Page 1

ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΖΩΣΙΜΑΙΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Κάτι μου θυμίζουν τα μάτια σου… Γεωργία Τάσση, Βίκυ Ντόντη

Ιωάννινα 2017-2018


Ήταν δώδεκα και οι χτύποι του ρολογιού αντήχησαν περίεργα στο καθιστικό. Δυο άντρες καθισμένοι στις φθαρμένες κόκκινες πολυθρόνες

απολάμβαναν τη

θαλπωρή του τζακιού. - Θέλεις λίγο τσάι ακόμα; είπε ο κ. Νίκος. -Όχι, ευχαριστώ. Θα ήθελα να αρχίσουμε, γιατί σε δύο μέρες πρέπει να παραδώσω το άρθρο στον αρχισυντάκτη, απάντησε ο δημοσιογράφος. - Καλώς! Ας αρχίσουμε λοιπόν. Ήταν Aπρίλιος του 1937, όταν ένα νέο αγόρι, ο Νίκος, έφυγε από την Ελλάδα με σκοπό να πάει στην Ισπανία. Ήθελε να πολεμήσει στο πλευρό των δημοκρατικών εναντίον των εθνικιστών του Φρανθίσκο Φράνκο, να γλιτώσει την πατρίδα της γιαγιάς του από τη μεριά του πατέρα του από την επιβολή ενός φασιστικού καθεστώτος. Τα βέλη, όμως, του έρωτα σημάδεψαν από νωρίς την καρδιά του Νίκου. Τη συνάντησε για πρώτη φορά σε μία από τις πολλές διαδηλώσεις των δημοκρατικών. Λίγα μέτρα μακριά του μία μολότοφ παραλίγο να χτυπήσει θανάσιμα μία νεαρή και όμορφη κοπέλα. Εκείνος, χωρίς να διστάσει ούτε στιγμή, την τράβηξε προς το μέρος του, σώζοντας την από βέβαιο θάνατο. Τα μαύρα μυστηριώδη μάτια της έκαναν την καρδιά του να σκιρτήσει δυνατά. Ένας όμως δυνατός κρότος τον επανέφερε γρήγορα στην πραγματικότητα.


Την άρπαξε από το χέρι και την απομάκρυνε από την περιοχή των συγκρούσεων. - Σ' ευχαριστώ πολύ! είπε εκείνη. - Είσαι καλά; την ρώτησε ο Νίκος. - Ναι, ναι, μια χαρά! Χάρη σε εσένα όμως! Με λένε Κάρμεν. -Ωραίο όνομα! Νίκος, χάρηκα, αποκρίθηκε εκείνος - Δεν είσαι Ισπανός. Σωστά; - Όχι, Έλληνας είμαι, αλλά η γιαγιά μου είναι από εδώ. Αυτή μου έμαθε Ισπανικά. -Πώς και αποφάσισες να έρθεις; -Στην χώρα μου η κατάσταση, από τον Αύγουστο του 1936, είναι πολύ δύσκολη λόγω της δικτατορίας του Μεταξά. Δεν φαίνεται να αλλάζει εύκολα. Είπα, λοιπόν, να έρθω εδώ, να παλέψω για την πατρίδα της πολυαγαπημένης μου γιαγιάς. Εδώ πιστεύω ότι μπορώ κάτι να πετύχω, είπε με απλανές ύφος. Αυτά ήταν τα λίγα λόγια που ειπώθηκαν ανάμεσα τους. Δεν χρειάστηκαν παραπάνω για να καταλάβουν πως η φλόγα μέσα τους είχε ήδη ανάψει.


Εκείνη την στιγμή ο κ. Νίκος έκανε μία παύση και εστίασε το βλέμμα του στον συνομιλητή του. -Κάτι μου θυμίζουν τα μάτια σου τώρα που σε παρατηρώ καλύτερα, είπε. -Ας μην αλλάζουμε θέμα. Συνεχίστε παρακαλώ, είπε κοφτά ο δημοσιογράφος.

-Οι δυο νέοι γνωρίστηκαν καλύτερα και αποφάσισαν να ζήσουν μαζί. Στις αρχές Αυγούστου του 1939 η Κάρμεν έμεινε έγκυος και αναγκάστηκε να σταματήσει για ένα χρονικό διάστημα τον αγώνα. Ο Νίκος, όμως, δεν έλεγε να τα παρατήσει. Συνέχιζε με την ίδια θέρμη και ας επρόκειτο να γίνει πατέρας. Σε μια διαδήλωση, όμως, οι άνδρες του Φράνκο, που, μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, είχε πάρει την εξουσία με πραξικόπημα, τον συνέλαβαν. Η Κάρμεν συντετριμμένη από το γεγονός αυτό, αποφάσισε, για το καλό του αγέννητου παιδιού της, να φύγει για την Βαρκελώνη και να ζήσει με τους γονείς της. Δεν είχε πλέον κανέναν λόγο να παραμένει στη Μαδρίτη, αφού ο άνθρωπός που αγάπησε όσο τίποτα άλλο βρισκόταν στους τέσσερις τοίχους μιας φυλακής σε κάποιο άγνωστο μέρος.


Μετά από καιρό σε σαμποτάζ που πραγματοποίησαν οι δημοκρατικοί στις φυλακές που ήταν κλεισμένος, ο Νίκος κατόρθωσε να αποδράσει. Επιστρέφοντας, όμως, στο σπίτι,

ταλαιπωρημένος

από

τις

κακουχίες

και

τα

βασανιστήρια της φυλακής, έχασε την γη κάτω από τα πόδια του. Κανείς δεν τον περίμενε. Μόνο άψυχα αντικείμενα. Με βαριά καρδιά βάλθηκε να αναζητά τη γυναίκα της ζωής του. Ρωτώντας συγγενείς και φίλους κατάφερε τελικά να μάθει ποὐ βρισκόταν.

Στις αρχές Απριλίου η Κάρμεν γέννησε το μωρό της, το νεκρό μωρό της. Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Δεν είχε περάσει βδομάδα που η κοπέλα είχε επιστρέψει σπίτι της και ο Νίκος ταξίδεψε για τη Βαρκελώνη, λαχταρώντας να ξαναδεί την αγαπημένη του και για πρώτη φορά το παιδί του. Άργησε, άργησε όμως πολύ. Η Κάρμεν, μη αντέχοντας πια να ζει χωρίς τους δύο λατρεμένους της ανθρώπους, αποφάσισε να βάλει τέλος στην ζωή της. Πίσω της άφησε μόνο ένα γράμμα. Ένα γράμμα στο οποίο έλεγε την αλήθεια της και εξέφραζε τα συναισθήματά της για άλλη μία φορά, την τελευταία. “Μαμά, Μπαμπά, Νίκο, Λυπάμαι που ήταν ανάγκη να γίνει αυτό. Συγγνώμη που σας

εγκατέλειψα,

όμως

δεν

άντεχα

άλλο.

Μου


προσφέρατε αγάπη και σας ευχαριστώ. Μέσα μου όμως είμαι άδεια. Ένα σώμα χωρίς ψυχή. Τόσο καιρό έκανα υπομονή γιατί ήξερα πως θα έρθει μια καινούργια ζωή να το γεμίσει. Τώρα έχω χάσει τα πάντα, το μωρό μου, το μωρό μας, τον αγαπημένο μου Νίκο. Ξέρω πως ζει. Είναι δυνατός και θα αντέξει την φυλακή. Το ξέρω. Αν κάποτε διαβάσεις αυτό το γράμμα, Νίκο, να ξέρεις πως ήσουν τα πάντα για μένα. Εγώ όμως δεν ήμουν δυνατή. Άλλοι μου έδιναν την δύναμη για ζωή. Τώρα που δεν έχω κανέναν, εγκαταλείπω. Σας αγαπώ και γι’ αυτό έκανα ό,τι έκανα. Δεν ήθελα να σας μαυρίζω με την στεναχώρια μου και τα προβλήματά μου. Είναι καλύτερα έτσι. Ελπίζω να με καταλάβετε και να με συγχωρήσετε. Μην μου κρατήσετε κακία. Μην με ξεχάσετε, μην ξεχάσετε τα συναισθήματά μου για σας και το παιδί μου. Αυτό θα πάω να συναντήσω εκεί ψηλά. Έτσι θα έχω τουλάχιστον έναν λόγο για ζωή. Ειρωνεία, ε; Να πρέπει να πεθάνεις για να βρεις την ζωή σου… Μαμά, σ΄ αγαπώ! Μπαμπά, σ’ αγαπώ! Νίκο, σ’ αγαπώ! Θα σας περιμένω στην άλλη ζωή. Δεν πειράζει αν αργήσετε. Θα κάνω υπομονή. Πάντα μαζί σας, Κάρμεν. “


Η καρδία του Νίκου ράγισε, αλλά δεν έσπασε. Έμαθε να ζει με τον πόνο και την απώλεια. Η ζωή του είχε δείξει, για άλλη μια φορά, το σκληρό της πρόσωπο. Από εκείνη την μέρα, ο Νίκος σταμάτησε να αγωνίζεται. Επέστρεψε στην Ελλάδα Έζησε εκεί με την οικογένειά του, μένοντας κλεισμένος στο σπίτι και διαβάζοντας. Μόνο έτσι μπορούσε να ξεφύγει από την πραγματικότητα. Μπορεί στην Ισπανία να έζησα μονάχα δύο τρία χρόνια, συνέχισε ο κ. Νίκος, όμως όλη μου η ζωή ήταν μέσα σε αυτά. Εδώ τελειώνει η ιστορία μου. Έχασα ό,τι αγαπούσα, συνέχισα, ωστόσο, να υπάρχω. Ο λόγος; Απλώς φοβάμαι τον θάνατο. -Ευτυχώς που αντέξατε, είπε ο δημοσιογράφος. - Τι εννοείς; ρώτησε γεμάτος απορία ο κ. Νίκος. - Η σειρά μου να πω και εγώ μια ιστορία. Δεν μεγάλωσα με την πραγματική μου οικογένεια. ’Έζησα σε μια οικογένεια που δεν ήταν δική μου. Ξέρεις γιατί; Ὀταν ανέβαλε την εξουσία, ο Φράνκο διέταξε την κλοπή μωρών από πολιτικά επικίνδυνες για το καθεστώς οικογένειες. Την ανατροφή τους θα αναλάμβαναν υγιή ζευγάρια που δεν μπορούσαν να τεκνοποιήσουν, ζευγάρια πιστά στο νέο καθεστώς. Ναι, είμαι ένα από αυτά τα μωρά. Η γυναίκα σου γέννησε λίγο καιρό, αφότου ο Φράνκο είχε ανέβει στην εξουσία, σωστά;


-Ναι, αλλά δεν σε καταλαβαίνω… , είπε κομπιάζοντας ο κ. Νίκος. -Κύριε Νίκο, όπως ξέρετε με λένε Ματίας και τα μάτια μου, όπως λέτε, δικαίως σας θυμίζουν κάτι. Τα μάτια της σας θυμίζουν. Είπαν ψέματα στη γυναίκα σας, κύριε Νίκο. Ποτέ δεν πέθανα. Με έκλεψαν πίσω από την πλάτη της και με έδωσαν σε άλλους. Οι θετοί μου γονείς πνίγηκαν σε ναυάγιο πριν από δύο χρόνια. Η υπηρέτριά μας που με μεγάλωσε σαν παιδί της, μόλις αυτοί «έφυγαν» μου αποκάλυψε όλη την αλήθεια. Εκείνο το μοιραίο βράδυ η γυναίκα αυτή έτυχε να ακούσει το όνομα της πραγματικής μου μητέρας. Από τη στιγμή της αποκάλυψης της αλήθειας, άρχισα να αναζητάω τις ρίζες μου. Είμαι το παιδί σας… Λοιπόν, μπορώ να σε φωνάζω μπαμπά; -Τ..τι..;, είπε ο κ. Νίκος, τραυλίζοντας από συγκίνηση. -Μπορεί η τύχη να σου γύρισε την πλάτη μία φορά, τώρα, όμως, ήρθε η ώρα της δικαίωσης. Είμαι εδώ και γύρισα για σένα … Γύρισα για τη μαμά… Για να μας δει από εκεί ψηλά μαζί και να είναι ευτυχισμένη...

Κάτι μου θυμίζουν τα μάτια σου  

Μαθητική εργασία

Κάτι μου θυμίζουν τα μάτια σου  

Μαθητική εργασία

Advertisement