Page 1


Θα βρισκόταν στο έλεος του! Ο Μεγάλος Δούκας της Ιλίρια Γκάμπριελ Κονσιντίνι διψούσε για εκδίκηση. Πίστευε ότι η Σάρα Μίλτον, η μνηστή του, του έκλεψε ένα ανεκτίμητο οικογενειακό κειμήλιο και τον πρόδωσε μ’ έναν άλλον άντρα. Ο Γκάμπριελ ήταν αποφασισμένος να πάρει πίσω τη χαμένη του αξιοπρέπεια -και το πολύτιμο κόσμημα. Το σχέδιό του ήταν να οδηγήσει τη Σάρα με δόλο στο απομονωμένο κάστρο του και να την κρατήσει εκεί με το ζόρι μέχρι να του δώσει όλα όσα ήθελε! Κι όπως ανάμεσά τους η ερωτική έλξη ήταν πάντα πολύ δυνατή, αν χρειαζόταν θα τη χρησιμοποιούσε κι αυτή προκειμένου να την υποτάξει... Οι Εστεμμένοι της Ιλίρια Μυστικά, πάθη και ίντριγκες συγκλονίζουν το ειδυλλιακό πριγκιπάτο


Robyn Donald ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ Μετάφραση: Τζουλιάννα Μπαρουξή ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε. Ιπποκράχους 57,106 8Ο Αθήνα Τηλ.: 21Ο 3609 438, 21Ο 3629 723 Τίτλος πρωτοτύπου: By Royal Demand © Robyn Donald 2006. All rights reserved. © 2008 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A.B.E.E. για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V / S.a.r.l. ΧΡΥΣΑ ΑΡΛΕΚΙΝ No. 1345 ISSN 1105-8226 Μετάφραση: Τζουλιάννα Μπαρουξή Επιμέλεια: Μαρίνα Τσαμουρά Διόρθωση: Ρήγας Καραλής Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε μέσο, χωρίς την άδεια του εκδότη. Όλοι οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, που ζουν ή έχουν πεθάνει, είναι καθαρά συμπτωματική. ΤΕΥΧΟΣ 1345 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


5

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ο Γκάμπριελ Κονσιντίνι σήκωσε το κεφάλι από το γραφείο του. Τα σκληρά καταγάλανα μάτια του συνάντησαν τα μάτια του μικρότερου αδερφού του. «Εμπρός, λοιπόν, πες μου ότι είμαι τρελός», τον παρακίνησε ευγενικά. Το κατσούφιασμα του Μάρκο μετατράπηκε σε ένα αδιόρατο χαμόγελο. «Είσαι τρελός». Ο Γκάμπριελ σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Κοίταξε τα τείχη που, ανέπαφα ακόμα, περιτριγύριζαν το κάστρο. Για χίλια περίπου χρόνια οι πρόγονοί του είχαν ζήσει στο Λημέρι του Λύκου και είχαν προστατέψει τον εμπορικό δρόμο που περνούσε μέσα από τα βουνά ανάμεσα στην υπόλοιπη Ευρώπη και το μικρό πριγκιπάτο της Ιλίρια, στη Μεσόγειο Θάλασσα. Σαράντα χρόνια πριν, ο εμφύλιος πόλεμος, η προδοσία και ο θάνατος είχαν οδηγήσει τους παππούδες του, τον Μέγα Δούκα και τη Δούκισσα, να πολεμήσουν με τους αντάρτες στα βουνά μέχρι που σκοτώθηκαν σε μια ενέδρα. Παρ’ ότι ο Γκάμπριελ και τα αδέρφια του είχαν γεννηθεί στην εξορία, ο Μάρκο ήξερε ότι ο Γκάμπριελ είχε μια ισχυρή αίσθηση υποχρέωσης στο λαό που είχε υποφέρει για τόσο καιρό και που ευχόταν μυστικά να ξαναγυρίσει ο άρχοντάς του. Η βαθιά φωνή του Γκάμπριελ δε μαρτυρούσε κανένα απολύτως συναίσθημα όταν είπε: «Τότε βρες εσύ κάποια καλύτερη ιδέα». «Γιατί δε σου κάνουν οι παραδοσιακές, αποτελεσματικές απειλές;» Ο Μάρκο άλλαξε τη φωνή του, προσποιούμενος τον κακό από ταινία τρόμου. «Πες μου πού είναι το περιδέραιο, αλλιώς θα σε καταστρέψω οικονομικά και θα πετάξω τη μητέρα σου έξω στο χιόνι». «Η μητέρα της έχει πεθάνει. Και οι απειλές θα είναι πολύ πιο


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

6

αποτελεσματικές αν είναι εδώ και δεν μπορεί να ξεφύγει». «Αν είναι αιχμάλωτη, εννοείς», είπε ο Μάρκο χωρίς περιστροφές. Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Δε θα είναι η πρώτη φορά που θα κρατηθεί μια γυναίκα αιχμάλωτη εδώ». «Κυρίως τις κρατούσαν ομήρους όχι αιχμάλωτες». Ο Γκάμπριελ, ο Μάρκο και η αδερφή τους είχαν μεγαλώσει με τις ιστορίες από την ιλιριανή κληρονομιά τους. Μία τέτοια όμηρος είχε παντρευτεί τον τότε Μέγα Δούκα και είχε μπει στην τάξη των προγόνων τους. «Κι αν η Σάρα αρνηθεί να παραδεχτεί ότι έκλεψε το περιδέραιο;» ρώτησε ο Μάρκο. Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε το κατάμαυρο φρύδι του με ύφος που αποστόμωσε τον αδερφό του. «Τότε θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να πάρω πίσω το Αίμα της βασίλισσας». Το σκληρό μεσαιωνικό όνομα του περιδέραιου με τα πιο πολύτιμα ρουμπίνια στον κόσμο εξακολουθούσε να κάνει τον Μάρκο να ανατριχιάζει. «Παράξενο που υπάρχει γυναίκα η οποία θα φορούσε πρόθυμα κάτι που ονομάζεται έτσι». Ο αδερφός του χαμογέλασε σαρδόνια. «Στις γυναίκες αρέσουν τα όμορφα πράγματα, ακόμα κι εκείνα που έχουν βάρβαρη ιστορία. Και το Αίμα της Βασίλισσας είναι παραπάνω από όμορφο... είναι υπέροχο, μοναδικό κι αναντικατάστατο. Δεν εξορύσσονται πλέον αψεγάδιαστα ρουμπίνια αυτού του μεγέθους. Κι έπειτα είναι και το μυστήριο πώς βρέθηκαν από τη Βιρμανία στην Ευρώπη και ποιος τα έδεσε με ατόφιο χρυσάφι. Κάποια άγνωστη ιδιοφυία του Μεσαίωνα; Ή μήπως το περιδέραιο είναι το μοναδικό εναπομείναν έργο κάποιου άγνωστου πολιτισμού;» Ο Μάρκο ξέσπασε σε γέλια. «Έλα τώρα, μη μου πεις ότι πιστεύεις αυτή την παλιά ιστορία... ότι έχει φτιαχτεί στην Ατλαντίδα;»


7

ROBYN DONALD

Ο αδερφός του έκανε έναν κυνικό μορφασμό. «Όχι. Αλλά, δεδομένων των συνθηκών, καμία γυναίκα δε θα νοιαζόταν που η πρώτη του κάτοχος πέθανε στα βουνά μερικά χιλιόμετρα από δω, μαχαιρωμένη στην καρδιά από τον αρχηγό μιας συμμορίας ληστών. Τελευταία, νομίζω ότι έχω αρχίσει να κατανοώ τον τύπο». Ο Μάρκο καταλάβαινε τον ψυχρό χλευασμό στον τόνο του αδερφού του. Το ότι είχε ερωτευτεί μια γυναίκα, η οποία τελικά του έκλεψε το αμύθητο οικογενειακό κειμήλιο των Κονσιντίνι, σίγουρα δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο για τον κυνικό, ξεροκέφαλο αδερφό του, που φημιζόταν παγκοσμίως για την τετράγωνη λογική του και την ευφυΐα του. Ο Γκάμπριελ είχε φυσικά πολλές σχέσεις, αλλά ήταν πάντα διακριτικές, και η σκέψη ότι είχε τελικά ερωτευτεί ήταν... ε... ήταν απλώς πολύ δύσκολο να το φανταστεί κανείς! Η σχέση τους ήταν ένα απίθανο ρομάντζο. Εκείνος ήταν ένας άντρας με αρχαία κληρονομιά κι ολόκληρο τον κόσμο στα πόδια του κι εκείνη μια γυναίκα από το πουθενά, που πάλευε να χτίσει . την καριέρα της ως διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων. Κι όμως ο Γκάμπριελ από την πρώτη στιγμή που είδε τη Σάρα I Μίλτον είχε ξετρελαθεί μαζί της και είχε καταπατήσει όλους του τους κανόνες με ένα θυελλώδες ειδύλλιο που είχε λάβει χώρα σχεδόν εξ ολοκλήρου σε κοινή θέα σε όλα τα μέσα μαζικής ι ενημέρωσης παγκοσμίως. Δύο εβδομάδες μετά την ανακοίνωση των αρραβώνων τους, ο Γκάμπριελ είχε επιμείνει να φορέσει η Σάρα το Αίμα της Βασίλισσας για το γάμο κάποιου δούκα, στα νότια της Γαλλίας. Ήταν μια νύχτα που ο Γκάμπριελ δεν τη θα ξεχνούσε ποτέ, σκέφτηκε ο Μάρκο ζοφερά και όχι μόνο επειδή η εντυπωσιακή ομορφιά των ρουμπινιών, που έλαμπαν πύρινα πλάι στον βαρύ, περίτεχνα δουλεμένο χρυσό, είχε αναδείξει μοναδικά τα σκουρόχρωμα μαλλιά της Σάρα και τα μυστηριώδη γκριζοπράσινα μάτια της. Κάθε υπέροχο πετράδι είχε δημιουργήσει άψογη αντίθεση με το χλομό δέρμα της. Εκείνο


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

8

το βράδυ το περιδέραιο είχε εξαφανιστεί, είχε κλαπεί από ένα χρηματοκιβώτιο στον πύργο όπου έμενε η Σάρα... ένα χρηματοκιβώτιο για το οποίο εκείνη είχε διαλέξει το συνδυασμό. Ο Μάρκο ήταν ακόμα έξαλλος που η Σάρα είχε προσπαθήσει να κατηγορήσει την υπηρέτρια, ο Γκάμπριελ, όμως, είχε καταλάβει την απάτη της. Παρ’ όλο που η κλοπή είχε κρατηθεί μυστική, μετά από τρεις μέρες η σύντομη, λιτή ανακοίνωση της διάλυσης του αρραβώνα ανάμεσα στον Γκάμπριελ Κονσιντίνι και τη Σάρα Μικτόν είχε βάλει και πάλι φωτιά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Κάποιες φυλλάδες το είχαν αποκαλέσει το σκάνδαλο του αιώνα. Ο Μάρκο συνάντησε τα σκληρά, έξυπνα μάτια του Γκάμπριελ. «Εξακολουθείς να είσαι απολύτως σίγουρος ότι το έκλεψε εκείνη; Εξάλλου δεν υπήρχαν ατράνταχτες αποδείξεις που να τη συνδέουν με την κλοπή κι αν είχε προσπαθήσει να το πουλήσει, θα το ήξερες». Με τόνο που προειδοποιούσε τον αδερφό του να μην συνεχίσει άλλο, ο Γκάμπριελ είπε: «Εκείνη το έκλεψε. Το ότι δεν το έχει πουλήσει είναι γιατί δεν τολμάει. Σκοπεύω να την πείσω ότι αξίζει τον κόπο να το επιστρέψει σ’ εμένα». Ο Γκάμπριελ σίγουρα θα μπορούσε να το κάνει, σκέφτηκε ο Μάρκο. Ο χαρισματικός χαρακτήρας του αδερφού του οφειλόταν περισσότερο στο προσωπικό του κύρος παρά στην ενδιαφέρουσα ανάμειξη πριγκιπικού κι αριστοκρατικού αίματος, που του είχε κληροδοτήσει το αριστοκρατικό του πρόσωπο και το δυνατό, λεπτό κορμί του. Αν υπήρχε κάποιος που μπορούσε να ξελογιάσει τη Σάρα για να μάθει πού βρισκόταν το οικογενειακό τους κειμήλιο, τότε αυτός ο κάποιος ήταν ο Γκάμπριελ. Παρ’ όλα αυτά, ο Μάρκο ένιωσε υποχρεωμένος να υποδείξει: «Επρόκειτο να σε παντρευτεί, Γκάμπριελ. Θα μπορούσε να είχε το Αίμα της Βασίλισσας για πάντα». «Είχε αλλάξει ήδη γνώμη για το γάμο».


9

ROBYN DONALD

Μόνο ο Μάρκο, ο επικεφαλής ασφαλείας του Γκάμπριελ κι ένας φωτογράφος ήξεραν αυτό στο οποίο αναφερόταν ο Γκάμπριελ: μια ενοχοποιητική φωτογραφία που είχε τραβηχτεί με τηλεσκοπικό φακό απ’ έξω από τον πύργο όπου έμενε η Σάρα τη νύχτα που εξαφανίστηκε το περιδέραιο. Η φωτογραφία έδειχνε την αρραβωνιαστικιά του Γκάμπριελ στην αγκαλιά του ιδιοκτήτη του πύργου, Χοκ Κένεντι. Ήταν και οι δυο τους γυμνοί και η φωτογραφία ήταν τραβηγμένη μέσα από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας της Σάρα. Την επομένη ημέρα της κλοπής του περιδέραιου, ο Γκάμπριελ είχε λάβει τη φωτογραφία στο e-mail του με την απειλή ότι θα πουλούσαν το αρνητικό σε όποιον θα έδινε τα περισσότερα χρήματα αν δεν τους έδινε εκείνος λεφτά. «Έχει κάνει καμία πρόοδο ο ειδικός ασφαλείας στο να ανακαλύψει ποιος ήταν ο φωτογράφος;» ρώτησε ο Μάρκο. «Ναι». «Υποθέτω ότι δε θα δημοσιεύσει τη φωτογραφία, ό,τι κι αν συμβεί, ε;» Το χαμόγελο του Γκάμπριελ ήταν συγκρατημένο και τελείως δολοφονικό. «Όχι». «Και γιατί δεν του είπες να τη δημοσιεύσει και να σε αφήσει ήσυχο; Δε θα το πίστευα ποτέ ότι ήσουν άνθρωπος που θα άφηνες να σε εκβιάσουν και θα τους έδινες λεφτά». «Από υπερηφάνεια», είπε ο Γκάμπριελ κοφτά. «Όταν επιβεβαίωσα ότι ήταν αυθεντική, ένιωσα εντελώς ανόητος που με ξεγέλασε έτσι μια όμορφη, έξυπνη κλέφτρα και την αρραβωνιάστηκα. Απεχθάνομαι να με κάνουν εντελώς ηλίθιο οι ίδιες μου οι ορμόνες». Όταν ο Μάρκο δεν είπε τίποτα, ο Γκάμπριελ συνέχισε με την ίδια ανέκφραστη φωνή: «Κι εκτός απ’ αυτό, ακριβώς πριν από την κλοπή ο Αλεξ είχε προτείνει να επιστρέφω στην Ιλίρια και να αναλάβω το αξίωμα του Μεγάλου Δούκα». Ο Μάρκο ανασήκωσε τα φρύδια του. «Και;»


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

10

«Με το που διέλυσα τον αρραβώνα, οι εφημερίδες αφήνιασαν». Ο Μάρκο έκανε μια γκριμάτσα. «Μη μου το θυμίζεις... το σκάνδαλο του αιώνα! Τι σχέση είχε όμως η πρόταση του Αλεξ μ’ αυτό... ή με τη φωτογραφία;» «Περιέπλεκε την κατάσταση. Οι Ιλιριανοί, ιδίως εδώ στα βουνά, πιστεύουν ακόμα ότι πρέπει να τους διοικούν δυνατοί άντρες. Όπως γνωρίζεις καλά, έχουν αρκετά αυστηρές ιδέες για το ρόλο των αντρών και των γυναικών. Η διάλυση του αρραβώνα είναι ήδη κακό. Αν γινόταν γνωστό ότι είχα ερωτευτεί μια γυναίκα που κοιμήθηκε με άλλον άντρα, ενώ ταυτόχρονα σχεδίαζε να κλέψει το Αίμα της Βασίλισσας, οι χωρικοί θα έχαναν κάθε σεβασμό στο πρόσωπό μου». Γέλασε κοφτά αν και δεν ήταν καθόλου αστείο. «Και με το δίκιο τους, αλλά αν είναι να κάνω κάτι γι’ αυτούς, χρειάζομαι σεβασμό». «Από τότε δηλαδή σκεφτόσουν σοβαρά να δεχτείς την πρόταση του Αλεξ;» Ο Αλεξ, μακρινός ξάδερφός τους, είχε στεφθεί πρίγκιπας της Ιλίρια πριν από μερικά χρόνια χάρη στην αποφασιστική και συντριπτική βούληση του λαού. Τώρα χρησιμοποιούσε τα χρήματα και την αίγλη του για να φέρει το μικρό βασίλειό του — κατεστραμμένο από τα τόσα χρόνια καταπίεσης στο δρόμο της ευημερίας. «Ναι», είπε ο Γκάμπριελ. «Θα ανακοινωθεί σε μία δύο εβδομάδες». Ο Μάρκο σφύριξε. «Δηλαδή η Σάρα έχασε την ευκαιρία να γίνει Μεγάλη Δούκισσα», παρατήρησε σκεπτικός. «Λυπηρό δεν είναι;» «Γιατί αποφάσισες να αναλάβεις το αξίωμα;» ρώτησε ο Μάρκο περίεργος. «Δε χρειάζεσαι τη δύναμη και ξέρω ότι ο τίτλος δε σημαίνει για σένα και πολλά, πέρα από μία κάποια συναισθηματική σύνδεση με τους προγόνους μας. Και σίγουρα δε χρειάζεσαι περισσότερα χρήματα... όχι ότι η περιοχή πρόκειται να παραγάγει τίποτα για πολλά χρόνια ακόμη. Αντίθετα θα σου αδειάζει το πορτοφόλι».


11

ROBYN DONALD

Ο Γκάμπριελ είχε μεγάλο πορτοφόλι. Όπως και ο Μάρκο, είχε χτίσει μια αυτοκρατορία στον πειρατικό κόσμο των μοντέρνων επιχειρήσεων με την όρεξη και το φυσικό ταλέντο που οι πρόγονοί τους είχαν αφιερωθεί στο να διατηρήσουν την τάξη στην πολυτάραχη γη τους. Όμως η κοιλάδα πάνω από την οποία είχε πετάξει ο Μάρκο εκείνο το πρωί έμοιαζε βγαλμένη από μεσαιωνική γκραβούρα, με μικροσκοπικά χωριουδάκια και κανένα ίχνος εκσυγχρονισμού πέρα από τον στρατιωτικό δρόμο που είχε φτιάξει ο δικτάτορας μέσα από το πέρασμα. Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε τους ώμους του και κοίταξε έξω στην κοιλάδα. Η γαλήνια ομορφιά της έκρυβε τη φτώχεια που την κατέτρωγε. «Κάθε χωρικός στην πεδιάδα αυτή τιμωρήθηκε ξανά και ξανά από το δικτάτορα, γιατί ήταν πιστός στους παππούδες μας. Τους χρωστάω». Ο Μάρκο έγνεψε καταφατικά. Η υπευθυνότητα ήταν το βασικότερο χαρακτηριστικό του Γκάμπριελ. «Θα μπορούσες να τους βοηθήσεις και χωρίς να επιστρέφεις στον φεουδαλισμό και να γίνεις Μέγας Δούκας». «Ξέρεις τη δύναμη πειθούς του Άλεξ... εξάλλου, εσένα κατάφερε να σε πείσει να αναλάβεις την εταιρεία λογισμικού του για να μπορέσει να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην Ιλίρια». «Ναι, όντως». Ο Μάρκο χαμογέλασε πλατιά. «Κι εγώ άρπαξα την ευκαιρία. Μου αρέσει πολύ. Η δική σου δικαιολογία ποια είναι;» «Έρχομαι συνέχεια εδώ τον τελευταίο χρόνο, προσπαθώντας να βρω πώς μπορώ να βοηθήσω αυτούς τους ανθρώπους και μου το έχουν δηλώσει καθαρά ότι θέλουν έναν Μεγάλο Δούκα, όπως ήθελαν να γυρίσει πίσω ο Αλεξ. Είναι σαν ψυχολογική ανάταση για τη γενιά που θυμάται τις παλιές καλές μέρες, αλλά ακόμα και οι νεότεροι το επιθυμούν». Όσο ο Μάρκο προσπαθούσε να τα χωνέψει όλα αυτά, ο Γκάμπριελ πρόσθεσε καυστικά: «Κι αυτός είναι ο λόγος που ένιωσα ότι μια φωτογραφία της μνηστής μου γυμνής με τον εραστή της θα μίαινε και τον τίτλο και τη σκληρή δουλειά του Αλεξ». «Καταλαβαίνω τι εννοείς». Ο Μάρκο κοίταξε τον μεγαλύτερο


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

12

αδερφό του ειρωνικά. «Θα έπρεπε να έχεις χρεώσει τις φυλλάδες για όλο αυτό το υλικό που τους έδωσες απλόχερα. Πρώτα έκαναν σαν τρελές όταν εσύ και η Σάρα ανακοινώσατε τον αρραβώνα σας και μετά από δεκαπέντε μέρες την παράτησες. Έπαθαν φρενίτιδα!» Ο Μάρκο εξακολουθούσε να δυσκολεύεται να πιστέψει ότι η Σάρα Μιλτον είχε κλέψει το περιδέραιο. Ή ότι είχε εραστή τον Χοκ Κένεντι. Εντάξει, η Σάρα ήταν όμορφη με έναν τρόπο που γοήτευε οποιονδήποτε άντρα είχε μάτια κι έβλεπε ή είχε έστω και μια μικρή σταγόνα τεστοστερόνης στο κορμί του, αλλά πέρα απ’ αυτό εκείνος την είχε συμπαθήσει πολύ. Φυσικά η συμπαθητική προσωπικότητα θα ήταν πολύ χρήσιμο προσόν για μια απατεώνισσα. Μη έχοντας ελπίδα να πείσει τον αδερφό του, ένιωσε υποχρεωμένος να του κάνει μια υπόδειξη. «Αν προχωρήσεις αυτό το τρελό σχέδιο, θα εκθέσεις πάλι τον εαυτό σου σε εκβιασμό. Η απαγωγή είναι αδίκημα στην Ιλίρια, Γκάμπριελ. Ακόμα και ο Αλεξ δεν είναι σίγουρο ότι θα μπορέσει να σε σώσει αν η Σάρα αποφασίσει να σε καταγγείλει». Είδε το πρόσωπό του αδερφού του να σκληραίνει. Είχε την ίδια ψυχρή έκφραση που είχαν και οι πρόγονοί τους στα πορτραίτα. Αδίστακτοι άντρες — και γυναίκες— ξακουστοί για την αφοσίωσή τους στον πρίγκιπά τους και για την εξαιρετική δεξιοτεχνία τους στην τέχνη του πολέμου, είχαν κρατήσει τα σύνορα με ένα μείγμα τρομακτικής εξουσίας και στυγνής εξυπνάδας. Ο Γκάμπριελ θα ήταν ιδανικός Μέγας Δούκας. Και θα βοηθούσε σίγουρα τον Άλεξ στα σχέδια του να επαναφέρει την ευημερία και την αυτοπεποίθηση στην Ιλίρια. Κι όμως ο Μάρκο εξακολουθούσε να νιώθει ιδιαίτερα επιφυλακτικός. Ο Γκάμπριελ δεν ήταν γενικά άνθρωπος που είχε εμμονές, αλλά φαινόταν να μη λαμβάνει καθόλου υπόψη του τις τυχόν αμφιβολίες. Όταν ο Γκάμπριελ μίλησε, η φωνή του ήταν ψυχρή και βαθιά


13

ROBYN DONALD

και δεν πρόδιδε κανένα συναίσθημα. «Έρχεται εδώ με τη θέλησή της». «Δεν ξέρει ότι αυτό το κάστρο είναι δικό σου ή ότι σχεδιάζεις να την κρατήσεις εδώ μέχρι να σου δώσει αυτό που θέλεις». Ο Γκάμπριελ χαμογέλασε. «Μέχρι να μου δώσει αυτό που μου ανήκει», διόρθωσε. Περιεργάστηκε το πρόσωπο του αδερφού του. «Χαλάρωσε. Δε σχεδιάζω να τη βασανίσω ή να την κρατήσω κλεισμένη στα μπουντρούμια. Μόλις μου πει πού είναι το περιδέραιο, μπορεί να φύγει. Και δεν πρόκειται να πάει στην αστυνομία... ή στους δημοσιογράφους»· Η περιφρόνηση στον τόνο του έκανε τον Μάρκο να ανατριχιάσει. «Φαντάζομαι ότι η τελευταία της επαφή με τους δημοσιογράφους την κατέβαλε αρκετά, ώστε να την κάνει να τους αποφεύγει». Αγνόησε το θέμα σαν να μη σήμαινε τίποτα και χαμογέλασε στον αδερφό του. Η αγάπη που του είχε ήταν εμφανής. «Είσαι έτοιμος να φύγεις;» «Ναι. Υπάρχει κάτι που θέλεις να μεταβιβάσω στον Αλεξ;» Το πρόσωπο του Γκάμπριελ μαλάκωσε. «Δώσε στο μωρό μια αγκαλιά από μένα». Ο Μάρκο χαμογέλασε πλατιά. «Φυσικά. Για φαντάσου ότι διάλεξε εσένα για νονό του! Πάντως, είσαι καλός με τα παιδιά». Ξαφνικά σοβαρεύτηκε πάλι. «Δε μου αρέσει όλο αυτό, Γκάμπριελ, αλλά ξέρω ότι δε γίνεται να σε πείσω να μην το κάνεις. Απλώς... να προσέχεις, εντάξει;» «Δε θα χρειαστεί. Αυτή τη φορά θα βρίσκεται σε δικό μου έδαφος και θα κρατάω όλα τα χαρτιά. Την προηγούμενη φορά ήμουν στην Αμερική όταν έμαθα τι είχε συμβεί. Ήταν ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει». Πήγε στο ελικόπτερο με τον Μάρκο και γυρνώντας στο κάστρο παρατήρησε γύρω του όσα πράγματα έπρεπε να γίνουν. Ο αδερφός του επηρεαζόταν εύκολα από ένα όμορφο πρόσωπο που κατάφερνε να επιδεικνύει τόση χάρη και συγκρότηση. Η Σάρα Μίλτον έπαιζε, όμως, συνεχώς θέατρο. Αλλά από την άλλη, πώς μπορούσε να κατηγορήσει τον Μάρκο γι' αυτή του


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

14

την αδυναμία; Η Σάρα τον είχε κι εκείνον ξεγελάσει, παρ’ όλο που ήξερε να καταλαβαίνει πότε μια γυναίκα σκόπευε να παγιδεύσει έναν εκατομμυριούχο σύζυγο. Κι όμως είχε φερθεί εντελώς ηλίθια με τη Σάρα. Παρά την πείρα του, την είχε αφήσει να τον θαμπώσει με το υπέροχο πρόσωπό της, τα ήρεμα μάτια της και το γεμάτο πάθος στόμα της. Τόσο πολύ μάλιστα, που είχε αποφασίσει να την παντρευτεί και της είχε αγοράσει κι ένα ρουμπινένιο δαχτυλίδι για να ταιριάζει με το Αίμα της Βασίλισσας. Πόσο ανόητος ήταν! Ένα φως έλαμψε στο σούρουπο και ο ήχος από έλικες ακουγόταν όλο και πιο κοντά, καθώς ένα άλλο ελικόπτερο κατευθυνόταν προς το κάστρο. Επιφυλακτικά, ο Γκάμπριελ εξέτασε τα συναισθήματά του. Δεν ένιωθε τίποτα, όπως διαπίστωσε ικανοποιημένος, πέρα από μια επιτακτική αποφασιστικότητα να αποσπάσει από κείνη το πού βρισκόταν το περιδέραιο. Και μόλις γινόταν αυτό, θα είχε τη μεγάλη ευχαρίστηση να την πετάξει έξω από το κάστρο και από την Ιλίρια. Και μετά δε θα την ξανασκεφτόταν ποτέ.


15

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Για μια στιγμή η καρδιά της Σάρα σταμάτησε και η ανάσα της κόπηκε. Οι προβολείς του ελικοπτέρου έπεσαν σε μια πύρινη, κατακόκκινη γραμμή πάνω από τα πανάρχαια πέτρινα τείχη του κάστρου, κάνοντάς τα να φαίνονται σαν να ήταν πλημμυρισμένα με αίμα. Κοιτώντας καλύτερα, διαπίστωσε ότι ήταν το περίγραμμα φύλλων και κορμών. Το βίαιο χρώμα ήταν απλώς φθινοπωρινές αποχρώσεις σε έναν αρχαίο αμπελώνα. «Σύνελθε», μουρμούρισε. Στο μυαλό της ήρθαν αναμνήσεις από ιστορίες με βρικόλακες, τόσο ζωντανές, που την έκαναν να περιεργαστεί ταραγμένη τα βουνά που περιτριγύριζαν την κοιλάδα. Αυτό ήταν γελοίο. Από τότε που είχε ανέβει στο θρόνο ο πρίγκιπας Άλεξ, η Ιλίρια είχε γίνει ένα πολιτισμένο κράτος, ανοιχτό στον κόσμο. Εξάλλου δεν επρόκειτο να καθίσει εδώ για πολύ. Έπρεπε να δει τρεις κρεβατοκάμαρες και τα μπάνια τους και να σκεφτεί ένα ιδιοφυές σχέδιο για να διακοσμηθούν από την αρχή, έτσι ώστε να διατηρηθεί η μεσαιωνική ατμόσφαιρά τους, ενσωματώνοντας όμως σύγχρονες υδραυλικές εγκαταστάσεις. Μακάρι να ήταν τόσο απλό, σκέφτηκε, ενώ ο φόβος την κατάτρωγε. Ήθελε απελπισμένα να πάρει αυτή τη δουλειά. Αν κέρδιζε την έγκριση της κομψής Αμερικανίδας διαδόχου στην οποία ανήκε το κάστρο μπορεί η καριέρα της να ξανάπαιρνε τα πάνω της μετά την κατρακύλα της περσινής χρονιάς.


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

16

Μην τα σκέφτεσαι αυτά, πρόσταζε τον εαυτό της. Ο πόνος, όμως, μπήκε μέσα της σαν γκρίζο σύννεφο, πνίγοντας τα πάντα στη δυστυχία που ήξερε τόσο καλά. Αλλά αν είχε μάθει κάτι τους τελευταίους μήνες ήταν πως, ό,τι κι αν συμβεί, η ζωή συνεχίζεται. Το ελικόπτερο προσγειώθηκε. Κατσουφιασμένη η Σάρα κοίταξε μες στο σκοτάδι. Ήξερε από την αρχή ότι η ιδιοκτήτρια δε θα βρισκόταν εκεί, αλλά δεν περίμενε ότι το κάστρο θα ήταν εντελώς έρημο. Δεν έβλεπε κανένα φως πίσω από τα παντζούρια πάνω στα οποία ήταν ζωγραφισμένο το περίγραμμα από κάποιο οικόσημα. «Λύκος είναι;» μουρμούρισε. Ναι, έμοιαζε με λύκο... τα αυτιά, τα δόντια και μια κατακόκκινη γλώσσα ξεχώριζαν χαρακτηριστικά. Ένα παράξενο ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της, οξύνοντας τις αισθήσεις της. Γύρισε το κεφάλι της και περιεργάστηκε κι άλλα άδεια, σκοτεινά παράθυρα που σκαρφάλωναν σε έναν πύργο. Λογικό που ένιωθε σαν να την παρακολουθούσαν. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είχε χτιστεί το κάστρο! Ξεπρόβαλλε πάνω από την κοιλάδα για να φυλάει τον εμπορικό δρόμο μέσα από τα βουνά. Σταμάτα να επηρεάζεσαι! διέταξε τον εαυτό της θαρραλέα. Η πόρτα του ελικοπτέρου άνοιξε και ο θόρυβος από τους έλικες επιτέθηκε στα αυτιά της και μετά άρχισε να μαλακώνει. «Κυρία;» Λ, ένας άνθρωπος... ένας κοντός, παχουλός άντρας που φώναζε από μακριά ότι ήταν μπάτλερ. Και πρέπει να ήταν και Άγγλος αν είχε ακούσει καλά την προφορά του μέσα στο θόρυβο από τους έλικες. Ανακουφισμένη, η Σάρα χαμογέλασε και ξεκούμπωσε τη ζώνη ασφαλείας. Κατέβασε τα μακριά πόδια της στο γρασίδι κι αμέσως έσκυψε καθώς ο μπάτλερ την οδηγούσε μακριά από το ελικόπτερο. Όταν βρίσκονταν πια σε ασφαλή απόσταση, της υπέδειξε μια αψιδωτή πόρτα στον τεράστιο πέτρινο τοίχο. «Από δω, κυρία». Όταν η Σάρα δίστασε, εκείνος πρόσθεσε: «Οι αποσκευές σας θα ακολουθήσουν».


17

ROBYN DONALD

Άπλωσε το χέρι του για να πάρει τη βαριά τσάντα της. Απρόθυμα η Σάρα υπάκουσε. Η πόρτα οδηγούσε σε μια αυλή. Η Σάρα είδε λουλούδια να γυαλίζουν μέσα σε γλάστρες. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ηρέμησε κάπως. Ο αέρας ήταν ακόμα ζεστός από την υπέροχη φθινοπωρινή ημέρα. Υπερνικώντας τον ανόητο φόβο της, ίσιωσε τους ώμους της και ακολούθησε τον μπάτλερ, αποφασισμένη να δώσει σ’ αυτή τη δουλειά τον καλύτερό της εαυτό. «Σε λίγο φτάνουμε, κυρία», είπε ο μπάτλερ και της έδειξε μία ακόμα τεράστια, συμπαγή πόρτα, η οποία ήταν προφανώς φτιαγμένη για να απωθεί τυχόν εισβολείς που ήταν αρκετά ανόητοι για να επιτεθούν. Ή για να κρατάει μέσα τους φυλακισμένους. Ήταν εκνευρισμένη με τον εαυτό της που άφηνε τη φαντασία της να οργιάζει έτσι. Η Αμερικανίδα που είχε το κάστρο δεν ήταν καθόλου τρομακτική, αλλά μια άψογα περιποιημένη, μοντέρνα γυναίκα που ήθελε απλώς να μεταμορφώσει τρία υπνοδωμάτια σε φιλόξενα, κομψά καταφύγια για τους καλεσμένους της. Η βαριά ξύλινη πόρτα, θωρακισμένη με μια εντυπωσιακή μεσαιωνική κλειδαριά, οδηγούσε σε μια μεγάλη πλακόστρωτη αίθουσα. Ο υπηρέτης της χαμογέλασε ευγενικά. «Περάστε, παρακαλώ. Ελπίζω να είχατε καλό ταξίδι». «Πολύ καλό, ευχαριστώ», είπε η Σάρα αυτόματα και τον ακολούθησε στο κάστρο. Μέσα, ήταν δροσερά, αλλά αυτό το περίμενε. Τα πολύ παλιά έπιπλα και τα χειροτεχνήματα καταστρέφονται από τη θέρμανση. Το κάστρο ήταν πεντακάθαρο. Από τα δοκάρια δεν κρέμονταν αράχνες και δεν ακούγονταν ύποπτοι θόρυβοι από τις γωνίες... Ο μπάτλερ την οδήγησε μέσα από την αίθουσα σε μία ακόμα τεράστια πόρτα. Απειλητικές, εξαιρετικά δουλεμένες πανοπλίες ήταν παραταγμένες στους τοίχους. Η σκληρή, αρρενωπή ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν μαλάκωνε κάπως από τα


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

18

λουλούδια που γέμιζαν μεγάλες στάμνες. Στην άλλη άκρη της αίθουσας κρεμόταν ένα λάβαρο. Παρ’ όλο που είχε ξεθωριάσει από τον καιρό και ήταν φθαρμένο, τα γεμάτα δέος μάτια της Σάρα ξεχώρισαν το περίγραμμα ενός λύκου. Τι στο καλό έκανε εκεί πέρα; Η ειδικότητά της ήταν τα σπίτια, όχι αυτού του είδους η αρχιτεκτονική, που δήλωνε απροκάλυπτα δύναμη και αγριότητα. Είχε διακοσμήσει διαμερίσματα στο Λονδίνο και στη Νότια Γαλλία, αλλά δεν είχε δουλέψει ποτέ πάνω σε κάτι τόσο παλιό όσο ένα κάστρο. Θα ήταν μεγάλη πρόκληση, λοιπόν, και θα φαινόταν πολύ εντυπωσιακό στο βιογραφικό της. Για να σπάσει τη βαριά σιωπή, είπε εύθυμα: «Έχει κάποιο όνομα το κάστρο;» «Α μάλιστα, δεσποινίς Μικτόν. Κάστρο του Λύκου... ή, όπως το λένε οι ντόπιοι, Το Λημέρι του Λύκου». Μη χειρότερα! «Τότε το λάβαρο στη μεγάλη αίθουσα είναι το οικόσημο των αρχικών ιδιοκτητών του;» «Όντως», είπε ο μπάτλερ, ανοίγοντας μια μικρή πόρτα που οδηγούσε σε ένα ασανσέρ. Η Σάρα χαμογέλασε ειρωνικά και τον ακολούθησε. Και βέβαια το κάστρο είχε ασανσέρ. Απλώς ήλπιζε να μην ήταν το μόνο πράγμα εκεί μέσα που θύμιζε εικοστό πρώτο αιώνα! Αφού ανέβηκαν αρκετούς ορόφους, ο μπάτλερ την οδήγησε σε ένα δωμάτιο με ξύλινη επένδυση όπου δέσποζε ένα κρεβάτι με ουρανό. Το κεφαλάρι του και το κάτω μέρος ήταν σκαλισμένα με περίτεχνα άνθη και περικοκλάδες. Με μια αποκατάσταση θα γινόταν πανέμορφο. Δεν ίσχυε το ίδιο πάντως και για το υπόλοιπο δωμάτιο, σε χρυσό, βαρύ βυσσινί και απόλυτο λευκό, με τα έπιπλα δεύτερες απομιμήσεις. Λογικό που η κυρία Άμποτ Άρμιτατζ ήθελε να ανακαινίσει τα δωμάτια! Όποιος κι αν ήταν υπεύθυνος γι’ αυτή τη φτηνή παρωδία θα έπρεπε να του απαγορευτεί να πλησιάσει ξανά δωμάτιο, σκέφτηκε η Σάρα νευριασμένη. Ευτυχώς τουλάχιστον που δεν υπήρχαν κι εκεί λύκοι.


19

ROBYN DONALD

Ο μπάτλερ της έδειξε μια πόρτα. «Το μπάνιο σας είναι από κει. Αν θέλετε να ξεκουραστείτε, έχετε μία ώρα περίπου και θα επιστρέφω για να σας συνοδεύσω στο σαλόνι να πάρετε ένα ποτό πριν από το δείπνο». «Α!» Όταν εκείνος την κοίταξε κάπως απορημένος, η Σάρα του εξήγησε: «Νόμιζα ότι δεν ήταν κανείς εδώ». Σταμάτησε γιατί ακούστηκε σαν χαζή. «Ότι δε μένει κανείς εδώ», διόρθωσε. «Α ναι», είπε ο μπάτλερ και αφήνοντας την τσάντα της σε μια καρέκλα, έφυγε. Κατσουφιασμένη η Σάρα κοίταξε την πόρτα που έκλεινε και σκέφτηκε ότι η Αμερικανίδα αριστοκράτισσα θα πρέπει να ήταν τελικά πιο ζεστός άνθρωπος απ’ ό,τι της είχε φανεί. Όπως και να είχαν τα πράγματα πάντως, εκείνη όφειλε να υπενθυμίσει στον εαυτό της ότι το μέλλον της βασιζόταν στο να παραδώσει ένα σχέδιο που θα υπερείχε σε σχέση μ’ εκείνα των άλλων διακοσμητών. Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Κοίταξε γύρω της και πρόσεξε ότι το παράθυρο ήταν ανοιχτό. «Σταμάτα να δραματοποιείς τα πάντα!» διέταξε τον εαυτό της κι έγειρε στο περβάζι. Είχε ακόμα φως. Ακόμα και τώρα, δέκα χρόνια αφότου είχε φύγει από το Φαλάισι, έβρισκε το σούρουπο στην Ευρώπη μαγευτικό. Οι τροπικές νύχτες στον Ειρηνικό έπεφταν πάντα σαν πέπλο και κάλυπταν τα θερμά, λαμπερά χρώματα του νησιού μέσα σε μερικά λεπτά. Ο αέρας ήταν πεντακάθαρος και είχε μια μυρωδιά που μαρτυρούσε θερισμό και γεμάτες αποθήκες. Το δωμάτιό της βρισκόταν πάνω από τον προμαχώνα και έβλεπε όλη την κοιλάδα. Μικρά, αχνά φώτα φαίνονταν εκεί όπου ήταν τα χωριά. Από πάνω της έλαμπαν τα αστέρια, αλλά οι αστερισμοί τής ήταν άγνωστοι. Όταν ήταν μικρή, ήξερε όλα τα αστέρια και σχεδόν όλα τα φοινικόδεντρα και όλους τους ανθρώπους στο νησί, σκέφτηκε μελαγχολικά. Νοσταλγία για την πατρίδα της την πλημμύρισε. Όσο κι αν αγαπούσε το Φαλάισι, δεν είχε τίποτα πια εκεί κι αυτή ήταν η τελευταία της ευκαιρία να


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

20

περισώσει την καριέρα της που τόσο ανελέητα είχε καταστρέφει ο Γκάμπριελ. Έκανε μια γκριμάτσα. Όχι ότι μπορούσε να αποδώσει με βεβαιότητα την τόσο γρήγορη επαγγελματική κατρακύλα της σ’ εκείνον... ήταν πάντα πολύ διακριτικός. Αλλά, μολονότι οι νεόπλουτοι θα έκαναν ουρά για τις υπηρεσίες μιας γυναίκας που υπήρξε αρραβωνιασμένη με έναν τόσο ισχυρό άντρα, η παραμικρή υπόνοια ότι ήταν κλέφτρα θα τους έκανε να το βάλουν στα πόδια. Και σίγουρα αυτό θα πρέπει να είχε γίνει. Η κλοπή του περίφημου περιδέραιου το Αίμα της Βασίλισσας δεν είχε δημοσιοποιηθεί ποτέ, παρ’ όλα αυτά ο εργοδότης της την είχε απολύσει μόλις ο Γκάμπριελ είχε διαλύσει τον αρραβώνα τους. Το περιδέραιο είχε καταστρέφει όλη τη σκληρή δουλειά της, όλα όσα αγαπούσε. Ήταν το πιο πολύτιμο κειμήλιο της οικογένειας του Γκάμπριελ εδώ και χίλια χρόνια. Για κείνη, σκέφτηκε, ήταν καταραμένο. Τη μοναδική φορά που το είχε φορέσει, στον μεγαλοπρεπή γάμο κάποιου ξαδέρφου του Γκάμπριελ, ένα ρίγος την είχε διαπεράσει. Της το είχε φορέσει ο ίδιος ο Γκάμπριελ, αλλά ακόμα και το άγγιγμα των χεριών του στους ώμους της δεν είχε καταφέρει να τη ζεστάνει. Αμέσως τον είχε ρωτήσει: «Ποιος το έφτιαξε;» «Κανείς δεν ξέρει. Κάποιοι ειδικοί λένε ότι προέρχεται από θησαυρό των Σκυθών», είχε απαντήσει ο Γκάμπριελ καθώς περνούσε τη βαριά αλυσίδα στο λαιμό της. «Ήταν ένας νομαδικός λαός από τις στέπες, γνωστός για την ωμότητα του και τα καταπληκτικά έργα του από χρυσό. Τα ρουμπίνια είναι σίγουρα από τη Βιρμανία». Η Σάρα είχε κοιταχτεί στον καθρέφτη, υπνωτισμένη από την ομορφιά του περιδέραιου αλλά και αηδιασμένη από την αιματηρή του ιστορία. Ήταν σαν να είχε δική του παρουσία, μια αύρα που σίγουρα δεν οφειλόταν μόνο στο γεγονός ότι ήταν αμύθητης αξίας, τόσο σπάνιο που δεν μπορούσε ούτε να ασφαλιστεί.


21

ROBYN DONALD

Και παρά τις ειλικρινείς, απελπισμένες διαμαρτυρίες της, ο Γκάμπριελ ήταν τόσο σίγουρος ότι το είχε κλέψει εκείνη, ώστε είχε διαλύσει τον αρραβώνα τους με τον πιο σκληρό τρόπο. Εκείνη το είχε μάθει από ένα δελτίο Τύπου. Ακόμα και τώρα αρρώσταινε στην ανάμνηση του σάλου που προκλήθηκε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στην ανάμνηση των φλας, των υπαινιγμών, των ψεμάτων, τα κουτσομπολιών και των αστεϊσμών. Τρεις μήνες είχε ψάξει μανιασμένα για δουλειά και έβλεπε τις οικονομίες της όλο να λιγοστεύουν. Τίποτα, όμως, δεν ήταν τόσο εφιαλτικό όσο το να συνειδητοποιήσει ότι ο άντρας που την είχε κερδίσει, δείχνοντάς της τόση τρυφερότητα, είχε χρησιμοποιήσει ανελέητα τη δύναμη και την επιρροή του για να της καταστρέψει τη ζωή. Είχε αγαπήσει τον Γκάμπριελ πολύ και ήταν τόσο ανόητη που είχε αφήσει τον εαυτό της να πειστεί ότι αυτός ο υπέροχος άντρας την αγαπούσε κι εκείνος. Στην πρώτη όμως δοκιμασία η αγάπη του είχε αποκαλυφθεί πως ήταν μόνο μια αυταπάτη. Το μόνο της στήριγμα για να μην καταρρεύσει ήταν η υπερηφάνεια της. Και το ταλέντο της ως διακοσμήτρια, υπενθύμισε στον εαυτό της. Ήταν πολύ καλή, που να πάρει! Το Φαλάισι ήταν τώρα τόσο μακρινό όσο τα αστέρια, κομμάτι μιας ζωής που είχε χαθεί από καιρό. Ευτυχώς, μετά από αρκετούς μήνες απελπισμένων προσπαθειών, κάποιος διακοσμητής είχε συμφωνήσει να της δώσει μια ευκαιρία. Του το χρωστούσε να κάνει τη δουλειά σωστά, παρ’ όλο που της το είχε ξεκαθαρίσει ότι με το παραμικρό λάθος θα την έδιωχνε. Μέχρι τώρα την παρακολουθούσε στενά, αλλά το γεγονός ότι την είχε αφήσει έτσι ελεύθερη θα πρέπει να σήμαινε ότι είχε αρχίσει να την εμπιστεύεται. Ένα χτύπημα στην πόρτα την έβγαλε απότομα από τις δυσάρεστες σκέψεις της. «Περάστε», φώναξε. Ο υπηρέτης έφερε τη βαλίτσα της. «Ευχαριστώ», του είπε χαμογελώντας.


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

22

Εκείνος έκανε ένα ψυχρό νεύμα. «Αν χρειαστείτε οτιδήποτε, τραβήξτε το κουδούνι», είπε κι έφυγε κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα. Το βλέμμα της Σάρα έπεσε στον καθρέφτη. Είδε τον εαυτό της κι ανατρίχιασε. Έπρεπε οπωσδήποτε να κάνει ένα μπάνιο. Το να θρηνεί που η ζωή της είχε γίνει ένα απελπιστικό χάος δεν έβγαζε πουθενά. Καλύτερα να επιστράτευε τις δυνάμεις της για να πετύχει. Και το πρώτο πράγμα που θα έφευγε θα ήταν το χρυσό κουδούνι με την απαίσια φούντα, σκέφτηκε. Το μπάνιο ήταν εξίσου καταθλιπτικό με την κρεβατοκάμαρα, σε αποκρουστικό, δήθεν βικτοριανό στυλ με επίχρυσες βρύσες και μια μαρμάρινη μπανιέρα. Και τα υδραυλικά... ε, χρειάζονταν οπωσδήποτε επισκευή. Τι επισκευή... η αλήθεια ήταν ότι ήθελαν εξ ολοκλήρου αντικατάσταση. Δυσαρεστημένη η Σάρα πλύθηκε με νερό που με το ζόρι θα το έλεγε χλιαρό. Όταν επέστρεψε στο δωμάτιο, κοίταξε γύρω της και κατσούφιασε ακόμα περισσότερο όταν συνειδητοποίησε ότι η βαλίτσα της είχε εξαφανιστεί. Με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή, πήγε στη μεγάλη ντουλάπα που βρισκόταν στον τοίχο και, ναι, εκεί ήταν όλα της τα ρούχα, άλλα διπλωμένα στα ράφια κι άλλα κρεμασμένα. Κάποιος — ήλπιζε όχι ο υπηρέτης που είχε γνωρίσει — τακτοποιούσε όσο ήταν εκείνη στο μπάνιο. Ξεχωριστά κρεμασμένα σε έναν γάντζο μέσα από την πόρτα ήταν η καλή μαύρη φούστα της που της έφτανε μέχρι τον αστράγαλο, ένα κατάμαυρο μεταξωτό φανελάκι και η διακριτική μακρυμάνικη μπλούζα της, με τις ασημένιες θηλιές. Προφανώς οι ιδιοκτήτες του κάστρου ντύνονταν επίσημα στο δείπνο. Δεν είχε φέρει ψηλοτάκουνα παπούτσια, αλλά η φούστα ήταν αρκετά μακριά και θα έκρυβε λίγο τα μαύρα μποτάκια της. «Σ’ ευχαριστώ όποιος κι αν είσαι», είπε με κάθε ειλικρίνεια στο άγνωστο άτομο που την είχε λυπηθεί και της είχε υποδείξει ποιο ήταν το ενδεδειγμένο για την περίσταση ένδυμα.


23

ROBYN DONALD

Αφού ντύθηκε, έριξε μια ματιά στον καθρέφτη και διαπίστωσε ότι η εμφάνισή της ήταν όσο διακριτική άρμοζε. Βάφτηκε ελαφρά, βάζοντας μόνο λίγη σκιά στα μάτια της και βάφοντας με σκούρο κόκκινο λιπγκλός τα χείλη της. Δεν ήθελε να κάνει κακή εντύπωση! Προσεκτικά τράβηξε πίσω τα μαλλιά της και τα έπιασε σε ένα περιποιημένο, κλασικό σινιόν. Το διακριτικό χτύπημα στην πόρτα έκανε την καρδιά της να χτυπήσει σαν τρελή. Ηρέμησε, είπε αυστηρά στον εαυτό της. Είναι απλώς μια δουλειά και το μέλλον σου εξαρτάται απ’ αυτήν, γι' αυτό φρόντισε να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς. Ο υπηρέτης παραμέρισε για να την αφήσει να βγει έξω. «Από δω, κυρία», είπε και την κατέβασε με το ασανσέρ, αν και όχι μέχρι το ισόγειο. Μετά τη συνόδευσε σε έναν άλλο πέτρινο διάδρομο. «Πηγαίνουμε στο καθιστικό», της είπε με την ανέκφραστη φωνή του. «Είναι λιγότερο επίσημο από το σαλόνι». Α, ωραία, επομένως η περίσταση δεν ήταν επίσημη. Προσπαθώντας να ηρεμήσει το τρελό χτυποκάρδι της, η Σάρα έριξε διακριτικές ματιές γύρω της για ενδείξεις του γούστου των ιδιοκτητών. Αν και το κάστρο ανήκε στην πελάτισσά της, οι αρχικοί πρόγονοι κατοικούσαν ακόμα εκεί. Η Σάρα συνάντησε τα ζωγραφιστά μάτια μιας αγέρωχης όμορφης γυναίκας κι αναρωτήθηκε ποια να ήταν και γιατί της φαινόταν τόσο γνώριμη. Ο υπηρέτης σταμάτησε έξω από μια πόρτα, την άνοιξε και ανακοίνωσε: «Η δεσποινίς Μίλτον». Και η Σάρα μπήκε στον εφιάλτη που είχε στοιχειώσει τα όνειρά της τον τελευταίο χρόνο. Μετά το κακόγουστο κιτς της κρεβατοκάμαράς της, το κομψό, επενδυμένο με ξύλο γραφείο τής προκάλεσε σοκ... όχι, όμως και τόσο μεγάλο σοκ όσο ο άντρας που στεκόταν δίπλα στο αναγεννησιακό διακοσμητικό πλαίσιο του τζακιού. Ο Γκάμπριελ Κονσιντίνι, ο άντρας τον οποίο είχε αγαπήσει και επρόκειτο να παντρευτεί. Ψηλός, αδύνατος κι όμως με


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

24

διάπλαση γεμάτη δύναμη, ντυμένος με επίσημο ένδυμα σε άσπρο και μαύρο. Τα σμιλεμένα χαρακτηριστικά του και τα έντονα ζυγωματικά του ανέδιδαν μια εντύπωση ισχύος και εξουσίας. Και παρ’ όλο που το όμορφο πρόσωπό του δεν αντέδρασε καθόλου όταν την είδε, η Σάρα ένιωσε μια σκοτεινή, τρομακτική ικανοποίηση μέσα του που της πάγωσε το αίμα. Για μία φρικτή στιγμή όλοι οι μύες στο κορμί της σαν να κλείδωσαν, κρατώντας την ακινητοποιημένη στη θέση της. «Σ’ ευχαριστώ, Γουέμπστερ», είπε ο Γκάμπριελ με την ψυχρή αριστοκρατική φωνή του. Περίμενε μέχρι που έκλεισε η πόρτα κι ύστερα χαμογέλασε και είπε αργόσυρτα: «Καλώς ήρθες στο κάστρο των προγόνων μου, Σάρα». Η υπερηφάνεια την έκανε να ισιώσει το κορμί της. Η υπερηφάνεια και η απέχθεια για την παγίδα που της είχαν στήσει. Ξεροκατάπιε για να μαλακώσει τον ξερό λαιμό της και είπε ξερά: «Δε θα πω ότι χαίρομαι που βρίσκομαι εδώ». «Δεν περίμενα τέτοιο πράγμα». Τα μάτια του είχαν το χρώμα και τη ζεστασιά του καλογυαλισμένου ατσαλιού. Ήταν καρφωμένα στο πρόσωπό της, βάζοντας φωτιά στο δέρμα της όταν το βλέμμα του περιπλανήθηκε πιο κάτω. Ο Γκάμπριελ σκέφτηκε κυνικά ότι εκείνη είχε ντυθεί προσεκτικά για την περίσταση. Αν και τα ρούχα της ήταν φαινομενικά σεμνά, η μπλούζα της αποκάλυπτε τον υπέροχο λαιμό της και κάθε της ανάσα τραβούσε διακριτικά την προσοχή στις καμπύλες του στήθους της κάτω από τις ασημένιες θηλιές. Όσο για την ίσια μαύρη φούστα, ήταν τόσο απλή... μέχρι που έκανε ένα βήμα και η φούστα άνοιξε λίγο πάνω από το γόνατο αποκαλύπτοντας το μακρύ, κομψό της πόδι. Ξαφνικά η ζήλια θόλωσε το μυαλό του. Σύμφωνα με την εταιρεία που είχε αναλάβει την παρακολούθησή της δεν είχε βγει με κανέναν άλλο τον τελευταίο χρόνο, ο μισθός της, όμως, δεν έφτανε για να αγοράζει τέτοια ρούχα. Να τα είχε πάρει από δεύτερο χέρι; Κατά πάσα πιθανότητα. Εξάλλου, δεν είχε


25

ROBYN DONALD

σημασία. Το κλασικό χτένισμα αναδείκνυε τα τέλεια χαρακτηριστικά της, ψυχρά και συγκρατημένα εκτός από το αισθησιακό της στόμα που ακόμα κι αυτό το είχε κρύψει με ένα κοκκινωπό στρώμα. Δε φορούσε καθόλου κοσμήματα κι όμως το συνολικό αποτέλεσμα μαρτυρούσε μια γυναίκα σίγουρη για το κορμί της και τη σεξουαλικότητά της. Απρόσκλητες αναμνήσεις γέμισαν το μυαλό του... Τη θυμήθηκε από κάτω του, απαλή, ζεστή και μεταξένια, να αναστενάζει καθώς έφτανε στην κορύφωση. Θυμήθηκε τη μυρωδιά της επιδερμίδας της και τον μεταξένιο μανδύα των μαλλιών της, τον τρόπο που μεταμορφωνόταν η φωνή της από σαφής και σίγουρη σε ντροπαλή και βραχνή όταν της έκανε έρωτα, τον τρόπο που γελούσε... Ανελέητα ο Γκάμπριελ χαλιναγώγησε το απείθαρχο κορμί του. «Είσαι πολύ όμορφη», είπε γλυκά. «Ψύχραιμη, προσεγμένη, τυπική. Αλλά, πόλι, η εικόνα αποτελούσε πάντα το ταλέντο σου». Είδε το πρόσωπό της να χλομιάζει. Δε φορούσε ρουζ, παρατήρησε. «Ελπίζω ότι το ταλέντο μου είναι λίγο πιο ουσιαστικό», είπε η Σάρα, στρέφοντας την πλάγια προσβολή από τον εαυτό της στη δουλειά της. «Μου αρέσει να πιστεύω ότι η διακόσμηση εσωτερικών χώρων είναι πολύ παραπάνω από τη δημιουργία ενός όμορφου περιβάλλοντος. Αυτό, για παράδειγμα...» Σταμάτησε και κοίταξε γύρω της. «...Δεν έχει καμία ομοιότητα με την κρεβατοκάμαρα που μου έχεις δώσει. Φυσικά, δε χρειάζεται να σε ρωτήσω σε ποιο δωμάτιο νιώθεις πιο άνετα». Είχε ανακτήσει γρήγορα τις δυνάμεις της, αλλά φυσικά οι άνθρωποι που ζούσαν εξαπατώντας τους άλλους έπρεπε να μπορούν να ανακτούν αμέσως την ψυχραιμία τους όταν τους τσάκωναν. «Επέλεξα να σε συναντήσω εδώ στο γραφείο γιατί έτσι θέλω να γίνει και το υπόλοιπο κάστρο», είπε ο Γκάμπριελ ήρεμα. «Να ταιριάζει με την ατμόσφαιρα. Θα ήθελες ένα ποτό;» Προς μεγάλη του έκπληξη, η Σάρα δέχτηκε, αν και άνοιξε


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

26

διάπλατα τα μάτια της όταν της έβαλε σαμπάνια. Προφανώς είχε παρατηρήσει πως επρόκειτο για εξαιρετική σαμπάνια και αναρωτιόταν τι λόγο είχαν να γιορτάζουν. Ωραία. Εκείνος ήθελε να της προκαλέσει αναστάτωση. Και τα είχε καταφέρει. Όταν πήρε το ποτήρι, τα δάχτυλά της το έσφιξαν για μερικά δευτερόλεπτα κι αυτό την πρόδωσε. Ο Γκάμπριελ περίμενε και μετά είπε: «Ας πιούμε στις συναντήσεις μετά από καιρό». Εκείνη χαμήλωσε τα μάτια της και ο σφυγμός του παραλίγο να τρελαθεί. Η Σάρα είναι, σκέφτηκε περιφρονώντας τον εαυτό του, η μόνη γυναίκα που μπορούσε να διαλύσει τη λογική του μόνο με μια ματιά της. Η Σάρα ήπιε μια μικρή γουλιά από το κρασί της και μετά γύρισε και κοίταξε τη φωτιά στο τζάκι. Τα μαλλιά της γυάλιζαν πλούσια, καστανοκόκκινα, σε αντίθεση με το φιλντισένιο δέρμα της. «Γιατί με έφερες εδώ;» τον ρώτησε και η φωνή της δε μαρτυρούσε κανένα συναίσθημα. Ο Γκάμπριελ δεν απάντησε αμέσως και ύστερα από λίγο εκείνη γύρισε και τον κοίταξε ξανά. Έχει χάσει βάρος, σκέφτηκε ο Γκάμπριελ ξαφνικά ανήσυχος. «Σκέφτηκα ότι έφτασε η στιγμή να συζητήσουμε τα πράγματα χωρίς να μπαίνει στη μέση το συναίσθημα», της είπε. Την είχε ξεπεράσει τόσο γρήγορα; Μια κλεφτή ματιά στο αμείλικτο πρόσωπό του την έπεισε. Φυσικά και δεν την αγαπούσε πια... αν την είχε ποτέ αγαπήσει. Κατά πάσα πιθανότητα η σχέση τους ήταν από μέρους του μια προσωρινή παρέκκλιση. Δεν είχε νιώσει τίποτα αληθινό ή με διάρκεια. Εξάλλου, τι κοινό μπορούσε να έχει ο γόνος ενός πριγκιπικού οίκου, ένας άντρας που κινούνταν στους κύκλους της δύναμης και της επιρροής, με μια γυναίκα σαν εκείνη; Χωρίς περιουσία, χωρίς κοινωνική θέση, χωρίς οικογένεια, η οποία μάλιστα δεν είχε ιδέα ποιο ήταν το όνομα του πατέρα της; Η Σάρα έκρυψε τον πόνο της, πίνοντας μια ακόμα γουλιά


27

ROBYN DONALD

σαμπάνια. Θα μπορούσε, όμως, να της είχε φερθεί καλύτερα... ή μάλλον όχι. Στα χείλη της σχηματίστηκε ένα ανεπαίσθητο κυνικό χαμόγελο. Εκείνος πίστευε ότι τον είχε ξεγελάσει και του είχε κλέψει το πιο πολύτιμο κειμήλιό του και ο σάλος στα μέσα μαζικής ενημέρωσης μετά το χωρισμό τους θα είχε σίγουρα πληγώσει την υπερηφάνεια του. «Δεν ξέρω γιατί το κανόνισες όλο αυτό», του είπε ψύχραιμα. «Δεν έχω να σου πω τίποτα, εκτός από το ότι δεν ξέρω πού είναι το περιδέραιο. Αν ήξερα ότι βρισκόσουν εδώ, δε θα είχα έρθει ποτέ». Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε κοροϊδευτικά το φρύδι του. «Δυσκολεύομαι να το πιστέψω αυτό. Μου είχες πει κάποτε ότι μάθαινες κάθε πληροφορία για τους πελάτες σου πριν ξεκινήσεις από μια δουλειά. Και ήξερες ότι είχα διασυνδέσεις στην Ιλίρια». «Το ήξερα ότι ήσουν ξάδερφος του πρίγκιπα, αλλά δεν είχα ιδέα ότι είχες στην κατοχή σου ένα τεράστιο κάστρο εδώ!» ανταπάντησε η Σάρα. «Εξάλλου, εσύ υποτίθεται ότι έπρεπε να είσαι...» Το ψυχρό χαμόγελό του διέκοψε τη φράση που παραλίγο να την προδώσει. «Μη λες ψέματα, Σάρα». Όπως και οι Πολυνήσιοι φίλοι της στο Φαλάισι πρόφερε το όνομα της με μακρύ φωνήεν... Σάαρα... Λάτρευε πάντα τον τρόπο που το έλεγε. Οι δύο συλλαβές του ονόματος της έβγαιναν νωχελικά, αισθησιακά από τα χείλη του σαν χάδι και ο τόνος του ήταν από μόνος του ικανός να την αποπλανήσει. Όχι τώρα, όμως. Τώρα το είχε μετατρέψει σε ένα σχεδόν προσβλητικό επίθετο. Η πικρία και ο θυμός έκανε τα λόγια της σαν κοφτερά μικρά βέλη. «Φυσικά σιγουρεύτηκα ότι δε θα βρισκόσουν στην Ιλίρια. Γιατί δε βρίσκεσαι στη Νότια Αμερική στο συνέδριο των Ηνωμένων Εθνών;» «Γιατί κανόνισα να έρθεις εδώ εσύ».


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

28

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Ο Γκάμπριελ την πλησίασε, σιωπηλός και με εξαιρετική χάρη όπως ο λύκος, το σύμβολο των προγόνων του. Μόνο η περηφάνια της σταμάτησε τη Σάρα και δεν υποχώρησε μπροστά του. Ανασήκωσε το πιγούνι της και συνάντησε το βλέμμα του όσο πιο ατάραχη μπορούσε. Δε θα τον άφηνε να την τρομοκρατήσει. Δεν είχε κάνει τίποτα κακό. «Δε θα μείνω για πολύ εδώ», του πέταξε. «Θα μείνεις μέχρι να σε αφήσω εγώ ελεύθερη, Σάρα». «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό!» «Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω μαζί σου». Ο Γκάμπριελ περίμενε παρατείνοντας τη σιωπή, πριν τελειώσει γλυκά: «Κανείς δεν ξέρει ότι είσαι εδώ». «Το αφεντικό μου...» Το χαμόγελό του της πάγωσε το αίμα. «Δεν πρόκειται να βοηθήσει». Ο Γκάμπριελ περίμενε ανέκφραστος όσο εκείνη προσπαθούσε να καταλάβει το υπονοούμενο αυτής της γεμάτης σιγουριά δήλωσης. Η Σάρα έσφιξε το ποτήρι της νιώθοντας ένα τεράστιο κενό μέσα της. «Υπονοείς ότι εσύ κανόνισες να πιάσω δουλειά εκεί;» ρώτησε ψυχρά. «Φυσικά. Ήθελα να μπορώ να σε παρακολουθώ». Μιλούσε εντελώς αδιάφορα, λες κι αυτό που είχε κάνει να ήταν γι' αυτόν το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου. Και, φυσικά, ήταν. Η Σάρα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Κατάπληκτη τον κοίταξε γεμάτη δυσπιστία. Η απρόσμενη προσφορά για δουλειά από έναν γνωστό διακοσμητή τής είχε δώσει στην κυριολεξία έναν λόγο για να


29

ROBYN DONALD

ζήσει. Το να μαθαίνει τώρα ότι το είχε κανονίσει ο Γκάμπριελ και ότι η δουλειά της δεν άξιζε τίποτα, την πονούσε τόσο βαθιά ώστε δεν μπορούσε να μιλήσει. Έπρεπε να το είχε καταλάβει, σκέφτηκε νιώθοντας ταπεινωμένη, παγωμένη και κλονισμένη. Ο Γκάμπριελ δεν αποδεχόταν εύκολα την προδοσία. Φημιζόταν για το ότι δεν ξεχνούσε ποτέ και για την επιμονή του στο δίκαιο παιχνίδι. Θα ήθελε να πάρει εκδίκηση. Και είχε τη δύναμη και τα χρήματα για να την οργανώσει με ανελέητη αποτελεσματικότητα, έτσι ώστε εκείνη να μην έχει κανέναν τρόπο να προστατέψει τον εαυτό της. Προσπαθώντας να σκεφτεί λογικά, καταπολέμησε την αίσθηση ότι ήταν εξουθενωμένη κι ανήμπορη. Ο Γκάμπριελ είχε παίξει με τη ζωή της σαν να ήταν μαριονέτα. Αυτό την πονούσε και την τρόμαζε. Παρ’ όλα αυτά, δεν επρόκειτο να παραδοθεί. Εκείνος θα απολάμβανε κάτι τέτοιο. Θα ικανοποιούσε την επιθυμία του να την εξευτελίσει. «Να υποθέσω ότι δε δουλεύω πια εκεί;» «Αυτό εξαρτάται αποκλειστικά από σένα», απάντησε ο Γκάμπριελ, παρακολουθώντας τη με βλέμμα ψυχρό. «Θέλω το Αίμα της Βασίλισσας, Σάρα. Πες μου πού βρίσκεται και η ζωή σου θα γίνει και πάλι δική σου». Δική της; Θα μπορούσε να βάλει τα γέλια αν η ανέκφραστη φωνή του δεν την είχε πονέσει τόσο. Ο Γκάμπριελ μπορεί να είχε καταφέρει να την ξεκόψει από τη ζωή του με ανελέητη ακρίβεια, η δική της καρδιά όμως δεν ήταν τόσο εύκολο να εξευμενιστεί. Εξακολουθούσε να τρέμει όταν τον κοιτούσε και να λαχταρά μια δέσμευση που είχε υπάρξει τελικά μόνο στο μυαλό της. Αν την είχε αγαπήσει, θα την είχε τουλάχιστον ακούσει όταν είχε προσπαθήσει να τον δει. Αλλά όχι... εκείνος είχε δεχτεί το λόγο της καμαριέρας της γιαγιάς του αντί να ακούσει τη γυναίκα που σχεδίαζε να παντρευτεί! Γνωρίζοντας ότι ήταν μάταιο, η Σάρα είπε με τρεμάμενη φωνή: «Αν ήξερα πού βρίσκονταν τα ρουμπίνια, πίστεψέ με θα σ’ το είχα πει».


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

30

«Άκουσέ με», επέμεινε εκείνος, με ύφος αινιγματικό κι επικίνδυνο. «Συνειδητοποίησα ότι μπορεί να φοβάσαι. Γι' αυτό σε έφερα εδώ... όπου είσαι εντελώς ασφαλής». «Όχι από σένα!» του αντιγύρισε η Σάρα. Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε τους φαρδιούς του ώμους. «Και βέβαια είσαι ασφαλής... δεν είμαι κανένας βάρβαρος». «Πριν από ένα λεπτό με απείλησες!» Δεν επρόκειτο να τον αφήσει να την τρομοκρατήσει. Του ανταπέδωσε το εχθρικό του βλέμμα. Τα πράσινα μάτια της γυάλιζαν σαν γρασίδι κάτω από τα λεπτά, υπέροχα φρύδια της. Εκείνος ανασήκωσε και πάλι τους ώμους του, μια κίνηση που τόνιζε τη μεσογειακή κληρονομιά του από πολεμοχαρείς πολεμιστές που το αίμα τους είχε ανακατευτεί με το αίμα Ευρωπαίων πριγκιπισσών, δίνοντάς του τα αλαζονικό, όμορφα χαρακτηριστικά και τα εντυπωσιακά χρώματα — μαλλιά σαν τον έβενο, ψυχρά, γαλάζια μάτια και δέρμα σαν τον ζεστό μπρούντζο. «Ήξερα ότι δεν επρόκειτο να φοβηθείς», της είπε ψυχρά. «Κατάφερες να σχεδιάσεις και να εκτελέσεις μια τόσο επιτυχημένη ληστεία, αλλά το να πουλήσεις το περιδέραιο είναι μια άλλη υπόθεση. Λυτό προϋποθέτει την ανάμειξη εγκληματιών και όταν μιλάμε για τόσο πολλά χρήματα οι εγκληματίες δεν είναι καλοί σύμμαχοι. Σταμάτα να υπεκφεύγεις, Σάρα. Δε θα σε βγάλει πουθενά. Πες πού είναι το Αίμα της Βασίλισσας και θα σε αφήσω να φύγεις χωρίς να φοβάσαι ότι θα σε καταγγείλω». Η τελευταία αμυδρή ελπίδα της είχε πεθάνει. Πώς ήταν δυνατόν εκείνος να είναι τόσο έξυπνος και παρ’ όλα αυτά, τόσο ακράδαντα πεπεισμένος ότι εκείνη είχε κλέψει το περιδέραιο; Η Σάρα έριξε μια κλεφτή ματιά στο πρόσωπό του και κάτω από την περιφρόνησή του είδε αδυσώπητη αποφασιστικότητα. Την έπιασε πανικός, αλλά το έκρυψε πετώντας του: «Το εννοούσες όταν είπες ότι μπορούσες να κάνεις ό,τι θέλεις μαζί μου».


31

ROBYN DONALD

Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Ω, ναι, το εννοούσα. Θα μπορούσα». Η φωνή του έγινε σαρκαστική. «Αλλά προσπάθησε, σε παρακαλώ, να συγκρατήσεις τη ζωηρή φαντασία σου. Δε σκοπεύω να σου κάνω κακό». «Και γιατί να σε πιστέψω;» ρώτησε η Σάρα, συνειδητοποιώντας πολύ αργά ότι το να αμφισβητεί την αξιοπιστία του δεν ήταν ο καλύτερος τρόπος για να τον κάνει να αναθεωρήσει το τρελό του σχέδιο και να την αφήσει να φύγει. Τέλος πάντων. Δε θα έπιανε ούτως ή άλλως. Ο Γκάμπριελ σίγουρα θύμωνε, αλλά το ότι έλεγχε τόσο απόλυτα το θυμό του ήταν ακόμα πιο τρομακτικό. «Εσύ δε με πίστεψες», είπε ξερά η Σάρα. «Σου έκανα ποτέ κακό;» «Ε... όχι», παραδέχτηκε απρόθυμα η Σάρα. Όχι σωματικά τουλάχιστον. Ήταν γεγονός ότι ήταν απίστευτα τρυφερός μαζί της. Ο σφυγμός της άρχισε να καλπάζει όταν θυμήθηκε πόσο απολάμβανε τη δύναμη και την αρρενωπή σεξουαλικότητά του. «Τότε σταμάτα να προσποιείσαι ότι με φοβάσαι. Και μην προσπαθείς να αποφύγεις το θέμα. Αν φοβάσαι για την ασφάλειά σου, να είσαι βέβαιη ότι κανείς δεν μπορεί να σε βρει εδώ... κανένας στρατός δεν έχει καταφέρει να καταλάβει αυτό το κάστρο». Η Σάρα παρέμεινε πεισματικά σιωπηλή. Ό,τι κι αν έλεγε απλώς θα χειροτέρευε τα πράγματα. Ο Γκάμπριελ περίμενε κι όταν εκείνη δε μίλησε, συνέχισε αμείλικτα. «Πες μου τις λεπτομέρειες της κλοπής και ποιος άλλος είναι ανακατεμένος. Σου υπόσχομαι ότι θα είσαι ασφαλής». Όπως είχε κάποτε υποσχεθεί να την αγαπάει; «Δεν ξέρω τι συνέβη στο αναθεματισμένο το περιδέραιο», απάντησε η Σάρα και κάθε λέξη της έβγαινε με μηχανική ακρίβεια. «Το έδωσα στην υπηρέτρια, τη Μαρία, να το βάλει στο χρηματοκιβώτιο και απ’ όσο ξέρω εγώ τουλάχιστον αυτό και έκανε». Η αντίδρασή του ήταν απρόσμενη. Αντί για την ψυχρότητα και


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

32

τη δυσπιστία που είχε επιδείξει όταν εκείνη είχε προσπαθήσει να τον πείσει πριν από έναν χρόνο, τώρα έγνεψε καταφατικά. «Κι εκείνη ορκίζεται ότι αυτό έκανε. Αλλά περίπου μετά από μια ώρα συνειδητοποίησε ότι δεν είχε τοποθετήσει εκεί το δαχτυλίδι των αρραβώνων μας κι έτσι κατέβηκε από την κρεβατοκάμαρά της για να το βάλει. Όταν πήγε στο χρηματοκιβώτιο ήταν άδειο. Κάποιος που ήξερε το συνδυασμό το είχε ανοίξει και εσύ είχες βάλει το συνδυασμό όταν ήρθες για να μείνεις με τον Χοκ, άρα εσύ το πήρες». Η τραχύτητα στη φωνή του ήταν σαν προειδοποίηση για τη Σάρα. Τον κοίταξε και το μυαλό της πάγωσε από το σοκ όταν είδε πόσο επικίνδυνα γυάλιζαν τα μάτια του. Με πείσμα του απάντησε: «Ή η Μαρία». Κοιτώντας τη στα μάτια της, εκείνος είπε απειλητικά: «Η Μαρία είναι άτομο απόλυτης εμπιστοσύνης». «Είσαι τόσο σίγουρος γι’ αυτό;» ρώτησε η Σάρα, γνωρίζοντας ότι η ίδια δεν έκρυβε τίποτα. Δεν είχε κλέψει εκείνη το περιδέραιο, άρα πρέπει να το είχε κάνει η Μαρία. Δεν καταλάβαινε το λόγο, αλλά δε θα μπορούσε να είναι κανείς άλλος. «Είμαι σίγουρος», είπε ο Γκάμπριελ και το όμορφο, αριστοκρατικό του πρόσωπο σκλήρυνε. «Και καθώς το Αίμα της Βασίλισσας δεν έχει εμφανιστεί ακόμα στην αγορά...» «Και πώς το ξέρεις;» Εκείνος ανασήκωσε ανεπαίσθητα τους ώμους του και κράτησε το βλέμμα του καρφωμένο στο πρόσωπό της. Η Σάρα ένιωσε να τη διαπερνά σαν λέιζερ και να διαβάζει το μυαλό της. Αλλά αν μπορούσε να το κάνει αυτό, θα έβλεπε την αθωότητά της. «Ο κόσμος των κοσμημάτων είναι μικρός και βρίσκεται υπό παρακολούθηση από τότε που κλάπηκε το Αίμα της Βασίλισσας. Εκτός από την αξία του χρυσού και των πετραδιών, το περιδέραιο είναι ανεκτίμητο και ως χειροτέχνημα. Μια παμπάλαια αλυσίδα από ατόφιο χρυσάφι με αψεγάδιαστα διακοσμητικά ρουμπίνια θα μπορούσε να


33

ROBYN DONALD

πουληθεί μόνο σε κάποιον συλλέκτη. Θα έπρεπε να είναι πολύ πλούσιος και πολύ ασυνείδητος και να έχει περισσότερα χρήματα απ’ ό,τι λογική». Η Σάρα συνοφρυώθηκε. «Γιατί περισσότερα χρήματα απ’ ό,τι λογική;» «Γιατί δε θα μπορούσε να φορεθεί ούτε να εμφανιστεί ποτέ... για γενιές ολόκληρες. Είναι τόσο διάσημο, που θα το διεκδικούσα αμέσως εγώ ή οι διάδοχοί μου. Αλλά ακόμα κι αν η γενιά μου δεν τα κατάφερνε, η Ιλίρια θα δικαιούνταν το περιδέραιο γιατί βρέθηκε αρχικά εδώ». Ο Γκάμπριελ σταμάτησε για λίγο επίτηδες πριν προσθέσει: «Αλλά δεν το έχει αγοράσει κανένας συλλέκτης, Σάρα». Τα μάτια του, ψυχρά και σκληρά σαν τον πάγο, έψαξαν το πρόσωπό της. Πίστευε ότι εκείνη τα ήξερε ήδη όλα αυτά. Απλώς ανεχόταν την πονηρή προδοσία της. Ο πόνος έκανε τη Σάρα να μην μπορεί να κουνηθεί. Ο ένας χρόνος δεν ήταν αρκετός για να τον βγάλει από την καρδιά της. Τον είχε αγαπήσει τόσο πολύ... Ο Γκάμπριελ συνέχισε ασυγκίνητος. «Θα μπορούσε να διαλυθεί και να πουληθεί διακριτικά, πετράδι πετράδι, στη μαύρη αγορά. Όταν ο τύραννος κατέλαβε την Ιλίρια, ο παππούς μου έδωσε το περιδέραιο σε κάποιον για να το κρύψει. Όταν ο σφετεριστής του θρόνου δολοφονήθηκε, το μόνο άτομο που ήξερε την κρυψώνα το έφερε σ’ εμένα. Φρόντισα να μετρηθούν και να καταγράψουν τα πετράδια, ένα προς ένα, και τα χαρακτηριστικά τους είναι φυλαγμένα. Ρουμπίνια Βιρμανίας στο μέγεθος αυτό και της καλύτερης ποιότητας και χρώματος — ατόφιο κόκκινο με μια αμυδρή μπλε απόχρωση— δεν έχουν βρεθεί για αιώνες. Ακόμα και ένα τέτοιο ρουμπίνι να εμφανιζόταν στην αγορά, σε μερικές ώρες θα το ήξερα. Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί». «Επειδή η Μαρία δε θέλει να το πουλήσει». «Μπορείς να μου πεις γιατί η Μαρία, που ήταν καμαριέρα της γιαγιάς μου, θα ήθελε να κλέψει το περιδέραιο;»


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

34

Έναν ολόκληρο χρόνο η Σάρα έσπαγε το κεφάλι της, προσπαθώντας να ανακαλύψει αυτό ακριβώς και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ότι η γυναίκα θεωρούσε ότι μια τυχάρπαστη ασήμαντη κοπέλα ήταν εντελώς ακατάλληλη για σύζυγος του κυρίου της. Και μάλλον είχε δίκιο. «Λυπάμαι που το έκλεψαν, αλλά εγώ δεν είχα καμία ανάμειξη». Ο Γκάμπριελ ήπιε λίγο κρασί και μετά άφησε το ποτήρι με μια απότομη κίνηση. «Δεν πιστεύω ότι το πήρε η Μαρία, γιατί εκείνη ήταν που έκρυψε το περιδέραιο όταν οι παππούδες μου εγκατέλειψαν το κάστρο». Η Σάρα κατάπληκτη τον κοίταξε καλά καλά. Ήξερε την ιστορία. Ο στρατηγός του επαναστατικού στρατού, ένας άνθρωπος του οποίου η βιαιότητα ήταν θρυλική, είχε απειλήσει να σκοτώσει και τον τελευταίο άνθρωπο στην κοιλάδα αν υπερασπίζονταν το κάστρο. Οι παππούδες του Γκάμπριελ είχαν ξεγλιστρήσει τη νύχτα και είχαν βρει τους αντάρτες. Πολέμησαν στα βουνά μέχρι που τελικά σκοτώθηκαν σε μια ενέδρα. «Γι' αυτό ήθελες να γίνει η Μαρία υπηρέτριά μου;» ρώτησε η Σάρα σιγανά. «Εν μέρει. Μου το ζήτησε εκείνη όταν έμαθε ότι αρραβωνιαστήκαμε. Σου το πρότεινα γιατί ήταν η καμαριέρα της γιαγιάς μου και υποθέτω ότι με ικανοποιούσε κατά κάποιο τρόπο να φροντίζει εσένα και τα ρούχα σου». Η Σάρα δάγκωσε τα χείλη της. «Ναι», είπε ειρωνικά ο Γκάμπριελ απαντώντας στη σιωπηλή αντίδρασή της. «Διάλεξες λάθος άτομο να παγιδεύσεις, Σάρα. Η Μαρία δε θα έκλεβε ποτέ το περιδέραιο, γιατί για σαράντα ολόκληρα χρόνια το προστάτευε με τεράστιο προσωπικό κόστος για κείνη και την οικογένειά της. Τα υπέμεινε όλα, γιατί ήταν αφοσιωμένη και γιατί καταλάβαινε την τεράστια συμβολική του αξία». «Αυτός είναι ο λόγος που είσαι τόσο αποφασισμένος να το


35

ROBYN DONALD

βρεις;» Τουλάχιστον τώρα καταλάβαινε, γιατί ο Γκάμπριελ ήταν τόσο σίγουρος για την αθωότητα της Μαρίας. Όχι ότι αυτό βοηθούσε σε κάτι. «Παρέχει σε όποιον το κατέχει κάποιο θείο δικαίωμα να κυβερνάει;» «Όχι», είπε ο Γκάμπριελ επιφυλακτικά. «Προσπαθώ να σου εξηγήσω γιατί ξέρω ότι δεν το έκλεψε η Μαρία. Ενώ εσύ μου είπες ψέματα και με πρόδωσες. Πες μου γιατί να σε πιστέψω». Η Σάρα έχασε το χρώμα της. Πήγε να μιλήσει και κόμπιασε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ανάγκασε τον εαυτό της να επαναλάβει με πείσμα: «Δε σου είπα ψέματα, ούτε σε πρόδωσα». «Το μόνο που θέλω είναι το περιδέραιο», απάντησε ο Γκάμπριελ αδιάφορα. Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν την πίστευε. Αυτό, όμως, δεν ήταν και κάτι καινούριο. «Είναι κειμήλιο του οίκου μου και το θέλω πίσω», συνέχισε ο Γκάμπριελ. «Μετά θα είσαι ελεύθερη να φύγεις». Αυτό το όμορφο, υπέροχο κόσμημα, το φορτωμένο ιστορία, τραγωδία και μεγαλείο, είχε κομματιάσει την καρδιά της. Για τον Γκάμπριελ εκείνο είχε μεγαλύτερη αξία από την ίδια και η υποτιθέμενη αγάπη του δεν είχε αντέξει τις υποψίες που είχαν στραφεί σ’ εκείνη όταν το περιδέραιο είχε εξαφανιστεί. «Μακάρι να το είχες», είπε με πόνο και η φωνή της ακούστηκε ξεψυχισμένη, «αλλά δεν ξέρω τι συνέβη και δεν μπορώ να σου πω πού είναι. Λυπάμαι». «Δε θέλεις να μου πεις». Η φωνή του ήταν συγκρατημένη και απρόσωπη, λες και συζητούσε κάποια επαγγελματική συμφωνία. «Είμαι διατεθειμένος να σου πληρώσω την αξία του περιδέραιου αν μου δώσεις πληροφορίες για το πού βρίσκεται». Ο Γκάμπριελ είπε ένα ποσό που την τρομοκράτησε. Η Σάρα έκλεισε τα μάτια της. Πόσο ακόμα θα το τραβούσε εκείνος; «Δεν ξέρω πού βρίσκεται», επανέλαβε άτονα. «Η προσφορά ισχύει. Είναι πολύ περισσότερα απ’ ό,τι θα πάρεις αν διαλύσεις το κολιέ και πουλήσεις τα πετράδια στη μαύρη αγορά. Και πολύ περισσότερα απ’ όσα θα πάρεις από


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

36

κάποιον συλλέκτη που ξέρει ότι η προσφορά σου είναι παράνομη». Ο Γκάμπριελ έπιασε το ποτήρι του και ήπιε λίγη σαμπάνια. Τα μακριά δάχτυλά του, μελαψά και δυνατά, έρχονταν σε αντίθεση με το εύθραυστο, διάφανο κρύσταλλο. Αυτά τα δάχτυλα ήταν πάντα απίστευτα τρυφερά όταν άγγιζαν το κορμί της. Η Σάρα μούδιασε καθώς οι αναμνήσεις της ξύπνησαν με οδυνηρή καθαρότητα. Προσπάθησε να τις διώξει, αλλά το δέρμα της αντιδρούσε στην ανάμνηση του δικού του, απαλού και μαυρισμένου, να κολλάει πάνω της. Στη δύναμη και τη μέθη των συγκλονιστικών ωρών που είχε περάσει κλεισμένη στην αγκαλιά του και στην υπέρτατη έκσταση που είχε νιώσει. Βαθιά μέσα της άρχισε να μαλακώνει κι αυτό τη σόκαρε και την έκανε να συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο που διέτρεχε. Πικραμένη έδιωξε τις δελεαστικές εικόνες από το μυαλό της. Εκείνος ήταν εξαιρετικός εραστής, αλλά είχε πιστέψει αμέσως ότι εκείνη είχε κλέψει το περιδέραιο. Τώρα καταλάβαινε γιατί, όμως οι λόγοι του Γκάμπριελ τόνιζαν απλώς πόσο εύθραυστη ήταν η σχέση τους, που με τη φλόγα, τη λάμψη και την πρόσκαιρη έκστασή της, την είχε αφήσει εκτεθειμένη σε έναν πόνο που θα τη σημάδευε για μια ζωή. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Θα φύγω τώρα», είπε χαμηλόφωνα. Η ψυχραιμία της ήταν τόσο ευάλωτη που φοβόταν ότι με μια ακόμα προσβλητική λέξη του θα κατέρρεε. «Δε θα πας πουθενά». Από την ένταση, το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος κι ένιωθε το στόμα της στεγνό. «Δεν μπορείς να με κρατήσεις εδώ και το ξέρεις». «Θα μείνεις εδώ μέχρι να ανακαλύψω τι έχεις κάνει το περιδέραιο», είπε αποφασιστικά ο Γκάμπριελ. Τα αμείλικτα μάτια του πετούσαν φωτιές. Η Σάρα συνειδητοποίησε ότι το εννοούσε και η καρδιά της σφίχτηκε. «Αυτό είναι απαγωγή», διαμαρτυρήθηκε. «Μπορείς να φύγεις όταν το περιδέραιο θα βρίσκεται στα χέρια


37

ROBYN DONALD

μου». Η Σάρα τον κοίταξε σοκαρισμένη. «Δε φαντάζομαι ότι ο ξάδερφός σου θα χαιρόταν αν μάθαινε ότι με κρατάς φυλακισμένη». To πρόσωπό του σκοτείνιασε, αλλά είπε ψυχρά:' «Θα ανησυχήσω για τον Άλεξ αν και όταν χρειαστεί». «Είσαι εντελώς τρελός! Και δεν πρόκειται να το ανεχτώ. Οι πρόγονοί σου μπορεί να έριχναν στα μπουντρούμια όποιον τους πρόσβαλε, αλλά ζούμε σε διαφορετικό κόσμο». Η Σάρα ίσιωσε τους ώμους της, έκανε μεταβολή και πήγε προς την πόρτα. Είχε κάνει μόλις δύο βήματα, όταν εκείνος τη σταμάτησε, αρπάζοντάς την από το μπράτσο. Με μια επιδέξια, αποφασιστική κίνηση τη γύρισε προς το μέρος του. Όλες οι αισθήσεις της την πρόδωσαν τρέμοντας στην αμυδρή αρρενωπή μυρωδιά του. Μόνο εκείνος μύριζε έτσι, σαν σεξουαλική υπόσχεση που της ξυπνούσε αναμνήσεις κι έκανε την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. Το στομάχι της σφίχτηκε και ανατρίχιασε από τον ηλεκτρισμό που τη διαπέρασε, διαλύοντας τις άμυνές της, που ήταν τόσο σίγουρη ότι δε θα υποχωρούσαν ποτέ ξανά. Με τρεμάμενη φωνή μουρμούρισε: «Γκάμπριελ, λογικέψου! Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό!» «Ποιος θα με σταματήσει; Εσύ;» Το χαμόγελό του ήταν η προσωποποίηση του κυνισμού. Πριν η Σάρα μπορέσει να σκεφτεί μια απάντηση, εκείνος έσκυψε το κεφάλι του και τη φίλησε. Το στόμα του απαιτούσε την ανταπόκριση που εκείνη δεν τολμούσε να δώσει. Όμως, μολονότι μπορούσε να κρατήσει τα χείλη της ερμητικά κλειστά, δεν μπορούσε να ελέγξει το προδοτικό κορμί της. Εκείνος φυσικά καταλάβαινε κάθε ερωτικό σημάδι. Την ήξερε υπερβολικά καλά ώστε να αντιληφθεί ότι η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα, την έξαψη που έκανε τα χείλη και το δέρμα της να καίνε, καθώς και ότι προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μην του παραδοθεί. Και το δικό του κορμί αντιδρούσε βίαια, δημιουργώντας κι


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

38

άλλον ηλεκτρισμό, που τη διαπερνούσε ολόκληρη. Ό,τι κι αν πίστευε για κείνη, ό,τι κι αν θεωρούσε πως ήταν, δεν ήταν άτρωτος στην επικίνδυνη, πρωτόγονη χημεία που υπήρχε ανάμεσά τους. Εκείνος βάθυνε το φιλί του με αποτέλεσμα η δύναμη της θέλησής της να υποχωρήσει. Με ένα πνιχτό βογκητό, η Σάρα σήκωσε τα χέρια της και τον αγκάλιασε, θέλοντας απελπισμένα να απολαύσει για μερικές στιγμές ακόμα αυτή την αίσθηση της απόλυτης ασφάλειας που ένιωθε πάντα όταν εκείνος την κρατούσε, λες και κανένας και τίποτα δεν μπορούσε να της κάνει ξανά κακό. Εκείνος την τράβηξε στο δυνατό κορμί του, σφραγίζοντάς τη με την ανάγκη του, ενώ το στόμα του λεηλατούσε το δικό της σε μια φωτιά σαρκικής απόλαυσης. Για μερικές πολύτιμες στιγμές, η Σάρα άφησε τον εαυτό της να απολαύσει την αίσθηση του κορμιού του που πίεζε τα στήθη της και του δυνατού χεριού του που κρατούσε τα κορμιά τους ενωμένα. Και μετά εκείνος σήκωσε το κεφάλι του. Μουρμουρίζοντας κάτι με τροχιά φωνή, τράβηξε τα χέρια του κι απομακρύνθηκε. Τα ζυγωματικά του είχαν κοκκινίσει κι έρχονταν σε αντίθεση με το παγερό γαλάζιο των ματιών του. Είχε μιλήσει στα ιλιριανά, αλλά τα λόγια και ο τόνος του δε χρειάζονταν μετάφραση. Η Σάρα ξεροκατάπιε για να μαλακώσει τον ξεραμένο λαιμό της και είπε βραχνά: «Συμφωνώ απόλυτα. Δεν ήταν κι από τις καλύτερες ιδέες σου». Αν και ένιωθε τα χείλη της πιο μαλακά και το κορμί της να πάλλεται από την ανικανοποίητη ανάγκη, τον κοίταξε στα μάτια τολμηρά. «Τι προσπαθούσες να αποδείξεις;» «Μην προκαλείς την τύχη σου», απάντησε εκείνος τροχιά. «Δεν έχεις καμία δύναμη εδώ, Σάρα». Η Σάρα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της και στα τυφλά οπισθοχώρησε με αποτέλεσμα να σκοντάψει σε μια καρέκλα. Αμέσως εκείνος την έπιασε από το μπράτσο. «Είσαι καλά;» Όταν εκείνη δεν απάντησε, ο Γκάμπριελ την


39

ROBYN DONALD

έσφιξε κι άλλο και την ταρακούνησε ελαφρά. «Απάντησέ μου, Σάρα». Όταν εκείνη έκανε έναν προσποιητό μορφασμό πόνου, ο Γκάμπριελ χαλάρωσε τη λαβή του, αλλά δεν την άφησε να φύγει. Η Σάρα ζύγισε τις πιθανότητες να καταφέρει να του ξεφύγει είτε χτυπώντας τον με το γόνατο στον καβάλο είτε γδέρνοντάς του τα μάτια. Τα μάτια του, που έλαμψαν επικίνδυνα, την προειδοποίησαν ότι ήξερε τι σκεφτόταν. Παρά το γεγονός ότι βρισκόταν σε καλή φυσική κατάσταση δεν είχε καμία ελπίδα να τον νικήσει. «Δοκίμασε», την παρότρυνε ήρεμα. «Δοκίμασέ με, Σάρα». Τα λόγια του την έκαναν προς στιγμήν να σωπάσει. Σαν υπνωτισμένη, η Σάρα τον κοίταξε και η στιγμή αυτή της φάνηκε αιωνιότητα. Ένιωθε ότι εκείνος βρισκόταν σε ετοιμότητα, την τρομερή σιγουριά του. Η ένταση που υπέβοσκε ανάμεσά τους ήταν ακόμα πιο έντονη κι από την ανομολόγητη πείνα. Έπρεπε να ξεφύγει απ’ αυτό! Έψαξε να βρει τα κατάλληλα λόγια αλλά όταν τελικά της ήρθαν ήταν ξεψυχισμένα και μάταια. «Με δίκασες και με καταδίκασες, χωρίς καν να με ακούσεις, Γκάμπριελ». «Άκουσα ένα σωρό ψέματα», απάντησε εκείνος αδιάφορα. «Δοκίμασε να μου πεις την αλήθεια». Η Σάρα έκλεισε τα μάτια της και μετά ανάγκασε τον εαυτό της να τα ξανανοίξει και να τον αγριοκοιτάξει. «Δε θα δεχόσουν την αλήθεια ακόμα κι αν σ’ την πετούσα κατάμουτρα! Στο τέλος θα αναγκαστείς να με αφήσεις να φύγω». «Γιατί;» Όταν εκείνη τον κοίταξε έντονα, ο Γκάμπριελ ανασήκωσε το μαύρο φρύδι του και χαμογέλασε. «Ποιος θα σε αναζητούσε;» τη ρώτησε και ο τόνος του την έκανε να ανατριχιάσει. «Μην είσαι ανόητος. Φυσικά και θα με αναζητούσαν! Έχω φίλους...» Η Σάρα συνάντησε το ψυχρό βλέμμα του, ανελέητο και σκληρό σαν τις θάλασσες της Αρκτικής. «Εξάλλου δε με


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

40

θέλεις εδώ». «Νομίζω ότι σου έδειξα μόλις για ποιο λόγο μπορεί να σε θέλω εδώ, πάντα έτοιμη, πάντα να με περιμένεις». Η Σάρα δεν μπορούσε να μιλήσει από το σοκ. Εκείνος έπαιζε μαζί της, προσπαθούσε να τη χειραγωγήσει με τα υπονοούμενα και τις απειλές, σκέφτηκε. «Τότε στο τέλος θα πρέπει να με σκοτώσεις, γιατί όταν θα με αφήσεις να φύγω, το πρώτο πράγμα που θα κάνω είναι να πάω στην αστυνομία. Κι αν οι αστυνομικοί εδώ είναι τόσο ευχαριστημένοι που επέστρεψε ο λύκος τους και αρνηθούν να κάνουν κάτι, τότε θα έρθω σε επαφή με την Ιντερπόλ. Και τον Τύπο». «Θα σε πίστευε κανείς αν προσπαθούσες να με κατηγορήσεις;» Τα λαμπερά μάτια του ήταν μυστηριώδη και ανεξιχνίαστα. «Κανείς δε γνωρίζει γιατί διαλύθηκε ο αρραβώνας μας. Αν κάποιος αντιληφθεί την παρουσία σου εδώ, θα υποθέσει απλώς ότι θέλουμε να κάνουμε άλλη μία προσπάθεια. Όλοι λατρεύουν τα παραμύθια και ο αρραβώνας μας είχε τα σωστά συστατικά». Την οδήγησε στην άλλη άκρη του δωματίου και αφού την άφησε, της έδωσε ξανά το ποτήρι με τη σαμπάνια που εκείνη είχε εγκαταλείψει. Η Σάρα έσφιξε το ποτήρι σαν να εξαρτιόταν απ' αυτά η ζωή της. «Βρισκόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα και εσύ είσαι ένας μοντέρνος άνθρωπος, όχι κάποιος μεσαιωνικός δεσπότης που μπορεί να τη γλιτώσει αν κάνει φόνο», είπε βραχνά. «Δε σχεδιάζω να σε δολοφονήσω. Σκοπεύω να σε πείσω ότι η ελευθερία σου εξαρτάται από το να μου πεις πού βρίσκεται το περιδέραιο. Όταν γίνει αυτό, μπορείς να φύγεις. Και θα είσαι αρκετά πλούσια να κάνεις ό,τι θέλεις, αρκεί να μην ξαναβρεθείς στο δρόμο μου». Εξακολουθούσε να έχει τη δύναμη να την πληγώνει, ώστε η Σάρα με το ζόρι κατάφερνε να ανασαίνει. Ενοχλημένη του πέταξε: «Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα που θα με ευχαριστούσε περισσότερο απ’ αυτό. Αλλά δεν ξέρω πού είναι το αναθεματισμένο το περιδέραιο!» Και μετά αναγκάστηκε να


41

ROBYN DONALD

αντιμετωπίσει μία ακόμα θανατερή σιωπή, που οι ανείπωτες σκέψεις και τα κρυμμένα συναισθήματα την έκαναν πιο έντονη. Ο Γκάμπριελ τελικά μίλησε, χαμογελώντας σαρδόνια. «Φυσικά, αν τα χρήματα δεν κάνουν τη δουλειά τους, υπάρχουν πάντα κι άλλοι τρόποι για να μάθω». Άλλοι τρόποι; Κοιτάζοντας τα μάτια του όπου σιγόβραζε μια φωτιά, η Σάρα κατάλαβε τι εννοούσε εκείνος. Ο Γκάμπριελ ήξερε τώρα ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει την έντονη αμοιβαία έλξη τους για να την αποπλανήσει. Και θα το έκανε, σκέφτηκε η Σάρα, νιώθοντας τρομοκρατημένη. Τη μισούσε αλλά θα της έκανε έρωτα, επειδή ήθελε πάρα πολύ να βρει το περιδέραιο. Και ξαφνικά πανικοβλήθηκε. Χωρίς να το σκεφτεί, του πέταξε στο πρόσωπο το περιεχόμενο του ποτηριού της. Η σαμπάνια τον περιέλουσε. Συγκλονισμένη από την ανοησία της, η Σάρα τον παρακολούθησε να σκουπίζει το ποτό με ένα μαντίλι. «Να πάρει, συγνώμη», μουρμούρισε με τρεμάμενη φωνή. Ο Γκάμπριελ πέταξε το μαντίλι στο τζάκι. Απαθής το παρακολουθούσε να καίγεται και μετά χαμογέλασε. Η Σάρα ένιωσε την καρδιά της να τρέμει. «Με διασκεδάζει η αντίθεση ανάμεσα στο κομψό, συγκροτημένο σου πρόσωπο και σ’ αυτό το παθιασμένο, αισθησιακό στόμα». Τα τέλεια αγγλικά του είχαν αμυδρά επηρεαστεί και η πρόταση είχε μια ελαφρώς ξενική προφορά. «Μοιάζεις με πραγματική αριστοκράτισσα. Ατάραχη, καλοαναθρεμμένη, έχεις τον απόλυτο έλεγχο. Και μου άρεσε που ήξερα ότι στην αγκαλιά μου, στο κρεβάτι μου, μεταμορφωνόσουν σε αγριόγατα... ριψοκίνδυνη και σέξι και πρωτόγονη». Κατάπληκτη από τα λόγια του, η Σάρα τον κοίταξε βλοσυρή. Ζυγιάστηκαν με τα μάτια σε μια αρχέγονη μάχη. Ο Γκάμπριελ χαμογέλασε. Η εκδικητική δύναμη του μελαψού προσώπου του


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

42

ήταν επιβλητική. Την πλησίασε. Η Σάρα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Προσπάθησε να αποδιώξει το σκοτεινό ξόρκι του, που πάντα έπιανε πάνω της. Ήταν πολύ αργά, όμως. Τη στιγμή που γύρισε για να φύγει, τα χέρια του την αγκάλιασαν από τους ώμους και την τράβηξαν στο ερεθισμένο κορμί του. Η έξαψη τη συνεπήρε... έξαψη και φωτιά και μια αδάμαστη ερωτική λαχτάρα που την τρομοκράτησε. «Δεν έχει περάσει, ανάθεμά σε», είπε ο Γκάμπριελ μέσα από τα δόντια του και χαμηλώνοντας το κεφάλι του, τη φίλησε ξανά. Και η Σάρα πάλεψε ξανά εναντίον του, έξαλλη με την προδοσία του μυαλού της και της καρδιάς της. Η δεξιοτεχνία των χειλιών του της προκάλεσε μια απερίσκεπτη ανάγκη που υπερίσχυσε της λογικής, απαιτώντας να ικανοποιηθεί. Ο Γκάμπριελ γλίστρησε το ένα του χέρι πίσω από το κεφάλι της. Τα δυνατά του δάχτυλα χάιδευαν απαλά το ευαίσθητο δέρμα της καθώς έκανε το φιλί του πιο τρυφερό και η Σάρα αναστέναξε μέσα στο στόμα του, τρέμοντας από την απόλαυση. Το απαλό άγγιγμα των δαχτύλων του πίσω από το κεφάλι της έστελνε κύματα έντονης απόλαυσης σε κάθε κύτταρο του κορμιού της. Πολύ αργά συνειδητοποίησε ότι εκείνος χαλάρωνε τα τσιμπιδάκια που κρατούσαν το κομψό σινιόν της. Τα μαλλιά της έπεσαν, πλούσια και βαριά, γύρω από το λαιμό και τους ώμους της, προσθέτοντας ένα αισθησιακό ρίγος στις εκρήξεις που είχε προκαλέσει μέσα της το εθιστικό του στόμα και τα επιδέξια χέρια του. Ο Γκάμπριελ κινήθηκε ανεπαίσθητα, βολεύοντας το πρόθυμο κορμί της στο καταφύγιο των γοφών του. Η ανάγκη που είχε απελευθερώσει μέσα της αυξήθηκε με την απόδειξη του ερεθισμού του. Η Σάρα χρειάστηκε να σφίξει τα δόντια της και να τραβηχτεί απότομα για να μην κολλήσει επάνω του, παρατώντας την ανώφελη πάλη να παραμείνει λογική. Κάθε φιλί, κάθε χάδι, ήταν μια επίδειξη δύναμης, σκέφτηκε έξαλλη. Της αποδείκνυε πόσο εύκολα μπορούσε να την έχει. «Όχι!» ψιθύρισε απεγνωσμένα.


43

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Οι μύες στο στήθος και στα μπράτσα του Γκάμπριελ, που κινούνταν τόση ώρα ακούραστα, πάγωσαν. Η Σάρα κοίταξε τα γαλάζια μάτια του, που γυάλιζαν από πόθο και τον είδε να ανακτά τον έλεγχό του με μια αβίαστη ευκολία, που έκανε την καρδιά της να σφιχτεί. Ναι, ήταν προφανές ότι τη δοκίμαζε. Προσπάθησε να μιλήσει και μόρφασε όταν άκουσε τη φωνή της, έτσι βραχνή και τροχιά, με μια λαχτάρα που δεν μπορούσε να κρύψει. «Δε χρειάζεται να προσποιείσαι ότι με θέλεις, Γκάμπριελ. Δεν έχω καμία πληροφορία να σου δώσω. Δεν πρόκειται να πετύχεις τίποτα με το κόλπο της αποπλάνησης». «Εκτός από το να διοχετεύσω κάπου το πλεόνασμα της ενέργειας μου;» τη ρώτησε σκληρά, αλλά την άφησε και γύρισε αλλού, λες και η ανταπόκρισή της να τον είχε αηδιάσει. Και μάλλον τον είχε, δηλαδή. Γιατί εκείνη σίγουρα την είχε αηδιάσει. Η Σάρα κοίταξε τα χέρια της που έτρεμαν και είπε άψυχα: «Αρκετά ανέχτηκα. Φεύγω τώρα αμέσως». «Δε θα πας πουθενά». Η Σάρα επιστράτευσε κάποια λόγια στο μυαλό της, λόγια που μπορεί να τον έπειθαν ότι το κόλπο του ήταν μάταιο... και πολύ επικίνδυνο. Η παράδοσή της ήταν ήδη αρκετά εξευτελιστική, αλλά εκείνο που την τρόμαζε πραγματικά ήταν ότι κι εκείνος την ήθελε σχεδόν όσο τον ήθελε η ίδια. Η σιγουριά του ότι είχε κλέψει το περιδέραιο με τα ρουμπίνια θα έπρεπε να είχε σβήσει τελείως αυτή την άγρια πείνα. Το μισούσε που ήταν τόσο ευάλωτη! Σίγουρα δεν κινδύνευε καθόλου να τον ερωτευτεί ξανά. Μια


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

44

φορά τής έφτανε, σκέφτηκε γεμάτη πικρία. Αλλά ο πόθος της για κείνον... αυτό ήταν μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Ακόμα κι όταν πίστευε ότι την αγαπούσε, η ένταση του πάθους της την τρόμαζε. Ένιωθε σαν να του παρέδιδε όλο της τον εαυτό. Μουδιασμένη είπε: «Αν ήμουν κλέφτρα, θα είχα πάρει τα χρήματα που μόλις μου πρόσφερες». «Όχι αν υπολόγιζες να κερδίσεις περισσότερα», είπε εκείνος ψυχρά. «Αν είχα δεχτεί ότι η Μαρία είχε κλέψει το περιδέραιο, θα είχες τόσο τα χρήματα που θα έβγαζες όταν θα το πουλούσες όσο και έναν αλώβητο αρραβώνα και τελικά πρόσβαση στον τραπεζικό μου λογαριασμό όταν παντρευόμασταν. Σύμφωνα με τους αρχικούς σου υπολογισμούς, τώρα χάνεις». «Αυτό που σκέφτηκες είναι απαίσιο». Την ψυχραιμία της είχε αντικαταστήσει ο θυμός, αλλά η Σάρα προσπάθησε να ηρεμήσει γιατί δε θα την έβγαζε πουθενά. Πήρε μια τρεμάμενη ανάσα και προσπάθησε να τον λογικέψει. «Γκάμπριελ, το να με κρατήσεις αιχμάλωτη δε θα έχει κανένα αποτέλεσμα, γιατί δεν ξέρω τίποτα για την κλοπή. Για τον ίδιο λόγο και το να με ξελογιάσεις δε θα έχει επίσης κανένα αποτέλεσμα. Το να φέρεσαι σαν τους βάρβαρους προγόνους σου μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη σου για εκδίκηση, αλλά δε θα σου δώσει αυτό που θέλεις». «Δε θέλω εκδίκηση», απάντησε εκείνος και της έβαλε κι άλλη σαμπάνια. Το πρόσωπό του ήταν σκεπτικό. Μια ελπίδα άρχισε να γεννιέται μέσα της. Το ότι είχε αρνηθεί την προσβλητική προσφορά του ίσως να είχε αρχίσει, όχι να τον πείθει, όχι ακόμα, αλλά να τον κάνει να αναρωτιέται μήπως έκανε λάθος για κείνη. Αυτή η αντίδραση δεν ήταν κάτι συνηθισμένο για κείνον. Αν και είχε τη φήμη ότι έκανε επικίνδυνους χειρισμούς, είχε χτίσει την καριέρα του, υπολογίζοντας προσεκτικά κάθε ρίσκο. Μέχρι που είχαν γνωριστεί. Και τώρα αυτή η απαγωγή... «Θα μπορούσες να με αφήσεις να φύγω», του είπε χαμηλόφωνα, γνωρίζοντας πως αν εκείνος το έκανε θα ήταν


45

ROBYN DONALD

οριστικό το τέλος. Δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Μόνο στις εφημερίδες και την τηλεόραση. «Δε θα πω σε κανέναν τι συνέβη». Η έκφρασή του σκλήρυνε κι έγινε κυνική. «Τίποτα δε συνέβη, Σάρα. Και σταμάτα να με κοιτάζεις μ’ αυτά τα γουρλωμένα, φοβισμένα μάτια. Δε σκοπεύω να σε βασανίσω για να ομολογήσεις την αλήθεια ή να σε κλειδώσω σε μπουντρούμι για όλη την υπόλοιπη ζωή σου». «Και τι σκοπεύεις λοιπόν να κάνεις;». Ο Γκάμπριελ της έδωσε το ποτήρι με τη σαμπάνια και απ’ ό,τι φάνηκε τουλάχιστον δεν κατάλαβε ότι η ανάσα της κόπηκε όταν τα δάχτυλά τους ακούμπησαν. «Θα κάνω μαζί σου μια συμφωνία. Αν δεν είχες σχέση με την κλοπή, μπορεί να ξέρεις κάποια πληροφορία που δε φαίνεται σημαντική, κάτι που θα οδηγήσει στους κλέφτες. Θα εξετάσουμε προσεκτικά όλα όσα θυμάσαι κι αν μέχρι το τέλος της βδομάδας δε βγει τίποτα, τότε μπορεί να φύγεις». Τολμούσε να τον εμπιστευτεί; Η Σάρα μελέτησε το πρόσωπό του. Σε καμία περίπτωση. Κι όμως αν μπορούσε να τον πείσει ότι δεν είχε καμία σχέση με την κλοπή, θα ήταν ικανοποιημένη. «Εγώ δεν...» είπε επιφυλακτικά. «Δώσε μου απλώς μια απάντηση, Σάρα», είπε ο Γκάμπριελ και από την έκφρασή του φαινόταν ότι δε θα ανεχόταν άλλες αμφιταλαντεύσεις. «Δεν έχω άλλη επιλογή, έτσι δεν είναι;» είπε ψυχρά η Σάρα. «Όχι». «Νομίζω ότι προτιμώ να είμαι αιχμάλωτη από το να προσποιούμαι ότι είμαι καλεσμένη και σε βοηθάω στις έρευνες σου», είπε σαρκαστικά η Σάρα. «Τουλάχιστον αυτό θα ήταν ειλικρινές. Αν όμως πειστείς ότι στ' αλήθεια δεν ξέρω τίποτα, τότε εντάξει. Και φυσικά θα ασχοληθώ και με τα υπνοδωμάτια. Αλλά τι θα συμβεί στο τέλος της εβδομάδας όταν δε θα έχω θυμηθεί τίποτα;» «Θα επιστρέφεις στη δουλειά σου και δε θα σε ενοχλήσω ποτέ ξανά».


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

46

Να επιστρέφει σε μια δουλειά όπου ο εργοδότης της είχε πληρωθεί για να την προσλάβει. Ποτέ. «Εντάξει, είμαστε σύμφωνοι». Ο Γκάμπριελ ύψωσε το ποτήρι του, «Ας πιούμε στην ανάκτηση κάτι σημαντικού από τη μνήμη σου». Η Σάρα έφερε τη σαμπάνια της στα χείλη της και ήπιε. Ήταν εξαιρετική. «Ας πιούμε στην αλήθεια». «Ας πιούμε». Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε κοροϊδευτικά τους ώμους του. «Θα πίνω πάντα στην αλήθεια, όποια κι αν είναι και όσο δύσκολο είναι να γίνει αποδεκτή». Η σαμπάνια, που ήταν ένα ποτό προορισμένο για χαρμόσυνες και χαρούμενες περιστάσεις, της φαινόταν ξαφνικά σαν απλή σόδα. Γιατί είχε διαλέξει ο Γκάμπριελ να πιούν σαμπάνια; Επειδή ήταν ένα κυνικό κάθαρμα, αποφάσισε η Σάρα, αηδιασμένη ξαφνικά απ’ αυτό το παιχνίδι. Άφησε το ποτήρι της. «Αν δε σε πειράζει, θα ζητήσω να μου φέρουν έναν δίσκο στο δωμάτιό μου. Είμαι πολύ κουρασμένη». Ο Γκάμπριελ την κοίταξε ειρωνικά. «Μ α είναι κρίμα να χαραμίσεις αυτό το τόσο κομψό ντύσιμο. Το δείπνο είναι έτοιμο. Κάθισε να φας μαζί μου. Δε θα σε κρατήσω πολύ». Η Σάρα έγινε κατακόκκινη κι αμέσως χλόμιασε ξανά από τη σκόπιμη σκληρότητά του. Αυτά τα ίδια λόγια τής τα έλεγε συχνά και πάντα σήμαιναν ότι ήθελε να πάνε στο κρεβάτι, για να χαθεί στο μεγαλείο του έρωτά τους. Και σίγουρα ήξερε ότι εκείνη το θυμόταν. Αλλά στο κάστρο του εκείνος είχε το πάνω χέρι. Η Σάρα ανασήκωσε το πιγούνι της. Δεν ήλπιζε πια ότι εκείνος θα καταλάβαινε πως δε θα τον έκλεβε ποτέ! Ήταν εντελώς ηλίθια που είχε πιστέψει, έστω και προς στιγμήν, ότι μπορεί εκείνος να άλλαζε γνώμη. Μόλις γύριζε στο δωμάτιό της, θα τηλεφωνούσε από το κινητό της και θα οργάνωνε την απόδρασή της. Μέχρι τότε θα προσπαθούσε να κερδίσει λίγο χρόνο. Όπως και το γραφείο, έτσι και η μεγάλη τραπεζαρία είχε ξύλινη


47

ROBYN DONALD

επένδυση. Ένα υπέροχο τοπίο στον τοίχο τράβηξε αμέσως την προσοχή της. Δεν ήταν ειδική στη ζωγραφική, αλλά αναγνώρισε το στυλ μιας αυθεντίας της Αναγέννησης. Σε έναν άλλο τοίχο βρισκόταν ένας πρόγονος που έμοιαζε πολύ στον Γκάμπριελ. Με επαγγελματικό μάτι παρατήρησε ένα σκαλιστό μπαούλο, μια καταπληκτική αντίκα του δεκάτου ογδόου αιώνα, που περιείχε μια συλλογή από ασημικά η οποία οποιαδήποτε άλλη στιγμή θα την είχε εντυπωσιάσει. Ο Γκάμπριελ την έβαλε να καθίσει στο τραπέζι και ο Γουέμπστερ τους σέρβιρε το πρώτο πιάτο, μια τάρτα με λαχανικά και τυρί που μύριζε υπέροχα καθώς και ντοματοσαλάτα με ελαιόλαδο. Αποφασισμένη να κρατήσει τις αποστάσεις, η Σάρα παρατήρησε: «Τι υπέροχο δωμάτιο. Παρά το μέγεθος του, έχει μια ζεστασιά». Όταν ο σιωπηλός υπηρέτης βγήκε από το δωμάτιο, ο Γκάμπριελ απάντησε: «Το γραφείο κι αυτό το δωμάτιο έχουν ανακαινιστεί και είναι όπως ήταν την εποχή των παππούδων μου. Υπάρχει και μία ακόμη, πιο επιβλητική τραπεζαρία, με ένα τεράστιο τραπέζι που φαίνεται να βρίσκεται εκεί από τον Μεσαίωνα, αλλά ήμουν σίγουρος ότι θα προτιμούσες να φάμε εδώ. Είναι πολύ πιο ρομαντικά». Η Σάρα ένιωσε αμηχανία, αλλά πίεσε τον εαυτό της να γνέψει καταφατικά. «Χαίρομαι που το κάστρο δεν υπέστη πολλές ζημιές κατά τη διάρκεια της κατοχής». Το πρόσωπο του Γκάμπριελ σκλήρυνε. «Εκτός κι αν υπολογίσεις τις απόψεις του τυράννου για τη διακόσμηση. Το κάστρο δεν κατεδαφίστηκε για διάφορους λόγους, ένας από τους οποίους ήταν ότι το χρησιμοποιούσε σαν προσωπικό καταφύγιο όταν πήγαινε για κυνήγι». Κάτι στον τόνο του τράβηξε την προσοχή της Σάρα. «Δε λες ποτέ το όνομά του». Ο Γκάμπριελ χαμογέλασε λοξά. «Το όνομά του ήταν ίδιο με το δικό μου... Κονσιντίνι».


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

48

«Τι σύμπτωση», είπε ανόητα η Σάρα. «Δεν είναι σύμπτωση. Ήταν πολύ μακρινός ξάδερφος». Η Σάρα συνοφρυώθηκε. «Μα... νόμιζα ότι εκείνος σκότωσε τους παππούδες σου». «Οι πιο βίαιες διαμάχες είναι οι οικογενειακές διαμάχες», είπε ο Γκάμπριελ. «Το όνομα με το οποίο ήταν γνωστός είναι παρατσούκλι και σημαίνει λύκος στα ιλιριανά. Καταδίωξε τους παππούδες μου σαν πραγματικός λύκος, βασανίζοντας και σκοτώνοντας αθώους ανθρώπους μέχρι που τελικά κάποιος λύγισε και τους πρόδωσε. Τους ήθελε ζωντανούς αλλά, ευτυχώς, σκοτώθηκαν και οι δύο σε μια συμπλοκή. Έτσι κρέμασε τα σώματά τους σε αγχόνες μπροστά από τα τείχη». Ξαφνικά η υπέροχη τάρτα έχασε κάθε νοστιμιά. «Λυπάμαι πολύ», είπε η Σάρα και συγκροτήθηκε για να μην του πιάσει το χέρι και τον παρηγορήσει. «Ο εμφύλιος πόλεμος είναι πιο σκληρός από οποιονδήποτε άλλο», είπε ο Γκάμπριελ βλοσυρά. «Ευτυχώς για τους ντόπιους, η εμμονή του να σκοτώνει ζώα σήμαινε ότι δεν καθάρισε την κοιλάδα για να την κάνει συλλογικό αγρόκτημα. Παρ’ όλα αυτά, τιμώρησε τους ανθρώπους εδώ, αρνούμενος βασικές παροχές. Δεν είχαν γιατρό, ούτε σχολεία, καμία από τις ανέσεις της σύγχρονης ζωής». Κατά τη διάρκεια της θυελλώδους σχέσης τους και του αρραβώνα τους, πολύ σπάνια είχαν συζητήσει για το δικτάτορα. Και όταν το συζητούσαν ήταν πάντα πολύ επιφανειακά. Γιατί λοιπόν της τα έλεγε όλα αυτά τώρα; «Πού ήταν ο πατέρας σου όταν συνέβη αυτό;» ρώτησε η Σάρα. «Αποκλεισμένος από το χειμώνα στο Νότιο Πόλο. Ήταν εκεί με την επιστημονική ομάδα της Νέας Ζηλανδίας. Όταν κατάφερε τελικά να επιστρέφει στον πολιτισμό, όλα είχαν τελειώσει. Αλλά ποτέ δεν ξέχασε την Ιλίρια ή την κοιλάδα. Ή το γεγονός ότι εκείνος ήταν ασφαλής, ενώ ο λαός του υπέφερε». «Λογικό που οι Ιλιριανοί έδωσαν σχεδόν με το ζόρι το θρόνο


49

ROBYN DONALD

ξανά στον ξάδερφό σου. Το είχα δει στην τηλεόραση. Μου φάνηκε πολύ ρομαντικό, έτσι όπως τον άρπαξαν στο αεροδρόμιο και τον πήγαν κατευθείαν στον καθεδρικό για να τον στέψουν. Ήταν απίστευτα συγκινητικό. Πρώτα οι σιωπηλοί άνθρωποι στους δρόμους και μετά οι καμπάνες και οι ζητωκραυγές και όλοι να κλαίνε και να τον φωνάζουν σαν να τους είχε αναστήσει ξανά». «Αυτό ακριβώς έκανε. Ο Άλεξ είναι δραστήριος και αποφασιστικός. Από τη στιγμή που αποδέχτηκε ότι τον χρειάζονταν εδώ, αφιέρωσε τον εαυτό του και την τεράστια περιουσία του στο να εκσυγχρονίσει την Ιλίρια χωρίς να καταστρέφει όσα την κάνουν μοναδική». «Κάνει καταπληκτική δουλειά από όλες τις απόψεις. Εκείνος σε έπεισε να επιστρέφεις;» Ο Γκάμπριελ της έριξε μια λοξή ματιά. Εκείνη ήξερε ότι είχε συμφωνήσει με τον Αλεξ να αναλάβει ξανά το αξίωμα του Μεγάλου Δούκα; Το βλέμμα του καρφώθηκε στα σαρκώδη χείλη της κι εκείνη έγινε κατακόκκινη. Ικανοποιημένος από την αντίδρασή της, σκέφτηκε ότι εκείνη έδειχνε απλώς τυπικό ενδιαφέρον, στρέφοντας τη συζήτηση σε ένα πιο ουδέτερο θέμα, μακριά από τη ζοφερή πραγματικότητα της αιματοχυσίας και του θανάτου. Κάποτε θαύμαζε την τυπικότητά της, αλλά τώρα τον ενοχλούσε. Δεν ήταν συνηθισμένος να του φέρεται σαν να ήταν ένας απλός γνωστός. Από τη στιγμή που την είχε ξαναδεί, οι αντιδράσεις του τον είχαν ενοχλήσει. Και η ενόχληση είχε μετατραπεί σε οργή για τον εαυτό του όταν είχε χάσει τελείως τον έλεγχο και την είχε φιλήσει. «Εγώ πίστευα ότι οι Ιλιριανοί έπρεπε να έχουν επιτελούς την ευκαιρία να καθορίσουν εκείνοι τη μοίρα τους, αλλά ο Αλεξ με έπεισε ότι χρειάζονται τη βοήθειά μας». Η Σάρα έγνεψε και κοίταξε ολόγυρα το δωμάτιο. Το υπέροχο πρόσωπό της ήταν εντελώς ατάραχο, όταν το βλέμμα της έπεσε στα ασημικά στο μπαούλο. Δίχως αμφιβολία το υπολογιστικό μυαλό μιας κλέφτρας είχε προσέξει ότι έφεραν το έμβλημα με


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

50

το λύκο του πρώτου Μεγάλου Δούκα, είχε εκτιμήσει την αξία τους και είχε συνειδητοποιήσει ότι το κάθε κομμάτι θα έπρεπε να πουληθεί χωριστά, όπως το Αίμα της Βασίλισσας. «Φυσικά», είπε ήρεμα ο Γκάμπριελ, «ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα όταν ανέλαβα το κάστρο ήταν να εγκαταστήσω ένα εξαιρετικά καλό σύστημα ασφαλείας». Μια φλέβα στον μακρύ λαιμό της άρχισε να πάλλεται, αλλά συνάντησε το βλέμμα του με απόλυτη αυτοκυριαρχία. Ο Γκάμπριελ ένιωθε μια άγρια ευχαρίστηση ξέροντας ότι η πολιτισμένη μάσκα της εξαφανιζόταν μόλις την άγγιζε. Συχνά αναρωτιόταν αν η επιθυμία της ήταν ψεύτικη όπως και η αγάπη της. Τώρα ήξερε πως δεν ήταν. Σίγουρα εκείνη θα μπορούσε πολύ εύκολα να προσποιηθεί ότι έλιωνε, αλλά το κοκκίνισμά της ήταν αυθεντική αντίδραση, όπως και το πρήξιμο των χειλιών της από το πάθος και η πείνα που έβλεπε στα μάτια της. Τον ήθελε ακόμα. Λυτό είναι, σκέφτηκε ικανοποιημένος τηνώρα που έφτασε το δεύτερο πιάτο, το αδύνατο σημείο της και θα ήταν ηλίθιος να μην το εκμεταλλευτεί. Η Σάρα παρακολούθησε τον υπηρέτη να της γεμίζει ξανά το ποτήρι. Η σαμπάνια δεν είχε καμία απολύτως επίδραση επάνω της, αλλά δε θα έπινε άλλο. Το μυαλό της έπρεπε να είναι σε ετοιμότητα. Παρά τις διαμαρτυρίες του στομαχιού της, έφαγε μια μικρή μπουκιά από το πεντανόστιμο κοκκινιστό κοτόπουλο με τα λαχανικά. Μόλις έμειναν ξανά μόνοι, ο Γκάμπριελ είπε ψυχρά: «Το να πεθάνεις της πείνας δεν πρόκειται να βοηθήσει σε τίποτα. Ήδη είσαι υπερβολικά αδύνατη». Ο θυμός και η θλίψη έκαναν το στομάχι της να δεθεί κόμπος, εξαφανίζοντας και τη λίγη όρεξη που είχε. Παρ' όλο που ένιωθε ευάλωτη, η Σάρα κατάφερε να απαντήσει ψύχραιμα. «Είμαι ακριβώς στα ίδια κιλά που ήμουν και...» Ξαφνικά συνειδητοποίησε τι πήγαινε να πει και έψαξε να βρει κάτι άλλο. «Πριν από έναν χρόνο».


51

ROBYN DONALD

Το όταν σε είδα τελευταία φορά ήταν πολύ προσωπικά, γεμάτο με οδυνηρές αναμνήσεις. Την τελευταία φορά που τον είχε δει, εκείνος την είχε διατάξει να φύγει από μπροστά του σαν να ήταν κάτι γλοιώδες και αηδιαστικό, αρνούμενος να ακούσει τις διαμαρτυρίες της. Και στη σύντομη τελευταία τους συνάντηση εκείνη είχε ανακαλύψει ότι, κάτω από το όμορφο πρόσωπο και την εξαιρετική καλλιέργεια του άντρα που πίστευε ότι γνώριζε, υπήρχε ένας άλλος άντρας, ένας άντρας πολύ κτητικός. Ήθελε να με σκοτώσει, σκέφτηκε και την πλημμύρισε πανικός, κόβοντάς της την ανάσα. Έπρεπε να ξεφύγει. «Δε σου φαίνεται», είπε απότομα ο Γκάμπριελ, καθώς την περιεργαζόταν με μισό μάτι. «Το να είσαι αδύνατη μπορεί να είναι ωραίο, αλλά το να είσαι κοκαλιάρα είναι τελείως άλλο πράγμα». Η προσβολή του δεν την άγγιξε σχεδόν καθόλου. «Είμαι μια χαρά», είπε αυτόματα η Σάρα. Ο τελευταίος χρόνος, όμως, την είχε αλλάξει. Κάποιο κομμάτι μέσα της είχε σπάσει για πάντα. Αλλά κι εκείνον τον είχε αλλάξει. Το όμορφο πρόσωπό του είχε σκληρύνει και είχε γίνει πολύ αυστηρό, σαν να είχε περάσει πολύ δύσκολα από τότε που τον είχε δει για τελευταία φορά. Μάλλον έτσι ήταν. Η υπερηφάνεια του θα πρέπει να είχε ποδοπατηθεί από το παραλήρημα των δημοσιογράφων μετά την απόφασή του να διαλύσει τον αρραβώνα τους. Όχι ότι μπορούσε να κατηγορήσει τον Τύπο που είχε μετατρέψει μια ιδιωτική υπόθεση σε δημόσιο, κραυγαλέο σκάνδαλο. Εξάλλου, σκέφτηκε πικρόχολα, τι θα πουλούσε περισσότερο από την οριστική διάλυση του αρραβώνα ενός δισεκατομμυριούχου με αριστοκρατική καταβολή και μιας ασήμαντης κοπέλας από ένα μικροσκοπικό νησάκι του Ειρηνικού; Οι δημοσιογράφοι την είχαν κυνηγήσει. Παρακολουθούσαν το μικρό διαμέρισμά της, ζητώντας της δηλώσεις και έχοντας τα φλας μονίμως στραμμένα επάνω της. Στο τέλος εξαντλημένη από τη θλίψη και το φόβο, είχε κάνει το λάθος να αποδεχτεί την προσφορά του Χοκ Κένεντι να κρυφτεί στην εξοχική του


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

52

έπαυλη. Εκείνος είχε μείνει εκεί μια βραδιά μόνο, αλλά αυτό ήταν αρκετό για να πυροδοτήσει καινούριες απαίσιες φήμες. Όχι ότι ο Γκάμπριελ είχε θρηνήσει για πολύ. Φωτογραφίες του με διάφορες πανέμορφες γυναίκες εμφανίζονταν συχνά στις εφημερίες μέχρι πριν από μερικούς μήνες, όταν φάνηκε ότι είχε κατασταλάξει πλέον σε μία ιδιαίτερα έξυπνη και κομψή Παριζιάνα που είχε δική της γκαλερί. Η Σάρα έκρυψε ένα τσίμπημα ζήλιας προσποιούμενη ότι έπινε κρασί. «Δε φαίνεσαι μια χαρά. Φαίνεσαι εξαντλημένη», παρατήρησε ο Γκάμπριελ ξερά. «Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι σηκώθηκα τα άγρια χαράματα, διέσχισα πετώντας τη μισή Ευρώπη και μετά βρέθηκα μπροστά σου», απάντησε η Σάρα, τονίζοντας κάθε λέξη. Ο Γκάμπριελ χαμογέλασε. «Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δε σου άρεσε να ξυπνάς νωρίς». Εμβρόντητη η Σάρα προσπάθησε να πάρει ανάσα. Την είχε εξευτελίσει, είχε αρνηθεί να την πιστέψει και είχε παίξει με τη ζωή της κι όμως εκείνη, κάθε φορά που της χαμογελούσε, χρειαζόταν να πολεμήσει τον ενθουσιασμό της. Ήταν εντελώς άδικο! Παρά τα όσα είχαν συμβεί, η γοητεία του διαπερνούσε τις άμυνές της, ξυπνώντας την παθιασμένη λαχτάρα της. Η σχέση τους είχε αρχίσει με σεξ, αλλά στη συνέχειά είχαν ανακαλύψει ότι είχαν πολλά κοινά, έτσι όλα οδηγούσαν στο να πιστέψει όλο και περισσότερο ότι ήταν αδελφές ψυχές. Και όταν της είχε ζητήσει να τον παντρευτεί, δεν το πίστευε. Δεν υπήρχε τίποτα παραπάνω να της δώσει ο Θεός... Θλίψη την πλημμύρισε —ο σκοτεινός σύντροφός της κάθε στιγμή από τότε που την είχε διώξει από τη ζωή του. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε συνοφρυωμένος ο Γκάμπριελ. Μόνο η υπερηφάνεια της βοήθησε τη Σάρα να ανασηκώσει αδιάφορα τους ώμους της. «Συγνώμη που δεν είμαι καλή παρέα. Σε προειδοποίησα πάντως ότι ήμουν κουρασμένη». «Φάε το φαγητό σου και μη νομίζεις ότι με το να παίζεις με το


53

ROBYN DONALD

πιάτο σου θα με πείσεις ότι έφαγες. Αν χρειαστεί, θα σε ταΐσω εγώ». Ο Γκάμπριελ άρχισε μετά να σχολιάζει την κατάσταση των τοπικών δρόμων και συνέχισε με τα σχέδια του ξαδέρφου του για την Ιλίρια, αναφέροντας και τις δικές του ιδέες για τα δικά του τεράστια κτήματα, μέχρι που τελικά η Σάρα έκπληκτη συνειδητοποίησε πως όχι μόνο η συζήτηση ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αλλά ότι είχε επίσης τελειώσει το φαγητό της. Εκείνος δεν το σχολίασε και δεν επέμεινε να φάει επιδόρπιο. Τη ρώτησε μόνο αν ήθελε καφέ. «Όχι ευχαριστώ». Εκείνος την κοίταξε εξεταστικά για μερικά δευτερόλεπτα και τελικά αποφάσισε να το αφήσει να περάσει. «Θα σε πάω στο δωμάτιό σου». Βλέποντάς την έτοιμη να διαμαρτυρηθεί, της είπε με αβρότητα: «Το κάστρο είναι μπερδεμένο όταν δεν το ξέρεις. Δε θα ήθελα να χαθείς». Η Σάρα έγινε κατακόκκινη. Εκείνος προφανώς ήξερε ότι θα άρπαζε την ευκαιρία να εξερευνήσει το κάστρο με σκοπό να δραπετεύσει. Γεφύρωσε την αμήχανη σιωπή με το να σηκωθεί όρθια. «Με συγχωρείς για την έλλειψη γνώσεων μου για τα κάστρα, αλλά είναι όλα έτσι σαν λαγούμια;» τον ρώτησε όταν βγήκαν στο διάδρομο. «Αν δεν έχουν ανακαινιστεί από τότε που χτίστηκαν», απάντησε ο Γκάμπριελ και αυτόματα την έπιασε από τον αγκώνα. Η Σάρα χρειάστηκε να συγκεντρωθεί για να μπορέσει να περπατήσει μέχρι το ασανσέρ. Τα δάχτυλά του στο δέρμα της, η ζεστασιά και η εγγύτητά του της προκάλεσαν μια βασανιστική ένταση που της θόλωσε το μυαλό τόσο πολύ, που δυσκολευόταν να ακούσει αυτά που της έλεγε. «Το Λημέρι του Λύκου πήρε περίπου διακόσια χρόνια να τελειώσει, πράγμα που εξηγεί το συνονθύλευμα από πύργους και τεχνοτροπίες. Οι πρόγονοί μου δε νοιάζονταν για την αρχιτεκτονική ή την άνεση. Ήθελαν μόνο ένα ισχυρό φρούριο


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

54

που να προστατεύει τον εμπορικό δρόμο μέσα από τα βουνά κι έτσι κάθε καινούρια εξέλιξη στο χτίσιμο κάστρων που προέκυπτε την ενσωμάτωναν. Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης έγιναν κάποιες μετατροπές για να γίνει το κάστρο πιο άνετο, αλλά από τότε δεν έχουν γίνει ξανά και πολλά πράγματα». «Εκτός από μερικές σύγχρονες ανέσεις», παρατήρησε η Σάρα ξερά καθώς η πόρτα του ασανσέρ άνοιγε. «Όταν έφτασα εδώ, υπέθεσα ότι είχε βάλει το χεράκι της η ψεύτικη Αμερικανίδα, η κυρία Αμποτ Αρμιτατζ». «Δεν είναι ψεύτικη», είπε ο Γκάμπριελ ευθέως. «Είναι η σύζυγος ενός παλιού φίλου». Πολύ υποχωρητικός αυτός ο παλιός φίλος, αφού δεν τον νοιάζει να λέει η γυναίκα του ψέματα για χατίρι του Γκάμπριελ, σκέφτηκε ειρωνικά η Σάρα, νιώθοντας ξανά ζήλια. «Τα υδραυλικά ήταν η μοναδική υποχώρηση του προ-προ-παππού μου στον εκσυγχρονισμό, τον δέκατο ένατο αιώνα. Εκτός από την καινούρια διακόσμηση, ο δολοφονικός προκάτοχός μου έβαλε και τα ασανσέρ». Η Σάρα ανατρίχιασε από τον ψυχρό, ανελέητο τόνο που χαρακτήριζε τις αναφορές του στο δικτάτορα. Ήταν ο ίδιος τόνος που είχε χρησιμοποιήσει όταν την είχε διώξει από τη ζωή του. «Είπες ότι ο ξάδερφός σου, ο πρίγκιπας, σε έπεισε ότι οι Ιλιριανοί σε χρειάζονταν. Πώς;» Ο Γκάμπριελ παρέμεινε σιωπηλός μέχρι που βγήκαν στο διάδρομο που οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρά της. «Ο Αλεξ είναι πολύ πειστικός», της είπε τελικά κοφτά. Η Σάρα του έριξε μια δύσπιστη ματιά. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι υπήρχε άνθρωπος που θα κατάφερνε να πείσει τον Γκάμπριελ να κάνει κάτι που δεν ήθελε. «Από τότε που σκοτώθηκαν οι παππούδες μου, η Ιλίρια έχει μείνει παγωμένη στο χρόνο και στερείται σχεδόν όλα όσα χρειάζεται ένα μοντέρνο κράτος για να επιβιώσει, πόσο μάλλον να προοδεύσει. Ο λαός δεν έχει παράδοση στη δημοκρατία και


55

ROBYN DONALD

οι υποδομές είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Λόγω των αναταραχών, μετά το θάνατο του δικτάτορα, υπήρξε πολύ σοβαρός κίνδυνος η χώρα να χρεοκοπήσει και να την καταπιεί κάποιο από τα γειτονικά κράτη. Όταν ο Αλεξ ήρθε σε επαφή μαζί μου, ήρθα εδώ και ρώτησα τους ανθρώπους στην κοιλάδα τι ήταν αυτό που χρειάζονταν περισσότερο». «Και τι είπαν;» «Είπαν ότι ήθελαν να επιστρέφει ένας Κονσιντίνι στο Λημέρι του Λύκου. Μετά απ’ αυτό, ήθελαν ηλεκτρικό, νερό και αξιοπρεπείς δρόμους. Αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι, παρά την τυραννία του μπάσταρδου του ξαδέρφου μου, ήθελαν κάποιου είδους σύνδεση με την οικογένεια». Παράξενο πώς μάθαινε τόσο πολλά για κείνον τώρα που ήταν εχθροί! Εκείνος της άνοιξε την πόρτα και της χαμογέλασε ειρωνικά. «Καληνύχτα, Σάρα. Αν χρειαστείς οτιδήποτε, τράβηξε το κουδούνι και θα έρθει κάποιος». Υπήρχε κάποιο κρυφό νόημα στα λόγια του; «Καληνύχτα», είπε η Σάρα εντελώς τυπικά. Η πόρτα έκλεισε πίσω του με θόρυβο. Τρέμοντας, η Σάρα ακούμπησε πάνω της κι άφησε τον αναστεναγμό που έπνιγε εδώ και ώρα. Το ότι τον είχε ξαναδεί την είχε κομματιάσει. Τελικά απομακρύνθηκε από την πόρτα. Η αυτολύπηση ήταν η εύκολη λύση. Έπρεπε να αγνοήσει τα εξευτελιστικά φιλιά του Γκάμπριελ και τη συντριπτική επιρροή που είχε πάνω της και να βρει έναν τρόπο να ξεφύγει από το κάστρο και από τη ζωή του. Της είχε πει ότι μπορεί να θυμόταν κάτι που θα οδηγούσε σε όποιον είχε κλέψει το κόσμημα, αλλά αυτό ήταν πολύ δύσκολο να το πιστέψει. Μήπως σκόπευε να τη βασανίσει μέχρι να κάνει κάποιο λάθος; Ή, επειδή πίστευε ότι μπορεί να ήταν αναμεμειγμένος και κάποιος άλλος, υπέθετε ότι, αν την πίεζε πολύ, θα πρόδιδε αυτό το υποτιθέμενο άλλο άτομο; Χαμογέλασε βεβιασμένα. Με αντάλλαγμα, δίχως αμφιβολία,


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

56

να μην απαγγελθούν κατηγορίες σ’ εκείνη... Εντελώς ανόητα είχε συμφωνήσει να μείνει, γιατί ήθελε κάποια ευκαιρία να αποδείξει την αθωότητά της, θα έπρεπε όμως να είχε αρνηθεί αγανακτισμένη... Της είχε πάρει έναν ολόκληρο χρόνο να φέρει μια κάποια ισορροπία στη ζωή της. Το να πέσει στην αγκαλιά του και στο κρεβάτι του —αν αυτός ήταν ο σκοπός του— θα την άφηνε συναισθηματικά ανάπηρη κι υποψιαζόταν ότι αυτή τη φορά θα ήταν μόνιμο. Για χάρη της αυτοεκτίμησής της έπρεπε να φύγει από κει. Με το μυαλό της να δουλεύει πυρετωδώς, έτρεξε στην ντουλάπα κι έβγαλε την τσάντα της. Θα τηλεφωνούσε... σε ποιον; Τα χέρια της πάγωσαν. Σε ποιον μπορούσε να τηλεφωνήσει; Πολλοί από τους υποτιθέμενους φίλους της είχαν χαθεί μετά την πανωλεθρία του αποτυχημένου αρραβώνα της και την καταιγίδα της δημοσιότητας που είχε ακολουθήσει. Δεν μπορούσε να απευθυνθεί σε κάποιον από τους λίγους ανθρώπους που είχαν παραμείνει αφοσιωμένοι. Ο Γκάμπριελ ήταν πολύ ισχυρός. Είχε καταστρέψει την καριέρα της και ήταν αρκετά ανελέητος να κάνει το ίδιο σε όποιον τη βοηθούσε. Δεν τολμούσε να ζητήσει από τους φίλους της να του εναντιωθούν. Εξάλλου, ποιος θα πίστευε ότι ο Γκάμπριελ την κρατούσε αιχμάλωτη; Δάγκωσε τα χείλη της κι άρχισε να ψάχνει στην τσάντα της. Ποιος μπορούσε λοιπόν να τη βοηθήσει; Κανείς της απάντησε το ρεαλιστικό κομμάτι του μυαλού της. Έπρεπε όμως να υπάρχει κάποιος... Ελπίζοντας διακαώς να έχει η Ιλίρια δίκτυο κάλυψης, έψαξε στα τυφλά για το μικροσκοπικό κινητό της. Δεν μπορούσε να το βρει ως συνήθως. «Μα γιατί τα κάνουν τόσο μικρά;» αναρωτήθηκε θυμωμένη και άδειασε την τσάντα της στο κρεβάτι. Πέντε λεπτά αργότερα, κοίταξε έξαλλη την ακαταστασία που είχε δημιουργήσει. Το τηλέφωνό της δεν ήταν πουθενά ούτε και η ατζέντα της με τις πολύτιμες διευθύνσεις και τα τηλέφωνα. Και επίσης έλειπαν η πιστωτική κάρτα της και τα λίγα ντόπια χαρτονομίσματα που είχε πάρει στο


57

ROBYN DONALD

αεροδρόμιο. Ο φορητός υπολογιστής της ήταν άφαντος. Το ίδιο και το διαβατήριό της...


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

58

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Πραγματικός φόβος πλημμύρισε τη Σάρα και η παγωμένη του δύναμη παρέλυσε τις σκέψεις της. Έκανε με δυσκολία ένα βήμα προς την πόρτα, αλλά μετά άλλαξε κατεύθυνση και πήγε στο μικρό γραφείο μπροστά στο παράθυρο. Μήπως κάποια υπερβολικά εργατική καμαριέρα είχε μεταφέρει τον υπολογιστή και τα άλλα αντικείμενα από την τσάντα της στα συρτάρια του γραφείου; Μια γρήγορη έρευνα αποκάλυψε ότι εκεί δεν υπήρχε τίποτα πέρα από έναν πάκο χαρτιά και φάκελοι με το έμβλημα του λύκου. Αγνοώντας το κενό μέσα της, που όλο μεγάλωνε, έψαξε το δωμάτιο μέχρι που βρέθηκε να αδειάζει το συρτάρι του κομοδίνου για δεύτερη φορά. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ανάγκασε τον εαυτό της να σταματήσει τη μανιασμένη της αναζήτηση και να καθίσει στο κρεβάτι. Τα χέρια της έτρεμαν. Τα έδεσε στην ποδιά της, ενώ τα τελευταία λόγια του Γκάμπριελ αντήχησαν στο μυαλό της. Αν χρειαστείς οτιδήποτε, τράβηξε το κουδούνι... Υπήρχε μια πολύ αμυδρή περίπτωση, η καμαριέρα που είχε τακτοποιήσει τα πράγματά της να είχε μετακινήσει κατά λάθος το κινητό της. Και την πιστωτική και τα λεφτά και το διαβατήριό μου; σκέφτηκε σαρκαστικά. Και τον υπολογιστή; Για να τα βάλει σε κάποιο χρηματοκιβώτιο ίσως; Η καρδιά της σφίχτηκε κι ένιωσε ναυτία. Αυτό της θύμιζε υπερβολικά όσα είχαν συμβεί πριν από έναν χρόνο. Παρ’ όλα αυτά, τράβηξε το κουδούνι.


59

ROBYN DONALD

Μετά από μερικά λεπτά άκουσε ένα κοφτό χτύπημα. Σήκωσε το κεφάλι της και γούρλωσε τα μάτια της, όταν η πόρτα άνοιξε και αντίκρισε το ειρωνικό βλέμμα του Γκάμπριελ. Έκανε έναν μορφασμό, αλλά σηκώθηκε να τον αντιμετωπίσει, προσπαθώντας να αγνοήσει το προδοτικό χτυποκάρδι της. «Χτύπησα για να έρθει η καμαριέρα», είπε ψυχρά. Εκείνος είχε αλλάξει και φορούσε ένα μαύρο παντελόνι κι ένα πουκάμισο, που ήταν ανοιχτό στο κολάρο και αποκάλυπτε τον μελαψό λαιμό του. Το αισθησιακό του στόμα χαμογέλασε αυθάδικα. «Οι καμαριέρες κοιμούνται. Και ούτως ή άλλως, δε μιλάνε αγγλικά». Η Σάρα συνειδητοποίησε ότι το περίμενε αυτό. Εκείνος φαινόταν πολύ τρομακτικός καθώς έκλεινε το άνοιγμα της πόρτας. Έξαλλη από θυμό, τον ρώτησε: «Πού είναι το διαβατήριό μου;» «Είναι σε ασφαλές μέρος μαζί με τα χρήματα και το κινητό σου». Ο Γκάμπριελ περιεργάστηκε το πρόσωπό της, πριν προσθέσει εντελώς ανέκφραστα: «Το ίδιο και ο υπολογιστής σου. Δε θα τα χρειαστείς. Πες ότι είσαι διακοπές, χωρίς τις έγνοιες της δουλειάς». «Αλαζονικό κάθαρμα», είπε με σφιγμένα δόντια η Σάρα. «Απατεώνισσα, σκύλα». Η προσβολή του της έκοψε την ανάσα. Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε ειρωνικά το φρύδι του. «Δεν το αντέχεις, ε;» είπε αργά. «Για να μη χρειαστεί, λοιπόν, να επαναλάβουμε αυτή τη σκηνή, θα πρέπει να σου πω ότι εκτός από τον Γουέμπστερ κανείς εδώ δε μιλάει αγγλικά. Ακόμα κι αν μιλούσαν όμως, δε θα σε βοηθούσαν να δραπετεύσεις... αυτά έχει ο φεουδαρχισμός. Ούτε κι ο Γουέμπστερ. Μου χρωστάει τη ζωή του και η αφοσίωσή του είναι ακλόνητη». Η Σάρα δάγκωσε τα χείλη της. Αυτή η τελευταία αιχμή είχε στόχο εκείνη και την πόνεσε, παρ’ όλο που ήταν εντελώς άδικη. Ο Γκάμπριελ την περίμενε να μιλήσει. Όταν όμως παρέμεινε


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

60

πεισματικά σιωπηλή, της είπε ξερά: «Είσαι τελείως μόνη σου, Σάρα». Η απειλητική σιωπή έκανε την καρδιά της να χτυπήσει σαν τρελή. Κρύωνε και ζεσταινόταν ταυτόχρονα και τα συναισθήματά της ήταν τόσο μπερδεμένα ώστε έκλεισε σφιχτά τα χείλη της, γιατί ό,τι κι αν έλεγε δε θα έβγαζε νόημα. Το όμορφο πρόσωπο του Γκάμπριελ σκλήρυνε. «Και η πόρτα σου θα είναι κλειδωμένη. Αν ρίξεις μια ματιά από το παράθυρο, θα δεις ότι είναι πολύ ψηλά για να δέσεις σεντόνια και να κατέβεις. Και σου είπα ότι το πρώτο πράγμα που έκανα στο κάστρο ήταν να εγκαταστήσω σύστημα ασφαλείας τελευταίας τεχνολογίας», της είπε με απάθεια. Ναι, της το είχε πει. Εκείνη όμως ανόητα ήλπιζε πως ήταν διατεθειμένος να εξετάσει την περίπτωση να μην είναι ένοχη. Γιατί εξέθετε τον εαυτό της σε τόσο πόνο; Η Σάρα ανασήκωσε το πιγούνι της και τον κοίταξε, ελπίζοντας η φωνή της να παραμείνει σταθερή και ψύχραιμη. «Πάλι καλά που θα αναζητούσες την αλήθεια ήρεμα και λογικά». Εκείνος φάνηκε να το βρίσκει διασκεδαστικό. «Ποτέ δεν είπα ότι σε εμπιστευόμουν, Σάρα. Και εκπλήσσομαι που σκέφτηκες ότι θα μπορούσα». Κάτι άλλαξε στο αλαζονικό του πρόσωπο και το χαμόγελό του έγινε στοχαστικό. «Ή μήπως ήλπιζες σε κάτι που θα σε βοηθούσε να κοιμηθείς;» Και λέγοντας αυτά, μπήκε στο δωμάτιο. Κάθε αθόρυβο βήμα του μαρτυρούσε την πρόθεσή του. Τα πάντα επάνω του — το αινιγματικό, επικίνδυνο βλέμμα, η έντονη κτητικότητα, η ασυμβίβαστη αρρενωπότητα— την προειδοποιούσαν ότι την ήθελε ακόμα. Παραμένοντας στη θέση της, προσπάθησε ελέγξει τα συναισθήματά της... οργή, πόνο, φόβο και μια αδιάντροπη προσμονή. Γιατί κι εκείνη τον ήθελε. Συνειδητοποιώντας με τρόμο την πρωτόγονη αίσθηση, η Σάρα αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν η σεξουαλική έλξη να έχει επιζήσει μετά την πικρή προδοσία και την πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης. Ό,τι κι αν ήταν, σίγουρα δεν ήταν αγάπη. Αν


61

ROBYN DONALD

παραδινόταν σ' αυτή την άγρια, χωρίς λογική λαχτάρα, θα έπεφτε για πάντα στα μάτια της... και στα δικά του. Εκείνος απείχε μόλις ένα βήμα, όταν κατάφερε να του πει βραχνά: «Όχι». Εκείνος σταμάτησε. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του και την κοίταξε ειρωνικά. Και παρά τα όσα είχαν συμβεί, η Σάρα δεν μπορούσε να ελέγξει ένα ξαφνικό κύμα άγριου ενθουσιασμού. «Είσαι σίγουρη;» Οι λέξεις ήταν φανερή πρόσκληση και τις θύμιζαν τις τρελές, εκστατικές στιγμές στην αγκαλιά του. Η Σάρα ξερόβηξε. «Απολύτως σίγουρη», μουρμούρισε. «Ούτε τώρα, ούτε ποτέ». «Ψεύτρα». Ακολούθησε το περίγραμμα του στόματός της απαλά με το δείκτη του, ξυπνώντας μια κόλαση μέσα της. Κάθε κύτταρο του κορμιού της τον αποζητούσε. Μη μπορώντας να ανασάνει, η Σάρα στάθηκε εκεί σαν άγαλμα και κατέβασε τα μάτια της, αποφασισμένη να του αντισταθεί. Σχεδόν αμέσως ο Γκάμπριελ σταμάτησε το υπέροχο μαρτύριο και απομακρύνθηκε σαν να τον αηδίαζε. «Θα σε δω το πρωί», είπε σκληρά όταν έφτασε στην πόρτα. Την έκλεισε κι αυτή τη φορά η Σάρα άκουσε το κλειδί να γυρίζει. Κατέρρευσε στο τεράστιο κρεβάτι τρέμοντας. Σκέψου πρόσταζε τον εαυτό της. Πρέπει να σκεφτείς... Αλλά ένα χασμουρητό τη διέκοψε. Μετά την υπερένταση, ένιωθε αποκαμωμένη και την πονούσαν τα κόκαλά της. Μα γιατί ενέδιδε όποτε εκείνος την άγγιζε; Τα φιλιά του ήταν προσβλητικά, το καθένα μια σκληρή δήλωση δύναμης και πόθου κι όμως εκείνη ανταποκρινόταν ανήμπορη από το πάθος. Μήπως την είχε φέρει εκεί θέλοντας να την εξορκίσει; Σίγουρα δεν ήθελε της κάνει έρωτα μέχρι να τη χορτάσει και μετά απλώς να την πετάξει; Όχι. Ήθελε το Αίμα της Βασίλισσας και ήταν σίγουρος ότι το είχε εκείνη. Γι’ αυτό θα χρησιμοποιούσε κάθε διαθέσιμο όπλο για να το βρει... και η σεξουαλική επίδρασή του επάνω της ήταν


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

62

ένα τέτοιο όπλο. Η Σάρα έριξε μια ματιά στο ρολόι της και είδε ότι ήταν ξύπνια σχεδόν είκοσι ώρες. Αύριο, υποσχέθηκε στον εαυτό της, θα σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει. Τώρα ήταν εξαντλημένη και καλύτερα να κοιμόταν λίγο. Στο μπάνιο έπλυνε το πρόσωπό της με το σαπούνι της και χρησιμοποίησε τα δικά της καλλυντικά, αρνούμενη ακόμα και να αγγίξει εκείνα που της παρείχε ο Γκάμπριελ. Ανάθεμα σ’ αυτή την πείνα που τη βασάνιζε! Την ντρόπιαζε τελείως. Με γρήγορες κινήσεις έβαλε ενυδατική κρέμα στο πρόσωπό της και μετά κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. «Νομίζει ότι είσαι μια ψεύτρα, μια κλέφτρα, μια τσούλα χωρίς ηθική. Να το θυμάσαι αυτό αν προσπαθήσει να σε φιλήσει ξανά». Δε θα γινόταν ερωμένη κανενός άντρα. Το κομμάτι του μυαλού της που τη χλεύαζε αναρωτιόταν γιατί ήταν τώρα τόσο ανένδοτη, όταν είχε παραδοθεί στη γοητεία του χωρίς αντίσταση, πριν από έναν χρόνο περίπου. «Η αγάπη είναι η διαφορά», είπε αργά καθώς τα δάκρυα έπνιγαν τη φωνή της. Τον είχε αγαπήσει τόσο πολύ... *** Ένα χτύπημα στην πόρτα την ξύπνησε μετά από μια νύχτα γεμάτη απαίσια όνειρα. Ζαλισμένη, η Σάρα έχωσε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι μέχρι που η φωνή του Γκάμπριελ την έκανε να ξυπνήσει για τα καλά. «Καλημέρα, Σάρα», της είπε από την πόρτα και ακουγόταν εύθυμος. «Αρκετά κοιμήθηκες». Το στόμα της στέγνωσε και η καρδιά της σκίρτησε. Εκείνος φορούσε παντελόνι ιππασίας που κολλούσε στους μυώδεις μηρούς του και τους στενούς γοφούς του κι ένα πουκάμισο που αποκάλυπτε το πόσο φαρδιοί και δυνατοί ήταν οι ώμοι του. Έμοιαζε με μεσογειακή θεότητα βγαλμένη από κάποιο μύθο... υπέροχος, κυρίαρχος κι αινιγματικός. «Τι θέλεις;» τον ρώτησε. Βρισκόταν σε τελείως μειονεκτική


63

ROBYN DONALD

θέση. «Φύγε από εδώ μέσα!» του πέταξε, σπρώχνοντας τα μπερδεμένα μαλλιά από το πρόσωπό της. Το βλέμμα του έπεσε στο μεταξωτό φανελάκι της που δεν έκρυβε αρκετά τους ώμους και τα στήθη της. Αυτόματα, η Σάρα τράβηξε το σεντόνι αλλά μέσα της έλιωσε, παγιδευμένη σε μια φωτιά που δεν είχε πεθάνει ποτέ εντελώς. Είχε ερωτευτεί τον Γκάμπριελ τρελά, είχε παραδοθεί τόσο απόλυτα στην αρρενωπότητά του, που η έλλειψη εμπιστοσύνης του ήταν η χειρότερη προδοσία. Τώρα ήξερε γιατί εμπιστευόταν την καμαριέρα περισσότερο από κείνη, αυτό όμως δεν τη διευκόλυνε να αντέξει τη θλίψη της. «Μην ανησυχείς», της είπε περιφρονητικά. «Δεν κάνω το ίδιο λάθος δύο φορές. Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήθελες να έρθεις μαζί μου για ιππασία». Όταν είχαν γνωριστεί με τον Γκάμπριελ, του είχε πει τα πάντα για τα παιδικά της χρόνια στους τροπικούς. Ήξερε ότι εκείνη ίππευε χωρίς σέλα στις παραλίες του Φαλάισι, ότι είχε φύγει από το νησί επειδή η μητέρα της είχε πνιγεί σε έναν τρομερό κυκλώνα. Κι όμως εκείνος δεν της είχε πει τίποτα, σκέφτηκε τώρα πικρόχολα η Σάρα. Το προηγούμενο βράδυ είχε μάθει περισσότερα για κείνον απ’ ό,τι όλους εκείνους τους μεθυστικούς μήνες στην αγκαλιά του, στο κρεβάτι του, όταν δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι είχε βρει την αδερφή ψυχή. Η καρδιά της για μια στιγμή φτερούγισε. «Όχι», του είπε ήρεμα. «Ήρθα εδώ για να κάνω μια δουλειά και θα την κάνω. Γι' αυτόν το λόγο με πληρώνει ο εργοδότης μου. Άσε που αυτό το δωμάτιο χρειάζεται απεγνωσμένα ανακαίνιση». Κοίταξε υποτιμητικά γύρω της τα απαίσια ψευτομπαρόκ έπιπλα και τις απομιμήσεις ταπισερί. «Μα δε σε πληρώνει εκείνος, Σάρα». Η φωνή του ακουγόταν σχεδόν σαν να το διασκέδαζε. «Και βέβαια με πληρώνει!» Η Σάρα τον κοίταξε αγανακτισμένη. Μήπως εκείνος πίστευε ότι ζούσε με τα κέρδη από το περιδέραιο;


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

64

«Εκτός από το ότι κανόνισα τη δουλειά σου, εγώ πληρώνω και το μισθό σου». Τι ανόητη που ήταν! Αυτό δεν της είχε περάσει καθόλου από το μυαλό. Αλλά γιατί να εκπλαγεί; «Συμβαίνει πάντως», συνέχισε ο Γκάμπριελ, «να είναι πολύ ευχαριστημένος με τη δουλειά σου. Πιστεύει ότι έχεις ταλέντο». «Θα σου επιστρέφω τα λεφτά... μέχρι τελευταία δεκάρα...» Εκείνος ανασήκωσε ερωτηματικά το μαύρο φρύδι του. «Γιατί;» Ψάχνοντας να βρει τις σωστές λέξεις, η Σάρα κατάφερε τελικά να πει ξεψυχισμένα: «Γιατί δε θέλω να χρωστάω σε έναν άντρα που πιστεύει ότι έκλεψα ένα ανεκτίμητο οικογενειακό κειμήλιο δυο βδομάδες μετά τον αρραβώνα μας!» «Αν έχει τόση σημασία για σένα, υπάρχουν άλλοι, πολύ πιο ευχάριστοι τρόποι για να ξεπληρώσεις ένα χρέος», είπε εκείνος νωχελικά. Της πήρε κάνα δυο λεπτά προτού τα λόγια του καταγραφούν στο ζαλισμένο της μυαλό. Είχε αφήσει το σεντόνι να πέσει και το λεπτό νυχτικό δεν έκρυβε τίποτα... και ο Γκάμπριελ απολάμβανε τη θέα. Στο στόμα του σχηματίστηκε ένα ειρωνικό χαμόγελο καθώς εκείνη ακολούθησε αυτόματα το βλέμμα του κάτω στις δυο κορυφές του στήθους της που ξεχώριζαν και μαρτυρούσαν τα συναισθήματά της. Μόνο που ήταν εξοργισμένη και όχι ερεθισμένη. «Βγες έξω!» είπε έξαλλη από ντροπή για την προσβολή του και τράβηξε ξανά το σεντόνι. Το πρόσωπό του Γκάμπριελ αναψοκοκκίνισε, πράγμα που τόνισε ακόμα περισσότερο τα χαρακτηριστικά που είχε κληρονομήσει από κάποιον επιδρομέα πρόγονό του που είχε έρθει από την Ανατολή, με το σπαθί στο χέρι και τη λεηλασία στο μυαλό τους και με γονίδια τόσο ισχυρά που είχαν σημαδέψει γενιές Κονσιντίνι. «Δε θέλεις να φύγω. Το κορμί σου δε λέει ψέματα, Σάρα». Το ειρωνικό χαμόγελό του δε μαλάκωσε την έκφρασή του. «Ούτε και το δικό μου». Έδειξε τον εαυτό του.


65

ROBYN DONALD

Τα μάτια της Σάρα άνοιξαν διάπλατα. Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα καθώς συνειδητοποίησε ότι ήταν ερεθισμένος και βαθιά μέσα της ένιωσε μια παθιασμένη λαχτάρα. «Εξακολουθώ να σε βρίσκω πολύ ελκυστική», συνέχισε εκείνος ατάραχα. «Και τώρα που δε χρειάζεται να ακολουθούμε τα ανούσια τελετουργικά του φλερτ, μπορούμε ίσως να χτίσουμε μία πιο ειλικρινή, ισότιμη σχέση». «Ενώ εσύ πιστεύεις ότι έκλεψα το Αίμα της Βασίλισσας;» είπε τρέμοντας η Σάρα. «Αν μπορείς να μου αποδείξεις...» Η Σάρα το μόνο που ήθελε ήταν να χωθεί ξανά στα μαξιλάρια και να κλάψει για ώρες, αλλά το πείσμα και η υπερηφάνεια της την κράτησαν όρθια, κάνοντας τη φωνή της σταθερή και τα μάτια της ένα ζοφερό γκρι, αντί για το συνηθισμένο λαμπερό τους πράσινο. «Από σένα εξαρτάται, Γκάμπριελ, να αποδείξεις ότι το έκλεψα. Εγώ πώς μπορώ να αποδείξω το αντίθετο; Έκανες την επιλογή σου και τώρα πρέπει να υποστείς τις συνέπειες. Δεν πρόκειται να έρθω μαζί σου για ιππασία. Θα καθίσω να φτιάξω ένα σχέδιο για τις τρεις κρεβατοκάμαρες που έβαλες τη γυναίκα του φίλου σου να μου ζητήσει, ξεκινώντας από αυτήν εδώ. Γι’ αυτόν το λόγο βρίσκομαι εδώ κι αυτό θα κάνω». «Σκέφτηκα ότι θα ήθελες να εξερευνήσεις... να ψάξεις για κάποιον τρόπο να ξεφύγεις». Και βέβαια ήθελε! «Μην προσπαθείς να με χειραγωγήσεις». Η Σάρα φούντωσε από θυμό, αμέσως όμως συγκρατήθηκε. Χρειάστηκε τεράστια θέληση για να ανακτήσει τον έλεγχο της τρεμάμενης φωνής της, αλλά τα κατάφερε. «Δεν είμαι ηλίθια. Σίγουρα έχεις φροντίσει να είναι αδύνατο να δραπετεύσω και άρα είναι μάταιο να προσπαθήσω. Ελπίζω μόνο να μην έλεγες ψέματα όταν υποσχέθηκες να με αφήσεις να φύγω στο τέλος της εβδομάδας». Ένα ανέμελο ανασήκωμα των ώμων ήταν η μόνη απάντησή του στο προκλητικό ψέμα της. «Σήκω και βάλε ρούχα


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

66

κατάλληλα για ιππασία». Αλληλοκοιτάχτηκαν και ζυγιάστηκαν με το βλέμμα. «Ή αλλιώς θα το κάνω εγώ για σένα», κατέληξε ο Γκάμπριελ μειλίχια. Το εννοούσε. Και η Σάρα ήξερε πού μπορούσε να οδηγήσει αυτό... πού θα οδηγούσε σίγουρα! Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, αλλά υποχώρησε, ελπίζοντας ότι μπορούσε να τον εμπιστευτεί. Να τον εμπιστευτεί; Ε όχι. Τον εμπιστευόταν όσο την εμπιστευόταν κι εκείνος... καθόλου. Η αλήθεια όμως ήταν ότι έπρεπε να ανακαλύψει όσο περισσότερα μπορούσε γι’ αυτό το μέρος. Ο Γκάμπριελ κρατούσε όλα τα χαρτιά στα χέρια του: εκείνη ήταν φυλακισμένη του, το αφεντικό της ήταν στην υπηρεσία του και οι λιγοστοί φίλοι της δε θα ανησυχούσαν αν δε μάθαιναν νέα της κάποιες εβδομάδες. Ο Γκάμπριελ ήταν απόλυτα πεπεισμένος ότι εκείνη είχε κλέψει το οικογενειακό του κειμήλιο, το θησαυρό του οίκου του και δε θα την άφηνε να φύγει. Ο καλλιεργημένος μεγιστάνας που την είχε συνεπάρει ήταν απλώς ένα προσωπείο. Από πίσω του κρυβόταν ένας ανελέητος απόγονος των σκληρών μεσαιωνικών προγόνων του, των λύκων της Ιλίρια. Έπρεπε λοιπόν να φύγει από κει μέσα. Όπως της είχε μόλις υποδείξει η γνώση ήταν δύναμη. Όσο περισσότερα ήξερε για την κοιλάδα, για το κάστρο, τόσο το καλύτερο θα ήταν όταν αποφάσιζε να αποδράσει. Νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει ακόμα σαν τρελή, τον κοίταξε ελπίζοντας ότι το βλέμμα της ήταν ανέκφραστο. Αυτή η αβίαστη σωματική ανταπόκριση ήταν μια ψευδαίσθηση, ένα κόλπο που της έπαιζαν οι ορμόνες της. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση αγάπη. «Εντάξει», του είπε ατάραχη. «Θα έρθω μαζί σου για ιππασία». «Θα συναντηθούμε εδώ σε μισή ώρα», είπε ο Γκάμπριελ, αν και ήξεραν και οι δύο ότι μπορούσε να μπαινοβγαίνει στην κρεβατοκάμαρά της όποτε ήθελε. Χωρίς να περιμένει απάντηση έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς την πόρτα


67

ROBYN DONALD

με μεγάλες δρασκελιές. Η Σάρα έβαλε το χέρι της στην καρδιά της παρακαλώντας τη να ηρεμήσει. Μόλις έκλεισε η πόρτα, πετάχτηκε από το κρεβάτι κι έτρεξε στο μπάνιο. Μετά από μισή ώρα ο Γκάμπριελ χτύπησε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και δεν εξεπλάγη καθόλου όταν την άκουσε να φωνάζει αμέσως: «Περάστε». Η Σάρα δεν τον είχε αφήσει ποτέ να περιμένει... ούτε στα ραντεβού τους, ούτε στο σεξ, σκέφτηκε κυνικά. Αλλά σίγουρα, καθώς σκόπευε να κλέψει το περιδέραιο, τον είχε μελετήσει και είχε ανακαλύψει ότι δεν του άρεσε να χάνει χρόνο. Ξεκλείδωσε την πόρτα και την άνοιξε. Η Σάρα στεκόταν δίπλα στο γραφείο και κοιτούσε απορροφημένη ένα χαρτί. Όλοι οι μύες του κορμιού του συσπάστηκαν από μια ξαφνική λαχτάρα, εκείνη όμως δεν κουνήθηκε καθόλου, ούτε καν γύρισε να τον κοιτάξει. Παρ’ όλο που είχε επιλέξει καθημερινά ρούχα, το συνολικό αποτέλεσμα ήταν ιδιαίτερα προσεγμένο. Το τζιν της αναδείκνυε τα μακριά, κομψά πόδια της και οι μπότες τραβούσαν την προσοχή στους λεπτούς αστραγάλους της. Η πολύ καλής ποιότητας ζέρσεϊ μπλούζα χάιδευε το πλούσιο στήθος της και τη μέση της. Στο χέρι της κρατούσε ένα σακάκι και είχε πιάσει τα μαλλιά της αλογοουρά, κάτι που τόνιζε τα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά της. Ο Γκάμπριελ αποδέχτηκε με απογοήτευση την αδυναμία του. Παρατήρησε ότι το λαμπερό δέρμα της δεν είχε ίχνος μεϊκάπ ή πούδρας. Αντί για κραγιόν, είχε βάλει ένα σέξι λιπγκλός που τραβούσε την προσοχή στην απαλή, απατηλή υπόσχεση των χειλιών της. Θεωρούσε ότι ήταν απόλυτα προστατευμένος από κείνη, αλλά η μεθυστική έξαψη τώρα τον είχε αποχαυνώσει τόσο, ώστε όταν εκείνη γύρισε επιτέλους το κεφάλι της, ένιωσε ευγνωμοσύνη. «Δεν έχω κράνος», είπε ανέκφραστα η Σάρα. Ο Γκάμπριελ έγνεψε προς την πόρτα. «Έχει στο στάβλο».


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

68

Καθώς περπατούσαν προς το ασανσέρ, τη ρώτησε: «Φορούσατε κράνη όταν κάνατε ιππασία στις παραλίες του τροπικού νησιού σου;» «Πάντα τα φορούσαμε όταν ξεκινούσαμε». Η φωνή της έγινε πιο ζεστή. «Οι γονείς μας ήταν πολύ αυστηροί σε θέματα ασφάλειας, αλλά συνήθως παρατούσαμε τα κράνη στο δρόμο και τα ξαναβάζαμε πριν φτάσουμε σπίτι. Ευτυχώς κανένας μας δεν έπεσε ποτέ άσχημα». Έξω ο αέρας ήταν δροσερός και ο ουρανός πεντακάθαρος μέχρι και τις βουνοκορφές. Αργότερα θα έπιανε ζέστη. Η Σάρα κοίταξε τους δύο ιπποκόμους που έκαναν βόλτα τα άλογα σε μια αυλή. Ήταν προφανές ότι συμπαθούσαν πολύ τον Γκάμπριελ. Με το που τον είδαν χαμογέλασαν αμέσως. Τα χαμόγελά τους έγιναν χαμόγελα σεβασμού όταν γύρισαν σ’ εκείνη. Σίγουρα δε θα ήταν εύκολο να τους δωροδοκήσει... Ο Γκάμπριελ τους χαμογέλασε πλατιά και είπε κάτι στην τοπική γλώσσα. Οι ιπποκόμοι γέλασαν και ο ένας του έδωσε τα γκέμια του μικρότερου αλόγου και εξαφανίστηκε μέσα από μια αψιδωτή πόρτα που πρέπει να οδηγούσε στο στάβλο. «Χρειάζεσαι βοήθεια να ανέβεις;» τη ρώτησε ο Γκάμπριελ. «Όχι ευχαριστώ», απάντησε κοφτά η Σάρα κι ανέβηκε στη σέλα. Περίμενε ότι εκείνος θα άφηνε τα γκέμια, αλλά δεν το έκανε. Έτσι κι εκείνη περίμενε, εξοικειώνοντας τον εαυτό της με το μέγεθος και την αίσθηση του αλόγου, όσο ο Γκάμπριελ μιλούσε με τον άλλο ιπποκόμο. Ο δεύτερος ιπποκόμος επέστρεψε με το κράνος και της το έδωσε με μια μεγαλόπρεπη χειρονομία. «Ευχαριστώ», του είπε χαμογελώντας. Εκείνος έγνεψε ευγενικά και έστρεψε αμέσως την προσοχή του στον Γκάμπριελ. Όχι, σκέφτηκε η Σάρα καθώς έβαζε το κράνος, κανένας από αυτούς τους δύο Ιλιριανούς δε θα τη βοηθούσε. Η συμπεριφορά τους δήλωνε ότι ήταν απόλυτα αφοσιωμένοι στον Γκάμπριελ. Πώς είχε καταφέρει να κερδίσει τέτοια αφοσίωση στο σύντομο διάστημα που βρισκόταν στο κάστρο; Κατά ένα μέρος


69

ROBYN DONALD

οφειλόταν στην παράδοση του οίκου του, αλλά υπήρχε σίγουρα κι ένα στοιχείο προσωπικού σεβασμού. Και γιατί εκπλησσόταν; Ο Γκάμπριελ είχε τον αέρα ηγέτη και οι περισσότεροι άνθρωποι ανταποκρίνονταν ενστικτωδώς. Και γι’ αυτούς τους ανθρώπους ήταν σωτήρας. Ο Γκάμπριελ της έδωσε τα χαλινάρια και ανέβηκε στο μεγαλύτερο άλογο με ευλυγισία και χάρη πάνθηρα, που μόνο εκείνος είχε. Οι μύες του τεντώθηκαν καθώς περνούσε το πόδι του πάνω από τη σέλα. Το άλογο κουνήθηκε κι εκείνος είπε κάτι στα ιλιριανά. Η φωνή του ήταν βαθιά, ζεστή και αργόσυρτη. Το άλογο χαλάρωσε, ξελογιασμένο όπως και τόσες γυναίκες, σκέφτηκε η Σάρα κι ένιωσε θλίψη. Σπιρούνισε ελαφρά το άλογο και συγκέντρωσε το μυαλό της καθώς περνούσαν μέσα από μια αψίδα στα χοντρά πέτρινα τείχη και έβγαιναν έξω. Μολονότι η Σάρα ήξερε ότι εκείνος δε θα είχε προτείνει ποτέ αυτή την εκδρομή αν δεν ήταν σίγουρος πως ήταν αδύνατο να δραπετεύσει, θα είχε τα μάτια της ανοιχτά. Παρ’ όλα αυτά, της ήταν δύσκολο να διατηρήσει το θυμό της. Η καρδιά της φτερούγισε καθώς περνούσαν δίπλα από μια περιφραγμένη περιοχή στην οποία δέσποζε ένας μικρός, μοναχικός πύργος. «Ο περιστερώνας», παρατήρησε ο Γκάμπριελ όταν είδε ότι τον κοιτούσε. «Ο περίβολος ήταν κάποτε πεδίο κονταρομαχιών, τώρα είναι πισίνα». «Εσύ την έφτιαξες;» «Όχι ο παππούς μου». Η Σάρα κοίταξε τα ψηλά, τεράστια τείχη και τα κατακόκκινα αναρριχητικά φυτά που είχε παρατηρήσει και κατά την άφιξή της. «Φαίνεται απόρθητο». «Είναι», απάντησε ο Γκάμπριελ αδιάφορα. «Τα τείχη δεν έχουν παραβιαστεί ποτέ». Η Σάρα ένιωσε σαν να είχε υπερνικήσει τη δύναμη του ήλιου ένα σύννεφο. Η φωνή του είχε τη θανάσιμη νότα που είχε πάντα όταν αναφερόταν στον άντρα που είχε δολοφονήσει τους


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

70

παππούδες του. Νιώθοντας μια ακαθόριστη και περιττή ανάγκη να τον παρηγορήσει, του είπε: «Η κοιλάδα είναι πανέμορφη. Λογικό που οι πρόγονοί σου εγκαταστάθηκαν εδώ». Ο Γκάμπριελ χαμογέλασε. «Αμφιβάλλω αν η ομορφιά της είχε κάποια σχέση μ’ αυτό. Το κάστρο χτίστηκε για να φρουρεί την πρόσβαση στην Ιλίρια. Και δε ζούσαν εδώ το χειμώνα. Μόλις το χιόνι έκλεινε το πέρασμα, κανένας εχθρικός στρατός δεν μπορούσε να περάσει κι έτσι αποσύρονταν στα πιο ζεστά τους κτήματα, κοντά στην ακτή». Ήταν κι εκείνα άραγε δικά του; Φαίνεται ότι ο Γκάμπριελ διάβασε τη σκέψη της. «Παράγουν σταφύλια και ψάρια και υπάρχει κι ένα ακόμα κάστρο... δηλαδή ένας συνδυασμός βίλας και κάστρου, σε έναν λόφο με θέα τη θάλασσα, που χρειάζεται κι εκείνο ανακαίνιση». Η Σάρα κούνησε το κεφάλι της. Ήταν εραστές για μήνες, ήταν δυο βδομάδες αρραβωνιασμένοι κι όμως δεν ήξερε τίποτα απ' όλα αυτά, εκτός από το γεγονός ότι είχε κάποια συγγένεια με τον πρίγκιπα που διοικούσε την Ιλίρια. «Είναι υπέροχα», του είπε καθώς εκείνος την οδήγησε σε ένα μονοπάτι που περνούσε μέσα από περιποιημένα χωράφια. Έντομα βούιζαν στο φως του ήλιου, μικροί χρυσοί πύραυλοι που εκτοξεύονταν από θαμνοφράχτη σε θαμνοφράχτη και ο αέρας μύριζε λουλούδια και φρούτα και φρεσκάδα. Γεμίζοντας τα πνευμόνια της, η Σάρα προσπάθησε να αγνοήσει το λόγο για τον οποίο βρίσκονταν εκεί, τα πολλά και ταραγμένα υπόγεια ρεύματα μεταξύ τους και να χαλαρώσει. Η κοιλάδα απλωνόταν πράσινη και γαλήνια κάτω από δεντρόφυτες βουνοπλαγιές. Στο βάθος δέσποζαν οι βουνοκορφές που γυάλιζαν ολόλευκες στον ήλιο, απόμακρες και επικίνδυνες όσο και ο άντρας που διοικούσε αυτή την υπέροχη περιοχή. Πώς γινόταν να είναι τόσο προσιτός σε όλους τους άλλους και τόσο αδιάλλακτος μαζί της; Ο Γκάμπριελ φυσικά παρατήρησε ότι ήταν σκεπτική. Πάντα την παρατηρούσε. Από το απαλό αισθησιακό στόμα της ως την


71

ROBYN DONALD

ίσια πλάτη της κάτω από το πουλόβερ που κολλούσε τόσο τρυφερά στο λεπτό της σώμα. Κάποτε της είχε πει ότι έμοιαζε με αριστοκράτισσα περισσότερο από κείνες που ήταν γεννημένες στην ανώτερη τάξη κι εκείνη είχε κάνει έναν μορφασμό και του είχε πει πως αυτό δεν ήταν κομπλιμέντο. Εκείνη ήθελε να μοιάζει με Τσιγγάνα, γεμάτη πάθος, ελεύθερη και ερωτική. Μερικές εβδομάδες αργότερα τον είχε ξελογιάσει, φορώντας μόνο μία τιάρα που είχε βρει σε κάποιο μαγαζί με νυφικά. Είχε ασημένιο σκελετό και ήταν στολισμένη με πράσινους και χρυσούς ημιπολύτιμους λίθους, που είχαν μετατρέψει τα μάτια της σε πετράδια. Ο Γκάμπριελ σφίχτηκε καθώς θυμήθηκε τη συνέχεια. Μέχρι τότε ήταν πάντοτε ευγενικός και τρυφερός μαζί της, εκείνο το βράδυ όμως η πειθαρχία και ο αυτοέλεγχός του είχαν γίνει θρύψαλα και οι δυο τους είχαν απογειωθεί σε μια έκσταση που δεν είχε νιώσει ποτέ πριν, σε ένα επίπεδο ύπαρξης αβάσταχτα, απεγνωσμένα ερεθιστικό. Όλα ψέματα σκέφτηκε εξαγριωμένος. Ένα μεγάλο ψέμα όπως και η αγάπη της, όπως και η άρνησή της να τον αφήσει να της αγοράσει οτιδήποτε... όλα προσεκτικά σχεδιασμένα για να τον κάνουν να πιστέψει ότι ήταν κάτι σπάνιο και πολύτιμο στη ζωή του. «Πού πηγαίνουμε;» Η φωνή της Σάρα ήταν σφιγμένη σαν να είχε κι εκείνη διαβάσει τη σκέψη του. «Στο σημείο που πρωτοβρέθηκε το Αίμα της Βασίλισσας», απάντησε κοφτά ο Γκάμπριελ. Και όπου το κρατούσε κρυμμένο η Μαρία για σαράντα χρόνια. Η Σάρα τον κοίταξε, είδε την αμείλικτη πρόθεση στο αλαζονικό πρόσωπό του και έπνιξε την αυτόματη αντίρρησή της. «Γιατί;» «Γιατί όχι; Είναι ένα ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας της κοιλάδας. Αυτό είναι το παλιό μονοπάτι που διασχίζει το πέρασμα. Το Μεσαίωνα ήταν γεμάτο κόσμο... γυρολόγοι, περιπλανώμενοι μοναχοί, ζητιάνοι, βάρδοι, στρατιές ιπποτών με τους ακολούθους τους, πού και πού κάποια πλούσια κυρία σε


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

72

ανάκλιντρο. Προσπαθούσαν όλοι να διασχίσουν το πέρασμα πριν τα χιόνια διακόψουν την επικοινωνία». Η Σάρα κοίταξε γύρω της και προς στιγμήν της φάνηκε σαν να έβλεπε όντως το βιαστικό πλήθος. «Και τώρα δεν υπάρχει κανείς εκτός από μας». Μόνο τα έντομα, ένα πουλί που έκρωζε και δύο άνθρωποι που είχαν κάποτε αγαπηθεί τόσο που αποφάσισαν να παντρευτούν. Η Σάρα επίμονα κοίταζε ίσια μπροστά της, όταν αφηρημένα παρατήρησε ότι πλησίαζαν σε ένα χωριουδάκι. Τον είχε αγαπήσει τόσο πολύ... τον είχε σχεδόν λατρέψει, σκέφτηκε πικρόχολα. Κι εκείνος της είχε δώσει τον ουρανό με τ’ άστρα, είχε δει μέσα της κάτι που δεν το είχε δει ποτέ ξανά κανείς κι εκείνη είχε τόσο ενθουσιαστεί με την αγάπη του, το πάθος του, την προσοχή του. Ήταν τόσο σίγουρη ότι είχε βρει τον μοναδικό άντρα στον κόσμο που την ολοκλήρωνε. Της είχε μάθει έναν κόσμο αισθήσεων που δεν πίστευε ότι υπήρχε, έναν κόσμο όπου όλα τα άλλα ξεθώριαζαν και γίνονταν απλώς σκιές, έναν κόσμο όπου το μόνο πράγμα ήταν ο Γκάμπριελ και η αγάπη του. Μόνο που δεν την είχε αγαπήσει. Όταν ο Γκάμπριελ ξαναμίλησε η Σάρα αναγκάστηκε να βγει από τον μελαγχολικό κόσμο της θλίψης, της απώλειας και της έντονης μοναξιάς για να συγκεντρωθεί στα λόγια του. «Τώρα όλη η κίνηση περνάει από το δρόμο και τη σιδηροδρομική γραμμή, στην άλλη άκρη της κοιλάδας. Χρειάζεται όμως επισκευές για λόγους ασφαλείας. Όπως τα πάντα στην Ιλίρια, είναι κατεστραμμένη». Η Σάρα κούνησε το κεφάλι της και προσποιήθηκε ότι κοιτούσε γύρω της καθώς έφταναν στο χωριό. Οι δρόμοι όμως ήταν άδειοι και κανείς δεν εμφανίστηκε από το θόρυβο που έκαναν οι οπλές των αλόγων. Ίσως να ήταν εγκαταλειμμένο. Η Σάρα θαύμαζε μια εκκλησία σκαρφαλωμένη στην κορυφή ενός μικρού λόφου, όταν ένας μαύρος σκύλος πετάχτηκε πίσω από έναν ετοιμόρροπο τοίχο και όρμησε στο δρόμο μπροστά


73

ROBYN DONALD

τους. Το άλογο της ρουθούνισε και υποχώρησε, αλλά η ξαφνική άφιξη ενός μικρού παιδιού που τα ρούχα του ανέμιζαν καθώς κράδαινε ένα ξύλο ήταν που τάραξε πραγματικά το άλογο. Χλιμιντρίζοντας και σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια, το άλογο σηκώθηκε όρθιο για να αποφύγει τον μικρό εισβολέα. Οι μύες στους ώμους της Σάρα σφίχτηκαν επίπονα καθώς τράβηξε το κεφάλι του αλόγου και προσευχήθηκε τα σιδερένια πέταλα να μην πετύχουν το τρομαγμένο παιδί.


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

74

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Από πίσω της η Σάρα άκουγε τον Γκάμπριελ να μιλάει. Η φωνή του ακουγόταν σαν ένα μπερδεμένο μείγμα από ήχους που ηρέμησε κάπως το άλογο μέχρι που κατάφερε να σκύψει και να αρπάξει τα χαλινάρια. Με την ατσάλινη δύναμή του κατάφερε να κρατήσει το άλογο σταθερό, δίνοντας της χρόνο να κατέβει από τη σέλα. Η Σάρα κουλουριάστηκε ανάμεσα στο παιδί που είχε ζαρώσει από το φόβο και το τρομαγμένο άλογο, ανακουφισμένη από τις κραυγές της μικρής. Αν μπορούσε να ουρλιάζει τόσο δυνατά σίγουρα δεν είχε χτυπήσει άσχημα. Αμυδρά άκουσε φωνές καθώς ψηλαφούσε παντού το μικρό κοριτσάκι, που δεν ήταν πάνω από τριών χρονών. Δόξα τω Θεώ, δεν είχε σπάσει κανένα κόκαλο. «Σώπα, αγάπη μου», του είπε γλυκά, απομακρύνοντας τα μαύρα μαλλάκια από το προσωπάκι του που είχε γίνει κατακόκκινο. «Σσσ, ομορφιά μου. Είσαι μια χαρά. Έλα, έλα... Α! Κοίτα έρχεται η μαμά». Σηκώθηκε όρθια και πήρε αγκαλιά το παιδί. Εκείνο, μόλις είδε τη μητέρα του σταμάτησε να ουρλιάζει. Για μια στιγμή δε μίλησε κανείς. Στον αέρα πλανιόταν κάτι που η Σάρα δεν μπορούσε να το καταλάβει, σαν να ήξεραν όλοι κάποιο κρυφό μυστικό. Και μετά το παιδί άρχισε ξανά να κλαίει. Η μητέρα ξέσπασε κι εκείνη σε κλάματα κι ύστερα της άρπαξε το χέρι κι άρχισε να το φιλάει, λέγοντας ξανά και ξανά τα ίδια λόγια. Όλοι άρχισαν να μιλάνε ταυτόχρονα. Έκπληκτη η


75

ROBYN DONALD

Σάρα κοίταξε γύρω της και είδε καμία δεκαριά ανθρώπους που είχαν εμφανιστεί από το πουθενά. Η φωνή του Γκάμπριελ ακούστηκε πάνω από τη φασαρία που όλο και μεγάλωνε. Ο επιβλητικός τόνος του τους έκανε όλους να σωπάσουν, καθώς ξεπέζεψε και έδωσε τα χαλινάρια σε έναν νεαρό που έδεσε έμπειρα τα δυο ζώα. Η μητέρα του παιδιού γύρισε όλο ευγνωμοσύνη στον Γκάμπριελ μιλώντας συνεχώς. Εκείνος προφανώς ρώτησε αν ήταν καλά το παιδί κι εκείνη του έδειξε ότι η κόρη της δεν είχε ούτε γρατσουνιά και τελικά την άφησε κάτω. Το κοριτσάκι αρπάχτηκε από τη φούστα της μητέρας του, κοιτάζοντας τη Σάρα με τα τεράστια, μαύρα μάτια του. Σε πέντε λεπτά όλοι γελούσαν και το κοριτσάκι πήγαινε από αγκαλιά σε αγκαλιά καθώς όλη η οικογένεια ήθελε να επιβεβαιώσει ότι ήταν καλά. Ένας ηλικιωμένος άντρας, φαφούτης αλλά χαμογελαστός, έδωσε το παιδί στον Γκάμπριελ. Προς μεγάλη έκπληξη της Σάρα, η έκφρασή του μαλάκωσε κι έγινε τρυφερή. Χαμογέλασε στην κάπως ανήσυχη μικρή και τη φίλησε στο μέτωπο. «Είναι σαν τριανταφυλλάκι», είπε γυρνώντας στη Σάρα μόλις έδωσε τη μικρή στη μαμά της. «Θέλουν να σε ευχαριστήσουν που έσωσες την κορούλα τους». «Εσύ την έσωσες. Εγώ παραλίγο να τη σκοτώσω σχεδόν!» είπε η Σάρα με τρεμάμενη φωνή. «Η γρήγορη αντίδρασή σου και η δύναμή σου γύρισαν το άλογο. Κι όταν κοίταξα κάτω προστάτευες το παιδί με το κορμί σου. Και η μητέρα αυτό είδε. Είσαι καλά;» «Είμαι μια χαρά», είπε η Σάρα συγκινημένη από την ευγενική ερώτηση. «Δεν έπαθα απολύτως τίποτα». «Έκοψες τα δάχτυλά σου», είπε ο Γκάμπριελ και η φωνή του είχε μια παράξενη ένταση. Η Σάρα κοκκίνισε, έτσι που τους κοιτούσαν και τους άκουγαν όλοι κι έκλεισε τα δάχτυλά της, κρύβοντας τα σημάδια που την πονούσαν. «Δεν είναι τίποτα».


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

76

Κάποιος εμφανίστηκε με ένα μπουκάλι και μερικά ποτήρια και πριν καταλάβει η Σάρα τι συνέβαινε της είχαν δώσει ένα ποτήρι με λευκό κρασί και ο πατέρας του παιδιού έβγαζε λόγο, αναφερόμενος προφανώς σ' εκείνη και τον Γκάμπριελ με τα πιο εγκωμιαστικά λόγια. Η Σάρα ανοιγόκλεισε τα μάτια της, κοιτώντας καλά καλά το ποτήρι της. Δεν περίμεναν βέβαια να πιει όλο αυτό το κρασί με άδειο στομάχι; «Χαμογέλασε», τη διέταξε ο Γκάμπριελ μέσα από τα δόντια του. «Κι όταν πιούν, πιες κι εσύ». Οι προπόσεις ήταν ειλικρινείς αλλά ατελείωτες. Η Σάρα ήπιε κρασί κι άκουσε τον Γκάμπριελ να ανταποδίδει, νιώθοντας λίγο άβολα από τον κτητικό τόνο της φωνής του όταν ανέφερε το όνομά της. Η ματιά που της έριξε ήταν σαν να του ανήκε και της προκάλεσε ρίγη έξαψης. Δήλωνε τα δικαιώματά του επάνω της, σκέφτηκε ανήσυχη. Αλλά γιατί; Ακόμα πιο ανησυχητικός ήταν ο τρόπος που την κοιτούσαν οι χωρικοί, καλοκάγαθα και με μια παράξενη ικανοποίηση. Σαν να ήξεραν κάτι που δεν ήξερε εκείνη. Σε κάθε πρόποση έπινε αργά μέχρι που το κρασί της τελείωσε. Ένιωθε ζαλισμένη και τίποτα πια δε φαινόταν να έχει σημασία. «Τι ακριβώς συνέβη;» ρώτησε, όταν είχαν αφήσει πια πίσω τους το χωριό και τις διαχυτικές ευχαριστίες. «Δεν είμαι σίγουρος ότι σε καταλαβαίνω». Βλέποντάς τη να μορφάζει από πόνο όταν το χαλινάρι γλίστρησε στην παλάμη της, ο Γκάμπριελ σταμάτησε το άλογό του. «Είπες ότι δεν πονούσες. Θα επιστρέφουμε στο κάστρο». «Δε χρειάζεται δέσιμο. Δεν έχει πληγιάσει. Και δε θέλω να γυρίσω πίσω». Του χαμογέλασε συγκρατημένα, γιατί είχε μόλις συνειδητοποιήσει τι είχε σκαρώσει εκείνος στο χωριό. Διεκδικούσε όντως τα δικαιώματά του επάνω της. Και κανένας από τους χωρικούς δε θα σκεφτόταν καν να τη βοηθήσει να φύγει από τη χώρα, αν κατάφερνε να ξεφύγει από το κάστρο. «Εξάλλου απολαμβάνω πολύ αυτή την ελευθερία», είπε χωρίς


77

ROBYN DONALD

να προσπαθήσει να κρύψει το πόσο θιγμένη ένιωσε. Ο Γκάμπριελ σταμάτησε το άλογό του κι ύστερα έγειρε και σταμάτησε και το δικό της, πιάνοντας το χαλινάρι. «Κατέβα κάτω». «Γιατί;» «Θα το δέσω με το μαντίλι μου». Όταν εκείνη τον κοίταξε παρεξενεμένη, της είπε ανυπόμονα: «Μην είσαι ανόητη, Σάρα. Το μαντίλι είναι καθαρό και θα προστατέψει την παλάμη σου. Και θα είναι πιο εύκολο να το κάνω αν δεν είμαστε πάνω στα άλογα». Ο τόνος του δε σήκωνε καμία αντίρρηση. Και η αλήθεια ήταν ότι το χέρι της πονούσε. Αν και απρόθυμα, η Σάρα αποδέχτηκε ότι ήταν ανόητο να πονάει για να του πάει κόντρα κι έτσι ξεπέζεψε. Ο Γκάμπριελ τράβηξε από την τσέπη του ένα μαντίλι. «Δώσε μου το χέρι σου», την πρόσταξε. Η Σάρα δεν ήθελε να τη φροντίζει. Είχε κάνει ήδη μεγάλη ζημιά στα τείχη της καρδιάς της με τη συμπεριφορά του στο χωριό και φοβόταν ότι οι άμυνές της μπορεί να υποχωρούσαν κι άλλο. Το μόνο της καταφύγιο παρέμενε η υπενθύμιση στον εαυτό της ότι ήταν ένας ανελέητος, αυταρχικός φεουδάρχης. Ανασηκώνοντας το πιγούνι της, του έδωσε το χέρι της. Εκεί όπου την είχαν γδάρει τα γκέμια το χέρι της ήταν κατακόκκινο. Ο Γκάμπριελ είπε κάτι μέσα από τα δόντια του, κάνοντάς τη να παγώσει και την καρδιά να αρχίσει να χτυπάει σαν τρελή. Τα ακροδάχτυλά του άγγιζαν τις λεπτές μπλε φλέβες στον καρπό της, μετρώντας τον προδοτικό σφυγμό της. Την κοίταξε διαπεραστικά και τα μάτια του είχαν μια άγρια λάμψη. Και ξαφνικά η ένταση ανάμεσά τους έκανε τον αέρα να σπιθίσει και να πνίξει το μυαλό της που της έλεγε με μανία να φύγει αμέσως. Σαν να μην μπορούσε να αντισταθεί, ο Γκάμπριελ της σήκωσε το χέρι και φίλησε την παλάμη της. Τα χείλη του έμειναν κολλημένα εκεί, ανακουφίζοντας τον πόνο της και βάζοντας φωτιά στη λαχτάρα της που προσπαθούσε τόσο σκληρά να


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

78

κρατήσει μυστική. Μια απαγορευμένη προσμονή σιγόβραζε μέσα της, χλευάζοντάς την. Η Σάρα θέλοντας να κάνει κάτι, είπε με ερεθιστική ένταση: «Τα φιλιά δεν κλείνουν πληγές, Γκάμπριελ. Εκτός κι αν τα δίνει μια μητέρα στο παιδί της. Δώσε μου το μαντίλι σου. Θα το δέσω μόνη μου. Και μετά θα επιστρέφουμε στο κάστρο». Ο Γκάμπριελ ανταποκρίθηκε στα λόγια της με ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο και την άφησε. Προς μεγάλη της θλίψη, τον είδε να ξαναφορά το αδιάφορο προσωπείο του, διώχνοντας αβίαστα το πάθος που είχε φουντώσει ανάμεσά τους μόλις πριν από μια στιγμή. Υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να τον κάνει να χάσει την πειθαρχημένη αυτοκυριαρχία του; Ο Γκάμπριελ τύλιξε επιδέξια το μαντίλι στην παλάμη της και το έδεσε. Άφησε το χέρι της και την παρακολούθησε να ανεβαίνει ξανά στο άλογο. «Πώς είναι;» «Πολύ καλύτερα», αναγνώρισε ψυχρά η Σάρα. «Ευχαριστώ». Ο Γκάμπριελ ανέβηκε ξανά στο άλογό του και το παρότρυνε να ξεκινήσει. «Θα συνεχίσουμε». Έριξε μια λοξή ματιά στο πρόσωπό της. «Δεν είναι μακριά». Δε χρειαζόταν φυσικά να της πει ότι εκείνος θα έπαιρνε όλες τις αποφάσεις. Εκείνη καταλάβαινε πόσο ανίσχυρη ήταν. Ο Γκάμπριελ μπορεί να ένιωθε ακόμα έλξη για κείνη, αλλά η ατσαλένια θέλησή του συγκροτούσε αμείλικτα τον ανεπιθύμητο πόθο του. Η Σάρα δεν ήταν το ίδιο τυχερή ή σκληρή. Καθώς το άλογο ανέβαινε ήρεμα την πλαγιά του βουνού αναλογίστηκε ότι δεν είχε καταφέρει ποτέ να χαλιναγωγήσει την ανταπόκρισή της σ’ εκείνον. Με την πρώτη ματιά είχε νιώσει τόσο χαμένη από την απελπισμένη σαρκική επιθυμία της, ώστε είχε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα ελευθερίας. Αν την είχε αγνοήσει, ίσως η επιθυμία της να είχε φθίνει, όπως συμβαίνει συχνά, αλλά κι εκείνος είχε φανεί να συγκλονίζεται εξίσου. Μια παιδική της φίλη την είχε καλέσει σε ένα πάρτι, στο


79

ROBYN DONALD

Λονδίνο. Η σκηνή ήταν σχεδόν κλασική: οι ματιές τους είχαν συναντηθεί σε ένα δωμάτιο γεμάτο κόσμο! Είχε νιώσει να την παρακολουθεί κάποιος έντονα, παρ’ όλο που δεν μπορούσε να δει ποιος. Στο τέλος, είχε γυρίσει για να τον κοιτάξει αγανακτισμένη... και είχε συναντήσει τα μάτια του που γυάλιζαν από αποφασιστικότητα. Σκληρά μάτια που της είχαν υποσχεθεί απαγορευμένες απολαύσεις και είχαν σκίσει το εξεζητημένο προσωπείο της που τόσο σκληρά προσπαθούσε να διατηρήσει ανέπαφο. Τελικά είχε κρατήσει την υπόσχεσή του για τις απαγορευμένες απολαύσεις και με το παραπάνω. Η επαφή τους ήταν φλογερή, ένα άγριο μπέρδεμα που την είχε καταπλήξει όσο την είχε ερεθίσει. Δεν είχε ιδέα ότι μπορούσε να νιώσει τόση ανάγκη για κάποιον... ή ότι ήταν ικανή να δώσει τόσο πολλά όσα έπαιρνε. Καθώς η ανάσα της άρχισε να βγαίνει ξέπνοη από τα μισάνοιχτα χείλη της και τα μάτια της σκοτείνιασαν από την ανάμνηση των ερωτικών της εμπειριών, υπενθύμισε στον εαυτό της το πόσο επιφανειακές ήταν και την απογοήτευσή της στο τέλος. Τα δέντρα έκλειναν όλο και πιο πολύ πάνω από το στενό, αρχαίο μονοπάτι και σε κάποια σημεία το κάλυπταν κιόλας. Η Σάρα κοίταξε γύρω της ανήσυχη. Στα σκοτεινά βάθη τους έμοιαζαν να κρύβονταν τρομερά φαντάσματα. «Δεν είμαστε μακριά», είπε ο Γκάμπριελ. Περιεργάστηκε το πρόσωπό της. «Είσαι καλά;» «Ναι, φυσικά». Οι αταβιστικοί φόβοι της, όμως, διατάρασσαν τις σύγχρονες ευαισθησίες της. Εκείνος την κοίταξε ξανά εξεταστικά. «Τότε γιατί έχεις τέτοια υπερένταση;» «Δεν έχω τίποτα», του πέταξε αδιάφορα η Σάρα. «Τίποτα καινούριο, δηλαδή». Προς έκπληξή της εκείνος χαμογέλασε πλατιά, ζεσταίνοντας την ανόητη καρδιά της. «Όταν φτάσουμε εκεί, θα φάμε και θα


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

80

πιούμε κάτι». Το εκεί ήταν ένα ξέφωτο με γρασίδι ανάμεσα στα δέντρα, που έβλεπε προς την κοιλάδα. Στο κέντρο ορθωνόταν μια τεράστια πέτρα. Οι τροχιές γκρίζες πλευρές της είχαν κάτι παράξενα σημάδια λες και πριν από αιώνες κάποιος είχε προσπαθήσει να τη λαξεύσει με τα πρωτόγονα εργαλεία του. Ένα μικρό ρυάκι κυλούσε από το δάσος στη βάση της. Το ξέφωτο αυτό δεν ήταν τρομακτικό. Φαινόταν σαν να πρόσμενε, σαν να περίμενε κάτι που μπορεί να μη συνέβαινε ποτέ. Η Σάρα ανατρίχιασε και σταμάτησε το άλογό της. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε βραχνά. «Μενίρ. Είναι ένας βράχος που τον έσυραν εδώ πριν από αρκετές χιλιάδες χρόνια και τον έστησαν για να σημαδέψουν κάτι... κάποιο όριο ίσως ή το δρόμο για το πέρασμα». «Ή ένα σημείο για θυσίες», είπε η Σάρα ζοφερά, προσπαθώντας να αγνοήσει το μυρμήγκιασμα στην επιδερμίδα της. «Πιθανόν», συμφώνησε ο Γκάμπριελ ειρωνικά. Η Σάρα κατέβηκε από το άλογο. «Πού να το δέσω;» Ο Γκάμπριελ είχε ήδη κατέβει. Πήρε μια τσάντα από τη σέλα του και της την έδωσε. «Υπάρχει μια λιμνούλα στην πλαγιά ανάμεσα στα δέντρα. Θα τα δέσω εκεί. Βγάλε την κουβέρτα από την τσάντα και διάλεξε ένα σημείο για να φάμε». Η Σάρα τον κοίταζε καθώς έφευγε με τα άλογα. Φαινόταν να νιώθει σαν στο σπίτι του. Μια αχτίδα φωτός προκαλούσε γαλάζιες φλόγες στα μαύρα μαλλιά του και η καρδιά της έλιωσε. Είχε πιστέψει ότι τον είχε ξεπεράσει, αλλά με την πρώτη ματιά στο κάστρο είχε αποδειχτεί ότι είχε κάνει μεγάλο λάθος. Αν έμενε μόνη της, ίσως τελικά να κατάφερνε να τον βγάλει από την καρδιά της, αλλά δεν επρόκειτο να την αφήσει ήσυχη κι εκείνη δεν μπορούσε να αποδείξει ότι δεν είχε το περιδέραιο. Μακάρι να μπορούσε να τον πείσει να εξετάσει την περίπτωση να το πήρε η Μαρία. Αλλά γιατί η γυναίκα που είχε ρισκάρει τόσο πολλά για να προστατέψει το κειμήλιο, να το κλέψει από


81

ROBYN DONALD

τον άνθρωπο για λογαριασμό του οποίου το φύλαγε; Ο Γκάμπριελ είχε δίκιο. Δεν ήταν λογικό. Η Σάρα στεκόταν ακόμα εκεί με την τσάντα στα χέρια όταν επέστρεψε ο Γκάμπριελ. Την είδε να οπλίζεται με θάρρος καθώς γύριζε. Το χλομό της πρόσωπο ήταν επιμελώς ανέκφραστο. «Εδώ λοιπόν βρέθηκε το Αίμα της Βασίλισσας. Εδώ το έκρυψε ο παππούς σου;» Ο Γκάμπριελ πήρε την τσάντα από τα χέρια της, νιώθοντας τσιτωμένος. Την είχε φέρει εκεί, ελπίζοντας να κλονίσει τις άμυνές της αλλά αυτό ξεπερνούσε τις προσδοκίες του. «Έλα να καθίσουμε. Ο θησαυρός βρέθηκε αρχικά εδώ, αλλά ο παππούς μου σκέφτηκε ότι παραήταν προφανής κρυψώνα και γι' αυτό το έκρυψε στο κάστρο». Άπλωσε μια κουβέρτα και της έκανε νόημα να καθίσει. Την περίμενε να βολευτεί, πριν τη ρωτήσει: «Πονάει το χέρι σου;» «Όχι», απάντησε η Σάρα αόριστα. Ξεροκατάπιε και μετά είπε με φανερή προσπάθεια: «Αν είμαι λιγάκι αδύναμη, είναι μάλλον γιατί το κεφάλι μου έχει υποστεί τις παρενέργειες ενός γεμάτου ποτηριού κρασί σε άδειο στομάχι». Ο Γκάμπριελ έπρεπε να της αναγνωρίσει την προσπάθεια να υιοθετήσει τη συνηθισμένη της μαχητική συμπεριφορά. «Και μάλλον η έξαρση της αδρεναλίνης όταν έσωσες το παιδί υποχωρεί γρήγορα. Μπορούμε να το φροντίσουμε όμως αμέσως». Η Σάρα έφαγε με το ζόρι τα φρούτα και το γιαούρτι που της έδωσε, αλλά γρήγορα της άνοιξε η όρεξη και καταβρόχθισε και μια φέτα ξεροψημένο ψωμί με βούτυρο με μεγάλη λαιμαργία. «Μμμ... ήταν υπέροχο». «Βάλε λίγο καφέ για σένα και για μένα». Ο Γκάμπριελ της έδωσε το θερμός. Η οικειότητα αυτής της στιγμής την εντυπωσίασε με τη γλυκόπικρη έντασή της. Του είχε βάλει πολλές φορές καφέ όταν έτρωγαν το πρωινό τους, είτε στο κρεβάτι είτε όχι και


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

82

πάντα λάτρευε αυτή τη μικρή υπηρεσία που του παρείχε. Τώρα τα δάχτυλά της έτρεμαν, αλλά κατάφερε να βάλει τον καφέ στο φλιτζάνι και να το αφήσει μπροστά του. «Πες μου για το Αίμα της Βασίλισσας», του είπε. «Ξέρω ότι το βρήκε κάποιος πρόγονός σου γύρω στον δωδέκατο αιώνα. Εδώ;» Ο Γκάμπριελ έγειρε στον κορμό ενός δέντρου και την περιεργάστηκε με τα λαμπερά γαλάζια μάτια του. «Αυτή είναι η επίσημη ιστορία. Οι χωρικοί όμως έχουν τη δική τους εκδοχή». «Αλήθεια;» Η Σάρα ακολούθησε το παράδειγμά του και ακούμπησε κι εκείνη στον κορμό, χρησιμοποιώντας το φλιτζάνι σαν ασπίδα για το πρόσωπό της καθώς έπινε τον καφέ. «Λένε ότι κάποτε πέρασε τα βουνά μια βασίλισσα. Μια όμορφη γυναίκα που προίκα της είχε το περιδέραιο, ένα αρχαίο κειμήλιο του οίκου της. Θα παντρευόταν τον αυτοκράτορα...» «Ποιον αυτοκράτορα;» ρώτησε η Σάρα. «Ποιος ξέρει; Δεν έφτασε ποτέ σ' εκείνον, γιατί με την ακολουθία της έπεσαν σε παγίδα και σκοτώθηκαν όλοι. Οι ληστές ήθελαν να την κρατήσουν για λύτρα, αλλά ο αρχηγός τους τη σκότωσε και το αίμα της έβαψε το μενίρ κι έκρυψε το περιδέραιο. Όταν οι ληστές έψαξαν, δεν μπόρεσαν να το βρουν». Υπνωτισμένη από την ιστορία, η Σάρα ρώτησε: «Οι ληστές ήταν προγονοί σου;» «Αυτό έγινε πολύ πριν ο πρώτος Κονσιντίνι διασχίσει το πέρασμα. Οι χωρικοί λένε πως όταν η βασίλισσα πέθανε, μεταμορφώθηκε σε...» Ο Γκάμπριελ σταμάτησε και είπε μια λέξη στα ιλιριανά. «Βρικόλακα;» ρώτησε η Σάρα. «Ή φάντασμα;» Ο Γκάμπριελ χαμογέλασε. «Τίποτα από τα δύο. Νομίζω ότι η κοντινότερη ερμηνεία στα αγγλικά είναι νεράιδα. Εμφανιζόταν σαν μια όμορφη γυναίκα, επικίνδυνη και μυστηριώδης, που προστάτευε το θησαυρό της, παρασύροντας όποιον τον έψαχνε στο δάσος και στο θάνατο». Η Σάρα ανατρίχιασε ξανά. Χρειάστηκε πολλή θέληση για να


83

ROBYN DONALD

πει ανέμελα: «Είμαι σίγουρη ότι αυτή την ιστορία την άκουσαν κάπου οι αδερφοί Γκριμ». «Πιθανόν, αλλά ακόμα και σήμερα, μόλις νυχτώσει, δε θα βρεις κανέναν από την κοιλάδα εδώ». «Δεν τους κατηγορώ». Ο Γκάμπριελ την κοίταξε διαπεραστικά. «Σε τρομάζει αυτό το μέρος;» Η Σάρα χρειάστηκε λίγο για να ξεδιαλύνει τα συναισθήματά της. «Όχι», είπε αργά. «Δε με τρομάζει ακριβώς, αλλά νιώθω σαν να περιμένει κάτι». Κι επειδή δεν ήθελε να το σκεφτεί πολύ ρώτησε: «Πότε, λοιπόν, έφτασε εδώ ο πρώτος Κονσιντίνι;» Ο Γκάμπριελ άφησε τον καφέ του και κοίταξε την τεράστια πέτρα. «Γύρω στον δωδέκατο αιώνα. Κάποιοι λένε ότι ήταν Έλληνας, αλλά όλοι συμφωνούν ότι ήταν φτωχός, αν και διάφορες μπαλάντες τον περιγράφουν όμορφο, μεγαλοπρεπή και ικανότατο στο σπαθί». «Όπως όλες οι παλιές μπαλάντες», είπε η Σάρα ειρωνικά. «Πιθανότατα γιατί τις συνέθεταν για να εξυμνήσουν νικητές, όχι χαμένους». «Θα συμφωνήσω. Εκείνος με μια ομάδα μισθοφόρων διέσχιζαν το πέρασμα, κατεβαίνοντας προς την ακτή, όταν η νεράιδα εμφανίστηκε μπροστά του. Φαίνεται ότι τον περίμενε όλους αυτούς τους αιώνες γιατί του πρόσφερε το Αίμα της Βασίλισσας αν την παντρευόταν και γλίτωνε την κοιλάδα από τους ληστές που τη λεηλατούσαν». «Αν ήταν τόσο όμορφη, πάω στοίχημα ότι εκείνος δέχτηκε κι ας ήταν φάντασμα», είπε η Σάρα κυνικά, προσπαθώντας να σπάσει τα μάγια της ιστορίας. Ένιωθε σαν να περιπλανιόταν σε άλλον τόπο και χρόνο και οι δεσμοί που την έδεναν με τον εικοστό πρώτο αιώνα να εξασθενούσαν. «Ω, μα του εμφανίστηκε σαν γριά μάγισσα. Εκείνος, όμως, ήταν αν μη τι άλλο πολυμήχανος και είδε αμέσως ότι αυτή η συμφωνία του πρόσφερε μια ζωή που υποσχόταν πολύ


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

84

περισσότερα κέρδη από κείνα του περιπλανώμενου μισθοφόρου. Έτσι λοιπόν πήρε το περιδέραιο και το χρησιμοποίησε ως ασφάλεια για να χτίσει το κάστρο». «Και τι έγινε μετά;» ρώτησε η Σάρα κι εκείνος χαμογέλασε. «Ω, παντρεύτηκαν και τη νύχτα του γάμου τους του αποκαλύφθηκε στην πραγματική της μορφή. Υπήρξαν φυσικά κάποιες δοκιμασίες της αγάπης τους, αλλά έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Η Σάρα τον κοίταξε καλά καλά. «Αυτό είναι όλο;» «Βασικά, ναι. Υπήρξαν πολλές διαμάχες μέχρι να ξεφορτωθούν τους ληστές και μετά έκαναν πολλούς ρωμαλέους γιους και δημιούργησαν μια δυναστεία. Τελικά κάποιος από τους απογόνους τους έγινε πρίγκιπας της Ιλίρια». «Τότε γιατί το Αίμα της Βασίλισσας έμεινε εδώ στην κοιλάδα; Είναι τόσο υπέροχο που θα σκεφτόταν κανείς ότι θα το πήγαιναν στην πρωτεύουσα όταν έγινε αυτό». «Αυτό είναι το θέμα», είπε ο Γκάμπριελ, κοιτώντας την τόσο έντονα που την έκανε να παραλύσει. «Ο πρώτος Κονσιντίνι υποσχέθηκε στη γυναίκα του ότι το Αίμα της Βασίλισσας δε θα έφευγε ποτέ από την κοιλάδα. Οι πρόγονοί μου ήταν αλαζόνες και σκληροί, αλλά κανείς δεν τα βάζει με μια επικίνδυνη νεράιδα, ακόμα κι αν συμβαίνει να είναι η προ- προγιαγιά του. Έτσι το περιδέραιο έμεινε στο Λημέρι του Λύκου». Η Σάρα τελείωσε τον καφέ της. Ήταν πικρός όπως και τα συναισθήματά της. «Μακάρι να μην μου το έδινες ποτέ να το φορέσω». Μπορεί να ήταν η ιστορία, μπορεί τα ταραγμένα της νεύρα, μπορεί απλώς η απελπισμένη ανάγκη της να τον πείσει, αλλά έκανε κάτι που είχε ορκιστεί να μην κάνει ποτέ. Έγειρε προς το μέρος του κι ακούμπησε το χέρι του. Εκείνος δεν κουνήθηκε, αλλά η Σάρα ένιωσε την απόλυτη δύναμη της θέλησής του που ήταν από μόνη της τρομακτική. Κοίταξε το αριστοκρατικό, μελαψό πρόσωπό του. «Γκάμπριελ», είπε επιτακτικά, «σου ορκίζομαι ότι δεν είχα καμία σχέση με την κλοπή των ρουμπινιών». Ήξερε ότι δε θα


85

ROBYN DONALD

κατάφερνε να τον πείσει. Το πρόσωπό του σκλήρυνε ακόμα περισσότερο και τίναξε το χέρι της με μία περιφρονητική κίνηση που τη διέλυσε. «Ο πατέρας της Μαρίας ήταν το μόνο άτομο που ήξερε πού είχε κρύψει ο παππούς μου το περιδέραιο», είπε σκληρά. «Όταν ο δικτάτορας κατέλαβε το Λημέρι του Λύκου, έβαλε κι έσκαψαν όλο αυτό το μέρος. Μάλιστα προσπάθησε να ανατινάξει και το μενίρ και σταμάτησε μόνο όταν αναγκάστηκε να συνειδητοποιήσει ότι δεν το είχαν κρύψει εκεί. Μετά οι παππούδες μου σκοτώθηκαν και ο πατέρας της Μαρίας πιάστηκε αιχμάλωτος. Είχε πει στη Μαρία πού ήταν το περιδέραιο κι έτσι με μεγάλο κίνδυνο της ζωής της μπήκε στο κάστρο, το πήρε και το έθαψε στο στάβλο της οικογένειάς της. Κι εκεί έμεινε μέχρι το θάνατο του τυράννου. Τότε ήρθε σε επαφή μαζί μου και με πήγε στο περιδέραιο. Γιατί στην ευχή να το κλέψει;» Σηκώθηκε όρθιος και την κοίταξε με τόση περιφρόνηση, που η Σάρα ζάρωσε. «Ο πρόγονός μου παντρεύτηκε την ασχήμια και βρήκε ομορφιά», είπε με μια φωνή που της πάγωσε το αίμα. «Νόμιζα ότι σ’ εσένα είχα βρει την ομορφιά. Όμως η κλοπή του περιδέραιου μου έδειξε ότι ήταν μόνο επιφανειακή». Η Σάρα μόρφασε ακούγοντας τα λόγια του, αλλά κατάφερε να σηκωθεί όρθια. Τα μάτια της πετούσαν σπίθες και τα μάγουλά της έκαιγαν. «Δεν το έκλεψα εγώ. Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, να χρησιμοποιήσεις τη δύναμη και τα λεφτά σου, αλλά δεν μπορείς να πάρεις από μένα κάτι που δεν έχω. Δεν ξέρω τι συνέβη. Πάντως δε φαίνεται πιθανόν ότι η Μαρία το έχει κλέψει». «Δεν το έκλεψε εκείνη». «Δε σου πέρασε καθόλου από το μυαλό ότι δε χρειαζόταν να το κλέψω; Ότι, αν σε παντρευόμουν, θα το είχα για όλη μου τη ζωή;» ρώτησε απελπισμένη η Σάρα. «Α, ναι. Αλλά για να παραμείνεις παντρεμένη μαζί μου, θα έπρεπε να μου ήσουν πιστή. Υποθέτω ότι συνειδητοποίησες —


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

86

δυστυχώς λιγάκι αργά— ότι ήταν πολύ μεγάλη θυσία για σένα». Τα λόγια του τη χτύπησαν σαν χαλάζι μες στο καλοκαίρι. Ήταν ψυχρά και αμείλικτα και εντελώς απρόσμενα. Αλλά από την άλλη, είχε κάνει έρωτα μαζί του μόλις μια εβδομάδα μετά τη γνωριμία τους. Ίσως εκείνος πίστευε ότι το ίδιο έκανε με όλους τους άντρες με τους οποίους έβγαινε. «Ποτέ δε με κατάλαβες πραγματικά, ε;» του είπε νευρικά. «Όχι ότι έχει σημασία». «Όχι ότι έχει σημασία», συμφώνησε κι εκείνος και ο αδιάλλακτος τόνος του ταίριαζε απόλυτα με τη σκληρή του έκφραση. Η Σάρα πληγωμένη οπισθοχώρησε για να κρύψει τα δάκρυά της. Γλίστρησε όμως στο μικρό ποταμάκι και ξεφώνισε καθώς παραπάτησε σε μια πέτρα. Από πίσω της άκουσε τον Γκάμπριελ να μουρμουρίζει μια βλαστήμια. Την έπιασε, βάζοντας το ένα του χέρι κάτω από το στήθος της και το άλλο γύρω από τη μέση της και την τράβηξε όρθια επάνω στο ερεθισμένο κορμί του. Η Σάρα ξεφώνισε και προσπάθησε μανιασμένα να τραβηχτεί, αλλά ο Γκάμπριελ τη γύρισε προς το μέρος του. Η Σάρα κοίταξε το πρόσωπό του που έδειχνε μεγάλη αποφασιστικότητα και τα μάτια του που γυάλιζαν από επιθυμία. Ο Γκάμπριελ δεν είπε τίποτα. Το στόμα του κάλυψε το δικό της κι εκείνη άνοιξε τα χείλη της, νιώθοντας έξαψη και ανακούφιση να την πλημμυρίζουν. Το μόνο που χρειάστηκε για να χαθεί πάλι ήταν ένα φιλί... Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του, αλλά το μόνο που είπε ήταν το όνομά της, με βραχνή φωνή, πριν τη φιλήσει για άλλη μια φορά, σαν να πεινούσε για κείνη, λες και ο χρόνος που είχε περάσει του είχε φανεί ατελείωτος και τον είχε πληγώσει. Σαν να τη χρειαζόταν όσο τον χρειαζόταν κι εκείνη. Αμυδρά η Σάρα σκέφτηκε να αντισταθεί, αλλά η σκέψη ξεθώριασε όταν η γλώσσα του εισέβαλε στο στόμα της, εκμηδενίζοντας τις αντιστάσεις της. Κολλημένη στο γεροδεμένο κορμί του, παραδόθηκε στην πείνα που ούρλιαζε


87

ROBYN DONALD

μέσα της. Όλες της οι αισθήσεις ήταν οξυμένες και κάθε της κύτταρο τραγουδούσε από την απόλαυση και την ευχαρίστηση, κάνοντάς τη να ζωντανέψει ξανά. Όταν ο Γκάμπριελ γλίστρησε το χέρι του κάτω από το πουλόβερ της και τα μακριά του δάχτυλα έκλεισαν το στήθος της, μια πυρκαγιά ξέσπασε μέσα της, που έκαψε κάθε συνειδητή σκέψη εκτός από την ανάγκη να χαθεί σ’ αυτή τη νάρκη της έξαψης. Ύστερα εκείνος έσκυψε και δάγκωσε τρυφερά το λοβό του αυτιού της, κάνοντάς τη να ριγήσει από την προσμονή. Γυρνώντας το πρόσωπό της στο λαιμό του, έβαλε τα χέρια της κάτω από το πουκάμισό του και χάιδεψε με τα ακροδάχτυλά της τη λεία επιδερμίδα του και το τρίχωμα του στήθους του, νιώθοντας κάτω από τις παλάμες της το δυνατό χτυποκάρδι του. Όσο εξευτελιστική κι αν ήταν η απόλυτη παράδοσή της, δεν μπορούσε να αρνηθεί άλλο ούτε σ' εκείνον ούτε στον εαυτό της αυτό που θα ακολουθούσε. Ακριβώς όπως δεν μπορούσε να του πει ψέματα. Ο Γκάμπριελ τη φίλησε στο λαιμό και μετά τη σήκωσε στην αγκαλιά του. Με κάποιο τρόπο κατάφερε να της βγάλει το πουλόβερ και το λεπτό πουκάμισο που φορούσε από κάτω, αφήνοντας τη γυμνή από τη μέση κι επάνω εκτός από το απλό σουτιέν που είχε φορέσει το πρωί. Τα φλογισμένα μάτια του ήταν καρφωμένα στο πρόσωπό της καθώς της έλυνε προσεκτικά τα μαλλιά. Ύστερα κράτησε απαλά στη χούφτα του τα μεταξένια καστανοκόκκινα μαλλιά της πριν τα αφήσει να κυλήσουν στους γυμνούς της ώμους. Η τροχιά φωνή του της έσκισε την καρδιά. «Είσαι τόσο αναθεματισμένα όμορφη», της είπε βραχνά. «Σαν ναρκωτικό στις φλέβες μου, ακαταμάχητη και επικίνδυνη». Η Σάρα ξεκούμπωσε ένα κουμπί από το πουκάμισό του. Ο Γκάμπριελ τη φίλησε ξανά κι όταν σήκωσε τελικά το κεφάλι του, το πουκάμισό του ήταν ξεκούμπωτο. «Σε προτιμώ με μετάξι και δαντέλα», της είπε με βαθιά φωνή, «αλλά παρ’ όλα αυτά κάνεις ακόμα κι αυτό το κοριτσίστικο


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

88

σουτιέν να φαίνεται σέξι». Έσκυψε κι έκλεισε στο στόμα του την ορθωμένη θηλή της, ρουφώντας την επίμονα πάνω από το λεπτό ύφασμα. Η Σάρα κλαψούρισε κι ύστερα κύρτωσε το σώμα της σαν τόξο και τύλιξε τα χέρια της γύρω του όσο εκείνος ρουφούσε την ψυχή από το σώμα της. Ξαφνικά ένιωσε να απελευθερώνεται και να πετάει πέρα από τα όρια σ’ εκείνο το μυστηριώδες ερωτικό μέρος όπου το μόνο που είχε σημασία ήταν ο Γκάμπριελ... «Όντως πεινούσες», της μουρμούρισε εκείνος και γύρισε το νωθρό κορμί της για να της ξεκουμπώσει το σουτιέν. Η Σάρα βρήκε την ολοφάνερη ικανοποίησή του αποκρουστική κι άνοιξε τα μάτια της. Τα περιφρονητικά του λόγια, όμως, έγιναν καπνός μόλις είδε το πρόσωπό του. Ο Γκάμπριελ δεν μπορούσε να αρνηθεί τον πόθο του, όπως δεν μπορούσε κι εκείνη. Μπορεί να το μισούσαν και οι δύο, αλλά ήταν παγιδευμένοι σ’ αυτό τον ιστό της παθιασμένης ανάγκης που τους είχε γίνει συνήθεια. Και μετά εκείνος πέρασε το δάχτυλό του πάνω από το στήθος της. Τη βασάνισε με το πιο ανάλαφρο άγγιγμα και σταμάτησε λίγο, πριν χαϊδέψει τη θηλή της, και η Σάρα κατάλαβε πως η αγάπη της για κείνον δεν επρόκειτο να σβήσει ποτέ. Ίσως αν του έδειχνε πόσο πολύ τον αγαπούσε, να καταλάβαινε ότι δεν μπορούσε να έχει κλέψει το περιδέραιο. Συνειδητοποιώντας όμως ότι με το να ψάχνει λόγους να εξευμενίσει την υπερηφάνεια της κορόιδευε τον εαυτό της, αφού το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να παραδοθεί, σήκωσε τα χέρια της και του έπιασε το πρόσωπο, αφήνοντας τον εαυτό της να παραδοθεί απόλυτα στη μεθυστική καταιγίδα του αισθησιασμού. Ο Γκάμπριελ ένιωσε την άνευ όρων παράδοσή της βαθιά μέσα του. Δεν ήθελε να νιώθει τίποτα περισσότερο από σκέτο πόθο, αλλά παρ’ όλο που θα έδινε και την ψυχή του για να μπορεί να την ξαπλώσει κάτω και να την κάνει δική του ψυχρά και με


89

ROBYN DONALD

απάθεια, δεν μπορούσε. Η λεπτή ομορφιά της τον καλούσε, δυνατή, απαλή και ζεστή. Το δέρμα της ήταν υπέροχο σαν τα πέταλα της μανόλιας, κάθε της καμπύλη γνώριμη και ακαταμάχητα δελεαστική. Ξαφνικά σφίχτηκε, προσπαθώντας να καταπολεμήσει την ενστικτώδη παρόρμηση να χωθεί βαθιά μέσα της και να την κάνει δική του με τον πιο πρωτόγονο, πιο αναπόφευκτο τρόπο. Αμείλικτα κατέπνιξε αυτή τη βάρβαρη ανάγκη. Σκύβοντας το κεφάλι του, φίλησε τα στήθη της, για να ξανασυναντήσει το προκλητικό, λείο δέρμα και το διακριτικό, απόλυτα θηλυκό άρωμά της. Ήθελε να κυριαρχήσει επάνω της, σκέφτηκε θολωμένος καθώς η γλυκιά, αλμυρή γεύση της γέμιζε το στόμα του. Πώς στο καλό μια τόσο κοινή πράξη όσο το να κάνει έρωτα είχε καταντήσει αδύνατη με οποιαδήποτε άλλη; Η Σάρα δεν είχε κλέψει μόνο την ευτυχία του, τον είχε ευνουχίσει. Η γνώση αυτή έκανε την υπερηφάνεια του κομμάτια. Το σχέδιό του να τη γοητεύσει για να του πει πού βρισκόταν το περιδέραιο είχε γυρίσει εναντίον του. Ίσως να μπορούσε να απαλλαγεί απ’ αυτή τη μειωτική εμμονή αν παραδινόταν σ’ αυτήν, αν άφηνε τον εαυτό του να πάρει αυτό που του πρόσφερε η Σάρα τόσο έκδηλα, μέχρι να χορτάσει. Μέχρι να μπορεί να την κοιτάζει μόνο με την υγιή επιθυμία ενός άντρα για μια όμορφη γυναίκα. Μόλις συνέβαινε αυτό, θα ήταν ξανά ελεύθερος και κύριος του εαυτού του. Έσκυψε ξανά το κεφάλι του και πήρε την ερεθισμένη θηλή της στο στόμα του. Η ξαφνική της ακαμψία του προκάλεσε ένα κύμα έξαψης. Ναι, της άρεσε πολύ αυτό. Και σ’ εκείνον άρεσε που τα στήθη της ήταν τόσο ευαίσθητα και που εκείνη ανταποκρινόταν τόσο άμεσα σε κάθε του άγγιγμα.


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

90

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Οι σφυγμοί της Σάρα αντηχούσαν εκκωφαντικά στα αυτιά της καθώς κοιτούσε τα μάτια του που της υπόσχονταν αισθησιακή απόλαυση πέρα από κάθε φαντασία. Τα φλογερά καταγάλανα μάτια στο μελαψό του πρόσωπο. Η Σάρα ήξερε καλά αυτό το βλέμμα. Από την αρχή, είχαν δυσκολευτεί πολύ να ελέγξουν την έλξη που ένιωθαν. Τρομοκρατημένη από την επίδραση που είχε εκείνος πάνω της, η Σάρα είχε αρνηθεί να βγει μαζί του, είχε προσπαθήσει να ξεφύγει από την αποφασιστική καταδίωξή του. Δεν τα είχε καταφέρει όμως και σύντομα είχε υποκύψει στην πολιορκία του. Η τόσο γρήγορη και άνευ όρων παράδοσή της σε έναν άντρα που το ένστικτό της της έλεγε ότι ήταν επικίνδυνος την είχε τρομάξει. Φοβόταν ότι μόλις εκείνος χόρταινε τη σεξουαλική του πείνα, τα πάντα θα γίνονταν στάχτη. Αλλά είχε κάνει λάθος. Παρά τα όσα είχαν συμβεί, εκείνος την ήθελε ακόμη. «Γκάμπριελ», είπε ψιθυριστά, όταν εκείνος μετακινήθηκε ελαφρά και οι μύες του σφίχτηκαν καθώς σκόρπιζε φιλιά ως το μικροσκοπικό κοίλωμα του αφαλού της. Αν το άφηνε να συνεχιστεί αυτό, ήταν χαμένη... Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που δεν άκουγε τίποτ’ άλλο. Όχι! σκέφτηκε μανιασμένα, προσπαθώντας να ξυπνήσει τη χαμένη της θέληση. Αλλά παρ’ όλο που τα χείλη της σχημάτισαν τη λέξη, ο ήχος δε βγήκε από το στόμα της. Προσπάθησε να τον διώξει από πάνω της, αλλά το ανυπάκουο χέρι της τυλίχτηκε στον φαρδύ του ώμο, ψηλαφώντας τον


91

ROBYN DONALD

αισθησιακά. Η κοινή λογική, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, η προσοχή της, όλα τα είχε καταπιεί μια αίσθηση ότι αυτό που γινόταν ήταν τόσο σωστό, που ένιωθε ανήμπορη να κάνει οτιδήποτε. Το χέρι του γλίστρησε στα υγρά βάθη της, χαϊδεύοντάς την αργά. Η Σάρα τίναξε τους γοφούς της καθώς οι τελευταίες αναλαμπές του οργασμού της επανήλθαν με μια δυνατή καινούρια φλόγα ερωτικού αισθησιασμού. «Γκάμπριελ...» Η λέξη βγήκε με ένα βογκητό. Για απάντηση, εκείνος έβαλε μαλακά τα δάχτυλά του πιο βαθιά μέσα της. Τα νύχια της γρατσούνισαν την πλάτη του. Έχοντας περάσει το όριο όπου μπορούσε να σκεφτεί, άρχισε να σπαρταράει πάνω στο αμαρτωλό χέρι του. Το μόνο που είχε στο μυαλό της ήταν το πόσο έντονη ήταν η επίδρασή του στο κορμί της που την είχε προδώσει. «Ω Θεέ μου, Γκάμπριελ!» Εκείνος ήρθε από πάνω της και μπήκε στο πρόθυμο, δεκτικό κορμί της με τέτοια ένταση που ένα ουρλιαχτό βγήκε από τα χείλη της. Ο Γκάμπριελ σταμάτησε, αν και το σώμα του με το ζόρι υποτασσόταν στη θέλησή του. «Σε πόνεσα;» Η φωνή του ήταν τραχιά και οι μύες του σφίχτηκαν καθώς προσπάθησε να τραβηχτεί. «Όχι, δε θα μπορούσες να με πονέσεις ποτέ», μουρμούρισε η Σάρα και τον τύλιξε με το κορμί της που έτρεμε κάτω από το δικό του. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τους ώμους του και φίλησε το λαιμό του. Το δυνατό κορμί του σφίχτηκε, αλλά μπήκε ξανά μέσα της, διεκδικώντας τη με μια ωμή, πρωτόγονη πείνα που θα έπρεπε να την είχε τρομάξει πέρα από κάθε λογική. Αντιθέτως όμως, εκείνη την απολάμβανε όσο τίποτα άλλο. Αυτός είναι, σκέφτηκε, σχηματίζοντας με δυσκολία τις λέξεις στο μυαλό της, ο πραγματικός άντρας, γυμνός από την καλλιέργεια και τα υλικά αγαθά, σπρωγμένος από μια ανάγκη τόσο έντονη που δεν μπορούσε να την ελέγξει. Για πρώτη φορά εδώ κι έναν χρόνο ήταν ζωντανή κι


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

92

ευτυχισμένη. Ένιωθε κάθε κύτταρο του κορμιού της να έχει ξυπνήσει, τόσο που ήθελε να βάλει τα κλάματα από την ανυπομονησία και την προσμονή. Εκείνος τολμηρά την έκανε δική του, ενώ εκείνη τον ωθούσε να κινηθεί μέσα της. Η επιθυμία τους τους έσπρωχνε πέρα από τα όρια σε ένα μέρος όπου συνδέονταν μεταξύ τους στο πιο στοιχειώδες ανθρώπινο επίπεδο. Έπαιρναν και έδιναν, κινούνταν μαζί γεμάτοι έκσταση, μέχρι που η όλο και μεγαλύτερη ένταση τους πλημμύρισε κι έφτασαν μαζί σ’ αυτή την άυλη κορυφή, με τις καρδιές τους έτοιμες να σπάσουν, τα ιδρωμένα κορμιά τους μπλεγμένα σφιχτά σε μια αισθησιακή ένωση όπου τίποτα δεν είχε σημασία πέρα από τη σκοτεινή, δυνατή μαγεία της στιγμής. Λίγο αργότερα, η Σάρα ήταν ξαπλωμένη και αφουγκραζόταν τις βαθιές ανάσες που γέμιζαν επιτέλους τα πνευμόνια της με αέρα. Ο Γκάμπριελ δεν είχε κουνηθεί. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε, το γεροδεμένο κορμί του ήταν χαλαρό και βαρύ πάνω στο δικό της, ενώ το κεφάλι του ήταν ακόμα γερμένο πάνω της κι εκείνη έβλεπε τις σκληρές γωνίες του προσώπου του. Το κορμί της παλλόταν από τον γρήγορο χτύπο της καρδιάς τους και η αμυδρή μυρωδιά του σεξ, του ιδρώτα και της απελπισίας γαργαλούσε τα ρουθούνια της. Ο ανόητη! σκέφτηκε. Το κορμί της, όμως, αντιπάλευε το μυαλό της, γιατί σε κάποιο καθαρά στοιχειώδες επίπεδο δεν είχε νιώσει ποτέ στη ζωή της τόσο ασφαλής. Κάτι που κράτησε μερικά μόνο πολύτιμα δευτερόλεπτα, μέχρι που ο Γκάμπριελ μετακινήθηκε και ξάπλωσε ανάσκελα. Η Σάρα ανατρίχιασε, αλλά δεν έκανε καμία προσπάθεια να τον σταματήσει. Αν και ήθελε όσο τίποτ’ άλλο να κρυφτεί από την ανοησία της, έπρεπε να παραδεχτεί ότι μόλις είχε κάνει το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της. Δηλαδή όχι ακριβώς. Το μεγαλύτερο λάθος ήταν που δεν είχε τρέξει όσο πιο μακριά και όσο πιο γρήγορα μπορούσε την πρώτη φορά που είχε


93

ROBYN DONALD

κοιτάξει τα καταγάλανα μάτια του. Μόνο που ακόμα κι αν το είχε κάνει, εκείνος θα την είχε ακολουθήσει. Κι αυτή η σκέψη είχε ακόμα τη δύναμη να τη γεμίζει με μια απεγνωσμένη ικανοποίηση. Η Σάρα δε χρειαζόταν να γυρίσει το κεφάλι της για να δει πώς αισθανόταν εκείνος. Ένιωθε τα συναισθήματά του, απειλητικά, δυσοίωνα και επικίνδυνα. Το ότι καταλάβαινε πως ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του γιατί μισούσε αυτό τον πανίσχυρο πόθο όσο κι εκείνη, δε βοηθούσε. «Χρησιμοποιείς αντισυλληπτικά;» τη ρώτησε αυστηρά. Η Σάρα έμεινε άφωνη από το σοκ. Ω Θεέ μου! Οι λέξεις αντήχησαν στο μυαλό της, φορτισμένες με τέτοιο πανικό, που δεν τολμούσε να μιλήσει. «Θέλω την αλήθεια», είπε βλοσυρά ο Γκάμπριελ. Μη μπορώντας να πει ψέματα, η Σάρα δίστασε. «Δεν υπάρχει πρόβλημα», μουρμούρισε. «Αυτό δεν είναι απάντηση». Η Σάρα κοίταξε το σκληρό του πρόσωπο και έκλεισε σφιχτά τα χείλη της. Όταν εκείνος είπε κάτι μέσα από τα δόντια του, εξαγριώθηκε. «Δεν είμαι η μόνη που δε σκέφτηκε να προσέξει!» Το οποίο φυσικά ήταν σαν να παραδεχόταν έμμεσα ότι η αντισύλληψη δεν της είχε περάσει καν από το μυαλό! Ο Γκάμπριελ συνοφρυώθηκε. «Δεν έβριζα εσένα», της είπε κοφτά. «Ο αυτοέλεγχός μου έχει κάνει φτερά», πρόσθεσε ειρωνικά. Και το ίδιο, σκέφτηκε ψυχρά, κάθε προσπάθεια να τη βγάλει από μέσα του. Παρ’ όλο που το είχε πολεμήσει με όλες του τις δυνάμεις, αρκούσε μια ματιά μόνο για να αναλάβει το κορμί τον έλεγχο, διεκδικώντας αυτό που ήθελε πάντα... να την κάνει δική του. Γιατί αυτή τη γυναίκα; Είχε κι άλλες ερωμένες στη ζωή του, που τις είχε απολαύσει, την καθεμία για τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και μετά τους είχε πει αντίο όταν η σχέση τους είχε ολοκληρώσει τη φυσική της πορεία. Με τις περισσότερες ήταν ακόμα καλοί φίλοι, γιατί της διάλεγε συνετά,


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

94

αποφεύγοντας τις νεαρές και αναζητώντας γυναίκες καλλιεργημένες που ήξεραν πώς λειτουργούσαν αυτές οι σχέσεις. Είχε όμως παραβεί κάθε προσωπικό του κανόνα όταν είχε δει τη Σάρα κι ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει την επίδραση που είχε επάνω του. Η προδοσία της και ένας χρόνος που έμειναν χωριστά δεν είχαν καταφέρει να καταλαγιάσουν τη βασανιστική επιθυμία που τον κατείχε μέρα και νύχτα. Η Σάρα έκλεισε τα μάτια της. Δεν μπορούσε να αντέξει την ψυχρότητα και την περιφρόνηση στα μάτια του. Νιώθοντας ξαφνικά μια οδυνηρή κόπωση σήκωσε το κεφάλι της και την πολέμησε, γιατί αν παραδινόταν τα πράγματα θα γίνονταν ακόμα χειρότερα. Ξεροκατάπιε για να μαλακώσει τον στεγνό λαιμό της και είπε πολύ σιγά: «Τι κάνουμε λοιπόν τώρα;» Ακολούθησε βαριά σιωπή, μια σιωπή που παλλόταν από ανείπωτες σκέψεις. «Θα πρότεινα να ντυθούμε», της είπε τελικά αργόσυρτα. «Δεν περνάει πολύς κόσμος από δω, αλλά δεν είναι και απίθανο». Η Σάρα ανακάθισε και κοίταξε γύρω της, ξαφνιασμένη από το πόσο πιο φωτεινό της φαινόταν το δάσος, πόσο πιο καθαρός και γλυκός ο αέρας. Τα μάτια της έπεσαν στο μενίρ. Ένα κρύο αεράκι χάιδεψε την υπερευαίσθητη επιδερμίδα της, κάνοντας τη να ανατριχιάσει. Άρχισε να ντύνεται με τρεμάμενα δάχτυλα, προσπαθώντας να μην κοιτάζει το γεροδεμένο κορμί του Γκάμπριελ που έκανε κι εκείνος το ίδιο. «Θα φέρω τα άλογα», της είπε και χάθηκε μέσα στα δέντρα. Το είχε άραγε σχεδιάσει όλο αυτό; Η Σάρα διέσχισε το ξέφωτο και στάθηκε στην άκρη του γκρεμού. Οι αρχαίοι, άγνωστοι άνθρωποι που είχαν τοποθετήσει εκεί το μενίρ είχαν διαλέξει ένα σημείο με ανεμπόδιστη θέα στην κοιλάδα μέχρι και την ψηλότερη κορυφή στον ορίζοντα. Όχι, σκέφτηκε και το βλέμμα της περιπλανήθηκε στο τοπίο μπροστά της, ο Γκάμπριελ δεν είχε σχεδιάσει τις εκστατικές στιγμές που έζησαν ο ένας στην


95

ROBYN DONALD

αγκαλιά του άλλου. Απεχθανόταν αυτό το φλογερό ερωτικό φορτίο όσο κι εκείνη. Χαμογέλασε. Εξάλλου αν το είχε σχεδιάσει, θα είχε χρησιμοποιήσει προφυλάξεις. Πανικός την κυρίευσε πάλι καθώς άρχισε να μετράει μέρες. Κατάχλομη γύρισε ξανά στο μενίρ, προσπαθώντας να αποβάλει την αίσθηση ότι η πέτρα καταλάβαινε με κάποιο τρόπο την παρουσία της. Ήταν στη μέση του κύκλου της, στην πιο γόνιμη περίοδο. Έβαλε το χέρι στη μέση της και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι το σεξ δεν οδηγούσε απαραίτητα σε εγκυμοσύνη. Περπατώντας αργά διέσχισε ξανά το ξέφωτο και κατσουφιασμένη σταμάτησε δίπλα στην όρθια πέτρα και την κοίταξε αφηρημένη. Το παιδί του Γκάμπριελ, σκέφτηκε και η καρδιά της σκίρτησε από τη λαχτάρα. Πίεσε τον εαυτό της να σκεφτεί πρακτικά και της ήρθε στο μυαλό το χάπι της επόμενης μέρας. Το κορμί της επαναστάτησε αμέσως. Όχι, σκέφτηκε και χάιδεψε απαλά το μενίρ. Και τότε ένιωσε σοκ και τινάχτηκε. Κοίταξε την αρχαία πέτρα και αναρωτήθηκε αν είχε όντως νιώσει ένα ελαφρύ κάψιμο, έναν υποσυνείδητο μήνυμα σε κάποιο βαθύ επίπεδο. Όχι δεν το είχε φανταστεί, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να αγγίξει ξανά αυτό το πράγμα. Απομακρύνθηκε και έδιωξε την προοπτική της εγκυμοσύνης στο βάθος του μυαλού της με όλα όσα της ήταν πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσει. Εντάξει λοιπόν ήταν φοβισμένη. Σίγουρα είχε το δικαίωμα, σωστά; Δεν ξυπνούσε κάθε μέρα σε ένα κάστρο στα βουνά, αιχμάλωτη ενός άντρα που ήταν σίγουρος ότι του είχε κλέψει το ανεκτίμητο οικογενειακό του κειμήλιο και μετά έκανε έρωτα χωρίς προστασία μαζί του σε ένα ξέφωτο που προκαλούσε παράλογες φαντασιώσεις! Τι στο καλό πίστευε ο Γκάμπριελ ότι θα έκανε μαζί της; Θα έπαιρνε εκδίκηση; Ανατρίχιασε. Τώρα που τον είχε δει στο κάστρο του, μπορούσε να τον φανταστεί να θέλει να πάρει εκδίκηση. Είχε αλλάξει και δεν ήταν πια ο απίστευτα καλλιεργημένος άντρας που έχανε την ψυχραιμία του μόνο


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

96

όταν έκαναν έρωτα. Δεδομένου του ψυχρού, αναλυτικού μυαλού του και του πόσο αμείλικτος ήταν, για ποιον άλλο λόγο είχε κάνει τόσο κόπο να τη φέρει εδώ; Η Σάρα γύρισε την πλάτη της στην πέτρα και πήγε πίσω στην κουβέρτα. Έσκυψε και τη μάζεψε. Από κάτω το γρασίδι ήταν επίπεδο από τη δύναμη του έρωτά τους. Η καρδιά της σφίχτηκε. Ένας αμυδρός ήχος την έκανε να σηκώσει το κεφάλι της. Είδε τον Γκάμπριελ να οδηγεί τα δύο άλογα ανάμεσα στα δέντρα. Δάγκωσε τα χείλη της και μετά μόρφασε από πόνο. Τα φιλιά τους ήταν πολύ άγρια και τα χείλη της τώρα ήταν ευαίσθητα. Όταν το Αίμα της Βασίλισσας δεν είχε εμφανιστεί τόσο καιρό στην αγορά, εκείνος θα είχε εξετάσει την κατάσταση με τη συνηθισμένη του τρομακτική αποστασιοποίηση. Ήξερε ακριβώς πιο όπλο να χρησιμοποιήσει εναντίον της: την παντελή έλλειψη θέλησης όταν είχε να κάνει με εκείνον. Κι εκείνη ήταν πολύ ανόητη που είχε πέσει στην παγίδα του. Τα χτεσινά φιλιά θα πρέπει να ήταν μέρος της στρατηγικής του. Την είχε δοκιμάσει για να δει αν ο χρόνος και η απόσταση είχε εξασθενήσει την αμοιβαία πείνα τους ή την είχε κάνει ακόμα πιο έντονη. Θα πρέπει να είχε ικανοποιηθεί πολύ, όταν εκείνη ανήμπορη ανταποκρίθηκε, αποδεικνύοντας έτσι πόσο ευάλωτη ήταν στην έντονη γοητεία του. Το επόμενο βήμα είναι εμφανές, σκέφτηκε πικρά, με τα μάτια καρφωμένα στο σκληρό, όμορφο πρόσωπό του καθώς εκείνος ερχόταν προς το μέρος της... αποπλάνηση! Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα και μετά χλόμιασαν. Ένιωθε ταπεινωμένη, αλλά εντάξει δεν το αντιμετώπιζε και πρώτη φορά! Κι αυτή τη φορά είχε πάρει το μάθημά της. Κομμένες οι εκδρομές μαζί του και φυσικά κομμένοι οι έρωτες. Μπορεί να την ήθελε και σίγουρα την ήθελε, αλλά εκείνη έπρεπε να θυμάται ότι ήθελε πολύ περισσότερο τον οικογενειακό θησαυρό του. Και αν... αν... η σημερινή μέρα τους είχε δώσει παιδί, θα γύριζε πίσω στο Φαλάισι και θα το μεγάλωνε μόνη της χωρίς να του το


97

ROBYN DONALD

πει. «Όλα εντάξει;» «Ναι, μια χαρά». Η αυτόματη απάντησή της τον έκανε να κατσουφιάσει, αλλά δεν είπε τίποτα παραπάνω. Στην κάθοδο από το βουνό η συζήτησή τους περιορίστηκε στο ελάχιστο. Ο Γκάμπριελ έκανε τον ξεναγό και το έκανε πολύ καλά. Αλλά σίγουρα θα είχε μεγαλώσει με τους θρύλους και την ιστορία των προγόνων του. Έξω από την κρεβατοκάμαρά της στο κάστρο η Σάρα του είπε: «Κάποιος θα χρειαστεί να μου δείξει τα δωμάτια που θέλεις να ανακαινίσεις». Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε τα φρύδια του. «Δεν είναι απαραίτητο», απάντησε με ύφος ψυχρό και απορριπτικό. Η Σάρα ανασήκωσε το πιγούνι της και συνάντησε τα μάτια του με υπεροψία. «Θέλεις να τα ανακαινίσεις και θα το κάνω εγώ. Το γραφείο σου και η τραπεζαρία είναι πολύ όμορφα, αλλά δεν μπορείς να αρνηθείς ότι η κρεβατοκάμαρά μου τουλάχιστον χρειάζεται σωτηρία». Ο Γκάμπριελ είδε το πείσμα πρόσωπό της και φάνηκε να το διασκεδάζει. «Εντάξει. Θα αλλάξω και επιστρέφω». Ασφαλής για μερικά λεπτά, η Σάρα έκανε ένα ντους, πλένοντας καλά κάθε σημείο του κορμιού της, λες και μπορούσε έτσι να διώξει από πάνω της την κυριαρχία του Γκάμπριελ. Προσπάθησε να απωθήσει την ανάμνηση της παθιασμένης τους συνεύρεσης, αλλά ήταν δύσκολο γιατί ανακάλυπτε συνέχεια ελαφρούς μώλωπες στο δέρμα της. Κι εκείνη τον είχε σημαδέψει. Τα νύχια της είχαν χωθεί στην πλάτη του όταν τη συνεπήρε η έκσταση. «Φτάνει», είπε στον καθρέφτη την ώρα που σκουπιζόταν. Έπρεπε να σκεφτεί. Φόρεσε καθαρά ρούχα που κάποιος τα είχε σιδερώσει και ήταν στην ντουλάπα. Προφανώς υπήρχε και καμαριέρα εκεί εκτός από τον Γουέμπστερ. Ωραία, φαινόταν επαγγελματίας και περιποιημένη. Όταν θα την έβλεπε ο Γκάμπριελ, θα καταλάβαινε αμέσως ότι δεν είχε ντυθεί για να του αρέσει. Το πουκάμισό της, που έκλεινε με


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

98

φερμουάρ, ήταν αρκετά φαρδύ κι έκρυβε τα στήθη της και το παντελόνι της ήταν σε αντρικό στυλ. Από κάτω φορούσε ίσια μοκασίνια με φουντίτσες σε κλασικό μαύρο. Ένα ντύσιμο τελείως βαρετό δηλαδή! Έψαξε στην τσάντα της και βρήκε το σημειωματάριό της και το μέτρο της. Έπιασε τα μαλλιά της πίσω, κάθισε στο γραφείο κι άρχισε να κρατάει σημειώσεις για το δωμάτιο. Το κοφτό χτύπημα στην πόρτα την έκανε να σηκώσει απότομα το κεφάλι της. Ένιωσε συνεπαρμενη απ’ τον ενθουσιασμό. Ίσιωσε τους ώμους της και σηκώθηκε επάνω. «Μισό λεπτό», φώναξε και μάζεψε το σημειωματάριο, το μέτρο και το στυλό της. Λέγοντας στον εαυτό της πως το να επιτρέψει στο κορμί της οποιαδήποτε πρωτοβουλία ήταν σαν να φλερτάρει με την καταστροφή, πήγε ήρεμα στην πόρτα και την άνοιξε. Αντί για τον Γκάμπριελ όμως τα μάτια της συνάντησαν εκείνα μιας γυναίκας την οποία δεν περίμενε να ξαναδεί ποτέ... της Μαρίας. Κατάπληκτη, άνοιξε το στόμα της αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Η ηλικιωμένη γυναίκα της χαμογέλασε πλατιά και με πολύ βαριά προφορά της είπε στα αγγλικά: «Λοιπόν, εσύ έρχεσαι! Είναι καλό». Κατάπληκτη η Σάρα την κοίταξε καλά καλά. Αυτή η γυναίκα είχε κλέψει το περιδέραιο και είχε αφήσει με μεγάλη ευκολία να κατηγορήσουν εκείνη. Κι όμως στα σκούρα μάτια της δεν υπήρχε καμία μοχθηρία, τίποτα πέρα από πραγματική ευχαρίστηση. «Γιατί είναι καλό;» κατάφερε να πει. Η Μαρία χαμογέλασε και της πήρε τα πράγματα από τα χέρια. «Γιατί εσύ έρχεσαι πάλι». Έκανε ένα βήμα πίσω για να βγει η Σάρα και μετά έκλεισε την πόρτα. «Ο Γκάμπριελ...» «Μιλάει, μιλάει, μιλάει... με Αφρική, νομίζω». Η Μαρία ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. «Θέλεις να δεις δωμάτια; Εντάξει; Θα σου δείξω εγώ».


99

ROBYN DONALD

Αυτό που ακολούθησε ήταν πολύ παράξενο. Η Μαρία μιλούσε συνεχώς όση ώρα της έδειχνε άλλα δυο υπνοδωμάτια, κρατώντας την άκρη του μέτρου όσο η Σάρα μετρούσε, παραμένοντας σιωπηλή και γεμάτη σεβασμό όταν η Σάρα σημείωνε τις πληροφορίες. Φαινόταν λες και η ηλικιωμένη γυναίκα δεν καταλάβαινε ότι έπρεπε να υπήρχε μεταξύ τους κάποια ένταση. Όχι μόνο το αγνοούσε, αλλά και προσπαθούσε να τη διασκεδάσει κιόλας, δείχνοντάς της τη θέα από διάφορα παράθυρα, λέγοντάς της ιστορίες για ανθρώπους που είχαν ζήσει στο κάστρο, για γεγονότα που συνέβησαν πολύ παλιά, αναφέροντας σκηνές που απέπνεαν την αυθεντική αύρα του πολέμου. Και της μιλούσε και για τον Γκάμπριελ, που ήταν φανερό ότι τον έβλεπε σαν είδωλο. «Είναι τόσο καλός. Είναι αγαπητός στην κοιλάδα ήδη. Και τόσο πολύ άντρας! Είναι άρχοντας που αξίζει να υπερηφανεύεσαι γι' αυτόν, άντρας για να τον ακολουθείς». Κρίνοντας από τα χαμόγελα της Μαρίας, η Σάρα σκέφτηκε ότι δε φαινόταν να την πειράζει που η ίδια δεν έλεγε πολλά. Πίστευε ότι δεν ήξερε; Στο τέλος δεν μπόρεσε να αντέξει άλλο. «Μαρία, γιατί πήρες το Αίμα της Βασίλισσας;» Κοίταξε έντονα την καμαριέρα, αλλά το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο δεν αντέδρασε στο ελάχιστο. Μπερδεμένη η Σάρα συνέχισε επιτακτικά: «Θα πρέπει να καταλαβαίνεις πόσο πολύ θέλει να το ξαναδεί ο Γκάμπριελ. Αν τον αγαπάς τόσο πολύ, γιατί δεν του το ξαναδίνεις;» Η Μαρία ανασήκωσε τους ώμους της: «Εσύ είσαι εδώ τώρα». Ξαφνικά από την πόρτα ακούστηκε ο Γκάμπριελ και η φωνή του πάγωσε το αίμα της Σάρα. «Αρκετά. Ευχαριστώ, Μαρία. Θα αναλάβω εγώ από δω και πέρα». Η καμαριέρα τού χαμογέλασε, χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά στη Σάρα κι έφυγε από το δωμάτιο. Ο Γκάμπριελ γύρισε στη Σάρα. «Αφησέ την ήσυχη», της είπε και κάθε λέξη ήταν μια απειλή. «Αυτό αφορά εσένα κι εμένα.


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

100

Δε θα ανεχτώ να ενοχλείς τη Μαρία». «Τι κάνει εδώ;» «Εδώ δουλεύει. Είπα στον μπάτλερ να σε βοηθήσει, αλλά φαίνεται ότι θεώρησε καλύτερο να σε βοηθήσει εκείνη». Η Σάρα ένιωσε συμπόνια για τον μπάτλερ. Ο τόνος του Γκάμπριελ μαρτυρούσε ότι μάλλον τον είχε κατσαδιάσει. Ένιωσε μια ελαφριά ζαλάδα, που όμως υποχώρησε αμέσως. Δε με νοιάζει, είπε στον εαυτό της ψυχρά. Προσπαθώντας να ακουστεί συγκροτημένη και πρακτική, είπε: «Δεν έχει σημασία, τελείωσα αυτά που ήθελα. Θα επιστρέφω στο δωμάτιό μου να δουλέψω». «Μα δεν ξέρεις τι θέλω». Θυμωμένη με τον εαυτό της γιατί ένιωσε μια κρυφή ευχαρίστηση στη σκέψη να περάσει χρόνο μαζί του, η Σάρα έριξε μια υποτιμητική ματιά στο δωμάτιο, όπου υπήρχε ακόμα μια αποκρουστική συλλογή από ψεύτικα έπιπλα Λουδοβίκου ΙΕ και πολύ κακής βικτοριανής τέχνης. «Οτιδήποτε θα ήταν καλύτερο απ’ αυτό». Εκείνος έγνεψε καταφατικά και της κράτησε την πόρτα για να βγει. «Σχεδόν», συμφώνησε. «Θα κατεβούμε στο γραφείο να συζητήσουμε πώς θέλω να γίνουν τα δωμάτια». Το γραφείο του ήταν μια ανακούφιση. Οι τοίχοι με την ξυλεπένδυση σε ζεστό, απαλό χρυσό χρώμα και το αναγεννησιακό διακοσμητικό πλαίσιο του τζακιού που κυριαρχούσε στο δωμάτιο ταίριαζαν απόλυτα με το γοτθικό ντουλάπι κι έναν ακόμα μεγαλόπρεπο πρόγονο, που φορούσε πανοπλία και ήταν καβάλα σε ένα μεγάλο, απειλητικό άλογο. «Πολύ ταιριαστό», είπε η Σάρα δείχνοντας τον πίνακα. Ο Γκάμπριελ της έκανε νόημα να καθίσει σε μία από τις άνετες πολυθρόνες. «Ήταν ο Άλεξ ο άντρας που έγινε τελικά ο πρώτος πρίγκιπας της Ιλίρια από τον οίκο μας. Η πανοπλία του βρίσκεται ακόμη στο διάδρομο». «Υπήρχαν δηλαδή πρίγκιπες και πριν αναλάβει ο πρόγονός σου;»


101

ROBYN DONALD

Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Ο Αλεξ σκότωσε τον προκάτοχό του σε μονομαχία και παντρεύτηκε την κόρη του νεκρού πρίγκιπα». «Πολύ ωραία βάση για έναν γάμο!» Η Σάρα σκέφτηκε με συμπόνια την πριγκίπισσα που είχε αναγκαστεί να παντρευτεί το δολοφόνο του πατέρα της. «Απ' όσο γνωρίζουμε, ήταν πολύ ευτυχισμένος», είπε ο Γκάμπριελ αποδοκιμαστικά. Η Σάρα ένιωσε άβολα που εκείνος φαινόταν να διαβάζει τη σκέψη της. «Υποθέτω ότι ήταν καλύτερα από το να τη σκοτώσει». «Δε θα τη σκότωνε. Η άλλη της επιλογή ήταν να μπει σε μοναστήρι και σύμφωνα με τα όσα λένε οι οικογενειακές ιστορίες για το χαρακτήρα της κάτι τέτοιο το μισούσε. Εκείνη και ο Αλεξ έκαναν οχτώ παιδιά και ποτέ δεν ακούστηκε τίποτα ότι είχε άλλη ερωμένη». Τα λόγια έμειναν να πλανιούνται στον αέρα καθώς ο Γουέμπστερ, και ευτυχώς όχι η Μαρία, μπήκε με έναν δίσκο. «Θα σερβίρεις εσύ;» τη ρώτησε ο Γκάμπριελ όταν έμειναν ξανά μόνοι. Ήταν καφές. Ακριβούς ό,τι χρειαζόταν. Η Σάρα του έδωσε ένα φλιτζάνι, σκέτο, έβαλε γάλα στο δικό της και αγνόησε τα μικρά κέικ. Κράτα το επίπεδο καθαρά επαγγελματικό, είπε στον εαυτό της. «Αυτή την ατμόσφαιρα θέλεις και στις κρεβατοκάμαρες; Γιατί αν ναι, το να βρούμε αυθεντικά έπιπλα της συγκεκριμένης περιόδου δε θα είναι μόνο δύσκολο αλλά θα κοστίσει και μια περιουσία. Είναι σχεδόν αδύνατο να αποκτήσεις μουσειακά αναγεννησιακά μπαούλα και κασέλες όπως αυτά εδώ». Αμέσως ένιωσε πολύ ανόητη, γιατί φυσικά ο Γκάμπριελ Κονσιντίνι, ξάδερφος του πρίγκιπα της Ιλίρια και επιτυχημένος μεγιστάνας, δε θα χρειαζόταν να ανησυχεί για το κόστος. Εκείνος έγειρε στην πλάτη της καρέκλας του και είπε ατάραχος:


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

102

«Μπορείς να κάνεις ό,τι απολύτως θέλεις». «Μα δεν έχεις δει ποτέ δείγμα της δουλειάς μου», είπε κατάπληκτη η Σάρα. Και μετά συνειδητοποίησε ότι κατά πάσα πιθανότητα εκείνος δεν επρόκειτο ούτε καν να κοιτάξει τα σχέδια, τις σημειώσεις και τις προτάσεις της. «Και;» τη ρώτησε ειρωνικά. «Ντύνεσαι πολύ ωραία. Είμαι σίγουρος ότι έχεις αρκετό γούστο για να ντύσεις κι ένα δωμάτιο». «Όσοι ντύνονται ωραία δεν πάει να πει ότι μπορούν να διακοσμήσουν κι ένα δωμάτιο!» είπε προσβεβλημένη η Σάρα. «Πες μου τι σου αρέσει». Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε τους ώμους του. «Θα περνάω εδώ όλα μου τα καλοκαίρια, γι’ αυτό θέλω άνεση, που να μην έρχεται όμως σε αντίθεση με την ιστορία. Είναι ένα κάστρο του δωδέκατου αιώνα κι έτσι θα πρέπει να δείχνει. Ο όποιος εκσυγχρονισμός θα πρέπει να είναι διακριτικός. Δοκίμασες ήδη τα υδραυλικά, οπότε ξέρεις πάνω κάτω τι πρέπει να γίνει. Θα με ενδιέφερε πολύ να δω τι θα σκεφτείς». Είχε τελειώσει τον καφέ του, έτσι σηκώθηκε και ζήτησε συγνώμη γιατί είχε δουλειά. «Γουέμπστερ, συνόδευσε τη δεσποινίδα Μίλτον στο δωμάτιό της», είπε στον μπάτλερ, που είχε μπει για να πάρει το δίσκο. Χαμογέλασε στη Σάρα, αλλά τα μάτια του της υπενθύμισαν ότι ήταν αιχμάλωτη. Αγανακτισμένη εκείνη τον κοίταξε που έφευγε και μετά είπε στον μπάτλερ: «Δεν είναι ανάγκη να με νταντεύετε. Είμαι σίγουρη ότι μπορώ να βρω και μόνη μου το δρόμο». «Δεν είναι κόπος κυρία», είπε εκείνος ανέκφραστα. Όταν έφτασε στο δωμάτιό της, η Σάρα κάθισε κι άρχισε να κρατάει σημειώσεις από τη συζήτησή τους, πριν ξεχάσει όσα είπαν. Αλλά ήταν μάλλον χαμένος χρόνος. Πέταξε το στυλό της. «Τώρα καταλαβαίνω πώς πρέπει να ένιωθε η πριγκίπισσα στον πύργο», μουρμούρισε και σηκώθηκε όρθια. Καθώς επέστρεφε στο δωμάτιό της το μάτι της είχε πάρει κάπου χρώματα μέσα από ένα παράθυρο... πρέπει να ήταν λουλούδια.


103

ROBYN DONALD

Αν ο μπάτλερ δεν την είχε κλειδώσει, θα πήγαινε να τα βρει. Προς μεγάλη της έκπληξη, η πόρτα άνοιξε και το ασανσέρ λειτουργούσε. Περπατώντας αθόρυβα πέρασε ένα σωρό πανοπλίες και πορτραίτα με προγόνους που πόζαραν πάνω σε άλογα με τις γυναίκες τους στο πλευρό τους. Ήταν όλοι πολύ μεγαλοπρεπείς και... ναι, σκέφτηκε, φαίνονταν όντως ευτυχισμένοι. Και μετά θα πρέπει να έστριψε λάθος, γιατί βρέθηκε σε μια πόρτα που άνοιγε σε μια υπέροχη στοά. Προς μεγάλη της τέρψη, η Σάρα είδε ότι τα πέτρινα κάγκελα ήταν γεμάτα γλάστρες με γεράνια. Αρχαίες σκαλιστές κολόνες στήριζαν έναν θόλο με ζωηρόχρωμες τοιχογραφίες φρούτων και λουλουδιών κι από κάτω τους κάποιος είχε ζωγραφίσει μια νωπογραφία με ανθρώπους και ζώα και μεσαιωνικά κτίρια. Μαγεμένη την κοίταξε για κάποια λεπτά πριν το βλέμμα της εντοπίσει κάτι που αναγνώριζε... μια προσεκτική απεικόνιση της όρθιας πέτρας. Αιώνες πριν, κάποιος είχε ζωγραφίσει μια αναπαράσταση της κοιλάδας και της γύρω περιοχής... πιθανότατα τα κτήματα που ανήκαν στο κάστρο. Ανακατεμένα με το πανόραμα ήταν εραλδικά εμβλήματα, γενεαλογικά δέντρα, φράσεις στα λατινικά και σκηνές από τη ζωή του χωριού και του κάστρου, ζωγραφισμένες με ζωντάνια που ζέσταινε την καρδιά. Η Σάρα κοίταξε μέσα στις άλλες πόρτες και τα παράθυρα που άνοιγαν στη στοά και μετά πήγε, σχεδόν στις μύτες, στα κάγκελα και κοίταξε προς τα πάνω, τον άλλο όροφο, όπου υπήρχε κι άλλος διάδρομος κι άλλα γεράνια και αρκετές μεγάλες γλάστρες με λουλούδια που μαλάκωναν τη λευκή μπογιά. Έσκυψε από τα κάγκελα και είδε κάτω έναν κήπο χωρισμένο στα τέσσερα από μικρά ρυάκια, με ένα σιντριβάνι στη μέση. Παρ’ ότι το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά, τα παρτέρια ήταν ακόμα ολάνθιστα, με τριαντάφυλλα και άλλα λουλούδια που αναγνώριζε αμυδρά. Τα κατακόκκινα φύλλα των


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

104

αναρριχητικών σκαρφάλωναν προς τον ουρανό. Ήταν μια υπέροχη φαντασίωση... μια υπέροχη ξεκούραση για το μάτι σ’ αυτή την πέτρινη μάζα που ήταν αφιερωμένη στον πόλεμο και τη δύναμη. Ο κήπος είχε σίγουρα φτιαχτεί για να ικανοποιήσει κάποια γυναίκα. Η Σάρα ένιωσε φθόνο για την άγνωστη σύζυγο που την είχαν αγαπήσει τόσο πολύ για να της χαρίσουν κάτι τόσο όμορφο. «Φτιάχτηκε γύρω στα τέλη του δέκατου έκτου αιώνα», ακούστηκε ο Γκάμπριελ από πίσω της. «Η τότε Μεγάλη Δούκισσα ήταν φιλάσθενη κι έτσι ο άντρας της της έφτιαξε αυτό. Τις κολόνες έβαλε και τις έφεραν από έναν ελληνικό ναό στην ακτή». Η Σάρα δε γύρισε. Με τα μάτια καρφωμένα στο σιντριβάνι είπε: «Θα πρέπει να την αγαπούσε». «Οι άρχοντες στο Λημέρι του Λύκου παντρεύονται πάντα από αγάπη». Αλλά μια κυνική νότα όξυνε τον αδιάφορο τόνο του, πληγώνοντας τη Σάρα με παράξενο τρόπο.


105

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Γεμάτη ενοχές λες και την είχαν πιάσει να κοιτάζει μέσα από την κλειδαρότρυπα, η Σάρα ανασηκώθηκε. «Συγνώμη αν ενοχλώ που είμαι εδώ. Έστριψα κάπου λάθος και βρέθηκα εδώ και είναι τόσο όμορφα...» Η φωνή της έσβησε καθώς συνάντησε το ευθύ βλέμμα του Γκάμπριελ. «Το μόνο καλό πράγμα που έκανε ο μπάσταρδος ο ξάδερφός μου όταν κατέλαβε την Ιλίρια ήταν ότι προστάτεψε τα οικογενειακά κειμήλια. Θα σε πάω στο δωμάτιό σου». Ο Γκάμπριελ οπισθοχώρησε και την άφησε να περάσει, μπροστά. Καθώς προχωρούσαν, η Σάρα κοίταξε μέσα σε μια ανοιχτή πόρτα κι έμεινε κατάπληκτη. Ήταν ένα μοντέρνο γραφείο με κομπιούτερ και ηλεκτρονικό εξοπλισμό αρκετό για ολόκληρη εταιρεία. «Από δω», είπε ο Γκάμπριελ πιάνοντάς την και οδηγώντας την προς μια πόρτα. «Ψάχνεις κάτι;» Την έξοδο. Αλλά δεν επρόκειτο να του το πει φυσικά. Αγνοώντας τα μικρά ρίγη απόλαυσης που της προκάλεσε το απαλό του άγγιγμα, η Σάρα είπε κοφτά: «Πρόσεξα τα λουλούδια μέσα από ένα παράθυρο κι αποφάσισα να δω πού βρίσκονταν». Ο Γκάμπριελ φάνηκε να το δέχεται όταν όμως έφτασαν στην πόρτα της, της είπε ψυχρά: «Παράτα τα, Σάρα. Ακόμα κι αν βγεις από το κάστρο, δε θα μπορέσεις να φύγεις. Κι αν προσπαθήσεις ξανά, θα έχω την πόρτα σου συνέχεια κλειδωμένη».


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

106

Αγριοκοιτάζοντάς τον, η Σάρα άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα και την έκλεισε αμέσως. Περίμενε να ακούσει το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά, αλλά τίποτα. Θα πρέπει να ήταν απόλυτα βέβαιος ότι δεν μπορούσε να του ξεφύγει. Απογοητευμένη κοίταξε το απαίσιο ντεκόρ γύρω της και σκέφτηκε την τραπεζαρία. Εκεί τα έπιπλα εναρμονίζονταν χωρίς προσποίηση με την ατμόσφαιρα του κάστρου και ήταν απόλυτα ταιριαστά. Άρχισε να κάνει σχέδια και μετά θυμήθηκε το σχόλιο του Γκάμπριελ ότι ο σφετεριστής είχε προστατέψει τα οικογενειακά κειμήλια. Αφού το σκέφτηκε για μια στιγμή, τράβηξε το κουδούνι. Μετά από πέντε λεπτά είχε μπροστά της τον μπάτλερ. «Ναι, υπάρχουν αποθήκες, αλλά λυπάμαι, δεν έχω ιδέα τι βρίσκεται εκεί μέσα», της είπε. «Πολύ καλά λοιπόν. Ευχαριστώ». Σίγουρα ο άνθρωπος ήταν ακόμα επιφυλακτικός μετά την κατσάδα που έφαγε επειδή άφησε τη Μαρία να εμφανιστεί εκείνη στη θέση του. Κι αν υπήρχε κάποιος που ήξερε το περιεχόμενο αυτών των αποθηκών θα ήταν σίγουρα η Μαρία, σκέφτηκε βλοσυρά η Σάρα. Η αλήθεια είναι ότι δεν εξεπλάγη και πολύ όταν μετά από μερικά λεπτά τη διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα. «Περάστε», φώναξε και προετοιμάστηκε ψυχολογικά. «Εσύ ψάχνεις για παλιά πράγματα;» ρώτησε χωρίς περιστροφές η Μαρία, μπαίνοντας μέσα. «Ναι». Η Μαρία κούνησε το κεφάλι της. «Ο Μέγας Δούκας λέει ότι είναι εντάξει. Οπότε έλα». «Ο Μέγας Δούκας;» Καθώς κατέβαιναν με το ασανσέρ η Σάρα είπε: «Νόμιζα ότι ο δικτάτορας κατάργησε όλους τους τίτλους στην Ιλίρια. Ο πρίγκιπας τους επανέφερε;» Η καμαριέρα ανασήκωσε τους ώμους της. «Πάντα Μέγας Δούκας για μας, αλλά ο πρίγκιπας Άλεξ αποφάσισε να... να


107

ROBYN DONALD

κάνει επίσημο;» Κοίταξε τη Σάρα για επιβεβαίωση ότι είχε βρει τη σωστή λέξη. Όταν η Σάρα έγνεψε καταφατικά, της είπε: «Αμέσως μετά που αρραβωνιάστηκες τον Μέγα Δούκα. Δύο... τρεις μέρες μετά». «Αλήθεια;» Ένα παγωμένο κενό μέσα της προειδοποίησε τη Σάρα ότι δε θα της άρεσε το τι συνεπαγόταν αυτό το αυθόρμητο σχόλιο της καμαριέρας. «Πολύ μεγάλο. Πολύ...» είπε η Μαρία. Σκέφτηκε για μια στιγμή και τελικά είπε: «Πολύ σημαντικό, ναι;» «Ναι, υποθέτω ότι είναι», απάντησε σιγανά η Σάρα. Είχε αποφασίσει ο Γκάμπριελ ότι η γυναίκα στην οποία είχε κάνει πρόταση γάμου δεν ήταν κατάλληλη σύζυγος για έναν Μεγάλο Δούκα; Το ασανσέρ σταμάτησε και οι πόρτες άνοιξαν, σε έναν χώρο που προφανώς ήταν κάποτε μπουντρούμια. Όχι, θα πρέπει να έκανε λάθος. Εξάλλου ο ξάδερφός του είχε παντρευτεί" μια Νεοζηλανδέζα της οποίας το μόνο υπόβαθρο ήταν η επιστήμη! Όχι μόνο αυτό, αλλά η πριγκίπισσα Ιάνθη ήταν κάπως ντροπαλή κι από ένα φρικτό ατύχημα είχε μείνει κουτσή. Παρ’ όλα αυτά, ήταν πολύ δημοφιλής στους Ιλιριανούς. Όμως ο γάμος της ήταν από έρωτα. Ίσως η προοπτική να επανέλθει στο αξίωμα που έφεραν οι πρόγονοί του, με τις δυναστικές προεκτάσεις του, να είχε κάνει τον Γκάμπριελ να κοιτάξει πιο προσεκτικά τη γυναίκα που ποθούσε τόσο παθιασμένα. Ίσως να είχε αποφασίσει ότι ήταν εξαιρετική για ερωμένη, αλλά ακατάλληλη να γίνει η μητέρα των παιδιών του. Η γυναίκα του πρίγκιπα είχε οικογένεια, ενώ η Σάρα υποψιαζόταν ότι είχε γεννηθεί νόθα. Η μητέρα της δε μιλούσε ποτέ για τον πατέρα της. Μήπως η υποψία του ότι μπορεί να είχε κάνει ένα τρομερό λάθος είχε επηρεάσει τη συμπεριφορά του όταν είχε εξαφανιστεί το περιδέραιο; «Ορίστε», είπε η καμαριέρα, ξεκλειδώνοντας μια ξύλινη πόρτα με ένα κλειδί τόσο μεγάλο, που θα πρέπει να ήταν το πρωτότυπο.


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

108

Η πρώτη εντύπωση της Σάρα όταν είδε το σκοτεινό δωμάτιο, που το φώτιζαν μόνο δύο γλόμποι, ήταν ότι πρέπει να περιείχε όλα όσα είχαν πεταχτεί από το κάστρο τα τελευταία εκατό χρόνια. Αποθαρρημένη, κοίταξε τις στοίβες με τα έπιπλα. «Θα πρέπει να τα καταγράψουμε», είπε. Η Μαρία ανασήκωσε τους ώμους της. «Ξέρω από πού έρχονται. Θυμάμαι. Τώρα τι θέλεις;» *** Εκείνο το βράδυ, με ένα ποτήρι σαμπάνια στο χέρι και νιώθοντας μεγάλη υπερένταση που βρισκόταν κοντά του, η Σάρα ρώτησε αγανακτισμένη: «Γιατί στο καλό αντικατέστησε όλα αυτά τα υπέροχα μασίφ έπιπλα, που ήταν κατά πάσα πιθανότητα φτιαγμένα από τους μαραγκούς του κάστρου ή από τεχνίτες της κοιλάδας, με δεύτερης κατηγορίας αντίγραφα γαλλικών ροκοκό επίπλων; Πώς του ήρθε;» «Ήθελε να βάλει τη σφραγίδα του στο κάστρο», απάντησε ξερά ο Γκάμπριελ. Η Σάρα του έριξε μια ματιά. «Κάτι είπες άτι ήταν νόθος». «Τον είπα μπάσταρδο, αλλά όχι μ’ αυτή την έννοια. Η επιμονή του ότι δεν ήταν νόμιμο τέκνο ήταν ένα ψέμα». Ο τόνος του δεν άφηνε περιθώρια για ερωτήσεις αλλά εκείνη ρώτησε ούτως ή άλλως. «Γιατί;» «Του έδινε κάποια ταύτιση με τα αποβράσματα και τους εγκληματίες και τους επαναστάτες που τον ανέβασαν στην εξουσία. Ένας αριστοκράτης που ρίχνει έναν άλλο δεν είναι εξίσου ρομαντική ιστορία όσο το μισητό μπάσταρδο του οίκου, που βρίσκεται στην εξουσία και αγωνίζεται να απελευθερώσει τον απλό λαό από τον εκφυλισμένο δεσπότη ξάδερφό του». «Φαντάζομαι πως όχι. Αλλά είχα την εντύπωση ότι ο εκθρονισμένος πρίγκιπας δεν ήταν ένας εκφυλισμένος δεσπότης». Ο Γκάμπριελ χαμογέλασε αινιγματικά και άδειασε το κρασί


109

ROBYN DONALD

του. «Δεν ήταν. Και οι καημένοι οι οπαδοί του σφετεριστή γρήγορα ανακάλυψαν ότι τους είχε ξεγελάσει ένας ειδικός». «Που δεν είχε και καθόλου γούστο», είπε η Σάρα και θυμήθηκε ότι ανάμεσα στους χιλιάδες ανθρώπους που είχε σκοτώσει ο δικτάτορας ήταν και οι παππούδες του Γκάμπριελ και αρκετοί άλλοι συγγενείς του. Όση ώρα έψαχναν την αποθήκη, η Μαρία της είχε πει ιστορίες για τον θαρραλέο αγώνα τους ενάντια στον άνθρωπο που τους είχε διώξει από την Ιλίρια. «Τουλάχιστον δεν έκαψε τα έπιπλα. Αν το κάστρο ήταν δικό μου...» Το σαρδόνιο χαμόγελο του Γκάμπριελ τη διέκοψε. Θυμωμένη με τον εαυτό της που του έδωσε πάτημα, συνέχισε με πείσμα: «Θα έξυνα όλη την μπογιά μέχρι να φτάσω στο ξύλο και θα το γυάλιζα. Μετά, θα κατέγραφα τα έπιπλα. Με μια γρήγορη ματιά που τους έριξα, κάποια απ’ αυτά χρειάζονται επιδιόρθωση, αλλά τα περισσότερα βρίσκονται σε πολύ καλή κατάσταση». Ο Γκάμπριελ την κοίταξε και φαινόταν να έχει εκπλαγεί. Η Σάρα αμύνθηκε: «Δεν πιστεύω να φανταζόσουν ότι θα σου πρότεινα κάτι σε μοντέρνο μινιμαλισμό!» «Όχι. Υποθέτω ότι εκπλήσσομαι που υπερασπίζεσαι τόσο την ατμόσφαιρα». Η Σάρα του χαμογέλασε γλυκά. «Επειδή μεγάλωσα στους τροπικούς δε σημαίνει ότι δεν μπορώ να εκτιμήσω τα παλιά πράγματα», είπε μελιστάλαχτα. «Δε θα είχα αντέξει τόσο καιρό σ' αυτή τη δουλειά αν δεν είχα κάποια αίσθηση για το ποια πράγματα ταιριάζουν πού». Η Σάρα ήξερε ότι του είχε δώσει και πάλι πάτημα να την επικρίνει, αλλά αυτή τη φορά ο Γκάμπριελ δεν άρπαξε την ευκαιρία να της θυμίσει ότι τον τελευταίο χρόνο δούλευε χάρη σε εκείνον. Βιαστικά συνέχισε: «Θέλεις να επιστρέφουν όλα τα έπιπλα στην αρχική τους θέση; Η Μαρία είναι σίγουρη ότι θυμάται σε ποιο δωμάτιο ήταν το καθένα». Ο Γκάμπριελ συνοφρυώθηκε. «Οι δυο σας φαίνεται να τα πηγαίνετε πολύ καλά».


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

110

Γιατί όχι; Η Μαρία ήξερε ότι η θέση της ήταν απόλυτα εξασφαλισμένη. Η Σάρα, όμως, δεν εξέφρασε την κυνική της παρατήρηση. Έπρεπε να μείνει εκεί όλη την υπόλοιπη βδομάδα και το να κάνει σχόλια για τη γυναίκα που είχε κλέψει το περιδέραιο θα ήταν τελείως αντιπαραγωγικό. Το άλλο που έπρεπε να κάνει ήταν να μην επιτρέψει στον εαυτό της να γοητευτεί ξανά από τον Γκάμπριελ. Το ένστικτό της της έλεγε ότι δε θα την πίεζε. Έπρεπε να είναι απλώς διακριτική και να αποφύγει οποιαδήποτε σχόλια ή συμπεριφορές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν προκλητικά. Παρ’ όλα αυτά, όπως πάντα η παρουσία του Γκάμπριελ την ερέθιζε και την προκαλούσε. Και μόνο που βρισκόταν μαζί του ήταν έντονα διεγερτικό. Ακόμα πιο διεγερτική ήταν η μεθυστική ένταση που υπέβοσκε κάτω από τη ροή της συζήτησης. Οι συνέπειες του πάθους που τους είχε συνεπάρει το πρωί, η έξαψη και η επικίνδυνη επιθυμία και η ανάμνηση της εξαίσιας ευχαρίστησης της έκοβε την ανάσα ακόμα και τώρα. Ο σφυγμός της γινόταν πιο γρήγορος κάθε φορά που φούντωναν οι φλόγες στο τζάκι κι έπαιζαν με τα τολμηρά χαρακτηριστικά του, δίνοντας μια χρυσή απόχρωση στο μελαψό του δέρμα και τα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά του. Είχε γίνει ένα ύπουλο μαρτύριο, που κατέτρωγε τις άμυνές της. Βρισκόταν στο κάστρο με το ζόρι είκοσι τέσσερις ώρες κι όμως ο έρωτας που έκανε με τον Γκάμπριελ είχε ήδη σβήσει έναν ολόκληρο χρόνο πόνου, που είχε προσπαθήσει τόσο σκληρά να αποδεχτεί. Με όλες τις αισθήσεις οξυμένες, κάρφωσε το βλέμμα της στη φωτιά, αλλά το μόνο που κατάφερε έτσι ήταν να μεγαλώσει την επίδραση της φωνής του, που η χροιά της και ο συγκρατημένος τόνος της ήταν σκέτος πειρασμός. Ένιωθε και πάλι ζωντανή —το μυαλό της πρόθυμο και σε εγρήγορση, το κορμί της ευχαριστημένο από την ικανοποίηση του πάθους της κι όμως να λαχταράει ξανά για την εκστατική έξαψη που μόνο ο Γκάμπριελ μπορούσε να της προσφέρει. Το ίδιο κορμί που


111

ROBYN DONALD

τώρα μπορεί να είχε μέσα του ένα παιδί. Η σκέψη κανονικά θα έπρεπε να την τρομοκρατήσει, αλλά απλώς αύξαινε τη μεθυστική ένταση ότι βρισκόταν σ’ αυτό το κάστρο, το σπίτι των προγόνων του και συζητούσε μαζί του. Στο τέλος, δεν μπόρεσε να αντέξει άλλο. Προσποιήθηκε ότι χασμουριόταν και σηκώθηκε. «Καληνύχτα», είπε χαμηλόφωνα. Ο Γκάμπριελ σηκώθηκε κι εκείνος. «Καλόν ύπνο, Σάρα». Λες και υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί! Ο τρόπος που είχε πει το όνομά της της έφερε ρίγη. «Ευχαριστώ». «Προσπάθησε να κάνεις φρόνημα όνειρα», της είπε στην πόρτα του δωματίου της. Η Σάρα θύμωσε, αλλά συγκρατήθηκε και μπήκε μέσα. «Δε θυμάμαι σχεδόν ποτέ τα όνειρά μου», είπε ανάλαφρα. «Τυχερή που είσαι». Η έμφαση στον τόνο του την ακολούθησε ακόμα κι όταν η πόρτα είχε κλείσει. Μπαίνοντας μόνη, κοίταξε γύρω της και προσπάθησε να ξεχάσει τη σωματική πείνα που τη διακατείχε. Όσο ισχυρή κι αν ήταν, ήταν σίγουρα λιγότερο τρομακτική από τη βαθιά, έντονη λαχτάρα που αναγνώριζε ως αγάπη. Πώς μπορούσε, όμως, να είναι τόσο αδύναμη; Πώς μπορούσε να τον αγαπάει μετά την προδοσία του; Τουλάχιστον τώρα καταλάβαινε γιατί είχε πιστέψει τη Μαρία αντί για κείνη. Και είχε ακούσει και για τον τίτλο. Παρ’ όλο που δεν τον είχε χρησιμοποιήσει ποτέ, το ανέφεραν πολλά κουτσομπολίστικα περιοδικά. Αλλά δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι η Ιλίρια σήμαινε για κείνον κάτι, γιατί όταν ήταν μαζί πολύ σπάνια την ανέφερε. Τις τελευταίες είκοσι τέσσερις ώρες όμως, είχε δει μία άλλη διάσταση του καλλιεργημένου, οξυδερκή μεγιστάνα τον οποίο είχε ερωτευτεί. Πίσω από τη γοητεία και την ομορφιά, υπήρχε κάποιος που είχε ανατραφεί να σέβεται τις ευθύνες, να δέχεται τους θρύλους και τη μαγεία των χωρικών του. Όταν λοιπόν είχε αναγκαστεί να διαλέξει ανάμεσα στην εντελώς ακατάλληλη γυναίκα που ποθούσε και στην πιστή υπηρέτρια που είχε


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

112

προστατέψει το πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο τα σκοτεινά χρόνια, η απόφασή του ήταν προφανώς αναπόφευκτη. Η Σάρα μόρφασε. Η ταπείνωση που είχε νιώσει θα έπρεπε να μαλακώσει κάπως τώρα που είχε μια καλύτερη ιδέα για το κίνητρο του Γκάμπριελ. Το υπέροχο Λίμα της Βασίλισσας σήμαινε πολύ περισσότερα γι’ αυτόν από τη χρηματική του αξία — ίσως ακόμη περισσότερα κι από την ιστορική του σημασία. Υπήρχαν έντονοι συναισθηματικοί δεσμοί με το περιδέραιο, μία σχεδόν μυστικιστική σύνδεση που εύκολα ξεπερνούσε τη σεξουαλική έλξη που ένιωθε για κείνη. Και οι άρχοντες στο Λημέρι του Λύκου είχαν ανατραφεί να είναι ανελέητοι. Έτσι την είχε βγάλει απλά από τη ζωή του με ένα σύντομο σημείωμα που της έλεγε να μην επικοινωνήσει ξανά μαζί του, λες και ήταν κάποια υπηρέτρια που την απέλυσε για δολιότητα. Την είχε κομματιάσει. Όμως, μολονότι τώρα τον καταλάβαινε καλύτερα, τίποτα δεν είχε αλλάξει από τότε που είχε φτάσει στο κάστρο, σκέφτηκε απελπισμένη η Σάρα. Ω! είχαν κάνει έρωτα, αλλά δε σήμαινε τίποτα παραπάνω πέρα από το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να αντισταθούν ο ένας στον άλλον. Εκείνη δε θα ήταν ποτέ ευχαριστημένη με τίποτα λιγότερο από αγάπη. Και ίσως ο Γκάμπριελ να είχε κι εκείνος συνειδητοποιήσει το ίδιο. Εξάλλου οι άρχοντες του κάστρου παντρεύονταν πάντα από έρωτα. Σκέφτηκε τη γοητευτική στοά, δώρο σε κάποια σύζυγο που τη λάτρευαν. Παρ’ ότι το δωμάτιο ήταν ζεστό, η Σάρα ανατρίχιασε και τύλιξε τα χέρια της γύρω από το κορμί της. Ό,τι είχε συμβεί είχε συμβεί. Παρ’ όλο που η ζωή της φαινόταν να βγαίνει εκτός ελέγχου ήταν άσκοπο να εύχεται να μην είχε κάνει έρωτα μαζί του. Κι αν ήταν έγκυος... λοιπόν θα το αντιμετώπιζε όταν αυτό γινόταν βεβαιότητα. Ήταν καλύτερα να σκεφτεί πώς θα ανακαίνιζε αυτό το δωμάτιο και τα δύο άλλα που είχε επιθεωρήσει εκείνη την ήμερα. Η διακόσμηση, τουλάχιστον, ήταν κάτι που έκανε καλά.


113

ROBYN DONALD

Πίεσε τον εαυτό της να φανταστεί την κρεβατοκάμαρα όπως θα έπρεπε να είναι. Η λευκή μπογιά θα έπρεπε να ξυστεί από την ξυλεπένδυση του πεύκου και να γίνει ένα ζεστό χρυσό. Μετά θα αντικαθιστούσε τα δεύτερης κατηγορίας έπιπλα με αυθεντικά κομμάτια και θα έδιωχνε τις βαριές, πορφυρές κουρτίνες στο κρεβάτι και θα έβαζε στη θέση τους κάποιες από τις κομψές κουρτίνες που είχε δει στην αποθήκη. Κάθισε στο γραφείο κι άρχισε να κρατάει κι άλλες σημειώσεις, κάνοντας σχέδια μέχρι που η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πάλι κανονικά και θεώρησε ότι μπορεί να κατάφερνε να κοιμηθεί. Καθώς πήγαινε στο μπάνιο, αναρωτήθηκε αν είχε φανταστεί τη λαχτάρα στα τελευταία λόγια του Γκάμπριελ. Τυχερή που είσαι, είχε πει, λες κι εκείνος βασανιζόταν στον ύπνο του από όνειρα. Χαμογέλασε κωνικά. Θα έπρεπε να το είχε φανταστεί. Εξάλλου, ο Γκάμπριελ μπορούσε να έχει όποια γυναίκα ήθελε και ήταν απόλυτα πεπεισμένος ότι η ίδια τον είχε προδώσει. Εκείνος δε θα χρειαζόταν να στριφογυρίζει όλη νύχτα στον ύπνο του, γιατί το μοναδικό άτομο το οποίο αγαπούσε δεν τον εμπιστευόταν αρκετά για να τον πιστέψει! Και ούτε επίσης ανησυχούσε μήπως ήταν έγκυος! Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα, η Σάρα πετάχτηκε όρθια. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και ήταν ιδρωμένη. Ανακάθισε στα μαξιλάρια, κοίταξε γύρω της με μάτια διάπλατα και αφουγκράστηκε για να εντοπίσει το θόρυβο που την είχε ξυπνήσει... το απαιτητικό, επίμονο κλάμα ενός μωρού. Ήξερε ότι ήταν το δικό της το μωρό. Αλλά το όνειρο ξεθώριασε γρήγορα όταν συνειδητοποίησε πού βρισκόταν. Μετά από λίγο κι αφού διαπίστωσε ότι επικρατούσε ησυχία, χαλάρωσε και γλίστρησε πάλι κάτω από την κουβέρτα. Ένα μπερδεμένο κουβάρι από εικόνες και ήχους προκαλούσαν σύγχυση στο μυαλό της, όλα αρκετά δυσοίωνα. Αλλά παρ' όλο που ένιωθε ακόμη το βάρος από το Αίμα της Βασίλισσας γύρω από το λαιμό της, δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτ’ άλλο. Και τότε άκουσε το κλειδί στην πόρτα. Με τα μάτια διάπλατα


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

114

είδε την πόρτα να ανοίγει και τον Γκάμπριελ να μπαίνει στο δωμάτιο, μια σκοτεινή φιγούρα στο μοναδικό φως από το διάδρομο απέξω. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε πηγαίνοντας στο κρεβάτι. «Τίποτα». Δεν είχε ανάψει το φως, αλλά η Σάρα ανέβασε το σεντόνι της μέχρι το λαιμό κι έμεινε ακίνητη από την ανησυχία. Ο Γκάμπριελ δεν είχε μπει στον κόπο να ντυθεί, ούτε καν να βάλει μια ρόμπα κι εκείνη είχε αντιδράσει αυτόματα και ανεύθυνα στη Θέα του γεροδεμένου κορμιού του που γυάλιζε στο αμυδρό φως. «Σε άκουσα να φωνάζεις». «Μέσα από τέτοιους χοντρούς τοίχους;» «Τα παράθυρά σου είναι ανοιχτά και το ίδιο και τα δικά μου», είπε εκείνος ειρωνικά προσθέτοντας ειρωνικά: «Και δεν είχες και μεγάλο ανταγωνισμό. Οι νύχτες εδώ είναι πολύ ήσυχες». «Το έχω παρατηρήσει», είπε αποκαμωμένη η Σάρα. «Συγνώμη που σε ξύπνησα... είμαι μια χαρά. Ένας εφιάλτης ήταν. Μου πέρασε τώρα». Η πηγή ήταν προφανής. Απελευθερωμένο από τις προσταγές της λογικής, το υποσυνείδητό της είχε μεταμορφώσει την ανησυχία για την εγκυμοσύνη σε εικόνες. «Φώναζες: ‘Το μωρό! Πάρτε το μωρό’ και μετά ούρλιαζες», είπε ξερά ο Γκάμπριελ. «Α... ω». Φοβερή απάντηση! Η Σάρα έγλειψε τα ξερά της χείλη «Δε θυμάμαι καθόλου τι είδα, οπότε δε θα ήταν πολύ κακό». Αν και προσπάθησε να μην ακουστεί σαν να αμυνόταν, μάλλον δεν τα είχε καταφέρει. Πρέπει να φύγω από δω πέρα, σκέφτηκε ο Γκάμπριελ, καθώς το κορμί του του έστελνε όχι και τόσο διακριτικά σήματα. Την ήθελε ακόμη, παρ’ όλο που ήταν ψεύτρα και κλέφτρα. Μήπως είχε πει ψέματα ότι δεν έπαιρνε αντισυλληπτικά; Εξέτασε το πρόσωπό της. Το φιλντισένιο δέρμα της ερχόταν σε αντίθεση με τα φλογάτα μαλλιά της που ξεχύνονταν στα μαξιλάρια. Καθόταν εντελώς ακίνητη κάτω από τα σκεπάσματα


115

ROBYN DONALD

και το λεπτό κορμί της ήταν τεντωμένο σαν τόξο. Ο Γκάμπριελ ανάγκασε τον εαυτό του να αγνοήσει τον γνώριμο πόθο που φούντωνε μέσα του. Δεν είχε καταφέρει να πουλήσει το περιδέραιο. Μήπως είχε αποφασίσει ότι η προοπτική ενός παιδιού ήταν ένας τρόπος για να ξαναμπεί στη ζωή του με δόλο; Μετά την ανοησία που είχε κάνει το πρωί, εκείνη θα ήταν πια σίγουρη ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ισχυρή έλξη της σεξουαλικότητας της και Θα πρέπει να ήξερε ότι δε θα γυρνούσε ποτέ την πλάτη του στο ίδιο του το παιδί. Όχι, αν ήταν σίγουρος ότι ήταν δικό του, σκέφτηκε ψυχρά, διώχνοντας από το μυαλό του την εικόνα της Σάρα με το μικρό κοριτσάκι την αγκαλιά της, στο χωριό, και τη φωνή της απαλή και καταπραϋντική, λες και δε χόρευαν μόλις μερικά εκατοστά από το κεφάλι της τα σιδερένια πέταλα του αλόγου. Η δύναμη της, όμως, επηρέαζε μόνο το κορμί του. Το μυαλό του παρέμενε δικό του. «Θέλεις τίποτα;» τη ρώτησε. Σιωπή ακολούθησε, οδηγώντας τον σε φαντασιώσεις. Αν γλιστρούσε δίπλα της, εκείνη δε θα τον αρνιόταν. Αυτές οι απαλές καμπύλες, αυτή η γλυκιά φωτιά και το πάθος θα γίνονταν δικά του. Κι ανάθεμα, πόσο τα ήθελε... ήθελε να τον φιλήσει, να τον χαϊδέψει με τα απαλά, διατακτικά δάχτυλά της, να του ανοίξει τον εαυτό της και να του δώσει εκείνες τις σύντομες, μεγαλειώδεις στιγμές της λήθης, όπου μπορούσε να ξεχάσει ποια ήταν και να χαθεί μέσα της. Τον έλουσε κρύος ιδρώτας και το κορμί του συσπάστηκε. Η αντίδρασή του στη Σάρα δεν είχε τίποτα το πολιτισμένο. Η δύναμή της χλεύαζε την αυτοκυριαρχία του και την ψυχρή λογική του. Με τη Σάρα ήταν κτητικός σαν άνθρωπος των σπηλαίων. Μισούσε να χάνει τον έλεγχο και χρειάστηκε όλη του την αποφασιστικότητα για να χαλιναγωγήσει αυτή την εξευτελιστική πείνα και να καταπολεμήσει ένα κύμα της επιθυμίας τόσο δυνατό που με το ζόρι κρατιόταν να μη σκίσει


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

116

τις κουβέρτες και την κάνει δική του. «Όχι, δε θέλω τίποτα, ευχαριστώ», του είπε τόσο χαμηλόφωνα, που με δυσκολία την άκουσε. «Θα σε δω το πρωί, τότε». Η Σάρα έχωσε το κεφάλι στο μαξιλάρι κι έσφιξε τα δόντια για να υπερνικήσει την επιθυμία να τον φωνάξει να γυρίσει. Θα ερχόταν. Ακόμη και μες στο σκοτάδι είχε νιώσει την ένταση στο βλέμμα του. Η άγρια λαχτάρα μέσα της είχε δυναμώσει, τόσο που είχε αναγκαστεί να σφίξει τις γροθιές της για να μην απλώσει τα χέρια της και τον καλωσορίσει στο κρεβάτι της, στο κορμί της και στην καρδιά της. Μόλις έκλεισε η πόρτα και ήταν ξανά ασφαλής, σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο κι έβαλε ένα ποτήρι νερό. Το ήπιε αχόρταγα και μετά άνοιξε το ντους. Ανατρίχιασε, όταν το κρύο νερό άγγιξε την ξαναμμένη επιδερμίδα της. Μετά σκουπίστηκε καλά, εξαφανίζοντας όλα τα σημάδια του ερεθισμού εκτός από την εσωτερική φωτιά που σιγόκαιγε. Δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί ξανά απόψε. Έτσι φόρεσε μια ρόμπα και πήγε στο παράθυρο. Έσκυψε έξω και εισέπνευσε τον κρύο, φρέσκο αέρα. Πέρα από τα τείχη, η κοιλάδα φαινόταν σαν μπαλώματα ασημένιου και μαύρου, λάμποντας μαγικά στο φως του φεγγαριού, τόσο όμορφη που δυνάμωνε την παγανιστική, άσβεστη επιθυμία της για τον άντρα που ήταν ξαπλωμένος στο σκοτεινό δωμάτιό του μερικά μέτρα πιο πέρα. Μακριά προς τον βορρά, το φως του φεγγαριού γυάλιζε πάνω στο χιόνι. Η καρδιά της σφίχτηκε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Η Σάρα τραβήχτηκε από το παράθυρο και πήγε στο γραφείο. Άναψε τη λάμπα κι άρχισε να διαβάζει τις σημειώσεις της. *** Δυνατός θόρυβος από έλικες ελικοπτέρου την ξύπνησε. Η Σάρα έμεινε ξαπλωμένη στο κρεβάτι, προσπαθώντας να θυμηθεί πού


117

ROBYN DONALD

ήταν και τι έκανε. Τελικά άρχισε να θυμάται ότι την προηγούμενη νύχτα είχε καθίσει ώρες στο γραφείο πριν συρθεί στο κρεβάτι σχεδόν ξημερώματα. Είχε κοιμηθεί σαν κούτσουρο. Πετάχτηκε από το κρεβάτι και κρεμάστηκε στο παράθυρο. Το ελικόπτερο είχε προσγειωθεί στην άλλη άκρη του κάστρου. Άρπαξε τη ρόμπα της, όταν άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα, που άνοιξε πριν προλάβει να τη φορέσει. Κατακόκκινη, αντίκρισε τον Γκάμπριελ και τράβηξε τη ρόμπα πάνω από το μικροσκοπικό φανελάκι και το εσώρουχό της. «Συγνώμη αλλά θα χρειαστεί να φύγω. Θα είμαι πίσω σε μερικές μέρες», είπε εκείνος εντελώς ανέκφραστος. Η Σάρα τον κοίταξε καλά καλά. «Καταλαβαίνω». Ο Γκάμπριελ διέσχισε το δωμάτιο με δύο δρασκελιές, την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε, σαν να ήταν κάποιος από τους προγόνους του που έφευγε για τον πόλεμο. Ίσως και να ήταν. Η Σάρα ήξερε αρκετά ώστε να καταλαβαίνει ότι παρ’ όλο που δεν κινδύνευε η ζωή του, κάθε φορά που έπαιρνε μια απόφαση ριψοκινδύνευε την ευημερία και το μέλλον όχι μόνο το δικό του, αλλά και χιλιάδων ανθρώπων που στηρίζονταν στην ευφυΐα του και στην τιμιότητά του. Η ευθύνη ήταν εξίσου μεγάλη μ’ εκείνη των προγόνων του που είχαν φύγει καβαλάρηδες από το κάστρο και είχαν ριχτεί στη μάχη για να προστατέψουν το λαό τους και τη χώρα τους. Έτσι τον φίλησε κι εκείνη με πάθος και θέρμη. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και έχωσε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του, δίνοντάς του το στόμα της εκούσια καθώς εκείνος άφηνε το σημάδι της ιδιοκτησίας του στα χείλη και την καρδιά της. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και την ελευθέρωσε. «Να μην ξαναδείς εφιάλτες», της είπε βραχνά και επιτακτικά. Το χαμόγελό της ήταν θλιμμένο. «Αυτό ούτε κι εσύ δεν μπορείς να το απαγορεύσεις». Μια επικίνδυνη λάμψη φώτισε τα μάτια του. «Πάμε στοίχημα; Να μου το υπενθυμίσεις όταν θα επιστρέφω».


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

118

Η Σάρα στάθηκε στο παράθυρο και παρακολούθησε το ελικόπτερο μέχρι που έγινε μια κουκκίδα στον φωτεινό γαλάζιο ουρανό. Ανέκφραστη, ντύθηκε και πήγε στο γραφείο. Κοίταξε τη δουλειά που είχε κάνει το προηγούμενο βράδυ. Ήταν πρόχειρη, αλλά καλή... από τις καλύτερός της. Ήταν λοιπόν πραγματικά ειρωνεία που ο Γκάμπριελ δεν επρόκειτο να αποδεχτεί τίποτα από κείνη. Όπως και να ’χε όμως της είχε αναθέσει ένα έργο κι αυτό θα έπαιρνε. Κάποιος χτύπησε την πόρτα, φέρνοντας το πρόγευμα. Η Σάρα ευχαρίστησε τη νεαρή υπηρέτρια. Όταν έμεινε και πάλι μόνη της, ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Πώς στο καλό θα ξεφορτωνόταν το ψωμί, ένα μπολ φρούτα κι ένα ακόμη με γιαούρτι; Δεν ήθελε να στενοχωρήσει όποιον είχε μπει σε τόσο κόπο. Ανάμεσα στα νόστιμα φαγητά υπήρχε κι ένα μικρό ασημένιο βάζο με ένα κατακόκκινο μπουμπούκι τριαντάφυλλο. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ήταν πολύ γλυκιά σκέψη. Αχ, μακάρι να το είχε βάλει ο Γκάμπριελ εκεί για κείνη...


119

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Χωμένη σε μια άνετη πολυθρόνα, η Σάρα σήκωσε το κεφάλι της από τα πρόχειρα σχέδια που κοιτούσε και χαμογέλασε. Στην άλλη άκρη της κρεβατοκάμαρας, η νεαρή καμαριέρα κρατούσε ένα πανί κι ένα μεγάλο δοχείο με κερί μέλισσας και σιγοτραγουδούσε καθώς γυάλιζε ένα μπαούλο, που δυο δυνατοί άντρες είχαν ανεβάσει μόλις από τις αποθήκες. Όταν οι τοίχοι θα επανέρχονταν στην αρχική τους κατάσταση, το απλό ξύλινο κομμάτι θα ταίριαζε στο δωμάτιο, λες και ήταν φτιαγμένο για κει... όπως μπορεί και να ήταν. «Ευχαριστώ», είπε η Σάρα στα ιλιριανά — μία από τις φράσεις που είχε μάθει τις τελευταίες τέσσερις μέρες. Η καμαριέρα χαμογέλασε ντροπαλά, αλλά ήταν προφανές ότι θα προτιμούσε να μην ήταν η Σάρα στο δωμάτιο όσο εκείνη έκανε τις συνηθισμένες της δουλειές. Η Σάρα πήρε το σημειωματάριο και το στυλό της και την άφησε μόνη της. Κατευθύνθηκε προς τη στοά. Φτάνοντας εκεί, τα παράτησε όλα σε ένα ξύλινο πάγκο κι έγειρε στα κάγκελα απολαμβάνοντας την υπέροχη μέρα. Ο Γκάμπριελ δεν είχε έρθει καθόλου σε επαφή μαζί της. Όχι ότι περίμενε κάτι τέτοιο, άρα γιατί την πονούσε; Ίσως να είχε συνειδητοποιήσει πόσο εξωφρενικό ήταν που την είχε απαγάγει και να σχεδίαζε να μείνει εκτός κάστρου μέχρι εκείνη να φύγει. Αυτό θα ήταν το καλύτερο, είπε στον εαυτό της γενναία, πολεμώντας τον πόνο βαθιά μέσα της. Πριν από τέσσερις μέρες είχε φτάσει εδώ γεμάτη ελπίδα ότι


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

120

αυτό θα ήταν το μεγάλο βήμα στην καριέρα της που τόσο επιθυμούσε. Έσφιξε τα χείλη της και κοίταξε μια μεγάλη γλάστρα με κατακόκκινα γεράνια χωρίς όμως να τους δίνει και μεγάλη σημασία. Θα έπρεπε να ήταν πολύ ευχαριστημένη στην προοπτική να μην ξαναδεί τον Γκάμπριελ. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ξεκάθαρο ότι εκείνος δεν είχε κανέναν σκοπό να την αφήσει να φύγει χωρίς την άδειά του. Το πρώτο βράδυ που εκείνος έφυγε, η Σάρα είχε προσπαθήσει να ανοίξει την πόρτα της, αλλά την είχε βρει κλειδωμένη. Ο μπάτλερ δίχως αμφιβολία θα αναρωτιόταν γιατί έπρεπε να κλειδώνει την ερωμένη του κυρίου του τα βράδια. Όχι, σκέφτηκε, σηκώνοντάς το πρόσωπό της προς τον ήλιο. Δε θα είχε βάλει τον Γουέμπστερ. Ο Γκάμπριελ θα είχε διαλέξει τη Μαρία για δεσμοφύλακά της. Μια απόφαση που είχε αρχίσει να σχηματίζεται αργά στο μυαλό της αποκρυσταλλώθηκε. Είτε ήταν έγκυος είτε όχι, θα επέστρεφε στο Φαλάισι. Στον έξω κόσμο, η δύναμη του Γκάμπριελ είχε μεγάλη επιρροή, στο νησί, όμως, θα ήταν ασφαλής. Ήταν φάη με την οικογένεια Τσάπμαν που έμενε εκεί κι εκείνοι είχαν τη δύναμη να κρατήσουν οποιονδήποτε μακριά από το Φαλάισι. Ακόμα και παγκόσμιου φήμης δισεκατομμυριούχους, σκέφτηκε με ειρωνεία. Πριν όμως φύγει από την Ιλίρια, θα έκανε μία ακόμα έκκληση στη Μαρία να δώσει τα ρουμπίνια πίσω στον Γκάμπριελ. Και μετά θα άφηνε τα πάντα πίσω της και θα ξεκινούσε μια καινούρια ζωή στην τουριστική βιομηχανία του νησιού και κάποια στιγμή θα ξεχνούσε τον Γκάμπριελ. Ένα ακόμα ψέμα. Ο λαιμός της σφίχτηκε. Ο Γκάμπριελ ήταν χαραγμένος στην καρδιά της και στο μυαλό της, τόσο έντονα που η πιο σκληρή προδοσία κι ένας χρόνος χώρια δεν ήταν αρκετά για να την προστατέψουν από επιπλέον πόνο. Θα θυμόταν τα πάντα, από τα λουλούδια που είχε μαζέψει χτες μέχρι τις αποθήκες που είχε ψάξει. Και τον Γκάμπριελ... Σαν μια αλλόκοτη ηχώ των σκέψεων της ο Γκάμπριελ


121

ROBYN DONALD

ακούστηκε πίσω της: «Απ’ ό,τι μαθαίνω, έχεις κάνει το κάστρο άνω κάτω». Ξαφνιασμένη αλλά για κάποιον περίεργο λόγο όχι και τελείως έκπληκτη, η Σάρα γύρισε αργά προς το μέρος του. Στεκόταν, ψηλός και επιβλητικός, ο απόλυτος αγαπημένος της. Το αινιγματικό του πρόσωπο κρυβόταν στις σκιές από τη θολωτή οροφή, ενώ ο ήλιος έλουζε την ίδια, αποκαλύπτοντας τις δικές της εκφράσεις. Φαίνεται κουρασμένος, σκέφτηκε ανήσυχη ξαφνικά, λες και το επαγγελματικό ταξίδι είχε εξαντλήσει την εκπληκτική ζωντάνια του. «Ήθελα να σου δείξω πώς θα ήταν το κάστρο με ένα στυλ πιο ειλικρινές», του είπε, ακούγοντας με έκπληξη τη φωνή της υπερβολικά εύθυμη. Εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια του. «Ειλικρινές;» είπε και η φωνή του είχε μια ειρωνική χροιά. Η Σάρα ήθελε να χαστουκίσει τον εαυτό της που χρησιμοποίησε αυτή τη συγκεκριμένη λέξη, αλλά επέμεινε αποφασιστικά: «Όπως είναι τώρα — εκτός από την τραπεζαρία, την αίθουσα υποδοχής και το γραφείο— είναι επιδεικτικά ψεύτικο. Εκτός από το ότι ήταν δολοφόνος και τύραννος, ο ξάδερφός σου δεν είχε ούτε γούστο ούτε κατανόηση. Αυτό είναι κάστρο κι αυτό θα έπρεπε να αντικατοπτρίζουν τα έπιπλα και η διακόσμηση». Σταμάτησε νιώθοντας εκτεθειμένη. «Συνέχισε», της είπε εκείνος επιφυλακτικά. «Για να σου δώσω λοιπόν μια ιδέα για το τι θα έπρεπε να γίνει, έβγαλα τα έπιπλα από το δωμάτιό μου και έβαλα κομμάτια που βρήκα στις αποθήκες», είπε κοφτά η Σάρα. «Παρεμπιπτόντως, κάποιος αγρότης, νομίζω, έφερε χτες μια υπέροχη γαλλική ντουλάπα. Είπε ότι ανήκε σ’ εσένα και ότι είχε ακούσει πως ήθελες πίσω όλα τα έπιπλα. Πώς βρέθηκε στα χέρια του; Η Μαρία δε μου εξήγησε». «Ο δικτάτορας είχε διατάξει να καταστραφούν τα πάντα», είπε ο Γκάμπριελ. Η Σάρα τον κοίταξε γεμάτη φρίκη. «Γιατί;»


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

122

«Η καταστροφή ήταν το μόνο που καταλάβαινε», απάντησε ήρεμα ο Γκάμπριελ. «Τι του άλλαξε γνώμη;» «Οι χωρικοί περίμεναν μέχρι που έφυγε και μετά άδειασαν το κάστρο κι έκρυψαν τα έπιπλα σε κρυψώνες στην κοιλάδα. Κάποια από τα μεγαλύτερα πράγματα τα έκρυψαν στο κάστρο σε μυστικά δωμάτια». Η Σάρα τον κοίταξε απορημένη. «Έλα τώρα... άκου μυστικά δωμάτια». «Όλα τα κάστρα έχουν μυστικές κάμαρες». «Οι χωρικοί θα πρέπει να αγαπούσαν και να σεβόνταν πολύ τους παππούδες σου». «Η παράδοσή τους τους θέλει αφοσιωμένους. Και αναζητούν προστασία στο κάστρο, φυσικά». «Το ότι έσωσαν όλα αυτά τα έπιπλα ακούγεται πολύ πιο προσωπικό από μια παράδοση». «Η παράδοση μπορεί να είναι κάτι πολύ προσωπικό, αλλά ναι, θα συμφωνήσω μαζί σου. Αγαπούσαν και σέβονταν τους παππούδες μου. Θα ήθελα να τους είχα γνωρίσει κι εγώ». Απομακρύνθηκε από τις σκιές και παρατήρησε το πρόσωπό της. «Ευχαριστήθηκες την καθημερινή σου ιππασία;» «Πολύ», είπε η Σάρα και πρόσθεσε. «Οι ιπποκόμοι σου κατάφεραν να κρατήσουν την επίβλεψή τους σχετικά διακριτική». Ο Γκάμπριελ μπορεί να μην είχε μπει στον κόπο να έρθει σε επαφή μαζί της, αλλά σίγουρα ήταν καλά πληροφορημένος για τις κινήσεις της! Για κάποιον λόγο ένιωσε πικρία καθώς κι ένα παράξενο αίσθημα ότι εκείνος την προστάτευε. Το χαμόγελό του έκανε τα γόνατά της να λυγίσουν. «Τους είπα να προσέχουν να είναι διακριτικοί», της είπε μελιστάλαχτα. «Δείξε μου το δωμάτιό σου». «Φυσικά». Μπορεί να μην του άρεσε καθόλου και μόλις εκείνη έφευγε, εκείνος δε θα ήθελε να του θυμίζει τίποτα την παρουσία της, όμως η διακόσμηση του δωματίου για κείνη ήταν μια


123

ROBYN DONALD

πράξη αγάπης. Η Σάρα κοιτούσε το απαθές πρόσωπό του όσο εκείνος επιθεωρούσε τις αλλαγές που είχε κάνει. «Ήθελα να το κάνω άνετο και φιλόξενο χωρίς να χάσει την αύρα της ιστορίας και την κομψότητά του, γιατί, αν και φαίνονται απλά, τα έπιπλα αυτά φτιάχτηκαν από το καλύτερο ξύλο και από πραγματικούς τεχνίτες. Και ταιριάζουν απόλυτα επίσης από άποψη λειτουργικότητας στο περιβάλλον». Το βλέμμα του περιπλανήθηκε από το μπαούλο, που μύριζε κερί, στο κρεβάτι με τις διακριτικές κουρτίνες και στο χαλί που ήταν γνήσιο περσικό και αναδείκνυε τα χρώματα των κουρτινών. Το παράξενο ήταν ότι το βλέμμα του καρφώθηκε στο βάζο με τα λουλούδια, στο περβάζι. «Ο Γουέμπστερ μου είπε ότι μπορούσα να πάρω λουλούδια από τον κήπο», είπε αμέσως η Σάρα. «Φυσικά. Έχεις εξαιρετικό γούστο, όπως είμαι σίγουρος ότι γνωρίζεις». «Διάλεξα πίνακες που πίστευα ότι ταίριαζαν στο δωμάτιο. Ίσως έχεις και φωτογραφίες από τα διάφορα δωμάτια ώστε να δούμε πού πρέπει να πάει καθετί...» «Αυτό ήταν κάτι που το φρόντισε ο ξάδερφός μου», απάντησε ο Γκάμπριελ με ανέκφραστη φωνή. «Έκαψε όλα τα προσωπικά αντικείμενα των παππούδων μου, κρατώντας μόνο την πανοπλία και τα αρχεία, για να μπορεί να διεκδικήσει την καταγωγή του». «Λυπάμαι πολύ. Ξέρω πώς είναι να μην έχεις τίποτα». «Μόνο από τους παππούδες μου δεν έχω αναμνηστικά. Από την παιδική μου ηλικία έχω τόσες φωτογραφίες που μπορεί να βουλιάξει ολόκληρο πλοίο. Πώς έχασες τις δικές σου;» «Το σπίτι μας κατέρρευσε σε έναν κυκλώνα. Δε σώθηκε τίποτα». «Τότε πέθαναν και οι γονείς σου;» «Η μητέρα μου». Η Σάρα απέστρεψε το βλέμμα της. «Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ». Το είχε ξεχάσει αυτό. Ο Γκάμπριελ κατσούφιασε καθώς


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

124

περιεργαζόταν την ίσια μύτη της, τα σαρκώδη χείλη της, το ανασηκωμένο πιγούνι της και τον τρόπο που ο ήλιος σχημάτιζε μικρές φλόγες στα μαλλιά της. Απέπνεε μια ψυχρή, σιωπηλή υπερηφάνεια κι ο Γκάμπριελ ένιωσε να χάνει κάπως την επαφή του με την πραγματικότητα, λες κι ένα εσωτερικό μάτι είχε ανοίξει και η αλήθεια, για την οποία ήταν τόσο σίγουρος, είχε αποκαλυφθεί ότι ήταν απάτη. Του πήρε μόλις δύο δευτερόλεπτα για να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του και να τη δει ξανά όπως ήταν... δολοπλόκος και υπολογίστρια. Η δύναμή της να σκλαβώνει τις αισθήσεις του τον έκανε έξαλλο. Η σιωπή ήταν ξαφνικά πολύ φορτισμένη. «Εσύ πώς επιβίωσες;» τη ρώτησε τελικά. «Με έδεσε σε έναν φοίνικα. Ο δικός μου άντεξε τους ανέμους και τη θάλασσα. Ο δικός της παρασύρθηκε». Να ήταν αυτό το παιδικό τραύμα ο λόγος που είχε κλέψει το περιδέραιο; Μια απελπισμένη προσπάθεια να κερδίσει την ασφάλεια που είχε τόσο βίαια στερηθεί; Ίσως μια ασφάλεια που δεν είχε ποτέ, καθώς δεν είχε γνωρίσει τον πατέρα της; Ψυχολογικές βλακείες, είπε στον εαυτό του χλευαστικά. Και γιατί ψάχνεις για δικαιολογίες; Τη θέλεις πάλι κοντά σου; Το κορμί του ανταποκρίθηκε στο ερώτημα με εμφανές σθένος. Ναι, την ήθελε, με κάθε δυνατό τρόπο... εκτός από σύζυγό του. Εκείνη ακόμη δεν είχε παραδεχτεί ότι είχε κλέψει το περιδέραιο και το γεγονός ότι εκείνος αναρωτιόταν αν είχε κάνει λάθος οφειλόταν στο ότι δεν μπορούσε να κάνει τον εαυτό του να σταματήσει να τη θέλει. Ο πόθος, υπενθύμισε στον εαυτό του, δεν καταλαβαίνει από ηθική. «Πόσων χρόνων ήσουν;» ρώτησε. « Δεκατεσσάρων». «Και τι έγινε μετά;» Η Σάρα ανασήκωσε τους ώμους της. «Ο παππούς και η γιαγιά μου, οι γονείς της μητέρας μου, με πήραν κοντά τους. Αναγκάστηκα να αφήσω το Φαλάισι και πήγα να ζήσω στην Αγγλία». Κάτι που δεν της άρεσε και πολύ, υπέθεσε ο Γκάμπριελ,


125

ROBYN DONALD

παρατηρώντας τα γκριζοπράσινα μάτια της να συννεφιάζουν. Κατέπνιξε την παρόρμηση να δείξει συμπόνια και τη ρώτησε απότομα: «Πότε θα ξέρεις αν είσαι έγκυος ή όχι;» Η Σάρα γύρισε αλλού το κεφάλι της και έγινε κατακόκκινη. «Σε δεκαπέντε μέρες, πάνω κάτω», είπε σφιγμένα. «Τότε καλά που έφερα μαζί μου ένα τεστ», είπε ο Γκάμπριελ τόσο ψυχρά και κυνικά, λες και συζητούσε την παγκόσμια οικονομική αγορά. «Υποτίθεται ότι, μερικές μέρες μετά την πιθανή σύλληψη, δείχνει ακριβή αποτελέσματα. Θα σ' το φέρω». Η Σάρα γύρισε απότομα το κεφάλι της και τον κοίταξε καχύποπτα. «Εντάξει». «Κι αν είσαι έγκυος, θα παντρευτούμε. Δε θέλω το παιδί μου να γεννηθεί μπάσταρδο». «Γιατί;» ρώτησε η Σάρα. «Δε θα ζητήσω οικονομική ενίσχυση αν αυτό σε ανησυχεί», πρόσθεσε χωρίς περιστροφές. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Δε με απασχολεί αυτό». Κάτι στον τόνο του την προειδοποιούσε. Διαλέγοντας προσεκτικά τις λέξεις, η Σάρα είπε: «Έχει να κάνει με τον ξάδερφό σου το δικτάτορα, που είπε ψέματα ότι ήταν νόθος;» «Όχι», απάντησε κοφτά ο Γκάμπριελ. «Έχει να κάνει με την αποδοχή των ευθυνών μου». Η απόγνωση και ο πανικός την έκαναν να μην μπορεί να σκεφτεί λογικά. Κοίταξε το σφιγμένο πρόσωπό του. «Μην είσαι ανόητος», είπε βραχνά. «Δε γίνεται να με παντρευτείς... εσύ με μισείς. Πιστεύεις ότι είμαι μια κλέφτρα». Η άσχημη λέξη αντήχησε στο δωμάτιο. Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Αν όντως παντρευτούμε, τότε δίχως αμφιβολία θα θυμηθείς ξαφνικά πού έκρυψες το Αίμα της Βασίλισσας. Θα είναι σίγουρα πολύ απολαυστικό να σε ξελογιάσω μέχρι να το μαρτυρήσεις». «Είτε είμαι είτε δεν είμαι έγκυος, δε θα γίνω η νόμιμη πόρνη σου». Η αγανάκτηση την έπνιξε και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να συγκρατηθεί και να μην τον χτυπήσει. Τι


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

126

προσβολή! Λυτό ξεπερνούσε καθετί άλλο που της είχε κάνει και το ότι τον αγαπούσε δεν ήταν αρκετό να την κάνει να τον συγχωρέσει. «Και τι θα κάνεις δηλαδή για τις υποτιθέμενες τάσεις μου; Θα με κλειδώνεις μέσα; Ή θα βάλεις κάποιον να είναι μαζί μου όπου πηγαίνω σε περίπτωση που με πιάσει η επιθυμία να βουτήξω τα κοσμήματα κάποιου;» ρώτησε σαρκαστικά. «Όχι, ευχαριστώ. Δε θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου με κάποιον που με απεχθάνεται και με παρακολουθεί και δε με εμπιστεύεται. Δεν μπορείς να με αναγκάσεις να σε παντρευτώ». «Αν είσαι έγκυος, θα κάνεις αυτό που σου λέω», είπε ο Γκάμπριελ. Ο αδιάφορος τόνος του έκανε τα ήδη τεντωμένα νεύρα της να τεντωθούν ακόμα περισσότερο. «Ακόμα κι αν είναι ένας γρήγορος γάμος για να νομιμοποιηθεί το παιδί και μετά πάρουμε ένα ακόμη πιο γρήγορο διαζύγιο». Η Σάρα πήρε μια βαθιά ανάσα. Τα μάτια της πετούσαν πράσινες φλόγες. «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα σε αφήσω πειθήνια να πάρεις τον έλεγχο της ζωής μου; Ποιος στο διάολο νομίζεις ότι είσαι;» ρώτησε έξαλλη. Εκείνος χαμογέλασε σαρδόνια. «Είμαι ο Γκάμπριελ Κονσιντίνι, Μέγας Δούκας της Ιλίρια... ή τουλάχιστον έτσι μου λέει ο ξάδερφός μου. Και το σημαντικότερο, αν είσαι έγκυος, είμαι ο πατέρας του παιδιού σου. Κι αυτό το παιδί θα ξέρει τη θέση του στον κόσμο». «Αν είναι γιος, ίσως είναι ο επόμενος Μέγας Δούκας», του πέταξε η Σάρα. «Το έχεις σκεφτεί αυτό; Το παιδί μιας κλέφτρας...» «Γιος ή κόρη, θα έχει κάθε δικαίωμα στο όνομα των Κονσιντίνι και μια θέση στο οικογενειακό δέντρο. Δεν είναι διαπραγματεύσιμο, Σάρα», είπε ο Γκάμπριελ αμείλικτα. Η Σάρα εξοργισμένη πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκλεισε τα μάτια της, παλεύοντας να ελέγξει τα μπερδεμένα συναισθήματα που τη συγκλόνιζαν... πόνος γιατί δεν την αγαπούσε, οργή για την αλαζονεία του και μια παράξενη ανακούφιση που εκείνος


127

ROBYN DONALD

σκόπευε να αναλάβει την ευθύνη του παιδιού του. Αλλά από την άλλη, ο Γκάμπριελ πάντα αναλάμβανε τις ευθύνες του. «Αυτό σε νοιάζει μόνο;» τον ρώτησε. «Η αναθεματισμένη η οικογένειά σου; Αν κάνω παιδί, μπορώ να το φροντίσω και να το αναλάβω μόνη μου. Δε θα έχουμε την ανάγκη σου. Καλύτερα να έχει έναν πατέρα απάντα από έναν πατέρα ισχυρογνώμονα και προκατειλημμένο και...» «Καλύτερα μια μητέρα απούσα από μια μητέρα που κοιμάται με έναν άντρα, κερδίζει την εμπιστοσύνη του και μετά τον προδίδει». Η έμμεση απειλή τη χτύπησε σαν μαστίγιο, κάνοντας κομμάτια την ήδη ευαίσθητη αυτοκυριαρχία της. Να της πάρει το παιδί της; Ποτέ! Νιώθοντας φόβο και απελπισία, η Σάρα τον χτύπησε στο πρόσωπο. Τεταμένη, απειλητική σιωπή επικράτησε. Τρομοκρατημένη, κοίταξε το σημάδι που είχε αφήσει το χέρι της στο μάγουλό του και μετά τα ψυχρά μάτια του. «Ω Θεέ μου», ψιθύρισε κάτωχρη. «Συγνώμη, Γκάμπριελ... λυπάμαι πολύ». Του χάιδεψε τα χείλη με τρεμάμενα δάχτυλα. Εκείνος άφησε ένα γρύλισμα και πολύ αργά η Σάρα ει15ε την οργή του να μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο. Όταν την άρπαξε, εκείνη δεν αντιστάθηκε. Σήκωσε το κεφάλι της σε σιωπηλή πρόκληση και είπε ξανά: «Συγνώμη». «Δεν πειράζει», είπε εκείνος και το στόμα του κάλυψε το δικό της. Κι εκείνη παραδόθηκε, όπως θα έκανε πάντα, γιατί τον αγαπούσε πάρα πολύ. Εκείνος τη φίλησε με πάθος και μετά τη σήκωσε στην αγκαλιά του και ξάπλωσαν μαζί στο κρεβάτι. Το αχόρταγο στόμα του βρήκε με αλάνθαστη ακρίβεια την κλείδα της. Ο πόθος της φούντωσε κάνοντας τη να ριγήσει σύγκορμη. Του άνοιξε το πουκάμισο με χέρια που έτρεμαν αλλά αποφασιστικά. Εκείνος γέλασε και τη δάγκωσε τρυφερά και μετά ξάπλωσε ανάσκελα, δίνοντάς της πλήρη πρόσβαση στο κορμί του. Εγκαταλείποντας κάθε λεπτότητα, η Σάρα τράβηξε τα κουμπιά,


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

128

κοιτώντας με έντονη απόλαυση το απαλό μελαψό του δέρμα, λείο και καυτό σε ένα κορμί γεμάτο μυς. «Μυρίζεις θεϊκά», του είπε βραχνά, κολλημένη επάνω του. Οι βλεφαρίδες της χάιδευαν ανάλαφρα τον ώμο του. «Σαπούνι είναι», είπε ο Γκάμπριελ, τραβώντας την πιο κοντά του έτσι ώστε εκείνη να νιώσει την άμεση ανταπόκρισή του, την έντονη πείνα που είχε σκληρύνει όλους τους μυς στο δυνατό κορμί του. «Όχι, είναι πιο πολύπλοκο». Κάποιες φορές ξυπνούσε μόνη στο κρεβάτι της μ’ αυτή τη μυρωδιά στα ρουθούνια της κι έκλαιγε μέχρι την αυγή, δυστυχισμένη που τον είχε χάσει. Η φωνή της έγινε βαθιά και βραχνή. «Εσύ είσαι. Μόνο εσύ». Το γέλιο του έκανε το στήθος του να δονηθεί, περνώντας και το δικό της σώμα και γεμίζοντάς την ευχαρίστηση. «Δεν ήξερα ότι είχα το δικό μου προσωπικό άρωμα». «Μμμ... Και τη δική σου προσωπική γεύση... αρρενωπή και λίγο αλμυρή. Υπέροχη». Η Σάρα χαμήλωσε το κεφάλι της και τον έγλειψε, αφήνοντας τα χείλη και τη γλώσσα της να γλιστρήσουν απαλά στο κορμί του. Όταν ο Γκάμπριελ ανατρίχιασε, πλημμύρισε από ευχαρίστηση. Ό,τι κι αν συνέβαινε, όσο κι αν μάλωναν, ό,τι κι αν πίστευε για κείνη, αυτό ήταν ειλικρινές κι αληθινό. Πόθος, ναι, αλλά εκείνος δεν μπορούσε να τον αρνηθεί όπως δεν μπορούσε και η ίδια. Με τον δείκτη της ακολούθησε το μεταξένιο τρίχωμα στο φαρδύ, δυνατό του στήθος, φτάνοντας τελικά στην κορφή της θηλής του. Το στόμα της έκλεισε γύρω της και την εξερεύνησε με δέος και περιέργεια και μια παράξενη αίσθηση ότι είχε επιστρέφει σπίτι της. Δεν περίμενε ότι θα της έκανε έρωτα τρυφερά, γλυκά και αργά, παρ’ όλα αυτά και πάλι ξεφώνισε όταν εκείνος χρησιμοποίησε την τεράστια δύναμή του για να τη γυρίσει ανάσκελα. Με μία γρήγορη, αποφασιστική κίνηση, της έβγαλε το μπλουζάκι. Το μελαψό πρόσωπό του ήταν σφιγμένο και επικίνδυνα απορροφημένο, ενώ τα υπέροχα ζυγωματικά του κατακόκκινα.


129

ROBYN DONALD

Επιδέξια, της έβγαλε το σουτιέν και το πέταξε. Η Σάρα ήταν τώρα ξαπλωμένη μπροστά στο κτητικό βλέμμα του σαν αιχμάλωτη νύφη. Το λεπτό κορμί της ήταν ξαναμμένο και ιδιαίτερα ευαίσθητο στο άγγιγμά του και στο περιπλανώμενο βλέμμα του, που το εμπόδιζε μόνο η στενή λωρίδα από δαντέλα στους γοφούς της. «Το ίδιο κι εσύ», της είπε, φιλώντας το ελαφρώς πρησμένο στήθος της. Ναρκωμένη από την επιθυμία, η Σάρα μουρμούρισε: «Τι;» «Έχεις κι εσύ το δικό σου άρωμα... απαλό και φρέσκο κι επίμονο». Ο Γκάμπριελ μετακινήθηκε έτσι ώστε να μπορεί να φτάσει τις Θηλές της που εκλιπαρούσαν για το φιλί του. «Και η γεύση σου θυμίζει μέλι και βανίλια και φράουλες και σαμπάνια. Αφόρητα εθιστική και αδύνατο να την ξεχάσει κανείς». Το στόμα του έκλεισε γύρω από την ορθωμένη θηλή της και η Σάρα ξεφώνισε ξανά και κύρτωσε το κορμί της, καθηλωμένη από την έξαψη, τη φωτιά και την απελπισία. Ακούσια τα χέρια της έσφιξαν κι άλλο τους ώμους του, ενώ το ανυπόμονο κορμί της έλιωνε από κάτω του καθώς εκείνος την οδηγούσε στην κορύφωση. Άκουγε την καρδιά της να βροντοχτυπάει και πονούσε από τη λαχτάρα για τη μαγική στιγμή της ένωσης. Εκείνος, όμως, αρνιόταν να της δώσει τη γρήγορη απελευθέρωση που επιθυμούσε. Αντί γι’ αυτό, έπαιζε μαζί της, χρησιμοποιώντας τα χέρια, το στόμα και τη φωνή του, καθώς και την τεράστια εμπειρία του στις γυναίκες και τον έρωτα, για να την κάνει να σπαρταράει από κάτω του απογοητευμένη. Τελικά κόλλησε απελπισμένη πάνω του, χαμένη στην πείνα που της είχε ξυπνήσει εκείνος βαθιά μέσα της και του είπε βραχνά: «Γκάμπριελ, λυπήσου με... σε παρακαλώ...» Ο Γκάμπριελ ήρθε επάνω της, αλλά δεν ένωσε την επιθυμία τους. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ένταση και τα μάτια του μισόκλειστα γυάλιζαν. Η Σάρα κύρτωσε σαν τόξο το κορμί της, αναζητώντας την απελευθέρωση που μόνο εκείνος μπορούσε


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

130

να της δώσει. Εκείνος όμως δεν έδειχνε να έχει πρόθεση να κάνει το τελευταίο βήμα για να ενωθούν. Το έκανε επίτηδες; Ήταν αυτή η εκδίκησή του... να την οδηγήσει στα όρια και μετά να της αρνηθεί την απόλυτη ολοκλήρωση; Νιώθοντας ναυτία, έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να βγάλει τα πάντα από το μυαλό της. «Κοίταξέ με», τη διέταξε με φωνή βραχνή. Η Σάρα άνοιξε τα βλέφαρά της. «Σάρα...» είπε εκείνος και μπήκε μέσα της. Όλη του η δύναμη και ο ακαταμάχητος μαγνητισμός ήταν επικεντρωμένα σε ένα μόνο πράγμα... την απόλυτη κατάκτηση. Κι εκείνη δεν μπορούσε να τον αρνηθεί, δεν μπορούσε να αρνηθεί τη ριψοκίνδυνη προσμονή που της είχε ξυπνήσει τόσο επιδέξια, υπερνικώντας τις άμυνες της και οδηγώντας τη σε ένα μονοπάτι που Θα την έφερνε και πάλι στην ήττα και τον εξευτελισμό. Βάζοντας τα χέρια του κάτω από τους γοφούς της την ανασήκωσε, και κρατώντας τη σφιχτά πάνω του, άρχισε να κινείται μέσα της. «Όχι», είπε η Σάρα απότομα και επιστρατεύοντας τη θηλυκή της δύναμη, τύλιξε τα πόδια της γύρω από τους γοφούς του και τον έσφιξε δυνατά. Η προσμονή όλο και μεγάλωνε, στέλνοντας τα πρώτα ρίγη μιας απίστευτης απόλαυσης και μετά κύματα... κύματα που την παρέσυραν, πετώντας την πάνω κάτω σε μια σφαίρα όπου το μόνο που είχε σημασία ήταν ο άντρας που διεκδικούσε ολόκληρο το είναι της και η ερωτική υποταγή που της επέβαλλε. Και τότε το κορμί της άρχισε να σπαρταράει... χαμένο στην έκσταση, χαμένο στον Γκάμπριελ. Σχεδόν αμέσως την ακολούθησε κι εκείνος στο μέρος που ήταν μόνο δικό τους, δίνοντας τον εαυτό του σ’ εκείνη χωρίς καμία σκέψη, έγνοια ή εμπόδιο.


131

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Η Σάρα έμεινε ξαπλωμένη στην αγκαλιά του Γκάμπριελ. Η δύναμή του την τύλιγε σε μια κουβέρτα απόλυτης ασφάλειας. Πώς μπορούσε κάτι να φαίνεται τόσο σωστό... όταν ήταν τόσο λάθος; Πάλεψε να παραμείνει στην αισθησιακή εξάντληση που την είχε αφήσει σιωπηλή από τη στιγμή του τελευταίου της κατακλυσμικού οργασμού. Δεν ήθελε να σκεφτεί, δεν ήθελε να σπάσει αυτό το μαγικό ξόρκι, αλλά οι σκέψεις βούιζαν απειλητικά στο μυαλό της. Τουλάχιστον αυτή τη φορά εκείνος είχε χρησιμοποιήσει προστασία. Και το γεγονός ότι είχε το απαραίτητο μικρό πακετάκι πάνω του μήπως σήμαινε ότι είχε αποφασίσει να τη χρησιμοποιεί όποτε του έκανε κέφι; Ούτε καν η ζεστασιά του γεροδεμένου κορμιού του γύρω της δεν μπορούσε να ζεστάνει την ντροπή που την πάγωνε. Για ένα χρόνο είχε ξεγελάσει τον εαυτό της ότι μπορούσε να τον ξεχάσει, ότι η σχέση τους, ο αρραβώνας τους και ο πικρός χωρισμός τους ήταν ένα μελοδραματικό, εντελώς παράλογο επεισόδιο στη γαλήνια, φυσιολογική ζωή της. Τώρα έπρεπε να αποδεχτεί ότι ήταν δεμένη μαζί του με κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από το πάθος. Για κάποιον λόγο ήταν ο άντρας της —ο μόνος άντρας για κείνη. Κανένας άλλος δε θα τον έφτανε, σκέφτηκε απελπισμένη. Έδιωξε τη σκέψη από το μυαλό της και συγκεντρώθηκε στην αίσθηση του δέρματός του, που ήταν τώρα στεγνό, και στο δυνατό κορμί που τύλιγε το δικό της. Ήταν παράξενο, αλλά παρά τα όσα τους χώριζαν, μόνο στα χέρια του ένιωθε τόσο


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

132

απόλυτη ασφάλεια. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Γκάμπριελ. Ξαφνιασμένη, η Σάρα ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Πώς το ήξερε εκείνος; Ούτε είχε σαλέψει ούτε είχε κουνηθεί, δεν είχε αλλάξει το ρυθμό της ανάσας της κι όμως εκείνος με κάποιον τρόπο είχε νιώσει την αλλαγή μέσα της. Αυτή η αντίληψη ήταν ένα ακόμα χαρακτηριστικό του που τον έκανε τόσο καλό επιχειρηματία. Της είχε πει κάποτε ότι δεν εμπιστευόταν ποτέ κανέναν εκτός αν του το έλεγε το ένστικτό του- γελώντας το είχε αποκαλέσει πρωτόγονη αντίδραση που τον προειδοποιούσε όταν κάποιος ήθελε να τον εκμεταλλευτεί. Μάλλον δε θα στηριζόταν πλέον και πολύ σ’ αυτό, σκέφτηκε αποκαμωμένη η Σάρα. Ο Γκάμπριελ ήταν σίγουρος ότι τον είχε απογοητεύσει. «Σάρα;» «Τίποτα», είπε η Σάρα βραχνά. Ξερόβηξε και επανέλαβε πιο δυνατά: «Τίποτα απολύτως». Κάποιες φορές η αλήθεια απλώς παραήταν επικίνδυνη. Ο Γκάμπριελ γλίστρησε το χέρι του στο λαιμό της και γύρισε το κεφάλι της για να μπορεί να βλέπει το πρόσωπό της. Πανικόβλητη από το διαπεραστικό του βλέμμα, η Σάρα έκλεισε τα μάτια της σφιχτά. Αλλά αυτό σίγουρα θα την πρόδιδε. Έτσι αναγκάστηκε να τα ανοίξει και πάλι και τον κοίταξε προκλητικά. Το χαμόγελο στα χείλη του δεν της άρεσε, αλλά η φωνή του ήταν εύθυμη. «Μ’ αρέσει το σκληρό σου βλέμμα, αλλά ο τρόπος που κλείνεις τα βλέφαρά σου όταν σε φιλάω είναι πολύ πιο διεγερτικός». Νιώθοντας την πρόθεσή του, η Σάρα έκλεισε σφιχτά τα χείλη της. Μάταια, όμως, γιατί τα ένιωσε να μαλακώνουν και να κολλάνε στα δικά του όταν το στόμα του κάλυψε το δικό της. Αν δεν τον ήξερε τόσο καλά, θα πίστευε ότι το φιλί του ήταν τρυφερό, σκέφτηκε ονειροπόλα, χαμένη στην απατηλή παλίρροια του σεξ και του πόθου, έτοιμη να παραδοθεί απόλυτα στο αισθησιακό ξόρκι του αγγίγματος του αντί να θέτει στον εαυτό της αναπάντητα ερωτήματα.


133

ROBYN DONALD

Ο Γκάμπριελ γλίστρησε τα χέρια του γύρω από τη μέση της και την ανασήκωσε για να γευτεί τα στήθη της με εξαιρετικά βασανιστική επιδεξιότητα. Η ανάσα της Σάρα έγινε πιο γρήγορη κι ανατρίχιασε καθώς ο πόθος φούντωνε ξανά. Έδεσε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και έγειρε προς το μέρος του. Σιγανά, κοιτώντας τον στα μάτια, τον ρώτησε: «Γιατί δεν πιστεύεις ότι δεν είχα καμία σχέση με την εξαφάνιση του περιδέραιου;» Αμέσως καταράστηκε την παρόρμηση που την είχε κάνει να ξεστομίσει αυτά τα λόγια πριν προλάβει να τα συγκροτήσει. Αλλά δεν μπορούσε να ξανακάνει μαζί του έρωτα, γνωρίζοντας τι πίστευε για κείνη. Πάνω στην έξαψη του θυμού, ναι. Ποτέ, όμως, μ’ αυτή την αργή, φλογερή τρυφερότητα, αυτή την απομίμηση αγάπης. Ο Γκάμπριελ σφίχτηκε και με μία απότομη κίνηση την έδιωξε μακριά του και σηκώθηκε από το κρεβάτι, πηγαίνοντας ολόγυμνος προς το παράθυρο. Νιώθοντας την πίκρα να την πλημμυρίζει, η Σάρα τον κοίταξε που έφευγε. Κάθε βήμα τον έπαιρνε όλο και πιο μακριά από το μοναδικό κοινό έδαφος που είχαν. Όσο είχε μείνει ξαπλωμένη στην αγκαλιά του, ο απογευματινός ήλιος είχε βάψει τα σύννεφα πάνω από τα βουνά ροζ και χάλκινα. Η αντανάκλαση του φωτός χάιδευε τις γραμμές και τις καμπύλες του κορμιού του, ζεσταίνοντας το μπρούντζινο δέρμα του και τονίζοντας τη ροή των μυών του. Έμοιαζε με εξαιρετικό χειροτέχνημα από την παλιά Μεσόγειο, ένας ανέμελος θεός που είχε κατέβει για να προκαλέσει αναστάτωση και πόνο σε μια παραζαλισμένη, ερωτοχτυπημένη γυναίκα. «Μήπως νομίζεις ότι είναι πιο λογικό να πιστέψω ότι η γυναίκα που κράτησε το μυστικό όλα αυτά τα χρόνια, ακόμα και όταν η οικογένειά της έγινε στόχος του τυράννου;...» τη ρώτησε σκληρά. «Τι εννοείς;» τον διέκοψε η Σάρα. Ο Γκάμπριελ χτύπησε το περβάζι με τη γροθιά του. Η


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

134

απροκάλυπτη βία τη σόκαρε. Πάντα ένιωθε την ικανότητά του για κάτι τέτοιο, αλλά εκείνος τη χαλιναγωγούσε με την ψυχρή αυτοκυριαρχία του. Ακόμα κι όταν την είχε κατηγορήσει ότι είχε κλέψει τα ρουμπίνια και την είχε διώξει από τη ζωή του δεν είχε υψώσει τη φωνή του. Η Σάρα ανατρίχιασε και το κορμί της σφίχτηκε στην ανάμνηση. Δεν είχε χρειαστεί. Τα κοφτερά του λόγια την είχαν κομματιάσει. «Ο τύραννος ήξερε ότι η οικογένειά της ήταν αφοσιωμένη και ότι η Μαρία είχε εργαστεί ως καμαριέρα της γιαγιάς μου. Δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη τις γυναίκες, οπότε δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι μπορεί να είχαν εμπιστευτεί το μυστικό σ’ εκείνη. Αλλά μετά το θάνατο του πατέρα της και του άντρα της στα μπουντρούμια του μπάσταρδου από τα βασανιστήρια, ακολούθησαν και δύο ξαδέρφια της που είχαν δουλέψει κι εκείνοι στο κάστρο», είπε ο Γκάμπριελ με ψυχρό, ανέκφραστο τρόπο. Η Σάρα πήρε τρομοκρατημένη μια κοφτή ανάσα. «Έτσι ήταν τα πράγματα εδώ πέρα». Ο Γκάμπριελ μιλούσε με μια θανάσιμη ηρεμία. «Οι παππούδες μου ήταν τυχεροί, γιατί ο θάνατός τους σε ενέδρα ήταν γρήγορος, αντίθετα μ’ εκείνους που έπεφταν στα χέρια του ξάδερφου μου. Η Μαρία επιβίωσε, προσποιούμενη ότι τα είχε χάσει, αλλά υπέμεινε βασανιστήρια και ξυλοδαρμούς και μεγάλη θλίψη, για να προστατέψει το Αίμα της Βασίλισσας και δεν έχασε ποτέ' την πίστη της ότι θα επιστρέφαμε. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα έκλεβε το περιδέραιο». Νιώθοντας ναυτία, η Σάρα κουλουριάστηκε στην κουβέρτα και την τράβηξε γύρω της για να κρύψει τη γύμνια της. Αφηρημένα έτριψε ένα κόκκινο σημάδι στο χέρι της. Ο Γκάμπριελ βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του και γύρισε πίσω στο κρεβάτι. Η Σάρα τον κοίταξε επιφυλακτικά καθώς έβαλε την παλάμη του πάνω στο σημείο που είχε εκείνη αγγίξει. «Εγώ το έκανα αυτό;» τη ρώτησε τροχιά. «Δεν ξέρω», απάντησε αποκαμωμένη η Σάρα και πρόσθεσε:


135

ROBYN DONALD

«Μπορεί να είναι και τσίμπημα». Ο Γκάμπριελ την περιεργάστηκε με αινιγματικό βλέμμα. «Το ελπίζω. Δεν είμαι σκληρός με τις γυναίκες μου». Τα λόγια του την έκαναν να ανασηκώσει απότομα το πιγούνι της. «Δεν είμαι μία από τις γυναίκες σου», του αντιγύρισε, ελπίζοντας ότι η φωνή της ήταν αρκετά σταθερή ώστε να κρύψει τον πόνο της. «Μη λες ψέματα», της είπε. «Ένα άγγιγμα και θα μου έδινες ό,τι κι αν ήθελα». «Απρόθυμα», του πέταξε η Σάρα. «Ναι, αλλά αυτό είναι το θέμα», είπε ο Γκάμπριελ και φόρεσε το παντελόνι του, με αβίαστη, ανέμελη χάρη. «Και βέβαια απρόθυμα. Νομίζεις ότι εγώ ήθελα να σου κάνω έρωτα;» Η Σάρα γύρισε το κεφάλι της αλλού, ακούγοντας τις κινήσεις του. Με τον ίδιο ψυχρό, απορριπτικό τόνο με τον δικό του, του είπε: «Πιστεύω πως ό,τικι αν είναι αυτό... αυτό το αναθεματισμένο πράγμα που μας δένει, είναι τελείως στερημένο από αγάπη, συμπόνια ή κατανόηση». «Θα πρέπει να συμφωνήσω. Μια γυναίκα που Θα έκλεβε κάτι και θα προσπαθούσε να παγιδεύσει μια αμόρφωτη χωρική βρίσκεται σε πολύ χαμηλή θέση στην εκτίμησή μου. Άσε που είναι και χαζό. Η Μαρία έβλεπε πρώτη φορά στη ζωή της χρηματοκιβώτιο. Δεν καταλάβαινε πώς λειτουργούσε. Και το συνδυασμό τον διάλεξες εσύ». «Πού το ξέρεις ότι δεν είχε ξαναδεί χρηματοκιβώτιο;» ρώτησε η Σάρα καθώς μια αμυδρή ανάμνηση είχε αρχίσει να αναδύεται στο μυαλό της. «Μου το είπε και την πίστεψα». «Ναι, αλλά εκείνη πρότεινε τον αριθμό του συνδυασμού». Ήταν προφανές ότι δεν την πίστευε, έτσι εκείνη επέμεινε. «Ήταν η ημερομηνία των γενεθλίων σου». Ο Γκάμπριελ ρουθούνισε περιφρονητικά. Η ηττοπάθεια που ένιωθε η Σάρα όποτε προσπαθούσε να τον


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

136

πείσει έγινε Θυμός. Αγνοώντας τη γύμνια της, πετάχτηκε από το κρεβάτι και πήγε αγέρωχα προς το μέρος του. Τα καστανοκόκκινα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, τα πράσινα μάτια της πετούσαν φλόγες και το πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο. «Εφτά Νοεμβρίου», είπε εξοργισμένη χτυπώντας τον στο στήθος με το δείκτη της. «Δε με νοιάζει τι πιστεύεις ή γιατί πιστεύεις ότι εγώ το έκανα, αλλά δεν πήρα εγώ το αναθεματισμένο το περιδέραιο». Ένα ψυχρό, ευωδιαστό αεράκι χάιδεψε το δέρμα της και τρέμοντας συνειδητοποίησε ότι στεκόταν γυμνή μπροστά του, ότι εκείνος ήταν μισοντυμένος και για πρώτη φορά δεν έπεφταν στο κρεβάτι, ανίσχυροι μπροστά στην ανάγκη να σβήσουν αυτό τον αμοιβαίο πόθο. Για κάποιον παράξενο λόγο φαινόταν σαν πρόοδος... μόνο που μια ματιά στα παγερά γαλάζια μάτια του Γκάμπριελ και στο ασυγκίνητο πρόσωπό του έδιωξαν αυτή την ιδέα. Η Σάρα αντιστάθηκε στην παρόρμηση να βάλει τα κλάματα. Έκανε ένα βήμα πίσω και είπε άψυχα: «Δεν έχει πια σημασία. Αφησέ με να φύγω, Γκάμπριελ... απλώς διαλύουμε ο ένας τον άλλο, λέγοντας ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα, χωρίς να καταλήγουμε πουθενά». «Γιατί στο διάβολο είσαι τόσο πεισματάρα;» Η φωνή του είχε σκληρύνει οπτό το θυμό, αλλά την κατέπληξε λέγοντας: «Μακάρι να μου έλεγες γιατί το έκανες, διότι τότε νομίζω ότι μπορεί να κατάφερνα να σε καταλάβω... να σε συγχωρήσω». «Να με συγχωρήσεις;» Η Σάρα γέλασε πικρόχολα. «Αν κάποιος πρέπει να συγχωρήσει κάποιον, τότε εγώ θα πρέπει να συγχωρήσω τον εαυτό μου που ήμουν τόσο ανόητη και ερωτεύτηκα έναν πεισματάρη, ανόητο, ανένδοτο, αφόρητο άντρα σαν εσένα. Τουλάχιστον φρόντισες να μου περάσει σύντομα αυτός ο έρωτας!» Σταμάτησε και τον κοίταξε καθώς η αμυδρή ανάμνηση που είχε αναδυθεί στο μυαλό της ξαφνικά έγινε σαφής. «Και η Μαρία ξέρει πώς δουλεύει το


137

ROBYN DONALD

χρηματοκιβώτιο! Πριν από δυο μέρες με πήγε στο γραφείο σου, ξεκλείδωσε το μεγάλο χρηματοκιβώτιο με τα έγγραφα και έβγαλε τα σχέδια του κάστρου». Το πρόσωπο του Γκάμπριελ σκοτείνιασε, αμέσως όμως εκείνος ανασήκωσε τους ώμους, απορρίπτοντας τη δήλωσή της. «Δουλεύει ένα χρόνο στο κάστρο. Σίγουρα θα με έχει δει να το χρησιμοποιώ». Καταλαβαίνοντας πλέον ότι τίποτα δε θα τον έπειθε, η Σάρα παραιτήθηκε. «Δεν ξέρω τι ήλπιζες να πετύχεις μ’ αυτή τη γελοία απαγωγή», είπε κουρασμένα, «αλλά δε βγάζει πουθενά. Θέλω να φύγω. Τώρα». «Θα φύγεις στο τέλος της βδομάδας», είπε ανένδοτος εκείνος. «Και γιατί σε βοηθούσε η Μαρία;» «Ίσως επειδή με λυπάται λίγο; Γιατί δε ρωτάς εκείνη;» Αγριοκοίταξε την πλάτη του καθώς εκείνος πήγαινε προς την πόρτα, και η παγωμάρα που ένιωθε από την παντελή έλλειψη εμπιστοσύνης του δεν έφυγε όταν είδε τις κόκκινες γρατσουνιές στην πλάτη του, που του είχε κάνει με τα νύχια της στην έξαρση του πάθους. Η απογοήτευση και ο θυμός την έκαναν να χάσει τον έλεγχο. Πιο δυνατά απ’ ό,τι σκόπευε, του φώναξε: «Και όταν τη ρωτήσεις γι’ αυτό, γιατί δεν τη ρωτάς επίσης και τι ήλπιζε να πετύχει, κλέβοντας το περιδέραιο;» Ήταν ένα φτηνό χτύπημα κι εκείνος το αγνόησε. Η Σάρα περίμενε μέχρι που έκλεισε η πόρτα και μετά κατέρρευσε στο κρεβάτι και δάγκωσε τα χείλη της για να συγκροτήσει τα οδυνηρά, εξευτελιστικά δάκρυά της. Δεν άντεχε να μείνει εκεί ως διαθέσιμη ερωμένη, που εκείνος θα τη χρησιμοποιούσε όποτε την ήθελε και θα την αγνοούσε όταν δεν την ήθελε και τελικά θα την πέταγε όταν τον έπειθε ότι δεν ήταν έγκυος. Θα κατέστρεφε κάτι ξωτικό μέσα της — τα τελευταία ίχνη της υπερηφάνειας της. Έπρεπε να φύγει. Ντύθηκε ξινά και φόρεσε ένα τζιν κι ένα ζέρσεϊ μπλουζάκι, στο ίδιο ακριβώς καστανοκόκκινο χρώμα των μαλλιών της, όταν άκουσε ένα ελικόπτερο. Ένα ακαθόριστο συναίσθημα της


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

138

έκοψε την ανάσα. Ο Γκάμπριελ έφευγε. Ή ίσως, σκέφτηκε, σταθεροποιώντας το χέρι της κι ακουμπώντας κάτω τη χτένα, να άφηνε εκείνη να φύγει. Ίσως το άψυχο, μηχανικό τους σμίξιμο να τον είχε αηδιάσει και να είχε συνειδητοποιήσει ότι έπρεπε να την αφήσει. Ο πόνος που τη διαπέρασε της έκοψε την ανάσα. Ίσιωσε όμως τους ώμους και την πλάτη της και σήκωσε το κεφάλι της ψηλά. Όχι, εκείνος δε θα την άφηνε να φύγει μέχρι να σιγουρευτεί ότι δεν ήταν έγκυος. Αλλά ακόμα κι αν ήταν, εκείνη δε θα τον παντρευόταν νομιμοποιώντας τη σχέση τους που ήταν σκέτη κοροϊδία. Κανένα παιδί δε θα έπρεπε να μεγαλώσει, γνωρίζοντας ότι ο πατέρας του μισούσε τη μητέρα του. Ένα χτύπημα στην πόρτα την έκανε να γυρίσει. «Εμπρός», είπε ανήσυχη. Εμφανίστηκε η Μαρία, χαμογελαστή όπως πάντα, χωρίς ίχνος στο εύθυμο, ρυτιδιασμένο πρόσωπό της από τα μαρτύρια και τον πόνο που είχε υπομείνει για χατίρι του περιδέραιου και των Κονσιντίνι. Τα μαύρα μάτια της έπεσαν στο κρεβάτι και η Σάρα μαζεύτηκε. Γιατί δεν είχε στρώσει το κρεβάτι; Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία τι είχε συμβεί εκεί! Περίμενε να δει στο πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας απογοήτευση, αλλά η Μαρία της χαμογέλασε πλατιά. «Ο εξοχότατος λέει να έρθεις κάτω τώρα», ανακοίνωσε με υπερηφάνεια. Περιεργάστηκε τη Σάρα και έγνεψε ικανοποιημένη. «Παρακαλώ». Η Σάρα την κοίταξε καλά καλά. «Εεε... όχι». Αιφνιδιασμένη η καμαριέρα κατσούφιασε. «Πρέπει. Ρούχα καλά...είσαι μια χαρά». «Δε θέλω να τον δω». Η Μαρία αναστέναξε θυμωμένη. «Τότε ο Μέγας Δούκας έρθει και σε κατεβάσει κάτω». Η Σάρα εξοργίστηκε. Άνοιξε το στόμα της, αλλά το ξανάκλεισε. Δε θα ξεσπούσε μπροστά στη γυναίκα που είχε


139

ROBYN DONALD

καταστρέψει σκόπιμα τη ζωή της. «Πολύ καλά, λοιπόν», είπε άτονα. «Πρέπει να βαφτώ λίγο». Έκανε μεταβολή και πήγε στο μπάνιο για να βάλει τη μόνη πανοπλία που είχε στη διάθεσή της. Φοντετέν πρώτα... το διάφανο ματ που είχε δε θα έκρυβε και πολλά, αλλά ήταν καλύτερο από το τίποτα. Αϊλάινερ και σκιά έδωσαν έμφαση στα μάτια της και μετά τόνισε προσεκτικά το περίγραμμα των χειλιών της με ένα απαλό κραγιόν στο χρώμα της φράουλας. Ήταν ακόμη πολύ χλομή κι έτσι έβαλε λίγο ρουζ στα μάγουλά της και κοίταξε το είδωλό της. Τα πράσινα μάτια της γυάλιζαν προκλητικά. Έψαξε στο νεσεσέρ της κι έβγαλε ένα φωτεινό φούξια λιπγκλός. «Και βγάλε ό,τι συμπεράσματα θέλεις», μουρμούρισε καθώς το φορούσε. Τουλάχιστον αυτό και το ρουζ την έκαναν να μη φαίνεται ηττημένη και δυστυχισμένη! Βγήκε από το μπάνιο, αλλά σταμάτησε ξαφνικά στην πόρτα. Η Μαρία δεν είχε φύγει και τριγυρνούσε ακόμα ολόγυρα στο δωμάτιο. Είχε στρώσει το κρεβάτι και δίπλωνε τακτικά το πουκάμισο που είχε αφήσει εκεί ο Γκάμπριελ. Όταν η Σάρα μπήκε, σήκωσε το κεφάλι της και χαμογέλασε. «Καλά», είπε. «Πολύ καλά». Η Σάρα εγκατέλειψε αυτόματα την πεποίθησή της ότι η καμαριέρα είχε κλέψει το περιδέραιο. Δε γινόταν να είναι τόσο... τόσο αναθεματισμένα φυσιολογική αν είχε κλέψει το περιδέραιο, σκέφτηκε καθώς πήγαινε προς το ασανσέρ, δίπλα στην ηλικιωμένη γυναίκα. Από την πρώτη στιγμή η Μαρία φάνηκε να χαίρεται που την έβλεπε, ως και συνωμοτική, σαν να ήταν συνεργοί. Αλλά αν δεν το είχε κάνει η Μαρία, τότε ποιος; Δεν έβγαινε νόημα απ’ όλα αυτά, σκέφτηκε απελπισμένη η Σάρα. Η Μαρία άνοιξε την πόρτα του γραφείου του Γκάμπριελ. Δύο άντρες σήκωσαν το κεφάλι τους και η Σάρα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Ο Γκάμπριελ και ο ξάδερφός του ήταν δύο απίστευτα ωραίοι άντρες, που σου προκαλούσαν ζάλη.


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

140

Φαινόταν ότι ήταν συγγενείς. Και οι δύο ήταν ψηλοί, γεροδεμένοι, γεμάτοι χάρη, και πολύ επιβλητικοί. Και οι δύο είχαν σκούρα μαλλιά και μελαψό δέρμα και είχαν τα χαρακτηριστικά γαλάζια μάτια των Κονσιντίνι, που είχαν περάσει στα κληρονομικά χαρακτηριστικά τους από κάποια πριγκίπισσα των Σαίρνων, όπως της είχε πει ο Γκάμπριελ. «Άλεξ, γνωρίζεις φυσικά τη Σάρα», είπε ουδέτερα ο Γκάμπριελ. Η Σάρα χαμογέλασε στον άντρα δίπλα του. «Χαίρομαι που σας βλέπω, κύριε». Τα μάτια του πρίγκιπα Αλεξ ήταν υπερβολικά οξυδερκή, αλλά χαμογέλασε, της έσφιξε το χέρι κι έκανε κάποιο ευγενικό σχόλιο. Εκείνη ανταπέδωσε, ρωτώντας για τη γυναίκα του, φημισμένη βιολόγο και τα παιδιά του. Τα αυτοκρατορικά χαρακτηριστικά του μαλάκωσαν αμέσως. Της είπε τις τελευταίες τρέλες του διαδόχου, ένα διαβολάκι δεκαοχτώ μηνών, που είχε κληρονομήσει την αγάπη της πριγκίπισσας Ιάνθης για το νερό. «Δεν υπάρχει πρόβλημα που κολυμπάει με τα δελφίνια», κατέληξε προβληματισμένος, «και φυσικά ο κόσμος επιμένει ότι είναι σημάδι ότι όλα Θα πάνε καλά στην Ιλίρια την επόμενη γενιά, αλλά κανείς μας δεν ξέρει πώς έμαθε να κολυμπάει. Τα κορίτσια...» συνέχισε αναφερόμενος στις νεαρές κόρες του «... επιμένουν ότι τον έμαθαν τα δελφίνια κι επειδή αυτό μάλλον Θα πρέπει να τους το είπε η γκουβερνάντα τους, υποθέτω ότι ο κόσμος αυτό πιστεύει». Τα σπάνια δελφίνια της μεγάλης κεντρικής λίμνης της Ιλίρια ήταν το καύχημα του λαού της κι εμφανίζονταν παντού στη λαογραφία. Αυτό που ακολούθησε Θα μπορούσε να είναι μια συνάντηση φίλων. Οι δύο άντρες είχαν εξαιρετικούς τρόπους και διευκόλυναν πολύ τα πράγματα για κείνη και μολονότι πού και πού η Σάρα ένιωθε να χάνει το κουράγιο της, κατάφερε να περάσει ανώδυνα το πρώτο μέρος της βραδιάς. Κανείς από τους


141

ROBYN DONALD

δύο άντρες δεν ανέφερε γιατί ο πρίγκιπας είχε αποφασίσει να επισκεφθεί το Λημέρι του Λύκου. Αντί γι’ αυτό, η συζήτηση κινήθηκε σε ένα ευρύ πεδίο θεμάτων. Η Σάρα ένιωθε φυσικά συνεχώς ένταση που βρισκόταν κοντά του. Ο Γκάμπριελ την παρακολουθούσε συνεχώς με το βλέμμα του. Και ο πρίγκιπας το είχε καταλάβει. Θα πρέπει να είχε νιώσει την ένταση από τη στιγμή που εκείνη μπήκε στο δωμάτιο. Αργότερα, δεν μπορούσε να θυμηθεί τι έφαγαν στο δείπνο. Ήταν δύσκολο ακόμη και να θυμηθεί τη συζήτησή τους. Μπορούσε πάντως να ανακαλέσει το σκοτεινό, αποφασιστικό βλέμμα του Γκάμπριελ καθώς προκαλούσε τον ξάδερφό του σε κάποιο ζήτημα της πολιτείας και τη νότα ενθουσιασμού καθώς οι δυο άντρες συζητούσαν το επόμενο βήμα στους διακριτικούς χειρισμούς τους με σκοπό να εντάξουν την Ιλίρια στα σύγχρονα κράτη. Και τις μικρές ρυτίδες στις γωνίες των ματιών του όταν γελούσε και το λοξό του χαμόγελο όταν ο ξάδερφός του έλεγε κάτι που το έβρισκε αστείο... και το ότι απέφευγε να έρθει σε οποιαδήποτε επαφή μαζί της. Η Σάρα, παρ’ ότι δεν το περίμενε, βρήκε τη συζήτηση πολύ ενδιαφέρουσα και προσπάθησε να κρατήσει εκεί εστιασμένη την προσοχή της, αρνούμενη να σκεφτεί τα όσα είχαν συμβεί εκείνο το απόγευμα. Θα είχε αρκετό χρόνο όταν θα έμενε ξάγρυπνη το βράδυ να αφήσει το μυαλό της να συλλογιστεί κάθε... Σταμάτα αμέσως! Τελικά σηκώθηκε. «Είμαι σίγουρη ότι θα έχετε πολλά να συζητήσετε, γι’ αυτό θα φύγω τώρα», είπε. Οι δύο άντρες σηκώθηκαν κι εκείνοι όρθιοι. «Καληνύχτα», είπε ο. πρίγκιπας. «Φοβάμαι ότι φεύγω πολύ νωρίς αύριο το πρωί, οπότε αντίο... μέχρι να ξανασυναντηθούμε». Τι εννοούσε μ’ αυτό; «Τα χαιρετίσματά μου στη γυναίκα σας και μια αγκαλιά για τις κόρες και το γιο σας». «Φυσικά».


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

142

Όταν βγήκε από το δωμάτιο, ένιωσε αμέσως ανακούφιση, όμως ο πονοκέφαλος που την είχε πιάσει το τελευταίο μισάωρο δεν υποχώρησε. Στο δωμάτιό της, έριξε ένα παυσίπονο στην παλάμη της και μετά το κοίταξε καλά καλά. Αν ήταν έγκυος, μπορεί να μην ήταν και πολύ καλή ιδέα. Είχε αρνηθεί το κρασί που της πρόσφεραν στο δείπνο. Ο Γκάμπριελ την είχε κοιτάξει ερωτηματικά και τελικά της είχε βάλει ένα πολύ νόστιμο μείγμα από φρούτα, αλλά ήξερε κι εκείνος γιατί. Και ο πρίγκιπας θα το υποψιάστηκε κατά πάσα πιθανότητα, σκέφτηκε ανήσυχη. Δεν του ξέφευγε τίποτα. Γιατί δεν είχε ζητήσει τη βοήθειά του για να φύγει από το κάστρο; Ήταν πιθανότατα ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που θα μπορούσε να πείσει τον Γκάμπριελ να την αφήσει να φύγει. Δεν της είχε πάρει πολύ για να καταλάβει τον ειλικρινή, βαθύ σεβασμό και την αγάπη που έτρεφαν ο ένας για τον άλλο. Γιατί όμως να φέρει τον πρίγκιπα σε δύσκολη θέση; αναρωτήθηκε κι έκανε έναν μορφασμό. Βέβαια, εκείνος είχε βρεθεί ξανά σε δύσκολη θέση. Αλίμονο. Ο άνθρωπος είχε αναλάβει μια χώρα στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου και είχε φέρει την ειρήνη με τη δύναμη της προσωπικότητάς του. Έτσι εκείνη δεν είχε πει τίποτα, γιατί δεν ήθελε να χαλάσει τη σχέση των δύο άντρων. Όχι. Παραδέξου το. Ήθελε αυτές τις τελευταίες μέρες με τον Γκάμπριελ. Ένας λυγμός τη συγκλόνισε. Πέταξε το παυσίπονο στο νιπτήρα, έπλυνε το πρόσωπό της, βούρτσισε τα δόντια της και τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι κάποιος είχε αφήσει ένα πακέτο στο μπάνιο, δίπλα στο νεσεσέρ της. Το περιεργάστηκε συνοφρυωμένη. Θα πρέπει να ήταν το τεστ εγκυμοσύνης. Της πήρε μόλις μερικά λεπτά. Κοίταξε το μικρό σημάδι κι όταν δεν άλλαξε χρώμα, διέταξε τον εαυτό της να νιώσει χαρά, να νιώσει υπέροχα γιατί δεν ήταν έγκυος στο παιδί του Γκάμπριελ. Όμως μια αβάσταχτη θλίψη τη βάρυνε. Μια θλίψη που δεν είχε νιώσει ούτε τότε που την είχε διώξει ο Γκάμπριελ από τη ζωή του τόσο άσπλαχνα. Αργά άλλαξε κι


143

ROBYN DONALD

έβαλε τις πιτζάμες της. Το κρεβάτι της την περίμενε και κάποιος, πιθανόν η Μαρία, πιθανόν η νεαρή καμαριέρα, είχε κόψει ένα ακόμη μπουμπούκι και το είχε βάλει σε ένα μικρό ασημένιο βάζο στο τραπέζι. Η Σάρα χάιδεψε τα μεταξένια ροδοπέταλα με το δείκτη της. Δάκρυα την έπνιγαν. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, είπε αυστηρά στον εαυτό της. Κι αν το τεστ ήταν θετικό, θα είχες γίνει κομμάτια. Κάθισε, όμως, στο κρεβάτι κι άφησε τον εαυτό της να θρηνήσει για όλα όσα είχε χάσει. Τελικά επέβαλε στον εαυτό της να σταματήσει. Ξεροκατάπιε, έβαλε ένα ποτήρι νερό από την κανάτα στο κομοδίνο κι ανάγκασε τον εαυτό της να το πιει. Μετά σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια της και επιθεώρησε αντικειμενικά το δωμάτιο. Τουλάχιστον ένιωθε κάποια ικανοποίηση για όσα είχε κάνει εκεί. Παρά τους άσπρους τοίχους, τώρα φαινόταν αυθεντικό, σκέφτηκε αποκαμωμένη. Αλλά και οποιοσδήποτε άλλος διακοσμητής θα το είχε κάνει εξίσου καλά μ’ εκείνη... ίσως καλύτερα. Κάποιος άλλος θα τελείωνε τώρα τη διακόσμηση. Ο Γκάμπριελ δε θα ήθελε τίποτα στο κάστρο που να του θυμίζει εκείνη. Μόλις θα έφευγε από κει, θα γυρνούσε πίσω στο Φαλάισι, το μόνο μέρος που θεωρούσε πατρίδα της. Κι αν αυτό σήμαινε ότι είχε ηττηθεί, ας ήταν. Χώθηκε στο κρεβάτι, τράβηξε τα σκεπάσματα και παραιτημένη αφέθηκε στο νανούρισμα της δυστυχίας της.


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

144

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Το πρωινό της ήρθε στο δωμάτιο, το επόμενο πρωί. Έκπληκτη η Σάρα ανακάθισε και κοίταξε το ρολόι της καθώς η καμαριέρα πλησίαζε στο κρεβάτι. «Δεν ήξερα ότι ήταν τόσο αργά!» αναφώνησε. Η καμαριέρα χαμογέλασε πλατιά κι άφησε το δίσκο στην ποδιά της. «Εντάξει», είπε κεφάτη και μετά χαμογέλασε ξανά και έδειξε το δίσκο. «Για σας». Η Σάρα κοκκίνισε όταν είδε το σημείωμα με το όνομά της γραμμένο από τον έντονο γραφικό χαρακτήρα του Γκάμπριελ. Περίμενε να μείνει μόνη της και μετά το άνοιξε. Δεν είχε χαιρετισμό, δεν είχε υπογραφή, μόνο μια απρόσωπη, επαγγελματική δήλωση: «Θα έρθω στο δωμάτιό σου σε μισή ώρα». Η Σάρα πετάχτηκε από το κρεβάτι. Μισή ώρα αργότερα είχε φάει με το ζόρι μερικές φρυγανιές κι ένα πορτοκάλι και είχε πιει καφέ, είχε κάνει ντους και είχε ντυθεί. Φορούσε τζιν, ζέρσεϊ μπλουζάκι και τις μπότες της και είχε πιάσει τα μαλλιά της πίσω σε μια πολύ πρόχειρη αλογοουρά. Παρ’ ότι είχε κάνει και μερικές ασκήσεις με αναπνοές, που υποτίθεται ότι θα την ηρεμούσαν, όταν άκουσε το χτύπημα του Γκάμπριελ στην πόρτα της η αδρεναλίνη της ανέβηκε στα ύψη. «Περάστε», είπε ξεσφίγγοντας τις γροθιές της και ελπίζοντας ότι εκείνος δεν είχε ακούσει το προδοτικό τρέμουλο στη φωνή της. Εκείνος μπήκε στο δωμάτιό της επιβλητικός. Τα καταγάλανα μάτια του ήταν αινιγματικά και δε χαμογελούσε. «Καλημέρα», είπε τυπικά.


145

ROBYN DONALD

Το ύφος του ήταν σαν χαστούκι. «Καλημέρα», είπε η Σάρα και πρόσθεσε με μια σφοδρότητα που έκρυβε την πικρία της: «Θα χαρείς πολύ να μάθεις ότι το τεστ ήταν αρνητικό». Το όμορφο πρόσωπό του παρέμεινε ανέκφραστο κι όμως η Σάρα ένιωσε να σκληραίνει κάτι μέσα του, μια ψυχρή αποφασιστικότητα που της προκάλεσε ρίγος. Δεν της απάντησε ευθέως. «Μπορείς να κατέβεις, σε παρακαλώ, στο γραφείο μου; Υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να συζητήσουμε». Τι στο καλό;... «Ο ξάδερφός σου;...» «Μιλάει στο τηλέφωνο με τη γυναίκα του». Ο αμείλικτος τόνος στη φωνή του την προειδοποίησε. Θα έκαναν αυτή τη συζήτηση είτε το ήθελε εκείνη είτε όχι. Όπως και να ’χε, σκέφτηκε η Σάρα καθώς περπατούσε δίπλα του, γιατί να φοβηθεί; Ο Γκάμπριελ δεν μπορούσε να την πληγώσει περισσότερο απ’ όσο την είχε ήδη πληγώσει. Μακάρι όμως να μην είχαν κάνει έρωτα. Πριν, ένιωθε περίεργα όποτε βρισκόταν κοντά του, αλλά τώρα με κάθε ανάσα που έπαιρνε ένιωθε την παρουσία του λες κι εκείνος είχε με κάποιον τρόπο εισβάλει στο κορμί της και την είχε σημαδέψει για πάντα.... Ένα ακόμα άτομο περίμενε στο δωμάτιο. Και πάνω στο γραφείο βρισκόταν το δερμάτινο κουτί όπου μέσα υπήρχε το ανεκτίμητο Αίμα της Βασίλισσας. Το καπάκι ήταν ανοιχτό, αποκαλύπτοντας τα υπέροχα ρουμπίνια στη χρυσή τους αλυσίδα, που έλαμπαν στο φως του ήλιου. Όμορφο και ακατέργαστο, είχε μια αύρα που τραβούσε το βλέμμα. Η Σάρα άφησε μια βαθιά ανάσα ανακουφισμένη. «Ο, ευτυχώς, Θεέ μου». «Η Μαρία έχει κάτι να σου πει», είπε ο Γκάμπριελ ανέκφραστος. Η ηλικιωμένη καμαριέρα κοίταξε πρώτα εκείνον και μετά τη Σάρα και έδειχνε τόσο αξιοθρήνητη, που η Σάρα ένιωσε άθελά της συμπόνια. «Πες της», τη διέταξε ο Γκάμπριελ. Η Μαρία άρχισε να μιλάει διατακτικά στα ιλιριανά, αλλά ο


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

146

Γκάμπριελ τη διέκοψε. «Στα αγγλικά», της είπε. Η Μαρία κοίταξε λοξά τη Σάρα. «Εγώ πήρα το Αίμα της Βασίλισσας», μουρμούρισε δυστυχισμένα. «Το ξέρω», είπε η Σάρα σιγανά χωρίς να κοιτάζει τον Γκάμπριελ. «Γιατί;» Η γυναίκα αναστέναξε. «Μια δοκιμασία, d βασίλισσα έβαλε στο λύκο τρεις δοκιμασίες, για να δει αν εκείνος... αν εκείνος...» Ψάχνοντας την κατάλληλη λέξη, κοίταξε ικετευτικά τον Γκάμπριελ και είπε κάτι στα ιλιριανά. «Έντιμος», της είπε εκείνος. Κοίταξε τη Σάρα. «Σου είπα την ιστορία της βασίλισσας που πέθανε στο βουνό και μεταμορφώθηκε σε νεράιδα, ε;» Η Σάρα έγνεψε καταφατικά κι αναρωτήθηκε μήπως είχε κατά λάθος μπει σε κάποιο μεσογειακό παραμύθι. «Έντιμος», είπε η Μαρία κουνώντας το κεφάλι της με ενθουσιασμό. «Αφού αυτή τον παντρεύεται... και είναι ακόμα σαν γριά γυναίκα... σαν εμένα!» Έδειξε τον εαυτό της και μισογέλασε. «Το πρώτο τεστ... Αλλά τη μέρα του γάμου, αυτός φιλάει νέα, όμορφη γυναίκα... την...» Η Μαρία δίστασε και κοίταξε ξανά παρακλητικά τον Γκάμπριελ. «Την ξαδέρφη του, απ’ ό,τι φαίνεται», είπε εκείνος κοφτά, «αλλά η βασίλισσα νόμιζε ότι ήταν ερωμένη του. Εκείνο το βράδυ, πριν γίνουν πραγματικοί σύζυγοι, του αποκαλύφθηκε με όλη της την ομορφιά και μετά εξαφανίστηκε. Παρ’ όλα αυτά, του άφησε το περιδέραιο γιατί τον αγαπούσε». Η Σάρα συνοφρυώθηκε. «Δε μου το είπες...» «Δε φαντάστηκα ότι θα σε ενδιέφερε». Ακολούθησε παρατεταμένη σιωπή. «Δεν είμαι σίγουρη ότι κατάλαβα», είπε τελικά η Σάρα. «Νόμιζα ότι η βασίλισσα, η νεράιδα τέλος πάντων, ήταν πρόγονός σου». «Ήταν. Η υπόλοιπη ιστορία περιγράφει πώς ο πρώτος λύκος πάλεψε για την αγάπη του και τελικά κέρδισε κι εκείνη και την ευτυχία, περνώντας τις δοκιμασίες που του έβαλε. Η Μαρία θεώρησε ότι έπρεπε να περάσω κι εγώ μια δοκιμασία», είπε ο


147

ROBYN DONALD

Γκάμπριελ. «Μια δοκιμασία στην οποία προφανώς απέτυχα», πρόσθεσε αδιάφορα. «Εντάξει, Μαρία, μπορείς να πηγαίνεις. Αλλά πρώτα πρέπει να ζητήσεις συγνώμη». «Συγνώμη που σε έκανα δυστυχισμένη», είπε με αξιοπρέπεια η Μαρία. «Αλλά εσύ είσαι δυνατή γυναίκα... και πάντα καλύτερα να ξέρεις την αλήθεια». Τι στο καλό εννοούσε; «Γιατί ομολόγησες τώρα;» τη ρώτησε η Σάρα. Η Μαρία κοίταξε τον Γκάμπριελ που της μετέφρασε. Ανασήκωσε τους ώμους. «Εσύ φεύγεις, οπότε όλα τέλος. Όχι καλό να φύγεις με θυμό. Όχι καλό για σένα, όχι καλό για κείνον». «Αρκετά». Η φωνή του Γκάμπριελ ήταν ψυχρή. Εντελώς μπερδεμένη, η Σάρα κοίταξε την καμαριέρα να φεύγει. Επιθυμούσε τόσο απελπισμένα να μάθει γιατί είχε κλέψει το περιδέραιο η Μαρία, αλλά η εξήγηση δεν απαντούσε στα ερωτήματά της. «Πρέπει κι εγώ να ζητήσω συγνώμη», της είπε ο Γκάμπριελ βεβιασμένα. Μια συγνώμη δε θα άλλαζε τίποτα. Όλα είχαν μολυνθεί από την έλλειψη εμπιστοσύνης που της είχε δείξει. Από την άλλη, όμως, πώς θα είχε νιώσει εκείνη αν ήταν στη θέση του; Προσπαθώντας να συνέλθει, η Σάρα είπε βραχνά: «Περιέργως χαίρομαι που σ’ το είπε τελικά. Γιατί το έκανε όμως;» «Γιατί ήξερε ότι σήμερα θα εφευγες οπωσδήποτε. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να σε φέρω εδώ. Η ίδια μου η στρατηγική γύρισε εναντίον μου και μου αξίζει. Ξέρω ότι είναι πολύ αργά και ότι ακούγεται σαν δικαιολογία, αλλά πιθανόν αν είχα μεγαλώσει εδώ, να καταλάβαινα καλύτερα το γιατί η Μαρία θεώρησε ότι η σχέση μας έπρεπε να δοκιμαστεί. Συγνώμη». Εξαντλημένη η Σάρα ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. «Υποθέτω ότι τελικά είχε δίκιο... είναι καλύτερα να ξέρεις την αλήθεια». «Δεν είμαι απολύτως σίγουρος τι εννοείτε κι εκείνη κι εσύ, μ’


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

148

αυτό». Η ειρωνική χροιά στη φωνή του φούντωσε το θυμό της. «Όταν χρειάστηκε, δε με εμπιστεύτηκες αρκετά για να με πιστέψεις, έτσι δεν είναι;» «Υπήρχε κάποιος λόγος», απάντησε εκείνος κοφτά, αλλά η δήλωσή του ακούστηκε άτονη και καθόλου πειστική. «Πες τον μου λοιπόν». Ο Γκάμπριελ την κοίταξε και παρά τα όσα είχαν συμβεί, το κορμί του σκίρτησε. Ακόμα και όταν τα υπέροχα μάτια της ήταν έτσι σκοτεινιασμένα, η ομορφιά της τον ζάλιζε. «Δεν έχει σημασία», είπε. Η Σάρα ανασήκωσε τα φρύδια της και τον κοίταξε με τόση δυσπιστία, ώστε ο Γκάμπριελ πήρε μια αιφνίδια και μάλλον ανόητη απόφαση. Γύρισε, άνοιξε ένα συρτάρι κι έβγαλε το φάκελο που είχε εκεί έναν ολόκληρο χρόνο και δεν τον είχε ανοίξει ποτέ ξανά μετά την πρώτη φορά. Η Σάρα τον κοίταξε έκπληκτη όταν της τον έδωσε. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε επιφυλακτικά. «Άνοιξε το». Καθώς εκείνη άνοιγε το φάκελο κι έβγαζε τη φωτογραφία, ο Γκάμπριελ την παρακολουθούσε με τεταμένη την προσοχή του, παρατηρώντας το πρόσωπό της για κάποιο σημάδι ενοχής ή ντροπής. Αντί γι’ αυτό, το μόνο συναίσθημα που μπόρεσε να δει ήταν απόλυτη έκπληξη, λες κι εκείνη δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Όταν τελικά σήκωσε το κεφάλι της, τα μάτια της πετούσαν φλόγες. «Τι στο διάολο είναι αυτό;» τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε από την οργή. «Κοίταξε την ημερομηνία και την ώρα», απάντησε ο Γκάμπριελ, θαυμάζοντας την υποκριτική της ικανότητα. Η Σάρα κοίταξε. Τεταμένη σιωπή ακολούθησε, γεμάτη ανείπωτα συναισθήματα. Το χρώμα χάθηκε από το πρόσωπό της, αφήνοντάς την κατάχλομη και ξαφνικά καταβεβλημένη. Με φωνή τρεμάμενη, που μόλις και ακουγόταν, είπε: «Αυτή...


149

ROBYN DONALD

αυτή... η... φωτογραφία υποτίθεται ότι τραβήχτηκε το βράδυ του γάμου του ξαδέρφου σου... το βράδυ που η Μαρία πήρε το περιδέραιο». «Στις δύο το πρωί, για την ακρίβεια. Ακριβώς μετά την ‘ανακάλυψη’ της Μαρίας ότι το περιδέραιο είχε εξαφανιστεί». Ο Γκάμπριελ σταμάτησε κι όταν εκείνη δεν είπε τίποτα, πρόσθεσε με φωνή τόσο σαρκαστική, που την έκανε να μορφάσει: «Μπορεί να έχω φερθεί εξαιρετικά ανόητα, αλλά δε χρειάζεται και πολύ μυαλό για να μαντέψει κανείς πώς σκοπεύατε να περάσετε την υπόλοιπη νύχτα, εσύ και ο Χοκ». Η Σάρα κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της σαν να μην μπορούσε να το πιστέψει. Ακούγοντας τα λόγια του, τον κοίταξε με μάτια διάπλατα και το στόμα της άρχισε να τρέμει. «Γι’ αυτό λοιπόν ήσουν τόσο σίγουρος ότι είχα κλέψει το περιδέραιο. Γιατί δε μου το είπες;» «Υπερηφάνεια», απάντησε εκείνος λακωνικά. «Σε κανέναν άντρα δεν αρέσει να τον απατάνε». Η Σάρα ξεροκατάπιε. Το πρόσωπό της στη φωτογραφία τρεμόπαιζε μπροστά στα μάτια της. Η φωτογραφία ήταν σαφής: ο Χοκ Κένεντι την κρατούσε στην αγκαλιά του και την κοιτούσε με μια έκφραση που θα μπορούσε να είναι πόθος. Εκείνη φαινόταν να τον κοιτάζει διατακτικά αλλά με έντονη επιθυμία. Και ήταν και οι δύο γυμνοί... μόνο που αυτά δεν ήταν τα στήθη της και έβαζε στοίχημα ότι κι αυτοί δεν ήταν οι ώμοι του Χοκ. Αντίθετα, στην πραγματικότητα εκείνος ήταν κανονικά ντυμένος και η ίδια ήταν τυλιγμένη με ένα σάλι. «Είναι ψεύτικη», είπε βραχνά κι άφησε τη φωτογραφία να πέσει στο πάτωμα σαν να της είχε λερώσει τα δάχτυλα. «Πιστεύεις ότι δεν έβαλα να την ελέγξουν;» Η Σάρα κούνησε ξανά το κεφάλι της, σταματώντας όταν τον είδε να σφίγγει τα χείλη του. Γιατί να μπει στον κόπο να προσπαθήσει να τον κάνει να δει την αλήθεια όταν ήταν τόσο προφανές ότι δεν ήθελε; Η εξάντληση την κατέβαλε, θολώνοντας το μυαλό της. «Πού τη βρήκες;»


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

150

«Ένας παπαράτσι παρακολουθούσε το υπνοδωμάτιό σου, με τηλεσκοπικό φακό, υποθέτω ανεβασμένος σε κάποιο δέντρο κάπου στον κήπο. Φαντάζομαι ότι ήθελε να τραβήξει φωτογραφίες τους δυο μας. Αντί γι' αυτό, τράβηξε αυτό... εσένα και τον Χοκ Κένεντι, γυμνούς, αγκαλιασμένους. Φαντάζομαι ότι δε θα μπορούσε να πιστέψει την τύχη του και όντας πονηρός σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να βγάλει πολύ περισσότερα από μένα απ’ ό,τι από τις εφημερίδες. Είχε δίκιο». Τουλάχιστον, σκάφτηκε η Σάρα, νιώθοντας περιέργως λίγο καλύτερα, τώρα ήξερε γιατί είχε αρνηθεί εκείνος να την πιστέψει. «Σε εξαπάτησαν. Αλλά η Μαρία είχε δίκιο. Είναι πάντα καλύτερα να ξέρεις την αλήθεια». Ξεροκατάπιε και επιστράτευσε τα τελευταία απομεινάρια της υπερηφάνειας της για να καταφέρει να φύγει από κει. «Ο γάμος μας δε θα είχε καμία ελπίδα έστω κι αν η Μαρία δεν είχε παρασυρθεί από τους παλιούς θρύλους και ο παπαράτσι δεν είχε αλλοιώσει αυτή τη φωτογραφία. Αναρωτιέμαι με πόσους ακόμα έχει κάνει ιδιωτικές συμφωνίες». Παρ’ ότι είχε τα μάτια της καρφωμένα σε κάποιον πρόγονο στον τοίχο, ένιωσε την προσμονή του Γκάμπριελ. Η αδρεναλίνη επέστρεψε ορμητική. «Τίποτα, δηλαδή δεν έχει αλλάξει; Αρνείσαι ότι έγινε;» Η Σάρα γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. «Και βέβαια το αρνούμαι... απολύτως και με την ίδια σιγουριά που αρνιόμουν τόσο καιρό ότι έκλεψα το περιδέραιο», είπε ψυχρά. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ακανόνιστα, καθώς ο Γκάμπριελ κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Το αρρενωπό του πρόσωπο είχαν σκληρύνει από το θυμό και την περιφρόνηση. Ενστικτωδώς σήκωσε τα χέρια της για να τον αποκρούσει. «Μην τολμήσεις να με αγγίξεις!» Εκείνος σταμάτησε τόσο κοντά της, που μύρισε την αμυδρή αντρίκεια μυρωδιά του που την αναστάτωνε και διέλυε σχεδόν τη θέλησή της. Τα συναισθήματα μαίνονταν μέσα της, αλλά δεν μπορούσε να τον αφήσει να την περιφρονήσει ξανά.


151

ROBYN DONALD

«Προσπαθείς να μου πεις ότι δε νιώθεις τίποτα για μένα;» τη ρώτησε. Η ειρωνική λάμψη στα μάτια του την έκανε να νιώσει αδέξια κι ανόητη. «Εκτός από πόθο;» του πέταξε προσπαθώντας απελπισμένα να προστατεύσει τον εαυτό της. «Ναι, μπορείς και με κάνεις να υποτάσσομαι με τα φιλιά σου. Αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτα, και το ξέρεις... αλλιώς δε θα με έδιωχνες από τον πύργο». Ο μαγνητισμός του την αγκάλιασε, θρυμματίζοντας τις άμυνές της. Ο Γκάμπριελ είχε αμείλικτη επίδραση επάνω της. Αυτή τη φορά, όμως, δε θα του παραδινόταν. Η σαρκική επιθυμία, ο εθισμός, ό,τι κι αν ήταν αυτό, μπορεί να ήταν κάτι ισχυρό αλλά όχι τόσο ισχυρό όσο η αγάπη. Και ο Γκάμπριελ δεν είχε μιλήσει ποτέ για αγάπη. Και δε μιλούσε και τώρα. Αντιθέτως απομακρύνθηκε λες και αηδίαζε να τη βλέπει και είπε: «Ένα πράγμα πες μου... πόσο καιρό κοιμόσουν με τον Κένεντι;» Πόσο χαρούμενη ήταν η Σάρα που δεν είχε υποκύψει! «Η μόνη φορά που τον άγγιξα ήταν όταν με αγκάλιασε και μου είπε ότι το περιδέραιο είχε χαθεί. Υποθέτω ότι αυτή τη σκηνή έπιασε ο φωτογράφος. Δε με νοιάζει αν το πιστεύεις ή όχι». Η σιωπή στο δωμάτιο ήταν πολύ βαριά. «Αυτή τη στιγμή ετοιμάζουν τα πράγματά σου», είπε εκείνος τελικά. Η φωνή του ήταν τόσο ψυχρή, που την πάγωσε ως το κόκαλο. «Το τζετ θα σε πάει στο Λονδίνο». «Ευχαριστώ», είπε η Σάρα και, κάνοντας μεταβολή, βγήκε από το δωμάτιο κι από τη ζωή του. Εκείνος δεν έκανε καμία προσπάθεια να την κρατήσει. Και γιατί να το κάνει δηλαδή; Αυτό που έπαιρνε από κείνη μπορούσε να το πάρει κι από οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Πίσω στο δωμάτιο που θεωρούσε πλέον δικό της, η Σάρα βρήκε τη βαλίτσα της ανοιχτή πάνω στο κρεβάτι και ένα πολύ γνώριμο πρόσωπο να πακετάρει τα ρούχα της. «Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε τη Μαρία χωρίς περιστροφές. Η καμαριέρα τής έριξε μια παρακλητική ματιά και προς μεγάλη


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

152

έκπληξη της Σάρα άρχισε να κλαίει. «Τι συμβαίνει, Μαρία; Τι τρέχει;» «Κάνω λάθος», είπε η Μαρία με λυγμούς. «Δεν ξέρω...» Τα αγγλικά της μετατράπηκαν σε πνιχτούς ήχους που η Σάρα δεν μπορούσε να ξεχωρίσει. «Κάθισε», της είπε ήρεμα και την έσπρωξε στην άκρη του κρεβατιού, αρπάζοντας ένα κουτί χαρτομάντιλα. «Έλα, σκούπισε τα μάτια σου και πες μου τι συνέβη. Σε έδιωξε ο Γκάμπριελ;» Η Μαρία ξεροκατάπιε και φύσηξε τη μύτη της. «Αυτός δεν αγαπάει εσένα», είπε κλαίγοντας χωμένη στο χαρτομάντιλο. «Αλλά εσύ αγαπάς εκείνον. Οι άλλες γυναίκες του... δεν αγαπάνε όσο εσύ. Γι’ αυτό ήθελα μάθει... στην καρδιά του...» Σταμάτησε και χτύπησε το στήθος της δυνατά. «... Πόσο πολύτιμη είσαι... για κείνον. Να τον δοκιμάσω», επανέλαβε λες και οι λέξεις αυτές ήταν κάποιο ξόρκι. Παρ' όλο που η Μαρία είχε συνειδητοποιήσει ότι κάτι έτρεχε με τη σχέση τους, δεν είχε καταλάβει ότι η επιθυμία του Γκάμπριελ δε στηριζόταν σε τίποτα παραπάνω από αχόρταγο σαρκικό πόθο που θα έφθινε μέσα σε μερικούς μήνες. «Συνέχισε», την παρότρυνε χαμηλόφωνα η Σάρα και πήγε στην ντουλάπα για να ξεκρεμάσει τη φούστα που είχε φορέσει το πρώτο βράδυ. Η Μαρία, αφού ηρέμησε κάπως, έσκυψε μπροστά της και είπε με ειλικρίνεια: «Κι εκείνος δυστυχισμένος όταν φεύγεις... έφυγες», διόρθωσε τον εαυτό της. «Σκέφτηκα γρήγορα θα καταλάβει δεν έκλεψε εκείνη το Αίμα της βασίλισσας. Αλλά όχι... άρα δε σε αγαπάει; Καλύτερα να ξέρεις πριν παρά μετά το γάμο. Περίμενα και περίμενα. Μετά ήμουν έτοιμη να του πω πού είναι το Αίμα της Βασίλισσας. Αλλά μετά σε φέρνει εδώ, άρα σε αγαπάει». Κοίταξε τη Σάρα σαν να την κατηγορούσε. «Αλλά όλα πήγαν στραβά! Ακόμα μετά που μοιραστήκατε κρεβάτι, όλα στραβά!» Το πρόσωπό της Σάρα έγινε κατακόκκινο. «Επειδή δε με


153

ROBYN DONALD

αγαπάει». Δίπλωσε τη φούστα και την έβαλε στη βαλίτσα της — κάθε μικρή, συνηθισμένη κίνηση η ηχώ του τέλους. «Σε αγαπάει, σε αγαπάει!» επέμεινε η Μαρία. «Είδα να σε κοιτάζει... και καμία από τις άλλες γυναίκες δεν κοιτάει έτσι». Πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει. «Αλλά είναι Κονσιντίνι... πρόσωπο έκπτωτου αγγέλου και θέληση από ατσάλι και πάρα πολλές γυναίκες θέλουν τα λεφτά του και το κορμί του και τη δύναμή του!» Έριξε μια ματιά στη Σάρα. «Αυτός φοβάται». «Ο Γκάμπριελ;» Η Σάρα με το ζόρι κρατήθηκε να μην ξεσπάσει σε υστερικά γέλια. «Αυτός δεν ξέρει καν τι σημαίνει η λέξη». «Κι εσύ λάθος. Ξέρει. Θα του πω», είπε η Μαρία και σηκώθηκε όρθια. «Και τότε θα μείνεις κι εκείνος θα είναι ευτυχισμένος και η βασίλισσα επίσης». Η Σάρα γύρισε προς το μέρος της. «Ξέρω ότι τον αγαπάς και τον σέβεσαι, αλλά δεν τον ξέρεις, Μαρία. Δεν πρόκειται να μείνω. Και το να προσπαθήσεις να τον πείσεις ότι είναι ερωτευμένος μαζί μου, απλώς θα τον εξαγριώσει. Εξάλλου δε θα άλλαζε τίποτα, γιατί δεν πρόκειται να παντρευτώ έναν άντρα που δε με εμπιστεύεται αρκετά για να με πιστέψει». Η Μαρία την κοίταξε σκεπτική και μετά χαμογέλασε αμυδρά. «Ναι», είπε απλά. «Έχεις δίκιο. Φυσικά». Πήγε στην ντουλάπα κι έβγαλε τα υπόλοιπα ρούχα. «Τώρα εγώ μαζέψω βαλίτσα σου», πρόσθεσε και το αυταρχικό της ύφος επέστρεψε αμέσως. «Το ελικόπτερο γρήγορα εδώ». Και όντως. Η Σάρα φόρεσε μαύρο τζιν και μαύρο σακάκι. Είχε σπάσει το πένθιμο χρώμα τους με ένα ροζ κοντομάνικο μπλουζάκι κι ένα ανοιχτόχρωμο καπέλο με πλατύ γείσο, που έκρυβε τα μάτια της. Πέρασε την τσάντα της στον ώμο της και κατέβηκε στην αυλή με τον μπάτλερ και τη Μαρία. Το ελικόπτερο προσγειώθηκε, με θόρυβο σηκώνοντας φύλλα. «Ευχαριστώ», είπε η Σάρα χαμογελώντας συγκρατημένα στην ηλικιωμένη γυναίκα που είχε κάνει όλα όσα είχε κάνει για λόγους που εκείνη θεωρούσε σωστούς. Τελικά το καπέλο δεν


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

154

της χρειάστηκε, γιατί ο Γκάμπριελ δεν εμφανίστηκε για να την αποχαιρετήσει. Μπήκε μέσα στο ελικόπτερο, έδεσε τη ζώνη ασφαλείας στη στενή μέση της και κοίταξε ευθεία μπροστά της καθώς το ελικόπτερο απογειωνόταν. *** Στο Λονδίνο παρέδωσε τα σχέδια για τα τρία υπνοδωμάτια στο Λημέρι του Λύκου και μετά παραιτήθηκε από τη δουλειά της. «Κρίμα», είπε ο εργοδότης της, σηκώνοντας το κεφάλι του από τα σχέδιά της. Χαμογέλασε συγκρατημένα και κάπως παράξενα. «Υποθέτω ότι ο Κονσιντίνι σου είπε για τη συμφωνία μας». «Ναι». Η φωνή της ήταν επίπεδη, αλλά η αηδία και η οργή της ήταν φανερές στον τόνο της. «Πίστευα ότι θα έχανα το χρόνο μου μαζί σου», είπε εκείνος ήρεμα. «Αλλά έχεις ταλέντο. Η θέση σου είναι ακόμη ανοιχτή αν τη θέλεις... κι αυτή τη φορά ο Κονσιντίνι δε θα έχει καμία σχέση». «Όχι, ευχαριστώ». «Τότε θα σου γράψω μια καλή συστατική επιστολή». Η Σάρα ήταν έτοιμη να του πει τι να την κάνει τη συστατική επιστολή του, αλλά η κοινή λογική την έκανε να συγκρατηθεί. Τη χρειαζόταν. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να βρει δουλειά της προκοπής χωρίς συστάσεις. «Ευχαριστώ», είπε ανέκφραστα. «Πού σκοπεύεις να πας;» «Αμερική», απάντησε αυτόματα η Σάρα. «Νέα Υόρκη; Λος Αντζελες;» Η Σάρα ανασήκωσε τους ώμους της. «Λος Αντζελες... έχει καλύτερο καιρό». «Λυπάμαι», είπε εκείνος απρόσμενα. Κι εκείνη το ίδιο αλλά χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της. «Δε χρειάζεται. Ήταν εξαιρετική εμπειρία», είπε ειρωνικά.


155

ROBYN DONALD

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Για να καταφέρει η Σάρα να φτάσει στο Φαλάισι χρησιμοποίησε και την τελευταία δεκάρα του τραπεζικού λογαριασμού της, έφτασε την κάρτα της στο όριο και το ταξίδι εξελίχθηκε σε τεστ αντοχής. Τελικά, όμως, τα κατάφερε και κατέρρευσε εξαντλημένη και νυσταγμένη σε ένα ταξί, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. «Είχατε καλό ταξίδι;» ρώτησε ο οδηγός. Ένας άντρας που δεν τον γνώριζε την περίμενε στο αεροδρόμιο, κρατώντας μια πινακίδα με το όνομά της. Της κακοφάνηκε, γιατί ήλπιζε να ξεγλιστρήσει χωρίς να την πάρει είδηση κανείς, αλλά στο Φαλάισι τα νέα ταξίδευαν με την ταχύτητα του φωτός. Όχι ότι ο Γκάμπριελ θα μάθαινε ή τον ένοιαζε πού είχε πάει. «Ατελείωτο», είπε στον οδηγό κι ευχήθηκε το ταξί να είχε κλιματισμό. «Α; Μπλέξατε στην απεργία στη Νέα Ζηλανδία;» «Ναι». Και πριν απ’ αυτό είχε υπάρξει μια καθυστέρηση στο Λος Αντζελες και τελικά η πτήση ακυρώθηκε. Από κει αναγκάστηκε να γυρίσει όλα τα νησιά: πήγε στη Χαβάη και μετά διέσχισε τον ισημερινό και πήγε στην Ταϊτή και τη Ραροτόνγκα, μαγικά νησιά με ηλιόλουστη θάλασσα, και μετά κατευθύνθηκε νότια προς τη Νέα Ζηλανδία για να πάρει το αεροπλάνο για Φαλάισι. Η κούραση την είχε καταβάλει κι ένιωθε μαύρη δυστυχία, που της θόλωνε το μυαλό. Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα είχε απολαύσει αυτό το ταξίδι από εδώ κι από εκεί. Εκείνη τη


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

156

στιγμή, όμως, το μόνο που ήθελε ήταν να πάει στο κρεβάτι και να κοιμηθεί για τρεις εβδομάδες. Ή τρία χρόνια, σκέφτηκε ειρωνικά. Αλλά υποψιαζόταν ότι ακόμα και τότε, όταν θα ξυπνούσε, θα αγαπούσε ακόμη τον Γκάμπριελ. «Έχετε ξαναέρθει εδώ;» ρώτησε ο ταξιτζής. «Ναι». Λίγο μετά τα εικοστά πρώτα γενέθλιά της είχε χρησιμοποιήσει την κληρονομιά που της είχαν αφήσει οι παππούδες της και είχε επιστρέφει για να ανανεώσει τη φιλία της με μια παλιά συμμαθήτρια της, που νοίκιαζε δυο μικρά εξοχικά σπιτάκια δίπλα ακριβώς στη λίμνη. «Και τότε στο ίδιο μέρος μείνατε;» ρώτησε ο οδηγός. «Ναι», είπε η Σάρα. «Πολύ ωραίο σπιτάκι. Πάνω ακριβώς στην παραλία. Το έχει η ξαδέρφη μου. Εκείνη μου είπε να έρθω να σας πάρω». Και η Ταριφά θα είχε αερίσει το σπίτι και θα είχε στρώσει το κρεβάτι και θα είχε γεμίσει το ψυγείο τρόφιμα. «Χαίρομαι που σας γνωρίζω», είπε η Σάρα ανέκφραστα. «Συγνώμη, αλλά το μυαλό μου δε λειτουργεί αυτή τη στιγμή». Ο οδηγός γέλασε. «Χρειάζεστε διακοπές! Και ήρθατε στο σωστό μέρος». Μόλις μπήκε στο σπίτι, η Σάρα βούρκωσε, βλέποντας τους ιβίσκους που ήταν τόσο προσεκτικά τοποθετημένοι στο τραπέζι να έχουν μαραθεί. Πριν από μία εβδομάδα βρισκόταν στο Λημέρι του Λύκου και ήλπιζε μάταια ότι μπορούσε να κάνει τον Γκάμπριελ να συνειδητοποιήσει ότι δε θα έκλεβε ποτέ κάτι από κείνον. Ήλπιζε, όπως συνειδητοποιούσε τώρα, ότι ο Γκάμπριελ ένιωθε για κείνη κάτι παραπάνω από πόθο. Τα πράγματα δεν ήταν όμως έτσι και παρ’ όλο που στην αγκαλιά του μεταμορφωνόταν κι ένιωθε ευτυχία, αυτό δεν ήταν αρκετό. Χωρίς αγάπη και εμπιστοσύνη και συντροφικότητα, το πάθος ήταν απλώς μια φαντασίωση, μια λαχτάρα που της υποσχόταν τα πάντα, αλλά τελικά την έκανε να νιώθει ανολοκλήρωτη και την πλήγωνε. Η ατμόσφαιρα ήταν υγρή, βαριά και ζεστή, μυρωμένη με τη


157

ROBYN DONALD

γλύκα πλουμερίας, που η ακαθόριστη, ερωτική της μυρωδιά ανακατευόταν με το θαλασσινό αεράκι. Η Σάρα άνοιξε τα παντζούρια και τις πόρτες της βεράντας που έβλεπαν στην παραλία. Μακριά στη λίμνη τρεμόπαιζαν φώτα... ψαράδες που έπιαναν ψάρια για τις οικογένειές τους. «Άργησες να φτάσεις», ακούστηκε από πίσω της ο Γκάμπριελ. Με κομμένη την ανάσα η Σάρα γύρισε προς το μέρος του, κοιτώντας τον με μάτια διάπλατα. Δεν πίστευε ότι εκείνος στεκόταν εκεί στην πόρτα. Πανικός την πλημμύρισε. «Τι;...» Έκλεισε τα μάτια της, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να διώξει από μπροστά της την επιβλητική μορφή του. «Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε βραχνά. «Η σπιτονοικοκυρά σου μου έδωσε το κλειδί». «Δεν είχε κανένα δικαίωμα». Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούσε να κατηγορήσει την Ταριφά. Δεν ήταν εύκολο να αντισταθεί κανείς στη γοητεία του Γκάμπριελ και η αποφασιστικότητα πίσω από τον ακαταμάχητο μαγνητισμό του θα είχε σίγουρα κερδίσει την Ταρκρά σε δευτερόλεπτα. Η Σάρα προσπάθησε να επιστρατεύσει όση ψυχραιμία της είχε απομείνει. «Νόμιζα ότι σ’ το ξεκαθάρισα πως δε θα γίνω η παράνομη φιλενάδα σου ή η ερωμένη σου ή ό,τι τέλος πάντων θέλεις να γίνω», του είπε. «Θέλω να γίνεις γυναίκα μου», είπε εκείνος τροχιά. Η Σάρα τον κοίταξε έκπληκτη κι ένιωσε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια της. Ο Γκάμπριελ δεν έμοιαζε με άντρα που είχε μόλις κάνει πρόταση γάμου. Δεν τον είχε ξαναδεί να έχει τόσο αυστηρή έκφραση και τόσο ανεξιχνίαστο ύφος. Αν και ο πειρασμός ήταν μεγάλος, κατάφερε να επιστρατεύσει αρκετό θάρρος για να τον απορρίψει. «Φύγε», του ψιθύρισε. Και μετά πιο δυνατά: «Φύγε από δω μέσα!» «Τουλάχιστον άφησέ με να σου ζητήσω συγνώμη». «Πες ότι μου ζήτησες». Η Σάρα ένιωθε ήδη να χάνει την αποφασιστικότητά της, ένιωθε την αγάπη της να της δίνει φρούδες υποσχέσεις, να προσπαθεί να την πείσει ότι δεν πείραζε που δεν την είχε εμπιστευτεί. «Τώρα φύγε!»


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

158

Το δωμάτιο ξαφνικά θόλωσε μπροστά στα μάτια της και μετά άρχισε να γυρίζει και ένιωσε τρομερή ναυτία. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν τον Γκάμπριελ να βρίζει στα ιλιριανά καθώς έχανε τις αισθήσεις της. Όταν ξύπνησε, αναρωτήθηκε πού βρισκόταν και ξαφνικά τα θυμήθηκε όλα απότομα. Άνοιξε τα μάτια της διάπλατα και πετάχτηκε από το κρεβάτι. Το κεφάλι της γυρνούσε και είχε αρπαχτεί από το κεφαλάρι όταν μπήκε μέσα ο Γκάμπριελ με ένα ποτήρι νερό στο χέρι. «Ξάπλωσε κάτω!» τη διέταξε και τάχυνε το βήμα του. Την έπιασε με το ένα του χέρι και μετά άφησε το ποτήρι στο κομοδίνο. Εκείνη στεκόταν αδύναμη και κουνούσε το κεφάλι της καθώς οι τοίχοι είχαν αρχίσει και πάλι να γυρίζουν. «Ξάπλωσε κάτω, Σάρα!» Η Σάρα, όμως, δεν τολμούσε να κουνηθεί. Ο Γκάμπριελ είπε κάτι μέσα από τα δόντια του και τη σήκωσε στα χέρια του. Με το μάγουλό της ακουμπισμένο στο στήθος του και τον γρήγορο χτύπο της καρδιάς του να αντηχεί στ’ αυτιά της, σκέφτηκε ζαλισμένη ότι ήταν σαν να είχε επιστρέφει σπίτι της μετά από χρόνια εξορίας. Έκλεισε τα μάτια της και παραδόθηκε σιωπηλά, αποδεχόμενη εκείνη τη στιγμή ότι δεν μπορούσε να του αντισταθεί. Ό,τι κι αν ήθελε από κείνη, θα του το έδινε γιατί τον αγαπούσε τόσο πολύ που την πονούσε. «Από πότε έχεις να φας ή να πιες κάτι;» Η φωνή του Γκάμπριελ αντήχησε στο μυαλό της καθώς της τραβούσε το σεντόνι. «Δεν ξέρω. Έπινα νερό συνέχεια». «Δε σε κατηγορώ που δεν ήθελες να φας το φαγητό του αεροπλάνου», είπε εκείνος και την άφησε στο κρεβάτι, «αλλά το να μη φας τίποτα για τρεις μέρες είναι απλώς χαζό. Είδα ότι κάποιος έχει αφήσει ένα μπολ με φρούτα στην κουζίνα. Θα σου φέρω μια μπανάνα... θα βοηθήσει το ζάχαρό σου». Η σκέψη να φάει οτιδήποτε της έφερε και πάλι ναυτία, αλλά εκείνος είχε δίκιο. Το στομάχι της ήταν εντελώς άδειο κι αν δεν έτρωγε κάτι, θα λιποθυμούσε ξανά. Η Σάρα έκλεισε τα μάτια


159

ROBYN DONALD

της και προσπάθησε να ανασάνει αργά και βαθιά. Όταν ένιωσε, όμως, το στρώμα να υποχωρεί κάτω από το βάρος του Γκάμπριελ, όλες της οι αισθήσεις ξύπνησαν και πάλι εντελώς, διώχνοντας την εξάντληση που ένιωθε πριν από ένα λεπτό. «Δάγκωσε», την πρόσταξε. Υπάκουα η Σάρα δάγκωσε τη γλυκιά, μαλακή μπανάνα. «Τώρα μάσησε. Και μετά κατάπιε». Η Σάρα έκανε ό,τι της είπε και μετά παρατήρησε αγανακτισμένη: «Ξέρω πώς να τρώω». «Τότε, γιατί δεν έφαγες τόσες μέρες; Πάνε εβδομήντα δύο ώρες από τη στιγμή που έφυγες από το Λονδίνο και βάζω στοίχημα ότι δεν έχεις φάει τίποτα σ’ αυτό το διάστημα». Η Σάρα θα απαντούσε, αλλά της είχε βάλει και πάλι την μπανάνα μες στο στόμα. Κι επειδή ήταν τόσο συγκινητικό και γλυκό το ότι τη φρόντιζε, κατάπιε άλλη μια μπουκιά παρ’ όλο που δεν πήγαινε τίποτα κάτω. Ο Γκάμπριελ σηκώθηκε. «Θα σου φτιάξω ένα φλιτζάνι τσάι και μετά θα κάνεις ένα ντους. Όσο νερό κι αν έχεις πιει, μάλλον χρειάζεται και το δέρμα σου ενυδάτωση». Η μπανάνα της έδωσε αρκετή ενέργεια για να μπορέσει να ανασηκωθεί στο κρεβάτι. Στραβοκοίταζε προς την πόρτα όταν εκείνος επέστρεψε κουβαλώντας μια μεγάλη κούπα. Κοίταξε το νερό που της είχε φέρει πριν κι έγνεψε ικανοποιημένος. «Ωραία το ήπιες. Τώρα πιες κι αυτό». «Δε θα μου λες τι να κάνω στο ίδιο μου το σπίτι», είπε η Σάρα, αλλά η φωνή της ακούστηκε ξεψυχισμένη. «Όχι μόνο θα σου πω, αλλά αν χρειαστεί θα σε αναγκάσω κιόλας», είπε γλυκά εκείνος και της πρόσφερε την κούπα. «Μήπως είναι πολύ βαριά; Μπορείς να την κρατήσεις;» «Εντάξει είναι». Το τσάι είχε πολύ γάλα και ήταν υπερβολικά γλυκό, αλλά το ήπιε λαίμαργα. «Τώρα μάλιστα», είπε ο Γκάμπριελ όταν εκείνη τελείωσε. «Επανήλθε κάπως το χρώμα σου». Μόνο επειδή εκείνος καθόταν δίπλα της, σκέφτηκε


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

160

αποκαμωμένη η Σάρα, και η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και είχε αυξηθεί η κυκλοφορία του αίματός της. Ακόμα και κουρασμένη και εξαντλημένη από τη διαφορά ώρας και πάλι ανταποκρινόταν στη γοητεία του. «Δεν είναι δίκαιο», είπε άτονα. «Δεν μπορώ να σε αντιμετωπίσω, αλλά δε σε θέλω εδώ». «Μην ανησυχείς, θα είσαι πάλι έτοιμη για καβγά το πρωί. Χρειάζεσαι απλώς ένα δωδεκάωρο ύπνου και φαγητό της προκοπής», είπε ο Γκάμπριελ με ένα παράξενο, κυνικό χαμόγελο. «Όσο για το ότι θέλεις να με ξεφορτωθείς... όχι απόψε. Δεν είσαι τελείως καλά και χρειάζεσαι κάποιον να σε φροντίσει. Θα τα καταφέρεις να πας μέχρι το μπάνιο;» «Δε θέλω». Η ενέργεια που της είχε χαρίσει η μπανάνα και η ζάχαρη στο τσάι ήταν τελικά πολύ πρόσκαιρη. Ο λήθαργος της έγνεφε σαν ένα σκοτεινό, αδηφάγο τούνελ και της υποσχόταν μερικές πολύτιμες ώρες όπου δε θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσει τίποτα. Το πείσμα του Γκάμπριελ τη νίκησε. «Θα νιώσεις καλύτερα αν κάνεις ένα ντους». Η Σάρα ένιωσε να τη σηκώνει στα χέρια του. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τα δικά του. Το ύφος του δε σήκωνε αντιρρήσεις. «Χαλάρωσε», της είπε με έναν τόνο σαν να το έβρισκε διασκεδαστικά και την κουβάλησε στο μικροσκοπικό μπάνιο. Η Σάρα το υπέμεινε νωθρά, όταν όμως την κάθισε σε μια καρέκλα κι άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό της αντέδρασε. «Όχι!» είπε και του έπιασε το χέρι, εμποδίζοντάς τον. «Δεν πρόκειται να κάνω τίποτα παραπάνω από το να σε κάνω ντους», είπε εκείνος και η φωνή του διέλυσε την εύθραυστη αυτοκυριαρχία της. «Μπορώ και μόνη μου», είπε με πείσμα η Σάρα, επιστρατεύοντας τη λίγη υπερηφάνεια που της είχε απομείνει. Ο Γκάμπριελ δίστασε για μια στιγμή και μετά τραβήχτηκε.


161

ROBYN DONALD

«Εντάξει». Δεν έφυγε όμως και το ύφος του την έπεισε ότι οποιαδήποτε περαιτέρω αντίρρηση από μέρους της ήταν ανώφελη. Αγνοώντας τον, η Σάρα ξεκούμπωσε το υπόλοιπο πουκάμισο. Το κούμπωμα στο βαμβακερό παντελόνι της αποδείχτηκε πιο δύσκολο, αλλά πάλεψε και τελικά το άνοιξε. Σηκώθηκε όρθια κι άφησε το παντελόνι να πέσει στα πόδια της. Μία ακόμη τάση λιποθυμίας όμως την ξάφνιασε. Νιώθοντας το κεφάλι της να γυρίζει, πιάστηκε από την πλάτη της καρέκλας και προσπάθησε να πάρει βαθιές ανάσες. Ο Γκάμπριελ τη σήκωσε στα χέρια του χωρίς δεύτερη κουβέντα και την έβαλε στο ντους. Το νερό στο Φαλάισι δεν ήταν ποτέ κρύο, οι χλιαρές σταγόνες όμως τη χτύπησαν σαν σφαίρες. Πήρε μια κοφτή ανάσα και ενώ προσαρμοζόταν στην υπέροχη αίσθηση, ο Γκάμπριελ της έβγαλε το σουτιέν και το εσώρουχο και μπήκε και ο ίδιος μέσα ντυμένος κι άρχισε να την πλένει. Η Σάρα ανατρίχιασε με το απαλό, επιδέξιο χάδι των χεριών του καθώς τη σαπούνιζε και την ξέπλενε. Η λίγη αντοχή που της είχε απομείνει σαν να κύλησε κι αυτή μαζί με το σαπούνι κι έτσι τη στιγμή που εκείνος γύρισε κι έκλεισε το νερό, η Σάρα έγειρε στο γεροδεμένο κορμί του, τόσο χαλαρωμένη, που δεν μπορούσε να κουνηθεί. Το μυαλό της είχε κοιμηθεί ήδη. Μετά θυμόταν αμυδρά ότι τη σκούπισε αλλά η επιστροφή στην κρεβατοκάμαρα ήταν ένα κενό και καθώς την έπαιρνε ο ύπνος δεν κατάλαβε ότι από τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα. *** Η Σάρα ξύπνησε στα ζεστά, στο σκοτάδι, ακούγοντας τον αργό, σταθερό χτύπο μιας καρδιάς και νιώθοντας την απίστευτη απόλαυση να σε έχει κάποιος αγκαλιά στο δυνατό, γεροδεμένο κορμί του... Ξύπνησε, νιώθοντας αυτή την αναπόφευκτη αίσθηση του πόσο σωστό ήταν αυτό, την ολοκλήρωση, που


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

162

μαρτυρούσε ότι ήταν με τον Γκάμπριελ και ότι είχε περάσει τη νύχτα κλεισμένη στην αγκαλιά του. Για πολλή ώρα έμεινε ξαπλωμένη εκεί, υπό την επήρεια των ονείρων που έβλεπε όσο κοιμόταν, που ήταν σαν συννεφιασμένες σκιές. Χωρίς να κουνηθεί, ανάσανε βαθιά και άνοιξε τα μάτια της. Το φεγγάρι είχε δύσει και ήταν σκοτεινά και ήσυχα. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν το αιώνιο μουρμουρητό των κυμάτων. Και η βαθιά, σταθερή ανάσα του Γκάμπριελ. Τα μάτια του ήταν κλειστά, το κορμί του χαλαρό, παραδομένο στον ύπνο, το χέρι του όμως γύρω της την κρατούσε σφιχτά, σαν να ήταν απίστευτα πολύτιμη. Στο στόμα της τρεμόπαιξε ένα μελαγχολικό χαμόγελο. Γιατί εκείνος είχε έρθει; Η Σάρα δεν τολμούσε να ελπίζει. Έδιωξε την ερώτηση από το μυαλό της και άφησε τον εαυτό της να σκεφτεί μόνο αυτή τη στιγμή, αυτό το πολύ μικρό κομμάτι του χρόνου που είχε με τον άντρα που αγαπούσε. Ήθελε απεγνωσμένα να τεντωθεί, αλλά αυτό θα τον ξυπνούσε. Το απαλό αεράκι από τον ανεμιστήρα πάνω από το κρεβάτι χάιδευε το ευαίσθητο δέρμα της. Έκλεισε ξανά τα μάτια της κι επέτρεψε στον εαυτό της να καταγράψει και την παραμικρή λεπτομέρεια ώστε να μην την ξεχάσει ποτέ. Όταν θα ήταν πια γριά, ήθελε να μπορεί να τα ανακαλέσει όλα... τη μυρωδιά του, το αργό, σταθερό ανεβοκατέβασμα του στήθους του, την αίσθηση του καυτού, λείου δέρματός του στο γυμνό κορμί της, την ακριβή απόσταση από τη μέση του στο γοφό του... Πολύ προσεκτικά έβαλε το χέρι της στην καρδιά του κι ένιωσε την απαράμιλλη ζωντάνια της κάτω από την παλάμη της. Εκείνος δεν κουνήθηκε. Πιο τολμηρή τώρα αλλά και πάλι προσεκτική, γύρισε αργά το κεφάλι της και τον φίλησε στον ώμο. Όταν εκείνος δεν αντέδρασε, άφησε τα χείλη της κολλημένα εκεί, τη γλώσσα της να τον γευτεί και τις αισθήσεις της να απολαύσουν νωχελικά, νυσταγμένα τον άντρα που αγαπούσε. Συνήθως, σκέφτηκε ονειροπόλα, ο Γκάμπριελ ξυπνούσε με το


163

ROBYN DONALD

παραμικρό άγγιγμα. Αλλά η διαφορά ώρας δε γινόταν να είχε επηρεάσει μόνο εκείνη. Χαμήλωσε το χέρι της στη μέση του κι ένιωσε το λάστιχο ενός σορτς. Ήταν επικίνδυνα γλυκό να τον έχει ξαπλωμένο εκεί στο έλεος της, αλλά ένιωθε σαν να έκανε ζαβολιά. Εκείνος της είχε φερθεί πολύ καλά, την είχε ταΐσει και την είχε κάνει μπάνιο και την είχε προστατέψει στο σκοτάδι, κρατώντας τη στην αγκαλιά του, αλλά αυτό δεν της έδινε το δικαίωμα να τον αγγίζει ενώ κοιμόταν. Παρ’ όλα αυτά, κάλυψε και πάλι την καρδιά του με το χέρι της και έχωσε το πρόσωπό της στον ώμο του, ανασαίνοντας όσο μπορούσε πιο προσεκτικά για να μην τον ξυπνήσει. Κι έτσι αφέθηκε σε μια θολή παραμυθένια χώρα όπου τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα. Μερικά λεπτά ακόμη, σκέφτηκε μισοκοιμισμένη... και γλίστρησε πάλι στον ύπνο και στο πιο ερωτικό όνειρο της ζωής της. *** «Ξύπνησες;» Η φωνή του Γκάμπριελ μόλις που ακούστηκε, αλλά την ξύπνησε αμέσως. Το κρεβάτι κουνήθηκε από κάτω της κι άνοιξε τα μάτια της καθώς τα χέρια του την έσφιξαν. Ήταν, συνειδητοποίησε, ξαπλωμένη επάνω του με το πρόσωπό της χωμένο στο λαιμό του. Οι δυνατοί μηροί του κουνήθηκαν από κάτω της, αποκαλύπτοντας ότι ήταν πολύ, πολύ ερεθισμένος. Μα τι είχε κάνει; Στο όνειρό της του είχε κάνει αργά έρωτα, χρησιμοποιώντας όλα όσα της είχε μάθει, κάθε μικρό ερωτικό μυστικό, για να τον ερεθίσει. Μόνο που το όνειρό της φαινόταν να είχε γίνει πραγματικότητα, γιατί και το δικό της κορμί ήταν φουντωμένο από την προσμονή και σε κάθε της κύτταρο είχε ξυπνήσει η επιθυμία. «Ναι», μουρμούρισε κατακόκκινη από ντροπή και προσπάθησε να ξεκολλήσει από πάνω του. Εκείνος την έσφιξε. «Ξέρεις πού βρίσκεσαι;» τη ρώτησε νωχελικά.


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

164

«Στο Φαλάισι». «Ξέρεις με ποιον είσαι;» Η Σάρα σήκωσε απότομα το κεφάλι της. «Και βέβαια ξέρω». «Πες το όνομά μου». Η Σάρα άνοιξε απρόθυμα τα μάτια της στο άπλετο φως της μέρας. Μια άγρια χαρά την πλημμύρισε. Τα χαρακτηριστικά του Γκάμπριελ μαρτυρούσαν την επιθυμία του. «Γιατί;» τον ρώτησε. «Γιατί θέλω να είμαι σίγουρος ότι ξέρεις τι κάνεις». Το πρόσωπό του σκλήρυνε. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι κοιμόσουν, όταν με ξύπνησες με τόσο δελεαστικά χάδια, γι' αυτό αν θέλεις να σταματήσεις τώρα που ξύπνησες, αυτή είναι η τελευταία σου ευκαιρία». Η Σάρα δε δίστασε. «Δε θέλω να σταματήσω». Έφερε τα χείλη της κοντά στα δικά του και του είπε: «Είσαι ο Γκάμπριελ». Η μοναδική μου αγάπη... «Τότε κάνε με δικό σου, Σάρα», είπε εκείνος βραχνά. Η Σάρα πάγωσε και επικράτησε σιωπή. Τελικά, ανασηκώθηκε ελαφρά για να κοιτάξει το λατρεμένο του πρόσωπο. Ήθελε να σιγουρευτεί ότι εκείνος δε θα το ξεχνούσε ποτέ αυτό, ότι κάθε φορά που θα ήταν ξαπλωμένος έτσι με μια άλλη γυναίκα το δικό της πρόσωπο θα έβλεπε, το όνομά της θα αντηχούσε στο μυαλό του, τη γεύση της θα είχε στο στόμα του. Εκείνος κατσούφιασε. «Είσαι καλά;» «Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα», είπε βραχνά η Σάρα κι άρχισε να παίζει με μεγάλη προθυμία το ρόλο της ξελογιάστρας, χρησιμοποιώντας το κορμί της για να θέσει το ρυθμό, να διεκδικήσει τα δικαιώματά της επάνω στο κορμί του. Δικαιώματα που εκείνος μάλλον δεν της αναγνώριζε. Δεν είχε σημασία. Ήταν το άλλο της μισό, ο μόνος άντρας που τη συμπλήρωνε και την έκανε να νιώθει ολοκληρωμένη. Μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνον, θα ήταν όμως μια ζωή χωρίς ουσία κι αγάπη. Κατά βάθος, περίμενε να της αντισταθεί όταν θα συνειδητοποιούσε τι του έκανε, αλλά εκείνος δεν αντέδρασε.


165

ROBYN DONALD

Η Σάρα έβλεπε την τεράστια προσπάθεια που κατέβαλε να παραμείνει ακίνητος, και παρ’ όλα αυτά της έδινε πλήρη ελευθερία στο κορμί του. Αφήνοντας τα συναισθήματά της να της πουν τι να κάνει, πώς να το κάνει, απελευθέρωσε τη μεθυστική δύναμη της επιθυμίας που την παρότρυνε να πάρει γρήγορα ικανοποίηση και χάρισε ευχαρίστηση και στους δύο τους μέσα σε μια ονειρική, αισθησιακή τρέλα καθώς η καυτή τροπική μέρα πήγαινε προς το απόγευμα. «Άλλο λίγο απ’ αυτό το μαρτύριο, μάγισσα, και δε θα αντέξω», είπε τελικά ο Γκάμπριελ με σφιγμένη φωνή. Παρ’ όλα αυτά και πάλι δεν την άρπαξε, δεν πήρε εκείνος τον έλεγχο. Αυτή η παράταση του ερωτικού μαρτυρίου ήταν πια και για κείνη ανυπόφορη. Τώρα ήθελε την ένωσή τους που είχε γίνει επιτακτική. Τον τράβηξε μέσα της και κινήθηκε άγρια, καθώς οι μύες της τον αγκάλιαζαν και τον έσφιγγαν. Σχεδόν αμέσως έφτασε στην έκσταση και η αίσθηση ήταν τόσο έντονη, που τελικά της παραδόθηκε. Σφίγγοντας δυνατά τους μηρούς της και με τα μάτια του να πετάνε γαλάζιες φλόγες, ο Γκάμπριελ την ακολούθησε. Ένα βαθύ, βραχνό γρύλισμα βγήκε από μέσα του και το υπέροχο σώμα του σπαρτάρισε από κάτω της. Η Σάρα κατέρρευσε εξαντλημένη επάνω του. Έμεινε ξαπλωμένη εκεί, ακούγοντας την καρδιά του να βροντοχτυπάει και νιώθοντας τα χέρια του σφιχτά γύρω της. Όταν η αναπνοή του σταθεροποιήθηκε και μπόρεσε να μιλήσει, της είπε: «Φαγητό. Χρειάζεσαι φαγητό». Η προστατευτικότητά του τη συγκινούσε, αλλά... εσένα χρειάζομαι σκέφτηκε, ακούγοντας το χτύπο της δικής της καρδιάς καθώς την πλημμύριζε μελαγχολία. Εκείνος της ανασήκωσε το πιγούνι, εξετάζοντας το πρόσωπό της με ανεξιχνίαστο βλέμμα. «Εμένα χρειάζεσαι;» τη ρώτησε τροχιά. Η Σάρα ένιωσε ντροπή. Ω Θεέ μου, το είχε πει δυνατά. Έκλεισε


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

166

τα μάτια της για να αποφύγει το αδυσώπητο βλέμμα του και φώλιασε στο στήθος του. Το μυαλό της έψαχνε σαν τρελό να βρει κάποιο τρόπο να διορθώσει τη ζημιά. Και τότε σήκωσε το κεφάλι της και τον αντιμετώπισε, «Ναι», είπε απλά. Εκείνος με μία γρήγορη, δυνατή κίνηση, την έφερε από κάτω του. «Έτσι;» είπε μέσα από τα δόντια του και την έκανε δική του μπαίνοντας μέσα της απελπισμένα. Η Σάρα τον υποδέχτηκε με χαρά..., με χαρά και αγαλλίαση και ανακούφιση. Μοναδικές αισθήσεις την πλημμύρισαν καθώς την κατακτούσε. Αν αυτό μόνο μπορούσε να της προσφέρει, θα το δεχόταν. «Ναι», είπε ψιθυριστά, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από το λαιμό του για να τον κρατήσει κοντά της. Αλλά τότε ο Γκάμπριελ άρχισε να κινείται με βασανιστική τρυφερότητα, σαν να ήταν απίστευτα πολύτιμη κι εύθραυστη, αναγκάζοντας τη να αποδεχτεί μια πολύ πιο αργή, πιο προσωπική κατάκτηση από τη σύντομη, άγρια φωτιά που εκείνη περίμενε. Με εκδικείται, σκέφτηκε. Αλλά ήταν τόσο γλυκιά αυτή η εκδίκηση... Κοντανασαίνοντας, με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή και το αίμα να βράζει στις φλέβες της, η Σάρα ανακάλυψε για ακόμη μία φορά την απόλαυση να βρίσκεται στην αγκαλιά του, ενώ εκείνος έκανε τα αισθησιακά μαγικά του. Ο δεύτερος οργασμός της την ξάφνιασε, ισοπεδώνοντάς τη με την τρομακτική του ένταση. Άρχισε να συστρέφεται από κάτω του και κατεβάζοντας τα χέρια της από τους ώμους του, έσφιξε και ξέσφιξε τα σεντόνια, καθώς η ηδονή ξεδιπλωνόταν μέσα της, πνίγοντας τα πάντα εκτός από την έκσταση της απελευθέρωσης. Καθώς έφτανε στην κορύφωση, φώναξε το όνομά του κι εκείνος την ακολούθησε κι ύστερα έμειναν κολλημένοι μαζί μέχρι που η έκσταση έδωσε τη θέση της σε μια αίσθηση βαθιάς ολοκλήρωσης. Τελικά ο Γκάμπριελ μετακινήθηκε, αγνοώντας τη σιωπηλή διαμαρτυρία της. Γύρισε και την έφερε από πάνω του. Η Σάρα απλώθηκε νωχελικά και αφουγκράστηκε το χτύπο της καρδιάς


167

ROBYN DONALD

του. «Κοιμήσου πάλι», τη διέταξε. Κι εκείνη κοιμήθηκε κι αφέθηκε σε γλυκόπικρα όνειρα μέχρι που ξύπνησε ξανά. Αυτή τη φορά ήταν μόνη της στο κρεβάτι και η πανικόβλητη αντίδρασή της της αποκάλυψε ότι ήταν πολύ περισσότερο παραδομένη άνευ όρων σ’ εκείνον απ’ ό,τι ήθελε να παραδεχτεί. Απρόθυμα άνοιξε τα μάτια της. Το δωμάτιο ήταν άδειο και από τον πορφυρό ουρανό που φαινόταν από τα παντζούρια κατάλαβε ότι πλησίαζε το ηλιοβασίλεμα. Εκείνος είχε φύγει άραγε; Γύρισε μπρούμυτα κι έθαψε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι, ενώ διάφορες ερωτήσεις βομβάρδιζαν το μυαλό της. Τι έκανε εδώ; Της είχε στ’ αλήθεια ζητήσει να γίνει γυναίκα του; Όχι, αυτό θα πρέπει να ήταν παραίσθηση. Αλλά το ότι είχαν κάνει έρωτα δεν ήταν. Τεντώθηκε για να ανακουφίσει τους πιασμένους της μυς. Τι θα συνέβαινε λοιπόν τώρα; Γιατί είχε έρθει ο Γκάμπριελ στην άλλη άκρη του κόσμου; Θα στοιχημάτιζε τη ζωή της ότι δεν είχε σκοπό να κάνει κάτι τέτοιο όταν είχε φύγει εκείνη από το Λημέρι του Λύκου. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα εκείνος επέστρεψε. Προσεκτικοί γύρισε το κεφάλι της και ξέκλεψε μια ματιά. Η καρδιά της σκίρτησε όταν τον είδε να βάζει μια κανάτα νερό στο κομοδίνο. Οι σκιές του σούρουπου έκρυβαν την έκφρασή του, όμως εκείνη ένιωσε ότι είχε κλειστεί ξανά στον εαυτό του, αφήνοντας την απέξω. Βάζοντάς της ένα ποτήρι νερό τη ρώτησε σιγανά: «Πώς αισθάνεσαι;» Η Σάρα προσπάθησε να πολεμήσει μία άγρια, επίμονη ελπίδα. Αλλά εκείνος δε ρωτούσε αυτό. «Πολύ καλύτερα ευχαριστώ». Πήρε το ποτήρι και άφησε το νερό να κυλήσει απολαυστικά στο λαιμό της. «Ακούγεσαι σαν μικρό κοριτσάκι μετά από γιορτή», είπε ο Γκάμπριελ και πρόσθεσε: «Δεν μπορώ να σου ζητήσω να με συγχωρήσεις, αλλά λυπάμαι πολύ που δε σε εμπιστεύτηκα αρκετά για να πιστέψω ότι δεν είχες κλέψει το περιδέραιο». «Δεν πειράζει. Καταλαβαίνω το γιατί. Ήταν αδύνατο φυσικά να


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

168

υποψιαστείς ότι η Μαρία είχε αποφασίσει να σε περάσει τέτοια δοκιμασία!» «Πιστεύω ότι θα σε είχα πιστέψει αν δεν ήταν εκείνη η αναθεματισμένη φωτογραφία». Η Σάρα κοίταξε το πρόσωπό του, που ήταν πιο σκληρό απ’ ό,τι συνήθως. Η τρελή ελπίδα της έγινε στάχτη. Ήξερε ότι η φωτογραφία αυτή θα ήταν πάντα ένα εμπόδιο ανάμεσά τους, κι ας ήταν ψεύτικη. «Πλήγωσε την υπερηφάνεια μου και ενίσχυσε την υποτιθέμενη ενοχή σου», συνέχισε ο Γκάμπριελ. «Ήταν, όμως, απλώς μια σύμπτωση. Έχω σχεδόν αρχίσει να πιστεύω ότι η Μαρία έχει δίκιο... πως η βασίλισσα εξακολουθεί να φυλάει την κοιλάδα και τους απογόνους της, βάζοντάς τους δοκιμασίες. Δοκιμασίες στις οποίες εγώ απέτυχα». Η Σάρα πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά συγκρατήθηκε. Φοβόταν πολύ να ελπίζει, φοβόταν να μην ελπίζει, ήξερε, όμως, ότι το μέλλον της εξαρτιόταν από τα επόμενα λεπτά. «Όταν σε είδα να φεύγεις από το κάστρο, ορκίστηκα ότι δε θα σε ξαναδώ ποτέ». Γύρισε και την κοίταξε έντονα. «Αλλά σκεφτόμουν συνέχεια πώς είχες προστατεύσει εκείνο το παιδί στο χωριό με το ίδιο σου το σώμα, καθώς και τη συμπόνια σου για τη Μαρία παρά τα όσα είχε κάνει. Και παρ’ ότι ο ειδικός είχε πει ότι η φωτογραφία ήταν αυθεντική, εσύ δεν είχες δείξει σημάδια ότι σου άρεσε ο Χοκ. Ούτε κι εκείνος για σένα». Η Σάρα περίμενε. Η καρδιά της είχε σχεδόν σταματήσει κι απέξω ακουγόταν ένα πουλί τικάου. Η μυστικιστική μελωδία του ακουγόταν στα αυτιά της σαν ασημένιες καμπανούλες. Σπάνιο το πουλί αυτό ζούσε μόνο στο Φαλάισι και υποτίθεται ότι τραγουδούσε μόνο στους αληθινά ερωτευμένους... «Όταν είδες τη φωτογραφία φάνηκες να σοκάρεσαι», είπε απότομα ο Γκάμπριελ. «Δεν έδειξες ένοχη ή ντροπή, ούτε καν αμηχανία... φαινόσουν μόνο κατάπληκτη και σαν να μην το πίστευες. Είπα στον εαυτό μου ότι ήταν επειδή δεν είχες συνειδητοποιήσει ότι ήταν εκεί ο παπαράτσι... αλλά έπρεπε να παραδεχτώ ότι μπορεί και να ήταν επειδή δε συνέβη ποτέ».


169

ROBYN DONALD

Η Σάρα ήθελε να του πει ότι η μόνη φορά που ο Χοκ την είχε αγγίξει ήταν όταν την αγκάλιασε από συμπόνια, αλλά το ένστικτό της την έκανε να σωπάσει. Με την ίδια βαθιά φωνή ο Γκάμπριελ συνέχισε. «Υπενθύμισα στον εαυτό μου πόσο λάθος είχα κάνει για το περιδέραιο. Γί’ αυτό ήρθα ξανά σε επαφή με τον ειδικό. Και μετά ήρθα εδώ». «Και τι είπε ο ειδικός σου;» Μη τολμώντας ούτε καν να αναπνεύσει, η Σάρα περίμενε την απάντηση. «Δεν είχα νέα του. Υποτίθεται ότι την εξετάζει με κάτι καινούριες μεθόδους». «Πότε θα ξέρει;» ρώτησε έκπληκτη η Σάρα. «Δεν έχει σημασία». Είχε τρελαθεί τελείως; «Δεν έχει σημασία;» «Όχι πια». Ο Γκάμπριελ σταμάτησε. «Καθώς ερχόμουν εδώ, έκανα κάτι που έπρεπε να είχα κάνει και πριν από έναν χρόνο... αγνόησα την πληγωμένη μου υπερηφάνεια και προσπάθησα να σκεφτώ λογικά. Στο τέλος, το δίλημμα ήταν ανάμεσα στο χαρακτήρα σου και τη φωτογραφία. Είσαι πολύ ανεξάρτητη γυναίκα... δε με άφηνες να σου αγοράσω ρούχα ή να σε πνίξω στα δώρα, όπως ήθελα. Ακόμα κι όταν ήμασταν εραστές, δεν ήθελες να μετακομίσεις μαζί μου και συνέχισες να δουλεύεις. Όλα αυτά μπορεί να ήταν στημένα γιατί σχεδίαζες να κλέψεις το περιδέραιο, αλλά φαινόσουν ειλικρινής στα συναισθήματά σου, στις αντιδράσεις σου. Άφησα τον εαυτό μου να πιστέψει ότι ήσουν κλέφτρα, γιατί δεν ήθελα να είμαι ερωτευμένος μαζί σου». «Καταλαβαίνω. Αλήθεια», επέμεινε η Σάρα, όταν τον είδε να την κοιτάζει δύσπιστα. «Ούτε κι εγώ ήθελα να σ’ αγαπήσω. Ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου. Με τρόμαζε. Όσο για τη φωτογραφία, ξέρω πώς θα ένιωθα εγώ αν μου έδειχναν μια φωτογραφία όπου θα ήσουν αγκαλιά με μια άλλη γυναίκα κι οι δυο γυμνοί. Και ο Χοκ είναι πολύ ωραίος άντρας». Βλέποντάς τον να κατσουφιάζει, χαμογέλασε. «Έλα τώρα, Γκάμπριελ... το ξέρεις πολύ καλά ότι είναι όμορφος. Αλλά...» Σταμάτησε.


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

170

«Αλλά τι;» τη ρώτησε απότομα. «Μου φαίνεται ότι η αδερφή σου τον βρίσκει πολύ γοητευτικό». «Η Μελίσα; Είναι πολύ μικρή». «Γκάμπριελ, είναι είκοσι δύο χρονών, αρκετά μεγάλη για να ερωτευτεί. Και μετά ήταν και το θέμα με το περιδέραιο... Αφού δεν το είχα πάρει εγώ, ήξερα ότι έπρεπε να είναι δουλειά της Μαρίας». «Αν δεν είχα λάβει αυτή τη φωτογραφία μετά την κλοπή του περιδέραιου, μπορεί να μην ήμουν τόσο αδιάλλακτος». «Γιατί δε μου την έδειξες τότε;» «Δεν ήθελα να σε ξαναδώ. Βασικά, δεν τολμούσα να σε ξαναδώ... φοβόμουν ότι μπορεί τελικά να σε συγχωρούσα. Γι’ αυτό δε σου είπα και αυτοπροσώπως ότι ο αρραβώνας μας τελείωσε. Πάντοτε υπερηφανευόμουν για τη δύναμη του χαρακτήρα μου, αλλά μετά την κλοπή ανακάλυψα ότι απέναντι σ’ εσένα ήμουν τελείως ανίσχυρος. Συγνώμη που χρειάστηκε να το μάθεις από το γράμμα μου». Το είχε μάθει από ένα δελτίο Τύπου, αλλά δεν είχε σκοπό να του το πει. Απλώς τον περίμενε να συνεχίσει. Κάθε του λέξη αναπτέρωνε την ελπίδα της την οποία θεωρούσε πεθαμένη. «Η Μαρία είναι απόλυτα πεπεισμένη ότι η ευημερία της κοιλάδας και του κάστρου εξαρτάται από την ευτυχία του εκάστοτε άρχοντα. Είναι λοιπόν ξωτικής σημασίας ο γάμος του να είναι ευτυχισμένος. Και για να είναι ευτυχισμένος, πρέπει να είναι χτισμένος σε γερά θεμέλια». Η Σάρα ένιωσε το στόμα της να ξεραίνεται. Εκείνος συνέχισε αργά σαν να ξεδιάλυνε τις σκέψεις του. «Ένας χρόνος στην κόλαση», κατέληξε σκληρά, «εξαιτίας ενός μύθου!» «Ναι, αλλά για κείνη δεν είναι μύθος και πιθανότατα και για τους υπόλοιπους χωρικούς. Όταν την ακούς να διηγείται το θρύλο είναι σαν να γυρνάς στο παρελθόν, σε έναν κόσμο όπου η νεράιδα βασίλισσα φυλάει τα κοσμήματά της για εκατοντάδες


171

ROBYN DONALD

χρόνια μέχρι να έρθει να τα διεκδικήσει η αληθινή αγάπη της». «Αν είχα μεγαλώσει στο κάστρο όπως ο πατέρας μου, ίσως να είχα καταλάβει πόσο πολύ πιστεύουν στους θρύλους οι άνθρωποι της κοιλάδας». Η Σάρα έμεινε σιωπηλή, δαγκώνοντας τα χείλη της. Η Μαρία είχε κι άλλους λόγους για τις πράξεις της. Είχε καταλάβει ότι ο Γκάμπριελ δεν την αγαπούσε, παρά τη δική της αγάπη. Εκείνος της έπιασε το πρόσωπο και την κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. «Τι συμβαίνει πίσω απ’ αυτό το ήρεμο πρόσωπο;» «Απλώς καταλαβαίνω. Από τη δική της πλευρά η Μαρία τα είχε σκεφτεί όλα. Αν περνούσες το τεστ... αν με εμπιστευόσουν αρκετά για να με πιστέψεις... τότε θα ήμασταν ευτυχισμένοι μαζί, πράγμα που θα σήμαινε ασφάλεια για την κοιλάδα. Αν δε με εμπιστευόσουν, τότε δε με αγαπούσες και όσο πιο γρήγορα χωρίζαμε τόσο το καλύτερο για όλους. Βλέπω πώς το σκέφτηκε». Έκπληκτος ο Γκάμπριελ την άφησε, με μάτια που πετούσαν φλόγες. «Δε σε αγαπούσα; Τι στο καλό της έδωσε αυτή την εντύπωση; Γιατί σου ζήτησε να με παντρευτείς αν δε σε αγαπούσα; Θα πρέπει να είναι τρελή». «Είναι πολύ οξυδερκής γυναίκα. Και είχε δίκιο. Αν με αγαπούσες, θα με είχες πιστέψει». «Μα ήταν αδύνατο! Ήμουν σίγουρος ότι η Μαρία δε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να έχει κλέψει το περιδέραιο. Και όταν είδα τη φωτογραφία... ήθελα να σκοτώσω τον Κένεντι. Δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά... δεν είχα ξανανιώσει τόσο εξοργισμένος στη ζωή μου. Ανάθεμα! Κανένας λογικός άνθρωπος δε θα είχε πιστέψει ότι ήσουν αθώα!» «Ναι, αλλά ένας άντρας που με αγαπούσε θα με είχε ακούσει», τόνισε η Σάρα και η καρδιά της ράγισε και πάλι. Σιωπή γεμάτη ένταση επικράτησε στο δωμάτιο. Ξανά η Σάρα άκουσε το κελάηδισμα του τικάου. Ένας αρχαίος θρύλος του νησιού έλεγε ότι όταν δύο άνθρωποι το άκουγαν μαζί, τους


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

172

περίμενε μεγάλη ευτυχία. Όμως, όπως οι περισσότεροι θρύλοι στην πράξη δεν ίσχυε, σκέφτηκε θλιμμένη. «Η αγάπη στον κόσμο μου δεν είναι κάτι που απαραίτητα κρατάει», είπε τελικά ο Γκάμπριελ ψυχρά. «Οι γονείς μου δεν ήταν ιδιαιτέρα ευτυχισμένοι, έμεναν μαζί για το χατίρι μας. Ακούγεται αλαζονικό, αλλά από τότε που μεγάλωσα είμαι στόχος. Ο τίτλος αποτελούσε μαγνήτη για πολλές γυναίκες και το γεγονός ότι έβγαλα πολλά λεφτά γρήγορα με έκανε ακόμα περισσότερο έπαθλο στα μάτια τους. Δεν είχε να κάνει προσωπικά μ’ εμένα». Η Σάρα τον κοίταξε με δυσπιστία. «Αν το πιστεύεις αυτό, είσαι πραγματικά πολύ αφελής!» είπε. «Θα μπορούσα να είμαι ένα μέτρο κι άσχημος και δε θα είχε καμία απολύτως διαφορά», είπε εκείνος κυνικά. «Τα χρήματα είναι πολύ ισχυρό αφροδισιακό. Όλη μου τη ζωή βλέπω γύρω μου γόμους να καταρρέουν. Πίστευα ότι αυτό που ήθελα ήταν εξωπραγματικό, μια αγάπη σταθερή και ειλικρινή, που να βασίζεται σε κάτι πολύ πιο δυνατό από το πάθος. Αλλά μετά σε γνώρισα και όλες οι λογικές μου αποφάσεις πέταξαν από το παράθυρο. Έπρεπε να σε αποκτήσω». Χαμογέλασε συγκρατημένα. «Όταν σε κοιτάζω, χάνω τον έλεγχο. Σε ήθελα τόσο, που δεν το άντεχα. Ένιωθα πως με είχες απορροφήσει απόλυτα κι αυτό με έκανε λιγότερο άντρα, σαν να μην είχα ζωή εκτός από σένα. Έτσι χρησιμοποίησα την εξαφάνιση του περιδέραιου ως δικαιολογία για να ανακτήσω την αυτονομία μου και αρπάχτηκα από τη φωτογραφία για ενίσχυση». Η Σάρα άρχισε να γελάει, αλλά όταν εκείνος την αγριοκοίταξε, το γέλιο της έσβησε. «Ένιωθα ακριβώς το ίδιο», του είπε με τρεμάμενη φωνή. «Πίστευα ότι αυτό που είχαμε δεν ήταν τίποτα παραπάνω από υπέροχο σεξ και πως όταν θα καταλάγιαζε, αφού πάντα έτσι γίνεται με τη φωτιά της σαρκικής έλξης, δε θα έμενε παρά μόνο στάχτη». Αλλά τον είχε αγαπήσει τόσο πολύ, που ήταν διατεθειμένη να το ρισκάρει. «Φοβόμουν», είπε ο Γκάμπριελ.


173

ROBYN DONALD

Η Σάρα προσπάθησε να αντισταθεί στην ελπίδα που ζέσταινε την ψυχή της. «Τι φοβόσουν;» «Ότι θα έχανα τον εαυτό μου μαζί σου. Δεν είχα νιώσει ποτέ ξανά έτσι με καμία. Δεν αποτελεί δικαιολογία κι ακούγεται ανόητο, γιατί τώρα ξέρω πώς είναι η ζωή χωρίς εσένα —απόλυτη, ατελείωτη μοναξιά— αλλά τότε δεν ήξερα πώς να το χειριστώ». «Ήσουν θυμωμένος». Την κοίταξε έκπληκτος και μετά έγνεψε καταφατικά. «Είμαι συνηθισμένος να έχω τον έλεγχο. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν δεκαεννιά ετών κι ανέλαβα εγώ την οικογενειακή επιχείρηση και την ανατροφή της Μελίσα και του Μάρκο. Είχα βάλει τη ζωή μου σε τέλεια τάξη. Και τότε εμφανίστηκες εσύ σ’ εκείνο το πάρτι και μου έκλεψες την καρδιά και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Σε αγάπησα από τη στιγμή που σε είδα και κάθε λεπτό που περνούσα μαζί σου με έσπρωχνε όλο και πιο βαθιά σε κάτι που φοβόμουν ότι ήταν εμμονή». Πλησίασε στο κρεβάτι, άρπαξε το ποτήρι κι έβαλε νερό. Η Σάρα ρίγησε διχασμένη ανάμεσα στην ελπίδα που φούντωνε και στο φόβο. Εκείνος συνέχισε μελαγχολικά: «Παρ' όλα αυτά, έπρεπε να σου ζητήσω να με παντρευτείς. Όταν είπες ναι, ένιωσα σαν να είχα κατακτήσει τον κόσμο, αλλά ακόμα και τότε θα πρέπει να έψαχνα έναν τρόπο για να ξεφύγω. Έτσι όταν η Μαρία σκέφτηκε το αναθεματισμένο, τρελό τεστ της, πίστεψα ότι είχα μπερδέψει τον πόθο για αγάπη. Ήμουν δειλός». Η Σάρα έκλεισε τα μάτια της, νιώθοντας ναυτία. Ναι, το καταλάβαινε αυτό. Είχε συμβεί ακριβώς το ίδιο και μ’ εκείνη — μια σύντομη βουτιά στο πέλαγος της αγάπης και μετά απόγνωση, σαν να πνιγόταν σε αισθήματα πολύ ισχυρά για να τα αντέξει. «Αν δεν είχα νιώσει τέτοια παράλογη οργή από τη ζήλια, με τη φωτογραφία θα είχα φερθεί πιο λογικά», είπε εκείνος. «Και τι έχεις σκοπό να κάνεις λοιπόν;» «Μην ανησυχείς», είπε ο Γκάμπριελ χαμογελώντας κυνικά. «Ο


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

174

φωτογράφος δε γλίτωσε γι’ αυτό που έκανε». «Ακόμη δεν μπορώ να το πιστέψω ότι του έδωσες λεφτά». Ο Γκάμπριελ δίστασε. «Από αλαζονεία και υπερηφάνεια», είπε. «Μισούσα τη σκέψη ότι θα την έβλεπε όλος ο κόσμος». Άναψε τη λάμπα στο κομοδίνο και η Σάρα χώθηκε στα ανακατεμένα σεντόνια, νιώθοντας γυμνή κι εκτεθειμένη. «Χτες βράδυ σου ζήτησα να γίνεις γυναίκα μου. Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή και σου ζητώ συγνώμη. Αλλά σ’ το ζητάω ξανά. Σάρα, παντρέψου με». Η Σάρα δεν μπορούσε να μιλήσει από την έκπληξη. «Γιατί;» κατάφερε να ψιθυρίσει τελικά. «Δε χρειάζεται να... να επανορθώσεις...» Ο Γκάμπριελ τη διέκοψε. «Θέλω να με παντρευτείς για έναν καθαρά εγωιστικό λόγο... επειδή δεν μπορώ να ζήσω μακριά σου. Σε αγαπάω και σε χρειάζομαι και σε εμπιστεύομαι... θα σε λατρεύω μέχρι να πεθάνω». Η Σάρα του χαμογέλασε βουρκωμένη. Ακόμα κι όταν ζητούσε κάτι, ακουγόταν αυταρχικός κι ασυμβίβαστος, αλλά δε θα τον άλλαζε με τίποτα. «Ναι», του είπε απλά. «Φυσικά θα σε παντρευτώ. Όποτε και όπου θέλεις. Σε αγαπάω». Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε, απαλά, σχεδόν επιφυλακτικά και τόσο γλυκά που την έκανε να ανατριχιάσει. «Όχι δάκρυα», της μουρμούρισε. «Μην κλαις, αγάπη μου, καρδιά μου, θησαυρέ μου. Δεν μπορώ να σου δώσω πίσω το χρόνο που πέρασε, αλλά ορκίζομαι πως από δω και πέρα θα φροντίσω να μην έχεις ποτέ λόγο να κλάψεις...» Γλίστρησε δίπλα της και τη φίλησε ξανά κι αυτή τη φορά το φιλί του δεν ήταν ούτε απαλό ούτε επιφυλακτικό. «Δεν είχα σκοπό να σου κάνω έρωτα», της είπε πολύ αργότερα χωμένος στα μαλλιά της. «Χτες βράδυ σχεδίαζα να σε περίποιηθώ χωρίς να πέσω στο κρεβάτι μαζί σου και κοίτα τι έγινε. Είσαι μια επικίνδυνη γυναίκα, που διέλυσες όλες τις καλές μου προθέσεις με ένα νυσταγμένο φιλί».


175

ROBYN DONALD

Η Σάρα γέλασε και γλίστρησε το δάχτυλό της στο στήθος του, απολαμβάνοντας το γεγονός ότι του κόπηκε προς στιγμή η ανάσα. «Νόμιζα ότι ονειρευόμουν», εξομολογήθηκε. «Όταν ξύπνησα και ε... ξέρεις τι είχα κάνει, κόντεψα να πεθάνω από την ντροπή μου. Θα αντέξει η σχέση μας, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε, αποζητώντας ξαφνικά επιβεβαίωση ότι τα πράγματα είχαν αλλάξει, ότι όσο υπέροχο κι αν ήταν το σεξ, η σχέση τους βασιζόταν σε κάτι πιο δυνατό και με μεγαλύτερη διάρκεια. Το χέρι του κάλυψε το δικό της. «Ναι», της είπε απλά. «Αυτό που έχουμε είναι συγκλονιστικά ερωτικό, αλλά υπάρχουν πολύ περισσότερα από το πάθος για να χτίσουμε πάνω τους την κοινή μας ζωή. Πού θα ήθελες να παντρευτούμε;» «Γιατί;» ρώτησε η Σάρα. Εκείνος τη φίλησε στο μέτωπο. «Ο Άλεξ θέλει να γίνει στην Ιλίρια... ένας ανοιχτός γάμος με κάθε επισημότητα. Αλλά χτες, όταν έφτασα εδώ, ανακάλυψα ότι μπορούμε να παντρευτούμε μέσα σε τρεις μέρες. Θα ήθελες να τον κάνουμε εδώ;» Της άρεσε να παντρεύονταν εκεί, όμως... «Δε θα απογοητευτεί ο κόσμος στην κοιλάδα;» Όταν εκείνος δίστασε, η Σάρα τον φίλησε και πρόσθεσε: «Θα κάνουμε το γάμο στην Ιλίρια». «Μπορούμε να κάνουμε και τα δύο. Αυτό είναι το νησί σου, η πατρίδα σου. Αν κάνουμε έναν κλειστό γάμο εδώ για μας, τότε μπορώ να αντέξω την αναμονή των έξι μηνών μέχρι να οργανώσουμε τον άλλο». Άπλωσε το χέρι του, έψαξε στο συρτάρι του κομοδίνου κι έβγαλε κάτι που γυάλισε στο φως της λάμπας. Η Σάρα ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. «Το δαχτυλίδι σου», της είπε με βαθιά φωνή. Η Σάρα του χαμογέλασε βουρκωμένη και του έτεινε το χέρι της. Ο Γκάμπριελ, αφού γλίστρησε το ρουμπίνι στο δάχτυλό της, το φίλησε και μετά φίλησε κι εκείνη. «Αυτή τη φορά συνοδεύεται από αγάπη κι εμπιστοσύνη», της είπε, κάνοντας αυτές τις απλές λέξεις όρκο αγάπης. «Τώρα, σίγουρα θα θέλεις να φας κάτι». Η Σάρα τον φίλησε. «Σε δυο λεπτά», είπε. Ακούμπησε το μάγουλό της στο στήθος του και έμεινε


ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

176

ξαπλωμένη εκεί, ακούγοντας τις καρδιές τους να χτυπάνε στον ίδιο ρυθμό. Νιώθοντας πανευτυχής, σκέφτηκε ότι κάθε πρωί στο μέλλον θα ήταν έτσι ξαπλωμένη με τον Γκάμπριελ, ξέροντας ότι ήταν ασφαλείς ο ένας με τον άλλον.

ΤΕΛΟΣ

Μη χάσετε Το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας ΟΙ ΕΣΤΕΜΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΙΛΙΡΙΑ με τίτλο: ΜΙΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ της Robyn Donald (Χρυσά Αρλεκιν No. 1349)

Αιχμάλωτη ενός Πρίγκιπα (Robyn Donald) Οι εστεμένοι της Ιλίρια  

Θα βρισκόταν στο έλεος του! Ο Μεγάλος Δούκας της Ιλίρια Γκάμπριελ Κονσιντίνι διψούσε για εκδίκηση. Πίστευε ότι η Σάρα Μίλτον, η μνηστή του...

Αιχμάλωτη ενός Πρίγκιπα (Robyn Donald) Οι εστεμένοι της Ιλίρια  

Θα βρισκόταν στο έλεος του! Ο Μεγάλος Δούκας της Ιλίρια Γκάμπριελ Κονσιντίνι διψούσε για εκδίκηση. Πίστευε ότι η Σάρα Μίλτον, η μνηστή του...

Advertisement