Issuu on Google+


Ένας ευτυχισμένος γάμος στα κάτασπρα σοκάκια της Αστυπάλαιας. Του Αλέξη και της Άννας. Κι η Μερόπη που, τελικά, στο τρίτο της στεφάνι βρίσκει εκείνο που έψαχνε. Αστυπάλαια, Φολέγανδρος, και ταξίδια ως την Αμερική για το Φάνη Βερνάρδο, που κρύβει και κρύβεται απ' τα ένοχα μυστικά της οικογένειάς του. Κι απο τη γυναίκα του, την Μερόπη. Η πλούσια Πένυ που στην καλοκαιρινή περιοδεία της στα νησιά βρίσκει το Γιώργο, που θα της διδάξει και θα διδαχθεί ο ίδιος, απ' αυτό που ποτέ δεν ένοιωσαν οι δυο τους. Και η "Θεια Δίκη" που καιροφυλακτεί για την απόδοση της δικαιοσύνης, τιμωρεί τη σωρεία εγκλημάτων δια χειρός του Φάνη, που νεαρός ακόμα, σπρώχνει στα πιο απύθμενα νερά του νησιού τον ίδιο του τον πατέρα. Η τελευταία φορά για τον Αλέξη, που πετάει μακριά το σκοτεινό παρελθόν του, δίχως να μάθει την αλήθεια, η τελευταία φορά και για τη Μερόπη, στο νησί της. Κι ένας χορός. Για κάποιους θανάσιμος και για άλλους ο χορός της ευτυχίας που ακόμα και στη δύση της ζωής, είναι εκεί, εκπληρώνοντας τις επιθυμίες τους. Λένε πως μόνο μια φορά η ζωή κρατάει μάτια και στόμα ερμητικά κλειστά, μπροστά στο "γραφτό" της μοίρας και του πεπρωμένου... και για τελευταία.


Στη σύζυγο μου Ειρήνη και στα παιδιά μου, Χαρά και Νίκο.

ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑ

«…Αλέξης και Άννα. Την

Κυριακή, 14 του Ιούλη, παντρευόμαστε. Εκεί στον

ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου, εμείς και οι οικογένειές μας, θα χαρούμε πολύ να δούμε όλους εσάς…» Με μια λιτή ανακοίνωση, αποτυπωμένη σ’ ένα ολόλευκο προσκλητήριο, οι δυο νέοι επισημοποιούσαν τον μακροχρόνιο δεσμό τους και θα ενώνονταν πια με τα δεσμά του γάμου. Η χαρά τους μεγάλωσε περισσότερο, απ’ τη στιγμή που έμαθαν πως η Άννα κυοφορούσε το παιδί τους, και σε λίγο καιρό θα γίνονταν γονείς. Ήδη, οι προετοιμασίες τόσο για το γάμο τους όσο και για τη γέννηση του μωρού, είχαν αρχίσει καιρό πριν. Από νυφικά, μπομπονιέρες και λαμπάδες, μέχρι καρότσια και παιδικά παιχνίδια περιελάμβανε ο καθημερινός κατάλογος που κρατούσε στα χέρια της η Άννα . Για το δικό της μωρό. -Για το δικό μας. Για το δικό μας, το μωρό. Έτσι δεν είναι Άννα; Του παιδιού σου το παιδί, είναι δυο φορές παιδί. Σοφές, παλιές κουβέντες. Να τελειώσει ο γάμος με όλα τα τρεξίματά του και μετά να έχουμε τα γεννητούρια σου. Άντε, με το καλό κόρη μου. -Μαμά, σαν πολύ δεν τρέχεις;

Ακόμα υπάρχει καιρός. Υπάρχει χρόνος

για

όλους και για όλα. -Οι μέρες τρέχουν, Αννούλα μου. Περνάνε και φεύγουν σαν τον άνεμο. Να, τι έμειναν; Μόνο τρεις βδομάδες είχαν μείνει, ως τον γάμο και άλλοι εφτά μήνες, μέχρι να γεννήσει η Άννα, και τα πάντα είχαν δρομολογηθεί από τη μητέρα της, λες


και θα παντρεύοταν αλλά και θα γεννούσε εκείνη, γι’ άλλη μια φορά. Αυτή ήταν η Μερόπη, μητέρα της Άννας, που αγωνιούσε για όλους και για όλα. Να προλάβει τα πάντα και ειδικότερα ό,τι αφορούσε στην κόρη της, να μην της λείψει το παραμικρό, πόσο μάλλον τώρα. Από παιδί ακόμα έτσι την είχε η Μερόπη, την κόρη της Άννα. -Μαμά, μη βιάζεσαι να με ξεφορτωθείς, εδώ θα είμαι πάλι κοντά σου. Δεν θα σ’ αφήσω. Εξάλλου δεν θα είμαι μακριά. Εδώ δίπλα σου… πάντα μαζί θα είμαστε… Έτσι δεν είναι; -Αλλιώς είναι, κόρη μου. Δεν είναι το ίδιο. Ανοίγεις δικό σου σπιτικό, έχεις τη δική σου οικογένεια. Δε λέω, θα είμαστε κοντά, δίπλα όπως είπες… Αλλά…. Άλλο είναι. Δεν είναι δα και το ίδιο. Κι εγώ στην αρχή όταν παντρεύτηκα έτσι ακριβώς πίστευα, πως δεν θ’ άλλαζε τίποτα. Το πατρικό μου σπίτι, δυο στενά πιο κάτω ήταν. Έτσι νόμιζα. Δεν είναι όμως. Φτιάχνεις πια τη δική σου οικογένεια. Απομακρύνεσαι, Άννα. Δε λέω ότι το επιδιώκεις, μα έτσι είναι, κόρη μου… Έτσι είναι η ζωή. -Αχ, ρε μανούλα μου. Αυτές οι αντιλήψεις και οι απόψεις σου για όλα . Αυτά, ομολογώ ότι θα μου λείψουν…. -Τίποτα, δεν θα σου λείψει από μένα, Άννα μου. Δίπλα θα είμαστε, έτσι δεν μου είπες; Στην πραγματικότητα σαν δυο φίλες ήταν, μάνα και κόρη. Από τα πέντε της χρόνια που είχε να δει τον πατέρα της η Άννα, αφού εκείνος ταξίδευε ως ναυτικός, σε εμπορικά πλοία, πολύ μακριά από το νησί τους, όπως της έλεγε η μητέρα της, στη μικρή τότε Άννα. Απλά ντυμένη, όπως άλλωστε και ο Αλέξης, έφθασε μαζί του σ’ εκείνο το ξωκλήσι

λίγο

πριν

τις επτά

το απόγευμα και, κρατώντας

το

χέρι

της,

αποχώρησαν με όλους τους προσκεκλημένους, που δεν ήταν και λίγοι, όταν ολοκληρώθηκε το μυστήριο. Νέοι κι οι δυο, λίγο πριν τα τριάντα ο Αλέξης και στα είκοσι τέσσερα η Άννα, βιάστηκαν, όπως

είπαν κι οι περισσότεροι , να

γίνουν ζευγάρι ενώπιον Θεού και ανθρώπων, μα ελάχιστοι απ’ εκείνους γνώριζαν την προχωρημένη εγκυμοσύνη της Άννας.


-Έτσι είναι οι μεγάλοι έρωτες… οι αγάπες οι μεγάλες … αυτοί στεριώνουν, ήταν μερικά απ’ τα λόγια που είπαν κάποιες γυναίκες. Τότε είναι που ο αγνός έρωτας σου χαμογελά, κλείνοντας

πονηρά το μάτι…. Σα να σε παίρνει από το χέρι λες

κι, αν έχεις και την τύχη με το μέρος σου, σε πάει ψηλά κι εκεί μένεις, μια για πάντα… όχι μόνος, βέβαια. Με το ταίρι σου. Η πρώτη σου αγάπη, το πρώτο σκίρτημα της καρδιάς. Αυτό είναι που μένει… Μια για πάντα. Άνοιξη

έγινε ο αρραβώνας, χωρίς

επισημότητες

και, για

την ακρίβεια,

περιορίστηκε σ’ ένα τραπέζι γνωριμίας των δυο οικογενειών, και το επόμενο καλοκαίρι παντρεύτηκαν. Λυράρηδες, τραγουδιστές και δεκάδες επίσημοι ήταν εκεί για το ευτυχές γεγονός του Αλέξη και της Άννας, αλλά και της Μερόπης. Το

Λιβάδι της

Αστυπαλιάς

γέμισε από

λιγοστούς

ντόπιους

και

ξένους

τουρίστες, που ήθελαν να δουν από κοντά το μυστήριο, που έγινε σύμφωνα με τα έθιμα του τόπου. Αφού πέρασαν απ’ όλα τα πλακόστρωτα σοκάκια του νησιού, εκείνο το απόγευμα της Κυριακής, τραγουδώντας και ραίνοντάς τους με κάθε λογής λουλούδι οι γυναίκες απ’ τα μπαλκόνια, έφτασαν μέχρι το κατάλευκο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, που ήταν μέσα στο κάστρο του νησιού, όπου πραγματοποιήθηκε το μυστήριο.

Σα να ήταν χθες, κι ας πέρασαν χρόνια ολόκληρα που, παιδιά ακόμα, γυρνούσαν από γειτονιά σε γειτονιά και ξεχώριζες μέσα απ’ τη νιότη τους το κάλεσμα

της ζωντάνιας και του κεφιού που απλόχερα σου πρόσφεραν. Λες

πως ήταν τώρα, κι ας πέρασε

τόσος καιρός, που ο πρώτος μήνας

του

καλοκαιριού, ο Ιούνης, είχε περίοπτη θέση στην καρδιά τους. Ήταν ο μήνας της ανεμελιάς, της εφηβικής αθωότητας και το τέλος της σχολικής χρονιάς. Περίμεναν πώς και πώς, εκείνη την ημέρα. Ζούσαν γι’ αυτές τις μοναδικές στιγμές λίγο πριν «κρατήσουν» στα χέρια τους προλάβουν οι δάσκαλοί τους να

την ίδια τη ζωή, πριν

πουν «καλή αντάμωση», με τις φωνές τους

σκέπαζαν ακόμα και το μακρόσυρτο ήχο απ’ το κουδούνι του σχολείου και, σαν ένας ορμητικός χειμωνιάτικος χείμαρρος, ξεχύνονταν στο προαύλιο του καλοκαιριού. Εκεί στο σχολείο τους. Κάθε χρόνο το ίδιο πανηγύρι.


Αγόρια και κορίτσια, όλοι τους παιδιά.

Μια παρέα. Και μπροστά , οι μήνες

του θέρους να τους περιμένουν με λαχτάρα να γίνουν μαζί τους παιδιά, να «δέσουν» κι εκείνοι με τα δικά τους παιδικά όνειρα και, τέλος, φίλοι πια, όλοι μαζί να γιορτάσουν. Κάθε μέρα. Από το πρωί μέχρι το βράδυ εκείνης της ημέρας, της πρώτης των διακοπών, όλοι τους

ήταν μαζεμένοι στη μοναδική μεγάλη

πλατεία του χωριού, να

κουβεντιάζουν για τους επόμενους στόχους οι μεγαλύτεροι , για την καινούργια σχολική χρονιά οι μικρότεροι. έπαιρναν,

κι

ήταν

τόσο

Τα δυνατά

πειράγματα και τα γέλια έδιναν κι που

ξεσήκωναν

γεροντότερους απ’ τις καρέκλες του πιο κοντινού κοιτούσαν με ζήλια, ίσως

ακόμα

και

τους

καφενείου στην πλατεία, που

και μίσος, μια κι αυτοί δεν είχαν πια τα κότσια να

είναι στην παρέα του Αλέξη και της Άννας. Σ’ ένα παράξενο μέρος μεγάλωσαν οι δυο τους . Σ’ έναν τόπο με πολλές ιστορίες από το μακρινό παρελθόν, κάτι σαν μύθοι και παραδόσεις που κάθε τόσο ζωντάνευαν από τις

διηγήσεις που

αριστουργηματικά

γεροντότερες, και όχι μόνο, γυναίκες του Λιβαδιού.

έλεγαν οι

Κι αυτές, από κάπου τις

είχαν ακούσει, από τις δικές τους μανάδες, μα ολοένα και τις μεγαλοποιούσαν, κι από πραγματικά γεγονότα γίνονταν

όμορφα παραμύθια. Μακρόσυρτα

και

μελωδικά σαν τα τραγούδια εκείνου του τόπου. Τα καλοκαίρια έσφυζαν τα σοκάκια του νησιού από μελωδίες αλλοτινές με μια αρμονία που σου χάιδευε τα αυτιά και οι καντάδες από τα στόματα φτασμένων, θαρρείς, τραγουδιστών, σ’ οδηγούσαν στα δικά τους μονοπάτια σαγηνεύοντας κάθε κομμάτι σου και δεν ήθελες πολύ για να σαλπάρεις στο δικό τους μουσικό κόσμο. Ένας όμορφος τόπος, μα και παράξενος συνάμα. Ένα νησί αποκομμένο τους χειμώνες από την υπόλοιπη ζωή, πεταμένο ξεκάθαρα από τον ίδιο τον Δημιουργό, κάπου σε μια άκρη, απόμερο και μοναχικό. Σαν μια πεταλούδα, θαρρείς, η Αστυπάλαια, που έκανε τη μικρή της βόλτα πάνω από το Αιγαίο, πέταξε απ’ άκρη σε άκρη στο δικό της κόσμο και, διαλέγοντας το απάγκιο της , ήρθε και μαρμάρωσε. Μια αμίλητη βασίλισσα.


Σαν μια Σφίγγα, που ήρθε από μια

άλλη

εποχή , ξεπερνώντας μύθους και

παραδόσεις αλλά και πανάρχαιους θρύλους, αψηφώντας χρησμούς και μάντεις, κλείνοντας ερμητικά το στόμα της. Στα σύνορα των Κυκλάδων με τα Δωδεκάνησα, εκεί στο μέρος αυτό μεγάλωσαν ο Αλέξης και η Άννα, στο νησί αυτό που από παιδιά λάτρεψαν, έζησαν και ποτέ δεν εγκατέλειψαν. Αυτή ήταν και η υπόσχεση που έδωσαν στους εαυτούς τους

από

την

ημέρα

που αποφάσισαν να γίνουν οι δυο τους ένα.

Αγάπησαν εξίσου όχι μόνο το Λιβάδι της Αστυπάλαιας αλλά και τους ανθρώπους που μεγάλωσαν κι έζησαν μαζί τους. Ακόμα πιο πολύ δέθηκαν με τα λόγια που άκουσαν απ’ αυτούς. Ισ��ορίες ή και παραμύθια, για τον Αλέξη και την Άννα, ήταν ακριβώς τα ίδια. Ήταν η ίδια η ζωή. Η δική τους. Αυτή ήταν και η μοναδική κληρονομιά τους. Από τα βάθη των αιώνων και με ένα μοναδικό, δικό τους τρόπο διατηρούσαν ανέπαφες όλες αυτές τις ιστορίες. Τα παιδικά τους χρόνια ήταν αθώα, γεμάτα καλοκαίρι ακόμα και στα βάθη του χειμώνα κι ένας ήλιος, μόνιμος θαμώνας, τους έφτανε για να ζεστάνει ακόμα και τα πιο κρύα βράδια, που σπάνιζαν στο νησί.


Τελευταία φορά