Page 1


Το κείμενο που ακολουθεί, είναι προϊόν φαντασίας. Οποιαδήποτε ομοιότητα ή αναλογία με τόπους, καταστάσεις και πρόσωπα είναι συμπτωματική.

VAKXIKON.gr MEDIA GROUP Εκδόσεις Βακχικόν Ασκληπιού 17, 106 80 Αθήνα τηλέφωνο: 210 3637867 e-mail: info@vakxikon.gr web site: ekdoseis.vakxikon.gr Τίτλος Βιβλίου: Να γίνεις εσύ Θεός Συγγραφέας: Αθηνά Λατινοπούλου Επιμέλεια - Διορθώσεις: Έλενα Στόιου Σχεδιασμός Έκδοσης & Εξωφύλλου: Εκδόσεις Βακχικόν © 2019 Εκδόσεις Βακχικόν & Αθηνά Λατινοπούλου © Πίνακα Εξωφύλλου: Αθηνά Λατινοπούλου ISBN: 978-960-638-041-9 Εκδοτική Σειρά: Βακχικόν Πεζά/Ελληνική Λογοτεχνία Αριθμός Σειράς: 122/44 Πρώτη Έκδοση: Μάιος 2019 Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Eλληνικού Nόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βιβλιοπωλείο του Βακχικόν Ασκληπιού 17, 106 80 Αθήνα τηλέφωνο: 210 3637867


ΚΕΦΆΛΑΙΟ 1

Χ

ωμένη η Ερασμία σε στάση εμβρύου στην παλιά βελούδινη πολυθρόνα της γιαγιάς της, δεν σάλευε. Με σφιγμένα χείλη πάσχιζε να μην προδώσει τη θολή διάθεση που την κατέκλυζε, νιώθοντας αδιάφορη απ’ τη μια κι απ’ την άλλη μια ανυπόφορη ζήλια. Το βλέμμα της σκοτεινό, ήταν καρφωμένο στον λατρευτό της πατέρα. Πρώτη φορά τον έβλεπε να μην της δίνει ούτε μια στάλα σημασία. Ο πατέρας της νευρικός, πηγαινοερχόταν στη μεγάλη σάλα, με συνοδεία σε κάθε του βήμα το τρίξιμο του σκεβρωμένου πατώματος κάτω απ’ το πολυκαιρισμένο παχύ χαλί. Ένα τον απασχολούσε: «Θα αποκτήσω επιτέλους τον γιο;» Κι η θεία της η Αντιγόνη, αποφεύγοντας επιμελώς το βλέμμα της ετοιμόγεννης αδελφής της, μπαινόβγαινε για να την περιποιηθεί, αλλά και να στρώσει το τραπέζι κατά τις ορμήνιες των γειτόνων, με όλα τα καλά στη γωνιά του δωματίου. Καλοπιάσματα, όπως πίστευαν, στις τρεις μοίρες, την Κλωθώ, τη Λάχεση και την Άτροπο, που θ’ αποφάσιζαν για την καλή τύχη ή όχι του νεογέννητου. Η μαμή ψηλή και παχουλή, ζωσμένη με μια άσπρη καθαρή ποδιά, ανυπομονούσε όρθια περιμένοντας να ξεγκαστρώσει και να τρέξει σε άλλη γέννα χαρίζοντας και πάλι τη λευτεριά.


4

ΑΘΗΝΑ ΛΑΤΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Ξαπλωμένη τεμπέλικα στον μακρύ καναπέ η γιαγιά Ερασμία, έδειχνε ν’ απολαμβάνει την κάθε της στιγμή. Η ξεκούμπωτη γκρίζα ρόμπα της άφηνε να ξεμυτίζει η πλουμιστή δαντέλα του άσπρου σατέν κομπινεζόν της, ενώ στον σβέρκο δέσποζαν τα κατάλευκα μαλλιά της τυλιγμένα σε μικρή κουλούρα. Χωμένη στις ρυτίδες του λαιμού της μια χρυσή καδένα, δυο δάχτυλα χοντρή, πλασάριζε με εμμονή τη λαμπερή της ματαιότητα. Η γιαγιά ψιθύριζε: «Θε μου, να ’χεις καλά τον Χαραλάμπη μου. Πλούσιο το σπίτι του μ’ όλα τα καλά, κι ο ίδιος πάντα κοντά μου, άλλο τίποτα δεν θέλω. Το νιάσιμο απ’ τη νύφη μου το έχω, το θέλει δεν το θέλει η παρακατιανή, όμως εγώ είχα άλλα όνειρα για τον γραμματιζούμενο… γιο μου». Ανακάθισε στον καναπέ και σταυροκοπήθηκε. Οι φωνές της νύφης της απ’ την αναμενόμενη γέννα δεν την ενδιέφεραν καθόλου: «Οκτώ φορές κοιλοπόνεσα εγώ, ας βασανίζεται η άχρηστη δούλα, δεν χάλασε κι ο κόσμος, η πρώτη θα ’ναι ή η τελευταία; Κι η πατσαβούρα η αδερφή της, η σιγανοπαπαδιά που τάχατες τάχατες την παραστέκει, τι παρασταίνει η κωλοπετσωμένη; Α να χαθεί η ξετσίπωτη, η βρόμα, η περπατημένη, έτσι μ’ έρχεται…» είπε ξαναμμένη κουνώντας το κεφάλι. Σηκώθηκε απότομα από την πολυθρόνα της γιαγιάς της, και με γρήγορο βήμα διέσχισε το σπίτι βγαίνοντας απ’ την πίσω πόρτα της κουζίνας. Κατέβηκε τα τσιμεντένια σκαλοπάτια διατρέχοντας τον κήπο και βγήκε στον κεντρικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Στρίβοντας στην πρώτη γωνία, κατηφόρισε στον χωματόδρομο αφήνοντας πίσω της σπίτια, αυλόπορτες, περιβόλια. Σαν να την κυνηγούσε κάτι, σαν να ήθελε να ξεφύγει απ’ τον ίδιο της τον εαυτό έτρεχε δίχως να παίρνει ανάσα. Σκύλοι πετάγονταν μπροστά της, τρομαγμένες κότες φτερούγιζαν τρέχοντας δεξιά κι αριστερά, ενώ μικρά σαΐνια, οργανωμένα σε συμμορίες, με κοντά παντελονάκια, μαυρισμένα


ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ ΘΕΟΣ

5

γόνατα και σφεντόνες στα χέρια, βλέποντας την Ερασμία να τρέχει, παραμερίζανε ξαφνιασμένα σκουπίζοντας τις μύξες τους στα λερωμένα τους μανίκια. Σταμάτησε μόνον όταν έφθασε πέρα στα χωράφια. Τα σιτάρια είχανε ψηλώσει ίσαμε το μπόι της κι οι κίτρινοι κόκκοι γυάλιζαν στην απογευματινή λιακάδα. Η Ερασμία χώθηκε μέσα ξαπλώνοντας ανάσκελα στο χώμα. Έμεινε έτσι να κοιτάζει με βλέμμα παγωμένο τον απέραντο βαθυγάλαζο θόλο, όμως μάταια προσπαθούσε να νιώσει λίγη ηρεμία κι ούτε κατόρθωνε να δει την ομορφιά γύρω της, γιατί το μυαλό το είχε κολλημένο στα γεννητούρια. Τα στάχυα λικνίζονταν πάνω απ’ το κεφάλι της, παίζοντας παιχνίδια της στιγμής με τις λαμπερές ακόμα ακτίνες του επικείμενου ηλιοβασιλέματος, ενώ ένα σπουργίτι βάραινε πάνω σ’ ένα στάχυ τσιμπολογώντας το. Αρπάζοντας μια πέτρα, την πέταξε ίσια πάνω στο σπουργίτι φωνάζοντας: «Θέλω να είμαι η μόνη πριγκίπισσα χωρίς ανταγωνιστές. Θέλω ο μπαμπάς μου να προσέχει και ν’ αγαπά μόνον εμένα. Να με παίρνει δώρα, να με δίνει ό,τι τον ζητάω, να τον κάνω ό,τι θέλω!» Λίγο πιο πέρα ένας τσοπάνος γύριζε σπίτι του με βήμα βαρύ, ταλαιπωρημένος απ’ την κούραση της ημέρας. Οι αγελάδες του υπέρβαρες, μηρυκάζανε διαρκώς. Ξαφνικά η Ερασμία ταράχτηκε. Αισθάνθηκε κάτι να σέρνεται στα πόδια της κι ανακάθισε. Ένα μαύρο γυαλιστερό φίδι περνούσε πάνω απ’ τις γάμπες της αργά, συρίζοντας και πετώντας έξω τη μακριά διχαλωτή του γλώσσα. Κοκάλωσε. Μυαλό κι αναπνοή σταμάτησαν ώσπου το φίδι πέρασε. Χάθηκε ανάμεσα στα στάχυα. Πετάχτηκε όρθια κάνοντας ένα σάλτο και προσγειώθηκε στον χωματόδρομο. «Κακό σημάδι, όπως θα έλεγε τώρα η γιαγιά μου» σκέφτηκε. Ακούγοντας πίσω φωνές, γύρισε. Η γριά Βαγγελία λίγο πιο πέρα, έσερνε μ’ ένα χονδρό σχοινί την αγελάδα της παραμιλώντας:


6

ΑΘΗΝΑ ΛΑΤΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

«Άντε, άντε, κακό χρόνο να ’χεις». Κοντή κι αδύνατη, με το ένα πόδι χωλό και μ’ ένα μαντίλι λουλουδάτο με πορτοκαλιά, μπλε χρώματα στο κεφάλι, προσπέρασε την Ερασμία, αλλά κοντοστάθηκε απότομα. Η καφετιά αγελάδα, κοιτάζοντας ψηλά τον ουρανό, ξαλάφρωσε μουγκρίζοντας. Μια ζεστή σβουνιά έπεσε στο χώμα. Η γριά αδιάκριτη, περιεργάστηκε την Ερασμία ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια. «Ποια είσαι του λόγου σου; Α, ξέρω… ξέρω. Του δικηγόρου το κορίτσι η Ερασμία». Την πλησίασε κοντύτερα. «Γιατί πετάχτηκες ξάφνου μέσ’ απ’ τα στάρια;» «Είδα ένα μαύρο φίδι στα πόδια μου». «Ω αυτό δεν είναι καλό…» ξεφώνισε η γριά βάζοντας το χέρι της στο στόμα. «H μάμα σ’ γέννησε;» Δεν πήρε απάντηση. «Γιατί δεν με μιλάς; Σε κόψανε τη γλώσσα;» Η Ερασμία την κοίταζε βλοσυρή. Η γριά τραβώντας την αγελάδα, την πλησίασε ακόμη περισσότερο. «Ξέρω… Δεν σε αρέσει που η μάμα σ’ γεννάει». Η Ερασμία έγνεψε καταφατικά, αλλά την ίδια στιγμή μετάνιωσε. «Φοβάσαι μη χάσεις την πρωτιά; Ζηλεύεις… Εσύ παιδάκι μ’ θα ’πρεπε τώρα να ’χεις βάλει στεφάνι και να γεννοβολάς, όχι η μάμα σ’, δεκαεπτά χρονών δεν είσαι;» Κοίταζε την Ερασμία απ’ την κορυφή μέχρι τα πόδια σουφρώνοντας τα φρύδια. Απογοητευμένη που δεν μπορούσε να τις πάρει λόγια, τράβηξε το σχοινί της αγελάδας κι απομακρύνθηκε φωνάζοντας: «Το μαύρο φίδι είναι μεγάλη γρουσουζιά, μεγάλο κακό θα σ’ έβρει». Προχωρούσε επαναλαμβάνοντας: «Μεγάλη γρουσουζιά, εγώ ξέρω». Ταυτόχρονα η αγελάδα της άφηνε μια ακόμη μυρωδάτη σβουνιά μπροστά στην πανικόβλητη Ερασμία. Εκείνη άρχισε να τρέχει πίσω στο σπίτι. «Ίσως τώρα να

Profile for Vakxikon.gr

Να γίνεις εσύ Θεός  

Να γίνεις εσύ Θεός  

Advertisement