Page 1


ΈΡΩΤΑΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ


Με την υποστήριξη

ISBN: 978-960-9776-31-8 Βακχικόν - Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία Εκδόσεις Vakxikon.gr Μαραθώνος 36, 122 44 Αιγάλεω www.vakxikon.gr info@vakxikon.gr © 2013 Εκδόσεις Vakxikon.gr & Βασίλης Ακριβούσης Σειρά: Βακχικόν Ποίηση - 26 Πρώτη Έκδοση: Μάιος 2013 Σχεδιασμός Έκδοσης & Εξωφύλλου: Vakxikon.gr


ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΚΡΙΒΟΥΣΗΣ

ΕΡΩΤΑΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Vakxikon.gr 2013


Α. ΤΑ ΛΥΡΙΚΑ «…ἔστιν οὖν ἔρως…»


ΑΝΑΜΟΝΗ Ήμουν ο άξονας που στήριζε τα σταυρωμένα φύλλα: στη μια μεριά στροφαλοφόρος, κομμάτι ενός ριγμένου στα σκουπίδια μηχανήματος, στην άλλη η περασμένη αίσθηση σε μέρη λουσμένα από φώτα ρομαντικά. Ήμουν γυναίκα. Δεν παραπονέθηκα για τους πόνους τους αρχαίους καθώς το φίδι γυρνούσε, ψυχή στον ουρανό έστελνε κι έφερνε μύρια καλά. Μόνο η σχέση που ‘φυγε, μ’ ένωνε με παρελθόντα κρυμμένα, γιομάτα άπειρους πειρασμούς. Στάθηκα στην πεδιάδα τυλιγμένη από το γιδοτόμαρο, την ώρα που σπαθιά άστραφταν με ήχους εκκωφαντικούς και το ατσάλι έτρεμε, στροβίλιζε και διψούσε να με χωρίσει στη μέση. Έτρεμα. Κρύο δεν ήταν μα ‘κείνη η παράξενη κακοδαιμονία σφυρηλατημένη στο δείλι και στο λυκόφως. Χάθηκα σε ατραπούς, που γνώριμοι μου φαίνονταν - μα πόση απόσταση ανάμεσα μας. Εκατόμβες θυμάτων αντίκρισα και μια ζεστασιά στις πατούσες με πλημμύριζε κι ανέβαινε, θα ’λεγες, με ζύγιζε να βρει τι ζητούσα. Ήμουν άλλη μια, που στους δρόμους μεγάλωσε και το δρόμο της έψαχνε απελπισμένα. Χλόη που πάνω σου κοιμήθηκα, όταν εκείνος ο κουρσάρος με κυρίευσε πρώτη φορά, εσύ μου ‘μεινες πιστή, γιατί μόνο εσύ άκουσες τα βογγητά μου. Πάθος κι ηδονή, συνεπαρμένα τα κορμιά και τώρα τί; Ποιος θα ‘ναι ο ακόλουθος, ο σύντροφος, που στα ονείρατά μου προσδοκούσα; Θάλλει ακόμα η νιότη μου ακμαία κι απ’ έξω φωνές έρχονται και βουίζουν λέγοντας: «ο σύντροφος υπάρχει κι έρχεται».

- 11 -


ΑΝΟΧΗ Ι Οιμώζουν οι καλημέρες μας· στα μειράκια μοιάζουν, που οι παροξυσμοί τους στοιβάχτηκαν σε θύλακες. Η γλώσσα τους θεραπαινίδα στην εσπεράντο του σήμερα, που κελεύει μία αυτή και μόνη να διατηρηθεί. Τριγύρω ορυμαγδός από αράχνες μας δένουν. ΙΙ Μια κλωστή τυλίχτηκε γύρω σου κι έδεσε τα μπράτσα σου σφιχτά. Άπλωσες τα βήματά σου σε χώρες που, ευμαρείς, καλοτυχούσαν. Άλλο ψεγάδι δε σου βρέθηκε παρά της αγχιστείας η κρυψίνοια. Παρίας κι εσύ, άτεγκτη, που τα μύχια της ψυχής σου αναζητάς, φεγγοβολάς στης επίφασης το φτερούγισμα. ΙΙΙ «Η λάμψη είναι λάφυρο», μου ‘πες, «την ενδελέχεια μη λησμονείς κι οι επωδοί ας μη γίνουν παλινωδίες». Ως άλλοι ρέκτες εμφιλοχωρούμε στις βραδιές τις καλές, τις γεμάτες από πάπυρους Αλεξανδρινούς. Τα μπαρόκ ινδάλματα μας μουσικολογούν…

- 12 -


ΑΠΟΛΟΓΙΑ Καμάρωνα στο πετρωμένο δάσος. Κάτω απ’ τα δέντρα δροσιά κι ανακούφιση - τα χαραγμένα φύλλα τους σταγόνες δημιουργίας. Εκεί μ’ αποπλάνησες μ’ ένα modus vivendi˙ εκεί προσποιήθηκα πως δε σε γνωρίζω, σκληρός σαν γρανιτένιος μετεωρίτης. Πλάθω τα μαύρα ρούχα σου στη μνήμη μου, καθώς περίμενες δίπλα στο θόλο˙ το τόξο του σε σκέπαζε σχηματίζοντας αδρά τα χαρακτηριστικά σου. Αναλαμπή κι εγώ απομακρυνόμουνα θέτοντας νέους στόχους. Αν νομίζεις πως τώρα απολογούμαι δεν πέφτεις έξω. Σκάλωσα στο παγωμένο ποτάμι, που οι αχτίδες του ήλιου διστάζουν να γλυκάνουν. Το σώμα μου άγαλμα, η ψυχή μου πεταλούδα ακολουθεί το δίαυλο που οδηγεί… που άραγε οδηγεί; Να ’μαστε πάλι στην κιβωτό του πνεύματος.

- 13 -


ΑΦΙΕΡΩΣΗ Στο χείλος του παραδείσου αντικρίζω το χαμόγελό σου. Πελώρια τα μεθυσμένα μάτια σου στην έκσταση του χορού. Το μικροσκοπικό κορμί σου κρύβει χίλιους αγγέλους κι άλλους τόσους σατανάδες· στενάζω. Η παλιά φωτογραφία σου κιτρινίζει κάθε φορά που τη θωρώ ανάγκη να βάλουμε καινούριο χρώμα. Έλα μαζί μου για το ρεύμα που μας ηλεκτρίζει, για τις αδέσποτες ψυχές μας που κρίθηκαν στο δρόμο με τις λεύκες. Τι προσμένουμε; Σαν ξεκινάς, φεύγω˙ σαν έρχομαι γίνεσαι σκιά - πολλές οι σκιές τελευταία. Το καλύτερο που μου ‘τυχε είναι το άγγιγμα μα και το βλέμμα σου πίσω απ’ τα γυαλιά που αρνείσαι να φορέσεις. Σε νοιώθω μα δε μπορώ να σου μιλήσω. Δεν είμαι πια άνθρωπος αλλά δρόμος χωρίς λεύκες. Μαράθηκαν κι αυτές σαν το λουλούδι, που κάποτε πότιζες.

- 14 -


ΕΠΙΚΛΗΣΗ Μάνα μου, Παναγιά μου, γυναίκα μου και κόρη μου λάθος με μετράς, λάθος σε μετρώ. Το πρόγραμμά μας συγχρονισμένο με τη ζάλη του μπιτ και του χορού. Τα χέρια μας αγγίζονται - φωτιά. Γράφω σε σένα και περιμένω σημάδια αντίστοιχα. Χαλαρώνω δε θυμώνω, τα νεύρα μου τεντώνονται - δε σπάνε. Βροχή τα δάκρυα της ιέρειας του σβησμένου ονείρου απέναντι στην ψυχή του θεατή.

- 15 -


ΕΥΧΗ Στην πυριτιδαποθήκη του κορμιού μου απόψε ήρθες, την ώρα που το λάδι μου για πολλοστή φορά έσωνε˙ μια σαν τις άλλες μορφή, θωπευτικά μ’ αγκάλιασες˙ το χέρι μου στο δικό σου έσφιξες και τα δεμένα σου μαλλιά χαλάρωσες, που σαν έβενος χύθηκαν στις γερές σου πλάτες. Το πρόσωπό σου διστακτικό, το σώμα σου ντροπαλό με κοιτούσε, με καλούσε στης Εδέμ τους ερωτικούς κήπους. Απ’ της ύπαρξής μου τα βάθη σού φώναξα: «μη γλιστρήσεις και συ απ’ τα χέρια μου μέσα σαν το νερό το γάργαρο, σαν τις άλλες νεράιδες, που ξωτικά τις πήραν μακριά μου και τα χέρια μου δέναν κάθε που να τ’ απλώσω πήγαινα. Το χαμόγελό σου το θλιμμένο εγώ θα φαιδρύνω με την αφέλειά μου, με του λιονταριού τη δύναμη και την ευγενική του φλέβα». Τη γόπα ρούφηξα ύστερα και απ’ το πλαίσιο βγήκα, καθώς παράξενα και πολύχρωμα πλάσματα κάτω απ’ ένα βόμβο ακατανόητο και στους καπνούς τυλιγμένα με κυκλώνανε. Να φύγω βιάστηκα, τ’ ασημένιο ταψί ν’ αντικρύσω στα νέφαλα δίπλα και συ λαμπιροστολισμένη πάνω του ήσουν. Η βροχή είχε μόλις σταματήσει.

- 16 -


ΚΑΡΔΙΕΣ Δείτε τ’ ατσαλωμένα μπράτσα να κρατούν τα κάγκελα του χρυσού μου κλουβιού· δείτε να νευρώνονται οι τένοντες από εκνευρισμό μεγάλο, που αγκάλιαζαν τους ώμους τους λατρευτούς κάποτε. Αυτά τα δάχτυλα ποικίλες καρδιές αντιπροσωπεύουν, γελαστές, δακρυσμένες καρδιές που βγήκαν, λες, από κάποιο παραμύθι. Μόλις σ’ αγγίζουν αρνητική ενέργεια εκβάλλεις κι απορείς για την πρότερη αγιοσύνη τους. Φορούν κοσμήματα, κρυμμένες απαιτούν και διατάζοντας χάνονται σε καληνύχτες απροσδιόριστες. Μήπως γνωρίζουν που κατευθύνονται; Μήπως λάτρεψαν πρόσωπα λαθεμένα; Χρώμα ας δώσετε και στη δική μου ματωμένη ύπαρξη, που σας αναζητά απεγνωσμένα. Τα φτερά μας ας ξαναβγούν να πετάξουμε σε λαμπηδόνες ηλιακούς.

- 17 -


ΚΟΙΝΗ ΤΟΜΗ Στήνεσαι στο βάθρο, χρυσάφι ατόφιο, μοσχομυρισμένη με της κανέλλας το ίχνος. Κερωμένοι πρίγκιπες σε βλέπουν, σ’ αναζητούν, την ασύγκριτη ομορφιά σου παντού διαλαλούν. Ακόρεστος ο πόνος μου, βήχας πνιχτός, με ψευτοϋπεύθυνες δηλώσεις σε μοιράζομαι. Κάματου απόσταγμα η κατήφεια και κινήσεις αυτοματοποιημένες, όπως εν’ άγγιγμα στον ώμο, μια ειλικρινής χειραψία με κυβερνούν. Αφήνω το κοντύλι κάτω και το ξαναπιάνω· συνειρμοί αποσπασματικοί μέσα μου παλεύουν. Περιπέτεια ελκυστική του πλούτου η απόκτηση κι οι αρετές μας αγωνίας κραυγές. Συναντηθήκαμε στου Ουμανισμού και της Ορθοδοξίας την κοινή τομή· απ’ έξω της αμαρτίας οι φλέβες ασταμάτητα ρέουν.

Τέλος τoυ δείγματος της έκδοσης Vakxikon.gr. Απολαύσατε το preview; Αγοράστε την έκδοση τώρα

Έρωτας Πανσέληνος - Βασίλης Ακριβούσης  
Advertisement