Page 1


ISBN: 978-618-5144-96-8

Εκδόσεις Vakxikon.gr Βιβλιοπωλείο του Βακχικόν Ασκληπιού 17, 106 80 Αθήνα τηλ. 210 3637867 info@vakxikon.gr ekdoseis.vakxikon.gr

© 2017 Εκδόσεις Vakxikon.gr & Κώστας Γραμματικόπουλος Σειρά: Βακχικόν Πεζά - 57

Πρώτη Έκδοση: Ιανουάριος 2017

Επιμέλεια-Διορθώσεις: Παντελής Ανδριώτης

Σχεδιασμός Έκδοσης & Εξωφύλλου: Vakxikon.gr


ΟΙ ΑΠΟΚΛΗΡΟΙ 3

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 3

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Τ

ο χιόνι έπεφτε ακατάπαυστα από νωρίς το απόγευμα. Ο ουρανός άνοιξε την αγκαλιά του και μικρές νιφάδες χιονιού, λευκές, χαριτωμένες, κρύες, αφού στροβιλίζονταν για ώρα στην ατμόσφαιρα, έπεφταν στην παγωμένη γη. Το κρύο ήταν τσουχτερό κι ο άνεμος λυσσομανούσε. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και η πόλη είχε βάλει τα γιορτινά της. Τα καταστήματα ήταν στολισμένα, οι δρόμοι και οι πλατείες φωταγωγημένες και οι άνθρωποι βρήκαν επιτέλους άλλοθι για να λησμονήσουν τη μοναξιά και τη δυστυχία τους. Έστριψε το στενό που οδηγούσε στον σταθμό του τρένου. Περπατούσε με δυσκολία. Εδώ και μερικούς μήνες είχε μια πληγή στο δεξί πόδι, λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο, που δεν έλεγε να κλείσει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ένιωθε ρίγος από νωρίς το πρωί σ’ όλο του το κορμί απ’ αυτό το διαολεμένο κρύο. Το πρόσωπό του ήταν σκαμμένο από βαθιές ρυτίδες, τα μαλλιά του μακριά και βρώμικα μέχρι τους ώμους, τα γένια του λευκά και πυκνά, τα μάτια του θαμπά και άχρωμα, το ανάστημά του μέτριο. Η ηλικία του απροσδιόριστη πλέον. Φορούσε ένα χακί παντελόνι σχεδόν καινούριο. Το είχε βρει πριν μερικές μέρες παραπεταμένο δίπλα σε μια αποθή-


4

ΚΩΣΤΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

κη ρούχων στο Μοναστηράκι. Μια χοντρή μαύρη μπλούζα, τρύπια σε δύο μεριές κι ένα πανωφόρι ελεεινό και χιλιοσκισμένο, συμπλήρωναν την όλη αμφίεση. Στο αριστερό του πόδι φορούσε μια μαύρη αρβύλα, ενώ το δεξί του ήταν γυμνό, αφού τον βασάνιζε αυτή η αναθεματισμένη πληγή. Κατά πόδας, τον ακολουθούσε ένα γέρικο σκυλί, σταχτί με ξεθωριασμένο τρίχωμα και παράξενη μουσούδα. Ήταν η Καστάνκα1. Ήταν αχώριστοι εδώ και δύο χρόνια περίπου. Την είχε βρει κάτω από μια γέφυρα, πληγωμένη στα πλευρά από τους ανθρώπους, και την περιμάζεψε. Έφθασε στη μεγάλη πλατεία. Ο κόσμος δίπλα του ένα πολύβουο μελίσσι. - Τι παράξενοι που ’ναι οι άνθρωποι, σκέφθηκε. Κοίταξε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, με τα χιλιάδες λαμπιόνια και τα φανταχτερά στολίδια. Του φάνηκε πολύ ψηλό και άχαρο. Ήταν αργά το απόγευμα και είχε αρχίσει ήδη να σκοτεινιάζει. Ήθελε να φθάσει σε ένα παλιό παράπηγμα, που έμενε τους τελευταίους μήνες, για να κοιμηθεί γιατί δεν ένιωθε καλά. Το χιόνι ολοένα και δυνάμωνε κι ο αέρας του τσάκιζε τα κόκκαλα. Προχώρησε στην οδό Αρτέμιδος και στο τέλος του δρόμου έστριψε σε ένα μικρό αδιέξοδο. Εκεί ήταν το σπίτι που έμενε. Ήταν ένα εγκαταλειμμένο σπίτι με δύο μικρά δωμάτια και μια τουαλέτα ελεεινή και τρισάθλια. Ο Λαέρτης - γιατί αυτό ήταν το όνομα του άστεγου άνοιξε την παλιά ξύλινη πόρτα που ήταν πιασμένη με ένα μεγάλο καρφί και μπήκε μέσα. Άναψε ένα μικρό κερί, που υπήρχε πάνω στο τραπέζι, για να βλέπει. Εκεί, σε μια γωνιά του δωματίου, είχε απλώσει χαρτόνια κάτω σε μία επιφάνεια δύο επί δύο, για να μην κρυώνει. Αυτό ήταν το κρεβάτι του. Σε δύο μεγάλες μαύρες σακούλες ήταν όλα τα υπάρχοντά του. Άνοιξε τη μία και έβγαλε μια κονσέρβα που είχε βρει σε ένα κάδο απορριμμάτων. Την έδωσε στη σκυλίτσα, γιατί 1. Προέρχεται από τη ρωσική λέξη καστάν που σημαίνει κάστανο, καστανιά.


ΟΙ ΑΠΟΚΛΗΡΟΙ

5

αυτός δεν πείναγε. Η Καστάνκα την καταβρόχθισε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Έριξε νερό στην πληγή να την καθαρίσει λίγο από τα αίματα. Τον έτσουζε φοβερά. Πρέπει να είχε πυρετό. Ένιωθε ζεστό όλο του το κορμί και άρχισε να κάνει σπασμούς. Σκεπάστηκε με μια βρώμικη κουβέρτα και έκλεισε τα μάτια. Βυθίστηκε σε ένα μικρό λήθαργο. «Απλώθηκε μπροστά του μια θάλασσα γαλάζια κι απέραντη. Την διέσχισε με μιας, ώσπου έφθασε σ’ ένα νησί μικρό και καταπράσινο στη μέση του πελάγους. Κοντά στην ακρογιαλιά, εκεί που σκάει το κύμα, ήταν ένα σπίτι με μεγάλη αυλή, ασβεστωμένους τοίχους και γαλάζια παραθυρόφυλλα. Σ’ ένα από τα δωμάτια, ένα μικρό αγόρι έπαιζε. Μπήκε μέσα η μητέρα του αγοριού, το αγκάλιασε, το φίλησε γλυκά στο μάγουλο, το έπλυνε, το έντυσε με τα φρεσκοπλυμένα ρούχα, του ζέστανε το φαΐ και αφού το έβαλε για ύπνο, σταύρωσε τρεις φορές το μαξιλάρι του και έκλεισε πίσω της την πόρτα». Άνοιξε για λίγο τα μάτια. Γύρω του όλα ήταν θαμπά. Ο πυρετός ανέβαινε και είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα. Η Καστάνκα ήταν ανήσυχη. Πήγε δίπλα του και άρχισε να του γλείφει το πρόσωπο. Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε το ξερό τρίξιμο της πόρτας που άνοιγε και μπήκε μέσα στο παλιό παράπηγμα ένα παιδί. Ήταν ο Θησέας. Δεν θα ήταν πάνω από δώδεκα χρονών, κοντούλης με μαύρα, κατσαρά μαλλιά, μάτια μελιά που έλαμπαν, μύτη μικρή, κυρτή λίγο προς τα πάνω και μυαλό ξυράφι. Ο Θησέας ήταν ένα χαμίνι της πόλης. Αυτό που αγαπούσε όσο τίποτα στη ζωή του ήταν η ελευθερία. Ω! Την ελευθερία! Πόσο την αγαπούσε. Όσο θυμάται τον εαυτό του ήταν στους δρόμους, αφού δεν γνώρισε ποτέ γονείς. Έπαιζε ακορντεόν, που του το είχε χαρίσει ένας πλανόδιος μουσικός, ενώ έκανε και μικροκλοπές – γεγονός που θεωρούσε απολύτως φυσιολογικό – για


6

ΚΩΣΤΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

τα προς το ζην. Το πεζοδρόμιο ήταν γι’ αυτόν όλη του η ζωή. Είχε δεκάδες παρατσούκλια, που θα μας πάρει ώρα να τα αναφέρουμε. Χαρακτήρας ατίθασος, αλλά από την άλλη μεριά μια δίκαιη και αγνή φύση. Είχε μέσα του, ανέκαθεν, έντονο το αίσθημα του δικαίου και το υπερασπιζόταν με νύχια και με δόντια. Απεχθανόταν την αδικία, αλλά τη συναντούσε παντού μπροστά του σαν μια σύγχρονη Λερναία Ύδρα. Το γεγονός αυτό τον έθλιβε και τον απογοήτευε. Όμως, δεν του έλειπε το χαμόγελο και η αισιοδοξία. Ήταν αεικίνητος και τετραπέρατος. Διαόλου κάλτσα. Η ζωή έσφυζε πάνω του. Η γνωριμία του με τον Λαέρτη υπήρξε περιπετειώδης. Αφορμή ήταν η Καστάνκα. Μια μέρα σ’ ένα στενό και έρημο δρομάκι, είδε κάποια παλιόπαιδα να κακομεταχειρίζονται μία σκυλίτσα. Ο Θησέας επενέβει αμέσως και, αφού έδιωξε κακήν-κακώς τα παιδιά, έδωσε τη σκυλίτσα πίσω στον γέροντα ιδιοκτήτη της, που ήταν ανήμπορος να επέμβει. Από τότε αποφάσισαν να ενώσουν τις μοίρες τους. Οι τρεις τους. Μία ψυχή σε τρία σώματα. Ο Λαέρτης, η Καστάνκα κι ο Θησέας. Λάτρευαν την Καστάνκα, αλλά και αυτή τους είχε αδυναμία, αν και, μερικές φορές, εκμεταλλευόταν την αγάπη τους. Όταν ήθελε κάποιο κόκκαλο ή χάδια, κλαψούριζε παραπονεμένη. Ήταν πανέξυπνη και δοτική, αλλά κυρίως ευγνώμων. Δεν ξεχνούσε ποτέ πως την είχαν σώσει δύο φορές από τα χέρια και την κακία των ανθρώπων.

Τέλος τoυ δείγματος της έκδοσης Vakxikon.gr. Απολαύσατε το preview; Αγοράστε την έκδοση τώρα

Οι Απόκληροι - Κώστας Γραμματικόπουλος  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you