Page 1


ISSN 1791-3888 Διμηνιαία Έκδοση, Τεύχος #33 2013 Bi-Monthly Release, issue No 33 2013

founder / chief editor

Michael Meimaroglou (info@urbanstylemag.gr)

senior editor Panagiotis Karatzas (p.karatzas@urbanstylemag.gr)

ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ / ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΞΙΑ Μιχάλης Μεϊμάρογλου (info@urbanstylemag.gr) ΒΟΗΘΟΣ ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΗ Παναγιώτης Καρατζάς (p.karatzas@urbanstylemag.gr) ΣΥΝΤΑΚΤΕΣ Αλέξανδρος Γερασίμου, Γιώργος Μυλωνάς, Δήμητρα Μεϊμάρογλου, Ιωάννα Αναγνωστίδου, Μαρία Τουμπή, Μάκης Μπενάκης, Μαρί Μουσταϊζή, Νίκος Γραμμάτος, Νίκος Δενάζης, Οδυσσέας Πανιεράκης, Στέλλα Ρουσνίδου, Σοφία Θεοδώρα Γιλτιζή, Σοφία Παυλίδου, Φώτιος Μπάλας, Χρήστος Δασκαλάκης, Νικόλ Ερίνη, Θεόδωρος Αλεξέλλης MΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ Νικόλ Ερίνη ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Μιχάλης Μεϊμάρογλου ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ Δήμητρα Μεϊμάρογλου WEB www.urbanstylemag.gr ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ “UrbanStyleMag” Χρυσομαλλούσης 1A, 81100, Μυτιλήνη, Λέσβος info@urbanstylemag.gr | T. +30 6973646193

editors

Gerasimos Alexander, George Milonas, Dimitra Meimaroglou, Joanna Anagnostidis, Maria Toubi, Makis Benakis, Mari Moustaizi, Nick Grammatos, Nikos Denazis, Odysseas Panierakis, Stella Rousnidou, Sophia Pavlidou, Sophia Theodora Giltizi, Fotios Balas, Chris Daskalakis, Nicole Erini, Theo Alexellis

translation Nicole Erini

art director

Michael Meimaroglou

logistics

Dimitra Meimaroglou

web

www.urbanstylemag.gr

mailbox

“UrbanStyleMag” Chrisomallousis 1A street Mytilene, Lesvos, Greece PS. 81100 E. info@urbanstylemag.gr T. +30 6973646193

cover by. Michael Meimaroglou Επιτρέπεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική ή μερική του περιεχόμενου του περιοδικού με οποιονδήποτε τρόπο μόνο με την προηγούμενη αναγραφή της Πηγής. Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν έγγραφο αποτελούν αποκλειστική ευθύνη του συντάκτη και δεν εκφράζουν κατ’ ανάγκην την επίσημη θέση του Εκδότη.

4 URBANSTYLEMAG


editorial TEXT. MICHAEL MEIMAROGLOU ( INFO@URBANSTYLEMAG.GR )

Ωραία… Μετράμε μερικές μόνο ημέρες για να κλείσουμε το 2013. Κάθε χρονιά αφήνουμε το δικό μας σημάδι στο χρόνο. Προσπαθούμε για το καλύτερο σε κάθε φάση της ζωής μας. Well… Only a few days to 2014. Each year we leave our mark on time, we try for the best in every aspect of our lives. There isn’t such thing as a “bad year”. It’s just that sometimes we’re challenged to put more effort. If the sea was always calm, then of what interest and value would the sound of the waves be, as they hit the pebbles? How would Poseidon’s sheep form those silver and blue masterpieces on the horizon? There are two sides to every difficulty, or rather trial, of our human nature. One side, the first stimulus, the first experience as our mind and body perceives it, has a superficial status. It is a raw piece of information that causes negative emotions and perhaps physical pain. The other side is a reflection of its positive features, as our intellect construes it. It takes effort to clean up the pane and see the reflection. Even more so when the body occupies our mind, our effort must be more intense and persistent. This is where we must focus. Always work for your want’s and your ideas. For how long is it possible for a foot to endure a tight shoe? There will always be obstacles because obstacles exist for a reason. And that reason is the sharpening of the mind so we can become better. I tried to put forward some of my thoughts as they resulted from personal experience. This page is the extroversion of my abstract contemplations. A chance for me to manifest and share, as I know you understand. Closing this soul deposition, I’d like to thank my dear collaborators at Urban Style, with whom I work close all these years and who support and transmit the spirit of expression and love of USM. Without them doing their best, USM would have no reason to exist. Also, a big ‘thank you’ to my family and friends who play a part too, in my bursts of creation. Urban Style Mag serves our needs for expression, it nurtures our imagination, our spontaneity and our sociability. We all thank you for your love and support; I will always bow these acknowledgements repeatedly because it’s the least I can do. With all my heart, I wish you a happy 2014, full of ideas, energy and love. See you next year, Mike

Καμία χρονιά δεν είναι κακή, απλά ίσως ορισμένες φορές χρειάζεται να καταβάλλουμε περισσότερη προσπάθεια. Αν η θάλασσα ήταν πάντα ήρεμη, τότε δεν θα είχε ενδιαφέρον ο ήχος του κύματος όταν σκάει στα βότσαλα, ούτε τα ασημογάλανα προβατάκια του Ποσειδώνα που σχηματίζουν έργα Τέχνης στον ορίζοντα. Σε κάθε δυσκολία, ή καλύτερα, δοκιμασία της ανθρώπινης φύσης μας, πάντα υπάρχουν δύο όψεις. Η πρώτη όψη, το πρώτο ερέθισμα, το πρώτο βίωμα όπως το αντιλαμβάνεται το μυαλό και το σώμα μας, έχει μια υπόσταση επιφανειακή. Είναι μια ωμή πληροφορία που προκαλεί αρνητικά συναισθήματα και ίσως σωματικό πόνο. Η άλλη όψη είναι μια αντανάκλαση με τα θετικά στοιχεία αυτής, όπως την αντιλαμβάνεται ο νους. Θέλει προσπάθεια για να καθαρίσουμε το τζάμι και να δούμε την αντανάκλαση. Ειδικά όταν το σώμα απασχολεί το μυαλό, τότε η προσπάθειά μας πρέπει να γίνει πιο έντονη και επίμονη. Εκεί πρέπει να εστιάσουμε. Πάντα να προσπαθείτε για τα θέλω και τις ιδέες σας. Ένα πόδι μέσα σε ένα στενό παπούτσι για πόσο καιρό θα αντέξει; Εμπόδια θα υπάρχουν πάντα γιατί έχουν λόγο ύπαρξης, κι ο λόγος είναι η εξέλιξη και το ακόνισμα του μυαλού για να γινόμαστε καλύτεροι. Προσπάθησα να σας μεταφέρω σύντομα ορισμένες από τις σκέψεις μου, οι οποίες είναι αποτελέσματα προσωπικών βιωμάτων. Αυτή εδώ η σελίδα είναι η εξωστρέφεια των αφηρημένων στοχασμών μου. Βρίσκω ευκαιρία να εκφραστώ και να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις αυτές γιατί ξέρω ότι το αντιλαμβάνεστε. Κάπου εδώ θα ολοκληρώσω την κατάθεση ψυχής, ευχαριστώντας θερμά τους στενούς συνεργάτες μου στο Urban Style που είναι δίπλα μου όλ’αυτά τα χρόνια στηρίζοντας και μεταδίδοντας το πνεύμα έκφρασης και αγάπης του USM. Χωρίς αυτούς τους ανθρώπους που δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό, το USM δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Επίσης ένα μεγάλο ευχαριστώ στην οικογένειά μου και στους φίλους μου οι οποίοι βάζουν κι αυτοί το δικό τους λιθαράκι στις εκρήξεις δημιουργίας μου. Το Urban Style Mag εξυπηρετεί τις ανάγκες μας για έκφραση, καλλιεργεί τη φαντασία μας, τον αυθορμητισμό και την κοινωνικότητά μας. Σας ευχαριστούμε για την αγάπη σας, είναι κάτι που επαναλαμβάνω και θα το επαναλαμβάνω γιατί είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω. Εύχομαι από καρδιάς καλή χρονιά, γεμάτη ιδέες, ενέργεια και αγάπη. Τα λέμε του χρόνου, Μιχάλης

USM 5


contents

KJHIUUINKJJ90-

Tony Lionni 12 INTERVIEW BY panos karatzas Ekkohaus 18 INTERVIEW BY MAGDA TERZIDOU D’Julz & Mr.G 30 INTERVIEW BY ELENI NTOUVA RANDOM 36 SPOT 50 Sissy Toumasi 58 INTERVIEW BY STELA ROUSNIDOU niko loponau 1212 62 cover story 74 NEXT STOP 78 FOTIOS BALAS #ΜΟΔΑΜΟΔΑΜΟΔΑΜΟΔΑΜΟΔΑΜΟΔΑΜΟΔΑΜΟΔΑΜΟΑ 80 6 URBANSTYLEMAG


pause

Detlef – Daxx EP

(Moon Harbour Recordings) Ο Detlef είναι ένα από τα πιο δυνατά ονόματα που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια στη διεθνή σκηνή. Έλληνας παραγωγός με σπουδαίο παρελθόν ως Alex Santer, ηχηρό παρόν ως Detlef και πολλά υποσχόμενο μέλλον τόσο για τον ίδιο, όσο και για την εξέλιξη και παρουσία της συνολικής Ελληνικής ηλεκτρονικής σκηνής διεθνώς. Μετά τις κυκλοφορίες του σε VIVA, Trapez, Material Series κ.ά., ήρθε η ώρα για την κυκλοφορία ενός νέου EP στη Γερμανική Moon Harbour. Η νέα κυκλοφορία του Detlef ονομάζεται Daxx και περιέχει συνολικά τέσσερις παραγωγές (τρία original κομμάτια και ένα edit του Steve Lawler). Το Daxx είναι το κομμάτι με το οποίο ανοίγει το EP. Καθαρά χορευτικό, με groove χαρακτηριστικά, βαθύ μπάσο και μια δυναμική που σε κρατάει δέσμιο μέχρι να τελειώσει. Ακολουθεί το Wat Id Duz, επεξεργασμένο από τον Steve Lawler. Ξεχωρίζει για τα ψηλά φωνητικά του και τα funk στοιχεία του. Το τρίτο κομμάτι στο EP είναι το Cold Romance, το οποίο και θεωρώ ως το καλύτερο της κυκλοφορίας αυτής. Ο Detlef κατάφερε να του δώσει άψογη δομή και ένα χαρακτήρα τόσο χαρούμενο όσο και θλιμμένο. Αυτό οφείλεται στη μελαγχολική αίσθηση που προκαλούν τα έγχορδα, σε αντίθεση με τα κρουστά που προσθέτουν στο κομμάτι έναν πολύ ζωντανό ρυθμό. Τέλος, το ΕΡ ολοκληρώνει το Symphony. Έντονο bassline, γυναικεία φωνητικά να επεμβαίνουν στη ροή του κομματιού, και με ένα συνδυασμό από άλλους ήχους να συμπληρώνει μια πάρα πολύ καλή tech house παραγωγή. Το Daxx EP κυκλοφορεί από τις 27 Νοεμβρίου σε digital μορφή.

Detlef is one of the most prominent names that came up in the international scene during the last few years. A zealous Greek producer with a great past as Alex Santer, a brilliant present as Detlef and a much promising future. After his releases with VIVA, Trapez and Material Series amongst others, he now introduces his new EP with the German Moon Harbour. His new release is titled ‘Daxx’ and consists of four tracks (three original ones and one edit by Steve Lawler). ‘Daxx’ is the first track and apparently the one this EP is named after. Clearly a dance piece of music, with groovy elements, deep bassline and an astonishing ability to hold your attention from the first second ‘til the last one. It’s followed by ‘Wat Id Duz’, edited by Steve Lawler and distinguished by its vocals and funky sounds. The third track is ‘Cold Romance’, which I consider the best production of this release. Impeccable structure and with a strong character, vibrant and melancholic at the same time. That is achieved by the simultaneous presence of both string and percussive sounds, giving you a sense of joy as well as sorrow, throughout the track. Finally, the EP closes with ‘Symphony’. Intense bassline, female vocals interfering to the flow of the track, and a combination of various other sounds which complete this dynamic tech house production wonderfully. Available digitally since the 27th of November. John Papastylianos

8 URBANSTYLEMAG


music echoe

Machinedrum – Vapor City ( ninja tune )

Το Vapor City είναι το νέο άλμπουμ του Αμερικανού Machinedrum (aka Travis Stewart) που κυκλοφόρησε από τη Ninja Tune. Πολλοί είναι αυτοί που το χαρακτηρίζουν ως το καλύτερο άλμπουμ του 2013. Δεν θα διαφωνήσω, αλλά θα προσθέσω ότι είναι αναμφίβολα το καλύτερο άλμπουμ του Machinedrum έως τώρα και σίγουρα μια από τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας του. Ο τίτλος, όπως εξηγεί και ο ίδιος, προέρχεται από μια πόλη των ονείρων του, ενώ το κάθε κομμάτι του άλμπουμ φανερώνει κι από μία πτυχή της πόλης αυτής. Ο τρόπος με τον οποίο έχει καταφέρει να συνδυάσει τη Drum ‘n’ Bass με τη Juke, το Chicago Footwork και την Ambient, είναι αυτό που κάνει το άλμπουμ τόσο ξεχωριστό. Στο μεγαλύτερο μέρος του διέπεται από μια μελαγχολική ατμόσφαιρα. Οι μελωδίες του σε βάζουν στα όνειρα του Machinedrum και τα σαμπλαρισμένα RnB φωνητικά δίνουν ως αποτέλεσμα ένα μάλλον νέο είδος ακούσματος, που παραπέμπει κυρίως στο Chicago Footwork. Από τις δέκα παραγωγές του άλμπουμ ξεχωρίζουν το Gunshotta, το Infinite Us και το Don’t 1 2 Lose U. Κυκλοφορεί σε βινύλιο, CD και digital μορφή. Vapor City is the new album by the American Machinedrum aka Travis Stewart. Released by Ninja Tune, it is considered by many the album of the year. I wouldn’t object, but I would add that it surely is Machinendrum’s best album so far and undoubtedly one of the most significant milestones of his career. As the artist himself has stated, the title derives from a city of his dreams, whereas each track of the album reveals a different aspect of that city. What makes this work so special is the way in which he has managed to combine Drum ‘n’ Bass with Juke, Chicago Footwork and Ambient. Its mood is somber for the most part. Its melodies initiate you into Machinendrum’s dreams and the sampled RnB vocals result in a rather new sound, which refers mainly to Chicago Footwork. Out of the ten productions of the album, ‘Gunshotta’, ‘Infinite Us’ and ‘Don’t 1 2 Lose U’ are the ones that stand out the most. Available digitally, in vinyl and CD. John Papastylianos

USM 9


artist

Interview. PANOS KARATZAS (P.KARATZAS@urbanstylemag.gr)

interview | συνεντευξη

Tony Lionni Tony Lionni comes from a multi-cultural family, with European as well as African origins. His music enthusiast father inspired his love for music and initiated him to the sounds of soul, funk, jazz-funk, amongst others. He started experimenting with hip hop and house sounds during the ‘90s and has been producing music ever since. Although he has been established as a producer for more than 20 years, he made his official debut in 2008, with releases by labels such as Wave Music, Aesthetic Audio and Wave Tec, whereas his career took off in 2010, with the release of his track “Found a Place” by the Berlin-based Osgut Ton. His personal debut came in 2010 with the album “As One”, released by Freerange Records, and he is making a dynamic comeback this year with his new album “Just A Little More”, with legendary Kerri Chandler’s label, Madhouse. His music is loved by many, but his statements are considered rather controversial. Some call him an uncompromised talent, others view him as eccentric and others find him quite provokative. He declares himself an outsider, a social recluse who doesn’t give a damn about the public opinion. I would just say he is undoubtedly unique and that, he’s doing it right. Isn’t he? Ο Tony Lionni προέρχεται από μια πολυπολιτισμική οικογένεια, με ρίζες από Ευρώπη και Αφρική. Κόλλησε το μικρόβιο της μουσικής από τον ενθουσιώδη μουσικόφιλο πατέρα του και μεγάλωσε με ακούσματα soul, funk, jazz-funk κ.ά. Άρχισε να πειραματίζεται με hip hop και house ήχους τη δεκαετία του ’90 και έκτοτε ασχολείται με τη μουσική παραγωγή. Αν και μετράει πλέον πάνω από 20 χρόνια στο χώρο, η καριέρα του ξεκίνησε επίσημα το 2008 με κυκλοφορίες σε labels όπως η Wave Music, η Aesthetic Audio κι η Wave Tec, ενώ εκτοξέυθηκε το 2010 με το κομμάτι “Found a Place” στη Βερολινέζικη Osgut Ton. Έκανε το προσωπικό του ντεμπούτο το 2010 με το album “As One” στη Freerange Records, για να επιστρέψει φέτος δυναμικά με το νέο του album “Just A Little More”, στη Madhouse του θρυλικού Kerri Chandler. Η μουσική του αρέσει σε πολλούς, πάρα πολλούς. Τα λεγόμενά του από την άλλη, έχουν προκαλέσει μικτές αντιδράσεις. Κάποιοι τον αποκαλούν ασυμβίβαστο ταλέντο, άλλοι εκκεντρικό, ενώ άλλοι τον βρίσκουν προκλητικό. Ο ίδιος δηλώνει «ερημίτης της κοινωνίας», κάποιος που ζει εκτός κατεστημένου χωρίς να δίνει δεκάρα για τη γνώμη του ευρύτερου κοινού. Εγώ θα τον χαρακτήριζα απλά μοναδικό και θα έλεγα πως, καλά κάνει. Τι, όχι; 12 URBANSTYLEMAG


music echoe Γεια σου Tony και καλωσόρισες στο UrbanStyleMag. Πώς είσαι; Φανταστικά, υπέροχα! Πρώτα θα ήθελα να σε ρωτήσω, πώς είναι να ζεις με μια οικογένεια που απαρτίζεται από τόσες πολλές διαφορετικές κουλτούρες, και να μεγαλώνεις με τέτοια ποικιλία πολιτισμικών ερεθισμάτων; Ήταν φοβερά. Εκτέθηκα σε όλα τα είδη μουσικής στα ‘70s και στα ‘80s, όταν στην κοινωνία υπήρχαν πολλοί διαχωρισμοί και ρατσισμός. Έχεις πει σε παλαιότερή σου συνέντευξη πως «οι κριτικοί είναι αποτυχημένοι καλλιτέχνες». Είναι κανόνας αυτό για σένα, ή έχεις συναντήσει και εξαιρέσεις; Πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις στους κανόνες. Η γνώμη μου είναι, άμα δεν έχεις κάτι θετικό να πεις, μην πεις τίποτα. Εκτός κι αν θέλεις να ξεμπροστιάσεις κανένα δήθεν καλλιτέχνη που προσπαθεί να μπει ή να επιβιώσει στο χώρο με ψέμα και υποκρισία, χωρίς να συνεισφέρει σε τίποτα. Μετακομίζεις συχνά. Σε εμπνέει η εναλλαγή τοπίων και πολιτισμικού περιβάλλοντος; Πώς σε επηρρεάζουν οι συνεχείς μετακινήσεις; Είναι γεγονός πως όσο ταξιδέυεις, τόσο μεγαλώνεις κι ωριμάζεις, ισχύει πολύ αυτό. Όμως μπορώ να δημιουργήσω την ίδια μουσική οπουδήποτε στον πλανήτη. Ούτως ή άλλως είμαι εκτός κατεστημένου, ένας «ερημίτης της κοινωνίας». Έχεις σπουδάσει Σχέδιο Μόδας και έχεις δηλώσει ότι εγκατέλειψες το χώρο, εν ολίγοις γιατί τα κίνητρα που έβλεπες σ’αυτόν δεν ήταν «αγνά», ήταν αντίθετα με την προσωπική σου δεοντολογία και τις καλλιτεχνικές σου αξίες. Αναλογιζόμενοι ότι η Μόδα είναι Τέχνη, αν και εφαρμοσμένη, θεωρείς πως υπάρχει πιθανότητα αυτός ο χώρος –ή έστω κάποια τμήματά του- να υπηρετήσει την ανθρώπινη και καλλιτεχνική έκφραση και να βάλει αυτήν ως προτεραιότητα αντί της εμπορικότητας; Η μόδα είναι βαρετή, οι τάσεις είναι βαρετές, δεν υπάρχουν άνθρωποι που ρισκάρουν πια. Τις πιο συναρπαστικές στιγμές στη Μόδα τις έζησα στα ‘80s, όταν ταξίδευα εκατοντάδες μίλια για να πάω στο Λονδίνο και ν’αγοράσω ρούχα ιδιαίτερα, αποκλειστικά. Πλέον τα πάντα παρα είναι προσβάσιμα για να είναι αυθεντικά, για να έχουν αληθινά μοναδικό, δημιουργικό χαρακτήρα. Δεν αποτελεί μυστικό το ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να εισάγει το PR στις επαγγελματικές του δραστηριότητες, άσχετα με το αν απέχει από τα αμιγώς καλλιτεχνικά ταλέντα ή καθήκοντά του. Αισθάνεσαι ποτέ πίεση σχετικά με αυτό το θέμα, και αν ναι, πώς το αντιμετωπίζεις; Φτιάχνω μουσική γιατί η μουσική ήταν πάντα αυτό που μ’ενδιέφερε. Δεν αγχώνομαι για το αν είμαι δημοφιλής, δεν αισθάνομαι πίεση για το πώς θα εξαγοράσω likes στο Facebook ή στο Soundcloud, ή ψήφους σε music blogs κλπ. Είμαι ερημίτης της κοινωνίας, ποτέ δε μ’ένοιαζε η γνώμη του κοινού, η σκέψη της πλειοψηφίας, και αυτή νομίζω είναι και η ουσία της πραγματικής δημιουργίας που πηγάζει από μέσα. Δημιουργώ μουσική για τον εαυτό μου. Αν αρέσει στους άλλους, οκ. Αν δεν τους αρέσει, δε με στεναχωρεί.

Hello Tony, welcome to UrbanStyleMag. How’s life treating you these days? Fantastic! I feel like a million dollars. You grew up in a multi-cultural family, that must have been so interesting. So I’d like to ask you this first, how does it feel, growing up with so many cultural stimuli? It was great. I was exposed to all forms of music during the ‘70s and ‘80s, when society was very racist and divided. During a previous interview of yours, you stated that “critics are failed artists”. Have you ever met any exceptions or is it rather a “rule” for you? There are always exceptions to rules. My opinion is, if you have nothing positive to say, don’t talk, unless you’re shooting down some phoney arse fake artist who is faking his way in or through the game and contributing nothing. You re-locate frequently. In what ways do all these places, the commutation of landscapes and cultural environments affect you, personally or artistically? Very much so, the more you travel the more you grow. But I can create the same music anywhere on the planet. I am an outsider, a “social recluse”. You have studied Fashion Design but gave up this field because, as you have suggested, the motives you saw behind it were not pure; they were rather unethical and against your personal set of values. Considering Fashion is an Art, even though an applied one, do you think it is possible for this field –or at least some parts of it- to serve the human and artistic expression, prior to the commerciality? Fashion is boring, fashions are boring, there aren’t any risk takers anymore. I lived the most exciting times in Fashion during the ‘80s, when I was travelling hundreds of miles to London, to buy exclusive clothes. Nowadays everything is too accessible to be truly individual and creative. It is no secret that an artist has to do PR along with his other professional activities, even though it is not directly related to his official (or desired) duties and artistic talents. Do you ever feel pressure regarding this matter, and if yes, how do you cope? I create music because music is what has always interested me. I feel no pressure to buy likes on Facebook or Soundcloud, or popularity votes from music blogs etc. I am a social recluse, I have never cared about public majority thought and I find this to be the essence of true creation from within. I create music for myself. If others like it, cool. If they don’t, it doesn’t faze me.

USM 13


14 URBANSTYLEMAG


music echoe

USM 15


artist Interview. MAGDA TERZIDOU / pHOTOGRAPHY. ELENI NTOUVA

interview | συνεντευξη

Ekkohaus Είναι μάλλον δύσκολο να γράψει κανείς intro για τον Ekkohaus aka Κώστα Τασόπουλο. ‘Οχι γιατί οι συνεντεύξεις του είναι τόσο περιεκτικές και μιλούν από μόνες τους (όπως άλλωστε και ο ήχος του) αλλά γιατί αυτά που αποκομίζει κανείς από τα λεγόμενά του, τόσο σχετικά με τη μουσική όσο και για το περιβάλλον στο οποίο -και από το οποίο- αυτή δημιουργείται, καθιστούν οποιεσδήποτε συστάσεις περιττές. Θα αρκεστώ λοιπόν στα βασικά... Άρχισε σπουδές Μουσικής Τεχνολογίας το 2002 στο London College of Music and Media, αποφοίτησε το 2005 και άρχισε να κάνει releases με δυνατά labels, όπως για παράδειγμα Morris Audio, Cargo edition, 2020 Vision, Circus Company, Liebe Detail, Brut, αργότερα με Moon Harbour, Eklo, Diaphan κ.ά. Το 2008 μετακόμισε στο Βερολίνο, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Writing an intro about the Greek born, Berlin based DJ and producer, Ekkohaus, is a rather difficult task to undertake. Like his unique, self-explanatory sound, his statements -regarding music as well as the environment it derives from and develops in- make introductions pretty much needless. So I will just start with the basics, before Ekkohaus speaks for himself. He studied Music Technology at London College of Music and Media from 2002 to 2005 and moved to Berlin in 2008. His career took off as soon as he graduated, with releases by respectable labels such as Morris Audio, Cargo edition, 2020 Vision, Circus Company, Liebe Detail, Brut, and later Moon Harbour, Eklo and Diaphan, to name a few. 18 URBANSTYLEMAG


music echoe During a previous interview of yours, you stated that you like it when a club has the atmosphere of a church. What did you mean by that? It’s true, I’ve said that. I wasn’t referring to what I do, as much as to how I perceive –or would like to perceive- a space when someone else is playing. When I used the term “church” I didn’t mean that conventionality we have in mind. I mostly implied its pagan element. This sense of being in a temple, that “ecclesiastical sanctity” which is given in certain clubs, under very specific circumstances and I’d say especially through Techno sounds-perhaps a very particular kind of House too-, when the appropriate spirituality is intensely available. It is something that happens rarely, as it ought to. It feels so good when you enter a space and you’re instantly governed and carried away by its energy. This is exactly what I suggest by the parallel with the Pagan Sanctity, to which I refer to by the term “church”. The space itself. For example, at Berghain it is impossible to avoid being in awe, to feel small in this “industrial monster” with the stunning soundsystem and the frequencies that come out of its speakers. At the same time, the fact that you attend with 1,500 other people makes you feel the unity, to experience that link between people, something cosmic that is beyond you. The sound is moulded by the architectural structures and the crowd, as it is influenced by the architectural curves of a church. This is, essentially, what I wanted to express. Have you ever experienced something like that in a smaller space? Yes, I have. Mostly during after-parties, which are traditionally smaller, or in a bit more “whimsical” spaces, theatrical, with colours that play with your senses. Of course, music always comes first, it has the leading role. But yes, it can happen in smaller places too. As an artist you are distinguished by fusion; it is pretty bold in your mixes and productions. I sometimes wonder if your aim is to attract various styles of crowds. Truth is, Jazz and my overall music education have had an impact on me. I also work with a greatly talented saxophonist in Berlin, which affects me and allows me to blend elements and incorporate more musicality into my work. I may not be a musician but I have an education in music, which I try to merge with technology, influences and experiences, so that the outcome I produce is an amalgam and reflection of what I feel each moment. Having experienced Jazz and House, and been exposed to Techno, mainly in England and Germany, I try to keep an open mind. This can be beneficial, or not. Sometimes the crowd expects you to pick a certain sound and stick to it. Which isn’t easy for me. What I want to do is to go through many different music styles in a certain fashion, of course without insulting the listener or the producer. I try to offer an “adventurous” experience. Is that a message to your fans and the crowd? To stop being so much, as you describe it, “in control”? I can’t tell, it happens somehow “unconsciously”. You know... I’d like to see something different than the usual. I love the idea of leaving a mark on people, through a sample or a vocal for instance. Or some acappella, some slam poetry, you can insert those in your music and stimulate people in a way that stands out. This is what I attempt when I play. It is also what I’d like to perceive from another artist. Theo Parrish for example. He is one of my favourite ones but not largely popular as a DJ. Many deprecate him but I absolutely love his work, he brings out tradition in his music. He mixes dub with disco, soul, techno and house, making a blend of sounds which is aesthetically and culturally rich.

Γεια σου Κώστα, τι σε φέρνει στην Αθήνα; Εκτός από τον προφανή λόγο, δηλαδή για να παίξω στο πάρτι σήμερα το βράδυ, έρχομαι για να νιώσω τον παλμό του κόσμου, για να τιμήσω την προσπάθεια των παιδιών με την ομάδα Μove Back Ups στο Gazaki Loft, και για να περάσω καλά μαζί με κάποιους ανθρώπους. Μ’αρέσει η Αθήνα, έχω ζήσει στην Αθήνα χρόνια. Θα επέστρεφες; Δεν ξέρω αν θα ξαναζούσα εδώ, αλλά έχει μια ποιότητα και μια δυναμική πολύ ιδιαίτερη όσον αφορά στη νύχτα της. Είναι μαγική, κάτι που θα ήθελα να διαπιστώσω και σήμερα το βράδυ. Πόσο αλλαγμένη έχεις βρει την Ελλάδα από την τελευταία φορά που ήρθες; Ποια συναισθήματα είχες σ’αυτή σου την επίσκεψη; Δεν έρχομαι πολύ συχνά, ενώ όταν έρχομαι δε μένω για πολύ καιρό. Τα τελευταία χρόνια επισκέπτομαι την Ελλάδα κυρίως για διακοπές. Το καλοκαίρι υπάρχει μια άλλη αίσθηση, δεν νιώθεις ίσως τις δυσκολίες. Είμαι κάτι σαν δορυφόρος, λείπω δεκατρία χρόνια. Αυτό που θα μπορούσα ίσως να σου δώσω είναι μια σφαιρική άποψη. Νιώθω συναισθήματα απογοήτευσης, αισθάνομαι ότι οι άνθρωποι εδώ νιώθουν εγκαταλελειμμένοι, ότι έχουν χάσει τις ελπίδες και τα όνειρά τους. Αυτό βέβαια το έβλεπες και πριν την κρίση γιατί η Ελληνική κοινωνία ήταν και είναι στην ουσία αναξιοκρατική, αν κάποιος ήθελε να ακολουθήσει τα όνειρά του, θα έπρεπε είτε να συμβιβαστεί, είτε να φύγει. Ε, αυτό είναι ακόμα χειρότερο τώρα που οι άνθρωποι φεύγουν κακήν κακώς, έτοιμοι να συμβιβαστούν όπου πάνε. Για την εδώ κατάσταση όποτε επιχειρώ να μιλήσω, συνήθως το μετανιώνω, αφού είμαι αληθινά outsider. Δεν το έχω βιώσει το δράμα. Αλλά για τα δράματα που έχω ακούσει από κοντινούς μου ανθρώπους, δε μου βγαίνουν λόγια. Όλη η θεωρία πάει στην άκρη και βγαίνουν μόνο συναισθήματα σκληρά και σκοτεινά και μια αίσθηση ότι δε μπορώ να κάνω τίποτα. Ένα επίσης απογοητευτικό συναίσθημα είναι ότι ο κόσμος δεν αλλάζει πραγματικά, οι συνήθειες έχουν μείνει ίδιες και είναι λίγοι αυτοί που έχουν κάνει την αλλαγή από μέσα τους, μόνοι τους. Σε κάποιο βαθμό μερικοί άνθρωποι έχουν στραφεί προς τη φύση, έχουν βρει τρόπους να καβαλήσουν πάλι το ποδήλατο, να ελέγξουν λίγο τα έξοδά τους, αλλά νομίζω πως γενικά ο Έλληνας κι η κοινωνία του δεν έχουν μεταβληθεί. Πιστεύω πως έχει έρθει αληθινά η ώρα να κάτσουμε στο τραπέζι να τα βάλουμε κάτω, να πάρουμε λίγο χρόνο γιατί όλα γίνονται πολύ γρήγορα και ίσως θα έπρεπε να κοιτάξουμε λίγο το παρελθόν μας για να μας δείξει τι θα μπορούσαμε να κάνουμε στο μέλλον μας. Το παρόν τώρα κανείς δεν το απολαμβάνει και ξέρουμε ότι η ζωή βρίσκεται στο παρόν, στη στιγμή, που αν τη χάσεις αυτή τη στιγμή, τελείωσε. Βλέπω ανθρώπους εδώ να μην τους δίνεται η ουσιαστική ευκαιρία να ζήσουν. Έχω δει βέβαια και πολύ καλά σκηνικά, αλλά είναι μεμονωμένα. Σε πολύ μικρό επίπεδο, αλλά τα έχω δει και αυτό με έχει γεμίσει και αισιοδοξία.

USM 19


Σε προηγούμενη συνέντευξή σου έχεις δηλώσει ότι σ’ αρέσει όταν ο χώρος ενος club φέρει «ατμόσφαιρα εκκλησίας». Σήμερα το βράδυ θα προσπαθήσεις να δημιουργήσεις στο μαγαζί μια τέτοια ατμόσφαιρα; Όχι, δε νομίζω (γέλια). Ναι, είναι άποψή μου και έχω κάνει αυτή τη δήλωση παλαιότερα. Δεν αναφέρομαι αποκλειστικά σ’αυτό που κάνω εγώ, αλλά στο πώς εκλαμβάνω τον χώρο όταν παίζει κάποιος άλλος. Όταν χρησιμοποίησα τον όρο «εκκλησία», εννούσα κυρίως το παγανιστικό στοιχείο, όχι το συμβατικό που έχουμε στο μυαλό μας. Theo Parrish often provokes, challenges the crowd to break boundaries, through his music but also his statements. Does that ring a bell? (laughs). I guess this is done unconsciously. Admittedly, I like playing with proportions. For example I’m interested in incorporating the history of House in modern mixing, because House has roots in slums, where people used to go to clubs because otherwise they’d wander or sleep on the streets. They used to sing outside at night to get warm, they were people struggling to find a place in society. They resorted to clubs in order to defend themselves against misfortunes and find a shelter regarding everything: their thought, their sexuality, and this is a historical feature of the scene long forgotten. We just go to the clubs to have a good time. Not that it’s a bad thing, but... it’s nice to remember. I personally like information that is “off the book”. There are books, for example those written by Jeremy Deller, who belonged to the Art Informel movement and wrote about the ‘Summer of Love’ of ’89 in England, and mentioned the impact of that summer on the English society extensively. Especially on the young people, who were exposed to a new sound and emotional experience inside the clubs. One of the outcomes of this collective experience was the fall of the English hooliganism, a phenomenon which had brouhgt in many deaths and a lot of victims by that time. You won’t find these in any newspaper. No one will tell you. We tend to forget that music is there to bring us closer. It’s not just about having fun with our friends and shutting everybody else out. I’d like to go somewhere else now. As a Greek artist, have you had any problems in Berlin? You mean with racism? Yes. As an artist or as a citizen? Whichever. Now listen. Racism is a very sneaky thing, it exists in each one of us and the only way to fight it, is to first detect and identify it internally, in our own selves. It can develop after a traumatic experience, empirically. For example if you get mugged on a train or beaten up on the street by someone whose ethnicity is known to you, it is possible that you will stigmatize and then be biased towards that ethnicity. This kind of racism is very difficult to cope with. Now, there is also the kind of racism that is provoked and propagated by the media. Yes, there is a general discomfort when it comes to Greek people and their stereotyped image, especially after 2008 and due to the Greek recession. This is the kind of racism I’m afraid of; it is very, very sneaky. You can see it within seconds, when someone asks you where you’re from and you say “I am Greek”. There’s an instant, subtle freeze where the stereotype becomes obvious, but it lasts only for a moment as we’re all politically correct. Of course, there have been much worse and intense incidents, but I try to not take it personally.

20 URBANSTYLEMAG

Αυτό που είπα για το συναίσθημα της «εκκλησιαστικής ιερότητας» συμβαίνει σε πολύ ιδιαίτερα clubs, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και θα έλεγα περισσότερο με techno μουσικές -ίσως και με συγκεκριμένη house- όταν το ζητούμενο spirituality είναι έντονα διαθέσιμο. Είναι κάτι που συμβαίνει σπάνια και έτσι πρέπει, να είναι σπάνιο. Είναι τόσο ωραίο όταν μπαίνεις σ’ έναν χώρο και αμέσως σε καταλαμβάνει η ενέργειά του. Αυτός είναι ακριβώς και ο παραλληλισμός με την Παγανιστική Ιερότητα στην οποία αναφέρομαι ως «Εκκλησία». Ο χώρος αυτός καθ’αυτός. Για παράδειγμα στο Berghain είναι αδύνατον να μη σε καταλάβει το δέος, το συναίσθημα του πόσο μικρός νιώθεις μπροστά σ’αυτό το «βιομηχανικό τέρας», σ’όλο αυτό το εκπληκτικό ηχοσύστημα με τις συχνότητες που βγαίνουν μέσα από τα ηχεία. Παράλληλα, το γεγονός ότι είσαι μαζί με άλλους χίλιους πεντακόσιους ανθρώπους εκείνη τη στιγμή σε κάνει να νιώθεις την ενότητα, αυτόν τον σύνδεσμο μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και κάτι κοσμικό που σε υπερβαίνει. Ο ήχος πλάθεται μέσα από τις αρχιτεκτονικές δομές και τον κόσμο, όπως ακριβώς και στις εκκλησίες, όπου ο ήχος δουλεύεται ακόμα και μέσα από τις αρχιτεκτονικές της καμπύλες. Αυτό στην ουσία εννοούσα. Αυτό το έχεις βιώσει ποτέ σε μικρό χώρο; Ναι, το έχω βιώσει. Συνήθως σε after-parties που είναι παραδοσιακά μικρότερα, σε κάποιους χώρους που είναι λίγο πιο σκετσάτοι, πιο θεατρικοί, με χρώματα που παίζουν με τις αισθήσεις. Σίγουρα η μουσική έχει πάντα τον πρωταρχικό ρόλο, αλλά ναι, μπορεί να επιτευχθεί αυτό και σε μικρότερους χώρους. Είσαι ένας καλλιτέχνης που χαρακτηρίζεται από το fusion στις συνθέσεις και τις μίξεις του. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν το κάνεις με σκοπό να αναμείξεις διαφορετικά στυλ μουσικού κοινού. Η αλήθεια είναι ότι έχω Jazz επιρροές λόγω της μουσικής μου παιδείας. Παίζει επίσης ρόλο το ότι δουλεύω με έναν πολύ ταλαντούχο σαξοφωνίστα στο Βερολίνο κι αυτό μου επιτρέπει να βάζω λίγη παραπάνω μουσικότητα σ’αυτά που δουλεύω, μπλέκοντας τα στοιχεία μεταξύ τους. Μουσικός μπορεί να μην είμαι αλλά έχω μουσική παιδεία την οποία προσπαθώ να παντρεύω με την τεχνολογία, τις επιρροές και τις εμπειρίες μου, έτσι ώστε να βγαίνει ένα αμάλγαμα- αντικατοπτρισμός αυτού που συμβαίνει μέσα μου εκείνη τη στιγμή. Έχοντας περάσει από τη Jazz, έχοντας νιώσει τη Ηouse και έχοντας εκτεθεί στην Techno, κυρίως στην Αγγλία και στη Γερμανία, προσπαθώ να κρατάω το μυαλό μου ανοιχτό. Αυτό κάποιες φορές βοηθάει, κάποιες όχι. Πολλές φορές το κοινό θέλει να διαλέγεις έναν μόνο ήχο και να «μιλάς» μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Για μένα αυτό δεν είναι εύκολο. Αυτό που θέλω να κάνω είναι να περνάω από διάφορα μουσικά στυλ μ’έναν συγκεκριμένο τρόπο, φυσικά χωρίς να προσβάλλω ούτε το αυτί του ακροατή, ούτε τον δημιουργό. Προσπαθώ να προσφέρω μια «περιπετειώδη» εμπειρία.


music echoe

The Germans, like all peoples more or less, are also exposed to a very powerful media propaganda. The west Germans attribute the same responsibilities to the east and so on. Therefore, if those issues aren’t resolved internally, the chances for a shift in public opinion regarding either their or our matters, are small. And of course these happen and apply everywhere, not only in Germany. I feel lucky I have worked with truly gifted people. Not only didn’t they undervalue me just because I’m Greek, but they appreciated the diversity and specifity regarding my sound. So my experiences are overall good. You know... as they tell the Greeks that “it’s all Germany’s fault”, they tell the Germans in the exact same way, that the Greeks are the ones to be blamed for. And scapegoating is the easiest thing, to point your finger at someone and say “it’s your fault”. People, the simple citizens, are not expressed by their governments neither in Greece nor in Germany. What are you up to these days? I finished my first album which was released in May, after nearly three years of work. It was a very easy going approach to House but also a very demanding project. I’m now working on a few projects with friends, trying to break my own boundaries, combining my traits with those of other people and hoping this will result in some very interesting records which will feature more than Ekkohaus. Unfortunately we have lost communication with others in electronic music. We’re usually in the studio each by himself, along with the equipment, like lonely astronauts who explore the universe. But collaborating brings more pleasure because it includes more give-and-take. One of the projects I’m up to is with a very good Italian friend of mine, who may not be a producer but he’s a formidable record collector and DJ. He has thousands of records, of various music genres. When we’re in the studio he undertakes the task of sampling using many different vinyls, since he can play and handle the turntables and mixers in his own unique way. So we get certain samples to MPC AKAI and that’s where I come in and go on with the producing and mixing procedure. Through this sampling we may manage to give some sort of sense of improvising to the composition. We try to use music in an interesting and clever way, but without insulting. This is very important, to handle other artists’ music ethically, with limits and respect.

Ερχόμενος απ’έξω και έχοντας μια απόσταση απ’όσα συμβαίνουν εδώ, βρήκες δυσκολία να διασκεδάσεις το Ελληνικό κοινό και να το φέρεις πιο κοντά; Το κοινό πραγματικά ήταν πάρα πολύ ωραίο. Δε ξέρω τι θα έπρεπε να περιμένω από την Ελλάδα σήμερα. Παρατηρώ μια τάση για σκληρότερη μουσική, κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνω εγώ, καθώς βασίζω τον ήχο μου περισσότερο στη μουσικότητα, σε πιο αργούς ρυθμούς και σε ένα άλλου τύπου deepness. Επειδή όμως με ενδιαφέρει πολύ ο κόσμος να περάσει καλά, κάποιες φορές νιώθω ότι χρειάζεται να φιλτράρω τον ήχο μου με κάποια vocals ή κάτι άλλο, με το οποίο η Ελληνική σκηνή ίσως ταυτιστεί πιο εύκολα. Πάντα όμως με εκπλήσσει. Ποτέ δε ξέρω τι θα συμβεί τελικά. Καταλαβαίνω όμως απόλυτα την τάση για σκληρότερη μουσική. Συχνά πας στο κλαμπ για να ξεδώσεις κι ίσως καμιά φορά αισθάνεσαι πως εκτονώνεσαι μέσα από επιθετικές συχνότητες, ψηλά bpm και λίγο πιο σκληρές προσεγγίσεις στον ήχο. Δεν θα έρθω σε καμία περίπτωση στην Ελλάδα για να κάνω μουσικές δηλώσεις και να παίξω κάτι που θα αρέσει σε τρεις – τέσσερις ανθρώπους. Δεν είμαι καθόλου αυτός ο τύπος. Τα πάρτυ ήταν πάρα πολύ ωραία στον Βόλο και στη Λαμία, ο κόσμος αντέδρασε πάρα πολύ καλά. Ποτέ δεν είμαι, όπως σου είπα, απόλυτα συνειδητός σ’ αυτό που κάνω, αφήνομαι να μεταβάλλομαι και να μεταλλάσομαι ανάλογα με τον κόσμο και με το τι μπορώ μέσα από τους δίσκους που έχω μαζί μου να τους δώσω, έτσι ώστε να τους φέρω πιο κοντά σε μένα, ν’αφήσω να με πάρουν πιο κοντά τους και να γίνει αυτό το «αλισβερίσι». Να εκπλήξει ο ένας τον άλλον. Θα σε πάω τώρα κάπου αλλού. Αντιμετώπισες ως Έλληνας καλλιτέχνης πρόβλημα στο Βερολίνο; Ρατσισμού εννοείς; Ναι. Όπου και αν τον έχεις βιώσει. Προσέξτε να δείτε τώρα. Ο ρατσισμός είναι ένα παρά πολύ ύπουλο πράγμα, βρίσκεται στον καθένα μας και ο μόνος τρόπος να πολεμήσουμε τον ρατσισμό είναι να τον αναγνωρίσουμε πρώτα μέσα μας. Ο ρατσισμός μπορεί να αναπτυχθεί εμπειρικά, από μια τραυματική στην ουσία εμπειρία όπως π.χ. αν σε κλέψουν στο τρένο ή αν σε χτυπήσουν στο δρόμο κάποιοι, των οποίων την εθνικότητα μετά «στιγματίζεις» μέσα σου. Αυτόν τον ρατσισμό είναι δύσκολο να τον αντιμετωπίσεις.

USM 21


Which is the tune that strikes a chord when you listen to it, that makes you feel confronted by your own self? I’m very bad at picking. I was asked a similar question and, for many reasons, I answered Carl Craig’s remix of Cesaria Evora’s ‘Angola’. First of all, Cesaria’s voice, and the story behind that song. Angola suffered a fomented civil war for fifteen years and its people rebelled for the first time, winning their independence. It was a great historical moment whose significance is unknown or even ignored, because everyone has the impression of a failed revolution. But still, a small African country actually resisted. That was also attempted by Cuba but they didn’t make it due to the country’s location (it was too close to the USA). I don’t mean to talk politics. What I’m saying is simply that, people can really pursue what’s best for them, when they crave life and freedom. But if I was to choose a tune that would make me teary, that would be a Greek song, in fact a traditional one. Not necessarily folk, I guess it would be a prohibited rebetiko song. Because it was a kind of music much hunted and fighted against, due to particualr conditions; a victim of a guerilla that was ongoing for long in Greece. The better you know your own tradition, the more wisely you can define yourself in time. Find out more about Ekkohaus here: www.facebook.com/ekkohaus www.moonharbourbooking.com/Ekkohaus

22 URBANSTYLEMAG

Τώρα υπάρχει και ο ρατσισμός ο οποίος καλλιεργείται από τα μίντια. Ναι, έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα μετά το 2008 στη Γερμανία με τα στερεοτυπικά του Έλληνα, αλλά κυρίως λόγω της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια. Αυτού του είδους ο ρατσισμός είναι πολύ ύπουλος, αυτός είναι που με φοβίζει. Μπορείς να τον δεις σε κλάσματα δευτερολέπτων, όταν σε ρωτάνε από πού είσαι και λες «είμαι Έλληνας». Για μια στιγμή παγώνει η εικόνα και το στερεότυπο φαίνεται, αλλά αφού είμαστε και politically correct, φτάνει μέχρι εκεί. Βέβαια, έχει φανεί και με άσχημο τρόπο, αλλά προσπαθώ να μην το παίρνω προσωπικά. Οι Γερμανοί, όπως λίγο- πολύ όλοι οι λαοί, είναι κι αυτοί εκτεθειμένοι σ’ενα σύστημα προπαγάνδας πολύ δυνατό μέσω των ΜΜΕ. Τις ίδιες μομφές επιρρίπτουν οι δυτικοί Γερμανοί στους ανατολικούς Γερμανούς, οπότε αν αυτά τα θέματα δεν τα λύσουν οι Γερμανοί στο εσωτερικό τους δεν πρόκειται να ανατρέψουν τον τρόπο που σκέφτονται ή να λύσουν τα σχετικά με εμάς θέματα. Και φυσικά αυτό δεν είναι χαρακτηριστικό των Γερμανών, ή καταστάσεις που συμβαίνουν μόνο στη Γερμανία. Νιώθω τυχερός που έχω δουλέψει με ανθρώπους προικισμένους, που όχι μόνο δεν σε θεωρούν υποδεέστερο επειδή είσαι Έλληνας, αλλά αντιθέτως εκτιμούν τη διαφορετικότητα και την ιδιαιτερότητά σου στον ήχο, οπότε οι εμπειρίες μου είναι γενικά καλές. Ξέρεις... με τον ίδιο τρόπο που σας λένε εδώ ότι φταίει η Γερμάνια, λένε και στους Γερμανούς ότι φταίει η Ελλάδα. Το πιο εύκολο πράγμα που μπορεί να κάνει κανείς είναι να σηκώσει το δάχτυλο και να πει «αυτός φταίει». Οι άνθρωποι, οι απλοί πολίτες, δεν εκφράζονται από τις κυβερνήσεις τους ούτε στην Ελλάδα, ούτε στη Γερμανία.


music echoe Υπάρχει κάποια δουλειά που ετοιμάζεις αυτή την περίοδο; Τελείωσα το πρώτο μου άλμπουμ που βγήκε το Μάιο μετά από περίπου τρία χρόνια δουλειάς. Ήταν μια πολύ easygoing approach στη Ηouse αλλά κι ένα πολύ απαιτητικό project. Τώρα ετοιμάζω κάποια πράγματα με φίλους, προσπαθώντας να σπάσω τα όρια του εαυτού μου, ανακατεύοντας τις ποιότητές μου με αυτές άλλων ανθρώπων και ελπίζω ότι θα βγουν κάποιοι πολύ ενδιαφέροντες δίσκοι που δεν θα περιέχουν μόνο Ekkohaus. Στην ηλεκτρονική μουσική δυστυχώς έχουμε χάσει την επικοινωνία με τους άλλους. Συνήθως είσαι σ’ ένα στούντιο μόνος σου με τα μηχανήματα σου, σαν τον μοναχικό αστροναύτη που εξερευνεί στο διάστημα. Η συνεργασία με άλλους έχει περισσότερη απόλαυση γιατί υπάρχει αυτό το εναλλασσόμενο πάρε-δώσε. Ένα από τα project που κάνω είναι μ’ ένα πολύ καλό μου φίλο Ιταλό, ο οποίος δεν είναι παραγωγός, αλλά φοβερός συλλέκτης δίσκων και DJ. Έχει χιλιάδες δίσκους από πάρα πολλά μουσικά είδη. Όταν μπαίνουμε στο στούντιο αυτός αναλαμβάνει αποκλειστικά το κομμάτι του sampling από διάφορα βινύλια, μιας και μπορεί να παίξει τον δίσκο σε διάφορες στροφές ή να χειριστεί το πικ απ και τον μείκτη μ’έναν δικό του τρόπο. Έτσι περνάμε συγκεκριμένα samples στο ΜPC AKAI κι εκεί έρχεται η δική μου σειρά να μπω στην παραγωγή και στη μίξη. Μέσω του sampling αυτού ίσως να καταφέρουμε κατά κάποιο τρόπο να δώσουμε και μια αυτοσχεδιαστική νότα στη σύνθεση. Προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε τη μουσική με ενδιαφέρον και έξυπνο τρόπο και όχι προσβλητικό. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, να μεταχειρίζεσαι τη μουσική των άλλων με ηθική, περιορισμούς και σεβασμό. Ποιο είναι το κομμάτι που όταν το ακούς σου πατάει ένα «κουμπί» μέσα σου, που σε φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό σου; Είμαι πολύ κακός στο να επιλέγω. Σε παρόμοια ερώτηση είχα απαντήσει το Angola της Cesaria Evora σε Carl Craig Remix, για πολλούς λόγους. Η φωνή της Σεζάρια καταρχάς, και η ιστορία που κρύβεται πίσω από αυτό το κομμάτι. Η Ανγκόλα υπέφερε από έναν υποκινούμενο εμφύλιο για δεκαπέντε χρόνια κι οι άνθρωποί της έκαναν την πρώτη αληθινή επανάσταση κερδίζοντας την ανεξαρτησία τους. Ήταν μια πολύ δυνατή ιστορική στιγμή την οποία αγνοούμε γιατί όλοι έχουν την εικόνα μιας αποτυχημένης επανάστασης. Κι όμως μια μικρή χώρα της Αφρικής αντιστάθηκε, κάτι που προσπάθησε να κάνει και η Κούβα αλλά δεν μπόρεσε γιατί βρισκόταν γεωγραφικά πολύ κοντά στην Αμερική. Δε θέλω να το πάω πολιτικά. Αυτό που θέλω να πω είναι απλά, ότι οι άνθρωποι μπορούν να διεκδικήσουν αυτό που θεωρούν καλό γι’αυτούς, λόγω της δίψας για ζωή και ελευθερία. Αλλά αν υπήρχε ένα τραγούδι που πραγματικά θα με έκανε να δακρύσω, αυτό θα ήταν μάλλον Ελληνικό και μάλιστα παραδοσιακό. Όχι απαραίτητα δημοτικό, μάλλον θα ήταν κάποιο από τα απαγορευμένα ρεμπέτικα. Γιατί ήταν μια κυνηγημένη μουσική λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών της, θύμα ενός κλεφτοπόλεμου που από παλιά υπήρχε στην Ελλάδα. Όσο πιο καλά γνωρίσεις την παράδοση σου, τόσο καλύτερα μπορείς να ορίσεις τον εαυτό σου μέσα στον χρόνο. “ Για παράδειγμα στην Ελληνική γλώσσα υπάρχουν δύο λέξεις που μας χαρακτηρίζουν και που είναι πολύ δύσκολο να μεταφραστούν. Αυτές είναι «μαγκιά» και «φιλότιμο». Αναλογα λοιπόν τους συνδυασμούς που διαθέτει ο καθένας, μπορεί να σε κάνουν από γαμώ τα παιδιά, μέχρι μεγάλο μαλάκα”. Εkkohaus Περισσότερα για τον Ekkohaus μπορείτε να βρείτε εδώ: www.facebook.com/ekkohaus www.moonharbourbooking.com/Ekkohaus

USM 23


artist Interview. Eleni Ntouva / pHOTOGRAPHY. ELENI NTOUVA

interview | συνεντευξη

D’Julz & Mr.G Το 1997, στο θρυλικό παριζιάνικο Rex Club, ο D’Julz ξεκίνησε το μεγαλύτερο σε διάρκεια event στην ιστορία του club, κάτω από το brand της “Bass Culture”. Το ταλέντο του, η απίστευτη ικανότητά του να ξεπερνά τα όρια του κάθε είδους και η συνεχής δουλειά του για τουλάχιστον 20 χρόνια, είχαν ως αποτέλεσμα ένα χαρακτηριστικό, προσωπικό μουσικό στυλ κι επιπλέον το 2009, τη δημιουργία του δικού του label κάτω από το ίδιο όνομα. Τα πράγματα εκτοξέυθηκαν και η Bass Culture Record Label γνώρισε τρομερή επιτυχία, με πολλές κυκλοφορίες από κορυφαίους παραγωγούς όπως για παράδειγμα ο ταλαντούχος Mr G. Ένας φαν της μπαλάντας που ακολούθησε το concept της χρήσης αναλογικών ήχων για electro-funk-bass heavy-tech αποτελέσματα. Ο D’Julz και ο Mr.G βρίσκονται για πάνω από δύο δεκαετίες στη σκηνή της ηλεκτρονικής μουσικής και συγκαταλέγονται στους κορυφαίους performers και παραγωγούς παγκοσμίως. Τον Οκτώβριο συναντηθήκαμε στο Παρίσι, στο Rex Club, επί την ευκαιρία του event της Bass Culture. Εκεί είχαμε μια υπέροχη συζήτηση κατά την όποια μας συστηθήκαν ενθουσιασμένοι... Back in 1997, at the legendary Parisian Rex Club, D’ Julz started the longest running events in the history of the club, under the “Bass Culture” brand. D’ Julz’s talent, his amazing ability to break the barriers of the genres and his constant work for almost 20 years, resulted in a very distinguishing personal music style and furthermore, in his label under the same brand, established in 2009. Things took off and the Bass Culture Record Label met great success, with many releases of tiptop producers, such as the long time talented Mr G. A lover of ballads who works with the concept of using analogue sounds for electro-funk-bass heavy-tech results. Both D’ Julz and Mr. G have been present in the electronic music scene for more than two decades, and are considered two of the top performers and producers, worldwide. In October we met at Rex Club in Paris, on the occasion of the Bass Culture event. There, we had a great conversation in which they gladly introduced themselves to us... 26 URBANSTYLEMAG


music echoe Hello Mr.G. Tell us, where did you grow up? Derby, in the Midlands. Kinda lonely, but lovely. What was your favourite kind of music when you were a teenager? I didn’t have a favourite, I grew up with a lot of different kinds of music. Soul, dub, pop, gospel... I think that our musical passions during adolescence form our music expression later on in life. Suppose you’re right. Once you start in music when you’re young, you’ll stay on its course and you’ll have many points of reference regarding music, throughout your life. How did these influences lead you to electronic music? I realised that the most of what I loved came from analogue synths, so I then began to look for the sounds I loved, and find as many as possible. What do you expect and love the most when you listen to a DJ set? I want the DJ to take me on a journey and surprise me. Was music production a natural progression for you? No, I used to work in food and also fashion industry, music was a hobby that later became a way of life. How did you decide to create Phoenix Records? What is different when you have your own label? I needed a place to put my own music without being vetted by anyone else... This way I can also release as slow or as fast, as much or as little as I like. Bass culture has a rather individual style in music. How is the collaboration between you and this label? I love Julz as a person, as a Dj, as a producer! We just get along so well, it was a sure thing that it would be nice to be part of his label. Your live at Bass culture event at Rex was amazing! I feel confident saying you seemed to enjoy it as much as the crowd. Is this a source of energy for you? This give-and-take with people? Thanks, I really had fun. First of all, the sound. Great sound excites me and inspires me to perform a good and unturned set. The crowd can feel that and they react. That’s when it’s at its best for everyone. True! D’Julz and Mr. G, what a great combination of musical spirits coming together. United spirits are always stronger together. Share with us if you’d like, a personal moment from all these gigs you’ve had during all these years. A moment you remember as magical. Sometimes I cry... When you are somewhere and don’t expect much, but the sound and crowd finally prove to be amazing.... You think “I can’t believe this little ole me is rocking the house”. What I live for, is looking for the perfect beatz. Which is your favorite place in the world? Japan... always!! JB’s Nagoya. Good space, great sound and loving folks. How do you see this scene in the present time? The music that is being released now is more than ever. I do miss the filters and the quality control though... What about the new generation? Yeah, there’s plenty of new blood making great music, you just need to hunt for it - haha

Mr.G Καλησπερα Mr.G. Πες μας, που μεγάλωσες; Στο Ντέρμπι της κεντρικής Αγγλίας. Kάπως μοναχικό αλλά αγαπημένο μέρος... Ποιο ήταν το αγαπημένο σου είδος μουσικής όταν ήσουν έφηβος; Δεν είχα κάποιο αγαπημένο είδος μουσικής. Μεγάλωσα ανάμεσα σε πολλά διαφορετικά είδη, soul, dub, pop, gospel... Είμαστε πολύ παθιασμένοι με την μουσική στην εφηβεία μας, νομίζω, και αυτά τα μουσικά πάθη διαμορφώνουν κατά πολύ τις μελλοντικές μας μουσικές εκφράσεις. Μάλλον έχεις δίκιο. Όταν είσαι νέος και ξεκινάς να ασχολείσαι με τη μουσική, μένεις στην πορεία κι έχεις πολλά σημεία αναφοράς σχετικά με τη μουσική σ’όλη τη ζωή σου. Πώς σε οδήγησαν αυτές οι επιρροές στην ηλεκτρονική μουσική; Συνειδητοποίησα ότι τα περισσότερα από αυτά που αγαπούσα προέρχονταν από αναλογικά synths, οπότε ξεκίνησα να ψάχνω τους ήχους που αγαπούσα και να βρίσκω όσο περισσότερους μπορούσα. Τι προσδοκείς, τι σου αρέσει περισσότερο όταν ακούς ένα DJ set; Θέλω ο DJ να με ταξιδεύει και να με εκπλήσσει. Η μουσική παραγωγή ήταν φυσικό επακόλουθο; Όχι , δούλευα σε άλλους χώρους. Στο φαγητό, στη μόδα... Η μουσική ήταν ένα χόμπυ που αργότερα έγινε τρόπος ζωής. Πώς πήρες την απόφαση να δημιουργήσεις την Phoenix Rec; Τι αλλάζει όταν αποκτάς το δικό σου label; Χρειαζόμουν ένα μέρος για τη δική μου μουσική χωρίς να ελέγχομαι από κάποιον άλλο... Έτσι μπορώ να κάνω κυκλοφορίες με τους δικούς μου ρυθμούς, όσο αργά ή γρήγορα και όσες πολλές ή λίγες θέλω εγώ. Η Bass Culture έχει ένα δικό της ξεχωριστό μουσικό στυλ. Πώς πάει η συνεργασία μεταξύ σας; Τον Julz ως άτομο, ως DJ και ως παράγωγο τον πάω πολύ! Από την αρχή ήταν σίγουρο πως θα τα πηγαίναμε καλά και πως θα ήταν ωραία να είμαι μέρος του label. Το live σου στο event της Bass Culture στο Rex ήταν εκπληκτικό! Θα έλεγα ότι φαινόσουν να το διασκεδάζεις όσο και ο κόσμος. Είναι αυτό πηγή ενέργειας για σένα; Η αλληλο-τροφοδότηση με τον κόσμο; Σε ευχαριστώ... Ναι, πέρασα πολύ καλά! Κατ’αρχήν ο ήχος, ο καλός ήχος με ενθουσιάζει, με ωθεί να αποδίδω καλύτερα και να δίνω ένα δουλεμένο set. Το κοινό το διαισθάνεται αυτό και αντιδρά ανάλογα. ‘Ετσι βγαίνει καλύτερα σε όλους και για όλους. Ισχύει! D’Julz και Mr G, τι ωραίος συνδυασμός μουσικών πνευμάτων που ενώνουν τις δυνάμεις τους! Τα πνεύματα έχουν πάντα μεγαλύτερη δύναμη όταν ενώνονται. Μοιράσου μαζί μας, αν θες, μια προσωπική στιγμή απ’όλα αυτά τα gigs που έχεις παίξει στα τόσα χρόνια που είσαι στο χώρο. Μια στιγμή που θεωρείς μαγική. Κάποιες φορές κλαίω... Όταν παίζεις κάπου χωρίς να έχεις τρελές προσδοκίες, δεν περιμένεις πολλά, και ο ήχος και το κοινό τελικά αποδεικνύονται φοβεροί... Σκέφτεσαι «Εγώ το προκαλώ όλο αυτό; Εγώ τους κάνω να χορεύουν έτσι;». Ζω για να ψάχνω τα τέλεια beatz. USM 27


Ποιο είναι το αγαπημένο σου μέρος στον κόσμο; Η Ιαπωνία... πάντα! Το JB’s Nagoya. Καλός χώρος, υπέροχος ήχος και αξιαγάπητοι, φιλικοί άνθρωποι. Πώς βλέπεις τα πράγματα στην ηλεκτρονική σκηνή αυτή την περίοδο; Η μουσική που κυκλοφορεί είναι περισσότερη από ποτέ. Αν και μου έχουν λείψει τα φίλτρα και ο έλεγχος της ποιότητας. Τη νέα γενιά; Υπάρχει πολύ νέο αίμα που φτιάχνει πολύ καλή μουσική, απλά πρέπει να το κυνηγάς- χαχα Tell us your personal maxim regarding music. Music is for all of us what we make of it and how it touches us... Either it’s good or bad. Simple! After you’ve been travelling, attending gigs, playing in clubs or recording in the studio... What‘s the kind of music you listen to, in order to relax? My favourite music is ballads... it’s all about the soul and the emotion in the song... Chills me out! Otherwise? When you just enjoy the silence for example, what do you love to do? A glass of good rum and some ‘70s music is just perfect... or simply the silence! What are your personal goals? I just want to stay true to myself, keep the quality of my music high, and continue to enjoy what I do. And a wish for tomorrow... LOVE FOR ONE ANOTHER AND A CURE FOR ALL ILLS !!! Not much to ask now is it.

28 URBANSTYLEMAG

Πες μας το μότο σου, ένα προσωπικό απόφθεγμα σχετικά με τη μουσική. Η μουσική για όλους μας, είναι το τι κάνουμε με αυτή και το πώς μας αγγίζει... Ανεξαρτήτως αν είναι καλή ή κακή. Απλό! Μετά από ταξίδια, gigs ή παραγωγή στο στούντιο, τι σου αρέσει να ακούς για να χαλαρώνεις όταν γυρίζεις σπίτι; Η αγαπημένη μου μουσική είναι οι μπαλάντες... Αυτά τα τραγούδια έχουν να κάνουν με την ψυχή και με το συναίσθημα... Αυτό με χαλαρώνει. Ειδάλλως; Όταν απολαμβάνεις τη σιωπή, για παράδειγμα, τι κάνεις; Ένα ποτήρι καλό ρούμι μαζί μουσική ‘70s νομίζω είναι το τέλειο... Ή απλά η σιωπή! Προσωπικοί στόχοι; Θέλω να μείνω απλά αληθινός, ειλικρινής με τον εαυτό μου, να κρατήσω την ποιότητα της μουσικής μου ψηλά και να συνεχίσω να απολαμβάνω αυτό που κάνω. Και μια ευχή για το αύριο... ΑΓΑΠΗ Ο ΕΝΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΜΙΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ!! Δε ζητάω και πολλά.


music echoe

D’Julz interview Hello Julien. Tell us, where did you grow up? In Paris, I’m a real Parisian. I was born in a suburb, but basically very close to Paris. And then I travelled a lot, I lived in New York for a year when I was 20. About what kind of music were you passionate as a teenager? I was quite open-minded. In late ‘80s I was a huge, I think the biggest ever, Prince fan. I used to go to all of his concerts, buying all the bootlegs. Through Prince I discovered all the black music, because then I used to listen to James Brown and Jimmy Hendrix. I consider Prince a master of technique, he mixes so many different things, thanks to him I discovered a lot of kinds of music, like Jazz, Funk, Rock. It is his groove and fun. And afterwards, what was your first electronic music experience? Well, when I grew up. But I’ve been listening to dance music for all my life, so it kinda makes sense. One of my first memories, from back when I was 5 years old, is Disco. Disco was ruling back then. And then there was Cold wave, New wave, then Prince, early hip-hop with everybody at school breakdancing, and then House music arrived. It touched me right away. After all these influences, it felt familar at once. Now I realize that it was a natural progression. I also discovered it through clubbing. House music was born when I was 17-18 years old, so my first club experiences were intertwined with this music. So it all came together with a perfect timing and it really touched me. So, you just went for it and started playing? Originally it was more like dancing, I was going out and started paying more attention to the music. I wanted to find this music and to learn the DJs’ techniques. I knew some DJs, I used to hang and fool around with them and I wanted to do what they did, but as a hobby. I never planned to do it as a way of living. The scene was growing up really fast back in the ‘90s and there were not that many DJs around, so, soon people started asking me to play. I was like, “I don’t want to, I can’t do that” and I ended up playing every weekend. I already had a job, I used to do copywriting for advertisement companies and I loved it. I did these things together for 5 or 6 years but at some point I found myself having to choose. I had to refuse gigs abroad, I couldn’t travel because of my day job. So I had to make a choice. And I did a good one. It was around 1998 when it became my full-time job. Then Rex came, and music production too. So BASS CULTURE arrived in a natural way too, after all. Right? Well, there were a lot of people around me who were making their own labels and everybody was like, “Why don’t you start your own label?”. I was thinking about it for a long time but I was too busy mixing and learning how to produce, and I couldn’t do everything at the same time. But 2009 felt like the right time. It all came together. I needed something fresh to do. Not that I was tired with what I was doing, but I kinda needed something new, you know? And I was listening to such good music all around me. It was the time when record labels were closing down, the sales were going down, so I knew I wouldn’t do it for the money, I just wanted to try something new. So I did it, it started well, and that encouraged me to do more. It was an extension of my DJing. I found tracks I wanted to play. Sometimes they were a bit more housy, sometimes more techno, always the kind of music I wanted to play. It was a complete reflection of my style as a DJ. It was another way to express myself and my music taste.

USM 29


It works like this in general, I think. When we don’t push things to happen, they flow naturally. Yeah. Whenever I pushed something to happen faster, it didn’t happen in the right way. I used to get disappointed when something was delayed or cancelled. Whenever something bad happened I would feel grounded, now I know that better things come along after the bad ones. It would’ve been better if I had let things come naturally. So now that I’m older I try to be more patient. I let things come to me, I really take it easy. Things happen for a reason, sometimes they’re not meant to happen or they’d better happen later, and it’s all for the best. I guess I’m wise now – hehehe I suppose your life is full of travelling, meeting many people and experience many things in clubs around the globe. But what is it you like the most about coming back home? When I come back after one or two amazing gigs that I really liked, I feel really happy. Tired but happy. You feel love, you feel you did your job well. All together. Satisfied. Tired but satisfied. Like after sex, you know? You are tired but feel nice, it is like this. I like to chill when come home, just relax, do nothing for a couple of days, see friends, watch a good movie... I need that. Many people like your DJing and draw influence from you. Are there any DJs who inspire you, whom you admire and whose mixing techniques affect you? If so, how often does that happen? Ah of course! Those whom I invite here to play, are DJs I myself want to hear playing. I feel that, if I believe in it, it will be good, it will go well. As for the influences, some of those DJs don’t play anymore but they were amazing. One of them is still here though, Laurent Garnier of course. I heard him for the first time in ’88, he was the first DJ who played House. There was also a DJ from Holland we were talking about, Dimitri. We were very excited about going to Europe and we used to say that there are two DJs we should listen to, Laurent Garnier in France, and Dimitri in Holland. He was very good, we have played together a lot and he had an impact on me. A DJ from Italy was also legendary in Paris. All the French DJs were like, “Oh, did you hear that guy? Is it really possible to do this with records? We have to go back to school!”. Many DJs from back in New York too, and so many others... I greatly respect Ricardo Villalobos as well. Well, it seems like I listen to a new DJ everyday and I feel like, “Wow, this is fresh and nice”. So yeah, I think I get influenced every day. How do you see this scene in the present time? It goes in circles. What happens now, in this scene, in Paris, is like what I felt back in the beginning. Since the ‘90s, when things were really going down, there haven’t been a lot of things happening. Until now, now it’s up and quite magical. And there is also the new generation. They love it. They truly want to know everything about music. It is super exciting. And not only here, the same happens in New York and London too. Yes, DJs say that they should play in Paris. If someone told me a few years back, that something like that was to happen, I’d be like “Are you kidding me?”. But now it is like this. House music still grows, techno is back, minimal too. Times come and go, and then they come back.

We love this evolution. Yeah, and young people love it when I play old records. You know, they expect me to play older stuff, because I’m older. I, on the other hand, want to keep it fresh, I cannot play the exact same music I used to play 20 years ago, when they were not even born yet, but I try to keep it balanced. I see how they react when I play something old. They expect me to make them discover all the old music. That’s usual in record shops and labels too; if you ask them they will tell you that old stuff sells more. It is good for all of us to educate our crowd, I hope we will. But I want to play new music as well. There is plenty of information available online, regarding new Bass Culture releases and events, so lastly I’d like you to tell us something more ‘personal’ about the label. Well, for me Bass Culture is more than selling other people’s music. It’s about finding good music that people may not know of, and introducing it to them. Thank you very much! I thank you too!

30 URBANSTYLEMAG


D’Julz interview

music echoe

Γεια σου Julien. Πες μας, πού μεγάλωσες; Στο Παρίσι, είμαι βέρος Παριζιάνος. Γεννήθηκα σε προάστιο μεν, όμως πάρα πολύ κοντά στο Παρίσι. Μετά ταξίδεψα πολύ, στα 20 μου μετακόμισα στη Νέα Υόρκη για ένα χρόνο. Με ποιο είδος μουσικής ήσουν παθιασμένος στην εφηβεία σου; ‘Ημουν αρκετά ανοιχτόμυαλος. Στα late ‘80s ήμουν μεγάλος φαν του Prince, ίσως και ο μεγαλύτερος που είχε ποτέ, πήγαινα σε όλες τις συναυλίες του και αγόραζα όλα τα bootlegs του. Μέσω του Prince ανακάλυψα όλη τη μαύρη μουσική, άκουγα James Brown και Jimmy Hendrix, και χάρη σ’αυτόν ανακάλυψα πολλά είδη, όπως πχ τη Jazz, τη Funk, τη Rock. Θεωρώ τον Prince δάσκαλο στην τεχνική, αναμιγνύει τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα. Είναι το groove του και όλο το fun. Κι ύστερα, ποια ήταν η πρώτη εμπειρία σου στην ηλεκτρονική μουσική; Αυτή ήρθε όταν μεγάλωσα. Ακούω dance μουσική όλη μου τη ζωή, οπότε μάλλον είναι λογικό το ότι ασχολήθηκα με την ηλεκτρονική τελικά. Αλλά μια από τις πρώτες μου αναμνήσεις, απ’όταν ήμουν 5 χρονών, ήταν η Disco, που τότε κυριαρχούσε. Μετά ήρθε η.Cold wave, η New wave, μετά ο Prince, η early hip-hop με τους πάντες στο σχολείο μου να κάνουν breakdancing, και μετά ήρθε κι η House. Με άγγιξε αμέσως. Μετά από όλες αυτές τις επιρροές αμέσως μου φάνηκε οικεία. Τώρα συνειδητοποιώ ότι ήταν μια φυσική εξέλιξη. Τη γνώρισα με το clubbing. Η House γεννήθηκε όταν ήμουν 17-18 χρονών , οπότε οι πρώτες μου club εμπειρίες ήταν συνυφασμένες με αυτή τη μουσική. Επομένως όλα ήρθαν κι έδεσαν με ένα τέλειο timing και με άγγιξαν πραγματικά. Οπότε απλά ξεκίνησες να παίζεις; Αρχικά ήταν πιο πολύ χορός όταν έβγαινα, αλλά με τον καιρό άρχισα να προσέχω περισσότερο τη μουσική. ‘Ηθελα να τη βρω και να μάθω τις τεχνικές των DJs, έκανα και παρέα με μερικούς κι ήθελα να κάνω κι εγώ ό,τι έκαναν, όμως σαν χόμπυ. Ποτέ δε σχεδίασα να το κάνω τρόπο ζωής. Η σκηνή μεγάλωνε με πολύ γρήγορους ρυθμούς τότε στα ‘90s, οπότε πολύ σύντομα άρχισαν να μου ζητάνε να παίξω. Έλεγα «Δε θέλω, δε μπορώ να το κάνω αυτό», και βρέθηκα να παίζω κάθε σαββατοκύριακο. Ήδη είχα δουλειά, έκανα copywriting σε διαφημιστικές εταιρείες και μου άρεσε πολύ. Όμως αφού έκανα αυτά τα δύο παράλληλα για 5-6 χρόνια, κάποια στγμή χρειάστηκε να διαλέξω. Απέρριπτα προτάσεις να παίξω στο εξωτερικό λόγω της πρωινής δουλειάς μου, ήταν αδύνατο να ταξιδέψω. Οπότε έπρεπε να κάνω μια επιλογή, κι έκανα τη σωστή. Άρχισα να κάνω DJing full time περίπου το 1998, μετά ήρθε το Rex και η παραγωγή. Οπότε το Bass Culture ήταν φυσικό επακόλουθο, σωστά; Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι τριγύρω μου που έκαναν δικά τους labels κι όλοι μου έλεγαν να κάνω κι εγώ το δικό μου. Το σκεφτόμουν για πολύ καιρό αλλά ήμουν απασχολημένος με το mixing και την παραγωγή, δε μπορούσα να τα κάνω όλα μαζί. Αλλά το 2009 ένιωσα πως ήταν η κατάλληλη στιγμή. Όλα είχαν δέσει, κι ήθελα κάτι φρέσκο να ασχοληθώ. Όχι πως είχα κουραστεί απ’όσα είχα κάνει ως τότε, αλλά χρειαζόμουν κάτι καινούριο, ξέρεις. Και άκουγα τόσο καλή μουσική γύρω μου. ‘Ηταν η εποχή που labels έκλειναν και οι πωλήσεις έπεφταν, οπότε ήξερα πως αν το έκανα, δεν θα ήταν για τα λεφτά, όμως ήθελα κάτι τελείως νέο. Οπότε το έκανα, άρχισε καλά, κι αυτό μ’ενθάρρυνε να το συνεχίσω και να κάνω κι άλλα πράγματα. Ήταν σαν μια προέκταση του Djing μου. Έβρισκα κομμάτια που ήθελα να παίξω. Κάποιες φορές πιο housy, άλλες πιο techno, αλλά πάντα μουσική που ήθελα να παίξω. Ήταν ακριβής αντανάκλαση του στυλ μου σαν DJ, ένας ακόμα τρόπος να εκφράσω τον εαυτό μου και το μουσικό μου γούστο.

Έτσι πάει γενικά, νομίζω. Όταν δεν πιέζουμε πράγματα και καταστάσεις, όλα απλά κυλάνε φυσικά. Ναι. Όποτε πίεσα κάτι να γίνει γρηγορότερα, δεν έγινε σωστά. Συνήθως απογοητευόμουν όταν κάτι καθυστερούσε ή ακυρωνόταν. Όταν κάτι κακό συνέβαινε ένιωθα πως έκανα ανώμαλη προσγείωση, τώρα ξέρω ότι τα καλύτερα έρχονται μετά τα κακά. Θα ήταν καλύτερα αν είχα αφήσει τα πράγματα να έρθουν φυσικά. Οπότε τώρα που είμαι μεγαλύτερος προσπαθώ να κάνω περισσότερη υπομονή. Αφήνω τα πράγματα να έρθουν σε μένα και είμαι πιο χαλαρός. Τα πάντα συμβαίνουν για κάποιο λόγο, κάποια δεν είναι για να συμβούν καν, κάποια είναι καλύτερα να συμβούν αργότερα, κι όλα γίνονται για καλό. Μάλλον είμαι πλέον σοφός – χεχεχε Φαντάζομαι η ζωή σου είναι γεμάτη ταξίδια, γνωριμίες κι εμπειρίες σε clubs. ‘Ομως μετά απ’όλα αυτά, τι ευχαριστιέσαι περισσότερο όταν γυρίζεις σπίτι; Όταν επιστρέφω μετά από ένα-δυο φοβερά gigs που μου άρεσαν, αισθάνομαι πάρα πολύ χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Εξουθενωμένος μεν, αλλά χαρούμενος. Αισθάνεσαι αγάπη, αισθάνεσαι πως έκανες τη δουλειά σου καλά. Όλα μαζί. Ικανοποιημένος. Κουρασμένος αλλά ικανοποιημένος. Όπως μετά το σεξ, ξέρεις, έτσι είναι. Είσαι κομμάτια αλλά αισθάνεσαι καλά. Όταν γυρίζω σπίτι μου αρέσει να αράζω, να χαλαρώνω, να μην κάνω τίποτα για μια-δυο μέρες, να βλέπω φίλους, καμιά ταινία... Το χρειάζομαι. Το DJing σου επηρεάζει και αρέσει σε πολλούς. Υπάρχουν DJs που να εμπνέουν εσένα; Που να θαυμάζεις και να επηρεάζεσαι από την τεχνική τους στο mixing; Αν ναι, πόσο συχνά συμβαίνει αυτό; Μα φυσικά! Αυτοί που καλώ να παίξουν εδώ είναι DJs που θέλω να ακούσω. Νομίζω πως, αν ο ίδιος πιστεύω σε αυτό, θα πάει καλά. Όσον αφορά στις επιρροές, κάποιοι από τους DJs που μ’επηρέασαν δεν παίζουν πια, όμως ήταν καταπληκτικοί. Ένας από αυτούς, που όμως παίζει ακόμα, είναι φυσικά ο Laurent Garnier. Τον άκουσα για πρώτη φορά το ’88, ήταν ο πρώτος που έπαιξε House. Είναι επίσης ένας από την Ολλανδία, για τον οποίο μιλούσαμε συχνά, ο Dimitri. Ήμασταν πολύ ενθουσιασμένοι που θα βγαίναμε στην Ευρώπη και λέγαμε ότι υπάρχουν δύο DJs που έπρεπε όπωσδήποτε να ακούσουμε, ο Laurent Garnier στη Γαλλία και ο Dimitri στην Ολλανδία. Ήταν πολύ καλός. Παίζαμε και μαζί συχνά και μ’επηρέασε πολύ. Ένας DJ από την Ιταλία ήταν επίσης θρυλικός στο Παρίσι, όλοι οι Γάλλοι DJs λέγαμε «Τον άκουσες αυτόν τον τύπο να παίζει; Γίνονται αυτά τα πράγματα με δίσκους; Πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο σχολείο!!». Ακόμα, πολλοί DJs από τη Νέα Υόρκη, κι άλλοι πολλοί... Σέβομαι ιδιαίτερα και το Ricardo Villalobos. Απ’ότι φαίνεται ακούω κάθε μέρα κι από έναν καινούριο DJ και σκέφτομαι «Wow, αυτό είναι πολύ καλό και φρέσκο». Οπότε ναι, νομίζω πως επηρεάζομαι καθημερινά.

USM 31


music echoe

Πώς βλέπεις τη σκηνή αυτή την περίοδο; Κάνει κύκλους. Ό,τι συμβαίνει τώρα στη σκηνή στο Παρίσι μου θυμίζει αυτό που συνέβαινε στην αρχή. Από τα ‘90s, όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, δεν έχουν γίνει πολλά. Μέχρι τώρα, τώρα όλα ανεβαίνουν κι είναι μαγικό. Κι είναι κι η νέα γενιά. Το λατρεύουν. Πραγματικά θέλουν να μάθουν τα πάντα για τη μουσική, υπάρχει πολύς ενθουσιασμός. Κι όχι μόνο εδώ, τα ίδια γίνονται στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο. Ναι, οι DJs θέλουν να παίξουν στο Παρίσι, αν κάποιος μου έλεγε πριν δέκα χρόνια ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα νόμιζα ότι μου κάνει πλάκα. Κι όμως. Η House εξαπλώνεται κι εξελίσσεται, η Techno έχει επιστρέψει, το minimal επίσης. Οι καιροί έρχονται και πάνε, κι ύστερα επιστρέφουν. Μας αρέσουν πολύ αυτές οι εξελίξεις. Ναι, κι οι πιο νέοι τρελαίνονται όταν παίζω παλιούς δίσκους. Ξέρεις, σαν μεγαλύτερος που είμαι, περιμένουν από μένα να παίζω παλιά κομμάτια. Εγώ, από την άλλη, θέλω να διατηρώ τα πράγματα φρέσκα, δε μπορώ να παίζω την ίδια μουσική που έπαιζα 20 χρόνια πριν, όταν ήταν ακόμα αγέννητοι. Όμως προσπαθώ να κρατάω μια ισορροπία. Παρατηρώ πώς αντιδρούν όταν παίζω κάτι παλιό, περιμένουν να τους βοηθήσω να ανακαλύψουν την παλιά μουσική. Αυτό συμβαίνει και σε δισκάδικα και labels, άμα ρωτήσεις θα σου που πως το παλιό πουλάει περισσότερο. Είναι καλό για όλους μας να εκπαιδευτεί το κοινό μας, ελπίζω ότι θα το καταφέρουμε. Απλά θέλω να παίζω και πιο καινούρια μουσική. Για τη Bass Culture, τις κυκλοφορίες και τα events της υπάρχει μπόλικη πληροφορία online. Οπότε για το τέλος θα ήθελα να μας πεις κάτι πιο «προσωπικό» για το label. Λοιπόν, για μένα η Bass Culture είναι κάτι παραπάνω από το να πουλάω τη μουσική των άλλων. Είναι το να βρίσκω καλή μουσική που ίσως να μην είναι γνωστή, και να την προσφέρω στον κόσμο. Σ’ευχαριστώ πολύ! Κι εγώ σ’ευχαριστώ!

32 URBANSTYLEMAG


music echoe

USM 33


17 street th

random

36 URBANSTYLEMAG

author. URBANSTYLEMAG


17TH street

USM 37


38 URBANSTYLEMAG


17TH streets

USM 39


40 URBANSTYLEMAG


under the gray

κάτω απο το γκρίζο


GRAYZONE [NOW PLAYING]

Ella Fitzgerald / White Christmas & Dinah Washington

http://www.youtube.com/watch?v=AvdjGs12TP0

USM 49


spot

UNknown 50 URBANSTYLEMAG


spot

USM 51


52 URBANSTYLEMAG


spot

USM 53


issuePeople

USM #33


Interview. stella rousnidou

interview | συνεντευξη

Sissy Toumasi «H συνταγή μιας ταινίας βίας είναι για όλους μας ανησυχητικά νόστιμη» “The recipe for a violent movie is, for all of us, disturbingly delicious” Είτε είσαι fan του κινηματογράφου, Ελληνικού ή ξένου, είτε όχι, αποκλείεται να μην έχει πάρει το αυτί σου τους τελευταίους μήνες την τολμηρή ταινία Miss Violence, του Αλέξανδρου Αβρανά. Κι αυτό γιατί σημείωσε τεράστια επιτυχία σε διεθνή φεστιβάλ, αποσπώντας σημαντικά βραβεία και κάνοντας κοινό και κριτικούς να την επευφημούν ενθουσιασμένοι. Βραβεία όπως αυτό του Αργυρού Λέοντα (σκηνοθεσίας) που απονεμήθηκε στον Αλέξανδρο Αβρανά στο 70ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, το βραβείο Volpi Cup (καλύτερης ανδρικής ερμηνείας) στο ίδιο φεστιβάλ, στον πρωταγωνιστή του Miss Violence, Θέμη Πάνου, το βραβείο καλύτερου σεναρίου στο 24ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Στοκχόλμης όπου η ταινία χαρακτηρίστηκε «ακριβής και καθηλωτική», ειδικές μνείες και τιμές και άλλα τέτοια όμορφα! Η ταινία σημείωσε παρόμοια επιτυχία στο Σάο Πάολο, στο Ρέκιαβικ όπου της απονεμήθηκε ειδικό βραβείο από την Επιτροπή του Ζάγκρεμπ, και στο Μόντρεαλ όπου κέρδισε το βραβείο καινοτομίας Daniel Langlois Innovation Award. Τέλος, το Miss Violence ήταν μία από τις δέκα ταινίες που προβλήθηκαν στο Τορόντο στα πλαίσια του προγράμματος City to City, όπου η Αθήνα ήταν η τιμώμενη πόλη της διοργάνωσης. Για αυτό το τεύχος λοιπόν, είχα την ευκαιρία και τη χαρά να συνομιλήσω με μία εκ των πρωταγωνιστριών της ταινίας, τη Σίσσυ Τουμάση. Η Σίσσυ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1989 και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών από το 2009 εώς το 2012. Στην ταινία υποδύεται τη Μυρτώ, τη μία από τις τρεις κόρες της «έγκλειστης» οικογένειας της οποίας τη βίαιη ζωή και τις διαταραγμένες σχέσεις μας παρουσιάζει το Miss Violence. 58 URBANSTYLEMAG


Sissy Toumasi Alexandros Avranas’ chilling and incisive drama, “Miss Violence”, has been in the spotlight lately. Greatly acclaimed by film critics and the audience, it was awarded and praised during various international film festivals. The movie competed at the 70th Venice International Film Festival, where director Avranas was awarded the Silver Lion (Leone d’Argento) and actor Themis Panou was awarded the Volpi Cup for Best Actor. It also won the Best Screenplay Award at the 24th International Stocholm Film Festival, where it was described as “sparse, precise, engaging and relentless”. The success of the film continued in Sao Paulo, Reykjavik Film Festival where it received the special prize from the jury of Zagreb, and Montreal where it won the Daniel Langlois Innovation Award. “Miss Violence” was one of the ten films screened in Toronto in the program City to City, where Athens was the honored city for this year’s event. Hello Sissy, welcome to UrbanStyleMag. First I would like to ask you what your first experiences were, professional or not, in theatre and cinema. Regarding my first experience in theatre, I cannot answer precisely as to where and when... I was definitely influenced by my mother who was a theatergoer. I started watching plays at a very young age and I have always been watching movies, but started going to the theater consistently during my drama studies. My first professional experience came with my participation in ‘Miss Violence‘, one month after I graduated from Athens Conservatoire. How was your collaboration with director Alexandros Avranas and your costars? For me, participating in this film was like studying for the second time around. That’s how it felt like, I learned something new each and every day. There was a very clarified guiding line by the director, regarding organizational matters and what each one of us should ‘bring‘ to the atmosphere. So there was a sense of severness but also safety, everything ought to be very specific. Of course, I was lucky to be included in a cast that consisted of truly exceptional actors. We all functioned and collaborated very well. There was a common goal and a common passion for its achievement. What motivated you to play this role? How difficult was it to impersonate Myrto, a daughter who is being raped by her own father? From the beginning of our meeting with Mr Avranas, when he told me all about the script and his vision, I knew I wanted to do it. I never had any second thoughts. I was shocked when I heard the story, because it seemed terrifyingly real. These stories really exist, they happen anytime and anywhere, but they are kept in secrecy. These things are not easy to tell. For me, this is the aim and role of a film, to communicate and speak out, even about such difficult matters.

Γεια σου Σίσσυ, σε καλωσορίζω στο UrbanStyleMag. Κατ’αρχήν θα ήθελα να σε ρωτήσω ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με τον χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου. Πότε απέκτησες την πρώτη σου επαγγελματική εμπειρία; Όσον αφορά στην πρώτη μου επαφή με το θέατρο, δε μπορώ να απαντήσω ακριβώς το πώς και το πότε... Σίγουρα με επηρέασε ιδιαίτερα η θεατρόφιλη μητέρα μου. Από μικρή παρακολουθούσα διάφορες παραστάσεις, αλλά κατά βάση έβλεπα -και βλέπω- πολλές ταινίες (πλέον παρακολουθώ και πολύ θέατρο, μη παρεξηγηθούμε, αλλά αυτό είναι κάτι που άρχισε συστηματικά αφού πέρασα στη Σχολή). Η πρώτη μου επαγγελματική εμπειρία ήταν το Miss Violence, ένα μήνα αφότου αποφοίτησα από το Ωδείο. Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον σκηνοθέτη της ταινίας, Αλέξανδρο Αβρανά, αλλά και με τους συμπρωταγωνιστές σου; H συμμετοχή μου στην ταινία ήταν σαν δεύτερη σχολή για μένα. Κι έτσι το βίωνα. Κάθε μέρα μάθαινα κάτι καινούργιο. Υπήρχε μια καθαρή γραμμή και οργάνωση στην καθοδήγηση του σκηνοθέτη, η οποία έδινε μια αίσθηση ασφάλειας αλλά και μια αυστηρότητα, αφού όλα όφειλαν να είναι πολύ συγκεκριμένα. Φυσικά και λόγω της ατμόσφαιρας που έπρεπε να «φέρει» ο καθένας μας. Είχα βέβαια και την τύχη να είμαι σε ένα καστ με εξαιρετικούς ηθοποιούς. Συνεργαστήκαμε και λειτουργήσαμε πολύ καλά όλοι μεταξύ μας. Υπήρχε ένας κοινός στόχος κι ένα κοινό πάθος για την εκπλήρωσή του. Τι σε υποκίνησε να δεχτείς το ρόλο της Μυρτώς; Πόσο εύκολο -ή μάλλον δύσκολο- ήταν να υποδυθείς μια κόρη που βιάζεται από τον ίδιο της τον πατέρα; Νομίζω ότι από τα πρώτα λεπτά της πρώτης συνάντησής μου με τον κ. Αβρανά, όταν μου εξήγησε το σενάριο της ταινίας και το όραμά του πάνω σε αυτό, ήμουν σίγουρη ότι θέλω να πάρω μέρος. Δεν είχα δεύτερες σκέψεις. Σοκαρίστηκα όταν άκουσα την ιστορία, γιατί όλο αυτό μου φάνηκε τρομακτικά αληθινό. Είναι ιστορίες που υπάρχουν και υπήρχαν πάντα κι οπουδήποτε. Συμβαίνουν, αλλά δεν ακούγονται, δε μιλιούνται αυτά τα πράγματα. Αυτός είναι κι ο ρόλος μιας ταινίας για μένα, να επικοινωνήσει και να μιλήσει, ακόμα και γι’αυτά που δεν είναι εύκολο να ειπωθούν. Ο ρόλος της Μυρτώς ήταν ένα ταξίδι που έμοιαζε με ανασκαφή και με καταστροφή της παιδικότητας. Το μόνο που μπορείς να κάνεις όταν πρόκειται για τόσο νοσηρές καταστάσεις και μια τόσο ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση που αναπτύσσεται μέσα σε αυτές, είναι να κάνεις αντιστοιχίες. Να σκάψεις μέσα σου και να βρεις αυτές τις αντίστοιχες λειτουργίες, τις αντίστοιχες σκέψεις και να τις τραβήξεις. Ένας καθηγητής μου στη Σχολή, μας είχε πει πως όποια πράξη έχουμε ακούσει στον κόσμο να κάνει κάποιος άνθρωπος, «καλή» ή «κακή», είμαστε κι εμείς ικανοί να την πράξουμε. Επίσης, ζώντας με το «κακό», κατά πόσο είσαι σε θέση να το συνειδητοποιήσεις; Έτσι η Μυρτώ, από τη μία γνωρίζει ότι ζει σε έναν άρρωστο, κλειστοφοβικό και βίαιο κόσμο, αλλά από την άλλη αυτή είναι η δική της πραγματικότητα κι αυτήν έχει μάθει. Με αυτούς τους κανόνες ζει και υπάρχει ανάγκη για κανόνες. Αλλιώς δε θα ήξερε πώς να δράσει, δε θα ήξερε τι να κάνει, δε θα μπορούσε να υπάρξει σε κανένα περιβάλλον εκτός από αυτό, μόνη της. Προσπαθεί να αντιδράσει και το κάνει, κι αυτό είναι η μόνη της άμυνα πριν παραδοθεί τελείως, όπως βλέπει να έχουν κάνει η μητέρα και η αδερφή της (οι ηθοποιοί Ρένη Πιττακή και Ελένη Ρουσσινού). Η όλη επανάσταση κάθε φορά φτάνει μέχρι ένα σημείο, και μετά καταρρέει. Ήταν δύσκολο, αλλά είχα εμπιστοσύνη στο σκηνοθέτη και στους υπόλοιπους συνεργάτες κι αυτό με βοήθησε πολύ. Ακόμα και στη δύσκολη σκηνή στο καθαριστήριο υπήρχε σεβασμός και μεγάλη προστασία από τον κ. Αβρανά και τον κ. Πάνου κι αυτή η αίσθηση ασφάλειας έκανε τα πράγματα να λειτουργούν πολύ πιο εύκολα και γρήγορα... USM 59


Η ταινία μας παρουσιάζει τη βία σε όλες τις μορφές της. Λεκτική, σωματική, ψυχολογική. Είναι μια ταινία για τον “κύκλο της βίας”, όπως έχει δηλώσει και ο Αλέξανδρος Αβρανάς. Πέραν της επιτυχίας με την οποία προσεγγίζει το σκληρό θέμα της ενδοοικογενειακής βίας, ποιο πιστεύεις ότι ήταν το επιπλέον στοιχείο που βοήθησε στην πορεία της ταινίας, στο να «κερδίσει» κοινό και κριτικούς; Θα τολμήσω να πω ότι η βία, σε οποιαδήποτε μορφή της, είναι «της μόδας». Δεν είναι τυχαίο που μας καθηλώνουν ειδήσεις με ακραίο ή και βάναυσο περιεχόμενο, ταινίες που προκαλούν τρόμο, αγωνία, σασπένς κ.ο.κ. Για κάποιο λόγο μας αρέσει να εκθέτουμε τον εαυτό μας σε αιματοχυσίες, στην οργή, στη βία, προσφέροντας έτσι στον εαυτό μας μια μορφή ηδονής. Ίσως επειδή η καθημερινότητά μας απέχει απο το ακραίο και λαχταράμε, έστω και μέσα στην ασφάλεια της εικονικής πραγματικότητας που προσφέρει π.χ. μια ταινία, να έρθουμε αντιμέτωποι με συναισθήματα και καταστάσεις που οι νομοθεσίες μας απαγορεύουν. Γι’ αυτό λοιπόν και δεν θεώρησα ποτέ το θέμα του Miss Violence ταμπού στον κινηματογραφικό χώρο, από άποψη είτε κοινού, είτε κριτικών. Μια έρευνα που διάβασα πρόσφατα συμπέραινε πως οι άνθρωποι αναζητούν τη βία όπως ακριβώς αναζητούν το σεξ, το φαγητό ή τα ναρκωτικά. Οπότε η συνταγή μιας ταινίας βίας είναι για όλους μας ανησυχητικά νόστιμη. Τι αποκόμισες από την όλη συμμετοχή σου στην ταινία; Ποια ήταν τα συναισθήματά σου έπειτα από τα τόσα εγκωμιαστικά σχόλια, αλλά και τα βραβεία που απέσπασε; Είμαι πολύ χαρούμενη και πολύ περήφανη γι’ αυτή τη δουλειά. Τα βραβεία πιστεύω ότι τα άξιζαν πραγματικά και ο κ. Αβρανάς για την καταπληκτική δουλειά του, και ο κ. Πάνου για την εξαιρετική ερμηνεία του, και η κ. Μυτιληναίου για την άψογη δουλειά της στη φωτογραφία. Εικαστικά είναι μια εξαιρετική ταινία κι αυτό είναι αποτέλεσμα μιας πολύ καλής ομάδας. Αυτό που αποκόμισα είναι ότι τελικά μ’αρέσει πάρα πολύ ο κινηματογράφος κι αυτή η δουλειά. Πολλοί συγκρίνουν το Miss Violence με τον Κυνόδοντα του Γιώργου Λάνθιμου, όσον αφορά στη σκηνοθεσία και στη σκληρότητα που παρουσιάζουν και οι δύο ταινίες. Έχεις να πεις κάτι πάνω σε αυτό; Δεν έχουν νόημα οι συγκρίσεις και η κατηγοριοποίηση. Δεν είμαι κριτικός αλλά αν έπρεπε να αναφέρω κάτι, θα έλεγα οτι ο Κυνόδοντας έχει μια πολύ συγκεκριμένη φόρμα και κώδικα, και στη σκηνοθεσία αλλά και στην ερμηνεία. Είναι μια αλληγορία με ποικίλες διαστάσεις. Το Miss Violence από την άλλη, δεν έχει αλληγορικό χαρακτήρα. Στηρίζεται πάνω σε ρεαλιστικά θεμέλια ως προς την πλοκή και τις ερμηνείες του. Είναι δύο διαφορετικοί σκηνοθέτες και δύο διαφορετικές ταινίες της ίδιας γενιάς. Σίσσυ, θέλω αφενός να σε ευχαριστήσω που μας μίλησες για τη συμμετοχή σου στο Miss Violence, και αφετέρου να σου ευχηθώ καλή επιτυχία για το μέλλον. Εύχομαι να εκπληρωθούν όλα τα σχέδια και οι επιθυμίες σου. Ευχαριστώ κι εγώ πολύ, να είστε καλά! *Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία μπορείτε να βρείτε στο επίσημο website του Miss Violence: www.missviolence.com

60 URBANSTYLEMAG

D'Julz


Sissy Toumasi The role of Myrto was a journey that felt like digging into myself and destroying childishness. The only thing you can do when it comes to such morbid situations and the certain mentality that is developed in and by them, is to draw parallels. To introspect and find the respective functions and thoughts, and pull them out. I remember something a professor told us at School: Everyone is capable of any deed, ‘good‘ or ‘bad‘. We are all capable of anything we have heard being done in the world. Besides, when you live alongside ‘evil‘, how could you be in position to realise and distinguish it? So, Myrto knows that the world she lives in is an ill, claustrophobic and violent world. On the other hand, this has come to be her own reality, all she has ever learned. These are the rules she lives by, and there is a need for rules. Otherwise she wouldn’t know how to behave, to take action, what to do. She wouldn’t be able to live by herself in any other environment. She tries to react and she does react, this is her only defense before she surrenders completely, as her mother and sister have (actresses Reni Pittaki and Eleni Roussinou). Her whole rebellion reaches a certain point every time, and then collapses. It was hard, but I trusted the director as well as the rest of my coworkers, and that helped a lot. Even during the very difficult scene at the cleaner’s, there was respect and protection by Mr Avranas and Mr Panou. This sense of secureness made everything flow easier and faster... The film talks about violence, in all its forms. Verbal, physical, psychological. As Alexandros Avranas himself has stated, it is a movie about ‘the circle of violence‘. Apart from the –obviously very successful- way it approaches the cruel reality of domestic violence, what other elements do you think contributed in the overall success and general acclaim of the film? I dare say that violence, in all its forms, is somewhat ’trendy’. It is not by chance that we are engaged by news that inform us about extreme and rough incidents, or stunned by movies that provoke emotions of terror, agony and so on. For some reason we enjoy being exposed to bloodshed, rage, violence. It gives us some sort of pleasure. Perhaps it’s because our every day life is not so extreme, we crave to come in touch with emotions and situations that are forbidden by law or common sense, even through the virtual reality of a movie. This is why I never considered the contents and topic of ‘Miss Violence‘ a taboo in cinema, as regards both critics and audiences. A research I recently came across, concluded that people seek violence exactly as they seek sex, food or drugs. So, I’d say that the recipe for a violent movie is, for all of us, disturbingly delicious. What have you derived from participating in this film? How do you feel about all those applauding reviews and awards? I am very happy and proud of this work. I firmly believe the awards were deserved by Mr Avranas for his astonishing work, Mr Panou for his exceptional performance and Mrs Mytilinaiou for her impeccable photography. It is an artistically outstanding film and the outcome of a truly good team. What I have derived is the realization of just how much I love cinema and this job.

Many compare and relate ‘Miss Violence’ to Yorgos Lanthimos’ ‘Dogtooth’, in terms of direction and the brutality featured in both movies. Where do you stand on that? There is no point in comparing and classifying. I am not a film critic but if I was to comment on something, I would say that ‘Dogtooth‘ has a very specific form and code regarding both direction and performances. It is a multi-dimensional allegory. ‘Miss Violance‘ on the other hand, does not have an allegoric character. It is structured on a realistic basis in terms of plot and performances. We are talking about two different directors and two different movies that derive from the same generation. Sissy, I would like to thank you for having this talk with us and to wish you all the best for the future. May all your plans, dreams and goals come true. I too thank you very much, be well! *For more info about the movie visit the Miss Violence official website: www.missviolence.com

USM 61


niko loponau 1212 62 URBANSTYLEMAG


Niko Loponau

USM 63


64 URBANSTYLEMAG


Niko Loponau

USM 65


66 URBANSTYLEMAG


Niko Loponau

USM 67


68 URBANSTYLEMAG


Niko Loponau

USM 69


70 URBANSTYLEMAG


Niko Loponau

USM 71


backpage


michael meimaroglou

cover story 74 URBANSTYLEMAG


Cover story

USM 75


76 URBANSTYLEMAG


Cover story

USM 77


Fotios_Balas ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΤΑΣΗ/NEXT STOP Ήμουν χαμένος. Περπατούσα σκεπτικός στο κέντρο της πόλης. Στη δεξιά τσέπη του παλτού μου είχα το κεφάλι μιας Barbie, μια δαγκάνα αστακού, τον καπνό μου κι ένα μαύρο σλιπ. Σκεφτόμουν όλα τα λάθη που έκανα τους τελευταίους μήνες στην Αθήνα, κι ήταν τόσα πολλά που χάθηκα στη σκέψη… Καθώς διέσχιζα το δρόμο κάτι διέκοψε τις σκέψεις μου. Άκουσα φωνές, σαν κάποιος να μάλωνε. Έστριψα στο πρώτο στενό δεξιά κι έπεσα πάνω στη Σοράγια, από τη Μαρία της Γειτονιάς. Φορούσε ένα σκούρο πράσινο ταγιέρ και ούρλιαζε με όλη της τη δύναμη, καθώς τραβούσε με μανία τα μαλλιά του Ευλογητού από τη Λάμψη. «Καταραμένεεεε! Ούτε λεφτά για μια τρέσα της προκοπής δεν έχεις!» φώναζε καθώς του έκανε κεφαλοκλείδωμα γονατιστή στη μέση του δρόμου. Aκούστηκαν δυο πυροβολισμοί. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα δώδεκα μέλη της Χρυσής Αυγής να κατηφορίζουν προς το μέρος μας. Φορούσαν μαύρες δωδεκάποντες γόβες, κρατούσαν καραμπίνες κι έκαναν πασαρέλα στο δρόμο σκοτώνοντας περιστέρια, για να προσφέρουν λέει φαγητό στον κόσμο που δεν έχει να φάει... Μπήκα έντρομος μέσα σ’ένα αστικό λεωφορείο και κάθισα δίπλα σε έναν παππού. Αποκοιμήθηκα χωρίς να το καταλάβω. Ξαφνικά ένιωσα τον ώμο μου να υγραίνεται . Άνοιξα τα μάτια μου και είδα ότι η κάτω γνάθος του γέρου είχε ξεριζωθεί και είχε πέσει πάνω μου με αποτέλεσμα να έχω γεμίσει σάλια, σάπια δόντια και αίματα. Ο γέρος ήταν νεκρός. Πετάχτηκα όρθιος και ούρλιαξα από αηδία. Σιωπή παντού. Κοίταξα τριγύρω κι είδα πως το λεωφορείο ήταν γεμάτο υπερήλικες. Ένιωθα δεκάδες μάτια να με κοιτάνε, μάτια κατάλευκα, χωρίς κόρη, καρφωμένα όλα πάνω μου. Κάποιοι κρατούσαν ορούς, ενώ μερικοί ήταν τόσο μεγάλοι σε ηλικία που είχαν φυτρώσει μανιτάρια στα πρόσωπά τους. Το λεωφορείο βρωμούσε τσίκνα και συνέχιζε κανονικά την πορεία του, σα να μη συνέβαινε τίποτα.

«ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΤΑΣΗ/NEXT STOP: ...». Ανοίγουν οι πόρτες και ανεβαίνουν απειλητικά τέσσερα πανύψηλα μοντέλα που φορούσαν γούνες από πολική αρκούδα και λευκές ψηλοτάκουνες γόβες. Στέκονται όρθιες στο κέντρο του λεωφορείου και κρατιούνται από τους στύλους. Η μία από αυτές κρατάει ένα τεράστιο στερεοφωνικό. Το τοποθετεί στο πάτωμα και πατάει το play. Ακούγεται στη διαπασών το “Poor it up” της Rihanna, αυτές πετάνε απότομα τις γούνες τους κι αρχίζουν να χορεύουν αισθησιακά, για να μείνουν τελικά μόνο με τα εσώρουχά τους. Pole dance στο λεωφορείο με κοινό τους γέρους, σιχαμένους, να τις κοιτάνε και τους τρέχουν κυριολεκτικά τα σάλια. Το πάτωμα του λεωφορείου αρχίζει να πλημμυρίζει από σάλια και φλέματα. Μερικά είναι τόσο μεγάλα που μοιάζουν με μέδουσες. Ανεβαίνω σε μια καρέκλα για να μην ακουμπάνε τα πόδια μου κάτω. Αυτές συνεχίζουν να χορεύουν λυσσασμένα και να τρίβονται πάνω στους στύλους του λεωφορείου. Μια από αυτές πλησιάζει με νάζι, έναν καραφλό και αηδιαστικά ιδρωμένο γέρο. Ήταν γεμάτος τριχωτές μαύρες κρεατοελιές, ενώ στη μουσκεμένη του καράφλα κάθονταν τρεις αλογόμυγες. Το προγούλι του ήταν τριπλό, γεμάτο σάλια και μασημένα φασόλια. Η κοπέλα κάθεται πάνω του, χορεύει, τρίβεται, και χώνει τη μούρη του στο στήθος της. Ανακατεύομαι. Δε μπόρεσα να κρατηθώ. Ξέρασα πάνω σε μια απότομη στροφή και ο εμετός μου έπεσε με ταχύτητα πάνω στα μούτρα μιας κοπέλας τη στιγμή που στροβίλιζε γύρω από ένα στύλο, με αποτέλεσμα να τυφλωθεί, να χάσει την ισορροπία της και να πεταχτεί με δύναμη πάνω στο παρμπρίζ. Το τζάμι έσπασε και η κοπέλα προσγειώθηκε πάνω σ’ένα πάγκο που έγραφε «Κιλότες Μαγδάλω ΜΟΝΟ 1 ευρώ!!!» . «ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΤΑΣΗ/NEXT STOP: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ». Κατέβηκα τρέχοντας από το λεωφορείο. Πήρα καθαρό αέρα και ένιωσα τόσο ελαφρύς... Σαν πούπουλο. Ίσως γιατί είχα ξεράσει όλα όσα είχα μέσα μου και ήταν ληγμένα. Είχα χαθεί στο χώρο και στο χρόνο. Νομίζω ότι πρέπει να αρχίσω και πάλι να βγαίνω με τους φίλους μου, να σηκώνω το κινητό και κυρίως να φλερτάρω. Ξαφνικά μου έλειψε ο παλιός καλός μου εαυτός.

78 URBANSTYLEMAG


fotios balas

Fotios Balas, “All I Ever Wanted Was To Be Your Boyfriend” Self Portrait. Mixed media, 50x65cm USM 79


fashiontrash EDITOR. Joanna anagnostidou (Fashion designer)

#ΜΟΔΑΜΟΔΑΜΟΔΑΜΟΔΑΜΟΔΑ ΜΟΔΑΜΟΔΑΜΟΔΑΜΟΑ 1957… Ένας καναπές σε ένα σπίτι. 2013…Ζητά αλλαγή ταπετσαρίας η ιδιοκτήτρια. Το ύφασμα μπροκάρ, καταπληκτικό, βγαλμένο από τη παλιά εποχή. Είναι στη κατοχή του Κ. Κώστα, εξαίρετος ταπετσιέρης. Ξέρει τη λόξα μου, γνωστή για τις ρετρό-vintage επιλογές μου σε υφάσματα-ρούχα. Το μπροκάρ ύφασμα του καναπέ είναι πλέον δικό μου! ΜΕ ΠΕΝΤΕ ΜΟΛΙΣ ΒΗΜΑΤΑ ΣΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΩ ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΟΤΑΝ ΤΟ 1957 ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ TO 2013 ΤΗ

“poupee de couture”

80 URBANSTYLEMAG


fashionTrash

1. Πατρόν στο νούμερο 44

USM 81


2. Μεζούρες σαπουνάκια παίρνουν φωτιά

82 URBANSTYLEMAG


fashionTrash

3. Κόβεται το ύφασμα. Μεγια μας!

USM 83


4. Κοπτοραπτίζονται γύρω γύρω όλα τα κομμάτια, εμπρός , πίσω, πλαϊνές, μανίκια.

84 URBANSTYLEMAG


fashionTrash

5. Ράβεται…

USM 85


6. Έτοιμο στη κούκλα για φωτογραφία και για να θαυμαστεί απτό κόσμο! 86 URBANSTYLEMAG


fashionTrash

details

USM 87


details

88 URBANSTYLEMAG


www.sardine.gr


UrbanStyleMag #33  

Tony Lionni, Ekkohaus, D’Julz & Mr.G, Sissy Toumasi, Niko Loponau

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you