Page 1

Αθηνά Βιτοπούλου Μάρτιος 2007

Εξέλιξη των προσεγγίσεων επέμβασης σε υπάρχοντα αστικό ιστό Μέρος B Επεμβάσεις αστικής αναγέννησης-ανανέωσης / ανάκτησης εγκαταλελειμμένων αστικών περιοχών 1 (Βλ. powerpoint: Anaktisi_Egataleleimmenwn_Astikwn_Periohwn)

Εδώ και μια εικοσαετία περίπου μια ουσιαστική θεματική αλλαγή έχει επέλθει στο αντικείμενο του πολεοδομικού σχεδιασμού στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα στις πιο ανεπτυγμένες βιομηχανικά, καθώς οι περισσότερες επεμβάσεις αφορούν πλέον περιοχές στο εσωτερικό των πόλεων, ή καλύτερα των πολεοδομικών συγκροτημάτων, περισσότερο ή λιγότερο χτισμένων, που έχασαν εν μέρει ή εν όλω την αρχική λειτουργία τους. Η απώλεια βέβαια της αρχικής λειτουργίας κτιρίων και εκτάσεων και οι διαδοχικές αντικαταστάσεις τμημάτων του αστικού ιστού, είναι ένα φαινόμενο, μία διαδικασία την οποία τη συναντάμε σε όλες τις περιόδους της αστικής ανάπτυξης μέσα στους αιώνες (π.χ. μετά από καταστροφικά γεγονότα, ή ως αποτέλεσμα της παρέμβασης της εξουσίας για εξωραϊσμό ή επεμβάσεις γοήτρου κλπ) και προώθησε μάλιστα την ανάπτυξη της πολεοδομίας. Η διαφοροποίηση του φαινομένου σήμερα, έγκειται κυρίως σε τρία σημεία: · Στο μέγεθος και τη γενίκευση της διαδικασίας εμφάνισης τέτοιων περιοχών (από εγκαταλελειμμένα κτίρια και συγκροτήματα μέχρι ολόκληρα τμήματα/ζώνες) στα περισσότερα αστικά κέντρα ανεξαρτήτως μεγέθους και άρα στον πολλαπλασιασμό των επεμβάσεων ανάκτησης, αναδιάρθρωσης και επανένταξής τους που συχνά τείνουν να υπερβούν σε έκταση και σημασία τις κλασικές διαδικασίες αστικής ανάπτυξης και επέκτασης. · Στην υποχρέωση, όχι πάντα εύκολη, των αρχών -τοπικών και κεντρικών- να προγραμματίσουν και να υλοποιήσουν επεμβάσεις 'ανάκτησης' και 'επανάχρησης' 2 περιοχών που ήταν σε πολλές περιπτώσεις ζωντανές και αστικοποιημένες ή αποτελούν αντίθετα περίκλειστους και απομονωμένους χώρους μέσα στον αστικό ιστό (π.χ. στρατιωτικές εκτάσεις, λιμενικές εγκαταστάσεις). Οι επεμβάσεις αυτές διαφέρουν από τις επεμβάσεις 'αστικής ανακαίνισης' 3 των δεκαετιών '50-'60 ή ακόμα από τις μεγάλες αστικές επεμβάσεις του προηγούμενου αιώνα, επεμβάσεις αυταρχικές ουσιαστικά, που αφορούσαν την κατεδάφιση κατοικημένων αστικών περιοχών που θεωρούνταν αταίριαστες με τον μοντέρνο τρόπο ζωής, και τον επανασχεδιασμό τους, που δημιουργούσε επιπλέον και σημαντικά οικονομικά οφέλη. · Στην αναπροσαρμογή των στόχων και την υιοθέτηση νέων εργαλείων και μεθόδων στην πολεοδομική πρακτική, που προεκτείνουν τις στρατηγικές ενδυνάμωσης των τοπικών οικονομιών της δεκαετίας του 80, και ενσωματώνουν σταδιακά την προβληματική για την βιώσιμη ανάπτυξη και την επιστροφή στη συμπαγή πόλη. Πρόκειται γι' αυτό που εκφράζεται με τον όρο 'πολεοδομία της αναγέννησης' ή επεμβάσεις 'αστικής αναγέννησης' 4. Επεμβάσεις, δηλαδή, που σκοπεύουν να δώσουν στις πόλεις 1 Χρησιμοποιούμε την έκφραση αυτή ως μετάφραση του γαλλικού όρου “friches urbaines', ή των αγγλικών 'wasteland' και brownfields'. Έχει ενδιαφέρον ότι και οι δύο όροι είναι δανεισμένοι από 'αγροτικό' λεξιλόγιο, καθώς χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν τη χέρσα έκταση, γεγονός που υποδεικνύει πιθανόν τον χαρακτήρα ενός φαινομένου πρακτικά άγνωστου μέχρι τότε στον αστικό χώρο. 2 Μετάφραση των αντίστοιχων γαλλικών όρων 'reconquête' και 'réaffectation' (= επαναπροσδιορισμός χρήσης) και του αγγλικού 'reuse'. 3 Μετάφραση του γαλλικού όρου 'renovation urbaine'και του αγγλικού 'urban renewal'. 4 Μετάφραση των γαλλικών όρων 'urbanisme de régénération'ή 'régénération urbaine', του αγγλικού 'urban regeneration'ή του ισπανικού 'regeneration urbana'.

1


χρήσεις απαραίτητες για τη δημιουργία μιας καινούριας εικόνας, που φανερώνουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό μία κριτική στάση προς τις προσεγγίσεις και τις πρακτικές του παρελθόντος, οι οποίες σήμερα θα πρέπει να ενσωματώνουν τις διαστάσεις της κοινωνικοοικονομικής ανασφάλειας, αλλά και τον μεγαλύτερο αριθμό των εμπλεκόμενων συντελεστών στη διαδικασία των επεμβάσεων. Παράγοντες δημιουργίας εγκαταλελειμμένων αστικών περιοχών Η γενίκευση και ο μεγάλος αριθμός των εγκαταλελειμμένων αστικών περιοχών προκάλεσε προφανώς το ενδιαφέρον για τη μελέτη τους ως αστικό φαινόμενο: περιγραφή, εξήγηση, προσπάθεια θεωρητικοποίησης. Οι θεωρητικές προσεγγίσεις είναι κυρίως οικονομικού περιεχομένου (ρυθμοί παγκόσμιας οικονομίας, ενεργειακές και τεχνολογικές καινοτομίες που αλλάζουν και τη χωρική οργάνωση των πόλεων, καινοτομίες στην επικοινωνία και τις μεταφορές κλπ.), ή σχετίζονται με την ίδια τη λογική της αξίας της αστικής γης και των αποτελεσμάτων της στον αστικό ιστό (υπεραξία, εκμετάλλευση κλπ.). Παρά την αβεβαιότητα των απαντήσεων, κυρίως αυτών που προέρχονται από ένα θεωρητικό πλαίσιο, μπορούν να εντοπιστούν κάποιοι αποφασιστικοί παράγοντες που επηρεάζουν τη δημιουργία του φαινομένου: · Οι τεχνολογικές αλλαγές και καινοτομίες που αφορούν τις μορφές ενέργειας, τους τρόπους μεταφοράς, όπως και επιμέρους εξελίξεις του παραγωγικού τομέα. · Οι λογικές χωροθέτησης και απομάκρυνσης των δραστηριοτήτων, τόσο αυτών που παίρνουν τις αποφάσεις, όσο και των επενδυτών και κατασκευαστών. Το πεδίο δηλαδή των αποφάσεων της μικροοικονομίας στο πλαίσιο του οποίου, οι υπηρεσίες, η υψηλή τεχνολογία και ο τουρισμός παίρνουν τη θέση πιο παραδοσιακών τομέων. · Οι επιλογές του πολεοδομικού σχεδιασμού πριν από τη δεκαετία του '90, οπότε και ξεκίνησε η προβληματική για τη βιώσιμη ανάπτυξη, που οδήγησαν συστηματικά στις περισσότερες ευρωπαϊκές και αμερικάνικες πόλεις στην αραιή περιφερειακή επέκταση και την περιαστική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα τη δημιουργία αστικών κενών ή την εγκατάλειψη κεντρικών περιοχών. Στα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε από τη μία τα αποτελέσματα κυβερνητικών πολιτικών αποφάσεων, όπως αυτές που σχετίζονται με τις στρατηγικές άμυνας μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, και από την άλλη τα δύσκολα μετρήσιμα αποτελέσματα συλλογικών συμπεριφορών, κοινωνικών πρακτικών και προτιμήσεων που αυξάνουν ή μειώνουν την αξία αστικών περιοχών. Γενική κατηγοριοποίηση των εγκαταλελειμμένων αστικών περιοχών Μπορεί να γίνει μία γενική κατηγοριοποίηση με βάση τη φύση ή την πρώην λειτουργία των εκτάσεων αυτών, αν και σε πολλές περιπτώσεις που προέκυψαν από την αχρηστία ποικίλων δραστηριοτήτων, έχουμε έναν συνδυασμό των κατηγοριών αυτών: · Βιομηχανικές εγκαταστάσεις ή ζώνες που εγκαταλείπονται. · Λιμενικές εγκαταστάσεις σε θάλασσα ή ποτάμι που χάνουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τον χαρακτήρα τους ή τη σημασία τους ως διαμετακομιστικά κέντρα. · Στρατιωτικές εγκαταστάσεις και στρατόπεδα σε αχρηστία, είτε λόγω της αναδιοργάνωσης των στρατηγικών άμυνας, είτε εξ αιτίας της ενσωμάτωσής τους στα πολεοδομικά συγκροτήματα. · Σιδηροδρομικές υποδομές: εγκαταστάσεις, κτίρια και εκτάσεις. · Διάφορες εγκαταλελειμμένες εκτάσεις ή ενδιάμεσα αστικά κενά. Βιομηχανικές εγκαταστάσεις ή ζώνες Το φαινόμενο εγκατάλειψής τους αρχίζει να εμφανίζεται ήδη από τη δεκαετία του '50 με τη συνεχή παύση των δραστηριοτήτων βιομηχανικής ή ενεργειακής παραγωγής. Αρχικά φαινόταν να αφορά μόνο τις παλιές βιομηχανικές περιοχές, αλλά σταδιακά εξαπλώθηκε σε όλα τα δίκτυα των πόλεων, οποιοσδήποτε κι αν ήταν ο τύπος της βασικής παραγωγικής δραστηριότητάς τους. Έτσι, έχουμε ένα σύνολο από διαφοροποιημένες καταστάσεις που προκύπτουν από τις εξής βασικές περιπτώσεις: - μη αναστρέψιμη αχρηστία ή έλλειψη τεχνολογικής προσαρμογής (π.χ. εκμετάλλευση άνθρακα και βιομηχανίες επεξεργασίας του)' - αδυναμία αντίστασης στον διεθνή ανταγωνισμό (π.χ. ναυπηγεία, σιδηρουργεία κλπ.)' 2


- αλλαγή κυβερνητικής πολιτικής, οικονομικής ή μη (π.χ. βιομηχανία όπλων)' - απομάκρυνση, σε μεγαλύτερες ή μικρότερες αποστάσεις, επιχειρήσεων κάθε μεγέθους από τις αστικές περιοχές 5. Ως προς τη χωρική τους διάσταση, οι εγκαταλελειμμένες αυτές εκτάσεις, αφορούν: - Κτίρια ή συγκροτήματα του προηγούμενου αιώνα, όπως υφαντουργεία ή βιομηχανίες τροφίμων (π.χ. σοκολατοποιίες), ενσωματωμένα στον αστικό ιστό, με ιδιαίτερη συνήθως αξία για την πολιτιστική κληρονομιά (βιομηχανική αρχιτεκτονική). - Εγκαταστάσεις ανθρακοβιομηχανίας που σχετίζονται με την παραγωγή και την επεξεργασία του άνθρακα σε συνδυασμό σε πολλές περιπτώσεις και με εργατικές κατοικίες. Σημαντικό πρόβλημα στις περιπτώσεις αυτές αποτελεί η μόλυνση των εδαφών ή νερών του τόπου. Στην ίδια κατηγορία μπορούν να καταταχθούν τα εργοστάσια παραγωγής αερίου, συνήθως σε αστικές ή περιαστικές περιοχές που καλύπτουν επιφάνειες σημαντικού αριθμού εκταρίων (π.χ. GDF 26 ha στη Lyon-Gerland, 8 ha στο Strasbourg, το Γκάζι στην Αθήνα κλπ.). - Μεγάλα αστικά κενά που σχετίζονται με τη διακοπή μίας μεγάλης παραγωγικής δραστηριότητας του τόπου και καλύπτουν εκατοντάδες εκτάρια, όπως εγκαταστάσεις σιδηρουργίας (π.χ. Bagnoli στη Νάπολη, Cornigliano στη Γένοβα κλπ.), ναυπηγεία (π.χ. στη Νάντ, στο Μπιλμπάο, στη Δουνκέρκη, στη Λισσαβώνα κλπ.), εργοστάσια καπνού ή σφαγεία κλπ. Εκτός από τις παραπάνω περιπτώσεις που αφορούν τη δημιουργία σημειακών κενών, πιο πολύπλοκες είναι οι περιπτώσεις που αφορούν ολόκληρες περιοχές όπου εξ αρχής ο αστικός ιστός και ο ιστός της βιομηχανίας αναπτύχθηκαν παράλληλα και σε στενή σχέση μεταξύ τους (π.χ. Saint-Etienne), ή ευρύτερες περιοχές ορυχείων και βαριάς βιομηχανίας, χωρίς σαφή όρια, όπου διάφορα δίκτυα εξασφαλίζουν τη λειτουργία τους (π.χ. κοιλάδα Ruhr). Λιμενικές εγκαταστάσεις Οι λιμενικές εγκαταστάσεις εμπορικού χαρακτήρα αποτελούσαν μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα τόπους ανάπτυξης διαφόρων δραστηριοτήτων που συνδύαζαν την αποθήκευση, τη φορτοεκφόρτωση και την παραγωγή απαιτώντας μεγάλες εκτάσεις γης και βοηθητικούς χώρους. Χωροθετημένες συνήθως στο κέντρο των πολεοδομικών συγκροτημάτων, η σταδιακή εγκατάλειψή τους, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, πολλαπλασίασε ακόμα περισσότερο τις εγκαταλελειμμένες εκτάσεις μέχρι και τα κέντρα των πόλεων. Πέρα από την αναδιοργάνωση της διανομής των εμπορικών προϊόντων και την αναμφισβήτητη πλέον κυριαρχία της μεταφοράς των εμπορευμάτων μέσω στεριάς, σημαντικός λόγος αχρήστευσης λιμενικών εγκαταστάσεων είναι το πέρασμα στην τεχνολογία μεταφοράς με κοντέινερς, που επέβαλε καινούριους τύπους πλοίων από τη μία, αλλά και καινούριες ανάγκες φορτοεκφόρτωσης και αποθήκευσης από την άλλη. Η απομάκρυνση των δραστηριοτήτων αυτών οδήγησε σε αχρήστευση σημαντικές επιφάνειες αποβαθρών και αποθηκών, τα γνωστά docks, όπως και σιδηροδρομικές υποδομές ή/και βιομηχανικές εγκαταστάσεις που συνόδευαν τη λειτουργία τους, επιφάνειες δηλαδή που κυμαίνονται από εκατοντάδες μέχρι και χιλιάδες εκτάρια, ανάλογα με τις δυνατότητες, τη δυναμική και τον χαρακτήρα του λιμανιού. Πέρα από τις καθαρά χωρικές επιπτώσεις του φαινομένου στην εικόνα της πόλης, καθώς αποτελούν εμπόδιο μεταξύ της πόλης -συχνά μάλιστα του ιστορικού κέντρουκαι της θάλασσας/ποταμού, θα πρέπει να υπογραμμιστούν και τα αρνητικά αποτελέσματα στις τοπικές οικονομίες και την εργασία. Εκτός από τις αλλαγές στους τρόπους μεταφοράς και αποθήκευσης, όλοι οι τύποι των λιμανιών γνωρίζουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, αλλαγές ή σταμάτημα των δραστηριοτήτων τους, όπως λιμάνια με ψαραγορές ή άλλες αποθήκες και βαριές υποδομές απαραίτητες για τη λειτουργία των φορτηγίδων, θαλάσσιοι σταθμοί, αλλά ακόμα και ναυτικές βάσεις και ναύσταθμοι. Στρατιωτικές εγκαταστάσεις και στρατόπεδα Ο μεγάλος αριθμός των στρατιωτικών εγκαταστάσεων που δημιουργήθηκαν, από τον 18ο και κυρίως τον 19ο αιώνα λόγω των συρράξεων, στο σύνολο σχεδόν του αστικού δικτύου κάθε ευρωπαϊκής χώρας, καθιστά σήμερα το Στρατό έναν από τους μεγαλύτερους αστικούς ιδιοκτήτες γης. Στις κεντρικές Σε ορισμένες οριακές καταστάσεις, το φαινόμενο έχει πάρει υπερβολικές διαστάσεις, όπως στο Detroit όπου έχουν καταγραφεί 2500 εγκαταλελειμμένες βιομηχανικές εγκαταστάσεις έκτασης περισσότερης από 2000 εκτάρια.

5

3


περιοχές πρόκειται κυρίως για διοικητήρια ή φρουραρχεία, ενώ στις περιφερειακές για στρατόπεδα ή κέντρα εκπαίδευσης, περίκλειστες δηλαδή εκτάσεις μερικών εκταρίων που η απομάκρυνσή τους αποτελεί σε πολλές περιπτώσεις (ιδιαίτερα μικρών ή μεσαίου μεγέθους πόλεων) λύση για τη συνέχιση του αστικού ιστού. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80 οι περιπτώσεις ήταν μάλλον σημειακές και συνήθως η αλλαγή χρήσης και η ενσωμάτωση στον αστικό ιστό γινόταν γρήγορα, χωρίς τη μεσολάβηση πολύχρονης εγκατάλειψης. Από τη δεκαετία του '90 όμως, στο πλαίσιο της γενικότερης αναδιοργάνωσης του Στρατού των περισσοτέρων ευρωπαϊκών κρατών (μείωση του εξοπλισμού μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, επαγγελματοποίηση), εμφανίζεται έντονα ένας τέτοιος κίνδυνος: κτίρια και μεγάλες αστικές ή περιαστικές εκτάσεις, λειτουργικά άχρηστες για τον στρατό, οι οποίες όμως, λόγω αριθμού και μεγέθους, κινδυνεύουν σε πολλές περιπτώσεις να μείνουν σε κατάσταση εγκατάλειψης. Στη Γαλλία π.χ. τα στρατιωτικά ακίνητα που το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας έθεσε στην αγορά από την αρχή της δεκαετίας του '90 (περίπου 4000 εκτάρια που αφορούν περίπου 150 εκτάσεις σε 100 πόλεις) ξεπερνούν τόσο τις πολεοδομικές μελέτες των τοπικών αρχών, όσο και την οικονομική δυνατότητά τους ή ακόμα και αυτή του ιδιωτικού τομέα. Για τις μισές περίπου θεωρείται ότι οι επεμβάσεις ένταξής τους θα είναι σύντομες αλλά για τις υπόλοιπες υπάρχει ήδη χρόνια εγκατάλειψη. Ο κίνδυνος φαίνεται να είναι μεγαλύτερος για τις εγκαταστάσεις που αποτελούν κηρυγμένα μνημεία και άρα η επανάχρησή τους προϋποθέτει περισσότερες δυσκολίες και περιορισμούς. Στην Ελλάδα, το πρόβλημα των στρατοπέδων εμφανίζει μία ιδιαιτερότητα. Αν και όντως παρουσιάζουν προβλήματα λειτουργίας, την τελευταία κυρίως εικοσαετία, λόγω της ενσωμάτωσής τους στον αστικό ιστό, δεν πρόκειται ουσιαστικά για εγκαταλελειμμένες εκτάσεις. Αντίθετα, έχει ασκηθεί έντονη πίεση από τις τοπικές αυτοδιοικήσεις για την απομάκρυνση και παραχώρησή τους, το πρόβλημα όμως βρίσκεται κυρίως στην εξασφάλιση εκτάσεων και πόρων για την κατασκευή καινούριων εγκαταστάσεων έξω από τα πολεοδομικά συγκροτήματα. Σιδηροδρομικές υποδομές Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες με ιδιαίτερα αναπτυγμένο σιδηροδρομικό δίκτυο, οι σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις, κτίρια και εκτάσεις, καλύπτουν μεγάλο ποσοστό αστικών εκτάσεων, καθιστώντας τους αντίστοιχους οργανισμούς διαχείρισής τους από τους μεγαλύτερους αστικούς ιδιοκτήτες γης, όπως και ο Στρατός. Οι εγκαταλελειμμένες υποδομές βρίσκονται κυρίως μέσα σε λιμενικές ή βιομηχανικές εγκαταστάσεις που δεν χρησιμοποιούνται πια και στις οποίες ήταν κάποτε οργανικά ενταγμένες. Όσον αφορά τις υπόλοιπες αστικές σιδηροδρομικές υποδομές, ανήκουν ουσιαστικά στην κατηγορία των χώρων που υποχρησιμοποιούνται, ανεξάρτητα από τις δυνατότητές τους. Διάφορες εγκαταλελειμμένες εκτάσεις/κτίρια ή ενδιάμεσα αστικά κενά Πρόκειται για εκτάσεις που απομένουν κατά τη διαδικασία της πολεοδόμησης, εκτάσεις που ελευθερώνονται ή, πιο συχνά, κτίρια και συγκροτήματα που εγκαταλείπονται ή γκρεμίζονται λόγω της απομάκρυνσης ή μετατόπισης δραστηριοτήτων δημιουργώντας αστικά κενά. Η χρησιμοποίησή τους εξαρτάται κατά κύριο λόγο από τη ζήτηση γης. Οι περιπτώσεις αυτές, δύσκολο να ταξινομηθούν λόγω της ποικιλίας τους ή της σημειακής εμφάνισής τους, αφορούν κυρίως: - αεροδρόμια εγκλωβισμένα στον ιστό πολεοδομικών συγκροτημάτων' - εκτάσεις γύρω από μεγάλους αυτοκινητόδρομους' - παλιές αποθήκες τραμ ή σταθμοί λεωφορείων που μετακινήθηκαν' - κτίρια γραφείων στο κέντρο πολεοδομικών συγκροτημάτων που η λειτουργική ανεπάρκειά τους έχει να ανταγωνιστεί αντίστοιχες εγκαταστάσεις στην περιφέρεια' - κτίρια ή συγκροτήματα κατοικιών σε κακή κατάσταση που εγκαταλείπονται από τους κατοίκους τους, όπως στις περιφερειακές συνοικίες των βορειοαμερικανικών πόλεων (twilight areas) 6 ή σε μικρότερο βαθμό στην Ευρώπη στις παλιές βιομηχανικές περιοχές 7. 6 7

Όπως στο Detroit όπου έχουν καταγραφεί 200.000 εγκαταλελειμμένες κατοικίες. Για τα προηγούμενα βλέπε C. Chaline, La régénération urbaine, Paris, PUF, coll. 'Que sais-je?' (no 3496), 1999, σελ. 331. 4


Νέες προγραμματικές και σχεδιαστικές προσεγγίσεις 8 Έτσι, τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν πολλαπλασιαστεί οι επεμβάσεις ανάκτησης εγκαταλελειμμένων αστικών εκτάσεων που αποσκοπούν όχι μόνο να τονώσουν την σε ύφεση τοπική οικονομία αλλά να διαφοροποιήσουν, αν όχι να μετασχηματίσουν πλήρως τις λειτουργικές βάσεις της πόλης. Πρόκειται για επεμβάσεις που επιδιώκουν να δημιουργήσουν μία νέα εικόνα για την πόλη ικανή να τροφοδοτήσει δράσεις αστικού μάρκετινγκ που θα εντάξουν την πόλη στο διεθνές δίκτυο ανταγωνισμού. Συντάσσονται έτσι σχέδια-μαγνήτες, τις περισσότερες μάλιστα φορές από διάσημους αρχιτέκτονες ώστε να διασφαλιστεί η προβολή τους, που εμπεριέχουν μία ή εντάσσονται σε μία συνολική στρατηγική (όραμα) για το μετασχηματισμό και την ανάπτυξη της πόλης και μπορούν ταυτόχρονα να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των επενδυτών, ιδιωτών και θεσμικών9. Στόχος των επεμβάσεων είναι η προσέλκυση οικονομικών δραστηριοτήτων κυρίως του τριτογενούς τομέα, για τις οποίες υπάρχει ούτως ή άλλως συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση και προτείνονται, στην περίπτωση των πρώην βιομηχανικών πόλεων, ως η λύση στην απώλεια της βασικής παραγωγικής τους δραστηριότητας. Βέβαια επιχειρείται παράλληλα και η αναζωογόνηση του δευτερογενούς τομέα, κυρίως όμως μέσα από εξειδικευμένες και καθαρού τύπου βιομηχανικές μονάδες. Έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για τη δημιουργία: - επιχειρηματικών κέντρων (κτίρια γραφείων, έδρες επιχειρήσεων κλπ.) σε συνδυασμό ενίοτε με διοικητικές υπηρεσίες (π.χ. Λονδίνο-docklands, Βερολίνο-Potsdamer Platz, ουσιαστικά επεμβάσεις υπερδιαπλασιασμού των κέντρων) - εγκαταστάσεων καθαρής βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας, βιοτεχνιών κλπ. (St. Nazaire, Emscher Park) - εμπορικών συγκροτημάτων - δημόσιων χώρων και χώρων πρασίνου με ισχυρές δόσεις χρήσεων ψυχαγωγίας, εμπορίου, αθλητισμού και πολιτισμού με μουσεία κάθε είδους (Παρίσι Citroen και Bercy, Βαρκελώνη-λιμάνι, St. Nazaire, Λυών-πάρκο Gerland) - εγκαταστάσεων ανώτατης εκπαίδευσης, έρευνας, συνεδριακών κέντρων (Παρίσι Rive Gauchequartier Massena-Grands Moulins, Δουνκέρκη, Βαρκελώνη-forum) - ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων και άλλων τουριστικών δραστηριοτήτων (μαρίνες κλπ.) (Δουνκέρκη, Βαρκελώνη forum) - κατοικίας και ειδικής κατοικίας (φοιτητικές εστίες, κατοικία ερευνητών και στελεχών κλπ.) (Emscher Park, Lille Moulins, Στοκχόλμη Hammarby sjostad) Στις περισσότερες βέβαια περιπτώσεις υπάρχει συνδυασμός των παραπάνω χρήσεων. Στη Γαλλία, η ανάγκη τέτοιου είδους επεμβάσεων για την ανάκτηση μεγάλων εκτάσεων συνέβαλε σημαντικά στον μετασχηματισμό της ίδιας της έννοιας του «αστικού σχεδιασμού» (projet urbain) που αποτελεί από τη δεκαετία του 80 την κατεξοχήν προσέγγιση σχεδιασμού και διαδικασία παρέμβασης στον αστικό

Οι παράγραφοι «Νέες προγραμματικές και σχεδιαστικές προσεγγίσεις» και «Νέοι θεσμοί, εργαλεία και μηχανισμοί» αποτελούν απόσπασμα από το Α. Βιτοπούλου, Α. Καραδήμου-Γερόλυμπου, «Ανάκτηση των χώρων της αποβιομηχάνισης: Πολεοδομικές προσεγγίσεις και ζητήματα υλοποίησης», στα πρακτικά του συνεδρίου Το τέλος των γιγάντων. Βιομηχανική κληρονομιά και μετασχηματισμοί των πόλεων, 5η Πανελλήνια Επιστημονική Συνάντηση του TICCIH, Βόλος 22-25 Νοεμβρίου 2007 (υπό έκδοση). 9 Ένα χαρακτηριστικό, και ίσως οριακό παράδειγμα της σημασίας που δίνεται στη συνολική στρατηγική και το νέο όραμα για την πόλη, είναι η πρωτότυπη διαδικασία που επιλέχθηκε κατά τον διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για τη Euralille (ανάκτηση 70 εκταρίων στην καρδιά της πόλης όπου βρίσκονταν τα παλιά τείχη και ανήκαν μέχρι το 1985 στη δικαιοδοσία του στρατού) και τον οποίο κέρδισε ο R. Koolhaas. Κάθε διαγωνιζόμενος έπρεπε να δώσει μία ομιλία 90 λεπτών χωρίς να μπορεί να χρησιμοποιήσει εικονογραφικό υλικό (σχέδια, διαφάνειες κλπ.). Η άρνηση αυτή της εικόνας οφείλεται στο ότι ο αρμόδιος φορέας (maitre d'ouvrage: Société d'études Euralille Métropole) δεν ενδιαφερόταν τόσο σε πρώτη φάση για μία ολοκληρωμένη μελέτη αλλά για την αναζήτηση της ταυτότητάς του, την κατασκευή μιας ιδέας-κινητήριας δύναμης. Ουσιαστικά δεν ζητούσαν από τον εμπνευστή-συντονιστή της μελέτης να είναι σε θέση να λύσει ένα πρόβλημα, αλλά να είναι ικανός να δημιουργήσει μια προβληματική από ένα συνηθισμένο πρόγραμμα, να το αξιοποιήσει, να είναι ανοιχτός στο διάλογο και στις τροποποιήσεις σε όλη τη διάρκεια της επέμβασης και να μπορεί να παρακολουθήσει το έργο για μακρόχρονο διάστημα. Βλ. P. Ingallina, όπ. πρ., σελ. 48-49. 8

5


χώρο, γύρω από την οποία αναπτύχθηκε μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα προβληματική 10. Αν και αρχικά ταυτίστηκε με μία ενδιάμεση κλίμακα σχεδιασμού, σήμερα ο όρος μοιάζει να αναφέρεται περισσότερο στον τρόπο σύλληψης, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους των επεμβάσεων, παρά να ταυτίζεται με ορισμένη κλίμακα. Σταδιακά, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, του νεοφιλελευθερισμού και του ανταγωνισμού των πόλεων, ο όρος αρχίζει να χρησιμοποιείται για επεμβάσεις συνολικής αστικής στρατηγικής (δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα οι γάλλοι μεταφράζουν τον όρο 'projet urbain' ως 'urban strategy' 11) τις περισσότερες φορές μέσα από την επανάχρηση εγκαταλελειμμένων αστικών περιοχών. Μπροστά μάλιστα στη γενικευμένη χρήση του όρου 'projet urbain', ο όρος πολεοδομία) έχει σχεδόν εξαλειφθεί. Το ίδιο συμβαίνει γενικότερα και με τον όρο 'projet' (= μελέτη) σε αντιδιαστολή με το 'plan' (= σχέδιο). Αντίστοιχες αναζητήσεις και εξελίξεις παρατηρούμε και στην Αγγλία, όπου με την συμμετοχή διαφόρων φορέων (μεταξύ των οποίων και το Ίδρυμα του πρίγκιπα Καρόλου για το χτισμένο περιβάλλον) ξεκίνησαν το 2000 προσπάθειες με νέες διαδικασίες, όπως είναι το Planned through design που απέκτησε θεσμικό χαρακτήρα ως Enquiry By Design. Η διαδικασία Enquiry by Design (EbD) αποτελεί ένα από τα σχεδιαστικά εργαλεία-κλειδιά για την εξέλιξη του αστικού περιβάλλοντος, που βασίζεται στις συνέργειες ιδιωτικού και δημοσίου τομέα και χρησιμοποιείται για περιοχές μεγάλης έκτασης. Η διαδικασία βασίζεται σε συνεχείς διαβουλεύσεις των εμπλεκομένων φορέων και συντελεστών, που διαπραγματεύονται και 'επιλύουν' τα προβλήματα καθώς ανακύπτουν, δοκιμάζοντας σχεδιαστικές προτάσεις 12 Ουσιαστικά και οι δύο προσεγγίσεις δίνουν κύρια έμφαση: - σε ένα έντονα διατυπωμένο όραμα, για τον νέο χαρακτήρα της πόλης, - στον αστικό σχεδιασμό έναντι του πολεοδομικού και άρα στα τρισδιάστατα στοιχεία του χώρου, - στις διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαφορετικών συντελεστών (δημόσιοι και δημοτικοί φορείς, ιδιώτες και θεσμικοί ιδιοκτήτες και επενδυτές, σύλλογοι κατοίκων κλπ.) που εμπλέκονται στην υλοποίηση της επέμβασης. Νέοι θεσμοί, εργαλεία και μηχανισμοί Οι επεμβάσεις ανάκτησης εγκαταλελειμμένων περιοχών, ιδιαίτερα πολύπλοκες και μακροχρόνιες, ενέχουν μία σειρά από τεχνικά, οικονομικά και διαχειριστικά προβλήματα, η επίλυση των οποίων είναι εξίσου σημαντική, αν όχι περισσότερο, για την τελική τους επιτυχή έκβαση, όσο και η προγραμματική και σχεδιαστική προσέγγισή τους. Η ποικιλία των παραγόντων που επηρεάζουν τις δυνατότητες αξιοποίησης των εγκαταλελειμμένων αστικών περιοχών (σχέση με τον αστικό ιστό - χωροθέτηση, κλίμακα/μέγεθος της εγκαταλελειμμένης έκτασης – συγκροτήματος - κτιρίου, κατάσταση του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος, ιδιοκτησία της γης, βαθμός μόλυνσης εδάφους), των εμπλεκόμενων συντελεστών, δημοσίων και ιδιωτικών και των επιδιώξεων και στόχων που τίθενται (διαχείριση οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, πολιτική της βιώσιμης ανάπτυξης κλπ.), εξηγεί και την ετερογένεια των τρόπων αντιμετώπισης και των μέσων που χρησιμοποιούνται για την ανάκτηση των περιοχών αυτών. Έτσι, για παράδειγμα στην άκρως φιλελεύθερη Βρετανία από το 1980 και μετά υπήρξε σημαντική εμπλοκή του δημοσίου όσον αφορά το κόστος προετοιμασίας τους για νέες χρήσεις για να καταστήσει «Μιλώντας για την μελέτη αστικού σχεδιασμού (projet), θα έλεγα ότι πριν αποτελέσει εργαλείο μετασχηματισμού του χώρου, είναι ένα προνομιακό μέσο για να αντιληφθούμε την πραγματικότητα (την υπάρχουσα κατάσταση)». «Η πόλη πρέπει πρώτα-πρώτα να διαβαστεί όπως ένα αρχείο. Όχι για να ξαναγράψουμε την ιστορία της, αλλά απλώς για να κατανοήσουμε την προέλευση και την φύση αυτού που θέλουμε να αλλάξουμε. Και κυρίως για να μην λαθέψουμε ως προς τον τρόπο παρέμβασης, και να μην προξενήσουμε ρήξεις....» (Bλ. B. Huet, « Une génétique urbaine », Urbanisme 303/1998, σελ. 5659). Ο όρος εξέφραζε στην ουσία μία τάση ανανέωσης των εννοιών και των εργαλείων που χρησιμοποιούνταν στην ανάλυση και τη δημιουργία του αστικού χώρου, απορρίπτοντας την φονξιοναλιστική πολεοδομία των γενικών ρυθμίσεων και των αφηρημένων και προγραμματικών κατηγοριών/εννοιών. Η εναλλακτική αυτή προσέγγιση αφορούσε εξ ίσου το προγραμματικό επίπεδο όσο και τη μορφή του χώρου, διευθετώντας την με συγκεκριμένο τρόπο. Ενδιαφέρεται δηλαδή εξ αρχής για τη μορφή και τις διαστάσεις των παραγόμενων χώρων, οποιαδήποτε και αν είναι η κλίμακα επεξεργασίας τους (Βλ. Ch. Devillers, Le projet urbain, Ed. du Pavillon de l'Arsenal, Paris 1996, σελ. 14). 11 Όπως φαίνεται στο τίτλο της επίσημης έκδοσης του αρμόδιου υπουργείου της Γαλλίας: Α. Masboungi (dir.), Projets urbains en France - French Urban Strategies, Editions du Moniteur, Paris, 2002. 12 Βλ. http://www.princes-foundation.org/index.php?id=33. 10

6


τη γη των εγκαταλελειμμένων εκτάσεων ελκυστική για τον ιδιωτικό τομέα (βλ. και Derelict land Act). Συστάθηκαν έτσι οι γνωστές Urban Development Corporations (UDC) (Εταιρείας Αστικής Ανάπτυξης), δημόσιοι οργανισμοί με σημαντικές αρμοδιότητες, όπως την απόκτηση, την «προετοιμασία της γης για πολεοδόμηση» και τη μεταπώληση των εγκαταλελειμμένων αστικών περιοχών. Οι UDC αντικαταστάθηκαν από τις English Paternships που ιδρύθηκαν το 1994 περιγράφοντας πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα, αλλά το 2005 μετατράπηκαν σε δημόσιο οργανισμό καθώς οι δυνάμεις της αγοράς μόνες τους δεν αρκούσαν για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της συνεχούς αύξησης εγκαταλελειμμένων περιοχών. Στη Γαλλία αντίστοιχα από τα μέσα της δεκαετίας του 80, το κόστος εξυγίανσης των εκτάσεων, ιδιαίτερα των πρώην βιομηχανικών, αναλήφθηκε από το κράτος (ποσοστό 50%-100%) σε συνδυασμό με την πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση. Γενικότερα στη Γαλλία, κεντρικός πρωταγωνιστής των αστικών επεμβάσεων ήταν και εξακολουθεί να είναι η τοπική αυτοδιοίκηση και η Εταιρεία Μικτής Οικονομίας (Societe d'Economie Mixte = SEM) της με αρμοδιότητα να αποκτά εδάφη, να τα εξυγιαίνει, να τα πολεοδομεί και να τα πουλά με κέρδος σε εργολάβους-κατασκευαστές. Λόγω βέβαια των διαστάσεων της αποβιομηχάνισης και των αυξημένων δαπανών, θεωρήθηκε απαραίτητη η δημιουργία ενός ενδιάμεσου δημόσιου φορέα, του Etablissement Public Foncier (E.P.F.) (Κτηματική Εταιρεία) προικοδοτημένου με αρμοδιότητες και εργαλεία απόκτησης γης. Σταδιακά οι αρμοδιότητες των Κτηματικών Εταιρειών διευρύνθηκαν με στόχο το συνολικό χειρισμό υποβαθμισμένων και εγκαταλελειμμένων περιοχών και την ουσιαστική παρέμβασή τους σε θέματα αστικής αναζωογόνησης (π.χ. κατασκευή κοινωνικής κατοικίας, μείωση αστικής διάχυσης κλπ.) ■ Pare Andre Citroen Η επέμβαση στην περιοχή του πάρκου Andre Citroen εντάσσεται στη γενικότερη στρατηγική που ξεκίνησε ο Δήμος και η υπηρεσία πολεοδομικού σχεδιασμού του Παρισιού (APUR) από τη δεκαετία του '70 για την επιστροφή σε έναν πολεοδομικό σχεδιασμό που σέβεται και συνεχίζει τον αστικό ιστό της υπάρχουσας πόλης. Με την απόκτηση από το Δήμο των 23 εκταρίων που ελευθερώνονται από την απομάκρυνση της βιομηχανίας Citroen, η ΑPUR προτείνει τη συνολική αντιμετώπιση όλης της έκτασης, ώστε η καινούρια περιοχή κατοικίας να είναι καλύτερα ενταγμένη στο περιβάλλον της. Το πολεοδομικό σχέδιο της περιοχής (1976) καθορίζει 3 στοιχεία: - ένα μεγάλο πάρκο 14 εκταρίων προς τον Σηκουάνα και τρεις μικρότερους κήπους στο εσωτερικό των συγκροτημάτων κατοικίας1 - ένα σημαντικό πρόγραμμα κατασκευής κατοικιών, που οργανώνονται σε οικοδομικά τετράγωνα συνεχίζοντας τον περιβάλλοντα αστικό ιστό και με ύψη όπως αυτά των παρισινών κατοικιών" - εγκαταστάσεις κοινωνικού εξοπλισμού (νοσοκομείο) και γραφεία στα νότια της περιοχής. Η υπερύψωση της σιδηροδρομικής γραμμής για το γρήγορο μετρό (RER) και η βύθιση του παραλιακού αυτοκινητόδρομου θα επέτρεπαν την επικοινωνία του πάρκου με το ποτάμι. Το 1979 καθορίζεται η ZAC 13 Citroen-Cevennes που περιλάμβανε 2500 κατοικίες, γραφεία, δραστηριότητες και κοινωνικό εξοπλισμό, ενώ το 1985 προκηρύσσεται διεθνής διαγωνισμός για το σχεδιασμό του πάρκου, ανοιχτός σε σύνθετες ομάδες αρχιτεκτόνων και αρχιτεκτόνων τοπίου (επιλογή 10 ομάδων μεταξύ των 63 συμμετεχόντων). Βασική απαίτηση του διαγωνισμού ήταν η αντιμετώπιση του πάρκου σε διπλή κλίμακα: να απευθύνεται τόσο στο σύνολο της πόλης (συμμετοχή στους μεγάλους υπαίθριους χώρους ZAC = Zone d'Aménagement Concerte. Διαδικασία πολεοδόμησης που εισήχθηκε στη γαλλική πολεοδομική νομοθεσία το 1967, μεταφέροντας την έννοια της concertation (= διαβουλεύσεις, σύσκεψη, ανταλλαγή απόψεων) από την πρακτική του σχεδιασμού στη νομοθεσία. Ο σχεδιασμός με τη διαδικασία αυτή βασίζεται στη συγκέντρωση των αντιπροσώπων της πολιτικής δύναμης (δημόσιες υπηρεσίες και τοπική αυτοδιοίκηση) και των διαφορετικών κατηγοριών των ενδιαφερόμενων πολιτών (ιδιοκτήτες, κατασκευαστές, χρήστες) ώστε να προετοιμαστούν οι αποφάσεις και η εκτέλεση των πολεοδομικών επεμβάσεων. Αφορά στην κατασκευή κατοικιών, αλλά και ζώνες δραστηριοτήτων (βιομηχανίες, γραφεία, εμπόριο κλπ.), τουριστικές εγκαταστάσεις ή συνδυασμό αυτών των χρήσεων. Η μεγάλη χρήση της διαδικασίας αυτής οφείλεται στο ότι μπορεί να καθοριστεί με πολύ μεγάλη ελευθερία, χωρίς να σέβεται σε επίπεδο χρήσεων το εγκεκριμένο σχέδιο χρήσεων γης, καθώς και στο ότι προκάλεσε το ενδιαφέρον των ιδιωτικών επενδύσεων. Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία μίας τέτοιας ζώνης μπορεί να ανήκει μόνο σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Η διάκριση μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών ZΑC αφορά μόνο τον τρόπο υλοποίησης της ζώνης (π.χ. όταν μέσω σύμβασης ένας ιδιώτης αναλαμβάνει την οικονομική ευθύνη). 13

7


κατά μήκος του ποταμού) όσο και στις γειτονικές περιοχές κατοικίας. Επίσης ζητούσε ιδέες για τον χειρισμό των ορίων του πάρκου και τη σχέση του με τις γύρω κατοικίες και τις άλλες εξυπηρετήσεις. Για τον τελικό σχεδιασμό του πάρκου και την υλοποίησή του συνεργάστηκαν οι δύο ομάδες που κέρδισαν τον διαγωνισμό: η ομάδα του αρχιτέκτονα Patrick Berger με τον αρχιτέκτονα τοπίου Gilles Clement και η ομάδα του αρχιτέκτονα τοπίου Alain Provost με τους αρχιτέκτονες Jean-Paul Viguier και Jean-Francois Jodry. ■ «Φυτεμένος περίπατος» (promenade plantee) / ZAC Reuilly - Viaduc des arts Η μετατροπή της σιδηροδρομικής γραμμής που ένωνε την πλατεία της Βαστίλης και το δάσος Vincennes (Viaduc de Paris), η οποία κατασκευάστηκε το 1859 και σταμάτησε να λειτουργεί το 1969, σε έναν «φυτεμένο περίπατο», μήκους 4,5 περίπου χιλιομέτρων, έδωσε την ευκαιρία να εξωραϊστούν οι περιοχές τις οποίες διέσχιζε, αρκετά διαφορετικού χαρακτήρα, χωροθετώντας ταυτόχρονα καινούριες κατοικίες και άλλες δραστηριότητες. Η επέμβαση σέβεται την ταυτότητα κάθε περιοχής, ενώ η αίσθηση της συνέχειας και της ενότητας εξασφαλίζεται με την ομοιογένεια του αστικού εξοπλισμού και των πλακοστρώσεων (ανοιχτόχρωμες για πεζούς και σκουρόχρωμες για τους ποδηλάτες), αλλά και των φυτεύσεων. Σε ολόκληρη τη διαδρομή χρησιμοποιούνται μόνο τέσσερα είδη (τίλιο σε γραμμική φύτευση, κερασιές, φυτοπλέγματα από ζυγία και αγιόκλιμα). Βέβαια, ο περίπατος παίζει με τα διαφορετικά επίπεδα και εκμεταλλεύεται όλους τους εγκαταλελειμμένους χώρους που προέκυψαν από την σιδηροδρομική γραμμή γεγονός που προσφέρει μία αντιληπτική ποικιλία Το υπερυψωμένο τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής στην λεωφόρο Daumesnil, γνωστή ως Viaduc des Arts, φιλοξενεί στις τοξωτές κατασκευές καταστήματα με είδη τέχνης (γκαλερί, arts and crafts) και επίπλωσης, στο πλαίσιο της πολιτικής προστασίας των παραδοσιακών επαγγελμάτων (εργαστήρια κατασκευής επίπλων) της ευρύτερης περιοχής (faubourg Saint-Antoine) (μελέτη αποκατάστασης: Patrick Berger, 1994-95). ■ Parc de Bercy (1993-1998) Το πάρκο Bercy αποτελεί τμήμα του γενικότερου προγράμματος που ξεκίνησε ο Δήμος του Παρισιού από το 1983 (βάσει δεκάχρονης μελέτης της APUR) για το ανατολικό Παρίσι, με στόχο την εκμετάλλευση μεγάλων εκτάσεων που προέκυψαν από εγκαταλελειμμένες σιδηροδρομικές υποδομές, αποθήκες και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Στην περιοχή βρίσκονταν οι αποθήκες κρασιού, όπου επί περισσότερο από τρεις αιώνας αναπτύχθηκε η αγορά του κρασιού, μέσα σε μία κλειστή περιοχή, απομονωμένη από την πόλη και από τον χρόνο μέχρι και τη δεκαετία του '70, οπότε και αρχίζουν να κλείνουν. Στα τέλη της δεκαετίας του '70 κατασκευάζεται στην περιοχή το στάδιο Palais Omnisport, και λίγο αργότερα και το Υπουργείο Οικονομικών. Η μελέτη της APUR καταλήγει σε τρεις κατευθύνσεις: τη διατήρηση των ιχνών της ιστορίας, τη συνέχεια της ανάπτυξης της πόλης και την ανάμειξη των χρήσεων κατοικίας, δραστηριοτήτων και πρασίνου. Το 1987 καθορίζεται μία ZAC για την ανάπτυξη τριών πόλων: ένα πάρκο παράλληλα στον Σηκουάνα, μία περιοχή κατοικίας στα βόρεια του πάρκου, ένα κέντρο δραστηριοτήτων και αναψυχής στα ανατολικά. Προκηρύσσεται, παράλληλα, διεθνής διαγωνισμός για το πάρκο (12,5 εκταρίων) που ζητούσε τον όσο δυνατόν μεγαλύτερο σεβασμό στον τόπο, τη διατήρηση της υπάρχουσας φύτευσης (αιωνόβιων δέντρων), μερικών από τα καλύτερα υπάρχοντα κτίρια και των πέτρινων διαδρομών των αλέων, καθώς και τη σύνδεση του πάρκου με όλες τις γειτονικές χρήσεις. Τον διαγωνισμό (μεταξύ 10 ομάδων που επιλέχθηκαν από τις 106 που δήλωσαν ενδιαφέρον συμμετοχής) κέρδισε η ομάδα των αρχιτεκτόνων Bernard Huet, Marilene Ferrand, Jean-Pierre Feugas, Bernard Leroy με τους αρχιτέκτονες τοπίου Ian Le Caisne και Phillipe Raguin. Επιλέγοντας να παίξει μεταξύ ιχνών και χάραξης, η πρόταση μεταφράζει ουσιαστικά το εσωτερικό οδικό πλέγμα, απομεινάρι του αγροτικού χαρακτήρα της περιοχής και υπερθέτει σε αυτό τους άξονες που τη συνδέουν με την σύγχρονη πόλη και κυρίως έναν συμμετρικό άξονα που καθορίζεται από την πυραμιδική μορφή του Palais Omnisport. Το πάρκο οργανώνεται σε τρία βασικά μέρη: μία μεγάλη επιφάνεια από γρασίδι στα πόδια του σταδίου, τον κήπο της Μνήμης αποτελούμενου από εννέα τετράγωνες περιοχές που 8


διηγούνται την ιστορία του τόπου και τον ρομαντικό κήπο που οργανώνεται γύρω από ένα κανάλι και ένα νησί. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο σχεδιασμός της περιοχής κατοικίας στα βόρεια του πάρκου (συντονιστής της ZAC Bercy: J.P. Buffi, 1989-1998) με κύρια συνθετική αρχή τη διείσδυση του πάρκου στο εσωτερικό της περιοχής κατοικίας μέσα από τη διάτρηση της γραμμικότητας του μετώπου (700 μέτρων) και τη δημιουργία κήπων στο εσωτερικό των οικοδομικών τετραγώνων. Εκτός από τις βασικές αρχές οργάνωσης σε επίπεδο αστικού σχεδιασμού, τέθηκαν συγκεκριμένοι κανόνες ομογενοποίησης, αφήνοντας παράλληλα περιθώρια στον αρχιτέκτονα του κάθε συγκροτήματος. Το «χωριό του Bercy» που δημιουργήθηκε στις διατηρητέες κάβες Saint-Emilion στα ανατολικά της περιοχής (μελέτη αποκατάστασης: D. Valode, J. Pistre, 1993) περιλαμβάνει χρήσεις αναψυχής, εμπορίου (τρόφιμα, ποτά κλπ.) και άλλες δραστηριότητες (μουσείο Τέχνης Πανηγυριού, Σαλόνι μουσικής, χώροι για γιορτές και συνεστιάσεις, Σχολή αρτοποιίας). ■ Paris Rive Gauche Από το 1987, η APUR μελετά τη συνολική ανάπτυξη της περιοχής απέναντι από το Bercy, ενός τριγώνου μεταξύ σιδηροδρομικών γραμμών και ποταμού, 130 εκταρίων με πλευρά μήκους περίπου 3 χλμ. προς το ποτάμι. Η περιοχή αποτελούνταν από εκτάσεις που ανήκαν σε δημόσιους φορείς, στον οργανισμό σιδηρόδρομων (SNCF), στον Δήμο, στο λιμάνι κλπ., καθώς και εγκαταλελειμμένες βιομηχανίες και μεγάλους αυτοκινητόδρομους. Η στρατηγική σημασία της περιοχής επιτείνεται με την απόφαση χωροθέτησης της Μεγάλης Βιβλιοθήκης (BNF) και στη συνέχεια με το πέρασμα της καινούριας γραμμής του μετρό Meteor και τον διπλασιασμό της κυκλοφορίας του σταθμού Austerlitz. Έτσι, από το 1990 ο Δήμος ξεκινάει την επέμβαση Seine Rive Gauche, που μετονομάστηκε αργότερα σε Paris Rive Gauche, για τη δημιουργία τριών συνοικιών με ανάμεικτες χρήσεις κατοικίας, γραφείων, εκπαίδευσης και αναψυχής. Η κάθε μία από αυτές εμφανίζει μία λειτουργική εξειδίκευση: - Η συνοικία Tolbiac, γύρω από τη Μεγάλη Βιβλιοθήκη, που είναι και η πρώτη που υλοποιείται (συντονιστής: R. Schweitzer). Πρόκειται για την ανάπτυξη δύο μεγάλων, ανοιχτών οικοδομικών τετραγώνων γύρω από κεντρικό κήπο, δυτικά και ανατολικά από τη Μεγάλη Βιβλιοθήκη. -Η συνοικία Austerlitz, ένα επιχειρηματικό κέντρο γύρω από τον σταθμό Austerlitz, ο οποίος αναδιοργανώνεται για να δεχθεί το τρένο μεγάλης ταχύτητας (TGV) (συντονιστής: C. Devillers). Όσον αφορά τον ίδιο το σταθμό, το μεταλλικό στέγαστρό του (το πρώτο που κατασκευάστηκε στο Παρίσι) αποκαθίσταται και μετατρέπεται σε σκεπαστό δημόσιο χώρο καθώς ο καινούριος σταθμός του τρένου μεγάλης ταχύτητας επιτρέπει την απομάκρυνση των εγκαταστάσεων από το εσωτερικό του. - Η συνοικία Massena με τους Μεγάλους Μύλους που αποκαθίστανται για να φιλοξενήσουν πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις σε συνδυασμό με πολιτιστικές δραστηριότητες (συντονιστής: Ch. de Potzamparc). Η σύνθεση βασίζεται στη θεωρία του Ch. de Potzamparc για την «τρίτη ηλικία της πόλης» που συνθέτει ταυτόχρονα το μοντέρνο με την παράδοση ώστε να προκύψει ένας πολύπλοκος ιστός βασισμένος στην ιδέα του ανοιχτού οικοδομικού τετραγώνου: στενοί δρόμοι, τοίχοι που προστατεύουν ιδιωτικούς κήπους, διαφορετικά ύψη κτιρίων ανάλογα με τον φωτισμό, κενά και υπάρχοντα πλήρη. Συνολικά στην περιοχή προγραμματίζονται 800.000 με 900.000τμ. γραφειακών χώρων, ως εξισορρόπηση με το επιχειρηματικό κέντρο Défense στα δυτικά του Παρισιού, καθώς θεωρούνται η καταλληλότερη χρήση για γειτνίαση με θορυβώδεις χρήσεις, όπως η λεωφόρος και ο σταθμός και είναι απαραίτητα για την οικονομική ισορροπία μίας επέμβασης βαριάς σε υποδομές. Σε επίπεδο σύνθεσης, η κάλυψη των γραμμών, με τη δημιουργία μίας πλατφόρμας, επιτρέπει τη συνέχεια μεταξύ του ποταμού και των γειτονικών συνοικιών του 13ου διαμερίσματος καθώς και τη σύνδεση με την απέναντι όχθη. Η Εταιρεία μικτής οικονομίας που έχει την ευθύνη της υλοποίησης (SEMAPA) μοιάζει να έχει λάβει υπόψη της πολλές από τις κριτικές που αναπτύχθηκαν, όπως αυτές γύρω από την πυκνότητα των γραφειακών χώρων, τόσο από συλλόγους των κατοίκων όσο και από γνωστούς αρχιτέκτονες. Η κρίση της κατασκευής κατοικίας (1992-1998) καθυστέρησε την υλοποίηση των σχεδίων με αποτέλεσμα να υπάρχει χρόνος για να γίνει πιο σύνθετο (όσον αφορά την ανάμειξη των χρήσεων) αλλά και πιο ευέλικτο. Έτσι τελικά αποδόθηκε μεγαλύτερη έκταση σε δημόσιους χώρους και διατηρήθηκαν προς αποκατάσταση και επανάχρηση περισσότερα βιομηχανικά κτίρια. 9


Από την εξέλιξή της και μόνο η επέμβαση εκφράζει πολλούς από τους προβληματισμούς σχετικά με την παραγωγή του αστικού χώρου: την ανάγκη να πολλαπλασιαστούν οι αναλύσεις και οι διαγνωστικές μελέτες, την ικανότητα να ληφθούν υπόψη οι κριτικές, την αναζήτηση σχέσεων στα προάστια, τις διαφορετικές θεωρήσεις σε σχέση με τη μορφή των οικοδομικών τετραγώνων κλπ. ■ Docklands, Λονδίνο Η επέμβαση στα docklands του Λονδίνου τις δύο τελευταίες δεκαετίες μπορεί να θεωρηθεί, λόγω του μεγέθους της έκτασης που αφορούσε (22.000 εκτάρια), η μεγαλύτερη παγκοσμίως επιχείρηση αστικής ανάπτυξης με κτίρια γραφείων, βιομηχανία και κατοικίες. Πρόκειται για μία ιδιαίτερα φιλόδοξη επέμβαση που αποσκοπούσε ουσιαστικά στη δημιουργία μίας νέας πόλης μέσα στην πόλη με το γέμισμα ενός τεράστιου αστικού κενού, η οποία ανταποκρίνεται στη γενικότερη κατεύθυνση των βρετανών πολεοδόμων να σταματήσουν την περιαστική ανάπτυξη και να κατευθύνουν τη νέα πολεοδόμηση στις άδειες αστικές εκτάσεις (brownfields). Μετά από μία δεκαετία σχεδίων που δεν ακολουθήθηκαν, η επέμβαση ξεκίνησε το 1981 (επί πρωθυπουργίας Θάτσερ) με τη δημιουργία ενός αναπτυξιακού οργανισμού που θύμιζε τους αντίστοιχους που διαχειρίστηκαν την ανάπτυξη των νέων πόλεων. Η London Docklands Development Corporation (LDDC) απέκτησε περισσότερες δυνατότητες όσον αφορά τη διαχείριση της ιδιοκτησίας αλλά και τον σχεδιασμό, όπως επίσης και ένα σημαντικό κονδύλι δημοσίων χρημάτων. Στόχος ήταν, μετά από ολοκληρωτική εγκατάλειψη οποιασδήποτε λιμενικής δραστηριότητας, να δημιουργηθούν σταδιακά μία σειρά από συνοικίες με ανάμεικτες χρήσεις, οι οποίες θα έσβηναν την εικόνα αποτυχίας του ανατολικού Λονδίνου. Η πρώτη φάση αφορούσε την αναδιοργάνωση 2.200 εκταρίων εκ των οποίων τα 710 ήταν πραγματικά εγκαταλελειμμένες εκτάσεις. Αποφασίστηκε η διατήρηση και αποκατάσταση των περισσοτέρων από τις αποθήκες και η διαπραγμάτευση βήμα-βήμα με το ιδιωτικό κεφάλαιο για την επανάχρηση των χώρων που έγιναν οικοδομήσιμοι. Βάσει των προτάσεων που επικράτησαν, η LDDC εκπόνησε ένα γενικό σχέδιο χρήσεων με αρχές ζωνοποίησης για τις τέσσερις επιμέρους περιοχές επέμβασης: την περιοχή Wapping, τις αποβάθρες Surrey, το Isle of Dogs με την επιχειρηματική ζώνη (Enterprise Zone, 120 εκτάρια) και τις αποβάθρες Royal. Στο Isle of Dogs κυριαρχούν οι γραφειακοί χώροι, με επίκεντρο τη γνωστή επέμβαση στο Canary Wharf (δραστηριότητες που σχετίζονται με την επικοινωνία και την πληροφόρηση). Στις υπόλοιπες συνοικίες κυρίαρχη χρήση είναι η κατοικία σε συνδυασμό με τον απαραίτητο εξοπλισμό και κάποιους πόλους αναψυχής, είτε ανεξάρτητους, όπως το Tobacco dock, είτε ενσωματωμένους μέσα στον ιστό των αποκατεστημένων κατοικιών, όπως στη νότια πλευρά της Tower Bridge. Η επέμβαση δέχτηκε έντονη κριτική, ιδιαίτερα μετά την ολοκλήρωση της αρχικής φάσης ανάπτυξης στο Isle of Dogs, στις αρχές του '90, κυρίως για την ολοκληρωτική απόδοση της επέμβασης στην ελεύθερη αγορά, την τεράστια μεσολάβηση του ιδιωτικού κεφαλαίου και την έλλειψη άμεσης κρατικής παρέμβασης. Οι ρυθμίσεις που στόχευαν να απελευθερώσουν τον σχεδιασμό δεν παρήγαγαν ελευθερία και καινοτομίες, αλλά οδήγησαν στον διαχωρισμό των χρήσεων και στη δημιουργία μονολειτουργικών και μονοπολιτιστικών ζωνών. Ειδικά στην περιοχή Canary Wharf, χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα γραφειακών χώρων έμειναν άδεια για χρόνια, καθώς η πτώση των μετοχών το 1987 επέφερε απολύσεις και μείωση της ζήτησης και άρα πτώση των τιμών στο κέντρο. Ακόμα, ενώ ο στόχος ήταν η ενίσχυση της τοπικής οικονομίας, η ανεργία αυξήθηκε καθώς δημιουργήθηκαν μεν νέες θέσεις εργασίας αλλά εκδιώχθηκαν πολλές παραδοσιακές δραστηριότητες. Η αναπτυξιακή εταιρεία έκλεισε, όπως είχε καθοριστεί, τον Μάρτιο του 1998, παρέδωσε κεφάλαια και ευθύνες και ο σχεδιαστικός και αναπτυξιακός έλεγχος επιστράφηκε στις τοπικές αρχές. Η κεντρική κυβέρνηση προωθεί σήμερα την επέμβαση αστικής ανάκτησης μέσα από τις τοπικές συνεργασίες, αλλά με περιορισμένα οικονομικά και αμφιβολίες σχετικά με τη συντήρηση της υποδομής και τη βοήθεια από κοινωνικά προγράμματα. Συνεχίζεται ακόμα και η κρατική παρέμβαση με τη δημιουργία πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων (πανεπιστήμιο ανατολικού Λονδίνου) και την αποκατάσταση ενός βιομηχανικού συγκροτήματος γκαζιού (British Gas) στην αποβάθρα Greenwich, με πιο χαρακτηριστικό στοιχείο τον γιγάντιο θόλο του αρχιτέκτονα Richard Rogers, για τον εορτασμό της χιλιετίας, αλλά και την κατασκευή ενός οικοδομικού συγκροτήματος κατοικιών (Millennium Village), με βάση τις αρχές της 10


βιώσιμης ανάπτυξης και τον αυστηρό περιορισμό της χρήσης του αυτοκινήτου. Ταυτόχρονα, η γραμμή Jubilee στόχευε να διορθώσει το προγραμματικό λάθος του ελαφρού υπέργειου μετρό που δεν είχε καταφέρει να εξασφαλίσει την άνετη σύνδεση με το κέντρο. Παρά τις αρνητικές κριτικές που έχουν διατυπωθεί, το εγχείρημα της ανάκτησης των λονδρέζικων docklands, με όλους τους πειραματισμούς των δύο τελευταίων δεκαετιών, είχε μεγάλη απήχηση σε όλον τον κόσμο, τόσο για τις επιλογές και τις πραγματοποιήσεις, όσο και για τις μεθόδους και τις διαδικασίες, ■ Emscher Park Οι επεμβάσεις της IBA Emscher Park, από το 1989 ως το 1999, στο πάρκο της κοιλάδας του Emscher, στα βόρεια του Ruhr, θεωρούνται παράδειγμα δημιουργικής σύλληψης και μεθοδολογίας επέμβασης σε περιοχές σε κρίση. Η περιοχή της Ruhr, στη βιομηχανική καρδιά της Ευρώπης, είναι μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες της Γερμανίας, με οικονομία που βασιζόταν στα ορυχεία και τη βαριά βιομηχανία. Βρίσκεται σε κεντρική θέση στον ευρωπαϊκό χώρο (κοντά σε μεγάλες πόλεις), οι συγκοινωνίες είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένες και δεν στερείται εκπαιδευτικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Από την άλλη, η πτώση της παραδοσιακής παραγωγικής δραστηριότητας και η παρουσία μη εκσυγχρονισμένων και ανταγωνιστικών επιχειρήσεων είχαν ως αποτέλεσμα την έντονη οικονομική ύφεση και μεγάλα ποσοστά ανεργίας. Επιπλέον, χωρίς ιδιαίτερες ποιότητες αστικού χώρου ή τοπίου, η περιοχή δεν θεωρείται καθόλου ελκυστική. Χαρακτηρίζεται από μία διάχυτη αστικοποίηση, καθώς η ανάπτυξή της, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70, βασίστηκε στους πυρήνες μερικών χωριών και σε μία βιομηχανία που αναπτύχθηκε χωρίς περιορισμούς καταλαμβάνοντας ολόκληρο τον χώρο. Λόγω της αποτυχίας των σχεδίων των τελευταίων 20 χρόνων να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της περιοχής, η επιλογή της IBA ήταν η ανάπτυξη μίας γενικής στρατηγικής και στη συνέχεια η εκπόνηση επιμέρους μελετών που να εντάσσονται στη στρατηγική αυτή και να την υλοποιούν. Έτσι γεννήθηκε το πάρκο της κοιλάδας του Emscher, με 70 χλμ. μήκος, 15 χλμ. πλάτος και συνολική επιφάνεια 320 τ.χλμ., που αφορά 17 κοινότητες και 800τχλμ. Οι 24 θέσεις, πρώην βιομηχανικών εγκαταστάσεων, που επιλέχτηκαν για τις επεμβάσεις αποτελούσαν δημόσια ιδιοκτησία ή βρίσκονταν σε στρατηγικές θέσεις (2000 εκτάρια) που αγοράστηκαν για τον σκοπό αυτό 14. Κάθε επέμβαση αφορά μία επιφάνεια μεταξύ 30 και 200 εκταρίων, ενώ 230 χλμ. ποδηλατοδρόμου ενώνουν μεταξύ τους τις διαφορετικές θέσεις, παράλληλα με άλλες διευθετήσεις που δημιουργούν συνέχεια, όπως φυτεύσεις στα αναχώματα των παλιών σιδηροδρομικών γραμμών, μονοπάτια για περιπάτους κλπ. Οι περισσότερες βιομηχανικές εγκαταστάσεις αφέθηκαν στη θέση τους, παίρνοντας σταδιακά αξία στα μάτια των κατοίκων. Αναπτύσσεται έτσι ένας καινούριος τουρισμός, μία πορεία/ένας δρόμος βιομηχανικής κουλτούρας που προσελκύει επισκέπτες. Σε 19 από αυτές τις θέσεις διευθετήθηκαν πάρκα δραστηριοτήτων για εμπόριο, υπηρεσίες και επιστημονικές δραστηριότητες, συνδυάζοντας δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, με σκοπό κυρίως την προσέλκυση καινοτόμων βιομηχανιών και επιχειρήσεων νέας τεχνολογίας. Παράλληλα, αποκαταστάθηκαν 3000 κατοικίες, κυρίως στις περιοχές εργατικής κατοικίας, και κατασκευάστηκαν 2500 καινούριες. Βασικές ιδέες που εκφράζει η συγκεκριμένη προσέγγιση: - Μία επέμβαση αυτής της κλίμακας απαιτεί την επαγγελματική και οικονομική κινητοποίηση των φορέων εξουσίας (τοπικών και κεντρικών), καθώς και καινοτομίες, τόσο όσον αφορά τη διαχείριση της εγγείου ιδιοκτησίας όσο και τις τεχνικές εξυγίανσης βιομηχανικών εδαφών. Η ΙΒΑ, ως ελαφριά ομάδα διοίκησης και ελέγχου μπόρεσε να κινητοποιήσει τους διάφορους συντελεστές ευκολότερα απ' ότι μία δυσκίνητη δομή. - Η βιώσιμη ανάπτυξη που εκφράζεται με την πολιτική περιορισμού της κατανάλωσης παρθένων εδαφών, την επανάχρηση των υπαρχουσών υποδομών και κελυφών, τα οποία είναι ουσιαστικά και

14 Από το 1979, το τοπικό κράτος έχει δημιουργήσει έναν φορέα που αγοράζει τις παλιές βιομηχανίες και περιμένει ώσπου να γίνουν μελέτες, καθώς θεωρήθηκε ότι θα ήταν επικίνδυνο να αφήσουν το ιδιωτικό κεφάλαιο να τις διευθετήσει γιατί θα μπορούσαν να δημιουργηθούν συγκρούσεις χωρίς να μπορεί να διασφαλιστεί η ποιότητα.

11


αυτά που έχει να αναδείξει και να εκμεταλλευτεί η περιοχή, καθώς και την ενίσχυση των μέσων μαζικής μεταφοράς (αποκατάσταση σιδηροδρομικών σταθμών σε αστικά κέντρα σε ύφεση). - Η οικονομική ανάκαμψη μέσω του πολιτισμού και του τοπίου: η επέμβαση προβάλλει την ιστορική ταυτότητα του τόπου για να πετύχει την μετατροπή μίας βιομηχανικής οικονομίας προς μία μοντέρνα οικονομία και τη χρήση μίας αστικής κληρονομιάς τραυματισμένης από τη βαριά βιομηχανία. Κάθε επέμβαση συνοδεύεται από ένα έργο τέχνης, ενώ η Land Art αναβαθμίζει την ανάγνωση του βιομηχανικού τοπίου. Η ανανεωμένη ποιότητα και ταυτότητα της ευρύτερης περιοχής κατάφερε να ανταποκριθεί στο στοίχημα της προσέλκυσης των επενδυτών. - Ο χρόνος σαν ένα πρώτο βασικό δεδομένο: να ξέρει δηλαδή να περιμένει κανείς τα αποτελέσματα μίας αστικής πολιτικής που στοχεύει στην οικονομία, να θέτει τις βάσεις και να δέχεται την ετυμηγορία του χρόνου από τη μία και των κατοίκων, των χρηστών και των επενδυτών από την άλλη, θεωρώντας ότι οτιδήποτε ακολουθήσει δεν μπορεί παρά να τοποθετηθεί μέσα στο καινούριο πλαίσιο. Χαρακτηριστικά επεμβάσεων ανάκτησης εγκαταλελειμμένων περιοχών - Ισχυρή πολιτική βούληση, αλλά και ποιότητα του σχεδιασμού. - Συντονισμένη επέμβαση τόσο στον κοινωνικό όσο και στον αστικό ιστό: έκφραση των επιμέρους στρατηγικών όλων των εμπλεκομένων (κράτους, ιδιοκτητών, κεφαλαίου, τοπικής αυτοδιοίκησης, κατοίκων κλπ.) και συντονισμός των συγκρουόμενων συμφερόντων για τον καθορισμό κοινής στρατηγικής. - Μεγάλη διάρκεια υλοποίησης και απαίτηση από τον σχεδιασμό να λάβει υπόψη του τον παράγοντα του χρόνου. - Σχέση με τον υπάρχοντα αστικό ιστό: αξιοποίηση και προβολή των τοπικών χαρακτηριστικών, αλλά και χωρική και λειτουργική σύνδεση του νέου τμήματος πόλης με το παλιό. - Σημασία του τοπίου, στα πλαίσια της έντονης προβληματικής για την οικολογία, το περιβάλλον και τη βιώσιμη ανάπτυξη, ιδιαίτερα στις επεμβάσεις μεγάλης κλίμακας. Παρουσία και σημασία του φορέα διαχείρισης, ο οποίος συντονίζει τις δράσεις των διαφορετικών συντελεστών κατά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση, κυρίως ως μεσάζων μεταξύ των ειδικών του σχεδιασμού του χώρου και των επενδυτών (δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς).

12


Βιβλιογραφία Βιτοπούλου Αθηνά, Καραδήμου-Γερόλυμπου Αλεξάνδρα, «Ανάκτηση των χώρων της αποβιομηχάνισης: Πολεοδομικές προσεγγίσεις και ζητήματα υλοποίησης», στα πρακτικά του συνεδρίου Το τέλος των γιγάντων. Βιομηχανική κληρονομιά και μετασχηματισμοί των πόλεων, 5η Πανελλήνια Επιστημονική Συνάντηση του TICCIH, Βόλος 22-25 Νοεμβρίου 2007 (υπό έκδοση). Berlin 1976-1986, supplément au Bulletin d'Informations Architecturales no 99, Institut Français d'Architecture, décembre 1985. Berlin, Collection Portrait de ville, supplément au Bulletin d'Informations Architecturales no 159, Institut Francais d'Architecture, Datar, été 1992. Berlin: open city. The City on Exhibition, Berliner Festspiele, Architektenkammer, Berlin, 2000. Chaline Claude., La régénération urbaine, Paris, PUF, coll. 'Que sais-je?' (no 3496), 1999. Chaline Claude, «Le réaménagement des espaces portuaires délaissés», Annales de la Recherche Urbaine, n 55-56, 1993, pp. 79-87. Colonas Vassilis, Vitopoulou Athina, « Enjeux et outils de la protection du patrimoine récent en Grèce : de la conservation a la reconversion », in A. Abry, R. Carabelli (sous la dir. de), Reconnaitre et protéger l'architecture récente en méditerranée, Maisonneuve et Larose, Paris, 2005, pp. 91-127. Devillers Christian, Le projet urbain, conférence du 4 mai 1994, cycle de conférences «Paris d'Architectes» au Pavillon de l'Arsenal, les mini PA, no 2, Editions du Pavillon de l'Arsenal, 1996 (2eme edition, 1ere edition 1994). Huet Bernard, « Une génétique urbaine », Urbanisme 303/1998, σελ. 56-59. Ingallina Patrizia, Le projet urbain, coll. Que sais-je ?, PUF, Paris, 2001. Καραδήμου-Γερόλυμπου Αλεξάνδρα, «Παραδοσιακές αγορές. Συνολική διατήρηση και σύγχρονη αρχιτεκτονική δημιουργία», Κτίριο, τ. 127, Ιούλιος-Αύγουστος 2000, σελ. 35-40. Καρύδης Δημήτρης, Τα επτά βιβλία της πολεοδομίας, Εκδ. Παπασωτηρίου, Αθήνα 2006. «L'IBA Emscher Park - Un anti modele», Projet urbain, no 21, septembre 2000. Masboungi Ariella (sous la dir. de), Projets urbains en France - French Urban Strategies, Editions du Moniteur, Paris, 2002. Masboungi Ariella (sous la dir. de), Penser la ville par le paysage, coll. Projet urbain, Editions de la Villette et Ministère de l'Equipement, des Transports, du Logement, du Tourisme et de la Mer/DGUHC, Paris, 2002. Masboungi Ariella, «Le paysage comme outil d'un renouveau de la pensée urbaine», in A. Masboungi Ariella (sous la dir. de), Penser la ville par le paysage, coll. Projet urbain, Editions de la Villette et Ministère de l'Equipement, des Transports, du Logement, du Tourisme et de la Mer/DGUHC, Paris, 2002, σελ. 7-15. Μπακιρτζής Α., «Μπολώνια. Η προστασία του ιστορικού κέντρου αφετηρία για την αλλαγή της μεθόδου ανάπτυξης της πόλης», Αρχιτεκτονικά θέματα 9 / 1975, σελ. 180-187. Οικονόμου Δημήτρης, «Αστική αναγέννηση και πολεοδομικές αναπλάσεις», Τεχνικό Χρονικό, ΜάιοςΙούνιος 2004, τ. 3. Paris Projet, «Espaces publics», no 30-31, Atelier Parisien d'Urbanisme, Paris, juin 1993.

13

Vitopoulou epemvaseis se yparhonta isto merosb