή τη φορά. Όταν έφτασαν στη θέση Εφτιά, πάνω από το συνοικισμό Κάμπος, έγιναν αντιληπτοί από τον Αθαμανιώτη Ανδρέα Μάλλιο, ο οποίος άρχισε να πυροβολεί εναντίον τους από τη θέση Άγιος Γεώργιος, που βρίσκεται στα νότια του χωριού. Εκεί τους καθήλωσε για λίγη ώρα, παίρνοντας έτσι εκδίκηση για τη δολοφονία του γιου του Χαρίλαου, έφεδρου λοχία ιππικού, πριν από λίγες μέρες στο Κομπότι. Οι Γερμανοί ανταπέδωσαν τους πυροβολισμούς με ριπές πολυβόλου. Αυτό στάθηκε ικανό να μεταφέρει πολύ γρήγορα την είδηση ότι έρχονται οι Γερμανοί στο χωριό. Όσοι απ` τους Αθαμανιώτες ήταν στο χωριό, πανικόβλητοι, έτρεξαν να κρυφτούν προς την Κουτρισέρα, τη Χασάνακα, τις Σπάθες, τους Βρους, το Πινακούλι, τα στεφάνια της Αγριοκαστανιάς, το Σταυρό, τις Γούβες, τα Κέδρα, τους Λούρους, την Παλιοκαρυά, τα Κούτσουρα, παίρνοντας μαζί τους ό,τι θεωρούσαν χρήσιμο για να επιβιώσουν, τρόφιμα, ρούχα κ.λ.π.. Ο Δημήτριος Γ. Μπασιούκας διηγείται ότι, « οι περισσότεροι Αθαμανιώτες έφυγαν από τα σπίτια τους για πάνω από είκοσι μέρες, ακούγοντας το τουφεκίδι πέρα από τα Ραδοβύζια, για να γυρίσουν πίσω μετά το κάψιμο του χωριού από τους Γερμανούς», αναφερόμενος προφανώς στην πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια που επιχείρησαν. Οι Γερμανοί, στο μεταξύ, αντιλήφθηκαν ότι δεν πρόκειται για κάποια σημαντική αντίσταση και προχώρησαν προς το Αθαμάνιο, το οποίο διέσχισαν πολύ γρήγορα και προωθήθηκαν προς την Κουτρισέρα και τα υψώματα στις Κορφές. Εκεί είχε εγκατασταθεί ο Αθαμανιώτης ταγματάρχης Αριστοτέλης Χατζηιωάννου, επικεφαλής εκατόν πενήντα περίπου ανδρών της Σχολής Εφέδρων Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


122

Ναπολεων Γ. Καραγιάννης

Αξιωματικών του ΕΔΕΣ, μετά τη μάχη που έδωσαν στα υψώματα Αθαμανίου – Τετρακώμου, στις 23 Οκτωβρίου 1943. Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Γρ. Μπαλάσκας γράφει « Η Σχολή με διαταγή του Αρχηγείου άφησε το Τετράκωμο και κατέλαβε, την ίδια νύχτα, τα υψώματα της Κουτρισέρας Αθαμανίου, όπου έλαβε χώρα λίγο αργότερα μια απ` τις μεγαλύτερες και πολύνεκρες μάχες». Το μέτωπο του Βουργαρελίου κάλυπτε η δύναμη του 3/40 συντάγματος του ΕΔΕΣ, με επικεφαλής τον επίλαρχο Αγόρο , το Τάγμα Τσέτη και άλλα τμήματα. Και αυτό δέχτηκε άγρια και ολομέτωπη επίθεση με βλήματα, όλμους και πυροβόλα. Ο Ζέρβας επέστρεψε απ` τα Θεοδώριανα στο Βουργαρέλι. Μόλις όμως δέχτηκε τους πρώτους πυροβολισμούς, καβαλίκεψε ξανά το άλογό του και αναχώρησε ξανά για τα Θεοδώριανα. Οι γερμανικές δυνάμεις, με τον άρτιο εξοπλισμό που διέθεταν, υποχρέωσαν τους Έλληνες μαχητές να υποχωρήσουν και από το Βουργαρέλι και από τις Κορφές προς τον αυχένα του Σταυρού και έδωσαν το σήμα της κατάληψης με το ρίξιμο της συνηθισμένης, σ` αυτές τις περιπτώσεις, φωτοβολίδας. Από τις Κορφές, με όλμους και πυροβόλα χτυπούσαν γυναικόπαιδα και γερόντους που έτρεχαν να σωθούν στη Χασάνακα και στις Σπάθες. Όπου έβλεπαν να κινούνται άνθρωποι πυροβολούσαν. Το απόγευμα της 30ης Οκτωβρίου, τέσσερις Αθαμανιώτες απ` τον άμαχο πληθυσμό, κι ενώ προσπαθούσαν να ξεφύγουν απ` τον κίνδυνο στον αυχένα του Σταυρού, κινούμενοι προς το Βούζι, σκοτώθηκαν απ` τα Γερμανικά πυρά. Ήταν οι: Νικόλαος Μπασιούκας με τη γυναίκα του Ευαγγελία, Απόστολος Μπασιούκας και η Γεωργία Αλυμάρα (Παπαλυμάρα ). Λίγο νωρίτερα, την ίδια τύχη είχε και ο Θεμιστοκλής Ραχιώτης, στο Κάτω Αθαμάνιο. Άλλοι Γερμανοί κινήθηκαν από τις Γούβες, στα ανατολικά της Κουτρισέρας, και μέσω Ζαρούλας - Ιτιών προσπάθησαν να καταλάβουν τον αυχένα του Σταυρού και να εμποδίσουν τη διαφυγή. Εκεί στον αυχένα έγινε η μεγάλη μάχη του Σταυρού. Ο Γεώργιος Μπασιούκας, θυμάται ότι «τη μέρα εκείνη είχαμε κατεβάσει με το Γιάννη Μπασιούκα τα πρόβατά μας από το Πινακούλι στη βρύση του Χαροκόπου για να τα ποτίσουμε. Μετά το πότισμα τα σαλαγίσαμε για να τα ανεβάσουμε προς τη Μπέτση και να τα γύρουμε κείθε κατά το Θεοδωριανίτικο. Την ώρα εκείνη περνούσε ο στρατός του Ζέρβα από τις Σπάθες προς τα Θεοδώριανα. Χρειάστηκε να σταματήσουν οι στρατιώτες για να περάσουν τα πρόβατα ανάμεσά τους. Πίσω από τους στρατιώτες , και σε μεγάλη απόσταση, ακολουθούσαν οι Γερμανοί». Ο Αθαμανιώτης ταγματάρχης Αριστοτέλης Λ. Χατζηιωάννου, στο μεταξύ, συγκέντρωσε και εμψύχωσε τους άνδρες του, πιάνοντας θέση στο διαχωριστικό τοίχο που υπήρχε μεταξύ των δύο κοινοτήτων, Αθαμανίου και Θεοδωριάνων, λίγο πιο κάτω από τη θέση Μπέτση. Εκεί ανθίστανται ηρωικά στην επίθεση που δέχονται από τους Γερμανούς, που τους χτυπούν από τη θέση Χαλκιά. Αυτό Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Ο λ ο κ α υ τ ω μ α τ ο υ Α θ α μ α ν ί ο υ

123

δίνει την ευκαιρία στον άμαχο πληθυσμό να προλάβει να κρυφτεί στις γύρω περιοχές. Η σφοδρότητα της μάχης αυτής ήταν τόσο μεγάλη, που ο απόηχος ακουγόταν πέρα από τα βουνά της Θεσσαλίας. Εδώ ο μπάρμπα- Γιώργος μας διηγείται ότι, « σε κάποια στιγμή και ενώ άρχισε να νυχτώνει, είδα πάνω από τη Μπέτση, τον Χατζηιωάννου να σηκώνεται όρθιος και να κοιτάζει με τα κιάλια προς τη Χαλκιά, απ` όπου χτυπούσαν οι Γερμανοί. Τότε μια ριπή βρήκε κατάστηθα το θρυλικό ταγματάρχη και τον έστειλε στην αιωνιότητα». Η μάχη, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, κράτησε λίγο περισσότερο από μισή ώρα. Με το θάνατό του κάθε αντίσταση σταμάτησε. Η πατρίδα τίμησε τον ήρωα, δίνοντας το όνομά του σ` ένα στρατόπεδο, που βρίσκεται στη Νέα Σάντα Κιλκίς. Αλλά και το χωριό του τον τίμησε με το να ονομάσει την κεντρική πλατεία του χωριού σε « Πλατεία Ταγματάρχη Αριστοτέλη Χατζηιωάννου». Μετά από λίγο οι Γερμανοί που προχωρούσαν, άλλοι απ` το Χάλασμα και άλλοι απ` τη Ζαρούλα και τις Ιτιές γίνονται κύριοι του αυχένα του Σταυρού. Μια φωτοβολίδα αυλάκωσε τον ουρανό, το τουφεκίδι σταμάτησε κι έπεσε το σκοτάδι. Την επόμενη μέρα ,31 Οκτωβρίου 1943, διεξήχθη φονικότατη μάχη στον Προφήτη Ηλία της Νεράιδας Τρικάλων, όπου είχαν οχυρωθεί τμήματα του ΕΔΕΣ, ύστερα από υπόδειξη του στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα. Οι απώλειες ήταν σημαντικές και από τις δύο πλευρές. Ο Ζέρβας τη νύχτα της 31ης Οκτωβρίου προς 1η Νοεμβρίου φεύγει κρυφά απ` τα Θεοδώριανα και κατευθύνεται προς τους Μελισσουργούς. Την ίδια ημέρα, 31 Οκτωβρίου, Γερμανοί συγκρούστηκαν με ομάδα ανταρτών και Ιταλών στο Σκαρπάρι Θεοδωριάνων. Στη συμπλοκή αυτή σκοτώθηκαν δύο αντάρτες, τρεις Ιταλοί και ένας Γερμανός. Ακολούθως οι Γερμανοί ανέβηκαν στο Μοναστήρι της Αγίας Κυριακής, του οποίου τα κελιά είχαν μετατραπεί σε ορεινό νοσοκομείο του ΕΔΕΣ, και στο οποίο νοσηλεύονταν, κατά μαρτυρίες, περί τους τριάντα τραυματίες. Δε σεβάστηκαν τίποτα , ούτε την ιερότητα του χώρου, ούτε τους τραυματίες. Έβαλαν φωτιά κι έκαψαν το Μοναστήρι μαζί με τους τραυματίες και τους νοσηλευτές. Δυστυχώς δε γλίτωσε κανένας. Σκότωσαν επίσης και όσους βρήκαν στο χώρο γύρω από το Μοναστήρι. Ανάμεσα στα θύματα ήταν ο Αθαμανιώτης Θανάσης Β. Ζορμπάς και οι Βουργαρελιώτες Νικόλαος Τσίπης, η γυναίκα του, το παιδί τους και ο Σπ. Τζόκας. Η οπισθοφυλακή των Γερμανών προχώρησε από το Παλαιοκάτουνο, δια μέσου του Αθαμανίου, προς τον αυχένα του Σταυρού, μέσω των δύσβατων και απόκρημνων περιοχών Κείθε Γούβες – Ζαρούλα – Ιτιές, Κέδρα. Εκεί κρύβονταν αρκετές οικογένειες, που τις συνέλαβαν. Αχμαλώτησαν ακόμα και ανθρώπους που απλά έβοσκαν εκεί τα πρόβατά τους, όπως το Σοφοκλή Καραγιάννη, αδελφό του παππού μου, σύμφωνα με μαρτυρία του πατέρα μου, που ήταν μαζί του. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


124

Ναπολεων Γ. Καραγιάννης

Ο πατέρας μου γλίτωσε, όπως ο ίδιος μου διηγήθηκε, γιατί από την περιοχή της Γκρέκας είδαν τους Γερμανούς αντάρτες του Βελουχιώτη και άρχισαν να ρίχνουν με ένα μυδράλιο. Στην αναμπουμπούλα ο πατέρας μου γλίστρησε μέσα από τις φτέρες προς το στεφάνι των Αρμυρών και σώθηκε. Εκεί, χαμηλά στα στεφάνια, στις Κείθε Γούβες, τραυματίστηκε από έκρηξη χειροβομβίδας ο Παναγιώτης Ι. Μάστορας, ο οποίος ήταν ενταγμένος στο λόχο των Αθαμανιωτών του ΕΔΕΣ και ο συντάκτης της εφημερίδας «ΕΘΝΙΚΗ ΦΛΟΓΑ», Γ. Ρωμανός. Οι Γερμανοί πήραν μαζί τους μόνο όσους μπορούσαν να βαστάξουν όπλο, από 19 μέχρι 50 χρόνων περίπου, και τους μετέφεραν νύχτα στο Αθαμάνιο. Εκεί τους έκλεισαν στο σπίτι το Γιακουβακαίικο, στο οποίο, πριν φύγουν για να γλιτώσουν, έμεναν οι οικογένειες των αδελφών Θανάση, Θόδωρου και Νίκου Γιακουβάκη. Αυτό βρίσκονταν στα νότια της περιοχής Μέγα Λιθάρι και τους φρουρούσαν, στο ένα από τα δύο δωμάτια του σπιτιού, με επικεφαλής αξιωματικό. Απ` το Αθαμάνιο αιχμαλώτισαν εννιά άτομα, τους: Γεώργιο Σωκρ. Τσατσούλη, Βασίλειο Ι. Μάλλιο, Δημήτριο Γ. Μάστορα, Ιωάννη Γ. Μάστορα, Σοφοκλή Ηλ. Καραγιάννη, Σωτήριο Λ. Τσίπρα, Ιωάννη Κ. Χατζηγιάννη ( Γιάννη Γληγόρη), Βασίλειο Ι. Αλυμάρα και Ιωάννη Ν. Στασινό. Συνέλαβαν ακόμα το γαμπρό των αδερφών Δημητρίου και Ιωάννη Μάστορα, Αναστάσιο Μάη από τα Ρόκα της Άρτας και τους: Γεώργιο Ν. Κατέρο, Γεώργιο Αθ. Κοντοδήμα, Ιωάννη Ν. Κοντοδήμα, και Κων/νο Ε. Πάνο από το Παλαιοκάτουνο. Το ίδιο βράδυ μετέφεραν και τους σκοτωμένους Γερμανούς στο σπίτι του Βασ. Χρ. Στασινού, στη θέση Γραμμένη Πέτρα, το οποίο ακολούθως έκαψαν. Οι Γερμανοί, χολωμένοι για τους σκοτωμένους συναδέλφους τους στις μάχες με τους αντάρτες, αποφάσισαν να εκτελέσουν τους αιχμαλώτους. Περασμένα μεσάνυχτα , 31 Οκτωβρίου1943, έπαιρναν τρεις – τρεις, τους οδηγούσαν στην πατωσιά του χωραφιού, που βρίσκονταν περί τα είκοσι μέτρα μακριά από το σπίτι, και τους εκτελούσαν με ριπές αυτομάτων. Δύο μόνο κατάφεραν να γλυτώσουν απ’ το θάνατο, ο Βασ. Ι. Αλυμάρας και ο Ιωάν. Ν. Στασινός. Οι ίδιοι διηγούνταν αργότερα, ότι αντιλήφθηκαν τις εκτελέσεις που γίνονταν , ακούγοντας τις επαναλαμβανόμενες ριπές των αυτομάτων κάθε φορά που έπαιρναν οι Γερμανοί τρεις-τρεις συντρόφους τους και τους έβγαζαν από το δωμάτιο. «Τα χαλάν (τα σκοτώνουν) τα παιδιά» είπαν. Έσπρωξαν την πόρτα και εκμεταλλευόμενοι το βαθύ σκοτάδι τράπηκαν σε φυγή προς το δασωμένο ρέμα, πηδώντας τα ζ`νάρια (αναβαθμίδες) των χωραφιών. Τα πυκνά πυρά των Γερμανών δεν τους πέτυχαν. Οι εκτελεσθέντες έμειναν εκεί άταφοι για δυο μέρες. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών ενταφιάστηκαν από τους δικούς τους στο ίδιο μέρος. Ο Βασίλειος Γιακουβάκης, στο χωράφι του οποίου τους έθαψαν, διηγείται ότι, « ο Γιώργος του Σωκράτη Τσατσούλη δεν πέθανε αμέσως και όπως χτυπιόταν, σοβαρότατα τραυματισμένος, άνοιξε λάκκο στο βρεγμένο χώμα με τα χέρια του». Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το Ο λ ο κ α υ τ ω μ α τ ο υ Α θ α μ α ν ί ο υ

125

Τότε πιάστηκε αιχμάλωτος και ο Γεώργιος Δημοσθ. Κωσταπαπάς (Μπέης) και από τότε δεν ξανάδωσε σημεία ζωής, εξαφανίστηκε. Το πρωί, μετά τις εκτελέσεις, στο Αθαμάνιο δεν υπήρχε ούτε ένας κάτοικός του. Οι λίγοι Γερμανοί που παρέμειναν ως οπισθοφυλακή έβαλαν φωτιά σ` όλα τα σπίτια. Η πετρόκτιστη εκκλησία και τρία μόνο σπίτια σώθηκαν απ` τη μανία τους, από τα περίπου 300 του χωριού και αυτά γιατί βρίσκονταν σε απόμακρα σημεία. Το ίδιο έκαναν ταυτόχρονα στο Βουργαρέλι, στο Παλαιοχώρι Αθαμανίου, στα Κάψαλα και στα Θεοδώριανα. Όταν γύρισαν οι Αθαμανιώτες αντίκρισαν ένα κατεστραμμένο χωριό, στο οποίο δεν υπήρχε τίποτα όρθιο. Παντού μύριζε καπνός και φωτιά. Και δυστυχώς γι` αυτούς, πλησίαζε ο βαρύς, εκείνη τη χρονιά, Χειμώνας. Βοηθώντας όμως ο ένας τον άλλο και φτιάχνοντας πρόχειρες καλύβες, δυο-δυο, τρεις-τρεις ή και περισσότεροι, κατάφεραν να επιβιώσουν. Tην Άνοιξη , μέσα απ` τα συντρίμμια , άρχισαν να κτίζουν τη ζωή τους πάλι απ` την αρχή. Τελειώνοντας την εξιστόρηση των ηρωικών και συνάμα θλιβερών γεγονότων, που έλαβαν χώρα στην περιοχή τον Οκτώβρη του `43 , θεωρούμε ότι θα ήταν παράλειψή μας να μην αναφέρουμε τα ονόματα και των υπόλοιπων Αθαμανιωτών που έδωσαν τη ζωή τους στον αγώνα κατά των κατακτητών ναζιστών Γερμανών και φασιστών Ιταλών. Στην Καστάνιανη Ιωαννίνων το 1940 σκοτώθηκε ο Γεώργιος Δ. Λυπημένος, στη Μενίνα Θεσπρωτίας, τον Αύγουστο του 1944, έπεσαν οι: Νικόλαος Π. Χαρίτος και Σωτήριος Α. Ζορμπάς, στη μάχη της Δωδώνης Ιωαννίνων, στις 9 Σεπτεμβρίου 1944, έπεσε ο Γιώργος Β. Γιακουβάκης και στη μάχη στο Πέτα , στις 9 Σεπτεμβρίου 1944, έπεσε ο Παντελής Σωτ. Μπασιούκας, αδελφός της μητέρας μου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: - Κων/νου Γ. Στασινού Το ΑΘΑΜΑΝΙΟ των Τζουμέρκων, Αθήνα, 2000. - Στέφανου Μ. Φίλου Τα Τζουμερκοχώρια, Αθήνα, 2000. - Εφημερίδα Αθαμανιώτικος ΠΑΛΜΟΣ. ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ-ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2005, αριθ. φύλ. 100. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


126

Κωνσταντίνος Μπαρμπούτης

Από τι ς περιηγ ή σ ει ς σ τ ην Ήπειρ ο ( 1805-1810) το υ Άγ γλο υ Γο υλι έ λ μο υ Μ . Ληκ

Το ιστορικό χωριό των Καλαρρυτών σε ύψος 1.200 μ.

Δ

υο φορές ο Άγγλος περιηγητής Αντισ/ρχης Πυροβολικού στον Αγγλικό Στρατό Γουλιέλμος Μ. Ληκ επισκέφθηκε του Καλαρρύτες. Σκοπός των επισκέψεών του, οι αρχαιότητες της Ελλάδας (έρευνες) και η εκτέλεση κάποιας διπλωματικής υπηρεσίας της Αγγλικής Κυβερνήσεως. Μεγάλη η επιστημονική του κατάρτιση. Πολλές οι τιμητικές διακρίσεις του από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, τις βασιλικές εταιρείες, Φιλολογική, Γεωγραφική κ.λπ.. Διεκρίθη αυτός, ως φιλάρχαιος, τοπογράφος και γεωγράφος και ιδιαίτερα στις αρχαιότητες της Ελλάδος. Κατείχε αρκετά καλά και τη Νεοελληνική γλώσσα. Είχε διατελέσει μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου και αντιπιστέλλον μέλος του βασιλικού ιδρύματος Παρισίων. Και οι δυο επισκέψεις του, η πρώτη 4 Αυγούστου 1805 και η δεύτερη 29 Ιουλίου 1809, διήρκεσαν αρκετές ημέρες και περιγράφονται με πολλές λεπτομέρειες σε αρκετές σελίδες του ημερολογίου του. Τα μετέφρασε και τα εξέδωσε σε βιβλίο, ο Θεσσαλός ιερέας και δάσκαλος Γεώργιος Δ. ΣΤΑΘΗΣ, διαμένων στο Τορόντο. Τίτλος του βιβλίου «Η ΗΠ ΕΙΡΟΣ 1805-1810» με σελίδες 222, σχήμα 8ον. Επιγραφή κεφαλαίου «Από τα Γιάννενα προς Καλαρρύτες»

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Από τ ις π εριηγ ή σ ε ις σ την Ήπ ε ιρ ο (1 8 0 5 - 1 8 1 0 ) το υ Άγ γλ ο υ Γο υλ ιέ λ μο υ Μ . Ληκ .

127

Περίληψη περιεχομένου …Οι Καλαρρύτες και το Συρράκο είναι δυο από τα μεγαλύτερα βλαχοχώρια (βλαχολίβαδο το πιο μεγάλο κι ακολουθεί το Μέτσοβο). Κατά την παράδοση σ’ αυτό το μέρος της Πίνδου εγκαταστάθηκαν οι Βλάχοι πριν από 200 χρόνια, όταν αναγκάστηκαν από τους κατακτητές να εγκαταλείψουν τα γόνιμα εδάφη της Θεσσαλίας. Από εδώ άρχισαν να μεταφέρουν στην Ιταλία και Ισπανία τα μάλλινα παλτά (που ήξεραν να κατασκευάζουν και που τα χρησιμοποιούσαν και οι ίδιοι οι Έλληνες). Η μετακίνηση αυτή άνοιξε το δρόμο για επέκταση του εμπορίου αποικιακών προϊόντων, που απέδιδε αρκετά, μεταξύ Ισπανίας, Μάλτας και Τουρκίας. Αρκετοί των εμπόρων υπήρξαν ιδιοκτήτες τόσο των μεταφερομένων όσο και του μεταφέροντος το εμπόριο πλοίου. Οι πλουσιότεροι κάτοικοι είναι έμποροι που έχουν ζήσει αρκετά χρόνια στην Ιταλία, Ισπανία, Αυστρία και Ρωσία και έχουν επιστρέψει κατά διαστήματα, ύστερα από χρόνια, για μόνιμη διαμονή στον τόπο τους. Αυτοί κυρίως είναι καταστηματάρχες σε πόλεις της Ελλάδας ή και τεχνίτες διαφόρων επαγγελμάτων. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς είναι ραφτάδες και κατεργαστές χρυσού, αργύρου και χαλκού. Υπερέχουν στο στόλισμα των πιστολιών και τουφεκιών κατά τα Αλβανικά γούστα. Υπερέχουν ωσαύτως στην κατασκευή φλιτζανιών και άλλων μεταλλικών αντικειμένων, ακόμη και στο κέντημα Αλβανικών ενδυμασιών. Οι φτωχότεροι ήσαν κυρίως αγωγιάτες και ποιμένες. Μερικοί από τους χρυσοχόους των Καλαρρυτών εργάζονταν και σ’ άλλες πόλεις της Ελλάδας, όπως στην Άρτα, το Μεσολόγγι, τη Ζάκυνθο. Τη γη καλλιεργούσαν οι γυναίκες. Το ίδιο παρατηρείται και εδώ όπως και στην Αθαμανία. Ο Ηρακλείδης ο Ποντικός γράφει: «Εν τη Αθαμανίων χώρα γεωργούσι μεν αι γυναίκες, νέμουσι δε οι άνδρες». Ο πληθυσμός και των δυο χωριών συμποσούται περί τις πέντε με έξι χιλιάδες ψυχές, εκτός από εκείνους που είναι στα ξένα και που αυτοί είναι περίπου το 1/10 του πληθυσμού τους. Κάθε χωριό έχει το γιατρό του, που τον πληρώνει η Κοινότητα και το δάσκαλο, που αυτός διδάσκει κάτι παραπάνω από τα στοιχεία της γλώσσας, εκτός αν οι φοιτώντες προορίζονται για την Ιεροσύνη. Οι κατώτερες τάξεις των Καλαρρυτινών –το ίδιο συμβαίνει και σ’ όλα τα χωριά των βουνών αυτών– διατηρούν σε αξιοσημείωτο βαθμό το αρχαίον πνεύμα της ανεξαρτησίας, για το οποίο οι Έλληνες ήσαν τόσο αξιοθαύμαστοι. Σπιτικοί υπηρέτες δεν γίνονται. Ένας Κερκυραίος που ήλθε στους Καλαρρύτες σαν γιατρός δεν μπορούσε να πείσει κανέναν να τον υπηρετήσει, γιατί είχε τη συνήΈ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


128

Κων σ ταν τίν ο ς Μπαρ μπο ύτ η ς

θεια, όταν ήθελε κάτι να χτυπά ένα κυπρί από αυτά που κρεμούν στα πρόβατα. Στην Κοινότητα Καλαρρυτών η φιλειρηνική τους τάση ήταν μοναδική καθώς και το πνεύμα της ανεξαρτησίας το οποίο απόχτησαν και χάρηκαν για πολύ καιρό οι πρόγονοι στη Βόρειο Ελλάδα. Απρόσιτο καταφύγιο ήταν η Πίνδος. Αυτή τους έκανε πολεμικό λαό, όπως έκανε και πολλούς άλλους Έλληνες και Αλβανούς των βουνών. Αντίσταση, λιγάκι ή καθόλου, δεν έφεραν στον Αλή Πασά, ο οποίος και τους μεταχειρίστηκε με επιείκεια και τούτο πιο πολύ από την ανάγκη, γιατί οι φόροι των Καλαρρυτινών ήταν προσωπικοί φόροι προς τη Βαλιδέ Σουλτάνα, της οποίας ο αντιπρόσωπός ασκούσε μεγάλη επιρροή στην Πύλη. Όλα αυτά τα υπολόγιζε ο Αλής και προσπαθούσε να αποφύγει αφορμές παραπόνων εκ μέρους των ραγιάδων. Παράπονα εκείνοι εξέφραζαν, όταν αγγάρευε ανθρώπους και φορτηγά ζώα, για να χτίσει το κάστρο της Κιάφας. Εννεακόσιες (900) λίρες στερλίνες ήταν προηγουμένως η ετήσια εισφορά των Καλαρρυτινών. Βαθμιαία αυξήθηκε. Τελευταία το χωριό υποχρεώθηκε να αυξήσει το κοινοτικό χρέος σε 3000 λίρες τις οποίες και δανείστηκε από τους Τούρκους στα Γιάννενα με τόκο 13%. Ο οικοδεσπότης του σπιτιού, που έμεινε για μέρες, είχε πληρώσει 13 λίρες σε ατομική φορολογία. Καλαμπόκι, κρασί και λάδι προμηθεύεται το χωριό από την Άρτα. Σιτάλευρο από τα Τρίκαλα. Ευρωπαϊκά εμπορεύματα από τα Γιάννενα. Κάθε Πέμπτη και Σάββατο γινόταν παζάρι στο χωριό, στο οποίο έρχονταν για ψώνια και κάτοικοι των γύρω χωριών. Η γλώσσα των βλάχικων χωριών της Πίνδου περιέχει πολλές λατινικές λέξεις, οι οποίες προήλθαν από τους Ρωμαίους. Στους Καλαρρύτες, όλοι οι άνδρες, ομιλούν Ελληνικά, ως και πολλές γυναίκες. Η βλάχικη είναι κοινή γλώσσα στα χωριά και μεταξύ των ποιμένων. Οι λατινικές λέξεις δεν είναι άφθονες, όπως στην Ιταλική και την Ισπανική γλώσσα. Παράδειγμα φωνητικής έκφρασης της βλάχικης οάο = αβγά, αούε = σταφύλια, όϊ = πρόβατα, αουά = εδώ. Μικρό το σχέδιο των σπιτιών των Καλαρρυτών. Κομψά, καλοφτιαγμένα και καλο επιπλωμένα, είναι όλα. Αρκετά επικλινές το έδαφος του χωριού και ασφαλώς αυτό δυσκολεύει στην κάθοδο και καθιστά εύκολη την άνοδο. Η πλαγιά του καταλήγει σε χείμαρρο που ρίχνει τα νερά του στον ποταμό Άραχθο, Εκεί διακρίνονται ερείπια πιθανόν κάποιας αρχαίας Ελληνιστικής πόλης. Βήλιζα ή Βίγλιζα (παραφθορά του Ρωμαϊκού Βίγλα) λένε εκείνη την τοποθεσία. Από το λογοπαίγνιο: «Κάστρο Βήλιζα, χωρίον Ματσούκι, Καλαρρύτες μαχαλά και Συρράκο πέντε σπίτια». Κάτι βγαίνει για το ποια ήταν η κατάσταση αυτού του διαμερίσματος παλαιόΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Από τ ις π εριηγ ή σ ε ις σ την Ήπ ε ιρ ο (1 8 0 5 - 1 8 1 0 ) το υ Άγ γλ ο υ Γο υλ ιέ λ μο υ Μ . Ληκ .

129

τερα. Αφήνει να εννοηθεί ότι η Βύλιζα ήταν τότε κάστρο, το Ματσούκι η Πόλη, οι Καλαρρύτες προάστιο και το Συρράκο άσημο χωριουδάκι. Διαφορετική εκείνη η κατάσταση από την κατοπινή, που το Ματσούκι είχε μόνο 100 κατοίκους στα χρόνια του Ληκ. Λίγα χρόνια πριν ο Αλής έλθει στα Γιάννενα, στους Καλαρρύτες ήταν και 40 οικογένειες Τούρκων, οι οποίες με την επιρροή των Χριστιανών στη Βαλιδέ Σουλτάνα, μεταφέρθηκαν στη Βεντίστα, πέραν του Αχελώου, στο διαμέρισμα του Ασπροπόταμου. Ο Αλή Πασάς φρόντιζε πάντα να είναι καλά πληροφορημένος για τα τοπικά πολιτικά ζητήματα. Καμιά ευκαιρία δεν του ξέφευγε να μην την εκμεταλλευτεί, για δικό του σκοπό και κέρδος. Όταν ανακάλυψε πως ένας από τους σπουδαιότερους κατοίκους των Καλαρρυτών ο Γεώργιος Τουρτούρης δεν μπορούσε να πάρει πίσω το σημαντικό ποσό χρημάτων που είχε δανείσει στο χωριό, πρόσφερε σ’ αυτόν τη μεσολάβηση του, υπό τον όρο να λάβει σεβαστό μερίδιο. Χίλιες (1000) λίρες στερλίνες υποχρέωσε τους Καλαρρυτινούς να καταβάλουν, για να τους επιτραπεί να έχουν καμπάνες στις εκκλησίες τους. Αυτό έγινε στις 12 Αυγούστου του 1805. Τα σπίτια του Ματσουκίου ανήκουν κυρίως σε άτομα που διατηρούν μαγαζιά πώλησης καπών στα νησιά της Αδριατικής και του Ιονίου Πελάγους ή και στα παράλια της Ιταλίας. Οι δυο πλουσιότεροι των εμπόρων ήταν εγκατεστημένοι στην Κέρκυρα. Οι παραμένοντες στο χωριό ασχολούνται με την κατασκευή καποτών. Άλλοι είναι αγωγιάτες, μικροκαλλιεργητές και ποιμένες. Μαγαζί διατηρούσε στο Κάδιξ της Ισπανίας εφτά χρόνια και τρία χρόνια στο Λιβόρνο της Ιταλίας και ο αγωγιάτης που τον είχε μεταφέρει στο Ματσούκι, από τους Καλαρρύτες. Πολλοί Ματσουκιώτες, κατά τη γνώμη του μιλούσαν Ιταλικά. Το χωριό ερήμωσε, αφότου οι Αλβανοί στρατιώτες το χρησιμοποιούσαν για καταλύματα. Η φορολογική εισφορά του χωριού συμποσούται στις 600 λίρες στερλίνες το χρόνο, από τις οποίες οι 400 καταβάλλονταν στον Αλή Πασά, 40 στον Τούρκο Σούμπαση, για να παραμένει μακριά από το χωριό και το υπόλοιπο ποσό για τους τόκους των χρημάτων που δανείστηκε το χωριό ή και για άλλες τοπικές ανάγκες. Μείωση του ποσού του φόρου δεν γινόταν, παρά τη συνεχιζόμενη μείωση του πληθυσμού του χωριού. Και για την εξοικονόμηση του ποσού αυτού αναγκαζόταν να πληρώσουν τόκο 20%. Ματσουκιώτης ήταν ο δάσκαλος του Αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλεξάνδρου και του αδελφού του Κων/νου, ο Μπελδάνης (Beldani) Φτωχός έμπορος στο Λιβόρνο ήταν πρώτα αυτός, όταν τον προσέλαβε στην υπηρεσία του ο Αλέξης Ορλώφ και τον μετέφερε στην Πετρούπολη. Ο οικοδεσπότης του φτωχού σπιτιού, στο οποίο κατέλυσε ο Γουλιέλμος Λήκ, υπερηφανευόταν, ότι είναι μισοφράγκος, δηλαδή πολιτισμένος και προς απόΈ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


130

Κων σ ταν τίν ο ς Μπαρ μπο ύτ η ς

δειξη τούτου, παρέθεσε δείπνο σε τραπέζι στρωμένο με τραπεζομάνδηλο, πιάτα, μαχαίρια και πιρούνια. Δεύτερη επίσκεψη στους Καλαρρύτες 29 Ιουλίου 1809 Και η δεύτερη επίσκεψή του περιγράφεται με πολλές λεπτομέρειες, αφότου πήρε την ανηφοριά για την Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Στο χαγιάτι της συγκεντρώθηκε για την υποδοχή του μια ομάδα από τους επισήμους κατοίκους των Καλαρρυτών με επικεφαλής τον κ. Κων/νο Τουρτούρη και με τη συντροφιά το Σούμπαση. Σε λίγο κατέφθασαν εκεί κι άλλοι χωριανοί, μ’ ένα ολόκληρο ψημένο αρνί, και σαλάτα και τη μουσική μπάντα των «γύφτων». Απλώθηκε τότε στα πεζούλια της στοάς, πάνω σε μακρύ ύφασμα, το κρέας, άλλο κομμένο και άλλο ξεσχισμένο με τα χέρια. Διαπεραστικές μουσικές νότες έβγαζαν τα μουσικά όργανα των οργανοπαιχτών, αποτελούμενα από δυο τύμπανα, δυο βιολιά, δυο μικρά κόσκινα, ένα κλαρίνο, μια γκάϊντα και μια φλογέρα. Προσπάθειά τους η δημιουργία μεγάλου θορύβου από αυτά και από τη φωνητική ενίσχυση που τα συνόδευε. Επακολούθησαν κλέφτικα τραγούδια, περιέχοντα ανδραγαθήματα των Σουλιωτών και του Κατσαντώνη ερωτικά με επωδό: «Πο, πο, πο!» και χορός από τον Αλβανό Κυβερνήτη, που χόρευε ξυπόλυτος. Κατεβαίνοντας κι ανεβαίνοντας προς Καλαρρύτες, Τούρκοι κι Έλληνες δεν σταματούσαν να πυροβολούν. Γεμάτη η πλατεία του χωριού από θεατές, σαν έφτασαν εκεί. Προξενεί έκπληξη η μεγαλειώδης υποδοχή που έγινε στον Άγγλο Γουλιέλμο Ληκ από τους Καλαρρυτινούς μια και δεν είχε καμιά επίσημη ιδιότητα και το πιο σπουδαίο, πουθενά αλλού δεν του έγινε υποδοχή, αλλά παντού τον έβλεπαν, σαν «κακό συναπάντημα», αφού ήταν υποχρεωμένοι να του χορηγήσουν κατάλυμα και τροφοδοσία αυτού και της πολυάριθμης συνοδείας του, φρουράς και υποζυγίων, εντελώς δωρεάν. Έτσι γύρισε την Ελλάδα για πέντε χρόνια ανέξοδα, με διαταγή του Αλή Πασά προς τους κατοίκους. Εδώ στους Καλαρρύτες, όπως βλέπουμε έμεινε τρεις εβδομάδες. Τη μόνη εξήγηση που μπορούμε να δώσουμε είναι πως οι τετραπέρατοι αυτοί Βλάχοι, προεξέχοντος του Κοτζαμπάση τους Τουρτούρη, αντελήφθη τον πραγματικό του ρόλο ως πράκτορα της αποικιακής πολιτικής της Αγγλίας, τον οποίο σκέπαζε με το πρόσχημα του αρχαιολόγου, αλλά ίσως να πρόβλεψαν και την κατάληψη των Ιονίων Νήσων, που έγιναν από τους Άγγλους, μετά πενταετία. Όλα αυτά, μαζί με τη μεγάλη έκταση, που πήρε το εμπόριό τους και τη διαίσθηση, ίσως της Ελληνικής Επαναστάσεως, τους έκαμε να τον καλέσουν και φιλοξενήσουν, επίσημα και ηγεμονικά και να δημιουργήσουν μαζί του –και μαζί Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Από τ ις π εριηγ ή σ ε ις σ την Ήπ ε ιρ ο (1 8 0 5 - 1 8 1 0 ) το υ Άγ γλ ο υ Γο υλ ιέ λ μο υ Μ . Ληκ .

131

με την Αγγλία– φιλικούς δεσμούς, για να έχουν κάποιο καταφύγιο και αποκούμπι σε περίπτωση κινδύνου και ανάγκης. Αν είναι έτσι, τους αξίζουν συγχαρητήρια. Οι Καλαρρύτες μεγάλωσαν από το 1805 και σε πλούτο και ευκολίες και είναι σχεδόν το μόνο μέρος που αντικατοπτρίζει κάποιον έπαινο στην Κυβέρνηση του Αλή. Είναι τώρα πάνω από 500-600 οι αρχηγοί των οικογενειών που είναι καταγραμμένοι στους φορολογικούς καταλόγους, πληρώνουν από 60, 30, 15 και 7 λίρες στερλίνες ή κάθε μια το χρόνο. Πολύ λίγοι είναι εκείνοι που δεν πληρώνουν καθόλου. Ο Βεζύρης εισπράττει κάθε χρόνο 4.00 λίρες. Σε 7.000 λίρες έφτασε ο τόκος, που χρεωστούν οι Καλαρρύτες στους τοκιστές των Ιωαννίνων και θέλουν εκείνοι να τοκίζουν τα χρήματά τους σ’ αυτό το χωριό για ασφάλεια. Το Κοινοτικό Ταμείο εισπράττει κάθε χρόνο 1/6 της λίρας κατά κεφαλή για τα γελάδια, 1/3 της λίρας για τα αλογομούλαρα και 20 λίρες για μια μάντρα γιδοπρόβατα (2.000). Πανάκριβο το χτίσιμο σπιτιών στους Καλαρρύτες. Ξυλεία μεταφέρουν από την Πράμαντα και τους Μελισσουργούς. Ακόμη και τα καλά αγκωνάρια κι αυτά από μακριά. Σύμφωνα με το έθιμο της Δημοκρατίας του χωριού, ο αρχηγός της οικογένειας Α΄ τάξης δεν μπορεί να δώσει προίκα στη θυγατέρα του περισσότερη από 70 λίρες, συμπεριλαμβανομένης και της αξίας του ρουχισμού. Με άλλο νόμο τα φορέματα των γυναικών έπρεπε να είναι από ορισμένο είδος υφάσματος. «Μακάριος ο Νόμος και μακάρια η Δημοκρατία». Ο Σούμπασης, που ήταν διοικητής της Αστυνομίας, παίρνει επιμίσθιο για την είσπραξη των εισφορών. Αυτός μπορεί να τιμωρεί τους φταίχτες με φυλάκιση, με το βάζει καταλύματα στο σπίτι τους και με το να τους βγάζει έξω από αυτό. Το παράπτωμα συγχωρείται με λάδωμα. Το Ματσούκι έγινε τσιφλίκι του Βεζύρη, ύστερα από την τελευταία επίσκεψη του Ληκ εκεί. Αναγκάστηκαν οι κάτοικοι να το πωλήσουν, γιατί δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στη φορολογία του. Χρήματα δανείζονταν από Γιαννιώτες και τους πλήρωναν με τόκο 20%. Αρκετοί απ’ αυτούς αναγκάστηκαν το δρόμο για τα Άγραφα. Οι εναπομείναντες στο χωριό ζήτησαν από τον Αλή Πασά 360 λίρες, για να αγοράσει εκείνος το χωριό τους. Αυτός όμως τους έδωσε μόνο 60 λίρες και τους είπε να πάρουν τις υπόλοιπες από εκείνους που έφυγαν, για να πληρωθεί έτσι και η δική τους φορολογία. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


132

Κων σ ταν τίν ο ς Μπαρ μπο ύτ η ς

… Το Χαλίκι ήταν κάποτε το πιο σπουδαίο χωριό της Πίνδου. Ερημώθηκε κι αυτό από το υπερβολικό βάρος των φόρων και από το χρέος που είχε των 3.000 λιρών (πλήρωνε ο κάθε οικογενειάρχης 35-50 λίρες το χρόνο). Απόμειναν στο Χαλίκι λίγοι με μοναδική περιουσία άλογα και μουλάρια, με το αγώγι των οποίων κατόρθωναν να επιζούν ως αγωγιάτες. Τα παρακάτω όπως τα έγραψε ο μεταφραστής: «… Προ ολίγων ετών η Κηπίνα έγινε σκηνή συγκρούσεως των κατοίκων Καλαρρυτών και Συρράκου, σε περίπτωση που μάλλον έπρεπε να ενωθούν εναντίον του Αλή Πασά, πράγμα που δείχνει τη νοοτροπία των γειτόνων κάθε τμήματος της Ελλάδος ν’ αρχίζουν μεταξύ τους εχθροπραξίες. Ένας Καλαρρυτινός ήταν στην παραμονή του γάμου του με μια Συρρακιώτισσα κοπέλα, όταν ο Αλής πήρε είδηση για την ομορφιά της νύφης από κάποιον που είχε στην υπηρεσία του. Έστειλε αμέσως ανθρώπους και την πήρανε τη νύχτα από το σπίτι του πατέρα της. Παρά ταύτα όλο το Συρράκο ήτανε στα όπλα. Έπιασαν το δρόμο προς τα Γιάννενα και υποχρέωσαν τους απαγωγείς να καταφύγουν στο Μοναστήρι της Κηπίνας, όπου και αποκλείσθηκαν από τους Συρρακιώτες. Καθώς το Μοναστήρι υπαγόταν στους Καλαρρύτες, ο πράκτορας του Αλή εκεί δεν βρήκε δυσκολία να συγκεντρώσει ομάδα κατοίκων που έσπευσαν να σώσουν τους απεσταλμένους του Αλή. Επακολούθησε συμπλοκή και όταν το ζήτημα πήρε σοβαρές διαστάσεις, ο πανούργος ο Αλής, προσποιήθηκε υποκριτικά, ότι οι απαγωγείς ανήκαν σε ομάδα ληστών. Διέταξε να ειρηνεύσουν τα δυο μέρη, με την παρατήρηση ότι το κορίτσι θα πήγαινε από το Μοναστήρι στους Καλαρρύτες και από εκεί θα παραδίνονταν στους γονείς του στο Συρράκο. Και έτσι ο Αλής υποχρεώθηκε για μια φορά να υποχωρήσει του σκοπού του. Καθώς η μόρφωση προοδεύει στην Ελλάδα, μερικές δεισιδαιμονίες ελαττώνονται, όπως τα μάγια και μερικά άλλα που επικρατούν ακόμα μεταξύ του κοινού λαού και ιδίως των γυναικών. Αλλά είναι πολύ δύσκολο να γίνει σύγκριση αυτών με την πιο βάρβαρη δεισιδαιμονία του «Βρικόλακα» Το όνομα είναι Ιλλυρικό και φαίνεται να είναι αθώοι οι Έλληνες από την εφεύρεση που πιθανώς εισήχθη στη χώρα από τους βαρβάρους της Σλαβικής φυλής. Η περιγραφή του Τournefort φαίνεται να είναι σωστή. Κατ’ αυτήν, υποτίθεται πως ο διάβολος μπαίνει στο βρικόλακα ο οποίος βγαίνοντας τη νύχτα από τον τάφο του βασανίζει πρώτα τους συγγενείς του και μετά τους άλλους, με στόχο τη ζωή τους ή την απώλεια της υγείας των. Το φάρμακο που μεταχειρίζονται είναι το εξής: Να ξεθάπτουν το σώμα και αν μετά τον εξορκισμό από τον ιερέα ο δαίμων Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Από τ ις π εριηγ ή σ ε ις σ την Ήπ ε ιρ ο (1 8 0 5 - 1 8 1 0 ) το υ Άγ γλ ο υ Γο υλ ιέ λ μο υ Μ . Ληκ .

133

επιμένει να ενοχλεί τους ζωντανούς, να κόβουν το σώμα σε μικρά κομμάτια ή αν αυτό δεν θεωρηθεί αρκετό να το καίουν. Ο Μητροπολίτης Λάρισας με επληροφόρησε τελευταία ότι, όταν ήταν Μητροπολίτης Γρεβενών, έλαβε πληροφορία πως ένας παπάς ξέθαψε δυο σώματα και τα πέταξε στον ποταμό Αλιάκμονα με την υποψία ότι βρικολάκιασαν. Όταν ο παπάς εκλήθη και παρουσιάστηκε στο Δεσπότη, ομολόγησε το γεγονός, ισχυρισθείς για δικαιολογία, ότι είχε επικρατήσει η πληροφορία πως ένα μεγάλο ζώο φάνηκε να βγαίνει από τους τάφους, συνοδευόμενο από φλόγες. Ο Δεσπότης κατ’ αρχήν υποχρέωσε τον παπά να του δώσει 15 λίρες χρυσές – δεν του είπε η Αυτού Αγιότητα αν τα χρήματα αυτά τα έδωσε στους πτωχούς – μετά έστειλε να βρει ψαλίδι να κόψει τα γένια του παπά, αλλά ικανοποιήθηκε με την τρομοκράτησή του. Από τότε πού κοινολογήθηκε σ’ όλη τη Μητρόπολη πως σε παρόμοια περίπτωση, η ποινή σε πρόστιμο θα είναι διπλό και με απώλεια της ιεροσύνης, ησύχασαν όλοι οι Βρικόλακες της Μητροπολιτικής του περιφέρειας. Το παρόν γράφτηκε στις 21 Αυγούστου 1809. Θεωρώ υποχρέωσή μου να ευχαριστήσω θερμά τον Γεώργιο Ν. Στεργίου επίτιμο Επιθεωρητή Δημοτικών Σχολείων, που μένει στην Αθήνα και μου έστειλε το σημαντικό αυτό κείμενο για τους Καλαρρύτες, το Συρράκο, το Ματσούκι και τα άλλα χωριά της περιοχής και την ιστορία τους.

Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


134

Ελευθέριος Παπακώστας*

Γώ γ ο ς Μ π α κ ό λ α ς : Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς 1 ΜΕΡΟΣ Α΄ Εισαγωγή

Η

μελέτη και αξιολόγηση ενός ιστορικού συμβάντος αποτελούσε και αποτελεί πάντα για την επιστήμη της Ιστορίας ένα εξαιρετικά επίπονο έργο, το οποίο καθιστά πολλές φορές εξαιρετικά δυσχερή την αποτίμηση του. Το γεγονός αυτό δεν οφείλεται μόνο στη χρονική απόσταση, που χωρίζει τον ιστορικό από το εξεταζόμενο συμβάν, αλλά και στο τρόπο, κάτω από τον οποίο γίνεται η εξέταση αυτή. Και τούτο γιατί, όπως αναφέρουν οι σημαντικότεροι διανοητές στο χώρο της ιστορικής επιστήμης, η ιστορία μιας ιστορικής περιόδου γράφεται από πρόσωπα, τα οποία κινούνται για την καταγραφή αυτή από διάφορα κίνητρα, που διαφέρουν από τον ένα στον άλλο. Ταυτόχρονα όμως ως άνθρωποι οι ιστορικοί έχουν όλες τις ιδιότητες των ανθρώπων. Αγαπούν, μισούν, ταυτίζονται ιδεολογικά ή αντιτίθενται προς τις στάσεις, την ιδεολογία ή τις πρακτικές των ατόμων εκείνων, που διαμορφώνουν το ιστορικό γίγνεσθαι μιας εποχής, σε μια συγκεκριμένη φάση της εξέλιξής της. Επομένως αδυνατούν πολλές φορές να αξιολογήσουν ένα ιστορικό γεγονός και να το εντάξουν στη θέση που ουσιαστικά του ανήκει στην ιστορία. Ιδιαίτερα αν το πρόσωπο , γύρω από το οποίο στρέφεται η έρευνα, είναι αμφιλεγόμενο, για διάφορους λόγους και έχει προκαλέσει την αντιπάθεια εκείνων, που αναλαμβάνουν την καταγραφή των γεγονότων αυτών, όχι κατ’ ανάγκη από ματαιοδοξία ή ιδιοτέλεια, αλλά από αγάπη για την αναζήτηση της αλήθειας και την καταγραφή της, ώστε να αποτυπωθεί με σαφήνεια και ακρίβεια το ιστορικό γίγνεσθαι. Υπάρχουν πρόσωπα όμως στην ιστορία, όπως εν προκειμένω ο Γώγος Μπακόλας, που ο ρόλος τους υποβαθμίστηκε συνειδητά, για μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς να είναι πάντοτε εμφανές το αίτιο της παραποίησης αυτής της αλήθειας, για την προσωπικότητα και τον ιστορικό τους ρόλο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να εδραιωθεί έντονα πολλές φορές η προκατάληψη, που αποτελεί

1. Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος της ομιλίας του ιστορικού Ελ. Παπακώστα, στην ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στην Άρτα, στην αίθουσα του Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου «Σκουφάς», υπό την αιγίδα του Δήμου Αρταίων, το Σάββατο 9 Απριλίου 2011. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς

135

και το σοβαρότερο εμπόδιο για την αποκατάσταση τους και την ανάδειξη του ιστορικού ρόλου τους . Είναι επομένως επιβεβλημένο για την άρση αυτής της δυσπιστίας και προκατάληψης ο ιστορικός, που αναλαμβάνει ένα τέτοιο δυσχερές έργο να καταφύγει στην αναζήτηση των πηγών εκείνων, άμεσων και έμμεσων, που θα επιτρέψουν στον οποιοδήποτε καλόπιστο «εραστή» της ιστορίας να κατανοήσει τα γεγονότα, να τα αξιολογήσει συνειδητά και υπεύθυνα και να τα αποδώσει πειστικά στο κοινό που απευθύνεται. Δύο ήταν τα αίτια που με οδήγησαν, μετά από μία προσεκτική μελέτη των δεδομένων, στην απόφαση να προχωρήσω στη δημοσίευση της παρούσης μελέτης. Ο πρώτος λόγος ήταν η παρουσίαση του βιβλίου του αγαπητού σε όλους μας , πνευματικού ανθρώπου και δασκάλου κ. Νίκου Ντασκαγιάννη, στο Πνευματικό κέντρο του Δήμου Αθηναίων, στην αίθουσα Τρίτση, «Η επανάσταση στην ΄Ηπειρο κατά το 1821 και ο ρόλος του Γώγου Μπακόλα», το Νοέμβριο του 2010. Ο δεύτερος ήταν η θέση που διατυπώθηκε από την εκπομπή για το 1821 του καθηγητή Βερέμη, που χαρακτήρισε το Γώγο Μπακόλα ως «Μασκαρά» και άλλα περίεργα. Και αν μεν ο κ. Βερέμης ήταν ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο δε θα υπήρχε κανένας λόγος να ασχοληθούμε μαζί του. Όμως ο εν λόγω καθηγητής πιστεύαμε ότι είναι ένας καταξιωμένος επιστήμονας με διεθνή αναγνώριση και η άποψή του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. ΄Ετσι η απόφασή μας να παρουσιάσουμε το θέμα επισπεύστηκε για να αποτελέσει τρόπον τινα κάποια απάντηση στη συντακτική επιτροπή, που επιμελήθηκε την εν λόγω εκπομπή και προσωπικά προς τον κύριο Βερέμη, H επιδίωξή μας είναι να ανακινήσουμε το θέμα και να προκαλέσουμε την επανεξέτασή του, αποκαθιστώντας την ιστορική αλήθεια , η οποία στην περίπτωση του συγκεκριμένου προσώπου έχει βάναυσα κακοποιηθεί. Ο Γώγος Μπακόλας σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να ανταποκριθεί στο πρότυπο του «καλού καγαθού», κατά την αρχαιοελληνική αντίληψη. Ήταν ο άνθρωπος της εποχής του με όλες τις αδυναμίες και τα ελαττώματα, που είχε δημιουργήσει η μακρά κατάκτηση από τους Τούρκους και τις αναμφισβήτητες σχέσεις, που ανέπτυξε , σαν μέρος ενός εξουσιαστικού μηχανισμού, που εξασφάλιζε την πειθαρχία του λαού, τόσο με τους ίδιους, όσο και με το Αλβανικό στοιχείο, προς το οποίο διατηρούσε άριστες σχέσεις . Ίσως κάτι τέτοιο να ηχεί παράφωνα σήμερα, αλλά αν λάβουμε υπόψη τη μακρά περίοδο «ειρηνικής» συμβίωσης μεταξύ του ελληνικού- χριστιανικού και μουσουλμανικού- τουρκικού στοιχείου τόσο στην Μικρά Ασία, πριν από τη Μικρασιατική εκστρατεία, όσο και στη Θράκη, ακόμη και σήμερα, μπορούμε να κατανοΈ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


136

Ελευθέριος Παπακώστας

ήσουμε ότι η διαφοροποίηση στο θρήσκευμα και η ανάλογη στην προέλευση και την καταγωγή, δεν ήταν πάντα επαρκής παράγοντας για διακοπή των σχέσεων μεταξύ διαφορετικών λαών. Πόσω μάλλον που τέτοιες σχέσεις καλλιεργούνταν από την επίσημη διοίκηση, για λόγους που εύκολα κατανοεί κάποιος. Ιδιαίτερα δε ο Αλή Πασάς στη στρατιωτική σχολή των Ιωαννίνων δέχτηκε πολλούς Έλληνες, Τούρκους και Αλβανούς, που μετέπειτα έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη της επανάστασης στην ΄Ηπειρο, αλλά και στην Ελλάδα γενικότερα. Αν επομένως εξαντλήσει κάποιος σήμερα τη διάθεσή του να γνωρίσει το Γώγο Μπακόλα στις σχέσεις που ανέπτυξε με τους Τούρκους, αλλά και το Αλβανικό στοιχείο, πριν από την κήρυξη του αγώνα, αλλά και κατά την πρώτη περίοδο, το 1821 και ’22, σίγουρα οφείλει να τον καταδικάσει και να τον στείλει στα «Τάρταρα» της ιστορικής μνήμης. Δεν μπορεί να γίνει όμως αυτό αν θέλουμε να αποδώσουμε «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι». Γιατί η τακτική των σχέσεων, αλλά και των συμφωνιών, που υπογράφονταν μεταξύ των πλέον επιφανών από τους ραγιάδες με την τουρκική διοίκηση, ήταν συνεχής και μακρόχρονη και οφείλεται σε τρεις βασικούς λόγους: α. Ότι η έννοια της εθνικής συνείδησης είχε εξαιρετικά αμβλυνθεί από τη μακρόχρονη κατάκτηση. β. Ότι υπήρξε μακρά συμβίωση με το Τουρκοαλβανικό στοιχείο και γ. Ότι εξέλιπε από τον τόπο η Εθνική Παιδεία. ΄Ηταν μάλιστα τόσες οι σχέσεις που ανέπτυσσαν οι ΄Ελληνες με το Αλβανικό στοιχείο, ώστε ο πάτερ Κοσμάς ο Αιτωλός στις μακρόχρονες πορείες του έκανε τεράστιο αγώνα για να μπορέσει να ενισχύσει την Εθνική Παιδεία και να περιορίσει τη χρήση της Αλβανικής Γλώσσας, η οποία αποτελεί την περίοδο αυτή και τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την Ελληνική γλώσσα, αλλά και για το γένος ευρύτερα, σε κάποια από τις διδασκαλίες του τονίζει: ...«Αγρίευσεν το γένος μας από την αμάθεια και γίναμε όλοι ωσάν θηρία. Για τούτο σας συμβουλεύω να δημιουργήσετε σχολεία. Να σπουδάζετε κι εσείς , αδελφοί μου. Το σχολείο φωτίζει τους ανθρώπους»... Και το έκανε πράξη ο ίδιος όταν σε επιστολή στον αδελφό του Χρύσανθο, στις 2 Μαρτίου 1779 γράφει: «Υπέρ τας τριάκοντα επαρχίας περιήλθον. Δέκα σχολεία Ελληνικά εποίησα και διακόσια δια τα κοινά γράμματα...» Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς

137

Έτσι είναι μέσα στα πλαίσια της εποχής και οι σχέσεις, αλλά και οι συνεργασίες με το «άλλο τμήμα» του κράτους. Το αλλόθρησκο. Εκείνο πάντως που οφείλει να γνωρίζει κάποιος , για να αξιολογήσει σωστά και αντικειμενικά τα γεγονότα μιας εποχής, είναι να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο κινείται μια κοινωνία στο παρελθόν. Να δει τη λογική της, αποφεύγοντας να την κρίνει και να την αξιολογήσει με τα δεδομένα μιας εποχής, που δε συμβαδίζει με εκείνη, που επιδιώκουμε να αξιολογήσουμε. Και τούτο γιατί στην εποχή μας έχουμε να κάνουμε με μία έννομη πολιτεία, που στηρίζεται στο κράτος, το οποία διαθέτει αρχές, εθνική συνείδηση, παιδεία, συγκεκριμένη στόχευση. Αντίθετα η Ελλάδα και περισσότερο η ΄Ηπειρος εκείνη την εποχή: - έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα πρωτόγονης αγροτοκτηνοτροφικής κοινωνίας - με ανύπαρκτες κοινωνικές δομές - με έλλειψη οργανωμένου κρατικού μηχανισμού - με επικράτηση ,από μακρού χρόνου, ενός συστήματος αυτοδικίας, όπου ένας φόνος για παράδειγμα δε συνεπάγεται και την αυτεπάγγελτη δίωξη του ενόχου. Και τούτο γιατί το σύστημα είναι τέτοιο, ώστε να στηρίζεται στη δολοφονία των πλέον επικίνδυνων για το καθεστώς προσώπων. Αξίζει να αναφερθεί επί του προκειμένου η επιστολή με την οποία ο Αλή Πασάς διατάσσει τη δολοφονία του Κίτσου Μπότσαρη από τον Γώγο Μπακόλα, ενώ την ίδια διαταγή και με τον ίδιο τρόπο δίνει στο Μπότσαρη. Και η δολοφονία του έγινε μέσα στην πόλη της Άρτας. Αυτή ήταν και η αιτία της μακρόχρονης έχθρας της οικογένειας του Μπότσαρη με το Γώγο Μπακόλα. ΄Εχθρα , η οποία διήρκεσε μέχρι το τέλος της ζωής του Μπότσαρη και του Γώγου Μπακόλα, παρά την επιγαμία που είχαν συνάψει μεταξύ τους . Και για τη δολοφονία αυτή, που όλοι ήξεραν ποιος την έκανε, δεν υπήρξε τιμωρία του ενόχου. Αντίθετα κέρδισε ακόμη περισσότερο τη συμπάθεια , του εντολέα-αφέντη! Σίγουρα λοιπόν ο Γώγος Μπακόλας ήταν ένα γέννημα της εποχής του, με όλα τα προτερήματα και τα ελαττώματα. Έξυπνος, ικανός στις διαπραγματεύσεις , αποφασιστικός , αλλά και δόλιος, σκληρός, μέρος ενός συστήματος ,που κρατάει την εξουσία στην ορεινή περιοχή από τα Ραδοβίζια , μέχρι τον ορεινό Βάλτο , γιατί έχει συγγενική σχέση με πολλές μεγάλες οικογένειες , που δεσπόζουν στην κοινωνική οργάνωση των περιοχών αυτών. Και αναφέρομαι στους Ντιμισκαίους, τους Ισκαίους, τους Σκυλοδημαίους, Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


138

Ελευθέριος Παπακώστας

τους Στουρναραίους, Κοντογιανναίους και πολλούς άλλους . Δηλαδή με όλους εκείνους , που είχαν τον έλεγχο της περιοχής μέχρι τον Αχελώο, αλλά και το Βάλτο, σαν αρματολοί, για τους Τούρκους. Και ένα τέτοιο στοιχείο είναι απόλυτα θεμιτό και σε πολλές περιπτώσεις εθνικά αναγκαίο, αφού πολλοί από αυτούς τους αρματολούς, που είχαν σαν βασική υποχρέωση να απαλλάσσουν την περιοχή από τη δράση των κλεφτών, τους βοηθούσαν, εξασφαλίζοντας τους σε κάποιες περιπτώσεις τρόφιμα, αλλά και όπλα, αρκεί να αναγνώριζαν την κυριαρχία τους. Διαφορετικά υφίσταντο αμείλικτο διωγμό, όπως έγινε με τους κλέφτες, που αντιτάχτηκαν στο Γώγο μετά την ανάληψη του αρματολικιού, στην περιοχή της Σκουληκαριάς, που ήταν το κέντρο του. Από τις σχέσεις επομένως που διατηρούσε με τους Τούρκους και τους Αλβανούς και τις οποίες ούτε ο ίδιος αμφισβήτησε ούτε κανένας άλλος, αν θελήσουμε να τον χαρακτηρίσουμε, αναμφίβολα θα πρέπει να τον πούμε τουρκόφιλο ή αλβανόφιλο. Το ίδιο όμως πρέπει να χαρακτηρίσουμε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο που ήταν βλάμης με τον Ομέρ Βρυώνη, αδελφικοί φίλοι, τον Καραϊσκάκη, το Μπότσαρη και όλους τους κλέφτες και αρματολούς της περιοχής της ΄Αρτας. Γιατί όλοι ανεξαιρέτως διατηρούσαν σχέσεις με το τουρκικό στοιχείο και όλοι, ως επώνυμοι της περιοχής τους, είχαν συνάψει συμφωνίες με τους Τούρκους. Ήταν μέρος της ζωής τους οι σχέσεις αυτές και κανένας δεν τις κατηγορούσε μέχρι την περίοδο της επανάστασης. Αντιθέτως μάλιστα η πρώιμη ελληνική ηγεσία και κυρίως ο Μαυροκορδάτος, εξωθεί ΄Ελληνες αρματολούς και κάνουν τέτοιες συμφωνίες με τους Τούρκους , για να μπορέσουν ευκολότερα να επιτύχουν τους στόχους τους. Το σκηνικό της Μάχης του Πέτα Μετά την κατάπνιξη της αντίστασης του Αλή πασά στα Ιωάννινα στις αρχές του 1822, οι Τουρκικές δυνάμεις κινούνται προς το Σούλι, στο οποίο έχει σταλεί βοήθεια από την προσωρινή διοίκηση της Ελλάδας ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, στο Φανάρι, χωρίς αποτέλεσμα. Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης σκοτώνεται και το Σούλι αναγκάζεται να υπογράψει την υποταγή του. Οι Τουρκικές δυνάμεις απαλλαγμένες από τους αντιπάλους τους στην Ήπειρο θέτουν σαν βασικό στόχο την υλοποίηση του Τουρκικού σχεδίου του 1822, που στοχεύει στην κατάπνιξη της επανάστασης στην Πελοπόννησο. Με το σχέδιο αυτό δύο τουρκικές στρατιές θα κινηθούν από τη Δυτική Ελλάδα και την εν συνεχεία διαπεραίωσή τους στην Πελοπόννησο και η Ανατολική με το Δράμαλη , μέσω του Ισθμού και πάλι στην Πελοπόννησο. Το ναυτικό θα ενίσχυε τις δύο τουρκικές δυνάμεις για ευόδωση του σχεδίου. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς

139

Για να φτάσουν όμως στη Δυτική Ελλάδα οι Τουρκικές δυνάμεις θα έπρεπε να καταλάβουν την περιοχή του Μακρυνόρους, που ελέγχουν επαναστατικές δυνάμεις με κυρίαρχη μορφή το Γώγο Μπακόλα, αλλά και τον Κουτελίδα, το Βαρνακιώτη, τον Καραϊσκάκη και άλλους. Ο Μαυροκορδάτος αποφασίζει ως πρόεδρος της Διοίκησης της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας να εκστρατεύσει στην περιοχή για να εμποδίσει τη διάβαση των Τουρκικών στρατευμάτων, με το Σώμα των Φιλελλήνων και των τακτικών αφενός και την ενίσχυση από επαναστατικές Δυνάμεις της περιοχής. Συγκεντρώνεται μια αρκετά μεγάλη δύναμη περίπου τεσσάρων χιλιάδων ανδρών. Η κακή διοίκηση όμως και αδυναμία του αρχηγού της εκστρατείας να κατανοήσει το πνεύμα των ανθρώπων της περιοχής, αλλά και οι δολιότητες που μεθοδεύει, οδηγούν στη διάλυση του μισού περίπου εκστρατευτικού σώματος. Αποφασίζουν όμως να δώσουν τη μάχη με τους Τούρκους στο Πέτα. Εκεί σημειώνονται μεγάλες διαφωνίες, αλλά υπερτερεί η άποψη του αρχηγού του Σώματος των Φιλελλήνων να δοθεί η μάχη στο Πέτα και μάλιστα εκ παρατάξεως, απέναντι στις πολλαπλάσιες τουρκικές δυνάμεις, αδιαφορώντας για την άποψη των Οπλαρχηγών και κυρίως του Γώγου, ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσουν τόσο μεγάλες τουρκικές δυνάμεις ήταν ο κλεφτοπόλεμος. Στη διάρκεια της μάχης μια μικρή τουρκική δύναμη καταλαμβάνει την κορυφή που είχε ανατεθεί στο Γώγο Μπακόλα, πίσω από τις ελληνικές δυνάμεις και στην οποία παρευρίσκονται περίπου δέκα άτομα με το άλογο του Μπακόλα. Δημιουργείται πανικός και οι επαναστατικές δυνάμεις εγκαταλείπουν χωρίς μάχη την περιοχή και κατευθύνονται προς τη Λαγγάδα, κατηγορώντας το Γώγο, που εγκατέλειψε τελευταίος την περιοχή, σώζοντας τα υπολείμματα των Φιλελλήνων από βέβαιο χαμό, για προδοσία! Οι παράμετροι Η όλη έρευνα εστιάζεται σε δύο βασικές παραμέτρους. Στο πεδίο των πολεμικών επιχειρήσεων αφενός και στην απόδοση ευθυνών , όπως αυτή καταμαρτυρείται από την επίσημη βιβλιογραφία και τις πηγές, αφετέρου. Μετά την άφιξη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στην περιοχή και την εγκατάστασή του στην περιοχή Λαγγάδα, η οποία απέχει περίπου 17 χιλιόμετρα από το Πέτα, θέση που δεν άφησε ούτε την ημέρα που γίνονταν οι σκληρές μάχες στην περιοχή, αποφασίστηκε, παρά τις έντονες αντιθέσεις που εκφράστηκαν , να δώσουν μάχη με τα τουρκικά στρατεύματα. Οι ελληνικές δυνάμεις, κατ’ απόλυτα ελεγμένες πηγές, την ημέρα της μάχης του Πέτα ήταν οι εξής: ΄Ελληνες άτακτοι 900, Ιόνιοι και Κεφαλλήνες 80, Φιλέλληνες 90, Σύνταγμα Ταρέλλα 400, Πυροβολητές 10, Σύνολο 1480. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


140

Ελευθέριος Παπακώστας

Απέναντι σ’ αυτούς αντιπαρατίθενται τακτικές τουρκικές δυνάμεις 6000-8000 άντρες, Ιππικό 600 ιππείς, Τουρκαλβανοί στο Πουρνάρι 800, δεύτερη τουρκική δύναμη, που εκτελεί κυκλωτική κίνηση 2000. Η δύναμη αυτή ενδέχεται να αποτελούσε τμήμα της κύριας τουρκικής δύναμης. Τις δυνάμεις αυτές οδηγούν οι καλύτεροι στρατηγοί που διαθέτουν στην ΄Ηπειρο οι Τούρκοι. Επικεφαλής είναι ο Μεχμέτ Ρεσήτ, ο Κιουταχής δηλαδή και ο Ισμαήλ πασά Πλιάσα, ενώ σε άμεση συνεργασία βρίσκεται ένας άλλος εξαιρετικός Τούρκος στρατηγός ο Ομέρ Βρυώνης και όλοι εκείνοι που πήραν μέρος στις μεγάλες επιχειρήσεις στην ΄Ηπειρο και ιδιαίτερα στα Ιωάννινα το 1821 και 1822. Απέναντι σ’ αυτούς οι ΄Ελληνες δεν είχαν συγκεκριμένη Διοίκηση, γιατί ο Μαυροκορδάτος , που έχει αυτοχρησθεί αρχιστράτηγος βρίσκεται στη Λαγγάδα, πολλά χιλιόμετρα μακριά, ενώ οι οπλαρχηγοί που βρίσκονται εκεί διέθεταν μικρή ο καθένας δύναμη, είχαν έντονη αντιπαλότητα μεταξύ τους , αλλά και με τους Φιλέλληνες και ουσιαστικά δεν πήραν μέρος στη μάχη, εκτός από το Γώγο, στο δεξί μέρος της ελληνικής παράταξης. Την αρχηγία των επιχειρήσεων ο Μαυροκορδάτος έχει αναθέσει στο Συνταγματάρχη Νόρμαν, ο οποίος παρά την υπέρμετρη γενναιότητα που έδειξε στη μάχη ,είχε προκαλέσει αλγεινή εντύπωση στους ΄Ελληνες επαναστάτες, με τη συμπεριφορά του. Τα τεκμήρια Διαβάζοντας τα απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη, που γράφηκαν πολλά χρόνια μετά τα γεγονότα, που αμαύρωσαν τη φήμη του Γώγου Μπακόλα , διαπιστώνουμε ότι όλο το τελευταίο μέρος του Α΄κεφαλαίου του είναι αφιερωμένο στο Γώγο και τη δράση του στην έναρξη της επανάστασης στη Δυτική Ελλάδα. Αυτό που κυριαρχεί στο τμήμα αυτό των Απομνημονευμάτων είναι ο απόλυτος σεβασμός του Μακρυγιάννη στον άνθρωπο, που γνώρισε πολύ καλά και κάτω από τις διαταγές του οποίου υπηρέτησε. Και αν λάβουμε υπόψη ότι τα γράφει όλα αυτά πολλά χρόνια μετά από τη μάχη του Πέτα και έχοντας παίξει αποφασιστικό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της περιόδου, κατανοούμε ότι οι κακολογίες των ανθρώπων της εποχής και η σκόπιμη παραπληροφόρηση δεν τον άγγιξαν καθόλου. Αντίθετα μάλιστα του ενίσχυσαν την πεποίθηση ότι όπως κατακτώνται από πολλούς επωνύμους οι τίτλοι και τα πολιτικά αξιώματα , έτσι κατακτάται και η θέση στην ιστορική μνήμη. Δηλαδή με συναλλαγή, με μεθοδεύσεις , με υποκρισία, με επηρεασμούς ή με χρηματισμό. Κι αυτό τον έκανε να σέβεται ακόμη περισσότερο αυτό το σοφό, όπως τον χαρακτηρίζει, γέροντα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς

141

Γράφει ο Μακρυγιάννης: «Αφού έμαθε αυτό το χαλασμό στην Πλάκα ο Χουρσίτ, στέλνει μια μεγάλη δύναμη, περίπου οκτώ χιλιάδες και κεφαλή τον Αλή πασά Μοραΐτη και άλλους. Αυτείνη την προετοιμασία την παράγγειλαν του Γώγου από τα Γιάννενα φίλοι του. Και τότε ο Γώγος την παραγγέλνει του Κουτελίδα, του ΄Ισκου, του Βαρνακιώτη, ότ’ ήταν με πολλά ολίγους ο Γώγος και ήρθαν αποβραδίς κι εκείνοι όλοι μιντάτι....» ...Αυτείνη τη μεγάλη προετοιμασία ο Γώγος έστειλε του Μάρκου Μπότσαρη και πιάστη πόλεμος την άλλη μέρα από δυο ώρες να φέξει ως το σουρούπωμα. Και τους ρίχτηκαν των Τούρκων και τους καταφάνισαν στο σκοτωμό. Και ζωντανούς και βιον και σημαίες πιάσαν. Και τον Κώστα Πουλή , που ήταν με τους Τούρκους . Και τον σκότωσαν. Μόνο αυτόν! Λίγο πιο κάτω στη σελίδα 31 των απομνημονευμάτων του για τη μάχη του Σταυρού Τζουμέρκων ο Μακρυγιάννης γράφει: «Και ο χειρότερος Έλληνας εκείνη την ημέρα έκανε το χρέος του. Όμως προτιμιέται και δοξάζεται ο Γώγος ο αθάνατος. Δε στοχάζονταν θάνατο αυτός ο αγαθός πατριώτης. Θε, συχώρεσε την ψυχή του, και συ πατρίδα να τον μακαρίζεις όσο είσαι πατρίδα ελεύθερη....» Και στη σελ.32 συνεχίζει: «Ήτανε πολλά άξιος και τυχερός ο Γώγος εις τον πόλεμο και με πολύ κουμάντο...» Τα αποσπάσματα αυτά υποδηλώνουν ότι καμία από τις σκιές που τον βαρύνουν για τη μάχη του Πέτα δεν είναι αρκετή για να χαλάσει την εικόνα, που έχει ο Μακρυγιάννης γι’ αυτό τον άνθρωπο, τον οποίο συνοδεύει ένα αδιαφιλονίκητο κύρος, που εκτείνεται πολύ πέρα από την περιοχή του αρματολικιού που διαφεντεύει. Δυο σελίδες πιο κάτω Α,34, συμπληρώνει: «Αφού έγραψε ο Γώγος στο Σούλι ήρθε ο ΄Αγο Βάσιαρης, , ο αρχιστράτηγος του Αλή, πολλά φρόνιμος και γενναίος και άλλοι αξιωματικοί, με πολλούς αξιωματικούς και Σουλιώτες, ο Νότη Μπότσαρης, ο Φωτομάρας, ο Μάρκο Μπότσαρης και άλλοι αξιωματικοί. ΄Οταν ήρθαν στο Πέτα και αντάμωσαν το Γώγο , φιλήθηκαν με το Νότη Μπότσαρη και φιλιώθηκαν , γιατί ο Γώγος είχε σκοτώσει , με παραγγελία του Αλή τον πατέρα του Μπότσαρη...» Από τα αποσπάσματα αυτά καταδεικνύεται λοιπόν εμφανέστατα ότι: Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


142

Ελευθέριος Παπακώστας

1. Ο Γώγος είναι ένα απόλυτα σεβαστό άτομο σε όλους τους κατοίκους, αλλά και αξιωματούχους της Ηπείρου, ΄Ελληνες και Τούρκους. 2. Ότι προκειμένου να τον συναντήσουν και να ζητήσουν τη βοήθειά του έρχονται , από το Σούλι και τα Γιάννενα, όλοι στο Πέτα, όπου έχει την έδρα των δυνάμεων του. Και αυτό αποτελεί στοιχείο της κοινωνικής του αναγνώρισης και του ρόλου που παίζει στις εξελίξεις της περιοχής. 3. Επικεφαλής αυτών που τον επισκέφτηκαν ήταν ο ίδιος ο αρχιστράτηγος του Αλή ο ΄Αγο Βάσιαρης. 4. Ότι συνοδεύουν τον αρχιστράτηγο του Αλή οι Σουλιώτες, οι πιο σημαντικοί εχθροί του και μάλιστα με τους πιο επιφανείς αρχηγούς τους, οι οποίοι έχουν συμφιλιωθεί με τον εχθρό τους . Όλη αυτή η «περίεργη συναλλαγή» σημαίνει ότι ήταν μέρος της νοοτροπίας και της συμπεριφοράς τους οι σχέσεις με τους Τούρκους ή με τους Αλβανούς του Αλή και συνεργάζονταν μαζί του ακόμη και οι Σουλιώτες, οι μεγάλοι του εχθροί, χωρίς να είναι ντροπή ή να χαρακτηρίζεται προδοσία η στάση τους. Γιατί ήταν σε όλους γνωστό ότι ο Αλή Πασάς είχε προκαλέσει τον όλεθρο των Σουλιωτών το 1803 και το μίσος ανάμεσά τους ήταν ανελέητο, γιατί τους είχε διώξει για πολλά χρόνια από τη γη τους. Παρόλα αυτά όταν άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα από τους Τούρκους, που εκστράτευσαν εναντίον του με μεγάλη δύναμη, αποκατέστησε τις σχέσεις του μαζί τους, για να πετύχουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα απέναντι στα σουλτανικά στρατεύματα ,που κινήθηκαν εναντίον του . Γιατί αυτά σε αντίθεση με τον Αλή τα θεωρούν ξένα. Η όλη αυτή αναφορά στο Μακρυγιάννη, πέραν των άλλων, ένα στοιχείο είναι σε θέση να αποδείξει: Ότι το κυρίαρχο πρόσωπο στην ευρύτερη περιοχή της Άρτας, στου οποίου τη βοήθεια προσέφευγαν ακόμη και οι εχθροί του, ήταν ο Γώγος Μπακόλας! Είναι το πρόσωπο, που ελέγχει την περιοχή, από τα Τζουμέρκα μέχρι τη Λαγκάδα και το Μακρυνόρος. Είναι επομένως εκείνος που κρατά τον έλεγχο της διάβασης προς τη Στερεά και την Πελοπόννησο, που, αν άνοιγε, όλη η επανάσταση στην Πελοπόννησο θα κατέρρεε. Και τούτο γιατί τα σουλτανικά στρατεύματα μετά την κατάπνιξη της αντίδρασης του Αλή ένα στόχο έχουν: Να κινηθούν νοτιότερα και να βοηθήσουν το Δράμαλη που από τις αρχές του καλοκαιριού θα έβαζε σε εφαρμογή το τουρκικό σχέδιο για την κατάπνιξη της επανάστασης στην Πελοπόννησο. Ο Μπακόλας λοιπόν είναι το πρόσωπο, που κρατά στα χέρια του το κλειδί των εξελίξεων και των στρατιωτικών γεγονότων στη Δυτική Ελλάδα. Άρα ο φυσικός αρχηγός! Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Υπ ό τ ο π ρ ί σ μ α τ ω ν π η γ ώ ν τ η ς Ι σ τ ο ρ ί α ς

143

Είναι λοιπόν τουλάχιστον αδόκιμο να σχηματίζεται η εντύπωση ότι αυτό το πανέξυπνο άτομο , το οποίο διέθετε τέτοια αναγνώριση και τόσες διακρίσεις στα πολεμικά πεδία και διάγει το εβδομηκοστό έτος της ζωής του, που υπήρξε φίλος και συνομιλητής του Αλή Πασά και άλλων αξιωματούχων της Πύλης, ότι θα δεχόταν ποτέ να ακολουθήσει τη συμπεριφορά ενός προδότη της πατρίδας του. Όμως αυτό που αναφέρω τώρα είναι απλή εικασία , η οποία οδηγεί μεν προς μία κατεύθυνση , αλλά δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει μια ιστορική άποψη! Γιατί αγαπητοί φίλοι, , όπως αναφέρει ο Γουώλς στην εισαγωγή της φιλοσοφίας της ιστορίας του: «Βασικός νόμος της επιστήμης της ιστορίας, προκειμένου να κατανοήσουμε την πορεία και την εξέλιξη των γεγονότων, είναι να κατανοήσουμε τη λογική, με βάση την οποία κινούνται και ενεργούν τα δρώντα πρόσωπα της ιστορίας. Να κατανοήσουμε δηλαδή τον τρόπο της σκέψης τους». Αν το πραγματοποιήσουμε αυτό θα φτάσουμε χωρίς καμία δυσκολία στο σημείο να εδραιώσουμε την άποψη ότι η κατηγορία του προδότη , που επί τόσα χρόνια του προσάπτουν, είναι τουλάχιστον άδικη και αστήρικτη. Κι ότι από ενδείξεις και κρίσεις «εν θερμώ» ή επιστημονική μονομέρεια, έννοιες ολωσδιόλου αντιφατικές προς την έννοια της επιστήμης, δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθούν σωστά τα γεγονότα και οι εξελίξεις της ιστορίας. Ακόμη κι αν οι πρώτες σκέψεις μας οδηγούν προς το σημείο αυτό.... Έτσι μελετώντας όλη τη διαθέσιμη αλληλογραφία, που εμπεριέχεται στην επίσημη ιστοριογραφία είτε σε ανέκδοτες συλλογές αλληλογραφίας και Απομνημονεύματα , τα οποία δημοσιεύτηκαν από διάφορους αγωνιστές, αλλά και ξένους που βρέθηκαν την περίοδο εκείνη στην Ελλάδα, κατέληξα μετά από πολλή σκέψη, στη βεβαιότητα ότι ο χαρακτηρισμός του προδότη, που του απέδωσαν, ενώ ακόμη διεξάγονταν η μάχη, ήταν τουλάχιστον άδικος. (Συνεχίζεται...) * Ο Ελ. Παπακώστας είναι Φιλόλογος-Ιστορικός.

Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


144

Γρηγόρης Μανόπουλος*

Έ

Τζουμέρκα και Κατσανοχώρια α π ό τ ο ν 1 7 ο- 1 9 ο α ι ώ ν α **

να από τα καθοριστικά χαρακτηριστικά της τύχης ενός τόπου είναι η γεωγραφία του. Το παραπάνω ισχύει ακόμη περισσότερο για τις προβιομηχανικές κοινωνίες, κατά την περίοδο που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό τον περιβάλλοντα χώρο, ο οποίος παρέμενε, με την εξαίρεση των φυσικών καταστροφών, ουσιαστικά αναλλοίωτος. Η μορφολογία, λοιπόν, του χώρου επιβάλλει αφενός το είδος των δραστηριοτήτων (γεωργικές, κτηνοτροφικές ή και συνδυασμός τους) στις αγροτικές οικονομίες, αφετέρου διευκολύνει ή δυσχεραίνει την επικοινωνία. Η θέση ενός τόπου πάλι καθορίζει με ποιους θα έχουν επαφές οι κάτοικοι, με τις ανάλογες βέβαια δραστηριότητες1. Στην περίπτωσή μας, ο χώρος είναι τα Τζουμέρκα και η μορφολογία του είναι γνωστή. Γειτονικά στα Τζουμέρκα βρίσκονται τα Κατσανοχώρια και, όπως είναι αναμενόμενο, στην πορεία του χρόνου οι κάτοικοι των δύο περιοχών ήρθαν σε επαφή. Από αυτή την αλληλεπίδραση στο χώρο και το χρόνο, διασώζονται αρκετές μαρτυρίες από την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, και μέχρι στιγμής όλες χρονολογούνται από τα μέσα του 17ου αιώνα και εξής. Τα Κατσανοχώρια βρίσκονται στα δυτικά-βορειοδυτικά των Τζουμέρκων και επομένως βρίσκονταν πάνω στο δρόμο που οδηγούσε –και ακόμα οδηγεί– στο κύριο αστικό κέντρο της περιοχής, τα Γιάννενα. Ήδη σε ενθύμηση του 1659, συναντούμε κατοίκους των Μελισσουργών να διανυκτερεύουν στο Κοτόρτσι (Αετορράχη) των Κατσανοχωρίων, προφανώς καθοδόν προς ή από τα Γιάννενα, όπου παρατήρησαν την έκλειψη της σελήνης που συνέβη τη νύχτα της 26ης Απριλίου, ημέρας Τρίτης2. Τις ίδιες ακριβώς ημέρες, ένας άλλος ταξιδιώτης πέρασε από τα Κατσανοχώρια και κατευθύνθηκε ακολούθως στα Τζουμέρκα. Συγκεκριμένα, ο αγιοταφίτης ιερομόναχος Μακάριος Ασπράς, ο οποίος περιόδευε τον ελληνικό χώρο σε ζητεία, αφού παρέμεινε στα Κατσανοχώρια από τις 23 Απριλίου έως τις 14 ** Το παρόν αποτέλεσε την ανακοίνωσή μας στο «Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο για τα Τζουμέρκα». Το κείμενο παρατίθεται όπως εκφωνήθηκε στο συνέδριο, με την προσθήκη μόνο των απαραίτητων παραπομπών. Σημειώνουμε ότι δεν έχουν χρησιμοποιηθεί δημοσιεύματα που είδαν το φως μετά τον Ιούνιο του 2006. 1. Για τη γεωγραφία και την επίδρασή της βλ. το F. Braudel, Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας, τ. Α΄: Ο ρόλος του περίγυρου, μτφρ. Κ. Μιτσοτάκη, Αθήνα, 1993, ιδιαίτερα τις σελ. 29-61. 2. Κ. Στεργιόπουλος, Παρατηρήσεις εἰς τὴν νεωτέραν γεωγραφίαν τῆς Ἠπείρου, Αθήνα, 1937, σελ. 19 (στο εξής Στεργιόπουλος, 1937). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τ ζ ο υ μ έ ρ κ α κ α ι Κ α τ σ α ν ο χ ώ ρ ι α α π ό τ ο ν 1 7 ο- 1 9 ο α ι ώ ν α

145

Μαΐου1659, κατευθύνθηκε κατόπιν στο Βουλγαρέλι των Τζουμέρκων, όπου βρισκόταν στις 25 Μαΐου. Όπως φαίνεται από το κατάστιχο του Ασπρά, όπου με ημερολογιακή σειρά κατέγραφε τις εισφορές των κατοίκων κάθε χωριού, το δρομολόγιό του ακολουθούσε τους δρόμους που συνέδεαν τις πόλεις μεταξύ τους, σταματώντας κάθε φορά στις τυχόν εύπορες κοινότητες που συναντούσε καθ’ οδόν. Έτσι μάλλον εξηγείται και το γεγονός ότι από όλα τα χωριά των Τζουμέρκων, επισκέφτηκε μόνο το Βουλγαρέλι3. Λίγα χρόνια αργότερα, στα 1665, ο Θεόδωρος Νίκας από τα Πλαίσια, ένας προφανώς ευκατάστατος Κατσάνος, ανήγειρε τα καθολικά δύο μονών των Τζουμέρκων, της μονής Μουχουστίου κοντά στην Πλάκα και της μονής Σπηλιώτισσας Γουριανών4. Ο ίδιος συναντάται και στο κατάστιχο ζητείας που μνημονεύσαμε παραπάνω. Η ανέγερση δύο καθολικών από το ίδιο πρόσωπο, και μάλιστα κατά το ίδιο έτος, φανερώνει τις οικονομικές του δυνατότητες. Όμως ο Θεόδωρος Νίκας δεν ήταν ο μόνος εύπορος Κατσάνος της εποχής. Από τις αρχές του 17ου αιώνα οι Κατσάνοι έχτιζαν ευάριθμους και περίτεχνους ναούς, γεγονός που φανερώνει την ευμάρεια της περιοχής5. Την οικονομική αυτή ευχέρεια έχουμε αποδώσει στην διεξαγωγή από τους Κατσάνους του εμπορίου των αιγοπρόβειων δερμάτων (τομαριών). Αυτός είναι νομίζουμε και ο λόγος που τα Κατσανοχώρια ονομάζονταν τότε «Τομαροχώρια», οι δε κάτοικοι «Τομαράδες»6. Η εξάσκηση όμως αυτού του επαγγέλματος είναι πολύ πιθανό ότι έφερε για ακόμη μια φορά τους Τομαράδες-Κατσάνους σε επαφή με τα Τζουμέρκα. Η φύσει κτηνοτροφική περιοχή των Τζουμέρκων θα προσέφερε στους γείτονες ευρύ πεδίο δραστηριοτήτων7. 3. Το κατάστιχο του Ασπρά έχει χρησιμοποιηθεί στο Χ. Πατρινέλης, Πρώιμες μαρτυρίες για την Κοζάνη, τη Σιάτιστα και άλλες κοινότητες της δυτικής Μακεδονίας, 1660, Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά 5, 1996, σελ. 101-142, καθώς και στο Κ. Σπανός, Οι θεσσαλικοί οικισμοί στον ιεροσολυμιτικό κώδικα 509, 1649-1669, Θεσσαλικό Ημερολόγιο 40, 2001, σελ. 293-366. Ο κ. Κρίτων Χρυσοχοΐδης μας είχε προμηθεύσει σε φιλολογική μεταγραφή τα φύλλα 51 και 92β-94α του κώδικα, τα οποία αφορούν τα Κατσανοχώρια και τα Τζουμέρκα. Έκτοτε, προμηθευτήκαμε τα παραπάνω φύλλα του κώδικα σε φωτοτυπία, από το Ιστορικό και Παλαιογραφικό Αρχείο του Μ.Ι.Ε.Τ. Τον διευθυντή του Αρχείου κ. Αγαμέμνονα Τσελίκα ευχαριστούμε και από αυτή τη θέση. 4. Για τα καθολικά αυτών των Μονών βλ. Λ. Πολίτη, Ἡ μονὴ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου στὴν Πλάκα Ἀράχθου, Ἐκκλησίες στὴν Ἑλλάδα μετὰ τὴν Ἅλωση 1, 1979, σελ. 137-146 και Λ. Πολίτη, Η Χρυσοσπηλιώτισσα Γουριανών Άρτας, Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 3, 1989, σελ. 135-144. 5. Ας μας επιτραπεί να παραπέμψουμε στο Γ. Μανόπουλος, Επιγραφικές και άλλες μαρτυρίες για τα Κατσανοχώρια 1587-1699, Ηπειρωτικά Χρονικά 35, 2001, σελ. 99-196, ιδιαίτερα στις σελ. 162-164 (στο εξής Μανόπουλος, 2001). 6. Γρ. Μανόπουλος, ό.π., σελ. 157-162. 7. Γρ. Μανόπουλος, ό.π., σελ. 159. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


146

Γρ η γ ό ρ η ς Μ α ν ό π ο υ λ ο ς

Αρκετά χρόνια αργότερα, στα 1693, τέσσερις κοινότητες των Κατσανοχωρίων απηύθυναν αίτηση καταβολής φόρου υποτέλειας προς τη Βενετία8. Με αυτό τον τρόπο ήθελαν να αποφύγουν τις επιδρομές των άτακτων στρατευμάτων της Γαληνότατης, τα οποία από το 1684, οπότε ξεκίνησε ο πόλεμος του Ιερού Συνασπισμού του Linz, διεξήγαν επιδρομές στις ακτές του Αμβρακικού. Λίγο αργότερα, και σίγουρα πριν από το θέρος του 1695, πολλά χωριά της Άρτας, ανάμεσα στα οποία και πολλά από τα Τζουμέρκα απηύθυναν παρόμοια αίτηση στη Βενετία. Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους το έπραξαν και οι κάτοικοι της Άρτας, χωρίς όμως να αποφύγουν ένα χρόνο μετά, το Σεπτέμβριο του 1696, την λεηλασία της πόλης τους από τα άτακτα στρατεύματα του Λυμπεράκη Γερακάρη9. Προφανώς φοβισμένα από αυτή την εξέλιξη πολλά χωριά των Ιωαννίνων, ανάμεσά τους και κάποια Κατσανοχώρια, υπέβαλαν και αυτά αίτηση προστασίας στα τέλη του 169710. Όπως είναι φυσικό, η μακροχρόνια εμπόλεμη κατάσταση ανέτρεψε την ομαλή ζωή των κατοίκων. Όμως, ακόμη και σε αυτές τις συνθήκες, διακρίνουμε την κοινή στάση των χωριών και από τις δυο όχθες του Αράχθου, τα οποία, κατανοώντας ότι αφενός η οθωμανική διοίκηση δεν παρείχε εγγυήσεις για την ασφάλειά τους και αφετέρου τα άτακτα στρατεύματα της Βενετίας ήταν ανεξέλεγκτα, προέβησαν σε απευθείας διαπραγματεύσεις με τη βενετική δημοκρατία, ώστε να εξασφαλίσουν τις ζωές και τις περιουσίες των κατοίκων. Ένα άλλο κεφάλαιο στις σχέσεις των δύο περιοχών άνοιξε με την εμφάνιση στα Κατσανοχώρια οικογενειακών συνεργείων ζωγράφων, τα οποία περιέτρεχαν όλη την νότια Ήπειρο, και όχι μόνο, ζωγραφίζοντας ναούς και εικόνες11. Στα 1793 το συνεργείο από την Κορίτιανη, αποτελούμενο από τους ιερείς Κωνσταντίνο και Στέργιο, καθώς και από τους γιους τού πρώτου Χριστόδουλο και Ιωάννη, ζωγράφισε το καθολικό της Μονής Βίλιζας κοντά στο Ματσούκι12. Δύο χρόνια αργότερα, στα 1795, το συνεργείο από το Φορτώσι, αποτελούμενο από τον ιερέα Αθανάσιο Πλακίδα και το αδερφό του Γεώργιο, ζωγράφισε τον 8. Α. Αρχοντίδης, Η βενετοκρατία στη δυτική Ελλάδα (1684-1699), Θεσσαλονίκη, 1983, σελ. 108-109, σημ. 70 (στο εξής Αρχοντίδης, 2001). 9. Κ. Μέρτζιος, Ἡ Ἄρτα εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βενετίας, Σκουφᾶς τεύχος 4, Μάρτιος 1956, σελ. 153-160. 10. Αρχοντίδης, 2001, σελ. 120-121. 11. Για τους ζωγράφους των Κατσανοχωρίων βλ. την, ανέκδοτη ακόμη, μεταπτυχιακή μας διατριβή «Ζωγράφοι από τα Κατσανοχώρια-Οι επιγραφές των γνωστών έργων τους (1730-1865)». 12. Σ. Λάμπρος, Ἡ Μονὴ Βυλίζης καὶ τὰ ἐν αὐτῇ χειρόγραφα, Δελτίον Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρίας Ἑλλάδος 4, 1892, σελ. 353-356 και Δ. Καλούσιος, Η Βύλιζα, Ματσούκι Ιωαννίνων, 1992, σελ. 46. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τ ζ ο υ μ έ ρ κ α κ α ι Κ α τ σ α ν ο χ ώ ρ ι α α π ό τ ο ν 1 7 ο- 1 9 ο α ι ώ ν α

147

εξωνάρθηκα του καθολικού της Μονής των Μελισσουργών, ο οποίος δεν σώζεται σήμερα13. Στα 1800 ο ιερέας Αθανάσιος Πλακίδας ζωγράφισε τις εικόνες του τέμπλου στην Αγία Παρασκευή Χουλιαράδων και το 1809, μαζί με τον αδερφό του και πάλι, ζωγράφισε τον ίδιο ναό14. Ενδιάμεσα, στα 1802, οι δύο αδερφοί ζωγράφισαν τις εικόνες του τέμπλου στη Γρετσίστα (Άνω Γραικικό)15. Αυτή την καλλιτεχνική δραστηριότητα πρέπει να την αποδώσουμε στη γενικότερη βελτίωση των συνθηκών, ιδιαίτερα στο τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, που συνέπεσε με την διοίκηση της Ηπείρου από τον Αλή Πασά, ο οποίος ήταν ανεκτικός στην ανοικοδόμηση και διακόσμηση ναών. Όπως είναι φυσικό η αντιπαράθεση του Αλή Πασά με το σουλτάνο και συνακόλουθα η ελληνική επανάσταση, είχαν αντίκτυπο στις δύο γειτονικές περιοχές. Έτσι, το επαναστατικό σχέδιο προέβλεπε ότι οι αρματολοί των Τζουμέρκων θα προκαλούσαν την επανάσταση στα Κατσανοχώρια και στα Τζουμέρκα16. Δυστυχώς όμως η αντίδραση των σουλτανικών στρατευμάτων ήταν άμεση, με αποτέλεσμα την καταστροφή και λεηλασία τόσο των Κατσανοχωρίων στα τέλη Ιουνίου 1821, όσο και μερικών χωριών των Τζουμέρκων στις αρχές Ιουλίου. Οι κάτοικοι των Κατσανοχωρίων για να προστατευθούν, αναζήτησαν καταφύγιο στα Τζουμέρκα και συγκεκριμένα στην περιοχή του Σκλούπου (Αμπελοχώρι)17. Η έγκαιρη επέμβαση των Σουλιωτών και η νίκη τους στη γνωστή μάχη της Πλάκας, απέτρεψε την καταστροφή των υπόλοιπων χωριών των Τζουμέρκων18. Μετά το τέλος της ελληνικής επανάστασης και με την ομαλοποίηση της ζωής, οι ζωγράφοι από τα Κατσανοχώρια συνέχισαν να εργάζονται στα Τζουμέρκα. Στα 1831 ο ζωγράφος Αναγνώστης Διαμάντης από τα Πλαίσια ζωγράφισε τις εικόνες του τέμπλου στο καθολικό της Μονής Σπηλιώτισσας Γουριανών19, που είχε ανεγείρει ο συντοπίτης του Θεόδωρος Νίκας στα 1665. Στα 1833 ο Γεώργιος Πλακίδας με το γιο του Νικόλαο ζωγράφισαν τις εικόνες του τέμπλου τού

13. Στεργιόπουλος, 1937, σελ. 17 και Ν. Παπακώστας, Ἠπειρωτικά, Αθήνα, 1967, σελ. 358 (στο εξής Παπακώστας, 1967). 14. Χ. Σούλης, Τοπωνυμικὸν τῶν Χουλιαράδων, Ηπειρωτικά Χρονικά 7, 1932, σελ. 216245, ιδιαίτερα σελ. 219-220. 15. Π. Βοκοτόπουλος, Νομός Ἄρτης, Αρχαιολογικόν Δελτίον 22, 1967, Β΄ ΧΡΟΝΙΚΑ, σελ. 354-359 (στο εξής Βοκοτόπουλος, 1967). 16. Γ. Τσίλης, Πολεμικά γεγονότα στην Ήπειρο, Αθήνα, 1994, σελ. 36-37 και 40-41 (στο εξής Τσίλης, 1994). 17. Σύμφωνα με αδημοσίευτη ενθύμηση σε λειτουργικό βιβλίο από το ναό του Αγίου Νικολάου στο Κωστίτσι Κατσανοχωρίων. 18. Τσίλης, 1994, σελ. 39-40. 19. Βοκοτόπουλος, 1967, σελ. 358. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


148

Γρ η γ ό ρ η ς Μ α ν ό π ο υ λ ο ς

κατεδαφισμένου σήμερα ναού του Αγίου Γεωργίου στην Άγναντα20. Την επόμενη χρονιά, ο Χριστόδουλος, γιος του Αναγνώστη Διαμάντη, ζωγράφισε την εικόνα του Προφήτη Ηλία από τον Άγιο Νικόλαο Μελισσουργών21. Στα 1843 ο Αναγνώστης Διαμάντης με το δεύτερο γιο του Δημήτριο βρίσκονταν και πάλι στους Μελισσουργούς, όπου ζωγράφισαν το ναό της Κοίμησης22. Τέλος γύρω στο 1860, ο Δημήτριος του Αναγνώστη Διαμάντη ζωγράφισε δύο από τις εικόνες του τέμπλου στο καθολικό της Μονής Αγίας Αικατερίνης στα Σχορέτσιανα (Καταρράκτης)23. Αυτή την περίοδο, μετά δηλαδή την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων του «Τανζιμάτ» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι σχέσεις των δύο περιοχών επικεντρώνονται στο πρόσωπο του ευεργέτη Ιωάννη Ζ. Λούλη, από το Κοτόρτσι των Κατσανοχωρίων24. Ο Λούλης, αφού άσκησε στη νεότητά του το μεταπρατικό επάγγελμα, εγκαταστάθηκε στα Γιάννενα όπου επιδόθηκε σε χρηματιστηριακές επιχειρήσεις, δανείζοντας και τοκίζοντας χρήματα. Έτσι, το χωριό Λεπιανά, αφού υποθηκεύτηκε στον Λούλη, περιήλθε στη κυριότητά του. Αυτό όμως διήρκεσε λίγα χρόνια, αφού με την παραχώρηση των Τζουμέρκων στην Ελλάδα στα 1881, το χωριό επέστρεψε στους κατοίκους του. Όσο η περιουσία του μεγάλωνε, τόσο ο Λούλης διεύρυνε τις ευεργεσίες του. Επειδή μάλιστα στα χωριά Σκλούπο και Χόσεψη (Κυψέλη) είχε συγγενείς, μερικές από τις μεγαλύτερες ευεργεσίες του ωφέλησαν τα Τζουμέρκα25. Έτσι, όπως μας πληροφορεί ο Λαμπρίδης, στα 1866 κατέβαλε, ως κύριος χορηγός, το ποσό των 38.000 γροσίων για την ανέγερση της γνωστής γέφυρας της Πλάκας26. Η γέφυρα είχε χτιστεί ξανά στα 1863 με χορηγία 30.000 γροσίων του πραμαντιώτη ευεργέτη Δημήτριου Αρβανιτογιάννη, αλλά κατέρρευσε. Παραδόξως, η μεταγενέστερη παράδοση των Τζουμέρκων απέδωσε στον Λούλη την κακή επιλογή του πρωτομάστορα 20. Β. Παπαδοπούλου, Νομός Άρτας, Αρχαιολογικόν Δελτίον 39, 1984, Β΄ ΧΡΟΝΙΚΑ, σελ. 199-200 και Σ. Φίλος, Άγναντα Άρτας, Αθήνα, 1991, σελ. 267-270 21. Παπακώστας, 1967, σελ. 379. 22. Παπακώστας, 1967, σελ. 398. 23. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Βυζαντινά, Μεσαιωνικά και Νεότερα μνημεία Ηπείρου, Αρχαιολογικόν Δελτίον 32, 1977, Β΄ ΧΡΟΝΙΚΑ, σελ. 157-180 24. Ἱστορικὰ τῶν Κατσανοχωρίων Ἠπείρου (επιμ. Δ. Παπαγεωργίου), Αθήνα, 1969, σελ. 105-124 (στο εξής Ιστορικά, 1969) και Σ. Μπέττης, Ηπειρωτική Ευποιΐα, Ιωάννινα, 1982, σελ. 215-218 (στο εξής Μπέττης, 1982). 25. Ιστορικά, 1969, σελ. 110. 26. Ι. Λαμπρίδης, Περὶ τῶν ἐν Ἠπείρῳ Ἀγαθοεργημάτων, τ. Β΄, Αθήνα, 1880, σελ. 71 (στο εξής Λαμπρίδης, 1880) και Σ. Ξενόπουλος, Δοκίμιον ἱστορικῆς τινος περιλήψεως τῆς ποτε ἀρχαίας καὶ ἐγκρίτου ἠπειρωτικῆς πόλεως Ἄρτης καὶ τῆς ὡσαύτως νεωτέρας πόλεως Πρεβέζης, Αθήνα, 1884, σελ. 18, όπου αναφέρεται το 1868 ως έτος ανέγερσης της γέφυρας. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τ ζ ο υ μ έ ρ κ α κ α ι Κ α τ σ α ν ο χ ώ ρ ι α α π ό τ ο ν 1 7 ο- 1 9 ο α ι ώ ν α

149

της πρώτης γέφυρας27! Αφού στα 1870 ο Λούλης χορήγησε 50.000 γρόσια για τη γέφυρα της Κόνιτσας, στα 1874, επισκεύασε και την γέφυρα του Σκλούπου, χορηγώντας 17.000 γρόσια28. Και οι δύο αυτές γέφυρες αποτέλεσαν συνοριακά περάσματα, όταν μετά το 1881 η περιοχή των Τζουμέρκων ανατολικά του Αράχθου και νότια του Καλαρίτικου παραχωρήθηκε στην Ελλάδα. Όπως είναι φυσικό, η επικοινωνία ανάμεσα στις δύο περιοχές δυσχεράνθηκε, χωρίς βέβαια να διακοπεί εντελώς. Η συνοριακή γραμμή έδωσε την ευκαιρία σε ληστές να δραστηριοποιηθούν κατά μήκος του Αράχθου. Οι συμμορίες των ληστών περνούσαν το ποτάμι προς τα Κατσανοχώρια και, αφού εκτελούσαν απαγωγές συνήθως, μετέφεραν τους απαχθέντες στα Τζουμέρκα, όπου περίμεναν τα λύτρα. Ιδιαίτερα δεινοπάθησαν τα πλούσια, τότε, χωριά Φορτώσι και Κωστίτσι29. Εκτός όμως από τις απαγωγές για λύτρα, συχνά τζουμερκιώτες νέοι απήγαν κοπέλες από τα Κατσανοχώρια, με σκοπό το γάμο, που μας φανερώνει ένα άλλο πεδίο σχέσεων μέσω επιγαμιών30. Τέλος, από αυτή την ύστερη περίοδο, διαθέτουμε και μαρτυρίες για τζουμερκιώτες μάστορες που εργάστηκαν στα Κατσανοχώρια, με γνωστότερο τον Δημήτρη Κύρκο από τους Χουλιαράδες, ο οποίος με περισσή περηφάνια χάραζε το όνομά του στα έργα του31. Από όσα προηγήθηκαν, μπορούμε συμπερασματικά να καταλήξουμε στα παρακάτω. Λόγω της γεωγραφικής γειτονίας, οι δύο περιοχές αποτέλεσαν από νωρίς πεδίο επαγγελματικής δραστηριότητας η μία για την άλλη. Αρχικά Κατσάνοι έμποροι και ζωγράφοι δραστηριοποιήθηκαν στα Τζουμέρκα, διοχετεύοντας ενίοτε και τον πλούτο τους σε έργα στην περιοχή, ενώ σε μεταγενέστερες εποχές τζουμερκιώτες μάστορες εργάστηκαν στα Κατσανοχώρια. Επίσης, οι δύο πλευρές του Αράχθου είχαν την ίδια στάση απέναντι σε κινδύνους ή πολεμικές καταστάσεις, συντονίζοντας τη δράση τους ή έχοντας παρόμοιες αντιδράσεις απέναντι σε γεγονότα που ανήκουν στη σφαίρα της λεγό27. Παπακώστας, 1967, σελ. 430-431, όπου αναφέρεται ότι για την πρώτη γέφυρα (1863) ο Λούλης διέθεσε 9.000 γρόσια, ενώ για τη δεύτερη μόνο 2.000. Αυτές οι πληροφορίες δεν επιβεβαιώνονται από τις σύγχρονες με τα γεγονότα πηγές (βλ. προηγούμενη υποσημείωση). 28. Λαμπρίδης, 1880, σελ. 72. 29. Ι. Λαμπρίδης, Ἠπειρωτικὰ μελετήματα, τ.4, Μαλακασιακὰ μέρος πρῶτον, περιγραφὴ τῶν Κατσανοχωρίων, Αθήνα, 1888, σελ. 58 (στο εξής Λαμπρίδης, 1888). Πρβλ. και Ιστορικά, 1969, σελ. 209-212. 30. Λαμπρίδης, 1888, σελ. 34. Υπάρχει, επίσης, και σχετική αδημοσίευτη ενθύμηση σε λειτουργικό βιβλίο από το ναό του Αγίου Νικολάου στο Κωστίτσι Κατσανοχωρίων. 31. Μπέττης, 1982, σελ. 171. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


150

Γρ η γ ό ρ η ς Μ α ν ό π ο υ λ ο ς

μενης «μεγάλης» ιστορίας. Αυτό πιστεύουμε μας αποκαλύπτει ότι και στις δύο περιοχές υπήρχε συνείδηση της κοινής πορείας μέσα στο χρόνο και τελικά μπορούμε να πούμε ότι η χαράδρα του Άραχθου δεν χώριζε, αντίθετα αποτελούσε δρόμο επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο πλευρές του. * Ο Γρ. Μανόπουλος είναι Αρχαιολόγος.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


151

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων ΜΕΡΟΣ Α΄ Μια εισαγωγή

Ό

σα μπόρεσα να συγκεντρώσω με πολύχρονη φροντίδα και ιστοριογραφική περιπέτεια, μέσα από την αμυδρή ανάμνηση, που άφησαν -τύχη αγαθή!- τα πεντακόσια περίπου χρόνια, στους απογόνους της ιστορικής γενιάς των Μακρυγιανναίων, της σαρακατσάνικης εκείνης φάρας, τα φέρω στην ιστορική επιφάνεια, σαν μια νίκη στην άβυσσο της λήθης, που πάντα, ανελέητα, επιδιώκει να σβήνει το φως της ιστορικής γνώσης. Όμως υποχωρεί μπροστά στην αδάμαστη ανθρώπινη θέληση και στο διαχρονικό φαινόμενο της ανάμνησης. Η απόπειρα σύνθεσης της Γενεαλογίας της ιστορικής γενιάς των Μακρυγιανναίων στηρίζεται σε μακρόχρονη αναζήτηση είτε στο χώρο της βιβλιογραφίας (ελληνικής και ξένης) είτε στον παραδοσιακό προφορικό μνημονικό λόγο, τον οποίο οι προγενέστεροι κράτησαν με θρησκευτικό ζήλο και εμπιστοσύνη, που προέρχονταν από πατρογονικά πρόσωπα που έζησαν ή άκουσαν σε μακρόσυρτη αφηγηματική γλώσσα από τους προπάτορες. Προξενεί βαθιά εντύπωση η διατήρηση στην ιερή μνήμη όλων των αξιομνημόνευτων γεγονότων στα οποία είτε ως δρώντα πρόσωπα είτε θρυλικά ήταν οι ίδιοι οι αφηγητές ή οι πρόγονοί τους. Οι απόγονοι εκείνων που άκουγαν τις αφηγήσεις τις αφομοίωναν σαν ιστορική γνώση, χωρίς να γνωρίζουν καν την αξία της γενεαλογίας ή της Ιστοριογραφίας. Η παραδοσιακή αφήγηση μέσω της μνήμης διατήρησε ζωντανά και δημιουργικά τις διηγήσεις, γι’ αυτό τις αντιμετώπιζε ως γνήσια ιστορικά τεκμήρια των παλαιών εκείνων οικογενειών από τις οποίες έλκονταν η καταγωγή τους. Ο χρόνος βύθισε στην αφάνεια τη χρονολόγηση των γεγονότων, μόνο αμυδρά κράτησε συνταρακτικές περιπτώσεις. Απόδειξη οι επαναλαμβανόμενες φράσεις: εκείνα τα χρόνια, εκείνο τον καιρό, μετά το θανατικό, όταν ήταν στην Άρτα οι δεσπότες, δεν είχαν έρθει οι Τούρκοι, προτού ή μετά την άλωση της πόλης, είδα, άκουσα να λένε… (Αυτή η διάσταση της ιστορίας-μαρτυρίας, αφήγησης, δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται στο πλαίσιο της ανάπτυξης της ιστορικής γνώσης1. Στην περίπτωσή μας η μνήμη, η δύναμη εκείνη που αψηφά το χρόνο και το άγραφο παρελθόν, επαναφέρει στο παρόν το βίο προγόνων λειτουργώντας ως ισχυρό αντίδοτο στη Λήθη.

1. Ζακ Λεγκόφ, Ιστορία και μνήμη, εκδόσεις Νεφέλη, σ. 103. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


152

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

Δεν κυριαρχεί εδώ η Λησμοσύνη της Αχερουσίας, αλλά η αέναη ιέρεια της Μνημοσύνης, πηγή αιωνιότητας και αθανασίας2. Όμως μέσα σ’ αυτά τα διάσπαρτα λόγια μια δημιουργική αναρώτηση πήγαζε και εντόπιζε τα γεγονότα στους χώρους εξέλιξης ή στα δρώντα πρόσωπα που τα δημιούργησαν, για τα οποία οι απόγονοι, οι μεταγενέστεροι, αισθάνονταν συμμέτοχοι. Η πολύχρονη διαδοχική αναμετάδοση μέσω της μνήμης είναι βέβαιο ότι σε αρκετά σημεία αγγίζει το θρύλο ή τη μυθογραφία. Αυτό συμβαίνει για την ανάγκη της μνήμης και της αφήγησης, γι’ αυτό και η ακριβής χρονολόγηση καθίσταται δυσχερής. Όμως μέσα από τις θρυλικές διηγήσεις του παρελθόντος προκύπτει η ιστορική παρουσία. Εάν εμβαθύνει κανείς με φιλέρευνο πνεύμα στα γραπτά των πρώτων ιστοριογράφων ή αργότερα των ιστορικών θα διαπιστώσει την πολύμορφη αξία της μνήμης για την αναπαράσταση του βίου του παρελθόντος. Οι αφηγήσεις απηχούν μια πραγματικότητα ανάμεικτη με στοιχεία θρύλου και μύθου. Οι δύο αυτές έννοιες λειτουργούν-έστω με κάποια υπερβολή ή συγκεχυμένο αφηγηματικό λόγο-δυναμικά ενάντια στη Λήθη που καταδυναστεύει τη συνεχή ροή της ανάμνησης των παρελθοντικών πράξεων ή βιογραφιών προσώπων. Το χρέος επιβάλλει την καταγραφή και αυτή με τη μορφή πλέον του γραπτού λόγου θα επιμηκύνει την ιστορική έρευνα και ενδεχομένως θα επανορθώσει τυχόν υπερβολές ή ατεκμηρίωτες διηγήσεις. Περίπου το ίδιο συμβαίνει και στην αρχαιότητα. Η σταδιακή καταγραφή των παραδόσεων και του μνημονικού λόγου έφερε στο προσκήνιο τους γενεαλόγους, είτε ποιητές είναι αυτοί είτε πεζογράφοι. Μελετώντας την ιστοριογραφία του Εκαταίου του Μιλήσιου, συγκεκριμένα το έργο του με τίτλο Γενεαλογίαι, ο ερευνητής διαπιστώνει την πολύπελυρη αξία της μνήμης σε συνδυασμό με την αφήγηση των παραδόσεων στην απαρχή της συγγραφής της ιστορίας, έστω και με παράθεση μυθολογικών στοιχείων. Και στην περίπτωσή μας, στη Γενεαλογία της ιστορικής γενιάς των Μακρυγιανναίων, ο αφηγηματικός τρόπος από στόμα σε στόμα στη διαδοχή των απογόνων παρουσιάζει τον βίο, τη δράση, τις περιπέτειες των προγόνων των προγόνων τους και αναβιώνει περιγραφικά τα γεγονότα χωρίς βέβαια χρονολόγηση. Βοηθός στη σκέψη έρχεται ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς: «Όσες μνήμες που διασώζονται από ντόπιους… όλες να τις βγάλουν στο φως και να τις καταστήσουν κοινή γνώση για όλους, όπως τις παρέλαβαν, χωρίς να προσθέσουν ή να αφαιρέσουν το παραμικρό»3. 2. Η Μνημοσύνη, σύμφωνα με τον Ησίοδο (Έργα και ημέραι, 1-3, Θεογονία, 53-61) είναι μητέρα των Μουσών, κόρη του Ουρανού και της Γαίας, προσωποποίηση της μνήμης. 3. Για την επιστήμη της Γενεαλογίας βλ. την ενδιαφέρουσα μελέτη του Jacques Merurgey de Tupigny «Γενεαλογία» στο: Ιστορία και μέθοδοί της, τόμ. Β΄: Μεθοδική αναζήτηση των μαρτυριών, μτφρ. Ε Στεφανάκη, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999, σσ. 339-359. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων

153

Πάνω σε αυτή την αρχή στηρίχτηκε η προσπάθεια καταγραφής της Γενεαλογίας των Μακρυγιανναίων, χωρίς χρήση διθυραμβικών λέξεων, αλλά με καλλιέπεια, σεμνότητα και ηθική μεγαλοπρέπεια, αρετές που προσιδιάζουν στα ιερά πρόσωπα των προπατόρων. «Τάδε γράφω ως μη δοκεί αλήθεια είναι», κατά την προοιμιακή φράση του Εκαταίου του Μιλήσιου. Κράτησε χρόνια πολλά αυτή η επίμοχθη και βασανιστική αγωνία, να ακονιστεί η μνήμη από το βάρος των χρόνων των προγόνων, με στόχο να ολοκληρωθεί αυτή η πολύχρονη περιπέτεια, στο σκοτεινό δρόμο του παρελθόντος. Χωρίς αυτό ασφαλώς να εμποδίζει την εύγλωττη δημιουργία ερωτημάτων, αν το μνημονικό κατέγραψε με ορθότητα το δρόμο της ιστορικής γενιάς. Η επίμονη έρευνα, να εισχωρήσω στα σκοτεινά μονοπάτια του χρόνου της ιστορικής γενιάς, χωρίς τη βοήθεια των γραπτών πηγών, πέρασε από δοκιμασίες και προβλήματα, λόγω των συγκεκριμένων αφηγήσεων των γεγονότων, με μόνο εφόδιο τη μνημονική παράδοση, την αλάθητη εκείνη πηγή της γνώσης, στην οποία οφείλω να εκφράσω magnas gratias, ενώ συγχρόνως υποκλίνομαι στη μνημονική πήρα (σακούλι) εκείνων των προγόνων που αναζωογόνησαν με ιερό σεβασμό τη γενεαλογία της γενιάς τους, αλλά και στο στίχο του Ισπανού λόγιου «Διαβάτη, δρόμος δεν υπάρχει, τον δρόμο τον ανοίγεις προχωρώντας». Η επικοινωνία με πρόσωπα και πράγματα σε ευρύτατη κλίμακα: Τζουμέρκα, Ανατολική και Δυτική Πίνδος, Άγραφα, Ξηρόμερο, Αταλάντη, Πύργος… Η ανταμοιβή της έρευνας ενθαρρυντική. Οι προγονικές αφηγήσεις αναδείχτηκαν στο έπακρο αληθείς με τη βοήθεια της σχετικής βιβλιογραφίας, που ενδυνάμωνε τη θρυλούμενη μνημονική παράδοση. Παρακολούθησα από τη μια πλευρά τη θαυμαστή δύναμη της μνήμης και από την άλλη την ξένη σύγχρονη βιβλιογραφία για τη γραφή της γενεαλογίας ή ιστορίας. Αταλάντευτη η συμφωνία: η μνήμη αποτελεί την πρώτη ύλη της ιστορίας, είτε προφορική είτε γραπτή είναι αυτή. Αν σε μια ιστορική εποχή οι κοινωνικές συνθήκες αδυνατούν στη χρήση της γραφής-όπως στην περίπτωσή μας-στην καταγραφή των γεγονότων ή στη διαιώνιση των ονομάτων, τότε ο προφορικός παραδοσιακός λόγος γίνεται πηγή και μοχλός της ιστορικής έρευνας. Διαφορετικά το παρελθόν καταδικάζεται στη λήθη, όπως και οι επιγραφές που αφανίζονται στις αδήριτες διακυμάνσεις του χρόνου. Στην περίπτωσή μας η δραστηριότητα της γενιάς του παρελθόντος καταχωρείται και αναπαράγεται στη μνήμη των πρεσβυτέρων, ανδρών ή γυναικών. Το ρόλο συνήθως αναλαμβάνουν οι γέροντες και οι γριές γυναίκες. Η ανάθεση της αφηγηματικής εξιστόρησης του παρελθόντος στα ηλικιωμένα πρόσωπα είναι μια φυσιολογική δραστηριότητα της γεροντικής ηλικίας ως «μυθολόγου», κατά τον Πλάτωνα. Εάν η ιστορική έρευνα περιοριστεί στα γνωστά πεδία, τότε η ανθρωπότητα αδυνατεί να κατανοήσει με ορθότητα και πολύπλευρο τρόπο το παρόν και να Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


154

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

διαμορφώσει το μέλλον, κατά τον P. Burke. «Είναι αδύνατο να μελετήσει κανείς το παρελθόν χωρίς τη βοήθεια μιας ολόκληρης αλυσίδας διαμεσολαβητικών παραγόντων που συμπεριλαμβάνουν όχι μόνο τους ιστορικούς, αλλά και τους αρχειοφύλακες που τακτοποίησαν τα έγγραφα, τους αντιγραφείς που τα έγραψαν και τις μαρτυρίες εκείνων τα λόγια των οποίων έχουν καταγραφεί. Οι προφορικές καταθέσεις των ανθρώπων, όχι μόνο ως αυτοπτών μαρτύρων, αλλά και ως φορέων της συλλογικής μνήμης συνιστούν ανεκτίμητη πηγή ιστορικής μαρτυρίας4». Αναζήτησα τα μέρη που έζησαν, εκεί που έχτιζαν τα κονάκια, τις στάνες που ακόμη σώζονται ερείπια-σαν αρχεία από πέτρες-σκεπασμένες από θάμνους και αγριόχορτα, αλλά ζωντανές για να μιλήσουν για τα περασμένα. Όταν κάθεσαι στις ερειπωμένες πέτρες της στάνης, δεν χρειάζεσαι άλλη μαρτυρία. Ακόμη και ο άνεμος σφυρίζοντας στις χαραμάδες της ξερολιθιάς διηγείται το βίο εκείνων των χρόνων, αρκεί να αισθανθείς βαθιά μέσα σου τα δρώμενα της εποχής, τον τρόπο διαβίωσης των ανθρώπων, τη σαρακατσάνικη ζωή και να μετατρέψεις τον αντίλαλο που εκπέμπουν σε αφηγηματική γραφή και ιστορική γνώση. Ταυτόχρονα μπαίνει το καίριο ζήτημα της αξιοπιστίας των προφορικών μαρτυριών που με οδήγησαν στη σύνθεση της γενεαλογίας. Όμως αν επικρατήσει αυτή η εκδοχή, τότε η αποσιώπηση των προφορικών μαρτυριών θα στερούσε την ιστοριογραφία από αυτό το αξιόλογο υλικό, που μπορεί στο μέλλον, με την καταγραφή και άλλων συναφών μαρτυριών, να ακυρώσει το ενδεχόμενο μη αξιοπιστίας και οι προφορικές αυτές μαρτυρίες να καταστούν αξιομνημόνευτες ιστορικές πηγές για τους μέλλοντες ερευνητές της Νεοελληνικής Ιστορίας. Αποτελεί για μένα «το νόστιμον ήμαρ», μια επάνοδο μέσα από το σκοτεινό και άγραφο παρελθόν, το να παρουσιάζω σήμερα μέσα απ’ τις σελίδες των καταξιωμένων «Τζουμερκιώτικων Χρονικών» τη συγκομιδή της ανεκδιήγητης πολύχρονης προσπάθειας. Ο αναγνώστης, δικαιολογημένα, θα απορήσει, μελετώντας την ιστορική αυτή έκθεση, χωρίς την παρουσία ικανών γραπτών πηγών, όπως εύλογα έχει συνηθίσει μελετώντας τη γραφή πραγματειών ή διατριβών, των οποίων γνώρισμα είναι ο βιβλιογραφικός και αρχειακός ερανισμός, με απότοκο μια πυραμίδα υποκειμενικών κρίσεων και απόψεων. Στην περίπτωσή μας, η συγκέντρωση των στοιχείων υπήρξε επίπονη και σε πολλές περιπτώσεις άκρως απαισιόδοξη, γιατί η νίκη στη λήθη και την αφάνεια που χαρακτηρίζουν το χρόνο είναι πραγματικός άθλος! Προτού, όμως, εκφρα-

4. Βλ. P. Burke: Αυτοψία. Οι χρήσεις των εικόνων ως ιστορικών μαρτυριών, εκδ. Μεταίχμιο, σ. 16. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων

155

στούν δυσμενείς κρίσεις, επιβάλλεται να αναλογιστούν τις δραματικές συνθήκες και δοκιμασίες εκείνα τα μαύρα χρόνια που πέρασε το γένος μας μετά την αποφράδα Τρίτη του 1453. Ευτύχημα ήταν η διατήρηση, στην ταλαιπωρημένη μνήμη, των απλών εκείνων προγόνων που σφιχτόδεσαν το γενεαλογικό δέντρο, έστω ανάμεικτο με το θρύλο, των σχετικών παραλλαγών στην αφήγηση των γεγονότων. Σημασία δεν έχει αν υπάρχουν αναπόδεικτα περιγραφικά δρώμενα. Αξία έχει πως αυτά, ως γραπτά πλέον μνημεία, θα παραμείνουν τεκμήρια στη μελλοντική ιστορική έρευνα… Ήταν μαύρα κι αβάστακτα της σκλαβιάς τα χρόνια πριν από το 1500, πάνω κάτω, για τον Ηπειρώτη. Χειρότερα έγιναν αργότερα, μετά τα πρώτα κινήματα του Διονυσίου του Φιλοσόφου, ενώ μετά το 1611 τα προβλήματα έγιναν αβάσταχτα για τους απροστάτευτους ραγιάδες. Το κίνημα, από τα πιο γνωστά επαναστατικά στον ηπειρωτικό χώρο, αναστάτωσε τους κατακτητές. Ο ενθουσιασμός είχε συγκλονίσει τον ηπειρώτικο και θεσσαλικό χώρο, περί την οροσειρά της Πίνδου, ενώ τους Οθωμανούς τους έπιασε η βάρβαρη ανατολίτκη λύσσα. Ήταν η εποχή που είχαν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται στα δερβένια και στα βουνά οι πρώτοι ανυπότακτοι, οι οποίοι έκαμαν την εμφάνισή τους στην περιοχή της Πίνδου, σχεδόν λίγα χρόνια μετά την άλωση της Πόλης. Είναι η πρώτη περιοχή εμφάνισης ελεύθερων Ελλήνων προμάχων της ανεξαρτησίας, όπως προέκυψαν με την ανάπτυξη της παιδείας, στην περίοδο των Δεσποτάτων. Περνούσαν από τις στάνες και τα καλοκαιριάτικα κονάκια των τσοπάνηδων και τσελιγκάτων κουβεντιάζοντας για το πώς θα γίνει το γιουρούσι να διώξουν την Τουρκιά, που είχε εγκατασταθεί για τα καλά στα πατρογονικά χώματα. Αλλά κι αυτή δεν το ‘βαλε κάτω. Μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Διονυσίου του Φιλοσόφου, τα παιδομαζώμτα, οι εξισλαμισμοί αρχίζουν να τυραννούν τον ηπειρώτικο χώρο. Κι όπως αφηγούνται οι παραδόσεις, αυτή την εποχή, αλλά και μετά το 1600 περίπου, σ’ ολόκληρη την περιοχή της Χαονίας-Θεσπρωτίας και σ’ όλα τα χωριά του κάμπου, όπου ξεχειμωνιάζουν οι Σαρακατσάνοι Μακρυγιανναίοι, το φαινόμενο ήταν δραματικό για τους πιστούς ραγιάδες. Από τους καλοστεκούμενους μερικοί αλλαξοπίστησαν, για να γίνουν αργότερα οι λεγόμενοι σπαχήδες φοροεισπράκτορες. Για τη Μακρυγιανναίικη φάρα αυτό ήταν κάτι το αδιανόητο. Η εικόνα του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα ήταν ανεκτίμητο λατρευτικό κειμήλιο στο κονάκι ή στη σαρακατσάνικη καλύβα τους. Ο κάμπος πια δεν μας κρατάει… μόνο τα λεύτερα βουνά θα μας σώσουν, έλεγαν πάππου προς πάππον. Δύσκολα και κατάμαυρα ήταν τα κατοπινά χρόνια: σφαγές, λεηλασίες, αρπαγές, άγριο κυνήγημα όλων των ραγιάδων που ζούσαν στον κάμπο και στα παραλιακά μέρη της Νικόπολης, της Λάμαρης και της Θεσπρωτίας. Τρόμος και Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


156

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

φόβος στα χωριά του κάμπου και τις πολιτείες που ζούσαν οι ήσυχοι ραγιάδες, κοιτώντας το νοικοκυριό τους. Άρτα, Γιάννινα, Νικόπολη, Ξηρόμερο, φόβος και τρόμος. Οι τσοχανταραίοι με τα γνωστά τσιράκια τους-δυστυχώς ήταν αρκετά-περνούνε από κόσκινο όλα τα κονάκια των ραγιάδων. Τα κατάστιχα και τα δεφτέρια δουλεύουν. Αγόρια και κορίτσια σημειώνονται και καταγράφονται από τους τσαούσηδες. Όσοι σηκώνουν κεφάλι, δέχονται συχνές επισκέψεις των τσοχανταραίων. Σπάνε πόρτες, μπαίνουν στα φτωχόσπιτα, τρομάζουν τον κοσμάκη, ρημώνουν τα φτωχικά κονάκια, βασανίζουν, αρπάζουν… και πάλι απ’ την αρχή. Το Μακρυγιανναίικο σόι, θέλεις φάρα, θέλεις ταράφι, ζει εκείνα τα χρόνια, πριν από το 1600, στα χαμηλοβούνια ή ριζώματα των σουλιώτικων βουνών. Πάππου προς πάππον μια σαρακατσάνικη ζωή και βιοπάλη, χωρίς να ξέρουν πόσα χρόνια γινόταν αυτό το ανέβα-κατέβα, ξεκαλοκαιριά-χειμαδιά. Δεν μπόρεσε η μνήμη ή η θύμηση να κρατήσει πόσα χρόνια ή αιώνες να διηγηθεί, έστω και αμυδρά, το βαρυφορτωμένο παρελθόν της γενιάς. Απλώς κράτησε το «δεν θυμάται κανένας», πότε και πώς κρατάει η γενιά, όμως πριν από την Άλωση της Πόλης, το 1453… Ζούνε μια νομαδική σαρακατσάνικη ζωή με νοικοκυριό και οργάνωση τσελιγκάτου, με βαθιές ρίζες, που φτάνουν ακόμη στη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Ακολουθώντας τα κοπάδια, σαν τα αποδημητικά πουλιά, ανεβοκατεβαίνουν με τα ζωντανά χειμαδιά-βουνά, σκληροί και κολλημένοι στη μοίρα του πανάρχαιου ιστορικού βίου τους. Ταράφι, όλοι ζορμπάδες, άλλοτε αρματολοί κι άλλοτε κλέφτες. Έτσι το κουβέντιαζαν οι μουχτάρηδες των χωριών, που τους ήξεραν! Ζορμπάδες ανυπότακτοι με λαϊκό σύμβολο τον τελευταίο βυζαντινό αυτοκράτορα. Τα χρόνια διαβαίνουν, προτού ακόμη αλλάξει η γνωστή χρονολογία. Το βιος τους, αιγοπρόβατα κι άλογα για τη μετακίνηση, άνοιξη-φθινόπωρο. Τον χειμώνα, κοντά στα ηπειρωτικά παραλιακά χωριά, με συχνές αλλαγές χειμωνιάτικης ή καλοκαιριάτικης ζωής. Από Ξηρόμερο μέχρι κάτω προς τα μέρη της Πάργας και της Νικόπολης ήταν γνωστοί, αλλά η αφηγηματική θύμηση αμυδρά κρατάει τα γεγονότα… Στήνανε τα σαρακατσάνικα κονάκια τους με προϊστορική τέχνη και μαστοριά, κουβαλώντας μαζί τους την εμπειρία της ποιμενικής ζωής από την πελασγική ακόμη εποχή. Όπου, όμως, κι αν κονάκευαν, άφηναν καλό όνομα. Δεν είχαν έχθρητες με τον κόσμο. Οι λογαριασμοί τους σωστοί και παστρικοί. Όλον τον χειμώνα εδώ στα χαμηλά, αλλά το καλοκαίρι ανηφόριζαν για τα αγαπημένα τους βουνά. Πιστοί αιώνια στις παραδόσεις του γένους, μακριά απ’ τους άπιστους, με πένθος και νηστεία κάθε Τρίτη και Παρασκευή, μετά από το πάρσιμο της Πόλης. «Δυο σταυρώσεις έχει η βδομάδα», έλεγαν, με κάποιο βαθύ αναστεναγμό. Τόση ήταν η στενοχώρια τους, που άφηναν τα μαύρα πρόβατα να αβγαταίνουν στο κοπάδι. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων

157

Όταν καλοσύνευε ο καιρός, κοντά στ’ Αϊ-Γιωργιού και μύριζε η άνοιξη, όλο το κονάκι στο πόδι. Φόρτωμα το νοικοκυριό στα μικρόσωμα άλογα, μικροί και μεγάλοι παίρναν τις στράτες και τα ακοπότερα μονοπάτια για τα βουνά. Πιάναν πάνω στα διάσελα κι ισιώματα ή στους κρυμμένους μαχαλάδες των βουνίσιων χωριών για ξεκαλοκαιριό. Ανέβαιναν στα σουλιώτικα βουνά, στ’ ανάρραχα και στις σπηλιές ή κοντά στις κούλιες, να διαβεί το καλοκαίρι, κι έχει ο Θεός! Αυτά τα χρόνια, τα χρόνια του Δεσποτάτου, ζούσαν εδώ κάτω στα χωριά της Νικόπολης τον χειμώνα, αλλά το καλοκαίρι στα σουλιώτικα βουνά. Έτσι τουλάχιστον έμεινε στην αμυδρή θύμηση! Όταν έπεσε η Πόλη, τα πράματα άλλαξαν, όχι όμως και η σαρακατσάνικη Μακρυγιαναίικη νομαδική βιοπάλη. Ψιλόλιγνοι, λιπόσαρκοι με αρχαία δωρική κορμοστασιά, άνδρες και γυναίκες, γνήσιοι απόγονοι των Μολοσσών ή των Αθαμάνων, με πανάρχαιο ομηρικό τρόπο ανθρώπινης ζωής. Το καλοκαίρι στα γυμνά πετροβούνια των απέραντων σουλιώτικων βουνών ή στις νότιες πλαγιές των δωδωναίων βροχοδαρμένων φαραγγιών, ή ακόμη στα ριζά κάτω από το ιστορικό Κούγκι, στα δίσεκτα χρόνια της σκλαβιάς. Το θερινό ηλιοστάσιο, οι γυναίκες, ακολουθώντας πιστά τις μυκηναϊκές παραδόσεις, ετοίμαζαν το κονάκι για τις χειμωνιάτικες ανάγκες. Το ίδιο και οι θυγατέρες, σωστές Αμαζόνες, κοντά στους γονείς και τ’ αδέλφια, προτού ανοίξουν δικό τους κονάκι. Ήξεραν καλά τη σαρακατσάνικη και ποιμενική ζωή με όλα τα χουσμέτια της. Κάπες από γιδόμαλλο, σεγκούνια, μπέρτες, καλοφτιαγμένες φορεσιές με τ’ αστέρι της Βεργίνας και το κλειδί της Πόλης -ο αρχαίος Μαίανδρος- αλλά πάνω απ’ όλα το ντουφέκι! Το γένωμα των μάλλινων γινόταν -τότε και τώρα- στους νερόμυλους, στα γνωστά μαντάνια, ή στην ανάγκη σε ποτάμια με μικρούς καταρράκτες, βαλμένα πάνω σε ποταμίσιες πέτρες. Πανάρχαιος τρόπος τριβής για τα μάλλινα σκεπάσματα και φορεσιές. Ο νεολιθικός τρόπος ζωής σε πλήρη εφαρμογή. Εδώ ριζώνει χρόνια τώρα, όμως η ανάμνηση δυσκολεύεται να διηγηθεί τα περασμένα, παρά μόνο λίγες σκόρπιες θύμησες βοηθούν να συνθέσουμε την ιστοριογραφία της γενεαλογίας της Μακρυγιανναίικης γενιάς. Με σιγουριά, όμως, λέγουν πως ζούσανε στα παραλιακά τόπια για τον φόβο των Τούρκων, των πειρατών ή Βενετσιάνων, πιάσαν τα κορφοβούνια ή τα ριζά των βουνών, μακριά από τις επιδρομές και το καθημερινό πλιάτσικο των Τουρκοαρβανιτάδων. Ήθελαν ζωή λεύτερη, μακριά από τη μαρτυρική ζωή των σκλαβωμένων. Ο αέρας ήταν βαρύς τότε σ’ όλα τα ηπειρώτικα χωριά του κάμπου. Εδώ πάνω ρίζωσαν και με τα χρόνια συνήθισαν τη βουνίσια βιοπάλη. Σκληροί, υπομονετικοί, αγέρωχοι με φουσκωμένα τα στήθια για λεύτερη ζωή, μάθαιναν καλά το καριοφίλι, το σημάδι, τη λιτοδίαιτη κλέφτικη ζωή των κακουχιών και ταλαιπωριών. Αυτά τα κράτησε όλα η μνήμη. Το ρίζωμα εδώ πάνω στα σουλιώτικα χαμοβούνια κι ισιώματα κράτησε πολλά χρόνια. Όταν οι ανάγκες το Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


158

Χρήστος Ηλ. Μακρυγιάννης

’φερναν, κατέβαιναν προς τα μέρη της Πάργας, για τις ανάγκες και τις προμήθειες της σαρακατσάνικης ζωής. Η Βενετιά έφερνε όλα τα καλούδια. Αγόραζαν ό,τι χρειάζονταν, αλλάζοντας με τα δικά τους γεννήματα του ποιμενικού βίου. Άλλοτε στις σουλιώτικες πλαγιές κι άλλοτε στα νότια χαμηλοβούνια του Τόμαρου, περνούσαν τα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς. Σ’ αυτά τα μέρη, λέγανε, πως χτίσανε και μικρές κούλιες, μικρά καστρόσπιτα και προκομμένες στάνες. Έτσι, με κάποια ηρεμία, περνούσε ο καιρός, όσο να βγουν αληθινές οι προφητείες των μοναχών και καλογέρων, που συχνά περνούσαν απ’ τη Μακρυγιαναίικη στάνη. Πότε όμως ήρθαν και στήσανε το κονάκι τους εδώ στ’ απάτητα βουνά, η μνήμη τα ιστορεί κάπως ανακατωμένα… Κάνανε συγγένειες, κουμπαριές, συνοικέσια, ανταμώθηκαν με τις μεγάλες σουλιώτικες φάρες: Κουτσονικαίους, Γιωταίους, Μποτσαραίους [μαρτυρία Γιάννη Τσαμάκου 1886-1983], αλλά κράτησαν τα δικά τους χούια, πολύ διαφορετικά από εκείνα που είχαν τα σουλιώτικα ταράφια. Διηγούνται όμως ότι η γενιά τους βοήθησε με ρούχα και γρόσια τον άγιο Διονύσιο το Φιλόσοφο, όταν ήταν καλόγερος στο μοναστήρι στο Διχούνι5, στο καστρομονάστηρο, εκείνο με τις διπλές πολεμίστρες και ντάπιες, ανάμεσα σε βαθιά κι ισκιωμένα φαράγγια κρυμμένο κι έρημο. Πήγαιναν συχνά εκεί, το είχαν τάμα στους αγίους. Εύλογα θα διερωτηθεί κανείς. Ποια είναι η ιστορική αλήθεια; Τις οίδεν! Απαντούσαν οι σοφοί πρόγονοι, αλλά με μια φωνολαλιά σύντομη, τισοίδε… Πώς τώρα μπορείς να καταλάβεις τον ομηρικό λόγο; Βαριά πλάκωσε ο τρόμος στα γύρω χωριά του κάμπου της Ηπειρώτικης χώρας μετά το 1611. Γι’ αυτό και η Μακρυγιανναίικη σαρακατσάνικη στάνητσελιγκάτο-έπιασε για τα καλά τ’ απάτητα βουνά. Έχοντας χάσει αρκετό βιος, αρχίζουν τη νέα ποιμενική βιοπάλη, διασκεδάζοντας τη μοίρα τους στους γυμνούς βράχους με τα μπαρουτοκαπνισμένα καριοφίλια. Χτίζουν τις στάνες και τα κονάκια σ’ απόκρυφα ισιώματα κι ανοιχτά διάσελα να αγναντεύουν μακριά κάτω στον κάμπο και στα καμποχώρια. Δεν έγινε γνωστό σε ποιο μέρος χτίσανε κι ένα καστρόσπιτο… Οι παντρεμένες θυγατέρες ζούσαν με τις φάρες των ανδρών τους. Οι νύφες, άλλες Σουλιώτισσες, άλλες από τα χωριά του κάμπου, άλλες από τα γιαννιώτικα χωριά, ετοίμαζαν το σαρακατσάνικο κονάκι, έχοντας πάντα δίπλα τους τα μωρά και το ντουφέκι. Είναι άγνωστο πόσο καιρό κράτησε εδώ το Μακρυγιανναίικο κονάκι. Όμως, κράτησε καλά και το διηγείται πως κάποια άνοιξη, γύρω ή προτού το 1700, ίσως και παραπάνω, φορτωμένοι ζώα κι άνθρωποι, παίρναν τα μάτια τους μ’ όλα τα σαρακατσάνικα σύνεργα και συγύρια τους-όμοια κι ίδια απ’ τη χάλκινη 5. Θ. Πετσάλη, Μαυρόλυκοι, τόμ. Α΄, σ. 151. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η γενεαλογία των Μακρυγιανναίων

159

εποχή -πάλι για τ’ απάτητα κι απόκρημνα βουνά… Τώρα ξέρουμε κι τ’ όνομα του αρχηγέτη της φάρας. Γώγο Μακρυγιάννη τον έλεγαν. Μάθαμε ακόμη ότι τα ονόματα στη Μακρυγιαναίικη φάρα ήταν πάνω-κάτω τα ίδια: Γιάννης, Μήτσος, Κωνσταντής, Αλέξης, Παρασκευή, Κατερίνα, Δέσπω, Ελένη, Βασιλική, Χρήστος, Λάμπρος…, όπως περίπου και τώρα. Πήραν όλο το βιος μαζί τους. Μόνο τα μνήματα των γονιών, των προγόνων και συγγενών έμειναν εκεί σκεπασμένα από το χρόνο με τ’ άγια χώματα. Σήμερα ο άνεμος της Σελαΐδας, που φυσάει ολοχρονίς, συχνομιλάει με τις αθάνατες εκείνες ψυχές, που ανεβοκατεβαίνουν τα κρυστάλλινα νερά του διπλανού ποταμού Αχέροντα. Πάνω στα ιερά μνήματα ορθώσανε μικρούς τύμβους από πέτρες για να μπορούν να τους ξαναβρούν, όταν με το καλό ξαναγυρίσουν6. Τα χρόνια όμως τα σκεπάσανε, μόνη συντροφιά η θλιμμένη λαλιά του γκιώνη και της κουκουβάγιας που θρηνεί την ερημιά και την εγκατάλειψη στα πέτρινα κονάκια, τις στάνες και τα γυροβόλια-μαντριά. Πεζοπορώντας κοπάδια κι άνθρωποι, πήραν τα παλιά μονοπάτια, που φέρουν προς τα Γιάννινα και τα Τζουμερκοχώρια. Τα ’ξεραν τα χωριά και τον τόπο. Είχαν και μια παλιά κουμπαριά με κάποιον Πραμαντιώτη ή Μελισσουργιώτη ή κάποιο συνοικέσιο με τσελιγκάτο, που ξεχειμώνιαζε κάτω στα μέρη της Πρέβεζας (πιθανώς από το σόι Μολώνη ή Καρατζένη). Δεν άντεχαν άλλο πια τ’ αβάσταχτα σουλιώτικα χούια. «Με το χάκι δίκιο δεν γίνεται», έλεγαν με βιοσοφική απλότητα. Φαγωμάρα, ντουφεκίσματα, ζωή με μαύρο ψωμί δεν περνάει ο καιρός, έλεγαν, κουβεντιάζοντας οι κεφαλές της Μακρυγιαναίικης φάρας. Ήταν αλλιώτικα τα σαρακατσάνικα έθιμα. Έπειτα η Μακρυγιανναίικη γενιά δεν ξεστόμιζε άλλη φωνολαλιά, παρά μόνο τη γνήσια φωνή της ομηρικής εποχής. Ούτε τους άρεσε ν’ ακούνε τούρκικες ή αρβανίτικες κουβέντες. «Είναι μεγάλη αμαρτία», έλεγαν. Κι αν καμιά φορά έφερναν οι ανάγκες να λαλήσουν ξένη κουβέντα, αμέσως έφτυναν μακριά, λέγοντας «στάχτη στη γλώσσα μου»! Ήταν, για τη σαρακατσάνικη φάρα, παράξενη η σουλιώτικη ζωή. Κλεισμένοι για μέρες μέσα στις κούλιες, στα σουλιώτικα καστρόσπιτα, η φαγωμάρα κρατούσε χρόνια. Καλύτερα μακριά απ’ αυτό το σινάφι, έλεγαν συχνά… Να προσθέσουμε ακόμη ότι κάποιος από τη φάρα υπηρέτησε ως strattioti κάτω από τη σημαία της Βενετσιάνικης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου εναντίον των Τούρκων.

(Συνεχίζεται...) 6. Αιώνες αργότερα, ένας νεότερος Μακρυγιάννης, διηγείται κάτι παρόμοιο: «... Ήταν ένας απέραντος ερημότοπος, εκεί που κάνει μια μεγάλη γωνιά το ποτάμι ο Σαγγάριος, εκεί ήταν οι πρόχειροι τάφοι και οι ξύλινοι σταυροί με μαύρες πέτρες των σκοτωμένων ηρώων της μάχης του Σαγγάριου, που εκεί έμειναν για πάντα με αιώνιο μνημόσυνο το θολωμένο άνεμο της Αλμυράς ερήμου... Κοιτούσαμε τους σταυρούς κι ακούγαμε παντού αόρατες φωνές. Τραβάτε μπροστά ηρώων απόγονοι... (Απόσπασμα ανέκδοτων διηγήσεων της Μικρασιατικής εκστρατείας των αδερφών Γ. και Ηλ. Μακρυγιάννη, επικών ηρώων της μάχης του Σαγγάριου). Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


160

Δημήτριος Γ. Καλούσιος

Αν α φ ο ρ έ ς τ ο υ Μ α τ σ ο υ κ ί ο υ Ι ω α ν ν ί ν ω ν κατά τον 18ο και 19ο αιώνα Πρόκειται για τρία έγγραφα, τα δύο από το Αρχείο του Αλή πασά Ιωαννίνων της Γενναδείου Βιβλιοθήκης Αθηνών, το άλλο από τη Μονή Δουσίκου Τρικάλων, που αφορούν την διασπορά των Ματσουκιωτών καθώς και κτηνοτροφικά θέματα. Α΄ ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΤΩΝ ΜΑΤΣΟΥΚΙΩΤΩΝ

Τ

ο άγονο του εδάφους, αλλά και διάφορες ιστορικές περιστάσεις, ανάγκαζαν, κατά καιρούς, τους Ματσουκιώτες να ξενιτεύονται, από παλιά μέχρι σήμερα, για μια καλύτερη ζωή. Τα έγγραφά μας αναφέρονται σε εγκαταστάσεις Ματσουκιωτών στους σημερινούς νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας. 1. Διασπορά Ματσουκιωτών στον νομό Τρικάλων Τον Δεκέμβριο του 1767 ο οικουμενικός πατριάρχης Σαμουήλ εξέδωσε επιτίμιο για τους καταπατητές του τσιφλικιού της Μονής του Δουσίκου στο Γοργογύρι Τρικάλων1. Οι σφετεριστές της μοναστηριακής περιουσίας συμμορφώθηκαν μεν, αλλά προσωρινά, γι’αυτό, λίγα χρόνια αργότερα, στις 20 Φεβρουαρίου 1789, ο Τρίκκης Αμβρόσιος αναγκάστηκε να εκδώσει εκκλησιαστικό βεβαιωτικό γράμμα, στο οποίο καθορίζονται επακριβώς τα σύνορα του χωριού Γοργογύρι, κυρωμένο και από τις μαρτυρίες των εντιμοτάτων κληρικών και αρχόντων, καθώς και των χρησιμοτάτων προεστώτων. Σε κάποιο σημείο του εγγράφου λέγεται, ότι «τό σίνορον τοῦ χωρίου γουργουγίρι...ἀνέρχεται...κ(αί) ἰς γκοριτζιές ὁπου ἴχον τάς καλίβας ἱ ματζουκιώται:...». Το τοπωνύμιο «γκοριτζιές»-Γκορτσιές, από το ομώνυμο δένδρο, υπάρχει και σήμερα, σε ίση απόσταση, δύο περίπου χιλιόμετρα, αναλυτικά από το Γοργογύρι και βορειοανατολικά από το Ξυλοπάροικο, στο οποίο και ανήκει, σύνορο στα δύο χωριά. Πρόκειται για ραχούλες, γεμάτες βλάστηση, στα ανατολικά τους αρκετός πεδινός τόπος, περιοχή κατ’ εξοχήν κτηνοτροφική μέχρι σήμερα, βόρεια κατεβαίνει από τον Κόζιακα ο Κεφαλοπόταμος (Μεγάλο ποτάμι), για τις πλημμύρες του Ανάποδος. 1. Κώδ. 59, σελ. 376-377 Μονής Δουσίκου. Για την περιγραφή του κώδικα: α) Σοφιανός 2004, 119-125. β) Καλούσιος 2010α, 144-152. Έκδοση του εγγράφου με φιλολογική αποκατάσταση, Θεοδωρόπουλος 2010, 222. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Αν αφορέ ς το υ Ματσο υκ ίο υ Ιωαν ν ίν ων κ ατα τον 1 8 ο κ α ι 1 9 ο α ιών α

161

Το παραπάνω έγγραφο είναι καταχωρημένο από τον Χατζη-Γεράσιμο στον κώδ. 87 της Μονής Δουσίκου, το εξέδωσε «με φιλολογική αποκατάσταση» ο Θεοδωρόπουλος2. Το καταχωρούμε εδώ κατά την γραφή του Χατζή-Γεράσιμου:3 Ὄτι τό σίνορον τοῦ χωρίου γουργουγίρι ἄρχεται / ἀπό τιν ρίζαν τίς λυκομαγούλας: κατα τό μέρος τίς / π(α)π(α)ράντζας: κ(αί) ἀνέρχεται ἄνω ἰς τίν μπορδαλιάν: / κατάραχα: κ(αί) ἰς τόν πινακά κ(αί) ίς τιν ράχιν ὁπου ἑχη / το σίνορον με τούς λεπινιτζιώτες: κ(αί) ἱς τιν φυλουργιάν κα/τευθίαν: ἰς τιν ράχην: κ(αί) ἵς τίν μάυριν πέτραν: κ(αί) / ἰς γκοριτζιές ὁπου ἴχον τάς καλίβας ἱ ματζουκιώται: / κ(αί) ἰς το πλάΓι τίς ράχις: κ(αί) κατέρχεται ἐώς ἰς τό κασί/μι: τό ἐκίθεν μέρος τίς ράχις ἵναι ὅλον ξυλοπα/ρεκιώτικων: κ(αί) τό προς το ξυρόκαμπον μέρος: / ἴναι ὅλον γουργουράτικον: κ(αί) ούτος ἀποφασίσα/μαν κ(αί) ἡμίς αὐτίν τίν μαρτυρίαν: ὁπου ἔΓινε κα/τα τίν ἰριμένιν ἔρευναν κ(αί) ἐξέτασιν: να τιν βε/βαιώσομεν κ(αί) δια τοῦ παρόντος ἡμετέρου ἐκκλησιαστικού / γράμματος: Κώδ. 87, σελ. 155 Μονής Δουδια να λίψι ἱς το ἐξίς ἱ τρέχουσα φι/λονικία: μεταξί σίκου, όπου γίνεται λόγος και για τα Καλύβια των Ματσουκιἀυτῶν: δια να μίνι ἰς διηνε/κί μνίμιν: κ(αί) πλιρο- ωτών στις Γκορτσιές του Ξυλοφορία τόν μεταγενεστέρον/ πάροικου Τρικάλων. δια τούτο εξεδόθι ἰς τούς ἵριμένους π(ατέ)ρας το παρον ἐκκλισιαστικόν / βεβαιωτικόν γράμα κ(αί) κεκυρομέν(ον) επιβεβαιώσι τίς ἡμ(ῶν) / ταπινότιτος: κ(αί) μαρτυρί(αις) τ(ῶν) περι ημάς εντιμοτάτων κλιρικῶν κ(αί) αρχόντ(ων) / κ(αί) τ(ῶν) χρισιμοτάτ(ων) προεστότ(ων) του ἐνταύθα βιλαετίου: ᾳψπθ: φευρ:[ουαρίου] κ’ Από την σημερινή ζωντανή παράδοση μας είναι γνωστό, ότι Ματσουκιώτες, από τα τέλη του 19ου αιώνα, είχαν εγκατασταθεί σε γειτονικά χωριά του Γοργογυρίου και στα ανατολικά του. Συγκεκριμένα κατ’αρχάς βρέθηκαν στην Τσιάρα (Φωτάδα), αργότερα μετακινήθηκαν στα Βλάχικα του γειτονικού Βαλτσινού, 2. Θεοδωρόπουλος 2010, 224. 3. Κώδ. 87, σελ. 155 Μονής Δουσίκου. Περιγραφή του κώδικα: α) Σοφιανός 2004, 183186. β) Καλούσιος 2010α, 157-159. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


162

Δ η μ ήτρ ιο ς Γ. Κα λ ο ύ σιο ς

περί το 1891 εκαταστάθηκαν στη θέση Μαργάρα (ανθρωπωνύμιο), βόρειες παρυφές της Παπαράντζας (Δενδροχώρι), τελικά, το 1924, απόκτησαν δικό τους τόπο ανατολικά της Παπαράντζας και κοντά στο Βαλτσινό. Εδώ εξακολουθούσαν να ζουν σε καλύβες, εξ ου και η ονομασία του οικισμού Καλύβια (αργότερα Ματσουκιώτικα), συνολικά 17 οικογένειες, οι άλλες 23 αναχώρησαν για το Τσιότι (Φαρκαδόνα) Τρικάλων.4 Οι εν λόγω Ματσουκιώτες ασχολούνταν με λίγη κτηνοτροφία, δούλευαν στα τυροκομεία, πωλούσαν στα Τρίκαλα ξύλα από τον Κόζιακα, 20! χιλιόμετρα απόσταση, άλλοι ήταν αγωγιάτες, φουρνάρηδες, τσιομπαναραίοι σε ξένα γιδοπρόβατα, εργάτες, κλπ. Από το παραπάνω, όμως, έγγραφο πληροφορούμεθα, ότι Ματσουκιώτες κυκλοφορούσαν στα μέρη αυτά τουλάχιστον ένα αιώνα γρηγορότερα, ήτοι από τον 18ο αιώνα. 2. Διασπορά Ματσουκιωτών στα Άγραφα της Καρδίτσας. Σύμφωνα με τον Κουβαρά ήδη λίγο μετά το 1750 «ἐχάλασε τό Ματζοῦκι καί ἐσκόρπισαν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τά βαριά δοσίματα».5 Κατά την εποχή του Αλή πασά των Ιωαννίνων (1788-1822) το Ματσούκι έγινε τσιφλίκι του το 1809, οπότε, μερικοί Ματσουκιώτες, αδυνατώντας να πληρώσουν τα βαριά δοσίματα, έφυγαν για τα Άγραφα, επίσης Άρτα, Τρίκαλα, Καρπενήσι, Υπάτη, Λαμία και Βοδονίτσα (Μενδενίτσα) της Φθιώτιδας.6 Σύμφωνα με έγγραφο του Αρχείου του Αλή πασά στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη μερικοί Ματσουκιώτες είχαν εγκατασταθεί, πριν τριάντα χρόνια, στο χωριό Ζογλώπι (Ραχούλα) των Αγράφων της Καρδίτσας.7 Αλλά τώρα το χωριό καταγωγής τους ζητάει από αυτούς ή να επιστρέψουν στο Ματσούκι, ή να καταβάλουν εφτά πουγγιά, ήτοι 3.500 γρόσια, έναντι των φορολογικών υποχρεώσεών τους. Τότε οι Ματσουκιώτες της Ραχούλας προτίμησαν να επιστρέψουν στο χωριό τους, πράγμα που σήμαινε, όμως, μείωση της φορολογίας για το Ζογλώπι. Τότε οι εργαζόμενοι στην Κωνσταντινούπολη Ζογλωπίτες με αίτησή τους ζητούν από τον Αλή πασά να τακτοποιήσει το εν λόγω θέμα. Δυστυχώς το εν λόγω έγγραφο είναι αχρονολόγητο, αναφέρεται μόνον ημερομηνία 10 Ιουνίου. Γνωρίζουμε, όμως, ότι ο Αλή πασάς, όταν το 1809 υπέταξε το Ματσούκι, τότε υπέδειξε στους κατοίκους να ζητήσουν από τους εκπατρι4. Καλούσιος 1994, Α΄, 156-158. 5. Καλούσιος 1994, Α΄, 44. 6. Καλούσιος 1994, Α΄, 44-47. 7. Για τον οικισμό ιδέ: Γριβέλλας 2005. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Αν αφορέ ς το υ Ματσο υκ ίο υ Ιωαν ν ίν ων κ ατα τον 1 8 ο κ α ι 1 9 ο α ιών α

163

σθέντες Ματσουκιώτες των Αγράφων, για να αποπληρώσουν τα δέκα πουγγιά του δημοσίου χρέους τους, που αρνήθηκε να τα πληρώσει ο ίδιος, παρά την συμφωνία.8 Επίσης μας είναι γνωστός «ὁρισμός» του Αλή πασά της 20 Μαρτίου 1818, που διατάσσει τους φυγάδες Ματσουκιώτες να επιστρέψουν στο χωριό τους.9 Επομένως σ’ αυτά περίπου τα χρονικά πλαίσια (1809-1818) πρέπει να στάλθηκε και το εν λόγω έγγραφο των Ζογλωπιτών προς τον Αλή πασά. Υποθέτω, επίσης, ότι η μετακίνηση των Ματσουκιωτών προς το Ζολγώπι έγινε τμηματικά, πρέπει δε να ολοκληρώθηκε μετά το 1809. Το έγγραφο στη Συλλογή του Αλή πασά της Γενναδείου Βιβλιοθήκης φέρει τον αριθμό 454, αποτελείται από ένα φύλλο με διαστάσεις 35x24. Η αίτηση γράφτηκε μάλλον στην Κωνσταντινούπολη, δεν φέρει μεν υπογραφές «ἀλλά φαίνεται νά εἶναι τό πρωτότυπο τῆς ἀναφορᾶς καί ὄχι σχέδιο».10 Το έγγραφο εκδόθηκε από τους: α) Γιαννακοπούλου 1995, 276-277. β) Γκιόλιας 1999, 201 (μερικώς). γ) Γριβέλας 2002, 1, 5. δ) Παναγιωτόπουλος 2007-2009, Γ’, 567-568, αρ. 1375. ε) Γριβέλας 2009, 74. Στη συνέχεια το εκδίδουμε και ημείς από το πρωτόπυπο: «ηψηλὡτατε κ(αι) πολἡχρονεμενε τοβλετι μἑρχαμίτλι πἁσἡἁ Ẽφετι μοῦ cολτανούμ σἱ προςκίνούμἑν ημής η σκλά/βἡ cο ζὁγλοπητι άγράφἱοτις εὑρησκοὑμἱνι ἡς κόνςάντινὁπολην πρόςκινοῦμἑν κ(αι) τήν χρἱ/σἡν cο ποδιἁν φίλοὑμίν τόν θἑόν πἑρικαλοὑμίν μέρά κ(αι) νίχτα νἁ σἱ χἁρίζι ζοἡν / πὁλἡν κ(αί) τιμίμένιν πάρά τἱμινὁτιρῖν μἱ το πρὁςκἱνῖτον μας πρότόν σί πρός/κίνοὔμίν δεὑτιρόν φἁνἑρόνομέν ἑφετίμ κάπἱη μάτζοκίὁτες ἡταν ής το χὁρί/ὁ μας ἡς τό ζογλόπου χρὁνια τριἁντα κ(αι) φἑτο τούς ζιτιcαν ἡ χορἡἁνι τος να παένόν / πἡcο ἡς το χὁριὁ τις κ(αι) αυτἱ ἑπηρἁν το χάμπἑρι πρὁτίτερας οπου ηθελα να / τοςι σἱμάcον πἡcο κ(αι) ἑφιγἁν κ(αι) τορἁ τούς γἡρἑβὁν άπο το χὁριό μας κ(αι) τις ἑχον / το χὁριό ἡς πολι σἱκλἑτι κ(αι) τους γἱρεβον η τός ἁνθρὁπους η θελὁμι ηφτα πούγγία / λἑγον 8. Καλούσιος 1994, Α΄, 46-47. 9. Καλούσιος 1994, Α΄, 47-49. 10. Παναγιωτόπουλος 2007-2009, Γ΄, 567. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


164

Δ η μ ήτρ ιο ς Γ. Κα λ ο ύ σιο ς

κ(αι) σἱ τοὑτo πẼρῖκαλοῦμεν ημἱς η σκλάβι co εφετί μο τοβλετι μο να τιν / κἁμις τεψι αυτῖνι τῖν δὁλιἁ ετζι νά σί χάρισί ο θεός ζοήν πολιν κ(αι) ημαsςι / κ(αι) εμἡς η σκλἁβι cο ὁλη μερἁ χαἡρ τουβατζίδες ταὑτα κ(αι) ε χρὁνἱ cο πολη/ ηουνι-10/ ημἱς η σκλἁβη cο ζογλόπητές χαἡρ τοβατζιδες / πρõςκινούμἑν Η διασπορά των Ματσουκιωτών επί Αλή πασά είναι ευρύτερη και απηχείται ακόμη και μέχρι σήμερα. Στις 11 Μαΐου 1850 ένας ΜαΑρχείο Αλή πασά Γενναδείου Βιβλιοθήκης, τσουκιώτης, ο Βασίλειος Γεωργίαρ. εγγράφου 454, όπου αναφέρεται εγκατάσταση Ματσουκιωτών στο Ζογλώπι (Ραχού- ου, εγκαταλείπει τον Άγιο Βλάσιο (Ευρυτανίας, ή Φθιώτιδας, ή Λιλα) Καρδίτσας. βαδιάς), όπου είχαν καταφύγει οι πρόγονοί του, μάλλον λόγω των καταπιέσεων του τυράννου των Ιωαννίνων.11 Καταδιωκόμενοι Ματσουκιώτες έφτασαν και στο γειτονικό Γαρδίκι του Ασπροποτάμου των Τρικάλων. Ο Αχ. Καρανάσιος αναφέρει: «Ἀκόμα καὶ εὐάριθμες οἰκογένειες ἀπὸ τὸ Συρράκο, Καλλαρῖτες καὶ Ματσοῦκι Ἠπείρου, ποὺ χωρίζονται ἀπὸ τὸ Γαρδίκι ἀπὸ τὴν κορυφογραμμὴ τῆς Πίνδου «Κακαρδίτσα» (ὑψομ. 2.429 μ.) φαίνεται ἐγκαταστάθηκαν ἐκεῖ ἀποφεύγοντες τὶς διώξεις τῶν τουρκαλβανῶν τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ».12 Και ο Θεόδ. Σπύρος κατέγραψε, ότι «σύμφωνα με ορισμένες προφορικές μαρτυρίες, ένας σημαντικός αριθμός οικογενειών ήρθε κατά την οθωμανική περίοδο στο Γαρδίκι από άλλες περιοχές, μεταξύ των οποίων το Ματσούκι και οι Καλαρρύτες».13 Σχετική και η παρακάτω μαρτυρία του Αποστόλου Καπούλα, ετών 56, Τρίκαλα 20.9.2010: «Η μακρινή καταγωγή μας είναι από το Ματσούκι Ιωαννίνων, οι πρόγονοί μας κατέφυγαν στο Γαρδίκι Ασπροποτάμου, λόγω των διώξεων του Αλή πασά. Ήταν ραφτάδες και έκαναν εμπόριο στις κάπες και στα σκούτινα, γι’ αυτό και μετονομάστηκαν αργότερα (1920), από Χύτας, σε Καπούλας. Ο παππούς μου 11. Καλούσιος 2010, 83. 12. Καρανάσιος 1979, 33. 13. Σπύρος 2008, 384. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Αν αφορέ ς το υ Ματσο υκ ίο υ Ιωαν ν ίν ων κ ατα τον 1 8 ο κ α ι 1 9 ο α ιών α

165

Κωνσταντίνος γεννήθηκε περίπου το 1885, πέθανε το 1966, σε ηλικία 80-81 ετών, εγώ γεννήθηκα το 1954 στην Λαζαρίνα Καρδίτσας, όπου είχαν εγκατασταθεί περίπου 15 οικογένειες του Γαρδικίου». Και ο Άγγελος Μανώλης ομιλεί για την εκούσια εξορία των κατοίκων της γειτονικής Τζιούρτζιας (Αγίας Παρασκευής) του Ασπροποτάμου Τρικάλων, λόγω των διώξεων του Αλή πασά.14 Β΄ ΕΚΜΙΣΘΩΣΗ ΒΟΣΚΟΤΟΠΩΝ Σε έγγραφο του Αρχείου του Αλή πασά στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη γίνεται μία καταγραφή οικονομικών απαιτήσεων του «Μπαϊράμη» από τον «Ρουφαΐλη», που είναι ο γνωστός Εβραίος Ραφαήλ, σαράφης του Αλή πασά στα Ιωάννινα. Συγκεκριμένα μνημονεύονται «μπουγιουρντιά» και «ζάπτια», από τα οποία ο Μπαϊράμης καρπωνόταν κάποια μικρά ποσά. Ο εν λόγω Μπαϊράμης ή Μπαϊράμαγας «Εἷναι μικρὸς ἀξιωματοῦχος, ποὺ ἐδῶ, ἄν τὸ καταλαβαίνουμε σωστά, φαίνεται νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὰ ἔγγραφα ἐκμίσθωσης βοσκοτόπων σὲ πρόσωπα ποὺ τὰ γνωρίζουμε ἀπὸ ἄλλα ἔγγραφα τοῦ Ἀρχείου, τὰ ὁποῖα καταβάλλουν τὰ μισθώματα μέσω τοῦ Γιαννιώτη τραπεζίτη Ραφαήλ».15 Όσον αφορά το Ματσούκι αναφέρονται στο έγγραφο:16 Μπουγιουρτιά ..................... Ματζουκιώτων 10 ..................... Τά ὅσα ζάπτια ἔδόθησαν ὁποίσω εἰς τά χέρια τοῦ Μπαϊριάμαγα. ..................... 1: ζάπτι τοῦ Ματζικιώτον :5300: ...................... Σήμερα το Ματσούκι είναι κατ’ εξοχήν κτηνοτροφικό χωριό, αλλά «παλιότερα η κτηνοτροφία στο Ματσούκι παρήκμαζε, γι’ αυτό περίσσευαν και βοσκότοποι για ενοίκιο».17 Το εν λόγω έγγραφο του Αρχείου του Αλή πασά με αριθμό 1121 αποτελείται από ένα φύλλο διαστάσεων 32x22 και με τέσσερις σελίδες, είναι αχρονολόγη14. α) Μανώλης 1978, 63-65. β) Μανώλης 2009, 39-41. 15. Παναγιωτόπουλος 2007-2009, Γ΄, 654. 16. Παναγιωτόπουλος 2007-2009, Γ΄, 655,656. 17. Καλούσιος 1994, Α΄, 217, και 240-244. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


166

Δ η μ ήτρ ιο ς Γ. Κα λ ο ύ σιο ς

το και δεν αναγράφεται, επίσης, ο τόπος έκδοσης. Αλλά «Ἡ χρονολόγηση τοῦ ἐγγράφου πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ στὴ δεύτερη δεκαετία τοῦ 19ου αἰ. καὶ πάντως μετὰ τὸ 1814, ἔτος ἀπονομῆς στὸν Σαλὴχ τοῦ τίτλου τοῦ πασᾶ».18 Επίσης η αναφορά του αργυραμοιβού Ραφαήλ, που είναι Γιαννιώτης, «καὶ ἡ γενικὴ αἴσθηση ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἐγγράφου, μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὡς τόπο σύνταξής του τὰ Γιάννενα».19 Όλο το έγγραφο δημοσιεύτηκε από τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο.20

Η τοποθεσία Γκορτσιές, σύνορο Ξυλοπάροικου και Γοργογυρίου Τρικάλων, τόπος κτηνοτροφικός (16.11.2010).

18. Παναγιωτόπουλος 2007-2009, Γ΄, 654. 19. Παναγιωτόπουλος 2007-2009, Γ΄, 654. 20. Παναγιωτόπουλος 2007-2009, Γ΄, 653-656, αρ. 1426. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Αν αφορέ ς το υ Ματσο υκ ίο υ Ιωαν ν ίν ων κ ατα τον 1 8 ο κ α ι 1 9 ο α ιών α

167

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: - Γιαννακοπούλου Ελένη 1995, Η οικονομική και κοινωνική ζωή στην Ευρυτανία του 18ου και αρχές 19ου αιώνα (Νέα αρχειακά στοιχεία), Η Ευρυτανία κατά τους επαναστατικούς και μετεπαναστατικούς χρόνους (170 χρόνια από το θάνατο του Μάρκου Μποτσάρη), Ελληνικό Κέντρο Πολιτικών Ερευνών Παντείου Πανεπιστημίου, Αθήνα 1995, σελ. 257-287. - Γκιόλιας Μάρκος 1999, Ιστορία της Ευρυτανίας στους νεότερους χρόνους (1393-1821), Αθήνα 1999. - Γριβέλλας Λάμπρος 2002, «Πασιά εφέντη μ’ σολτανούμ’», Ζωγλοπίτικα Χρονικά, Ραχούλα Καρδίτσας Οκτώβριος 2002 (9), αρ. φ. 44, σελ. 1, 5. - Γριβέλλας Λάμπρος 2005, Γριβέλας Λ., Καραγιάννης Β., Κίσσας Β., Ντόλκερας Γ., Η Ραχούλα (Ζωγλόπι), Καρδίτσα 2005. - Γριβέλλας Λάμπρος 2009, Η παροικία των Ζωγλοπιτών στην Κωνσταντινούπολη και οι Ματσουκιώτες (Ματζικιώτες) των Ιωαννίνων, Καρδιτσιώτικα Χρονικά, Καρδίτσα 2009 (11), σελ. 71-82. - Θεοδωρόπουλος Εμίλ, Ένα πατριαρχικό επιτίμιο του 1767 για τους καταπατητές του τσιφλικιού της Μονής του Δουσίκου στο Γοργογύρι των Τρικάλων, Θεσσαλικό Ημερολίγιο, Λάρισα 2010 (57), σελ. 220-224. - Καλούσιος Δημήτριος 1994, Το Ματσούκι Ιωαννίνων, Α’-Β’, Ματσούκι 1994. - Καλούσιος Δημήτριος 2010, Ενθυμήσεις από το Ματσούκι Ιωαννίνων, Τζουμερκιώτικα Χρονικά Μάης 2010, έτος 11ο, αρ. τεύχους 11, σελ. 59-91. - Καλούσιος Δημήτριος 2010α, ο Δουσικιώτης Ιερομόναχος Χατζη-Γεράσιμος. Παιδεία και συγγραφικό έργο, Καρδιτσιώτικα Χρονικά, Καρδίτσα 2010 (12), σελ. 133-196. - Μανώλης Άγγελος 1978, Η κατάρα του Μίχα, Αθήνα 1978. - Μανώλης Άγγελος 2009, Τα χωριά της Δ.Κ. (Διευρυμένης Κοινότητας) Ασπροποτάμου, Τρίκαλα 2009. - Παναγιωτόπουλος Βασίλης 2007-2009, (συνεργασία Δημήτρης Δημητρόπουλος και Παναγιώτης Μιχαηλάρης), Αρχείο Αλή πασά (συλλογής Ι. Χώτζη Γενναδείου βιβλιοθήκης της Αμερικανικής σχολής Αθηνών), Αθήνα: Α’-Γ’ 2007, Δ’ 2009. - Σοφιανός Δημήτριος και Δημητρακόπουλος Φώτιος 2004, Τα χειρόγραφα της Μονής Δουσίκου-Αγίου Βησσαρίωνος, Αθήνα 2004. - Σπύρος Θοδωρής 2008, «Πίσω από την Κακαρδίτσα»: Αναπαραστάσεις των Ηπειρωτικών Τζουμέρκων στη Θεσσαλική πλευρά του βουνού (Γαρδίκι Τρικάλων), Πρακτικά Α’ Επιστημονικού Συνεδρίου για τα Τζουμέρκα, Ιωάννινα 2008. ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ: ζάπτι <τουρκ. zapt∙ κατάκτηση, κατοχή, κυριότητα. μπουγιουρντί <τουρκ. buyurtu∙ έγγραφη διαταγή, διάταγμα. πουγγί <λατιν. punga∙ ποσό 500 γροσίων. σαράφης <τουρκ. sarraf∙ αργυραμοιβός, δανειστής χρημάτων, τραπεζίτης. το(υ)βατζής, ντουατζής <τουρκ. duaci∙ ευχέτης, πιστός θεράπων. τοβλέτι, ντοβλέτι <τουρκ. devlet∙ κράτος, κυβέρνηση. χαΐρ <τουρκ. hayir∙ αγαθοεργία, καλό. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ-ΜΑΡΤ ΥΡΙΕΣ Όλγα Τριάντου

Οι ζωές των ανθρώπων μας

Καλοκαίρι του 1957 και τόπος το Κρυονέρι, ένα χωριό που κόσμος και ποτάμι γίνονται ένα. Ένα χωριό που η βρύση και το μποτ’ πάνε μαζί. Η βρύση αυτή, με των εκατοντάδων ετών πλάτανο, υπήρξε σημείο αναφοράς, δροσιάς και …αναπόλησης πρώτα απ’ όλα.

…Έ

τσι ο παππούς έδωσε εντολή να ετοιμαστεί η οικογένεια για τη φωτογραφία. Αριστερά και στο πλατύσκαλο πήρε πρώτα θέση ο ίδιος, κάτω από τη σκιά καμαρωτός με το μπαστούνι του. Ο Αλεξ’ Λάμπρ’ς με την οικογένειά του. Ο παππούς άντεξε! Προύσα, Εσκί Σεχίρ, Σαγγάριος ποταμός, Άγκυρα, οπισθοχώρηση. Άντεξε όμως και στην οβίδα που έσκασε στο στόμα του, έξω απ’ την Άγκυρα. Από τότε ο παππούς απόκτησε μια μεγάλη και παραμορφωμένη μύτη. Έζησε χάρις σε κάποιο Ζούκα, τραυματιοφορέα από τη Μπουλένα, που τον μετέφερε στα μετόπισθεν και μετά τον έστειλαν 6 μήνες στο νοσοκομείο, στην Αθήνα. Μας έλεγε ότι ο γιατρός που τον χειρούργησε λεγόταν Γερουλάνος. Πρόκειται για τον Μαρίνο Γερουλάνο από την Κεφαλλονιά, που σαν επίτιμος αρχίατρος συμμετείχε στους βαλκανικούς πολέμους και στη Μικρασιατική Εκστρατεία . Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


170

Ό λ γ α Τρ ι ά ν τ ο υ

Τι σύμπτωση όμως, ολόκληρος ελληνικός στρατός και να τον σώσει κάποιος από διπλανό χωριό! Τον Ζούκα (το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Τάτσης) ο παππούς, όμως, δεν τον ξέχασε. Όταν με το καλό (ή με το κακό) επέστρεψε στην πατρίδα, σε διπλανό χωριό έμενε, τον επισκεπτόταν που και που. Μάλιστα, όπως μου διηγείται η μητέρα μου, μια φορά ο Ζούκας, που ήταν και φιλότιμος, λέει στη γυναίκα του «βγάλε λίγο απ’ του τυρί να δώσουμε στουν Αλεξ’» και αυτή απαντά «όταν θα φερ’ς του άλλου, του καλό, απ’ το β’νο». Το ελληνικό κράτος για ευγνωμοσύνη τού έδωσε μια μικρή σύνταξη, έτσι γλύτωσαν τα παιδιά του απ’ την πείνα, αλλά όλο και κάτι περίσσευε και για τα ξένα παιδιά. Αντί μνημόσυνου, όταν πέθανε κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο, προτίμησε με τα χρήματα αυτά να ανοίξει ένα βιβλιάριο τραπέζης «σ’ ένα φτωχό» (λες κι αυτός ήταν πλούσιος) και κατά καιρούς να προσθέτει «κάτι» από το υστέρημά του. Το φτωχό αυτό κορίτσι, όταν παντρεύτηκε άνοιξε το βιβλιάριο και το υστέρημα του παππού το πρόσθεσε στην προίκα του. Ο παππούς αγαπούσε και ασχολιόταν πολύ με τα εγγόνια του. Ντυνόταν αυτοσχέδιος «Αϊ Βασίλης», έπαιρνε μια σάκαινα και την έφτιαχνε όπως του Αϊ Βασίλη. Εκεί μέσα έκρυβε φούσκες, καραμέλες και λουκουμάκια, τα καλούδια της εποχής. Την κρεμούσε σ’ ένα καλάμι, τη στόλιζε με λίγα μπαλόνια φουσκωμένα και διάβαινε μαζί με τη γιαγιά και τη μικρότερη κόρη του, την Τούλα που είναι η μητέρα μου, απ’ τ’ Φιλκόλακα στο Κρυονέρι. (Φιλκόλακα είναι η ψηλότερη περιοχή του κάμπου των Πολυτσάνων και πέρασμα προς το Κρυονέρι και τα Ναζέικα) Βλέπετε, οι τρεις πρώτες κόρες του είχαν παντρευτεί εκεί. Περνούσε από τα σπίτια τους και μοίραζε στα εγγόνια του, οκτώ τον αριθμό μέχρι τότε, τα καλούδια του. Στη διαδρομή από το ένα σπίτι στο άλλο, όσα παιδιά συναντούσε στο δρόμο όλο και κάποιο ξεφούσκωτο μπαλόνι ή καμιά καραμελίτσα τους χάριζε˙ τα φουσκωμένα μπαλόνια τα κρατούσε για τα εγγόνια του. Φημισμένες ήταν και οι εκδρομές του. Με την γιαγιά και τη μητέρα μου, έφταναν στο Κρυονέρι με προορισμό να παραλάβουν τα εγγόνια και να τα … ταξιδέψουν. Αγαπημένος προορισμός τους ήταν ο πλάτανος τ’ Κούτρα, λίγο έξω απ’ το Κρυονέρι. Ύστερα η εκδρομή μεγάλωσε μαζί με τις απαιτήσεις τους. Επόμενος σταθμός ήταν η βρύσ’ τ’ Κωσταντέλω, γιατί εκεί έπρεπε να κρυώνουν το καρπούζι που έφερναν μαζί τους. Τα εγγόνια έπαιζαν, ο παππούς, η γιαγιά και η μικρή θεία τους τα χάζευαν. Πολλές φορές ο παππούς άρχιζε τις ιστορίες από το μέτωπο και ως δια μαγείας επικρατούσε σιωπή, δεν έπρεπε για τίποτε να τις χάσουν. Όμως, στ’ αλήθεια, τι μεγάλη απόσταση υπήρχε ανάμεσα στην μακρινή ανώδυνη ιστορία που αφηγείτο ο παππούς και στη μεγάλη πονεμένη περιπέτεια που έζησε! Τη ρημαγμένη δεκαετία του ’50 αυτά τα «δώρα» του παππού φάνταζαν πολυτέλειες. Α! ξέχασα να σας πω, ο παππούς μας ήταν «πλούσιος»... Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι ζωές των ανθρώπων μας

171

Ο παππούς με τη γιαγιά κατέβηκαν στην Άρτα, όταν μετανάστευσε η μεγαλύτερη κόρη τους, η θεία Βικτωρία με την οικογένειά της. Στην αρχή μένανε κάπου στη Δεξαμενή. Στη συνέχεια, όταν εγκατέλειψε το Κρυονέρι και η θεία Λόλα, τότε ο παππούς βρήκε ένα σπιτάκι κοντά της, στου Κρυστάλη, για να έχουν συντροφιά και βοήθεια. Η οικογένεια της Θείας Βικτωρίας οδηγήθηκε σε δεύτερη μετανάστευση, αυτή τη φορά προς την Αθήνα. Ο παππούς με την γιαγιά, όταν αφήσανε πίσω τη ρίζα τους, ακολουθούσανε τα παιδιά τους. Άρτα, Γιάννενα, Αθήνα, Άρτα. Ο γονατιστός άνδρας, στα δεξιά της φωτογραφίας, είναι ο θείος ο Γιάννης ο Καλιακάτσος, που με τον αλτρουισμό του και την προσφορά του δεν έμεινε τοίχος στο χωριό που να μη βοηθήσει στο χτίσιμο. Τα δύο αγόρια που στέκονται στ’ αριστερά του είναι τ’ αγόρια του. Ο μικρός Λευτέρης με τα χέρια σταυρωμένα και ο ψηλότερος ο Κώστας, ο πρωτότοκος. Πίσω, ακριβώς, από το Θείο Γιάννη στέκεται η γυναίκα του, η θεία Λόλα, το τρίτο παιδί του παππού, με το μωρό στην αγκαλιά της. Θεοδώρα τη λέγανε, αλλά τη φωνάζανε Λόλα. Ήταν η «κοκέτα» της οικογένειας, η φτώχεια - φτώχεια αλλά το κολιέ-κολιέ. Σχεδόν προς στο κέντρο της φωτογραφίας στέκεται η γιαγιά μου, η γιαγιά μας. Όταν την βλέπω κατανοώ γιατί λένε ότι «επειδή ο Θεός δεν μπορεί να βρίσκεται παντού έφτιαξε τις γιαγιάδες». - Γιαγιά, παππουουού... Φωνάζαμε όταν ξεπρόβαλε η μαύρη σκεπή του πατρικού στ’ Φιλκόλακα, ερχόμενοι μέσα απ’ το λόγγο, μικρά παιδιά εμείς, από το Κρυονέρι προς τα Πολίτσαινα. - Αλεξ’ ήρθαν τα παιδιά, φώναζε η γιαγιά - Ε ωρέ, καλώς τα ! Ο παράδεισος ήταν μπροστά μας, στ’ Φιλκόλακα. Λαμπρινή λέγανε τη γιαγιά, Λάμπρω τη φώναζαν, έξι εγγονές έβγαλε και δεν θέλησε να πάρει καμία τ’ όνομά της. Η καημένη ήταν ασθενική, είχε πρόβλημα με τα νεύρα της, αλλά σε ότι έκανε ο παππούς ήταν δίπλα του. Η γιαγιά ήταν «ποιήτρια». Κρατούσε από σόι, το Αραπαίικο, με ξεχωριστούς ανθρώπους. Ο αδελφός της, ο Γιώργος ο Αράπης, ήταν αυτοδίδακτος ζωγράφος και ποιητής. Δάσκαλος στο επάγγελμα, πριν τον σκοτώσουν άδικα και πρόωρα το 1945, πρόφτασε να οργανώσει στην Άρτα μια έκθεση και να εκδώσει μια ποιητική συλλογή το 1938 με τίτλο «Κάνθαροι». Μάλιστα, γίνεται αναφορά στο έργο του, σε ένα από τα τεύχη της Ηπειρωτικής Εστίας, αρχές της δεκαετίας του 1950. Έγραφε, λοιπόν, η γιαγιά μας κάποτε στον ανιψιό της, τον Μίμη τον Αράπη (γιό του ποιητή), που σπούδαζε στην Αθήνα Ιατρική: Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


172

Ό λ γ α Τρ ι ά ν τ ο υ

«Εσύ γιατρέ δεν είσ’ εντάξει το μυαλό σου έχει πετάξει. πέρασες για Άρτα-Ράμια κι’ εγώ πια δεν σε ξανάειδα. Μαθαίνω πέρασες βιαστικά γι’ αυτό δεν έκανες καλά, φαίνεται θυμήθηκες την κόρη που βρήκαμε στου καραβιού την πλώρη. Γι’ αυτό δεν είσ’ εντάξει Το μυαλό σου έχει πετάξει». Πρόκειται περί πραγματικού γεγονότος, η γιαγιά επέστρεφε από την Αθήνα παρέα με τον ανιψιό της με το πλοίο, γιατί πριν από την κατασκευή της γέφυρας του Ισθμού της Κορίνθου, το ταξίδι προς την Ήπειρο γινόταν με πλοίο από Πειραιά προς Πρέβεζα, μέσω του Ισθμού. Αφού φτάσανε στην Άρτα, με συγκοινωνία από την Πρέβεζα, και πριν ξεχωρίσουν οι δρόμοι τους προς τα χωριά τους (Πολύτσαινα και Ράμια), της υποσχέθηκε ότι στην επιστροφή του προς την Αθήνα θα περάσει να την δει. Ο Μίμης, βέβαια, αθέτησε την υπόσχεσή του με αποτέλεσμα η γιαγιά να προβεί στην δημιουργία του παραπάνω «ποιήματος». Α, ξέχασα να σας πω ότι από την Άρτα για το Κρυονέρι και τα γύρω χωριά την εποχή της φωτογραφίας πήγαιναν με καρότσα μέχρι τα Πιστιανά, ενώ εκεί στο καφενείο τ’ Παπαχρήστου τους περίμενε νερό από την κοντινή βρύση, καφές και …φασολάδα για τους πεινασμένους και τους «έχοντες». Και μετά; ...ποδαράτ’ μέχρι τα σπίτια τους. Τα καλοκαίρια ερχόμασταν από τα Γιάννενα για διακοπές στο χωριό τους στα Πολύτσαινα, και ο παππούς με τη γιαγιά μας περιμένανε με χαρά είτε στο καφενείο του Μιλτιάδ’ Μπαρτζώκα, είτε πιο πάνω στο καφενείο του Γιώτ’. Όταν το λεωφορείο πλησίαζε στη στροφή με το μεγάλο το γκρεμό (θύμιση που ακόμη μου προκαλεί ρίγη συγκίνησης), βάζαμε τον οδηγό να κορνάρει δυνατά ώστε να μας ακούσουν στο καφενείο, ενώ η μαμά «έπιανε» το τραγούδι «…χωριό μου χωριουδάκι μου και πατρικό σπιτάκι μου…». Σίγουρα η φωνή της μαμάς μου ήταν γλυκύτερη από αυτή της Σοφίας Βέμπο. Στην υποδοχή μας ήταν παρών, για πολλά χρόνια, κι’ ο Χρίστο Μάρ’ς με το μουλάρι του, αυτός ο γεράκος με τη βράκα, που ήταν ο αγωγιάτης το χωριού. Τον έφερνε ο παππούς για να κουβαλήσει τις αποσκευές μας, γιατί η ανηφόρα μέχρι τ’ Φιλκόλακα ήταν μεγάλη. Έτσι λοιπόν η πομπή ξεκινούσε. Το αποκορύφωμα ήταν όταν φτάναμε στο σπίτι, στο ψηλότερο σημείο του χωριού, οι παππούδες με καμάρι μας ξεναγούσαν στις προμήθειες που, με περισσή φροντίδα, είχαν συγκεντρώσει για μας. Αυγά στο υπόλοιπο χωριό δεν Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι ζωές των ανθρώπων μας

173

πρέπει να είχαν απομείνει, τα είχαν αγοράσει όλα. Στο κατώι, άνοιγαν το αμπάρι είχε αυγά, ξεσκέπαζαν τη λεκάνη κι’ αυτή αυγά, η κατσαρόλα βούτυρο….. Ας επιστρέψουμε στη φωτογραφία μας, δίπλα και αριστερά στη γιαγιά, στο κέντρο της φωτογραφίας στέκεται ο θείος Τζον, ο μοναχογιός και ο αριστοκράτης της οικογένειας. Σπουδαγμένος στην Αθήνα, τελείωσε την Εμπορική, και τι δεν πέρασε ώσπου να «πιαστεί» στα πόδια του. Ακόμη και πάγο για τα ψυγεία κουβαλούσε στις πολυκατοικίες, βέβαια χωρίς ασανσέρ. Μετά όμως …. διέπρεψε! Όταν ο θείος πήγε φαντάρος η γιαγιά του έγραψε ένα ποίημα με τίτλο «Η μητέρα του στρατιώτη». Χάρη σ’ αυτό το ποίημα, το οποίο διάβασε στους ανωτέρους του, ο θείος πήρε άδεια για να επισκεφτεί την «μητέρα του στρατιώτη». Σαν να’ ταν χτες θυμάμαι, όταν έκανα διακοπές, κοντά στο 70΄, ένα καλοκαιράκι στ’ Φιλκόλακα, μας επισκέφτηκε ο θείος Τζον από την Αθήνα. Μαζί του, έφερε μια κόκκινη σχολική τσάντα, δώρο για μένα -που όσα χρόνια κι’ αν περάσουν δεν την ξεχνώ. Ο θείος επισκεπτόταν κάποιες φορές τον Ζούκα, το σωτήρα του παππού από το μέτωπο. Στη συνέχειά του βρίσκεται η θεία Κούλα, το τέταρτο παιδί του παππού, ανύπαντρη τότε και λαμπάδα! Αγαπούσε πολύ το γέλιο, έτσι όταν μας έστελνε γράμμα στα Γιάννενα όπου μέναμε, στο τέλος μας έγραφε: «ο υπογραφών Κούλος». Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, η θεία Κούλα με τον μετέπειτα άντρα της το θείο το Χρήστο το Μπλέτσο, έπρεπε σώνει και καλά να κοιμηθούν. Έτσι η επίθεση που μας γινόταν και αντί όπλου κρατούσε τσουκνίδες, καθόλου δεν θύμιζε κωμωδία, μάλλον πολεμική σύρραξη. Αριστερά από τη θεία Κούλα και κάτω από τον παππού, στέκεται η Τούλα ή Δημητρούλα, το στερνοπαίδι της οικογένειας και μητέρα μου. Επειδή ήταν η μικρότερη αδελφή με μεγάλη διαφορά ηλικίας από τις άλλες, βοήθησε στο μεγάλωμα των παιδιών των υπολοίπων αδελφών μέχρι κι αυτή να παντρευτεί, αλλά σε άλλο χωριό της περιοχής, στη Μπούγα. Κατάφερε και πήγε μέχρι την τρίτη γυμνασίου, πράγμα για το οποίο καμάρωνα όταν ήμουνα μικρή. Δεν μπόρεσε όμως να τελειώσει το γυμνάσιο, γιατί η γιαγιά αρρώστησε από τα νεύρα της και έπρεπε κάποιος να τη φροντίσει. Η μητέρα μου, στη φωτογραφία, κρατά την ανιψιά της την Ελένη, κόρη της θείας Βικτωρίας, (θα τη συναντήσουμε αργότερα), που είναι το πρώτο εγγόνι του παππού. Η Ελένη, λοιπόν, έστηνε καραούλι στο μπαλκονάκι που είχε το καμαράκι τους, με θέα τη βρύση, αφού πρώτα είχε φροντίσει να κρύψει το μπρίκι του καφέ. Όταν ο παππούς ξεκαμπούσε απ’ τ’ Φιλκόλακα στο Κρυονέρι, στη στροφή δίπλα στην βρύση, έτρεχε πρώτη να του φτιάξει τον καφέ. Τότε αγωνιωδώς ρωτούσε και η Χρυσούλα, η μικρότερη αδελφή της (η οποία δεν υπάρχει στη φωτογραφία): Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


174

Ό λ γ α Τρ ι ά ν τ ο υ

- Μαμά πού είν’ ο μπρικ΄ς; Ήταν μεγάλη τιμή σε όποιον έψηνε τον καφέ του παππού! Που μείναμε λοιπόν; Α! ναι, στην τελευταία σειρά, δεξιά του παππού, στο πλατύσκαλο. Η θεία Τούλα η Σφήκα, η μικρότερη αδελφή της γιαγιάς. Μαζί με τον άντρα της μετανάστευσαν πολύ νωρίς στην Αθήνα. Μείνανε στα Άνω Ιλίσια, γιατί εκεί σπούδαζε ο γιός της αδελφής της , ο Μίμης ο Αράπης, ο μετέπειτα καρδιολόγος. Που να φανταζόταν η θεία Τούλα ότι μετά απ’ την οικογένειά της θ’ ακολουθούσαν όλοι όσοι βρίσκονται στη φωτογραφία με τις ευρύτερες οικογένειές τους! Και φτάνουμε στη θεία Βικτωρία, το μεγαλύτερο παιδί το παππού, η « Αγία» της οικογένειας. Παντρεύτηκε το θείο το Σωκράτη το Σφήκα, στη φωτογραφία είναι αυτός με το μπαστούνι πάνω δεξιά και μείνανε στο δίπατο πέτρινο σπίτι, απέναντι από τη βρύση του χωριού. Το ισόγειο το είχαν για καφενείο αρκετά χρόνια. Κατεβήκαν πρώτοι στην Άρτα όταν τα παιδιά τους έπρεπε να πάνε στο γυμνάσιο και λίγα χρόνια μετά στην Αθήνα πια. Η θεία Βικτωρία μας άφησε νωρίς και είμαι σίγουρη ότι βρίσκεται στη γειτονιά των αγγέλων. Ο κόσμος ήταν γλυκύτερος όσο ζούσε. Για να δω ποιος μας έμεινε τελευταίος. Α! ναι, είναι το ψηλό παλικαράκι πίσω από τη γιαγιά, ο θείος Νίκος ο Σφήκας, ο καλομαθημένος μοναχογιός της θείας Τούλας και αγαπημένος ξάδελφος όλων των παιδιών του παππού. Τι να πρωτοπώ γι’ αυτόν. Ο Θείος Νίκος που ήταν καθηγητής, λάτρευε τη καλή μουσική, το πείραγμα και το Κρυονέρι. Έτσι κάθε καλοκαίρι, μόλις έκλειναν τα σχολεία, μάζευε οικογένεια και αποσκευές και να τος πρώτος στο χωριό και τελευταίος έφευγε. Μαζί του έφερνε και το στερεοφωνικό με τις μπομπίνες και τα μεγάλα ηχεία. Επιθυμία του ήταν ν’ ακούγετε η μουσική του πέρα απ’ τον Άραχθο, στη Σκούπα. Για χάρη του, πάνω από είκοσι χρόνια το Κρυονέρι πρωτοστατούσε στα αυτοσχέδια γλέντια. Ύστερα, έπιασε την κιθάρα κι έτσι είχαμε ζωντανή ορχήστρα, μαζί με άλλους ντόπιους μουσικούς ή και περαστικούς. Όλο αυτό το αντάμωμα με κεντρικό άξονα, τα μεγάλα εγγόνια του παππού, τα παιδιά του και το Νίκο Σφήκα, την εποχή αυτή της αθωότητας, εγώ που τα ζούσα με τα μάτια ενός παιδιού, μου φάνταζαν μαγικά. Κατάφεραν να κλείσουν σ’ ένα κύκλο μονωτικό, σ’ ένα κυκλικό σύνορο προστατευμένο από νεκρά θάλασσα, τα αγνά υλικά με τα οποία είχαν χτίσει τις ζωές τους, την παρέα, τα γλέντια που άναβαν στο πι και φι και το γέλιο των ανθρώπων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι περίφημες υποδοχές που οργάνωνε ο Νίκος ο Σφήκας, όσων έφταναν στο Κρυονέρι για το καλοκαίρι. Εκείνη τη φορά περίμενε τη θεία Λόλα με τον άνδρα της το θείο Γιάννη. Η υποδοχή ήταν έτοιμη, η κερκίδα στημένη και τα πανό στη θέση τους: Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Οι ζωές των ανθρώπων μας

175

«Γεια σου Λόλα, γεια σου Λόλα που’ σαι αφράτη σα φρατζόλα. Γεια σου Γιάννη Σειριπίσιο που ’φτιαξες τον τοίχο ίσιο» Τα πρόσωπά μου, οι ήρωες της παιδικής μου ηλικίας έφτασαν στο τέλος. Σας τους σύστησα όλους. Επιτέλους λύτρωση! Έπρεπε κάποια στιγμή να γίνει κι’ αυτό. Είχα ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή μου στο Κρυονέρι. Τελείωσα; Το εύχομαι ! Μα τι γίνεται; Κάποιον βλέπω στη στροφή. Είναι λιγνός, ασπρομάλλης και κατευθύνεται προς τη βρύση. Ανεβαίνει τα σκαλιά, σκύβει, γεμίζει τη χούφτα του δροσερό νερό και πλένει το πρόσωπό του. Ταξιδιώτης σίγουρα είναι. Γεμίζει και το μπότ’ με κρύο νερό. Α! ο παππούς είναι, κι’ η γιαγιά και πιο πίσω η μαμά μου. Εκδρομή μου μυρίζει. Σςςςςςς, φασαρία ακούω, για κάποιο μπρίκ’ μαλώνουν, μμμμμ …μου μυρίζει και καφές! Ελένη, Χρυσούλα, Θόδωρε, Κώστα, Λευτέρη, Αγνή, Γιώργο, Νίνα ετοιμαστείτε! Ο παππούς έφτασε... Μπα, οι λογαριασμοί μου με το Κρυονέρι θα είναι πάντα ανοιχτοί. Ίσως είναι καλύτερα έτσι...

Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


176

Ανδρέας Ρίζος*

Το πετρ ογ έ φ υρ ο τ η ς Π λάκα ς

Π

αραμονές των Χριστουγέννων του 1803 πέφτει η μαύρη ταφόπλακα της ερημιάς στο Σούλι. Χρόνους πολλούς πολέμαγε τους Σουλιώτες ο Αλής κι εκείνοι, αετοί βιγλάτορες, δεν του ’καναν το χατίρι. Μα να που τώρα, από μια μπαμπεσιά, σκύβουν το κεφάλι, παίρνουν των ομματιών τους και σκορπίζουν στους πέντε ανέμους. Ψηλά, απ’ το Κούγκι, ο γέροντας Σαμουήλ τούς στέλνει τον τελευταίο του χαιρετισμό, με τον αναμμένο δαυλό και τον αχό της θυσίας, έτσι για να μη χάσουν στο φευγιό, τον δρόμο και τον χτύπο της καρδιάς τους. Πίσω, στ’ απάτητα λημέρια τους, στο Σούλι, στη Σαμονίβα, στην Κιάφα και στον Αβαρίκο, στα χώματα του Τετραχωριού, μένουν τα χνάρια της περήφανης ζωής τους. Μένουν τα πετροκάλυβα κι οι κούλιες, σημαδεμένες απ’ το μπαρούτι. Οι φάρες, χωρισμένες σε ομάδες, ακολουθούν, η καθεμιά, τον δικό τους δρόμο. Άλλες για την Κέρκυρα και τ’ άλλα Επτανήσια, άλλες για τον κάμπο της Άρτας και της Πρέβεζας κι άλλες για Μεσολόγγι και του Ξηρόμερου τα μέρη. Η φάρα των Μπεκαίων τραβά για τα Τζουμέρκα. Εκεί όπου δεν πατούσε εχθρού πόδι. Να στήσουν μια καινούργια ζωή ήθελαν, να ριζώσουν τις φαμελιές τους και να μη δίνουν λόγο παρά στον εαυτό τους και στον Θεό. Κι απλώθηκαν σ’ όλα τα Τζουμερκοχώρια, στο Βουργαρέλι, στα Πράμαντα ώς τους Μελισσουργούς, στην καρδιά της Πίνδου. Εκεί, στα κορφοβούνια, που πρωτοφιλούν τον ήλιο κι όπου φωλιάζουν αετοί και γεράκια. Ήξεραν από τραχιά μέρη. Σάματις στο Σούλι ήταν αλλιώς; Εκεί μόνο η πέτρα κι η ξερολιθιά στέριωνε. Εδώ, στα Τζουμέρκα, ας ήταν καλά και τα πολλά νερά που χύνονταν από πάνω, κατάκορφα από την ψηλότερη Κακαρδίτσα, κι έφταναν ώς κάτω στη θάλασσα, χαρίζοντας ζωή στο διάβα τους. Ξενοχωρίτες ήταν; Ποτέ δεν ένιωσαν ως τέτοιοι. Γιατί σε τούτα τα μέρη έδωσαν το αίμα τους για τη λευτεριά και χάθηκαν στο χώμα τους πολλά Σουλιώτικα παλικάρια. Κι ύστερα σε τούτες τις βουνοκορφές λημέριαζαν κι άλλοι, που ζητούσαν δίκιο και στον ήλιο μοίρα. Οι Κατσαντωναίοι, ο Γώγο Μπακόλας, ο Καραϊσκάκης κι άλλοι, είχαν τις κρυψώνες τους στις σπηλιές των Τζουμέρκων. Να μην τους βλέπει εχθρού μάτι και να του ρίχνονται στην ανάγκη, σαν φαντάσματα. Τα Τζουμέρκα διάλεξαν να κάνουν τη νέα τους πατρίδα. Κι έγιναν φίλοι με τους ντόπιους, όπου ήταν εκεί από πολύ παλιά, απ’ τον καιρό των Αθαμάνων ακόμη. Και τι τάχα είχαν να χωρίσουν απ’ αυτούς; Την ίδια γλώσσα μίλαγαν, τον ίδιο καημό είχαν. Να δουν λεύτερη την πατρίδα ήθελαν, μακριά από δυνάστη. Και στέριωσαν για τα καλά στο νέο τόπο. Και με τον καιρό έγιναν όλοι ένα. Άμαθοι στην πάλη με τη γη, δεν έκαναν πίσω. Έβαλαν πλάτη στο αλέτρι, να

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το π ε τ ρ ο γ έ φ υ ρ ο τ η ς Π λ ά κ α ς

177

καρπίσει ο τόπος, κάνανε τσελιγκάτα κι έμαθαν την τέχνη της πέτρας στα μπουλούκια των μαστόρων. Άφησαν το ντουφέκι παράμερα, με την έγνοια πως και από δω το μάτι του δυνάστη δεν ξεμακραίνει. Χτίσαν σπίτια πέτρινα, δίπατα και τρίπατα, ηλιόφωτα, σιμά στους δικούς τους, που φέραν σε μαντήλια μυρωμένα τα κόκαλά τους, μέσα στους κόρφους τους. Νάχουν να τους θυμούνται και νάναι μαζί στη νέα τους ζωή. Πάντρεψαν παιδιά, συμπεθέρεψαν, έγιναν νουνοί και κουμπάροι κι ύστερα δημογέροντες, καταπώς τόθελε η παράδοση του τόπου. Να μην κοιτάζει ο καθείς το κονάκι του, μα να νοιάζεται και για τους κοντινούς του. Για όλο το χωριό και τους χωριανούς. Πήραν κι έδωσαν συνήθειες. Σμίχτηκαν με τη γη και τα ζωντανά της. Κι ήταν αυτά που τους έδωσαν ζωή να πορεύονται στο χρόνο. Άλλη χαρά σε τούτα τα μέρη. Αετόμορφα και λεύτερα. Όχι πως δεν τα ’φτανε ο δυνάστης, μα έπρεπε να λογιάσει πολύ για να τα σιμώσει. Κι ήταν ύστερα οι κορφές, τα λόγγια κι οι σπηλιές, τα μονοπάτια, που τα ’μαθαν ένα προς ένα, για καταφύγιο στη δύσκολη στιγμή. Ήταν αλλιώς το χάραμα εδώ, με τον βουνίσιο αγέρα και του ελατιού το θρόισμα. Χρόνους πολλούς μετά, το 1863, στους Μελισσουργούς, στο τελευταίο χωριό των κεντρικών Τζουμέρκων, εκεί όπου σταματάει η δημοσιά κι αρχίζουν τα βουνίσια μονοπάτια, για να ριχτείς πίσω στα Θεοδώριανα και στη Θεσσαλία, συνάχτηκαν τ’ Αϊ-Γιωργιού στο μεσοχώρι, στα μαγαζιά που το λένε, οι δημογέροντες και χωριανοί απ’ όλα τα γύρω χωριά. Ήταν καιρός τώρα που ο Τζουμέρκας ξερνούσε από τα σπλάχνα του καταρράκτες, που χύνονταν θυμωμένοι σ’ όλο τον τόπο, μέσα απ’ την αγκαλιά του Άραχθου, για να ηρεμήσουν, σαν αγιονέρι, κάτω στον Αμβρακικό. Ζωή για τούτους τους ανθρώπους τα χιλιάδες γιδοπρόβατα, που σαν ζύγωνε ο χειμώνας, εκεί κατά του Αϊ-Δημητριού, έπρεπε να τα οδηγήσουν στα χειμαδιά. Κι ύστερα πάλι την άνοιξη, λίγο πριν απ’ τ’ Αϊ-Γιωργιού, ν΄ ανηφορίσουν για τα βουνίσια κονάκια τους. Φορτωμένα τ’ άλογα και τα μουλάρια μ’ όλα τα συγύρια, ζαλικωμένες οι γυναίκες με τα φασκιωμένα τους μωροπαίδια, μπρος και πίσω πιστικοί με τον τσομπανόσκυλων τη βοήθεια, χιλιάδες ζωντανά να κουμαντάρουν, ένα βιος ολάκερο, με μπροστάρηδες τους τσελιγκάδες, έπρεπε να διαβούν τον θεοπόταμο Άραχθο, απ’ τη θέση Πλάκα, κοντά στους Ραφταναίους. Χρόνια τώρα ακολουθούσαν το ίδιο δρομολόι. Πράμαντα, Κουσοβίστα, Άγναντα, Πλάκα. Από εκεί θα περνούσαν τον Άραχθο και θα ρίχνονταν απέναντι στου Ξηροβουνιού τα χωριά, ώσπου να φτάσουν στα χειμαδιά. Η Πλάκα, ένας μικρός συνοικισμός στις όχθες του Αράχθου, ήταν και ο πρώτος τους σταθμός στο πολυήμερο κοπιαστικό ταξίδι. Εκεί θα κάθονταν για λίγες μέρες, θα ’παιρναν μια ανάσα αυτοί και τα ζωντανά τους κι εκεί όπου στήνονταν Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


178

Αν δ ρ έ α ς Ρ ί ζ ο ς

το αλογοπάζαρο θα έκαναν και τις αγοραπωλησίες τους. Και απ΄ το πέτρινο γεφύρι, όπου ήταν στην Πλάκα, θα συνέχιζαν το ταξίδι τους. Μα πάνε τρία χρόνια τώρα, που ο φουσκωμένος Άραχθος το γκρέμισε. Δύσκολο το πέρασμα των τσελιγκάτων. Αναγκάζονταν να περιμένουν μέρες πολλές, να πέσει η πλημμύρα, μαστιζόμενα απ’ τη βροχή και το ψύχος. Πεζοί και θαλασσοπνιγόμενοι οι πρατάρηδες, με τ’ άλογα και τα μουλάρια φορτωμένα, ολόκληρα κοπάδια να οδηγήσουν στο πέρασμα του ποταμού, πάνω σε λιθάρια και τσόκαλα, κινδύνευαν, ώσπου να ριχτούν απέναντι. Το μαρτύριο δεν ήταν δυνατόν να συνεχιστεί. Έπρεπε να γίνει ξανά γεφύρι από έναν καλό πρωτομάστορα, που θα το έφτιαχνε μεγαλύτερο από το προηγούμενο, σε στέρεο έδαφος, αφού ο Άραχθος δεν επέτρεπε μέσα του «λαβωματιές». Μαζεμένη η δημογεροντία στο μεσοχώρι, στους Μελισσουργούς, ακούν τους μαστόρους, που ήρθαν από τα Πράμαντα, τους Ραφταναίους, την Κόνιτσα και τ’ άλλα μαστοροχώρια του τόπου. Ήταν όλοι τους ξακουστοί. Δεν ήταν πρωτοφερμένοι στη δουλειά. Φημισμένοι σ’ όλα τα Τζουμέρκα κι ακόμη παραπέρα. Ήξεραν καλά τα μυστικά της πέτρας. Είπαν όλοι τη γνώμη τους οι πρωτομάστοροι. Μα δεν συμφωνούσαν στον τρόπο κατασκευής του γεφυριού και στις διαστάσεις που έπρεπε να λάβει. Βρέθηκαν σε δίλημμα οι δημογέροντες. Ποιον να πρωτοδιαλέξουν; Όλοι τους καλοί κι ο καθένας σοφά τα λέει, κατά πώς πιστεύει. Το δικαίωμα της προτίμησης του πρωτομάστορα δόθηκε στον πανδοχέα Ιωάννη Λούλη, απ’ το Κοτόρτσι των Κατσανοχωρίων. Τους ήξερε καλά ο Λούλης τους Τζουμερκιώτες. Στο πανδοχείο του, στα Γιάννενα, έβρισκαν φιλοξενία πολλοί από αυτούς. Τους υποσχέθηκε πως θα βάλει ο ίδιος από την τσέπη του 90.000 γρόσια για το γεφύρι. Το δικαίωμα της επιλογής ανήκε σ’ αυτόν. - Εγώ θα σας δώσω τα περισσότερα γρόσια. Εσείς φροντίστε για τ’ άλλα. Το γεφύρι θα το φτιάξει ο μαστρο-Γιώργης απ’ την Κόνιτσα. Είναι καλός και θα φτάσει καλά ώς το τέλος, τους μήνυσε. Μέτρησαν τη γνώμη του οι δημογέροντες και συμφώνησαν ν’ αναθέσουν τη δουλειά σ’ αυτόν. Μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς; Τα όβολα δεν τους περίσσευαν. - Μαστρο-Γιώργη, η τύχη μας στα χέρια σου. Κάμε την κούδα σου και προχώρα. Εμείς είμαστε μαζί σου. Ο μαστρο-Γιώργης τους ευχαρίστησε για την προτίμησή τους και παρέμεινε στους Μελισσουργούς με το σινάφι του, για να προετοιμάσει τις εργασίες για το χτίσιμο του νέου πέτρινου γεφυριού. Άνοιξη του 1863 ήτανε, μέσα στο καλοκαίρι έπρεπε νάχε τελειώσει το γεφύρι. Δύσκολο το έργο, μα ο πρωτομάστορας τόλμησε να ζεύξει τον Άραχθο. Ήταν ακόμη καλοκαιριά κι ο ποταμός κυλούσε νωχελικά. Και κανείς, αν δεν ήξερε τα νερά του, δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως τούτη η ηρεμία θα γίνονταν φουσκοθαλασσιά σε λίγους μήνες. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το π ε τ ρ ο γ έ φ υ ρ ο τ η ς Π λ ά κ α ς

179

Βιαζόταν ο μαστρο-Γιώργης. Δεν έπρεπε να τον πιάσουν τα πρωτοβρόχια. Γιατί τότε γεφύρι δεν στέριωνε. Είχε την προτίμηση της δημογεροντίας με το μέρος του, την εύνοια του ευεργέτη Λούλη και τη βοήθεια όλων των χωριών, που το καθένα έδωσε ό,τι μπορούσε. Φιλοξενία των μαστόρων, βοηθούς, ξυλεία. Ξυλεία γερή, τζουμερκιώτικη, που τη φρόντισε ο Μελισσουργιώτης ξυλουργός Γεωργάκης Ιωάννη Σκέντος. Αυτός τροφοδοτούσε με καλούπια τους μαστόρους, ώσπου να υψωθεί το γεφύρι. Θέρος του 1863, το τρίτοξο πετρογέφυρο ήταν έτοιμο. Αφαιρέθηκαν τα καλούπια και οι σκαλωσιές και φάνηκε η δουλειά. Μαζεύτηκαν οι δημογέροντες κι οι συντοπίτες και στο σιάδι, δίπλα απ’ το γεφύρι, στήθηκε τρικούβερτο γλέντι, για να το χαρούν. Οι πρατάρηδες έγδαραν τα καλύτερα ζυγούρια τους, άναψαν τα κάρβουνα κι οι σούβλες γύριζαν. Λαλητάδες κράταγαν το χορό στα στριφομούστακα παλικάρια. Λύθηκαν τα ζωνάρια απ’ τις τσακτσίρες, στον αέρα οι σκούφιες, σαν σε επινίκιο φλάμπουρο. Κι από κοντά οι νιες κι οι μεγαλύτερες να τους μερακλώνουν με κρασί και τσίπουρο απ’ τα τσουκάλια και τις νταμιζάνες. Σε δύο κύκλες ο χορός. Μια για τους άντρες και μια για τις γυναίκες. Οι παπάδες μπροστά, κατά πως τόχαν συνήθειο σε τούτα τα μέρη. Στο βήμα τους οι γεροντότεροι, οι νιοι παραπίσω, τα μαξούμια στο τέλος. Κρατημένοι χέρι το χέρι, σμιχτά σαν αλυσίδα, μία μέσα, δύο έξω, έπιασαν το τραγούδι με το στόμα κι άρχισε το τζουμερκιώτικο διπλοκάγκελο. Τώρα κι ο ήλιος έγειρε κι ο σταυραητός κουρνιάζει τώρα κι ο ξένος βούλεται στον τόπο του να πάει. Βάζει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ’σημένια και τα καλιγοσφύρια του χρυσά μαλαματένια. Είμαι ξένος και θα ιδώ και θα πάω να μολογώ. Δεν απόσωσε το διπλοκάγκελο κι ένας κρότος συντάραξε το γλέντι και το πανηγύρι. Ερχόταν από πολύ σιμά. Σείστηκε ο τόπος. Ταράχτηκε η ομήγυρις. Σταμάτησαν τα κλαρίνα και οι χοροί, τα σκυλιά έτρεξαν αλυχτισμένα κατά που ακούστηκε ο σεισμός και τα μωρά έβαλαν τα κλάματα. Μια σπαρακτική φωνή έσκισε το αέρα: - Χωριανοί! Τρέξτε! Εδώ! Το γεφύρι! Το γεφύρι έπεσε! Παγωμάρα, σαν τα χιόνια του Τζουμέρκου, τους πλάκωσε στη στιγμή όλους. - Τ’ είναι τούτο που φωνάζει ο χριστιανός; Αλάφιασε ή τον βάρεσε το πιόμα; Οι δημογέροντες, ο μαστρο-Γιώργης, τα καλφόπαιδα, όλοι τους, ανοίχτηκαν προς το γεφύρι. Όχι δεν ήταν τρελού σπάραγμα. Το αναπάντεχο κακό είχε γίνει. Σωρός τα λιθάρια και τ’ αγκωνάρια έστεκαν στη μέση στο ποτάμι κι απ’ τη μια άκρη ώς την άλλη. Το γεφύρι… Το γεφύρι γκρεμίστηκε! Σταυροκοπήθηκαν οι γριές και κατέβασαν τα μαυρομάντηλα ώς τα μάτια για τούτο το κακό. Ντροπιάστηκαν οι μαστόροι, με πρώτον τον μαστρο-Γιώργη, Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


180

Αν δ ρ έ α ς Ρ ί ζ ο ς

που με σκυμμένο το κεφάλι γύρισε πίσω, χωρίς να βγάλει κουβέντα. Πίκρα στα χείλη του, σφίξιμο στην καρδιά. Σαν πληγωμένο θεριό πήρε το μονοπάτι και βγήκε στη δημοσιά. Χάθηκε στα λόγγια κι έκαναν καιρό οι ντόπιοι να τον ματαδούνε. Ήταν καλός μάστορας. Η βιασύνη και η δυσκολία να δαμάσει το υδάτινο στοιχειό έφεραν το κακό, που τέτοιο δεν είχε ματαγίνει σ’ όλα τα Τζουμέρκα. Έπεφταν γεφύρια, μα απ’ την πάλη τους με το νερό. Από ανθρώπου χέρι, πρώτη φορά. Ματιάστηκε, είπαν μετά, ο πρωτομάστορας, για τα καλά του έργα. Ήταν αλήθεια τα καλά του έργα. Έχτισε κι αν έχτισε ο μαστρο-Γιώργης… Μα μετά από τούτο, δεν ξανάπιασε πέτρα στα χέρια του… Και τα βάσανα του κόσμου δεν είχαν τελειωμό… Πάλευαν οι ξωμάχοι ξανά με τα στοιχειά της φύσης. Και στην πάλη αυτή δεν ήταν πάντα οι ίδιοι νικητές. Μα δεν το ’βαλαν κάτω. Τρία χρόνια μετά την καταστροφή του γεφυριού, την άνοιξη του 1866, συνάχτηκαν και πάλι οι δημογέροντες στο μεσοχώρι. Για να κουβεντιάσουν και να πάρουν απόφαση για νέο γεφύρι. Δεν θα τους πάρει ο ποταμός. Έχουν να δώσουν λόγο στα παιδιά και στ’ αγγόνια τους. Δεν θα τ’ αφήσουν έτσι. Θα ξεπλύνουν τη ντροπή μ’ ένα καινούργιο γεφύρι. Δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, αν δεν το φτιάξουν. Ο χειμώνας του Τζουμέρκα πήρε πολλούς μαζί του, που λόγιασαν να σταθούν απέναντί του. Δεν χωρατεύει ο χιονιάς και του καιρού τα γυρίσματα δεν είναι πάντα καλοκαίρι. Και λόγιαζαν και τα ζωντανά τους. Που έτσι και ξεμείνουν στο καταχείμωνο, δεν θα τα ’βρει πέρα η άνοιξη. Το γεφύρι έπρεπε να στηθεί. Τούτη τη φορά δεν είχαν καιρό για πολλές κουβέντες και γνώμες. Φώναξαν τον Πραμαντιώτη μαστρο-Κώστα Μπέκα, που τον είχαν παραγκωνίσει στην προηγούμενη σύναξη, μιας και ήταν αυτός που αναμετρήθηκε στη γνώμη με τον μαστρο-Γιώργη, ανάμεσα σε πολλούς μαστόρους. - Ωρέ, μάστρο-Κωσταντή, τι θα κάνουμε ωρέ; Θα το φτιάξουμε το γεφύρι; Δεν αντέχεται άλλο η κακομοιριά. Και ο καιρός δεν περιμένει. Ο μαστρο-Κώστας δεν κράταγε γινάτι για την πρώτη απόφαση της δημογεροντίας. Δεν έκανε λόγο για τον μαστρο-Γιώργη. Ντόμπρος και μπεσαλής, μα και περήφανος για την τέχνη του, έριξε την κουβέντα του στη δημογεροντία. - Θα το φτιάξουμε, ωρέ! Μα όπως πω εγώ και με τους μαστόρους που εγώ θα διαλέξω. Εσείς δεν έχετε παρά να κάνετε κουμάντο για τα όβολα, τις γρεντιές και το φαγοπότι του σιναφιού. Τ’ άλλα είναι δική μου δουλειά. - Μπέσα, ωρέ Κωσταντή; - Μπέσα για μπέσα, αφεντάδες μου! Πάλι αρχή καλοκαιριού ήταν που το σινάφι του μαστρο-Κώστα έπιασε δουλειά. Ο ίδιος αρχιμάστορας, δεν άλλαξε τα σχέδιά του. Ίσα-ίσα που η κακοτυχιά του μαστρο-Γιώργη του έδωσε πίστη για το τόλμημά του. Θα ζεύξει το γεφύρι Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το π ε τ ρ ο γ έ φ υ ρ ο τ η ς Π λ ά κ α ς

181

μ’ ένα μεγάλο τόξο, από τη μια μεριά ώς την άλλη, έτσι που να μην το φτάνει ο αφρισμένος Άραχθος. Πριν ξεκινήσει, πέρασε πρώτα απ’ το μοναστήρι της Παναγιάς, που ήταν κοντά στην Πλάκα, κι άναψε το κερί στη χάρη Της. Τόχε τάμα, σε κάθε νέο του ξεκίνημα, σε κάθε πρωτολίθαρο, να κάνει το σταυρό του, για να πάνε όλα καλά. Δεν ήταν δα και εύκολο πράγμα να περάσει τη ζωή απέναντι, πάνω απ’ το ποτάμι. Ο Άραχθος έβγαινε σε τούτα τα μέρη μέσα απ’ τη χαράδρα άγριος, σαν ο μόνος κυρίαρχος. Πέντε γεφύρια στήθηκαν στην Πλάκα και κανένα δεν στέριωσε. Και το τελευταίο πάθημα του μαστρο-Γιώργη κατέτρωγε τις ψυχές των Τζουμερκιωτών. Τα λόγιασε όλα τούτα ο μαστρο-Κώστας Μπέκας, μα δεν κιότεψε. Μπήκε στη μάχη παλικαρίσια. Έτσι είχε μάθει απ’ τους δικούς του, σαν φύγανε απ’ το Σούλι και λημέριασαν σε τούτον τον τόπο. Να μη λυγίζει στην πρώτη ανημποριά. Ήταν ύστερα μια δική του μάχη. Κι ήθελε να την κερδίσει. Δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Το χνιόπωρο πλησίαζε, ώς τότε έπρεπε νάχε τελειώσει το γεφύρι. Γιατί μετά, ποιος βαστά τ’ άγριο ποτάμι; Τώρα ήταν ήρεμο, φιλικό, σα σε χειμερία νάρκη, λες και μάζευε δυνάμεις για το έμπα του χειμώνα. Είναι δύσκολη η μάχη με τα καμώματα της φύσης στα Τζουμέρκα. Πρέπει να την ξέρεις καλά, να μετράς τα σημάδια της, να τη σέβεσαι και να μην κάνεις αποκοτιές. Να πηγαίνεις με τα νερά της, για να μην πάει ο μόχθος σου του κάκου. Να ξέρεις πότε είναι ανάγκη να παλέψεις μαζί της. Τον μαστρο-Κώστα δεν τον τρόμαζε το έργο. Από μικρό παιδί κοντά στους κουδαραίους μαστόρους, είχε μάθει καλά το πελέκημα της πέτρας. Ρόζιασαν τα χέρια του και ψήθηκε το πρόσωπό του απ’ τ’ αγιάζι και τον χιονιά του Τζουμέρκα. Όλη του η ζωή ήταν η πέτρα. Μ’ αυτήν πορεύτηκε ώς τώρα, μ’ αυτή ζούσε, μ’ αυτή κουβέντιαζε, φέρνοντάς την στα μέτρα του. Την αγαπούσε την πέτρα και σα νάταν θηλυκό την έπιανε στα χέρια του. Ήξερε πώς να τη συνταιριάξει, να τη σμιλέψει, πού να τη χτυπήσει και πώς να τη φέρει στα ίσια της. Απ’ όταν πήρε τη ζωή στα χέρια του, αυτή τον ζούσε με τη φαμίλια του, γυρνώντας όλα τα Τζουμερκοχώρια, κι ακόμη παραπέρα, ώς τα ξενοχώρια της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Την πελεκούσε με μεράκι και μαζί της ανέβαινε σε καμπαναριά, σ’ εκκλησιές και μοναστήρια, σε σπίτια αρχοντικά και βουνίσια μονοπάτια. Κι έδινε ζωή με την πέτρα στους νοικοκυραίους και σ’ όλους τους συντοπίτες. Ο μαστρο-Κώστας έπρεπε να βιαστεί. Το γεφύρι έπρεπε να είναι έτοιμο ώς του Αϊ-Δημητριού. Έτσι και δεν προκάνει, γεφύρι δεν στεριώνει. Και θα του μείνει κι αυτουνού η ντροπή… Σαν φέξει το πρωτοχάραμα στην Πλάκα, πιάνει δουλειά το σινάφι. Και με το δείλι σταματά, για ν’ ακουμπήσουν μια στάλα το κουρασμένο τους κορμί οι μαστόροι στα γρέκια των νοικοκυραίων της Πλάκας. Να πάρουν δυνάμεις για την επόμενη μέρα. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


182

Αν δ ρ έ α ς Ρ ί ζ ο ς

Όλα τα χωριά στο πόδι. Και κάτω από τις προσταγές του μαστρο-Κώστα Μπέκα. Οι Μελισσουργιώτες, με τα περισσότερα γιδοπρόβατα και αλογομούλαρα, με πολύ έχος και με την έγνοια να τελειώσει σύντομα το γεφύρι, προσέφεραν 96.000 γρόσια, οι Πραμαντιώτες 32.000, οι Αγναντίτες 49.000, μαζί με την απαιτούμενη ξυλεία, ενώ πολλοί ήταν εκείνοι απ’ όλα τα γύρω χωριά που έβαλαν την προσωπική τους εργασία στο σινάφι. Και πάλι ο πανδοχέας Γιάννης Λούλης έβαλε το χέρι στην τσακτσίρα του κι έβγαλε 2.000 γρόσια. Σε 187.000 γρόσια έφτασε η δαπάνη για το γεφύρι, όπως φαίνεται από τα κιτάπια που κρατούσε ο Μελισσουργιώτης Χρήστος Μάρος, που όρισε η δημογεροντία να κρατάει τους λογαριασμούς, όσο προχωρούσε το γεφύρι. Ο Χρήστος Μάρος, άνθρωπος τίμιος και σεβαστός, έδωσε λογαριασμό μέχρι ενός οβολού στη δημογεροντία. Τέτοια ήταν η τιμιότητά του, που ύστερα έγινε παπάς. Μολογάνε ακόμη στα χωριά, πως πήρε την απόφασή του να βοηθήσει τον κόσμο από τις εκκλησιές, αφού εντυπωσιάστηκε απ’ το έργο του μάστροΚώστα Μπέκα, με τέτοιο γεφύρι, που το θεώρησε θάμα και θείο δώρο στους χωριανούς. Μέρα με τη μέρα, το γεφύρι προχωρούσε. Κανείς απ’ το σινάφι δεν έκανε του κεφαλιού του. Στις εντολές του πρωτομάστορα πατούσαν. Ό,τι πει κι όπως αυτός προστάξει, αφού ώς τώρα σε τέτοιο γεφύρι δεν είχαν ματαδουλέψει. Ήξεραν για δίτοξα, τρίτοξα, κι ακόμη μεγαλύτερα γεφύρια, μα σε μονότοξο και μάλιστα τόσο ψηλό και μεγάλο, πρώτη φορά έβαζαν την τέχνη τους. Τέτοιο γεφύρι δεν είχε ματαγίνει στα Τζουμέρκα, στην Ήπειρο κι όπου αλλού, κατά πως μολογούσαν οι ταξιδεμένοι. Μα κι αυτού του χριστιανού, πώς του ήρθε να κρεμάσει την πέτρα στον αέρα, από τον ουρανό, σ’ ένα τόξο τόσο ψηλό; Ήξερε ο ψημένος κιοπρουλής πως όσα γεφύρια έπεσαν σ’ αυτή τη μεριά, ήταν χαμηλά και δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν την ορμή του ποταμού. Έπρεπε να ενισχύσει την πέτρα στις δύο όχθες και πάνω τους να κρεμάσει το ψηλό τόξο. Κι αυτό έκανε, ανοίγοντας και δυο μικρά ανακουφιστικά τόξα στις δύο βάσεις του μεγάλου. Τόδεσε καλά το μεγάλο τόξο. Πέτρα την πέτρα, λιθάρι το λιθάρι, το κλείδωσε κι άφησε το ποτάμι να περάσει από κάτω του… Τρυγητής του 1866 ήτανε και το γεφύρι έστεκε ακόμη φασκιωμένο με τις σκαλωσιές και τα δοκάρια πάνω του. Ακόμη δεν είχε αποκαλυφθεί και δεν φανερώθηκε στου ήλιου το φως. Εντολή του μαστρο-Κώστα να μείνει κάμποσες βδομάδες έτσι, ν’ αποξηραθεί και να δέσει καλά ο ασβεστόλιθος. Μα ήρθαν πρώιμα τα πρωτοβρόχια. Κι ο Άραχθος άρχισε τις κατεβασιές του. Μπροστά στον κίνδυνο να πάρει όλη τη δουλειά και πάλι το ποτάμι, ο μαστρο-Κώστας τόλμησε κι έβγαλε τα ικριώματα νωρίτερα, μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά. Το κακό πούχε βρει τον μαστρο-Γιώργη ήταν ακόμη νωπό. Θ’ αντέξει το γεφύρι; Θα γίνει το θάμα να ζεύξει το ποτάμι; Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το π ε τ ρ ο γ έ φ υ ρ ο τ η ς Π λ ά κ α ς

183

Τα μαστορόπουλα παραμέρισαν και το τελευταίο στήριγμα. Απόλυτη σιωπή. Μόνο τα νερά του ποταμού ακούγονταν στο κύλισμά τους, σιγανά, σα να ετοιμάζονταν για τη μεγάλη έφοδο. Ο κόσμος μαζεμένος από δω κι από κει του ποταμού, η δημογεροντία με τους μαστόρους μπροστά, κρατάει την ανάσα του. Περιμένουν, πριν πάρουν το γυρισμό για το σιάδι, για το πανηγύρι. Περιμένουν να βεβαιωθούν πως δεν θα δευτεριάσει το κακό. Μα ο μαστρο-Κώστας Μπέκας δεν τους έκανε το χατίρι. Και να το τώρα το μεγάλο μονότοξο πέτρινο γεφύρι γυμνό. Στέκει… Στέκει εκεί, καταμεσίς του Αράχθου, περήφανο, λαμπερό, αγέρωχο, με τον αέρα του Τζουμέρκα να το χαϊδεύει και με τον ήλιο της Κακαρδίτσας να ρίχνει τις αχτίδες του και να το φωτίζει. Το γεφύρι στέριωσε, το γεφύρι στέκει και σε λίγο καιρό θα το διαβούν τα τσελιγκάτα. Ουρανομήκεις ζητωκραυγές συντάραξαν την Πλάκα. Χειροκροτήματα, σφυρίγματα, γέλια και ντουφεκιές. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται οι συντοπίτες κι οι μαστόροι για τούτο το έργο. Όλοι σιμώνουν προς τον πρωτομάστορα. - Καλή και ζηλευτή δουλειά, μαστρο-Κωσταντή. Να σου σχωρεθούν τα πεθαμένα σου. - Δεν έκανα παρά κείνο πού ΄λεγε η καρδιά μου, αφεντάδες μου. Κι αν είναι για όλους καλό, είναι και για μένα. Η δημογεροντία έδωσε εντολή να ετοιμαστεί το πανηγύρι και το γλέντι. Κάλεσε τους παπάδες κι έκαναν αγιασμό, πριν διαβούν το γεφύρι. Έψαλαν δεήσεις υπέρ των κτητόρων, των μαστόρων και των χορηγούντων την κατασκευήν ταύτην. Η καμπάνα του μοναστηριού χτυπούσε ασταμάτητα. Τα λιανοπαίδια, θες απ’ το παιχνίδι, θες απ’ όλη τη χαρά που βαστούσε, τραβούσαν με ορμή το σκοινί και το γλωσσίδι της καμπάνας χτύπαγε ρυθμικά στα σωθικά της. Κι έφτανε το μήνυμα ώς τα κοντινά χωριά. Διάβαζαν σωστά τους χτύπους της καμπάνας οι χωριανοί. Ξεχώριζαν τη χαρά από τη λύπη. Και τώρα ήταν για χαρά. Και όσοι δεν ήξεραν το χαμπέρι, κατηφόριζαν προς την απλωσιά της Πλάκας για να το μάθουν. Συνάχτηκαν πολλοί απ’ τα γύρω χωριά. Σόια ολάκερα με αλογομούλαρα έφτασαν ώς εδώ. Κι άλλοι, πούμαθαν νωρίτερα το καλό μαντάτο, φόρεσαν τα γιορτινά τους, πήραν πεσκέσια κι αντάμωσε όλο σχεδόν το Τζουμέρκο κοντά στο γεφύρι, στο σιάδι, κάτω απ’ το μοναστήρι της Παναγιάς, για να χαρούν. Στήθηκε ξανά το πανηγύρι και το διπλοκάγκελο απ’ όλους: Είμαι ξένος και θα ιδώ και θα πάω να μολογώ… Το μολογούν οι ντόπιοι κι οι περαστικοί. Τέτοιο γεφύρι δεν ματάγινε. Τα Τζουμέρκα έδιωξαν από πάνω τους ένα βάσανο. Τώρα πια όλοι θα διαβαίνουν το ποτάμι ήρεμα, χωρίς τον φόβο της θαλασσοπνιγής. Ας είναι καλά ο πρωτοΈ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


184

Αν δ ρ έ α ς Ρ ί ζ ο ς

μάστορας κι οι βοηθοί του. Ας είναι καλά όλοι όσοι έβαλαν τον οβολό τους για τούτο το έργο. Ο μαστρο-Κώστας, αφού χάρηκε με τον κόσμο, δεν είχε πια άλλο να κάνει, παρά να ευχαριστήσει το Θεό και τους δημογέροντες για την εμπιστοσύνη που του έδειξαν. Ανηφόρισε ξανά για το μοναστήρι της Παναγιάς κι απόθεσε πάλι το κερί του. Ήταν μαζί του ώς το τέλος. Τώρα ήταν έτοιμος. Μπορούσε να φύγει από την Πλάκα με ήσυχη την ψυχή του πως έκανε το χρέος του. Τα κόπια του έπιασαν τόπο. Το γεφύρι είναι εκεί κι ο ποταμός υποταγμένος… Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Από κείνο το ευλογημένο καλοκαίρι του 1866. Το γεφύρι του Σουλιώτη μαστρο-Κώστα Μπέκα από τα Πράμαντα ήταν το πέρασμα ζωής για τους ανθρώπους των βουνών. Και σήμερα στέκει εκεί στην Πλάκα αγέρωχο, σαν ουράνιο τόξο, ακτινοβόλο, για να θυμίζει την ανθρώπινη δημιουργία και την ουσία της ζωής. Κι όσοι το περπατούν, ακουμπούν το χέρι τους στην πέτρα, τη χαϊδεύουν, έτσι σαν έναν χαιρετισμό προς τον πρωτομάστορα και σαν μνημόσυνο, για νάναι αναπαμένα τα κόκαλα αυτού και των βοηθών του, που έσωσαν πολλούς από το χαλασμό… * Ο Ανδρ. Ρίζος είναι δημοσιογράφος, μέλος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού Τύπου και κατάγεται από τους Μελισσουργούς.

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Τ Ε Χ Ν Η - Π Α ΡΑ Δ Ο Σ Η - Π Ο Λ Ι Τ Ι Σ Μ Ο Σ Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου*

Η Κόκκινη Εκκλησιά στο Βουργαρέλι της Άρτας

Σ Τ Ο Ι Χ Ε ΙΑ Α Π Ο Τ Η Ν Ε Ο Τ Ε Ρ Η Ε Ρ Ε Υ ΝΑ 1

αναδημοσίευση από Ηπειρώτικα Χρονικά

Σ

τις νότιες πλαγιές των Τζουμέρκων στον οικισμό Παλαιοχώρι Βουργαρελίου είναι κτισμένος ο βυζαντινός ναός Γενεσίου της Θεοτόκου, που είναι περισσότερο γνωστός ως Κόκκινη Εκκλησιά2 (εικ. 1). Πιθανότατα, ο ναός αρχικά αποτελούσε καθολικό μοναστηριού, καθώς είναι γνωστός από την παράδοση και ως «Βασιλομονάστηρο»3. Σήμερα σώζεται μόνο το καθολικό, ενώ τα κελιά και τα όποια άλλα κτίσματα που υπήρχαν έχουν καταστραφεί και λείψανά τους δεν έχουν μέχρι σήμερα εντοπιστεί. Εξαίρεση αποτελεί ο ναΐσκος, βορειοδυτικά του μνημείου, για τον οποίο θα γίνει λόγος εκτενέστερα παρακάτω. Το μνημείο είναι κτισμένο στον αρχιτεκτονικό τύπο του δικιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού (σχ. 1), στη διασταύρωση των κεραιών του οποίου 1. Η μελέτη αυτή αποτελεί εκτενέστερη ανάπτυξη της ομότιτλης ανακοίνωσης μου στο Ά Επιστημονικό Συνέδριο για τα Τζουμέρκα που έγινε στα Άγναντα-ΠράμανταΒουργαρέλι-Ματσούκι, το διάστημα 23-25 Ιουνίου 2006. 2. Για το μνημείο βλ. Αν. Ορλάνδος, Μνημεία του Δεσποτάτου της Ηπείρου, Η Κόκκινη Εκκλησιά (Παναγία Βελλάς), Ηπειρ. Χρον. Α΄ και Β΄ (1927), σ. 153 κ.ε., G. Velenis, Thirteenth Century Architecture in the Despotate of Epirus. The Origins of the school, Πρακτικά του Συμποσίου Studenica et’ art byzantine autourde l’ anée1200, Septembre 1986, Beograd 1988, σ. 199-285, Κ. Τσουρής, Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος των υστεροβυζαντινών μνημείων της βορειοδυτικής Ελλάδας (διδ. διατριβή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης), Καβάλα 1988, σ. 37-39,193-194,197 και Β. Παπαδοπούλου, Η Βυζαντινή Άρτα και τα μνημεία της, Αθήνα 2002, σ. 118-125. Το μνημείο έχει μελετηθεί επαρκώς, ωστόσο μετά τις πρόσφατες εργασίες, προέκυψαν κάποια στοιχεία, που πιστεύουμε ότι φωτίζουν την ιστορία του. 3. Αναφέρεται επίσης ως Παναγία Βελλάς, γιατί για κάποιο διάστημα υπήρξε μετόχι της μονής Βελλάς, βλ. Ξενόπουλος, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, Αθήναι 1884, Άρτα 1986, σ. 21. Ο Ξενόπουλος αναφέρει επίσης ότι η Κόκκινη Εκκλησιά ήταν ναός μολυβδοσκέπαστος, αλλά από το 1821 η αρχική μολύβδινη στέγη είχε αφαιρεθεί και δείγμα της παρέμεινε μόνο στη στέγη της κόγχης του ιερού βήματος. Πιθανότατα πρόκειται για τα φύλλα μολύβδου που εντόπισε το 1927 ο Αν. Ορλάνδος στη στέγη της κόγχης του ιερού βήματος, βλ. Ορλάνδος, Η Κόκκινη Εκκλησιά, ό.π., σ. 156, σημ. 2. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


186

Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου

υπήρχε τρούλος που έχει καταρρεύσει, άγνωστο πότε, και στη θέση του έχει τοποθετηθεί δίκλινης ξυλοστέγη, που αλλοιώνει την αρχική μορφή του4. Δυτικά υπάρχει Ορθογώνιος νάρθηκας, ο οποίος στεγαζόταν στο κέντρο με ημισφαιρικό τρούλο, που επίσης έχει καταπέσει και αντικατασταθεί με ξυλοστέγη (εικ. 2). Δυτικά του νάρθηκα ανασκαφική έρευνα παλαιότερα έφερε στο φως οικοδομικά λείψανα μεταγενέστερου εξωνάρθηκα, ο οποίος είχε αρχικά τη μορφή ανοιχτού προστώου και διαμορφωνόταν με μεγάλους πεσσούς5. Η εκκλησία είναι κτισμένη με πλινθοπερίκλειστο σύστημα (μια οριζόντια σειρά πλίνθων εναλλάσσεται με δύο κάθετες πλίνθους) και η τοιχοδομία της αποτελείται από τοπικούς γκρίζους λίθους στο κάτω μέρος και πωρόλιθους πάνω (εικ. 3). Στους τοίχους του ναού εσωτερικά έχουν επίσης ενσωματωθεί και λιγοστά αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη6. Η εξωτερική διακόσμηση των τοίχων -στην οποία οφείλεται και η επωνυμία της εκκλησίας- αποτελείται από δύο κυρίως ζώνες. Η πρώτη διαμορφώνεται με πλίνθινα πλακίδια, σε ύψος 3,25μ, σε ρομβοειδή διάταξη (εικ. 4). Συγκεκριμένα η ζώνη, ύψους 0,55 μ., είναι κατασκευασμένη από τετράγωνες πλίνθους που εναλλάσσονται με τετράγωνους πωρόλιθους και περιτρέχει τη βόρεια και τη νότια πλευρά του μνημείου. Στη νότια πλευρά πάνω από την πρώτη ζώνη υπάρχει και μια δεύτερη από πλίνθους που σχηματίζουν μαίανδρο7. Σύμφωνα με την αποσπασματικά σωζόμενη επιγραφή (εικ. 5) που υπάρχει πάνω από την δυτική είσοδο του κυρίως ναού, η Κόκκινη Εκκλησιά τοιχογραφήθηκε κατά την ΄Θ ινδικτιώνα της ηγεμονίας του δεσπότη του κράτους της Ηπείρου Νικηφόρου Ά Κομνηνού Δούκα και της συζύγου του Άννας Παλαιολογίνας, οι οποίοι σύμφωνα πάντα με την ίδια επιγραφή, «σκηπτροκρατούσαν» 4. Για τις παλαιότερες εργασίες που έγιναν στο μνημείο βλ. Αν. Ορλάνδος, Έργον, 1954, σ. 60-63 και ο ίδιος, Έργον 1967, σ. 130 κ.ε. 5. Σε μεταγενέστερη φάση τα ενδιάμεσα των πεσσών κενά του εξωνάρθηκα κλείστηκαν με τοιχοποιίες και το δάπεδο του πλακοστρώθηκε, βλ. Β. Παπαδοπούλου, Η Βυζαντινή Άρτα, ό.π., σ.120. 6. Τμήμα ιωνικού κιονόκρανου βρίσκεται εντοιχισμένο στον βορειοδυτικό πεσσό (νότια όψη του). Σε παλαιότερο κτίριο πιθανότατα ανήκουν και οι δύο κίονες οι οποίοι στηρίζουν τό δυτικό σκέλος του σταυρού, που σχηματίζουν οι καμάρες της στέγης, και σήμερα είναι εγκιβωτισμένοι στους ογκώδεις πεσσούς, που προστέθηκαν μεταγενέστερα για μεγαλύτερη ευστάθεια του μνημείου. Επίσης μπροστά από τους τοιχοπεσσούς του ιερού βήματος υπήρχαν δύο τμήματα γρανιτένιου μονόλιθου κίονα. Παλαιότερα είχαν μεταφερθεί στην αρχαιολογική συλλογή στην Παρηγορήτισσα δύο θραύσματα ιωνικού κιονόκρανου. 7. Για τον κεραμοπλαστικό διάκοσμο του μνημείου βλ. Κ. Τσουρής, Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος, ό.π., σ. 37-39. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Κόκκινη Εκκλησιά στο Βουργαρέλι της Άρτας

187

τα δυτικά φρούρια8. Κατά τον Ορλάνδο η ΄Θ ινδικτιών, που αναφέρεται στην επιγραφή, συμπίπτει με το έτος 1281 και συνεπώς ο ναός είναι προγενέστερος της χρονολογίας αυτής9. Σύμφωνα με άλλους όμως ερευνητές, ο θάνατος του Νικηφόρου Α’ Κομνηνού Δούκα τοποθετείται μεταξύ των ετών 1296-810 και συνεπώς η προαναφερθείσα ινδικτιών συμπίπτει με τη χρονολογία 1295-6. Οι τοιχογραφίες του ναού, που σώζονται σήμερα αποσπασματικοί11, έγιναν με δαπάνη του Θεόδωρου Τζιμισκή12 (εικ. 6) και της συζύγου του Μαρίας, οι οποίοι εικονίζονται στο νάρθηκα του ναού, μαζί με τον αδελφό του Ιωάννη (εικ. 7) και τη σύζυγο του Άννα, δεξιά και αριστερά της παράστασης της ένθρονης Παναγίας Βρεφοκρατούσας. Λιγοστές παραστάσεις διατηρούνται στον κυρίως ναό και το νάρθηκα, από τις οποίες σημαντικότερη είναι η παράσταση με τους κτήτορες που προαναφέραμε. Λιγοστές ενδείξεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τουλάχιστον ο κυρίως ναός ή ένα μέρος του, είχε και δεύτερο στρώμα τοιχογραφιών. Συγκεκριμένα στην παράσταση του αποστόλου Πέτρου, που σώζεται στη νότια παραστάδα του δυτικού τοίχου του κυρίως ναού (εικ. 8), έχουμε εντοπίσει σπάραγμα μεταγενέστερης τοιχογραφίας. 8. Για την επιγραφή βλ. Α. Ορλάνδος, Η Κόκκινη Εκκλησιά, ό.π., σ. 164-167, και Β. Κατσαρός, Λόγια στοιχεία στην επιγραφική του «Δεσποτάτου». Λόγιοι και διανοούμενοι κατά το 13ο αιώνα στην Ήπειρο με βάση τις έμμετρες επιγραφές του χώρου, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου για το Δεσποτάτο της Ηπείρου, Άρτα 27-31 Μαΐου 1990, Αθήνα 1992, σ. 205-214 και S. Kalopissi-Verti, Dedicatory Inscriptions and Donor Portraits in 13th Century Churches of Greece, Wien1992, σ. 54-55. 9. Α. Ορλάνδος, Η Κόκκινη Εκκλησιά, ό.π., σ. 107 και σημ. 1. 10. D. Nicol, The Date of the Death of Nikephoros I of Epirus, Miscellanea Agostino Pertusi, Rivista di Studi Byzantini e Slavi I (1981), σ. 251 κ.ε. 11. Γενικά για τις τοιχογραφίες βλ. S. Kalopissi-Verti, Tendenze Stilistische della pittura monumentale in Grecia durante il XXIII secolo (1984), σ. 224, Μ. Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Η ζωγραφική της Άρτας στο 13ο αιώνα και η Μονή της Βλαχέρνας, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου για το Δεσποτάτο της Ηπείρου, ό.π., σ. 181, Ήπειρος. 4000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού. Η τέχνη στην εποχή του «Δεσποτάτου» της Ηπείρου, (Π. Βοκοτόπουλος, Αθήνα 1997, σ. 230). Επίσης βλ. Β. Παπαδοπούλου-Α. Τσιάρα, Εικόνες της Άρτας, Άρτα 2008, σ. 46 κ.ε. Μελέτη των τοιχογραφιών αναμένεται από τον ακαδημαϊκό Π. Βοκοτόπουλο. 12. Η συγκεκριμένη οικογένεια Τζιμισκή δεν είναι γνωστή από άλλες πηγές. Κατά μία εκδοχή ο Θεόδωρος Τζιμισκής ήταν πρωτοστράτορας του στρατού του Νικηφόρου στη μάχη του Βερατίου το 1281, όταν τα βυζαντινά στρατεύματα νίκησαν τον Κάρολο d’ Anjou, βασιλιά της Νεαπόλεως, βλ. D. Nicol, The Despotate of Epiros, Oxford, 1957, σ. 241. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


188

Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου

Ένα ανάγλυφο γύψινο τέμπλο13 διαχώριζε το χώρο του ιερού βήματος από αυτόν του κυρίως ναού. Γύψινα υαλοστάσια με ανάγλυφο διάκοσμο14 υπήρχαν επίσης στο παράθυρο της κόγχης του ιερού, ένα μικρό τμήμα του οποίου βρίσκεται και σήμερα κατά χώραν15. Με την αρχιτεκτονική του μνημείου έχουν ασχοληθεί διάφοροι ερευνητές, όπως ο μητροπολίτης Αρτας Σ. Ξενόπουλος16, ο Σπ. Λάμπρος17 (ο οποίος ασχολήθηκε κυρίως με την επιγραφή και την καταγραφή των σχετικών με τον ναό παραδόσεων), ο Αν. Ορλάνδος18 και ο Γ. Βελένης19. Από τις νεότερες σχετικά μελέτες εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του αείμνηστου καθηγητή Η. Hallenslenben20. Ο γερμανός καθηγητής στη μελέτη του για την αρχιτεκτονική του ναού του Αγίου Κλήμεντα στην Αχρίδα αναφέρθηκε στις ομοιότητες που παρουσιάζει η κατασκευή και η εκτέλεση του εξωτερικού διακόσμου του προαναφερθέντος ναού με αυτή της Κόκκινης Εκκλησιάς στο Βουργαρέλι. Κατά τον Η. Hallenslenben οι δύο εκκλησιές πιθανότατα κτίστηκαν από το ίδιο συνεργείο μαστόρων, οι οποίοι μάλιστα αρχικά έχτισαν την Κόκκινη Εκκλησιά, που αποτέλεσε το πρότυπο για τον ναό του Αγ. Κλήμεντα. Η άποψη αυτή είναι πολύ σημαντική, αφού εκτός των άλλων παραπέμπει σε μεταγενέστερες πρακτικές των ονομαστών για την κατεργασία της πέτρας τζουμερκιωτών μαστόρων. Η ανασκαφική έρευνα Κατά τη διάρκεια των ετών 2004-2005, πραγματοποιήθηκαν στο μνημείο ανασκαφικές και αναστηλωτικές εργασίες στα πλαίσια της υλοποίησης του έργου «Στερέωση- Αποκατάσταση Βυζαντινών Μνημείων του Ν. Άρτας»21 που 13. Α. Ορλάνδος, Η Κόκκινη Εκκλησιά, ό.π., σ. 163 κ.ε. 14. Α. Ορλάνδος, Η Κόκκινη Εκκλησιά, ό.π., σ. 162, εικ. 8, όπου αναπαράσταση του παραθύρου του ιερού βήματος. 15. Αρκετά τμήματα των γύψινων υαλοστασίων φυλάσσονται σήμερα στην αρχαιολογική συλλογή της Παρηγορήτισσας, βλ. Β. Παπαδοπούλου, Γύψινα υστεροβυζαντινά ανάγλυφα από την Ήπειρο, ΑΔ 56 (2001), Μελέτες, σ. 341-364 και ιδιαίτερα στη σ. 353 κ.ε. 16. Σ. Ξενόπουλος, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, ό.π., σ.21-22. 17. Σ. Λάμπρος, Νέος Ελληνομνήμων, Αθήνα 1905, σ. 289-298. 18. Βλ. σημ. 1. 19. Βλ. σημ. 1. 20. H. Hallensleben, Die architekturgeschichtische Stellung der Kirche Sv. Bogorodica Perivleptos (Sv. Kliment) in Ochrid, Musée Archéologique de Macédoine, Recueil des Travaux, VI-VII,1967-1974, Mélanges Dimce Koco, σ. 304-316. 21. Πρόκειται για το υποέργο (3) «Στερέωση-αποκατάσταση βυζαντινού ναού Κόκκινης Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Κόκκινη Εκκλησιά στο Βουργαρέλι της Άρτας

189

εντάχθηκε στο μέτρο 3.3 του Περιφερειακού Επιχειρησιακού Προγράμματος της Περιφέρειας Ηπείρου22. Οι εργασίες άρχισαν από την αντικατάσταση του παλαιού δαπέδου του ναού, η κατάσταση του οποίου δεν ήταν καλή. Μετά την απομάκρυνση των παλαιών πλακών23 ακολούθησε ανασκαφική έρευνα, η οποία έδωσε ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Συνολικά αποκαλύφθηκαν και διερευνήθηκαν στον κυρίως ναό και το νάρθηκα 47 τάφοι, στην πλειονότητα τους κιβωτιόσχημοι. Οι τάφοι ήταν αδιατάρακτοι και ακτέριστοι. Οριοθετούνταν από γκρίζες λιθόπλακες διαφόρων μεγεθών. Ανάλογο υλικό χρησιμοποιήθηκε επίσης για την κάλυψη τους. Η διάταξη τους ήταν ιδιαίτερα πυκνή και καταλάμβαναν ολόκληρο το δάπεδο του νάρθηκα και ένα μεγάλο μέρος από το δυτικό τμήμα του κυρίως ναού (εικ. 9,10, σχ. 2). Οι σκελετοί που έφερε στο φως η ανασκαφή ήταν τοποθετημένοι εκτάδην και προσανατολισμένοι. Εξαίρεση αποτελούν δύο περιπτώσεις στο νάρθηκα που ήταν τοποθετημένοι στον άξονα βορρά-νότου, εφαπτόμενοι στον δυτικό τοίχο, πιθανότατα λόγω έλλειψης χώρου. Οι περισσότεροι ανήκαν σε ενήλικα άτομα, υπήρχαν όμως και αρκετές περιπτώσεις παιδικών ταφών. Οι περισσότεροι νεκροί είχαν τα χέρια στη μέση σε μία παράλληλη διάταξη, ενώ αρκετοί επίσης έφεραν τα χέρια τους σταυρωμένα στο στήθος. Πρόκειται

Εκκλησιάς», συνολικής δαπάνης 146.735,14€ που συγχρηματοδοτήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του Γ΄ Κ.Π.Σ. Οι εργασίες έγιναν δι’ αυτεπιστασίας από την 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, την επίβλεψη των οποίων είχε η γράφουσα και ο αρχιτέκτων Δημήτρης Κουνάβος, τον οποίο και ευχαριστώ θερμά για το ζήλο και την ακάματη προσπάθεια για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα των εργασιών. 22. Στις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στην Κόκκινη Εκκλησιά, από την 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων απασχολήθηκαν ως έκτακτο προσωπικό οι: Γιάννης Κωτσοκώστας αρχαιολόγος, Θόδωρος Γιολδάσης πολιτικός μηχανικός, οι τεχνίτες Δ. Καραβασίλης και Γ. Κατσαούνος και οι εργάτες Π. Κατσινέλης, Π. Κοντοδήμας και Ν. Πλού-μπης. Όλους τους ευχαριστώ θερμά για την άριστη συνεργασία που είχα μαζί τους. Ιδιαίτερα ευχαριστώ τον αρχαιολόγο κ. Ι. Κωτσοκώστα για την υπεύθυνη παρουσία του στο έργο και το ζήλο που επέδειξε γιαυτό. Για τις εργασίες αυτές βλ. Β. Παπαδοπούλου, ΑΔ, 2004 και 2005, Χρονικά (υπό έκδοση). 23. Οι πλάκες ήταν διαφόρων μεγεθών, με αρκετά ενδιάμεσα κενά, που είχαν συμπληρωθεί κακότεχνα. Σε αρκετά σημεία του δαπέδου υπήρχαν μικρές καθιζήσεις και υποχωρήσεις του υπεδάφους. Επίσης εμβόλιμα υπήρχαν ενσωματωμένες λιγοστές πήλινες πλάκες που πιθανόν ανήκαν στο αρχικό δάπεδο του ναού. Παράλληλα με την απομάκρυνση των πλακών απομακρύνθηκε και ο ξύλινος στυλοβάτης του γύψινου βυζαντινού τέμπλου του ναού και για λόγους προστασίας του μεταφέρθηκε στην αρχαιολογική συλλογή της Παρηγορήτισσας. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


190

Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου

για έναν τρόπο ενταφιασμού γνωστό ήδη από τη βυζαντινή εποχή, αλλά και τη μεταβυζαντινή περίοδο24. Σε λίγες περιπτώσεις τάφων υπήρχαν ανακομιδές οστών, καθώς και συγκεντρώσεις κρανίων, γεγονός που υποδηλώνει προγενέστερη χρήση του χώρου, στα συγκεκριμένα σημεία. Τα λιγοστά κινητά ευρήματα, αβαφή και ακόσμητη κεραμική, λιγοστά νομίσματα25 και μερικά μεταλλικά αντικείμενα, δεν βοηθούν στην χρονολόγηση των τάφων, καθώς δεν σχετίζονται με αυτούς. Αναφορικά με το θέμα της χρονολόγησης των τάφων, το μόνο που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι πως αυτοί είναι μεταγενέστεροι του ναού, καθώς κανένας τους δεν διαταράσσεται ή υπερκαλύπτεται από τους τοίχους του, αλλά αντίθετα αναπτύσσονται στο χώρο που ορίζει ο ίδιος ο ναός με τη θεμελίωση του. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι τάφοι στην πλειονότητα τους είχαν παρόμοια βάθη, τόσο όσον αφορά τις καλύψεις τους, όσο και τα βάθη έδρασης των σκελετών, στοιχείο που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ομαδική ταφή, η οποία προέκυψε μετά από κάποιο σημαντικό γεγονός, που συνέβη στον οικισμό. Το γεγονός αυτό δεν είμαστε για την ώρα σε θέση να το προσδιορίσουμε χρονικά. Τάφους έχουμε εντοπίσει στο εσωτερικό και άλλων ναών της Άρτας, όπως το καθολικό της μονής Κάτω Παναγιάς26. Όμως στην περίπτωση αυτή υπήρχαν ταφές μεμονωμένες που δεν είχαν την ίδια πύκνωση και έκταση με αυτές της Κόκκινης Εκκλησιάς. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ναός τη χρονική στιγμή που έγιναν οι τάφοι θα πρέπει να ήταν εγκαταλελειμμένος και για άγνωστους σε μας λόγους επιλέχθηκε το εσωτερικό του για ενταφιασμούς. Παλαιότερη ανασκαφική έρευνα δυτικά του νάρθηκα, και συγκεκριμένα στο χώρο του εξωνάρθηκα, αλλά και περιμετρικά αυτού, έφερε στο φως πολλούς τάφους περίπου της ίδιας μορφής. Όλοι τους ήταν επίσης ακτέριστοι, είχαν όμως διαφορετικό μεταξύ τους προσανατολισμό, δεν παρουσίαζαν την ίδια πύκνωση με αυτούς στο εσωτερικό του καθολικού και πιθανότατα δεν ήταν σύγχρονοι μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια των εργασιών αφαίρεσης του δαπέδου αποκαλύφθηκε στο νοτιοδυτικό πεσσό το κάτω μέρος και η βάση του κίονα που έχει εγκιβωτισθεί σ’ αυτόν. Ο εγκιβωτισμένος κίονας είναι μονόλιθος γρανιτένιος, όπως και η βάση του. Μία παρόμοια βάση, που πιθανότατα προερχόταν από τον βόρειο κίονα 24. Β. Παπαδοπούλου, ΑΔ 38, (1983), Χρονικά, σ. 249. 25. Άξια αναφοράς είναι ένα χάλκινο διαβρωμένο νόμισμα, πιθανώς τορνέσιο, διαμέτρου 0,01 μ. και ένας θησαυρός 51 οθωμανικών νομισμάτων. 26. Στην περίπτωση της Κάτω Παναγιάς οι τάφοι ήταν λιγοστοί, επίσης νεότεροι και ακτέριστοι. Ανάλογη πρακτική απαντάται και στην Κέρκυρα, όπου ο ενταφιασμός έως και τον 19ο αιώνα, γινόταν στο εσωτερικό των εκκλησιών. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Κόκκινη Εκκλησιά στο Βουργαρέλι της Άρτας

191

του ναού, υπήρχε και στο πάνω μέρος του τμήματος κίονα, που ήταν τοποθετημένο κοντά στο βόρειο τοιχοπεσσό του ιερού βήματος27 (εικ. 11). Η αποκάλυψη αυτή τεκμηριώνει τον αρχιτεκτονικό τύπο του ναού, που ήταν αρχικά δικιόνιος, σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο. Οι κίονες για λόγους, πιθανότατα καλύτερης ευστάθειας του ναού28, εγκιβωτίστηκαν -άγνωστο πότεσε πεσσούς (οι οποίοι μάλιστα δεν έχουν τις ίδιες διαστάσεις), με αποτέλεσμα σήμερα το μνημείο δίνει την εντύπωση δίστυλου ναού (σχ. 1). Στη βόρεια πλευρά του νότιου πεσσού και κοντά στη βάση του κίονα αποκαλύφθηκαν λείψανα του αρχικού δαπέδου κατά χώραν. Πρόκειται για μια τετράγωνη πλινθόπλακα και τμήμα μιας δεύτερης (εικ. 12). Η πλινθόπλακα, που αν και θρυμματισμένη σώθηκε ολόκληρη, έχει διαστάσεις 0,36x0,41x0,05 μ., και είναι κατασκευασμένη από κοκκινόχρωμο πηλό. Στην πάνω όψη της φέρει έντυπη διακόσμηση. Εσωτερικά διαμορφώνεται μεγάλο σύνθετο πλοχμοειδές σχέδιο. Ταινία με πλοχμό, συνολικού πλάτους 0,04 μ. περιτρέχει την πλάκα. Κατά την ανασκαφή βρέθηκε επίσης τμήμα από μια άλλη πλάκα, με ανάλογο διάκοσμο. Οι διακοσμημένες πλινθόπλακες είναι σχετικά σπάνιες29. Αν και δεν υπάρχουν στοιχεία που να μας οδηγούν στην άποψη ότι ολόκληρο το δάπεδο της Κόκκινης Εκκλησιάς ήταν στρωμένο με ανάλογες πλάκες, το εύρημα αυτό είναι σημαντικό και πλουτίζει τις γνώσεις μας σχετικά με τις λύσεις που επιλέγονταν για τη διάστρωση και τη διακόσμηση των δαπέδων30 των μνημείων του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

27. Η βάση αυτή, όσο και ο κίονας για λόγους προστασίας τους, έχουν μεταφερθεί στην αρχαιολογική συλλογή της Παρηγορήτισσας. 28. Χαρακτηριστική είναι η παράδοση που κατέγραψε ο Ορλάνδος σχετικά με τον αρχαιοκάπηλο από τους Χουλιαράδες που προσπάθησε να αφαιρέσει από το ναό έναν από τους κίονες βλ. Α. Ορλάνδος, Η Κόκκινη Εκκλησιά, ό.π., σ. 168-169. 29. Α. Ορλάνδος, Η Κόκκινη Εκκλησιά, ό.π., σ. 164, εικ. 20 (άνω) αναφέρει ότι διασώζονται και τίνα πήλινα οπτά τεμάχια φέροντα και ταύτα πλαστικών διάκοσμον. Δεν αποκλείεται να πρόκειται για ανάλογες πλινθόπλακες από το αρχικό δάπεδο του ναού. 30. Πλίνθινες πλάκες, μικρότερων όμως διαστάσεων και ακόσμητες, έφερε το δάπεδο του ναού του Αγίου Δημητρίου Κατσούρη, στους Πλησιούς Άρτας. Λείψανα του δαπέδου αυτού έφερε στο φως η ανασκαφική έρευνα που έγινε στο ναό κατά το διάστημα 20032004, βλ. Β. Παπαδοπούλου ΑΑ, 2003 και 2004, Χρονικά (υπό έκδοση). Αντίθετα σε άλλα μνημεία της Άρτας τα δάπεδα ήταν μαρμάρινα, με ωραία διακοσμημένα ομφάλια. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


192

Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου

Ο τρούλος Το έτος 200531 έγινε αντικατάσταση της στέγης του ναού και παράλληλα πραγματοποιήθηκαν εργασίες στερέωσης των περιμετρικών τοιχοποιιών, οι οποίες αρμολογήθηκαν σποραδικά. Στη νότια όψη της τοιχοποιίας, που στηρίζει την κεντρική ξυλοστέγη, εντοπίστηκε μέρος της αρχικής τοιχοδομής του τύμπανου του τρούλου. Η ξυλοστέγη καλύπτει το κενό της στέγης που προέκυψε, μετά την κατάρρευση του τρούλου. Προκειμένου να στηριχθεί η δίρριχτη ξυλοστέγη κατασκευάστηκαν στη βόρεια και νότια πλευρά του, κατεστραμμένου κατά το μεγαλύτερο μέρος, τρούλου δύο μικρά αετώματα και παράλληλα τα λείψανα του τρούλου εγκιβωτίστηκαν σε ορθογώνια κατασκευή, η οποία αφήνει ορατό μόνο ένα μικρό μέρος της νότιας πλευράς του τύμπανου του. Στην ορθογώνια αυτή κατασκευή έγιναν διερευνητικές έρευνες και αποκαλύφθηκε μέρος του τύμπανου του τρούλου. Έτσι τεκμηριώθηκε το εξωτερικό σχήμα του τρούλου, που ήταν οκτάπλευρος και είχε οχτώ παράθυρα (σχ. 3). Τα παράθυρα αυτά διακρίνονται από το εσωτερικό του ναού, απ’ όπου είναι εμφανή και τα τμήματα της τοιχοποιίας που τα φράσσουν (εικ. 13). Συγκεκριμένα, η αφαίρεση μέρους της νεότερης τοιχοδομής αποκάλυψε τμήμα του νότιου παραθύρου του τρούλου που περιβαλλόταν από τριπλό αψίδωμα, δομημένο με πλίνθους σε βαθμιδωτή διάταξη (σε υποχώρηση περίπου 0,10 μ. η μία σειρά από την άλλη). Το άνοιγμα, πλάτους 0,40 μ., πλαισιωνόταν από διπλή σειρά κάθετων πλίνθων (εικ. 14). Οι ακμές του τύμπανου του τρούλου ορίζονταν από επιμήκεις κάθετους πωρόλιθους, πάχους 0,16 μ. περίπου. Το συνολικό πλάτος της όψης αυτής, εξαιρουμένων των γωνιακών πωρόλιθων είναι 1,50 μ. περίπου. Παράλληλα, αποκαλύφθηκε μέρος της νοτιοδυτικής όψης του τύμπανου σε γωνία 45° περίπου προς τον οριζόντιο άξονα της νότιας όψης. Και εδώ αποκαλύφθηκε ανάλογη διαμόρφωση, πανομοιότυπη με αυτή της νότιας όψης. Η διαμόρφωση και ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος του τύμπανου, με βάση τα παραπάνω δεδομένα, παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την τρίπλευρη αψίδα του ιερού. Η αψίδα του ιερού φέρει δίλοβο παράθυρο, το οποίο περιβάλλεται από τρία επάλληλα αψιδώματα σε υποχώρηση, πλαισιωμένα από οδοντωτή ταινία εντός δύο σειρών κάθετων πλίνθων. Οι ακμές της ορίζονται επίσης με κάθετους επιμήκεις πωρόλιθους, εναλλασσόμενους με οριζόντιες πλίνθους. Σχετικά με το ύψος του τρούλου δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για μία τεκμηριωμένη πρόταση. Μία έμμεση πληροφορία παρέχει η τοιχογραφία του νάρ31. Για τις εργασίες αυτές βλ. Β. Παπαδοπούλου ΑΔ, 2005, Χρονικά (υπό έκδοση). Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Κόκκινη Εκκλησιά στο Βουργαρέλι της Άρτας

193

θηκα, η οποία αναπαριστά τον κτήτορα, Θεόδωρο Τζιμισκή να προσφέρει στη Θεοτόκο ομοίωμα ναού, με ψηλό τρούλο (εικ. 15). Ο ναΐσκος Βορειοδυτικά της Κόκκινης Εκκλησιάς και σε απόσταση 13μ. περίπου, εντοπίστηκαν τα ερείπια ναΐσκου που καλυπτόταν από φερτά υλικά και άγρια βλάστηση. Οι τοίχοι του σώζονται σε μήκος 6,90 μ. ο βόρειος και 4,45 μ., ο νότιος και πλάτος 0,80μ. περίπου, και διατηρούνται σε επίπεδο θεμελίωσης (εικ. 16, σχ. 4). Ατυχώς δεν σώζονται ανοίγματα ή λείψανα του δαπέδου. Στην ανατολική πλευρά διαμορφώνεται τρίπλευρη αψίδα, ενώ δεν σώζεται ο δυτικός τοίχος. Η τοιχοποιία32 του είναι αρκετά επιμελημένη και σποραδικά υπάρχουν πλίνθοι. Η ύπαρξη του μνημείου ήταν έως πρόσφατα άγνωστη. Τα λιγοστά δεδομένα δεν βοηθούν στην χρονολόγηση του. Το πλέον εμφανές στοιχείο είναι η εξωτερική διαμόρφωση του ιερού σε τρίπλευρη αψίδα, τύπος που επιχωριάζει στην αρχιτεκτονική του Δεσποτάτου της Ηπείρου33. Ενδεχομένως το χαρακτηριστικό αυτό, σε συνδυασμό με την ύπαρξη πλίνθων στην τοιχοδομή, θα μπορούσε να αποτελέσει κριτήριο χρονολόγησης για την ένταξη του μνημείου στην υστεροβυζαντινή περίοδο. * Η Β. Ν. Παπαδοπούλου είναι προϊσταμένη της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

32. Κατά τη διάρκεια των εργασιών που έγιναν στο μνημείο οι τοιχοποιίες καθαρίστηκαν συστηματικά, αρμολογήθηκαν, στερεώθηκαν και συμπληρώθηκαν με δομικά υλικά του ίδιου του μνημείου, τα οποία περισυλλέχθηκαν επιτόπου, προκειμένου να προληφθεί περαιτέρω φθορά τους. Οι στερεωτικές επεμβάσεις οριοθετήθηκαν με φύλλα μολύβδου, προκειμένου να μην συγχέονται με την προϋπάρχουσα τοιχοδομή. 33. Τρίπλευρη αψίδα φέρει και η παρακείμενη Κόκκινη Εκκλησιά. Επίσης από τα υπόλοιπα μνημεία του 13ου αιώνα, στην ευρύτερη περιοχή της Άρτας, τρίπλευρη αψίδα έχουν το καθολικό της μονής Κάτω Παναγιάς και οι ναοί Παναγίας Μπρυώνη και Αγίου Νικολάου Ροδιάς. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


194

Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου

Σχέδιο 1: Κόκκινη Εκκλησιά˙ κάτοψη

Σχέδιο 2: Αποτύπωση των τάφων που βρέθηκαν στο ναό

Σχέδιο 3: Κάτοψη του τρούλου του κυρίως ναού

Σχέδιο 4: Κάτοψη του ναΐσκου, βορειοδυτικά της Κόκκινης Εκκλησιάς Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Κόκκινη Εκκλησία στο Βουργαρέλι της Άρτας

195

Εικόνα 1. Βουργαρέλι. Η Κόκκινη Εκκλησιά

Εικόνα 2 Κόκκινη Εκκλησιά˙ άποψη του ναού από νοτιοδυτικά

Εικόνα 3 Κόκκινη Εκκλησιά˙ άποψη του ναού από δυτικά Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


196

Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου

Εικόνα 4 Κόκκινη Εκκλησιά˙ λεπτομέρεια του κεραμοπλαστικού διάκοσμου του ναού

Εικόνα 5 Κόκκινη Εκκλησιά˙ άη επιγραφή στο δυτικό τοίχο του κυρίως ναού

Εικόνα 6 Κόκκινη Εκκλησιά˙ ο κτήτορας Θεόδωρος Τζιμισκής Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Κόκκινη Εκκλησία στο Βουργαρέλι της Άρτας

197

Εικόνα 7 Κόκκινη Εκκλησιά˙ ο αδελφός του κτήτορα Ιωάννης Τζιμισκής

Εικόνα 8 Κόκκινη Εκκλησιά˙ τοιχογραφία στο δυτικό τοίχο του κυρίως ναού

Εικόνα 9 Κόκκινη Εκκλησιά˙ τάφοι στο εσωτερικό του ναού Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


198

Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου

Εικόνα 10 Κόκκινη Εκκλησιά˙ λεπτομέρεια των τάφων στο νάρθηκα του ναού

Εικόνα 11 Η Κόκκινη Εκκλησιά˙ μαρμάρινη βάση

Εικόνα 12 Κόκκινη Εκκλησιά˙ πλίνθινη διακοσμημένη πλάκα, πιθανότατα από το αρχικό δάπεδο του ναού Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Η Κόκκινη Εκκλησία στο Βουργαρέλι της Άρτας

199

Εικόνα 13 Κόκκινη Εκκλησιά˙ λεπτομέρεια παραθύρων του τρούλου που σήμερα είναι ενσωματωμένα στη στέγη.

Εικόνα 14 Κόκκινη Εκκλησιά˙ λεπτομέρεια του τρούλου του ναού

Εικόνα 15 Κόκκινη Εκκλησιά˙ ομοίωμα του ναού, λεπτομέρεια από την παράσταση των κτητόρων Θεοδώρου και Μαρίας Τζιμισκή

Εικόνα 16 Κόκκινη Εκκλησιά˙ λείψανα του αποκαλυφθέντος ναΐσκου στη βορειοδυτική πλευρά Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


200

Ανθή Αγγέλη

Γνωριμία με το Αρχαιολογικό Μουσείο της Άρτας

Τ

ο Αρχαιολογικό Μουσείο της Άρτας είναι ένα κρατικό αρχαιολογικό μουσείο που υπάγεται στη ΛΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, Περιφερειακή Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού με αρμοδιότητα στους Νομούς Πρέβεζας και Άρτας. Για την ανάγκη ίδρυσης Αρχαιολογικού Μουσείου στην Άρτα ξεκίνησε να γίνεται λόγος από το 1979, όταν ήδη διαφάνηκε ότι η Αρχαιολογική Συλλογή Άρτας, που ιδρύθηκε το 1972 στην ανακαινισμένη Τράπεζα της Μονής Παρηγορήτισσας, δεν επαρκούσε για τη στέγαση των ευρημάτων από τις αυξανόμενες σωστικές ανασκαφές στην πόλη. Η προσπάθεια ίδρυσης του Μουσείου οδήγησε το 1995 στην τελική επιλογή της θέσης στην περιοχή «Τρίγωνο», δίπλα στην κοίτη του ποταμού Αράχθου και σε μικρή απόσταση από το ιστορικό γεφύρι της Άρτας, μετά από παραχώρηση οικοπέδου έκτασης 9.800 τ.μ. από το Δήμο Αρταίων στο Υπουργείο Πολιτισμού. Το έργο της κατασκευής του κτιρίου εντάχθηκε το 1999 στο Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ηπείρου του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, με φορέα υλοποίησης την Περιφέρεια Ηπείρου, και ολοκληρώθηκε το φθινόπωρο του 2006, οπότε το κτίριο παραλήφθηκε διοικητικά από τη ΛΓ΄ Ε.Π.Κ.Α. Το κτίριο αποτελείται από δύο στάθμες, μία υπόγεια και μία ισόγεια. Το ισόγειο, που φιλοξενεί τα εργαστήρια συντήρησης, τους εκθεσιακούς χώρους μαζί με τους χώρους κοινού και τους χώρους γραφείων, καταλαμβάνει επιφάνεια 1775 τμ, από τα οποία τα 500 τ.μ. αποτελούν τους καθαρά εκθεσιακούς χώρους. Το υπόγειο καταλαμβάνει αντίστοιχη με το ισόγειο έκταση, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας χρησιμοποιείται για την αποθήκευση των ευρημάτων και για τον ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό του κτιρίου. Οι χώροι για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών περιλαμβάνουν εκδοτήριο εισιτηρίων, βεστιάριο, κατάστημα πωλητέων ειδών, χώρους υγιεινής, αναψυκτήριο, καθώς και την αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, αλλά και την αίθουσα εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Τους εκθεσιακούς χώρους του Μουσείου συγκροτούν τρεις αίθουσες, οι οποίες αναπτύσσονται σε σχήμα Π γύρω από το αίθριο, στο βορειοδυτικό τμήμα του κτιρίου. Το έργο της έκθεσης και του εξοπλισμού του Μουσείου ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2006 και ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2009, με χρηματοδότηση από το Π.Ε.Π. Ηπείρου του Γ΄ Κ.Π.Σ. Η συλλογή της μόνιμης έκθεσης περιλαμβάνει πλούσιο αρχαιολογικό υλικό, που προέρχεται, κατά κύριο λόγο, από σωστικές ανασκαφές στην πόλη της Άρτας, κάτω από την οποία είναι θαμμένη η αρχαία Αμβρακία, και σε μικρό ποσοστό από σποραδικές αρχαιολογικές έρευνες σε διάφορες άλΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Γν ω ρ ι μ ί α μ ε τ ο Α ρ χ α ι ο λ ο γ ι κ ό Μ ο υ σ ε ί ο τ η ς Ά ρ τ α ς

201

λες θέσεις του Νομού. Τα ευρήματα από την πόλη της Άρτας προέρχονται από τις ανασκαφές στα δύο νεκροταφεία που διέθετε η Αμβρακία, από τα δημόσια κτίρια που έχουν αποκαλυφθεί, από οικίες αλλά και κεραμικά ή κοροπλαστικά εργαστήρια, που έχει φέρει στο φως κατά καιρούς η αρχαιολογική έρευνα. Η έκθεση αναπτύσσεται χωρικά σε τρεις μεγάλες περιοχές, που αντιστοιχούν στις τρεις μεγάλες μουσειολογικές ενότητες: τη δημόσια ζωή, τα νεκροταφεία και την ιδιωτική ζωή στην αρχαία πόλη της Αμβρακίας, ενώ στην αρχή και το τέλος της βρίσκονται οι μικρότερες ενότητες της εισαγωγής και του «τέλους της Αμβρακίας» αντίστοιχα. Στον κυρίως εκθεσιακό χώρο έχει προβλεφθεί και μικρός χώρος περιοδικών εκθέσεων, ο οποίος δεν προβλεπόταν στα αρχικά σχέδια του μουσείου. Ο χώρος αυτός κρίθηκε απαραίτητο να εξασφαλισθεί, ώστε να είναι δυνατή η χρησιμοποίησή του σε μόνιμη βάση ως εστίας δραστηριοτήτων και συνδιαλλαγής του μουσείου με το κοινό του, σύμφωνα με τις επιταγές της σύγχρονης μουσειακής πρακτικής. Η μόνιμη έκθεση ξεκινά με μια μικρή εισαγωγική ενότητα, η οποία αναπτύσσεται στο διάδρομο, που οδηγεί στον κυρίως εκθεσιακό χώρο, ξεκινώντας σχεδόν αμέσως μετά την είσοδο του κτιρίου. Η πρώτη ενότητα της εισαγωγής αναφέρεται συνοπτικά στην ιστορία της αρχαιολογικής έρευνας στην Άρτα, και στη διαδικασία με την οποία τα αρχαία αποκαλύπτονται, συντηρούνται και μελετώνται, προκειμένου, εν τέλει, να αποτελέσουν εκθέματα του Μουσείου. Στη συνέχεια εκτίθενται σε τρεις προθήκες ευρήματα την περίοδο πριν την ίδρυση της Αμβρακίας ως κορινθιακής αποικίας: στην πρώτη προθήκη λίθινα τέχνεργα της παλαιολιθικής εποχής από την περιοχή της Γραμμενίτσας, στη δεύτερη ευρήματα της Εποχής του Χαλκού από διάφορες θέσεις του Νομού και στην τρίτη κεραμική των γεωμετρικών χρόνων από την Άρτα. Στην πρώτη αίθουσα των εκθεσιακών χώρων αναπτύσσεται η ενότητα, που είναι αφιερωμένη στις δημόσιες εκφάνσεις της ζωής στο αρχαίο άστυ της Αμβρακίας. Οι υποενότητες της μεγάλης αυτής ενότητας αναφέρονται στους πολιτικούς θεσμούς, την οικονομία και το εμπόριο, την πολεοδομική οργάνωση, την ψυχαγωγία και τη δημόσια λατρεία. Σε οθόνη στην αρχή της αίθουσας ο επισκέπτης παρακολουθεί ένα σύντομο ιστορικό της αρχαίας πόλης, από τη στιγμή της ίδρυσης της μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους. Το σημαντικότερο έκθεμα της υποενότητας των πολιτικών θεσμών, σε περίοπτη θέση, είναι η αετωματική ενεπίγραφη στήλη με τη συνθήκη που καθορίζει τα όρια μεταξύ Αμβρακίας και Χαράδρου. Εκτίθενται επίσης στήλες με ψηφίσματα της πόλης και ένα αναθηματικό βάθρο από το Πρυτανείο, όπου αναφέρονται δημόσια αξιώματα, καθώς και ενσφράγιστες κεραμίδες, με το σύμβολο της πόλης και ονόματα αρχόντων, που προέρχονται από κτίρια δημόσιου χαρακτήρα. Στην επόμενη υποενότητα, αφιερωμένη στην οικονομία και το εμπόριο, Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


202

Αν θ ή Α γ γ έ λ η

παρουσιάζονται αφενός τα νομίσματα που έκοβε η ίδια η πόλη και αφετέρου νομίσματα άλλων πόλεων, που έχουν βρεθεί στην Αμβρακία, ως τεκμήριο των συναλλαγών της με αυτές. Στη συνέχεια, σε μία μεγάλη προθήκη, σε μία προσπάθεια να δημιουργηθεί η αίσθηση του πάγκου της αγοράς, εκεί όπου οι έμποροι ακουμπούν την πραμάτεια τους και οι ενδιαφερόμενοι αγοράζουν, εκτίθενται αγγεία εισηγμένα στην Αμβρακία από άλλες περιοχές, καθώς και αγγεία που παρήγαγαν τα κεραμικά εργαστήρια της ίδιας της πόλης. Το δεύτερο μέρος της υποενότητας είναι αφιερωμένο στα τοπικά εργαστήρια παραγωγής ειδωλίων, παρουσιάζοντας πήλινες μήτρες με τα σύγχρονα εκμαγεία τους. Η επόμενη υποενότητα παρουσιάζει το πολεοδομικό σχέδιο της Αμβρακίας, προκειμένου να αναδειχθεί η άρτια οργάνωση της πόλης, σύμφωνα με το Ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα, και το μέγεθος της ανάπτυξης της. Μεγάλο μέρος της ενότητας, με εποπτικό υλικό και αρχιτεκτονικά μέλη, είναι αφιερωμένο στα δημόσια κτίρια της πόλης: το Πρυτανείο, το Μικρό Θέατρο και το Ναό του Απόλλωνα. Η προτεινόμενη πορεία οδηγεί, στη συνέχεια, τον επισκέπτη στην υποενότητα της δημόσιας λατρείας. Εδώ παρουσιάζονται οι θεοί που λατρεύονταν στην Αμβρακία, και συγκεκριμένα ο Απόλλωνας, στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο μνημειώδης ναός στο κέντρο της πόλης, η Άρτεμη, η Αθηνά και η Αφροδίτη. Δύο μικρές κλειστές προθήκες είναι αφιερωμένες στην ψυχαγωγία: στη μία εκτίθενται αντικείμενα σχετικά με τον αθλητισμό και στην άλλη μουσικά όργανα. Στο τέλος της ενότητας του δημόσιου βίου, ο επισκέπτης συναντά με μια ισχυρή και εικαστική υπόμνηση του αρχαίου τείχους, ως φυσικού και νοηματικού ορίου, αφού οι επόμενες ενότητες αναφέρονται σε δραστηριότητες που ελάμβαναν χώρα εκτός των τειχών της Αμβρακίας. Σε χωρική συνέχεια με την υποενότητα, που μιλά για το δημόσιο χαρακτήρα της λατρείας των θεών, ο επισκέπτης συναντά ένα μικρό χώρο, που υπομιμνήσκει το σπήλαιο της Κουδουνότρυπας, όπου πληροφορείται για τη λατρεία σε υπαίθρια ιερά της περιοχής Εδώ εκτίθενται ειδώλια, κατά κύριο λόγο, ένθρονων γυναικείων μορφών που κρατούν προσφορές, και ανάγλυφα πλακίδια που παριστάνουν Νύμφες, Ερμή και Σειληνό από το σπήλαιο της Κουδουνότρυπας και σε μικρότερη προθήκη χάλκινα ειδώλια ταύρων και πήλινα ειδώλια και πλακίδια από ιερά εκτός των τειχών της πόλης. Απέναντι, και σε χωρική συνέχεια με την υποενότητα της πολεοδομίας, βρίσκεται η ενότητα που αναφέρεται στα όμορα των Αμβρακιωτών φύλα, τους Μολοσσούς και τους Αθαμάνες. Στη μικρή προθήκη των Αθαμάνων εκτίθενται χάλκινα αγαλματίδια γυναικείων μορφών από το Διχομοίρι και την Καστανιά, καθώς και ένα χάλκινο αγαλμάτιο πολεμιστή, επίσης από το Διχομοίρι. Εδώ βρίΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Γν ω ρ ι μ ί α μ ε τ ο Α ρ χ α ι ο λ ο γ ι κ ό Μ ο υ σ ε ί ο τ η ς Ά ρ τ α ς

203

σκονται ακόμη σιδερένια όπλα του 4ου αι. π.Χ. από την περιοχή των Αγνάντων, που παρέδωσε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία ο κ. Θωμάς Αναστασίου, πήλινα αγγεία και υφαντικά βάρη από τα Γουριανά, τις Πηγές, την Καλεντίνη και τη Σκουληκαριά. Σε ιδιαίτερη προθήκη εκτίθενται δύο χάλκινα ευρήματα από τα Πιστιανά, που στην αρχαιότητα υπάγονταν στην περιοχή των Μολοσσών: το αγαλμάτιο της Αρτέμιδος (παράδοση του Ευάγγελου Μήτση) και ένας κάδος με κινητές λαβές, από ταφική θήκη που ανέσκαψε ο Σωτήριος Δάκαρης. Μεγάλη προθήκη είναι αφιερωμένη στο γειτονικό οικισμό του Ορράου, έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της περιοχής, κοντά στο σημερινό Αμμότοπο. Εδώ παρουσιάζονται αντικείμενα που προέρχονται από την ανασκαφή στο σπίτι Α, καθώς και ευρήματα από το νεκροταφείο του Ορράου, πήλινα αγγεία, σιδερένια όπλα και κοσμήματα, ενώ στον πίνακα με το εποπτικό υλικό που συνοδεύει την προθήκη δίνονται πληροφορίες για τη στρατηγική θέση του οικισμού, την πολεοδομική του οργάνωση και την εξαιρετική διατήρηση των λίθινων σπιτιών του. Η επόμενη μεγάλη θεματική ενότητα της έκθεσης είναι αφιερωμένη στα ταφικά έθιμα, στο νεκρικό τελετουργικό, τους τρόπους, δηλαδή, με τους οποίος τιμούσαν οι πολίτες της Αμβρακίας τους νεκρούς τους, καθώς και στην οργάνωση των νεκροταφείων της πόλης. Η ενότητα καταλαμβάνει το βάθος της αίθουσας Α, της πρώτης δηλαδή, από τις δύο μεγάλες, επιμήκεις αίθουσες του κυρίως εκθεσιακού χώρου, και τη μεσαία, μικρότερη αίθουσα Β, βόρεια του αιθρίου. Επεκτείνεται, τέλος, -νοηματικά- στο χώρο του αιθρίου, με την τοποθέτηση, ελεύθερα στο χώρο, επιτυμβίων στηλών, οι οποίες, λόγω του πλήθους τους, ήταν αδύνατο να εκτεθούν στο σύνολό τους στον εσωτερικό εκθεσιακό χώρο. Η μουσειολογική αφήγηση σε αυτή την ενότητα αναπτύσσεται σε δύο μεγάλα νοηματικά και εκθεσιακά σύνολα. Έχοντας ως άμεσο στόχο την αναπαράσταση -έστω και υπαινικτική- τμήματος ενός αρχαίου νεκροταφείου μέσα στο χώρο του Μουσείου, και έμμεσο την προβολή του πλούτου και της ανάπτυξης της Αμβρακίας, στο πρώτο σύνολο γίνεται αναφορά στο ταφικό τυπικό του ενταφιασμού, μέσα από την ανασύσταση των συνηθέστερων τύπων τάφων που απαντούν στην Αμβρακία, από τους αρχαϊκούς έως τους ελληνιστικούς χρόνους, και των επιτυμβίων στηλών που τους σήμαιναν. Εκτίθενται λοιπόν με τα ευρήματά τους μία τετράγωνη ταφική θήκη, ένας λακκοειδής και δύο κιβωτιόσχημοι τάφοι, καθώς και μία πώρινη σαρκοφάγος τοποθετημένη μέσα σε κιβωτιόσχημο τάφο, ενώ έξω από τους τάφους έχουν στηθεί οκτώ επιτύμβιες στήλες, διαφόρων τύπων, με τα ονόματα των νεκρών. Διασχίζοντας, εν συνεχεία, ο επισκέπτης το μικρό διάδρομο που οδηγεί στην επόμενη αίθουσα Β πληροφορείται, για το λεγόμενο «Πολυάνδριο». Πρόκειται για το σημαντικότερο περίβολο του νοτιοδυτικού νεκροταφείου της Αμβρακίας Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


204

Αν θ ή Α γ γ έ λ η

που αποτελούσε ένα δημόσιο σήμα, που ίδρυσε η πόλη για να τιμήσει νεκρούς μαχητές της. Στο δεύτερο σύνολο της ενότητας των νεκροταφείων γίνεται αναφορά στις ταφικές συνήθειες, τα έθιμα και τις τελετουργίες που σχετίζονται με το θάνατο και παρουσιάζονται σύνολα κτερισμάτων, σε μία προσπάθεια διερεύνησης του εθιμοτυπικού της ταφής, καθώς και των πληροφοριών που μας παρέχει για την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των πολιτών της Αμβρακίας. Στη μικρή αίθουσα Β, όπου χωροθετείται αυτή η ενότητα, εκτίθενται τεφροδόχα αγγεία που περιείχαν τα υπολείμματα της καύσης των νεκρών, όπως ερυθρόμορφοι, μελαμβαφείς και άβαφοι αμφορείς, καθώς και χάλκινες υδρίες. Επίσης, παρουσιάζονται οκτώ αντιπροσωπευτικά ταφικά σύνολα της κάθε χρονικής περιόδου από τους αρχαϊκούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους, με ποικιλία κτερισμάτων, όπως αγγεία πήλινα, χάλκινα και υάλινα, ειδώλια, πλαγγόνες, κοσμήματα, χρυσά και χάλκινα, χρυσά στεφάνια και δανάκες, μικροαντικείμενα μεταλλικά και οστέινα. Στην τρίτη μεγάλη ενότητα της έκθεσης, που αναπτύσσεται στη μεγάλη αίθουσα Γ, παρουσιάζεται η καθημερινή ζωή των κατοίκων της Αμβρακίας μέσα στο σπίτι. Σε μία προσπάθεια να αναπτυχθούν και να κατανοηθούν οι διάφορες πτυχές του ιδιωτικού βίου των πολιτών, χρησιμοποιείται η υπομνητική απόδοση σε φυσική κλίμακα, μέσα στο χώρο του Μουσείου, του εσωτερικού μιας οικίας της Αμβρακίας, με βάση την επιστημονική έρευνα και τα αρχαιολογικά δεδομένα. Δημιουργήθηκε λοιπόν ένα νέο αρχιτεκτονικό κέλυφος μέσα στο κτίριο του Μουσείου, οι επιμέρους χώροι του οποίου παραπέμπουν σε βασικούς χώρους αρχαίας οικίας, διαθέτουν ενσωματωμένες προθήκες και είναι επισκέψιμοι από το κοινό. Καθώς ο επισκέπτης εισέρχεται στην «οικία», αφού περάσει από αρχαίο κατώφλι, πάνω στο οποίο έχει τοποθετηθεί ανασύσταση θύρας με τα εξαρτήματά της, πληροφορείται για το «εγκαίνιο» των ιδιωτικών κατοικιών της Αμβρακίας, ένα τελετουργικό ανάλογο προς το σημερινό αγιασμό των θεμελίων. Τα δωμάτια της οικίας αναπτύσσονται απέναντι από χώρο που παραπέμπει στην εσωτερική αυλή, βασικό στοιχείο κάθε αρχαίου σπιτιού. Εδώ έχει τοποθετηθεί προθήκη που αναφέρεται στην οικιακή λατρεία, με πήλινα ειδώλια και πλακίδια, μαρμάρινο αγαλμάτιο Αφροδίτης, και ομοιώματα πήλινων βωμίσκων. Ο πρώτος χώρος απέναντι από την αυλή αντιστοιχεί στον οίκο, κεντρικό δωμάτιο κάθε σπιτιού, χώρο παρασκευής και κατανάλωσης τροφής, αλλά και χώρο συγκέντρωσης και διημέρευσης των ενοίκων. Στη μέση του χώρου έχει τοποθετηθεί μία πήλινη εστία, προερχόμενη από αντίστοιχο χώρο οικίας της Αμβρακίας. Σε κλειστή προθήκη εκτίθεται, κατά χρονική περίοδο, ο οικιακός εξοπλισμός που αντιστοιχεί στις λειτουργίες του χώρου: μαγειρικά σκεύη, αγγεία κατανάλωσης τροφής και αγγεία πόσεως ενώ στο δάπεδο εκτίθενται μυλόλιθοι, λίθινα γουδιά, τριβεία και τριπτήρες. Στο βάθος του «οίκου» δύο μικροί Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Γν ω ρ ι μ ί α μ ε τ ο Α ρ χ α ι ο λ ο γ ι κ ό Μ ο υ σ ε ί ο τ η ς Ά ρ τ α ς

205

χώροι αντιστοιχούν στην αποθήκη και το λουτρώνα του σπιτιού. Στο λουτρώνα έχει τοποθετηθεί πήλινος λουτήρας, καθώς και αγγεία που σχετίζονται με την προσωπική υγιεινή και φροντίδα. Στη συνέχεια, βρίσκεται ο χώρος του «ανδρώνα», ο οποίος αποτελεί σε κλίμακα και αναλογίες, πιστή μεταφορά δωματίου που βρέθηκε σε πρόσφατη σωστική ανασκαφή στην Άρτα. Το κέντρο του «ανδρώνα» καλύπτει περίτεχνο βοτσαλωτό δάπεδο με γεωμετρικά και φυτικά κοσμήματα. Περιμετρικά, ζώνη ενός μέτρου κατασκευασμένη από σύγχρονο υλικό, υποδηλώνει τη ζώνη κονιάματος, στην οποία τοποθετούνταν τα ανάκλιντρα των συμποσίων. Πάνω σε τρία σύγχρονα τραπέζια παρουσιάζονται σε τρία σύνολα -αντίστοιχα προς την αρχαϊκή, την κλασική και την ελληνιστική περίοδο- αγγεία, που χρησιμοποιούνταν κατά τη διάρκεια του συμποσίου. Στον επόμενο χώρο, που αντιστοιχεί στο γυναικωνίτη του σπιτιού, ο επισκέπτης μπορεί να πληροφορηθεί σχετικά με ζητήματα που αφορούν στην καθημερινότητα των γυναικών. Σε κλειστές προθήκες εκτίθενται ευρήματα σχετικά με τον καλλωπισμό, την ένδυση και την ύφανση, καθώς και την ανατροφή των παιδιών, ευθύνη, κατά την αρχαιότητα, κατεξοχήν των γυναικών. Μετά την οικία, που ολοκληρώνει τον κορμό της μουσειολογικής αφήγησης, ακολουθούν δύο μικρές καταληκτικές ενότητες. Στην πρώτη επανέρχεται η χρονολογική αφήγηση και ο επισκέπτης ενημερώνεται για το τέλος της Αμβρακίας. Ελάχιστα εκθέματα συνεπικουρούν την αφήγηση αυτή. Γίνεται λόγος για τη μεγάλη πολιορκία των Ρωμαίων, την περίοδο «ειρηνικής» κατοχής που ακολούθησε και τη μετοίκηση στη νεοϊδρυθείσα γειτονική Νικόπολη. Τέλος, στην έξοδο της έκθεσης, παρουσιάζονται φωτογραφίες από τη Βυζαντινή, την Οθωμανική και τη σύγχρονη Άρτα, σε μια προσπάθεια να εγερθεί το ενδιαφέρον του επισκέπτη για την πόλη και τα μνημεία της, αλλά και σε μια προσπάθεια δημιουργίας πλαισίου συνεργασίας με τα υπόλοιπα μουσεία της πόλης, που αναφέρονται σε νεότερες πτυχές της ιστορίας της. Για την υλοποίηση της μόνιμης έκθεσης του Αρχαιολογικού Μουσείου της Άρτας έχουν επιλεγεί σύγχρονα όσο και διαχρονικά, καθώς και απολύτως φιλικά προς το περιβάλλον υλικά, τα οποία, με τον κατάλληλο συνδυασμό τους, προσδίδουν στον εκθεσιακό χώρο αίσθηση απολύτως εναρμονισμένη με την εποχή που το μουσείο κατασκευάστηκε. Εξάλλου, γενικότερα οι άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκε η εκθεσιακή γλώσσα, όπως η βιωματική προσέγγιση, η χρήση της έννοιας της υπόμνησης και της μεταγραφής, η χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας, η σύγχρονη αισθητική του αρχιτεκτονικού υπόβαθρου, η σωματική και ψυχολογική άνεση του επισκέπτη, οι συντελεστές της υλοποίησης της έκθεσης του Μουσείου θέλουμε να πιστεύουμε ότι προσέφεραν στην Άρτα ένα Μουσείο σύγχρονο, που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των πολιτών και των επισκεπτών της. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


206

Τζουμερκιώτικα Χρονικά

Αν θ ή Α γ γ έ λ η


Γν ω ρ ι μ ί α μ ε τ ο Α ρ χ α ι ο λ ο γ ι κ ό Μ ο υ σ ε ί ο τ η ς Ά ρ τ α ς

207

Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


208

Κωνσταντίνα Ζήδρου

Ο μυ θ ικ ό ς επών υμ ο ς ήρ ω α ς τ η ς Αθ αμαν ί α ς Αθ άμα ς σ τ η γρ αμματεί α τ η ς ύ σ τερ η ς αρχαι ότ ητα ς κ αι τ η ς βυ ζαν τιν ή ς περ ι ό δ ο υ ΜΕΡΟΣ Α ΄

Κ

ατά τη διάρκεια της προχριστιανικής περιόδου και ήδη από το επικό έργο του Ησιόδου, ο μυθικός κύκλος του Αθάμαντα1 απασχόλησε ορισμένους από τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους όλων των ειδών της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Μάλιστα, οι σημαντικότεροι τραγικοί ποιητές, Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, αφιέρωσαν ολόκληρα έργα τους στον ήρωα. Η ενασχόληση με το συγκεκριμένο μυθικό κύκλο και ήρωα θα εξακολουθήσει και μετά το πέρασμα στη χριστιανική εποχή όπως και καθ’ όλη τη βυζαντινή περίοδο, με ελάχιστες εξαιρέσεις Πιο συγκεκριμένα2, στον 1ο μ.Χ. αι., ξεχωρίζει το έργο του Πλουτάρχου3, κατέχοντας μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς άφησε ανεξίτηλα και διαχρονικά τα σημάδια του, παρόλο που δεν συντάσσεται με τα κυρίαρχα ρεύματα της εποχής ούτε διακρίνεται για την πρωτοτυπία του. Ο Πλούταρχος γεννήθηκε στη Χαιρώνια της Βοιωτίας λίγο πριν το 50 π.Χ. Σπούδασε στην Αθήνα μαθηματικά και ρητορική. Η δράση του εντοπίζεται και στην Ακαδημία. Ταξίδεψε πολύ στο εσωτερικό της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μάλιστα, στη Ρώμη, έκανε σπουδαίες γνωριμίες και απέκτησε και το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Επιπλέον, έχαιρε και ιδιαίτερων προνομίων και μεταχείρισης στα πλαίσια της αυτοκρατορίας. Παρ’ όλα όμως τα ταξίδια του, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στη γενέτειρά του, ασχολούμενος με την οικογένειά του και με την κοινοτική δράση στην πόλη του, προσφέροντας υπηρεσίες στο ιερό των Δελφών και φιλοξενώντας τους πολυάριθμους φίλους του. Το έργο του χαρακτηρίζεται ογκώδες, τόσο σε αξία όσο και σε πλήθος συγ-

1. Για το μυθικό κύκλο του ήρωα βλ. σύντομα Ζήδρου, Ο Αθάμας, σ. 92 – 93 και αναλυτικά Παπαχατζής, Ελληνική μυθολογία, σ. 107, 141, 147, Σακελλαρίου, Ανασύνταξη, σ. 25, 81 και Στέφ. Φίλος, Τα Τζουμερκοχώρια, σ. 91-92. 2. Στη συγκεκριμένη εργασία παρατίθενται τα σχετικά χωρία με τις αναφορές στον Αθάμαντα σε ελεύθερη μετάφραση, χωρίς να διορθώνονται ή να σχολιάζονται. 3. Για τον Πλούταρχο και το έργο του γενικά βλ. Easterling-Knox, Ιστορία, σ. 869-874, 1077-1078 και Lesky, Ιστορία, σ. 1122-1133. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός επών υμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας

209

γραμμάτων, αν και έχει σωθεί μόνο το 1/3. Σημαντική είναι και η ποικιλία της θεματολογίας του αλλά και της μορφής του. Στο τιτλοφορούμενο σύγγραμμά του «Επτά σοφών συμπόσιο», το οποίο εντάσσεται στο ευρύτερο έργο του «Ηθικά» και ενώ το λόγο έχει ο Διοκλής, σχολιάζει τόσο τις πράξεις του Περίανδρου όσο και τα λόγια του Αισώπου. Έτσι, ο Περίανδρος διέταξε το Γόργο να οδηγήσει αμέσως τους άνδρες στη φυλακή ώστε κανείς από αυτούς να μην εμφανιστεί ούτε να μαρτυρήσει ότι ο Αρίωνας είχε σωθεί. Λίγο πιο κάτω, ο ίδιος ομιλητής υποστηρίζει ότι «εγώ έλεγα προς αυτόν, τι άλλο να πούμε Αίσωπε; Αυτά τα λόγια που είναι πιστευτά και γράφονται από εμάς έχουν ηλικία περισσότερα από χίλια χρόνια, από την εποχή του Αθάμαντα και της Ινούς».4 Στην «Περί δεισιδαιμονίας» πραγματεία του, η οποία, επίσης, εντάσσεται στο ευρύτερο έργο του «Ηθικά, ο συγγραφέας παραθέτει παραδείγματα προσώπων που βίωσαν τη δυστυχία, καθώς στερήθηκαν κάποιες από τις αισθήσεις τους ή τη λογική τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Τειρεσίας, ο οποίος δεν μπορούσε να δει τα παιδιά του και τους οικείους του. Ακολουθεί ο Αθάμαντας και η Αγαύη. Αυτοί βίωσαν μεγαλύτερη δυστυχία, επειδή είχε διασαλευτεί η λογική τους και έβλεπαν τα παιδιά τους ως ελάφια και λέοντες. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και ο Ηρακλής. Ο ήρωας δεν κατάφερνε ούτε να δει ούτε να αισθανθεί τα παιδιά του, έχοντας χάσει το νου του, ενώ θεωρούσε και τους οικείους του ως εχθρούς5. Το επόμενο πόνημα του Πλουτάρχου, εντασσόμενο, όπως και τα παραπάνω, στα «Ηθικά, είναι το «Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρούμενων». Σε αυτό, περιγράφει και εκείνη την κατηγορία ανθρώπων τους οποίους χαρακτηρίζει πονηρούς, καθώς βλέπουν την κακία που κυριαρχεί στο βίο τους και τον χαρακτήρα τους ως ηδονή. Οι συγκεκριμένοι δεν έχουν καμία ελπίδα και δεν προσμένουν καμία χάρη στη ζωή τους. Αντίθετα, είναι γεμάτοι από φόβους, λύπες, άσχημες αναμνήσεις και ένα παρόν γεμάτο υποψίες απιστίας που στοιχειώνει το μέλλον τους. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, παραθέτει ένα απόσπασμα από την τραγωδία του Ευρυπίδη Ινώ, όπου η ηρωίδα, έχοντας πλέον μετανιώσει για όσα έκανε, αναρωτιέται πώς θα ήταν η ζωή της, εάν, κατοικώντας από την αρχή στα παλάτια του Αθάμαντα, δεν έκανε τις πράξεις στις οποίες επιδόθηκε6. Το τελευταίο σύγγραμμα του Πλουτάρχου με αναφορά στον επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας είναι το «Περί των παρ’ Αλεξανδρεύσι παροιμιών». Στο συγκε-

4. Βλ. Babbitt, Plutarch’s moralia, σ. 162. 5. Βλ. Babbitt, ό.π., σ. 167. 6. Βλ. Pohlenz, Plutarchi moralia, σ. 556. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


210

Κωνσταντίνα Ζήδρου

κριμένο έργο του, επεξηγεί την έκφραση «Ινούς άχη», διηγούμενος παράλληλα και την ιστορία της. Η Ινώ λοιπόν νυμφεύθηκε τον Αθάμαντα και απέκτησε μαζί του δυο γιους, το Λέαρχο και το Μελικέρτη και μια κόρη την Ευρύκλεια. Τα παιδιά δολοφονήθηκαν από το τόξο του πατέρα τους, όταν αυτός κατελήφθη από μανία. Στη συνέχεια, η Ινώ έπεσε στη θάλασσα, κρατώντας στα χέρια της το γιο της Μελικέρτη. Το σώμα της εκβράστηκε στα Μέγαρα. Εκεί, οι Μεγαρείς, αφού την έβγαλαν από τη θάλασσα, την έθαψαν με όλες τις τιμές και την ονόμασαν Λευκοθέα. Αντίστοιχα, το σώμα του Μελικέρτη έφτασε ως την Κόρινθο, όπου και τάφηκε από τους κατοίκους της. Μάλιστα, εκεί, θεσπίστηκαν και αγώνες προς τιμήν του, τα Ίσθμια. Εξαιτίας των παραπάνω γεγονότων, δημιουργήθηκε η έκφραση Ινούς άχη, καθώς άχος ονομάζεται η λύπη, η οποία είναι απέραντη σε όσους υφίστανται συμφορές. Έτσι, οι θεοί διασάλευσαν τη λογική του Αθάμαντα και προκάλεσαν τις συμφορές της Ινούς7. Ένα αντιπροσωπευτικό έργο της μυθογραφικής φιλολογίας, η οποία γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση από την ελληνιστική εποχή και έπειτα, είναι και η «Μυθική Βιβλιοθήκη»8. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα, το οποίο σώζεται αποσπασματικά, αποδόθηκε λανθασμένα, όπως έχει πλέον αποδειχθεί, στο μεγάλο γραμματικό Απολλόδωρο Αθηναίο. Ξεκινά από τη Θεογονία, περιλαμβάνει διάφορους μυθικούς κύκλους και ολοκληρώνεται με τη μυθική γενεαλογία της Αττικής, ενώ χρησιμοποιεί ως πηγή κάποιο εγχειρίδιο της όψιμης ελληνιστικής εποχής. Αρκετές είναι οι αναφορές στο μυθικό Αθάμαντα σε διαφορετικά χωρία του συγκεκριμένου έργου. Αρχικά, ο Ξούθος μετονόμασε τους έως τότε καλούμενους Γραικούς σε Έλληνες, ενώ στη συνέχεια μοίρασε τη χώρα στα παιδιά του. Ο ίδιος, αφού πήρε την Πελοπόννησο, απέκτησε με την Κρέουσα, κόρη του Ερεχθέα, δυο γιους, τον Αχαιό και τον Ίωνα, από τους οποίους κλήθηκαν οι Αχαιοί και οι Ίωνες αντίστοιχα. Ο Δώρος κυριάρχησε στην περιοχή πέρα από την Πελοπόννησο και κάλεσε τους κατοίκους Δωριείς από το όνομά του. Τέλος, ο Αίολος βασίλευσε στη Θεσσαλία και έτσι ονόμασε τους κατοίκους της Αιολείς. Ο Αίολος πήρε ως σύζυγό του την Εναρέτη, κόρη του Δηιμάχου και απέκτησε μαζί της επτά γιους, τον Κρηθέα, το Σίσυφο, τον Αθάμαντα, το Σαλμωνέα, τον Δηίονα, το Μάγνητα, τον Περιήρη και πέντε κόρες, την Κανάκη, την Αλκυόνη, την Πεισιδίκη, την Καλύκη και την Περιμήδη9. Από τα παιδιά του Αιόλου, ο Αθάμαντας εξουσίαζε την περιοχή της Βοιωτίας. Αρχικά, πήρε ως σύζυγό του τη Νεφέλη και απέκτησε μαζί της δυο παιδιά,

7. Βλ. Crusius, Plutarchi de proverbiis, κεφάλαιο 61, απόσπασμα 62. 8. Για το συγκεκριμένο έργο βλ. Easterling -Knox, Ιστορία, σ. 1036 και Lesky, Ιστορία, σ 1170. 9. Βλ. Wagner, Apollodori bibliotheca, κεφάλαιο 1, παράγραφος 50. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός επών υμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας

211

ένα γιο το Φρίξο και μια κόρη την Έλλη. Στη συνέχεια, νυμφεύθηκε την Ινώ με την οποία απέκτησε άλλα δυο παιδιά, το Λέαρχο και το Μελικέρτη. Γρήγορα, η Ινώ οργάνωσε μια σκευωρία ενάντια στα παιδιά της Νεφέλης. Κατάφερε τις γυναίκες του βασιλείου της να ψήνουν το σιτάρι. Έτσι, εκείνες έπαιρναν κρυφά από τους άντρες τους τους σπόρους και ακολουθούσαν τις εντολές της βασίλισσας. Η γη όμως, δεχόμενη ψημένους σπόρους, δεν φύτρωνε και δεν απέδιδε τους ετήσιους καρπούς. Αμέσως, ο Αθάμας απέστειλε άντρες τους στους Δελφούς για να ζητήσουν χρησμό πώς θα απαλλαγεί η χώρα από την άγονη γη και την έλλειψη καρπών. Η Ινώ έπεισε τους απεσταλμένους να του φέρουν ως απάντηση ότι η ακαρπία θα σταματήσει μόνο εάν θυσιαστεί στο Δία ο Φρίξος. Μόλις άκουσε τη θεία βούληση ο βασιλιάς και αφού πιέστηκε και αναγκάστηκε από τους υπηκόους του, οδήγησε το γιο του στο βωμό. Ωστόσο, η Νεφέλη, μαζί με την κόρη της, άρπαξε το Φρίξο. Στη συνέχεια, έδωσε στα παιδιά της έναν χρυσόμαλλο κριό, τον οποίο είχε πάρει από τον Ερμή. Ο συγκεκριμένος κριός οδήγησε τα δυο παιδιά στον ουρανό και τα ταξίδεψε επάνω από τη θάλασσα και τη στεριά. Όταν όμως έφτασαν στο σημείο ανάμεσα στο Σίγειο και τη Χερρόνησο, η Έλλη γλίστρησε από τον κριό και βρέθηκε στο βυθό της θάλασσας. Επειδή εκείνη πνίγηκε στο συγκεκριμένο σημείο και προς ανάμνηση του συμβάντος, το πέλαγος ονομάστηκε Ελλήσποντος. Αντίστοιχα, ο αδελφός της έφτασε στους Κόλχους, όπου βασίλευε ο Αιήτης, γιος του Ήλιου και της Περσηίδος και αδελφός της Κίρκης και της Πασιφάης την οποία νυμφεύθηκε ο Μίνωας. Αυτός λοιπόν ο βασιλιάς Αιήτης υποδέχτηκε το Φρίξο και μάλιστα του έδωσε και μια από τις κόρες του, τη Χαλκιόπη, ως σύζυγο, με την οποία απέκτησαν τέσσερις γιους, τον Άργο, τον Μέλα, τον Φρόντι και τον Κυτίσωρο. Τον χρυσόμαλλο κριό ο Φρίξος τον θυσίασε στο Δία. Το δέρας του το έδωσε στον Αιήτη για να το τοποθετήσει επάνω σε μια βαλανιδιά στο άλσος του Άρη. Λίγο αργότερα, ο Αθάμαντας στερήθηκε και τα παιδιά που απέκτησε με την Ινώ, εξαιτίας του θυμού της Ήρας. Έτσι, αφού ο ίδιος καταλήφθηκε από μανία, σκότωσε, με το τόξο του, το Λέαρχο. Η Ινώ, με τη σειρά της, έπεσε στη θάλασσα, μαζί με το γιο της Μελικέρτη. Ως συνέπεια, ο Αθάμας έχασε το θρόνο του στη Βοιωτία και ζήτησε χρησμό από το θεό σχετικά με τον τόπο όπου έπρεπε να κατοικήσει. Η απάντηση που του δόθηκε έλεγε ότι έπρεπε να κατοικήσει σε όποιον τόπο θα γινόταν δεκτός και θα φιλοξενούνταν από τα άγρια ζώα. Αφού περιπλανήθηκε σε πολλές περιοχές, συνάντησε, τυχαία, λύκους που μοιράζονταν ειρηνικά τα εδάφη με τα πρόβατα. Οι λύκοι, μόλις τον είδαν, έφυγαν, αφήνοντας πίσω τα εδάφη τους. Εκεί, ο ήρωας έκτισε τη χώρα του και την κάλεσε Αθαμαντία από τον ίδιο. Στη συνέχεια, νυμφεύθηκε τη Θεμιστώ, την Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


212

Κωνσταντίνα Ζήδρου

κόρη του Υψέα, με την οποία απέκτησε το Λεύκωνα, τον Ερύθριο, το Σχοινέα και τον Πτώο10. Σε άλλο χωρίο του ιδίου έργου όπου διηγείται διεξοδικά ο μύθος του Κάδμου, γίνεται αναφορά και στα παιδιά του. Πρόκειται για την Αυτονόη, την Ινώ, τη Σεμέλη, την Αγαύη και τον Πολύδωρο. Η Ινώ νυμφεύθηκε τον Αθάμαντα. Η Αυτονόη τον Αρισταίο. Η Αγαύη τον Εχίωνα. Τέλος, τη Σεμέλη την αγάπησε ο Δίας και την έκανε ερωμένη του κρυφά από την Ήρα11. Εξακολουθώντας στον ίδιο μυθικό κύκλο και κατά την αφήγηση του βίου του θεού Διονύσου, ο οποίος προήλθε από την ένωση του Δία και της Σεμέλης, διασώζεται η πληροφορία ότι, όταν γεννήθηκε ο Διόνυσος, ο βασιλιάς του Ολύμπου έδωσε το βρέφος στον Ερμή. Ο αγγελιαφόρος των θεών το μετέφερε στην Ινώ και τον Αθάμαντα και τους έπεισε να το αναθρέψουν ως κορίτσι. Η Ήρα όμως, αγανακτισμένη, απέστειλε μανία στο ζευγάρι των θνητών για να τους τιμωρήσει. Ως συνέπεια, ο Αθάμαντας σκότωσε το μεγαλύτερο γιο του το Λέαρχο στο κυνήγι, καθώς τον πέρασε για ελάφι. Αντίστοιχα, η Ινώ έριξε το Μελικέρτη μέσα σε έναν καυτό λέβητα και έπειτα, κρατώντας το άψυχο σώμα του στα χέρια της, βούτηξε στη θάλασσα. Στη συνέχεια, η Ινώ κλήθηκε Λευκοθέα, ενώ ο γιος της Παλαίμων. Οι συγκεκριμένες ονομασίες δόθηκαν από τους ναυτικούς, καθότι βοηθούσαν όσους υπέφεραν. Μάλιστα, προς τιμήν του Μελικέρτη, θεσπίστηκαν από το Σίσυφο και οι γιορτές των Ισθμίων12. Ο 1ος μ. Χ. αι. ολοκληρώνεται με το λεξικό του Αρποκρατίωνα13 «Λέξεις των δέκα ρητόρων». Πρόκειται για ένα έργο το οποίο εκπροσωπεί επάξια την αττικίστικη λεξικογραφία της περιόδου. Επιπλέον, ξεχωρίζει για τις πηγές του και προσφέρει πολύτιμο υλικό για τα αττικά δικαστήρια. Η μοναδική αναφορά στον Αθάμαντα εντοπίζεται στο λήμμα «έπιπλον», το ερμηνευόμενο ως η οικοσκευή. Συνώνυμό του είναι το όνομα έπιπλα, που απαντά και στην τραγωδία του Σοφοκλή Αθάμας και επεξηγείται ως τα συνήθη υπάρχοντα μιας οικίας, τα οποία είναι εφικτό και να μετακινηθούν14. Στο 2ο μ.Χ. αι. που ακολουθεί, ένα από τα χαρακτηριστικότερα έργα είναι και οι ογκώδεις «Δειπνοσοφιστές» του Αθήναιου από τη Ναυκράτη15. Ο συγγρα-

10. Βλ. Wagner, Apollodori bibliotheca, κεφάλαιο 1, παράγραφοι 80-84. 11. Βλ. Wagner, ό.π., κεφάλαιο 3, παράγραφος 26. 12. Βλ. Wagner, ό.π., κεφάλαιο 3, παράγραφοι 28-29. 13. Για τον Αρποκρατίωνα και το έργο του βλ. Lesky, Ιστορία, σ. 1138-1139. 14. Βλ. Dindorf, Harpocrationis lexicon, σ. 128. 15. Για τον Αθήναιο και το έργο του βλ. Easterling-Knox, Ιστορία, σ. 890-891, 1085 και Lesky, Ιστορία, σ. 1166-1167. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός επών υμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας

213

φέας αφηγείται τα τεκταινόμενα κατά τη διάρκεια ενός φανταστικού συμποσίου. Αυτό λαμβάνει χώρα στο σπίτι του έγκριτου Ρωμαίου Λαρήνσιου με τη συμμετοχή πολυάριθμων, κυρίως πλασματικών, λογίων, με διαφορετικές τάσεις. Το έργο μιμείται το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα. Ωστόσο, επίδραση ασκήθηκε και από το «Συμπόσιο» του Πλουτάρχου. Μέσα από τις συζητήσεις των συμμετεχόντων, διασώζεται ένα πλήθος αρχαιογνωστικών, γραμματικών και φιλολογικών λεπτομερειών, με έμφαση να δίνεται στα μοναδικά στοιχεία για την Κωμωδία. Οι ποικίλες πληροφορίες αντλήθηκαν, με επιμέλεια, από τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και έστω και αν δεν αποτελούν προϊόν επιμελημένης έρευνας σε βάθος, θεωρούνται πολύτιμες. Παράλληλα, ξεχωρίζουν και για την ιδιαίτερα προσεγμένη παράθεσή τους. Η πρώτη αναφορά στον Αθάμαντα βρίσκεται στο χωρίο όπου αναλύεται η κλίση και η ετυμολογία του επιθέτου πολύπους σε διάφορους συγγραφείς. Η αιτιατική πολύπουν απαντά ως τύπος στον Οιδίποδα. Αντίστοιχα, ο τύπος τρίπουν, που προσδιορίζει το λέβητα, χρησιμοποιείται από τον Αισχύλο στην τραγωδία του Αθάμας κατ’ αναλογία προς την κλίση των ονομάτων πούς και νούς16. Στο επόμενο βιβλίο των Δειπνοσοφιστών, παρατίθενται ποικίλες απόψεις συγγραφέων σχετικά με τις γυναίκες και το συζυγικό βίο. Ανάμεσα στις παρατιθέμενες θέσεις υπάρχει και η αντίστοιχη του Άμφι, από το έργο του Αθάμας, ο οποίος θεωρεί ως καταλληλότερη γυναίκα για σύζυγο την εταίρα, καθώς εκείνη, πολύ περισσότερο, περιφρονώντας τους νόμους παραμένει στο σπίτι, ενώ γνωρίζει ότι ο άνθρωπος μπορεί να αγοράσει τους τρόπους του17. Παραμένοντας στο ίδιο θέμα, των γυναικών, διατυπώνεται η άποψη ότι πολλοί μεγάλοι οίκοι αφανίστηκαν εξαιτίας τους, όπως ο Φίλιππος, ο πατέρας του Μ. Αλεξάνδρου, από το γάμο του με την Κλεοπάτρα, ο Ηρακλής από το γάμο του με την Ιόλη, την κόρη του Ευρύτου, ο Θησέας από το γάμο του με τη Φαίδρα, την κόρη του Μίνωα, ο Αθάμας από το γάμο του με τη Θεμιστώ, την κόρη του Υψέα, ο Ιάσωνας από το γάμο του με τη Γλαύκη, την κόρη του Κρέοντα, ο Αγαμέμνονας εξαιτίας της Κασσάνδρας, ενώ επιπλέον και η εκστρατεία του Καμβύση στην Αίγυπτο, σύμφωνα με τον Κτησία, έγινε για μια γυναίκα18. Το ίδιο θέμα επανεμφανίζεται, όπως και το παραπάνω χωρίο αυτούσιο, όταν απαριθμούνται μεγάλοι άντρες που καταστράφηκαν από γυναίκες19.

16. Βλ. Kaibel, Athenaei, vol. 2, βιβλίο 7, παράγραφος 100. 17. Βλ. Kaibel, ό.π., vol. 3, βιβλίο 13, παράγραφος 7. 18. Βλ. Kaibel, ό.π., vol. 3, βιβλίο 13, παράγραφος 10. 19. Βλ. Kaibel, ό.π., vol. 1, βιβλίο 2,2, παράγραφος 103. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


214

Κωνσταντίνα Ζήδρου

Η ποίηση της ύστερης αρχαιότητας εκπροσωπείται από το σχετικά χαμηλής ποιότητας έργο «Κυνηγετικά» του Οππιανού από την Απάμεια της Συρίας20. Ο συγγραφέας διαπραγματεύεται σε επιτηδευμένους δακτυλικούς εξάμετρους στίχους, με συχνή χρήση παρηχητικών σχημάτων και ιδιαίτερα ομοιοκαταληξίας, καθώς και με βεβιασμένες εικόνες και άστοχες παρομοιώσεις ένα αγαπητό, σε πεζό όμως λόγο, θέμα των αρχαίων Ελλήνων. Ο Οππιανός λοιπόν συγκαταλέγει τον Αθάμαντα, γιο του Αιόλου, ανάμεσα στους ημίθεους ήρωες και ηρωίδες στους οποίους ο Δίας, πατέρας όλων, έδωσε τη χαρά της τεκνοποίησης21. Στη συνέχεια και κατά τη διήγηση της ιστορίας του Διονύσου, ο ποιητής αφηγείται ότι η γενναία Ινώ ανέλαβε την ανατροφή του Βάκχου από τη βρεφική του ηλικία, προσφέροντας και το μαστό της, ως αληθινή μητέρα, στο γιο του Δία. Μαζί με την Ινώ, όμως, βοηθούσαν στην ανατροφή του Διονύσου και η Αυτονόη με την Αγαύη. Ωστόσο, δεν έμειναν στα εχθρικά διαμερίσματα του Αθάμαντα22. Ένας ακόμη εκπρόσωπος της διδακτικής ποίησης της αυτοκρατορικής εποχής είναι ο Διονύσιος ο Περιηγητής από την Αλεξάνδρεια23. Η «Περιήγηση της οικουμένης», αποδοσμένη σε 1187 εξάμετρους ευκολονόητους στίχους, γνώρισε μεγάλη απήχηση τόσο στους σύγχρονους συγγραφείς όσο και σε μεταγενέστερους, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι μεταφράστηκε και υπομνηματίστηκε αρκετά. Με αφορμή την περιγραφή μιας στενωπού του Αιγαίου, η οποία περιβάλλεται από πληθώρα νησιών, πραγματοποιείται η σύγκριση με τον πορθμό της Έλλης της κόρης του Αθάμαντα, ο οποίος, με τη σειρά του, είχε απέναντί του τη Σηστό και την Άβυδο24. Το επόμενο έργο ανήκει στον πιο αξιόλογο γιατρό της ύστερης αρχαιότητας και έναν από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς της αυτοκρατορικής εποχής, το Γαληνό25. από την Πέργαμο. Πρόκειται για το «Περί των Ιπποκρά-

20. Για τον Οππιανό και το έργο του βλ. Easterling-Knox, Ιστορία, σ. 853-855, 1072-1073 και Lesky, Ιστορία, σ. 1119-1120. 21. Βλ. Mair, Oppian, βιβλίο 3, στίχοι 244-249. 22. Βλ. Mair, ό.π., βιβλίο 4, στίχοι 417-421. 23. Για τον Διονύσιο και το έργο του βλ. Hunger, Βυζαντινή, σ. 453, 519 και Lesky, ό.π., σ. 1112. 24. Βλ. Brodersen, Dionysios, στίχοι 513-516. 25. Για το Γαληνό και το έργο του βλ. Easterling-Knox, ό.π., σ. 865-867, 1076-1077 και Lesky, ό.π., σ. 1166-1167. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός επών υμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας

215

τους και Πλάτωνος δογμάτων», όπου διαφαίνεται ξεκάθαρα η διπλή ταυτότητά του, αυτή του γιατρού και η αντίστοιχη του φιλοσόφου. Γενικά, ο Γαληνός μάς κληροδότησε μια τεράστια, σε όγκο, ιατρική αλλά και φιλολογική παραγωγή. Ως προσωπικότητα, έζησε μια πολυτάραχη ζωή. Ταξίδεψε πολύ. Μέσα από τα συγγράμματά του, φανερώνεται εριστικός, αυτάρεσκος, κομπαστικός αλλά και ένας τίμιος και εργατικός άνθρωπος που μοχθεί διαρκώς για τη γνώση και την επιστήμη του. Σχολιάζοντας θέματα σχετικά με το ανθρώπινο συναίσθημα και τον τρόπο με τον οποίο το πραγματεύτηκαν οι επικοί ποιητές και ποικίλοι σχολιαστές τους, χρησιμοποιεί ως παράδειγμα, ανάμεσα σε άλλα, και τον Αθάμαντα, του οποίου ο Δίας αφαίρεσε τη λογική26. Κατά το 2ο μ.Χ. αιώνα, παρατηρείται σχετική ακμή στα έργα που επικεντρώνονται σε θέματα συναφή με τη γραμματική και τους κανόνες της. Ένας από τους φιλολόγους που συνέβαλαν στην ανάπτυξη του συγκεκριμένου γραμματειακού είδους υπήρξε ο Αππολώνιος ο Δύσκολος από την Αλεξάνδρεια27. Αυτός πραγματεύτηκε, σε πολλά συγγράμματά του, ζητήματα σχετικά με τα μέρη του λόγου. Ωστόσο, διασώθηκαν μόνο τρία. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά είτε από αναφορές του ιδίου είτε από τη Σούδα. Ένα από τα κυριότερα έργα του είναι και το «Περί συντάξεως». Στα τέσσερα βιβλία του, ο Απολλώνιος περιλαμβάνει μια συστηματική σύνθεση του υλικού του, χωρίς πρωτοτυπίες αλλά με μια κουραστική εμμονή στην αναλογία. Στο συγκεκριμένο έργο συντάσσει και αναλύει και στίχους από τον Ισθμιόνικο του Πινδάρου. Πρόκειται για το χωρίο όπου ο ποιητής χαρακτηρίζει το Μελικέρτη ως γιο του Αθάμαντα και της Ινούς28. Στη συνέχεια, ο Απολλώνιος σχολιάζει τη σύνταξη και τον τονισμό, παραθέτοντας και τους ανάλογους κανόνες29. Με το ίδιο γραμματειακό είδος ασχολήθηκε και ο γιος του Αίλιος Ηρωδιανός30 από την Αλεξάνδρεια. Μάλιστα, αυτός συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σπουδαιότερους γραμματικούς της περιόδου. Δυστυχώς, από το έργο του σώθηκαν ελάχιστα. Η γνωστότερη εργασία του είναι η «Καθολική προσωδία». Πρόκειται 26. Βλ. De Lacy, Galen, βιβλίο 3, κεφάλαιο 2, παράγραφος 19. 27. Για τον Απολλώνιο Δύσκολο και το έργο του βλ. Hunger, Βυζαντινή, σ. 377, 386, 402 και Lesky, Ιστορία, σ. 1213. 28. Για το συγκεκριμένο χωρίο βλ Ζήδρου, Ο Αθάμας, σ. 94. 29. Βλ. Uhlig, Grammatici Graeci, σ. 214. 30. Για τον Αίλιο Ηρωδιανό και το έργο του βλ. Hunger, ό.π., σ.377, 379, 381, 386-389, 410, 413, 434, 453 και Lesky, ό.π., σ. 1213. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


216

Κωνσταντίνα Ζήδρου

για ένα σύγγραμμα αφιερωμένο στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο, το οποίο θεωρείται τεράστιο αναφορικά με το θέμα του τονισμού. Είναι όμως γνωστό μόνο μέσα μια επιτομή της πρωτοβυζαντινής περιόδου, διατηρώντας ωστόσο την αρχική διαίρεση του Ηρωδιανού. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα επηρέασε ιδιαίτερα τους βυζαντινούς συγγραφείς εγχειριδίων σχετικά με τη γραμματική, ενώ συχνά αποτελούσε την κύρια πηγή τους, τους βυζαντινούς λεξικογράφους, αλλά και ποικίλους γραμματικούς που καταπιάστηκαν με πολλά διαφορετικά θέματα. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκε ως εγχειρίδιο διδασκαλίας στα βυζαντινά εκπαιδευτήρια για αιώνες. Ο πρώτος κανόνας γραμματικής, όπου εμπεριέχεται αναφορά στον Αθάμαντα, σχετίζεται με τα σύνθετα ονόματα σε –ήξ. Σε ορισμένες περιπτώσεις σύνθεσης, το όνομα βαρύνεται. Προκειμένου ο Αίλιος Ηρωδιανός να στηρίξει τον κανόνα, παραθέτει παραδείγματα από την τραγωδία του Σοφοκλή Αθάμας31. Ο ίδιος κανόνας με τα αντίστοιχα παραδείγματα επανεμφανίζεται σε δυο ακόμη έργα του συγγραφέα, στα «Περί παθών»32 και «Περί κλίσεως ονομάτων33. Ο δεύτερος κανόνας αφορά τα ονόματα σε –μας, όπου η κατάληξη βαρύνεται. Εδώ, ανάμεσα σε άλλα παραδείγματα κύριων ονομάτων, συμπεριλαμβάνεται και ο Αθάμας34. Ο επόμενος κανόνας αναλύει τα πολυσύλλαβα ονόματα σε –τις. Σε αυτά, ανήκει και το τοπωνύμιο Αθαμαντίς. Πρόκειται για την ιωνική πόλη Τέω, την οποία, όμως, ο Ανακρέων αποκαλεί Αθαμαντία, καθώς ο ομώνυμος ήρωας υπήρξε ο ιδρυτής της35. Στον κανόνα γα τα ονόματα σε –λος συγκαταλέγεται και το τοπωνύμιο Άλος. Με τη συγκεκριμένη ονομασία είναι γνωστές δυο πόλεις, μια της Αχαΐας και μια της Φθιώτιδας μετά το όρος Όθρυς. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί τους τύπους Άλον ή Αλόπην. Η παράδοση υποστηρίζει ότι αυτή ιδρύθηκε από τον Αθάμαντα, καθώς σε εκείνους του τόπους περιπλανήθηκε. Αντίστοιχα, ο Θέων ισχυρίζεται ότι η Άλος ήταν δούλα του ήρωα. Μάλιστα, ήταν η γυναίκα η οποία αποκάλυψε το τέχνασμα της Ινούς να ψήνει τους σπόρους του σιταριού. Γι’ αυτό και ο Αθάμας ονόμασε την πόλη προς τιμήν της. Δυο ομώνυμες πόλεις εντοπίζει και ο Παρμενίσκος, μια στην περιοχή του Μαλιακού ιδρυμένη από τον Αχιλλέα και την άλλη από τον Πρωτεσίλαο. Τέλος, ο Απολλόδωρος χρησιμοποιεί το όνομα ως αρσενικό36. 31. Βλ. Lentz, Grammatici Graeci, vol. 3.1, σ. 46. 32. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.2, σ. 219-220. 33. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.2, σ. 745. 34. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.1, σ. 55. 35. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.1, σ. 104-105. 36. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.1, σ. 153-154. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός επών υμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας

217

Στα ονόματα με δυο ν περιλαμβάνεται ως παράδειγμα και εκείνο του Άργυννου, γιου της Πεισιδίκης κόρης του Λεύκωνα γιου του Αθάμαντα γιου του Σισύφου γιου του Αιόλου. Ο Άργυννος πέθανε ανεβαίνοντας τον Κηφισσό. Από το συγκεκριμένο περιστατικό, ξεκίνησε στην περιοχή η λατρεία της Αργυννίδας Αφροδίτης37. Εξακολουθώντας στο ίδιο έργο και στα ονόματα σε –ευς, εμπεριέχεται και ο Σχοινεύς. Πρόκειται για έναν ποταμό της Αρκαδίας, ο οποίος πήρε το όνομά του από το Σχοινέα το γιο του Αθάμαντα38. Αντίστοιχα, στα σε –ως θηλυκά ονόματα, ο Ηρωδιανός αφηγείται την ιστορία του τοπωνυμίου της ιωνικής πόλεως Τέως. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ονομάστηκε από την κόρη του Αθάμαντα Αρά. Πιο συγκεκριμένα, καθώς ο ήρωας είχε σκοπό να εγκαταστήσει εκεί το λαό, αναζητούσε την κατάλληλη τοποθεσία. Όταν όμως επέστρεψε, η κόρη του του είπε «όσο εσύ αναζητούσες χώρο, εγώ σε αυτό το διάστημα (τέως) σου έκτιζα μια πόλη». Εξαιτίας του συγκεκριμένου γεγονότος, κλήθηκε Τέως. Υπάρχει και μια ακόμη ομώνυμη πόλη στους Δυρβαίους της Σκυθίας39. Ακολουθούν τα πολυσύλλαβα ονόματα σε –ωψ. Ένα από αυτά είναι και το όνομα Άλμωψ. Πρόκειται για το γιο της Έλλης της κόρης του Αθάμαντα και του Ποσειδώνα, στον οποίο οφείλει την ονομασία της η Αλμωπία, η ομώνυμη περιοχή της Μακεδονίας40. Στα δισύλλαβα ονόματα σε –ρα συγκαταλέγεται και η Αρά, η κόρη του Αθάμαντα. Αυτή συνέβαλε στην ονοματοθεσία των ομώνυμων νησιών – φυλακών, αφορμή για την οποία δόθηκε από τους όρκους των Δωριέων προς τους Πενταπολίτες, σύμφωνα με τον Αριστείδη41. Έπονται τα ονόματα σε –α, όπου περιλαμβάνεται και το τοπωνύμιο Γεράνεια. Αυτό αντιστοιχεί σε μια πόλη της Φρυγίας, αλλά και σε ένα όρος ανάμεσα στα Μέγαρα και την Κόρινθο από όπου πέρασε η Ινώ κυνηγημένη από τον Αθάμαντα42. Το τελευταίο χωρίο της Καθολικής προσωδίας όπου γίνεται μνεία στον ήρωα αφορά τα σε –ια ονόματα πόλεων και χωρών. Πιο συγκεκριμένα, η Ακραιφία είναι πόλη της Βοιωτίας. Από ορισμένους αποκαλείται Ακραίφιον, από τον Παυσανία Ακραίφνιον και από το Θεόπομπο Ακραίφνια. Κτίστηκε είτε από τον 37. Βλ. Lentz, Grammatici Graeci, vol. 3.1, σ. 174-175. 38. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.1, σ. 240-241. 39. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.1, σ. 245. 40. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.1, σ. 247. 41. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.1, σ. 259. 42. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.1, σ. 273-275. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


218

Κωνσταντίνα Ζήδρου

Αθάμαντα είτε από τον Απόλλωνα Ακραιφέα. Αντίστοιχα, η Αλμωπία, η περιοχή της Μακεδονίας την οποία κατοικούν οι Άλμωπες, οφείλει την ονομασία της στον Άλμωπο, γιο του Ποσειδώνα και της Έλλης, της κόρης του Αθάμαντα43. Συνεχίζοντας με τον ίδιο συγγραφέα αλλά αλλάζοντας πλέον έργο, αναφορές στον Αθάμαντα εντοπίζονται και στο «Περί κλίσεως ονομάτων». Ανάμεσα σε ποικίλα ονόματα σε –ας και στους κανόνες κλίσεως και τονισμού τους, συγκαταλέγεται και το όνομα Αθάμας. Αυτό μαζί με το αντίστοιχο αδάμας έχουν βραχύ το φωνήεν της κατάληξης44. Στη συνέχεια και στα σε –ας τρισύλλαβα τονιζόμενα στο δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας, ανήκει και η γενική του ονόματος Αθάμας Αθάμαντος45. Από ένα ακόμη έργο του Αίλιου Ηρωδιανού, από το «Περί παρωνύμων», αντλούνται πληροφορίες για τον οικιστή της Αθαμανίας. Πιο συγκεκριμένα, στο τοπωνύμιο Σχοίνος διασαφηνίζεται ότι πρόκειται για περιοχή της Θήβας. Αντίστοιχα, ο Σχοινέας ποταμός οφείλει την ονομασία του στο Σχοινέα, γιο του Αθάμαντα. Στη συνέχεια και σύμφωνα με τους κανόνες του Τρύφωνα, ο ποταμός που διαρρέει το Σχοίνο καλείται Σχοινεύς, είτε από τους σχοίνους είτε από το Σχοινέα τον πατέρα της Αταλάντης. Ο πολίτης της περιοχής ονομάζεται Σχοινεύς είτε από τον ποταμό είτε από τον οικιστή, όπως αντίστοιχα και ο κάτοικος της Ταρσού Ταρσεύς46. Η ποικιλογραφία, ένα αγαπημένο λογοτεχνικό είδος της αυτοκρατορικής εποχής, εκπροσωπήθηκε και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από το σοφιστή Κλαύδιο Αιλιανό47. Ένα από τα σημαντικότερα συγγράμματά του είναι τα 14 βιβλία της «Ποικίλης ιστορία» του, όπου περιλαμβάνονται ποικίλες ανθρώπινες διηγήσεις από τη φυσική, πολιτική και πολιτιστική ιστορία. Το έργο του έχει ως στόχο περισσότερο να εκπλήξει και να ψυχαγωγήσει, παρά να διαπαιδαγωγήσει. Στερείται δομής και αρμονίας, ενώ η έλλειψη τεχνικών όρων, ο ακραίος αττικισμός και η απλότητα της σύνταξης λειτουργούν επίσης ανασταλτικά. Αναφέροντας τους νικητές της 91ης Ολυμπιάδας, διασώζει την πληροφορία ότι στους δραματικούς αγώνες αγωνίστηκαν ο Ξενοκλής με τον Ευριπίδη. Νικητής αναδείχθηκε ο πρώτος με τις τραγωδίες Οιδίπους, Λυκάονας, Βάκχες και το σατυρικό δράμα Αθάμας. Αντίστοιχα, ο Ευριπίδης παρουσίασε τις τραγωδίες Αλέξανδρος, Παλαμήδης, Τρώες και το σατυρικό δράμα Σίσυφος48. 43. Βλ. Lentz, Grammatici Graeci, vol. 3.1, σ. 287. 44. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.2, σ. 636. 45. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.2, σ. 656. 46. Βλ. Lentz, ό.π., vol. 3.2, σ. 895. 47. Για τον Κλαύδιο Αιλιανό και το έργο του βλ. Easterling-Knox, Ιστορία, σ. 888-890, 1084-1085, Hunger, Βυζαντινή, σ. 393 και Lesky, Ιστορία, σ. 1165-1166. 48. Βλ. Hercher, Claudii Aeliani, βιβλίο 2, κεφάλαιο 8. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός επών υμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας

219

Ένας ακόμη εκπρόσωπος της ποικιλογραφίας του 2ου μ.Χ. αι. είναι και ο γραμματικός και ρήτορας Φαβωρίνος από το Arelate49. Στο αποσπασματικά σωζόμενο έργο του, παραθέτει διάφορα παραδείγματα τόσο μυθικών π.χ. Ηρακλή όσο και ιστορικών προσώπων π.χ. Περικλή, Θεμιστοκλή, Αριστείδη κ.α., τα οποία βίωσαν μεγάλες απώλειες. Ωστόσο, υποστηρίζει ο συγγραφέας ότι τις παραπάνω συμφορές, καθώς και άλλες παρόμοιες, εύλογα θα μπορούσε κάποιος να τις θεωρήσει καλύτερες, σε σύγκριση με τη φαινομενική ευημερία άλλων. Πώς λοιπόν θα προτιμούσε ένας ενάρετος άντρας να βγάλει τα μάτια του όπως ο Πολύζηλος ή να βλέπει όπως έβλεπε ο Αθάμαντας και θεωρώντας ότι υπήρχαν ελάφια, να σκοτώσει με το τόξο τα παιδιά του50; Ο ίδιος αιώνας χαρακτηρίζεται ως η εποχή της μεγάλης ακμής των λεγόμενων «ρητόρων της πολυφωνίας». Πρόκειται για ρήτορες που ακολουθούσαν το πρότυπο του Γοργία και διακρίνονταν τόσο στον αυτοσχεδιασμό όσο και στην επιμελώς προετοιμασμένη ρητορική επίδειξη. Στη συγκεκριμένη κατηγορία ανήκει και ο Αίλιος Αριστείδης51. Αυτός διέπρεψε ιδιαίτερα στον έντεχνο λόγο και δοξάστηκε στην εποχή του. Υπήρξε πολυταξιδεμένος και οπαδός του Ισοκράτη. Ακολουθούσε το πρότυπό του, διεκδικώντας τη συνολική παιδεία για τον εαυτό του. Ως συνέπεια, στράφηκε ενάντια στη διδασκαλία του Πλάτωνα, σε αρκετούς λόγους του. Συνολικά, έχουν σωθεί πενήντα πέντε λόγοι του με ποικίλο περιεχόμενο π.χ. εγκώμιο πόλεων, επιδεικτικές ρητορείες για θέματα της κλασικής ιστορίας, λόγοι όπου πραγματεύεται σύγχρονά του θέματα, ευκαιριακοί λόγοι, μηνύματα κ.τ.λ. Το ύφος των έργων του είναι αττικίζων, ενώ η μορφή τους ξεχωρίζει για την υψηλή τέχνη της. Στον τιτλοφορούμενο «Ισθμικό εις Ποσειδώνα» λόγο του και ανάμεσα στα θεία παθήματα, όπως παρουσιάζονται στον Όμηρο, ο συγγραφέας περιλαμβάνει τα δεσμά του Άρη, τις πτώσεις του Ηφαίστου στη θάλασσα, τις λύπες της Ινούς, καθώς και διάφορες καταδιώξεις. Ωστόσο, δε θεωρεί ούτε όσια ούτε ευσεβή τη διήγηση παρόμοιων περιστατικών. Και εξακολουθεί ότι, εάν πρέπει να αναφερθεί σε κάποιον που καθαρίστηκε εντελώς από το μίασμα και κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα, αυτός είναι ο Αθάμαντας, ο οποίος υπήρξε πραγματικά. Αντίθετα, η μανία του είναι πιθανό να υφίστατο ή και να μαρτυρήθηκε ψευδώς από εκείνους που έχουν καταστρέψει, με το χειρότερο τρόπο, όλα όσα συνθέτουν για εμάς. Η Ινώ, με τη σειρά της, δεν ήταν πραγματικό πρόσωπο. Ούτε έγιναν

49. Για το Φαβωρίνο και το έργο του βλ. Easterling-Knox, Ιστορία, σ. 889 και Lesky, Ιστορία, σ. 1141. 50. Βλ. Barigazzi, Favorino, απόσπασμα 96, παράγραφος 23. 51. Για τον Αίλιο Αριστείδη και το έργο του βλ. Lesky, Ιστορία, σ 1143-1144. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


220

Κωνσταντίνα Ζήδρου

αυτά για τα οποία λένε οι πολλοί, σε σχέση με εκείνη. Ούτε της ταιριάζει κανένα γεγονός από όσα έλαβαν χώρα με αυτόν τον τρόπο. Η Λευκοθέα υπήρξε θεά ευθύς εξ αρχής και δεν έγινε θεότητα αργότερα, όπως υποστηρίζουν οι πολλοί. Λίγο πιο κάτω, ο ρήτορας διηγείται ότι ο Ποσειδώνας ερωτεύτηκε τη Λευκοθέα και την είχε ως ερωμένη του, όπως και άλλες γυναίκες. Αυτήν όμως την έκρυψε μέσα στη θάλασσα και προκειμένου ο δρόμος από όπου η θεά έφτασε σε αυτόν να μην αποτελέσει μέσο διαφυγής της, σε περίπτωση που ήθελε να τον εγκαταλείψει, την έφερε και την εγκατέστησε σε έναν υποθαλάσσιο θάλαμο. Ούτε τον γιο της, τον οποίο απέκτησε από άλλο σύζυγο, τον άρπαξε και τον μετέφερε στη θάλασσα αλλά ήταν παρακαταθήκη, παιχνίδι και δώρο του Ποσειδώνα. Και ολοκληρώνει τη διήγησή του ο Αίλιος Αριστείδης με τη διατύπωση του συμπεράσματος ότι είναι φανερό πως τα παραπάνω έγιναν με τον προαναφερθέντα τρόπο και πως έτσι έχει η αλήθεια52. Ένας άξιος εκπρόσωπος της αττικίστικης λεξικογραφίας του 2ου μ.Χ. αι. και διεκδικητής της αθηναϊκής έδρας της σοφιστικής υπήρξε ο Ιούλιος Πολυδεύκης (Pollux) από τη Ναυκράτη53. Το έργο του «Ονομαστικόν» έχει σωθεί σε επιτομή. Ωστόσο, αποτελεί πολύτιμη πηγή για θέματα που αφορούν το θέατρο και τις μάσκες. Παράλληλα, φανερώνει τον ανορθόδοξο, ως προς τη διαπραγμάτευση των θεμάτων, χαρακτήρα του συγγραφέα του αλλά και το βαθύ ενδιαφέρον του για πραγματολογικά ζητήματα. Τα πολλά συνώνυμα και οι αττικίστικες γλώσσες που περιλαμβάνει το συγκαταλέγουν στην κατηγορία ενός μικρού λεξικού, διαρθρωμένου σύμφωνα με ομάδες πραγμάτων. Η μοναδική, έμμεση όμως, αναφορά στον Αθάμαντα εντοπίζεται στο χωρίο όπου απαριθμούνται συνώνυμα της ληκύθου. Σύμφωνα λοιπόν με το λεξικό, μέσα σε ένα γυμνάσιο, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι υπάρχουν λήκυθοι ελαιοδόχες ή ληκύθια, στλεγγίδες και ξυστίδες για τα αγγεία. Το όνομα των ληκύθων πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Επίχαρμου. Στη συνέχεια και κατά την παράθεση συνωνύμων ή και συνθέτων του ουσιαστικού λήκυθος, όπως απαντούν σε διάφορα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ο Πολυδεύκης διασώζει την πληροφορία ότι ο Αντιφάνης είχε γράψει ένα έργο με τίτλο Αθάμας54. Μια ιδιαίτερη μορφή της περιόδου υπήρξε ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα της Κομμαγηνής55, ο οποίος κοίταζε τον κόσμο με σκεπτικισμό και μια ιδιαιτέρως

52. Βλ. Dindorf, Aristides, σ. 24-26. 53. Για τον Ιούλιο Πολυδεύκη και το έργο του βλ. Hunger, Βυζαντινή, σ. 408 και Lesky, Ιστορία, σ. 1138. 54. Βλ. Bethe, Pollucis onomasticon, βιβλίο 10, κεφάλαιο 62. 55. Για το Λουκιανό και το έργο του βλ. Easterling-Knox, ό.π., σ. 880-887, 1082-1083, Hunger, ό.π., σ. 565-574 και Lesky, Ιστορία, σ 1146-1151. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός επών υμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας

221

καυστική αίσθηση του χιούμορ. Στα έργα του, περιλαμβάνονται τα γνωστότερα χωρία των διασημότερων ρητόρων και οι διαφορές ανάμεσα στις φιλοσοφικές σχολές των κρατών των διαδόχων. Παράλληλα, διεισδύει και το υπερφυσικό στοιχείο, με τη μορφή του μυστικισμού ή της δεισιδαιμονίας. Επρόκειτο για έναν μη Έλληνα. Αυτός, παρόλο που διδάχτηκε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο, κατόρθωσε να επιτύχει τον άψογο χειρισμό του αττικού λόγου και των ρητορικών κανόνων αλλά και μια σημαντική γνώση της ελληνικής γραμματείας, χωρίς όμως να εμβαθύνει στα νοήματά της. Πολυταξιδεμένος και πολυπράγμων μας κληροδότησε ένα πλούσιο, σε θεματολογία, έργο, όπου αφθονούν οι υπαινιγμοί και τα παραθέματα από την ελληνική γραμματεία, συχνά συνδυασμένα, άτεχνα, με σύγχρονά του χωρία. Η εκλεπτυσμένη και επιμελημένη γλώσσα του του έδωσε το δικαίωμα να εκφέρει και την προσωπική του άποψη για τη χρήση της ελληνικής γλώσσας από άλλους συγγραφείς. Ξεκίνησε ως σοφιστής και ρήτορας με μεγάλη επιτυχία. Γρήγορα όμως, εγκατέλειψε το επάγγελμά του, παρουσιάζοντας ανάγλυφα και καυστικά τα αρνητικά του σημεία. Στη συνέχεια, επηρεάστηκε από τη φιλοσοφία και ιδιαίτερα την κυνική λαϊκή φιλοσοφία, συνδυάζοντας στοιχεία από τους σατιρικούς διαλόγους και την κωμωδία. Τέλος, στην οψιμότερη περίοδο της συγγραφικής του δραστηριότητας, στρέφεται σε συγγράμματα με επιστολική μορφή, ενώ και η σκωπτική του διάθεση υποχωρεί. Αρκετές είναι οι αναφορές στον Αθάμαντα στο έργο του Λουκιανού. Αρχικά και στο σύγγραμμά του «Περί ορχήσεως», χαρακτηρίζει τη μυθική παράδοση της Κορίνθου ως εξαιρετικά πλούσια. Σύμφωνα με το συγγραφέα, ανάμεσα στους ποικίλους μύθους της, δημιουργήθηκαν πρώτα εκείνοι για τη Γλαύκη και τον Κρέοντα και πριν από αυτούς για το Βελλεροφόντη και τη Σθενέβοια, όπως και για τη μάχη ανάμεσα στον Ήλιο και τον Ποσειδώνα. Ακολούθησαν οι μύθοι για τη μανία που κατέλαβε τον Αθάμαντα, για τη φυγή των παιδιών της Νεφέλης επάνω στον κριό αλλά και για την υποδοχή των άψυχων σωμάτων της Ινούς και του Μελικέρτη56. Σε άλλο χωρίο του ιδίου έργου του, διατυπώνει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς του αναφορικά με την όρχηση και την υποκριτική. Συμπληρώνει ότι η όρχηση ασχολείται με την παρουσίαση των ανθρωπίνων ηθών και παθών μέσω της ερμηνείας των ανάλογων ρόλων από τους ηθοποιούς, εισάγοντας στη σκηνή τώρα έναν ερωτευμένο, τώρα έναν οργισμένο και έναν άλλο που έχει καταληφθεί από μανία και έναν άλλο λυπημένο και όλα τα παραπάνω με μέτρο. Και το πιο παράδοξο, την ίδια μέρα, παρουσιάζεται, ταυτόχρονα, ο Αθάμαντας που έχει καταληφθεί από μανία και η Ινώ φοβισμένη και

56. Βλ. Harmon, Lucian, κεφάλαιο 42. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


222

Κωνσταντίνα Ζήδρου

άλλοτε ο Αίριος και έπειτα ο Αίγισθος. Όλα όμως τα περιγραφόμενα συναισθήματα και οι συμπεριφορές υπάρχουν στους ανθρώπους57. Στο επόμενο σύγγραμμά του, «Περί της αστρολογίας», ο Λουκιανός αντιτίθεται στην ύπαρξη του μυθικού Βελλεροφόντη ως ιπτάμενου ίππου, ενώ εκφράζει τις αντιρρήσεις του και για την ιστορία του Δαίδαλου. Εξακολουθώντας αυτούς τους συλλογισμούς του, διατυπώνει την άποψη ότι και το ταξίδι του Φρίξου, του γιου του Αθάμαντα, με τον ιπτάμενο χρυσόμαλλο κριό δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένας μύθος58. Στο τελευταίο, σχετικό με τον επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας, πόνημα του Λουκιανού, με τίτλο «Ενάλιοι διάλογοι» και έχοντας το λόγο ο Ποσειδώνας, ο οποίος συνδιαλέγεται με την Αμφιτρίτη, ο συγγραφέας δράττεται στης ευκαιρίας να κάνει μια σύντομη μνεία και στην ιστορία της Ινούς. Υποστηρίζει ότι το γεγονός δεν ήταν ένα μικρό παραμύθι για την ηρωίδα. Αντίθετα, η Ινώ, επειδή καταδιωκόταν από το Αθάμαντα από την περιοχή του Κιθαιρώνα και αφού κατέβηκε με ορμή από εκεί, έπεσε στη θάλασσα, έχοντας στην αγκαλιά της και το γιο της. Αλλά ήταν ανάγκη να σωθεί, χάρη στην επιθυμία του Διονύσου, καθώς υπήρξε η τροφός του και η γυναίκα που τον ανέθρεψε59. Η ιστοριογραφία του 2ου μ.Χ. αι. εκπροσωπείται από το Μενεκράτη60 από την Ξάνθο. Το αποσπασματικά σωζόμενο έργο του αναφέρεται στη Λυκία. Ο ίδιος ανήκει σε μια ομάδα συγγραφέων, οι οποίοι δραστηριοποιήθηκαν σε περιοχές μακριά από τα ελληνιστικά πνευματικά και πολιτιστικά κέντρα. Μάλιστα, στην ίδια ομάδα περιλαμβάνονται και συγγραφείς που έγραψαν στα ελληνικά την ιστορία της, εκτός του ελληνικού κόσμου, πατρίδας τους. Στο συγκεκριμένο έργο, η μοναδική αναφορά στον Αθάμαντα εντοπίζεται στο χωρίο όπου αναλύεται η έκφραση «Ινούς άχη». Ειδικότερα, η Ινώ, η κόρη του Κάδμου, νυμφεύθηκε τον Αθάμαντα και απέκτησε μαζί του δυο γιους, το Λέαρχο και το Μελικέρτη και μια κόρη την Ευρύκλεια. Τα παιδιά δολοφονήθηκαν από τον πατέρα τους, με το τόξο, όταν εκείνος κατελήφθη από μανία. Στη συνέχεια, η Ινώ, κρατώντας το Μελικέρτη στην αγκαλιά της, έπεσε στη θάλασσα, στην περιοχή της Μολουρίδος. Το σώμα της εκβράστηκε στα Μέγαρα. Οι Μεγαρείς, αφού το έβγαλαν και το ενταφίασαν με όλες τις τιμές, της απέδωσαν το προσωνύμιο Λευκοθέα. Αντίστοιχα, το σώμα του γιου της εκβράστηκε στην Κόρινθο. Αφού το ενταφίασαν οι Κορίνθιοι, θέσπισαν προς τιμήν του αγώνες, τα 57. Βλ. Harmon, Lucian, κεφάλαια 65-67. 58. Βλ. Harmon, ό.π., κεφάλαια 14-16. 59. Βλ. Macleod, ό.π., διάλογος 6, παράγραφος 1. 60. Για το Μενεκράτη και το έργο του βλ. Lesky, Ιστορία, σ. 1058. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός επών υμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας

223

Ίσθμια. Ακριβώς εξαιτίας των παραπάνω γεγονότων, δημιουργήθηκε η έκφραση Ινούς άχη. Άχος είναι η λύπη, η οποία βρίσκεται σε αφθονία σε όσους υποφέρουν. Η ηρωίδα δοκιμάστηκε σκληρά εξαιτίας της ακόλουθης αιτίας. Ο βασιλιάς σύζυγός της είχε νυμφευθεί αρχικά τη Νεφέλη, με την οποία απέκτησε δυο παιδιά, το Φρίξο και την Έλλη. Όταν εκείνη πέθανε, ο Αθάμαντας έφερε ως σύζυγό του την Ινώ. Αυτή, επειδή επιβουλευόταν τα παιδιά της Νεφέλης, έπεισε τις γυναίκες του βασιλείου να ψήνουν τους σπόρους προτού τους φυτέψουν. Η γη, δεχόμενη ψημένους σπόρους, δεν απέδιδε, όπως ήταν φυσικό, τους ετήσιους καρπούς. Αμέσως, ο βασιλιάς έστειλε θεωρούς στους Δελφούς για να πάρει χρησμό. Η Ινώ, αφού έπεισε με δώρα τους απεσταλμένους, τους υποχρέωσε να αλλάξουν τα λόγια του θεού και να πουν, ψευδώς, ότι ο χρησμός επέβαλλε να θυσιαστούν ο Φρίξος και η Έλλη εάν θέλουν να απαλλαγούν από την έλλειψη καρπών. Κάτω από την πίεση των υπηκόων του, ο Αθάμαντας οδήγησε στο βωμό, για θυσία, τα δυο παιδιά. Επειδή όμως τους συμπόνεσαν οι θεοί, τους φυγάδευσαν, μέσω του χρυσόμαλλου κριού, από τον αέρα. Ωστόσο, η Έλλη δεν μπόρεσε να αντέξει το ταξίδι και έπεσε στη θάλασσα, στο σημείο που ονομάστηκε από εκείνη Ελλήσποντος. Αντίστοιχα, ο Φρίξος σώθηκε και εγκαταστάθηκε στην Κολχίδα. Στη συνέχεια, οι θεοί, αφού διασάλευσαν τη λογική του Αθάμαντα και τον κατέλαβαν με τη μανία, φρόντισαν για τα παθήματα της Ινούς61. Στις σημαντικές προσωπικότητες του αιώνα συγκαταλέγεται και ο Κλήμης Αλεξανδρείας62. Πρόκειται για έναν από τους πρωιμότερους αλλά και πλέον δραστήριους πατέρες της Εκκλησίας. Έδρασε σε μια εποχή κατά την οποία οι χριστιανοί είχαν προοδεύσει σημαντικά, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν την ανωτερότητα της θρησκείας τους αλλά και την άμεση σχέση της με την ελληνική φιλοσοφία. Επιπλέον και προκειμένου η χριστιανική διδασκαλία να έχει απήχηση στους καλλιεργημένους Έλληνες ειδωλολάτρες, της προσέδωσαν ένα επιτηδευμένο λογοτεχνικό ύφος. Ο ίδιος ασχολήθηκε και αγάπησε την αρχαία ελληνική λογοτεχνία. Μάλιστα συχνά στα έργα του, αναφέρεται σε αυτή, χωρίς να απολογείται για το πνεύμα της. Αντίθετα, παραθέτει τρόπους ώστε να αξιοποιηθεί από τη χριστιανική διδασκαλία. Τα συγγράμματά του διακρίνονται για τη δύναμη, τη ζωτικότητά τους και το μεστό νοημάτων περιεχόμενό τους, ενώ η επιρροή τους υπήρξε αισθητή και στους μεταγενέστερους συγγραφείς. Ο επώνυμος ήρωας της Αθαμανίας χρησιμοποιείται ως παράδειγμα στο έργο του Κλήμη με τίτλο «Την κατά την αληθή φιλοσοφίαν γνωστικών υπομνημά-

61. Βλ. Müller, FHG, σ. 344. 62. Για τον Κλήμη και το έργο του βλ. Easterling-Knox, Ιστορία, σ. 65, 338, 933 και Hunger, Βυζαντινή, σ. 502-503. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


224

Κωνσταντίνα Ζήδρου

των στρωματέων πρώτος». Πιο συγκεκριμένα, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ακούσια πράξη δε δικάζεται. Αυτή, μάλιστα, έχει και διπλή έννοια, καθώς περιλαμβάνει τόσο τις πράξεις που έγιναν από άγνοια όσο και τις αντίστοιχες από ανάγκη. Στη συνέχεια, αναρωτιέται ποιος είναι ο σωστός τρόπος να δικάσεις όσους υπέπεσαν σε ακούσια αδικήματα, σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό. Ανάμεσα λοιπόν στους ακουσίως σφάλλοντας, συγκαταλέγει και τον Αθάμαντα, όταν ο ήρωας κατελήφθη από μανία63. Στον ίδιο αιώνα ανήκει και το έργο του σοφιστή Ζηνόβιου «Εκ των Ταρραίου και Διδύμου παροιμιών συντεθείσα κατά στοιχείων», όπου επεξηγείται και η έκφραση Ινούς άχη σε ένα χωρίο πανομοιότυπο με του Μενεκράτη που αναλύθηκε παραπάνω64. Ο 2ος μ.Χ. αι. ολοκληρώνεται με το τελευταίο περιηγητικό έργο, όπως διαμορφώθηκε το συγκεκριμένο γραμματειακό είδος στην κλασική αρχαιότητα. Πρόκειται για τη μοναδική «Ελλάδος περιήγησις» του Παυσανία65. Ωστόσο, εκτός από την αναμενόμενη περιγραφή τόπων και μνημείων, περιλαμβάνει και ένα πλήθος ποικίλων παρεκβάσεων για θέματα γεωγραφικά, ιστορικά και μυθολογικά. Επειδή οι παρεκβάσεις και η γεωγραφική περιήγηση εμφανίζονται ισόρροπες, κατέχοντας και αντίστοιχη έκταση, ο σκοπός του έργου δεν έχει καθοριστεί με ακρίβεια. Οπωσδήποτε, πρώτο μέλημα του συγγραφέα υπήρξε ο αναγνώστης. Το περιεχόμενο βασίστηκε τόσο στην αυτοψία όσο και στις μελέτες του Παυσανία, ο οποίος χρησιμοποίησε και αρκετές προγενέστερες πηγές, αξιοποιώντας τις, όμως, με κριτικό πνεύμα. Αρκετά χωρία του συγκεκριμένου έργου εμπεριέχουν στοιχεία σχετικά με τον Αθάμαντα. Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο βιβλίο, τα Αττικά και αναφερόμενος σε μυθικά τέρατα, ο Παυσανίας συγκαταλέγει και τον κριό που μετέφερε το Φρίξο, το γιο του Αθάμαντα, στην Κολχίδα. Αυτός λοιπόν ο κριός θυσιάστηκε αργότερα στο θεό, στο Λαφύστιο Δία όπως ονομάζεται από τους Ορχομένιους, ενώ προσφέρθηκαν καιόμενοι και οι μηροί του, σύμφωνα με το νόμο των Ελλήνων66. Παραμένοντας στο πρώτο βιβλίο και στο χωρίο όπου περιλαμβάνεται η περιγραφή της Σκιρωνίδας και η ιστορία του Σκίρωνα, ο συγγραφέας διηγείται ότι

63. Βλ. Stählin, Früchtel and Treu, Clemens Alexandrinus, βιβλίο 2, κεφάλαιο 14, παράγραφος 60. 64. Για το χωρίο βλ. Leutsch and Schneidewin, Corpus paroemiographorum Graecorum, κεφάλαιο 4, παράγραφος 38. 65. Για τον Παυσανία και το έργο του βλ. Easterling-Knox, Ιστορία, σ. 926-928, 1096-1097 και Lesky, Ιστορία, σ 1168-170. 66. Βλ. Spiro, Pausaniae, βιβλίο 1, κεφάλαιο 24, παράγραφος 2. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός επών υμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας

225

ανάμεσα στην περιοχή της Μολουρίδας και τη θάλασσα, έπεσε η Ινώ, κρατώντας στα χέρια της το νεότερο γιο της Μελικέρτη. Τον έτερο και πρεσβύτερο γιο της Λέαρχο τον σκότωσε ο πατέρας του, ο Αθάμαντας. Σύμφωνα με την παράδοση, ο μυθικός ιδρυτής της Αθαμανίας ενήργησε με τον παραπάνω τρόπο, καθώς είχε καταληφθεί από μανία. Σύμφωνα όμως με μια άλλη άποψη, έστρεψε τον ασυγκράτητο θυμό του προς τη σύζυγό του και τα παιδιά της, επειδή αντιλήφθηκε τα τεχνάσματά της που προκάλεσαν το λιμό στους κατοίκους του Ορχομενού και το θάνατο του Φρίξου. Θέλησε λοιπόν να αισθανθεί εκείνη κάθε δυστυχία, εξαιτίας των όσων έπραξε. Επομένως, αφορμή για τις ενέργειές του δεν ήταν ο θεός. Τότε λοιπόν, η Ινώ, φεύγοντας κυνηγημένη προς τη θάλασσα, ρίχτηκε στο νερό μαζί με το γιο της, από την πέτρα της Μολουρίδας. Το σώμα του Μελικέρτη εκβράστηκε στην Κόρινθο από ένα δελφίνι, όπως λέγεται, όπου και ενταφιάστηκε με τιμές. Στη συνέχεια, μετονομάστηκε σε Παλαίμονα, ενώ προς τιμήν του θεσπίστηκαν οι αγώνες των Ισθμίων. Αντίστοιχα, στην πέτρα της Μολουρίδας, ιδρύθηκαν ιερά για τη Λευκοθέα και τον Παλαίμονα67. Μια σύντομη αναφορά στον ήρωα εντοπίζεται και στο έκτο βιβλίο, τα Ηλιακά. Σε αυτό, ο Παυσανίας υποστηρίζει ότι το πόλισμα των Βοιωτών Ερυθραί ονομάστηκε από τον Ερύθριο, γιο του Λεύκωνα, ο οποίος, με τη σειρά του, ήταν γιος του Αθάμαντα68. Στο επόμενο έβδομο βιβλίο, τα Αχαϊκά, ο περιηγητής αφηγείται την ιστορία της Τέω. Την πόλη λοιπόν την κατοίκησαν Ορχομένιοι Μινύαι, αφού έφτασαν σε αυτή μαζί με τον Αθάμαντα. Μάλιστα, σύμφωνα με την παράδοση, αυτός ο Αθάμαντας ήταν απόγονος του Αθάμαντα του γιου του Αιόλου. Τέλος, στη συγκεκριμένη θέση και μαζί με το ελληνικό στοιχείο αναμίχθηκαν και οι Κάρες69. Στο ίδιο βιβλίο, εμπεριέχεται η διήγηση της μυθικής δημιουργίας της νήσου Χίου από τον Ποσειδώνα. Σε κάποια χρονική περίοδο, αδιευκρίνιστη κατά το συγγραφέα, έφτασε στη Χίο ο Οινοπίωνας, με καράβια, από την Κρήτη. Ακολούθησαν οι Τάλος, Εύανθης, Μέλανας, Σάλαγος και Αθάμαντας70. Αρκετές αναφορές στον επώνυμο ήρωα της Αθαμανίας υπάρχουν στο ένατο βιβλίο, τα Βοιωτικά. Πιο συγκεκριμένα, περιγράφοντας την περιοχή του Πτώου, ο Παυσανίας διασώζει την πληροφορία του Άσιου, από το έπος του, ότι ο Πτώος, από τον οποίο πήρε το προσωνύμιο ο Απόλλωνας και ονομάστηκε και το ομώνυμο όρος, ήταν γιος του Αθάμαντα και της Θεμιστούς71.

67. Βλ. Spiro, Pausaniae, βιβλίο 1, κεφάλαιο 44, παράγραφοι 6-8. 68. Βλ. Spiro, ό.π., βιβλίο 6, κεφάλαιο 21, παράγραφος 11. 69. Βλ. Spiro, ό.π., βιβλίο 7, κεφάλαιο 3, παράγραφος 6. 70. Βλ. Spiro, ό.π., βιβλίο 7, κεφάλαιο 4, παράγραφοι 8-10. 71. Βλ. Spiro, ό.π., βιβλίο 9, κεφάλαιο 23, παράγραφος 6. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


226

Κωνσταντίνα Ζήδρου

Λίγο πιο κάτω στο ίδιο βιβλίο, ο περιηγητής προσδιορίζει ότι στο δρόμο από το Ακραίφνιο κατ’ ευθείαν προς τη λίμνη Κηφισίδα, η οποία ονομάζεται από άλλους Κωπαΐδα, υπάρχει μια πεδιάδα καλούμενη Αθαμάντιο πεδίο. Σε αυτή, σύμφωνα με την παράδοση, είχε ζήσει ο Αθάμαντας. Στη συγκεκριμένη λίμνη, χύνεται ο Κηφισός ποταμός, που πηγάζει από τη Λίλαια της Φωκίδος. Διασχίζοντας κανείς τη λίμνη με πλοίο, φτάνει στις Κώπες, μια παραλίμνια πολίχνη γνωστή και από τον Κατάλογο του Ομήρου72. Συνεχίζοντας στα Βοιωτικά και στην ίδια περιοχή, προχωρώντας δώδεκα περίπου στάδια αριστερά των Κωπών, βρίσκονται οι Όλμωνες. Αντίστοιχα, σε απόσταση περίπου εφτά σταδίων από τους Όλμωνες, εντοπίζεται η Υηττός. Πρόκειται για δυο κώμες, όπως ήταν ανέκαθεν, οι οποίες ανήκουν στην Ορχομενία, μαζί με το Αθαμάντιο πεδίο73. Έπεται η περιγραφή της Κορώνειας και του Ορχομενού. Πιο συγκεκριμένα, από την Κορώνεια έως το Λαφύστιο όρος και το αντίστοιχο τέμενος του Λαφύστιου Δία, η απόσταση είναι περίπου είκοσι στάδια. Το λατρευτικό άγαλμα είναι λίθινο. Σύμφωνα με την παράδοση, όταν ο Αθάμαντας επρόκειτο να θυσιάσει το Φρίξο και την Έλλη, ο Δίας έστειλε για τα παιδιά ένα χρυσόμαλλο κριό, επάνω στον οποίο και απέδρασαν. Λίγο πιο πάνω, βρίσκεται ο Ηρακλής, ο επονομαζόμενος και χάροψ, καθώς οι Βοιωτοί μαρτυρούν ότι στη συγκεκριμένη περιοχή, ο ήρωας ανέβηκε από τον Άδη, φέρνοντας μαζί του και το σκυλί φύλακα του Κάτω Κόσμου. Κατηφορίζοντας από το Λαφύστιο προς το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς, υπάρχει ο ποταμός Φάλαρος, που χύνεται στην Κηφισίδα λίμνη. Απέναντι από το Λαφύστιο όρος, τοποθετείται ο Ορχομενός, ιδιαίτερα φημισμένος ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις. Αφού έφτασε κάποτε στη μέγιστη ευημερία του, τον περίμενε και αυτόν ένα τέλος παρόμοιο με το αντίστοιχο των Μυκηνών και της Δήλου. Για το απώτερο παρελθόν του Ορχομενού σώζονται οι ακόλουθες διηγήσεις. Αφηγούνται ότι εδώ είχε εγκατασταθεί πρώτα ο Ανδρεύς, γιος του ποταμού Πηνειού, από τον οποίο η χώρα ονομάστηκε Ανδρηίδα. Σε αυτόν ήρθε ο επώνυμος ήρωας της Αθαμανίας και πέτυχε να του παραχωρηθεί τόσο η περιοχή του Λαφυστίου όσο και η σύγχρονη Κορώνεια και Αλιαρτία. Ο Αθάμας, ο οποίος είχε αποτολμήσει την εξόντωση των γιων του, Λεάρχου και Μελικέρτη, ενώ ο Λεύκωνας είχε πεθάνει από αρρώστια και σχετικά με το Φρίξο δε γνώριζε αν ήταν ζωντανός ή αν υπήρχαν απόγονοί του, εμφανίστηκε πλέον πεπεισμένος ότι από τα αρσενικά παιδιά του δεν είχε απομείνει κανένα. Έτσι, υιοθέτησε τον Αλίαρτο και τον Κόρωνο, γιους του Θέρσανδρου, γιου του

72. Βλ. Spiro, Pausaniae, βιβλίο 9, κεφάλαιο 24, παράγραφος 1. 73. Βλ. Spiro, ό.π., βιβλίο 9, κεφάλαιο 24, παράγραφος 3. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός επών υμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας

227

Σισύφου. Ο Αθάμας ήταν αδελφός του Σισύφου. Αργότερα όμως, επέστρεψε από την Κολχίδα κατ’ άλλους ο ίδιος ο Φρίξος και κατ’ άλλους ο Πρέσβων, ο γιος του Φρίξου από την κόρη του Αιήτη. Τότε, οι γιοι του Θέρσανδρου συμφώνησαν όσα ανήκαν στον Αθάμαντα να εξακολουθήσουν να ανήκουν σε αυτόν και τους απογόνους του. Αντίστοιχα, οι ίδιοι έγιναν οικιστές της Αλιάρτου και της Κορώνειας, καθώς ο μυθικός ιδρυτής της Αθαμανίας τους είχε παραχωρήσει μέρος της χώρας του. Προηγουμένως, ο Ανδρεύς είχε πάρει ως σύζυγό του, από τον Αθάμαντα, την Ευίππη, κόρη του Λέυκωνα και με αυτή απέκτησε ένα γιο τον Ετεοκλή. Σύμφωνα με τα λεγόμενα των πολιτών, πατέρας του Ετεοκλή ήταν ο ποταμός Κηφισός. Γι’ αυτό και ορισμένοι ποιητές τον ονόμασαν, στα έπη τους, Κηφισιάδη. Όταν πήρε το θρόνο, άφησε τη χώρα να ονομάζεται από τον Ανδρέα και ίδρυσε φυλές, τις οποίες κάλεσε τη μια Κηφισιάδα και την άλλη από το όνομά του74. Ο τελευταίος αιώνας της περιόδου της ρωμαιοκρατίας, ο 3ος μ. Χ., ξεκινά με το έργο ενός από τους επικούς ποιητές της αυτοκρατορικής εποχής. Πρόκειται για τον σαφώς επηρεασμένο από τη στιχοποιία και γενικά τους κανόνες της ποίησης του Νόννου Τριφιόδωρο75. Το μοναδικό σωζόμενο έργο του είναι ένα σύντομο έπος, 691 στίχων, με θέμα την άλωση της Τροίας και αντίστοιχο τίτλο «Ιλίου Άλωσις». Αφηγούμενος λοιπόν ο ποιητής το τέχνασμα των Αχαιών με το Δούρειο Ίππο και τη δήθεν φυγή τους από τη Τροία, υποστηρίζει ότι μέσω του Ελλησπόντου, τον οποίο χαρακτηρίζει ως ύδωρ της Έλλης, κόρης του Αθάμαντα, κάνοντας σαφή αναφορά στο σχετικό μύθο, οι Αχαιοί κατευθύνθηκαν και προσάραξαν στο νησάκι της Τενέδου, αναμένοντας το σύνθημα για να εισβάλλουν στο Ίλιον76. Στον ίδιο αιώνα, ανάγεται και η «Παράφραση στα Κυνηγετικά του Οππιανού» του σοφιστή Ευτεκνίου77. Αρχικά, παραθέτει διάφορες απόψεις σχετικά με τις σχέσεις γονέων και παιδιών, ενώ παρουσιάζει και ποικίλες συμπεριφορές γονέων. Τονίζει μάλιστα ότι υπάρχουν γονείς, οι οποίοι αγνόησαν την οικειότητα που επιβάλλει η φύση να δώσουν στα παιδιά τους, δεν τα περιέβαλαν με φροντίδα και δεν κατάφεραν να ξεχωρίσουν την εχθρική από τη φιλική συμπεριφορά. Επιπλέον, ορισμένοι ημίθεοι κήρυξαν και πόλεμο ενάντια στα ίδια τους τα παιδιά, όπως μαρτυρείται για τον Αθάμαντα, το Θησέα, τη Φιλομήλα, την Πρόκνη, τη Θεμιστώ και τη Μήδεια78. 74. Βλ. Spiro, Pausaniae, βιβλίο 9, κεφάλαιο 34, παράγραφοι 5-10. 75. Για τον Τριφιόδωρο και το έργο του βλ. Easterling-Knox, Ιστορία, σ. 934, Hunger, Βυζαντινή, σ. 511 και Lesky, Ιστορία, σ. 1116. 76. Βλ. Mair, Tryphiodorus, Άλωσις Ιλίου, στίχοι 216-220. 77. Για τον Ευτέκνιο και το έργο του βλ. Easterling-Knox, ό.π., σ. 1072. 78. Βλ. Tüselmann, ό.π., σ. 33. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


228

Κωνσταντίνα Ζήδρου

Σε άλλο χωρίο του ιδίου έργου του και ενώ συσχετίζει την πορεία του βίου του θεού Διονύσου, την ανατροφή του και την οινοποσία με το κυνήγι και τα άγρια ζώα, δράττεται της ευκαιρίας να διηγηθεί και ορισμένους από τους μύθους του κύκλου του. Έτσι, αναφέρει ότι η Ινώ θήλασε το Βάκχο. Στην ανατροφή του, συνέβαλλε και η Αυτονόη με την Αγαύη. Ωστόσο, δεν ανατράφηκε ως νήπιο στα παλάτια του Αθάμαντα αλλά στις ερήμους και τα βουνά, καθώς τον επιβουλευόταν τόσο η Ήρα όσο και ο τύραννος Πενθέας79. Στον 3ο μ.Χ. αι. χρονολογείται και το έργο του φιλοσόφου Πορφυρίου80 “Quaestionum Homericarum ad Odysseam pertinentium reliquiae”. Σε ένα σχόλιο για την κόρη του Κάδμου, υπογραμμίζει ότι ήταν η μοναδική η οποία ένιωθε οίκτο για τον Οδυσσέα, πιθανώς επειδή υπήρξε και η ίδια θνητή, προτού μεταμορφωθεί σε θεότητα της θάλασσας. Έτσι, ως ομοιοπαθής άνθρωπος συμπονεί τον ήρωα. Ωστόσο, δεν εναντιώνεται και στον Ποσειδώνα. Βέβαια, ο θεός γνώριζε ότι ο μυθικός βασιλιάς της Ιθάκης έπρεπε να σωθεί. Στη συνέχεια, ο Πορφύριος αναζητά τα βαθύτερα αίτια για τα συναισθήματα συμπόνιας της Ινούς, δηλαδή ευσπλαχνιζόταν τον Οδυσσέα επειδή υπήρξε και η ίδια θνητή είτε επειδή ο ήρωας αγαπούσε τις γυναίκες είτε ακόμη επειδή εκείνη είχε δυστυχήσει εξαιτίας του Αθάμαντα. Και επαναλαμβάνει ότι όποια και αν ήταν η αιτία για τα συναισθήματά της δεν εναντιωνόταν στον Ποσειδώνα. Βέβαια, και ο ίδιος ο θεός γνώριζε ότι ο Οδυσσέας έπρεπε να σωθεί81. Ο τελευταίος αιώνας της περιόδου της ρωμαιοκρατίας ολοκληρώνεται με το έργο του αρχιεπισκόπου Ρώμης Ιππολύτου «Του κατά πασών αιρέσεων ελέγχου». Αναλύοντας διάφορες παγανιστικές θεότητες και όσους δημιουργήθηκαν κατ’ εικόνα τους, περιλαμβάνει και τις τρεις Μοίρες. Στη συνέχεια, τις συνδέει με τον οίκο του Πριάμου, τον οίκο του Λαΐου, την Ινώ, την Αυτονόη, την Αγαύη, τον Αθάμαντα, την Πρόκλη, τις Δαναΐδες και τους Πελιάδες82.

79. Βλ. Tüselmann, Die Paraphrase, σ. 40. 80. Για τον Πορφύριο και το έργο του βλ. Easterling-Knox, Ιστορία, σ. 837-838, 1066, Hunger, Βυζαντινή, σ. 448 και Lesky, Ιστορία, σ. 251, 486, 952. 81. Βλ. Schrader, Porphyrii quaestionum, βιβλίο 5, κεφάλαιο 333. 82. Βλ. Marcovich, Hippolytus, βιβλίο 5, κεφάλαιο 14. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Ο μυθικός επών υμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας

229

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: - Ζήδρου Κ., «Ο μυθικός επώνυμος ήρωας της Αθαμανίας Αθάμας στη γραμματεία της προχριστιανικής περιόδου», Τζουμερκιώτικα Χρονικά 11 (2010), σ. 92-106. - Παπαχατζής Ν., «Ελληνική μυθολογία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Β΄, Αρχαϊκός ελληνισμός, Αθήνα 1971, σ. 94-157. - Σακελλαρίου Μ., «Εθνική και πολιτική ανασύνταξη (1125-700 π.Χ.)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Β΄, Αρχαϊκός ελληνισμός, Αθήνα 1971, σ. 14-65. - Φίλος Σ., Τα Τζουμερκοχώρια, Αθήνα 20002. - Easterling P. E.-Knox B. M. W., Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα 19942. - Hunger H., Βυζαντινή λογοτεχνία. Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, τομ. Β΄, Ιστοριογραφία, φιλολογία, ποίηση, Αθήνα 20053. - Lesky A., Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, Θεσσαλονίκη 19885. ΠΗΓΕΣ: - Babbitt F.C., Plutarch’s moralia, vol. 2, Cambridge 19622. - Barigazzi Α., Favorino di Arelate. Opere, Florence 1966. - Bethe E., «Pollucis onomasticon», Lexicographi Graeci 9.2, Stuttgart 19672, σ. 1-248. - Brodersen K., Dionysios von Alexandria. Das Lied von der Welt, Hildesheim 1994. - Crusius Ο., Plutarchi de proverbiis Alexandrinorum libellus ineditus, Tübingen 1887. - Dindorf W., Harpocrationis lexicon in decem oratores Atticos, vol. 1, Oxford 1853. - Dindorf W., Aristides, vol. 1, Hildesheim 19642. - Harmon A.M., Lucian, vol. 5, Cambridge 1936. - Hercher R., Claudii Aeliani de natura animalium libri xvii, varia historia, epistolae, fragmenta, vol. 2, Graz 19712. - Kaibel G., Athenaei Naucratitae deipnosophistarum libri xv, vol. 1, Stuttgart 19652. - Kaibel G., Athenaei Naucratitae deipnosophistarum libri xv, vol. 2, Stuttgart 19652. - Kaibel G., Athenaei Naucratitae deipnosophistarum libri xv, vol. 3, Stuttgart 19662. - Lacy De P., «Galen. On the doctrines of Hippocrates and Plato», Corpus medicorum Graecorum, vol. 5.4.1.2, pts. 1, Berlin 1978, σ. 65-358. - Lentz Α., «Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus. De prosodia catholica», Grammatici Graeci 3.1, Hildesheim 19652, σ. 3-547. - Lentz Α., «Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus. Περί παθών», Grammatici Graeci 3.2, Hildesheim 19652, σ. 166-389. - Lentz Α., «Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus. Περί κλίσεως ονομάτων», Grammatici Graeci 3.2, Hildesheim 19652, σ. 634-777. - Lentz Α., «Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus. Περί παρωνύμων», Grammatici Graeci 3.2, Hildesheim 19652, σ. 849-897. - Leutsch von E.L. and Schneidewin F.G., «Zenobius Sophista», Corpus paroemiographorum Graecorum 1, Hildesheim 19652, σ. 1-175. - Macleod M.D., Lucian, vol. 7, Cambridge 1961. - Mair A.W., Oppian, Colluthus, Tryphiodorus, Cambridge 19632. - Marcovich M., «Hippolytus. Refutatio omnium haeresium», Patristische Texte und Studien 25, Berlin 1986, σ. 53-417. - Müller K., «Μενεκράτης», FGrHist, Paris 1841-1870, σ. 344. - Pohlenz M., Plutarchi moralia, vol. 3, Leipzig 19722. - Schrader H., Porphyrii quaestionum Homericarum ad Odysseam pertinentium reliquiae, Leipzig 1890. - Spiro F., Pausaniae Graeciae descriptio, vol. 1, Stuttgart 19672. - Spiro F., Pausaniae Graeciae descriptio, vol. 2, Stuttgart 19672. - Spiro F., Pausaniae Graeciae descriptio, vol. 3, Stuttgart 19672. - Stählin O., Früchtel L. and Treu U., «Clemens Alexandrinus», Die griechischen christlichen Schriftsteller 52 .15, Berlin 19603, σ. 3-518. - Tüselmann O., «Die Paraphrase des Euteknios zu Oppians Kynegetika», Abhandlungen der königlichen Gesellschaft der Wissenschaften zu Göttingen, Philol.-Hist. Kl., N.F. 4.1 (1900), σ. 8-43. - Uhlig G., «Αpollonius Dyscolus. De constructione», Grammatici Graeci 2.2, Hildesheim 19652, σ. 1-497. - Wagner R., «Apollodori bibliotheca. Pediasimi libellus de duodecim Herculis laboribus», Mythographi Graeci 1, Leipzig 1894, σ. 1-169. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


230

Κώστας Ι. Μάμαλης*

Παρ α δ ο σ ι ακό ς οικι σμό ς « Β ατάτσ ι» 1. ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

Τ

α Τζουμέρκα ή Αθαμανικά όρη είναι ο συμπαγής ορεινός όγκος που αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα όρη των δυτικών απολήξεων της Βόρειας Πίνδου και το φυσικό όριο Ηπείρου-Θεσσαλίας, δεσπόζοντας κυρίως στο βορειοανατολικό τμήμα του Νομού Αρτας. Πολύ νωρίς συνδέθηκαν με την αρχαία ελληνική ιστορία και πήραν την ονομασία «Ορη Αθαμάνων» από τους Αθαμάνες που κατέφυγαν εκεί, όταν τους εκδίωξαν οι Λαπίθες από τη Θεσσαλία. Οι πλαγιές τους διασχίζονται από πολλά υδάτινα ρεύματα, τα οποία αποτελούν τις πηγές του Αράχθου και του Αχελώου. Το φυσικό περιβάλλον έχει αναντίρρητα το δικό του επιβλητικό ύψος με την άγρια φύση, την επιβλητικότητα των κατάλευκων κορυφών, που προκαλούν και επιβάλλουν την συγκίνηση και το δέος του υψηλού και του ακατανίκητου και αποτελούν το σύνδεσμο μεταξύ ουρανού και γης. Σ’ αυτόν τον Αγιο τόπο της Πίνδου με τις αμέτρητες κορυφές και τις χαράδρες, με τα μαυροπράσινα χρώματα και τις νεροφαγιές, που από τα ύψη του ουρανού φτάνουν στα έγκατα της γης και από τον φωτεινό κόσμο την θεών κατεβαίνουν στον χθόνιο κόσμο του Αδη, αναπτύσσεται το σύμβολο της παγκοσμιότητας, ο παράδεισος με το δένδρο της ζωής, ο χώρος πηγής των ποταμών, που αναδύονται και αναβλύζουν τα γάργαρα κρυστάλλινα νερά και προχωρούν με ταχύτητα δια μέσου καταρρακτών στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Σκαρφαλωμένα στις πλαγιές των Τζουμέρκων βρίσκονται πολυάριθμα χωριά και ορεινοί συνοικισμοί. Κάτω από την κορυφή «Καταφύγι» (2.393 μ.) στους πρόποδες του όρους Τζουμέρκα, βρίσκεται το Δημοτικό Διαμέρισμα Μικροσπηλιάς του Δήμου Αγνάντων Αρτας. Στο ανατολικό τμήμα της Μικροσπηλιάς, που έχει το μεγαλύτερο υψόμετρο, αναπτύσσεται ο παραδοσιακός οικισμός Βατάτσι με τα παραδοσιακά πέτρινα σπίτια και τις τετράριχτες ξύλινες στέγες, με επικάλυψη πέτρινες σχιστολιθικές πλάκες. 2. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Η παρουσία των κατοίκων στα Τζουμέρκα αρχίζει από την εποχή του Χαλκού κατά τους προϊστορικούς χρόνους. Οι Αθαμάνες, ένα από τα αρχαιότερα ελληνικά φύλα εγκαταστάθηκαν στα Τζουμέρκα τη δεύτερη χιλιετία προ Χρι-

Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Παραδοσιακός οικισμός «Βατάτσι»

231

στού και ζούσαν σε καλύβες ως νομάδες κτηνοτρόφοι μέχρι τους κλασικούς χρόνους. Από τον 4ο π.Χ. αιώνα αρχίζουν να οργανώνονται σε οικισμούς και πόλεις και να οχυρώνουν θέσεις στρατηγικής σημασίας, κυρίως κατα μήκος της χαράδρας του Αράχθου, να ελέγχουν τα περάσματα και να καταφεύγουν σε δύσβατα σημεία σε περίπτωση επιδρομών. Την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου, έχουμε σημαντική ανάπτυξη στην περιοχή, που θα κορυφωθεί στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας. Τότε δημιουργείται και το δίκτυο δρόμων με τα περίφημα πέτρινα γεφύρια που διευκόλυναν την κίνηση κοπαδιών και εμπορευμάτων, ως τα μέσα του 20ου αιώνα. Χάρη στην ηρωική αντίσταση των κατοίκων και το άκρως δύσβατο ανάγλυφο της περιοχής, τα Τζουμέρκα υπέκυψαν στις Οθωμανικές επιδρομές 50 χρόνια μετά την υποδούλωση της υπόλοιπης Ηπείρου και μάλιστα με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους για τους Τζουμερκιώτες, ύστερα από την υπογραφή ειδικής συνθήκης. Κατά τη διάρκεια του απελευθρωτικού αγώνα το 1821 οι κάτοικοι της περιοχής αγωνίστηκαν σκληρά για την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού και την απελευθέρωση της περιοχής, η οποία τελικά επιτεύχτηκε το 1881. Η περιοχή απετέλεσε το πεδίο δράσης των αντάρτικων οιμάδων κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής μέχρι τις 15 Αυγούστου 1943, όπου έγινε η συνεδρίαση του κοινού κλιμακίου του Στρατηγείου ανταρτών Ηπείρου, στο κτήριο του Γυμνασίου Αγνάντων και τερματίστηκε η ένοπλη σύρραξη. Δυστυχώς, μετά το τέλος του πολέμου, ένα δυνατό μεταναστευτικό ρεύμα, μείωσε δραματικά τον πληθυσμό της περιοχής, με αποτέλεσμα τον οικονομικό μαρασμό της. Παρ’ όλα αυτά, το ανεπανάληπτο φυσικό περιβάλλον της περιοχής, που αποτελεί εθνικό δρυμό, η καταπληκτική άγρια φύση των μονίμως χιονισμένων βουνών των Τζουμέρκων, το άριστο και υγιεινό κλίμα της περιοχής, το φιλόξενο περιβάλλον των ευγενικών κατοίκων της περιοχής, έγιναν τα τελευταία χρόνια πόλος έλξης και για τους πιο απαιτητικούς τουρίστες όλου του κόσμου, με αλματώδη αύξηση του τουρισμού. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία και την παραγωγή του εθνικού προϊόντος των Τζουμέρκων, που είναι το “τσίπουρο” που παράγεται από μια ποικιλία σταφυλιών τη “ζαμπέλα”, που ευδοκιμεί σε μεγάλο υψόμετρο. 3. ΧΛΩΡΙΔΑ-ΠΑΝΙΔΑ Η χλωρίδα είναι αρκετά πλούσια και περιλαμβάνει σπάνια φυτά της ορεινής και της Αλπικής Ζώνης. Μεγάλη είναι η ποικιλία από αυτοφυή δάση ελάτης και από καρποφόρα δένΈ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


232

Κώστας Ι. Μάμαλης

δρα, αειθαλή ή φυλλοβόλα, βελανιδιές, κουμαριές, κερασιές, φουντουκιές, μουριές, κουτσουπιές, κλήματα «ζαμπέλα» απ’ όπου παράγεται το τσίπουρο, όπως αναφέραμε, ανωτέρω. Καστανιές, πλατάνια και καρυδιές είναι τα δένδρα που συναντώνται σε μεγαλύτερη πυκνότητα. Στην περιοχή υπάρχει μεγάλη ποικιλία πτηνών, κοτσύφια, πέρδικες, μπεκάτσες, τσαλαπετεινοί, ξηρόκοτες, πετροχελίδονα, ορτύκια, τσίχλες, κίβες, σταυραετοί, γεράκια, σουσουράδες, κωλοσούσες, συκοφάγοι και άλλα. Από την πανίδα απουσίαζαν τα μεγάλα θηλαστικά, εκτός από το λύκο. Αλεπούδες, αγριόγατοι, ασβοί, λαγοί, άλογα, μουλάρια, αγελάδες και γίδες συμβίωναν σε ένα καταπράσινο και πανέμορφο περιβάλλον. Η παρουσία αρκετών σπάνιων ειδών πουλιών, είχε ως αποτέλεσμα την ένταξη τμημάτων της ευρύτερης περιοχής στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000. ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΟΙΚΙΣΜΟΥ «ΒΑΤΑΤΣΙ» Οι παραδοσιακός οικισμός «ΒΑΤΑΤΣΙ» αναπτύσσεται ανατολικά του κεντρικού οικισμού Μικροσπηλιάς, στους πρόποδες του όρους Τζουμέρκα. Πρόκειται για έναν γνήσιο παραδοσιακό οικισμό με τα κατωτέρω χαρακτηριστικά. 1. Ολα τα σπίτια είναι πέτρινα με γκρίζα πέτρα της περιοχής των Τζουμέρκων. 2. Οι στέγες είναι ξύλινες επικαλυμμένες με μαύρες πέτρινες πλάκες. Η στέγη πολλών σπιτιών που καταστράφηκε, ανακατασκευάστηκε και αντικαταστάθηκαν οι γκρίζες πλάκες με κεραμίδια. 3. Τα σπίτια είναι διώροφα. Ο όροφος αποτελείται από δύο δωμάτια και ένα μικρό δωμάτιο (σάλα) στο μέσον. 4. Τα παράθυρα είναι μικρά με κυκλικά υπέρθυρα με σφηνοειδείς πέτρες. 5. Το δάπεδο του ορόφου είναι με ξύλινους δοκούς και χονδρές σανίδες ραμποτέ από τοπικά ξύλα, όπως επίσης και η οροφή. 6. Το υπόγειο αποτελείται από δύο χώρους με ανοιχτή επικοινωνία και χρησιμοποιείται για αποθήκευση των τροφίμων και διαφόρων αντικειμένων. 7. Η αυλή είναι, ως επί το πλείστον, πλακόστρωτη με γκρίζα πλάκα και η επικοινωνία με τον όροφο γίνεται με πέτρινη εξωτερική σκάλα. 8. Τα δύο δωμάτια του ορόφου έχουν τζάκια με τα οποία θερμαίνεται η κατοικία. 9. Οι πεζόδρομοι είναι στρωμένοι με καλντερίμια. Τα καλντερίμια του κεντρικού πεζόδρομου καταστράφηκαν εξαιτίας της διαπλάτυνσής του και μετατροπής του σε αυτοκινητόδρομο για τη συντήρηση και επισκευή των σπιτιών, μεταφορά των αγαθών και την μετακίνηση των κατοίκων. 10. Ο προσανατολισμός του οικισμού είναι νότιος, δεδομένου ότι η πλαγιά στην οποία κτίστηκε ο οικισμός κοιτάζει προς τον νότο και τον προφυλλάσσει από τα βόρεια ρεύματα. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Παραδοσιακός οικισμός «Βατάτσι»

233

11. Ολα τα σπίτια έχουν πρόσοψη με νότιο προσανατολισμό. 12. Στο κέντρο του οικισμού υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη με μεγάλη πλατεία περιμετρικά του Ναού. Γύρω από τον Ναό φύονται τεράστιες αιωνόβιες βελανιδιές. 13. Νότια του Αγίου Ιωάννη και απέναντι από τη Γκούρα, κάτω από αιωνόβια πλατάνια, βρίσκεται η πέτρινη βρύση του Αη Γιάννη. Πιο κάτω στην κοίτη της Γκούρας, υπάρχει πανύψηλος εντυπωσιακός καταρράκτης, με πρόσοψη τεράστια χυτή πέτρα, καθ’ όλο το ύψος και το πλάτος του καταρράκτη, μια ανεπανάληπτη πρωτοτυπία της φύσης. Η τοποθέτηση υδροηλεκτρικής πτερωτής έχει τη δυνατότητα να δώσει ηλεκτρικό ρεύμα σε όλον τον οικισμό, για το φωτισμό και λοιπές χρήσεις. 14. Το Βατάτσι είναι σε απόσταση μικρότερη των 600 μέτρων από το Δασικό χωριό και είναι κόμβος για την κίνηση τουριστών από τη γέφυρα Τζαρή, Ράμια, Μικροσπηλιά, Βατάτσι, προς Δασικό χωριό, καθώς και προς ΑγνανταΠράμαντα-Μελισσουργούς. 15. Aνατολικά του οικισμού Βατάτσι υπάρχουν δύο πηγές με άφθονο φυσικό νερό, η Αράτα και η Βένια, από τις οποίες υδρεύεται και αρδεύεται ολόκληρη η κοινότητα Μικροσπηλιάς. 16. Ο οικισμός Βατάτσι βρίσκεται μέσα σε καταπράσινα δέντρα και κληματαριές, με πυκνή βλάστηση. Το περιβάλλον περιμετρικά καταπράσινο, με πανύψηλες καστανιές, πλατάνια, γράβια και θαμνώδη φυτά. Πρόκειται για έναν εθνικό δρυμό με πλάνο ανατολικά την άγρια χιονισμένη φύση των Τζουμέρκων. 17. Ο οικισμός Βατάτσι είναι από τους πιο γνήσιους παραδοσιακούς οικισμούς της περιοχής των Τζουμέρκων, μετά τους Καλαρρύτες, με θετική αντίδραση στη λαίλαπα της σύγχρονης εποχής. Είναι ανάγκη αμέσως ο οικισμός να κηρυχθεί παραδοσιακός και να ενισχυθεί η συντήρηση των κτηρίων, η επισκευή των καλντεριμιών και των λοιπών στοιχείων της παράδοσης και η αναπαλαίωση του οικισμού, γιατί αυτό θα βοηθήσει στην ανάπτυξη των Τζουμέρκων. Ο οικισμός Βατάτσι έχει τη δυνατότητα να αναδειχθεί ως θερινό και χειμερινό θέρετρο των Τζουμέρκων και η γειτνίασή του με το Δασικό χωριό θα κινήσει το ενδιαφέρον τουριστών για τα παραδοσιακά σπίτια του οικισμού, που θα αποτελέσουν πόλο έλξης για επισκέψεις, περιπάτους στα πέτρινα καλντερίμια και ανίχνευση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής μας παράδοσης. Β. Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Ο οικισμός Βατάτσι βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Τζουμέρκα κάτω από την υψηλότερη κορυφή «Καταφύγι» με υψόμετρο 2.393 μέτρα. Ο οικισμός αναπτύσσεται σε ένα καταπράσινο τοπίο με οπωροφόρα δένδρα, Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


234

Κώστας Ι. Μάμαλης

ποτιστικούς κήπους, κληματαριές και πολλά τρεχούμενα νερά. Η ευρύτερη περιοχή είναι κατάφυτη μέσα στο βαθύ πράσινο, που κυριαρχούν οι καστανιές, τα γράβια, τα πεύκα, τα έλατα και διάφορα φυλλοβόλα. Η χλωρίδα είναι αρκετά πλούσια και περιλαμβάνει φυτά της ορεινής και αλπικής ζώνης. Από την πανίδα απουσιάζουν τα μεγάλα θηλαστικά, εκτός από τον λύκο, ενώ υπάρχουν όλα τα είδη πουλιών της αλπικής ζώνης, όπως χιονόστρουθοι, χειμωνόσπινοι, διάφορα είδη αετών και αρκετά άλλα πουλιά. Ο συμπαγής ορεινός όγκος, που τους περισσότερους μήνες του έτους καλύπτεται από χιόνια, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα όρη των δυτικών απολήξεων της Βόρειας Πίνδου, δεσπόζοντας κυρίως στο βορειοανατολικό τμήμα του Νομού Αρτας. Από γεωλογική άποψη το κύριο πέτρωμα του ορεινού όγκου είναι ο ασβεστόλιθος, με σποραδικές εμφανίσεις φλύσχης. Οι άνθρωποι ασχολούνται με την κτηνοτροφία, με βασικό τοπικό προϊόν το τσίπουρο που παράγεται από την απόσταξη ορεινών σταφυλιών (ζαμπέλα) Γ. ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ Οι οικισμοί της Ηπειρωτικής Ελλάδας ακολουθούν πάντα ένα πρότυπο που έχει τις ρίζες του στον υστεροβυζαντινό Μυστρά. Εκτός από τους παλιότερους, που επιβίωσαν στην πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας, υπάρχουν άλλοι που εγκαταλείφθηκαν οριστικά, ενώ ένας αριθμός από νέους οικισμούς σχηματίστηκε στα ορεινά. Αν και δεν είναι γνωστές πάντα οι συνθήκες ίδρυσής τους, είναι χαρακτηριστική η τοποθέτησή τους σε απρόσιτες απομονωμένες περιοχές, μακριά από τις παραλίες. Ειδικά στην οροσειρά της Πίνδου, η ανάγκη της άμυνας, ενάντια στους εξωτερικούς κινδύνους, συνέβαλε στη συνένωση των πατριαρχικών οικογενειών σε ισχυρούς οικισμούς. Ο πολεοδομικός αυτός σχεδιασμός, ο οποίος προκύπτει από την διαχρονική ανάπτυξη με σταδιακές προσθήκες και αλλαγές, βρίσκεται στους αντίποδες της «σχεδιασμένης» ανάπτυξης που διακρίναμε στην περίπτωση των ισχυρών οικισμών του Αιγαίου. Τα κριτήρια επιλογής της θέσης των οικισμών δεν διαφέρουν από εκείνα σύμφωνα με τα οποία κτίστηκαν οι πρώτοι ηπειρώτικοι οικισμοί. Η επιλογή της θέσης γίνεται με βάση: α. Την τοπογραφία της περιοχής, όπου επιλέγεται θέση κατάλληλη για δόμηση και μάλιστα σε πλαγιές. β. Τη σύνδεση με τους άλλους οικισμούς (γεφύρια, λιθόστρωτα, μονοπάτια). γ. Τις συνθήκες ασφάλειας-κρυμμένοι από τις πολυσύχνατες στράτες ληστών και Τούρκων. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Παραδοσιακός οικισμός «Βατάτσι»

235

δ. Τον προσανατολισμό και τη θέα σε πλαγιές προσήλιες, προφυλαγμένοι από δυσμενές ανέμους. ε. Την ύπαρξη νερού και βοσκής. Ακριβώς με βάση τα ανωτέρω οριοθετήθηκε ο οικισμός ΒΑΤΑΤΣΙ. Ο οικισμός αναπτύσσεται από δυτικά προς ανατολικά, σε μια πλαγιά με νότιο προσανατολισμό, με κλίση 20% και αύξηση της κλίσης στα υψηλά υψόμετρα. Η επαρχιακή οδός Γέφυρα Τζαρή, Ράμια, Μικροσπηλιά, Βατάτσι, Δασικό χωριό εφάπτεται βορειοδυτικά του οικισμού και ανηφορίζει βόρεια προς Δασικό χωριό. Μια παρακαμπτήρια οδός της επαρχιακής οδού διασχίζει τον οικισμό από δυτικά προς ανατολικά, στη θέση ακριβώς του παλαιού λιθόστρωτου πεζόδρομου, ο οποίος διαπλατύνθηκε για την κίνηση αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα να καταστραφεί το λιθόστρωτο καλντερίμι. Στο μέσο του πιο πάνω δρόμου και στο κέντρο του οικισμού, υπάρχει η πλατεία του Αγ. Ιωάννου με τον ομώνυμο πέτρινο ναό με το παραδοσιακό καμπαναριό και τις πανύψηλες αιωνόβιες βελανιδιές. Από τα πέτρινα καλντερίμια, πολλά είναι μισοκατεστραμμένα και πρέπει να συντηρηθούν. Τα άφθονα και δροσερά νερά, η εξαιρετική θέα, σε συνδυασμό με την ασφάλεια της περιοχής λόγω οχυρωματικής θέσης, είναι οι παράγοντες που ώθησαν τους κατοίκους του οικισμού να εγκατασταθούν στην αμφιθεατρική αυτή τοποθεσία. Ο οικισμός αναπτύχτηκε με άξονα τον κεντρικό δρόμο, που ακολουθεί την ομαλή υψομετρική καμπύλη του εδάφους και απ’ αυτόν ξεκινούν κάθετοι πεζόδρομοι προς βορρά, όπου γίνεται η επικοινωνία με τα σπίτια. Ο οικισμός έχει μορφή κανονικού πλέγματος δομημένου χώρου, ανομοιόμορφα από άποψη πυκνότητας, ανάλογα με το ανάγλυφο του εδάφους και των επιπέδων τμημάτων που δημιουργούνται για την καλλιέργεια των ποτιστικών κήπων. Το πλάτος του κεντρικού δρόμου φτάνει τα 5.00 μέτρα και των καθέτων πεζοδρόμων 1.60 μέχρι 2.80 μέτρα. Τα λιθόστρωτα, τα σπίτια με τις τετράριχτες οξυκόρυφες στέγες, τα επιβλητικά μπουχάρια, οι ξύλινες παραδοσιακές μάνδρες, όλα όσα διατηρήθηκαν στο πέρασμα του χρόνου, αποτελούν μορφολογική ενότητα. Ο χώρος με τον γύρο φυσικό κόσμο που ήδη κατέχει περιβάλλεται από μεγέθη που δεν υπερβαίνουν τα ανθρώπινα μέτρα και ζει ανάμεσα σε συγγενείς και γνωστούς χώρους, αισθάνεται την ενότητα του όλου και διατηρεί την συνείδηση του μέλους και συνακόλουθα του ρόλου του μέσα στο φυσικό και κοινωνικό χώρο. Προσπερνώντας από τα κλειστά μέρη του δρόμου στα ανοίγματα προς τον Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


236

Κώστας Ι. Μάμαλης

απέραντο ορίζοντα, ζει το ρυθμό της εναλλαγής και τη διαφορά της έντασης της ανθρωπομετρικής κλίμακας του κλοιού του δρόμου και της κοσμοκεντρικής κλίμακας του ορίζοντα, αλλά και την ποιοτική διαφορά μεταξύ του οικείου και του υπερβατικού φυσικού χώρου. Ο επισκέπτης, σ’ αυτόν τον ρυθμό παλλόμενος, γίνεται ενεργός θεατής του χώρου, στα μέτρα του χρόνου, που ο ρυθμός αυτός ορίζει και επενδύει τη συγκίνηση με το συναίσθημα της πίστης και την συνείδηση της κοσμοαντίληψής του. Συμπερασματικά προκύπτει πως ο πολεοδομικός χώρος του οικισμού ΒΑΤΑΤΣΙ σημειολογικά και συγκινησιακά λειτουργεί καταλυτικά έτσι ώστε ο άνθρωπος να αισθάνεται ασφαλής, ενεργός και άρρηκτο μέλος της κοινωνίας και του φυσικού περιβάλλοντος. Γι’ αυτό και ο πολεοδομικός χαρακτήρας του είναι διπολικός ως ανθρωποθεοκεντρικός και έχει συνακόλουθα την ισορροπία του μέτρου και την ομορφιά της πληρότητας. Δ. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ 1) Τα σπίτια έχουν κάτοψη ορθογωνική, παραλληλόγραμμα, γάμα, σχήματα που είναι δυνατό να έχουν προκύψει από κατά καιρούς προσθήκες. Η τυπολογία τους έχει σχέση με την χρονολογική εξέλιξη, όπου δίνεται η διάκριση και η κατάταξη των σπιτιών ανάλογα με τα επί μέρους μορφολογικά χαρακτηριστικά τους. Ως προς την γενική διάταξη της κάτοψης και την οργάνωση των χώρων, τα σπίτια μπορεί να καταταχτούν στον γενικό τύπο κατοικίας, που διαμορφώθηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα στα μεταβυζαντινά χρόνια, πάνω σε παλιότερους τύπους και ήταν ποροσαρμοσμένα στις κατα τόπους συνθήκες και επιρροές. Τα σπίτια αποτελούν εξέλιξη του τύπου κατοικίας που συναντιέται στα χωριά της Ηπείρου με επιμέρους μορφολογικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με τα δομικά υλικά, το φυσικό περιβάλλον, τον κοινωνικό χαρακτήρα και την παράδοση της κάθε περιοχής. 2) Η εξωτερική όψη των σπιτιών, είναι λιτή, δωρική και αυστηρά μονολοθική, ογκοπλαστικά και ποιοτικά. Ετσι ο μονολιθικός τους όγκος συμπαγής, όπως τα βουνά, το οξυκόρυφο της τετράριχτης στέγης με τις πέτρινες καμινάδες, όμοιες με τις κορυφές των βουνών, υλικών της όψης με τα υλικά της φύσης, συνθέτουν αναμφίβολα μια βαθύτερη σχέση ομολογίας μεταξύ κτίσματος και φυσικού χώρου. 3) Εσωτερικά, αντίθετα με την εξωτερική του λιτότητα, το σπίτι διαθέτει ένα ιδιότυπο, πλούσιο κόσμο, που συντίθεται από τη λειτουργικά και συγκινησιακά διάφορη συμπεριφορά των χώρων, φωτεινό και εστιακά κοσμημένο, με την φωτεινότητα, την πολυχρωμία και την πλούσια διακόσμηση. Ο εσωτερικός χώΤζουμερκιώτικα Χρονικά


Παραδοσιακός οικισμός «Βατάτσι»

237

ρος με την απλότητα, την βαθύχρωμη πολυχρωμία και το λιγοστό φως γίνεται χώρος άνεσης και εσωστρέφειας και του κρυφού, που με τον απλό διάκοσμο, το μετρημένο φωτισμό, τις λειτουργικές ευκολίες και τη δύσκολη προσπέλαση, γίνεται άνετο άδυτο της ατομικότητας. Συμβολή στη μορφοποίηση του εσωτερικού χώρου, προσφέρουν οι ξύλινες διακοσμήσεις και τα υφαντά, τα οποία πέρα από αισθητικό πλούτο, μεταφέρουν συμβολικά αρχέτυπες μνήμες. 4) Η αυλή πλακοστρώνεται με ασβεστολιθικές γκρίζες πλάκες, ορθογώνιας ή ακανόνιστης μορφής. 5) Τα σπίτια έχουν μικρά και ελάχιστα παράθυρα στην βορινή πλευρά, για λόγους θερμομόνωσης περισσότερα και συμμετρικά στην νότια πλευρά (πρόσοψη). 6). Τα ανοίγματα των σπιτιών είναι ελάχιστα στο ισόγειο για λόγους ασφαλείας και περισσότερα στον 1ο όροφο. 7) Οι εξωτερικοί τοίχοι κατασκευάζονται από λαξευτή λιθοδομή 50-80 εκατοστών, πλήρως λαξευμένα αγκωνάρια στις γωνιές και περιμετρικά των ανοιγμάτων. Οι λιθοδομές είναι χτισμένες με ασβεστολιθική πέτρα και ασβεστοκονίαμα. 8) Οι εσωτερικοί τοίχοι κατασκευάζονται από τσατμά (ξύλινη κατασκευή με πηχάκια εκατέρωθεν και ασβεστοτσιμεντοκονίαμα). 9) Η διαμόρφωση των όψεων των κατοικιών ακολουθεί την τριαδική σύνθεση με βάση, κορμό και επίστεψη. Χαρακτηριστική είναι η συμμετρία στην κατασκευή των ανοιγμάτων. 10) Η στέγη ακολουθεί πιστά το περίγραμμα της κάτοψης, έχει κλίση 30%40% και διαμορφώνεται με ξύλινα απλά ζεύκτα. Τα ζεύκτα είναι δοκάρια πελεκητά, οι γρεντέδες κατά αποστάσεις φέρουν τεγίδες και πέταυρα από λεπτούς κορμούς. Οι πλάκες της επιστέγασης γκριζόμαυρες είναι τοποθετημένες κατ’ ευθείαν στα πένταυρα, χωρίς να παρεμβάλλεται πέτσωμα. Στις ράχες της στέγης, οι πλάκες είναι μεγαλύτερες κομμένες πιο προσεκτικά, οι λεγόμενοι κορφιάδες. Η επικάλυψη της στέγης διαμορφώνεται με γκριζόμαυρες σχιστολιθικές πλάκες ντόπιας παραγωγής. Ο οικισμός «ΒΑΤΑΤΣΙ» χαρακτηρίζεται από την ομοιογένεια των κτισμάτων, την καθαρότητα και την σαφήνειά τους. Πρόκειται για μορφές απλές, με σχήματα παρόμοια μεταξύ τους, απόλυτα ενταγμένα στο περιβάλλον που τα περιβάλλει. Επί μέρους μορφολογικές διαφοροποιήσεις παρατηρούνται ανάλογα με το χρόνο κατασκευής των κτισμάτων. Κυριότεροι παράγοντες είναι τα δομικά υλικά, το φυσικό περιβάλλον, ο κοινωνικός χαρακτήρας και η παράδοση. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


238

Κώστας Ι. Μάμαλης

11) Το ύφος των σπιτιών είναι πάρα πολύ αυστηρό, με μεγάλο γείσο στη στέγη και περισσότερη χρήση ξύλου. Η μαύρη εμφανής πέτρα της τοιχοποιίας εναρμονίζεται απόλυτα με το σκουροπράσινο χρώμα των δασών. Τα κτίσματα είναι όγκοι καθαροί, με ελάχιστες μικρές προεξοχές χωρίς διακοσμήσεις, όπου τη μόνη έξαρση στην όλη σύνθεση αποτελεί η κατακόρυφη συχνή προεξοχή της καμινάδας. 12) Διακρίνουμε τρια είδη δομικών λίθων: α. Ο ασβεστόλιθος σε χρώμα γκριζομαύρο για τοχοποιίες, επιστεγάσεις και πλακοστρώσεις. β. Γρανιτοειδής, με χρώμα σκούρο γκρι ή γαλαζωπό για τις ίδιες, όπως ανωτέρω, χρήσεις. γ. Πορώδης ασβεστόλιθος για φούρνους και λοιπές χρήσεις. Για την επιστέγαση προτιμάται η γκριζομαύρη πλάκα, που είναι πιο ελαφριά και έχει μεγαλύτερη αντοχή στις θερμοκρασιακές διακυμάνσεις. Οι εξωτερικοί τοίχοι όλων των κτισμάτων, καθώς και οι διάφορες κατασκευές, μαντρότοιχοι, αντιστηρίξεις, βρύσες, γέφυρες είναι από πέτρα ανεπίχριστη, σε κανονικές στρώσεις (αράδες-ψευτο-ισόδομο σύστημα), επεξεργασμένη με μαντέμι (ημίξεστη-ορθογωνισμένη πέτρα) με μικρούς αρμούς και λίγο ή καθόλου συνδετικό κονίαμα. Οι μάντρες και τα πολύ παλαιά κτίσματα είναι πάντα από ξηρολιθιά, χωρίς κονίαμα. Από λιθοδομή είναι όλες οι φέρουσες τοιχοποιίες του κτίσματος από τα θεμέλια μέχρι την στέγη. Σοβατισμένες είναι όλες οι εσωτερικές επιφάνειες των τοίχων. Πολλές φορές οι τοίχοι των υπογείων μένουν ως εμφανής τοιχοποιία, χωρίς επίχρισμα. Η αυλή είναι πλακοστρωμένη, χωρισμένη με πέτρινα πεζούλια και διάφορα επίπεδα, λόγω κλίσεων. 13) Τα βοηθητικά κτίσματα, παράσπιτα, είναι κατασκευές όμοιες με το κυρίως σπίτι, αλλά εντελώς απλές, ώστε στο σύνολο να κυριαρχεί ο όγκος του σπιτιού. Παράσπιτα είναι το μαγειρείο, η τουαλέτα και η καλύβα για τα ζώα. Το μαγειρειό συναντιέται σχεδόν σε όλα τα σπίτια, μπορεί να βρίσκεται σε συνέχεια με το σπίτι ή να είναι ανεξάρτητο. Εχει φούρνο, τζάκι για τη γάστρα και πεζούλια εξωτερικά. Δεν χρησιμοποιείται τις δύσκολες μέρες του χειμώνα, οπότε υπάρχει το εσωτερικό μαγειρειό. Η τουαλέτα βρίσκεται πάντα έξω από το σπίτι, συνήθως δίπλα στην αυλόπορτα. Η επιλογή της θέσης γινόταν για λόγους καθαρά υγιεινής. 14) Η κατασκευή των κτηρίων γίνονταν από συνεργεία μαστόρων της περιοχής, τα «μπουλούκια» ή «σινάφια», που ήταν άριστοι επαγγελματίες στην κατεργασία και το κτίσιμο της πέτρας, που είναι άφθονο φυσικό υλικό της περιοχής. Ο πρωτομάστορας, ο σημερινός αρχιτέκτονας, ήταν ο επικεφαλής του συνεργείου των μαστόρων, που αποτελούνταν από δυο πελεκάνους, δύο μαστόρους Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Παραδοσιακός οικισμός «Βατάτσι»

239

χρήστες του βελονιού για τους γωνιόλιθους και το αρμολόγημα των λίθων, δύο κλειδοσάδες για να κτίζουν τα εσωτερικά των τοίχων, δύο νταμαρτζήδες για την εξόρυξη της πέτρας και δύο τσιράκια (παιδιά) για το κουβάλημα της πέτρας και της λάσπης για κτίσιμο. Οι μαστόροι είχαν την δική τους γλώσσα επικοινωνίας τα «κουδαρίτικα». 15) Η κατοικία στον οικισμό είναι ένα τυπικό διώροφο πέτρινο σπίτι με τοπικές γκριζόμαυρες πέτρες και επικάλυψη με μαύρες πλάκες. Ο όροφος χρησιμοποιείται για κατοικία και το ισόγειο για κελάρι και αποθήκη. α) Στον όροφο έχουμε ένα τρίχωρο σπίτι που αποτελείται από: 1. Ενα χειμωνιάτικο δωμάτιο που χρησιμοποιείται και για κουζίνα. Ο χώρος αυτός έχει τζάκι και εκατέρωθεν δύο μεγάλα μπάσια διαστάσεων 1,50 Χ2,00μ. υπερυψωμένα κατά 0,20 μ. περίπου, στρωμένα με βαθιά βαθύχρωμα και πολύχρωμα υφαντά. Η οροφή του είναι απλό ή λιτά κοσμημενο ταβάνι ξύλινο και το δάπεδο ξύλινο. Είναι ο καθημερινός χώρος παραμονής των ενοίκων. 2. Ενα καλοκαιρινό δωμάτιο αριστερά της εισόδου, που αποτελεί τον κυρίως χώρο υποδοχής. Ο χώρος έχει τζάκι, εκατέρωθεν διπλά κρεβάτια και ένα τραπέζι στο μέσο. Η οροφή του είναι διακοσμημένο ταβάνι και το δάπεδο ξύλινο με σανίδες ραμποτέ από ντόπιο ξύλο. 3. Ενα μικρό δωμάτιο στενό στη μέση (σάλα). Η σάλα μεταξύ των δύο δωματίων είναι το βοηθητικό μικρό δωμάτιο, που χρησιμοποιείται και για ξενώνας. Στο χώρο αυτό υπάρχει και η γλαβανή (καταπακτή) που ανοιγοκλείνει και με μια μόνιμη ανεμόσκαλα, γίνεται η μετακίνηση προς το υπόγειο τον χειμώνα, όταν έχει πολύ χιόνι και η εξωτερική πρόσβαση στο υπόγειο είναι προβληματική. β) Το υπόγειο αποτελείται από δύο χώρους με ανοικτή επικοινωνία: Από τον κυρίως χώρο που τοποθετείται: 1. Ο αργαλειός που κατασκεύαζαν τα ρούχα για την οικογένεια και τα προικιά για την κόρη. 2. Το μεγάλο ξύλινο βαρέλι με τις ξύλινες δούγες, όπου γίνονταν το πάτημα των σταφυλιών και η παραγωγή του μούστου. 3. Τα λοιπά βοηθητικά αντικείμενα του σπιτιού (στατέρι, παλάντζα, ταψιά, κατσαρόλες κ.λπ.). Η πέτρινη κατοικία έχει στη νότια και δυτική πλευρά πολύ μικρά παράθυρα για να είναι ζεστή το χειμώνα και δροσερή το καλοκαίρι. Στη βόρεια πλευρά έχει ένα παράθυρο στο μέσο, για να φωτίζεται το μεσαίο δωμάτιο (σάλα). Μια πέτρινη εξωτερική σκάλα οδηγεί στον όροφο καλυμμένη με στέγη (λόντζα). Ο προσανατολισμός είναι νότιος και εξωτερικά υπάρχει πλακόστρωΈ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


240

Κώστας Ι. Μάμαλης

ση, με κληματαριά πάνω σε ξύλινους δοκούς. Υπάρχει μια κουζίνα κανονική ή ημιυπαίθρια στην αυλή, η οποία λειτουργεί συνήθως το καλοκαίρι. Τα παράθυρα και οι εσωτερικές πόρτες είναι ξύλινες με ταμπλάδες, ενώ η κεντρική είσοδος είναι δίφυλλη (πορτόνι) με ταμπλάδες κάτω και από τη τζαμαρία με σιδεριές επάνω. Τα υλικά δόμησης και οι τρόποι κατασκευής των σπιτιών του οικισμού δεν παρουσιάζουν σημαντικές ιδιαιτερότητες σε σύγκριση με τις παραδοσιακές εφαρμογές στην Ηπειρο. 16) Τα κύρια υλικά δόμησης είναι τα φυσικά υλικά της περιοχής α) Γκριζομαύρες πέτρες για τις τοιχοποιΐες β) Γκριζομαύρες σχιστολιθικές πλάκες για τις επικαλύψεις και τις δαπεδοστρώσεις. γ) Ξύλο πεύκης, πλατάνου και οξυάς για τις ξυλοκατασκευές. δ) Η χρήση μετάλλων παλιότερα ήταν ανύπαρκτη εκτός από τα πόμολα και τα υλικά ανάρτησης των κουφωμάτων. ε) Τα πάχη των εξωτερικών τοίχων είναι 0,50 έως 0,70 μέτρα με ασβεστοκονίαμα και παλιότερα ξυλοδεσιές ανά 0,70 μέτρα. στ) Οι πέτρινοι τοίχοι εξωτερικά είναι σε αράδες ή άλλα σχήματα ανεπίχριστοι, ενώ εσωτερικά είναι επιχρισμένοι εκτός από τα υπόγεια, όπου οι τοίχοι έμειναν ανεπίχριστοι. ζ) Η στέγη γίνεται τετράριχτη με κλίση 45% από ψευτοζευκτά οξυάς και επικαλύπτεται με γκρίζες πλάκες. η) Τα τζαμιλίκια χωρίζονται με καΐτια και ταμπλαδωτά ή καρφωτά πατζούρια. θ) Οι οροφές είναι ξύλινες απλές με πλατιά σανίδια ή απλές διακοσμήσεις ανάλογα με τη χρήση του χώρου (πηχάκια). ι) Τα δάπεδα στους ορόφους είναι ξύλινα από πλατιές σανίδες, ενώ στα υπόγεια και στις αυλές είναι χωμάτινα ή πλακόστρωτα. κ) Το χρώμα των τοίχων είναι το λευκό του ασβέστη. λ) Τα ντουλάπια κυρίως εξωτερικά, ταμπλαδωτά απλά. Παλιότερα κατασκευάζονταν η πιατοθήκη ξύλινη με φύλλα τζαμιού άνω, και κάτω σε μεγαλύτερο πλάτος το αμπάρι για την τοποθέτηση των τροφίμων (καλαμπόκι, σιτάρι κ.λπ.) μ) Τα τζάκια είναι πέτρινα πελεκητά. Κάθε πέτρα είναι χτυπητή με χτένι και περιμετρικά φάσα 3 εκατ. λεία. Το τζάκι αποτελείται από δύο κατακόρυφες πέτρες, με ημικυκλική προεξοχή. ν) Πάνω στις προεξοχές τοποθετείται οριζόντιο πέτρινο υπέρθυρο και πάνω από αυτό οριζόντια πλάκα με προεξοχή περιμετρικά του πέτρινου υπέρθυρου. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Παραδοσιακός οικισμός «Βατάτσι»

241

ξ) Απαραίτητο στοιχείο εξοπλισμού της εστίας είναι η μπουχαροποδιά, όπου σύνθεση και διάκοσμος συμβολικά απεικονίζουν πάντα τον φυσικό ορίζοντα, φυτά, ζώα και λοιπές παραστάσεις. ο) Πάνω από τις στέγες προβάλλονται οι πέτρινοι καπνοδόχοι με τετράριχτη επικάλυψη με σχιστολιθικές γκριζοπράσινες πλάκες. Ε. ΠΡΟΤΑΣΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ «ΒΑΤΑΤΣΙ» ΩΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ Ο οικισμός Βατάτσι βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Τζουμέρκα, μέσα σε ένα καταπράσινο φανταστικό τοπίο με τρεχούμενα γάργαρα νερά, καταπράσινους κήπους, πέτρινα σπίτια με στέγες, πεζόδρομους με καλντερίμια, πέτρινες βρύσες με τρεχούμενα γάργαρα νερά. Ένας πανύψηλος καταρράκτης στην Γκούρα που τα νερά γλύφουν έναν τεράστιο συμπαγή κατακόρυφο ογκόλιθο τεράστιων διαστάσεων, καθ’ όλο το πλάτος και το ύψος του καταρράκτη, μοναδικό φαινόμενο για όλο τον κόσμο από γεωλογικής άποψης, μέσα στην άγρια φύση των μονίμως χιονισμένων βουνοκορφών των Τζουμέρκων, αποτελεί έναν μοναδικό εθνικό δρυμό μεγίστου κάλλους, καταπληκτικής ομορφιάς, φανταστικής οπτασίας. Ο επισκέπτης ατενίζοντας την άγρια φύση των Τζουμέρκων, μέσα στον ανοιχτό ορίζοντα, ξεφεύγει κυριολεκτικά από τα όρια του υπαρκτού, γλιστράει στα σύνορα του φανταστικού και αισθάνεται δέος και άκρατη ικανοποίηση. Η ψυχή του επισκέπτη αναπτερώνεται, μαγεύεται, ανανεώνεται, πετάει στον ουρανό και επιστρέφει αποφορτισμένη. Κάθε φυσιολάτρης και οικολόγος, δεν θα ολοκληρωθεί ως γνώστης της φύσης, εάν δεν συμβιώσει με το ανυπέρβλητο αυτό μεγαλείο της φύσης. Είναι κρίμα για τον επισκέπτη των Τζουμέρκων να στερηθεί το όραμα και την κοινωνία της ανεπανάληπτης συγκίνησης, το πανοραμικό αριστούργημα της φύσης, εάν δεν επισκεφτεί τον άγιο αυτό τόπο. Μακάρι, όσοι είχαν την τύχη να ζουν σ’ αυτόν τον καταπληκτικό χώρο και να απολαμβάνουν τα θαυμαστά δώρα της φύσης. Σαν ελάχιστο φόρο τιμής προς το θαύμα της φύσης και την ανεπανάληπτη παραδοσιακή οικιστική παρουσία του οικισμού ΒΑΤΑΤΣΙ, που ο χρόνος και ο πολιτισμός δεν αλλοίωσε την παραδοσιακή του διάσταση, Ποτείνουμε, το χαρακτηρισμό του οικισμού ΒΑΤΑΤΣΙ, ως παραδοσιακού, που θα προστατεύεται από τον νόμο για την διατήρησή του, ώστε να αποφευχθεί η αλλοίωση του παραδοσιακού περιβάλλοντος. * Ο Κ. Ι. Μάμαλης είναι διπλωματούχος Αρχιτέκτων-Μηχανικός Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


242

Τζουμερκιώτικα Χρονικά

Κώστας Ι. Μάμαλης


243

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

« Το υ γ ι ο φ υ ρ ι ο ύ τ η ς Ά ρ τ α ς » Δύο παραλλαγές από τη Ροδαυγή Άρτας

Ο

Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του, όταν εξετάζει την αιτιώδη εσωτερική συνοχή του μύθου, μεταξύ άλλων αποφαίνεται: «διό καί φιλοσοφώτερον καί σπουδαιότερον ποίησις ἱστορίας ἐστίν, ἡ μέν γάρ ποίησις μᾶλλον τά καθόλου, ἡ δ’ ἱστορία τά καθ’ ἕκαστον λέγει»1 ότι δηλαδή η ποίηση είναι πιο φιλοσοφημένη και πιο σπουδαία από την ιστορία, διότι η ποίηση ασχολείται με το γενικό, ενώ η ιστορία με το μερικό. Αν και δεν είναι αναγκαίο να ταυτιστούμε απόλυτα με την αριστοτελική άποψη, δεν μπορούμε να μην παραδεχθούμε πως η θέση του σχετικά με την υπεροχή της ποίησης έναντι της ιστοριογραφίας έχει μεγάλη δόση αλήθειας, αν δεχθούμε πως η ποίηση, η καλή ποίηση, έχει τη δύναμη να μετουσιώνει τις πράξεις – και αυτές που «περιγράφει» η ιστορία – και τα συναισθήματα των ανθρώπων σε ιδέες που η αξία τους ξεπερνά συχνά τα όρια της χώρας του δημιουργού της και γίνεται έμπνευση και αποκούμπι για πολλές ψυχές!... Αν μάλιστα πάμε στην καθ’ ημάς δημοτική ποίηση, μπορούμε να πούμε πως μεγάλο μέρος της, μέσω του ανώνυμου λαϊκού στιχουργού, κατά κάποια έννοια «καταγράφει» και κατ’ επέκταση διαφυλάσσει την ιστορική εμπειρία και μνήμη πολύ πριν καταπιαστούν με την αφήγηση και την ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων οι ειδικοί. Και όσοι έχουν εντρυφήσει σ’ αυτή την ποίηση και την έχουν προσεγγίσει χωρίς προκατάληψη είναι σχεδόν βέβαιο πως θα διαπίστωσαν πως ούτε φιλοσοφικής διαθέσεως στερείται ούτε άνευ σπουδαιότητας δημιούργημα είναι. Γι’ αυτή την ποίηση, για τα δημοτικά μας τραγούδια, ο Ν. Γ. Πολίτης σημειώνει: «Ἐξαίρετον ἀναντιρρήτως θέσιν μεταξύ τῶν μνημείων τοῦ λόγου τοῦ ἡμετέρου λαοῦ κατέχουν τά τραγούδια· ὄχι μόνον ὡς ἰσχυρῶς κινοῦντα τήν ψυχήν διά τό ἀπέριττον κάλλος, τήν ἀβίαστον ἁπλότητα, τήν πρωτοτυπίαν καί τήν φραστικήν δύναμιν καί ἐνάργειαν, ἀλλά καί ὡς ἀκριβέστερον παντός ἄλλου πνευματικοῦ δημιουργήματος τοῦ λαοῦ ἐμφαίνοντα τόν ἰδιάζοντα χαρακτῆρα τοῦ ἔθνους. […] τά δέ τραγούδια ἐγκατοπτρίζουν πιστῶς καί τελείως τόν βίον καί τά ἤθη, τά συναισθήματα καί τήν διανόησιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καί ἐξωραΐζοντα διά τοῦ ποιητικοῦ διακόσμου ἀναζωπυροῦν τάς ἀναμνήσεις τῶν ἐθνικῶν περιπετειῶν»2. 1. Musaios 2000, Αριστοτέλους, Περί Ποιητικής, 1451b, 5-7 & Ποιητική, Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Στάθη Ιω. Δρομάζου, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1982, σ. 239. 2. Ν. Γ. Πολίτης, Δημοτικά τραγούδια, Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, εκδ. Ιστορική Έρευνα, Αθήνα, σ. ε’. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


244

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

Των δημοτικών τραγουδιών ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι παραλογές, οι οποίες «εἶναι σύντομες ἀφηγήσεις ποῦ ἔχουν γοργό ἐπικό χαρακτῆρα καί ὁλοκληρωμένη συνήθως λύση»3 και «προϋποθέτουν ἀρκετή προπαρασκευή, ὡριμότητα καί ποιητική παράδοση καί τέχνη»4. Μια παραλογή με πολύ μεγάλη διάδοση είναι αυτή «Του γιοφυριού της Άρτας», «τοῦ ὁποίου παραλλαγαί ἀναφέρονται καί εἰς ἄλλας γεφύρας ἤ ἄλλα οἰκοδομήματα (οἷον τῆς γεφύρας τοῦ Σπερχειοῦ, τοῦ Πηνειοῦ, τῶν Ἀδάνων, τῆς βρύσης τῆς Ἀράχωβας, τοῦ ὑδραγωγείου τῶν Δέρκων κλπ.). Παρέλαβον δέ τήν ἑλληνικήν ταύτην παράδοσιν, προσαρμόσαντες εἰς ἐπιχώρια οἰκοδομήματα, καί οἱ ἄλλοι λαοί τῆς ἑλληνικῆς χερσονήσου (Ρωμοῦνοι, Ἀλβανοί, Σέρβοι, Βούλγαροι)»5. Αυτή η παραλογή βασίζεται στην επικρατούσα «…Παρά πλείστοις λαοῖς δοξασία, ὅτι πρός στερέωσιν καί προφύλαξιν ἀπό οἱουδήποτε κινδύνου παντός κτίσματος ἀπαιτεῖται νά προσηλωθῇ εἰς αὐτό ζῷον, κατορυττόμενον εἰς τά θεμέλια ἤ ἐντειχιζόμενον. Ὅσον δ’ εὐγενέστερον εἶναι τό ζῷον, τόσον μεγαλυτέραν θεωρεῖται ὅτι ἔχει δύναμιν πρός προστασίαν τοῦ κτίσματος. Εἰς τήν δοξασίαν ταύτην ἀναφέρονται καί ἀρχαῖοι ἑλληνικοί μῦθοι καί βυζαντιναί παραδόσεις περί θυσίας ἀνθρώπων κατά τήν θεμελίωσιν μεγάλων οἰκοδομημάτων. Ἡ ψυχή τοῦ θύματος ὑπετίθετο ότι διά τῶν ὑπερφυσικῶν δυνάμεων, τάς ὁποίας ἔχουν αἱ ἐπί γῆς ἀπολελυμέναι τῶν δεσμῶν τοῦ σώματος ψυχαί, ἠδύνατο νά προσλαμβάνῃ κατά βούλησιν παντοίας μορφάς, καί εἶχε ρώμην ὑπεράνθρωπον, προωρισμένη δέ νά φυλάττῃ καί περιέπῃ τό οἰκοδόμημα, εἰς τό ὁποῖον προσηλώθη, ἦτο φοβερά εἰς τούς ἐπιχειροῦντας νά τό παραβλάψωσι καί ἱκανή ν’ ἀποτρέπῃ τούς ἀπειλοῦντας αὐτό κινδύνους. Τό θῦμα ἐγίνετο τό στοιχειό τοῦ οἰκοδομήματος, διό στοιχείωσις ἐλέγετο ὑπό τῶν βυζαντινῶν ἡ διά θυσίας οἰκοδόμησις»6. Μια απ’ τις πιο διαδεδομένες παραλλαγές «Του γιοφυριού της Άρτας» είναι αυτή που κατέγραψε ο Ν. Γ. Πολίτης7 και μολονότι σε πολλές εκδόσεις που ακολούθησαν επιλέχθηκε, ας μου επιτραπεί ο όρος, πιο «απλουστευμένη» ορθογραφική καταγραφή, η ουσία του τραγουδιού δεν αλλάζει. Εκτός όμως από τις πολλαπλές δημοσιεύσεις, κυρίως η μεγάλη προφορική διάδοσή του, όπως άλλωστε και πολλών άλλων, δημιούργησε πλήθος παραλλαγών, στις οποίες 3. Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1975, σ. 10. 4. Στ. Π. Κυριακίδης, Ελληνική Λαογραφία, τ. 1, Τα μνημεία του λόγου, Αθήνα 1965, σ. 48-49. 5. Ν. Γ. Πολίτης, ό.π., σ. 130. 6. Ν. Γ. Πολίτης, ό.π.., σ. 130. 7. Ν. Γ. Πολίτης, ό.π., σ. 130-131. Σαράντα πέντε μάστοροι κ’ εξήντα μαθητάδες Γιοφύρι νἐθεμέλιωναν ’ς τῆς Ἄρτας τό ποτάμι. Ὁλημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το υ γ ι φ υ ρ ι ο ύ τ η ς Ά ρ τ α ς

245

παρατηρούνται διαφορετικές εκδοχές, όχι στη σύλληψη του μύθου, αλλά στις λεπτομέρειές του. Δυο τέτοιες παραλλαγές του τραγουδιού αυτού από την περιοχή της Άρτας και συγκεκριμένα από το χωριό Ροδαυγή θα προσεγγίσουμε στη συνέχεια. Αν και αυτές οι παραλλαγές έχουν την «ίδια» αφετηρία, οι διαφορές που παρατηρούνται σε κάποιους στίχους τους αποδεικνύουν για άλλη μια φορά πως το κάθε δημοτικό τραγούδι «τροποποιείται» καθώς «ταξιδεύει» από στόμα σε στόμα. Μοιριολογοῦν οἱ μάστοροι καί κλαῖν οἱ μαθητᾶδες: «Ἀλίμονο ’ς τούς κόπους μας, κρίμα ’ς τίς δούλεψαίς μας, ὁλημερίς νά χτίζουμε, τό βράδυ νά γκρεμειέται». Πουλάκι ἐδιάβη κ’ ἔκατσε ἀντίκρυ ’ς τό ποτάμι, δέν ἐκελάιδε σάν πουλί, μηδέ σά χιλιδόνι, παρά ἐκελάιδε κ’ ἔλεγε, ἀνθρωπινή λαλίτσα: «Ἄ δέ στοιχειώσετε ἄνθρωπο, γιοφύρι δέ στεριώνει· καί μή στοιχειώσετε ὀρφανό, μή ξένο, μή διαβάτη, παρά τοῦ πρωτομάστορα τήν ὄμορφη γυναῖκα, πὄρχεται ἀργά τ’ ἀποταχύ, καί πάρωρα τό γιόμα». Τ’ ἄκουσ’ ὁ πρωτομάστορας καί τοῦ θανάτου πέφτει. Πιάνει, μηνάει τῆς λυγερῆς μέ τό πουλί τἀηδόνι: Ἀργά ντυθῇ, ἀργά ἀλλαχτῇ, ἀργά νά πάῃ τό γιόμα, ἀργά νά πάῃ καί νά διαβῇ τῆς Ἄρτας τό γιοφύρι. Καί τό πουλί παράκουσε, κι’ ἀλλιῶς ἐπῆγε κ’ εἶπε: «Γοργά ντύσου, γοργά ἄλλαξε, γοργά νά πᾶς τό γιόμα, γοργά νά πᾶς καί νά διαβῇς τῆς Ἄρτας τό γιοφύρι». Νά τηνε κ’ ἐξανάφανεν ἀπό τήν ἄσπρη στράτα. Τήν εἶδ’ ὁ πρωτομάστορας, ραγίζεται ἡ καρδιά του. Ἀπό μακριά τούς χαιρετᾶ κι’ ἀπό κοντά τούς λέει: «Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι καί σεῖς οἱ μαθητᾶδες, μά τί ἔχει ὁ πρωτομάστορας κ’ εἶναι βαργωμισμένος; −Τό δαχτυλίδι τὄπεσε ’ς τήν πρώτη τήν καμάρα, καί ποιός νά μπῇ καί ποιός νά βγῆ τό δαχτυλίδι νά βρῃ; −Μάστορα, μήν πικραίνεσαι κ’ ἐγώ νά πά’ σ’ τό φέρω, ἐγώ νά μπῶ, κ’ ἐγώ νά βγῶ, τό δαχτυλίδι νά βρω». Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ ’ς τή μέσ’ ἐπῆγε, «Τραύα, καλέ μ’, τόν ἅλυσο, τραύα τήν ἁλυσίδα, τί ὅλον τόν κόσμο ἀνάγειρα καί τίποτες δέν ηὗρα». Ἕνας πιχάει μέ τό μυστρί, κι’ ἄλλος μέ τόν ἀσβέστη, παίρνει κι’ ὁ πρωτομάστορας καί ρήχνει μέγα λίθο. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


246

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

Ο Κ. Α. Διαμάντης σε μελέτη του με τίτλο «Το γεφύρι της Άρτας»8 μεταξύ άλλων μιλάει για το τραγούδι που γεννήθηκε γύρω από το μύθο της στερέωσης του εν λόγω γεφυριού και αναφέρει πως από παιδί άκουγε παραλλαγή αυτού του τραγουδιού «στα Ξεφλουδίσματα» στο σπίτι της πρώτης ξαδέλφης της μάνας του Νίτσας του Μήτρου Μάνου, η οποία ήξερε πολλά τραγούδια, όπως και το Τραγούδι του Γεφυριού της Άρτας «Σαράντα μαστορόπουλα κι εξήντα δυο μαστόροι/ δγιοφύρι νεθεμέλιωναν στην Άρτας το ποτάμι…»9. «Δυστυχώς», σημειώνει πιο κάτω, «τότε δεν φρόντισα να το καταγράψω και αμφιβάλλω αν το ξέρει κανένα από τα παιδιά της όπως το ’λεγε εκείνη»10. Παρά τα ανωτέρω, αλλού γράφει11: «Η θειάκω Νίτσα Δημ. Μάνου, πρώτη ξαδέρφη της μάνας μου, είπε το τραγούδι «Του Γεφυριού της Άρτας»: Σαράντα μαστορόπουλα κ’ εξήντα δυο μαστόροι γιοφύρι θεμελιώνανε στης Άρτας το ποτάμι. Όλ’ τη μερούλα δούλευαν, τη νύχτα γκρεμισμένο. Πουλάκι πάησε κ’ έκατσε στην άκρη απ’ το ποτάμι. 5 Μουδέ λαλούσε σαν πολύ, μουϊδέ σα χελιδόνι. Αρχίνησε και έλεγε ανθρώπινη κουβέντα: - Μαστόροι, μη παιδεύεστε, μη χάνετε τα κόπια. Αν δεν στεργιώσετε άνθρωπο, διοφύρι δε στεργιώνει. Φέρτε του πρωτομάστορα του Γιώργη τη γυναίκα. «Ἀλίμονο ’ς τή μοῖρα μας, κρῖμα ’ς τό ριζικό μας! Τρεῖς ἀδερφάδες ἤμαστε, κ’ οἱ τρεῖς κακογραμμέναις, ἡ μιά χτισε τό Δούναβη, κ’ ἡ ἄλλη τόν Ἀφράτη κ’ ἐγώ ἡ πιλιό στερνότερη τῆς Ἄρτας τό γιοφύρι. Ὡς τρέμει τό καρυόφυλλο, νά τρέμῃ τό γιοφύρι, κι’ ὡς πέφτουν τά δεντρόφυλλα, νά πέφτουν οἱ διαβάταις. −Κόρη τό λόγον ἄλλαξε, κι’ ἄλλη κατάρα δῶσε, Πὄχεις μονάκριβο ἀδερφό, μή λάχῃ καί περάσῃ». Κι’ αὐτή τό λόγον ἄλλαξε, κ’ ἄλλη κατάρα δίνει: «Ἄν τρέμουν τ’ ἄγρια βουνά, νά τρέμῃ τό γιοφύρι, κι’ ἄν πέφτουν τ’ ἄγρια πουλιά, νά πέφτουν οἱ διαβάταις, τί ἔχω ἀδελφό ’ς τήν ξενιτειά, μή λάχῃ καί περάσῃ». 8. Κ. Α. Διαμάντης, Άπαντα, τ. 1ος, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1984, σ. 80-88. 9. Κ. Α. Διαμάντης, ό.π., σ. 81. 10. Κ. Α. Διαμάντης, ό.π., σ. 81. 11. Κ. Α. Διαμάντης, ό.π., τ. 9ος, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1990, σ. 7-8. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το υ γ ι φ υ ρ ι ο ύ τ η ς Ά ρ τ α ς

247

10 Κι ο Γιώργης όταν τάϊκουσε πολύ του κακοφάνη. - Το τι χαμπέργια, Γιώργη μου, απ’ της Άρτας το δγιοφύρι; - Κακά χαμπέργια, Λένη μου, απ’ της Άρτας το δγιοφύρι. Για σήκω, λούσου κι άλλαξε και βάλε τα χρυσά σου. Θα πας να σε στεργιώσουμε στης Άρτας το δγιοφύρι. 15 -Αγάλια – αγάλια, Γιώργη μου… για να βυζάξω το παιδί, να το χορτάσω γάλα. Διάτα σ’ αφήνω, Γιώργη μου, διάτα για το παιδί μου, για να το μάθεις γράμματα… γράμματα, σπουδάματα, του Θεού τα κλάματα. 20 Τρεις αδελφούλες ήμασταν και οι τρεις θεριά κρατούμε. Μίνια κρατεί τον Ντούρναρο και η άλλη της Άρτας το δγιοφύρι, και η τρίτη η καλύτερη τ’ Κοράκου το δγιοφύρι». Του τραγουδιού αυτού τη δεύτερη παραλλαγή καταγράψαμε12 πολύ αργότερα, όπως την υπαγόρευσε η γιαγιά μας Πανάγιω Οικονόμου, κόρη της Νίτσας Δημ. Μάνου, ενώ διάνυε τη δέκατη δεκαετία της ζωής της και με τις όποιες πιθανές υστερήσεις της μνήμης. Οι στίχοι είναι: Όλη τη μερούλα δούλευαν στης Άρτας το γιοφύρι. Όλη τη μερούλα δούλευαν τη νύχτα γκρεμιζόταν. Πουλάκι πάει κι έκατσε στην άκρη στο ποτάμι, ούτε σαν το πουλί λαλεί, ούτε σαν χελιδόνι, 5 άρχισε και έλεγε ανθρώπινες κουβέντες: - Αν δεν στεριώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει, και μη στεριώσετε φτωχό και μη στεριώστε αργάτη, του Γιώργη τη γυναίκα του πρωτομάστορα. Ο Γιώργης σαν το άκουσε, κλαμένος πάει στο σπίτι. 10 - Γιώργη μ’, γιατί πικραίνεσαι, γιατί είσαι κλαμένος; - Το δαχτυλίδι μ’ έπεσε στη μεσιανή καμάρα. - Γιώργη μου, μη πικραίνεσαι και ’γω θα πάω να το ’βρω. Σιγά-σιγά κατέβαινε στη μεσιανή καμάρα. Άλλος ρίχνει με το μυστρί κι άλλος με το φτυάρι. 15 Παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο. - Γιώργαινα μην οργίζεσαι και δώσε την ευχή σου.

12. Π. Π. Λάμπρη, Ροδαυγή, το ρόδο της αυγής, ιδιωτική έκδοση, Πάτρα 2006, σ. 226. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


248

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

- Την κατάρα μου θ’ αφήσω όργανα να μην περάσουν και αν τύχει και περάσουν, το γιοφύρι σας να τρέμει, σαν τα φύλλα από τα δέντρα. Τις δυο παραλλαγές από τη Ροδαυγή, συντομότερες από εκείνη της συλλογής του Πολίτη, θα τις παρουσιάσουμε σε συνάρτηση με αυτή. Για διευκόλυνση της προσέγγισης η παραλλαγή που κατέγραψε ο Διαμάντης θα αποκαλείται α΄ και αυτή που καταγράψαμε εμείς β΄. Στο τραγούδι της α΄ παραλλαγής, λοιπόν, η «ρυθμική αριθμητική αναφορά στο πλήθος των μαστόρων και μαθητάδων»13, διαφοροποιείται από αυτήν της παραλλαγής που διέσωσε ο Πολίτης. Οι «σαράντα πέντε μάστοροι κι οι εξήντα μαθητάδες» γίνονται «σαράντα μαστορόπουλα κ’ εξήντα δυο μαστόροι»˙ αντιστρέφεται έτσι η συγκρότηση του σιναφιού των μαστόρων, αφού μειώνεται ο αριθμός των μαθητάδων-μαστορόπουλων στον συμβολικό αριθμό σαράντα και αυξάνει ο αριθμός των μαστόρων, ο οποίος φτάνει τους εξήντα δυο -ο αριθμός εξήντα δυο, αν και τα τραγούδια δεν σχετίζονται θεματικά, συνειρμικά φέρνει στο νου τις «εξηνταδυό καμπάνες» από το τραγούδι «Της άγια-Σοφιάς»! Το νόημα συμπληρώνεται με τον πανομοιότυπο θεματικά επόμενο στίχο «γιοφύρι θεμελιώνανε στης Άρτας το ποτάμι», ο οποίος δηλώνει την προσπάθεια και τον τόπο στον οποίο αυτή συντελείται. Από τη β΄ παραλλαγή απουσιάζουν οι δύο προαναφερθέντες στίχοι, αν και νοηματικά δεν δικαιολογείται να αρχίζει το τραγούδι με το στίχο «όλη τη μερούλα δούλευαν τη νύχτα γκρεμιζόταν», μια και απουσιάζει το υποκείμενο και ο τόπος της δράσης. Άλλωστε, στις άλλες δύο παραλλαγές ο στίχος αυτός «ζυγιάζεται φυσιολογικά με τους δυο προηγούμενους, δίνεται το αποτέλεσμα»14, το οποίο είναι αναμενόμενο μετά το «νεθεμέλιωναν» και το «θεμελιώνανε». Σ’ αυτόν το στίχο παρατηρούμε επίσης πως το «ολημερίς το χτίζανε» αντικαθίσταται στις δυο παραλλαγές από τη Ροδαυγή με το «όλ’ (η) τη μερούλα δούλευαν» και το ρήμα του β΄ ημιστιχίου «το βράδυ εγκρεμιζόταν», ενώ στην α΄ παραλλαγή εκφράζεται με μετοχή, στη β΄ παραμένει το «γκρεμιζόταν» χωρίς το -ε- και η λέξη «βράδυ» αντικαθίσταται με τη λέξη «νύχτα». Μικρές εκφραστικές «αλλοιώσεις», αλλά οι ρηματικοί τύποι (χτίζανε/ δούλευαν – εγκρεμιζόταν/ γκρεμισμένο/ γκρεμιζόταν) και στις τρεις παραλλαγές λειτουργούν παρόμοια. Ο πρώτος σε κάθε στίχο τύπος «δείχνει πιο πολύ διάρκεια και λιγότερο αφηγείται, ο δεύτερος είναι αφηγηματικός και στιγμιαίος»15.

13. Σ. Λ. Σκαρτσής, Το δημοτικό τραγούδι, τ. 1ος, εκδ. Πατάκης, Αθήνα 1986, σ. 74. 14. Σ. Λ. Σκαρτσής, ό.π., σ. 74. 15. Σ. Λ. Σκαρτσής, ό.π., σ. 74. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το υ γ ι φ υ ρ ι ο ύ τ η ς Ά ρ τ α ς

249

Στην α΄ και τη β΄ παραλλαγή παραλείπεται το μοιρολόγι των μαστόρων και το κλάμα των μαθητάδων και η αφήγηση οδηγείται κατευθείαν στην εμφάνιση του πουλιού, το οποίο «πάησε κ’ έκατσε» ή «πάει κι έκατσε» όχι «αντίκρυ», αλλά «στην άκρη απ’ το ποτάμι» ή «στην άκρη στο ποτάμι». Το κάθισμα του πουλιού «στην άκρη» κι όχι «αντίκρυ» στο ποτάμι δίνει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στην βαθιά σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο πουλί και στο ποτάμι, μια κι «είναι οντότητες του ίδιου κόσμου ή της ίδιας φύσης, όχι σαν αυτής που είναι οι μαστόροι και οι μαθητάδες»16, αλλά και τα μαστορόπουλα της παραλλαγής. Αυτό το πουλί που η φωνή του δεν έχει σχέση με των άλλων πτηνών, «εκελάιδε κ’ έλεγε, ανθρωπινή λαλίτσα», «αρχίνησε και έλεγε ανθρώπινη κουβέντα» ή «άρχισε και έλεγε ανθρώπινες κουβέντες»! Όποιες κι αν είναι οι λεκτικές και εκφραστικές διαφοροποιήσεις, και οι τρεις στίχοι λένε το ίδιο πράγμα˙ το πουλί, αυτό το πανάρχαιο μυθικό θέμα-σύμβολο17, έρχεται να τους υπενθυμίσει πως λησμόνησαν να τελέσουν τη θυσία που όφειλαν πριν ξεκινήσουν το χτίσιμο του γεφυριού, μιλάει σαν άνθρωπος, άρα το μήνυμά του είναι καταληπτό από όσους το ακούνε. Επομένως και οι χτίστες μυούνται σε κάτι καινούργιο, το οποίο είναι απαραίτητο για να πετύχει ο στόχος τους που είναι το στέριωμα του γεφυριού. Στη συνέχεια, το μήνυμα του πουλιού έχει «άλλο» περιεχόμενο στις τρεις παραλλαγές, αν και το σημαινόμενο είναι το ίδιο. Στην α΄ στο στίχο «Αν δεν στεργιώσετε άνθρωπο, διοφύρι δε στεργιώνει» παρατηρούμε μόνο κάποιες αλλαγές που σχετίζονται με το ιδίωμα της περιοχής: «στεργιώσετε», «διοφύρι», «στεργιώσει», ενώ στη β΄ ο στίχος «Αν δεν στεριώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει», είναι ίδιος με εκείνον της παραλλαγής του Πολίτη. Στον επόμενο στίχο «Φέρτε του πρωτομάστορα του Γιώργη τη γυναίκα» της α’ παραλλαγής, η προστακτική «φέρτε» μας οδηγεί κατευθείαν, εν είδει διαταγής, στο δια ταύτα, ενώ στη β΄ παρεμβάλλεται ο στίχος «και μη στεριώσετε φτωχό και μη στεριώστε αργάτη», πριν οδηγηθούμε στον επεξηγηματικό στίχο «του Γιώργη τη γυναίκα του πρωτομάστορα». Στο στίχο «και μη στεριώσετε φτωχό και μη στεριώστε αργάτη», αν και υπάρχει αποτροπή για κάποια άτομα, τα οποία δεν πρέπει να επιλεγούν για την επικείμενη «θυσία», τα άτομα αυτά που ανήκουν στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, είναι διαφορετικά από εκείνα της παραλλαγής του Πολίτη, το «ορφανό», τον «ξένο» και το «διαβάτη», αλλά στην ουσία στο σύνολό τους δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, του να αποτελέσουν δηλαδή το «ιδανικό» θύμα που θα στε-

16. Σ. Λ. Σκαρτσής, ό.π., σ. 75. 17. (πρβ. επιφάνεια των θεών με τη μορφή πουλιού, Όμηρος, ε 367-369, Ξ 284-291/ η ψυχή με μορφή πουλιού, Όμηρος, ε 611-612). Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


250

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

ρεώσει τα θεμέλια της γέφυρας, η οποία θα «δαμάσει» τον περήφανο ποταμό και τελικά θα τον «νικήσει»! Αποκλείονται δηλαδή οι απόκληροι της κοινωνίας, γιατί η δύναμή τους είναι πολύ λίγη, για να στηρίξουν ένα τόσο μεγάλο έργο, αλλά και οι ξένοι και οι διαβάτες, οι οποίοι, όχι μόνο επειδή από αρχαιοτάτων χρόνων χρήζουν φιλοξενίας και προστασίας, αλλά κυρίως επειδή δεν θα θυσίαζαν τους ίδιους, αλλά τον ίσκιο τους κι επειδή κατά βάση ήταν ξένοι με τον τόπο και τα έργα του. Άρα, τι έμενε; Το εκλεκτό θύμα, αντάξιο ενός μεγάλου έργου, που δεν είναι άλλο από τη γυναίκα του πρωτομάστορα!... Ο πρωτομάστορας, λοιπόν, ο πρώτος, ο κορυφαίος των μαστόρων, είναι εκείνος που πρέπει να θυσιάσει κάτι δικό του, κάτι δικό του και διαλεχτό, για να επιτευχθεί ο στόχος. Ο «δαίμονας» του ποταμού θέλει αντάξιο θύμα ως αντάλλαγμα για την «ταπείνωσή» του! Στις δύο παραλλαγές από τη Ροδαυγή ο πρωτομάστορας έχει όνομα, λέγεται Γιώργης18. Η γυναίκα του έχει κι αυτή όνομα. Λέγεται Λένη στην α΄ και, κατά την ηπειρώτικη ονοματολογία των γυναικών από το όνομα του άντρα τους, Γιώργαινα, στη β΄ παραλλαγή. Αυτές οι δυο γυναίκες, η Λένη και η Γιώργαινα, αν και πρόκειται ουσιαστικά για το ίδιο πρόσωπο, μέσα στις δύο παραλλαγές υπερασπίζονται διαφορετικούς γυναικείους ρόλους. Όταν ο Γιώργης άκουσε το δυσάρεστο μήνυμα, αντιδρά αλλιώς στην κάθε παραλλαγή. Στην α΄ «κι ο Γιώργης όταν τάϊκουσε πολύ του κακοφάνη», ενώ στη β΄ «ο Γιώργης σαν το άκουσε, κλαμένος πάει στο σπίτι»! Η διαβάθμιση των αισθημάτων από τον έναν στίχο στον άλλο είναι προφανής, δεν θυμίζει το «τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει», αλλά, ενώ στον πρώτο φαίνεται πως τα γεγονότα θα εξελιχθούν, όπως και στην παραλλαγή του Πολίτη στο χώρο του γεφυριού, ο αμέσως επόμενος στίχος μεταφέρει τη δράση στο σπίτι του πρωτομάστορα, όπως άλλωστε συμβαίνει ήδη με το «κλαμένος πάει στο σπίτι» της β΄ παραλλαγής. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της εξέλιξης του μύθου, η περαιτέρω παρουσία του πουλιού, το οποίο στην παραλλαγή του Πολίτη μεταδίδει το λάθος μήνυμα, καθίσταται περιττή, αφού επιτέλεσε τον αρχικό και βασικό σκοπό της παρου-

18. Γιώργης είναι ο πρωτομάστορας και σε μια παραλλαγή του τραγουδιού από τη Μάνη, ενώ η γυναίκα του λέγεται Λέκω. (Σ. Κουγέας, Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου, εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 2000, σ.116). Σε παραλλαγή του τραγουδιού που υπαγόρευσε η Ζωή Παπαλάμπρου από το Προσήλιο Λειβαδιάς στον Κ. Α. Διαμάντη (Άπαντα, τ. 23ος, σ. 29), ο πρωτομάστορας αναφέρεται όπως και στην παραλλαγή του Πολίτη δίχως όνομα, ενώ η γυναίκα του αποκαλείται Μάρω. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το υ γ ι φ υ ρ ι ο ύ τ η ς Ά ρ τ α ς

251

σίας του που είχε να κάνει με την υπενθύμιση πως λησμόνησαν να πράξουν τη δέουσα για τη στερέωση του γεφυριού τελετουργία. Οι γρήγοροι διάλογοι, οι οποίοι διαμείβονται μεταξύ του πρωτομάστορα και της συζύγου του μέσα στην με πολλούς συμβολισμούς οικογενειακή εστία και στις δύο παραλλαγές έχουν πολύ ενδιαφέρον. Στην α΄, που ο Γιώργης εμφανίζεται απροσδόκητα και σε όχι συνήθη ώρα στο σπίτι του, η σύζυγος έκπληκτη και χωρίς κανένα άλλο σχόλιο τον ρωτάει: «Το τι χαμπέργια, Γιώργη μου, απ’ της Άρτας το δγιοφύρι;». Το καίριο ερώτημα της γυναίκας σχετικά με το γεφύρι σηματοδοτεί και τη γνώση των προβλημάτων της στερέωσής του. Αλλά και η απάντηση «-Κακά χαμπέργια, Λένη μου, απ’ της Άρτας το δγιοφύρι» ανακοινώνει χωρίς περιστροφές το δυσάρεστο νέο, το οποίο ολοκληρώνεται μετά την παρεμβολή ενός «ανώδυνου» εξωτερικά στίχου, ο οποίος έρχεται σε αντίφαση με την είδηση και τη συνέχειά της. Έτσι το «Για σήκω, λούσου κι άλλαξε και βάλε τα χρυσά σου», δεν παραπέμπει σε λούσιμο και στολισμό για «χαρά», όπως δηλώνει παρεμφερής στίχος σε άλλα δημοτικά τραγούδια19, αλλά για τον επιβαλλόμενο καθαρμό και στολισμό εκείνου που οδηγείται σε θυσία20. Η εντολή του πρωτομάστορα που έχει τον τόνο πως δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, συμπληρώνεται από το «Θα πας να σε στεργιώσουμε στης Άρτας το δγιοφύρι»! Θα πας, όχι θα πάμε! Η γυναίκα δεν έχει άλλη επιλογή. Δεν διανοείται να έχει. Το μόνο που μπορεί ως μελλοθάνατη να ζητήσει είναι η πραγμάτωση κάποιων τελευταίων επιθυμιών της!... Το «παράδοξο» στην α΄ παραλλαγή είναι πως στο πρόσωπο της γυναίκας, ο μόνος ρόλος που κυριαρχεί είναι αυτός της μάνας, ρόλος απών στις άλλες δύο, στις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά στην ύπαρξη παιδιού! Η γυναίκα δεν αναφέρει τίποτα που να σχετίζεται με την ερωτική ή τη συζυγική σχέση της με τον πρωτομάστορα! Το μόνο που παραπέμπει σε κάποια συναισθήματα προς εκείνον είναι η προσφώνηση «Γιώργη μου». Οι τελευταίες της στιγμές έχουν μόνο μία έγνοια, το παιδί της: - Αγάλια-αγάλια, Γιώργη μου… για να βυζάξω το παιδί, να το χορτάσω γάλα. Διάτα σ’ αφήνω, Γιώργη μου, διάτα για το παιδί μου, για να το μάθεις γράμματα… γράμματα, σπουδάματα, του Θεού τα κλάματα.

19. πρβ. «Για σήκω απάνω Δημήτρω μ’ κι άλλαξε και βάλε τα καλά σου…». 20. (βλ. Ευριπίδης, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, στ. 1153 κ.ε.). Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


252

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

Το παιδί, του οποίου δεν καθορίζεται το φύλο, αν και στην Ήπειρο η λέξη παιδί αναφέρονταν και ενίοτε αναφέρεται ακόμα στο αγόρι, είναι βυζασταρούδι. Η μάνα θέλει να το «χορτάσει» γάλα! Ξέρει πως η πείνα του θα κορεσθεί για λίγο. Εκείνο πολύ σύντομα θα αποζητά απεγνωσμένα το μαστό της. Αυτή όμως το θηλασμό, αυτόν τον αταβιστικό δεσμό ανάμεσα στο βρέφος και τη μάνα, δεν είναι μόνο που θέλει ως τελευταίο να τον απολαύσει παρατείνοντας εύσχημα την παραμονή της κοντά του, αλλά θέλει «εν ονόματι» του γάλακτος που δίνει στο παιδί της να δεσμεύσει τον άντρα της για τη μετέπειτα φροντίδα του21. Η δέσμευση δεν συνίσταται σε μια απλή επιθυμία. Είναι «διάτα». Είναι διαταγή από τη μελλοθάνατη μάνα, η οποία αυτή την ύστατη στιγμή «διασφαλίζει» με αυτό τον τρόπο το σπλάχνο της! Το ενδιαφέρον είναι πως η μάνα δεν ζητάει για το παιδί της τίποτα άλλο παρά να του εξασφαλίσει ο πατέρας του τις προϋποθέσεις να μάθει γράμματα! Αυτή η επιθυμία της, για όσους κατάγονται ή σχετίζονται με κάποιο τρόπο με την Ήπειρο, δεν ξαφνιάζει, αφού σ’ αυτό τον τόπο το να μάθουν τα παιδιά γράμματα δεν αποτελεί απλά προτεραιότητα, αλλά σκοπό ζωής των γονέων!... Στην τελευταία επιθυμία που αφορά τις σπουδές του παιδιού το μοτίβο θυμίζει το τελείωμα του πασίγνωστου παιδικού τραγουδιού «Φεγγαράκι μου, λαμπρό,/ φέγγε μου να περπατώ,/ να πηγαίνω στο σχολειό,/ να μαθαίνω γράμματα,/ γράμματα σπουδά(γ)ματα/ του Θεού τα πράματα». Έχοντας στο μυαλό μας αυτή την αναφορά, ο στίχος που έχει ως καταληκτική του διατύπωση «του Θεού τα κλάματα», φαντάζει λίγο «προβληματικός», εκτός κι αν ο λαϊκός δημιουργός υποδηλώνει εδώ τις δυσκολίες που έχει η εκμάθηση των γραμμάτων ή πρόκειται για παραφθορά της λέξης πράματα ή κάτι άλλο. Ο διάλογος της β΄ παραλλαγής είναι πιο σύντομος και οι νοηματικές του αναφορές παραπέμπουν στον Πολίτη: - Γιώργη μ’, γιατί πικραίνεσαι, γιατί είσαι κλαμένος; - Το δαχτυλίδι μ’ έπεσε στη μεσιανή καμάρα. - Γιώργη μου, μη πικραίνεσαι και ’γω θα πάω να το ’βρω. Σιγά-σιγά κατέβαινε στη μεσιανή καμάρα. Άλλος ρίχνει με το μυστρί κι άλλος με το φτυάρι.

21. http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=335387&ct=4&dt=03/06/2010. O σκηνοθέτης Γιάννης Καλαβριανός αναφέρει: «Συνάντησα την πιο τρομακτική εικόνα σε μια εκδοχή του «Γιοφυριού της Άρτας» από τη Σερβία στην οποία η γυναίκα του Πρωτομάστορα ζητεί όταν τη χτίσουν για να στεριώσει το γεφύρι, να αφήσουν το στήθος της απ’ έξω για να θηλάζει το νεογέννητο παιδί της». Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το υ γ ι φ υ ρ ι ο ύ τ η ς Ά ρ τ α ς

253

Παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο. - Γιώργαινα μην οργίζεσαι και δώσε την ευχή σου. Σ’ αυτόν, λοιπόν, το διάλογο, στον οποίο παρεμβάλλονται και τρεις αφηγηματικοί στίχοι, αφού ο πρωτομάστορας πηγαίνει στο σπίτι του και μάλιστα κλαμένος, ανακοινώνει ο ίδιος την απώλεια του δαχτυλιδιού, αφού αυτή είναι και ο λόγος της θλίψης που προκάλεσε το κλάμα του. Μόνο που σ’ αυτή την παραλλαγή το δαχτυλίδι δεν έπεσε στην «πρώτη», αλλά στη «μεσιανή» καμάρα του γεφυριού. Η γυναίκα όμως δείχνει κι εδώ την ίδια προθυμία για να κατέβη να το βρει και να το φέρει πίσω. Αυτή η προθυμία με την οποία «ανταποκρίνεται» προκειμένου να απαλείψει την αιτία της θλίψης του άντρα της αποδεικνύει την ανυπόκριτη αγάπη και το ενδιαφέρον της γι’ αυτόν, γεγονός που την κάνει και πιο κατάλληλη για θύμα. Όσο για την κάθοδό της, έστω κι αν γίνεται «σιγάσιγά», υπό την έννοια ότι ψάχνει για το δαχτυλίδι ή από ενδόμυχο φόβο, αυτή ισοδυναμεί με την εις Άδου κάθοδον, δηλαδή με το θάνατο!... Η επιλογή του δαχτυλιδιού ως κινήτρου για την κατάβαση δεν είναι τυχαία. Το δαχτυλίδι, πανάρχαιο σύμβολο του ερωτικού και συζυγικού δεσμού22, αποτελεί το σύμβολο της ύπαρξης και της διατήρησης του γάμου. «Το εύρημα του δαχτυλιδιού», σημειώνει ο Σ. Σκαρτσής23, «είναι τυπικό αλλά και ταιριασμένο (όπως συμβαίνει πάντα, κι ας φαίνονται αυτά τα δυο, εξωτερικά, αντίθετα). Αν χαθεί το δαχτυλίδι, χάθηκε ο γάμος. Όμως αυτό είναι ακριβώς η αλήθεια, κι ας φαίνεται ψέμα. Ο άντρας της δεν είναι πια άντρας της, αλλά ένας απ’ όλους, ο υπεύθυνος για το κοινό έργο». Οι επόμενοι αφηγηματικοί στίχοι: «Άλλος ρίχνει με το μυστρί κι άλλος με το φτυάρι./ Παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο», αν εξαιρέσουμε το «ρίχνει» και «με το φτυάρι» δεν αλλάζουν ιδιαίτερα από την παραλλαγή του Πολίτη˙ υποδηλώνουν όπως κι εκεί την ταχύτητα του χτισίματος και της στερέωσης του γεφυριού και όπως κι εκεί «καθυστερημένα παρουσιάζεται ο πρωτομάστορας να ρίχνει το μέγα λίθο του, αφού πια έχει χτιστεί το γεφύρι, αλλά έτσι δίνεται η επισφράγιση απ’ το κύριο πρόσωπο της δράσης, και μαζί κλείνεται ηχητικά και τονικά το μέρος»24. Κι εκεί που καμία διαμαρτυρία ή κατάρα δεν βγαίνει από το στόμα της γυναίκας, ο διάλογος μεταξύ αυτής και του άντρα της στη β΄ παραλλαγή κλείνει

22. Π. Π. Λάμπρη, ό.π., σ. 53. 23. Σ. Λ. Σκαρτσής, ό.π., σ. 78. 24. Σ. Λ. Σκαρτσής, ό.π., σ. 80. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


254

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

με τα κατευναστικά, παρακλητικά λόγια του: «Γιώργαινα μην οργίζεσαι και δώσε την ευχή σου»! Στη συνέχεια, η γυναίκα παίρνει την «εκδίκησή» της! Αντί ευχής, δίνει κατάρα: -Την κατάρα μου θ’ αφήσω όργανα να μην περάσουν και αν τύχει και περάσουν, το γιοφύρι σας να τρέμει, σαν τα φύλλα από τα δέντρα. Αν και οι τελευταίοι στίχοι της β΄ παραλλαγής, με τον τρίτο εξ αυτών να είναι ανολοκλήρωτος, δίνουν μια διαφορετική «λύση» στην εξέλιξη του δράματος, μια και αφήνουν να αιωρείται μια κατάρα πάνω από το γεφύρι, η κατάρα αυτή είναι λιγότερο απειλητική από εκείνη που αναιρέθηκε στην παραλλαγή του Πολίτη και έλεγε: «Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμη το γιοφύρι,/ κι’ ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάταις». Άλλωστε, το «τρέμουλο» του γεφυριού αναφέρεται μόνο στην περίπτωση που πάνω από το γεφύρι θα περάσουν όργανα, κάτι που αφορά κατά κύριο λόγο τη μουσική συνοδεία της γαμήλιας πομπής25. Και η κατάρα αυτή δεν είναι τυχαία, σχετίζεται άμεσα με το ποτάμι, αφού «τα ποτάμια συνδέονται με το γάμο, και ιδιαίτερα το πέρασμά τους, που δείχνει το ιερατικό, καθαρτικό λούσιμο, πριν απ’ το σμίξιμο αντρών-γυναικών. Βρίσκονται στον κάτω κόσμο και συνδέονται με τη δίψα των νεκρών […] ή βρίσκονται στον παράδεισο κι είναι το νερό της ζωής»26. Όσο για την α΄ παραλλαγή, η εξέλιξη του μύθου ολοκληρώνεται πολύ γρήγορα, αφού μετά τη «διάτα» της γυναίκας προς τον πρωτομάστορα για την «εποπτεία» της εκπαίδευσης του παιδιού τους, κλείνει χωρίς κατάρες και ανακλήσεις τους, αφού οι τρεις καταληκτικοί στίχοι, με τριαδική ανάπτυξη, μας πάνε κατευθείαν στη θρηνολογία της γυναίκας για την τύχη τη δική της και των αδερφάδων της που στοίχειωσαν τρία «θεριά», δηλαδή τρία μεγάλα γεφύρια: Τρεις αδελφούλες ήμασταν και οι τρεις θεριά κρατούμε. Μίνια κρατεί τον Ντούρναρο και η άλλη της Άρτας το δγιοφύρι, και η τρίτη η καλύτερη τ’ Κοράκου το δγιοφύρι. Αν και το τραγούδι αναφέρεται στης Άρτας το γεφύρι, εν τούτοις σ’ αυτούς τους στίχους δεν προσδιορίζει η γυναίκα του πρωτομάστορα ότι αυτή είναι που στοίχειωσε το εν λόγω γεφύρι, ενώ στην παραλλαγή του Πολίτη αυτός ο προσ25. Π. Π. Λάμπρη, ό.π., σ. 60 κ.ε. 26. Σ. Λ. Σκαρτσής, ό.π., σ. 89-90. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το υ γ ι φ υ ρ ι ο ύ τ η ς Ά ρ τ α ς

255

διορισμός είναι σαφής: «η μιά χτισε το Δούναβη, κ’ η άλλη τον Αφράτη/ κ’ εγώ η πιλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι». Όσο για τα γεφύρια, το πρώτο που «κρατεί τον Ντούρναρο», δεν γνωρίζουμε πιο είναι το ποτάμι που εννοεί το τραγούδι, εκτός και η λέξη Ντούρναρος προήλθε από παραφθορά της λέξης Δούναβης! Το τρίτο από τα γεφύρια, το γεφύρι του Κοράκου, που το στοίχειωσε η καλύτερη-ομορφότερη από τις αδελφές, είναι το γνωστό μονότοξο γεφύρι στον Αχελώο ποταμό, το οποίο ένωνε για πάνω από τετρακόσια χρόνια τους νομούς της Άρτας και της Καρδίτσας. Το δημοτικό τραγούδι «Του γιοφυριού της Άρτας», του οποίου προσεγγίσαμε δυο παραλλαγές από τη Ροδαυγή Άρτας, δεν έπαψε από τότε που δημιουργήθηκε να είναι ποικιλότροπα «παρόν» και να επηρεάζει τη δημιουργική σκέψη πολλών. Πέραν των πολλών βιβλιογραφικών αναφορών, με αφορμή το γεφύρι γράφτηκε το βιβλίο «Της Άρτας το γεφύρι και η Παρηγορήτισσα» του Κων/νου Στρατή. Γράφτηκαν27 επίσης: «Τα τρία Γεφύρια της Άρτας» και «Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες» του Μπάμπη Δερμιτζάκη, «Το γιοφύρι της Άρτας» του Ηλία Βουτιερίδη, περιοδικό «Νουμάς», 1905, «Το ανεχτίμητο» του Παντελή Χορν δημοσιευμένο σε ανεξάρτητο τόμο μαζί με το μονόπρακτό του «Ο ξένος», 1906, «Ο Πρωτομάστορας» τραγωδία που έγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης το 1909, τη μελοποίησε ο Μανόλης Καλομοίρης και παίχτηκε στην Αθήνα το 1916, «Θυσία της Άρτας» του Στέλιου Σεφεριάδη, «Της Τρίχας το γεφύρι» του Παν. Φωτιάδη, 1927, «Τη Τρίχας το Γεφύρ’» του Θόδωρου Κανονίδη, 1930, «Γεφύρι της Άρτας» του Γ. Θεοτοκά, 1942, «Η Γυναίκα του Πρωτομάστορα», του Φίλωνος Κτενίδη, στην ποντιακή διάλεκτο, 1950, «Το Γεφύρι της Άρτας» του Γιάννη Ανδρίτσου, 1960, «Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες» του Αλβανού συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ, 1989. Το γεφύρι εξακολουθεί και σήμερα να συγκινεί και να εμπνέει. Μερικές αναφορές σε πολιτιστικές δραστηριότητες των τελευταίων χρόνων μας πείθουν για του λόγου το αληθές: 1. Πολιτιστική δραστηριότητα, σχολ. έτος 2007-08: «Θυσία: Το γιοφύρι της Άρτας»28 2. «Το ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΕΡΚΥΡΑΣ στο πλαίσιο των θερινών του παραγωγών παρουσιάζει το Σάββατο 18 Ιουλίου 2009 (9.30 μ.μ.) στα Παλιά Βενετσιάνικα Ναυπηγεία (Γουβιά) τη λαϊκή όπερα του Κερκυραίου συνθέτη Σπύρου Σαμοΐλη «ΣΑΝ ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ», σε ποίηση του Νίκου Πανδή και κείμενα της Μαρίας Κυριάκη»29. 27. http://el.wikipedia.org/wiki. 28. http://7gym-zograf.att.sch.gr/activities/2007-08/g_artas/prologos.pdf. 29. http://www.corfuland.gr/el/politistika/theatro/san-toy-giofyrioy-tis-artas-laiki-perasta-palia-benetsianika-naypigeia-18-07-2009.html. Έ τ ο ς 1 2 ο - Τε ύ χ ο ς 1 2 - Ι ο ύ ν ι ο ς 2 0 1 1


256

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

3. «Το Θεατρικό Εργαστήρι του Πανεπιστημίου Κύπρου (Θ.Ε.ΠΑ.Κ.) παρουσιάζει στις 25-5-2010 στο Αρχοντικό της οδού Αξιοθέας το έργο «Το Άσμα του Γιοφυριού» που αποτελεί μια δραματική διασκευή στηριγμένη στις πιο εκφραστικές παραλλαγές του γνωστού δημοτικού τραγουδιού «Της Άρτας το Γιοφύρι», από την Κύπρο, τον Πόντο, την Κρήτη και την Ηπειρωτική Ελλάδα. Το έργο αυτό είναι το πρώτο από τα τέσσερα έργα από το ρεπερτόριο του Θ.Ε.ΠΑ.Κ. που συγκροτούν μια «Κυπριακή Τετραλογία» με την οποία το Θεατρικό Εργαστήρι, αλλά και το Πολιτιστικό Φεστιβάλ του Πανεπιστημίου Κύπρου θα τιμήσουν την 50ή επέτειο από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται για τα έργα «Το Χρονικό της Κύπρου» του Λεόντιου Μαχαιρά (15ος αιώνας), «Το Άσμα του Γιοφυριού» (βασισμένο σε δημοτικά τραγούδια του Μεσαίωνα), «Η Ρωμιοσύνη εν’ φυλή συνότζιαιρη του κόσμου» του Βασίλη Μιχαηλίδη (19ος αιώνας), και Αριστοφάνους «Λυσιστράτη» σε μετάφραση και διασκευή στην κυπριακή διάλεκτο του Κώστα Μόντη (20ος αιώνας), το καθένα από τα οποία παρουσιάζει τον κόσμο της Κύπρου από μια διαφορετική οπτική γωνία (της ιστορίας, της λαογραφίας, του έντεχνου λόγου, της μουσικής παράδοσης), εμβαθύνει σε διαφορετική φάση της κυπριακής διαλέκτου (μεσαιωνική, αναγεννησιακή, σύγχρονη), εστιάζει σε διαφορετικές ιστορικές περιστάσεις (Φραγκοκρατία, Ενετοκρατία, Τουρκοκρατία). Τα υπόλοιπα έργα της «Κυπριακής Τετραλογίας» θα παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια του Πολιτιστικού Φεστιβάλ (Ιούνιο, Ιούλιο και Οκτώβριο), ενώ παραστάσεις του «Άσματος του Γιοφυριού» θα δοθούν επίσης στο εξωτερικό (Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία) με την ενσωμάτωση σκηνών ή και αφηγητή στην εκάστοτε ξένη γλώσσα. Θεατρικό Εργαστήρι του Πανεπιστημίου Κύπρου. Σκηνοθεσία: Μιχάλης Πιερής»30. 4. «Την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2010 και για δέκα μέρες (μέχρι και τις 3 Οκτωβρίου), στη Σχολή Καλών Τεχνών (Πειραιώς 256) ανεβαίνει, με ελεύθερη είσοδο, η παράσταση «Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον», με θέμα τα εργατικά ατυχήματα στη σημερινή Ελλάδα. Πρόκειται για μια παράσταση με εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο πολιτικό, αλλά και σκηνοθετικό και αισθητικό, καθώς εντάσσεται σε μια μακρά παράδοση θεατρικής πρωτοπορίας και πολιτικού θεάτρου, που ξεκινάει τη δεκαετία του 1920 στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση και συνεχίζεται μεταπολεμικά με το θέατρο του δρόμου. Έτσι, ένας κατάλογος με τα εργατικά ατυχήματα των τελευταίων δυόμισι χρόνων (που φτιάχτηκε για την παράσταση) συμπλέκεται με το τραγούδι του «Γιοφυριού της Άρτας» και μικρές αφηγήσεις, και μετατρέπεται σε κίνηση και θέαμα, αποτελώντας σχόλιο πολιτικό και αισθητικό για την εργασία, τα «ατυχήματα», 30. http://www.cyprusevents.net/el/events/ballad-bridge-nicosia-2010/. Τζουμερκιώτικα Χρονικά


Το υ γ ι φ υ ρ ι ο ύ τ η ς Ά ρ τ α ς

257

την ευθύνη, τη δυνατότητα να συναρμόσεις αισθητικές και νοήματα, να διερευνήσεις σκηνοθετικά και υποκριτικά όρια. Για όλα αυτά συζητήσαμε με τη σκηνοθέτιδα της παράστασης Έλενα Πατρικίου»31. 5. «Ένα διαφορετικό τέλος στο ποίημα Του Γιοφυριού της Άρτας, της μαθήτριας Δήμητρας Λίβα. Στα πλαίσια του μαθήματος της λογοτεχνίας της Γ’ τάξης ζητήθηκε από τους μαθητές του τμήματος Γ2 να δώσουν μια διαφορετική εκδοχή για το τέλος του ποιήματος που να απαλείφει το βίαιο και αποτρόπαιο χαρακτήρα της ανθρωποθυσίας. Το παρακάτω κείμενο μας το έφερε στην τάξη η μαθήτρια Δήμητρα Λίβα και το μοιραζόμαστε μαζί σας, γιατί μας άρεσε! (αναρτήθηκε στις 1-10-2010) Του γιοφυριού της Άρτας (άλλη εκδοχή) Και το πουλί ξανάφανε κι άλλη κουβέντα φέρνει. «Τράβα καλέ τον άλυσο, τράβα