Page 1

Απόσπασµα

Ο άνδρας µου αρχικώς δεν τα πολυήθελε τα παιδιά. Όχι δηλαδή που εφοβούνταν να µην πάθω εγώ τίποτα στη γέννα, α µπα... Όµως, ένα παιδί έχει ευθύνες και δέσµευση µεγάλην, έτσι το' παιρνε. Και ο Νιόνιος µες στο σπίτι θα το έχεις καταλάβει ήδη που δεν τις αγαπούσε διόλου τις ευθύνες, διότι από µικρός είχε µάθει που όλες τις σπουδαίες τις πρωτοβουλίες, τις ανελάµβανε πάντα η πεθερά µου. Αλλά έλα που αυτό το παιδί το ήθελα εγώ; Χώρια που δεν µ' είχαν αφήσει να σπουδάσω ποτέ και που δεν εργαζόµαν, βάλε και στα κρατούµενα που εκόντευα να τρελλαθώ κλεισµένη εκειδά µέσα σ' εκείνο το σπίτι, αν δεν αποκτούσα κι έναν σκοπό ιερόν στη ζωή µου, τότε είναι που πάει, θα επάθαινα κάτι από την κατάθλιψη! ΄Οµως, µε το Νιόνιο πολύ σπανίως πλέον εξαπλώναµε µαζί. Έφευγε ετούτος ξηµερώµατα κάθε πρωί, και θα επέστρεφε πλέον περασµένα µεσάνυχτα. Τον εκαταλάβαινα τότε που έρχουνταν κι επλάγιαζε στο κρεβάτι µας µουλωχτά σαν τον κλέφτη, για να τον έβρω πλάι µου πλέον το άλλο το πρωί, όταν θα έπρεπε να τον ξυπνήσω αξηµέρωτα για να πάει στο γραφείο του. Τώρα, να επήγαινε άραγες και να εκοιµούνταν πού και πού µε τίποτα άλλες, γυναίκες ελευθερίων ηθών; Ε, τουτοδώ το πράγµα ούτε και µε είχε περάσει τότες ακόµη απ΄ το µυαλό, Αλεξάνδρα µου, τόσο βλέπεις είχα πάρει κι εγώ χαµπάρι τροµάρα µου, απ' το τί εστί άνδρας. Αλλά είτε έτσι, είτε αλλιώς, εγώ χρυσή µου το είχα βάλει σκοπό να του το φτιάσω αυτό το παιδί. Με το καλό αρχίνισα και τον έπαιρνα λοιπόν, µόνον µε το καλό. Για ένα διάστηµα δε, στόµα είχα και µιλιάν δεν είχα, για να µην τον εκνευρίζω. Στην αρχή, κι ο ίδιος απορούσε τί µε είχε βρει ξαφνικώς και άλλαξα έτσι, αλλά γρήγορα εβολεύτηκε ευχαρίστως στην καινούργια την κατάσταση. Τώρα εκάθουνταν πια περισσότερον καιρό στο σπίτι. Και µε το που ήρθανε λοιπόν κάποιον µήνα οι µέρες µου, έβαλα όλην µου τη θηλυκότητα µπροστά, και τον κατάφερα.


Κι από τότε όπου την ένιωσα για πρώτην φορά τη µάνα σου να κλωτσάει µες στα σπλάχνα µου, πάει ο γάµος µου, επήγε περίπατο! Άσε δε, που απ' την ώρα και µετά που εγεννήθηκε η κόρη µου απόλυτη όπως είµαι από χαρακτήρος - είπα µέσα µου: Απ' εδώ και στο εξής Αλεξάνδρα, η ζωή σου ολόκληρη θα είναι αφιερωµένη σ' ετούτο εδώ το παιδί. Ετούτο έχει την ανάγκη σου, και κανένας άλλος! Ο ∆ιονύσης; Εκείνος δεν εκαταλάβαινε πως για µέναν δεν θα υπήρχε πλέον ούτε αυτός, ούτε και τίποτ' άλλο στον κόσµο. Τέτοιαν αφοσίωση είχα δε σ΄ αυτό που έκαµα - και σκέψου πως ήµανα τότε µοναχά εικοσιδυό ετών- οπού δεν ξεµυτούσα από το σπίτι, ακόµα κι όταν, σπανίως, µας επροσκαλούσαν σε κάποιαν ειδικήν κοινωνική περίστασιν, κι έπρεπε αναγκαστικώς να παρουσιαστώ κι εγώ. Είχα τότε γκρίνια βεβαίως απ' το Νιόνιο. « Μα γιατί δεν την αφήνεις και λίγο στη µητέρα µου βρε Αλεξάνδρα; Ή µήπως και το επιδιώκεις να µε εκθέτεις µε την απουσία σου;». Μα αστειεύεσαι, µ' ερχόταν να τον πω, να τ΄αφήσω εγώ το παιδί στα νύχια της πεθεράς µου; Αρχινίσαν λοιπόν και πάλι οι γνωστοί καυγάδες της κρεβατοκάµαρας. Κι όταν εκείνος εξανάπιασε πάλι την παλιάν του τέχνη, να βγαίνει από το σπίτι τα βράδυα και να χάνεται, εγώ εκαθόµαν ώρες µές στο σκοτάδι της κάµαρας κι εκρατούσα το κεφαλάκι της µάνας σου σφιγµένο επάνου µου εδώ, κοντά στο µάγουλό µου, και πάσκιζα να ειδώ. Πώς θα το µεγαλώσω το παιδί αυτό, πώς θα το προστατεύσω από το σκοτωµό του κόσµου ετούτου, και πώς θα τους εµποδίσω εγώ αυτούς τους άνδρες τους άρπαγες, µην και µου την µεταχειριστούνε άσχηµα την Αργίνη µου όταν θα µεγαλώσει ... ∆ιότι σαν και την αγάπη της µάνας Αλεξάνδρα µου, σε το λέω και θα το θυµηθείς µοναχά σαν θα γίνεις µάνα µε τη σειρά σου κι εσύ, δεν υπάρχει στον κόσµο αγάπη άλλη. Και ποτέ δεν τελειώνει η αγάπη αυτή, παρεκτός µόνον όταν τελειώνει µιάν ηµέρα κι η ζωή. Τί θες να σε πω για να στ΄ αποδείξω δηλαδή; Πως κι εµέναν η µάνα µου µ' ελαχταρούσε, κι ας µ' εταλαιπώρησε τόσο στα µικράτα µου; Να σε το πω! Και πώς δηλαδή να µην την καταλάβω την κυρά - ∆έσποινα, που έπρεπε να µας µεγαλώσει έξη παιδιά µαζωµένα, και σε τί εποχές


είν' η αλήθεια, µέσα από πολέµους και καταστροφές και µε τον πατέρα µου χαµένον στις εκστρατείες; Σκληρή έπρεπε να γινεί για να τα βγάλει πέρα µε τόσα πολλά πο' χε πεσµένα από πάνου απ' το κεφάλι της εκείνον τον πρώτον τον καιρό µέχρι να γυρίσει ο µπαµπάς µου. Κι από τότε της έµεινε, γιατί απ' ένα σηµείον κι ύστερα ο άνθρωπος δεν αλλάζει, πουλάκι µου. Κι έτσι κι εµέναν µ' ελλείψαν τα χάδια απ' τη µάνα µου στα χρόνια µου τα πιό τρυφερά, κι αντίς γι αυτά µε εµείναν να θυµούµαι τα βάσανα που µ' έκανε εκείνη όλον εκείνον τον καιρό που την εβοηθούσα. Ήσαντε βλέπεις και οι καιροί τέτοιοι τότε, όπου οι γονείς έπρεπε να κρατούνε απόστασιν µεγάλη από τα παιδιά τους, για τούτο και ποτέ δεν την επλησίασα από µόνη µου τη µάνα, εφοβούµαν. Ξέρεις πότε την αιστάνθηκα; Να, µόλις τώρα µα την αλήθεια, που πέφτω στο κρεβάτι τα βράδυα µοναχή, κι άµα κιόλα έχουµε προηγουµένως φαγωθεί µε την κόρη µου και µαµά σου, δεν µε κολλάει ύπνος. Στη σειρά περνούνε τότε µπροστά απ’ τα µάτια µου τα «γιατί» κι οι αιτίες οι πιο κρυφές, και δίνω τις δικές µου τις εξηγήσεις σε όσα εσυµβήκανε τότε, όπως τα βλέπω µε τα µάτια µου τα τωρινά. Μ' έρχουνται λοιπόν κάτι τέτοιες νύχτες στο νου, οι χαρές που µ' έκανε η δικιά µου η µάνα, πολλά χρόνια αφότου επαντρεύθηκα, τότε όπου ανέβαινα στη Λάρισα εποχή Κατοχής, κι επήγαινα να την φέρω νέα απ' τα υπόλοιπα τ' αδέρφια µου που ήσαντε κρατούµενοι και µελλοθάνατοι απ’ τους Γερµανούς. Κι ήµαν κι εγώ τότες αδύνατη κι εξαντληµένη απ' τις φυλακές και τις κακουχίες, τόσο που δεν αναγνωριζόµανα εάν ήµανε η Αλεξάνδρα. Μ' έβανε τότε η µάνα και καθόµανα σε µιάν γωνιά σκιερή στη πίσω µας την αυλή, κι εκείνη εκάθουνταν απέναντί µου σ' ένα σκαµνί χαµηλό και µ' εκοίταζε. Μοναχά µ' εκοίταζε, δεν εµιλούσε, ίσια στα µάτια. Κι οι δυό µας εκαταλαβαίναµε η µιά την άλλην τότε, σάµπως να είχαµε ειπεί χίλιες λέξεις. Γιατί πάνου απ' όλα, ήµασταν γυναίκες και µάνες. Κι έπειτα η κυρα-∆έσποινα επήγαινε κι εχώνουνταν µάνι-µάνι µες στην κουζίνα, να µην τα πάρω είδηση εγώ τα δάκρυα που την εγιοµίζαν τα µάτια. Ύστερα από λίγο έρχουνταν πάλι πίσω σιγυρισµένη


και γελαστή, φέρνοντας σ' ένα πιάτο µιάν δανγκανιά τυράκι, κι ένα τόσο δα τσαµπί σταφύλι. Και το’ξερα εγώ τώρα, πως τουτοδώ ήτανε ίσια- ίσια το δικό της το φαί το βραδυνό. Και πως όταν αργότερα θα την έδινε ο µπαµπάς απ' το δικό του που ήταν κι αυτό µιά σταλιά, αυτή θα τον έλεγε πως δεν πεινά, για να µην τον στερήσει. Τί να κάµω όµως κι εγώ, για να µην τη κακοκαρδίσω, της το άδειαζα το πιάτο χωρίς να διαµαρτυρηθώ. Εκείνη εντωµεταξύ εκάθουνταν πάλι µπροστά µου στο σκαµνί. Και καθώς µ' εκοιτούσε Αλεξάνδρα µου που έτρωγα, εδάκρυζε πάλι και µ' εχάιδευε τα µαλλιά. Που, ούτε όταν ήµαν µωρό παιδί δεν ενθυµούµαι να µ' είχε κάµει η µάνα τέτοια χάδια. Αχ, έτσι συµβαίνει σε λέω, και µε παίρνουνε - τώρα σ΄αυτήν την ηλικία - τα δάκρυα, και βγαίνει από µέσα µου το « Aχ Μανούλα...» σαν µιά αναπνοή, πώς θέλεις να το κάµουµε δηλαδή; Γι’ αυτό κι εγώ να το ξέρεις, ήµουν και είµαι πάντα µε το µέρος της Γυναίκας. Γιατί αυτή είναι πάντα από κάτου τελικά, όπως το έχει η µοίρα της να ζαλώνεται στην πλάτη τα πιο µεγάλα απ' τα ασήκωτα τα βάρη της ζωής. Υποφέρει Αλεξάνδρα µου µιά γυναίκα πολύ. Πώς; Μα µε το να είναι γυναίκα. Εάν λείψει απ' το πλευρό των παιδιών της, παν περίπατο ετούτα, εµείναν στο δρόµο. Κι αν λείψει απ΄το πλευρό των γονιών της πάει, εχαθήκαν κι αυτοί, γιατί και ποιός άλλος θα τους κλείσει τα µάτια; Άφησε δε, εάν λείψει από δίπλα απ' τον άνδρα της…. Εκεί σε θέλω µιάν φορά να ειδείς ορφάνια! ∆ιότι αυτός χρυσή µου δεν µπορεί να φροντίσει καλά-καλά, ούτε και το εαυτόν του ακόµα. Με εκατάλαβες λοιπόν; Τί ανάγκην έχουν οι άνδρες για υπεράσπιση, που απ' την ώρα που έρχουνται σ' αυτήν τη ζωή έχουν άλλους για να τους φροντίζουν, και παίρνουν και τον κόσµο όλον δικό τους, σερβιρισµένο στο πιάτο!

* * *

Τέλος πάντων, η µαµά σου ήταν όµορφο µωρό από κούνιας, έτσι µ’ ελέγαν όλοι. Αλλά να µην πάρει κι απ' εµέναν τίποτα µωρ' µάνα µου;


Ίδια ο πατέρας της σε όλα, κι έτσι είναι µέχρι και σήµερα. Και στην φυσιογνωµία, φτυστή η πεθερά µου, που µε τη σειρά του, την έµοιαζε πολύ ο άνδρας µου. Τώρα βέβαια, ασφαλώς και η πεθερά µου θα πρέπει να ήτο στα νιάτα της ωραία γυναίκα. Γιατί είχε πάρει απ' το σόι το Ζακυνθινό, που ελέγαν στην πατρίδα του Νιόνιου πως είχε ανακατωθεί πιο παλιά και µε αίµα ιταλιάνικο, και όλα τα ωραία της τα χαρακτηριστικά, τα επήρε κι η µαµά σου. Για τούτο κι η πεθερά µου την είχε µιάν σχετικήν αδυναµία την κόρη µου, και επειδή την έµοιαζε, και επειδή φυσικώς επήρε και τ' όνοµά της. Αργώ την εφωνάζαµε, που εβγήκε παρατσούκλι απ' το Αργίνη. Το σπίτι µας στ’ Αργοστόλι είχε δυό κρεβατοκάµαρες. Στη µιάν εκοιµούµασταν εγώ µε τον παππού σου, και στην άλλην µέχρι πρωτού να γεννηθεί η µάνα σου εκόνευε η πεθερά µου. Εκείθε είχε την πολυθρόνα της, εκείθε τη ραφτική της, εκειδά και τη γωνιά µε τα εικονίσµατα και τα καντήλια. Κι από την κάµαρη αυτήν όπου εκάθουνταν θρονιασµένη, έστηνε µες στο σπίτι αυτί-κατάρτι. Ιδιωτικήν ζωή καµία δεν είχαµε µε τον άνδρα µου. Ούτε να τσακωθούµε, ούτε και να φιλιώσουµε µπορούσαµε, δίχως να το ξέρει την ίδιαν στιγµή κι αυτή. Από την στιγµή δε που εγεννήθηκε η µάνα σου, κι επειδή άλλος χώρος δεν υπήρχε, την κούνια της την εβάλαµε µες σ’ αυτήν την κάµαρη, παραδίπλα εις το ντιβάνι όπου έστρωνε κι εκοιµούνταν η Αργίνη. Τώρα, κι εάν έπρεπε να περνώ πάνου απ΄το δικό της το κεφάλι όταν η µάνα σου έκλαιγε µέσα στη νύχτα κι εχρειάζουνταν κάποιαν φροντίδα; Ε, φυσικώς κι έτσι εγίνουνταν, αλλά εκείνη καθόλου δεν εδιαµαρτύρονταν, διότι κατ΄ αυτόν τον τρόπο επαρακολουθούσε όλες µου τις κινήσεις. Έτσι εσυνέβη και µιάν νύχτα -θα ήταν αργά, µετά τα µεσάνυχτα- που εχρειάστηκε να βρεθώ αυτουδά, όταν άκουσα τη µάνα σου να κλαίει µες στον ύπνο της. Τρέχω, βρίσκω την πόρτα της κάµαρας µισάνοιχτη. Κι όπως την σπρώχνω να, έτσι, πολύ προσεκτικά, µην τυχόν και κάµω θόρυβο και λαχταρίσει το παιδί, την βλέπω την πεθερά µου ορθή µπροστά στα εικονίσµατατα να στέκει µες στα σκοτεινά. Η νυχτικιά µέχρι τον αστράγαλο, η κοτσίδα, ψαρό χρώµα, να τρέχει απ’ το σβέρκο ως τη µέση, κι όλο να κάµει σταυρούς και σταυρούς, µακρυούς απ’ το µέτωπο ίσιαµε το πάτωµα. «Παναγιά µου, ρίξε την τ’ αστροπελέκι σου και


κάφτηνε, κάµε στο ποτήρι της φαρµάκι το νερό, να πιεί επιτέλους να φαρµακωθεί! Κι εγώ σου τάζω στον Αϊ ∆ιονύση λαµπάδα δυό µέτρα ψηλή, ίσιαµε το µπόϊ της, της αφορεσµένης ....» Χριστός και Παναγιά, ακούς πράµατα; Για µέναν τα εµελετούσε όλα δαύτα! Ας µ’ ελυπούνταν κι εµέναν λιγουλάκι ο Θεός κι όλοι γύρω του οι Άγιοι, να µε φυλάξουν απ΄τη δικιά της γλώσσα… Ετράβηξα ξωπίσω µου προσεκτικά την πόρτα της κρεβατοκάµαρης, να κλείσει. Τηνε άφηκα εκεί ακόµη, γονατιστή στο πάτουµα, να τραβάει µετάνοιες διπλές από κάτου απ’ το καντήλι. Και καθώς επήγαινα και πάλι να κλειστώ µες στη δική µου την κάµαρα, σταυροκοπήθηκα άθελά µου κι είπα, «∆εν µπορεί, όλοι Αυτοί αυτουθεπάνου ξέρουν… Λες κι η Παναγιά η αληθινή θα εκάθουνταν ποτέ ν’ ακούσει κοράκου κορακίσµατα!» Και µετά από ενάµισιν χρόνο που λες, την επήρα τη µάνα σου µωρό της αγκαλιάς, κι επήγαµε οι τέσσερείς µας στο Αργοστόλι. Στ' Αργοστόλι εκάτσαµε σύνολον τρία χρόνια. Είχαµε τότε και την κακοµοίρα τη Μαρία ακόµη µαζί µας, που –όπως τότε είχε αναστήσει τον άνδρα µουτώρα µ' εβοηθούσε και µ' εσυµπαραστέκουνταν πολύ που εµεγάλωνα την Αργώ, η οποία Αργώ ήταν σε όλα της Παναγία µου, πολύ δύσκολο παιδί, καθότι κακοµαθηµένο. ∆εν έτρωγε, δεν εκοιµούνταν κανονικά, αλλά είχε και στην υγεία της ευαισθησίαν µεγάλη. ΄Ωρες ατελείωτες επερνούσα µ’ ένα κουτάλι στο χέρι για να την ταϊσω πο’ταν κακόφαγη και αδύνατη, και άλλες πάλι ώρες ατελείωτες επερνούσα πλάι στην κούνια της στα σκοτεινά, µέχρις ότου να τηνε πάρει ο ύπνος κάθε βράδυ. ∆εν ξέρω βέβαια, µπορεί τελικώς και να την είχα κακοµαθηµένη την κόρη µου πολύ, δεν αντιλέγω, όµως εγώ δεν ήθελα να ειδώ το δικό µου το παιδί να στερηθεί ό,τι εστερήθηκα εγώ απ' τη µάνα µου. Μίαν την είχα, κι είχα σκύψει από πάνου της µε όλην µου την ψυχή. Αλλά η πεθερά µου, η οποία έψαχνε από καιρό την ευκαιρία να βάλει χέρι στο µεγάλωµα του παιδιού, αλλά και να µε φορτώσει εµέναν µε περισσότερη κούραση, εµηχανεύτηκε άλλην µηχανή. Ποιός να ξέρει τώρα ποιάν παραµικρήν αφορµή θα εφρόντισε να βρει, και µιάν ωραίαν πρωία την πετάει σαν το δαρµένο σκυλί στο δρόµο εκείνη την κακοµοίρα την ψυχοκόρη τη Μαρία, δίχως στιγµή να µετρήσει


τα τόσα πολλά όπου την χρωστούσε απ’ τα παλιά. Εγώ τί να ειπώ, τσιµουδιά. ∆εν µου επερνούσε βλέπεις. Στεκόµαν µοναχά πίσω απ' την πόρτα της κάµαρης της Αργίνης, κι αφουγκραζόµαν στα κρυφά την κακοµοίρα την ψυχοκόρη που εσέρνουνταν στα γόνατα σαν τον ικέτη και την εφιλούσε τα χέρια και τα πόδια, να την λυπηθεί. Αλλά πού µυαλό τώρα εκείνο το θερίο το άκαρδο για τις έγνοιες των άλλων... Την έδιωξε σε λέω πυξ και λαξ, µέσα σε µία νύχτα. Τώρα, το πώς να ετελείωσε τη ζωή της εκείνη η καψερή, και σε τί µαύρην κατάσταση ανέχειας, ούτε και το εµάθαµε ποτέ, ας όψεται η κακία της πεθεράς µου. Από την ώρα δε όπου έβγαλε από την µέση αυτήν την κακοµοίρα, τί να σε πω µωρ' µάνα µου τί µ' έκανε εκείνη η Αργίνη! ∆ουλειά, δουλειά πολλή ήµανε φορτωµένη όλην την ηµέρα µες σ’ εκείνο το σπίτι. Αλλά και σάµατις αναγνωρίζουνταν όλα ετούτα απ’ τον άνδρα µου; Με το που επέστρεφε αυτός αργά το απόγιοµα απ' την Τράπεζα, η πεθερά µου τον επαραφύλαγε, πότε να τον ξεµοναχιάσει για να τον δουλέψει εναντίον µου. Πώς δήθεν την αντιµίλησα, πώς µ' εκοιτάζαν στο δρόµο την ώρα όπου µ' είχε στείλει στο µπακάλη να την ψωνίσω, µέχρι κι ότι απ’ τα ρέστα που την έφερα, λείπει τάχατες ένα µικροποσόν που το επαρακρατούσα εγώ συστηµατικώς για να ψωνίζω στα κρυφά τζοβαϊρια και λούσα. «Είσαι παρµένος τζόγια µου,» τον έλεγε, «αν δεν το καταλαβαίνεις πως ετούτηδώ η λουσού η γυναίκα σου, το πάει φιρί- φιρί να σ' αφήκει και να φύγει µ' άλλονε». Κι έτσι, ο Νιόνιος έπαυσε πια να µε παίρνει µαζί, ακόµα και εις τις κοινωνικές περιστάσεις τις σοβαρές, κι ας εµφανίζουνταν πλέον παντού µοναχός. Πως σίγουρα θα το εσχολίαζαν αυτό στο Αργοστόλι; Εµ’ και δεν θα το εσχολίαζαν; Μ' αφού η θέσις του ανδρός µου εκεί κοινωνικώς ήταν µεγάλη. Ο διευθυντής της Τραπέζης βλέπεις -κι ήταν τότε µοναχά µία η Τράπεζα και ένας ο διευθυντής της σε κάθε πόλη της Ελλάδος- µαζί µε τον επίσκοπο, τον δικαστή και τον αρχηγό της αστυνοµίας, λογίζουνταν πως ήσαντε οι αρχές του τόπου. Από κοντά λοιπόν κι οι δικές τους αι σύζυγοι, ήσαντε µέσα στην πιο καλή την κοινωνία της επαρχίας. Κι όταν κυρίες γνωστές µου µ’ εσυναντούσαν καµµιάν φορά στην αγορά, όπου µ' έστελνε η πεθερά µου για τις


προµήθειες του σπιτιού, µ' εσταµατούσαν στο δρόµο και µ' ελέγαν, « Κυρία Μερκάτου! Μα τί εγίνατε επιτέλους εσείς, δεν µας έρχεστε πλέον σε καµµίαν πρόσκληση, µαύρα µάτια εκάµαµε να σας ειδούµε....» Κι εγώ τί να ειπώ; Ότι έτσι κι έτσι κι έτσι ο άνδρας µου, έτσι κι η πεθερά µου; Εδώ, δεν ετολµούσα αυτά όπου ετράβαγα να τα οµολογήσω στους ίδιους µου τους γονείς, δεν θα τα' λεγα τώρα στους ξένους! Τί τα θες, δεν ήτανε και του τύπου µου κάτι τέτοια. Έτσι κι εγώ, έβανα µπροστά το παιδί, πως τάχατες µε κρατούσε απασχοληµένην όλην µέρα µε τη λάτρα του. Ε, και δηλαδή, µην κι ήταν ψέµµατα αυτό; Σε το'πα κι απ' τα πριν Αλεξάνδρα µου, πως σαν και την αγάπη της µάνας, πουθενά δεν υπάρχει άλλη.

* * * Κι έπειτα, ήρθε ο νέος διορισµός του παππού σου κι επήγαµε στην Κατερίνη. Το υποκατάστηµα της Τράπεζας εκεί ήταν από τα πιο τρανά µέσα σ' όλην την Ελλάδα, κι ο άνδρας µου είχε εβδοµηνταπέντε υπαλλήλους εις την δικαιοδοσίαν του. Φαντάσου µόνον, πως τότε ο µισθός του παππού σου ήσανε δραχµαί δεκαπέντε χιλιάδες, σε µιάν εποχή που η λίρα η χρυσή δεν ξέρω κι αν είχε αξία εξήντα. Γιατί ήταν πλούσιος ο τόπος εκεί, µε κτηνοτροφίαν µεγάλη και µε ξυλείαν πο’δινε ο Όλυµπος άφθονη, κι όλος ο κόσµος είχε εισοδήµατα τρανταχτά. Κι εµάς, χώρια ο µισθός αυτός, να ειδείς τί πεσκέσια µας εκουβαλνούσαν οι χωριανοί συχνά-πυκνά. Τί κεφάλια τυρί, τί τενεκέδες µε λάδι, και τί αρνάκια γάλακτος εκλεκτά, που στο κελλάρι µας µέσα δεν εχωρούσες να µπεις. Αλλά τί τα θέλεις, ήρθαν εντωµεταξύ οι Γερµανοί, και δεν τις εχαρήκαµε τις ανέσεις αυτές, άλλαξε το ριζικό µας. Μας εστείλαν εκεί και µιάν κοπέλλα για ψυχοκόρη, την Παρθενώπη. Κι επειδή ήτανε αυτό επαγγελµατική υποχρέωσις και νιτερέσσο του παππού σου του Νιόνιου, η πεθερά µου δεν εµπόρεσε να ειπεί το όχι. Η οικογένεια της µικρής αυτής ήταν από τους ξεριζωµένους του Πόντου, κι η µάνα της η άµοιρη είχε µιάν τσούρµα παιδιά να θρέψει,


όλα τους ανήλικα, και µάλιστα κορίτσια. Ετούτο δε το καψερό ήταν το µεγαλύτερο, ίσιαµε εννιά χρονώ, και φοβισµένο πολύ. Ποιός να ξέρει άραγε τί να είχαν ειδεί τα µάτια του απ' εκεί όπου’χε έρθει... Θυµούµαι, που όταν µας το εφέρανε για πρώτην φορά στο σπίτι, αυτό εκάθουνταν στην πόρτα και µ' εκοιτούσε απ' έξω µε κάτι µάτια ορθάνοιχτα σαν πιάτα, κι έτρεµε. « Έµπα µέσα Παρθενώπη...», αυτή όµως δεν έρχουνταν. Τέλος πάντων, κάποιαν στιγµή το παιδί ξεθαρρεύεται µε τα πολλά τα παρακάλια και µπαίνει. Αλλά, τι σουλούπι ήταν αυτό πο’χε…. «Για έλα πιο κοντά µου να σε ειδώ από κοντά µιάν στιγµή» τηνε λέω. Με πλησιάζει σαν το ζούδι το φοβισµένο. Κοιτάζω πράγµατι, και τί να ειδώ; Παντού απάνου της, απ' το κεφάλι ως τα νύχια, ψείρα … και των γονέων! Θα είχε, δεν σε λέω υπερβολή, η κάθε τρίχα απ΄τα µαλλιά της ίσιαµε και εκατό κόνιδες επάνου κολληµένες. Εγώ, απελπίστηκα. Τί'ν τούτο δω; Την εξηγήθηκα λοιπόν, «Άκου ‘δω Παρθενώπη», την λέω, « ή θα µ' αφήσεις να σε κόψω τα µαλλιά και να σε πλύνω µε τη βούρτσα µέσα στο βαρέλι, ή θα φύγεις» Αστειεύεσαι να κολνούσαµε όλοι την ψείρα της; Και βάνει τότε κάτι κλάµµατα απελπισµένα εκείνο το έρηµο και µε λέει, «Όχι κυρία Αλεξάνδρα, κάλλιο να µε τα κόψεις σύρριζα τα µαλλιά, εγώ πίσω δεν πάω !» Καταλαβαίνεις τώρα, τί πείνα και τί κακουχία που θα΄χε µαζωµένη... Κι έτσι κι έγινε λοιπόν, την ξεψείριασα. Κι έπειτα, για να µην της φαίνεται όπου’ ταν κουρεµένη γουλί, την δίνω κι έναν δικό µου µπερέ σε χρώµα µπλε µαρέν, που ήταν τότε της µόδας, και που όλοι µ’ εκάναν κοµπλιµέντα για το πόσο πολύ µ’ εκολάκευε κάθε που τον εφορούσα. Κι έτσι λοιπόν, η κακοµοίρα η Παρθενώπη δεν τον έβγαλε τον µπερέ αυτόν απ΄ το κεφάλι της, ώσπου να την µεγαλώσουν ξανά τα µαλλιά. Αλλά τί να σου κάνει κι αυτή; Στο δικό µας το σπιτικό δεν ήταν το γραφτό να στεριώσει. ∆ιότι όπως εφύγαµε άρονάρον δύο χρόνια αργότερα απ' την Κατερίνη µε τα γεγονότα του ‘42, πάει, την εχάσαµε και την Παρθενώπη. Ποιός να ξέρει, να'χει παιδιά τώρα κι αυτή, να'χει άνδρα, άραγε κιόλα να ζει;


* * * Να λοιπόν, ετούτες είναι όλες κι όλες οι πρώτες αναµνήσεις πο'χω απ' τους δικούς µου, απ' τη ζωή µε τον άνδρα µου κι απ' την Κατερίνη πριν τον πόλεµο. Τώρα βέβαια, να σε πω, θα πει που εξέχασα και πολλά που γινήκαν µες στο διάστηµα αυτό, γιατί είναι βλέπεις και τα χρόνια που περνούν και µε βαραίνουν το µυαλό. Μα, και θαρρείς πως εκατάλαβα Αλεξάνδρα µου το πώς επέρασε όλη αυτή η ζωή µες απ' τα χέρια µου; Από µιάν στιγµή κι έπειτα, εκεί κατά τα είκοσι που επαντρεύθηκα, επερνούσαν οι ώρες, επερνούσαν οι µέρες, οι βδοµάδες και τα χρόνια σαν το νερό. Κι αν µ' ερωτήσεις σήµερα, δεν το ξέρω το πώς έφθασα σ' αυτήν την ηλικία βρε µάνα µου, είδηση δεν το επήρα. Να σαν εχθές µε φαίνεται πως εγεννήθηκα, να ήταν το 1913 και πάλι....

Απόπασμα μια κυριακή με την Αλεξάνδρα!  

Απόπασμα μια κυριακή με την Αλεξάνδρα!

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you