Page 1


ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ - ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ Ασκληπιού 17, 106 80 Αθήνα τηλέφωνο: 210 3637867 e-mail: editions@vakxikon.gr e-shop: ekdoseis.vakxikon.gr Τίτλος Βιβλίου: Τρεις ευχές Συγγραφέας: Κώστας Γραμματικόπουλος Επιμέλεια - Διορθώσεις: Παντελής Ανδριώτης, Έλενα Στόιου Σχεδιασμός Έκδοσης & Εξωφύλλου: Εκδόσεις Βακχικόν © 2019 Εκδόσεις Βακχικόν & Κώστας Γραμματικόπουλος © Φωτογραφίας Εξωφύλλου: Στράτος Προύσαλης ISBN: 978-960-638-088-4 Εκδοτική Σειρά: Βακχικόν Πεζά/Ελληνική Λογοτεχνία Αριθμός Σειράς: 142/59 Πρώτη Έκδοση: Νοέμβριος 2019 Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Eλληνικού Nόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.

ΕΚΔOΣΕΙΣ ΒΑΚΧΙΚOΝ Μέλος του Vakxikon.gr Media & Publishing Group Βερανζέρου 13, 106 77 Αθήνα τηλέφωνο: 210 3637867 e-mail: info@vakxikon.gr web site: www.vakxikongroup.com


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ε

ίχε αρχίσει να βραδιάζει. Ήταν αρχές Σεπτέμβρη αλλά παρ’ όλα αυτά, η ζέστη ήταν αφόρητη και αποπνικτική. Η άπνοια που επικρατούσε σε συνδυασμό με την υγρασία, έκαναν την κατάσταση ακόμα χειρότερη. Το φεγγάρι είχε καρφωθεί στη μέση του ουρανού, μία λεπτή φέτα σαν πεπόνι, πανέμορφο και φωτεινό. Ο ουρανός άρχισε να στολίζεται κι αυτός σ’ ένα μπλε φόντο, ενώ ένα θαμπό αστέρι πήρε δειλά-δειλά τη θέση του δίπλα στο φεγγάρι. Η νύχτα ήταν υγρή και ζεστή. Στην πλατεία του Αϊ-Γιώργη στον Κορυδαλλό, τρεις νέοι περπατούσαν ανέμελοι κουβεντιάζοντας φωναχτά, ευδιάθετοι και γελαστοί, πειράζοντας συνέχεια με τα αστεία τους ο ένας τον άλλο. Τα γέλια και οι φωνές τους ακούγονταν δύο στενά μακρύτερα, τόσο σαματά έκαναν. Κατευθύνθηκαν προς την πάνω μεριά της πλατείας, αφήνοντας πίσω τους δύο γέρικους ευκάλυπτους με τα μυρωδάτα φύλλα τους, και έφθασαν σε μία λιμνούλα μ’ ένα σιντριβάνι που υπήρχε, ενώ ένα ξύλινο γεφυράκι ένωνε τη μία πλευρά της λίμνης με την άλλη. Ανέβηκαν το γεφυράκι και στάθηκαν για λίγο, με τον ιδρώτα να στάζει σαν ποτάμι στο πρόσωπο, το στέρνο και την πλάτη τους. Στην επιφάνεια της λίμνης καθρεφτίστηκαν οι τρεις ευθυτενείς φιγούρες τους. Επικράτησε μία σιωπή λίγων δευτερολέπτων.


5

ΚΩΣΤΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

«Τι λέτε, κάνουμε από μία ευχή;» είπε εντελώς απρόσμενα ο ένας από τους τρεις, δείχνοντας με το χέρι του τη λιμνούλα με το σιντριβάνι. «Γιατί όχι» απάντησαν ταυτόχρονα οι άλλοι δύο ξεσπώντας σε γέλια. «Σκεφτήκατε κάποια;» ρώτησε πάλι ο πρώτος. Προβληματίστηκαν για λίγο, και αμέσως μετά απάντησαν καταφατικά. Έβγαλαν ένα νόμισμα από το παντελόνι τους και, αφού γύρισαν την πλάτη τους προς τη λίμνη, πέταξαν το νόμισμα και έκαναν την ευχή. Ακολούθησαν τρεις σκέψεις. Η πρώτη ήταν να ομολογήσουν την ευχή που έκαναν, αλλά απορρίφθηκε αμέσως. Η δεύτερη να την πουν αφού περάσουν δέκα χρόνια, αλλά τελικά επικράτησε η τρίτη άποψη –στην οποία επέμενε ο ένας από τους τρεις– να μην πουν ποτέ τους ποια ήταν η ευχή που έκαναν. Αποφάσισαν να δώσουν όρκο τιμής. Ένωσαν τα χέρια τους και ορκίστηκαν σε ό,τι ιερό είχαν. Κάθισαν στο γεφυράκι για δέκα λεπτά περίπου, αλλά τώρα πλέον τα αστεία και τα γέλια κόπηκαν μαχαίρι και η ατμόσφαιρα έγινε σοβαρή και μελαγχολική. Σαν κάτι να τους βάραινε. Τέλος έφυγαν. Κατηφόρισαν την πλατεία, πέρασαν δίπλα από το άγαλμα ενός πεσόντος σε μάχη στρατιώτη, ο οποίος ήταν ντυμένος με την πανοπλία του και κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα ξίφος, ενώ με το αριστερό είχε υψωμένη ψηλά την ασπίδα του, και κατέληξαν στη γωνία των οδών Αβέρωφ και Κοραή. Έδωσαν τα χέρια ν’ αποχαιρετιστούν, ενώ εκείνη τη στιγμή είπε ο ένας απ’ αυτούς. «Λοιπόν, αύριο ραντεβού στην ταβέρνα του Τριαντάφυλλου, στις εννιά. Θα έρθει και ο Τάκης με μία φίλη του μαζί». «Εγώ δεν θα μπορέσω, Βασίλη, πρέπει να πάω στον Στέλιο», ήταν ο παππούς του νέου, «του το έχω υποσχεθεί εδώ και μέρες». «Ωραία λοιπόν, θα περάσω, Στέφανε, να σε πάρω αύριο στις οχτώμιση» απευθύνθηκε στον τρίτο της παρέας.


ΤΡΕΙΣ ΕΥΧΕΣ

6

Ο Στέφανος κούνησε καταφατικά το κεφάλι και μαζί με τον Ανδρέα –αυτό ήταν το όνομα του δεύτερου νέου–, καβάλησαν μία Ζούνταπ και κατευθύνθηκαν προς την πλατεία Ελευθερίας, όπου έμεναν μαζί σ’ ένα διαμέρισμα που νοίκιαζαν στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας, πάνω από την οδό Ταξιαρχών. Η μηχανή με τον χαρακτηριστικό θόρυβο που έκανε, χάθηκε μέσα στα στενά, ενώ ο Βασίλης κατευθύνθηκε με τα πόδια προς το πατρικό του σπίτι, μία μονοκατοικία λίγους δρόμους πιο κάτω. Το επόμενο πρωινό, ο Στέφανος πήρε το λεωφορείο, κατέβηκε στον Πειραιά και συνέχισε με τον «μουτζούρη», όπως έλεγε χαρακτηριστικά τον Ηλεκτρικό, που τον έβγαλε στο Μοσχάτο, και αυτό γιατί ο Ανδρέας είχε πάει τη μηχανή –που τη μοιραζόντουσαν– για σέρβις στο συνεργείο του χοντρο-Μιχάλη και το απόγευμα θα πήγαινε με αυτή στον παππού του, τον Στέλιο, που έμενε στα Άνω Πετράλωνα. Κατέβηκε στον σταθμό και προχώρησε αρκετά με τα πόδια, γύρω στα είκοσι λεπτά. Έφθασε σ’ έναν χωματόδρομο, που στη στροφή του είχε δύο μεγάλες μουριές, και δεν άντεξε στον πειρασμό να δοκιμάσει μερικά κόκκινα ζουμερά μούρα. Περπατούσε γρήγορα, μ’ ένα βάδισμα ανάλαφρο, και κάπου-κάπου σφύριζε φάλτσα. Ήταν ψηλός, με αθλητικό κορμί, γύρω στα είκοσι τέσσερα, μαλλιά ίσια, μακριά μέχρι τους ώμους και χωρίστρα στη μέση, φορούσε ένα τζιν ξεβαμμένο, μ’ ένα λευκό πουκάμισο, μακρυμάνικο, με φαρδύ γιακά και τα μανίκια γυρισμένα ως τους αγκώνες. Βγήκε στην οδό Γράμμου. Στο δεξί του χέρι ήταν αραδιασμένες στη σειρά οι παράγκες με τους πλίνθινους τοίχους, τα κεραμίδια στη σκεπή, τη σκόνη να κουρνιάζει πάνω τους και τους στωικούς μα χαμογελαστούς ανθρώπους που τις κατοικούσαν να ρίχνουν με το λάστιχο άφθονο νερό στις αυλές για να δροσίσει ο τόπος. Έφθασε σ’ ένα από αυτά τα χαμηλοθώ-

Profile for Vakxikon.gr

Τρεις ευχές - Κώστας Γραμματικόπουλος  

Τρεις ευχές - Κώστας Γραμματικόπουλος  

Advertisement