Page 1

<<Παραμύθια του κόσμου>>


 Παραμύθια από την Αφρική Γιατί ο Ήλιος και η Σελήνη ζουν στον ουρανό Πριν από πολλά πολλά χρόνια, ο Ηλιος και το Νερό ήταν καλοί φίλοι και κατοικούσαν στη γη. Ο Ηλιος περνούσε πολύ συχνά από το σπίτι του Νερού, αλλά το Νερό ποτέ δεν επισκεπτόταν τον Ηλιο. Μια μέρα, λέει ο Ηλιος στο Νερό: – Καλέ μου φίλε, έχω ένα παράπονο. Γιατί ποτέ δεν περνάς από το σπίτι μου να μου πεις μια καλημέρα; – Α, φίλε μου, το σπίτι σου είναι πολύ μικρό. Αν έρθω να σε επισκεφτώ με τη συνοδεία μου, εσύ πρέπει να βγεις απ’ το παράθυρο, για να χωρέσουμε. Αν θέλεις να σε επισκεφθώ, πρέπει να χτίσεις ένα λαμπρό παλάτι. Σε προειδοποιώ όμως, να είναι πελώριο, γιατί η συνοδεία μου είναι πραγματικά πολύ μεγάλη. …του απάντησε το νερό. Ο Ηλιος υποσχέθηκε να χτίσει ένα πελώριο παλάτι, κι αμέσως γύρισε σπίτι του στη γυναίκα του τη Σελήνη. – Πρέπει να χτίσουμε ένα τεράστιο παλάτι για τον φίλο μας το Νερό. Δεν μπορούμε να τον δεχτούμε εδώ μέσα. Εμπρός, αρχίζουμε το χτίσιμο. …είπε ο Ήλιος στη Σελήνη. Πέρασε καιρός ώσπου να τελειώσουν κι όταν πια είχε μπει και το τελευταίο κεραμίδι, όταν είχε φυτευτεί και το τελευταίο λουλούδι, ο Ηλιος κάλεσε και πάλι το Νερό να έρθει να τον επισκεφτεί. Οταν έφτασε στην πόρτα, το Νερό φώναξε στον Ηλιο: – Ήλιε φίλε μου, είσαι σίγουρος ότι μπορώ να μπω; …κι εκείνος απάντησε – Μα ναι, φίλε μου! Εχτισα για σένα ένα πελώριο παλάτι. Πέρασε μέσα! Και τότε το Νερό άρχισε να ρέει μέσα στο παλάτι, και το συνόδευαν τα ψάρια κι όλα τα πλάσματα της θάλασσας, των ποταμών και των λιμνών. Ανέβαινε το νερό κι έφτασε τον Ηλιο ώς το γόνατο. Τότε, τον ξαναρώτησε:


– Ηλιε φίλε μου, είσαι σίγουρος ότι μπορώ να μπω; – Ναι, φίλε μου. …απάντησε ξανά ο Ηλιος και το Νερό συνέχισε να ρέει μέσα στο παλάτι. Οταν πια είχε φτάσει τον Ηλιο ώς τον ώμο, το Νερό ξαναρώτησε: – Ηλιε φίλε μου, χωράει κι άλλους δικούς μου το παλάτι σου; Ο Ηλιος και η Σελήνη, μη θέλοντας να δυσαρεστήσουν τον καλεσμένο τους, απάντησαν και πάλι «Ναι». Και τότε το Νερό πλημμύρισε το παλάτι, αναγκάζοντας τον Ήλιο και τη Σελήνη να σκαρφαλώσουν στη στέγη για να μην πνιγούν. Για τελευταία φορά, ρώτησε το Νερό: – Ήλιε φίλε μου, μήπως πρέπει να σταματήσουν να έρχονται οι δικοί μου; Ομως ο Ήλιος και η Σελήνη δεν μπορούσαν πια να απαντήσουν. Το Νερό είχε πλημμυρίσει τα πάντα και το ζευγάρι είχε εγκαταλείψει τη στέγη και είχε γαντζωθεί από ένα σύννεφο για να γλιτώσει. Κι έτσι ποτέ ξανά δεν κατέβηκαν στη Γη ο Ήλιος και η Σελήνη και μέχρι σήμερα ζουν ευτυχισμένοι -και στεγνοί-

ψηλά στον ουρανό.

Το Κολιμπρί Πριν πολλά-πολλά χρόνια, τότε που τα ζώα ακόμα είχαν ανθρώπου λαλιά, τα πουλιά αποφάσισαν να εκλέξουν βασιλιά. Γιατί να έχουν βασιλιά οι άνθρωποι και τα ζώα κι εμείς όχι; …σκέφτηκαν και συγκεντρώθηκαν σε ένα ξέφωτο για να αποφασίσουν. – Να διαλέξουμε τη Στρουθοκάμηλο που είναι το μεγαλύτερο πουλί!


…ακούστηκε μια φωνή. – Μα όχι, δεν μπορεί να πετάξει

.

…απάντησε κάποιο άλλο. – Τότε τον Αετό που έχει το πιο διαπεραστικό βλέμμα! – Οχι, είναι πολύ άσχημος. – Τον Γύπα που έχει τα πιο δυνατά φτερά! – Ο Γύπας είναι βρομερός, μυρίζει απαίσια. – Το Παγόνι που είναι όμορφο! – Τα πόδια του είναι πολύ άσχημα, το ίδιο και η φωνή του. – Την Κουκουβάγια που βλέπει στο σκοτάδι! – Η Κουκουβάγια είναι άχρηστη τη μέρα, δεν αντέχει το φως. Εφτασε το βράδυ κι ακόμα δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν. Τότε μια καρακάξα φώναξε: Να κάνουμε διαγωνισμό! Οποιος μπορέσει να ανεβεί πάνω από τα σύννεφα, θα γίνει βασιλιάς! -Ναι, ναι! …τσίριξαν τα υπόλοιπα πουλιά. Δόθηκε λοιπόν το σύνθημα κι όλα μαζί ζυγιάστηκαν ψηλά στον ουρανό. Ο Γύπας πετούσε τρεις ολόκληρες μέρες χωρίς να σταματήσει. Κόντευε να φτάσει τον ήλιο. Στο τέλος της τρίτης μέρας φώναξε δυνατά: – Πέταξα πιο ψηλά απ’ όλους, είμαι ο βασιλιάς! «Τσίου-τσίου-τσίου», άκουσε μια φωνούλα από πάνω του. Σήκωσε το κεφάλι του και τι να δει! Το Κολιμπρί τον είχε ξεπεράσει. Είχε γαντζωθεί χωρίς κανένας να το πάρει μυρωδιά, στο φτερό του Γύπα και δεν είχε πέσει γιατί ήταν ελαφρύ σαν πούπουλο. – Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, είμαι ο βασιλιάς! …τραγούδησε το Κολιμπρί. Ο Γύπας πέταξε άλλη μια μέρα, συνεχίζοντας να ανεβαίνει προς τον ήλιο. – Εφτασα πιο ψηλά απ’ όλους σας, είμαι ο βασιλιάς.


…φώναξε. – «Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, εγώ είμαι ο βασιλιάς! …τσίριξε κοροϊδευτικά το Κολιμπρί, ξεπροβάλλοντας μέσα από τα φτερά του Γύπα. Ο Γύπας συνέχισε να πετάει και την πέμπτη μέρα. – Κανένας δεν μπορεί να ανεβεί πιο ψηλά από μένα! Είμαι ο βασιλιάς! …φώναξε για άλλη μία φορά. – Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, είμαι ο βασιλιάς! …ακούστηκε και πάλι να φωνάζει το Κολιμπρί πάνω απ’ το κεφάλι του. Ο Γύπας είχε πια κουραστεί και κατέβηκε στη Γη. Ολα τα πουλιά είχαν θυμώσει. Το Κολιμπρί έπρεπε να τιμωρηθεί γιατί τα είχε κοροϊδέψει. Πέταξαν καταπάνω του, κι εκείνο μόλις πρόλαβε να κρυφτεί στη φωλιά ενός ποντικού. Πώς θα το έβγαζαν από εκεί όμως; Κάποιος έπρεπε να παραφυλάξει και να το πιάσει, μόλις θα ξεμύτιζε. – Η Κουκουβάγια πρέπει να παραφυλάξει! Εχει τα μεγαλύτερα μάτια και βλέπει στο σκοτάδι! …φώναξαν τα πουλιά. Έτσι, η Κουκουβάγια πήρε θέση μπροστά στην ποντικότρυπα. Ολη τη νύχτα φρουρούσε άγρυπνα τη φωλιά. Ομως γρήγορα ξημέρωσε και ο ζεστός ήλιος σκορπούσε τέτοια θαλπωρή, που η Κουκουβάγια νύσταξε και αποκοιμήθηκε.Το Κολιμπρί κρυφοκοίταξε, είδε ότι η Κουκουβάγια κοιμόταν και φρρρτ, το έσκασε. Όταν τα πουλιά έφτασαν για να τιμωρήσουν το Κολιμπρί, η ποντικότρυπα ήταν άδεια. «Τσίουτσίου», άκουσαν από ψηλά. Σήκωσαν το κεφάλι τους και είδαν το παμπόνηρο πουλάκι καθισμένο στο ψηλότερο κλαδί. Αυτός που θύμωσε περισσότερο ήταν ο Ασπροκόρακας. Γύρισε την πλάτη του στα πουλιά και έκραξε: – Δεν είμαστε άξιοι να εκλέξουμε βασιλιά. Γι’ αυτό κι εγώ δεν θα ξαναβγάλω λέξη από το στόμα μου. Και από εκείνη τη μέρα, ο Ασπροκόρακας δεν ξαναμίλησε. Ακόμα και να

πληγωθεί, φωνή δεν βγάζει.


Παραμύθια από την Ινδία Η δύναμη της φιλίας

-

-

Κάποτε, στην όχθη μιας λίμνης ζούσε ένα μικρό Γεράκι. Στην απέναντι όχθη ζούσε μια Γερακίνα, ενώ γύρω από τη λίμνη είχαν επίσης τη φωλιά τους ένα Μεγάλος Αητός κι ένα Λιοντάρι. Στη μέση της λίμνης υπήρχε ένα μικρό νησί. Εκεί έμενε μια Νεροχελώνα. Μια μέρα το μικρό Γεράκι πέταξε μέχρι τη φωλιά της Γερακίνας και τη ζήτησε σε γάμο. Έχεις φίλους; Το ρώτησε εκείνη. Όχι, δεσποινίς, απάντησε διστακτικά το Γεράκι. Μα πρέπει να έχουμε φίλους, του είπε εκείνη. Δε μπορούμε να ζούμε μόνοι μας. Έχουμε ανάγκη από συντροφιά και συμπαράσταση στη ζωή μας. Σε παρακαλώ πολύ να βρεις φίλους. Μα με ποιον θα μπορούσα να γίνω φίλος; ρώτησε το Γεράκι. Χμ! Τι θα έλεγες να γίνεις φίλος με τον Αητό και το Λιοντάρι, που είναι γείτονές μας. Ακόμα και με τη Νεροχελώνα, που ζει στο νησί.

Το μικρό Γεράκι ακολούθησε τη συμβουλή της Γερακίνας, πήγε και βρήκε τα άλλα ζώα και ζήτησε τη φιλία τους. Εκείνα δέχτηκαν με χαρά την πρότασή του, μια κι εκείνα ένιωθαν μοναξιά. Έτσι έκαναν όλα μαζί μια παρέα με σταθερή φιλία, δίνοντας την υπόσχεση να προστατεύουν ο ένας τον άλλο. Σε λίγο καιρό η Γερακίνα γέννησε δυο αυγά απ’ όπου βγήκαν δύο γερακόπουλα. Μια μέρα μερικοί άνθρωποι από το κοντινό χωριό πήγαν στο δάσος να κυνηγήσουν. Έψαχναν όλη την ημέρα χωρίς να καταφέρουν να πιάσουν τίποτα. Τότε κατέβηκαν στη λίμνη να ψαρέψουν. Στάθηκαν κοντά στο δέντρο όπου είχε τη φωλιά του το Γεράκι και άναψαν φωτιά να ζεσταθούν. Ο καπνός της φωτιάς έφτασε μέχρι τα πουλάκια που, μη μπορώντας να αναπνεύσουν καλά, έβγαλαν μια κραυγή. Οι άνθρωποι τα άκουσαν και σκέφτηκαν να τα φάνε. Άρχισαν λοιπόν να ρίχνουν κι άλλα ξύλα στη φωτιά για να τη δυναμώσουν και να ψήσουν τα γερακόπουλα. Η Γερακίνα, που έτυχε να βρίσκεται εκεί κοντά, κατάλαβε τι συνέβαινε κι έτρεξε να βρει τον άντρα της. Πήγαινε γρήγορα να βρεις το Μεγάλο Αητό, του είπε. Κινδυνεύουν τα παιδιά μας!


-

-

-

-

Κι όση ώρα έκανε το Γεράκι να πάει να φέρει τον Αητό, εκείνη πετούσε γύρω από τους ανθρώπους προσπαθώντας να τους αποσπάσει την προσοχή και να τους καθυστερήσει. Ο Μεγάλος Αητός έφτασε γρήγορα. εκείνη τη στιγμή ένας από τους ανθρώπους ανέβαινε στο δέντρο να πάρει τα μικρά από τη φωλιά ενώ οι υπόλοιποι εμπόδιζαν τη Γερακίνα να του επιτεθεί. Τότε ο Αητός έπεσε στη λίμνη, έβρεξε τα πλατιά φτερά του, τίναξε τα νερά πάνω από τη φωτιά και την έσβησε! Ο άνθρωπος που είχε ανέβει στο δέντρο άφησε τα πουλιά στη φωλιά και κατέβηκε να βοηθήσει τους συντρόφους του να μαζέψουν ξύλα για να ανάψουν άλλη φωτιά. Όμως ο Αητός την έσβησε κι αυτή βουτώντας στη λίμνη και τινάζοντας νερό από τα φτερά του πάνω της. Και πάλι οι άνθρωποι άναψαν καινούργια φωτιά, και πάλι την έσβησε ο Αητός, κι αυτό συνεχίστηκε για ώρες πολλές, ώσπου ο Αητός κουράστηκε. Δε σκέφτηκε όμως ούτε στιγμή να σταματήσει. Τότε η Γερακίνα είπε στον άντρα της: Άντρα μου, ο Αητός εξαντλήθηκε από την προσπάθεια. Πήγαινε γρήγορα και φώναξε τη Νεροχελώνα Κι όση ώρα έκανε το Γεράκι να πάει να φέρει τη Νεροχελώνα, εκείνη πετούσε γύρω από τους ανθρώπους προσπαθώντας να τους αποσπάσει την προσοχή και να τους καθυστερήσει. Η Νεροχελώνα ήρθε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μάζεψε λάσπη, την έριξε στη φωτιά και την έσβησε. Τότε ένας από τους ανθρώπους κατάφερε να την πιάσει. Ας μαγειρέψουμε τη Νεροχελώνα! Είπε στους άλλους. Είναι αρκετή για να χορτάσουμε όλοι! Αλλά όταν την έδεσαν με ένα σχοινί η Νεροχελώνα τους τράβηξε και τους έριξε στο νερό. Οι άνθρωποι βγήκαν από τη λίμνη στάζοντας και τουρτουρίζοντας. Επειδή είχε πια νυχτώσει, άναψαν μια φωτιά για να στεγνώσουν και περίμεναν να ξημερώσει. Τότε η Γερακίνα είπε στον άντρα της: Άντρα μου, μόλις χαράξει και θα μπορούν να βλέπουν, αυτοί οι άνθρωποι θα πάρουν τα μικρά μας για να τα ψήσουν. Πήγαινε λοιπόν στο Λιοντάρι, όσο είναι καιρός, και ζήτα τη βοήθειά του. Το Γεράκι έτρεξε στο Λιοντάρι, που κοιμόταν στη φωλιά του, και το ξύπνησε. Τι σ’ έπιασε κι ήρθες τέτοια ώρα; Βρυχήθηκε το Λιοντάρι ενοχλημένο, ανοίγοντας μόνο το ένα του μάτι! Μόλις όμως άκουσε πως οι φίλοι του κινδυνεύουν ξύπνησε για τα καλά. Σηκώθηκε, τίναξε τη χαίτη του και είπε στο Γεράκι:


-

Πήγαινε γρήγορα στη γυναίκα σου και στα παιδιά σου και πες τους να μην ανησυχούν. Το Γεράκι έκανε ό,τι του είπε το Λιοντάρι. Μετά από λίγο, στο φως τους φεγγαριού, τα Γεράκια, ο Αητός και η Νεροχελώνα διέκριναν τη σιλουέτα του Λιονταριού να πλησιάζει αθόρυβα την ομάδα των ανθρώπων. Ένα φοβερό μουγκρητό έκανε να τρανταχτεί η γη και ν’ αντιλαλήσει ο τόπος. Οι άνθρωποι πετάχτηκαν κατατρομαγμένοι κι έτρεξαν να κρυφτούν μακριά, μέσα στο δάσος. τότε τα άλλα ζώα μαζεύτηκαν γύρω από το Λιοντάρι πανηγυρίζοντας τη σωτηρία των γερακόπουλων. Η Γερακίνα και το Γεράκι ευχαρίστησαν τους φίλους τους που έτρεξαν πρόθυμα να τους βοηθήσουν στον κίνδυνο. Τα ζώα συνέχισαν τη φιλία τους σε όλη τους τη ζωή. Όσο για τους ανθρώπους, κανείς απ’ αυτούς δεν τόλμησε να ξαναπλησιάσει τις όχθες της λίμνης!

Παραμύθι από τη Βιρμανία Τα τρία χρυσά αυγά

Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένας ξυλοκόπος που από την αυγή μέχρι το σούρουπο έκοβε ξύλα και πήγαινε στην πόλη να τα πουλήσει. Το βράδι γύριζε κατάκοπος στο σπίτι του φέρνοντας μαζί του ένα καρβέλι ψωμί και όσα τρόφιμα είχε καταφέρει να αγοράσει με τα λιγοστά χρήματα που είχε κερδίσει. Μια νύχτα του χειμώνα ο ξυλοκόπος κοιμήθηκε βαθειά και είδε ένα παράξενο όνειρο: βρισκόταν στην καρδιά του δάσους, μπροστά από ένα αιωνόβιο δέντρο που είχε χαμηλά στον κορμό του μια μεγάλη κουφάλα. Μια όμορφη νεράιδα καθόταν στην είσοδο της κουφάλας κι έπλεκε ένα στεφάνι από αγριολούλουδα και κισσό. Γύρισε το πρόσωπό της και τον κοίταξε χαμογελώντας του με καλοσύνη. Ύστερα το όνειρο έσβησε αφήνοντας στη θέση του μια γλυκιά ανάμνηση. Το άλλο πρωί ο ξυλοκόπος αποφάσισε να ψάξει να βρει το δέντρο που είχε δει στον ύπνο του. Σαν πήγε στο δάσος προχώρησε μακρύτερα από άλλες


φορές και βρέθηκε σ’ ένα σημείο όπου δεν είχε πάει ποτέ. Εκεί τα δέντρα ήταν πανύψηλα, με χοντρούς, ροζιασμένους κορμούς, σκεπασμένους με μούσκλια και κισσό, πράγμα που έδειχνε ότι είχαν φυτρώσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Καθώς έψαχνε να βρει ανάμεσά τους κανένα ασθενικό ή μισοξεραμένο δέντρο, κατάλληλο για καυσόξυλα, ο ξυλοκόπος αντίκρισε ένα δέντρο που έμοιαζε μ’ εκείνο της νεράιδας που είχε ονειρευτεί την περασμένη νύχτα. Ήταν μεγάλο σε ηλικία μα φαινόταν εύρωστο, με πυκνά γερά κλαδιά που έκρυβαν φωλιές πουλιών κάτω από τα φυλλώματά τους, και με στριφογυριστές ρίζες που σχημάτιζαν μια μεγάλη κουφάλα στα πόδια του. Ο ξυλοκόπος πίστεψε πως αυτό ήταν το σπίτι της νεράιδας, γι’ αυτό, γεμάτος σεβασμό, ένωσε τα χέρια του, υποκλίθηκε και είπε: - Καλή σου μέρα, Κυρά μου! Έπειτα έφτιαξε ένα μπουκέτο με αγριολούλουδα και το άφησε μέσα στην κουφάλα. Από τότε, κάθε φορά που βρισκόταν στο δάσος, επισκεπτόταν το δέντρο της νεράιδας. Είχε καθαρίσει την κουφάλα και την είχε στολίσει με κουρελάκια από πολύχρωμα υφάσματα που είχαν περισσέψει από τις φορεσιές που έραβε η γυναίκα του για τις κυράδες της πόλης. Συχνά άφηνε μέσα στην κουφάλα μπουκέτα από ανεμώνες, μαργαρίτες και παπαρούνες, αν ήταν άνοιξη, ή από κυκλάμινα αν ήταν φθινόπωρο. Μερικές φορές άφηνε μια φούχτα καρύδια ή αμύγδαλα και λίγα φρούτα. Παρόλο που δεν είχε δει ποτέ του τη νεράιδα, έμενε κάμποση ώρα και της μιλούσε, γιατί πίστευε πως το πνεύμα της ζούσε μέσα στο δέντρο. Θέλοντας λοιπόν να της κρατήσει συντροφιά, της ανιστορούσε τις χαρές, τις λύπες και τις δυσκολίες της καθημερινής του ζωής.

Πέρασε έτσι αρκετός καιρός και το πνεύμα του δέντρου συμπάθησε τόσο πολύ τον ξυλοκόπο για τη φροντίδα και τηνπίστη του ώστε αποφάσισε να του κάνει ένα δώρο. Έτσι την επόμενη φορά που εκείνος μπήκε στην κουφάλα βρήκε μια φωλιά πουλιού με τρία χρυσά αυγά. Ξαφνιασμένος ο ξυλοκόπος γονάτισε κι ευχαρίστησε τη νεράιδα για το δώρο της. Έπειτα πήρε το δρόμο για το σπίτι του, κρατώντας στις ενωμένες χούφτες του τη φωλιά με τα αυγά και περπατώντας βιαστικά, ανυπομονώντας να πει το χαρούμενο νέο στη γυναίκα του και στα παιδιά του. Ήξερε ότι είχαν περάσει πια οι μέρες της φτώχειας κι ότι από δω και πέρα η ζωή τους θα ήταν πιο άνετη.


Λίγο πιο κάτω, σε μια πυκνή συστάδα δέντρων, μια πολυλογού κίσσα, κρυμμένη στα πυκνά φυλλώματα ενός χαμηλού κλαδιού, τάραζε την ηρεμία του δάσους με τη στριγκιά φωνή της: "σκααργκ… σκααργκ ". Όπως όλες οι κίσσες, έτσι κι αυτή, εκτός από τα πολλά λόγια αγαπούσε και τα φανταχτερά στολίδια. Όταν λοιπόν ο ξυλοκόπος πέρασε κάτω από το κλαδί της, τα χρυσά αυγά που έλαμπαν τράβηξαν την προσοχή της. Πέταξε αμέσως και, πριν ο ξυλοκόπος προλάβει να τη διώξει, του άρπαξε το ένα αυγό! Ήταν ό,τι έπρεπε για να στολίσει τη φωλιά της! Ο ξυλοκόπος στενοχωρήθηκε που έχασε το αυγό, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα πια. Η κίσσα είχε εξαφανιστεί. Έβαλε τα υπόλοιπα αυγά στην τσέπη του για να τα ασφαλίσει και συνέχισε το δρόμο του παρηγορώντας τον εαυτό του με τη σκέψη ότι τα δύο αυγά που είχαν απομείνει ήταν αρκετά για να εξασφαλίσουν στην οικογένειά του μια ξεκούραστη ζωή. Περπάτησε κάμποση ώρα κι έφτασε σε μια νερομάνα *, που το κρυστάλλινο νερό της πηδούσε άφθονο από το άνοιγμά της και σχημάτιζε ένα ρυάκι που χυνόταν στο κοντινό ποτάμι. Διψασμένος από το γρήγορο περπάτημα ο ξυλοκόπος έσκυψε να πιει, μα τότε ένα χρυσό αυγό γλίστρησε από την τσέπη του και χάθηκε μέσα στο ρυάκι. Ο ξυλοκόπος στενοχωρήθηκε πολύ που έχασε και το δεύτερο αυγό, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα γιατί το είχε παρασύρει το ρεύμα του νερού. Έβγαλε από την τσέπη του το μοναδικό αυγό που του είχε απομείνει, το έκλεισε σφιχτά στην παλάμη του και συνέχισε το δρόμο του παρηγορώντας τον εαυτό του με τη σκέψη ότι αυτό το αυγό ήταν αρκετό για να βελτιώσει τη ζωή της οικογένειάς του. Όταν έφτασε στο σπίτι του όλοι μαζεύτηκαν γύρω του και θαύμαζαν με φωνές και γέλια το χρυσό αυγό που τους είχε δωρίσει η νεράιδα. Οι φωνές τους κίνησαν την περιέργεια του κακότροπου γείτονά τους, που τους παρακολούθησε καθώς έκρυβαν το χρυσό αυγό στο βάζο όπου φύλαγαν το ρύζι. Σαν έπεσε το σκοτάδι της νύχτας και η οικογένεια του ξυλοκόπου βυθίστηκε σ’ έναν ευτυχισμένο ύπνο, ο γείτονας άνοιξε το μισοχαλασμένο παράθυρο, μπήκε στο σπίτι κι έκλεψε το τελευταίο χρυσό αυγό. Το πρωί ο ξυλοκόπος είδε ότι έλειπε το χρυσό αυγό από το βάζο του ρυζιού και ντράπηκε για την αδυναμία του να φυλάξει σωστά το πολύτιμο δώρο που του είχε χαριστεί. Τώρα η ζωή του θα συνεχιζόταν το ίδιο σκληρή όπως πριν. Με βαριά καρδιά πήρε ξανά το τσεκούρι του και κίνησε για το δάσος. Πήγε πρώτα στο δέντρο της νεράιδας και της ζήτησε συγνώμη για την απερισκεψία του. Έπειτα δούλεψε όλη τη μέρα κόβοντας ξύλα κι όταν σουρούπωσε και δεν έβλεπε πια καλά, ξεκίνησε να φύγει. Στο δρόμο του πέρασε από ένα δέντρο με ώριμα φρούτα μάνγκο και σταμάτησε


να κόψει μερικά για το βραδινό φαγητό. Καθώς μάζευε τα φρούτα ανεβασμένος στα κλαδιά του δέντρου βρήκε μια φωλιά πουλιού. Κοίταξε μέσα και είδε να λάμπει το πρώτο χρυσό αυγό! Γεμάτος ευγνωμοσύνη ευχαρίστησε τη νεράιδα που του το επέστρεφε, το πήρε και γύρισε σπίτι του. Εκεί τον περίμενε κι άλλη ευχάριστη έκπληξη: είχε βρεθεί και το δεύτερο χρυσό αυγό στην κοιλιά ενός ψαριού που είχε ψαρέψει στο ποτάμι ο μεγάλος του γιος. Όλη η οικογένεια άρχισε να γελά, να τραγουδά και να χορεύει από τη χαρά της κάνοντας τέτοιο σαματά που ο κακότροπος γείτονάς τους παραξενεύτηκε και πήγε να τους ρωτήσει τι συμβαίνει. Μόλις όμως έμαθε τα νέα ταράχτηκε. Σκέφτηκε ότι η νεράιδα του δάσους, που προστάτευε τον ξυλοκόπο, ίσως να τον τιμωρούσε επειδή του είχε κλέψει ένα μέρος από το δώρο της. Έτσι όταν νύχτωσε και η οικογένεια του ξυλοκόπου αποκοιμήθηκε πάλι ευτυχισμένη, ο γείτονας ξαναμπήκε στο σπίτι κι άφησε το τρίτο χρυσό αυγό στο βάζο με το ρύζι. Την επόμενη μέρα ο ξυλοκόπος πούλησε τα τρία χρυσά αυγά και με τα χρήματα που πήρε έχτισε ένα καινούργιο σπίτι, άνοιξε ένα μαγαζί και σπούδασε τα παιδιά του. Δεν ξέχασε όμως τη νεράιδα του δάσους που ήταν η πηγή της καλής του τύχης. Συνέχισε να πηγαίνει στο δέντρο της κάθε μέρα, να της μιλά και να της προσφέρει μικρά δώρα, μέχρι το τέλος

της ζωής του.

 Παραμύθι από την Ισπανία Ο Μαγικός Καθρέπτης Μια φορά κι ένα καιρό, σ’ ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ένας βασιλιάς. Παρόλο που ήταν νέος κι έκανε πολλά λάθη στην διακυβέρνηση του τόπου, οι υπήκοοί του τον αγαπούσαν πολύ, και ξέρετε γιατί; Επειδή παραδεχόταν τα λάθη του και προσπαθούσε να τα διορθώσει. Κάποτε ο βασιλιάς αποφάσισε ότι ήταν καιρός να παντρευτεί. Αλλά πώς να διαλέξει την κατάλληλη κοπέλα; Ρώτησε τον κουρέα του την ώρα που τον ξύριζε. - Μην ανησυχείς, βασιλιά μου, του απάντησε ο κουρέας. Θα σε βοηθήσω εγώ.


Από την άλλη κιόλας μέρα ο κουρέας έλεγε σε καθένα που έμπαινε στο μαγαζί του ότι ο βασιλιάς ήθελε να παντρευτεί. - Και πώς θα διαλέξει τη νύφη; τον ρωτούσαν όλοι. Τότε εκείνος τους έδειχνε έναν ωραίο χρυσοστόλιστο καθρέφτη και τους έλεγε -Βλέπετε αυτόν τον καθρέφτη; Είναι μαγικός! Αν κάποιος κοιταχτεί μέσα, κάθε του ελάττωμα θα θαμπώσει το κρύσταλλο σα λεκές! Όποια κοπέλα λοιπόν θέλει να παντρευτεί το βασιλιά πρέπει να κοιταχτεί μέσα στον καθρέφτη για να φανούν τα ελαττώματά της. Εγώ θα βρίσκομαι δίπλα της για να τα δω και να τα πω στο βασιλιά. Κι εκείνος θα αποφασίσει αν η κοπέλα του ταιριάζει ή όχι. Στόμα με στόμα η είδηση έφτασε σε όλους τους κατοίκους του βασιλείου. Πολλοί γέλασαν με τον παράξενο τρόπο που θα χρησιμοποιούσε ο κουρέας του βασιλιά για να του βρει νύφη. Όλος ο κόσμος νόμιζε ότι οι ανύπαντρες κοπέλες θα έκαναν ουρές έξω από το κουρείο για να δοκιμάσουν την τύχη τους. Όμως δεν πήγε καμιά! Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι εβδομάδες, αλλά καμιά κοπέλα, ούτε φτωχή ούτε πλούσια, δεν είχε το θάρρος να δείξει τα ελαττώματά της στον καθρέφτη του κουρέα. Ο καημένος ο βασιλιάς ήταν πολύ στενοχωρημένος που καμιά κοπέλα δε ζητούσε να τον παντρευτεί. - Οι βασιλιάδες των γειτονικών χωρών δε δυσκολεύτηκαν να βρουν γυναίκα. Εγώ γιατί δε μπορώ να βρω μία; ρωτούσε τον κουρέα του. - Βασιλιά μου, απαντούσε εκείνος, κάνε υπομονή. Πολλές κοπέλες θα ’θελαν να γίνουν βασίλισσες αλλά φοβούνται να κοιτάξουν στο μαγικό καθρέφτη. Εδώ που τα λέμε δεν είναι εύκολο πράγμα να φανερώσει κάποιος τα ελαττώματά του. Ας περιμένουμε λίγο ακόμα μήπως κάποια πάρει θάρρος κι έρθει να κοιτάξει μέσα στον καθρέφτη μου. Αλλά πέρασαν κι άλλες μέρες χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ο βασιλιάς απελπίστηκε. Έχασε την υπομονή του και μάλωσε τον κουρέα του:


- Μ’ αυτές τις παράξενες ιδέες σου κατάντησα να μη μπορώ να βρω γυναίκα! Υποσχέθηκες να μου βρεις μια κοπέλα αντάξιά μου. Βρες τη μου λοιπόν! - Υπάρχει ακόμα μια ελπίδα, είπε σκεπτικός ο κουρέας. Η βοσκοπούλα, που βόσκει το κοπάδι της στο απέναντι βουνό, ίσως να μη φοβηθεί τη μαγική δύναμη του καθρέφτη μου.Όμως θα τη δεχόσουν για γυναίκα σου; -Παράγγειλέ της να έρθει, απάντησε ο βασιλιάς. Εξήγησέ της τι κάνει ο μαγικός καθρέφτης και πες της ότι πρέπει να κοιταχτεί μέσα σ’ αυτόν. Αν αποφασίσει να έρθει θα τη δεχτώ με όλες τις τιμές στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού. Η βοσκοπούλα ήταν μια απλή κοπέλα, ούτε πολύ όμορφη ούτε πολύ άσχημη. Ζούσε σ’ ένα σπιτάκι κοντά στους πρόποδες του βουνού. Κάθε μέρα ξυπνούσε από τα χαράματα για να βοσκήσει τα πρόβατά της, που τ’ αγαπούσε και τα φρόντιζε πολύ. Όταν έμαθε ότι ο βασιλιάς της ζητούσε να δοκιμάσει το μαγικό καθρέφτη δέχτηκε. Την καθορισμένη ημέρα μαζεύτηκε πολύς κόσμος στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού. Όταν η βοσκοπούλα μπήκε μέσα, ο βασιλιάς την υποδέχτηκε ευγενικά και της είπε: - Καλή μου κοπέλα, χαίρομαι που ήρθες! Αν θέλεις να γίνεις γυναίκα μου πρέπει να κοιταχτείς μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη. Αν έχεις κάνει στη ζωή σου κάτι που δεν είναι σωστό, ο καθρέφτης θα θαμπώσει. -Βασιλιά μου, απάντησε η κοπέλα, κάνω λάθη κάθε μέρα, όπως συμβαίνει σε όλους. Να, για παράδειγμα, πολλές φορές οδηγώ το κοπάδι μου σ’ ένα λιβάδι που δεν έχει πολύ χορτάρι, κι έτσι τα πρόβατά μου μένουν πεινασμένα. Άλλες φορές τα έχω βγάλει να βοσκήσουν με άσχημο καιρό και μερικά μου έχουν αρρωστήσει. Μια φορά αναποδογύρισα κατά λάθος το δοχείο με το γάλα και το γάλα χύθηκε όλο στο πάτωμα. Όμως παραδέχομαι τα λάθη μου και προσπαθώ να μην τα ξανακάνω. Φαίνεται ότι τα πρόβατά μου καταλαβαίνουν την προσπάθειά μου και με εμπιστεύονται. Δε με νοιάζει αν θα γίνω βασίλισσα αλλά θα κοιταχτώ στον καθρέφτη σου γιατί δεν έχω τίποτα να κρύψω. Και πλησιάζοντας τον καθρέφτη, κοιτάχτηκε μέσα… Είδε το πρόσωπό της να απεικονίζεται πεντακάθαρα στην επιφάνειά του χωρίς να θαμπώσει


καθόλου το κρύσταλλο. Οι κοπέλες που βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα πλησίασαν κι αυτές και κοίταξαν μέσα. Τότε έγινε φασαρία και οι κοπέλες φώναζαν θυμωμένες: -Μας ξεγελάσατε!Αυτός ο καθρέπτης δεν είναι μαγικός. Είναι ένας καθρέπτης σαν όλους τους άλλους! - Όχι κοπέλες μου, απάντησε ήρεμα ο βασιλιάς. Μόνες σας πέσατε στην παγίδα. Αν είχατε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας, όπως η βοσκοπούλα, δε θα φοβόσαστε να κοιταχτείτε στον καθρέφτη. Έτσι ο βασιλιάς παντρεύτηκε τη βοσκοπούλα και κυβέρνησαν μαζί το βασίλειο για πολλά πολλά χρόνια, με αγάπη και δικαιοσύνη. Αλλά η βοσκοπούλα δεν ξέχασε το κοπάδι της. Το έδωσε στον καλύτερο βοσκό του βασιλιά, που το αγαπούσε και το φρόντιζε όπως εκείνη!

 Παραμύθι από την Ιαπωνία. Το ασημένιο κουδουνάκι Στα παλιά τα χρόνια, σε ένα μικρό χωριό που βρίσκονταν κοντά στην θάλασσα, ζούσε ένας σοφός γέροντας με κάτασπρα μαλλιά και εξίσου κάτασπρο και μεγάλο μούσι. Ντυμένος με έναν πορτοκαλί χιτώνα, ξυπόλητος, απολάμβανε να κάθεται στη βεράντα του σπιτιού του και να αγναντεύει τη θάλασσα για ώρες. Επειδή ήτανε μόνος, προκειμένου να σπάει την μονοτονία της ησυχίας, είχε κρεμάσει ένα ασημένιο κουδουνάκι στην άκρη της σκεπής της βεράντας του. Έτσι, με το παραμικρό φύσημα του αγέρα, το ασημένιο κουδουνάκι άρχισε να ηχεί μελωδικά. Κάπως έτσι περνούσε τις ώρες και τις μέρες του ο σοφός γέροντας.


Λίγο παρακάτω από το σπίτι του, ζούσε ένας φαρμακοποιός. Τα πράγματα τελευταία, δεν πήγαιναν καλά γι’ αυτόν. Οι δουλειές του πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο, με αποτέλεσμα ο φαρμακοποιός να έχει πέσει σε βαθιά μελαγχολία. Έτσι, σκέφτηκε να επισκεφτεί τον σοφό γέροντα και να του ζητήσει την συμβουλή του. Όταν έφτασε στο σπίτι του, τον είδε να κάθεται γαλήνιος και ευτυχισμένος αγναντεύοντας την θάλασσα. Αρχικά απόρησε. Εκείνη την στιγμή, ένα μικρό αεράκι, έκανε το ασημένιο κουδουνάκι να ηχήσει μελωδικά και τότε όλες οι απορίες του φαρμακοποιού διαλύθηκαν. Οπλίστηκε με θάρρος και είπε στον σοφό γέροντα: Καλέ μου γέροντα, μήπως σου είναι εύκολο, να μου δανείσεις για μια μέρα το ασημένιο κουδουνάκι σου; Αύριο, τέτοια ώρα, θα στο έχω επιστρέψει! Ο γέροντας, χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, απάντησε: Ναι…γιατί όχι; Μην ξεχάσεις να μου το επιστρέψεις όμως, γιατί αυτό είναι που διώχνει την μοναξιά μου και μου είναι αναγκαίο! Ο φαρμακοποιός συμφώνησε, ευχαρίστησε τον σοφό γέροντα και υποσχέθηκε να του το επιστρέψει την επόμενη μέρα. Γύρισε αμέσως στο σπίτι του κι έβαλε το ασημένιο κουδουνάκι στον κήπο του, στο ψηλότερο σημείο ενός αναρριχώμενου φυτού. Το βραδινό αεράκι δεν άργησε να έρθει και το ασημένιο κουδουνάκι άρχισε να ηχεί ξανά, προσφέροντας έτσι χαλάρωση και γαλήνη στον φαρμακοποιό. Ξαφνικά άρχισε να βλέπει τα πράγματα διαφορετικά, αισιόδοξα. Είδε την ζωή όμορφη και χωρίς να το σκεφτεί άρχισε να χορεύει. Η μέρα πέρασε γρήγορα και έφτασε η στιγμή που έπρεπε ο φαρμακοποιός να επιστρέψει το ασημένιο κουδουνάκι…μα τίποτα. Οι ώρες περνούσαν κι ο γέροντας μάταια περίμενε να δει την εξώπορτά του να ανοίγει. Έτσι, αφού τελείωσε το μεσημεριανό φαγητό τους, ο γέροντας ζήτησε από ένα μαθητή του, τον Τσιάο, να πάει μέχρι το σπίτι του φαρμακοποιού, να δει τι συμβαίνει, να ζητήσει πίσω του κουδουνάκι και να το φέρει πίσω. Ο Τσιάο, δίχως να χάσει στιγμή, ξεκίνησε για το σπίτι του φαρμακοποιού. Μόλις πέρασε την ξύλινη καγκελόπορτα της αυλής όμως, σάστισε από την όμορφη μελωδία που άκουσε, ενώ δεν πίστευε στα μάτια μόλις αντίκρισε τον φαρμακοποιό να χορεύει. Η αρχική παγωμάρα δεν άργησε να φύγει και την θέση της πήρε η … δράση. Ο Τσιάο δεν άντεξε, και υπέκυψε στον πειρασμό


αρχίζοντας να χορεύει κι αυτός, ξεχνώντας τα λόγια του δασκάλου του. Τώρα χόρευαν κι οι δυο τους, ξέγνοιαστοι, χαλαροί και ευτυχισμένοι…μα οι ώρες περνούσαν κι ο σοφός γέροντας άρχισε να θυμώνει μιας και τώρα, εξαφανίστηκε κι ο μαθητής του. Τότε, φώναξε έναν άλλον μαθητή του, τον Κοτάρο. Πάνω-κάτω, τα ίδια είπε και σε αυτόν, με την διαφορά ότι αν δει στον δρόμο τον Τσιάο, να τον επιπλήξη για την ανυπακοή του. Λίγες στιγμές αργότερα, ο Κοτάρο περνούσε την ξύλινη καγκελόπορτα του σπιτιού του φαρμακοποιού, λαχανιασμένος κι έτοιμος να βάλει τις φωνές, μα… πάγωσε όταν αντίκρισε τον φαρμακοποιό και τον Τσιάο, να χορεύουν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι υπό τους ήχους του ασημένιου κουδουνιού. Δεν άντεξε κι ενώ ήταν έτοιμος να ξεσπάσει σε φωνές, τελικά ξέσπασε σε γέλια και χορό, ακολουθώντας τα βήματα των άλλων δύο..και οι ώρες περνούσαν. Ο σοφός γέροντας κόντευε να σκάσει από την περιέργειά του και την ανυπομονησία του. Έτσι, αποφάσισε να πάει ο ίδιος εκεί και να δει τί γίνεται. Ξεκίνησε από το σπίτι του όταν άρχισε ο ήλιος να δύει κι αφού έφτασε έξω από το σπίτι του φαρμακοποιού, ετοιμάστηκε να χτυπήσει την πόρτα με την μαγκούρα του, όταν άκουσε γέλια, λαχανιάσματα και ήχους από το ασημένιο κουδουνάκι του. Έσπρωξε την πόρτα με την μαγκούρα του και ξαφνιάστηκε με το θέαμα που αντίκρισε. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το «πως» και το «γιατί», ο φαρμακοποιός με τους δύο μαθητές του, χόρευαν και γελούσαν ευτυχισμένοι και χαλαροί. Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε, αλλά τελικά δεν άντεξε. Μια επιθυμία για χορό, τον έσπρωξε και πιάστηκε χέρι με χέρι με τον φαρμακοποιό, τον Τσιάο και τον Κοτάρο. Τώρα, χορεύανε κι οι τέσσερις μαζί. Χαρούμενοι, χαλαροί κι ευτυχισμένοι. Κι ύστερα γίνανε, πέντε…έξι…εφτά…αφού όποιος περνούσε από το σπίτι, ακούγοντας τα γέλια και τα λαχανιάσματα μαζί με τον ήχο από το ασημένιο κουδουνάκι, έμπαινε στην αυλή κι άρχιζε κι αυτός το χορό. πήγε στο σπίτι του φαρμακοποιού όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όταν έφτασε εκεί είδε έκπληκτος τον Τσιάο και το φαρμακοποιό να χορεύουν χαρούμενοι στον κήπο. Και πριν καλά καλά το καταλάβει αισθάνθηκε τόσο ευτυχισμένος που άρχισε να χορεύει κι εκείνος. Ο ήλιος κόντευε να δύσει και ο γέροντας ακόμα περίμενε το ασημένιο κουδουνάκι του. Τον έπιασε μια βαθιά μελαγχολία χωρίς τον ήχο του αγαπημένου του κουδουνιού. Τελικά δεν άντεξε άλλο και πήγε ο ίδιος να δει τι συνέβαινε. Σαν έφτασε επιτέλους στο σπίτι άκουσε τον ήχο του ασημένιου κουδουνιού και είδε στον κήπο, ανάμεσα στα λουλούδια, τον φαρμακοποιό και τους δυο μαθητές του, να


χορεύουν χαρούμενα. Ο γέροντας απόρησε και δεν ήξερε τι εξήγηση να δώσει. Δεν έμεινε όμως πολύ ώρα έτσι. Η λύπη του εξαφανίστηκε και ένιωσε την επιθυμία να χορέψει. Πιάστηκε χέρι-χέρι με το φαρμακοποιό, τον Τσιάο και τον Κοτάρο και ευτυχισμένοι συνέχισαν να χορεύουν όλοι μαζί. Κι όποιος περνούσε απ το σπίτι του φαρμακοποιού το έριχνε κι αυτός στο χορό. Και που ξέρεις…αν καμιά φορά βρεθείς στην Ιαπωνία, κι αν τύχει και περάσεις από το σπίτι του φαρμακοποιού, αφουγκράσου έξω από την πόρτα του. Αν ακούσεις γέλια, λαχανιάσματα κι ήχους από ασημένιο κουδουνάκι, μην ξαφνιαστείς και προπαντώς να μην ντραπείς…σπρώξε την πόρτα και μπες μέσα. Δώσε το χέρι σου σε κάποιον και σύρε στο χορό…!

 Παραμύθι από τη Ρωσία Η λίμνη με τα χρυσά ψάρια Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας νέος, ολομόναχος στον κόσμο, που τον έλεγαν Ιγκόρ. Ο νέος αυτός είχε ένα πολύ μεγάλο ελάττωμα. Ήταν τεμπέλης. ∆εν του άρεσε να κάνει καμιά δουλειά και ζούσε σε βάρος των άλλων. Τα καλοκαίρια που ήταν καλός ο καιρός έμπαινε στα δάση και έτρωγε διάφορα φρούτα. Κοιμόταν συνέχεια και σηκωνόταν μόνο όταν ήθελε να φάει. Το χειμώνα όμως τα πράγματα γινόταν πολύ δύσκολα, γιατί όλη η χώρα ντυνόταν στο χιόνι. Κατέβαινε τότε στα χωριά και τις πόλεις και ζούσε από την ελεημοσύνη των κατοίκων τους. Τα βράδια έβρισκε καμιά ζεστή φωλιά στους αχυρώνες και βολευόταν για ύπνο. Αρκετές φορές όμως, όταν οι άνθρωποι ήταν αφιλόξενοι, υπόφερε από το τρομερό κρύο. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, κάποιος καλός χριστιανός του άνοιξε την πόρτα του αχυρώνα του να κοιμηθεί και του έδωσε λίγο φαγητό και 45 ένα μπουκάλι


κρασί. Έφαγε με όρεξη ο Ιγκόρ, ήπιε σχεδόν όλο το μπουκάλι το κρασί, ζεστάθηκε και χώθηκε στο σανό για ύπνο. Εκείνο το βράδυ είδε ένα παράξενο όνειρο. Παρουσιάστηκε μπροστά του μια όμορφη γυναίκα και του είπε: « Εγώ είμαι η τύχη σου. Άκουσε τη συμβουλή μου και δε θα χάσεις. Να βρεις ένα καλάμι ψαρέματος και να πας να ψαρέψεις στη λίμνη με τα χρυσά ψάρια. Μόνο όταν βγάλεις τα χρυσά ψάρια από τη λίμνη, θα γίνεις πλούσιος κι ευτυχισμένος». Ξύπνησε το πρωί ο Ιγκόρ και θυμήθηκε αμέσως το όνειρο. «Η λίμνη με τα χρυσά ψάρια», είπε με το νου του. Ποιος ξέρει πού να βρίσκεται. Για να έχει χρυσά ψάρια, σίγουρα δεν θα την ξέρει κανείς. Πώς θα τη βρω όμως; Πρέπει σε κάθε λίμνη που θα συναντώ μπροστά μου να κάθομαι και να ψαρεύω. Στο τέλος μπορεί να σταθώ τυχερός και να βρω τα χρυσά ψάρια». Ευτυχώς που το ψάρεμα είναι μια ευχάριστη και καθόλου κουραστική απασχόληση. Γιατί αν επρόκειτο για δουλειά… ο τεμπέλης ο Ιγκόρ δεν εσκόπευε να κουνήσει τα χέρια του! «Μήπως σου βρίσκεται κανένα καλάμι ψαρέματος;» παρακάλεσε τον καλό χωρικό που τον είχε φιλοξενήσει. Εκείνος ήταν τόσο καλός, που του χάρισε ένα καλάμι και μερικά αγκίστρια. Κι επειδή ο Ιγκόρ δεν είχε ιδέα από ψάρεμα, του έδωσε όλες τις απαραίτητες συμβουλές. Έτσι, με το καλάμι στο χέρι ο Ιγκόρ ξεκίνησε στην τύχη. Όταν συναντούσε καμιά λίμνη μπροστά του, σταματούσε, έβαζε στο αγκίστρι κανένα σκουλικάκι για δόλωμα και καθόταν στην όχθη να ψαρέψει. Έπιανε συνέχεια ψάρια, αλλά κανένα από αυτά δεν ήταν χρυσό. Άναβε τότε φωτιά, τα έψηνε κι αφού χόρταινε, ξεκινούσε να βρει κάποια άλλη λίμνη. Ύστερα από αρκετές μέρες συνάντησε μια όμορφη και μεγάλη λίμνη, ανάμεσα στα ψηλά βουνά. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών ήταν αγρότες και κτηνοτρόφοι και δεν είχαν ασχοληθεί ποτέ τους με το ψάρεμα. Κάθισε στην όχθη της ο Ιγκόρ, έβαλε δόλωμα στο καλάμι του και περίμενε. Ο ήλιος κόνευε να βασιλέψει. Είχε σκοπό να κοιμηθεί κάπου εκεί γύρω και το πρωί να συνεχίσει το ψάρεμα. «Ποιος ξέρει, μπορεί αυτή τη φορά να σταθώ τυχερός», σκέφτηκε.


Το καλάμι του άρχισε να κουνιέται. Κάποιο ψάρι είχε τσιμπήσει. Το σήκωσε ψηλά και στο αγκίστρι του είδε να σπαρταράει ένα χρυσό ψάρι! Βέβαια, στην πραγματικότητα ήταν ένα κόκκινο ψάρι και καθώς το χτυπούσαν οι ακτίνες του ήλιου έμοιαζε με χρυσό. Τρελάθηκε από τη χαρά του ο Ιγκόρ. Επιτέλους βρήκε τη λίμνη με τα χρυσά ψάρια! Αλλά, καθώς άρχισε να τραβάει ανυπόμονος την κλωστή, κόπηκε το αγκίστρι και το ψάρι χάθηκε στο βάθος της λίμνης! «∆εν πειράζει» είπε με το νου του. «Έχω πολλά αγκίστρια». Με το που έριξε το δεύτερο αγκίστρι, έπιασε αμέσως ένα μεγάλο ψάρι. Αλλά δεν ήταν χρυσό. Φαίνεται πως δεν ήταν όλα τα ψάρια της λίμνης χρυσά. Να και δεύτερο ψάρι και τρίτο… Έβγαζε συνέχεια ψάρια. Ποιος ξέρει πού να κρύβονται τα χρυσά. Σε μια στιγμή τον πλησίασε ένας χωρικός και τον ρώτησε αν πουλάει τα ψάρια. - Τα πουλάω, του απάντησε ο Ιγκόρ. Ο χωρικός του έδωσε μερικά ρούβλια και πήρε τα ψάρια. Στο μεταξύ νύχτωσε και ο Ιγκόρ σταμάτησε το ψάρεμα. Με την ανατολή του ήλιου στρώθηκε πάλι στην όχθη. Συνέχεια τσιμπούσαν τα ψάρια αλλά κανένα δεν ήταν χρυσό. Ο Ιγκόρ όμως δεν απογοητευόταν. Συνέχισε το ψάρεμα. Το μεσημέρι ήρθαν μερικοί χωρικοί κι αφού θαύμασαν το σωρό των ψαριών, του τ’ αγόρασαν όλα. Χάρηκε που γέμισε την τσέπη του ρούβλια και το απόγευμα πήγε στο χωριό και αγόρασε πολλά τρόφιμα και κρασί. Την Τρίτη μέρα έβγαλε πάρα πολλά ψάρια αλλά κανένα χρυσό. Ωστόσο ο Ιγκόρ συνέχισε με πείσμα. Στο μεταξύ οι χωρικοί και του τα’ αγόραζαν αμέσως. Και του έλεγα ότι τα ψάρια ήταν πεντανόστιμα. Περνούσαν οι μέρες, ο Ιγκόρ συνέχισε το ψάρεμα και τα ρούβλια όλο και πλήθαιναν. Αλλά τα χρυσά ψάρια είχαν γίνει άφαντα. Και οι κάτοικοι της περιοχής, όλο και πιο πολλοί, έρχονταν να τον παρακαλέσουν να τους πουλήσει τα ψάρια.Μια μέρα μάλιστα ήρθε κι ένας αξιωματικός από το παλάτι ν’ αγοράσει ψάρια για το βασιλιά. Ο Ιγκόρ, για να ικανοποιήσει όλους τους πελάτες του που όλο και πλήθαιναν, αποφάσισε ν’ αγοράσει και άλλα καλάμια. Έπειτα αγόρασε μια βάρκα και από το βάθος της λίμνης έβγαλε μεγάλα και λαχταριστά ψάρια… Μια μέρα που έτυχε να ψαρέψει ένα κόκκινο ψάρι, θυμήθηκε τα χρυσά ψάρια του ονείρου. Κι είπε με το νου του: «Μήπως κι αυτά τα ψάρια που


βγάζω δεν είναι χρυσά, αφού κερδίζω τόσα χρήματα;». Κατάλαβε τότε ποιο ήταν το νόημα της συμβουλής που του έδωσε εκείνη η γυναίκα στο όνειρό του. Ότι η δουλειά αξίζει όσο το χρυσάφι. Τον παράσυρε με τρόπο ώστε ν’ αρχίσει να εργάζεται. Ο Ιγκόρ κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε ικανοποιημένος. «Τι κουτός που ήμουνα τόσα χρόνια», σκέφτηκε. «Με τη δουλειά γεμίζω τις ημέρες μου, γίνομαι χρήσιμος στον εαυτό μου και τους άλλους, δε γίνομαι βάρος σε κανένα, κερδίζω πολλά χρήματα και είμαι ευτυχισμένος… Ναι, αυτά είναι τα χρυσά ψάρια… Η δουλειά…» Και ο Ιγκόρ συνέχισε να ψαρεύει, παντρεύτηκε μια καλή κοπέλα που τον βοηθούσε κι αυτή στο ψάρεμα κι έζησε ευτυχισμένος ως τα βαθιά γεράματά του.

Η εκπαιδευτικός Κοκκινίδου Βασιλική

Παραμύθια του κόσμου  
Παραμύθια του κόσμου  
Advertisement