Page 1


Κάνε την εγγραφή σου στο dioptra.gr και απόκτησε πρόσβαση σε ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ και ΔΩΡΑ.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


SARAH MACLEAN

ΕΝΟΧΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ μετάφραση: Αναστασία Καλλιοντζή Εκδόσεις Εlxis

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τίτλος πρωτοτύπου: No good duke goes unpunished © Sarah Trabucchi, 2013 © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2017 / Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα / Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με την HarperCollins Publishers σε συνεργασία με το JLM Agency. ISBN: 978-618-5229-31-3 Ηλεκτρονική εκδοση: Ιούνιος 2017 μετάφραση: Αναστασία Καλλιοντζή / επιμέλεια – διόρθωση: Ροδάνθη Παπαδομιχελάκη / σχεδιασμός εξωφύλλουηλεκτρονική σελιδοποίηση : Ελένη Οικονόμου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 info@elxisbooks.gr

Το βιβλίο αυτό είναι προϊόν μυθοπλασίας. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες και τα γεγονότα είναι προϊόντα της φαντασίας της συγγραφέως ή χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες του μυθιστορήματος και δεν πρέπει να εκληφθούν ως πραγματικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα, τοποθεσίες, δομές ή πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, είναι απολύτως συμπτωματική.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Στον Έρικ, τον δικό μου αγαθό γίγαντα, που με φροντίζει τόσο μα τόσο καλά Και στην αγαπημένη μνήμη της Έλεν, της λαίδης Λόου

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τεμπλ - Γουάιτφον Άμπι, Ντέβονσαϊρ Νοέμβριος 1819 Ξύπνησε με ένα κεφάλι καζάνι και με πλήρη στύση. Αυτή η κατάσταση δεν ήταν ασυνήθιστη. Άλλωστε, εδώ και πάνω από έξι χρόνια ξυπνούσε κάθε μέρα έχοντας το ένα από τα παραπάνω, και περισσότερα πρωινά απ’ όσα μπορούσε να μετρήσει είχε και τα δύο. Ο Γουίλιαμ Χάροου, μαρκήσιος του Τσάπιν και κληρονόμος του δουκάτου του Λαμόντ, ήταν πλούσιος, με τίτλο ευγενείας, προνομιούχος και όμορφος – κι ένας νεαρός άντρας με αυτά τα προτερήματα σπανίως είχε έλλειψη σε οτιδήποτε είχε να κάνει με κρασί ή γυναίκες. Κι έτσι λοιπόν, εκείνο το πρωινό, δεν ανησύχησε. Ξέροντας –όπως όλοι οι έμπειροι πότες– ότι ο πονοκέφαλος θα περνούσε ως το μεσημέρι, έσπευσε να θεραπεύσει το άλλο βάσανο και, χωρίς να ανοίξει τα μάτια του, άπλωσε το χέρι του για να αγγίξει το θηλυκό που το δίχως άλλο ήταν δίπλα του. Μόνο που δεν ήταν. Αντί για μια χούφτα ζεστή, πρόθυμη σάρκα, ο Γουίλιαμ βρέθηκε με μια χούφτα δυσάρεστο μαξιλάρι. Άνοιξε τα μάτια του, με το έντονο φως του ήλιου του Ντέβονσαϊρ να εξαπολύει επίθεση στις αισθήσεις του και να κάνει το σφυροκόπημα στο κεφάλι του ακόμη πιο δυνατό. Βλαστήμησε, κάλυψε τα κλειστά μάτια του με το μπράτσο του, με το φως του ήλιου να λάμπει κόκκινο πίσω από τα βλέφαρα, και πήρε μια βαθιά ανάσα. Το φως της μέρας ήταν ο πιο σύντομος τρόπος για να καταστραφεί ένα πρωινό. Κατά πάσα πιθανότητα, το γεγονός ότι η γυναίκα της προηγούμενης νύχτας είχε εξαφανιστεί ήταν για καλό, αν και η ανάμνηση από υπέροχα, πλούσια στήθη, μια χαίτη από καστανοκόκκινες μπούκλες κι ένα στόμα πλασμένο για αμαρτίες όντως έφερνε μαζί της και ένα κύμα θλίψης. Η γυναίκα ήταν εξαίσια. Και στο κρεβάτι… Στο κρεβάτι ήταν… Ο Γουίλιαμ κοκάλωσε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Σίγουρα δεν είχε πιει και τόσο πολύ. Ή μήπως είχε; Ήταν ψηλή και γεμάτη καμπύλες, καμωμένη ακριβώς έτσι όπως του άρεσαν οι γυναίκες του, ιδανικό ταίρι για το ύψος και το βάρος του που πολύ συχνά ήταν η κατάρα του σε ό,τι αφορούσε τις γυναίκες.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δεν του άρεσε να νιώθει ότι μπορεί να συνέθλιβε κάποια κοπέλα. Κι είχε ένα χαμόγελο που του έφερνε στον νου αθωότητα και αμαρτία την ίδια στιγμή. Είχε αρνηθεί να του πει το όνομά της… αρνήθηκε να ακούσει και το δικό του… Απόλυτη τελειότητα. Και τα μάτια της… ποτέ δεν είχε δει μάτια σαν τα δικά της, το ένα ήταν μπλε στο χρώμα της θάλασσας τα καλοκαίρια και το άλλο ήταν ακριβώς πάνω στα όρια του πράσινου. Ο Γουίλιαμ είχε περάσει πολλή ώρα κοιτάζοντας εκείνα τα μάτια, που τον είχαν σαγηνεύσει, ορθάνοιχτα, φιλικά κι ευχάριστα. Είχαν ξεγλιστρήσει στα κλεφτά μέσα από τις κουζίνες, ανέβηκαν τη σκάλα του υπηρετικού προσωπικού, του είχε σερβίρει ένα ουίσκι… Κι αυτό ήταν το μόνο που θυμόταν. Θεέ και Κύριε. Έπρεπε να σταματήσει να πίνει. Αμέσως μετά τη σημερινή μέρα. Θα χρειαζόταν να πιει για να αντέξει την ημέρα του γάμου του πατέρα του – την ημέρα που ο Γουίλιαμ θα αποκτούσε την τέταρτη μητριά του. Νεότερη από όλες τις άλλες. Νεότερη κι απ’ αυτόν. Και πάρα πολύ πλούσια. Όχι ότι την είχε γνωρίσει, αυτό το πρότυπο νύφης. Θα τη γνώριζε την ώρα της τελετής και όχι πριν, ακριβώς όπως είχε κάνει και με τις άλλες τρεις. Και μετά, με το που το οικογενειακό ταμείο θα γέμιζε για ακόμη μια φορά, θα έφευγε. Θα γύριζε πίσω στην Οξφόρδη, αφού θα είχε κάνει το καθήκον του παίζοντας τον ρόλο του αφοσιωμένου γιου. Θα επέστρεφε στην υπέροχη, φιλήδονη ζωή που ανήκε στους κληρονόμους των δουκάτων, γεμάτη με πιοτά, με ζάρια και γυναίκες, και ούτε μία έγνοια στον κόσμο. Θα γύριζε πίσω στη ζωή που λάτρευε. Όμως απόψε θα τιμούσε τον πατέρα του και θα χαιρετούσε την καινούρια του μητέρα και θα προσποιούνταν ότι νοιαζόταν, για χάρη της ευπρέπειας. Και ίσως, αφού θα είχε πάψει πια να παίζει τον ρόλο του κληρονόμου, θα πήγαινε να βρει την παιχνιδιάρα πιτσιρίκα από τους κήπους και θα έβαζε τα δυνατά του να ανακαλέσει στη μνήμη του τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας. Δόξα τω Θεώ για τα σπίτια στην εξοχή και τους πολυπληθείς γάμους. Δεν υπήρχε γυναίκα στην πλάση που να μπορούσε να αντισταθεί στα σεξουαλικά θέλγητρα ενός γάμου, και εξαιτίας αυτού, ο Γουίλιαμ έτρεφε τεράστια συμπάθεια για το ιερό τούτο μυστήριο. Τι τύχη να έχει ο πατέρας του τέτοιο ταλέντο σ’ αυτά. Χαμογέλασε πλατιά και τεντώθηκε φαρδύς πλατύς στο κρεβάτι, ρίχνοντας το ένα του χέρι πάνω στα δροσερά λινά σεντόνια. Στα κρύα λινά σεντόνια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Στα κρύα υγρά λινά σεντόνια. Τι διάβολο; Άνοιξε απότομα τα μάτια του. Τότε και μόνο τότε συνειδητοποίησε ότι αυτό εδώ δεν ήταν το δωμάτιό του. Αυτό δεν ήταν το κρεβάτι του. Και το κόκκινο χρώμα πάνω στα σεντόνια, που έκανε τα δάχτυλά του να υγραίνονται με τα κολλώδη απομεινάρια του, δεν ήταν το δικό του αίμα. Πριν εκείνος προλάβει να μιλήσει, να σαλέψει ή να καταλάβει, η πόρτα που οδηγούσε στην περίεργη κρεβατοκάμαρα άνοιξε κι έκανε την εμφάνισή της μια υπηρέτρια με δροσερό πρόσωπο και ενθουσιώδες ύφος. Υπήρχε μια ντουζίνα διαφορετικά πράγματα που θα μπορούσαν να είχαν περάσει από το μυαλό του εκείνη τη στιγμή… μια εκατοστή. Κι όμως, στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν από τη στιγμή που η νεαρή υπηρέτρια μπήκε ως τη στιγμή που τον πρόσεξε, ο Γουίλιαμ σκέφτηκε ένα και μόνο πράγμα: ότι επρόκειτο να καταστρέψει τη ζωή της καημένης της κοπέλας. Ήξερε, χωρίς αμφιβολία, ότι η κοπέλα ποτέ ξανά δεν θα άνοιγε μια πόρτα σαν να μην έτρεχε τίποτα, ούτε θα έστρωνε σεντόνια σε κάποιο κρεβάτι ούτε θα λιαζόταν στο σπάνιο, έντονο φως του ήλιου ενός χειμωνιάτικου πρωινού στο Ντέβονσαϊρ χωρίς να θυμάται εκείνη τη στιγμή. Μια στιγμή που αυτός δεν μπορούσε να αλλάξει. Ο Γουίλιαμ δεν μίλησε όταν η κοπέλα τον πρόσεξε, ούτε όταν πάγωσε επιτόπου ούτε όταν το πρόσωπό της πήρε μια νεκρική χλωμάδα και τα καστανά μάτια της –περίεργο που πρόσεξε το χρώμα των ματιών της– άνοιξαν διάπλατα στην αρχή όταν τον αναγνώρισαν, κι ύστερα γέμισαν με φρίκη. Δεν μίλησε ούτε όταν η κοπέλα άνοιξε το στόμα της και ούρλιαξε. Το δίχως άλλο, το ίδιο θα είχε κάνει κι εκείνος, αν ήταν στη θέση της. Μόλις η υπηρέτρια είχε τελειώσει με εκείνη την πρώτη, εκκωφαντική τσιρίδα –που ξεσήκωσε υπηρέτες, υπηρέτριες, καλεσμένους για τον γάμο και τον πατέρα του και ήρθαν τρέχοντας–, τότε και μόνο τότε ο Γουίλιαμ μίλησε, εκμεταλλευόμενος τη μοναδική στιγμή ησυχίας πριν από την επερχόμενη θύελλα, και ρώτησε: «Πού βρίσκομαι;» Η υπηρέτρια είχε απομείνει απλώς να χάσκει, αποσβολωμένη. Ο Γουίλιαμ έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι, με τα σεντόνια να γλιστρούν στη μέση του, και κοκάλωσε καθώς συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα του δεν φαίνονταν πουθενά εκεί γύρω. Ήταν γυμνός. Σε ένα κρεβάτι που δεν ήταν το δικό του. Και ήταν καλυμμένος με αίμα. Κοίταξε για άλλη μια φορά τα τρομοκρατημένα μάτια της υπηρέτριας και, όταν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μίλησε, τα λόγια βγήκαν απ’ το στόμα του διστακτικά και γεμάτα από κάτι που αργότερα θα το ταυτοποιούσε ως φόβο. «Ποιανού είναι αυτό το κρεβάτι;» Παραδόξως, η υπηρέτρια βρήκε τη λαλιά της χωρίς να τραυλίσει. «Της δεσποινίδος Λόου». Της δεσποινίδος Μάρα Λόου, κόρης ενός εύπορου κεφαλαιούχου, με προίκα αρκετά μεγάλη ώστε να ελκύσει έναν δούκα. Της δεσποινίδος Μάρα Λόου, που σύντομα θα γινόταν δούκισσα του Λαμόντ. Της μελλοντικής μητριάς του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 1 - Έκπτωτος Άγγελος Λονδίνο Δώδεκα χρόνια αργότερα Υπάρχει ομορφιά στη στιγμή κατά την οποία η σάρκα συναντά κόκαλο. Γεννιέται από το βίαιο τρίξιμο που κάνουν οι γροθιές όταν πέφτουν πάνω στο σαγόνι, τον βαθύ, υπόκωφο γδούπο της μπουνιάς πάνω σε κάποιο στομάχι και το πνιχτό γρύλισμα που αντηχεί μέσα από το στήθος του ανθρώπου ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πριν πέσει ηττημένος. Αυτοί που αποκομίζουν ευχαρίστηση από μια τέτοια ομορφιά, το ρίχνουν στην πυγμαχία. Κάποιοι πυγμαχούν για την ευχαρίστηση. Για τη στιγμή που ένας αντίπαλος καταρρέει στο δάπεδο μέσα σε ένα σύννεφο από πριονίδια, χωρίς δύναμη, χωρίς ανάσα, χωρίς τιμή. Μερικοί πυγμαχούν για τη δόξα. Για τη στιγμή που ένας πρωταθλητής δεσπόζει επιβλητικά πάνω από τον κατατροπωμένο και τσακισμένο αντίπαλο, που είναι γλιστερός απ’ τον ιδρώτα, τη σκόνη και το αίμα. Κάποιοι άλλοι πυγμαχούν για τη δύναμη. Τους καταλαβαίνεις από την ένταση των μυών και από τον πόνο των μωλώπων που σύντομα θα σχηματιστούν, που ψιθυρίζουν καθώς η νίκη έρχεται μαζί με την προοπτική των τροπαίων. Αλλά ο δούκας του Λαμόντ, γνωστός απ’ άκρη σ’ άκρη στις πιο κακόφημες γωνιές του Λονδίνου ως Τεμπλ, πυγμαχούσε για τη γαλήνη. Πυγμαχούσε για τη στιγμή που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μόνο μύες και κόκαλα, κίνηση και δύναμη, τεχνάσματα και προσποιήσεις. Για τον τρόπο με τον οποίο η βαρβαρότητα έκλεινε απέξω τον κόσμο, κατασίγαζε τον ορυμαγδό του πλήθους και τις αναμνήσεις μες στο μυαλό του, αφήνοντάς τον μόνο με ανάσα και δύναμη. Πυγμαχούσε γιατί, επί δώδεκα χρόνια, μόνο μέσα στο ριγκ ήταν που ήξερε την αλήθεια για τον εαυτό του και τον κόσμο. Η βία ήταν το μόνο καθαρό πράγμα. Όλα τα άλλα ήταν μολυσμένα. Κι αυτή η γνώση τον έκανε να είναι ο καλύτερος που υπήρχε. Αήττητος σ’ ολόκληρο το Λονδίνο –σε όλη την Ευρώπη, στοιχημάτιζαν πολλοί–, ο Τεμπλ που έμενε όρθιος στο ριγκ κάθε βράδυ, με τις πληγές του σπάνια να προλαβαίνουν να επουλωθούν πριν κινδυνεύσουν να ξαναματώσουν, και τις γροθιές του τυλιγμένες σε φαρδιές λωρίδες από λινό. Εκεί, στο ριγκ, αντιμετώπιζε τον επόμενο αντίπαλό του – διαφορετικό κάθε βράδυ, και όλοι τους θεωρούσαν ότι ο Τεμπλ θα μπορούσε να νικηθεί.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο καθένας τους πίστευε ότι αυτός θα ήταν ο άνθρωπος που θα έκανε τον πελώριο, ακλόνητο Τεμπλ να καταντήσει μια μάζα από συμπαγή σάρκα στο δάπεδο του μεγαλύτερου δωματίου της πιο εκλεκτής χαρτοπαικτικής λέσχης του Λονδίνου. Η έλξη που ασκούσε ο «Έκπτωτος Άγγελος» ήταν πανίσχυρη, βασισμένη σε δεκάδες χιλιάδες λίρες που στοιχηματίζονταν κάθε βράδυ, στην υπόσχεση για πάθη και αμαρτίες που καλούσαν κόσμο στο Μέιφερ μόλις έδυε ο ήλιος, σε άντρες με τίτλους ευγενείας, πλούτο και απαράμιλλη αξία σε χρήμα, που στέκονταν πλάι πλάι και μάθαιναν για την αδυναμία τους από το κροτάλισμα των ζαριών, τον ψίθυρο της τσόχας και το στροβίλισμα της ρουλέτας. Και όταν είχαν χάσει τα πάντα στις αστραφτερές, εντυπωσιακές αίθουσες πάνω, το τελευταίο τους καταφύγιο ήταν το δωμάτιο που καραδοκούσε κάτω – το ριγκ. Ο κάτω κόσμος, στον οποίο βασίλευε ο Τεμπλ. Οι ιδρυτές του «Αγγέλου» είχαν δημιουργήσει έναν και μόνο δρόμο για την αποκατάσταση εκείνων των αντρών. Υπήρχε ένας τρόπος ώστε εκείνοι που είχαν χάσει την περιουσία τους στο καζίνο, να την ξανακερδίσουν. Να πυγμαχήσουν με τον Τεμπλ. Και να κερδίσουν. Και όλα χαρίζονταν μετά. Αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ, φυσικά. Επί δώδεκα χρόνια, ο Τεμπλ πυγμαχούσε, πρώτα σε σκοτεινά δρομάκια γεμάτα με ακόμη πιο σκοτεινούς τύπους για την επιβίωση, και κατόπιν σε κατώτερες λέσχες, για τα χρήματα, τη δύναμη και την επιρροή. Για όλα τα πράγματα που υποσχόταν το μέλλον του. Όλα εκείνα μέσα στα οποία είχε γεννηθεί. Όλα εκείνα που είχε χάσει μέσα σε μία νύχτα, που δεν μπορούσε να τη θυμηθεί. Η σκέψη γλίστρησε στα κλεφτά μες στον ρυθμό του αγώνα και για μια τόση δα στιγμή ένιωσε το σώμα του να ζυγίζει βαρύ πάνω στα πόδια του, και ο αντίπαλός του – που ήταν μισός από τον Τεμπλ σε μέγεθος κι είχε το ένα τρίτο της δύναμής του– του κατάφερε ένα χτύπημα, ισχυρό και καίριο, σε τέλεια γωνία ώστε να τον βρει στα δόντια και να φέρει αστράκια στα μάτια του. Ο Τεμπλ πήγε χορεύοντας προς τα πίσω, από την ώθηση που του έδωσε το απρόσμενο χτύπημα, με τον πόνο και την κατάπληξη να διώχνουν τη σκέψη καθώς συνάντησε το θριαμβευτικό βλέμμα του αγνώστου ταυτότητας αντιπάλου του. Όχι αγνώστου ταυτότητας. Φυσικά και είχε όνομα. Μα ο Τεμπλ σπάνια έλεγε ονόματα. Οι άντρες ήταν απλώς ένα μέσο για τον σκοπό του. Όπως ακριβώς κι εκείνος ήταν ένα μέσο για τον δικό τους σκοπό. Σε ένα δευτερόλεπτο –και λιγότερο– είχε ανακτήσει την ισορροπία του και ήδη έκανε προσποίηση προς τα αριστερά κι ύστερα προς τα δεξιά, ξέροντας πως η έκταση του χεριού του ήταν δεκαπέντε εκατοστά πιο μακριά απ’ αυτήν του εχθρού, νιώθοντας την

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ένταση στους μυς του αντιπάλου του, κατανοώντας το πώς ο νεα​ρότερος, πιο εξερεθισμένος άντρας έπεφτε θύμα της κούρασης και της ταραχής του. Αυτός εδώ είχε πολλούς λόγους για να παλέψει: σαράντα χιλιάδες λίρες και ένα κτήμα με έπαυλη στο Έσεξ· μια φάρμα στην Ουαλία όπου εξέτρεφε τα καλύτερα άλογα κούρσας στη Βρετανία· και μισή ντουζίνα πίνακες ζωγραφικής από έναν Ολλανδό αριστοτέχνη ο οποίος ποτέ δεν άρεσε στον Τεμπλ. Την προίκα μιας νεαρής κόρης. Τη μόρφωση ενός μικρότερου γιου. Όλα αυτά είχαν χαθεί στα τραπέζια πάνω. Όλα αυτά διακυβεύονταν κάτω. Ο Τεμπλ συνάντησε το βλέμμα του αντιπάλου του, διακρίνοντας την απόγνωση εκεί. Το μίσος. Μίσος για τη λέσχη που αποδείχθηκε η καταστροφή του, για τους άντρες που τη διηύθυναν, και πάνω απ’ όλα για τον Τεμπλ – τον εκατόνταρχο που φυλούσε τον θησαυρό τον οποίο είχαν αρπάξει από τις τσέπες εκλεκτών, έντιμων κυρίων. Με αυτές τις σκέψεις κοιμούνταν οι χαμένοι τη νύχτα. Λες και ο «Άγγελος» έφταιγε που τα χαλαρά λουριά στα πορτοφόλια και οι κακές ζαριές ήταν ένας καταστροφικός συνδυασμός. Λες και ο Τεμπλ έφταιγε. Όμως το μίσος ήταν αυτό που πάντα τους έκανε να χάνουν. Ένα ανώφελο συναίσθημα που το γεννούσε ο φόβος, η ελπίδα και η λαχτάρα. Δεν ήξεραν τι παγίδα έκρυβε αυτό – τι αλήθεια. Ότι αυτοί οι οποίοι πάλευαν για κάτι, ήταν αναπόφευκτο να χάσουν. Είχε έρθει η ώρα να βγάλει τούτον εδώ από τη δυστυχία του. Η κακοφωνία από τις κραυγές που ακούγονταν από τις άκρες του ριγκ έγινε ένα πυρετώδες τσίριγμα καθώς ο Τεμπλ επιτέθηκε, κάνοντας τον αντίπαλό του να οπισθοχωρήσει βιαστικά στο δάπεδο που ήταν καλυμμένο με πριονίδια. Αφού πρώτα έπαιξε λιγάκι με τον άλλο άντρα, τώρα οι γροθιές του του κατάφεραν αλύπητα, συνεχή χτυπήματα, ένας σωστός καταιγισμός. Στο μάγουλο. Στο σαγόνι. Στον κορμό. Ο άλλος άντρας έφτασε στα σκοινιά στην άκρη του ριγκ, παραπατώντας προς τα πίσω και πέφτοντας πάνω τους καθώς ο Τεμπλ συνέχιζε την επίθεσή του, νιώθοντας οίκτο για εκείνο τον άντρα που είχε ελπίσει ότι μπορεί να νικούσε. Είχε ελπίσει ότι μπορεί να κατατρόπωνε τον Τεμπλ. Να νικούσε τον «Άγγελο». Το τελευταίο χτύπημα πήρε από τον αντίπαλό του όλη του τη δύναμη, και ο Τεμπλ τον είδε να καταρρέει σαν σωρός μπροστά στα πόδια του, με τον σαματά που έκανε το πλήθος να είναι εκκωφαντικός, υπογραμμισμένος από μια δίψα για αίμα. Περίμενε, με την ανάσα του να βγαίνει βαριά, να κάνει ο αντίπαλός του κάποια κίνηση. Να σηκωθεί όρθιος για έναν δεύτερο γύρο. Για μια ακόμη ευκαιρία. Ο άντρας παρέμεινε ακίνητος, με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από το κεφάλι του. Έξυπνος.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Εξυπνότερος από τους περισσότερους. Ο Τεμπλ στράφηκε, κοιτάζοντας τον καταγραφέα των στοιχημάτων στο πλάι του ριγκ. Σήκωσε το σαγόνι του, σαν να ρωτούσε σιωπηλά. Το βλέμμα του μεγαλύτερου άντρα τρεμόπαιξε πάνω στον σωρό μπροστά στα πόδια του Τεμπλ, ίσα που τον κοίταξε και μετά προχώρησε. Σήκωσε το ροζιασμένο δάχτυλό του και έδειξε την κόκκινη σημαία στην άλλη άκρη του ριγκ. Τη σημαία του Τεμπλ. Το πλήθος βρυχήθηκε. Ο Τεμπλ στράφηκε να κοιτάξει τον πελώριο καθρέφτη που καταλάμβανε όλη τη μια πλευρά της αίθουσας, βλέποντας τα δικά του μαύρα μάτια για μια παρατεταμένη στιγμή, κατένευσε μια φορά κι ύστερα γύρισε την πλάτη του στο είδωλό του και πέρασε ανάμεσα απ’ τα σκοινιά. Σπρώχνοντας ανάμεσα στο μπούγιο των αντρών που είχαν πληρώσει καλά λεφτά για να παρακολουθήσουν τον αγώνα, αγνόησε τα απλωμένα χέρια του χαμογελαστού πλήθους που τον επευφημούσε, τα δάχτυλα που αποζητούσαν με κραυγές να αγγίξουν το δέρμα που είχε γίνει μούσκεμα απ’ τον ιδρώτα και μαύρο απ’ το μελάνι που περικύκλωνε τα μπράτσα του – κάτι για το οποίο θα μπορούσαν να καυχιούνται στα χρόνια που θα έρχονταν. Είχαν αγγίξει έναν φονιά και θα είχαν να το λένε. Αυτή η τελετουργία στην αρχή τον θύμωνε, μα ύστερα, όσο περνούσε ο καιρός, τον έκανε περήφανο. Τώρα, τον έκανε να βαριέται. Άνοιξε διάπλατα τη βαριά ατσάλινη πόρτα που οδηγούσε προς τα ιδιαίτερα διαμερίσματά του, αφήνοντάς τη να κλείσει μόνη της πίσω του κι έχοντας ήδη αρχίσει να ξετυλίγει μια μακριά λωρίδα λινού από τις αρθρώσεις του που πονούσαν. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω του όταν η πόρτα έκλεισε με θόρυβο, ξέροντας ότι κανένας από την αίθουσα του αγώνα δεν θα τολμούσε να τον ακολουθήσει στο υπόγειο άβατό του. Όχι χωρίς πρόσκληση. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και ήσυχο, αποκομμένο από τον ανοιχτό για το κοινό χώρο που εκτεινόταν παραπέρα, εκεί όπου ήξερε από προηγούμενη εμπειρία ότι οι άντρες έσπευδαν ορμητικά να πάρουν τα κέρδη τους, ενώ μια χούφτα άλλοι βοηθούσαν τους χαμένους να σηκωθούν, φωνάζοντας κάποιο χειρουργό για να τυλίξει τα σπασμένα παΐδια και να εκτιμήσει τους μώλωπες. Πέταξε τη λινή λωρίδα στο πάτωμα, ψάχνοντας στα σκοτεινά έναν λύχνο εκεί δίπλα, και τον άναψε με σιγουριά. Φως απλώθηκε στο δωμάτιο και αποκάλυψε ένα χαμηλό δρύινο τραπέζι – το μόνο που υπήρχε πάνω του ήταν μια τακτοποιημένη στοίβα με χαρτιά και ένα πλούσια διακοσμημένο σκαλιστό εβένινο κουτί. Άρχισε να ξετυλίγει το ύφασμα και από την άλλη γροθιά του, με το βλέμμα του καρφωμένο πάνω στα χαρτιά, που τώρα ήταν αχρείαστα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δεν είχαν χρειαστεί και ποτέ. Πετώντας και τη δεύτερη λωρίδα υφάσματος πλάι στην πρώτη, ο Τεμπλ διέσχισε το σχεδόν άδειο δωμάτιο και πιάστηκε από τον δερμάτινο ιμάντα που ήταν προσαρμοσμένος στο ταβάνι, αφήνοντας το βάρος του να χαλαρώσει, λυγίζοντας τους μυς των χεριών του, των ώμων και της πλάτης του. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την παρατεταμένη ανάσα που ήρθε μαζί με το βαθύ τέντωμα, που το διέκοψε ένα σύντομο χτύπημα σε μια δεύτερη πόρτα στη σκοτεινή άκρη του δωματίου. «Μπρος», είπε, δίχως να γυρίσει να κοιτάξει καθώς η πόρτα άνοιξε κι έκλεισε. «Ακόμη ένας που έπεσε». «Πάντα πέφτουν», ολοκλήρωσε ο Τεμπλ τις εκτάσεις του και γύρισε να κοιτάξει τον Τσέις, τον ιδρυτή του «Έκπτωτου Αγγέλου», ο οποίος διέσχισε το δωμάτιο και κάθισε σε μια χαμηλή ξύλινη καρέκλα εκεί δίπλα. «Ήταν καλός αγώνας». «Αλήθεια;» Όλοι οι αγώνες ίδιοι του φαίνονταν εκείνες τις μέρες. «Είναι αξιοπερίεργο ότι εξακολουθούν να φαντάζονται πως μπορεί να σε νικήσουν», είπε ο Τσέις, ακουμπώντας στη ράχη της καρέκλας και τεντώνοντας τα μακριά πόδια του πάνω στο γυμνό πάτωμα. «Θα πίστευε κανείς ότι ως τώρα θα το είχαν θεωρήσει χαμένη υπόθεση». Ο Τεμπλ πήγε κι έβαλε ένα ποτήρι νερό από μια καράφα που βρισκόταν δίπλα. «Είναι δύσκολο να αντισταθεί κάποιος στην προοπτική να ανταποδώσει τα ίσα. Ακόμη κι αν η προοπτική αυτή είναι ελάχιστη». Ως ένας άνθρωπος που δεν είχε ποτέ του μια ευκαιρία να ανταποδώσει, ο Τεμπλ το ήξερε αυτό καλύτερα απ’ τον καθένα. «Έσπασες τρία απ’ τα πλευρά του Μόντλεϊκ». Ο Τεμπλ ήπιε με λαχτάρα κι ένα ρυάκι νερού κατρακύλησε στο σαγόνι του. Σκούπισε το πρόσωπό του με την ανάστροφη του χεριού του. «Τα πλευρά θα γιάνουν», είπε. Ο Τσέις κατένευσε και αναδεύτηκε στην καρέκλα. «Ο σπαρτιατικός τρόπος ζωής σου δεν είναι και ο πλέον άνετος, ξέρεις». Ο Τεμπλ απίθωσε κάτω το ποτήρι. «Κανένας δεν σου ζήτησε να κάτσεις εδώ να χασομεράς. Έχεις βελούδινους και αφράτους καναπέδες κάπου επάνω, το δίχως άλλο». Ο Τσέις χαμογέλασε, ισιώνοντας ένα τόσο δα γαζί στο ένα μπατζάκι του παντελονιού του, και έβαλε ένα κομμάτι χαρτί πάνω στο τραπέζι, δίπλα στη στοίβα που υπήρχε ήδη εκεί. Η λίστα με τις προκλήσεις σε αγώνες για την επόμενη νύχτα και τη μεθεπόμενη. Μια λίστα που δεν τέλειωνε ποτέ, με άντρες που επιθυμούσαν να παλέψουν για τις περιουσίες τους. Ο Τεμπλ ξεφύσηξε αργόσυρτα, σιγανά. Δεν ήθελε να σκεφτεί τον επόμενο αγώνα. Το μόνο που ήθελε ήταν καυτό νερό κι ένα μαλακό κρεβάτι. Τράβηξε απότομα μια λαβή κουδουνιού εκεί δίπλα, ζητώντας να ετοιμαστεί το μπάνιο του. Το βλέμμα του Τεμπλ τρεμόπαιξε πάνω στο χαρτί, αρκετά κοντά ώστε να δει ότι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


υπήρχε μισή ντουζίνα ονόματα ορνιθοσκαλισμένα εκεί πάνω, αλλά και πολύ μακριά για να μπορεί να διαβάσει τα ονόματα. Κοίταξε το γεμάτο σημασία βλέμμα του φίλου του. «Ο Λόου σε προκαλεί ξανά σε αγώνα». Θα έπρεπε να τα περιμένει αυτά τα λόγια –ο Κρίστοφερ Λόου τον είχε προκαλέσει σε αγώνα δώδεκα φορές σε ισάριθμες μέρες– αλλά και πάλι, τα ένιωσε σαν μπουνιά. «Όχι». Την ίδια απάντηση είχε δώσει έντεκα φορές. «Κι εσύ θα έπρεπε να σταματήσεις να μου τον φέρνεις». «Γιατί; Δεν πρέπει να έχει και το αγόρι την ευκαιρία του όπως όλοι οι άλλοι;» Ο Τεμπλ κοίταξε βλοσυρά τον Τσέις. «Είσαι ένας αιμοδιψής μπάσταρδος». Ο Τσέις γέλασε. «Προς μεγάλη απογοήτευση της οικογένειάς μου, όχι μπάσταρδος». «Αιμοδιψής, όμως, ναι». «Απλώς απολαμβάνω έναν παθιασμένο αγώνα», ανασήκωσε τους ώμους του ο Τσέις. «Έχει χάσει χιλιάδες λίρες». «Δεν με νοιάζει ακόμη κι αν έχασε τα πετράδια του στέμματος. Δεν θα παλέψω μαζί του». «Τεμπλ…» «Όταν κάναμε αυτή τη συμφωνία… όταν δέχτηκα να μπω κι εγώ στον “Άγγελο”, συμφωνήσαμε ότι οι αγώνες είναι δικοί μου. Έτσι δεν είναι;» Ο Τσέις δίστασε, καταλαβαίνοντας προς τα πού όδευε η συζήτηση. Ο Τεμπλ επανέλαβε. «Έτσι δεν είναι;» «Ναι». «Ε, δεν θα παλέψω με τον Λόου». Ο Τεμπλ έκανε μια παύση κι ύστερα πρόσθεσε: «Δεν είναι καν μέλος». «Είναι μέλος στη λέσχη του Νάιτ. Τώρα του έχουν απονεμηθεί τα ίδια δικαιώματα που έχει κάθε μέλος του “Αγγέλου”». Η λέσχη του Νάιτ, το τελευταίο απόκτημα του «Έκπτωτου Αγγέλου», μια κατώτερη λέσχη που έφερε μαζί της την τέρψη και τα χρέη τετρακοσίων όχι και τόσο καλόφημων τύπων. Τον πλημμύρισε οργή. «Να πάρει ο διάολος… αν δεν ήταν ο Κρος κι αυτές οι ηλίθιες αποφάσεις του…» «Είχε τους λόγους του», είπε ο Τσέις. «Ο Θεός να μας φυλάει από ερωτευμένους άντρες». «Αυτό ξαναπές το», συμφώνησε ο Τσέις. «Όμως έχουμε και μια δεύτερη λέσχη να διευθύνουμε, όπως και να το κάνουμε, κι αυτή η λέσχη κρατάει τα χρέη του Λόου. Και δικαιούται έναν αγώνα, αν το ζητήσει». «Μα πώς το αγόρι έχασε χιλιάδες λίρες;» ρώτησε ο Τεμπλ, μισώντας την απογοήτευση που γλίστρησε και φάνηκε στον τόνο της φωνής του. «Ό,τι άγγιζε ο πατέρας του γινόταν χρυσάφι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Γι’ αυτό και η αδερφή του Λόου ήταν τόσο πολύφερνη νύφη. Τη σιχάθηκε αυτή τη σκέψη. Τις αναμνήσεις που έφερνε μαζί της. Ο Τσέις ανασήκωσε αδιάφορα τον ένα του ώμο. «Η τύχη αλλάζει γρήγορα». Πάνω σ’ αυτή την πραγματικότητα ζούσαν όλοι τους. Ο Τεμπλ βλαστήμησε. «Δεν παλεύω μαζί του. Ξεφορτώσου τον». Ο Τσέις τον κοίταξε. «Δεν υπάρχει καμιά απόδειξη ότι τη σκότωσες». Ο Τεμπλ δεν κούνησε ούτε βλέφαρο. «Δεν υπάρχει καμιά απόδειξη ότι δεν τη σκότωσα». «Θα έβαζα στοίχημα ό,τι έχω και δεν έχω ότι δεν τη σκότωσες». «Αλλά όχι επειδή ξέρεις πως είναι αλήθεια αυτό». Ούτε καν ο Τεμπλ δεν το ήξερε. «Ξέρω εσένα». Κανένας δεν τον ήξερε. Όχι σε βάθος. «Ε λοιπόν, ο Λόου δεν με ξέρει. Δεν θα παλέψω μαζί του. Και δεν θα ξανακάνω αυτή τη συζήτηση. Αν θέλεις να δώσεις στο αγόρι έναν αγώνα, να πας εσύ να παλέψεις μαζί του». Περίμενε για τα επόμενα λόγια του Τσέις. Για μια καινούρια επίθεση. Δεν ήρθε. «Εντάξει, στο Λονδίνο θα άρεσε αυτό». Ο ιδρυτής του «Αγγέλου» σηκώθηκε, παίρνοντας στα χέρια του τη λίστα με τους πιθανούς αγώνες και μαζί και τη στοίβα με τα χαρτιά που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι πριν από τον αγώνα. «Να τα επιστρέψω αυτά στα κατάστιχα;» Ο Τεμπλ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, απλώνοντας το ένα του χέρι για να τα πάρει πίσω. «Θα το κάνω εγώ». «Γιατί έφερες στο δωμάτιο αυτό το αρχείο, εδώ που τα λέμε;» ρώτησε ο Τσέις. Ο Τεμπλ κοίταξε τα χαρτιά, όπου το χρέος του Μόντλεϊκ στον «Άγγελο» ήταν καταγεγραμμένο με ευκρινή, πυκνή γραφή: εκατό λίρες εδώ, εκατό λίρες εκεί, σαράντα οκτώ στρέμματα. Εκατό. Ένα σπίτι, ένα άλογο, μια άμαξα. Μια ζωή. Σήκωσε τον ένα του ώμο, απολαμβάνοντας το τσίμπημα στον μυ εκεί. «Θα μπορούσε να είχε κερδίσει». Ένα ξανθό φρύδι του Τσέις υψώθηκε. «Θα μπορούσε να είχε τελειώσει». Μα δεν έγινε έτσι. Ο Τεμπλ έβαλε ξανά τον φάκελο πάνω στο σημαδεμένο δρύινο τραπέζι. «Ποντάρουν τα πάντα στον αγώνα. Απ’ ό,τι φαίνεται, το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να αναγνωρίσω τη σπουδαιότητα της απώλειάς τους». «Κι όμως, παρ’ όλα αυτά νικάς». Αλήθεια ήταν αυτό. Ωστόσο καταλάβαινε τι σήμαινε να χάσει κάποιος τα πάντα. Να αλλάξει ολόκληρη η ζωή του μέσα σε μια στιγμή, εξαιτίας μιας επιλογής που δεν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


έπρεπε να γίνει. Μιας πράξης που δεν έπρεπε να είχε κάνει. Υπήρχε μια διαφορά, φυσικά. Οι άντρες που έρχονταν να ματώσουν στον αγώνα εκεί έξω, θυμούνταν ότι είχαν κάνει αυτή την επιλογή. Είχαν κάνει την πράξη. Ο Τεμπλ δεν την είχε κάνει. Όχι πως είχε καμιά σημασία. Ένα κουδούνι στον τοίχο πάνω από την πόρτα ήχησε, αναγγέλλοντας ότι το μπάνιο του ήταν έτοιμο, και τον ξανάφερε στο παρόν. «Δεν είπα πως δεν τους αξίζει να χάσουν». Ο Τσέις γέλασε, κι ο ήχος ακούστηκε δυνατός μες στο σιωπηλό δωμάτιο. «Είσαι τόσο σίγουρος για τον εαυτό σου. Μια μέρα, μπορεί να μη νικάς τόσο εύκολα». Ο Τεμπλ πήρε μια πετσέτα και τύλιξε το εκλεκτό τουρκικό βαμβάκι γύρω απ’ τον λαιμό του. «Φοβερές προοπτικές», είπε καθώς κατευθυνόταν προς την παραδιπλανή κάμαρα όπου βρισκόταν το μπάνιο, ξεχνώντας τον Τσέις, τον αγώνα και τα τραύματα που είχε προκαλέσει. «Φοβερές, υπέροχες προοπτικές». Οι δρόμοι ανατολικά από το Τεμπλ Μπαρ ζωντάνευαν τη νύχτα και γέμιζαν με τους χειρότερους τύπους του Λονδίνου – κλέφτες, πόρνες και μαχαιροβγάλτες που ξαμολιούνταν από τις κρυψώνες όπου περνούσαν τη μέρα τους κι έβγαιναν ελεύθεροι μες στην άγρια νύχτα. Θέριευαν στο σκοτάδι. Απολάμβαναν τον τρόπο που οι γωνιές ξεπηδούσαν μέσα από τις σκιές και λάξευαν ένα καλοδεχούμενο σκοτάδι που δεν το έβλεπε η πόλη, ούτε ένα χιλιόμετρο μακριά από τα πιο εντυπωσιακά σπίτια και τους πιο εύπορους κατοίκους, οριοθετώντας την περιοχή όπου οι καθωσπρέπει αριστοκράτες δεν θα τριγυρνούσαν, πολύ φοβισμένοι για να έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο με την αλήθεια της πόλης – μια αλήθεια περισσότερη από αυτήν που εκείνοι ήξεραν. Ή ίσως ήταν ακριβώς αυτή που ήξεραν. Ήταν όλα όσα ήξερε ο Τεμπλ. Όλα όσα ήταν, όλα όσα είχε γίνει, όλα όσα θα ήταν πάντα, αυτό το μέρος, κόσκινο διάτρητο από μπεκρήδες και πόρνες – το ιδανικό μέρος για να χαθεί σιγά σιγά ένας άνθρωπος. Απαρατήρητος. Φυσικά, τον έβλεπαν. Τον έβλεπαν για χρόνια, από εκείνη τη στιγμή, δώδεκα χρόνια πριν, τότε που είχε καταφτάσει νεαρός, βρομοκοπώντας φόβο και λύσσα, μην έχοντας τίποτ’ άλλο παρά μόνο τις γροθιές του ως διαβατήριο γι’ αυτόν τον περίφημο καινούριο κόσμο. Οι ψίθυροι για διαφθορά και αμαρτία τον είχαν ακολουθήσει, περιμένοντας. Στην αρχή εκείνος έκανε πως δεν άκουγε τη λέξη, αλλά καθώς τα χρόνια κύλησαν, την

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αποδέχτηκε ευχαρίστως – και η κλητική προσφώνηση έγινε τίτλος τιμής. Ο Φονιάς. Αυτό τους κρατούσε μακριά του, παρόλο που τον παρατηρούσαν. Ο Φονιάς Δούκας. Διέκρινε την περιέργεια στο βλέμμα τους – γιατί ένας τύπος της αριστοκρατίας, που είχε γεννηθεί στα πούπουλα και έτρωγε με χρυσά κουτάλια, να έχει λόγο να σκοτώσει; Τι ολέθριο, σκοτεινό μυστικό έκρυβαν τόσο καλά οι πλούσιοι και προνομιούχοι του Λονδίνου πίσω από τα μετάξια τους, τα κοσμήματα και τα λεφτά τους; Ο Τεμπλ έδινε ελπίδα και στις πιο σκοτεινές ψυχές. Τη δυνατότητα να πιστέψουν ότι οι ζωές τους, σκοτεινές και πασαλειμμένες με φούμο και με βρόμα, ίσως να μην ήταν και τόσο πολύ διαφορετικές από τις ζωές εκείνων που φάνταζαν τόσο ψηλά. Τόσο απρόσιτοι. Αφού ο Φονιάς Δούκας μπορούσε να πέσει, άκουγε τις κλεφτές ματιές τους να λένε, έτσι κι εμείς μπορεί να ανέβουμε. Και σ’ εκείνη την τρεμάμενη ελπίδα ελλόχευε ο κίνδυνος. Ο Τεμπλ έστριψε σε μια γωνία, αφήνοντας πίσω του τα φώτα και τους ήχους του Λονγκ Ακρ, και χώθηκε στους σκοτεινούς δρόμους όπου είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του. Περπατούσε δίχως να προκαλεί, ακολουθώντας το επί χρόνια ένστικτό του, ξέροντας ότι σ’ αυτήν ακριβώς τη διαδρομή –στα τελευταία εκατό μέτρα ως το σπίτι του– εκείνοι που καραδοκούσαν, έβρισκαν το απαιτούμενο θάρρος. Εξαιτίας αυτού, δεν του έκανε εντύπωση που κάποιος τον ακολουθούσε. Είχε συμβεί κι άλλη φορά – άντρες αρκετά απελπισμένοι ώστε να του ριχτούν, να βγάλουν μαχαίρια και ρόπαλα με την ελπίδα ότι ένα και μοναδικό, καίριο χτύπημα θα τον ξάπλωνε για όση ώρα χρειαζόταν ώστε να του ξαφρίσουν το πορτοφόλι. Κι αν το χτύπημα τον ξάπλωνε για πάντα, εντάξει λοιπόν, ας ήταν. Στο κάτω κάτω, συνέβαιναν κι αυτά στους δρόμους. Τους είχε αντιμετωπίσει και στο παρελθόν. Είχε παλέψει μαζί τους και παλιότερα, φτύνοντας αίμα και δόντια εδώ, στο λιθόστρωτο του Νιούγκεϊτ, με μια αγριότητα που δεν την είχε στο ριγκ του «Έκπτωτου Αγγέλου». Είχε παλέψει μαζί τους και είχε νικήσει. Ήταν δεκάδες. Πλήθος. Και παρ’ όλα αυτά, πάντα υπήρχε κάποιος καινούριος, απελπισμένος εγκληματίας που τον ακολουθούσε, κάνοντας το λάθος να περάσει το φίνο μάλλινο παλτό του Τεμπλ για αδυναμία. Επιβράδυνε και προσηλώθηκε στα βήματα πίσω του, αλλιώτικα από τα συνηθισμένα. Τους έλειπε το βάρος που δίνει το ποτό και η λανθασμένη κρίση. Ήταν γρήγορα και σταθερά και σχεδόν πάνω στα δικά του, ώσπου παρατήρησε τι ήταν αυτό που έκανε εκείνα τα βήματα να ξεχωρίζουν. Έπρεπε να το είχε προσέξει νωρίτερα. Έπρεπε να είχε καταλάβει αμέσως γιατί υπήρχε κάτι τόσο ασυνήθιστο σε αυτόν τον συγκεκριμένο διώκτη. Κάτι τόσο ανησυχαστικό.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Διότι σ’ όλα τα χρόνια που κάποιοι γίνονταν η σκιά του μέσα σε τούτα τα σκοτεινά δρομάκια –σ’ όλα τα χρόνια που είχε σηκώσει τις γροθιές του για να αντιμετωπίσει έναν άγνωστο– ο επιτιθέμενος δεν ήταν ποτέ γυναίκα. Την περίμενε να μειώσει την απόσταση. Υπήρχε ένας δισταγμός στον βηματισμό της καθώς ερχόταν πιο κοντά, κι εκείνος κέρδισε χρόνο κάνοντας το βήμα του νωθρό και νωχελικό, ξέροντας ότι θα μπορούσε να στραφεί και να εξαλείψει αυτή τη συγκεκριμένη απειλή οποιαδήποτε στιγμή. Αλλά δεν συνέβαινε και κάθε μέρα να υπάρχει κάτι που να του προκαλεί έκπληξη. Κι αυτή η μαϊμουδίτσα πίσω του ήταν έκπληξη, το δίχως άλλο. Είχε έρθει αρκετά κοντά ώστε ο Τεμπλ να ακούει την ανάσα της, γοργή και ρηχή – σημάδι που μαρτυρούσε ζέση και φόβο. Λες και ήταν άπειρη σ’ αυτό. Λες και ήταν αυτή το θύμα. Και ίσως να ήταν. Βρισκόταν ένα μέτρο πίσω του. Τριάντα εκατοστά. Δεκαπέντε, ώσπου ο Τεμπλ στράφηκε, άπλωσε τα χέρια του και την άρπαξε απ’ τους καρπούς, τραβώντας την κοντά του – η συνειδητοποίηση ότι ήταν άοπλη ήρθε μαζί με ένα κύμα ζεστασιάς και άρωμα λεμονιού. Η γυναίκα δεν φορούσε γάντια. Ο Τεμπλ ίσα που είχε τον χρόνο να καταγράψει το γεγονός αυτό, διότι η γυναίκα έβγαλε ένα αγκομαχητό, έμεινε εντελώς ακίνητη για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου κι ύστερα πρώτα πήγε να τραβήξει απότομα τα χέρια της, και μόλις διαπίστωσε ότι ήταν κλεισμένα στη δυνατή λαβή του, άρχισε να παλεύει στα σοβαρά να λευτερωθεί. Ήταν ψηλότερη από τις περισσότερες γυναίκες και πιο δυνατή απ’ όσο περίμενε ο Τεμπλ. Δεν έβαλε τα κλάματα ούτε τις φωνές, τουναντίον χρησιμοποίησε όλη της την ανάσα, όλη της τη δύναμη στην προσπάθειά της να ελευθερωθεί, γεγονός που την καθιστούσε πιο έξυπνη από τους περισσότερους άντρες που είχε συναντήσει ο Τεμπλ στο ριγκ. Ωστόσο εκείνη δεν μπορούσε να παραβγεί μαζί του, κι έτσι ο Τεμπλ συνέχισε να την κρατάει. Σφιχτά και δυνατά, ώσπου στο τέλος η γυναίκα τα παράτησε. Ο Τεμπλ μάλλον λυπήθηκε που η γυναίκα τα παράτησε. Όμως έτσι έγινε, καθώς εκείνη ύστερα από κάμποση ώρα αντιλήφθηκε ότι πάλευε μάταια… προς στιγμή δίστασε, αλλά μετά γύρισε το πρόσωπό της και τον κοίταξε, λέγοντάς του: «Άφησέ με». Κάτι υπήρχε σ’ εκείνα τα λόγια, μια ατάραχη, αναπάντεχη ειλικρίνεια, που κόντεψε να τον κάνει να υπακούσει. Κόντεψε να τον κάνει να την αφήσει, να φύγει τρέχοντας μες στη νύχτα. Κόντεψε. Αλλά είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε να του κινήσει τόσο πολύ το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ενδιαφέρον κάποιος αντίπαλος. Την τράβηξε ακόμη πιο κοντά του και έπιασε με ευκολία και τα δυο χέρια της μέσα στο ένα απ’ τα δικά του, καθώς χρησιμοποίησε το άλλο για να ελέγξει τον μανδύα της για τυχόν όπλα. Το χέρι του έκλεισε πάνω στη λαβή ενός μαχαιριού, που ήταν κρυμμένο βαθιά στη φόδρα του μανδύα της. Ο Τεμπλ το έβγαλε έξω. «Όχι, δεν νομίζω πως θα σ’ αφήσω». «Αυτό είναι δικό μου», είπε η γυναίκα, κάνοντας να πιάσει το μαχαίρι και αναθεματίζοντας καθώς εκείνος το απομάκρυνε ώστε να μην μπορεί να το φτάσει. «Δεν μου αρέσουν οι συναντήσεις αργά τη νύχτα με οπλισμένους που θέλουν να επιτεθούν». «Δεν είμαι οπλισμένη». Ο Τεμπλ ύψωσε το ένα του φρύδι. Εκείνη ξεφύσηξε τραχιά. «Θέλω να πω, φυσικά και είμαι οπλισμένη. Είναι μαύρη νύχτα και οποιοσδήποτε με λίγο μυαλό στο κεφάλι του θα ήταν οπλισμένος. Όμως δεν έχω καμία πρόθεση να σε μαχαιρώσω». «Κι εγώ δηλαδή να δεχτώ τον λόγο σου έτσι απλά;» Η γυναίκα μίλησε ντόμπρα και αληθινά. «Αν ήθελα να σε μαχαιρώσω, θα το είχα κάνει». Ο Τεμπλ βλαστήμησε το σκοτάδι και τα μυστικά του, θέλοντας να δει το πρόσωπό της. «Τι γυρεύεις;» ρώτησε απαλά, γλιστρώντας το μαχαίρι μες στην μπότα του. «Τις τσέπες μου; Τώρα σώθηκες, λάθος άνθρωπο διάλεξες». Αν και δεν μπορούσε να πει ότι λυπόταν κιόλας που η γυναίκα είχε διαλέξει αυτόν. Είχε χαρεί. Ακόμη περισσότερο όταν η γυναίκα τού απάντησε. «Γυρεύω εσένα». Η απάντηση ήρθε τόσο γρήγορα ώστε φάνηκε ειλικρινής, και τον άφησε εμβρόντητο. Τέθηκε σε επιφυλακή. «Δεν είσαι ελευθερίων ηθών». Τα λόγια του αυτά δεν ήταν ερώτηση. Ήταν φανερό ότι η γυναίκα δεν ήταν πόρνη – από τον τρόπο που σφίχτηκε όταν άκουσε τα λόγια του, κρατώντας απόσταση ανάμεσά τους. Δεν ένιωθε άνετα με το άγγιγμα ενός άντρα. Με το δικό του άγγιγμα. Η γυναίκα διπλασίασε τις προσπάθειές της να ελευθερωθεί. «Αυτό είναι το μόνο πράγμα που θέλει κάποιος από σένα; Το πορτοφόλι σου ή το…» Κόμπιασε, και ο Τεμπλ αντιστάθηκε στην παρόρμηση να γελάσει. Ετούτη εδώ δεν ήταν ιερόδουλη, το μόνο σίγουρο. «Οι δυο αυτές εναλλακτικές είναι συνήθως αρκετές για τις γυναίκες». Κοίταξε επίμονα το σκοτεινό πρόσωπό της κι ευχήθηκε να υπήρχε κάποιος φανοστάτης στον δρόμο. Μια υποψία φωτός από κάποιο παρακείμενο παράθυρο. «Εντάξει, γλυκιά μου,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αν όχι το πορτοφόλι μου ή το…» Η φωνή του έσβησε, απολαμβάνοντας τον τρόπο που ένιωσε τη γυναίκα να κρατάει την ανάσα της ώσπου να ολοκληρώσει τη φράση του. Ήταν περίεργη. «…θάρρος μου, τότε τι θέλεις;» Η γυναίκα ανέπνευσε βαθιά και το βάρος της ανάσας της έπεσε ανάμεσά τους, λες κι αυτό που ετοιμαζόταν να πει θα άλλαζε τη ζωή της. Τη δική του ζωή. Ο Τεμπλ περίμενε, και ίσα που πρόσεξε ότι κι εκείνος κρατούσε τη δική του ανάσα. «Βρίσκομαι εδώ για να σε προκαλέσω σε αγώνα». Ο Τεμπλ την άφησε και άρχισε να απομακρύνεται, με τον εκνευρισμό, τη διάψευση και μπόλικη απογοήτευση να τον πλημμυρίζουν. Δεν είχε έρθει να τον βρει ως άντρα. Είχε έρθει να τον βρει σαν μέσο για έναν σκοπό. Ακριβώς όπως έκαναν πάντα. Οι μπότες της κροτάλισαν στο λιθόστρωτο καθώς έτρεξε στο κατόπι του. «Περίμενε». Ο Τεμπλ δεν περίμενε. «Εξοχότατε…» Ο τίτλος ευγενείας έσκισε το σκοτάδι. Τον πόνεσε. Η γυναίκα δεν επρόκειτο να πετύχει τίποτα με τέτοιους καλούς τρόπους. «Περίμενε μια στιγμή. Σε παρακαλώ». Μπορεί να ήταν η γλυκύτητα μέσα στη λέξη. Μπορεί να ήταν και ίδια η λέξη –που ο Φονιάς Δούκας δεν την άκουγε συχνά– αυτό που τον έκανε να κοντοσταθεί. Που τον έκανε να γυρίσει πίσω. «Δεν παλεύω με γυναίκες. Δεν με νοιάζει ποιος είναι ο εραστής σου. Πες του να βρει τον ανδρισμό του και να έρθει να με γυρέψει ο ίδιος». «Δεν ξέρει ότι βρίσκομαι εδώ». «Ίσως έπρεπε να του το είχες πει. Τότε μπορεί να σε είχε εμποδίσει να πάρεις τη βεβιασμένη και απερίσκεπτη απόφαση να βρεθείς μες στη μαύρη νύχτα καταμεσής ενός σκοτεινού στενού μαζί με έναν άντρα ο οποίος θεωρείται ευρύτατα ως ένας από τους πιο επικίνδυνους στη Βρετανία». «Δεν το πιστεύω αυτό». Κάτι βαθιά μέσα του αναδεύτηκε στο άκουσμα αυτών των λόγων. Στην αλήθεια που έκρυβαν. Και για μια τόση δα στιγμή, σκέφτηκε να την ξαναπιάσει. Να την οδηγήσει στο σπίτι του. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε να του κινήσει το ενδιαφέρον κάποια γυναίκα. Ήρθε πάλι στα συγκαλά του. «Θα έπρεπε να το πιστεύεις». «Ανοησίες. Από την πρώτη στιγμή ήταν ανοησίες». Την κοίταξε με τα μάτια μισόκλειστα. «Γύρνα σπίτι σου και βρες έναν άντρα που να σ’ αγαπάει αρκετά ώστε να σε σώζει από τον εαυτό σου». «Ο αδερφός μου έχασε πάρα πολλά χρήματα», είπε εκείνη, με τα λόγια της ξεκάθαρα μες στο σκοτάδι, και ταυτόχρονα ελαφρώς χρωματισμένα από καθωσπρέπει αγωγή και μια οξύτητα ανατολικού Λονδίνου. Όχι δηλαδή πως τον ένοιαζε η προφορά της. Ή

******ebook converter DEMO Watermarks*******


εκείνη. «Δεν παλεύω με γυναίκες». Ο Τεμπλ ένιωσε ανακούφιση με αυτή την επανάληψη. Με την υπενθύμιση ότι δεν είχε κάνει ποτέ του κακό σε γυναίκα. Άλλη γυναίκα. «Ο δε αδερφός σου φαίνεται πιο έξυπνος από πολλούς. Ούτε από άντρες χάνω». «Εγώ θέλω να διεκδικήσω πίσω τα χρήματα, όπως και να ’χει». «Κι εγώ θέλω ένα κάρο πράγματα που δεν θα τα αποκτήσω», της αντιγύρισε εκείνος. «Το ξέρω. Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ. Για να σου τα δώσω». Κάτι αντήχησε μέσα σ’ αυτά τα λόγια. Δύναμη. Αλήθεια. Ο Τεμπλ δεν αποκρίθηκε, αλλά η περιέργεια τον έκανε να περιμένει να ακούσει τα λόγια που θα ακολουθούσαν. Λόγια που ήρθαν σαν χτύπημα. «Βρίσκομαι εδώ για να προτείνω μια συναλλαγή». «Ώστε δηλαδή είσαι ελευθερίων ηθών, ε;» Είχε σκοπό να την προσβάλει. Απέτυχε. Εκείνη άφησε ένα γελάκι μες στο σκοτάδι, με τον αδύναμο ήχο να ακούγεται πιο γοητευτικός απ’ όσο θα ήθελε ο Τεμπλ να παραδεχτεί. «Όχι τέτοιου είδους συναλλαγή. Εξάλλου, δεν θέλεις εμένα ούτε στο μισό από όσο θέλεις αυτό που μπορώ να σου δώσω». Τα λόγια ήταν πρόκληση, κι εκείνος καιγόταν να την αποδεχτεί. Γιατί υπήρχε κάτι στις ανόητες, παλικαρίσιες κουβέντες της γυναίκας που του τραβούσε την προσοχή. Που τον έκανε να σκέφτεται να δεχτεί όποια ηλίθια συναλλαγή κι αν ήταν αυτή που του πρότεινε. Έστρεψε την προσοχή του πάνω της κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, με το άρωμά της να του έρχεται ζεστό και ευχάριστο. Μέσα σε μια στιγμή, την είχε πιάσει στα χέρια του, πιέζοντας το στήθος της στο δικό του. «Ομολογώ, ανέκαθεν μου άρεσε ο συνδυασμός της ομορφιάς και της τόλμης». Ψιθύρισε στο αφτί της και λάτρεψε τον τρόπο που η ανάσα της στάθηκε στον λαιμό της. «Ίσως να μπορέσουμε να κάνουμε μια συμφωνία, τελικά». «Το κορμί μου δεν είναι αντικείμενο της συναλλαγής». Αυτό ήταν κρίμα. Η γυναίκα είχε θράσος ως εκεί που δεν πήγαινε, και μια νύχτα στο κρεβάτι της ίσως να άξιζε τον κόπο για ό,τι κι αν ήταν αυτό που γύρευε. «Ε τότε τι σε κάνει να πιστεύεις ότι με ενδιαφέρει να έρθω σε συμφωνία μαζί σου;» Εκείνη κόμπιασε. Ένα δευτερόλεπτο. Λιγότερο. Όμως εκείνος το άκουσε. «Γιατί θέλεις αυτό που σου προσφέρω». «Είμαι πλούσιος σαν Κροίσος, αγαπούλα. Οπότε, αν δεν προσφέρεις την οικειοθελή συμμετοχή σου στο κρεβάτι μου, δεν υπάρχει τίποτα που να έχεις κι εγώ να μην μπορώ να το πάρω και μόνος μου». Γύρισε την πλάτη του με κατεύθυνση προς το σπίτι και είχε κάνει κάμποσα βήματα ώσπου εκείνη φώναξε: «Ακόμη και την άφεση αμαρτιών;» Ο Τεμπλ πάγωσε. Άφεση αμαρτιών.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Πόσες φορές αυτές οι δυο λέξεις δεν είχαν περάσει σαν ψίθυρος μέσα απ’ το μυαλό του; Πόσες φορές δεν τις είχε δοκιμάσει, σιγανά και ήσυχα στη γλώσσα του καθώς ήταν ξαπλωμένος στο σκοτάδι, με την ενοχή και την οργή να είναι οι μόνοι του σύντροφοι στο κρεβάτι; Άφεση αμαρτιών. Κάτι εισέβαλε μέσα του ορμητικά, παγωμένο και βίαιο, και του πήρε μια στιγμή για να το κατανοήσει. Προειδοποίηση. Η γυναίκα ήταν επικίνδυνη. Κι εκείνος θα έπρεπε να σηκωθεί να φύγει. Και παρ’ όλα αυτά… Κινήθηκε για να την τσακώσει, χρησιμοποιώντας την ταχύτητα για την οποία ήταν φημισμένος, κι άρπαξε το μπράτσο της σφιχτά με το χέρι του. Αψήφησε το αγκομαχητό της και την τράβηξε μαζί του στον δρόμο, σε μια λωρίδα γης όπου έπεφτε φως από έναν φανοστάτη, μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του. Σήκωσε το ένα γαντοφορεμένο χέρι του και άγγιξε το πρόσωπό της, γυρίζοντάς την προς το φως, παρατηρώντας την – απαλό δέρμα που είχε γίνει κόκκινο από τον βραδινό παγωμένο αέρα, πιγούνι αποφασιστικό και αυθάδικο. Τα μάτια της διάπλατα ανοιχτά και καθαρά, γεμάτα ειλικρίνεια. Το ένα μπλε. Το άλλο πράσινο. Πολύ παράξενα για να είναι συνηθισμένα. Δεν γινόταν να τα ξεχάσεις. Η γυναίκα προσπάθησε μάταια να αποτραβήξει το σαγόνι της. Η λαβή του έγινε πιο δυνατή, καθιστώντας την κίνηση αδύνατη. Η ερώτησή του ακούστηκε ευέξαπτη και τραχιά μες στο σκοτάδι. «Ποιος είναι ο αδερφός σου;» Εκείνη ξεροκατάπιε. Ο Τεμπλ ένιωσε αυτή την κίνηση στο χέρι του. Σε όλο του το κορμί. Μια αιωνιότητα πέρασε ενόσω εκείνος περίμενε την απάντησή της. «Ο Κρίστοφερ Λόου». Το όνομα τον τσουρούφλισε και την ελευθέρωσε κατευθείαν, και οπισθοχώρησε από εκείνη την κάψα που τον απειλούσε, έκανε το αίμα του πηχτό και του έφερε έναν βόμβο στ’ αφτιά. Άφεση αμαρτιών. Κούνησε το κεφάλι του αργά, ανήμπορος να συγκρατηθεί και να μη μιλήσει. «Είσαι…» Η φωνή του έσβησε κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της, μην μπορώντας να τον κοιτάξει. Όχι. Αυτό ο Τεμπλ δεν επρόκειτο να το ανεχτεί. «Κοίταξέ με». Εκείνη ύψωσε το ανάστημά της, τράβηξε πίσω τους ώμους, ίσιωσε την πλάτη. Και τον κοίταξε, χωρίς ντροπή. Χωρίς τύψεις. Χριστέ μου. «Πες το». Δεν ήταν παράκληση αυτό. «Είμαι η Μάρα Λόου». Δεν μπορεί να ήταν αλήθεια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Είσαι νεκρή». Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, με τα καστανοκόκκινα μαλλιά της να λαμποκοπούν στο φως. «Είμαι ζωντανή». Τα πάντα μέσα του κοκάλωσαν. Όλα όσα σιγόβραζαν για τόσο πολλά χρόνια. Όλα όσα απωθούσε και σιχαινόταν και φοβόταν. Όλα ησύχασαν. Ώσπου άρχισαν να βρυχώνται σαν την ίδια την κόλαση. Στράφηκε για να ξεκλειδώσει την πόρτα του διαμερίσματός του, έχοντας ανάγκη από κάτι να τον συγκρατήσει από την οργή του. Οι σιδερένιες κλειδωνιές μετακινήθηκαν κάτω από τη δύναμή του, απασφαλίστηκαν και παραμέρισαν, τονίζοντας την τραχιά ανάσα του. «Εξοχότατε;» Η προσφώνηση τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Εξοχότατε. Ο τίτλος ευγενείας για τον οποίο είχε γεννηθεί. Ο τίτλος στον οποίο είχε γυρίσει την πλάτη επί χρόνια. Δικός του, για άλλη μια φορά. Του τον απένειμε εκείνη που του τον είχε στερήσει. Η Αυτού Εξοχότης, ο δούκας του Λαμόντ. Άνοιξε την πόρτα διάπλατα και στράφηκε για να την αντικρίσει, αυτή τη γυναίκα που του είχε αλλάξει τη ζωή. Που του είχε καταστρέψει τη ζωή. «Μάρα Λόου». Το όνομα ακούστηκε τραχύ, διαστρεβλωμένο, ντυμένο με ιστορία. Εκείνη έγνεψε καταφατικά. Ο Τεμπλ γέλασε, ένα τραχύ, στιγμιαίο γέλιο μες στο σκοτάδι. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει. Η γυναίκα συνοφρυώθηκε, μπερδεμένη. Της έκανε μια σύντομη, περιπαικτική υπόκλιση. «Ζητώ συγγνώμη. Βλέπεις, δεν συμβαίνει κάθε μέρα ένας δολοφόνος να συναντά ένα παλιό του θύμα». Εκείνη ύψωσε το σαγόνι της. «Δεν με σκότωσες». Τα λόγια ακούστηκαν με γλυκύτητα και δύναμη, κι ήταν γεμάτα με ένα θάρρος που ο Τεμπλ θα μπορούσε να είχε θαυμάσει. Ένα θάρρος που θα έπρεπε να είχε μισήσει. Δεν την είχε σκοτώσει. Τον κυρίευσε ένα έντονο συναίσθημα, δυνατό και θυμωμένο. Ανακούφιση. Έξαλλη οργή. Σύγχυση. Και κάμποσα άλλα ακόμη. Θεέ και Κύριε. Μα τι διάβολο είχε συμβεί; Ο Τεμπλ παραμέρισε, κάνοντας νόημα προς τον σκοτεινό προθάλαμο που εκτεινόταν πέρα απ’ το κατώφλι. «Μέσα». Και πάλι, δεν ήταν παράκληση αυτό. Η γυναίκα δίστασε, με τα μάτια γουρλωμένα, και για μια στιγμή ο Τεμπλ σκέφτηκε ότι θα το έβαζε στα πόδια. Όμως δεν το έκανε. Ανόητο κορίτσι. Θα έπρεπε να το είχε βάλει στα πόδια. Τα φουστάνια της πέρασαν ξυστά πάνω από τις μπότες του καθώς περνούσε από μπροστά του, και το άγγιγμα αυτό του υπενθύμισε ότι η γυναίκα ήταν από σάρκα και

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αίμα. Και ζωντανή. Ζωντανή, και δική του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 2 Καθώς η πόρτα έκλεινε, με τον ήχο από τις κλειδωνιές να τονίζει το ήσυχο σκοτάδι του σπιτιού του, από το μυαλό της Μάρα πέρασε η σκέψη ότι αυτό εδώ θα μπορούσε στ’ αλήθεια να είναι το μεγαλύτερο λάθος που είχε κάνει στη ζωή της. Γεγονός που κάτι σήμαινε, αν σκεφτεί κανείς ότι δύο εβδομάδες μετά τα γενέθλια των δεκαέξι χρόνων της το είχε σκάσει από τον προγραμματισμένο γάμο της με έναν δούκα, αφήνοντας τον γιο του να αντιμετωπίσει ανακριβείς κατηγορίες για τη δολοφονία της. Τον γιο του, ο οποίος το δίχως άλλο σκεφτόταν να μετατρέψει εκείνες τις ανακριβείς κατηγορίες σε πραγματικότητα. Τον γιο του, που είχε κάθε δικαίωμα να εξαπολύσει την έξαλλη οργή του. Τον γιο του, με τον οποίο στεκόταν τώρα δα σε έναν ανησυχητικά στενό προθάλαμο. Μόνη. Μες στη μαύρη νύχτα. Η καρδιά της Μάρα κάλπασε ξέφρενα στον στενό χώρο, και κάθε μόριο του κορμιού της ούρλιαζε να το βάλει στα πόδια. Μα δεν μπορούσε. Ο αδερφός της το είχε καταστήσει αδύνατον. Η τύχη είχε γυρίσει. Η απόγνωση την είχε φέρει εδώ, κι είχε έρθει η ώρα να αντιμετωπίσει το παρελθόν της. Είχε έρθει η ώρα να αντιμετωπίσει εκείνον. Μαζεύοντας όλο της το κουράγιο, στράφηκε για να κάνει ακριβώς αυτό, προσπαθώντας να μη δώσει σημασία στον τρόπο που η πελώρια φιγούρα του –ήταν ψηλότερος και πιο σωματώδης από οποιονδήποτε άλλο άντρα είχε συναντήσει ποτέ της– διαγραφόταν απειλητική μες στο σκοτάδι, εμποδίζοντάς της την έξοδο. Εκείνος ήδη προχωρούσε προσπερνώντας την κι ανεβαίνοντας πρώτος μια σειρά από σκαλοπάτια. Εκείνη δίστασε κι έριξε μια βιαστική ματιά πίσω της, στην πόρτα. Θα μπορούσε να εξαφανιστεί ξανά. Να εξορίσει τη Μάρα Λόου ξανά. Είχε χαθεί μια φορά στο παρελθόν· θα μπορούσε να το ξανακάνει. Θα μπορούσε να το σκάσει. Και να χάσει όλα όσα είχε. Όλα όσα ήταν. Όλα εκείνα για τα οποία είχε μοχθήσει τόσο σκληρά. «Δεν θα μπορούσες ούτε δέκα μέτρα να πας χωρίς να σε πιάσω», είπε εκείνος. Ήταν κι αυτό, επίσης. Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε, να την παρατηρεί από ψηλά, με το πρόσωπό του να φαίνεται στο φως για πρώτη φορά εκείνη τη νύχτα. Τα δώδεκα χρόνια που πέρασαν τον είχαν αλλάξει, και όχι με τον συνηθισμένο τρόπο – από αγόρι δεκαοχτώ

******ebook converter DEMO Watermarks*******


χρόνων τώρα ήταν ένας άντρας στα τριάντα. Το απαλό, τέλειο δέρμα είχε δώσει τη θέση του σε αποφασιστικές γωνίες και σκούρα, σκληρά γένια. Κι ακόμη περισσότερο, τα μάτια του δεν είχαν ούτε ίχνος από το γέλιο που είχαν εκείνη τη νύχτα, μια ολόκληρη ζωή πριν. Εξακολουθούσαν να είναι κατάμαυρα σαν μεσάνυχτα, αλλά τώρα κρατούσαν τα μυστικά τους. Φυσικά και θα την τσάκωνε αν το έβαζε στα πόδια. Γι’ αυτό ακριβώς είχε έρθει εδώ, έτσι δεν είναι; Για να καθίσει να την τσακώσει. Για να αποκαλύψει τον εαυτό της. Μάρα Λόου. Είχαν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που είχε να πει αυτό το όνομα φωναχτά. Είχε γίνει η Μάργκαρετ Μακ Ιντάιρ από τη στιγμή που είχε φύγει εκείνη τη νύχτα. Αλλά τώρα ήταν ξανά η Μάρα, ο μόνος τρόπος για να σώσει το μοναδικό πράγμα που είχε σημασία για εκείνη. Αυτό που της έδινε σκοπό. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να είναι η Μάρα. Η σκέψη τής έδωσε την ώθηση να πάει πάνω και να μπει σε ένα δωμάτιο που ήταν μισό βιβλιοθήκη, μισό γραφείο, και ολόκληρο αντρικό. Καθώς ο Τεμπλ είχε ανάψει τα κεριά γύρω γύρω, μια χρυσαφένια λάμψη απλώθηκε και αποκάλυψε έπιπλα μεγάλα, επενδυμένα με δέρμα σε βαριές, σκούρες αποχρώσεις. Εκείνος είχε ήδη σκύψει για να ανάψει το τζάκι την ώρα που εκείνη έμπαινε. Η κίνηση αυτή ήταν τόσο αταίριαστη –ο μεγάλος δούκας να ανάβει τζάκια– που η Μάρα δεν μπόρεσε να κρατηθεί. «Δεν έχεις υπηρέτες;» Ο Τεμπλ σηκώθηκε, σκουπίζοντας τα χέρια στους πελώριους μηρούς του. «Μια γυναίκα έρχεται τα πρωινά για να καθαρίζει». «Άλλους δεν έχεις;» «Όχι». «Γιατί όχι;» «Κανένας δεν θέλει να ζει στο ίδιο σπίτι με τον Φονιά Δούκα». Δεν υπήρχε θυμός στα λόγια του. Ούτε λύπη. Μόνο αλήθεια. Πήγε να βάλει να πιει ένα ουίσκι, αλλά δεν πρόσφερε και σε εκείνη. Ούτε της πρότεινε να καθίσει, την ώρα που εκείνος κάθισε σε μια μεγάλη δερμάτινη καρέκλα. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το κεχριμπαρένιο υγρό και σταύρωσε τα πόδια του, αφήνοντας το ποτήρι του να χαλαρώσει μέσα στη χούφτα του καθώς την κοίταζε, με τα μαύρα μάτια του να την παρατηρούν, παρακολουθώντας, βλέποντας τα πάντα. Εκείνη σταύρωσε τα χέρια της για να ελέγξει το τρέμουλό τους, και τον κοίταξε. Μία σου και μία μου. Δώδεκα χρόνια μακριά από τα χρήματα, τη δύναμη και την αριστοκρατία συνέβαλαν στην απόκτηση ισχυρής θέλησης. Ισχυρή θέληση είχαν και οι δύο. Η σκέψη τής ήρθε σαν ψίθυρος, μαζί με μια σταλιά ενοχής. Εκείνη την είχε διαλέξει αυτή τη ζωή. Εκείνη επέλεξε να αλλάξει τα πάντα. Εκείνος, όχι. Εκείνος ήταν η

******ebook converter DEMO Watermarks*******


παράπλευρη απώλεια ενός ηλίθιου, ανόητου σχεδίου ενός κοριτσιού. Λυπάμαι. Στο κάτω κάτω, όντως λυπόταν. Ποτέ δεν είχε την πρόθεση γι’ αυτόν τον γοητευτικό νεαρό άντρα –γεμάτο μυς και χάρη κι εκείνο το πλατύ, χαμογελαστό στόμα– να γίνει άθελά της θύμα της δικής της απόδρασης. Όχι ότι είχε προσπαθήσει κιόλας να τον σώσει. Απόδιωξε τη σκέψη. Ήταν πολύ αργά για συγγνώμες. Κι εκείνη όπως έστρωσε θα κοιμόταν. Ο Τεμπλ ήπιε άλλη μια γουλιά ουίσκι, με τα βλέφαρά του χαμηλωμένα, λες και υπήρχε περίπτωση να μην προσέξει εκείνη τον τρόπο που την κοιτούσε επίμονα. Λες και δεν ένιωθε το βλέμμα του να τη διαπερνά. Ήταν μια μάχη. Εκείνος δεν επρόκειτο να μιλήσει πρώτος, άρα έμενε σ’ εκείνη να ξεκινήσει τη συζήτηση. Κίνηση που σήμαινε ήττα. Δεν θα άφηνε τον εαυτό της να χάσει. Κι έτσι περίμενε, προσπαθώντας να μην αναδεύεται ανήσυχα. Πασχίζοντας να μην τινάζεται με κάθε τρίξιμο που έκαναν τα ξύλα στο τζάκι. Προσπαθώντας να μην τρελαθεί κάτω από το βάρος της σιωπής. Προφανώς, ούτε κι εκείνος έδειχνε να έχει καμιά όρεξη να χάσει. Τον κοίταξε μισοκλείνοντας τα μάτια της. Περίμενε ώσπου δεν μπορούσε να περιμένει άλλο πια, και μετά του είπε την αλήθεια. «Δεν μου αρέσει που βρίσκομαι εδώ, όπως ακριβώς δεν αρέσει και σε σένα». Τα λόγια της τον έκαναν να μαρμαρώσει για μια στιγμή, και δάγκωσε τη γλώσσα της, φοβούμενη να μιλήσει. Φοβήθηκε μήπως έκανε τα πράγματα χειρότερα. Εκείνος γέλασε ξανά –το γέλιο που είχε ακούσει η Μάρα και νωρίτερα, έξω– ένα γέλιο χωρίς ευθυμία, μια τραχιά εκπνοή που ακουγόταν περισσότερο σαν πόνος παρά σαν διασκέδαση. «Απίστευτο. Μέχρι τούτη τη στιγμή, στ’ αλήθεια άφηνα περιθώρια στην πιθανότητα να είχες υπάρξει κι εσύ θύμα της μοίρας». «Δεν είμαστε όλοι θύματα της μοίρας;» Κι εκείνη είχε υπάρξει. Δεν παρέστησε πως δεν είχε παίξει πρόθυμα ρόλο σε όλα όσα είχαν συμβεί τόσα χρόνια πριν… αν όμως ήξερε πώς θα την άλλαζε αυτό… τι θα της έκανε αυτό… Δεν άφησε το ψέμα να ολοκληρωθεί. Θα το είχε κάνει ούτως ή άλλως. Δεν είχε άλλη επιλογή τότε. Όπως ακριβώς δεν είχε άλλη επιλογή και απόψε. Υπήρχαν στιγμές που άλλαζαν τη ζωή κάποιου. Και μονοπάτια που οδηγούσαν σε έναν δρόμο χωρίς διακλαδώσεις. «Είσαι ζωντανή και είσαι καλά, δεσποινίς Λόου».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο άντρας ήταν ισχυρός, εύπορος δούκας και θα είχε όλο το Λονδίνο στα πόδια του αν ήθελε. Ακούγοντας την επίκριση στη φωνή του, η Μάρα σήκωσε το σαγόνι της. «Όπως κι εσύ, Εξοχότατε». Τα μάτια του σκοτείνιασαν. «Αυτό σηκώνει αμφισβήτηση». Έγειρε πίσω στην καρέκλα του. «Οπότε, απ’ ό,τι φαίνεται, τελικά δεν ήταν η μοίρα αυτή που μου επιτέθηκε. Εσύ ήσουν». Όταν την είχε πιάσει έξω, πριν μάθει γιατί βρισκόταν εκεί και ποια ήταν, υπήρξε ζεστασιά στη φωνή του – ένα ίχνος βαρύτητας που το ένιωθε να την τραβάει, παρόλο που ήξερε ότι δεν έπρεπε. Τώρα η ζεστασιά είχε χαθεί και τη θέση της είχε πάρει μια παγερή ηρεμία – μια ηρεμία που εκείνη δεν την ξεγελούσε. Θα έβαζε και στοίχημα ότι έκρυβε από κάτω μια τρομερή θύελλα. «Δεν σου επιτέθηκα». Γεγονός, παρόλο που δεν ήταν εντελώς αλήθεια. Εκείνος δεν σταμάτησε να την κοιτάζει. «Ψεύτρα απ’ άκρη σ’ άκρη, βλέπω». Εκείνη σήκωσε το σαγόνι της. «Ποτέ δεν είπα ψέματα». «Αλήθεια; Έκανες τον κόσμο να πιστέψει ότι ήσουν πεθαμένη». «Ο κόσμος πίστεψε αυτό που ήθελε». Μισόκλεισε τα μάτια του και την κοίταξε. «Εξαφανίστηκες κι άφησες τον κόσμο να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα». Το ελεύθερο χέρι του –αυτό που δεν έσφιγγε το ποτήρι με το ουίσκι σχεδόν αδιάφορα– πρόδωσε την οργή του, με τα δάχτυλά του να συσπώνται αποκαλύπτοντας μια ενέργεια που με δυσκολία τη συγκρατούσε. Εκείνη παρατήρησε την κίνηση και την αναγνώρισε από τα αγόρια που είχε συναντήσει στους δρόμους. Υπήρχε πάντα κάτι που πρόδιδε την απογοήτευσή τους. Τον θυμό τους. Τους σκοπούς τους. Όμως αυτός εδώ δεν ήταν αγόρι. Δεν ήταν ηλίθια – δώδεκα χρόνια της είχαν διδάξει ένα σωρό μαθήματα για την ασφάλεια και την αυτοπροστασία, και για μια στιγμή οι τύψεις έδωσαν τη θέση τους στον εκνευρισμό και σκέφτηκε ξανά να το βάλει στα πόδια – να το σκάσει απ’ αυτόν τον άντρα, απ’ αυτό το μέρος κι απ’ αυτή την επιλογή που είχε κάνει. Την επιλογή που και θα έσωζε τη ζωή την οποία είχε χτίσει αλλά και θα την γκρέμιζε μαζί. Την επιλογή που θα την ανάγκαζε να αντιμετωπίσει το παρελθόν της και να βάλει το μέλλον της στα χέρια αυτού του άντρα. Κοίταζε εκείνα τα δάχτυλα να κουνιούνται. Ποτέ μου δεν είχα σκοπό να πάθεις κακό. Ήθελε να του το πει, αλλά εκείνος δεν θα την πίστευε. Η Μάρα το ήξερε. Δεν είχε να κάνει με το αν εκείνος θα τη συγχωρούσε ή θα την κατανοούσε. Είχε να κάνει με το μέλλον της. Και με το γεγονός ότι εκείνος

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κρατούσε το κλειδί του μέλλοντός της. «Εξαφανίστηκα, ναι. Και δεν μπορώ να το σβήσω αυτό. Όμως είμαι εδώ τώρα». «Και φτάνουμε και στο ψητό, επιτέλους. Γιατί;» Για πάρα πολλούς λόγους. Η Μάρα απόδιωξε τη σκέψη αυτή. Υπήρχε ένας και μόνο λόγος. Μόνο ένας είχε σημασία. «Για τα χρήματα». Αυτό ήταν αλήθεια. Αλλά και ψέμα. Τα φρύδια του υψώθηκαν με έκπληξη. «Δεν θα περίμενα τέτοια ειλικρίνεια, το ομολογώ». Εκείνη ανασήκωσε ελαφρά τον ένα της ώμο. «Βρίσκω ότι τα ψέματα μπερδεύουν υπερβολικά τα πράγματα». Ο Τεμπλ ξεφύσηξε αργά. «Είσαι εδώ για να υπερασπιστείς την υπόθεση του αδερφού σου». Εκείνη αγνόησε τον χείμαρρο του θυμού που ήρθε μαζί με τα λόγια. «Ναι». «Τα χρέη του φτάνουν ως τις ρίζες των μαλλιών του». Με δικά της χρήματα. «Μου είπαν ότι εσύ μπορείς να το αλλάξεις αυτό». «Το ότι μπορώ δεν σημαίνει και ότι θέλω». Η Μάρα πήρε μια ανάσα και ρίχτηκε στη μάχη. «Ξέρω ότι εκείνος δεν μπορεί να σε νικήσει. Ξέρω ότι ο αγώνας με τον τεράστιο Τεμπλ είναι κάτι υπερφυσικό. Ότι νικάς πάντα. Που είναι ο λόγος, φαντάζομαι, για τον οποίο δεν έχεις δεχτεί ούτε μία από τις τόσες προκλήσεις του. Ειλικρινά, μάλλον χαίρομαι που δεν τις δέχτηκες. Μου έδωσες περιθώρια να διαπραγματευτώ». Ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι τα σκούρα μάτια του θα μπορούσαν να γίνουν ακόμη σκουρότερα. «Είσαι σε επαφή μαζί του». Εκείνη κοκάλωσε, αναλογιζόμενη την κατά λάθος αποκάλυψη της πληροφορίας. Δεν της έδωσε χρόνο. «Πόσο καιρό έχετε που είστε σε επαφή;» Η γυναίκα δίστασε, για ένα δευτερόλεπτο. Και λιγότερο. Χρόνος αρκετός για να τον κάνει να πεταχτεί από την καρέκλα του, να διασχίσει το δωμάτιο και να την πλησιάσει βαδίζοντας αγέρωχα, και να τη σπρώξει προς τα πίσω, αρκετά γρήγορα ώστε να την κάνει να σκοντάψει πάνω στα φουστάνια της. Ένα τεράστιο χέρι τινάχτηκε. Την έπιασε, κι εκείνη ένιωσε τη δύναμή του σαν ατσάλι στην πλάτη της. Την τράβηξε προς το μέρος του· είχε εγκλωβιστεί πάνω του. «Πόσο καιρό;» Έκανε μια παύση, αλλά πριν προλάβει η γυναίκα να απαντήσει, εκείνος πρόσθεσε: «Δεν χρειάζεται να μου πεις. Μπορώ να μυρίσω πάνω σου την ενοχή». Έβαλε τα χέρια της στο στήθος του και αισθάνθηκε το τείχος από σιδερένιους μυς εκεί. Έσπρωξε. Η προσπάθεια ήταν μάταιη. Εκείνος δεν θα κουνιόταν ώσπου να το αποφάσιζε ο ίδιος.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Εσύ και ο ηλίθιος αδερφός σου συλλάβατε ένα ηλίθιο σχέδιο, και εξαφανίστηκες». Ήταν τόσο κοντά… Πολύ κοντά. «Ίσως όχι ηλίθιο. Μπορεί να ήταν μεγαλοφυές. Στο κάτω κάτω, όλοι πίστευαν ότι ήσουν πεθαμένη. Εγώ πίστευα ότι ήσουν πεθαμένη». Υπήρχε έξαλλη οργή μέσα στις λέξεις, έξαλλη οργή και κάτι άλλο. Κάτι που η Μάρα δεν μπορούσε παρά να θέλει να το κατευνάσει. «Δεν ήταν καθόλου έτσι το σχέδιο». Ο Τεμπλ αγνόησε αυτά τα λόγια. «Αλλά να σε, δώδεκα χρόνια αργότερα, ολοζώντανη. Ακμαιότατη». Μίλησε απαλά, ένας ήχος σαν ψίθυρος στο αφτί της. «Θα έπρεπε να πάρω εκδίκηση για το παρελθόν μας. Για την υπόληψή μου». Η Μάρα διέκρινε τον θυμό στα λόγια του. Τον ένιωσε στο άγγιγμά του. Αργότερα, θα απορούσε με το ίδιο της το θάρρος όταν τον κοίταξε και είπε: «Ίσως να έπρεπε. Αλλά δεν θα το κάνεις». Την άφησε απ’ τα χέρια του, τόσο απότομα που η Μάρα παραπάτησε προς τα πίσω την ώρα που εκείνος απομακρυνόταν, διασχίζοντας όλο το δωμάτιο· της έφερε στον νου μια τίγρη που είχε δει μια φορά σε ένα τσίρκο, φυλακισμένη, σε απόγνωση. Της πέρασε απ’ το μυαλό ότι μετά χαράς θα αντάλλασσε το άγριο θηρίο με τον δούκα του Λαμόντ εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Ανήμερος κι αυτός. Όταν τελικά γύρισε να την κοιτάξει, είπε: «Εγώ δεν θα ήμουν και τόσο σίγουρος. Δώδεκα χρόνια με τη στάμπα του φονιά αλλάζουν τον άνθρωπο». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, κοιτάζοντάς τον κατάματα. «Δεν είσαι φονιάς». «Είσαι η μοναδική που το ήξερες αυτό». Τα λόγια βγήκαν απ’ το στόμα του ήσυχα και γεμάτα έντονα συναισθήματα. Η Μάρα διέκρινε οργή, κατάπληξη και αιφνιδιασμό, αλλά η επίκριση ήταν αυτό που την ανησύχησε. Δεν ήταν δυνατόν να είχε εκείνος θεωρήσει ως δολοφόνο τον εαυτό του! Δεν ήταν δυνατόν να είχε πιστέψει ο Τεμπλ τα κουτσομπολιά. Τις εικασίες. Ή μήπως ήταν; Θα έπρεπε κάτι να πει. Αλλά τι; Τι μπορούσε να πει κάποιος σε έναν άνθρωπο που κατηγορήθηκε άδικα για τον φόνο κάποιου; «Θα βοηθούσε αν ζητούσα συγγνώμη;» Την κοίταξε με τα μάτια μισόκλειστα. «Νιώθεις τύψεις;» Η Μάρα δεν θα το άλλαζε. Ούτε για όλο το χρυσάφι του κόσμου. «Λυπάμαι που βρέθηκες μπλεγμένος». «Μετανιώνεις για τις πράξεις σου;» Τον κοίταξε. «Θέλεις την αλήθεια; Ή τα κοινότοπα;» «Δεν μπορείς να φανταστείς τι θέλω». Μπορούσε, αναμφίβολα. «Κατανοώ ότι είσαι θυμωμένος».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τα λόγια φάνηκε να του ξυπνούν κάτι, και ήρθε προς το μέρος της εξακολουθώντας να κρατάει το ποτήρι στο χέρι του, αναγκάζοντάς τη να οπισθοχωρήσει μέσα σ’ εκείνο το πολύ μικρό δωμάτιο. «Κατανοείς, ε;» Αυτό που είπε η Μάρα ήταν το λάθος πράγμα. Πέρασε ξυστά γύρω από μια ντιβανοκασέλα, έχοντας τα χέρια της ψηλά, λες και θα μπορούσε να τον σταματήσει, ψάχνοντας για τα κατάλληλα λόγια. Εκείνος δεν την περίμενε να τα βρει. «Κατανοείς πώς είναι να έχεις χάσει τα πάντα;» Ναι. «Κατανοείς πώς είναι να έχω χάσει την υπόληψή μου;» Κατανοούσε, μάλλον. Αλλά ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να μην το πει. Εκείνος συνέχισε. «Να έχω χάσει τον τίτλο μου, τη γη μου, τη ζωή μου;» «Μα δεν τα έχεις χάσει… εξακολουθείς να είσαι δούκας. Ο δούκας του Λαμόντ», είπε η Μάρα, με τα λόγια –πράγματα που έλεγε και στον εαυτό της επί χρόνια– να βγαίνουν απ’ το στόμα της βιαστικά και αμυντικά. «Η γη εξακολουθεί να σου ανήκει. Τα χρήματα. Έχεις τριπλασιάσει την περιουσία του δουκάτου». Τα μάτια του γούρλωσαν. «Αυτό πώς το ξέρεις;» «Δείχνω προσοχή». «Γιατί;» «Γιατί δεν ξαναγύρισες ποτέ στο κτήμα;» «Τι θα είχα καταφέρει αν είχα γυρίσει;» «Μπορεί να είχες θυμηθεί ότι δεν έχασες και τόσο πολλά». Η Μάρα ξεστόμισε αυτά τα λόγια πριν προλάβει να τα συγκρατήσει. Πριν συνειδητοποιήσει πόσο προκλητικά ήταν. Οπισθοχώρησε βιαστικά, βάζοντας μια καρέκλα με ψηλή πλάτη ανάμεσά τους, κι άρχισε να την πασπατεύει νευρικά. «Δεν εννοούσα…» «Φυσικά και εννοούσες». Όρμησε γύρω από την καρέκλα προς το μέρος της. Εκείνη προχώρησε αντίθετα απ’ αυτόν, κρατώντας το έπιπλο ανάμεσά τους. Αποπειράθηκε να καθησυχάσει το θηρίο. «Είσαι θυμωμένος». Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Η λέξη “θυμωμένος” ούτε κατά διάνοια δεν περιγράφει την ένταση αυτού που νιώθω». Εκείνη κατένευσε, κάνοντας προς τα πίσω για ακόμη μια φορά. «Λογικό. Έξαλλος». Εκείνος συνέχισε να προχωρεί. «Αυτό είναι πιο κοντά». «Εξαγριωμένος». «Κι αυτό, επίσης». Η Μάρα κοίταξε πίσω της και είδε τον μπουφέ να διαγράφεται απειλητικός. Αυτό εδώ δεν ήταν και πολύ μεγάλο δωμάτιο, τελικά. «Έξω φρενών». «Και αυτό». Ένιωσε το σκληρό δρύινο ξύλο στην πλάτη της. Παγιδευμένη ξανά. «Μπορώ να το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


φτιάξω», είπε, σε απόγνωση για να ξαναπάρει το πάνω χέρι. «Αυτό που χάλασε». Εκείνος κοντοστάθηκε, και για μια στιγμή η Μάρα κέρδισε την αμέριστη προσοχή του. «Αφού εγώ δεν είμαι νεκρή, εσύ δεν είσαι» –δολοφόνος– «αυτό που λένε ότι είσαι». Ο Τεμπλ δεν αποκρίθηκε κι εκείνη έσπευσε να γεμίσει τη σιωπή. «Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ. Θα βγω στο προσκήνιο. Θα αποκαλυφθώ στην καλή κοινωνία. Θα αποδείξω ότι δεν είσαι αυτό που λένε ότι είσαι». Απίθωσε το ποτήρι του στον μπουφέ. «Μάλιστα». Η Μάρα άφησε να της βγει μια ανάσα που δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι την κρατούσε. Δεν ήταν και τόσο ανελέητος όσο είχε φανταστεί ότι μπορεί να ήταν. Έγνεψε καταφατικά. «Ναι, θα το κάνω. Θα πω σε όλους…» «Θα τους πεις την αλήθεια». Εκείνη δίστασε ακούγοντας αυτά τα λόγια, τα μίσησε, την απειλή που έκρυβαν. Και παρ’ όλα αυτά έγνεψε καταφατικά. «Θα τους πω την αλήθεια». Θα ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που είχε κάνει ποτέ της, αλλά θα το έκανε. Δεν είχε άλλη επιλογή. Αυτό θα την κατέστρεφε, αλλά ίσως να ήταν αρκετό να σωθεί εκείνο που είχε σημασία. Είχε μία πιθανότητα να διαπραγματευτεί με τον Τεμπλ. Έπρεπε να το κάνει σωστά. «Υπό έναν όρο». Εκείνος γέλασε. Ένα δυνατό, τρανταχτό γέλιο σαν καγχασμό. Η Μάρα συνοφρυώθηκε μπροστά σ’ αυτόν τον θόρυβο. Δεν της άρεσε ο ήχος, και ιδίως όχι όταν κατέληξε σε ένα πονηρό, δύσθυμο χαμόγελο. «Σκέφτεσαι να κάνεις καμιά συναλλαγή μαζί μου;» Είχε έρθει τόσο κοντά της ώστε μπορούσε να την αγγίξει. «Λες η αποψινή νύχτα να μου έφερε καμιά διαπραγματευτική διάθεση;» «Εξαφανίστηκα μια φορά στο παρελθόν. Μπορώ να το ξανακάνω». Η απειλή δεν την καθιστούσε αγαπητή στα μάτια του. «Θα σε βρω». Μίλησε τόσο σοβαρά, τόσο ειλικρινά, που η Μάρα δεν τον αμφισβήτησε. Εντούτοις, επέμεινε. «Ίσως, αλλά έχω περάσει δώδεκα χρόνια κρυμμένη κι έχω γίνει πολύ καλή σ’ αυτό. Και ακόμη κι αν όντως με έβρισκες, η αριστοκρατία δεν θα πιστέψει ότι είμαι ζωντανή επειδή έτσι απλά το λες εσύ. Με χρειάζεσαι, να παίξω ρόλο σε αυτό το έργο με τη θέλησή μου». Τα μάτια του μισόκλεισαν και ένας μυς στο σαγόνι του συσπάστηκε. Όταν μίλησε, τα λόγια του ακούστηκαν σαν πάγος. «Σε διαβεβαιώ, ποτέ δεν θα σε χρειαστώ». Εκείνη τον αγνόησε. Συνέχισε. «Θα πω την αλήθεια. Θα εμφανιστώ με πιστοποιητικό της γέννησής μου. Κι εσύ θα χαρίσεις τα χρέη του αδερφού μου». Ακολούθησε μια στιγμή σιωπής καθώς τα λόγια αυτά έπεσαν ανάμεσά τους, και για εκείνα τα φευγαλέα δευτερόλεπτα η Μάρα θεώρησε ότι μπορεί να τα είχε καταφέρει να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


διαπραγματευτεί μαζί του. «Όχι». Εκείνη κυριεύτηκε από πανικό. Δεν γινόταν να της λέει «όχι»! Σήκωσε το σαγόνι της. «Θεωρώ πως πρόκειται για δίκαιη συναλλαγή». «Δίκαιη συναλλαγή για τη ζωή μου που καταστράφηκε;» Την πλημμύρισε εκνευρισμός. Ο Τεμπλ ήταν ένας από τους πλουσιότερους άντρες του Λονδίνου. Της Βρετανίας, για όνομα του Θεού. Με γυναίκες που ρίχνονταν στην αγκαλιά του και με άντρες που ήθελαν απεγνωσμένα να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του. Διατήρησε τον τίτλο του, το καταπίστευμά του, και τώρα είχε στο όνομά του μια ολόκληρη αυτοκρατορία. Τι ήξερε αυτός από κατεστραμμένες ζωές; «Και πόσες ζωές έχεις καταστρέψει εσύ;» τον ρώτησε, ξέροντας ότι δεν έπρεπε, αλλά μην μπορώντας να συγκρατηθεί. «Δεν είσαι άγιος, κύριέ μου». «Ό,τι κι αν έχω κάνει εγώ…» άρχισε ο Τεμπλ να λέει, κι ύστερα σταμάτησε, αλλάζοντας τακτική και ξεφυσώντας με δυσπιστία. «Αρκετά. Είσαι και τώρα το ίδιο ανόητη όπως τότε που ήσουν δεκαέξι χρόνων, αν πιστεύεις ότι είσαι σε θέση να διαπραγματευτείς τους όρους της συμφωνίας μας». Η Μάρα στην αρχή είχε σκεφτεί ότι θα μπορούσε να διαπραγματευτεί, φυσικά, αλλά μια ματιά στο παγερό, θυμωμένο βλέμμα αυτού του άντρα την έκανε να καταλάβει πόσο έξω είχε πέσει. Αυτός εδώ ο άντρας δεν ήθελε άφεση αμαρτιών. Ήθελε εκδίκηση. Κι εκείνη ήταν το μονοπάτι μέσα απ’ το οποίο θα την έπαιρνε. «Δεν το βλέπεις, Μάρα;» Ο Τεμπλ έσκυψε προς το μέρος της και ψιθύρισε: «Είσαι δική μου τώρα». Τα λόγια του την ανησύχησαν, αλλά απέφυγε να του το δείξει. Δεν ήταν δολοφόνος. Αυτό εκείνη το ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα. Μπορεί να μη σκότωσε εσένα… αλλά δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για το τι έχει κάνει από τότε. Ανοησίες. Δεν ήταν δολοφόνος. Ήταν απλώς θυμωμένος. Πράγμα που εκείνη το περίμενε, έτσι δεν είναι; Δεν είχε προετοιμαστεί γι’ αυτό; Δεν είχε ζυγίσει τις εναλλακτικές της πριν φορέσει τον μανδύα της και πάρει τους δρόμους για να τον βρει; Ήταν μόνη της επί δώδεκα χρόνια. Είχε μάθει να φροντίζει τον εαυτό της. Είχε μάθει να είναι δυνατή. Τότε ο Τεμπλ απομακρύνθηκε από κοντά της και πήγε σε μια καρέκλα δίπλα στο τζάκι. «Μπορείς κι εσύ να καθίσεις. Δεν πρόκειται να πας πουθενά». Την πλημμύρισε ανησυχία στο άκουσμα αυτών των λόγων. «Τι πάει να πει αυτό;» «Πάει να πει ότι εσύ εμφανίστηκες ξαφνικά έξω απ’ την πόρτα μου, δεσποινίς Λόου. Και δεν έχω κανένα σκοπό να σε αφήσω να το ξανασκάσεις». Η καρδιά της άρχισε να βροντοχτυπά. «Δηλαδή, θα με κρατήσεις αιχμάλωτη;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Εκείνος δεν αποκρίθηκε, αλλά τα λόγια που της είχε πει προηγουμένως αντηχούσαν μέσα της. Είσαι δική μου τώρα. Να πάρει και να σηκώσει. Δεν τα είχε υπολογίσει καθόλου σωστά τα πράγματα. Κι εκείνος πολύ λίγα περιθώρια της άφηνε. Αγνόησε το χέρι του που της έδειχνε το άλλο κάθισμα πλάι στο τζάκι, και κατευθύνθηκε προς την καράφα που ήταν στην άλλη άκρη του μπουφέ, γεμίζοντας πρώτα ένα ποτήρι, ύστερα ένα δεύτερο, υπολογίζοντας προσεκτικά την ποσότητα του ποτού. Γύρισε και τον κοίταξε, και παρατήρησε ότι το ένα του φρύδι ήταν υψωμένο από επίκριση. «Μπορώ να πιω ένα ποτό, ε; Ή μήπως σκοπεύεις να το βάλεις κι αυτό στην εξόφληση του χρέους;» Εκείνος φάνηκε να σκέφτεται τι να απαντήσει, κι ύστερα είπε: «Ευχαρίστως». Η Μάρα διέσχισε το δωμάτιο και του πρόσφερε το δεύτερο ποτήρι, ελπίζοντας πως εκείνος δεν θα παρατηρούσε το τρέμουλο στο χέρι της. «Ευχαριστώ». «Πιστεύεις ότι η ευγένεια θα σου χαρίσει πόντους;» Εκείνη κάθισε στην άκρη της καρέκλας απέναντί του. «Πιστεύω ότι δεν κάνει κακό». Ο Τεμπλ ήπιε, κι εκείνη ξεφύσηξε κοιτάζοντας επίμονα το ποτό, αφήνοντας να περάσουν μερικές στιγμές πριν πει: «Δεν ήθελα να το κάνω αυτό». «Δεν φαντάζομαι πως ήθελες», είπε εκείνος πικρόχολα. «Υποθέτω πως μια χαρά απόλαυσες δώδεκα χρόνια ελευθερίας». Δεν εννοούσε αυτό η Μάρα, αλλά δεν ήταν χαζή ώστε να τον διορθώσει. «Κι αν σου έλεγα ότι δεν το απολάμβανα συνέχεια; Ότι δεν ήταν πάντα εύκολο;» «Θα σε συμβούλευα να αποφύγεις να μου πεις τέτοια πράγματα. Διαπιστώνω πως έχω χάσει το συμπονετικό μου αφτί». Τον κοίταξε με τα μάτια μισόκλειστα. «Είσαι δύσκολος άνθρωπος». Εκείνος ήπιε ακόμη μια γουλιά. «Είναι σύμπτωμα δώδεκα χρόνων μοναξιάς». «Δεν είχα σκοπό να συμβεί αυτό έτσι όπως συνέβη», είπε εκείνη, συνειδητοποιώντας την ίδια στιγμή που το έλεγε ότι αποκάλυπτε περισσότερα απ’ όσα ήθελε. «Δεν σε αναγνωρίσαμε». Ο Τεμπλ κοκάλωσε. «Αναγνωρίσαμε;» Εκείνη δεν αποκρίθηκε. «Αναγνωρίσαμε;» Έσκυψε προς το μέρος της. «Ο αδερφός σου. Έπρεπε να είχα παλέψει μαζί του όταν το ζήτησε. Του αξίζει ένα βρομόξυλο. Αυτός…» Ο Τεμπλ κόμπιασε. Εκείνη κράτησε την ανάσα της. «Αυτός σε βοήθησε να το σκάσεις. Αυτός σε βοήθησε να…» Σήκωσε το ένα του χέρι στο κεφάλι του. «…με ναρκώσεις». Τα μαύρα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από την κατάπληξη και τη συνειδητοποίηση, κι εκείνη πετάχτηκε όρθια από την καρέκλα της, με την καρδιά της να βροντοχτυπά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Σηκώθηκε κι εκείνος, και φάνηκε όλο του το ύψος – πάνω από ένα και ογδόντα πέντε, ψηλός, με φαρδιές πλάτες και πιο μεγαλόσωμος από οποιονδήποτε άλλο άντρα είχε δει ποτέ της. Όταν ήταν μικρότεροι, εκείνη θαύμαζε το ανάστημά του. Της κινούσε το ενδιαφέρον. Την έλκυε. Εκείνος διέκοψε τις σκέψεις της. «Με νάρκωσες!» Η Μάρα έβαλε την καρέκλα ανάμεσά τους. «Ήμαστε παιδιά», υπερασπίστηκε τον εαυτό της. Τι δικαιολογία έχεις τώρα; Δεν της είχε αφήσει άλλη επιλογή. Ψεύτρα. «Να πάρει ο διάολος!» είπε εκείνος, και το ποτήρι έπεσε από το χέρι του καθώς πήγε να ορμήσει καταπάνω της, έχασε τον στόχο του και πιάστηκε από την άκρη της καρέκλας. «Το έκανες… ξανά…» Και κατέρρευσε στο πάτωμα. Το να ναρκώσεις έναν άντρα μια φορά μπορούσε να συμβεί… αλλά δύο φορές, όντως φάνταζε υπερβολικό. Ακόμη και μέσα σε μια ολόκληρη ζωή. Στο κάτω κάτω της γραφής, η Μάρα δεν ήταν και τέρας. Όχι πως ο Τεμπλ θα το πίστευε αυτό όταν θα ξυπνούσε. Η Μάρα στάθηκε πάνω από τον δούκα του Λαμόντ, που τώρα ήταν σωριασμένος σαν τεράστια βελανιδιά μέσα στο ίδιο του το γραφείο, και σκέφτηκε τις εναλλακτικές της. Δεν της είχε αφήσει επιλογή. Ίσως αν συνέχιζε να το λέει αυτό στον εαυτό της, να το πίστευε. Και να σταματούσε να νιώθει τύψεις για την όλη υπόθεση. Την είχε απειλήσει ότι θα την κρατούσε αιχμάλωτη, σαν κανένα τέρας. Ποιος απ’ τους δυο ήταν το τέρας; Θεέ και Κύριε, ήταν γιγαντόσωμος. Και τρομακτικός, με κάποιο τρόπο, παρόλο που ήταν αναίσθητος. Και όμορφος, αν και όχι με τον κλασικό τρόπο. Ήταν μεγαλόσωμος και γεμάτος δύναμη, ακόμη και ακίνητος. Το βλέμμα της διέτρεξε το σώμα του, τα μακριά χέρια και πόδια, τα τέλεια ραμμένα ρούχα του, τους μυς του λαιμού του που ξεπρόβαλλαν πάνω από τον γιακά του πουκαμίσου του –δεν φορούσε γραβάτα–, τη χάλκινη λωρίδα ως το θεληματικό σαγόνι του, το λακκάκι στο πιγούνι και τις ουλές. Ακόμη και με τις ουλές, οι γωνίες του προσώπου του πρόδιδαν την αριστοκρατική καταγωγή του, όλο έντονες άκρες και μακριές γραμμές – από εκείνες που έκαναν τις γυναίκες να λιποθυμούν.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Μάρα δεν μπορούσε να τις κατηγορήσει και απόλυτα που λιποθυμούσαν. Κι εκείνη είχε κοντέψει να λιποθυμήσει, κάποτε. Όχι είχε κοντέψει. Λιποθύμησε. Όταν ήταν μικρός, ο Τεμπλ χαμογελούσε εύκολα, αποκαλύπτοντας ίσια, λευκά δόντια και μια έκφραση που προοιωνιζόταν κάτι παραπάνω από χαριτολογήματα. Εκείνη την πολυπόθητη ευχαρίστηση. Το ανάστημά του, σε συνδυασμό με εκείνη την άνεση, ήταν τόσο χαλαρό, τόσο ανεπιτήδευτο, που την έκανε να τον θεωρήσει οτιδήποτε άλλο εκτός από αριστοκράτη. Αγόρι για τους στάβλους. Ή υπηρέτη. Ή ίσως ένα μέλος της ανώτερης τάξης αλλά χωρίς τίτλο, που το προσκάλεσε ο πατέρας της σε εκείνο τον τεράστιο γάμο που θα έκανε την κόρη του δούκισσα. Έδειχνε σαν κάποιος που δεν είχε ανάγκη να ανησυχεί για τα προσχήματα. Δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό ότι ο κληρονόμος ενός από τα πιο ισχυρά δουκάτα στη χώρα θα ήταν παρασάγγας ο πιο ξένοιαστος ευγενής. Βέβαια θα έπρεπε να το είχε σκεφτεί. Έπρεπε να το είχε καταλάβει, τη στιγμή που βρέθηκαν μαζί σ’ εκείνο τον παγωμένο κήπο κι εκείνος της χαμογέλασε σαν να ήταν η μοναδική γυναίκα στη Βρετανία κι αυτός ο μοναδικός άντρας, ότι ο άντρας αυτός ήταν αριστοκράτης. Αλλά δεν το είχε καταλάβει. Και φυσικά δεν είχε διανοηθεί ότι ήταν ο μαρκήσιος του Τσάπιν. Ο κληρονόμος του δουκάτου στο οποίο εκείνη σύντομα θα γινόταν δούκισσα. Ο μελλοντικός θετός γιος της. Ο άντρας που ήταν ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς πάνω στο ξύλο και στο χαλί δεν έμοιαζε καθόλου με θετό γιο. Αλλά εκείνη δεν θα καθόταν να το σκεφτεί αυτό. Κάθισε στις φτέρνες της για να ελέγξει την αναπνοή του, νιώθοντας μεγάλη ανακούφιση όταν είδε το φαρδύ στέρνο του να ανεβοκατεβαίνει κάτω από το σακάκι του με ομαλές κινήσεις. Η καρδιά της βροντοχτύπησε, το δίχως άλλο από φόβο – στο κάτω κάτω, όταν θα ξυπνούσε, δεν θα ήταν ευχαριστημένος. Της ξέφυγε ένα σιγανό γελάκι σ’ αυτή τη σκέψη. Η λέξη «ευχαριστημένος» δεν ήταν σωστή. Δεν θα ήταν ανθρώπινος. Και τότε, πάνω στην παραζάλη του πανικού που κυλούσε ορμητικά μέσα της, έκανε κάτι που ποτέ δεν θα είχε φανταστεί ότι θα έκανε. Ή μάλλον, μπορεί να το είχε φανταστεί, αλλά ποτέ δεν θα έβρισκε το θάρρος να το κάνει. Τον άγγιξε. Το χέρι της είχε ήδη προχωρήσει πριν προλάβει να το σταματήσει. Προτού καν καλά καλά καταλάβει τι πήγαινε να κάνει. Αλλά τότε τα δάχτυλά της βρέθηκαν πάνω στο δέρμα του – απαλό, ζεστό, ακμαίο. Και πάρα πολύ προκλητικό. Τα δάχτυλά της διέτρεξαν τις γωνίες του προσώπου του, βρίσκοντας τις λείες ακμές

******ebook converter DEMO Watermarks*******


της λευκής ουλής μήκους δυόμισι εκατοστών που υπήρχε πάνω στο κόκαλο στη βάση του αριστερού ματιού του, κι ύστερα κατέβηκαν στα σχεδόν αδιόρατα εξογκώματα και στις γωνίες της κάποτε τέλειας μύτης του, και το στήθος της σφίχτηκε καθώς σκέφτηκε τους αγώνες που πρέπει να είχαν προκαλέσει αυτά τα κατάγματα. Τον πόνο που είχαν προκαλέσει. Τη ζωή που είχε ζήσει εκείνος, για να τα έχει. Τη ζωή που εκείνη τον ανάγκασε να ζήσει. «Τι σου συνέβη;» Η ερώτηση βγήκε σαν ψίθυρος. Εκείνος δεν απάντησε, και τα δάχτυλά της γλίστρησαν προς την τελευταία ουλή του, στην καμπύλη του κάτω χείλους του. Ήξερε ότι δεν έπρεπε… ότι δεν ήταν σωστό… αλλά μετά τα δάχτυλά της βρέθηκαν σ’ εκείνη τη λεπτή άσπρη γραμμή, η οποία ίσα που φαινόταν πάνω στο άφθονο δέρμα και κατέληγε στο απαλό φούσκωμα του χείλους του. Και τότε εκείνη βρέθηκε να αγγίζει το στόμα του, να ιχνηλατεί τα βαθουλώματα και τις καμπύλες του, θαυμάζοντας την απαλότητά του. Φέρνοντας στον νου της τι αίσθηση άφηναν τα χείλη του πάνω στα δικά της. Επιθυμώντας να… Όχι. Αποτράβηξε το χέρι της από πάνω του λες και είχε τσουρουφλιστεί, και έστρεψε την προσοχή της στο υπόλοιπο σώμα του, στο ένα του χέρι που ήταν απλωμένο όπως όπως πάνω στο χαλί, θύμα του λάβδανου. Ο άντρας έδειχνε ξαπλωμένος άβολα, κι έτσι εκείνη πέρασε από πάνω του με σκοπό να του ισιώσει εκείνο το χέρι και να το βάλει να ακουμπήσει πλάι στο πλευρό του. Αλλά με το που έπιασε το χέρι του, δεν μπόρεσε να κρατηθεί και το κοίταξε, τις μαύρες τρίχες που πασπάλιζαν την ανάστροφη της παλάμης του, τον τρόπο που οι φλέβες διέσχιζαν σαν ποτάμια τις κοιλάδες του, το ύψωμα και το βαθούλωμα ανάμεσα στις αρθρώσεις των δαχτύλων του, που ήταν γεμάτα σημάδια και ρόζους έπειτα από τόσα χρόνια πυγμαχίας. Σημαδεμένα από εμπειρία. «Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;» Πέρασε τον αντίχειρά της πάνω από εκείνες τις αρθρώσεις, ανήμπορη να αντισταθεί, ανήμπορη να μείνει ανεπηρέαστη από την αίσθηση που της άφηνε όταν τον άγγιζε. Από την ανάμνησή του –νεαρός, γοητευτικός και όμορφος, με όλο τον κόσμο στα πόδια του– που τη δελέαζε όσο τίποτ’ άλλο. Τίποτ’ άλλο, εκτός από την ελευθερία. Αναρρίγησε μες στο κρύο δωμάτιο και το βλέμμα της πήγε στη φωτιά, όπου οι φλόγες που είχε ανάψει εκείνος τώρα είχαν σβήσει κι είχαν γίνει μια απλή ανθρακιά. Σηκώθηκε και πήγε για να βάλει κι άλλο κούτσουρο στο τζάκι, αναδεύοντας τα κάρβουνα για να συδαυλίσει τη φωτιά. Μόλις ξεπετάχτηκαν οι χρυσαφένιες φλόγες κι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


άρχισαν να χορεύουν, ξαναγύρισε δίπλα του, ατενίζοντάς τον με τα χέρια στη μέση, και ύστερα από μια στιγμή του μίλησε, βρίσκοντάς το αυτό ευκολότερο τώρα που τα επικριτικά μάτια του ήταν κλειστά. «Αν δεν με είχες απειλήσει, δεν θα βρισκόμασταν σ’ αυτή την κατάσταση. Αν απλώς είχες συμφωνήσει με αυτό που σου πρότεινα, θα είχες τις αισθήσεις σου. Κι εγώ δεν θα ένιωθα τόσες τύψεις». Εκείνος δεν αποκρίθηκε. «Ναι, σε άφησα να φέρεις το βάρος της ενοχής για τον θάνατό μου». Και πάλι, τίποτα. «Όμως ορκίζομαι, δεν είχα κανένα σκοπό να πάει το πράγμα έτσι όπως πήγε. Η όλη κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχό μου». Αλλά και πάλι, θα το είχε σκάσει. «Αν ήξερες γιατί το έκανα…» Το στήθος του υψώθηκε σε μια βαθιά, κανονική ανάσα. «Γιατί ξαναγύρισα…» Και κατέβηκε πάλι. Αν ήξερε, θα εξακολουθούσε να είναι έξαλλος. Η Μάρα αναστέναξε. «Τέλος πάντων. Να ’μαστε, εδώ. Κι εγώ κουράστηκα να το σκάω». Καμία απόκριση. «Δεν θα το σκάσω τώρα». Της φαινόταν σημαντικό να το πει. Ίσως επειδή υπήρχε ένα κομμάτι της –ένα πολύ συνετό και ευφυές κομμάτι της– που λαχταρούσε να το σκάσει. Που λαχταρούσε να τον αφήσει εδώ, στο κρύο, σκληρό πάτωμά του, και να εξαφανιστεί όπως είχε κάνει τόσα χρόνια πριν. Αλλά υπήρχε ένα άλλο κομμάτι της –όχι τόσο συνετό και όχι τόσο ευφυές– που ήξερε ότι είχε έρθει ο καιρός για την απόδειξη της μετάνοιάς της. Και ότι, αν έπαιζε σωστά τα χαρτιά της, θα έπαιρνε αυτό που ήθελε από τη συναλλαγή. «Ας υποθέσουμε ότι διαπραγματεύεσαι». Στράφηκε και κοίταξε τον μπουφέ, όπου ήταν ακουμπισμένη η εφημερίδα της ημέρας, αδιάβαστη. Η Μάρα αναρωτήθηκε αν ο Τεμπλ ήταν το είδος του άντρα που διάβαζε την εφημερίδα του κάθε μέρα. Αν ήταν το είδος του άντρα που είχε καμιά έγνοια για τον κόσμο. Μέσα της φούσκωσε η ενοχή, αλλά την απόδιωξε. Έσκισε το φύλλο της εφημερίδας στη μέση κι ύστερα έψαξε στα συρτάρια του δωματίου ώσπου βρήκε αυτό που έψαχνε – ένα μελανοδοχείο και μια πένα. Ορνιθοσκάλισε ένα σημείωμα, κραδαίνοντας εδώ κι εκεί το υγρό μελάνι στον αέρα καθώς ξαναπήγαινε κοντά του – ο άντρας εξακολουθούσε να είναι σαν πτώμα. Έβγαλε μια καρφίτσα απ’ τα μαλλιά της και κάθισε ανακούρκουδα δίπλα του ξανά. «Δεν έχει αίμα αυτή τη φορά», του ψιθύρισε. «Ελπίζω να το παρατηρήσεις αυτό».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Εκείνος εξακολουθούσε να κοιμάται. Στερέωσε το σημείωμα στο στήθος του, έβαλε το χέρι της στην μπότα του για να βγάλει το μαχαίρι της κι έκανε να φύγει. Μόνο που δεν μπορούσε. Στην πόρτα, στράφηκε και κοίταξε προς τα πίσω, παρατηρώντας την παγωνιά μες στο δωμάτιο. Δεν μπορούσε να τον αφήσει έτσι. Θα άρπαζε πούντα του θανατά. Πάνω σε μια καρέκλα στη γωνία, υπήρχε μια πρασινόμαυρη σκοτσέζικη κουβέρτα. Ήταν το ελάχιστο που μπορούσε να κάνει. Εκείνη είχε ναρκώσει τον άνθρωπο, στο κάτω κάτω. Διέσχισε το δωμάτιο και πήρε την κουβέρτα πριν προλάβει να αλλάξει γνώμη. Την έριξε πάνω του, τυλίγοντας το σώμα του προσεκτικά, προσπαθώντας να μη δώσει σημασία στο ανάστημά του. Στο πώς ανέδιδε ζεστασιά και ένα προκλητικό άρωμα από γαρίφαλο και θυμάρι. Στην ανάμνησή του. Στο πώς ήταν τώρα. Δεν τα κατάφερε. «Λυπάμαι», ψιθύρισε. Και μετά έφυγε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 3 Είδε στο όνειρό του την αίθουσα χορού στο Γουάιτφον Άμπι, να αστραφτοκοπάει ολόλαμπρη σαν ήλιος από τα χίλια κεριά κι από τη γυαλάδα του μεταξιού και του σατέν σε μυριάδες χρώματα. Η αίθουσα ερχόταν σε αντίθεση με το σκοτάδι που παραμόνευε πέρα από τα πελώρια παράθυρα τα οποία δέσποζαν πάνω από τους τεράστιους κήπους του κτήματος στο Ντέβονσαϊρ – την εξοχική κατοικία του δούκα του Λαμόντ. Το κτήμα του. Κατέβηκε τη φαρδιά μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε στην αίθουσα χορού, όπου ένα μεγάλο πλήθος στριφογύριζε σε συγχρονισμό με την ορχήστρα η οποία ήταν στημένη πίσω από ένα τείχος από πρασινάδες στην άλλη άκρη της αίθουσας. Το πάθος των γλεντοκόπων τον κατακυρίευσε καθώς προσπαθούσε να περάσει ανάμεσα απ’ τα πλήθη, που στριμώχνονταν πάνω του, πάλλοντας από τα γέλια και τους αναστεναγμούς, με τα χέρια τους να απλώνονται προς το μέρος του, αγγίζοντας, αδράχνοντας σφιχτά. Πλατιά χαμόγελα και ακατάληπτα λόγια του ένευσαν να χωθεί πιο βαθιά μέσα στον συρφετό των ανθρώπων – καλωσορίζοντάς τον στο κέντρο της αίθουσας. Σπίτι. Κρατούσε στο χέρι του ένα ποτήρι· το έφερε στα χείλη του, με το δροσερό ρυάκι της σαμπάνιας να σβήνει μια δίψα που δεν της είχε δώσει σημασία νωρίτερα, αλλά τώρα είχε γίνει σχεδόν αβάσταχτη. Κατέβασε το ποτήρι και το άφησε να πέσει στο τίποτα, καθώς μια πανέμορφη γυναίκα γύρισε και ήρθε στην αγκαλιά του. «Εξοχότατε». Ο τίτλος ευγενείας αντήχησε μέσα του, μαζί με ένα κύμα ευχαρίστησης. Χόρεψαν. Τα βήματα του χορού ήρθαν μέσα από μια μακρινή ανάμνηση, μια αργή, περιδινούμενη αιωνιότητα από μια ικανότητα που είχε εδώ και πολλά χρόνια να ασκήσει. Η γυναίκα στην αγκαλιά του ήταν γεμάτη ζεστασιά, αρκετά ψηλή ώστε να είναι κατάλληλη ντάμα γι’ αυτόν, και με αρκετές καμπύλες ώστε να ταιριάζουν με τα μακριά χέρια του. Η μουσική δυνάμωνε κι εκείνοι συνέχιζαν να χορεύουν, στριφογυρίζοντας ξανά και ξανά, με τη θάλασσα από τα πρόσωπα των ανθρώπων μες στην αίθουσα χορού να ξεθωριάζει ώσπου έγινε σκοτάδι – και οι τοίχοι της αίθουσας εξαφανίστηκαν καθώς η προσοχή του αποσπάστηκε από ένα ξαφνικό, μεγάλο βάρος στο μανίκι του. Έκανε να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κοιτάξει το μπράτσο του, που φορούσε κάτι μαύρο μάλλινο, που θα ήταν πεντακάθαρο αν δεν υπήρχε πάνω του μια άσπρη βούλα σε μέγεθος εξάπενου. Κερί, που είχε πέσει από τους πολυελαίους με τα κεριά πάνω απ’ το κεφάλι του. Καθώς κοίταζε τη βούλα, εκείνη ρευστοποιήθηκε και εξαπλώθηκε πάνω στο μανίκι του παλτού του σε ένα ρυάκι από λιωμένο μέλι. Η γυναίκα μες στην αγκαλιά του άγγιξε το υγρό – τα μακριά, ντελικάτα δάχτυλά της χάιδεψαν απαλά το ύφασμα και το άγγιγμά της άναβε φωτιές καθώς πήγαινε σιγά σιγά προς τη βούλα, με το καυτό κερί να σκεπάζει τα δάχτυλά της, κι ύστερα τα σήκωσε κι εκείνος τα κοίταξε. Η γυναίκα είχε υπέροχα χέρια. Υπέροχο δέρμα. Δεν φορούσε γάντια. Εκείνος ακολούθησε με το βλέμμα του τη γραμμή του μακριού χεριού της, από τους καρπούς ως τον ώμο, αποτυπώνοντας κομμάτι κομμάτι την τελειότητά της – τις καμπύλες και τις κοιλάδες της βάσης του αυχένα της· τον μακρύ λαιμό της· τις γωνίες του σαγονιού της· το πλατύ, όμορφο στόμα της· τη μακριά, ίσια μύτη της· και μάτια που δεν είχε ποτέ του ξαναδεί. Ένα μπλε, ένα πράσινο. Τα χείλη της στρογγύλεψαν και σχημάτισαν τη λέξη που εκείνος λαχταρούσε και φοβόταν για τόσο καιρό. «Εξοχότατε». Και κάπως έτσι, όλα ξεκαθάρισαν. Η Μάρα Λόου. Ξύπνησε στο πάτωμα της βιβλιοθήκης του, πετάχτηκε όρθιος σαν τρελός, με μια χοντρή βλαστήμια να αντηχεί στη γαλάζια αχλή της αυγής που μόλις χάραζε. Μια πρασινόμαυρη κουβέρτα έπεσε στα πόδια του καθώς σηκώθηκε, και το γεγονός ότι η γυναίκα τον είχε σκεπάσει με κουβέρτα αφού πρώτα τον είχε ναρκώσει μες στη μαύρη νύχτα δεν πρόσφερε καμία παρηγοριά. Τη φαντάστηκε να στέκεται από πάνω του τη στιγμή που ήταν τόσο μα τόσο ευάλωτος, και ήθελε να μουγκρίσει από οργή. Τον είχε ναρκώσει κι είχε φύγει. Ξανά. Στο τελείωμα αυτής της σκέψης, ήρθε μια άλλη. Θεέ και Κύριε. Ήταν ζωντανή. Δεν την είχε σκοτώσει. Μες στα πνευμόνια του ξέσπασε μανιασμένη η ανακούφιση, συναγωνιζόμενη την απογοήτευση και την οργή. Δεν ήταν δολοφόνος. Πέρασε το ένα του χέρι πάνω απ’ το πρόσωπό του για να κατευνάσει το σφίξιμο των συναισθημάτων, και παρατήρησε ότι η γυναίκα δεν είχε φύγει έτσι απλά. Είχε αφήσει κι ένα σημείωμα, ορνιθοσκαλισμένο πάνω στη χθεσινή εφημερίδα και στερεωμένο στο στήθος του με μια απλή καρφίτσα των μαλλιών, λες κι αυτός ήταν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κανένα πακέτο που θα παραδινόταν με το ταχυδρομείο. Άρπαξε την επιστολή από εκεί που ήταν καρφιτσωμένη, ξέροντας πως ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε η γυναίκα να πει, δεν θα κατάφερνε και πολύ να κατευνάσει την οργή του. Ήλπιζα ότι τα πράγματα δεν θα έφταναν ως εδώ, όμως εγώ δεν θα πτοηθώ ούτε θα φοβηθώ ότι θα μου ασκηθεί βία. Ο Τεμπλ αντιστάθηκε στην παρόρμηση να τσαλακώσει το σημείωμα και να το πετάξει στο τζάκι. Τι νόμισε η γυναίκα, ότι αυτή ήταν που είχε δεχτεί άσκηση βίας; Τη στιγμή που αυτός ήταν που είχε βρεθεί ξερός στο πάτωμα του δικού του γραφείου; Η προσφορά είναι συναλλαγή, και τίποτα λιγότερο. Όταν θα σου έρθει διαπραγματευτική διάθεση, θα χαρώ να με επισκεφθείς για μια συζήτηση σαν ίσος προς ίσο. Αυτό θα ήταν αδύνατον. Δεν ήταν ούτε κατά διάνοια τόσο τρελός όσο εκείνη ώστε να της παραβγεί στην τρέλα. Θα με βρεις στο νούμερο 9 της Οδού Κέρσιτορ. Είχε αφήσει τη διεύθυνσή της. Λάθος. Θα έπρεπε να το είχε σκάσει. Όχι δηλαδή πως εκείνος δεν θα την έπιανε· θα ξόδευε όλο το υπόλοιπο της ζωής του κυνηγώντας την, έτσι και το έσκαγε. Δικαιούνταν την απονομή δικαιοσύνης, στο κάτω κάτω. Κι εκείνη θα του έδινε αυτό το δικαίωμα. Ποια ήταν αυτή η ανόητη, θαρραλέα γυναίκα; Η Μάρα Λόου. Ζωντανή. Ξαναβρέθηκε. Δυνατή σαν ατσάλι. Τότε ήρθε η σκέψη, εξίσου γρήγορα μετά την προηγούμενη, και ο Τεμπλ έψαξε μέσα στην μπότα του, ξέροντας τι θα έβρισκε. Η στρίγκλα είχε αρπάξει το μαχαίρι της. Μέσα σε μία ώρα, ο Τεμπλ είχε πλυθεί και κατευθυνόταν προς το νούμερο εννέα της Οδού Κέρσιτορ, μην ξέροντας ακριβώς τι να περιμένει. Ήταν πιθανόν η γυναίκα να το είχε σκάσει τελικά, και καθώς εκείνος προχωρούσε όλο και πιο βαθιά μες στους δρόμους του Χόλμπορν, αναρωτήθηκε μήπως η Μάρα όντως το είχε σκάσει αφού του άφησε οδηγίες που θα τον οδηγούσαν στους προσωπικούς της μαχαιροβγάλτες, για να τελειώσουν εκείνοι τη δουλειά που είχε αρχίσει η ίδια την προηγούμενη νύχτα. Η γειτονιά δεν ήταν και πολύ ευχάριστη, ακόμη και στις εφτά το πρωί. Μεθυσμένοι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ήταν κουρνιασμένοι στα κατώφλια από βρόμικες ταβέρνες, άδεια μπουκάλια ήταν πεταμένα εδώ κι εκεί γύρω τους καθώς ήταν βυθισμένοι νωθρά στον πολύ πρωινό τους λήθαργο. Μια καταβεβλημένη πόρνη βάδιζε τρεκλίζοντας στον δρόμο βγαίνοντας από ένα διπλανό δρομάκι, με τα μάτια κατακόκκινα και βαριά καθώς πήγαινε προς το μέρος του. Τον κοίταξε, κι εκείνος διέκρινε στα μάτια της το απλανές βλέμμα. «Τι γυρεύει εδώ ένας μάγκας πολυτελείας σαν και του λόγου σου;» Κυνηγάει φαντάσματα. Σαν ηλίθιος. Η πόρνη τον πασπάτευε παντού, και ο Τεμπλ της έπιασε τα χέρια καθώς εκείνη ψαχούλευε το παλτό του για να βρει το πορτοφόλι του. «Δεν είναι η τυχερή σου μέρα σήμερα, γλυκιά μου», είπε, απομακρύνοντας το άδειο χέρι. Εκείνη δεν δίστασε να σκύψει προς τα εμπρός, και ο Τεμπλ σφίχτηκε για να αντέξει την ξινή ανάσα της. «Ε τότε μήπως να κάναμε λίγη δουλίτσα; Ποτέ δεν πήγα με κανέναν στο μπόι σου». «Ευχαριστώ», αποκρίθηκε εκείνος, σηκώνοντάς την κι απιθώνοντάς την παράμερα. «Αλλά δυστυχώς έχω ένα ραντεβού». Η γυναίκα χαμογέλασε πλατιά – της έλειπαν δυο δόντια. «Για πες μου, αγαπούλα. Όλα μεγάλα τα έχεις;» Άλλος άντρας θα απαξιούσε να απαντήσει στην ερώτηση, αλλά ο Τεμπλ είχε ζήσει για πολύ καιρό σ’ εκείνους τους δρόμους και ήταν εξοικειωμένος με τις πόρνες. Επί χρόνια, είχαν υπάρξει οι μόνες γυναίκες που ήταν πρόθυμες να του κρατήσουν συντροφιά – ευτυχώς, ποτέ του δεν χρειάστηκε να βολευτεί με πόρνες τόσο… τόσο πολυκαιρισμένες. Η μοίρα είχε επιφυλάξει στη γυναίκα μια ατυχή συγκυρία, και αυτό ήταν μια αλήθεια που ο Τεμπλ καταλάβαινε καλύτερα από τον καθένα. Δεν της άξιζε καταφρόνια γι’ αυτό που έκανε για να ζήσει. Της έκλεισε το μάτι. «Ποτέ μου δεν άκουσα παράπονα». Η γυναίκα κακάρισε. «Όποτε θέλεις, αγαπούλα. Σωστό κελεπούρι, αυτό είμαι». Ο Τεμπλ χτύπησε ελαφρά το καπέλο του. «Θα το θυμάμαι αυτό». Κι έφυγε κατεβαίνοντας την οδό Κέρσιτορ, μετρώντας τις πόρτες ώσπου έφτασε στο νούμερο εννέα. Το κτίριο φάνταζε παράταιρο –πιο καθαρό απ’ όλα τα άλλα στη σειρά, με γλάστρες με λουλούδια στα παράθυρα, που παινεύονταν σιωπηλά για τα φωτεινά χρώματά τους – και καθώς ο Τεμπλ στεκόταν απέξω, κοιτάζοντας τις πλάκες της επίστρωσης, ήξερε ότι είχε βρει το μέρος. Κι ότι εκείνη δεν το είχε σκάσει. Αλλά γιατί να ζει εδώ, σε έναν τόσο βρόμικο δρόμο στο Χόλμπορν;

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Σήκωσε αποφασιστικά το ρόπτρο της πόρτας και το άφησε να πέσει, ελαφρά κι απότομα. «Απ’ ό,τι βλέπω, δεν θα είμαι η πρώτη που θα δοκιμάσει τα καλούδια σου». Ο Τεμπλ στράφηκε προς τα πίσω του στον δρόμο και είδε την πόρνη να στέκεται και να τον παρατηρεί. Ήρθε πιο κοντά, και το βλέμμα της ξαφνικά απέκτησε επίγνωση. «Σε ξέρω». Απέστρεψε το βλέμμα του. «Είσαι ο Φονιάς Δούκας». Ο Τεμπλ έστρεψε ξανά την προσοχή του στην πόρτα, με την απογοήτευση να τον πλημμυρίζει. Ποτέ δεν έφευγε, αυτό το παγερό ρυάκι από θυμό ανακατεμένο με κάτι χειρότερο. Κάτι πολύ πιο ισοπεδωτικό. «Όχι ότι με νοιάζει, αγαπούλα. Ένα κορίτσι σαν εμένα δεν μπορεί να είναι και πολύ εκλεκτικό». Όμως εκείνος άκουσε στη φωνή της την αλλαγή. Την ένταση. Την επιφυλακτικότητα, την επίγνωση και μια δόση ισότητας. Και οι δύο ζούσαν στα σκοτάδια στο κάτω κάτω, έτσι δεν είναι; Ο Τεμπλ την αγνόησε, αλλά εκείνη συνέχισε. «Έχεις κάποιο αγόρι για τη Μακ Ιντάιρ;» Εκείνος κοίταξε ξανά την πόρτα κι ύστερα ξανά τη γυναίκα στον δρόμο. «Κάποιο αγόρι;» Η γυναίκα ύψωσε το φρύδι της. «Δεν είσαι ο πρώτος, ξέρεις. Και δεν θα είσαι ο τελευταίος. Έτσι είναι αυτά. Έτσι είναι οι άντρες. Τα κορίτσια πρέπει να είναι προσεκτικά στις μέρες μας. Ιδίως με τύπους σαν εσένα». Η γυναίκα δεν ήξερε τη Μάρα Λόου, προφανώς. Η πόρτα άνοιξε, βάζοντας τέλος στο κήρυγμα της γυναίκας, και φάνηκε μια νεαρή γυναίκα με αγγελικό πρόσωπο στο σπίτι από πίσω. Δεν μπορεί να ήταν μεγαλύτερη από δεκαέξι χρόνων, και τον περιεργάστηκε με μάτια ορθάνοιχτα, έκπληκτα. Εκείνος χτύπησε ελαφρά το καπέλο του. «Καλημέρα. Ψάχνω τη Μάρα». Το κορίτσι συνοφρυώθηκε. «Την κυρία Μακ Ιντάιρ, εννοείς;» Έπρεπε να το είχε καταλάβει ότι η Μάρα δεν θα ήταν εδώ. Έπρεπε να το είχε καταλάβει ότι του είχε πει ψέματα. Είχε πει ποτέ η γυναίκα μια αλήθεια στη ζωή της; «Δεν…» Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του, ωστόσο, γιατί η κόλαση διάλεξε εκείνη ακριβώς τη στιγμή για να ξαμοληθεί ελεύθερη μες στο σπίτι. Μια κακοφωνία από κραυγές ξέσπασε μέσα σε ένα δωμάτιο που εκείνος δεν μπορούσε να δει, και μισή ντουζίνα μικρόσωμες φιγούρες διέσχισαν ασυγκράτητες τον προθάλαμο κι από πίσω τις κυνηγούσε μια χούφτα από κάπως πιο μεγαλόσωμες φιγούρες, η μία εκ των οποίων κρατούσε… τι ήταν αυτό, πόδι τραπεζιού; Τρία από τα μικρόσωμα πλάσματα έδειξαν να διαισθάνονται το επικείμενο τέλος τους και έκαναν αυτό που θα έκανε το οποιοδήποτε συνετό πλάσμα σε μια τέτοια περίσταση

******ebook converter DEMO Watermarks*******


– το έσκασαν για την έξοδο. Έκαναν μια λάθος κίνηση τακτικής, ωστόσο, υπό την έννοια ότι δεν υπολόγισαν πως θα ήταν στα πέριξ ο Τεμπλ και η νεαρή γυναίκα, κι έτσι, αντί να τρέξουν βολίδα στον δρόμο, βρέθηκαν παγιδευμένα σαν τις μύγες σε έναν φαρδύ ιστό από φουστάνια. Το τρίο άρχισε να κλαίει απελπισμένο. Η δεσποινίδα στην πόρτα τσίριξε από τρόμο – ο Τεμπλ δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι άλλο, κι εδώ που τα λέμε δεν είχε κι άδικο να νιώθει τρόμο. Και το πλάσμα που κράδαινε το πόδι του τραπεζιού τσίριξε θριαμβευτικά, πηδώντας πάνω σε ένα μικρό τραπέζι της εισόδου, σηκώνοντας το μπαστούνι του ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι του, κι ύστερα ρίχτηκε στον καβγά. Για μια φευγαλέα στιγμή, ο Τεμπλ θαύμασε και το θάρρος του παιδιού και τον τρόπο του στη μάχη. Το κορίτσι στην πόρτα δεν είχε καμία τύχη. Γκρεμίστηκε κάτω σαν κομμένη λεύκα και τα αγόρια έφυγαν τρέχοντας από την υφασμάτινη παγίδα τους, κουτρουβαλώντας στο πάτωμα, κλοτσώντας, στριγκλίζοντας και παλεύοντας. Όταν μέσα από το μπούγιο άρχισαν να ακούγονται οι στριγκλιές, τότε και μόνο τότε ο Τεμπλ συνειδητοποίησε ότι δεν θα του ερχόταν καλά να υποχωρήσει απ’ την πόρτα και να αφήσει την παράνοια να εξελιχθεί χωρίς να κάνει κάτι. Αν αυτά τα παιδιά ξέφευγαν, θα έσπερναν στο Λονδίνο τον όλεθρο. Κι αυτός ήταν ο μόνος που μπορούσε να τα συγκρατήσει. Δίχως να ζητήσει άδεια, διέσχισε το κατώφλι και μπήκε στο σπίτι, με την πόρτα να κλείνει πίσω του με έναν τεράστιο γδούπο την ώρα που βοηθούσε την κοπέλα να σηκωθεί. Με το που βεβαιώθηκε ότι τα χέρια και τα πόδια της ήταν γερά, στράφηκε προς το ανησυχητικό παρόν ζήτημα… το μπούγιο με τα αγόρια στο μέσο του φουαγέ, που σπαρταρούσαν. Και τότε έκανε αυτό που έκανε καλύτερα απ’ τον καθένα. Μπήκε στον καβγά. Έβγαζε τ’ αγόρια ένα ένα από το μπούγιο, τα έστηνε στα πόδια τους, αφαιρούσε από τα χέρια και τις τσέπες τους τα ξύλινα σπαθιά, τα σακιά με τις πέτρες και άλλα αυτοσχέδια όπλα, και μετά τα ελευθέρωνε, απιθώνοντας το κάθε αγόρι στο πάτωμα και λέγοντας ένα αποφασιστικό «αρκετά!» προτού βγάλει το επόμενο. Είχε θέσει και τα δύο τελευταία αγόρια υπό έλεγχο –αυτό με το πόδι του τραπεζιού κι ένα άλλο που ήταν πολύ μικρόσωμο– και τα σήκωσε και τα δυο στον αέρα, και τότε το είδε, μικρό, ροζ και ακίνητο. Έσκυψε να δει καλύτερα, εξακολουθώντας να κρατάει τα δυο αγόρια. «Οχ…» είπε ο μικρός με το πόδι του τραπεζιού, δείχνοντας να μην τον πειράζει που τα πόδια του κρέμονταν μισό μέτρο πάνω απ’ το δάπεδο. «Θα φύγει». Αυτό το πράγμα ήταν…; Το γουρουνάκι ξαναζωντάνεψε με μια στριγκλιά που σε ξεκούφαινε, κι άρχισε να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τρέχει προς το πλησιέστερο δωμάτιο, ξαφνιάζοντας τον Τεμπλ, που αναπήδησε προς τα πίσω. «Ιησούς Χριστός!» Και, για πρώτη φορά από την ώρα που χτύπησε την πόρτα, επικράτησε ησυχία μέσα στο νούμερο εννέα της οδού Κέρσιτορ. Γύρισε να δει τα αγόρια, που τον κοιτούσαν όλα με τα μάτια γουρλωμένα. «Τι έγινε;» Κανένα απ’ τα αγόρια δεν αποκρίθηκε, παρά μόνο κοίταξαν όλα μαζί τον αρχηγό τους, ο οποίος εξακολουθούσε να κρατάει το όπλο του, αλλά ευτυχώς έδειχνε να του έχει κοπεί η όρεξη να το χρησιμοποιήσει. «Έλαβες το όνομα του Κυρίου του Θεού επί ματαίω», είπε, με την κατάκριση και κάτι άλλο που έμοιαζε με θαυμασμό να χρωματίζουν τη φωνή του. «Το γουρούνι σας με ξάφνιασε». Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του. «Της κυρίας Μακ Ιντάιρ δεν της αρέσουν οι βλασφημίες». Απ’ αυτά που είχε δει ο Τεμπλ, η κυρία Μακ Ιντάιρ καλά θα έκανε να ανησυχεί λιγότερο για τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν τα αγόρια και περισσότερο για τη ζωή τους, αλλά απέφυγε να το πει. «Εντάξει τότε», είπε, «ας μην της πούμε τι συνέβη». «Πολύ αργά», είπε το μικρόσωμο αγόρι που ήταν εγκλωβισμένο στο άλλο του χέρι, και ο Τεμπλ γύρισε να κοιτάξει τον μικρό, που έδειχνε προς κάτι από πίσω του. «Φοβάμαι πως το έχω ήδη ακούσει». Ο Τεμπλ στράφηκε προς τη φωνή, απαλή, γυναικεία. Και γνώριμη. Απίθωσε τα αγόρια κάτω. Δεν το είχε σκάσει. «Η κυρία Μακ Ιντάιρ, να υποθέσω;» Η Μάρα δεν αποκρίθηκε, παρά στράφηκε και κοίταξε τα αγόρια. «Τι έχω πει για το κυνήγι της Λεβάντας;» «Δεν την κυνηγούσαμε!» φώναξαν δυνατά κάμποσα αγόρια ταυτόχρονα. «Ήταν το λάφυρό μας!» είπε ένα άλλο. «Που κλάπηκε από τον δικό μας θησαυρό!» είπε ο αρχηγός του μπούγιου. Κοίταξε τη Μάρα. «Εμείς πηγαίναμε να τη σώσουμε». Ο Τεμπλ συνοφρυώθηκε. «Το όνομα του γουρουνιού είναι Λεβάντα;» Εκείνη δεν τον κοίταξε· αντίθετα, κοίταξε επίμονα τα αγόρια, το ένα μετά το άλλο, με μια έκφραση που του Τεμπλ του φάνηκε σαφώς οικεία – μια έκφραση που την είχε δει ένα εκατομμύριο φορές στο πρόσωπο της γκουβερνάντας της παιδικής του ηλικίας. Απογοήτευση. «Ντάνιελ; Τι είπα;» ρώτησε, ατενίζοντας τον αρχηγό της πάλαι ποτέ κεφάτης παρέας. «Ποιος είναι ο κανόνας;» Το αγόρι απέστρεψε το βλέμμα του. «Η Λεβάντα δεν είναι θησαυρός».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Έπειτα η Μάρα έστρεψε απότομα την προσοχή της στο αγόρι που ήταν απ’ την άλλη μεριά του Τεμπλ. «Και τι άλλο; Μάθιου;» «Δεν θα κυνηγάμε τη Λεβάντα». «Ακριβώς. Έστω κι αν…; Τζορτζ;» Ο Τζορτζ έσυρε τα πόδια του. «Έστω κι αν το ξεκινήσει εκείνη». Η Μάρα έγνεψε καταφατικά. «Ωραία. Τώρα που όλοι μας θυμηθήκαμε τους κανόνες που αφορούν τη Λεβάντα, σας παρακαλώ να σουλουπωθείτε και να κρύψετε τα όπλα σας. Είναι ώρα για πρωινό». Ένα κυματάκι δισταγμού πέρασε πάνω από τα αγόρια, και το καθένα από τα καμιά δωδεκαριά προσωπάκια περιεργαζόταν τον Τεμπλ, προσπαθώντας ευθέως να καταλάβει τι ήταν. «Νεαροί», είπε η Μάρα, τραβώντας την προσοχή τους. «Φαντάζομαι πως μίλησα σε σωστά αγγλικά ή μήπως όχι;» Ο Ντάνιελ έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός, με το μικρό, μυτερό σαγόνι του να δείχνει προς τη μεριά του Τεμπλ. «Ποιος είναι αυτός;» «Κανένας που να σου προκαλεί ανησυχία», τον διαβεβαίωσε η Μάρα. Τα αγόρια έδειχναν δύσπιστα. Έξυπνα αγόρια. Ο Μάθιου έγειρε το κεφάλι του, κοιτάζοντας τον Τεμπλ. «Είναι πολύ μεγαλόσωμος». «Και δυνατός», υπογράμμισε ένας άλλος. Ο Ντάνιελ κούνησε το κεφάλι του και ο Τεμπλ πρόσεξε ότι το βλέμμα του αγοριού επιθεωρούσε την ουλή ψηλά στο μάγουλό του. «Ήρθε εδώ για να μας πάρει; Για δουλειά;» Χρόνια εξάσκησης συγκράτησαν τον Τεμπλ από το να αποκαλύψει την έκπληξή του στο άκουσμα αυτής της ερώτησης, ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πριν εκραγεί μέσα του η επίγνωση. Το κτίριο αυτό ήταν ορφανοτροφείο. Υπέθεσε πως θα έπρεπε να το είχε καταλάβει νωρίτερα αυτό, αλλά τα ορφανοτροφεία είχαν μια τάση να παρουσιάζουν εικόνες από κακόμοιρα αγόρια σε μακριές ουρές να περιμένουν μια γαβάθα με αχνιστό γκρίζο χυλό. Όχι τάγματα πολεμιστών που κυνηγούσαν γουρούνια ουρλιάζοντας. «Φυσικά και όχι. Κανένας δεν θα σας πάρει». Ο Ντάνιελ έστρεψε την προσοχή του πάνω της. «Ε τότε, ποιος είναι;» Ο Τεμπλ ύψωσε το ένα του φρύδι, διερωτώμενος απλώς τι απάντηση θα έδινε η Μάρα σ’ αυτό. Δεν ήταν πως μπορούσε να πει και την αλήθεια. Εκείνη κοίταξε το βλέμμα του Τεμπλ, αποφασιστικό και έντονο. «Βρίσκεται εδώ για να απαιτήσει την εκδίκησή του». Δώδεκα στοματάκια άνοιξαν χάσκοντας. Ο Τεμπλ αντιστάθηκε στην παρόρμηση να το ανοίξει κι αυτός μαζί τους να χάσκει. Ο Ντάνιελ μίλησε ξανά. «Εκδίκηση για ποιο πράγμα;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Για ένα ψέμα που του είπα». Χριστέ. Αυτή ήταν ατρόμητη. «Το ψέμα είναι αμαρτία», τόνισε ο μικρός Τζορτζ. Η Μάρα έσκασε ένα μικρό, κρυφό χαμόγελο. «Όντως, έτσι είναι. Κι αν λέει κάποιος ψέματα, άντρες σαν αυτόν εδώ θα έρθουν να τον τιμωρήσουν». Και κάπως έτσι, τον είχε μετατρέψει ξανά σε παλιάνθρωπο. Ο Τεμπλ σκυθρώπιασε καθώς ένα σύνολο από ολοστρόγγυλα, γουρλωμένα μάτια στράφηκαν και τον κοίταξαν. Και τότε μίλησε. «Απ’ ό,τι καταλαβαίνετε, παιδιά… έχω δουλειά με την κυρία Μακ Ιντάιρ». «Δεν είχε πρόθεση να σας πει ψέματα», την υπερασπίστηκε ο Ντάνιελ. Ο Τεμπλ ήταν βέβαιος ότι η κυρία Μακ Ιντάιρ είχε πάσα πρόθεση να πει ψέματα, αλλά όταν κοίταξε το αγόρι, δεν μπόρεσε να κρατηθεί και είπε: «Όπως και να ’χει, το έκανε». «Πρέπει να είχε σοβαρό λόγο. Έτσι δεν είναι, κυρία;» Μια θάλασσα από παιδικά προσωπάκια κοίταξαν τη Μάρα. Κάτι σπίθισε στο βλέμμα της. Ευθυμία; Έβρισκε αυτή την κατάσταση διασκεδαστική; «Πράγματι το έκανα, Χένρι, γι’ αυτό ακριβώς σκοπεύω απόλυτα να κάνω μια συμφωνία με τον επισκέπτη μας». Πάνω απ’ το πτώμα του. Καμιά συμφωνία δεν θα γινόταν. «Ίσως θα έπρεπε να συζητήσουμε τον λόγο, κυρία Μακ Ιντάιρ». Εκείνη έγειρε το κεφάλι της, αρνούμενη να πτοηθεί. «Ίσως», είπε, αλλά ακούστηκε λες και εννοούσε το ακριβώς αντίθετο. Αυτά φάνηκαν να είναι αρκετά για τα περισσότερα από τα αγόρια, αλλά ο Ντάνιελ μισόκλεισε τα μάτια του. «Θα έπρεπε να μείνουμε. Ίσα για ασφάλεια», και για μια στιγμή, ο Τεμπλ διέκρινε κάτι το τρομακτικά γνώριμο πάνω στο αγόρι. Δυσπιστία. Καχυποψία. Δύναμη. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, Ντάνιελ», είπε η Μάρα, πηγαίνοντας να συνοδεύσει τα παιδιά μέσα από μια πόρτα στη μια πλευρά του φουαγέ, «αλλά σε διαβεβαιώ, θα είμαι μια χαρά». Και θα ήταν. Ο Τεμπλ δεν είχε καμία αμφιβολία. Απ’ ό,τι φαινόταν, ούτε και τα περισσότερα από τα αγόρια είχαν την παραμικρή αμφιβολία, καθώς αποσύρθηκαν λες και δεν είχε συμβεί ποτέ κλοπή γουρουνιού ή κυνηγητό ή αψιμαχία ή πήδοι στον αέρα ή οτιδήποτε άλλο – όλα εκτός από τον Ντάνιελ, ο οποίος δεν έδειχνε σίγουρος, αλλά βγήκε τελικά κι αυτός έξω από το δωμάτιο μαζί με τους υπόλοιπους, κοιτάζοντας πίσω απ’ τον ώμο του σ’ όλη τη διαδρομή, ζυγίζοντας τον Τεμπλ με σοβαρή, σκοτεινή ματιά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε να τον αντιμετωπίσει κάποιος τόσο ατρόμητα. Το αγόρι ήταν αφοσιωμένο στη Μάρα. Ο Τεμπλ ήταν σχεδόν εντυπωσιασμένος, ώσπου θυμήθηκε ότι η συγκεκριμένη γυναίκα ήταν ένας δαίμονας και δεν δικαιούνταν τέτοια αφοσίωση. Όταν εκείνη έκλεισε καλά την πόρτα πίσω από το τσούρμο των αγοριών, ο Τεμπλ άρχισε να αναδεύεται πάνω στο ένα του πόδι. «Κυρία Μακ Ιντάιρ;» Ακούγοντας αυτή τη δηκτική ερώτηση, η προσοχή της Μάρα στράφηκε απότομα προς την κοπέλα με τα γουρλωμένα μάτια, που ήταν ακόμα μαρμαρωμένη μπροστά στην πόρτα. «Μπορείς να πηγαίνεις, Άλις. Σε παρακαλώ πες στη μαγείρισσα ότι τα αγόρια είναι έτοιμα για το πρωινό. Και στείλε τσάι στο καθιστικό για τον επισκέπτη μας». Ο Τεμπλ ύψωσε το ένα του φρύδι. «Ακόμη κι αν ήμουν τύπος που πίνει τσάι, δεν θα ήμουν τόσο χαζός ώστε να καταναλώσω οτιδήποτε μου προσφέρεις. Ποτέ ξανά». Έριξε μια βιαστική ματιά στην Άλις. «Με το συμπάθιο, Άλις». Τα μάγουλα της Μάρα έγιναν κόκκινα. Ωραία. Θα έπρεπε να ντρέπεται. Θα μπορούσε να τον είχε σκοτώσει με την απερίσκεπτη συμπεριφορά της. «Σ’ ευχαριστώ, Άλις». Το κορίτσι έφυγε από το δωμάτιο με πάρα πολύ μεγάλη χαρά. Όταν έφυγε, ο Τεμπλ μίλησε. «Κυρία Μακ Ιντάιρ;» Εκείνη τον αντιμετώπισε κατά μέτωπο. «Ναι». «Τι απέγινε ο κύριος Μακ Ιντάιρ;» «Ήταν στρατιώτης», είπε εκείνη, «κι έπεσε στο καθήκον». Το φρύδι του Τεμπλ υψώθηκε. «Πού;» Εκείνη τον κοίταξε με τα μάτια μισόκλειστα. «Ο περισσότερος κόσμος δεν είναι τόσο αγενής ώστε να ρωτάει». «Εμένα μου λείπουν οι καλοί τρόποι». Η Μάρα σκοτείνιασε. «Στη μάχη του Νσαμάνκοφ, αφού πρέπει να ξέρεις». «Καλή ιστορία. Και αρκετά σκοτεινή ώστε κανένας να μην μπορεί να τον εντοπίσει». Κοίταξε γύρω του στο φουαγέ. «Και αρκετά αξιοσέβαστη ώστε να σε εγκαταστήσει εδώ». Εκείνη άλλαξε θέμα. «Δεν σε περίμενα τόσο γρήγορα». «Δεν μου έριξες αρκετό αρσενικό στο ουίσκι;» «Δεν ήταν αρσενικό», είπε εκείνη απότομα, κι ύστερα χαμήλωσε τη φωνή της. «Ήταν λάβδανο». «Δηλαδή παραδέχεσαι ότι με νάρκωσες». Η γυναίκα δίστασε. «Ναι». «Και, για επιβεβαίωση, δεν ήταν η πρώτη φορά;» Όταν εκείνη δεν απάντησε, ο Τεμπλ πρόσθεσε: «Την πρώτη φορά με νάρκωσες και το έσκασες, δηλαδή».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Μάρα άφησε να της βγει ένας αναστεναγμός εκνευρισμού, κι ύστερα πήγε κοντά του, τον έπιασε απ’ το μπράτσο και τον οδήγησε προς το δωμάτιο μέσα στο οποίο είχε πάει τρέχοντας το γουρούνι. Το άγγιγμά της ήταν δυνατό και κατά κάποιο τρόπο ζεστό, παρόλο που ο Τεμπλ φορούσε μάλλινο σακάκι, και του ήρθε μια φευγαλέα ανάμνηση από το όνειρο που είχε δει – τα δάχτυλά της να διατρέχουν τη σταλαγματιά του κεριού πάνω στο μανίκι του. Η γυναίκα τού προκαλούσε ανησυχία. Χωρίς αμφιβολία επειδή αποτελούσε κίνδυνο για τη ζωή του. Και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η Μάρα έκλεισε την πόρτα κι απέμειναν κλεισμένοι μέσα σε ένα καθαρό, λιτό καθιστικό. Μια μικρή σιδερένια θερμάστρα στεκόταν στην άλλη γωνία του χώρου, και μέσα της έκαιγε ευχάριστα μια φωτιά, ζεσταίνοντας το γουρουνάκι που είχε παρά τρίχα γλιτώσει τον βέβαιο θάνατο μόλις λίγα λεπτά νωρίτερα, και τώρα φαινόταν να κοιμάται. Πάνω σε ένα μαξιλαράκι. Η γυναίκα είχε ένα γουρούνι πάνω σ’ ένα μαξιλάρι. Που άκουγε στο όνομα «Λεβάντα». Αν δεν είχε περάσει τις τελευταίες λίγες ώρες που είχε τις αισθήσεις του σε κατάσταση έκπληξης, θα είχε θεωρήσει το ζώο αλλόκοτο. Τουναντίον, γύρισε να κοιτάξει την ιδιοκτήτρια του γουρουνιού, η οποία ακουμπούσε την πλάτη της πάνω στην πόρτα του δωματίου. «Δεν το έσκασα και ακριβώς», προσδιόρισε η Μάρα. «Σου άφησα τη διεύθυνσή μου. Στην ουσία… όχι. Ρητά σε προσκάλεσα να έρθεις να με βρεις». Ο Τεμπλ ύψωσε το ένα του φρύδι. «Πόσο μεγαλόψυχο εκ μέρους σου». «Αν δεν είχες δείξει τόσο θυμωμένος…» άρχισε εκείνη να λέει. Ο Τεμπλ δεν μπόρεσε να κρατηθεί, και τη διέκοψε. «Έχεις την εντύπωση πως το να με αφήσεις αναίσθητο στο πάτωμα της βιβλιοθήκης μου καταπράυνε τον θυμό μου;» «Σε σκέπασα με μια κουβέρτα», υπερασπίστηκε εκείνη τον εαυτό της. «Μα τι ανόητος που είμαι. Φυσικά, αυτό λύνει τα πάντα». Η Μάρα αναστέναξε και τα παράξενα, ακαταμάχητα μάτια της αντάμωσαν τα δικά του. «Δεν είχα σκοπό να πάει το πράγμα έτσι όπως πήγε». «Και παρ’ όλα αυτά πήρες μαζί σου και λίγο περίσσιο λάβδανο στον ερχομό σου προς το σπίτι μου». «Εντάξει, είσαι λίγο πιο μεγαλόσωμος από τους περισσότερους άντρες – έπρεπε να είμαι προετοιμασμένη με μια περίσσια δόση. Άλλωστε κι εσύ είχες πάρει το μαχαίρι μου». Ύψωσε το φρύδι του. «Η κοφτερή γλώσσα σου δεν θα σε κάνει πιο προσφιλή στα μάτια μου». Ύψωσε κι εκείνη το δικό της φρύδι. «Κρίμα, καθότι κάποτε τα κατάφερνα πολύ καλά

******ebook converter DEMO Watermarks*******


με αυτήν». Ένα γέλιο απείλησε να του έρθει, αλλά το κατέπνιξε. Δεν θα άφηνε τον εαυτό του να νιώσει θυμηδία από εκείνη. Η γυναίκα ήταν τοξική. Οι τοξικοί άνθρωποι δεν ήταν καθόλου διασκεδαστικοί. Εκείνη συνέχισε. «Δεν αρνούμαι ότι μου αξίζει μια μικρή ποσότητα από τον θυμό σου, αλλά δεν θα καθίσω να μου ασκήσεις και βία». «Αυτή είναι η δεύτερη φορά που χρησιμοποιείς μαζί μου ετούτη τη λέξη. Χρειάζεται να σου θυμίσω ότι σε όλο το διάστημα που γνωριζόμαστε, μόνο ο ένας απ’ τους δυο μας έχει ναρκώσει τον άλλον; Δύο φορές;» Μια κόκκινη πλημμύρα φάνηκε στα μάγουλά της. Τύψεις; Απίθανο. «Όπως και να ’χει, φαντάζει κατάλληλη περιγραφή του πώς θα μπορούσες να μου συμπεριφερθείς, Εξοχότατε». Ο Τεμπλ ευχήθηκε να σταματούσε η γυναίκα να τον αποκαλεί έτσι. Μισούσε την τιμητική κλητική προσφώνηση – το πώς του έγδερνε τη ραχοκοκαλιά, καθώς του υπενθύμιζε όλα εκείνα τα χρόνια που λαχταρούσε τον τίτλο του. Τα χρόνια που δεν μπορούσε να τον έχει, παρόλο που δικαιωματικά του ανήκε. Παρόλο που τον δικαιούνταν. Φυσικά, δεν το ήξερε αυτό. Δεν την είχε σκοτώσει. Η συνειδητοποίηση παρέμενε ένα σοκ. Δεν το ήξερε. Όλα εκείνα τα χρόνια… είχε ζήσει με την ιδέα ότι μπορεί να είχε υπάρξει δολοφόνος. Όλα εκείνα τα χρόνια. Εκείνη του τα είχε κλέψει. Ένα κύμα οργής τον πλημμύρισε, καυτό και δυσάρεστο. Η εκδίκηση ποτέ δεν αποτέλεσε τροφή του, και τώρα, παρόλο που δεν μπορούσε να αποδιώξει τη λέξη, γευόταν την πίκρα της πάνω στη γλώσσα του. Την κοίταξε απότομα. «Τι συνέβη;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Συγγνώμη;» «Δώδεκα χρόνια πριν, στο Γουάιτφον. Την παραμονή του γάμου σου. Τι συνέβη;» Εκείνη δίστασε. «Δεν θυμάσαι;» «Ήμουν τελείως ναρκωμένος. Οπότε, όχι, για του λόγου το αληθές, δεν θυμάμαι». Όχι πως δεν πάσχισε να θυμηθεί. Είχε φέρει εκείνη τη νύχτα ξανά και ξανά στον νου του, εκατοντάδες φορές, χιλιάδες. Θυμόταν το ουίσκι. Θυμόταν να θέλει μια γυναίκα. Να ψάχνει μια γυναίκα. Δεν μπορούσε να ανακαλέσει ακριβώς το πρόσωπό της, αλλά θυμόταν παράξενα μάτια, καστανοκόκκινες μπούκλες, χαριτωμένες καμπύλες κι ένα γέλιο που ήταν το μισό αθωότητα και το άλλο μισό αμαρτία. Κι εκείνα τα μάτια… Κανείς δεν μπορούσε να ξεχάσει εκείνα τα μάτια. «Θυμάμαι ότι ήσουν μαζί μου».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Εκείνη έγνεψε καταφατικά και τα μάγουλά της ξαναβάφτηκαν κόκκινα. Ο Τεμπλ το ήξερε. Ήταν ένα πράγμα για το οποίο ποτέ δεν αμφέβαλλε. Ήταν νέος, γεμάτος ζωή, και δεν είχε συναντήσει ποτέ του γυναίκα που να μην είχε μπορέσει να την ξελογιάσει. Φυσικά και ήταν μαζί της. Και ξαφνικά, ο Τεμπλ ήθελε να μάθει τα πάντα. Προχώρησε πιο κοντά της, παρατηρώντας τον τρόπο που εκείνη σφίχτηκε και κόλλησε πάνω στην πόρτα. «Και πριν μου τη φέρεις – πριν σκηνοθετήσεις τον θάνατό σου και το σκάσεις σαν δειλή… ήμαστε μόνοι;» Εκείνη ξεροκατάπιε, και ο Τεμπλ δεν μπόρεσε να μην προσέξει τους μυς στον λαιμό της, το πώς οι μύες εκεί πρόδιδαν την ταραχή της. Την ενοχή της. «Ναι». Η Μάρα κοίταξε τα φουστάνια της. Τα έσιαξε. Ο Τεμπλ πρόσεξε πως δεν φορούσε γάντια – όπως ακριβώς και το προηγούμενο βράδυ. Όπως και στο όνειρό του. Αλλά τώρα, στο φως της μέρας, είδε πάνω στα δάχτυλά της τα σημάδια του μόχθου: στομωμένα, ίσια νύχια· δέρμα ταλαιπωρημένο απ’ τον ήλιο· κι ένα ίχνος μιας ουλής στο αριστερό χέρι της, τόσο αχνό ώστε να σημαίνει ότι είχε επουλωθεί εδώ και καιρό. Δεν του άρεσε αυτή η ουλή. Και δεν του άρεσε το γεγονός ότι την παρατήρησε. «Για πόση ώρα;» «Όχι πολλή». Άφησε να του φύγει ένα δύσθυμο γελάκι όταν το άκουσε αυτό. «Αρκετή». Το βλέμμα της τινάχτηκε προς το μέρος του, τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα και γεμάτα με… κάτι. «Αρκετή για να γίνει τι;» «Αρκετή για να με σακατέψεις». Η Μάρα ξεφύσηξε, κι εκείνος ήξερε ότι κάτι του είχε κρύψει. Την κοίταξε εξονυχιστικά για μια παρατεταμένη στιγμή κι ευχήθηκε να βρισκόταν στο ριγκ. Εκεί έβλεπε τις αδυναμίες των αντιπάλων του, καθαρά και ξάστερα. Εκεί ήξερε πού να χτυπήσει. Εδώ, μέσα σ’ αυτό το παράξενο κτίριο, σ’ αυτή την παράξενη μάχη με αυτή την παράξενη γυναίκα, τα πράγματα δεν ήταν και τόσο απλά. «Πες μου ένα πράγμα. Ήξερες ποιος ήμουν;» Για κάποιο λόγο, αυτό είχε σημασία. Η Μάρα τον κοίταξε κατάματα και στα μάτια της υπήρχε αλήθεια, για μια φορά. «Όχι». Φυσικά και δεν ήξερε. Οπότε, τι είχε κάνει; Τι είχε συμβεί μέσα σ’ εκείνη τη χαριτωμένη κίτρινη κρεβατοκάμαρα πριν από τόσα χρόνια; Διάβολε. Ο Τεμπλ γνώριζε από μάχες αρκετά ώστε να ξέρει πως η γυναίκα δεν θα του έλεγε. Και γνώριζε αρκετά ώστε να είναι σίγουρος ότι αν έδειχνε το ενδιαφέρον του, εκείνη θα είχε το πάνω χέρι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κι ανάθεμά τον έτσι και της έδινε άλλη δύναμη. Σήμερα ήταν η σειρά του. Άλλαξε τακτική. «Δεν έπρεπε να είχες γυρίσει. Αλλά μια και γύρισες, το δικό σου λάθος είναι η δική μου αμοιβή. Και ο κόσμος θα μάθει την αλήθεια και για τους δυο μας». Η Μάρα δεν είχε υπάρξει ποτέ τόσο ευγνώμων στη ζωή της όσο ένιωσε τη στιγμή που ο Τεμπλ άλλαξε το θέμα της συζήτησης από εκείνη τη νύχτα τόσα χρόνια πριν, και την ξαναγύρισε στο παρόν ζήτημα. Μπορούσε να τον χειριστεί εδώ. Τώρα. Θυμωμένο. Αλλά τη στιγμή που το παρόν μπλέχτηκε με το παρελθόν, έχασε το θάρρος της, μην όντας σίγουρη για το πώς να προχωρήσει μ’ αυτόν τον πελώριο, θηριώδη άντρα και τα χρόνια που είχαν περάσει από την τελευταία φορά που τον είχε δει. Απόδιωξε αυτή τη σκέψη και έστρεψε ξανά την προσοχή της στο τωρινό ζήτημα. «Δηλαδή είσαι διατεθειμένος να διαπραγματευτείς;» Παριστάνοντας ότι δεν την είχε συνταράξει η παρουσία του, επέστρεψε στο γραφείο της. Κάθισε. «Θα ετοιμάσω το γράμμα για τη Νιουζ σήμερα κιόλας, υπό την προϋπόθεση ότι είσαι έτοιμος να χαρίσεις τα συγκεκριμένα χρέη». Εκείνος γέλασε. «Στ’ αλήθεια, δεν είναι δυνατόν να φαντάστηκες πως θα ήταν τόσο εύκολο». «Δεν θα έλεγα εύκολο». Δεν θα ήταν εύκολο. Είχε γράψει το γράμμα εκατό φορές μες στο κεφάλι της. Μια ντουζίνα χαρτιά. Επί χρόνια. Και δεν έγινε ποτέ πιο εύκολο. «Θα έλεγα γρήγορο, ωστόσο. Οπωσδήποτε αυτό είναι το συμφέρον». Ύψωσε το φρύδι του. «Περίμενα δώδεκα χρόνια γι’ αυτό. Ούτε η ευκολία ούτε η γρηγοράδα είναι τα θέματα υψίστης σημασίας». Η Μάρα έκανε την ερώτηση, παρόλο που γνώριζε την απάντηση. «Ε τότε, τι είναι;» «Η απονομή δικαιοσύνης». Άφησε ένα μικρό γελάκι για να κρύψει το πώς αυτά τα λόγια την ανησύχησαν. «Τι σκοπεύεις να κάνεις; Να με βγάλεις στους δρόμους και να με επιδεικνύεις; Με πίσσα και πούπουλα;» «Η ιδέα δεν είναι και εντελώς δυσάρεστη». Ο Τεμπλ τότε χαμογέλασε, κι εκείνη φαντάστηκε ότι χαμογελούσε μ’ αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο εκατοντάδες φορές στη λέσχη του. Στο ριγκ του. «Όντως σκοπεύω να σε βγάλω στους δρόμους και να σε επιδεικνύω σε όλο το Λονδίνο. Αλλά όχι με πίσσα και πούπουλα». Τα φρύδια της υψώθηκαν. «Ε τότε, πώς;» «Βαμμένη. Και στολισμένη». Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν θα με δεχτούν». «Όχι σαν την πλούσια κληρονόμο που υπήρξες κάποτε, όχι». Και τότε, ίσα που την είχαν αποδεχτεί. Η Μάρα είχε υπάρξει απειλή για όλα όσα ήταν εκείνοι. Για όλα όσα είχαν. Η όμορφη νεαρή κόρη ενός εύπορου ανθρώπου από την

******ebook converter DEMO Watermarks*******


εργατική τάξη. Μπορεί να ήταν όσο πλούσια χρειαζόταν, αλλά ποτέ δεν είχε υπάρξει αρκετά καλή γι’ αυτούς. «Δεν θα με δεχτούν στη συντροφιά τους». «Θα κάνουν ό,τι πω εγώ. Βλέπεις, εγώ είμαι δούκας. Και, αν θυμάμαι καλά, ενώ τους φονιάδες δούκες δεν τους εγκρίνουν οι πρεσβύτεροι της καλής κοινωνίας, εμάς που δεν έχουμε διαπράξει φόνο τείνουν να μας βλέπουν με καλό μάτι». Έσκυψε πιο κοντά της. «Στις κυρίες αρέσουν οι δούκες». Τα λόγια ήταν περισσότερο ανάσα παρά ήχος, και η Μάρα αντιστάθηκε στην παρόρμηση να αγγίξει το εκτεθειμένο δέρμα του λαιμού της και να τρίψει αυτή την ανάσα να φύγει αλλά ταυτόχρονα και να την κρατήσει εκεί. «Και είσαι δική μου και μπορώ να σε κάνω ό,τι θέλω». Τα φρύδια της έσμιξαν στο άκουσμα αυτών των λέξεων, έτσι όπως αυτές εξαπλώθηκαν μέσα της, βίαια και απειλητικά. «Και τι ακριβώς είναι αυτό που θέλεις;» «Ακριβώς ό,τι τραβάει η ψυχή μου». Εκείνη σφίχτηκε. «Δεν πρόκειται να γίνω ερωμένη σου». «Πρώτον, δεν είσαι σε θέση να προβάλλεις αξιώσεις. Και δεύτερον, δεν θυμάμαι να σου ζήτησα να γίνεις». Εκείνη κατακοκκίνισε από αμηχανία. «Ε τότε, τι;» Ο Τεμπλ ανασήκωσε τους ώμους, αρκετά κοντά της ώστε να νιώθει τη ζεστασιά του. «Δώδεκα χρόνια που έλεγες ψέματα σε βάρος μου, σε έκαναν το δίχως άλλο μια πειστική ηθοποιό. Είναι καιρός να χρησιμοποιήσω όλη αυτή την εξάσκηση στα ψέματα προς όφελός μου. Όπως μου αρέσει». Εκείνη ίσιωσε τους ώμους της και έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω για να τον κοιτάξει. Ήταν πολύ κοντά της – τόσο κοντά που σε κάποια άλλη στιγμή, σε κάποιο άλλο μέρος, αν ήταν κάποια άλλη γυναίκα, μπορεί να σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών της και να κολλούσε τα χείλη της στα δικά του. Μα από πού είχε ξεφυτρώσει αυτή η σκέψη; Η Μάρα δεν ήθελε καμία σχέση με φιλιά μ’ αυτόν τον άντρα. Αυτός δεν ήταν για φιλιά. Όχι πια. Σούφρωσε τα χείλη της. «Δηλαδή θέλεις να με καταστρέψεις». «Εσύ μου κατέστρεψες τη ζωή», είπε εκείνος εντελώς αδιάφορα. «Θεωρώ πως αυτό είναι απλώς δίκαιο, δεν νομίζεις;» Εκείνη είχε καταστραφεί για δώδεκα χρόνια – από τη στιγμή που έριξε αίμα στα σεντόνια και το έσκασε από εκείνο το δωμάτιο. Είχε καταστραφεί και πριν από τότε. Αλλά το είχε κρύψει καλά, και είχε κι ένα τσούρμο αγόρια για να νοιαστεί. Ίσως η καταστροφή της να ήταν η δική του δίκαιη πληρωμή. Ίσως να ήταν και η δική της πληρωμή, επίσης. Αλλά ανάθεμά την αν τον άφηνε να καταστρέψει τη Μακ Ιντάιρ και το ασφαλές καταφύγιο που είχε φτιάξει γι’ αυτά τα αγόρια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Οπότε θα αναγκαστώ να φύγω. Να ξαναρχίσω απ’ την αρχή». «Το έχεις ξανακάνει και παλιά», είπε εκείνος. Όπως και ο ίδιος. Ωραίο πράγμα η εκδίκηση, ε; Ίσιωσε τους ώμους της. «Δέχομαι». Για μισό δευτερόλεπτο, τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, κι εκείνη αποκόμισε ευχαρίστηση από την κατάπληξή του. Προφανώς εκείνος είχε υποτιμήσει το σθένος και τον σκοπό της. «Αλλά έχω κι εγώ έναν όρο». Πες του. Η σκέψη ήρθε από το πουθενά. Πες του ότι τα χρέη του Κρίστοφερ περιλαμβάνουν και όλα τα κονδύλια του ορφανοτροφείου. Τον κοίταξε. Το βλέμμα του ήταν παγερό. Αλύγιστο. Αδιάφορο. Όπως το βλέμμα των πατεράδων των αγοριών. Πες του ότι αυτό που κάνει θέτει σε κίνδυνο τα αγόρια. «Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να πρέπει να δεχτώ οποιονδήποτε από τους όρους σου», είπε εκείνος. «Γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Εξαφανίστηκα μια φορά. Μπορώ να το ξανακάνω». Απέμεινε να την κοιτάζει για μια παρατεταμένη στιγμή, με την απειλή να αιωρείται ανάμεσά τους, και το βλέμμα του σκοτείνιασε από εκνευρισμό. Κι από κάτι χειρότερο. Κάτι που έμοιαζε περισσότερο με μίσος. Και ίσως θα έπρεπε να τη μισεί. Εκείνη τον είχε σμιλέψει, με την επιδεξιότητα ενός αριστοτέχνη γλύπτη, όχι από μάρμαρο, αλλά από σάρκα, αίμα και έξαλλη οργή. «Αν το σκάσεις, θα σε βρω. Και τούτη τη φορά δεν θα σε κρατήσω αιχμάλωτη». Η υπόσχεση ήταν γεμάτη οργή και αλήθεια. Δεν θα σταματούσε μπροστά σε τίποτα προκειμένου να πάρει την εκδίκησή του. Κι εκείνη βρισκόταν σε κίνδυνο, μαζί με όλα όσα αγαπούσε. Αλλά δεν θα έβαζε σε κίνδυνο τα αγόρια. Ρίχτηκε στον πόλεμο, σκεπτόμενη ήδη τα επόμενα βήματά της… πώς θα προστάτευε τα αγόρια, το σπίτι και το κληροδότημά του, έτσι και εκείνος εκπλήρωνε την υπόσχεσή του. Ίσιωσε τους ώμους της και μπήκε στη μάχη. «Αν μου φερθείς σαν να είμαι πόρνη, θα με πληρώσεις ανάλογα». Τα λόγια τον έτσουξαν. Η Μάρα το είδε, το πλήγμα φάνηκε για μια στιγμή και την επόμενη χάθηκε, λες και βρίσκονταν στο ριγκ όπου εκείνος βασίλευε. Όταν είδε ότι εκείνος δεν ανταπέδωσε, έριξε τη δεύτερη γροθιά της. «Θα κάνω ό,τι ζητήσεις. Όπως κι αν το ζητήσεις. Θα παίξω το ανόητο παιχνίδι σου ώσπου να αποφασίσεις να με αποκαλύψεις στον κόσμο. Ώσπου να αποφασίσεις να με ξαποστείλεις. Κι όταν το αποφασίσεις, θα φύγω».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Για τα χρέη του αδερφού σου». «Για ό,τι θέλω». Η μια γωνιά των χειλιών του ανασηκώθηκε σε ένα φευγαλέο αχνό χαμόγελο, και για μια στιγμή η Μάρα σκέφτηκε ότι σε κάποιο άλλο μέρος, κάποια άλλη στιγμή, αν ήταν μια άλλη γυναίκα, μπορεί και να της άρεσε να τον κάνει να χαμογελάει. Αλλά τούτη ακριβώς τη στιγμή, το μίσησε αυτό το χαμόγελο. «Δεν του αξίζει να σε έχει αδερφή του». «Να μη σε νοιάζει εσένα». «Γιατί; Τι είναι αυτό, κάποιο είδος αδερφικής αγάπης;» Τα μάτια του σκοτείνιασαν, κι εκείνη τον άφησε να το πιστέψει. Οτιδήποτε, αρκεί να τον εμπόδιζε να καταστρέψει το ορφανοτροφείο. «Αυτουνού η φάτσα χρειάζεται απεγνωσμένα μια μπουνιά». Δίκαιη ανταπόδοση. «Κι όμως, εσύ δεν δέχεσαι να παλέψεις μαζί του», είπε η Μάρα, νιώθοντας πιο οργισμένη απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί. «Φοβάσαι να του δώσεις μια ευκαιρία;» Ύψωσε το φρύδι του, αλλά δεν τσίμπησε το δόλωμα. «Δεν με έχει νικήσει ποτέ κανένας». Εκείνη χαμογέλασε. «Δεν σε νίκησα εγώ χθες το βράδυ;» Ο Τεμπλ έμεινε ακίνητος όταν άκουσε αυτά τα λόγια, κι ύστερα σήκωσε το βλέμμα του. Η Μάρα διέκρινε κατάπληξη στα μαύρα μάτια του, στον τρόπο που γούρλωσαν μια σταλιά, ίσα για μια στιγμή. Αντιστάθηκε στην παρόρμηση να χαμογελάσει θριαμβευτικά. «Χαίρεσαι που με νάρκωσες;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Χαίρομαι που σε έριξα κάτω. Αυτός είναι ο σκοπός, έτσι δεν είναι; Μου χρωστάς τα λεφτά». «Μέσα στο ριγκ, δεσποινίς Λόου. Εκεί είναι που μετράει». Τότε εκείνη χαμογέλασε, ξέροντας ότι αυτό θα τον εκνεύριζε. Ελπίζοντας ότι αυτό θα τον εκνεύριζε. «Αλλού είναι η ουσία. Ντρέπεσαι να παραδεχτείς ότι σε νικάω εύκολα». «Με τη βοήθεια ναρκωτικών αρκετών για να ρίξουν κάτω κι ένα βόδι». «Ανοησίες. Ένα άλογο, ίσως. Αλλά όχι βόδι. Κι εσύ ντρέπεσαι. Δουλεύω με αγόρια, Εξοχότατε. Χρειάζεται να σου θυμίσω ότι ξέρω πότε κάποιος ντρέπεται, όταν τον βλέπω;» Το βλέμμα του έγινε ξανά σκοτεινό και σοβαρό, και έσκυψε προς τα εμπρός, πιο κοντά της. Αρκετά κοντά ώστε να γείρει επιβλητικός από πάνω της, ένα σώμα πάνω από ένα και ογδόντα πέντε όλο μυς και κόκαλα, δύναμη και ισχύ, ουλές και ποντίκια. Μύριζε γαρίφαλο και θυμάρι. Όχι δηλαδή πως εκείνη το πρόσεξε. Και τότε της ψιθύρισε, τόσο κοντά στο αφτί της που η Μάρα περισσότερο ένιωσε τα λόγια παρά τα άκουσε, καθώς έστειλαν ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά της. «Εγώ δεν είμαι αγόρι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Εδώ που τα λέμε, αλήθεια ήταν αυτό. Άνοιξε το στόμα της να απαντήσει, αλλά δεν βγήκαν λόγια. Ήταν δική του σειρά να χαμογελάσει. «Αν θέλεις να με ρίξεις κάτω, δεσποινίς Λόου, σε παρακινώ να έρθεις να με βρεις στο ριγκ». «Θα χρειαστεί να με πληρώσεις γι’ αυτό». «Κι αν δεν δεχτώ; Τότε τι; Δεν έχεις επιλογή». Αλήθεια. «Επίσης δεν έχω και τίποτα να χάσω». Ψέμα. «Τρίχες», είπε εκείνος. «Πάντα υπάρχει και κάτι άλλο να χάσεις, σε διαβεβαιώ. Θα το βρω». Την είχε ρίξει στην παγίδα του. Δεν μπορούσε να το σκάσει. Όχι χωρίς να έχει φροντίσει ότι τα αγόρια θα ήταν ασφαλή. Όχι χωρίς να έχει εξασφαλίσει τα χρήματα που έχασε ο Κιτ. Κοίταξε τον Τεμπλ στα μάτια, παρόλο που εκείνος έδειχνε να διαβάζει τις σκέψεις της. «Θα μπορούσες να το σκάσεις», της ψιθύρισε, «αλλά θα σε έβρισκα. Και δεν θα σου άρεσε αυτό που θα γινόταν τότε». Πανάθεμά τον. Δεν είχε σκοπό να έρθει σε συμφωνία. Η Μάρα ήθελε να ουρλιάξει. Παραλίγο να το έκανε, ώσπου εκείνος είπε: «Δεν θα είσαι η πρώτη γυναίκα που πλήρωσα για να εκτελέσει τις εντολές μου…» Μια ανάμνηση άστραψε – χέρια και πόδια μπερδεμένα σε φρεσκοπλυμένα λευκά σεντόνια, σκούρα μαλλιά και μαύρα μάτια, και πιο πολλοί μύες απ’ όσους θα έπρεπε να έχει ένας άντρας. «…αλλά σε διαβεβαιώ, δεσποινίς Λόου, θα είσαι η τελευταία». Τα λόγια στάθηκαν ανάμεσά τους και εκείνη χρειάστηκε μια στιγμή για να προσανατολίσει τις σκέψεις της σε αυτά. Για να αντιληφθεί ότι εκείνος είχε συμφωνήσει. Ότι το ορφανοτροφείο θα σωζόταν. Το αντίτιμο γι’ αυτό θα ήταν η δική της καταστροφή. Η ζωή της. Το μέλλον της. Αλλά θα σωζόταν. Η ανακούφιση ήταν φευγαλέα – τη διέκοψε η χαμηλόφωνη δική του δήλωση. «Ξεκινάμε απόψε».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 4 «Και ποιος μπορεί να μου πει τι συνέβη στον Ναπολέοντα μετά το Βατερλό;» Μια θάλασσα από χέρια σηκώθηκαν βιαστικά μες στη μικρή, καλοβαλμένη σχολική τάξη στον Οίκο Αρρένων Μακ Ιντάιρ. Ο Ντάνιελ δεν περίμενε να του δώσουν τον λόγο. «Πέθανε!» Η Μάρα επέλεξε να αγνοήσει τη αναμφίβολη αγαλλίαση που ξεχύθηκε από τον νεαρό την ώρα που ανήγγειλε τον θάνατο του αυτοκράτορα. «Ναι, πράγματι, πέθανε. Όμως εγώ ζητάω να μάθω το κομμάτι πριν απ’ αυτό». Ο Ντάνιελ το σκέφτηκε για μια στιγμή κι ύστερα είπε: «Έφυγε τρέχοντας από τον Γουέλινγκτον, με κλαυθμούς και οδυρμούς… και πέθανε!» Η Μάρα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι ακριβώς. Μάθιου;» «Έριξε το άλογό του σε μια γαλλική τάφρο… και πέθανε!» Τα χείλη της συσπάστηκαν. «Δυστυχώς, όχι». Διάλεξε ένα από τα χεράκια που τανύζονταν ως το ταβάνι. «Τσαρλς;» Ο Τσαρλς σκέφτηκε τις πιθανότητες και ύστερα διάλεξε: «Πυροβολήθηκε μόνος του στο πόδι, αυτό πρασίνισε και λιγόστεψε, και τότε πέθανε;» Τότε η Μάρα χαμογέλασε. «Ξέρετε, κύριοι, δεν είμαι σίγουρη πως είμαι και πολύ αποτελεσματική δασκάλα». Τα χεράκια κατέβηκαν κι ένα μουρμουρητό εξαπλώθηκε σε όλη την τάξη, γιατί τα παιδιά ήξεραν πως εκείνη τη μέρα θα απαιτούνταν να κάνουν μία ώρα παραπάνω μάθημα ιστορίας. Τη γλίτωσαν, ωστόσο, καθώς ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και η σιλουέτα της Άλις φάνηκε στο κατώφλι της τάξης. «Με συγχωρείς, κυρία Μακ Ιντάιρ». Η Μάρα κατέβασε το βιβλίο που κρατούσε. «Ναι;» «Είναι…» Η Άλις άνοιξε το στόμα της, το έκλεισε κι ύστερα το ξανάνοιξε. «Είναι… είναι κάποιος εδώ που θέλει να σε δει». Ο Τεμπλ. Ξαναγύρισε. Η Μάρα έριξε μια βιαστική ματιά στο ρολόι στη γωνία της τάξης. Της είχε πει απόψε. Καθώς ήταν ακόμα μέρα, το μόνο που μπορούσε να υποθέσει γι’ αυτόν ήταν ότι ήταν παλιάνθρωπος και απατεώνας. Και σκόπευε να του το πει ακριβώς έτσι. Αμέσως με το που θα καταλάγιαζε ο ξέφρενος καλπασμός της καρδιάς της. Ο αέρας φάνηκε να εγκαταλείπει το δωμάτιο καθώς εκείνη κοίταξε τη θάλασσα από τα παιδικά προσωπάκια γύρω της και συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν έτοιμη να πει στον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κόσμο την αλήθεια. Δεν ήταν έτοιμη να ξαναγίνει η Μάρα Λόου. Ήθελε να παραμείνει κυρία Μακ Ιντάιρ, που δεν γεννήθηκε πουθενά, που ήρθε από το πουθενά και τώρα ήταν παιδαγωγός και επιστάτρια σε ένα ετερόκλητο τσούρμο από αγόρια. Η κυρία Μακ Ιντάιρ είχε σκοπό. Η κυρία Μακ Ιντάιρ είχε νόημα. Η κυρία Μακ Ιντάιρ είχε ζωή. Η Μάρα δεν είχε τίποτα. Τίποτα εκτός από την αλήθεια. Πίεσε τα πόδια της να κουνηθούν, να βαδίσουν ανάμεσα από την ομήγυρη των αγοριών για να πάει κοντά στην Άλις. Για να αντιμετωπίσει τον άντρα που είχε επιστρέψει στο σπίτι, το δίχως άλλο με ένα σχέδιο κατάλληλο να αλλάξει τις ζωές και των δύο. Με το που έφτασε στην πόρτα, στράφηκε και κοίταξε τους μαθητές της. «Αν…» Όχι. Καθάρισε τον λαιμό της. Ξαναδοκίμασε. «Όταν επιστρέψω, περιμένω να ακούσω τι συνέβη στον Ναπολέοντα». Ένα βογκητό απ’ όλα τα αγόρια μαζί ακούστηκε, την ώρα που εκείνη έκλεινε πίσω της την πόρτα με έναν απότομο γδούπο. Η Άλις έδειξε αρκετά έξυπνη ώστε να μην πει τίποτα κατά τη διαδρομή ανάμεσα απ’ τους σκοτεινούς, στενούς διαδρόμους. Η Μάρα εκτίμησε τη διαίσθηση της νεαρής κοπέλας – δεν ήταν βέβαιη ότι θα μπορούσε να φέρει εις πέρας συζήτηση με την καρδιά της να βροντοχτυπά και τις σκέψεις της να καλπάζουν. Εκείνος βρισκόταν εκεί. Κάτω. Δικαστής και ένορκος και δήμιος, όλα σε ένα. Η Μάρα κατέβηκε τις σκάλες αργά, ξέροντας ότι δεν θα ξέφευγε ποτέ από το παρελθόν της και ότι δεν θα μπορούσε να αποφύγει το μέλλον της. Η πόρτα που οδηγούσε προς εκείνο το μικρό γραφείο όπου είχαν μιλήσει νωρίτερα εκείνο το πρωί ήταν μισάνοιχτη, και η Μάρα σκέφτηκε ότι δυόμισι εκατοστών άνοιγμα ανάμεσα στην πόρτα και στο κούφωμα ήταν κάτι το περίεργο – προκαλώντας έξαψη ή φόβο ανάλογα με την κατάσταση. Αψήφησε το γεγονός ότι, τρόπον τινά, εκείνη ακριβώς τη στιγμή προκαλούσε και τα δύο. Εκείνος δεν ήταν καν ούτε τόσο δα συναρπαστικός· ήταν εντελώς τρομακτικός. Η Μάρα πήρε μια βαθιά ανάσα, πείθοντας με τη δύναμη της σκέψης την καρδιά της να πάψει να βροντοχτυπά, και απάλλαξε την Άλις από τα καθήκοντά της με ένα σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο –τόσο μπορούσε να χαμογελάσει, δεδομένων των συνθηκών– κι ύστερα έσπρωξε την πόρτα για να την ανοίξει και να αντιμετωπίσει τον άντρα μες στο δωμάτιο. «Τον είδες». Η Μάρα μπήκε μέσα και έκλεισε καλά την πόρτα. «Τι κάνεις εδώ;» Ο αδερφός της ήρθε προς το μέρος της. «Εσύ τι κάνεις, που προσεγγίζεις αυτόν τον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


άνθρωπο;» «Ρώτησα πρώτα», είπε εκείνη, συναντώντας τον στο μέσο του δωματίου με δυο σύντομες δρασκελιές. «Είχαμε συμφωνήσει ότι δεν θα ερχόσουν ποτέ εδώ. Έπρεπε να είχες στείλει σημείωμα». Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο συναντιούνταν τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Ποτέ σ’ αυτό το κτίριο και ποτέ σε οποιοδήποτε μέρος θα μπορούσε να την αναγνωρίσει κάποιος. «Είχαμε συμφωνήσει επίσης ότι δεν θα λέγαμε ποτέ σ’ αυτόν τον άνθρωπο ότι είσαι ζωντανή και ότι ζούσες ακριβώς κάτω από τη μύτη του». «Αυτός ο άνθρωπος έχει όνομα, Κιτ». «Δεν το χρησιμοποιεί». «Έχει κι άλλο ένα, που το χρησιμοποιεί». Τεμπλ. Δεν της ήταν δύσκολο να τον σκέφτεται έτσι. Γιγάντιο και ασυγκίνητο. Άραγε ανέκαθεν υπήρξε ασυγκίνητος; Δεν τον είχε γνωρίσει καλά όταν ήταν νέοι, αλλά η φήμη του προηγούνταν – και κανένας δεν τον είχε αποκαλέσει ποτέ ψυχρό. Άσωτο, κάθαρμα, παλιάνθρωπο, σαφώς. Αλλά ψυχρό, ποτέ. Ούτε και οργισμένο. Εκείνη του το είχε κάνει αυτό. Ο Κιτ πέρασε το χέρι του μέσα από τις ήδη αναμαλλιασμένες καστανές μπούκλες του και η Μάρα διέκρινε πάνω του την ανησυχία. Δύο χρόνια μικρότερος, ο αδερφός της ήταν γεμάτος ζωή σαν παιδί, διψούσε για συγκινήσεις και μονίμως κάτι σκάρωνε. Και μετά εκείνη το είχε σκάσει, καταστρέφοντας τον Τεμπλ και αφήνοντας τον Κιτ να μαζέψει τα κομμάτια εκείνης της αφόρητα ανόητης νύχτας τους. Κι εκείνος είχε αλλάξει. Αντάλλασαν γράμματα στα κρυφά επί χρόνια, ώσπου εκείνη επανεμφανίστηκε, κρυμμένη σε κοινή θέα, η κυρία Μακ Ιντάιρ, χήρα ιδιοκτήτρια του Οίκου Αρρένων Μακ Ιντάιρ. Όμως εκείνος έγινε διαφορετικός. Πιο ψυχρός. Πιο τραχύς. Ποτέ δεν μίλησε για τη ζωή στην οποία τον άφησε εκείνη. Ή για τον άνθρωπο με τον οποίο τον άφησε. Κι ύστερα είχε φύγει κι έχασε όλα της τα χρήματα. Η Μάρα παρατήρησε το κύρτωμα στους ώμους του, τα βαθουλώματα στα μάγουλά του και τις φθορές στις υπό κανονικές συνθήκες άψογες μπότες του, και διαπίστωσε ότι εκείνος τουλάχιστον είχε αντιληφθεί το μπλέξιμό τους. Το δικό της μπλέξιμο. Της βγήκε ένας ελαφρύς αναστεναγμός. «Κιτ…» «Μακάρι να μη με φώναζες έτσι», είπε εκείνος απότομα. «Δεν είμαι πια παιδί». «Το ξέρω». Ήταν το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί να πει. «Δεν έπρεπε να είχες πάει να τον βρεις. Ξέρεις πώς τον αποκαλούν;» Εκείνη ύψωσε τα φρύδια της. «Τον αποκαλούν έτσι εξαιτίας μου». «Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έφτασε στο σημείο να το αξίζει. Δεν θέλω να τον ξαναπλησιάσεις».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Πολύ αργά. «Δεν θέλεις;» είπε εκείνη, νιώθοντας ξαφνικά έναν ακατανίκητο εκνευρισμό. «Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Ο άνθρωπος κρατάει στα χέρια του όλα μας τα λεφτά και όλα τα χαρτιά. Κι έκανα ό,τι μπορούσα για να σώσω το σπίτι». Ο Κιτ σκυθρώπιασε. «Πάντα το σπίτι. Πάντα τα αγόρια». Φυσικά και ναι. Τα αγόρια ήταν το σημαντικό κομμάτι. Ήταν αυτό που εκείνη έκανε σωστά. Τα αγόρια ήταν το καλό της. Αλλά δεν άξιζε τον κόπο να τσακωθεί με τον Κιτ. «Πώς έμαθες ότι είχε έρθει εδώ, για να ’χουμε καλό ρώτημα;» Εκείνος την κοίταξε με τα μάτια μισόκλειστα. «Νομίζεις ότι είμαι ηλίθιος; Πληρώνω ένα σωρό λεφτά την πόρνη στον δρόμο για να σε προσέχει». «Για να με προσέχει; Ή να με παρακολουθεί;» «Είδε τον Φονιά Δούκα. Μου το μήνυσε». Την κυρίευσε θυμός στην ιδέα ότι ο αδερφός της μπορεί να την κατασκόπευε. «Δεν χρειάζομαι προστασία». «Φυσικά και χρειάζεσαι. Πάντα χρειαζόσουν». Η Μάρα συγκρατήθηκε και δεν του αντιγύρισε απότομα ότι εκείνη είχε αντιμετωπίσει περισσότερους δαίμονες απ’ ό,τι αυτός. Επί χρόνια. Μόνη. Και ξανάπιασε το θέμα που υπήρχε τώρα. «Κιτ…» Σταμάτησε. Το διόρθωσε. «Κρίστοφερ, πήγα σ’ αυτόν γιατί το χρειαζόμασταν. Εσύ…» Κόμπιασε, μην όντας σίγουρη πώς ακριβώς να πει τις λέξεις. Άνοιξε διάπλατα τα χέρια της και ξαναδοκίμασε. «Έχασες τα πάντα». Ο Κρίστοφερ πέρασε τα δάχτυλά του μέσα απ’ τα μαλλιά του για ακόμη μια φορά, και η κίνηση ήταν βίαιη και ανησυχαστική. «Λες να μην το ξέρω; Για τον Θεό, Μάρα!» Είχε υψώσει τον τόνο της φωνής του, κι εκείνη κατευθείαν συνειδητοποίησε με απόλυτη ενάργεια πού βρίσκονταν – και τι όνομα είχε χρησιμοποιήσει ο αδερφός της. Κοίταξε την πόρτα, επιβεβαιώνοντας ότι ήταν κλειστή. Εκείνον δεν τον ένοιαζε. «Φυσικά και το ξέρω! Έχασα όλα όσα μου άφησε εκείνος». Και όλα τα δικά της, επίσης. Όσα χρήματα είχε δικά της και βλακωδώς είχαν ανατεθεί στη φύλαξή του. Αλλά όλα αυτά δεν ήταν τίποτα μπροστά στα κεφάλαια που είχαν μπει στην άκρη για τη λειτουργία του ορφανοτροφείου. Κάθε σέντσι που είχαν αφήσει οι άντρες, όταν άφησαν και τους γιους τους. Της είχε πει ότι η τράπεζά του θα προστάτευε τα κεφάλαια. Θα τα αύξανε κιόλας, ενδεχομένως. Όμως αυτή ήταν γυναίκα και δίχως πιστοποιητικό του γάμου της ή του θανάτου του συζύγου της, κι έτσι τις καταθέσεις τις έκανε ο αδερφός της. Ο αδερφός της, που δεν μπορούσε να σταματήσει να τζογάρει. Την κυρίευσε θυμός, παρόλο που ευχόταν να μη συνέβαινε αυτό. Παρόλο που ευχόταν να ήταν ξανά δεκαέξι χρόνων, σε θέση να παρηγορήσει τον μικρότερο, πιο ευαίσθητο, πιο γλυκό αδερφό της, χωρίς να μισεί τον άντρα στον οποίο είχε εξελιχθεί.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Χωρίς να κρίνει τις αμαρτίες του. «Δεν ξέρεις πώς ήταν να ζω στη σκιά του», είπε εκείνος. Ο πατέρας τους. Ο άνθρωπος που ασυναίσθητα τους είχε δέσει όλους στο άρμα του. Πλούσιος σαν Κροίσος και ποτέ ικανοποιημένος. Συνέχεια ήθελε περισσότερα. Όλο και καλύτερα. Ήθελε έναν γιο πιο σβέλτο, πιο τολμηρό, πιο γενναίο και πιο έξυπνο. Ήθελε και μια δούκισσα για κόρη. Και δεν πήρε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ο Κιτ γέλασε πικρά. «Χωρίς αμφιβολία μας κοιτάζει από τη γωνίτσα του στην κόλαση, τρομερά απογοητευμένος». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν είμαστε κτήμα του πια». Ο αδερφός της την κοίταξε. «Φυσικά και είμαστε. Χωρίς εκείνον, τίποτε απ’ αυτά δεν θα είχε συμβεί. Εσύ δεν θα το είχες σκάσει. Εγώ δεν θα το είχα ρίξει στον τζόγο. Δεν θα είχα χάσει. Σήκωσε το χέρι του και έδειξε προς την κατεύθυνση του δρόμου. «Δεν θα ζούσες ανάμεσα σε άστεγους και πόρνες…» Σταμάτησε. Πήρε μιαν ανάσα. «Γιατί πήγες να τον βρεις;» «Εκείνος κρατάει τα χρέη μας». Τα μάτια του Κιτ μισόκλεισαν. «Και τι είπε;» Η Μάρα δίστασε. Δεν θα του άρεσε του αδερφού της. «Τι συμφωνήσατε;» επέμεινε εκείνος. Η Μάρα διέκρινε τον εκνευρισμό στον τόνο της φωνής του. Την απογοήτευση. «Εσύ τι πιστεύεις ότι συμφώνησα;» «Πούλησες τον εαυτό σου». Μακάρι να ήταν τόσο απλό. «Του είπα ότι θα αποκαλυφθώ. Και θα τον επιστρέψω στην καλή κοινωνία». Εκείνος ζύγισε αυτά τα λόγια, και για μια στιγμή η Μάρα πίστεψε ότι ο αδερφός της θα διαμαρτυρόταν. Αλλά είχε ξεχάσει ότι οι άντρες σε απόγνωση γίνονταν συμφεροντολόγοι. «Κι εγώ θα πάρω τα λεφτά μου πίσω;» Η Μάρα άκουσε την κτητική αντωνυμία –«μου»– και τη σιχάθηκε. «Δεν είναι μόνο δικά σου λεφτά». Εκείνος κάγχασε. «Τα δικά σου ήταν ελάχιστα». «Αυτά που ανήκαν στο ορφανοτροφείο ήταν αρκετά για να λειτουργήσει τούτο το μέρος για έναν χρόνο. Μπορεί και περισσότερο». «Έχω πολλά στο κεφάλι μου, Μάρα. Δεν έχω σκοπό να ανησυχώ και για τα παλιόπαιδά σου». «Είναι παιδιά! Στηρίζονται πάνω μου για τα πάντα!» Εκείνος αναστέναξε, κι ήταν ολοφάνερο ότι δεν θα ασχολούνταν άλλο μαζί της. «Πήρες πίσω τα λεφτά μου ή όχι;» Καρφί δεν του καιγόταν αν εκείνη θα έχανε τα πάντα. Αυτή τη ζωή που είχε φτιάξει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Αυτό το μέρος που την είχε κρατήσει ασφαλή. Που της είχε δώσει σκοπό. Δεν τον ένοιαζε, φτάνει να έπαιρνε πίσω τα λεφτά του. Κι έτσι, η Μάρα έκανε αυτό στο οποίο ήταν τόσο καλή. Είπε ψέματα. «Όχι». Το όμορφο πρόσωπό του κυριεύτηκε από έξαλλη οργή. «Έκανες συμφωνία με τον διάβολο και δεν πήρες τίποτα για αντάλλαγμα; Ωραία είσαι εσύ!» Το στόμα του παραμορφώθηκε από τον εκνευρισμό, καθώς βημάτιζε πάνω κάτω στο δωμάτιο. «Κατέστρεψες τα πάντα!» Κοίταξε τον αδερφό της με τα μάτια μισόκλειστα. «Έκανα αυτό που έπρεπε να γίνει. Δεν πρόκειται να παλέψει μαζί σου, Κιτ. Τώρα, αν μη τι άλλο, θα σ’ αφήσει ήσυχο». Ο Κιτ στράφηκε και εκσφενδόνισε μια καρέκλα που βρήκε μπροστά του, και το έπιπλο τσακίστηκε πάνω στον τοίχο και διαλύθηκε σε δεκάδες κομματάκια. Η Μάρα κοκάλωσε. Ο θυμός ήταν γνώριμο πράγμα. Με όλη τη σημασία της λέξης. Πήγε πίσω από το γραφείο της και πίεσε τις γροθιές της πάνω στην επιφάνειά του, για να κρύψει το τρέμουλο των χεριών της. Έχανε τον έλεγχο της κατάστασης. Ίσως της άξιζε αυτό. Ίσως αυτό να πάθαιναν οι γυναίκες που προσπαθούσαν να πάρουν τη μοίρα στα χέρια τους. Κι εκείνη είχε κάνει ακριβώς αυτό, άλλαξε το μέλλον της. Άλλαξε τη ζωή της. Κι έζησε έτσι για δώδεκα χρόνια. Όμως τώρα ήταν η ώρα να αφήσει τον Κιτ να ζήσει τη δική του ζωή. «Αυτή είναι η συμφωνία που κάναμε. Η μόνη σου ευκαιρία να έχεις υπόληψη είναι η συμφωνία μου να ομολογήσω αυτό που έκανα. Έφερα τον άνθρωπο στο δωμάτιό μου. Τον νάρκωσα. Έριξα αίμα στα αναθεματισμένα τα σεντόνια». Κούνησε το κεφάλι της. «Εγώ το έσκασα. Εγώ είμαι αυτή που χρειάζεται να συγχωρεθεί. Εγώ μπορώ να του δώσω δικαιοσύνη. Και το ξέρει». «Και με μένα τι γίνεται;» «Δεν τον ενδιαφέρεις εσύ». Ο Κρίστοφερ πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω, το κρύο απόγευμα του Νοεμβρίου. Έμεινε σιωπηλός για μια παρατεταμένη στιγμή κι ύστερα ψιθύρισε: «Θα έπρεπε να τον ενδιαφέρω. Δεν ξέρει τι μπορώ να κάνω». Ο ήλιος που βούλιαζε στον ουρανό της δύσης έκανε τις καστανές μπούκλες του να φαίνονται χρυσαφιές, και η Μάρα ανακάλεσε στη μνήμη της ένα απόγευμα πριν από πολύ καιρό στο σπίτι στο Μπρίστολ, όπου έμεναν όταν ήταν παιδιά. Τον Κιτ να γελάει και να τρέχει κατά μήκος της όχθης μιας μικρής λιμνούλας κοντά στο σπίτι τους, σέρνοντας πίσω του ένα καινούριο καραβάκι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Είχε σκοντάψει πάνω στη ρίζα ενός δέντρου και είχε πέσει, αφήνοντας το σκοινί με το οποίο ήταν δεμένο το καραβάκι για να μπορέσει να πιαστεί, και ο δυνατός άνεμος είχε παρασύρει το καραβάκι στη μέση της λιμνούλας, όπου αμέσως μπάταρε και βούλιαξε. Έφαγαν ξύλο για τα παραπτώματά τους και τους έστειλαν να κοιμηθούν χωρίς να φάνε δείπνο – ο Κιτ γιατί δεν αποφάσισε να γλιτώσει το καραβάκι, και η Μάρα γιατί είχε την αναίδεια να υπενθυμίσει στον πατέρα τους ότι κανένα από τα παιδιά του δεν ήταν σε θέση να κολυμπήσει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Κιτ είχε σταθεί άτυχος ούτε η πρώτη φορά που η Μάρα είχε προσπαθήσει να τον προστατέψει από την καταφρόνια του πατέρα τους. Και δεν ήταν και η τελευταία. Αλλά σήμερα, δεν προστάτευε αυτόν. Σήμερα προστάτευε κάτι πολύ πιο σημαντικό. Και δεν είχε εμπιστοσύνη στον αδερφό της να πάρει κι αυτός μέρος στο σχέδιό της. «Εσύ μένεις έξω απ’ αυτό». «Κι αν δεν μείνω;» Η Μάρα άνοιξε την πόρτα του δωματίου, υποδηλώνοντας ότι είχε τελειώσει με τη συζήτηση. «Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς». Εκείνος γύρισε και την κοίταξε, και για μια στιγμή το φως τής έπαιξε παιχνίδια. Για μια στιγμή, ο αδερφός της έμοιαζε με τον πατέρα τους. «Σε κρατάει στο χέρι ο Φονιάς Δούκας. Αυτός και η λέσχη του μου πήραν όλα όσα έχω. Κι εγώ είμαι υποχρεωμένος να το δεχτώ έτσι απλά; Τι θα γίνει με τα λεφτά μου;» Όχι τι θα γίνει με σένα. Όχι τι θα γίνει με την αδερφή μου. Η παράλειψη δεν θα έπρεπε να της είχε κάνει εντύπωση, αλλά παρ’ όλα αυτά της έκανε. Ωστόσο συγκράτησε την έκπληξή της και σήκωσε το σαγόνι της. «Τα λεφτά δεν είναι το παν». «Ω Μάρα», είπε εκείνος, κι ακούστηκε πιο μεγάλος και πιο σοφός απ’ όσο τον είχε ακούσει ποτέ της. «Φυσικά και είναι». Τα μαθήματα του πατέρα τους σιγόκαιγαν μέσα τους. Ο Κιτ την κοίταξε. «Δεν είμαι έξω απ’ αυτό. Και τώρα, δεν είσαι ούτε κι εσύ». Αλήθεια, επιτέλους. Ώρες αργότερα, με τη Λεβάντα ξαπλωμένη σε ένα μαξιλαράκι μπροστά στα πόδια της, η Μάρα πάσχιζε να συγκεντρωθεί στη δουλειά της όταν η Λίντια Μπέικερ μπήκε στο μικρό γραφείο της και είπε: «Κουράστηκα να παριστάνω πως δεν πήρα είδηση». Η Μάρα προσποιήθηκε την έκπληκτη, γυρίζοντας να κοιτάξει την καλύτερή της φίλη με τα μάτια ορθάνοιχτα. «Συγγνώμη;» «Μην κάνεις πως δεν κατάλαβες τι είπα», αποκρίθηκε η Λίντια και κάθισε σε μια μικρή ξύλινη καρέκλα από την απέναντι μεριά του σεκρετέρ της Μάρα, χτυπώντας τα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


χέρια πάνω στα πόδια της για να τραβήξει την προσοχή της Λεβάντας. Το γουρουνάκι σήκωσε το κεφάλι του, την είδε και αποφάσισε να παραμείνει στο μαξιλάρι του. «Αυτό το γουρούνι δεν με συμπαθεί». Η Μάρα αρπάχτηκε από την αλλαγή του θέματος. «Αυτό το γουρούνι πέρασε το μισό του πρωινό τρέχοντας για να γλιτώσει από μια ντουζίνα μανιακά αγόρια». «Καλύτερα από έναν αγρότη με τσεκούρι». Η Λίντια κοίταξε το ζώο με τα μάτια μισόκλειστα. Η Λεβάντα αναστέναξε. Η Μάρα γέλασε. Η Λίντια έστρεψε ξανά την προσοχή της στη Μάρα. «Επί εφτά χρόνια έχουμε δουλέψει δίπλα δίπλα, κι ούτε μία φορά δεν σε ρώτησα για το παρελθόν σου». Η Μάρα ακούμπησε την πλάτη της στη ράχη της καρέκλας. «Γεγονός για το οποίο είμαι διαρκώς ευγνώμων». Η Λίντια ύψωσε το ξανθό φρύδι της και κούνησε το παραπλανητικά ντελικάτο χέρι της. «Μακάρι να ήταν μονάχα ο άντρας που ήρθε σήμερα το απόγευμα. Μπορεί και να μην είχα δώσει σημασία. Αλλά σε συνδυασμό με τον πρωινό επισκέπτη, δεν μπορώ άλλο και να μη ρωτήσω. Οι δούκες τα αλλάζουν όλα». Το δίχως άλλο αυτή ήταν η σπόντα του αιώνα. Η Λίντια έσκυψε προς τα εμπρός, χτυπώντας πάνω στο γραφείο την άκρη του γράμματος που κρατούσε στο χέρι της με τέλειο ρυθμό. «Μπορεί να δουλεύω σε ορφανοτροφείο, Μάργκαρετ, αλλά δεν είμαι και εντελώς ανίδεη για τον κόσμο που εκτείνεται πέρα απ’ την πόρτα του. Ο πελώριος άντρας που κατέφθασε εδώ με το που χάραξε ήταν ο δούκας του Λαμόντ». Έκανε μια παύση, και μετά προσδιόρισε: «Ο Φονιάς Δούκας του Λαμόντ». Χριστέ μου, η Μάρα κόντευε να αρχίσει να το μισεί αυτό το παρωνύμιο. «Δεν είναι φονιάς». Τα λόγια βγήκαν απ’ το στόμα της πριν προλάβει να τα σταματήσει – πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει ότι ήταν μια έμμεση παραδοχή ότι γνώριζε τον συγκεκριμένο άντρα. Πίεσε τα χείλη της σε μια λεπτή γραμμή ενώ τα μάτια της Λίντια γούρλωσαν από ενδιαφέρον. «Δεν είναι;» Η Μάρα ζύγισε προσεκτικά τα επόμενα λόγια της. Κατέληξε σε ένα «όχι». Η Λίντια περίμενε για μια παρατεταμένη στιγμή τη Μάρα να συνεχίσει, με τις ξανθές μπούκλες της ακατάστατες και απείθαρχες – ίσα που τις συγκρατούσε η μια ντουζίνα καρφίτσες που ήταν χωμένες σ’ εκείνη τη φωλιά. Όταν η Μάρα δεν είπε τίποτ’ άλλο, η Λίντια –την οποία είχε προσλάβει πρώτη και που ήταν ό,τι πιο κοντινό μπορούσε να αποκαλεί ως φίλη– έγειρε κι ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας της, σταύρωσε τα πόδια της, έβαλε τα χέρια της μπροστά πάνω στο φουστάνι της και είπε: «Δεν ήρθε εδώ για να φέρει παιδί».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δεν ήταν και πρωτάκουστο να καταφθάνουν εδώ άντρες της αριστοκρατίας για να φέρουν τους νόθους γιους τους. «Όχι». Η Λίντια έγνεψε καταφατικά. «Δεν ήρθε εδώ ούτε για να πάρει παιδί». Η Μάρα έβαλε την πένα της μέσα στη θήκη της. «Όχι». «Και δεν ήρθε εδώ για να κάνει μια γενναία, εξωφρενικά μεγάλη δωρεά στο ορφανοτροφείο». Η μια γωνιά των χειλιών της Μάρα ανασηκώθηκε. «Όχι». Η Λίντια σήκωσε το κεφάλι της. «Λες να μπορούσες να τον πείσεις να κάνει κάτι τέτοιο;» Η Μάρα γέλασε. «Δεν είναι και σε πολύ γενναιόδωρη διάθεση όταν βρίσκομαι εγώ κοντά, δυστυχώς». «Α… Ώστε δεν ήρθε εδώ για οτιδήποτε που να έχει σχέση με το ορφανοτροφείο». «Όχι». «Πράγμα που σημαίνει ότι ήρθε εδώ εξαιτίας του δεύτερου επισκέπτη που είχες μέσα στη μέρα». Η Μάρα κυριεύτηκε απότομα από ανησυχία την ώρα που κοιτούσε τη φίλη της. «Δεν καταλαβαίνω». «Ψεύτρα», αποκρίθηκε η Λίντια. «Ο δεύτερος επισκέπτης σου ήταν ο κύριος Κρίστοφερ Λόου. Πολύ πλούσιος, όπως το αντιλαμβάνομαι, καθότι κληρονόμησε μια τεράστια περιουσία από τον νεκρό πατέρα του». Η Μάρα πίεσε τα χείλη της σε μια λεπτή γραμμή. «Δεν είναι πια πλούσιος». Η Λίντια σήκωσε το κεφάλι της. «Όχι. Άκουσα ότι έχασε τα πάντα από τον άνθρωπο που σκότωσε την αδερφή του». «Δεν σκότωσε…» άρχισε να λέει η Μάρα αλλά σταμάτησε. Η Λίντια ήξερε. «Μμμ». Η Λίντια ίσιωσε ένα ίχνος από ένα γαζί πάνω στα φουστάνια της. «Φαίνεσαι πολύ σίγουρη γι’ αυτό». «Είμαι». Η Λίντια κατένευσε. «Πόσο καιρό γνωρίζεις τον δούκα του Λαμόντ;» Να την – η ερώτηση που θα μπορούσε να αλλάξει τα πάντα. Η ερώτηση που θα την έβγαζε από την κρυψώνα της και θα τη φανέρωνε στον κόσμο. Θα αναγκαζόταν να αρχίσει να λέει την αλήθεια κάποια στιγμή. Θα έπρεπε να θεωρήσει δώρο κατά κάποιο τρόπο το γεγονός ότι μπορούσε να ξεκινήσει με τη Λίντια. Μόνο που το να πει στην καλύτερή της φίλη, αυτήν που την εμπιστευόταν επί εφτά ολόκληρα χρόνια, ότι όλο αυτόν τον καιρό της έλεγε ψέματα ήταν μάλλον το πιο δύσκολο πράγμα που είχε κάνει ποτέ. Η Μάρα πήρε μιαν ανάσα. Την άφησε να βγει. «Δώδεκα χρόνια». Η Λίντια κούνησε αργά το κεφάλι της. «Από τότε που σκότωσε την αδερφή του Λόου;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Από τότε που υποτίθεται ότι σκότωσε εμένα. Θα έπρεπε να της ήταν εύκολο να το πει. Η Λίντια ήξερε για τη Μάρα περισσότερα απ’ όσα ήξερε οποιοσδήποτε άλλος στον κόσμο. Ήξερε για τη ζωή της Μάρα, για τη δουλειά της, τις σκέψεις της, τα σχέδιά της. Είχε έρθει να δουλέψει για τη Μάρα ως νεα​ρή, άπειρη γκουβερνάντα σε ένα ετερόκλητο τσούρμο αγοριών, σταλμένη από ένα τεράστιο κτήμα στο Γιορκσάιρ – εκείνο στο οποίο είχε και η ίδια η Μάρα πάει να κρυφτεί τόσα χρόνια πριν. Η Λίντια χαμήλωσε τη φωνή της και ο τόνος της έγινε μειλίχιος. Γεμάτος κατανόηση. Και φιλική διάθεση. «Όλοι έχουμε μυστικά, Μάργκαρετ». «Δεν είναι αυτό το όνομά μου», ψιθύρισε η Μάρα. «Φυσικά και δεν είναι», είπε η Λίντια, και αυτά τα λιτά λόγια ήταν που έμελλαν να κάνουν τη Μάρα να ξεκλειδωθεί. Δάκρυα ανάβλυσαν στα μάτια της και η Λίντια χαμογέλασε, σκύβοντας προς τα εμπρός. «Όσο μεγάλωσες εσύ σε μια φάρμα στο Σρόφσαϊρ, άλλο τόσο και η Λεβάντα». Η Μάρα ξεφύσηξε ένα σιγανό γελάκι κοιτάζοντας προς το γουρούνι – η Λεβάντα ροχάλιζε στον ύπνο της. «Μια φάρμα στο Σρόφσαϊρ θα της ταίριαζε απόλυτα». Η Λίντια χαμογέλασε πλατιά. «Ανοησίες. Είναι ένα κακομαθημένο παχουλό γουρουνάκι που κοιμάται πάνω σε ένα αφράτο μαξιλάρι και το ταΐζουν από το τραπέζι. Δεν έχει να νοιαστεί ούτε για τον καιρό ούτε για την αστυνομία». Τα μάτια της άνοιξαν διά​πλατα και γέμισαν συμπόνια. «Αν όχι στο Σρόφσαϊρ, τότε πού;» Η Μάρα κοίταξε το γραφείο πάνω στο οποίο εργαζόταν επί εφτά χρόνια, ελπίζοντας κάθε μέρα ότι αυτές οι ερωτήσεις ποτέ δεν θα έρχονταν. Μίλησε κοιτάζοντας τα χαρτιά. «Στο Μπρίστολ». Η Λίντια έγνεψε καταφατικά. «Δεν ακούγεσαι σαν να έχεις μεγαλώσει στις προκυμαίες του Μπρίστολ». Μια ανάμνηση άστραψε από το τεράστιο σπίτι όπου είχε περάσει τη νιότη της. Ο πατέρας της συνήθιζε να λέει ότι θα μπορούσε να αγοράσει τη Βρετανία αν το ήθελε, και είχε χτίσει ένα σπίτι για να αποδείξει αυτό το γεγονός και στον υπόλοιπο κόσμο. Το σπίτι ήταν χρυσοποίκιλτο και χρωματιστό, γεμάτο με ελαιογραφίες και με μάρμαρα που έκαναν τα Ελγίνεια να φαντάζουν μικροσκοπικά. Ο πατέρας της είχε ιδιαίτερη αδυναμία στα πορτρέτα κι είχε γεμίσει κάθε σπιθαμή του τοίχου με τα πρόσωπα αγνώστων. «Μια μέρα, θα βγάλω αυτούς και θα βάλω πορτρέτα της δικής μου οικογένειας», συνήθιζε να λέει κάθε φορά που κρεμούσε και ένα καινούριο. Το σπίτι είχε υπάρξει υπερβολικό στην καλύτερη περίπτωση, εξωφρενικό στη χειρότερη. Και ήταν το μοναδικό πράγμα που ο πατέρας της αγαπούσε. «Έτσι είναι». «Και ο δούκας;» Η Λίντια ήξερε. Αναμφίβολα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Εεε…» κόμπιασε η Μάρα, διαλέγοντας προσεκτικά τις επόμενες λέξεις της. «Τον γνώρισα. Κάποτε». Δεν ήταν ψέμα, αλλά και πάλι τρόπον τινά δεν ήταν κι αλήθεια. Το γνώρισα δεν ήταν ακριβώς η λέξη που θα χρησιμοποιούσε για να περιγράψει τα πάρε δώσε της μαζί του. Η ώρα είχε περάσει, η νύχτα ήταν σκοτεινή, η κατάσταση απελπιστική. Κι εκείνη τον είχε εκμεταλλευτεί. Για λίγο. Όχι και τόσο λίγο. «Την παραμονή του γάμου σου». Η Μάρα έτρεμε αυτή τη στιγμή επί δώδεκα χρόνια – φοβόταν ότι θα την κατέστρεφε. Κι όμως, έτσι όπως στεκόταν πάνω απ’ το βάραθρο να παραδεχτεί την αλήθεια για πρώτη φορά μέσα σε δώδεκα χρόνια… να φανεί ειλικρινής απέναντι στη φίλη της και, κατά κάποιο τρόπο, απέναντι στο σύμπαν, δεν δίστασε. «Ναι». Η Λίντια έγνεψε καταφατικά. «Δεν σε σκότωσε». «Όχι». Η Λίντια περίμενε. Η Μάρα κούνησε το κεφάλι της, τρίβοντας το μπράτσο της αφηρημένα. «Ποτέ δεν είχα σκοπό να φανεί αυτό τόσο… φρικτό». Είχε σκοπό να ρίξει αίμα στα σεντόνια της. Να το κάνει να φανεί σαν κάποιος να την είχε διαφθείρει. Σαν να το είχε σκάσει μαζί με κάποιον άντρα. Αυτός υποτίθεται πως θα είχε διαφύγει πριν δει κάποιος τι είχε συμβεί. Αλλά χρησιμοποιήθηκε πάρα πολύ λάβδανο. Και πάρα πολύ αίμα. Ακολούθησε μια μακρά στιγμή κατά την οποία η Λίντια σκεφτόταν τα λόγια αυτά. Στριφογύριζε τον φάκελο στο χέρι της ακατάπαυστα, και η Μάρα δεν μπορούσε παρά να παρατηρεί το μικρό εκρού ορθογώνιο να στριφογυρίζει ξανά και ξανά. «Δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά σου». «Μάρα». «Μάρα», επανέλαβε τότε η Λίντια, δοκιμάζοντας το όνομα. «Μάρα». Η Μάρα έγνεψε καταφατικά κι ένιωσε να την πλημμυρίζει ευχαρίστηση στο άκουσμα του ονόματός της από τα χείλη κάποιου άλλου. Ευχαρίστηση και μπόλικος φόβος. Τώρα δεν υπήρχε γυρισμός. Τελικά, η Λίντια χαμογέλασε, ένα χαμόγελο φωτεινό και ειλικρινές. «Χαίρομαι πάρα πολύ που σε γνωρίζω». Η Μάρα κράτησε την ανάσα της σαν άκουσε αυτά τα λόγια, από το πώς την πλημμύρισαν με ανακούφιση. «Όταν εκείνος επιτύχει αυτό που επιθυμεί, θα με ανακαλύψουν όλοι». Η Λίντια την κοίταξε ήρεμα, ξέροντας τι σήμαιναν αυτά τα λόγια. Ξέροντας ότι η Μάρα θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το Λονδίνο. Ότι το ορφανοτροφείο θα έχανε τα πάντα αν κάποιος τη συνέδεε μ’ αυτό. Ξέροντας ότι θα αναγκαζόταν να φύγει από εκεί. «Και θα πετύχει αυτό που επιθυμεί;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Απονομή δικαιοσύνης. Ο άνθρωπος αυτός δεν θα σταματούσε ώσπου να το πετύχαινε. Είχε κι εκείνη, όμως, τα σχέδιά της. Αυτή η ζωή που είχε φτιάξει μπορεί να τέλειωνε, αλλά δεν θα έφευγε δίχως να βεβαιωθεί για την ασφάλεια των αγοριών. «Όχι χωρίς να πετύχω κι εγώ αυτό που επιθυμώ». Τα χείλη της Λίντια ανασηκώθηκαν σε ένα σαρδόνιο χαμόγελο. «Ακριβώς όπως το περίμενα». «Καταλαβαίνω αν θέλεις να απομακρυνθείς από εδώ. Αν θέλεις να φύγεις». Η Λίντια κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν επιθυμώ να φύγω». Η Μάρα χαμογέλασε. «Ωραία. Καθότι αυτό το μέρος θα σε χρειαστεί όταν εγώ θα έχω φύγει». Η Λίντια έγνεψε καταφατικά. «Θα είμαι εδώ». Το ρολόι του τοίχου στον διάδρομο σήμανε, λες και υπογράμμιζε τη σπουδαιότητα της στιγμής. Ο ήχος του τις προσγείωσε απότομα. «Και τώρα που τελειώσαμε και μ’ αυτό», είπε η Λίντια, προτείνοντας προς το μέρος της Μάρα τους φακέλους που κρατούσε, «ίσως να ήθελες να μου πεις γιατί λαμβάνεις επιστολές από μια χαρτοπαικτική λέσχη;» Τα μάτια της Μάρα γούρλωσαν καθώς πήρε τον φάκελο και τον στριφογύρισε μες στα χέρια της. Στο μπροστινό μέρος, σε σκούρο μαύρο, με έναν γραφικό χαρακτήρα σχεδόν ακατάληπτο, ήταν γραμμένο το όνομα και η διεύθυνσή της. Στο πίσω μέρος, μια εντυπωσιακή ασημένια σφραγίδα, με έναν χαρακτηριστικό ντελικάτο άγγελο θηλυκού γένους, λυγερό και πανέμορφο, με φτερά που εκτείνονταν απ’ άκρη σ’ άκρη στο κερί. Η σφραγίδα δεν της ήταν γνώριμη. Η Μάρα έφερε τον φάκελο πιο κοντά, για να τον δει καλύτερα. Η Λίντια μίλησε. «Η σφραγίδα είναι από τον “Έκπτωτο Άγγελο”». Η Μάρα σήκωσε το βλέμμα της, με την καρδιά της να έχει αρχίσει ξαφνικά να βροντοχτυπά. «Η λέσχη του δούκα». Γαλάζια μάτια άστραψαν από έξαψη. «Η πιο εκλεκτή χαρτοπαικτική λέσχη του Λονδίνου, εκεί όπου η μισή αριστοκρατία του ποντάρει μια εξωφρενικά μεγάλη περιουσία κάθε βράδυ». Η Λίντια χαμήλωσε τη φωνή της. «Άκουσα ότι τα μέλη χρειάζεται απλώς να ζητήσουν αυτό που θέλουν –όσο εξεζητημένο ή λάγνο ή απίθανο κι αν είναι– και η λέσχη το παρέχει». Η Μάρα γούρλωσε τα μάτια της. «Αν είναι απίθανο, τότε πώς μπορεί η λέσχη να το δώσει;» Η Λίντια ανασήκωσε τους ώμους. «Φαντάζομαι πως είναι πολύ ισχυροί άνθρωποι». Μια ανάμνηση άστραψε, από τους φαρδιούς ώμους του Τεμπλ και τη σπασμένη μύτη του, από τον τρόπο που τη διέταξε να μπει στο σπίτι του. Από τον τρόπο που

******ebook converter DEMO Watermarks*******


διαπραγματεύτηκε τους όρους της συμφωνίας τους. «Έτσι φαντάζομαι κι εγώ», είπε, γλιστρώντας το δάχτυλό της πάνω από το ασημένιο κερί και ανοίγοντας το γράμμα. Δυο λέξεις ήταν ορνιθοσκαλισμένες πάνω στο χαρτί – δυο λέξεις περιστοιχισμένες από μια τεράστια ποσότητα άχρηστου κενού. Ποτέ δεν θα της περνούσε από τον νου να χρησιμοποιήσει χαρτί με τόσο σπάταλο τρόπο. Προφανώς, η οικονομία δεν ήταν στην πρώτη γραμμή του μυαλού του Τεμπλ – εκτός, ενδεχομένως, από την οικονομία στα λόγια. Ώρα εννέα. Αυτό ήταν όλο κι όλο. Καμία υπογραφή, όχι πως θα της χρειαζόταν κιόλας. Είχαν περάσει δώδεκα χρόνια από τότε που κάποιος είχε να επιδείξει τέτοιο αυταρχικό έλεγχο πάνω της. «Δεν νομίζω ότι μου αρέσει και πολύ αυτός ο δούκας σου». Η Λίντια έσκυβε πάνω απ’ το γραφείο, τεντώνοντας τον λαιμό της για να δει το σημείωμα. «Μια και δεν είναι δούκας μου, δεν έχω και μεγάλο πρόβλημα με αυτό». «Σκοπεύεις να πας;» Είχε κάνει μια συμφωνία. Αυτή ήταν η τιμωρία της. Το αντίτιμο που θα πλήρωνε. Η μόνη της ευκαιρία. Αγνοώντας την ερώτηση, άφησε παράμερα το σημείωμα και το βλέμμα της έπεσε πάνω στον δεύτερο φάκελο. «Αυτό είναι πολύ λιγότερο ενδιαφέρον», είπε η Λίντια. Λογαριασμός ήταν, η Μάρα το ήξερε και χωρίς να τον ανοίξει. «Πόσα;» «Δύο και δεκάξι λίρες στερλίνες. Για κάρβουνα». Παραπάνω απ’ όσα είχαν στο ταμείο τους. Κι αν ο Νοέμβριος ήταν μια κάποια ένδειξη γι’ αυτό που θα ερχόταν, ο χειμώνας θα είχε σίγουρα περισσότερο κρύο. Παραλίγο να την κυριεύσει ο θυμός, η απογοήτευση και ο πανικός, αλλά η Μάρα κατέπνιξε αυτά τα έντονα συναισθήματα. Θα ανακτούσε και πάλι τον έλεγχο. Πήρε στα χέρια της το λακωνικό σημείωμα του δούκα, το γύρισε ανάποδα και έπιασε την πένα της, βυθίζοντας τη μύτη προσεκτικά στο μελάνι πριν αποκριθεί. 10 λίρες στερλίνες. Ξανάβαλε το σημείωμα στον φάκελό του, νιώθοντας τον χτύπο της καρδιάς της ως τον λαιμό της, γεμάτη ενέργεια. Μπορεί αυτός να έθετε τους όρους, αλλά κι αυτή θα όριζε το αντίτιμο. Και δέκα λίρες στερλίνες θα κρατούσαν τα αγόρια του Οίκου Μακ Ιντάιρ ζεστά για έναν χρόνο. Διέγραψε το όνομά της πάνω στον φάκελο και έγραψε το δικό του πριν τον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ξαναδώσει στη Λίντια. «Θα συζητήσουμε για τον λογαριασμό αύριο».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 5 Μοδίστρα. Την είχε πάει σε μια μοδίστρα. Μες στη μαύρη νύχτα, λες και ήταν έγκλημα να αγοράσεις καινούρια βραδινά φουστάνια. Βέβαια, μες στη μαύρη νύχτα, το να μπεις στα κλεφτά από την πίσω πόρτα σε μία από τις πιο διάσημες μοδίστρες της οδού Μποντ, όντως άφηνε μια αίσθηση ότι ήταν κάτι λιγάκι εγκληματικό. Τόσο εγκληματικό όσο και το ρίγος της ευχαρίστησης που τη διαπέρασε την ώρα που τον άγγιξε ελαφρά περνώντας μπροστά απ’ αυτόν για να μπει στην αίθουσα ραπτικής του καταστήματος, μην μπορώντας να αποφύγει να τον ακουμπήσει – ήταν μεγαλόσωμος σαν βόδι. Όχι πως εκείνη το πρόσεξε. Όχι ότι πρόσεξε πως εκείνος ήταν πάρα πολύ ευκίνητος για τις διαστάσεις που είχε, πηδώντας μέσα και έξω από άμαξες, ανοίγοντας πόρτες –κρατώντας τες ανοιχτές για να μπει εκείνη, με σιωπηλή αβροφροσύνη– λες και ήταν χορευτής μπαλέτου και όχι πυγμάχος. Λες και είχε τη χάρη από γεννησιμιού του. Όμως εκείνη αρνήθηκε να τα προσέξει όλα αυτά, ακόμη κι όταν η καρδιά της βροντοχτυπούσε καθώς η πόρτα έκλεισε πίσω του, με τον όγκο του να τη στριμώχνει ακόμη πιο μέσα στο δωμάτιο, με τη μισή ντουζίνα από φανούς που υπήρχαν εκεί να μην κάνουν και πολλά, ρίχνοντας απλώς σκιές γύρω στον χώρο. «Γιατί ήρθαμε εδώ;» «Δεν είναι ανάγκη να ψιθυρίζεις. Η Εμπέρ ξέρει ότι θα ερχόμασταν». Η Μάρα τον λοξοκοίταξε. «Ξέρει και γιατί;» Εκείνος δεν της ανταπέδωσε το βλέμμα, παρά μόνο προχώρησε μες στο κατάστημα, ελισσόμενος ανάμεσα στις άδειες θέσεις όπου κάθονταν οι ράφτρες. «Εγώ θα φανταζόμουν πως θεωρεί ότι θέλω να ντύσω μια γυναίκα και επιθυμώ να κρατήσω την υπόθεση μυστική». Εκείνη τον άκουγε με προσοχή. «Το κάνεις συχνά αυτό;» Ο Τεμπλ κοντοστάθηκε και η Μάρα κόντεψε να πέσει πάνω στην πλάτη του πριν γυρίσει και την κοιτάξει πάνω απ’ τον ώμο του. «Δεν έχω και πολλούς λόγους να κρατάω τις γυναίκες μυστικές». Μια ανάμνηση άστραψε, ο νεαρός, όμορφος Τεμπλ, γεμάτος τολμηρά χαμόγελα και ακόμη πιο τολμηρά αγγίγματα, να την προκαλεί με τους φαρδιούς ώμους και τα μαύρα μάτια του. Δεν είχε ανάγκη να τις κρατάει μυστικές. Το δίχως άλλο, οι γυναίκες θα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


έπεφταν ξερές για να πάρουν αυτόν τον ρόλο. Η Μάρα απόδιωξε αυτή τη σκέψη. «Φαντάζομαι πως δεν έχεις». «Κατά ένα μεγάλο μέρος, χάρη σ’ εσένα», είπε εκείνος, και παραμέρισε μια βαριά κουρτίνα για να μπει στο ατελιέ, αφήνοντάς την να ακολουθήσει. Η Μάρα θα έπρεπε να περίμενε την υπενθύμιση ότι η ζωή του ήταν κάπως αλλιώς πριν γίνει έτσι. Ήταν ο γιος και κληρονόμος ενός από τα πιο πλούσια και αξιοσέβαστα δουκάτα στη Βρετανία. Και τώρα εκείνος μπορεί να εξακολουθούσε να έχει τον πλούτο, αλλά τον ξόδευε στα σκοτεινά. Είχε χάσει τον σεβασμό. Εξαιτίας της. Κατέπνιξε το τσίμπημα της ενοχής που ένιωσε μπροστά σε αυτή τη σκέψη, κι απέμεινε ακίνητη στην έξοδο. «Πότε θα λάβω τα κεφάλαιά μου;» «Όταν η συμφωνία μας εκπληρωθεί». «Και πώς θα ξέρω εγώ ότι θα κρατήσεις τον λόγο σου;» Την κοίταξε για μια παρατεταμένη στιγμή, και η Μάρα είχε την έντονη αίσθηση ότι δεν θα έπρεπε να είχε αμφισβητήσει τον λόγο της τιμής του. «Θα αναγκαστείς να με εμπιστευτείς». Η Μάρα σκοτείνιασε. «Ποτέ μου δεν γνώρισα άντρα της αριστοκρατίας που να αξίζει να τον εμπιστεύονται». Τους είχε δει απεγνωσμένους, θυμωμένους, προσβλητικούς, λάγνους και γεμάτους αηδία. Αλλά ποτέ έντιμους. «Τότε θα έπρεπε να είσαι ευγνώμων που εμένα σπάνια με θεωρούν αριστοκράτη», αποκρίθηκε ο Τεμπλ και απομακρύνθηκε από κοντά της – η συζήτηση είχε τελειώσει. Τον ακολούθησε μέσα στο ατελιέ της μαντάμ Εμπέρ, όπου η ιδιοκτήτρια ήδη περίμενε, λες και δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει στον κόσμο από το να βρίσκεται εδώ και να περιμένει τον δούκα του Λαμόντ να καταφθάσει. Τα λόγια του, που ακόμα αντηχούσαν στ’ αφτιά της, αποδείχθηκαν αληθινά μέσα στο ατελιέ. Η μαντάμ Εμπέρ δεν βρισκόταν εδώ για τον δούκα του Λαμόντ. Ήταν εδώ για έναν από τους πανίσχυρους ιδιοκτήτες της πιο θρυλικής χαρτοπαικτικής λέσχης του Λονδίνου. «Τεμπλ», τον καλωσόρισε η μαντάμ Εμπέρ και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να τον φιλήσει και στα δυο μάγουλα. «Βρε τεράστιο, όμορφο κτήνος! Αν ήταν για κανέναν άλλο, θα είχα αρνηθεί το αίτημα». Η γυναίκα χαμογέλασε, με την ευχαρίστηση στην έκφραση του προσώπου της να ταιριάζει με την οξύτητα της πλούσιας γαλλικής προφοράς της. «Σε σένα όμως δεν μπορώ να πω όχι». Η Μάρα αντιστάθηκε στην παρόρμηση να σουφρώσει τη μύτη της καθώς ένα συγκρατημένο γέλιο γουργούρισε μέσα από το στήθος του Τεμπλ. «Στον Τσέις δεν μπορείς να πεις όχι». Η Εμπέρ γέλασε, με τον ήχο να ακούγεται σαν λεπτό κρύσταλλο. «Ε καλά, μια επιχειρηματίας πρέπει να αναγνωρίζει –όπως λέτε εσείς οι Εγγλέζοι– ποιος βάζει

******ebook converter DEMO Watermarks*******


βούτυρο στο ψωμί της». Η Μάρα δάγκωσε τη γλώσσα της για να μη ρωτήσει μπας και ο ίδιος ο Τεμπλ είχε στείλει ένα κάρο πελάτισσες στη διεύθυνση της μοδίστρας. Δεν ήθελε να μάθει. Και μετά η Μάρα έχασε τη λαλιά της, διότι το σκούρο βλέμμα της μοδίστρας τρεμόπαιξε πάνω της και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Αυτή εδώ είναι πανέμορφη». Ποτέ κανείς δεν την είχε περιγράψει έτσι. Τέλος πάντων, ίσως κάποιος, κάποτε… μια ολόκληρη ζωή πριν… αλλά κανένας έπειτα από εκείνη τη νύχτα που το είχε σκάσει. Άλλο ένα πράγμα που είχε αλλάξει. Η μοδίστρα έκανε λάθος. Η Μάρα ήταν είκοσι οχτώ χρόνων, με χέρια πελεκημένα απ’ τη δουλειά και γραμμές γύρω από τα μάτια της, περισσότερες απ’ όσες θα ήθελε να παραδεχτεί. Δεν ήταν βαμμένη ή στολισμένη ή όμορφη σαν τις γυναίκες που είχε στον «Έκπτωτο Άγγελο» εκείνη τη νύχτα, ούτε ήταν λεπτοκαμωμένη έτσι όπως ήταν οι μεγαλοπρεπείς κυρίες, ούτε γλυκομίλητη με τον τρόπο που θα έπρεπε αυτές να είναι. Και οπωσδήποτε δεν ήταν φανταχτερή. Άνοιξε το στόμα της, έτοιμη να αντικρούσει τον χαρακτηρισμό, αλλά ο Τεμπλ είχε ήδη αρχίσει να μιλάει, εξαφανίζοντας τη φιλοφρόνηση με το να μην την προσυπογράψει. «Χρειάζεται ντύσιμο». Η Μάρα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν χρειάζομαι ντύσιμο». Η Γαλλίδα ήδη πήγαινε να ανάψει μια σειρά από κεριά που περιέβαλλαν μια μικρή εξέδρα στο μέσο του ατελιέ, λες και η Μάρα δεν είχε μιλήσει. «Βγάλε τον μανδύα σου, σε παρακαλώ». Η μοδίστρα έριξε μια βιαστική ματιά προς τη μεριά του Τεμπλ. «Ολόκληρη προίκα;» «Μισή ντουζίνα βραδινά. Κι άλλα έξι φορέματα για τη μέρα». «Δεν…» άρχισε η Μάρα να λέει, αλλά η μαντάμ Εμπέρ τη διέκοψε. «Αυτά δεν θα τη βγάλουν για δυο βδομάδες». «Δεν θα χρειαστεί για παραπάνω από δυο βδομάδες». Τα μάτια της Μάρα μισόκλεισαν. «Εξακολουθώ να είμαι κι εγώ εδώ, ε; Σε αυτό το δωμάτιο!» Τα φρύδια της μοδίστρας υψώθηκαν με έκπληξη. «Ναι, δεσποινίς…» Ο Τεμπλ μίλησε. «Δεν χρειάζεται να ξέρεις το όνομά της ακόμα». Ακόμα. Αυτή η μία και μόνη, τόση δα λέξη έκρυβε πολύ μεγάλο νόημα. Μια μέρα, η μοδίστρα θα μάθαινε το όνομά της και το παρελθόν της. Αλλά όχι απόψε, και όχι αύριο, καθώς θα έραβε και θα κεντούσε τα βραδινά φουστάνια που θα ήταν η καταστροφή της Μάρα. Η Εμπέρ είχε τελειώσει με το άναμμα των κεριών, με κάθε καινούρια φλόγα να προσθέτει περισσότερη λάμψη σ’ εκείνη τη χαριτωμένη χρυσαφένια λιμνούλα φωτός μέσα στην οποία η Μάρα κατάλαβε πως έπρεπε να μπει. Ψάχνοντας σε μια βαθιά τσέπη, η μοδίστρα έβγαλε μια μεζούρα και στράφηκε στη Μάρα. «Δεσποινίς. Το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πανωφόρι. Πρέπει να φύγει». Η Μάρα δεν σάλεψε. «Βγάλ’ το», είπε ο Τεμπλ, με τα λόγια του να ακούγονται απειλητικά μες στο σκοτάδι την ώρα που εκείνος έβγαλε το δικό του πανωφόρι και φώλιασε σε έναν καναπέ παραδίπλα, κάθισε σταυροπόδι και ακούμπησε τον τεράστιο γκρι μανδύα πάνω στα πόδια του. Το πρόσωπό του ήταν βυθισμένο στις σκιές του δωματίου. Η Μάρα γέλασε, ένας κοφτός, δύσθυμος ήχος. «Να φανταστώ ότι έχεις την εντύπωση πως είναι τόσο απλό; Εσύ να διατάζεις και οι γυναίκες έτσι απλά να τρέχουν να κάνουν το θέλημά σου;» «Όταν το πράγμα φτάνει στην αφαίρεση των ρούχων των γυναικών, συχνά έτσι πάει, ναι». Τα λόγια ανάβλυσαν από μέσα του και η Μάρα ήθελε να βαρέσει δυνατά τα πόδια της στο πάτωμα. Αντί γι’ αυτό, πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο. Έβγαλε ένα μικρό μαύρο τετράδιο κι ένα μολύβι από μια τσέπη του φουστανιού της και είπε: «Το γδύσιμο πόσο σου κοστίζει συνήθως;» Εκείνος πήρε ένα ύφος λες και είχε καταπιεί ένα τεράστιο έντομο. Η Μάρα θα είχε ξεσπάσει σε γέλια, αν δεν ήταν τόσο εξοργισμένη. Με το που συνήλθε, ο Τεμπλ είπε: «Λιγότερο από δέκα λίρες στερλίνες». Η Μάρα χαμογέλασε. «Ω, μήπως δεν έγινα κατανοητή; Αυτή ήταν η τιμή εκκίνησης για τη βραδιά». Άνοιξε το τετράδιο κι έκανε ότι κοίταζε την κενή σελίδα εκεί. «Θα έλεγα ότι οι δοκιμές ρούχων είναι άλλες… πέντε λίρες να πούμε;» Ο Τεμπλ άφησε ένα γέλιο σαν γάβγισμα. «Θα πάρεις μια συλλογή από τα πιο αξιοζήλευτα βραδινά φουστάνια του Λονδίνου και θα πρέπει και να σε πληρώσω γι’ αυτό;» «Τα φορέματα δεν τρώγονται, Εξοχότατε», επισήμανε εκείνη, χρησιμοποιώντας τον καλύτερο διδακτικό τόνο που είχε. Έπιασε. «Μία λίρα». Εκείνη χαμογέλασε. «Τέσσερις». «Δύο». «Τρεις και δέκα». «Δύο και δέκα». «Δύο και δεκάξι». «Είσαι επαγγελματίας στο μάδημα». Η Μάρα χαμογέλασε και έστρεψε την προσοχή της στο τετράδιό της, ζαλισμένη από την έξαψη. Δεν περίμενε να πάρει παραπάνω από δύο. «Δύο και δεκάξι, εντάξει». Ο λογαριασμός για τα κάρβουνα είχε πληρωθεί. «Άντε λοιπόν», είπε ο Τεμπλ. «Βγάλε το παλτό».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Μάρα ξανάβαλε το τετράδιο στην τσέπη της. «Είσαι πρίγκιπας ανάμεσα στους θνητούς, ειλικρινά». Έβγαλε το παλτό της, έσπευσε στο σημείο όπου καθόταν ο Τεμπλ και το κρέμασε στο μπράτσο του καναπέ. «Μήπως να βγάλω και το φόρεμά μου;» «Ναι». Η απάντηση ήρθε από τη μοδίστρα, κάνα μέτρο πίσω τους, και η Μάρα θα έπαιρνε και όρκο ότι διέκρινε έκπληξη να αστράφτει φευγαλέα στα μάτια του Τεμπλ, πριν γίνει θυμηδία. Η Μάρα τίναξε ένα από τα δάχτυλά της μπροστά και το κούνησε γύρω από την άκρη της μύτης του. «Μην τολμήσεις να γελάσεις». Το ένα του φρύδι υψώθηκε. «Κι αν γελάσω;» «Αφού είναι να σου πάρω μέτρα, δεσποινίς, χρειάζομαι να φοράς όσο λιγότερα γίνεται. Ίσως αν ήταν καλοκαίρι και το φόρεμα ήταν βαμβακερό, αλλά τώρα…» Δεν ήταν ανάγκη να συνεχίσει. Ο Νοέμβρης κόντευε προς το τέλος του και είχε ήδη δριμύ ψύχος. Και η Μάρα φορούσε και μάλλινο πουκαμισάκι και μάλλινο φόρεμα. Έβαλε τα χέρια της στα χείλη της, κοιτάζοντας τον Τεμπλ. «Γύρνα απ’ την άλλη». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι». «Δεν σου έδωσα την άδεια να με εξευτελίσεις». «Όπως και να ’χει, την αγόρασα», είπε εκείνος, γέρνοντας χαλαρά πίσω στη ράχη του καναπέ. «Χαλάρωσε. Η Εμπέρ έχει άψογο γούστο. Άφησέ τη να σε ντύσει σε μετάξια και σατέν κι εμένα να πληρώσω γι’ αυτά». «Έχεις την εντύπωση ότι με τρεις λίρες θα με κάνεις ό,τι θέλεις;» «Δεν παριστάνω πως έχω την εντύπωση ότι θα σε έκανα ποτέ ό,τι θέλω. Αλλά περιμένω από σένα να τιμήσεις τη συμφωνία μας. Τον λόγο σου». Έκανε μια παύση. Και σκέψου – όταν θα έχουν τελειώσει όλα, θα έχεις μια ντουζίνα καινούρια φορέματα». «Ένας κύριος θα καταλάβαινε ότι ντρέπομαι». «Με έχουν χαρακτηρίσει παλιάνθρωπο πάρα πολλές φορές». Ήταν δική της σειρά να υψώσει το φρύδι της. «Πραγματικά έχω την αίσθηση ότι κατά την πορεία της γνωριμίας μας θα σε αποκαλέσω με πολύ, πολύ χειρότερους χαρακτηρισμούς». Τότε εκείνος γέλασε κανονικά. Μια ζεστή, έντονη υπόσχεση μέσα στο αμυδρό φως. Ένας ήχος που δεν θα έπρεπε να της είχε αρέσει τόσο πολύ. «Το δίχως άλλο». Η φωνή του χαμήλωσε. «Σίγουρα είσαι αρκετά δυνατή ώστε να αντέξεις την παρουσία μου ενόσω θα είσαι με τα εσώρουχά σου. Έχεις και συνοδό, μάλιστα». Ο άνθρωπος ήταν εξοργιστικός. Απόλυτα, ολοκληρωτικά εξοργιστικός. Κι εκείνη ήθελε να τον χτυπήσει. Όχι. Αυτό ήταν πολύ εύκολο. Ήθελε να τον θολώσει. Να τον νικήσει σ’ αυτή τη σύγκρουση των πνευμάτων… σ’ αυτό το παιχνίδι των λέξεων στο οποίο εκείνος αναμφίβολα κέρδιζε κάθε φορά που έπαιζε. Γιατί το να είναι ο Τεμπλ δυνατός στο ριγκ δεν ήταν αρκετό. Έπρεπε να είναι δυνατός και έξω από το ριγκ – όχι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


απλώς εύκαμπτος στους μυς και στα κόκαλα, αλλά και στη σκέψη και στον λόγο. Η Μάρα είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή κάτω από την εξουσία αντρών. Όταν ήταν παιδί, ο πατέρας της της κατέστησε αδύνατον να ζήσει όπως επιθυμούσε, υπαγορεύοντας κάθε της πράξη με έναν στρατό από σπιούνους υπηρέτες, νταντάδες που την έκαναν να μπουχτίζει και γκουβερνάντες που την πρόδιδαν. Ήταν διατεθειμένος να την πουλήσει σε έναν άντρα που είχε τα τριπλάσια χρόνια της, ο οποίος χωρίς αμφιβολία θα ήταν εξίσου δεσποτικός, οπότε κι αυτή το έσκασε. Αλλά ακόμη κι όταν το έσκασε, παρόλο που είχε βρει μια ζωή στις ερημιές του Γιορκσάιρ και μετά στους βρόμικους δρόμους του Λονδίνου, ποτέ δεν είχε καταφέρει να ξεφύγει από το φάντασμα εκείνων των αντρών. Ποτέ της δεν μπόρεσε να αποτινάξει από πάνω της την εξουσία τους – και όντως την έλεγχαν, κι ας μην το ήξεραν. Την κυρίευαν με τον φόβο – φόβο ότι κάποιος θα την ανακάλυπτε και θα την ανάγκαζε να ξαναγυρίσει με το ζόρι σ’ εκείνη τη ζωή από την οποία ήθελε τόσο απεγνωσμένα να ξεφύγει. Φόβο ότι θα έχανε τον εαυτό της. Φόβο ότι θα έχανε όλα εκείνα για τα οποία είχε μοχθήσει. Όλα εκείνα για τα οποία είχε παλέψει. Όλα όσα είχε ρισκάρει. Και τώρα, παρόλο που υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι θα έπαιρνε αυτό που ήθελε, δεν μπορούσε να αποδιώξει την αίσθηση ότι αυτός εδώ ο άντρας ήταν ακόμη ένας στη μακριά σειρά αντρών που χρησιμοποιούσαν την εξουσία σαν όπλο. Ναι, ο Τεμπλ ήθελε απονομή δικαιοσύνης, και ίσως να του οφειλόταν κιόλας. Και ναι, μπορεί εκείνη να είχε συμφωνήσει στις απαιτήσεις του και να του παρέδωσε τον εαυτό της, και ναι, θα τιμούσε τον λόγο της και τη συμφωνία τους, αλλά θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσει τον εαυτό της όταν όλα θα τέλειωναν. Κι ανάθεμά την αν τον φοβόταν κι αυτόν. Ήταν αυτάρεσκος και ξιπασμένος, κι εκείνη ήθελε αφάνταστα να του ρίξει ένα γερό ξύλο. Ακόμη κι αν αυτό σήμαινε πως εκείνη θα ήταν που θα το έτρωγε. Ίσως να μην έπρεπε να είχε πει τα λόγια. Ίσως θα έπρεπε να είχε κρατηθεί. Ίσως, αν δεν ήταν τόσο εκνευρισμένη μαζί του, όντως να είχε κρατηθεί. Ίσως, αν ήξερε τι θα γινόταν με το που εκείνος θα άκουγε τα λόγια… να είχε δαγκώσει τη γλώσσα της. Αλλά δεν είχε σημασία. Γιατί, αντί να τα πει, γύρισε την πλάτη της και πήγε ξανά σ’ εκείνη τη χρυσαφένια λιμνούλα από φως και πήρε τη θέση της στην εξέδρα κι ύστερα τον κοίταξε για άλλη μια φορά, κι άφησε τη μοδίστρα να δουλέψει με τα κουμπιά και τα κορδόνια του φουστανιού της. Απέμεινε ακίνητη, δίχως να ανοιγοκλείνει τα μάτια της, μες στο σκοτάδι, και φαντάστηκε ένα ύφος αλαζονικού θριάμβου ζωγραφισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη στο πρόσωπό του, και τότε τα είπε ούτως ή άλλως.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Υποθέτω πως δεν πειράζει. Στο κάτω κάτω, δεν είναι η πρώτη φορά που με βλέπεις με τα εσώρουχά μου». Τα πάντα πάγωσαν. Η γυναίκα δεν μπορεί να μην είχε πει αυτό που ο Τεμπλ νόμισε ότι την άκουσε να λέει. Δεν μπορεί να μην εννοούσε αυτό που εκείνος νόμισε ότι εννοούσε. Σίγουρα το είχε πει, γιατί η Μάρα είχε ένα αυτάρεσκο ύφος, μια σπίθα που χόρευε στο βλέμμα της το οποίο ήταν γεμάτο σημασία, λες και περίμενε μια ολόκληρη ζωή να τον δει να χάσκει εμβρόντητος. Ίσως όντως να το περίμενε. Ανακάθισε απότομα στη θέση του, ακουμπώντας με δύναμη και τα δυο του πόδια στο πάτωμα, με τη λάμψη των κεριών που αργοκαίγονταν να βυθίζει στο φως το πρόσωπό του. «Τι είπες;» Εκείνη ύψωσε το φρύδι της, κι εκείνος κατάλαβε ότι τον χλεύαζε. «Υπάρχει πρόβλημα με την ακοή σου, Εξοχότατε;» Ήταν η πιο ολέθρια, καταστροφική, δύστροπη γυναίκα που είχε γνωρίσει ποτέ του. Τον έκανε να θέλει να αναποδογυρίσει το κομψό βελούδινο έπιπλο σε τούτο το απόλυτα θηλυκό μέρος και να σκίσει τα ρούχα του από τα νεύρα του. Ήταν έτοιμος να σηκωθεί και να πάει να τη φοβίσει για να την αναγκάσει να ξαναπεί αυτό που είπε –να εξηγήσει τι εννοούσε– όταν τα κορδόνια του φουστανιού της λύθηκαν και το φόρεμα έπεσε στα πόδια της με έναν ασυνήθιστο, ρευστό ήχο, αφήνοντάς τη να στέκει εκεί φορώντας το αχνό μάλλινο πουκαμισάκι της, έναν απλό κορσέ χωρίς στολίδια και τίποτ’ άλλο. Και ο Τεμπλ δεν μπορούσε να σαλέψει καθόλου. Που να πάρει ο διάολος. Η Γαλλίδα πήγε γύρω γύρω από τη Μάρα, επιθεωρώντας την για μια παρατεταμένη στιγμή, ενώ ο Τεμπλ πάσχιζε να ξαναβρεί τη λαλιά του. Η Εμπέρ βρήκε τη δική της λαλιά πρώτη. «Θα χρειαστεί περισσότερα εσώρουχα, επίσης». Ο Τεμπλ διαφωνούσε. Η Μάρα καθόλου δεν χρειαζόταν εσώρουχα. Για την ακρίβεια, θα την προτιμούσε να μην ξαναφορέσει ποτέ ούτε πόντο από δαύτα. Ή οτιδήποτε άλλο, εδώ που τα λέμε. Θεέ και Κύριε. Ήταν τέλεια. Ήταν και ψεύτρα, επίσης. Γιατί αν την είχε δει με τα εσώρουχά της –ή με οτιδήποτε που να μοιάζει μ’ αυτά τα πράγματα που φορούσε τώρα– θα το θυμόταν. Θα θυμόταν τις καμπύλες που έκαναν τα στήθη της, τις λιγοστές φακίδες ανάμεσά

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τους, το πόσο όμορφα και σφριγηλά ήταν και κατέληγαν… ο Τεμπλ δεν μπορούσε να δει, αλλά ήταν σίγουρος ότι οι ρώγες της πιθανότατα ήταν τόσο υπέροχα καλοσχηματισμένες όσο και το υπόλοιπο στήθος της. Θα το θυμόταν αυτό το στήθος. Έτσι δεν είναι; Δεν είναι η πρώτη φορά που με βλέπεις με τα εσώρουχά μου. Έκλεισε τα μάτια του με την απογοήτευση να τον κυριεύει – από την ανάμνηση που δεν ερχόταν. Υπήρξε κάποια γυναίκα, κάποια για την οποία ο Τεμπλ είχε την εντύπωση ότι ήταν όνειρο μάλλον παρά ανάμνηση. Περισσότερο κομμάτι κομμάτι θυμόταν. Πλατύ χαμόγελο. Παράξενα, μεθυστικά μάτια. «Κόκκινα είναι;» Τα λόγια της μοδίστρας ακούστηκαν σαν πυροβολισμός μέσα στο σκοτεινό, σιωπηλό δωμάτιο. Τινάχτηκε ξαφνιασμένη ακόμη και η Μάρα. «Συγγνώμη;» «Τα μαλλιά σου», επανέλαβε η Εμπέρ. «Το φως των κεριών παίζει παιχνίδια στο μάτι. Αλλά είναι κόκκινα, έτσι δεν είναι;» Η Μάρα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Καστανά είναι». Ένας καταρράκτης από καστανοκόκκινες μπούκλες. «Καστανοκόκκινα είναι», είπε ο Τεμπλ. «Δεν δείχνεις να είσαι το είδος του άντρα που θα πρόσεχε τη διαφορά», είπε η Μάρα, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει, έχοντας τα μάτια της καρφωμένα πάνω στη λυγερή Γαλλίδα που τώρα είχε γονατίσει μπροστά στα πόδια της. «Προσέχω περισσότερα απ’ όσα φαντάζεσαι». Αυτά τα μαλλιά τρεμόπαιζαν στη μνήμη του επί δώδεκα χρόνια. Είχαν υπάρξει αμέτρητες στιγμές κατά τις οποίες ο Τεμπλ κατέληγε στο ότι δεν ήταν πραγματικά. Στις πιο σκοτεινές στιγμές του, πίστευε ότι ο ίδιος τα είχε επινοήσει. Την είχε επινοήσει. Κάτι καλό για να θυμάται από εκείνη τη νύχτα. Όμως ήταν πραγματική. Το ήξερε ότι η Μάρα ήταν το κλειδί για εκείνη τη νύχτα. Ότι εκείνη θυμόταν περισσότερα απ’ όσα αυτός. Ότι εκείνη ήταν η μόνη του ευκαιρία να επανασυνδέσει τα κομμάτια της πτώσης του. Αλλά δεν του είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ότι είχε βρεθεί μαζί του περισσότερο χρόνο απ’ όσο χρειάστηκε για να τον καταστρέψει. Ίσως να μην είχε συμβεί. Μπορεί να ήταν ψέμα. Μπορεί να τον είχε ναρκώσει και να τον είχε αφήσει για να αποσπάσει αυτός την προσοχή του κόσμου την ώρα που εκείνη το έσκαγε, ένας Θεός ξέρει από τι και για πού, κι εκείνα τα προκλητικά λόγια της ήταν η έσχατη προσπάθειά της να τον βασανίσει. Δεν ήταν ψέμα. Ο Τεμπλ το ήξερε αυτό πολύ καλά. Αλλά με κάποιο τρόπο, το να ξέρει την αλήθεια τα έκανε όλα χειρότερα. Γιατί τον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


είχε αφήσει χωρίς καμία ανάμνηση από εκείνη τη νύχτα. Τον είχε αφήσει χωρίς καμία ανάμνηση από την ίδια. Έπρεπε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του. Να ξαναπάρει το πάνω χέρι. Πίεσε τον εαυτό του να γείρει πάλι στη ράχη του καναπέ, αρνούμενος να την αφήσει να καταλάβει ότι τον είχε εκνευρίσει. «Για παράδειγμα, έχω προσέξει ότι δεν φοράς γάντια ποτέ». Λες κι ήταν δεμένα με σκοινιά, τα χέρια της ενώθηκαν κι έσφιξε τις παλάμες της μεταξύ τους. «Όταν κάποιος δουλεύει για να ζήσει… δεν μπορεί». Αλλά δεν ήταν και απαραίτητο να είχε δουλέψει. Θα μπορούσε να είχε γίνει δούκισσα. Εκείνος γύρευε απαντήσεις. Καιγόταν να πάρει απαντήσεις. «Όλες οι γκουβερνάντες που γνώρισα ποτέ μου φορούσαν γάντια». Ο Τεμπλ παρατήρησε την κίνηση των χεριών της, ξέροντας ότι ήταν πελεκημένα, το δέρμα αδρό κατά τόπους, οι αρθρώσεις κόκκινες από το κρύο. Ήταν χέρια που ήξεραν από δουλειά. Το ήξερε, γιατί κι εκείνου τα χέρια έδειχναν το ίδιο. Λες και η γυναίκα μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις του, έλυσε τα χέρια της και τα άφησε χαλαρά και ακίνητα να κρέμονται στα πλευρά της. «Εγώ δεν είμαι συνηθισμένη γκουβερνάντα». Αναμφίβολα. «Ποτέ μου δεν σε φαντάστηκα συνηθισμένη στο οτιδήποτε». Τότε η μαντάμ Εμπέρ σηκώθηκε, ζήτησε συγγνώμη και τους άφησε μόνους μες στο δωμάτιο. Για αρκετές στιγμές η Μάρα έμεινε σιωπηλή αλλά μετά είπε: «Αισθάνομαι λιγάκι σαν ανάθημα επί σφαγή εδώ πάνω». Ο Τεμπλ μπορούσε να καταλάβει το γιατί. Η εξέδρα ήταν λουσμένη σε μια ζεστή χρυσαφένια λάμψη, ενώ το υπόλοιπο δωμάτιο βυθισμένο σε απόλυτο σκοτάδι. Με τα άχαρα, αχνά εσώρουχά της, θα μπορούσε άνετα να παίξει τον ρόλο της ανυποψίαστης παρθένας που ήταν έτοιμη να ριχτεί στην πυρά. Παρθένα. Η λέξη τον έκανε να κοκαλώσει. Λες να…; Η ερώτηση κατέληξε σε μια ανάμνηση, με εκείνη ξαπλωμένη πάνω σε κάτασπρα λινά σεντόνια, με τα λυγερά χέρια και πόδια της απλωμένα διάπλατα, τέλεια και γυμνή. Το στόμα του ξεράθηκε μ’ αυτή τη σκέψη, με την εικόνα της να είναι έτσι ανοιχτή σε αυτόν, κι ύστερα το στόμα του υγράνθηκε καθώς σκέφτηκε από πού θα ξεκινούσε μαζί της… από τη μακριά στήλη του λαιμού της, την πλαγιά του στήθους της, την καμπύλη της κοιλιάς της, τα μυστικά που φώλιαζαν ανάμεσα σ’ αυτούς τους μακριούς –ο Τεμπλ ήταν σίγουρος–, τέλειους μηρούς. Θα ξεκινούσε εκεί. Σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος της, ανήμπορος να συγκρατήσει τον εαυτό του απ’

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αυτό, λες και ήταν δεμένος με μια μακριά, γερή πετονιά. Η Μάρα τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ τον κορμό της καθώς εκείνος πλησίαζε, και ο Τεμπλ διέκρινε ότι η γυναίκα είχε ανατριχιάσει. Θα μπορούσε να τη ζεστάνει αυτός. «Κρυώνεις;» τη ρώτησε. «Ναι», είπε εκείνη βιαστικά, «είμαι μισόγυμνη». Αυτό ήταν ψέμα. Δεν κρύωνε. Ένιωθε νευρικότητα. «Δεν νομίζω». Τον λοξοκοίταξε. «Γιατί δεν βγάζεις κι εσύ τα ρούχα σου να δεις πώς θα αισθανθείς;» Τα λόγια βγήκαν απ’ το στόμα της πριν προλάβει να τα καλοσκεφτεί. Πριν προλάβει η ίδια –ή εκείνος, για να είμαστε ειλικρινείς– να συνειδητοποιήσει τι μπορεί να προκαλούσαν. Περιέργεια. Απογοήτευση. Κάτι παραπάνω. Ο Τεμπλ σταμάτησε ακριβώς έξω από τη λιμνούλα του φωτός όπου στεκόταν εκείνη, και δεν μπορούσε να κρύψει το πρόσωπό της. «Το έχω ξανακάνει κι άλλη φορά αυτό;» τη ρώτησε, με τα λόγια να βγαίνουν από το στόμα του πιο τραχιά απ’ όσο σκόπευε. Γεμάτα με περισσότερη σημασία απ’ όση περίμενε. Εκείνη κοίταξε τα πόδια της. Ο Τεμπλ ακολούθησε το βλέμμα της και τα μάτια του καρφώθηκαν στα δάχτυλα των ποδιών της, που φορούσαν μακριές κάλτσες. Όταν η γυναίκα δεν αποκρίθηκε, εκείνος συνέχισε. «Ξύπνησα γυμνός εκείνο το πρωί. Γυμνός και καλυμμένος με το αίμα κάποιου άλλου. Μια αναθεματισμένα μεγάλη ποσότητα από δαύτο», είπε, μολονότι το αίμα δεν έδειχνε να έχει και τόσο πολλή σημασία. Ο Τεμπλ μπήκε στο φως. «Όχι δικό σου αίμα». Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, επιτέλους κοιτάζοντάς τον. «Όχι δικό μου». «Ποιανού;» «Ενός γουρουνιού». «Γιατί;» «Δεν ήθελα…» Να πάρει ο διάολος. Ο Τεμπλ δεν ήθελε συγγνώμες. Ήθελε την αλήθεια. «Αρκετά. Πού ήταν τα ρούχα μου;» Εκείνη κούνησε ξανά το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν ξέρω. Εγώ τα έδωσα στ…» «Στον αδερφό σου, αναμφίβολα. Αλλά γιατί;» «Εμείς… εγώ…» Κόμπιασε. «Σκέφτηκα πως αν ήσουν γυμνός, αυτό θα καθυστερούσε το να βγεις να με ψάξεις. Θα μου έδινε περισσότερο χρόνο για να απομακρυνθώ». «Αυτό ήταν όλο;» Ο Τεμπλ διαπίστωσε με φρίκη ότι η εξήγηση τον απογοήτευσε. Μα τι περίμενε; Ότι η γυναίκα θα του εξομολογούνταν μια βαθιά, σταθερή στον χρόνο έλξη γι’ αυτόν; Ίσως. Όχι. Που να πάρει ο διάολος. Η γυναίκα ήταν κακοτοπιά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δεν ήξερε πια τι ήθελε από αυτήν. «Ήμουν γυμνός, Μάρα. Θυμάμαι τα μαλλιά σου, λυτά. Το κορμί σου από πάνω μου». Εκείνη κοκκίνισε κι αυτό φάνηκε στο φως των κεριών, και τότε ο Τεμπλ κατάλαβε ακριβώς τι ήθελε. Ανέβηκε πάνω στη μικρή, στρογγυλή εξέδρα και τη στρίμωξε, αλλά με κάποιο τρόπο –με τη χάρη από κάτι πολύ πιο θεϊκό απ’ αυτό που άξιζε και στους δυο– δεν την άγγιξε. «Μήπως…;» «Με συγχωρείς, Εξοχότατε». Εκείνος δεν κόμπιασε, δεν σάλεψε. Δεν κοίταξε πίσω του. «Μια στιγμή, Εμπέρ». Η Γαλλίδα δεν ήταν χαζή για να καθίσει να χαζολογήσει. Τίναξε απότομα το χέρι του και το τύλιξε γύρω απ’ τη μέση της Μάρα, μισώντας τον εαυτό του για την αδυναμία αυτής της κίνησης. Την τράβηξε κοντά του, τα στήθη της είχαν κολλήσει με δύναμη πάνω στο στέρνο του, τα κορμιά τους συναντήθηκαν. Οι μηροί τους. Εκείνης της ξέφυγε ένα αγκομαχητό, αλλά δεν υπήρχε φόβος μέσα σ’ αυτόν τον ήχο. Θεέ και Κύριε, δεν τον φοβόταν. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε αρπάξει μια γυναίκα που δεν τον φοβόταν; Η τελευταία φορά που είχε αρπάξει αυτήν. «Έγινε, Μάρα;» Η φωνή του ήταν ένας χαμηλόφωνος ψίθυρος στο αφτί της, τα χείλη του ήταν αρκετά κοντά ώστε να αγγίξουν ελαφρά την απαλή καμπύλη του λοβού της, το ζεστό δέρμα. Δεν μπόρεσε να κρατηθεί· πήρε τον λοβό του αφτιού της μες στο στόμα του, βασανίζοντάς τον με τα δόντια του ώσπου εκείνη αναρρίγησε από ευχαρίστηση. Όχι φόβο. «Γαμηθήκαμε;» Εκείνη σφίχτηκε στο άκουσμα αυτής της λέξης, που ήχησε καυτή και πρόστυχη πάνω στην ευαίσθητη επιδερμίδα του λαιμού της, κι ένα κύμα ενοχής τον πλημμύρισε απότομα, αν και αρνήθηκε να το παραδεχτεί. Αν και αρνήθηκε να νιώσει τύψεις που την πρόσβαλε. Όχι ότι έπρεπε να νιώσει, δηλαδή. Η γυναίκα δεν χρειάστηκε τη βοήθειά του. Εκείνη τη στιγμή γύρισε κι αυτή το κεφάλι της και τον συναγωνίστηκε στα ίσα, ακουμπώντας τα απαλά χείλη της στο αφτί του, φιλώντας μια φορά, δυο, απαλά, κι ύστερα δάγκωσε τον λοβό του στέλνοντας έναν ποταμό πόθου μέσα του. Θεέ και Κύριε, ήθελε αυτή τη γυναίκα όπως δεν είχε ξαναθελήσει ποτέ τίποτα στη ζωή του. Παρόλο που ήξερε ότι ήταν δηλητήριο. Παρόλο που του το απέδειξε κιόλας, παίρνοντας τα χείλη της από πάνω του, κάνοντάς τον να λαχταράει να τα ξανανιώσει και λέγοντας: «Αν σου πω, θα χαρίσεις το χρέος;» Ήταν η πιο ικανή αντίπαλος που είχε αντιμετωπίσει ποτέ του. Γιατί εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Τεμπλ στ’ αλήθεια σκέφτηκε να το κάνει. Να τα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


χαρίσει όλα και να την αφήσει να το σκάσει. Και ίσως να το έκανε, αν εκείνη μπορούσε να αποκαταστήσει τη μνήμη του. Αλλά του την είχε πάρει και αυτήν. «Ω Μάρα», είπε, αφήνοντάς την από την αγκαλιά του γλιστρώντας αργά, με μια οργή και με κάτι που έμοιαζε εκπληκτικά με απογοήτευση να τον πλημμυρίζουν. Τιθάσευσε τη μία και αγνόησε την άλλη. «Τίποτε απ’ όσα θα μπορούσες να πεις δεν θα με έκανε να συγχωρήσω». Έκανε απότομα μεταβολή και κατέβηκε από την εξέδρα, φωνάζοντας την Εμπέρ την ώρα που αποτραβιόταν στο σκοτάδι. Η μοδίστρα ξαναμπήκε στο δωμάτιο, με μια στοίβα σατέν και δαντέλα στα χέρια της, και πλησίασε τη Μάρα. «Δεσποινίς, παρακαλώ», είπε, υποδηλώνοντας ότι η Μάρα θα έπρεπε να φορέσει το φόρεμα. Εκείνη δίστασε, αλλά ο Τεμπλ διέκρινε τον τρόπο που περιεργαζόταν το φόρεμα, λες και δεν είχε φάει για μέρες και εκεί, στα χέρια της Γαλλίδας, υπήρχε φαγητό. Με το που το φόρεμα πέρασε πάνω από το κεφάλι της και τα χέρια της κολυμπούσαν μέσα στο ύφασμα για να βρουν διέξοδο, ο Τεμπλ κράτησε την ανάσα του και τα λογικά του και κοίταξε τη μοδίστρα. «Δεν θέλω να φοράει κανενός άλλου τα ρούχα. Θέλω να είναι όλα καινούρια. Φτιαγμένα από σένα». Η μαντάμ Εμπέρ έριξε στον Τεμπλ μια βιαστική ματιά. «Φυσικά. Το φόρεμα είναι δείγμα. Εκδήλωσες την επιθυμία να εγκρίνεις τη συλλογή». Μια τσιρίδα διαφωνίας ξέφυγε από τη Μάρα στο άκουσμα αυτών των λόγων, και το κεφάλι της επιτέλους ξεπρόβαλε στο φως. «Δεν φτάνει που με εξευτελίζεις παραμένοντας να κοιτάζεις την ώρα που ντύνομαι; Πρέπει να διαλέξεις και το φουστάνι;» Η Εμπέρ ήδη προσάρμοζε το μήκος του φουστανιού και έδενε τα κορδόνια ψηλά στην πλάτη, παρέχοντας στον Τεμπλ μια θέα της Μάρα μέσα σε ένα μοβ κατασκεύασμα, ελαφρώς πολύ σφιχτό στο κορσάζ και ελαφρώς πολύ χαλαρό στη μέση, αλλά δεν έπαυε να είναι βραδινό φόρεμα. Ποτέ του δεν είχε δώσει και πολλή βάση στην ιδέα ότι τα φορέματα μπορούσαν να κάνουν μια γυναίκα πιο όμορφη. Οι γυναίκες ήταν γυναίκες· αν ήταν ελκυστικές, θα ήταν ελκυστικές ό,τι και να φορούσαν. Κι αν δεν ήταν… εντάξει, το υφάσματα δεν έκαναν θαύματα. Κι όμως, αυτό το βραδινό φόρεμα φάνταζε μαγικό με τις υπέροχες γραμμές του, με τον τρόπο που λαμπύριζε στο φως των κεριών, με τον τρόπο που το χρώμα τόνιζε το ωραίο ανοιχτόχρωμο δέρμα της και έπαιζε με το κόκκινο στα μαλλιά της και το μπλε και πράσινο των ματιών της. Διάβολε. Ακουγόταν σαν γυναίκα, που να πάρει! Το θέμα ήταν πως αυτή εδώ ήταν η Μάρα που δεν είχε γνωρίσει ποτέ – αυτή που δεν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


είχε την ευκαιρία να τη γνωρίσει επίσημα. Αυτή που είχε ανατραφεί μες στα πλούτη τα αμύθητα, με όλο το Λονδίνο στα πόδια της. Αυτή που είχε προοριστεί να γίνει δούκισσα του Λαμόντ. Κι ανάθεμα αν δεν έδειχνε απίστευτα σαν δούκισσα μέσα σε αυτό το φόρεμα. Πάρα πολύ σαν δούκισσα. Πάρα πολύ σαν κυρία. Πάρα πολύ σαν κάτι που ο Τεμπλ ήθελε να το πιάσει και… Όχι. «Το κορσάζ πρέπει να κοπεί πιο χαμηλά». «Μα όχι, Εξοχότατε», διαμαρτυρήθηκε η μοδίστρα. «Το κορσάζ είναι τέλειο. Κοίτα πώς αποκαλύπτει χωρίς να αποκαλύπτει». Είχε δίκιο η μοδίστρα, φυσικά. Το κορσάζ ήταν το πιο τέλειο κομμάτι του φορέματος, με κόψιμο υπέροχο, ακριβώς όσο χαμηλό χρειαζόταν ώστε να διεγείρει αλλά χωρίς να γίνεται πολύ αποκαλυπτικό. Το είχε παρατηρήσει τη στιγμή που η Μάρα το είχε φορέσει – αναδείκνυε εκείνα τα υπέροχα στήθη με τις φακίδες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Τον έκανε να θέλει να καταγράψει μία μία εκείνες τις μικρές κηλίδες. Ήταν τέλειο. Όμως εκείνος δεν ήθελε να είναι τέλειο. Το ήθελε διεφθαρμένο. «Πιο χαμηλά». Η μοδίστρα τότε κοίταξε τη Μάρα, και ο Τεμπλ με τη σκέψη του ήθελε να την κάνει να διαμαρτυρηθεί. Να αντισταθεί στην απαίτησή του. Να επιμείνει να μείνει το κόψιμο του φορέματος ως είχε. Τότε θα ένιωθε κι αυτός καλύτερα για την απόφασή του. Ήταν λες κι αυτή το ήξερε, βέβαια. Ήξερε ότι ο Τεμπλ ήθελε να τη δει να φέρνει αντίρρηση. Γιατί αντί να το κάνει αυτό, στάθηκε ολόρθη, έκλινε το κεφάλι με μια υπακοή που ο Τεμπλ ήξερε ότι ήταν ψεύτικη, και δεν είπε τίποτα. Αφήνοντάς τον να νιώσει αυτός είκοσι φορές κόπανος. «Πόσο θα πάρει;» γάβγισε την ερώτηση προς τη μοδίστρα. «Τρεις μέρες». Εκείνος κατένευσε. Τρεις μέρες θα έκαναν μια χαρά τη δουλειά τους. «Χρειάζεται και μια μάσκα, επίσης». «Γιατί; Δεν είναι ο σκοπός να με αποκαλύψεις;» απάντησε η Μάρα αντί για τη μοδίστρα, με τον τόνο της φωνής της να προδίδει τη φούρκα της που την είχαν αφήσει έξω απ’ τη συζήτηση. «Γιατί να με κρύψεις;» Τότε ο Τεμπλ την κοίταξε. Εκείνη ήταν η λεύκα κι αυτός η θύελλα. Η γυναίκα δεν θα έσπαγε. Τον κυρίευσε θαυμασμός, αλλά το έκρυψε. Αυτή η γυναίκα τον είχε καταστρέψει. Του είχε κλέψει πολλά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Θα μείνεις κρυμμένη ώσπου να αποφασίσω εγώ να σε φανερώσω». Εκείνη σφίχτηκε. «Δίκαιο». Κοντοστάθηκε για μια στιγμή καθώς η μοδίστρα έλυνε τα κορδόνια του φουστανιού, και ο Τεμπλ έσφιξε τα δόντια του όταν είδε το φόρεμα να χαλαρώνει, ευγνώμων που το κράτησε πάνω στο στήθος της πριν του αποκαλυφθεί για μια ακόμη φορά. «Πες μου, Εξοχότατε, δηλαδή τώρα εγώ πρέπει να ξεντύνομαι μπροστά σου για πάντα;» Το δωμάτιο ήταν πολύ ζεστό και ασφυκτικό, κι εκείνος καιγόταν για καβγά. Άσε που δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να αντέξει να την ξαναδεί με τα εσώρουχά της. Έγειρε το κεφάλι του. «Θα σε αφήσω μόνη, μετά χαράς». Κατευθύνθηκε προς το μπροστινό μέρος του καταστήματος, αλλά πριν παραμερίσει τις κουρτίνες για να βγει κοντοστάθηκε και είπε: «Όμως όταν ξαναγυρίσω, το καλό που σου θέλω είναι να έχεις προετοιμαστεί να μου πεις την αλήθεια σχετικά μ’ εκείνη τη νύχτα. Δεν θα σε αφήσω απ’ τα μάτια μου ώσπου να μου την πεις. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο». Δίχως να περιμένει την απάντησή της, μπήκε στο μπροστινό μέρος του καταστήματος· οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με τόπια υφάσματος και μπιχλιμπίδια. Ο Τεμπλ πήρε μια βαθιά ανάσα μέσα στον αμυδρά φωτισμένο χώρο, περνώντας το χέρι του πάνω από μια μακριά γυάλινη προθήκη, περιμένοντας μια ειδοποίηση ότι μπορούσε να ξαναμπεί. Ότι εκείνη είχε ξαναβάλει τα ρούχα της. Ότι το κουτί της Πανδώρας είχε κλείσει για άλλη μια φορά. Έψαξε μέσα σε ένα καλάθι που βρισκόταν πάνω στη θήκη, έβγαλε από εκεί μέσα ένα μακρύ, σκούρο φτερό και το πασπάτεψε με τα δάχτυλά του, θαυμάζοντας την απαλότητά του. Αναρωτήθηκε πώς θα έδειχνε πάνω στα μαλλιά της. Πάνω στο δέρμα της. Στα δάχτυλά της πάνω στο δικό του δέρμα. Άφησε το φτερό να του πέσει λες και τον είχε καψαλίσει, κι έκανε απότομα μεταβολή για να μπει στο ατελιέ, βρίσκοντας τη μαντάμ Εμπέρ να στέκεται στο κατώφλι. «Πράσινο», του είπε. Τον Τεμπλ δεν τον ένοιαζε τι χρώμα φορούσε η γυναίκα. Δεν είχε σκοπό να της δώσει αρκετή σημασία έτσι ώστε να το προσέξει. Εντούτοις όμως είπε: «Θέλω και το μοβ. Αυτό που δοκίμασε». Χρόνια εξάσκησης βοήθησαν τη μαντάμ Εμπέρ να μην αποκαλύψει τις σκέψεις της. «Η κυρία πρέπει να φοράει πράσινα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο». Για μια στιγμή ο Τεμπλ απέμεινε να το σκέφτεται, και φαντάστηκε τη Μάρα να φοράει πράσινα. Να φοράει σατέν και δαντέλα και εσώρουχα – να φοράει αραχνοΰφαντα φανελάκια και κορσέδες με μπαλένες, και μακριές κάλτσες. Θα πλήρωνε ένα κάρο λεφτά για να δει τα πόδια της. Ίσως να τα είχε ήδη δει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και μ’ αυτή τη σκέψη, τον κυρίευσε απογοήτευση για ακόμη μια φορά. Εκνευρίστηκε με την ιδέα ότι εκείνη του κρατούσε μυστικά. Μυστικά που ήταν και δικά του, όσο ήταν και δικά της. «Βάλ’ της ό,τι χρώμα θέλεις. Δεν με νοιάζει». Προχώρησε για να προσπεράσει τη Γαλλίδα. «Αλλά στείλε και το μοβ». «Τεμπλ». Το όνομά του στα χείλη της Γαλλίδας τον έκανε να κοντοσταθεί, κι όταν στράφηκε να κοιτάξει με το ένα του χέρι στις κουρτίνες, εκείνη είπε: «Έχω ντύσει δεκάδες από τις γυναίκες σου». «Τις γυναίκες του “Αγγέλου”». Για κάποιο λόγο, η διευκρίνιση φάνταζε αναγκαία. Η Εμπέρ δεν διαφώνησε. «Αυτή εδώ δεν είναι σαν τις άλλες». Αυτή ήταν μια τεράστια δήλωση. «Όχι, δεν είναι». «Τα ρούχα», συνέχισε η Γαλλίδα, «έχουν αναμφίβολα μια δύναμη. Μπορούν να αλλάξουν τα πάντα». Αυτά ήταν μπούρδες, αλλά ο Τεμπλ δεν είχε όρεξη να διαφωνήσει με μια μοδίστρα πάνω στον τομέα της ειδικότητάς της, κι έτσι την άφησε να ολοκληρώσει. «Να είσαι σίγουρος ότι θέλεις πραγματικά αυτό που ζητάς». Ακριβώς αυτό του έλειπε τώρα. Μια αινιγματική Γαλλίδα μοδίστρα. Παραμέρισε τις κουρτίνες και το βλέμμα του έτρεξε στην εξέδρα όπου είχε σταθεί η Μάρα φορώντας εκείνο το υπέροχο βραδινό φόρεμα, ψηλή και περήφανη. Την εξέδρα που τώρα ήταν άδεια. Το δωμάτιο που τώρα ήταν άδειο. Σκατά. Τελικά η γυναίκα το είχε σκάσει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 6 Τρία λεπτά. Ίσως και λιγότερα. Τόσο είχε στη διάθεσή της για να κρυφτεί, πριν τρέξει εκείνος στο κατόπι της. Κι άμα την τσάκωνε, η βραδιά θα έπαιρνε άλλη τροπή. Όχι ότι δεν είχε πάρει, δηλαδή. Η Μάρα τύλιξε τον μανδύα της σφιχτά γύρω της, ευχαριστώντας τη Λίντια που την είχε πείσει να αγοράσει ένα ζεστό χειμωνιάτικο παλτό για τις εξορμήσεις της μαζί με τα αγόρια, και έτρεξε στο δρομάκι πίσω από τον οίκο μόδας, θέλοντας απεγνωσμένα να βρει κάποια εσοχή όπου να έμπαινε να κρυφτεί και να τον περίμενε να βγει έξω. Είχε ξεγλιστρήσει ενόσω ο οδηγός του δεν κοίταζε, με το σύμπαν να είναι με το μέρος της για μια φορά. Τώρα, να κρυφτεί. Όσο πιο κοντά στο κατάστημα, τόσο το καλύτερο. Ο Τεμπλ θα σκεφτόταν ότι το είχε σκάσει. Θα υπολόγιζε τον χρόνο που είχε στη διάθεσή της και την απόσταση που μπορούσε να διανύσει, και θα έψαχνε σ’ εκείνη την ακτίνα. Το μόνο που της χρειαζόταν ήταν να καθίσει ήσυχα ήσυχα και να περιμένει τον Τεμπλ να την προσπεράσει. Ποτέ του δεν θα φανταζόταν ότι εκείνη θα έμενε κοντά. Η Μάρα είχε μάθει καλά πώς να κρύβεται τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Για του λόγου το αληθές, είχε μάθει να κρύβεται τις πρώτες δώδεκα ώρες αφότου το είχε σκάσει. Αλλά τώρα δεν είχε κάποια ταχυδρομική άμαξα με έναν καλοπληρωμένο οδηγό καθώς και μια λεγεώνα ανθρώπους πρόθυμους να τη βοηθήσουν. Τώρα βρισκόταν στο Μέιφερ μες στη μαύρη νύχτα. Και ήταν αντίπαλος ενός από τους πιο ισχυρούς άντρες του Λονδίνου. Έτσι και την τσάκωνε, η Μάρα πίστευε ότι θα την ανάγκαζε να του πει την αλήθεια. Όμως η αλήθεια για εκείνη τη νύχτα –για τη ζωή της– ήταν η μόνη της δύναμη. Κι ανάθεμά την αν της την αποσπούσε τόσο εύκολα. Δεν ήταν αυτός ο λόγος που το έσκασε, πάντως. Το είχε σκάσει γιατί φοβήθηκε ότι μπορεί να μην ήταν σε θέση να του αντισταθεί τόσο αποτελεσματικά όπως νόμιζε κάποτε. Η καρδιά της άρχισε να βροντοχτυπάει. Δόξα τω Θεώ που είχε τέτοια παράξενη αρχιτεκτονική το Μέιφερ. Η Μάρα αμέσως χάθηκε μέσα σε έναν λαβύρινθο από πρώην στάβλους που είχαν γίνει σπίτια και στενά δρομάκια πριν περάσει πολλή ώρα, και χώθηκε πίσω από έναν τεράστιο σωρό από ένας

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Θεός ξέρει τι, προσπαθώντας να μην εισπνέει πολύ δυνατά, λόγω της μπόχας. Ακόμη και η αριστοκρατία έκανε σκουπίδια. Από τη δική της εμπειρία, η αριστοκρατία έκανε περισσότερα σκουπίδια από τον περισσότερο κόσμο. Και αυτά τα πράγματα που είχαν και δεν ήταν και πολύ εντάξει, προσπαθούσαν να τα ξεφορτωθούν όπως και να είχε. Κάτι που αρέσει στον ένα μπορεί να μην αρέσει στον άλλο, στο κάτω κάτω. Βήματα. Βαριά, αντρικά βήματα. Κόλλησε το μέτωπο πάνω στα γόνατά της, πείθοντας έτσι τον εαυτό της ότι ήταν μικροσκοπική, κι έμεινε εντελώς ακίνητη· δεν σάλευε, ούτε καν ανέπνεε. Περίμενε τον άντρα να περάσει. Όταν τα βήματα απομακρύνθηκαν, πετάχτηκε όρθια, ξέροντας ότι τώρα ήταν ο πιο σημαντικός χρόνος. Έπρεπε να τρέξει. Μακριά και γρήγορα. Προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν θα έφερνε αποτέλεσμα. Είχαν μπλεχτεί απίστευτα μεταξύ τους τώρα. Θα έφερνε αποτέλεσμα γι’ απόψε. Και με την απόσταση, θα μπορούσε να σκεφτεί. Να ανασυνταχθεί. Να κάνει τα στρατηγικά σχέδιά της. Να εξαπολύσει πόλεμο. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέλθει και βγήκε τρέχοντας από το δρομάκι, κι ίσα που είχε κάνει ενάμισι μέτρο όταν κοπάνησε κατευθείαν πάνω στο τείχος ενός άντρα. Ο Τεμπλ. Μόνο που δεν ήταν ο Τεμπλ. Η Μάρα ήταν σίγουρη, γιατί παρ’ όλα όσα την έκανε να νιώθει –οργή, απογοήτευση και εκνευρισμό– ποτέ δεν την είχε κάνει να νιώσει φόβο. Όχι όπως αυτός ο άντρας που την είχε αρπάξει τώρα με τη δυνατή λαβή του που την πονούσε, και με τη βρομερή μπόχα του και το «βρε βρε, τι έχουμε εδώ;» που έλεγε. Η Μάρα κοκάλωσε σαν λαγός που πιάστηκε σε παγίδα, καθώς εκείνος την πέταξε προς τον άντρα με τον οποίο ήταν μαζί, κι αυτός την άρπαξε με μια γερή λαβή ενώ ο πρώτος την επιθεωρούσε αργά απ’ την κορφή ως τα νύχια και πάλι απ’ την αρχή. Όταν ολοκλήρωσε την επιθεώρησή του, η αξιολόγησή του κατέληξε σε ένα λάγνο βλέμμα, και χαμογέλασε με τα χείλη του να ανοίγουν διάπλατα και να αποκαλύπτουν σάπια δόντια. «Μα δεν είμαστε οι πιο τυχεροί άντρες του Λονδίνου απόψε; Μα να πέσει ένα κορίτσι κατευθείαν στην αγκαλιά μας;» Αυτός που την κρατούσε έσκυψε κοντά της και μίλησε στο αφτί της, με τα λόγια του να είναι μια φρικιαστική απειλή πάνω σε ένα κύμα ξινής ανάσας. «Εκεί θα βρίσκεσαι σε λίγο». Τα λόγια αυτά την έκαναν να συνέλθει, κι άρχισε να παλεύει, να κλοτσάει και να στριφογυρίζει, ώσπου αυτός που την τσάκωσε την τράβηξε κοντά του και η αποφορά που ανέδιδε –πιοτό, ιδρώτας και ρούχα άπλυτα για μέρες– την έπνιξε. Έσκυψε στο αφτί της και ψιθύρισε: «Δεν μας αρέσει όταν οι γυναίκες σηκώνουν κεφάλι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ε λοιπόν», είπε η Μάρα, «αυτό είναι λιγάκι πρόβλημα, καθώς εμένα μου αρέσει να σηκώνω κεφάλι». Ο άντρας την έσπρωξε πίσω στο δρομάκι και την κόλλησε πάνω στον πέτρινο τοίχο, με αρκετή δύναμη ώστε να βγάλει τον αέρα μέσα απ’ τα πνευμόνια της. Την κυρίευσε φόβος και πανικός, και σπαρτάρησε μες στο χέρι του, μην μπορώντας πια να ουρλιάξει. Δεν μπορούσε να βάλει αρκετό αέρα στα πνευμόνια της. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Ήταν σίγουρη ότι ο τύπος δεν είχε κάνει αρκετά ώστε να τη σκοτώσει. Ότι απλώς είχε βγάλει τον αέρα από μέσα της. Αλλά κι αυτό αρκούσε για να την τρομοκρατήσει. Ο τρόμος έγινε οργή. Δάκρυα ανάβλυσαν στα μάτια της και πάλεψε περισσότερο, διατεθειμένη να κάνει τα πάντα για να ελευθερωθεί από τη χερούκλα του. Στριφογύρισε και έσπρωξε, αλλά εκείνος εξακολουθούσε να την κρατάει, ενώ με το ελεύθερο χέρι του της έσκισε το παλτό στα δυο και τα κουμπιά πέταξαν εδώ κι εκεί, κι ύστερα άδραξε τα φουστάνια της και της τα σήκωσε, κάνοντας τον παγωμένο αέρα να στροβιλίζεται γύρω από τους αστραγάλους, τις γάμπες και τα γόνατά της. «Κράτα την», είπε ο πρώτος άντρας πηγαίνοντας να ξεκουμπώσει το παντελόνι του, και τότε η ανάσα της ξαναγύρισε, ως εκ θαύματος, και ο φόβος της ότι μπορεί να πέθαινε έγινε κάτι άλλο. Κάτι χειρότερο. Άρπαξε αυτόν που την κρατούσε, χτυπώντας τον με τις γροθιές της στα χέρια του, αλλά δεν μπορούσε να παραβγεί μαζί του σε δύναμη. Άλλαξε τακτική, ψηλαφώντας να βρει το μαχαίρι στη φόδρα του παλτού της, προσπαθώντας να μείνει ήρεμη. Να συγκεντρωθεί. Το βρήκε την ώρα που ένιωσε τα χέρια του άλλου άντρα να πασπατεύουν τραχιά το δέρμα πάνω από το γόνατό της, και έκλεισε τα μάτια της, ανήμπορη να αποδιώξει την εικόνα εκείνης της βρόμικης χερούκλας πάνω στο δέρμα της εκεί. Έβγαλε το μαχαίρι από την κρυψώνα του. Αλλά ο δυνάστης της το είδε πριν εκείνη προλάβει να το χρησιμοποιήσει. Την τσάκωσε. Ήταν πολύ δυνατός για να μπορεί να παραβγεί μαζί του. Το άρπαξε απότομα απ’ τα χέρια της και το κόλλησε στον λαιμό της. «Ανόητο κορίτσι. Όπλα σαν αυτό είναι πολύ επικίνδυνα για κορίτσια σαν εσένα». Ο φόβος έδωσε τη θέση του στη φρίκη. Και τότε ο άντρας χάθηκε και το μαχαίρι της κροτάλισε στο λιθόστρωτο, και η απώλεια του βάρους του πάνω της συνοδεύτηκε από ένα εκκωφαντικό μουγκρητό που θα έπρεπε να είχε κάνει τον φόβο της να μεγαλώσει, αλλά αντίθετα της έφερε μια ανακούφιση που όμοιά της δεν είχε ξαναζήσει ποτέ. Ο Τεμπλ.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ήταν ελεύθερη, αυτός που την κρατούσε την ελευθέρωσε τη στιγμή που κατέφθασε ο δούκας, και στην αρχή δοκίμασε να σώσει τον φίλο του, αλλά τώρα είχε κάνει πίσω, ανήμπορος να ξεκολλήσει τα μάτια του από τη συμπλοκή. Η Μάρα έτρεξε βιαστικά προς τα πίσω, κολλώντας σφιχτά τα γόνατά της πάνω στο στήθος της, και παρακολουθούσε κι εκείνη. Ο Τεμπλ γρονθοκόπησε αυτόν που της είχε ριχτεί, και τώρα ο άντρας ήταν κολλημένος πάνω στον τοίχο όπως ακριβώς ήταν εκείνη πριν, και το δίχως άλλο ένιωθε έναν φόβο παρόμοιο με τον δικό της καθώς ο πιο νικηφόρος πυγμάχος με γυμνά χέρια στην Αγγλία χρησιμοποιούσε κάθε σπιθαμή της ικανότητας και της δύναμής του για να αποδώσει δικαιοσύνη. Όμως εδώ τώρα δεν ήταν επαγγελματίας πυγμάχος που πάλευε με κανόνες, κι έτσι βρήκε και λίγο χώρο για διασκέδαση στην αψιμαχία. Αυτός εδώ ο Τεμπλ διψούσε για αίμα. Οι κινήσεις του ήταν ακριβείς και λιτές, αναμφίβολα το αποτέλεσμα των τόσων χρόνων προπόνησης και εξάσκησης, αλλά κάθε του γροθιά έφερε μαζί της και το μεγάλο βάρος της οργής του, χτυπώντας ξανά και ξανά ώσπου η κεκτημένη ταχύτητα από τις μπουνιές του ήταν αυτό που κρατούσε όρθιο τον άντρα που της ρίχτηκε, και τίποτ’ άλλο. Ο Τεμπλ ήταν πιο δυνατός από τη βαρύτητα. Ο δεύτερος άντρας στο δρομάκι φάνηκε να συνειδητοποίησε κι αυτός το ίδιο πράγμα, και αποφάσισε ότι το να σώσει τον φίλο του ήταν πολύ λιγότερο σημαντικό από το να σώσει τον εαυτό του. Προσπέρασε τον Τεμπλ, πηγαίνοντας να το σκάσει. Αλλά η τύχη δεν ήταν με το μέρος του. Ο Τεμπλ πέταξε τον μέχρι τώρα αντίπαλό του, που έπεσε σαν τσουβάλι αναίσθητος μπροστά στα πόδια του, και απλώνοντας το χέρι του τσάκωσε τον δεύτερο άντρα απ’ το σβέρκο, κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του και ρίχνοντάς τον στο έδαφος. Η Μάρα διέκρινε μια ασημένια λάμψη στο χέρι του παλιανθρώπου. Το μαχαίρι της. Το είχε βρει μες στο σκοτάδι. «Μαχαίρι!» αναφώνησε. Ανακάθισε κουλουριασμένη, έτοιμη να μπει στη συμπλοκή. Να προστατέψει τον Τεμπλ όπως την είχε προστατέψει κι εκείνος. Πριν προλάβει, ωστόσο, ο Τεμπλ χαμήλωσε στα γόνατα δίπλα στον άντρα και ξανάρχισε να παλεύει. Λες και τα όπλα δεν μπορούσαν να του κάνουν κακό. Λες και ήταν άτρωτος στην απειλή. Το μαχαίρι πέταξε στον αέρα, βρίσκοντας τον στόχο του πριν ο Τεμπλ το τινάξει μακριά, και πέρασε ξυστά πάνω από το λιθόστρωτο ώσπου σταμάτησε λίγα μόλις εκατοστά μακριά από τις μπότες της. Η Μάρα το σήκωσε, το κράτησε σφιχτά στα χέρια της και δεν πήρε τα μάτια της πάνω από τον Τεμπλ. Τούτη φορά μιλούσε, και οι γροθιές του υπογράμμιζαν μία προς μία τις λέξεις που έβγαιναν απ’ τα σφιγμένα δόντια του. «Δεν. Θα. Ξαναπειράξεις. Ποτέ. Γυναίκα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο άντρας κλαψούρισε. Ο Τεμπλ έσκυψε προς το μέρος του. «Τι είπες;» Ο άντρας κλαψούρισε ξανά. Ο Τεμπλ τον άρπαξε απ’ τα πέτα και τον σήκωσε από το έδαφος, κι ύστερα τον έριξε πάλι, με το κεφάλι του να πέφτει πάνω στο λιθόστρωτο. «Δεν σε ακούω». Ο άντρας κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, με τα μάτια κλειστά. «Δεν… Δεν θα το κάνω». Ο Τεμπλ του έριξε ακόμη μια γροθιά κι ύστερα έσκυψε ξανά από πάνω του. «Δεν θα κάνεις τι;» «Πειράξω άλλη». «Άλλη τι;» «Άλλη γυναίκα». Τότε ο Τεμπλ ανασηκώθηκε, με τους πελώριους μηρούς του δυνατούς και απλωμένους και την ανάσα του να βγαίνει γρήγορα και λαχανιασμένα. «Σήκω πάνω». Ο άντρας έκανε ό,τι του είπε, και σηκώθηκε άτσαλα στα πόδια του. «Πάρε το κάθαρμα τον φίλο σου μαζί σου, αν θες να ζήσει». Ο άντρας έκανε ακριβώς ό,τι του είπε, σήκωσε όρθιο τον άντρα που είχε ριχτεί στη Μάρα, κι όπου φύγει φύγει απ’ το δρομάκι, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Εκείνη τους κοίταξε να απομακρύνονται, και της πήρε κάμποσες στιγμές ώσπου να κοιτάξει και τον Τεμπλ, ο οποίος την ατένιζε επίμονα από το σημείο όπου στεκόταν, λίγα μέτρα μακριά, ακίνητος σαν πέτρα. Με το που τα μάτια τους συναντήθηκαν, τα πάντα άλλαξαν. Ο Τεμπλ βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του και πήγε προς το μέρος της, με ήσυχες κινήσεις, αργά. «Μάρα;» Ο ήχος του ονόματός της στα χείλη του, απαλός και βραχνός, την ξεκλείδωσε, και η Μάρα άρχισε να τρέμει εκεί, στο σκοτάδι, σ’ εκείνο τον βρόμικο δρόμο του Λονδίνου. Ο Τεμπλ βρέθηκε στο πλευρό της μέσα σε δευτερόλεπτα, κάνοντας να απλώσει το χέρι του, μα απέμεινε διστακτικό στο κενό ανάμεσά τους, μετέωρο ελάχιστα εκατοστά από πάνω της. Και λιγότερο. Δεν την άγγιξε. Δεν ήθελε να την τρομάξει, υπέθεσε εκείνη. Δεν ήθελε να δείξει επιβολή. Η κίνηση ήταν τόσο απαλή, τόσο ευγενική, ώστε της ήταν δύσκολο να φανταστεί ότι ο Τεμπλ ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από φίλος. Ήρθες, ήθελε να του πει. Σ’ ευχαριστώ. Δεν μπόρεσε να βρει καμιά απ’ τις λέξεις. Και δεν χρειάστηκε κιόλας, γιατί εκείνος είχε αρχίσει να βλαστημάει σιγανά και την τράβηξε μες στην πελώρια αγκαλιά του. Και η Μάρα ένιωσε ασφαλής για πρώτη φορά εδώ και χρόνια. Ίσως για πρώτη φορά γενικώς. Αφέθηκε στην αγκαλιά του, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά του, τη δύναμή του, το ανάστημά του. Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω της και την κράτησαν σφιχτά πάνω του,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


και το κεφάλι του έγειρε πάνω από το δικό της, με όλο του το σώμα να την περικυκλώνει, προστατεύοντάς την. «Είσαι ασφαλής τώρα», ψιθύρισε στην κορφή του κεφαλιού της. «Είσαι ασφαλής». Τη λίκνισε μπρος πίσω. «Αυτοί δεν θα ξαναγυρίσουν». Τα χείλη του άγγιζαν ελαφρά το μέτωπό της καθώς της μιλούσε. Τον πίστευε. Τον πίστευε, για τον τρόπο που της μιλούσε με έγνοια, για τον τρόπο που τα χέρια του, εργαλεία για την τιμωρία αυτών που της είχαν ριχτεί, τώρα τη χάιδευαν απαλά στην πλάτη και κάτω στα πόδια της, στρώνοντας προσεκτικά τα φουστάνια της γύρω της, στέλνοντας ζεστασιά στα ευαίσθητα σημεία της που είχαν παγώσει από φόβο. «Τους νίκησες. Ήταν δύο. Κι εσύ είσαι ένας». «Σου το είπα, δεν χάνω». Υπήρχε μια ελαφράδα στον τόνο της φωνής του, που η Μάρα μπορούσε να πει με σιγουριά ότι δεν την ένιωθε απόλυτα. Εκείνη πάντως χαμογέλασε στο άκουσμα των λέξεων. «Τέτοια αλαζονεία». «Όχι αλαζονεία. Αλήθεια». Εκείνη δεν ήξερε τι να απαντήσει σ’ αυτό, κι έτσι είπε απλώς: «Δεν φοράς παλτό». Ο Τεμπλ κόμπιασε όταν το άκουσε αυτό, μια σταλιά, κι ύστερα είπε: «Δεν υπήρχε χρόνος. Έπρεπε να σε βρω». Και τη βρήκε. «Σ’ ευχαριστώ», είπε εκείνη, με τα λόγια παράδοξα, πνιγμένα και ανοίκεια. Την τράβηξε ακόμη πιο κοντά του. «Μη με ευχαριστείς», ψιθύρισε. «Ήμουν πολύ θυμωμένος». Η Μάρα χαμογέλασε πάνω στο σακάκι του. «Φαντάζομαι πως ήσουν». «Και μπορεί να εξακολουθώ να είμαι, αλλά θα χρειαστεί να περιμένεις να μου περάσει πρώτα ο τρόμος». Το κεφάλι τινάχτηκε, και η Μάρα βλαστήμησε το σκοτάδι που βασίλευε στο δρομάκι, ευχόμενη να μπορούσε να δει τα μάτια του. «Ο τρόμος;» Ο Τεμπλ απέστρεψε το βλέμμα του. «Δεν έχει σημασία. Είσαι ασφαλής τώρα». Και όντως ήταν. Γιατί βρισκόταν εδώ εκείνος. Αξιοπερίεργο. «Μα πώς…» Της χαμογέλασε αχνά. «Σου είχα πει επίσης ότι θα σε έβρισκα αν το έσκαγες». Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, με τα δάκρυα να απειλούν να κυλήσουν απ’ τα μάτια της. Ο Τεμπλ είχε περάσει. Τον είχε ακούσει. Και παρ’ όλα αυτά, την είχε βρει. Εκείνος παραμέρισε τα μαλλιά της από το πρόσωπό του. «Ξαναγύρισα απ’ τον δρόμο που πήγα». «Αν δεν το είχες κάνει…»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και την ξανακόλλησε σφιχτά πάνω του. «Το έκανα», είπε ρητά. Όντως, το έκανε. Κι εκείνη ήταν ασφαλής. «Σ’ ευχαριστώ», είπε η Μάρα πάνω στο στήθος του και το ένα της χέρι έπεσε στο μπράτσο του, κάνοντάς τον να σφιχτεί και να αφήσει έναν συριγμό πόνου. Εκείνη τραβήχτηκε απότομα και το χέρι της έπεσε στον μηρό του. «Το μπράτσο σου». Ο Τεμπλ κούνησε το κεφάλι του. «Δεν είναι τίποτα». «Πώς δεν είναι!» Υπήρχε ένα βαθύ σκίσιμο στο ύφασμα του σακακιού του, κι εκείνη τράβηξε το ύφασμα και βρήκε ένα παρόμοιο σκίσιμο στο λεπτό λινό πουκάμισο από κάτω, και στο δέρμα του. «Σε τραυμάτισε». Τα κουμπιά του σακακιού του είχαν ξεριζωθεί πάνω στην πάλη, το δίχως άλλο ήταν διασκορπισμένα κάπου πάνω στο σκοτεινό λιθόστρωτο, κι εκείνη του παραμέρισε το ένα πέτο. «Βγάλ’ το», είπε, ενώ άρχισε να του λύνει τη γραβάτα, για να φτάσει στον γιακά του πουκαμίσου του. «Χρειάζεσαι φροντίδα». Έπιασε το χέρι της μέσα στο δικό του. «Μια χαρά είναι». «Δεν είναι μια χαρά», διαμαρτυρήθηκε εκείνη, νιώθοντας μέσα της να φουσκώνει η ενοχή. «Δεν έπρεπε να το είχα σκάσει». Εκείνος κοκάλωσε και την κοίταξε. «Τι;» «Αν δεν το είχα σκάσει…» Του είχε κάνει κακό. Όπως πάντα. «Όχι». Η Μάρα τον αγνόησε, αποτραβώντας τα χέρια της από τα δικά του, και καταπιάστηκε με τη γραβάτα του ακόμη μια φορά. Εκείνος τη σταμάτησε ξανά, το ένα του χέρι ήρθε και την έπιασε απ’ το μάγουλο, ζεστό και σίγουρο. «Μην το λες αυτό. Ούτε να το σκέφτεσαι. Δεν φταις εσύ γι’ αυτό». Η Μάρα τον κοίταξε. «Είσαι τραυματισμένος». Η μια γωνιά των χειλιών του ανασηκώθηκε. «Καιγόμουν να δώσω αγώνα πάλης». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Αυτό που έγινε δεν ήταν αγώνας πάλης». «Εγώ δεν θα ήμουν τόσο σίγουρος», της είπε πειραχτικά κι ύστερα το ύφος του σοβάρεψε. «Εκείνοι οι άντρες ήταν κτήνη. Κι εσύ…» Σταμάτησε να μιλάει, αλλά όχι πριν τα λόγια υπενθυμίσουν και στους δυο τους ποιος ήταν. Ποιοι ήταν, μαζί. Τώρα ήταν δική της σειρά να τον φροντίσει. «Πρέπει να σε πάμε κάπου μέσα», είπε και σηκώθηκε, απλώνοντάς του το χέρι για να τον βοηθήσει να σηκωθεί κι εκείνος. Εκείνος αγνόησε το χέρι της και στήθηκε στα πόδια του με μία και μοναδική, αρμονική κίνηση. Με το που στάθηκε ολόρθος, κοντοστάθηκε για μια στιγμή και η Μάρα υπέθεσε πως ένιωσε αδυναμία από τον πόνο του τραύματος. Έσπευσε και χώθηκε κάτω από το καλό του χέρι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Στηρίξου πάνω μου». Εκείνος άφησε ένα γέλιο σαν γάβγισμα. «Όχι». «Γιατί όχι;» «Εκτός από την πιθανότητα να σε συνθλίψω;» Η Μάρα χαμογέλασε. «Είμαι πιο δυνατή απ’ όσο φαίνομαι». Ο Τεμπλ την κοίταξε. «Νομίζω πως αυτή είναι η πρώτη αλήθεια που μου έχεις πει». Τα λόγια του έστειλαν ένα κύμα από κάτι αδιευκρίνιστο μέσα της. Κάτι συναρπαστικό και ανησυχητικό και μισή ντουζίνα άλλα ακόμη. «Θα το εκλάβω ως φιλοφρόνηση αυτό». «Θα έπρεπε». Όχι. Δεν ήθελε να τον συμπαθήσει. Πολύ αργά. «Ε τότε γιατί δεν στηρίζεσαι πάνω μου;» «Δεν χρειάζομαι βοήθεια». Τον περιεργάστηκε με προσοχή και διέκρινε κάτι στο σφίξιμο του σαγονιού του, στην αποφασιστική γραμμή των χειλιών του. Κάτι γνώριμο. Πόσες φορές είχε πει κάτι τέτοιο και η ίδια σ’ εκείνους που προσφέρονταν να τη βοηθήσουν; Είχε περάσει τόσο καιρό μόνη, που κατευθείαν απέρριπτε την ιδέα ότι κάποιος μπορεί να της πρόσφερε βοήθεια χωρίς να περιμένει κάποιο είδος ανταλλάγματος. Ή χωρίς να θέλει να γίνει κομμάτι της ζωής της – ακόμη χειρότερα. «Καταλαβαίνω», του είπε απαλά. Ακολούθησε μια παρατεταμένη στιγμή καθώς τα λόγια αιω​ρήθηκαν ανάμεσά τους, ώσπου εκείνος είπε σιγανά: «Καμιά φορά, έχω την εντύπωση ότι όντως με καταλαβαίνεις». Πήρε το χέρι της μέσα στο δικό του κι εκείνη κοκάλωσε με το άγγιγμα. Την κοίταξε. «Θα χρειαστεί να πληρώσω και γι’ αυτό;» Τα λόγια του ήταν μια υπενθύμιση της συναλλαγής τους, ότι ήταν στα μαχαίρια μεταξύ τους. Αλλά το άγγιγμά του καθόλου τέτοια αίσθηση δεν της γεννούσε. Το γλίστρημα του ζεστού, αδρού χεριού του πάνω στο δικό της της γεννούσε ευχαρίστηση. Μια ευχαρίστηση που η Μάρα δεν ήθελε να παραδεχτεί, αλλά δεν μπορούσε και να την αρνηθεί. «Όχι», του είπε, και μια παγωμένη ριπή του ανέμου έστειλε ένα ρίγος μέσα της. «Δεν έχει χρέωση αυτό». Εκείνος δεν αποκρίθηκε, την ώρα που επέστρεφαν στην άμαξα. Είχαν βρει μια ήσυχη συντροφικότητα μες στο σκοτάδι – κάτι που χωρίς αμφιβολία θα το έδιωχνε το φως της μέρας, όταν θα θυμούνταν το παρελθόν και το παρόν τους. Και το μέλλον, τόσο φανερά προδιαγεγραμμένο.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κι έτσι, εκείνη δεν μίλησε. Ούτε όταν βγήκαν από το δρομάκι, στρίβοντας για να επιστρέψουν στην άμαξά του, ούτε όταν ο οδηγός πήδηξε από τη θέση του και έσπευσε να τους βοηθήσει, ούτε όταν βρέθηκαν κλεισμένοι μέσα στον ήσυχο, σκοτεινό χώρο, πολύ στριμωγμένοι για να μην αγγίζονται –το γόνατο του ενός άγγιζε το γόνατο του άλλου– αλλά και πολύ περήφανοι για να παραδεχτούν το άγγιγμα. Δεν μίλησε ούτε όταν έφτασαν στο σπίτι του κι εκείνος πήδηξε στον κρύο, σκοτεινό δρόμο του Λονδίνου και της είπε: «Έλα μέσα». Δεν υπήρχε ανάγκη για λόγια, καθώς τον ακολουθούσε. «Η ιστορία της γνωριμίας μας είναι μάλλον πολύ βαμμένη με βία, Εξοχότατε», είπε η Μάρα όταν βρέθηκαν μέσα στη βιβλιοθήκη όπου για πρώτη φορά αποκάλυψε ποια ήταν και τον λόγο της επανεμφάνισής της. Εκεί όπου τον νάρκωσε για δεύτερη φορά. Εκείνος έβγαλε το σακάκι του και φάνηκε το αιματοβαμμένο πουκάμισό του. «Και ποιος φταίει γι’ αυτό;» τη ρώτησε, με τα λόγια να ακούγονται πιο μειλίχια απ’ όσο θα φανταζόταν εκείνη ότι θα μπορούσαν να είναι. Μειλίχια. Ήταν παράξενο που η λέξη φαινόταν, τόσο ξαφνικά, να προσδιορίζει αυτόν τον άντρα που ήταν γνωστός σε πολλούς στο Λονδίνο ως κτηνώδης δύναμη, όλο αλύγιστους μυς και άφθαρτα κόκαλα. Αλλά με εκείνη, με κάποιο τρόπο ήταν όλο σκληρές γωνίες και απαλό άγγιγμα. Εξέφρασε τη δυσφορία του με έναν συριστικό ήχο καθώς τραβούσε το πουκάμισο από το μπράτσο του, βγάζοντάς το και πετώντας το στην άλλη μεριά του δωματίου, αφήνοντας εκτεθειμένο το τραύμα πάνω από μια φαρδιά λωρίδα δέρματος σε σκούρα απόχρωση – ήταν μαύρο, με ένα γεωμετρικό σχέδιο που στροβιλιζόταν. Το βλέμμα της Μάρα καρφώθηκε σ’ εκείνη την περιχειρίδα. Και στην πανομοιότυπη που υπήρχε στο άλλο μπράτσο. Μελάνι. Το είχε ξαναδεί κι άλλη φορά, αλλά ποτέ σε κάποιον σαν τον Τεμπλ. Ποτέ πάνω σε έναν αριστοκράτη. Είχε φέρει μόνος του ζεστό νερό και πετσέτες με μια επιδεξιότητα που υποδείκνυε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που γύριζε στο άδειο σπίτι του και φρόντιζε τον εαυτό του, και κάθισε στην καρέκλα πλάι στο τζάκι που είχε ανάψει μόλις μπήκαν στο δωμάτιο, ρίχνοντας ένα ύφασμα στο νερό που άχνιζε. Η κίνησή του την ξεκόλλησε και η Μάρα πήγε προς το μέρος του, εκεί όπου βρισκόταν πλάι στη φωτιά. «Μείνε εκεί», είπε εκείνη απαλά, βυθίζοντας το ύφασμα στο νερό ενώ καθόταν σε μια καρέκλα δίπλα στο τζάκι. Η Μάρα έστυψε το καυτό υγρό από το ύφασμα κι ύστερα προσηλώθηκε στην αποστολή να του καθαρίσει το τραύμα. Την άφησε να το κάνει, πράγμα που θα έπρεπε να της προξενήσει έκπληξη. Θα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


έπρεπε να είχε προξενήσει έκπληξη και στους δυο. Εκείνος έμεινε αμίλητος για αρκετές στιγμές και η Μάρα πίεσε τον εαυτό της να κοιτάζει μόνο το τραύμα του, την ίσια χαρακιά πάνω στη σκισμένη σάρκα η οποία χρησίμευε σαν υπενθύμιση για την ανατριχιαστική βία που μπορεί να είχε υποστεί η ίδια. Μια βία από την οποία την είχε σώσει εκείνος. Το μυαλό της κάλπαζε, την κατέτρυχε η σκέψη να μην τον αγγίξει πουθενά αλλού εκτός από εκείνο το σημείο, ακριβώς πάνω από τη φαρδιά, μαύρη λωρίδα δέρματος – λες και το σκοτάδι από μέσα του είχε διοχετευτεί στην επιφάνεια σε υπέροχα σχέδια, τόσο αμαρτωλά και αταίριαστα με το παρελθόν του. Με τον δούκα που θα έπρεπε να είναι. Ένα σκοτάδι που είχε βάλει κι εκείνη το χεράκι της για να δημιουργηθεί. Προσπάθησε να μην ανασαίνει πολύ βαριά, παρόλο που η μυρωδιά του –γαρίφαλο και θυμάρι ανακατεμένα με κάτι απροσδιό​ριστο κι ωστόσο εντελώς δικό του– βασάνιζε τις αισθήσεις της, προκαλώντας τη να τον οσμιστεί βαθιά. Αντί γι’ αυτό, επικεντρώθηκε στο να τον γιάνει με απαλές κινήσεις, καθαρίζοντας το μπράτσο του από το ξεραμένο αίμα και σταματώντας τη ροή του καινούριου αίματος που έβγαινε. Κοιτούσε την πετσέτα να πηγαίνει από το δέρμα του στη γαβάθα με το νερό που τώρα είχε γίνει ροζ, και μετά πάλι πίσω, κι αρνήθηκε να κοιτάξει αλλού. Αρνήθηκε να καταγράψει τις υπόλοιπες ουλές που σημάδευαν τον κορμό του. Τους τρομερούς λόφους και τις κοιλάδες του στήθους του. Τις σκούρες, κατσαρές τρίχες που έκαναν τα δάχτυλά της να καίγονται να τον αγγίξουν με έναν άλλο, πολύ πιο επικίνδυνο τρόπο. «Δεν είναι ανάγκη να με φροντίσεις», είπε εκείνος, και τα λόγια του ακούστηκαν απαλά μέσα στο ήσυχο, σκοτεινό δωμάτιο. «Φυσικά και είναι», αποκρίθηκε εκείνη, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει. Ήξερε ότι ο Τεμπλ την κοιτούσε. «Αν όχι για μένα…» Άρπαξε το χέρι της μέσα στο δικό του και το πίεσε πάνω στο καθαρό τώρα στήθος του, κι εκείνη μπορούσε να νιώσει τις τρίχες του πάνω στον καρπό της. «Μάρα», είπε, και το όνομα ακούστηκε ξένο, λες και ανήκε σε κάποια άλλη. Αυτός ο άντρας, αυτό το μέρος, δεν ήταν για εκείνη. Έστριψε το χέρι της μέσα στη λαβή του κι εκείνος την ελευθέρωσε, αφήνοντάς τη να επιστρέψει στις υπηρεσίες της λες και ποτέ δεν της είχε πιάσει το χέρι ευθύς εξαρχής. «Ε τότε φρόντισέ με». «Χρειάζεται ράμματα», είπε εκείνη. Τα φρύδια του υψώθηκαν. «Γνωρίζεις από τραύματα που χρειάζονται ράψιμο;» Η Μάρα είχε ράψει δεκάδες τραύματα στη ζωή της. Πιο πολλά απ’ όσα μπορούσε να μετρήσει. Πάρα πολλά όταν ήταν ακόμα παιδί. Αλλά δεν είπε τίποτε απ’ αυτά τα πράγματα. «Γνωρίζω. Κι αυτό εδώ χρειάζεται ράψιμο».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Να υποθέσω ότι θα μου κοστίσει;» Τα λόγια του ήταν μια έκπληξη. Η υπενθύμιση της συμφωνίας τους. Για μια στιγμή, είχε αφήσει τον εαυτό της να παραστήσει ότι ήταν δυο άλλοι άνθρωποι. Σε ένα άλλο μέρος. Ανόητο κορίτσι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει εκείνη τη νύχτα. Εκείνος εξακολουθούσε να θέλει εκδίκηση κι εκείνη εξακολουθούσε να θέλει χρήματα. Κι όσο περισσότερο το θυμούνταν αυτό και οι δυο τους, τόσο το καλύτερο. Πήρε μια ανάσα, χαλύβδωσε τον εαυτό της. «Θα σου δώσω μια τιμή ευκαιρίας». Το ένα του φρύδι υψώθηκε. «Πες πόσα θέλεις». «Δύο λίρες». Δεν της άρεσαν οι λέξεις πάνω στα χείλη της. Κάτι άστραψε στα μάτια του. Πλήξη; Όχι. Χάθηκε πριν εκείνη προλάβει να το ταυτοποιήσει, και ήδη εκείνος είχε ανοίξει ένα μικρό κουτί πάνω στο τραπέζι δίπλα του και έβγαλε από μέσα βελόνα και κλωστή. «Ράψ’ το, τότε». Της πέρασε απ’ τον νου ότι μόνο ένας άντρας που τραυματιζόταν συχνά θα είχε βελόνα και κλωστή σε απόσταση αναπνοής. Το βλέμμα της γλίστρησε πάνω απ’ το στήθος του και εντόπισε ένα πλήθος από ουλές σε διάφορα στάδια επούλωσης. Κι άλλες. Πόσο πόνο είχε περάσει αυτός ο άνθρωπος μέσα στα τελευταία δώδεκα χρόνια; Αψήφησε την ερώτηση και πηγαίνοντας στον μπουφέ σέρβιρε δυο δάχτυλα ουίσκι σ’ ένα ποτήρι. Όταν ξαναγύρισε κοντά του, εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν το πίνω αυτό». Εκείνη τον λοξοκοίταξε. «Δεν έχω ρίξει ναρκωτικό μέσα». Ο Τεμπλ έγειρε το κεφάλι του. «Όπως και να ’χει, προτιμώ να είμαι σίγουρος». «Δεν ήταν για σένα ούτως ή άλλως», είπε η Μάρα, ρίχνοντας τη βελόνα μέσα στο ποτήρι, κι ύστερα έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι κλωστής. «Ένα καλό ουίσκι πήγε χαμένο». «Θα κάνει τα ράμματα λιγότερο οδυνηρά». «Μπούρδες». Η Μάρα σήκωσε τον ένα της ώμο και είπε: «Η γυναίκα που μου έδειξε να ράβω τραύματα το έμαθε από άντρες στον πόλεμο. Φαίνεται λογικό». «Οι άντρες στον πόλεμο αναμφίβολα θα ήθελαν το μπουκάλι δίπλα τους». Η Μάρα αγνόησε τα λόγια και πέρασε με προσοχή την κλωστή μέσα απ’ τη βελόνα, κι ύστερα έτρεψε ξανά την προσοχή της στο τραύμα του. «Θα πονέσει». «Παρά την προσθήκη του εξαιρετικού ουίσκι μου;» Η Μάρα εισήγαγε τη βελόνα. «Εσύ να μου πεις». Εκείνος, με το τσίμπημα έβγαλε έναν συριστικό ήχο. «Διάολε». Τον κοίταξε υψώνοντας το ένα της φρύδι. «Να σου βάλω ένα ποτό τώρα;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Όχι. Προτιμώ να είναι τα όπλα σου ορατά». Τα χείλη της συσπάστηκαν. Όχι, δεν θα της φαινόταν αστείο. Δεν θα τον συμπαθούσε. Ήταν εχθρός, όχι φίλος. Ολοκλήρωσε το ράψιμο γρήγορα και με ακρίβεια που έδειχνε εμπειρία. Καθώς ψαλίδισε το τελευταίο κομματάκι της κλωστής, έψαξε μες στο συρτάρι ακόμη μια φορά και έβγαλε από μέσα ένα βαζάκι με υγρό εντριβής. Το άνοιξε κι από μέσα βγήκε ένα άρωμα από θυμάρι και γαρίφαλο – γνώριμο. «Α, γι’ αυτό αναδίδεις αυτή την οσμή». Εκείνος ύψωσε το φρύδι του ειρωνικά. «Παρατήρησες τη μυρωδιά μου;» Τα μάγουλά της κοκκίνισαν στο άκουσμα αυτών των λόγων, προς μεγάλη της ανησυχία. «Είναι αδύνατον να διαφύγει από κάποιον η μυρωδιά σου», είπε αμυντικά. Παρ’ όλα αυτά, έφερε το βαζάκι στη μύτη της και εισέπνευσε, και η οσμή έστειλε ένα δυνατό κύμα επίγνωσης μέσα της. Βούτηξε ένα της δάχτυλο στο βαζάκι και άπλωσε το υγρό πάνω στο ερεθισμένο δέρμα γύρω από το τραύμα του, προσέχοντας να μην τον πονέσει, κι ύστερα δίπλωσε προσεκτικά ένα κομμάτι καθαρής πετσέτας και το τύλιξε γύρω από την πληγή με μια μακριά λωρίδα υφάσματος. Με το που τελείωσε, καθάρισε τον λαιμό της και είπε το πρώτο πράγμα που της ήρθε. «Θα έχεις μια απαίσια ουλή». «Ούτε η πρώτη θα είναι ούτε η τελευταία», είπε εκείνος. «Θα είναι όμως αυτή για την οποία είμαι υπεύθυνη εγώ», απάντησε η Μάρα. Ο Τεμπλ χαχάνισε όταν το άκουσε αυτό, κι εκείνη δεν μπόρεσε να κρατηθεί και σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. «Σου φαίνεται αστείο;» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Μου φαίνεται ενδιαφέρον ότι διεκδικείς τη μόνη ουλή που δεν έχει καμία σχέση με σένα». Τα μάτια της γούρλωσαν. «Δηλαδή οι άλλες έχουν;» Έγειρε το κεφάλι του και την κοίταξε προσεκτικά. «Την καθεμία, την κέρδισα σε κάποιον αγώνα. Αγώνες που δεν θα είχα δώσει αν δεν…» Ο Τεμπλ κόμπιασε κι εκείνη αναρωτήθηκε πώς θα τέλειωνε την πρότασή του. Αν δεν είχα ρημαχτεί. Αν δεν είχα καταστραφεί. Αν δεν με είχαν αποκηρύξει. «…ήμουν ο Τεμπλ», ολοκλήρωσε εκείνος απλά. Τεμπλ. Το όνομα που είχε υιοθετήσει μόνο από τότε που εκείνη το είχε σκάσει και μετά. Από τότε που τον είχαν εκδιώξει από την οικογένεια, την καλή κοινωνία κι ένας Θεός ξέρει από πού αλλού. Το όνομα που δεν είχε καμία σχέση με τη ζωή την οποία είχε κάποτε. Τη ζωή εκείνη όπου ήταν Γουίλιαμ Χάροου, μαρκήσιος του Τσάπιν. Κληρονόμος του Δουκάτου του Λαμόντ. Παντοδύναμος.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ώσπου εκείνη του στέρησε εκείνη τη δύναμη. Τότε τον κοίταξε, καταγράφοντας τις ουλές του. Τον χάρτη από άσπρες και ροζ γραμμές που κατέληγαν σε μώλωπες μιας βδομάδας, τα τεκμήρια της δουλειάς του. Μόνο που αυτό δεν ήταν επάγγελμα. Ήταν πλούσιος, είχε τίτλο ευγενείας, και με ή δίχως τον θάνατό της στο κεφάλι του, δεν ήταν ανάγκη να δίνει αγώνες πυγμαχίας. Κι όμως, το έκανε. Τεμπλ. Ο πυγμάχος. Εκείνη τον είχε κάνει έτσι. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς φάνταζε τόσο σωστό να τον φροντίζει τώρα. Ποιος τον είχε φροντίσει τις άλλες φορές; Επειδή δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της να το ρωτήσει αυτό, ρώτησε απλώς ένα «Γιατί Τεμπλ;». Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα ακούγοντας αυτή την ερώτηση, κι έσφιξε το καλό του χέρι σε γροθιά κι ύστερα την ξέσφιξε. «Τι εννοείς;» «Γιατί διάλεξες αυτό το όνομα;» Η μια γωνιά των χειλιών του ανασηκώθηκε. «Ταιριάζει με την κοψιά μου». Αυτή ήταν μια επιπόλαιη απάντηση που είχε εξασκηθεί να τη λέει. Χρόνια ολόκληρα που η Μάρα έκανε τα ψέματα αλήθειες, της έδωσαν να καταλάβει ότι ο Τεμπλ έλεγε ψέματα, αλλά δεν τον πίεσε να πει περισσότερα. Αντί γι’ αυτό, το βλέμμα της διέτρεξε το στιβαρό μπράτσο του και καρφώθηκε στο σημείο όπου η φαρδιά μαύρη λωρίδα από μελάνι έστεκε βλοσυρή πάνω στο δέρμα του. «Και το μελάνι;» «Τατουάζ». Το χέρι της κινήθηκε από μόνο του, τα δάχτυλά της πήγαιναν σιγά σιγά προς το μέρος του, ώσπου συνειδητοποίησε ότι ξεπερνούσε τα όρια. Σταμάτησε μιαν ανάσα πριν τον αγγίξει. «Άντε», είπε εκείνος χαμηλόφωνα. Η Μάρα τον κοίταξε, αλλά το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στη λωρίδα από μελάνι. Και στα δάχτυλά της. «Δεν πρέπει», του είπε, και τα λόγια την έκαναν να ξεκολλήσει. Τράβηξε απότομα το χέρι της πίσω. «Αφού το θέλεις». Εκείνος λύγισε το μπράτσο του και ο μυς έκανε το μελάνι να αλλάξει θέση λες και ανέπνεε. «Δεν θα πονέσω». Το δωμάτιο δεν ήταν ζεστό –η φωτιά είχε ανάψει πολύ πρόσφατα κι έξω από τους τοίχους του σπιτιού ήταν χειμώνας– κι όμως το μπράτσο του έκαιγε. Η Μάρα πέρασε τα ακροδάχτυλά της πάνω από τα περίπλοκα σχέδια, όλο καμπύλες γραμμές και σκοτεινά σημεία, κι εντυπωσιάστηκε από το πόσο απαλό ήταν το δέρμα του. «Πώς;» τον ρώτησε. «Με μια μικρή βελόνα κι ένα μεγάλο δοχείο με μελάνι», είπε εκείνος.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ποιος το έκανε;» τον κοίταξε. Το βλέμμα του τρεμόπαιξε και ξαναπήγε εκεί όπου τα δάχτυλά της γλιστρούσαν πάνω στο λείο δέρμα. Τώρα με πιο σίγουρες κινήσεις. «Ένα από τα κορίτσια της λέσχης». Τα δάχτυλά της σταμάτησαν να κινούνται. «Έχει πολύ ταλέντο». Εκείνος αναδεύτηκε κάτω απ’ το άγγιγμά της. «Έχει. Και ευτυχώς έχει και σταθερό χέρι». Είναι ερωμένη σου; Η Μάρα ήθελε να το ρωτήσει αυτό. Μόνο που δεν ήθελε να ακούσει την απάντηση. Δεν ήθελε να φαντάζεται μια όμορφη γυναίκα να σκύβει από πάνω του με το καλλιτεχνικό ταμπεραμέντο της και την απίστευτη βελόνα της. Δεν ήθελε να σκέφτεται τι έγινε αργότερα, αφότου η βελόνα είχε κεντήσει το δέρμα του χίλιες φορές. Και παραπάνω. «Πόνεσε;» «Όχι περισσότερο απ’ όσο ένας αγώνας μιας οποιαδήποτε νύχτας. Στο κάτω κάτω, αυτός ο άνθρωπος είχε τον πόνο ως τρόπο ζωής. Της Μάρα δεν της άρεσε ούτε κι αυτή η σκέψη. «Σειρά μου τώρα», είπε ο Τεμπλ και έστρεψε ξανά την προσοχή της πάνω του καθώς διευκρίνιζε: «Να κάνω ερωτήσεις». Τα λόγια αυτά έσπασαν τη μαγεία ανάμεσά τους και η Μάρα άφησε το χέρι της να πέσει από το μπράτσο του. «Τι είδους ερωτήσεις;» Λες και δεν ήξερε. Λες και δεν ήξερε επί χρόνια ότι θα ερχόταν κάποια στιγμή που θα αναγκαζόταν να δώσει απαντήσεις. Ευχήθηκε να έβαζε ο Τεμπλ ένα πουκάμισο. Όχι, δεν το ευχήθηκε. Μόνο που, αν ήταν να την πιέσει για να του πει για εκείνη τη νύχτα, πριν από αιώνες, όταν εκείνη είχε κάνει μια ντουζίνα λάθη που της άλλαξαν τη ζωή, ίσως να ήταν καλύτερο αν φορούσε όλα του τα ρούχα. Αν δεν ήταν τόσο κοντά της. Αν δεν ήταν ξαφνικά τόσο ακαταμάχητος. Ε όχι και ξαφνικά. «Πώς έγινε και έμαθες τόσο πολλά σχετικά με την περιποίηση των τραυμάτων;» Δεν ήταν η ερώτηση που εκείνη περίμενε, κι έτσι την κατέβαλαν οι εικόνες που ήρθαν ως απάντηση. Αίμα και ουρλιαχτά. Μαχαίρια και στοίβες από πετσέτες που είχαν βαφτεί κόκκινες. Η τελευταία ανάσα της μητέρας της, τα δάκρυα του Κιτ και το παγερό, σκληρό πρόσωπο του πατέρα της, που δεν έδειχνε τίποτα. Ούτε συναίσθημα. Ούτε ενοχή. Και οπωσδήποτε ούτε τύψεις. Κάρφωσε το βλέμμα της στα χέρια της, τώρα τα δάχτυλά της είχαν μπλεχτεί μεταξύ τους, ένα συγκεχυμένο κουβάρι από παγωμένο δέρμα, και σκέφτηκε τι να πει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Δώδεκα χρόνια μου έδωσαν πολλές ευκαιρίες για να περιποιηθώ ένα σωρό τραύματα», απάντησε τελικά. Εκείνος δεν αποκρίθηκε, και η σιωπή απλώθηκε για μια αιωνιότητα, ώσπου εκείνος γλίστρησε ένα δάχτυλο κάτω απ’ το πιγούνι της και την παρακίνησε να κοιτάξει το σοβαρό βλέμμα του. «Την αλήθεια, τώρα». Η Μάρα προσπάθησε να μη δώσει σημασία στο πώς αυτό το απλό άγγιγμα συνέτριψε την αυτοσυγκέντρωσή της. «Έχεις την εντύπωση ότι με ξέρεις τόσο καλά ώστε να καταλαβαίνεις πότε λέω ψέματα;» Εκείνος δεν μίλησε για αρκετή ώρα, με τις άκρες των δαχτύλων του να διατρέχουν απαλά το μάγουλό της, να πηγαίνουν στο μέτωπό της, έπειτα γύρω από την καμπύλη του αφτιού της, θυμίζοντάς της τον τρόπο που της είχε ψιθυρίσει σ’ εκείνο το σημείο κι ύστερα το είχε φιλήσει κιόλας, στο κατάστημα της μοδίστρας. Κράτησε την ανάσα της καθώς εκείνα τα απίστευτα δάχτυλα γλίστρησαν πάνω στη στήλη του λαιμού της και στάθηκαν σ’ εκείνο το σημείο όπου ο σφυγμός απειλούσε να εκραγεί κάτω από το δέρμα της. Κι ενώ γίνονταν όλα αυτά, τα μάτια της εξακολουθούσαν να είναι καρφωμένα στα δικά του, γιατί η Μάρα δεν ήθελε να ήταν αυτή η πρώτη που θα απέστρεφε το βλέμμα. Αρνήθηκε να τον αφήσει να νικήσει, ακόμη κι όταν εκείνος ήρθε πιο κοντά της και της έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω και πλάγια, ώσπου τα χείλη της μισάνοιξαν μπροστά στην υπόσχεση του φιλιού που προμηνυόταν ότι θα της έδινε. Του φιλιού που η Μάρα διαπίστωσε ότι το ήθελε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Σχεδόν της το έδωσε, τα χείλη του άγγιξαν ξυστά, μια φορά, δυο, σαν πούπουλο, τα δικά της, μέχρι που κάθε σπιθαμή της καιγόταν να γίνει το φιλί πιο δυνατό. Να πραγματοποιηθεί ο ψίθυρος της υπόσχεσης. Αναστέναξε πάνω στα χείλη του, κι ένας μυστηριώδης, τρομερός ήχος στροβιλίστηκε στον λαιμό του, στέλνοντας ένα ρίγος μέσα της. Τι, είχε γρυλίσει; Τι αισχρό! Τι υπέροχο! Αλλά δεν τη φίλησε κανονικά. Αντί γι’ αυτό, μίλησε, ο άθλιος άνθρωπος. «Έχω περάσει μια ολόκληρη ζωή παρατηρώντας τους άντρες να λένε ψέματα, Μάρα. Κυρίους και καθάρματα. Έχω αποκτήσει μια φοβερή ικανότητα να διακρίνω την αλήθεια». Εκείνη ξεροκατάπιε, νιώθοντας τα δάχτυλά του στον λαιμό της. «Και να υποθέσω ότι εσύ δεν λες ψέματα ποτέ;» Την κοίταξε για μια παρατεταμένη στιγμή. «Λέω ψέματα συνέχεια. Είμαι το χειρότερο είδος παλιανθρώπου». Τώρα, καθώς είχε μείνει μετέωρη στην άκρη εκείνου του φιλιού με το οποίο την τυραννούσε, τον πίστεψε. Ήταν παλιάνθρωπος. Κι ακόμη χειρότερα. Αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να αναρωτηθεί πώς θα ήταν να του πει την αλήθεια. Να την ξεφορτώσει σαν χτίστης σε έναν τέλειο μικρό σωρό ακριβώς μπροστά στα πόδια

******ebook converter DEMO Watermarks*******


του. Όλη. Κι αν το έκανε; Αν του έλεγε τα πάντα – όλα όσα είχε κάνει, και γιατί; Αν του ξεγύμνωνε τον εαυτό της και τον άφηνε να την κρίνει για τις καλές πράξεις της όπως επίσης και για τις αμαρτίες της; «Πες μου την αλήθεια». Τα λόγια ήταν χάδι. Πρόκληση. «Ποιους έκανες καλά, Μάρα;» και ο απόηχος της υπομονής στα λόγια του –λες και θα μπορούσε να περιμένει μια αιωνιότητα για την απάντηση– ήταν αρκετός για να την κάνει να λαχταράει να του πει. Τίποτε απ’ όσα θα μπορούσες να πεις δεν θα με έκανε να συγχωρήσω. Τα λόγια του, όπως τα είχε πει νωρίτερα, αντήχησαν μέσα της, απειλή και προμήνυμα. Μια προειδοποίηση να μην παραδοθεί σε αυτόν. Εκείνος ήθελε τη δικαιοσύνη του να αποδοθεί, κι εκείνη ήταν το μέσο γι’ αυτόν τον σκοπό. Καλά θα έκανε να το θυμάται αυτό. Η αλήθεια ήταν ένα παράδοξο, αέρινο πράγμα – πολύ λίγοι την έλεγαν ποτέ, κι όμως, πολύ συχνά ήταν ευδιάκριτη στα ψέματα που έλεγε κάποιος. «Κανέναν που να έχει σημασία», είπε. «Είμαι απλώς καλή με τις βελόνες, επίσης». «Θα σε πλήρωνα για να μου πεις την αλήθεια», είπε εκείνος, και παρόλο που τα λόγια βγήκαν απ’ το στόμα του απαλά, σαν χάδι, την έτσουξαν, τραχιά και δυσάρεστα. Αυτό ήταν το παιχνίδι που έπαιζαν. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Αυτή δεν πουλιέται». Ο Τεμπλ δεν είχε τελειώσει. Η Μάρα το έβλεπε στα μάτια του. Κι έτσι, έκανε το μόνο πράγμα που μπόρεσε να σκεφτεί για να του αποσπάσει την προσοχή. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 7 Αν του είχαν ζητήσει να βάλει στοίχημα ό,τι είχε και δεν είχε στο τι θα συνέβαινε σ’ εκείνο το δωμάτιο εκείνο το βράδυ, μπορεί να είχε ποντάρει τα πάντα στο ότι θα τη φιλούσε. Ήθελε να τη φιλήσει από τη στιγμή που την είχε πάρει στην αγκαλιά του σ’ εκείνο το δρομάκι. Και πριν απ’ αυτό. Από τη στιγμή που τον είχε διαλύσει με τον υπαινιγμό ότι μπορεί να είχε συμβεί κάτι περισσότερο ανάμεσά τους εκείνη τη νύχτα δώδεκα χρόνια πριν. Και πριν απ’ αυτό. Υπήρχε πάντοτε μια ένταση ύστερα από ένα εύκολο ξυλοκόπημα, μια ένταση που δεν περνούσε ώσπου ένας αντίπαλος να καταφέρει ένα δυνατό, σίγουρο χτύπημα. Η θεωρία αυτή επαληθευόταν αν ο αντίπαλος ήταν γυναίκα και αν το χτύπημα έδινε ευχαρίστηση. Κι έτσι ο Τεμπλ δεν είχε δώσει σημασία στον πόθο, σίγουρος ότι δεν ήταν κάτι παραπάνω από μια ανάγκη να κατευνάσει την ένταση που υπάρχει έπειτα από έναν αγώνα. Είχε βιώσει την ένταση αρκετά ώστε να ξέρει ότι θα μειωνόταν. Μόνο που δεν μειώθηκε. Βρυχιόταν μέσα του καθώς τα χέρια της χάιδευαν το μπράτσο του σ’ εκείνο το σκοτεινό δρομάκι, ακόμη κι όταν εκείνη καταγινόταν με το τραύμα του κι έστελνε πόνο να κυλάει μέσα του. Και η ένταση εκείνη είχε κοντέψει να τον καταφάει την ώρα που γύριζαν με την άμαξα στο σπίτι του – τόσο πολύ που δεν είχε μπορέσει να συγκρατηθεί και να μην της ζητήσει να τον ακολουθήσει μέσα. Το αίτημά του αυτό ήταν σαν αλάτι στην πληγή, γιατί ο Τεμπλ ήξερε πως αν εκείνη πήγαινε, το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να την ποθήσει περισσότερο. Τα μακριά της πόδια και το όμορφο πρόσωπό της κι εκείνα τα μαλλιά που καιγόταν να της τα λύσει και να πέσουν σαν μια θάλασσα από καστανοκόκκινο μετάξι. Κι όλα αυτά δεν ήταν τίποτα συγκριτικά με τον τρόπο που τον άγγιζε το σθένος της. Τον τρόπο που οι αιχμηρές απαντήσεις και τα έξυπνα λόγια της τον κρατούσαν σε εγρήγορση. Το γεγονός ότι ήταν μια ισχυρή, άξια αντίπαλος. Ο πόθος είχε πιάσει ταβάνι την ώρα που του έραβε το τραύμα του και κράτησε τα μυστικά της. Και όταν επιτέλους την άγγιξε, ο πόθος τον είχε διαπεράσει, αδιαμφισβήτητος και επικίνδυνος. Οπότε, ναι. Θα είχε βάλει στοίχημα ότι θα τη φιλούσε. Όμως δεν θα πόνταρε ούτε πένα στο ότι θα τον φιλούσε εκείνη. Θα είχε χάσει, γιατί

******ebook converter DEMO Watermarks*******


απ’ ό,τι φαινόταν η Μάρα Λόου ήταν γεμάτη μυστικά και διατεθειμένη να κάνει οτιδήποτε για να τα φυλάξει από αυτόν. Ακόμη και να φιλήσει τον Φονιά Δούκα. Και, Χριστέ μου, τον φίλησε λέει… το δυνατό, απαλό χέρι της τον έγειρε προς το μέρος της ενώ ταυτόχρονα εκείνη ανασηκώθηκε για να τον συναντήσει, αιχμαλωτίζοντας τα χείλη του στα δικά της. Του έκλεψε την ανάσα με το απαλό, διστακτικό, σαρωτικό φιλί της. Βασανίζοντάς τον με τον τρόπο που τα χείλη της άγγιζαν ελαφρά τα δικά του, δοκιμάζοντας κάτι καινούριο. Εξετάζοντας. Πίεσε τον εαυτό του με τη δύναμη της σκέψης να μείνει ακίνητος, αρνούμενος να την αγγίξει, να πάρει τον έλεγχο. Τρομοκρατήθηκε ότι αν έβαζε τα τεράστια, κτηνώδη χέρια του πάνω της, θα την τρόμαζε και θα έφευγε. Ότι θα το έσκαγε ξανά. Και τότε το στόμα της άνοιξε κάτω από το δικό του, άπειρο αλλά και πάλι τόσο υπέροχο, και η άκρη της γλώσσας της πέρασε ξυστά από το πάνω χείλος του, ένα απαλό, γλιστερό χάδι. Πόσο πια να αντέξει ένας άντρας; Ο έλεγχός του ξύπνησε απότομα. Την άρπαξε στην αγκαλιά του κι ένας βρυχηθμός ξέφυγε από μέσα του· ο ήχος ήταν χαμηλόφωνος και πιθανότατα να την τρόμαζε, αλλά δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Δεν μπόρεσε να σταματήσει τίποτε απ’ όλα αυτά, ούτε όταν την πήρε στα χέρια του ούτε όταν έγειρε το κεφάλι του και τη σήκωσε προς το μέρος του και βρήκε την ιδανική γωνία όπου θα μπορούσε να τη φιλήσει όπως ακριβώς εκείνη ήθελε να φιληθεί. Όπως είχε και ο ίδιος ονειρευτεί ότι θα τη φιλούσε. Ότι θα τη διεκδικούσε. Κι ανάθεμα αν δεν τον διεκδίκησε κι εκείνη με τη σειρά της. Τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω απ’ τον λαιμό του, τα δάχτυλά της χώθηκαν στα μαλλιά του, κι εκείνος εγκαταστάθηκε για τα καλά στο στόμα της, σε ένα βαθύ φιλί μέχρι που εκείνη αναστέναξε από ευχαρίστηση, και ο ήχος όρμησε μέσα του, κατευθείαν στο κέντρο της ύπαρξής του, εκεί όπου ήταν στιβαρός και σκληρός για μέρες ολόκληρες, καταπώς φαινόταν – κάθε φορά που βρισκόταν γύρω της. Δάγκωσε απαλά το κάτω χείλος της με τα δόντια του και λάτρεψε το πώς η γυναίκα αναρριγούσε στην αγκαλιά του, κι άφησε τα χέρια του να βρουν τον δρόμο τους στα μαλλιά της, σκορπώντας πιάστρες εδώ κι εκεί κι αφήνοντας ελεύθερο έναν χείμαρρο από μπούκλες. Ιχνηλάτησε τα μεταξένια κύματα με το άγγιγμά του, μια φορά, δυο, ώσπου δεν άντεχε άλλο πια να μην κοιτάξει. Έκανε προς τα πίσω και ξετρελάθηκε με το γεγονός ότι εκείνη τον ακολούθησε, με το πώς αντιστάθηκε στον αποχωρισμό τους. «Τεμπλ», αναστέναξε, με μια ιδέα εκνευρισμού να χρωματίζει το όνομα. «Περίμενε», ψιθύρισε εκείνος. «Άσε με να σε κοιτάξω». Ήταν το πιο όμορφο πλάσμα που είχε δει ποτέ του. Το βλέμμα του την

******ebook converter DEMO Watermarks*******


καταβρόχθισε, έτσι όπως τα σκούρα μαλλιά της ήταν απλωμένα ατίθασα γύρω απ’ τους ώμους της, αντανακλώντας μικρές υποψίες από κόκκινο στο φως των κεριών, τα παράξενα, υπέροχα μάτια της γεμάτα με αίσθηση διάψευσης και πόθο. Τα χείλη της πρησμένα από το φιλί του… Ξαναπήρε τα χείλη της στο στόμα του, μην μπορώντας να τους αντισταθεί. Τη φίλησε βαθιά και παρατεταμένα, απομνημονεύοντας τον ήχο των αναστεναγμών της, τη νοστιμιά της, την αίσθηση που του άφηνε το σώμα της πάνω στο δικό του, που δεν έμοιαζε με καμιά απ’ όσες είχε ποτέ ξαναζήσει… Εκτός από… Το κεφάλι του τινάχτηκε πάνω, και τα μάτια της βλεφάρισαν και άνοιξαν. «Ειλικρινά πρέπει να πάψεις να σταματάς», του είπε με ένα χαμόγελο. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Στης μοδίστρας», άρχισε να λέει, μισώντας το γεγονός ότι το βλέμμα της έχασε τον αισθησιασμό του στο άκουσμα αυτών των λέξεων. «Αυτό που είπες…» Δεν είναι η πρώτη φορά που με βλέπεις με τα εσώρουχα. «Το έχουμε ξανακάνει αυτό κάποτε», ολοκλήρωσε. Τα μάτια της τρεμόπαιξαν προς το μπράτσο του, στο τατουάζ του. «Ναι». Όχι. Δεν μπορεί να ήταν αλήθεια. Θα το θυμόταν – το πώς το στόμα του ταίριαζε πάνω στο δικό της. Τον τρόπο που εκείνη ταίριαζε στην αγκαλιά του. Τη φίλησε ξανά, κι αυτή τη φορά ήταν δοκιμή. Πείραμα. Θα τη θυμόταν. Σίγουρα θα θυμόταν τη γεύση της. Τους ήχους που έβγαζε. Το πώς με κάποιο τρόπο εκείνη οδηγούσε το φιλί αλλά και παραδινόταν σ’ αυτό. Θα τη θυμόταν. Άφησε το στόμα της, κατευθύνοντας το φιλί του στη στήλη του λαιμού της, στο βαθούλωμα της κλείδας της, βυθίζοντας τη γλώσσα του στο κοίλωμα εκεί, και τη γευόταν. Απολαμβάνοντας τον αναστεναγμό που ξέφυγε απ’ τα χείλη της καθώς γλιστρούσε τα χέρια του στον μπροστινό φιόγκο του κορσάζ της και χαλαρώνοντας το σφίξιμο εκεί, γλιστρώντας το χέρι του μέσα από το ύφασμα για να χαϊδέψει την ερεθισμένη ρώγα του ενός στήθους της. Κι ύστερα να την αποκαλύψει γυμνή στο φως της φωτιάς του τζακιού. Θεέ και Κύριε. Θα τη θυμόταν. Κοίταξε τα μάτια της, που ήταν θολά από πόθο. «Το έχουμε ξανακάνει αυτό κάποτε». Εκείνη δίστασε, και ο δισταγμός της έστειλε ένα κύμα απογοήτευσης μέσα του. Δεν θα την άφηνε να τον αποφύγει. Δεν θα την άφηνε να του πει ψέματα. Όχι γι’ αυτό το πράγμα. Ξαφνικά, με κάποιο τρόπο, αυτό φάνταζε πολύ πιο σημαντικό απ’ όλα τα υπόλοιπα. Ο Τεμπλ χαμήλωσε τις στιβάδες του υφάσματος, κοιτάζοντας το σκούρο φόρεμα και το ανοιχτόχρωμο πουκαμισάκι να δίνουν τη θέση τους σε ένα ακόμη πιο ανοιχτόχρωμο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


δέρμα. Ένα δέρμα τέλειο, ρώγες ερεθισμένες που είχαν πάρει ένα χρώμα χρυσαφένιο μελί στο φως που έβγαινε απ’ τη φωτιά στο τζάκι. Το στόμα του υγράνθηκε, και κατέβασε τα χείλη του σ’ εκείνο το σημείο όπου η γυναίκα καιγόταν γι’ αυτόν. Εκεί όπου, με κάποιο τρόπο, εκείνος καιγόταν γι’ αυτήν. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη του τη δύναμη για να σταματήσει εκεί, μιαν ανάσα απ’ το δέρμα της, και να ψιθυρίσει: «Το έχουμε ξανακάνει αυτό κάποτε». «Γουίλιαμ». Εκείνη είπε αγκομαχώντας το όνομά του, μπρος στις φλόγες του τζακιού. Το πραγματικό του όνομα. Πάγωσε. Όπως πάγωσε κι εκείνη. «Πώς με είπες;» Εκείνη δίστασε. «Εεε…» Κανένας δεν τον είχε αποκαλέσει έτσι εδώ και δέκα χρόνια. Και παραπάνω. Λίγοι τον αποκαλούσαν έτσι και πριν από τότε – αλλά πάντα του άρεσε οι γυναίκες του να το κάνουν. Του άρεσε ο τρόπος που η οικειότητα του ονόματος τους έφερνε πιο κοντά. Τις έκανε ακόμη πιο πρόθυμες. Αυτός είχε υπάρξει ένας εύκολος τρόπος να τις κάνει να αγαπήσουν τον αφελή, ανόητο εαυτό του. «Πες το». Η διαταγή δεν ήταν απ’ αυτές που θα μπορούσε εκείνη έτσι απλά να αρνηθεί. «Γουίλιαμ», είπε, με τα πανέμορφα μάτια της γεμάτα έξαψη, με τον τρόπο που οι συλλαβές στρογγύλευαν πάνω στα ζεστά χείλη της να τον κάνει ταυτόχρονα και έξαλλο αλλά και γεμάτο λαχτάρα. Χριστέ μου. Είχε ξαναγίνει αυτό. Θα τη θυμόταν. Μόνο που δεν μπορούσε. Γιατί εκείνη είχε καταστήσει βέβαιο το να μην μπορεί. Του είχε κλέψει εκείνη τη νύχτα. Του είχε κλέψει εκείνη τη στιγμή. Την άφησε απ’ τα χέρια του λες και τον είχε τσουρουφλίσει, και ίσως όντως τον είχε. Ίσως το γεγονός ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί εκείνη τη νύχτα να ήταν το πιο σοβαρό παράπτωμα αυτής της γυναίκας, τώρα που ο Τεμπλ ήξερε ακριβώς τι ήταν αυτό που δεν μπορούσε να θυμηθεί. Σηκώθηκε όρθιος, με το αίμα να καλπάζει μέσα του μ’ αυτή την κίνηση, φέρνοντάς του μια παραζάλη και κάνοντας την απογοήτευσή του έντονη. Αυτή η γυναίκα ήταν πάρα πολύ γι’ αυτόν. Της γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε, θέλοντας να την αφήσει κι ωστόσο εξακολουθώντας να νιώθει την έλξη της. Πήγε ως τη μια άκρη του δωματίου μια φορά, και μετά ως την άλλη, κι έπειτα ξαναγύρισε κοντά της. «Τι άλλο έγινε εκείνη τη νύχτα;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Εκείνη παρέμενε αμίλητη. Που να πάρει ο διάολος! Τι είχε συμβεί; Την είχε ξαπλώσει γυμνή; Την είχε φιλήσει σε μισή ντουζίνα απαγορευμένα σημεία; Εκείνη ανταποκρίθηκε; Είχαν απολαύσει ο ένας τον άλλο εκείνη την τελευταία, έσχατη νύχτα πριν εκείνος ξυπνήσει σαν Φονιάς Δούκας – έτσι που να μην μπορέσει ποτέ να ξαναγγίξει άλλη γυναίκα χωρίς να διακρίνει τρόμο στο βλέμμα της; Ή μήπως η Μάρα τον είχε απλώς χρησιμοποιήσει; Τον πλημμύρισε μια οργή σαν πυρετός. «Φιληθήκαμε. Σε είδα με τα εσώρουχά σου. Μήπως…» Εκείνη σφίχτηκε στο άκουσμα της ερώτησης, περιμένοντάς τον να την ολοκληρώσει με την ψυχρή, χονδροειδή λέξη που είχε χρησιμοποιήσει και στο ατελιέ της μοδίστρας. Και το ότι δεν την είπε, ωστόσο, ήταν εξίσου προσβλητικό όσο και η ίδια η λέξη. Η Μάρα δεν τσίμπησε. Κι εκείνος μίσησε το γεγονός ότι δεν μπορούσε να αφήσει τη σιωπή να διαρκέσει, σχεδόν όσο μίσησε και τον ήχο της ρημαγμένης φωνής του όταν ξαναείπε: «Μήπως;» Ποτέ μου δεν γνώρισα αριστοκράτη άξιο εμπιστοσύνης. Χριστέ μου. Της είχε κάνει κακό άραγε; Δεν μπορούσε να το θυμηθεί – αν ήταν παρθένα, θα της είχε κάνει κακό. Δεν θα είχε υπάρξει αρκετά προσεκτικός ώστε να μην τη βλάψει. Πέρασε τα δάχτυλά του μέσα απ’ τα μαλλιά του. Δεν είχε πάει ποτέ του με παρθένα. Ή μήπως είχε; Κι αν… Πάγωσε. Το ορφανοτροφείο. Τα αγόρια. Κι αν ένα απ’ αυτά ήταν δικό του; Η καρδιά του άρχισε να καλπάζει. Όχι. Ήταν αδύνατον. Η γυναίκα δεν θα είχε φύγει έτσι. Δεν θα είχε πάρει το παιδί του. Ή μήπως θα το είχε πάρει; Η Μάρα ξανάβαλε το κορσάζ της και σηκώθηκε, ήρεμη και γεμάτη αυτοκυριαρχία, λες και συζητούσαν για τον καιρό. Ή για τη Βουλή. Απορρίπτοντας την προσβολή. Εκείνος την πλησίασε, σταματώντας εκατοστά μακριά της, κι αντιστάθηκε στην παρόρμηση να την τραντάξει. «Μου χρωστάς την αλήθεια». Για μια στιγμή, κάτι υπήρξε εκεί μέσα στο βλέμμα της. Για μια στιγμή, φάνηκε να το σκέφτεται. Την είδε να το σκέφτεται. Και μετά δίστασε. Κι εκείνος είδε το μυαλό της να καλπάζει. Να συνωμοτεί. Να σχεδιάζει. Όταν μίλησε, δεν πτοήθηκε. Η γυναίκα δεν φοβόταν. «Διαπραγματευτήκαμε τους όρους της συμφωνίας μας, Εξοχότατε. Εσύ θα πάρεις την εκδίκησή σου κι εγώ τα χρήματά μου. Αν θέλεις την αλήθεια, μετά χαράς να συζητήσω πόσο κοστίζει». Ποτέ του δεν είχε γνωρίσει καμία σαν αυτήν. Κι ανάθεμά τον αν δεν τη θαύμαζε όσο δεν παίρνει, παρόλο που ήθελε να τη δέσει και να ουρλιάξει τις ερωτήσεις του ώσπου

******ebook converter DEMO Watermarks*******


εκείνη να απαντούσε. «Απ’ ό,τι φαίνεται, κάτι ξέρεις από καθάρματα, τελικά». «Θα ένιωθες μεγάλη έκπληξη αν ήξερες τι μπορούν να κάνουν σε έναν άνθρωπο δώδεκα χρόνια μοναξιάς», είπε η Μάρα, με εκείνα τα συγκλονιστικά, ασυνήθιστα μάτια της γεμάτα έξαψη. Στέκονταν σε απόσταση αναπνοής ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο, και ο Τεμπλ ένιωθε πιο ισάξιος μ’ αυτή τη γυναίκα από οποιονδήποτε άλλο είχε γνωρίσει, ίσως γιατί και οι δυο τους είχαν αμαρτήσει τόσο πολύ. Ίσως γιατί η εμπιστοσύνη δεν ήταν από τα πράγματα στα οποία είχαν και οι δυο τους πίστη. «Δεν θα ένιωθα καθόλου έκπληξη», αποκρίθηκε εκείνος. Η γυναίκα έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. «Δηλαδή είσαι πρόθυμος να συζητήσεις πρόσθετους όρους;» Για μια στιγμή, ο Τεμπλ κόντεψε να συμφωνήσει. Παραλίγο να της χαρίσει όλο το χρέος, σπίτια, άλογα, τα πάντα. Η Μάρα παραλίγο να νικήσει. Γιατί αυτός ήθελε τις αναμνήσεις από εκείνη τη νύχτα περισσότερο απ’ όσο είχε θελήσει οτιδήποτε άλλο στη ζωή του. Περισσότερο κι απ’ την υπόληψή του. Παραπάνω κι από τον τίτλο του. Πιο πολύ κι απ’ όλες του τις νίκες και τα χρήματα και οτιδήποτε άλλο. Όμως η γυναίκα δεν μπορούσε να του δώσει τη μνήμη του, όπως ακριβώς δεν μπορούσε να του δώσει τα χαμένα του χρόνια. Το μόνο που μπορούσε να του δώσει ήταν η αλήθεια. Κι εκείνος θα την έπαιρνε. Ένας άντρας ήταν έξω από το ορφανοτροφείο. Έπρεπε να το περίμενε, βέβαια, από τη στιγμή που τον άφησε στο σπίτι του την προηγούμενη νύχτα· την έστειλε στο σπίτι της με μια παγερή άμαξα που έχασκε τεράστια και άδεια από την απουσία του. Έπρεπε να το είχε προβλέψει ότι ο Τεμπλ θα έβαζε ανθρώπους να την παρακολουθούν από τη στιγμή που εκείνη έχασε κάθε ίχνος σύνεσης και του πρόσφερε την αλήθεια για τη νύχτα που τον είχε αφήσει – έναντι αντιτίμου. Φυσικά και θα την παρακολουθούσε. Τώρα εκείνη ήταν γι’ αυτόν πιο πολύτιμη από ποτέ άλλοτε. Το παρελθόν ήταν το πιο πολύτιμο αγαθό απ’ όλα. Η άμαξα περίμενε όταν εκείνη έμπαινε στο σπίτι, και καθόταν φρουρός την ώρα που ανέβηκε τις σκάλες και τράβηξε τα σκεπάσματα του κρεβατιού της. Η Μάρα είχε αποκοιμηθεί με τους φανούς του οχήματος να λικνίζονται στον άνεμο, ρίχνοντας σκιές στο ταβάνι της μικρής της κάμαρας, ταράζοντας το άβατό της. Κατά τη διάρκεια της νύχτας είχε πέσει χιόνι και το ελαφρύ του πασπάλισμα σημάδεψε την πρώτη μέρα του Δεκέμβρη, κι όταν εκείνη κοίταξε έξω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς της το γκρίζο φως της αυγής, διαπίστωσε με έκπληξη ότι η άμαξα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


είχε φύγει, τα ίχνη της είχαν σκεπαστεί από το χιόνι και τη θέση της είχε πάρει ένας γιγαντόσωμος άντρας, κουκουλωμένος μέσα σ’ ένα βαρύ μάλλινο παλτό, με το καπέλο κατεβασμένο χαμηλά στο μέτωπό του κι ένα φουλάρι τυλιγμένο ψηλά γύρω απ’ τα μάγουλά του, αφήνοντας να φαίνεται μονάχα μια λωρίδα από σκουρόχρωμο δέρμα και άγρυπνα μάτια. Ο άνθρωπος θα πούντιαζε του θανατά εκεί έξω. Είπε στον εαυτό της ότι δεν έπρεπε να της κάνει εντύπωση η παρουσία του, καθώς το δίχως άλλο είχε σταλεί από τον Τεμπλ εκεί πέρα να παραφυλάει, επειδή δεν της είχε εμπιστοσύνη ότι θα παρέμενε στο Λονδίνο για να δεχτεί την τιμωρία που εκείνος σκόπευε να της επιβάλει. Είπε στον εαυτό της ότι δεν έπρεπε να τη νοιάζει, την ώρα που πλύθηκε και ντύθηκε και προετοιμάστηκε διανοητικά για τα μαθήματα που θα έκανε μέσα στη μέρα, κι ορκίστηκε να κρατήσει τον Τεμπλ μακριά απ’ τη σκέψη της. Την ανάμνηση της διαρκούς λογομαχίας τους. Την ανάμνηση του φιλιού του. Το φιλί ήταν εντελώς έξω από τη σκέψη της. Καθώς κατέβαινε από τα δωμάτια του επάνω ορόφου στο ισόγειο, προσπαθούσε να βγάλει αυτό το φιλί από το μυαλό της. Η Λίντια τη συνάντησε στο φουαγέ, με ένα πάκο φακέλους στα χέρια της και μια βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της. «Έχουμε πρόβλημα». «Θα τον ξαποστείλω», είπε η Μάρα, έχοντας βάλει ήδη πλώρη για την πόρτα. Η Λίντια ανοιγόκλεισε τα μάτια της νευρικά. «Ό,τι κι αν είναι αυτό στο οποίο νομίζεις ότι αναφέρομαι, δεν είναι τέτοιο πρόβλημα». Σήκωσε ψηλά το πάκο με τα χαρτιά και η καρδιά της Μάρα βούλιαξε. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο φρουρός του Τεμπλ ήταν η μικρότερη από τις σκοτούρες τους σήμερα. Έκανε νεύμα στη Λίντια να την ακολουθήσει στο γραφείο της και κάθισε πίσω από το έπιπλο. Κάθισε και η Λίντια. «Όχι ένα πρόβλημα. Πιο πολύ, θα έλεγα, ένα μεγάλο πρόβλημα που απαρτίζεται από πολλά μικρά». Η Μάρα περίμενε, ξέροντας τι ερχόταν. «Χάσαμε τη φερεγγυότητά μας». Επόμενο ήταν. Δεν είχαν πληρώσει τα χρέη τους επί μήνες. Δεν υπήρχαν λεφτά για να τα πληρώσουν. «Σε ποιον;» Η Λίντια άρχισε να κοσκινίζει τους λογαριασμούς. «Στον ράφτη. Στο βιβλιοπωλείο. Στον τσαγκάρη. Στον ψιλικατζή. Στον γαλατά. Στον χασάπη…» «Θεέ και Κύριε, πήγαν όλοι τους σε καμιά γενική σύσκεψη και αποφάσισαν να διεκδικήσουν όλοι μαζί τα χρωστούμενα;» «Απ’ ό,τι φαίνεται, ναι. Αλλά το χειρότερο δεν είναι αυτό». «Τα αγόρια δεν θα έχουν να φάνε και δεν είναι αυτό το χειρότερο;» Η Μάρα αναρρίγησε και πήγε προς τη σόμπα, άνοιξε τον κάδο με τα κάρβουνα και διαπίστωσε ότι ήταν άδειος. Τον έκλεισε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Λίντια σήκωσε ψηλά έναν μόνο φάκελο. «Αυτό είναι το χειρότερο». Η Μάρα κοίταξε τον κάδο. Κάρβουνα. Ξανά. Οι χειμώνες του Λονδίνου ήταν παρατεταμένοι, παγωμένοι και υγροί, και το ορφανοτροφείο θα χρειαζόταν κάρβουνα για να κρατηθούν τα αγόρια υγιή. Διάβολε. Για να κρατηθούν τα αγόρια ζωντανά. «Δύο λίρες και δεκάξι». Η Λίντια κατένευσε, και η Μάρα είπε αυτό που θα έλεγε ο οποιοσδήποτε σε μια παρόμοια περίσταση. «Κατάρα». Η Λίντια υπερθεμάτισε. «Το ίδιο ακριβώς σκέφτηκα κι εγώ». Καταραμένοι λογαριασμοί. Καταραμένοι δανειστές. Καταραμένος ο πατέρας της που την ανάγκασε να φύγει να κρυφτεί. Καταραμένος ο αδερφός της που τα έχασε όλα. Καταραμένος και ο Τεμπλ και η χαρτοπαικτική του λέσχη, που τα πήρε όλα. «Έχουμε ένα σπίτι γεμάτο αγόρια που κατάγονται από τους πλουσιότερους άντρες στην Αγγλία», είπε η Λίντια. «Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να μας βοηθήσει;» «Κανένας που δεν θα περίμενε τις λίστες μας ως αντάλλαγμα». Τις λίστες με τις καταγωγές, δυο ντουζίνες ονόματα που θα σκανδάλιζαν το Λονδίνο και μετά θα κατέστρεφαν τα αγόρια. Για να μην αναφέρουμε και τη φήμη του ορφανοτροφείου, που ήταν υψίστης σημασίας. «Και οι ίδιοι οι πατεράδες;» Άντρες που είχαν έρθει μες στη μαύρη νύχτα για να ξεφορτωθούν τους ανεπιθύμητους απογόνους τους. Άντρες που ξεστόμισαν ανήκουστες απειλές για να κρατηθούν οι ταυτότητές τους μυστικές. Άντρες που η Μάρα δεν ήθελε να ξαναδεί ποτέ. Και που κι αυτοί δεν θα ήθελαν να την ξαναδούν ποτέ. «Σε ό,τι έχει να κάνει με τα αγόρια, αυτοί ένιψαν τας χείρας τους». Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν θα πάω σ’ αυτούς». Ακολούθησε μια μακρά παύση. «Και ο δούκας;» Η Μάρα δεν έκανε ότι δεν κατάλαβε. Ο δούκας του Λαμόντ. Πλούσιος σαν Κροίσος και δυο φορές πιο ισχυρός. Και δικαιωματικά έξαλλος με τη Μάρα. «Τι ο δούκας;» Η Λίντια δίστασε, και η Μάρα κατάλαβε ότι η φίλη της έψαχνε να βρει τα σωστά λόγια. Λες και δεν τα είχε σκεφτεί και η ίδια. «Αν του έλεγες την αλήθεια… ότι τα κεφάλαια του αδερφού σου δεν ήταν δικά του ώστε να τα τζογάρει…» Τίποτε απ’ όσα θα μπορούσες να πεις δεν θα με έκανε να συγχωρήσω. Τα λόγια αντήχησαν μέσα της και η σκοτεινή τους υπόσχεση έστειλε μια ανατριχίλα στο κορμί της. Ήταν πολύ θυμωμένος μαζί της χθες τη νύχτα. Και το είχε ανασκαλέψει το ζήτημα και η ίδια – λέγοντάς του μισά παραμύθια, δελεάζοντάς τον με μισές αλήθειες και ζητώντας του στο τέλος να πληρώσει για τις αναμνήσεις του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κάθισε. Όχι. Ο δούκας δεν θα βοηθούσε. Ήταν μόνη της σ’ αυτό. Τα αγόρια ήταν δική της φροντίδα. Δική της ευθύνη. Εκείνη ήταν που έπρεπε να νοιαστεί γι’ αυτά. Σηκώθηκε και πήγε σε μια βιβλιοθήκη παραδίπλα κι έβγαλε έναν χοντρό τόμο. Κράτησε το βιβλίο στα χέρια της, με την ανάσα της να βγαίνει τραχιά και γρήγορη και κάθε σπιθαμή της ύπαρξής της να αντιστέκεται σ’ αυτό που πήγαινε να κάνει. Το βιβλίο ήταν η ασφάλειά της. Το μέλλον της. Η υπόσχεση στον εαυτό της ότι ποτέ ξανά δεν θα γινόταν φτωχή ούτε θα πεινούσε. Ότι ποτέ δεν θα αναγκαζόταν να βασιστεί στη βοήθεια των άλλων. Ήταν η προστασία της, που την είχε συγκεντρώσει έπειτα από δώδεκα χρόνια δουλειάς και αποταμίευσης. Όλα όσα θα την προφύλασσαν απ’ το να βγει στους δρόμους. Όλα όσα σκόπευε να χρησιμοποιήσει με το που θα την κατέστρεφε ο Τεμπλ. Αλλά τα αγόρια είχαν μεγαλύτερη σημασία. Απίθωσε το βιβλίο στο γραφείο και το άνοιξε, ένα μεγάλο κούφιο κοίλωμα, παραγεμισμένο με ένα πουγκί που κουδούνισε όταν το σήκωσε. Της Λίντια της κόπηκε η ανάσα. «Από πού ξεφύτρωσε αυτό;» Από χρόνια δουλειάς. Από αποταμίευση. Από ένα σελίνι εδώ κι ένα εξάπενο εκεί. Δώδεκα λίρες, τέσσερα σελίνια, δέκα πένες. Όλα όσα είχε. Η Μάρα αγνόησε την ερώτηση κι άρχισε να βγάζει νομίσματα. «Πλήρωσε τα κάρβουνα, τον γαλατά και τον χασάπη. Πάρε τον μισθό σου. Και της Άλις. Και της μαγείρισσας. Και κάνε ό,τι μπορείς για να αναβάλεις τους άλλους – ώσπου τα μεγαλύτερα αγόρια να χρειαστούν καινούρια ρούχα και παπούτσια». Η Λίντια κοίταξε τα χρήματα και κούνησε το κεφάλι της. «Ακόμη και μ’ αυτά…» Δεν χρειαζόταν να ολοκληρώσει την πρόταση. Τα χρήματα δεν ήταν αρκετά για να βγάλουν τον χειμώνα. Ίσα που θα τους έβγαζαν μέχρι την Πρωτοχρονιά. Υπήρχε μόνο ένας τρόπος. Περισσότερος χρόνος με τον δούκα του Λαμόντ. Η Μάρα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το φουαγέ, που τώρα ήταν γεμάτο αγόρια. Ήταν όλα τους στα δυο μπροστινά παράθυρα του σπιτιού, ισορροπούσαν πάνω σε μπράτσα από καρέκλες και κρατιούνταν από τα παράθυρα, με τα μάτια καρφωμένα πάνω στον άντρα που στεκόταν απέναντι. Η Λεβάντα καθόταν λίγο πιο πέρα και τους παρατηρούσε, και η Μάρα τη σήκωσε στην αγκαλιά της για να είναι ασφαλής, πριν πέσει κανένα αγόρι και συνθλίψει το γουρουνάκι. «Είναι εκεί πέρα εδώ και μία ώρα τουλάχιστον!» είπε ο Χένρι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Δεν φαίνεται να κρυώνει καθόλου!» «Αδύνατον! Χιονίζει!» αποκρίθηκε ο Χένρι, λες και οι υπόλοιποι δεν είχαν μάτια. «Είναι σχεδόν τόσο τεράστιος όσο και ο άντρας που ήρθε για την κυρία Μακ Ιντάιρ», είπε ο Ντάνιελ, με κατάπληξη στον τόνο της φωνής του. Σχεδόν ήταν, αλλά ο Τεμπλ ήταν πιο τεράστιος. «Ναι! Εκείνος ήταν τεράστιος σαν σπίτι!» Πιο τεράστιος, και αναμφίβολα πιο δυνατός. Και πιο όμορφος. Η Μάρα κοκάλωσε μπροστά σ’ αυτή τη σκέψη. Δεν την ενδιέ​φερε καθόλου η ομορφιά του. Καθόλου, πάει και τέλειωσε. Δεν το είχε καν προσέξει. Όπως ακριβώς δεν είχε προσέξει το πώς τα φιλιά του την έκαναν αδύναμη. Ήταν εξοργιστικός. Και ανυπόφορος. Και κυριαρχικός με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Και πιο όμορφος από τον άντρα που στεκόταν απέναντι. Όχι ότι το πρόσεξε. «Λες αυτός να είναι εδώ για κάποιον από μας;» Ο τρόμος στη φωνή του μικρού Τζορτζ την επανέφερε στο παρόν. «Κύριοι». Τα αγόρια ξαφνιάστηκαν, άφησαν τις κουρτίνες από τα χέρια τους και έχασαν την ισορροπία τους μεταξύ τους, ώσπου το αλλόκοτα καμωμένο κατασκεύασμά τους μπάταρε κι άφησε μισή ντουζίνα αγόρια σε έναν σωρό στο πάτωμα. Η Μάρα κατέπνιξε την παρόρμηση να γελάσει με το κωμικό θέαμα που παρουσίασαν τα αγόρια καθώς τσακίστηκαν να σηκωθούν στα πόδια τους, ίσιωσαν τα μανίκια τους και έδιωξαν τα μαλλιά απ’ τα μάτια τους. Ο Ντάνιελ μίλησε πρώτος. «Κυρία Μακ Ιντάιρ! Είσαι εδώ!» Εκείνη πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Φυσικά και είμαι εδώ». «Δεν ήσουν στο δείπνο χθες το βράδυ. Νομίσαμε πως έφυγες», είπε ο Χένρι. «Για πάντα», πρόσθεσε ο Τζορτζ. Η καρδιά της Μάρα σφίχτηκε σαν άκουσε εκείνα τα λόγια. Παρόλο που παρίσταναν τα ατρόμητα, τα αγόρια στον Οίκο Μακ Ιντάιρ ένιωθαν τρόμο ότι θα τα παρατούσαν. Ήταν κατάλοιπο του γεγονότος ότι ήταν χαρακτηρισμένα ως ορφανά, δεν χωρούσε αμφιβολία, και η Μάρα πέρασε πολύ από τον χρόνο της πείθοντάς τα ότι δεν θα τα εγκατέλειπε. Για του λόγου το αληθές, τους έλεγε ότι εκείνα ήταν που θα την άφηναν, αργά ή γρήγορα. Μόνο που αυτό ήταν ψέμα τώρα. Εκείνη θα τα εγκατέλειπε. Θα έγραφε το γράμμα της προς τις εφημερίδες, θα έδειχνε το πρόσωπό της στο Λονδίνο και μετά δεν θα είχε άλλη επιλογή παρά να τα εγκαταλείψει. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα τα προστάτευε. Έτσι θα κρατούσε τις ζωές τους σε τάξη. Έτσι θα εξασφάλιζε ότι θα κεφάλαια θα διατηρούνταν στο ορφανοτροφείο και ότι ποτέ δεν θα τα σημάδευε το δικό της σκάνδαλο.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Μια βαθιά θλίψη την κυρίευσε, και σκύβοντας χαμηλά, με τη Λεβάντα να παλεύει να ελευθερωθεί, φίλησε το ξανθό κεφαλάκι του Τζορτζ, ενώ μετά χαμογέλασε στον Χένρι. «Ποτέ». Τα αγόρια πίστεψαν τα ψέματά της. «Ε τότε, πού πήγες;» ρώτησε ο Ντάνιελ, που μονίμως ήθελε να φτάνει στην καρδιά των ζητημάτων. Η Μάρα δίστασε, στριφογυρίζοντας την απάντηση στο μυαλό της. Στο κάτω κάτω, δεν μπορούσε να πει στα αγόρια ότι σουρτούκευε στο Λονδίνο μες στη μαύρη νύχτα και δοκίμαζε ρούχα κατάλληλα για πόρνες, με παλιανθρώπους να την κυνηγούν. Και να τη φιλούν κιόλας. «Είχα μια… δουλίτσα… να φροντίσω». Ο Χένρι ξαναπήγε στο παράθυρο. «Υπάρχουν δύο άντρες τώρα εκεί έξω! Και με μια τεράστια μαύρη άμαξα! Ποπό! Θα μπορούσαμε να χωρέσουμε όλοι μας εκεί μέσα. Και πάλι θα έμενε χώρος!» Αυτή η δήλωση τράβηξε την προσοχή και των υπόλοιπων αγοριών και –παρότι προσπάθησε να αντισταθεί– της Μάρα. Ήξερε και πριν κοιτάξει έξω απ’ το παράθυρο, ανάμεσα από έναν ιστό από μικρά, κάτισχνα χεράκια, ποιος θα βρισκόταν στον χιονισμένο δρόμο απέναντι. Φυσικά και ήταν αυτός. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήγε στην πόρτα του ορφανοτροφείου, την άνοιξε διάπλατα κι έβαλε πλώρη κατευθείαν για την άμαξα. Ο Τεμπλ της είχε την πλάτη γυρισμένη καθώς αυτός και ο μπράβος του ήταν απορροφημένοι από κάποια συζήτηση, αλλά η Μάρα ίσα που είχε κάνει πεντέξι βήματα όταν εκείνος στράφηκε να την κοιτάξει πάνω απ’ τον ώμο του. «Πήγαινε μέσα. Θα πουντιάσεις». Αυτή ήταν που θα πούντιαζε; Κράτησε το κεφάλι της ψηλά και δεν τον χαιρέτησε. «Τι κάνεις εδώ;» Εκείνος γύρισε προς τον σύντροφό του, του είπε κάτι που έκανε τον άλλο άντρα να μειδιάσει, κι ύστερα στράφηκε και την κοίταξε. «Είναι πολυσύχναστος δρόμος αυτός, κυρία Μακ Ιντάιρ», είπε. «Θα μπορούσα να έχω ένα σωρό λόγους να βρίσκομαι εδώ». Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Και τώρα κάνε αυτό που σου λέω και πήγαινε μέσα. Τώρα». «Ζεσταίνομαι αρκετά», είπε εκείνη μισοκλείνοντας τα μάτια. «Εκτός κι αν ψάχνεις καμιά γυναίκα για να ζεστάνει το κρεβάτι σου, Εξοχότατε, δεν θα μπορούσες να έχεις ένα σωρό λόγους να βρίσκεσαι εδώ. Και στην κατάστασή σου, θα έλεγα ότι αυτή η προσπάθεια θα απέβαινε μάταιη». Εκείνος ύψωσε το φρύδι του. «Αλήθεια;» «Ούτε δώδεκα ώρες δεν έχουν περάσει από τότε που έραψα το τραύμα σου». Ανασήκωσε τον ώμο του. «Είμαι πολύ καλά σήμερα. Αρκετά καλά ώστε να σε κουβαλήσω μέσα και να σε τσουβαλιάσω σε έναν μανδύα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Μάρα δίστασε μπροστά στην εικόνα που σχηματίστηκε, έτσι όπως αυτός ο άνθρωπος ανέδιδε απλώς δύναμη κάτω από το πανωφόρι του, που τον έκανε να φαίνεται ακόμη πιο φαρδύς και πιο ανησυχητικά μεγαλόσωμος απ’ ό,τι συνήθως. Όντως, έδειχνε καλά. Τρομερά, πανίσχυρα καλά. Η Μάρα αντιστάθηκε στην παρόρμηση να ταυτοποιήσει το συναίσθημα που τη διαπέρασε όταν τον είδε. Αντί γι’ αυτό, είπε: «Δεν θα έπρεπε να σουλατσέρνεις στο Λονδίνο με ένα πρόσφατο τραύμα. Μπορεί να ανοίξει». Εκείνος έγειρε το κεφάλι του. «Ανησυχία είναι αυτό που δείχνεις;» «Όχι», είπε εκείνη βιαστικά, με τη λέξη να βγαίνει απ’ το στόμα της ασυναίσθητα. «Εγώ νομίζω πως είναι». «Ίσως το τραύμα σού προκάλεσε σύγχυση στον εγκέφαλο». Ξεφύσηξε εκνευρισμένη. «Απλώς δεν θέλω να χρειαστεί να επαναλάβω τη δουλειά μου». «Γιατί όχι; Θα μπορούσες να με γδάρεις παίρνοντας άλλες δυο λίρες. Έλεγξα αυτή την τιμή, παρεμπιπτόντως. Ληστεία. Ένας χειρουργός θα το έκανε για ένα σελίνι, άντε τρία». «Ε τότε κρίμα που δεν έχεις κανένα χειρουργό κοντά σου. Εγώ χρέωσα αυτό που επιτρέπει η αγορά. Και θα σου κοστίσει τα διπλάσια αν κάνεις το τραύμα σου να ανοίξει και χρειαστεί να το ξαναράψω». Εκείνος αγνόησε τα λόγια της. «Αν δεν πας μέσα για τον εαυτό σου, ίσως να πας για το γουρούνι. Θα αρπάξει πούντα». Η Μάρα κοίταξε τη Λεβάντα, που κοιμόταν πάνω στο λυγισμένο μπράτσο της. «Ναι, δείχνει αρκετά άβολα». Το βλέμμα του γλίστρησε πάνω της, στον ώμο της, κάνοντάς τη να νιώσει λιανή και μικροσκοπική, παρόλο που το μπόι της ήταν τέτοιο που περνούσε μισό κεφάλι τους περισσότερους άντρες που ήξερε. «Καλημέρα, κύριοι». Ακούγοντας αυτά τα λόγια η Μάρα στράφηκε και είδε τους ενοίκους του Οίκου Αρρένων Μακ Ιντάιρ μαζεμένους στην ανοιχτή πόρτα, με γουρλωμένα μάτια, έτοιμους να βγουν στα χιονισμένα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο ορφανοτροφείο. «Παιδιά», είπε, φορώντας την καλύτερη φωνή γκουβερνάντας που είχε. «Πηγαίνετε μέσα και φάτε το πρωινό σας». Τα αγόρια δεν κουνήθηκαν. «Όλα τα αρσενικά του πλανήτη είναι τόσο απόλυτα εξοργιστικά;» μουρμούρισε θυμωμένα η Μάρα. «Έτσι φαίνεται», αποκρίθηκε ο Τεμπλ. «Ρητορική ήταν η ερώτηση», αντιγύρισε απότομα εκείνη. «Σας βλέπω να χαζεύετε την άμαξα, παιδιά. Ελάτε να μπείτε, αν θέλετε». Τα λόγια αυτά ξεκλείδωσαν τα παιδιά, που κουτρουβάλησαν τα σκαλοπάτια λες κι ένα παλιρροϊκό κύμα τα έσπρωχνε προς το τεράστιο μαύρο όχημα. Ο Τεμπλ έκανε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


νόημα στον οδηγό, ο οποίος κατέβηκε από τη θέση του και άνοιξε την πόρτα, χαμηλώνοντας τα σκαλοπάτια ώστε να μπορέσουν τ’ αγόρια να μπουν στο εσωτερικό της άμαξας. Η Μάρα σάστισε με τα επιφωνήματα ενθουσιασμού, κατάπληξης και χαράς που έβγαζαν τ’ αγόρια, καμιά δωδεκαριά, και τώρα είχαν προκαλέσει οχλοβοή μες στην άμαξα. Στράφηκε στον Τεμπλ. «Δεν ήταν ανάγκη να το κάνεις αυτό». Δεν ήθελε τον Τεμπλ να είναι ευγενικός μαζί τους. Δεν ήθελε τα αγόρια να τον εμπιστευτούν – όχι όταν κρατούσε τα κλειδιά για το γεμάτο στομάχι τους και το ζεστό κρεβάτι τους. Εκείνος ανασήκωσε ελαφρά τον ώμο του, παρατηρώντας τα αγόρια επίμονα. «Μετά χαράς το έκανα. Δεν έχουν και πολλές ευκαιρίες να μπουν σε άμαξες, φαντάζομαι». «Όχι, δεν έχουν. Δεν βλέπουν και πολλά πέρα απ’ το Χόλμπορν, δυστυχώς». «Καταλαβαίνω». Μόνο που δεν καταλάβαινε. Δεν γινόταν να καταλάβει. Είχε μεγαλώσει μέσα σε μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της Αγγλίας, κληρονόμος ενός από τα μεγαλύτερα δουκάτα της Βρετανίας. Έπαιζε όλο τον κόσμο στα δάχτυλά του –λέσχες, σχολεία, πολιτισμό, πολιτική– και είχε μισή ντουζίνα άμαξες. Και παραπάνω. Κι όμως, η Μάρα διέκρινε την αλήθεια στα λόγια του καθώς κοίταζε τα αγόρια να εξερευνούν. Όντως ήξερε πώς ήταν να είναι κανείς μόνος. Να είναι περιορισμένος από περιστάσεις πέρα από τον έλεγχό του. Ξεφύσηξε αργά. Σ’ αυτό, τουλάχιστον, ήταν ίδιοι. «Εξοχότατε…» «Τεμπλ», τη διόρθωσε εκείνος. «Κανένας άλλος δεν χρησιμοποιεί τον τίτλο». «Θα τον χρησιμοποιήσουν, όμως», είπε εκείνη, ανακαλώντας στη μνήμη τη συμφωνία του. Το χρέος της. «Σύντομα». Κάτι άστραψε στα μαύρα μάτια του. «Ναι. Θα τον χρησιμοποιήσουν σύντομα». Τα λόγια ήρθαν χρωματισμένα με ευχαρίστηση και κάτι περισσότερο. Κάτι πιο παγερό. Πιο τρομακτικό. Κάτι που της υπενθύμισε την υπόσχεση την οποία της είχε δώσει τη νύχτα που είχαν κάνει τη συμφωνία τους. Όταν της είχε πει ότι θα ήταν η τελευταία γυναίκα την οποία θα πλήρωνε για συντροφιά. Και ίσως έφταιγε το κρύο ή η έλλειψη ύπνου, αλλά η ερώτηση βγήκε απ’ το στόμα της χωρίς να το καταλάβει. «Τι θα γίνει τότε;» Η Μάρα ευχήθηκε να μπορούσε να πάρει πίσω την ερώτηση, όταν εκείνος γύρισε και την κοίταξε με έκπληκτο βλέμμα. Ευχήθηκε να μην του είχε δείξει πόσο ακριβώς ενδιαφερόταν για τον κόσμο του. Εκείνος περίμενε για μια παρατεταμένη στιγμή, και η Μάρα θεώρησε ότι μπορεί να μην απαντούσε. Όμως απάντησε, με τον δικό του, διακριτικό τρόπο. Με την αλήθεια. Όπως πάντα. «Τότε θα είναι διαφορετικά».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Έστρεψε ξανά την προσοχή του στα αγόρια και έδειξε τον Ντάνιελ. «Πόσων χρόνων είναι αυτός;» Εκείνη ακολούθησε το βλέμμα του και κοίταξε το σκουρομάλλικο αγόρι το οποίο ήταν ο αρχηγός της παρέας που τώρα έκανε σαματά μες στην άμαξα. «Έντεκα». Ο Τεμπλ την κοίταξε με τα σοβαρά μάτια του. «Πόσο καιρό είναι μαζί σου;» Η Μάρα παρατήρησε το αγόρι. «Από την αρχή». Τα μαύρα μάτια του Τεμπλ έγιναν πιο μαύρα. «Πες μου», είπε, κι εκείνη διέκρινε την πικρία στη φωνή του. «Είχες ανέκαθεν σκοπό να μου θυμίσεις εκείνη τη νύχτα; Επανεμφανίστηκες ξέροντας ότι θα τη χρησιμοποιήσεις για να πάρεις πίσω τα λεφτά του αδερφού σου; Έραψες το τραύμα μου ξέροντας ότι αυτό θα με μαλάκωνε; Με φίλησες γι’ αυτό; Αυτό ήταν το σπουδαίο σχέδιό σου τη στιγμή που εκείνος τα έχασε όλα;» Μια κακοφωνία από γέλια τη γλίτωσε από την υποχρέωση να απαντήσει – της έδωσε μια στιγμή να συνέλθει από τη σκέψη ότι εκείνος μπορεί να πίστευε τέτοια πράγματα γι’ αυτήν. Από τη βαθιά επιθυμία που την κυρίευσε κατευθείαν να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Να του πει τα πάντα. Τίποτε απ’ όσα θα μπορούσες να πεις δεν θα με έκανε να συγχωρήσω. Απέστρεψε το βλέμμα της καθώς αυτά τα λόγια αντήχησαν μέσα της, και κοίταξε προς την άμαξα, όπου σχεδόν είκοσι αγόρια προσπαθούσαν να βολευτούν. «Δεκαέξι!» αναφώνησε κάποιος, την ώρα που ο Χένρι όρμησε μες στο μπούγιο, πρώτα με τα χέρια, με τον Ντάνιελ να τον σπρώχνει από πίσω. Η Μάρα έκανε να πάει να τους σταματήσει. Ο Τεμπλ την εμπόδισε με το ένα του χέρι. «Άσ’ τους. Δικαιούνται να παίξουν λίγο». Εκείνη στράφηκε και τον κοίταξε. «Θα σου καταστρέψουν την ταπετσαρία σου». «Μπορεί να ξαναφτιαχτεί». Φυσικά και θα μπορούσε. Ήταν πολύ πλούσιος. Η Μάρα ξαναγύρισε στη συζήτηση που είχαν. «Δεν το σχεδίασα». Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του στον γκρίζο ουρανό, με την ανάσα του να βγαίνει σε μικρά συννεφάκια. «Και παρ’ όλα αυτά προσφέρεις μια συναλλαγή αντί για την αλήθεια». Η Μάρα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Όμως εκείνος δεν το έβλεπε αυτό. Ένας παγωμένος άνεμος διέσχισε ορμητικά την οδό Κέρσιτορ και η Μάρα γύρισε απ’ την άλλη για να τον αποφύγει, όμως το μάλλινο φόρεμα περιπάτου που φορούσε δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με το κρύο. Η Λεβάντα ξύπνησε, αφήνοντας ένα μικρό ρουθούνισμα διαμαρτυρίας, και μετά ο Τεμπλ αιχμαλώτισε τη Μάρα στη δυνατή λαβή του και την τράβηξε παράμερα, προφυλάσσοντάς τη με το πελώριο σώμα του. Εκείνη αντιστάθηκε στην παρόρμηση να γείρει πάνω του. Πώς και ήταν τόσο ζεστός;

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Τεμπλ βλαστήμησε σιγανά. «Το γουρούνι σου άρχισε να κρυώνει», είπε. Είχε χαλαρώσει τη λαβή του μόλις εκείνη προφυλάχτηκε από τον άνεμο, με το ελεύθερο χέρι του να κινείται σαν κλέφτης ανάμεσά τους. Η Μάρα κοίταξε τα μακριά δάχτυλά του να χαϊδεύουν το μικρό, απαλό μάγουλο της Λεβάντας, και ένιωσε το γουρουνάκι να αφήνεται στο χάδι. Για μια φευγαλέα στιγμή, αναρωτήθηκε τι αίσθηση άραγε να άφηναν εκείνα τα δάχτυλα πάνω στο δικό της μάγουλο. Και τότε συνειδητοποίησε ότι ζήλευε αμυδρά το γουρούνι. Πράγμα αδιανόητο. Όρθωσε το ανάστημά της και τον κοίταξε, πιέζοντας τον εαυτό της να μην παρατηρήσει τον τρόπο που τα χείλη του συσπάστηκαν σε ένα χαμόγελο γλυκόπικρης θυμηδίας για το πώς το γουρουνάκι είχε αφεθεί στο χάδι του. «Για πόσο καιρό θα βάζεις να με παρακολουθούν;» Εκείνος είχε στρέψει ξανά την προσοχή του στα αγόρια. «Ώσπου να τελειώσω μαζί σου». Τα λόγια ήταν παγερά και δυσάρεστα. Και της έκαναν πιο εύκολο το να ανταποδώσει. «Και η συναλλαγή μου;» Εκείνος σταμάτησε να χαϊδεύει τη Λεβάντα και κοίταξε τη Μάρα ψυχρά. «Φρονώ ότι μπορώ να αποσπάσω τις πληροφορίες με άλλο τρόπο». Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Ανησυχία. Φόβος. Κάτι άλλο που δεν είχε καμιά όρεξη να το παραδεχτεί. «Αναμφίβολα μπορείς. Αλλά εγώ είμαι πιο δυνατή απ’ όσο νομίζεις». «Είσαι ακριβώς όσο δυνατή νομίζω». Το προμήνυμα που κρυβόταν στα λόγια αυτά έμοιαζε να αντηχεί στον παγωμένο αέρα που μαστίγωσε τα φουστάνια της πάνω στα πόδια της. «Και ως τότε, είμαι η άτυχη αποδέκτρια του άγρυπνου ματιού σου». Η μια γωνιά των χειλιών του ανασηκώθηκε σε ένα δύσθυμο χαμόγελο. «Είναι καλό που πιστεύεις ότι ουδέν κακόν αμιγές καλού σ’ αυτή την περίσταση». «Κάκιστο, δεν λες καλύτερα». Η Μάρα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Και τι αξία έχει για σένα η παρακολούθηση;» «Καμία». «Δεν ήταν αυτή η συμφωνία». «Όχι, η συμφωνία ήταν ότι θα σε πληρώνω για τον χρόνο σου. Αυτός ο χρόνος είναι δικός μου. Και των αντρών μου». «Να μας παρακολουθείς σαν να είμαστε κακούργοι». «Σε κάνει να νιώθεις καλύτερα το να βάλεις εμένα στον ρόλο του κακούργου; Βοηθάει να απαλλαγείς από τις αμαρτίες σου;» Τα λόγια του ήταν ήπια, ανησυχαστικά και πάρα πολύ πανούργα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Μάρα απέστρεψε το βλέμμα της. «Απλώς προτιμώ εσύ και οι άντρες σου να μην τρομάζετε τα παιδιά». Ο Τεμπλ λοξοκοίταξε την άμαξα. «Απ’ ό,τι βλέπω, είμαστε απειλή ως εκ τούτου». Η Μάρα ακολούθησε το βλέμμα του και παρατήρησε ότι τα αγόρια είχαν τελειώσει με το προηγούμενο παιχνίδι τους και τώρα είχαν καταπιαστεί με το να καταλάβουν την τεράστια άμαξα. Υπήρχαν περίπου εφτά οχτώ αγόρια στην οροφή της άμαξας και τα υπόλοιπα σκαρφάλωναν στα πλάγια, με τη βοήθεια του μυστηριώδους μπράβου του και του αμαξά. Αυτός και οι άντρες του είχαν έρθει εδώ, είχαν μπει στη ζωή της και την είχαν νικήσει στα σημεία μόνο και μόνο με μια φανταχτερή άμαξα και κάνα δυο ευγενικά λόγια. Αυτός της είχε αλλάξει τη ζωή μέσα σε λίγες μόλις μέρες, απειλώντας όλα όσα εκείνη αγαπούσε. Απογυμνώνοντάς την από κάθε σπιθαμή κυριαρχίας της. Αυτό η Μάρα δεν θα το ανεχόταν. Αγκάλιασε σφιχτά τη Λεβάντα στο στήθος της κι έβγαλε το μικρό μαύρο βιβλίο από την τσέπη της. «Μου πήρες αρκετό από τον χρόνο μου σήμερα, Εξοχότατε», είπε ανοίγοντας το βιβλιαράκι. «Να πούμε πέντε σελίνια;» Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν. «Δεν σου ζήτησα εγώ να έρθεις κοντά μου». Εκείνη χαμογέλασε ψεύτικα. «Ήρθα, όμως. Δεν είσαι τυχερός;» «Ω, ναι», αποκρίθηκε εκείνος κι άρχισε να αναδεύεται πάνω στις φτέρνες του. «Πάντα τυχερός ήμουν με την παρουσία σου». Εκείνη σκυθρώπιασε. «Πέντε σελίνια, λοιπόν», σημείωσε τη χρέωση στο βιβλίο της κι ύστερα κοίταξε προς την άμαξα. «Παιδιά!» φώναξε. «Είναι ώρα να πάμε μέσα». Τα αγόρια δεν την άκουσαν. Ήταν σαν να μην υπήρχε. «Παλικάρια», είπε ο Τεμπλ, και τότε τα παιδιά σταμάτησαν και κοκάλωσαν επιτόπου. «Αρκετά για σήμερα». Τα αγόρια κατέβηκαν λες και αυτά ακριβώς τα λόγια περίμεναν να ακούσουν. Μα φυσικά, έτσι ήταν. Φυσικά και άκουσαν αυτόν. Η Μάρα ήθελε να ουρλιάξει. Αντί γι’ αυτό, έβαλε πλώρη για το σπίτι, κι είχε διανύσει τη μισή απόσταση στον δρόμο ώσπου συνειδητοποίησε ότι εκείνος την είχε πάρει στο κατόπι, λες και η συνοδεία του ήταν κάτι απόλυτα φυσιολογικό. Η Μάρα κοντοστάθηκε. Το ίδιο κι εκείνος. «Δεν σε προσκάλεσα μέσα». Τα χείλη του συσπάστηκαν. «Η αλήθεια θα λάμψει, Μάρα». Τον κοίταξε σκυθρωπή. «Όχι σήμερα». Τα φρύδια του υψώθηκαν. «Ε αύριο, τότε». «Αυτό εξαρτάται».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Από τι;» «Από το αν και κατά πόσο σκοπεύεις να φέρεις το πουγκί σου». Εκείνος χαχάνισε όταν το άκουσε αυτό, γέλασε μια στιγμή και την επόμενη το γέλιο χάθηκε, και η Μάρα μίσησε τον εαυτό της που της άρεσε ο ήχος. «Σε χρειάζομαι το βράδυ», είπε εκείνος σιγανά. «Να φανταστώ ότι θα μου κοστίσει άλλες δέκα λίρες το προνόμιο;» Τα λόγια ήταν άβολα, η συζήτηση για τα λεφτά με κάποιο τρόπο στα δικά της χείλη είχε μια δύναμη ενώ στα δικά του ακουγόταν προσβλητική. Αλλά η Μάρα αρνήθηκε να παραδεχτεί το πώς την έκανε αυτό να νιώθει. «Δίκαιο, για αρχή». Εκείνος την κοίταξε για μια παρατεταμένη στιγμή, με κάτι εξίσου ταραγμένο στην έκφραση του προσώπου του. Κάτι που εκείνη το αψήφησε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 8 Όταν η Μάρα μπήκε στο γραφείο της το επόμενο πρωί, έμελλε να διαπιστώσει ότι η Λίντια ήταν προδότρα. Η Λίντια, λοιπόν, ήταν κουρνιασμένη στην άκρη μιας μικρής καρέκλας στη μια πλευρά του γραφείου της Μάρα και συζητούσε με τον δούκα του Λαμόντ σαν να μην έτρεχε τίποτα, λες κι ήταν απολύτως συνηθισμένο για έναν άντρα του δικού του αναστήματος και της δικής του φάρας να χαζολογάει σε ένα ορφανοτροφείο, και εξίσου συνηθισμένο για μια γκουβερνάντα να του κρατάει συντροφιά. Η Λίντια χασκογελούσε και κρεμόταν για τα καλά από το στόμα του, όταν η Μάρα έκλεισε την πόρτα πίσω της με έναν απότομο γδούπο. Ο Τεμπλ σηκώθηκε και η Μάρα αγνόησε τη ζεστασιά που απλώθηκε μέσα της. Ήταν Δεκέμβριος. Κι έκανε δριμύ ψύχος, καθώς ο διανομέας με τα κάρβουνα δεν είχε έρθει ακόμα. Κι αυτός εδώ ο άντρας δεν έβγαζε ζεστασιά. Έστρεψε την προσοχή της στη Λίντια. «Αφήνουμε τους πάντες έτσι απλά να μπαίνουν αυτές τις μέρες;» Η Λίντια είχε δουλέψει πλάι στη Μάρα για χρόνια αρκετά ώστε να μην πτοηθεί. «Ο δούκας δήλωσε ότι είχατε ραντεβού». «Δεν έχουμε». Έκανε τον γύρο του γραφείου της και κάθισε. «Μπορείς να φύγεις, Εξοχότατε. Έχω πολλή δουλειά». Εκείνος δεν έφυγε. Αντίθετα, ξανακάθισε στην καρέκλα του και πλημμύρισε με την παρουσία του το ντελικάτο έπιπλο. «Ίσως δεν θυμάσαι. Είχαμε συμφωνήσει ότι θα ξανάρθω σήμερα». «Συμφωνήσαμε ότι θα ξανάρθεις το βράδυ». «Η δεσποινίς Μπέικερ με προσκάλεσε να μπω μέσα». «Ήταν απέξω όταν ξύπνησα», εξήγησε η Λίντια. «Κάνει ψόφο και σκέφτηκα ότι μπορεί να ήθελε λίγο τσάι». Ο Τεμπλ σίγουρα είχε θολώσει το μυαλό της αλληνής. «Δεν θέλει τσάι». «Θαυμάσια ιδέα ακούγεται το τσάι». Ίσως να μην υπήρχε λέξη που να ακούγεται τόσο παράδοξη στα χείλη τούτου του πελώριου άντρα από το θαυμάσια. «Δεν πίνεις τσάι», επισήμανε η Μάρα. «Σκέφτομαι ν’ αρχίσω να πίνω». Η Λίντια σηκώθηκε. «Θα ειδοποιήσω να φέρουν». «Δεν χρειάζεται, δεσποινίς Μπέικερ, δεν μπορώ να το πιω». Η Λίντια έδειξε απογοητευμένη. «Γιατί όχι;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Μάρα απάντησε για λογαριασμό του. «Γιατί φοβάται ότι θα τον δηλητηριάσω». «Ω», έκανε η άλλη γυναίκα. «Ναι, μπορώ να φανταστώ ότι αυτό ίσως σε ανησυχεί». Έσκυψε προς το μέρος του Τεμπλ. «Εγώ δεν θα σε δηλητηρίαζα, Εξοχότατε». Ο Τεμπλ χαμογέλασε πλατιά. «Σε πιστεύω». Η Μάρα ξεφύσηξε με δυσαρέσκεια και αγριοκοίταξε τη Λίντια. «Αυτό είναι προδοσία». Η Λίντια έδειχνε να το γλεντάει πάρα πολύ. «Είναι απλώς δίκαιο, αν σκεφτείς ότι θα τον βάλουμε να δουλέψει σήμερα». «Τι έκανε λέει;» Η Μάρα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την κραυγή της. Ούτε το ότι τινάχτηκε όρθια. Σηκώθηκε και ο Τεμπλ. «Προσφέρθηκε να βοηθήσει με τα αγόρια». Η Μάρα κάθισε. «Δεν μπορεί». Κάθισε και ο Τεμπλ. Η Μάρα τον κοίταξε. «Τι κάνεις;» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Ένας κύριος δεν κάθεται όταν μια κυρία είναι όρθια», είπε απλώς. «Ώστε δηλαδή είσαι κύριος τώρα; Χθες είχες αυτοανακηρυχθεί κάθαρμα». «Ίσως αρχίζω να γυρίζω σελίδα». Μια γωνιά των χειλιών του ανασηκώθηκε σε ένα αχνό χαμόγελο. «Να, ας πούμε, το τσάι». Ένα χαμόγελο που έριξε τα φώτα πάνω στα χείλη του. Αυτά τα εξοργιστικά χείλη τα οποία εκείνη δεν είχε καμία πρόθεση να σκέφτεται. Θεέ και Κύριε. Τον είχε φιλήσει. Όχι. Αυτό δεν θα το σκεφτόταν. Τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Πολύ αμφιβάλλω γι’ αυτό». Ήταν εξοργιστικός. Η Μάρα σηκώθηκε ξανά. Το ίδιο κι εκείνος, επίμονος ως συνήθως. Η Μάρα κάθισε, ξέροντας ότι φερόταν ξεροκέφαλα, αλλά δεν την ένοιαζε και πολύ. Εκείνος παρέμεινε όρθιος. «Δεν θα έπρεπε να καθίσεις, ως κύριος;» ρώτησε εκείνη απότομα. «Ο κανόνας του σήκω-κάτσε δεν ισχύει από την ανάποδη. Έχω την εντύπωση πως θα ήταν καλύτερο να παραμείνω όρθιος ενόσω εσύ… παρακολουθείς τα σχέδιά σου να ανατρέπονται». Η Μάρα τον κοίταξε με τα μάτια μισόκλειστα. «Σε διαβεβαιώ, Εξοχότατε, αν περιμένεις να σταματήσουν να μου ανατρέπονται τα σχέδια, μπορεί να μην ξανακαθίσεις ποτέ». Τα γαλάζια μάτια της Λίντια άστραψαν από ένα ανέκφραστο γέλιο. Η Μάρα την αγριοκοίταξε. «Έτσι και γελάσεις, θα ξαμολήσω τη Λεβάντα λυτή στην

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κρεβατοκάμαρά σου μες στη μαύρη νύχτα. Θα πεταχτείς ξύπνια από γρυλίσματα γουρουνιού». Η απειλή έπιασε. Η Λίντια σοβαρεύτηκε. «Είναι απλώς ότι ο κύριος προσφέρθηκε, και έχω την εντύπωση ότι θα έκανε καλό στα αγόρια η κηδεμονία από έναν άντρα». Τα μάτια της Μάρα γούρλωσαν. «Πρέπει να αστειεύεσαι». «Καθόλου», είπε η Λίντια. «Υπάρχουν πράγματα που τα αγόρια θα έπρεπε να μάθουν, για τα οποία εμείς δεν… δεν είμαστε κατάλληλες». «Ανοησίες. Είμαστε πρώτης τάξεως δασκάλες». Η Λίντια καθάρισε τον λαιμό της, άπλωσε το χέρι της πάνω από το τραπέζι και έδωσε στη Μάρα ένα μικρό κομμάτι χαρτί. «Αυτό το κατέσχεσα από το αναγνωστικό του Ντάνιελ χθες το βράδυ». Η Μάρα ξεδίπλωσε το χαρτί για να ανακαλύψει μια ιχνογραφία από… «Μα τι…» Γύρισε το χαρτί ανάποδα και έγειρε το κεφάλι της. Ο Τεμπλ έσκυψε πάνω απ’ το γραφείο, με το κεφάλι του τώρα να είναι επικίνδυνα κοντά στο δικό της – και γύρισε ξανά τη σελίδα ανάποδα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τα πάντα ξεκαθάρισαν. Η Μάρα δίπλωσε το χαρτί με στρατιωτική αποτελεσματικότητα, ενώ το πρόσωπό της κατακοκκίνισε βίαια. «Μα είναι παιδί!» Η Λίντια έκλινε το κεφάλι της. «Απ’ ό,τι φαίνεται, τα εντεκάχρονα αγόρια είναι μάλλον περίεργα». «Ε λοιπόν, αυτός είναι εντελώς ακατάλληλος για να ασχοληθεί με την περιέργειά τους». Κούνησε το χέρι της προς τη μεριά του Τεμπλ, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει. Ήταν ανήμπορη να τον κοιτάξει. «Όχι πως δεν έχει τα κατάλληλα προσόντα για να το κάνει ως ειδικός, φαντάζομαι». «Αυτό θα το εκλάβω ως φιλοφρόνηση», είπε εκείνος, πάρα πολύ κοντά της. Η Μάρα γύρισε πάνω στην καρέκλα της για να τον κοιτάξει. «Δεν είχα σκοπό να φανεί ως φιλοφρόνηση. Εγώ απλώς ήθελα να υπογραμμίσω τους ασελγείς τρόπους σου». Τα φρύδια του υψώθηκαν. «Ασελγείς». «Πανούργους. Έκλυτους. Παλιανθρωπίσιους. Αχρείους». «Είμαι βέβαιος ότι κάποιες απ’ αυτές τις λέξεις δεν είναι λέξεις». «Τώρα γυρεύεις να πάρεις θέση γκουβερνάντας;» «Αν τα αγόρια μαθαίνουν λέξεις όπως παλιανθρωπίσιους, μπορεί να μην είναι και πάρα πολύ κακή ιδέα». Η Μάρα στράφηκε στη Λίντια. «Φεύγει». «Μάρα», είπε η Λίντια. «Είναι ιδανικός. Είναι δούκας και, φαντάζομαι, διαπαιδαγωγήθηκε ως ευγενής». «Είναι πυγμάχος, για όνομα του Θεού. Είναι ιδιοκτήτης μιας χαρτοπαικτικής λέσχης. Δεν κάνει με τίποτα για παιδαγωγός νεαρών, ευεπηρέαστων αντρών που πρέπει να είναι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


υποδείγματα καθωσπρέπει κυρίων». «Ήμουν πολύ επιδέξιος στους τρόπους των καθωσπρέπει κυρίων, κάποτε». Η Μάρα τον λοξοκοίταξε. «Εσύ, βρε μασκαρά, θα μπορούσες να με ξεγελάσεις». Τα λόγια βγήκαν απ’ το στόμα της πριν προλάβει να τα συγκρατήσει – και κατάλαβε κατευθείαν ότι του είχε ξαναφέρει στον νου εκείνη τη νύχτα που είχε προκαλέσει όλη αυτή τη δύσκολη κατάσταση, που τους είχε βάλει στον δρόμο ο οποίος οδηγούσε σε τούτη τη στιγμή, όπου εκείνος φάνταζε να είναι αναπόφευκτο να κυριεύσει κάθε κομμάτι της ζωής της. Το βλέμμα του σκοτείνιασε. «Θα μπορούσα να σου υπενθυμίσω ότι εγώ ήμουν αυτός που ξεγελάστηκε εκείνη τη νύχτα, κυρία Μακ Ιντάιρ». Η έμφαση στο ψεύτικο όνομα την έκανε να σφίξει τα χείλη της, ενώ εκείνος απηύθυνε τον λόγο στη Λίντια. «Έχω ελεύθερη τη μέρα μου και μετά χαράς να εκπαιδεύσω τους νεαρούς προστατευόμενούς σας σε όλους τους απαιτούμενους τομείς των καλών τρόπων για κυρίους». Η όλη υπόθεση ήταν εκτός ελέγχου. Η Μάρα δεν τον ήθελε εδώ. Κοντά. Οπουδήποτε κοντά της. Ο άνθρωπος απεργαζόταν την καταστροφή της. Δεν τον ήθελε κοντά στα αγόρια ούτε κοντά στην ίδια ή στη φίλη της ή στη ζωή της. Δεν τον ήθελε. Τελεία και παύλα. Δεν είχε σημασία που είχε περάσει μεγάλο μέρος της νύχτας της στριφογυρνώντας στο μικρό της κρεβάτι, με το μυαλό της στο φιλί που είχαν ανταλλάξει. Και στο πώς εκείνος είχε χειριστεί τα αγόρια που φωνασκούσαν μέσα κι έξω από την άμαξά του χθες. Δεν είχε σημασία που όταν ξεχνούσε το παρελθόν τους, μάλλον τον συμπαθούσε στο παρόν. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχε σημασία. Όχι τη στιγμή που εκείνος κρατούσε το μέλλον της και το μέλλον τούτου του ορφανοτροφείου στα χέρια του. «Μήπως διέφυγε της προσοχής και των δυο σας ότι εγώ διευθύνω τούτο το ορφανοτροφείο; Και ότι δεν έχω κανένα σκοπό να επιτρέψω σ’ αυτόν τον άνθρωπο να περάσει εδώ τη μέρα;» «Ανοησίες», είπε η Λίντια. «Δεν θα εμπόδιζες τα αγόρια να έρθουν σε επαφή με έναν δούκα». «Όχι ακριβώς τον πιο περιζήτητο δούκα στην καλή κοινωνία». Τα λόγια τα ξεστόμισε πριν καταλάβει ότι είχαν πάρει μορφή. Ο Τεμπλ σφίχτηκε. Το στόμα της Λίντια άνοιξε κι ύστερα έκλεισε. Και η Μάρα ένιωσε σαν γαϊδάρα. «Δεν εννοούσα…» Ο Τεμπλ την κοίταξε επιφυλακτικά. «Φυσικά και όχι». «Ξέρω καλύτερα απ’ τον καθένα ότι…» Εκείνος δεν μίλησε. Η Μάρα στράφηκε στη Λίντια, προσβλέποντας σε βοήθεια, αλλά η γκουβερνάντα απλώς κούνησε το κεφάλι της με τα μάτια γουρλωμένα. Και τότε τη Μάρα την κυρίευσε ενοχή, έντονη και δυσάρεστη. Όφειλε να επανορθώσει τη ζημιά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Έστρεψε ξανά την προσοχή της στον Τεμπλ. «Έχεις εκπαιδευτεί στους καλούς τρόπους;» Εκείνος την κοίταξε για μια παρατεταμένη στιγμή και μετά εκτέλεσε μια τέλεια υπόκλιση, δείχνοντας περισσότερο δούκας απ’ όσο τον είχε δει η Μάρα ποτέ. «Έχω». Ανακωχή. «Και σε καθωσπρέπει συζητήσεις με κυρίες;» Η Λίντια ήταν ευγνώμων για την εκτόνωση της κατάστασης, και το βλέμμα της τρεμόπαιξε πάνω στο χαρτί που κρατούσε η Μάρα στο χέρι της. «Μπορεί να χρειαστούμε λίγο απ’ αυτό». «Δεν άκουσα και πολλά παράπονα». Ήταν θαυμάσιος συζητητής. Η Μάρα δεν είχε καμία αμφιβολία. Η Λίντια συνέχισε. «Κι από αθλητισμό; Θεωρώ ότι ο αθλητισμός έχει μπει στο περιθώριο της εκπαίδευσης των αγοριών εδώ και πάρα πολύ καιρό». Η Μάρα κατσούφιασε μ’ αυτό. «Ο άνθρωπος έχει κοψιά που θυμίζει Έλληνα θεό. Έχω την εντύπωση ότι ο αθλητισμός είναι το πρώτο πράγμα που μπορεί να τους διδάξει». Τα λόγια κροτάλισαν γύρω γύρω στο δωμάτιο, αφήνοντας τους πάντες εμβρόντητους. Τα μάτια της Λίντια γούρλωσαν. Ο Τεμπλ κοκάλωσε. Το στόμα της Μάρα απέμεινε να χάσκει ανοιχτό. Δεν μπορεί να το είχε πει αυτό. Έλληνα θεό; Αυτός έφταιγε. Αυτός της είχε μπουρδουκλώσει τις σκέψεις της. Κι είχε τρυπώσει σε κάθε τομέα της δικής της ζωής – σε κάθε κομμάτι για το οποίο είχε δουλέψει τόσο σκληρά κι είχε παλέψει για τόσο καιρό. Σίγουρα αυτό ήταν που την έκανε να το πει αυτό. Έλληνα θεό; Έκλεισε τα μάτια της και με τη δύναμη της σκέψης προσπάθησε να τον κάνει να χάσει τη λαλιά του. Αμέσως και με μη αναστρέψιμο τρόπο. «Προφανώς, δεν εννοούσα…» «Μάλιστα. Ευχαριστώ». Σε ολόκληρη την ιστορία του κόσμου από καταβολής του, η δύναμη της σκέψης είχε λειτουργήσει άραγε ποτέ; Όρθωσε το ανάστημά της. Συνέχισε ακάθεκτη. «Εγώ δεν θα το εκλάμβανα ως φιλοφρόνηση αυτό. Οι Έλληνες θεοί ήταν περίεργη παρέα. Μεταμορφώνονταν σε ζώα και άρπαζαν παρθένες». Θεέ και Κύριε. Με δεν μπορούσε να κρατήσει το στόμα της κλειστό; «Ε δεν είναι και καμιά τρομερή μοίρα αυτό», είπε εκείνος. Η Λίντια χαχάνισε πονηρά. Η Μάρα την αγριοκοίταξε. «Μόλις του ζήτησες να διδάξει τα αγόρια καλούς

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τρόπους». Η Λίντια στράφηκε και κοίταξε τον Τεμπλ με τα μάτια γουρλωμένα. «Εξοχότατε, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν γίνεται να μιλάς στα αγόρια με τέτοια… υπονοούμενα». «Φυσικά», αποκρίθηκε εκείνος. «Αλλά κι εσύ αντιλαμβάνεσαι ότι η εργοδότριά σου το ξεκίνησε». Η Μάρα ήθελε να του πατήσει το πόδι. Αλλά δεδομένου ότι ο Τεμπλ ήταν τεράστιος σαν γίγαντας, εκείνη αμφέβαλλε ότι θα το αισθανόταν καν. «Εντάξει λοιπόν. Κανονίστηκε», είπε η Λίντια, λες και είχε όντως κανονιστεί. Που μάλλον είχε δηλαδή, παρόλο που η Μάρα ήταν αντίθετη στο όλο πράγμα. «Θα περάσεις το πρωινό με τα αγόρια, κι αυτά αναμφίβολα θα μάθουν πάρα πολλά». Στράφηκε στη Μάρα και την κοίταξε έντονα και με σημασία την ώρα που τέλειωνε τη φράση της, σαν να μην έτρεχε τίποτα, λέγοντας: «Και ίσως, αφού θα έχεις περάσει τη μέρα σου με τα αγόρια, εσύ και η κυρία Μακ Ιντάιρ θα μπορούσατε να συζητήσετε μια φιλανθρωπική δωρεά στο πολύ καλό έργο μας». Η Λίντια ήταν δαιμόνια, το δίχως άλλο. Εκεί όπου η Μάρα κοίταζε τον Τεμπλ και έβλεπε έναν επικίνδυνο εχθρό, η Λίντια έβλεπε έναν εύπορο πιθανό σύμμαχο. Έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να πληρώσει όλους τους λογαριασμούς τους. Ο Τεμπλ ύψωσε το φρύδι του. «Το εμπορικό σου δαιμόνιο συναγωνίζεται αυτό της εργοδότριάς σου». Η Λίντια χαμογέλασε. «Θα το εκλάβω ως φιλοφρόνηση αυτό». Δεν θα έπρεπε να το εκλάβει έτσι, φυσικά. Ο Τεμπλ δεν θα αποφάσιζε έτσι απλά να κάνει δωρεά στο ορφανοτροφείο. Ήταν κι αυτός δαιμόνιος. Και η μεγαλύτερη πιθανότητα που είχαν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους ήταν να συνέχιζε η Μάρα τον δρόμο που είχε πάρει. Ένα κύμα ταραχής γλίστρησε μέσα της μ’ αυτή τη συμφεροντολογική σκέψη. Το αγνόησε. Αυτό γινόταν για το ορφανοτροφείο και την ασφάλεια των αγοριών. Εκείνος ο σκοπός θα αγίαζε τα μέσα της. Τότε η Λίντια σηκώθηκε. «Εντάξει. Αυτό είναι γιορτή. Δεν αποφασίζει κάθε μέρα ένας δούκας να αφήσει τον τίτλο του κατά μέρος και να στρωθεί στη δουλειά». «Μαθαίνω ότι αυτό συμβαίνει πολύ συχνά στα μυθιστορήματα», είπε ο Τεμπλ. «Εδώ πέρα δεν είναι ακριβώς μυθιστόρημα», είπε η Μάρα. Σε ένα μυθιστόρημα, εκείνη θα ήταν μια τέλεια, πανέμορφη δεσποινίδα με ένα αψεγάδιαστο παρελθόν που θα ταίριαζε με την αψεγάδιαστη μορφή της. Κι εκείνος θα ήταν ένας όμορφος, μελαγχολικός δούκας. Εντάξει, το τελευταίο κομμάτι έμοιαζε κάπως με την πραγματική ζωή, θα μπορούσε να πει. «Αλήθεια;» είπε εκείνος περιπαικτικά. «Ομολογώ πως τα γεγονότα της τελευταίας εβδομάδας ήταν αρκετά παράδοξα ώστε να με πείθουν για το αντίθετο».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Λίντια γέλασε. «Όντως». Η Μάρα την έδειξε με το δάχτυλο. «Μη φτάσεις να τον συμπαθήσεις». Το γέλιο έγινε ένα πλατύ χαμόγελο. «Αυτό μπορεί να αποδειχθεί δύσκολο». Ο Τεμπλ έκανε μια υπόκλιση. Τώρα αυτοί φλερτάριζαν, κι απ’ το μυαλό της Μάρα πέρασε η σκέψη ότι αν επρόκειτο για μυθιστόρημα, η ηρωίδα δεν θα ήταν εκείνη. Η Λίντια μπορεί να ήταν. Η ευγενική, χαριτωμένη ξανθιά γκουβερνάντα, με τα δυνατά γέλια και τα μεγάλα μάτια, ακριβώς αυτό που χρειαζόταν ο μελαγχολικός δούκας για να τα δει όλα αλλιώς. Η Μάρα σκοτείνιασε. Δεν επρόκειτο για μυθιστόρημα. «Λίντια, ετοίμασε τα αγόρια για ένα ειδικό μάθημα με τον Εξοχότατο», είπε, κοιτάζοντας τον Τεμπλ κατάματα. «Εσύ μείνε εδώ». Περιέργεια ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της Λίντια, αλλά ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να μην καθίσει να χασομερήσει, κι έφυγε αμέσως για να πάει να μαζέψει τα παιδιά. Με το που η πόρτα έκλεισε πίσω της, η Μάρα έκανε τον γύρο του γραφείου της και πήγε και στάθηκε μπροστά του. «Δεν ήταν ανάγκη να το κάνεις αυτό». «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου που σκέφτεσαι την καλοπέρασή μου». «Δεν είχα σκοπό να αφήσω να εννοηθεί ότι σκεφτόμουν τέτοιο πράγμα». Το στόμα του συσπάστηκε σε ένα πικρό χαμόγελο. «Εγώ θα συμπεράνω αυτό, όπως και να ’χει». Ο άνθρωπος την αναστάτωνε. Μπορούσε να μυρίσει πάνω του το γαρίφαλο και το θυμάρι – το γιατρικό που είχε απλώσει στο τραύμα του ενώ εκείνος περίμενε υπομονετικά, με τα δάχτυλά της να γλιστρούν πάνω στο ζεστό, λείο δέρμα του. Κι από εκεί, ακολούθησε ένα γοργό άλμα στην ανάμνηση των χειλιών του πάνω στα δικά της. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι τον είχε φιλήσει. Και δεν θα καθόταν να σκεφτεί το γεγονός ότι της είχε αρέσει που τον φίλησε. Ή μάλλον εκείνο το αρέσει δεν φάνταζε καθόλου ισχυρό ως λέξη, για να περιγράψει πώς την είχε κάνει να νιώσει εκείνο το φιλί. Τώρα εκείνος μειδιούσε, λες και ήξερε τις σκέψεις που διέσχιζαν το μυαλό της. Η Μάρα καθάρισε τον λαιμό της. Ίσιωσε τους ώμους της. «Τα αγόρια δεν περνούν πολύ καιρό με κυρίους. Θα δείξουν ενδιαφέρον για σένα». Εκείνος κατένευσε. «Λογικό φαίνεται». «Μην…» Η Μάρα κόμπιασε, ψάχνοντας για τις κατάλληλες λέξεις. «Μην κάνεις τα αγόρια σαν εσένα». Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν. «Το μόνο που θα καταφέρεις είναι να το κάνεις πιο δύσκολο όταν φύγεις και δεν ξαναγυρίσεις ποτέ. Μην αφήσεις τα αγόρια να δεθούν μαζί σου». Ξαφνικά, η πιθανότητα να δεθούν τα αγόρια μαζί του δεν φάνταζε τόσο εξωπραγματική.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ακολούθησε μια μακρά παύση, ώσπου εκείνος είπε: «Είναι απλώς ένα πρωινό, Μάρα». Εκείνη έγνεψε καταφατικά, αψηφώντας τον τρόπο που οι λέξεις στροβιλίζονταν στον αέρα ανάμεσά τους. «Θέλω τον λόγο σου γι’ αυτό». Εκείνος ξεφύσηξε σιγανά. Κέφι; Απογοήτευση; «Τον λόγο μου ως κυρίου; Ή ως παλιανθρώπου;» «Ως και των δύο». Εκείνος κατένευσε. «Τον λόγο μου, ως και των δύο». Η Μάρα άνοιξε την πόρτα και στράφηκε προς το μέρος του, προσπαθώντας να μη δώσει σημασία στο πόσο όμορφος ήταν. Πόσο δελεαστικός. «Ελπίζω τουλάχιστον ένας από τους δυο λόγους να πιάνει». Ο Τεμπλ έφυγε κι εκείνη έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ύστερα από κάμποσες στιγμές όπου ήθελε να τον ακολουθήσει, γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά και επέστρεψε στο γραφείο της. Μία ώρα. Τόσο χρειάστηκε ώσπου η περιέργεια να την υπερνικήσει και να πάει να ψάξει να τον βρει. Βρήκε τη Λίντια να στέκεται φρουρός στον κυρίως χώρο υποδοχής του ορφανοτροφείου. «Πού είναι;» ρώτησε η Μάρα. Η Λίντια έγειρε ελαφρά το κεφάλι της δείχνοντας προς την κατεύθυνση της ερμητικά κλειστής πόρτας που οδηγούσε προς την τραπεζαρία. «Είναι μαζί τους εδώ και τρία τέταρτα της ώρας». «Και τι κάνουν;» «Δεν έχω ιδέα». Η Μάρα πλησίασε τη φίλη της, χαμηλώνοντας τη φωνή της σε ψίθυρο. «Δεν το πιστεύω ότι του ζήτησες αυτό το πράγμα». Η Λίντια ανασήκωσε τους ώμους. «Φαίνεται καθωσπρέπει άνθρωπος». Ήταν. «Δεν το ξέρεις αυτό». Τα γαλάζια μάτια της Λίντια γέμισαν επίγνωση. «Ξέρω πώς είναι οι απρεπείς άνθρωποι. Άλλωστε κι εσύ η ίδια είπες ότι δεν έκανε αυτά που ο κόσμος νομίζει ότι έκανε». Σταμάτησε, κι ύστερα πρόσθεσε: «Και είναι αρκετά πλούσιος ώστε να μας σώσει όλους». Αχ και να ήξερε ο Τεμπλ ότι κινδύνευαν… Τίποτε απ’ όσα θα μπορούσες να πεις δεν θα με έκανε να συγχωρήσω. Τίποτε απ’ όσα θα μπορούσε να του πει δεν θα τον έκανε να βοηθήσει. Η Λίντια εξακολουθούσε να μιλάει. «…αλλά δείχνουν να το απολαμβάνουν».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Γέλια και ξαναμμένες φλυαρίες ξεχύνονταν μέσα από την τραπεζαρία, ξαναφέρνοντας τη Μάρα στο παρόν. Χτύπησε την πόρτα και άνοιξε, και ο θόρυβος από τα γέλια αμέσως καταλάγιασε. Ο Τεμπλ σήκωσε το βλέμμα του από το σημείο όπου καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού και κατευθείαν σηκώθηκε όταν μπήκε εκείνη. Τα αγόρια τον μιμήθηκαν. «Α», είπε. «Η κυρία Μακ Ιντάιρ. Μόλις τελειώναμε τη συζήτησή μας». Η Μάρα κοίταξε τα αγόρια ένα ένα, το καθένα ήταν πιο κουμπωμένο από το επόμενο κι όλα τους έδειχναν λες και είχαν διδαχθεί μια σειρά από μυστηριώδη κόλπα. «Να ευελπιστώ ότι όλα είναι εντάξει;» είπε όταν το βλέμμα της έπεσε στον Τεμπλ για ακόμη μια φορά. Εκείνος έγνεψε καταφατικά με επιφύλαξη. «Πιστεύω ότι τα καταφέραμε». Η Μάρα τους άφησε ξανά μόνους και υποσχέθηκε να μην τους ενοχλήσει άλλο. Εκείνη η υπόσχεση κράτησε δύο ολόκληρες ώρες, ώσπου δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί, και έφυγε από το γραφείο της με το πρόσχημα ότι ήθελε να πάει να ελέγξει την ετοιμασία του γεύματος – και για να δει αυτό όλως τυχαίως έπρεπε να διασχίσει το φουαγέ του ορφανοτροφείου, εκεί όπου ήταν αδύνατον να μη δει τα αγόρια, σοβαρά και προσηλωμένα, να είναι παραταγμένα στην άκρη και όλα τους να παρακολουθούν τον Τεμπλ, ο οποίος στεκόταν στη μέση του δωματίου, με τη Λεβάντα στο χέρι, και μαζί του τον Ντάνιελ και τον Τζορτζ. Η Μάρα κοντοστάθηκε διστακτική στη βάση της σκάλας και αμέσως έκανε πίσω για να παρακολουθήσει. «Με έκανε να θυμώσω αυτός», έλεγε ο Τζορτζ μονάχα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αυτός και ο Ντάνιελ είχαν τσακωθεί. Και δεν θα ήταν η τελευταία. Ο Τεμπλ κατένευσε, με την προσοχή του προσηλωμένη στο αγόρι. «Και λοιπόν;» «Και λοιπόν τον χτύπησα». Η Μάρα κυριεύτηκε από σοκ. Οι σωματικές επιθέσεις δεν επιτρέπονταν μέσα στον Οίκο Μακ Ιντάιρ. Προφανώς, το να επιτρέψει σε έναν πυγμάχο που πάλευε με γυμνά χέρια να μπει στο ορφανοτροφείο ήταν φρικτή ιδέα. Έκανε να μπει στο φουαγέ την ώρα που ο Τεμπλ έλεγε: «Γιατί;» Ακούγοντας την παράξενη ερώτηση κοντοστάθηκε, καθώς ήταν μια ερώτηση που εκείνη δεν θα είχε σκεφτεί να κάνει. Μια ερώτηση στην οποία ο Τζορτζ δυσκολεύτηκε να απαντήσει. Ανασήκωσε τους ώμους του και κοίταξε τα πόδια του, που αναδεύονταν. «Ένας κύριος κοιτάζει στα μάτια αυτόν με τον οποίο μιλάει». Ο Τζορτζ σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε τον Τεμπλ. «Γιατί ήθελα να τον κάνω να θυμώσει κι αυτός». Ο Τεμπλ κατένευσε. «Ήθελες εκδίκηση». Ακόμη και το κτίριο να κατέρρεε εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η Μάρα δεν θα μπορούσε να πάψει να παρακολουθεί.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ναι», είπε ο Τζορτζ. «Και ο Ντάνιελ το δέχτηκε αυτό;» Το άλλο αγόρι δεν δίστασε και όρθωσε το ανάστημά του. «Όχι». Ο Τεμπλ ήθελε να χαμογελάσει με το νταηλίκι· η Μάρα σχεδόν μπορούσε να το δει. Αντί γι’ αυτό, όμως, ο Τεμπλ στράφηκε να κοιτάξει το άλλο αγόρι. «Αλήθεια; Γιατί φάνηκες να θυμώνεις πάρα πολύ όταν σε χτύπησε». «Φυσικά και θύμωσα!» είπε ο Ντάνιελ, λες και ο Τεμπλ ήταν τρελός. «Με χτύπησε! Υπερασπιζόμουν τον εαυτό μου!» Ο Τεμπλ έγνεψε καταφατικά. «Και είναι δικαίωμά σου αυτό. Όμως νιώθεις καλύτερα τώρα που ανταπέδωσες το χτύπημα;» Ο Ντάνιελ κατσούφιασε. «Όχι». Ο Τεμπλ στράφηκε στον Τζορτζ. «Κι εσύ νιώθεις ότι εκδικήθηκες για ό,τι προσβολή σου έκανε ο Ντάνιελ;» Ο Τζορτζ ζύγισε την ερώτηση· έγειρε το κεφάλι του ενώ κοίταζε τον Ντάνιελ για μια παρατεταμένη στιγμή, ώσπου συνειδητοποίησε την αλήθεια. «Όχι». Ο Τεμπλ κατένευσε. «Γιατί όχι;» «Γιατί εξακολουθώ να είμαι θυμωμένος». «Ακριβώς. Και τι άλλο;» «Και τώρα είναι και ο Ντάνιελ θυμωμένος». «Ακριβέστατα. Και η Λεβάντα;» Τα αγόρια κοίταξαν τη Λεβάντα. «Δεν την είχαμε δει!» είπε ο Ντάνιελ. «Εμφανίστηκε από το πουθενά!» αναφώνησε ο Τζορτζ. «Και παραλίγο να μπλεχτεί στη δική σας συμπλοκή. Πράγμα που θα μπορούσε να της είχε προκαλέσει πόνο. Ίσως και κάτι χειρότερο». Τα αγόρια είχαν τρομοκρατηθεί. «Ας είναι λοιπόν αυτό το μάθημα. Δεν σας λέω να μη μαλώνετε. Σας λέω απλώς ότι, όταν μαλώνετε, θα πρέπει να το κάνετε για τους σωστούς λόγους». «Η εκδίκηση δεν είναι σωστός λόγος;» Ο Τεμπλ έμεινε σιωπηλός για μια παρατεταμένη στιγμή και η Μάρα κράτησε την ανάσα της περιμένοντας την απάντησή του. Ήταν σίγουρη ότι είχε στο μυαλό του κάτι πολύ πιο σημαντικό από ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε πυροδοτήσει τον καβγά ανάμεσα στα δυο αγόρια. «Η εμπειρία μου μου λέει», είπε ο Τεμπλ τελικά, «ότι η εκδίκηση δεν προχωρεί πάντα με τον αναμενόμενο τρόπο». Τι σήμαινε αυτό; Ακόμη μια παύση, κι ύστερα ο Τεμπλ πρόσθεσε: «Και καμιά φορά καταλήγει με ένα γουρουνάκι να βρίσκεται σε κίνδυνο». Τα αγόρια χαμογέλασαν και ο Τζορτζ άπλωσε το χέρι του για να χαϊδέψει το μικρό ροδαλό κεφαλάκι της Λεβάντας, ενώ ο Τεμπλ συνέχισε. «Τώρα, το πιο σημαντικό, φαντάζομαι ότι οι γροθιές σας σας πονούν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κάμποσο». Ο Τζορτζ τίναξε το χέρι του προς τα έξω. «Πώς το ήξερες αυτό;» Ο Τεμπλ τέντωσε μπροστά το δικό του χέρι, που είχε το μέγεθος των κεφαλιών των αγοριών. Έσφιξε την παλάμη του σε γροθιά. «Εσείς χώσατε τον αντίχειρα μέσα στη χούφτα». Άνοιξε το χέρι του και το έκλεισε ξανά. «Αν αφήνετε τον αντίχειρα απέξω, το χτύπημα θα πονάει λιγότερο». «Θα μας μάθεις πώς να παλεύουμε;» Τότε ο Τεμπλ χαμογέλασε, η μια γωνιά των χειλιών του ανασηκώθηκε. Θεέ μου, ήταν όμορφος. Κι από εδώ, χωμένη πίσω από τις σκάλες, η Μάρα μπορούσε μια χαρά να κοιτάζει. Και δεν υπήρχε λόγος να το μάθει ποτέ κανείς. «Μετά χαράς». Θα έπρεπε να τον σταματήσει, πριν αποκτούσε κανένα τάγμα από άριστα εκπαιδευμένους πυγμάχους εδώ μέσα. Και μπορεί να τον είχε όντως σταματήσει, αν εκείνος δεν γυρνούσε να την κοιτάξει, με τα μάτια του να βρίσκουν τα δικά της, γεμάτα ένταση και αλήθεια, κάνοντας την καρδιά της να πεταχτεί ως τον λαιμό της. «Κυρία Μακ Ιντάιρ», είπε, «δεν έρχεσαι κι εσύ κοντά μας;» Καθόταν και τον παρακολουθούσε για πάρα πολλή ώρα, αμίλητη κι ακίνητη στη γωνία. Αν ήταν κάποια άλλη γυναίκα, μπορεί να μην της είχε δώσει σημασία. Όμως εκείνη ήταν η Μάρα Λόου, κι αυτός το είχε πάρει απόφαση και είχε αποδεχτεί το γεγονός ότι πάντα θα της έδινε σημασία. Ότι ήταν κατακυριευμένος με την επίγνωση της παρουσίας της, παρόλο που ευχόταν να μην ήταν. Παρόλο που ήταν καχύποπτος απέναντί της, και δύσπιστος, και έξω φρενών. Παρόλο που βρισκόταν στον χώρο όπου η γυναίκα εργαζόταν και προσπαθούσε με τη δύναμη της θέλησής του να την κάνει να του πει την αλήθεια. Κι έτσι, όταν οι νεαροί προστατευόμενοί της του έδωσαν μια ευκαιρία να τη φέρει πιο κοντά, εκείνος τη χρησιμοποίησε, απολαμβάνοντας το ύφος της έκπληξης στο πρόσωπό της όταν αντιλήφθηκε ότι την είχαν δει. Η Μάρα βγήκε από την κρυψώνα της λοιπόν, βάζοντας τα δυνατά της να φανεί λες και δεν είχε στήσει αφτί. «Καλησπέρα, κύριοι!» Την αντιμετώπισαν σαν μικρά, μολυβένια στρατιωτάκια, κάνοντας ο καθένας από μια τέλεια μικρή υπόκλιση. «Καλησπέρα, κυρία Μακ Ιντάιρ», είπαν όλα τα αγόρια μαζί. Τα πλησίασε. «Θεέ μου! Τι υπέροχος χαιρετισμός». Η γυναίκα τα αγαπούσε τα αγόρια· αυτό ήταν ολοφάνερο. Μια εικόνα άστραψε. Η Μάρα, να χαμογελάει σε ένα τσούρμο αγόρια στα απέραντα καταπράσινα εδάφη του Γουάιτφον Άμπι. Ένα τσούρμο σκουρομάλλικα αγόρια με σκούρα μάτια, που το ένα ήταν πιο ευτυχισμένο απ’ το άλλο. Τα δικά του αγόρια. Η δική του Μάρα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κούνησε το κεφάλι του και έστρεψε ξανά την προσοχή του στην παρούσα περίσταση. «Κυρία Μακ Ιντάιρ, τα αγόρια ζητούν ένα μάθημα πάλης και σκέφτηκα ότι ίσως θα ήθελες να βοηθήσεις». Τα μάτια της γούρλωσαν. «Δεν έχω ιδέα απ’ αυτά». Η γυναίκα κουβαλούσε ένα μαχαίρι πάνω της. Ο Τεμπλ ήταν πρόθυμος να στοιχηματίσει τα πάντα στο ότι η γυναίκα είχε και παραείχε ιδέα απ’ αυτά. «Τότε είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να μάθεις». Τα αγόρια, που είχαν παραμείνει σιωπηλά ως εκείνη τη στιγμή, άρχισαν να διαμαρτύρονται. «Δεν μπορεί να μάθει· είναι κορίτσι!» αναφώνησε ένα απ’ αυτά. «Σωστά», πετάχτηκε ένα άλλο αγόρι, «τα κορίτσια μαθαίνουν πράγματα όπως ο χορός. Και η ραπτική». Η ιδέα της Μάρα Λόου να ράβει οτιδήποτε άλλο εκτός από ένα τραύμα από μαχαίρι ήταν εντελώς κωμική. «Μπορεί να μάθει», είπε ο Τζορτζ, «αλλά δεν χρειάζεται. Τα κορίτσια δεν είναι ανάγκη να παλεύουν». Του Τεμπλ δεν του άρεσε η ανάμνηση που ήρθε, ζωηρή και πανίσχυρη, με τη Μάρα παγιδευμένη σε έναν δρόμο στο Μέιφερ, από δυο κτήνη υπερβολικά πιο δυνατά απ’ αυτήν. Την ήθελε ασφαλή. Προστατευμένη. Κι εκείνος θα μπορούσε να της δώσει τα όπλα ώστε να παραμείνει έτσι. «Πρώτον, κύριοι, μην αναφέρεστε στις κυρίες αποκαλώντας τες “κορίτσια”», τόνισε ο Τεμπλ. «Δεύτερον, όλοι θα μάθετε να χορεύετε αρκετά σύντομα, θα έλεγα». Αυτό το σημείο προκάλεσε μια χορωδία βογκητών από τους μαθητές του. «Και τρίτον, ο καθένας πρέπει να είναι προετοιμασμένος να προστατέψει τον εαυτό του, είτε είναι άντρας είτε γυναίκα». Στράφηκε προς τη Μάρα κι άπλωσε το χέρι του. «Κυρία Μακ Ιντάιρ;» Εκείνη δίστασε κι απέμεινε να κοιτάζει το χέρι του για μια παρατεταμένη στιγμή πριν πάρει την απόφασή της· τότε πλησίασε και γλίστρησε τα δάχτυλά της μέσα στα δικά του. Για μια ακόμη φορά δεν φορούσε γάντια, κι εκείνη τη στιγμή ο Τεμπλ ευχήθηκε να μη φορούσε ούτε κι αυτός. Ίσως να μην ήταν καλή ιδέα όλο ετούτο. Εκείνος είχε σκοπό να την ταράξει, να την τσιτώσει. Δεν περίμενε ότι θα ήταν αυτός που θα ταραζόταν. Αλλά έτσι ήταν τα πράγματα με τη Μάρα Λόου. Τη γύρισε ώστε να αντικρίσει τα αγόρια, και τύλιξε το χέρι του γύρω από τα δικά της, λυγίζοντας τα δάχτυλά της ώσπου να σχηματίσουν μια τέλεια γροθιά. Την ώρα που ο Τεμπλ τα έκανε όλα αυτά μιλούσε ταυτόχρονα, προσπαθώντας να μη δώσει σημασία στο πόσο κοντά του την είχε. «Προσπάθησε να κρατήσεις όλους τους μυς χαλαρούς όταν κάνεις γροθιά. Δεν είναι το σφίξιμο της γροθιάς αυτό που πονάει τον αντίπαλό σου, αλλά η δύναμη. Όσο πιο πολύ σφίγγεις τη γροθιά σου, τόσο περισσότερο θα σε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πονέσει το χτύπημα». Τα αγόρια έγνεφαν καταφατικά, παρατηρώντας, κάνοντας κι αυτά τις δικές τους γροθιές, χτυπώντας στον αέρα. Όχι όπως η Μάρα. Εκείνη είχε τις γροθιές της σαν πυγμάχος – κοντά στο πρόσωπό της, λες και κάποιος μπορεί να της ριχνόταν οποιαδήποτε στιγμή. Τον κοίταξε και κάρφωσε τα μάτια της πάνω του. Τον ζέστανε. Ο Τεμπλ κοίταξε ξανά προς το μέρος των αγοριών. «Να θυμάστε τούτο, λεβέντες. Όσο πιο θυμωμένοι είστε, τόσο πιθανότερο είναι να χάσετε». Ο Ντάνιελ σταμάτησε τη φανταστική του πάλη, συνοφρυωμένος από σαστιμάρα. «Ε άμα δεν είναι να παλέψεις όταν είσαι θυμωμένος, τότε γιατί να παλέψεις;» Εξαιρετική ερώτηση. «Για άμυνα». «Αν κάποιος σε χτυπήσει πρώτος», είπε ένα από τα υπόλοιπα αγόρια. «Αλλά γιατί να σε χτυπήσουν πρώτοι;» αντέκρουσε ο Τζορτζ. «Εκτός κι αν είναι θυμωμένοι και παραβαίνουν τους κανόνες;» «Ίσως να έχουν κακούς τρόπους», υπογράμμισε ο Ντάνιελ, και όλοι γέλασαν. «Ή δεν είναι καλά εκπαιδευμένοι», πρόσθεσε ο Τεμπλ με ένα χαμόγελο. «Ή κάνεις κακό σε κάποιον που αγαπούν», είπε ο Χένρι. «Εγώ θα χτυπούσαν όποιον έκανε κακό στη Λεβάντα». Τα αγόρια έγνεψαν καταφατικά όλα μαζί. «Προστασία». Οι αρθρώσεις του Τεμπλ ακόμα τον πονούσαν από τη νύχτα που η Μάρα δέχτηκε επίθεση. Την κοίταξε, ευγνώμων για την ασφάλειά της. «Αυτός είναι ο καλύτερος δυνατός λόγος για να παλέψει κάποιος». Τα μάγουλά της κοκκίνισαν ελαφρά και ο Τεμπλ διαπίστωσε ότι απολάμβανε το θέαμα. «Ή ίσως έχουν κάνει λάθος», είπε εκείνη. Τι σήμαινε αυτό; Κάτι υπήρχε εκεί, μέσα σ’ εκείνα τα παράξενα, πανέμορφα μάτια. Τύψεις; Ήταν δυνατόν; «Και μετά, Εξοχότατε;» Τα αγόρια αιχμαλώτισαν ξανά την προσοχή του. Ο Τεμπλ έκανε τα χέρια του γροθιές, κρατώντας τα ψηλά στο πρόσωπό του. «Προστατεύετε το κεφάλι σας πάντοτε. Ακόμη κι όταν εσείς ρίχνετε γροθιά σε κάποιον». Έκανε μπροστά το αριστερό του πόδι. «Το αριστερό σας χέρι και πόδι πρέπει να βγαίνουν πρώτα μπροστά. Τα γόνατα λυγισμένα». Τα αγόρια πήραν θέσεις κι εκείνος πέρασε από μπροστά τους έτσι όπως ήταν σε σειρά, σιάχνοντας έναν ώμο εδώ, μια μπουνιά εκεί. Υπενθυμίζοντάς τους να κρατούν τα γόνατά τους λυγισμένα και να στέκουν χαλαρά στα πόδια τους. Κι όταν ολοκλήρωσε την επιθεώρησή του και με το τελευταίο από τα αγόρια, στράφηκε προς τη Μάρα, η οποία στεκόταν με τις γροθιές υψωμένες, περιμένοντάς τον. Λες και βρίσκονταν σε διαρκή μάχη. Που βρίσκονταν, δηλαδή.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Τεμπλ πήγε προς το μέρος της. «Είναι πιο δύσκολο με τις κυρίες», είπε απαλά, «καθώς δεν μπορώ να δω τα πόδια σου». Και τι δεν θα ’δινε για να δει τα πόδια της. Πήγε από πίσω της κι ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της. «Μπορώ;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Μπορείς». Υπήρχαν δυο ντουζίνες αγόρια με άγρυπνα μάτια εκεί μαζί τους, που όλα έπαιζαν τον ρόλο του συνοδού. Τίποτα στο γεγονός ότι την άγγιξε δεν έπρεπε να δίνει την αίσθηση του λαθραίου, αλλά παρ’ όλα αυτά η επαφή τον τσιτσίρισε. Τη λίκνισε πίσω και μπρος πάνω στα πόδια της, με το ένα γόνατο λυγισμένο μπροστά για να ελέγξει την έκταση της δρασκελιάς της, και το γλίστρημα του υφάσματος πάνω στο παντελόνι του ήταν αρκετό για να κάνει το στόμα του να ξεραθεί. Στεκόταν αρκετά κοντά της ώστε να μπορεί να την ακούσει να ανασαίνει γρήγορα, να τη μυρίσει – το ελαφρύ άρωμα λεμονιών ακόμη και τώρα, Δεκέμβρη μήνα, που μόνο οι πιο εύποροι από τους Λονδρέζους μπορούσαν να έχουν. Αν την είχε δική του, θα είχε γεμίσει το σπίτι λεμονιές. Αν την είχε δική του; Μα τι ανοησίες… Ήταν ψηλή και λυγερόκορμη και όμορφη, κι εκείνος θα ήθελε οποιαδήποτε γυναίκα με τα δικά της χαρακτηριστικά αν την είχε τόσο κοντά του. Ψέμα. Απομακρύνθηκε από κοντά της. «Κράτα τις γροθιές σου ψηλά και το κεφάλι σου κάτω. Να θυμάσαι ότι ένας άντρας παλεύει από τους ώμους του». «Και μια γυναίκα;» ρώτησε εκείνη. «Οι γυναίκες παλεύουν από κάπου αλλού;» Την κοίταξε και είδε ότι το βλέμμα της είχε μια ελαφρώς εύθυμη νότα. Του έκανε αστεία; Η ιδέα ήταν παράξενη και αταίριαστη με το παρελθόν τους, αλλά όχι – αυτά τα μπλε-πράσινα μάτια σπινθήριζαν κανονικά. Όντως του έκανε αστεία. «Από την εμπειρία μου, οι γυναίκες παλεύουν βρόμικα». Εκείνη τότε χαμογέλασε. «Ανοησίες. Εμείς απλώς παλεύουμε από την καρδιά». Το πίστευε αυτό για εκείνη. Χωρίς δεύτερη συζήτηση. Τούτη εδώ ήταν μια γυναίκα που πάλευε γι’ αυτά που ήθελε και γι’ αυτούς στους οποίους πίστευε. Θα πάλευε και γι’ αυτά τα αγόρια και –απ’ ό,τι φαινόταν– για τον αδερφό της, παρότι ήταν εντελώς ποταπός. Αλλά πάλευε με σκοπό. Κι αυτό ήταν κάτι αξιοσέβαστο. Ο Τεμπλ αναρωτήθηκε πώς θα ήταν αν την είχε να παλεύει για εκείνον. Θα ήταν το κάτι άλλο. Απόδιωξε τη σκέψη από το μυαλό του και έστρεψε ξανά την προσοχή του στα αγόρια, παρόλο που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και να μην την αγγίζει. Έσιαξε τη θέση του κεφαλιού της, κάνοντας την κίνηση να δείχνει απολύτως επαγγελματική, μολονότι ένιωσε το άγγιγμα αυτό σαν έκρηξη μέσα του. «Κρατήστε τα κεφάλια σας με κλίση προς τα μπρος». Αλήθεια, τα μαλλιά της ανέκαθεν ήταν τόσο απαλά;

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Μην κρατάτε το σαγόνι σας ανασηκωμένο, γιατί κινδυνεύετε να σας χτυπήσουν εδώ…» Διέτρεξε απαλά με τους αντίχειρές του το σημείο κάτω από το σαγόνι της, όπου το απαλό δέρμα τον προκαλούσε σαν ένας σωρός με γλυκά. «Κι εδώ». Τα σφιγμένα σε γροθιά δάχτυλά του γλίστρησαν πάνω στη μακριά στήλη του λαιμού της, στο σημείο όπου ο σφυγμός της βροντοχτυπούσε δυνατός και ρωμαλέος κάτω από το άγγιγμά του. Η Μάρα πήρε μια κοφτή ανάσα και ο Τεμπλ ήταν σίγουρος ότι κι εκείνη το ένιωθε. Την ευχαρίστηση. Τη λαχτάρα. Ποια ήταν αυτή η γυναίκα; Τι έκαναν ο ένας στον άλλο; Με δυσκολία, αποτραβήχτηκε από κοντά της. Ύψωσε τον τόνο της φωνής του. Μίλησε στα αγόρια. «Το χτύπημα δεν έρχεται από το χέρι σας. Έρχεται από το σώμα σας. Από τα πόδια σας. Τα χέρια σας είναι απλώς ο αγγελιαφόρος». Έριξε μια μπουνιά στον αέρα και τα αγόρια έμειναν με κομμένη την ανάσα. «Πόπο! Αυτό ήταν γρήγορο!» «Πρέπει να είσαι ο πιο δυνατός άντρας στον κόσμο, ε;» «Τώρα, όλοι σας κάντε το ίδιο». Τα αγόρια ενθουσιάστηκαν που θα έριχναν μπουνιές στον αέρα, χοροπηδώντας πίσω μπρος πάνω στα πόδια τους που μόλις είχαν μάθει να τα έχουν ευκίνητα. Ο Τεμπλ παρατήρησε τα αγόρια για αρκετή ώρα, αλλά το βλέμμα του στάθηκε περισσότερο στο μεγαλύτερο – τον Ντάνιελ. Το σκουρομάλλικο, σοβαρό αγόρι ήταν επικεντρωμένο στις μπουνιές του, διψώντας για την επιδοκιμασία του Τεμπλ, και εκεί υπήρχε κάτι το γνώριμο. Κάτι που ο Τεμπλ το αναγνώρισε σαν δικό του. Σκούρα μαλλιά. Σκούρα μάτια. Έντεκα χρόνων. Το αγόρι είχε μπλε μάτια, αλλά κατά τα λοιπά είχε τα χρώματα του Τεμπλ. Μάτια στο μπλε χρώμα της Μάρα. Του είχε πει ότι το αγόρι ήταν μαζί της από την πρώτη στιγμή. Ο Τεμπλ συμπέρανε ότι εννοούσε από τη γέννησή του. Από τότε που το είχε γεννήσει αυτή; Μήπως το παιδί αυτό ήταν γιος του; Κι αν ήταν, γιατί η γυναίκα τού κρυβόταν για τόσο πολύ καιρό; Δεν ήξερε ότι θα τους έπαιρνε κοντά του; Ότι θα τους προστάτευε; Θα την είχε παντρευτεί. Κατευθείαν. Θα ήταν οικογένεια. Η σκέψη έκρυβε περισσότερη δύναμη απ’ όση θα μπορούσε ο Τεμπλ να φανταστεί, κι ήταν πλημμυρισμένη με εικόνες από πρωινά και δείπνα και ευτυχισμένες στιγμές γεμάτες με γέλια και άλλα πολλά. Και ο Ντάνιελ δεν ήταν μόνος. Είχε αδερφούς και αδερφές, όλα τα παιδάκια σκουρομάλλικα, με μάτια στο χρώμα του καλοκαιριού. Πράσινα και μπλε. Και ήταν ευτυχισμένοι. Η ευτυχία είναι ένα παράξενο, φευγαλέο πράγμα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Αλλά εκείνη τη στιγμή, η μυστηριώδης, χαμένη του οικογένεια την είχε. Ο ήχος των αγοριών που έριχναν μπουνιές τράβηξε ξανά την προσοχή του στο παρόν. Θα έπαιρνε από τη Μάρα Λόου τις απαντήσεις που γύρευε. Αλλά δεν ήταν τώρα η ώρα. «Φαίνεστε πολύ καλοί, κύριοι». Εκείνος και η Μάρα στάθηκαν πλάι πλάι για αρκετά λεπτά, παρατηρώντας τους προστατευόμενούς τους, ώσπου εκείνη είπε σιγανά: «Δεν είναι να απορεί κανείς που είσαι αήττητος». Ο Τεμπλ σήκωσε τον ένα του ώμο. Τον άφησε να πέσει. «Αυτό κάνω. Αυτός είμαι». Ήταν το μόνο πράγμα που έκανε καλά εδώ και δώδεκα χρόνια. «Δεν νομίζω, ξέρεις». Γύρισε προς το μέρος της, κοίταξε ήρεμα τα μάτια της κι απόλαυσε τον τρόπο που τον κοιτούσε κι εκείνη. Το πώς το βλέμμα της ήταν καρφωμένο πάνω του. Ο Τεμπλ ευχήθηκε να ήταν μόνοι. Ήθελε να πει ένα σωρό πράγματα. Να ρωτήσει. Τελικά είπε ένα «Προσπάθησε κι εσύ». Η Μάρα ύψωσε τις γροθιές της, παλεύοντας αδύναμα με έναν φανταστικό αντίπαλο στον αέρα ανάμεσά τους. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι». Χτύπησε ελαφρά το στήθος του. «Εμένα». Τα μάτια της γούρλωσαν. «Θέλεις να σε χτυπήσω;» Ο Τεμπλ έγνεψε καταφατικά. «Είναι ο μόνος τρόπος για να μάθουμε αν το κάνεις σωστά». Ήταν η δική της σειρά να κουνήσει το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι». Κατέβασε τις γροθιές της. «Όχι». «Γιατί όχι;» Χαμήλωσε τα μάτια της, και ο Τεμπλ θαύμασε τις πιτσιλιές των φακίδων πάνω στα μάγουλά της. Πώς δεν τις είχε προσέξει νωρίτερα; Προσπάθησε να κάνει χιούμορ. «Σίγουρα σου αρέσει η ιδέα να μου κάνεις λίγη ζημιά». Εκείνη απέμεινε αμίλητη για μια παρατεταμένη στιγμή, και το χέρι του τον έτρωγε, να το απλώσει και να στρέψει το πρόσωπό της προς το μέρος του. Αντί γι’ αυτό, αρκέστηκε να ψιθυρίσει: «Κυρία Μακ Ιντάιρ;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, αλλά δεν τον κοίταξε την ώρα που του είπε: «Δεν επιθυμώ να σε πονέσω». Απ’ όλα τα λόγια που θα μπορούσε να είχε πει εκείνη η γυναίκα, αυτά ήταν τα πιο τρομερά. Μα ήταν ψέμα! Έπρεπε να είναι. Στο κάτω κάτω, ήταν εχθροί – κι είχαν έρθει κοντά για ένα αμοιβαίο όφελος. Εκδίκηση, με αντάλλαγμα χρήματα. Φυσικά και ήθελε να τον πονέσει. Γιατί άλλωστε να του κρατάει τόσα μυστικά; Το ψέμα της θα έπρεπε να τον είχε κάνει να θυμώσει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Αλλά με κάποιο τρόπο, τον έκανε να νιώσει κάτι που έμοιαζε πολύ με ελπίδα. Ούτε κι αυτό του άρεσε. «Κοίταξέ με». Τον κοίταξε. Κι εκείνος διέκρινε αλήθεια στα μάτια της. Αν δεν ήθελε να τον πονέσει, τότε τι έκαναν; Τι παιχνίδι έπαιζαν; Την πλησίασε, άδραξε το χέρι της και το τράβηξε σφιγμένο σε γροθιά προς το μέρος του, ώσπου το έβαλε να ακουμπήσει σαν πούπουλο πάνω στο στήθος του, ακριβώς στο μέρος της καρδιάς. Εκείνη προσπάθησε να το αποτραβήξει, αλλά ο Τεμπλ δεν την άφηνε, κι έτσι η Μάρα ολοκλήρωσε την ψεύτικη γροθιά με τον μόνο τρόπο που μπορούσε: πλησίασε, άνοιξε το χέρι της κι ακούμπησε την παλάμη της ορθάνοιχτη πάνω στο στήθος του. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι», επανέλαβε. Το άγγιγμα αυτό ήταν σκανδαλώδες μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο, μπροστά σε όλα εκείνα τα αγόρια, αλλά τον Τεμπλ δεν τον ένοιαζε. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτ’ άλλο εκτός από τη ζεστασιά του χεριού της. Την απαλότητα του αγγίγματός της. Την ειλικρίνεια που έκρυβε. Πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποια γυναίκα τον είχε αγγίξει με τόση ειλικρίνεια; Αυτή εδώ τον κατέστρεφε. Κόντεψε να την αρπάξει στην αγκαλιά του και να τη φιλάει ώσπου να του τα πει όλα. Την αλήθεια για εκείνη τη νύχτα δώδεκα χρόνια πριν, πού είχε οδηγήσει και πώς έφτασαν κι αυτοί να είναι εδώ. Τώρα. Πού βρίσκονταν πάνω κάτω. Και προς τα πού πήγαινε το πράγμα. Χαμήλωσε το κεφάλι του, κι εκείνη απείχε λίγα εκατοστά. Λιγότερα. Η Μάρα καθάρισε τον λαιμό της. «Εξοχότατε, είμαι σίγουρη πως δεν έχεις πρόβλημα να στείλω τα αγόρια να ευπρεπιστούν. Κοντεύει η ώρα για το γεύμα». Την άφησε απ’ τα χέρια του λες και ήταν τυλιγμένη σε φλόγες. Θεέ και Κύριε. Είχε κοντέψει να… μπροστά σε δυο ντουζίνες παιδιά. «Καθόλου, τελειώσαμε για σήμερα, θα έλεγα». Εκείνη στράφηκε και κοίταξε τα αγόρια. «Περιμένω από όλους σας να θυμάστε το μάθημα του δούκα. Οι κύριοι δεν ξεκινούν καβγάδες». «Εμείς μονάχα τους τελειώνουμε», ανήγγειλε ο Τζορτζ, και τα αγόρια εξαφανίστηκαν αμέσως, διασκορπίστηκαν το καθένα στον δικό του δρόμο, εκτός από τον μικρό Χένρι, ο οποίος έβαλε πλώρη κατευθείαν για τη Λεβάντα, στα πόδια του Τεμπλ. Ευγνώμων γι’ αυτόν τον περισπασμό, ο Τεμπλ σήκωσε το γουρούνι στην αγκαλιά του. «Φοβάμαι πως όχι. Η Λεβάντα θα παραμείνει μαζί μου». Ο Χένρι σούφρωσε τα χείλη του ακούγοντάς το αυτό. «Δεν μας επιτρέπεται να τη διεκδικούμε», υπογράμμισε. «Αυτό δεν αρέσει στην κυρία Μακ Ιντάιρ». Ο Τεμπλ κοίταξε τη Μάρα πάνω από το ξανθό κεφαλάκι του Χένρι. «Ε καλά, τότε η κυρία Μακ Ιντάιρ μπορεί ευχαρίστως να με κατσαδιάσει».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Χένρι δεν έδειξε να έχει κανένα πρόβλημα μ’ αυτή την προο​πτική, και έφυγε βιαστικά προς την κατεύθυνση του γεύματος. Ο Τεμπλ ίσιωσε την πλάτη του και κοίταξε τη Μάρα, που έδειχνε κι αυτή τόσο αναστατωμένη όσο ένιωθε και ο ίδιος. «Έχει δίκιο, ξέρεις. Ο κανόνας είναι πως δεν χρησιμοποιούμε τη Λεβάντα ως λάφυρο». «Ποιος έβαλε τον κανόνα;» «Εγώ», είπε η Μάρα κι άπλωσε το χέρι της για να πάρει το γουρουνάκι. Ο Τεμπλ οπισθοχώρησε μακριά της. «Ε λοιπόν, σύμφωνα με τους δικούς μου κανόνες, εγώ την έσωσα. Ως εκ τούτου, είναι δική μου». «Α. Οι κανόνες των παλιανθρώπων». «Δείχνεις να μην έχεις πρόβλημα να παίξεις μ’ αυτούς τους κανόνες όταν σε βολεύει», τόνισε εκείνος. Η Μάρα χαμογέλασε. «Παίζω εντελώς καθαρά και ξάστερα σε ό,τι έχει να κάνει με τη Λεβάντα». Τότε ο Τεμπλ πλησίασε και χαμήλωσε τη φωνή του. «Ε τότε είσαι το χειρότερο είδος παλιανθρώπου». Εκείνη ύψωσε το φρύδι της. «Πώς κι έτσι;» «Παίρνεις τα σκήπτρα μόνο όταν εσύ το έχεις ανάγκη. Δεν είσαι πειστική». Είχε έρθει πολύ κοντά της τώρα, δέσποζε επιβλητικός από πάνω της. «Προσπαθείς να με εκφοβίσεις για να συμφωνήσω μαζί σου;» «Φέρνει αποτέλεσμα;» Η γυναίκα ξεροκατάπιε, κι εκείνος αντιστάθηκε στην παρόρμηση να χαϊδέψει τη στήλη του λαιμού της. «Όχι». «Οι άντρες τρέμουν απ’ τον φόβο τους και μόνο στην αναφορά του ονόματός μου, ξέρεις». Η Μάρα γέλασε. «Η εικόνα σου τώρα δα, να κρατάς στην αγκαλιά σου ένα γουρουνάκι, μπορεί να μαλάκωνε τον φόβο τους». Ο Τεμπλ κοίταξε τη Λεβάντα που κοιμόταν και δεν μπόρεσε να κρατηθεί και να μη γελάσει σιγανά. Η Μάρα κοκάλωσε στο άκουσμα του γέλιου του κι ύστερα ξερόβηξε. Ο Τεμπλ την κοίταξε. Η γυναίκα είχε επίγνωση της παρουσίας του. Όπως ακριβώς είχε επίγνωση κι εκείνος της δικής της παρουσίας. «Εννοούσες αυτό που είπες ότι η εκδίκηση δεν αξίζει τον κόπο;» Εκείνος ύψωσε το ένα του φρύδι. «Δεν είπα τέτοιο πράγμα». «Είπες ότι σπάνια καταλήγει όπως θα ήταν αναμενόμενο». «Πράγμα που είναι αλήθεια», είπε ο Τεμπλ, «αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν καταλήγει κάπου γενικώς». Έπρεπε να το πιστέψει αυτό. Η Μάρα τον κοίταξε κατάφατσα και το βλέμμα της καρφώθηκε στο λακκάκι στο σαγόνι του. «Και πού καταλήγει αυτή η εκδίκηση;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δεν ξέρω. Δεν θα το παραδεχόταν αυτό. Κι έτσι είπε: «Καταλήγει με εμένα να είμαι δούκας για άλλη μια φορά. Με αυτά που έμελλε να ζήσω από τότε που ήμουν παιδί. Με τη ζωή που ανατράφηκα για να ζήσω. Με μια σύζυγο». Αψήφησε τη σκέψη των παράξενων ματιών. «Με ένα παιδί». Και τον σκούρων μαλλιών. «Και με μια κληρονομιά». Τότε εκείνη τον κοίταξε. «Και για μένα;» Ο Τεμπλ το σκέφτηκε για μια παρατεταμένη στιγμή. Τους φαντάστηκε διαφορετικούς. Εκείνος ένας άλλος άντρας, εκείνη μια άλλη γυναίκα. Φαντάστηκε να είχαν γνωριστεί κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Η γυναίκα αυτή είχε πολλά για τα οποία άξιζε να την επαινεί – ήταν γενναία και δυνατή και βαθιά αφοσιωμένη στα αγόρια της. Στη ζωή αυτή που είχε φτιάξει. Η γυναίκα αυτή δεν τον ενδιέφερε. Ευχήθηκε να μην άρχιζε ετούτο να γίνεται τόσο δύσκολο να το πιστέψει. Το ελεύθερο χέρι του πήγε στο πρόσωπό της και της το γύρισε απαλά για να τον κοιτάξει. Της είπε την αλήθεια. «Δεν ξέρω. Δεν έπρεπε να είχα έρθει εδώ σήμερα». «Γιατί ήρθες;» «Γιατί ήθελα να σε δω στο στοιχείο σου. Ήθελα να γνωρίσω τα αγόρια». «Με τι σκοπό;» Δεν είχε κάτι να της απαντήσει σ’ αυτό. Δεν θα έπρεπε να θέλει να τη γνωρίσει καλύτερα. Να την καταλάβει. Αλλά δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Ίσως γιατί ήταν ενωμένοι για πάντα. Ίσως γιατί εκείνη τον είχε φτιάξει, κατά κάποιο τρόπο. Ίσως γιατί όντως επιθυμούσε να την καταλάβει. Αλλά δεν είχε φανταστεί ότι θα άρχιζε να τη συμπαθεί. Και σίγουρα δεν είχε φανταστεί ότι θα την ήθελε τόσο πολύ. Ξέροντας ότι δεν μπορούσε να της πει τίποτε απ’ όλα αυτά, διάλεξε έναν άλλο δρόμο –περισπασμός– και μειώνοντας όλη την απόσταση ανάμεσά τους τη φίλησε. Εκείνη αφέθηκε στο φιλί, μια αμυδρή υπόσχεση πάνω στα χείλη της, απαλά και γλυκά, τόσο ώστε να την κάνει να αρχίσει να αναρωτιέται αν αυτό μπορούσε να το αποκαλέσει κανείς φιλί τελικά. Ήταν περισσότερο σαν βάσανο. Μια πρόκληση που κύλησε μέσα του ορμητικά και τον εξέπληξε με τη δύναμή της. Με το πόσο πολύ το ήθελε. Με το πόσο το ήθελε κι εκείνη. Αναστέναξε πάνω στο στόμα του, κι ήταν αυτό ακριβώς που περίμενε και ο ίδιος. Τον προσκαλούσε να μπει· κι εκείνος μπήκε. Τη στιγμή που τα χείλη της μισάνοιξαν, εκείνος τα αιχμαλώτισε και το φιλί του έγινε πιο βαθύ, το χέρι του γλίστρησε από το μάγουλό της στον λαιμό της και τελικά κάτω, στην πλάτη της, για να τυλιχτεί γύρω από τη μέση της και να την τραβήξει κοντά του. Ο αναστεναγμός της έγινε η αποζημίωσή του, ένα βαθύ, πρωτόγονο γρύλισμα που τον εξέπληξε. Η γυναίκα αυτή έθετε σε δοκιμασία τον έλεγχό του, ξανά και ξανά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κι εκείνος το απολάμβανε αυτό. Τότε άρχισε να χαϊδεύει με τη γλώσσα του το πάνω χείλος της, ενώ εκείνη είχε τα χέρια της μπλεγμένα στα μαλλιά του κι είχε κολλήσει πάνω του, λες και δεν υπήρχε τίποτα στον κόσμο που να το ήθελε περισσότερο όσο το να είναι κοντά του. Λες και δεν τον φοβόταν. Την τράβηξε ακόμη πιο κοντά, θέλοντας να απολαύσει την αφοβία της, θέλοντας να αφήσει απέξω όλα όσα είχαν γίνει ή θα γίνονταν και να ζήσει μονάχα τούτη τη στιγμή. Μ’ αυτή τη γυναίκα που έδειχνε να θέλει το ίδιο. Τότε ήταν που η Λεβάντα διαμαρτυρήθηκε. Το γουρουνάκι έβγαλε ένα οργισμένο σκλήρισμα κι άρχισε να σφαδάζει εντελώς απεγνωσμένα στον χώρο ανάμεσά τους, επιθυμώντας είτε να το αφήσουν να φύγει ή να το αφήσουν να κοιμηθεί ήσυχα όπως πριν. Η Μάρα και ο Τεμπλ ξεκόλλησαν ο ένας από τον άλλο, εκείνη με το χέρι της στον λαιμό της κι εκείνος κρατώντας τη Λεβάντα για να μη δώσει έναν πήδο και σκοτωθεί. Απίθωσε το γουρουνάκι κάτω κι εκείνο έφυγε τρέχοντας, αφήνοντάς τους μόνους στο φουαγέ, ξέπνοους, να κοιτάζονται επίμονα σαν να μην ήξεραν αν έπρεπε να φύγουν τρέχοντας απ’ το σπίτι ή να ξαναπέσουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Εκείνος πάντως δεν έφευγε απ’ αυτό το σπίτι. Αντίθετα, πήγε κοντά της για ακόμη μια φορά, βρέθηκε δίπλα της με δυο μεγάλες δρασκελιές και τη σήκωσε στα χέρια του – λάτρεψε το βάρος της μες στα χέρια του, το πώς οι μύες του φούσκωναν και σφίγγονταν. Το πώς εξυπηρετούσαν έναν καινούριο, απείρως πιο πολύτιμο σκοπό. Βρήκε ξανά τα χείλη της, δυνατά και γρήγορα, και ένιωσε μια απογοήτευση εκεί πάνω – που την αναγνώρισε, γιατί καθρέφτιζε τη δική του. Χριστέ μου. Δεν μπορούσε να μείνει. Την ελευθέρωσε απ’ την αγκαλιά του όσο βιαστικά την είχε αρπάξει, αφήνοντάς τη να τρεκλίζει. Πήρε το πρόσωπό της μες στα χέρια του, την κοίταξε βαθιά στα μάτια και είπε: «Είσαι κακοτοπιά». Υπογράμμισε τη δήλωσή του με ένα δυνατό, τελευταίο φιλί κι αποτραβήχτηκε από κοντά της. Το χέρι της πήδηξε στα χείλη της και ο Τεμπλ παρακολούθησε την κίνηση με απόγνωση, λατρεύοντας τον τρόπο που εκείνα τα χαριτωμένα δάχτυλα πίεζαν τη φουσκωμένη σάρκα των χειλιών της. Ευχήθηκε να ήταν κάποιοι άλλοι, και όχι αυτοί. Κάπου αλλού, και όχι εδώ. Ναι καλά, αν έβγαιναν οι ευχές… Στράφηκε να φύγει. Ξέροντας ότι αυτό έπρεπε να κάνει. Δεν εμπιστευόταν τον εαυτό του να μείνει. Εκείνη φώναξε από πίσω του. «Θα μείνεις μαζί μας για το γεύμα;» «Όχι, ευχαριστώ», είπε εκείνος πελαγωμένος. «Το πρωί μου ολοκληρώθηκε». Και

******ebook converter DEMO Watermarks*******


παραολοκληρώθηκε. Δεν έπρεπε να την είχε αγγίξει. Αυτή η γυναίκα ήταν η καταστροφή του. Η εκδίκησή του. Μα γιατί δεν μπορούσε να το θυμάται αυτό; «Δείχνεις πεινασμένος». Ο Τεμπλ κόντεψε να γελάσει. Ποτέ δεν είχε υπάρξει τόσο πεινασμένος στη ζωή του. «Μια χαρά είμαι». «Εξακολουθείς να φοβάσαι ότι μπορεί να σε δηλητηριάσω;» Το πρόσχημα ήταν καλοδεχούμενο. «Ένας άντρας ποτέ δεν μπορεί να είναι υπερβολικά προσεκτικός». Η Μάρα χαμογέλασε. Του άρεσε αυτό το χαμόγελο. Πάρα πολύ. Έπρεπε να το σταματήσει αυτό. Κι έτσι, είπε το μόνο πράγμα που ήξερε ακριβώς ότι θα το σταματούσε. «Μάρα». Εκείνη τον κοίταξε, προσπαθώντας να μην προσέξει πόσο όμορφος ήταν. Πόσο δελεαστικός. «Ναι;» «Εκείνη τη νύχτα. Κάναμε έρωτα;» Τα μάτια της γούρλωσαν. Την είχε αφήσει εμβρόντητη. Περίμενε να ακούσει απ’ το στόμα του μια ντουζίνα πράγματα, αλλά όχι αυτό. Όχι αυτό που τους υπενθύμιζε το παρελθόν τους. Τη συναλλαγή τους. Ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της σύντομα – αρκετά σύντομα ώστε εκείνος να τη θαυμάσει. «Αποφάσισες να χαρίσεις τα χρέη του αδερφού μου;» Και κάπως έτσι, ξαναβρέθηκαν να πατούν σε στέρεο έδαφος για ακόμη μια φορά. Ευτυχώς. «Όχι». «Ε τότε φοβούμαι πως δεν μπορώ να θυμηθώ». «Μάλιστα». Ο Τεμπλ κίνησε προς την πόρτα, βγάζοντας το πανωφόρι του από το άγκιστρο δίπλα. «Σαφώς και καταλαβαίνω αυτό το μπλέξιμο». Το χέρι του ήταν πάνω στο χερούλι της πόρτας όταν εκείνη είπε: «Άλλες δύο στερλίνες, όπως και να ’χει». Εκείνος στράφηκε πίσω του και την κοίταξε, με ένα κύμα πάγου να απλώνεται μέσα του. «Γιατί;» Η γυναίκα στεκόταν ψηλή και αγέρωχη στο φουαγέ. «Για το φιλί». Ο Τεμπλ δεν είχε στο μυαλό του τη συναλλαγή τους όταν τη φίλησε, και θα έβαζε και στοίχημα ό,τι είχε και δεν είχε πως ούτε κι εκείνη το σκεφτόταν αυτό. Η συζήτηση για λεφτά έκανε τη στιγμή φθηνή και δυσάρεστη, κι εκείνος μισούσε το γεγονός ότι η γυναίκα τον είχε ξαναπάει σ’ εκείνο το σημείο. «Δύο στερλίνες ακούγεται μια χαρά». Δεν ήταν ανάγκη να ξέρει η γυναίκα ότι αυτός θα πλήρωνε και διακόσιες λίρες για άλλη μια στιγμή σαν κι εκείνη. Δύο χιλιάδες. «Θα σε δω απόψε». Άνοιξε την πόρτα και πρόσθεσε: «Να φοράς αυτό που θα έρθει από την Εμπέρ σήμερα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 9 «Δεν πρέπει να παλέψεις μαζί του». Ο Τεμπλ δεν σήκωσε το βλέμμα του από τα κορδόνια που έδενε στις μπότες του. «Είναι λιγάκι αργά γι’ αυτό, δεν νομίζεις; Η μισή λέσχη έχει ήδη πάει γύρω απ’ το ριγκ». Ο μαρκήσιος του Μπορν, ο παλιότερος φίλος του Τεμπλ και συνιδιοκτήτης του «Έκπτωτου Αγγέλου», ακούμπησε πάνω στον τοίχο δίπλα από την πόρτα που οδηγούσε στο ριγκ της πυγμαχίας, παρακολουθώντας τον Τεμπλ να προετοιμάζεται για τον αγώνα. «Δεν εννοώ αυτό και το ξέρεις. Απόψε, ευχαρίστως να παλέψεις με όλους όσους θέλεις – μολονότι, αν εγώ στοιχημάτιζα, θα πόνταρα είκοσι λίρες ότι ο Ντρέικ θα πέσει από το πρώτο λεπτό». Έδειξε το χαμηλό τραπέζι που βρισκόταν στο κέντρο του δωματίου. «Δεν θα έπρεπε να δεχτείς την πρόσκληση από τον Λόου». Ο Τεμπλ κοίταξε τη λίστα με τα ονόματα εκεί. Το όνομα Κρίστοφερ Λόου ήταν πάνω πάνω, όπως ακριβώς ήταν εδώ και βδομάδες. Να του φωνάζει. Να τον δελεάζει. Να τον προκαλεί να δεχτεί. Προφανώς, η Μάρα δεν είχε πει στον αδερφό της ότι είχε κανονίσει κάποια συμφωνία με τον Φονιά Δούκα κι ότι αυτή ήταν που θα έπαιρνε πίσω τα χρήματά τους. Είτε αυτό ή ο Λόου ήθελε να απαλλάξει την αδερφή του από την καταστροφή – αλλά ο Τεμπλ δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η υπόληψη της αδερφής του Λόου είχε την παραμικρή σχέση με τα σχέδια του νεαρού. Κι ανάθεμα αν ο Τεμπλ δεν ήθελε εκείνο τον αγώνα περισσότερο από οτιδήποτε. Του άξιζε του Λόου ένα γερό ξυλοφόρτωμα. «Θα ήταν ο αγώνας της χρονιάς», είπε ο Τεμπλ. «Ο “Άγγελος” θα έβγαζε απίστευτα λεφτά». «Δεν με νοιάζει ακόμη κι αν ο βασιλιάς και η βασιλική φρουρά του βρίσκονταν γύρω απ’ το ριγκ, με στοίχημα τα πετράδια του στέμματος. Δεν πρέπει να παλέψεις μαζί του». Ο Τεμπλ τεντώθηκε στον δερμάτινο ιμάντα που κρεμόταν από το ταβάνι του γραφείου του, αφήνοντας το βάρος του να χαλαρώσει τους ώμους του, για να προετοιμαστεί γι’ αυτό που θα ερχόταν. Σε μισή ώρα, θα έμπαινε στο ριγκ και θα έδινε αγώνα, και όλοι οι άντρες θεατές θα έδιναν κι αυτοί αγώνα μαζί του. Κάποιοι θα πάλευαν στο πλευρό του, βλέποντας τους εαυτούς τους στο πρόσωπο του ξεπεσμένου δούκα ο οποίος, παρά το όνειδος και την καταστροφή και την απέχθεια, εδώ πέρα μπορούσε να είναι βασιλιάς. Αλλά οι περισσότεροι θα πάλευαν στο πλευρό του αντιπάλου του, ο Δαβίδ απέναντι στον Γολιάθ-Τεμπλ. Και αυτοί, επίσης, ήξεραν πώς

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ήταν να χάνουν τα λεφτά τους από τον «Άγγελο». Και παρόλο που πλήρωναν τις οφειλές τους και γλεντούσαν τη λάμψη των τραπεζιών πάνω, ένα μικρό μέρος απ’ αυτούς λαχταρούσε να δει τη λέσχη να καταστρέφεται. «Αυτό είναι το παιχνίδι», είπε, παριστάνοντας ότι δεν τον ένοιαζαν οι λέξεις. «Γι’ αυτό έρχονται εδώ. Αυτό συμφωνούμε εμείς να τους δώσουμε». «Τρίχες», είπε ο Μπορν. «Εμείς συμφωνούμε να πάρουμε τα λεφτά των καθαρμάτων και να τους δώσουμε έναν αγώνα να παρακολουθήσουν. Δεν συμφωνούμε να επιδείξουμε τους εαυτούς μας. Κι αυτό ακριβώς θα έκανες εσύ». Έφυγε απ’ τον τοίχο και πλησίασε τον Τεμπλ, σηκώνοντας τον φάκελο του Λόου από το τραπέζι. «Δεν θα ήταν αγώνας αυτό. Κρέμασμα θα ήταν. Αυτοί θα σκέφτονταν ότι ο Λόου επιτέλους έχει την ευκαιρία του να αποδώσει δικαιοσύνη για τον θάνατο της αδερφής του. Αν έστω σου περνάει απ’ το μυαλό να παλέψεις μαζί του, τουλάχιστον περίμενε να αποκαλυφθεί το παλιοθήλυκο. Τότε ο κόσμος θα είναι με το μέρος σου». Το σαγόνι του Τεμπλ σφίχτηκε στο άκουσμα της λέξης παλιοθήλυκο, δυσάρεστα. «Δεν με νοιάζει με ποιανού το μέρος θα είναι ο κόσμος». «Τι ψέμα κι αυτό». Ο Μπορν άφησε ένα δύσθυμο γέλιο και πέρασε το χέρι του μέσα απ’ τα μαλλιά του. «Ξέρω καλύτερα απ’ τον καθένα τι γνώμη θέλεις να έχει για σένα ο κόσμος». Ο Τεμπλ δεν αποκρίθηκε, κι έτσι ο Μπορν συνέχισε. «Κοίταξα τον φάκελο του Λόου σήμερα. Έχει χάσει όλα όσα δεν τον συνόδευαν από τη γέννησή του, και ένα σεβαστό χρηματικό ποσό που έχει κερδίσει με κάποιο τρόπο. Μου κάνει εντύπωση που ο Τσέις δεν έχει στείλει τον Μπρούνο για να του πάρει ακόμη και τα σώβρακα. Σπίτια, άλογα, άμαξες, μαγαζιά. Κι ένα κωλοσερβίτσιο για τσάι, ασημένιο. Τι σκατά μας χρειάζεται εμάς αυτό;» Ο Τεμπλ μειδίασε, περνώντας άλλη μια μακριά λωρίδα υφάσματος γύρω από το ελεύθερο χέρι του. «Σε μερικούς ανθρώπους αρέσει το τσάι». Ο Μπορν ύψωσε το ένα του φρύδι και πέταξε τον φάκελο πάνω στο τραπέζι. «Ο Κρίστοφερ Λόου είναι ο πιο γκαντέμης άνθρωπος στη Βρετανία, και είτε δεν το καταλαβαίνει είτε δεν τον νοιάζει. Όπως και να ’χει, τα κόκαλα του πατέρα του τρίζουν και ο μακαρίτης είναι πρόθυμος να κάνει μια συμφωνία με τον διάβολο ή, χειρότερα, να σηκωθεί απ’ τον τάφο του και να σκοτώσει τον ηλίθιο νεαρό ο ίδιος». «Έχεις θέμα με έναν άνθρωπο που έχασε τα πάντα στον τζόγο; Είναι λίγο τραγελαφικό». Τα μάτια του Μπορν άστραψαν από εκνευρισμό. «Μπορεί να έχασα τα πάντα, αλλά τα ξαναπήρα πίσω. Στο δεκαπλάσιο. Και παραπάνω». «Η εκδίκηση λειτούργησε καλά για σένα». Ο Μπορν σκυθρώπιασε. «Πέρασα δέκα χρόνια που ονειρευό​μουν να αποδώσω δικαιοσύνη, πείθοντας τον εαυτό μου ότι δεν υπήρχε τίποτα στον κόσμο που θα με

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ικανοποιούσε περισσότερο από το να καταστρέψω τον άνθρωπο που μου άρπαξε την κληρονομιά μου». Ο Τεμπλ ύψωσε το φρύδι του. «Κι έκανες ακριβώς αυτό». Η φωνή του άλλου άντρα έγινε απαλή και σοβαρή. «Και κόντεψα να χάσω το μοναδικό πράγμα που είχε σημασία». Ο Τεμπλ βόγκηξε και ξανάπιασε τον δερμάτινο ιμάντα που κρεμόταν από το ταβάνι του δωματίου, χρησιμοποιώντας τον για να τεντωθεί ξανά. «Αν οι άντρες στη διπλανή αίθουσα ήξεραν πόσο τρυφεροί γίνεστε εσύ και ο Κρος κάθε φορά που μιλάτε για τις γυναίκες σας, ο “Άγγελος” θα έχανε όλη του την ισχύ». «Μια που το αναφέραμε, η γυναίκα μου είναι ζεστή και με περιμένει. Οι άντρες στο διπλανό δωμάτιο να πα να κρεμαστούν». Έκανε μια παύση κι ύστερα πρόσθεσε: «Η εκδίκηση ήταν δικός μου σκοπός, Τεμπλ. Ποτέ δικός σου». Ο Τεμπλ κοίταξε τον φίλο του. «Οι σκοποί αλλάζουν». «Δεν χωρεί καμία αμφιβολία. Αλλά να είσαι προετοιμασμένος. Η ανταπόδοση είναι οργίλο πράγμα, και ψυχρό. Μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να γίνει κάθαρμα. Ξέρω εγώ». «Είμαι ήδη κάθαρμα», είπε ο Τεμπλ. Μια γωνιά των χειλιών του Μπορν συσπάστηκε σε ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Εσύ είσαι γατάκι». «Έτσι νομίζεις; Έλα και πες το μου στο ριγκ αυτό». Ο Μπορν αγνόησε την απειλή. «Δεν θα καταλήξει όπως σκέφτεσαι ότι θα καταλήξει». Θα κατέληγε ακριβώς όπως σκεφτόταν ο Τεμπλ. Μπορεί η Μάρα να ήταν ο ιθύνων νους της καταστροφής του, αλλά ο αδερφός της είχε παίξει κι αυτός τον ρόλο του – έτσι όπως θρηνούσε κι ολοφυρόταν και έπλασε ένα κατηγορητήριο κάνοντας όλο τον κόσμο, του Τεμπλ συμπεριλαμβανομένου, να πιστέψει ότι του είχαν κάνει ένα τρομερό κακό. Μια ανάμνηση άστραψε, ο Τεμπλ στον δρόμο πέντε χρόνια πριν, στο άπλετο φως της ημέρας, με όλο το Λονδίνο να τον αποφεύγει. Κανείς δεν ήθελε να πέσει πάνω στον Φονιά Δούκα. Κανείς δεν ήθελε να υποδαυλίσει την οργή του. Ο Κρίστοφερ Λόου είχε βγει από μια ταβέρνα μαζί με τους διεφθαρμένους φίλους του, ξεχύθηκαν στον δρόμο κι έπεσαν πάνω στον Τεμπλ, που πολύ σπάνια ερχόταν σε επαφή με οτιδήποτε άλλο εκτός από τη βία και τον φόβο, ώστε να ξαφνιαστεί με τη συνάντηση. Ο Λόου είχε σηκώσει το βλέμμα του και τον είχε κοιτάξει, μεθυσμένος, μπερδεύοντας τα λόγια του και κάνοντας τον παλικαρά για να αποκομίσει την επιδοκιμασία του πλήθους, και είπε: «Ο φονιάς της αδερφής μου στο φως της μέρας. Τι έκπληξη». Το πλήθος των ηλίθιων μεθυσμένων είχε ξεσπάσει σε γέλια, ο δε Τεμπλ είχε παγώσει,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


δίνοντας βάση στην οργή του Λόου. Εδώ και ο ίδιος πίστευε ότι την άξιζε αυτή την οργή. Θεωρούσε τον εαυτό του φονιά. Κοίταξε τον Μπορν. «Μπορεί εκείνη να έκλεψε δώδεκα χρόνια, αλλά εκείνος μου το έκρυψε». «Και θα έπρεπε και οι δύο να υποφέρουν. Μα τον Θεό, του αξίζει ένα άγριο βρομόξυλο, και ναι, εσύ θα νιώσεις ότι πήρες την εκδίκησή σου και θα επιδεικνύεις την κυρία σ’ όλο το Λονδίνο ως το δεύτερο μέρος του μεγαλοφυούς σχεδίου σου, εκείνη θα εξευτελιστεί κι εσύ θα γίνεις δεκτός στην καλή κοινωνία με ανοιχτές αγκάλες και θα αρχίσουν να σε κυνηγούν μαμάδες που θέλουν να παντρέψουν τις κόρες τους. Αλλά εσύ θα εξακολουθείς να νιώθεις θυμωμένος». Η εκδίκηση δεν προχωρεί πάντα με τον αναμενόμενο τρόπο. Το μάθημα που είχε διδάξει στα αγόρια. Το μάθημα που και ο ίδιος ήξερε ότι ήταν αλήθεια. Ήξερε ότι εκείνη η στιγμή δεν μπορούσε να ξεγίνει. Ότι θα τον σημάδευε για πάντα. Ότι θα τον άλλαζε για πάντα. Ο Μπορν κάθισε σε μια χαμηλή δερμάτινη πολυθρόνα. «Λέω απλώς πως έχεις όλα όσα θέλεις. Λεφτά, δύναμη, έναν τίτλο που πάει να σκουριάσει από την αχρησία, αλλά όπως και να ’χει, δικό σου. Κι ας μην ξεχνάμε και το Γουάιτφον. Μπορεί να μην είσαι εκεί, αλλά το μέρος έχει φτιάξει για σένα μια περιουσία αυτό καθαυτό – το διαφεντεύεις καλύτερα απ’ όσο το έκανε ποτέ ο πατέρας σου. Θα μπορούσες να τα πάρεις όλα. Να επιστρέψεις στην καλή κοινωνία. Να βρεις καμιά γυναίκα απ’ τα αζήτητα. Αυτές απ’ τα αζήτητα λατρεύουν τα καθάρματα». Ο Μπορν είχε δίκιο. Ο Τεμπλ θα μπορούσε να τα πάρει όλα πίσω. Λεφτά και ένας κηλιδωμένος τίτλος ευγενείας ήταν παραπάνω από όσα είχαν οι περισσότεροι. Και κάποια γυναίκα θα τον έπαιρνε. Αλλά η οργή ήταν πανούργα μετρέσα. «Δεν θέλω κάποια απ’ τα αζήτητα». «Δηλαδή τι θέλεις;» Ήθελε κάποια με πάθος. Με περηφάνια. Ο Τεμπλ κοίταξε τον φίλο του κατάματα. «Θέλω την υπόληψή μου». «Ο Λόου δεν μπορεί να σου τη δώσει. Αν χάσει από σένα στο ριγκ, θα καταφέρεις απλώς να τον κάνεις μάρτυρα». Ο Τεμπλ έμεινε αμίλητος για μια παρατεταμένη στιγμή κι ύστερα κατένευσε. Ήθελε να τελειώσει αυτή η συζήτηση. «Και με το κορίτσι;» πρόσθεσε ο Μπορν. Ήρθε μια εικόνα της Μάρα, με τα καστανοκόκκινα μαλλιά της ελεύθερα, κι εκείνα τα παράξενα, ακαταμάχητα μάτια να αστράφτουν. Που δεν φορούσε ποτέ γάντια. Γιατί το είχε παρατηρήσει εκείνος αυτό; Γιατί τον ένοιαζε;

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δεν τον ένοιαζε. «Έχουμε κάτι ανοιχτούς λογαριασμούς και πρέπει να τιμωρηθεί». «Το δίχως άλλο». «Με νάρκωσε». Ο Μπορν ύψωσε το φρύδι του. «Πριν από πολύ καιρό». Ο Τεμπλ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Τη νύχτα που μου φανερώθηκε». Πέρασε μια στιγμή ώσπου ο Μπορν να χωνέψει τα λόγια που άκουσε. Ο Τεμπλ έτριξε τα δόντια του, σίγουρος για το τι θα ακολουθούσε. Ευχήθηκε να μην είχε πει τίποτα. Ο Μπορν ξέσπασε σε γέλια. «Μη μου πεις!» Ο Τεμπλ πάτησε πάνω στις μύτες των ποδιών του κι άρχισε να λικνίζεται, μια φορά, δυο, αιωρούμενος στον αέρα. Παριστάνοντας πως δεν τον εξόργιζε η πραγματικότητα. «Ναι». Το γέλιο έγινε τρανταχτό. «Ω, περίμενε να δεις τι έχει να γίνει όταν το ακούσουν οι άλλοι αυτό. Ο τεράστιος, ακλόνητος Τεμπλ… να τον έχει ναρκώσει μια γκουβερνάντα. Πού;» «Στο σπίτι μου στην πόλη». Εκεί όπου τον είχε φιλήσει. Εκεί όπου παραλίγο να συμβούν κι άλλα. Ο Μπορν κακάριζε. «Μες στο ίδιο του το σπίτι!» Που να πάρει ο διάολος. Ο Τεμπλ κατσούφιασε. «Φύγε». Ο Μπορν σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος του. «Α, όχι. Δεν το γλέντησα αρκετά ακόμα». Ένα απότομο δυνατό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα και οι δυο άντρες κοίταξαν το ρολόι στον τοίχο. Ήταν πολύ νωρίς για να αρχίσει ο αγώνας. «Εμπρός», φώναξε ο Τεμπλ. Η πόρτα άνοιξε κι από πίσω φάνηκε ο Άσριελ, ο έμπιστος του Τεμπλ και δεύτερος εντεταλμένος ασφαλείας του «Αγγέλου». Δεν έδωσε σημασία στον Μπορν, παρά κοίταξε κατευθείαν τον Τεμπλ. «Η κυρία που προσκάλεσες». Η Μάρα. Το ρίγος που τον διαπέρασε στη σκέψη του ονόματός της, τον ενόχλησε. «Φέρ’ τη μέσα». Περίμενε τον Άσριελ να φύγει, κι έστρεψε ξανά την προσοχή του στον Μπορν. «Νόμιζα πως έφευγες». Ο Μπορν κάθισε σε μια καρέκλα παραδίπλα, άπλωσε τα πόδια του και τα σταύρωσε στους αστραγάλους. «Νομίζω πως θα μείνω να το παρακολουθήσω αυτό», είπε γεμάτος ευθυμία. «Στο κάτω κάτω της γραφής, δεν θα μου άρεσε να ξαναπροσπαθήσει η γυναίκα να σε σκοτώσει. Μπορεί να χρειαστείς προστασία». «Αν δεν είσαι προσεκτικός, εσύ θα είσαι αυτός που θα χρειαστεί προστασία». Η πόρτα άνοιξε πριν προλάβει ο Μπορν να απαντήσει κάτι σε αυτό, και η Μάρα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


διάβηκε το κατώφλι του άβατού του. Φορούσε έναν τεράστιο μαύρο μανδύα, με την κουκούλα κατεβασμένη χαμηλά στο μέτωπό της, αλλά εκείνος την αναγνώρισε παρ’ όλα αυτά. Ήταν ψηλή και υπέροχα καλοφτιαγμένη –γεμάτη απαλές καμπύλες και ωραίο δέρμα–, μια γυναίκα για την οποία από φυσικού του θα ένιωθε έλξη αν δεν ήταν ο διάβολος προσωποποιημένος. Κι εκείνο το στόμα… πλατύ, δαιμόνιο, πλασμένο για αμαρτίες. Δεν έπρεπε να το είχε γευτεί. Το μόνο που είχε καταφέρει με αυτό ήταν να πεθαίνει να το γευτεί κι άλλο. Η γυναίκα έσπρωξε προς τα πίσω την κουκούλα του μανδύα της και φανέρωσε τον εαυτό της, με τα ορθάνοιχτα μάτια της να συναντούν κατευθείαν τα δικά του. Ο Τεμπλ διέκρινε μέσα τους τη νευρικότητα –την αβεβαιότητα– και το μίσησε αυτό, καθώς το βλέμμα της πήγε στο σημείο όπου καθόταν ο Μπορν, λίγα μέτρα πιο πέρα. Και ξαφνικά, είτε λόγω της έξαψης του επικείμενου αγώνα είτε για κάποιον άλλο λόγο πολύ πιο επικίνδυνο, ο Τεμπλ θέλησε να χτυπήσει τον Μπορν. Δυνατά. Ο επικείμενος αγώνας έπρεπε να είναι ο λόγος, γιατί δεν μπορούσε να είναι η Μάρα. Δεν τον ένοιαζε ποιον κοιτούσε. Ή ποιος την κοιτούσε. Μάλιστα, το όλο σχέδιό του στηριζόταν στο να τη δει όλο το Λονδίνο. Ο Μπορν δεν σηκώθηκε – μια εσκεμμένη επίδειξη έλλειψης σεβασμού που εκνεύρισε τον Τεμπλ. «Είμαι ο…» «Ξέρω ποιος είσαι», τον διέκοψε εκείνη, χωρίς να χρησιμοποιήσει τον τίτλο του Μπορν ή την τιμητική προσφώνηση που δικαιούνταν να φέρει. «Όλο το Λονδίνο ξέρει ποιος είσαι». Γύρισε και κοίταξε τον Τεμπλ. «Τι είναι αυτό; Μου ζήτησες να έρθω εδώ και να παρακολουθώ την ώρα που εσύ θα κακοποιείς κάποιον κακομοίρη;» Τα λόγια δεν κάθισαν καλά. Εκείνη ήταν συγκρατημένη, δυνατή σαν ατσάλι, αλλά κι εκείνος υπερασπίστηκε τη θέση του, σίγουρος ότι η γυναίκα χρησιμοποιούσε παλικαρισμούς για να καλύψει το πόσο άβολα αισθανόταν. Την ήξερε καλά ο Τεμπλ αυτή την τακτική. Την είχε χρησιμοποιήσει πολλές φορές. «Κι εγώ που ήλπισα ότι θα μου έδινες κάποιο ενθύμιο να φορέσω στον αγώνα…» Τα μάτια της μισόκλεισαν. «Έπρεπε να είχα βάλει να σου μαστορέψουν τη σπάθη σου». Ο Τεμπλ ύψωσε το ένα του φρύδι. «Μαστόρεμα σπάθης, έτσι το λένε στον Οίκο Αρρένων Μακ Ιντάιρ;» Ο Μπορν κρυφογέλασε και η Μάρα τον λοξοκοίταξε. «Είσαι μαρκήσιος, έτσι δεν είναι;» «Ναι, είμαι». «Πες μου, φέρεσαι ποτέ εσύ έτσι; Ο μόνος λόγος που ρωτάω είναι γιατί ο φίλος σου δεν φαίνεται να νοιάζεται και πολύ να συμπεριφερθεί σαν δούκας. Σκέφτηκα πως η ανωριμότητα είναι ίσως μεταδοτική. Σαν τη γρίπη».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Στο βλέμμα του Μπορν άστραψε ο θαυμασμός. Γύρισε και κοίταξε τον Τεμπλ. «Γοητευτική». «Και οπλισμένη με λάβδανο». Ο Μπορν έγνεψε καταφατικά. «Ε τότε δεν θα πιω τίποτα που θα μου προσφέρει». «Και με ένα μαχαίρι», πρόσθεσε εκείνη ξερά. Ύψωσε το φρύδι του. «Και θα έχω άγρυπνο μάτι». «Ευφυές σχέδιο», είπε ο Τεμπλ. Η Μάρα ξεφύσηξε με δυσαρέσκεια, έναν ήχο που ο Τεμπλ τη φαντάστηκε να τον επαναλαμβάνει συχνά με τους νεαρούς προστατευόμενούς της. «Ετοιμάζεσαι να γρονθοκοπήσεις έναν άνθρωπο μέχρις εσχάτων και στέκεσαι εκεί πέρα κάνοντας αστεία;» «Είναι ενδιαφέρον ότι η κυρία διαλέγει το ηθικό προβάδισμα, δεν νομίζεις;» είπε ο Μπορν από την καρέκλα του. Η Μάρα στράφηκε προς τον μαρκήσιο. «Θα επιθυμούσα να φύγεις, κύριέ μου». Ένα φρύδι του Μπορν ανασηκώθηκε. «Εγώ στη θέση σου θα πρόσεχα το ύφος μου, γλυκιά μου». Τα μάτια της Μάρα άστραψαν από οργή. «Να φανταστώ ότι θα ήθελες να σου ζητήσω συγγνώμη;» Ο Μπορν σηκώθηκε, ισιώνοντας τα πέτα του υπέροχου παλτού του. Και έγνεψε προς τη μεριά του Τεμπλ. «Απ’ αυτόν να ζητήσεις συγγνώμη. Δεν είναι τόσο επιεικής όσο είμαι εγώ». Έβγαλε το ρολόι τσέπης του και έλεγξε την ώρα, κι ύστερα απηύθυνε τον λόγο στον Τεμπλ. «Δέκα λεπτά. Χρειάζεσαι τίποτα πριν από τον αγώνα;» Ο Τεμπλ δεν μίλησε. Ούτε και πήρε το βλέμμα του πάνω από τη Μάρα. «Μετά, τότε». Ο Τεμπλ κατένευσε. «Μετά». Ο μαρκήσιος έφυγε, κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Η Μάρα κοίταξε τον Τεμπλ. «Δεν σου ευχήθηκε καλή επιτυχία». «Δεν λέμε καλή επιτυχία». Ο Τεμπλ πλησίασε προς το τραπέζι στο κέντρο του δωματίου, άνοιξε το μαονένιο κουτί που υπήρχε εκεί κι έβγαλε μια σπείρα από κερί. «Γιατί όχι;» Ο Τεμπλ τράβηξε δυο μεγάλα κομμάτια κερί και τα απίθωσε πάνω στο τραπέζι, παριστάνοντας πως δεν είχε απόλυτη επίγνωση της παρουσίας της, έτσι όπως η γυναίκα στεκόταν στην πολύ σκοτεινή γωνία του δωματίου. Ήθελε να τη δει. Δεν θα έπρεπε. «Το καλή τύχη είναι κακή τύχη». «Αυτό είναι γελοίο». «Έτσι γίνεται με τους αγώνες στον “Άγγελο”». Η Μάρα δεν είπε κάτι σχετικά με αυτό και απλώς σταύρωσε τα χέρια της πάνω στο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


στήθος της. «Γιατί είμαι εδώ;» Ο Τεμπλ σήκωσε μια μακριά, καθαρή λωρίδα υφάσματος από το ξύλινο τραπέζι στο κέντρο του δωματίου, και μετά έπιασε τη μια άκρη στην παλάμη του κι άρχισε να τυλίγει τη λωρίδα γύρω από το χέρι του, προσέχοντας να μη στριφτεί ή διπλωθεί. Η βραδινή αυτή ιεροτελεστία δεν είχε προορισμό μόνο να προστατεύει τους μυς και τα κόκαλα, μολονότι δεν υπήρχε αμφιβολία ότι πάνω στη φωτιά της μάχης τα σπασμένα δάχτυλα δεν ήταν κάτι ανήκουστο. Ήταν και το άλλο· η γαλήνια αυτή κίνηση του υπενθύμιζε τον ρυθμό του αθλήματος, το γεγονός ότι τόσοι άντρες στο πέρασμα των αιώνων στέκονταν σ’ αυτή τη στιγμή, λίγα μόλις λεπτά πριν από τον αγώνα, και ηρεμούσαν το μυαλό τους, την καρδιά και τα νεύρα τους. Όμως δεν υπήρχε τίποτα το ήρεμο στα νεύρα του με τη Μάρα Λόου μες στο δωμάτιο. Την κοίταξε, απολαμβάνοντας τον τρόπο που το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στην κίνησή του. «Έλα». Τον κοίταξε. «Γιατί;» Ο Τεμπλ έκανε νόημα προς το χέρι του. «Πόσα θέλεις για να το τυλίξεις εσύ για μένα;» Εκείνη παρακολουθούσε την κίνηση. «Είκοσι λίρες». Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Ξαναπροσπάθησε». «Πέντε». Την ήθελε να έρθει κοντά του, παρά το γεγονός ότι δεν θα έπρεπε να θέλει τέτοιο πράγμα. Και μπορούσε να το πληρώσει κιόλας. «Έγινε». Η Μάρα πλησίασε, έβγαλε τον μανδύα της και αποκάλυψε το μοβ φόρεμα που του είχε υποσχεθεί η μαντάμ Εμπέρ. Ήταν πανέμορφη μέσα σ’ αυτό, το δέρμα της φάνταζε σαν πορσελάνη. Η καρδιά του άρχισε να σφυροκοπάει καθώς εκείνη ήρθε πιο κοντά, σταματώντας σε μικρή απόσταση από αυτόν και βγάζοντας εκείνο το μικρό μαύρο βιβλιαράκι που κουβαλούσε παντού. «Πέντε», επανέλαβε, σημειώνοντας το ποσό στο καταλογάκι της. «Και δέκα για τη βραδιά. Όπως πάντα». Υπενθυμίζοντάς του ότι είχε κι αυτή τους δικούς της λόγους που βρισκόταν εδώ. Η Μάρα ξανάβαλε το βιβλιαράκι στη θέση του και έπιασε το χέρι του. Χωρίς γάντια. Ξανά. Δέρμα πάνω στο δέρμα, αυτή τη φορά. Ζέστη πάνω στη ζέστη. Θα πλήρωνε γι’ αυτό. Ίσως αν το είχε αυτό κατά νου, να κατάφερνε να την ξεχάσει. Την αίσθηση που του άφηνε. Τη μυρωδιά της, λεμόνια μες στον χειμώνα. Τη γεύση της. Η γυναίκα συνέχισε την ιεροτελεστία από εκεί που την είχε αφήσει ο Τεμπλ, προσέχοντας να τυλίξει το ύφασμα από το ύψος του καρπού του και γύρω από τον αντίχειρά του, φροντίζοντας ώστε οι μακριές λωρίδες να ακουμπούν καλά και σταθερά πάνω στο δέρμα του. «Είσαι πολύ καλή σ’ αυτό», είπε ο Τεμπλ, κι η φωνή του φάνηκε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ξένη ακόμη και στον ίδιο. Εκείνη του το έκανε αυτό. Εκείνη τον έκανε να νιώθει ανοίκειος. «Έχω τυλίξει σπασμένα κόκαλα. Συμπεραίνω ότι ισχύουν τα ίδια». Να σου πάλι, ένα μικρό κομματάκι της Μάρα, σχετικά με το πού ήταν. Με το ποια ήταν. Αρκετό για να τον κάνει να θέλει να θέσει δεκάδες ερωτήσεις τις οποίες εκείνη δεν θα απαντούσε. Κι έτσι αρκέστηκε σε ένα: «Έτσι είναι». Τα δάχτυλά της ήταν απαλά και σίγουρα πάνω στα χέρια του, κάνοντάς τον να λαχταράει να τα νιώσει και σε άλλα σημεία. Είχε γείρει το κεφάλι της πάνω από το έργο της, κι εκείνος απέμεινε να κοιτάζει επίμονα την κορυφή του κεφαλιού της, εκείνες τις καστανοκόκκινες μπούκλες που καιγόταν να τις αγγίξει. Αναρωτήθηκε πώς θα έδειχναν τα μαλλιά της απλωμένα σε φαρδιά κύματα πάνω στο μαξιλάρι του. Πάνω στο πάτωμα του δωματίου του. Πάνω στο γυμνό στήθος του. Πάνω στο δικό της. Το βλέμμα του μετακινήθηκε στους ώμους της, έτσι όπως ανεβοκατέβαιναν με κάθε ανάσα, λες και κατέβαλλε πολύ πιο έντονο κόπο απ’ όσο πραγματικά κατέβαλλε. Την αναγνώρισε εκείνη την ανάσα. Τη βίωνε και ο ίδιος. Η γυναίκα τον ήθελε. Έχωσε τη μια άκρη του υφάσματος μαλακά μέσα στο υπόλοιπο περίβλημα και ο Τεμπλ έλεγξε τους συνδέσμους, εντυπωσιασμένος. Άλλο ένα πράγμα που αυτή η γυναίκα το έκανε επιδέξια. Πήρε το βλέμμα του από πάνω της και σήκωσε το άλλο κομμάτι του υφάσματος. Της το έδωσε και σήκωσε το ελεύθερο χέρι του. Την παρακολούθησε να επαναλαμβάνει το έργο της σιωπηλή, με τους μυς του να καίγονται από λαχτάρα καθώς σφίγγονταν κάτω από το άγγιγμά της, ζητώντας απεγνωσμένα κι άλλο. Ήθελε απεγνωσμένα να την αγγίξει κι αυτός, με τη σειρά του. Θεέ μου, είχε ανάγκη να ξαναπάει στον ιμάντα να τεντωθεί. Δεν ήταν αυτό το μόνο που είχε ανάγκη. Ήταν όμως το μόνο που έπαιρνε. Έβγαλε μια μάσκα από ένα συρτάρι παραδίπλα. «Φόρεσέ την». Εκείνη δίστασε. «Γιατί;» «Θα ζήσεις την πρώτη σου στιγμή μπροστά στο Λονδίνο απόψε». Η γυναίκα πάγωσε, και του Τεμπλ δεν του άρεσε το πώς τον έκανε αυτό να νιώσει. «Φορώντας μάσκα;» «Δεν θέλω να σε δουν ακόμα». Δεν θέλω να τελειώσει όλο αυτό. «Απόψε», επανέλαβε η γυναίκα. «Μετά τον αγώνα». «Αν δεν χάσεις, εννοείς». «Ακόμη κι αν χάσω, Μάρα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Αν δεν σε τσακίσουν στο ξύλο και δεν σ’ αφήσουν μισοπεθαμένο. Αυτός είναι ο στόχος, έτσι δεν είναι;» Δεν ήταν αυτός ο στόχος, αλλά δεν τη διόρθωσε. «Εντάξει· αν δεν χάσω». Έγειρε το κεφάλι του. «Αλλά δεν θα χάσω». «Τι σκοπούς έχεις;» τον ρώτησε. «Θα δεις τον “Έκπτωτο Άγγελο”. Πολλές γυναίκες θα σκότωναν για να είχαν αυτή την ευκαιρία». Εκείνη σήκωσε το σαγόνι της με περηφάνια. «Όχι εγώ». «Θα σου αρέσει». «Αμφιβάλλω». Η ισχυρογνωμοσύνη της τον έκανε να χαμογελάσει, και για να το κρύψει έβγαλε το πουκάμισό του, τραβώντας το απότομα πάνω απ’ τους ώμους του, αποκαλύπτοντάς της το γυμνό στήθος του. Εκείνη αμέσως κοίταξε αλλού, παριστάνοντας τέλεια τη σεμνή και καθωσπρέπει δεσποινίδα. «Το έχεις ξαναδεί, έτσι δεν είναι;» Εκείνη τον κοίταξε κι ύστερα ξαναγύρισε απότομα το βλέμμα της προς τον τοίχο. «Τότε ήταν αλλιώς. Ήσουν τραυματισμένος!» Τα μάτια του σκοτείνιασαν. «Πριν απ’ αυτό», είπε, ξέροντας ότι την τσάκωσε όταν τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Θα έδινε και ολόκληρη την περιουσία του για να μάθει τι είχε συμβεί εκείνη τη νύχτα. Αλλά δεν θα της έδινε στο χέρι έτσι απλά αυτό που ζητούσε. Ήταν θέμα αρχής. Και εκεί ακριβώς βρισκόταν η πρόκληση μαζί της. Ανάμεσά τους. Και τον γέμιζε ευφροσύνη, παρόλο που τον τρέλαινε κιόλας. «Δεν διευθύνεις έναν οίκο αρρένων;» Η Μάρα άφησε έναν μικρό αναστεναγμό απογοήτευσης και κάρφωσε τα μάτια της στο ταβάνι. «Δεν είναι το ίδιο». «Είναι ακριβώς το ίδιο». «Μα είναι από τριών έως έντεκα χρόνων!» επέμεινε εκείνη. Ο Τεμπλ μειδίασε. «Εντάξει, είναι μικρότεροι». Άπλωσε τα χέρια της ορθάνοιχτα, μια κίνηση που παγκοσμίως σήμαινε «δεν βγάζω άκρη». Για μια παρατεταμένη στιγμή έμεινε αμίλητη, αλλά μετά είπε: «Δεν σε ευχαρίστησα που πέρασες χρόνο μαζί τους σήμερα». Ένα κύμα ικανοποίησης τον πλημμύρισε στο άκουσμα αυτών των λόγων – κάτι που έμοιαζε πολύ με καμάρι. Το αγνόησε. «Δεν χρειάζεται να με ευχαριστείς». «Εγώ το κάνω όπως και να ’χει». Κοίταξε το πάτωμα, με τους ώμους της ίσιους. «Απόλαυσαν τον χρόνο τους μαζί σου πάρα πολύ». Η μικρή αναγνώριση ήταν μια τεράστια παραχώρηση στη μάχη που μαινόταν μεταξύ τους. Δεν μπόρεσε να κρατηθεί, και την πλησίασε, κάνοντάς τη να οπισθοχωρήσει προς το πίσω μέρος των διαμερισμάτων του. Ήξερε ότι αυτό θα την τάραζε, αλλά δεν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μπορούσε να προσποιηθεί ότι τον ένοιαζε. Όταν έφτασε να απέχει περίπου μισό μέτρο από εκείνη, χαμήλωσε τη φωνή του. «Κι εσύ; Το απόλαυσες;» Τα μάγουλά της πήραν φωτιά. «Όχι». Ακούγοντας το επίμονο ψέμα, ο Τεμπλ χαμογέλασε. «Ούτε καν το σημείο που σε φίλησα;» «Φυσικά και όχι». Πήγε πιο κοντά της και τη στρίμωξε, νιώθοντας να τον τραβάει η ζεστασιά της. Τελικά την άρπαξε στα χέρια του, λατρεύοντας το γεγονός ότι της κόπηκε η ανάσα στο άγγιγμά του, λατρεύοντας το πώς το μετάξι του φορέματός της, ζεστό από το κορμί της, τριβόταν πάνω στο γυμνό στήθος του. Γλίστρησε τα χέρια του πάνω στα μπράτσα της, βρήκε το χέρι της και το σήκωσε στον ιμάντα που κρεμόταν από το ταβάνι πάνω της. Εκείνη ήξερε ακριβώς τι να κάνει, κι άρπαξε τον δερμάτινο ιμάντα, ενώ εκείνος επανέλαβε την ίδια κίνηση με το άλλο χέρι, ώσπου η Μάρα βρέθηκε να στέκεται, ψηλή και εξαίσια, με τα χέρια τεντωμένα πάνω απ’ το κεφάλι της, σαν σφάγιο επί θυσία. Σαν δώρο. Η γυναίκα θα μπορούσε να το σταματήσει οποτεδήποτε. Να του αρνηθεί τη στιγμή. Όμως δεν το έκανε· αντίθετα, είχε καρφωμένο το βλέμμα της στο δικό του, προκαλώντας τον με τα υπέροχα μάτια της να έρθει πιο κοντά. Να την αγγίξει κι άλλο. Να την ξεμυαλίσει. Εκείνος δέχτηκε την πρόκληση και άγγιξε το μάγουλό της με την παλάμη του, χαϊδεύοντας το ψηλό ζυγωματικό της με τον αντίχειρά του. Λάτρεψε το πόσο απαλό ήταν το δέρμα εκεί, κι ας έλεγε στον εαυτό του ότι δεν το παρατήρησε. «Όχι;» «Όχι», αναστέναξε εκείνη, και ο ήχος της ανάσας της έκανε τον ανδρισμό του σκληρό σαν πέτρα. Την κοίταξε· το φόρεμά της είχε ένα σκανδαλωδώς χαμηλό κόψιμο, τα στήθη της ασφυκτιούσαν μες στο ύφασμα λόγω της θέσης της, κι εκείνος μονομιάς μακάρισε αλλά και βλαστήμησε την Εμπέρ που έκανε το θέλημά του. Η Μάρα Λόου ήταν το πιο προκλητικό πράγμα που είχε δει ποτέ του. Όμως παραδόξως, αυτό που τον έπεισε ως προς τούτο δεν ήταν το πρόσωπό της ή το σώμα της ή τα τέλεια στήθη της που ανεβοκατέβαιναν με έναν ταραγμένο ρυθμό. Ήταν το γεγονός ότι τον αντιμετώπιζε κατά μέτωπο. Ότι αρνιόταν να πτοηθεί από αυτόν. Ότι αρνιόταν να τον φοβηθεί. Ήταν ο τρόπος που συμβιβαζόταν μαζί του. Ο τρόπος που τον έβλεπε. Δεν ήταν φονιάς, κι εκείνη ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που ανέκαθεν το πίστευε αυτό. Ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερε ανέκαθεν ότι αυτό ήταν αλήθεια. Της σήκωσε το σαγόνι, αφήνοντας να φανεί η μακριά στήλη του λαιμού της, κι απόθεσε ένα αργό, παρατεταμένο φιλί στον σφυγμό που χτυπούσε κάτω από το πιγούνι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


της, κι ύστερα ακόμη ένα στον άλλο σφυγμό στο σημείο όπου ο λαιμός της αντάμωνε με τον ώμο της. «Είσαι σίγουρη ότι δεν το απόλαυσες;» Τα λόγια γαργάλησαν το ζεστό δέρμα της, κι εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά με μια αδύναμη κίνηση και λικνίστηκε πάνω στον ιμάντα, κρατώντας τον σφιχτά για να αντιπαλέψει τον τρόπο που την επηρέαζε εκείνο το φιλί. «Απόλυτα», αποκρίθηκε, με την ανάσα να βγαίνει από μέσα της σαν ρίγος, καθώς εκείνος προχώρησε φιλώντας την καμπύλη του στήθους της μια φορά, δύο, τρεις – ώσπου έφτασε στην άκρη του φορέματός της και γλίστρησε ένα του δάχτυλο ανάμεσα στο μετάξι και στο δέρμα, σχεδόν ανήμπορος να ξεχωρίσει ποιο ήταν ποιο, μέχρι που έφτασε στην ερεθισμένη σάρκα που καιγόταν γι’ αυτόν. Και για την οποία καιγόταν κι εκείνος. Κατέβασε τη μεταξωτή άκρη του φορέματος και της μίλησε. «Ακόμη και τώρα;» Το ένα της χέρι έπεσε από τον ιμάντα κι ήρθε να ακουμπήσει πάνω στον ώμο του. Το γυμνό δέρμα της πάνω στο δικό του. Ο Τεμπλ μπορούσε να νιώσει την επιθυμία μέσα και στους δύο. «Ακόμη και τώρα». Αυτό ήταν χλεύη. Ήταν πρόκληση. Μια πρόκληση που εκείνος δεν αρνήθηκε. Ακούμπησε για τα καλά τα χείλη του στο στήθος της, λατρεύοντας τη μικρή κραυγή που της ξέφυγε καθώς εκείνος βασάνιζε με το στόμα του εκείνο το μυστικό κι απαραβίαστο σημείο, γλείφοντάς το αργά και απαλά ώσπου η κραυγή έγινε βογκητό μες στο σκοτεινό δωμάτιο. Ο Τεμπλ δεν μπόρεσε να κρατηθεί και την τράβηξε πιο κοντά του, τη σήκωσε ψηλά τυλίγοντας τα πόδια της γύρω από τη μέση του και τη λάτρεψε εκεί, μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο όπου σπάνια γνώριζε την ευχαρίστηση και πολύ συχνά γνώριζε τον πόνο. Και τότε εκείνη άφησε και το άλλο της χέρι από τον ιμάντα, με το βάρος της στα χέρια του και τα δάχτυλά της στα μαλλιά του, κρατώντας τον σφιχτά πάνω της, παροτρύνοντάς τον να τη φιλήσει κι άλλο, εκλιπαρώντας και γι’ άλλο, παρακινώντας τον να της δώσει ό,τι μπορούσε. Ο ανδρισμός του ήταν σκληρός και καιγόταν από επιθυμία, και λάτρεψε τον τρόπο που η γυναίκα τον οδηγούσε. Τον τρόπο που έπαιρνε την ευχαρίστησή της με αυθορμητισμό. Ήθελε να της δώσει όλα όσα του ζητούσε. Την κόλλησε στον τοίχο του δωματίου και τα χέρια του πήγαν παντού, της σήκωσε τα φουστάνια, ψηλά, όλο και πιο ψηλά, τα δάχτυλά του γλίστρησαν ανάμεσα στις μακριές κάλτσες κι ύστερα έφτασαν σε υπέροχο, λείο δέρμα, και τότε ανίχνευσε την καμπύλη του μηρού της ψηλά… πιο ψηλά, ώσπου μπορούσε πια να αισθανθεί τη ζεστασιά της. Μια αμαρτωλή ζεστασιά γεμάτη υποσχέσεις, που τη φυλούσαν τέλειες, απαλές μπούκλες. Μια υπόσχεση που ο Τεμπλ δεν μπορούσε να περιμένει για να την αποκαλύψει. Να την εξερευνήσει. Εκεί σταμάτησε, και αποτράβηξε τα χείλη του για να την κοιτάξει στα μάτια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Εκείνη ήταν λαχανιασμένη. «Ναι». Ποτέ στη ζωή του δεν είχε ξανακούσει τόσο υπέροχη λέξη. Ποτέ ξανά δεν είχε λάβει τέτοια συγκατάθεση με τόση λαχτάρα. «Πες το πάλι», της είπε. Για να βεβαιωθεί. «Ναι». Η λέξη τον πλημμύρισε, τα δάχτυλά της ήταν χωμένα σφιχτά μες στα μαλλιά του. Θα έδινε τα πάντα για μια νύχτα μ’ αυτή τη γυναίκα. Μήπως όμως το είχε ξαναζήσει αυτό; Η παγερή σκέψη τον έκανε να αποτραβηχτεί από πάνω της, βάζοντας απόσταση ανάμεσά τους. Τη μίσησε ξανά απ’ την αρχή, κι ας μην ένιωθε τίποτα που να μοιάζει με μίσος. Τίποτα τόσο ψυχρό. «Πες μου», πέρασε τα δάχτυλά του μέσα απ’ τα μαλλιά του, προσπαθώντας να σβήσει την ανάμνηση των δικών της δαχτύλων. «Το έχουμε κάνει αυτό; Ήμαστε…» Εραστές. Για μια στιγμή, ο Τεμπλ νόμισε πως η γυναίκα θα του απαντούσε. Του φάνηκε πως το είδε εκεί. Συμπόνια. Ακόμη χειρότερα. Οίκτος. Διάολε. Δεν ήθελε τον οίκτο της. Του είχε κλέψει εκείνη τη νύχτα και αρνιόταν να του τη δώσει πίσω. Και τότε το συναίσθημα χάθηκε μέσα απ’ το βλέμμα της, κι ο Τεμπλ ήξερε τι ετοιμαζόταν η γυναίκα να πει. Ύψωσε τον τόνο της φωνής του πριν προλάβει εκείνη να μιλήσει. «Πες μου!» «Ξέρεις το κόστος γι’ αυτή την πληροφορία». Αόριστα, του πέρασε από τον νου ότι σε κάποιον άλλο τόπο, σε κάποιον άλλο χρόνο, θα έβρισκε αυτή τη γυναίκα τέλεια σε όλους τους τομείς. Υπήρχε κάτι δυνατό κι αποφασιστικό και ατρόμητο πάνω της. Το ίδιο κάτι που τον είχε ναρκώσει εκείνη την πρώτη φορά που αντάμωσαν. Και τη δεύτερη. Το ίδιο κάτι που την είχε κάνει να εξαφανιστεί μες στο σκοτάδι το προηγούμενο βράδυ. Το ίδιο κάτι που τον είχε παρουσιάσει ως φονιά δώδεκα χρόνια πριν. Το ίδιο κάτι που, χωρίς αμφιβολία, θα προσπαθούσε να τον σαμποτάρει ξανά. Όμως τώρα βρίσκονταν εδώ, στο παρόν. Κι εκείνος δεν είχε νιώσει ποτέ σ’ όλη του τη ζωή τόσο εξοργισμένος. «Θα σου πω αυτό, κυρία Μακ Ιντάιρ: αν το ορφανοτροφείο πέσει έξω, θα έχεις μια τρομερή καριέρα ως πόρνη». Εκείνη κοκάλωσε σαν ελάφι μπροστά στον κυνηγό για μισό δευτερόλεπτο, και το χέρι της τινάχτηκε γρήγορα και αποφασιστικά και προσγειώθηκε με θαυμαστή ακρίβεια πάνω στο μάγουλό του, τσούζοντας από την οργή της και την ντροπή του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Τεμπλ δεν τραβήχτηκε για να αποφύγει το χτύπημα, ούτε έσκυψε ούτε έκανε προσποίηση. Δέχτηκε το χαστούκι νιώθοντας πως το άξιζε, νιώθοντας δέκα φορές κόπανος. Δεν έπρεπε να το είχε πει αυτό. Ποτέ πριν δεν είχε πει κάτι τόσο προσβλητικό σε γυναίκα. Πάνω που ήταν έτοιμος να ζητήσει συγγνώμη, χτύπησε ένα κουδούνι πάνω από την πόρτα που οδηγούσε στο ριγκ. Εκείνη κατέβασε το χέρι της, και το μόνο σημάδι που έδειχνε ότι είχε προη​γηθεί χαστούκι ήταν η ελαφρώς λαχανιασμένη ανάσα της και το γεγονός ότι τα λόγια έτρεμαν μες στον λαιμό της. «Τι είναι αυτό;» Μα τι έκαναν; Εκείνος γύρισε και κοίταξε αλλού, αποφεύγοντας να αγγίξει το σημείο όπου ένα έντονο κόκκινο σημάδι είχε αναμφίβολα ζωγραφιστεί. «Ο αντίπαλός μου είναι έτοιμος. Εμείς θα συνεχίσουμε μετά τον αγώνα». Η Μάρα πήρε μιαν ανάσα, κι εκείνος μίσησε τον τρόπο που ο απαλός ήχος γέμισε το δωμάτιο, σχεδόν όσο μίσησε τον τρόπο που η γυναίκα είπε: «Εύχομαι να νικήσει». Ο Τεμπλ επέστρεψε στο τραπέζι, σήκωσε το κερί και το έπλασε σε δυο μακριές λωρίδες. «Είμαι σίγουρος πως αυτό εύχεσαι. Αλλά δεν θα νικήσει». Έβαλε πρώτα τη μια λωρίδα κι έπειτα τη δεύτερη μες στο στόμα του και δεν της κρύφτηκε καθώς μασούσε το κερί με τις άκρες των δοντιών του, προκαλώντας τη να κοιτάξει αλλού. Εκείνη παρακολούθησε τις χονδροειδείς κινήσεις για μια παρατεταμένη στιγμή, κι έριξε τη δική της αποχαιρετιστήρια βολή. «Καλή επιτυχία, Εξοχότατε».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 10 Το απόλυτο θράσος. Ο απόλυτος κόπανος. Την είχε αποκαλέσει πόρνη. Με την απατηλή έπαρση που του έδινε το γεγονός ότι ήταν ένας πλούσιος άνθρωπος χωρίς έγνοιες. Ένας δούκας. Που είχε υπαινιχθεί ότι η ιδέα πως εκείνη του έδινε τις πληροφορίες που χρειαζόταν έναντι ανταλλάγματος, την καθιστούσε τσούλα. Αν εκείνη δεν ήταν γυναίκα αλλά άντρας, η λέξη αυτή δεν θα του είχε περάσει απ’ το μυαλό. Αν δεν ήταν γυναίκα αλλά άντρας, ο Τεμπλ δεν θα το είχε πει ποτέ αυτό. Αν μου φερθείς σαν να είμαι πόρνη, τότε θα με πληρώσεις ανάλογα. Άρα, εκείνη είχε χρησιμοποιήσει πρώτη αυτή τη λέξη. Αυτό όμως ήταν διαφορετικό. Την είχε αναστατώσει με το άγγιγμά του. Την είχε προκαλέσει. Την είχε κάνει να τον θέλει. Και μετά την είχε αποκαλέσει πόρνη. Του άξιζε ένα περιποιημένο βρομόξυλο. Ο μεγάλος, ανίκητος Τεμπλ άξιζε να τις φάει. Από εκείνη. Κοχλάζοντας, μια μασκοφορεμένη Μάρα ακολούθησε τον φρουρό που της είχαν στείλει να τη συνοδεύει, μέσα από ένα ελικοειδές, φιδογυριστό πέρασμα που εμπόδιζε τα μέλη της λέσχης να τη δουν. Παραήταν οργισμένη για να τη νοιάξει πού πήγαιναν ή τι θα γινόταν μετά – παραήταν απορροφημένη με το να ξεκοιλιάζει τον Τεμπλ μες στο μυαλό της. Ώσπου ο συνοδός της της έκανε νόημα να μπει σε έναν άλλο χώρο και έκλεισε την πόρτα πίσω της, αφήνοντάς τη μονάχη μέσα σε μια θάλασσα από ανθρώπους. Από γυναίκες. Την κυρίευσε έκπληξη. Η θέση των γυναικών δεν ήταν μέσα σε μια λέσχη αντρών. Σε ένα καζίνο. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε στην αίθουσα, πάνω στις γυναίκες που φλυαρούσαν. Αναγνώρισε κάμποσες. Μια μαρκησία. Δυο κόμισσες. Μια Ιταλίδα δούκισσα που ήταν ξακουστή για τα σκάνδαλά της. Η έκπληξη συναγωνιζόταν την περιέργεια καθώς η Μάρα κοιτούσε τις υπόλοιπες γυναίκες – όλες τους ήταν ντυμένες με εντυπωσιακά μετάξια και σατέν, κάποιες φορούσαν μάσκες, και οι περισσότερες τιτίβιζαν λες και βρίσκονταν σε κάποιο τσάι κυριών. Αυτές δεν ήταν απλώς γυναίκες. Ήταν αριστοκράτισσες. Και τη στιγμή που συνήλθε από αυτή την ανακάλυψη, τότε μόνο ήταν που

******ebook converter DEMO Watermarks*******


παρατήρησε αυτό που έπρεπε να είχε παρατηρήσει αμέσως μόλις την οδήγησαν στην αίθουσα, σαν πρόβατο επί σφαγή. Μια ολόκληρη πλευρά του μακριού, στενού, υπερβολικά σκοτεινού δωματίου ήταν παράθυρο – ένα τεράστιο, σκιασμένο παράθυρο με θέα πάνω σε ένα σύνολο αντρών, όλων ντυμένων με βραδινό ένδυμα, που ήταν συγκεντρωμένοι σχηματίζοντας ένα πέταλο, και ήταν ταυτόχρονα ακίνητοι αλλά και διαρκώς κινούμενοι – φώναζαν, γελούσαν και γλεντούσαν με την ψυχή τους, πάλλονταν από σφρίγος σαν τα φύλλα μιας θαλερής βελανιδιάς στην κάψα του καλοκαιριού. Τα πλήθη των αντρών περιέβαλλαν έναν τεράστιο κενό χώρο, περιφραγμένο με σκοινιά και καλυμμένο με πριονίδια, στον οποίο οι γυναίκες είχαν μια πλήρη, ανεμπόδιστη θέα. Το ριγκ. Η Μάρα πλησίασε πιο κοντά στο παράθυρο, μην μπορώντας να συγκρατηθεί και να μην απλώσει το χέρι της να το αγγίξει, εντυπωσιασμένη από το πώς έλαμπε το δωμάτιο. Ευτυχώς, σκέφτηκε εγκαίρως ότι οι άντρες θα την έβλεπαν αν πήγαινε πολύ κοντά στο παράθυρο. Κοντοστάθηκε και αποτράβηξε το χέρι της, παρόλο που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ούτε ένας από τους άντρες δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται ούτε ελάχιστα για εκείνο το παράθυρο ή για τις γυναίκες που βρίσκονταν μες στο μικρό, σκοτεινό δωμάτιο. Τόσο συνηθισμένοι ήταν στο θέαμα γυναικών να παρακολουθούν τους αγώνες, ώστε να μην τους σκανδαλίζει η παρουσία θηλυκών εκεί; Ώστε να μην τους κυριεύει η λαχτάρα να τις ελέγξουν; Να τις κρατήσουν σε απόσταση; Τι είδους μέρος ήταν τούτο; Τι είδους υπέροχο, καταπληκτικό μέρος; «Δεν θα σε δουν», είπε μια γυναίκα από εκεί δίπλα, τραβώντας την προσοχή της Μάρα στα σοβαρά γαλάζια μάτια της, τεράστια και ανησυχαστικά πίσω από τους χοντρούς φακούς της. «Δεν είναι παράθυρο. Είναι καθρέφτης». «Καθρέφτης». Δεν υπήρχε τίποτα πάνω σ’ αυτό το παράθυρο που να θυμίζει καθρέφτη. Η σαστιμάρα της Μάρα πρέπει να φάνηκε, καθώς η γυναίκα συνέχισε. «Εμείς μπορούσε να τους δούμε… αλλά αυτοί βλέπουν μόνο τον εαυτό τους». Λες κι ήταν να γίνει πάνω στην ώρα, ένας κύριος πέρασε μπροστά από το ριγκ, αρκετά κοντά στο παράθυρο ώστε να μπορεί να το αγγίξει, και κοντοστάθηκε για μια στιγμή και γύρισε να κοιτάξει τη Μάρα. Εκείνη έσκυψε προς τα εμπρός την ώρα που κι εκείνος έκανε το ίδιο από την άλλη πλευρά, σηκώνοντας το σαγόνι του για να σιάξει τη γραβάτα του. Η Μάρα κούνησε το χέρι της μπροστά από το μακρύ, χλωμό πρόσωπό του. Εκείνος αποκάλυψε τα δόντια του. Η Μάρα κατέβασε το χέρι της.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο άντρας σήκωσε ένα γαντοφορεμένο δάχτυλο κι έτριψε πάνω κάτω τα στραβά, κιτρινισμένα από το τσάι και τον καπνό δόντια του, κι ύστερα στράφηκε κι έφυγε. Μια ομάδα γυναικών εκεί δίπλα γέλασαν δυνατά. «Εντάξει. Χωρίς αμφιβολία ο λόρδος Χάουντσγουελ θα ένιωθε τρομερή αμηχανία αν ήξερε ότι είδαμε όλες με τα μάτια μας τα απομεινάρια του δείπνου του». Η γυναίκα χαμογέλασε στη Μάρα. «Τώρα το πιστεύεις;» Η Μάρα χαμογέλασε πλατιά. «Αυτό πρέπει να σας προσφέρει ώρες διασκέδασης». «Όταν δεν υπάρχει αγώνας για να κάνει τη δουλειά», αποκρίθηκε μια άλλη γυναίκα. «Κοιτάξτε! Ο Ντρέικ μπαίνει στο ριγκ». Η φλυαρία μες στο δωμάτιο εξασθένησε καθώς οι γυναίκες έστρεψαν την προσοχή τους στον νεαρό άντρα που σκαρφάλωσε πάνω από τα σκοινιά και μπήκε στον χώρο που ήταν καλυμμένος με πριονίδια, όπου τον περίμεναν άλλοι δυο – ο μαρκήσιος του Μπορν κι ένας άλλος αληθινός αριστοκράτης, χλωμός και ανήσυχος. Το πλήθος στην άλλη άκρη του ριγκ χωρίστηκε στα δυο και αποκάλυψε μια τεράστια ατσάλινη πόρτα, και ο αέρας μες στο δωμάτιο φάνηκε να αλλάζει κι έγινε πιο πηχτός από την αδημονία. «Από στιγμή σε στιγμή», αναστέναξε μια γυναίκα κάμποσα μέτρα μακριά, και όλη η αίθουσα –και από τις δυο μεριές του παραθύρου– φάνηκε να κοκαλώνει, περιμένοντας. Περίμεναν τον Τεμπλ. Και η Μάρα διαπίστωσε πως κι εκείνη περίμενε. Παρόλο που τον μισούσε. Και τότε εκείνος ήρθε, γεμίζοντας το κατώφλι της πόρτας λες και είχε φτιαχτεί στα μέτρα του, φορώντας μονάχα εκείνα τα πρόστυχα τατουάζ και μια καστόρινη βράκα που εφάρμοζε πάνω στους τεράστιους μυς του, και τις μακριές λωρίδες υφάσματος που εκείνη είχε τυλίξει στους λόφους και στις κοιλάδες των αρθρώσεών του και γύρω από τους μυς του αντίχειρα και του καρπού του, καθώς προσπαθούσε να μην προσέξει τα χέρια του. Προσπάθησε να ξεχάσει τι αίσθηση άφηναν πάνω στο δέρμα της. Προσπάθησε να θυμηθεί ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν όπλο. Κι όταν την είχε φιλήσει, η Μάρα είχε θυμηθεί πόσο αληθινό ήταν όλο αυτό. Ο άνθρωπος αυτός ήταν όπλο, που άπλωνε πόθο μες στο κορμί της, σαν να ήταν σφαίρες. Την τραυμάτιζε κάνοντάς τη να καίγεται από λαχτάρα. «Είναι το πιο μεγαλόσωμο, το πιο όμορφο ανθρώπινο κτήνος», αναστέναξε μια άλλη, και η Μάρα κοκάλωσε, πιέζοντας τον εαυτό της να μη γυρίσει να κοιτάξει. Να μην τη νοιάξει που υπήρχε θαυμασμός και κάτι παραπάνω στον τόνο της φωνής – κάτι σαν εμπειρία. «Πολύ κρίμα που δεν έδειξε ποτέ κανένα ενδιαφέρον για σένα, Χάριετ», είπε μια άλλη, προκαλώντας μια συγχορδία από γέλια απ’ τις υπόλοιπες. Πίεσε τον εαυτό της να μην τη νοιάξει ότι η εμπειρία στα λόγια της κυρίας ήταν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ψέμα. Και τότε ο Τεμπλ άρχισε να πλησιάζει προς το μέρος τους, και πρέπει να ήταν το μυαλό της που της έπαιζε παιχνίδια, αλλά φάνηκε σαν να κοιτούσε κατευθείαν πάνω της, λες και το μαγικό παράθυρο ήταν καθρέφτης για όλους τους άλλους μέσα στο δωμάτιο αλλά όχι για εκείνον. Λες και ήξερε τον εαυτό του τόσο καλά ώστε να μη χρειαστεί ποτέ ξανά να κοιτάξει το είδωλό του. Ύστερα εκείνος πέρασε μέσα από τα σκοινιά, και ο Μπορν –που τώρα φαινόταν νάνος μπροστά τον Τεμπλ– πλησίασε τον κύριο Ντρέικ και του είπε κάτι που η Μάρα δεν μπορούσε να ακούσει. Ο Ντρέικ σήκωσε και άνοιξε τα χέρια του, και ο μαρκήσιος διέτρεξε με τις παλάμες του τα πλευρά του πρώτου, χτυπώντας ελαφρά το ύφασμα της βράκας του με μια κίνηση που φανέρωνε ψύχραιμη αντικειμενικότητα, αν και ήταν μάλλον σοκαριστική. Η Μάρα δεν μπόρεσε να μη μιλήσει. «Τι κάνουν;» Μια κυρία ήρθε πλάι της. «Ελέγχουν για όπλα. Στους πυγμάχους ορίζεται ένας συμπαραστάτης για να εξασφαλίσει ότι ο αγώνας θα είναι δίκαιος». «Ο Τεμπλ δεν θα έκανε ποτέ ζαβολιές», είπε η Μάρα, και τα λόγια της τράβηξαν την προσοχή των γυναικών γύρω της πριν προλάβει να τα συγκρατήσει. Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα καθώς κοιτούσε τις γυναίκες τη μία μετά την άλλη, ώσπου τελικά το βλέμμα της καρφώθηκε πάνω στη γυναίκα που είχε μιλήσει, ασυνήθιστα ψηλή και ξανθιά, με καστανά μάτια που λαμπύριζαν σχεδόν χρυσαφένια στην αντανάκλαση του φωτός από το έντονα φωτισμένο ριγκ. «Όχι», είπε η γυναίκα. «Δεν θα έκανε». Να τη. Να η εμπειρία που η Μάρα είχε λανθασμένα διακρίνει νωρίτερα στη φωνή της άλλης. Αυτή εδώ η γυναίκα τον ήξερε. Ήταν αρκετά όμορφη ώστε να τον ξέρει. Αναμφίβολα ήταν όμορφοι μαζί, με το μόνο στο οποίο ταίριαζαν να είναι το ύψος – όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του ενός σε σχέση με τον άλλο έρχονταν σε τέλεια αντίθεση. Η Μάρα φαντάστηκε τα μακριά χέρια αυτής της γυναίκας τυλιγμένα γύρω από τον λαιμό του, τα μακριά δάχτυλά της χωμένα μες στα σκούρα μαλλιά του. Τα δυνατά χέρια του στη μέση της. Να την κατέχει. Να τη λατρεύει. Και τον μίσησε ξανά απ’ την αρχή, αλλά τώρα για έναν άλλο, πιο συγκεχυμένο λόγο. Ένα παρατεταμένο σφύριγμα ακούστηκε από την άλλη άκρη του δωματίου. «Και τι δεν θα ’δινα για να ήμουν ο συμπαραστάτης του Ντρέικ τούτη τη στιγμή!» Η προσοχή της Μάρα στράφηκε ξανά στο ριγκ, όπου ο καλοντυμένος αριστοκράτης πλησίασε τον Τεμπλ, υποδεικνύοντάς του αδέξια ότι θα έπρεπε κι αυτός να σηκώσει και να απλώσει τα χέρια του. Ο Τεμπλ το έκανε, με τους μυς του στήθους και του στομαχιού του να κυματίζουν ελαφρά με την κίνηση αυτή, και το στόμα της Μάρα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ξεράθηκε μπροστά στην εικόνα που έδινε ο Τεμπλ, περιμένοντας τον άνθρωπο να τον ελέγξει για τυχόν όπλα, με ένα μειδίαμα στα χείλη του, λες κι είχε στο πλευρό του τον ίδιο τον διάβολο, και ως εκ τούτου δεν είχε ανάγκη από ζαβολιές. Φαντάστηκε τα χέρια του ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι του, πιασμένα σ’ εκείνο τον αισχρό ιμάντα που κρεμόταν από το ταβάνι του, εκεί απ’ όπου είχε πιαστεί και η ίδια, με το δροσερό δέρμα να κεντρίζει τις παλάμες της, σε αντίθεση με τη δική του ζεστασιά. Το άγγιγμά του. Το φιλί του. Όμως τον μισούσε. «Άντε, άνθρωπέ μου! Ακούμπα τον!» «Βάλ’ τον στο χέρι!» «Φρόντισε να ελέγξεις όλες τις γωνίτσες και τις χαραμάδες!» Οι κυρίες τώρα συναγωνίζονταν για το ποια θα έδινε την πιο άσεμνη ενθάρρυνση, γελώντας και βγάζοντας κραυγές καθώς ο αριστοκράτης στο ριγκ έλεγχε τον δούκα του Λαμόντ με μια ταχύτητα που ήταν γέννημα φόβου ή αμηχανίας ή και τα δύο. «Όχι τόσο γρήγορα!» «Όχι τόσο απαλά!» «Θα έβαζα στοίχημα την περιουσία μου ότι του Τεμπλ του αρέσει ένα δυνατό χέρι!» «Μήπως εννοείς την περιουσία του συζύγου σου;» ήρθε η απάντηση, και η κοκκινομάλλα στο παράθυρο γύρισε και κοίταξε τις γυναίκες στο δωμάτιο, με ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφισμένο στο όμορφο πρόσωπό της. «Αυτά που ο κόμης δεν ξέρει, δεν θα τον βλάψουν. Μα κοίτα πόσο τεράστιος είναι!» «Δέκα λίρες στοίχημα ότι είναι έτσι τεράστιος παντού». «Κανένας δεν θα έβαζε αυτό το στοίχημα, Φλόρα», αποκρίθηκε κάποια, με το γέλιο να ξεχειλίζει στον τόνο της φωνής της. «Ούτε μία από εμάς δεν θα ήθελε να κάνεις λάθος». «Θα ρισκάριζα να περάσω μια νύχτα με τον Φονιά Δούκα για να το διαπιστώσω». Τα γέλια κυριολεκτικά τράνταζαν το δωμάτιο, και σχεδόν όλες οι γυναίκες αποκόμιζαν έντονη ευχαρίστηση απ’ αυτά τα λόγια – προσθέτοντας η καθεμία τα δικά της στα λάγνα υπονοούμενα. Η Μάρα τις κοίταξε, τη μακριά σειρά από μετάξια και σατέν, τέλεια χτενίσματα και μακιγιάζ, είδε και τον τρόπο που κοιτούσαν τον Τεμπλ και τους έτρεχαν για τα καλά τα σάλια, και ναι μεν μνημόνευσαν το παρατσούκλι του αλλά όχι και την ουσία του – ότι ήταν ένας δούκας. Κι ότι δικαιούνταν τον σεβασμό τους. Και ότι, ακόμη κι αν δεν ήταν δούκας… δεν ήταν ζώο. Έτσι όπως τον αντιμετώπιζαν. Όπως οι δικές της πράξεις τις έκαναν να τον αντιμετωπίζουν. Η συνειδητοποίηση αυτή ήρθε μαζί με ένα κύμα τύψεων και την έντονη επίγνωση ότι αν μπορούσε να γυρίσει πίσω τον χρόνο… αν μπορούσε να αλλάξει τα πάντα, θα είχε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


βρει έναν άλλο τρόπο για να γλιτώσει από εκείνη τη ζωή. Έναν τρόπο που θα την είχε ελευθερώσει από τα δεσμά ενός σκληρού πατέρα και ενός παγερού συζύγου, και που ωστόσο θα είχε γλιτώσει κι αυτόν τον άνθρωπο από τέτοια τρομερή, δυσάρεστη ντροπή. Όμως δεν μπορούσε. Αυτή ήταν η ζωή τους. Ο χορός τους. Η μάχη τους. Ευτυχώς, οι συμπαραστάτες ολοκλήρωσαν τις επιθεωρήσεις τους κι άφησαν τον Τεμπλ να σχεδιάσει μια γραμμή πάνω στα πριονίδια στο κέντρο του ριγκ με την μπότα του. Ακόμη κι αυτή η κίνηση, που θα έπρεπε να ήταν τραχιά και υπερβολική, ήταν γεμάτη χάρη. «Η γραμμή αφετηρίας», εξήγησε η καινούρια της συντροφιά. «Οι άντρες στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλο από τη μία και την άλλη μεριά της γραμμής. Για όσους γύρους χρειαστεί ώσπου ο ένας να πέσει και να μην ξανασηκωθεί». «Τα στοιχήματα έκλεισαν, κυρίες μου». Ο άντρας με το σκούρο δέρμα που την είχε συνοδεύσει σε τούτο το δωμάτιο μίλησε για πρώτη φορά, ξαναφέρνοντας στον νου της Μάρα ότι βρίσκονταν μέσα σε μια χαρτοπαικτική λέσχη – και ότι ακόμη κι αυτή η στιγμή απέφερε χρήματα στον «Έκπτωτο Άγγελο». Ο Τεμπλ περίμενε, ακίνητος, τον Ντρέικ να πλησιάσει. Η εξιστόρηση συνεχίστηκε. «Ο Τεμπλ αφήνει πάντα τον αντίπαλο να ρίξει την πρώτη γροθιά». «Γιατί;» ρώτησε η Μάρα, μισώντας το γεγονός ότι η ερώτηση της έκοψε την ανάσα. Την είχαν σύρει εδώ, παρά τη θέλησή της, για να παρακολουθήσει αυτή την εξωτερίκευση της απόλυτης βαρβαρότητας. Ε τότε γιατί ξαφνικά την ένοιαζε τόσο πολύ για την απάντηση; «Είναι αήττητος», είπε η γυναίκα απλώς. «Θέλει να δίνει στους αντιπάλους του μια δίκαιη ευκαιρία». Δίκαιη μεταχείριση. Κάτι που εκείνος δεν είχε ποτέ. Ήταν καλός άνθρωπος. Παρόλο που κανένας δεν το έβλεπε. Παρόλο που και η ίδια δεν ήθελε να το πιστέψει. Κοίταξε τα γυμνά πόδια του, τις φαρδιές μαύρες λωρίδες στα τεράστια μπράτσα του, τις αμέτρητες ουλές στο στήθος, στα μάγουλα και την καινούρια πρόσφατη στο μπράτσο του, που εξακολουθούσε να φέρει τα ράμματα από το δικό της χέρι. Δεν μπορούσε να συναντήσει το σκούρο βλέμμα του, δεν μπορούσε να αναγκάσει τον εαυτό της να τον δει ως σύνολο και να αντιμετωπίσει τα πράγματα που του είχε κάνει, να τον βάλει εδώ, σ’ αυτό το ριγκ, για να τον παρακολουθεί το μισό Λονδίνο. Να ποντάρουν πάνω του. Να τον θαυμάζουν με απορία, σαν να ήταν ένα πλάσμα μέσα σ’ ένα μπουκάλι σε μια βιτρίνα με αξιοπερίεργα πράγματα. Απέστρεψε το βλέμμα της από τον Τεμπλ και το έστρεψε στον Ντρέικ, που της ήταν πιο εύκολο να τον κοιτάζει. Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα και χαλύβδωσε τον εαυτό

******ebook converter DEMO Watermarks*******


του για τη μάχη. Και ο αγώνας ξεκίνησε, κτηνώδης και ανελέητος. Ο Ντρέικ ρίχτηκε στον Τεμπλ με αναμφίβολη δύναμη και ο Τεμπλ έκανε το χτύπημα να εκτραπεί, γέρνοντας προς τα πίσω και χρησιμοποιώντας την ορμή του χτυπήματος του πιο μικρόσωμου άντρα για να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του, και τότε κατάφερε ένα ισχυρό πλήγμα στα πλευρά του Ντρέικ. Το χτύπημα ήταν δυνατό και ακριβές και ο Ντρέικ παραπάτησε και πιάστηκε από τα σκοινιά του ριγκ, κι ύστερα γύρισε ξανά για να αντιμετωπίσει τον Τεμπλ. Ο μεγαλόσωμος δούκας στεκόταν στη γραμμή αφετηρίας και απλώς ανάσαινε βαριά. Περίμενε. «Ααα, δεν θα είναι καλός ο αγώνας απόψε, κορίτσια», είπε μία από τις κυρίες. «Ο Ντρέικ θα πέσει σαν πέτρα». «Όλοι έτσι πέφτουν πάντα», είπε μια άλλη. «Μακάρι να υπήρχε ένας αντίπαλος που θα τον κρατούσε στο ριγκ», αναστέναξε μια τρίτη, και η Μάρα ευχήθηκε όλες αυτές οι γυναίκες να σταματούσαν επιτέλους να μιλούν. Ο Ντρέικ του ξαναρίχτηκε, με τα χέρια απλωμένα, σαν ένα μικρό παιδί που λαχταρούσε να το πάρουν αγκαλιά. Δεν πρόλαβε να καταφέρει τίποτα. Ο Τεμπλ κινήθηκε σαν αστραπή, διώχνοντας τα χέρια του Ντρέικ σαν να ήταν μύγες, και κατάφερε στο σαγόνι του Ντρέικ ένα τρομερό χτύπημα κι άλλο ένα στον κορμό του αμέσως μετά. Ο Ντρέικ τότε έπεσε στα γόνατα, και κατευθείαν ο Τεμπλ οπισθοχώρησε. Το βλέμμα της Μάρα έτρεξε στο πρόσωπό του και δεν διέκρινε τίποτα από τον θρίαμβο ή το καμάρι που θα μπορούσε κάποιος να περιμένει να διακρίνει. Δεν υπήρχε κανένα συναίσθημα εκεί – τίποτα που να αποκαλύπτει τι ένιωθε ο Τεμπλ γι’ αυτόν τον αγώνα. Περίμενε, υπομονετικός σαν τον Ιώβ, ενώ ο Ντρέικ ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο δάπεδο που ήταν καλυμμένο με πριονίδια, και το δωμάτιο γύρω της σιώπησε. «Θα ξανασηκωθεί;» Η Μάρα κοίταξε τον πεσμένο άντρα να ανασαίνει βαθιά, με το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει μια φορά, δυο, κι ύστερα σήκωσε το χέρι του κι έκανε το νεύμα που όλοι ήξεραν ότι σήμαινε «αρκετά». «Ααα», αναστέναξε με απογοήτευση μια από τις κυρίες. «Παίρνει ποινή και θα χάσει». «Άντε, Ντρέικ! Πάλεψε σαν άντρας!» Οι γυναίκες γύρω της κλαψούριζαν και μουρμούριζαν, λες και είχαν χάσει ένα αγαπημένο τους παιχνίδι. Η Μάρα γύρισε και κοίταξε τη γυναίκα που είχε γίνει σιωπηρά η σύμβουλός της για τούτη τη βραδιά. «Τι γίνεται τώρα;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Τεμπλ προχώρησε προς τα εμπρός την ώρα που η γυναίκα μιλούσε, απλώνοντας το χέρι στον αντίπαλό του. «Αν εγκαταλείψει κάποιος τον αγώνα στη μέση, χάνει». Ο Ντρέικ έπιασε το απλωμένο χέρι του Τεμπλ και σηκώθηκε στα πόδια του παραπαίοντας. Ο ηλικιωμένος άντρας που κανόνιζε τα στοιχήματα στη μια πλευρά του ριγκ έδειξε με το δάχτυλό του μια κόκκινη σημαία σε μια γωνία, και το πλήθος κι από τις δυο μεριές του παραθύρου ξέσπασε σε κραυγές και γιουχαΐσματα. «Νίκησε ο Τεμπλ», εξήγησε η γυναίκα στη Μάρα, «αλλά όχι με τον τρόπο που θα ήθελαν αυτοί». «Μια νίκη είναι πάντα νίκη, έτσι δεν είναι;» Η γυναίκα ύψωσε το ένα καστανό φρύδι της με κατάπληξη. «Αυτό πες το στους άντρες που μόλις έχασαν ώρες διασκέδασης μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα». Έστρεψε ξανά την προσοχή της στο ριγκ, ενώ οι άντρες απ’ άκρη σ’ άκρη της αίθουσας δια​μαρτύρονταν, κραδαίνοντας κάτι κομματάκια από χαρτί στον αέρα. «Αυτοί οι άντρες βάζουν τεράστια στοιχήματα στους αγώνες – δεν ποντάρουν ποτέ στο ότι ο Τεμπλ θα χάσει, παρά μόνο στον αριθμό των γύρων και στις γροθιές που θα πέσουν… ακόμη και στον τρόπο που υποχώρησε ο Ντρέικ». Η γυναίκα έκανε μια παύση. «Δεν τους αρέσουν οι αγώνες που κρατούν λίγο». «Άννα», φώναξε ο άντρας που στεκόταν στη γωνία, και η γυναίκα γύρισε να τον κοιτάξει. Ο άντρας τής έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι μια φορά, και τότε η γυναίκα στράφηκε προς τη Μάρα. «Λυπάμαι. Φοβάμαι πως έχω δουλειά να κάνω». Η Μάρα συνοφρυώθηκε απορημένη και η γυναίκα έγειρε το κεφάλι της. «Δυστυχισμένοι τακτικοί πελάτες χρειάζονται… να ηρεμήσουν». Και η Μάρα κατάλαβε. Η γυναίκα ήταν πόρνη. Και ακριβοπληρωμένη, αν η Μάρα έπρεπε να μαντέψει. «Φυσικά». Η γυναίκα έκλινε ελαφρά το κεφάλι της. «Κυρία μου». «Ω, εγώ δεν είμαι…» Η Άννα χαμογέλασε. «Όσες από εμάς δεν είναι κυρίες πρέπει να βρίσκονται όλες μαζί». Και μετά έφυγε, αφήνοντας τη Μάρα με τα επακόλουθα του αγώνα και την έντονη επίγνωση ότι δεν της άξιζε κανενός είδους τιμητική προσφώνηση, αν σκεφτεί κανείς τις συνέπειες των πράξεών της πριν από πολύ καιρό. Ο Τεμπλ δεν έδειχνε να νοιάζεται για τους άντρες που ούρλιαζαν και τσακώνονταν γύρω του, ψάχνοντας απεγνωσμένα έναν τρόπο να πάρουν πίσω τα στοιχήματά τους. Αντίθετα, γύρισε να κοιτάξει τον καθρέφτη, με τα μαύρα του μάτια να ανιχνεύουν το πλάτος του. «Να το, εδώ είναι!» φώναξε μια κυρία από εκεί δίπλα. Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, κάνοντας το δωμάτιο να γεμίσει με

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πνιχτά γέλια και αναστεναγμούς, με τη Μάρα να έχει απομείνει με κομμένη την ανάσα γιατί ήξερε ότι τώρα που ο αγώνας είχε τελειώσει, εκείνος θα ερχόταν να τη βρει. Και μαζί μ’ αυτή την επίγνωση ήρθε και η ανάμνηση από την τελευταία τους συζήτηση. Από τις λέξεις που είχε χρησιμοποιήσει εκείνος. Από το χαστούκι που του έδωσε αυτή. Από την κατάσταση που εκείνη είχε δημιουργήσει για τους δυο τους, μια κατάσταση όπου ήταν εχθροί. Όπου εκείνη έκανε ό,τι μπορούσε για να ξαναπάρει πίσω τα χρήματά της, κι εκείνος έκανε ό,τι μπορούσε για να πάρει την εκδίκησή του. Ο θυμός της επέστρεψε. «Ο καημένος ο Τεμπλ!» αναφώνησε κάποια. «Δεν πήρε τον αγώνα που ήθελε!» «Θα μου άρεσε να του δώσω εγώ έναν αγώνα», αντιγύρισε μια άλλη κυρία, και το υπονοούμενο έκανε όλες τις υπόλοιπες στο δωμάτιο να χασκογελάσουν πονηρά. Δεν παλεύω με γυναίκες. Πόσες φορές της το είχε πει αυτό εκείνη την πρώτη νύχτα; Αλλά τι θα γινόταν αν κάποια γυναίκα τον προκαλούσε σε αγώνα ούτως ή άλλως; Ανοιχτά; Τι θα γινόταν αν μια γυναίκα του πρότεινε να παλέψει μαζί του για τα χρήματα που δικαιωματικά της ανήκαν; Τι θα γινόταν αν μια γυναίκα τον στρίμωχνε σ’ εκείνη τη γωνία όπου η κόκκινη σημαία του κυμάτιζε αλαζονικά με πλήρη αυτοπεποίθηση; Εκείνος θα παρατούσε τον αγώνα στη μέση; Κι εκείνη θα μπορούσε να κερδίσει; Η καρδιά της βροντοχτύπησε μες στο στήθος της. Θα μπορούσε. Τούτη η στιγμή, αυτό εδώ το μέρος ήταν η λύση που έψαχνε. Ο μαρκήσιος του Μπορν είχε ανέβει πάνω στο ριγκ μαζί του και κουβέντιαζαν οι δυο τους. Οι σκέψεις της Μάρα κάλπασαν. Θα μπορούσε να είναι τόσο εύκολο. Ένας άντρας με γυαλιά, λεπτός σαν καλάμι, εμφανίστηκε στο πλευρό της. «Ο Τεμπλ ζητά να τον συναντήσεις στα διαμερίσματά του. Είμαι εδώ για να σε οδηγήσω εκεί». Έκτακτα. «Έχω κάθε πρόθεση να συναντήσω τον δούκα». Είχε πρόθεση να τον εκπλήξει. Να του αποδείξει ότι έκανε λάθος. Να αποδείξει ότι ήταν πιο δυνατή, πιο έξυπνη και πιο ισχυρή απ’ όσο τη θεωρούσε εκείνος. Να τον κάνει να μετανιώσει για τα λόγια του. Να τον κάνει να τα αναιρέσει. Τα φιλιά του την είχαν θολώσει για τα καλά. Η παράξενη, απροσδόκητη καλοσύνη του την είχε κάνει να ξεχάσει την πλήρη επίγνωση αυτού του πολέμου που είχαν εξαπολύσει ο ένας εναντίον του άλλου. Αλλά μετά την είχε αποκαλέσει πόρνη. Και τότε εκείνη θυμήθηκε ποιος ήταν ο σκοπός του. Και ο δικός της σκοπός. Εκείνος ήθελε ανταπόδοση· εκείνη ήθελε να μην κινδυνεύσει το ορφανοτροφείο. Κι αυτό που ήθελε, θα το έπαιρνε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Απόψε. Η αφοσίωσή της στον σκοπό της έγινε πιο δυνατή, και τότε εκείνη και ο οδηγός της βγήκαν από το κρυφό πέρασμα και μπήκαν μέσα σε ένα πλήθος ανθρώπων παραπέρα, και η Μάρα ήταν ευγνώμων για τη μάσκα που φορούσε, για τον τρόπο που έκανε την ορατότητά της εστιασμένη –άντρες μπαινόβγαιναν στο σκηνικό– με τα πού και τα γιατί της διαδρομής τους να έχουν χάσει τη σημασία τους λόγω της περιορισμένης ορατότητας. Η μάσκα έκανε την όλη βραδιά να μοιάζει κατά κάποιο τρόπο με παράσταση – οι άντρες διέσχιζαν μια σκηνή φτιαγμένη μόνο για εκείνη, με κατεύθυνση μια πιο μεγάλη, πιο σημαντική σκηνή. Για τον πρωταγωνιστή. Τον Τεμπλ. Άφησε τον άντρα να την οδηγήσει ξανά στα διαμερίσματα του Τεμπλ· την πήγε στον αμυδρά φωτισμένο χώρο κι έκλεισε την πόρτα πίσω της, κλειδώνοντας κιόλας χωρίς δεύτερη συζήτηση. Αλλά η Μάρα διέσχιζε ήδη το δωμάτιο και πήγαινε προς εκείνη την ατσάλινη πόρτα που είχε παρατηρήσει από την άλλη μεριά του ριγκ. Ξέροντας πού οδηγούσε. Την άνοιξε απότομα, με το σχέδιο ξεκάθαρο στο μυαλό της – τόσο ξεκάθαρο όσο και το σχέδιο δώδεκα χρόνια πριν, που την είχε βάλει σε τούτο τον δρόμο που πήρε. Αυτόν τον δρόμο που την οδήγησε εδώ. Σ’ αυτή τη στιγμή. Σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Αγνόησε τους άντρες εκατέρωθεν του διαδρόμου, που άνοιγαν χώρο προς το ριγκ, ευγνώμων που φορούσε μάσκα σ’ εκείνα τα δεκαπέντε παρά κάτι μέτρα, παρόλο που το βλέμμα της δεν αφομοίωνε κανέναν εκτός από εκείνο τον πελώριο άντρα που στεκόταν ακόμα στο ριγκ, έχοντάς της την πλάτη γυρισμένη καθώς άπλωνε τα χέρια του για να πιάσει τα αρπακτικά χέρια των αντρών σε συγχαρητήριες χειραψίες. Ο κακομοίρης δεν είχε ιδέα τι θα γινόταν. Ήταν τόσο προσηλωμένη στον Τεμπλ, που δεν είδε τον μαρκήσιο του Μπορν παρά μόνο τη στιγμή που μπήκε μπροστά της και της έκλεισε τον δρόμο, αρπάζοντάς την απ’ τα μπράτσα. «Δεν νομίζω». Τον κοίταξε κατάματα. «Δεν θα με σταματήσεις». «Δεν νομίζω ότι θα σου άρεσε να με δοκιμάσεις». Εκείνη γέλασε στο άκουσμα εκείνων των λόγων. «Πες μου, λόρδε Μπορν», είπε, ενώ ταυτόχρονα ζύγιζε τις εναλλακτικές της. «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι έχεις την παραμικρή δουλειά εδώ πέρα; Ολόκληρη η ζωή μου με οδήγησε σ’ αυτή τη στιγμή». «Δεν θα σε αφήσω να καταστρέψεις το δικαίωμά του στη δίκαιη ανταπόδοση», είπε ο Μπορν. «Αν με καλορωτάς, σου αξίζει απ’ την αρχή ως το τέλος, για τον όλεθρο που έσπειρες». Ίσως ήταν το υπονοούμενο ότι ο μαρκήσιος του Μπορν γνώριζε για το μακρύ νήμα του παρελθόντος που απλωνόταν ανάμεσα στη Μάρα και στον Τεμπλ. Ή ίσως ήταν ότι,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


γελοιωδώς, νόμιζε ότι είχε το δικαίωμα να πει αυτά τα λόγια, λες και θα μπορούσε να σταματήσει τη γη να γυρίζει αν το ήθελε. Ή ίσως το αυτάρεσκο ύφος πάνω στη φάτσα του. Η Μάρα δεν θα το μάθαινε ποτέ. Όμως δεν δίστασε, και χρησιμοποίησε όλη τη δύναμη και την επιδεξιότητα και τα μαθήματα τα οποία είχε πάρει από εκείνα τα δώδεκα χρόνια που ζούσε μόνη της δίχως κανέναν να νοιαστεί για αυτήν, καθώς και τα μαθήματα από εκείνον τον άντρα παραδίπλα, που της τα είχε φρεσκάρει. Ο Μπορν δεν προέβλεψε ότι θα ερχόταν μπουνιά. Ο αυτάρεσκος αριστοκράτης τρέκλισε προς τα πίσω κι ένας ήχος κατάπληξης και ξαφνιάσματος ήρθε μαζί με ένα κόκκινο ρυάκι από τη μύτη του, αλλά η Μάρα δεν είχε χρόνο να θαυμάσει τα κατορθώματά της. Βρέθηκε δίπλα στο ριγκ κι ύστερα πέρασε μέσα απ’ τα σκοινιά σε δευτερόλεπτα, και τη στιγμή που στάθηκε εκεί πάνω, στα πριονίδια που ήταν στρωμένα ακανόνιστα, η αίθουσα άρχισε να σωπαίνει. Οι άντρες που φωνασκούσαν για να διεκδικήσουν τα στοιχήματά τους και απαιτούσαν έναν δεύτερο αγώνα γύρισαν να την κοιτάξουν. Ο Τεμπλ χρειάστηκε μια στιγμή για να αντιληφθεί την ησυχία. Για να συνειδητοποιήσει ότι η ησυχία είχε ως κατεύθυνση αυτόν. Στο ριγκ. Ένα κύμα αβεβαιότητας άρχισε να αναδεύεται στη βάση του αυχένα της, ξεκινώντας το αργό, ελικοειδές ταξίδι του προς τη ραχοκοκαλιά της. Προσπάθησε να το διώξει με τη δύναμη της σκέψης της. Αυτή ήταν η επιλογή της. Αυτό ήταν το επόμενο βήμα της. Κοίταξε τα μαύρα μάτια του τη στιγμή που κι εκείνος κίνησε να πηγαίνει προς το μέρος της, και διέκρινε την έκπληξη εκεί. Τον εκνευρισμό. Την απογοήτευση. Και κάτι παραπάνω. Κάτι που η Μάρα δεν μπόρεσε να το αποκωδικοποιήσει γιατί κλειδώθηκε μέσα σ’ εκείνο το ανελέητο βλέμμα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μίλησε, αφήνοντας τη φωνή της να βγει δυνατή και καθαρή μέσα στην πελώρια αίθουσα. «Έχω και εγώ ένα χρέος στον “Έκπτωτο Άγγελο”, δούκα». Ο Τεμπλ ύψωσε το ένα του φρύδι, αλλά δεν μίλησε. «Πες μου, λοιπόν. Θα δεχτείς την πρόσκλησή μου σε αγώνα;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 11 Ακόμη κι αν του πρόσφεραν δέκα χιλιάδες στερλίνες για να μαντέψει ποιος θα ήταν ο επόμενος που θα ανέβαινε στο ριγκ του, δεν θα είχε φανταστεί πως θα ήταν εκείνη. Αλλά όταν η αίθουσα βυθίστηκε στη σιωπή και γύρισε το βλέμμα του από μια ομάδα αντρών που στέκονταν από την έξω μεριά των σκοινιών για να δει τι τους είχε τραβήξει την προσοχή, κατάλαβε ότι θα ήταν εκείνη. Παρότι ήταν σίγουρος πως δεν ήταν δυνατόν να συμβαίνει αυτό. Να τη, να στέκει ψηλή, περήφανη και δυνατή στο μέσο του ριγκ, με το αίμα του Ντρέικ να έχει πιτσιλίσει το δάπεδο μπροστά στα πόδια της, λες και βρισκόταν σε τεϊοποτείο. Ή σε μπακάλικο. Λες και ήταν απόλυτα συνηθισμένο μια μασκοφορεμένη γυναίκα να μπαίνει σε ένα ριγκ πυγμαχίας, καταμεσής μιας λέσχης για άντρες. Η γυναίκα ήταν για τα σίδερα. Και τότε μίλησε, υποβάλλοντας την πρόσκλησή της σε αγώνα με τον ψύχραιμο, ξεκάθαρο τρόπο της, λες και είχε φανερά το δικαίωμα να κάνει κάτι τέτοιο. Λες και δεν θα ανατιναζόταν ολόκληρη η λέσχη με τούτο το σκάνδαλο. Πράγμα που έγινε, μέσα σε μια κακοφωνία από επιδεικτικούς ξερόβηχες και χάχανα και γρυλίσματα που μαρτυρούσαν προσβολή και που σύντομα έγιναν μια άναρθρη αρσενική αντάρα. Με την κάλυψη όλης αυτής της βαβούρας, ο Τεμπλ ανέκτησε την αυτοκυριαρχία του και την πλησίασε, αυτήν, που ήταν αντίπαλός του με κάθε τρόπο, κι ωστόσο δεν ήταν καθόλου αντίπαλός του. Ύψωσε το φρύδι του. Εκείνη δεν κουνήθηκε και ο Τεμπλ ευχήθηκε να έβγαζε τη μάσκα για να μπορούσε να διαβάσει την έκφρασή της. Η μάσκα θα μπορούσε να βγει. Αμέσως, αν το ήθελε αυτός. Θα μπορούσε να την προκαλέσει να πραγματοποιήσει τις απειλές της, να την ξεσκεπάσει μπροστά στην πλειονότητα των πιο ισχυρών αντρών του Λονδίνου και να ξαναπάρει πίσω εκείνη τη ζωή που είχε παγώσει στον χρόνο εδώ και δώδεκα χρόνια. Κι εκείνη τη ζωή που είχε παγώσει στον χρόνο εδώ και λιγότερο από μια βδομάδα. Αλλά τότε δεν θα μπορούσε να δει πόσο μακριά θα το πήγαινε εκείνη η γυναίκα. Έγειρε το κεφάλι του και μίλησε έτσι ώστε μόνο εκείνη να μπορούσε να ακούσει. «Τολμηρή κίνηση». Έγειρε κι αυτή το δικό της κεφάλι, με τα χείλη της να στρογγυλεύουν απαλά. Περιπαίζοντάς τον. Προκαλώντας τον. «Οι πόρνες πρέπει να είναι τολμηρές, μου είπαν».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και μ’ αυτό, ο Τεμπλ κατάλαβε. Η γυναίκα ήταν έξαλλη. Κι εδώ που τα λέμε, θα έπρεπε. Την είχε αποκαλέσει πόρνη. Τον πλημμύρισε ενοχή, με κάποιο τρόπο διακριτή από την απογοήτευση και τη σαγήνη. Η Μάρα δεν του άφησε περιθώρια να βρει την κατάλληλη απάντηση. Καλύτερα, γιατί δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε. Αντίθετα, εκείνη πρόσθεσε: «Έτσι τολμηρή θα έπρεπε να ήταν η πρώτη κίνηση, δεν νομίζεις;» Τα λόγια της έδιωξαν τις ενοχές του. Με την πρόκληση που έκρυβαν. Με την έξαψη που τον κατακυρίευε κάθε φορά που βρίσκονταν απέναντι ο ένας στον άλλο. Αυτός εδώ ο αγώνας ήταν πιο ισχυρός απ’ οποιονδήποτε άλλο είχε δώσει ποτέ του. «Πιστεύεις ότι θα σε αφήσω να νικήσεις;» Το στρογγύλεμα των χειλιών της έγινε χαμόγελο. «Πιστεύω πως δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς». «Λάθος τα υπολόγισες». «Δηλαδή;» Της την έσκασε. «Δικό μου είναι το ριγκ, δικοί μου και οι κανόνες». Σήκωσε το χέρι του προς τη μεριά της αίθουσας και όλοι οι άντρες –καμιά διακοσαριά, μπορεί και παραπάνω– σώπασαν. Τα μάτια της γούρλωσαν πίσω από τη μάσκα με τον τρόπο που ο Τεμπλ έλεγχε το μέρος και τους παρισταμένους του. «Κύριοι!» αναφώνησε προς όλους μέσα στην αίθουσα, γενικά. «Απ’ ό,τι φαίνεται, η αποψινή διασκέδαση δεν έχει ολοκληρωθεί». Πλησίασε πιο κοντά της, και το ελαφρύ άρωμα από λεμόνια τυλίχτηκε γύρω του – καθαρό, μέσα σ’ εκείνο το βρομερό μέρος. Φωτεινό, εκεί όπου βασίλευε σκοτάδι. Η γυναίκα δεν ανήκε εδώ. Και με κάποιο τρόπο, ανήκε. Ίσως ήταν απλώς το γεγονός ότι δεν ήθελε να τη δει να φεύγει, παρόλο που ήξερε ότι έτσι έπρεπε να γίνει. Ήταν αρκετά κοντά του ώστε να μπορεί να την αγγίξει, και την τράβηξε προς το μέρος του, γλιστρώντας το ένα πόδι του ανάμεσα στα δικά της, λατρεύοντας τον τρόπο που τα μεταξωτά φουστάνια της κόλλησαν πάνω του. Λάτρευε την αίσθηση που άφηνε αυτή η γυναίκα στα χέρια του, μια αίσθηση δυνατή και ταιριαστή. Αλλά τη μισούσε κιόλας, γιατί εκείνη η γυναίκα έδειχνε να κατακυριεύει τις σκέψεις του όταν βρισκόταν δίπλα του. Τον αποσπούσε από τον σκοπό του. Δίκαιη ανταπόδοση. Την τράβηξε κοντά του και της ξέφυγε ένα αγκομαχητό, και τα γυμνά χέρια της πήγαν και ακούμπησαν πάνω στο γυμνό στήθος του, με το άγγιγμά της δροσερό και απαλό πάνω στο δέρμα του που ήταν υγρό από τον ιδρώτα. Χαμήλωσε τη φωνή του για να τον ακούει μόνο εκείνη. «Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς». Εκείνη κοκάλωσε στο άκουσμα αυτών των λόγων, λες και είχαν κάποια σημασία γι’ αυτήν, για μισό δευτερόλεπτο. Ίσως και λιγότερο. «Τότε οπωσδήποτε, Εξοχότατε, ήρθε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


η ώρα να ξαπλώσω». Τα λόγια τον ξάφνιασαν, έκρυβαν κουράγιο, διάθεση για αγώνα και κάτι παραπάνω μέσα τους. Ο Τεμπλ αναρωτήθηκε αν η φανταστική εικόνα που κροτάλισε με θόρυβο μες στο μυαλό του αντήχησε και στο δικό της – οι δυο τους, στο κρεβάτι. Γυμνοί. Μπλεγμένοι ο ένας μες στον άλλο. Υπέροχο. Αμοιβαίο. Στράφηκε προς το πλήθος, μισώντας τα πεινασμένα βλέμματα που ήταν καρφωμένα πάνω της παρόλο που ήξερε ότι ήταν αναγκαία. «Να την ελέγξω για τυχόν όπλα;» Ένας βρυχηθμός επιδοκιμασίας ήρθε από τη σύναξη των αντρών, κι εκείνος ακούμπησε τα φουστάνια της, σίγουρος ότι το μαχαίρι που κουβαλούσε τόσο ιεροβλαβικά μαζί της θα ήταν κάπου εκεί. Της ξέφυγε ένα αγκομαχητό καθώς τα χέρια του γλίστρησαν πάνω στον κορμό και στους γοφούς της, αναγνωρίζοντας τον ήχο ως ένδειξη ευχαρίστησης. Την κοίταξε. «Ποτέ δεν σε θεωρούσα επιδειξιομανή». Εκείνη σούφρωσε τα χείλη της. «Ε δεν θα ξεκινούσα από τώρα». «Χμμμ», έκανε ο Τεμπλ κι άφησε τον ήχο να την πλημμυρίσει. «Οι πράξεις σου απόψε άλλα δείχνουν». Στην τσέπη του φουστανιού της, τα δάχτυλά του ακούμπησαν το βιβλιαράκι στο οποίο εκείνη κατέγραφε την ιστορία τους σε λίρες, σελίνια και πένες. Η Μάρα ένιωσε το άγγιγμα και τον κοίταξε. «Πρόσεχε, Εξοχότατε, μην τυχόν και η αποψινή νύχτα σού κοστίσει περισσότερο απ’ όσο φαντάζεσαι». Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελό του την ώρα που ακούμπησε τη λαβή του μαχαιριού της. Ήταν πανταχού παρόν. «Η Εμπέρ σου έφτιαξε τσέπη;» Τον κοίταξε μισοκλείνοντας τα μάτια μέσα από τη μάσκα της. «Νόμιζα πως είχα καταστήσει σαφές πως είμαι πολύ επιδέξια με τις βελόνες». Ο Τεμπλ τότε δεν μπόρεσε να κρατηθεί και να μη γελάσει. Η γυναίκα ήταν απίστευτη. Είχε λάβει ένα φόρεμα που κόστιζε περισσότερο από τους μισθούς της για έναν χρόνο, και αμέσως εγκατέστησε μια τσέπη για να έχει το όπλο της κοντά της. Έβγαλε το μαχαίρι και το σήκωσε ψηλά πάνω απ’ τα κεφάλια τους. «Η κυρία είναι εφοδιασμένη με ατσάλι». Με περισσότερους από έναν τρόπους. Οι άντρες βρυχήθηκαν κι αυτοί τα δικά τους γέλια ενώ ο Τεμπλ πέταξε το μαχαίρι πάνω στο ριγκ, αψηφώντας το γεγονός ότι γλίστρησε ανάμεσα στα πριονίδια. Ήταν πολύ προσηλωμένος πάνω της. «Μια γυναίκα ποτέ δεν μπορεί να είναι υπερβολικά προσεκτική, Εξοχότατε». Ήταν η σειρά της να υψώσει τη φωνή της. Να δώσει παράσταση στο πλήθος. Να κερδίσει το γέλιο τους. Του χαμογέλασε, ένα χαμόγελο φωτεινό και λαμπερό, και ο Τεμπλ ευχήθηκε να βρίσκονταν οπουδήποτε αλλού εκτός από εδώ. «Μα τι θα γίνει με την πρόσκλησή μου; Δεν είμαστε πάτσι τώρα που μου πήρες το μαχαίρι μου;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Το πλήθος ξέσπασε σε χάχανα και μια συγχορδία από αχά, και ο Τεμπλ κατάλαβε τι έκανε η γυναίκα. «Όχι στο ριγκ, αγάπη μου. Αλλά ίσως μπορούμε να βρούμε ένα άλλο μέρος να… το κουβεντιάσουμε». Οι άντρες γέλασαν θριαμβευτικά κι εκείνη σφίχτηκε μες στα χέρια του και τα λόγια της ακούστηκαν σ’ όλη την αίθουσα. «Δεν νομίζω. Κρατάς ένα δικό μου χρέος. Είμαι εδώ για να το κερδίσω πίσω. Έτσι δεν γίνεται στον “Άγγελο”;» Ωωω, έψαλε το πλήθος. Ο Τεμπλ κούνησε αργά το κεφάλι του αρνητικά, παίζοντας για το κοινό τη στιγμή που της μιλούσε, ήρεμα και σοβαρά. «Δεν παλεύω με γυναίκες». Θυμήθηκε την πρώτη φορά που της το είχε πει αυτό. Θυμήθηκε τον άντρα που ήταν τότε. Τον άντρα που δεν ήταν σίγουρος για τον εαυτό του. Πού ήταν αβέβαιος για τις πράξεις του. Όχι πια. Η Μάρα έσφιξε το ένα χέρι της πάνω στο στήθος του και το έκανε γροθιά. «Και πες μου, Εξοχότατε, σε προσκάλεσε ποτέ γυναίκα σε αγώνα εδώ; Μέσα στο ριγκ;» «Έχει ένα δίκιο, Τεμπλ!» αναφώνησε κάποιος από το μπούγιο. «Θα σου δώσω εκατό λίρες να αφήσεις εμένα να δεχτώ την πρόσκληση αντί για σένα, Τεμπλ!» «Μόνο εκατό; Εγώ θα έδινα πεντακόσιες για μια μαϊμουδίτσα σαν αυτήν! Θα έβαζα στοίχημα ότι είναι απίστευτη στο κρεβάτι!» Ο Τεμπλ την άφησε και στράφηκε προς τον άντρα που είπε αυτά τα λόγια, για να διαπιστώσει ότι επρόκειτο για τον Όλιβερ Ντένσμορ, τον μεγαλύτερο κόπανο του Λονδίνου, που κρεμόταν στα σκοινιά με τα σάλια να του τρέχουν για τα καλά. Ο Τεμπλ αντιστάθηκε στην παρόρμηση να του χώσει μια κλοτσιά στα δόντια. «Λοιπόν, Εξοχότατε;» του τράβηξε την προσοχή η Μάρα. «Δέχτηκες ποτέ πρόσκληση για αγώνα από κάποιο άτομο της δικής μου φύσης;» Η λέξη φύση όρμησε μέσα του με μανία σαν ριπή ανέμου και ο Τεμπλ ξαφνικά βεβαιώθηκε ότι αυτή εδώ η γυναίκα ήταν η πιο ικανή αντίπαλος που είχε ποτέ του αντιμετωπίσει σ’ αυτό το ριγκ. «Όχι». Η Μάρα έκανε έναν μικρό κύκλο για να δείξει το μασκοφορεμένο πρόσωπό της στην αίθουσα, και τελικά κοντοστάθηκε και κοίταξε τον καθρέφτη όπου οι γυναίκες χωρίς αμφιβολία κρυφογελούσαν και κουτσομπόλευαν κι αναρωτιούνταν γι’ αυτήν. Συνάντησε το βλέμμα του μέσα στον καθρέφτη και χαμογέλασε, ένα χαμόγελο πλατύ και ευχάριστο, και για πρώτη φορά από τότε που είχαν συναντηθεί σ’ εκείνο τον σκοτεινό δρόμο του Λονδίνου ο Τεμπλ αναρωτήθηκε πώς θα ήταν αν αυτό το χαμόγελο αποκτούσε μια καθημερινή θέση στη ζωή του. Αν το γνώριζε καλά. «Α», είπε η Μάρα, με τα λόγια της να μεταφέρονται σε όλη την αίθουσα. «Δηλαδή, υποχωρείς». Ο Τεμπλ δίστασε, και δεν του άρεσε το κύμα της ανησυχίας που ήρθε μαζί με τα λόγια. «Όχι». Η Μάρα στράφηκε προς τον άνθρωπο που κανόνιζε τα στοιχήματα, του οποίου τα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


γουρλωμένα μάτια κόντευαν να πεταχτούν έξω απ’ τις κόγχες τους. «Έτσι δεν συμβαίνει με τους αγώνες; Ο αγώνας γίνεται, αλλιώς θεωρείται ότι ο πυγμάχος υποχωρεί και χάνει;» Ο μεγαλύτερος άντρας άνοιξε το στόμα του και το έκλεισε, κοιτάζοντας τον Τεμπλ για καθοδήγηση. Έξυπνος άνθρωπος. Ο Τεμπλ σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και έβγαλε τον κακομοίρη τον άνθρωπο από τη δύσκολη θέση. «Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να παλέψει κανείς. Άλλοι τρόποι για να νικήσω». Τότε εκείνη στράφηκε προς το μέρος του και κοίταξε πάνω από τον ώμο της, με εκείνα τα χείλη στρογγυλεμένα, γεμάτα θράσος και ανυπακοή. Και αβάσταχτα προκλητικά. «Άλλοι τρόποι για να νικήσω εγώ, θες να πεις». Το πλήθος τρελάθηκε. Τη λάτρεψαν, αυτή τη μυστηριώδη γυναίκα που έδειχνε να παίζει τον Τεμπλ και τον υπόλοιπο κόσμο στο μικρό της δαχτυλάκι. Και με κάποιο τρόπο, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, τρελάθηκε κι αυτός. Βρέθηκε δίπλα της μέσα σε μια στιγμή, την άρπαξε στην αγκαλιά του, την κόλλησε σφιχτά πάνω του και πήρε τα χείλη της στα δικά του. Τη διεκδίκησε για δική του ενώπιον Θεού και Λονδίνου. Γεύτηκε τη γλύκα της. Τη νοστιμιά της. Ο βρυχηθμός του συγκεντρωμένου πλήθους ξεθώριαζε την ώρα που την καταβρόχθιζε, με εκείνο το φιλί πολύ τραχύ, πολύ καυτό, ώσπου ο Τεμπλ συνειδητοποίησε ότι η γυναίκα το συνταίριαζε και με το δικό της πάθος. Και με τη δική της θέρμη. Το είχε νιώσει κι εκείνη. Τον ήθελε ακριβώς όσο την ήθελε κι αυτός. Τι συμφορά! Καλά, θα τον απασχολούσε αργότερα αυτό. Τη φίλησε ξανά και ξανά, πήρε τα μάγουλά της στα χέρια του και την κράτησε ακίνητη ενώ τη διεκδικούσε με τα χείλη του, τη γλώσσα και τα δόντια του, ώσπου ολόκληρος ο κόσμος εξαφανίστηκε και δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο παρά μόνο αυτή. Κι αυτός. Και τούτη η στιγμή. Και ο τρόπος που ταίριαζαν μεταξύ τους. Ο τρόπος που τον έβλεπε. Ο τρόπος που την έβλεπε. Αλλά δεν ήταν μόνοι, φυσικά. Κι εκείνος κόντευε να την κάνει δική του μπροστά σε όλο το Λονδίνο. Χριστέ μου. Τη φιλούσε μπροστά σε όλο το Λονδίνο. Την κατέστρεφε. Τότε ο Τεμπλ σταμάτησε και πήρε το στόμα του από το δικό της, λατρεύοντας τον τρόπο που η γυναίκα ακολούθησε τα χείλη του, λατρεύοντας τον τρόπο που καιγόταν γι’ αυτόν όπως καιγόταν και ο ίδιος για εκείνη. Όχι. Η γυναίκα καταστρεφόταν. Λες και ήταν η πόρνη που εκείνος την είχε αποκαλέσει. Η

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πόρνη που ο Τεμπλ είχε σκοπό να κάνει τους άλλους να νομίσουν ότι ήταν. Μόνο που τώρα το σχέδιο έδειχνε να έχει αποκτήσει ψεγάδια. Χριστέ μου. Τι είχε κάνει; Εκείνη ύψωσε το ένα φρύδι της. «Λοιπόν, Εξοχότατε; Θα παλέψεις; Ή υποχωρείς;» «Τίποτε απ’ τα δυο». Ο Τεμπλ δεν περίμενε να ακούσει την απάντησή της· αντίθετα, τη σήκωσε στα χέρια του, ευγνώμων που η μάσκα εξακολουθούσε να καλύπτει το πρόσωπό της, και την πήρε μακριά από το ριγκ, έχοντας στ’ αφτιά του τις ζητωκραυγές όλου του Λονδίνου. Αυτό το σχέδιο θα μπορούσε να είχε αποβεί εξαιρετικό, αν δεν υπήρχε εκείνος ο άντρας που του έφραξε τον δρόμο. Ο Κρίστοφερ Λόου. Με την καρδιά της να σφυροκοπά, η Μάρα ήταν παγιδευμένη στα χέρια του Τεμπλ και πολύ απορροφημένη από τη δύναμή του, από την έξαψη της λεκτικής διαμάχης τους και από την ευφορία της που τον αναστάτωσε, για να αντιληφθεί ότι εκείνος είχε κοντοσταθεί κάπου. Δεν το είχε προσέξει μέχρι που ο Τεμπλ την απίθωσε κάτω, με το σώμα της να γλιστράει πάνω στο δικό του ώσπου τα πόδια της ακούμπησαν στο δάπεδο που ήταν καλυμμένο με πριονίδια. «Λόου», έκανε ο Τεμπλ χαμηλόφωνα και δυσοίωνα, και η Μάρα στράφηκε απότομα να τον κοιτάξει. Φανέρωνε τώρα την ταυτότητά της; Η Μάρα υπέθεσε ότι αυτό ήταν μια έξυπνη κίνηση. Η κίνηση ματ στο παιχνίδι τους. Πάντως απογοητεύτηκε, όπως και να είχε. Ώσπου συνειδητοποίησε ότι ο Τεμπλ δεν κοιτούσε αυτήν. Κοιτούσε πίσω της, πάνω από τον δεξιό ώμο της, κατάματα τον αδερφό της, ο οποίος στεκόταν λίγα μέτρα μακριά, στην άκρη του ριγκ, με την απογοήτευση και κάτι χειρότερο στο βλέμμα του. Κάτι ανησυχητικό. Κάτι αδιευκρίνιστο. «Νομίζεις ότι έχεις κερδίσει; Νομίζεις ότι μπορείς να πάρεις ό,τι δικό μου…» Κόμπιασε. «Και της αδερφής μου;» Η αίθουσα σιώπησε, και όλοι οι παριστάμενοι άντρες έσκυψαν προς τα εμπρός για να ακούσουν τη συζήτηση. Η Μάρα έκανε να προχωρήσει προς τον αδερφό της, ξέροντας ότι ήταν έξαλλος. Ανυπομονούσε να τον ηρεμήσει. Να τον προφυλάξει από τον Τεμπλ. Από το να της καταστρέψει τα σχέδιά της. Από το να της γκρεμίσει ό,τι έχτιζε. Καλό και κακό. Ο Τεμπλ τη σταμάτησε βάζοντας το χέρι του στο μπράτσο της, κι αμέσως μπήκε ανάμεσα σ’ αυτήν και τον αδερφό της. Ο Κιτ ήδη κουνούσε το κεφάλι του αρνητικά και προχωρούσε προς το μέρος τους, παρασυρμένος από ηλιθιότητα, με τη φωνή του δυνατή και θυμωμένη. «Όλο το Λονδίνο σε θεωρεί νικητή. Έναν ήρωα. Αλλά ο Φονιάς

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δούκας δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας άνανδρος». Κοίταξε τη Μάρα, κι εκείνη διέκρινε στο βλέμμα του την απέχθεια, τόσο του πατέρα της όσο και του Κιτ. «Άνανδρος και σωματέμπορος». Το αγκομαχητό που κυμάτισε σε όλη την αίθουσα προήλθε τόσο από τη Μάρα όσο και απ’ όλους τους παρισταμένους. Τα λόγια ήταν ένα χτύπημα, που το κατάφερε ο μοναδικός άνθρωπος ο οποίος θα έπρεπε να νοιάζεται για την υπόληψή της. Τώρα ο Τεμπλ θα αναγκαζόταν να παλέψει μαζί του. Δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς, και ο Κιτ το ήξερε. Δεν γινόταν κάποιος να αποκαλέσει κάποιον άλλο άνανδρο και να μη γίνει φασαρία. Έκανε να πλησιάσει τον αδερφό της, θέλοντας να το σταματήσει αυτό. Ευχόταν να μπορούσε να τον χτυπήσει η ίδια. Το χέρι του Τεμπλ την αγκάλιασε πάνω απ’ το στήθος. Στράφηκε προς το μέρος της. Της μίλησε απαλά, για να τον ακούσει μόνο εκείνη. «Όχι. Αυτή η μάχη είναι δική μου». Υπήρχε θυμός και στο δικό του βλέμμα. Αλλά ήταν διαφορετικός, κατά κάποιο τρόπο. Ο θυμός εκείνος ήταν για χάρη της. Τι ήταν αυτός ο άνθρωπος; Ο Κιτ δεν διέκρινε την οργή, υπερβολικά τυφλωμένος από τους δικούς του παλικαρισμούς. «Δεν παλεύεις με τον μοναδικό άντρα που έχει έναν νόμιμο λόγο γι’ αυτό». Σήκωσε τις γροθιές του. «Αλλά τώρα είμαι εδώ και δεν μπορείς να με αγνοήσεις. Θα παλέψεις μαζί μου». Τα λόγια παρακίνησαν το συγκεντρωμένο πλήθος των αντρών. Προχώρησαν όλοι μαζί σαν λαοθάλασσα, βομβαρδίζοντας τους άντρες που συγκέντρωναν τα στοιχήματα ολόγυρα στην αίθουσα, μη βλέποντας την ώρα να βάλουν τα στοιχήματά τους. «Θα είναι ο Αγώνας του Αιώνα!» αναφώνησε κάποιος. «Διακόσιες λίρες στην άμεση νίκη του Τεμπλ!» Κάποιος άλλος κραύγασε: «Ένας μόνο γύρος – ξανά τα ίδια!» «Πενήντα λίρες ότι ο Τεμπλ θα σπάσει τρία παΐδια του Λόου!» ακούστηκε μια βαθιά φωνή. «Εγώ βάζω εβδομήντα πέντε στο ότι ο Φονιάς Δούκας θα κερδίσει επάξια το παρατσούκλι του!» Το Λονδίνο περίμενε γι’ αυτόν τον αγώνα εδώ και δέκα χρόνια. Και παραπάνω. Ο Φονιάς Δούκας εναντίον του αδερφού της γυναίκας που σκότωσε. Η απόλυτη πάλη Δαβίδ και Γολιάθ. Τα λόγια του Κιτ από τη συνάντησή τους λίγες μέρες πριν αντήχησαν μέσα της. Δεν έχω γλιτώσει απ’ αυτό. Και τώρα, ούτε κι εσύ. Ο μικρός θα τα κατέστρεφε όλα. Θα τα έχανε όλα, πάλι. Και θα κατέστρεφε και όλα αυτά για τα οποία εκείνη είχε μοχθήσει στο μεταξύ. Ο Τεμπλ θα έπαιρνε την εκδίκησή του· εκείνη δεν θα έπαιρνε τίποτα. Η σκέψη έπρεπε να της είχε φέρει υποταγή στη μοίρα. Έπρεπε να της είχε φέρει

******ebook converter DEMO Watermarks*******


συντριβή. Έπρεπε να της είχε φέρει και μια παρόρμηση να το βάλει στα πόδια. Αλλά αντί γι’ αυτά, έφερε θλίψη, γιατί είχε υπάρξει κάποια ώρα, κάποια στιγμή που είχε γευτεί πώς θα ήταν άραγε να τα κερδίσει όλα. Τα λεφτά, το ορφανοτροφείο… τον άντρα. Απόδιωξε αυτή τη σκέψη. Αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν για να τον κερδίσει κανείς. Σίγουρα όχι εκείνη. Δεν της άξιζε να τον κερδίσει. Τώρα, ύστερα απ’ αυτό, θα την ξεφορτωνόταν. Ο Τεμπλ στράφηκε προς το μέρος της, σπρώχνοντάς την προς τα σκοινιά. «Τεμπλ», είπε εκείνη σιγανά, μην ξέροντας πώς να τελειώσει την πρόταση. Δεν ήταν αυτό το σχέδιό μου. Δεν ήξερα πως ήταν αυτός εδώ. Νίκησέ τον. Ο Τεμπλ δεν την κοίταζε. Ήταν σαν να μην υπήρχε. Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, τίποτε άλλο δεν είχε σημασία. Το μόνο που ήθελε η Μάρα ήταν να την κοιτάξει εκείνος. Το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίσει πίσω. Στη μοδίστρα. Στη νύχτα στον δρόμο έξω από το σπίτι του. Στη νύχτα δώδεκα χρόνια πριν. Το μόνο που ήθελε η Μάρα ήταν να τα αλλάξει όλα. «Τεμπλ», είπε ξανά, κι ευχήθηκε το όνομά του να τα έλεγε όλα. Εκείνος την αγνόησε, τη σήκωσε πάνω από τα σκοινιά και την έδωσε κάτω, στον μαρκήσιο του Μπορν, που στεκόταν από την άλλη μεριά. Ο Μπορν την έπιασε και την κράτησε, προφυλάσσοντάς την από τα πλήθη γύρω τους. «Θα μπορούσε να σε σκοτώσει που του την έστησες». Θεέ και Κύριε. Δεν ήταν δυνατόν να πίστευαν ότι εκείνη το είχε σχεδιάσει αυτό! Εκείνος δεν ήταν δυνατόν να το πίστευε. Μόνο που αυτό ακριβώς θα σκεφτόταν και η ίδια, αν η κατάσταση ήταν από την ανάποδη. Κι εκείνη με τον Τεμπλ ήταν οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Θα του τα έλεγε όλα, με το που θα νικούσε. Όλα. Από την αρχή. Θα του έλεγε ότι τα χρήματα ανήκαν στο ορφανοτροφείο. Ότι αγωνιζόταν για χάρη των αγοριών και τίποτε άλλο. Ότι δεν ήθελε να του κάνει κακό. Ότι ήθελε να τον δει να νικάει. Αλλά για την ώρα, δεν μπορούσε να κάνει τίποτ’ άλλο από το να καθίσει να παρακολουθήσει τον αγώνα. Ο Τεμπλ αντίκρισε τον Κιτ –αντίκρισε εκείνη– και η Μάρα κατάλαβε ότι αυτός εδώ ο αγώνας δεν θα είχε καμία σχέση με τον αγώνα με τον Ντρέικ. Υπήρχε ισχυρό συναίσθημα στο βλέμμα του τούτη τη φορά. Οργή. Παραφορά. Και άλλα. Έσυρε το πόδι του στα πριονίδια σε μια δυνατή, αδιάψευστη αρχή.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ή ίσως ήταν ένα τέλος. Ο αγώνας ξεκίνησε, κι ακόμη και τώρα, ο Τεμπλ έμεινε πιστός στους δικούς του κανόνες. Άφησε τον Κιτ να κάνει την πρώτη κίνηση. Ο αδερφός της όρμησε στον Τεμπλ με θηριώδη ένταση και του κατάφερε ένα χτύπημα στο μάτι. Η Μάρα δεν φανταζόταν τον ήχο της σάρκας πάνω σε κόκαλο, το πώς οι γροθιές έπεφταν με έναν υπόκωφο γδούπο. Το πώς οι αρθρώσεις ακούγονταν σαν κόλαφος όταν έβρισκαν κόκαλο. Ο ήχος έκανε το στομάχι της να σφιχτεί καθώς έβλεπε τον Τεμπλ να δέχεται πρώτα ένα χτύπημα, μετά ένα δεύτερο κι ύστερα ένα τρίτο. Και μετά, λες και ο Τεμπλ μετρούσε τα χτυπήματα, άρχισε να τα δίνει εκείνος αφειδώς, αναγκάζοντας τον αδερφό της να πληρώσει για εκείνα που του είχε καταφέρει αυτός, κι ύστερα ρίχτηκε στον Κιτ με τον τρόπο που η Μάρα είχε ακούσει ότι ανέκαθεν πάλευε. Οι γροθιές του προσγειώθηκαν σαν κεραυνοί, σφυροκοπώντας το στομάχι και τα πλευρά του Κιτ, ώσπου ο αδερφός της οπισθοχώρησε από την επίθεση, σταματώντας μια στιγμή για να ξαναβρεί την ανάσα του. Να βρει τη δύναμή του. Και ξαναρίχτηκε στον Τεμπλ. Ίσως ο Τεμπλ ήταν ονομαστός επειδή η κοψιά του θύμιζε πέτρα, αδιαπέραστη. Ανίκητη. Λες και ο κόσμος μπορεί να έφτανε στο τέλος του, αλλά ο Τεμπλ και μόνο θα επιζούσε. Οι γροθιές του έπεφταν σαν βροχή πάνω στον αδερφό της. Τον χτυπούσε με δύναμη, πάνω, κάτω και πλαγίως, ώσπου ο Κιτ αποτραβήχτηκε, πηγαίνοντας να ακουμπήσει πάνω στα σκοινιά λίγα εκατοστά μακριά της, με το ένα του μάτι σχεδόν βουλωμένο από τα χτυπήματα. Η Μάρα μπορεί να τον μισούσε κατά καιρούς. Μπορεί να μην ήταν πια το αγοράκι που εκείνη ήξερε –εκείνο το αγοράκι που είχε αφήσει φεύγοντας– αλλά δεν έπαυε να είναι αδερφός της. Και δεν ήθελε να τον δει νεκρό. Τον εκλιπάρησε. «Κιτ! Σταμάτα το! Θα σε σκοτώσει!» Εκείνος συνάντησε το βλέμμα της και η Μάρα περίμενε να δει πόνο ή θλίψη ή έκπληξη εκεί… αλλά αντί γι’ αυτά, είδε κάτι αναπάντεχο. Μίσος. «Διάλεξες αυτόν». Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, ενστικτωδώς. «Όχι». Δεν ήταν αλήθεια. Ή μήπως ήταν; Εκείνη είχε διαλέξει τα παιδιά. Την ασφάλειά τους. Και τότε… με κάποιο τρόπο, είχε διαλέξει τον Τεμπλ. Η σκέψη την άφησε εμβρόντητη. Θεέ και Κύριε. Είχε διαλέξει τον Τεμπλ; Ο Τεμπλ θα το δεχόταν αυτό; Το βλέμμα της τρεμόπαιξε πάνω του, την ώρα που ερχόταν προς το μέρος τους. Ερχόταν να πάρει τον Κιτ. Αντί γι’ αυτό, ο Τεμπλ κοίταξε εκείνη. Το βλέμμα του ήταν παγερό. Σκληρό. Προδομένο. Η Μάρα μίσησε εκείνο το ύφος στα μάτια του. Δεν μπορούσε να το αντικρίσει. Έστρεψε το βλέμμα της ξανά στον αδερφό της, ο οποίος χαμογελούσε, έτσι όπως έκανε πάντοτε όταν ήταν παιδιά κι εκείνος ετοιμαζόταν να κάνει κάτι που θα τους

******ebook converter DEMO Watermarks*******


άρεσε μεν, αλλά χωρίς αμφιβολία θα του εξασφάλιζε ένα ξυλοφόρτωμα από τον πατέρα τους. Και τότε εκείνος έσκυψε στο δάπεδο του ριγκ. Για το μαχαίρι της. Η Μάρα είδε την ασημένια λάμψη πριν από οποιονδήποτε άλλο. Της κόπηκε η ανάσα και ούρλιαξε «όχι!». Όμως ήταν πολύ αργά. Ο Κιτ όρμησε στον Τεμπλ χωρίς αβρότητα – με καθαρή, αδυσώπητη δύναμη. Το βλέμμα της πέταξε στον Τεμπλ, ο οποίος δεν κοιτούσε τον Κιτ. Κοιτούσε εκείνη. Θεέ και Κύριε. «Θα σε σκοτώσει!» Τα ίδια λόγια, αλλά τώρα με διαφορετικό νόημα. «Όχι!» Η Μάρα τρελάθηκε, ελευθερώθηκε από τη λαβή του Μπορν, πήγε σπρώχνοντας προς το ριγκ και αρπάχτηκε από τα σκοινιά, προσπαθώντας να φτάσει στον Τεμπλ. Προσπαθώντας να τον σώσει. Τα λόγια χάθηκαν μέσα στην αντάρα του πλήθους, έτσι όπως οι άντρες αυτοί κόχλαζαν και γάβγιζαν και αλυχτούσαν σαν σκυλιά που κυνηγούσαν και διψούσαν για αίμα. Ο Κιτ τους το πρόσφερε. Το μαχαίρι προσγειώθηκε με δύναμη βαθιά στο στήθος του Τεμπλ κι από την πληγή άρχισε να αναβλύζει αίμα σαν να ήταν ένα στρεβλό μπουμπούκι. Η Μάρα πάγωσε μπροστά στο θέαμα, κι είχε σχεδόν φτάσει στο ριγκ όταν κάποιος την άρπαξε απ’ τη μέση και την τράβηξε με τρομερή δύναμη. Ούτε εκείνη δεν κατάλαβε ότι ούρλιαζε παρά μόνο όταν το ουρλιαχτό της βγήκε από μέσα της εκκωφαντικό. Και, για πρώτη φορά από τότε που είχε μπει στο ριγκ δώδεκα χρόνια νωρίτερα, ο Φονιάς Δούκας έπεσε. Η Μάρα δεν μπορούσε να σταματήσει να κοιτάζει, ανήμπορη να πάρει το βλέμμα της από την αλλόκοτη γωνία που είχαν σχηματίσει τα πόδια του και από τον ποταμό του αίματος που χυνόταν από μέσα του κι απλωνόταν σκούρο και δυσοίωνο πάνω στα πριονίδια του δαπέδου. Ένας ψηλός άντρας με πυρρόξανθα μαλλιά βρέθηκε τότε πάνω στο ριγκ και γονάτισε πλάι στον Τεμπλ, βγάζοντας το πανωφόρι του, φωνάζοντας οδηγίες και σκύβοντας πάνω από το τραύμα για να το επιθεωρήσει. Κι ύστερα η Μάρα δεν μπορούσε να δει καθόλου, γιατί είχαν φράξει το οπτικό πεδίο της δεκάδες άντρες που είχαν ήδη ανέβει στο ριγκ, προσπαθώντας να φτάσουν κοντά του. Όλοι τους διψούσαν να ήταν αυτοί οι πρώτοι που θα έκαναν την αναγγελία. «Είναι νεκρός!» «Όχι», ψιθύρισε εκείνη, αρνούμενη να το πιστέψει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τι είχε κάνει; Ο Τεμπλ ήταν πολύ δυνατός, πολύ μεγαλόσωμος, πολύ ζωντανός για να είναι νεκρός. Η Μάρα στριφογύρισε μέσα σ’ εκείνα τα χέρια που την είχαν αρπάξει και την κρατούσαν με σιδερένια δύναμη, θέλοντας απεγνωσμένα να ελευθερωθεί. Θέλοντας απεγνωσμένα να πάει κοντά στον Τεμπλ. Να αποδείξει ότι εκείνα τα λόγια ήταν λάθος. «Όχι. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια». Τα χέρια γύρω της έσφιξαν σχεδόν σε σημείο να την πονέσουν. Η φωνή του Μπορν ήταν μια παράφορα οργίλη υπόσχεση στο αφτί της. «Θα το πληρώσεις πολύ ακριβά, αν είναι αλήθεια».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 12 Οι άνθρωποι του «Έκπτωτου Αγγέλου» στέκονταν φρουροί πάνω από τον πεσμένο σύντροφό τους. Τρεις άντρες χρειάστηκαν για να μεταφέρουν τον Τεμπλ από το ριγκ –ο Μπορν, ο Άσριελ και ο Κρος, ο λογιστής της λέσχης– και οι τρεις τους ήταν λαχανιασμένοι όταν πέρασαν από την τεράστια ατσάλινη πόρτα και μπήκαν στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του Τεμπλ, το μέρος όπου ο ίδιος είχε φτιάξει με τα χέρια του για να ηρεμεί και να γαληνεύει. Είχαν καθαρίσει το μεγάλο, χαμηλό τραπέζι και τον ξάπλωσαν πάνω σ’ αυτό, κι ύστερα άναψαν όλα τα κεριά του δωματίου. Δίχως να χρειαστεί να του το ζητήσουν, ο Άσριελ έφυγε για να πάει να ψάξει για ζεστό νερό, πετσέτες και έναν χειρουργό, μολονότι δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι ένας χειρουργός θα μπορούσε να βοηθήσει. Δεν υπήρχε εγγύηση ότι θα μπορούσε να βοηθήσει ο οποιοσδήποτε εκτός από τον ίδιο τον Θεό. Και τους ιδιοκτήτες του «Έκπτωτου Αγγέλου» ο Θεός σπάνια τους έπαιρνε με καλό μάτι. Ο Κρος έσπευσε με γρήγορη, λιτή ακρίβεια να επιθεωρήσει το τραύμα. «Μείνε ξύπνιος, ρε ανίκητο κάθαρμα! Είσαι πολύ μεγάλος για να πέσεις». Ο Τεμπλ κουνήθηκε απεγνωσμένα. «Δεν έπρεπε να βρίσκομαι εδώ», είπε, με το μυαλό του θολωμένο και τη γλώσσα του βαριά. «Έχω αγώνα». Ο Κρος λύγισε ένα από τα χέρια του Τεμπλ προς τα έξω για να ελέγξει τη θέση του μαχαιριού, και ο Τεμπλ έκανε το σώμα του τόξο πάνω στο ξύλινο τραπέζι απ’ τον πόνο που ένιωσε, και προσπάθησε να αποκρούσει την κίνηση. «Είχες αγώνα», είπε σιγανά ο Τζάστιν, ο αρχιυπηρέτης της λέσχης, λίγα μέτρα παραδίπλα. «Είχες δύο αγώνες». Ο Τεμπλ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και η κίνηση ήταν ασταθής, σαν να ήταν σπασμένη κούκλα, σημάδι ότι ήταν σε παραλήρημα. «Όχι. Τούτη τη φορά έριξε το ζάρι πολύ μακριά. Και για πολύ. Κι είναι πάρα πολλοί από δαύτους». Ο Μπορν έσπευσε να τον κρατήσει κάτω, βλαστημώντας χοντρά. «Αυτό έγινε πριν από πολύ καιρό, Τεμπλ. Πριν από χρόνια. Δεν ρίχνουμε πια ζάρια στους δρόμους». Η πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο άνοιξε, αλλά κανένας τους δεν στράφηκε να δει ποιος ήταν. Τούτο το δωμάτιο ήταν ασφαλές λες και βρισκόταν εδώ μέσα ο ίδιος ο βασιλιάς και πάλευε για τη ζωή του. Για να μπαίνει κάποιος, αυτό σήμαινε ότι είχε πρόσβαση στα πιο σκοτεινά μυστικά της λέσχης. «Τζάστιν, γύρνα πίσω στο καζίνο». Μόλις είχε καταφτάσει ο Τσέις. «Δεν θα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


σταματήσουμε το μάδημα της αριστοκρατίας μόνο και μόνο επειδή ο Τεμπλ έχει ένα επιπόλαιο τραύμα». Ο Μπορν λοξοκοίταξε τον Τσέις αγριεμένος. «Αρκετή ώρα σου πήρε να έρθεις εδώ». «Ήμουν ο μόνος που θυμήθηκε ότι έχουμε και μια λέσχη να λειτουργήσουμε. Πού θα πάει ο Τεμπλ αν εμείς φουντάρουμε ενόσω εκείνος αναρρώνει;» Ο Κρος δεν σήκωσε το βλέμμα του από το μαχαίρι. «Είναι περισσότερο από ένα επιπόλαιο τραύμα». Ο Τεμπλ στριφογύρισε κάτω από το χέρι του συνεταίρου του. «Πρέπει να πάω στον αγώνα! Ο Μπορν δεν μπορεί να τους νικήσει!» «Μαζί τους νικάμε», είπε ο Μπορν σιγανά, με το πρόσωπό του χλωμό από τη στενοχώρια και την ανησυχία. «Μαζί τους αντιμετωπίσαμε». Τα μάτια του Τεμπλ άνοιξαν απότομα και κοίταξε τον Μπορν. «Θα χάσουμε». Ο Μπορν κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι όταν έχουμε τον διάβολο σύμμαχό μας. Ήρθε ο Τσέις». «Έσωσα το τομάρι σου τότε», είπε ο Τσέις σκύβοντας, με έναν κόμπο στον λαιμό – κάτι που ο ιδρυτής του «Αγγέλου» δεν θα παραδεχόταν ποτέ ούτε στον ύπνο του. «Το έσωσα τότε, όπως ακριβώς θα το σώσουμε και τώρα». Ο Τεμπλ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Πρέπει να πάω στον αγώνα…» Τα λόγια έσβησαν κι απέμεινε ακίνητος και χαλαρός πάνω στο ξύλινο τραπέζι. Ο Μπορν στράφηκε κατευθείαν στον Κρος, με τη φωνή του τραχιά. «Είναι…» Ο Κρος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι. Λιποθύμησε». Επιθεώρησε το σημείο όπου το μαχαίρι ήταν χωμένο βαθιά στο στέρνο του Τεμπλ, στα μισά ανάμεσα στον ώμο και στο στήθος. «Μπορεί να μην είναι θανατηφόρο». Τα λόγια δεν ήταν και πολύ πειστικά. «Μια και κανένας από εμάς δεν είναι γιατρός», αποκρίθηκε ο Μπορν, «θα με συγχωρέσεις που δεν νιώθω ανακούφιση με τη διάγνωσή σου». «Μπορεί να είναι μύες εκεί. Νεύρα». «Βγάλ’ το». Ο Κρος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν ξέρουμε τι θα μπορούσε να προκαλέσει αυτό. Δεν ξέρουμε αν…» Σταμάτησε να μιλάει, και τα λόγια του αντήχησαν μες στο δωμάτιο παρόλο που δεν τα είχε πει. Αν θα τον σκοτώσει γρηγορότερα αυτό. Ο Τσέις βλαστήμησε, χαμηλόφωνα και παράφορα. «Τζάστιν;» φώναξε ο Κρος, και ο επιστάτης του καζίνου έσπρωξε τα γυαλιά του ψηλά στη μύτη του, περιμένοντας εντολές. «Στείλε να φωνάξουν τον χειρουργό. Και τη γυναίκα μου». Οι γνώσεις της κόμισσας του Χάρλοου πάνω στην ανθρώπινη ανατομία ήταν εντυπωσιακές και ήταν ό,τι πιο κοντινό είχαν σε γιατρό, αν ο χειρουργός δεν βρισκόταν εκεί κοντά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Τσέις μίλησε, χαμηλόφωνα και δυσοίωνα. «Και φέρτε μου ό,τι πληροφορίες υπάρχουν για τον Κρίστοφερ Λόου». Ο Μπορν κοίταξε τον Τσέις. «Να υποθέσω ότι εξαφανίστηκε;» «Χάθηκε μέσα στον χαμό απόψε». Ο Μπορν βλαστήμησε χοντρά. «Πώς;» «Οι άνθρωποι της ασφάλειας ήταν τόσο απασχολημένοι με τον Τεμπλ, ώστε ξέχασαν ότι η δουλειά τους ήταν να φυλάνε τις εξόδους. Θα πάρω τα κεφάλια ολωνών. Ένα προς ένα, τα αναθεματισμένα». «Νοιάζονται γι’ αυτόν», είπε ο Κρος. Ένα ξανθό φρύδι υψώθηκε. «Ενδιαφέρον αυτό. Αν σκεφτεί κανείς ότι θα μπορούσαν να τσακώσουν τον δολοφόνο του αν δεν ολοφύρονταν σαν νεράιδες. Θα μου δώσουν λόγο που συμπεριφέρθηκαν σαν παιδάκια που έχασαν τα γλυκά τους». «Είσαι ένα παγερό κάθαρμα», είπε ο Κρος. Ο Τσέις αψήφησε τα λόγια και απλώς στράφηκε προς τον Μπορν. «Εσύ τι έπαθες;» Μια μελανιά απλωνόταν στο πρόσωπο του Μπορν, βάφοντας μαύρη την κόγχη του δεξιού ματιού του. Ο Μπορν κατσούφιασε. «Θα προτιμούσα να μην το συζητήσω». Ο Τσέις δεν έδειξε να ενοχλείται. «Πού είναι το κορίτσι;» «Κλειδωμένη στον Προμηθέα, εκεί όπου ανήκει». Ο Τσέις κατένευσε. «Ωραία. Άσ’ τη να αναλογίζεται τι έκανε». «Τι σκοπεύεις να κάνεις μαζί της;» Ο ιδρυτής του «Αγγέλου» στάθηκε πάνω από τον Τεμπλ, παρακολουθώντας τη ρηχή αναπνοή του, το ανεβοκατέβασμα του τεράστιου στήθους του που μόλις και ήταν ορατό, το δέρμα του, που υπό κανονικές συνθήκες ήταν σκούρο, τώρα να έχει γίνει πελιδνό κάτω από το φάσμα του θανάτου. «Θα τη σκοτώσω ο ίδιος, έτσι και πεθάνει ο Τεμπλ. Μετά χαράς». «Ο Λόου νόμισε ότι τον είχε προδώσει», είπε ο Μπορν. «Μας εξαπάτησε όλους αυτή». Ο Τσέις δεν σήκωσε το κεφάλι του. «Ούτε εγώ πίστευα ότι το είχε μαζί της». Η πόρτα άνοιξε ξανά και μπήκε η Φιλίπα, η λαίδη Χάρλοου, ξέπνοη, φορώντας τα γυαλιά της στραβά, και ξοπίσω της κατά πόδας ο Άσριελ με ζεστό νερό και πετσέτες. Η Πίπα τους αγνόησε όλους μες στο δωμάτιο και πήγε κατευθείαν στον Κρος, αγγίζοντας τον ώμο του άντρα της, σε μια στιγμιαία έκφραση της συμπάθειάς της. Μόλις ο Κρος της σήκωσε το χέρι και φίλησε τις αρθρώσεις της, έστρεψε την προσοχή της στον Τεμπλ, διατρέχοντας με τα δάχτυλά της τον ώμο του και πιο κάτω στο δέρμα, στο σημείο όπου προεξείχε η λαβή του μαχαιριού του Λόου, με τρόπο στραβό και αφύσικο. Η Πίπα πίεσε τη σάρκα και ο Τεμπλ βόγκηξε. «Τον πονάς», είπε ο Τσέις με έναν προειδοποιητικό τόνο στη φωνή.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Πίπα δεν γύρισε πίσω της να κοιτάξει. «Το γεγονός ότι μπορεί να νιώθει πόνο –και να το δείχνει– είναι καλό. Υποδηλώνει ότι έχει συναίσθηση». Στράφηκε προς τον άντρα της. «Ο χειρουργός έφυγε με το που τελείωσε ο πρώτος αγώνας. Έχουν στείλει κάμποσους άντρες να ψάξουν να τον βρουν, αλλά δεν πρέπει να περιμένουμε. Πρέπει να τραβήξεις το μαχαίρι και να το βγάλεις. Μια κι έξω. Πρέπει να φροντίσουμε αυτό το τραύμα πριν…» Σταμάτησε να μιλάει. Κανένας μες στο δωμάτιο δεν χρειαζόταν να ακούσει το υπόλοιπο. «Κι αν το μαχαίρι με κάποιο τρόπο εμποδίζει την ακατάσχετη αιμορραγία;» ρώτησε ο Τσέις. «Αν ισχύει αυτό», είπε η Πίπα, με τον τόνο της φωνής της να γίνεται μαλακός, «τότε παρατείνουμε το αναπόδραστο». «Λαίδη Χάρλοου, ενώ είμαι πεπεισμένος πως είσαι εξαιρετικά ικανή σε όλους τους τομείς της επιστήμης», είπε ο Τσέις, «θα με συγχωρήσεις που δεν είμαι σίγουρος για τις ικανότητές σου ως ιατρού». Η Πίπα κοντοστάθηκε και κοίταξε τον Κρος. Περιμένοντας. «Κάτω από αυτές τις συνθήκες, θα αφήσω στην άκρη το ύφος σου απέναντι στη γυναίκα μου», είπε ο Κρος. «Δεν μπορούμε να περιμένουμε τον χειρουργό. Μπορεί να πάρει ώρες ώσπου να έρθει». Ο Τσέις βλαστήμησε, και το γεγονός ότι ένας τόσο στωικός άνθρωπος φανέρωσε έντονα συναισθήματα ήταν σκληρό και ανησυχητικό για τους υπόλοιπους μες στο δωμάτιο. «Δεν θα πεθάνει», είπε ο Μπορν, με τα λόγια του να είναι μισά όρκος και μισά προσευχή. «Είναι ο Τεμπλ. Πιο δυνατός απ’ όλους μας. Πιο σθεναρός. Χριστέ μου. Είναι μεγαλόσωμος σαν βόδι. Ακατάβλητος». Μόνο που, να, είχε καταβληθεί. «Φέρτε μου το κορίτσι», είπε ο Τσέις. Ο Κρος ήταν λιτός και κάθετος. «Όχι». Ο Μπορν το διάνθισε περισσότερο. «Μόνο πάνω από το σαπισμένο πτώμα μου αυτό το παλιοθήλυκο θα έχει πρόσβαση σε τούτο το δωμάτιο». Ο Τσέις δεν δελεάστηκε από την οργή. «Θα δει τι του έχει κάνει». «Εγώ θα προτιμούσα να πάθει αυτό που του έχει κάνει». Ο Τσέις κοίταξε τον Άσριελ. «Φέρε μου το κορίτσι». Ο Άσριελ δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Το θέλημα του Τσέις θα γινόταν. «Πρόσεχέ την. Αυτή μπορεί, όπως κι ο αδερφός της, να ριχτεί με κάποιο μαχαίρι πάνω στον οποιονδήποτε από εμάς». Ο Μπορν σήκωσε το χέρι του στο μάτι του. «Κι έχει και μια εντυπωσιακή γροθιά με το δεξί». Η Πίπα τον κοίταξε. Τα μεγάλα μάτια της ανοιγόκλεισαν νευρικά πίσω από τα γυαλιά

******ebook converter DEMO Watermarks*******


της και ο Μπορν αντιστάθηκε στην παρόρμηση να αναδευτεί. «Σε χτύπησε». «Δεν το περίμενα». Ο Κρος δεν μπόρεσε να κρατηθεί. «Δεν φαντάζομαι να το περίμενες». Έστρεψε ξανά την προσοχή του στον Τεμπλ που ήταν ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς και παρακολούθησε την Πίπα να καθαρίζει την περιοχή γύρω από το μαχαίρι, αλλά το έργο της θύμιζε τον Σίσυφο – όλο και έβγαινε φρέσκο αίμα με κάθε σκούπισμα. Ύστερα από κάμποσες παρατεταμένες στιγμές, η Πίπα είπε, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της: «Δεν μπορεί να σκοπεύεις να φανερώσεις τον εαυτό σου σ’ αυτήν». Ο Τσέις την κοίταξε. «Αυτό δεν το είχα σκεφτεί». «Δεν γίνεται να μάθει την ταυτότητά σου», συμφώνησε με τη γυναίκα του ο Κρος. «Δεν είναι για να την εμπιστευόμαστε». Η Πίπα έβαλε ένα καθαρό πανί στο μέτωπο του Τεμπλ ενώ όλοι κοιτούσαν, και σκούπισε τον ιδρώτα και τα πριονίδια που είχαν κολλήσει πάνω του από το ριγκ. Ο Μπορν μίλησε. «Αν ήξερε αυτή…» Τα λόγια έσβησαν· δεν χρειαζόταν να ολοκληρώσει την πρόταση. Αν η Μάρα –αν ο οποιοσδήποτε εκτός από λίγους έμπιστους– γνώριζαν την πραγματική ταυτότητα του Τσέις, τότε ο «Άγγελος» θα έμπαινε σε κίνδυνο. Και ο κίνδυνος του «Αγγέλου» ήταν κίνδυνος για όλους τους. Υπήρχε ένας φρικιαστικός πίνακας ζωγραφικής που απεικόνιζε τον Προμηθέα, πάνω στον τοίχο του κελιού όπου ήταν φυλακισμένη η Μάρα. Μια σκηνή μαρτυρίου. Ο ήρωας ήταν αλυσοδεμένος σε έναν βράχο, με το πρόσωπό του να μαρτυρά την αγωνία του καθώς ο Δίας, με τη μορφή ενός φοβερού μαύρου αετού, του έτρωγε τις σάρκες. Τον τιμωρούσε για το θράσος του. Γιατί έκλεψε τη φωτιά από τους θεούς. Γιατί νόμισε πως θα μπορούσε να τους νικήσει. Ήταν ένα τρομακτικό καλλιτέχνημα, πελώριο και απειλητικό, προορισμένο χωρίς αμφιβολία να δώσει σ’ αυτούς που πήγαιναν κόντρα στον «Άγγελο» να καταλάβουν καλά τις συνέπειες των πράξεών τους, να αλλάξουν γνώμη και να παραδεχτούν το λάθος τους. Μια εικόνα άστραψε, ο Τεμπλ σωριασμένος στο δάπεδο του ριγκ, με τη ζωή να χύνεται από μέσα του ενώ εκείνη ούρλιαζε. Ο Κιτ τον είχε μαχαιρώσει. Με το δικό της μαχαίρι. Τη φωτιά από τους θεούς. Η πόρτα άνοιξε κι εκείνη στράφηκε να κοιτάξει, και τα λόγια βγήκαν απ’ το στόμα της πριν προλάβει να τα συγκρατήσει. «Ο δούκας. Ζει;» Ο έμπιστος του Τεμπλ, ο άνθρωπος που είχε σταθεί φρουρός έξω από το ορφανοτροφείο, ψηλός και σωματώδης με δέρμα σκούρο σαν τα μεσάνυχτα, δεν αποκρίθηκε· αντίθετα, της υπέδειξε σιωπηλά να βγει μπροστά απ’ αυτόν στον σκοτεινό

******ebook converter DEMO Watermarks*******


διάδρομο, με μια σοβαρότητα που υποδείκνυε ότι θα ήταν λάθος να τον πιέσει να της απαντήσει ή να αγνοήσει τις οδηγίες του. Ήταν φανερό πως είχε εκπαιδευτεί από τον Τεμπλ. Με την καρδιά της να βροντοχτυπά, η Μάρα έκανε ό,τι την διέταξαν, και την ώρα που περνούσε από μπροστά του, ο άντρας μίλησε, με τη φωνή του σιγανή και αγριωπή. «Μην προσπαθήσεις τίποτα». Ήθελε να του πει ότι δεν θα προσπαθούσε. Ότι μισούσε αυτό που είχε συμβεί. Ότι, αν ήξερε πως θα συνέβαινε αυτό το πράγμα, θα έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της για να το εμποδίσει. Ότι ακόμη και στις ώρες της πιο μεγάλης οργής της, ποτέ της δεν είχε πρόθεση να κάνει κακό στον Τεμπλ. Αλλά ήξερε ότι τα λόγια θα ήταν ανώφελα, το δε περιεχόμενό τους αυτοί θα το έπαιρναν για ψέμα ή κάτι χειρότερο. Κι έτσι, αντί να μιλήσει, όρθωσε το ανάστημά της και πέρασε μπροστά από τον άντρα για να βγει στον αμυδρά φωτισμένο διάδρομο. Στον διάδρομο ήταν παραταγμένοι άντρες και γυναίκες που φορούσαν μια ποικιλία ρούχων –από υπηρέτες μέχρι πόρνες– κι όλων τα πρόσωπα ήταν χλωμά από φόβο κι ανησυχία. Όλα τα βλέμματα ήταν ξαναμμένα από απέχθεια. Η Μάρα λαχταρούσε να φορούσε εκείνη τη μάσκα που της την είχαν πάρει μετά τον αγώνα. Την κοιτούσαν με οργισμένα μάτια καθώς προχωρούσε μέσα από τα ήδη ανησυχητικά περάσματα που είχαν φτιαχτεί έτσι ώστε να πτοούν με το μέγεθος και την καμπυλότητά τους – προορισμένα να καταστήσουν απόλυτα σαφές σε όλους όσοι τα διάβαιναν, ποιος έκανε κουμάντο εκεί μέσα. Προορισμένα να μεταπείσουν τον Προμηθέα και να πάψει να πιστεύει ότι η αποστολή του θα είχε καλή κατάληξη. «Ελπίζω να την πηγαίνεις στον Τσέις», είπε μια από τις γυναίκες, ξανθιά, πανέμορφη και γεμάτη δηλητήριο. «Ελπίζω ότι σκοπεύει να την τακτοποιήσει». Σε αυτόν τον υπαινιγμό ένα μουρμουρητό επιδοκιμασίας εξαπλώθηκε στον υπερβολικά στενό χώρο, κι ένας άντρας εκεί δίπλα πρόσθεσε: «Της αξίζει να πάθει όλα όσα έπαθε ο Τεμπλ». «Και παραπάνω της αξίζει να πάθει», ακούστηκε μια απαίσια κραυγή από πίσω της, και η Μάρα σταύρωσε τα χέρια της σφιχτά στο στήθος κι άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα, μη βλέποντας την ώρα να φύγει μακριά απ’ αυτούς. Και από το μίσος τους. Και τότε ο συνοδός της άνοιξε μια πόρτα και η Μάρα ρίχτηκε από τον διάδρομο μέσα στην κάμαρα, και κοντοστάθηκε καθώς συνειδητοποίησε πού βρισκόταν. Ευχήθηκε να είχε παραμείνει στον διάδρομο, εκεί πίσω. Βρισκόταν στα διαμερίσματα του Τεμπλ, εκεί όπου τον είχε δει να βγάζει το πουκάμισό του νωρίτερα εκείνο το βράδυ. Εκεί όπου είχαν λογοφέρει. Εκεί όπου την είχε φιλήσει στο στόμα και αλλού, δίνοντάς της μια γεύση από την αχανή ποσότητα της ευχαρίστησης για την οποία εκείνος είχε το κλειδί. Εκεί όπου η ίδια είχε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


προσπαθήσει να αντισταθεί και να μην παρατηρήσει τους μυς του, τα νεύρα και τα κόκαλά του. Τη ζεστασιά του. Τη ζωντάνια του. Μια ζωντάνια που είχε χαθεί τώρα. Μια γυναίκα και δυο άντρες έσκυβαν χαμηλά από πάνω του, με το φως των κεριών να τον τυλίγει στη ζεστή λάμψη του, τονίζοντας τη χλωμάδα του δέρματός του έτσι όπως ήταν ακίνητος σαν πεθαμένος. Έκλεισε τα μάτια της μπροστά σ’ αυτές τις λέξεις κι ευχήθηκε να μην τις είχε σκεφτεί. Διώχνοντας μακριά τη λέξη πεθαμένος με τη δύναμη της σκέψης. Πλησίασε προς το μέρος του, με έναν κόμπο στον λαιμό της. «Θεέ μου», είπε, με το στήθος της βαρύ από φόβο και θλίψη. Δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και άπλωσε το χέρι της να τον αγγίξει, αλλά ο συνοδός της της έπιασε το μπράτσο με δύναμη και σταμάτησε την κίνησή της προς τα εμπρός. Ο μαρκήσιος του Μπορν στράφηκε στο άκουσμα της φωνής της και η Μάρα πρόσεξε τη μελανιά που είχε σχηματιστεί στην εσωτερική γωνία του ματιού του, νιώθοντας κι εκείνη το σχετικό τσούξιμο στο δεξί χέρι της. Ο Μπορν την έδειξε με το δάχτυλο. «Δεν θα πας κοντά του». Υπήρχε μίσος στα λόγια του, και μια άλλη γυναίκα μπορεί να μην είχε απαντήσει. Όμως εκείνη δεν μπορούσε να αντέξει ούτε μία στιγμή παραπάνω να μην ξέρει. «Είναι νεκρός;» «Θα σου άρεσε αυτό, έτσι δεν είναι;» «Όχι», αποκρίθηκε η Μάρα, και η αλήθεια βγήκε με ένα μεγάλο κύμα ανακούφισης, γιατί ναι μεν ήξερε ότι αυτή η απλή λέξη δεν είχε καμία σημασία μέσα σε τούτο το δωμάτιο, αλλά εκείνη ήθελε να την πει έτσι κι αλλιώς. Ήθελε να θυμίσει στον εαυτό της ότι ποτέ δεν είχε πρόθεση να κάνει κακό στον Τεμπλ. Ποτέ. Ούτε τότε, στην αρχή. Και οπωσδήποτε όχι τώρα. «Όχι». Ο Μπορν ύψωσε το φρύδι του. «Δεν σε πιστεύω». Η Μάρα τον κοίταξε. «Δεν περίμενα να με πιστέψεις». «Αρκετά, Μπορν». Η γυναίκα στο τραπέζι σήκωσε το βλέμμα της και η Μάρα αναγνώρισε την ξανθιά γυναίκα με τα γυαλιά μέσα από το μυστηριώδες δωμάτιο από το οποίο είχαν παρακολουθήσει τον αγώνα νωρίτερα. «Δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλο. Πρέπει να βγάλουμε το μαχαίρι». Είχε περάσει μία ώρα… και παραπάνω. Η Μάρα δεν μπορούσε να κρατήσει το στόμα της κλειστό. «Μια κι έξω, όπως μπήκε». «Φυσικό είναι να ξέρει πώς μπήκε το μαχαίρι, μια και αυτή ήταν που σχεδόν το έχωσε εκεί», είπε ο Μπορν. «Κοίτα τι έκανες, παλιοστρίγκλα». Λες και η Μάρα δεν το έβλεπε. Λες και δεν είχε δει τον αδερφό της να το βυθίζει βαθιά στο στήθος του Τεμπλ. Λες και δεν προσπαθούσε να το κάνει να φύγει από εκεί με τη δύναμη της σκέψης.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κοίταξε τα γεμάτα μίσος καστανά μάτια του Μπορν. «Δεν το έκανα εγώ αυτό». «Φυσικά και το έκανες». Αυτό το είπε ο άλλος αριστοκράτης που βρισκόταν στο δωμάτιο – ψηλός με πυρρόξανθα μαλλιά. Όταν η Μάρα τον κοίταξε, εκείνος πρόσθεσε: «Εσύ το έκανες, τη στιγμή που του φόρτωσες έναν φόνο που δεν είχε διαπράξει. Δώδεκα χρόνια τελειώνουν εδώ. Μ’ αυτό». «Ήταν…» Η φωνή της Μάρα έσβησε, και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Αυτοί εδώ δεν καταλάβαιναν. Λίγοι καταλάβαιναν. Ήταν ένα λάθος. Δεν το είπε, γιατί αυτοί εδώ είτε δεν νοιάζονταν να ακούσουν την ιστορία της είτε δεν δικαιούνταν να τη μάθουν. Ο Τεμπλ ήταν άλλη περίπτωση. Ο Τεμπλ είχε δικαίωμα να μάθει την αλήθεια. Αν ζούσε, θα του την έλεγε. Όλη. Θα ριχνόταν μπρος στα πόδια του και θα του έδινε την ευκαιρία του στη δίκαιη ανταπόδοση. Στην εκδίκηση. Και θα του έδινε και την αλήθεια. Φτάνει μονάχα να ζούσε. Προχώρησε προς το ακίνητο σώμα του και τη σταμάτησε για άλλη μια φορά η σιδερένια λαβή του βοηθού του. Κοίταξε τον σωρό με τις πετσέτες δίπλα στο κεφάλι του Τεμπλ πάνω στο χαμηλό τραπέζι. «Πρέπει να το αφαιρέσεις γρήγορα και αμέσως να ασκήσεις πίεση», είπε η Μάρα, αποφεύγοντας επίτηδες τα βλέμματα των αντρών μέσα στο δωμάτιο, κοιτάζοντας μόνο τα έκπληκτα μάτια της κόμισσας. «Θα χρειαστείς παραπάνω πετσέτες απ’ αυτές». Το βλέμμα της τρεμόπαιξε πάνω στο μαχαίρι. «Το τραύμα είναι βαθύ». «Έγινες και γιατρός τώρα;» Τα λόγια ξεχείλιζαν μια νωχελική συγκατάβαση. Η Μάρα ατσάλωσε τον εαυτό της και κοίταξε τον μαρκήσιο κατάματα. «Έχω βγάλει μαχαίρια από πληγές κι άλλες φορές». «Από ποιον;» Γύρισε πίσω της και κοίταξε τον Τεμπλ. «Από όποιον να ’ναι». Η κόμισσα βαρέθηκε να περιμένει άλλο. «Άσριελ, θα πρέπει να αφήσεις τη δεσποινίδα Λόου απ’ τα χέρια σου. Θα χρειαστούμε τη δύναμή σου για να τον κρατήσουμε ξαπλωμένο». «Μα είναι αναίσθητος», είπε ο Μπορν. «Αν είμαστε τυχεροί, δεν θα είναι όταν θα το κάνουμε αυτό. Θα πονέσει. Πάρα πολύ, πιστεύω». Η Μάρα έκλεισε τα μάτια της στο άκουσμα αυτών των λέξεων κι ευχήθηκε σιωπηλά να έβγαιναν αληθινά. Με τη δύναμη της σκέψης της προσπάθησε να τον κάνει να ξυπνήσει. Να μην πεθάνει. Κοίταξε τους άντρες να προχωρούν για να κρατήσουν τον Τεμπλ ξαπλωμένο –τρεις από αυτούς θα κρατούσαν το σώμα του ακίνητο– και προσπάθησε να μην προσέξει ότι το δέρμα του είχε γίνει πελιδνό, με τη ζωή να φεύγει από μέσα του μέσα σε ένα ποτάμι αίματος.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τόσο πολλή ζωή. Ο λαιμός της έκλεισε μπροστά σ’ αυτή τη σκέψη. Τι είχε κάνει σ’ αυτόν τον άνθρωπο; Τι είχε κάνει κι αυτός για να του αξίζει να έρθει εκείνη στη ζωή του; Αν ζούσε… Το παζάρεψε ξανά. Αν ο Τεμπλ ζούσε, εκείνη θα του έδινε όλα όσα ήθελε και θα τον άφηνε στην ευτυχία του. Σε κάποια όμορφη γυναίκα και στα όμορφα παιδιά τους στο όμορφο κτήμα του. Θα του έδινε πίσω όλα όσα του είχε πάρει. Φτάνει μονάχα να ζούσε. Ήταν ό,τι πιο κοντινό σε παζάρι είχε κάνει με τον Θεό εδώ και δέκα χρόνια. Και περισσότερα. Η κόμισσα κοίταξε τους άντρες τον ένα μετά τον άλλο, κι ύστερα τη Μάρα. «Το έχεις ξανακάνει αυτό;» Η Μάρα έγνεψε καταφατικά, φέροντας στο μυαλό της ένα άλλο μαχαίρι. Σε κάποιον άλλο καιρό. Ένα πιο χλωμό δέρμα. «Ναι». «Πρέπει να το βγάλεις». Η Μάρα δεν δίστασε και έκανε να πλησιάσει προς το μέρος του. Ήθελε να τον αγγίξει. Ο Μπορν τη σταμάτησε. «Αν του κάνεις κακό, θα σε σκοτώσω». Εκείνη κατένευσε. «Λογικό φαίνεται». Θα έκανε ό,τι μπορούσε για να τον σώσει. Τον ήθελε ζωντανό. Ήθελε να του δώσει όλα όσα της είχε ζητήσει. Όλη την αλήθεια. Ίσως εκείνος να τη συγχωρούσε. Ίσως να μπορούσαν να κάνουν μια καινούρια αρχή. Κι αν όχι, τουλάχιστον θα μπορούσε να του δώσει όλα όσα είχε. Όλα όσα εκείνος δικαιούνταν. Ο Μπορν την άφησε και η Μάρα προχώρησε προς τη στοίβα με τις πετσέτες, διπλώνοντάς τες σε έναν πρόχειρο επίδεσμο και φέρνοντας τον κουβά με το αχνιστό νερό πιο κοντά. Όταν ο κόμης και ο μαρκήσιος άρχισαν να την κοιτάζουν άγρια, εκείνη ανταπέδωσε τα βλέμματά τους, αρνούμενη να πτοηθεί. Ας πήγαιναν στα κομμάτια. Έδωσε τον σωρό με τις πετσέτες στην κόμισσα κι ύστερα σήκωσε τα φουστάνια της για να γονατίσει στο τραπέζι πλάι στο κεφάλι του Τεμπλ, πιάνοντας τη ματωμένη λαβή του μαχαιριού σταθερά με τα χέρια της. «Λοιπόν, πάμε». Το δωμάτιο μαρμάρωσε. Η Μάρα κοίταξε τον Τεμπλ, το χλωμό πρόσωπό του. «Μην τολμήσεις να πεθάνεις», ψιθύρισε. «Έχω πράγματα να σου πω». Εκείνος δεν σάλεψε και η Μάρα αγνόησε τον πόνο που ένιωσε στο στήθος της μπροστά σ’ αυτή του την ακινησία. «Ένα», μέτρησε. «Δύο…» Δεν περίμενε να πει «τρία»· αντίθετα, τράβηξε απότομα το μαχαίρι απ’ το στήθος του μια κι έξω. Εκείνος ούρλιαξε από πόνο, κυρτώνοντας πάνω στο τραπέζι, και η Μάρα κόντεψε να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κλάψει από ανακούφιση όταν τον άκουσε, ενώ η κόμισσα έσκυψε από πάνω του γεμίζοντας την πληγή με ζεματιστό νερό, για να καθαρίσει το αίμα και μακάρι, είθε, να αποκαλύψει μια λιγότερο θανατηφόρα πληγή. Η ελπίδα είναι συναίσθημα για ηλίθιους. Ο Τεμπλ ούρλιαξε ξανά, καθώς το τσουρουφλιστό υγρό του καψάλισε το δέρμα και έφερε στην επιφάνεια έναν καινούριο ποταμό αίματος. Η Μάρα αρνήθηκε να ζαρώσει απ’ τον φόβο της μπροστά σ’ αυτό το ουρλιαχτό, και αρπάζοντας μια στοίβα πετσέτες κάλυψε το τραύμα, ρίχνοντας όλο το βάρος της πάνω στα πανιά, παρακαλώντας με τη δύναμη της σκέψης της το κύμα του αίματος να σταματήσει να τρέχει, παρόλο που είχε εμποτίσει το ύφασμα. Παρόλο που εκείνος αιμορραγούσε. Παρόλο που πέθαινε μες στα χέρια της. «Δεν θα πεθάνεις», του ψιθύριζε. Ξανά και ξανά. «Δεν θα πεθάνεις». Έπρεπε να σταματήσει την αιμορραγία. Τα λόγια αυτά ήταν το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί την ώρα που σηκώθηκε από πάνω του, πιέζοντας όσο πιο δυνατά μπορούσε, προσπαθώντας να αψηφήσει τον τρόπο που εκείνος τιναζόταν κάτω από τη δύναμή της, πασχίζοντας να τα αποτινάξει από πάνω του όλα. Ακόμη και τώρα, η Μάρα έμενε εμβρόντητη μπροστά στο μέγεθός του. Μπροστά στη δύναμή του. Μπροστά στη θέλησή του καθώς μούγκριζε τον θυμό του και τον πόνο του και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, μαύρα σαν τα μεσάνυχτα και γεμάτα με τους δαίμονές του. Την κοίταξε κατάματα και βλαστήμησε, καταχθόνια και αδίστακτα, με τους μυς στον λαιμό του να τανύζονται. «Τον πονάς». Ο μαρκήσιος του Μπορν έδωσε φωνή στο βλέμμα του Τεμπλ. «Και το ευχαριστιέσαι». «Όχι», ψιθύρισε η Μάρα, μόνο σ’ εκείνον, τον σπουδαίο δούκα της. «Ποτέ δεν ήθελα να πάθεις κακό». Πίεσε πιο δυνατά πάνω στον ώμο, νιώθοντας αμυδρά ευγνώμων που ο ψηλός, κοκκινομάλλης ευγενής απέναντί της ήταν αρκετά δυνατός ώστε να κρατάει το μπράτσο του Τεμπλ κάτω, μια κι εκείνη δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι εκείνος θα ήθελε όσο τίποτα να τη χτυπήσει. «Θέλω να είσαι καλά». Ο Τεμπλ αντιστεκόταν στο άγγιγμά της, κι εκείνη άλλαξε τακτική. «Σταμάτα να ζορίζεσαι», είπε δυνατά. Τόσο σταθερά όσο και η πίεση που του ασκούσε. «Όσο περισσότερο αντιστέκεσαι, τόσο πιο πολύ θα αιμορραγείς, και δεν μπορείς να το αποφύγεις». Εκείνος δεν απέστρεψε το βλέμμα του από πάνω της και τα δόντια του παρέμειναν σφιγμένα, αλλά σταμάτησε να αντιστέκεται. Με τη θέλησή του, ήλπιζε η Μάρα. Οι πετσέτες είχαν μουλιάσει στο αίμα, όπως περίμενε ότι θα συνέβαινε. Ο Τεμπλ αιμορραγούσε ακατάσχετα κι εκείνη θα χρειαζόταν περισσότερο παραγέμισμα για να το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


απορροφήσει όλο. Στράφηκε προς την κόμισσα. «Κυρία μου… θα μπορούσες…» Η γυναίκα με τα γυαλιά ανταποκρίθηκε χωρίς άλλη συζήτηση, ξέροντας τι ήθελε η Μάρα και χωρίς να το πει. Κράτησε εκείνη τον επίδεσμο ενώ η Μάρα έπιασε το ματωμένο μαχαίρι πάνω στο τραπέζι. «Όχι…» Ο κοκκινομάλλης ευγενής είδε την κίνηση πρώτος. Ο Μπορν άφησε κατευθείαν τον Τεμπλ. «Άσ’ το κάτω». Η Μάρα δεν έκρυψε τον εκνευρισμό της. «Φαντάζεσαι ότι θα του κόψω τον λαιμό με όλους εσάς εδώ μέσα; Νομίζεις ότι τον μισώ τόσο πολύ που παραφρόνησα;» «Νομίζω πως θα ήταν καλύτερο να μην το ρισκάρω», είπε ο Μπορν, αλλά η Μάρα είχε ήδη γυρίσει από την άλλη, σήκωσε τα φουστάνια της βιαστικά –την ίδια στιγμή που ο μαρκήσιος πήγαινε προς το μέρος της– και έκοψε μια στρώση από υπέροχο μοβ μεσοφόρι. Ο Μπορν κοντοστάθηκε, και η Μάρα θα είχε απολαύσει το ύφος της κατάπληξης στη φάτσα του αν δεν ήταν τόσο απασχολημένη προτείνοντας τη λαβή του μαχαιριού προς τη μεριά του. «Γίνε λίγο χρήσιμος. Πιθανότατα θα χρειαστούμε και τα πουκάμισά σας». Αργότερα, θα θαύμαζε την ταχύτητα με την οποία οι άντρες ανταποκρίθηκαν στην απαίτησή της, βγάζοντας τα παλτά τους και μετά τα πουκάμισά τους πάνω απ’ τα κεφάλια τους, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή πρόσθεσε: «Και το δικό του πουκάμισο επίσης βρίσκεται κάπου εδώ σε τούτο το δωμάτιο. Βρείτε το». Κι έπειτα σκούντησε την κόμισσα να φύγει απ’ τη θέση της και πίεσε τα μεσοφόρια της πάνω στο γυμνό στήθος του Τεμπλ, μισώντας το γεγονός ότι τα μουγκρητά του είχαν γίνει μια σιγανή, άναρθρη διαμαρτυρία απέναντι στην αίσθηση του σταθερού αγγίγματός της. Μισούσε το γεγονός ότι δεν μπορούσε να εμποδίσει τη ζωή να στραγγίξει από μέσα του. «Με έκανες να καταστρέψω το καινούριο μου φόρεμα», του είπε κοιτάζοντάς τον στα μάτια, προσπαθώντας να τον κρατήσει ξύπνιο. Σε εγρήγορση. «Θα μου χρωστάς ένα άλλο». Εκείνος δεν ανταποκρίθηκε και τα βλέφαρά του βάρυναν. Η Μάρα διέκρινε τη μαχητικότητα να φθίνει εκεί. Όχι. Είπε τα μόνα λόγια που θα μπορούσε να σκεφτεί να πει. «Μην τολμήσεις να πεθάνεις». Τα μαύρα μάτια του κατρακύλησαν πίσω από τα βλέφαρά του και οι μακριές σκούρες βλεφαρίδες του πήγαν κι ακούμπησαν πάνω στα χλωμά μάγουλά του. Και η Μάρα απέμεινε μόνη ακόμη μια φορά, με μοναδική συντροφιά της τον πόνο στο στήθος της. Έκλεισε τα μάτια της και πίεσε με τη δύναμη της θέλησής της τα δάκρυα να μην κυλήσουν. «Έτσι και πεθάνει, θα τον ακολουθήσεις στην κόλαση».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Πέρασε μια στιγμή ώσπου η Μάρα να συνειδητοποιήσει ότι δεν ήταν ο μαρκήσιος –ο άνθρωπος που σε σύντομο χρόνο είχε γίνει η θεία δίκη της– αυτός που μίλησε. Ήταν ο άλλος άντρας, αυτός με τα πυρρόξανθα μαλλιά, ο μετρημένος αριστοκράτης με το ισχνό πρόσωπο και το θεληματικό πιγούνι. Η Μάρα τον κοίταξε, παρατηρώντας πώς άστραφταν τα γκρίζα μάτια του από συγκίνηση που μόλις τη συγκρατούσε. Και κατάλαβε χωρίς αμφιβολία ότι η απειλή στα λόγια του ήταν πραγματική. Θα τη σκότωναν έτσι και πέθαινε ο Τεμπλ. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Και ίσως να της άξιζε. Αλλά ο Τεμπλ δεν πέθανε. Κι έτσι, εκείνη θα τον κρατούσε ζωντανό ακόμη κι αν χρειαζόταν να δώσει κάθε μόριο της ύπαρξής της γι’ αυτό. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άλλαξε τα φουστάνια της με το πουκάμισο του άντρα. «Τότε δεν θα πεθάνει». Ο Τεμπλ δεν πέθανε εκείνη τη νύχτα. Αντίθετα, βυθίστηκε σε έναν ανήσυχο ύπνο, που συνεχιζόταν όταν ο χειρουργός κατέφθασε κι άρχισε αμέσως να καταπιάνεται με το τραύμα. «Έπρεπε να περιμένετε να επιστρέψω πριν βγάλετε το μαχαίρι», είπε επιθεωρώντας το τραύμα, και σκοπίμως δεν κοιτούσε τις γυναίκες μες στο δωμάτιο. «Μα δεν ερχόσουν», είπε ο Μπορν, με θυμό στον τόνο της φωνής του, και η Μάρα χάρηκε που είδε ότι ο θυμός του είχε ως αποδέκτη αυτόν που πολύ σωστά τον άξιζε. «Τι να κάναμε κι εμείς, τίποτα;» «Έχω κι άλλες δουλειές», αποκρίθηκε ο γιατρός σκληρά, σηκώνοντας την πετσέτα από τον ώμο του Τεμπλ και επιθεωρώντας το τραύμα που τώρα είχε ξεραθεί. «Τίποτα δεν θα γινόταν καλύτερα. Θα μπορούσατε να είχατε προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά. Οπωσδήποτε το να τον αφήσετε στα χέρια μιας γυναίκας ήταν μια απόφαση που σηκώνει συζήτηση». Η κόμισσα του Χάρλοου ύψωσε το φρύδι της ακούγοντας αυτά τα λόγια, κοιτάζοντας τον κοκκινομάλλη αριστοκράτη για τον οποίο η Μάρα ανακάλυψε ότι ήταν άντρας της, προφανώς μη θέλοντας να τρομάξει τον γιατρό και σηκωνόταν να φύγει, τώρα που είχε έρθει. Η Μάρα δεν ένιωθε το ίδιο. Είχε δει πάρα πολλούς γιατρούς να καταφθάνουν με μαγικά μαντζούνια και εργαλεία στα χέρια και να φεύγουν μην έχοντας καταφέρει τίποτα παρά μόνο να κάνουν την κατάσταση χειρότερη. Ο Τεμπλ ποτέ δεν είχε υπάρξει πιο τυχερός από τώρα που ο γιατρός είχε καθυστερήσει οχτώ ολόκληρες ώρες. «Εγώ προτιμώ μια γυναίκα γιατρό παρά κανέναν». Τότε ο χειρουργός την κοίταξε. «Εσύ δεν είσαι γιατρός». Η Μάρα είχε αντιμετωπίσει πιο δυνατούς και πιο υπολογίσιμους αντιπάλους απ’

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αυτόν εδώ τον ασήμαντο γιατρό. Ανάμεσα σ’ αυτούς, και τον αναίσθητο άντρα πάνω στο τραπέζι. «Θα μπορούσα να πω το ίδιο και για σένα, αν κρίνω από τα σημάδια της ιατρικής σου διορατικότητας που είδα τούτη τη νύχτα». Η κόμισσα του Χάρλοου ανοιγόκλεισε νευρικά τα μεγάλα μάτια της πίσω από τους χοντρούς φακούς της και η μια γωνιά των χειλιών της πήρε μια κλίση προς τα πάνω. Όταν η Μάρα την κοίταξε, η άλλη γυναίκα απέστρεψε το βλέμμα της, αλλά η Μάρα είχε προλάβει να διακρίνει τον θαυμασμό εκεί. Μια σύμμαχος, ίσως, μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο εχθρούς. Ο χειρουργός είχε γυρίσει την πλάτη του και ήδη μιλούσε με τον κόμη του Χάρλοου. «Πρέπει να του γίνει αφαίμαξη». Η Μάρα έκανε έναν μορφασμό καθώς της ήρθε μια εικόνα, έντονη και ανησυχητική, βδέλλες διασκορπισμένες πάνω σε σάρκα, η καθεμιά τους παχιά από το αίμα της μητέρας της. «Όχι». Κανένας δεν την κοίταξε. Κανείς δεν έδειξε να την άκουσε. «Είναι απαραίτητο;» Ο κόμης δεν φάνηκε να πείστηκε. Ο γιατρός κοίταξε το τραύμα. «Ναι». «Όχι!» επανέλαβε η Μάρα, πιο δυνατά ετούτη τη φορά. Η αφαίμαξη σκότωνε. Και θα έπαιρνε τη ζωή του Τεμπλ τόσο σίγουρα όσο είχε πάρει και τη ζωή της μητέρας της. Ο γιατρός συνέχισε. «Και ποιος ξέρει τι άλλο του έκανε η γυναίκα. Τι μπορεί να χρειαστεί να αναστραφεί. Η αφαίμαξη είναι η λύση». «Η αφαίμαξη δεν είναι η λύση», είπε η Μάρα, παίρνοντας θέση στο πλευρό του Τεμπλ, ανάμεσα σ’ αυτόν και τον χειρουργό, ο οποίος τώρα έβγαζε ένα μεγάλο τετράγωνο κουτί από την τσάντα του. Κανένας δεν άκουγε. Κανένας, εκτός από την κόμισσα του Χάρλοου. «Ούτε κι εγώ είμαι σίγουρη πως αυτός είναι ο ορθός τρόπος θεραπείας», είπε απόλυτα σοβαρή και πήγε να σταθεί πλάι στη Μάρα. «Ούτε κι εσύ είσαι γιατρός, κυρία μου». «Μπορεί να μην είμαστε γιατροί, φιλαράκο, αλλά ήμαστε ό,τι καλύτερο είχε εκείνος, εντάξει;» Ο χειρουργός σούφρωσε τα χείλη του. «Δεν θα ανεχθώ να μου απευθύνεται ο λόγος με τέτοιο τρόπο. Και μάλιστα από…» Κούνησε αόριστα το χέρι του προς το μέρος τους. Ο Κρος προχώρησε μπροστά, έτοιμος να κάνει φασαρία για χάρη της γυναίκας του. «Από ποιον, ακριβώς;» Ο γιατρός κατάλαβε την γκάφα του. «Φυσικά και δεν εννοώ τη λαίδη Χάρλοου, κύριέ μου. Εννοώ» –κούνησε το χέρι του προς τη μεριά της Μάρα– «αυτή τη γυναίκα». Είπε γυναίκα λες και ήταν καμιά βρομερή λέξη. Τη Μάρα μπορεί να την είχε νοιάξει αυτό, αν η ζωή του Τεμπλ δεν κρεμόταν από μια

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κλωστή. Αγνόησε την προσβολή. «Του έχεις ξανακάνει αφαίμαξη παλιά;» Ακολούθησε μια παύση και η Μάρα νόμισε ότι ο χειρουργός μπορεί να μην της απαντούσε, ώσπου η κόμισσα πήρε το μέρος της και πρόσθεσε: «Αυτή είναι μια πρώτης τάξεως ερώτηση». Ο γιατρός δίστασε, ώσπου ο Κρος τον παρακίνησε. «Γιατρέ;» «Όχι. Δεν το είχε χρειαστεί ποτέ». Η Μάρα κοίταξε τον Τεμπλ, ακίνητο σαν πεθαμένο πάνω στο τραπέζι. Φυσικά και δεν το είχε χρειαστεί. Ο άνθρωπος ήταν ακατάβλητος. Ζήτημα είναι να είχε χρειαστεί την οποιαδήποτε θεραπεία γενικά. Μέχρι τώρα. Μέχρι τώρα που κόντευε να πεθάνει. Η Μάρα κοίταξε την κόμισσα. «Κυρία μου;» έκανε, αφήνοντας να φανούν μέσα στις λέξεις της αυτά που ένιωθε σχετικά με το ζήτημα. Να φανούν και στο πρόσωπό της. Μην το επιτρέψεις αυτό. Σε παρακαλώ, άσ’ τον να ζήσει. Η κόμισσα κούνησε μια φορά το κεφάλι της και στράφηκε προς τον άντρα της. «Καλύτερα να περιμένουμε. Είναι υγιής και δυνατός. Θα προτιμούσα να του δοθεί η ευκαιρία να συνέλθει μόνος του παρά να χάσει κι άλλο αίμα». Η Μάρα άφησε να της βγει η ανάσα που κρατούσε, με καυτά δάκρυα συγκίνησης να καίνε στα μάτια της. «Οι γυναίκες δεν είναι δυνατόν να καταλάβουν τα θεμελιώδη της ιατρικής αυτού του είδους. Τα μυαλά τους…» κούνησε το χέρι του στον αέρα, «…δεν είναι εξοπλισμένα για τέτοια γνώση». «Συγγνώμη;» Η κόμισσα του Χάρλοου ήταν ολοφάνερα δυσαρεστημένη. Η Μάρα δεν είχε καμιά διάθεση να σπαταλήσει ενέργεια για να ασχοληθεί με την προσβολή. Όχι όταν η ζωή του Τεμπλ κρεμόταν από μια κλωστή. Υπερασπίστηκε τις απόψεις της. «Ακόμη και οι γυναίκες μπορούν να καταλάβουν ότι το αίμα συνήθως δεν φεύγει από το σώμα. Δεν βλέπω κανένα λόγο να πιστέψω ότι δεν χρειαζόμαστε όλο το αίμα που έχουμε». Αυτή ήταν μια ασυνήθιστη θεωρία. Και όχι δημοφιλής. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είχαν δει τις μητέρες τους να πεθαίνουν, πιο χλωμές και όλο και πιο άρρωστες κάθε λεπτό που περνούσε, καλυμμένες με βδέλλες και έχοντας τομές από λεπίδες. Είχε δει με τα μάτια της αποδείξεις ότι η αφαίμαξη δεν ήταν ποτέ η λύση. Ο χειρουργός αναστέναξε, έχοντας συνειδητοποιήσει χωρίς αμφιβολία ότι θα αναγκαζόταν να αντιμετωπίσει τις γυναίκες μες στο δωμάτιο. Μίλησε λες και απευθυνόταν σε παιδιά, και η Μάρα παρατήρησε ότι το σαγόνι του κόμη σφίχτηκε από εκνευρισμό. «Πρέπει να αντισταθμίσουμε το ισοζύγιο. Ό,τι έχασε από τον ώμο, πρέπει να το πάρουμε από το πόδι». «Αυτό είναι απόλυτη ηλιθιότητα». Η Μάρα στράφηκε στην κόμισσα – τη μόνη της

******ebook converter DEMO Watermarks*******


σύμμαχο. «Αν μια στέγη παρουσιάζει διαρροή, δεν πάει κάποιος να ανοίξει και μια δεύτερη τρύπα στο ταβάνι». Ο γιατρός είχε μπουχτίσει. Φούσκωσε από περηφάνια και στράφηκε προς τον Μπορν. «Δεν θα καθίσω να δεχτώ μαθήματα από γυναίκες πάνω στο πεδίο της ειδικότητάς μου. Φεύγουν, αλλιώς θα φύγω εγώ». «Ε τότε να φύγεις, κι εμείς θα βρούμε άλλο χειρουργό», είπε η κόμισσα. «Πίπα», είπε ο Κρος, μιλώντας απαλά αλλά αποφασιστικά, και η Μάρα διέκρινε την ένταση στη φωνή του. Δεν ήθελε να πεθάνει ο φίλος του. Μακάρι να συνειδητοποιούσε ότι ούτε και η Μάρα το ήθελε αυτό. «Άσ’ τον γι’ αυτή τη νύχτα», ικέτευσε. «Δώδεκα ώρες για να παρουσιάσει πυρετό – κάποια μόλυνση οποιουδήποτε είδους– κι ύστερα άσε τον μπαρμπέρη σου να καταπιαστεί μαζί του». Τα μάτια του γιατρού γούρλωσαν όταν άκουσε τα προσβλητικά λόγια, και η Μάρα θα είχε γελάσει αν δεν καιγόταν τόσο πολύ να κρατήσει αυτόν τον άνθρωπο και τα βάρβαρα μαραφέτια του μακριά από τον Τεμπλ. «Τώρα δεν θα τον κουράριζα ακόμη κι αν μου δίνατε τα τριπλά λεφτά». Τότε η Μάρα μίσησε αυτόν τον άνθρωπο, που ήταν τόσο ίδιος με τους αμέτρητους γιατρούς στο Λονδίνο, αυτούς που έκαναν πάνω στη μητέρα της τις δοκιμές τους για να τη χαρακτηρίσουν στο τέλος ανίατη. Την είχαν αφήσει να πεθάνει, την ίδια στιγμή που η Μάρα εκλιπαρούσε τον πατέρα της να τους διώξει. Να βρει κάποιον που θα την κουράριζε με κάτι άλλο εκτός από βδέλλες και λάβδανο. Κι εκείνος την αγνόησε και η Μάρα απέμεινε να μην μπορεί να κάνει τίποτα. Ο Μπορν μίλησε, και η Μάρα διέκρινε την ειρωνεία στη φωνή του καθώς ο μαρκήσιος προσπαθούσε να κατευνάσει τα νεύρα του χειρουργού. «Γιατρέ. Σε παρακαλώ. Δώδεκα ώρες δεν είναι δα και τόσο πολλές». «Δώδεκα ώρες μπορεί να τον σκοτώσουν. Αν πεθάνει, θα είναι ευθύνη των γυναικών σας εδώ». «Δική μου ευθύνη», είπε η Μάρα, κοιτάζοντας τον μαρκήσιο στα μάτια και παρατηρώντας τον δακτύλιο γύρω από το δεξί, που τώρα είχε γίνει μαύρος και γυαλιστερός, γεγονός που δεν θα την καθιστούσε προσφιλή στα μάτια του. Εντυπωσιάστηκε που τον είδε να μην αποστρέφει το βλέμμα του. «Το αίμα του είναι στα χέρια μου. Άσε με να το καθαρίσω». Αυτό ήταν ό,τι πιο κοντινό σε ικεσία θα μπορούσε να του απευθύνει. Πολύ κοντινό. Ποτέ της δεν θα μάθαινε γιατί, αλλά ο Μπορν κοίταξε τον Κρος κι ύστερα ξανά εκείνη. «Δώδεκα ώρες». Την πλημμύρισε ανακούφιση και μπήκε στον πειρασμό να ζητήσει συγγνώμη από τον υπεροπτικό μαρκήσιο. Κόντεψε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Δεν θα ξαναγυρίσω», είπε ο γιατρός, με τη φωνή του γεμάτη χολή. Η Μάρα ήδη είχε βουτήξει μια καθαρή πετσέτα σε καυτό νερό και την έστυβε. «Δεν θα σε χρειαστούμε». Η πόρτα έκλεισε πίσω από τον γιατρό και ο μαρκήσιος έβγαλε ένα ρολόι από την τσέπη του. «Οι δώδεκα ώρες ξεκινούν από τώρα». Κοίταξε τον Κρος. «Ο Τσέις θα μας πάρει τα κεφάλια που τον αφήσαμε να φύγει». Η Μάρα δεν έβγαλε νόημα απ’ αυτά τα λόγια, αλλά παραήταν επικεντρωμένη στον Τεμπλ για να νοιαστεί ή να καταλάβει, κι έτσι απλώς απηύθυνε τον λόγο στην κόμισσα. «Πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αποτρέψουμε έναν πιθανό πυρετό». Η Πίπα κατένευσε και πήγε προς την πόρτα, για να ειδοποιήσει να φέρουν κι άλλες πετσέτες και φρέσκο νερό. Η Μάρα κοίταξε το γαλήνιο πρόσωπο του Τεμπλ, καταγράφοντας μέσα της τις σκούρες χαρακιές των φρυδιών του, την καμπύλη γραμμή τής κάποτε αριστοκρατικής μύτης του, τις ουλές στο μέτωπο και στα χείλη του, το χτύπημα από τον αγώνα νωρίτερα εκείνη τη νύχτα που τώρα είχε γίνει μαύρο πάνω στο ένα του μάγουλο, και την πλημμύρισαν τύψεις, βαθιά μες στο στήθος της. Εκείνη του τα είχε κάνει όλα αυτά, σκέφτηκε, σκουπίζοντας το μέτωπό του με μια πετσέτα, μισώντας την ακινησία του. Τώρα εκείνη θα τον έσωζε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 13 Ψέματα έλεγαν όσοι αφηγούνταν ιστορίες για τον θάνατο και τις διάνθιζαν με χορούς αγγέλων και με μια αίσθηση απόλυτης, ακαταμάχητης γαλήνης. Δεν υπήρχαν άγγελοι. Δεν υπήρχε γαλήνη. Τουλάχιστον όχι για τον Τεμπλ. Δεν υπήρχε τίποτα που να τον δελέαζε να πάει προς ένα λαμπερό, παρηγορητικό φως, τίποτα που να τον ανακούφιζε καθώς ο πόνος έκαιγε μέσα του, απειλώντας τη σκέψη και την ανάσα του. Κι ήταν κι εκείνη η κάψα. Έκαιγε σαν φωτιά μες στο στήθος του και προς τα κάτω στο μπράτσο του, και τον σούβλιζε στο χέρι του, λες και του είχαν βάλει φωτιά. Δεν μπορούσε να το καταπολεμήσει αυτό – τον κρατούσαν κάτω και τον ανάγκαζαν να το δεχτεί. Λες και το απολάμβαναν. Η κάψα ήταν που τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι βρισκόταν στο χείλος της κόλασης. Οι άγγελοί του δεν ήρθαν από πάνω· ήρθαν από κάτω, και τον έβαζαν σε πειρασμό να τους ακολουθήσει. Οι δικοί του άγγελοι ήταν οι έκπτωτοι. Και δεν μιλούσαν με μελωδικούς ύμνους. Αντίθετα, βλαστημούσαν και καταριούνταν και προσπαθούσαν να τον κάνουν να θελήσει να πάει κοντά τους με πειρασμούς και απειλές. Του υπόσχονταν όλα όσα είχε αγαπήσει στη ζωή: γυναίκες, εξαιρετικής ποιότητας ουίσκι, καλό φαγητό και καλύτερη άθληση. Του υπόσχονταν ότι θα γινόταν ξανά βασιλιάς, φτάνει να τους ακολουθούσε. Οι φωνές τους ήταν αμέτρητες – με την τραχιά προφορά των λαϊκών ανθρώπων του Λονδίνου αλλά και με βαθύ, αριστοκρατικό τόνο. Και υπήρχαν και γυναίκες. Οι γυναίκες τού ψιθύριζαν και του υπόσχονταν έντονη απόλαυση, φτάνει να τις ακολουθούσε. Μα τον Θεό, μπήκε σε πειρασμό. Κι ύστερα ήρθε εκείνη. Εκείνη που έδειχνε να ψιθυρίζει πιο τραχιά. Εκείνη που σχεδόν τον επέπληττε. Εκείνη που έλεγε τα λόγια τα οποία του τραβούσαν την προσοχή περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη από τις υπόλοιπες ωραίες υποσχέσεις. Λέξεις όπως εκδίκηση. Και εξουσία. Και δύναμη. Και δούκας. Βέβαια δεν είχε ζήσει σαν δούκας εδώ και πάρα πολύ καιρό. Όχι από τότε που σκότωσε τη μέλλουσα γυναίκα του πατέρα του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κάτι πάνω σ’ αυτό τον γαργάλησε στις παρυφές της συνείδησής του, κάτι που πήγαινε κι ερχόταν καθώς άκουγε τους άλλους να ψιθυρίζουν γύρω του, τραβώντας του την προσοχή. Είναι απλώς θέμα χρόνου. Δεν μπορεί να μας ακούσει. Δεν μπορεί να το καταπολεμήσει. Έχει χάσει πάρα πολύ… Και όντως, είχε χάσει. Είχε χάσει την υπόληψή του, την οικογένειά του, το παρελθόν του και τη ζωή του. Είχε χάσει τον κόσμο στον οποίο είχε γεννηθεί… τον κόσμο που είχε απολαύσει τόσο αναθεματισμένα πολύ. Όμως κάθε φορά που το σκοτάδι τον έβαζε σε πειρασμό, άκουγε εκείνη. Θα πολεμήσει. Θα ζήσει. Η φωνή της δεν ήταν ευγενική ή αγγελική. Ήταν δυνατή σαν ατσάλι και δημιουργούσε πιο ωραίες υποσχέσεις απ’ οποιαδήποτε από τις υπόλοιπες φωνές. Δεν γινόταν να την αγνοήσει. Να πάνε στα κομμάτια. Είσαι πολύ πιο δυνατός απ’ όλους τους. Το έργο σου δεν ολοκληρώθηκε. Η ζωή σου δεν τελείωσε. Μα είχε τελειώσει, έτσι δεν είναι; Δεν είχε τελειώσει εδώ και χρόνια; Δεν είχε τελειώσει από την ημέρα που είχε ξυπνήσει πάνω σε εκείνο το ματωμένο κρεβάτι, με τη μνηστή του πατέρα του νεκρή; Την είχε σκοτώσει. Την είχε σκοτώσει με τις γιγαντιαίες γροθιές του και την υπερφυσική του δύναμη κι ένας Θεός ξέρει με τι άλλο. Την είχε δολοφονήσει, και την ίδια στιγμή δολοφόνησε και τη ζωή του και το πώς θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί. Την είχε σκοτώσει, και τώρα να σου κι αυτός εδώ, να πεθαίνει – επιτέλους, επιτέλους έπαιρνε αυτό που του άξιζε. Λεγόταν ότι κατά τη στιγμή του θανάτου η ζωή ενός ανθρώπου περνούσε μπροστά απ’ τα μάτια του. Ο Τεμπλ ανέκαθεν έβρισκε αυτή την ιδέα ελκυστική, όχι για να θυμηθεί την παιδική του ηλικία στο τεράστιο κτήμα στο Ντέβονσαϊρ, αλλά για να θυμηθεί εκείνη τη νύχτα. Εκείνη τη νύχτα που τα είχε αλλάξει όλα. Κάπου, στις σκοτεινές κόγχες του μυαλού του, πάντα πίστευε ότι τούτη τη στιγμή, που μετεωριζόταν στο κατώφλι του θανάτου, εκείνη η νύχτα θα του αποκαλυπτόταν. Εκείνη η νύχτα που του είχε σημαδέψει τη ζωή. Η νύχτα που του είχε προμηνύσει την είσοδό του στην κόλαση. Αλλά ακόμη και τώρα δεν μπορούσε να τη θυμηθεί, και ήθελε να μουγκρίσει την απογοήτευσή του. «Γιατί;» Δεν άκουσε τον ψίθυρό του να αντηχεί στο δωμάτιο. Το μόνο που άκουσε ήταν τον θυμωμένο έκπτωτο άγγελό του να τον λοιδορεί με αμαρτωλά ψέματα, τη στιγμή που εκείνος γλιστρούσε σε παραλήρημα. Γιατί θα ζήσεις, Τεμπλ.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Θα ζήσεις, κι εγώ θα σου πω τα πάντα. Εκείνη ήταν εκεί, το κορίτσι από εκείνη τη νύχτα – το όμορφο, γελαστό κορίτσι που του ξεγλιστρούσε χορεύοντας μες στους κήπους και υψωνόταν από πάνω του στα φρεσκοπλυμένα λινά σεντόνια, αυτή με τα ολομέταξα μαλλιά, το απαλό δέρμα και τα μάτια που τον στοίχειωσαν. Εκείνη ήταν εκεί, μαζί με τα αγόρια παραταγμένα στη σειρά, σκουρομάλλικα με μάτια σαν πετράδια. Εκείνη ήταν εκεί, με το άγγιγμά της δροσερό μες στο σκοτάδι, και οι υποσχέσεις της τον έβαζαν σε πειρασμό να απομακρυνθεί από το φως. Να ξαναγυρίσει σε αυτήν. Να ξαναγυρίσει στη ζωή. Η γυναίκα τον έσωζε. Ώρες πέρασαν κι εκείνος δεν ξυπνούσε, αν και γινόταν όλο και πιο σπασμωδικός μες στον ύπνο του – αντιδρούσε στις φροντίδες κάθε φορά που έχυναν καυτό νερό πάνω στο τραύμα του. Η Μάρα πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο, και την άφηναν να πάει κοντά του μόνο όταν ήταν η ώρα να καθαρίσει το τραύμα ή να αλλάξει επιδέσμους. Κάθε φορά που έμπαινε, έβλεπε όλο και καινούριους ανθρώπους να ξαγρυπνούν στο πλευρό του. Ο Μπορν, ο Κρος και η Πίπα παρέμεναν διαρκώς, κι όταν και ο τελευταίος τζογαδόρος έφυγε, ήρθαν και τους βρήκαν οι άνθρωποι που διηύθυναν τα τραπέζια του «Αγγέλου», οι γκρουπιέρηδες, κι αμέσως μετά ήρθαν και οι γυναίκες που δούλευαν στο καζίνο – ένα σταθερό ρεύμα από υπηρέτριες που θρηνούσαν, ανήσυχες κονσοματρίς και ποιος ξέρει τι άλλο. Η ξανθιά που άκουγε στο όνομα Άννα, αυτή που η Μάρα είχε συναντήσει στο παράξενο δωμάτιο με το παράθυρο, κατέφθασε έχοντας ολοκληρώσει τη δουλειά της, και η Μάρα είδε με την άκρη του ματιού της την πόρνη να πηγαίνει να στέκει σιωπηλά φρουρός στο προσκέφαλο του Τεμπλ για αρκετά λεπτά, με τα δάχτυλά της να χαϊδεύουν τα τατουάζ πάνω στα μπράτσα του, να ινχηλατούν τις γραμμές των μυών του, κι ύστερα του έσφιξε το χέρι και του ψιθύρισε στο αφτί. Της πέρασε από τον νου ότι αυτή η γυναίκα μπορεί να ήταν ερωμένη του Τεμπλ, έτσι όπως μιλούσε γι’ αυτόν στο σκοτεινό δωμάτιο με τον καθρέφτη. Έτσι όπως όλες οι γυναίκες μιλούσαν γι’ αυτόν με τόσο πόθο και λαγνεία, χωρίς αμφιβολία ο άνθρωπος αυτός πρέπει να είχε μια ορδή από γυναίκες. Και τούτη εδώ ήταν αρκετά όμορφη για να είναι η στρατηγός της στρατιάς των γυναικών του. Μακριά, λεπτά δάχτυλα χάιδευαν το απαλό δέρμα του, τέλεια νύχια έπαιζαν με τις τρίχες στα μπράτσα του σε μια χειρονομία που δεν μπορούσε να παρερμηνευθεί. Αυτή η γυναίκα ήξερε τον Τεμπλ. Νοιαζόταν γι’ αυτόν. Ήταν εξοικειωμένη με το να τον αγγίζει έτσι όπως κειτόταν ακίνητος και γυμνός μες στο σκοτάδι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Μάρα απέστρεψε το βλέμμα της, μισώντας αυτή τη γυναίκα. Μισώντας και τον εαυτό της για την έντονη ζήλια που την κυρίευσε. Για το γεγονός ότι δεν του είπε τα πάντα όταν είχε την ευκαιρία. Ότι δεν τον εμπιστεύτηκε. Ότι τον τυραννούσε, όταν εκείνος δεν είχε κάνει τίποτα για να το αξίζει αυτό. Κράτησε το κεφάλι της κατεβασμένο την ώρα που τον φρόντιζε, βάζοντας ζεστό νερό, καθαρίζοντας και δένοντας την πληγή του, σκουπίζοντας το μέτωπό του και ψάχνοντας να βρει τον ευλογημένα δυνατό και σταθερό σφυγμό του. Κάποιος τον είχε σκεπάσει με μια κουβέρτα και είχε βάλει ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι του – μια παραχώρηση χάριν της άνεσης, γιατί ταυτόχρονα φοβούνταν να τον μετακινήσουν από το τραπέζι, λες και το σημαδεμένο ξύλο της βελανιδιάς είχε κάποιου είδους ιδιότητα να δίνει ζωή. Η Μάρα ένιωθε όλο και πιο ανήσυχη καθώς η μέρα έδινε τη θέση της στο σούρουπο στον κόσμο πέρα από το καζίνο κι εκείνος παρέμενε ακίνητος. Ο Μπορν απείλησε να καλέσει άλλο γιατρό, αλλά κατά τη διάρκεια ενός από τους εξοστρακισμούς της από το δωμάτιο, ο απροσδιόριστος Τσέις προφανώς συντάχθηκε με το μέρος της Πίπα και τους έδωσε τη νύχτα για να επαναφέρουν τον Τεμπλ στις αισθήσεις του. Ο Τσέις είχε φύγει πριν η Μάρα επιστρέψει στο δωμάτιο για έναν ακόμη γύρο καθαρισμού και επίδεσης του τραύματος. Καιγόταν να τον ξυπνήσει, να τον κάνει να ανακτήσει τις αισθήσεις του. Καιγόταν να τον δει να ανοίξει τα μάτια του και να κοιτάξει. Καμιά φορά, νομίζω ότι όντως με καταλαβαίνεις. Λόγια που ειπώθηκαν ψιθυριστά στο σκοτάδι σε έναν δρόμο του Λονδίνου. Τότε δεν τον είχε καταλάβει. Ουσιαστικά όχι. Αλλά τώρα τον καταλάβαινε. Και τώρα ήθελε να την κατανοήσει κι εκείνος. Η Μάρα το είχε ανάγκη αυτό. Είχε ανάγκη να του εξηγήσει τα πάντα. Είχε ανάγκη να τον κάνει να δει την αλήθεια. Την αλήθεια της. Όμως εκείνος δεν ξυπνούσε παρά μόνο για να αντισταθεί και να δυσανασχετήσει όταν έπλεναν το τραύμα του με σχεδόν βραστό νερό, και η ενόχληση που ένιωθε ήταν αρκετή για να τον αφυπνίσει σε κάποιο καινούριο επίπεδο συνειδητότητας, κάπου όπου έμοιαζε ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε άλλο εκτός από το να ρωτάει, ξανά και ξανά, «γιατί;». Του αποκρινόταν εκείνη, σιγανά, μη θέλοντας να ακούσουν και οι υπόλοιποι αυτό που έλεγε, αυτό που του υποσχόταν – απαντήσεις και αλήθεια, ακόμη και εκδίκηση, ελπίζοντας ότι κάτι από αυτά που έλεγε θα τον έφερνε πίσω από το μέρος όπου είχε πάει το μυαλό του, ώσπου οι άλλοι αποφάνθηκαν ότι αυτή και η κόμισσα ήταν τρελές και έστειλαν να ειδοποιήσουν να έρθει εκείνος ο σκληρός άνθρωπος που αυτοαποκαλούνταν γιατρός. Η κόμισσα είχε γίνει η μοναδική σύμμαχός της κι έδειχνε να καταλαβαίνει, ύστερα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


από αρκετές ώρες φροντίδας, ότι η Μάρα είχε τον ίδιο σκοπό που είχε κι αυτή. Όλους τους σκοπούς τους. Και παραπάνω. Η πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο άνοιξε και μπήκαν δυο γυναίκες, η μία άχαρη και καθωσπρέπει, προφανώς αριστοκράτισσα, και η άλλη μεγαλόσωμη, που φορούσε ποδιά και κουβαλούσε μια τσαγιέρα. Το βλέμμα της κυρίας συνάντησε τον Μπορν στην απέναντι μεριά του δωματίου κι έτρεξε προς το μέρος του και χώθηκε στην αγκαλιά του. Ο Μπορν την έσφιξε δυνατά μες στα χέρια του και κόλλησε το πρόσωπό του στην καμπύλη του λαιμού της καθώς εκείνη τύλιξε τα χέρια της πάνω απ’ το κεφάλι του, χώνοντας τα δάχτυλά της στις σκούρες μπούκλες του και ψιθυρίζοντάς του. Η Μάρα ήταν διχασμένη ανάμεσα στο να χάσκει μπροστά στη σκηνή –πολύ αταίριαστη με τον άνθρωπο που εκείνη είχε γνωρίσει– και στο να αποστρέψει το βλέμμα της από τη βαθιά συγκινητική στιγμή. Όταν εκείνος αποτραβήχτηκε τελικά, η δυσάρεστη προσωπικότητά του ξαναγύρισε. «Τι διάβολο κάνεις εδώ;» Η κυρία δεν έδειξε να δίνει σημασία στον τρόπο του. «Έπρεπε να είχες στείλει ο ίδιος να με ειδοποιήσουν. Δεν ήταν ανάγκη να τα μάθω από την Πίπα». Κόμπιασε, και τα δάχτυλά της ανέβηκαν στο μάγουλό του. «Τι έπαθε το μάτι σου;» «Τίποτα». Ο Μπορν απέστρεψε το βλέμμα του, το ίδιο και η Μάρα, το βλέμμα της οποίας έπεσε πάνω στην Πίπα, που στεκόταν από την απέναντι μεριά στο προσκεφάλι του Τεμπλ και την κοιτούσε. «Όχι και τίποτα, Μάικλ». «Μια χαρά είναι». Έπιασε το χέρι της και φίλησε τα ακροδάχτυλά της. «Ποιος σε χτύπησε;» Τα χείλη της κόμισσας συσπάστηκαν. Με τη δύναμη της σκέψης της η Μάρα προσπάθησε να την πείσει να μη μιλήσει. Η τύχη δεν ήταν με το μέρος της. «Η δεσποινίς Λόου τον χτύπησε». Η άχαρη γυναίκα όρθωσε το ανάστημά της και κοίταξε την Πίπα. «Ποια είναι η δεσποινίς Λόου;» Η Πίπα έδειξε τη Μάρα, η οποία ευχήθηκε να μπορούσε να εξαφανιστεί. «Αυτή». Η άλλη γυναίκα ήρθε απέναντί της και την κοίταξε, με το βλέμμα της να ανιχνεύει το ματωμένο φόρεμά της, τα ανακατεμένα μαλλιά της και το αναμφίβολα καταβεβλημένο πρόσωπό της, ώσπου κατέληξε στο δεξί χέρι της Μάρα, το οποίο είχε ρίξει τη γροθιά. Η κυρία ύψωσε το ένα ξανθό φρύδι της. «Να φανταστώ πως του άξιζε;» Κατάπληξη την κυρίευσε όταν κοίταξε τα μάτια της κυρίας. «Του άξιζε, μάλλον». Η κυρία κούνησε το κεφάλι της. «Συμβαίνει». Στράφηκε να κοιτάξει τον Μπορν. «Και βέβαια δεν μου άξιζε».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η κυρία ύψωσε το φρύδι της. «Ζήτησες συγγνώμη;» «Συγγνώμη;» είπε εκείνος με έξαψη. «Εκείνη με χτύπησε. Καθώς πήγαινε να σκοτώσει τον Τεμπλ». Η Μάρα άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί, αλλά η γυναίκα δεν της έδωσε τη δυνατότητα να ολοκληρώσει την πρότασή της. «Δεσποινίς Λόου, έχεις εσύ σχέδια να σκοτώσεις τον Τεμπλ;» Ήταν η πρώτη φορά που ο οποιοσδήποτε είχε σκεφτεί να κάνει αυτή την ερώτηση. Η Μάρα είπε την αλήθεια. «Όχι». Η γυναίκα κατένευσε και έστρεψε ξανά την προσοχή της στον Μπορν. «Τότε, χωρίς αμφιβολία, του άξιζε του άντρα μου». Ο Μπορν μισόκλεισε τα μάτια του ενώ η Μάρα κατέγραφε τη σημασία των λέξεων. Η γυναίκα ήταν η μαρκησία του Μπορν και πρόθυμη να ορθώσει το ανάστημά της απέναντι στον φρικτό άνθρωπο χωρίς δισταγμό. Οπωσδήποτε θα έπρεπε να ανακηρυχθεί αγία. «Δεν έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ», μουρμούρισε θυμωμένα ο Μπορν. «Γιατί όχι; Είμαι μέλος της λέσχης και παντρεμένη με έναν από τους ιδιοκτήτες της». «Αυτό δεν είναι μέρος για μια γυναίκα στην κατάστασή σου». «Ω, για όνομα του Θεού. Έγκυος είμαι, Μάικλ, όχι άρρωστη. Η Πίπα είναι εδώ». Η μαρκησία έδειξε την κόμισσα, η οποία ήταν πραγματικά σε προχωρημένη εγκυμοσύνη. «Δεν φταίω εγώ που ο Κρος δεν αγαπάει τη γυναίκα του έτσι όπως αγαπάω εγώ τη δική μου». Ο Κρος ύψωσε το φρύδι του ακούγοντας αυτά τα λόγια κι αμέσως μετά κοίταξε την Πίπα σοβαρά. «Σ’ αγαπώ πάρα πολύ». «Το ξέρω», είπε η Πίπα, και η Μάρα θαύμασε τη λιτότητα στα λόγια του. Την απόλυτη γνώση της κόμισσας ότι ο άντρας της την αγαπούσε. Φαντάστηκε πώς να ήταν άραγε αν την αγαπούσε κι αυτήν κάποιος με τέτοια βεβαιότητα. Το βλέμμα της τρεμόπαιξε στον άντρα πάνω στο τραπέζι. Στο δυνατό σαγόνι και στα μακριά μπράτσα του, και σ’ εκείνο το χέρι που ήταν ακουμπισμένο πάνω στο ξύλο, με την παλάμη κυρτωμένη και αδειανή. Αναρωτήθηκε πώς θα ήταν άραγε αν γλιστρούσε το δικό της χέρι μέσα σ’ εκείνο το κενό. Για να το γεμίσει. Να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Η Μάρα έστρεψε ξανά την προσοχή της στη μαρκησία του Μπορν, το βλέμμα της οποίας εξακολουθούσε να είναι σταθερά καρφωμένο στον άντρα της. «Μάικλ», είπε απαλά. «Ο Τεμπλ είναι εξίσου δικός μου άνθρωπος, όσο είναι και δικός σου». Η γυναίκα στράφηκε να κοιτάξει την ακίνητη φιγούρα του Τεμπλ, και η ανησυχία αυλάκωσε το μέτωπό της καθώς άπλωνε το χέρι της να τον αγγίξει, πρώτα τον καλό του ώμο κι ύστερα για να τραβήξει τα σκούρα μαλλιά του από το μέτωπό του. Ο Μπορν ήρθε να σταθεί δίπλα στη γυναίκα του, κρατώντας τη σφιχτά στο πλευρό του,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


με τον θυμό και τον πόνο να είναι χαραγμένα στο όμορφο πρόσωπό του. «Θεέ και Κύριε», ψιθύρισε η γυναίκα, γέρνοντας στην αγκαλιά του άντρα της. «Θα ζήσει». Τα λόγια ακούστηκαν τραχιά, μετά βίας ξεκόλλησαν από τον λαιμό του Μπορν, επιθυμία και ανησυχία σε ίσες δόσεις. Κάτι σφίχτηκε στο στήθος της Μάρα καθώς παρακολουθούσε το δραματικό στιγμιότυπο. Αυτόν τον άνθρωπο –με τη ζωή του οποίου εκείνη είχε παίξει– δεν τον είχε καταστρέψει. Είχε δεκάδες άτομα να νοιάζονται γι’ αυτόν, φίλους που θα έκαναν οτιδήποτε για να τον σώσουν. Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που κάποιος νοιάστηκε για εκείνη; Πόσο καιρό είχε περάσει η ίδια να το ονειρεύεται αυτό; Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που το άξιζε αυτό; Δεν της άρεσε η απάντηση που προοιωνιζόταν απειλητικά. Στράφηκε προς τη γυναίκα που κρατούσε την τσαγιέρα. «Το χλιαρό τσάι είναι αυτό;» Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά, με το δικό της βλέμμα απλανές καθώς κοίταζε τον Τεμπλ. «Ναι. Εγώ η ίδια το έβρασα». «Σ’ ευχαριστώ, Ντιντιέ», είπε η Πίπα ενώ η Μάρα πήρε την τσαγιέρα και έχυσε το καφετί υγρό σε ένα ποτήρι που πήρε δίπλα από μια καράφα με ουίσκι. «Ελπίζω να υπάρχουν τίποτα μαγικές ιδιότητες σ’ αυτό το αφέψημα. Σίγουρα ο Τεμπλ θα το χρειαζόταν», είπε η μαρκησία. «Φλούδα ιτιάς», αποκρίθηκε η κόμισσα. «Λέγεται ότι καταπολεμά τον πυρετό». «Δεν δείχνει να έχει πυρετό, και ας ελπίσουμε ότι θα παραμείνει έτσι το πράγμα», πρόσθεσε η Μάρα κοιτάζοντας τον Κρος. «Βοήθησέ με να του σηκώσουμε το κεφάλι. Πρέπει να προσπαθήσουμε να τον κάνουμε να πιει». Ο Κρος πλησίασε και μαζί με τον Άσριελ σήκωσαν το νωθρό σώμα του Τεμπλ σε καθιστή στάση. Η Μάρα ίσιωσε το κεφάλι του που κρεμόταν, βάζοντάς του λίγο υγρό στο στόμα με το κουταλάκι του τσαγιού. «Θα πρέπει να πιεις αν θέλεις να γίνεις καλά», είπε αποφασιστικά ύστερα από κάμποσες αποτυχημένες προσπάθειες. Προσπάθησε ξανά και έχασε άλλη μια δόση από το υγρό, που χύθηκε πάνω στο σαγόνι και το στήθος του, και μαζί έχασε και την υπομονή της. Θα το έπινε αυτό ο Τεμπλ, ακόμη κι αν εκείνη αναγκαζόταν να του χύσει το αφέψημα στον λαιμό με το ζόρι. Ακούμπησε το κουταλάκι με το υγρό στο στόμα του. «Κατάπιε, που να σε πάρει». Τα μάτια του άνοιξαν απότομα, ζωηρά και λαμπερά, και ο Τεμπλ έφτυσε το τσάι, και το πρόσωπο κι ο λαιμός της γέμισαν με χλιαρά σταγονίδια την ώρα που εκείνος τσίριξε την έκπληξή του και οι συνεταίροι του βλαστήμησαν τη δυσπιστία τους. Ο Τεμπλ ξέσπασε σε βήχα και τα μαύρα μάτια του την κοίταξαν καθώς έσπρωχνε το ποτήρι μακριά του. «Χριστέ μου», είπε, με τα λόγια τραχιά μες στον λαιμό του. «Αρκετά δεν έχεις προσπαθήσει να με σκοτώσεις;» Τα λόγια προκάλεσαν μια χαμηλόφωνη, συγκρατημένη βλαστήμια από τον Μπορν κι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ένα πλατύ χαμόγελο από τον Κρος. Η Μάρα ένιωσε μια έντονη ανακούφιση που κόντεψε να την κατακυριεύσει… έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή για να μην κλάψει και να μη γελάσει, ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της κι ύστερα έκανε να φέρει το ποτήρι στα χείλη του για ακόμη μια φορά. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, κρατώντας το χέρι της σε απόσταση. «Ποιος το έφτιαξε αυτό το ξέπλυμα;» Κοίταξε τη γυναίκα που είχε φέρει την τσαγιέρα. «Ντιντιέ;» Η Γαλλίδα ήρθε προς τα εμπρός, με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα ανακούφισης. «Ναι, Τεμπλ. Εγώ το έφτιαξα». Κατένευσε. Ο Τεμπλ κοίταξε τη Μάρα με βλέμμα επιφυλακτικό. «Κι εσύ δεν το άγγιξες;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, βρίσκοντας τη λαλιά της. «Εγώ μόνο το σέρβιρα». Ο Τεμπλ έσπρωξε το ποτήρι προς το μέρος της. «Πιες». Τα φρύδια της έσμιξαν. «Μα δεν…» «Πιες εσύ πρώτη». Τότε η Μάρα κατάλαβε και ξέσπασε σε γέλια, με τον ήχο ανάλαφρο, ασυνήθιστο και απίστευτα ευχάριστο. Όσο ευχάριστο ήταν και το θέαμα των μαύρων ματιών του, χωρίς παραισθήσεις. Κάτι άστραψε σ’ εκείνα τα όμορφα μάτια, και ο Τεμπλ έσπρωξε ξανά το ποτήρι προς το μέρος της. «Πιες το, Μάρα». Το όνομά της ήταν πανέμορφο πάνω στα δικά του χείλη. «Μα τι…» Η μαρκησία του Μπορν έκανε να πάει μπροστά, αλλά τη σταμάτησε ο Μπορν. Γύρισε και κοίταξε τον άντρα της. «Μα είναι παράλογο». «Αυτή είναι η βούληση του Τεμπλ». Δεν την εμπιστευόταν. Είχε τις αισθήσεις του αρκετά ώστε να μην την εμπιστεύεται. Σήκωσε το ποτήρι, κατέβασε το υγρό μονορούφι κι ύστερα άνοιξε το στόμα της κι έβγαλε έξω τη γλώσσα της και του την έδειξε. «Δεν ενδιαφέρομαι να σε δηλητηριάσω σήμερα». Την κοίταξε προσεκτικά. «Ωραία». Η Μάρα αγνόησε την ευχαρίστηση που την κυρίευσε στο άκουσμα αυτής της λέξης και απλώς στράφηκε για να ξαναγεμίσει το ποτήρι. «Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν κάνεις μια γυναίκα να αρχίσει να το σκέφτεται». Το χέρι του έπιασε το δικό της, οδηγώντας το τσάι στα χείλη του. «Μια άλλη μέρα, τότε». Η Μάρα ήθελε να χαμογελάσει. Ήθελε να πει δεκάδες διαφορετικά πράγματα. Πράγματα που εκείνος δεν θα άκουγε. Πράγματα που δεν θα πίστευε. Πράγματα που εκείνη δεν μπορούσε να πει. Κι έτσι περιορίστηκε να πει ένα: «Πιες, τεράστιο βόδι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κι εκείνος το ήπιε, όλο το ποτήρι. Όταν η Μάρα έκανε να απομακρυνθεί, την άδραξε από το χέρι σε μια σκληροτράχηλη λαβή, και το δέρμα του ήταν με κάποιο τρόπο ζεστό, παρά την τρομακτική απώλεια αίματος που είχε. Εκείνη τον κοίταξε. «Μου έδωσες μια υπόσχεση». Η Μάρα σφίχτηκε στο άκουσμα εκείνων των λόγων. «Σου έδωσα. Είπα ότι θα επιστρέψω στην καλή κοινωνία. Θα αποδείξω ότι δεν είσαι δολοφόνος». «Δεν μιλάω για εκείνη την υπόσχεση». Η Μάρα τον κοίταξε. «Ε τότε, για ποια;» «Μου υποσχέθηκες απαντήσεις. Μου υποσχέθηκες ότι θα μου πεις την αλήθεια». Το αίμα της άρχισε να βρυχάται στ’ αφτιά της. Δεν είχε φανταστεί πως ο Τεμπλ θα την άκουγε την ώρα που τον περιποιούνταν. Την ώρα που του ψιθύριζε, με τον φόβο και την ελπίδα να αντιμάχονται για να πάρουν τον έλεγχο των λόγων της. «Θυμάσαι». «Η μνήμη μου με προδίδει σε ό,τι έχει να κάνει με σένα, το ξέρω». Ήπιε ξανά. «Όμως θα μου πεις την αλήθεια για εκείνη τη νύχτα. Θα κρατήσεις τις υποσχέσεις σου». Υποσχέσεις για εκδίκηση. Για αλήθεια. Φτάνει να ζούσε. Και να τον, ζωντανό. Η Μάρα κατένευσε. «Θα τις κρατήσω». «Το ξέρω», είπε ο Τεμπλ. Και μετά αποκοιμήθηκε. Τρία πρωινά αργότερα, ο Τεμπλ βυθίστηκε στο υπερβολικά καυτό νερό στην τεράστια μπρούτζινη μπανιέρα που είχε φτιαχτεί στα μέτρα του για την ιεροτελεστία του πλυσίματός του μετά τους αγώνες στον «Έκπτωτο Άγγελο». Σύριξε με τον πόνο που ένιωσε στο αριστερό μπράτσο του όταν το σήκωσε, προσέχοντας να προφυλάξει το μπανταρισμένο τραύμα του από το νερό, μη θέλοντας να δώσει στη φρέσκια ακόμα πληγή του κανένα λόγο να τον ξαναγυρίσει στον πυρετό ή στο θεραπευτήριο. Περιέστρεψε τον ώμο του διστακτικά, μορφάζοντας καθώς έγειρε πίσω στην κυρτωμένη πλάτη της μπρούτζινης μπανιέρας, ακουμπώντας το κεφάλι του στο χείλος της. Του έφυγε ένας παρατεταμένος αναστεναγμός και ο Τεμπλ έκλεισε τα μάτια του, αφήνοντας τον ατμό και τη ζέστη να τον καταπιούν, παίρνοντας μαζί τους και τις σκέψεις του. Τις περισσότερες από τις σκέψεις του. Σκέψεις που δεν περιλάμβαναν εκείνη, με τα όμορφα, απαλά μαλλιά της και τα παράξενα, ακαταμάχητα μάτια της και το απέραντο σθένος της. Σκέψεις που δεν τον έκαναν να αναρωτιέται γιατί αυτή η γυναίκα είχε κάνει όλα αυτά τόσα χρόνια πριν. Τι είχε κάνει εκείνη τη νύχτα στο ριγκ. Αν και κατά πόσο είχε συνδράμει τον αδερφό της

******ebook converter DEMO Watermarks*******


στην αποστολή του. Αν και κατά πόσο εκείνη του δώσει το μαχαίρι που κατέληξε στο δικό του στήθος. Σκέψεις που δεν τον έκαναν να θυμάται τη στοργικότητα με την οποία του έπλυνε το τραύμα του το πρωί που είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του. Τον τρόπο που του σέρβιρε τσάι. Τον τρόπο που τον έγιανε. Σκέψεις που δεν τον έβαζαν να αναρωτιέται πώς θα ήταν να βιώσει ξανά αυτή τη στοργή. Πιο συχνά. Ή ακόμη χειρότερα, τι σήμαινε αυτή η στοργή. Βλαστήμησε χοντρά μέσα στο ήσυχο, γεμάτο ατμούς δωμάτιο. Δεν την ήθελε τη στοργή της. Ήθελε τις τύψεις της. Τη μετάνοιά της. Έτσι δεν είναι; Μετακίνησε το μπράτσο του με προσοχή, μισώντας τη σουβλιά του πόνου που ήρθε μαζί με την κίνηση. Απεχθανόταν τον τρόπο που το χέρι του φαινόταν σαν να ήταν παγιδευμένο στην άμμο όταν το χρησιμοποιούσε. Σιχαινόταν τον φόβο που ερχόταν μαζί με σκέψεις ότι θα απέμενε περιορισμένος. Η αίσθηση του χεριού του θα επέστρεφε. Το ίδιο και η δύναμη. Έπρεπε να επιστρέψουν. Μια ανάμνηση άστραψε, πρόσφατη από το βράδυ του αγώνα – η Μάρα στην άκρη του ριγκ, να τον κοιτάζει, με τον τρόμο στα μεγάλα μάτια της. Θα σε σκοτώσει! Έτσι του είχε φωνάξει. Τον προειδοποίησε, αλλά εκείνος είχε τόσο αναθεματισμένα απορροφηθεί από την ανησυχία στα μάτια της –από τη σκέψη ότι αυτή η γυναίκα μπορεί να νοιαζόταν γι’ αυτόν– ώστε δεν είχε αντιληφθεί τις λέξεις μέχρι που το μαχαίρι είχε καρφωθεί στο στήθος του. Μέχρι αργότερα. Ώσπου εκείνος έμπαινε κι έβγαινε χορεύοντας στη συναίσθηση και η φωνή της του είχε ψιθυρίσει υποσχέσεις στο αφτί. Θα ζήσεις. Θα ζήσεις, κι εγώ θα σου πω τα πάντα. Ε είχε ζήσει. Κι εκείνη θα του έλεγε την αλήθεια για εκείνη τη νύχτα και την απόφασή της να το σκάσει. Θα του έλεγε γιατί είχε διαλέξει αυτόν. Γιατί τον είχε τιμωρήσει. «Ξέρεις τι κάνεις;» Ο Τεμπλ δεν έδειξε το ξάφνιασμα που ένιωσε με την εισβολή, παρόλο που η καρδιά του άρχισε να χτυπά κάπως γρηγορότερα με τη συνειδητοποίηση ότι κάποιος είχε μπει στο δωμάτιο χωρίς να το πάρει είδηση. «Δεν αμφιβάλλω ότι έχεις σκοπό να μου πεις», είπε, ανοίγοντας τα μάτια του για να βρει τον Τσέις στην άκρη της μπανιέρας. «Πόση ώρα με κοιτάς να κάνω μπάνιο;» «Αρκετή ώστε οι μισές γυναίκες του Λονδίνου να σκάσουν από ζήλια». Ο Τσέις ρίχτηκε πάνω σε ένα σκαμνί παραδίπλα και έγειρε προς τα εμπρός, με τα πόδια απλωμένα μπροστά και τους αγκώνες πάνω στα γόνατα. «Πώς πάει το χέρι;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Πονάει», αποκρίθηκε ο Τεμπλ, σφίγγοντας τη γροθιά του τραυματισμένου χεριού του και δοκιμάζοντας να ρίξει αργά μια μπουνιά στον αέρα. «Και είναι δυσκίνητο». Άφησε απέξω άλλες λέξεις. Μουδιασμένο. Αδύναμο. Άχρηστο. «Ούτε μια βδομάδα δεν πέρασε· δώσε του χρόνο», είπε ο Τσέις. «Έπρεπε να είσαι στο κρεβάτι». Ο Τεμπλ αναδεύτηκε μες στο νερό, μορφάζοντας καθώς η κίνηση έστειλε έναν πόνο που τον διαπέρασε. «Δεν χρειάζομαι φύλακα». «Όπως και να ’χει, κάθε νύχτα που είσαι μακριά από το ριγκ είναι νύχτα όπου χάνουμε χρήματα». «Έπρεπε να το καταλάβω ότι δεν σε νοιάζει η ευεξία μου». Ήξεραν και οι δυο ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια και ότι ο Τσέις θα γκρέμιζε όλο το Λονδίνο αν αυτό βοηθούσε στην ανάρρωση του Τεμπλ. Αλλά προσποιήθηκαν, παρ’ όλα αυτά. «Ενδιαφέρομαι για την ευεξία σου, καθώς έχει σχέση με τα περιθώρια του κέρδους μου». Ο Τεμπλ γέλασε. «Μια ζωή επιχειρηματίας». Απέμειναν αμίλητοι για μια παρατεταμένη στιγμή κι ύστερα ο Τσέις μίλησε ξανά. «Θα πρέπει να κουβεντιάσουμε για το κορίτσι». Ο Τεμπλ έκανε πως δεν κατάλαβε. «Ποιο κορίτσι;» Ο Τσέις αγνόησε την ανόητη ερώτηση. «Ζήτησε να επιστρέψει στη θέση της». Ο Τεμπλ είχε μέρες να τη δει – ήθελε να ανακάμψει πριν την ξαναδεί. Ήθελε πίσω τη δύναμή του πριν ξαναρχίσουν τη μάχη μεταξύ τους. Πριν την αντιμετωπίσει. Όμως δεν την ήθελε μακριά του. Απέφυγε να σκεφτεί τον λόγο γι’ αυτό. «Κι ο αδερφός;» Ο Τσέις ξεφύσηξε αργά και απέστρεψε το βλέμμα του. «Ακόμα εξαφανισμένος». «Δεν μπορεί να μείνει εξαφανισμένος για πάντα. Δεν έχει λεφτά». «Είναι πιθανόν το κορίτσι να χρηματοδότησε το σχέδιο». Ο Τσέις πέρασε το χέρι του μέσα από τις ξανθές μπούκλες του. «Στο κάτω κάτω, είναι κάτι σαν ειδική στο να κρύβεται κάτω από τη μύτη ολωνών». Δεν ήταν δυνατόν. Τη Μάρα την απασχολούσαν πάρα πολύ τα χρήματα. «Δεν τον βοήθησε εκείνη». «Δεν το ξέρεις αυτό». Μόνο που το ήξερε. Είχε φέρει στον νου του αυτά που έγιναν στον αγώνα ξανά και ξανά. «Την είδα στον αγώνα. Την είδα να προσπαθεί να τον εμποδίσει». Κόμπιασε, έχοντας στο μυαλό του τις υποσχέσεις που του είχε δώσει ψιθυριστά. «Εκείνη με έσωσε. Εκείνη με έγιανε». «Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς». Ο Τσέις ήταν πάντα δύσπιστος. Ο Τεμπλ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Δεν είχε προσπαθήσει η Μάρα να τον σκοτώσει. Δεν μπορούσε να το πιστέψει αυτό. Δεν θα το πίστευε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τα φρύδια του Τσέις υψώθηκαν. «Μπας και υπερασπίζεσαι το κορίτσι;» «Όχι». Ψεύτης. «Θέλω απλώς να καταστήσω σαφές ότι δεν θα τιμωρηθεί στη θέση του αδερφού της». «Και πώς θα απονεμηθεί η δική της τιμωρία;» «Χρειάζομαι τον Γουέστ». Τον Ντάνκαν Γουέστ, ένα από τα πλουσιότερα μέλη της λέσχης και ιδιοκτήτη μισής ντουζίνας λονδρέζικων εφημερίδων. Ο Τσέις κατένευσε και σηκώθηκε, αντιλαμβανόμενος το σχέδιο του Τεμπλ δίχως να χρειάζεται να ακούσει περισσότερα. «Πολύ εύκολο». Ώστε λοιπόν, άρχιζε. Το ήθελε να γίνει έτσι; Είχε υπάρξει τόσο σίγουρος… Έφερνε στο μυαλό του, νύχτα προς νύχτα, τη στιγμή που θα αποκάλυπτε τη Μάρα στο Λονδίνο και θα έβρισκε το δίκιο του. Τη φανταζόταν να καταστρέφεται. Μην έχοντας άλλη επιλογή από να φύγει ξανά. Να αρχίσει από την αρχή. Να δει πώς ήταν αυτό που είχε κάνει σ’ εκείνον. Αλλά τώρα… «Θα γίνει με τους δικούς μου όρους, Τσέις». Τα καστανά μάτια του γούρλωσαν με προσποιητή αθωότητα. «Ε ποιανού άλλου;» «Ξέρω πόσο θέλεις να ανακατευτείς». «Ανοησίες». Ο Τσέις ίσιωσε ένα μανίκι του, στρώνοντας μια κλωστούλα από τη μανσέτα. «Εγώ απλώς σου υπενθυμίζω ότι οι γυναίκες είναι καταπληκτικές ηθοποιοί, Τεμπλ. Η δικιά σου δεν διαφέρει». Ο Τεμπλ αντιστάθηκε στο κύμα της ευχαρίστησης που αναδεύτηκε μέσα του στο άκουσμα της κτητικής αντωνυμίας. «Η γυναίκα αυτή σκανδάλιζε το Λονδίνο και προκαλούσε τη μεγαλύτερη ταραχή που είχε δει ποτέ ο “Άγγελος” λίγα μόλις λεπτά πριν ο αδερφός της σε μαχαιρώσει. Η όλη υπόθεση βρομάει συμπαιγνία». «Τότε γιατί δεν το έβαλε κι εκείνη στα πόδια; Γιατί έμεινε;» Οι ερωτήσεις αυτές τον βασάνιζαν επί μέρες, από τότε που είχε ξυπνήσει από τον λήθαργο που του είχε επιφέρει το μαχαίρωμα και την είχε βρει στο προσκεφάλι του να δείχνει ευγνώμων. Να χαίρεται που τον έβλεπε ζωντανό. Πανέμορφη. Δική του. Όχι. Όχι δική του. Ποτέ δική του. «Ο Μπορν δεν σκεφτόταν να την αφήσει να φύγει», αποκρίθηκε ο Τσέις. «Το θέμα είναι πως δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε αυτή τη γυναίκα. Το τραύμα σου δεν έχει επουλωθεί κι εσύ είσαι ο μισός άνθρωπος απ’ ό,τι ήσουν μια βδομάδα πριν. Άφησέ τη να φύγει. Ο Άσριελ θα την παρακολουθεί». Ο Τεμπλ σφίχτηκε στο άκουσμα εκείνων των λόγων· σιχαινόταν την αλήθεια που έκρυβαν. Μισούσε την αναστάτωση που του προκαλούσε η ιδέα πως κάποιος θα παρακολουθούσε τη Μάρα. Η γυναίκα αυτή ήταν δική του ευθύνη. Το μονοπάτι του προς την αλήθεια. «Δεν μπορώ να διακινδυνεύσω να τη χάσει ο Άσριελ».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Τσέις τον λοξοκοίταξε με δυσπιστία. «Ο Άσριελ δεν έχασε ποτέ στη ζωή του ούτε ένα πράγμα». Όταν ο Τεμπλ δεν απάντησε κάτι σ’ αυτό, ο ιδρυτής του «Έκπτωτου Αγγέλου» έσκυψε προς το μέρος του. «Χριστέ μου. Μη μου πεις ότι τη γουστάρεις». «Όχι». Ο Τεμπλ σηκώθηκε και το νερό ξεχείλισε πάνω από τις άκρες της μπανιέρας και σχημάτισε λιμνούλες στο πάτωμα. Όχι, δεν τη γούσταρε. Δεν μπορεί να γινόταν αυτό. Ο Τσέις του πέταξε μια λινή πετσέτα από εκεί δίπλα κι έριξε κι άλλη μία στις λιμνούλες του νερού. «Σου λήστεψε τη ζωή σου – μεταφορικά, κι ύστερα παραλίγο κυριολεκτικά. Και τώρα αυτή η μαϊμουδίτσα σού κίνησε το ενδιαφέρον». Ο Τεμπλ σκουπίστηκε όπως όπως, ανήμπορος να χρησιμοποιήσει το πληγωμένο χέρι του. «Θυμάται τα πάντα για εκείνη τη νύχτα. Εγώ δεν θυμάμαι τίποτα». «Τι να θυμηθείς, δηλαδή; Σε νάρκωσε, το έσκασε και σ’ άφησε να κουβαλάς το βάρος για έναν φόνο που δεν διέπραξες». Υπήρχαν κι άλλα. Τα γιατί. Τα πώς. Οι επιπτώσεις. Το αγόρι με τα δικά του μαλλιά και τα δικά της μάτια. Τύλιξε την πετσέτα γύρω από τη μέση του και πέρασε μπροστά από τον Τσέις για να γυρίσει στην κάμαρά του. «Θα μου πει τα πάντα για εκείνη τη νύχτα και θα αποδείξει την αθωότητά μου στον υπόλοιπο κόσμο. Γι’ αυτό και, όπως λες κι εσύ, μου κίνησε το ενδιαφέρον. Γι’ αυτό ανησυχώ ότι ο Άσριελ θα τη χάσει». Αλλά αυτό δεν είναι όλο. Αγνόησε τη σκέψη, που κανονικά θα ακουγόταν σαν να την είχε κάνει ο Τσέις, αλλά την είχε κάνει ο ίδιος. Δεν του κινούσε το ενδιαφέρον αυτή η γυναίκα. Ούτε το σθένος της, ούτε η θέλησή της ούτε το θάρρος της. Ούτε ο μακρύς λαιμός και τα σαρκώδη χείλη της. Υπήρχαν χιλιάδες γυναίκες στο Λονδίνο πιο όμορφες και πιο υπάκουες. Δεν του κινούσε το ενδιαφέρον η δεσποινίς Μάρα Λόου. Το «κινούσε το ενδιαφέρον» φάνταζε χλιαρή περιγραφή για το πώς ένιωθε ο Τεμπλ για εκείνη. Έλξη. Πειρασμό. Η γυναίκα τον είχε κατακυριεύσει. Ο Τσέις απέμεινε αμίλητος για μια παρατεταμένη στιγμή, κοιτάζοντας τον Τεμπλ να ντύνεται, να φοράει το παντελόνι του κι ύστερα ένα λευκό λινό πουκάμισο, και μετά τον επίδεσμο όπου κρεμούσε το πληγωμένο χέρι του. Τα έκανε όλα με το ένα χέρι. Ίσως ο Τσέις να μην το πρόσεχε. Όμως ο Τσέις πρόσεχε τα πάντα. «Πώς πάει;» Δεν πάει. «Ακόμη και τώρα θα μπορούσα να σε ρίξω κάτω». Το χρυσαφένιο φρύδι του Τσέις υψώθηκε. «Μεγάλα λόγια». Κατευθύνθηκε προς την πόρτα, κι είχε βάλει το χέρι του στο χερούλι όταν του ήρθε μια σκέψη. «Κόντεψα να το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ξεχάσω. Παρακολουθούμε το ορφανοτροφείο από τότε που σου επιτέθηκε ο Λόου». Ο Τεμπλ δεν παραξενεύτηκε – ο Λόου δεν είχε χρήματα ούτε και συμμάχους τώρα που τα είχε βάλει με τον «Άγγελο». Δεν μπορούσε να δείχνει πουθενά τη φάτσα του στο Λονδίνο χωρίς να κινδυνεύσει. Ο μόνος άνθρωπος που είχε ήταν η αδερφή του. Οργή κυρίευσε τον Τεμπλ μ’ αυτή τη σκέψη. «Και;» «Της έστειλε ένα μήνυμα. Το υποκλέψαμε εμείς». Ηλίθιο παιδί. «Και τι έλεγε;» Ο Τσέις μειδίασε. «Εσύ τι λες; Χρειάζεται λεφτά». Αναμνήσεις άστραψαν: η υποδιευθύντρια της Μάρα να αφήνει υπαινιγμούς ότι το ορφανοτροφείο θα δεχόταν ευχαρίστως μια φιλανθρωπική δωρεά· τα φθαρμένα φουστάνια που φορούσε όταν δεν τον περίμενε· τα γυμνά χέρια της, κόκκινα απ’ το κρύο. «Η γυναίκα δεν έχει αυτό που χρειάζεται εκείνος». «Η γυναίκα δεν έχει τίποτε απολύτως». «Το πήραμε το σημείωμα;» «Όχι. Το διαβάσαμε και το αφήσαμε να πάει». Της την είχαν στήσει για να βοηθήσει τον αδερφό της. Να προδώσει τον Τεμπλ. Ξανά. «Θέλω να μιλήσω μαζί της». Θέλω να τη δω. Θέλω αυτήν. Ο Τσέις δεν μίλησε για μια παρατεταμένη στιγμή, κι ύστερα είπε: «Στείλ’ την πίσω στον Οίκο Μακ Ιντάιρ, Τεμπλ. Ο Άσριελ θα βάλει πεντέξι άντρες να παρακολουθούν το μέρος όλο το εικοσιτετράωρο». Το βλέμμα του Τεμπλ τινάχτηκε απότομα στον Τσέις. «Στον Οίκο Μακ Ιντάιρ». Ο Τσέις κόμπιασε. Ο Τσέις ποτέ δεν κόμπιαζε. Ο Τεμπλ άρπαξε την ευκαιρία. «Στον Οίκο Μακ Ιντάιρ. Δεν είσαι ο τύπος που θα νοιαζόταν για το όνομα ενός σπιτιού γεμάτου με μπάσταρδα αριστοκρατών». «Κανονικά όχι, αλλά σου κάνει εντύπωση που το ξέρω; Φυσικά και ξέρω πού στέλνουν τα μέλη μας τα μπάσταρδά τους». Ήταν μια πληροφορία που ο Τσέις έπρεπε να γνωρίζει. Πληροφορία που κρατούσε τον «Άγγελο» σε θέση ισχύος. Ήταν μια πληροφορία που ο Τεμπλ ήθελε διακαώς να μάθει. Χριστέ μου, ήθελε να ανέβει στη στέγη και να φωνάξει την ερώτηση. Είναι κάποιο από τ’ αγόρια δικό μου; Είναι κάποιο δικό της; Δικό μας; Αρκέστηκε να πει: «Ήξερες ότι ήταν εκείνη εκεί;» «Δεν το ήξερα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Τεμπλ έψαξε τα μάτια του φίλου του για να βρει την αλήθεια. Δεν τη βρήκε. «Λες ψέματα». Ο Τσέις αναστέναξε και απέστρεψε το βλέμμα του. «Η κυρία Μάργκαρετ Μακ Ιντάιρ. Γεννημένη και μεγαλωμένη στο λιμάνι του Μπρίστολ, παντρεμένη με έναν στρατιώτη που βρήκε τραγικό θάνατο στο Νσαμάνκοφ». Ο θυμός έγινε αίσθημα προδοσίας. «Ήξερες ότι ήταν εκεί και δεν μου το είπες». «Σε τι θα σε ωφελούσε να τη βρεις; Σε νάρκωσε και σε μαχαίρωσε». Κι ύστερα έγινε έξαλλη, αδιαμφισβήτητη μανία. «Φύγε». Ο Τσέις αναστέναξε. «Τεμπλ…» «Μην τολμήσεις να αποπειραθείς να με καλμάρεις». Ο Τεμπλ προχώρησε προς τα εμπρός, με τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές, να τον τρώνε να τσαλακώσει τη σεμνή έκφραση στη φάτσα του Τεμπλ. «Έπαιξες τα παιχνίδια σου μαζί μας για πολύ καιρό». Τα μάτια του Τσέις άστραψαν. «Έσωσα το τομάρι σου από μισή ντουζίνα άντρες που διψούσαν για αίμα». Ο Τεμπλ μισόκλεισε τα μάτια. «Και το χρησιμοποίησες αυτό για να με διαφεντεύεις για χρόνια. Και τον Μπορν και τον Κρος. Παριστάνοντας τον κηδεμόνα, τον εξομολόγο και τη μητέρα, που να πάρει, για τον καθέναν από μας. Και τώρα σου περνάει από το μυαλό να διεκδικήσεις εσύ τη δική μου εκδίκηση; Την ήξερες. Ήξερες ότι η υπόληψή μου βασιζόταν στη δική της ύπαρξη». Μια ανάμνηση άστραψε. Ο Τσέις μέσα στα διαμερίσματα του Τεμπλ στον «Άγγελο», πριν από αρκετές νύχτες. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι τη σκότωσες. Τον πλημμύρισε οργή. «Το ήξερες από την αρχή. Από τη στιγμή που με μάζεψες από τον δρόμο και με έφερες στον “Άγγελο”». Ο Τσέις δεν σάλεψε. «Που να πάρει ο διάολος. Ήξερες. Και ποτέ δεν μου είπες τίποτα». Ο Τσέις σήκωσε και τα δυο του χέρια, προσπαθώντας να τον ηρεμήσει. «Τεμπλ…» Όμως ο Τεμπλ δεν ήθελε να ηρεμήσει. Ήθελε καβγά. Πόνος τον σούβλισε στο στήθος και τσιτσίρισε το χέρι του καθώς οι μύες γύρω απ’ το τραύμα τσιτώθηκαν. Ένα τσιτσίρισμα που κατέληγε στο τίποτα στο μέσο του μπράτσου του. Ο πόνος που ένιωσε με την έλλειψη της αίσθησης ούτε κατά διάνοια δεν ήταν τόσο άσχημος όσο ο πόνος για την προδοσία του φίλου του. «Φύγε», είπε, «πριν κάνω κάτι που θα το μετανιώσεις». Τα λόγια ειπώθηκαν τόσο ήσυχα, τόσο επικίνδυνα, που ο Τσέις ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να φύγει. Όταν έφτασε στην πόρτα, στράφηκε. «Τι θα είχες κάνει, αν ήξερες;» Η ερώτηση ήρθε σαν δυνατό χτύπημα. «Θα το είχα τελειώσει». Ο Τσέις ύψωσε το φρύδι του. «Ακόμα μπορείς να το τελειώσεις». Όμως ο Τσέις έκανε λάθος. Τώρα δεν υπήρχε τέλος σ’ αυτό. Όχι τώρα. Είχαν μπλέξει

******ebook converter DEMO Watermarks*******


όλοι τους πάρα πολύ. «Φύγε».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 14 Η Μάρα είχε προετοιμαστεί για μάχη εκείνο το πρωί. Ήταν έτοιμη να αντισταθεί στη φυλάκισή της και διατεθειμένη να διαπραγματευτεί την απελευθέρωσή της. Είχε περάσει τρεις μέρες κλειδωμένη μέσα στον «Έκπτωτο Άγγελο» και της είχε δοθεί το ελεύθερο να περιδιαβαίνει τους αμέτρητους διαδρόμους και τα μυστικά δωμάτια, αν και μονίμως με συνοδεία. Καμιά φορά με τον Άσριελ, τον επιβλητικό, σιωπηλό φύλακα, μερικές άλλες φορές με την κόμισσα του Χάρλοου, όταν ερχόταν να ρίξει μια ματιά στο τραύμα του Τεμπλ, και κάποιες άλλες με την πανέμορφη Άννα, η οποία έλεγε πολλά και συνάμα τίποτα. Εκείνο το απόγευμα έστειλαν την Άννα να την ειδοποιήσει, και χτυπώντας ελάχιστα την πόρτα του δωματίου της Μάρα την άνοιξε κι αμέσως μπήκε στο δωμάτιο, τινάζοντας τα φουστάνια της. «Ο Τεμπλ ζήτησε να σε δει», είπε μονάχα. Η Μάρα αποσβολώθηκε όταν το άκουσε αυτό. Είχε να τον δει από εκείνο το πρωί που είχε ξυπνήσει, έφτυσε το τσάι κι έδειξε ξανά πάλι καχυποψία και για τους δυο τους. Η Μάρα είχε νομίσει πως ο Τεμπλ την είχε ξεχάσει. Ευχήθηκε να μπορούσε κι εκείνη να τον ξεχάσει – το πώς ήταν ξαπλωμένος ακίνητος και χλωμός τις ώρες πριν από τη στιγμή που ανέκτησε τις αισθήσεις του και τα λογικά του. Ήθελε να ξεχάσει πόσο είχε φοβηθεί γι’ αυτόν. Πόσο ευχήθηκε να τον έκανε καλά με τη δύναμη της σκέψης της. Ήθελε να ξεχάσει ότι συνειδητοποίησε πως τούτη τη στιγμή… η όλη κατάσταση… είχε ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχό της. Ήθελε να ξεχάσει πόσο της έλειπε. Η Μάρα είχε στείλει ειδοποίηση στους άλλους άντρες –τον Μπορν, τον Κρος και τον μυστηριώδη Τσέις– ότι επιθυμούσε να φύγει. Ότι είχε μια θέση στον Οίκο Μακ Ιντάιρ στην οποία έπρεπε να επιστρέψει. Ότι είχε αγόρια να φροντίσει. Μια ζωή να ζήσει. Δεν είχε λάβει απάντηση ως τώρα. Ώσπου έφτασε η Άννα και της έκλεψε την ανάσα κι έκανε την καρδιά της να καλπάσει με εκείνες τις απλές λέξεις. Ο Τεμπλ ζήτησε να σε δει. Θα τον έβλεπε ξανά. Θα τον έβλεπε τώρα. Η έξαψη συναγωνιζόταν τον φόβο, και έγνεψε καταφατικά, σηκώθηκε κι έσιαξε τα φουστάνια της. Είχε νευρικότητα. Όρθωσε το ανάστημά της. «Σαν την Μπολέιν που την πάνε να της κόψουν το κεφάλι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Άννα μειδίασε. «Τι είμαστε, η βασίλισσα της Αγγλίας;» Η Μάρα ανασήκωσε τους ώμους. «Κάτι για να έχουμε να φιλοδοξούμε». Άρχισαν να προχωρούν στον μακρύ, καμπυλωτό διάδρομο, βαδίζοντας σιωπηλές για κάμποσες στιγμές, και μετά η Άννα είπε: «Ξέρεις, δεν είναι κακός άνθρωπος». Η Μάρα δεν δίστασε. «Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι είναι κακός». Αλήθεια. «Κανένας δεν τον εμπιστεύεται», είπε η Άννα. «Κανένας που δεν είναι πολύ κοντινός του. Κανένας που δεν τον γνωρίζει τόσο καλά ώστε να ξέρει πως δεν θα μπορούσε να…» Η φωνή της έσβησε, αλλά η Μάρα ολοκλήρωσε την πρόταση για λογαριασμό της. «Να με έχει σκοτώσει». Η Άννα τη λοξοκοίταξε. «Ακριβώς». «Αλλά εσύ τον ξέρεις αρκετά καλά;» Η όμορφη ξανθιά κοίταξε τα χέρια της. «Ναι». Η Μάρα άκουσε την κατάφαση. Το μίσησε αυτό που άκουσε. Η γυναίκα ήταν ερωμένη του Τεμπλ, η Μάρα δεν είχε αμφιβολία. Και γιατί όχι; Ήταν το ιδανικό ταίρι γι’ αυτόν. Ξανθιά ενώ εκείνος ήταν σκούρος, αψεγάδιαστη ενώ εκείνος ήταν σημαδεμένος, και τόσο όμορφη. Θα έκαναν πανέμορφα, ανυπόφορα παιδιά. Όμως ο Τεμπλ είχε πιο σπουδαία σχέδια από το να παντρευτεί την ερωμένη του. Θα τελειώσει με τη ζωή για την οποία ανατράφηκα. Έτσι της είχε πει μια φορά. Με μια σύζυγο. Ένα παιδί. Μια κληρονομιά. Καθωσπρέπει όλα αυτά. Τέλεια, όλα. Του είδους που αρμόζει σε έναν δούκα. Το δίχως άλλο μια σύζυγος πανέμορφη και νεαρή και ικανή να κάνει τέλεια παιδιά. Την πλημμύρισε ζήλια. Δεν της άρεσε η ιδέα μιας τέτοιας γυναίκας να του κάνει παιδιά. Δεν της άρεσε η ιδέα καμιάς γυναίκας να του κάνει παιδιά. Εκτός… Σταμάτησε τη σκέψη πριν προλάβει να τελειώσει. Κράτησε την τρέλα σε απόσταση. Προστάτεψε τον εαυτό της. «Είναι τυχερός που έχει τόσο καλούς φίλους», είπε. Η Άννα την κοίταξε. «Κι εσύ;» «Τι εγώ;» «Ποιοι είναι οι φίλοι σου;» Η Μάρα γέλασε, κι απ’ το γέλιο της έλειπε το κέφι. «Ήμουν κρυμμένη επί δώδεκα χρόνια. Οι φίλοι είναι μια πολυτέλεια που δεν μπορώ να επιτρέψω στον εαυτό μου». «Κι ο αδερφός σου;» Η Μάρα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Ο Κιτ ήταν οικογένεια. Όχι φίλος. Και τώρα, δεν θα γινόταν ποτέ. Ξεφύσηξε αργά. «Παραλίγο να σκοτώσει τον Τεμπλ. Τι είδους φίλος είναι αυτός;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Άννα απέστρεψε το βλέμμα της κι έβαλε το χέρι της στο χερούλι μιας πόρτας εκεί δίπλα. Το γύρισε. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα κι ύστερα η Άννα είπε: «Πρέπει να φροντίσεις να καταλάβει ο Τεμπλ». Η Μάρα δεν είχε χρόνο να ζητήσει διευκρινίσεις. Αντίθετα, μπήκε μέσα στα διαμερίσματα του Τεμπλ, με την πόρτα να κλείνει πάνω στην αινιγματική δήλωση της Άννα, και το βλέμμα της καρφώθηκε στην ανοιχτή πόρτα που τώρα κατάλαβε ότι οδηγούσε στο ριγκ. Πήρε εκείνη την κατεύθυνση. Ο Τεμπλ στεκόταν στο μέσο της άδειας αίθουσας, στο κέντρο του ίδιου του ριγκ. Δυνατός, σιωπηλός και πιο όμορφος από ποτέ, παρόλο που φορούσε ένα σκέτο πουκάμισο και έναν άσπρο λινό επίδεσμο που κρατούσε το μπράτσο του σταθερό πάνω στο στήθος του. Ίσως ακριβώς επειδή φορούσε όλα αυτά. Το μαύρο παντελόνι του ήταν τέλεια σιδερωμένο, και το βλέμμα της Μάρα ακολούθησε τη γραμμή ως το δάπεδο το καλυμμένο με πριονίδια, εκεί απ’ όπου τα γυμνά πόδια του ξεπρόβαλλαν κάτω από το μάλλινο ρεβέρ. Η Μάρα έμεινε άναυδη μπροστά σ’ εκείνα τα γυμνά πόδια. Άναυδη με τη δύναμή τους. Με τις καμπύλες και τις κοιλάδες των μυών και των οστών. Τα ίσια, τέλεια δάχτυλα. Τα καθαρά, άσπρα νύχια. Ακόμη και τα πόδια του ανθρώπου ήταν όμορφα. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο δικό του πάνω σ’ αυτή τη γελοία σκέψη, και η Μάρα κατέγραψε το παράξενο χαμόγελο εκεί κι αναρωτήθηκε μήπως εκείνος με κάποιο τρόπο διάβαζε τις σκέψεις της. Δεν θα την παραξένευε κάτι τέτοιο μ’ αυτόν. Άδεια από θεατές, η αίθουσα ήταν κρύα, και η Μάρα τύλιξε τα χέρια της γύρω της καθώς τον πλησίαζε, με τον Τεμπλ να βρίσκεται τριάντα εκατοστά πιο ψηλά από εκείνη και με κάποιο τρόπο τόσο πολύ μακριά. Εκείνος την κοιτούσε, κάνοντάς τη να έχει έντονη επίγνωση του κάθε βήματός της, του τρόπου που φαινόταν στα μάτια του. Την κυρίευσε λαχτάρα να στρώσει τα μαλλιά της. Τα φουστάνια της. Αντιστάθηκε στον πειρασμό. Έφτασε στο ριγκ και στάθηκε αντίκρυ του· εκείνος την παρατηρούσε, με μια έκφραση συγκρατημένη, σαν να μην ήταν σίγουρος γι’ αυτήν και τι θα έκανε. Τι θα γινόταν μετά. Ούτε κι εκείνη ήταν σίγουρη. Όμως ήξερε ότι ο Τεμπλ θα περίμενε για μια αιωνιότητα να αρχίσει εκείνη να μιλάει, κι έτσι μίλησε. «Λυπάμαι». Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Μάρα είχε σκεφτεί αυτές τις λέξεις, αλλά ήταν η πρώτη φορά που τις είπε δυνατά. Σ’ εκείνον. Τα σκούρα φρύδια του υψώθηκαν με έκπληξη. «Για ποιο πράγμα;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Άπλωσε το χέρι της κι έπιασε ένα από τα χοντροφτιαγμένα σκοινιά. «Για όλα». Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε, με τα μαύρα μάτια του να τα βλέπουν όλα αλλά να μη φανερώνουν τίποτα. «Για τις ενέργειες του αδερφού μου». Κόμπιασε. Πήρε μια ανάσα. Εξομολογήθηκε τις αμαρτίες της. «Για τις δικές μου». Τότε εκείνος πήγε προς το μέρος της, άπλωσε το χέρι του και τη βοήθησε να περάσει ανάμεσα απ’ τα σκοινιά. Το χέρι του, τραχύ και ροζιασμένο, ήταν ζεστό και δυνατό πάνω στο δικό της. Με το που η Μάρα μπήκε μέσα στο ριγκ, εκείνος έκανε προς τα πίσω κι εκείνη λυπήθηκε που απομακρύνθηκε από κοντά της. «Το μετανιώνεις;» Της είχε κάνει την ίδια ερώτηση μια ολόκληρη ζωή πριν, τη νύχτα που τον είχε πλησιάσει έξω από το σπίτι του. «Μετανιώνω που μπλέχτηκες κι εσύ σε όλο αυτό». Η απάντησή της ήταν η ίδια, και κατά κάποιο τρόπο διαφορετική. Κατά κάποιο τρόπο πιο αληθινή. Δεν είχε μετανιώσει που το έσκασε. Αλλά μετάνιωνε βαθιά για τη δική του συμμετοχή στο δικό της ηλίθιο, απερίσκεπτο έργο. «Και μετανιώνω γι’ αυτό που έκανε ο αδερφός μου περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς». Κόμπιασε. Εκείνος περίμενε. «Ναι», είπε η Μάρα την αλήθεια. «Το μετανιώνω. Μετανιώνω για τον πόνο σου. Μετανιώνω για τον τρόπο που σου πήρα τη ζωή. Που έπαιξα μαζί της. Θα τα έπαιρνα όλα πίσω αν μπορούσα». Εκείνος έγειρε την πλάτη του πάνω στα σκοινιά στην άλλη άκρη του ριγκ. «Δηλαδή δεν ήξερες για το σχέδιό του;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από την κατάπληξη που της προξένησε η ερώτηση. «Όχι!» Μα πώς ήταν δυνατόν να φαντάζεται ο Τεμπλ ότι εκείνη θα… Πώς μπορούσε να πιστεύει τέτοιο πράγμα; Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν θα σου έκανα κακό». Στο άκουσμα αυτών των λόγων τα χείλη του έγειραν σε ένα αχνό χαμόγελο. «Σε αποκάλεσα πόρνη. Ήσουν πολύ θυμωμένη». Τα λόγια την έτσουξαν ακόμη και τώρα. Δεν απέστρεψε το βλέμμα της. «Ήμουν. Αλλά κατάφερνα να το ελέγξω». Ο Τεμπλ χασκογέλασε όταν το άκουσε αυτό, κι ο ήχος του γέλιου του ήταν ζεστός και ευχάριστος. «Όντως το κατάφερνες». Παρέμεινε σιωπηλός για μια παρατεταμένη στιγμή, ώσπου εκείνη δεν μπόρεσε παρά να τον κοιτάξει ξανά. Την παρατηρούσε, με εκείνα τα σκούρα μάτια που με κάποιο τρόπο έβλεπαν τα πάντα. Ίσως εκείνα τα μάτια ήταν η αιτία που την έκαναν να πει: «Χαίρομαι πάρα πολύ που συνήλθες, Εξοχότατε». Η αλήθεια. Ή ίσως ένα τρομερό ψέμα. Γιατί η λέξη χαίρομαι ούτε κατά διά​νοια δεν μπορούσε να περιγράψει τον χείμαρρο των συναισθημάτων που την πλημμύρισε έτσι όπως τον κοιτούσε, να έχει ανακτήσει τη δύναμη και την ισχύ του. Το σφρίγος και την υγεία του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ανακούφιση. Ευγνωμοσύνη. Αγαλλίαση. Η Μάρα άφησε να της βγει αργόσυρτα μια ανάσα, κι εκείνος βγήκε από το σκοινιά κι άρχισε να την πλησιάζει, στέλνοντας ένα ρίγος αδημονίας μέσα της. Άπλωσε το χέρι του και την άγγιξε, κι εκείνη δεν δίστασε κι αφέθηκε στο άγγιγμα, στον τρόπο που χάιδευε ψηλά το μάγουλό της με τον αντίχειρά του. Σήκωσε το χέρι της και κράτησε το δικό του εκεί, δέρμα πάνω σε δέρμα πάνω σε δέρμα, και ψιθύρισε: «Είσαι ζωντανός». Κάτι άστραψε στο βλέμμα του. «Όπως κι εσύ». Για πρώτη φορά μέσα σε δώδεκα χρόνια, ένιωθε ζωντανή. Αυτός ο άνθρωπος την έκανε να το νιώθει, με κάποιο τρόπο. Αυτός ο άνθρωπος, που θα έπρεπε να ήταν ο εχθρός της. Που πιθανότατα παρέμενε εχθρός της. Που χωρίς αμφιβολία ήθελε να τη δει να καταστρέφεται για όλα όσα είχε κάνει. Για όλες τις αμαρτίες που είχε διαπράξει. Και αυτός που, με κάποιο τρόπο, την καταλάβαινε για όλα όσα ήταν. «Νόμισα πως θα πέθαινες». Εκείνος χαμογέλασε. «Δεν θα το ανεχόσουν. Δεν τόλμησα να σε απογοητεύσω». Προσπάθησε κι εκείνη να χαμογελάσει. Δεν τα κατάφερε. Αντί γι’ αυτό, σκέφτηκε κάποια άλλη ασθενή. Έναν άλλο θάνατο. Ο Τεμπλ το διέκρινε αυτό στο πρόσωπό της. Έπρεπε να το είχε διακρίνει. «Πες μου». Και ξαφνικά, η Μάρα ήθελε ο Τεμπλ να μάθει. «Δεν μπόρεσα να τη σώσω», ψιθύρισε. Εκείνος δεν σάλεψε. «Ποια;» «Τη μητέρα μου». Το μέτωπό του συνοφρυώθηκε. «Η μητέρα σου πέθανε όταν ήσουν παιδί». «Ήμουν δώδεκα χρόνων». «Παιδί», επανέλαβε ο Τεμπλ. Η Μάρα κοίταξε κάτω, ανάμεσα στα πόδια του, τα ηλίθια μεταξωτά πασούμια της να ξεπροβάλλουν κάτω από το λιτό, δανεικό φόρεμά της, και τα δάχτυλα των ποδιών της να κοντεύουν να αγγίξουν τα γυμνά δικά του. Τόσο κοντά. «Ήμουν αρκετά μεγάλη για να ξέρω ότι επρόκειτο να πεθάνει». «Είχε αρπάξει πυρετό», είπε εκείνος, και η Μάρα διέκρινε την παρηγοριά στα λόγια του. Δεν μπορούσες να το ξέρεις. Δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα. Μια ντουζίνα άνθρωποι της είχαν πει αυτά τα λόγια. Μια εκατοστή. Όλοι τους είχαν πιστέψει την ίδια ιστορία. Μόνο που η μητέρα της δεν είχε αρπάξει πυρετό. Ή μάλλον είχε… αλλά όχι με τον τρόπο που έλεγε την ιστορία ο πατέρας της. Ο πυρετός δεν είχε έρθει απ’ την αρρώστια. Είχε έρθει από μόλυνση. Από ένα τραύμα που δεν επουλωνόταν.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κι εκείνη είχε φρικτούς πόνους. Το χέρι του Τεμπλ κινήθηκε και της σήκωσε το σαγόνι, κάνοντάς τη να τον κοιτάξει. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο ζεστασιά και δύναμη, ήταν πελώριος και τραχύς. Και ειλικρινής. Εκείνη τον κοίταξε μέσα σ’ εκείνα τα μάτια, που ήταν μαύρα σαν τα μεσάνυχτα και προσηλωμένα. «Τη σκότωσε», ψιθύρισε η Μάρα. «Ποιος τη σκότωσε;» «Ο πατέρας μου». Ακόμη και τώρα, χρόνια αργότερα, της ήταν δύσκολο να τον αποκαλεί έτσι. Ο Τεμπλ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και η Μάρα ήξερε τι σκεφτόταν. Ήταν αδύνατον. Ένας άντρας δεν σκοτώνει τη γυναίκα του. «Δεν του άρεσε όταν ο Κιτ κι εγώ πηγαίναμε κόντρα στις επιθυμίες του, κι εκείνη έκανε ό,τι μπορούσε για να μας προστατεύει. Εκείνη τη μέρα…» Η Μάρα κόμπιασε, μη θέλοντας να πει περισσότερα, αλλά ήταν ανήμπορη να συγκρατήσει τον εαυτό της. Χάθηκε στις αναμνήσεις. «Εκείνος είχε αγοράσει μια προτομή. Από την Ελλάδα, τη Ρώμη, την Περσία… δεν μπορώ να θυμηθώ. Ο Κιτ κι εγώ τρέχαμε μες στο σπίτι κι εγώ μπουρδουκλώθηκα στα φουστάνια μου». Η Μάρα γέλασε χωρίς κέφι, χαμένη καθώς ήταν στην ανάμνηση. «Μόλις είχε αρχίσει να μου επιτρέπεται να φορώ μακριά φουστάνια. Ήμουν πολύ περήφανη για τον εαυτό μου. Ένιωθα πολύ ώριμη. Σκόνταψα πάνω στο άγαλμα, το οποίο ήταν τοποθετημένο πάνω σ’ ένα τραπέζι στο πάνω κεφαλόσκαλο του σπιτιού», είπε, και ο Τεμπλ πήρε μια κοφτή ανάσα, λες και μπορούσε να δει τι θα γινόταν. Αυτό που εκείνη δεν είχε μπορέσει να δει ως παιδί. Ανασήκωσε τους ώμους της. «Το άγαλμα γκρεμίστηκε πάνω απ’ το κιγκλίδωμα της σκάλας. Κατρακύλησε δύο ορόφους και κατέληξε στο πάτωμα του προθαλάμου της εισόδου». Το έβλεπε και τώρα, το πώς κειτόταν σπασμένο και αγνώριστο εκεί κάτω, σε μια απόσταση που έμοιαζε να είναι ένα χιλιόμετρο. «Εκείνος έγινε πυρ και μανία. Χίμηξε στις σκάλες, τις ανέβηκε τρέχοντας και με βρήκε στο κεφαλόσκαλο». «Δεν το έβαλες στα πόδια;» Τα λόγια την ξάφνιασαν και την έβγαλαν από την ανάμνηση. «Αν το έβαζα στα πόδια, θα έκανα τα πράγματα χειρότερα». «Ξυλοφόρτωμα». «Θα μπορούσα να το αντέξω. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μας τιμωρούσε. Ούτε θα ήταν και η τελευταία». Δίστασε. «Όμως η μητέρα μου αποφάσισε πως το είχε ανεχτεί αρκετά». «Και τι έκανε;» «Του ρίχτηκε. Με ένα μαχαίρι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Τεμπλ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Χριστέ μου». Η Μάρα έπαιζε τη σκηνή στο μυαλό της, ξανά και ξανά, σχεδόν κάθε μέρα από τότε που συνέβη. Η πανέμορφη μητέρα της, μια βασίλισσα που ήθελε να πάρει εκδίκηση, να μπαίνει ανάμεσα στα παιδιά της και στον πατέρα τους. Αρνούμενη να τον αφήσει να τους επιτεθεί. «Εκείνος τότε γέλασε μαζί της», είπε η Μάρα, μισώντας το συναίσθημα που έβγαινε στα λόγια της. Μισούσε τον τρόπο που τα λόγια της την έκαναν να ακούγεται σαν το παιδί που είχε υπάρξει. Ξεροκατάπιε. Κοίταξε ξανά τον Τεμπλ. «Ήταν πολύ δυνατός για να μπορέσει εκείνη να του παραβγεί». «Κι εκείνος έστρεψε το μαχαίρι πάνω της». Άλλο ένα τραύμα που ανάβλυζε αίμα. Αυτή τη φορά, με ατυχή κατάληξη. «Οι γιατροί ήρθαν, αλλά δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Εκείνη πέθανε τη στιγμή που αυτός της κατάφερε το πλήγμα. Ήταν απλώς ζήτημα χρόνου». «Χριστέ μου», είπε ξανά ο Τεμπλ, κι αυτή τη φορά την έπιασε και την κράτησε σφιχτά πάνω στο φαρδύ, δυνατό στήθος του. Μίλησε στα μαλλιά της. «Κι εσύ ήσουν αναγκασμένη να ζήσεις μαζί του». Μέχρι που με πρόσφερε σε έναν άλλο άντρα, κι εγώ δεν είχα άλλη επιλογή από το να το σκάσω. Κράτησε αυτά τα λόγια για τον εαυτό της, κατά ένα μέρος γιατί δεν ήθελε να υπενθυμίσει στον Τεμπλ ότι την αντιπαθούσε. Ότι αυτή ήταν η αιτία που η ζωή του είχε πάρει τέτοια στροφή. Της άρεσε πάρα πολύ η ανακούφιση και η δύναμή του. Ψέμα διά παραλείψεως. Πίεσε το πρόσωπό της πάνω στη ζεστή απαλότητά του, ανασαίνοντας βαθιά τη μυρωδιά του, θυμάρι και γαρίφαλο, αφήνοντας τον εαυτό της να ζήσει αυτή τη στιγμή, όσο φευγαλέα κι αν ήταν, πριν έρθει για άλλη μια φορά αντιμέτωπη με τον κόσμο. Και είπε τα λόγια που δεν είχε ξεστομίσει ποτέ. «Αν δεν είχα σπάσει εκείνο το άγαλμα…» Τότε το χέρι του πήγε στο σαγόνι της και τα μακριά, τραχιά δάχτυλά του σήκωσαν το πρόσωπό της προς το φως. Προς τη ματιά του. «Μάρα», είπε, και τούτο το όνομα εξακολουθούσε να ακούγεται ανοίκειο στ’ αφτιά της ύστερα από μια δεκαετία χωρίς αυτό. «Δεν είναι δικό σου έγκλημα». Η Μάρα το ήξερε, παρόλο που δεν το πίστευε. «Πλήρωσα για αυτό, όπως και να ’χει». Μια γωνιά των χειλιών του συσπάστηκε σε μια υποψία χαμόγελου, κι εκείνη διέκρινε την ειρωνεία εκεί. «Να πληρώνεις χρέη που δεν είναι δικά σου. Εσύ το ξέρεις πάρα πολύ καλά αυτό». «Όχι τόσο όσο νομίζεις», είπε εκείνος, με το δάχτυλό του να γλιστράει σαν καυτό μετάξι πάνω στο μάγουλό της, πάνω κάτω, με το χάδι να είναι ταυτόχρονα καταπραϋντικό και ανησυχαστικό. Ο Τεμπλ κοίταζε την κίνηση, κι εκείνη εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να τον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


παρατηρήσει προσεκτικά, τη σπασμένη μύτη του, την ουλή κάτω από το ένα του μάτι, την άλλη που διέσχιζε το κάτω χείλος του. Για μια παρατεταμένη στιγμή, η Μάρα ξέχασε τη συζήτησή τους κι οι σκέψεις της χάθηκαν σ’ εκείνη τη συνεχή υπόσχεση του αγγίγματός του. Όταν ο Τεμπλ μίλησε, η Μάρα είδε τα λόγια να στρογγυλεύουν πάνω στα χείλη του. «Εγώ νόμιζα πως ήταν δικό μου χρέος». Δεν τον κοίταξε, ούτε καν όταν ψιθύρισε το όνομά του – το όνομα που είχε πάρει όταν είχε γίνει ένας καινούριος άνθρωπος, παραποιημένος από τον εξοστρακισμό και την αμφιβολία. «Εγώ νόμιζα πως σε είχα σκοτώσει», είπε εκείνος απλώς. Λες και συζητούσαν κάτι απόλυτα ασήμαντο. Για την πρωινή εφημερίδα. Για τον καιρό. Καθάρισε τον λαιμό του, και το χέρι του κατέβηκε από το μάγουλό της. «Δεν σε σκότωσα, ωστόσο». Η απώλεια του αγγίγματός του ήταν τεράστια. Λυπάμαι, ήθελε να του πει. Αντί γι’ αυτό, έβαλε το δικό της χέρι στο μάγουλό του, με τα αξύριστα γένια του να γαργαλούν την παλάμη της. Να την προκαλούν. Τότε τον κοίταξε και διέκρινε τη θλίψη στα μάτια του, ελαφρά χρωματισμένη και με σύγχυση, με απογοήτευση και, ναι… θυμό, κρυμμένο τόσο καλά που θα μπορούσε να της είχε διαφύγει αν δεν τον κοιτούσε από τόσο κοντά. «Ποτέ δεν είχα πρόθεση να σου κάνω κακό». Κόμπιασε, και το βλέμμα της τρεμόπαιξε πάνω από τον ώμο του στον καθρέφτη απ’ όπου οι γυναίκες είχαν παρακολουθήσει τον αγώνα. «Δεν μου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό ότι θα υπέφερες». Εκείνος δεν είπε τίποτα. Δεν χρειαζόταν. Η ιδέα ότι οι πράξεις της δεν θα είχαν συνέπειες γι’ αυτόν ήταν καθαρή ηλιθιότητα. Εκείνη συνέχισε να μιλάει, λες και τα λόγια της θα μπορούσαν να κρατήσουν μακριά το παρελθόν. «Όμως, όταν τις άκουσα… όταν σε κοιτούσαν…» «Ποιες;» ρώτησε εκείνος. Η Μάρα έγνεψε προς την κατεύθυνση του καθρέφτη. «Τις γυναίκες. Μισούσα τον τρόπο που μιλούσαν για σένα», είπε, και τα δάχτυλά της γλίστρησαν από το σαγόνι του και κατέβηκαν στο στήθος του, ιχνηλατώντας τους λόφους και τις κοιλάδες των μυών του κάτω από το λινό πουκάμισό του. «Μισούσα τον τρόπο που σε κοιτούσαν». «Ζηλεύεις;» Ζήλευε, αλλά δεν εννοούσε αυτό. «Μισώ τον τρόπο που σε τρώνε με τα μάτια τους – λες και είσαι ζώο. Κάποιο κέρασμα. Κάτι προς κατανάλωση. Κάτι πιο λίγο απ’ αυτό… απ’ αυτό που είσαι». Της έπιασε το χέρι και το έδιωξε από πάνω του, κι εκείνη μίσησε την απώλεια. «Δεν χρειάζομαι τον οίκτο σου». Τα μάτια της γούρλωσαν. «Οίκτο;» Μα πώς ήταν δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


νόμιζε ότι αυτό το συναίσθημα, αυτή η τρομερή, ανησυχητική αίσθηση που την πλημμύριζε και της σκότιζε όλα όσα νόμιζε πως ήξερε… ήταν οίκτος; Δεν υπήρχε μεγαλύτερη βλακεία απ’ αυτό. «Μακάρι να ήταν οίκτος», είπε, τραβώντας το χέρι της από τη λαβή του. Το έβαλε ξανά στον κορμό του, όπου οι μύες του στομαχιού του αναδεύονταν και σφίγγονταν, έλκοντας το άγγιγμά της. «Αν ήταν οίκτος, ίσως να μπορούσα να το αποφύγω». «Ε τότε τι είναι;» είπε εκείνος, με φωνή τόσο σιγανή και μυστηριώδη που την έκανε να νιώσει λες κι αυτή η πελώρια αίθουσα ήταν το πιο μικροσκοπικό δωμάτιο όπου είχε μπει ποτέ της. Σιωπηλό και απομονωμένο. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, και κάθε σπιθαμή της ύπαρξής της είχε επίγνωση της παρουσίας του. Κάθε μόριό της λαχταρούσε απεγνωσμένα το άγγιγμά του. Τη συγγνώμη του. Εκείνον. «Δεν ξέρω. Με κάνεις να νιώθω…» Κόμπιασε, ανήμπορη να περιγράψει το συναίσθημα με λόγια. Το χέρι του ανέβηκε στον λαιμό της, τα δάχτυλά του γλίστρησαν πάνω στον σφυγμό εκεί, απαλά, μια ιδέα, λες κι εκείνη θα γινόταν καπνός αν δεν ήταν προσεκτικός. «Τι;» Τα δάχτυλά της κινήθηκαν από μόνα τους και χώθηκαν στα μαλλιά του, απολαμβάνοντας την απαλότητά τους. Εκείνος σταμάτησε το χάδι με το καλό του χέρι και την έσπρωξε προς τα σκοινιά, κάνοντάς τη να σφίξει τα δάχτυλά της γύρω από ένα χοντρό σκοινί – πρώτα το ένα χέρι, κι ύστερα το άλλο. Όταν τέλειωσε, έγειρε το πρόσωπό του προς το δικό της. «Τι σε κάνω να νιώθεις, Μάρα;» Ύστερα από τη λογομαχία τους στο ριγκ, όλο το Λονδίνο φανταζόταν πως αυτή ήταν η μυστηριώδης ερωμένη του. Δεν αρκούσε η σκέψη για να είναι έτσι; Είχε καμία σημασία ότι συνέβαινε μόνο στα λόγια; Είχε καμία σημασία που τον ήθελε σε κάτι περισσότερο από μια σκέτη κωμωδία; Που τον ήθελε στ’ αλήθεια; Χέρια και χείλη και κορμί και… Δίστασε να ολοκληρώσει τη σκέψη της. Τη σημασία που είχε. Στην πορεία αυτό θα την κατέστρεφε πιο αποτελεσματικά από οποιαδήποτε τιμωρία θα μπορούσε να αποδώσει ο ίδιος ο Τεμπλ. Όμως ο αγώνας είχε ξεκινήσει, και η Μάρα ήξερε ότι ήταν μάταιο να παλέψει. Ιδίως επειδή ήθελε να κερδίσει εκείνος. Άδραξε σφιχτά τα σκοινιά, το καταφύγιό της στη θύελλά του. «Με κάνεις να νιώθω…» Κόμπιασε, και τότε τα χείλη του βρήκαν τα δικά της πάνω σ’ εκείνο τον δισταγμό, το φιλί του ήταν πιο απαλό από ποτέ άλλοτε και η γλώσσα του τη χάιδευε με τρυφερή, σαρωτική δύναμη. Εκείνος αποτραβήχτηκε πριν η Μάρα προλάβει να χορτάσει το φιλί του. «Συνέχισε», της ψιθύρισε χωρίς να την αγγίζει, αλλά και πάλι με κάποιο τρόπο την κατέστρεφε. Την κράδαινε πάνω από μια τεράστια άβυσσο, με τα σκοινιά του ριγκ μονάχα να συγκρατούν τα λογικά της.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Με κάνεις να καίγομαι και με κάποιο τρόπο να παγώνω». Εκείνος αντάμειψε τα λόγια της με ένα αργό, υπέροχο, λατρευτικό φιλί στη βάση του λαιμού της. «Και τώρα τι νιώθεις;» «Να καίγομαι», αποκρίθηκε εκείνη, με ένα ρίγος να τη διαπερνά. «Να παγώνω. Δεν ξέρω». Ο Τεμπλ χαμογέλασε πάνω στο δέρμα της, κι εκείνη λάτρεψε τα χείλη του να στρογγυλεύουν πάνω της. «Τι άλλο;» «Όταν με κοιτάζεις, με κάνεις να νιώθω σαν να είμαι η μοναδική γυναίκα στον κόσμο». Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο τελείωμα του δανεικού φορέματός της, όπου το κορσάζ έδειχνε να είναι βάρβαρα σφιχτό. Γλίστρησε ένα του δάχτυλο κατά μήκος της λιτής γραμμής του υφάσματος, και ίσα που άγγιζε το δέρμα της, κάνοντάς τη να εύχεται να εξαφανιζόταν όλο αυτό το πράγμα που φορούσε. Κι ύστερα ο Τεμπλ τράβηξε δυνατά τον μικρό άσπρο φιόγκο που ήταν δεμένος μπροστά, κι άνοιξε αργά τις σταυρωτές κορδέλες του κορσάζ της, ώσπου της έδωσε αυτό που λαχταρούσε: το ύφασμα χαλάρωσε. Ενστικτωδώς η Μάρα άφησε τα σκοινιά, σπεύδοντας να το συγκρατήσει. Να κρατήσει το φόρεμα πάνω της. Όμως ήταν εκείνος εκεί, οδηγώντας το ένα χέρι της για να βγει από το μανίκι του μάλλινου φορέματος, κι ύστερα το άλλο. Κι εκείνη τον άφησε. Όταν τέλειωσε, της είπε μονάχα: «Πιάσε τα σκοινιά». Γύρισε προς το μέρος του, αδράχνοντας τα σκοινιά για ακόμη μια φορά. Το φόρεμα συγκρατιόταν πάνω στα στήθη της και απειλούσε να πέσει. Ο Τεμπλ το κοιτούσε να στέκεται εκεί, λεπτό, και η Μάρα αναρωτήθηκε αν εκείνος θα μπορούσε να της το βγάλει με το βλέμμα του. Ο Τεμπλ έβαλε ένα του δάχτυλο κάτω από το μάλλινο φόρεμα, απαλά, τέλεια, κι εκείνο βρέθηκε πεσμένο στα πόδια της. Της κόπηκε η ανάσα. «Κρύο;» ρώτησε εκείνος. «Όχι». Κάψα σαν τον ήλιο. Έγειρε το κεφάλι του, παίρνοντας τη μια της ρώγα στο στόμα του, πάνω από το πουκαμισάκι και όλα αυτά, και τη ρούφηξε μέσα από το ύφασμα, αφήνοντάς την υγρή, να καίγεται και γι’ άλλο. Να καίγεται γι’ αυτόν. Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. «Τι άλλο, Μάρα;» ρώτησε. «Τι άλλο σε κάνω να νιώθεις;» «Με κάνεις να εύχομαι να ήταν όλα αλλιώς», είπε εκείνη. Αντάμειψε την ομολογία της στέλνοντας το πουκαμισάκι της στο πάτωμα, αφήνοντάς τη μονάχα με τις μάλλινες μακριές κάλτσες της κι εκείνα τα ηλίθια πασούμια που πήγαιναν ασορτί με το βραδινό φόρεμα το οποίο φορούσε τη νύχτα που είχε έρθει, αλλά δεν είχαν καμιά θέση εδώ. Τώρα. Εκείνος την κοίταξε για μια παρατεταμένη στιγμή και ρούφηξε το στήθος της, κρατώντας τη ζεστή, παρόλο που φύσηξε ένα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ρεύμα δροσερό αέρα πάνω στη ρώγα της. Εκείνη αναστέναξε την ευχαρίστησή της κι αυτός σήκωσε το κεφάλι του, βλέποντάς τη. Την κατάλαβε. Όπως ακριβώς τον κατάλαβε κι εκείνη. Το πόσο την ποθούσε. Πόσο τη λαχταρούσε. Κι όταν πέρασε την ανάστροφη του χεριού πάνω από τα χείλη του σαν λιμασμένος, της κόπηκαν τα γόνατα κι ένιωσε ευγνωμοσύνη για το στήριγμα που της πρόσφεραν τα σκοινιά πίσω της. «Με κάνεις να εύχομαι να ήμουν εγώ διαφορετική», του ομολόγησε. Με κάνεις να εύχομαι να ήμουν κάτι παραπάνω. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Είναι παράδοξο· εγώ δεν το εύχομαι καθόλου αυτό». Τα λόγια έφεραν μια κακοφωνία από σκέψεις, πολύ μπερδεμένες για να γίνουν αντιληπτές. Το μόνο που ήθελε η Μάρα ήταν να πει το σωστό πράγμα – αυτό που θα τον έφερνε πιο κοντά της. Που θα της έδινε αυτό που ήθελε. Αυτό που λαχταρούσε. Αυτό το πράγμα που θα τον έκανε δικό της. «Τα πάντα», ψιθύρισε τελικά. «Με κάνεις να νιώθω τα πάντα». Και εκεί, στο ριγκ που ήταν κάστρο του και βασίλειό του, γονάτισε μπροστά της, τύλιξε το δυνατό χέρι του γύρω απ’ τη μέση της και πίεσε τα χείλη του στο απαλό φούσκωμα της κοιλιάς της κι ύστερα αποκρίθηκε: «Όχι τα πάντα. Όχι ακόμα». Απόθεσε φιλιά από τον αφαλό της ως το κέντρο της ύπαρξής της, σ’ εκείνη την αμαρτωλή άκρη με τις απαλές τριχούλες που υπήρχε εκεί, κι έμεινε ακίνητος. Παρέμεινε εκεί. «Αλλά θα σε κάνω», της υποσχέθηκε, με τη γλώσσα του να γλιστράει πάνω στο απαλό, αφόρητα ευαίσθητο δέρμα εκεί. Η Μάρα αναστέναξε, και το ένα της χέρι πήγε στο κεφάλι του και χώθηκε στις μπούκλες του. Εκείνος πάγωσε, το άγγιγμα αυτό τον απέσπασε απ’ αυτό που έκανε και στράφηκε κατευθείαν και πήρε μες στα δόντια του τη βάση του αντίχειρά της. Τη δάγκωσε απαλά. «Τα σκοινιά». Εκείνη κοκάλωσε. «Γιατί;» Την κοίταξε, και τότε εκείνη διέκρινε στο βλέμμα του την αμαρτωλή υπόσχεση. «Τα σκοινιά», της ξαναείπε. Η Μάρα έκανε ό,τι της είπε, και άδραξε τα χοντροφτιαγμένα σκοινιά πίσω της, κι εκείνος την αντάμειψε, με το χέρι του να χαϊδεύει όλο το μακρύ πόδι της από τον αστράγαλο και πιο πάνω, την καμπύλη του γονάτου της, πιο ψηλά το απαλό, ανέγγιχτο δέρμα στο εσωτερικό του μηρού της, πάνω από την κάλτσα της. Με το καλό του χέρι της έβγαλε το πόδι μέσα από τον σωρό του φορέματός της που κειτόταν μπροστά της, κι έβαλε το γόνατό της πάνω στον καλό ώμο του, λες και δεν είχε καθόλου βάρος. Τα μάγουλά της κατακοκκίνισαν από αμηχανία ενώ όλη η υπόλοιπη ύπαρξή της καιγόταν από πόθο. Ήταν τρομοκρατημένη αλλά και γεμάτη λαχτάρα, κι όλα αυτά

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μαζί. Μια αντίφαση, όπως ήταν πάντα τα πράγματα μαζί του. «Κοίτα». Λες και μπορούσε να κάνει τίποτ’ άλλο. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τον κοιτάζει. Να τον κοιτάζει να τη βλέπει. «Στον καθρέφτη», είπε εκείνος, και το βλέμμα της τινάχτηκε στον πελώριο καθρέφτη απέναντί τους. Τόσο πολύ είχε απορροφηθεί από εκείνον που είχε ξεχάσει τον καθρέφτη – είχε ξεχάσει ότι θα μπορούσε να της προσφέρει μια θέα που δεν είχε φανταστεί ποτέ της. Ποτέ, ούτε στα όνειρά της. Ήταν γυμνή, γυμνωμένη μπροστά του και στο ριγκ και στον καθρέφτη, με τα χέρια της μπλεγμένα στα σκοινιά, και το θέαμα που παρουσίαζε ήταν το απόλυτο όνειδος, απλωμένη ορθάνοιχτη σαν σφάγιο σ’ αυτόν τον παράξενο βωμό. Όμως εκείνος ήταν αυτός που γονάτιζε μπροστά της, με τους ώμους του φαρδιούς ανάμεσα στους γυμνούς μηρούς της και το ένα της πόδι ριγμένο πάνω στον ώμο του σε μια έκλυτη, λάγνα ανεμελιά. Θα μπορούσε να τους δει οποιοσδήποτε. Η γνώση όσων υπήρχαν πίσω από τον καθρέφτη θα έπρεπε να την κάνει να νιώσει συντριβή. Θα έπρεπε να την είχε τρομάξει. Θα έπρεπε να της είχε προκαλέσει φρίκη. Αλλά αντί γι’ αυτά, την έκανε να το θέλει περισσότερο. Τι της είχε κάνει; «Τεμπλ», είπε απαλά, κλείνοντας τα μάτια της μπροστά στην εικόνα. Στη δύναμή της. Τρομαγμένη με όσα θα έκανε εκείνος μετά. Τρομαγμένη με όσα δεν θα έκανε εκείνος μετά. Και τότε το έκανε, ανοίγοντάς της τα πόδια διάπλατα, κοιτάζοντάς τη, βλέποντάς τη με έναν τρόπο που κανένας ποτέ δεν την είχε ξαναδεί. Με έναν τρόπο που δεν θα την έβλεπε κανένας ποτέ. Και το λάτρεψε αυτό. Εκείνο το χέρι –εκείνο το θεσπέσιο, μαγικό χέρι– κινήθηκε ξανά, ένα δάχτυλο γλίστρησε στο πιο απόκρυφο σημείο της, εξερευνώντας πτυχές, κοιλάδες και κορυφογραμμές, στέλνοντας μέσα της μια ηδονή που την κυρίευσε. Έκλεισε τα μάτια της μπροστά σ’ αυτή την αίσθηση κι έγειρε προς τα πίσω, τα σκοινιά έτριξαν κάτω απ’ το βάρος της και τα χοντροφτιαγμένα νήματά τους την έξυναν στην πλάτη, τραχιά ενώ εκείνος ήταν τρυφερός. Σκληρά ενώ εκείνος ήταν απαλός. «Θεέ μου», ψιθύρισε ο Τεμπλ, με τα λόγια του να είναι ταυτόχρονα ιεροσυλία και ευλογία καθώς το δάχτυλό του στροβιλιζόταν και χάιδευε, κλέβοντάς της την ανάσα και τη σκέψη. «Δεν ξέρω πώς νόμισα ότι θα μπορούσα ποτέ να σου αντισταθώ». Μια ηχώ και των δικών της σκέψεων. Ήταν μοιραίο αυτό που συνέβαινε. Από τη στιγμή που τον είχε πλησιάσει στον δρόμο. Κι από πιο πριν.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και τότε το στόμα του ακούμπησε πάνω στον πυρήνα της ύπαρξής της, κι εκείνη δεν μπορούσε να σκεφτεί καθόλου, με τη γλώσσα του να τη γλείφει αργά, απαλά, παίζοντάς την, προκαλώντας την και βασανίζοντάς την, προκαλώντας της συνάμα μια ηδονή που δεν μπορούσε να διανοηθεί. «Τεμπλ», φώναξε και σήκωσε το σώμα της, προσφέροντας τον εαυτό της σ’ εκείνον. Του παραδόθηκε. Τον εμπιστεύτηκε. Εμπιστεύτηκε κάποιον για πρώτη φορά μέσα σε μια, όπως φάνταζε, αιωνιότητα. Εκείνος την αντάμειψε με το υπέροχο στόμα του, τυλίγοντας το χέρι του γύρω από τη μέση της και τραβώντας τη σφιχτά πάνω του, κι έκλεισε τα χείλη του γύρω από κάποιο αφόρητο, αδιανόητο σημείο κι άρχισε να τη ρουφάει πιο βαθιά, να τη γλείφει πιο δυνατά, ξύνοντάς τη με μια ελάχιστη πίεση που την έκανε να τον αποζητήσει εκλιπαρώντας. «Γουίλιαμ». Είπε αναστενάζοντας το όνομα που σκεφτόταν εκατοντάδες φορές μες στη μαύρη νύχτα. Χιλιάδες. Ούτε μία φορά δεν είχε διανοηθεί πως εκείνος θα μπορούσε να ξεκλειδώσει τέτοια ασύλληπτη ηδονή. Εκείνος, ακούγοντας το όνομά του στα χείλη της, έμεινε ακίνητος, κι εκείνη τον κοίταξε, συναντώντας το σκούρο βλέμμα του χαμηλά στο γυμνό κορμί της, ξέροντας ότι αυτό ήταν συνάμα τρομερό λάθος αλλά και απίστευτα σωστό. Ο Τεμπλ έπαιξε με τη γλώσσα του σ’ εκείνο το σημείο με τον πιο υπέροχο τρόπο, και τα μάτια της έκλεισαν αργά, καθώς ήταν ανήμπορη να αντέξει το μαρτύριο της ηδονής. Τότε εκείνος πήρε το στόμα του από εκεί, ίσα για να της πει: «Κοίτα». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και το πρόσωπό της άρχισε να κοκκινίζει. «Δεν μπορώ». «Μπορείς», υποσχέθηκε αυτός, γυρνώντας το πρόσωπό του για να αποθέσει ένα φιλί στην καμπύλη του μηρού της ψηλά. «Κοίτα με να σου δίνω ό,τι υπάρχει για να σου δώσω». Έβαλε ξανά το στόμα του εκεί, κι εκείνη όντως κοίταξε, με το βλέμμα της να γλιστράει από το είδωλό τους στο όμορφο πρόσωπό του, ξέροντας ότι αυτό ήταν άσεμνο και σκανδαλώδες, αλλά αδυνατώντας να πάρει το βλέμμα της από το δικό του. Ανήμπορη να συγκρατηθεί, άφησε τα σκοινιά και γλίστρησε το χέρι της στα υπέροχα σκούρα μαλλιά του, κρατώντας τον σφιχτά πάνω της. Ανήμπορη να συγκρατηθεί, άρχισε να κουνιέται πάνω του. Δεν μπορούσε να αγνοήσει τον χείμαρρο της ανυπέρβλητης ηδονής που την πλημμύρισε όταν εκείνη η κίνησή της τον έκανε να βογκήξει πάνω της. Τον έκανε να εντείνει τις προσπάθειές του, με τη γλώσσα, τα χείλη και τα δόντια του να κινούνται σε τέλεια αρμονία, στέλνοντάς την ψηλά, όλο και πιο ψηλά, πάνω σε ένα κύμα αφόρητης ηδονής ώσπου κατέρρευσε πάνω του σε χίλια κομμάτια, σφίγγοντας τα δάχτυλά της μες στα μαλλιά του, παίρνοντας και το τελευταίο ίχνος απ’ αυτή τη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μεγαλειώδη αίσθηση από εκείνον. Και δεν απέστρεψε το βλέμμα της ούτε μια φορά, ούτε καν όταν τρανταζόταν πάνω του, με τα σκοινιά πίσω της να στενάζουν από την κίνηση. Την κράτησε την ώρα που ξαναγύριζε σ’ αυτόν, καθώς το πόδι της ακούμπησε ξανά στο πάτωμα και, ανήμπορη καθώς ήταν να κρατηθεί όρθια, η Μάρα έπεσε κι αυτή στα γόνατα όπως εκείνος. Την τράβηξε στην αγκαλιά του και έμειναν εκεί, με τις καρδιές να βροντοχτυπούν, με την ανάσα τους να βγαίνει γρήγορα και με δυσκολία, για μια αιωνιότητα, δίχως κανένας απ’ τους δυο τους να μιλάει, αλλά και οι δύο ήξεραν ότι τα πάντα είχαν αλλάξει. Για πάντα. Δεν είχε ξανανιώσει ποτέ τίποτα σαν αυτό. Ούτε καν εκείνη τη νύχτα τόσα χρόνια πριν, τη νύχτα που είχε ανέβει από πάνω του, τότε που είχαν ξαπλώσει στο κρεβάτι της και φιλιούνταν και αγγίζονταν. Τότε που εκείνος είχε ψιθυρίσει πονηρά λόγια στο αφτί της και έπαιζε με τα μαλλιά της και της έδινε υποσχέσεις που ποτέ δεν είχε σκοπό να κρατήσει. Τότε που εκείνη του είχε πάρει τον κόσμο του. Δεν μπορούσε να κρύβεται από αυτόν πια. Δεν μπορούσε να του πει ψέματα. Θα έβρισκε έναν άλλο τρόπο να σώσει το ορφανοτροφείο. Να κρατήσει τα αγόρια ασφαλή. Έπρεπε να υπάρχει ένας τρόπος. Ένας τρόπος που δεν θα βασιζόταν στο να χρησιμοποιήσει αυτόν τον άνθρωπο άλλο πια. Αυτό, τουλάχιστον, θα μπορούσε να το κάνει για εκείνον. Μια θλίψη την πλημμύρισε καθώς σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε, συναντώντας το ανεξιχνίαστο βλέμμα του. Ευχήθηκε να μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις του. Ευχήθηκε να μπορούσε να του πει τα πάντα. Ευχήθηκε να μπορούσε να του ξεγύμνωνε την ψυχή της. Ευχήθηκε το μέλλον τους να μην ήταν προδιαγεγραμμένο με τόσο μελανά χρώματα. «Υποσχέθηκα ότι θα σου έλεγα…» άρχισε να λέει. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, διακόπτοντάς την. «Όχι τώρα. Όχι εξαιτίας αυτού που έγινε. Μην το αμαυρώνεις. Ήταν η πρώτη φορά που ήταν τόσο αληθινό εδώ και…» Η φωνή του έσβησε και τα λόγια του ήχησαν μέσα της, φέρνοντας μαζί τους ελπίδα κι ένα καλό προμήνυμα – δυο πράγματα που εκείνη δεν μπορούσε να παραδεχτεί. Ήταν δυο πράγματα που είχε μάθει πριν από πολύ καιρό ότι θα την κατέστρεφαν αν τους άφηνε περιθώρια. Δεν τους έδωσε χρόνο να ριζώσουν. «Εμείς ποτέ…» Έφυγε από την αγκαλιά του, γλιστρώντας πλάι, στο πάτωμα. «Άρχισε, αλλά δεν έφτασε εδώ…» Ο Τεμπλ έκλεισε τα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μάτια του στο άκουσμα αυτών των λόγων και πήρε μια βαθιά ανάσα, και όσο κι αν ήθελε η Μάρα να σταματήσει, παρ’ όλα αυτά συνέχισε. «Δεν έπρεπε ποτέ να σε είχα αφήσει να πιστέψεις ότι συνέβη αυτό μεταξύ μας». Ο Τεμπλ την κοίταξε. «Ώστε ήταν κι αυτό άλλο ένα ψέμα». Εκείνη κατένευσε, θέλοντας να του πει τα πάντα. Θέλοντας να του πει ότι εκείνη η νύχτα, τόσα χρόνια πριν, όταν είχε κάνει αυτό για το οποίο είχε τόσο πολύ μετανιώσει, ήταν ταυτόχρονα και η νύχτα που είχε κάνει αυτό το οποίο δεν είχε μετανιώσει καθόλου. Εκείνος την είχε κάνει να γελάσει, να χαμογελάσει. Την είχε κάνει να νιώσει πανέμορφη. Για πρώτη φορά στη ζωή της. Πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή της. Άνοιξε το στόμα της να του πει ακριβώς αυτό, να προσπαθήσει να εξηγήσει, αλλά εκείνος είχε ήδη αρχίσει να μιλάει. «Ο Ντάνιελ». Το όνομα την μπέρδεψε. «Ο Ντάνιελ;» «Δεν είναι δικός μου». Η Μάρα αποσβολώθηκε στο άκουσμα αυτών των λόγων. Με το νόημά τους. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν καταλαβαίνω…» «Είπες ότι ο Ντάνιελ είναι μαζί σου από την αρχή». Ο Ντάνιελ, με τα σκούρα μαλλιά του, τα μπλε μάτια του και την ηλικία του – όλα θα ταίριαζαν ακριβώς, αν το είχαν κάνει αυτό. Αν είχαν κάνει περισσότερα. Για μια στιγμή, η Μάρα άφησε την εικόνα όλου αυτού να πέσει πάνω της με δύναμη. Ο Τεμπλ, δυνατός, αξιόπιστος, όμορφος και δικός της. Κι ένας γιος, με σκούρα χρώματα, σοβαρός και γλυκός. Και δικός τους. Αυτή ήταν η ζωή που ήθελε ο Τεμπλ. Μια γυναίκα. Έναν γιο. Μια κληρονομιά. Όμως όλο αυτό δεν ήταν πραγματικό. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, συναντώντας το βλέμμα του και διακρίνοντας τα ισχυρά συναισθήματα εκεί. Θλίψη. Θυμός. Λύπη. Θα τον πλήγωνε ξανά. Δίχως καν να προσπαθήσει. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, με δάκρυα στα μάτια της. «Από την αρχή… από τότε που ίδρυσα το ορφανοτροφείο. Ο Ντάνιελ δεν είναι…» Η φωνή της έσβησε, κι ευχήθηκε η αλήθεια να ήταν διαφορετική. Τότε εκείνος γέλασε, με τον ήχο τραχύ και δύσθυμο. «Φυσικά και δεν είναι. Φυσικά και δεν κάναμε τίποτα». Τα λόγια την έκαναν κομμάτια. Ο Τεμπλ σηκώθηκε, με μία και μοναδική αβίαστη κίνηση, και πήγε στην άλλη πλευρά του ριγκ, γεμάτος χάρη και ακρίβεια ακόμη και τώρα, ακόμη και με το ένα του χέρι κρεμασμένο σε επίδεσμο. Ακόμη και με ένα τραύμα που θα μπορούσε να είχε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


σκοτώσει έναν άνθρωπο μικρότερο σε διαστάσεις από εκείνον. Έχοντάς της την πλάτη γυρισμένη, πέρασε το χέρι του μέσα απ’ τα μαλλιά του. «Για μια φορά μονάχα, ήθελα την αλήθεια από σένα». Στράφηκε και την κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο του. «Για μια φορά μονάχα, ήθελα να μου δώσεις έναν λόγο να πιστέψω ότι είσαι κάτι παραπάνω απ’ αυτό που φαίνεσαι. Κάτι παραπάνω από μια γυναίκα που διψάει για αίμα και λεφτά». Γέλασε και της γύρισε ξανά την πλάτη. «Και τότε μου τον έδωσες». Έπρεπε να του πει. Όλη την ιστορία. Τα λεφτά, το χρέος, τον λόγο που την έκανε να το σκάσει. Θα ριχνόταν στα πόδια του και θα του έδινε την ευκαιρία να τη συγχωρήσει. Να την πιστέψει. Να πιστέψει σ’ αυτήν. Ίσως τότε θα μπορούσαν να αρχίσουν ξανά από την αρχή. Ίσως τότε να έρχονταν να προστεθούν κι άλλα πράγματα σε εκείνο το παράδοξο, ανησυχητικό, ασυνήθιστο πράγμα που συνέβαινε ανάμεσά τους. Θεέ και Κύριε, η Μάρα το ήθελε αυτό περισσότερο κι απ’ όσο ήθελε την επόμενη ανάσα της. «Δεν διψούσα για αίμα», είπε και σηκώθηκε όρθια, με το φόρεμα στο χέρι της, να καλύπτει τη γύμνια της στα μάτια του. «Ούτε και για λεφτά διψούσα». Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. «Σε παρακαλώ. Άσε με να σου εξηγήσω…» «Όχι». Στράφηκε και την κοίταξε, με το χέρι του να σκίζει τον αέρα. Η Μάρα κοντοστάθηκε. «Όχι», ξαναείπε ο Τεμπλ. «Το βαρέθηκα όλο αυτό. Τα ψέματά σου. Τα παιχνίδια σου. Βαρέθηκα να θέλω να τα πιστέψω. Φτάνει». Η Μάρα τύλιξε το φόρεμά της γύρω της, ξέροντας ότι το άξιζε αυτό. Ξέροντας ότι επί δώδεκα χρόνια η ζωή της κατευθυνόταν προς τη δική του ζωή. Προς την ημέρα που θα αντίκριζε αυτόν τον άνθρωπο, θα του έλεγε την αλήθεια και θα υπέμενε τις επιπτώσεις. Αλλά δεν της είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ότι ο πόνος θα ερχόταν από το γεγονός ότι θα τον έχανε. Από το γεγονός ότι θα τον πλήγωνε. Δεν της είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ότι θα νοιαζόταν γι’ αυτόν. Νοιαζόταν γι’ αυτόν. Τι ανόητη, χλιαρή έκφραση μπροστά σ’ αυτό το συναίσθημα που την πλημμύριζε τώρα δα. Καθώς έβλεπε αυτόν τον ασυνήθιστο άνθρωπο να παλεύει με τους δαίμονές του. Δαίμονες που εκείνη είχε εξαπολύσει στο κατόπι του. «Δεν με νοιάζει τι λόγους είχες ή πόσο καλά τους κατασκεύασες. Μπούχτισα. Πόσο κοστίζει; Αυτό το απόγευμα;» Τα λόγια ήταν ένα χτύπημα. Δεν ήταν δυνατόν να πίστευε ότι εκείνη θα ζητούσε να πληρωθεί γι’ αυτό…. Φυσικά και ήταν δυνατόν. Αυτή ήταν η συμφωνία που είχαν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κάνει. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Τι είναι, έγινες ανώτερη τώρα και δεν σε νοιάζει η συμφωνία μας;» Η Μάρα δεν ήθελε λεφτά τώρα. Δεν ήθελε τίποτε απ’ αυτά. Το μόνο που ήθελε ήταν εκείνος. Και, κάπως έτσι, σαν ένα αιφνίδιο, δυνατό χτύπημα, κατάλαβε. Τον αγαπούσε. Και σαν να μην ήταν αυτό ήδη αρκετά άσχημο, δεν θα την πίστευε κιόλας ποτέ. Αλλά παρ’ όλα αυτά, εκείνη προσπάθησε. «Γουίλιαμ. Σε παρακαλώ. Αν απλώς με…» «Μη». Η λέξη έσκισε τον αέρα, παγερή και τρομακτική. Και η Μάρα συνειδητοποίησε ότι τώρα, εδώ, βρισκόταν μπροστά στον Τεμπλ, τον μεγαλύτερο πυγμάχο που είχε δει ποτέ το Λονδίνο. «Μη με αποκαλέσεις έτσι ποτέ ξανά. Δεν έχεις το δικαίωμα». Φυσικά και δεν το είχε το δικαίωμα. Του είχε κλέψει το όνομα τότε που του είχε κλέψει τη ζωή. Δάκρυα απείλησαν να κυλήσουν απ’ τα μάτια της αλλά τα κατάπιε, μη θέλοντας να νομίσει ο Τεμπλ ότι τα είχε κατασκευάσει κι αυτά. Δεν ήθελε να θεωρήσει ο Τεμπλ την ίδια κάλπικη. Έγνεψε καταφατικά. «Φυσικά». Εκείνος ήταν ψυχρός και ασυγκίνητος, και η Μάρα δεν μπορούσε να τον κοιτάζει άλλο. Τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ τον εαυτό της καθώς ο Τεμπλ έριχνε την τελευταία του βολή. Καθώς το τέλειωνε. «Αύριο, όλο αυτό θα λήξει. Εσύ θα δείξεις το πρόσωπό σου, θα αποκαταστήσεις το όνομά μου. Εγώ θα σου δώσω τα λεφτά σου. Κι ύστερα θα τσακιστείς να εξαφανιστείς απ’ τη ζωή μου». Την άφησε εκεί, στο κέντρο του δικού του ριγκ, στην καρδιά της δικής του λέσχης. Μόλις η Μάρα άκουσε την πόρτα που οδηγούσε στα διαμερίσματά του να κλείνει και να κλειδώνει κιόλας, τότε μόνο ντύθηκε και άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουν.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 15 Την είχε αφήσει γυμνή στο ριγκ. Σε κανένα σημείο ολόκληρης της καριέρας του ως πυγμάχου δεν είχε ποτέ αφήσει αντίπαλο τόσο αποστερημένο από την τιμή του. Ποτέ του δεν είχε αντίπαλο ο οποίος να του είχε στερήσει τόσο σκληρά τα όνειρά του. Τρίχες. Ο Τεμπλ έγειρε πάνω από το τραπέζι του μπιλιάρδου σε ένα από τα δωμάτια του πάνω ορόφου του «Αγγέλου», στέλνοντας τις αντίπαλες μπάλες να πετάξουν. «Χριστέ μου, Τεμπλ», έκανε ο Μπορν, κοιτάζοντας τις δυο μπάλες να βυθίζονται στις τρύπες στην άλλη γωνιά του τραπεζιού. «Μήπως να φύγουμε και να σ’ αφήσουμε να παίξεις μόνος σου;» Ήπιε μονορούφι το υπόλοιπο ουίσκι του. «Και με ένα χέρι». Η αναφορά στο χέρι του, που ακόμα παρουσίαζε έλλειψη αίσθησης και ήταν αδύναμο απ’ τον αγώνα, επανέφερε τον θυμό του Τεμπλ. Ο αδερφός της του είχε πάρει τη δύναμή του. Την ισχύ του. Αλλά εκείνη είχε κάνει χειρότερα. Του είχε πάρει την ελπίδα του. Είχε αφήσει τον εαυτό του να πιστέψει ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν. Ότι αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να είναι αυτό που εκείνος λαχταρούσε. Γυναίκα του. Οικογένεια. Παραπάνω. Αγάπη. Η λέξη τον διαπέρασε σαν ψίθυρος, κατά ένα μέρος κατάπληξη, κατά ένα άλλο διάψευση, κατά ένα τρίτο λαχτάρα. Το αψήφησε και έριξε ακόμη μια βολή με δαιμονισμένη ακρίβεια. Έριξε και μια τρίτη. Ο Κρος αναδεύτηκε πάνω στις φτέρνες του, με το ένα χέρι του να κρέμεται πάνω από την άκρη της στέκας του. «Εντάξει, είναι ολοφάνερο ότι δεν ενδιαφέρεσαι τόσο για το παιχνίδι όσο για τη νίκη», είπε. «Λοιπόν, τι είναι αυτό που σε έχει τσιμπήσει;» «Η γυναίκα είναι», είπε ο Μπορν καθώς διέσχιζε το δωμάτιο για να βάλει στον εαυτό του ένα ποτήρι ουίσκι. Φυσικά και ήταν η γυναίκα. Ο Τεμπλ αψήφησε αυτή τη σκέψη κι έβαλε άλλη μια μπάλα στην τρύπα. Ο Κρος κοίταξε τον Μπορν. «Λες;» Ο Μπορν έδωσε ένα ποτήρι στον Κρος. «Πάντα η γυναίκα είναι». Ο Κρος έγνεψε καταφατικά. «Δίκιο έχεις». «Δεν έχει δίκιο», είπε ο Τεμπλ. Ο Μπορν ύψωσε το φρύδι του. «Έχω δίκιο».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Φυσικά και είχε. Ο Τεμπλ κατσούφιασε. «Μπορείτε να πάτε κι οι δυο σας κατευθείαν στον διάολο». «Θα σου λείπαμε αν μας έχανες», είπε ο Κρος, βρίσκοντας επιτέλους μια ευκαιρία να ρίξει μια βολή. «Εξάλλου, τη συμπαθώ τη γυναίκα. Δεν με πειράζει καθόλου αν αυτή είναι το πρόβλημά σου». Ο Μπορν λοξοκοίταξε τον Κρος. «Τη συμπαθείς;» «Η Πίπα τη συμπαθεί. Θεωρεί ότι νοιάζεται για τον Τεμπλ. Την πιστεύω». Η ανάμνηση άστραψε. Τα μάτια της Μάρα υγρά απ’ τα δάκρυα καθώς καθόταν γυμνή στο ριγκ. Καθώς αυτός της φερόταν απαίσια. Ο Τεμπλ έτριξε τα δόντια του. Του είχε ληστέψει τη ζωή του κι ύστερα του είπε και ψέματα. Ξανά και ξανά. Δεν νοιαζόταν γι’ αυτόν. Ήταν αδύνατον. Ο Κρος εξακολουθούσε να μιλάει στον Μπορν. «Και έχωσε και μια μπουνιά στη μούρη σου». «Δεν χρειαζόταν να το πεις αυτό με τέτοια αγαλλίαση», αντιγύρισε ο Μπορν. «Υπάρχει αγαλλίαση. Τις έφαγες. Από μια γυναίκα». «Είσαι κάθαρμα», μουρμούρισε θυμωμένα ο Μπορν. «Εξάλλου, πού να ήξερα ότι ρίχνει μπουνιές σαν τον Τεμπλ;» Η ανάμνηση άστραψε – η Μάρα στο φουαγέ του Οίκου Αρρένων Μακ Ιντάιρ, με το χέρι της να ακουμπάει πάνω στο στήθος του, δυνατό και ζεστό. Δεν θέλω να σε πονέσω. Κι άλλο ψέμα. Ο Κρος διέκοψε τις σκέψεις του. «Λοιπόν, Τεμπλ. Τι βλακεία έκανες;» Μια εικόνα άστραψε, η Μάρα στο κέντρο του ριγκ του, να τον ικετεύει να την ακούσει. Τι θα είχε πει; Τι θα του είχε πει; Απόδιωξε την ανάμνηση. Άλλωστε πότε του είχε πει την αλήθεια; Λίγα λεπτά πριν. «Τίποτα». «Ω, αυτό σημαίνει ότι κάτι έκανες, όπως σε βλέπω και με βλέπεις», είπε ο Μπορν και σωριάστηκε σε μια καρέκλα εκεί δίπλα. «Από πότε εσείς οι δυο γίνατε φλύαρες γλωσσοκοπάνες;» Ο Κρος ακούμπησε πάνω στο τραπέζι του μπιλιάρδου. «Πότε έχασες την αίσθηση του χιούμορ σου;» Η ερώτηση δεν ήταν και ουρανοκατέβατη. Έτσι και ήταν ο Μπορν ή ο Κρος σε τέτοια στραβή διάθεση, ο Τεμπλ θα ήταν ο πρώτος που θα έκανε ερωτήσεις. Μάλιστα, τον περασμένο χρόνο, ο Τεμπλ είχε αποκομίσει την τεράστια ευχαρίστηση να παρακολουθεί και τους δυο τους να φλερτάρουν με την παράνοια καθώς αντιστέκονταν στα αισθήματά τους, κι ύστερα τρέλανε στις περιποιήσεις τις γυναίκες τους. Είχε γελάσει μαζί τους άπειρες φορές, και μετά χαράς είχε προσθέσει κι άλλη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


στην υπάρχουσα δυστυχία τους. Όμως μολονότι αυτό εδώ μπορεί να περιλάμβανε μια γυναίκα, δεν επρόκειτο για σύζυγο. Επρόκειτο για απαλλαγή. Ένας πολύ πιο σημαντικός στόχος. «Την άφησα να φύγει», είπε μονάχα. «Για πού;» ρώτησε ο Μπορν. «Σπίτι της». «Α», έκανε ο Κρος, λες κι αυτό το επιφώνημα εξηγούσε τα πάντα. Που δεν τα εξηγούσε. Ο Τεμπλ κοίταξε κατσουφιασμένος τον εκνευριστικό τύπο με τα πυρρόξανθα μαλλιά. «Τι διάολο σημαίνει αυτό;» «Απλώς ότι, όταν φεύγουν, δεν είναι ποτέ τόσο ευχάριστο όσο νομίζει κανείς ότι θα είναι». «Μμμ», πρόσθεσε ο Μπορν. «Νομίζεις ότι θα βρεις την ησυχία σου, και αντί γι’ αυτό… δεν μπορείς να σταματήσεις να τις σκέφτεσαι». Ο Τεμπλ κοίταξε τους φίλους του, πρώτα τον ένα κι ύστερα τον άλλο. «Έχετε γίνει κι οι δυο σας γυναικούλες. Εύκολα θα σταματούσα να τη σκέφτομαι αν δεν ήταν…» Κόμπιασε. Αν δεν ήταν τόσο εξοργιστική. Αν δεν τον κατάκαιγε ολόκληρο. Αν δεν ήταν τόσο αναθεματισμένα όμορφη έτσι όπως στεκόταν ψηλή και περήφανη στο ριγκ του και δεχόταν τα χτυπήματα που της κατάφερνε σαν να ήταν πρώτο βραβείο. Σαν να της άξιζαν. Που της άξιζαν. Αν όμως δεν της άξιζαν; «Αν δεν ήταν…;» τον παρότρυνε ο Κρος. Ο Τεμπλ έβαλε στον εαυτό του ένα ποτήρι ουίσκι. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά. Ήλπιζε ότι η κάψα του υγρού θα έσβηνε την κάψα της δικής της ανάμνησης. «Αν δεν ήταν ο σύνδεσμός μου». Με τον Λόου. Με το παρελθόν. Με την αλήθεια. Με τη ζωή που τόσο απεγνωσμένα ήθελε για τόσο πολύ καιρό. Και παραπάνω απ’ αυτά. Ήταν ο σύνδεσμός του με τα πάντα. Απόδιωξε αυτή τη σκέψη και έσκυψε πάνω από το τραπέζι του μπιλιάρδου για να ρίξει άλλη μια βολή, αψηφώντας τη σουβλιά του πόνου που τσιτσίρισε το μπράτσο του κι εξαφανίστηκε λες και δεν είχε υπάρξει ποτέ. Αστόχησε. Ο Μπορν και ο Κρος κοιτάχτηκαν. Τους φιλοδώρησε με το πιο άγριο βλέμμα του. «Για δοκιμάστε εσείς με ένα χέρι». Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα και γύρισαν όλοι σαν ένας να κοιτάξουν, με τον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τεμπλ να είναι ευγνώμων για την αλλαγή θέματος. «Εμπρός», φώναξε ο Μπορν. Μπήκε ο Τζάστιν, ακολουθούμενος από τον Ντάνκαν Γουέστ, τον ιδιοκτήτη τουλάχιστον οχτώ εφημερίδων και περιοδικών του Λονδίνου, αναντίρρητα τον πιο ισχυρό άντρα στη Βρετανία, που ήταν συνάμα και ο άνθρωπος ο οποίος θα αποκαθιστούσε τον Τεμπλ στη δικαιωματική θέση του στην αριστοκρατία. Ο Γουέστ επιθεώρησε το δωμάτιο. «Υπάρχει χώρος για έναν τέταρτο;» Ο Τεμπλ άπλωσε τη στέκα του προς το μέρος του νεοφερμένου. «Μπορείς να πάρεις τη δική μου». Πήγε σε έναν μπουφέ και ξαναγέμισε το ποτήρι του, βάζοντας κι ένα δεύτερο καθώς ο Γουέστ έβγαλε το παλτό του και το έριξε σε μια καρέκλα εκεί δίπλα. «Ποιος κερδίζει;» «Ο Τεμπλ», αποκρίθηκε ο Μπορν, ρίχνοντας τη δική του βολή και αστοχώντας. Ο Γουέστ έριξε στον Τεμπλ ένα βλέμμα, παίρνοντας το ποτό που του πρόσφερε. «Και δεν επιθυμείς να συνεχίσεις τη ρέντα;» Ο Τεμπλ έγειρε στην πλάτη μιας καρέκλας εκεί δίπλα και ήπιε. «Θα προτιμούσα να μιλήσω απερίσπαστος». Ο δημοσιογράφος έμεινε ακίνητος. «Θα πρέπει να είμαι απερίσπαστος κι εγώ;» Ο Τεμπλ κούνησε το ποτήρι του προς την κατεύθυνση του τραπεζιού του μπιλιάρδου. «Παίξε, ώσπου να πω κάτι που να αξίζει να το ακούσεις». Η υπόδειξη φάνηκε να είναι ικανοποιητική για τον Γουέστ, και προχώρησε να παρακολουθήσει το παιχνίδι. «Σωστό μου φαίνεται. Πώς πάει το χέρι;» «Είναι δεμένο», αποκρίθηκε ο Τεμπλ. Ο Γουέστ κατένευσε, ακουμπώντας το ποτήρι στην άκρη του τραπεζιού, σκύβοντας και σημαδεύοντας. Καθώς ο Γουέστ τράβηξε προς τα πίσω τη στέκα για να ρίξει, ο Τεμπλ ανήγγειλε: «Η Μάρα Λόου είναι ζωντανή». Ο Γουέστ αστόχησε, αλλά δεν έδωσε σημασία, καθώς είχε ήδη γυρίσει να κοιτάξει τον Τεμπλ με τα μάτια γουρλωμένα. «Είπες κάτι που αξίζει να το ακούσω». «Το φαντάστηκα πως έτσι θα ήταν». Ο Γουέστ απίθωσε κάτω τη στέκα του. «Όπως μπορείς να αντιληφθείς, είμαι βέβαιος, έχω δεκάδες ερωτήσεις. Και παραπάνω». «Κι εγώ θα τις απαντήσω όλες. Αυτά που δεν θα μπορέσω να απαντήσω εγώ, θα τα απαντήσει εκείνη». «Είσαι σε θέση να μιλάς για τη γυναίκα;» Ο Γουέστ άφησε ένα σιγανό σφύριγμα. «Αυτή είναι υπόθεση. Πού βρίσκεται;» «Δεν έχει σημασία», είπε ο Τεμπλ, νιώθοντας ξαφνικά να έχει χάσει το ενδιαφέρον του να μοιραστεί τις ιδιαίτερες λεπτομέρειες σχετικά με το πού ήταν η Μάρα. Ήπιε ξανά. Το θάρρος του πιοτού. Από πού διάολο είχε ξεφυτρώσει αυτή η σκέψη; «Σκοπεύεις να παραστείς στον χορό των μεταμφιεσμένων στο Λίτον τα Χριστούγεννα;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Γουέστ καταλάβαινε πότε μια υπόθεση ήταν καλή όταν τη συναντούσε, και δεν ήταν χαζός για να αρνηθεί. «Να υποθέσω ότι θα παραστεί και η δεσποινίς Λόου;» «Ναι». «Σκοπεύεις να μου τη συστήσεις;» Ο Τεμπλ έγνεψε καταφατικά. Ο Γουέστ ήταν έξυπνος και μπορούσε να ενώσει τα κομμάτια μιας ιστορίας και να βγάλει νόημα. «Δεν είναι όμως μόνο αυτό». «Και πότε είναι;» είπε ο Κρος από τη θέση όπου στεκόταν στο τραπέζι του μπιλιάρδου. «Θέλεις το κορίτσι να καταστραφεί», είπε ο Γουέστ. Ήθελε; «Δεν σε αδικώ». Ο δημοσιογράφος συνέχισε: «Όμως δεν θα γίνω το ανδρείκελό σου σ’ αυτό. Ήρθα γιατί μου μήνυσε ο Τσέις να έρθω, και του χρωστάω. Θα ακούσω την ιστορία σου. Τη δική σου πλευρά. Μα θα ακούσω και τη δική της, κι αν δεν θεωρήσω ότι της αξίζει ο εξευτελισμός, δεν θα τον βρει από μένα». «Από πότε έγινες τόσο ανώτερος;» πετάχτηκε ο Μπορν. «Η ιστορία θα πουλήσει εφημερίδες, έτσι δεν είναι;» Μια σκιά διέσχισε το πρόσωπο του Γουέστ, κι ύστερα χάθηκε τόσο γρήγορα που ο Τεμπλ μπορεί και να μην την έβλεπε αν δεν τον κοίταζε από τόσο κοντά. «Αρκεί να πω πως έχω καταστρέψει αρκετούς ανθρώπους με τις εφημερίδες μου ώστε να μην έχω πια ανάγκη να κάνω τα θελήματα του κάθε αριστοκράτη που έχει ανοίξει βεντέτα». Κοίταξε τον Τεμπλ. «Το αξίζει η γυναίκα αυτό;» Ήταν η ερώτηση που ο Τεμπλ είχε ελπίσει ότι δεν θα του γινόταν. Η ερώτηση που είχε ελπίσει ότι δεν θα χρειαζόταν ποτέ να απαντήσει. Διότι μια βδομάδα πριν θα είχε πει «ναι», κατηγορηματικά. Μια βδομάδα πριν θα είχε υποστηρίξει ότι το κορίτσι άξιζε ό,τι κι αν πάθαινε – κάθε σπιθαμή δικαιοσύνης που θα μπορούσε αυτός να αποδώσει με τη δύναμή του, την ισχύ και την επιρροή του. Αλλά τώρα, αυτό το κατηγορηματικό είχε αρχίσει να γίνεται πιο περίπλοκο. Κι εκείνος δεν μπορούσε να τη σκέφτεται με τρόπο απλό. Ξαφνικά, αναλογίστηκε τον τρόπο που αστειευόταν μαζί του όταν ξεχνούσε ότι ήταν εχθροί. Τον τρόπο που τον αντιμετώπιζε σαν ίσο της. Τον τρόπο που χειριζόταν εύστροφα τους μαθητές της και τους άντρες στη λέσχη του. Τον τρόπο που παραδινόταν στο φιλί του. Στο άγγιγμά του. Τον τρόπο που κρατούσε στην αγκαλιά της εκείνο το ηλίθιο γουρούνι λες και ήταν η καλύτερη παρέα που θα μπορούσε μια γυναίκα να ζητήσει. Τον τρόπο που μικρές πονηρές σκέψεις έμπαιναν σιγά σιγά στο πίσω μέρος του μυαλού του, βάζοντάς τον στον πειρασμό να αναρωτιέται αν ο ίδιος θα μπορούσε να είναι κάτι καλύτερο από εκείνο το αναθεματισμένο γουρούνι. Κατέβασε μονοκοπανιά το υπόλοιπο ουίσκι του και πήγε να βάλει κι άλλο. Χριστέ μου. Συνέκρινε τον εαυτό του και με ένα γουρούνι τώρα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Λοιπόν, άξιζε η γυναίκα την εκδίκησή του; Ο Τεμπλ δεν ήξερε πια. Όμως όταν σκεφτόταν το παρελθόν του – τη ζωή που θα μπορούσε να είχε, την ικανοποίηση που αποκόμιζε από τον τίτλο ευγενείας του, από τον ρόλο του, από τις δυνατότητές του… δεν μπορούσε να εμποδίσει τον θυμό να απειλήσει να βγει. Αν δεν είχε υπάρξει εκείνη, θα ήταν πολύ λιγότερο θυμωμένος. Και πολύ λιγότερο πληγωμένος. Αυτό το κρεβάτι είχε στρωθεί χρόνια πριν. Ούτε κατά διάνοια να επιμείνει να ξαπλώσει πάνω του. Του είχε πει ψέματα. Ξανά και ξανά. Και όταν του είπε επιτέλους την αλήθεια, του είχε κλέψει και το τελευταίο ίχνος ελπίδας. Την τελευταία υπόσχεση για τη ζωή που λαχταρούσε στα πιο σκοτεινά σημεία της ψυχής του. Την όμορφη σύζυγο. Το γερό, ευτυχισμένο παιδί. Την οικογένεια. Το όνομα. Την κληρονομιά. Την είχε κλέψει εκείνη, λες και δεν ήταν ποτέ δική του ευθύς εξαρχής. Φούσκωσε μέσα του ο θυμός, ζωηρός και καλοδεχούμενος, και ο Τεμπλ κοίταξε τον Ντάνκαν Γουέστ. «Το αξίζει». Ο Γουέστ επέστρεψε στο τραπέζι του μπιλιάρδου και έριξε τη βολή του. Έβαλε την μπάλα στην τρύπα. Ίσιωσε την πλάτη του και σήκωσε το ποτήρι του, κάνοντας πρόποση στον Τεμπλ. «Αν είναι αλήθεια αυτό, μετά χαράς θα σε συνδράμω», είπε. «Θα σε δω στον χορό του Λίτον». Ήπιε μια μεγάλη γουλιά κι ύστερα τίναξε τη στέκα προς τον Τεμπλ και κίνησε για την πόρτα. Με το που έφτασε εκεί, γύρισε και κοίταξε πίσω του. «Και ο Τσέις;» Ο Τεμπλ δεν είχε μιλήσει στον συνεταίρο του από τον καβγά τους και μετά, μερικές νύχτες νωρίτερα. «Τι ο Τσέις;» «Πού είναι απόψε;» «Έχει δουλειές», είπε ο Μπορν, με την απάντηση να μην αφήνει κανένα περιθώριο για περαιτέρω συζήτηση. Ο Γουέστ προσποιήθηκε ότι δεν πρόσεξε τον εκνευρισμό στη φωνή του Μπορν. «Σίγουρα. Αλλά πότε θα συνειδητοποιήσει ότι είμαι αρκετά φίλος ώστε να κρατάω τα μυστικά του;» Ο Κρος ύψωσε το ένα του φρύδι. «Όταν ο βιοπορισμός σου θα πάψει να εξαρτάται από το αν θα τα πεις». Ο Γουέστ χαμογέλασε πλατιά και αποτέλειωσε το ουίσκι του πριν πάει στην πόρτα. «Σωστό. Έχω όρεξη για εικοσιένα». Έγνεψε τον Τεμπλ. «Αύριο;» Ο Τεμπλ έκλινε το κεφάλι του προς τη μεριά του Γουέστ. «Αύριο». «Και οι ερωτήσεις μου θα απαντηθούν;» «Κι αυτό, και άλλα», υποσχέθηκε ο Τεμπλ.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Γουέστ κατένευσε και εξαφανίστηκε μέσα σε δευτερόλεπτα, γιατί τα τραπέζια στο καζίνο ασκούσαν μια ακαταμάχητη έλξη. Το γεγονός ότι ο Γουέστ συμφώνησε έπρεπε να είχε εντείνει την έξαψη του Τεμπλ. Έπρεπε να τον είχε κάνει να νιώσει δικαιωμένος. Αντί γι’ αυτό, η όλη υπόθεση του άφησε έναν κόμπο από κάτι καθόλου μα καθόλου ευχάριστο στα σωθικά. Κάτι που ο Τεμπλ ούτε ήθελε ούτε μπορούσε να προσδιορίσει. Γύρισε και κοίταξε τους φίλους του· και οι δυο τους τον παρατηρούσαν προσεκτικά. «Άπαξ και ο Γουέστ αποκαλύψει την ταυτότητά της, η υπόληψή της καταστράφηκε. Και θα βάλει και το ορφανοτροφείο σε κίνδυνο», τόνισε ο Μπορν. «Σε κανέναν δεν αρέσει η ιδέα να διοικείται ένα ορφανοτροφείο από μια επαίσχυντη γυναίκα», εξήγησε ο Κρος, λες και ο Τεμπλ δεν καταλάβαινε. Καταλάβαινε. Και δεν του άρεσε η δυσάρεστη αίσθηση που τον κυρίευσε με το που άκουσε αυτά τα λόγια. Με τον υπαινιγμό ότι το σχέδιό του θα έθετε σε κίνδυνο ένα σπίτι γεμάτο με αθώα παιδιά. Με τον τρόπο που ο Μπορν αποδόμησε τη Μάρα ως επαίσχυντη με τόση ευκολία. Δεν του άρεσε το ποιο απ’ αυτά τα πράγματα τον ενόχλησε περισσότερο. «Αν ο Γουέστ αποκτήσει πρόσβαση στα αρχεία του ορφανοτροφείου, θα ανακαλύψει μέσα σε λίγα λεπτά ποια είναι αυτά τα αγόρια», είπε ο Μπορν. «Και θα κυνηγήσει τους πατεράδες τους». «Η κοπέλα δεν θα μπορέσει να το ξεπεράσει αυτό. Δεν θα είναι ποτέ ξανά σε θέση να δείξει το πρόσωπό της στο Λονδίνο», πρόσθεσε ο Κρος. «Αν δεν την τσαλαπατήσουν οι άντρες που έστειλαν εκεί πέρα τα αγόρια τους, θα την καταστρέψουν οι γυναίκες της καλής κοινωνίας. Κι εκείνη θα ρίξει το φταίξιμο σε σένα. Είσαι προετοιμασμένος γι’ αυτό; Να τη χάσεις; Εντελώς;» Ο Τεμπλ κοίταξε τον Μπορν με τα μάτια μισόκλειστα. «Γιατί να με νοιάζει αν θα τη χάσω; Καλά ξεκουμπίδια». Το ψέμα τον ενόχλησε, παρόλο που αρνήθηκε να το αναγνωρίσει ως τέτοιο. Οι φίλοι ήταν αρκετά έξυπνοι ώστε να μην πιέσουν το θέμα. «Ο Γουέστ είναι φίλος», πρόσθεσε ο Κρος. «Αλλά είναι και δημοσιογράφος. Και καλός μάλιστα». «Το αντιλαμβάνομαι αυτό», είπε ο Τεμπλ. Δεν ήταν τέρας. Με το που θα καταστρεφόταν εκείνη, αυτός θα προστάτευε τα αγόρια. Θα τους έχτιζε ένα παλάτι έξω από την πόλη. Θα γέμιζε το αναθεματισμένο κτίριο με γλυκά και κυνηγόσκυλα. Και γουρούνια. Την έφερε στον νου του, να κρατάει στην αγκαλιά της εκείνο το αναθεματισμένο γουρούνι, με ένα χαμόγελο στα όμορφα χείλη της, και ένιωσε μια σουβλιά από κάτι που έμοιαζε με τύψεις. Να πάρει ο διάολος.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Λύγισε το τραυματισμένο χέρι του, μισώντας τη δυσκαμψία του. «Θα κρατήσω τον Γουέστ μακριά από το ορφανοτροφείο», ορκίστηκε. «Είναι καλός άνθρωπος. Δεν θα κάνει τίποτα που θα βλάψει δυο ντουζίνες παιδιά». Το βλέμμα του Κρος έπεσε στο χέρι του φίλου του, που εξακολουθούσε να το ανοιγοκλείνει με προσεκτικό ρυθμό. «Πώς το νιώθεις;» «Δεν βλέπεις την ώρα να με ξαναπάς στο ριγκ, ε;» αστειεύτηκε ο Τεμπλ, μη νιώθοντας και πολλή διάθεση γι’ αστεία. Ο Κρος δεν χαμογέλασε. «Δεν βλέπω την ώρα να σε ξαναδώ όπως ήσουν. Τελεία». Ο Τεμπλ κοίταξε το μπράτσο της σακατεμένης πλευράς του, το γύρισε απ’ την άλλη και το επιθεώρησε. Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να τους πει τι υποπτευόταν κατά τις σκοτεινές ώρες της νύχτας, όταν το χέρι του τιναζόταν, τον έτσουζε και τον έκαιγε. Τι θα έλεγαν αν τους αποκάλυπτε ότι δεν είχε αίσθηση ενός μέρους του μπράτσου του; Τι θα ήταν γι’ αυτούς αν έπαυε πια να είναι ο ακατανίκητος Τεμπλ; Τι θα ήταν κι ο ίδιος για τον εαυτό του; Δεν ήταν πια ο φίλος που έκαναν, ο άνθρωπος με τον οποίο είχαν ανοίξει δουλειές μαζί. Δεν ήταν πια ο θρυλικός πυγμάχος της Βρετανίας. Δεν ήταν πια ο άνθρωπος που περνούσε τις μέρες του στο Μέιφερ και τις νύχτες του στο Τεμπλ Μπαρ. Ήταν κάποιος άλλος. Μια διαστρέβλωση της ταυτότητας, γεννημένος αριστοκράτης και μεγαλωμένος στους δρόμους. Ο δούκας του Λαμόντ, που είχε να δει τη γη του και την οικογένειά του εδώ και δώδεκα ατέλειωτα χρόνια. Όχι πια ο Φονιάς Δούκας. Φυσικά ποτέ δεν υπήρξε αυτό. Μια εικόνα άστραψε, η Μάρα στο ριγκ, να στέκει περήφανη και ακλόνητη. Πιο δυνατή από οποιονδήποτε από τους προηγούμενους αντιπάλους του. Πιο μανιασμένη. Πολύ πιο ακαταμάχητη. Τι θα ήταν γι’ αυτήν; Πέρασε το καλό του χέρι πάνω από το πρόσωπό του. Τι του είχε κάνει αυτή η γυναίκα; Τι είχε κάνει ο ίδιος στον εαυτό του; «Δεν είναι ανάγκη να γίνει αυτό, ξέρεις», του είπε ήρεμα ο Μπορν. Ο Τεμπλ κοίταξε προς τη μεριά του φίλου του. «Την υπερασπίζεσαι τώρα; Να σου φέρω έναν καθρέφτη για να σου θυμίσω τη μελανιά γύρω απ’ το μάτι σου;» Ο Μπορν μειδίασε. «Δεν είναι η πρώτη που μου κατάφερε ένα τέτοιο χτύπημα. Και δεν θα είναι η τελευταία». Εδώ που τα λέμε, αλήθεια ήταν ετούτο. «Το μόνο που λέω είναι ότι μπορείς να το προλάβεις αυτό. Μπορείς να το αλλάξεις». «Τι σε έκανε να είσαι έτσι επιεικής;» Ο μαρκήσιος ανασήκωσε τους ώμους. «Νοιάζεσαι για το κορίτσι, προφανώς, αλλιώς δεν θα σε επηρέαζε τόσο πολύ. Ξέρω πώς είναι. Και ξέρω τι σημαίνει να παρατήσεις την ιδέα της εκδίκησης γι’ αυτό».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Για μια στιγμή, ο Τεμπλ καλλιέργησε αυτή την ιδέα. Φαντάστηκε πώς θα ήταν αν μπορούσε να το αλλάξει. Φαντάστηκε τι ζωή θα έφτιαχνε αν του δινόταν η ευκαιρία. Φαντάστηκε ένα μικρό τσούρμο από σκουρομάλληδες γιους και κόρες με καστανοκόκκινα μαλλιά, με το καθένα απ’ αυτά τα παιδάκια να έχει παράξενα, υπέροχα μάτια και ατσαλένια θέληση. Φαντάστηκε τη μητέρα τους να οδηγεί το τσούρμο. Αλλά η φαντασία ήταν απλώς φαντασία. Η πραγματικότητα ήταν ένα εντελώς διαφορετικό πράγμα. Ο δούκας και η δούκισσα του Λίτον διοργάνωναν τον ετήσιο χριστουγεννιάτικο χορό μεταμφιεσμένων κάθε Δεκέμβριο από τον πρώτο χρόνο που είχαν παντρευτεί, και το πάρτι είχε γίνει τόσο θρυλικό, που το μεγαλύτερο μέρος του Λονδίνου φρόντιζε απαραιτήτως να επιστρέφει στην πόλη για να παραστεί, παρά τον παγωμένο, καταθλιπτικό καιρό του Δεκεμβρίου. Σύμφωνα με τη Λίντια (η οποία ήταν πολύ πιο κουτσομπόλα απ’ όσο είχε ποτέ καταλάβει η Μάρα), η δούκισσα του Λίτον περηφανευόταν ότι φούσκωνε τις λίστες των καλεσμένων με εντυπωσιακές, αν και όχι αριστοκρατικές, προσωπικότητες του Λονδίνου. Η φράση που χρησιμοποίησε η Λίντια εκείνη τη στιγμή ήταν «ο καθένας που είναι κάποιος», πάνω στην έξαψη που ακολούθησε μετά την αποδοχή της πρόσκλησης του Τεμπλ από τη Μάρα –αν μπορούσες να αποκαλέσεις πρόσκληση μια σκέτη γραμμή με μαύρα ορνιθοσκαλίσματα που ανακοίνωναν την ώρα και το φόρεμα που θα προτιμούσε εκείνος να τη δει να φοράει– και η Μάρα υπέθεσε πως δεν ήταν σύμπτωση που σε αυτό το κοσμικό γεγονός θα έβγαζε τη μάσκα της μπροστά στο Λονδίνο. Και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μόνο που χθες, πριν πάνε όλα στραβά, θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικά. Χθες, πριν του υπενθυμίσει το παρελθόν τους –τους δεκάδες τρόπους με τους οποίους ήταν εχθροί– μπορεί να είχαν γίνει φίλοι. Κι εκείνος μπορεί να είχε αναθεωρήσει αυτή τη στιγμή. Όνειρο. Της ξέφυγε ένα μικρό γελάκι σ’ αυτή τη σκέψη. Ήταν ένα όνειρο. Γιατί δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να σβήσει το παρελθόν τους. Που θα μπορούσε να σβήσει αυτό που είχε κάνει εκείνη. Καμία συγχώρεση που θα μπορούσε να αλλάξει την κατάληξη αυτού του σεναρίου. Τον τρόπο με τον οποίο θα τέλειωνε εκείνη η νύχτα. Με την καταστροφή της. Απολύτως ειλικρινά, η Μάρα μάλλον χαιρόταν που εκείνο το βράδυ θα ερχόταν επιτέλους. Άπαξ και θα συνέβαινε η καταστροφή της, θα είχε το δίχως άλλο μια ευκαιρία να ξαναγυρίσει στην κανονική ζωή της και να την ξεχάσει η υπόλοιπη Βρετανία.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Να την ξεχάσει εκείνος. Αυτό θα ήταν το καλύτερο. Ευεργεσία, ίσως. Τουλάχιστον, αυτό είπε η ίδια στον εαυτό της. Το είχε πει στον εαυτό της αυτό την ώρα που παρέδιδε το ορφανοτροφείο στη Λίντια εκείνη τη μέρα, εξηγώντας της λεπτομερώς τα πώς και τα τι του μέρους – υποδεικνύοντας τις ιστορίες όλων των αγοριών, τα αρχεία όπου κρατούσε την πρόοδό τους και τα απομεινάρια του παρελθόντος τους. Τα αποδεικτικά της γέννησής τους. Το είχε πει στον εαυτό της καθώς διαβεβαίωνε τη Λίντια για τα χρήματα που είχε κερδίσει από τον Τεμπλ, παρόλο που πονούσε στην ιδέα να αποκαλεί τα χρέη οφειλές. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τα αγόρια χρειάζονταν κάρβουνα και η Λίντια χρειαζόταν κεφάλαια, αφού το ορφανοτροφείο θα περνούσε στα χέρια της για να το λειτουργήσει. Το είχε πει στον εαυτό της αυτό την ώρα που ετοίμαζε τη μικρή ταξιδιωτική βαλίτσα της και έχωσε εκεί μέσα χρήματα αρκετά για να της φτάσουν να πάει μέχρι το Γιορκσάιρ, στο μέρος όπου είχε καταλήξει όταν το έσκασε δώδεκα χρόνια νωρίτερα. Στο μέρος όπου είχε φτιάξει από την αρχή τον εαυτό της. Εκεί όπου είχε γίνει Μάργκαρετ Μακ Ιντάιρ. Το είχε πει στον εαυτό της αυτό όταν το φόρεμα κατέφθασε μέσα σε ένα πανέμορφο άσπρο κουτί, με ένα ανάγλυφο χρυσό Ε και μια εξεζητημένη χρυσαφένια μάσκα με λεπτοδουλεμένο φιλιγκράν, που έπρεπε να καταβάλει μεγάλο κόπο για να μην την αγγίξει. Υπήρχαν επίσης και εσώρουχα –μεταξωτά και σατέν και δαντελωτά–, μακριές κάλτσες και τέλεια κεντημένα πουκαμισάκια που ήταν ταυτόχρονα και άκρως εντυπωσιακά αλλά και εντελώς περιττά. Είχαν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που είχε να φορέσει τέτοια απαλότητα πάνω στο δέρμα της, και απόλαυσε την αίσθηση που άφηναν τα υφάσματα πάνω της την ίδια στιγμή που ο σκοπός τους αντηχούσε μέσα στις σκέψεις της. Αυτά ήταν εσώρουχα προορισμένα να τα δει κάποιος. Να τα δουν άντρες. Ο Τεμπλ. Και ο μανδύας – ένα συγκλονιστικό πράσινο κεντημένο με χρυσά νήματα για να ταιριάζει με το υπόλοιπο σύνολο, επενδυμένο με ερμίνα, που κόστιζε περισσότερο απ’ όσο θα κόστιζαν οι λογαριασμοί του ορφανοτροφείου για έναν χρόνο. Η Μάρα αποσβολώθηκε που το βρήκε μες στο κουτί, γιατί δεν είχε γίνει αναφορά σ’ αυτό όταν είχε πάει στης μαντάμ Εμπέρ για εκείνη την απίστευτα εξευτελιστική πρόβα. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν καθώς θυμήθηκε τα μάτια του πάνω της σ’ εκείνο το αμυδρά φωτισμένο δωμάτιο. Κι όταν αυτή η θύμηση έδωσε τη θέση της σ’ εκείνη την άλλη, αργότερα την ίδια νύχτα, με τα χείλη του πάνω στα δικά της, τα μάγουλά της πήραν φωτιά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και είπε στον εαυτό της ότι χαιρόταν που θα έβλεπε τον εκτελεστή της, την ώρα που στεκόταν στο φουαγέ του Οίκου Αρρένων Μακ Ιντάιρ και τον περίμενε, με τη Λίντια κουρνιασμένη στα σκαλιά που οδηγούσαν στον πάνω όροφο, με τη βαλίτσα της Μάρα στα πόδια της και τη Λεβάντα στην αγκαλιά της. Τώρα, καθώς στεκόταν στο φουαγέ τούτου του μέρους που η ίδια είχε φτιάξει με μόχθο, με δάκρυα και θέρμη, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν πια η Μάργκαρετ Μακ Ιντάιρ και δεν ήταν πια και η Μάρα Λόου. Δεν ήταν πια διευθύντρια σχολείου, δεν ήταν πια αδερφή, δεν ήταν πια επιστάτρια, δεν ήταν πια φίλη. Ήταν κενή ξανά. Η καρδιά της σφίχτηκε. Και με κάποιο τρόπο, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχε σημασία εκτός από μία, σαρωτική αλήθεια: δεν ήταν τίποτα ούτε για τον Τεμπλ. Στράφηκε προς τη Λίντια. «Αν έρθει ο αδερφός μου, θα του πεις ότι έφυγα; Θα του δώσεις το γράμμα μου;» Το μήνυμα του Κιτ ήταν εκεί και την περίμενε όταν επέστρεψε από τον «Άγγελο», και απαιτούσε χρήματα για να φύγει απ’ τη χώρα. Της υποσχόταν ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα της ζητούσε. Η Μάρα του είχε γράψει ένα γράμμα όπου του διατύπωνε την πραγματικότητα – ότι δεν είχε χρήματα να διαθέσει και ότι και οι δυο τους βρίσκονταν σε μια θέση όπου ήταν αναγκασμένοι να τραπούν σε φυγή. Τον ευχαριστούσε για τα χρόνια που είχε προφυλάξει τα μυστικά της από τον κόσμο και του έλεγε αντίο. Η Λίντια σούφρωσε τα χείλη της. «Θα το δώσω, αν και δεν μου αρέσει. Τι γίνεται αν έρθει στο κατόπι σου;» «Αν έρθει, ας είναι. Προτιμώ να έρθει εκείνος στο κατόπι μου, παρά εσύ. Παρά αυτό το μέρος», είπε η Μάρα, προσθέτοντας σιγανά: «Παρά ο Τεμπλ». Τα λόγια έφεραν τον απόηχο εκείνης της νύχτας, με το μαχαίρι καρφωμένο στο στήθος του Τεμπλ και τον Κιτ να χάνεται, να εξαφανίζεται μες στο πλήθος ενώ η Μάρα είχε κυριευτεί από πανικό. Αυτή ήταν η λύση. Έτσι θα τέλειωνε το πράγμα. Και θα απάλλασσε τον Τεμπλ. Ο Κιτ δεν θα τον ενοχλούσε ποτέ ξανά. Και μετά την αποψινή νύχτα, ούτε κι εκείνη. Αναστέναξε, θέλοντας απεγνωσμένα να αντισταθεί στα συναισθήματα που ανάβλυζαν όλο και πιο αβίαστα καθώς σκεφτόταν τον Τεμπλ. «Και όλα τα υπόλοιπα…» Η Λίντια έγνεψε καταφατικά και απίθωσε κάτω τη Λεβάντα, πήγε στη Μάρα και πήρε τα χέρια της μες στα δικά της. «Και όλα τα υπόλοιπα». Απέμειναν να στέκονται έτσι για μια παρατεταμένη στιγμή. Φίλες. «Δεν είναι ανάγκη να το κάνεις αυτό, ξέρεις. Θα μπορούσαμε να το παλέψουμε». Δάκρυα απείλησαν να κυλήσουν, αλλά η Μάρα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της και τα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κατέπνιξε. «Όμως θα φύγω. Για σένα. Για τα αγόρια». Ίσιωσε με τα χέρια της το απαλό μετάξι του φουστανιού της, πιέζοντας τον εαυτό της να θυμηθεί ότι απόψε εκείνος θα πραγματοποιούσε την υπόσχεσή του. Και θα πραγματοποιούσε κι εκείνη τη δική της. Τελειωτικά. Απόψε, θα ερχόταν το τέλος. Η Λίντια ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να μη διαφωνήσει. «Υπέροχο φόρεμα». «Με κάνει να φαίνομαι λες κι είμαι για πούλημα», είπε η Μάρα. «Όχι δα». Η Λίντια είχε δίκιο. Ναι, το μπούστο ήταν χαμηλό, ωστόσο η μαντάμ Εμπέρ με κάποιο τρόπο είχε μεν ενδώσει στην απαίτηση του Τεμπλ αλλά χωρίς να κάνει τη Μάρα να δείχνει άσεμνη. Η Μάρα, όμως, δεν ήθελε να παραδεχτεί το γεγονός ότι το φόρεμα ήταν συγκλονιστικό. «Σε κάνει να φαίνεσαι σαν πριγκίπισσα». Τύλιξε τον μανδύα γύρω της. Ήταν δική της σειρά να πει: «Όχι δα». Η Λίντια χαμογέλασε πλατιά. «Ε τότε σαν δούκισσα». Η Μάρα τη λοξοκοίταξε αλλά εκείνη συνέχισε να μιλάει, σηκώνοντας τη Λεβάντα στην αγκαλιά της από εκεί όπου το γουρουνάκι χόρευε ανάμεσα στα πόδια τους. «Έλα, Θεέ μου! Φαντάσου αυτό: εσύ, παντρεμένη με τον πατέρα του». «Θα προτιμούσα να μην το φανταστώ», είπε η Μάρα. «Η μητριά του ανθρώπου». Η Μάρα έκλεισε τα μάτια της. «Μην το λες». «Φαντάσου αυτή τη ζωή – γεμάτη με λάγνες σκέψεις για τον προγονό σου». «Λίντια!» διαμαρτυρήθηκε η Μάρα, ευγνώμων για τον περισπασμό. «Α, τρίχες. Ο άνθρωπος είναι μεγαλύτερος από σένα». «Αυτό δεν σημαίνει…» Η Λίντια κούνησε το ένα της χέρι. «Φυσικά και σημαίνει. Κοίταξέ τον. Είναι πελώριος. Και ωραίος σαν αμαρτία. Μου λες ειλικρινά ότι δεν έκανες ούτε μία λάγνα σκέψη;» «Ναι». «Ψεύτρα». Φυσικά και ήταν ψεύτρα. Έκανε περισσότερα από λάγνες σκέψεις γι’ αυτόν. Έκανε λάγνες πράξεις μαζί του. Και χειρότερα. Τον αγαπούσε, με κάποιο τρόπο. Τι άτυχη τροπή που πήραν τα πράγματα… Και τότε το αντικείμενο των σκέψεών της έκανε την εμφάνισή του, γλιτώνοντάς την από το να αναγκαστεί να σκεφτεί και πολύ αυτό το τελευταίο. Η καρδιά της πήδηξε στον λαιμό της και τον παρατήρησε, με το μαύρο του παντελόνι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


και το γιλέκο και το παλτό, που του πήγαιναν τέλεια παρά την ύπαρξη του επιδέσμου του – κι αυτός μαύρος. Θεέ και Κύριε, οι ώμοι του ήταν φαρδιοί. Το μαύρο έσπαγε μόνο από το απόλυτα λευκό πουκάμισό του και τη γραβάτα, κολλαρισμένη και δεμένη λες κι όλα αυτά τα έκανε ένας από τους καλύτερους προσωπικούς επιμελητές ρούχων του Λονδίνου. Δεν μπορούσε να τον φανταστεί να έχει επιμελητή ρούχων. Δεν έδειχνε το είδος του άντρα που θα χρειαζόταν ποτέ τη βοήθεια κάποιου άλλου, πόσο μάλλον για κάτι τόσο ασήμαντο όσο μια τέλεια δεμένη γραβάτα. Πάντως ήταν δεμένη τέλεια, όπως και να είχε. «Εξοχότατε», είπε η Λίντια με ένα πελώριο χαμόγελο. «Τώρα δα είχαμε την κουβέντα σου». Εκείνος έγειρε το κεφάλι του. «Αλήθεια; Και τι λέγατε;» Έσκυψε πάνω από το χέρι της Λίντια, παραβλέποντας τη λάμψη στα μάτια της καθώς η Μάρα την αγριοκοίταξε πάνω από τη φαρδιά επιφάνεια της πλάτης του, θέλοντας με τη σκέψη της να την κάνει να μην πει τίποτε άλλο. «Συζητούσαμε για το πώς τα φέρνει η μοίρα». Εκείνος χάιδεψε τη μουσούδα της Λεβάντας, και η γουρουνίτσα αποδείχτηκε προδότρα, καθώς αφέθηκε στο άγγιγμα ρουθουνίζοντας. Ύστερα ο Τεμπλ έστρεψε την προσοχή του στη Μάρα. «Πώς τα φέρνει, αλήθεια». Το βλέμμα του τη χτένισε, αφήνοντάς την πότε να καίγεται και πότε να παγώνει με το χάδι των ματιών του. Εκείνη, γεμάτη νευρικότητα, έδεσε την κόπιτσα της ερμίνας στον λαιμό της, νιώθοντας λες κι εκείνος μπορούσε να δει και μέσα από το ύφασμα. Τα μάτια του καρφώθηκαν στο χέρι της και κόμπιασε για μια παρατεταμένη στιγμή πριν πει: «Είσαι έτοιμη;» «Όσο έτοιμη θα μπορούσα να είμαι ποτέ», είπε εκείνη σιγανά, μα εκείνος κατευθυνόταν ήδη προς την πόρτα, χωρίς αμφιβολία μη βλέποντας την ώρα να βάλει μπροστά το σχέδιο της καταστροφής της. Το δίχως άλλο, είχε μπουχτίσει μαζί της. Αναμφίβολα είχε βαρεθεί να ζει τη ζωή του χωρίς όλα εκείνα τα προνόμια μες στα οποία είχε γεννηθεί. Η Μάρα τον ακολούθησε, ξέροντας ότι με κάθε βήμα που θα έκανε απόψε, η ζωή της θα άλλαζε. Απόψε, δεν θα μπορούσε άλλο πια να ξεφεύγει από το παρελθόν της. Θα αναγκαζόταν να το αποδεχτεί ως δικό της. Και μαζί μ’ αυτό, πιθανότατα θα έχανε όλα αυτά για τα οποία είχε μοχθήσει. Εξαιτίας του. Στην πόρτα, η Λίντια τη σταμάτησε και την πήρε στην αγκαλιά της. «Κουράγιο», της ψιθύρισε στο αφτί. Η Μάρα κατένευσε με κόπο απ’ τον κόμπο στον λαιμό της και σήκωσε τη Λεβάντα στα χέρια της για μια μεγάλη αγκαλιά κι ένα φιλί στο κεφαλάκι της πριν αφήσει το γουρούνι στην καινούρια ιδιοκτήτρια του Οίκου Αρρένων Μακ Ιντάιρ.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η άμαξα ήταν σιωπηλή σαν τάφος, και η Μάρα προσπάθησε να μη δώσει σημασία στον Τεμπλ. Προσπάθησε να μη δώσει σημασία στον τρόπο που το στήθος του ανεβοκατέβαινε κάτω από το κολλαριστό λινό πουκάμισό του και το απαλό μαλλί του σακακιού του. Στον τρόπο που ανέπνεε, σιγανά και αργά. Στον τρόπο που οι δυνατοί μηροί του χτυπούσαν μεταξύ τους καθώς η άμαξα τρανταζόταν πάνω στο λιθόστρωτο των δρόμων. Στη μυρωδιά του – γαρίφαλο, θυμάρι, Τεμπλ. Προσπάθησε να μην του δώσει σημασία, ώσπου εκείνος έσκυψε προς τα εμπρός μες στο σκοτάδι, περνώντας τη νοητή γραμμή που χώριζε την άμαξα σε δική του πλευρά και δική της, και είπε τραχιά: «Σου έφερα ένα δώρο». Θα ήταν αγενές να μη δώσεις σημασία σε έναν άνθρωπο που σου φέρνει ένα δώρο τέλος πάντων. Και για την ακρίβεια, εκείνος υπογράμμισε τα λόγια του τείνοντας προς το μέρος της ένα μακρύ, λεπτό κουτί. Η Μάρα το αναγνώρισε κατευθείαν, το άσπρο με το χρυσό ανάγλυφο γράμμα, το σήμα κατατεθέν της μαντάμ Εμπέρ, και κούνησε το κεφάλι της σαστισμένη καθώς έπαιρνε το κουτί. «Φοράω όλα όσα πρόσταξες. Και παραπάνω». Τα λόγια βγήκαν από το στόμα της πριν προλάβει να τα συγκρατήσει – πριν προλάβει να κρατηθεί και να μην υπενθυμίσει και στους δυο τους ότι φορούσε ρούχα που της είχε πάρει εκείνος. Ρούχα που είχε διαλέξει εκείνος, ενώ αυτή στεκόταν μισόγυμνη μπροστά του σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ο Τεμπλ θα μπορούσε να είχε εκμεταλλευτεί τη στιγμή για να την πιέσει στο ζήτημα αυτό. Να την αναγκάσει να παραδεχτεί ότι κάθε ίνα αυτών των ρούχων ήταν πρώτα δική του και μετά δική της. Όμως δεν το έκανε. Αντίθετα, έγειρε στο κάθισμά του και είπε: «Όχι όλα». Η Μάρα άνοιξε το κουτί, παραμερίζοντας ένα πολύ λεπτό χαρτί περιτυλίγματος, για να δει ένα ζευγάρι από υπέροχα σατέν γάντια που ταίριαζαν τέλεια με το φόρεμά της, με τέλεια κεντήματα και δεκάδες μικρά κουμπιά σ’ όλο το μήκος του εσωτερικού τους. Τα έβγαλε από το κουτί τους με απαλές κινήσεις, λες και μπορεί να διαλύονταν στα χέρια της. «Δεν φοράς ποτέ γάντια», είπε ο Τεμπλ. «Σκέφτηκα ότι μπορεί να χρειάζεσαι ένα ζευγάρι». Αυτά ωστόσο δεν ήταν καθημερινά γάντια, αυτά ήταν γάντια για μια νύχτα, για ένα σύνολο ρούχων. Για έναν άντρα. Φόρεσε το ένα γάντι, αλλά τότε συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να το κουμπώσει με το ένα χέρι. Αλλά πριν προλάβει να πει τίποτα, εκείνος είχε σκύψει ξανά προς τα εμπρός, βγάζοντας ένα άγκιστρο για κουμπιά από την τσέπη του παλτού του, λες και ήταν το πιο συνηθισμένο πράγμα στον κόσμο για έναν άντρα να το κουβαλάει μαζί του. Τη στρίμωξε μέσα στον στενό, σκοτεινό χώρο, πιάνοντας το χέρι της. Είχε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ελευθερώσει το δικό του και ανασήκωσε το μανίκι του μανδύα της, χρησιμοποιώντας το τραυματισμένο χέρι του για να την κρατάει σταθερή καθώς καταπιάστηκε με το έργο να κουμπώσει την ατέλειωτη σειρά των μικρών πράσινων κουμπιών. Η Μάρα ήθελε να τον μισήσει που έλεγχε ακόμη και αυτό, ακόμη και τα γάντια της. Αλλά αντίθετα, τον αγάπησε περισσότερο, με την καρδιά της βαριά στο στήθος της, ξέροντας ότι αυτή ήταν η τελευταία τους νύχτα. Ίσως η τελευταία φορά που θα βρίσκονταν ξανά μόνοι οι δυο τους. «Ευχαριστώ», του είπε απαλά, μην όντας σίγουρη τι άλλο να κάνει καθώς κάθισε, με το ελεύθερο χέρι της να πασπατεύει το χαρτί περιτυλίγματος που είχε το κουτί. Εκείνος ήταν αμίλητος, προσηλωμένος στο έργο του, και η Μάρα κάρφωσε το βλέμμα της στην κορυφή των σκούρων μαλλιών του, ανήμπορη να πάρει μια βαθιά ανάσα γιατί εκείνος ήταν πολύ κοντά της, κι ευχήθηκε να μην ήταν όντως τόσο κοντά στα χέρια της που ήταν γεμάτα σημάδια και ατέλειες. Ευγνώμων για το γεγονός ότι είχε σκεπάσει τα χρόνια της ιστορίας που ήταν γραμμένα στην παλάμη της πριν απλώσει το χέρι της προς το μέρος του. Και απόλυτα αναστατωμένη από το απαλό, επιδέξιο άγγιγμά του. Μπορούσε να νιώσει την απαλότητα της ανάσας του πάνω στην επιδερμίδα του καρπού της, καθώς εκείνος έκρυβε τη θέα προς το χέρι της, με το απαλό άγγιγμα των δαχτύλων του στην εσωτερική πλευρά του πήχη της να διώχνεται από την απαλότητα του μεταξιού. Όχι. Δεν διώχτηκε. Φυλακίστηκε. Γιατί αυτή την αίσθηση αποκόμιζε η Μάρα, λες και το γάντι προστάτευε το άγγιγμά του για να μη φύγει ποτέ. Ο Τεμπλ τέλειωσε το κούμπωμα του πρώτου γαντιού ύστερα από μια αιωνιότητα, και η Μάρα άφησε να της βγει εκείνη η παρατεταμένη ανάσα που δεν ήξερε ότι κρατούσε, συνειδητοποιώ​ντας ότι εκείνος είχε αδράξει το άλλο χέρι της μες στο δικό του χωρίς προειδοποίηση. Πήγε να το τραβήξει, αλλά η λαβή του ήταν ατσαλένια. «Σ’ ευχαριστώ, μπορώ να…» «Άσε με», είπε εκείνος, σηκώνοντας το δεύτερο γάντι από την αγκαλιά της. Όχι, ήθελε να του πει, μην το κοιτάς. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν, και η Μάρα ένιωθε ευγνωμοσύνη για το σκοτάδι μες στην άμαξα. Εκείνος το είδε έτσι κι αλλιώς. «Ντρέπεσαι για τα χέρια σου», είπε, με τον αντίχειρά του να τρίβει απαλά –σε σημείο τρέλας– την παλάμη της. Εκείνη πήγε να ξανατραβήξει το χέρι της. Του κάκου. «Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι, ξέρεις», είπε εκείνος, με εκείνο το αργό, κυκλικό χάδι να είναι ένα ατέλειωτο μαρτύριο. «Αυτά τα χέρια σε βοήθησαν να επιβιώσεις επί δώδεκα χρόνια. Μόχθησαν για σένα. Σου πρόσφεραν χρήματα, ένα καταφύγιο και

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ασφάλεια για πάνω από μια δεκαετία». Τα μάτια της πέταξαν στα δικά του, μαύρα κάρβουνα στο αμυδρό φως. «Τα χέρια των γυναικών δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν τον μόχθο τους». Εκείνος συνέχισε, με τη φωνή του λίγο πιο δυνατή από ψίθυρο. «Αλλά αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω, Μάρα, είναι γιατί το αξίωσες αυτό απ’ τα χέρια σου;» Φόβος. Μοίρα. Αφροσύνη. «Εύχομαι να μην είχαν υποστεί δοκιμασίες. Να ήταν απαλά. Όπως πρέπει να είναι τα χέρια των κυριών». Όπως εσύ χωρίς αμφιβολία θα τα προτιμούσες. Όχι. Δεν την ένοιαζε πως θα προτιμούσε εκείνος τα χέρια του. Ή τα δικά της. Ο Τεμπλ γλίστρησε το μεταξωτό γάντι στο χέρι της, βοηθώντας τα δάχτυλά της να μπουν στα ανοίγματα του υφάσματος, πιέζοντας τα δικά του δάχτυλα στις κοιλάδες ανάμεσα στα δικά της. Ποιος να το φανταζόταν ότι το δέρμα σ’ εκείνα τα σημεία θα ήταν τόσο ευαίσθητο; «Είναι τα χέρια σου», είπε ο Τεμπλ, σηκώνοντας το χέρι της, χαμηλώνοντας το κεφάλι του και ψιθυρίζοντας στη γυμνή παλάμη της. «Είναι τέλεια». «Μην το λες αυτό», ψιθύρισε εκείνη. Μην είσαι καλός μαζί μου. Μη με κάνεις να σ’ αγαπήσω περισσότερο απ’ όσο ήδη σε αγαπώ. Μη με πληγώσεις περισσότερο απ’ όσο ήδη σκοπεύεις. Ο Τεμπλ απίθωσε ένα φιλί στο μαλακό μαξιλαράκι του μυός στη βάση του αντίχειρά της, κι ύστερα κούμπωσε τα κουμπιά και προχώρησε προς τον καρπό της, όπου απίθωσε άλλο ένα απαλό φιλί και συνέχισε να κουμπώνει. Κι έτσι συνεχίστηκε το πράγμα, και συνεχίστηκε, και συνεχίστηκε, στο εσωτερικό μέρος του πήχη της με τρυφερά, απαλά φιλιά, που το καθένα έστελνε μια ριπή ζέστης μέσα της, και το καθένα κλειδώθηκε μες στο μετάξι. Από εκείνον. Το καθένα μια καταστροφή από μόνο του, καθώς την έκανε να θέλει να συρθεί στην αγκαλιά του και να κάνει το θέλημά του χωρίς δεύτερη συζήτηση. Όταν ο Τεμπλ έφτασε και στο τελευταίο κουμπί, αυτό που θα έκλεινε τον αγκώνα της, ξέμεινε στο γυμνό δέρμα εκεί, κολλώντας τα ζεστά χείλη του σ’ εκείνο το ευαίσθητο σημείο που η Μάρα δεν είχε φανταστεί ποτέ πριν, κι έμεινε εκεί καθώς εκείνη αγκομάχησε από την ευχαρίστηση που της προκαλούσε το φιλί του. Μισάνοιξε τα χείλη του. Τη χάιδεψε με τη γλώσσα του, κάνοντας έναν αργό, χαύνο κύκλο μεγαλειώδους κάψας. Δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και γλίστρησε το ελεύθερο χέρι της μες στα μαλλιά του, για να τον κρατήσει εκεί, σ’ εκείνο το απίστευτο, υπέροχο σημείο. Μίσησε το αναθεματισμένο το γάντι που την εμπόδιζε να τον αγγίξει. Το βλαστήμησε δυνατά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ένιωσε τα χείλη του να στρογγυλεύουν πάνω στο δέρμα της, και το χαμόγελο έδωσε γρήγορα τη θέση του σε ένα ανώδυνο, αβάσταχτο ξύσιμο με τα δόντια του, κι ύστερα εκείνος ολοκλήρωσε το μαρτύριο στο οποίο την υπέβαλλε, και στο τέλος και το έργο του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ό,τι και να της ζητούσε εκείνη θα του το έδινε. Θα του το έδινε με βαθιά, αμετάβλητη ευχαρίστηση. Κι αυτό ήταν που καθιστούσε αυτόν τον άντρα πιο επικίνδυνο απ’ όσο πίστευε ο οποιοσδήποτε στο Λονδίνο. Μπορούσε να ασκεί έλεγχο πάνω της με ένα του άγγιγμα, και ο έλεγχός του αυτός ήταν πιο σοβαρός, πιο επικίνδυνος από εκείνον που είχε ασκήσει πάνω της οποιοσδήποτε άλλος άντρας πριν. Κι αυτό ήταν τρομακτικό. «Τεμπλ», του ψιθύρισε μες στο σκοτάδι. «Εεε…» Η φωνή της έσβησε, λαχταρώντας να πει ένα εκατομμύριο πράγματα. Λυπάμαι. Εύχομαι να ήταν όλα αλλιώς. Μακάρι να μπορούσα να γίνω η τέλεια γυναίκα που θέλεις. Αυτή που θα σβήσει το παρελθόν. Σ’ αγαπώ. Εκείνος δεν της έδωσε την ευκαιρία να πει τίποτε απ’ αυτά. «Ήρθε η ώρα να βάλεις τη μάσκα σου». Έγειρε την πλάτη του στο κάθισμα της άμαξας, δείχνοντας εντελώς ασυγκίνητος από την όλη εμπειρία. «Φτάσαμε».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 16 Η υπόθεση με τα γάντια ήταν λάθος. Ο Τεμπλ το συνειδητοποίησε αυτό ήδη από το πρώτο δευτερόλεπτο που είχε αρχίσει να της τα κουμπώνει, τα αναθεματισμένα. Όχι ότι δεν είχε φανταστεί να της τα κουμπώνει ήδη από το πρώτο δευτερόλεπτο που έφτασαν στο σπίτι του. Όχι ότι δεν είχε φανταστεί να ξεκουμπώνει οτιδήποτε άλλο, αφήνοντάς τη μονάχα με εκείνα τα μακριά, μεταξωτά γάντια. Μόνο που η φαντασία ωχριούσε σε σύγκριση με την πραγματικότητα, τουλάχιστον σε ό,τι είχε να κάνει με τη Μάρα Λόου, κι εκείνος δεν είχε μπορέσει να συγκρατηθεί και να μην την αγγίξει. Να μην τη φιλήσει. Να μη γευτεί το δέρμα της. Να μην κάνει τον εαυτό του να αναστατωθεί απίστευτα και να μην ερεθιστεί ανυπόφορα στην πορεία. Σ’ όλη του τη ζωή, ποτέ δεν είχε νιώσει τόση έξαψη και τόση πρεμούρα να φτάσει κάπου. Μόνο που, καθώς κατέβαινε από την άμαξα και της άπλωνε το χέρι για να τη βοηθήσει να κατέβει κι εκείνη, με το μεταξωτό γάντι να γλιστράει μες στην παλάμη του, συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει ένα τεράστιο λάθος. Στο κάτω κάτω, θα ήταν αναγκασμένος να την αγγίζει όλη νύχτα, και κάθε χάδι του μεταξιού πάνω στο δέρμα του θα του έβαζε κι από μια φωτιά. Θα του υπενθύμιζε τι είχε αγγίξει. Τι δεν θα άγγιζε ποτέ ξανά. Τη συνόδευσε στα εξεζητημένα διακοσμημένα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην Οικία Λίτον και μπήκαν μέσα, όπου ο Τεμπλ παρακολούθησε έναν υπηρέτη να βγάζει γύρω απ’ τους ώμους της τον μανδύα με τη γούνινη επένδυση, αποκαλύπτοντας μια καταπληκτική έκταση από λεία, ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα. Μια υπερβολικά γυμνή έκταση. Σκατά. Ποτέ δεν έπρεπε να είχε πιέσει την Εμπέρ να φτιάξει το κόψιμο του φορέματος τόσο χαμηλά. Μα τι τον είχε πιάσει; Όλοι οι άντρες που θα ήταν εκεί θα την κοίταζαν. Πράγμα που ήταν και ο σκοπός του ευθύς εξαρχής. Έλα όμως που τώρα, καθώς η Μάρα φορούσε εκείνη την εκπληκτική χρυσαφένια μάσκα που το μόνο που κατάφερνε ήταν να τονίζει τα παράξενα, υπέροχα μάτια της, και τον κοιτούσε με ένα γαλήνιο χαμόγελο, αυτό το σχέδιο δεν του άρεσε καθόλου. Όμως ήταν πολύ αργά. Είχε παραδώσει την πρόσκλησή του και βρέθηκαν στην αίθουσα χορού μέσα σε λίγες στιγμές. Κομμάτι κι αυτοί του τεράστιου μπούγιου των γλεντοκόπων, που όλοι τους είχαν επιστρέψει στην πόλη ειδικά για να παραστούν σε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αυτό το γεγονός. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Τεμπλ είχε επιλέξει αυτό το βράδυ για να την ξεσκεπάσει. Και για τη δική του επιστροφή. Το χέρι του ακούμπησε στην καμπύλη της μέσης της και την καθοδήγησε ανάμεσα στις ορδές των ανθρώπων που συνωστίζονταν γύρω απ’ την πόρτα· αντιστάθηκε στην παρόρμηση να στραγγαλίσει τους άντρες εκεί γύρω, που τα περιπλανώμενα βλέμματά τους σκάλωναν στο μεγάλο φούσκωμα του στήθους της Μάρα. Έριξε μια λοξή ματιά στον κόρφο της, εξετάζοντας το τέλειο ροδαλό δέρμα εκεί και τις τρεις μικρές φακίδες που στέκονταν σκοποί ακριβώς πάνω από το τελείωμα του μεταξιού σε χρώμα πράσινο του νεφρίτη. Το στόμα του ξεράθηκε. Κι ύστερα υγράνθηκε. Ο Τεμπλ ξερόβηξε, κι εκείνη σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε, με τα μάτια της ορθάνοιχτα και ερωτηματικά πίσω από τη μάσκα. «Λοιπόν, Εξοχότατε; Με έχεις εδώ τώρα – τι σκοπεύεις να κάνεις μαζί μου;» Αυτό που ήθελε να κάνει μαζί της ήταν να την πάει στο σπίτι του, να την ξαπλώσει γυμνή στο κρεβάτι του και να αποκαταστήσει τις ελλείψεις που είχαν τα γεγονότα εκείνης της νύχτας, δώδεκα χρόνια πριν. Αλλά αυτή δεν ήταν η απάντηση που περίμενε η γυναίκα να ακούσει. Έτσι, αντί γι’ αυτό, πήρε το γαντοφορεμένο χέρι της στο δικό του και την οδήγησε μέσα στο πλήθος. «Σκοπεύω να χορέψω μαζί σου». Ούτε μισό δευτερόλεπτο δεν είχε κλείσει η γυναίκα μες στην αγκαλιά του όταν ο Τεμπλ συνειδητοποίησε ότι η ιδέα ήταν σχεδόν τόσο κακή όσο και να της χαρίσει γάντια. Τώρα που ήταν ζεστή και μοσχομύριζε απαλότητα και κίτρο, και ταίριαζε απόλυτα μέσα στο καλό του χέρι καθώς εκείνος άρχιζε να κάνει τα βήματα του χορού που δεν μπορούσε να θυμηθεί. Και εκεί, καθώς σκεφτόταν τα βήματα, δίστασε να συνεχίσει. Παγιδεύτηκε, αλλά η Μάρα παρατήρησε το μπέρδεμα στα βήματα, όπως είχε προσέξει και την άνεσή του πρωτύτερα. Τον κοίταξε, με τα μάτια της να λάμπουν μέσα από το χρυσαφένιο φιλιγκράν. «Πότε ήταν η τελευταία φορά που βρέθηκες σε ένα τέτοιο μέρος;» «Εννοείς μέσα σε μια γνήσια αριστοκρατική αίθουσα χορού σε ένα γνήσιο αριστοκρατικό γεγονός;» Η Μάρα έγειρε το κεφάλι της καθώς εκείνος εκτέλεσε μια εξεζητημένη στροφή για να αποφύγει ένα άλλο ζευγάρι. «Πάνω από δέκα χρόνια». Εκείνη κατένευσε. «Δώδεκα χρόνια». Δεν του άρεσε η ακριβολογία της απάντησης, αλλά δεν ήξερε να πει γιατί. Όταν ο Τεμπλ συναναστρεφόταν την ελίτ της καλής κοινωνίας, τις περισσότερες φορές αυτό συνέβαινε στην αίθουσα του καζίνου έπειτα από κάποιο αγώνα, όταν είχε αποδείξει την αξία του με τους μυς και τη δύναμή του. Ήταν ο πιο δυνατός από αυτούς. Ο πιο ισχυρός.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Όχι πια. Το κακό του χέρι λύγισε μέσα στον επίδεσμο, αναίσθητο και ανησυχαστικό. Κι εκείνος το μίσησε, κατά ένα μέρος λόγω του ότι είχε τη γυναίκα στην αγκαλιά του. Γιατί μπορεί να μην αισθανόταν ξανά το δέρμα της με αυτό. Τα μαλλιά της. Κι αν η γυναίκα ανακάλυπτε την καινούρια του αυτή ατέλεια, μπορεί να ήταν κάτι λιγότερο από άντρας στα μάτια της. Αλλά δεν θα έπρεπε να τον νοιάζει· άλλωστε, δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ μετά την αποψινή νύχτα. Αυτό ήθελε κι εκείνος. Ψέμα. «Μίλησέ μου γι’ αυτό», του είπε, κι ο Τεμπλ ευχήθηκε να μην του το είχε πει. Ευχήθηκε να μην έδειχνε η γυναίκα ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Ευχόταν να μην τραβούσε τόσο εύκολα την προσοχή του. Το βλέμμα του. Ευχήθηκε να μην τον έκανε αυτή η γυναίκα να νιώθει τόσο αναθεματισμένα αδύναμος μπροστά της. «Δεν είναι ώρα τώρα για κουβέντες». Το υπέροχο βλέμμα της έγινε ειρωνικό, και κοίταξε γύρω της στην αίθουσα, τα ζευγάρια που χόρευαν ολόγυρα. «Έχεις κάπου να πας;» Η Μάρα ήταν εντελώς στο έλεός του. Θα μπορούσε να της πει να βγάλει τη μάσκα της εκείνη τη στιγμή. Αυτός κρατούσε στα χέρια του όλα τα χαρτιά, κι εκείνη κανένα. Κι όμως, έβρισκε περιθώριο να του κάνει αστεία. Ακόμη και τώρα, λίγα λεπτά πριν από την καταστροφή της, εκείνη έκανε τα δικά της. Η γυναίκα ήταν απίστευτη. «Αναγκάστηκα να παραστώ στο πάρτι μιας γειτόνισσας που έκανε το ντεμπούτο της στην καλή κοινωνία». Τα ροδαλά χείλη της στρογγύλεψαν κάτω από τη μάσκα, τονίζοντας την προκλητικότητα του ρούχου της. «Πρέπει να το απόλαυσες αυτό. Να αναγκαστείς να κάνεις τα μικρά σκερτσόζικα βήματα της καντρίλιας για να εξισώσεις την αναλογία αρσενικών προς θηλυκά στον συγκεκριμένο χορό». «Ο πατέρας μου μου είχε καταστήσει σαφές ότι δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς», είπε εκείνος. «Ήταν κάτι που έπρεπε να κάνουν οι μέλλοντες δούκες». «Οπότε, πήγες». «Ναι». «Και το σιχάθηκες αυτό; Όλες εκείνες τις νεαρές κυρίες που πετούσαν τα μαντίλια τους στα πόδια σου ώστε να αναγκαστείς να σταματήσεις και να τα μαζέψεις;» Εκείνος γέλασε. «Α, ώστε γι’ αυτό το έκαναν;» «Είναι ένα πάρα πολύ παλιό κόλπο, Εξοχότατε». «Εγώ νόμιζα πως ήταν απλώς αδέξιες».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τα λευκά δόντια της άστραψαν. «Το σιχάθηκες». «Για να είμαι ειλικρινής, όχι», είπε ο Τεμπλ, κοιτάζοντας το πλατύ χαμόγελό της να φθίνει σε ένα μικρότερο, παράξενο. «Υποφερτό ήταν». Αυτό ήταν ψέμα. Το είχε λατρέψει. Είχε λατρέψει κάθε δευτερόλεπτο της ζωής του ως αριστοκράτη. Τον είχαν συναρπάσει όλα εκείνα τα σκέρτσα και τα «κύριέ μου» και η αίσθηση της ικανοποίησης και του σεβασμού που αποκόμιζε, καθώς όλες οι νεαρές και όμορφες γυναίκες του Λονδίνου τον κυνηγούσαν από πίσω για να κερδίσουν την προσοχή του. Ήταν πλούσιος, ευφυής και με τίτλο ευγενείας – γεμάτος προνόμια και δύναμη. Γιατί να μην τα λατρέψει όλα αυτά; «Και είμαι βέβαιη ότι οι κυρίες της χώρας ήταν ευγνώμονες που έκανες το καθήκον σου». Καθήκον. Η λέξη αντήχησε μέσα του, τόσο ξεθωριασμένη όσο και η ανάμνηση, που είχε χαθεί μαζί με τον τίτλο του όταν είχε ξυπνήσει πάνω σ’ εκείνο το αιματοβαμμένο κρεβάτι. Την κοίταξε. «Προς τι το αίμα;» Σαστιμάρα πέρασε φευγαλέα από το βλέμμα της, για να αντικατασταθεί από επίγνωση. Η Μάρα κόμπιασε. Δεν ήταν μέρος αυτό για τη συζήτηση, στο σπίτι ενός από τους ισχυρότερους άντρες του Λονδίνου, ενώ ήταν περιστοιχισμένοι από εκατοντάδες γλεντοκόπους. Αλλά η συζήτηση είχε ανοίξει έτσι κι αλλιώς. Κι εκείνος δεν μπορούσε να αντισταθεί και να μην την πιέσει. «Γιατί απλώς δεν το έσκασες; Γιατί προσποιήθηκες την πεθαμένη;» Δεν ήταν σίγουρος ότι η Μάρα θα του απαντούσε. Και τότε απάντησε. «Ποτέ μου δεν είχα σχεδιάσει να φορτωθεί σε σένα ο θάνατός μου». Ο Τεμπλ περίμενε να ακούσει ένα κάρο απαντήσεις, αλλά δεν περίμενε από αυτήν ότι θα του έλεγε ψέματα. «Ακόμη και τώρα, δεν μου λες την αλήθεια». «Καταλαβαίνω γιατί δεν με πιστεύεις, αλλά αυτή είναι η αλήθεια», είπε εκείνη σιγανά. «Ο σκοπός δεν ήταν να με θεωρήσουν πεθαμένη. Ο σκοπός ήταν να θεωρήσουν ότι αποπλανήθηκα». Ο Τεμπλ δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα κατάπληκτο γέλιο σαν γάβγισμα στο άκουσμα αυτών των λόγων. «Τι είδους διεστραμμένες πράξεις περίμενες πως θα σκέφτονταν αυτοί ότι διέπραξα;» «Είχα ακούσει ότι περιλαμβάνεται και αίμα στην υπόθεση», είπε εκείνη, ολοφάνερα χωρίς να το διασκεδάζει. Τα φρύδια του υψώθηκαν πίσω από το ντόμινό του. «Ε όχι και τόσο αίμα». «Ναι, νομίζω πως το κατάλαβα αυτό τη στιγμή που βρέθηκες κατηγορούμενος για φόνο», μουρμούρισε εκείνη. «Πρέπει να ήταν…» Το μυαλό του ανέτρεξε σ’ εκείνο το πρωινό.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Μισό λίτρο». Τότε εκείνος γέλασε με την καρδιά του. «Μισό λίτρο αίμα γουρουνιού». Η Μάρα χαμογέλασε εκείνη τη στιγμή, ένα χαμόγελο αχνό και απρόσμενο. «Έχω επανορθώσει γι’ αυτό, φροντίζοντας τη Λεβάντα πάρα πολύ καλά». «Ώστε υποτίθεται ότι σε αποπλάνησα». Ο Τεμπλ έκανε μια παύση. «Αλλά δεν το έκανα». Η Μάρα αγνόησε τα λόγια του. «Επίσης, ποτέ δεν περίμενα ότι θα κοιμόσουν τόσο πολύ. Σε νάρκωσα για να σε κρατήσω στο δωμάτιο για όσο χρειαζόταν ώσπου να το πάρουν είδηση οι υπηρέτριες. Ήμουν πολύ προσεκτική ώστε να φροντίσω να μας δουν δύο απ’ αυτές». Τον κοίταξε. «Αλλά σου ορκίζομαι, σκέφτηκα ότι θα ξυπνούσες και θα το έσκαγες από κει μέσα πριν σε βρει κάποιος». «Όλα τα σκέφτηκες». «Το παράκανα». Ο Τεμπλ διέκρινε τη θλίψη στα λόγια της, ενώ εκείνη σταμάτησε να μιλάει καθώς η ορχήστρα έπαψε να παίζει κι αμέσως πήρε τα χέρια της από τα δικά του. Αναρωτήθηκε αν ήταν θλίψη για τις πράξεις της, για τις επιπτώσεις τους ή για το τώρα – για την εκδίκηση που της είχε προμηνύσει. Αναρωτήθηκε αν ήταν θλίψη για τον εαυτό της ή για εκείνον. Δεν είχε την ευκαιρία να ρωτήσει, καθώς εκείνη οπισθοχώρησε κι έπεσε πάνω σε κάποιον άλλο μασκοφορεμένο άντρα, ο οποίος άδραξε τη στιγμή για να κοιτάξει τη Μάρα καλά καλά. «Να δεις που αυτή είναι η πυγμάχος από τον “Έκπτωτο Άγγελο”», είπε λάγνα. «Βρες καμιά άλλη να θαυμάσεις», είπε ο Τεμπλ απειλητικά. «Έλα τώρα, Τεμπλ», είπε ο άντρας κι έβγαλε τη μάσκα του για να αποκαλυφθεί πως επρόκειτο για τον Όλιβερ Ντένσμορ, βασιλιά ηλίθιων λιμοκοντόρων, τον άντρα που είχε εκφραστεί για τη Μάρα την ώρα που εκείνη στεκόταν πάνω στο ριγκ του «Έκπτωτου Αγγέλου». «Σίγουρα μπορούμε να κάνουμε μια συμφωνία. Δεν μπορείς να την κρατήσεις για πάντα». Στράφηκε προς τη μάρα. «Θα σε πληρώσω τα διπλά. Τα τριπλά». Το καλό χέρι του Τεμπλ σφίχτηκε σε γροθιά, αλλά πριν προλάβει να τον χτυπήσει μίλησε η Μάρα. «Εσύ δεν μπορείς να με πληρώσεις, κύριε». Ο Ντένσμορ χαχάνισε και έβαλε ξανά τη μάσκα στο πρόσωπό του. «Θα άξιζες τον κόπο, νομίζω». Τράβηξε απότομα μια από τις καστανοκόκκινες μπούκλες της Μάρα και εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος, αφήνοντας τον Τεμπλ να κοχλάζει από θυμό. Είχε προστατέψει εκείνη τον εαυτό της. Γιατί δεν μπορούσε να βασιστεί πάνω του ότι θα την προστάτευε εκείνος. Γιατί εκείνος είχε πάρει όρκο ότι θα έκανε το ακριβώς αντίθετο. Λες και το επεισόδιο δεν είχε συμβεί ποτέ, η Μάρα επέστρεψε στη συζήτηση. «Ξέρω ότι δεν θέλεις να τ’ ακούσεις αυτό, αλλά νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να σου το πω όπως

******ebook converter DEMO Watermarks*******


και να ’χει. Ειλικρινά, λυπάμαι». «Τον παραβλέπεις». Η Μάρα κοντοστάθηκε. «Ποιον, τον τύπο; Καλύτερα έτσι, δεν νομίζεις;» «Όχι». Αυτό που εκείνος θεωρούσε ως καλύτερο για τον Ντένσμορ ήταν να βρεθεί ξαπλωμένος με τη μούρη στο χώμα μέσα σε κάποιο χαντάκι. Τώρα δα ήθελε να τον κυνηγήσει μες στο πλήθος και να τον βάλει ακριβώς εκεί. Η Μάρα τον κοίταξε, με τα πανέμορφα μάτια της καθάρια και ειλικρινή μέσα από τη μάσκα. «Μου φέρθηκε σαν να ήμουν πόρνη». «Ακριβώς». Έγειρε το κεφάλι της. «Αυτός δεν είναι ο σκοπός;» Χριστέ μου, ο Τεμπλ ένιωσε σαν κόπανος. Δεν μπορούσε να της το κάνει αυτό. «Εν πάση περιπτώσει», συνέχισε η Μάρα, ανίδεη για τις σκέψεις του που κάλπαζαν ξέφρενα, «λυπάμαι». Και τώρα του ζητούσε και συγγνώμη, λες και δεν της είχε δώσει μια ντουζίνα λόγους για να τον μισεί. Μια εκατοστή. «Ούτε κατά διάνοια δεν είναι ικανοποιητική δικαιολογία αυτό», συνέχισε, «αλλά ήμουν παιδί και έκανα λάθη, και αν ήξερα τότε…» Η φωνή της έσβησε. Δεν θα το είχα κάνει. Όχι, εκείνος μπορεί να μην ήθελε να ακούσει τη συγγνώμη, αλλά το μόνο σίγουρο ήταν πως λαχταρούσε να ακούσει από το στόμα της ότι θα τα έπαιρνε όλα πίσω αν μπορούσε. Ότι θα του έδινε πίσω τη ζωή του. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον εαυτό του. «Αν ήξερες τότε…;» Η φωνή της έγινε απαλή, κι ήταν λες και βρίσκονταν μόνο οι δυο τους μέσα σ’ εκείνη την αίθουσα χορού, περιτριγυρισμένοι από το μισό Λονδίνο. «Δεν θα σε είχα χρησιμοποιήσει, αλλά και πάλι θα σε είχα πλησιάσει εκείνη τη νύχτα. Και πάλι θα το είχα σκάσει». Ο Τεμπλ θα έπρεπε νιώσει οργή. Θα έπρεπε να νιώσει δικαιω​μένος. Τα λόγια της θα έπρεπε να είχαν διώξει όλες τις αμφιβολίες του σχετικά με τα σχέδιά του για εκείνο το βράδυ. Αλλά δεν έγινε έτσι. «Γιατί;» Η Μάρα κοίταξε τη συστάδα με τις πόρτες που οδηγούσαν στους κήπους της Οικίας Λίτον, κάποιες από τις οποίες παρέμεναν ελαφρώς ανοιχτές για να επιτρέπουν στον πνιγηρό αέρα της αίθουσας χορού να βγαίνει έξω. «Γιατί, ποιο;» Εκείνος την ακολούθησε, σαν να ήταν δεμένος με σκοινί. «Γιατί να με πλησιάσεις;» Η Μάρα χαμογέλασε, γαλήνια και αχνά. «Ήσουν όμορφος. Και μέσα στους κήπους, ήσουν ασεβής. Και μου άρεσες. Και με κάποιο τρόπο, παρ’ όλα αυτά που συμβαίνουν, μάλλον εξακολουθείς να μου αρέσεις». Το αρέσεις ήταν η πιο ακίνδυνη, η πιο χλιαρή από τις λέξεις. Με τίποτα δεν περιέγραφε το πώς ένιωθε η Μάρα για εκείνον. Και με τίποτε απολύτως δεν περιέγραφε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


και το πώς ένιωθε εκείνος γι’ αυτήν. Ο Τεμπλ δεν μπορούσε να κρατηθεί. «Γιατί να το σκάσεις;» Πες μου την αλήθεια, της είπε με τη σκέψη του. Εμπιστέψου με. Όχι ότι θα έπρεπε να τον εμπιστευτεί. «Γιατί φοβόμουν ότι ο πατέρας σου ήταν σαν τον δικό μου». Τα λόγια της ήρθαν σαν ισχυρό χτύπημα καταπρόσωπο, από εκείνα τα χτυπήματα που κάνουν έναν άνθρωπο να βλέπει αστράκια. Έντονο και ζωηρό, όπως η αλήθεια. Ήταν δεκάξι χρόνων και την προόριζαν να παντρευτεί έναν άντρα που είχε τα τριπλά της χρόνια. Έναν άντρα του οποίου οι τελευταίες τρεις γυναίκες είχαν κακορίζικη κατάληξη. Έναν άντρα που λογάριαζε το κάθαρμα που είχε για πατέρα της ανάμεσα στους καλύτερους φίλους του. Έναν άντρα του οποίου ο γιος ήταν μανιώδης γυναικάς, ακόμη και στα δεκαοχτώ του. «Ποτέ δεν θα τον άφηνα να σου κάνει κακό», είπε ο Τεμπλ. Εκείνη, όταν το άκουσε αυτό, στράφηκε και τον κοίταξε, με τα μάτια της υγρά. Θα την είχε προστατέψει από την πρώτη στιγμή που τη γνώρισε. Θα είχε μισήσει τον πατέρα του που την είχε. «Δεν το ήξερα αυτό», είπε εκείνη απαλά, με τα λόγια της γεμάτα μεταμέλεια. Η γυναίκα είχε τρομοκρατηθεί. Αλλά πάνω απ’ αυτό, είχε υπάρξει δυνατή. Είχε επιλέξει μια ζωή στο άγνωστο παρά μια ζωή με έναν άντρα που θα μπορούσε μια χαρά να ήταν συμπαραστάτης του πατέρα της. Ο Τεμπλ ήταν η παράπλευρη απώλεια. Η γυναίκα είχε κοκαλώσει, γεμάτη χάρη με τα μακριά της χέρια και πόδια, να αιωρείται στην άκρη της αίθουσας χορού και να κοιτάζει επίμονα τις πόρτες που οδηγούσαν στο σκοτάδι, και του Τεμπλ δεν του διέφυγε ο παραλληλισμός. Ήταν άλλος ένας καιρός. Άλλη μια απειλή. Άλλη μια στιγμή που εκείνη είχε αποκαλύψει πάρα πολλά από τη Μάρα Λόου. Και δεν φοβόταν πια το σκοτάδι που απλωνόταν εκεί έξω. Είχε ζήσει δώδεκα χρόνια στο σκοτάδι. Όπως ακριβώς κι εκείνος. Χριστέ μου. Δεν είχε σημασία πώς είχαν φτάσει να βρίσκονται εδώ. Το πόσο διαφορετικοί είχαν υπάρξει οι δρόμοι τους. Οι δυο τους ήταν το ίδιο. Άπλωσε το χέρι του να την πιάσει, με το όνομά της τρυφερό πάνω στα χείλη του, μην ξέροντας τι θα γινόταν μετά. Μην ξέροντας τι θα έλεγε ή τι θα έκανε. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ήθελε να την αγγίξει. Τα δάχτυλά του γλίστρησαν πάνω στον ντυμένο με μετάξι καρπό του χεριού της καθώς εκείνη αποτραβήχτηκε από το άγγιγμά του. Ήδη είχε βάλει πλώρη για τις πόρτες.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Τεμπλ την άφησε να φύγει. Έκανε δριμύ ψύχος, και η Μάρα ευχήθηκε να είχε σκεφτεί να πάει να πάρει τον μανδύα της πριν ξεγλιστρήσει από την πνιγηρή αίθουσα χορού, αλλά δεν έκρινε και τόσο φρόνιμο να ξαναμπεί μέσα. Σταύρωσε τα χέρια της σφιχτά πάνω στο στήθος της, λέγοντας στον εαυτό της ότι είχε βιώσει και περισσότερο κρύο, και πολύ χειρότερο. Αλήθεια ήταν αυτό. Ένιωθε άνετα με το κρύο. Το κατανοούσε. Ήταν σε θέση να το πολεμήσει. Αυτό που δεν ήταν σε θέση να πολεμήσει, ήταν η δική του ζεστασιά. Ποτέ δεν θα τον άφηνα να σου κάνει κακό. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κατέβηκε βιαστικά τα σκαλοπάτια από το πέτρινο περιστύλιο προς τους σκοτεινούς κήπους της Οικίας Λίτον, κι εξαφανίστηκε μες στο τοπίο, ευχαριστώντας τον Θεό για το σκοτάδι. Ακούμπησε την πλάτη της πάνω σε μια τεράστια βελανιδιά, σήκωσε το βλέμμα της και ατένισε τ’ αστέρια, κι αναρωτήθηκε πώς είχε φτάσει να βρίσκεται εδώ, σ’ αυτό το μέρος, μ’ αυτό το φόρεμα, μ’ αυτόν τον άνθρωπο. Έναν άνθρωπο που η μοίρα τα είχε φέρει έτσι ώστε να είναι αντίπαλός της. Έναν άνθρωπο με τον οποίο είχε άρρηκτα μπλεχτεί. Για πάντα. Δάκρυα απείλησαν να κυλήσουν από τα μάτια της καθώς πήρε βαριές, δύσκολες ανάσες στο λιγοστό φως που ερχόταν από την αίθουσα χορού, και αναρωτήθηκε τι θα γινόταν άραγε μετά. Λαχταρούσε να τον δει να βγαίνει μπροστά και να την ξεμπροστιάζει και να τελειώνει η ιστορία, έτσι ώστε κι αυτή να μπορούσε να τον μισήσει, να του ρίξει το φταίξιμο και να συνεχίσει τη ζωή της. Έτσι ώστε να μπορούσε να συνεχίσει χωρίς αυτόν. Πώς είχε αποκτήσει αυτός ο άνθρωπος τόσο ζωτική σημασία στα μάτια της μέσα σε τόσο λίγο χρόνο; Πώς είχε αλλάξει τόσο πολύ; Πώς είχε φτάσει στο σημείο να της λέει τέτοια πράγματα, να είναι τόσο γλυκός κι ευγενικός όταν είχαν ξεκινήσει την πρόσφατη γνωριμία τους με τον ίδιο να ορκίζεται να την καταστρέψει; Και πώς είχε φτάσει κι εκείνη να τον εμπιστεύεται; Και πώς παρέμενε ο μόνος άνθρωπος τον οποίο θα πρόδιδε; Λες και τον είχε προσκαλέσει η προδοτική σκέψη, ο αδερφός της ξεπρόβαλε μέσα απ’ το σκοτάδι. «Αυτό ήταν απρόοπτο». Η Μάρα έκανε ένα βήμα πίσω, μακριά του. «Πώς ήξερες ότι είμαι εδώ;» «Σε ακολούθησα από το ορφανοτροφείο. Τον είδα να σε φέρνει εδώ», είπε ο Κιτ, με το βλέμμα έξαλλο, το πρόσωπο αξύριστο. «Ωραίο ζευγάρι κάνετε». «Δεν είμαστε καθόλου ζευγάρι». Εκείνος απέμεινε σιωπηλός για λίγο, κι ύστερα είπε: «Κι αν τον αρραβωνιαζόσουν;

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τότε μπορεί να μην ήμαστε σε τέτοιο χάος». Η ερώτηση πονούσε. Κι αν; Αν η Μάρα είχε ένα σελίνι για κάθε φορά που τα λόγια πλημμύριζαν το κεφάλι της, θα ήταν η πλουσιότερη γυναίκα του Λονδίνου. Τα λόγια δεν βοηθούσαν. Το μόνο που έκαναν ήταν να γεμίζουν το κεφάλι κάποιου με μάταια όνειρα. Αλλά και πάλι, οι λέξεις αντηχούσαν. Κι αν; Κι αν τον είχε παντρευτεί, αυτόν τον όμορφο νεαρό μαρκήσιο με το πονηρό χαμόγελο, που τη φιλούσε σαν να ήταν η μοναδική γυναίκα στον κόσμο; Κι αν είχαν παντρευτεί κι έχτιζαν μια ζωή μαζί, με παιδιά, με σκυλιά και με φιλιά σε όλο το μπράτσο της και ανόητα χωρατά μόνο για τους δυο τους που θα αποδείκνυαν ότι ανήκαν ο ένας στον άλλο; Κι αν αγαπιούνταν; Αγάπη. Στριφογύρισε τη λέξη μες στο μυαλό της, μελετώντας τις καμπύλες και τις γωνίες της. Ακόμη και τώρα, η Μάρα δεν αντιλαμβανόταν την αγάπη όπως οι άλλοι. Όπως την είχε ονειρευτεί τότε που ήταν παιδί. Όπως την είχε θρηνήσει κατά τη διάρκεια εκείνου του καταραμένου μήνα που θα οδηγούσε στον γάμο της, όταν έκλαιγε χωμένη στο μαξιλάρι της και θρηνούσε την έλλειψη αγάπης ανάμεσα στην ίδια και στον γερασμένο μνηστήρα της. Όμως τώρα… τώρα, αγαπούσε. Και ήταν δύσκολο. Και ήταν οδυνηρό. Κι ευχόταν αυτό το συναίσθημα να έφευγε. Ευχόταν να έπαυε να τη βάζει σε πειρασμό με ιδέες για μια διαφορετική ζωή. Το να φαντάζεται κάποιος μια διαφορετική ζωή ήταν γεμάτο κινδύνους – ο ασφαλέστερος δρόμος για τον πόνο και την οδύνη και την απογοήτευση. Εκείνη ζούσε με την πραγματικότητα. Ποτέ με τα όνειρα. Κι όμως, η σκέψη εκείνου του αγοριού δώδεκα χρόνια πριν… του άντρα τώρα… Της ζωής που μπορεί να είχαν… αν ήταν όλα αλλιώς. «Το έλαβες το γράμμα μου;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά, με μια έντονη ενοχή να την πλημμυρίζει. Ο Κιτ ήταν εδώ. Ο Τεμπλ, λίγα μόλις μέτρα μακριά. Ακόμη και το γεγονός ότι μιλούσε στον αδερφό της το ένιωθε σαν προδοσία προς εκείνο τον άντρα που είχε φτάσει να σημαίνει τόσο πολλά. «Καταλαβαίνεις γιατί χρειάζομαι τη βοήθειά σου», είπε ο Κιτ και ήρθε πιο κοντά, με τη φωνή του όλο στοργή, απαλλαγμένη από την οργή που το δίχως άλλο σιγόβραζε. «Πρέπει να φύγω από το Λονδίνο. Αν αυτά τα καθάρματα με βρουν…» Όμως δεν ήταν καθάρματα. Ήταν οι πιο αφοσιωμένοι άνθρωποι που είχε γνωρίσει

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ποτέ στη ζωή της. Και ο Τεμπλ – αυτός είχε το δικαίωμα να είναι τόσο οργισμένος. Εκείνη του είχε κλέψει τη