Issuu on Google+


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

2


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Αρχική πρόθεση της ερευνητικής απόπειρας υπήρξε η δημιουργία ενός αρχείου/ καταλόγου για τη φωτιά. Το αρχείο είναι εξελίξιμο, μπορεί εν δυνάμει να ανανεώνεται συνεχώς. Έτσι, ο στόχος του είναι δυνατόν να επαναπροσδιορίζεται. Αυτό θα έπρεπε να συμβεί, κατά κάποιο τρόπο, ταυτόχρονα με κάποια αναπαράσταση της ίδιας της εξελικτικής διαδικασίας που αποτελεί η αρχειοθέτηση. Η σειρά τοποθέτησης των ευρημάτων δεν συμπίπτει με τη χρονική σειρά που ανέκυψε κατά τη διάρκεια της έρευνας. Η αναπαράσταση, άλλωστε, δεν συμβαίνει σε αυτόνομο πραγματικό χρόνο αλλά δανείζεται χρόνο του παρατηρητή για να υλοποιηθεί. Επομένως, εφόσον οι χρονικές σχέσεις διαταράσσονται, διευκολύνεται κάποια «βεβήλωση» της ακρίβειας του τρόπου με τον οποίο δημιουργήθηκε το αρχείο. Δεν ενδιέφερε αυτό εξάλλου. Περισσότερο ενδιέφερε η μεταφορά κάποιας ακόμα ακαθόριστης εντύπωσης πως η φωτιά και η αρχιτεκτονική σχετίζονται. Επομένως, η επιλογή και η τοποθέτηση των αποσπασμάτων φωτιάς έγιναν για να εμφανίσουν κάποια αφηρημένη σχέση με την αρχιτεκτονική. Η αρχιτεκτονική αντιστέκεται στις φυσικές καταστροφές. Μια τέτοια «φυσική» καταστροφή είναι η φωτιά. Η πρακτική της αρχιτεκτονικής ως αντίσταση στη φωτιά, περιγράφει αμέσως μια σχέση μεταξύ των δύο. Τη φωτιά θα μπορούσε να αντικαταστήσει οποιαδήποτε μορφή φθοράς. Ο χρόνος, άλλωστε, από μόνος του μπορεί να είναι συνάρτηση της φθοράς. Μπορούμε να εννοούμε τον χρόνο ως δύναμη της φθοράς. Η φωτιά επιλέχθηκε εδώ ως έννοια προς εξέταση γιατί συμπυκνώνει τη φθορά. Οι εξελικτικές διαδικασίες συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο, ενώ η αρχιτεκτονική σχεδιάζεται και κατασκευάζεται, προσπαθώντας «να παγώσει» το χρόνο. Η σκέψη αυτή επεκτείνεται λοιπόν στη συνέχεια σε μια αναζήτηση για το ζωντανό χρόνο της φωτιάς και την αναπαράσταση. Η ζωντανή ενέργεια της φωτιάς και οι περιορισμοί που ορθώνονται από τις επιστήμες για την αντίσταση στην καταστροφική της δύναμη, είναι γενικά τα δυο θέματα τα οποία επιλέχθηκαν τελικά να αναδειχθούν, αλλά όχι μέσω μιας ξεκάθαρης κατηγοριοποίησης των στοιχείων. Υπάρχει, θα έλεγα, μια διάβρωση μεταξύ των ορίων αυτών των δυο πραγμάτων. Τη διάβρωση θα προσπαθήσω να επεξηγήσω με ένα παράδειγμα: Η φωτιά είναι αυτόματη, ζωντανή, απρόβλεπτη. Ο Bachelard γράφει πως «η φωτιά ενσωματώνει όλα τα χαρακτηριστικά της πέψης». Παραθέτω ένα κείμενο της Lisa Heschong που δείχνει χαρακτηριστικά την ανιμιστική πλευρά της φωτιάς: « Η φωτιά ήταν αναμφίβολα το στοιχείο του σπιτιού που προσιδιάζει περισσότερο στη ζωή. Κατανάλωνε τροφή και άφηνε απορρίμματα. Μπορούσε να μεγαλώσει και να κινηθεί με τη θέλησή της. Μπορούσε να εξουθενωθεί και να πεθάνει, και το πιο σημαντικό, ήταν ζεστή, μια από τις πιο βασικές ποιότητες με τις οποίες συνδέουμε τη ζωή μας. Όταν η φωτιά πεθάνει, τ’ απομεινάρια της κρυώνουν, όπως ακριβώς το σώμα γίνεται κρύο όταν πεθαίνει ο άνθρωπος. Κάνοντας έναν παραλληλισμό με την ιδέα ότι η ψυχή ζωντανεύει το υλικό σώμα του ανθρώπου, η φωτιά, τότε, είναι η ψυχή για το κτιριακό σώμα.» * Οι σύγχρονοι τρόποι αντιμετώπισης της πυρκαγιάς αξιοποιούν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της φωτιάς. Ένα εκτεταμένο πεδίο εννοιών και αναπαραστάσεων, τεχνικής και εκλεπτυσμένων μηχανισμών παρουσιάζεται σήμερα υπό την έννοια της πυροπροστασίας. Χρησιμοποιούνται αισθητήρες, αυτοματισμοί, κάμερες και επιχειρείται η πρόβλεψη όλων των παραμέτρων βάσει των οποίων εξελίσσεται μια 3


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

πυρκαγιά, αποβλέποντας τελικά στην κατάργηση του απρόβλεπτου. Πρόκειται για έναν τεχνητό ανιμιστικό σύστημα που μιμείται τη ζωντάνια του ίδιου του φαινομένου προκειμένου να το καταπολεμήσει. Εναλλακτικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως η φωτιά η ίδια αποτελεί πρωτόγονη μορφή αυτοματισμού. Διακρίνω μια ανανέωση στον τρόπο που η αρχιτεκτονική αντιστέκεται στη φθορά. Αν παλιότερα ο σκοπός της αρχιτεκτονικής ήταν η δημιουργία στατικών μορφών που αναχαιτίζουν τη φθορά παγώνοντας το χρόνο, σήμερα αρχίζει να εμφανίζεται ως στόχος η δημιουργία ευέλικτων και αυτοματοποιημένα μεταβαλλόμενων καταστάσεων που παραλαμβάνουν την καταστροφή, δηλαδή τη μεταβολή, «φυσικά», ακολουθώντας τον τρόπο που η ίδια η μεταβολή δημιουργείται και λειτουργεί.

4


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Κι απ’ τη στιγμή που ο μυθιστοριογράφος μας έβαλε σ’ αυτή την κατάσταση- όπου, καθώς συμβαίνει σ’ όλες τις καθαρά εσωτερικές καταστάσεις, κάθε συγκίνηση δεκαπλασιάζεται, όπου το βιβλίο του θα μας αναστατώσει με τον τρόπο που μας αναστατώνει και το όνειρο, αλλ’ ένα όνειρο πιο καθαρό από αυτά που βλέπουμε στον ύπνο μας και που η ανάμνησή του θα διαρκέσει περισσότερο- τότε κάνει να ξεσπάσουν μέσα μας σε μιαν ώρα όλες οι εφικτές ευτυχίες και δυστυχίες που στη ζωή θα χρειαζόμασταν χρόνια για να γνωρίσουμε μερικές τους, και που οι πιο έντονες δεν θα μας αποκαλυφθούν ποτέ, γιατί ο αργός ρυθμός της γένεσής τους μας αφαιρεί τη δυνατότητα να τις συλλάβουμε (έτσι αλλάζει και η καρδιά μας στη ζωή, κι αυτός είναι ο χειρότερος πόνος • τον γνωρίζουμε όμως μόνο μέσα από την ανάγνωση, με τη φαντασία: στην πραγματικότητα αλλάζει με τον τρόπο που πραγματοποιούνται ορισμένα φαινόμενα της φύσης, τόσο αργά, ώστε αν μπορούμε να διαπιστώσουμε διαδοχικά την καθεμιά απ’ τις διαφορετικές τους καταστάσεις, αντίθετα, στερούμαστε την ίδια την αίσθηση της αλλαγής). Μ.Προυστ, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, τ.1, σελ.81-83

5


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Ζωντανός χρόνος και Αναπαράσταση

Η παρατήρηση ενός φαινομένου στην διάρκεια της εξέλιξής του μοιάζει να οργανώνει για αυτό κάποια διαφορετική διάρκεια από την διάρκεια που φέρεται να έχει το ίδιο φαινόμενο όταν επιχειρούμε να το αναπαραστήσουμε με οποιονδήποτε τρόπο, ιστάμενοι έξω από αυτό. Το απόσπασμα του Προύστ εισάγει δύο έννοιες σχετικές με την εξέλιξη: η πρώτη έχει σχέση με την στέρηση της έννοιας της αλλαγής μέσα στην κατάσταση. Η δεύτερη έχει σχέση με την συμπύκνωση της αναπαράστασης όπως αυτή παράγεται εδώ (παραδειγματικά) με ένα λογοτεχνικό κείμενο. Στην αναπαράσταση, ο χρόνος μιας μεταβολής είναι μηδενικός, σχεδόν δεν έχει σημασία. Στην αναπαράσταση, ο χρόνος της μεταβολής εμφανίζεται εξ ορισμού ως κάτι που διαφεύγει: η εξέλιξη καθώς αναπαριστούμε ένα φαινόμενο συλλαμβάνεται με σταματήματα που φτιάχνουν την αναπαράσταση μιας εξέλιξης. Τα σταματήματα μπορούν να οδηγούν σε κάποια εξωτερική περιγραφή της μεταβολής. Η ίδια η μεταβολή δεν αναπαρίσταται μια και (για να συμβεί η αναπαράσταση) χρειάζεται ο νεκρός χρόνος του σταματήματος. Η εσωτερική θέση του παρατηρητή στο φαινόμενο από την άλλη αποκρύπτει την δυναμική της μεταβολής που εμφανίζεται στην αναπαράσταση. Εμφανίζεται τότε μια εσωτερική αντίφαση που εισάγει στην παρακολούθηση της πραγματικότητας την ανάγκη της αναπαράστασης για να οριστεί η ίδια η έννοια της μεταβολής. Η μεταβολή μπορεί τότε να παρουσιάζεται μόνο σε αναπαράσταση, η ζωντανή εξέλιξη είναι ταυτόχρονα (με “φυσικό” τρόπο στο “εσωτερικό” της μεταβολής και ταυτόχρονα εξορισμένη από αυτήν. Η αναπαράσταση μπορεί να μεταφέρει κάποια στάδια της μεταβολής κατά τρόπο που θυμίζει συμπύκνωση της πραγματικότητας. Η μεταβολή (ιδωμένη από το μάτι του παρατηρητή στο εσωτερικό της εξέλιξής της) είναι ζωντανή διαδικασία. Δεν υπάρχει τρόπος να προσδιοριστεί η έναρξή της ή το τέλος της, τα ενδιάμεσα στάδιά της. Έχουμε να κάνουμε με μια σταθερή ροή καταστάσεων όπου το κάθε στάδιο εμπεριέχει το προηγούμενο και περιγράφοντας το φαινόμενο με τον τρόπο αυτό ήδη το αναπαριστούμε. Η αναπαράσταση, από την άλλη, δεν είναι ζωντανή διαδικασία. Αποτελείται από παγωμένες εικόνες αναπαριστώμενων στιγμών, τις οποίες επιχειρεί να αποκολλήσει από τον ζωντανό χρόνο της διαδικασίας. Θα ήταν αφελές να εισάγουμε στην προβληματική της αναπαράστασης και στις τροπές της μέσα σε μια τόσο μικρή μελέτη που αποβλέπει στην χωρική διάσταση της καύσης. Η αναπαράσταση ωστόσο ενδιαφέρει εδώ όσο ονομάζει τα εξής χαρακτηριστικά : αφαίρεση, συμπύκνωση και πάγωμα του χρόνου. Αφού καμία χρονιότητα δεν μπορεί να θεωρείται αυθεντική ή δεδομένη, η αναπαράσταση θέτει το ζήτημα του χρόνου ενώ η ίδια περιγράφεται με δύο τρόπους που ενδιαφέρουν εδώ (ανάμεσα σε πολλούς άλλους) : ενώ παρακολουθεί τον φυσικό χρόνο ή ενώ τον αναχαιτίζει. Η αναχαίτιση του χρόνου σημαίνει ότι κάποια αντιστροφή των σταδίων της φυσικής μεταβολής (reverse) βρίσκεται ήδη στον εσωτερικό μηχανισμό της αναπαράστασης. Ανακαλούμε για την περίπτωση δυο «επιστήμες ανάσχεσης». Αυτές προέρχονται από την ιατρική και από την πυρόσβεση. Στόχος των δυο επιστημών είναι να 6


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

αναστρέψουν την χρονική ροή προς τα εμπρός και τα στάδια κάποιας μεταβολής την οποία διέγνωσαν ως ολέθρια για τον άνθρωπο ή το περιβάλλον. Φωτιά και Ασθένεια

Έστω ότι έχουμε δυο ζωντανούς οργανισμούς, ένα δέντρο και έναν άνθρωπο. Το δέντρο πιάνει φωτιά και πεθαίνει μέσα σε λίγες ώρες, ο άνθρωπος καρκίνο σε καλπάζουσα μορφή και πεθαίνει μέσα σε λίγους μήνες. Ο χρόνος της καταστροφής των οργανισμών ήταν (με μετρήσιμο τρόπο) μικρότερος από το χρόνο ανάπτυξής τους. Η φωτιά και η αρρώστια αντίστοιχα αποτελούν (οι ίδιες) την αντιστροφή του χρόνου της φυσικής εξέλιξης, τον οποίο, μάλιστα, συμπυκνώνουν. Από την άλλη, απομονώνοντας τη φωτιά και τη αρρώστια, διαπιστώνουμε πως έχουν την δική τους ζωή και την ιδία τους ζωντανή εξελικτική διαδικασία σε αυτόνομο χρόνο, όπου, πάλι το κάθε στάδιο εμπεριέχει το προηγούμενο. Οι «επιστήμες ανάσχεσης» οι οποίες μας απασχολούν εδώ μορφολογικά ως προς τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά συμπληρώνουν τον κύκλο μεταβολής/ συμπυκνωμένης ανάσχεσης της μεταβολής, όπως αυτή ορίστηκε από τη φύση. Με λίγα λόγια, η φωτιά και η αρρώστια αναχαιτίζουν τη φυσική εξέλιξη ακολουθώντας μια αντίθετη και συμπυκνωμένη χρονικά πορεία. Από την άλλη, οι επιστήμες ανάσχεσης αναχαιτίζουν τη φυσική εξέλιξη της αρρώστιας και της φωτιάς, ακολουθώντας επίσης μια αντίθετη και συμπυκνωμένη χρονικά πορεία. Η έναρξη της καταστροφής ανακοινώνεται μαζί με κάποιο καλπάζοντα ρυθμό μεταβολής. Στην επίδραση στον καλπάζοντα αυτόν ρυθμό αποβλέπουν οι επιστήμες ανάσχεσης. Με την έναρξη της καταστροφικής διαδικασίας αρχίζει o αγώνας ανάμεσα στην “φυσική” εξέλιξη της καταστροφής και των επιστημών ανάσχεσης. Η αναμέτρηση αυτή ρυθμίζει το είδος του χρόνου που ενδιαφέρει εδώ. Η έναρξη της καταστροφής ορίζει ότι από αυτή τη χρονική στιγμή και έπειτα ο χρόνος “συμπυκνώνεται”. Η “φυσική” εξέλιξη της φωτιάς ή της αρρώστιας αντιστρέφει την πορεία ζωής σε “συμπυκνωμένο” χρονικό διάστημα. Οι επιστήμες ανάσχεσης, για να είναι αποτελεσματικές, πρέπει να αντιστρέψουν τη φυσική εξέλιξη της καταστροφής ή να την ανατάξουν σε “συμπυκνωμένο” χρόνο. Κάθε φορά που οι διαδικασίες αναχαίτισης της εξέλιξης των φαινομένων επαναλαμβάνονται, παρακολουθούμε διαφορετικές “συμπυκνώσεις” του χρόνου. Tο φαινόμενο του ακαριαίου θανάτου και το φαινόμενο της καθολικής ανάφλεξης (flashover) -όπου λαμπαδιάζουν όλες οι εύφλεκτες ύλες ενός πεδίου καύσης ταυτόχρονα-, οργανώνουν το σχήμα ταύτισης εκκίνησης και λήξης της καταστροφής. Σε αυτή την περίπτωση, το ξέσπασμα της καταστροφής όρισε τόσο μικρό χρόνο αντιστροφής, που δεν επιδεχόταν αντιστροφή της αντιστροφής.

7


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Η Επούλωση

Οι επιστήμες ανάσχεσης κατασκευάζουν την ανάσχεση της καταστροφής. Μια πιθανή αναπαράσταση της ανάσχεσης θα μπορούσε να είναι η επουλωτική διαδικασία. Ο χρόνος, όμως, της δημιουργίας μιας πληγής είναι “συμπυκνωμένος”. Σύμφωνα με τον παραπάνω συλλογισμό, δεν θα έπρεπε να υπάρχει πλέον (απέναντι σε αυτή την “συμπύκνωση του τραυματισμού) δυνατότητα ανάσχεσης. Αυτό εν μέρει ισχύει• αν είναι πολύ μεγάλη η έκταση της πληγής, ο ασθενής δύσκολα θα επιβιώσει. Παρατηρούμε λοιπόν, πως στην αναμέτρηση ανάμεσα στην φυσική εξέλιξη της καταστροφής και των επιστημών ανάσχεσης, υπεισέρχεται ένας ακόμη παράγοντας που είναι η “έκταση της ζημιάς”. Ο χρόνος και η έκταση είναι ανάλογα χαρακτηριστικά όσον αφορά τη δυνατότητα ανάσχεσης. Με λίγα λόγια, όσο μικρότερη είναι η έκταση της ζημιάς αυτής τόσο πιο απλή είναι η ανάσχεση της εξέλιξής της. Επομένως μπορούμε να αναδιατυπώνσουμε τον ισχυρισμό για την “ταύτιση” του ξεσπάσματος και της λήξης της καταστροφής λέγοντας πως : το ξέσπασμα της καταστροφής όρισε τόσο μικρό χρόνο αντιστροφής και τόσο μεγάλη έκταση ζημίας, που δεν επιδεχόταν αντιστροφή της αντιστροφής. Το φάσμα ανάμεσα στην ελάχιστη ζημία και την ολοκληρωτική καταστροφή καλύπτει η δυνατότητα αναχαίτισης. Η “φυσική” εξέλιξη της ζωής του οργανισμού και η “φυσική” εξέλιξη της “ζωής” της καταστροφής είναι γραμμικές διαδικασίες. Το ίδιο και η αναχαίτιση της καταστροφής. Η διαφορά είναι ότι η καταστροφή έχει αρνητική κατεύθυνση. Οι επιστήμες ανάσχεσης στοχεύουν στην επιβολή της θετικής φοράς εκ νέου. Το είδος του χρόνου που ορίζεται από την ενεργή δυνατότητα αναχαίτισης δεν οργανώνεται ως συνάρτηση της ποσότητας αλλά της ποιότητας που περιγράφει. Συμπύκνωση του χρόνου σημαίνει δημιουργία επιπρόσθετου χρόνου μέσα στο ίδιο χρόνο της εξέλιξης, αρνητικής ή θετικής.

8


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΜΕΓΕΘΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗΣ

9


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

10


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Energy injects life, processes, and transformations into the inanimate world of matter, and thus into the world of architecture. We are accustomed to thinking of the latter exclusively in terms of physical, mute, immutable objects. Architects themselves like to photograph their buildings unfinished, silent and empty. It could be said that architecture is concerned solely with material forms, cold and intangible, situated beyond time. Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England, p.4 ΜΤΦΡ. H ενέργεια εγχέει τη ζωή, τη διαδικασία και τη μεταβολή στον άψυχο κόσμο της ύλης και, συνεπώς, στον κόσμο της αρχιτεκτονικής. Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε τον τελευταίο αποκλειστικά σαν υλικά, σιωπηλά, αμετάβλητα αντικείμενα. Οι αρχιτέκτονες οι ίδιοι αρέσκονται στο να φωτογραφίζουν τα κτίριά τους ημιτελή, σιωπηλά και άδεια. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η αρχιτεκτονική αφορά μόνο υλικές μορφές, κρύες και ανέγγιχτες, τοποθετημένες εκτός χρόνου.

11


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Η αρχιτεκτονική σχετίζεται με την αναπαράσταση καθώς η αναπαράσταση αποτελεί το βασικότερο εργαλείο της αρχιτεκτονικής, δεν περιορίζεται όμως στα χαραστηριστικά της αναπαράστασης που αναφέρθηκαν παραπάνω: αφαίρεση, συμπύκνωση και πάγωμα του χρόνου. Η αρχιτεκτονική, ήδη στο στάδιο του σχεδιασμού, περιγράφει μια ζωντανή και διαρκώς μεταβαλλόμενη διαδικασία. Η μεταβολή συμβαίνει αρχικά διανοητικά και έπειτα γίνεται πράξη. Παίρνει υλική υπόσταση και σε αυτήν αντικατοπτρίζονται όλα τα στάδια της διανοητικής εξέλιξης. Η αρχιτεκτονική διαδικασία είναι γραμμική και πεπερασμένη κάθε φορά. Έχει αρχή και τέλος και στάδια που δεν διαχωρίζονται μεταξύ τους, αλλά ρέουν το ένα μέσα στο άλλο. Εξετάζουμε επίσης την κατοίκηση ως ζωντανή διαδικασία της αρχιτεκτονικής. Η ενεργοποίηση των λειτουργιών του κτιρίου οδηγεί στη φθορά. Η φθορά αποτελεί μια μακρόχρονη ζωντανή μεταβολή. Οι ζωντανές διαδικασίες συμβαδίζουν με τον πραγματικό χρόνο. Μια τρισδιάστατη αναπαράσταση είναι αυτή της επίσκεψης σε ένα φρεσκοτελειωμένο, άδειο αρχιτεκτονικό έργο. O χώρος εκτείνεται γύρω από τον επισκέπτη, σε “τρεις διαστάσεις”. Η καθαρότητα του χώρου, επιτρέπει την ανάγνωση της ζωντανής αρχιτεκτονικής διαδικασίας (του κτιρίου όπως το μορφοποίησε η μελέτη και μόνον αυτή) σαν ένα κατάλογο αποκρυσταλλωμένων στιγμών που υλοποιήθηκαν και αποτέλεσαν το κτίριο. Υπάρχει ένα σημείο ανάμεσα σε δύο ζωντανές μεταβολές ή καταστροφές, την αρχιτεκτονική διαδικασία και την κατοίκηση, που θα μπορούσε να είναι το τέλος της μιας και η αρχή της άλλης. Είναι αυτό του περατωμένου αρχιτεκτονικού έργου πριν κατοικηθεί ή αρχίσει να φέρει όλες αυτές τις λειτουργίες για τις οποίες σχεδιάστηκε. Αποτελεί χρονικό σημείο, όμως το είδος του χρόνου που ενδιαφέρει δεν είναι ποσοτικό. Δεν έχει σημασία αν η διάρκειά του είναι μέρες ή μήνες και πότε ακριβώς είναι. Είναι σαν να δημιουργείται σε αυτό το σημείο ένας θύλακας επιπρόσθετου χρόνου με μαγικές ιδιότητες - μοιάζει να διαρκεί λίγο αλλά συμπυκνώνει εμπειρίες ευρύτερου φάσματος χρόνου. Μια επίσκεψη είναι ικανή να δημιουργήσει τέτοια συγκίνηση όσο ένα έργο τέχνης ή οποιαδήποτε άλλης αναπαράστασης. Η συγκίνηση που προκαλείται από την αναπαράσταση είναι η πιο σταθερή γιατί είναι τοποθετημένη εκτός χρόνου. Ο χρόνος καθορίζει τη μεταβολή. Η απουσία χρόνου σηματοδοτεί τη σταθερότητα. Η στιγμή που κάτι είναι προστατευμένο από τη μεταβολή,

είναι η στιγμή της αναπαράστασης.

12


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

13


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

14


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Προβολή Η αρρώστια μπορεί να χαρακτηριστεί επικίνδυνη, ανεξέλεγκτη, καταστροφική, μιαρή και θανατηφόρα. Το ίδιο και η πυρκαγιά. Η χρόνια πάθηση φθείρει σιγά-σιγά τον ανθρώπινο οργανισμό. Η φωτιά που σιγοκαίει έχει καταστροφική επίδραση σε ευρύ χρονικό διάστημα. Και οι δυο μπορούν να προκληθούν από ατύχημα που συνέβη ακαριαία. Η καλπάζουσα μορφή κάποιας ασθένειας μοιάζει με καθολική ανάφλεξη (flashover), φαινόμενο της πυρκαγιάς όπου λαμπαδιάζουν όλες οι καύσιμες ύλες ταυτόχρονα. Η πυρκαγιά έχει την τάση να εξαπλώνεται. Το ίδιο και η αρρώστια. Μάλιστα, στην εξάπλωση, σημαντικό ρόλο παίζει το σημείο του κτιρίου ή αντίστοιχα του σώματος που ξεσπούν. Υπάρχει ο κίνδυνος να μεταδοθεί η πυρκαγιά μέσω των φλογών στο γειτονικό περιβάλλον, ενώ το μολυσμένο άτομο ενδέχεται να μολύνει ανθρώπους με τους οποίους θα έρθει σε επαφή. Ο άρρωστος άνθρωπος ενδέχεται να εκκρίνει μολυσμένα υγρά παράγωγα, ή μολυσμένο αίμα, αν κοπεί. Η πυρκαγιά αφήνει πίσω της ορισμένα βλαβερά παράγωγα όπως καπνό και καυσαέρια, ή μιαρά παράγωγα όπως στάχτη. Εκτός από τον ανθρώπινο θάνατο ή την κτιριακή κατάρρευση, είναι δυνατόν να υπάρξουν αποσπασματικές απώλειες, π.χ. καταστροφή κουφωμάτων/ κινητού εξοπλισμού όπως απώλειες ή ζημίες οργάνων. Επίσης, τα συστήματα καταπολέμησης των φαινομένων αυτών όπως οργανώνονται από τους ίδιους τους οργανισμούς (κτιριακό και ανθρώπινο), αλλά και από τη δράση των επιστημών της πυρόσβεσης και της ιατρικής (επιστήμες ανάσχεσης), έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Πιο συγκεκριμένα, σε πρώτη φάση ο ανθρώπινος οργανισμός ενεργοποιεί μια σειρά μηχανισμών αυτοάμυνας, ενώ το κτίριο επωφελείται από τα παθητικά μέτρα προστασίας, ��ηλαδή κατασκευαστικές προβλέψεις που το ίδιο ήδη φέρει. Αν ο οργανισμοί δεν καταφέρουν να ξεπεράσουν το πρόβλημα μόνοι τους, τότε καταφεύγουν στη συμβολή των γιατρών και των πυροσβεστών, οι οποίοι προσπαθούν για την επίτευξη της κατάσβεσης με δραστικότερα μέσα.

15


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Ο μηχανισμός κατάσβεσης της πυρκαγιάς

Η επαναφορά της φυσιολογικής λειτουργίας κτιριακού σώματος μετά από καταστροφική πυρκαγιά, στην περίπτωση βέβαια που δεν αποβεί μοιραία, στηρίζεται στην παθητική και ενεργητική πυροπροστασία. ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ Η παθητική πυροπροστασία αναφέρεται κυρίως σε προληπτικά (παθητικά) μέτρα, τα οποία έχουν ως βασικό στόχο την ελαχιστοποίηση των πιθανοτήτων να ξεσπάσει πυρκαγιά, αλλά, ακόμα και αν αυτό γίνει, να παραταθεί ο χρόνος της αντοχής του κτιρίου στην έκθεση σε μεγάλη θερμοκρασία, να είναι δυνατόν να απομακρυνθούν οι χρήστες και να πλησιάσουν οι πυροσβέστες και να κωλύεται η γρήγορη διάδοση της πυρκαγιάς. Πιο συγκεκριμένα, παθητικά μέτρα πυροπροστασίας αποτελούν οι οδεύσεις διαφυγής, η διαμερισματοποίηση των χώρων του κτιρίου, η επάρκεια δομοστατικής αντοχής με κατάλληλη προστασία των ευπαθών σημείων και η ελεγχόμενη ροή του καπνού που θα προκύψει. Όλα τα παθητικά μέτρα αποτελούν κατασκευαστικές προβλέψεις.

πηγή: ΣΕΛΛΟΥΝΤΟΣ, Γ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Στ. ΠΕΡΔΙΟΣ, Κ. ΧΟΥΣΙΑΝΑΚΟΣ, Πυρασφάλεια: Εφαρμοσμένη πυροπροστασία και στοιχεία πυρόσβεσης, εκδόσεις ΦΟΙΒΟΣ

16


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Ο μηχανισμός καταπολέμησης της αρρώστιας

Η επαναφορά της φυσιολογικής λειτουργίας ανθρώπινου σώματος μετά από αρρώστια ή τραυματισμό, στην περίπτωση βέβαια που δεν ήταν κάτι μοιραίο, στηρίζεται στην άμυνα του οργανισμού και την ιατρική βοήθεια. ΑΥΤΟΑΜΥΝΑ Η αυτοάμυνα του οργανισμού λειτουργεί κυρίως προληπτικά. Στοχεύει στην ελαχιστοποίηση της πιθανότητας εισβολής στον οργανισμό κάποιου παθογόνου μικροοργανισμού, αλλά, ακόμη και αν αυτό συμβεί, στοχεύει στο να καταπολεμηθεί, ή, έστω να παραταθεί ο χρόνος αντοχής του οργανισμού απέναντι στον εισβολέα. Το ανοσοποιητικό σύστημα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή άμυνας του οργανισμού ενάντια σε κακοπροαίρετους εισβολείς, όπως είναι οι ιοί, τα βακτήρια και οι μύκητες. Το βασικότερο όπλο του ανοσοποιητικού συστήματος είναι το δέρμα και η επένδυση των οργάνων καθώς επίσης και οι βλεννογόνοι υμένες που καλύπτουν τα ανοίγματα και τις εσωτερικές διόδους του σώματος, όπως το στόμα, τη μύτη, το εσωτερικό των βλεφάρων, όπως επίσης και την πεπτική, αναπνευστική και γεννητική οδό. Οι βλεννογόνοι υμένες είναι αποτελεσματικά εμπόδια κατά των μικροοργανισμών που είναι δυνατόν να εισβάλλουν στο σώμα. Σε περίπτωση που εισέλθει κάποιος ξένος οργανισμός στο ανθρώπινο σώμα ενεργοποιούνται τα λευκά αιμοσφαίρια που αποτελούν τα κύρια συστατικά του ανοσοποιητικού συστήματος. Είναι το είδος αυτό των κυττάρων του αίματος, που καταστρέφουν τα βακτήρια, τα κύτταρα που έχουν μολυνθεί από ιούς και τα καρκινικά κύτταρα (εμφάνιση πύον). Σε περιπτώσεις οξείας φάσης προσβολής, η απάντηση του ανοσοποιητικού συστήματος εκδηλώνεται με πολύ κοινά συμπτώματα, όπως πυρετό, πόνο, υπνηλία, ανορεξία, έλλειψη ενδιαφέροντος (δευτερεύοντα εργαλεία άμυνας).

17


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ - κατασβεστικές μέθοδοι

Η ενεργητική πυροπροστασία αναφέρεται σε κατασταλτικά μέτρα, εξοπλισμό και προγραμματισμένες δραστηριότητες που ενεργοποιούνται μόνο με την εμφάνιση πυρκαγιάς. Τέτοια μέτρα αποτελούν τα δίκτυα πυρανίχνευσης και σήμανσης, τα συστήματα καταιονισμού κατασβεστικών υλικών και τα μέσα κατάσβεσης. Μια πυροσβεστική επέμβαση μπορεί να ακολουθεί κάποια από τις ακόλουθες μεθόδους: Αραίωση, δηλαδή μείωση της πυκνότητας συγκεντρώσεως του υλικού αναφλέξεως στην περιοχή που εκτυλίσσεται η πυρκαγιά. Συνήθως οφείλεται σε διαδικασίες έγκαιρης απομάκρυνσης υλικών, που δεν έχουν ακόμη αναφλεγεί. Σε ειδικές περιπτώσεις, μπορεί να χρησιμοποιηθούν ιδιόρρυθμες μέθοδοι, όπως π.χ. χρησιμοποιείται η έκρηξη για την κατάσβεση πυρκαγιάς σε φλεγόμενη πηγή φυσικού αερίου ή πετρελαίου. Τοπική ψύξη, που βασίζεται στην αφαίρεση ποσοτήτων θερμότητας από την εστία πυρκαγιάς, με ρυθμό ταχύτερο από το ρυθμό παραγωγής τους, ώστε λόγω της μείωσης της θερμότητας να διακοπεί η καύση. Η σχετική προσπάθεια βασίζεται στη διαπίστωση ότι από τα παραγόμενα ποσά θερμότητας μόνο το 10% παραμένει στην εστία. Το υπόλοιπο 90% απαγάγεται με το ρεύμα των αερίων της καύσεως ή ακτινοβολείται στο περιβάλλον. Η ψυκτική επίδραση των μέσων κατασβέσεως στηρίζεται κυρίως σε διαδικασίες που απορροφούν σημαντικά ποσά θερμότητας, όπως είναι η εξάτμιση και η ατμοποίηση. Η άμεση ψύξη λόγω προσθήκης κάποιου υλικού (απλώς ψυχρού) είναι συνήθως πολύ μικρής σημασίας. Ικανοποιητική ψύξη επιτυγχάνεται όταν το χρησιμοποιούμενο κατασβεστικό μέσο παρουσιάζει μεγάλη ταχύτητα εξατμίσεως και απαιτεί μεγάλη ποσότητα θερμότητας για την ατμοποίησή του. Η αποτελεσματικότητα της κατασβεστικής προσπάθειας μεγιστοποιείται όταν το κατασβεστικό μέσο ρίχνεται στην εστία της πυρκαγιάς, σε επαρκή ποσότητα και σε λεπτό καταμερισμό(π.χ διαβροχή με νέφος νερού). Απόπνιξη, που στηρίζεται στη διαπίστωση, ότι οι περισσότερες πυρκαγιές σβήνουν όταν στην περιοχή της εστίας μειωθεί η περιεκτικότητα του αέρα σε οξυγόνο κατά 30% περίπου. Η τοπική αυτή μείωση της περιεκτικότητας σε οξυγόνο μπορεί να επιτευχθεί με διαδικασία αραίωσης, λόγω αυξημένης παρουσίας ή προσθήκης αδρανών αερίων, συνήθως CO2. Η μέθοδος της «απόπνιξης» βρίσκει εφαρμογή κυρίως σε κλειστούς χώρους ή όταν υπάρχει δυνατότητα να καλυφθεί ολόκληρη η περιοχή, έστω πρόσκαιρα, από άκαυστο κάλυμμα ή από το κατασβεστικό μέσο. Για την κάλυψη της φλεγόμενης περιοχής, μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατάλληλα πυρίμαχα μέσα (π.χ. πάπλωμα αμιάντου) ή συνηθέστερα αφρός ή άκαυστες ουσίες που δημιουργούν «κρούστα» και εμποδίζουν το οξυγόνο να συντηρήσει την καύση. Σε περίπτωση κατάσβεσης πυρκαγιάς σε υγρά καύσιμα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ειδικά γαλακτώματα για την επίτευξη «απόπνιξης». Καταλυτική κατάσβεση, που στηρίζεται στη διαπίστωση ότι η διαδικασία εξέλιξης του φαινομένου της καύσεως προϋποθέτει συνεχείς αλυσιδωτές αντιδράσεις. Αν αυτές οι αντιδράσεις επιβραδυνθούν αρκετά και τελικά διακοπούν, επιτυγχάνεται κατάσβεση. Επίδραση αυτής της μορφής μπορεί να επιτευχθεί με δυο τρόπους : α. Το κατασβεστικό μέσο αντιδρά άμεσα στον μηχανισμό των αλυσιδωτών 18


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ - ιατρικές μέθοδοι

Εφόσον κριθεί ότι η άμυνα του οργανισμού δεν αρκεί για να παλέψει την ασθένεια, κατασταλτικά μέτρα κατά της ασθένειας από τους αρμόδιους γιατρούς είναι το απαραίτητο επόμενο βήμα. Τέτοιες δραστηριότητες μπορεί να είναι φαρμακευτικές αγωγές ή χειρουργικές επεμβάσεις. Μια χειρουργική επέμβαση μπορεί να ακολουθεί κάποια από τις ακόλουθες μεθόδους: Ακρωτηριασμός ή εξόρυξη, δηλαδή αφαίρεση ενός μέλους ή άκρου του σώματος. Χρησιμοποιείται συνήθως για να μετριάσει τον πόνο ή την εξάπλωση της ασθένειας στο προσβεβλημένο μέλος, όπως γίνεται με τους κακοήθης όγκους ή τη γάγγραινα. Σε κάποιες περιπτώσεις λειτουργεί και προληπτικά. Επικόλληση ενός τμήματος του σώματος, το οποίο συνήθως είναι δάχτυλο, χέρι ή βραχίονας, που έχει αποκοπεί τελείως από το σώμα του ατόμου. Επικόλληση ακρωτηριασμένων μελών έχει γίνει σε ακρωτηριασμένα δάχτυλα, χέρια, αντιβράχια, πόδια, αυτιά, χείλη, ακρωτηριασμένο κρανίο, πρόσωπο, πέος και γλώσσα. Αναδομητική επέμβαση, δηλαδή αναδόμηση ενός σακατεμένου, τραυματισμένου ή παραμορφωμένου τμήματος του σώματος. Οι πλαστικοί χειρουργοί κατέχουν μεγάλο ποσοστό των επεμβάσεων αναδόμησης, δεν είναι όμως μόνο αυτοί που πραγματοποιούν τέτοιου είδους επεμβάσεις καθώς αυτό δεν αφορά μόνο τη μορφή αλλά και τη λειτουργία. Για παράδειγμα, ορθοπεδικοί χειρούργοι, αναδομούν τα ισχία και άλλους συνδέσμους και επιδιορθώνουν τένοντες. Ωτορινολαρυγγολόγοι χειρούργοι πραγματοποιούν αναδομητικές επεμβάσεις σε πρόσωπα μετά από τραυματισμούς και αναδομούν κεφάλι και λαιμό μετά τον καρκίνο. Άλλοι κλάδοι της χειρουργικής (γενική, γυναικολογική, παιδιατρική), επίσης πραγματοποιούν κάποιες αναδομητικές διαδικασίες πλαστικοί χειρούργοι χρησιμοποιούν την ιδέα της αναδομητικής σκάλας για να αποκαταστήσουν περίπλοκα τραύματα. Αυτό ποικίλει από πολύ απλές τεχνικές όπως πρωτογενή ράμματα και επιδέσεις, σε περισσότερο περίπλοκες όπως μεταμοσχεύσεις δέρματος, ιστολογικές διαστολές και ελεύθερα πτερύγια. Αισθητικές αναδομητικές επεμβάσεις γίνονται για τη βελτίωση της εμφάνισης μιας διαφορετικά φυσιολογικής κατασκευής. Εκτομή, δηλαδή αφαίρεση ενός οργάνου, ιστού ή κάποιου άλλου τμήματος του σώματος του ασθενή. Συνήθως αφαιρείται ο μεταλλαγμένος ιστός μαζί με ένα τμήμα υγιούς ιστού. Η δειγματοληπτική εκτομή για διερευνητικούς λόγους λέγεται βιοψία. Μεταμόσχευση, δηλαδή αντικατάσταση ενός οργάνου ή τμήματος σώματος του ασθενή από ένα ίδιο ενός άλλου σώματος (ανθρώπινου ή ζωικού). Η αφαίρεση ενός οργάνου ή τμήματος ενός σώματος αποτελεί επίσης χειρουργική μέθοδο.

Πηγή: Wikipedia

19


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

αντιδράσεων, όπως π.��. συμβαίνει όταν δραστικός παράγων είναι το αλογόνο, το οποίο συνδέεται με την ελεύθερη ρίζα των αλυσιδωτών αντιδράσεων καύσεως και την καθιστά κορεσμένη. β. Το κατασβεστικό υλικό δρα ως διαχωριστικό μέσο, λόγω ταχείας αυξήσεως των ποσοστών των αναπαραγόμενων ποσοτήτων ελεύθερων ριζών και επιταχύνει τη διάσπαση των υπεροξεδίων. Η καταλυτική δράση μπορεί να επιταχύνει ραγδαία κατάσβεση.

20


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Επείγοντα περιστατικά

Το κτίριο και το σώμα είναι περίπλοκοι μηχανισμοί/οργανισμοί. Οι παράμετροι που συμβάλλουν στην εξέλιξη της αρρώστιας και της πυρκαγιάς, είναι πολλές. Γι’ αυτό ακριβώς και η θεραπεία ή αλλιώς η κατάσβεση βασίζεται σ’ ένα περίπλοκο σύστημα επιλογών και συνδυασμών. Σε μια ανθρώπινη αρρώστια, ο γιατρός ανατρέχει σε υπάρχοντα δεδομένα από παρόμοια περιστατικά και κατατάσσει τα συμπτώματα ανάλογα με την αιτία που τα προκάλεσε, το σημείο του σώματος στο οποίο εμφανίστηκαν και δεδομένα που αφορούν τον ασθενή γενικότερα, όπως ιστορικό ασθενειών, κληρονομικότητα, φύλλο και ομάδα αίματος. Σε μια κτιριακή πυρκαγιά ο πυροσβέστης μελετά δεδομένα όπως πόσους ορόφους έχει το κτίριο, σε ποιον όροφο και σε τί είδους χώρο ξέσπασε η πυρκαγιά, ποια ήταν η αιτία του ξεσπάσματος, αν οξυγονώνεται ο χώρος, αν ανήκει σε πυροδιαμέρισμα ή όχι, κ.τ.λ. Η κατάλληλη θεραπεία είναι αποτέλεσμα μιας σωστής διάγνωσης. Ο γιατρός και ο πυροσβέστης εισάγουν τα δεδομένα σε έναν ελεγχόμενο μηχανισμό, μια φόρμουλα η οποία είναι τόσο περίπλοκη όσο και ο ίδιος ο ανθρώπινος ή κτιριακός οργανισμός και εξάγουν την ανάλογη θεραπευτική ή κατασβεστική μέθοδο. Η πιο σημαντική παράμετρος βέβαια, είναι αυτή του χρόνου. Σε ένα επείγον περιστατικό, σε ένα ζήτημα ζωής και θανάτου που το οποίο εξελίσσεται προς το κακό ταχύτατα, η διάγνωση πρέπει να είναι άμεση και σωστή και οι ενέργειες συντονισμένες και γρήγορες, ειδάλλως ο ασθενής θα πεθάνει, το κτίριο θα καταστραφεί.

21


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Κατάρρευση ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ Νωρίς το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, αεροπειρατές της al Qaeda σε αποστολή αυτοκτονίας οδήγησαν, στις 8:46 πμ., την πτήση 11 των American Airlines σε σύγκρουση με τον Βόρειο Πύργο (WTC 1) του Εμπορικού Κέντρου, ενώ ακολούθησε η πτήση 175 των United Airlines η οποία προσέκρουσε τον Δυτικό Πύργο (WTC 2) στις 9:03 πμ. Η ζημιά που προκλήθηκε στον Βόρειο Πύργο από την πτήση 11 κατέστρεψε όλα τα μέσα διαφυγής πάνω από τη ζώνη της πρόσκρουσης, παγιδεύοντας έτσι 1344 ανθρώπους, ενώ στον Δυτικό Πύργο 600 άτομα σκοτώθηκαν ακαριαία ή παγιδεύτηκαν στους ορόφους πάνω από τη ζώνη πρόσκρουσης. Στις 9:59 πμ., ο Δυτικός Πύργος κατέρρευσε λόγω της φωτιάς που οδήγησε το μεταλλικό σκελετό, ο οποίος είχε ήδη αποδυναμωθεί από την πρόσκρουση, στην αστοχία. Ο Βόρειος Πύργος κατέρρευσε στις 10:28, αφού καιγόταν για περίπου 102 λεπτά. Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ Και στις δυο περιπτώσεις, η κοινώς αποδεκτή διαδικασία είναι ότι το πληγμένο τμήμα των κτιρίων έπεσε, το οποίο έκανε τα κομμάτι του κτιρίου που βρισκόταν πάνω από τη ζώνη πρόσκρουσης να πλακώσει το από κάτω κτίριο. Και τα δυο κτίρια κατέρρευσαν συμμετρικά και λίγο-πολύ ευθύγραμμα, αν και υπήρχε κάποια κλίση από την κορυφή των πύργων και ένα σημαντικό ποσό ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων στις πλευρές. Καθώς προχωρούσε η κατάρρευση, σκόνη και μπάζα εκσφενδονιζόντουσαν από τα παράθυρα, αρκετούς ορόφους κάτω από την προχωρημένη καταστροφή. Οφειλόμενο σε διαφορές των αρχικών συγκρούσεων, η κατάρρευση των δυο πύργων διαφέρει από κάποιες απόψεις, αλλά και στις δυο περιπτώσεις, συνέβη η ίδια σειρά γεγονότων. Αφού οι προσκρούσεις έκοψαν τα εξωτερικά υποστυλώματα και έπληξαν τα εσωτερικά, τα φορτία αυτών των υποστυλωμάτων αναδιανεμήθηκαν. Οι δοκοί της στέψης έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αναδιανομή των φορτίων στην κατασκευή. Οι προσκρούσεις επίσης μείωσαν την ικανότητα πυρασφάλειας του χάλυβα, αυξάνοντας την έκθεσή του στην ζέστη της φωτιάς. Στα 102 λεπτά πριν την κατάρρευση, οι φωτιές έφτασαν θερμοκρασίες που, αν και αρκετά μακριά από το βαθμό στον οποίο ο χάλυβας λιώνει, ήταν αρκετά υψηλές για να αποδυναμώσουν τα υποστυλώματα του πυρήνα και έτσι αυτά υπέστησαν πλαστική παραμόρφωση και σχηματική παραμόρφωση από το βάρος των από πάνω ορόφων. «Σε αυτό το σημείο, ο πυρήνας του WTC 1 , θα μπορούσε να χωριστεί σε τρείς περιοχές. Υπήρχε η περιοχή της βάσης κάτω από τους ορόφους που χτυπήθηκαν, και θα μπορούσε να ιδωθεί σαν ένα δυνατό, άκαμπτο κουτί, δομικά ανέπαφο και σε σχεδόν κανονική θερμοκρασία. Υπήρχε η περιοχή της στέψης πάνω από τους χτυπημένους ορόφους και αυτό ήταν άλλο ένα βαρύ, άκαμπτο κουτί. Στη μέση υπήρχε η τρίτη περιοχή, μερικώς κατεστραμμένη από το αεροσκάφος και αποδυναμωμένη από τις υψηλές θερμοκρασίες της πυρκαγιάς. Ο πυρήνας της περιοχής της στέψης έτεινε να κινηθεί προς τα κάτω, αλλά συγκρατήθηκε από το δοκάρι της στέψης. Το δοκάρι της στέψης αναδιένειμε το φορτίο στα περιμετρικά υποστυλώματα.» Η κατάσταση υπήρξε παρόμοια και στοWTC 2. Και στους δυο πύργους, τα περιμετρικά 22


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Μετατραυματικό ανεύρυσμα αορτής ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ Νωρίς το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, αεροπειρατές της al Qaeda σε αποστολή αυτοκτονίας οδήγησαν, στις 8:46 πμ., την πτήση 11 των American Airlines σε σύγκρουση με τον Βόρειο Πύργο (WTC 1)του Εμπορικού Κέντρου, ενώ ακολούθησε η πτήση 175 των United Airlines η οποία προσέκρουσε τον Δυτικό Πύργο (WTC 2) στις 9:03 πμ. Η ζημιά που προκλήθηκε στον Βόρειο Πύργο από την πτήση 11 κατέστρεψε όλα τα μέσα διαφυγής πάνω από τη ζώνη της πρόσκρουσης, παγιδεύοντας έτσι 1344 ανθρώπους, ενώ στον Δυτικό Πύργο 600 άτομα σκοτώθηκαν ακαριαία ή παγιδεύτηκαν στους ορόφους πάνω από τη ζώνη πρόσκρουσης. Σκοτώθηκαν επίσης 343 πυροσβέστες, 37 λιμενικοί και 23 αστυνομικοί του τμήματος της Νέας Υόρκης. Ο κύριος Χ, πυροσβέστης, 31 ετών, σκοτώθηκε σ’ αυτήν της αποστολή διάσωσης. Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ Στις 8:47 πμ., 15 πυροσβεστικά τμήματα ανταποκρίνονται δημιουργώντας ένα διοικητικό πόστο στο λόμπυ του Βόρειου Πύργου. Στις 9:03 πμ., αφού γίνεται η επίθεση στον και Δυτικό Πύργο, ένα ακόμη διοικητικό πόστο δημιουργείται στο λόμπυ αυτού. Στις 9:10 πμ., πάνω από 30 πυροσβεστικά τμήματα έχουν καταφθάσει. Δημιουργείται ένα τρίτο διοικητικό πόστο μέσα στο ξενοδοχείο Marriott, στη βάση του Βόρειου Πύργου. Ταυτόχρονα ένα εξωτερικό διοικητικό πόστο δημιουργείται στη Δυτική Οδό. Οι αρχηγοί της πυρασφάλειας στέλνουν μονάδες διάσωσης μέσα στους πύργους από κει. Στις 9:40 πμ., το διοικητικό πόστο του Marriott στέλνει μια ομάδα πυροσβεστών κατά λάθος στον Βόρειο Πύργο αντί στον Δυτικό. Το λάθος διορθώνεται καθώς η ομάδα αυτή σώζει ζωές. Ο πυροσβέστης Χ βρίσκεται σε αυτή την ομάδα. Στις 9:59 πμ., ο Δυτικός Πύργος καταρρέει, ενώ στις 10:00 πμ., 20 λεπτά αφότου η μονάδα μπήκε στον Βόρειο Πύργο, ο αρχηγός διατάσσει εκκένωση του Βόρειου Πύργου, εντολή η οποία λαμβάνεται από κάποιους μόνο αρχηγούς των ομάδων, όχι όμως όλους. Την ίδια στιγμή, ο πυροσβέστης Χ, ο οποίος ήταν αρχηγός μιας από τις ομάδες που δεν έλαβε το σήμα εκκένωσης, επικοινωνεί με τον ασύρματο ότι ο ίδιος βρίσκεται στον 65ο όροφο ενώ ένας κοντινός όροφος μόλις κατέρρευσε. Τα άτομα της ομάδας του χάθηκαν σε αυτή την κατάρρευση του κοντινού ορόφου. Αυτός ήταν και ο πιο ψηλός όροφος για τον οποίον υπήρχε απόδειξη ότι έφτασε πυροσβέστης. Ο ίδιος επιβίωσε από την κατάρρευση του ορόφου έπαθε όμως πολυτραυματική ζημιά από την έκρηξη. Ένα κύμα υψηλής πίεσης τον πέταξε αρκετά μέτρα μακριά πάνω σε ένα μεταλλικό υποστύλωμα, ενώ χτυπήθηκε από θραύσματα και συντρίμμια που πέφτανε ολόγυρά του. Στις 10:04 πμ., λίγο μετά την επικοινωνία με την διοικητικό πόστο του Marriott, χάνει τις αισθήσεις εξ’ αιτίας του χτυπήματος στο κεφάλι, και, 2 λεπτά αργότερα, παθαίνει ανεύρυσμα αορτής. ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ Το ανεύρυσμα της θωρακικής και γαστρικής αορτής, (αορτή= μεγαλύτερης αρτηρίας του ανθρώπινου σώματος), ή αλλιώς η διόγκωσή τους, προήλθε από το σοβαρό θωρακικό τραύμα της κρούσης πάνω στο υποστύλωμα. Η έλλειψη παροχής πρώτων βοηθειών και η αναισθησία λόγω του εγκεφαλικού τραύματος οδήγησαν ακαριαία 23


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Κατάρρευση υποστυλώματα και όροφοι επίσης αποδυναμώθηκαν από τις υψηλές θερμοκρασίες, κάνοντας τα πατώματα να βουλιάξουν και να ασκήσουν μια εσωτερική δύναμη στους εξωτερικούς τοίχους του κτιρίου. Στις 9:59 πμ., 56 λεπτά μετά την πρόσκρουση, τα πατώματα που είχαν αρχίσει να κρέμονται κατάφεραν τελικά να κάνουν την ανατολική πρόσοψη του WTC 2 να συντριβεί, μεταφέροντας τα φορτία πίσω στον ανεπαρκή πλέον πυρήνα μέσω του δοκαριού της στέψης και έτσι έδωσαν το έναυσμα για την αρχή της κατάρρευσης- η περιοχή πάνω από την περιοχή πρόσκρουσης τότε έδωσε κλίση στην κατεύθυνση του υπό κατάρρευση τοίχου. Στις 10:28 πμ., 102 λεπτά μετά την πρόσκρουση, ο δυτικός τοίχος του WTC 1 συντρίβει, με παρόμοιες συνέπειες. Εφ’ όσον η κατάρρευση των τοίχων είχε ξεκινήσει, η ολοκληρωτική κατάρρευση των πύργων ήταν αναπόφευκτη λόγω του τεράστιου βάρους των τμημάτων του κτιρίου πάνω από τις προσκρούσεις. Ο συνδυασμός τριών παραγόντων συνετέλεσε στο γεγονός ότι ο Βόρειος Πύργος άντεξε περισσότερο: η περιοχή πρόσκρουσης ήταν ψηλότερα (έτσι το φορτίο του βάρους πάνω στην πληγμένη περιοχή ήταν μικρότερο), η ταχύτητα του αεροπλάνου ήταν μικ��ότερη (έτσι και η καταστροφή από την πρόσκρουση ήταν μικρότερη), και οι πληγμένοι όροφοι μερικώς προστατεύτηκαν από τα συστήματα πυροπροστασίας. ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ Ανάλυση μέσα από βίντεο που τράβηξε το έναυσμα της κατάρρευσης και ανάλυση των σεισμικών δεδομένων έδειξε πως τα πρώτα θραύσματα των εξωτερικών τοίχων του Βόρειου Πύργου χτύπησαν το έδαφος 9 δευτερόλεπτα μετά την έναρξη της κατάρρευσης, και από τον δυτικό πύργο 11 δευτερόλεπτα. Τα κατώτερα τμήματα των πυρήνων των δυο πύργων, παρέμειναν όρθια πάνω από 25 δευτερόλεπτα μετά την αρχική κατάρρευση, πριν καταρρεύσουν και αυτά. Οι χρόνοι αυτοί είναι κατά προσέγγιση, καθώς η σκόνη θόλωσε την εικόνα. Μια γενική ανάλυση εξηγεί ότι η κινητική ενέργεια του πάνω τμήματος του κτιρίου καθώς έπεφταν στους από κάτω ορόφους υπερέβησαν εκθετικά την ενέργεια που οι κατώτεροι όροφοι μπορούσαν να απορροφήσουν, συνθλίβοντάς τους και αυξάνοντας έτσι την κινητική ενέργεια. Το ίδιο επαναλαμβανόταν για κάθε διαδοχικό όροφο, συνθλίβοντας όλον τον πύργο σε, σχεδόν ελεύθερης πτώσης, ταχύτητα. Πηγή: Wikipedia

24


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

σε ρήξη της θωρακικής αορτής από την οποία τελικά ο πυροσβέστης τάδε, πεθαίνει, 30 περίπου λεπτά αφότου εισήλθε στον πύργο. Στις 10:29 πμ., ο Βόρειος Πύργος καταρρέει. Πάνω από το ένα τρίτο του συνόλου των πυροσβεστών που χάθηκαν εκείνη τη μέρα βρισκόταν στο Βόρειο πύργο, ενώ κάποιοι ήταν ακόμη μέσα στο πόστο του Marriott, δίνοντας εντολές εκκένωσης.

25


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

26


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

27


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Χρόνιες παθήσεις ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ Η Σεντράλια είναι μια επαρχία στην κομητεία της Κολούμπια, στην Πενσυλβάνια, Ηνωμένα Έθνη. Κάποτε η Σεντράλια είχε σχεδόν 3000 κατοίκους και σε αυτήν λειτουργούσαν μαγαζιά, εκκλησίες, ξενοδοχεία και μπαρ. Ιδρύθηκε το 1866 και κατασκευάστηκε από τα κέρδη της εξόρυξης του άνθρακα από τους λόφους της Πενσυλβάνια. Ο πληθυσμός της μειώθηκε από 1000 κατοίκους το 1981 σε 12 το 2005 και μόλις 9 το 2007, σαν αποτέλεσμα μιας πυρκαγιάς σε ορυχείο που καίει επί 46 χρόνια κάτω από την περιοχή. Η Σεντράλια είναι τώρα ο πιο μικρός δήμος σε αριθμό κατοίκων στην Πενσυλβάνια. Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΛΕΙΨΗΣ Το Μάιο του 1962, το συμβούλιο της επαρχίας της Σεντράλια προσέλαβε πέντε μέλη της εταιρίας των εθελοντών πυροσβεστών να καθαρίσουν τον σκουπιδότοπο, ο οποίος βρισκόταν σε ένα εγκαταλελειμμένο όρυγμα ορυχείου τύπου φλέβας δίπλα στο νεκροταφείο Odd Fellows. Αυτό είχε γίνει πολλές φορές στο παρελθόν, όταν όμως ο σκουπιδότοπος ήταν σε διαφορετική περιοχή. Οι πυροσβέστες, όπως είχαν κάνει στο παρελθόν έβαλαν στα σκουπίδια φωτιά και την άφησαν λίγο για να τα κάψει. Αυτή τη φορά όμως δεν κατάφεραν να τη σβήσουν. Η φωτιά συνέχισε να καίει στο κατώτερο βάθος των σκουπιδιών και σταδιακά επεκτάθηκε μέσα από μια τρύπα στο βράχο του ορυχείου μέσα στα εγκαταλελλειμένα ανθρακωρυχεία κάτω από τη Σεντράλια. Ουσιαστικά η φωτιά άναψε μια φλέβα γαιάνθρακα, μέρος του τεράστιου κοιτάσματος που υπήρχε κάτω από την πόλη. Εφόσον άναψε, ο άνθρακας μετέφερε τις φλόγες σε γειτονικές φλέβες και αποθέματα προκαλώντας μια τεράστια υπόγεια ανθρακική φωτιά. Η πόλη προσπάθησε για χρόνια να σβήσει τη φωτιά. Τεχνικές όπως εξόρυξη του φλεγόμενου άνθρακα, σκάψιμο τάφρων για να αποκόψουν τη φωτιά από το να εξαπλωθεί στα υπόλοιπα ανθρακικά αποθέματα και ψεκασμός της αθρακιάς με νερό, όλες απέτυχαν να καταφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι υπάλληλοι κατέληξαν πως η καλύτερη ευκαιρία να σώσουν την πόλη ήταν να σκάψουν ένα εκτεταμένο δίκτυο τάφρων για αν αποκόψουν τα σημεία υψηλού κινδύνου. Το υπερβολικό κόστος του εγχειρήματος έκανε το σχέδιο να μη λειτουργήσει ποτέ. Έτσι, η φωτιά συνέχισε να καίει. Το 1979, οι κάτοικοι ενημερώθηκαν για την έκταση του προβλήματος όταν ένας βενζινοπώλης έβαλε βέργα σε μια από τις υπόγειες δεξαμενές του για να εξετάσει την ποσότητα του καυσίμου. Όταν το τράβηξε έμοιαζε να καίει, και έτσι κατέβασε ένα θερμόμετρο μέσα σε μια δεξαμενή και έμεινε άναυδος όταν ανακάλυψε πως η θερμοκρασία της βενζίνης ήταν 77.8οC. Το ενδιαφέρον για τη φωτιά σε όλη την πολιτεία άρχισε να αυξάνεται, ενώ κορυφώθηκε το 1981 όταν ένας δωδεκάχρονος κάτοικος, ο Τοντ Ντομπόσκι έπεσε μέσα σε μια εδαφική κατακρήμνιση βάθους 46 μέτρων γεμάτη δηλητηριώδες μονοξείδιο του άνθρακα, η οποία ξαφνικά έσκασε κάτω από το πόδι του σε μια αυλή. Σώθηκε καθώς ο μεγαλύτερος ξάδερφός του τον τράβηξε από το στόμα της τρύπας πριν βυθιστεί και, προφανώς, πεθάνει. Άσχημες επιδράσεις στην υγεία που οφείλονται στο παραγόμενο από τη φωτιά μονοξείδιο του άνθρακα, αναφέρθηκαν από αρκετούς ανθρώπους. 28


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Χρόνιες παθήσεις ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ Ο Leroy Whitfield (19 Σεπτεμβρίου 1969 -9 Οκτωβρίου 2005) υπήρξε Αμερικανός δημοσιογράφος ο οποίος έγραψε το χρονικό της προσωπικής του εμπειρίας σχετικά με τη μόλυνσή του από τον ιό του AIDS. Γεννημένος στο Σικάγο έγραφε μια στήλη, τη «μητρική γλώσσα», η οποία παρεμβάλλεται στο περιοδικό HIV Plus από το Μάιο του 2004. Έγραφε επίσης στο περιοδικό Vibe και ήταν συντάκτης στο Poz, ένα περιοδικό αφιερωμένο στους ανθρώπους που έχουν τον ιό HIV. Το ενδιαφέρον του εστίασε στο AIDS στην κοινότητά του (κοινότητα των μαύρων). Πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 9 Οκτωβρίου του 2005 σε ηλικία 36 χρονών από «σχετικές με το AIDS εμπλοκές». «Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΛΕΙΨΗΣ» Ο Whitfield διαγνώσθηκε ότι πάσχει από AIDS σε ηλικία 19 ετών το 1990. Ο ιός του μεταδόθηκε πιθανά με σεξουαλική επαφή με κάποιο οροθετικό άτομο χωρίς χρήση προφυλακτικού. Ο ιός βρίσκεται στο αίμα, τα σπερματικά, προσπερματικά και κολπικά υγρά και μπορεί να εισέλθει στο σώμα μέσω μικροσκοπικών ή μεγαλύτερων πληγών που προϋπάρχουν στα γεννητικά όργανα ή δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής. Τις πρώτες 23 περίπου μέρες της μόλυνσης ο Whitfield περνά τη φάση της πρωτογενούς λοίμωξης (οξύ σύμπτωμα ρετροϊού) και δεν αναπτύσσει αντισώματα κατά του ιού, και για αυτό το λόγο η περίοδος αυτή καλείται και “σιωπηλό παράθυρο”. Ο ιός πολλαπλασιάζεται ραγδαία στο αίμα του ενώ ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται τί του συμβαίνει. Ακολουθεί η φάση της ασυμπτωματικής λοίμωξης κατά την οποία ο ασθενής είναι δυνατόν να εμφανίζει κάποιες διαταραχές σε εργαστηριακές εξετάσεις. Έτσι ο Whitfield ανακαλύπτει πως προσβλήθηκε από τον ιό. Παρόλο που ο ασθενής είναι ασυμπτωματικός μπορεί να μεταδίδει τον ιό. Η φάση αυτή διήρκησε για περίπου δέκα χρόνια. Η υγεία του Whitfield ήταν σχετικά καλή ενώ τα Τ-λεμφοκύτταρα* βρίσκονται στα κατώτερα φυσιολογικά επίπεδα, δηλαδή 700-500 κύτταρα ανά mm3. Ο πολλαπλασιασμός του ιού όμως συνεχίζεται αποδυναμώνοντας το ανοσοποιητικό σύστημα. Ακολούθησε η φάση των κλινικών συμπτωμάτων. Τα πρώτα συμπτώματα που του εμφανίστηκαν ήταν διογκωμένα λεμφογάγγλια στο λαιμό, τα οποία παρέμειναν έτσι για τρεις μήνες. Η διόγκωση αυτή ήταν το αποτέλεσμα της μάταιης προσπάθειας των Β-λεμφοκυττάρων να παράγουν μεγάλες ποσότητες αντισωμάτων** για να καταπολεμήσουν τον ιό. Τα Τ-λεμφοκύτταρα μειώνονται δραματικά στα 200 κύτταρα ανά mm3. Τα συμπτώματα συνεχίζονται με έντονη κόπωση, πυρετούς με έντονη εφίδρωση κατά τη νύχτα, διάρροια και συνεχή, ανεξήγητο βήχα. Μολονότι ο Whitfield ήταν δυνατός χαρακτήρας, εμφάνισε επίσης και τα αναπόφευκτα ψυχολογικά-νευρικά συμπτώματα όπως κατάθλιψη. Η φάση αυτή ταλαιπώρησε τον Whitfield για τρία περίπου χρόνια ο οποίος, παρά τις συστάσεις των γιατρών που τον παρακολουθούσαν, προτίμησε να μη λάβει αντιρετροϊκή αγωγή. Τελικό χτύπημα αυτής της φάσης ήταν η εκδήλωση έρπητα στη στοματική κοιλότητα. Τα τελευταία δυο χρόνια της ζωής του ο Whitfield πέρασε το τελευταίο στάδιο της νόσου. Έχασε περίπου 30 κιλά ενώ καταβαλλόταν συνεχώς από κρυολογήματα και γρίπη, που το ανοσοποιητικό του σύστημα ήταν πλέον ανίκανο να καταπολεμήσει. Το 29


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Χρόνιες παθήσεις ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ Η Σεντράλια είναι μια επαρχία στην κομητεία της Κολούμπια, στην Πενσυλβάνια, Ηνωμένα Έθνη. Κάποτε η Σεντράλια είχε σχεδόν 3000 κατοίκους και σε αυτήν λειτουργούσαν μαγαζιά, εκκλησίες, ξενοδοχεία και μπαρ. Ιδρύθηκε το 1866 και κατασκευάστηκε από τα κέρδη της εξόρυξης του άνθρακα από τους λόφους της Πενσυλβάνια. Ο πληθυσμός της μειώθηκε από 1000 κατοίκους το 1981 σε 12 το 2005 και μόλις 9 το 2007, σαν αποτέλεσμα μιας πυρκαγιάς σε ορυχείο που καίει επί 46 χρόνια κάτω από την περιοχή. Η Σεντράλια είναι τώρα ο πιο μικρός δήμος σε αριθμό κατοίκων στην Πενσυλβάνια. Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΛΕΙΨΗΣ Το Μάιο του 1962, το συμβούλιο της επαρχίας της Σεντράλια προσέλαβε πέντε μέλη της εταιρίας των εθελοντών πυροσβεστών να καθαρίσουν τον σκουπιδότοπο, ο οποίος βρισκόταν σε ένα εγκαταλελειμμένο όρυγμα ορυχείου τύπου φλέβας δίπλα στο νεκροταφείο Odd Fellows. Αυτό είχε γίνει πολλές φορές στο παρελθόν, όταν όμως ο σκουπιδότοπος ήταν σε διαφορετική περιοχή. Οι πυροσβέστες, όπως είχαν κάνει στο παρελθόν έβαλαν στα σκουπίδια φωτιά και την άφησαν λίγο για να τα κάψει. Αυτή τη φορά όμως δεν κατάφεραν να τη σβήσουν. Η φωτιά συνέχισε να καίει στο κατώτερο βάθος των σκουπιδιών και σταδιακά επεκτάθηκε μέσα από μια τρύπα στο βράχο του ορυχείου μέσα στα εγκαταλελλειμένα ανθρακωρυχεία κάτω από τη Σεντράλια. Ουσιαστικά η φωτιά άναψε μια φλέβα γαιάνθρακα, μέρος του τεράστιου κοιτάσματος που υπήρχε κάτω από την πόλη. Εφόσον άναψε, ο άνθρακας μετέφερε τις φλόγες σε γειτονικές φλέβες και αποθέματα προκαλώντας μια τεράστια υπόγεια ανθρακική φωτιά. Η πόλη προσπάθησε για χρόνια να σβήσει τη φωτιά. Τεχνικές όπως εξόρυξη του φλεγόμενου άνθρακα, σκάψιμο τάφρων για να αποκόψουν τη φωτιά από το να εξαπλωθεί στα υπόλοιπα ανθρακικά αποθέματα και ψεκασμός της αθρακιάς με νερό, όλες απέτυχαν να καταφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι υπάλληλοι κατέληξαν πως η καλύτερη ευκαιρία να σώσουν την πόλη ήταν να σκάψουν ένα εκτεταμένο δίκτυο τάφρων για αν αποκόψουν τα σημεία υψηλού κινδύνου. Το υπερβολικό κόστος του εγχειρήματος έκανε το σχέδιο να μη λειτουργήσει ποτέ. Έτσι, η φωτιά συνέχισε να καίει. Το 1979, οι κάτοικοι ενημερώθηκαν για την έκταση του προβλήματος όταν ένας βενζινοπώλης έβαλε βέργα σε μια από τις υπόγειες δεξαμενές του για να εξετάσει την ποσότητα του καυσίμου. Όταν το τράβηξε έμοιαζε να καίει, και έτσι κατέβασε ένα θερμόμετρο μέσα σε μια δεξαμενή και έμεινε άναυδος όταν ανακάλυψε πως η θερμοκρασία της βενζίνης ήταν 77.8οC. Το ενδιαφέρον για τη φωτιά σε όλη την πολιτεία άρχισε να αυξάνεται, ενώ κορυφώθηκε το 1981 όταν ένας δωδεκάχρονος κάτοικος, ο Τοντ Ντομπόσκι έπεσε μέσα σε μια εδαφική κατακρήμνιση βάθους 46 μέτρων γεμάτη δηλητηριώδες μονοξείδιο του άνθρακα, η οποία ξαφνικά έσκασε κάτω από το πόδι του σε μια αυλή. Σώθηκε καθώς ο μεγαλύτερος ξάδερφός του τον τράβηξε από το στόμα της τρύπας πριν βυθιστεί και, προφανώς, πεθάνει. Άσχημες επιδράσεις στην υγεία που οφείλονται στο παραγόμενο από τη φωτιά μονοξείδιο του άνθρακα, αναφέρθηκαν από αρκετούς ανθρώπους. 30


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

ισχυρότερο χτύπημα ήταν η εκδήλωση μιας σοβαρότερης βλάβης, του σαρκώματος Kaposi, το οποίο εκδηλώνεται με ερυθρές κηλίδες μεγέθους κέρματος και άλλες αλλοιώσεις στο δέρμα. Στο τέλος της ζωής του τα Τ-λεμφοκύτταρα που μετρήθηκαν ήταν μόλις 40 , ενώ το ιικό φορτίο ήταν 230.000***. Τελικά πέθανε από πνευμονία. * Όλα τα κύτταρα που συμμετέχουν στους μηχανισμούς άμυνας του οργανισμού μας προκύπτουν από τη διαφοροποίηση πολυδύναμων αιμοποιητικών κυττάρων, τα οποία βρίσκονται στον ερυθρό μυελό των οστών, που αποτελεί το κέντρο της αιμοποίησης. Τα κύτταρα που απαρτίζουν το ανοσοβιολογικό σύστημα είναι κυρίως τα λεμφοκύτταρα, τα οποία ανήκουν στα λευκά αιμοσφαίρια. Τα λεμφοκύτταρα είναι κύτταρα μικρά, στρογγυλά, με σφαιρικό πυρήνα. Διακρίνονται σε δύο κύριες κατηγορίες, τα Τ-λεμφοκύτταρα και τα Β-λεμφοκύτταρα. Τα Τ-λεμφοκύτταρα διαφοροποιούνται και ωριμάζουν στο θύμο αδένα και είναι απαραίτητα για την ολοκλήρωση της ανοσοβιολογικής απόκρισης. Τα Β-λεμφοκύτταρα διαφοροποιούνται και ωριμάζουν στο μυελό των οστών. Συνθέτουν και παρουσιάζουν στην επιφάνειά τους ειδικές πρωτεΐνες που ονομάζονται ανοσοσφαιρίνες ή αντισώματα. **Τα αντισώματα ή ανοσοσφαιρίνες είναι ειδικά πρωτεϊνικά μόρια που παράγονται από τα Β-λεμφοκύτταρα. Κάθε Β-λεμφοκύτταρο διαθέτει υποδοχείς-αντισώματα που αναγνωρίζουν ένα συγκεκριμένο αντιγόνο. Κάθε αντίσωμα συνδέεται εκλεκτικά με το συγκεκριμένο αντιγόνο που προκάλεσε την παραγωγή του. Η σύνδεση αντιγόνου -αντισώματος έχει ως αποτέλεσμα: 1. την εξουδετέρωση του μικροοργανισμού, 2. την αδρανοποίηση των παραγόμενων τοξινών, 3. την αναγνώριση του μικροοργανισμού από τα μακροφάγα με σκοπό την ολοκληρωτική του καταστροφή. ***μια εξέταση ιικού φορτίου σου λέει πόσο RNA του HIV κυκλοφορεί στο αίμα σου ανά ml.

31


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

32


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

33


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

34


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

35


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

36


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

37


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

38


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

39


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

40


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

41


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

42


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

43


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

44


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

45


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

46


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

47


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

48


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

49


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

50


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

51


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

52


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

53


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

54


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

55


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

56


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

57


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

58


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

59


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

60


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

61


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

62


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

63


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

64


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

65


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

66


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

67


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

68


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

69


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

70


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

71


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

72


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

73


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

74


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

75


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

76


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

77


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

78


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

79


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

80


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

81


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

82


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

83


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

84


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

85


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

86


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

87


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

88


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

89


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

90


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

91


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

92


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

93


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

94


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

95


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

96


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

97


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

98


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

99


Fire and Memory - On Architecture and Energy, Luis Fernandez- Galiano, The MIT Press Cambridge, Massachusetts London, England

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

100


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

H ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, εκδόσεις Ερατώ

101


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

102


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

103


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

104


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

105


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

106


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

107


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

108


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

109


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

110


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

111


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

112


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

113


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

114


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

www.cabinetmagazine.org

Issue 32 Winter 2008/09

Sparks of Life

Simon Werrett Fireworks and physiology “I collected the instruments of life around me, that I might infuse a spark of being into the lifeless thing that lay at my feet. … By the glimmer of the half-extinguished light, I saw the dull yellow eye of the creature open; it breathed hard, and a convulsive motion agitated its limbs.”1 Thus the magic moment in Mary Shelley’s Frankenstein (1818) when the creature is brought to life by what is usually considered (though Shelley does not say so outright) the infusion of an electric “spark of being” into a constructed body. Shelley’s story emerged amid heated disputes among London physicians over the nature of life itself. Against the view of mechanists and materialists, who argued life could be reduced to the complex organization of physiology, vitalists asserted that some other force or spirit must be superadded to bodies to achieve living animation. Vitalist John Abernethy thus declared, “The phaenomena of electricity and of life correspond.”2­­­ To support their case, vitalists often pointed to the “animal electricity” described by Bolognese physician Luigi Galvani, who had seen the legs of a dissected frog twitch when touched with a metal scalpel in the presence of electricity. Another Italian, Alessandro Volta, rejected Galvani’s claim that such animal electricity was a distinctive form of electricity, and simulated it by bringing different metals into contact in moisture, thus contributing to his invention of the “voltaic pile” or battery. Volta’s experiments troubled vitalist accounts, but dramatic experiments supported them. In London in 1803, and again in Scotland in 1818, experimenters charged the bodies of dead criminals with electricity to witness astonishing convulsions and spasms, suggesting electricity was essential to life: “[E]very muscle in his countenance was simultaneously thrown into fearful action: fear, horror, despair, and ghastly smiles, united their expression in the murderer’s face, surpassing far the wildest representations of a Fuseli or a Kean.”3 That the electric “spark of life” figured prominently in debates over the nature of life in the late eighteenth and early nineteenth centuries is well known. Less well known is the fact that prior to this period, gunpowder was often identified with the substances that were necessary to life, if not as a vitalistic spirit, then as an essential element in the animation of the body. The idea of a spark of life went back to ancient times, likening living beings to the glowing embers of a fire. In the Old Testament, for example, the wise woman of Tekoah begs for the life of her son, pleading “they will stamp out my last live ember.”4 But from the sixteenth to the eighteenth century, this vital flame was often equated with gunpowder. There was fire in the blood: not electric, but pyrotechnic fire.

115


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

The ancients knew that air was necessary to both combustion and respiration. They combined both processes in the term flamma vitalis, the “vital flame” or “flame of life.” Aristotle identified the heart as the center of the body’s warmth, the place where “the soul is set aglow with fire.”5 By the sixteenth century, as European science was being transformed through engagement with flourishing princely courts, the flamma vitalis entered a complex moral economy of fire. Balthasare Castiglione, in his Book of the Courtier (1528), identified the appropriate behavior of courtiers with the management of the fiery desires, passions, and appetites that ignited in the body.6 Vannoccio Biringuccio described the burning fire of love in Pirotechnia (1540) as “the fire that consumes without leaving ashes.”7 Alchemists, magicians, and proponents of the new mechanical and experimental philosophies sought a deeper comprehension of these mysterious life-giving fires, and inquired into the nature of combustion and the role of breathing. Gunpowder, with its volatile ingredients of niter (also known as saltpeter, and today as potassium nitrate: a white, powdery mineral) and sulfur (a lemon-yellow crystal), offered the principal model for comprehending these processes. In late seventeenth-century England, a physician named John Mayow presented an argument that what he called “nitrous” and “sulphureous” particles could account for a huge array of phenomena in the universe. Mayow, an Oxford graduate and Fellow of the Royal Society, claimed that “nitrous particles,” similar to those making up mineral saltpeter, formed a part of the air (previously thought to be an homogenous element). When a body burned, its sulfurous parts reacted with this “nitro-aerial spirit” in the air to give off heat. The reaction used up nitrous particles in the air, and unless a fresh supply of air were available, eventually the burning would cease when all the “aerial nitre” was exhausted. Mayow conducted ingenious experiments to extend this explanation to physiological processes. He compared the processes of burning and breathing, arguing that nitrous particles in the air were also necessary to respiration. In order to demonstrate this hypothesis, he lowered into a vessel of water a bell jar containing a small animal suspended above the water inside a cage. Initially, the water level was the same inside and outside the jar but as the animal breathed, the level of water rose in the jar, indicating that air was being used up—about one-fourteenth of the total volume.8 A similar effect was seen when camphor was burned inside the jar. If both a burning candle and an animal were placed in the jar, the animal did not live long after the candle went out, because, reasoned Mayow, “the air enclosed in the glass is in part deprived of its nitroaerial particles by the burning … hence not only the lamp but also the animal soon expires for want of nitro-aerial particles.” Mayow thus established for the first time that part of the air was used in respiration, and this was the same part consumed by fire.

116


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Mayow extended his “gunpowder” explanation of physiology to many other matters, earthly and cosmological. He explained that nitrous and sulfurous particles were “engaged in perpetual hostilities with each other” and from their struggle arose “by turns all the changes of things.”10 His work probably influenced the young Isaac Newton, whose alchemical studies included a keen interest in vivifying spirits circulating through the universe (a model for his later ideas of universal gravitation). But Mayow was not alone in propounding these ideas, and others extended his “nitro-sulphureous” theory to different aspects of physiology. Another physician, the Oxford fellow Thomas Willis, proposed that nitro-sulphureous particles might explain the action of the muscles. Scholars knew that muscles moved through contraction, but did not understand how this contraction occurred. Willis proposed a “gunpowder” explanation. The act of breathing, he claimed, introduced aerial niter into the bloodstream, where it combined with sulphureous particles to produce nitro-sulphureous particles. When arteries carried this nitro-sulphureous blood into the muscles, it met with “animal spirits,” or a nervous fluid, to produce an “explosion”: the particles “suddenly intumified, they, as if inkindled, are exploded.” The nerve acted as an ignition mechanism, controlled from the brain, producing “the fiery inkindling or the match … [to] blow up the Muscle.”11 Human movement thus depended on pyrotechnics in the blood. What were the sources for this gunpowder physiology, this pyrotechnic vision of the flamma vitalis? Some historians suggest that sixteenth-century alchemists began the equation of living spirits with “aerial nitre,” a symbolic relationship that gradually became more physical and mechanical during the seventeenth century. The “philosopher’s saltpeter” thus appeared in the work of Polish alchemist Michael Sendivogius as a symbol of growth, by analogy to the way niter grew out of the earth like a mossy plant. At the beginning of the seventeenth century, followers of the German physician and alchemist Paracelsus equated the flamma vitalis with a more material substance, an “aerial sulfur,” a “fyre which nourisheth and quickeneth mans body.” Paracelsus also described an aerial niter that nourished the muscles via the lungs, and his followers developed the idea and applied it to other phenomena. Another important resource for the gunpowder theory was meteorology, because many forms of weather were thought to be caused by explosions in the sky analogous to the explosions of gunpowder. In the century before Benjamin Franklin showed that lightning was electricity, aerial niter and sulfur, brought together into an explosive mixture, provided a convincing account for the flash of lightning and rumble of thunder, in addition to a host of exotic “fiery meteors” illuminating early modern European skies.12

117


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Already by the late Renaissance, scholars had associated bodily pyrotechnics with these heavenly explosions because the human body was understood as a microcosm of the larger world. Thus the French Paracelsan Joseph du Chesne, writing in the first decade of the seventeenth century, explained thunder and lightning in terms of nitrosulfurous causes, and then claimed that “[t]his Niter-Sulphurus stinke is that which manifestly causeth in us fiery meteors… which bringeth forth innumerable passions and paines.” There were also material sources for gunpowder physiology—most obviously gunpowder itself, which Mayow and Willis would certainly have had in mind when elaborating their theories of “aerial niter.” A seventeenth-century gentleman might have come into contact with gunpowder in a number of ways. Ordnance, or great cannons, had become commonplace in European cities since their introduction in the thirteenth century, and theories of meteors and muscle action often analogized the powers of nature and the human body with these devastating modern technologies. Mayow’s assertion that niter and sulfur were “engaged in perpetual hostilities with each other” reflected the prevailing view that thunderstorms and lightning were Nature’s version of an artillery battle in the heavens. Willis alternatively claimed some inspiration for his pyrotechnic view of muscle action from the French atomist Pierre Gassendi, who supposed a powerful and compact force was needed to move the “animal machine”: “Who can easily comprehend that small thing … within the body of an Elephant … that it should be able to agitate such a bulk, and to cause it to perform a swift and harmonious dance? But indeed, the same fiery nature of the soul, serves within the body by its own mobility, what a little flame of gunpowder does in a Cannon: it not only drives the bullet with so much force, but also drives back the whole machine with so great strength.”14 Equating the body with pyrotechnic artillery reflected another common reference in sixteenth- and seventeenth-century science—fireworks. “Artificial Fireworks” and the gunpowder theory of meteors and physiology grew up in Europe at about the same time. In the East, in India and China, gunpowder fireworks—rockets, wheels, squibs, and bombs—had been used for festivals and warfare since their invention by the Chinese sometime in the eleventh or twelfth century. Arriving in Europe in the fourteenth century, fireworks were used in battle, and occasionally in church dramas and royal pageants. By the sixteenth century, fireworks were a common element of courtly festivities across Europe. Princes hired gunners and artisans to design spectacular displays, whose dramatic effects of sparks, noise, and smoke were intended to make a terrifying display of the prince’s power over the formidable element of fire. Fireworks were shown for royal wed dings and birthdays, to celebrate military triumphs, or to see in the new year: crowds gathered on riverbanks and city squares to watch the shows, which were often performed over water to heighten their effect.

118


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

The purveyors of these entertainments viewed their work as an imitation of the great fiery spectacles of the natural world, and for this reason they called their fireworks “artificial.” (Contemporary English has dropped this term, but the French still speak of feux d’artifice). Using “artificial fireworks,” gunners mimicked the natural fires of thunder, lightning, shooting stars, comets, suns, and volcanoes. A typically marvel-filled display in Elizabethan England showed “[a] blaze of burning darts, flying to and fro … streams and hails of fiery sparks, lightnings of wildfire on water and land, flight and shot of thunderbolts: all with such continuous terror and vehemency, that the heavens thundered, the waters surged, the earth shook.”15 Fireworks imitated meteors as well, so it is not surprising that contemporary accounts explained the causes of natural meteors by analogy to the effects of gunpowder. As the English physician and author Thomas Browne put it in 1650, “Surely a main reason why the Ancients were so imperfect in the doctrine of Meteors, was their ignorance of Gunpowder and Fire-works, which best discover the causes of many thereof.”16 Fireworks were also used to imitate the human body in the late sixteenth and seventeenth centuries. The earliest festive fireworks in Europe were shown in theatrical settings, providing added drama to stage scenery in religious plays. Sparks crackled from papier-mâché; doves, representing the Holy Spirit, made to descend along a string before audiences. Flames issued from the figures of angels winched up into the air, or from the bodies of diabolical dragons and demons. As fireworks developed into an autonomous genre of didactic entertainment, they continued to be shown around stage scenery. Fireworks exploded above temples, arches, obelisks, and rocks made with painted canvas and wooden frame. Displays also included elaborate automata, or moving figures of humans, animals, giants, and monsters. The classical engineer Hero of Alexandria had shown how to make moving figures of human and animal bodies using pipes filled with water, and Renaissance grottos abounded with such devices, some of which inspired René Descartes’s startling proposal that man could be understood as a kind of machine. Gunners could now deploy pyrotechnics rather than water to bring their artificial creatures to life. Around 1600, remarkable painted manuscript books were prepared for German princes, illustrating the many varied forms of human, animal, and monstrous figures that his artificers were capable of making. The illustrations testify not only to the skill of German artificers, but also to the playful and ingenious nature of these early pyrotechnics. One showed the life-sized figures of a monk and a nun erected on a wooden cartwheel, which was made to spin by pulling on a rope around its circumference, sending the monk and nun into a whirling dance.

119


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Fires emanating from the monk and nun’s bodies show these figures were filled with fireworks. Other illustrations showed the manner of filling bodies with pyrotechnics. Inside human figures constructed of paper, cloth, and wood, a system of tubes was arranged to carry fireworks, which would erupt into gushing fountains of sparks when ignited. Two battling warriors, a Christian knight and a fighting Turk, could be attached to a long wooden beam or a firm rope and made to fly towards one another by rocket propulsion. Different treatises showed how the figures of St. George and the Dragon could be made to do battle in a similar manner, and suggested a variety of pyrotechnic devices to make bodies move with fireworks. The English gunner John Babington, whose displays may have been witnessed by Mayow and Willis, described making human figures from basket-weavers’ rods, which were weighted with sand to float upright in water, where they moved around by the action of hidden rockets.17 Pyrotechnic physiology, the thought that bodies move and live by the action of gunpowder-like particles exploding in the blood and muscles, proliferated in the context of such animated fireworks displays. Mayow cited mechanical bodies as an inspiration for his nitro-sulphureous theories: “[W]e must suppose that the sulphureous and nitroaerial particles … are fashioned by the supreme Artificer [i.e. God] with truly marvellous skill … as much skill … as in automata constructed with the most accurate human art.”18 Fireworks, like fountains, were “machines,” and as the body came to be viewed as a machine so these mechanisms offered models for scientific theories. As Willis wrote, science benefited from “artificial things, from the Analogie of whose motions, in an animated body, both regularly and irregularly performed, most apt reasons are to be taken.”19 The new mechanical philosophy, equating the body with a machine, also gave added urgency to the question of what animated the body: was life caused by the coming together of many mechanical parts, or was it something else, a force added to make those parts move and come to life? Men of science in the age of Frankenstein were still debating these questions, but by the early nineteenth century the causes of muscle motion and animation in bodies were no longer equated with gunpowder but with electricity. Critics hastened the decline of the gunpowder theory by arguing that explosions in the body would be too uncontrollable to account for human movements. “What dominion could the Soul have over the Muscles … if they were agitated every moment by Squibbs or Crackers breaking within them? Certainly she could never moderate such violent and tumultuose explosions.”20 Nevertheless, what might be called the “gunpowder paradigm” had lasted for some two hundred years before electric theories replaced it beginning in the mid-eighteenth century. Even then, fireworks continued to be associated with heated passions and sexual desire; the gunpowder theory, meanwhile, persisted within the parameters of early electrical research, which similarly set out to provide a comprehensive explanation for diverse phenomena including meteors, lightning, and human physiology. In the nineteenth century, the success of Shelley’s Frankenstein and new theories proposing an electric basis for nerve and muscle action secured an electrical image for the “spark of life.” But for many years before, this spark was pyrotechnic.

120


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

1 Mary Shelley, Frankenstein, ed. J. Paul Hunter (New York & London: Norton, 1996), p. 34. 2 John Abernethy, An Enquiry into the Probability and Rationality of Mr. Hunter’s Theory of Life (London: Longman et al.,1814), p. 42. 3 Andrew Ure, quoted in Iwan Rhys Morus, “Galvanic Cultures: Electricity and Life in the Early Nineteenth Century,” Endeavour, 1998, vol. 22, no. 1, p. 8. 4 Samuel, Book II, xiv, 7, in The Revised King James Bible, with the Apocrypha, (Oxford & Cambridge: Oxford University Press & Cambridge University Press, 1989), p. 270; John Wycliffe, The Holy Bible, made from the Latin Vulgate by John Wycliffe and his Followers, eds. J. Forshall & Sir F. Madden (Oxford: Clarendon Press, 1850), rendered the translation “Thei sechen to quench my spark that is laft.” 5 Gad Freudenthal, Aristotle’s Theory of Material Substance: Heat and Pneuma, Form and Soul (Oxford: Oxford University Press, 1995), p. 20. 6 Baldesar Castiglione, The Book of the Courtier (London: Penguin Classics, 1976), pp. 294, 3é æ 342. 7 Cyril Stanley Smith and Martha Teach Gnudi, eds., The Pirotechnia of Vannoccio Biringuccio (New York: Dover, 1990), p. 444. 8 Mayow did not know carbon dioxide being breathed out by the animal was dissolving into the water. 9 John Mayow, Medico-Physical Works (Edinburgh: Alembic Club Reprints, 1907), p. 76. 10 Ibid., p. 35. 11 Thomas Willis, “The Anatomy of the Brain,” in Dr. Willis’s Practice of Physick (London: 1684), pp. 105, 111. 12 Royal Society fellow John Wallis, for example, explained how “Thunder and Lightning are so very like the Effects of fired Gun-Powder, that we may reasonably judge them to proceed from the like Causes. … Thunder and Lightning were a kind of natural Gun-Powder, and [gunpowder] a kind of artificial Thunder and Lightning.” See John Wallis, “A Letter of Dr. Wallis to Dr. Sloane, concerning the Generation of Hail, and of Thunder and Lightning, and the Effects thereof,” in Royal Society, Miscellanea curiosa, (London, 1705&endash;1707), vol. 2, p. 317. 13 Josephus Quersetanus, The Practise of Chymicall, and Hermeticall Physicke, for the Preservation of Health, trans. Thomas Tymme (London: 1605), Sig. Y. 4. verso. 14 Thomas Willis, “Of Convulsive Diseases,” in Dr. Willis’s Practice of Physick, op. cit., p. 2. 15 Robert Laneham, A letter whearin part of the entertainment vntoo the Queenz Maiesty at Killingwoorth Castl in Warwik sheer in this soomerz progress 1575 is signified (London: 1575), p. 16. (Note: the spelling has been rendered in modern English). 16 Sir Thomas Browne, Pseudodoxia epidemica (London: 1672), p. 93. 17 John Babington, Pyrotechnia (London: 1635), pp. 64&endash;66. 18 John Mayow, Medico-Physical Works, op. cit., p. 120. 19 Thomas Willis, “Of Convulsive Diseases,” in Dr. Willis’s Practice of Physick, op. cit., p. 2. 20 Walter Charlton, Three Anatomic Lectures (London: 1683), p. 99.

121


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

122


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

123


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

124


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

125


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

126


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

127


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

128


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

129


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

130


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

131


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

132


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Πειράματα Ακολουθεί μια σειρά «πειραμάτων». Πρόκειται για την καταγραφή με βίντεο της εξέλιξης της καύσης. Η διαδικασία αυτή επαναλήφθηκε έξι φορές. Το δείγμα που χρησιμοποιήθηκε, δηλαδή το φλεγόμενο αντικείμενο, ήταν πάντα το ίδιο. Ένα τετράγωνο κομμάτι χαρτομάντιλου 6x6 εκ. Η γωνία τοποθέτησης της αρχικής φλόγας ήταν πάντα η ίδια. Υπήρξε αδύνατον οι συνθήκες εκπόνησης του πειράματος να είναι αμετάβλητες καθώς το πείραμα διέπραξαν ανθρώπινα χέρια. Το τελικό αποτέλεσμα υπήρξε και τις έξι φορές εντελώς διαφορετικό. Μέσα από την αναπαριστώμενη διαδικασία, απομονώθηκαν τυχαίες αλλά όμοιες κάθε φορά στιγμές αυτής. Με το μοντάζ είναι δυνατόν να αναχαιτίσω την καταγεγραμμένη πορεία της καταστροφής. Η διαφορετικότητα των αποτελεσμάτων οφείλεται στο γεγονός ότι το χαρτί αποτυπώνει σε πολλαπλάσιο βαθμό οποιαδήποτε μεταβολή των παραγόντων που επηρεάζουν την καύση. Το τρίγωνο της πυρκαγιάς μας δείχνει ότι οι παράγοντες αυτοί είναι οι εξής: θερμοκρασία, οξυγόνο, καύσιμη ύλη. Μετά τα πειράματα ακολουθεί η «διαδικασία της επούλωσης». Πρόκειται για φωτογραφική αποτύπωση της επούλωσης μιας πληγής ανθρώπινου ιστού. Η διαδικασία αυτή είναι μακρόχρονη οπότε δεν υπήρχε δυνατότητα βιντεοσκόπησης ολόκληρης της διαδικασίας. Μέσα από τα αποσπάσματα, καλείται κανείς να ανασυνθέσει στο μυαλό του την συνεχόμενη ροή αυτής της διαδικασίας. Η καύση του χαρτιού και η επούλωση της πληγής αποτελούν παραδείγματα «ζωντανών διαδικασιών». Η καύση προσπαθεί να ανατρέψει την υλική ύπαρξη του χαρτιού, άρα έχει αρνητική φορά, ενώ η επούλωση προσπαθεί να ανατρέψει την αρνητική εξέλιξη του τραυματισμού, οπότε φέρει μια επιβεβλημένη θετική φορά.Η παρουσίαση των δυο διαδικασιών μέσα από αποκρυσταλλωμένες στιγμές τους, ξεπερνά τον παράγοντα χρόνο, όπου διαφέρουν, και βοηθά να συγκριθούν.

133


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

134


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

135


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

136


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

137


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

138


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

139


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

140


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

141


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

142


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

143


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

144


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

145


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

146


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

147


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

148


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

149


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

150


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

151


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

152


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

153


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

154


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

155


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

156


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

157


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

158


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

159


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

160


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

161


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

162


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

163


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

164


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

165


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

166


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

167


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

168


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Σχεδιάγραμμα παραγωγής ασβέστη

169


Ασβεστοποιία Χορτιάτη (Θεσσαλονίκη), Τοπογραφικό διάγραμμα

ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

170


Ασβεστοποιία Χορτιάτη (Θεσσαλονίκη), Νότια όψη

ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

171


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

172


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

173


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Σχεδιάγραμμα ιδιοκτήτη ασεστοποιίας για τη διαστασιολόγηση και τη λειτουργία της υψικαμίνου

174


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

175


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Σχεδιάγραμμα λειτουργίας υψικαμίνου

176


ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Βιβλιογραφία 1. Fire and memory: on architecture and energy, Luis Fernandez- Galiano, the MIT press Cambridge, Massachusetts London, England, December 2000 2. Η ψυχανάλυση της φωτιάς, Gaston Bachelard, μετάφραση Γιάννης Εμίρης, εκδ. Ερατώ, Αθήνα 1987 3. Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία, Κώστας Αξελός, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1976 4. Το νερό και τα όνειρα : δοκίμιο πάνω στη φαντασία της ύλης,Gaston Bachelard, μετάφραση Έλση Τσούτη, εκδ. Χατζινικολή, Αθήνα 1985 5. Περί φύσης, J-B Robinet , 3η εκδοση, 4 τόμοι, Άμστερνταμ, 1766 6. Μυθοπλασίες, Borges Jorge Luis, μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1990 7. Morpho-Ecologies, edited by Micael Hensel and Achim Menges, Architectural Association, London, England, June 2006 8. Forms of explanation in the catastrophe theory of René Thom: topology, morphogenesis, and structuralism, David Aubin, 2004, http://people.math.jussieu.fr/~daubin/ publis/2004a.pdf 9. Πυρασφάλεια: Εφαρμοσμένη πυροπροστασία και στοιχεία πυρόσβεσης, ΣΕΛΛΟΥΝΤΟΣ, Γ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Στ. ΠΕΡΔΙΟΣ, Κ. ΧΟΥΣΙΑΝΑΚΟΣ, εκδόσεις ΦΟΙΒΟΣ 10. Sparks of Life, Simon Werrett, cabinet magazine, ISSUE 32 WINTER 2008/09 11.Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, τ.1 Από τη μεριά του Σουάν, Μ.Προυστ, μτφρ. Παύλος Ζάννας, ένατη έκδοση: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Φεβρουάριος 2008 12. Το ωμό και το μαγειρεμένο , Claude Levi-Strauss, εκδόσεις Αρσενίδη, Αθήνα 2001

177


ΜΙΚΡΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

ευχαριστώ τον κ.Δημήτρη Τσατσούλα, υποδιοικητή της πυροσβεστικής υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, για τις χρήσιμες πληροφορίες, την Άννα Βάσωφ για τη βοήθεια με τα “πειράματα”

178


small catastrophe enchiridion