Issuu on Google+


Existential Angst


ISBN: 978-960-9776-63-9 Βακχικόν - Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία Εκδόσεις Vakxikon.gr Μαραθώνος 36, 122 44 Αιγάλεω www.vakxikon.gr info@vakxikon.gr © 2013 Εκδόσεις Vakxikon.gr & Ειρήνη Βακαλοπούλου Σειρά: Βακχικόν Πεζά - 12 Πρώτη Έκδοση: Δεκέμβριος 2013 Σχεδιασμός Έκδοσης & Εξωφύλλου: Vakxikon.gr


Ειρήνη Βακαλοπούλου

αφαιρετικές ιστορίες υπαρξισμού

Vakxikon.gr 2013


A thousand Dreams within me softly burn Arthur Rimbaud


Απομάκρυνση Γιατί κάθε φορά που σε έβλεπα, έλεγα πως θα είναι και η τελευταία. Μ’ ενοχλούσε κάτι πάνω σου, που πως να στο εξηγήσω τι ήταν -το φτιάξιμο των μαλλιών σου, ένα περίσσευμα σάρκας από το σώμα σου, το χρώμα των νυχιών-. Η μία παρατήρησή μου πατούσε πάνω στην επόμενη. Μα εσύ δεν εγκατέλειπες. Μέρα με τη μέρα, τα μαλλιά σου ήταν λίγο πιο φτιαγμένα από την προηγούμενη, τα νύχια σου φαίνονταν πιο υγιή και το σώμα σου σχεδόν ελκυστικό. Και όσο σε απέρριπτα, εσύ, με το αργό πέρασμα του χρόνου, ομόρφαινες. Ερχόσουν και κολλούσες πάνω μου. Και τι άλλο να έκανα για να σε διώξω; Τι άλλο θα μπορούσα που έτρεμε η γη κάθε φορά; Μα όταν έφτανε το βαθύ απογευματινό φως, καταλάβαινα πως δεν είχες καταφέρει να φτάσεις στο ελάχιστο την αρτιότητα. Έτσι, μόλις έβγαινε το φεγγάρι, σ’ έδιωχνα κι έπαιρνες μαζί τ’ αστέρια και του ερέβους τα δάκρυα. Μα για μεγάλη μου δυστυχία, το επόμενο πρωί επανερχόσουν όμορφη και διαφορετική. Βυθισμένος στην άγνοια, σ’ έπαιρνα στην αγκαλιά και ορκιζόμουν στην ομορφιά σου, ποτέ να μη σ’ αφήσω. Όμως και πάλι, με τον ερχομό της νύχτας, γινόσουν κουβαλήτρια των ίδιων σου των δακρύων και με την πιο βαριά θλίψη, απομακρυνόσουν. Έμεινα όμως να τιμωρούμαι αιώνια. Κάθε πρωί ξαναγεννιέμαι, και σαν πλησιάζει η νύχτα σ’ έχω ήδη χορτάσει. Έχω χορτάσει όλη τη ζωή. Μένεις πάντα ατελής· φύγε.

- 11 -


Διαίρεση Τον είχα γνωρίσει πριν πολλά χρόνια, μα όσο και να έστυβα το μυαλό μου να θυμηθώ τ’ όνομά του, μου ήταν αδύνατο. Και από τη μορφή του, το μόνο που είχα ξεκάθαρο ήταν δυο φρύδια ενωμένα σχεδόν σαν ένα, τα οποία θύμιζαν δάσος που απλωνόταν στην επιφάνεια του μετώπου του, θαρρείς και το σκέπαζε ολόκληρο. «Ξέρεις πως είναι να μην αισθάνεσαι τον εαυτό σου;» μου έλεγε πολλές φορές μα δεν καταλάβαινα τι ήθελε να πει. «Όταν κοιτάς τα χέρια σου, να νιώθεις πως ανήκουν σε κάποιον άλλον, πως δεν είναι δικά σου. Να βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να είναι άυλη η μορφή σου, ένα περίγραμμα όλο σου το πρόσωπο». Kαι συνέχιζα να μη νιώθω λέξη, μοναχά τον κοίταζα δίχως να μιλώ, μειδιώντας κάθε φορά με τον τρόπο της άγνοιας τα χείλη. Και όταν τελείωνε τα λεγόμενά του, βούλιαζε σε μια εσωτερικότητα λες και ο κόσμος τον ρουφούσε την ώρα εκείνη, και όταν γυρνούσα να τον δω δεν ήταν ποτέ εκεί. Μα δεν τρόμαζα, με άφηνε με τα λόγια του στον αέρα και το μυαλό μου να ταξιδεύει καιόμενο. Κάποια φορά, το θέλησε ο καιρός να βρεθώ σ’ ένα μακρύ και παράξενο όνειρο, που μέσα σ’ αυτό κάθε φόβος μου ζωντάνευε και όσο πήγαινε μεγάλωνε και κάθε που ξυπνούσα, δεν είχα ιδέα αν βρισκόμουν μέσα σε αυτό ή αν ήταν η πραγματικότητα. Ώσπου μια μέρα, τα κατάφερα και ανασηκώθηκα από τον βαθύ εφιάλτη, σαν από νάρκωση βαριά, άνοιξα τα παράθυρα του δωματίου και τον είδα. Στεκόταν κάτω από το μπαλκονάκι μου, με το βουβό του χαμόγελο και τα χέρια απλωμένα να με αναζητούν. Έτρεξα προς την πόρτα να του ανοίξω, μα γι’ ακόμα μια φορά είχε γίνει καπνός. Και τότε ήταν που τρόμαξα: Έψαξα μέσα σε συρτάρια, φωτογραφικά άλμπουμ και σε καρδιές βιβλίων, μήπως και βρω κάτι να αποδεικνύει την ύπαρξή του στη ζωή μου. Τίποτα όμως δε βρέθηκε· κενά τα συρτάρια, τα άλμπουμ και τα βιβλία. Η ψυχή μου σαν γυαλάκι έσπασε, και - 12 -


ήρθε το «απόκοσμο» να με συνεπάρει· κοίταξα τα χέρια μου, τα τέντωσα μπροστά και δεν τα αναγνώριζα. Σίγουρα δεν είναι δικά μου, σκέφτηκα. Ανήκαν σ’ εκείνον, και όταν πήρα τα μάτια μου από πάνω τους χάθηκα στην εσωτερικότητά μου, λες και ο κόσμος με ρούφηξε την ώρα εκείνη. Ο έξω κόσμος δεν υπάρχει, άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ, ήταν πάντα ένα τσουβάλι γεμάτο με αισθήσεις και εντυπώσεις, σκέφτηκα. Έκλεισα τα μάτια, σήκωσα τα χέρια, τα σταύρωσα στο στόμα μου και φιλώντας τα με μια λατρεία που όμοιά της δεν είχα ξανανιώσει, «Παύλο» «Παύλο», ψιθύρισα με έναν κρυφό πόθο. Από τότε δεν ξανασκέφτηκα εκείνον, ποτέ πια δεν κοίταξα τα χέρια μου.

Τέλος τoυ δείγματος της έκδοσης Vakxikon.gr. Απολαύσατε το preview; Αγοράστε την έκδοση τώρα


Existential Angst - Ειρήνη Βακαλοπούλου