Page 1


Την ήθελε όσο καμία άλλη! Από την πρώτη στιγμή που ο πρίγκιπας Μάρκο αντίκρισε την Τζασίντα Σινκλέρ μέσα στην άδεια αίθουσα χορού ένιωσε γι’ αυτήν μια ακατανίκητη έλξη. Δεν είχε ποθήσει ποτέ τόσο πολύ μια γυναίκα. Όμως εκείνη δεν έδειχνε να ανταποκρίνεται στο ενδιαφέρον του. Όσο κι αν η αρρενωπή γοητεία του πρίγκιπα ξεσήκωνε τις αισθήσεις της, η Τζασίντα δεν μπορούσε να ενδώσει στην πολιορκία του. Έπρεπε με κάθε τρόπο να τον αποφύγει, διαφορετικά φοβόταν ότι αργά ή γρήγορα εκείνος θα ανακάλυπτε το μυστικό που έκρυβε τόσα χρόνια. Γιατί και η Τζασίντα καταγόταν από την Ιλίρια, κι αν μαθευόταν η αληθινή της ταυτότητα μπορεί να κινδύνευε η ίδια της η ζωή...

Οι Εστεμμένοι της Ιλίρια Μυστικά, πάθη και ίντριγκες συγκλονίζουν το ειδυλλιακό πριγκιπάτο


Robyn Donald Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ TO ΜΟΝΤΕΛΟ Μετάφραση: Τζουλιάννα Μπαρουξή ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε. Ιπποκράτους 57,106 80 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438, 210 3629 723 Τίτλος πρωτοτύπου: The Prince's Convenient Bride © Robyn Donald 2007. All rights reserved. © 2008 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A.B.E.E. για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V / S.a.r.l. ΧΡΥΣΑ ΑΡΛΕΚΙΝ No. 1353 ISSN 1105-8226 Μετάφραση: Τζουλιάννα Μπαρουξή Επιμέλεια: Μαρίνα Τσαμουρά Διόρθωση: Ρήγας Καραλής Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε μέσο, χωρίς την άδεια του εκδότη. Όλοι οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, που ζουν ή έχουν πεθάνει, είναι καθαρά συμπωματική. ΤΕΥΧΟΣ 1353 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


5

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ήταν το τέλειο σκηνικό για μια ρομαντική βραδιά, αποφάσισε η Τζασίντα Σινκλέρ. Η πανσέληνος αρμένιζε στον ουρανό κι έριχνε στο πανόραμα των βουνών μια λάμψη που σου έκοβε την ανάσα. Οι ογκώδεις σκιές τους διαγράφονταν πάνω από μια λίμνη που είχε τη μαύρη λάμψη του οψιδιανού. Σε έντονη αντίθεση, οι άνθρωποι μέσα στο κτίριο έπιναν σαμπάνια και ήταν ντυμένοι με ρούχα που θα έβλεπε κανείς μόνο σε πολύ επίσημες δεξιώσεις. Ο τεράστιος βενετσιάνικος πολυέλαιος φώτιζε γυμνούς ώμους και κοσμήματα που η ζεστή λάμψη τους αναδείκνυε τη δελεαστική γυαλάδα του σατέν και την κομψή αυστηρότητα των βραδινών αντρικών ρούχων. Κεριά φώτιζαν τα τραπέζια, που ήταν στρωμένα με κρύσταλλα και ασημικά και στολισμένα με λευκά και χρυσά λουλούδια. Η Τζασίντα έστρωσε με το χέρι το φόρεμα στο γοφό της. Τα μακριά της δάχτυλα γλίστρησαν στο πορφυρό μετάξι, που ξεχυνόταν διακριτικά αλλά αισθησιακά από τη μικροσκοπική μέση σε μια πολυτελή φούστα. Τα πετράδια στην τιάρα της έπαιρναν φωτιά από το φως του πολυελαίου. Σε κάθε διαμάντι έλαμπε μια ψυχρή, καθαρή φλόγα. Τα διαμάντια ήταν αληθινά όπως και οι πέτρες στα σκουλαρίκια και το περιδέραιο... και κόστιζαν ένα ποσό εξωφρενικό. Τα βουνά, η λίμνη και ο Αστερισμός του Σταυρού, που διαγραφόταν στον καθαρό ουρανό της Νέας Ζηλανδίας, ήταν κι εκείνα αληθινά και η μονιμότητά τους χλεύαζε την πρόσκαιρη λάμψη της αίθουσας. Γιατί όλα τα υπόλοιπα εκεί μέσα ήταν ψεύτικα. Κανονικά, ο χώρος αυτός λειτουργούσε ως


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

6

εστιατόριο στο οποίο ανέβαινες με το τελεφερίκ και οι κομψά ντυμένοι άντρες και γυναίκες, που έπιναν απομίμηση σαμπάνιας, είχαν προσληφθεί για τα αριστοκρατικά τους πρόσωπα και τα καλοσχηματισμένα κορμιά τους. Όπως κι εκείνη. Αυτή ήταν η ζωή της. Θα πληρωνόταν ένα τεράστιο ποσό για να χαμογελάει, να φαίνεται υπεροπτική και γοητευτική. Εξίσου πολύτιμη και ανέφικτη με τα πετράδια που έλαμπαν στο λαιμό της και κρέμονταν από τα αυτιά της. «Τέλεια», είπε βραχνά ο Ζόλταν. «Ναι, έτσι ακριβώς. Κοιτάζεις στη λίμνη, μετά γυρίζεις... και βλέπεις τον πρίγκιπά σου. Θέλω μια έκπληκτη έκφραση και μετά ένα αργό χαμόγελο. Η λαμπερή σιγουριά σου να μετατραπεί σε μια λαχτάρα όλο πόθο». Έκανε μια παύση πριν προσθέσει χλευαστικά: «Πιστεύεις ότι μπορείς να το κάνεις;» Η Τζασίντα ήξερε ότι ο Ζόλταν θα προτιμούσε να έπαιζε το ρόλο της κάποια ηθοποιός του Χόλυγουντ και είχε κουραστεί πια να της μιλάει λες και ήταν πέντε χρόνων. Αποφάσισε να του δείξει ότι κάτι ήξεραν από υποκριτική και τα μοντέλα. «Νομίζω ότι μπορώ να τα καταφέρω», είπε αργά και, γυρίζοντας το κεφάλι της, τον κάρφωσε με το βλέμμα που της είχε ζητήσει. Ο Ζόλταν την αγριοκοίταξε. «Εντάξει, κάν’ το τώρα και στην κάμερα», είπε κοφτά. Αγνοώντας τον ολοφάνερο σκεπτικισμό του, η Τζασίντα τράβηξε μια ταφταδένια κουρτίνα κι έστρεψε την προσοχή της στην υπέροχη θέα. Σκέφτηκε πώς ένιωθε όταν ήταν μικρή και κοιτούσε τα άλλα παιδιά που έπαιζαν με τους γονείς τους και αναρωτιόταν γιατί εκείνη δεν είχε πατέρα... «Πολύ ωραία», είπε ο σκηνοθέτης χωρίς να κάνει τον κόπο να κρύψει την έκπληξή του. «Εντάξει, πιάνεις κάποια κίνηση στην άλλη άκρη του δωματίου, κοίταξε προς τα κει και τον βλέπεις. Αργά τώρα...» Ο σκηνοθέτης συνέχισε να φλυαρεί, κάνοντας την αυτοσυγκέντρωσή της σμπαράλια. Ενοχλημένη η Τζασίντα


7

ROBYN DONALD

έκλεισε τα αυτιά της στη φωνή του. Οι κομπάρσοι έπαιζαν τους ρόλους τους, συζητούσαν, φλέρταραν και γελούσαν διακριτικά. Αγνοώντας την κάμερα, άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί στο πλήθος, να στραφεί αργά προς το πίσω μέρος της αίθουσας και να συναντήσει τον άντρα που είχε μπει μόλις μέσα... Κανονικά δε θα έπρεπε να βρισκόταν κανείς εκεί. Ο Σον Άμποτ, ο ηθοποιός που έπαιζε τον αγαπημένο της, είχε αρπάζει κάποια ίωση. Είχαν αποφασίσει να συνεχίσουν το γύρισμα, παρά την απουσία του, χρησιμοποιώντας αντικαταστάτη για να χορέψει μαζί της. Αλλά το έκπληκτο βλέμμα της συνάντησε αυτό ενός άντρα που είχε μπει ακριβώς εκείνη τη στιγμή, σαν να ήταν κανονισμένο. Ζαλισμένη, αγνόησε το ρίγος που τη διαπέρασε κι έσφιξε την κουρτίνα με το χέρι της. Αυτός δεν ήταν ο αντικαταστάτης! Ψηλός και κομψός με τα ασπρόμαυρα βραδινά του ρούχα, ο νεοφερμένος κινούνταν με μια συγκρατημένη ενέργεια που ξύπνησε μέσα της κάτι κρυμμένο και ευάλωτο. Κράτησε την ανάσα της όταν περιέφερε το βλέμμα της σε ένα μεσογειακό πρόσωπο με αδρά χαρακτηριστικά και δέρμα μελαψό, που ερχόταν σε αντίθεση με τα ανοιχτόχρωμα μάτια του... μάτια που καρφώθηκαν επάνω της... Η φασαρία εξαφανίστηκε και το μόνο που άκουγε ήταν ο γρήγορος χτύπος της καρδιάς της. Ο πρίγκιπας Μάρκο Κονσιντίνι της Ιλίρια κινήθηκε προς το μέρος της, με πρόσωπο σφιγμένο λες και η Τζασίντα ήταν το μοναδικό άτομο στην αίθουσα. Ενστικτωδώς, κάλυψε την καρδιά της με το χέρι της, προστατεύοντάς την από την έντονη επιρροή ενός άντρα που απέφευγε τα τελευταία δέκα χρόνια. «Υπέροχα», είπε ο Ζόλταν ενθουσιασμένος. «Ναι, συνέχισε έτσι... εντάξει. Διακοπή!» Γύρισε και το πρόσωπό του σκλήρυνε. «Τι στο διάολο;...» άρχισε εξοργισμένος, αλλά συγκρότησε την επιθετικότητά του όταν αναγνώρισε τον άντρα που ερχόταν προς το μέρος τους. «Α! Πρίγκιπα Μάρκο... δε σας περίμενα», είπε και η φωνή του είχε μια κολακευτική χροιά.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

8

Ήταν απορημένος, αλλά φυσικά δε θα ήταν συνετό να ρωτήσει έναν από τους πιο ισχυρούς άντρες του κόσμου το λόγο που βρισκόταν εκεί. Ιδίως από τη στιγμή που ο άντρας αυτός είχε τον έλεγχο της τεράστιας εταιρείας καλλυντικών, που ξόδευε εκατομμύρια για να διαφημίσει το πρώτο της άρωμα. Η Τζασίντα είχε καταφέρει να υιοθετήσει και πάλι μια έκφραση ουδέτερη σαν μάσκα... υπερήφανη, απόμακρη, σχεδόν υπεροπτική. Έμεινε εντελώς ακίνητη και προσπάθησε να περάσει απαρατήρητη. Δύσκολο φυσικά για μια γυναίκα με μαλλιά στο χρώμα τροπικού ηλιοβασιλέματος, ύψος 1,80 με τα τακούνια, ντυμένη με ένα φόρεμα σχεδιασμένο αποκλειστικά για να τραβάει τα βλέμματα και φορώντας τόσα κοσμήματα, που έλαμπε περισσότερο και από τον έναστρο ουρανό! Καταπολέμησε ένα νευρικό γελάκι και συγκεντρώθηκε στη συζήτηση ανάμεσα στους δύο άντρες. «Μένω στο ξενοδοχείο Σίπρεκ Μπέι», είπε ο πρίγκιπας Μάρκο. Η φωνή του ήταν ήρεμη και βαθιά και είχε αγγλική προφορά. «Σκέφτηκα, λοιπόν, να έρθω μια βόλτα να δω πώς πάνε τα πράγματα». Το στομάχι της Τζασίντα δέθηκε κόμπος. Έμενε κι εκείνη στο ίδιο ξενοδοχείο. Αλλά μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Όπως και όλος ο υπόλοιπος κόσμος, ο πρίγκιπας δεν είχε ιδέα ποια ήταν πραγματικά. Η παιδική της ηλικία στην Ιλίρια ήταν ένα τρομερό δράμα, που είχε, όμως, πια ξεχαστεί και οι γονείς της ήταν και οι δύο νεκροί. Και πολλά είχαν συμβεί τα τελευταία χρόνια στο μικρό, φτωχό πριγκιπάτο που βρισκόταν ανάμεσα στην κεντρική Ευρώπη και την ηλιόλουστη Μεσόγειο. Αφού η μυστική αστυνομία της Ιλίρια είχε διαλυθεί, εκείνη και η αδερφή της η Λέξι δεν κινδύνευαν πια. Και δεν της φαινόταν και πολύ πιθανό ότι στον εικοστό πρώτο αιώνα ο άλλος φόβος της μητέρας της, η βεντέτα, θα ίσχυε ακόμη στην Ιλίρια. Όπως και να ’χε όμως, ο πρίγκιπας, γεννημένος και μεγαλωμένος στη χώρα της μητέρας του τη Γαλλία, δε θα νοιαζόταν για τέτοια πράγματα. Του έριξε μια κλεφτή ματιά και


9

ROBYN DONALD

ένιωσε ένα ρίγος. Και βέβαια θα νοιαζόταν. Ο Μάρκο Κονσιντίνι φαινόταν άνθρωπος που πίστευε στην εκδίκηση. Τρομοκρατημένη η Τζασίντα έπιασε τον εαυτό της να ανακαλεί περιστατικά από την ιστορία της Ιλίρια... θρύλους για πολέμους που έγιναν για λόγους τιμής. Μην είσαι ανόητη, διέταξε τον εαυτό της, έξαλλη με την υπερβολική φαντασία της. Έστρεψε την προσοχή της στο πλήθος, αλλά δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει από την επίδραση του πρίγκιπα. Το ύψος του σε συνδυασμό με το γεροδεμένο σώμα του και τη θανάσιμα αρρενωπή χάρη του τον έκαναν να κυριαρχεί στο χώρο. Τα έντονα χαρακτηριστικά του δήλωναν έναν έμφυτο αέρα εξουσίας. Ήταν ένας Κονσιντίνι και απέπνεε την κληρονομιά του, που έφτανε μέχρι παλιά στις μυθικές εποχές. Ήταν ο μικρότερος αδερφός του Μεγάλου Δούκα της Ιλίρια, που ήταν ο δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον πρίγκιπα που κυβερνούσε και σίγουρα θα είχε μεγαλώσει με την ίδια αφοσίωση στο κάστρο τους στα βουνά, την ίδια υπερηφάνεια για την ιστορία της επιφανούς οικογένειάς τους. Και για το λόγο αυτό ήταν επικίνδυνος και απαγορευμένος. Η Τζασίντα πήρε μια κοφτή ανάσα. Το βλέμμα του πρίγκιπα Μάρκο έπεσε επάνω της και μετά γύρισε και πάλι στο σκηνοθέτη. Ήταν μόνο μια στιγμή κι όμως ένιωσε λες και τα διαπεραστικά γαλάζια μάτια του είχαν ανακαλύψει τα πιο ενδόμυχα μυστικά της. Ο πανικός έκανε το μυαλό της να παραλύσει αλλά τον καταπολέμησε. Ο πρίγκιπας δεν ήξερε ότι ήταν και η ίδια από την Ιλίρια. Εκτός από την αδερφή της, δεν το ήξερε κανείς... εντάξει, μόνο ο παλιός, καλός της φίλος ο Χοκ, ο οποίος δε θα το έλεγε ποτέ. Για όλους τους υπόλοιπους ήταν Νεοζηλανδή. Το όνομά της, σε συνδυασμό με το χλομό δέρμα της και τα κατακόκκινα μαλλιά της, έκαναν τους περισσότερους να υποθέτουν ότι είχε κάποια σχέση με τη Σκοτία. Ανάγκασε το μυαλό της να ξεχάσει τη σκοτεινή σκιά του


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

10

παρελθόντος και αναρωτήθηκε γιατί ο πρίγκιπας φορούσε επίσημο ένδυμα. Το κοστούμι του που του εφάρμοζε τέλεια μαρτυρούσε ότι ήταν έργο κάποιου διακεκριμένου μόδιστρου, δίνοντας διακριτικά έμφαση στους φαρδιούς του ώμους, στους στενούς γοφούς του και στα μακριά, μυώδη πόδια του. Έκανε όλους τους άλλους άντρες στην αίθουσα να φαίνονται συνθετικοί, μια άχρωμη απομίμηση του αυθεντικού. Εντάξει, είπε στον εαυτό της θυμωμένη, ήταν λοιπόν πανέμορφος, ένας πραγματικά εντυπωσιακός άντρας. Εκείνη όμως είχε δουλέψει με τους πιο όμορφους άντρες του κόσμου. Το να τον κοιτάζει σαν αποβλακωμένη μαθητριούλα ήταν εξευτελιστικό. Υιοθετώντας μια δήθεν ήρεμη έκφραση, προσπάθησε να στρέψει ξανά την προσοχή της με το ζόρι στη συζήτηση με τον Ζόλταν. «Ελπίζω να πηγαίνουν όλα καλά», είπε ο πρίγκιπας. «Πολύ καλά», τον διαβεβαίωσε ο σκηνοθέτης και τον ενημέρωσε συνοπτικά για την πρόοδό τους. Η Τζασίντα ήταν συνηθισμένη να την εκτιμούν μόνο για τη διακοσμητική της αξία, αλλά ήταν η πρώτη φορά που την αγνοούσαν τόσο απόλυτα. Ίσως έχω αρχίσει να γίνομαι κακομαθημένη, σκέφτηκε ειρωνικά. Ευτυχώς που αποφάσισα να εγκαταλείψω αυτή τη ζωή. Ανέκαθεν σκόπευε να αποσυρθεί όταν θα έφτανε τα τριάντα, δηλαδή σε τρία χρόνια, αλλά η υψηλή αμοιβή γι’ αυτήν την καμπάνια σήμαινε ότι μπορούσε να σταματήσει αμέσως... αφού, δηλαδή ολοκλήρωνε και τις δύο τελευταίες δουλειές που είχε κλείσει... Παρά τη σύντομη συζήτηση, η Τζασίντα διέκρινε στον πρίγκιπα μια εκπληκτική ευφυΐα και μια αποφασιστικότητα που την εξέπληξαν. Ήταν τελικά ενδιαφέρων άνθρωπος, ο απόγονος του Οίκου των Κονσιντίνι, και επικίνδυνος, σκέφτηκε μετά από μια φευγαλέα ματιά στο ακαταμάχητο, αυστηρό του πρόσωπο. Σαν να ένιωσε την προσοχή της, εκείνος έστρεψε τα ψυχρά γαλάζια μάτια του πάνω της, προκαλώντας τη σιωπηλά. «Δεν έχουμε γνωριστεί», της είπε ευγενικά με έναν


11

ROBYN DONALD

ανεπαίσθητο τόνο αποδοκιμασίας στη βαθιά, κάπως τροχιά φωνή του. «Συγνώμη», είπε ο σκηνοθέτης απότομα. «Δεν το ήξερα. Αυτή είναι η Τζασίντα Σινκλέρ». Επιστρατεύοντας το πιο απόμακρο χαμόγελό της, η Τζασίντα του έδωσε το χέρι της. «Τι κάνετε κύριε;» είπε τυπικά. «Δεσποινίς Σινκλέρ». Εκείνος έφερε το χέρι της μέχρι τα χείλη του, φιλώντας το στον αέρα πάνω από το γάντι της. Αν έκανε αυτή την κίνηση οποιοσδήποτε άλλος, η Τζασίντα θα τη θεωρούσε αβάσταχτα επιτηδευμένη, αλλά ο πρίγκιπας κατάφερε να τη μετατρέψει σε μια αισθησιακή πρόσκληση, κάνοντάς τη να ριγήσει. Συνειδητοποίησε ότι ανέπνεε πιο γρήγορα και ότι χρειαζόταν μια γενναία ποσότητα από κείνο το υποκατάστατο σαμπάνιας για να υγράνει το στόμα και το λαιμό της. Ήταν πράγματι επικίνδυνος! σκέφτηκε, προσπαθώντας να φανεί αδιάφορη. «Το όνομά μου είναι Μάρκο Κονσιντίνι», είπε εκείνος ευχάριστα και τα εκπληκτικά γαλάζια μάτια του την κοίταξαν διαπεραστικά. Προδίδοντας όμως και το θαυμασμό του. Η Τζασίντα είχε δει τη λάμψη του πόθου πολλές φορές και μπορούσε να την αναγνωρίσει, παρ’ ότι ο συγκεκριμένος άντρας είχε εξαιρετική αυτοκυριαρχία και κρατούσε τις αντιδράσεις του υπό έλεγχο. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Δίπλα της ο Ζόλταν σάλεψε αμήχανα και έκανε ένα σχόλιο για το πόσο τυχεροί είχαν σταθεί με τον καιρό, κάτι που η ίδια βρήκε αστείο. Ο Μάρκο συνοφρυώθηκε, αλλά έστρεψε την προσοχή του στο σκηνοθέτη. Η Τζασίντα δεν τόλμησε να αφήσει τον εαυτό της να χαλαρώσει. Ένιωθε σοκαρισμένη και εκτεθειμένη. Σαν να είχε πέσει πάνω της ένας προβολέας, που τον κινούσε η θέληση του πρίγκιπα. «Πότε θα τελειώσετε λοιπόν;» ρώτησε εκείνος τον Ζόλταν. «Θα πρέπει να φύγουμε από δω το αργότερο στις έξι το πρωί», απάντησε ο σκηνοθέτης, «αλλά το πιθανότερο είναι ότι θα


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

12

τελειώσουμε πολύ πιο πριν. Η Τζασίντα ακολουθεί τις οδηγίες εξαιρετικά καλά». Τι κόπανος! Η Τζασίντα έτριξε τα δόντια της και είπε με συγκρατημένη ειρωνεία: «Είσαι πολύ καλός». «Πού είναι λοιπόν ο καβαλιέρος της;» ρώτησε ο πρίγκιπας με ουδέτερο τόνο. «Δεν υποτίθεται ότι χορεύουν παθιασμένα βαλς;» Ο Ζόλταν ανασήκωσε τους ώμους. «Ο Σον Αμποτ έχει αρπάξει κάποια ίωση και το στομάχι του είναι χάλια». Ο πρίγκιπας συνοφρυώθηκε και πάλι. «Μας δημιουργεί πρόβλημα αυτό;» «Όχι», είπε ο σκηνοθέτης αμέσως χωρίς να κοιτάζει την Τζασίντα. «Ο Σον θα είναι σε όλα τα κοντινά πλάνα, απλώς απόψε χρησιμοποιούμε αντικαταστάτη για το γύρισμα». «Πειράζει να παρακολουθήσω;» ρώτησε ο πρίγκιπας. Την Τζασίντα σίγουρα την πείραζε, αλλά ήξερε ότι δε γινόταν να διαμαρτυρηθεί. Και φυσικά ο Ζόλταν είπε ένθερμα: «Καθόλου!» Ο πρίγκιπας την κοίταξε. «Δεν υπάρχει πρόβλημα;» Η Τζασίντα χαμογέλασε. Εξίσου ένθερμα με το σκηνοθέτη είπε: «Όχι, κύριε». Ο Μάρκο είδε τον αντικαταστάτη να χάνει ένα ακόμη βήμα και αναρωτήθηκε πώς γινόταν να είναι τόσο αδέξιος όταν η παρτενέρ του χόρευε τόσο ονειρεμένα. Ίσως να ένιωθε τρακ που έπρεπε να χορέψει με τη διάσημη και πανέμορφη Τζασίντα Σινκλέρ. Εκείνη έκανε ό,τι μπορούσε για να καλύψει την ανεπάρκεια του καβαλιέρου της, αλλά ούτε καν η δική της χάρη δεν μπορούσε να του δώσει κάποια αίσθηση ρυθμού. Ο Μάρκο αναρωτήθηκε αν το χρώμα των μαλλιών της, που είχαν την ίδια φλογερή απόχρωση με το φόρεμά της, ήταν φυσικό. Κοίταξε το ρολόι του. Ο Ζόλταν ούρλιαξε: «Διακοπή!» Μαλάκωσε τη φωνή του. «Χωρίς παρεξήγηση, έτσι δεν πρόκειται να καταφέρουμε τίποτα».


13

ROBYN DONALD

Ο αντικαταστάτης σκυθρώπιασε. «Μα δε με αφήνει να την κατευθύνω εγώ». «Εγώ σας κάνω;» ρώτησε ο Μάρκο ήρεμα. Ο Ζόλταν τον κοίταξε καλά καλά, με έκδηλη έκπληξη. Ο Μάρκο φάνηκε να το βρίσκει διασκεδαστικά και συνέχισε: «Έχω περίπου το ίδιο ύψος και την ίδια σωματική διάπλαση κι αν δε χορεύω αρκετά καλά, μπορείτε να με διώξετε». Δεν κοίταξε την Τζασίντα ένιωθε όμως ότι είχε ενοχληθεί. Ήταν μια αντίδραση στην οποία δεν ήταν συνηθισμένος. Από τα δεκαέξι του είχε πάντοτε όποια γυναίκα ήθελε. Εκείνη, όμως, δεν προσπαθούσε να τον σαγηνεύσει. Ίσως να ήταν αληθινά ερωτευμένη με τον για χρόνια εραστή της τον Χοκ Κένεντι, παρ’ ότι εκείνος δεν της ήταν πιστός. «Εντάξει λοιπόν», είπε ο σκηνοθέτης επιφυλακτικά, «αν είστε σίγουρος...» «Δεν έχετε να χάσετε τίποτα», είπε ο Μάρκο διαβεβαιώνοντάς τον. Σπάνια λειτουργούσε έτσι παρορμητικά, αλλά ήθελε να δει πώς ήταν να έχει την Τζασίντα στην αγκαλιά του. «Εντάξει ας κάνουμε μια δοκιμή», είπε ο σκηνοθέτης, κρύβοντας την απροθυμία του με ένα σχεδόν πειστικό χαμόγελο. «Θυμήσου, Τζασίντα, ότι είσαι θαμπωμένη και σχεδόν ερωτευμένη ήδη. Θέλω συναίσθημα, τον πρώτο ενθουσιασμό, σαν να πέφτεις απότομα στα βαθιά. Δείξε με το σώμα σου ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να σ' το ζητήσει και είσαι δίκιά του». Η Τζασίντα κοκκίνισε ανεπαίσθητα και ο Μάρκο χαμογέλασε. Κάτι πρωτόγονο είχε ξυπνήσει μέσα του. Συγκρατήθηκε και άκουσε με προσοχή τις οδηγίες του Ζόλταν που τους έλεγε τι ήθελε να συμβεί και πού έπρεπε να σταθούν. Πήρε περισσότερο απ’ όσο ο Μάρκο περίμενε να γυρίσουν το σημείο όπου περπατούν αργά ο ένας προς τον άλλον και συναντιούνται στη μέση της πίστας. Βρήκε τη διαδικασία κουραστική, αλλά είχε ενδιαφέρον. Και η Τζασίντα ήταν άψογη επαγγελματίας. Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί ο Ζόλταν ήταν


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

14

τελειομανής και η συμπεριφορά του απέναντι στην Τζασίντα άγγιζε επικίνδυνα τα όρια της επιθετικότητας. Παρ' όλα αυτά όμως, κατά τη γνώμη του Μάρκο, η ερμηνεία της ήταν τέλεια... τόσο που κόντευε σχεδόν να πιστέψει ότι μόλις τον είδε είχε φουντώσει μέσα της το πάθος. Με άλλα λόγια ήταν εξαιρετική ηθοποιός, σκέφτηκε ρεαλιστικά. Δεν υπήρχε τίποτα προσωπικό στις φλογερές ματιές της και τα ντροπαλά της χαμόγελα. Συγκεντρώθηκε σ’ αυτό που του είχαν πει να κάνει. Ήταν εύκολο για κείνον καθώς η πανταχού παρούσα κάμερα δεν επενέβαινε. Ο φακός τον έπαιρνε από πίσω. «Εντάξει ωραία, φτάνει», είπε ο σκηνοθέτης. «Και τώρα για το χορό». Χαμογέλασε πονηρά στον πρίγκιπα, πράγμα που έκανε τον Μάρκο να θέλει να του ρίξει μπουνιά. «Πολύ πιο απολαυστικό κομμάτι». Ο Μάρκο ανασήκωσε τα φρύδια του. «Λοιπόν, να τι θέλω να κάνετε...» Ταραγμένος ο Ζόλταν έγινε ξαφνικά απότομος, τελειώνοντας την εξήγησή του με το σχόλιο: «Κι αν χαθείτε, η Τζασίντα θα φροντίσει να βρίσκεστε στο σωστό σημείο». Ο Μάρκο πρόσφερε το μπράτσο του στην Τζασίντα, εκείνη το έπιασε απαλά και περπατώντας αέρινα πλάι του πήγαν στη μέση της πίστας. Και τότε επιτέλους χώθηκε στην αγκαλιά του με ένα μεταξωτό θρόισμα. Το αμυδρό, θηλυκό άρωμά της ήταν βασανιστικό. Το κομψό, λυγερό κορμί της απαλό και παραδομένο στα χέρια του. Ο Μάρκο καταπολέμησε την έντονη λαχτάρα του, που σχεδόν του έσπασε το ηθικό. Η μουσική άρχισε πάλι, ένα βαλς που θύμιζε βικτοριανές αίθουσες χορού και χαμηλοβλεπούσες νεαρές παρθένες, σκανδαλισμένες από την κοντινή επαφή που επέτρεπε ο συγκεκριμένος χορός. Η Τζασίντα ανέκφραστη, απέφευγε το βλέμμα του, κοιτάζοντας επίμονα πάνω από τον ώμο του. Ο Μάρκο δεν κουνήθηκε μέχρι που εκείνη τον κοίταξε ξαφνιασμένη κι όταν της χαμογέλασε είδε μια φλόγα να καίει στα μυστηριώδη, γκρίζα μάτια της.


15

ROBYN DONALD

«Χαλάρωσε», της μουρμούρισε. «Είμαστε ερωτευμένοι, το ξέχασες;» Το φιλντισένιο δέρμα της κοκκίνισε και τα σαρκώδη χείλη της σφίχτηκαν. Πριν προλάβει να του απαντήσει, ο Μάρκο άρχισε να χορεύει. Είχε μάθε βαλς από τη Γαλλίδα μητέρα του, που ήταν πολύ αυστηρή δασκάλα. Κάποιος εξίσου πεπειραμένος είχε διδάξει και την Τζασίντα. Τον ακολουθούσε όλο χάρη, στρέφοντας το όμορφο πρόσωπό της στο δικό του με μια έκφραση που έδειχνε τη μεθυστική αίσθηση της πρώτης αγάπης. Εκτός από τα μάτια της που ήταν αινιγματικά και επιφυλακτικά σαν κυνηγημένου ζώου. Μετά από μισό λεπτό ο Μάρκο της είπε: «Γιατί επέμενες να οδηγείς εσύ τον αντικαταστάτη;» Του έριξε μια προκλητική ματιά. Το κορμί του Μάρκο σφίχτηκε και ο κυνηγός μέσα του ξύπνησε. Παραλίγο σχεδόν να χάσει ένα βήμα. Εκείνη, έχοντας δίχως αμφιβολία στο μυαλό της τις οδηγίες του σκηνοθέτη, επιστράτευσε ένα χαμόγελο που υποσχόταν καθαρή αποπλάνηση —σύντομο και ξαφνιασμένο και γεμάτο πόθο, τόσο εκθαμβωτικό, που για μια επικίνδυνη στιγμή ο Μάρκο ευχήθηκε να ήταν πραγματικό και να προοριζόταν μόνο για κείνον. Μέχρι που θυμήθηκε ότι ήταν η ανά περιόδους ερωμένη του Χοκ Κένεντι. Δεν του άρεσε να μοιράζεται και δεν είχε καμία πρόθεση να την κλέψει από τον Κένεντι, που ήταν φίλος του αδερφού του, του Γκάμπριελ. Παρ’ όλα αυτά το κορμί του, ήδη ερεθισμένο από την κοντινή επαφή, υπέφερε από τον πόθο. «Κάποιος πρέπει να οδηγεί στο χορό», είπε εκείνη. Μια βραχνή νότα ζωντάνευε τα απότομα λόγια της. «Κι εκείνος δεν ήταν ικανός;» Μια ακόμη λάμψη στα μεγάλα μάτια της αποκάλυψε την απροθυμία της να μιλήσει μαζί του. «Χρειάζεται μαθήματα για να μπορέσει να αναλάβει το ρόλο του άντρα», είπε η Τζασίντα και μετά έκλεισε ερμητικά τα χείλη της. Τα έντονα ζυγωματικά της κοκκίνισαν ακόμη περισσότερο.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

16

Δεν ήταν λοιπόν εσκεμμένο το διπλό υπονοούμενο της. Και παρ’ ότι η προφορά της είχε μια αγγλική χροιά, ο Μάρκο της είπε: «Είσαι από τη Νέα Ζηλανδία». Μια σκιά πέρασε από τα μάτια της, αλλά εξαφανίστηκε πριν καταφέρει ο Μάρκο να καταλάβει τι ήταν. «Γέννημα θρέμμα», του απάντησε ανάλαφρα. «Απ’ αυτή την περιοχή;» «Όχι, από βόρεια». «Από το Όκλαντ;» Στο στόμα της σχηματίστηκε ένα αμυδρό χαμόγελο σαν να του εκμυστηρευόταν κάποιο συναρπαστικό μυστικό. Ο Μάρκο αναγκάστηκε να υπενθυμίσει στον εαυτό του και στο υπερβολικά επηρεασμένο κορμί του, ότι εκείνη υποδυόταν απλώς έναν ρόλο. «Από ακόμη πιο μακριά», του είπε εύθυμα. «Από τον θερμό βορρά, όπου το χιόνι είναι πράγμα σπάνιο και η υγρασία μπορεί να σε σκοτώσει». «Δεν έχω πάει ποτέ εκεί». Τα μάτια της έλαμψαν σαν να το έβρισκε διασκεδαστικά. Δεν ήταν αμιγώς γκρίζα... χρυσές ανταύγειες γυάλιζαν στα βάθη τους. Ο Μάρκο ανάγκασε τον εαυτό του να είναι αντικειμενικός, αλλά και πάλι ένιωσε θαυμασμό για την ομορφιά της. Του προκαλούσε έκπληξη το γεγονός ότι ο Χοκ το έβρισκε αδύνατο να της είναι πιστός κι αναρωτήθηκε γιατί εκείνη ανεχόταν τις πολυδιαφημιζόμενες σχέσεις του. Η Τζασίντα φαινόταν πολύ σίγουρη για τον εαυτό της και βέβαιη για την προσωπική της αξία για να παίζει έναν τόσο θλιβερό, υποταγμένο ρόλο. Αν ανήκε σ’ εκείνον, θα της ήταν σίγουρα πιστός. Καλά πώς στο διάολο του είχε έρθει αυτό; Ήταν πάντοτε πιστός στις αγαπημένες του μέχρι που χώριζαν. Είχε αφήσει το εκπληκτικό πρόσωπό της και την αίσθησή της στην αγκαλιά του να τον επηρεάσουν. Το πιθανότερο ήταν ότι εκείνη έμενε με τον Χοκ γιατί ήταν αρκετά πλούσιος ώστε να μπορεί να πληρώνει ξανά


17

ROBYN DONALD

και ξανά για τις απιστίες του. Ίσως κάτι από τις σκέψεις του να φάνηκε στο πρόσωπό του, γιατί εκείνη απέστρεψε το βλέμμα της και η απάντησή της ήταν ψυχρή κι επιφυλακτική. «Είναι ένα υπέροχο κομμάτι της Νέας Ζηλανδίας, αλλά φυσικά εγώ δεν είμαι αντικειμενική». «Όλοι είμαστε επιρρεπείς στην υποκειμενικότητα», είπε ο Μάρκο και η φωνή του ήταν ειρωνική. Η Τζασίντα αναρωτήθηκε τι είχε προκαλέσει αυτή την ειρωνεία. Το ίδιο καθρεφτιζόταν και στα γαλάζια μάτια του που ήταν τόσο διαπεραστικά, ώστε διαπερνούσαν με ευκολία την πανοπλία που είχε δημιουργήσει γύρω από τον πραγματικό εαυτό της. Ο Μάρκο συνέχισε ατάραχος: «Ίσως μια μέρα θα μπορούσες να μου δείξεις την περιοχή της Νέας Ζηλανδίας απ’ όπου κατάγεσαι». Τα λόγια του ανέκοψαν την αέρινη κίνησή της στην πίστα, αλλά όταν εκείνος την έσφιξε αυτόματα, η Τζασίντα βρήκε ξανά το ρυθμό της χωρίς να χάσει τα βήματα. Η έκφρασή της ήταν ανεξιχνίαστη. «Ίσως», είπε ανέκφραστα και χαμογέλασε. «Κάποια μέρα». Φαινόταν σαν να τον κοίταζε στα μάτια αλλά το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στα φρύδια του κι όταν εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι του, η Τζασίντα γύρισε ξανά αλλού. Η αδρεναλίνη ξεχύθηκε μέσα της ορμητική. Πάνω από τον φαρδύ ώμο του Μάρκο είδε το σκηνοθέτη να καθοδηγεί τους υπόλοιπους χορευτές. Χαμογελούσε, οπότε θα πρέπει να είχαν μάλλον καταφέρει αυτό που ήθελε. Ήταν ανάγκη να αρρωστήσει ο Σον; Ο πρίγκιπας ήταν τρομακτικά ελκυστικός και το κορμί της φαινόταν να έχει αναπτύξει δική του βούληση και να υποφέρει από μια παράξενη λαχτάρα. Κι απ’ ό,τι συνειδητοποίησε σοκαρισμένη δεν υποκρινόταν καθόλου στο ρόλο της. Ο τρόπος που ανταποκρινόταν το κορμί της ήταν πραγματικός. Ήθελε τον


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

18

πρίγκιπα Μάρκο Κονσιντίνι και το κορμί της το δήλωνε με απόλυτη σιγουριά. Ο σκηνοθέτης άρχισε να κάνει κύκλους στον αέρα, γνέφοντας και χειρονομώντας. «Νομίζω ότι θέλει να κάνουμε στροφή», είπε η Τζασίντα, κοιτώντας τον Μάρκο λες και ήταν η μοναδική ελπίδα σωτηρίας της. «Μπορείς;» Χωρίς να της απαντήσει, εκείνος την τράβηξε πιο κοντά στο μυώδες κορμί του και τη στριφογύρισε, αναγκάζοντάς τη να κολλήσει επάνω του, καθώς οι χορευτές άνοιγαν για να τους κάνουν χώρο. Ένα κύμα έντονου αισθησιασμού τη διαπέρασε σαν βελούδινη αστραπή, αναστατώνοντάς την. Η Τζασίντα ανατρίχιασε από την προδοσία του ίδιου της του εαυτού. «Κρυώνεις;» μουρμούρισε ο πρίγκιπας, απομακρύνοντάς τη λίγο για να μπορέσει να δει το πρόσωπό της. Να κρυώνει; Σίγουρα ο πρίγκιπας ήξερε ότι δεν κρύωνε... ότι είχε πάρει φωτιά, ότι η παρουσία του την έκαιγε. Τα νεύρα της ήταν τεντωμένα και κάθε της κύτταρο σε εγρήγορση καθώς η αισθησιακή απόλαυση απλωνόταν μέσα της σαν ζεστό μέλι. Πώς γινόταν μάτια που είχαν το χρώμα του πάγου να γυαλίζουν γεμάτα φωτιά; Μια ανεπαίσθητη κραυγή τής ξέφυγε όταν εκείνος έσκυψε το κεφάλι του και τη φίλησε στο μέτωπο. Το στιγμιαίο άγγιγμα των χειλιών του την έκανε να ακούσει καμπάνες να χτυπάνε με ενθουσιασμό και να πνίγουν τη φωνή της μητέρας της, επιτακτική και φοβισμένη. Ποτέ, ποτέ μην παραδεχτείς ότι είσαι από την Ιλίρια. Να μην έχεις καμία σχέση μαζί τους. Είναι ο μόνος τρόπος να είσαι ασφαλής. Υποσχέσου μου! Ήξερε στο βάθος του μυαλού της ότι ο καμέραμαν κατέγραφε τα πάντα, αλλά ο αδιάκριτος φακός ήταν σχεδόν σαν να είχε εξαφανιστεί. Πλημμυρισμένη από ευχαρίστηση, η Τζασίντα έκλεισε τα μάτια της, κάτι που επίσης δεν ήταν στο σενάριο, και ακούμπησε για μια στιγμή το κεφάλι της στον ώμο του πρίγκιπα. Το μεγαλόσωμο κορμί του και η δύναμή του της προκάλεσαν ένα ακαθόριστο συναίσθημα ανακούφισης.


19

ROBYN DONALD

«Ανάθεμα! Τα πάτε καταπληκτικά», ούρλιαξε ο σκηνοθέτης, σπάζοντας τα μάγια. «Εντάξει, συνεχίστε». Και συνέχισαν μέχρι πολύ αργότερα, που το τελεφερίκ τους έφερε στις χιονισμένες πλαγιές. Η υπόσχεση της ανατολής ρόδιζε πάνω από τα βουνά στα ανατολικά. Φορώντας ένα πρόχειρο παντελόνι και ένα μπουφάν, η Τζασίντα χασμουρήθηκε εξαντλημένη κι όμως ακόμη σε υπερένταση, εξαιτίας του άντρα που στεκόταν δίπλα της. Σύντομα θα κατέρρεε, το ήξερε. Αυτός ο πυρετώδης ενθουσιασμός θα εξατμιζόταν μόλις θα έφτανε στο καταφύγιο του δωματίου της. Μέχρι τότε θα έπρεπε να είναι τυπική κι απόμακρη. Θα έπρεπε να είναι εύκολο. Πιο παλιά ήταν πάντα εύκολο. Όμως η ανάμνηση των προειδοποιήσεων της μητέρας της, ο τρομερός φόβος της ότι κάποιος θα ανακάλυπτε τα μυστικά τους, την προειδοποιούσε να μη χαλαρώσει τις άμυνές της.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

20

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Παρ’ όλο που το γύρισμα θα πρέπει να του είχε φανεί πολύ βαρετό ο Μάρκο δε φαινόταν καθόλου κουρασμένος. Στεκόταν δίπλα της, σβήνοντας με κάποιο τρόπο όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Εξετάζοντάς τον διακριτικά στο αχνό φως του φεγγαριού, η Τζασίντα παρατήρησε ότι στο πρόσωπό του φαινόταν πιο έντονα η ζωώδης ζωντάνια του. Ανατρίχιασε και γύρισε το βλέμμα της αλλού. Τα μάτια της περιπλανήθηκαν στις αιώνιες γραμμές των βουνών απέναντι από τη λίμνη, αλλά χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία. Η ατελείωτη νύχτα είχε αποτυπώσει τρυφερά τον Μάρκο Κονσιντίνι στις αισθήσεις της. Ήξερε τον τρόπο που σφιγγόταν το κορμί του όταν την οδηγούσε στην πίστα και δε θα ξεχνούσε ποτέ το αμυδρό του άγγιγμα και την πρωτόγονή αντίδρασή της σ’ αυτό. Της ήταν ταυτόχρονα απόλυτα οικείος κι εντελώς ξένος. Όποτε θα θυμόταν αυτή τη διαφημιστική καμπάνια, σκέφτηκε με αφόρητη θλίψη, θα θυμόταν πόσο παράξενα ασφαλής είχε νιώσει στα χέρια του... και πόσο επικίνδυνη ήταν αυτή η ασφάλεια. Κάπου πιο κει περίμεναν αρκετά λεωφορεία κι ένα αυτοκίνητο. «Από δω», είπε ο Μάρκο κι όταν εκείνη δίστασε την έπιασε από το χέρι. Η Τζασίντα σφίχτηκε. Η όποια αντίρρηση δε θα ήταν λογική κι έτσι πήγε υπάκουα προς το πρώτο αυτοκίνητο. Ο οδηγός από το ξενοδοχείο άνοιξε την πόρτα, κάνοντας νόημα στον πρίγκιπα. «Καλημέρα, κύριε», είπε. «Καλημέρα, δεσποινίς Σινκλέρ. Όλα πήγαν καλά;» «Το ελπίζω», είπε ο πρίγκιπας και γλίστρησε στο πίσω κάθισμα


21

ROBYN DONALD

δίπλα της χωρίς να την αγγίξει. Σκέψου λογικά... χόρτασε να σ’ αγγίζει όλο το βράδυ, σκέφτηκε η Τζασίντα δύστροπα, προσπαθώντας να χαλιναγωγήσει τον τρελό σφυγμό της. Ακόμη κι αν ένιωθε αυτή την άγρια, πρωτόγονη έλξη, ο Μάρκο ήταν υπερβολικά κύριος για να κάνει κάποια κίνηση μπροστά στον οδηγό. Μια ολόκληρη ζωή έδιωχνε άντρες που την έβλεπαν ως όμορφη λεία. Θα έπρεπε να ήταν ευγνώμων για την εγκράτειά του. Έτσι, παρ’ ότι υπέφερε νιώθοντας δίπλα της τον σιωπηλό άντρα, άδειασε το μυαλό της και κάρφωσε τα μάτια της στο δρόμο μέχρι που εμφανίστηκε το κομψό ξενοδοχείο, χτισμένο δίπλα στα μαύρα νερά της λίμνης. Ο Μάρκο επέμεινε να τη συνοδεύσει στο δωμάτιό της, ακόμη και να βάλει εκείνος το κλειδί στην πόρτα της. «Δεν είμαι και τόσο κουρασμένη», διαμαρτυρήθηκε η Τζασίντα, αλλά ήταν ασυνήθιστα γλυκό που την παραχάιδευε έτσι. Εκείνος της χάρισε ένα χαμόγελο και της επέστρεψε το κλειδί. «Είσαι. Έχεις μαύρους κύκλους κάτω από τα μυστηριώδη μάτια σου και το πρόσωπό σου είναι τραβηγμένο». Ο τόνος του ήταν εύθυμος κι όμως η Τζασίντα είδε μια λάμψη στα μάτια του που της προκάλεσε έξαψη. Ο πρίγκιπας είχε έναν αέρα σεξουαλικότητας, σαν αρπακτικό που τριγύριζε τη λεία του. Μίλησε βιαστικά για να καλύψει τη σιωπή. «Ξέρω ότι ο Ζόλταν σ’ ευχαρίστησε ήδη, αλλά εγώ και τα δάχτυλα των ποδιών μου σου είμαστε πραγματικά ευγνώμονες. Το γύρισμα θα είχε κρατήσει πολύ περισσότερο αν δεν είχες προσφέρει τις υπηρεσίες σου». Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Κάπου σ’ όλους αυτούς τους κομπάρσους θα είχε βρει κάποιον που ήξερε να χορεύει. Κάτι που με κάνει να αναρωτιέμαι γιατί προσέλαβαν τον συγκεκριμένο αντικαταστάτη, αφού ήταν τόσο προφανές ότι δεν μπορούσε». Επειδή ήταν ο σύντροφος του Ζόλταν, αλλά, παρά τη συμπεριφορά του σκηνοθέτη, η Τζασίντα δε θα του


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

22

δημιουργούσε πρόβλημα. «Έχει το κατάλληλο ύψος... δεν υπάρχουν πολλοί άντρες μ’ αυτό το προσόν και σίγουρα κανένας ανάμεσα στους κομπάρσους». Το αμυδρό νεύμα που έκανε ο πρίγκιπας σήμαινε ότι συμφωνούσε. Ίσως, όμως και όχι. Η Τζασίντα υποψιαζόταν ότι τίποτα δεν ξέφευγε απ’ αυτό το ψυχρό, οξυδερκές βλέμμα. «Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα βραδιά», της είπε. Πνίγοντας αποφασιστικά την έντονη παρόρμηση να τον ρωτήσει αν Θα ήταν ακόμη στο ξενοδοχείο το πρωί, η Τζασίντα του χαμογέλασε νυσταγμένη και μπήκε στη σουίτα της. Γύρισε και του είπε: «Ευχαριστώ. Καληνύχτα». Το βλέμμα του σκοτείνιασε. Για μια έντονη, επικίνδυνη στιγμή της φάνηκε ότι θα τη φιλούσε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή με λαχτάρα, μέχρι που η έκφρασή του σκλήρυνε κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Καληνύχτα, Τζασίντα». Πριν κάνει κάτι ανόητο και τελείως έξω από το χαρακτήρα της, όπως ας πούμε να τον αρπάξει και να τον τραβήξει στο δωμάτιο, η Τζασίντα έκλεισε την πόρτα κι έγειρε επάνω της. Ο καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή σαν να είχε ξεφύγει από μεγάλο κίνδυνο. Όλο το βράδυ αναρωτιόταν αν είχε νιώσει κι ο πρίγκιπας τα ίδια σκοτεινά μάγια που είχαν τυλίξει κι εκείνη. Τώρα ήξερε πως ναι, κι αυτό τη ζάλισε και τη ζωντάνεψε... και την τρόμαξε. Για πρώτη φορά στη ζωή της ευχήθηκε να ήταν λιγότερο επιφυλακτική. Το ένστικτό της της έλεγε ότι θα ήταν εκπληκτικός εραστής... αλλά ακόμη κι αν δεν είχε αυτή τη διαίσθηση, υπενθύμισε στον εαυτό της ότι είχε ακούσει πολλά για τις εξαιρετικές του ικανότητες στο κρεβάτι. Και στην παραλία και στο ντους... Η Τζασίντα χασμουρήθηκε, ακολούθησε τη νυχτερινή της ρουτίνα και χώθηκε στο κρεβάτι. Παρ’ όλα αυτά χρειάστηκε να διώξει ένα σωρό ερωτικές σκέψεις από το επίμονο μυαλό της για να καταφέρει να χαλαρώσει αρκετά και να την πάρει ο ύπνος. Και η τελευταία της σκέψη ήταν ένα ασαφές, όχι και


23

ROBYN DONALD

τόσο ξεκάθαρο ερώτημα. Σίγουρα μετά από όλα αυτά τα χρόνια και το θάνατο του δικτάτορα που κυβερνούσε την Ιλίρια, οι προειδοποιήσεις της μητέρας της για τον κίνδυνο που αποτελούσε για κείνη και την αδερφή της η χώρα όπου γεννήθηκαν δεν μπορεί να ίσχυαν ακόμη... σωστά; *** «Πώς τα καταφέρνεις;» Η Τζασίντα σήκωσε το κεφάλι της από τα φρούτα με το μούσλι που έτρωγε. Αν και ήταν πια μεσημέρι, το ξενοδοχείο τής είχε προσφέρει πρωινό στην πλακόστρωτη βεράντα έξω από το δωμάτιό της. «Τι;» Η Μίρι Τανίττο έριξε μια υποτιμητική ματιά στα ψίχουλα από το ψωμί της. «Να τρως τόσο πολύ και να είσαι τόσο αδύνατη». «Γονίδια κι άσκηση», απάντησε η Τζασίντα. Η Μίρι αναστέναξε. «Και πώς καταφέρνεις να είσαι τόσο όμορφη χωρίς μακιγιάζ με τα μαλλιά σου αλογοουρά, που πηγαίνει μόνο στα μικρά κοριτσάκια, και έξι ώρες ύπνο;» «Καθαρή τύχη». Ο τόνος της Τζασίντα ήταν ανάλαφρος. «Θα έπρεπε να πιείς ένα ποτήρι αποβουτυρωμένο γάλα μαζί με το ψωμί σου. Οι πρωτεΐνες δίνουν ενέργεια. Και τα φρούτα βοηθάνε κι αυτά». Η Μίρι συνοφρυώθηκε. «Ακούγεσαι σαν τη μαμά μου». «Να ακούς τη μαμά σου», είπε η Τζασίντα εύθυμα. «Είναι απίστευτο το πόσο πολλά ξέρουν. Η μητέρα μου έλεγε: ‘Να τρως πρωινό σαν πρίγκιπας, μεσημεριανό σαν έμπορος και δείπνο σαν ζητιάνος’. Κι όντως έχει αποτέλεσμα». Η Μίρι κοίταξε πίσω από την Τζασίντα και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Και πάνω που είπαμε για πρίγκιπες», είπε ψιθυριστά, κοιτώντας σκανταλιάρικα την Τζασίντα. «Ο δικός σου μόλις έκανε την εμφάνισή του και περπατάει με έναν αέρα σαν να είναι κυρίαρχος του κόσμου».


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

24

Ένα αισθησιακό ρίγος είχε προειδοποιήσει ήδη την Τζασίντα. «Δεν είναι δικός μου πρίγκιπας», είπε αποφασιστικά, ελπίζοντας ότι το κάψιμο που ένιωθε στα μάγουλά της δε σήμαινε ότι είχε γίνει κατακόκκινη. Η φίλη της γέλασε. «Θα ήθελε όμως να γίνει! Ήταν εμφανέστατο χτες βράδυ». Σηκώθηκε όρθια. «Πρέπει να μαζέψω τα πράγματά μου. Τα λέμε, Τζασίντα, και σ’ ευχαριστώ για τις συμβουλές σου». «Δεν ήταν τίποτα», είπε η Τζασίντα αμήχανη. Η Μίρι έφυγε βιαστικά, αφήνοντας την Τζασίντα να προσπαθεί να τελειώσει το μούσλι της με τα νεύρα της τεντωμένα σαν χορδές. Όταν ο πρίγκιπας Μάρκο σταμάτησε δίπλα στο τραπέζι, η Τζασίντα σήκωσε το κεφάλι της. Η πρώτη σκέψη που της ήρθε τη σόκαρε. Πώς θα ήταν χωρίς το καλοραμμένο του παντελόνι και το βαμβακερό πουκάμισο που είχε το ίδιο ακριβώς χρώμα με τα μάτια του; Αλλά παρ’ όλο που έδιωξε από το μυαλό της την εικόνα, το μυαλό της έδωσε την απάντηση. Θα ήταν υπέροχος... σαν θεός, με τους γεροδεμένους μυς που είχε προσέξει μέσα από τα ρούχα του και το σφιχτό, λείο δέρμα του... «Καλημέρα», του είπε ευγνώμων για τις τυπικές ευγένειες που διευκόλυναν την καθημερινή επικοινωνία. Η φωνή της ακουγόταν αυστηρή, αλλά σίγουρα ήταν καλύτερα από τον απελπισμένο ενθουσιασμό που προσπαθούσε να πνίξει. «Τζασίντα». Εκείνος περιεργάστηκε το πρόσωπό της με ένα χαμόγελο που ταλαντευόταν ανάμεσα στην ειρωνεία και την τυπική ευγένεια. «Να καθίσω μαζί σου;» «Φυσικά», είπε η Τζασίντα αυτόματα. Ο Μάρκο κάθισε στην καρέκλα απέναντί της και την κοίταξε με τα διαπεραστικά γαλάζια μάτια του. «Ελπίζω να μην τρόμαξα τη φίλη σου και γι’ αυτό έφυγε», είπε εύθυμα. «Όχι πρέπει να προλάβει την πτήση της». Αν έμεναν σε τέτοιου είδους συζητήσεις, δε θα είχε κανένα πρόβλημα. «Ήταν εκείνη με τη λευκή τουαλέτα... η ενζενί σε αντίθεση μ’


25

ROBYN DONALD

εσένα την κομψή», της είπε ο Μάρκο. Τρομοκρατημένη από ένα τσίμπημα ζήλιας που εκείνος είχε θυμηθεί τη Μίρι, η Τζασίντα είπε ανέκφραστη: «Ναι». «Εσύ πότε πετάς;» Πού το πήγαινε; Υποψιαζόταν ότι ο Μάρκο δεν ήταν άνθρωπος που φλυαρούσε άσκοπα. Μετά από στιγμιαίο δισταγμό η Τζασίντα είπε: «Σήμερα το απόγευμα». Κοίταξε το ρολόι της. «Σε τρεις ώρες για την ακρίβεια». Εκείνος κάθισε αναπαυτικά στην καρέκλα. «Εγώ πηγαίνω Ταϊτή για μια εβδομάδα». «Τι ωραία», απάντησε επιφυλακτικά η Τζασίντα. «Έλα μαζί μου». Η τόσο ευθεία πρόσκληση διέλυσε την ψυχραιμία της και πλήγωσε κάποιο κρυφό, ευάλωτο κομμάτι μέσα της. Στο βλέμμα του δεν έβλεπε τίποτ' άλλο από ψυχρό υπολογισμό. Σαν να ήταν κάτι όμορφο που ήθελε και μπορούσε να το έχει, ένα αντικείμενο για να παίξει και μετά να το πετάξει όταν θα το έβρισκε πια ανιαρό. Εξοργισμένη έκρυψε τα αναστατωμένα συναισθήματά της με ένα αδιόρατο χαμόγελο. «Είσαι πολύ καλός», είπε ήρεμα, «αλλά, όχι, ευχαριστώ». Δεν ήταν ένα ανεγκέφαλο σεξουαλικό παιχνίδι, ούτε πρόθυμη να εμπορευτεί το κορμί της για μια σύντομη, παθιασμένη περιπέτεια. Εκείνος εξακολούθησε να την καρφώνει με το διαπεραστικό βλέμμα του. «Είσαι ερωτευμένη με τον Χοκ Κένεντι;» «Γίνεσαι αδιάκριτος», είπε κοφτά η Τζασίντα, νιώθοντας απέχθεια που εκείνος πίστευε τα κουτσομπολιά για τη σχέση της με τον άντρα που ήταν ο πιο κοντινός της φίλος... ο μόνος άνθρωπος, εκτός από την αδερφή της, που ήξερε το παρελθόν τους. Ο Μάρκο την κοίταξε εξεταστικά. «Χτες βράδυ ανταποκρίθηκες. Δεν το ήθελες, αλλά ανταποκρίθηκες. Αυτό δεν είναι κάτι που θα έκανε μια γυναίκα ερωτευμένη με έναν άλλο άντρα». Την είχε στριμώξει στη γωνία και η Τζασίντα επιτέθηκε. «Αυτό


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

26

λέγεται παρενόχληση κι έχουμε νόμους στη Νέα Ζηλανδία που την απαγορεύουν». «Μήπως απλώς πλησιάζω πολύ κοντά στην αλήθεια; Το ξενοδοχείο αυτό είναι δικό του». «Και λοιπόν;» είπε θυμωμένη η Τζασίντα, χάνοντας για μια στιγμή την περίφημη ψυχραιμία της. «Λοιπόν αυτός πληρώνει για να μένεις εδώ;» «Όχι». Η Τζασίντα ανέκτησε και πάλι την αξιοπρέπειά της και τον κοίταξε με περιφρόνηση. Η φωνή της ήταν παγωμένη σαν την Ανταρκτική. «Στην ουσία, η εταιρεία σου είναι αυτή που πληρώνει. Βρίσκω την όλη συζήτηση προσβλητική». Εκείνος θα έπρεπε να ντραπεί και να σταματήσει, αλλά προφανώς οι πρίγκιπες δεν καταλάβαιναν από ντροπές. «Δεν είχα καταλάβει ότι ήσουν σεμνότυφη». «Με το να με προσβάλλεις», του πέταξε η Τζασίντα, «δεν πρόκειται να πετύχεις αυτό που υποθέτω ότι θέλεις». «Και τι είναι αυτό;» ρώτησε μελιστάλαχτα ο Μάρκο. «Να νοικιάσεις προσωρινά το κορμί μου». Η φωνή της ήταν γεμάτη υπεροψία. Ο Μ άρκο ανασήκωσε το ίσιο μαύρο φρύδι του και την κοίταξε στα μάτια, με τρόπο τόσο προκλητικό και ξεκάθαρο, που την τάραξε μέχρι τα κατάβαθα της ψυχής της. Και τότε, χωρίς προειδοποίηση, εκείνος έγειρε και έπιασε το χέρι της. Το άγγιγμά του την έκαψε. Χαμένη στην επικίνδυνη γοητεία του, η Τζασίντα τον κοίταξε επίμονα. Το κορμί της παλλόταν από ένα ερωτικό φορτίο που την τρόμαζε. Ο Μάρκο έφερε το χέρι της στο στόμα του και φίλησε την παλάμη της, χαϊδεύοντας τη με τα χείλη του αισθησιακά. Μικρά ρίγη διαπέρασαν το κορμί της και το μυαλό της εκτοξεύτηκε σ’ ένα εναλλακτικό σύμπαν όπου το μόνο πράγμα που είχε σημασία ήταν το άγγιγμα των χειλιών του στο δέρμα της. Προσπάθησε να σφίξει τη γροθιά της. Με ένα πικρόχολο χαμόγελο, ο Μάρκο χάιδεψε τις μπλε φλέβες στον καρπό της. «Εγώ τουλάχιστον θα σου ήμουν πιστός», είπε με μακρόσυρτη


27

ROBYN DONALD

φωνή. Η Τζασίντα δάγκωσε τα χείλη της. «Όχι», είπε λίγο πιο δυνατά απ’ ό,τι χρειαζόταν, γιατί κατά βάθος ήθελε πολύ να του παραδοθεί ώστε με το ζόρι μπόρεσε να ξεστομίσει τη λέξη. «Είσαι σίγουρη;» «Απόλυτα», μουρμούρισε η Τζασίντα, ελευθερώνοντας το χέρι της. Εκείνος το άφησε, όχι όμως πριν εκείνη δει την ικανοποίηση στα μάτια του. Με μάτια διάπλατα, τον κοίταξε καθώς σηκωνόταν ατάραχος. Η ανακούφισή της, όμως, δεν κράτησε πολύ. Ο πρίγκιπας έσκυψε και φίλησε το στόμα της. Η Τζασίντα πάγωσε, αλλά το κορμί της, υπερευαίσθητο από τις ώρες που είχε περάσει το προηγούμενο βράδυ στην αγκαλιά του, φούντωσε και μια έντονη, ανελέητη πείνα ξύπνησε μέσα της από το πουθενά. Κοντανασαίνοντας προσπάθησε να τραβηχτεί, όμως ο Μάρκο εκμεταλλεύτηκε την αδύναμη προσπάθειά της και βάθυνε το φιλί, κυριαρχώντας επάνω της. Τρυφερό κι όμως απόλυτα επίμονο, το στόμα του έμεινε κολλημένο στο δικό της. Την επόμενη στιγμή είχε σηκωθεί όρθια και βρισκόταν στην αγκαλιά του. Τα δυνατά χέρια του, που έκλεισαν γύρω της, ήταν απολαυστικά. Όταν εκείνος σταμάτησε να τη φιλάει και την κοίταξε κατάματα, με μάτια μισόκλειστα, η Τζασίντα ψιθύρισε κάτι, το όνομά του ίσως, αλλά η λέξη πνίγηκε και δεν ακούστηκε καθώς ένιωσε ξανά την πίεση των χειλιών του. Ζαλισμένη σήκωσε το χέρι της, το ακούμπησε στο μάγουλό του και ενθουσιάστηκε με την αίσθηση που είχε το κάπως τραχύ δέρμα του. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του, φίλησε την άκρη των χειλιών της και μετά το λοβό του αυτιού της και το λαιμό της στο σημείο που μια φλέβα χτυπούσε βίαια. Ύστερα το χέρι του κάλυψε το στήθος της. Η Τζασίντα ένιωσε την ηδονή να ξεχύνεται μέσα της σαν φλογερή παλίρροια. Πάντοτε ήταν πολύ προσεκτική με τους άντρες και χαλάρωνε τις άμυνές της μόνο με τον Χοκ, που ήταν σχεδόν σαν αδερφός


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

28

της. Ποτέ πριν δεν είχε νιώσει αυτή την τόσο έντονη καυτή έξαψη και τώρα καταλάβαινε γιατί οι άνθρωποι εθίζονταν σ’ αυτή. Είναι απλώς σεξ, της ψιθύρισε μια φωνή μέσα της. Τίποτα το σοβαρό, απλώς μια ζωώδης έλξη πέρα από τη λογική. Τα στήθη της υπέφεραν απ’ αυτή την άγνωστη πείνα, σφιχτά και δεκτικά κάτω από το αργό, ασύλληπτα έμπειρο χάδι του. Βαθιά μέσα της κάτι ξύπνησε, μια λαχτάρα για κάτι περισσότερο... Ο Μάρκο τη φίλησε σαν να ήταν το άλλο του μισό, λες και θα χωρίζονταν και δε θα έβλεπαν ποτέ ξανά ο ένας τον άλλο κι αυτή ήταν η μόνη ανάμνηση που θα τους απέμενε. Ξαφνικά σταμάτησε, αφήνοντάς την ελεύθερη και λέγοντας σκληρά: «Θα πρέπει να είμαι τρελός!» Μπερδεμένη και σοκαρισμένη η Τζασίντα πήρε μια βαθιά ανάσα και χτένισε τα μαλλιά της με χέρι τρεμάμενο. Της είχε λύσει την κορδέλα που συγκροτούσε την αλογοουρά της και ούτε καν το είχε προσέξει! «Και οι δυο μας», του είπε λαχανιασμένη. «Δεν υπάρχει πρόβλημα... δε μας βλέπει κανείς εδώ». Εκείνος την κοίταξε αυστηρά. «Συγνώμη», της είπε και η φωνή του ήταν ψυχρή και τυπική. Τρομοκρατημένη, η Τζασίντα συνειδητοποίησε ότι είχε χαθεί τόσο πολύ στην αγκαλιά του, που δεν την ένοιαζε καθόλου αν τους παρακολουθούσε κόσμος. Επιστρατεύοντας ό,τι είχε απομείνει από την. αξιοπρέπειά της, έκανε ένα βήμα πίσω. Καταβάλλοντας προσπάθεια να ακουστεί η φωνή της ανάλαφρη και κοροϊδευτική, είπε: «Ελπίζω να περάσετε καλά στην Ταϊτή, κύριε». Ο Μάρκο χαμογέλασε λοξά, αποκαλύπτοντας τα λευκά του δόντια. «Κι εγώ ελπίζω να περάσεις καλά όπου κι αν πας, ό,τι κι αν κάνεις. Αλλά έχε στο νου σου ότι τώρα που ξέρω πως με θέλεις δε σκοπεύω να τα παρατήσω». Η καρδιά της Τζασίντα σκίρτησε. «Μπορεί να είμαι η πρώτη γυναίκα που σου λέει όχι, αλλά το εννοώ», είπε τρεμάμενα.


29

ROBYN DONALD

Εκείνος δεν προσπάθησε να την πείσει ότι έκανε λάθος. Αντίθετα, της είπε απότομα: «Φοβάσαι. Γιατί;» «Δε φοβάμαι!» Η Τζασίντα τον στραβοκοίταξε κι έσπρωξε μια τούφα από το πρόσωπό της. «Απλώς δε μου αρέσουν οι σύντομες περιπέτειες. Κύριε». Έκπληκτη τον άκουσε να γελάει, ένα γέλιο ειλικρινές σαν να το είχε βρει πράγματι πολύ αστείο. «Ούτε κι εμένα», της είπε με θράσος. «Κι αν νομίζεις ότι με το να μου πετάς αυτά τα κύριε, θα με κρατήσεις σε απόσταση, κάνεις λάθος». «Απεχθάνομαι τους άντρες που πιστεύουν ότι είναι δικαίωμά τους να έχουν όποια γυναίκα θελήσουν», απάντησε απερίσκεπτα η Τζασίντα. «Πες μου ειλικρινά ότι δε με θέλεις». «Τι σχέση έχει αυτό; Δεν πηγαίνω στο κρεβάτι με κάθε άντρα που θέλω. Είμαι πολύ επιλεκτική!» του πέταξε η Τζασίντα με αναίδεια. «Κι εγώ το ίδιο», απάντησε εκείνος ήρεμα. «Ξεκαθάρισες τη θέση σου... Με θέλεις, αλλά δεν πρόκειται να καταστρέφεις την όποια αρρωστημένη σχέση έχεις με τον Χοκ Κένεντι για κάτι αληθινό». «Δεν έχεις ιδέα για τη σχέση μου με τον Χοκ», τον αντέκρουσε η Τζασίντα. «Ξέρω ότι δε σου είναι πιστός, οπότε η σχέση σας δεν έχει εμπιστοσύνη, δεν έχει ειλικρίνεια». Ο Μάρκο έκανε μια παύση και όταν εκείνη παρέμεινε πεισματικά σιωπηλή, συνέχισε: «Και ξέρω ότι δεν υπήρξε ποτέ ένδειξη ότι δεν του ήσουν πιστή. Φαίνεσαι ευχαριστημένη να τον περιμένεις πάντα να γυρίσει πίσω». Ακόμη και τη στιγμή που τα έλεγε αυτά, ο Μάρκο αναρωτήθηκε γιατί έμπαινε σε τόσο κόπο. Υπήρχαν άφθονες γυναίκες στη ζωή του. Μπορούσε να έχει όποια ήθελε. Κι όμως, να που ικέτευε για την παρέα κάποιας που ήταν φανερό ότι δεν ήθελε καμία σχέση μαζί του. Εντάξει, σίγουρα τον έβρισκε ελκυστικό, αλλά κι άλλες γυναίκες τον ήθελαν κι εκείνος τις


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

30

είχε αγνοήσει. Διάολε, κάποιες είχαν εξομολογηθεί ακόμη ότι τον αγαπούσαν κι εκείνος είχε διαλύσει τη σχέση πριν τις πληγώσει. Δεν είχε ποτέ ζητήσει τίποτα παραπάνω εκτός από συντροφιά και αμοιβαία σεξουαλική απόλαυση. Και δεν είχε ποτέ κλέψει τη γυναίκα κάποιου άλλου. Τώρα αυτή η γυναίκα τον κοιτούσε με τα εκπληκτικά, γκρίζα μάτια της, αποφασισμένη να αρνηθεί τη σεξουαλική έλξη ανάμεσά τους. Του είπε κοφτά: «Σε παρακαλώ, μπορείς να πηγαίνεις τώρα». Η παράδοση των προγόνων του που είχαν πάρει, αιώνες τώρα, αυτό που επιθυμούσαν και είχαν συχνά πληρώσει ακριβά τις πράξεις τους, ξύπνησε μέσα του. Ο Μάρκο ήξερε πολύ καλά ότι εκείνη είχε δικαίωμα να τον αρνηθεί, ότι μια αποπλάνηση με τη βία δεν είχε καμία αξία κι όμως αναγκάστηκε να συγκρατηθεί για να μην την αρπάξει και της κάνει έρωτα μέχρι να παραδεχτεί ότι ένιωθε την ίδια έντονη, μεθυστική επιθυμία που θόλωνε και το δικό του μυαλό. Αλλά το να καταφύγει στις ασυμβίβαστες αρχές των Κονσιντίνι που ήταν επί αιώνες άρχοντες στο Λημέρι του Λύκου δεν ήταν δυνατόν στον σύγχρονο κόσμο. «Φυσικά», απάντησε αμέσως. Το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς. Κοίταξε το όμορφο πρόσωπό της, είδε μια παράξενη λάμψη στα μάτια της, και καταπολέμησε ξανά το πρωτόγονο ένστικτό του να την αρπάξει. Άγγιξε το μάγουλό της και την είδε να ξαφνιάζεται. Υπήρχαν κι άλλοι τρόποι να πάρει αυτό που ήθελε... κι εκείνος ακολουθούσε μια τακτική. Τη στιγμή όμως που τα δάχτυλά του άγγιξαν το δέρμα της, η τακτική του πήγε περίπατο. Η επιθυμία τον οδήγησε να τη φιλήσει ξανά. Παρ’ όλο που η Τζασίντα διάβασε την πρόθεσή του στο πρόσωπό του, δεν είχε δύναμη να τον απορρίψει. Θα ήταν η τελευταία φορά που τον φιλούσε και το ήθελε πολύ. Έτσι υπέκυψε. Το στόμα της ήταν απαλό και δεκτικό κάτω από το δικό του, μέχρι που εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε στα μάτια αποφασιστικά.


31

ROBYN DONALD

«Αν με χρειαστείς», της είπε ευθέως, «τηλεφώνησέ μου». «Ωραία ατάκα», είπε η Τζασίντα, χωρίς να προσπαθήσει να κρύψει τον κοροϊδευτικό τόνο στη φωνή της. «Θα είναι και πολύ εύκολο να σε βρω, χωρίς αμφιβολία». Αδύνατο εννοούσε κι εκείνος το ήξερε. «Τηλεφώνησε σε οποιοδήποτε από τα γραφεία μου και θα σε συνδέσουν». Ο Μάρκο έκανε μεταβολή κι έφυγε. Τα κατάμαυρα μαλλιά του γυάλιζαν στον ήλιο και το λυγερό, γεροδεμένο κορμί του είχε τη χάρη του πάνθηρα. Αναστατωμένη η Τζασίντα κάθισε και πάλι κάτω, απαγορεύοντας στον εαυτό της να τον κοιτάξει καθώς έφευγε. Η μητέρα τους δεν τις άφηνε να το κάνουν ποτέ αυτό. Μια αρχαία πρόληψη της οικογένειάς τους έλεγε ότι, αν το έκανες, το άτομο που κοίταζες δε θα επέστρεφε ποτέ. Η κοινή λογική της λοιπόν της έλεγε απερίφραστα να κρατήσει το βλέμμα της επάνω του. Δεν ήθελε να ξαναγυρίσει ο πρίγκιπας. «Πού ήσουν όταν σε χρειαζόμουν;» την κατηγόρησε μέσα από τα δόντια της, αλλά η κοινή λογική της δεν απάντησε. «Αυτό λέγεται εγκατάλειψη καθήκοντος». Γύρισε το κεφάλι της αλλά ήταν πολύ αργά. Ο πρίγκιπας είχε ήδη εξαφανιστεί. Ένιωσε απογοήτευση και μια παράξενη μελαγχολία. Είχε λοιπόν γνωρίσει έναν από τους Κονσιντίνι. Το στόμα της άρχισε να τρέμει. «Αλαζόνας και κάθαρμα», είπε βραχνά. Ω, ναι. Και σκληρός και ανελέητος και αυταρχικός και κακομαθημένος. Και διαολεμένα σέξι. Ο μόνος άντρας που είχε τέτοια επιρροή πάνω της. Η μητέρα της όμως την είχε μάθει να είναι προσεκτική κι αυτό ήταν βαθιά ριζωμένο μέσα της και σήμαινε ότι δε θα έβλεπε ποτέ ξανά τον Μάρκο Κονσιντίνι. Πιθανόν βέβαια να τον συναντούσε στα εγκαίνια της διαφημιστικής καμπάνιας, ήταν, όμως, σίγουρη ότι μέχρι τότε εκείνος θα είχε βρει κάποια άλλη κι εκείνη δε θα κινδύνευε.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

32

*** Η Τζασίντα είχε συμφωνήσει να κάνει την Εβδομάδα Μόδας της Νέας Ζηλανδίας, ζητώντας μια αμοιβή που τρομοκράτησε την ατζέντισσα της. «Τους χρωστάω χάρη», είπε η Τζασίντα χαμογελώντας, καθώς φαντάστηκε τη σκληρή ατζέντισσα της έτοιμη να λιποθυμήσει. «Από κει ξεκίνησα». «Πριν από έντεκα χρόνια και κάθε χρόνο ξαναπηγαίνεις και δουλεύεις για ψίχουλα!» Η Μπέλα αναστέναξε θυμωμένη στο τηλέφωνο. «Είσαι πολύ αφοσιωμένη. Αυτό είναι το πρόβλημά σου. Σε σημείο βλακείας». «Το ξέρω. Μου το λες συνέχεια». «Έχω δίκιο. Πάντα έχω δίκιο. Μετά την Εβδομάδα Μόδας, θα πας διακοπές, έτσι δεν είναι;» «Ναι. Θα περάσω μια υπέροχη βδομάδα σ’ ένα εξοχικό στα βόρεια της Νέας Ζηλανδίας». «Εξοχικό; Τι εξοχικό;» Η Τζασίντα χαμογέλασε πλατιά. «Σε μια πολύ μικρή καλύβα, που βρίσκεται στην πιο όμορφη παραλία του κόσμου». Η ατζέντισσα της αναστέναξε. «Δηλαδή σε εξαθλιωμένες συνθήκες. Κάπου που δεν πιάνει κινητό! Δε σε καταλαβαίνω». Όμως το ότι είχε αγοράσει το ρημαγμένο κτήμα ήταν σωστή απόφαση. Τελείως απομονωμένο, ήταν το καταφύγιο της. Όταν τελείωνε με τις υποχρεώσεις της, θα έχτιζε ένα καινούριο σπίτι και θα ζούσε εκεί... Τώρα έστρεψε το βλέμμα της από την οθόνη του φορητού υπολογιστή της και αναστέναξε ευχαριστημένη, καθώς κοίταζε τη χρυσή παραλία. Θα μπορούσε να είχε μείνει στο σπίτι του Χοκ λίγο πιο νότια στο Μπει οφ Αιλαντς, αλλά χρειαζόταν απομόνωση. Αυτό, όμως, που χρειαζόταν ετούτη τη στιγμή ήταν να κολυμπήσει. Έγραφε από τις τέσσερις το πρωί και το μυαλό της είχε κουραστεί.


33

ROBYN DONALD

Το μεγαλύτερο προτέρημα του μικρού, χαριτωμένου υπολογιστή της ήταν ότι μπορούσε να γράφει όπου ήθελε. Είχε περάσει το τελευταίο δίωρο σε μια ξαπλώστρα κάτω από τα τεράστια δέντρα που βρίσκονταν κατά μήκος της παραλίας. Αφού έσωσε τις σελίδες που ήλπιζε ότι μπορεί τελικά να αποτελούσαν ένα μυθιστόρημα για ενήλικες, ανέβασε τον υπολογιστή στο μικρό εξοχικό που είχε μόνο ένα δωμάτιο. Δεν είχε ιδέα αν οι σελίδες αυτές ήταν της προκοπής, αλλά αποτελούσαν το πρώτο προσχέδιο και δεν ανησυχούσε ακόμη πολύ για την ποιότητά τους. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι είχε την ιστορία στο μυαλό της τόσο πολύ καιρό, ώστε ένιωθε ότι αν δεν την έγραφε μπορεί και να μούχλιαζε. Και καθώς τα δύο προηγούμενα βιβλία της για εφήβους, γραμμένα με ψευδώνυμο, είχαν πάρει καλές κριτικές, ήξερε ότι έγραφε καλά. Η Τζασίντα χασμουρήθηκε κι έβαλε ένα μπικίνι. Θα κολυμπούσε στον κόλπο, θα έκανε ένα ντους, θα έτρωγε μεσημεριανό και μετά θα κοιμόταν. Κάτω από τα δέντρα σκέφτηκε με ευχαρίστηση, χαρούμενη που δε χρειαζόταν να μοιράζεται την παραλία με κανέναν άλλον. Σιγοτραγουδώντας ευτυχισμένη, πήρε μια τεράστια ψάθα και την πετσέτα της. Μόλις όμως άπλωσε την ψάθα, της φάνηκε τόσο δελεαστική που τελικά κάθισε κάτω. Θα ήταν υπέροχα να απολάμβανε για λίγο τον ήλιο. Δεν προσπάθησε όμως και πολύ να συγκροτήσει τα βλέφαρά της που είχαν ξαφνικά βαρύνει αβάσταχτα. Χωρίς να το καταλάβει, παρασύρθηκε αμέσως σ’ ένα όνειρο με τον άντρα που βασάνιζε τα όνειρά της από τότε που τον είχε αφήσει να φύγει μακριά της, κάπου στην άλλη άκρη της χώρας. Εκείνος είπε το όνομά της, αργά, με τόνο τρυφερό, της χαμογέλασε και της άπλωσε το χέρι του, κι αυτή τη φορά εκείνη δεν φοβόταν τις αρχαίες βεντέτες και μπορούσε να πάει κοντά του. Όταν όμως προσπάθησε να πάει προς το μέρος του, ο αέρας έγινε βαρύς κι εκείνη δυσκολευόταν να προχωρήσει. Όταν τελικά σωριάστηκε στο έδαφος γιατί δεν μπορούσε να παλέψει άλλο το αόρατο εμπόδιο, ο Μάρκο γύρισε και της είπε


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

34

σκληρά: «Είναι πολύ αργά, Τζασίντα», κι εξαφανίστηκε. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της και ξύπνησε απότομα. «Για όνομα του Θεού!» είπε και σηκώθηκε αμέσως. Έξαλλη με τον εαυτό της διέσχισε τρέχοντας την παραλία και μπήκε στο νερό. Η βουτιά στη δροσερή αγκαλιά της θάλασσας έσβησε τα τελευταία επικίνδυνα ίχνη του ονείρου από το μυαλό της. Επίμονα κολύμπησε κατά μήκος της παραλίας, αλλά, παρ’ όλο που ήταν άνοιξη και το νερό ήταν ζεστό, άρχισε να τρέμει. Γύρισε και κατευθύνθηκε προς την ακτή. Στην αρχή νόμισε ότι ο ήχος του ελικοπτέρου ήταν η μηχανή κάποιας βάρκας και κοίταξε προς τη θάλασσα. Πλησίαζε, όμως, υπερβολικά γρήγορα για να είναι βάρκα. Ήταν θόρυβος από έλικες. Η Τζασίντα παρακολούθησε ανήσυχη το ελικόπτερο να πετάει χαμηλά πάνω από τους λόφους. Ήταν πολύ αργά για να τρέξει στην καλύβα. Αν και είχε ξεπεράσει τη συστολή που της προκαλούσε μεγάλη αμηχανία όταν είχε πρωταρχίσει το μόντελινγκ, το μπικίνι της ήταν υπερβολικά μικροσκοπικό για επισκέψεις, σκέφτηκε ανήσυχη.


35

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η Τζασίντα παρακολούθησε το ελικόπτερο που γύρισε και κατευθύνθηκε προς την παραλία. Ο Χοκ, σκέφτηκε, νιώθοντας πανικό. Θα έπρεπε να ήταν ο Χοκ. Μήπως είχε συμβεί τίποτα στη Λέξι; Έσπρωξε τον φλογερό χείμαρρο των μαλλιών της από το σαστισμένο της πρόσωπο. Το ελικόπτερο πέταξε χαμηλά από πάνω της και προσγειώθηκε με δυσκολία στην άμμο. Κοίταξε επίμονα καθώς άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας άντρας... ψηλός, μελαχρινός και γεροδεμένος, που έσκυψε κι απομακρύνθηκε από τους έλικες. Αναγνώρισε αμέσως τον πρίγκιπα. Κάτι μέσα της πήρε φωτιά. Ένιωσε ξαφνικά γυμνή, αλλά δεν είχε πουθενά να πάει. Οι μηχανές του ελικοπτέρου άλλαξαν ρυθμό. Χωρίς να πιστεύει στα μάτια της η Τζασίντα το είδε να απογειώνεται από την παραλία και να κατευθύνεται ξανά προς τον πολιτισμό. Μουδιασμένη, αγριοκοίταξε τον Μάρκο Κονσιντίνι και η καρδιά της ζωντάνεψε ξανά μετά από ατελείωτες εβδομάδες θλίψης. Εκείνος της χαμογέλασε και το στομάχι της σφίχτηκε. Κατακόκκινη και ξαναμμένη, συνειδητοποιώντας επώδυνα ότι κάθε κύτταρο του κορμιού της έτρεμε από προσμονή κι ανησυχία, περίμενε σιωπηλή. «Γεια σου, Τζασίντα», της είπε εκείνος γλυκά όταν μπορούσε να ακουστεί. «Γιατί ήρθες εδώ;» Η Τζασίντα έγινε έξαλλη όταν άκουσε τη φωνή της να βγαίνει βραχνή και χαμηλόφωνη, λες κι είχε πάρει


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

36

ένα ανεκτίμητο δώρο. «Ήρθα για σένα φυσικά». Ο Μάρκο την πρόλαβε πριν του απαντήσει κάτι ανόητο. «Η καμπάνια χρειάζεται κι άλλη δουλειά». «Γιατί;» ρώτησε σαστισμένη η Τζασίντα. «Τα πλάνα στη λίμνη είναι άχρηστα». Η Τζασίντα συνοφρυώθηκε. «Όλα; Σίγουρα κάποια θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν». «Κάποια μεμονωμένα ίσως, αλλά και με το καλύτερο μοντάζ το βίντεο είναι άχρηστο». «Είναι η ώρα της εκδίκησης;» ρώτησε ψυχρά η Τζασίντα. Το πρόσωπό του σκλήρυνε. «Δε δουλεύω έτσι, Τζασίντα». «Κι εγώ δε γράφω τόσο άσχημα στο φακό», είπε η Τζασίντα, νιώθοντας φουντωμένη από τον περιφρονητικό του τόνο. «Αλλά δε θα κατηγορούσα εσένα. Ξέρω ότι ο σκηνοθέτης ήθελε ηθοποιό για το ρόλο...» «Απλώς δε βγήκε όπως το περιμέναμε», τη διέκοψε ο Μάρκο. «Δεν φταις εσύ, ούτε ο σκηνοθέτης... εγώ δεν κόλλησα στην εικόνα. Πρέπει να γυριστεί ξανά. Έχουμε βρει μια αποθήκη στο Όκλαντ και είμαστε έτοιμοι. Αργήσαμε μόνο να σε βρούμε». «Πώς με βρήκες;» Το χαμόγελό του ήταν αυτάρεσκο. «Από την ατζέντισσα σου, φυσικά». Φυσικά. Κανείς, μα κανείς, δεν αρνούνταν κάτι σ’ έναν άντρα τόσο ισχυρό. Όχι μόνο είχε στήσει τη δική του επιτυχημένη επιχείρηση, αλλά και ο ξάδερφός του ο Άλεξ, ο Πρίγκιπας του Στέμματος στην Ιλίρια, όταν είχε κληθεί για να αναλάβει μετά το θάνατο του δικτάτορα, του είχε παραδώσει τις επιχειρήσεις του. Ο Μάρκο τις είχε οδηγήσει σε τεράστια επιτυχία. Φυσικά η Μπέλα θα του έλεγε πού βρισκόταν. «Γιατί έφυγε το ελικόπτερο;» τον ρώτησε. Εκείνος ανασήκωσε το μαύρο φρύδι του. «Πρέπει να μεταφέρει έναν άλλον επιβάτη και θα επιστρέφει σύντομα. Και σε περίπτωση που αναρωτιέσαι, η πολύ σκληρή ατζέντισσα σου


37

ROBYN DONALD

έχει ήδη διαπραγματευτεί την αρμόζουσα έξτρα αμοιβή σου». Έχοντας συναίσθηση για το πόσο αποκαλυπτικό ήταν το μπικίνι της, η Τζασίντα ίσιωσε τους ώμους της. Εκείνος ήταν φυσικά άψογα ντυμένος, από το καλοραμμένο παντελόνι ως το κομψό πουκάμισο, με τα μανίκια ανασηκωμένα. «Η Μπέλα είναι πάνω απ’ όλα επαγγελματίας», του είπε κοφτά. Η ίδια ένιωθε το ακριβώς αντίθετο. «Και το ίδιο κι εγώ. Θα κάνω φυσικά ό,τι είναι απαραίτητο για να πετύχει η καμπάνια. Θέλω λίγη ώρα για να ετοιμαστώ». Ο Μάρκο ανασήκωσε και πάλι το φρύδι του. «Θα σε βοηθήσω να μαζέψεις», είπε αργόσυρτα. Πριν από μερικά λεπτά τον λαχταρούσε... τώρα που βρισκόταν εκεί ήθελε μόνο να φύγει μακριά του. Ήταν υπερβολικά επικίνδυνος. Η ανόητη καρδιά της ήδη τραγουδούσε κι αν δεν πρόσεχε θα φερόταν εντελώς χαζά. Σηκώνοντας το κεφάλι της ψηλά τόσο που πονούσαν οι ώμοι της, η Τζασίντα κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Και τότε κάτι μακρύ, γλοιώδες και σκληρό τυλίχτηκε στη γάμπα της και κόλλησε στο δέρμα της. Σοκαρισμένη και αηδιασμένη ούρλιαζε, σκεπτόμενη πολύ αργά ότι θα πρέπει να ήταν απλώς φύκια. «Τι στο διάβολο;...» Η φωνή του Μάρκο ήταν σκληρή κι απότομη. «Δεν είναι τίποτα», είπε η Τζασίντα αλλά ήταν ήδη αργά. Χωρίς να νοιαστεί για τα παπούτσια του και το παντελόνι του, εκείνος βρέθηκε δίπλα της. Την άρπαξε και την τράβηξε από το νερό, ρωτώντας απότομα: «Τι είναι; Τι πάτησες;» «Φύκια», μουρμούρισε η Τζασίντα, νιώθοντας εντελώς ηλίθια. «Μπορώ να περπατήσω, ήταν απλώς ένα φύκι...» Εκείνος, όμως, την κουβάλησε μέχρι την παραλία κι όταν την άφησε κάτω, την κράτησε για μερικά λεπτά μέχρι που πείστηκε ότι μπορούσε να περπατήσει. Μετά, προς μεγάλη της έκπληξη, γονάτισε και πέρασε το χέρι του από το μηρό της, ψάχνοντας προφανώς για κάποιο δάγκωμα ή τσίμπημα. Βαθιά μέσα της άναψε μια απαγορευμένη φωτιά. «Είμαι μια


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

38

χαρά», είπε και η φωνή της ακούστηκε απόμακρη, πνιγμένη απ’ τον πόθο. Είχε την παράξενη αίσθηση ότι η γη είχε παγώσει. Κοίταξε κάτω, το μαύρο κεφάλι του Μάρκο και το χέρι του στο δέρμα της. Εκτεθειμένη στο φως του ήλιου, δεν μπορούσε να μιλήσει από τον ενθουσιασμό της. Εκείνος κοίταξε προς τα πάνω και διάβασε αυτό που η Τζασίντα δεν μπορούσε πια να κρύψει. Με μια γρήγορη κίνηση σηκώθηκε όρθιος. Της χαμογέλασε κι εκείνη κατάλαβε τις προθέσεις του. Το κορμί της παραδόθηκε σ’ έναν καταρράκτη αισθήσεων, που έσβησαν κάθε σκέψη εκτός από την πείνα που φούντωνε ανεξέλεγκτη μέσα της. Πανικόβλητη η Τζασίντα τον έσπρωξε μακριά της, αλλά ήταν σαν να προσπαθούσε να μετακινήσει βουνό. Ήταν σκληρός σαν πέτρα. «Ησύχασε», της είπε και η φωνή του ακούστηκε εξοργιστικά σίγουρη. Και μετά έσκυψε και τη φίλησε και, όπως και πριν, κάθε λογική της απόφαση πνίγηκε στην ανάγκη. Η Τζασίντα του ανταπέδωσε το φιλί, κολλώντας τα χείλη της στα δικά του πεινασμένα. Τα χέρια του την έσφιξαν, φέρνοντάς τη στο ερεθισμένο κορμί του. Η Τζασίντα ανατρίχιασε, νιώθοντας να παραλύει από την ευχαρίστηση. Μισάνοιξε τα χείλη της καθώς εκείνος τα πίεζε και αγνόησε τις θολές προειδοποιήσεις στο μυαλό της που πάλευαν να τραβήξουν την προσοχή της, χαμένη σε μια ερωτική λαχτάρα που είχε καιρό να νιώσει. Το φιλί του Μάρκο και το κορμί του τόσο κοντά της έδιναν τροφή σ’ αυτή τη λαχτάρα. Μέσα της φούντωσε ένα πάθος που σιγόκαιγε ατελείωτες μέρες και νύχτες, τροφοδοτημένο από την έντονη ανάμνηση όταν χόρευε στην αγκαλιά του καθώς και από ερωτικά όνειρα. Η φλογερή αντίδρασή της υπονόμευε και τη λίγη θέληση που της είχε απομείνει. Όταν το χέρι του βρήκε το στήθος της, βόγκηξε. Τα μακριά του δάχτυλα τυλίχτηκαν γύρω του με εξαιρετική ακρίβεια και το χάδι του την έκανε να λιώσει. Ένα κύμα


39

ROBYN DONALD

σεξουαλικής ανάγκης την πλημμύρισε, παρασύροντας στο δρόμο του τα πάντα και κάνοντάς τη να θέλει να του παραδοθεί. Και η αίσθηση ήταν τόσο τέλεια, λες κι αυτή η στιγμή ήταν προκαθορισμένη. Λες και κάτι στη ζωή της είχε μπει στη θέση του κι εκείνη δεν επρόκειτο να είναι ποτέ ξανά η ίδια. Λες και είχε βρει επιτέλους την πραγματική της πατρίδα... Το μπικίνι της τη στένευε, η τριβή του αβάσταχτη πάνω στα τόσο ευαίσθητα στήθη της και στην οδυνηρή έξαψη μέσα της. Μετακίνησε το βάρος της από το ένα πόδι στο άλλο κι ανατρίχιασε όταν ο Μάρκο γλίστρησε το χέρι του στο κούμπωμα του μαγιό της. «Αυτό το όμορφο μαγιό δεν το χρειάζεσαι», είπε λαχανιασμένος και το έβγαλε με μια επιδέξια, έμπειρη κίνηση, αφήνοντάς τη μισόγυμνη στο εξονυχιστικό του βλέμμα. Απερίσκεπτα ένιωσε ενθουσιασμό. Ο Μάρκο μισόκλεισε τα μάτια του και το χρώμα τους έγινε πιο έντονο, σαν να έλαμπαν διαμάντια. Χάιδεψε τα στήθη της που φάνταζαν μαργαριταρένια στο μελαψό του χέρι. Η Τζασίντα δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά αυτή την απελπισμένη επιθυμία. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ήθελε το στόμα του στις ορθωμένες θηλές της που τη βασάνιζαν με την προθυμία τους. Διαμαρτυρήθηκε αδύναμα, όταν εκείνος τη σήκωσε στα χέρια και την κουβάλησε στην ψάθα, αλλά το πάθος είχε εξαφανίσει την επιφυλακτικότητά της. Οι μύες στα χέρια του και τους ώμους του διογκώθηκαν καθώς χαμήλωσε και κάθισε μ’ εκείνη ξαπλωμένη στην αγκαλιά του. Ξαναμμένη έκρυψε το πρόσωπό της στο λαιμό του και του ξεκούμπωσε το πουκάμισο. Τα δάχτυλά της έτρεμαν καθώς πάλευε με κάθε κουμπί, νιώθοντας τον πόθο να φουντώνει μέσα της. Του χάιδεψε τους φαρδιούς, λείους ώμους και το στέρνο και κράτησε την ανάσα της. Ήταν υπέροχος. Είχε λείο δέρμα, γεροδεμένο κορμί, πρόσωπο αλαζονικό καθώς την κοιτούσε. Ζυγιάστηκαν με το βλέμμα, πλημμυρισμένοι από τον πόθο. Αναστενάζοντας, εκείνος της είπε: «Είσαι τόσο όμορφη, που με


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

40

κάνεις να υποφέρω». Τα λόγια του, ο τόνος του, έλιωσαν και τα τελευταία ίχνη αντίστασης μέσα της. Η Τζασίντα γύρισε το κεφάλι της και φίλησε τον ώμο του, επίμονα, προκλητικά. Το στήθος του ανεβοκατέβηκε κι εκείνη ένιωσε το χτυποκάρδι του να γίνεται πιο γρήγορο. Ευχαριστημένη απ’ αυτή την αυθόρμητη αντίδρασή του, έγλειψε το απαλό δέρμα του με τρυφερή λαιμαργία. Η διακριτική γεύση του, τόσο απόλυτα αρρενωπή, τη ζάλισε. «Υπερβολικά όμορφη», της είπε λες και ήταν ελάττωμα. «Το ίδιο κι εσύ», απάντησε η Τζασίντα υπνωτισμένη από το πάθος. Εκείνος γέλασε. «Αυτός ο χαρακτηρισμός ταιριάζει σε άντρες όπως ο Σον Άμποτ και ο αντικαταστάτης του στο γύρισμα», είπε και έσκυψε το κεφάλι του πριν προλάβει να του δώσει απάντηση. Το φιλί του ήταν σχεδόν βίαιο κι όμως του το ανταπέδωσε, εξερευνώντας το στόμα του, με τρόπο πρωτόγονο, προκλητικό και ταυτόχρονα υποταγμένο. Κι αυτή η επίμονη, μεθυστική και τρομακτική αίσθηση τη συνεπήρε. Το στόμα του στο στήθος της της προκάλεσε ηδονικά ρίγη. Η Τζασίντα κράτησε την αναπνοή της καθώς τη φιλούσε. Όταν επιτέλους πήρε τη θηλή της στο στόμα του, ένιωσε το σφυγμό της να καλπάζει. Κλαψούρισε γεμάτη ένταση και προσμονή, καθώς το στόμα του έκανε τα μαγικά του, φέρνοντάς της ζαλάδα. Ο Μάρκο έλυσε τον κόμπο στα κορδόνια του μπικίνι της και χάιδεψε την επίπεδη κοιλιά της. «Si belle», της μουρμούρισε με φωνή βραχνή. «Με κάνεις να μεθάω από απόλαυση...» πρόσθεσε στην ίδια γλώσσα. Η Τζασίντα μιλούσε γαλλικά, αλλά θα είχε καταλάβει τι εννοούσε εκείνος ακόμη κι αν δε μιλούσε. Παρ’ όλο που ο τόνος του ήταν συγκρατημένος, εκείνος δεν μπορούσε να ελέγξει τη λάμψη στα ανοιχτόχρωμα μάτια του ή το


41

ROBYN DONALD

αναψοκοκκίνισμα στα μεσογειακά ζυγωματικά του. «Είναι απολύτως αμοιβαίο», του ψιθύρισε στην ίδια γλώσσα. Ο Μάρκο σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε ξαφνικά με περιέργεια και ένταση. «Πώς ένα κορίτσι από τη Νέα Ζηλανδία μιλάει τόσο καλά παριζιάνικα γαλλικά;» Πώς μπορούσε να διακόπτει αυτό το πάθος τόσο απότομα; Η Τζασίντα πάγωσε. «Η μπέιμπι σίτερ μου ήταν Γαλλίδα. Έμαθα να μιλάω από μικρή», του εξήγησε και συνειδητοποίησε ότι εκείνος αποθήκευε αυτές τις πληροφορίες στο ψυχρό, έξυπνο μυαλό του. «Αργότερα... πολύ αργότερα», μουρμούρισε πάνω στο δέρμα της, «θα πρέπει να μου πεις κι άλλα για την παιδική σου ηλικία». Η μεθυστική ομίχλη της επιθυμίας είχε διαλυθεί αρκετά ώστε η Τζασίντα να συνειδητοποιήσει ποιο θα ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα αν γινόταν κάτι τέτοιο. Τραβήχτηκε από πάνω του, αλλά πριν προλάβει να συγκεντρώσει το μυαλό της, εκείνος τη φίλησε ξανά. Τα μακριά του δάχτυλα βρήκαν το κέντρο της θηλυκότητάς της και με αβάσταχτη επιδεξιότητα και τρυφερότητα τη χάιδεψαν αργά, απολαυστικά, βασανιστικά. Μια δυνατή φωτιά φούντωσε βαθιά μέσα της που εξαπλώθηκε ανεξέλεγκτα σε κάθε κύτταρο του κορμιού της. Εκείνος πήρε και πάλι στο στόμα του τη θηλή της κι ύστερα σήκωσε το κεφάλι του και της είπε με βραχνή φωνή: «Με έχεις τρελάνει τελείως από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Πες μου τώρα ότι ο Χοκ Κένεντι είναι εραστής σου και μπορεί να καταφέρω να σταματήσω». «Δεν... δεν είναι...» είπε ταραγμένη η Τζασίντα. Εκείνος την περίμενε να σταματήσει να τραυλίζει και μετά τη ρώτησε αμείλικτα: «Γιατί μένεις μαζί του όταν είναι τόσο προφανές ότι δε σ’ αγαπάει αρκετά για να σου είναι πιστός;» Η Τζασίντα ένιωσε να παγώνει. «Δεν είμαι υποχρεωμένη να σου απαντήσω», είπε απαξιωτικά και σηκώθηκε όρθια, ψάχνοντας απελπισμένα για το σουτιέν του μπικίνι της. Ο


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

42

Μάρκο σηκώθηκε κι εκείνος. Ήταν θυμωμένος, συνειδητοποίησε με ένα ρίγος η Τζασίντα, που αναγνώρισε την οργή κάτω από την πανοπλία του αυτοελέγχου του. «Είναι τόσο υπέροχος εραστής, ώστε του συγχωρείς τα πάντα;» της είπε ωμά. «Σου προσφέρει κάποιου είδους σταθερότητα; Σε εκβιάζει για να μένεις κοντά του;» Όταν εκείνη έκανε μεταβολή, την έπιασε από το χέρι και τη γύρισε ξανά προς το μέρος του για να δει το πρόσωπό της. «Αυτό είναι;» τη ρώτησε και το ύφος ήταν τόσο επιθετικό, που της θύμισε τους βίαιους προγόνους του. «Όχι!» απάντησε κατηγορηματικά η Τζασίντα. «Φυσικά και δε με εκβιάζει! Και δεν είμαστε εραστές!» «Απλώς καλοί φίλοι;» είπε κοροϊδευτικά ο Μάρκο. «Δεν πιστεύω σ’ αυτού του είδους τη σχέση ανάμεσα σε δυο ενήλικες». Η Τζασίντα έσφιξε τα δόντια της. «Συμβαίνει, ιδίως όταν αυτοί οι δύο άνθρωποι έχουν μεγαλώσει σχεδόν σαν αδέρφια. Τώρα άφησέ με!» είπε. Εκείνος την άφησε αλλά μόνο για να τη φυλακίσει στην αγκαλιά του. Παρά το θυμό της, η Τζασίντα ένιωθε την επιθυμία να επαναστατεί μέσα της και να της θολώνει το μυαλό. Πήρε μια τρεμάμενη ανάσα και κοίταξε απελπισμένη τα διαπεραστικά γαλάζια μάτια του. «Αδέρφια;» είπε εκείνος και χαμογέλασε αργά και αισθησιακά, φουντώνοντας κι άλλο τον πόθο της. Η Τζασίντα έκλεισε τα μάτια της για να μην τον βλέπει. Προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή της ήρεμη κι ανέκφραστη, του είπε: «Μεγαλώσαμε μαζί. Οι μητέρες μας ήταν μόνες τους κι έπρεπε να δουλέψουν. Εμάς μας κρατούσε μια γειτόνισσα. Ο κόσμος μάς περνούσε για αδέρφια κι έτσι νιώθαμε κι εμείς». Σιωπή επικράτησε ανάμεσά τους. «Κοίταξέ με», της είπε τελικά εκείνος αυστηρά. Απρόθυμα, η Τζασίντα άνοιξε τα μάτια της και συνάντησε το


43

ROBYN DONALD

εξονυχιστικό του βλέμμα. «Γιατί δεν το έχεις πει σε κανέναν; Θα πρέπει να έχεις καταλάβει ότι όλοι σάς θεωρούν εραστές και σε λυπούνται για την υποτιθέμενη απιστία του». «Ποιος θα μας πίστευε; Εξάλλου, δεν είναι δουλειά κανενός το τι κάνουμε εμείς», απάντησε κοφτά η Τζασίντα. «Ναι, αλλά σ’ εμένα το είπες». Η Τζασίντα δάγκωσε τα χείλη της. Ναι, του το είχε πει. Γιατί; Εκείνη και ο Χοκ δεν ήθελαν οι άλλοι να ασχολούνται με την προσωπική τους ζωή κι έβρισκαν την όλη κατάσταση διασκεδαστική. Και για την ίδια η υποτιθέμενη σχέση τους είχε λειτουργήσει ως ασπίδα απέναντι στα αρπακτικό αρσενικά που συναντούσε εξαιτίας του επαγγέλματος της. Οι άντρες που ήθελαν να τη ρίξουν στο κρεβάτι πρόσεχαν πολύ, γιατί δεν ήθελαν να τα βάλουν με τον Χοκ. Ο Μάρκο ήταν σαν να διάβασε τη σκέψη της. «Γιατί;» Κι όταν εκείνη τον κοίταξε ταραγμένη, επανέλαβε πιο συγκεκριμένα: «Γιατί το είπες σ’ εμένα, Τζασίντα;» «Γιατί με νευρίασες», απάντησε απότομα η Τζασίντα. «Ή γιατί ήθελες να μάθω ότι η σχέση σου μαζί του δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να με απασχολεί;» «Όχι!» Πολύ αργά συνειδητοποίησε την παγίδα που είχε στήσει η ίδια στον εαυτό της. «Δεν είπες ότι το ελικόπτερο θα γυρίσει από λεπτό σε λεπτό;» Τελικά εκείνη είχε δίκιο. Η απογοήτευση πυροδότησε το θυμό του. Πώς στο διάβολο είχε αφήσει να συμβεί αυτό; αναρωτήθηκε ο Μάρκο. Την ήθελε τόσο πολύ, που ένιωθε την πείνα του σαν καυστικό οξύ. Με κάποιο τρόπο, εκείνη κατάφερνε να κάνει την αυτοκυριαρχία του κομμάτια. Σιωπηλά βλαστήμησε τον εαυτό του που είχε φερθεί τόσο χοντροκομμένα και είχε αναφέρει τον Κένεντι. Αν το είχε σκεφτεί, θα είχε φανταστεί ποια θα ήταν η αντίδρασή της στη μομφή του. Τουλάχιστον κάτι είχε μάθει για κείνη, σκέφτηκε ειρωνικά. Και δεν του άρεσε καθόλου που ήταν αναγκασμένος


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

44

να παραδεχτεί πως όταν εκείνη βρισκόταν στην αγκαλιά του, δεν μπορούσε να σκεφτεί καθόλου. Τα χείλη της, πρησμένα από τα φιλιά του, τρεμόπαιξαν. «Πρέπει να μαζέψω τα πράγματά μου». Ο Μάρκο έσφιξε τα δόντια κι έπνιξε τον πόθο του. Είδε το ντελικάτο δέρμα της να κοκκινίζει και μετά να χλομιάζει. Εκείνη γύρισε από την άλλη και πάλεψε να φορέσει το βρεγμένο σουτιέν της. «Ορίστε πάρε αυτό», της είπε ο Μάρκο και της έδωσε το πουκάμισό του. Κατακόκκινη, η Τζασίντα το φόρεσε και έδεσε ξανά τον κόμπο στο μπικίνι της, με δάχτυλα που έτρεμαν. Ο Μάρκο έσκυψε και σήκωσε την ψάθα, θέλοντας να καταλαγιάσει λίγο την πιεστική ανάγκη που τον είχε καταλάβει. Όταν κατάφερε να ανακτήσει κάπως τον έλεγχο, σηκώθηκε ξανά όρθιος κι εκείνη γύρισε βιαστικά αλλού σαν να την τρόμαζε η παρουσία του. Η λοξή ματιά της τον έκανε να αναρωτηθεί μήπως δεν περίμενε ότι εκείνος όντως θα σταματούσε. Αλλά από την άλλη η Τζασίντα ήταν εξαιρετική ηθοποιός. Στο βίντεο είχε υποδυθεί με επιτυχία μια γυναίκα ερωτευμένη... «Έχεις δίκιο. Καλύτερα να πηγαίνουμε», της είπε ήρεμα κι άρχισε να προχωράει προς την καλύβα. «Μην είσαι τόσο φοβισμένη. Δεν είμαι ζώο να σε αναγκάσω να υποκύψεις». Εκείνη δεν απάντησε, ο Μάρκο όμως είδε στο πρόσωπό της μια ανησυχία που την πρόδωσε. «Όχι ότι δε θα ήταν απίστευτα απολαυστικό», συνέχισε. «Και για τους δυο μας», πρόσθεσε όταν εκείνη κοκκίνισε. Δεν είχε νόημα να του πει ψέματα. Εκείνος ήξερε ότι κι εκείνη θα απολάμβανε κάθε τρελή στιγμή που θα περνούσε στην αγκαλιά του. Αγνοώντας τα μάγουλά της που την έκαιγαν, του είπε: «Ναι. Σ’ το χρωστάω υποθέτω να το παραδεχτώ». «Δε μου χρωστάς τίποτα. Κι επειδή πρέπει να συνεργαστούμε, θα σου ξεκαθαρίσω κάτι: αν υπάρξει επόμενη φορά, θα συμβεί μόνο αν είναι ξεκάθαρο πως το θέλεις κι εσύ».


45

ROBYN DONALD

Η Τζασίντα γούρλωσε τα μάτια της κι ύστερα τα χαμήλωσε τρομοκρατημένη. «Μην ανησυχείς, είσαι απόλυτα ασφαλής», είπε κοφτά. «Σύμφωνοι», είπε ο Μάρκο. Σταμάτησε και της πρόσφερε το χέρι του. Όταν εκείνη δίστασε, της χαμογέλασε προκλητικά. Θιγμένη, η Τζασίντα ξεπέρασε την απροθυμία της και του έσφιξε το χέρι. Ένιωσε μια ηλεκτρική εκκένωση, που άναψε ξανά τη φωτιά που μόλις πριν από μερικά λεπτά είχε καταφέρει να σβήσει. Η λάμψη στα μάτια του της έλεγε ότι το ένιωθε κι εκείνος, ότι είχε -προκαλέσει αυτή την επαφή επίτηδες. Ανασηκώνοντας το πιγούνι της, η Τζασίντα τραβήχτηκε. «Αν θέλεις να είμαι έτοιμη όταν θα επιστρέφει το ελικόπτερο, πρέπει να κάνω ντους και να μαζέψω τα πράγματά μου». «Θα περιμένει», είπε αδιάφορα ο Μάρκο, αλλά την άφησε και προχώρησε μαζί της προς την καλύβα.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

46

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Ο Μάρκο την ακολούθησε στην καλύβα, κοιτώντας γύρω του με ανασηκωμένα φρύδια. Σίγουρα δε θα είχε δει ξανά κάτι τόσο πρωτόγονο στην καλομαθημένη ζωή του, σκέφτηκε η Τζασίντα ειρωνικά. Και να πάρει! Εκείνος καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του χώρου! «Περιμένεις έξω να ετοιμαστώ;» του είπε. «Θα επιστρέφεις ξανά εδώ;» «Όχι», είπε απότομα η Τζασίντα και μετά αναρωτήθηκε αν έπρεπε να του αποκαλύψει τόσο πολλά για τα σχέδιά της. Αλλά δεν άξιζε τον κόπο να κάνει ξανά τόσο μεγάλο ταξίδι για να έρθει εδώ πάνω. Σε μερικές μέρες είχε κανονίσει να πάει στο σπίτι του Χοκ στο Μπέι οφ Αιλαντς. Σίγουρα δε θα τον πείραζε αν πήγαινε μερικές μέρες νωρίτερα. Γύρισε να πάρει μια αλλαξιά ρούχα και το βλέμμα της έπεσε στο παντελόνι και τα παπούτσια του που έσταζαν. «Φοβάμαι ότι δεν έχω στεγνωτήριο», του είπε τροχιά. Εκείνος της έριξε μια ειρωνική ματιά. «Μην ανησυχείς». Βλέποντας την αναποφάσιστη, πρόσθεσε μελιστάλαχτα: «Φυσικά θα μπορούσα να βγάλω το παντελόνι μου και να το κρεμάσω στη βεράντα. Έχει αρκετή ζέστη, θα στεγνώσει». Καταλαβαίνοντας ότι την παίδευε επίτηδες, η Τζασίντα ξεροκατάπιε. «Αν θέλεις, κρέμασε" το. Εγώ πάω για ντους». Γιατί, μα γιατί είχε έρθει εκεί πέρα ο ίδιος; Οι υπόλοιποι μεγιστάνες που είχε γνωρίσει είχαν ανθρώπους που έκαναν όλες τους τις δουλειές. Μάλλον επειδή πίστευε ότι μπορούσε να τη ρίξει στο κρεβάτι, σκέφτηκε κι ένιωσε να καίει από ντροπή. Και το είχε σχεδόν πετύχει... «Έχεις εδώ ντους;»


47

ROBYN DONALD

«Φυσικά», απάντησε η Τζασίντα και αρπάζοντας μια αγκαλιά ρούχα, εξαφανίστηκε στο μπάνιο, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να βρει καταφύγιο εκεί μέχρι να επιστρέφει το ελικόπτερο. Έπρεπε, όμως, να φτιάξει και τη βαλίτσα της. Νιώθοντας απογοήτευση, έκανε το συνηθισμένο της, γρήγορο ντους, σκουπίστηκε και φόρεσε ένα βαμβακερό παντελόνι και μια μακριά σκουροπράσινη βουάλ μπλούζα. Τράβηξε τα μαλλιά της πίσω κι έβαλε μία αμυδρή στρώση λιπγκλός στα χείλη της. Δεν είχε σκοπό να κρυφτεί πίσω από το μακιγιάζ. Θα έδινε μεγάλη αξία στον πρίγκιπα Μάρκο Κονσιντίνι. Όταν μπήκε ξανά στο δωμάτιο εκείνος ήταν ακόμη ντυμένος. Του γύρισε την πλάτη και άρχισε να πετάει τα ρούχα της σε μια βαλίτσα, νιώθοντας όμως έντονα την παρουσία του σαν... σαν χάδι, σκέφτηκε θυμωμένη, χτυπώντας με δύναμη την ντουλάπα. Αγνοώντας τα τεντωμένα της νεύρα, πήρε τις αποσκευές της και τις έβγαλε στη βεράντα. Απόλυτα χαλαρός, ο Μάρκο ήταν έξω και αγνάντευε τον κόλπο. Αν και ο απαλός παφλασμός των κυμάτων κάλυπτε τα βήματά της στο ξύλινο πάτωμα, εκείνος γύρισε αμέσως. Το όμορφο πρόσωπό του ήταν μια μπρούντζινη μάσκα που έκανε τα ήδη ευαίσθητα νεύρα της να τεντωθούν κι άλλο. Άφησε τις αποσκευές της δίπλα στο κάγκελο. «Δώσε το σ’ εμένα αυτό». Ο Μάρκο άπλωσε το χέρι του για να πάρει τον φορητό υπολογιστή της. «Δεν είναι βαρύ», είπε η Τζασίντα και τον έσφιξε. «Αυτό το πείσμα είναι χαρακτηριστικό σου ή το φυλάς ειδικά για μένα;» ρώτησε εκείνος ψυχρά. Με το απόμακρο ύφος που είχε κάνει πρόβα όσο βρισκόταν στο μπάνιο, η Τζασίντα απάντησε: «Είναι απλώς ένα λάπτοπ». «Μεγάλωσα με την πεποίθηση ότι μια γυναίκα δεν πρέπει να κουβαλάει τίποτα πιο βαρύ από την τσάντα της», είπε με ένα ειρωνικό χαμόγελο ο Μάρκο. «Ή ένα παιδί». Η Τζασίντα ένιωσε μια έντονη λαχτάρα. Τρομοκρατημένη συνειδητοποίησε ότι φανταζόταν ένα παιδί —το δικό τους


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

48

παιδί... ένα μικρό κοριτσάκι με τα κόκκινα μαλλιά και τα γκρίζα μάτια της μαμάς του και τα αδρά χαρακτηριστικά του μπαμπά του... Ένας υπόκωφος θόρυβος εξαφάνισε τη φαντασίωση. Το ελικόπτερο ερχόταν γρήγορα από τους λόφους. «Τέλειος συγχρονισμός», είπε ο Μάρκο με ένα ψυχρό χαμόγελο και της πήρε τον υπολογιστή. «Πάμε». *** Έφτασαν στο Όκλαντ αργά το απόγευμα και προσγειώθηκαν στη στέγη ενός κτιρίου στο κέντρο της πόλης. «Πότε αρχίζουμε γύρισμα;» ρώτησε η Τζασίντα όταν μπήκαν πια στο δροσερό εσωτερικό. «Αύριο το πρωί. Θα μείνεις σ’ αυτό το ξενοδοχείο απόψε», της είπε ο Μάρκο. Κοίταξε το ρολόι του. «Έχεις συνάντηση εδώ με τον Ζόλταν σε δέκα λεπτά». Εκείνος είχε υιοθετήσει μία ψυχρή, επαγγελματική συμπεριφορά, βάζοντας ένα τείχος ανάμεσά τους. Ωραία, σκέφτηκε αυστηρά η Τζασίντα, πολεμώντας μια έντονη θλίψη. Η μεγάλη, ευάερη σουίτα έβλεπε βορειοανατολικά στο λιμάνι. Αν και ήταν πολύ όμορφα διακοσμημένη, η Τζασίντα ευχήθηκε να βρισκόταν πίσω στη φτωχική καλύβα της. Όχι ότι ήταν πια το καταφύγιό της. Ο Μάρκο είχε κατά κάποιο τρόπο παραβιάσει τα τείχη του. Δε θα μπορούσε να ξαναπάει ποτέ εκεί χωρίς να τον θυμηθεί, συνειδητοποίησε με απόγνωση. Κοίταξε τα λουλούδια σε ένα βάζο και τον ρώτησε: «Γιατί είσαι εδώ;» «Για να διευκολύνω τα πράγματα», απάντησε εκείνος απότομα. «Και...» Το τηλέφωνο τον διέκοψε. «Θα πρέπει να είναι ο Ζόλταν», είπε και σήκωσε το ακουστικό. Η Τζασίντα τον κάρφωσε με το βλέμμα, αλλά εκείνος απλώς ανασήκωσε ειρωνικά τα φρύδια του. «Ναι», είπε και κατέβασε το ακουστικό. «Σε παρακαλώ, μην απαντήσεις ξανά το τηλέφωνό μου», του ζήτησε η Τζασίντα.


49

ROBYN DONALD

Το χαμόγελο του πρίγκιπα ήταν ειρωνικό. «Συγνώμη ήταν μια αυτόματη αντίδραση». «Δε θα σου άρεσε να το έκανα εγώ σπίτι σου», είπε με τόνο αρκετά απότομο η Τζασίντα. Μα καλά γιατί το είχε πει αυτό; Δεν υπήρχε πιθανότητα να βρεθεί ποτέ στο σπίτι του. Πώς γινόταν η παρουσία του και μόνο να της θολώνει το μυαλό; Ο Μάρκο την κοίταξε αινιγματικά. «Είμαι σίγουρος ότι οι καλοί σου τρόποι δε θα σου επέτρεπαν να υποπέσεις σε τέτοιο τρομερό αμάρτημα. Ο σκηνοθέτης έρχεται». *** Παρ’ όλο που η Τζασίντα δεν ήθελε τον Μάρκο εκεί, δεν μπορούσε να του πει να φύγει. Εκείνος είχε τη δύναμη και τα χρήματα και είχε κάθε δικαίωμα να παραστεί στη συζήτηση με τον Ζόλταν. Έτσι ανάγκασε τον εαυτό της να φανεί ήρεμη κι επαγγελματίας, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αγνοήσει τον πρίγκιπα. Δεν τα κατάφερε όμως. Όποτε ένιωθε το βλέμμα του, το κορμί της αντιδρούσε με απροκάλυπτο ενθουσιασμό, κάνοντας την ανάσα να βγαίνει πιο γρήγορα από τα χείλη της και την καρδιά της να χτυπάει δυνατά σαν ταμπούρλο. Μισή ώρα αργότερα ο Ζόλταν, εκπληκτικά ευχάριστος αυτή τη φορά, είχε φύγει και η Τζασίντα καθόταν στον μεγάλο καναπέ, πολεμώντας ένα παράξενο μείγμα ανακούφισης και δυσαρέσκειας. «Μία μέρα... δύο στη χειρότερη περίπτωση», είχε υποσχεθεί ο σκηνοθέτης. «Τι ώρα αρχίζουμε;» «Έξι το πρωί... θα έρθει αυτοκίνητο να σε πάρει». Ο Ζόλταν είχε ρίξει μια ματιά στον σιωπηλό πρίγκιπα και μετά είχε γυρίσει και πάλι στην Τζασίντα με ένα πονηρό χαμόγελο. «Γι’ αυτό να πέσεις νωρίς στο κρεβάτι σήμερα». Εκείνη του είχε ρίξει ένα βλέμμα που πετούσε σπίθες. «Φυσικά».


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

50

Ήταν προφανές ότι ο Ζόλταν πίστευε ότι ήταν ερωμένη του Μάρκο. Βέβαια είχε κάθε λόγο να το πιστεύει. Παρ’ όλο που ο πρίγκιπας δεν την είχε αγγίξει, ούτε είχε κάνει την παραμικρή τρυφερή κίνηση, αναγνώριζε στη συμπεριφορά του μία υποβόσκουσα κτητικότητα που τη συγκινούσε και την ανησυχούσε ταυτόχρονα. Παρ’ ότι είχε πειστεί ότι δεν υπήρχε πια λόγος να φοβάται τους Ιλιριανούς, δεν τολμούσε να αφήσει τον εαυτό της να πλησιάσει τον Μάρκο. Εντάξει μπορεί να ήταν λίγο παρατραβηγμένο να φοβάται το τι μπορεί να ανακάλυπταν οι παπαράτσι αν άρχιζαν να τα σκαλίζουν, αλλά την υπόσχεση που είχε δώσει στη μητέρα της στο νεκροκρέβατό της δε θα την αθετούσε. Δε θα αποκάλυπτε ποτέ ότι ήταν από την Ιλίρια. Σηκώθηκε όρθια. «Ευχαριστώ που μπήκες στον κόπο να με φέρεις», είπε στον Μάρκο. Σηκώθηκε κι εκείνος. «Δεν ήταν τίποτα», είπε αδιάφορα. «Σου το χρωστούσα. Ήταν δική μου η απόφαση να γυριστεί ξανά το διαφημιστικό». «Αυτό το κατάλαβα. Τι ακριβώς δε σου άρεσε στις αρχικές λήψεις; Σου φάνηκε ότι θα σε αναγνώριζαν;» Εκείνος φάνηκε απορημένος. «Όχι», είπε κοφτά. «Πώς ήξερες ότι εγώ αποφάσισα ότι δε μας έκαναν τα πλάνα;» «Γιατί αν δεν άρεσαν στον Ζόλταν, θα μου το έλεγε. Δεν με ήθελε από την αρχή και θα είχε πάρει μεγάλη ικανοποίηση αν είχε την ευκαιρία να αποδείξει ότι ήμουν λάθος επιλογή για το διαφημιστικό. Οπότε αν δεν ήταν εκείνος το πρόβλημα, θα έπρεπε να ήσουν εσύ». Ο Μάρκο έπιασε τον εαυτό του να εύχεται να ήταν και η Τζασίντα σαν τα άλλα μοντέλα που είχε γνωρίσει —τόσο απορροφημένη από την καριέρα της ώστε να μην αφιερώνει χρόνο σε οτιδήποτε άλλο. Αυτή η γυναίκα ήταν πανέξυπνη κι όταν τον κοιτούσε με τα τεράστια γκρίζα μάτια της, τόσο καθάρια κι όμως τόσο μυστηριώδη, δε σαγήνευε μόνο το κορμί του αλλά και το μυαλό του. Πράγμα επικίνδυνο...


51

ROBYN DONALD

Όχι, αρνιόταν να το παραδεχτεί αυτό. Δεν πίστευε ότι υπήρχαν μοιραίες γυναίκες... έπρεπε, όμως, να παραδεχτεί ότι τον ενθουσίαζε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. «Δεν είχε καμία σχέση με τη δική σου ερμηνεία», της είπε. «Είσαι άψογη επαγγελματίας. Μου φάνηκε ότι υπήρχε διαφορά στην ατμόσφαιρα ανάμεσα στις λήψεις με τον Σον Αμποτ και μ’ εμένα κι αν το πρόσεξα εγώ, τότε θα το πρόσεχαν κι άλλοι». Αυτή ήταν η αλήθεια, αν και όχι ολόκληρη. «Αυτό είναι το πρώτο άρωμα που βγάζει η εταιρεία και θέλω η καμπάνια να είναι όσο καλύτερη γίνεται», πρόσθεσε. Και πάλι η αλήθεια... αλλά όχι ολόκληρη. Εκείνη τον κοίταξε με ύφος απόμακρο. Φαινόταν λίγο αγχωμένη αλλά ήταν γεμάτη χάρη. Τα μαλλιά της έπεφταν στην πλάτη της σαν πυρκαγιά και η επιθυμία του για κείνη έκανε το στομάχι του να δεθεί κόμπος. Η φωνή του σκλήρυνε. «Έχουν πέσει πολλά λεφτά σ’ αυτή την υπόθεση». Η Τζασίντα χαμογέλασε αχνά. «Τελικά όλα τελικά είναι θέμα χρημάτων». «Έτσι είναι τα πράγματα», απάντησε κυνικά ο Μάρκο. Εκείνη τον αγριοκοίταξε σαν να τον κατηγορούσε για υποκρισία. Έτσι πρόσθεσε: «Κι εσύ έχεις προσλάβει μια πολύ σκληρή ατζέντισσα για να φροντίζει να παίρνεις όσα περισσότερα χρήματα γίνεται για τις εμφανίσεις σου». Η Τζασίντα ανασήκωσε τους άμμους της και άφησε το σχόλιο να περάσει έτσι. «Με συγχωρείς τώρα, αλλά πρέπει να φάω νωρίς απόψε και να κοιμηθώ. Άκουσες τις οδηγίες του πανάκριβου σκηνοθέτη σου». «Ναι, και μου φάνηκε θρασύτατος», είπε ο Μάρκο κοφτά. Η Τζασίντα ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «Δε μιλούσε σ’ εσένα. Σ’ εμένα απευθυνόταν. Οι σκηνοθέτες είναι τύραννοι, δεν υπήρχε περίπτωση όμως να διαπληκτιστεί με τον άνθρωπο που τον πληρώνει. Όπως είπες κι εσύ, έτσι είναι τα πράγματα». Κι επειδή εκείνος δε φαινόταν να καταλαβαίνει ότι η ψυχραιμία της ήταν εξαιρετικά εύθραυστη, η Τζασίντα πήγε προς την


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

52

πόρτα. «Καληνύχτα», είπε, προσπαθώντας να κάνει τη φωνή της αδιάφορη. «Όνειρα γλυκά», είπε ο Μάρκο νωχελικά. Κι έφυγε. Η Τζασίντα έκλεισε την πόρτα και με έναν τρεμάμενο αναστεναγμό έγειρε επάνω της, προσπαθώντας να χαλαρώσει. Όμως καμία από τις συνηθισμένες της μεθόδους δεν είχε αποτέλεσμα. Το κορμί της ήταν σαν τεντωμένο σκοινί, ακόμη σε εγρήγορση και φοβισμένο από την απογοήτευση και την επιθυμία. Τουλάχιστον τον πίστευε ότι θα την άφηνε ήσυχη. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον πρίγκιπα Μάρκο Κονσιντίνι να χάνει το μυαλό του από τον πόθο ή να πιέζει μια γυναίκα. Ένας άντρας που είχε πετύχει πριν από τα τριάντα τόσα πολλά όσα εκείνος, θα έπρεπε να έχει μεγάλη αυτοπειθαρχία και αποφασιστικότητα, κάτι που την έκανε να ανατριχιάζει. Πάγος και ατσάλι, που ταίριαζαν μ’ εκείνα τα μάτια των Κονσιντίνι και το αυστηρό, όμορφο πρόσωπό του. Για κείνον μια γυναίκα θα ήταν απλώς διασκέδαση, ένας ευχάριστος τρόπος για να χαλαρώνει... αλλά θα έκανε έρωτα με τη δύναμη και τη χάρη της έμφυτης σεξουαλικότητάς του... Πώς θα κατάφερνε να διώξει τις ανεξέλεγκτες στιγμές στην παραλία από το μυαλό της... και την καρδιά της; Ιδίως τώρα που θα τον έβλεπε και πιο συχνά. Μια σειρά από πάρτι σε όλο τον κόσμο είχαν οργανωθεί για το λανσάρισμα του αρώματος, αρχίζοντας με ένα γκαλά στο Λονδίνο. Υποτίθεται ότι θα συνόδευε τον πρίγκιπα σ’ όλες αυτές τις εκδηλώσεις. Η Τζασίντα ανάγκασε τον εαυτό της να φάει με το ζόρι λίγο από το φαγητό που της έφεραν στο δωμάτιο και μετά έβγαλε το κινητό της. Σχημάτισε τον αριθμό και περίμενε μέχρι να απαντήσει η αδερφή της. «Γεια σου, Λέξι. Πώς είσαι;» «Καλά», είπε κεφάτα η Λέξι. «Πάει καλά το μυθιστόρημα;» «Καθόλου». Η Τζασίντα της εξήγησε τι είχε συμβεί. «Κρίμα», είπε η Λέξι. «Δεν το πιστεύω ότι η δουλειά σου δεν ήταν αρκετά καλή. Απλώς ο σκηνοθέτης δε σε χωνεύει»,


53

ROBYN DONALD

πρόσθεσε με αγανάκτηση. Η Τζασίντα χαμογέλασε πικρόχολα. «Μην ανησυχείς για τον σκηνοθέτη. Έχω αντιμετωπίσει και χειρότερους. Πώς είναι η Αυστραλία;» «Υπέροχη!» Η Λέξι ήταν κτηνίατρος και έκανε διακοπές, δουλεύοντας ταυτόχρονα. Συνέχισε να φλυαρεί ενθουσιασμένη για αρκετή ώρα. Όταν ηρέμησε κάπως, η Τζασίντα τη ρώτησε: «Από λεφτά πώς πας;» «Μια χαρά. Μην ανησυχείς για μένα... είμαι ανεξάρτητη τώρα, χάρη σ’ εσένα». Η Τζασίντα είχε ξεκινήσει το μόντελινγκ στα δεκαέξι, περίπου δυο χρόνια αφότου η μητέρα τους είχε εκδηλώσει τα πρώτα σημάδια της ασθένειας που τελικά τη σκότωσε. Παρ' όλο που η Τζασίντα απολάμβανε τη λάμψη του επαγγέλματος της, η κύρια φιλοδοξία της ήταν να προσφέρει στη μητέρα της την καλύτερη ιατρική βοήθεια. Αρκετά σύντομα, όταν ήταν πλέον φανερό ότι τίποτα δεν μπορούσε να βοηθήσει την Ιλόνα, άρχισε να σπουδάζει στρατηγικές επενδύσεων, αποφασισμένη να μην πεθάνει η μητέρα της έχοντας την έγνοια για το μέλλον των παιδιών της. Ακόμη κι αν η καριέρα της δεν είχε κανένα άλλο νόημα, είχε προσφέρει στη μητέρα της γαλήνη στο τέλος και στη Λέξι τα μέσα για να ακολουθήσει ένα επάγγελμα που λάτρευε. «Είναι όλα εντάξει, Τζασίντα;» ρώτησε η αδερφή της. «Μια χαρά». Αλλά η φράση ακούστηκε κούφια. «Καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά». Η Λέξι δίστασε. «Σε τριγυρίζει ακόμη αυτός ο πρίγκιπας από την Ιλίρια;» «Ναι». Η Λέξι έμεινε σιωπηλή για λίγο. «Πιστεύεις ότι έχει υποψιαστεί τίποτα;» «Όχι! Μερικές φορές αναρωτιέμαι μήπως είναι παράλογη αυτή η εμμονή μας να κρατήσουμε την ταυτότητά μας μυστική. Μπορώ να καταλάβω το φόβο της μαμάς, αλλά τα πράγματα


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

54

έχουν αλλάξει τώρα. Εκείνη έτρεμε το δικτάτορα και τη μυστική αστυνομία. Τώρα που έχει αναλάβει ο νόμιμος πρίγκιπας, αμφιβάλλω αν θα ανησυχούσε. Δε σκοπεύω να αρχίσω να το φωνάζω ότι είμαι από την Ιλίρια, αλλά δεν το θεωρώ και τόσο μεγάλη καταστροφή αν κάποιος το μάθει». Η Λέξι δεν απάντησε στην υπονοούμενη ερώτηση. «Η μαμά μπορεί να γινόταν λιγάκι παρανοϊκή, αλλά οι φόβοι της ήταν απόλυτα δικαιολογημένοι». «Ναι, αλλά ο Πάολο Κονσιντίνι έχει τόσα χρόνια που έχει πεθάνει. Απλώς πιστεύω ότι μάλλον δεν είναι απαραίτητο να είμαστε τόσο προσεκτικές». «Εσύ γνώρισες τον καινούριο πρίγκιπα... Φαίνεται άνθρωπος που θα ζητούσε εκδίκηση;» ρώτησε η Λέξι. Η Τζασίντα δίστασε, μόνο που δεν ήταν τα χαρακτηριστικά του πρίγκιπα Άλεξ που έβλεπε στο μυαλό της. Αντίθετα, το σκληρό, όμορφο πρόσωπο του Μάρκο επέμενε να της έρχεται στον νου. Εκδίκηση; Όχι, αλλά περιφρόνηση... Συγκλονισμένη συνειδητοποίησε ότι κατά βάθος ήθελε η Λέξι να συμφωνήσει ότι δε χρειαζόταν να κρύβουν άλλο την ιλιριανή ταυτότητά τους. Αν και το είχε κάνει υποσυνείδητα, προσπαθούσε να βρει μια δικαιολογία για να τις χαλαρώσει τις άμυνες απέναντι στον Μάρκο. «Αν σκέφτεσαι τις ιστορίες της μαμάς για τις βεντέτες, όχι», είπε αμέσως. «Ο πρίγκιπας Άλεξ είναι πολιτισμένος άνθρωπος, όχι κανένας ψυχοπαθής με δολοφονικές τάσεις. Όπως και να ’χει όμως γιατί εμείς να ανησυχούμε για τυχόν εκδίκηση; Αυτός που πρέπει να ανησυχεί είναι η μυστική αστυνομία για το αν θα απαιτήσουμε ικανοποίηση που σκότωσαν τον πατέρα μας και έδιωξαν τη μαμά από την Ιλίρια». «Μπορεί να έχουν συμβεί κι άλλα πράγματα που δε μας τα είπε η μαμά», είπε η Λέξι διατακτικά. Η Τζασίντα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Πολύ πιθανόν, αλλά είναι παλιές ιστορίες πια αυτές. Όπως και να ’χει


55

ROBYN DONALD

δεν έχει σημασία. Εγώ νιώθω απόλυτα Νεοζηλανδή», απάντησε. «Κι εγώ», είπε η Λέξι απότομα. «Όλα αυτά με την Ιλίρια δεν έχουν καμία σχέση μ’ εμένα. Θέλω απλώς να τα ξεχάσω». Κάπως ξαφνιασμένη από την έντονη αντίδραση της αδερφής της, η Τζασίντα κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο και όταν είδε την ώρα κατσούφιασε. «Ωραία. Ας το διώξουμε από το μυαλό μας. Κοίτα θα πρέπει να κλείσω. Πρέπει να σηκωθώ πρωί αύριο». Έπεσε στο κρεβάτι και προσπάθησε να κοιμηθεί, κάνοντας διάφορες ασκήσεις χαλάρωσης, που τελικά έφεραν το ποθητό αποτέλεσμα. Όταν όμως το επόμενο πρωί άρχισε να χτυπάει το ξυπνητήρι, σηκώθηκε νιώθοντας εξαντλημένη. «Πολυάσχολη βραδιά, χρυσό μου;» ρώτησε ο σκηνοθέτης καθώς τη μακιγιάριζαν. Ο κακόβουλος τόνος στη φωνή του εκνεύρισε την Τζασίντα. Εκείνος κοίταξε το ρολόι του. «Πόση ώρα θέλεις να τελειώσεις;» «Τζασίντα, μην τολμήσεις να μιλήσεις!» διέταξε ο μακιγιέρ εκνευρισμένος και τον αγριοκοίταξε. «Θα μου πάρει δέκα λεπτά ακόμη για να πετύχω το κραγιόν και μετά πρέπει να στερεώσουμε κι αυτή την αναθεματισμένη τιάρα στα μαλλιά της». «Όχι κι αναθεματισμένη», είπε ο σκηνοθέτης. «Ένα εκατομμύριο λίρες κοστίζει». «Και είναι και ασήκωτη», είπε δηκτικά η Τζασίντα. «Σκάσε, Τζασίντα», ούρλιαξε ο μακιγιέρ. Αγνοώντας τον, ο Ζόλταν ρώτησε ειρωνικά: «Δηλαδή, δεν το έχεις βάλει σκοπό να γίνεις πριγκίπισσα;» «Όχι», είπε η Τζασίντα αδιάφορα. Ήταν η αρχή μιας ατελείωτης μέρας. Η Τζασίντα περίμενε να εμφανιστεί ο Μάρκο κι ένιωσε απογοητευμένη και ανακουφισμένη ταυτόχρονα που εκείνος δεν ήρθε. Το γύρισμα με τον Σον ήταν εντελώς διαφορετικό. Μαζί του έπρεπε να υποδύεται, ενώ με τον Μάρκο απλώς αντιδρούσε αυθόρμητα


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

56

στη γοητεία του. Ως επαγγελματίας που ήταν, χρησιμοποίησε την ανάμνηση για το πώς είχε νιώσει στην αγκαλιά του, πώς είχε αντιδράσει το κορμί της, πώς είχε νιώσει όταν της χαμογελούσε... Το κόλπο θα πρέπει να έπιασε, γιατί αργά το απόγευμα ο Ζόλταν τελείωσε το γύρισμα. «Αυτό ήταν αγόρια και κορίτσια, το πάρτι τελείωσε». Το βλέμμα του έμεινε για μια στιγμή στην Τζασίντα. «Ή για κάποιους τώρα αρχίζει»; είπε χαιρέκακα. «Για όσους θα βγείτε έξω». Η Τζασίντα ένιωσε να ανατριχιάζει σύγκορμη. Δε γύρισε, αλλά το κορμί της σφίχτηκε καθώς ένιωσε κάποιον να πλησιάζει αθόρυβα. Έβγαλε τα μακριά σατέν γάντια της και τα άφησε σ’ ένα τραπεζάκι. Με τα δυνατά φώτα να τονίζουν τις σκληρές γωνίες του αγέλαστου προσώπου του, ο Μάρκο σταμάτησε μερικά μέτρα μακριά της. «Τελειώσατε;» ρώτησε τον Ζόλταν. «Τελειώσαμε», απάντησε ο Ζόλταν. «Πιστεύω ότι αυτή τη φορά θα μείνετε ικανοποιημένος. Η Τζασίντα και ο Σον άναψαν φωτιές» «Το ελπίζω», είπε ο Μάρκο αδιάφορα. «Γι' αυτόν το λόγο εξάλλου πληρώνονται κι αυτοί κι εσύ». «Φυσικά», είπε βιαστικά ο Ζόλταν. «Με συγχωρείτε τώρα αλλά πρέπει να φροντίσω μερικά πραγματάκια». Χαμογέλασε στην Τζασίντα. «Καλή διασκέδαση». «Πόση ώρα θα κάνεις;» τη ρώτησε ο πρίγκιπας με σκληρή φωνή αν και χαμογελούσε. Έχοντας επίγνωση ότι οι άλλοι παρακολουθούσαν τη συζήτησή τους, η Τζασίντα του είπε, ελπίζοντας ότι θα έφευγε, ξέροντας όμως πως δε θα το έκανε. «Θα περιμένω», είπε ο Μάρκο. Έξαλλη κι ανήσυχη η Τζασίντα έφυγε από το πλατό. Η συζήτησή της με τη Λέξι το προηγούμενο βράδυ τριγύριζε στο μυαλό της. Είχε λόγο η μητέρα της που επέμενε τόσο να


57

ROBYN DONALD

κρύψουν το μυστικό της γέννησής τους; Ή ήταν απλώς η φαντασίωση μιας κουρασμένης γυναίκας, η οποία είχε υποφέρει και φοβόταν κάποτε τόσο πολύ για τη ζωή τη δική της και των δύο μικρών παιδιών της ώστε είχε κρυφτεί μαζί τους στην άλλη άκρη του κόσμου; Όπως και να ’χε, η Τζασίντα δεν ήθελε άλλα μπλεξίματα με τον Μάρκο Κονσιντίνι. Ήταν πολύ επικίνδυνο και όχι μόνο επειδή ήταν από την Ιλίρια. Την έκανε να νιώθει πολύ έντονα συναισθήματα, τη μετέτρεπε σε μια γυναίκα με σεξουαλικές ανάγκες που τη σόκαραν και την τρόμαζαν. Αν δεν ήταν πρόθυμος να αποδεχτεί τα όχι και τόσο διακριτικά υπονοούμενά της, τότε θα έπρεπε να τον παγώσει με κάποιο τρόπο. Αναρωτήθηκε πώς θα το κατάφερνε αυτό. Της φαινόταν σχεδόν αστείο. Όποτε την άγγιζε, εκείνη έλιωνε... και ο πρίγκιπας το ήξερε. Εσκεμμένα άλλαξε με το πάσο της, ελπίζοντας πως όταν θα έβγαινε από πρόχειρο καμαρίνι εκείνος θα είχε φύγει. Όταν όμως βγήκε φορώντας τζιν κι ένα λευκό μπλουζάκι, τα μαλλιά της δεμένα πίσω και καθόλου μακιγιάζ εκτός από το λιπγκλός της, δεν εξεπλάγη που τον είδε να περιμένει και να μιλάει και πάλι με τον Ζόλταν. Δυσαρεστημένη από τον επίμονο ενθουσιασμό που σιγόκαιγε μέσα της, ένιωσε το αργό κάψιμο που μαρτυρούσε τη γέννηση της επιθυμίας. Ο Μάρκο γύρισε το κεφάλι του μόλις εκείνη εμφανίστηκε. Πήγε προς το μέρος της με την αποφασιστικότητα του κατακτητή και τα ανοιχτόχρωμα μάτια του καρφωμένα στο πρόσωπό της σαν να διεκδικούσε ένα τρόπαιο πολέμου. Ένα ρίγος ανησυχίας την έκανε να παγώσει. Επειδή τους κοιτούσαν επέτρεψε στον εαυτό της ένα συγκρατημένο χαμόγελο. Παρ' ότι εκείνος το ανταπέδωσε, η Τζασίντα ένιωσε την ανυποχώρητη αποφασιστικότητά του. Την έπιασε σφιχτά από το χέρι αλλά αμέσως χαλάρωσε τη λαβή του. «Πώς καταφέρνεις να είσαι τόσο κομψή με τζιν κι ένα μπλουζάκι;» τη ρώτησε, οδηγώντας την προς την έξοδο.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

58

«Είναι η συνηθισμένη στολή των μοντέλων», απάντησε ειρωνικά. «Όπως η μεγάλη τσάντα». Εκείνος περιεργάστηκε την τσάντα που κρατούσε στο χέρι της. «Τι κουβαλάς εκεί μέσα; Την υπόλοιπη γκαρνταρόμπα σου;» «Περίπου», παραδέχτηκε η Τζασίντα. Είχαν πια βγει στον δροσερό αρμυρό αέρα. «Τι θέλεις;» τον ρώτησε απροκάλυπτα. Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Θα βγούμε για φαγητό». Η αυταρχικότητά του έκανε την καρδιά της να σφιχτεί επώδυνα. «Δε νομίζω ότι θα ήταν καλή ιδέα», είπε προσεκτικά. Ο Μάρκο δεν προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε τι εννοούσε. «Θέλω να ζητήσω συγνώμη για τη χοντροκομμένη συμπεριφορά μου χτες». «Δεκτή. Ευχαριστώ. Και ζητάω κι εγώ συγνώμη. Δεν έπρεπε να το αφήσω να προχωρήσει τόσο». «Μου τα λες στο φαγητό», πρότεινε ο Μάρκο. «Όχι». Ορίστε το είπε. Η λέξη έμεινε να αιωρείται. «Πιστεύω ότι πρέπει να έρθεις», είπε εκείνος ήρεμα αλλά κάτι στη φωνή του την ανησύχησε. «Μέχρι τώρα ήσουν άψογη επαγγελματίας. Γιατί τώρα να αρχίσεις να φέρεσαι σαν πριμαντόνα; Μπορεί να σου γυρίσει εις βάρος σου». «Αυτό ακούστηκε σαν απειλή και δε νιώθω καθόλου άνετα», είπε η Τζασίντα, προσπαθώντας να προστατέψει τον εαυτό της. «Προφανώς το έχεις ξεχάσει, γι’ αυτό θα σου φρεσκάρω τη μνήμη. Θα πάρουμε δείπνο σ’ ένα γιοτ», της είπε γλυκά ο Μάρκο, «και μετά θα ακολουθήσει δεξίωση και κρουαζιέρα στο λιμάνι με εκατό άλλους ανθρώπους». «Δε συμφώνησα σε...» Η Τζασίντα σταμάτησε. «Για δουλειά πρόκειται;» «Φυσικά». Ο Μάρκο συνοφρυώθηκε. «Κανονίστηκε τελευταία στιγμή, αλλά θα έπρεπε να το ξέρεις. Δε σε ενημέρωσε η ατζέντισσα σου;» Η Τζασίντα δάγκωσε τα χείλη της. «Μπορεί να μου έστειλε φαξ το πρωί», παραδέχτηκε. «Ή e-mail. Δεν κοίταξα πριν φύγω». Θα έπρεπε να το βάλει στα πόδια σαν κυνηγημένο ελάφι, ήταν


59

ROBYN DONALD

όμως παγιδευμένη. «Δεν μπορώ να έρθω έτσι ντυμένη», είπε. «Φυσικά όχι», είπε ο Μάρκο με μια ειρωνική νότα στη φωνή του. «Σε περιμένουν ρούχα στο γιοτ». Η Τζασίντα κοντοστάθηκε και τον αγριοκοίταξε. Ήταν μεγάλο λάθος. Εκείνος την παρακολουθούσε με εύθυμο ύφος που υπονόμευσε τις αντιστάσεις της. «Πώς;» ρώτησε. «Το κανόνισαν οι υπεύθυνοι της γκαρνταρόμπας... πιστεύω ότι είσαι τακτική πελάτισσα μιας συγκεκριμένης σχεδιάστριας εδώ που ξέρει τα μέτρα σου. Είχε ένα φόρεμα που ήταν σίγουρη πώς θα ταίριαζε στην περίσταση και το προσωπικό της βρήκε τα κατάλληλα αξεσουάρ. Και είμαι σίγουρος ότι έχεις καλλυντικά μέσα σ' αυτή την περίφημη τσάντα σου». Αν και περιποιούνταν φανατικά το δέρμα της, η Τζασίντα δε μακιγιαριζόταν ποτέ έξω από τη δουλειά. Παρ’ όλα αυτά πίστευε ότι ήταν καλό να είναι προετοιμασμένη για τα πάντα. «Ναι», είπε απρόθυμα και τον άφησε να τη συνοδεύσει στο αυτοκίνητο. Καθώς ξεκινούσαν, ο Μάρκο της είπε: «Έχει εκδηλωθεί μεγάλο ενδιαφέρον για το διαφημιστικό κι επειδή πολλοί άνθρωποι που παρακολούθησαν την εβδομάδα μόδας είναι ακόμη εδώ, αποφασίσαμε να εκμεταλλευτούμε την παρουσία τους για να αρχίσουμε να έχουμε δημοσιότητα». Ακουγόταν λογικό... Το γιοτ ήταν τεράστιο. Ο Μάρκο την είδε να κοιτάζει με ενδιαφέρον ολόγυρα καθώς ανέβαιναν στο κατάστρωμα. «Δεν είναι δικό μου», της είπε. «Προτιμώ τα ιστιοπλοϊκά. Αυτό έχει φτιαχτεί για έναν άνθρωπο που ήθελε άνεση». Η νότα στη φωνή του την ξάφνιασε. Κοίταξε το προφίλ του, σκληρό κάτω από τα φώτα του ξενοδοχείου απέναντι. Ναι, η φωνή του είχε σίγουρα μια κάποια περιφρόνηση. Ενδιαφέρον άνθρωπος ο πρίγκιπας Μάρκο Κονσιντίνι. Αν και είχε μεγαλώσει μέσα στα πλούτη και στο γενεαλογικό του δέντρο υπήρχε μια ατελείωτη, λαμπρή σειρά πριγκίπων κι ο ίδιος ήταν επικεφαλής πολλών επιχειρήσεων, φαινόταν καθαρά


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

60

ότι δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τους ανθρώπους που τους άρεσε να επιδεικνύουν έτσι τα χρήματά τους. Την έπιασε να τον κοιτάζει. Το στόμα του σκλήρυνε και το βλέμμα του σκοτείνιασε. Από την αμηχανία, η Τζασίντα σκόνταψε. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και την έπιασε και για μια στιγμή βρέθηκε κολλημένη στο γεροδεμένο κορμί του. Η έντονη ανταπόκρισή της τη σόκαρε. Γούρλωσε τα μάτια και σφίχτηκε. Τα χέρια του την έσφιξαν ανεπαίσθητα. «Η επόμενη κίνηση είναι δική σου», της είπε.


61

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Η επόμενη κίνηση ήταν δική της; Μια επικίνδυνη σφοδρή επιθυμία συγκλόνισε την Τζασίντα. Αν το μόνο που χρειαζόταν για να κλονίσει τις άμυνες της ήταν ένα τυχαίο άγγιγμα, τότε κινδύνευε πραγματικά να χάσει το μυαλό της. Αλλά δε θα έπαιρνε εκείνος την πρωτοβουλία. Είχε πει ότι θα περίμενε να του παραδοθεί και η σιγουριά στα μάτια του της έλεγε πως ήταν βέβαιος ότι τελικά θα έπαιρνε αυτό που ήθελε. Χρειάστηκε όλη της η υπερηφάνεια και η θέληση για να πει: «Άφησέ με σε παρακαλώ». Την άφησε αμέσως, όμως όλες της οι αισθήσεις βρίσκονταν σε εγρήγορση. Ένιωθε σαν να την οδηγούσε σε κάποιο άγνωστη παγίδα. Με έναν σιωπηλό αναστεναγμό ανακούφισης, ακολούθησε τον καμαρότο μέχρι την καμπίνα της. Μόλις εκείνος έφυγε, περιεργάστηκε τα ρούχα στο κρεβάτι. Η αγαπημένη της σχεδιάστρια είχε φανεί αντάξια με ένα σοβαρό βραδινό φόρεμα στο ίδιο ακριβώς χρώμα με τα μαλλιά της. Τα μακριά μανίκια του του έδιναν έναν αέρα σεμνότητας εξισορροπώντας το βαθύ ντεκολτέ. Τα ψηλοτάκουνα πέδιλα, καθόλου πρακτικά και φτιαγμένα για να επιδεικνύουν κομψούς αστραγάλους και λεπτές γάμπες, τόνιζαν τη λάμψη του χρυσού στο βαρύ βυσσινί μετάξι. Κάποιος είχε καρφιτσώσει στο φόρεμα και ένα φανταχτερό ψεύτικο τριαντάφυλλο. Στην τουαλέτα της ένα μπουκάλι με άρωμα την προκαλούσε να το μυρίσει. Είχε μια διακριτική μυρωδιά τριαντάφυλλου με μια υπόνοια εξωτικής, αμαρτωλής αποπλάνησης. Δεν υπήρχε κάποια ένδειξη του ονόματος ή του


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

62

κατασκευαστή, οπότε αυτός ήταν σχεδόν σίγουρα ο λόγος για την καμπάνια. Έβαλε λίγο στους καρπούς της, περίμενε μερικά δευτερόλεπτα και μετά το μύρισε. Πλούσιο κι αισθησιακό, είχε πικάντικη μυρωδιά και η μυρωδιά των τριαντάφυλλων του έδινε μια ρομαντική ζεστασιά που της έμεινε την ώρα που έβαζε το μακιγιάζ της. Τόνισε τα μάτια της και έβαψε πιο διακριτικά το στόμα της. Η περίσταση απαιτούσε ένα πιο χαλαρό, πιο ανάλαφρο χτένισμα κι έτσι άφησε τα μαλλιά της ελεύθερα, ευγνώμων που ήταν κυματιστά. Αφού ντύθηκε, κοίταξε σκεπτική το είδωλό της. Η φωτιά που είχε ανάψει ο Μάρκο με το άγγιγμά του σιγόκαιγε ακόμη, αλλά θα έπρεπε να της αντισταθεί. Η υπερηφάνεια της δε θα την άφηνε να δοθεί στον Μάρκο με τους όρους που είχε θέσει εκείνος. Ένα χτύπημα στην πόρτα της πολυτελούς καμπίνας της την έκανε να ισιώσει τους ώμους της. Η καρδιά της σκίρτησε. Διέσχισε το δωμάτιο κι άνοιξε την πόρτα. Ξεχωριστός κι επιβλητικός με τα βραδινά του ρούχα, ο Μάρκο στεκόταν απέξω με ένα φρουρό ασφαλείας κατά πόδας. «Κοσμήματα», είπε λακωνικά κι όταν εκείνη δίστασε, πρόσθεσε με μια ειρωνεία που δεν ταίριαζε με την ξαφνική λάμψη στα μάτια του, «Κατευθείαν από το Λονδίνο». Το βλέμμα της έπεσε στο διάσημο όνομα στο κουτί που εκείνος κουβαλούσε. «Πέρασε μέσα». «Περίμενε εδώ», είπε ο Μάρκο στον άντρα δίπλα του. Ο φρουρός φάνηκε έτοιμος να διαμαρτυρηθεί, αλλά μια ματιά στο πρόσωπο του πρίγκιπα τον έκανε να σωπάσει. Αυτή η αβίαστη επιβολή της εξουσίας ήταν πιθανότατα εξίσου χρήσιμη στον Μάρκο όσο το καταπληκτικό μυαλό του και η έντονη γοητεία του, όπλα στο πανίσχυρο οπλοστάσιό του. «Τα σκουλαρίκια, πιστεύω και ίσως και το βραχιόλι», είπε ανοίγοντας το κουτί. «Ή το δαχτυλίδι». «Σίγουρα όχι και τα δύο», απάντησε ψυχρά η Τζασίντα. «Ελπίζω να μην έχει και τιάρα».


63

ROBYN DONALD

«Όχι σ' αυτή την περίπτωση». «Αυτό το δαχτυλίδι πρέπει να είσαι βασίλισσα για να το φορέσεις». «Σκέψου ότι θέλεις να κάνεις εντύπωση», τη συμβούλευσε ο Μάρκο και την ξάφνιασε, γλιστρώντας στο δάχτυλό της το τεράστιο διαμάντι σε σχήμα καρδιάς. Χωρίς να τον κοιτάξει, η Τζασίντα πήρε τα σκουλαρίκια, που ήταν προφανώς σετ με το δαχτυλίδι. Αψεγάδιαστα διαμάντια που σχημάτιζαν ένα ημικύκλιο, από το οποίο κρεμόταν ένα άλλο πετράδι σε σχήμα καρδιάς, τόσο εκτυφλωτικό που ανοιγόκλεισε τα μάτια της. «Καλή επιλογή», είπε ο Μάρκο και ο τόνος του την έκανε να σηκώσει απότομα το κεφάλι της. Παρ’ ότι τα μάτια του ήταν μυστηριώδη κι ανεξιχνίαστα, το πρόσωπό της κοκκίνισε και έστρεψε βιαστικά το βλέμμα της ξανά στα κοσμήματα. Ο Μάρκο συνέχισε: «Τα πετράδια επιλέχτηκαν για την εντυπωσιακή καθαρότητα και την απόχρωσή τους». «Είναι εκτυφλωτικά», είπε ανέκφραστα η Τζασίντα και γύρισε στον καθρέφτη, φέρνοντας τα σκουλαρίκια στους λοβούς της με ελαφρώς τρεμάμενα χέρια. «Υπερβολικό μου φαίνεται. Το δαχτυλίδι αρκεί». Ο Μάρκο στάθηκε δίπλα της, κάνοντάς τη να νιώθει μικρή κι εύθραυστη με το ύψος του. Τα εντυπωσιακά πετράδια λαμποκοπούσαν και άστραφταν, απόδειξη της επιθυμίας του άντρα να στολίσει τη γυναίκα του με ό,τι καλύτερο μπορούσε να προσφέρει ο κόσμος. Τα ένιωθε βαριά στα χέρια της και ψυχρά, τόσο ψυχρά όσο τα γαλάζια μάτια του άντρα που στεκόταν δίπλα της. «Όχι είναι τέλεια», είπε εκείνος με ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Τουλάχιστον για το σκοπό μας απόψε. Μην κουνιέσαι... θα σ’ τα βάλω εγώ». Οι διαμαρτυρίες της Τζασίντα πνίγηκαν πριν προλάβει να τις εκφράσει. Έμεινε ακίνητη κρατώντας την ανάσα της όσο


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

64

εκείνος περνούσε τα σκουλαρίκια στα αυτιά της. Οι κινήσεις του ήταν επιδέξιες και σίγουρες και μύριζε σαπούνι, συνειδητοποίησε η Τζασίντα... μια έντονη μυρωδιά από εσπεριδοειδή που ανακατευόταν με την αμυδρή, ακαταμάχητη μυρωδιά που ήταν αποκλειστικά δική του, καθαρά αρρενωπή, ανεξέλεγκτα διεγερτική και απαγορευμένη. «Ορίστε», είπε ο Μάρκο κι έκανε ένα βήμα πίσω. Το αλαζονικό, αριστοκρατικό του πρόσωπο ήταν ανεξιχνίαστο. Μισόκλεισε τα μάτια του και την κοίταξε με ύφος απόμακρο, που την πάγωσε. «Καλή είμαι;» ρώτησε η Τζασίντα και ήθελε να χαστουκίσει τον εαυτό της που είχε κάνει μια τόσο ανόητη ερώτηση. Ο απόλυτος μαγνητισμός του βραχυκύκλωνε τα κυκλώματα του μυαλού της και την έκανε να φέρεται ανόητα. «Σίγουρα δε χρειάζεσαι τη δική μου επιβεβαίωση ότι είσαι υπέροχη». Το χαμόγελό του ήταν ψυχρό και τρομακτικό. «Τέλεια για την ακρίβεια. Ακριβή, περιποιημένη, ελκυστική κι όμως κομψή. Το φόρεμα αναδεικνύει όλα τα αξιοσημείωτα προσόντα σου. Κι αυτά τα διαμάντια θα κάνουν όλες τις γυναίκες να ελπίζουν πως, αν αγοράσουν το άρωμα, θα αποκτήσουν κι εκείνες λίγη από τη λάμψη τους. Σίγουρα θα πουλήσεις εκατομμύρια μπουκάλια». «Αυτός είναι ο λόγος που με προσέλαβες. Προσπαθώ να δίνω ικανοποίηση», είπε κοφτά η Τζασίντα. Ανόητα πληγωμένη από τον τόνο του, βγήκε από την καμπίνα με το κεφάλι τόσο ψηλά που την πόνεσε ο λαιμός της. Όταν πήγαν στο σαλόνι, τον παρακολούθησε καθώς γέμιζε δυο ποτήρια με σαμπάνια. Για μερικά λεπτά είχε την ευκαιρία να εκτιμήσει τον τρόπο που αναδείκνυαν τους φαρδιούς ώμους, τους στενούς γοφούς και τα μακριά του πόδια τα αυστηρά βραδινά του ρούχα. Το κορμί της ζωντάνεψε ξαφνικά, από ένα καυτό κύμα επιθυμίας. Ο Μάρκο σήκωσε το ποτήρι του. «Ας πιούμε σε μια θριαμβευτική επιτυχία».


65

ROBYN DONALD

Εκείνος μιλούσε φυσικά για τη διαφημιστική καμπάνια! Κι όμως κάτι στον τόνο του, στα μάτια του, έκανε το δέρμα της να μυρμηγκιάσει. Η Τζασίντα ήπιε μια γουλιά και προσποιήθηκε ότι απολάμβανε το ποτό. «Στην επιτυχία», είπε ουδέτερα. «Είναι τεράστιο στοίχημα, πάντως, ένα καινούριο άρωμα». «Πράγματι είναι, αλλά το συγκεκριμένο θα πρέπει να έχει επιτυχία. Σου αρέσει;» «Αν είναι εκείνο που βρήκα στην καμπίνα...» «Αυτό είναι», τη διέκοψε ο Μάρκο. «Τότε ναι, μου αρέσει πολύ. Πώς λέγεται;» «Για κάποιον λόγο οι υπεύθυνοι της καμπάνιας πιστεύουν ότι δεν είναι καλό να αποκαλύψουμε ακόμη το όνομα. Τρώμε;» Η Τζασίντα κοίταξε το πιάτο της με έκπληξη. Η όρεξή της την είχε εγκαταλείψει. «Έχει κάτι το φαγητό;» ρώτησε ο Μάρκο γλυκά. «Όχι, είναι υπέροχο». Η Τζασίντα πήρε μια μπουκιά ψητό τόνο και την κατάπιε με το ζόρι. Εκείνος κοίταξε το ποτήρι με το κρασί της που ήταν ανέγγιχτο εκτός από την πρώτη γουλιά που είχε πιει. «Δεν πίνεις;» «Πίνω πολύ σπάνια», απάντησε με ειλικρίνεια η Τζασίντα. «Το κεφάλι μου δεν αντέχει το αλκοόλ». Ο Μάρκο ανασήκωσε τα φρύδια του. «Είσαι σοφή γυναίκα που δεν πίνεις». «Τώρα λοιπόν που το ξεκαθαρίσαμε κι αυτό», είπε γλυκά η Τζασίντα, «τι θα συζητήσουμε;» «Διάλεξε εσύ. Για τον αγαπημένο σου ηθοποιό; Ροκ μουσικό; Σχεδιαστή;» Προφανώς εκείνος πίστευε, όπως και τόσος άλλος κόσμος, ότι επειδή η κάμερα αγαπούσε το πρόσωπό της, ήταν και ρηχή! Έξαλλη μαζί του και με τον εαυτό της που είχε θυμώσει, του μίλησε για το βιβλίο που είχε μόλις τελειώσει. Το είχε διαβάσει κι εκείνος. Και είχε πολύ συγκεκριμένες απόψεις επί του θέματος. Πέντε λεπτά αργότερα συνειδητοποίησε ότι απολάμβανε τη διαδικασία να υπερασπίζεται τις απόψεις της, αντιμετωπίζοντας το έξυπνο μυαλό του.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

66

Σιγά σιγά, η Τζασίντα χαλάρωσε. Και οι δυο τους φρόντισαν η συζήτηση να μην γίνει πολύ προσωπική. Ο Μάρκο ήταν πολύ ενδιαφέρων άντρας. Οξύνους, ανοιχτόμυαλος και με άποψη. Σύντομα έπιασε τον εαυτό της να γελάει με ένα σχόλιό του για κάποιον που είχε γνωρίσει κι εκείνη αντιπαθούσε. Όχι ότι ο Μάρκο ήταν κακόβουλος ή κουτσομπόλευε, αλλά δε δίσταζε να πει τη γνώμη του. Μαζί του ένιωθε αναζωογονημένη, πιο ζωντανή από ποτέ κι οι άμυνές της είχαν χαλαρώσει. Και όλη αυτή την ώρα ένιωθε έντονα, σχεδόν οδυνηρά, την παρουσία του. Θαύμαζε τα μακριά, επιδέξια χέρια του, τον τρόπο που οι λευκές μανσέτες του έκαναν αντίθεση με το μελαψό του δέρμα, τις ρυτίδες στα μάγουλά του όταν γελούσε, τις παράλογα μακριές βλεφαρίδες του, τα εντυπωσιακά ζυγωματικά του... Ω διάολε σκέφτηκε πανικόβλητη. Δεν ήταν δίκαιο. Εκείνος ήταν όλα όσα θα έπρεπε να αποφύγει... αποτελούσε μεγάλη απειλή για την ψυχική της ηρεμία, ήταν ένας ανελέητος μεγιστάνας και Ιλιριανός και τον ήθελε τόσο πολύ, που το στόμα της στέγνωνε και το κορμί της τόσο πολύ, που το στόμα της στέγνωνε και το κορμί της παλλόταν από ένα απολαυστικό μείγμα επιθυμίας και προσμονής. Ο Μάρκο κοίταξε το ρολόι του. «Έχεις δέκα λεπτά πριν αρχίσουν να φτάνουν οι πρώτοι καλεσμένοι», είπε. «Θέλεις να φρεσκαριστείς;» Η Τζασίντα άρπαξε την ευκαιρία με έκδηλη προθυμία. «Ναι θα πρέπει». Σηκώθηκε με το ζόρι όρθια. Πάντα ευγενικός σηκώθηκε ταυτόχρονα κι εκείνος, έτσι που για μια στιγμή βρέθηκαν να στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλο σαν αντίπαλοι. «Όχι ότι το χρειάζεσαι», της είπε σαρκαστικά, εξετάζοντας προσεκτικά το πρόσωπό της. «Κατάφερες να φας χωρίς το κραγιόν να φύγει καθόλου από τα τέλεια χείλη σου και επίσης ούτε μια τρίχα απ’ αυτή την εντυπωσιακή κόκκινη χαίτη δεν έχει κουνηθεί από τη θέση της».


67

ROBYN DONALD

«Θα ρίξω μια ματιά όπως και να ’χει. Υποθέτω ότι θέλεις να φορέσω το άρωμα, ε;» «Φυσικά». Η Τζασίντα έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, διερωτώμενη τι ήταν αυτό που είχε βάλει τέλος στην ενδιαφέρουσα επικοινωνία που νόμισε ότι είχαν σφυρηλατήσει κατά τη διάρκεια του φαγητού. Τίποτα, γιατί τίποτα τέτοιο δεν είχε συμβεί. Ο πρίγκιπας Μάρκο Κονσιντίνι ήταν ένας έξυπνος άντρας με καταπληκτικούς τρόπους και την ικανότητα να ικανοποιεί τις γυναίκες. Έτσι είχε καταφέρει να την ξεγελάσει και να πιστέψει ότι είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους κάποιου είδους συμπάθεια. 'Οχι, είχε ξεγελάσει τον εαυτό της που το είχε πιστέψει. Ίσως εκείνος να είχε δει τι συνέβαινε κι αυτός ήταν ο τρόπος του να την απομακρύνει... μια προειδοποίηση που κανονικά εκείνη δεν έπρεπε να τη χρειαζόταν. Με μάγουλα κατακόκκινα, διόρθωσε το κραγιόν της, έστρωσε τα μαλλιά της και έβαλε τους καρπούς της κάτω από κρύο νερό για να ηρεμήσει. Ύστερα αρωματίστηκε ξανά και έκανε για τρία λεπτά ασκήσεις με αναπνοές. Κι όταν χαλάρωσε, κάρφωσε ένα χαμόγελο στα χείλη της, επέστρεψε στο σαλόνι, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Καθώς έμπαινε, άκουσε φωνές από την είσοδο. Ο Μάρκο την έπιασε από το μπράτσο. Η Τζασίντα πάγωσε και μολονότι το χέρι του την κρατούσε ανάλαφρα, ένας μεθυστικός ενθουσιασμός την πλημμύρισε. Της χαμογέλασε και η καρδιά της σκίρτησε. «Είσαι... εξωφρενικά όμορφη», της είπε τροχιά, κάνοντάς τη να αναριγήσει. Η Τζασίντα έκρυψε την έκπληξη και την ευχαρίστησή της για το κομπλιμέντο. «Πώς μυρίζω;» Κι όταν εκείνος ανασήκωσε τα ίσια φρύδια του, πρόσθεσε: «Το άρωμα είναι ο λόγος για όλο αυτό, εξάλλου». Εκείνος τώρα συνοφρυώθηκε. «Και βέβαια», είπε μελιστάλαχτα.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

68

Οι φωνές άρχισαν να πλησιάζουν. Ο κόσμος ήταν προφανώς έτοιμος να επιβιβαστεί στο γιοτ. «Χαμογέλα και προσπάθησε να μην είσαι τόσο μουτρωμένη», τη διέταξε. Μουτρωμένη! Μουτρωμένη! Η Τζασίντα τον κοίταξε αγανακτισμένη. Τα δάχτυλά του έσφιξαν για μια στιγμή τον αγκώνα της καθώς τη γύριζε για να συναντήσουν τους πρώτους καλεσμένους. Φυσικά, ήξερε πολλούς απ' αυτούς —πολλοί διάσημοι από το εξωτερικό ήταν εκεί και είχαν προσκληθεί επίσης και όλοι οι κοσμικοί της Νέας Ζηλανδίας. «Εκπλήσσομαι που δεν είναι εδώ ο Ζόλταν», μουρμούρισε η Τζασίντα, ξεχνώντας προς στιγμήν πόσο έξαλλη ήταν με τον πρίγκιπα. «Θα απολαύσει κι εκείνος τη δόξα του στο επίσημο λανσάρισμα στο Λονδίνο», είπε ο Μάρκο ψυχρά. Τέσσερα μοντέλα έκαναν έφοδο στο χώρο. Η Τζασίντα γλίτωσε τα συνηθισμένα φιλιά στον αέρα, γιατί εκείνες στράφηκαν αμέσως παιχνιδιάρικα στον Μάρκο. Ανεπηρέαστος αλλά ευχάριστος, εκείνος αγνόησε τις προκλητικές ματιές τους. Ο Μάρκο είχε καταπληκτικούς τρόπους, τη σύστησε στα λίγα άτομα που δεν ήξερε και φρόντιζε να τη συμπεριλαμβάνει στη συζήτηση... όμως όλο το βράδυ εκείνη ένιωθε μια ήρεμη κτητικότητα που προειδοποιούσε κάθε αρσενικό. Η σύνθεση των καλεσμένων ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, σκέφτηκε η Τζασίντα ειρωνικά... πολυάσχολοι μεγιστάνες καθώς και αρκετοί πολιτικοί με την τρέχουσα σύζυγο ή ερωμένη τρόπαιο κολλημένη επάνω τους σαν στρείδι, μία δίνη από ηθοποιούς, κάποιοι διπλωμάτες, ένας τενόρος που έκανε έκαιγε καρδιές στις καλύτερες όπερες. Ένας φρουρός της ασφάλειας εμφανίστηκε στην πόρτα. Ο Μάρκο του έκανε νόημα. «Αυτό ήταν. Φεύγουμε». Ο αμυδρός θόρυβος από τις μηχανές αυξήθηκε και σχεδόν αμέσως το γιοτ άρχισε να απομακρύνεται από την προβλήτα. Η Τζασίντα ήλπιζε ότι μπορεί να γλίτωνε τώρα από κείνον, αλλά ο Μάρκο είχε άλλες ιδέες. Με το χέρι του να αγγίζει


69

ROBYN DONALD

ανεπαίσθητα την πλάτη της, μια χειρονομία εξοργιστικά κτητική, την οδηγούσε στο χώρο μαζί του καθώς πήγαιναν από παρέα σε παρέα. Με την ψηλή κορμοστασιά του και το όμορφο πρόσωπό του σίγουρα ήταν αδύνατο να μην τον προσέξει κανείς, αλλά η ακαθόριστη ιδιότητα που λέγεται αύρα ήταν που τον έκανε να ξεχωρίζει σ' αυτή τη συλλογή από ισχυρούς και ταλαντούχους. Και για κάποιον λόγο εκείνος ήταν αποφασισμένος να δώσει την εντύπωση ότι ήταν κάτι παραπάνω από επαγγελματικοί συνεργάτες. Παρ’ ότι έκανε το σφυγμό της να καλπάζει, το αίμα της να βράζει και το δέρμα της να μυρμηγκιάζει από την προσμονή, δεν τον εμπιστευόταν. Η άρνησή της ήταν για κείνον μια πρόκληση. Την ήθελε στο κρεβάτι του και είχε αρχίσει εκστρατεία... μια έξυπνη, ανελέητη επίθεση στις αισθήσεις της, την οποία ενίσχυε η οικειότητα που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους τη νύχτα που χόρευε στην αγκαλιά του. Το κορμί της, σκέφτηκε ζοφερά, είχε ήδη παραδοθεί. Η μόνη άμυνα που της απέμενε τώρα ήταν η κοινή λογική και η υπόσχεσή της στη μητέρα της. Καθώς όμως το βράδυ κυλούσε και το φεγγάρι ανέβαινε στον ουρανό οι φόβοι της υποχώρησαν μπροστά στη γοητεία του. Ενώ μιλούσε και γελούσε κι άκουγε, η Τζασίντα έπιανε τον εαυτό της να γέρνει προς το μέρος του εντελώς φυσικά και η διάθεσή της γινόταν όλο και καλύτερη χάρη στη μεθυστική αμέριστη προσοχή του. Όταν το γιοτ γύρισε κι άρχισε να κατευθύνεται πίσω στο λιμάνι, εκείνη βρισκόταν ακόμη πλάι του. «Επιστρέφω αμέσως», του είπε. Ο Μάρκο γύρισε, της έριξε μια γρήγορη ματιά και τη σόκαρε γνέφοντας καταφατικά. Μετά γύρισε ξανά στον άντρα με τον οποίο μιλούσε. Αυτή η αμυδρή κίνηση του κεφαλιού του σήμαινε ότι της έδινε την άδεια να φύγει! Βγάζοντας καπνούς, η Τζασίντα κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Ποιος στο διάολο νόμιζε ότι ήταν; Τι αλαζόνας, τι αυταρχικός, τι κάθαρμα! Την είχε μονοπωλήσει όλο το βράδυ κι εκείνη τον


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

70

είχε αφήσει! Και το πιο εξευτελιστικό απ’ όλα ήταν ότι είχε απολαύσει τη βραδιά και μάλιστα πολύ. Το μπάνιο ήταν σχεδόν άδειο εκτός από μια γυναίκα που αναγνώρισε ως τη συνοδό κάποιου που ασχολούνταν με οικοδομικές επιχειρήσεις. Εκείνη της έριξε μια αδιάφορη ματιά, αλλά έβαφε ακόμη τα χείλη της όταν η Τζασίντα βγήκε από την τουαλέτα. Η γυναίκα έριξε το κραγιόν της στο μικροσκοπικό τσαντάκι της. «Αληθινά είναι τα διαμάντια;» ρώτησε. Ξαφνιασμένη η Τζασίντα απέφυγε να πει την αλήθεια. «Δεν ρώτησα. Γιατί;» Η γυναίκα χαμογέλασε κοροϊδευτικά. «Δεν μπορεί να είναι αληθινά, αλλιώς ο φρουρός θα ήταν εδώ μέσα μαζί μας. Είναι πολύ ωραία πάντως. Τα καταφέρνεις μια χαρά, λοιπόν, έτσι δεν είναι;» Και όταν η Τζασίντα την κοίταξε ανέκφραστη, της εξήγησε: «Έχεις τον πρίγκιπα του χεριού σου κι εκείνος παίζει όλο τον κόσμο στα δάχτυλα. Να θυμάσαι μόνο ότι δε φημίζεται για τις μακροχρόνιες σχέσεις του. Γι' αυτό πάρε του ό,τι μπορείς και ασφάλισέ το στην τράπεζα για να μην μπορεί να σ’ το ξαναπάρει». «Ευχαριστώ», είπε η Τζασίντα ευγενικά σκουπίζοντας τα χέρια της. Το διαμάντι σε σχήμα καρδιάς πιάστηκε στην πετσέτα της. Το κοίταξε και για κάποιον ανόητο λόγο τα μάτια της άρχισαν να βουρκώνουν. «Κι ό,τι κι αν κάνεις, μην πιστέψεις ότι είναι ερωτευμένος μαζί σου», είπε η γυναίκα σκληρά. «Οι άντρες σαν κι αυτόν δεν παντρεύονται γυναίκες σαν κι εμάς». Η Τζασίντα την κοίταξε καλά καλά. «Εγώ δεν...» άρχισε αλλά η γυναίκα τη διέκοψε. «Σε παρακολουθούσα. Έχεις αρχίσει να τον ερωτεύεσαι. Διάολε, δε σε κατηγορώ... είναι πολύ καλός για να είναι αληθινός! Το βλέπω ότι δε με πιστεύεις, αλλά είναι η αλήθεια. Οι άντρες σαν αυτόν μας χρησιμοποιούν, πληρώνουν γι’ αυτό, και μετά όταν μας βαρεθούν μας πετάνε στα άχρηστα».


71

ROBYN DONALD

Βγήκε από την τουαλέτα. Η Τζασίντα ένιωσε λύπη γι’ αυτή τη γυναίκα. Ό,τι κι αν ήταν τώρα, κάποτε είχε υπάρξει νέα και ερωτευμένη και της είχε βγει σε κακό. Είχε πληγωθεί τόσο πολύ, που τώρα έδινε συμβουλές σε άγνωστες γυναίκες. Καλές συμβουλές αλλά εντελώς περιττές. Γιατί φυσικά η Τζασίντα δεν πίστευε ότι ο Μάρκο ήταν ερωτευμένος μαζί της. Και ούτε εκείνη είχε αρχίσει να τον ερωτεύεται. Επιστρέφοντας στο σαλόνι, τη σταμάτησε ένας δημοσιογράφος που έγραφε μια κουτσομπολίστικη στήλη στο πιο φρέσκο, μοντέρνο, σέξι περιοδικό της Νέας Ζηλανδίας —σύμφωνα με τη διαφήμισή του. Σίγουρα πάντως πολύ κόσμος φοβόταν τον Γκρέγκορι Μπόρντερ. Η Τζασίντα ήξερε γιατί. Παρ’ όλο που πριν κάνα δυο χρόνια του είχε φερθεί πολύ ευγενικά όταν είχε αρνηθεί την πρότασή του να συνάψουν σχέση, η απόρριψή της τον είχε προφανώς ενοχλήσει, γιατί έκτοτε είχε υποστεί τα αντίποινά του. «Είσαι πανέμορφη», της είπε. «Κι αυτή η υπέροχη μυρωδιά είναι το άρωμα για το οποίο γίνεται όλη αυτή η φασαρία;» Ήθελε άραγε ο Μάρκο να γίνει γνωστό αυτό; Η Τζασίντα τον κοίταξε δήθεν αθώα και χαμογέλασε. «Δεν ξέρω», είπε ατάραχη. Εκείνος έγειρε προς το μέρος της, της έπιασε το χέρι και το έφερε στα χείλη του παρά την αντίστασή της, ώστε να μπορέσει να φιλήσει το εσωτερικό του καρπού της. Το άλλο της χέρι σφίχτηκε σε γροθιά, αλλά δεν μπορούσε να τον χτυπήσει, όχι εκεί. Κι εκείνος το ήξερε. «Μμμ...» μουρμούρισε ο Γκρέγκορι. «Για τα γούστα μου είναι λιγάκι βαρύ για τις ιδιαίτερες στιγμές, πράγμα αρκετά ειρωνικό όταν είναι γενικώς γνωστό ότι, εκτός από τον μόνιμο σύντροφό σου, είσαι βασικά η βασίλισσα του πάγου. Τι γνώμη έχει ο ισχυρός Χοκ για τον πρίγκιπα;» «Ουδέν σχόλιο», απάντησε ψυχρά η Τζασίντα. «Άφησέ με. Αν με αγγίξεις ξανά, θα σε καταγγείλω για επίθεση».


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

72

«Δε θα τολμούσες...» «Θα τολμούσα όμως εγώ», μια βαθιά, σκληρή σαν ατσάλι φωνή ακούστηκε από πίσω της. Ο Γκρέγκορι Μπόρντερ άφησε απότομα το χέρι της λες και τον έκαψε. Ανακούφιση πλημμύρισε την Τζασίντα που όμως την ακολούθησε τρόμος. Γύρισε και είδε τον Μάρκο να κοιτάζει το δημοσιογράφο απειλητικά σαν αρπακτικό. «Δε χρειάζεται να ανησυχείτε», είπε ο δημοσιογράφος, τα μάγουλά του ήταν όμως κατακόκκινα. «Είμαστε παλιοί φίλοι, έτσι δεν είναι, Τζασίντα;» «Τότε γιατί σου είπε να αφήσεις το χέρι της;» «Ίσως ανησυχεί για την κοτρόνα που φοράει στο δάχτυλό της», είπε ο Μπόρντερ και ο τόνος του είχε κάτι μεταξύ χλευασμού, πικρίας και φθόνου. «Αλλά εγώ δεν κλέβω». Μόνο φήμες, σκέφτηκε η Τζασίντα ειρωνικά. Η σιωπή του Μάρκο ήταν πολύ δυσοίωνη. Ο δημοσιογράφος περιέφερε το βλέμμα του από την Τζασίντα στο αυστηρό πρόσωπο του πρίγκιπα και ανασήκωσε τους ώμους του. «Μια που είμαι εδώ, υπάρχει περίπτωση να κάνουμε μια συνέντευξη;» Κοίταξε ξανά την Τζασίντα. «Ατομική; Ή και οι δυο μαζί;» «Όχι», είπε ο Μάρκο με τρομακτική απάθεια. «Ούτε τώρα, ούτε ποτέ. Και στο μέλλον μην απλώσεις ξανά τα χέρια σου». Ο Μπόρντερ ανασήκωσε ξανά τους ώμους. «Μια προσπάθεια έκανα», είπε δήθεν εύθυμα, αλλά το βλέμμα που έριξε στην Τζασίντα υποσχόταν εκδίκηση. «Κακώς». Η Τζασίντα ανατρίχιασε. Ο Μάρκο δεν ήταν ανάγκη να απειλήσει. Μιλούσε με την απόλυτη σιγουριά ενός άντρα που ήξερε ότι μπορούσε να πετύχει ό,τι κι αν έβαζε σκοπό να κάνει.


73

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Μετά από μια σύντομη παύση γεμάτη ένταση, ο δημοσιογράφος ανασήκωσε ξανά τους ώμους του αδιάφορα και έκανε ένα βήμα πίσω. «Τότε θα πρέπει να αρκεστώ σε όσα έχω», είπε με νόημα και το βλέμμα του στάθηκε για μια στιγμή στο ήρεμο πρόσωπο της Τζασίντα. Η Τζασίντα έπιασε μια θριαμβευτική λάμψη στο χαμόγελό του κι ανατρίχιασε. Παρ’ όλο που ο Μάρκο καταλάβαινε την απειλή στα λόγια του, δεν ήταν τώρα η στιγμή να στραφεί εναντίον του. Φυσικά αυτό το κάθαρμα δε θα είχε απειλήσει αν δε μάντευε ότι ήταν ασφαλής. Αγνοώντας τον, χαμογέλασε στην Τζασίντα. «Θα πρέπει να ανακατευτούμε με τον κόσμο», της είπε και την οδήγησε ξανά στην αίθουσα. Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά, η Τζασίντα μουρμούρισε ανήσυχη: «Γράφει μια κουτσομπολίστικη στήλη... οι περισσότεροι προσπαθούν να τον έχουν με το μέρος τους γιατί είναι καλός στο να ξεθάβει τα άπλυτα των άλλων. Και είναι πάρα πολύ δημοφιλής στους κύκλους που ξοδεύουν λεφτά. Δεν είναι σοφό να αντιπαρατίθεται κανείς μαζί του. Είναι πολύ επικίνδυνος εχθρός». «Το ίδιο», είπε ο Μάρκο απλά, «κι εγώ». Δεν είχε σκοπό να της πει ότι όσο ισχυρό κι αν θεωρούσε ο Μπόρντερ τον εαυτό του, η μοίρα του είχε σφραγιστεί τη στιγμή που τον είχε δει να φιλάει το χέρι της Τζασίντα. Η άγρια, παράλογη ζήλια του τον είχε ξαφνιάσει... όχι, διάολε, τον είχε σοκάρει. Εκείνος δε ζήλευε ποτέ. Δεν είχε χρειαστεί. Κι επειδή ήταν


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

74

ρεαλιστής και ήξερε ότι η επιτυχία του με τις γυναίκες οφειλόταν σίγουρα κατά πολύ στο όνομά του, στα λεφτά του και στον τίτλο του, καθώς επίσης και στο ωραίο παρουσιαστικό του, δεν θεωρούσε τον εαυτό του κακομαθημένο. Αλλά ποτέ δεν είχε θελήσει κάποια γυναίκα που δεν μπορούσε να έχει. Υπήρχε πρώτη φορά για όλα, σκέφτηκε ζοφερά και δίχως αμφιβολία στη δική του περίπτωση είχε αργήσει πολύ. Κοίταξε το γαλήνιο, εκπληκτικό πρόσωπο της Τζασίντα. Μόνο που δεν ήταν πια και τόσο γαλήνιο. Τον κοιτούσε κατσουφιασμένη. Αναγκάστηκε να συγκροτήσει τον εαυτό του να μην τη φιλήσει και να της διώξει την ανησυχία. Η αυθόρμητη επιθυμία του να την προστατεύσει τον εξέπλησσε και συνάμα τον έκανε έξαλλο. Αυτό ήταν ακόμη πιο επικίνδυνο και απρόσμενο από τη ζήλια. Η Τζασίντα δεν ήταν και πολύ κοσμική, αλλά την είχε δει κάποιες φορές σε διάφορες εκδηλώσεις, μερικές φορές με τον Χοκ Κένεντι, τις περισσότερες μόνη της. Αλλά επειδή συμπαθούσε τον Κένεντι, δεν είχε κάνει ποτέ καμία κίνηση. Τώρα όμως όλα είχαν αλλάξει. Είχε δει την αβίαστη, αυθόρμητη αντίδρασή της στο άγγιγμά του, είχε νιώσει το στόμα της να μαλακώνει κάτω από το δικό του και είχε σοκαριστεί με την προσπάθεια που χρειαζόταν εκείνος να καταβάλει για να τραβηχτεί μακριά της. Απόψε ο Μάρκο είχε δώσει επίτηδες την εντύπωση ότι ήταν ζευγάρι. Είχε πει στον εαυτό του ότι ήταν για να προκαλέσει τον πολυπόθητο σάλο, που θα μεταφραζόταν σε δημοσιότητα. Με τον σωστό χειρισμό, λίγη από τη λάμψη και το μυστήριο αυτής της περίστασης θα μεταδίδονταν στην απλή γυναίκα στο δρόμο. Τη μυθική οντότητα που θα αποφάσιζε αν το άρωμα θα γινόταν δέσμευση μιας ζωής ή θα τελείωνε σαν περιπέτεια της μιας βραδιάς. Αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που είχε κρατήσει την Τζασίντα πλάι του όλο το βράδυ. Για να το θέσει ωμά, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Η ερωτική επιθυμία έκαμπτε τη θέλησή του.


75

ROBYN DONALD

Η Τζασίντα είχε τη δύναμη να τον κάνει να θέλει να γίνει σαν εκείνους τους σκληροτράχηλους προγόνους του των οποίων τα πορτραίτα κοσμούσαν τους τοίχους στο κάστρο όπου είχαν ζήσει κι από το οποίο εφορμούσαν. Η παρόρμησή του πάλευε με την ανατροφή του. Ήταν ένας πολιτισμένος, σύγχρονος άνθρωπος, όχι κάποιος πρίγκιπας πολεμιστής του Μεσαίωνα. Οι γυναίκες είχαν κάθε δικαίωμα να λένε όχι ανενόχλητες. Αλλά κι εκείνη τον ήθελε. Το αντρικό του ένστικτο το καταλάβαινε. Η Τζασίντα άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και γύρισε αλλού. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει ελαφρώς. «Δε με συμπαθεί», είπε τόσο χαμηλόφωνα, που με το ζόρι την άκουγε, «οπότε πολύ φοβάμαι ότι απ’ αυτόν δεν πρόκειται να δεις καλή δημοσιότητα». «Ξέρεις τι λένε», της είπε ο Μάρκο κυνικά. «Η όποια δημοσιότητα είναι καλύτερη από την καθόλου. Κι αν δε σε συμπαθεί, τότε γιατί φιλούσε το χέρι σου;» «Επίδειξη δύναμης». Η φωνή της ήταν συγκρατημένη κι απόμακρη. Ο Μάρκο ένιωσε να του ανεβαίνει και πάλι το αίμα στο κεφάλι. Για μια στιγμή έπιασε τον εαυτό του να εύχεται να είχε ακολουθήσει το ένστικτό του και να του είχε ρίξει γροθιά στο σαγόνι — μια πρωτόγονη αντίδραση που απεχθανόταν. Η Τζασίντα Σινκλέρ, με την αριστοκρατική ομορφιά της και τα μαλλιά της σαν ποταμό από σκούρα φωτιά, τον επηρέαζε όσο καμία άλλη γυναίκα μέχρι τότε. Μπορούσε να προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό του ότι ήταν καθαρά σεξουαλική έλξη. Σίγουρα αυτό υπήρχε, όμως είχε απολαύσει και το μυαλό της και είχε εκτιμήσει τις οξυδερκείς παρατηρήσεις της στο δείπνο. Εκείνη ήταν ένα αίνιγμα. Πίσω από το συγκρατημένο παρουσιαστικό της, ο Μάρκο διαισθανόταν κάποιο μυστικό, πράγματα που κρατούσε προσεκτικά κρυμμένα. Αδιαφορώντας για το απότομο ύφος του, της είπε: «Γιατί δεν τον συμπαθείς;» Η χροιά της φωνής του προειδοποίησε την Τζασίντα να


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

76

απαντήσει διπλωματικά. «Για τον καλύτερο λόγο στον κόσμο... επειδή δε με συμπαθεί κι εκείνος». «Την αλήθεια», πρόσταξε ο Μάρκο με τον ίδιο επιτακτικό τόνο, κάνοντάς τη να τον κοιτάξει στα μάτια. «Δε μου αρέσουν τα ψέματα», της είπε. «Κι εμένα δε μου αρέσει να με ενοχλούν από τη στιγμή που είναι κάτι που δε σ’ αφορά». «Μπορεί να μη με αφορά προσωπικά ίσως», είπε ο Μάρκο και η φωνή του ήταν εξίσου αμείλικτη με το ύφος του, «αλλά η επιτυχία αυτής της καμπάνιας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό επάνω σου. Αν υπάρχει πιθανότητα να αρχίσει να τη σαμποτάρει ο Μπόρντερ, πρέπει να το ξέρω. Είπες ότι είναι καλός στο να ξεθάβει τα άπλυτα των άλλων. Αν έχει πληροφορίες που θα δημιουργούσαν αρνητική εντύπωση για σένα, πες το μου τώρα». «Δεν έχει τίποτα». Ο Μάρκο την πίστεψε. «Τότε τι τρέχει;» Μετά από μια φευγαλέα ματιά στο υπεροπτικό του πρόσωπο, η Τζασίντα επέλεξε να του πει μια τροποποιημένη εκδοχή της αλήθειας. «Προσπάθησε να με ρίξει στο κρεβάτι. Όταν είπα όχι, αποφάσισε να μου δώσει ένα μάθημα». Ο Μάρκο συνοφρυώθηκε. «Μη μου πεις όταν ξεκινάει βεντέτα με κάθε γυναίκα που τον απορρίπτει!» Κρύβοντας το ελαφρύ ρίγος που της προκάλεσε η επιλογή των λόγων του, η Τζασίντα είπε: «Δεν ξέρω. Πιθανόν». Ο Μάρκο είπε κάτι στα ιλιριανά που την ξάφνιασε. «Είναι λοιπόν εκβιαστής. Τουλάχιστον δεν υπέκυψες σ’ εκείνον». Και μετά από μια στιγμιαία παύση, πρόσθεσε: «Υποθέτω δηλαδή πως όχι». Στο σχόλιό του υπήρχε ένα αμείλικτο υπονοούμενο που έκανε την Τζασίντα να ανατριχιάσει ξανά. «Φυσικά και όχι», είπε κοφτά, χωρίς να τον κοιτάξει. Ακόμη κι αν έβρισκε τον Μπόρντερ γοητευτικό, θα τον είχε απορρίψει. Την είχε αηδιάσει όταν της είχε πει ότι δεν τον πείραζε να τη μοιραζόταν


77

ROBYN DONALD

με τον Χοκ. Υιοθετώντας έναν ανάλαφρο τόνο, συνέχισε: «Είναι ένας από τους κινδύνους του επαγγέλματος. Στους περισσότερους άντρες δεν αρέσει να τους λες όχι, αλλά μερικοί το παίρνουν πολύ άσχημα». «Σε ενοχλεί;» ρώτησε ο Μάρκο και η φωνή του ακούστηκε απειλητική. Η Τζασίντα τον κοίταξε ειρωνικά. «Όχι τώρα και όχι περισσότερο από κάποιους άλλους». «Αν σου κάνει τίποτα, να με ενημερώσεις». Η αποφασιστικότητα στη φωνή του, στην έκφρασή του, αποκάλυπτε ότι εννοούσε αυτό που έλεγε. Προφανώς η κτητικότητά του συνοδευόταν κι από έντονο προστατευτικό ένστικτο. «Μπορώ να το αντιμετωπίσω», είπε απερίφραστα η Τζασίντα. «Όπως είπα, πάει με το επάγγελμα. Τα μοντέλα θεωρούνται συχνά εύκολα θύματα». «Θέλω να ξέρω», επανέλαβε ο Μάρκο. «Όσο κάνεις αυτή την καμπάνια, έχω ευθύνη για σένα». Η Τζασίντα ανασήκωσε τους ώμους της. «Για τον εαυτό μου είμαι υπεύθυνη εγώ. Ο Μπόρντερ είναι απλώς ένα κάθαρμα». «Θα σε κυνηγήσει στη στήλη του;» Η Τζασίντα ανασήκωσε ξανά τους ώμους της. «Κατά πάσα πιθανότητα. Δε σημαίνει τίποτα αυτό. Στη Νέα Ζηλανδία όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους και ξέρουν τι συμβαίνει. Και αν δεν ξέρουν γιατί κάνει κακοήθη σχόλια για μένα, μπορούν σίγουρα να μαντέψουν. Δεν έχει μεγάλη σημασία και το ξέρει κι αυτός. Αν και απολαμβάνει την ελάχιστη δύναμή του, θα πρέπει να τον απογοητεύει πολύ το γεγονός ότι κανείς έξω από τη Νέα Ζηλανδία δε διαβάζει τη στήλη του». Του έριξε μια ειρωνική ματιά. «Και η Νέα Ζηλανδία είναι πάρα πολύ μικρή αγορά σε σύγκριση ακόμη και με την Αυστραλία. Οι βολές του δε θα επηρεάσουν τελικά τις πωλήσεις του αρώματος». «Γιατί δεν τον σταματάει ο Κένεντι;» ρώτησε αλαζονικό ο Μάρκο.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

78

Η Τζασίντα ανασήκωσε τα φρύδια της. «Ο Χοκ ξέρει ότι μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου. Δε φοβάμαι τον Μπόρντερ... δεν μπορεί να κάνει κάτι που θα με βλάψει, Μαρ...» Σταμάτησε σαστισμένη. Τα μάτια του γυάλισαν. «Ήσουν έτοιμη να πεις το όνομά μου», την παρότρυνε ευγενικά. «Δεν ξέρω αν θα πρέπει να σε φωνάζω όπως τέλος πάντων φωνάζουν τους πρίγκιπες στη χώρα σου», είπε ανόητα τυπική η Τζασίντα. Ο Μάρκο της είπε τον τίτλο του στα ιλιριανά. «Υψηλότατε, με άλλα λόγια», είπε στα αγγλικά. «Αλλά οι φίλοι χρησιμοποιούν το βαφτιστικό μου όνομα». «Δεν ξέρω τι υπαγορεύει το πρωτόκολλο», είπε η Τζασίντα, αποφεύγοντας το θέμα. Αναρωτήθηκε γιατί το να προφέρει το όνομά του της φαινόταν σαν μια συμβολική υποταγή. «Πες το λοιπόν», της έδωσε τη διαταγή χαμηλόφωνα ο Μάρκο. «Υψηλότατε. Μάρκο». Οι συλλαβές βγήκαν αβίαστα από το στόμα της και έπιασε τον εαυτό της να εύχεται να μπορούσε να είχε σχέση μαζί του σαν να ήταν ένας απλός άνθρωπος. Αλλά δεν μπορούσε. Παρ’ όλο που εκείνος δεν το ήξερε, τους δυο τους συνέδεε και χώριζε μια κληρονομιά που αποτελούσε ανέκαθεν για κείνη ένα τρομακτικό μυστήριο. «Θα μπορούσες να ήσουν από την Ιλίρια, έτσι όπως προφέρεις τα φωνήεντα», είπε ξαφνικά ο Μάρκο. Η Τζασίντα πανικοβλήθηκε και χρειάστηκε να πάρει ανάσα γιατί πνιγόταν. «Θα πρέπει να είναι επειδή από μικρή τα γαλλικά ήταν δεύτερη γλώσσα μου». «Πιθανόν», είπε ο Μάρκο, αλλά την κοίταξε διαπεραστικά. Η Τζασίντα αναρωτήθηκε αν είχε χλομιάσει. Συνειδητοποιώντας ξαφνικά ότι πολλοί από τους καλεσμένους τούς κοιτούσαν αδιάκριτα, είπε τρεμάμενα: «Καλύτερα να αρχίσουμε να γυρνάμε ξανά στον κόσμο». Εκείνος έγνεψε καταφατικά και την έπιασε από το μπράτσο. Η Τζασίντα είδε το δημοσιογράφο να χαμογελάει κακόβουλα και


79

ROBYN DONALD

ανασήκωσε το πιγούνι της. Ας έγραφε ό,τι ήθελε στη στήλη του. Είχε άλλα πράγματα να ανησυχεί αντί για τα κακεντρεχή σχόλιά του. Όταν πια το γιοτ είχε δέσει και πάλι στην προβλήτα και οι τελευταίοι καλεσμένοι είχαν φύγει, η Τζασίντα ένιωθε σαν να τη χτυπούσαν με σφυριά όλο το βράδυ. Κι όμως η εξάντληση δεν μπορούσε να καταλαγιάσει την αναζωογονητική προσμονή που έκαιγε ακόμη έντονα μέσα της. «Κουρασμένη;» ρώτησε ο Μάρκο καθώς τη συνόδευε στην καμπίνα όπου την περίμεναν τα ρούχα της. Είχε βγάλει ήδη τα κοσμήματα και τα είχε παραδώσει στο φρουρό. «Λιγάκι», παραδέχτηκε. «Συγνώμη που η εκδήλωση έγινε μετά το γύρισμα, αλλά οι άνθρωποι της διαφημιστικής ήθελαν πολύ να σε χρησιμοποιήσουν όταν ανακάλυψαν ότι θα βρισκόσουν σήμερα στο Όκλαντ». Ο Μάρκο την κοίταξε. «Θέλεις να πάμε περπατώντας πίσω στο ξενοδοχείο ή προτιμάς να καλέσω ταξί;» «Να περπατήσουμε». Το γιοτ ήταν αραγμένο μερικές εκατοντάδες μέτρα από το ξενοδοχείο όπου έμενε. «Αύριο φεύγω από τη Νέα Ζηλανδία», είπε ο Μάρκο απρόσμενα. Η απογοήτευση την κομμάτιασε. Θα έπρεπε να νιώθει ανακούφιση. Και όταν αυτή η προσωρινή τρέλα της περνούσε, θα ένιωθε σίγουρα. Αλλά ετούτη τη στιγμή ένιωθε μια συντριπτική αίσθηση απώλειας. «Επιστρέφεις στην Ιλίρια;» κατάφερε να ρωτήσει τυπικά. «Μέσω Αμερικής». Ο Μάρκο της έριξε μια ματιά. «Έλα μαζί μου». «Όχι», είπε η Τζασίντα αμέσως, αλλά στην πραγματικότητα ήθελε... ω πώς ήθελε! Απλώς δεν τολμούσε. Και ο Μάρκο το κατάλαβε. Το χαμόγελό του σκλήρυνε. «Γιατί δεν παραδίνεσαι τώρα και να γλιτώσεις την ταλαιπωρία;» της πρότεινε. Ο νωχελικός τόνος του ερχόταν σε εκπληκτική


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

80

αντίθεση με το διαπεραστικό σκοτεινό βλέμμα του. Η Τζασίντα τον κοίταξε υπερήφανα. «Δεν είμαι γυναίκα που παραδίδεται», είπε γλυκά. Το μαύρο φρύδι του ανασηκώθηκε ειρωνικά. Της άνοιξε την πόρτα για την καμπίνα, παραμερίζοντας για να την αφήσει να μπει στη σχετική ασφάλεια του δωματίου. «Η αμοιβαία παράδοση δε θίγει την υπερηφάνεια», της είπε και πριν προλάβει εκείνη να του απαντήσει έκλεισε την πόρτα και την άφησε μόνη της. Καθώς η Τζασίντα έβγαλε το μεταξωτό φόρεμα από το σφιγμένο κορμί της και το κρέμασε κι ύστερα φόρεσε το τζιν και το μπλουζάκι της και μετά τα πρακτικά ίσια παπούτσια της στη θέση των ψηλοτάκουνων πέδιλων, υπέφερε από τη λαχτάρα και το πάθος που όλο το βράδυ φούντωναν μέσα της. Γιατί δηλαδή να μη ζούσε μια άγρια περιπέτεια μαζί του; Οι περισσότερες φίλες της δε θα το σκέφτονταν δεύτερη στιγμή. Αλλά από την άλλη καμιάς φίλης της το παρελθόν δεν ήταν τόσο τυλιγμένο σε μυστήριο. Το μόνο που ήξερε στην ουσία ήταν ότι ο πατέρας της είχε σκοτωθεί και ότι η μητέρα της έτρεμε τη μυστική αστυνομία. Όχι. Ακόμη κι αν εκείνη ήταν διατεθειμένη να το ρισκάρει, έπρεπε να σκεφτεί και τη Λέξι. Με σφιγμένα χείλη, βγήκε από την καμπίνα, με το κεφάλι της ψηλά και τελείως αποφασισμένη. Ο Μάρκο είχε κι εκείνος αλλάξει και φορούσε μαύρο πουκάμισο και μαύρο στενό παντελόνι. Μ’ αυτά τα ρούχα φαινόταν σαν απειλητική οντότητα του σκοταδιού. Αυτή τη φορά αντί να πιάσει το μπράτσο της, της πρόσφερε το δικό του. Εκείνη δίστασε και μετά πέρασε το χέρι της, ανατριχιάζοντας από απόλαυση, όταν ένιωσε τη ζεστασιά του κορμιού του. «Κρυώνεις;» τη ρώτησε αν και ήξερε ότι δεν κρύωνε. «Όχι καθόλου», απάντησε η Τζασίντα ευγενικά. «Φαίνεται ότι το καλοκαίρι έπιασε νωρίς». «Τι σχέδια έχεις γι’ αυτή τη σεζόν;» «Α! Δουλειά», απάντησε δήθεν ανάλαφρα και επίτηδες αόριστα


81

ROBYN DONALD

η Τζασίντα. «Και είναι και όλα αυτά τα πάρτι για το λανσάρισμα». Τα μπαρ και τα εστιατόρια ήταν γεμάτα κόσμο. Πολλοί κοιτούσαν με έντονο ενδιαφέρον το ψηλό ζευγάρι που περπατούσε στο δρόμο. Μια παρέα νεαρών που κάθονταν έξω από ένα μπαρ την αναγνώρισαν και άρχισαν να φωνάζουν. Δεν αποτελούσαν απειλή, ήταν απλώς στο κέφι. Η Τζασίντα χαμογέλασε αλλά συνέχισε να περπατάει, καταλαβαίνοντας ότι ο Μάρκο την προστάτευε σαν μεγάλο, επικίνδυνο σκυλί-φύλακας. «Θα ήθελα να σε δω ξανά πριν αρχίσουν τα πάρτι», είπε ο Μάρκο χαμηλόφωνα. Η ένταση μεταξύ τους ήταν πια εκτός ελέγχου. Η Τζασίντα μόρφασε, όταν εκείνος συνέχισε: «Και όχι επαγγελματικά». Μια επικίνδυνη χαρά ξεχύθηκε μέσα της, θερμή και γλυκιά σαν καλοκαιρινή νύχτα, γεμίζοντάς την ευχαρίστηση. Η Τζασίντα ξεροκατάπιε και αποφάσισε να φανεί αποφασιστική. «Φοβάμαι ότι δεν είναι καλή ιδέα». «Γιατί;» είπε ο Μάρκο ανυποχώρητος. «Εξαιτίας του Χοκ;» Η Τζασίντα δίστασε ξανά. Πες ψέματα, την παρακίνησε η λογική της. Γιατί ακόμη κι αν δεν ήταν επικίνδυνη μια σχέση με τον Μάρκο, σίγουρα δε θα κρατούσε. Η γυναίκα στην τουαλέτα είχε δίκιο. Άντρες σαν τον πρίγκιπα δεν παντρεύονταν γυναίκες σαν κι εκείνη. Όταν θα ερχόταν η ώρα, θα διάλεγε κάποια με την αρμόζουσα καταγωγή. Να τον παντρευτεί; Πώς στο καλό της είχε έρθει αυτή η σκέψη; Έφταιγε κάποιο ηλίθια ρομαντικό κομμάτι της που είχε κρατήσει ως τότε κρυμμένο... Έριξε ξινά μια κλεφτή ματιά στον Μάρκο. Ένα κομμάτι της ευχόταν εκείνος να την παρέσυρε σε μια παθιασμένη αναμέτρηση, που θα την έκανε να πει το ναι πολύ πιο εύκολα. Μολονότι τον σεβόταν που δε χρησιμοποιούσε το σεξ για να την πείσει, κάπου την πάγωνε η τόσο προσγειωμένη συμπεριφορά του. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Φωτιά σιγόκαιγε στα


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

82

ανοιχτό-χρώμα βάθη των δικών του που την καθήλωσε. Οι όποιες υποψίες μιας ρεαλιστικής προσέγγισης εξαφανίστηκαν και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει εκκωφαντικά καθώς οι αισθήσεις ξυπνούσαν, σαν μια γλυκιά, ζεστή πλημμύρα. Ναι, σκέφτηκε η Τζασίντα, αναγκασμένη ξαφνικά να το παραδεχτεί. Αυτός είναι αυτό που θέλω. Και δεν μπορούσε να τον έχει ποτέ. Όμως δεν μπορούσε και να του πει ψέματα. «Ο Χοκ είναι ο πιο αγαπημένος μου φίλος», είπε. «Όταν ξεκίνησα το μόντελινγκ, ήμουν μόλις δεκάξι χρονών... αθώα κι ανυποψίαστη και χωρίς καμία απολύτως ιδέα του πόσο πιεστικοί μπορεί να γίνουν οι άντρες. Το πρακτορείο μου με προστάτευε, αλλά ο Χοκ είχε αναλάβει ρόλο κηδεμόνα». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Είχε ήδη τη φήμη ότι ήταν επικίνδυνος εχθρός κι όταν χρησιμοποιούσα το όνομα και την επιρροή του, οι άντρες με άφηναν ήσυχη». «Κι εκείνος δεν είχε πρόβλημα να τον χρησιμοποιείς έτσι;» Η Τζασίντα ένιωσε άβολα. «Δε νομίζω ότι θεωρούσε πως τον χρησιμοποιούσα», είπε χαμηλόφωνα. Ο Μάρκο έγνεψε καταφατικά. «Και υποθέτω ότι η γνωστή ιστορία ότι εσείς οι δύο ήσαστε εραστές προστάτευε και τις όποιες πραγματικές σχέσεις είχες». Μόνο δύο, και καμιά τους δεν ήταν σοβαρή. Το υπόβαθρό της την έκανε πολύ συγκρατημένη, πολύ προσεκτική για να ανοιχτεί σ' έναν εραστή. Όπως και να ’χε, σε σύγκριση με τον Χοκ οι περισσότεροι άντρες φαίνονταν να μην έχουν κανένα σθένος. Όχι όμως και ο Μάρκο, σκέφτηκε και η καρδιά της σκίρτησε. «Ναι», είπε ανέκφραστα. «Έχεις λοιπόν κάποια σχέση τώρα;» Εκείνος μιλούσε τυπικά, αλλά ο τόνος του δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας. Ήταν αποφασισμένος να μάθει. «Όχι», είπε αυτόματα η Τζασίντα. «Ούτε κι εγώ». Η Τζασίντα το ήξερε αυτό. Από τότε που είχε αναλάβει την αυτοκρατορία λογισμικού του ξαδέρφου του, σε συνδυασμό με


83

ROBYN DONALD

τις δικές του κάθε άλλο παρά ασήμαντες επιχειρήσεις, δούλευε πολύ σκληρά για να μπορέσει να διατηρήσει μια ερωτική σχέση. Τα δύο τελευταία χρόνια, ακόμα και τα κουτσομπολίστικα έντυπα είχαν σταματήσει να ασχολούνται μαζί του. Η Τζασίντα όμως διάβαζε τις οικονομικές σελίδες. Η διαδικασία της συγχώνευσης είχε σχεδόν τελειώσει. Ίσως εκείνος ένιωθε ότι τώρα μπορούσε να πάρει μια ανάσα. Ίσως εκείνη να ήταν μια μικρή ανακούφιση, μια ανταμοιβή για όλη τη σκληρή δουλειά του; Καταθορυβημένη από το πόσο έντονα αρνιόταν να δεχτεί τη σκέψη αυτή, ανασήκωσε το πιγούνι της. «Δεν αλλάζει κάτι αυτό», είπε αλλά η γεμάτη λαχτάρα φωνή της την πρόδωσε. Ίο βλέμμα του Μάρκο καρφώθηκε στο στόμα της. «Έχουμε λοιπόν την αποψινή νύχτα», είπε γλυκά, με βαθιά φωνή. Ίο φλογερό βλέμμα του έκανε τον πόθο της Τζασίντα ανεξέλεγκτο. Επιστράτευσε όλη της τη θέληση για να αντισταθεί στον πειρασμό κι έπνιξε τα λόγια υποταγής που ήθελε να πει. «Όχι». Αλλά η προσπάθεια που κατέβαλε ήταν έκδηλη στην ασταθή φωνή της. «Δεν έχω σκοπό να σε καλέσω στο δωμάτιό μου». Κρατούσε αμυντική στάση κι εκείνος το ήξερε. Στον κόσμο τους οι άνθρωποι αποκτούσαν εραστές και τους πετούσαν χωρίς να ανησυχούν για τους ηθικούς κανόνες. Μπορεί ο Μάρκο να άρχιζε να αναρωτιέται τι λόγο μπορεί να είχε για να τον αρνηθεί. Κι αν συνέβαινε αυτό, τότε θα έψαχνε και τις αιτίες... «Κι εγώ εκεί μένω». «Τι βολικό», μουρμούρισε τρεμάμενα η Τζασίντα. «Δικό μου είναι το ξενοδοχείο», είπε ξερά ο Μάρκο. «Α! Μάλιστα». Η Τζασίντα πήρε μια κοφτή ανάσα. «Και δικό μου, από μία άποψη... έχω μετοχές στην εταιρεία». Φαινόταν αιθέρια, μια γυναίκα από φωτιά και αραχνοΰφαντο αισθησιασμό, υπερβολικά όμορφη για να την πάρει στα σοβαρά πέρα από ερωμένη, παρ’ όλα αυτά όμως δεν ήταν ανόητη. Η


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

84

συζήτησή τους στο δείπνο είχε αποδείξει ότι διάβαζε πολύ και ότι ενδιαφερόταν για την πολιτική και το χρηματιστήριο. Μολονότι θα ήταν όμορφη μέχρι την ημέρα που θα πέθαινε, χάρη στο υπέροχο δέρμα της και το κομψό σώμα της, ήταν αρκετά οξυδερκής ώστε να συνειδητοποιεί ότι η καριέρα της δε θα κρατούσε για πάντα και έτσι να κάνει βήματα για να εξασφαλίσει ένα σίγουρο μέλλον. Ίσως να την είχε επηρεάσει και ο Χοκ σ’ αυτό. Η σκέψη αυτή τον έκανε να νιώσει ένα γνώριμο πια τσίμπημα ζήλιας. Καθώς προσπερνούσαν μια παρέα νεαρών, τα δυνατά γέλια και οι αδέξιες χειρονομίες τους μαρτύρησαν ότι είχαν πιει πολύ. Ακούστηκαν κανα δυο σφυρίγματα, σημάδι ότι την είχαν αναγνωρίσει πάλι, τα οποία όμως σταμάτησαν αμέσως. Η Τζασίντα δεν ξεγελάστηκε ότι ήταν το ανέκφραστο πρόσωπό της που τους είχε κάνει να σωπάσουν. Η ετοιμότητα του Μάρκο να επέμβει ηλέκτριζε τον αέρα γύρω τους και μολονότι εκείνοι ήταν περισσότεροι ένιωθε απόλυτα ασφαλής. Το ξενοδοχείο ήταν σκαρφαλωμένο στο λιμάνι γυαλιστερό και κομψό και ταίριαζε απόλυτα στο πανόραμα των χαμηλών ηφαιστείων και ακρωτηρίων που αποτελούσαν την προκυμαία του Όκλαντ. Καθώς ανέβαιναν με το ιδιωτικό ασανσέρ που εξυπηρετούσε τις σουίτες, ο Μάρκο της είπε: «Σ’ ευχαριστώ. Τα πήγες πολύ . καλά, αλλά υποψιάζομαι ότι δε σου αρέσουν και τόσο τα πάρτι». «Συνήθως μου αρέσουν πολύ», απάντησε συνοφρυωμένη η Τζασίντα. «Τότε απόψε τι έφταιγε;» Όταν εκείνη δεν απάντησε, της γύρισε το πρόσωπο προς το μέρος του. «Ξέρω τι έφταιγε», της είπε. Η φωνή του ήταν βαθιά, σίγουρη και σέξι και ένα αμυδρό χαμόγελο τρεμόπαιζε στο στόμα του. θα ήταν πάντοτε κουρσάρος, σκέφτηκε θλιμμένη η Τζασίντα. Εκείνος της χάιδεψε με το δείκτη το στόμα, κάνοντας τη να ριγήσει. Ακόμη και τώρα, με το πάθος να λάμπει στα βάθη των


85

ROBYN DONALD

ματιών του, έμοιαζε περισσότερο με κατακτητή παρά με εραστή. Για μια στιγμή, η Τζασίντα πανικοβλήθηκε. Τι στο καλό έκανε; Δεν τον ήξερε σχεδόν καθόλου! Κι όμως όσο χόρευε μαζί του στο γύρισμα, μέσα της ένιωσε να φουντώνει ένας πόθος που είχε γίνει ανεξέλεγκτος. Τα φιλιά του και τα χάδια του είχαν ενισχύσει αυτή την έντονη σαρκική έλξη, την είχαν οξύνει σε σημείο επικίνδυνο. Ένα ρίγος προσμονής τη διαπέρασε. Ο Μάρκο κατέβασε το δείκτη του από το στόμα της κι ύστερα τη σήκωσε στα χέρια του. «Άνοιξε την πόρτα», είπε τροχιά. Αδύναμη από τον πόθο, η Τζασίντα υπάκουσε κι εκείνος την κουβάλησε μέσα στη σουίτα. Σταμάτησε και κοίταξε γύρω του, γρυλίζοντας ικανοποιημένος όταν είδε τον καναπέ. «Ωραία, ένα έπιπλο με αξιοπρεπείς διαστάσεις», είπε η φωνή του βαριά από τον πόθο. Όταν όμως κάθισε, την κράτησε κοντά του, ακουμπώντας το μάγουλό του στο μέτωπό της, λες και προς το παρόν αυτή η απλή επαφή ικανοποιούσε τη λαχτάρα του. Οι τελευταίες αντιστάσεις της Τζασίντα διαλύθηκαν. Στα χέρια του ένιωθε απόλυτα, υπέροχα ασφαλής... «Κοίταξε' με», είπε βραχνά ο Μάρκο. Τα μάτια της Τζασίντα καταβρόχθισαν το αριστοκρατικό του πρόσωπο, τον γλυκό συνδυασμό μελαψού δέρματος και κατάμαυρων μαλλιών, τα γαλάζια μάτια του που σπινθηροβολούσαν. «Πώς στο διάολο το κάνεις αυτό;» «Τι κάνω;» ρώτησε η Τζασίντα ειλικρινά έκπληκτη. Εκείνος κάγχασε. «Να με καις μόνο με μια ματιά», της είπε. «Τα γκρίζα μάτια είναι συνήθως ψυχρά, καθάρια και διάφανα, αλλά τα δικά σου είναι ανεξιχνίαστα και πολύ σαγηνευτικά. Με κάνουν να τρελαίνομαι». Εμποδίζοντας αμείλικτα την όποια απάντησή της με ένα ακόμη φιλί, ο Μάρκο αγκάλιασε το απαλό στήθος της. Οι αισθήσεις άρχισαν να παλεύουν μέσα της, καθώς εκείνος την κατακτούσε


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

86

με το βαθύ φιλί του και τα δάχτυλά του τη χάιδευαν. Η Τζασίντα πήρε στα χέρια της το πρόσωπό του. Η επαφή με τα γένια του έκανε την ανταπόκρισή της ακόμη πιο έντονη, όμως συνάντησε άφοβα το εξεταστικό του βλέμμα, παρ’ ότι η προσπάθεια να ελέγξει την άγρια λαχτάρα μέσα της απειλούσε να την καταβάλει. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι κι εκείνος είχε το ίδιο πρόβλημα. Κατάλαβε ακριβώς τη στιγμή που ο αυτοέλεγχός του έγινε κομμάτια και ο πόθος τον κυρίεψε. Κι όμως φίλησε το λαιμό της με απίστευτη τρυφερότητα, επιμένοντας με εντυπωσιακή ακρίβεια σε κάποια σημεία, λες και ήξερε ενστικτωδώς πώς να την ερεθίζει. Της ξέφυγε ένας μικρός λυγμός και πέρασε το χέρι της στα μαύρα μεταξένια μαλλιά του. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε και δεν μπορούσε να σκεφτεί. Αν και βαθιά μέσα της ήξερε ότι δεν έπρεπε να το κάνει αυτό, δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί κάτι τόσο ανόητο όσο η αυτοσυγκράτηση μπορούσε να είναι απαραίτητο. «Θα σ’ το χαλάσω αυτό το όμορφο μπλουζάκι αν σ’ το βγάλω εγώ;» τη ρώτησε ο Μάρκο και το ειρωνικό του χιούμορ τη γέμισε προσμονή. «Ναι, γι' αυτό για αντάλλαγμα θα πρέπει να με αφήσεις να σου βγάλω κι εγώ το πουκάμισο», είπε η Τζασίντα με φωνή χαμηλή, βραχνή και παιχνιδιάρικη. «Αυτό είναι το δίκαιο εξάλλου». Με μάτια που έλαμπαν, έγειρε πίσω στον καναπέ γελώντας και άνοιξε τα χέρια του. «Ελεύθερα», την προσκάλεσε με ένα πονηρό χαμόγελο. Η Τζασίντα του τράβηξε το μαύρο πουκάμισο από το παντελόνι και τον άκουσε να παίρνει μια κοφτή ανάσα. Γύρισε και τον κοίταξε απορημένη. «Διάολε, είσαι τόσο όμορφη», της είπε τροχιά, κάνοντας προσπάθεια να παραμείνει ακίνητος. Η Τζασίντα ένιωσε μεγάλη χαρά κι ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της που είχαν μαλακώσει ήδη από τα φιλιά του. Εκείνος σήκωσε τα χέρια του που τα είχε καρφώσει


87

ROBYN DONALD

στον καναπέ και την άφησε να του ξεκουμπώσει τα κουμπιά στα μανίκια. Από κάτω φορούσε ένα ζιβάγκο ζέρσεϊ που κολλούσε στο στήθος του, αποκαλύπτοντας τους δυνατούς μυς του καθώς προσπαθούσε να ελέγξει την αναπνοή του. «Αγόρασες βλέπω ρούχα από μερινό όταν ήσουν στο Νότιο Νησί», του είπε ψιθυριστά και χάιδεψε το σκούρο ύφασμα διατακτικά. Τα μάτια του σιγόκαιγαν και το πιγούνι του σφίχτηκε. Είπε κάτι σε μια γλώσσα που η Τζασίντα με δυσκολία αναγνώρισε ως ιλιριανά. Ήταν μια ήπια βλαστήμια όταν αναζητούσε κανείς δύναμη για να αντέξει κάτι. Είχε ακούσει να τη χρησιμοποιεί η μητέρα της κάποιες φορές όταν εκείνη και η αδερφή της γίνονταν πολύ δύσκολες. Μαμά, σκέφτηκε απελπισμένα... μαμά... Έκλεισε τα μάτια της. «Δεν μπορώ... δεν το θέλω αυτό», μουρμούρισε τροχιά. Ακολούθησε τεταμένη σιωπή. «Λες ψέματα. Με θέλεις όσο σε θέλω κι εγώ», είπε τελικά εκείνος. Τα μάγουλά της είχαν γίνει κατακόκκινα και την έκαιγαν. Τελικά κατάφερε να συγκεντρώσει τις σκέψεις της αρκετά ώστε να μουρμουρίσει: «Δεν είναι αυτό το θέμα». Η μεθυστική έξαρση της αδρεναλίνης είχε υποχωρήσει. Τώρα κρύωνε και έτρεμε. Εκείνος ξαφνιάστηκε όταν κατέβηκε από τα γόνατά του. Τα πόδια της έτρεμαν. Θα ήταν έξαλλος και δεν τον κατηγορούσε. Τουλάχιστον είχε λογικευτεί πριν γδυθούν τελείως, σκέφτηκε πανικόβλητη. Επιστρατεύοντας το θάρρος της γύρισε και τον κοίταξε με το κεφάλι της ψηλά, μια κίνηση που ήλπιζε να φανεί αλαζονική. Εκείνος είχε σηκωθεί ήδη όρθιος. Η καρδιά της λιποψύχησε. Μεγαλόσωμος, σκοτεινός και επιβλητικός μέσα στο κομψό σαλόνι, την κοιτούσε με πρόσωπο εντελώς ανέκφραστο. Κι, όμως, η Τζασίντα μπορούσε να νιώσει τη δύναμη των συναισθημάτων τα οποία συγκροτούσε πίσω απ’ αυτή την ανέκφραστη μάσκα. Ξεροκατάπιε. «Συγνώμη», είπε και η φωνή της ακούστηκε


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

88

ξεψυχισμένη κι άτονη, σαν να επαναλάμβανε κάτι μηχανικά. «Ήταν ασυγχώρητο από μέρους μου. Δεν... δεν το θέλω αυτό, Μάρκο». Εκείνος ανασήκωσε το μαύρο φρύδι του. «Πρέπει να προσέξεις λίγο τα μπερδεμένα μηνύματα που στέλνεις», είπε ευγενικά. Εκείνος είχε δίκιο, ανάθεμά τον, αλλά η Τζασίντα ένιωσε σαν να τη χαστούκισε. Τη στιγμή που μέσα της το πάθος επαναστατούσε, εκείνος έκανε ένα σχόλιο που έδειχνε ότι δεν είχε θυμώσει και πολύ. Και μολονότι το βλέμμα του δεν άφησε στιγμή το πρόσωπό της κι εκείνη διαισθανόταν ότι το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς, εκείνος φαινόταν ατάραχος. Δάγκωσε τα χείλη της και τα άφησε αμέσως όταν είδε ότι τα παγερά γαλάζια μάτια του πρόσεξαν τη μικρή αυτή προδοτική κίνηση. «Συγνώμη», του είπε πιο έντονα αυτή τη φορά και έσφιξε τις γροθιές της. Κάν' το, της έλεγε η αυστηρή φωνή του καθήκοντος. Πες του να φύγει. «Δε θέλω να γίνει κάτι μεταξύ μας», είπε ανυποχώρητη. «Γιατί;» Ω Θεέ μου, γιατί δεν μπορούσε απλώς να το αποδεχτεί και να φύγει; Δεν είχε καμία λογική απάντηση που δε θα πρόδιδε ότι κάτι έτρεχε. Ο πρίγκιπας ήξερε ότι στην αγκαλιά του έπαιρνε φωτιά. Όταν δεν του απάντησε, εκείνος της είπε με τυπική ευγένεια που η Τζασίντα την έβρισκε τρομακτική: «Η αντίδρασή σου μου φάνηκε ειλικρινής. Ή είσαι τόσο καλή ηθοποιός;» Θέλοντας απελπισμένα να δώσει ένα τέλος, η Τζασίντα του πέταξε: «Θα προτιμούσα να διατηρήσουμε τη σχέση μας σε καθαρά επαγγελματικό επίπεδο». Εκείνος ένευσε καταφατικά και η Τζασίντα είδε τον Πρίγκιπα εν δράσει —τρομακτικά ευγενικό, αυταρχικό και απόλυτα απειλητικό. «Ή μήπως έχω παρεξηγήσει την κατάσταση;» τη ρώτησε ψυχρά. «Μου αρέσουν οι ξεκάθαρες κουβέντες και παρ’ όλο που φαίνεται ότι σου είναι δύσκολο να μου το πεις, πρέπει. Πόσο θα μου στοιχίσει;»


89

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

«Τι;» Η Τζασίντα ανοιγόκλεισε τα μάτια της απορημένη και μετά κατάλαβε τι εννοούσε εκείνος. Έγινε κατακόκκινη από το θυμό και μετά ένιωσε ταπεινωμένη. «Αν εννοείς αυτό που νομίζω, δεν είμαι πόρνη», του είπε απότομα, προσπαθώντας να διώξει τον κόμπο από το λαιμό της. «Φυσικά και όχι, αλλά είναι λογικό εκ μέρους σου να θέλεις να θέσεις τους όρους σου προτού η σχέση προχωρήσει πολύ». Το χαμόγελο του Μάρκο ήταν κυνικό. «Απόλαυσα εξαιρετικά ως τώρα το δείγμα των ταλέντων σου. Είμαι πανέτοιμος να αγοράσω». Η Τζασίντα τον κοίταξε. Τα μάγουλά της έκαιγαν. «Με έχουν προσβάλει άνθρωποι κι άλλες φορές», είπε τρεμάμενα, «αλλά ποτέ τόσο πολύ όσο εσύ. Φύγε, σε παρακαλώ». «Φυσικά». Ο Μάρκο έριξε το πουκάμισο που του είχε βγάλει στον ώμο του και κατευθύνθηκε αργά προς την πόρτα. Χωρίς να το θέλει, η Τζασίντα τον κοίταξε, καλωσορίζοντας το θυμό και τον πόνο που μαλάκωναν τη θλίψη της. Εκείνος περπατούσε αβίαστα, σαν να βρισκόταν σπίτι του, με τη θανάσιμη κίνηση ενός αρπακτικού. Στην πόρτα γύρισε και την κοίταξε. «Θα σε δω ξανά σύντομα. Ελπίζω να μην έχεις ξεχάσει πότε λανσάρουμε το άρωμα». «Όχι», είπε ανέκφραστα η Τζασίντα. «Το έχω στο ημερολόγιό μου». Το χαμόγελό του δεν άγγιξε τα ψυχρά μάτια του. «Φρόντισε να είσαι εκεί», τη συμβούλευσε και έφυγε.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

90

Η Τζασίντα κλείδωσε την πόρτα πίσω του και μετά βούλιαξε σε μια καρέκλα. Ανατρίχιασε κι έτριψε τα μπράτσα της, προσπαθώντας να ζεσταθεί. Αυτό που ένιωθε δεν μπορούσε να είναι ερωτική απογοήτευση... κι όμως έτσι έμοιαζε! Έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να διώξει από το μυαλό της το άμεσο μέλλον, όταν θα αναγκαζόταν να τον συναντήσει σε διάφορες εκδηλώσεις και να δει την περιφρόνηση στα μάτια του, ξέροντας τι πίστευε για κείνη. Λοιπόν, αποκλείεται η γνώμη του να ήταν χειρότερη από τη δική της για κείνον, σκέφτηκε θαρραλέα, προσπαθώντας να ξυπνήσει ξανά τον δικαιολογημένο θυμό της. Είχε το θράσος να της δείχνει απέχθεια όταν ο ίδιος ήταν τόσο πρόθυμος να πληρώσει για τις σεξουαλικές υπηρεσίες της. Αηδιαστικό. Αλλά δεν ήταν αηδία αυτό που την έκανε να δακρύσει και την κράτησε ξύπνια σχεδόν όλη νύχτα. *** Το επόμενο πρωί καθώς μπήκε στο σαλόνι της σουίτας άκουσε ένα διακριτικό χτύπημα. Αλλά δεν ήταν ο Μάρκο. Αντί για κείνον είδε τον μπάτλερ να στέκεται μπροστά της με ένα τεράστιο καλάθι λουλούδια. «Κυρία», είπε επίσημα και της το πρόσφερε. Η Τζασίντα το πήρε παρατηρώντας τα περουβιανά κρίνα, που ήταν σκουροκόκκινα σαν τα μαλλιά της. Η ανόητη καρδιά της σκίρτησε. Σίγουρα το χρώμα σήμαινε ότι ο Μάρκο τα είχε διαλέξει μόνος του. Ή μήπως ήταν απλώς μία ακόμη, πιο διακριτική αυτή τη φορά, προσβολή —μια πληρωμή για το «δείγμα των ταλέντων της» όπως τόσο επικριτικά είχε αναφέρει; Ο μπάτλερ της έδωσε έναν φάκελο και την εφημερίδα. Όταν εκείνος έφυγε, η Τζασίντα έκλεισε την πόρτα, άφησε τα λουλούδια σ’ ένα τραπέζι και δαγκώνοντας τα χείλη της διάβασε το μήνυμα. Σύντομο και τυπικό, σκέφτηκε κυνικά. Δε


91

ROBYN DONALD

θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη! Θα έρθω ο' επαφή μαζί σου όταν επιστρέφεις στο Λονδίνο. Το είχε υπογράψει απλώς με το αρχικό του Μ. Αν και η σκέψη του φαγητού τής έφερνε ναυτία, παρήγγειλε φρούτα, μούσλι και καφέ κι ύστερα κάθισε να ηρεμήσει, διαβάζοντας την εφημερίδα. Στην πίσω σελίδα, στη στήλη των κουτσομπολιών είδε το όνομά της. Ένιωσε να ανακατεύεται, ανάγκασε όμως τον εαυτό της να διαβάσει το άρθρο. Πώς μπορούσε κάποιος να καταφέρνει να κάνει μια δεξίωση να ακούγεται σαν χυδαία εμπορική συναλλαγή; Επειδή ο Γκρέγκορι Μπόρντερ είχε χυδαίο μυαλό, σκέφτηκε θυμωμένη. Και δεν ήταν ο μόνος. Ήταν όμως η τελευταία παράγραφος που την έκανε να χλομιάσει. Ψιθυρίζεται ότι ο πρίγκιπας και το αγαπημένο μας μοντέλο συνδέονται και με άλλον τρόπο εκτός από το συμβόλαιό τους... κι επειδή ξέρω τι σκέφτεστε, δεν αναφέρομαι ούτε σ’ αυτό! Παρά το κέλτικο όνομά της, υπάρχουν φήμες ότι το όμορφο μοντέλο έχει οικογενειακούς δεσμούς με την Ιλίρια. «Ω Θεέ μου!» ψιθύρισε η Τζασίντα και πετάχτηκε όρθια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ανάγκασε το μυαλό της να ηρεμήσει και να σκεφτεί λογικά. Έπρεπε να το συζητήσει με κάποιον που δεν ήταν συναισθηματικά μπλεγμένος με την κατάσταση. Τον Χοκ... Σήκωσε το ακουστικό και πήρε μια εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων. Όταν έφτασε πια στο Μπει οφ Άιλαντς είχε σκάσει από τη ζέστη και είχε καταφέρει να χύσει ένα ποτήρι χυμό πορτοκάλι στην μπλούζα της. Παρ' όλο που ο Χοκ δεν ήταν σπίτι, το αυτοκίνητό του ήταν στο γκαράζ, οπότε μπήκε με το κλειδί της και αποφάσισε να αλλάξει πριν προσπαθήσει να τον εντοπίσει. Έκανε ένα ντους για να ξεπλύνει το χυμό και μόλις βγήκε από το μπάνιο, άκουσε θόρυβο στην είσοδο. Ένα πικρόχολο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. Ανάθεμα, γιατί δεν μπορούσε να ερωτευτεί τον Χοκ αντί να τον αγαπάει σαν


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

92

αδερφό της; Η ζωή της θα ήταν πολύ πιο απλή. Φόρεσε τη ρόμπα της και πήγε να τον προϋπαντήσει. Άνοιξε την πόρτα και είπε: «Αγάπη, επιτέλους...» Δυστυχώς ο Χοκ δεν ήταν μόνος. Και από την έκφραση στο πρόσωπό του, συνειδητοποίησε ότι σίγουρα δεν ήταν καθόλου ευπρόσδεκτη! Μάλιστα είχε σπρώξει τη γυναίκα που ήταν μαζί του πίσω του, σαν να ήθελε να την προστατεύσει. Είναι ερωτευμένος! σκέφτηκε η Τζασίντα και εξεπλάγη από το πόσο αποθαρρημένη ένιωσε. «Τζασίντα», είπε εκείνος ανέκφραστα. «Πώς στο διάολο βρέθηκες εδώ;» «Ο! Συγνώμη». Ο τόνος του την πλήγωσε και χωρίς να το θέλει ένιωσε ανησυχία. Κρατώντας τη φωνή της ανάλαφρη κι ευχάριστη, είπε: «Αγάπη, ξέρω ότι ήρθα μια μέρα νωρίτερα... δεν ήξερα ότι είχες επισκέπτες». «Μόνο έναν», είπε ο Χοκ αβίαστα, ανακτώντας και πάλι την ψυχραιμία του. Με φωνή ήρεμη και ειρωνική τις σύστησε, την Τζασίντα ως παλιά φίλη και την ερωμένη του με το όνομά της... Η Τζασίντα προσπάθησε κρύψει το σοκ της. Η γυναίκα ήταν η πριγκίπισσα Μελίσα Κονσιντίνι. Η μικρή αδερφή του Μάρκο. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτή τη φρικτή σύμπτωση. Προς στιγμήν πάγωσε, αλλά αμέσως συνήλθε και χαμογέλασε, ελπίζοντας ο Χοκ και η αγαπημένη του να μην το είχαν παρατηρήσει. Του άξιζε να είναι ευτυχισμένος κι εκείνον δεν τον εμπόδιζε τίποτα. Με τυπική ευγένεια εκείνη και η Μελίσα Κονσιντίνι αντάλλαξαν τους συνήθεις χαιρετισμούς. Τα μπερδεμένα μαλλιά της πριγκίπισσας στο χρώμα του μελιού και το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της, σε συνδυασμό με τα πρησμένα χείλη της ήταν αρκετά για να καταλάβει η Τζασίντα τι είχε συμβεί Είχαν κάνει έρωτα εκεί κάτω στην παραλία. Μετά από μερικά λεπτά, ο Χοκ την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρά της. «Συγνώμη, συγνώμη, συγνώμη!» του είπε μετανιωμένη. «Έπρεπε να σ’ ειδοποιήσω ότι θα ερχόμουν


93

ROBYN DONALD

νωρίτερα. Θα φάω στο δωμάτιό μου απόψε». «Μην είσαι χαζή», είπε ο Χοκ, αλλά ο τόνος του πρόδιδε ότι η Μελίσα Κονσιντίνι ήταν σημαντική για κείνον. «Πιστεύει ότι είμαστε εραστές», δήλωσε η Τζασίντα. «Γιατί ήρθες σήμερα;» Η Τζασίντα του έριξε μια λοξή ματιά. «Πες μου, Τζασίντα. Το βλέπω ότι έχεις μπλεξίματα». «Όχι ακριβώς». Αλλά επειδή ήταν δύσκολο να αντισταθεί στις συνήθειες μιας ζωής, του είπε τι είχε συμβεί. Εκείνος ήξερε για το φόβο της μητέρας της, αλλά τα μάτια του σκοτείνιασαν όταν του αποκάλυψε τα σχόλια της κουτσομπολίστικης στήλης. Ο Χοκ περιεργάστηκε το πρόσωπό της με έντονο βλέμμα. «Είσαι ερωτευμένη μ’ αυτό τον αναθεματισμένο τον πρίγκιπα», είπε ήρεμα. Η Τζασίντα κούνησε το κεφάλι της βίαια. «Δεν πιστεύω στον κεραυνοβόλο έρωτα». «Ούτε κι εγώ πίστευα». Η Τζασίντα χαμογέλασε πλατιά και τον αγκάλιασε θερμά. «Καιρός ήταν! Πήγαινε λοιπόν και φρόντισε η Μελίσα να καταλάβει ότι δεν έχει κανέναν λόγο να ανησυχεί». «Αν δεν πιστέψει ότι δεν είμαστε εραστές, τότε εγώ δεν υπάρχει λόγος να ανησυχώ για κείνη», απάντησε ο Χοκ. «Οι περισσότεροι θα πίστευαν ότι το εννοείς αυτό, αλλά εγώ σε ξέρω καλά», είπε η Τζασίντα κοροϊδευτικά. Εκείνος απομάκρυνε από το πρόσωπό της μια υγρή μπούκλα. «Με ξέρεις υπερβολικά καλά. Θέλεις να αναγκάσω τον Μπόρντερ να κάνει μια διάψευση;» «Μπορείς;» «Θα μπορούσα να προσπαθήσω». «Όχι», είπε συνοφρυωμένη η Τζασίντα. «Θα τον κάνεις να αρχίσει να σκαλίζει κι άλλο. Ήθελα να σε ρωτήσω αν πιστεύεις ότι εγώ και η Λέξι έχουμε λόγο να ανησυχούμε αν αποκαλυφθεί ότι είμαστε από την Ιλίρια. Και τώρα σου τα χάλασα όλα». «Σίγουρα δε βοήθησε το ότι εμφανίστηκες», παραδέχτηκε ο


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

94

Χοκ, «αλλά ξέρω τι θέλω και θα το πάρω στο τέλος. Όσο για το αν πρέπει να ανησυχείς αν μαθευτεί ότι είσαι γεννημένη στην Ιλίρια... ένας Θεός ξέρει τι πέρασε η μητέρα σου πριν έρθει στη Νέα Ζηλανδία. Ό,τι κι αν συνέβη, δεν τολμούσε να αποδεχτεί ότι ήσασταν ασφαλείς εδώ, οπότε έκανε ό,τι μπορούσε για να σας τρομάξει και να μην το πείτε ποτέ. Αυτό δεν είναι κάτι που το ξεπερνάς έτσι απλά, αλλά είμαι σίγουρος ότι αν ζούσε ακόμη, όταν πέθανε ο Πάολο Κονσιντίνι, θα είχε συνειδητοποιήσει ότι δε χρειαζόταν να φοβάται πια». Η Τζασίντα προσποιήθηκε ότι είχε πονοκέφαλο κι έφαγε στο δωμάτιό της εκείνο το βράδυ. Αναρωτιόταν αν οι βεντέτες, για τις οποίες τούς είχε μιλήσει η μητέρα της, ήταν ο λόγος για τους φόβους της, αλλά δε φαινόταν λογικό. Ακόμη κι αν συνέβαιναν ακόμη, η Ιλόνα είχε υπάρξει το θύμα όχι ο θύτης. Είχε ελπίσει ότι η απουσία της θα έδινε στον Χοκ την ευκαιρία να τα ξαναβρεί με την αγαπημένη του, αλλά το επόμενο πρωί ήταν προφανές ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Παρ’ όλο που η πριγκίπισσα είχε εξαιρετικούς τρόπους, ήταν ψυχρή και απόμακρη και η ένταση του Χοκ ήταν εμφανής στην Τζασίντα... αν και ίσως όχι στη Μελίσα Κονσιντίνι, που επέστρεφε στην Ιλίρια εκείνο το πρωί. Η Τζασίντα συνάντησε τον Χοκ στην πόρτα όταν εκείνος επέστρεψε από το αεροδρόμιο. Είχε σταθεί πάντα δίπλα της, ένας σταθερός βράχος στη ζωή της, αλλά τώρα είχε άλλες προτεραιότητες. Εκείνος κοίταξε το νοικιασμένο αυτοκίνητό της έτοιμο για αναχώρηση. «Τι κάνεις;» «Δεν είχα δικαίωμα να σου φορτωθώ», είπε η Τζασίντα και του χαμογέλασε. «Σε χρησιμοποιώ τόσα χρόνια και είναι ώρα να σταματήσει αυτό. Εξάλλου θα πας να τη βρεις, έτσι δεν είναι;» Το θλιμμένο χαμόγελό του της είπε ότι είχε μαντέψει σωστά. «Θα της δώσω μερικές μέρες», είπε ο Χοκ. «Όσο για το αν με χρησιμοποιείς... μην είσαι χαζή. Αλλά είναι μάλλον ώρα να προχωρήσουμε».


95

ROBYN DONALD

Τα μάτια της Τζασίντα βούρκωσαν. «Ναι», είπε απλά. «Ευχαριστώ, Χοκ. Δεν έχω δικαίωμα να σ’ το ζητήσω, αλλά θα σε πείραζε να μην πεις στην πριγκίπισσα για τη σχέση μας με την Ιλίρια; Δεν είναι μόνο δικό μου μυστικό. Είναι και η Λέξι. Της τηλεφώνησα χτες και ανησυχεί ακόμα για το όλο θέμα». «Φυσικά και δε θα το πω στη Μελίσα», απάντησε κοφτά ο Χοκ. «Τι έχεις σκοπό να κάνεις;» Ήθελε να επισκεφτεί τη Λέξι, αλλά η αδερφή της ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για μια περιήγηση στην Ενδοχώρα της Αυστραλίας. «Θα επιστρέφω στο Λονδίνο και θα κανονίσω την αποχώρησή μου από το επάγγελμα. Μετά, θα γυρίσω πίσω». «Θα σου πω μόνο ένα πράγμα για τον Μάρκο Κονσιντίνι. Μπορεί να είναι δύσκολο να τον διώξεις μακριά σου. Ξέρει τι θέλει». Η Τζασίντα ανασήκωσε τους ώμους της, νιώθοντας ένα σφίξιμο μέσα της. «Δε θα έχω πρόβλημα... μόλις θα εκπληρώσω τις υποχρεώσεις μου για το λανσάρισμα του αρώματος, θα γυρίσω πίσω και δε θα τον ξαναδώ ποτέ». *** Η Τζασίντα έκλεισε απότομα το κινητό της, ελπίζοντας ότι αυτή τη φορά η ατζέντισσα της θα συνειδητοποιούσε ότι δεν είχε νόημα να προσπαθεί να τη δελεάσει με επικερδή συμβόλαια. Ήταν στο Λονδίνο τέσσερις μέρες, χωρίς να έχει δει κανέναν. Έκανε σχέδια και οργάνωνε το μέλλον της. Ίσως θα έπρεπε να ευχαριστεί τον Μάρκο που την είχε διαλέξει για την καμπάνια, γιατί διαφορετικά μπορεί να συνέχιζε να δουλεύει για χρόνια, χάνοντας το χρόνο της μέχρι που τελικά δε θα την ήθελε κανείς... Όχι, σκέφτηκε γενναία, αυτά τα χρόνια δεν ήταν χαμένα. Είχε συναντήσει μερικούς υπέροχους ανθρώπους... δημιουργικούς, παθιασμένους, αφοσιωμένους στη μόδα. Αλλά το δικό της


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

96

πάθος, τη δημιουργικότητα και την αφοσίωση δεν τα είχε άξιο-ποιήσει ποτέ και τα τελευταία χρόνια είχε μια αίσθηση ανικανοποίητου που όλο και μεγάλωνε. Έδινε λοιπόν πολύ μεγάλη αξία στον Μάρκο, πιστεύοντας ότι είχε προκαλέσει τέτοια αλλαγή μέσα της. Το τηλέφωνο τη διέκοψε ξανά. Το σήκωσε. «Ναι». «Τζασίντα». Ο Μάρκο. Η καρδιά της βροντοχτύπησε. Η Τζασίντα την πίεσε με το χέρι της και προσπάθησε να ελέγξει τη φωνή της. «Τι έκπληξη, υψηλότατε». «Την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε με φώναζες με το όνομά μου», είπε ο Μάρκο. Η φωνή του ήταν χαμηλόφωνη και τρυφερή και την έκανε να αναριγήσει, μπερδεύοντας τις σκέψεις της και μετατρέποντάς τη σ’ ένα πλάσμα που το κυβερνούσαν οι αισθήσεις. Όχι, σκέφτηκε ψυχρά, αναγκάζοντας τον εαυτό της να συνέλθει. Την είχε πατήσει μία φορά. «Πού είσαι;» «Στο δρόμο έξω από την πόρτα σου». Η Τζασίντα πανικοβλήθηκε και το στομάχι της σφίχτηκε. Πόσες φορές είχε κάνει πρόβα αυτή τη σκηνή τις τελευταίες μέρες; Κι όμως κάθε άλλο παρά έτοιμη ήταν. «Θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις το θυροτηλέφωνο», είπε ανόητα. «Άνοιξέ μου, Τζασίντα». Του άνοιξε και τον περίμενε γεμάτη ένταση. Ευχήθηκε να φορούσε κάτι πιο κομψό από τζιν κι ένα μάλλινο ζέρσεϊ. Ή έστω να είχε τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά για να φαίνονται λίγο πιο επίσημα, αντί να πέφτουν ελεύθερα στους ώμους της. Όχι ότι είχε σημασία, τίποτα δεν είχε σημασία, γιατί είχε σκοπό να τον διώξει. Όταν χτύπησε το κουδούνι, φόρεσε ένα χαμόγελο και ανάγκασε τον εαυτό της να ανοίξει. Εκείνος φαινόταν κάπως ταλαιπωρημένος, σαν να είχε περάσει τις ίδιες άγρυπνες νύχτες μ’ εκείνη. Τα μάτια του ήταν θολά κι ανεξιχνίαστα. Δεν μπορούσε όμως να κρύψει τον πόθο που τα έκανε πιο σκούρα ή


97

ROBYN DONALD

το άγριο χαμόγελο στα χείλη του. Αν είχε χρόνο να προετοιμαστεί... αλλά αυτή η απρόσμενη άφιξη την είχε αιφνιδιάσει και τώρα πολεμούσε ενάντια στις αναμνήσεις... «Δεν άξιζες τέτοια προσβολή», είπε εκείνος χωρίς περιστροφές. «Συγνώμη. Αλλά σε παρεξήγησα. Σκέφτηκε ότι μπορεί να ήσουν σαν τόσες άλλες γυναίκες που έχω γνωρίσει, που περιμένουν κάποιου είδους πληρωμή». «Και τώρα δεν το πιστεύεις;» «Ούτε και τότε το πίστευα», παραδέχτηκε ο Μάρκο. «Είχα αηδιάσει με το δημοσιογράφο που δεν έχασε ευκαιρία να σε δυσφημήσει όταν τον απέρριψες, αλλά όταν έκανες το ίδιο σ' εμένα συμπεριφέρθηκα εξίσου άσχημα μ' εκείνον». Έκανε μια παύση κι όταν εκείνη δεν είπε τίποτα, συνέχισε με απόλυτη ειλικρίνεια: «Πληγώθηκε η περηφάνια μου. Δε χάνω συχνά την ψυχραιμία μου, αλλά, όταν γίνεται, το παρακάνω. Λυπάμαι πολύ που συνέβη μ’ εσένα». Η Τζασίντα συνειδητοποίησε ότι δεν είχε αναφέρει τίποτα για την όποια σχέση της με την Ιλίρια, οπότε σίγουρα δεν είχε διαβάσει την απόπειρα του Μπόρντερ να την εκδικηθεί. Ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της. «Κι εγώ έχασα την ψυχραιμία μου μαζί σου» «Ναι, αλλά δεν άρχισες να ξεστομίζεις προσβολές που ήξερες ότι ήταν αβάσιμες και άδικες. Δεν έχω κανένα δικαίωμα να σου ζητήσω να με συγχωρήσεις, αλλά μπορώ να σου υποσχεθώ ότι δε θα συμβεί ξανά». «Δεν πειράζει», είπε η Τζασίντα χαμηλόφωνα, νιώθοντας το κεφάλι της να γυρίζει. «Δε θα έπρεπε να έχω αφήσει τα πράγματα να προχωρήσουν τόσο πολύ». «Έχεις κάθε δικαίωμα να αρνείσαι», είπε ο Μάρκο απότομα και μετά η φωνή του άλλαξε. «Δε θα σ’ ενοχλήσω ξανά». Της άπλωσε το χέρι του. Μην τον αγγίξεις! ούρλιαξε το ένστικτό της, αλλά ήταν πολύ αργά. Είχε ήδη βάλει αυτόματα το χέρι της στο δικό του. «Δε με ενοχλείς», του είπε πριν


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

98

προλάβει να το σκεφτεί. Τα δάχτυλά του έκλεισαν απαλά γύρω από τα δικά της. Το δέρμα της μυρμήγκιασε και ένιωσε μια ηλεκτρική εκκένωση μέσα της. Χωρίς να το θέλει τον κοίταξε κι αυτό που είδε στα μάτια του έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει. «Μου έλειψες», της είπε τροχιά. «Κι εμένα μου έλειψες», ψιθύρισε η Τζασίντα. Η Τζασίντα δεν είχε ιδέα ποιος έκανε την πρώτη κίνηση, αλλά πριν προλάβει να πάρει ανάσα βρέθηκε στην αγκαλιά του. Η σκέψη να του αντισταθεί έμεινε στο μυαλό της, καθώς το κορμί της, ζωντανό, καυτό κι αναζωογονημένο από το άγγιγμά του, την πρόδωσε. Αναζητώντας ενστικτωδώς την παρηγοριά του φιλιού του, ανασήκωσε το πρόσωπό της. Όταν το στόμα του κάλυψε το δικό της, η Τζασίντα αναστέναξε και παραδόθηκε στο άγγιγμά του. Ο πόθος ξύπνησε σε κάθε κύτταρο του κορμιού της που αναζητούσε την ικανοποίηση, που μόνο εκείνος μπορούσε να της δώσει. Χωρίς να σταματήσει να τη φιλάει, εκείνος την κουβάλησε στο σαλόνι. Η δύναμή του, η θέρμη του γεροδεμένου κορμιού του, η ανεπαίσθητη μυρωδιά που αποτελούσε την προσωπική του σφραγίδα, την έκαναν να παραδοθεί. Από τότε που εκείνος είχε φύγει, η λαχτάρα της για κείνον ήταν αφόρητη, συνειδητοποίησε. Και τώρα βρισκόταν εκεί και ξαφνικά όλα ήταν τόσο απλά...


99

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Όλοι οι λόγοι που είχε η Τζασίντα να μη θέλει να γίνει αυτό χάθηκαν στην ομίχλη της απολαυστικής επιθυμίας που την πλημμύριζε. Ζαλισμένη συνειδητοποίησε ότι είχε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του Μάρκο, ότι ήταν κολλημένη στο γεροδεμένο κορμί του. Με το στόμα του να τρυγάει ακόμη το δικό της, την απόθεσε κάτω. Πεινασμένοι, ενθουσιασμένοι, φιλήθηκαν μέχρι που έμειναν ξέπνοοι. Ο Μάρκο σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε με μάτια που έκαιγαν και πρόσωπο βλοσυρό. «Σε θέλω», της είπε. Η δήλωσή του ήταν διεκδίκηση και πρόκληση και πυροδότησε την επιθυμία της. Ανίσχυρη η Τζασίντα γλίστρησε τα χέρια της στο λαιμό του και έβαλε την παλάμη στη φλέβα που χτυπούσε στη βάση του. Κοιτάζοντάς τον έντονα, άφησε τα δάχτυλά της να γλιστρήσουν στα όμορφα μαλλιά του. Το γεροδεμένο κορμί του σφίχτηκε. Την κοίταξε σαν να αρνιόταν να της παραχωρήσει την όποια δύναμη. Έσφιξε τα χείλη του και η Τζασίντα σκέφτηκε για μια στιγμή ότι θα της απομάκρυνε τα χέρια, αλλά, παρ’ όλο που ένιωθε την ένταση που εξέπεμπε το κορμί του, εκείνος δεν κουνήθηκε. Ακίνητος σαν το αρπακτικό που παραφυλάει τη λεία του, την άφησε να τον χαϊδέψει χωρίς να αντιδρά καθόλου. Ανταποκρινόμενη στον βίαιο χτύπο της καρδιάς του κάτω από το άγγιγμά της, η Τζασίντα εξισορρόπησε την παράδοσή της με τη δική της διεκδίκηση επάνω του. «Κι εγώ σε θέλω». Ο Μάρκο μισόκλεισε τα μάτια του. «Ωραία», είπε και τη


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

100

φίλησε ξανά φλογερά κι αυτή τη φορά δεν υπήρχε δισταγμός από τη μεριά της, καμία αυτοσυγκράτηση από κανέναν τους. Η Τζασίντα περίμενε ότι θα την κατακτούσε άγρια... το περίμενε πρόθυμα, γιατί τότε δε θα χρειαζόταν να σκέφτεται τι συνεπαγόταν αυτή η απόλυτη παράδοση. Εκείνος όμως ανέκτησε τον έλεγχο αν και το κατακόκκινο πρόσωπό του μαρτυρούσε πόσο δύσκολο ήταν. «Είσαι σίγουρη;» «Ναι», είπε με πάθος η Τζασίντα. Δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά έτσι... τα προηγούμενα χάδια του ήταν ένα όνειρο αισθησιασμού, αλλά σαν όνειρο απλώς είχαν φουντώσει τον πόθο της για κείνον αντί να τον κατευνάσουν. Τα μάτια του γυάλιζαν. «Μου αρέσουν οι γυναίκες που ξέρουν τι θέλουν», είπε σοβαρά και τη σήκωσε ξανά στα χέρια του. «Καθοδήγησέ με». Όταν πήγαν στο δωμάτιό της, η Τζασίντα ανατρίχιασε. «Πες μου πώς να ανοίξω τη θέρμανση», είπε ο Μάρκο. «Δεν κρυώνω». Η φωνή της ακουγόταν βραχνή και ερωτική, δεν την ένοιαζε όμως τι μπορεί να του έλεγαν ο τόνος και τα λόγια της. Μετά από μία ακόμη μυστηριώδη, διερευνητική ματιά, εκείνος της χαμογέλασε με το θριαμβευτικό χαμόγελο του εραστή. «Αν κρύωνες, θα σε ζέσταινα», της υποσχέθηκε. «Σήκωσε τα χέρια σου» Υπάκουα, νιώθοντας το σφυγμό της να χτυπάει ξέφρενα, η Τζασίντα υπάκουσε. Ο Μάρκο της έβγαλε το μπλουζάκι, το πέταξε παράμερα και της χάιδεψε τα χέρια, αργά και επίμονα. Όταν είδε τα μάτια της να ανοίγουν διάπλατα και το στόμα της να τρέμει, τα μάτια του σκούρυναν. «Είσαι τόσο όμορφη», της είπε τροχιά, χαϊδεύοντας το στήθος της. Η Τζασίντα ένιωσε το κορμί της να φουντώνει και να τρέμει από προσμονή. Ο Μάρκο χαμογέλασε και το στήθος του ανεβοκατέβηκε καθώς πήρε ανάσα με δυσκολία. Το βλέμμα του έγινε έντονο και ένας βραχνός ήχος βγήκε από το λαιμό


101

ROBYN DONALD

του. Της ξεκούμπωσε το σουτιέν κι εκείνη του ξεκούμπωσε το πουκάμισο, απολαμβάνοντας το φαρδύ, μελαψό του στέρνο. Όταν τα ζεστά του χέρια αγκάλιασαν τα απαλά στήθη της, αναρίγησε και ακολούθησε με τα δάχτυλά της το μονοπάτι των βοστρύχων μέχρι κάτω στο επίπεδο στομάχι του. Η αίσθηση ήταν υπέροχη. Παίρνοντας θάρρος από την ελευθερία που της είχε αφήσει να τον εξερευνήσει, έσκυψε και φίλησε τη μια θηλή του και μετά την έγλειψε απαλά. Εκείνος βόγκηξέ και οι μύες στους ώμους και τα χέρια του φούσκωσαν. Ανασηκώνοντάς την ελαφρά, πήρε τη μία θηλή της στο στόμα του. Τη γεύτηκε τρυφερά στην αρχή και μετά πιο έντονα όταν απαλά βογκητά απόλαυσης βγήκαν από τα χείλη της. Η Τζασίντα, νιώθοντας τον πόθο της να φουντώνει, κόλλησε πάνω του. Εκείνος ξέφυγε από τα χέρια της και τη χαμήλωσε στο κρεβάτι. Στάθηκε δίπλα της σαν σκοτεινός κατακτητής καθώς τα μάτια του απολάμβαναν το λυγερό, γυμνό κορμί της. «Μοιάζεις με θεά της θάλασσας», της είπε. Έβγαλε το παντελόνι του και ξάπλωσε κι εκείνος δίπλα της. «Όταν σε είδα στην παραλία, σκέφτηκα την Αφροδίτη να αναδύεται από τον ωκεανό...» Η Τζασίντα ξαφνιάστηκε όταν εκείνος έπιασε και τα δυο της χέρια με το δικό του, τα σήκωσε πάνω από το κεφάλι της και τα κάρφωσε στα μαξιλάρια. «Πρέπει... θέλω να γδυθώ», διαμαρτυρήθηκε απελπισμένα, στριφογυρίζοντας για να απελευθερωθεί. «Αν το κάνεις, θα τελειώσουν όλα», της είπε τροχιά. Ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της. «Μέχρι τώρα πίστευα ότι το να κάνεις έρωτα με σβηστό φως ήταν σαν να έκανες έρωτα με αδιάβροχο, αλλά τώρα καταλαβαίνω τη χρησιμότητά του. Και μόνο που σε κοιτάζω, νιώθω να φτάνω στην κορύφωση και με το ζόρι συγκροτούμαι».


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

102

«Δεν πρόκειται να σου κάνω έρωτα έτσι!» είπε μέσα από τα δόντια της η Τζασίντα. «Ω! Μα εγώ μπορώ να σε ικανοποιήσω», είπε ο Μάρκο και γλιστρώντας το ελεύθερο χέρι του στο τζιν της, της κατέβασε το φερμουάρ. «Αφησέ με!» «Αν υποσχεθείς να μην με αγγίξεις». «Μη λες βλακείες!» Ο Μάρκο έριξε πίσω το κεφάλι του και γέλασε. «Πολύ καλά τότε, ας είναι!» είπε και την άφησε. Η Τζασίντα του έπιασε τα μπράτσα και τα δάχτυλά της χώθηκαν στους τεντωμένους μυς τους. Έκαιγε... το δέρμα του έκαιγε τις παλάμες της. «Μάρκο, αν δεν τελειώσω μ’ εσένα μέσα μου, μπορείς να με ικανοποιήσεις μετά», είπε κοντανασαίνοντας. Κοιτάχτηκαν στα μάτια σαν αντίπαλοι. Τελικά εκείνος χαμογέλασε. «Νομίζω ότι αυτή πρέπει να είναι μόλις η τέταρτη φορά που λες το όνομά μου. Μου αρέσει να το ακούω από τα χείλη σου. Θέλω να το ακούω συχνά...» Καθώς έλεγε την τελευταία λέξη, βρήκε το κέντρο της θηλυκότητάς της. Συνεπαρμένη, η Τζασίντα κόλλησε στο χέρι του και έφτασε στην έκσταση βογκώντας μες στο στόμα του. Όταν και το τελευταίο κύμα του αισθησιασμού υποχώρησε, ένιωθε παραζαλισμένη και χορτασμένη. «Τώρα να δούμε εγώ πόσο θα αντέξω», του είπε, βγάζοντας το τζιν της. Με μια δυνατή ώθηση, εκείνος μπήκε μέσα της. Νιώθοντας και πάλι τον πόθο της να φουντώνει, η Τζασίντα πήρε μια κοφτή ανάσα και τον καλωσόρισε μέσα της. Περίμενε ότι εκείνος θα συνέχιζε το ρυθμό του, αλλά για μερικά ατελείωτα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος σαν να ήθελε να εξοικειωθεί μαζί της. Άνοιξε τα μάτια της και συνάντησε τα δικά του. Το βλέμμα του αρπακτικού την έκανε να αναριγήσει. Ψιθύρισε το όνομά του με λαχτάρα και έσφιξε γερά τους μυς της, θέλοντας


103

ROBYN DONALD

να τον κρατήσει μέσα της, διεκδικώντας την απόλυτη παράδοσή του. Ο Μάρκο σαν να διάβασε τις σκέψεις που τριγυρνούσαν ανεξέλεγκτα στο μυαλό της, συνοφρυώθηκε και μετά εσκεμμένα τραβήχτηκε λίγο. Πριν προλάβει η Τζασίντα να διαμαρτυρηθεί, άρχισε να κινείται ορμητικά μέσα της. Η Τζασίντα κραύγασε και ο Μάρκο χαμογέλασε και συνέχισε το παιχνίδι του, αυξάνοντας και μειώνοντας το ρυθμό του. Η Τζασίντα ένιωσε την αδρεναλίνη να ξεχύνεται μέσα της, οξύνοντας τις αισθήσεις της και φέρνοντάς τη στα όριά της. Έκλεισε τα μάτια της και παραδόθηκε στην αναζωογονητική ένταση που κορυφών όταν σιγά σιγά σε κάθε κύτταρο του κορμιού της, σπρώχνοντάς τη στην κορύφωση και πάλι. Και τότε ατελείωτα κύματα πάθους τη σήκωσαν ψηλά σε ένα άλλο επίπεδο. Τα κορμιά τους ήταν τόσο συντονισμένα που την ακολούθησε κι εκείνος στην έκσταση. Το βραχνό, πνιχτό βογκητό του αντήχησε στο ήσυχο δωμάτιο καθώς την έσφιγγε και έφταναν μαζί στην ολοκλήρωση. Και μετά προσγειώθηκαν νωχελικά, κλεισμένοι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Οι μόνοι ήχοι στο δωμάτιο ήταν η ακανόνιστη ανάσα τους και ο χτύπος της καρδιάς τους. Κάποια στιγμή τα χέρια του χαλάρωσαν. Όταν εκείνη τον έσφιξε απελπισμένα, τη φίλησε στο μέτωπο και είπε τρυφερά: «Καρδούλα μου, είμαι πολύ βαρύς». «Όχι, δεν είσαι», ψιθύρισε η Τζασίντα, αλλά εκείνος κύλησε στο πλάι ούτως ή άλλως, τραβώντας κι εκείνη ώστε να είναι μισοξαπλωμένη επάνω του. Εξαντλημένη και γαλήνια ένιωσε το κορμί της να γουργουρίζει ευχαριστημένο από την επαφή. Κατά μία έννοια, σκέφτηκε παραζαλισμένη, αυτό ήταν ακόμη πιο γλυκό από το να κάνεις έρωτα. Έτσι χωμένη στην αγκαλιά του, με τη μυρωδιά και την αίσθησή του, μπορούσε να ξεγελάσει για λίγο τον εαυτό της και να πιστέψει ότι ο Μάρκο ένιωθε για κείνη κάτι περισσότερα από απλό πόθο... Πολύ αργότερα, όταν είχαν κάνει ξανά και ξινά έρωτα, εκείνος


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

104

έσπρωξε τα μαλλιά από το πρόσωπό της. Οι υγρές μπούκλες κόλλησαν στα δάχτυλά του. «Έχεις μαλλιά σαν τη φωτιά», της είπε. «Η μεγάλη μου κατάρα όταν ήμουν μικρή», μουρμούρισε η Τζασίντα, χώνοντας το πρόσωπό της στο λαιμό του, έτσι που τα λόγια ήταν σαν φιλιά στο δέρμα του. Έμειναν σιωπηλοί και τελικά τα μάτια της έκλεισαν και παραδόθηκε στον ύπνο. Όταν ξύπνησε, ήταν πια πρωί και ήταν μόνη της στο μεγάλο κρεβάτι της. Έμεινε ακίνητη κι αφουγκράστηκε, αλλά το ένιωθε ότι το διαμέρισμα ήταν άδειο. Ο Μάρκο είχε φύγει. Της είχε πει, όταν ήταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, ότι τον περίμεναν σε μια συνάντηση στο Ντουμπάι την επόμενη μέρα, παρ’ όλα αυτά η απουσία του την ενοχλούσε. Όχι δεν την ενοχλούσε απλώς, την πονούσε. Και ο πόνος ήταν έντονος. Διώχνοντας από τα μάτια της καυτά, ανόητα δάκρυα ανάγκασε τον εαυτό της να χαλαρώσει. Εξάλλου ο Μάρκο δεν της είχε υποσχεθεί τίποτα, αλλά ούτε κι εκείνη. Το πιθανότερο ήταν πως το μόνο που ήθελε ήταν μια γρήγορη, σύντομη περιπέτεια για να μπορέσει να τη χορτάσει και μετά ένα ανώδυνο αντίο χωρίς πληγωμένες καρδιές. Πάντως είχε φροντίσει να μην υπάρξει καμία περίπτωση εγκυμοσύνης. Αυτό ήθελε κι εκείνη, οτιδήποτε άλλο θα ήταν πολύ επικίνδυνο. Θα έπρεπε να βρει τη δύναμη να σηκωθεί, αλλά οι αναμνήσεις τριγυρνούσαν στο μυαλό της, παρασύροντάς τη με τη γλυκά και το πάθος τους... Είχαν κάνει έρωτα σαν εχθροί και μετά σαν εραστές και όταν είχαν τελειώσει, εκείνη είχε μείνει ξαπλωμένη στην αγκαλιά του, ξέροντας ότι ήταν απολύτως ασφαλής... Την είχε αποκαλέσει: «Καρδούλα μου», μια παλιά ιλιριανή έκφραση τρυφερότητας... Μπορούσε να ακούσει ακόμη τη φωνή του, βαθιά και χαμηλόφωνη, λες και ήταν η πρώτη φορά που είχε χρησιμοποιήσει αυτό το γλυκόλογο. Η Τζασίντα σφίχτηκε ξαφνικά και άνοιξε τα μάτια της διάπλατα. Της είχε μιλήσει στα ιλιριανά. Κι εκείνη είχε


105

ROBYN DONALD

απαντήσει. Μανιασμένα προσπάθησε να θυμηθεί, επαναλαμβάνοντας τη συζήτηση στο μυαλό της. Ναι, της είχε μιλήσει στα ιλιριανά... και μολονότι κατά βάθος ένιωθε μεγάλη χαρά που η εμπειρία τον είχε συνεπάρει τόσο που είχε μιλήσει στη μητρική του γλώσσα, ανατρίχιασε. «Καρδούλα μου... Είμαι πολύ βαρύς». Και μετά πολύ αργότερα: « Έχεις μαλλιά σαν τη φωτιά». Είχε κι εκείνη απαντήσει στην ίδια γλώσσα; Όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να θυμηθεί τα λόγια της. Σκέφτηκε ότι μπορεί να είχε χρησιμοποιήσει αγγλικά στην πρώτη της απάντηση, αλλά είχε μια τρομερή υποψία ότι η δεύτερη ήταν στα ιλιριανά. Δεν είχε σημασία τι του είχε πει... το ότι είχε απαντήσει στα ιλιριανά σήμαινε ξεκάθαρα ότι καταλάβαινε τη μητρική του γλώσσα. Ω, τι ανόητη που είσαι! επέπληξε τον εαυτό της, νιώθοντας πανικό. Όπως και τόσοι άλλοι ανόητοι άνθρωποι ανά τους αιώνες, είχε αφήσει το πάθος της να πάρει τον έλεγχο, παραβλέποντας τον κίνδυνο να μιλάει κανείς στο κρεβάτι. Γιατί παρ’ όλο που το ψυχρό, οξυδερκές μυαλό του Μάρκο μπορεί να ήταν ζαλισμένο από τις παρενέργειες του πάθους, δε θα έμενε για πάντα έτσι. Ακόμη κι αν δεν το είχε παρατηρήσει το προηγούμενο βράδυ, θα θυμόταν αργά ή γρήγορα ότι εκείνη καταλάβαινε ιλιριανά. Και τότε θα αναρωτιόταν γιατί δεν του το είχε πει. Αυτό θα τον έκανε να το ψάξει και, αφού είχε δύναμη και τόσα μέσα στη διάθεσή του, σίγουρα θα ανακάλυπτε ότι τα σχόλια του Γκρέγκορι Μπόρντερ για τους δεσμούς της με την Ιλίρια ήταν αληθινά. Η Τζασίντα αναρίγησε. Για μία ακόμη φορά προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι αφού η μυστική αστυνομία είχε διαλυθεί χρόνια πριν, εκείνη και η Λέξι δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν. Αλλά έπρεπε να προειδοποιήσει την αδερφή της ότι το ασφαλές καταφύγιο που η μητέρα της είχε παλέψει να δημιουργήσει είχε παραβιαστεί.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

106

Η Τζασίντα κοίταξε το ρολόι της. Στην Αυστραλία θα ήταν απόγευμα. Αν η Λέξι είχε το κινητό της ανοιχτό κι αν υπήρχε σήμα εκεί που ήταν, αν και πολύ αμφέβαλλε, μπορεί να κατάφερνε να επικοινωνήσει μαζί της. Σχημάτισε το νούμερο και περίμενε υπομονετικά, μέχρι που αναγκάστηκε να αποδεχτεί ότι η Λέξι δεν είχε σκοπό να απαντήσει. Δαγκώνοντας τα χείλη της, άνοιξε τον φορητό υπολογιστή της και της έστειλε e-mail, ελπίζοντας ότι κάπου στην Ενδοχώρα της Αυστραλίας η αδερφή της μπορεί να είχε πρόσβαση σε υπολογιστή. Μακάρι να μην είχε πει στον Μάρκο ότι εκείνη και ο Χοκ δεν ήταν εραστές! Τώρα θα έπρεπε να τον πείσει ότι αυτό που έγινε ήταν για ένα βράδυ μόνο, μια εμπειρία που δε θα επαναλαμβανόταν ποτέ. Θα την απεχθανόταν. Κι αυτό ήταν σαν μαχαιριά στην καρδιά. *** Ήταν σε όλες τις κουτσομπολίστικες εφημερίδες την επομένη. «Η Καινούρια Αγαπημένη του Πρίγκιπα Μάρκο», φώναζαν οι τίτλοι, συνοδευόμενοι από φωτογραφίες. «Ωχ, όχι», βόγκηξε η Τζασίντα, περνώντας το τρεμάμενο χέρι της από τα μαλλιά της. Μόνο αυτό της έλειπε! Νιώθοντας σαν να την κοιτούσαν όλοι, αγόρασε μια εφημερίδα και πήγε τρέχοντος σπίτι για να τη διαβάσει. Η οργή της γρήγορα μετατράπηκε σε φόβο. Ο δημοσιογράφος στο Όκλαντ είχε πουλήσει τις πληροφορίες του στο Λονδίνο και η σύνδεσή της με την Ιλίρια υπονοούνταν και πάλι. Προσπάθησε να νιώσει ευγνώμων που δεν αναφερόταν και η Λέξι. Κάποιο κακόβουλο πλάσμα είχε διαλέξει μια φωτογραφία της με το πιο εξωφρενικό ρούχο που είχε φορέσει ποτέ στην πασαρέλα, ένα αβάν γκαρντ βραδινό φόρεμα στις παρισινές κολεξιόν πριν από χρόνια. Ήταν πολύ αποκαλυπτικό για τα μακριά της πόδια και το στήθος της. Δεν της άρεσε που το είχε


107

ROBYN DONALD

φορέσει τότε και τώρα την έκανε να ζαρώνει. «Ο πρίγκιπας και η πόρνη», μουρμούρισε, κοιτάζοντας τη φωτογραφία του Μάρκο με στολή του σκι, σε μια πίστα στην Ελβετία. Ευτυχώς τις επόμενες τρεις μέρες θα βρισκόταν για δουλειά στα νησιά Κειμαν. Στο αεροδρόμιο την περίμεναν οι φωτογράφοι, αλλά χαμογέλασε και τους αγνόησε. Και όσο πόζαρε στον τροπικό ήλιο βρισκόταν μακριά από τον Τύπο. Την πνευματική ελευθερία όμως που επιθυμούσε τόσο, ήταν πιο δύσκολο να την αποκτήσει. Γιατί ο Μάρκο Κονσιντίνι φαινόταν να έχει εγκατασταθεί μόνιμα στη ζωή της. Τρία από τα τέσσερα περιοδικά στο δωμάτιο του ξενοδοχείο της είχαν άρθρα για κείνον... όλα με φωτογραφίες. Φυσικά το μεσογειακό του πρόσωπο με τα αδρά χαρακτηριστικά έβγαινε υπέροχα στις φωτογραφίες. «Θα έπρεπε να είχες γίνει μοντέλο», μουρμούρισε καυστικά, κοιτώντας μια φωτογραφία. «Θα είχες κάνει περιουσία!» Το βράδυ πριν επιστέψει στο Λονδίνο, έλαβε τελικά ένα e-mail από τη Λέξι που είχε μια δήλωση-βόμβα. Η μαμά έτρεμε τη μυστική αστυνομία, επειδή ήταν σύζυγος του δικτάτορα. Ήταν πατέρας μου. Εμβρόντητη και με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή, η Τζασίντα κοίταξε τις λέξεις. «Όχι!» μουρμούρισε. Γεμάτη δυσπιστία διάβασε το υπόλοιπο μήνυμα της αδερφής της. Η βεντέτα είναι τρόπος ζωής στην Ιλίρια, ιδίως στα βουνά, απ' όπου κατάγονται η μαμά και οι Κονσιντίνι. Ο πρίγκιπας Αλεξ προσπαθεί να την πατάξει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Αν κάποιος μπορεί να αποδείξει ποιος είσαι, αντιμετωπίζεις σοβαρό κίνδυνο. Εγώ θα είμαι εντάξει... πολύ λίγοι άνθρωποι ξέρουν ότι είμαι αδερφή σου. Τελείωνε με την υπογραφή της, αλλά από κάτω είχε γράψει: Θα το καταλάβω αν δε θέλεις καμία σχέση μαζί μου. Η μαμά είπε ότι ο Πάολο Κονσιντίνι έβαλε να σκοτώσουν τον πατέρα σου για να μπορέσει να την παντρευτεί.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

108

Αναγκάστηκε να το κάνει, γιατί την απείλησε ότι θα σε σκότωνε. «Ω Θεέ μου», ψιθύρισε η Τζασίντα, νιώθοντας ναυτία από το σοκ. Δεν ήταν εκείνη που κινδύνευε. Αν η βεντέτα ήταν ακόμη ζωντανή στην κοινωνία της Ιλίρια, η Λέξι θα ήταν ο στόχος όταν μάθαιναν όλοι ότι ήταν κόρη του Πάολο Κονσιντίνι. Η Τζασίντα δεν τολμούσε να αγνοήσει την τρομακτική, μεσαιωνική αυτή ιδέα. Η Λέξι ήταν μεθοδική και πρακτική. Θα το είχε σίγουρα ερευνήσει. Αν έλεγε ότι η βεντέτα ήταν πρόβλημα στην Ιλίρια τότε ήταν. Αφού απέτυχε να βρει τη Λέξι στο τηλέφωνο, της έστειλε αμέσως απάντηση, βεβαιώνοντάς την αγανακτισμένη ότι την αγαπούσε. Και για όνομα του Θεού να μείνει εκεί όπου ήταν μέχρι να σκεφτούν τι θα έκαναν... Πέρασε τις επόμενες ώρες κάνοντας έρευνα στο Διαδίκτυο. Ήταν σίγουρα αλήθεια και προσπάθησε να βρει κάποιο σχέδιο να προστατέψει την αδερφή της. Στο τέλος το μόνο πράγμα που της φαινόταν λογικό ήταν να το πει στον Μάρκο. Αν, όμως, εκείνος πίστευε στις βεντέτες; Όχι, σκέφτηκε, σίγουρα δεν πίστευε. Η Τζασίντα σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Κοίταξε έξω, αλλά χωρίς να δίνει σημασία. Σιγά σιγά η αναστάτωσή της υποχώρησε. Παραδεχόταν ότι ήταν αμείλικτος αλλά δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί ότι ο καλλιεργημένος άντρας που ήξερε θα ασπαζόταν κάτι τόσο πρωτόγονο και βίαιο, όσο μια βεντέτα. Εξάλλου είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει στη Γαλλία, μία από τις πιο πολιτισμένες χώρες. Αν υπήρχε κάποιος που θα ήξερε πώς να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, αυτός θα ήταν ο Μάρκο και για το καλό της Λέξι θα τον ρωτούσε. Η Τζασίντα είχε μια μέρα μόνο στο Λονδίνο όταν χτύπησε το τηλέφωνό της. «Μάρκο Κονσιντίνι», είπε εκείνος. «Ανοιξέ μου». Η Τζασίντα άνοιξε την πόρτα και τον περίμενε σφιγμένη.


109

ROBYN DONALD

Μόλις τον είδε, κατάλαβε ότι ήταν θυμωμένος. Αν και ελεγχόμενος, ο θυμός του ήταν απτός. Ξέρει, σκέφτηκε η Τζασίντα και την πλημμύρισε η ανησυχία. Ξέρει... Ανατρίχιασε. «Τι συμβαίνει; Γιατί ήρθες;» «Τι έχεις να μου πεις;» Τα αγγλικά του Μάρκο ήταν άψογα, η προφορά του εξαιρετική, αλλά διέκρινε τον ίδιο τόνο που χαρακτήριζε και τα αγγλικά της μητέρας της. Μη μπορώντας να σκεφτεί, η Τζασίντα προσπάθησε να κερδίσει χρόνο και έκανε δύο βήματα πίσω. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». «Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνεις», είπε περιφρονητικά εκείνος και της έδωσε έναν φάκελο. «Για διάβασε αυτό». Νευρικά η Τζασίντα έβγαλε το χαρτί από μέσα και του έριζε μια ματιά. Οι πρώτες λέξεις την έκαναν να χλομιάσει. Έψαξε στα τυφλά να βρει την πλάτη της καρέκλας και αρπάχτηκε από κει. Πόσο θα είχε γελάσει ο Γκρέγκορι Μπόρντερ όταν ο Μάρκο τον είχε απειλήσει. Λοιπόν είχε πάρει την εκδίκησή του. Πόσο καιρό ήξερε ποια ήταν εκείνη και η Λέξι; Διάβασε παρακάτω κι έγινε κατακόκκινη καθώς η ιστορία ξετυλιγόταν. Όταν τελείωσε, σήκωσε το κεφάλι της και είπε έξχλλη: «Αυτό... αυτό είναι ένα συνονθύλευμα από ψέματα. Πώς τολμάει;» «Είναι η αλήθεια. Όπως θα πρέπει να ξέρεις», είπε με φωνή εντελώς ανέκφραστη και ψυχρή ο Μάρκο. Η Τζασίντα δε συνειδητοποίησε ότι εκείνος μιλούσε στα ιλιριανά. «Ο πατέρας μου δεν ήταν από την Ιλίρια... ήταν Σκοτσέζος και πέθανε πολεμώντας τις δυνάμεις του Πάολο Κονσιντίνι στα βουνά», διαμαρτυρήθηκε έξαλλη. «Σίγουρα πέθανε στην ενέδρα στην οποία σκοτώθηκαν και ο παππούς και η γιαγιά μου, αλλά ήταν γιατρός από την Ιλίρια», δήλωσε ο Μάρκο ψυχρά. «Και η αδερφή σου είναι κόρη του Πάολο Κονσιντίνι». Η Τζασίντα ένιωσε το στήθος της να σφίγγεται και γύρισε αλλού το πρόσωπό της. «Αυτό το ξέρω. Αλλά τα υπόλοιπα είναι όλα ψέματα».


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

110

Εκείνος χαμογέλασε. «Ποιο σημείο δεν πιστεύεις; Ότι η μητέρα σου ήταν ερωμένη του Πάολο Κονσιντίνι και μετά γυναίκα του; Εκείνη τι σου είπε;» «Τίποτα... τίποτα! Αλλά ξέρω ότι δεν ήταν ερωμένη του!» φώναξε έξαλλη η Τζασίντα. «Έχω αποδείξεις», είπε αμείλικτα ο Μάρκο. Η αηδία στον τόνο του της είπε όλα όσα χρειαζόταν να ξέρει. «Τι αποδείξεις;» ρώτησε θυμωμένη. «Φωτογραφίες που είναι μαζί... όχι πολλές, αλλά υπάρχουν κάποιες. Φωτογραφίες δίκες σου και της αδερφής σου... τίτλοι εφημερίδων. Δεν ήταν μυστικό. Καυχιόταν για την όμορφη γυναίκα του και το παιδί του». Η Τζασίντα κούνησε το κεφάλι της τόσο βίαια, που το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει. «Όχι», είπε ξανά, αλλά αυτή τη φορά πιο συγκρατημένα. Έψαξε απελπισμένη τα μάτια του και διάβασε τη σκληρή αλήθεια στα ψυχρά βάθη τους. «Πιστεύω ότι ίσως η μητέρα σου δεν ήθελε τα παιδιά της να κατανοήσουν την κατάσταση», της είπε ευγενικά. «Απόλυτα φυσικό από μέρους της». «Κάνεις πολύ λάθος», είπε η Τζασίντα με φωνή που έτρεμε. Εκείνος την κοίταξε διαπεραστικά και το όμορφο πρόσωπό του ήταν σαν μάσκα. «Δε φταίει η αδερφή σου που γεννήθηκε από λάθος γονείς. Ούτε κι εσύ», πρόσθεσε. «Έχω ήδη κάνει τις απαραίτητες κινήσεις για να αποθαρρύνω τυχόν ενδιαφέρον των δημοσιογράφων». «Δεν πιστεύω ότι η μητέρα μου ήταν ερωμένη του Πάολο Κονσιντίνι —ή κι αν ήταν, την είχε εξαναγκάσει. Τον μισούσε! Τον έτρεμε», είπε πληγωμένη η Τζασίντα. «Μπορεί να τον φοβόταν, αλλά πρόδωσε τον πρώτο της άντρα, τον πατέρα σου και τους παρτιζάνους σ’ εκείνον». Ο Μάρκο ήταν αδυσώπητος. «Αποκλείεται», είπε μέσα από τα δόντια της η Τζασίντα, σφίγγοντας τις γροθιές της. Τον κοίταξε επίμονα και τότε ένας ξαφνικός φόβος διέλυσε την ψυχραιμία της. Υπήρχε περίπτωση


111

ROBYN DONALD

να τον έδεναν οι αρχές της βεντέτας; Το στόμα της στέγνωσε. «Δε θα πρόδιδε ποτέ κανέναν... ήταν το πιο έντιμο, δίκαιο, αφοσιωμένο άτομο που έχω ποτέ γνωρίσει», είπε. «Ακόμη και οι έντιμοι, δίκαιοι, αφοσιωμένοι άνθρωποι μπορούν να γίνουν υποχείρια», αντέτεινε ο Μάρκο εντελώς ανυποχώρητος. «Δε σου είπε τίποτα για τη ζωή της στην Ιλίρια;» «Σπάνια μιλούσε γι’ αυτό», παραδέχτηκε η Τζασίντα και, βλέποντάς τον να τη λοξοκοιτάζει, πρόσθεσε: «Και έτρεμε ότι η μυστική αστυνομία μπορεί να την έβρισκε». Ο Μάρκο έκανε μια αδιάφορη χειρονομία. «Δεν έχει σημασία αν με πιστεύεις ή όχι. Η αδερφή σου είναι μία Κονσιντίνι», είπε με ψυχρή, αμείλικτη καθαρότητα. «Είστε και οι δύο κόρες μιας γυναίκας που πρόδωσε δεκαπέντε περίπου άτομα στις δυνάμεις του δικτάτορα. Όλοι τους πέθαναν... κάποιοι χτυπημένοι από τις σφαίρες, κάποιοι στα χέρια του, κάποιοι στα χέρια των βασανιστών του». Η Τζασίντα τον κοίταξε συντετριμμένη. «Μόλις βρήκε την ευκαιρία, η μητέρα μου μας πήρε και το έβαλε στα πόδια. Αυτό δε σου λέει τίποτα;» «Μου λέει ότι ακόμη και οι πιο πεινασμένες για εξουσία γυναίκες μπορούν να είναι κάποιες φορές καλές μητέρες». Σήκωσε το χέρι του για να εμποδίσει την άμεση αντίδρασή της. «Και ότι ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να καταλάβει ότι αφού δεν μπορούσε πια να του χαρίσει γιο...» «Τι εννοείς;» Εκείνος ανασήκωσε τα μαύρα φρύδια του. «Υπήρξαν τόσο μεγάλα προβλήματα στη γέννηση της αδερφής σου, που η μητέρα σου δεν μπορούσε να κάνει πια παιδιά. Ο δικτάτορας ήθελε έναν γιο. Το λιγότερο που θα έκανε ήταν να τη χωρίσει. Το πιθανότερο είναι ότι είδε ένα περιορισμένο μέλλον για κείνη και τα παιδιά της. Κι έτσι το έσκασε». «Δε σε πιστεύω», επανέλαβε η Τζασίντα μουδιασμένη, μη μπορώντας να συνδυάσει την τρυφερή μητέρα της μ’ αυτό το αιματοβαμμένο δράμα του παρελθόντος.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

112

«Η αφοσίωσή σου σε τιμά», της απάντησε ο Μάρκο με ψυχρή ευγένεια. «Αλλά τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Θέλω να τηλεφωνήσεις στην αδερφή σου και να της πεις να ετοιμαστεί για ένα ταξίδι στην Ιλίρια». «Γιατί;» ρώτησε φοβισμένη ξαφνικά η Τζασίντα. «Γιατί είναι πιθανόν να υπάρχουν στη Νέα Ζηλανδία ή την Αυστραλία πρόσφυγες από την Ιλίρια, που τρέφουν ακόμη μίσος», παραδέχτηκε ο Μάρκο. Έκανε μια παύση και μετά συνέχισε: «Σας είχε πει η μητέρα σου για τις βεντέτες που ξεπλένονται με αίμα στην Ιλίρια και ιδίως στα βουνά;» «Ε... ναι», ψιθύρισε η Τζασίντα και ο φόβος πάγωσε το μυαλό της. «Αλλά όχι πολλά». «Αυτό ήταν που φοβόταν. Και τη μυστική αστυνομία, φυσικά, αλλά και ότι συγγενείς κάποιου από τους ανθρώπους που πρόδωσε, πιθανόν του πατέρα σου, που ήταν πολύ αγαπητός, θα την καταδίωκαν και θα τη σκότωναν». «Κι εμάς;» Τα λόγια ακούγονταν ξύλινα. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Είναι πιθανόν». Τρομοκρατημένη τώρα για τη Λέξι, η Τζασίντα κούνησε ξανά το κεφάλι της. «Οι Ιλιριανοί πιστεύουν στ’ αλήθεια ότι η μητέρα μου πρόδωσε όλους αυτούς τους ανθρώπους;» Κοίταξε το όμορφο πρόσωπό του με φρίκη. Τα μάτια της διάπλατα ήταν έτοιμα να πιάσουν το παραμικρό σημάδι που μπορεί να μαρτυρούσε ότι εκείνος έλεγε ψέματα. «Δεν ήταν μυστικό», είπε ο Μάρκο ωμά. «Ο Πάολο Κονσιντίνι φρόντισε να το μάθουν όλοι... προφανώς ήταν ένας τρόπος για μην έχει η μητέρα σου κανέναν σύμμαχο. Οπότε υπάρχει η πιθανότητα κάποιος να αποζητήσει εκδίκηση. Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που θέλω». Η Τζασίντα κούνησε το κεφάλι της. Μέσα της ένιωθε νεκρή, αλλά το πείσμα και η θέλησή της την οδήγησαν να πει: «Δεν έχει καμία σχέση μ’ εσένα». «Έχει και μεγάλη μάλιστα». Η Τζασίντα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, αλλά εκείνος συνέχισε: «Αν η Ιλίρια πρόκειται να


113

ROBYN DONALD

γίνει μια σύγχρονη χώρα, η πείνα για προσωπική εκδίκηση πρέπει να σβηστεί από τη συνείδηση του έθνους. Έτσι ώστε εμείς, όλοι οι Ιλιριανοί, να μάθουμε να συγχωρούμε. Επίσης η αδερφή σου είναι μια Κονσιντίνι κι εμείς προστατεύουμε τους δικούς μας». Απρόσωπο, χωρίς καμία ζεστασιά, το εξεταστικό του βλέμμα την πονούσε. Η Τζασίντα πίεσε με το χέρι τα στεγνά της χείλη. «Δεν ξέρω αν μπορώ να σε εμπιστευτώ», είπε ανέκφραστα. «Αν αυτά που λες είναι αλήθεια, τότε εσύ, ο αδερφός σου και ο πρίγκιπας Άλεξ είστε εκείνοι που είναι πιο πιθανόν να θέλετε να σκοτώσετε τη Λέξι». «Κι εσένα», είπε αμείλικτα ο Μάρκο. «Ούτε κι εσύ είσαι ασφαλής. Κληρονόμησες το βάρος την προδοσίας της μητέρας σου... Οι βεντέτες όμως είναι η απάντηση σε μια κοινωνία όπου η δικαιοσύνη είναι ανύπαρκτη ή δε λειτουργεί σωστά. Δεν έχουν καμία θέση στον σύγχρονο κόσμο. Μέρος της αποστολής του Αλεξ και όλων των υπόλοιπων που ξεφύγαμε από τη σκληρότητα του δικτάτορα είναι να πείσουμε τους ανθρώπους των βουνών ότι μπορούν να αφήσουν με σιγουριά τη δικαιοσύνη στην πολιτεία». Της ανασήκωσε το πιγούνι, αναγκάζοντάς τη να συναντήσει τα μάτια του. «Το πιστεύεις ότι εσύ και η αδερφή σου δεν κινδυνεύετε από κάθε είδους εκδίκηση από μέρους μας;» Οι λέξεις έτρεμαν στα χείλη της, αλλά σώπαινε κάτω από το έντονο, διαπεραστικό βλέμμα του. Αυτός ο άντρας την είχε πάει στον παράδεισο στην αγκαλιά του, αλλά δεν τον ήξερε αρκετά καλά για να είναι σίγουρη. Μετά σκέφτηκε τη φήμη του στις επιχειρήσεις —αμείλικτος αλλά δίκαιος— και την τρυφερότητά του όταν έκαναν έρωτα, την έγνοια του για τη δική της ευχαρίστηση, το πόσο γλυκός ήταν μετά. Ξεροκατάπιε. «Ναι», ψιθύρισε. «Το πιστεύω». Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Όταν οι Ιλιριανοί δουν ότι εμείς οι Κονσιντίνι σας έχουμε αποδεχτεί, ο όποιος αναβρασμός θα καταλαγιάσει κι εσύ και η αδερφή σου θα είστε ασφαλείς».


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

114

Η σιγουριά του την εξέπληξε. Κοίταξε επίμονα το πρόσωπό του, ψάχνοντας για κάποιο ίχνος της ζεστασιάς που είχαν μοιραστεί. Δεν υπήρχε τίποτα. Την παρακολουθούσε αποστασιοποιημένος, κάνοντας την καρδιά της κομμάτια. Στο τέλος γύρισε αλλού το βλέμμα της. «Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να το αντιμετωπίσουμε;» τον ρώτησε ξεψυχισμένα. «Έτσι πιστεύω. Η σχέση μας έχει γίνει γνωστή, οπότε το να αρραβωνιαστούμε είναι ένα απλό βήμα». «Τι;» Κατάπληκτη, η Τζασίντα τον κοίταξε καλά καλά. Τα μάτια του ήταν ψυχρά και το στόμα του είχε τέτοια έκφραση, που κατάλαβε ότι δεν αστειευόταν. Φαινόταν απόλυτα σοβαρός, απόλυτος κύριος της κατάστασης, όπως πάντα. Τα πράγματα προχωρούσαν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς κι εκείνη είχε χάσει κάθε έλεγχο. «Όχι», είπε και η καρδιά της σφίχτηκε. «Αυτή η ιδέα είναι τρελή». «Μπορεί να σώσει την αδερφή την οποία ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς από τυχόν αντίποινα», είπε ξερά ο Μάρκο. «Εγώ...» Ψάχνοντας απελπισμένα στο μυαλό της αντιρρήσεις, η Τζασίντα κοίταξε το πρόσωπό του. Στο τέλος ψιθύρισε: «Είσαι σίγουρος;» «Πιστεύεις ότι εγώ το θέλω αυτό;» τη ρώτησε σαρκαστικά εκείνος. Η Τζασίντα έγινε κατακόκκινη. «Όχι». «Το να αρραβωνιαστούμε σημαίνει ότι εμείς οι Κονσιντίνι ως οικογένεια δε σκοπεύουμε να ανοίξουμε βεντέτα». «Ναι, αλλά πώς θα μας προστατεύσει αυτό αν κάποιος άλλος αποφασίσει να ικανοποιήσει την επιθυμία του για εκδίκηση; Δεν μπορώ να αποδείξω ότι η μητέρα μου δεν πρόδωσε τους παρτιζάνους. Κανείς δεν μπορεί, όχι τώρα». Ο Μάρκο ανασήκωσε τους ώμους του. «Η οικογένειά μας είναι εκείνη που έχει υποφέρει περισσότερο και πρώτοι εμείς έχουμε το δικαίωμα να ανοίξουμε βεντέτα. Όταν εμείς ξεκαθαρίσουμε ότι δε θέλουμε άλλους σκοτωμούς, θα τελειώσει». «Μπορείς να είσαι σίγουρος γι’ αυτό;»


115

ROBYN DONALD

Ο Μάρκο έγνεψε καταφατικά. «Το έθιμο είναι βάρβαρο, αλλά έχει κανόνες και νόμους. Δε λέω ψέματα, Τζασίντα... το θέμα είναι πολύ σημαντικό. Δε χωράνε ψέματα». Η Τζασίντα δίστασε. Δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να τον πιστέψει ή όχι. Εκείνος χαμογέλασε σαρδόνια. «Ακόμη κι όταν οι βεντέτες ήταν μέρος της καθημερινής ζωής, υπήρχε ένας τρόπος να τις σταματήσεις». «Ο οποίος ήταν;» «Ο γάμος μιας κόρης της οικογένειας με έναν από τους αντιπάλους αποκαθιστούσε συνήθως την ειρήνη». Το χαμόγελό του ήταν σφιγμένο και το ύφος του ανεξιχνίαστο.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

116

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

«Ο γάμος;» Η καρδιά της Τζασίντα σκίρτησε και μετά βουλίαξε. Κοίταξε εξεταστικά το πρόσωπο του Μάρκο. Φυσικά εκείνος δεν το εννοούσε. Αλλά ακόμη και να το εννοούσε δε θα τον παντρευόταν. Γιατί, απ’ ό,τι συνειδητοποίησε θλιμμένη, κάπου, κάπως, χωρίς να ξέρει καν πότε ή γιατί, τον είχε ερωτευτεί. Είχε κάνει κατάληψη στη ζωή της με χιλιάδες μικρούς τρόπους κι ενώ είχε προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό της ότι ένιωθε μόνο σεξουαλική έλξη για κείνον, η καρδιά της είχε ξεφύγει από τη φύλαξή της και είχε βρει καινούριο σπιτικό. Απόλυτα σίγουρος, εκείνος της είπε αποφασιστικά: «Δε θα χρειαστεί να το τραβήξουμε τόσο. Ένας αρραβώνας είναι αρκετός. Κάποια στιγμή, όταν η αναστάτωση θα έχει καταλαγιάσει αρκετά ώστε εσύ και η αδερφή σου να είστε ασφαλείς, μπορούμε να το τελειώσουμε φιλικά». «Μα...» Η Τζασίντα έκανε μια παύση. Η καρδιά της είχε γίνει κομμάτια. «Και ο αδερφός σου;» «Τι ο αδερφός μου;» ρώτησε ο Μάρκο συνοφρυωμένος. «Θα μισήσει τη Λέξι κι εμένα αν πιστεύει ότι η μητέρα μου πρόδωσε τους παππούδες σου». Μη μπορώντας να τον συγκρατήσει άλλο, ο πόνος της ξεχύθηκε ορμητικός. Πήρε μια κοφτή ανάσα για να καταφέρει να συνέλθει. «Και πώς θα αντιδράσει ο πρίγκιπας Άλεξ;» «Το έχω συζητήσει και με τον Γκάμπριελ και με τον Αλεξ», απάντησε κοφτά ο Μάρκο, «και συμφωνούν ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσουμε μια πολύ δύσκολη κατάσταση».


117

ROBYN DONALD

«Μα μπορεί να μην είναι απαραίτητο». Η ιδέα της βεντέτας ακουγόταν εξωφρενική σ’ αυτό το κομψό δωμάτιο. «Δεν ξέρεις όμως αν κάποιος Ιλιριανός χάσει το μυαλό του και προσπαθήσει να σκοτώσει τη Λέξι». «Ναι, αλλά δεν ξέρω ούτε το αντίθετο», απάντησε ο Μάρκο. «Αυτή είναι η σκληρή αλήθεια. Σου φαίνεται δύσκολο να το πιστέψεις, γιατί δε συμβαίνουν τέτοια πράγματα στην ασφαλή Νέα Ζηλανδία σας. Για πολλά χρόνια οι Ιλιριανοί δεν είχαν τίποτ' άλλο για να κρατηθούν εκτός από το ακατάβλητο πνεύμα τους και τους θρύλους για τους ήρωες τους. Και μέρος αυτής της ιστορίας ήταν και η βεντέτα. Αν δε γίνει αυτό, δεν μπορώ να εγγυηθώ την ασφάλειά σου». «Δεν είναι δική σου ευθύνη», είπε λυπημένα η Τζασίντα. «Ο αδερφός μου κι εγώ συμφωνήσαμε ότι είναι». Η αφοσίωσή της στη νεκρή μητέρα της και στην αδερφή της ήταν αξιοθαύμαστη. Έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται αν ήταν εξίσου αφοσιωμένη και στους εραστές της. «Μόλις πριν έναν χρόνο ένας άντρας σκοτώθηκε και υπάρχουν υποψίες ότι ήταν βεντέτα», της είπε σκληρά. «Ο πρίγκιπας Άλεξ δήλωσε ότι ο δράστης θα καταδιωκόταν και θα δικαζόταν για τις πράξεις του». Η Τζασίντα χλόμιασε. «Τον έπιασαν;» «Ναι. Και πέρασε από δίκη. Το παραδέχτηκε, αλλά οι ένορκοι τον απάλλαξαν». «Τον απάλλαξαν;» Η Τζασίντα τον κοίταξε με μάτια διάπλατα. «Άρα η βεντέτα είναι βαθιά ριζωμένη στην ψυχή σας». Ο Μάρκο ήξερε ότι το έξυπνο μυαλό της θα έπιανε το υπονοούμενο. «Ακριβώς. Επειδή ο Αλεξ προσπαθεί να τους μάθει τη νόμιμη οδό, αναγκάστηκε να τον αφήσει ελεύθερο. Αφού συσκέφθηκε, όμως, με το συμβούλιο και τη βουλή, αποφάσισε ότι στο μέλλον εκείνος, με τη βοήθεια δύο δικαστών, θα δικάζουν όποιον άλλον κατηγορηθεί για ανάλογο φόνο. Αλλά κανείς δεν ξέρει αν αυτό θα είναι αρκετό για να τους σταματήσει».


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

118

Τα λόγια του εξάντλησαν την Τζασίντα. Κοίταξε τα δεμένα χέρια της. Για πρώτη φορά στη ζωή της ήθελε να πέσει στο πάτωμα και να ουρλιάζει, κάτι εντελώς αδύνατο μπροστά του. «Πες μου αλήθεια... αν πω όχι, πιστεύεις ότι η Λέξι θα βρεθεί σε κίνδυνο;» «Πιστεύω ότι είναι πιθανόν να κινδυνεύετε και οι δύο. Το ίδιο πιστεύει και ο αδερφός μου και οι έμπιστοι άνθρωποι που έχει συμβουλευτεί ο πρίγκιπας Αλεξ». Η καρδιά της Τζασίντα βούλιαξε καθώς διάβασε την αλήθεια στο πρόσωπό του. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της. «Κι αν αρνηθείς», συνέχισε εκείνος ήρεμα, «θα μεταφέρω κι εσένα και την αδερφή σου στο κάστρο του Γκάμπριελ στην Ιλίρια, όπου θα μείνετε μέχρι να αποφασίσω ότι είναι ασφαλές να συνεχίσετε φυσιολογικά τη ζωή σας». Το εννοούσε. Η καρδιά της Τζασίντα βροντοχτύπησε. «Είσαι αλαζόνας και κάθαρμα», είπε εξοργισμένη. «Ναι, αλλά ξέρεις ότι θα το κάνω». «Ναι», παραδέχτηκε αποκαμωμένη η Τζασίντα. «Και είμαι σίγουρη ότι δε θα το τραβούσες τόσο αν δεν πίστευες πράγματι αυτά που λες». Τα μάτια της πονούσαν από τα δάκρυα που συγκροτούσε. «Αλλά θέλω να μου υποσχεθείς ότι είσαι τουλάχιστον διατεθειμένος να αποδεχτείς την πιθανότητα ότι η μητέρα μου δεν πρόδωσε κανέναν. Δεν την ήξερες. Εγώ την ήξερα. Δε θα μπορούσε να το έχει κάνει». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους και την κοίταξε ψυχρά. «Σου είπα ήδη ότι δεν πιστεύω ότι οι αμαρτίες των γονιών θα πρέπει να παιδεύουν τα παιδιά. Ξέρω ότι ήταν καλή μητέρα, ότι δούλευε πολύ και θυσίασε τα πάντα για σας όταν ήσαστε μικρές. Τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία». «Για μένα έχουν», είπε κατηγορηματικά η Τζασίντα. Εκείνος την κοίταξε εξεταστικά. Η ένταση ανάμεσά τους ήταν απτή. «Πολύ καλά. Αφού είναι σημαντικό για σένα, αποδέχομαι τους όρους σου». «Είσαι πολύ μεγαλόψυχος», του πέταξε η Τζασίντα. Και ήξερε


119

ROBYN DONALD

ότι έπρεπε να μην είχε μιλήσει. «Το ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή είναι απαραίτητο», είπε εκείνος απόμακρα. Η Τζασίντα υποχώρησε αμέσως και έγνεψε καταφατικά. «Έχουν χαραμιστεί ήδη πολλές ζωές στην Ιλίρια για να ρισκάρει κανείς κι άλλες αιματοχυσίες». «Χαίρομαι που το βλέπεις έτσι». «Και τώρα τι γίνεται;» ρώτησε σφιγμένη η Τζασίντα, νιώθοντας το στομάχι της να σφίγγεται από την ανησυχία. «Ο αρραβώνας μας θα ανακοινωθεί αύριο. Πού βρίσκεται η αδερφή σου;» «Γιατί θέλεις να μάθεις;» «Τη θέλω στην Ιλίρια, όπου μπορούμε να την προστατεύσουμε». Όταν εκείνη δίστασε, της είπε κοφτά: «Αποφάσισε Τζασίντα. Ή με πιστεύεις ή όχι. Τώρα που αποκαλύφθηκε ποια είσαι-, μπορεί να μην υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Υπάρχουν πρόσφυγες από την Ιλίρια στη Νέα Ζηλανδία». Εκείνος ήξερε ποια κουμπιά έπρεπε να πατήσει. Και η αλήθεια ήταν ότι τον εμπιστευόταν... η περηφάνια του την έπειθε ότι δε θα έπαιρνε εκδίκηση από ένα αθώο θύμα της σκληρότητας του δικτάτορα. Αλλά χρειάστηκε όλο της το θάρρος και την πίστη για να αποκαλύψει το πού βρισκόταν η Λέξι. Αν έκανε λάθος... Στο τέλος αναγκάστηκε να του πει. Σε κάποιο βαθύτερο επίπεδο τον εμπιστευόταν πως θα έκανε ό,τι μπορούσε να προστατεύσει την αδερφή της. «Θα βάλω κάποιον να το φροντίσει αμέσως. Καλύτερα να την προειδοποιήσεις. Θα είναι λιγότερο τρομακτικό για κείνη αν ξέρει τι συμβαίνει». Το ενδιαφέρον του θα έπρεπε να την είχε ζεστάνει, όμως το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ότι αν σκόπευε να τους κάνει κακό, μια συνεργάσιμη Λέξι θα διευκόλυνε τα πράγματα. «Τα Ίντερνετ καφέ δεν είναι κάτι συνηθισμένο στην Ενδοχώρα».


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

120

«Το πρακτορείο που οργάνωσε την περιήγηση θα πρέπει να έχει κάποιον τρόπο να έρθει σ’ επαφή μαζί της», είπε απότομα ο Μάρκο. «Μην ανησυχείς. Θα φροντίσω να φύγει από κει με ασφάλεια». Κοίταξε το ρολόι του. «Θα έρθει όπου να ’ναι ένας κοσμηματοπώλης με μια επιλογή από δαχτυλίδια για να διαλέξεις... εγώ προτείνω ρουμπίνι. Εκτός από το ότι είναι ο παραδοσιακός λίθος του οίκου μου, σου πάει και το χρώμα». «Δεν είχες καμία αμφιβολία ότι θα με τρομοκρατούσες αρκετά ώστε να συμφωνήσω ε;» είπε ανέκφραστα η Τζασίντα. Εκείνος την κοίταξε με σταθερό βλέμμα. «Χρωστάω στους ανθρώπους της Ιλίρια να κάνω το καθήκον μου... το ίδιο κι εσύ. Ακόμη κι αν εσύ δεν είσαι κόρη του Πάολο Κονσιντίνι, κατάλαβε ότι είσαι η κόρη ενός γιατρού που πέθανε μέσα σε βροχή από σφαίρες μαζί με τους παππούδες μου. Χρωστάς σεβασμό στη μνήμη τους και στη μνήμη της μητέρας σου». Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα μπορούσε να γυρίσει τη συμφωνία τους εναντίον της! «Αυτό δεν είναι δίκαιο», είπε πνιχτά η Τζασίντα. «Δίκαιο... τι είναι αυτό; Αυτό είναι θέμα δικαιοσύνης». Χαμογέλασε κυνικά. «Και πριν ρωτήσεις, δε χρειάζεται να φοβάσαι ότι θα περιμένω να είσαι ερωμένη μου όσο θα είμαστε αρραβωνιασμένοι. Αυτό τελείωσε». Τα ψυχρά λόγια του ήταν σαν μαχαιριές στην καρδιά της. Ερωμένη του; Αλλά πάντα ήξερε ότι δεν ήθελε από κείνη τίποτα άλλο πέρα από το σεξ. Υπερηφάνεια σταθερή και ανυποχώρητη σαν τη δική του την έκανε να πει: «Ήθελα κι εγώ να το ξεκαθαρίσουμε αυτό». «Τότε συμφωνούμε», είπε ο Μάρκο και γύρισε προς την πόρτα. «Θα πρέπει να ήρθε ο κοσμηματοπώλης». Ο μόνος τρόπος για να το αντιμετωπίσει όλο αυτό ήταν να καταπνίξει τα συναισθήματά της και να συνεχίσει στον αυτόματο πιλότο, χρησιμοποιώντας τις υποκριτικές ικανότητες που είχε αποκτήσει όλα αυτά τα χρόνια. Τόσο σφιγμένη, που πίστευε ότι μπορεί να γινόταν κομμάτια, περιεργάστηκε με


121

ROBYN DONALD

προσποιητό ενδιαφέρον τη συλλογή από δαχτυλίδια που της είχαν φέρει για να επιλέξει. «Δοκίμασε αυτό», της είπε ο Μάρκο με φωνή τρυφερή, καθώς της έδειχνε ένα ρουμπίνι που έλαμπε σαν σκούρα φωτιά. Πετράδια σε απαλό χρυσό χρώμα το περιέβαλλαν. Το δαχτυλίδι θα μπορούσε να είναι πολύ φανταχτερό, αλλά ο δημιουργός του ήταν δεξιοτέχνης και η σύνθεση των χρωμάτων του έδινε ένα εντυπωσιακό, εξωτικό μεγαλείο. «Δεν είναι και πολύ συνηθισμένο», είπε ο κοσμηματοπώλης, όταν η Τζασίντα δίστασε. «Ίσως η κυρία επιθυμεί ένα μονόπετρο». Κοίταξε τα χέρια της. «Έχει τα κατάλληλα δάχτυλα για μονόπετρο», είπε και έδειξε ένα τεράστιο διαμάντι. «Πολύ επιδεικτικό», είπε η Τζασίντα αδιάφορα. Το βλέμμα της γλίστρησε πάλι στο πρώτο δαχτυλίδι. Δεν έμοιαζε με δαχτυλίδι αρραβώνων... «Αυτό», είπε αποφασίζοντας. Της ταίριαζε γάντι... όμως, προφανώς, ο Μάρκο είχε όλα της τα μέτρα καταχωρισμένα στο μυαλό του, σκέφτηκε νιώθοντας πόνο. Τα ήξερε αρκετά καλά, αφού τα επιδέξια δάχτυλά του είχαν χαϊδέψει κάθε εκατοστό του κορμιού της. Το ρουμπίνι λαμποκοπούσε. «Τέλειο», είπε ο Μάρκο λακωνικά. «Και τώρα τι γίνεται;» ρώτησε η Τζασίντα, όταν έμειναν μόνοι τους. «Φεύγουμε σε μια ώρα για την Ιλίρια». Όταν τον κοίταξε ξαφνιασμένη, την έπιασε από τον αγκώνα. «Ξέρω ότι δεν έχεις άλλες επαγγελματικές υποχρεώσεις μέχρι την επόμενη εβδομάδα που είναι ο χορός για το λανσάρισμα του αρώματος», της είπε ήρεμα. «Θα πρέπει να συνηθίσεις αυτή την κωμωδία που παίζουμε, Τζασίντα. Αν βοηθάει καθόλου, σκέψου ότι με το ρόλο σου ξεπληρώνεις λίγο από το κακό που προκάλεσε ο πατριός σου». «Πώς;» ρώτησε επιθετικά η Τζασίντα και ελευθερώθηκε από τη λαβή του. Εκείνος άρχισε να μιλάει στα ιλιριανά. «Μπορεί να φέρει μια


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

122

αλλαγή στη νοοτροπία που τελικά θα ωφελήσει όλους τους Ιλιριανούς. Αν και είναι κάτι λιγότερο χειροπιαστό από τα χρήματα που έστελνες συχνά σε φιλανθρωπικά ιδρύματα στην Ιλίρια από τότε που ανέβηκε στο θρόνο ο Άλεξ, είναι ίσως πιο σημαντικό μακροπρόθεσμα». Η Τζασίντα ένιωσε το δέρμα της να καίγεται. Στην ίδια γλώσσα ρώτησε απότομα: «Πώς το έμαθες;...» Σταμάτησε όταν είδε το κυνικό του χαμόγελο. «Έστειλα αυτά τα χρήματα ανώνυμα». «Δεν ήταν τόσο δύσκολο να ανακαλύψω ποιος έστελνε τόσο μεγάλα ποσά». Καθόλου δύσκολο αν είχες τα χρήματα και τη δύναμη, σκέφτηκε η Τζασίντα με θλίψη. Ο Μάρκο συνέχισε: «Τα χρήματα έγιναν φυσικά δεκτά με μεγάλη χαρά, αλλά χρωστάς κι έναν φόρο αίματος». Τα παράξενα λόγια του την έκαναν να ανατριχιάσει. «Οφθαλμός αντί οφθαλμού;» Ο Μάρκο συνοφρυώθηκε. «Όχι κάτι τόσο εκδικητικό». Το βλέμμα του έπεσε στο στόμα της. «Κι αν θέλεις να φροντίσεις για την ασφάλεια της αδερφής σου, θα δίνεις σε όποιον συναντάμε την εντύπωση ότι είσαι βαθιά ερωτευμένη και αφοσιωμένη σ’ εμένα. Και το ίδιο θα κάνω κι εγώ». Ακούγοντας τα κυνικά του λόγια, η καρδιά της σφίχτηκε. «Δίχως καμιά αμφιβολία οι υποκριτικές μου ικανότητες θα χρησιμεύσουν». «Είμαι σίγουρος γι’ αυτό», είπε ευγενικά ο Μάρκο. Γυρνώντας ξανά στα αγγλικά, συνέχισε: «Φαίνεσαι χλομή. Ήταν μεγάλο σοκ για σένα. Η οικονόμος του κάστρου θα είναι στο στοιχείο της. Της αρέσει πολύ να κανακεύει τους άλλους». *** Ο ήλιος έλαμπε χρυσός στις λευκές κορυφές των βουνών καθώς το ελικόπτερο χαμήλωνε για να προσγειωθεί κοντά σ’ ένα κάστρο που έμοιαζε βγαλμένο από παραμύθι... ένα σκοτεινό


123

ROBYN DONALD

παραμύθι, σκέφτηκε η Τζασίντα και η καρδιά της σφίχτηκε. Δίπλα της, ο Μάρκο είπε: «Το Λημέρι του Λύκου. Δυστυχώς ο Γκάμπριελ δεν είναι εδώ... ζητάει συγνώμη αλλά βρίσκεται στην πρωτεύουσα». Η δειλία και ο πανικός πάλεψαν με την έξαψη. Ήταν στην κοιλάδα όπου είχαν συμβεί όλα. Η ανησυχία την έκανε να σφιχτεί, προκαλώντας της υπερένταση. Ένιωθε λες και κάποιος ή κάτι περίμενε πολύ καιρό την άφιξή της. Μετά το φαγητό το ίδιο βράδυ, ο Μάρκο την κοίταξε αινιγματικά. «Είσαι κουρασμένη», είπε. Κουρασμένη και πληγωμένη. «Ήταν κουραστική μέρα». «Πήγαινε λοιπόν για ύπνο». Ο Μάρκο τη συνόδευσε στο δωμάτιό της και της άνοιξε την πόρτα για να περάσει. Ήταν έτοιμη να τον προσπεράσει, όταν εκείνος την άρπαξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε με μια λαχτάρα που της έβαλε φωτιά. Αρπάχτηκε από πάνω του κι αναρωτήθηκε αν αυτό το φλογερό πάθος μπορούσε να είναι αρκετό... Και τότε την άφησε κι εκείνη συνειδητοποίησε ότι μια ηλικιωμένη γυναίκα στριφογύριζε σιωπηλά στο δωμάτιό της. Αηδιασμένη, συνειδητοποίησε γιατί εκείνος την είχε φιλήσει. «Γνώρισες τη Μαρία το απόγευμα», είπε ο Μάρκο ατάραχος. «Βρίσκεται στη δούλεψή μας όλη της τη ζωή και είναι τώρα η οικονόμος του κάστρου». Η Τζασίντα χαμογέλασε και της απηύθυνε τον συνηθισμένο ιλιριανό χαιρετισμό. «Είθε ο Θεός να ευλογεί εσένα και όλα τα παιδιά σου». Η οικονόμος τής ανταπέδωσε το χαμόγελο, κοιτάζοντάς την εξεταστικά. «Επίσης. Και είθε ο ύπνος σου να είναι απαλλαγμένος από όνειρα». Έγνεψε σχεδόν βασιλικά και εξαφανίστηκε στον πέτρινο διάδρομο. Το κάστρο ήταν πολύ διαφορετικά απ’ οτιδήποτε άλλο είχε δει στη ζωή της η Τζασίντα κι ένιωσε ένα κύμα νοσταλγίας για τη Νέα Ζηλανδία. Αγνοώντας το, είπε χαμηλόφωνα: «Έχει πολύ έντονη προσωπικότητα».


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

124

«Ναι». Ο Μάρκο έκανε μια παύση. «Ως οικογένεια της είμαστε υπόχρεοι». Η Τζασίντα τον κοίταξε ερωτηματικά κι εκείνος συνέχισε: «Έκρυψε το Αίμα της Βασίλισσας από το δικτάτορα και υπέφερε εξαιτίας της αφοσίωσής της». Η Τζασίντα έγνεψε καταφατικά. Είχε ακούσει για το Αίμα της Βασίλισσας, τον αρχαίο θησαυρό της οικογένειας... ένα περιδέραιο από ρουμπίνια και χρυσό, αμύθητης αξίας και τόσο παλιό που κανείς δεν ήξερε ποιος το είχε φτιάξει ή πότε. Ο Μάρκο είπε: «Αύριο το πρωί θα πάμε για ιππασία. Γί’ αυτό να κοιμηθείς καλά». Η Τζασίντα όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί μέχρι που πήρε ένα από τα ήπια υπνωτικά χάπια που χρησιμοποιούσε καμιά φορά στα ταξίδια της. Παρ’ όλα αυτά ο ύπνος της ήταν ανήσυχος και γεμάτος εφιάλτες. Ξύπνησε νωρίς και έμεινε ξαπλωμένη για ώρα έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Το να υποκύψει σ' αυτά δε θα της πρόσφερε τίποτα πέρα από κόκκινα μάτια, έτσι ανάγκασε τον εαυτό της να σηκωθεί από το κρεβάτι, έκανε ντους και φόρεσε ένα τζιν κι ένα μαύρο μπλουζάκι. Ένα χτύπημα στην πόρτα ανήγγειλε την οικονόμο που κουβαλούσε έναν δίσκο με καφέ, φρούτα, τυρί και το χωριάτικο ψωμί που έψηνε πότε πότε η μητέρα της. «Για να σε κρατήσει μέχρι το πρόγευμα», είπε η ηλικιωμένη γυναίκα. «Ο πρίγκιπας μιλάει στο τηλέφωνο». Αναστέναξε και μετά ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Όλη την ώρα χτυπάει, χτυπάει, χτυπάει. Σου έστειλε μια εφημερίδα... από την Αγγλία. Και μία από δω». Οι εφημερίδες είχαν κάνει μεγάλο θέμα την ανακάλυψη της χαμένης οικογένειας του δικτάτορα. Και είτε από φόβο για τη δύναμη των Κονσιντίνι είτε χάρη στη δεξιοτεχνία των υπευθύνων της οικογένειας, το μεγαλύτερο μέρος του Τύπου αντιμετώπιζε το θέμα ως κάτι απίστευτα ρομαντικό — δυο διαφορετικές πλευρές της οικογένειας που επιτέλους συμφιλιώθηκαν. Και δε γινόταν καμιά αναφορά στο ότι η Ιλόνα Σινκλέρ ήταν ερωμένη του δικτάτορα ή στην υποτιθέμενη


125

ROBYN DONALD

προδοσία του άντρα της ή των παππούδων του Μάρκο. Ανακουφισμένη η Τζασίντα έφαγε με το ζόρι λίγα φρούτα και ήπιε λίγο καφέ και μετά η Μαρία τη συνόδευσε κάτω. Ο Μάρκο στεκόταν και μιλούσε με τον αδερφό του τον Γκάμπριελ, Μεγάλο Δούκα της Ιλίρια, που είχε επιστρέφει αργά το προηγούμενο βράδυ. Οι δύο άντρες γύρισαν το κεφάλι τους καθώς τους πλησίασαν, αλλά η Τζασίντα είχε μάτια μόνο για τον πρίγκιπα. Μια φλόγα σιγόκαιγε στα ανοιχτόχρωμα μάτια του. «Τζασίντα», είπε και της πρόσφερε το χέρι του. Η Τζασίντα διατήρησε την ψυχραιμία της και κατάφερε να χαμογελάσει στον Μεγάλο Δούκα καθώς τους σύστηναν. Ένιωσε την έντασή της να υποχωρεί λίγο όταν ο Μάρκο την τράβηξε δίπλα του. Ήταν σαν να ξαναγεννιόταν. «Πού σκοπεύετε να πάτε λοιπόν;» ρώτησε ο πρίγκιπας Γκάμπριελ. «Πρέπει να την πας στην πέτρα», επενέβη η οικονόμος πριν προλάβει να απαντήσει ο Μάρκο. Τους χαμογέλασε λες κι εκείνη είχε κανονίσει αυτή την τόσο εντυπωσιακή στιγμή. Ο Γκάμπριελ φάνηκε έτοιμος να κάνει κάποιο σχόλιο, αλλά τελικά δεν είπε τίποτα. Ο Μάρκο περιεργάστηκε την Τζασίντα. «Θέλεις να δεις την πέτρα; Είναι ένας μονόλιθος κοντά στο πέρασμα και κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της οικογένειας μας». Ήταν εξίσου καλός ηθοποιός μ’ εκείνη... καλύτερος ίσως, γιατί η τρυφερότητα στη φωνή του και η λάμψη στα μάτια του δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα. «Στην ιστορία της χώρας», είπε ο Γκάμπριελ. Η Τζασίντα χαμογέλασε. «Θα το ήθελα. Η Νέα Ζηλανδία έχει μόλις χίλια χρόνια ιστορίας περίπου... και δεν υπάρχουν πουθενά μονόλιθοι». Η οικονόμος είπε ανέκφραστα: «Εσύ είσαι από την Ιλίρια». «Είναι γεννημένη εδώ, αλλά πιστεύω ότι στην καρδιά της θα είναι πάντοτε Νεοζηλανδέζα», είπε ο Μάρκο.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

126

Έκπληκτη από την κατανόησή του, η Τζασίντα έγνεψε καταφατικά. Στα μισά της απότομης δεντρόφυτης πλαγιάς, η Τζασίντα με το βλέμμα της καρφωμένο ανάμεσα στα αυτιά του μαύρου αλόγου της, παρατήρησε: «Η οικονόμος σας φαίνεται... πολύ σοφή. Παλιά ψυχή». «Είχε πολύ δύσκολη ζωή. Ο Πάολο Κονσιντίνι ήταν ιδιαίτερα βάναυσος με όποιον συνδεόταν με την οικογένεια μας. Η Μαρία ήταν υπηρέτρια στο κάστρο και υπέφερε... έχασε την οικογένειά της, έχασε τα πάντα εκτός από τη ζωή της». Η Τζασίντα πάγωσε. «Δε φαίνεται όμως να μου κρατάει κακία», είπε. «Απ’ ό,τι φαίνεται ήξερε τη μητέρα σου», είπε ο Μάρκο με αδιάφορο τόνο που ερχόταν σε αντίθεση με τη διαπεραστική ματιά που της έριξε. Η καρδιά της σκίρτησε. «Αλήθεια;» «Όπως κι εσύ, δεν πιστεύει ότι η μητέρα σου ήταν ερωμένη του Πάολο. Ή ότι πρόδωσε τους παρτιζάνους». Η Τζασίντα του έριξε μια προκλητική ματιά. «Απλώς ελπίζω και η υπόλοιπη Ιλίρια να συμφωνήσει μαζί της. Αλλά αυτό δεν πρόκειται να βοηθήσει τη Λέξι, νομίζω». «Θα είναι ασφαλής», είπε με σιγουριά ο Μάρκο. «Πιστεύεις ότι θα την έφερνα εδώ, αν πίστευα ότι δεν μπορούμε να την προστατέψουμε;» «Αναρωτιέμαι συνεχώς...» Η Τζασίντα σταμάτησε, γιατί δεν μπορούσε να εξηγήσει ξαφνικά την υπερέντασή της. Ένιωθε ότι κάποιος την παρακολουθούσε και κατάστρωνε σχέδια, περιμένοντας κάτι να συμβεί. Ο Μάρκο πλησίασε στο άλογό της. «Έχε μου εμπιστοσύνη. Ή, αν δεν μπορείς να εμπιστευτείς εμένα, εμπιστέψου τους άντρες της ασφάλειας του Γκάμπριελ και την τιμή του Άλεξ». Το προηγούμενο βράδυ, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, προσπαθώντας να πνίξει την επιθυμία για την Τζασίντα, είχε σκεφτεί ξανά ότι κανείς από την οικογένειά του δεν είχε


127

ROBYN DONALD

μεγαλώσει στην Ιλίρια. Παρ' ότι είχαν μεγαλώσει γαλουχημένοι με την ιστορία της και τις παραδόσεις της, μόνο ο Αλεξ στην ουσία είχε ζήσει εκεί, κι αυτός μόνο τα δέκα πρώτα χρόνια της ζωής του. Όταν είχε συζητήσει την ιδέα του αρραβώνα, εκείνος και ο Γκάμπριελ είχαν συμβουλευτεί τη Μαρία, η οποία είχε πει ήρεμα: «Φυσικά και πρέπει να την παντρευτείς». «Ναι, αλλά θα βοηθήσει;» Εκείνη είχε ανασηκώσει τους ώμους της. «Είναι το μόνο πράγμα που θα βοηθήσει». Ο Μάρκο το ήλπιζε. Θεέ μου, πώς το ήλπιζε. Και όχι μόνο για τη μελλοντική ευημερία των Ιλιριανών. Αν συνέβαινε κάτι στην αδερφή της Τζασίντα, εκείνη δε θα το άντεχε. «Σας εμπιστεύομαι όλους. Εξάλλου τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Η Λέξι ήταν ασφαλής όσο δεν υποψιαζόταν κανείς πού βρισκόμαστε. Αλλά από τη στιγμή που αυτός ο δημοσιογράφος στο Όκλαντ άρχισε να τα σκαλίζει, ήταν θέμα χρόνου». «Άρχισε να ψάχνει επειδή μπήκα εγώ στη μέση», είπε ο Μάρκο βλοσυρά. Η Τζασίντα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι, σε καμία περίπτωση! Θα πρέπει να άρχισε να ψάχνει όταν τον απέρριψα. Δεν είχε καμία σχέση μ’ εσένα». Η φωνή της ήταν γεμάτη πικρία. «Έχεις ήδη αρκετές ευθύνες, δεν είναι ανάγκη να προσθέσεις και μία ακόμη στη λίστα σου!» Ο Μάρκο άλλαξε θέμα κι έδειξε μπροστά τους. «Φτάσαμε στην πέτρα. Κατέβα. Θα δέσουμε τα άλογα εκεί». Η Τζασίντα έκανε ό,τι της είπε και τεντώθηκε για να ξεμουδιάσει. Ένιωθε σαν να την είχαν χτυπήσει. Μέσα της, χωρίς να το έχει καν συνειδητοποιήσει, ήλπιζε... ήλπιζε ότι ίσως να υπήρχε κάτι παραπάνω σ’ αυτό τον ψεύτικο αρραβώνα από την αίσθηση του καθήκοντος που είχε ο Μάρκο. Και τον πόθο. Μην ξεχνάς τον πόθο, σκέφτηκε σαρκαστικά, περπατώντας δίπλα του μέσα στα δέντρα. Εκείνη τον αγαπούσε, αλλά ο Μάρκο δεν ένιωθε τίποτα παραπάνω από μια άγρια επιθυμία κι


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

128

ακόμα κι αυτή φαινόταν να έχει εξασθενήσει. Σίγουρα ο Μάρκο θα απεχθανόταν το γεγονός ότι είχε αναγκαστεί να κάνει έναν αρραβώνα που δε σήμαινε τίποτα. Αναφώνησε έκπληκτη, όταν πέρασαν μέσα από τα δέντρα και βγήκαν σε ένα μικρό, χορταριασμένο λαγκάδι. «Είναι τεράστια», ψιθύρισε, κοιτώντας τον όρθιο λίθο. «Πόσοι άντρες άραγε χρειάστηκαν για να τη σηκώσουν όρθια;» «Εκατοντάδες». Η πέτρα ήταν πολύ προσεκτικά τοποθετημένη. Ένα μικρό ρυάκι περνούσε μέσα από τα δέντρα και γύρω από τη βάση της, κι ύστερα εξαφανιζόταν σε ένα δάσος από σκούρα κωνοφόρα. Τη σιωπή διέκοπτε μόνο το κελάρυσμα του νερού καθώς ξεχυνόταν σ’ έναν γκρεμό λίγο πιο πέρα. Η Τζασίντα την κοίταξε με δέος και ανατρίχιασε. «Πες μου ότι είμαι τρελή και ότι δεν είναι σαν να καταλαβαίνει την παρουσία μας», μουρμούρισε. Ο Μάρκο είπε ψυχρά: «Υποτίθεται ότι είναι στοιχειωμένη από το πνεύμα μιας προγόνου μου, μιας γυναίκας που δολοφονήθηκε εδώ για το θησαυρό που κουβαλούσε... το Αίμα της Βασίλισσας». Η Τζασίντα ανατρίχιασε ξανά. «Έτσι βρέθηκε ο θησαυρός στην οικογένειά σου;» «Όχι ακριβώς. Είναι παλιά ιστορία; Ήταν βασίλισσα και όταν τη σκότωσαν ληστές έγινε νεράιδα και φύλαγε το θησαυρό της μέχρι που πέρασε από δω ο πρώτος Κονσιντίνι, πιθανότατα από την Ελλάδα. Τότε του εμφανίστηκε σε ανθρώπινη μορφή και τελικά την παντρεύτηκε. Σύμφωνα με τους χωρικούς, οι Κονσιντίνι προέρχονται απ’ αυτόν το γάμο».


129

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Για μια ατελείωτη στιγμή γεμάτη ένταση, ο Μάρκο την κοίταξε, σφίγγοντας τα χείλη του. Η ένταση έκανε τα νεύρα της Τζασίντα να τεντωθούν και σήκωσε το κεφάλι της απότομα, κοιτάζοντας τον υπεροπτικά. Εκείνος έσπασε τη σιωπή. «Μη με κοιτάς έτσι», είπε και ακούστηκε σχεδόν απελπισμένος. «Δεν ξέρω τι εννοείς», είπε η Τζασίντα, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. Ο Μάρκο την πλησίασε. «Σαν μια απίστευτα ποθητή πρόκληση», είπε και τα χέρια του έκλεισαν γύρω από το πρόθυμο κορμί της. Και τη φίλησε. Το καταπιεσμένο πάθος του διέλυσε την αυτοσυγκράτησή του. Η Τζασίντα αρπάχτηκε από πάνω του, δίνοντάς του πολύ περισσότερα από το στόμα της, αφήνοντας το φιλί της να πει όλα τα πράγματα που εκείνη δεν τολμούσε. Για μερικές ατελείωτες στιγμές αυτό ήταν αρκετό... τα φιλιά, τα ψιθυριστά λόγια σε διάφορες γλώσσες, η έξαψη της επιθυμίας που πυροδοτούσε ακόμη πιο έντονα τον πόθο. Και τότε ο Μάρκο την άφησε. «Συγνώμη», της είπε, τόσο σφιγμένα, που η Τζασίντα αναγκάστηκε να γυρίσει αλλού για να μη δει εκείνος την απογοήτευσή της. «Σου έδωσα μια υπόσχεση». «Δεν πειράζει», είπε δήθεν αδιάφορα η Τζασίντα. Ξαφνικά τον ένιωσε να κάνει κάποια απότομη κίνηση, αλλά καθώς γύρισε για να ακολουθήσει το βλέμμα του, εκείνος την έσπρωξε από πίσω του, στριμώχνοντάς την πάνω στην πέτρα,


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

130

έτσι που δεν μπορούσε ούτε να κουνηθεί ούτε να αναπνεύσει. Κάτι σαν ηλεκτρική εκκένωση τη διαπέρασε. Πήρε μια κοφτή ανάσα κι έσπρωξε το γεροδεμένο κορμί του, προσπαθώντας μανιασμένα να ξεφύγει. «Μα;...» είπε ακατάληπτα καθώς ένας ξαφνικός, πρωτόγονος τρόμος την παρέλυε. Φρικτές σκέψεις για αρκούδες και λύκους της έρχονταν στο μυαλό. «Ησυχία», είπε ο Μάρκο άγρια. Η Τζασίντα πάγωσε. Χωμένη σε σημείο ασφαλές, προσπάθησε να ηρεμήσει για να μπορέσει να πιάσει τον παραμικρό ήχο που μπορεί να μαρτυρούσε κάποιον εισβολέα. Για μερικές ατελείωτες στιγμές ο Μάρκο έμεινε ακίνητος και σιωπηλός σαν αρπακτικό, μέχρι που σιγά σιγά το κορμί του χαλάρωσε. Χωρίς να κουνηθεί, είπε τόσο χαμηλόφωνα που με το ζόρι ακουγόταν: «Μου φάνηκε ότι είδα κάτι να κινείται ανάμεσα στα δέντρα». Κι ύστερα απομακρύνθηκε. Η Τζασίντα πήρε μια βαθιά ανάσα που ακούστηκε σαν λυγμός. Αν είχε ακόμη αμφιβολίες σχετικά με τα κίνητρά του για τον αρραβώνα τους, οι πράξεις του τις είχαν διαλύσει. «Τι σου φάνηκε ότι μπορεί να ήταν;» τον ρώτησε ψύχραιμα. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Μάλλον κάποιο πουλί, αλλά δεν ήμουν σίγουρος». Έριξε μια ματιά ολόγυρα και την έπιασε από το χέρι. «Έλα, πάμε. Μείνε κοντά μου». Η απόκοσμη ησυχία του ξέφωτου έμοιαζε ζωντανή, λες και τους παρακολουθούσαν συνέχεια μάτια μέχρι να φτάσουν στα άλογα. «Ήταν σχεδόν σίγουρα κάποιο πουλί, αλλά θέλω να μου υποσχεθείς ότι δε θα βγεις από το κάστρο μόνη σου». «Δεν πρόκειται». Η Τζασίντα ανατρίχιασε. «Είναι τόσο ήσυχα». Ο Μάρκο της έριζε μια διαπεραστική ματιά και απρόσμενα γλίστρησε το χέρι του γύρω από τους ώμους της και την αγκάλιασε. «Είναι αλλόκοτο μέρος, αλλά εμείς οι Κονσιντίνι πιστεύουμε ότι είμαστε ασφαλείς εδώ». Κι εκείνη ένιωθε ασφαλής κοντά του. Και μετά δυστυχισμένη


131

ROBYN DONALD

όταν την άφησε για να την ανεβάσει στη σέλα. Η Τζασίντα τον παρακολούθησε καθώς ανέβαινε κι αυτός στο άλογό του και η παγωνιά μέσα της μετατράπηκε σε μια λίμνη ζεστασιάς. Την επόμενη εβδομάδα, την παρουσίασαν στους ανθρώπους της κοιλάδας ως νύφη του πρίγκιπα Μάρκο και παρ' όλο που η Τζασίντα καταλάβαινε τα κίνητρα για τη δημόσια επίδειξη κτητικότητας από μέρους του, το ότι εκείνος έπαιζε το ρόλο του αγαπημένου της την πλήγωνε βαθιά. Προς μεγάλη της έκπληξη, ο Χοκ ήρθε στο κάστρο τη δεύτερη μέρα μαζί με την πριγκίπισσα Μελίσα, που ήταν τόσο ευτυχισμένη που έλαμπε ολόκληρη. «Πήγαν όλα καλά λοιπόν», του είπε η Τζασίντα μετά το δείπνο. «Χαίρομαι». Εκείνος κοίταξε την πριγκίπισσα και χαμογέλασε. «Ναι, πήγαν όλα καλά. Όπως και για σένα». Η Τζασίντα του ανταπέδωσε το λαμπερό του χαμόγελο. «Όπως βλέπεις», είπε ζωηρά, παίζοντας το ρόλο της όσο καλύτερα μπορούσε. «Πότε θα ανακοινώσετε τον αρραβώνα σας;» «Σε έναν μήνα περίπου. Αποφασίσαμε ότι ο δικός σας ήταν πιο σημαντικός». Η Τζασίντα κατάλαβε την κατανόησή του και του χαμογέλασε θλιμμένα. Και τότε ο Μάρκο, λες και τον είχε καλέσει, διέσχισε το δωμάτιο και πέρασε το χέρι του στον ώμο της. Ήταν εξαιρετικός ηθοποιός, σκέφτηκε, νιώθοντας την καρδιά της να γίνεται κομμάτια. Μακάρι τα πράγματα να ήταν διαφορετικά... Η οικογένεια συγκεντρωνόταν... Η επόμενη μεγάλη άφιξη ήταν αυτή της μνηστής του Γκάμπριελ, της Σάρα Μίλτον, μιας ήρεμης γυναίκας που ήταν εξαιρετική διακοσμήτρια. Την επόμενη μέρα πέταξαν όλοι μαζί για την πρωτεύουσα για μια βασιλική δεξίωση στο κάστρο εκεί. Η αλήθεια ήταν ότι της άρεσαν όλα στην Ιλίρια. Για μία ακόμη φορά έπιασε τον εαυτό της να εύχεται μάταια τα πράγματα να είχαν συμβεί διαφορετικά. Επιφανειακά, ο Μάρκο ήταν ο τέλειος αρραβωνιαστικός, αλλά διαισθανόταν σ’ εκείνον μια


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

132

διαφορά, μια απομάκρυνση που την πλήγωνε αβάσταχτα. Έμειναν στην πρωτεύουσα μέχρι που εκείνη και ο Μάρκο έφυγαν για το Λονδίνο για το λανσάρισμα του αρώματος. «Πώς πιστεύεις ότι πήγαν τα πράγματα;» τον ρώτησε. «Πολύ καλά. Όλοι στην οικογένεια σε συμπάθησαν πολύ». Η φωνή του ήταν τόσο ουδέτερη, που η Τζασίντα γύρισε και τον κοίταξε. Τα μάτια της έψαξαν με αγωνία το πρόσωπό του. «Είσαι σίγουρος ότι η Λέξι θα είναι ασφαλής όταν έρθει;» Η αδερφή της τελείωνε την εξόρμησή της στην Αυστραλία. Μετά το χορό στο Λονδίνο, ο Μάρκο θα συνόδευε την ίδια πίσω στο Λημέρι του Λύκου κι ύστερα θα πήγαινε να φέρει τη Λέξι. «Τίποτα δεν είναι σίγουρο, αλλά τώρα που μαθεύτηκε ποιος ήταν ο πατέρας της, θα είναι πιο ασφαλής μαζί μας παρά οπουδήποτε αλλού». «Δηλαδή... το σχέδιο... όλα... φαίνεται να πηγαίνουν μια χαρά». Εκείνος έγνεψε καταφατικά, κοιτάζοντας εξεταστικά το πρόσωπό της. «Πιστεύω ότι ο αρραβώνας μας έκανε κάτι που δεν μπορεί ο νόμος... έκανε τη λήξη της εκδίκησης κάτι το συναισθηματικά ικανοποιητικό». Υπήρχε όμως μια νότα στη φωνή του που δεν της άρεσε. «Αλλά;» τον παρότρυνε. Ψύχραιμα και χωρίς κανένα συναίσθημα, εκείνος είπε: «Αλλά υποψιάζομαι ότι ένας αρραβώνας δε θα είναι αρκετός». Η Τζασίντα πάγωσε. «Δε νομίζω ότι καταλαβαίνω». «Θα χρειαστεί να παντρευτούμε». Η Τζασίντα καταλάβαινε γιατί ο Μάρκο και η οικογένειά του ήταν τόσο αφοσιωμένοι στο να βοηθήσουν το λαό της Ιλίρια. Αλλά το να βρίσκεται μαζί του, να υπομένει το προσποιητό τρυφερό ενδιαφέρον του για κείνη, τα χαμόγελα και τα χάδια και την παρουσία του, ήταν σκέτη κόλαση. Η αγάπη που είχε ανακαλύψει πριν από μία εβδομάδα φαινόταν αδύναμη και παιδική τώρα που είχε χρόνο να μάθει για τον αληθινό άντρα, να ανακαλύψει την ευσπλαχνία κάτω από το αυταρχικό


133

ROBYN DONALD

παρουσιαστικό του. Όμως ένας γάμος μαζί του θα σήμαινε ατελείωτο πόνο από μια αγάπη δίχως ανταπόκριση καθώς οι ελπίδες της δε θα έσβηναν ποτέ. Δεν μπορούσε να το αντέξει. «Είναι κι αυτό απόφαση του πρίγκιπα Άλεξ και του συμβουλίου;» ρώτησε χαμηλόφωνα. Ο Μάρκο κοίταξε το προφίλ της. Έδειχνε πάντοτε τέλεια με τα κλασικά ρούχα που προτιμούσε, φροντισμένη και κομψή, κι εκείνο το πρωί είχε τα μαλλιά της πιασμένα πίσω, μακριά από το πρόσωπό της, αποκαλύπτοντας τα υπέροχα χαρακτηριστικά της. Το στομάχι του σφίχτηκε από τον πόθο. Πώς στο καλό είχε καταφέρει να εξαφανίσει το ενδιαφέρον του για άλλες γυναίκες; Είχε προσπαθήσει να τη βγάλει από το μυαλό του και μάλιστα είχε βγει στο Λονδίνο με μια γυναίκα που του άρεσε και τη θαύμαζε. Είχαν περάσει ένα πολύ ευχάριστο βράδυ και είχε καταφέρει να ξεγελάσει τον εαυτό του ότι την ήθελε. Μόνο και μόνο για να την αφήσει έκπληκτη κι απογοητευμένη στην πόρτα της. Τώρα το μόνο που ήθελε ήταν να πάει την Τζασίντα στο κρεβάτι και να μείνουν εκεί ώρες... όχι, μέρες! Απεχθανόταν τον εαυτό του που είχε γίνει σκλάβος αυτού του πρωτόγονου έντονου πόθου. Κι εκείνη τον ήθελε, αλλά όπως και ο ίδιος, δεν είχε χαρεί και τόσο με την ιδέα του γάμου. Είχε σφίξει τα σαρκώδη χείλη της και ήταν ελαφρώς συνοφρυωμένη. «Όχι. Είναι δική μου εκτίμηση της κατάστασης. Ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι ο αρραβώνας θα αρκούσε. Αλλά καθώς ταξιδεύαμε στη χώρα, ένιωσα ότι ο μόνος τρόπος για να πείθουμε τον κόσμο ότι το βλέπουμε σοβαρά είναι να παντρευτούμε». Η Τζασίντα χλόμιασε. «Και να μείνουμε παντρεμένοι;» «Ναι». Ο Μάρκο της έπιασε το χέρι κι ένιωσε κάτω από τα δάχτυλά του το σφυγμό της που έγινε ξαφνικά πιο γρήγορος. «Θα ήταν τόσο δύσκολο;» «Σε αναγκάζει το καθήκον, έτσι δεν είναι;» είπε με πικρία η Τζασίντα. «Ναι. Και όπως κι εγώ, έτσι κι εσύ χρωστάς σ’ αυτούς τους


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

134

ανθρώπους». Η Τζασίντα τον αγριοκοίταξε. «Το ξέρω», είπε κι ένιωσε να βουρκώνει. « Οπότε ν αι, θα σε παντρευτώ... για χατίρι τους και το χατίρι της Λέξι». Το χέρι του έσφιξε το δικό της και μετά το άφησε. «Θα προσπαθήσω να είμαι καλός σύζυγος», της είπε πολύ τυπικά. «Σίγουρα δε θα είμαι άπιστος». «Ούτε κι εγώ», είπε χαμηλόφωνα η Τζασίντα, εγκαταλείποντας και τις τελευταίες της ελπίδες. Εξάλλου δε θα ήταν η πρώτη γυναίκα που θα παντρευόταν έναν Κονσιντίνι για εθνικούς λόγους. *** Αντί για το μοντέρνο ρετιρέ στο οποίο υποψιαζόταν ότι μπορεί να ζούσε ο πρίγκιπας, εκείνος είχε διαλέξει ένα υπέροχο γεωργιανό σπίτι στην πόλη. Με την κληρονομιά του μάλλον δε θα έπρεπε να εκπλήσσεται. «Τα ρούχα σου έχουν μεταφερθεί ήδη εδώ», της είπε, συνοδεύοντάς τη στο υπνοδωμάτιό της. «Πιστεύω ότι θα σου πάρει σχεδόν όλη την ημέρα να ετοιμαστείς για το χορό. Θα είμαι στο γραφείο». Από μία άποψη αυτό αποτελούσε ανακούφιση. Ο χορός θα ήταν μια εντυπωσιακή περίσταση για να ενισχύσουν ένα ίδρυμα που παρείχε ψυχολογική βοήθεια σε γυναίκες που υπέφεραν από ανίατες αρρώστιες, οργανώνοντας επιδείξεις και δωρεές καλλυντικών. Είχαν σταλεί προσκλήσεις σε όλη την αφρόκρεμα. Και όλοι είχαν αποδεχτεί. Ήδη ο κόσμος συζητούσε ότι θα ήταν το πάρτι της χρονιάς. Δεν της πήρε όλη την ημέρα να ετοιμαστεί και πεταλούδες τριγυρνούσαν στο στομάχι της καθώς καθόταν στο υπνοδωμάτιο και περίμενε να εμφανιστεί ο Μάρκο. Φορούσε και πάλι την πορφυρή τουαλέτα που είχε φορέσει και στο γύρισμα του διαφημιστικού, είχε τα μαλλιά της σηκωμένα ψηλά


135

ROBYN DONALD

και την είχε μακιγιάρει ο αγαπημένος της στυλίστας. Τώρα όμως ένιωθε μεγάλη ανησυχία, στα πρόθυρα του πανικού. Θα ήταν, σκέφτηκε με μανία, πολύ πιο εύκολο να ξέφευγε απ' αυτή την απελπισμένη επιθυμία, αν ήταν μονόπλευρη. Όποτε βρίσκονταν μαζί, αυτή η άγρια φλόγα την έκαιγε. Όποτε συναντούσε τα μάτια του Μάρκο έβλεπε φωτιά μες στον πάγο, μια πείνα που απλώς η αυτοσυγκράτησή του την τροφοδοτούσε ακόμη περισσότερο. Υπήρχε όμως και κάτι παραπάνω από τον πόθο, όσο κι αν δεν ήθελε η Τζασίντα να το παραδεχτεί. Έβρισκε την παρουσία του εξαιρετικά διεγερτική, απολάμβανε τις αντιπαραθέσεις τους στη συζήτηση και της άρεσε ακόμα ο τρόπος που μαλάκωνε η φωνή του όταν μιλούσε για την αδερφή του... Και τότε άκουσε τη φωνή του. Πήρε βαθιά ανάσα κι άνοιξε την πόρτα σ’ εκείνον κι έναν άλλο άντρα... έναν άντρα της ασφάλειας που κουβαλούσε μια κλειδωμένη τσάντα. Ο Μάρκο την κοίταξε και κάτι μέσα της έσπασε. Φαινόταν... διαφορετικός, αλλά δεν είχε χρόνο να καταλάβει ποια ήταν η διαφορά. Την κοίταξε επίμονα στα μάτια για μια στιγμή, μετά είπε χαμηλόφωνα: «Αυτό το φόρεμα κι εσύ ταιριάζετε απόλυτα». Η καρδιά της σκίρτησε. «Ευχαριστώ». Ένιωσε υπερένταση καθώς ο φρουρός ξεκλείδωνε την τσάντα. Ο Μάρκο κι άνοιξε την τσάντα που είχε μέσα το περιδέραιο. «Χρειάζεσαι βοήθεια;» «Όχι». Η φωνή της ακουγόταν ξεψυχισμένη και σφιγμένη. «Μου μπαίνει και χωρίς να το ξεκουμπώσω». Η Τζασίντα πήρε την εκπληκτική αλυσίδα από φωτιά και πάγο και πήγε στον καθρέφτη. Ο Μάρκο έφερε τα σκουλαρίκια, κοιτώντας την καθώς φορούσε το περιδέραιο. Τα σκουλαρίκια ακολούθησαν. «Θα σ’ το βάλω εγώ αυτό», της είπε και τοποθέτησε την τιάρα, απόλυτα απορροφημένος. «Χρειάζεται να στερεωθεί με κάτι;» «Όχι». Παρά την παρουσία του φρουρού, η τρυφερότητα της στιγμής συγκίνησε την Τζασίντα. Καθάρισε το λαιμό της και


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

136

σήκωσε τα χέρια της για να φτιάξει την τιάρα. «Την κρατάνε στη θέση της τα μαλλιά μου... βλέπεις;» Επιστράτευσε ένα προσποιητό χαμόγελο. «Δεν μπορώ να χορέψω ξέφρενα, αλλά είναι σταθερή». Τα μάτια τους συναντήθηκαν στον καθρέφτη, τα δικά του μισόκλειστα, τα δικά της σκοτεινά και συννεφιασμένα. Η Τζασίντα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Για μια ατελείωτη στιγμή δεν άκουγε τίποτ' άλλο εκτός από το δυνατό καρδιοχτύπι της, δεν ένιωθε τίποτα πέρα από γλυκόπικρη χαρά που τον είχε τόσο κοντά της. Χρειάστηκε όλη της η θέληση για να αποστρέψει το βλέμμα της. Έπιασε στα τυφλά τα γάντια και προσπάθησε να απορροφηθεί στη διαδικασία να τα βάλει. Ο Μάρκο υποχρέωσε τον εαυτό του να ανασαίνει πιο αργά, να καταλαγιάσει τα εκρηκτικά συναισθήματα που του θόλωναν το μυαλό με μεθυστικούς καπνούς. Η Τζασίντα ήταν υπέροχη, μια γυναίκα βγαλμένη από τα παραμύθια, επικίνδυνη και προκλητική με αιθέρια ομορφιά. Το πορφυρό μετάξι αναδείκνυε τη λεπτή της μέση και τους γοφούς της και οι γυμνοί ώμοι της φαίνονταν φιλντισένιοι. Από την επιθυμία πονούσε. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της σαν να κατάλαβε τις σκέψεις του και αμέσως κοκκίνισε φευγαλέα. Για μια ατελείωτη στιγμή, τα μάτια τους συναντήθηκαν ξανά στον καθρέφτη. «Έτοιμη;» τη ρώτησε σπάζοντας τη σιωπή. «Ναι». Η Τζασίντα έστρωσε τα γάντια της στα δάχτυλα. Ο Μάρκο πήρε τη μεταξωτή κάπα που ήταν κρεμασμένη στην καρέκλα και την έριξε στους ώμους της. «Τότε ας πηγαίνουμε». «Εύχομαι να πέρασες καλά τη μέρα σου», του είπε τυπικά όταν βρέθηκαν στη λιμουζίνα. Εκείνος γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε το κομψό προφίλ της, τα απαλά χείλη της, σαρκώδη και προκλητικά στα φώτα του Λονδίνου. «Εξαιρετικά, ευχαριστώ. Ίσως επειδή αισθάνομαι πολύ ευχαριστημένος με τη ζωή μου την περίοδο αυτή», είπε αδιάφορα και, πιάνοντας το χέρι της, έπλεξε τα δάχτυλά του με


137

ROBYN DONALD

τα δικά της. Η καρδιά της Τζασίντα σκίρτησε. Τον κοίταξε ξαφνιασμένη πριν γυρίσει ξανά το βλέμμα της στο δρόμο. Τι εννοούσε; Φαινόταν αλαζόνας κι ασυμβίβαστος όπως πάντα, αλλά κάτι στον τόνο του της έλεγε ότι η υποτιθέμενη ευχαρίστησή του σχετιζόταν μ’ εκείνη. Τόλμησε και του έριξε μία ακόμη λοξή ματιά. Ίσως να έφταιγαν τα φώτα του δρόμου που το χαμόγελό του της φάνηκε πιο τρυφερό. Μια ελπίδα ξύπνησε μέσα της καθώς με τα χέρια πλεγμένα και σιωπηλοί σαν εραστές που σφράγιζαν μια συμφωνία, διέσχιζαν τους δρόμους του Λονδίνου, πηγαίνοντας στην εκδήλωση. Εκεί, τους περίμεναν φλας και αρκετές αδιάκριτες ερωτήσεις. Η Τζασίντα ανάγκασε τον εαυτό της να πάρει επαγγελματικό ύφος, αγνοώντας τις πιο αναιδείς ερωτήσεις, απαντώντας σε όσες απευθύνονταν σ’ εκείνη και ακούγοντας με χαμόγελο τον Μάρκο να απαντάει εύστοχα σε όσες απευθύνονταν σ’ εκείνον. Αλλά αυτή που την πόνεσε απευθυνόταν στην ίδια. «Είναι αλήθεια ότι ο αρραβώνας σας είναι διαφημιστικό κόλπο για να προκληθεί σάλος γύρω από το καινούριο άρωμα;» ρώτησε ένας δημοσιογράφος με σαρκασμό. Η Τζασίντα ανασήκωσε τα φρύδια της. «Μεγαλώστε πια», είπε. «Αν δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τα διαφημιστικά κόλπα από την πραγματική ζωή, τότε είσαι σε λάθος δουλειά», παρενέβη ο Μάρκο ατάραχος. «Τότε τι θα λέγατε για ένα φιλί, για να μας το αποδείξετε;» Ο Μάρκο έπιασε την Τζασίντα από το χέρι. «Δεν έχουμε να αποδείξουμε τίποτα», είπε καυστικά και τη συνόδευσε στο χώρο της εκδήλωσης. Όταν μπήκαν μέσα, η Τζασίντα κοίταξε ολόγυρα την τεράστια αίθουσα. Στα τραπέζια υπήρχαν αναμμένα κεριά, ενώ μικρά φωτάκια που έμοιαζαν με αστέρια διακοσμούσαν το ταβάνι από όπου κρεμόταν ένας βενετσιάνικος πολυέλαιος παρόμοιος μ’ αυτόν που είχαν χρησιμοποιήσει στο γύρισμα.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

138

«Φοράς το άρωμα, όπως πρόσεξα», είπε ο Μάρκο. Της είχαν δώσει ένα μικρό μπουκαλάκι με το πολύτιμο άρωμα. «Φυσικά. Παρατήρησα ότι το πρόσφεραν σε όλες τις γυναίκες εδώ. Πότε θα μάθουμε το όνομα;» «Μετά την προβολή του διαφημιστικού σποτ». Η βραδιά κύλησε ομαλά. Και ήταν φυσικό με τον πρίγκιπα παρόντα. Το φαγητό ήταν υπέροχο, το κρασί εξαιρετικό και ο πνευματώδης λόγος του Μάρκο σύντομος. Όταν τέλειωσε, στράφηκε σ’ εκείνη και της έτεινε το χέρι του. «Κυρίες και κύριοι σας παρουσιάζω το πρόσωπο του Πρινσέσα... την Τζασίντα Σινκλέρ». Η πριγκίπισσα στα ιλιριανά! Καθώς χειροκροτήματα ξεσπούσαν στην αίθουσα, η Τζασίντα σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα του. Έκανε μια βαθιά υπόκλιση, με ένα χαμόγελο καρφωμένο στο πρόσωπό της, καθώς εκείνος επαινούσε με χιούμορ και στυλ το ρόλο της στο σποτάκι. Μία εκπρόσωπος του φιλανθρωπικού ιδρύματος μίλησε με θέρμη και μετά τα φώτα χαμήλωσαν και το διαφημιστικό σποτ παρουσιάστηκε στην τεράστια οθόνη. Ήταν η πρώτη φορά που το έβλεπε ολόκληρο η Τζασίντα. Το παρακολούθησε προσεκτικά, χαλαρώνοντας μόνο όταν ήταν πια φανερό ότι οι σκηνές στο εστιατόριο είχαν αντικατασταθεί τελείως από τις μετέπειτα λήψεις στην αποθήκη στο Όκλαντ. Ένιωσε ανακούφιση. Δεν ήθελε να δει όλος ο κόσμος το πρόσωπό της όταν είχε χορέψει πρώτη φορά με τον Μάρκο. Όταν τα χειροκροτήματα καταλάγιασαν, η ορχήστρα άρχισε να παίζει ένα βαλς. «Ο χορός μας», είπε ο Μάρκο και σηκώθηκε όρθιος. Αγνοώντας τα φλας των φωτογραφικών μηχανών, η Τζασίντα χώθηκε στην αγκαλιά του. Κάθε κύτταρο του κορμιού της έτρεμε από προσμονή και κάρφωσε το βλέμμα της σ' αυτούς που χόρευαν από πίσω τους. «Σκέφτεσαι ποτέ ότι τα χρήματα που χρειάστηκαν για όλο αυτό


139

ROBYN DONALD

θα μπορούσαν να ξοδευτούν για καλύτερο σκοπό;» ρώτησε ξαφνικά, ξαφνιάζοντας τον εαυτό της. «Φυσικά», απάντησε ο Μάρκο ατάραχος. «Όλα αυτά γίνονται μόνο για έναν σκοπό. Θέλουμε να μαζέψουμε αρκετά χρήματα ώστε να προσφέρουμε στο λαό της Ιλίρια μια ευκαιρία να μπει στον σύγχρονο κόσμο. Φυσικά και η απόλαυση που θα προσφέρει το άρωμα σε εκατομμύρια γυναίκες και... στους άντρες τους δεν είναι λίγο...» Η χροιά της φωνής του της έκοψε την ανάσα. «Αυτός είναι ο λόγος που έχεις κάνει τα πάντα γι’ αυτή την κα μπάνια;» Ο Μάρκο έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. «Ναι. Αλλά κι επειδή όταν κάνω κάτι μου αρέσει να το κάνω καλά. Όπως και σ’ εσένα». Η Τζασίντα τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Πώς το ξέρεις αυτό;» «Σε παρακολουθούσα στο γύρισμα. Είχες τις δικές σου προτάσεις, παρ' όλο που δεν άρεσαν στο σκηνοθέτη και έδωσες στο γύρισμα τον καλύτερο εαυτό σου. Έχεις σκεφτεί να γίνεις ηθοποιός;» «Όχι. Βαριέμαι πολύ εύκολα. Και τα γυρίσματα είναι ατελείωτες περίοδοι βαρεμάρας». «Τι σκοπεύεις να κάνεις λοιπόν στη ζωή σου όταν σταματήσεις το μόντελινγκ;» Η Τζασίντα ένιωσε λιγάκι να αναστατώνεται. «Θα επιστρέφω στη Νέα Ζηλανδία και θα γράφω βιβλία», είπε χαμηλόφωνα. «Βιβλία;» «Παιδικά βιβλία. Και βιβλία για ενήλικες αν μπορέσω. Έχω ήδη εκδώσει δύο μυθιστορήματα για νέους», είπε η Τζασίντα και ευχαριστήθηκε βλέποντάς τον να ξαφνιάζεται. «Πολύ ταλαντούχα γυναίκα», είπε ξερά ο Μάρκο. «Γιατί δεν τα έχω ακούσει;» «Πιθανόν επειδή δεν ανήκεις στην ηλικιακή ομάδα που απευθύνονται, αλλά κι επειδή έχουν εκδοθεί με ψευδώνυμο. Και όχι», πρόσθεσε η Τζασίντα πριν προλάβει να τη ρωτήσει,


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

140

«δεν είναι επειδή ντρέπομαι γι' αυτά. Δεν ήθελα να εκμεταλλευτώ το διάσημο όνομά μου. Ήθελα να γίνουν αποδεκτά για την αξία τους». «Πολύ άξια. Και έγιναν αποδεκτά;» «Οι πωλήσεις πηγαίνουν πολύ καλά», απάντησε ήρεμα η Τζασίντα. «Κι έχουν πάρει επίσης εξαιρετικές κριτικές». Όποτε βρισκόταν με τον Μάρκο, προσπαθούσε να αντισταθεί στην επιθυμία να του εξομολογηθεί τα πάντα, αν και ήξερε ότι δεν τον ενδιέφερε και πολύ το πραγματικό πρόσωπο πίσω από το λαμπερό κορμί. Σίγουρα την ήθελε, απολάμβανε την παρέα της. Και στην Ιλίρια είχε συνειδητοποιήσει ότι η πρώτη του προτεραιότητα θα ήταν πάντα η χώρα του. Ενώ εκείνη ένιωθε μαγεμένη και γοητευμένη μαζί του. Η σεξουαλική έλξη υπήρχε πάντα ανάμεσά τους, απαγορευμένη, καυτή και επικίνδυνη, αλλά κάθε μέρα που περνούσε μαζί του ένιωθε την αγάπη της να γίνεται όλο και πιο βαθιά. Μια αγάπη που δε θα είχε ποτέ ανταπόδοση. Και δεν είχε κανέναν τρόπο να προστατεύσει τον εαυτό της. Και με το γάμο, θα του παραδινόταν ολοκληρωτικά. Ένιωθε παράξενα συγκινημένη, διχασμένη ανάμεσα στην ευτυχία επειδή τον αγαπούσε και στον πόνο επειδή δεν μπορούσε να υπάρξει ευτυχισμένο τέλος, έστω κι αν χόρταιναν το πάθος τους. Ο Μάρκο την τράβηξε πιο κοντά του, κόβοντάς της την ανάσα της. Όμως κλεισμένη στην αγκαλιά του, με τα βήματά τους συγχρονισμένα, ένιωσε ξανά απερίγραπτη ασφάλεια. «Είσαι εντάξει;» τη ρώτησε και περιέργως οι συνηθισμένες λέξεις ακούστηκαν ερωτικές. «Μια χαρά ευχαριστώ». Η φωνή της ήταν απόμακρη, σχεδόν απρόσωπη, αλλά κανείς και τίποτα, σκέφτηκε ονειροπόλα, δε θα μπορούσε ποτέ να της πάρει αυτές τις πολύτιμες στιγμές. Ο Μάρκο δε χαλάρωσε τη λαβή του κι έμειναν σιωπηλοί μέχρι που το κομμάτι τελείωσε. Ύστερα τη συνόδευσε πίσω στο τραπέζι τους, σταματώντας καθ' οδόν για να δεχτούν


141

ROBYN DONALD

συγχαρητήρια. Η Τζασίντα ένιωθε εξαντλημένη από την κούραση. Παρ’ όλα αυτά, ίσιωσε τους ώμους της κι ανάγκασε τον εαυτό της να συγκεντρωθεί. Φόρεσε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της και χόρεψε με κάθε αρσενικό στο τραπέζι των επίσημων προσκεκλημένων, προσποιούμενη ότι περνούσε καλά. Τελικά κάποια στιγμή η βραδιά τελείωσε. Όταν έφτασαν σπίτι του, η απαγορευμένη επιθυμία της μετατράπηκε σε προσμονή, γλιστρώντας μέσα της σαν υγρή φωτιά, καθώς τα κοσμήματα έμπαιναν στη θέση τους και ο φρουρός έφευγε. «Ήταν μια υπέροχη βραδιά και είμαι σίγουρη ότι το άρωμα θα κάνει τρελές πωλήσεις. Το όνομα είναι εμπνευσμένο», είπε τυπικά. «Ευχαριστώ», απάντησε ο Μάρκο αφηρημένα. Το πρόσωπό του ήταν τραβηγμένο και φαινόταν εξαντλημένος, λες και το ξενύχτι είχε ρουφήξει τη ζωτικότητά του. Όχι, σκέφτηκε η Τζασίντα ζαλισμένη, δεν ήταν κουρασμένος. Ήταν απόλυτα συγκεντρωμένος σ’ εκείνη και η πρόθεσή του ήταν ξαφνικά ξεκάθαρη. Μια έξαψη φούντωσε μέσα της, κάνοντας τη να μυρμηγκιάσει. Ένιωθε το στόμα της τρυφερό και πρησμένο, σαν να την είχε φιλήσει ήδη και το κορμί της... και το κορμί της τόσο ερεθισμένο, που έπιασε τον εαυτό της να γέρνει προς το μέρος του για να του παραδοθεί.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

142

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

«Μάρκο δεν είναι καθόλου καλή ιδέα», άκουσε τον εαυτό της να λέει. «Το ξέρω, αλλά αυτή τη στιγμή φαίνεται να είναι η μόνη ιδέα που μπορεί να σκεφτεί το μυαλό μου». Η φωνή του ήταν τροχιά και κάθε λέξη μια δήλωση ανάγκης τόσο έντονη, που της προκαλούσε ρίγος. Όταν έκανε το λάθος να τον κοιτάξει, παραλίγο να ουρλιάζει, βλέποντας το πρόσωπό του μια μάσκα πάθους. Η λογική της έκανε φτερά όπως και οι επιφυλάξεις της. Κι όμως εκείνος δεν την άγγιξε. Με μάτια που γυάλιζαν την κοίταξε επίμονα. «Με κάνεις να τρελαίνομαι!» είπε σιγανά. «Όταν χόρευες ήθελα να χτυπήσω όποιον άντρα σε κοιτούσε!» «Αυτή η τρέλα είναι απολύτως αμοιβαία», παραδέχτηκε κι η Τζασίντα με απόλυτη ειλικρίνεια. Και τότε, καθώς η ένταση ξέφευγε πια από κάθε έλεγχο, την άρπαξε και την κράτησε κοντά του λες και γι’ αυτές τις ατελείωτες στιγμές και μόνο η αίσθησή της του ήταν αρκετή. Τα χέρια του χαλάρωσαν λίγο, αλλά πριν προλάβει εκείνη να διαμαρτυρηθεί, έσκυψε το κεφάλι του και φίλησε το ευαίσθητο σημείο στη βάση του λαιμού της και μετά το δάγκωσε τρυφερά, προκαλώντας της ερωτικά ρίγη. Ο Μάρκο αμέσως σταμάτησε. «Σε πόνεσα;» τη ρώτησε. «Όχι». Εκείνος την ξαναφίλησε τρυφερά. Η Τζασίντα προσπάθησε να


143

ROBYN DONALD

συγκρατηθεί για να μην του βγάλει τη γραβάτα και του ξεκουμπώσει το πουκάμισο. Αυτό, συνειδητοποίησε, ήταν που περίμενε όλο το βράδυ, που περίμενε από τότε που είχαν κάνει έρωτα πρώτη φορά. Ο σιωπηλός αναστεναγμός της έγινε βογκητό όταν ο Μάρκο κατέβασε το φερμουάρ της τουαλέτας της, χαλαρώνοντας το στράπλες μπούστο, έτσι που έπεσε απαλά στη μέση της. Η Τζασίντα είδε το βλέμμα του να σκοτεινιάζει όταν αντίκρισε τα στητά στήθη της με τις ορθωμένες τριανταφυλλένιες θηλές. Ο Μάρκο έκλεισε τα μάτια του και τα άνοιξε ξανά μόνο όταν ένιωσε ότι είχε καταφέρει να τιθασεύσει τα ένστικτά του. «Έλα μαζί μου», είπε με φωνή τροχιά. «Ναι». Οπουδήποτε σκέφτηκε η Τζασίντα. Δεν την άγγιξε καθώς πήγαιναν στην κρεβατοκάμαρά της. Όταν μπήκαν, στάθηκε για μια στιγμή και την κοίταξε. Τα μάτια του γυάλιζαν και στα βάθη τους χόρευε μια μπλε φλόγα. «Μια ευωδιαστή, μεταξωτή αγκαλιά», της είπε και τα λόγια του ήταν σαν χάδι. Και τότε τη φίλησε, σπρώχνοντας την τουαλέτα έτσι που έπεσε γύρω από τα πόδια της με ένα απαλό θρόισμα. Η Τζασίντα, μένοντας εκτεθειμένη με το σατέν εσώρουχό της και τις αραχνοΰφαντες κάλτσες της, έγινε κατακόκκινη. Της άπλωσε το χέρι του και τη βοήθησε να περάσει πάνω από το φόρεμα. «Αναρωτιέμαι τι κάνει τόσο ερωτικές τις ζαρτιέρες». Η φωνή του ήταν βραχνή καθώς κοιτούσε το λεπτό, λυγερό κορμί της και τα ψηλοτάκουνα χρυσά πέδιλά της. «Εσύ να μου πεις». Η φωνή της ήταν αργή και νωχελική. Εκείνος χαμογέλασε και μισόκλεισε τα μάτια του. «Ένας Θεός ξέρει. Ίσως το ίδιο πράγμα που κάνει ερωτικά τα κόκκινα σαν τροπικό ηλιοβασίλεμα μαλλιά και το φιλντισένιο δέρμα και τα μάτια που είναι σαν στήλη καπνού σε γαλάζιο ουρανό...» Την τράβηξε κοντά του. Όταν εκείνη αντιστάθηκε, ο Μάρκο σταμάτησε και την κοίταξε βλοσυρά. «Τι τρέχει;» «Είσαι ακόμη ντυμένος», είπε Τζασίντα. Γελώντας, την άφησε και έβγαλε το σακάκι και το πουκάμισό


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

144

του, αφήνοντας τη γραβάτα του να πέσει στο πάτωμα. Μετά έσκυψε και έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες του κι ύστερα κατέβασε το παντελόνι του, βγάζοντας μαζί και το σλιπάκι. Και τότε στάθηκε μπροστά της σαν υπέροχο μπρούντζινο άγαλμα, ψηλός, δυνατός και απίστευτα ερεθισμένος. Σχεδόν, σκέφτηκε η Τζασίντα και ο λαιμός της σφίχτηκε από τη λαχτάρα, όσο ερεθισμένη ήταν κι εκείνη. Ο Μάρκο ένιωσε την ανάσα του να κόβεται καθώς την παρακολουθούσε να τον πλησιάζει με τα ψηλοτάκουνα πέδιλά της. Σταμάτησε μισό βήμα μακριά του και τον κοίταξε. Το φλογερό βλέμμα της ήταν θολό από τον πόθο. Άθελά του έσφιξε τις γροθιές του, όταν εκείνη έγειρε κι έβαλε την παλάμη της στην καρδιά του, με μεγάλη προσήλωση. «Όταν με αγγίζεις, χάνω το μυαλό μου», του ψιθύρισε κοιτάζοντας τα μακριά, κομψά της δάχτυλα πάνω στο δέρμα του, νιώθοντας το χτύπο της καρδιάς του κάτω από την παλάμη της. «Κι εσύ το ίδιο μου κάνεις. Κοίταξε». Άπλωσε το χέρι του. Έτρεμε από την προσπάθεια να διατηρήσει τον έλεγχο. «Θέλω να σ’ αρπάξω και να σε κάνω δική μου χωρίς καμία λεπτότητα, θέλω να χαθώ μέσα σου. Θεωρούσα πάντα τον εαυτό μου πολιτισμένο. Ξέρω ότι το πάθος δε σημαίνει τίποτα όταν ο άλλος δε σου δίνεται ελεύθερα, αλλά το μόνο που ξέρει το κορμί μου είναι ότι σε χρειάζεται, θέλει κάτι που μόνο εσύ μπορείς να μου δώσεις». Μολονότι τα λόγια του ήταν τετριμμένα, το πρόσωπό της Τζασίντα είχε γίνει κατακόκκινο. Του χαμογέλασε και σ’ αυτό το αργό, μαγευτικό χαμόγελο εκείνος είδε τη μεθυστική γνώση της δύναμης που είχαν όλες οι θεές οι οποίες είχαν ζήσει κάποτε στην αρχαία Μεσόγειο. Γυναίκες που ήξεραν να μαγεύουν, να προσφέρουν ευχαρίστηση και να προκαλούν πολέμους... η Καλυψώ, η Αφροδίτη, η Ωραία Ελένη... Εκείνη πήρε το χέρι του και το ακούμπησε πάνω στην καρδιά της. «Ναι», είπε απλά και χώθηκε στην αγκαλιά του σαν να


145

ROBYN DONALD

ανήκε εκεί. Όταν τη σήκωσε ξανά στα χέρια του, πέταξε τα παπούτσια της, αλλά δεν πρόλαβε να βγάλει και το τελευταίο κομμάτι σατέν που απέμενε. Μόλις ξάπλωσαν στο κρεβάτι, ο Μάρκο έσκυψε στα στήθη της. Το στόμα του έκλεισε ζεστό γύρω από τη μια θηλή και τη ρούφηξε μέχρι που έγινε κατακόκκινη. Οι αισθήσεις πλημμύρισαν την Τζασίντα. Τεντώθηκε προς το μέρος του, νιώθοντας μια απελπισμένη λαχτάρα όταν εκείνος πήρε στο στόμα του την άλλη θηλή της. Δε θα έπρεπε να επιτρέπει να συμβαίνουν όλα αυτά, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Ήταν υπέροχα και ένιωθε τέτοια ευχαρίστηση, που δεν είχε την ενέργεια να κάνει οτιδήποτε άλλο εκτός από το να είναι αρπαγμένη από πάνω του. Έδιωξε από το μυαλό της κάθε σκέψη και αφέθηκε να παρασυρθεί από το δυνατό κύμα του αμοιβαίου πάθους. Όμως ο Μάρκο δεν είχε χάσει την αυτοκυριαρχία του. Μια επαναστατική σπίθα άναψε μέσα της. Αυτή τη φορά θα μάθαινε πώς ήταν να χάνεις τον έλεγχο τόσο απόλυτα όσο εκείνη. Η Τζασίντα άφησε τα ένστικτά της να πάρουν τα ηνία. Χάιδεψε το γεροδεμένο κορμί του και τα ακροδάχτυλά της στάθηκαν σε κάθε καμπύλη, σε κάθε γραμμή, μέχρι που άκουσε την αναπνοή του να αλλάζει, να γίνεται εξίσου δύσκολη και ακανόνιστη με τη δική της. Εκείνος είπε κάτι μέσα από τα δόντια του. Κοίταξε το πρόσωπό του. Ήταν τραβηγμένο. Τον είδε που προσπαθούσε να αναχαιτίσει το πάθος του, να χρησιμοποιήσει τη δύναμη της θέλησής του, για να συγκρατήσει το αδάμαστο κτήνος που για μια στιγμή καθρεφτίστηκε στα μάτια του. «Λύκος», είπε δυνατά η Τζασίντα με φωνή ονειροπόλα. «Τώρα βλέπω γιατί είναι το ζώο του οίκου σου». «Ο Γκάμπριελ είναι ο λύκος». Η φωνή του ήταν βαριά κι ένας μυς παλλόταν στο πιγούνι του. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις από το πεπρωμένο...» Χαμογελώντας, η Τζασίντα τον έκλεισε στα χέρια της και τον χάιδεψε τόσο απαλά. Το δέρμα του ήταν καυτό κι απαλό και η


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

146

στύση του υπέροχη. Ο Μάρκο πάγωσε. Πήρε μια τρεμάμενη ανάσα και είπε με σφιγμένα δόντια: «Τζασίντα, όχι...» «Ξάπλωσε εσύ», ψιθύρισε η Τζασίντα. «Άφησέ με να σε κάνω εγώ δικό μου αυτή τη φορά». Εκείνος μισόκλεισε τα μάτια του μέχρι που έγιναν δυο σχισμές, κι ύστερα τα άνοιξε και την κοίταξε αναστατωμένος. «Αν είσαι προετοιμασμένη να δεχτείς τις συνέπειες», είπε τροχιά. «Θα τις απολαύσω». Έσκυψε κι άρχισε να τον φιλάει ξανά, ακολουθώντας τα πρωτόγονα ένστικτα που της έλεγαν πότε ήταν ερεθισμένος, πότε χαλάρωνε, πότε τον οδηγούσε στα όριά του... και όσο φούντωνε τη φωτιά μέσα του, έκανε το ίδιο και στη δική της. Στο τέλος ο Μάρκο έμεινε ακίνητος στο κρεβάτι και άρπαξε το σεντόνι. Χρειαζόταν τεράστια προσπάθεια για να μην ανταποκρίνεται σ’ εκείνη. Τα δόντια του ήταν τόσο σφιγμένα, που η Τζασίντα νόμιζε ότι τα σαγόνια του θα έσπαγαν. Μόνο τότε έβγαλε το εσώρουχό της και ήρθε από πάνω του. Αναστενάζοντας με λαχτάρα, απλώθηκε πάνω στο κορμί του και παρέδωσε τη δύναμη που της είχε δώσει. Εκείνος βόγκησε και με μια γρήγορη, εκρηκτική ώθηση ελευθέρωσε τον πόθο της και την οδήγησε στην έκσταση. Ύστερα ακολούθησε κι εκείνος, σφίγγοντας τη στην αγκαλιά του, με το γεροδεμένο κορμί του να τρέμει. Ενωμένοι μαζί, έφτασαν στην κορύφωση. Μετά από παρατεταμένη σιωπή, η Τζασίντα είπε εξαντλημένη: «Δεν το πίστευα ότι οι άνθρωποι μπορούν να πετάξουν». Το στήθος του ανεβοκατέβηκε και η Τζασίντα συνειδητοποίησε ότι εκείνος χαμογελούσε. «Ούτε κι εγώ», της είπε. «Κοιμήσου τώρα, καρδιά μου». Και πράγματι η Τζασίντα κοιμήθηκε βαθιά. Κάποια στιγμή τα ξημερώματα ξύπνησε. Ο Μάρκο βρισκόταν ακόμη δίπλα της. Η ανάσα του ήταν αργή και φυσιολογική και η θέρμη του κορμιού του έφτανε μέχρι το δικό της.


147

ROBYN DONALD

Η Τζασίντα λαχταρούσε να τον αγγίξει, αλλά δεν τολμούσε. Δεν είχε δικαίωμα. Παρ’ όλο που ήταν αρραβωνιασμένοι και είχε συμφωνήσει να τον παντρευτεί, δεν της είχε προσφέρει τίποτα πέρα από την απόλαυση του κορμιού του, δεν είχαν κάνει καμία συναισθηματική δέσμευση. Από όλους τους άντρες του κόσμου, σκέφτηκε μελαγχολικά, ήταν ανάγκη να ερωτευτεί τον πρίγκιπα Μάρκο Κονσιντίνι; Πώς θα κατάφερνε να διατηρήσει αλώβητο το πνεύμα της όταν λαχταρούσε τόσο να της ανταποδώσει κι εκείνος την αγάπη του; Έμεινε ξαπλωμένη για λίγο, ακούγοντας τους ήχους της νύχτας, ένα χαμηλό βουητό που δε σταματούσε ποτέ. Εκεί, σε μία από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου, ξαπλωμένη με τον άντρα που αγαπούσε, με την καριέρα της στο απόγειό της και με το μέλλον της οικονομικά εξασφαλισμένο, δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο μόνη, τόσο χαμένη και φοβισμένη. Στο τέλος, κοιτώντας στο σκοτάδι επίμονα, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε απλώς να το υποστεί. Μόρφασε από τον πόνο. Εξάλλου, δεν ήταν η πρώτη γυναίκα που θα αναγκαζόταν να αντιμετωπίσει κάτι τέτοιο. Θα υπήρχαν πολλές στο ένδοξα οικογενειακό δέντρο του Μάρκο που είχαν παντρευτεί για λόγους σκοπιμότητας. Αλλά και ο Μάρκο είχε λόγο να εύχεται τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Εκείνος θυσίαζε τον εαυτό του για το λαό του, ελπίζοντας ότι έτσι θα άλλαζε η νοοτροπία του. Για κείνη ήταν πιο προσωπικό. Ήθελε να φροντίσει για την ασφάλεια της Λέξι. Τουλάχιστον είχαν αυτή την υπέροχη σεξουαλική απόλαυση. Κάποια μέρα θα είχαν και παιδιά. Τον σεβόταν. Πίστευε ότι θα μάθαινε κι εκείνος να τη σέβεται. Με τον καιρό θα έχτιζαν γερά θεμέλια κι εκείνη θα έπαυε να λαχταράει τον ουρανό με τα άστρα... Δάκρυα έκλεισαν το λαιμό της. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε, ξαφνιάζοντας τη με την τροχιά, αγουροξυπνημένη φωνή του. «Τίποτα». Δεν ήθελε να δει εκείνος τα βουρκωμένα μάτια της. Γύρισε προς το μέρος του κι έχωσε το πρόσωπό της στο λαιμό


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

148

του. «Τίποτα», επανέλαβε, γιατί τίποτα δεν μπορούσε να τη βλάψει όταν βρισκόταν στην αγκαλιά του. Εκείνος τύλιξε τα χέρια του γύρω της κι άρχισε να τη φιλάει... αργά, τρυφερά, με μια παθιασμένη λαχτάρα εξίσου δυνατή με τη δική της. Αυτή τη φορά έκαναν έρωτα αργά και γλυκά κι όταν τελικά τελείωσαν και έμειναν ξαπλωμένοι μετά την εκστατική ολοκλήρωση, η Τζασίντα σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να της ήταν αρκετό. Κοιμήθηκαν λίγο ακόμη και ξύπνησαν όταν οι χλομές ακτίνες του φθινοπωρινού ήλιου μπήκαν από το παράθυρο. Η Τζασίντα σηκώθηκε νιώθοντας τους μυς της να την πονούν γλυκά. Έγινε κατακόκκινη και τράβηξε και το σεντόνι μαζί της. «Πρέπει να κάνω ένα ντους». Εκείνος ήταν εμφανώς πολύ πιο συνηθισμένος να ξυπνάει σ' ένα ξένο κρεβάτι απ’ ό,τι ήταν εκείνη να ξυπνάει με έναν άγνωστο άντρα στο δικό της. Απόλυτα χαλαρός, την περιεργάστηκε με μισόκλειστα μάτια και ήταν σίγουρη ότι το έβρισκε διασκεδαστικά. «Θα κάνω κι εγώ ντους στο δικό μου μπάνιο και θα έρθω να σε πάρω για το πρωινό. Πετάμε στις δέκα». Πίσω στο δωμάτιό του, ο Μάρκο έπιασε τον εαυτό του να χαμογελάει με την αξιολάτρευτη συστολή της. Ήταν παρθένα όταν είχαν κάνει πρώτη φορά έρωτα; Δε φαινόταν και τόσο πιθανό και δεν είχε ούτως ή άλλως σημασία, αλλά απεχθανόταν τη ζήλια που του προκαλούσε η σκέψη. Δεν είχε ζηλέψει ποτέ του. Ήταν μία ακόμη ένδειξη για τα συναισθήματά του απέναντι στην Τζασίντα και στις άλλες γυναίκες που είχαν μοιραστεί το κρεβάτι του και τη ζωή του για λίγο. Εκείνη ήταν απλώς... διαφορετική. Αν είχαν γνωριστεί χωρίς το παρελθόν να τους βαραίνει... Αμείλικτα έδιωξε τη σκέψη από το μυαλό του. Η μοίρα είχε μοιράσει τα χαρτιά τους και μ’ αυτά έπρεπε να παίξουν. Έκανε ντους και ντύθηκε, αποφασίζοντας ότι χρειαζόταν μερικές μέρες μακριά της για να καθαρίσει το μυαλό του. Κάτι


149

ROBYN DONALD

είχε αλλάξει στη σχέση τους και δεν μπορούσε να καταλάβει τι. Την αγαπούσε; Έκανε έναν μορφασμό. Ήταν πάντοτε αποφασισμένος να αγαπήσει σε λογικά πλαίσια. Ο γάμος των γονιών του ήταν δυστυχισμένος, γι’ αυτό εκείνος θα ήταν προσεκτικός. Δε θα έψαχνε απλώς ένα όμορφο πρόσωπο κι ένα σαγηνευτικό κορμί, στην όποια πιθανή νύφη. Αλλά, διάολε, τίποτα στη σχέση του με την Τζασίντα δεν ήταν λογικό. Είχε συγκρουστεί με τη ζωή του σαν ένα είδος θεϊκής τρέλας, εκπλήσσοντας και παραλύοντάς τον με την απόλυτη απώλεια ελέγχου όποτε την κοιτούσε ή την άγγιζε. Αφήνοντας το δωμάτιο, σκέφτηκε θλιμμένα ότι δεν ήταν ανάγκη να την αγγίξει ή να τη δει... μόνο η σκέψη της διέλυε τη λογική και την εξυπνάδα του, σύμφωνα με τις οποίες είχε ζήσει όλη του τη ζωή. Εκείνη είχε κάνει τον κόσμο του άνω κάτω και παρ’ ότι την ήθελε τόσο που δεν το άντεχε, εξακολουθούσε να ξέρει πάρα πολύ λίγα για την πραγματική Τζασίντα Σινκλέρ, εκτός από το γεγονός ότι ήταν γεμάτη χάρη και γενναιόδωρη, τόσο στο κρεβάτι όσο και στη ζωή της και δεν είχε πει την αλήθεια για την πραγματική της ταυτότητα. Επειδή φοβόταν πραγματικά για την αδερφή της. Και είχε κάθε λόγο να φοβάται, σκέφτηκε ζοφερά. Η Λέξι, που το πραγματικό της όνομα ήταν Αλεξία Κονσιντίνι, βρισκόταν πράγματι σε κίνδυνο. Μία ακόμη επιπλοκή στο τεράστιο χρέος να βοηθήσουν να αναμορφωθεί η χώρα των προγόνων του σε μια δημοκρατία του εικοστού πρώτου αιώνα. *** Κατσουφιασμένη, η Τζασίντα είπε: «Πιστεύω ότι πρέπει να έρθω μαζί σου. Αδερφή μου είναι». «Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορείς να έρθεις», απάντησε ο Μάρκο, χάνοντας την υπομονή του. «Είσαι διάσημη και όσο λιγότερος σάλος γίνει, τόσο το καλύτερο». Την κοίταξε χαμογελώντας. «Εξάλλου θέλω να είσαι προστατευμένη εδώ


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

150

στο Λημέρι του Λύκου, όσο εγώ θα λείπω για να φέρω τη Λέξι». Αναγκασμένη να συμφωνήσει, η Τζασίντα δάγκωσε τα χείλη της. Εκμεταλλευόμενος το πλεονέκτημά του, ο Μάρκο συνέχισε: «Μην ανησυχείς. Θα ταξιδέψουμε με ιδιωτικό τζετ και με λίγη τύχη θα γυρίσουμε πριν καν καταλάβει κανείς ότι έφυγα. Έχω προσλάβει σωματοφύλακα για να σε συνοδεύει εκτός κάστρου, αλλά θα ήμουν ευγνώμων αν έμενες εδώ». Η Τζασίντα του έριξε μια θυμωμένη ματιά, αλλά έγνεψε καταφατικά. «Ελπίζω να μην περάσουμε την υπόλοιπη ζωή μας κλεισμένοι εδώ μέσα». « Το ξέρεις ότι δε θα γίνει κάτι τέτοιο», είπε ο Μάρκο χαμογελώντας τώρα που είχε περάσει το δικό του. Της άπλωσε το χέρι του κι εκείνη το πήρε απρόθυμα και τον άφησε να την τραβήξει στην αγκαλιά του. Δεν τη φίλησε. Απλώς ακούμπησε το μάγουλό του στην κορυφή του κεφαλιού της. «Ελπίζω να σου λείψω», είπε με βαθιά φωνή που την έκανε να ανατριχιάσει. «Το ξέρεις ότι θα μου λείψεις». Ναι, αλλά εκείνη θα του έλειπε; Η Τζασίντα δεν είχε ιδέα τι ένιωθε για κείνη... αν αυτή ήταν η τακτική του με τις ερωμένες του ή αν ένιωθε κάτι διαφορετικό για κείνη. Τον αγαπούσε τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να πνίξει την ελπίδα της ότι μπορεί να ίσχυε το δεύτερο. Της είχε υποσχεθεί ότι η Λέξι θα ήταν πιο ασφαλής αν την αποδέχονταν οι Κονσιντίνι και τον είχε πιστέψει, αλλά ξαφνικά ένα άσχημο προαίσθημα την έκανε να ανατριχιάσει. Τον αγκάλιασε σφιχτά. «Να προσέχεις», του είπε χαμηλόφωνα κι επιτέλους εκείνος τη φίλησε. Ήταν φανερό το πόσο απρόθυμα έφυγε από κοντά της κι αυτό ήταν που τη βοήθησε να μην τρελαθεί τις επόμενες μέρες στο κάστρο. Όλοι έλειπαν κι αναρωτιόταν αν αυτή ήταν τελικά η μοίρα της... εγκαταλειμμένη και μόνη σ’ ένα άγνωστο μέρος. «Είσαι αξιολύπητη!» Αηδιασμένη με τον εαυτό της, αποφάσισε


151

ROBYN DONALD

να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε για τη χώρα και την οικογένεια που την κυβερνούσε τόσο πολύ καιρό. Η οικονόμος, η Μαρία, το κατάλαβε και στήριξε με ενθουσιασμό την απόφασή της. Πήρε την Τζασίντα υπό την προστασία της, της έδειξε τα διαμερίσματα του κάστρου, τα περισσότερα ακόμη φρικτά διακοσμημένα από το δικτάτορα. «Θα ανακαινιστούν σύντομα. Η λαίδη Σάρα έχει μεγάλα σχέδια γι’ αυτά», της είπε η ηλικιωμένη γυναίκα με ικανοποίηση την ημέρα που περίμεναν τον Μάρκο και τη Λέξι. «Έχεις δυο ώρες μέχρι να φτάσουν ο πρίγκιπας Μάρκο και η αδερφή σου. Γιατί λοιπόν δεν πας να κολυμπήσεις λίγο; Θα σε βοηθήσει να περάσεις την ώρα σου». Όντως θα βοηθούσε. «Καλή ιδέα», είπε η Τζασίντα. Η πισίνα βρισκόταν εκεί που ήταν κάποτε ο χώρος για τις κονταρομαχίες. Ένας μοναχικός μικρός πύργος δέσποζε από πάνω. « Ο πρίγκιπας Γκάμπριελ σχεδιάζει ν α τον μετατρέψει σε εξοχικό», της είχε πει η Μαρία, «αλλά τώρα είναι άδειος». Η Τζασίντα κολύμπησε μέχρι που εξαντλήθηκε. Μετά σκουπίστηκε και κοίταξε το κάστρο. Ο Μάρκο της είχε πει ότι δεν το είχε κατακτήσει ποτέ κανείς και μπορούσε να καταλάβει το γιατί. Οι ψηλοί πέτρινοι τοίχοι του δέσποζαν στην κοιλάδα. Η Λέξι θα ήταν ασφαλής εδώ... αλλά δεν μπορούσε να μείνει εκεί για όλη της τη ζωή! Ανατρίχιασε. Ήταν ανόητο να νιώθει ότι κάποιος την παρακολουθούσε. Πιθανόν κάποιος να την παρακολουθούσε όντως. Κάποια καμαριέρα από τα παράθυρα ή ακόμη και η Μαρία. Αλλά τελικά το τρομακτικό αυτό συναίσθημα την έκανε να σηκωθεί όρθια. Πήρε τις πετσέτες της και πήγε προς τον μικρό πύργο που ήταν κάποτε περιστερώνας. Στην αρχή, είχε γοητευτεί από την ιδέα ότι οι πολεμοχαρείς πρόγονοι του Μάρκο απολάμβαναν τέτοια σύμβολα ειρήνης, μέχρι που η Μαρία της εξήγησε ότι το χειμώνα έτρωγαν το κρέας των περιστεριών.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

152

Έσκυψε να μυρίσει ένα τριαντάφυλλο και κάποιος έχωσε κάτι στην πλάτη της. Μια αντρική φωνή είπε βραχνά στα ιλιριανά: «Αν φωνάξεις, θα σε σκοτώσω. Πήγαινε προς την πόρτα του πύργου». Η Τζασίντα πάγωσε από το σοκ, μέχρι που ο άγνωστος την έσπρωξε προς την πόρτα. Της πήρε λίγο να καταλαγιάσει τον πανικό της ώστε να μπορέσει να πει: «Ποιος είσαι; Τι θέλεις από μένα;» Η φωνή της έτρεμε, αλλά τα λόγια της ήταν πολύ καθαρά. «Μπες μέσα», μουρμούρισε ο άντρας με την κάννη του πιστολιού του στη σπονδυλική της στήλη. Επιστρατεύοντας το θάρρος της, η Τζασίντα σταμάτησε. «Δεν μπαίνω εκεί μέσα. Είναι σκοτεινά». «Και φοβάσαι το σκοτάδι, κοκκινομάλλα μάγισσα;» της είπε εκείνος ειρωνικά, σπρώχνοντας την. «Ωραία». Το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς και ήξερε ότι αν έμπαινε μέσα δεν είχε και πολλές ελπίδες. Αν φώναζε... αλλά όχι, ακόμη και η πιο διαπεραστική κραυγή θα πνιγόταν από τη συμπαγή πέτρα. Περπατώντας όσο πιο αργά τολμούσε, είπε: «Θέλω να ξέρω πού με πας». «Στην κόλαση», απάντησε εκείνος μετά από στιγμιαία παύση. «Να συναντήσεις την προδότριά μητέρα σου και τον άντρα που σκότωσε τον πατέρα σου και τον δικό μου». «Τότε μπορείς να με πυροβολήσεις εδώ έξω, στο φως». Ήταν πολύ αργά για να ευχηθεί να είχε μάθει κάποιου είδους αυτοάμυνα, αλλά δεν είχε σκοπό να πάει πειθήνια προς τον ίδιο της το θάνατο. Η αδρεναλίνη ξεχύθηκε στο αίμα της και γυρίζοντας απότομα, χτύπησε τον άγνωστο με τις γροθιές της. Το πιστόλι του έφυγε και η Τζασίντα πήγε να το πιάσει, αλλά εκείνος της έριξε μια γροθιά, ακριβώς κάτω από την καρδιά. Με ένα βογκητό, σωριάστηκε κάτω. Προσπάθησε να πάρει ανάσα, ενώ το μυαλό της παρέλυσε τελείως. «Προχώρα, πόρνη», τη διέταξε, υψώνοντας τη φωνή του.


153

ROBYN DONALD

«Προχώρα!» Ήταν αδύνατον να υπακούσει. Διπλωμένη στα δύο και παραζαλισμένη, με το ζόρι τον άκουγε. Αμυδρά, τον κατάλαβε να της δένει τα χέρια στην πλάτη και έπειτα τους αστραγάλους και μετά να τη σηκώνει και να τη ρίχνει πάνω από τον ώμο του. Προσπάθησε να τον κλοτσήσει, όμως είχε παραλύσει από το χτύπημα. Δεν μπορούσε να βάλει καθόλου δύναμη στα πόδια της. Άρχισαν να κατεβαίνουν αμυδρά φωτισμένα σκαλιά. Η Τζασίντα έμεινε ακίνητη, θέλοντας να ανακτήσει την αναπνοή της και την εξυπνάδα της. Το δευτερόλεπτο πριν τη χτυπήσει είχε δει το πρόσωπό του. Δεν έμοιαζε με δολοφόνο, σκέφτηκε ζαλισμένη. Αλλά από την άλλη, αν οι δολοφόνοι φαίνονταν, τότε οι άνθρωποι θα ήξεραν να μην τους εμπιστεύονται. Την έπιασε υστερία. Έσφιξε τα δόντια και την καταπολέμησε. Ήταν λίγο πιο ψηλός από κείνη, μελαχρινός και όμορφος, αλλά κάπως καταβεβλημένος. Το πρόσωπό του ήταν μελαψό και ψημένο από τον ήλιο και είχε μια ουλή από τον αριστερό κρόταφο μέχρι το πιγούνι του, αλλά εκείνη υποψιαζόταν ότι δεν ήταν πάνω από δέκα χρόνια μεγαλύτερος της. Μ’ αυτή τη μοναδική ματιά της όμως, είχε καταλάβει ότι ήταν αποφασισμένος να τη σκοτώσει. Και μόλις το έκανε, μετά θα παραμόνευε να έρθει η Λέξι. Τρομοκρατημένη, έπνιξε έναν λυγμό. Όχι, ο Μάρκο θα φρόντιζε η αδερφή της να είναι ασφαλής. Είχε διαβάσει κάπου ότι ο καλύτερος τρόπος για να υπερασπιστείς τον εαυτό σου ήταν να κάνεις τον απαγωγέα να συνειδητοποιήσει ότι είσαι κι εσύ άνθρωπος. Αφού η αναπνοή της και η καρδιά επανήλθαν στο φυσιολογικό τους ρυθμό, είπε χαμηλόφωνα: «Στο ηλιακό πλέγμα με χτύπησες;» Εκείνος έτριξε τα δόντια του. «Δε μου έχει ξανασυμβεί. Νόμιζα ότι θα πεθάνω». «Πλήττει κάποια πολύ σημαντικά νεύρα. Δε θα σου αφήσει μόνιμη ζημιά», είπε εκείνος τροχιά.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

154

Η Τζασίντα αναγκάστηκε να πνίξει ένα νευρικό γέλιο. Φυσικά και δε θα της άφηνε ζημιά... σε μερικά λεπτά θα ήταν νεκρή. Ακολούθησε σιωπή. «Είσαι γιατρός;» τον ρώτησε τελικά. Εκείνος σφίχτηκε και μετά την κατέβασε σ’ ένα παγωμένο, πέτρινο πάτωμα. Η ξαφνική κίνηση την ξάφνιασε τόσο, που ξεφώνισε. «Όχι», της απάντησε οργισμένος. Φώτισε με το φακό του τους τοίχους και το πάτωμα. «Είναι μπουντρούμι», της εξήγησε τροχιά. «Εδώ πέθανε ο πατέρας σου. Ίσως το φάντασμά του να σ’ επισκεφθεί όσο θα περιμένεις το θάνατο». «Τι εννοείς... όσο θα περιμένω;» Από τον πανικό η φωνή της ακούστηκε ξεψυχισμένη. «Νόμιζα ότι θα με πυροβολούσες». «Είμαι ήδη πολλή ώρα εδώ», είπε εκείνος και κάνοντας μεταβολή, βγήκε έξω, έκλεισε την πόρτα και την άφησε στο απόλυτο σκοτάδι. Η Τζασίντα φώναξε, αλλά παρ’ ότι άκουσε τα βήματά του να διστάζουν στα πέτρινα σκαλιά, εκείνος δε γύρισε πίσω. Στην αρχή, νόμιζε ότι θα τρελαθεί, αλλά αντιστάθηκε στον πανικό με κάθε τρόπο. «Πρώτα», είπε με τρεμάμενη φωνή μες στο πυκνό σκοτάδι, «πρέπει να φέρω τα χέρια μου μπροστά. Δεν κλείδωσε την πόρτα, οπότε αν το κάνω αυτό μπορεί να καταφέρω να λύσω τους αστραγάλους μου και μετά να βγω από εδώ μέσα». Ευχαριστώντας το γυμναστήριο και την ευλυγισία της, κατάφερε να περάσει τα πόδια της μέσα από τα χέρια της, παρ’ όλο που τα σκοινιά την έκοβαν. Τελικά, μετά από δάκρυα και μεγάλη επιμονή, τα κατάφερε. Άρχισε να καταπιάνεται με τους κόμπους γύρω από τους αστραγάλους της. Αν είχε λίγο φως... «Δεν έχεις, γι’ αυτό συνέχισε τώρα έτσι», είπε αυστηρά στον εαυτό της. Αλλά, παρ’ όλο που ο απαγωγέας τούς είχε δέσει γρήγορα, οι κόμποι ήταν πολύ σφιχτοί. Τελικά, αφού της φάνηκε ότι πάλευε για ώρες, έγειρε το κεφάλι της στα γόνατά της και θρήνησε απογοητευμένη μέχρι που τα δάκρυά της στέρεψαν.


155

ROBYN DONALD

Ένας αμυδρός ήχος την έκανε να σηκώσει το κεφάλι της. Αρουραίοι, σκέφτηκε με φρίκη. Ή μήπως νυχτερίδες; Ανοίγοντας τα μάτια της όσο πιο πολύ μπορούσε, κοίταξε προσεκτικά το σκοτάδι και δάγκωσε τα χείλη της για να μη φωνάξει. Ανατρίχιασε ολόκληρη. Κράτησε την ανάσα της και κατέβαλε έντονη προσπάθεια να ακούσει. Τελικά χαλάρωσε κι άρχισε ξανά να παλεύει με τους κόμπους. Έπρεπε να φύγει από κει μέσα. Είχε άραγε στ’ αλήθεια πεθάνει εκεί μέσα ο πατέρας της ή εκείνος της το είχε πει για να την κάνει να φοβηθεί ακόμη πιο πολύ; Η μητέρα της της είχε πει ότι είχε πεθάνει σε μια ενέδρα. Άραγε είχε πει ψέματα ο Πάολο Κονσιντίνι στη γυναίκα που παντρεύτηκε; Το πιθανότερο, σκέφτηκε αποκαμωμένη, τραβώντας μάταια τον πρώτο κόμπο. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι φαινόταν κάπως πιο χαλαρός και αμέσως η ελπίδα της ζωντάνεψε. Αργά, απαλά, κατάφερε να λύσει την άκρη του σκοινιού. «Ευχαριστώ, μπαμπά», είπε ψιθυριστά στα ιλιριανά. Ο επόμενος κόμπος ήταν πιο δύσκολος. Τα δάχτυλά της είχαν κουραστεί και είχε αρχίσει να κρυώνει, αλλά ανάγκασε τον εαυτό της να συνεχίσει να δουλεύει μέχρι που τελικά κι εκείνος λύθηκε και μπόρεσε να κουνήσει τα πόδια της. Της πήρε αρκετή ώρα μέχρι να καταφέρει να σηκωθεί όρθια. Οι μύες της ήταν σφιγμένοι από το κρύο και το σοκ κι έτσι στην αρχή κάθισε για λίγο γονατιστή πριν τολμήσει να σηκωθεί τελείως. Συνειδητοποίησε ότι πεινούσε, διψούσε και ήθελε απελπισμένα να πάει τουαλέτα. Αγνοώντας τα πάντα, προχώρησε παραπατώντας με τα χέρια της τεντωμένα μπροστά της. Ο τοίχος ήταν παγωμένος και σκληρός και κλαψούρισε όταν ξαφνικά έπεσε σε μια γωνία και χτύπησε το κεφάλι της. Έπρεπε, όμως, να βρει την πόρτα. Αλλά όταν το χέρι της που ψαχούλευε ακούμπησε στη βαριά πόρτα, δεν μπόρεσε να βρει πουθενά χερούλι. Απελπισμένη την έσπρωξε με όλη της τη δύναμη, αλλά εκείνη αρνούνταν να


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

156

υποχωρήσει. Στο τέλος, αναγκάστηκε να αποδεχτεί ότι δεν υπήρχε διέξοδος. Η Τζασίντα σωριάστηκε στο δάπεδο. Καυτά δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά της και ήταν εντελώς εξαντλημένη. Και περιέργως, παρά τη δυσάρεστη κατάστασή της, αποκοιμήθηκε ξυπνώντας από... τι; Μια φωνή... μια φωνή που ήταν σίγουρη ότι δε θα άκουγε ποτέ ξανά. Ο Μάρκο φώναζε: «Τζασίντα. Τζασίντα, με ακούς;» Η Τζασίντα ξεροκατάπιε. «Εδώ...» είπε πνιχτά. «Εδώ...» Τα επόμενα λεπτά ήταν μια δίνη συναισθημάτων. Έκλαιγε με λυγμούς όταν εκείνος τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την κράτησε σφιχτά πάνω στην καρδιά του. «Αγαπημένη μου», είπε με αγωνία. «Καρδούλα μου, είσαι καλά;» Και τότε ο Μάρκο πάγωσε. Με φωνή που μόλις ακουγόταν, της ψιθύρισε στο αυτί: «Ήσυχα. Και ό,τι κι αν γίνει, μην κουνηθείς». Η Τζασίντα παρέλυσε από τον πανικό. Δε θα το άντεχε αν εκείνος πέθαινε εκεί μαζί της... Ο Μάρκο αθόρυβα τη χαμήλωσε στο πάτωμα και στάθηκε ανάμεσα σ’ εκείνη και το αχνό φως που ερχόταν προς το μέρος τους. Ο νεοφερμένος στάθηκε στην πόρτα του κελιού. «Δε θέλω εσάς, υψηλότατε». Ήταν μια φωνή που η Τζασίντα αναγνώρισε πολύ καλά. «Μόνο την κοκκινομάλλα μάγισσα που σας έχει γραπώσει στα νύχια της». Ο Μάρκο είπε ήρεμα: «Θα πρέπει να σκοτώσεις εμένα για να φτάσεις σ' εκείνη». Η ψυχραιμία του εξέπληξε και τρόμαξε την Τζασίντα. Δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει και το μυαλό της ήταν μουδιασμένο. Πάλευε να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε. Ο άντρας είπε σκληρά: «Δε θέλω να σας βλάψω, αλλά αν πρέπει θα το κάνω. Πρέπει να σκοτώσω τη γυναίκα. Η μητέρα της πρόδωσε τον αδερφό του πατέρα μου και τον έστειλε στο θάνατο, για να μπορέσει να παντρευτεί τον Πάολο Κονσιντίνι». Με τον ίδιο ήρεμο τόνο, ο Μάρκο ρώτησε: «Και σκοπεύεις δηλαδή να σκοτώσεις την ξαδέρφη σου;»


157

ROBYN DONALD

«Πρέπει να ξεπληρώσει με το αίμα της. Ο πατέρας της πέθανε σ’ αυτό το κελί. Η μητέρα της παντρεύτηκε το τέρας που σκότωσε τον παππού και τη γιαγιά σας, που είθε η ψυχή του να σαπίζει για πάντα στην κόλαση. Και μάλλον σας βλέπουν από τον ουρανό και σας καταριούνται που την κάνετε πόρνη σας». «Ακόμη κι αν είναι έτσι όπως τα λες, αυτή σε τι σ’ έχει βλάψει;» Σιωπή. Η Τζασίντα κράτησε την ανάσα της μέχρι που ο άντρας, ο ξάδερφός της, είπε άγρια: «Θα έπρεπε να ξέρεις πώς στη χώρα μας το αίμα ξεπλένεται μόνο με αίμα. Ορκίστηκα στον πατέρα μου στο νεκροκρέβατό του ότι θα ξεπλήρωνα το αίμα του αδερφού του με το δικό της αν ήταν ζωντανή». «Γιατί λοιπόν δεν τη σκότωσες αντί να τη φέρεις εδώ;» Ο Μάρκο ακουγόταν απλώς περίεργος. Ο άντρας δίστασε πριν παραδεχτεί βαρύθυμα: «Πήγα να την πυροβολήσω, αλλά... δεν μπορούσα. Είμαι ανάξιος της εμπιστοσύνης του πατέρα μου. Αλλά του το είχα υποσχεθεί γι' αυτό την άφησα στο κελί που πέθανε ο θείος μου». «Και γιατί γύρισες;» Ο άντρας περίμενε πιο πολύ αυτή τη φορά πριν μιλήσει. Θυμωμένος είπε: «Για να τη σκοτώσω. Δεν μπορούσα... δεν μπορούσα να την αφήσω να πεθάνει μόνη της στο σκοτάδι. Δε θα το έκανα αυτό ούτε σ’ ένα σκυλί, σ’ έναν αρουραίο, να την αφήσω έτσι κλεισμένη χωρίς φαγητό, νερό και φως». Έκανε μια παύση. «Έτσι αποφάσισα να της χαρίσω έναν γρήγορο θάνατο». «Πιστεύω ότι δε σκόπευες να τη σκοτώσεις», είπε ο Μάρκο ψύχραιμα. «Ξέρω ποιος είσαι κι έχω ακούσει ότι είσαι θεραπευτής. Οι θεραπευτές δεν είναι δολοφόνοι. Θα την άφηνες να φύγει». Εμφανώς ταραγμένος, ο άντρας ούρλιαζε: «Το υποσχέθηκα στον πατέρα μου... γονατιστός του υποσχέθηκα! Τους είχε χάσει όλους εκτός από μένα και όλα οφείλονταν σ’ αυτή τη γυναίκα... τη μητέρα της». Η Τζασίντα σφίχτηκε κι άρπαξε το πουκάμισο του Μάρκο. Ο


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

158

Μάρκο είχε τη φήμη ότι διέθετε έμφυτο ταλέντο στις διαπραγματεύσεις, αλλά πώς μπορούσε να κρατάει τη φωνή του τόσο σταθερή, όταν ήταν προφανές ότι ο απαγωγέας είχε αρχίσει να ταράζεται; Και οι ταραγμένοι άνθρωποι κάνουν λάθη... όπως ας πούμε να πυροβολήσουν λάθος άτομο. Η σκέψη να πεθάνει ο Μάρκο και να δει αυτή την υπερηφάνεια και τη ζωντάνια να σωριάζονται κάτω, επειδή κάποιος ήθελε να διορθώσει μια παλιά τραγωδία, γέμισε την Τζασίντα με τρόμο. Προτιμούσε να πεθάνει η ίδια. Έτσι πετάχτηκε από πίσω του. Εκείνος της φώναξε, ένα ουρλιαχτό απελπισίας και οργής, και αρπάζοντάς την, την τράβηξε πάλι πίσω του έτσι ώστε να την προστατεύει με το κορμί του. Μέσα στην ξαφνική σιωπή μία άλλη φωνή επενέβη. Η Μαρία, η οικονόμος, είπε: «Έχει δίκιο, Πιέρο, και το ξέρεις. Γύρισες για να την αφήσεις να φύγει». «Και πολύ καλά έκανες», είπε ο Μάρκο. «Γιατί ο πατέρας σου έκανε λάθος που νόμιζε ότι η μητέρα της πρόδωσε τους παρτιζάνους». «Δε σε πιστεύω», ούρλιαζε έξαλλος ο Πιέρο. «Πολύ καλά είχα σκοπό να την αφήσω να φύγει και μετά θα αυτοκτονούσα, επειδή δεν μπόρεσα να το κάνω». Πήγε να βάλει το χέρι του στην τσέπη, αλλά ο Μάρκο τον πρόλαβε πριν τραβήξει το πιστόλι. Πάλεψαν μέσα στο μισοσκόταδο. Η Τζασίντα κοίταξε γύρω της για να βρει κάτι να χτυπήσει τον Πιέρο, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Δεν ήταν όμως απαραίτητο. Ο Πιέρο ήταν δυνατός, αλλά ο Μάρκο ήταν πιο ψηλός και πιο δυνατός. Μετά από μια σύντομη μάχη, άρπαξε το πιστόλι από τον αντίπαλό του. «Τι νόημα έχει να αυτοκτονήσεις;» τον ρώτησε βαριανασαίνοντας. «Σε χρειάζονται εδώ. Η Μαρία μου έχει πει ότι είσαι διάσημος θεραπευτής των ζώων. Τι θα κάνουν οι αγρότες αν πεθάνεις; Το να αυτοκτονήσεις είναι εγωιστικό». Ο ηττημένος άντρας δεν είπε τίποτα. Με φωνή που θύμισε στην Τζασίντα τον αυταρχισμό του Μάρκο, η Μαρία είπε: «Άκουσέ


159

ROBYN DONALD

με, Πιέρο! Με ξέρεις καλά. Δε λέω ψέματα. Η μητέρα αυτής της γυναίκας δεν πρόδωσε τον άντρα της ή τον δικό μου ή τους παππούδες του πρίγκιπα. Το ξέρω με σιγουριά, γιατί εγώ η ίδια σκότωσα εκείνον που το έκανε». «Ποιος ήταν;» ρώτησε τροχιά ο Πιέρο. «Δεν έχει σημασία τώρα. Έχει τελειώσει», είπε κοφτά τη Μαρία. Εμβρόντητη, η Τζασίντα ίσιωσε το κορμί της, αλλά ξαφνικά το στενό κελί άρχισε να γυρίζει και με ένα βογκητό κατέρρευσε. Λίγο πριν λιποθυμήσει, ένιωσε τα χέρια του Μάρκο γύρω της και ήξερε ότι ήταν ασφαλής. *** Ξύπνησε στην κρεβατοκάμαρά της και κοίταξε το ταβάνι. Ανοιγόκλεισε με μανία τα μάτια της μέχρι που κατάλαβε πού βρισκόταν. Οι καρποί της την πονούσαν και προσπάθησε να βρει μια πιο άνετη θέση για να τους ανακουφίσει. «Είσαι μια χαρά... Ο γιατρός είπε ότι είσαι αφυδατωμένη, κουρασμένη και πεινασμένη, αλλά κατά τα άλλα είσαι καλά». Η φωνή του Μάρκο. Κι ακουγόταν τόσο αυστηρός. Στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι και την κοιτούσε. «Δεν ήταν λοιπόν όνειρο. Συγνώμη που λιποθύμησα. Φαντάζομαι ότι πρέπει να ήταν από την εξάντληση». Εκείνος της είπε με φωνή που δεν την είχε ξανακούσει ποτέ': «Αν ξανακάνεις ποτέ κάτι τέτοιο, θα φροντίσω να μην μπορείς να καθίσεις για μια βδομάδα». «Βλακείες», είπε ζωηρά η Τζασίντα και μια σπίθα χαράς τη ζέστανε. «Κι εσύ το ίδιο έκανες για μένα... με προστάτεψες. Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται και προτιμούσα να πεθάνω εγώ παρά εσύ...» «Γιατί;» Η χροιά της φωνής του την εξέπληξε. Τον κοίταξε στα μάτια και του είπε χαμηλόφωνα: «Γιατί σ’ αγαπάω».


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

160

Ο Μάρκο γονάτισε και έκλεισε το πρόσωπό της στα χέρια του. «Όταν γύρισα κι έμαθα ότι σ’ είχαν απαγάγει... διάολε, Τζασίντα, κόντεψα να τρελαθώ», της είπε και φάνηκε ξαφνικά καταβεβλημένος. «Νόμιζα ότι ήσουν νεκρή. Εγώ σ’ είχα φέρει εδώ και σου είχα υποσχεθεί ότι θα ήσουν ασφαλής». «Δεν πειράζει», τον παρηγόρησε η Τζασίντα. «Όλα είναι μια χαρά. Ο Πιερο ως κακός δεν τα καταφέρνει και τόσο καλά». «Όπως και να ’χει, εγώ δεν το ξαναπερνάω αυτό», είπε ο Μάρκο κατηγορηματικά. «Θα παντρευτούμε αύριο και μετά θα φύγουμε όσο πιο μακριά γίνεται από δω και δε θα γυρίσουμε ποτέ' ξανά». Η Τζασίντα έκλεισε τα μάτια της, επειδή ένιωσε ξανά ζαλάδα. «Τώρα το παρακάνεις λίγο γιατί νιώθεις τύψεις». «Τύψεις;» είπε εξοργισμένος ο Μάρκο. «Δε θέλω να σε παντρευτώ επειδή νιώθω τύψεις. Τόσο καιρό προσπαθώ να μη σ’ ερωτευτώ, αλλά όταν είχα πάει να φέρω τη Λεξι συνειδητοποίησα ότι ήταν μάταιο. Μου έλειπες πολύ. Ήταν σαν να έμεινα ο μισός πίσω. Όταν γύρισα κι έμαθα ότι σε είχαν απαγάγει, ότι μπορεί να ήσουν νεκρή, κατάλαβα πόσο βαθιά σ’ αγαπάω... ήμουν όμως σίγουρος πως ήταν πολύ αργά». «Ναι, αλλά δεν ήταν». Ευχαρίστηση, ανακούφιση και ευτυχία την πλημμύρισαν και δεν μπορούσε να σταματήσει να χαμογελάει. Ο Μάρκο γέλασε και τη φίλησε στα χείλη, τρυφερά και μετά όχι και τόσο τρυφερά. Ανασήκωσε λίγο το κεφάλι του και είπε: «Κρατάς την καρδιά και το μέλλον μου στα χέρια σου, αγάπη μου. Αν δεν έχω εσένα, δεν έχω τίποτα». Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα κι εκείνος τα φίλησε. «Αλλά την επόμενη φορά που θα σου πω να μην κουνηθείς, να μείνεις ακίνητη». Η Τζασίντα γέλασε κι έπνιξε έναν λυγμό. «Σ’ αγαπάω απελπισμένα και όταν με έσπρωξες πίσω σου έγινα έξαλλη. Θα μπορούσε να σ’ είχε σκοτώσει κι εσύ δεν είχες καμία σχέση με το φρικτό παρελθόν», του είπε καθώς θυμήθηκε πόσο άχρηστη είχε νιώσει. «Θέλω να μοιραστώ τη ζωή σου, όχι να είμαι


161

ROBYN DONALD

προστατευμένη σαν ένα εύθραυστο λουλούδι που θα πεθάνει με την πρώτη βροχούλα». «Πρέπει να προστατεύω την καρδιά μου». Ο Μάρκο χαμογέλασε και τη φίλησε ξανά πριν προλάβει να του απαντήσει με καμιά εξυπνάδα. «Θα προσπαθήσω», της ψιθύρισε. Η Τζασίντα προσπάθησε να τον αγκαλιάσει, αλλά μόρφασε από τον πόνο. Ο Μάρκο έπιασε τα χέρια της, φίλησε τις παλάμες της και μετά σηκώθηκε όρθιος. «Δίχως αμφιβολία μου αξίζει που θέλω να σε πάω στο κρεβάτι και θα πεθάνω από τον πόθο επειδή δεν μπορώ», είπε σαρκαστικά. «Μπορούσες να το είχες κάνει και πιο πριν», είπε η Τζασίντα. «Από τότε που ήρθαμε εδώ κάθε βράδυ έμενα ξάγρυπνη στο κρεβάτι μου, ελπίζοντας πως θα έρθεις». «Ένιωθα ότι δεν είχα το δικαίωμα. Σε είχα αναγκάσει να αρραβωνιαστούμε και μετά σε είχα πείσει να δεχτείς έναν γάμο που ήξερα ότι δεν ήθελες. Υποθέτω ότι ήθελα να έχεις κάποια ανεξαρτησία. Ήμουν ανόητος». Η Τζασίντα τον τράβηξε να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού. «Μπορούμε να το ξεχάσουμε, αγάπη μου; Βαρέθηκα το παρελθόν. Η Λέξι μου είχε πει κάποτε ότι έχουμε ζήσει όλη μας τη ζωή στη σκιά και είχε δίκιο. Δεν μπορούμε να βγούμε πια όλοι στο φως;» Τα δάχτυλά του έσφιξαν τα δικά της και η Τζασίντα μόρφασε από τον πόνο. Ο Μάρκο χαλάρωσε αμέσως τη λαβή του. Έφερε το χέρι της στο στόμα του και το κράτησε εκεί όσο μιλούσε. «Αγαπημένη μου, θα είσαι ευτυχισμένη μαζί μου; Μπορούμε να ζήσουμε όπου θέλεις και έχω αρχίσει ήδη να μειώνω τον όγκο της δουλειάς μου». «Θα είμαι ευτυχισμένη όπου κι αν είσαι, ό,τι κι αν κάνεις», του είπε απλά η Τζασίντα και του χαμογέλασε. «Σ' αγαπάω πάρα πολύ. Το πολεμούσα κι εγώ όλον αυτό τον καιρό, αλλά δεν πρόβαλα και μεγάλη αντίσταση. Νομίζω ότι το ήξερα από την αρχή».


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

162

Ο Μάρκο γέλασε και φίλησε τον καρπό της. «Όπως κι εγώ», της είπε. «Χορέψαμε σε μια ψεύτικη δεξίωση και μέχρι να τελειώσει η βραδιά, η καρδιά μου δεν ήταν πια δική μου. Θα παντρευτούμε, λοιπόν, με τη Μελίσα και τον Γκάμπριελ και τους αγαπημένους τους σε μια τριπλή γαμήλια τελετή;» Συνειδητοποιώντας ξαφνικά τι σήμαινε αυτό, η Τζασίντα είπε ανήσυχη: «Είσαι σίγουρος;» «Απολύτως», απάντησε ο Μάρκο και τα λόγια του ήταν ένας όρκος που δε θα παραβιαζόταν ποτέ. «Περισσότερο σίγουρος από όσο είμαι σίγουρος ότι θα ανατείλει αύριο ο ήλιος. Περισσότερο σίγουρος από όσο είμαι σίγουρος ότι η θάλασσα δε θα κυλήσει πάνω από τις βουνοκορφές... περισσότερο σίγουρος και απ’ όσο είμαι σίγουρος ότι με αγαπάς». Η Τζασίντα τον φίλησε κι εκείνος τη σήκωσε προσεκτικά, τρυφερά στην αγκαλιά του. «Α, όχι... ξέρεις ότι σ' αγαπάω». Ο Μάρκο γέλασε βραχνά και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Ήταν ακόμη αγκαλιασμένοι, όταν χτύπησε την πόρτα η Μαρία. «Όλα καλά;» ρώτησε, αλλά ο τόνος της και το χαμόγελό της έδειχναν ότι ήξερε ότι όλα ήταν καλά. «Ναι», είπαν μαζί. «Ο ξάδερφός της κυρίας μου επιθυμεί να τη δει», είπε η Μαρ ία. Και πριν προλάβει κάποιος από τους δύο να μιλήσει, πρόσθεσε κάπως βιαστικά: «Είναι πολύ ανήσυχος και θέλει να ξέρει ότι τον έχετε συγχωρέσει... ή τουλάχιστον ότι καταλαβαίνετε γιατί ένιωσε ότι έπρεπε να κάνει αυτό που έκανε». Ο Μάρκο κοίταξε το πρόσωπο της Τζασίντα που είχε χλομιάσει. «Θέλεις να τον δεις;» Ο φόβος της πάλεψε με την επίγνωση ότι έπρεπε να γεφυρώσει το χάσμα με τον άντρα που την είχε κρατήσει αιχμάλωτη και την είχε τρομοκρατήσει. «Ναι, εντάξει». Ο Μάρκο την αγκάλιασε. «Θα είμαι εδώ. Πριν έρθει, να σου πω ότι πιστεύω πως δεν ήθελε να σε σκοτώσει. Αν το ήθελε, θα σε είχε πυροβολήσει όταν σε βρήκε στον κήπο. Το ότι σ’ άφησε στο μπουντρούμι δεν έχει καμία λογική. Ήξερε ότι θα ψάχναμε


163

ROBYN DONALD

το κάστρο από τον πιο ψηλό πύργο μέχρι το βαθύτερο μπουντρούμι... και ήξερε επίσης ότι η Μαρία ξέρει το κάστρο απέξω κι ανακατωτά. Πιστεύω ότι μάλλον ήθελε να σε βρούμε». Η Μαρία κοίταξε την Τζασίντα, ασφαλή στην αγκαλιά του αγαπημένου της, και έγνεψε καταφατικά. «Η τιμή τον οδήγησε να προσπαθήσει να είναι πιστός στο θέλημα του πατέρα του αλλά είναι καλοσυνάτος άνθρωπος. Θα είχε γίνει γιατρός αν δεν είχε γίνει στόχος του τυράννου». Ο Μάρκο συνοφρυώθηκε. «Μαρία, εσύ ξέρεις πώς σκέφτεται ο κόσμος. Πιστεύεις ότι υπάρχει περίπτωση να συνεχιστούν οι βεντέτες;» Η ηλικιωμένη οικονόμος πήρε βλοσυρό ύφος. «Δεν το πιστεύω», είπε, αλλά χωρίς τη συνηθισμένη της πειθώ. «Τώρα έχουμε αστυνομία και αξιωματούχους που δεν είναι διεφθαρμένοι και κυβερνήτες που νοιάζονται για μας. Ο κόσμος έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι η βεντέτα δεν είναι ο μόνος τρόπος για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Ο πρίγκιπας Άλεξ έχει πει σ’ όλους ότι η εκδίκηση το μόνο που κάνει είναι να προκαλεί την ανάγκη για εκδίκηση. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να τον πιστεύουν». «Ναι, αλλά τι γίνεται με τη Λέξι; Πολλοί άνθρωποι έχουν λόγο να τη μισούν. Ακόμη κι ένα μόνο άτομο να θέλει να τη σκοτώσει, θα είναι κινούμενος στόχος γιατί είναι κόρη του Πάολο Κονσιντίνι. Όταν ο πατέρας μου έφυγε για να πολεμήσει με τους παρτιζάνους και η μαμά έμεινε μόνη κι απροστάτευτη, ο Κονσιντίνι την ανάγκασε να συνάψουν σχέση. Η Λέξι ήταν το αποτέλεσμα. Μετά, μόλις πέθανε ο πατέρας μου, την παντρεύτηκε». «Τόσοι πολλοί θάνατοι, τόσες πολλές τραγωδίες, όλα αποτέλεσμα της αρρωστημένης φιλοδοξίας ενός ανθρώπου και όλα, στο τέλος, για το τίποτα», είπε ο Μάρκο. «Ο Πάολο Κονσιντίνι είναι νεκρός. Σου ορκίζομαι ότι η απόπειρα του ξαδέρφου σου θα είναι η τελευταία. Θα βρω έναν τρόπο να το


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

164

σταματήσω μια και καλή». Άφησε ξανά την Τζασίντα στο στρώμα και στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι, ψηλός και επιβλητικός. Ο όποιος φόβος είχε απομείνει στην Τζασίντα εξαφανίστηκε μόλις είδε τον ξάδερφό της. Η στενοχώρια του ήταν εμφανής. «Εκτός από την αδερφή μου είσαι ο μόνος συγγενής που έχω», του είπε γλυκοί. «Ορκίζομαι σ’ όλους τους αγίους και στον Άγιο Ιβάν, ότι δε θα προσπαθήσω να σκοτώσω την αδερφή σου», της απάντησε εκείνος. Αφού δίστασε για μια στιγμή, συνέχισε: «Δεν μπορούσα να εκτελέσω την επιθυμία του πατέρα μου ακόμη κι όταν σ’ είχα στο έλεος μου». «Επειδή ήξερες ότι ήταν λάθος», είπε ο Μάρκο. «Θα έχεις πολλά κοινά με την αδερφή μου. Είναι κι εκείνη κτηνίατρος», είπε η Τζασίντα. Εκείνος φάνηκε ενθουσιασμένος, αλλά χαμήλωσε αμέσως τα μάτια του. «Χαίρομαι που απέτυχα. Ίσως ήταν επειδή η κυρά πρόσεχε την οικογένειά της, όπως κάνει πάντα». Έκανε μια υπόκλιση. «Κύριε, αν επιθυμείτε να με σκοτώσετε...» Η κραυγή της Τζασίντα μπερδεύτηκε με την κατηγορηματική απάντηση του Μάρκο. «Η ξαδέρφη σου δεν είναι πληγωμένη και πιστεύω ότι όντως λυπάσαι όπως λες. Ακόμη κι αν την είχες σκοτώσει, δε θα έκανα το ίδιο σ’ εσένα. Θα σε δίκαζα με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα σύμφωνα με το νόμο, αλλά οι σκοτωμοί δεν έχουν πια θέση στην Ιλίρια. Το μόνο που μπορείς να κάνεις για μας... για τους Ιλιριανούς σ’ όλο τον κόσμο, είναι να μιλάς κατά της βεντέτας όποτε και όπου μπορείς». «Θα το κάνω», ορκίστηκε με ειλικρίνεια ο Πιέρο και έκανε μία ακόμη υπόκλιση στον Μάρκο, πριν φύγει. Αυθόρμητα η Τζασίντα του έδωσε το χέρι. Εκείνος κοντοστάθηκε όταν είδε τον επίδεσμο στο χέρι της, όταν όμως του έκανε νόημα, πλησίασε στο κρεβάτι της. Η Τζασίντα ανασηκώθηκε και σκύβοντας του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. «Σ’ ευχαριστώ, ξάδερφε», είπε γλυκά.


165

ROBYN DONALD

Εκείνος πάγωσε και μετά αργά, επιφυλακτικά την αγκάλιασε και τη φίλησε στο μέτωπο. Η Τζασίντα ένιωσε ότι ήταν μπερδεμένος και σαστισμένος. Τελικά, με έναν λυγμό, εκείνος έφυγε από το δωμάτιο. Ο Μάρκο είπε γλυκά: «Απέκτησες έναν ακόμη σκλάβο». «Ανοησίες», είπε η Τζασίντα και κοκκίνισε. «Όταν είπε ότι η κυρά τον εμπόδισε να μου κάνει κακό, ποια εννοούσε;» «Τη βασίλισσα, την πολύ μακρινή μας πρόγονο». Ο Μάρκο ανασήκωσε τους ώμους του. «Οι άνθρωποι της κοιλάδας πιστεύουν ότι είναι ακόμη εδώ, ότι προσέχει ακόμη τα παιδιά των παιδιών της». «Εσύ το πιστεύεις;» ρώτησε χαμηλόφωνα η Τζασίντα. Ο Μάρκο χαμογέλασε λοξά. «Είμαι σύγχρονος άνθρωπος κι επιπλέον φοβερά κυνικός, έτσι μου λένε συνήθως». «Αλλά;» τον παρότρυνε η Τζασίντα. «Αλλά μερικές φορές πιστεύω ότι μπορεί να έχουν κάποιο δίκιο. Είσαι ικανοποιημένη που η Λέξι θα είναι ασφαλής;» «Όχι... απόλυτα», είπε θλιμμένη η Τζασίντα. «Νιώθω ότι για να θέσουμε ένα οριστικό τέλος, χρειαζόμαστε κάποιου είδους εντυπωσιακή δημόσια χειρονομία συμφιλίωσης. Οι Ιλιριανοί είναι πολύ θρήσκοι. Θα ήσασταν εσύ και η Λέξι διατεθειμένες να συμμετάσχετε σε μια... ε... ας πούμε αγρυπνία στον καθεδρικό, όπου φυλάσσονται τα λείψανα του Αγίου Ιβάν, του πολιούχου αγίου;» Βλέποντάς τη διατακτική, ο Μάρκο πρόσθεσε: «Θα υπάρχουν ελεύθεροι σκοπευτές, οπότε θα είστε ασφαλείς». Κι όταν και πάλι εκείνη δεν είπε τίποτα, της είπε με ειλικρίνεια. «Όχι, δε θα σου πω ψέματα. Θα είστε όσο πιο ασφαλείς γίνεται». Η Τζασίντα είχε πιστέψει ότι αν ο Μάρκο μπορούσε να την αγαπήσει, θα ήταν απόλυτα ευτυχισμένη. Τώρα όμως ανακάλυπτε ότι τίποτα δεν ήταν ανέφελο. Ο Μάρκο πάντα θα έβαζε την Ιλίρια πρώτη, ακόμη κι αν σήμαινε ότι έθετε εκείνη και τη Λέξι σε κίνδυνο. Αλλά αυτό δεν την πονούσε πια. Αν εκείνος αγνοούσε τις υποχρεώσεις του, δε θα μπορούσε να τον


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

166

αγαπήσει. Ίσως ήταν ώρα να αναλάβει κι εκείνη το φορτίο της κληρονομιάς της. «Θα το κάνω», είπε χαμηλόφωνα. «Αλλά χωρίς στρατιώτες, χωρίς όπλα. Αν πρόκειται αυτό να σημαίνει κάτι, θα πρέπει να εμπιστευτούμε τον κόσμο. Εξάλλου εσείς οι Κονσιντίνι ζητάτε από τους ανθρώπους να σας εμπιστευτούν. Θα πρέπει να είναι αμοιβαίο. Όσο για τη Λέξι... γιατί δε ρωτάς την ίδια;» Η Λέξι παρέμεινε για λίγο σιωπηλή όταν ο Μάρκο της είπε την πρότασή του στο γραφείο του Γκάμπριελ. Είχαν συμβουλευτεί και τον πρίγκιπα Αλεξ ο οποίος το είχε συζητήσει με το συμβούλιό του, που υποστήριζε ένθερμα την ιδέα. Ο Γκάμπριελ είπε: «Δεν είσαι υποχρεωμένη να το κάνεις, Λέξι». «Πιστεύω ότι είμαι. Ήταν πατέρας μου κι αν αυτό είναι απαραίτητο για να διορθωθούν τα πράγματα στη χώρα που κατέστρεψε, θα το κάνω». Κοίταξε την Τζασίντα. «Αλλά εσύ δεν πρόκειται να ακολουθήσεις». «Μην είσαι ανόητη», είπε εκείνη αυστηρά. «Αν το κάνεις εσύ, θα το κάνω κι εγώ». Στο τέλος η Λέξι αποδέχτηκε την παρουσία της αδερφής της. Καθώς, όμως, διέσχιζαν με το αυτοκίνητο τους σκοτεινούς δρόμους πηγαίνοντας στον καθεδρικό, της είπε: «Μακάρι να μην ήσουν εδώ». «Φοβάσαι;» τη ρώτησε η Τζασίντα. Κυκλοφορούσε τόσο λίγος κόσμος, που η πόλη φαινόταν εγκαταλειμμένη. «Ναι. Αλλά νιώθω ότι είναι το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω. Αυτές τις μέρες διάβασα πολύ για τους Κονσιντίνι... η Μαρία με έχει βάλει σε πολύ αυστηρό εκπαιδευτικό πρόγραμμα! Έδιναν μεγάλη σημασία στο καθήκον». Η Λέξι την κοίταξε κάπως αμήχανα. «Χαίρομαι που είμαι μία απ’ αυτούς. Νιώθω ότι το χρωστάω στους Ιλιριανούς να κάνω ό,τι μπορώ. Απλώς ελπίζω να πετύχει». Το ίδιο ήλπιζε και η Τζασίντα. Σιωπηλές και οι δυο συνάντησαν


167

ROBYN DONALD

στην πόρτα του καθεδρικού ναού τον αρχιεπίσκοπο. Το τεράστιο κτίριο αντηχούσε και ήταν γυμνό, χωρίς λουλούδια, με μόνα φώτα τα κεριά στο ιερό. Η Τζασίντα ένιωσε ένα άσχημο προαίσθημα να την παγώνει. Δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται ότι στο φως των κεριών ήταν τέλειος στόχος. Και παρ’ ότι είχε χρειαστεί να επέμβει ο Άλεξ, είχαν καταφέρει να εμποδίσουν τον Μάρκο να μην περί κυκλώσει τον καθεδρικό με σκοπευτές, οπότε ήταν απολύτως μόνες τους. Γονάτισαν. Η Τζασίντα προσευχήθηκε για την Ιλίρια, για το λαό της και την κουλτούρα της, για την ευημερία της, για τα παιδιά που θα μεγάλωναν στην ελευθερία... Σχεδόν αμέσως αμυδροί θόρυβοι την έκαναν σχεδόν να πεταχτεί όρθια. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, τόσο γρήγορα που σχεδόν έπνιγε το θόρυβο των ανθρώπων που έμπαιναν ήσυχα στο ναό. Έκανε να αρπάξει το χέρι της Λέξι για να τη σηκώσει όρθια, ώστε τουλάχιστον να πεθάνουν αντικρίζοντας τους δολοφόνους τους, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν επρόκειτο για κάποια μικρή ομάδα. Τα πρώτα αθόρυβα βήματα έδωσαν τη θέση τους σε πολλά ακόμη. Τους ένιωσε να μπαίνουν μέσα, εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες και αναστενάζοντας να γονατίζουν και να γεμίζουν το τεράστιο κτίριο. Κι ύστερα άκουσε ψιθυριστές προσευχές. Οι άνθρωποι της Ιλίρια είχαν έρθει δίπλα σ’ εκείνη και τη Λέξι για την αγρυπνία τους. Κατάπληκτη και γεμάτη χαρά, κατάλαβε τότε ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Αλλά δεν ήταν παρά αργότερα, όταν βγήκαν από τον καθεδρικό, που συνειδητοποίησε πόσο πολλοί άνθρωποι τις είχαν στηρίξει. Καθώς ο Μάρκο την πήρε σχεδόν σηκωτή για να φύγουν, έμεινε κατάπληκτη, βλέποντας την πλατεία γεμάτη με σιωπηλούς, μαυροντυμένους ανθρώπους, κάποιοι γονατιστοί ακόμη στα δρομάκια και άλλοι να επιστρέφουν σπίτι τους.


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

168

Ο Γκάμπριελ είπε χαμηλόφωνα στη Λέξι: «Το ίδιο έγινε σ’ όλη τη χώρα. Οι εκκλησίες και τα παρεκκλήσια ήταν γεμάτα. Είναι μια τεράστια ψήφος εμπιστοσύνης σ’ εσάς τις δύο αλλά και στη διακυβέρνηση του Άλεξ. Πιστεύω ότι σήμανε το τέλος της βεντέτας». Ο Μάρκο έγνεψε καταφατικά. «Οι δικτατορίες χτίζονται πάνω στην προδοσία, σ’ ένα εκατομμύριο μικρές δολιότητες κάθε μέρα. Η σχέση της Λέξι με τον Πάολο Κονσιντίνι, που φαινόταν ένα πρόβλημα αξεπέραστο, έχει μετατραπεί σ’ ένα ακόμη στοιχείο που θα ενώσει τη χώρα». «Εσύ πού ήσουν;» ρώτησε η Λέξι. Όταν εκείνος παρέμεινε σιωπηλός, του είπε: «Το ξέρω ότι ήσουν κάπου στον καθεδρικό. Υποχώρησες πολύ εύκολα». Ο Γκάμπριελ ξεφύσηξε. «Ήταν στον εξώστη με μια ομάδα από ειδικά επιλεγμένους σκοπευτές» «Νόμιζα ότι είχαμε συμφωνήσει...» διαμαρτυρήθηκε η Λέξι. αλλά ο Μάρκο τη διέκοψε. «Είπα στην Τζασίντα ότι θα είστε ασφαλείς εδώ. Οπότε ήταν δική μου ευθύνη να φροντίσω να είστε όντως». «Έπρεπε να το φανταστούμε, υποθέτω», είπε χαμογελώντας η Λέξι. Στο παλάτι έφαγαν ένα ελαφρύ βραδινό και πήγαν για ύπνο. «Πώς είσαι;» ρώτησε ο Μάρκο την Τζασίντα, κοιτάζοντας προσεκτικά το πρόσωπό της. «Κουρασμένη αλλά ανακουφισμένη. Στ’ αλήθεια ήταν πολύ σημαντικό αυτό που κάναμε σήμερα, έτσι δεν είναι;» «Ναι». Έσφιξε τα χείλη του. «Πριν σ’ αγαπούσα, αλλά χτες το βράδυ... δεν έχω θαυμάσει ποτέ ξανά τόσο μια γυναίκα. Χρειάστηκε τεράστιο θάρρος για να κάνετε εσύ και η Λέξι αυτό που κάνατε. Και πέτυχε. Πριν ανέβω, ο Άλεξ έμαθε ότι ο δολοφόνος της τελευταίας βεντέτας παραδόθηκε σήμερα το πρωί στην αστυνομία». «Αυτό είναι υπέροχο!» Το πρόσωπο της Τζασίντα φωτίστηκε.


169

ROBYN DONALD

«Η όμορφη ηρωίδα μου», είπε ο Μάρκο και τη φίλησε. «Αγάπη μου... καρδούλα μου... σε λατρεύω». Η Τζασίντα του ανταπέδωσε το φιλί. Από την ανακούφιση ένιωθε παραζαλισμένη, περισσότερο ακόμη κι απ’ τα φιλιά του. Όταν μπόρεσε ξανά να ανασάνει, είπε: «Το ξέρω ότι είναι βασιλική παράδοση, αλλά είναι ανάγκη να περιμένουμε έναν χρόνο για να παντρευτούμε; Θα ήταν λάθος αν κάναμε έναν γάμο σε στενό κύκλο στην παραλία στη Νέα Ζηλανδία, στη δική μου παραλία, μόνο με τη Μελίσα, τον Χοκ, τη Λέξι, τον Γκάμπριελ και τη Σάρα ως μάρτυρες; Σε έναν μήνα, ας πούμε;» Ο Μάρκο την έσφιξε. «Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα καλύτερο, αλλά και πάλι πρέπει να παντρευτούμε εδώ. Το υπαγορεύει το σύνταγμα της Ιλίρια». Η Τζασίντα έχωσε το πρόσωπό της στο λαιμό του. «Και πού είναι το πρόβλημα;» είπε κεφάτα. «Μια γυναίκα δε λέει ποτέ όχι σε γόμους». «Με την προϋπόθεση ότι εγώ θα είμαι ο μοναδικός γαμπρός στη ζωή σου!» «Θα είσαι ο μοναδικός άντρας στη ζωή μου», του υποσχέθηκε γλυκά η Τζασίντα. «Για πάντα». Και όταν τη φίλησε ξανά, πρόσθεσε πονηρά: «Εκτός κι αν κάνουμε γιους φυσικά...» *** Κωδωνοκρουσίες ακούγονταν παντού στην πρωτεύουσα κάνοντας τα πουλιά να πετάνε τρομαγμένα πάνω από τα πλήθη. Κάτω από έναν ολόλαμπρο ήλιο η πόλη βούιζε. Τα καφέ και τα μπαρ, όλα τα παράθυρα και τα μπαλκόνια ήταν γεμάτα κόσμο και παντού ακουγόταν μουσική και γέλια. Η Ιλίρια είχε γιορτή. Γιόρταζε τους γάμους των τριών αδελφών Κονσιντίνι. Στην πρωτεύουσα τα πλήθη γέμιζαν τους δρόμους, έτοιμα να ζητωκραυγάσουν μέχρι να κλείσει ο λαιμός τους. Στην εξοχή άνθρωποι που δέκα χρόνια πριν δεν τολμούσαν ούτε να ελπίζουν περίμεναν να ανάψουν πυροτεχνήματα,


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

170

προετοιμασμένοι για μια μέρα και μια νύχτα ξεφαντώματος και χορού. Η σοδειά ήταν εξαιρετική και το καλοκαίρι είχε κρατήσει πολύ. Ο κόσμος ήδη είχε αρχίσει να λέει ότι ήταν μια ευλογημένη χρονιά. Οι Κονσιντίνι συναντήθηκαν πριν από την τελετή. Η Μελίσα ήταν χαριτωμένη μέσα στο νυφικό της σε στυλ μεσαιωνικό που αναδείκνυε τη λεπτή της σιλουέτα. Στα μαλλιά της φορούσε την τιάρα των Κονσιντίνι, με τα διαμάντια από την Γκολκόντα και τα ρουμπίνια που κάποιοι πίστευαν ότι ήταν από την Ατλαντίδα. Επιθεώρησε τους δύο αδερφούς της, ψηλούς και εκπληκτικά όμορφους με τα πλήρη βασιλικά εμβλήματα των πριγκίπων της Ιλίρια. «Είστε υπέροχοι! Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι οι νύφες θα λιποθυμήσουν όταν σας δουν στην εκκλησία». «Στοιχηματίζω ότι κι ο Χοκ δε θα μπορέσει να διατηρήσει την περιβόητη ψυχραιμία του όταν σε δει. Επιτρέπεται να σε φιλήσω;» ρώτησε την αδερφή του ο Μάρκο. Η ευτυχία τής είχε χαρίσει μια λάμψη εκτυφλωτική, που ακόμη τον ξάφνιαζε. «Φυσικά επιτρέπεται!» Η Μελίσα τον φίλησε κι εκείνη. «Είσαι ικανοποιημένος που η Τζασίντα και η Λέξι είναι ασφαλείς;» «Είμαι, αλλιώς δε θα της άφηνα να γυρίζουν στους δρόμους με την άμαξα», απάντησε ο Μάρκο. «Οι Ιλιαριανοί τις θεωρούν τώρα και τις δύο αθώα θύματα του παρελθόντος. Όπως και όλοι μας άλλωστε». Ήξερε βέβαια πως βοηθούσε το ότι η Τζασίντα ήταν όμορφη και η Λέξι δεν έμοιαζε καθόλου με τον πατέρα της. Εκείνος ήταν κοντός και εύσωμος, ενώ εκείνη ήταν ψηλή, αδύνατη και πολύ ελκυστική. Ο Αλεξ είχε φροντίσει όλη η χώρα να μάθει τις ικανότητες της Λέξι στην κτηνιατρική. Οι δημοσιογράφοι είχαν κάνει μεγάλο θέμα τη δουλειά της για τους χωρικούς στην κοιλάδα και επίσης ότι μάθαινε παλιά γιατροσόφια της περιοχής από τον ξάδερφο της Τζασίντα. Φωτογραφίες από τα διάφορα ζώα που είχε σώσει είχαν εμφανιστεί παντού, όπως και το χαμόγελό της,


171

ROBYN DONALD

κερδίζοντας τις καρδιές όλων. «Έχετε ποτέ σκεφτεί ότι η Μαρία καταφέρνει με κάποιον τρόπο και επηρεάζει πάντα τις καταστάσεις;» ρώτησε ξαφνικά η Μελίσα. Ο Μάρκο κοίταξε τον Γκάμπριελ. Η Μελίσα συνέχισε βιαστικά: «Θέλω να πω... ότι η κοινή λογική μου λέει ότι είναι απλώς μια οξυδερκής, συγκινητικά αφοσιωμένη χωρική, αλλά μερικές φορές έχω αναρωτηθεί αν είναι μάγισσα. Έχει μια αλλόκοτη συνήθεια να είναι πάντα ανακατεμένη όταν πρόκειται να συμβούν πράγματα». Το είχε λοιπόν νιώσει κι εκείνη. Και παρά το ανέκφραστο πρόσωπο του Γκάμπριελ, ο Μάρκο είχε διαβάσει τις σκέψεις του. Κι εκείνος είχε σκεφτεί το ίδιο. «Στην κοιλάδα πιστεύουν πως όταν η Ιλίρια τη χρειάζεται, η βασίλισσα που έφερε εδώ το θησαυρό της και πέθανε στο βράχο μετενσαρκώνεται», είπε. «Ένας από τους γοητευτικούς θρύλους των χωρικών», είπε ανέκφραστα ο Γκάμπριελ και κοίταξε τον αδερφό του. «Ποιος ξέρει; Χαίρομαι απλώς που είναι με το μέρος μας». Οι καμπάνες των εκκλησιών σ’ όλη την πόλη άρχισαν ξανά να χτυπούν. Η Μελίσα γέλασε. «Δηλαδή τώρα προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε ψύχραιμα το γεγονός ότι υποψιαζόμαστε πως η οικονόμος είναι μετενσάρκωση της αρχαίας βασίλισσας! Εντάξει, εγώ δε θα ξαναμιλήσω αν δεν το αναφέρετε ξανά κι εσείς». Κι ύστερα άλλαξε θέμα. «Δε βρίσκετε ότι είναι υπέροχο εκ μέρους των Ιλιριανών που μπαίνουν σε τόσο κόπο τη στιγμή που, όπως υποψιάζομαι, ξέρουν ότι όλο αυτό είναι θέατρο... ότι όλοι παντρευτήκαμε ήδη κρυφά;» Τα αδέρφια της την κοίταξαν με επιείκεια. «Και βέβαια το ξέρουν», είπε ο Γκάμπριελ, «αλλά τρελαίνονται για γιορτές κι αυτή είναι η μεγαλύτερη ευκαιρία τους μέχρι κάποιος από μας να κάνει παιδί. Δε θα έπρεπε, όμως, να μπούμε σιγά σιγά στις άμαξες;» ***


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

172

Ο τριπλός γάμος ήταν ακριβώς όπως τον περίμεναν τα πλήθη — θρίαμβος. Ο κόσμος επευφήμησε την Τζασίντα και τη Λέξι στη λευκή και χρυσή τους άμαξα, με τον ίδιο ενθουσιασμό που χειροκρότησαν και τις δυο άλλες νύφες. Μετά την αγρυπνία στον καθεδρικό, η αλλαγή στην ατμόσφαιρα ήταν τόσο εμφανής που η Τζασίντα δεν ανησυχούσε πια. Χαμογελώντας χαιρέτησε τον κόσμο. Τα δάχτυλά της άγγιξαν τα σκουλαρίκια... κομμάτι του αρχαίου θησαυρού της βασίλισσας. Όταν τα δύο αδέρφια είχαν αποφασίσει ότι κάθε νύφη θα έπρεπε να φορέσει ένα κομμάτι του θησαυρού, εκείνη και η Μελίσα είχαν αποφασίσει ότι αφού η Σάρα παντρευόταν την κεφαλή της οικογένειας και θα γινόταν Μεγάλη Δούκισσα, έπρεπε να φορέσει το Αίμα της Βασίλισσας, το υπέροχο περιδέραιο. «Η τιάρα ανήκει στην οικογένειά σου», είπε η Τζασίντα στη Μελίσα. «Οπότε εσύ πρέπει να τη φορέσεις». «Είσαι σίγουρη;» Η Τζασίντα χαμογέλασε πλατιά. «Φορούσα τιάρα στα γυρίσματα του διαφημιστικού. Είναι πολύ βαριές! Προτιμώ τα σκουλαρίκια χίλιες φορές». Ευτυχία την πλημμύρισε. Αναρωτήθηκε αν οι άνθρωποι που ζητωκραύγαζαν καταλάβαιναν ότι ακτινοβολούσε. Οι τελευταίοι μήνες την είχαν διαβεβαιώσει για την αγάπη του Μάρκο. Οι ετοιμασίες για το γάμο είχαν περάσει σαν όνειρο.... οι τρεις νύφες είχαν καταφέρει να διαλέξουν νυφικά που όχι μόνο τους άρεσαν πολύ αλλά ταίριαζαν και μεταξύ τους. Κι αυτό χάρη στη Σάρα και το ταλέντο της ως σχεδιάστρια, που είχε προτείνει νυφικά σε αρχαιοελληνικό στυλ. Μέσα στον καθεδρικό, το όργανο αντηχούσε καθώς η Τζασίντα περπατούσε προς το ιερό. Οι τέσσερις παράνυμφες, η Λέξι και τρεις φίλες, την ακολουθούσαν. Το άρωμα των τριαντάφυλλων που στόλιζαν την εκκλησία πλανιόταν στον αέρα κι ανακατευόταν με το Πρινσέσα που είχε βάλει στους καρπούς


173

ROBYN DONALD

της λίγο πριν φύγουν από το κάστρο... Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τους ψιθύρους των παρευρισκομένων. Η προσοχή της ήταν στραμμένη αποκλειστικά στον Μάρκο που την περίμενε. Δάκρυα έκαιγαν τα μάτια της. Τα ανοιγόκλεισε και οι φλόγες των κεριών στο ιερό χόρεψαν μπροστά της. Η θριαμβευτική μουσική ανακοίνωνε την άφιξη της Μελίσα. Σφίγγοντας νευρικά την ανθοδέσμη της, με τις παράνυμφες μαζεμένες πίσω της, η Τζασίντα περίμενε ακίνητη καθώς οι καλεσμένοι κάθισαν και ο αρχιεπίσκοπος πήγε μεγαλόπρεπα προς τη Σάρα και τον Γκάμπριελ. Παρά τη χλιδή και το μεγαλείο, τους γαλαζοαίματους καλεσμένους και τη διεθνή αριστοκρατία, η ίδια η γαμήλια τελετή ήταν απλή και απίστευτα συγκινητική. Η Τζασίντα προσπάθησε και πάλι να μην κλάψει καθώς ο αδερφός του Μάρκο και η νύφη του υπόσχονταν ο ένας στον άλλο αιώνια αφοσίωση και αγάπη. Για μια στιγμή συνάντησε το βλέμμα του Μάρκο και αναγκάστηκε να κοιτάξει αλλού, γιατί της ήταν δύσκολο να ελέγξει τα συναισθήματά της. Δε θα έκλαιγε στον ίδιο της το γάμο σαν να ήταν μωρό! Αλλά επιτέλους ήρθε και η δική τους σειρά. Η Τζασίντα έδωσε την ανθοδέσμη της στη Λέξι. Δίπλα δίπλα εκείνη και ο Μάρκο στάθηκαν μαζί, ακούγοντας τα πανάρχαια, ιερά λόγια. Το χέρι του Μάρκο έσφιξε το δικό της, ζεστό και δυνατό, στηρίζοντας την. Η φωνή του ήταν βαθιά και γεμάτη σιγουριά καθώς έλεγε τους όρκους του, η δική της απαλή και χαμηλόφωνη αλλά χωρίς να τρέμει. Τους πρόσφεραν τις βέρες. Ο Μάρκο γλίστρησε το απλό χρυσό δαχτυλίδι στο δάχτυλό της. Προσπαθώντας να ηρεμήσει, η Τζασίντα πήρε το χέρι του κι έκανε το ίδιο. Πιασμένοι χέρι χέρι άκουσαν τον αρχιεπίσκοπο να τους ανακηρύσσει συζύγους και τότε το όργανο άρχισε να παίζει ξανά και οι φωνές τις χορωδίας αντήχησαν θριαμβευτικά. Καθισμένη σ’ έναν από τους εξώστες, η Μαρία χαμογέλασε


Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

174

καθώς η Μελίσα και ο Χοκ αντάλλαξαν κι αυτοί με τη σειρά τους τους όρκους τους. Τα παιδιά της ήταν ευτυχισμένα. Η αποστολή της είχε ολοκληρωθεί. Θα μπορούσε να πεθάνει απόψε, γνωρίζοντας ότι η κοιλάδα και η Ιλίρια ήταν τώρα ασφαλείς, τουλάχιστον για άλλα εκατό χρόνια. Αλλά σύντομα θα έρχονταν και μωρά και καινούρια ζωή γι’ αυτό το μέρος που το αγαπούσε περισσότερο από την οικογένεια της οποίας οι ρίζες ήταν θαμμένες βαθιά στο χώμα του. Μισοκλείνοντας τα γέρικα μάτια, θυμήθηκε μέρες περασμένες, όταν ταξίδευε στο ανάκλιντρό της για να συναντήσει το πεπρωμένο της. *** Πολύ αργότερα ο Μάρκο χάιδεψε κτητικά με το δάχτυλό του το λαιμό της γυναίκας του. Είχαν αποφασίσει να περάσουν το μήνα του μέλιτος στην ακτή και τώρα την παλιά, όμορφη βίλα πλημμύριζαν ο αχός της θάλασσας, το άρωμα των λουλουδιών και οι μακρινοί ήχοι από γλέντι στο χωριό, στους πρόποδες του λόφου. Ξαφνικά, πυροτεχνήματα έσκασαν στον ζεστό νυχτερινό αέρα μαρτυρώντας ότι ο κόσμος ακόμη γιόρταζε. «Ευτυχισμένη;» τη ρώτησε. Φορώντας μόνο τη βέρα της και τρέμοντας ακόμη από την ευχαρίστηση, η Τζασίντα ψιθύρισε: «Είμαι πάντα ευτυχισμένη τώρα. Το ξέρεις αυτό». Τον αγκάλιασε με τη σιγουριά που της έδινε η απόλυτη ασφάλεια, η αγάπη του είχε διώξει κάθε της φόβο. «Κι εγώ το ίδιο. Όταν ξυπνάω κάθε πρωί και σε βλέπω δίπλα μου, νυσταγμένη και μεταξένια, μ’ αυτά τα υπέροχα μαλλιά γύρω από το αγαπημένο σου πρόσωπο, το όμορφο χαμόγελό σου μόνο για μένα, ξέρω ότι τίποτα σ’ αυτό τον κόσμο δε σημαίνει τόσο πολλά για μένα όσο εσύ. Έχω καταφέρει να σε πείσω ότι, αν και είμαι απολύτως αφοσιωμένος στην Ιλίρια, θα πέθαινα για σένα; Θα έρχεσαι πάντα πρώτη στη ζωή μου».


175

ROBYN DONALD

Η Τζασίντα έσκυψε και φίλησε την καρδιά του. «Ναι. Σ’ αγαπάω πολύ περισσότερο απ’ ό,τι έναν χρόνο πριν», του εξομολογήθηκε. «Δεν ήξερα ότι η αγάπη μεγαλώνει και μεγαλώνει μέχρι που γεμίζει τη ζωή σου». Η πανσέληνος έριχνε στο δωμάτιο το ασημένιο φως της, μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα. Όμορφος κι ευτυχισμένος, ο Μάρκο έσκυψε και σκόρπισε φιλιά γύρω από τη μέση της. «Κι αν έχεις δίκιο και η αποπλάνηση που μου επιφύλαξες την προηγούμενη βδομάδα μας έφερε το πρώτο μας παιδί, τότε θα έχω περισσότερα απ’ όσα ποτέ θα μπορούσα να ζητήσω». Η Τζασίντα χαμογέλασε διστακτικά. «Το ελπίζω... αλλά δεν υπάρχει λόγος να μη σιγουρευτούμε, σωστά;» Ο Μάρκο γέλασε και την πήρε στην αγκαλιά του. «Κανένας απολύτως λόγος». Και αργότερα, όταν το φεγγάρι βρισκόταν στη δύση του και δεν έσκαγαν πια πυροτεχνήματα σαν χρυσάνθεμα στον ζεστό, βραδινό ουρανό, η Τζασίντα καθόταν ξαπλωμένη άκουγε το χτύπο της καρδιάς του κάτω από το μάγουλό της. «Η Λέξι Κ1 εγώ τόσα χρόνια και μόνο που ακούγαμε τη λέξη Ιλιρια τρομοκρατούμασταν, αλλά σήμερα στους δρόμους ο κόσμος μάς έραινε με λουλούδια. Ήταν σαν όνειρο», είπε γλυκά. «Ένα όνειρο που εσύ και η Λέξι κάνατε πραγματικότητα με το θάρρος σας», είπε ο Μάρκο. «Από δω και πέρα, καρδούλα μου, η ζωή θα σε ραίνει μόνο με λουλούδια».

Τέλος

Profile for Τζένη Διαμαντοπούλου

Ο Πρίγκιπας και το Μοντέλο-(Oι Εστεμμένοι της Ιλίρια #3)-Robyn Donald  

Ο Πρίγκιπας και το Μοντέλο-(Oι Εστεμμένοι της Ιλίρια #3)-Robyn Donald  

Advertisement