Issuu on Google+

Η ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ Περιεχόμενα: 1η ενότητα, Ενετοκρατία 2η ενότητα, Τουρκοκρατία 3η ενότητα, Νεότερη εποχή

Ενετοκρατία: Το 1210, η Βυζαντινή Κρήτη γίνεται Ενετική μέχρι που το 1669 το βασίλειο της Κάντια, κατακτάται από τους Τούρκους. Η Κρήτη γνώρισε μεγάλη πνευματική και κυρίως οικονομική ακμή τους δύο τελευταίους αιώνες της Ενετοκρατίας. Γνωστή σε όλους μας ως "Κρητική αναγέννηση". Η Κρήτη είχε τον πρώτο ρόλο στην εμπορική κίνηση της ανατολικής Μεσογείου. Στα τέλη του 14ου αιώνα οι αγορές του Χάνδακα και των Χανίων πρόσφεραν αρώματα και υφάσματα. Από τον Χάνδρακα εξάγονταν στην Ιταλία, τη Βόρειο Αφρική, την Κωνσταντινούπολη και την Κέρκυα διάφορα προϊόντα εξαιρετικής ποιότητας και μάλιστα ήταν και αρκετά δημοφιλή. Οι ντόπιοι και φυσικά οι Βενετοί κάτοικοι του νησιού αγόραζαν διάφορα προϊόντα από ολόκληρη την Ευρώπη. Κατά τον 13ο αιώνα στην Κρήτη η ενδυμασία των Βενετών και των Βυζαντινών είχαν πολλά κοινά στοιχεία, κυρίως για λόγους πολιτικής και σκοπιμότητας. Επίσης από το 1229 ως το 1476, εκδόθηκαν πολλαπλά διατάγματα που αφορούσαν την ενδυμασία των Κρητικών λόγω του ότι οι Βενετοί δεν ήθελαν οι υπόδουλοι Έλληνες Κρητικοί να ντύνονται με πολυτελή σχετικά υφάσματα. Το 1339 απαγόρευσαν στις γυναίκες να χρησιμοποιούν τις πολιυτελείς, λιθοποίκιλτες ενδυμασίες. Απαγόρευσαν επίσης και τον στολισμό με μαργαριτάρια στις κομμώσεις τους. Για όσες γυναίκες δεν τηρούσαν αυτές τις απαγορεύσεις, τότε υπήρχε χρηματική ποινή. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο απαγόρευσαν και στους άνδρες να ράβουν ρούχα. Μάλιστα στους άντρες κάτω των 30 ετών, απαγόρευσαν να έχουν στην κατοχή τους πάνω από δύο γούνες σκίουρου. Τέλος, με ακόμα ένα άλλο διάταγμα, αυξάθηκαν οι δασμοί των εισαγόμενων υφασμάτων. Οι Βυζαντινές επιδράσεις, Τους τρείς πρώτους αιώνες της Ενετικής κατάκτησης οι Κρητικές -της ανώτερης τάξης- ήταν ντυμένες με βαρύτιμη φορεσιά που αποτελούνταν από τέσσερα όμοια σε σχέδιο και χρώματα ενδύματα. Αρχικά έχουμε το χιτώνα, ποδηρές ένδυμα σε λευκό χρώμα. Δεύτερο όμοιο ένδυμα


είναι το καμίσιο, ένδυμα επίσης ποδηρές και πλατύ πάλι σε λευκό χρώμα. Στη συνέχεια έχουμε την ''γρανάτζα'' λευκού χρώματος με χαρακτηριστικό το μεγάλο μήκος και πλάτος στο κορμό και στα μανίκια, μάλιστα η συγκεκριμένη προέρχεται από το αυτοκρατορικό ενδυματολόγιο. Τελευταίο ένδυμα είναι το μανδί σε χρώμα κόκκινο -συναντάται σπάνια σε άλλα χρώματα- και έχει ημικύκλικη ουρά. Συνήθως είναι ραμμένο από βελούδο. Η αντρική ενδυμασία στην Ενετική εποχή αποτελούταν από δύο ενδύματα, εσωτερικά το υποκαμίσιο και εξωτερικά το καμίσιο. Η ποιότητα του ενδύματος, ήταν ανάλογα με τη οικονομική και κοινωνική δυνατότητα του ατόμου. Οι δυτικές επιρροές, Στα μέσα του 14ου αιώνα, εμφανίζεται στην Κρήτη η γαλλική φορεσιά όπου την αποτελούσε ένα μονοκόμματο εφαρμοστό φόρεμα με μακρύ κουμπρωτό άνοιγμα μπροστά. Είχε εφαρμοστά μανίκια και κουμπωτά ως τον αγκώνα και ένα μεγάλο τετραγωνικό άνοιγμα μπορστά, στο λαιμό. Επίσης τον 15ο αιώνα, κυριάρχισε η δυτική μόδα και το αντρικό ντύσιμο δέχτηκε αρκετές αλλαγές, λόγω των αναγεννησιακών επιρροών. Αρχικά κόντινε και σταμάτησε ως το γόνατο και βασικά λίγο πιο πάνω. Ήταν κουμπωτό ως την μέση και εφαρμοστό και από την μέση και κάτω ήταν ίσιο με κουμπωτά μανίκια. Το 16ο αιώνα το δυτικό ένδυμα που κυριαρχεί είναι βαθυπράσινο μεσάτο φόρεμα με πλατιά ζώνη μέχρι το στομάχι και μακριά φαρδιά μανίκια. Οι κάλτσες καλύπτανε τις κνήμες και τους μηρούς. Χαρακτηριστικό επίσης, ήταν και τα καλύμματα της κεφαλής που φορούσαν οι Κρητικοί ταυτόχρονα με τους κατοίκους στην Δύση. Οι γυναίκες φορούσαν τυμπάνι και οι άνδρες κατωτίδα που παρουσιάζετε με μεγάλη ποικιλία τύπων, κυρίως μετά τον 15ο αιώνα. Όσο αναφορά τα παπούτσια οι άνδρες φορούσαν μαύρα χαμηλά παπούτσια και οι γυναίκες ψηλά τσόκαρα όπως και οι αριστοκράτισσες στις αυλές της Δύσης.

Τουρκοκρατία: Την 38η μέρα της κατάληψης του Χάνδρακα - σημερινό Ηράκλειο - ο πασάς εκδίδει διαταγή με την οποία επιτρέπει την εισαγωγή υφασμάτων από όλες τις μουσουλμανικές περιοχές. Όσο το βενετσιάνικο στοιχείο περνάει στο παρελθόν οι νεαστές και οι χωρικές της Κρήτης, εξελίσσονται και αλλάζουν το ντύσιμο τους. Σχεδόν σε όλη την επικράτεια του νησιού, παρατηρούμε πως υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία. Το πιο προφανές όμως, είναι η πλατειά μεταξωτή φούστα, αλλά και το κλασσικό ζιπόνι. Το ζιπόνι είναι συνήθως χρυσοκέντητο γιλέκο που το συναντάμε σε όλες τις περιοχές της Κρήτης και της υπόλοιπης Ελλάδας με κάποιες παραλλαγές. Στη φορεσιά προστίθεται η φαρδιά ζώνη και το πουκάμισο που είναι συνήθως μεταξωτό. Μέχρι να σταθεροποιηθεί η κατάσταση στο νησί, τα υφάσματα και τα ρούχα έρχονται, επανέρχονται και


εξελίσσονται. Οι αστές και οι εύπορες νύφες του νησιού συναγωνίζονται στην ενδυμασία. Το ρούχο που φορά η γυναίκα στους γάμους, στα γλέντια και στην εκκλησία, εξελίσσεται στην παράδοση και περνάει από μάνα σε κόρη. Βράκα και γελέκι: Επιρροές από τους Αλγερίνους πειρατές; Οι Κρήτες για δύο αιώνες μετά την βενετσιάνικη κατάκτηση, συνέχιζαν να ντύνονται με το βυζαντινό ένδυμα. Η βράκα αφομοιώθηκε σαν καθημερινό ένδυμα, αφού πρώτα το φορούσαν οι Κρήτες ναυτικοί. Η βράκα φοριόταν παντού, σαν το σημερινό παντελόνι. Φουσκώνει προς το πίσω μέρος χάριν λεβεντιάς. Την ανδρική φορεσιά των Κρητικών έραβαν και κεντούσαν ειδικοί ραφτάδες που ονομάζονταν ''τερζήδες''. Η βασική φορεσιά του Κρητικού ήταν το μεταξωτό πουκάμισο λευκού, μάυρου, γκρί, καρό ή ριγέ χρώματος. Σε γάμους και σε γλέντια φορούσαν πάντα το άσπρο πουκάμισο, το οποίο στο λαιμό είχε στρογγυλό σχήμα, σαν το σημερινό γιακά. Να σημειωθεί πως τα κουμπιά του λαιμού και των μανικιών ήταν πάντα κλειστά ως δείγμα σεμνότητας. Η ζώνη που φορούσαν οι αστοί ήταν μεταξωτή, ενώ των χωρικών πλεκτή συνήθως μάλλινη. Στο κεφάλι φορούσαν το γνωστό φέσι όχι τριγωνικό όπως των Τούρκων, αλλά σπαστό το οποίο το κάλυπταν πάντα με το σαρίκι. Στο σαρίκι προστίθενται κρόσσια που συμβολίζουν τα δάκρυα του Κρητικού λαού και τα πολλά χρόνια σκλαβιάς. Το μεϊντάνι είναι τελείως ανοιχτό γιλέκο και φοριέται πάνω από το πουκάμισο και στα χέρια είναι κοντό και εφαρμοστό. Το γελέκι, είναι ένα τύπος γιλέκου και είναι κλειστό στο στήθος χωρίς μανίκια. Έχει τρείς τύπους: το σταυρωτό που κλείνει τελείως μπροστά, το ανοιχτό που έχει μεγάλο άνοιγμα μπροστά αφήνοντας να φαίνεται το πουκάμισο και κλείνει πάνω στην κοιλιά. Και τέλος το ανωγειανό ήταν ανοιχτό σε πλάτη και στήθος. Το κάποτο αποτελεί επίσημο εξάρτημα της φορεσιάς, και είναι μια κοντή σχετικά κάπα με κουκούλα και μακριά μανίκια. Οι Κρήτες φορούσαν μαύρα κόκκινα ή άσπρα στιβάνια και εκτός από αυτά οι αστοί και οι πιο εύποροι φορούσαν τα ''τσαρδίνια'' που ήταν ψηλά, στενά, άσπρα παπούτσια με μεταξωτά κορδόνια. Το κρητικό μαχαίρι, Έχειι σχήμα σαϊτας και χαρακτηριστικό του ήταν η ατσάλινη λεπίδα, η οποία είχε μονάχα μια κόψη, έντονα κυρτή και κατέληγε σε μια οξύτατη αιχμή που είχε μια κλίση προς τα πάνω. Υπάρχουν τρία είδη μαχαιριών που καθορίζονταν ανάλογα με την χρησιμότητά τους, το πολεμικό μαχαίρι, που στην λαβή του ήταν χαραγμένο το όνομα του τεχνίτη. Το μαχαίρι γενικής χρήσης, η λαβή του έχει ειδικές εσοχές, ώστε τα δάχτυλα να εφαρμόζουν καλύτερα και να υπάρχει μεγάλη άνεση στην κίνηση. Τέλος υπάρχει η ''βοσχομαχαίρα'', που είναι μαχαίρι για την


σφαγή των ζώων. Η λαβή του μαχαιριού ονομάζεται ''μάνικα'' και υπάρχει ποικιλία στα σχήματα. Η λαβή είναι πάντοτε κατασκευασμένη από ζωική ύλη (κέρατο ή κόκαλο) και καμιά φορά από ελεφαντόδοτο, που βασικά χρησιμοποιείται στα πολυτελή μαχαίρια. Τα μαχαίρια με τις σκουρόχρωμες κεράτινες λαβές ονομάζονταν μαυρομάνικα, τα οποία θεωρούνται και τα πιο λεβέντικα μαχαίρια. Το μαχαίρι, κοσμούσε επίσης και την γυναικεία φορεσιά και αποτελούσε παραδοσιακό δώρο αρραβώνα του μνηστήρα στην κοπέλα του. Νεότερη εποχή: Στην Κρήτη η παραδοσιακή φορεσιά των γυναικών ήταν πάντα ποικίλη και όμορφη, ήδη όμως από τις αρχές του 19ου αιώνα αρχίζει να μεταβάλλεται. Οι Κρητικοπούλες στα χωριά ή στις πόλεις φορούσαν το ζιπόν ή σάκο και την φούστα, που ήταν φτιαγμένα από μπαμπακερό ύφασμ . Τα γιορτινά τους φορέματα φτιάχνονταν από μαλλί και συνοδεύονταν από τετράγωνα τσεμπέρια ως κάλυμμα στο κεφάλι. Οι ηλικιωμένες χήρες, φορούσαν τα λεγόμενα θλιτικά, μαύρου χρώματος. Οι χαιράμενες ηλικιωμένους φορούσαν καφετιά ρούχα και οι μεσοκαιρίτισσες πλουμιστά χρώματα. Οι Κρητικές κράτησαν το πατροπαράδοτο σχήμα και στολισμό της φορεσιάς τους έως το 1920 περίπου, λόγω του ό,τι εκείνη την εποχή η ευρωπαϊκή μόδα είχε ήδη εισβάλει στο γυναικείο τρόπο ντυσίματος. Βέβαια οι μικροαστές προτιμούσαν εύχρηστα φορέματα σε αντίθεση με τα ακριβά και διακοσμημένα φορέματα, που τα κρατούσαν σε καλή κατάσταση και τα φορούσαν μονάχα σε γάμους, βαφτίσεις και σχόλες, αν και εφόσον μπορούσαν οικονομικά να ανταπελξέθουν και να αφοράσουν ένα τέτοιο φόρεμα. Στην εποχή του ρομαντισμού, στα μέσα του 19ου αιώνα η γυναικεία ενδυμασία δέχτηκε πολλές διακυμάνσεις-εκκεντρικότητες. Αρχικά, φορούσαν ελαφριά μεσάτα φουστάνια και αργότερα οι φούστες και τα μανίκια άρχισαν να φουσκώνουν. Παράλληλα εμφανίστηκαν οι στηθόδεσμοι που αμέσως η χρήση τους έγινε αποδεκτή και αναγκαία, καθώς και τα φορέματα με μεγάλα ντεκολτέ που στολίζονταν κυρίως με δαντέλες. Τα χτενίσματα γίνονται αρκετά πολύπλοκα και διακοσμούνταν συνήθως με λουλούδια και φιόγκους. Τις αμέσως επόμενες δεκαετίες η μόδα ακολούθησε νέες κατευθύνσεις και οι φούστες έφτασαν ως το γόνατο. Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, οι γυναίκες συνειδητοποίησαν την θέση τους και άρχισαν να δραστηριοποιούνται εκφράζοντας την άποψή τους, με αποτέλεσμα να γίνει η διαμόρφωση της ενδυματολογικής γυναικείας ταυτότητας. Το δημοφιλές κλασσικό ύφος άρχισε να χάνει τη δημοτικότητά του γύρω στο 1912 και όλο αυτό οδήγησε στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Η ραγδαία οικονιμική και βιομηχανική ανάπτυξη παραμερίζουν την δημιουργική


εργασία στον τομέα του ενδύματος και στη συνέχεια κατέληξαν στην ενδυματολογική υποταγή. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος, βάζει την μόδα σε εντελώς δεύτερη μοίρα, αφού οι ανάγκες πλέον επικεντρόνονται στην επιβίωση και μόνο. Ύστερα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο, το γυναικεία ένδυμα υπακούει ξανά στις τάσεις της μόδας οι οποίες υπαγορεύονται από δυτικοευρωπαίους μόδιστρους. Οι τάσεις αυτές, μεταφέρονται υπερβολικά γρήγορα σε ολόκληρη την Ελλάδα λόγω του τουρισμού και του εμπορίου κυρίως. Η μίνι φούστα έκανε την είσοδό της στην Ελλάδα το 1964, στην αρχή σόκαρε όσο να'ναι την κοινωνιά, μιάς και είχαν συνηθήσει στα πιο συντηριτικά ρούχα. Όσο αναφορά την αντρική ενδυμασία στη Νεότερη εποχή, η βράκα είχε αρχίσει να ξεπερνιέται - αποτελούσε παραδοσιακή φορεσιά μέχρι τότε - και στη θέση της να φοράνε παντελόνια και λούστρινα παπούτσια αντί για στιβάνια, όλα αυτά ήταν καθαρά ευρωπαϊκά στοιχείά. Ρόλο σε αυτή την αλλάγη έπαιξαν οι νέοι που έφευγαν από τον τόπο καταγωγής τους για σπουδές, η ανάπτυξη του εμπορίου και φυσικά οι δύο μεγάλοι πόλεμοι. Πλέον η κρητική παραδοσιακή φορεσιά έχει γίνει μουσειακό είδος και μόνο η μισή προεδρική φρουρά φοράει βράκα και η υπόλοιπη μισή φουστανέλα, όπως και η εσωτερική φρουρά του προεδρικού μεγάρου φρουρείται από βρακοφόρους.


Ερευνητική εργασία Α Λυκείου 2012-2013