Page 1


Τ ίτλος πρωτοτύπου: Summer Pleasures Copyright © 2002 by Harlequin Books S.A. T he publisher acknowledges the copyright holder of the individual works as follows: SECOND NAT URE Copyright © 1986 by Nora Roberts ONE SUMMER Copyright © 1986 by Nora Roberts © 2008 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤ ΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε. για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.a.r.l. ISBN 978-960-620-181-3 Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη Επιμέλεια: Μαρία Βαϊμάκη Διόρθωση: Ρήγας Καραλής Σχεδιασμός εξωφύλλου: Άγγελος Αναστασιάδης Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς την άδεια του εκδότη. Όλοι οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, που ζουν ή έχουν πεθάνει, είναι καθαρά συμπτωματική. SILK – Τ ΕΥΧΟΣ 36 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤ ΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε. Φειδίου 18, 106 78 Αθήνα, Τηλ. 210 3610 218


Δεύτερη Φύση Στην Ντεμπ Χορμ, για τις κοινές μας αναμνήσεις

Πρόλογος ...με το ολόγιομο φεγγάρι λευκό και ψυχρό. Είδε τις σκιές να υψώνονται και να αναδεύονται σαν ζωντανά πλάσματα πάνω από το παγωμένο χιόνι. Μαύρο και λευκό. Μαύρος ουρανός, λευκό φεγγάρι, μαύρες σκιές, λευκό χιόνι. Μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτε άλλο, μόνο το κενό και την παντελή έλλειψη χρώματος. Ο μόνος θόρυβος ήταν το σφύριγμα του ανέμου ανάμεσα στα γυμνά δέντρα. Το ήξερε όμως ότι δεν ήταν μόνος, ότι δεν υπήρχε ασφάλεια ούτε στο λευκό ούτε στο μαύρο. Ένα μικρό ρυάκι καυτού φόβου χάραξε την παγωμένη καρδιά του. Η ανάσα του έβγαινε με δυσκολία, σχηματίζοντας λευκά συννεφάκια. Πάνω στο παγωμένο έδαφος έπεσε μια μαύρη σκιά. Δεν υπήρχε μέρος να τρέξει να κρυφτεί... Ο Χάντερ τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του και κοίταξε το κείμενο στην οθόνη του υπολογιστή του μέσα από ένα σύννεφο καπνού. Ο Μάικλ Τ ρεντ ήταν νεκρός. Ο Χάντερ τον είχε δημιουργήσει, προορίζοντάς τον από την αρχή γι’ αυτό τον ψυχρό, αξιοθρήνητο θάνατο κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι. Ένα αίσθημα πληρότητας και ικανοποίησης, αντί για τύψεις, τον πλημμύρισε καθώς οδηγούσε στο θάνατο τον άντρα που του ήταν πιο οικείος και


από τον ίδιο του τον εαυτό. Θα τέλειωνε το κεφάλαιο εκεί, αφήνοντας τις λεπτομέρειες του φόνου του Μάικλ στη φαντασία του αναγνώστη. Είχε στήσει τη μυστηριώδη ατμόσφαιρα, ο θάνατος ήταν απτός αλλά ανεξήγητος. Ήξερε πως η συνήθειά του αυτή από τη μια εκνεύριζε και από την άλλη γοήτευε τους αναγνώστες του. Και επειδή αυτός ακριβώς ήταν ο σκοπός του, ένιωσε ευχαριστημένος –κάτι που δεν ήταν συχνά. Δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα απερίγραπτου τρόμου που σου έκοβε την ανάσα. Ο Χάντερ εξερευνούσε τους πιο σκοτεινούς εφιάλτες του ανθρώπινου μυαλού και με μοναδική μαεστρία τούς έκανε χειροπιαστούς. Έκανε το αδύνατο πιθανό και το απόκοσμο καθημερινό. Μια καθημερινότητα που συχνά σου πάγωνε το αίμα. Χρησιμοποιούσε τις λέξεις όπως ένας καλλιτέχνης χρησιμοποιεί την παλέτα του και κατασκεύαζε ιστορίες με απλότητα και χρώματα που τραβούσαν τον αναγνώστη από την πρώτη σελίδα. Η ειδικότητά του ήταν τα βιβλία τρόμου. Και ήταν απίστευτα επιτυχημένος. Πέντε χρόνια τώρα, θεωρείτο κυρίαρχος σε αυτό τον τομέα. Κυκλοφορούσαν ήδη έξι βιβλία του τα οποία είχαν γίνει μπεστ σέλερ. Τα τέσσερα τα είχε μεταφέρει και σε σενάριο για να γυριστούν μελλοντικά σε ταινίες. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές, οι πωλήσεις ανέβαιναν στα ύψη κι έφταναν συνέχεια γράμματα από θαυμαστές του από όλο τον κόσμο. Τον Χάντερ αυτά δεν τον ενδιέφεραν. Επειδή πρωτίστως έγραφε για τον εαυτό του. Το να διηγείται ιστορίες ήταν αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα. Τ ώρα, αν ο κόσμος χαιρόταν τα βιβλία του, αυτό τον ευχαριστούσε. Αλλά, ανεξάρτητα από την αντίδραση των κριτικών και των αναγνωστών, εκείνος θα είχε συνεχίσει να γράφει. Είχε τη δουλειά του. Είχε την ησυχία του. Αυτά ήταν τα δύο πλέον απαραίτητα πράγματα στη ζωή του.


Δε θεωρούσε τον εαυτό του ούτε ερημίτη ούτε αντικοινωνικό. Απλώς ζούσε τη ζωή του όπως ακριβώς είχε διαλέξει ο ίδιος. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο ζούσε και πριν έξι χρόνια –πριν γνωρίσει τη δόξα και την επιτυχία και αρχίσει να εισπράττει τις παχυλές προκαταβολές. Στην ερώτηση, αν τα βιβλία του που είχαν γίνει μπεστ σέλερ άλλαξαν τη ζωή του, η απάντηση ήταν: θα έπρεπε; Ο Χάντερ ήταν συγγραφέας και πριν Το Χρέος του Διαβόλ ου γίνει νούμερο ένα στη λίστα των μπεστ σέλερ στους Νιου Γιορκ Τάιμς. Και συνέχιζε να είναι συγγραφέας. Αν ήθελε να αλλάξει τη ζωή του, θα γινόταν υδραυλικός. Υπήρχαν κάποιοι που ισχυρίζονταν πως ο τρόπος ζωής του ήταν επίτηδες σχεδιασμένος για να δίνει προς τα έξω την εικόνα του εκκεντρικού συγγραφέα. Μια καλή τακτική για την προώθηση των πωλήσεων. Άλλοι έλεγαν πως έτρεφε λύκους. Άλλοι πάλι υποστήριζαν πως δεν υπήρχε στην πραγματικότητα, αλλά ήταν το έξυπνο προϊόν της φαντασίας κάποιου εκδότη. Αλλά ο Χάντερ Μπράουν αδιαφορούσε παντελώς για τα όσα έλεγαν οι άλλοι. Σταθερά, άκουγε μόνο αυτά που ήθελε να ακούσει, έβλεπε μόνο όσα διάλεγε να δει και θυμόταν τα πάντα. Πάτησε μια σειρά πλήκτρα στον υπολογιστή και ετοιμάστηκε να προχωρήσει στο επόμενο κεφάλαιο. Το επόμενο κεφάλαιο, η επόμενη λέξη, το επόμενο βιβλίο είχαν πολύ μεγαλύτερη σημασία για εκείνον από τη δημοσίευση οποιουδήποτε κουτσομπολίστικου άρθρου με εικασίες για το άτομό του. Είχε δουλέψει έξι ώρες εκείνη τη μέρα και πίστευε πως θα μπορούσε να δουλέψει τουλάχιστον άλλες δύο ακόμα. Η ιστορία ανάβλυζε από μέσα του σαν γάργαρο νερό. Τα χέρια που πατούσαν τα πλήκτρα τού υπολογιστή ήταν όμορφα, λεπτά, ηλιοκαμένα, με μακριά δάχτυλα και φαρδιές παλάμες. Αν κάποιος τα έβλεπε, μπορεί να σκεφτόταν ότι συνέθεταν κονσέρτα ή


επικά ποιήματα. Αυτά όμως έπλαθαν σκοτεινά όνειρα και τέρατα, τέρατα όχι καρτουνίστικα αλλά τόσο πραγματικά, που σ’ έκαναν να ανατριχιάζεις. Τα βιβλία του περιείχαν πάντα αρκετό ρεαλισμό, αρκετή καθημερινότητα ώστε ο τρόμος που σου δημιουργούσαν να είναι αληθοφανής και όχι μεταφυσικός. Πάντα στα έργα του υπήρχε κάτι που καραδοκούσε μέσα στο σκοτεινό ντουλάπι και αυτό το κάτι ήταν ο φόβος του κάθε ανθρώπου. Ο Χάντερ τον ανακάλυπτε πάντα και στη συνέχεια άνοιγε εκατοστό εκατοστό την πόρτα του ντουλαπιού. Μισοξεχασμένο, το τσιγάρο του σιγόκαιγε στο γεμάτο τασάκι δίπλα στον αγκώνα του. Κάπνιζε πάρα πολύ. Αυτό ήταν ίσως το μόνο εξωτερικό σημάδι της πίεσης που επέβαλλε ο ίδιος στον εαυτό του, κάτι που δε θα ανεχόταν από κανέναν άλλον. Ήθελε να τελειώσει αυτό το βιβλίο μέχρι το τέλος του μήνα. Ήταν μια διορία που είχε επιβάλει ο ίδιος στον εαυτό του. Σε μια από τις σπάνιες παρορμήσεις του, είχε δεχτεί να μιλήσει στο συνέδριο των συγγραφέων που θα γινόταν την πρώτη βδομάδα του Ιουνίου, στο Φλάγκσταφ. Σπάνια δεχόταν να κάνει δημόσιες εμφανίσεις και όταν το έκανε δεν επρόκειτο για κανένα πολύ μεγάλο και διαφημισμένο γεγονός. Σε αυτό το συγκεκριμένο συνέδριο δε θα έπαιρναν μέρος πάνω από διακόσιοι συγγραφείς που είχαν δημοσιεύσει κάποιο έργο τους, αλλά και κάποιοι που φιλοδοξούσαν να το κάνουν στο μέλλον. Θα πραγματοποιούσε την ομιλία του, θα απαντούσε στις ερωτήσεις και θα γύριζε σπίτι του. Δεν υπήρχε αμοιβή για τους ομιλητές. Μέσα σ’ εκείνη τη χρονιά ο Χάντερ είχε απορρίψει πάμπολλες προτάσεις από πασίγνωστους εκδοτικούς οίκους. Δεν τον ενδιέφερε η δόξα, αλλά, με το δικό του περίεργο τρόπο, θεωρούσε τη συμμετοχή του στο συνέδριο που οργάνωνε η Ένωση Συγγραφέων της Κεντρικής Αριζόνας ως πληρωμή ενός χρέους του. Ο Χάντερ ήξερε


πάντα πως τίποτε δε σου δίνεται δωρεάν. Ήταν αργά το απόγευμα όταν το σκυλί που ήταν ξαπλωμένο στα πόδια του ανασήκωσε το κεφάλι του. Ήταν ένα λεπτό ζώο με γυαλιστερό γκρίζο τρίχωμα και στενή μουσούδα με τα έξυπνα μάτια του λύκου. «Ήρθε η ώρα, Σαντάνας;» Ο Χάντερ άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το κεφάλι του σκύλου με απίστευτη τρυφερότητα. Ικανοποιημένος, αλλά έχοντας αποφασίσει ότι θα δούλευε ως αργά απόψε, έκλεισε τον υπολογιστή. Ο Χάντερ βγήκε από το χάος που βασίλευε στο γραφείο του και προχώρησε στο τακτοποιημένο σαλόνι με τα τζαμωτά παράθυρα και το ψηλό ταβάνι. Ο χώρος μύριζε βανίλια και μαργαρίτες. Μεγάλος και ευκίνητος, ο σκύλος ακολουθούσε δίπλα του. Αφού άνοιξε την μπαλκονόπορτα που έβγαζε σε μια πλακόστρωτη βεράντα, ο Χάντερ κοίταξε το πυκνό δάσος ολόγυρα. Το δάσος τον έκλεινε στην καρδιά του, κρατώντας τους άλλους μακριά. Το μόνο που ήξερε ήταν πως το είχε ανάγκη. Είχε ανάγκη την ηρεμία, το μυστήριο και την ομορφιά, όπως είχε ανάγκη και τα χοντρά κόκκινα τοιχώματα του φαραγγιού που υψώνονταν γύρω του. Μέσα στην ησυχία άκουγε το κελάρυσμα του κοντινού ρυακιού, ενώ απολάμβανε το μυρωμένο δροσερό αεράκι. Ήταν πράγματα που δεν τα θεωρούσε ποτέ δεδομένα κι αυτονόητα –επειδή δεν τα είχε σ’ όλη του τη ζωή. Τότε την είδε, να προχωράει νωχελικά στο φιδογυριστό μονοπάτι προς το σπίτι. Ο σκύλος άρχισε να κουνάει αμέσως την ουρά του. Ήταν φορές που ο Χάντερ την κοιτούσε, όπως τώρα, και του ήταν αδύνατον να πιστέψει πως κάτι τόσο όμορφο ήταν δικό του. Ήταν μελαχρινή, λεπτοκαμωμένη, και περπατούσε με μια ανέμελη αυτοπεποίθηση που τον έκανε να χαμογελάει και να ανησυχεί ταυτόχρονα. Η Σάρα. Η δουλειά και η ησυχία του ήταν τα δύο πιο


απαραίτητα πράγματα στη ζωή του. Η Σάρα ήταν η ίδια η ζωή του. Άξιζε όλους τους κόπους, τις αγωνίες, τους φόβους και τον πόνο. Άξιζε τα πάντα. Η Σάρα ανασήκωσε το κεφάλι της και του χαμογέλασε πλατιά, αποκαλύπτοντας τα σιδεράκια στα δόντια της. «Γεια σου, μπαμπά!»

Κεφάλαιο 1 Την εβδομάδα που ένα περιοδικό όπως το Σελέμπριτι κυκλοφορεί, στα γραφεία του επικρατεί πραγματικό χάος. Όλοι οι υπεύθυνοι των τμημάτων βρίσκονται σε κατάσταση φρενίτιδας. Τα γραφεία είναι βρόμικα, τα τηλέφωνα συνέχεια απασχολημένα, ξεχνάς ακόμα και να φας. Στον αέρα πλανιέται μια ατμόσφαιρα πανικού που μεγαλώνει ώρα με την ώρα. Τα νεύρα δοκιμάζονται, οι απαιτήσεις γίνονται εξωφρενικές. Στα περισσότερα γραφεία τα φώτα μένουν αναμμένα μέχρι αργά τη νύχτα. Η πλούσια μυρωδιά του καφέ και η βαριά του τσιγάρου δε λείπουν ποτέ από το χώρο. Όλοι καταπίνουν αντιόξινα χαπάκια και οι σταγόνες για τα μάτια περνάνε από χέρι σε χέρι. Ύστερα από πέντε χρόνια δουλειάς εκεί, η Λη αντιμετώπιζε τον μηνιαίο πανικό ως δεδομένο. Το Σελ έμπριτι ήταν ένα κομψό περιοδικό που έχαιρε σεβασμού και οι πωλήσεις του απέφεραν εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Εκτός από τις ιστορίες γύρω από τους πλούσιους και τους διάσημους, δημοσίευε και άρθρα γνωστών ψυχολόγων και δημοσιογράφων, συνεντεύξεις πολιτικών και ροκ σταρ. Οι φωτογραφίες του ήταν πρώτης γραμμής και τα άρθρα του γράφονταν προσεκτικά μετά από λεπτομερή έρευνα. Κάποιοι επικριτές του μπορεί να έλεγαν ότι δημοσιεύει κουτσομπολιά ποιότητας, αλλά ποτέ δεν ξεχνούσαν τη


λέξη «ποιότητας». Μια διαφήμιση στο Σελ έμπριτι τραβούσε σίγουρα το ενδιαφέρον και έφερνε μεγαλύτερες πωλήσεις, γι’ αυτό και την πλήρωνες αδρά. Το Σελ έμπριτι, στον φοβερά ανταγωνιστικό τομέα του, ήταν ένα από τα κορυφαία μηνιαία περιοδικά. Η Λη Ράντκλιφ δε θα αρκούνταν σε τίποτα λιγότερο. «Πώς βγήκε το άρθρο για τα γλυπτά;» Η Λη ανασήκωσε το κεφάλι της, κοίταξε την Μπράιαν Μίτσελ, μια από τις κορυφαίες φωτογράφους της Δυτικής Ακτής, και πήρε γεμάτη ευγνωμοσύνη το φλιτζάνι με τον καφέ που της πρόσφερε. Τ ις τελευταίες τέσσερις μέρες είχε κοιμηθεί είκοσι ώρες συνολικά. «Καλά», απάντησε απλά. «Έχω δει καλύτερα σε κήπους σπιτιών». Αν και σιωπηλά συμφωνούσε, η Λη αρκέστηκε να υψώσει απλά τους ώμους της. «Σε μερικούς ανθρώπους αρέσουν αυτά τα μπερδεμένα μέταλλα». Η Μπράιαν κούνησε το κεφάλι της γελώντας. «Όταν μου ζήτησαν να φωτογραφίσω εκείνο το μαυροκόκκινο συρμάτινο συνονθύλευμα έτσι που να προβάλλεται όσο γινόταν καλύτερα, παραλίγο να τους ζητήσω να σβήσουν τα φώτα». «Το έκανες να δείχνει σχεδόν μυστικιστικό». «Με τον κατάλληλο φωτισμό μπορώ να κάνω ακόμα και μια αυλή γεμάτη σκουπίδια να φαίνεται μυστικιστική». Η Μπράιαν χαμογέλασε στη Λη. «Όπως εσύ μπορείς να την περιγράψεις σαν μαγευτική». Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλια της Λη, το μυαλό της όμως έτρεχε ήδη σε δέκα διαφορετικές κατευθύνσεις. «Και όλα αυτά με μιας μέρας δουλειά, σωστά;» «Μια και το ανέφερες...» Η Μπράιαν ακούμπησε το λεπτό γοφό της στην άκρη του τακτοποιημένου γραφείου της Λη –φορούσε ένα


τζιν που κολλούσε πάνω της σαν δεύτερο δέρμα– και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της. «Εξακολουθείς να παλεύεις για να ξετρυπώσεις κάτι για τον Χάντερ Μπράουν;» Η Λη έσμιξε τα λεπτά φρύδια της. Η αναζήτηση του Χάντερ Μπράουν είχε γίνει κάτι σαν προσωπική εμμονή της. Ίσως το γεγονός ότι ήταν τόσο απρόσιτος να την είχε κάνει να αποφασίσει πως θα ήταν η πρώτη που θα σήκωνε το πέπλο μυστηρίου που τον κάλυπτε. Είχε χρειαστεί πέντε χρόνια για να γίνει μόνιμη ρεπόρτερ τού περιοδικού και είχε τη φήμη πως ήταν σκληρή, ψυχρή και επίμονη στη δουλειά της. Η Λη ήξερε πως είχε κερδίσει αυτά τα επίθετα με το σπαθί της. Τ ρεις μήνες τώρα, έψαχνε κάποιο στοιχείο για τον Χάντερ Μπράουν και έπεφτε συνέχεια σε τοίχο, αλλά αυτό δεν είχε κάμψει το ηθικό της. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, θα έγραφε την ιστορία του. «Μέχρι στιγμής, δεν έχω καταφέρει να ανακαλύψω παρά το όνομα του ατζέντη του και το τηλέφωνο του εκδότη του». Μπορεί η φωνή της να έκρυβε κάποια απογοήτευση, αλλά το βλέμμα της ήταν αποφασισμένο. «Δεν έχω ξανασυναντήσει τόσο σφραγισμένα χείλη». «Το τελευταίο βιβλίο του κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία την περασμένη βδομάδα». Η Μπράιαν σήκωσε αφηρημένα το πρώτο χαρτί μιας από τις τακτικές στοίβες που σχηματίζονταν διαρκώς στο γραφείο της Λη. «Το διάβασες;» «Τ ο αγόρασα, αλλά δε βρήκα ακόμα την ευκαιρία να το αρχίσω». Η Μπράιαν τίναξε τη μακριά μελιά κοτσίδα της πίσω από τον ώμο της. «Μην το αρχίσεις κάποια σκοτεινή νύχτα». Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της και γέλασε. «Χριστέ μου, κατέληξα να κοιμηθώ με όλα τα φώτα του σπιτιού μου αναμμένα. Δεν ξέρω πώς το κάνει αυτό». Η Λη την κοίταξε πάλι, το βλέμμα της ήταν ήρεμο, σίγουρο. «Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που σκοπεύω να ανακαλύψω». Η Μπράιαν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Γνώριζε τη Λη


τρία χρόνια τώρα και δεν αμφέβαλλε πως θα κατάφερνε να το κάνει. «Γιατί;» ρώτησε κοιτάζοντάς τη με τα ειλικρινή αμυγδαλωτά μάτια της. «Επειδή...» Η Λη αποτέλειωσε τον καφέ της και πέταξε το χάρτινο φλιτζάνι στο ξέχειλο καλάθι. «Επειδή δεν το έχει κάνει κανείς άλλος». «Το σύνδρομο του όρους Έβερεστ», σχολίασε η Μπράιαν και κέρδισε ένα από τα σπάνια αυθόρμητα χαμόγελα της Λη. Με μια πρώτη ματιά, ένας τρίτος θα έβλεπε απλά δυο γοητευτικές γυναίκες να κουβεντιάζουν σ’ ένα μοντέρνο και κομψό γραφείο. Μια πιο προσεκτική ματιά θα αποκάλυπτε τις αντιθέσεις τους. Η Μπράιαν, με το τζιν και το εφαρμοστό μπλουζάκι της, φαινόταν απόλυτα άνετη. Τα πάντα πάνω της ήταν απλά, από τα λερωμένα πάνινα παπούτσια της μέχρι τη χαλαρή αλογοουρά της. Το ελκυστικό πρόσωπό της με τα αδρά, εντυπωσιακά χαρακτηριστικά, τονιζόταν μόνο με λίγη μάσκαρα. Μπορεί να είχε σκοπό να προσθέσει λίγο κραγιόν ή ρουζ, αλλά το είχε ξεχάσει. Η Λη, αντίθετα, φορούσε ένα πολύ κομψό κοστούμι στο γαλάζιο χρώμα του πάγου και η νευρικότητα που την πυροδοτούσε ήταν έκδηλη στα χέρια της, που δεν έμεναν ποτέ εντελώς ακίνητα. Τα μαλλιά της, κομμένα καρέ, έπεφταν ανάλαφρα χωρίς να χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα –πράγμα εξίσου σημαντικό για εκείνη όσο το να είναι καλοχτενισμένη. Το χρώμα τους ήταν κάπου ανάμεσα στο μπρούτζινο και το χρυσαφένιο. Η επιδερμίδα της ήταν κατάλευκη, κάτι που άλλες κοκκινομάλλες το θεωρούν ευχή και άλλες κατάρα. Το μακιγιάζ της ήταν πολύ προσεγμένο. Η σκούρα μπλε σκιά είχε το ίδιο ακριβώς χρώμα με τα μάτια της και το σαρκώδες, πεισματάρικο στόμα της ερχόταν σε αντίθεση με τις λεπτές γραμμές τού προσώπου της. Οι δυο γυναίκες διέθεταν εντελώς διαφορετικό στυλ και εντελώς


διαφορετικά γούστα, αλλά, περιέργως, η φιλία τους είχε ξεκινήσει από την πρώτη τους συνάντηση. Αν και η επιθετική τακτική της Λη δεν άρεσε πάντα στη Μπράιαν, και η Λη δεν ενέκρινε πάντα τη χαλαρή προσέγγιση της Μπράιαν, τρία χρόνια τώρα ήταν πολύ στενές φίλες. «Για πες μου, λοιπόν». Η Μπράιαν βρήκε τη σοκολάτα που είχε χώσει στην τσέπη του τζιν της κι άρχισε να την ξετυλίγει. «Ποιο είναι το μεγαλοφυές σχέδιό σου;» «Να συνεχίσω να ψάχνω», της απάντησε σχεδόν βλοσυρά η Λη. «Έχω κάποιες διασυνδέσεις στον Οράιζον, τον οίκο που εκδίδει τα βιβλία του. Μπορεί να τα καταφέρουν να ξετρυπώσουν κάτι». Σχεδόν ασυναίσθητα, άρχισε να χτυπάει ταμπούρλο τα δάχτυλά της στο γραφείο. «Να πάρει η οργή, Μπράιαν, λες και ο άνθρωπος αυτός δεν υπάρχει. Δεν μπορώ να βρω καν σε ποια Πολιτεία μένει». «Μπαίνω στον πειρασμό να πιστέψω κάποιες από τις φήμες», είπε σκεφτική η Μπράιαν, ενώ έξω από το γραφείο της Λη κάποιος είχε πάθει υστερία περιμένοντας την τελική μορφή ενός άρθρου. «Θα έλεγα πως ο τύπος ζει σε μια σπηλιά γεμάτη νυχτερίδες και δυο τρεις αδέσποτους λύκους. Πιθανότητα να γράφει τα χειρόγραφα με αίμα κατσίκας». «Και να θυσιάζει παρθένες, κάθε πανσέληνο». «Δε θα με ξάφνιαζε». Η Μπράιαν κούνησε τεμπέλικα τα πόδια της, μασουλώντας τη σοκολάτα. «Σου λέω, ο τύπος είναι αλλόκοτος». «Το Σιωπηλ ή Κραυγή βρίσκεται ήδη στη λίστα με τα μπεστ σέλερ». «Δεν είπα ότι δεν είναι ιδιοφυής», την αντέκρουσε η Μπράιαν. «Είπα ότι είναι αλλόκοτος. Τ ι σόι μυαλό είναι αυτό που διαθέτει;» Κούνησε το κεφάλι της μισοχαμογελώντας. «Πάντως, χτες βράδυ που προσπαθούσα να κοιμηθώ και το μάτι μου έμενε γαρίδα, ευχήθηκα να μην είχα ακούσει ποτέ το όνομα Χάντερ Μπράουν».


«Ακριβώς». Η Λη σηκώθηκε νευρικά και πήγε στο μικρό παράθυρο που έβλεπε στην ανατολή. Δεν κοίταξε έξω. Δεν την ενδιέφερε η θέα του Λος Άντζελες. Απλώς, δεν μπορούσε να μείνει ακίνητη σε μια θέση. «Τ ι σόι μυαλό διαθέτει; Τ ι είδους ζωή ζει; Είναι παντρεμένος; Είναι εξήντα πέντε χρονών ή είκοσι πέντε; Γιατί γράφει μυθιστορήματα τρόμου και φαντασίας;» Γύρισε. Κάτω από το επιτηδευμένο χαμόγελο μπορούσες να διακρίνεις την ανυπομονησία και τον εκνευρισμό της. «Γιατί διάβασες το βιβλίο του;» «Επειδή γράφει συναρπαστικά», της απάντησε αμέσως η Μπράιαν. «Επειδή από την τρίτη κιόλας σελίδα με είχε απορροφήσει τόσο πολύ, που δε θα μπορούσες να μου το πάρεις από τα χέρια ούτε με πριόνι». «Και είσαι μια έξυπνη γυναίκα». «Ακριβώς», συμφώνησε η Μπράιαν και χαμογέλασε. «Και λοιπόν;» «Γιατί ένας έξυπνος άνθρωπος αγοράζει και διαβάζει βιβλία που του προκαλούν τρόμο;» ρώτησε η Λη. «Όταν αγοράζεις ένα βιβλίο του Χάντερ Μπράουν, ξέρεις τον τρόπο που θα σε επηρεάσει και όμως τα βιβλία του ανεβαίνουν όλα στην κορυφή της λίστας των μπεστ σέλερ και παραμένουν εκεί. Γιατί ένας φανερά έξυπνος άντρας γράφει τέτοιου είδους βιβλία;» Η Μπράιαν παρακολούθησε τη Λη να πιάνει ό,τι έβρισκε μπροστά της –τα φύλλα του φυλλόδεντρου, ένα μολύβι, το αριστερό σκουλαρίκι που είχε βγάλει όταν μιλούσε στο τηλέφωνο–, μια συνήθεια που είχε μάθει να αναγνωρίζει. «Διακρίνω μια επικριτική νότα;» «Ναι, μπορεί». Η Λη συνοφρυώθηκε και ανασήκωσε πάλι το κεφάλι της. «Δεν νομίζω να υπάρχει άλλος συγγραφέας στη χώρα που να περιγράφει τόσο ζωντανά. Όταν περιγράφει το δωμάτιο σ’ ένα παλιό σπίτι, μπορείς σχεδόν να μυρίσεις τη σκόνη. Οι χαρακτήρες του


είναι τόσο ζωντανοί, που θα ορκιζόσουν ότι έχεις γνωρίσει τους ήρωες των βιβλίων του. Και χρησιμοποιεί αυτό το ταλέντο του για να διηγείται πράγματα που σου προκαλούν ανατριχίλα τη νύχτα. Θέλω να μάθω γιατί». Η Μπράιαν έκανε το χαρτί της σοκολάτας μπαλάκι. «Ξέρω μια γυναίκα που διαθέτει το πιο κοφτερό και αναλυτικό μυαλό που έχω συναντήσει ποτέ. Έχει το ταλέντο να ξεθάβει σκοτεινά γεγονότα, μερικά εντελώς πεζά, και να τα μετατρέπει σε συναρπαστικές ιστορίες. Είναι φιλόδοξη, έχει μεγάλο ταλέντο με τις λέξεις, αλλά δουλεύει σ’ ένα περιοδικό ενώ έχει εγκαταλείψει ένα μισοτελειωμένο μυθιστόρημα στο συρτάρι της. Είναι πανέμορφη, αλλά σπάνια βγαίνει ραντεβού αν δεν είναι επαγγελματικό. Και έχει τη συνήθεια να καταστρέφει τους συνδετήρες όταν μιλάει». Η Λη κοίταξε το άμορφο σύρμα που κρατούσε στο χέρι της, ύστερα αντιμετώπισε απτόητη το βλέμμα της φίλης της. «Ξέρεις γιατί;» Στα μάτια της Μπράιαν παιχνίδισε μια υποψία χιούμορ, αλλά ο τόνος της ήταν αρκετά σοβαρός. «Τ ρία χρόνια τώρα προσπαθώ να το ανακαλύψω, αλλά δεν μπορώ να το προσδιορίσω επακριβώς». Η Λη χαμογέλασε και πέταξε τον στραβωμένο συνδετήρα στο καλάθι. «Βλέπεις, δεν είσαι ρεπόρτερ».

Η Λη δεν ήταν καθόλου καλή στο να ακούει συμβουλές, έτσι άναψε τη λάμπα του κομοδίνου της, ξάπλωσε και πήρε το τελευταίο βιβλίο του Χάντερ Μπράουν. Θα διάβαζε ένα δυο κεφάλαια και στη συνέχεια θα κοιμόταν νωρίς, μια αμαρτωλή πολυτέλεια ύστερα από τη δουλειά της τελευταίας βδομάδας στο Σελ έμπριτι. Στην κρεβατοκάμαρά της κυριαρχούσε το ιβουάρ χρώμα που το έσπαγαν πινελιές από όλη την γκάμα του μπλε, από το χρώμα του


νερού μέχρι το μπλε μοβ. Στο δωμάτιο αυτό είχε βγάλει όλα της τ’ απωθημένα. Δεκάδες αφράτα μαξιλάρια ήταν πεταμένα ολόγυρα πάνω στο τεράστιο τούρκικο χαλί, ενώ πάνω στο τραπεζάκι Κουίν Άνν υπήρχε μια υδρία με φτερά παγωνιού και κλαδιά ευκαλύπτου. Το τελευταίο της απόκτημα, ένας τεράστιος φίκος, βρισκόταν μπροστά στο παράθυρο και είχε θεριέψει. Θεωρούσε αυτό το δωμάτιο τον μοναδικό καθαρά ατομικό της χώρο. Ως δημοσιογράφος, τη στιγμή που ερευνούσε τη ζωή των άλλων είχε δεχτεί πως και η δική της ζωή αποτελούσε κοινό μυστικό. Δεν ήταν δυνατόν να διαφυλάξει την προσωπική της ζωή τη στιγμή που εκείνη σκάλιζε διαρκώς τη ζωή των άλλων. Αλλά σε τούτη τη μικρή γωνιά, μπορούσε να χαλαρώσει απόλυτα και να ξεχάσει τη δουλειά της, τις φιλοδοξίες της να ανέβει και άλλα σκαλοπάτια. Μπορούσε ακόμα και να προσποιηθεί πως δε ζούσε στο πολύβουο Λος Άντζελες, όσο είχε αυτή τη μικρή όαση ηρεμίας. Χωρίς αυτόν το χώρο, χωρίς τις ώρες που κοιμόταν εδώ χαλαρώνοντας, ήξερε πως θα ένιωθε τον κόσμο να την πλακώνει. Η Λη γνώριζε καλά τον εαυτό της και καταλάβαινε πως είχε την τάση να τον πιέζει πολύ, να τον κάνει να τρέχει γρήγορα. Στην ησυχία του δωματίου της μπορούσε να ξαναγεμίζει κάθε βράδυ τις μπαταρίες της ώστε να είναι έτοιμη για την κούρσα της επόμενης μέρας. Χαλαρωμένη, άνοιξε το τελευταίο βιβλίο του Χάντερ Μπράουν. Μισή ώρα αργότερα ένιωθε ταραγμένη, θορυβημένη, αλλά εντελώς απορροφημένη. Θα είχε θυμώσει με το συγγραφέα που την είχε απορροφήσει τόσο, αν δε βιαζόταν να γυρίζει σελίδες. Ο Χάντερ είχε πάρει έναν κοινό άνθρωπο και τον είχε φέρει σε μια εντελώς απίθανη κατάσταση και το είχε κάνει με τέτοια μαεστρία, που η Λη ένιωθε ήδη να ταυτίζεται με το δάσκαλο που βρέθηκε σε μια μικρή πόλη παγιδευμένος από ένα σκοτεινό μυστικό.


Το κείμενο κυλούσε και οι διάλογοι ήταν τόσο ζωντανοί, που νόμιζε πως τους άκουγε. Στην περιγραφή της πόλης, ο Χάντερ χρησιμοποιούσε τόσο γνώριμα στοιχεία, που θα μπορούσε να ορκιστεί πως είχε βρεθεί κι εκείνη εκεί. Το ήξερε πως η ιστορία θα της προκαλούσε αρκετούς εφιάλτες στα σκοτεινά, αλλά έπρεπε να τη συνεχίσει. Αυτή είναι η μαγεία του σπουδαίου συγγραφέα. Συνέχισε το διάβασμα, αναθεματίζοντάς τον. Ήταν τέτοια η έντασή της, που το βιβλίο έφυγε από τα χέρια της όταν χτύπησε το τηλέφωνο δίπλα της. Αυτή τη φορά η Λη έβρισε τον εαυτό της και σήκωσε το ακουστικό. Ο θυμός της επειδή την είχαν διακόψει δεν κράτησε πολύ. Άρπαξε το μολύβι και άρχισε να γράφει στο σημειωματάριο δίπλα στο τηλέφωνο. Η γλώσσα της πρόβαλε ανάμεσα από τα δόντια της, άφησε το μολύβι και χαμογέλασε. Χρωστούσε τεράστια χάρη στον «πράκτορά» της στη Νέα Υόρκη, αλλά θα την ξεπλήρωνε εν καιρώ, όπως έκανε πάντα. Για την ώρα, σκέφτηκε, σέρνοντας το χέρι της πάνω στο βιβλίο του Χάντερ, έπρεπε να κάνει τα απαραίτητα διαβήματα ώστε να παρακολουθήσει ένα μικρό συνέδριο συγγραφέων στο Φλάγκσταφ της Αριζόνας.

Όφειλε να παραδεχτεί ότι το τοπίο ήταν εντυπωσιακό. Όπως το συνήθιζε, η Λη εργάστηκε σ’ όλη τη διάρκεια της πτήσης από το Λος Άντζελες στο Φοίνιξ, αλλά από τη στιγμή που μπήκε στο μικρό αεροπλάνο για το Φλάγκσταφ ξέχασε εντελώς τη δουλειά της. Πετούσαν μέσα στα αραιά σύννεφα πάνω από μια αχανή έκταση, την απεραντοσύνη της οποίας ήταν δύσκολο να συλλάβεις μετά τους ουρανοξύστες και το μποτιλιάρισμα του Λος Άντζελες. Κοιτούσε τις βουνοκορφές, τις κοιλάδες και τους βράχους του Όουκ Κρικ Κάνυον που θύμιζαν κάστρο κι ένιωθε τη συγκίνησή της να φουντώνει,


πράγμα σπάνιο για μια γυναίκα που δεν εντυπωσιαζόταν εύκολα. Αν είχε περισσότερο χρόνο... Η Λη αναστέναξε βγαίνοντας από το αεροπλάνο. Δεν είχε ποτέ αρκετό χρόνο. Το μικρό αεροδρόμιο είχε μια μόνο αίθουσα υποδοχής, που πρόσφερε την επιλογή ανάμεσα σ’ ένα μπαρ κι ένα αυτόματο μηχάνημα με σοκολάτες και αναψυκτικά. Δεν υπήρχαν μεγάφωνα για να ανακοινώνουν τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις των πτήσεων. Δεν υπήρχαν αχθοφόροι να τρέξουν προς το μέρος της για να την απαλλάξουν από τις αποσκευές της. Και δεν υπήρχε μια ουρά ταξί απέξω να περιμένουν να εξυπηρετήσουν μια φούχτα επιβάτες που αποβιβάστηκαν. Η Λη πέρασε τη θήκη κοστουμιών στον ώμο της και συνοφρυώθηκε με αυτό το μειονέκτημα. Η υπομονή δε συγκαταλεγόταν στα προτερήματά της. Κουρασμένη, πεινασμένη και σχετικά ράκος από τις αναταράξεις του μικρού αεροσκάφους, πλησίασε στον πάγκο πληροφοριών. «Θα ήθελα ένα αυτοκίνητο για να πάω στην πόλη». Ο άντρας με το πουκάμισο και τη χαλαρωμένη γραβάτα σταμάτησε να χτυπάει τα πλήκτρα του κομπιούτερ. Η αρχική ευγενική ματιά του έγινε πιο ζεστή μόλις αντίκρισε το πρόσωπό της. Του θύμισε το καμέο που φορούσε η γιαγιά του στο λαιμό της σε επίσημες περιπτώσεις. Αυτόματα ίσιωσε τους ώμους του. «Θέλετε να νοικιάσετε αμάξι;» Η Λη σκέφτηκε για μια στιγμή το ενδεχόμενο, αλλά μετά το απέρριψε. Δεν είχε έρθει εδώ για να δει τα αξιοθέατα, άρα δεν άξιζε τον κόπο να νοικιάσει αμάξι. «Όχι, θέλω απλώς κάποιον να με μεταφέρει μέχρι το Φλάγκσταφ». Άνοιξε την τσάντα της και του έδωσε το όνομα του ξενοδοχείου της. «Μήπως διαθέτουν βαν για τη μεταφορά των πελατών τους;» «Ασφαλώς. Υπάρχει τηλέφωνο στον τοίχο απέναντι. Το νούμερό


τους είναι καταχωρισμένο. Τηλεφωνήστε τους και θα στείλουν κάποιον να σας πάρει». «Σας ευχαριστώ». Ο άντρας την παρακολούθησε να πηγαίνει προς το τηλέφωνο και σκέφτηκε πως εκείνος θα έπρεπε να την ευχαριστήσει. Καθώς η Λη διέσχιζε την αίθουσα έφτασε στη μύτη της μυρωδιά από χοτ ντογκ. Στην πτήση είχε αρνηθεί το δίσκο που της πρόσφεραν, μια και δεν ήταν σίγουρη για το περιεχόμενό του, έτσι τώρα ένιωσε το στομάχι της να γουργουρίζει. Γρήγορα σχημάτισε το νούμερο του ξενοδοχείου, έδωσε το όνομά της και τη βεβαίωσαν πως σε είκοσι λεπτά θα βρισκόταν κάποιος εκεί να την παραλάβει. Ικανοποιημένη, αγόρασε ένα χοτ ντογκ και κάθισε σε μια από τις μαύρες πλαστικές καρέκλες να περιμένει. Θα έπαιρνε αυτό για το οποίο είχε έρθει, ορκίστηκε με πάθος στον εαυτό της, κοιτάζοντας τα μακρινά βουνά. Ο χρόνος της δε θα πήγαινε χαμένος. Ύστερα από τρεις μήνες γεμάτους απογοήτευση, θα έβλεπε επιτέλους από κοντά τον Χάντερ Μπράουν. Είχε χρειαστεί μεγάλη μαεστρία και αποφασιστικότητα για να πείσει την αρχισυντάκτρια να εγκρίνει τα έξοδα του ταξιδιού, αλλά τη διαβεβαίωσε πως θα έβγαζε τα λεφτά της. Έπρεπε να τα βγάλει. Έγειρε πίσω και ανακεφαλαίωσε τις ερωτήσεις που θα έκανε στον Χάντερ Μπράουν από τη στιγμή που θα κατάφερνε να τον στριμώξει. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια ώρα μαζί του. Εξήντα λεπτά. Μέσα σε αυτόν το χρόνο θα κατάφερνε να του αποσπάσει αρκετές πληροφορίες για μια μεστή, αποκλειστική συνέντευξη. Είχε κάνει ακριβώς το ίδιο και με τον φετινό νικητή των Όσκαρ, αν και ήταν απρόθυμος, καθώς και με έναν υποψήφιο για την Προεδρία, αν και ήταν εχθρικός. Μπορεί και η συμπεριφορά του Χάντερ να είναι ακριβώς η ίδια, σκέφτηκε μ’ ένα μικρό χαμόγελο. Αυτό απλώς θα έδινε περισσότερο αλατοπίπερο στην προσπάθεια. Αν ήθελε μια απλή


και τακτοποιημένη ζωή, η Λη θα είχε υποκύψει στην πίεση και θα είχε παντρευτεί τον Τ ζόναθαν. Αυτή τη στιγμή θα σχεδίαζε το επόμενο γκάρντεν πάρτι της, αντί να προσπαθεί να παγιδεύσει έναν βραβευμένο συγγραφέα. Λίγο έλειψε να βάλει δυνατά τα γέλια. Γκάρντεν πάρτι, μπριτζ πάρτι και γιοτ κλαμπ. Αυτά μπορεί να ήταν τέλεια για τους δικούς της, αλλά εκείνη ήθελε περισσότερα. Τ ι περισσότερα, την είχε ρωτήσει η μητέρα της, και η Λη είχε απαντήσει, απλά περισσότερα. Έριξε μια ματιά στο ρολόι της, άφησε τις αποσκευές της τακτικά τοποθετημένες δίπλα στην καρέκλα της και πήγε στην τουαλέτα. Δεν είχε προλάβει να κλείσει την πόρτα πίσω της, όταν ο στόχος των σχεδίων της μπήκε στην αίθουσα. Δε συνήθιζε να κάνει καλοσύνες και όποτε τις έκανε ήταν σε άτομα για τα οποία έτρεφε πραγματική εκτίμηση. Και επειδή είχε κατέβει στην πόλη και είχε χρόνο στη διάθεσή του, ο Χάντερ πέρασε από το αεροδρόμιο να πάρει την επιμελήτριά του. Έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω του και πλησίασε τον ίδιο πάγκο απ’ όπου είχε πάρει τις πληροφορίες της η Λη δέκα λεπτά νωρίτερα. «Η πτήση 471 ήρθε στην ώρα της;» «Μάλιστα, κύριε, προσγειώθηκε πριν δέκα λεπτά». «Βγήκε από το αεροπλάνο μια γυναίκα...» Ο Χάντερ έριξε πάλι μια ματιά στην αίθουσα που ήταν σχεδόν άδεια. «Γοητευτική, γύρω στα είκοσι πέντε...» «Μάλιστα, κύριε», τον διέκοψε ο υπάλληλος. «Μόλις μπήκε στην τουαλέτα. Οι αποσκευές της είναι εκεί». «Ευχαριστώ». Ικανοποιημένος, ο Χάντερ πλησίασε τις τακτοποιημένες αποσκευές της Λη. Δεν της αρέσει να ταξιδεύει πρόχειρα, σκέφτηκε παρατηρώντας τη βαλίτσα, τη θήκη κοστουμιών και το χαρτοφύλακα. Αλλά και ποια γυναίκα το κάνει; Ακόμα και η μικρή του Σάρα δεν είχε πάρει δυο βαλίτσες μαζί της για τη σύντομη


τριήμερη παραμονή της με την αδερφή του στο Φοίνιξ; Τ ι παράξενο, το κοριτσάκι του να λειτουργεί σαν γυναίκα! Ίσως όμως και να μην ήταν τόσο περίεργο. Τα κορίτσια είναι γεννημένες γυναίκες, ενώ τ’ αγόρια χρειάζονται χρόνια για να γίνουν άντρες –αν το κάνουν ποτέ. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που εμπιστευόταν περισσότερο τους άντρες. Η Λη τον εντόπισε μόλις επέστρεψε στην αίθουσα. Είχε την πλάτη του γυρισμένη προς το μέρος της, έτσι το μόνο που είδε ήταν έναν λεπτό ψηλό άντρα με μαύρα σκαλωτά μαλλιά που σκέπαζαν το κολάρο της μπλούζας του. Συνεπής στην ώρα του, σκέφτηκε, και τον πλησίασε. «Είμαι η Λη Ράντκλιφ». Όταν εκείνος γύρισε, η Λη κοκάλωσε και το απρόσωπο χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της. Αρχικά, δε θα μπορούσε να πει το γιατί. Ήταν γοητευτικός –ίσως υπερβολικά γοητευτικός. Το πρόσωπό του ήταν λεπτό, αλλά όχι διανοουμενίστικο, με γωνίες, αλλά όχι τραχύ. Ήταν ένα περίεργο μείγμα. Η μύτη του ήταν ίσια και αριστοκρατική κι είχε το στόμα ποιητή. Τα μαλλιά του ήταν σκούρα, πυκνά και ακατάστατα σαν να τα χτυπούσε ο αέρας ώρες, ενώ οδηγούσε. Αλλά δεν ήταν αυτά που την έκαναν να χάσει τη φωνή της. Ήταν τα μάτια του. Δεν είχε δει πιο σκούρα μάτια. Το επίμονο βλέμμα τους την τάραξε. Λες και τη διαπέρασε. Όχι, διόρθωσε τη σκέψη της, τη διάβασε μέχρι τα κατάβαθα του είναι της, μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα. Ο Χάντερ είδε ένα πανέμορφο πρόσωπο με λευκή επιδερμίδα και σκούρα μπλε μάτια που άνοιξαν πελώρια από την έκπληξη. Είδε ένα απαλό θηλυκό στόμα ελαφρά τονισμένο. Και είδε και τον εκνευρισμό. Είδε ένα θεληματικό πιγούνι και μαλλιά στο χρώμα του χαλκού που θα είχαν την υφή μεταξιού στα δάχτυλά του. Είδε μια εξωτερικά


ήρεμη και εσωτερικά τεταμένη γυναίκα που είχε το άρωμα της άνοιξης και έμοιαζε με εξώφυλλο του Βογκ. Αν δεν είχε διακρίνει εκείνη την εσωτερική ένταση, μπορεί και να την είχε απορρίψει. Η περιέργεια όμως τον έκανε πάντα να θέλει να αποκαλύψει αυτό που μπορεί να κρύβει κανείς κάτω από το εξωτερικό προσωπείο. Το βλέμμα με το οποίο περιεργάστηκε το κομψό κοστούμι που είχε φορέσει η Λη για το ταξίδι ήταν τόσο γρήγορο, που θα έλεγες ότι δεν είχε σταματήσει στιγμή να την κοιτάζει στα μάτια. «Ναι;» «Ε...» Η Λη άφησε τη φράση της να σβήσει και ξεροκατάπιε, πράγμα που την εξόργισε. Δε θα την έκανε να τραυλίζει ο οδηγός ενός ξενοδοχείου. «Αν ήρθατε να με πάρετε», του είπε κοφτά, «θα πρέπει να μεταφέρετε τις αποσκευές μου». Ο Χάντερ ύψωσε το φρύδι του, αλλά δεν έκανε κανένα σχόλιο. Το λάθος της ήταν απλό και φανερό. Με μια φράση του θα μπορούσε να το διορθώσει. Αλλά, πάλι, το λάθος ήταν δικό της, όχι δικό του. Ο Χάντερ πίστευε πάντα περισσότερο στις παρορμήσεις παρά στις διευκρινήσεις. Έσκυψε, πήρε τη βαλίτσα και κρέμασε τη θήκη στον ώμο του. «Το αυτοκίνητο είναι έξω». Η Λη ένιωσε πολύ πιο σίγουρη με το χαρτοφύλακα στα χέρια να κοιτάζει την πλάτη του. Η περίεργη αντίδρασή της οφειλόταν στον ενθουσιασμό και την πολύωρη πτήση. Οι άντρες δεν την ξάφνιαζαν ποτέ, το σίγουρο ήταν πως δεν την έκαναν ποτέ να τραυλίζει και να κοιτάζει σαν χαζή. Χρειαζόταν ένα καλό ντους και να βάλει κάτι πιο σοβαρό στο στομάχι της από εκείνο το χοτ ντογκ. Δεν άργησε να διαπιστώσει πως το αυτοκίνητο στο οποίο είχε αναφερθεί ο άντρας ήταν ένα τζιπ. Ανέβηκε. Ήταν λογικό να χρειάζεσαι τέτοιο αμάξι όταν έχεις ν’ αντιμετωπίσεις κακοτράχαλους δρόμους και κρύους χειμώνες. Κινείται αβίαστα και ντύνεται άψογα, σκέφτηκε ο Χάντερ. Δεν


του διέφυγε όμως πως έτρωγε τα νύχια της. «Είστε από την περιοχή;» άνοιξε την κουβέντα, τοποθετώντας τις αποσκευές της στο πίσω μέρος. «Όχι. Ήρθα για το συνέδριο των συγγραφέων». Ο Χάντερ πήρε τη θέση του στο κάθισμα δίπλα της και έκλεισε την πόρτα. Τ ώρα ήξερε πού να την πάει. «Είστε συγγραφέας;» Η Λη έφερε στο μυαλό της τα δυο κεφάλαια του χειρόγραφου που είχε φέρει μαζί της για την περίπτωση που χρειαζόταν κάποια κάλυψη. «Ναι». Ο Χάντερ διέσχισε το πάρκινγκ του αεροδρομίου και πήρε το δρόμο που οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο. «Τ ι γράφετε;» Η Λη βολεύτηκε στο κάθισμα και αποφάσισε πως ήταν καλύτερα να κάνει μια πρόβα μαζί του προτού βρεθεί ανάμεσα στους διακόσιους καταξιωμένους ή επίδοξους συγγραφείς. «Έχω γράψει άρθρα και κάποιες σύντομες ιστορίες», του είπε –και ήταν αλήθεια. «Έχω αρχίσει κι ένα μυθιστόρημα», πρόσθεσε, αποκαλύπτοντας κάτι που σπάνια ομολογούσε. Με μια ταχύτητα που την ξάφνιασε, αλλά δεν τη φόβισε, ο Χάντερ βγήκε στον αυτοκινητόδρομο. «Θα το τελειώσετε;» τη ρώτησε, ξαφνιάζοντάς τη με τη διορατικότητά του. «Υποθέτω πως αυτό εξαρτάται από πολλά πράγματα». Ο Χάντερ έριξε άλλη μια προσεκτική ματιά στο προφίλ της. «Δηλαδή;» Η Λη πήγε να μετακινηθεί νευρικά στη θέση της, αλλά πίεσε τον εαυτό της να παραμείνει ακίνητη. Μπορεί αυτές ακριβώς να ήταν οι ερωτήσεις με τις οποίες θα βρισκόταν αντιμέτωπη αυτό το Σαββατοκύριακο. «Για παράδειγμα, από το αν αξίζει αυτό που έχω γράψει μέχρι τώρα». Ο Χάντερ βρήκε και την απάντηση και την αμηχανία της λογικές. «Πηγαίνετε σε πολλά τέτοια συνέδρια;»


«Όχι, αυτό είναι το πρώτο μου». Αυτός μπορεί να ήταν και ο λόγος της νευρικότητάς της, αλλά ο Χάντερ δεν πίστευε πως αυτή ήταν ολόκληρη η απάντηση. «Ελπίζω να μάθω κάτι», πρόσθεσε η Λη μ’ ένα αχνό χαμόγελο. «Έκανα αίτηση την τελευταία στιγμή, αλλά όταν έμαθα πως θα βρίσκεται εδώ ο Χάντερ Μπράουν δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό». Το συνοφρύωμά του ήταν πολύ φευγαλέο για να το προσέξει κανείς. Ο Χάντερ είχε δεχτεί να αναλάβει ένα εργαστήρι επειδή ακριβώς δε θα διαφήμιζαν το γεγονός. Ακόμα και αυτοί που θα το παρακολουθούσαν θα πληροφορούνταν ποιος ήταν ο εισηγητής αύριο το πρωί. Αλήθεια, αναρωτήθηκε, πώς το είχε μάθει η λεπτοκαμωμένη κοκκινομάλλα με τα ιταλικά παπούτσια και την ομίχλη στα μάτια; Προσπέρασε ένα φορτηγό. «Ποιος είπατε;» «Ο Χάντερ Μπράουν», επανέλαβε η Λη. «Ο μυθιστοριογράφος». Ο Χάντερ άφησε την παρόρμηση να τον παρασύρει. «Είναι καλός;» Η Λη γύρισε έκπληκτη και κοίταξε το προφίλ του. Της ήταν αφάνταστα πιο εύκολο να τον κοιτάζει όταν δεν την κάρφωνε με τη ματιά του. «Δεν έχετε διαβάσει κανένα από τα βιβλία του;» «Θα έπρεπε;» «Υποθέτω πως αυτό εξαρτάται από το αν σας αρέσει ή όχι να διαβάζετε με όλα τα φώτα αναμμένα και τις πόρτες κλειδωμένες. Γράφει ιστορίες τρόμου». Αν τον κοιτούσε πιο προσεκτικά, δε θα της είχε διαφύγει η ευθυμία στα μάτια του. «Για τέρατα και βρικόλακες;» «Όχι ακριβώς», του απάντησε η Λη, ύστερα από κάποιο δισταγμό. «Δεν είναι τόσο απλό. Αν υπάρχει κάτι που σας φοβίζει, εκείνος θα το βρει και θα το εκφράσει με λόγια και θα σας κάνει να θέλετε να τον στείλετε στο διάβολο».


Ο Χάντερ γέλασε, πανευτυχής. «Δηλαδή, σας αρέσει να σας τρομάζουν;» «Καθόλου», του απάντησε ξερά η Λη. «Τότε γιατί τον διαβάζετε;» «Την ίδια ερώτηση έκανα κι εγώ τον εαυτό μου στις τρεις τα ξημερώματα, τότε που ξενύχτησα για να τελειώσω ένα από τα βιβλία του». Η Λη ύψωσε τους ώμους της, νιώθοντας το τζιπ να κόβει ταχύτητα για να στρίψει. «Η επιθυμία μου να το τελειώσω ήταν ακαταμάχητη. Πιστεύω πως πρέπει να είναι πολύ αλλόκοτος άνθρωπος», μουρμούρισε, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της. «Να, όχι σαν εμάς τους υπόλοιπους, κατά κάποιον τρόπο». «Αλήθεια;» Ύστερα από μια γρήγορη στροφή, ο Χάντερ σταμάτησε μπροστά στο ξενοδοχείο, νιώθοντας μεγαλύτερο ενδιαφέρον γι’ αυτή τη γυναίκα απ’ ό,τι περίμενε. «Όμως, το γράψιμο δεν είναι απλά λέξεις και φαντασία;» «Και ιδρώτας και αίμα», πρόσθεσε η Λη, υψώνοντας πάλι τους ώμους της. «Απλώς, δεν μπορώ να φανταστώ πώς είναι δυνατόν να ζει κανείς με μια φαντασία όπως του Μπράουν. Θα ήθελα να μάθω πώς νιώθει ο ίδιος». Ο Χάντερ πήδησε από το τζιπ, διασκεδάζοντας, για να βγάλει τις αποσκευές της. «Θα τον ρωτήσετε». «Ναι». Η Λη κατέβηκε κι εκείνη. «Θα τον ρωτήσω». Για μια στιγμή στάθηκαν σιωπηλοί στο πεζοδρόμιο. Ο Χάντερ την κοιτούσε μ’ ένα φαινομενικά ελαφρύ ενδιαφέρον, αλλά η Λη διαισθάνθηκε κάτι περισσότερο –κάτι που δε θα έπρεπε να της ξυπνάει ένας οδηγός ύστερα από μια δεκάλεπτη γνωριμία. Για δεύτερη φορά τής ήρθε να κάνει μια νευρική κίνηση και πίεσε τον εαυτό της να παραμείνει ακίνητη. Χωρίς περιττά λόγια, ο Χάντερ στράφηκε προς το ξενοδοχείο κουβαλώντας τις αποσκευές της. Η Λη τον ακολούθησε και μόνο τότε σκέφτηκε πως είχε κάνει μια


μακριά συζήτηση μ’ έναν υπάλληλο ξενοδοχείου, που δεν είχε καμιά σχέση με τα τουριστικά αξιοθέατα. Καθώς τον παρακολουθούσε να προχωράει προς τη ρεσεψιόν διέκρινε στη στάση του μια ψυχρή αυτοπεποίθηση και κάποια αμυδρά στοιχεία αλαζονείας. Γιατί ένας τέτοιος άντρας να οδηγεί πέρα δώθε χωρίς να φτάνει ποτέ πουθενά; Πλησίασε στη ρεσεψιόν, λέγοντας στον εαυτό της πως αυτό δεν την αφορούσε. Εκείνη κυνηγούσε μεγαλύτερα ψάρια. «Λενόρ Ράντκλιφ», είπε στον υπάλληλο. «Μάλιστα, κυρία Ράντκλιφ». Ο υπάλληλος την έβαλε να συμπληρώσει ένα έντυπο, έλεγξε την πιστωτική της κάρτα και της έδωσε το κλειδί. Προτού προλάβει η Λη να το πάρει, το άρπαξε ο Χάντερ. Τότε ήταν που εκείνη πρόσεξε το περίεργο δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο, τέσσερις λεπτές χρυσές και ασημένιες βέργες στριμμένες σε μια. «Θα σας ανεβάσω εγώ», της είπε απλά και διέσχισε τη ρεσεψιόν μ’ εκείνη να τον ακολουθεί και πάλι από πίσω. Μπήκε σ’ έναν διάδρομο, έστριψε αριστερά και σταμάτησε. Η Λη τον περίμενε να ξεκλειδώσει την πόρτα και να της κάνει νόημα να περάσει. Το δωμάτιό της βρισκόταν στο ύψος του κήπου και είχε δική του βεράντα, πράγμα που την ευχαρίστησε. Όσο εκείνη έριχνε μια ματιά στο δωμάτιο, ο Χάντερ άνοιξε την τηλεόραση, έπαιξε με τα κανάλια και στη συνέχεια δοκίμασε τον κλιματισμό. «Αν χρειαστείτε κάτι, τηλεφωνήστε στη ρεσεψιόν», της είπε και κρέμασε τη θήκη κοστουμιών της στην ντουλάπα. «Ναι, ευχαριστώ». Η Λη έψαξε στην τσάντα της και βρήκε ένα πεντοδόλαρο. «Και πάλι ευχαριστώ», του είπε και του το έδωσε. Τα μάτια του συνάντησαν ξανά τα δικά της και η Λη ένιωσε κάτι ν’ αναδεύεται βαθιά μέσα της, αλλά δεν ήξερε αν αυτό ήθελε να τον πλησιάσει ή να την τραβήξει μακριά του. Τα δάχτυλα που κρατούσαν το χαρτονόμισμα λίγο ακόμα και θα άρχιζαν να τρέμουν. Ύστερα


εκείνος της χαμογέλασε, μ’ ένα γρήγορο, αφοπλιστικό χαμόγελο που την άφησε άφωνη. «Σας ευχαριστώ, κυρία Ράντκλιφ». Ο Χάντερ τσέπωσε τα πέντε δολάρια χωρίς να πεταρίσει καν τα βλέφαρά του και βγήκε από το δωμάτιο.

Κεφάλαιο 2 Αν το ευρύ κοινό θεωρεί συχνά τους συγγραφείς παράξενους, η Λη δε θα αργούσε να διαπιστώσει πως τα συνέδριά τους ήταν τουλάχιστον παράδοξα. Κανείς δε θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει ήρεμα, οργανωμένα, τυπικά. Όπως και όλοι οι υπόλοιποι από τους διακόσιους συμμετέχοντες, η Λη στάθηκε σε μια από τις δώδεκα σειρές, από τις οκτώ το πρωί, για να κάνει την εγγραφή της. Από τις αγκαλιές και τα γέλια, ήταν φανερό πως αρκετοί από τους καταξιωμένους ή επίδοξους συγγραφείς γνωρίζονταν μεταξύ τους. Η ατμόσφαιρα ήταν οικεία, συντροφική, όλοι είχαν έρθει εδώ για να ανταλλάξουν απόψεις. Και σίγουρα εκείνο που υπερίσχυε ήταν ο ενθουσιασμός. Υπήρχαν όμως και αρκετοί που έμοιαζαν με χαμένα παιδιά σε ναυαγισμένο πλοίο και έσφιγγαν στο στήθος το χαρτοφύλακα ή το ντοσιέ τους σαν να ήταν σωσίβιο, ενώ κοιτούσαν γύρω τους σαστισμένοι, με δέος. Η Λη τους καταλάβαινε, αν κι έδειχνε εντελώς ήρεμη όταν πήρε το φάκελό της και καρφίτσωσε την ταμπελίτσα με τ’ όνομά της στο πέτο του πράσινου μπλέιζερ που φορούσε. Συγκεντρωμένη στο σκοπό της, βρήκε σε μια γωνιά μια καρέκλα κι έψαξε στο πρόγραμμα για τη διάλεξη του Χάντερ Μπράουν. Χαμογέλασε, πήρε το στυλό της και υπογράμμισε.


ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ Τ ΟΝ Τ ΡΟΜΟ ΜΕΣΩ Τ ΗΣ ΑΤ ΜΟΣΦΑΙΡΑΣ ΚΑΙ Τ ΟΥ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤ ΟΣ Ο ομιλητής θα αναγγελθεί εν καιρώ. Τον πέτυχα, σκέφτηκε η Λη και έκλεισε το στυλό της. Θα φρόντιζε να βρει θέση στην πρώτη σειρά. Έριξε μια ματιά στο ρολόι της και διαπίστωσε πως είχε τρεις ώρες μέχρι να αρχίσει την ομιλία του ο Μπράουν. Ήταν, όμως, ένας άνθρωπος που δεν άφηνε τίποτε στην τύχη, έτσι έβγαλε το σημειωματάριό της και έριξε μια ματιά στις ερωτήσεις που είχε καταγράψει. Γύρω της άρχισε να μαζεύεται κόσμος, ενώ πολλοί περιφέρονταν κουβεντιάζοντας πρόσχαρα. «Αν με απορρίψουν πάλι, θα βάλω το κεφάλι μου στο φούρνο». «Ο δικός σου φούρνος είναι ηλεκτρικός, Τ ζούντι, όχι γκαζιού». «Η σκέψη μετράει». Η Λη άρχισε να διασκεδάζει, παρακολουθώντας με το ένα αυτί τα διάφορα σχόλια καθώς πρόσθετε μερικές ακόμα ερωτήσεις στη λίστα της. «Και όταν μου έφεραν το πρόγευμά μου σήμερα το πρωί, βρήκα κάτω από το πιάτο μου ένα χειρόγραφο πεντακοσίων σελίδων. Πράγμα που μου έκοψε εντελώς την όρεξη». «Αυτό δεν είναι τίποτα. Την περασμένη βδομάδα πήρα ένα χειρόγραφο στο γραφείο μου που ήταν γραμμένο καλλιγραφικά. Εκατόν πενήντα χιλιάδες λέξεις σε καλλιγραφία». Εκδότες, σκέφτηκε η Λη. Θα μπορούσε να τους πει κάμποσες ιστορίες για κάποιες από τις αιτήσεις που έφταναν στο Σελ έμπριτι. «Μου είπε ότι ο επιμελητής του έκανε το πρώτο του κεφάλαιο φύλλο και φτερό και τώρα κάνει αποχή προτού καθίσει να το ξαναγράψει». «Εγώ πάντα κάνω αποχή προτού ξαναγράψω κάτι. Μετά από μια απόρριψη είναι που αρχίζω να σκέφτομαι σοβαρά να ακολουθήσω την καλαθοπλεκτική για επάγγελμα».


«Το άκουσες πως ο Τ ζέφρις βρίσκεται πάλι εδώ, προσπαθώντας να προωθήσει εκείνο το χειρόγραφο με την παρθένα που πάσχει από ακροφοβία και τηλεκινησία; Δεν μπορώ να το πιστέψω πως δεν το αποσύρει ήρεμα. Εσύ πότε θα εκδώσεις το επόμενο αστυνομικό σου;» «Τον Αύγουστο. Είναι σκέτο δηλητήριο». «Καλή μου, δεν είναι τρόπος αυτός να μιλάς για τη δουλειά σου». Η Λη άκουγε τις συζητήσεις καταγράφοντας τους διάφορους τόνους στους οποίους γίνονταν αυτές. Άλλοι μιλούσαν σιγανά, άλλοι εξεζητημένα, άλλοι εκρηκτικά. Τον ίδιο ρυθμό ακολουθούσαν και οι χειρονομίες τους. Σαστισμένη, κοίταξε έναν άντρα με μια μακριά μαύρη κάπα. Σίγουρα ήταν μια πολύ περίεργη συνάθροιση, αλλά η Λη είχε αρχίσει να τους συμπαθεί. Ήταν αλήθεια πως περιόριζε το ταλέντο της γράφοντας άρθρα και βιογραφικά σημειώματα, κατά βάθος όμως αυτό που της άρεσε στ’ αλήθεια ήταν να διηγείται ιστορίες. Είχε κερδίσει τη θέση της στο περιοδικό με σκληρή δουλειά και στη συνέχεια είχε στήσει όλο τον κόσμο της γύρω από αυτή. Παρ’ όλη τη φιλοδοξία της, φοβόταν την απόρριψη, γι’ αυτό και κρατούσε το μυθιστόρημά της μισοτελειωμένο και καταχωνιασμένο σ’ ένα συρτάρι για βδομάδες μπορεί και μήνες. Η εβδομαδιαία επιταγή που έπαιρνε της εξασφάλιζε μια στέγη πάνω από το κεφάλι της, τα ρούχα που φορούσε και το φαγητό στο τραπέζι της. Αν δεν ήταν τόσο σημαντικό για εκείνη να αποδείξει ότι μπορούσε να τα εξασφαλίσει όλα αυτά στον εαυτό της από μόνη της, ίσως και να το είχε διακινδυνεύσει και να είχε στείλει τις πρώτες εκατό σελίδες του χειρόγραφού της σε κάποιον εκδοτικό οίκο. Αλλά τότε... Η Λη κούνησε το κεφάλι της και κοίταξε τους διαφόρους τύπους που περιφέρονταν στην αίθουσα. Διέφεραν όλοι μεταξύ τους –ψηλοί, κοντοί, νέοι, γέροι. Ήταν ντυμένοι σε διάφορα στυλ, από κομψά


επαγγελματικά κοστούμια μέχρι τζιν, πολύχρωμα καφτάνια και πουκαμίσες. Κατά τα φαινόμενα, το στυλ ήταν θέμα γούστου και το γούστο θέμα ατόμου. Άραγε, αναρωτήθηκε, έχω συναντήσει αλλού τέτοια πολυμορφία; Αφηρημένα, κοίταξε το μισοτελειωμένο χειρόγραφο που είχε στην τσάντα της. Για απλή κάλυψη, θύμισε στον εαυτό της. Αυτό είναι όλο. Όχι, δεν πίστευε πως είχε το ταλέντο να γίνει μεγάλη συγγραφέας, αλλά ήξερε πως είχε το ταλέντο μιας σπουδαίας ρεπόρτερ. Δε θα δεχόταν ποτέ να έρθει δεύτερη σε οτιδήποτε. Παρ’ όλα αυτά, μια και βρισκόταν εδώ, δε θα την έβλαπτε να παρακολουθήσει ένα δυο σεμινάρια. Και το σημαντικότερο, είπε στον εαυτό της και σηκώθηκε, υπήρχε η πιθανότητα να καταφέρει να εξασφαλίσει και ένα δεύτερο άρθρο από αυτό το ταξίδι, καταγράφοντας τις προσωπικές εμπειρίες της από ένα συνέδριο συγγραφέων. Ποιοι παίρνουν μέρος, για ποιο λόγο, τι κάνουν, σε τι ελπίζουν. Ναι, θα μπορούσε να γράψει ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο. Στο κάτω κάτω, η δουλειά της ερχόταν πρώτη. Μια ώρα αργότερα, περισσότερο ενθουσιασμένη απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί μετά το πρώτο της σεμινάριο, πήγε στην καφετέρια. Θα έκανε ένα μικρό διάλειμμα για να αφομοιώσει τις σημειώσεις που είχε κρατήσει και στη συνέχεια θα επέστρεφε ώστε να είναι σίγουρη πως θα είχε την καλύτερη θέση στη διάλεξη του Χάντερ Μπράουν. Ο Χάντερ ύψωσε το βλέμμα του από την εφημερίδα και την είδε να μπαίνει στην καφετέρια. Η Λη Ράντκλιφ, σκέφτηκε, ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τα τοπικά νέα που διάβαζε. Είχε απολαύσει την κουβέντα τους την προηγουμένη, ενώ συνήθως οι συζητήσεις ήταν γι’ αυτόν σκέτη δοκιμασία. Είχε μια ποιότητα αυτή η γυναίκα –μια εσωτερική ειλικρίνεια και μια καλλιέργεια που του κέντριζε την περιέργεια και πυροδοτούσε το ενδιαφέρον του. Ο Χάντερ ήταν ένας συγγραφέας που είχε την εμμονή ότι οι ίδιοι οι χαρακτήρες


δημιουργούν την πλοκή μιας ιστορίας, έτσι έψαχνε πάντα για τον μοναδικό, τον ξεχωριστό άνθρωπο. Και το ένστικτο τού έλεγε πως η Λη Ράντκλιφ ήταν πολύ ξεχωριστή. Συνέχισε να την παρατηρεί χωρίς να τον έχει πάρει είδηση εκείνη. Από τον τρόπο που κοίταξε αφηρημένα γύρω της, ήταν φανερό πως κάτι την απασχολούσε. Το κοστούμι που φορούσε ήταν πολύ απλό, αλλά το κόψιμο και το χρώμα του φανέρωναν γούστο και ένα ιδιαίτερο στυλ. Ήταν μια γυναίκα που μπορούσε να ντύνεται απλά, αποφάσισε, γιατί ήταν μια γυναίκα γεννημένη μ’ ένα ιδιαίτερο στυλ. Και αν δεν έπεφτε εντελώς έξω, πρέπει να είχε γεννηθεί μέσα στα πλούτη. Υπήρχε πάντα μια αδιόρατη διαφορά ανάμεσα σε αυτούς που γεννιούνται με οικογενειακές περιουσίες και σε αυτούς που κάνουν χρόνια να τις αποκτήσουν. Γιατί, λοιπόν, αναρωτήθηκε, ο εκνευρισμός της; Περίεργος, αποφάσισε πως άξιζε να αφιερώσει μια ώρα από το χρόνο του για να μάθει. Ο Χάντερ άφησε στην άκρη την εφημερίδα του, άναψε ένα τσιγάρο και συνέχισε να την κοιτάζει, ξέροντας πως δεν υπήρχε γρηγορότερος τρόπος από αυτόν για να τραβήξεις την προσοχή κάποιου. Η Λη, η οποία σκεφτόταν περισσότερο το άρθρο που σκόπευε να γράψει παρά τον καφέ που είχε έρθει να πιει, ένιωσε ένα περίεργο ρίγος στη σπονδυλική της στήλη. Ήταν τόσο έντονο, που ήταν έτοιμη να κάνει μεταβολή και να ξαναβγεί, όταν γύρισε το κεφάλι της και βρέθηκε να κοιτάζει τον Χάντερ. Τ ι απίστευτα μάτια, σκέφτηκε η Λη, χωρίς να τα συσχετίσει αμέσως με τον οδηγό τού ξενοδοχείου. Σκούρα, είχαν σχεδόν το χρώμα του λιγνίτη, τραβούσαν το βλέμμα σου και σε παγίδευαν, αποκαλύπτοντας κάθε μυστικό σου. Ήταν τρομακτικό. Ήταν... ακαταμάχητο. Η Λη τα έχασε που μια τέτοια ονειροπαρμένη σκέψη τρύπωσε στο


δικό της πρακτικό και οργανωμένο μυαλό. Πίεσε τον εαυτό της να συνέλθει και τον πλησίασε. Είναι ένας συνηθισμένος άντρας, είπε στον εαυτό της, ένας άντρας που εργάζεται για να βγάλει το ψωμί του, όπως όλοι. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να τον φοβάται. «Κυρία Ράντκλιφ». Ο Χάντερ της έδειξε την καρέκλα απέναντί του, κοιτάζοντάς τη πάντα σοβαρά. «Να σας κεράσω έναν καφέ;» Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, η Λη θα είχε αρνηθεί ευγενικά. Αλλά τώρα, για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, ένιωσε πως είχε κάτι να αποδείξει. Και για τον ίδιο απροσδιόριστο λόγο, ένιωσε πως έπρεπε να το αποδείξει τόσο σ’ εκείνον όσο και στον εαυτό της. «Σας ευχαριστώ». Μόλις κάθισε, εμφανίστηκε η σερβιτόρα και γέμισε το φλιτζάνι της με καφέ. «Σας αρέσει το συνέδριο;» «Ναι». Η Λη έβαλε γάλα στο φλιτζάνι της κι άρχισε να το ανακατεύει σχηματίζοντας μια μικρή δίνη στο κέντρο. «Μπορεί τα πάντα να δείχνουν ανοργάνωτα, αλλά αποκόμισα σημαντικές πληροφορίες από το σεμινάριο που παρακολούθησα το πρωί». Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του, τόσο αχνό, που ήταν σχεδόν αδιόρατο. «Προτιμάτε τα οργανωμένα πράγματα». «Είναι πιο παραγωγικά». Αν και ήταν πιο προσεκτικά ντυμένος απ’ ό,τι την προηγουμένη – φορούσε παντελόνι με τσάκιση και πουκάμισο ανοιχτό στο λαιμό– το ντύσιμό του εξακολουθούσε να είναι σπορ. Αλήθεια, αναρωτήθηκε η Λη, γιατί δεν απαιτούσαν από αυτόν να φοράει στολή; Αλλά και πάλι, ακόμα και με λευκό σακάκι με χρυσά κουμπιά και γραβάτα, το βλέμμα του θα σε προκαλούσε. «Πολλά μαγευτικά πράγματα μπορούν να προέλθουν από το χάος, δε συμφωνείτε;» «Ίσως». Η Λη συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντας τη δίνη στο φλιτζάνι της. Γιατί ένιωθε πως το βλέμμα του τη ρουφούσε με τον ίδιο


ακριβώς τρόπο; Και γιατί, αναρωτήθηκε κάπως ανυπόμονα, καθόταν εδώ μ’ έναν εντελώς άγνωστο τη στιγμή που θα έπρεπε να ετοιμάζει το προσχέδιο των δύο άρθρων που σκόπευε να γράψει; «Βρήκατε τον Χάντερ Μπράουν;» τη ρώτησε εκείνος, κοιτάζοντάς τη πάνω από το φλιτζάνι του. Είναι ενοχλημένη με τον εαυτό της, μάντεψε πολύ εύστοχα και δε βλέπει την ώρα να φύγει. «Τ ι πράγμα;» Αφηρημένη, η Λη ανασήκωσε το κεφάλι της και βρήκε εκείνα τα παράξενα μάτια να την κοιτάζουν πάντα. «Ρώτησα αν συναντήσατε τον Χάντερ Μπράουν». Το αδιόρατο χαμόγελο ήταν και πάλι ζωγραφισμένο στα χείλη του και αυτή τη φορά άγγιξε και τα μάτια του. Όχι πως τα απάλυνε καθόλου. «Όχι». Η Λη πήρε αμυντική στάση, χωρίς να ξέρει το γιατί, και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της που είχε αρχίσει να κρυώνει. «Γιατί ρωτάτε;» «Μετά τα όσα μου είπατε χτες, ήμουν περίεργος να μάθω τη γνώμη σας για κείνον, αφού θα τον είχατε γνωρίσει». Ο Χάντερ τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του και ξεφύσηξε ένα σύννεφο καπνού. «Συνήθως, οι άνθρωποι σχηματίζουν εκ των προτέρων στο μυαλό τους μια εικόνα για τους άλλους, η οποία σπάνια εξακολουθεί να ισχύει όταν τους γνωρίσουν από κοντά». «Είναι δύσκολο να σχηματίσεις οποιαδήποτε εικόνα για κάποιον που κρύβεται από τον κόσμο». Ο Χάντερ ύψωσε τα φρύδια του, αλλά η φωνή του παρέμεινε ήρεμη. «Κρύβεται;» «Είναι η μόνη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό», του απάντησε η Λη, ανακαλύπτοντας για μια ακόμα φορά πως του αποκάλυπτε φωναχτά τις σκέψεις της. «Δεν υπάρχει ούτε φωτογραφία ούτε βιογραφία του στο οπισθόφυλλο των βιβλίων του. Δε δίνει ποτέ συνεντεύξεις και δεν αρνείται ούτε επιβεβαιώνει τα όσα δημοσιεύονται για εκείνον. Όσα βραβεία έχει πάρει τα παρέλαβε


μέσω του πράκτορά του». Η Λη έσυρε το δάχτυλό της πάνω κάτω στο κουταλάκι. «Έχω ακούσει ότι κατά καιρούς παίρνει μέρος σε κάτι τέτοιες εκδηλώσεις, αλλά μόνο αν το συνέδριο είναι μικρό και δε διαφημίζεται η παρουσία του». Όσο του μιλούσε, ο Χάντερ την παρακολουθούσε άγρυπνα καταγράφοντας κάθε της έκφραση. Διέκρινε στοιχεία απογοήτευσης, αλλά και ανυπομονησίας. Το όμορφο πρόσωπό της που του θύμιζε καμέο ήταν ήρεμο, αλλά τα δάχτυλά της δεν έμεναν ούτε στιγμή ακίνητα. Θα είναι μια από τις ηρωίδες του επόμενου βιβλίου μου, αποφάσισε στη στιγμή. Δεν είχε γνωρίσει άλλο άτομο που να διαθέτει μεγαλύτερες δυνατότητες να εξελιχθεί σε κεντρικό ήρωα. Το επίμονο και διαπεραστικό βλέμμα του θα την έκανε και πάλι να τραυλίσει, γι’ αυτό και η Λη του το ανταπέδωσε απτόητη. «Γιατί με κοιτάζετε έτσι;» Εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει χωρίς να δείξει την παραμικρή αμηχανία. «Επειδή είστε μια ενδιαφέρουσα γυναίκα». Κάποιος άλλος άντρας μπορεί να την είχε αποκαλέσει όμορφη ή γοητευτική. Και η Λη θα είχε παραμερίσει περιφρονητικά και τα δύο αυτά κομπλιμέντα. Έπιασε το κουτάλι της και το άφησε πάλι. «Τ ι εννοείτε;» «Διαθέτετε ένα συγκροτημένο μυαλό, έμφυτη κομψότητα και ένα μάτσο νεύρα». Του άρεσε η αχνή ρυτίδα που σχηματιζόταν ανάμεσα στα φρύδια της όταν συνοφρυωνόταν. Σήμαινε πως ήταν επίμονη και ξεροκέφαλη. Και σεβόταν και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά. «Πάντα με συνάρπαζαν οι τσέπες», συνέχισε ο Χάντερ. «Όσο πιο βαθιές τόσο καλύτερα. Και πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται τι κρύβετε στις δικές σας τσέπες, κυρία Ράντκλιφ». Η Λη ένιωσε πάλι το ρίγος στη ραχοκοκαλιά της. Και δεν ένιωθε άνετα να κάθεται απέναντι σ’ έναν άντρα που της προκαλούσε τέτοιο ρίγος. Για μια στιγμή ένιωσε μια συμπάθεια για όλα τα άτομα από τα


οποία είχε πάρει συνέντευξη. «Έχετε έναν περίεργο τρόπο να θέτετε τα πράγματα», μουρμούρισε. «Ναι, μου το έχουν πει αυτό». Η Λη παρότρυνε τον εαυτό της να σηκωθεί και να φύγει. Δεν είχε κανένα νόημα να κάθεται εδώ και να αφήνει να την ταράζει ένας άντρας που μπορούσε να τον ξεφορτωθεί μ’ ένα φιλοδώρημα των πέντε δολαρίων. «Τ ι κάνετε στο Φλάγκσταφ;» τον ρώτησε. «Δε μου φαίνεστε για άνθρωπος που θα έμενε ικανοποιημένος πηγαινοφέρνοντας κάθε μέρα τουρίστες από το αεροδρόμιο και μεταφέροντας τις αποσκευές τους». «Οι εντυπώσεις που αποκομίζουμε δημιουργούν γοητευτικές εικόνες, σωστά;» Ο Χάντερ της χαμογέλασε πλατιά, όπως και την προηγουμένη όταν του είχε δώσει το φιλοδώρημα. Η Λη δεν ήξερε γιατί είχε νιώσει και τότε και τώρα σαν να την κορόιδευε. Του ανταπέδωσε ασυναίσθητα το χαμόγελο. Το χαμόγελό της ήταν συναρπαστικό και αυτό τον ξάφνιασε. «Είστε πολύ περίεργος άνθρωπος». «Μου το έχουν πει και αυτό». Το χαμόγελό του ξεθώριασε και το βλέμμα του έγινε πάλι έντονο. «Δεχτείτε να δειπνήσετε μαζί μου απόψε». Δεν την ξάφνιασε τόσο η πρόσκληση όσο το γεγονός ότι ήθελε να τη δεχτεί και παραλίγο να το κάνει. «Όχι», απάντησε η Λη κάνοντας επιφυλακτικά πίσω. «Δεν το νομίζω». «Ειδοποιείστε με αν αλλάξετε γνώμη». Για μια ακόμα φορά την ξάφνιασε. Οι περισσότεροι άντρες θα επέμεναν λίγο. Ήταν κάτι που το περίμενε κανείς, σκέφτηκε η Λη, ενώ ευχόταν να μπορούσε να τον καταλάβει. «Πρέπει να γυρίσω στο συνέδριο». Πήρε το χαρτοφύλακά της. «Ξέρετε πού βρίσκεται η Αίθουσα Κάνυον;» Γελώντας από μέσα του, ο Χάντερ άφησε μερικά χαρτονομίσματα


στο τραπέζι. «Ναι, θα σας δείξω». «Δε είναι απαραίτητο», άρχισε να λέει η Λη και σηκώθηκε. «Έχω χρόνο». Ο Χάντερ βγήκε μαζί της από την καφετέρια στο χώρο της ρεσεψιόν. «Σκοπεύετε να δείτε καθόλου τα αξιοθέατα όσο θα βρίσκεστε εδώ;» «Δε θα έχω χρόνο», του απάντησε και κοίταξε έξω από το μεγάλο παράθυρο το όρος Χάμφρι. «Μόλις τελειώσει το συνέδριο πρέπει να γυρίσω πίσω». «Πού;» «Στο Λος Άντζελες». «Πάρα πολύς κόσμος», σχολίασε αυθόρμητα ο Χάντερ. «Δε νιώθετε ποτέ να σας στερούν τον αέρα;» Η Λη δε θα το έθετε έτσι, δεν το είχε σκεφτεί ποτέ έτσι, αλλά ήταν αλήθεια πως μερικές φορές ένιωθε κάτι σαν κλειστοφοβία. Το σπίτι της, όμως, βρισκόταν εκεί και το σημαντικότερο, εκεί βρισκόταν η δουλειά της. «Όχι. Υπάρχει αρκετός αέρας για όλους». «Δεν έχετε σταθεί ποτέ στη νότια άκρη του φαραγγιού, αφήνοντας το μάτι σας να πλανηθεί μακριά, και να πάρετε μια βαθιά ανάσα». Η Λη γύρισε πάλι και τον κοίταξε. Είχε έναν τρόπο να περιγράφει τα πράγματα, που σου έδινε αμέσως την εικόνα. Και για δεύτερη φορά λυπήθηκε που δεν είχε τη δυνατότητα να πάρει μια δυο μέρες άδεια για να εξερευνήσει λίγο την άγρια φύση της Αριζόνας. «Ίσως κάποια άλλη φορά». Ύψωσε τους ώμους της και τον ακολούθησε σ’ ένα διάδρομο στα δεξιά. «Ο χρόνος είναι κάτι το σχετικό», παρατήρησε ο Χάντερ. «Όταν τον χρειάζεσαι είναι πάντα πολύ λίγος. Ύστερα ξυπνάει κανείς στις τρεις τα ξημερώματα και ξαφνικά τού φαίνεται ατέλειωτος. Είναι καλύτερα να τον εκμεταλλευόμαστε όταν τον έχουμε παρά να περιμένουμε να τον βρούμε. Ίσως θα θέλατε να το δοκιμάσετε», της


πρότεινε και την κοίταξε πάλι. «Μπορεί να βοηθήσει τα νεύρα σας». Η Λη συνοφρυώθηκε. «Δεν έχουν τίποτε τα νεύρα μου». «Μερικοί άνθρωποι καταφέρνουν να πηγαίνουν μπροστά επί εβδομάδες με τα νεύρα τεντωμένα, στη συνέχεια όμως πρέπει να βρουν μια βαλβίδα εκτόνωσης». Ο Χάντερ την άγγιξε για πρώτη φορά. Ακούμπησε απαλά τ’ ακροδάχτυλά του στα μαλλιά της. Αλλά εκείνη το ένιωσε σαν να είχε σφίξει το χέρι της στο δικό του. «Ποια είναι η δικιά σου βαλβίδα εκτόνωσης, Λενόρ;» Δεν τσιτώθηκε, ούτε παραμέρισε αδιάφορα το χέρι του όπως θα είχε κάνει σε άλλη περίπτωση. Αντίθετα, έμεινε ακίνητη, βιώνοντας μια αίσθηση που δε θυμόταν να είχε δοκιμάσει ποτέ. Η έκφρασή του ήταν ειλικρινής, ελαφρά αλαζονική, αλλά κατά βάθος έκρυβε κεραυνούς. Και η Λη δε σκόπευε να παγιδευτεί μέσα στην καταιγίδα. «Δουλεύω», του απάντησε αβίαστα, αλλά τα δάχτυλά της έσφιξαν πιο δυνατά το χερούλι του χαρτοφύλακά της. «Δε χρειάζομαι άλλη βαλβίδα εκτόνωσης». Δεν έκανε πίσω, μόνο άφησε την υπεροψία που την προστάτευε πάντα να φανεί στον τόνο της. «Κανείς δε με αποκαλεί Λενόρ». «Όχι;» Ο Χάντερ σχεδόν χαμογέλασε. Αυτή του η έκφραση, αυτό το μισοχαμόγελο που ο συνομιλητής του μάλλον το μάντευε παρά το έβλεπε, ήταν που σου ξυπνούσε την περιέργεια. Και εκείνος μάλλον το ήξερε. «Μα σου ταιριάζει. Θηλυκό, κομψό, κάπως απόμακρο. Και η μόνη λ έξη που ψέλ λ ισε ήταν, “Λενόρ”! Ναι». Τα δάχτυλά του έμειναν για ένα ακόμα δευτερόλεπτο στα μαλλιά της. «Νομίζω πως ο Πόε θα έβρισκε πως ταιριάζεις απόλυτα στην εικόνα». Η Λη δεν το περίμενε, δεν μπόρεσε να το εμποδίσει, όταν ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν. Ο ήχος του ονόματός της χάιδεψε σαν πούπουλο την επιδερμίδα της. «Ποιος είσαι;» άκουσε τον εαυτό της να ρωτάει. Ήταν δυνατόν να την επηρεάζει τόσο ένας άνθρωπος τη στιγμή που δεν ήξερε ούτε καν τ’ όνομά του; Έκανε ένα βήμα


μπροστά σαν να τον προκαλούσε. «Αλήθεια, ποιος είσαι;» Εκείνος της χαμογέλασε πάλι με μια τρυφερή γοητεία που δε θα έπρεπε να ταιριάζει με τα μάτια του, αλλά ταίριαζε. «Περίεργο που δε ρώτησες νωρίτερα. Καλύτερα να μπεις μέσα», της είπε βλέποντας τον κόσμο που κατευθυνόταν προς την πόρτα της Αίθουσας Κάνυον. «Θα θέλεις μια καλή θέση». «Ναι». Η Λη προσπάθησε να συγκρατήσει την έντονη επιθυμία της να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν. Του έριξε μια τελευταία ματιά πάνω από τον ώμο της, μπήκε στην αίθουσα και κάθισε στην πρώτη σειρά. Ήταν καιρός να συγκεντρώσει πάλι το μυαλό της στη δουλειά για την οποία βρισκόταν εδώ και αυτή η δουλειά ήταν ο Χάντερ Μπράουν. Έπρεπε να παραμερίσει τους αντιπερισπασμούς που της δημιουργούσε ένας ακατανόητος άντρας που οδηγούσε τζιπ για να βγάλει το ψωμί του. Η Λη πήρε από το χαρτοφύλακά της ένα καινούριο σημειωματάριο και δύο μολύβια. Το ένα το στερέωσε στο αυτί της. Σε λίγα λεπτά θα είχε τη δυνατότητα να δει και να μελετήσει τον μυστηριώδη Χάντερ Μπράουν. Θα είχε τη δυνατότητα να τον ακούσει και να κρατήσει σημειώσεις με απόλυτη ελευθερία. Μετά τη διάλεξη, θα είχε τη δυνατότητα να του κάνει ερωτήσεις και αν περνούσε από το χέρι της να κανονίσει μια αποκλειστική συνάντηση μαζί του. Η Λη είχε σκεφτεί προσεκτικά την ηθική πλευρά αυτής της υπόθεσης. Δεν το θεωρούσε απαραίτητο να πει στον Μπράουν ότι ήταν ρεπόρτερ. Βρισκόταν εκεί ως επίδοξη συγγραφέας και είχε και το χειρόγραφο για να το αποδείξει. Ο οποιοσδήποτε ήταν ελεύθερος να προσπαθήσει να γράψει και να πουλήσει ένα άρθρο σχετικά με το συνέδριο και τους συμμετέχοντες. Μόνο αν ο Μπράουν χρησιμοποιούσε τη λέξη «εμπιστευτικό» θα ήταν αναγκασμένη να σωπάσει. Χωρίς αυτή τη λέξη, ό,τι έλεγε ήταν για δημόσια χρήση. Αυτό το άρθρο θα μπορούσε να είναι το επόμενο σκαλοπάτι στη


βαθμίδα της καταξίωσης. Θα είναι, διόρθωσε η Λη τον εαυτό της. Το πρώτο αυθεντικό και τεκμηριωμένο άρθρο σχετικά με τον Χάντερ Μπράουν θα μπορούσε να διευρύνει τους ορίζοντές της πέρα από το Σελ έμπριτι. Θα δημιουργούσε αίσθηση, θα τάραζε τα νερά και, το κυριότερο, θα ήταν μια αποκλειστικότητα. Μια τέτοια επιτυχία θα εντυπωσίαζε ακόμα και την οικογένειά της που εξακολουθούσε να κρατάει μια ελαφρά επικριτική στάση. Μια τέτοια επιτυχία θα την έφερνε πολύ πιο κοντά στην κορυφή που είχε βάλει από την αρχή για στόχο της. Και όταν θα έφτανε εκεί, επιτέλους θα επιβραβεύονταν οι ατέλειωτες ώρες και η επίμονη αφοσίωσή της. Γιατί, από τη στιγμή που θα έφτανε εκεί, σκόπευε να παραμείνει. Στην κορυφή, σκέφτηκε με πάθος η Λη. Όσο πιο ψηλά μπορούσε. Πίσω από την πόρτα, στην άλλη μεριά του διαδρόμου, ο Χάντερ στεκόταν με την επιμελήτριά του και άκουγε αφηρημένος τα σχόλιά της για τη συνέντευξη που είχε πάρει από έναν επίδοξο συγγραφέα. Έπιασε αμέσως, από τα λεγόμενά της, ότι ήταν ενθουσιασμένη γιατί ο συγγραφέας υποσχόταν πολλά. Αυτό ήταν ένα από τα ταλέντα του. Μπορούσε να συμμετέχει σε μια συζήτηση, ενώ το μυαλό του το απασχολούσε ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Και το εφάρμοζε όποτε είχε αυτή τη διάθεση. Έτσι τώρα μιλούσε με την επιμελήτριά του και σκεφτόταν τη Λη Ράντκλιφ. Ναι, θα τη χρησιμοποιούσε σίγουρα στο επόμενο βιβλίο του. Ήταν αλήθεια πως η πλοκή ήταν ακόμα εντελώς συγκεχυμένη στο κεφάλι του, πάντως το σίγουρο ήταν πως εκείνη θα αποτελούσε τον κεντρικό άξονα. Θα έπρεπε να ψάξει λίγο πιο βαθιά για να ικανοποιηθεί εντελώς, αλλά δεν περίμενε να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα σε αυτό το σημείο. Αν την είχε κρίνει σωστά, θα τα έχανε όταν θα τον έβλεπε να ανεβαίνει στο βήμα, στη συνέχεια θα έμενε άφωνη και τέλος θα γινόταν έξαλλη. Και αν λαχταρούσε τόσο


απελπισμένα να του μιλήσει όσο του είχε δηλώσει, θα κατάπινε το θυμό της. Είναι δυνατή γυναίκα, αποφάσισε ο Χάντερ. Διέθετε σιδερένια θέληση και μεταξένια μαλλιά. Τ ρυφερά μάτια και διαβολικό πιγούνι. Ένας χαρακτήρας δεν είναι τίποτα αν δεν έχει αντιθέσεις, δυνατά στοιχεία και αδυναμίες. Και μυστικά, σκέφτηκε, σίγουρος πως θα ανακάλυπτε τα δικά της. Είχε άλλη μιάμιση μέρα μπροστά του για να εξερευνήσει τη Λενόρ Ράντκλιφ. Και πίστευε πως του ήταν αρκετή. Ο διάδρομος αντηχούσε από τα παράπονα, τα γέλια και τον ενθουσιασμό των συνέδρων που διέσχιζαν το διάδρομο για να μπουν στην Αίθουσα Κάνυον. Ο Χάντερ γνώριζε πολύ καλά τον ενθουσιασμό τού να είσαι συγγραφέας. Αν τον έχανε, θα συνέχιζε να γράφει. Ήταν υποχρεωμένος να το κάνει. Αλλά αυτό θα φαινόταν στη δουλειά του. Τα συναισθήματα πάντα φαίνονται. Δεν επέτρεψε ποτέ στα συναισθήματα και τις σκέψεις του να εισχωρήσουν στη δουλειά του, το έκαναν όμως χωρίς να του ζητήσουν την άδεια. Ο Χάντερ το θεωρούσε δίκαιο. Τα συναισθήματα και οι σκέψεις του βρίσκονταν στα βιβλία του και όποιος ενδιαφερόταν μπορούσε να τα βρει εκεί. Η ζωή του, όμως, ήταν αποκλειστικά δική του. Χωρίς καμιά εξαίρεση. Η γυναίκα με την οποία συνομιλούσε αυτή τη στιγμή απολάμβανε το σεβασμό και τη στοργή του. Είχε διαπληκτιστεί μαζί της για τη δύναμη και τη δομή μιας φράσης κι όσες φορές είχε βγει νικητής, άλλες τόσες είχε βγει χαμένος. Της είχε βάλει τις φωνές, είχε γελάσει μαζί της και την είχε στηρίξει συναισθηματικά στο πρόσφατο διαζύγιό της. Ήξερε την ηλικία της, το αγαπημένο της ποτό και την αδυναμία της για τα κάσιους. Ήταν επιμελήτριά του τρία χρόνια τώρα, μια σχέση που για πολλούς πλησίαζε αυτή του γάμου. Και όμως δε γνώριζε ότι ο Χάντερ είχε μια δεκάχρονη κόρη που την έλεγαν Σάρα και της άρεσε να ψήνει κουλουράκια και να παίζει


ποδόσφαιρο. Ο Χάντερ τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του όταν είδε τον πρόεδρο της μικρής οργάνωσης των συγγραφέων να τον πλησιάζει. Ήταν ένας ταλαντούχος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας που ο Χάντερ είχε διαβάσει τα έργα του και τα είχε απολαύσει. Διαφορετικά, δε θα βρισκόταν εδώ, έτοιμος να κάνει μια από τις σπάνιες εμφανίσεις του στο λογοτεχνικό κόσμο. «Κύριε Μπράουν, δε νομίζω να χρειάζεται να σας επαναλάβω πόσο μας τιμά η παρουσία σας εδώ». «Όχι...» Το χαμόγελο του Χάντερ ήταν αβίαστο. «Δε χρειάζεται». «Περιμένω να γίνει μεγάλος ντόρος όταν θα σας αναγγείλω. Όταν τελειώσετε την ομιλία σας, θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να ηρεμήσω τα πνεύματα». «Μην ανησυχείτε. Θα τα καταφέρω». Ο άλλος άντρας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Δεν αμφέβαλλε γι’ αυτό. «Θα παραθέσω μια μικρή δεξίωση στη σουίτα μου απόψε. Είστε ευπρόσδεκτος». «Ευχαριστώ, αλλά έχω κανονίσει κάτι άλλο». Αν και δεν ήξερε πώς να ερμηνεύσει το σχεδόν αδιόρατο χαμόγελό του, ο πρόεδρος του συνεδρίου ήταν πολύ έξυπνος για να τον πιέσει, τη στιγμή που ήταν έτοιμος να πετύχει έναν μεγάλο αιφνιδιασμό. «Τότε, αν είστε έτοιμος, θα σας αναγγείλω». «Στη διάθεσή σας». Ο Χάντερ μπήκε μαζί του στην Αίθουσα Κάνυον και στάθηκε δίπλα στην πόρτα. Η αίθουσα έσφυζε ήδη από προσμονή και περιέργεια. Η έδρα ήταν τοποθετημένη σ’ ένα μικρό βάθρο μπροστά από διακόσιες καρέκλες που ήταν σχεδόν όλες γεμάτες. Οι συζητήσεις κόπασαν όταν είδαν τον πρόεδρο να πλησιάζει στο βάθρο, στη συνέχεια όμως συνεχίστηκαν ψιθυριστά. Ο Χάντερ άκουσε έναν από τους άντρες που βρίσκονταν πιο κοντά του να ψιθυρίζει στο


διπλανό του πως τρεις εκδοτικοί οίκοι ανταγωνίζονταν για το βιβλίο του. Ο Χάντερ περιεργάστηκε το πλήθος χωρίς να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην εισαγωγή της αναγγελίας του και στο τέλος κάρφωσε το βλέμμα του στη Λη. Παρακολουθούσε τον ομιλητή μ’ ένα μικρό ευγενικό χαμόγελο, αλλά τα μάτια της την πρόδιδαν. Ήταν σκοτεινά και ανυπόμονα. Ο Χάντερ άφησε το βλέμμα του να κατέβει στα γόνατά της, όπου το χέρι της έσφιγγε και άφηνε νευρικά ένα μολύβι. Ένα μάτσο δυναμικότητα και νεύρα, τυλιγμένα σ’ ένα λεπτό φύλλο αυτοπεποίθησης, σκέφτηκε. Για δεύτερη φορά, η Λη ένιωσε το βλέμμα του πάνω της και για δεύτερη φορά οι ματιές τους έσμιξαν. Η αχνή ρυτίδα φάνηκε πάλι στο μέτωπό της καθώς αναρωτήθηκε τι γύρευε εκείνος μέσα στην αίθουσα. Αγέρωχος, γερμένος πάνω στον τοίχο, ο Χάντερ της αντιγύρισε απτόητος το βλέμμα. «Η καριέρα του βρίσκεται σε σταθερά ανοδική πορεία εδώ και πέντε χρόνια, από τότε που κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο του Το Χρέος του Διαβόλ ου. Έκτοτε, κάθε φορά που ανοίγουμε ένα βιβλίο του, έχουμε την ευχαρίστηση να ανατριχιάζουμε από το φόβο μας». Με την αναφορά του τίτλου, τα μουρμουρητά εντάθηκαν και πολλά κεφάλια γύρισαν. Ο Χάντερ συνέχισε να κοιτάζει τη Λη και αυτή εκείνον, συνοφρυωμένη. «Το τελευταίο του, Σιωπηλ ή Κραυγή, είναι ήδη εδραιωμένο στο νούμερο ένα της λίστας των μπεστ σέλερ. Έχουμε το προνόμιο και την τιμή να καλωσορίζουμε στο Φλάγκσταφ τον Χάντερ Μπράουν». Τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα ανταγωνίστηκαν τους ψιθύρους διακοσίων ατόμων στον κλειστό αυτό χώρο. Νωχελικά, ο Χάντερ απομακρύνθηκε από τον τοίχο και προχώρησε προς το βάθρο. Είδε το μολύβι να ξεφεύγει από το χέρι της Λη και να κυλάει στο πάτωμα. Χωρίς να ανακόψει το ρυθμό του, έσκυψε και το μάζεψε.


«Πάρ’ το, θα σου χρειαστεί», τη συμβούλευσε κοιτάζοντας τα σαστισμένα μάτια της. Την ώρα που της το έδινε, είδε την έκπληξη να μετατρέπεται σε οργή. «Είσαι...» «Ναι, αλλά καλύτερα να μου τα πεις αργότερα». Ο Χάντερ διένυσε την υπόλοιπη απόσταση μέχρι το βάθρο, πήρε τη θέση του στην έδρα και περίμενε να κοπάσουν τα χειροκροτήματα. Κοίταξε και πάλι το πλήθος, αλλά αυτή τη φορά το βλέμμα του ήταν τόσο έντονο, που κόπασε και ο παραμικρός θόρυβος. Για δέκα δευτερόλεπτα δεν άκουγες ούτε ανάσα. «Τ ρόμος», είπε ο Χάντερ στο μικρόφωνο. Από την πρώτη του λέξη τούς μάγεψε και τους κράτησε αιχμάλωτους για σαράντα λεπτά. Κανείς δεν κουνήθηκε, κανείς δε χασμουρήθηκε, κανείς δε βγήκε για τσιγάρο. Η Λη έσφιγγε τα δόντια της, ξέροντας πως τον μισούσε. Έβραζε –και με δυσκολία συγκράτησε την επιθυμία της να πεταχτεί όρθια και να φύγει. Έμεινε ακίνητη, κρατώντας μεθοδικά σημειώσεις. Στο περιθώριο είχε φτιάξει μια απόλυτα αναγνωρίσιμη καρικατούρα του Χάντερ και είχε καρφώσει ένα στιλέτο στην καρδιά του. Αυτό της πρόσφερε αφάνταστη ικανοποίηση. Όταν εκείνος δέχτηκε να απαντήσει για δέκα λεπτά σε ερωτήσεις, ήταν η πρώτη που σήκωσε το χέρι της. Ο Χάντερ κοίταξε κατευθείαν προς το μέρος της, χαμογέλασε και έδωσε το λόγο σε κάποιον που καθόταν τρεις σειρές πιο πίσω. Απαντούσε εντελώς επαγγελματικά στις επαγγελματικές ερωτήσεις και απέφευγε κάθε προσωπική αναφορά. Η Λη όφειλε να θαυμάσει την επιδεξιότητά του, ιδιαίτερα τη στιγμή που ήξερε πως έκανε σπάνια δημόσιες εμφανίσεις. Δεν έδειχνε την παραμικρή νευρικότητα, τον παραμικρό δισταγμό και καμιά διάθεση να της δώσει το λόγο αν και σήκωνε διαρκώς το χέρι της, κατακεραυνώνοντάς τον με το


βλέμμα της. Αλλά κι εκείνη ήταν ρεπόρτερ, θύμισε στον εαυτό της. Και οι ρεπόρτερ δεν καταφέρνουν τίποτε αν ακολουθούν την τυπική οδό. «Κύριε Μπράουν», φώναξε η Λη και σηκώθηκε. «Λυπάμαι». Ο Χάντερ σήκωσε το χέρι του και χαμογέλασε αργά. «Φοβάμαι πως έχουμε ξεπεράσει ήδη το χρόνο μας. Εύχομαι καλή τύχη σε όλους σας», είπε και σηκώθηκε. Βγήκε από την αίθουσα κάτω από ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Μέχρι να καταφέρει η Λη να φτάσει και εκείνη στην πόρτα, είχε ακούσει τόσους επαίνους για τον Μπράουν, που η οργή που σιγόκαιγε μέσα της άρχισε να κοχλάζει. Θράσος που το είχε, σκέφτηκε, βγαίνοντας επιτέλους στο διάδρομο. Δεν την ένοιαζε αν τη νικούσαν σε μια παρτίδα σκάκι και άντεχε να κριτικάρουν τη δουλειά της ή να αμφισβητούν τη γνώμη της. Η Λη θεωρούσε πως ήταν μια λογική γυναίκα χαμηλών τόνων και με λογική έπαρση. Το μόνο που δεν μπορούσε να ανεχτεί, που δε θα το ανεχόταν ποτέ, ήταν να τη γελοιοποιούν. Εκδίκηση. Ήθελε να πάρει εκδίκηση. Α, ναι, σκέφτηκε καθώς προσπαθούσε να ανοίξει δρόμο ανάμεσα στους θαυμαστές του Χάντερ Μπράουν. Κάποια μέρα, με κάποιο τρόπο, θα έπαιρνε εκδίκηση. Μόνο τότε θα ήταν ευχαριστημένη. Πήγε προς το ασανσέρ, ξέροντας πως ήταν πολύ οργισμένη τώρα για να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον Χάντερ. Χρειαζόταν μια ώρα να ηρεμήσει και να καταστρώσει το σχέδιό της. Το μολύβι που κρατούσε ακόμα στα χέρια της έσπασε ανάμεσα στα δάχτυλά της. Θα γονάτιζε τον Χάντερ Μπράουν, ακόμα και αν αυτό θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανε στη ζωή της. Τη στιγμή που άπλωνε το χέρι της να πατήσει το κουμπί για τον όροφό της, ο Χάντερ γλίστρησε μέσα στο ασανσέρ. «Ανεβαίνεις;» τη ρώτησε άνετα και πάτησε ο ίδιος το κουμπί. Η Λη ένιωσε την οργή να ανεβαίνει στο κεφάλι της και να την


πνίγει. Χρειάστηκε να καταβάλει προσπάθεια για να σφίξει τα χείλη της και να μην ξεράσει το δηλητήριο που είχε μέσα της. Κάρφωσε το βλέμμα της ίσια μπροστά. «Έσπασες το μολύβι σου», παρατήρησε ο Χάντερ διασκεδάζοντας όσο είχε να διασκεδάσει μέρες. Κοίταξε το ανοιχτό μπλοκ της και εντόπισε την επιμελώς σχεδιασμένη καρικατούρα του. «Καλό», της είπε μ’ ένα επιδοκιμαστικό χαμόγελο. «Πώς σου φάνηκε η ομιλία;» Η Λη του έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα καθώς άνοιγαν οι πόρτες του ασανσέρ. «Είσαι πηγή ανούσιων πληροφοριών, κύριε Μπράουν». «Το βλέμμα σου σκοτώνει, Λενόρ», της είπε εκείνος και βγήκε μαζί της στο διάδρομο. «Ταιριάζει με τα μαλλιά σου. Το σκίτσο σου δείχνει αρκετά καθαρά αυτό που θα ήθελες να κάνεις. Γιατί δε μου καρφώνεις αυτό το στιλέτο όσο έχεις ακόμα την ευκαιρία;» Η Λη συνέχισε να προχωράει, λέγοντας στον εαυτό της πως δε θα του έδινε την ευχαρίστηση να της πιάσει την κουβέντα. «Γέλασες καλά σε βάρος μου», του πέταξε κι έψαξε στην τσάντα της για το κλειδί της. «Ένα, δυο χαμόγελα μόνο», τη διόρθωσε ο Χάντερ, ενώ εκείνη συνέχιζε να ψάχνει την τσάντα της, βράζοντας. «Έχασες το κλειδί σου;» «Όχι, δεν έχασα το κλειδί μου». Γεμάτη απόγνωση, η Λη ανασήκωσε το κεφάλι της και η οργή της συνάντησε το χαμόγελό του. «Γιατί δεν πας να αναπαυθείς στις δάφνες σου;» «Ποτέ δε μου άρεσε αυτό. Γιατί δεν ξεσπάς το θυμό σου, Λενόρ; Θα νιώσεις καλύτερα». «Μη με αποκαλείς Λενόρ!» φώναξε εκείνη, χάνοντας τον έλεγχό της. «Δεν είχες κανένα δικαίωμα να με γελοιοποιήσεις. Δεν είχες κανένα δικαίωμα να προσποιηθείς τον υπάλληλο του ξενοδοχείου». «Εσύ το συμπέρανες αυτό», τη διόρθωσε εκείνος. «Απ’ όσο


θυμάμαι, εγώ δεν προσποιήθηκα ποτέ τίποτα. Χτες μου ζήτησες να σε πάω κάπου και σε πήγα». «Κατάλαβες πως σε πέρασα για τον οδηγό του ξενοδοχείου. Στεκόσουν δίπλα στις αποσκευές μου...» «Κλασική περίπτωση λάθους». Ο Χάντερ πρόσεξε ότι η επιδερμίδα της έπαιρνε μια ροδαλή απόχρωση όταν θύμωνε. Μια χαριτωμένη παρενέργεια. «Είχα έρθει να παραλάβω την επιμελήτριά μου, η οποία όπως αποδείχτηκε είχε χάσει την πτήση της από το Φοίνιξ. Νόμιζα ότι οι αποσκευές ήταν δικές της». «Το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να μου το πεις αμέσως». «Δε με ρώτησες», την αντέκρουσε. «Μου ζήτησες απλώς να μεταφέρω τις αποσκευές σου». «Ω, είσαι εξοργιστικός». Η Λη έσφιξε τα δόντια της και άρχισε να ψάχνει πάλι στην τσάντα της. «Αλλά ακαταμάχητος. Το είπες και μόνη σου». «Το να ξέρεις να δένεις τις λέξεις μεταξύ τους είναι αξιοθαύμαστο ταλέντο, κύριε Μπράουν». Η υπεροψία ήταν ένα από τα πιο δοκιμασμένα προσόντα της. Και η Λη τη χρησιμοποιούσε στο έπακρο. «Αυτό δε σημαίνει πως είσαι κι εσύ αξιοθαύμαστος». «Όχι, δε θα το έλεγα αυτό». Ο Χάντερ έγειρε με την άνεσή του στον τοίχο και την περίμενε να βρει το κλειδί της. «Μετέφερες τις αποσκευές μου στο δωμάτιό μου», συνέχισε η Λη έξαλλη. «Σου έδωσα πέντε δολάρια φιλοδώρημα». «Πολύ γενναιόδωρο». Η Λη ξεφύσηξε, χαρούμενη που τα χέρια της ήταν απασχολημένα. Διαφορετικά δεν ήξερε αν θα κατάφερνε να συγκρατηθεί και να μη χαστουκίσει το ήρεμο, αυτάρεσκο πρόσωπό του. «Ωραία, έκανες την πλάκα σου», του είπε, βρίσκοντας επιτέλους το κλειδί της. «Τ ώρα θα σου ζητήσω να φανείς ευγενής και να μη μου ξαναμιλήσεις ποτέ». «Δεν ξέρω πώς σχημάτισες την εντύπωση ότι είμαι ευγενής».


Προτού προλάβει να ξεκλειδώσει η Λη την πόρτα, ο Χάντερ έπιασε το χέρι της που κρατούσε το κλειδί. Εκείνη ένιωσε τη δύναμή του και τον αναθεμάτισε γι’ αυτό, αλλά αντιμετώπισε ήρεμα το χαμογελαστό βλέμμα του. «Πάντως, μου είπες σίγουρα ότι θα σου άρεσε να μιλήσεις μαζί μου. Μπορούμε να κουβεντιάσουμε απόψε, δειπνώντας». Η Λη έμεινε να τον κοιτάζει. Τ ι ήταν αυτό που την είχε κάνει να πιστέψει πως δε θα είχε τη δυνατότητα να την ξαφνιάσει πάλι; «Έχεις απίστευτο θράσος». «Αυτό το έχεις πει. Στις εφτά;» Η Λη ήθελε να του απαντήσει πως δε θα δειπνούσε μαζί του, ακόμα και αν τον έβλεπε γονατιστό μπροστά της. Ήθελε να του πει αυτό και πολλά άλλα δυσάρεστα. Ο θυμός, όμως, συγκρούστηκε με τη λογική μέσα της. Είχε έρθει εδώ να κάνει μια δουλειά, μια δουλειά που κυνηγούσε ανεπιτυχώς τρεις μήνες τώρα. Η επιτυχία ήταν πιο σημαντική από την περηφάνια της. Ο Χάντερ της πρόσφερε την τέλεια ευκαιρία να πετύχει αυτό για το οποίο είχε έρθει και μάλιστα με μεγαλύτερη άνεση από όση είχε ελπίσει. Και ίσως, ίσως, να της άνοιγε ο ίδιος την πόρτα για να πάρει και την εκδίκησή της. Πράγμα που θα την έκανε ακόμα πιο γλυκιά. Όσο δύσκολο και να ήταν, η Λη κατάπιε την περηφάνια της. «Σύμφωνοι», του είπε –κι ο Χάντερ πρόσεξε πως δεν έδειχνε και πολύ ευχαριστημένη. «Πού θα σε συναντήσω;» Ο Χάντερ δεν εμπιστευόταν ποτέ μια εύκολη συμφωνία. Αλλά, πάλι, είχε εμπιστοσύνη σε πολύ λίγα πράγματα. Η γυναίκα αυτή θα ήταν μια πρόκληση. «Θα έρθω να σε πάρω από εδώ», της είπε και έσυρε ανάλαφρα τα δάχτυλά του στον καρπό της προτού την αφήσει. «Μπορείς να φέρεις και το χειρόγραφό σου. Είμαι περίεργος να δω τη δουλειά σου». Η Λη χαμογέλασε και σκέφτηκε το άρθρο που θα έγραφε. «Θέλω


πολύ να δεις τη δουλειά μου», του είπε και μπήκε στο δωμάτιό της, δίνοντας στον εαυτό της τη μικρή ευχαρίστηση να του βροντήσει την πόρτα στα μούτρα.

Κεφάλαιο 3 Βαθύ μπλε. Μεταξωτό. Η Λη ξόδεψε πολύ χρόνο και σκέψη για να διαλέξει το κατάλληλο φόρεμα για το δείπνο της με τον Χάντερ. Ήταν θέμα δουλειάς. Το βαθύ μπλε μεταξωτό φόρεμα με τις σκόρπιες ασημένιες πινελιές τής άρεσε επειδή είχε μια καθαρή, λιτή, κομψή γραμμή. Ήταν φορές που όταν έβγαινε για ψώνια ξόδευε τόση ώρα για να διαλέξει ένα φουλάρι όση και για να ερευνήσει το θέμα για κάποιο άρθρο της. Ήταν μέρος της δουλειάς της. Τ ώρα, αφού το είχε σκεφτεί καλά, φόρεσε το μπλε μεταξωτό ρούχο που τύλιξε δροσερό το κορμί της, τονίζοντας ελαφρά τις καμπύλες της. Έμεινε ικανοποιημένη από την εικόνα της. Η σοβαρή γυναίκα που την κοιτούσε από τον καθρέφτη παρουσίαζε ακριβώς την εικόνα που ήθελε –κομψή, καλλιεργημένη, απόμακρη. Αν μη τι άλλο, αυτό τόνωσε το πληγωμένο εγώ της. Η Λη έκανε μια ανασκόπηση της ζωής της, επικεντρώνοντας στην καριέρα της, και δεν μπόρεσε να θυμηθεί ούτε ένα περιστατικό που κάποιος να είχε αποδειχτεί καλύτερός της. Το στόμα της ήταν αγέλαστο καθώς χτένιζε τα μαλλιά της. Δε θα επέτρεπε να συμβεί αυτό τώρα. Θα ανταπέδιδε στον Χάντερ Μπράουν τα ίδια, αν μη τι άλλο για να σβήσει εκείνο το μισό χαμόγελο από τα χείλη του. Κανείς δεν την είχε κοροϊδέψει έχοντας γλιτώσει, είπε στον εαυτό της, βροντώντας


τη βούρτσα στην τουαλέτα και κάνοντας τα μπουκαλάκια να αναπηδήσουν. Όποιο παιχνίδι και να έπρεπε να παίξει για να πετύχει αυτό που ήθελε, θα το έπαιζε. Και όταν θα δημοσιευόταν το άρθρο για τον Χάντερ, η νίκη θα ήταν δική της. Και θα είχε την ικανοποίηση να ξέρει πως την είχε βοηθήσει και εκείνος να την πετύχει. Σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχει κανένα υποκατάστατο της νίκης. Όταν άκουσε το χτύπημα στην πόρτα, κοίταξε το ρολόι της. Συνεπής. Θα έπρεπε να το σημειώσει. Πήρε το βραδινό τσαντάκι της και πήγε να ανοίξει με μια πολύ αυτάρεσκη διάθεση. Πρέπει να έχει μια έμφυτη τάση στο σπορ ντύσιμο, αλλά δεν είναι άκομψος, σημείωσε η Λη, κοιτάζοντας το ανοιχτό κολάρο του πουκαμίσου του κάτω από το σκούρο σακάκι. Μερικοί άντρες μπορεί να φορούν σμόκιν και όμως να μη δείχνουν τόσο κομψοί όσο ο Χάντερ Μπράουν με τζιν. Αυτό ήταν κάτι που μπορεί να ενδιέφερε τους αναγνώστες. Στο τέλος αυτής της βραδιάς, θύμισε στον εαυτό της, θα ήξερε όλα όσα μπορούσε να μάθει γι’ αυτόν. «Καλησπέρα», είπε η Λη κι έκανε ένα βήμα να διαβεί το κατώφλι. Αλλά ο Χάντερ έπιασε το χέρι της και την κράτησε ακίνητη για να την περιεργαστεί. «Πολύ όμορφη», αποφάνθηκε. Ένιωθε το χέρι της απαλό και δροσερό, αλλά τα μάτια της εξακολουθούσαν να πετάνε φλόγες οργισμένα. Του άρεσε η αντίθεση. «Φοράς μεταξωτά κι ένα πολύ μεθυστικό άρωμα και όμως εξακολουθείς να διατηρείς τον αέρα της απρόσιτης. Σπουδαίο ταλέντο». «Δε μ’ ενδιαφέρει η ανάλυση του χαρακτήρα μου». «Η ευχή ή η κατάρα του συγγραφέα –εξαρτάται από ποια μεριά το βλέπει κανείς. Τη στιγμή που είσαι και η ίδια συγγραφέας, θα πρέπει να το καταλαβαίνεις. Πού είναι το χειρόγραφό σου;» Η Λη πίστευε πως ο Χάντερ Μπράουν θα το είχε ξεχάσει – ευχόταν να το είχε ξεχάσει. Τ ώρα, βρέθηκε πάλι σε μειονεκτική θέση


και άρχισε να τραυλίζει. «Ε, μμ, δεν...» «Πήγαινε να το φέρεις», τη διέταξε ο Χάντερ. «Θέλω να του ρίξω μια ματιά». «Δε βλέπω το λόγο». «Όλοι οι συγγραφείς θέλουν να διαβάζεται το έργο τους». Εκείνη δεν ήθελε. Δεν το είχε χτενίσει. Δεν ήταν τέλειο. Και χωρίς καμιά αμφιβολία, ο Χάντερ ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα ήθελε η Λη να διαβάσει τις απόκρυφες σκέψεις της. Αλλά εκείνος στεκόταν εκεί και την κοιτούσε με τα σκούρα μάτια του, βλέποντας ήδη κάτω από την επιφάνεια. Παγιδευμένη, η Λη επέστρεψε στο δωμάτιο και πήρε το ντοσιέ από το χαρτοφύλακά της. Αν φρόντιζε να τον απασχολήσει, δε θα του έμενε χρόνος να το κοιτάξει. «Θα σου είναι δύσκολο να διαβάσεις οτιδήποτε σ’ ένα εστιατόριο», του είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω της. «Γι’ αυτό θα δειπνήσουμε στη σουίτα μου». Όταν η Λη σταμάτησε, εκείνος την έπιασε απλά από το χέρι και συνέχισε για το ασανσέρ σαν να μην το είχε προσέξει. «Μπορεί να σου έδωσα εσφαλμένη εντύπωση», άρχισε να λέει η Λη. «Δε νομίζω». Ο Χάντερ γύρισε και την κοίταξε, κρατώντας πάντα το χέρι της. Η παλάμη του δεν ήταν τόσο μαλακή όσο θα περίμενε κανείς να είναι η παλάμη ενός συγγραφέα. Ήταν μεγάλη, όπως ενός πιανίστα, αλλά σκληρή. Ένας περίεργος συνδυασμός που την αναστάτωσε. «Μπορεί η φαντασία μου να οργιάζει, αλλά δεν της επέτρεψα ούτε να σκεφτεί καν το ενδεχόμενο να σε ξελογιάσω, Λενόρ». Αν και την ένιωσε να σφίγγεται γεμάτη αποτροπιασμό, την τράβηξε μέσα στο ασανσέρ. «Το θέμα είναι πως δε μου αρέσουν τα εστιατόρια. Και μου αρέσει ακόμα λιγότερο η φασαρία και ο κόσμος που σε διακόπτει συνέχεια». Το ασανσέρ άρχισε να ανεβαίνει αθόρυβα. «Σε ικανοποίησε το συνέδριο;» «Θα πάρω αυτό για το οποίο ήρθα», του απάντησε η Λη και


βγήκε μόλις άνοιξαν οι πόρτες. «Και ποιο είναι αυτό;» «Εσύ γιατί ήρθες;» τον αντέκρουσε. «Δεν το συνηθίζεις να παίρνεις μέρος σε συνέδρια και αυτό εδώ είναι σίγουρα μικρό και περιφερειακό». «Μια στις τόσες απολαμβάνω την επαφή μου με άλλους συγγραφείς». Ο Χάντερ ξεκλείδωσε την πόρτα του και της έκανε νόημα να περάσει. «Σε τούτο το συνέδριο δεν μπορείς να πεις ότι συνωστίζονται συγγραφείς που έχουν γνωρίσει τη δική σου επιτυχία». «Η επιτυχία δεν έχει καμιά σχέση με το γράψιμο». Η Λη άφησε το τσαντάκι και το ντοσιέ της και τον κοίταξε στα ίσια. «Εύκολο να το λες αυτό όταν είσαι επιτυχημένος». «Αλήθεια;» Ο Χάντερ ύψωσε τους ώμους του σαν να διασκέδαζε και της έδειξε προς το παράθυρο. «Θα πρέπει να ρουφήξεις όση περισσότερη θέα μπορείς. Δεν πρόκειται να αντικρίσεις ποτέ τέτοιο θέαμα από κανένα παράθυρο στο Λος Άντζελες». «Δε σ’ αρέσει το Λος Άντζελες». Αν ήταν προσεκτική και φερόταν έξυπνα θα κατάφερνε να προσδιορίσει το μέρος που ζούσε ο Χάντερ, αλλά και το γιατί ζούσε εκεί. «Το Λος Άντζελες έχει και αυτό τις χάρες του. Θα ήθελες λίγο κρασί;» «Ναι». Η Λη προχώρησε προς το παράθυρο. Η απεραντοσύνη τού τοπίου είχε ακόμα τη δύναμη να την ξαφνιάζει, σχεδόν να τη... φοβίζει. Έτσι και έβγαινες από τα περίχωρα της πόλης, θα μπορούσες να περιπλανιέσαι για ώρες χωρίς να συναντήσεις άλλον άνθρωπο, να ακούσεις άλλη φωνή. Η μοναξιά ή απλά και μόνο η απεραντοσύνη θα σε κατατρόπωναν. «Πηγαίνεις συχνά εκεί;» τον ρώτησε, γυρίζοντας επίτηδες την πλάτη της στο παράθυρο. «Μμμ;»


«Στο Λος Άντζελες;» «Όχι». Ο Χάντερ την πλησίασε και της πρόσφερε ένα ποτήρι με κρασί που είχε ανοιχτό χρυσαφένιο χρώμα. «Προτιμάς την Ανατολική Ακτή ή τη Δυτική;» Ο Χάντερ χαμογέλασε και σήκωσε το ποτήρι του. «Συνηθίζω να μου αρέσει πάντα το σημείο στο οποίο βρίσκομαι». Είναι πολύ επιδέξιος στο να ξεφεύγει, σκέφτηκε η Λη και άρχισε να περιφέρεται στο δωμάτιο. Όπως ήταν και πολύ επιδέξιος στο να της προκαλεί αμηχανία. Και πρέπει να τα έκανε και τα δύο επίτηδες, εκτός κι αν τον είχε ψυχολογήσει εντελώς λάθος. «Ταξιδεύεις συχνά;» «Μόνο όταν είναι απαραίτητο». Η Λη ήπιε μια γουλιά από το κρασί της και αποφάσισε να δοκιμάσει μια πιο κατά μέτωπο προσέγγιση. «Γιατί είσαι τόσο μυστικοπαθής σχετικά με τον εαυτό σου; Οι περισσότεροι άνθρωποι στη θέση σου θα εκμεταλλεύονταν όσο μπορούσαν τη δημοσιότητα για να προωθήσουν το έργο τους». «Δε θεωρώ τον εαυτό μου μυστικοπαθή, αλλά και δεν είμαι όπως οι περισσότεροι άνθρωποι». «Δε δημοσιεύεις ούτε καν μια φωτογραφία ή μια βιογραφία στα οπισθόφυλλα των βιβλίων σου». «Το πρόσωπο και η καταγωγή μου δεν έχουν καμιά σχέση με τις ιστορίες που γράφω. Είναι καλό το κρασί;» «Πολύ καλό», του απάντησε η Λη αν και είχε μόλις βρέξει τα χείλη της. «Δε θεωρείς ότι είναι κομμάτι της δουλειάς σου να ικανοποιείς την περιέργεια των αναγνωστών ως προς το πρόσωπο που γράφει την ιστορία που τους κινεί το ενδιαφέρον;» «Όχι. Δουλειά μου είναι οι λέξεις –και να τις συνδυάζω με τέτοιο τρόπο ώστε κάποιος που τις διαβάζει να νιώθει το ενδιαφέρον του να κεντρίζεται και να ευχαριστιέται την ιστορία. Και οι ιστορίες


πηγάζουν μάλλον από τη φαντασία παρά από συγκεκριμένα γεγονότα». Ο Χάντερ ήπιε και αυτός μια γουλιά κρασί και το απόλαυσε. «Αυτός που διηγείται την ιστορία είναι ένα τίποτα μπροστά στην ίδια την ιστορία». «Σεμνότητα;» ρώτησε η Λη, με μια κοροϊδευτική χροιά στη φωνή της που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει. Αυτό φάνηκε να τον διασκεδάζει. «Κάθε άλλο. Είναι θέμα προτεραιοτήτων όχι σεμνότητας. Αν με γνώριζες καλύτερα, θα καταλάβαινες ότι έχω πολύ λίγα προτερήματα». Της χαμογέλασε, αλλά η Λη προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως ήταν της φαντασίας της εκείνο το βλέμμα του αρπακτικού που άστραψε στα μάτια του. Το φαντάστηκες, είπε στον εαυτό της και ανατρίχιασε. Ενοχλημένη με την αντίδρασή της του άπλωσε το ποτήρι της να της το ξαναγεμίσει. «Ώστε έχεις και προτερήματα;» Του Χάντερ του άρεσε το γεγονός ότι περνούσε στην επίθεση ακόμα και όταν τα νεύρα της ήταν σαν τεντωμένες χορδές. «Μερικοί ισχυρίζονται πως είναι πιο ενδιαφέρον και σίγουρα πιο διασκεδαστικό να διαθέτεις ελαττώματα παρά προτερήματα». Γέμισε το ποτήρι της. «Εσύ συμφωνείς;» «Σίγουρα πιο ενδιαφέρον, πιθανόν και πιο διασκεδαστικό». Η Λη αρνήθηκε να χαμηλώσει το βλέμμα της καθώς έπινε μια γουλιά από το κρασί της. «Οπωσδήποτε πιο απαιτητικό». Ο Χάντερ το σκέφτηκε, απολαμβάνοντας τη γρήγορη απάντηση και τον τρόπο της σκέψης της. «Έχεις ένα πολύ ενδιαφέρον μυαλό, Λενόρ. Μάλλον φροντίζεις να το εξασκείς». «Είναι το μυαλό μιας γυναίκας που δεν κάθεται να παρακολουθεί τους άλλους να ανεβαίνουν στην κορυφή, ενώ εκείνη φτιάχνει καφέδες». Μόλις ολοκλήρωσε τη φράση της αναθεμάτισε τον εαυτό της. Δε


συνήθιζε να εκφράζει τόσο ελεύθερα τις σκέψεις της. Και βρισκόταν εδώ για να του πάρει συνέντευξη, όχι το αντίθετο. «Ενδιαφέρουσα περιγραφή», μουρμούρισε ο Χάντερ. Ήταν φιλόδοξη. Ναι, το είχε νιώσει αυτό πάνω της από την πρώτη στιγμή. Αλλά τι ήταν αυτό που ήθελε να πετύχει; Ό,τι και να ήταν πάντως, δε θα δίσταζε να πατήσει πάνω σε μερικά πτώματα για να φτάσει στο στόχο της. Εκείνος, όμως, μπορούσε να το σεβαστεί αυτό, σχεδόν να το θαυμάσει. «Πες μου, χαλαρώνεις ποτέ;» «Συγνώμη;» «Τα χέρια σου δε μένουν ποτέ ακίνητα, αν και κατά τα άλλα δείχνεις να διαθέτεις μεγάλο αυτοέλεγχο», είπε ο Χάντερ και πρόσεξε πως τα λόγια του έκαναν τα δάχτυλά της να σταματήσουν να παίζουν με το πόδι του ποτηριού της. «Από την ώρα που μπήκες σε τούτο το δωμάτιο δεν έμεινες ακίνητη σε μια θέση πάνω από μερικά δευτερόλεπτα. Σου προκαλώ νευρικότητα;» Η Λη του έριξε ένα ψυχρό βλέμμα, κάθισε στον καναπέ με τα αφράτα μαξιλάρια και σταύρωσε τα πόδια της. «Όχι», του απάντησε, αλλά ο σφυγμός της άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα όταν εκείνος κάθισε δίπλα της. «Τ ι σου προκαλεί νευρικότητα;» «Τα μικρά φωνακλάδικα σκυλιά». Ο Χάντερ γέλασε, απολαμβάνοντας τη συντροφιά της και τη στιγμή. «Είσαι πολύ διασκεδαστική γυναίκα», της είπε και πήρε ανάλαφρα το χέρι της στο δικό του. «Θα έπρεπε να σου πω ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορώ να κάνω». «Μετράς πολύ τη διασκέδαση». «Ο κόσμος είναι πολύ σκοτεινό μέρος, άσχημο, συχνά πληκτικό». Το χέρι της ήταν ντελικάτο, κάτι που τον μάγευε. Τα μάτια της έκρυβαν μυστικά και δεν υπήρχε κάτι που να εξάπτει περισσότερο την περιέργειά του. «Αν δεν μπορούμε να διασκεδάσουμε, υπάρχουν


μόνο δύο μέρη στα οποία μπορούμε να καταφύγουμε. Να επιστρέψουμε πίσω στις σπηλιές ή να χαθούμε στη λήθη». «Κι έτσι, εσύ διασκεδάζεις προκαλώντας τρόμο». Η Λη ήθελε να τραβηχτεί μακριά του, αλλά τα δάχτυλά του σφίχτηκαν σχεδόν ανεπαίσθητα στον καρπό της. Και τα μάτια του προσπαθούσαν να διαβάσουν τις σκέψεις της. «Όταν ανησυχείς για τον απερίγραπτο τρόμο που καραδοκεί έξω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς σου, ξεχνάς ν’ ανησυχήσεις για το επόμενο ραντεβού με τον οδοντογιατρό σου ή για το χαλασμένο σου πλυντήριο». «Απόδραση;» Ο Χάντερ άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τα μαλλιά της. Του φάνηκε μια πολύ απλή, πολύ φυσική κίνηση. Η Λη άνοιξε τα μάτια της σαν να την είχαν τσιμπήσει. «Δε μου αρέσει η λέξη “ απόδραση”». Είναι δύσκολο ν’ αντισταθεί κανείς στο συνδυασμό των χαρακτηριστικών αυτής της γυναίκας, σκέφτηκε ο Χάντερ αφήνοντας τα δάχτυλά του να γλιστρήσουν στη γραμμή του ψηλού λαιμού της. Κόκκινα μαλλιά, τρυφερό βλέμμα, το ψυχρό λούστρο της καλής ανατροφής κι ένα μάτσο νεύρα. Θα γινόταν φανταστική ηρωίδα – αλλά και ερωμένη. Είχε αποφασίσει ήδη να την κάνει το πρώτο. Τ ώρα, παίζοντας με τις άκρες των μεταξένιων μαλλιών της, αποφάσισε να την κάνει και το δεύτερο. Εκείνη κάτι ένιωσε όταν το βλέμμα του καρφώθηκε πάλι στο δικό της. Θέληση, αποφασιστικότητα, πόθος. Το στόμα της έγινε κατάξερο. Η Λη σπάνια ένιωθε ότι κάποιος υπερτερούσε μπροστά της. Και ακόμα πιο σπάνια μπορούσε κάτι ή κάποιος να τη φοβίσει στ’ αλήθεια. Αν και ο Χάντερ δεν είπε τίποτε, δεν έκανε καμιά κίνηση να την πλησιάσει περισσότερο, εκείνη έπιασε τον εαυτό της να προσπαθεί να υποτάξει το φόβο της αλλά και την επίγνωση πως,


αν τον προκαλούσε, θα έχανε το παιχνίδι. Επειδή εκείνος δεν είχε παρά να την κοιτάξει στα μάτια για να μαντέψει την κάθε της κίνηση, πριν προλάβει να την κάνει. Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα, αλλά ο Χάντερ συνέχισε να την κοιτάζει σιωπηλός μερικά ακόμα δευτερόλεπτα, πριν σηκωθεί για να ανοίξει. «Πήρα την πρωτοβουλία να παραγγείλω το δείπνο μας», της είπε τόσο ήρεμα, που η Λη αναρωτήθηκε μήπως είχε φανταστεί τον πόθο που είχε αντικρίσει στα μάτια του. Όταν εκείνος προχώρησε προς την πόρτα, εκείνη παρέμεινε στη θέση της, προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις της. Είχε αρχίσει να φαντάζεται πράγματα. Ο Χάντερ δεν μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις της. Ήταν ένας απλός άντρας. Από τη στιγμή που το παιχνίδι ήταν δικό της, μόνον εκείνη γνώριζε τους κανόνες, έτσι δεν μπορούσε να χάσει. Ήρεμη πάλι, σηκώθηκε και πλησίασε στο τραπέζι. Ο σολομός ήταν ροζ και τρυφερός. Ικανοποιημένη με την επιλογή, η Λη κάθισε στο τραπέζι την ώρα που ο σερβιτόρος έκλεινε την πόρτα πίσω του. Μέχρι στιγμής, σκέφτηκε, εκείνη είχε απαντήσει σε περισσότερες ερωτήσεις απ’ ό,τι ο Χάντερ. Ήταν ώρα να αλλάξει αυτό. «Η συμβουλή που έδωσες νωρίτερα στους επίδοξους συγγραφείς, να γράφουν κάθε μέρα όσο αποκαρδιωμένοι και να νιώθουν, πηγάζει από προσωπική εμπειρία;» Ο Χάντερ δοκίμασε μια μπουκιά από το σολομό. «Έρχεται κάποια στιγμή που όλοι οι συγγραφείς νιώθουν αποκαρδιωμένοι. Όπως έρχεται μια στιγμή που βρίσκονται αντιμέτωποι με την κριτική και την απόρριψη». «Εσύ βρέθηκες πολλές φορές αντιμέτωπος με την απόρριψη, πριν γίνει μπεστ σέλερ Το Χρέος του Διαβόλ ου;» «Είμαι καχύποπτος με οτιδήποτε έρχεται εύκολα».


Ο Χάντερ πήρε το μπουκάλι με το κρασί για να ξαναγεμίσει το ποτήρι της. Το πρόσωπό της είναι φτιαγμένο για να το λούζει το φως των κεριών, σκέφτηκε, καθώς παρακολουθούσε τη φλόγα και τις σκιές να παιχνιδίζουν στην κατάλευκη επιδερμίδα της και τα ντελικάτα χαρακτηριστικά της. Ήταν αποφασισμένος να μάθει τι έκρυβαν από πίσω, πριν τελειώσει η βραδιά. Η ιδέα ότι την χρησιμοποιούσε δεν πέρασε καθόλου από το νου του, αν και σκόπευε να ανακαλύψει όσες περισσότερες μπορούσε από τις σκέψεις που έκρυβε εκείνη στο μυαλό της. Αυτό ήταν προνόμιο του συγγραφέα. «Τ ι σ’ έκανε να γίνεις συγγραφέας;» Ο Χάντερ ύψωσε το φρύδι του και συνέχισε να τρώει. «Γεννήθηκα συγγραφέας». Η Λη έτρωγε αργά, σχεδιάζοντας την επόμενη σειρά ερωτήσεων. Έπρεπε να προχωρήσει προσεκτικά ώστε να μην τον κάνει να πάρει αμυντική στάση, να διασκεδάσει τις τυχόν υποψίες του. Δε σκέφτηκε καθόλου πως τον χρησιμοποιούσε, αν και σκόπευε να εξερευνήσει τις σκέψεις του, να μάθει όσο περισσότερα μπορούσε για εκείνον. Αυτό ήταν προνόμιο του ρεπόρτερ. «Γεννήθηκες συγγραφέας», επανέλαβε και πήρε άλλη μια μπουκιά σολομό. «Πιστεύεις πως είναι τόσο απλό; Δεν υπήρχαν στοιχεία στο παρελθόν σου, περιστάσεις, εμπειρίες που σε οδήγησαν σε αυτή την καριέρα;» «Δεν είπα πως ήταν απλό», τη διόρθωσε ο Χάντερ. «Όταν γεννιόμαστε έχουμε όλοι κάποιες επιλογές μπροστά μας. Και δεν είναι καθόλου απλό να διαλέξουμε τις σωστές. Όλα τα μυθιστορήματα που γράφτηκαν έχουν να κάνουν με επιλογές. Εγώ ήμουν προορισμένος να γράφω». Οι απόψεις του την ενδιέφεραν τόσο ώστε η Λη ξέχασε την ανεπίσημη συνέντευξη κι έκανε μια ερώτηση καθαρά για τον εαυτό


της. «Ώστε ήθελες πάντα να γίνεις συγγραφέας;» «Σου αρέσει να ακριβολογείς», παρατήρησε ο Χάντερ. Έγειρε χαλαρά πίσω και στριφογύρισε το κρασί στο ποτήρι του. «Όχι. Αυτό που ήθελα ήταν να γίνω επαγγελματίας ποδοσφαιριστής». «Ποδοσφαιριστής;» Η έκπληξή της τον έκανε να χαμογελάσει. «Ποδοσφαιριστής», επανέλαβε. «Αυτή την καριέρα ήθελα να ακολουθήσω και μπορεί να είχα γίνει και επιτυχημένος. Αλλά είχα την ανάγκη να γράφω». Η Λη έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή και ύστερα αποφάσισε πως αυτό που της έλεγε ήταν αλήθεια. «Έτσι, έγινες συγγραφέας χωρίς να το θέλεις στ’ αλήθεια». «Έκανα μια επιλογή», τη διόρθωσε ο Χάντερ, κεντρισμένος από την ορθολογιστική σκέψη της. «Πιστεύω πως πολλοί άνθρωποι γεννιούνται συγγραφείς ή καλλιτέχνες και πεθαίνουν χωρίς να το συνειδητοποιήσουν ποτέ. Έτσι υπάρχουν πολλά βιβλία που δε γράφονται, πολλοί πίνακες που δε ζωγραφίζονται. Οι τυχεροί είναι αυτοί που ανακαλύπτουν τον προορισμό τους. Υπήρχε το ενδεχόμενο να γίνω ένας καταπληκτικός ποδοσφαιριστής, όπως και ένας εξαιρετικός συγγραφέας. Αν είχα δοκιμάσει και τα δύο, δε θα είχα ξεπεράσει το μέτριο. Επέλεξα να μη γίνω μέτριος». «Υπάρχουν κάμποσα εκατομμύρια αναγνώστες που θα συμφωνούσαν ότι έκανες τη σωστή επιλογή». Η Λη ξέχασε την ψυχρή στάση της, ακούμπησε τους αγκώνες της στο τραπέζι και έγειρε μπροστά. «Γιατί γράφεις βιβλία τρόμου, Χάντερ; Κάποιος με το ταλέντο και τη φαντασία σου θα μπορούσε να γράψει οτιδήποτε. Γιατί διοχέτευσες το ταλέντο σου στο συγκεκριμένο είδος;» Ο Χάντερ άναψε ένα τσιγάρο και η μυρωδιά του γέμισε την ατμόσφαιρα. «Εσύ γιατί διαβάζεις ιστορίες τρόμου;» Η Λη συνοφρυώθηκε. Εδώ και ώρα, δεν της είχε αντιγυρίσει ερώτηση. «Κατά κανόνα δεν τις διαβάζω. Μόνο τις δικές σου».


«Με κολακεύεις. Γιατί τις δικές μου;» «Το πρώτο βιβλίο μού το σύστησαν. Στη συνέχεια...» Η Λη δίστασε, δεν ήθελε να παραδεχτεί πως την είχε μαγέψει από την πρώτη σελίδα. Έσυρε το δάχτυλό της στο χείλος του ποτηριού της ψάχνοντας μια απάντηση. «Έχεις τον τρόπο να δημιουργείς ατμόσφαιρα και να παρουσιάζεις τους χαρακτήρες σου έτσι, που κάνει τις απίθανες ιστορίες σου απόλυτα πιστευτές». Ο Χάντερ φύσηξε ένα σύννεφο καπνού. «Τ ις θεωρείς απίθανες;» Η Λη γέλασε και το γέλιο της ήταν γνήσιο, γιατί άγγιξε τα μάτια της κάνοντας προσιτή την ομορφιά της. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχουν στην πραγματικότητα δαιμονισμένοι άνθρωποι ή στοιχειωμένα σπίτια». «Όχι;» Ο Χάντερ χαμογέλασε. «Δεν είσαι προληπτική, Λενόρ;» Εκείνη αντιμετώπισε στα ίσια το βλέμμα του. «Καθόλου». «Περίεργο, οι περισσότεροι έχουμε αρκετές προλήψεις». «Έχεις κι εσύ;» «Ασφαλώς, αλλά και αυτές που δε με αφορούν, με μαγεύουν». Ο Χάντερ πήρε το χέρι της κι έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. «Λένε πως υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να αντιληφθούν την αύρα των άλλων –ή την προσωπικότητα, αν θέλεις– με μια απλή χειραψία». Η παλάμη του ήταν ζεστή και σκληρή, ενώ το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στα μάτια της. Η Λη ένιωσε το στριμμένο μέταλλο του δαχτυλιδιού του δροσερό πάνω στο δέρμα της. «Δεν το πιστεύω αυτό». Αλλά δεν ήταν τόσο σίγουρη πια. «Πιστεύεις μόνο αυτό που μπορείς να δεις ή να νιώσεις. Κάτι που μπορεί να επηρεάσει μόνο τις πέντε αισθήσεις που μπορείς να καταλάβεις». Ο Χάντερ σηκώθηκε και την παρέσυρε όρθια μαζί του. «Δεν μπορούμε να καταλάβουμε όλα όσα υπάρχουν. Και όλα όσα καταλαβαίνουμε, δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε». «Τα πάντα έχουν μια εξήγηση», του απάντησε εκείνη, αλλά ούτε


η φωνή της ούτε ο σφυγμός της ήταν σταθερά. Η Λη μπορεί να είχε τραβήξει το χέρι της και εκείνος μπορεί να την είχε αφήσει να το κάνει, όμως τα λόγια της ακούστηκαν σαν πρόκληση. «Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί η καρδιά σου χτυπάει γρηγορότερα όταν πλησιάζω κοντά σου;» Το πρόσωπό του φάνταζε μυστηριώδες, τα μάτια του σαν λιγνίτης στο φως του κεριού. «Είπες ότι δε με φοβάσαι». «Δε σε φοβάμαι». «Ο σφυγμός σου όμως χτυπάει σαν τρελός». Ο Χάντερ άγγιξε απαλά με τ’ ακροδάχτυλά του τη φλέβα που έσφυζε στο λαιμό της. «Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί, ενώ δεν έχουμε περάσει ούτε μια ολόκληρη μέρα μαζί, θέλω σαν τρελός να σε αγγίξω έτσι;» Τ ρυφερά, πολύ τρυφερά έσυρε την ανάστροφη της παλάμης του στο μάγουλό της. «Μη». Ήταν ένα ψίθυρος. «Μπορείς να εξηγήσεις αυτή την έλξη ανάμεσα σε δυο αγνώστους;» επέμεινε ο Χάντερ και έσυρε το δάχτυλό του στα χείλη της. Τα ένιωσε να τρέμουν. Άραγε, τι γεύση είχαν; Η Λη ένιωσε κάτι ζεστό να κυλάει στις φλέβες της. «Η φυσική έλξη είναι απλή χημεία». «Επιστήμη;» Ο Χάντερ σήκωσε το χέρι της και πίεσε τα χείλη του στο κέντρο της παλάμης της, κάνοντάς τη να λιώσει. «Υπάρχει κάποια εξίσωση γι’ αυτό;» Παρακολουθώντας τη πάντα, έσυρε τα χείλη του ως τον καρπό της. Η επιδερμίδα της στην αρχή πάγωσε και στη συνέχεια πήρε φωτιά. Ο σφυγμός της άρχισε να χτυπά ακανόνιστα. Ο Χάντερ χαμογέλασε. «Έχει αυτό...» Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στην άκρη των χειλιών. «...Καμιά σχέση με τη λογική;» «Δε θέλω να με αγγίζεις έτσι». «Θέλεις να σε αγγίζω», τη διόρθωσε ο Χάντερ. «Αλλά δεν μπορείς να το εξηγήσεις». Το χέρι του χώθηκε στα μαλλιά της. «Δοκίμασε το


ανεξήγητο», την προκάλεσε και τα χείλη του αιχμαλώτισαν τα δικά της. Η δύναμή του την πλημμύρισε. Ο πόθος της την έκαψε. Ένιωσε την ανάγκη να ξυπνάει μέσα της ορμητική, καθώς παρέμενε ακίνητη στην αγκαλιά του. Θα έπρεπε να τον είχε αποδιώξει. Η Λη ήταν έμπειρη σ’ αυτό. Ξαφνικά, όμως, δεν ήθελε ούτε να τραβηχτεί ούτε να τον αποδιώξει. Παρ’ όλη τη δύναμη και την ένταση της προσωπικότητάς του, το φιλί του ήταν τόσο γλυκό, που την έκανε να λιώσει. Τα δάχτυλά του μπορεί να είχαν γραπώσει δυνατά τα μαλλιά της, μπορεί να βρισκόταν παγιδευμένη έτσι και δοκίμαζε να ελευθερωθεί. Αλλά τα χείλη του ήταν απαλά και ζεστά όπως το φως του κεριού στο τραπέζι δίπλα τους. Η Λη δεν κατάλαβε πότε τον αγκάλιασε, αλλά τα χέρια της βρέθηκαν τυλιγμένα γύρω του, τα κορμιά τους κόλλησαν και το μετάξι του φορέματός της θρόισε. Η γλώσσα του είχε τη μεθυστική γεύση του κρασιού και η Λη τη ρούφηξε. Στα ρουθούνια της έφτασε η μυρωδιά του κεριού ανάμεικτη με το δικό της άρωμα. Το οργανωμένο μυαλό της άρχισε να γυρίζει σαστισμένο στην αρχή, μεθυσμένο κατόπιν από τις συγκινήσεις. Τα χείλη της ήταν ψυχρά, αλλά ζεστάθηκαν πολύ γρήγορα. Το κορμί της ήταν σφιγμένο, αλλά δεν άργησε να χαλαρώσει. Ο Χάντερ απόλαυσε και τις δύο αυτές αλλαγές. Η Λη δεν ήταν μια γυναίκα που χάριζε εύκολα και αλόγιστα τον εαυτό της. Το ήξερε αυτό, όπως ήξερε πως δεν ήταν πολλές οι φορές που κατάφερνε να την καταλάβει κανείς εξ απροόπτου. Του φάνηκε πολύ μικροσκοπική, πολύ εύθραυστη πάνω του. Κι ο Χάντερ πάντα χειριζόταν τα εύθραυστα πράγματα με μεγάλη προσοχή. Το φιλί του βάθυνε, η ανάγκη του εντάθηκε περίεργα, το στόμα του όμως συνέχισε να γεύεται και να εξερευνά απαλά το δικό της. Ο Χάντερ πίστευε πως ο έρωτας, από το πρώτο άγγιγμα μέχρι


την ολοκλήρωσή του, είναι μια τέχνη. Και πίστευε πως στην τέχνη κανείς δε βιάζεται. Έτσι, αργά, υπομονετικά, της έδειξε πώς θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα μεταξύ τους, με τα χέρια του να αγγίζουν μόνο τα μαλλιά της και το στόμα του να γεύεται γλυκά το δικό της. Την ξεζούμιζε. Η Λη ένιωθε να της ρουφάει τη θέληση, τη δύναμη, τις σκέψεις της. Και τη στιγμή που γινόταν αυτό, καυτές αισθήσεις αναπλήρωναν το κενό. Ήταν μια κατάσταση που δεν μπορούσε να τη χειριστεί, να την... εξηγήσει. Το μόνο που μπορούσε ήταν απλά να τη ζήσει. Δεν μπορείς να συγκρατήσεις μια τόσο ρευστή ευχαρίστηση. Δεν μπορείς να καθοδηγήσεις έναν τόσο δυνατό πόθο. Και ήταν η έλλειψη ελέγχου που τη φόβισε περισσότερο και από την πλημμύρα των αισθήσεων. Αν έχανε τον έλεγχο, θα έχανε το σκοπό της. Και τότε θα άρχιζε να παραδέρνει. Με μια ψιθυριστή διαμαρτυρία, τραβήχτηκε. Τα χείλη του άφησαν τα δικά της, το χέρι του όμως συνέχισε να κρατάει τα μαλλιά της. Αργότερα, σκέφτηκε ο Χάντερ, κάποια μοναχική, σκοτεινή ώρα θα εξερευνούσε τη δική του αντίδραση. Τ ώρα, τον ενδιέφερε πολύ περισσότερο η δική της. Η Λη τον κοιτούσε σαν να την είχε χαστουκίσει. Το πρόσωπό της ήταν κατάχλομο, τα μάτια της σκοτεινά. Τα χείλη της μισάνοιξαν, αλλά δε μίλησε. Κάτω από τα δάχτυλά του ένιωσε το ελαφρό ρίγος που τη διαπέρασε, δυο φορές μάλιστα. «Μερικά πράγματα δεν μπορούν να εξηγηθούν, ακόμα και όταν τα καταλαβαίνουμε», της είπε τόσο σιγανά, που εκείνη θα μπορούσε να το πάρει και για απειλή. «Δε σε καταλαβαίνω καθόλου». Η Λη ακούμπησε τα χέρια της στα μπράτσα του σαν να ήθελε να τον σπρώξει. «Και δε νομίζω πλέον ότι θέλω να το κάνω».


Ο Χάντερ δε χαμογέλασε όταν άφησε τα χέρια του να κατέβουν στους ώμους της. «Μπορεί. Θα έχεις να κάνεις μια επιλογή». «Όχι». Η Λη απομακρύνθηκε τρέμοντας και άρπαξε την τσάντα της. «Το συνέδριο τελειώνει αύριο και θα γυρίσω στο Λος Άντζελες». Ξαφνικά θύμωσε και γύρισε πάλι προς το μέρος του. «Και εσύ θα γυρίσεις στην τρύπα που κρύβεσαι». Ο Χάντερ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Μπορεί». Ήταν καλύτερα που η Λη είχε βάλει κάποια απόσταση ανάμεσά τους. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως, αν την είχε κρατήσει έστω και ένα δευτερόλεπτο ακόμα στην αγκαλιά του, δε θα την είχε αφήσει να φύγει. «Θα τα πούμε αύριο». Η Λη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Ήταν παράλογο, αλλά δε σκόπευε να το αναλύσει. «Όχι, δε θα ξαναμιλήσουμε ποτέ». Εκείνος δεν τη διόρθωσε όταν την είδε να φεύγει, μόνο έμεινε ακίνητος στη θέση του μέχρι που η πόρτα έκλεισε πίσω της. Δεν υπήρχε ανάγκη να την αντικρούσει, το ήξερε πως θα ξαναμιλούσαν. Ο Χάντερ πήρε το ποτήρι με το κρασί του και το χειρόγραφο που είχε ξεχάσει η Λη και βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα.

Κεφάλαιο 4 Θυμός. Ίσως αυτό που ένιωθε η Λη να ήταν σκέτος θυμός χωρίς την ανάμειξη άλλων συναισθημάτων. Μόνο που δεν ήξερε με ποιον ήταν θυμωμένη. Θα μπορούσε να είχε αποφύγει αυτό που συνέβη το προηγούμενο βράδυ. Θα έπρεπε να το είχε αποφύγει –διόρθωσε τον εαυτό της βγαίνοντας από το ντους. Είχε επιτρέψει στον Χάντερ να πάρει τον έλεγχο της κατάστασης, βάζοντας τον εαυτό της σε μειονεκτική


θέση, και είχε χάσει μια πολύτιμη ευκαιρία. Τα χρόνια της ως ρεπόρτερ την είχαν διδάξει πως μια χαμένη ευκαιρία ήταν καταστροφικό λάθος στη δουλειά της. Πόσα γνώριζε για τον Χάντερ Μπράουν ώστε να μπορέσει να γράψει ένα μεστό ενημερωτικό άρθρο; Αρκετά για να γεμίσω μια παράγραφο, σκέφτηκε αηδιασμένη με τον εαυτό της. Μια πολύ μικρή παράγραφο. Ίσως να είχε μόνο μια ακόμα ευκαιρία για να καλύψει τον χαμένο χρόνο. Χρόνο που είχε χάσει επειδή επέτρεψε στον εαυτό της να νιώσει γυναίκα και όχι να σκεφτεί ως ρεπόρτερ. Τον άφησα να με τυλίξει στο μικρό του δαχτυλάκι, παραδέχτηκε με πίκρα, σκουπίζοντας τα βρεγμένα μαλλιά της. Αντί να τον παρασύρει στην παγίδα της, είχε πέσει στη δική του. Και είχε χάσει τη σημαντικότερη συνέντευξη της ζωής της. Η Λη πέταξε την πετσέτα στο πάτωμα και βγήκε από το μπάνιο που ήταν γεμάτο ατμούς. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως αυτό που ένιωθε ήταν απλώς θυμός απέναντι σ’ εκείνον και την ίδια, φόρεσε μια ρόμπα και κάθισε στο γραφειάκι της σουίτας της. Είχε ακόμα λίγη ώρα προτού η υπηρεσία δωματίων φέρει τον καφέ της, αλλά καθόλου χρόνο για χάσιμο. Η δουλειά της ήταν το πρώτο της μέλημα –και το μοναδικό. Έβγαλε ένα σημειωματάριο κι ένα μολύβι. ΧΑΝΤΕΡ ΜΠΡΑΟΥΝ, έγραψε στην κορυφή της σελίδας και το υπογράμμισε. Το πρόβλημα ήταν πως δεν είχε πλησιάσει τον Χάντερ –το αντικείμενο της έρευνάς της– ορθολογικά και συστηματικά. Θα μπορούσε να το διορθώσει αυτό τώρα κάνοντας μια βασική σκιαγράφησή του. Στο κάτω κάτω, τον είχε δει, του είχε μιλήσει, του είχε κάνει μερικές πρώτες ερωτήσεις. Και απ’ όσο ήξερε, κανένας άλλος ρεπόρτερ δεν μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Ήταν καιρός να σταματήσει να τα βάζει με τον εαυτό της επειδή δεν είχε


καταφέρει να ολοκληρώσει όπως ήθελε την αποστολή της και να φροντίσει να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημα που εξακολουθούσε να διαθέτει. Άρχισε να γράφει αποφασιστικά. ΕΜΦΑΝΙΣΗ: Καθόλου τυπική. Η Λη συνοφρυώθηκε. Ωραία αρχή είχε κάνει. Έσβησε αποφασιστικά τις λέξεις. Μελαχρινός, ψηλόλιγνος, έγραψε. Σαν δρομέας μεγάλων αποστάσεων ή σκιέρ. Μισόκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να φέρει στη μνήμη της τα χαρακτηριστικά του. Τ ραχύ, έξυπνο πρόσωπο. Πολύ ιδιαίτερα μάτια. Σκούρα, επίμονα – εκνευριστικά. Μήπως, αναρωτήθηκε η Λη, αυτή είναι μια εντελώς προσωπική μου άποψη; Εκείνο το επίμονο σιωπηλό βλέμμα του εκνεύριζε άραγε τους πάντες; Παραμέρισε την ερώτηση και συνέχισε να γράφει. Ψηλός, γύρω στο ένα και ογδόντα τρία. Εβδομήντα πέντε κιλά, περίπου. Απόλυτα σίγουρος για τον εαυτό του. Χέρια μουσικού, στόμα ποιητή. Λίγο ξαφνιασμένη και η ίδια με την περιγραφή της, προχώρησε στην επόμενη κατηγορία. ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ: Αινιγματική. Όχι, αυτό δεν αρκούσε, αποφάσισε ξεφυσώντας αργά. Αλαζονικός, αγενής, με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Τ ώρα σίγουρα εξέφραζε τις προσωπικές της απόψεις. Η Λη άφησε το μολύβι, πήρε μια βαθιά ανάσα και το ξανάπιασε. Ένας προικισμένος ομιλητής που μαγεύει το ακροατήριό του, παραδέχτηκε εγγράφως. Διορατικός, ψύχραιμος, ομιλητικός ή λιγόλογος, ανάλογα με την περίσταση. Σέξι. Η τελευταία λέξη ήταν λάθος, όπως ανακάλυψε, γιατί της έφερε στο μυαλό εκείνο το τρυφερό, ατέλειωτο φιλί του που είχε στραγγίσει το είναι της –το απαλό στόμα του, το σταθερό χέρι του. Όχι, αυτό δεν ήταν προς δημοσίευση και δεν της χρειάζονταν σημειώσεις για να ξαναζήσει τις λεπτομέρειες, τις συγκινήσεις. Θα


ήταν όμως σοφό να θυμάται πως είχε να κάνει μ’ έναν άντρα που ενεργούσε πολύ γρήγορα όταν τον βόλευε, έναν άντρα που κατά τα φαινόμενα έπαιρνε πάντα αυτό που ήθελε. Χιούμορ; Ναι, κάτω από το σοβαρό προσωπείο του κρυβόταν το χιούμορ. Δεν της άρεσε να θυμάται τον τρόπο που είχε γελάσει μαζί της, αλλά όταν διαθέτεις λιγοστό υλικό χρειάζεσαι και την τελευταία λεπτομέρεια, όσο δυσάρεστη και να σου είναι. Η Λη θυμόταν και την τελευταία του λέξη όταν της περιέγραφε τη θεωρία του για το γράψιμο. Αλλά πώς θα μπορούσε να αποδώσει κάτι τόσο ακαθόριστο, με μερικές σαφείς, αντιληπτές προτάσεις; Θα μπορούσε να πει ότι αντιμετώπιζε τη δουλειά του ως καθήκον, κάτι σαν σκοπό ζωής. Δεν είναι όμως αρκετό, σκέφτηκε απογοητευμένη. Εδώ χρειαζόταν τα ίδια τα λόγια του, όχι τη μετάφραση του νοήματός τους. Η απλή αλήθεια ήταν πως έπρεπε να κουβεντιάσει ξανά μαζί του. Πέρασε το χέρι ανάμεσα στα μαλλιά της και ξαναδιάβασε τις σημειώσεις της. Θα έπρεπε να είχε κρατήσει εκείνη τα ηνία της συζήτησης από την πρώτη στιγμή. Αν ήταν ειδική σε κάτι, αυτό αφορούσε την ικανότητά της να στρέφει και να καθοδηγεί τη συζήτηση εκεί που ήθελε. Είχε πάρει συνεντεύξεις από ανθρώπους πιο λιγομίλητους, πιο εχθρικούς από τον Χάντερ, αλλά δε θυμόταν κανέναν τόσο εξοργιστικό. Αφηρημένα, άρχισε να χτυπάει την άκρη του μολυβιού της στο τραπέζι. Δεν έπρεπε να εξοργίζεται, δουλειά της ήταν να είναι παραγωγική. Και δεν έπρεπε να επιτρέψει σε κάποιον από τον οποίον είχε πάει να πάρει συνέντευξη να τη μαγέψει ολοκληρωτικά. Θα μπορούσε να είχε αποτρέψει εκείνο το φιλί. Ακόμα δεν μπορούσε να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση γιατί δεν το είχε κάνει. Θα μπορούσε να είχε ελέγξει την ανταπόκρισή της σ’ αυτό. Δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί γιατί δεν το είχε κάνει. Της ήταν πολύ εύκολο


να φέρει στη μνήμη της εκείνη την ατέλειωτη και περίεργα έντονη στιγμή και όποτε το έκανε την ξαναζούσε. Αν ήθελε να σταματήσει αυτό και να επικεντρωθεί στους λόγους που την είχαν φέρει στο Φλάγκσταφ, θα έπρεπε να θεωρήσει τον Χάντερ Μπράουν μια απλή αποστολή και να μην το ξεχάσει ούτε στιγμή. Για την ώρα, το μεγαλύτερο πρόβλημά της ήταν το πώς θα κατάφερνε να τον ξαναδεί. Θα ήταν μια επαγγελματική συνάντηση, προειδοποίησε τον εαυτό της. Αλλά και μόνο η σκέψη την έκανε να μην μπορεί να μείνει ακίνητη σε μια θέση. Άρχισε να πηγαινοέρχεται προσπαθώντας να διώξει από τη μνήμη της την απίστευτα τρυφερή αίσθηση των χειλιών του πάνω στα δικά της. Αλλά απέτυχε. Την έπνιγε μια πλημμυρίδα συναισθημάτων που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ. Αδυναμία, δύναμη... Της ήταν αδύνατον να καταλάβει. Λαχτάρα, ανάγκη... Πώς θα έβρισκε τον τρόπο να το ελέγξει; Ίσως αν καταλάβαινε εκείνον καλύτερα... Όχι. Η Λη πήρε τη βούρτσα της, αλλά την άφησε πάλι αμέσως. Όχι. Το να καταλάβει τον Χάντερ δεν είχε καμιά σχέση με την επιθυμία της να ελέγξει τον πόθο της γι’ αυτόν. Η Λη είχε ποθήσει το άγγιγμά του και μολονότι δεν μπορούσε να το εξηγήσει λογικά, ο πόθος της αυτός ήταν πιο ισχυρός από την επιθυμία της να κάνει τη δουλειά της. Αυτό δε μου έχει τύχει ποτέ ως τώρα, σκέφτηκε, σπρώχνοντας αφηρημένα τα μπουκαλάκια και τα βαζάκια πάνω στην τουαλέτα της. Κι όταν δεν υπάρχει προηγούμενο για κάτι, τότε πρέπει να βρεις από μόνος τις οδηγίες για να το αντιμετωπίσεις. Εκνευρισμένη, ανασήκωσε το κεφάλι της και αντίκρισε στον καθρέφτη μια χλομή γυναίκα με βαριά βλέφαρα και μπερδεμένα μαλλιά. Έδειχνε πολύ νέα, πολύ... τρωτή. Δεν την είχε αντικρίσει ποτέ κανείς χωρίς την ασπίδα της καλής της ανατροφής, εκείνη όμως ήξερε πολύ καλά τι κρυβόταν κάτω από την επιτήδευση και το


λούστρο. Ο φόβος. Ο φόβος της αποτυχίας. Η Λη είχε χτίσει την αυτοπεποίθησή της επιμελώς, πέτρα πέτρα, και τις περισσότερες φορές πίστευε και η ίδια σε αυτή. Αλλά κάτι τέτοιες στιγμές, όταν ήταν μόνη, κάπως ανήσυχη, κάπως αποκαρδιωμένη, ξεπηδούσε από μέσα της μια άλλη γυναίκα με όλες τις αμφιβολίες και τους φόβους που έκρυβε το προστατευτικό τείχος που είχε ορθώσει προσεκτικά γύρω της. Από την κούνια της, την προόριζαν για κάτι λίγο παραπάνω από μια έξυπνη, γοητευτική κούκλα. Αυτό που περίμενε η οικογένειά της από εκείνη ήταν να μιλάει σωστά, να φέρεται σωστά, να είναι πειθαρχημένη. Και είχε αποτύχει. Ποια παραξενιά της μοίρας είχε καταστήσει αδύνατον να περιοριστεί στο καλούπι για το οποίο την είχαν πλάσει; Από μικρή γνώριζε ότι ήθελε περισσότερα, χρειάστηκε όμως να τελειώσει το κολέγιο για να βρει το κουράγιο να μην ακολουθήσει το στρωμένο μονοπάτι που θα οδηγούσε την αξιοπρεπή ντεμπιτάντ να γίνει μια αξιοπρεπής κυρία. Όταν είχε πει στους γονείς της ότι δε θα γινόταν κυρία Τ ζόναθαν Τ. Γουίλομπι, αλλά ότι θα έφευγε από το Παλμ Σπρινγκς για να πάει να δουλέψει στο Λος Άντζελες, μέσα της έτρεμε. Μόνο αργότερα συνειδητοποίησε πως η ανατροφή της ήταν που την είχε βοηθήσει να τα βγάλει πέρα σ’ εκείνη τη δύσκολη συζήτηση. Την είχαν μάθει να παραμένει ήρεμη και συγκροτημένη, να μην υψώνει ποτέ τη φωνή της, να μη δείχνει ποτέ σημάδια θυμού. Όταν τους είχε μιλήσει, έδειχνε απόλυτα σίγουρη για τον εαυτό της, ενώ κατά βάθος έτρεμε στην ιδέα να εγκαταλείψει εκείνο το άνετο χρυσαφένιο κλουβί που είχαν χτίσει οι δικοί της για εκείνη προτού ακόμα γεννηθεί. Πέντε χρόνια αργότερα, ο φόβος είχε μειωθεί, αλλά παρέμενε. Ένα μέρος τής φιλοδοξίας της να φτάσει στην κορυφή πήγαζε από τη βασική της ανάγκη να αποδείξει την αξία της στους γονείς της.


Σαχλαμάρες, είπε στον εαυτό της και τράβηξε το βλέμμα της από την εικόνα της ευαίσθητης γυναίκας στον καθρέφτη. Δεν είχε τίποτε ν’ αποδείξει σε κανέναν, εκτός ίσως στον εαυτό της. Είχε έρθει εδώ να γράψει ένα άρθρο και αυτή ήταν η πρώτη και μοναδική προτεραιότητά της. Και θα το έγραφε το άρθρο της, ακόμα και αν χρειαζόταν να γίνει λαγωνικό για να ξετρυπώσει τον Χάντερ Μπράουν. Η Λη κοίταξε πάλι το σημειωματάριο και τις σημειώσεις της που δεν έπιαναν ούτε μια σελίδα. Θα είχε περισσότερες προτού τελειώσει η μέρα, υποσχέθηκε στον εαυτό της. Πολύ περισσότερες. Δε θα τον άφηνε να ξαναπάρει το πάνω χέρι ούτε να την αποσπάσει από το σκοπό της. Αφού ντυνόταν και έπινε τον καφέ της, θα έψαχνε να βρει τον Χάντερ Μπράουν. Κι αυτή τη φορά θα οδηγούσε εκείνη. Όταν άκουσε το χτύπημα στην πόρτα, έριξε μια ματιά στο ρολόι δίπλα στο κρεβάτι και αναστέναξε απογοητευμένη. Είχε βγει εκτός προγράμματος, κάτι που δεν επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να κάνει. Είχε ζητήσει επίτηδες να της φέρουν τον καφέ και τα κρουασάν στις εννιά ώστε να προλάβει να ντυθεί και να είναι έτοιμη να φύγει αμέσως μετά. Τ ώρα θα έπρεπε να βιαστεί αν ήθελε να εξασφαλίσει δυο ολόκληρες ώρες με τον Χάντερ πριν την αναχώρησή της από το ξενοδοχείο. Δε θα έχανε δεύτερη φορά την ευκαιρία. Εκνευρισμένη με τον εαυτό της, πήγε στην πόρτα, έβγαλε την αλυσίδα και την άνοιξε. «Θα μπορούσες, το ίδιο καλά, να μην τρως τίποτε αν νομίζεις πως μπορείς να ζήσεις με δυο κομματάκια ψωμί και λίγη μαρμελάδα». Προτού προλάβει η Λη να συνέλθει, ο Χάντερ την προσπέρασε κουβαλώντας το δίσκο με το πρωινό της. «Επίσης, μια έξυπνη γυναίκα δεν ανοίγει ποτέ την πόρτα της αν δε ρωτήσει πρώτα ποιος είναι». Άφησε το δίσκο στο τραπέζι και την κάρφωσε με το επίμονο, ερευνητικό βλέμμα του.


Του φάνηκε νεότερη χωρίς το λούστρο του μακιγιάζ και το προσεγμένο στυλ της. Τα ίχνη της ευαισθησίας που είχε διακρίνει πάνω της από την πρώτη στιγμή δεν καλύπτονταν τώρα από καμιά πολυτέλεια, αν και το ζαφειρένιο χρώμα της μεταξωτής ρόμπας της την κολάκευε πολύ. Ο Χάντερ ένιωσε την επιθυμία και τον προστατευτισμό του να φουντώνουν ταυτόχρονα. Αλλά κανένα από τα δύο δεν κατάφερε να πνίξει εντελώς το θυμό του. Η Λη δε σκόπευε να του φανερώσει το μέγεθος της έκπληξής της, έτσι όπως τον είχε δει ξαφνικά μπροστά της, ούτε το πόσο την τάραζε η παρουσία του εκεί, τη στιγμή που ήταν σχεδόν γυμνή. «Πρώτα οδηγός, τώρα σερβιτόρος», είπε ψυχρά χωρίς να χαμογελάσει. «Είσαι ένας άνθρωπος με πολλά ταλέντα, Χάντερ». «Θα μπορούσα να σου επιστρέψω το κομπλιμέντο», της είπε εκείνος και, επειδή ήξερε πόσο ευμετάβλητη ήταν η διάθεσή του, σέρβιρε τον καφέ. «Και από τη στιγμή που το πρώτο που απαιτείται από έναν καλό συγγραφέα είναι να λέει όμορφα ψέματα, τότε βρίσκεσαι στο σωστό δρόμο». Της έδειξε μια καρέκλα, σαν να ήταν εκείνη η επισκέπτρια, πράγμα που την έφερε σε αμηχανία. Προσποιήθηκε όμως την εντελώς αδιάφορη και πήγε και κάθισε στο τραπέζι. «Θα σου έλεγα να μου κάνεις παρέα, αλλά υπάρχει μόνο ένα φλιτζάνι». Η Λη έκοψε ένα κρουασάν στα δύο και το δάγκωσε χωρίς να το βουτυρώσει. «Μπορείς να πάρεις ένα ψωμάκι», του είπε και πρόσθεσε γάλα στον καφέ με απόλυτα σταθερό χέρι. «Ίσως θα ήθελες να μου εξηγήσεις αυτό που είπες ότι είμαι καλή ψεύτρα». «Υποθέτω πως είναι ένα προσόν που πρέπει να διαθέτει και ένας ρεπόρτερ». Ο Χάντερ είδε τα δάχτυλά της να σφίγγουν το ψωμάκι που κρατούσε και ύστερα να χαλαρώνουν ένα ένα. «Όχι». Η Λη δάγκωσε άλλη μια μπουκιά κρουασάν σαν να μη συνέβαινε τίποτε. «Οι ρεπόρτερ ασχολούνται με τα γεγονότα όχι με


τη φαντασία». Ο Χάντερ δε μίλησε, αλλά το βλέμμα του ήταν πιο απαιτητικό και από χίλιες λέξεις. Χωρίς να βιάζεται, αποφασισμένη να μη φανεί και πάλι αδέξια, η Λη ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της. «Δε θυμάμαι να σου είπα ότι είμαι ρεπόρτερ». «Όχι, δε μου το είπες». Ο Χάντερ την άρπαξε από τον καρπό την ώρα που άφηνε το φλιτζάνι της. Ο τρόπος που τη γράπωσαν τα δάχτυλά του της έδειξε πως ήταν πολύ θυμωμένος. «Φρόντισες εσκεμμένα να μη μου το αναφέρεις». Μ’ ένα τίναγμα του κεφαλιού της, η Λη παραμέρισε τα μαλλιά από τα μάτια της. Αν είχε χάσει, δε θα ταπεινωνόταν κιόλας. «Δεν ήταν απαραίτητο να σου το πω», τον αντέκρουσε. Πήρε με το ελεύθερο χέρι το κρουασάν της και δάγκωσε μια μπουκιά. «Πλήρωσα την εγγραφή μου στο συνέδριο κανονικά». «Και προσποιήθηκες κάτι που δεν είσαι». Η Λη αντιμετώπισε απτόητη το βλέμμα του. «Κατά τα φαινόμενα, από την αρχή προσποιηθήκαμε και οι δύο ότι είμαστε κάτι που δεν είμαστε». Ο Χάντερ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι όταν την άκουσε να αναφέρεται στην πρώτη τους συνάντηση. «Εγώ δεν ήθελα τίποτε από εσένα. Αντίθετα, η δική σου προσποίηση δεν ήταν καθόλου αθώα». Ο τρόπος που το έθετε δεν της άρεσε καθόλου, την έκανε να φαίνεται φτηνή, τιποτένια. Αλλά έλεγε την αλήθεια. Και μπορεί να του είχε ζητήσει συγνώμη, αν δεν είχε μπήξει με τόση δύναμη τα δάχτυλά του στη σάρκα της. Τ ώρα, όμως, έμεινε αμετακίνητη στη θέση της. «Έχω κάθε δικαίωμα να βρίσκομαι εδώ, όπως έχω και κάθε δικαίωμα να προσπαθήσω να πουλήσω ένα άρθρο για οποιαδήποτε πλευρά τούτου του συνεδρίου». «Και εγώ», της είπε ο Χάντερ τόσο ήρεμα, που την έκανε να παγώσει, «έχω κάθε δικαίωμα στην προσωπική μου ζωή. Στο να επιλέξω αν θέλω να μιλήσω σ’ έναν ρεπόρτερ ή όχι».


«Αν σου είχα πει ότι εργάζομαι για το Σελ έμπριτι», άρχισε να λέει η Λη κάνοντας την πρώτη προσπάθεια να ελευθερώσει το χέρι της, «θα μου είχες απευθύνει έστω και μια λέξη;» Το χέρι του εξακολουθούσε να κρατά αιχμάλωτο τον καρπό της όπως το βλέμμα του το δικό της. Για μερικά δευτερόλεπτα ο Χάντερ δε μίλησε. «Αυτό είναι κάτι που δε θα το μάθουμε ποτέ πια». Άφησε τον καρπό της τόσο απότομα, που το χέρι της έπεσε στο τραπέζι κάνοντας το φλιτζάνι της να αναπηδήσει, ενώ το άλλο χέρι της είχε μετατρέψει το κρουασάν σε μια άμορφη μάζα από το σφίξιμο. Η στάση του τη φόβιζε. Δεν είχε κανένα λόγο να το αρνηθεί. Η ένταση του συγκρατημένου θυμού του της έφερε κρύα ρίγη στη ραχοκοκαλιά. Δεν τον γνώριζε, δεν τον καταλάβαινε, ούτε μπορούσε να είναι σίγουρη για το τι μπορούσε να κάνει. Το βλέμμα του έκρυβε βία, άρα το ίδιο και το μυαλό του. Προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία της, η Λη σήκωσε το φλιτζάνι της και ήπιε μια γουλιά καφέ, αλλά της φάνηκε άγευστος. «Είμαι περίεργη να μάθω πώς το ανακάλυψες». Ωραία, η φωνή της ακούστηκε ήρεμη, νωχελική. Έπιασε το φλιτζάνι και με τα δυο χέρια για να κρύψει το μικρό τρέμουλο που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει. Μοιάζει με γατούλα που την έχεις στριμώξει στη γωνία, σκέφτηκε ο Χάντερ. Έτοιμη να σου δείξει τα νύχια της και να σε γρατζουνίσει και ας χτυπάει η καρδιά της σαν ταμπούρλο. Ένιωσε μέσα του κάτι σαν σεβασμό, πράγμα που δεν του άρεσε από τη στιγμή που ήθελε να τη στραγγαλίσει. Όπως δεν του άρεσε και η ακατανίκητη επιθυμία του να αγγίξει το πορσελάνινο μάγουλό της. Τον είχε εξαπατήσει μια γυναίκα και αυτό ήταν ίσως από τα λίγα πράγματα που μπορούσε να του ξυπνήσει τόση οργή. «Είναι περίεργο, αλλά μου τράβηξες από την αρχή το ενδιαφέρον, Λενόρ. Χτες βράδυ...» Την είδε να σφίγγεται κι ένιωσε κάποια ικανοποίηση. Όχι δε θα την άφηνε να το ξεχάσει, όπως δεν μπορούσε


να το ξεχάσει και αυτός. «Χτες βράδυ», επανέλαβε αργά, περιμένοντας μέχρι να τον κοιτάξει εκείνη και πάλι στα μάτια, «ήθελα να κάνω έρωτα μαζί σου. Ήθελα να περάσω κάτω από το επιφανειακό λούστρο και να ανακαλύψω τον πραγματικό εαυτό σου. Αν το είχα κάνει, θα είχες την έκφραση που έχεις και τώρα. Απαλή, ευαίσθητη, με το στόμα σου άβαφο και τα μάτια σου συννεφιασμένα». Το κόκαλά της είχαν αρχίσει να λιώνουν, η σάρκα της να παίρνει φωτιά και ο Χάντερ βρισκόταν ακόμα στα λόγια. Δεν είχε κάνει την παραμικρή απόπειρα να την ακουμπήσει, η φωνή του όμως άγγιζε την επιδερμίδα της σαν τρυφερό χάδι. «Δεν... Δεν έχω κανένα σκοπό να σε αφήσω να μου κάνεις έρωτα». «Δε θα σου κάνω εγώ έρωτα, θα κάνουμε έρωτα οι δυο μας, μαζί», της απάντησε εκείνος χωρίς να τραβήξει στιγμή το βλέμμα του από το δικό της και η Λη ένιωσε το κεφάλι της να ζαλίζεται από τον πόθο, την ανάσα της να τρέμει. «Μόνο μαζί», επανέλαβε ο Χάντερ. «Όταν έφυγες, κατέφυγα στον επόμενο καλύτερο τρόπο για να σε ανακαλύψω». Η Λη έσφιξε τα χέρια στα γόνατά της, ξέροντας πως έπρεπε να ελέγξει το τρέμουλό της. Πώς ήταν δυνατόν να διαθέτει ένας άντρας τέτοια δύναμη; Και πώς θα μπορούσε να τον πολεμήσει εκείνη; Γιατί ένιωθε σαν να ήταν ήδη εραστές; Μήπως επειδή κάτι της έλεγε πως αυτό θα γινόταν αναπόφευκτα είτε το ήθελε εκείνη είτε όχι; «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». Η φωνή της δεν ήταν πια ήρεμη. «Το χειρόγραφό σου». Η Λη τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. Το προηγούμενο βράδυ είχε ξεχάσει εντελώς το χειρόγραφο μπροστά στο φόβο που της είχε ξυπνήσει εκείνος αλλά και ο εαυτός της. Ο θυμός και η απογοήτευση την είχαν εμποδίσει να το θυμηθεί σήμερα το πρωί. Τ ώρα, δεν της έφτανε ο μεθυστικός πόθος, ένιωσε και την αδυναμία της μαθήτριας


μπροστά στο δάσκαλο. «Δεν είχα ποτέ την πρόθεση να σε αφήσω να το διαβάσεις», του είπε, σχίζοντας ασυναίσθητα τη χαρτοπετσέτα που έσφιγγε στα χέρια της. «Δεν έχω καμιά φιλοδοξία να γίνω συγγραφέας». «Τότε δεν είσαι μόνο ψεύτρα, είσαι και χαζή». Η αδυναμία της εξαφανίστηκε στη στιγμή. Κανείς μα κανείς δεν είχε τολμήσει ποτέ να της μιλήσει έτσι. «Δεν είμαι ούτε χαζή ούτε ψεύτρα, Χάντερ. Αυτό που είμαι είναι μια εξαιρετική ρεπόρτερ. Θέλω να γράψω ένα αποκλειστικό, ακριβές και μεστό άρθρο σχετικά με τη ζωή σου». «Γιατί χάνεις την ώρα σου με το να γράφεις κουτσομπολιά όταν έχεις να τελειώσεις ένα μυθιστόρημα;» Η Λη κοκάλωσε. Το βλέμμα της, που τόση ώρα ήταν θολό από τον πόθο, έγινε παγερό ξαφνικά. «Δε γράφω κουτσομπολιά». «Μπορεί να τα λουστράρεις, να τα γράφεις με στυλ και εξυπνάδα, αλλά δεν παύουν να είναι κουτσομπολιά». Προτού προλάβει η Λη να του απαντήσει, ο Χάντερ σηκώθηκε τόσο γρήγορα, τόσο ορμητικά, που τα λόγια πνίγηκαν στο λαιμό της. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να σπαταλάς σαράντα ώρες τη βδομάδα παρά μόνο για να δουλέψεις το μυθιστόρημα που κρύβεις μέσα σου. Το ταλέντο είναι ένα νόμισμα με δυο όψεις, Λενόρ, και η άλλη όψη είναι η υποχρέωση». «Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς». Η Λη σηκώθηκε και διαπίστωσε πως μπορούσε να φωνάξει κι αυτή το ίδιο δυνατά μ’ εκείνον. «Ξέρω τις υποχρεώσεις μου και μια από αυτές είναι να γράψω την ιστορία σου για το περιοδικό μου». «Και τι θα γίνει το μυθιστόρημά σου;» Η Λη άνοιξε τα χέρια της στο πλάι και απομακρύνθηκε από κοντά του. «Τ ι θέλεις να γίνει;» «Πότε σκοπεύεις να το τελειώσεις;» Να το τελειώσει; Μα δε θα έπρεπε να το έχει αρχίσει καν. Δεν το


είχε πει αυτό δεκάδες φορές στον εαυτό της; «Να πάρει η οργή, Χάντερ, είναι μια χίμαιρα». «Είναι καλό». Η Λη ήρθε πάλι προς το μέρος του. Τα μάτια της τον κοίταξαν επιφυλακτικά κάτω από τα σμιγμένα φρύδια της. «Τ ι είπες;» «Αν δεν ήταν, το καμουφλάζ σου θα είχε δουλέψει πολύ καλά». Ο Χάντερ έβγαλε ένα τσιγάρο, ενώ η Λη είχε μείνει και τον κοιτούσε. Πώς ήταν δυνατόν να έχει τέτοια υπομονή, να κάνει τόσο αργές κινήσεις, τη στιγμή που εκείνη ήταν έτοιμη να πεταχτεί πάνω με κάθε του λέξη; «Λίγο ακόμα και θα σου τηλεφωνούσα χτες βράδυ για να σε ρωτήσω αν είχες και άλλες σελίδες μαζί σου, αλλά αποφάσισα ότι μπορούσα να περιμένω. Αντί να τηλεφωνήσω σ’ εσένα, πήρα την επιμελήτριά μου». Ήρεμος πάντα, ο Χάντερ φύσηξε τον καπνό του τσιγάρου του. «Και όταν της έδωσα το χειρόγραφό σου να το διαβάσει, εκείνη αναγνώρισε τ’ όνομά σου. Κατά τα φαινόμενα, είναι θερμή αναγνώστρια του Σελ έμπριτι». «Της έδωσες...» Η Λη σωριάστηκε πάλι σε μια καρέκλα, εμβρόντητη. «Δεν είχες το δικαίωμα να το δείξεις σε κανέναν». «Όταν το έκανα, πίστευα απόλυτα πως ήσουν αυτή που με είχες κάνει να πιστέψω πως είσαι». Η Λη σηκώθηκε πάλι και γράπωσε την πλάτη της καρέκλας. «Είμαι ρεπόρτερ, όχι μυθιστοριογράφος. Θέλω να πάρεις το χειρόγραφο πίσω και να μου το επιστρέψεις». Ο Χάντερ τίναξε τη στάχτη του τσιγάρου του στο τασάκι και μόνο τότε πρόσεξε τις προσεκτικές σημειώσεις της. Τους έριξε μια γρήγορη ματιά νιώθοντας να εκνευρίζεται και να το διασκεδάζει ταυτόχρονα. Ώστε προσπαθούσε να τον περιορίσει σε μερικά συνηθισμένα κλισέ. Θα ανακάλυπτε πως θα της ήταν πολύ δύσκολο να το κάνει. «Και γιατί να το κάνω αυτό;»


«Επειδή μου ανήκει. Δεν είχες το δικαίωμα να το δώσεις σε κάποιον άλλον». «Τ ι φοβάσαι;» τη ρώτησε. Την αποτυχία. Οι λέξεις παραλίγο να ξεφύγουν αυθόρμητα από τα χείλη της προτού προλάβει να τις συγκρατήσει. «Δε φοβάμαι τίποτε. Ασχολούμαι με κάτι στο οποίο μπορώ να είμαι η καλύτερη και σκοπεύω να συνεχίσω να το κάνω. Εσύ τι φοβάσαι;» του αντιγύρισε. «Από τι κρύβεσαι;» Δεν της άρεσε καθόλου το βλέμμα του όταν ο Χάντερ αποφάσισε να γυρίσει πάλι προς το μέρος της. Δεν καθρέφτιζε ούτε θυμό ούτε αλαζονεία αλλά κάτι περισσότερο. «Και εγώ ασχολούμαι με κάτι στο οποίο είμαι ο καλύτερος, Λενόρ». Είχε πάει στο δωμάτιό της με σκοπό να την κατσαδιάσει που τον είχε κοροϊδέψει και που χαράμιζε το ταλέντο της –τίποτε άλλο. Τ ώρα, καθώς την κοιτούσε, σκέφτηκε πως υπήρχε ένας καλύτερος τρόπος να το κάνει αυτό, μαθαίνοντας ταυτόχρονα περισσότερα γι’ αυτή για καθαρά δικούς του λόγους. Δεν είχε τελειώσει ακόμα με την Λενόρ Ράντκλιφ. «Πόσο σημαντικό είναι για σένα να γράψεις την ιστορία μου;» Η αλλαγή στον τόνο του έκανε τη Λη να μπει σ’ επιφυλακή και να τον κοιτάξει καχύποπτα. Είχε δοκιμάσει όλα τ’ άλλα, τι είχε να χάσει αν κολάκευε και το εγώ του; «Είναι πολύ σημαντικό. Πάνε πάνω από τρεις μήνες που προσπαθώ να μάθω κάτι για σένα. Είσαι ένας από τους πιο δημοφιλείς και βραβευμένους συγγραφείς της δεκαετίας. Αν...» Ο Χάντερ τη διέκοψε σηκώνοντας απλά το χέρι του. «Αν αποφασίσω να σου δώσω συνέντευξη, θα χρειαστεί να περάσουμε πολύ χρόνο μαζί. Με τους δικούς μου όρους». Η Λη άκουσε το προειδοποιητικό καμπανάκι, αλλά το αγνόησε. Μπορούσε να γευτεί σχεδόν την επιτυχία. «Μπορούμε να ορίσουμε


αμέσως τους όρους. Κρατάω το λόγο μου, Χάντερ». «Δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό, αρκεί να τον δώσεις». Ο Χάντερ έσβησε το τσιγάρο του και εξέτασε το θέμα από όλες τις γωνίες. Μπορεί να πήγαινε γυρεύοντας για μπελάδες. Από την άλλη, όμως, είχε περάσει πολύς καιρός που είχε να το κάνει. Είχε φτάσει η ώρα. «Πόσες ακόμα σελίδες του μυθιστορήματός σου έχεις ολοκληρώσει;» «Αυτό δεν έχει καμιά σχέση», του απάντησε η Λη και όταν τον είδε να σηκώνει απλά το φρύδι του και να την κοιτάζει, έσφιξε τα δόντια της και παρότρυνε τον εαυτό της να πάει με τα νερά του. Βρισκόταν πολύ κοντά στο σκοπό της. «Γύρω στις διακόσιες σελίδες». «Στείλε και τις υπόλοιπες στην επιμελήτριά μου». Το βλέμμα του ήταν ήρεμο. «Είμαι σίγουρος πως έχεις ανακαλύψει πια τ’ όνομά της». «Τ ι σχέση έχει αυτό με τη συνέντευξη;» «Είναι ένας από τους όρους», της είπε απλά ο Χάντερ. «Έχω σχέδια για το μεθεπόμενο Σαββατοκύριακο», συνέχισε. «Μπορείς να έρθεις να με βρεις μ’ ένα δεύτερο αντίγραφο του χειρόγραφού σου». «Να σε βρω; Πού;» «Θα κάνω δύο βδομάδες κάμπινγκ στο Όουκ Κρικ Κάνυον. Καλύτερα να αγοράσεις χοντρά παπούτσια». «Κάμπινγκ;» Η Λη είδε με τη φαντασία της σκηνές γεμάτες κουνούπια. «Αφού δε θα φύγεις αμέσως για τις διακοπές σου, γιατί δεν μπορούμε να ορίσουμε τη συνέντευξη μια δυο μέρες πριν την αναχώρησή σου;» «Με τους δικούς μου όρους. Θυμάσαι;» «Προσπαθείς να κάνεις τα πράγματα δύσκολα». «Ναι». Ο Χάντερ της χαμογέλασε, διασκεδάζοντας. «Θα δουλέψεις για να πετύχεις το αποκλειστικό άρθρο σου, Λενόρ». «Εντάξει». Η Λη πρότεινε το πιγούνι της. «Πού και πότε πρέπει


να σε συναντήσω;» Τ ώρα το χαμόγελό του έγινε πολύ πλατύ. Ο Χάντερ εκτιμούσε την αποφασιστικότητα όταν την έβλεπε. «Στη Σιντόνα. Θα έρθω σ’ επαφή μαζί σου για να σου πω το πότε όταν σιγουρέψω την ημερομηνία. Και όταν η επιμελήτριά μου με ειδοποιήσει ότι έλαβε το υπόλοιπο χειρόγραφό σου». «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το χρησιμοποιείς αυτό για να με εκβιάσεις». Ο Χάντερ την πλησίασε και εντελώς απροσδόκητα πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μαλλιά της. Ήταν μια κίνηση ανάλαφρη, φιλική και απίστευτα προσωπική. «Ίσως ένα από τα πρώτα πράγματα που θα έπρεπε να μάθεις για μένα είναι πως είμαι εκκεντρικός. Όταν κάποιος αποδεχτεί την εκκεντρικότητά του, μπορεί να δικαιολογήσει όλες τις πράξεις του. Τα πάντα», κατέληξε –και το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της. Την άκουσε να κρατά την ανάσα της, την ένιωσε να σφίγγεται. Αλλά δεν πάλεψε να του ξεφύγει. Ίσως να δοκίμαζε τον εαυτό της, χωρίς να ξέρει, βέβαια, πως δοκίμαζε κι εκείνον. Ο Χάντερ ήθελε να την ξαπλώσει στο ξέστρωτο κρεβάτι, να βγάλει τη λεπτή μεταξωτή ρόμπα της και να την κάνει δική του. Το κορμί της θα ταίριαζε με το δικό του, δεν ήξερε γιατί, αλλά ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ο ρυθμός της θα εναρμονιζόταν με το δικό του σαν να ήταν καιρό εραστές. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το γιατί, αλλά το ήξερε. Ένιωσε το κορμί της να λιώνει πάνω στο δικό του, τα χείλη της ζεστά και υγρά κάτω από τα δικά του. Ήταν μόνοι οι δυο τους και η ανάγκη τούς έκαιγε σαν πυρωμένο σίδερο. Ο Χάντερ όμως ήξερε, αν και δεν μπορούσε να εξηγήσει το γιατί, πως, αν της έκανε έρωτα τώρα, αν ικανοποιούσαν την πείνα τους, δε θα την ξανάβλεπε ποτέ πια. Έπρεπε και οι δυο να αντιμετωπίσουν τους φόβους τους πριν γίνουν εραστές. Αλλά και μετά.


Ο Χάντερ έδωσε στον εαυτό του την ευχαρίστηση ενός τελευταίου ατέλειωτου φιλιού. Ρούφηξε τη γεύση της, άφησε την αίσθηση του κορμιού της να τον συνεπάρει για μια στιγμή, ύστερα πίεσε τον εαυτό του να ηρεμήσει, να θυμηθεί πως ο ένας ήθελε κάτι από τον άλλον. Τα μυστικά τους θα τ’ αποτύπωναν και οι δύο με λέξεις, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Τ ραβήχτηκε πίσω. Τα δάχτυλά του καθυστέρησαν για μια φευγαλέα στιγμή στο μάγουλο, στα μαλλιά της. «Αν καταφέρεις να αντέξεις δύο βδομάδες στο φαράγγι, θα έχεις το αποκλειστικό άρθρο σου». Και λέγοντας αυτά, την άφησε και βγήκε από το δωμάτιο.

«Αν καταφέρω να αντέξω δυο βδομάδες», μουρμούρισε η Λη, βγάζοντας ένα χοντρό πουλόβερ από το συρτάρι. «Σου λέω, Μπράιαν, δεν έχω συναντήσει άνθρωπο που να με εκνευρίσει τόσο πολύ με τόσο λίγες κουβέντες». Είχε επιστρέψει εδώ και δέκα μέρες στο Λος Άντζελες, αλλά η οργή της δεν είχε μειωθεί καθόλου. Η Μπράιαν χάιδεψε το απαλό μάλλινο πουλόβερ. «Λη, δεν έχεις καθόλ ου πρόχειρα ρούχα;» «Αγόρασα μερικά φούτερ», της απάντησε εκείνη μέσα από τα δόντια της. «Δε συνηθίζω να περνάω την ώρα μου σε σκηνές». «Μια συμβουλή». Η Μπράιαν έπιασε το χέρι της Λη και την εμπόδισε να βάλει ένα ακόμα κομψό παντελόνι με τσάκιση στο σακίδιο που της είχε δανείσει. Η Λη ύψωσε το λεπτό ξανθοκόκκινο φρύδι της. «Το ξέρεις ότι μισώ τις συμβουλές». Η Μπράιαν χαμογέλασε και θρονιάστηκε στο κρεβάτι. «Το ξέρω. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να σου δίνω. Λη, σοβαρά τώρα, το ξέρω πως έχεις στην γκαρνταρόμπα σου τζιν. Σ’


έχω δει να τα φοράς», της είπε και παραμέρισε τα μαλλιά που είχαν ξεφύγει από την κοτσίδα της. «Είτε είναι σινιέ είτε όχι, πάρε μαζί σου τζιν, όχι παντελόνια των εβδομήντα πέντε δολαρίων. Αγόρασε ένα δυο ακόμα», συνέχισε, ενώ η Λη κοιτούσε συνοφρυωμένη τα ρούχα που κρατούσε ακόμα στο ελεύθερο χέρι της. «Βάλε αυτό το υπέροχο πουλόβερ πίσω στο συρτάρι και αγόρασε ένα δυο φανελένια πουκάμισα. Θα σε προστατεύσουν τη νύχτα έτσι και πέσει κρύο. Τ ώρα...» Είδε την Λη να την κοιτάζει συνοφρυωμένη και συνέχισε: «Πάρε μαζί σου μερικά μακό, τα πουκάμισα είναι για το γραφείο όχι για να κάνεις πεζοπορία. Θα χρειαστείς τουλάχιστον ένα σορτς και αγόρασε ένα καλό ζευγάρι χοντρές κάλτσες. Αν είχες περισσότερο χρόνο μπροστά σου, θα σου έλεγα να φορέσεις αυτά τα καινούρια μποτάκια πεζοπορίας που αγόρασες για να σπάσουν, τώρα θα σε κάνουν να υποφέρεις». «Ο πωλητής μού είπε...» «Δεν έχουν τίποτε τα μποτάκια, Λη, μόνο που δεν έχουν βγει ποτέ από το κουτί τους. Παραδέξου το...» Η Μπράιαν τεντώθηκε πίσω ανάμεσα στα μαξιλάρια της Λη. «Σε απασχολούσε περισσότερο να πακετάρεις πολλά μπλοκ και μολύβια, για να ενδιαφερθείς για τον εξοπλισμό σου. Αν, λοιπόν, δε θέλεις να γελοιοποιηθείς, άκουσε κάποια που ξέρει». Η Λη έβαλε το πουλόβερ πίσω στη θέση του, ξεφυσώντας. «Έχω γελοιοποιηθεί ήδη κάμποσες φορές», είπε βροντώντας ένα από τα συρτάρια της ντουλάπας της. «Δεν πρόκειται να τον αφήσω να με τσακίσει αυτές τις δυο βδομάδες, Μπράιαν. Αν χρειαστεί να κοιμηθώ σε σκηνή και να σκαρφαλώσω σε βράχια για να γράψω αυτό το άρθρο, θα το κάνω». «Αν κάνεις μια προσπάθεια, μπορεί και να το διασκεδάσεις ταυτόχρονα».


«Δεν ψάχνω για διασκέδαση, αλλά για ένα αποκλειστικό άρθρο». «Είμαστε φίλες». Ήταν δήλωση, όχι ερώτηση, παρ’ όλα αυτά η Λη την κοίταξε. «Ναι». Για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχε αρχίσει το πακετάρισμα χαμογέλασε. «Είμαστε φίλες». «Τότε, πες μου τι είναι αυτό που σε ενοχλεί σ’ αυτό τον τύπο. Μια βδομάδα τώρα τρώγεσαι με τα ρούχα σου». Ο τόνος της Μπράιαν ήταν ανάλαφρος, αλλά ήταν φανερή η ανησυχία της. «Ήθελες να πάρεις συνέντευξη από τον Χάντερ Μπράουν και θα την πάρεις. Γιατί δείχνεις να ετοιμάζεσαι για πόλεμο;» «Επειδή έτσι νιώθω». Αν της είχε κάνει την ερώτηση οποιοσδήποτε άλλος, η Λη θα την είχε αποφύγει ψυχρά. Επειδή όμως της την έκανε η Μπράιαν, κάθισε στο κρεβάτι, στρίβοντας νευρικά στα χέρια της ένα φούτερ. «Με κάνει να θέλω πράγματα που δε θέλω, με κάνει να νιώθω πράγματα που δε θέλω να νιώθω. Μπράιαν, στη ζωή μου δεν έχω περιθώρια για μπλεξίματα». «Γιατί, ποιος έχει;» «Ξέρω πολύ καλά πού βαδίζω», επέμεινε η Λη κάπως υπερβολικά παθιασμένα. «Και ξέρω πολύ καλά πώς να φτάσω εκεί που θέλω. Και κάτι μου λέει πως ο Χάντερ θα αποδειχτεί παράκαμψη». «Καμιά φορά, η παράκαμψη είναι πιο ενδιαφέρουσα από μια προσχεδιασμένη διαδρομή. Άλλωστε, στο τέλος καταλήγεις στο ίδιο μέρος». «Με κοιτάζει σαν να γνωρίζει τι σκέφτομαι. Όχι μόνο εκείνη τη στιγμή αλλά και χτες ή τον προηγούμενο χρόνο. Δε νιώθω καθόλου άνετα». «Ποτέ δεν κυνήγησες την άνεση», της είπε η Μπράιαν, κάνοντας τα χέρια μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι της. «Πάντα αναζητούσες την πρόκληση. Απλά δεν την είχες βρει μέχρι τώρα σε έναν άντρα». «Δε θέλω την πρόκληση από κανέναν άντρα», είπε η Λη, χώνοντας


με μανία το φούτερ στο σακίδιο. «Τ ις προκλήσεις τις θέλω στη δουλειά μου». «Δεν είσαι υποχρεωμένη να πας». Η Λη ανασήκωσε το κεφάλι της. «Θα πάω». «Τότε μην πας με σφιγμένα δόντια». Η Μπράιαν σταύρωσε τα πόδια της και ανακάθισε. Όσο η Λη ήταν ατσαλάκωτη, τόσο εκείνη ήταν τσαλακωμένη, αλλά περιέργως έδειχνε να ταιριάζει ανάμεσα στα πολυτελή μαξιλάρια. «Αυτή είναι μια απίθανη ευκαιρία για σένα τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Το Όουκ Κρικ είναι ένα από τα ωραιότερα φαράγγια της χώρας. Και θα έχεις δυο βδομάδες να το απολαύσεις. Άσε που υπάρχει κι ένας άντρας που δε σε κάνει να πλήττεις ούτε σέρνεται στα πόδια σου». Χαμογέλασε όταν είδε τη Λη να υψώνει τα φρύδια της. «Το ξέρεις πολύ καλά ότι όλοι τους κάνουν ή το ένα ή το άλλο και δεν το αντέχεις. Απόλαυσε, λοιπόν, την αλλαγή». «Θα πάω για δουλειά», της θύμισε η Λη. «Όχι να μαζέψω αγριολούλουδα». «Έτσι κι αλλιώς, δε χάνεις τίποτε να μαζέψεις μερικά. Θα το γράψεις το άρθρο σου». «Και θα κάνω τον Χάντερ Μπράουν να σφαδάζει». Η Μπράιαν γέλασε με το βραχνό γέλιο της και πέταξε ένα μαξιλάρι στον αέρα. «Αν αυτός είναι ο σκοπός σου, θα τον πετύχεις. Θα τον λυπόμουν τον κακομοίρη αν δε μου είχε προκαλέσει τόσους εφιάλτες», της είπε με μια γρήγορη γκριμάτσα. Στη συνέχεια το βλέμμα της γλύκανε γεμάτο αγάπη. «Λη...» Ακούμπησε το χέρι της στης φίλης της. «Αν σε κάνει να ποθείς κάτι, μη διστάσεις να το πάρεις. Η ζωή δε μας προσφέρει πολλά. Δώσε στον εαυτό σου ένα δώρο». Η Λη έμεινε σιωπηλή για λίγο, ύστερα αναστέναξε. «Δεν είμαι σίγουρη αν θα δώσω στον εαυτό μου ένα δώρο ή μια κατάρα».


Σηκώθηκε και πήγε στην ντουλάπα της. «Πόσα ζευγάρια κάλτσες, είπες;»

«Αλλά είναι νόστιμη;» Η Σάρα είχε καθίσει στη μέση του χαλιού με το ένα πόδι λυγισμένο μπροστά, ενώ προσπαθούσε να τυλίξει το άλλο γύρω από το λαιμό της. «Πραγματικά νόστιμη;» Ο Χάντερ πήρε ένα ρούχο από το καλάθι της μπουγάδας. Η Σάρα είχε φροντίσει να τον πληροφορήσει πως ήταν η σειρά του να τα ξεχωρίσει και να τα διπλώσει. «Δε θα χρησιμοποιούσα τη λέξη νόστιμη. Ένα φρούτο μπορεί να είναι νόστιμο». Η Σάρα γέλασε, γύρισε κι έκανε γέφυρα. Τ ρελαινόταν να κουβεντιάζει με τον πατέρα της, γιατί κανείς δεν κουβέντιαζε σαν κι αυτόν. «Τ ι λέξη θα χρησιμοποιούσες τότε;» Ο Χάντερ δίπλωσε ένα μπλουζάκι που είχε τυπωμένο μπροστά το όνομα ενός δημοφιλούς μουσικού συγκροτήματος. «Διαθέτει μια σπάνια, κλασική ομορφιά που οι περισσότερες γυναίκες δε θα ήξεραν πώς ακριβώς να τη διαχειριστούν». «Εκείνη όμως ξέρει;» Ο Χάντερ θυμόταν. Ήθελε. «Ναι, ξέρει». Η Σάρα ξάπλωσε ανάσκελα και κουλουριάστηκε με το σκύλο δίπλα της. Της άρεσε η απαλή, ζεστή αίσθηση της γούνας του Σαντάνας, όπως της άρεσε να κλείνει τα μάτια της και να ακούει τη φωνή του πατέρα της. «Προσπάθησε να σε κοροϊδέψει», του θύμισε. «Και δε σου αρέσει να σε κοροϊδεύουν». «Κατά την άποψή της, έκανε τη δουλειά της». Η Σάρα τύλιξε το μπράτσο της γύρω από το λαιμό του σκύλου και κοίταξε τον πατέρα της με τα μεγάλα σκούρα μάτια της που έμοιαζαν πολύ με τα δικά του. «Δε μιλάς ποτέ σε δημοσιογράφους». «Δε με ενδιαφέρουν». Ο Χάντερ ψάρεψε ένα τζιν με μια πελώρια


τρύπα στο γόνατο. «Καλά, αυτό δεν είναι καινούριο;» «Περίπου. Τότε γιατί θα την πάρεις για κάμπινγκ μαζί σου;» «Το περίπου καινούριο τζιν δε θα έπρεπε να έχει ήδη τρύπες. Και δεν την παίρνω εγώ μαζί μου, εκείνη θα έρθει». Η Σάρα έχωσε το χέρι στην τσέπη της κι έβγαλε μια τσίχλα. Δεν έπρεπε να μασάει επειδή φορούσε σιδεράκια, έτσι άρχισε να την παίζει στο χέρι της. Σε έξι μήνες, σκέφτηκε, θα μασούσε δώδεκα τσίχλες μαζί. «Επειδή είναι δημοσιογράφος ή επειδή διαθέτει μια σπάνια, κλασική ομορφιά;» Ο Χάντερ την κοίταξε και είδε τα μάτια της να γελούν. Παραείναι έξυπνη, σκέφτηκε, και της πέταξε ένα ζευγάρι διπλωμένες κάλτσες. «Και τα δύο, αλλά κυρίως επειδή τη βρίσκω ενδιαφέρουσα και ταλαντούχα. Θέλω να διαπιστώσω πόσα θα μπορέσω να ανακαλύψω γι’ αυτή, όσο εκείνη θα προσπαθεί να ανακαλύψει διάφορα για μένα». «Εσύ θα ανακαλύψεις περισσότερα», του δήλωσε η Σάρα, πετώντας τεμπέλικα τις κάλτσες στον αέρα. «Πάντα το κάνεις. Νομίζω πως είναι καλή ιδέα», πρόσθεσε ύστερα από λίγο. «Η θεία Μπόνι λέει ότι δεν κάνεις παρέα με πολλές γυναίκες, ιδιαίτερα με γυναίκες που να αποτελούν πρόκληση για το μυαλό σου». «Η θεία Μπόνι καλά θα κάνει να ασχολείται με τη δουλειά της». «Μπορεί να ξυπνήσει τον κοιμισμένο πόθο σου». Το χέρι του Χάντερ έμεινε μετέωρο πάνω από το καλάθι. «Τ ι πράγμα;» «Το διάβασα σ’ ένα βιβλίο». Η Σάρα έκανε μια επιδέξια στροφή, έτσι που τα πόδια της ακούμπησαν στο πάτωμα πίσω από το κεφάλι της. «Ένας άντρας συναντά μια γυναίκα και στην αρχή δεν υπάρχει καμιά συμπάθεια μεταξύ τους, αλλά υπάρχει εκείνη η δυνατή φυσική έλξη και ο αυξανόμενος πόθος και...» «Μπήκα στο νόημα». Ο Χάντερ κοίταξε τη λεπτή μελαχρινή κοπελίτσα που έκανε ασκήσεις στο πάτωμα. Είναι η κόρη μου,


σκέφτηκε, και είναι δέκα χρονών. Πώς στην ευχή, λοιπόν, είχαν φτάσει να συζητούν για τον πόθο; «Εσύ, περισσότερο από τον καθένα, θα έπρεπε να ξέρεις πως στην πραγματική ζωή τα πράγματα δεν εξελίσσονται συχνά όπως στα βιβλία». «Η φαντασία στηρίζεται στην πραγματικότητα». Η Σάρα του χαμογέλασε, ευχαριστημένη που κατάφερε να του αντιγυρίσει ένα από τα αγαπημένα του μότο. «Αλλά, προτού την ερωτευτείς και την αφήσεις να ξυπνήσει τον κοιμισμένο πόθο σου, θέλω να τη γνωρίσω». «Θα το έχω υπόψη μου». Κοιτάζοντάς τη πάντα, ο Χάντερ σήκωσε τρεις παράταιρες κάλτσες. «Πώς συμβαίνει αυτό κάθε βδομάδα;» Η Σάρα κοίταξε για μια στιγμή τις κάλτσες και μετά σηκώθηκε. «Νομίζω πως υπάρχει ένας παράλληλος κόσμος στο στεγνωτήριο. Από την άλλη μεριά της πόρτας, αυτή ακριβώς τη στιγμή, κρατάει και κάποιος άλλος τρεις παράταιρες κάλτσες». «Ενδιαφέρουσα θεωρία». Ο Χάντερ άπλωσε το χέρι του, τη γράπωσε και την έριξε με τον πισινό στο καλάθι, ενώ το γέλιο της αντηχούσε στο ψηλοτάβανο σπίτι.

Κεφάλαιο 5 Ήταν όπως στα γουέστερν. Ο ήλιος την τύφλωνε, ενώ η Λη έβλεπε με τη φαντασία της τους παρανόμους να παίρνουν θέση και τους Ινδιάνους να καραδοκούν πίσω από τους βράχους και τους λόφους. Αν άφηνε τη φαντασία της εντελώς ελεύθερη, θα άκουγε και τις οπλές των αλόγων στους βράχους. Και επειδή ήταν μόνη της στο αμάξι, μπορούσε να το κάνει.


Οι κόκκινοι όγκοι των βουνών υψώνονταν στον καταγάλανο ουρανό. Η απεραντοσύνη του τοπίου ήταν απίστευτη, χωρίς ψηλή βλάστηση, χωρίς ανάγκη για τίποτα. Η Λη ένιωσε το λαιμό της να ξεραίνεται και την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Όσο πράσινο υπήρχε ήταν το σταχτοπράσινο του φασκόμηλου που φύτρωνε ανάμεσα στα βράχια και το πιο βαθύ πράσινο του αγριοκυπάρισσου, το οποίο θα παραχωρούσε ξαφνικά τη θέση του στην έρημο. Μια έρημο πλούσια από μόνη της. Ο ανοιχτός ορίζοντας, ο εκπληκτικά ανοιχτός ορίζοντας, την ξάφνιασε, ξυπνώντας μέσα της την επιθυμία να γνωρίσει τούτο το μέρος. Όπου και να κοιτούσε έβλεπε καινούριους απότομους βράχους, καινούρια χρώματα, καινούρια... Η Λη κούνησε το κεφάλι της. Έβλεπε όλο καινούρια πράγματα. Ακόμα και όταν πλησίασε στην πόλη, τα σπίτια και τα κτίρια δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τον ανοιχτό ορίζοντα. Οι πινακίδες της τροχαίας, τα φανάρια στους δρόμους, οι ανθισμένοι κήποι δεν είχαν καμιά σημασία. Το αμάξι της συνάντησε άλλα αυτοκίνητα, αλλά, και πέντε φορές περισσότερα να είχε συναντήσει, ο αριθμός τους θα ήταν και πάλι ασήμαντος. Ήταν ένα τοπίο που το ρουφούσες, η καυτή γεύση του όμως σε χτυπούσε σαν γροθιά. Η Σιντόνα τη γοήτευσε με την πρώτη ματιά. Τα χρώματα της Άγριας Δύσης ταίριαζαν με το υπέροχο σκηνικό στο βάθος, δεν το αλλοίωναν καθόλου. Δεν ήταν σίγουρη αν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Ο κεντρικός δρόμος ήταν γεμάτος μαγαζιά με όμορφες πινακίδες και καθαρές βιτρίνες. Η περιοχή διέθετε μπόλικη ξυλεία, ήταν φανερό πως το εμπόριο ήταν ζωντανό στην περιοχή, αλλά κανείς δεν έδειχνε να βιάζεται. Η Σιντόνα δεν ήταν μεγάλη πόλη, είχε μάλλον το μέγεθος κωμόπολης. Και έδειχνε άνετα βολεμένη κάτω από τον καταγάλανο ουρανό. Ίσως, σκέφτηκε η Λη, καθώς ακολουθούσε τις


πινακίδες για να φτάσει στο σημείο όπου θα παρέδιδε το νοικιασμένο αμάξι της, ίσως τελικά και να απολαύσω τις επόμενες δύο εβδομάδες. Είχε φτάσει νωρίς για την προκαθορισμένη συνάντησή της με τον Χάντερ και, αφού παρέδωσε το αμάξι, αποφάσισε να παίξει για λίγο την τουρίστρια. Είχε μια ώρα στη διάθεσή της, προτού ξαναρχίσει τη δουλειά. Σταμάτησε σε μια βιτρίνα, το ασημένιο κολιέ και τα τουρκουάζ σκουλαρίκια την έβαλαν σε πειρασμό, αλλά συνέχισε το δρόμο της. Θα είχε πολλές ευκαιρίες για περιττά έξοδα όταν θα τέλειωνε αυτή η μικρή περιπέτεια –μια μικρή ανταμοιβή μετά την επιτυχία. Προς το παρόν, περνούσε απλώς την ώρα της. Δεν μπόρεσε, όμως, να αντισταθεί στον επόμενο πειρασμό. Οι καραμέλες γάλακτος μύριζαν υπέροχα, μπήκε λοιπόν στο μικρό μαγαζάκι και αγόρασε διακόσια γραμμάρια από τις καλύτερες της περιοχής, όπως διαφήμιζε ο ιδιοκτήτης του. Για ενέργεια, είπε στον εαυτό της όταν ένιωσε την καραμέλα να λιώνει στο στόμα της. Δεν είχε ιδέα τι είδους φαγητό θα έτρωγε τις επόμενες δύο εβδομάδες. Στο τηλέφωνο ο Χάντερ την είχε πληροφορήσει ότι θα φρόντιζε αυτός για τις προμήθειες. Τ ις καραμέλες θα τις είχε απλά για περίπτωση ανάγκης. Στο κάτω κάτω, οι συμβουλές της Μπράιαν είχαν βάση. Δε θα κέρδιζε τίποτε αντιμετωπίζοντας αυτή την περιπέτεια σαν αγγαρεία. Και για να μπει στο κατάλληλο κλίμα, αποφάσισε να χαζέψει σ’ ένα μαγαζί με καουμπόικα ρούχα. Αν αντιμετώπιζε τις επόμενες δυο βδομάδες ως επαγγελματικές διακοπές, θα ήταν πολύ καλύτερα. Η Λη έπιασε τις ζώνες με τα κοχύλια, αλλά τελικά τις απέρριψε. Δε θα της πήγαιναν, όπως δε θα της πήγαιναν και τα γιλέκα με τα κρόσσια και τις παγιέτες. Μπορεί να αγόραζε ένα για την Μπράιαν προτού επιστρέψει στο Λος Άντζελες. Ό,τι και να φορούσε η Μπράιαν της πήγαινε, σκέφτηκε αναστενάζοντας, αλλά ο


αναστεναγμός της δεν έκρυβε καμιά ζήλια. Η Μπράιαν δεν είχε αναγκαστεί να περιοριστεί ποτέ της στο κομψό, το απλό και το καθωσπρέπει. Άραγε, το ζήτημα είναι η άνεση ή η εικόνα; Η Λη ύψωσε τους ώμους της και έσυρε το δάχτυλό της στον ώμο ενός κοντού σουέτ τζάκετ. Εικόνα ή όχι, η Λη είχε περιοριστεί πολλά χρόνια σε αυτή για να την αλλάξει τώρα. Και όπως και να είχε το πράγμα, δεν ήθελε να την αλλάξει, θύμισε στον εαυτό της καθώς περιφερόταν στο διάδρομο με τα καπέλα. Της άρεσε η Λη Ράντκλιφ όπως ήταν. Είχε μερικά ακόμα λεπτά στη διάθεσή της. Έβγαλε το σακίδιο από την πλάτη της και το ακούμπησε στα πόδια της. Δεν ήταν ιδιαίτερα αθλητικός τύπος. Πρόβαρε ένα καφετί στέτσον με γυριστό γείσο. Δεν ήταν ανόητη. Έβγαλε το πρώτο καπέλο και φόρεσε ένα μικρότερο με φτερά στο πλάι. Ήταν μια προσγειωμένη επαγγελματίας. Φόρεσε ένα μαύρο καπέλο με ίσιο γείσο και περιεργάστηκε το αποτέλεσμα. Συντηρητικό, αποφάσισε χαμογελώντας αχνά. Πρακτικό. Ναι, αν ήθελε να αγοράσει... «Το φοράς λάθος». Προτού προλάβει η Λη να αντιδράσει, δυο χέρια έπιασαν το καπέλο και το φόρεσαν πιο βαθιά και λίγο στραβά στο κεφάλι της. Ύστερα ο Χάντερ έκανε ένα βήμα πίσω και την κοίταξε κριτικά. «Ναι, είναι η τέλεια επιλογή για σένα. Είναι πρακτικό και δημιουργεί μια νότα αντίθεσης με τα μαλλιά και το δέρμα σου». Την έπιασε από τους ώμους και τη γύρισε προς τον καθρέφτη, όπου η Λη βρέθηκε να κοιτάζει την εικόνα του και τη δική της. Τα μακριά δάχτυλά του κρατούσαν τους ώμους της με σιγουριά και φαινόταν υπερβολικά μικρόσωμη μπροστά του. Σχεδόν αυτόματα, ένιωσε μια χαρά που ήθελε να αγνοήσει και έναν εκνευρισμό στον οποίο έπρεπε να επικεντρωθεί. «Δεν έχω καμιά πρόθεση να το αγοράσω». Αμήχανη, έβγαλε το


καπέλο και το ξανάβαλε στο ράφι. «Γιατί όχι;» «Δεν το χρειάζομαι». «Μια γυναίκα που αγοράζει μόνο ό,τι χρειάζεται;» Στο πρόσωπό του διέκρινες το γέλιο, την ίδια ώρα που στο δικό της διέκρινες το θυμό. «Πολύ σεξιστική άποψη», συνέχισε ο Χάντερ, προτού προλάβει εκείνη ν’ αντιδράσει. «Παρ’ όλα αυτά, είναι κρίμα που δε θα το αγοράσεις. Σου δίνει έναν αέρα αυτοπεποίθησης». Η Λη τον αγνόησε, έσκυψε και πήρε πάλι το σακίδιό της. «Ελπίζω να μη σ’ έκανα να περιμένεις πολύ. Έφτασα νωρίς και είπα να σκοτώσω λίγο την ώρα μου». «Καθώς περνούσα με το αμάξι, σε είδα να μπαίνεις σε τούτο το μαγαζί. Ακόμα και με τζιν περπατάς σαν να φοράς επαγγελματικό κουστούμι». Κι ενώ η Λη προσπαθούσε να αποφασίσει αν αυτό ήταν κομπλιμέντο ή όχι, ο Χάντερ της χαμογέλασε. «Τ ι γεύση αγόρασες;» «Τ ι πράγμα;» τον ρώτησε προβληματισμένη ακόμα. «Καραμέλες». Ο Χάντερ κοίταξε τη σακούλα που κρατούσε στα χέρια της. «Τ ι γεύση καραμέλες αγόρασες;» Μ’ έπιασε πάλι στα πράσα, σκέφτηκε η Λη, έτοιμη σχεδόν να το πάρει απόφαση. «Γάλακτος με σοκολάτα και καρύδια». «Καλή επιλογή». Ο Χάντερ την έπιασε από το μπράτσο και διέσχισαν το μαγαζί. «Αν είσαι αποφασισμένη να αντισταθείς στον πειρασμό και να μην αγοράσεις το καπέλο, καλύτερα να ξεκινήσουμε». Η Λη είδε το τζιπ που ήταν παρκαρισμένο μπροστά στο πεζοδρόμιο και μισόκλεισε τα μάτια της. Ήταν το ίδιο που είχε ο Χάντερ και στο Φλάγκσταφ. «Έμεινες στην Αριζόνα;» τον ρώτησε. Εκείνος έκανε το γύρο, αφήνοντάς τη να ανέβει μόνη της. «Είχα κάτι δουλειές στην περιοχή». Το ένστικτο της ρεπόρτερ μπήκε σ’ επιφυλακή. «Έρευνα;»


Ο Χάντερ της χάρισε εκείνο το φευγαλέο χαμόγελό του. «Ένας συγγραφέας δε σταματάει ποτέ την έρευνα». Δε θα της αποκάλυπτε ακόμα ότι η έρευνά του για τη Λη Ράντκλιφ τον είχε οδηγήσει σε μερικά συμπεράσματα που είχαν τροφοδοτήσει ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον του. «Έφερες μαζί σου το υπόλοιπο χειρόγραφό σου;» Ανίκανη να συγκρατηθεί, η Λη του έριξε ένα βλέμμα που καθρέφτιζε όλη την αντιπάθειά της. «Αυτός ήταν ένας από τους όρους». «Πράγματι». Ο Χάντερ έκανε αβίαστα όπισθεν και μπήκε στην κίνηση. «Πώς σου φάνηκε η Σιντόνα;» «Το περιβάλλον και το κλίμα της έχουν τα φόντα να τραβήξουν τουρίστες», του απάντησε. Είχε καθίσει στητή στη θέση της, καρφώνοντας το βλέμμα μπροστά. «Αυτό θα μπορούσε να το πει κανείς και για το Μάουι ή τη Νότια Γαλλία». Η Λη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελο που ζωγραφίστηκε στα χείλη της, αλλά γύρισε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Μοιάζει να μην έχει αλλάξει εδώ και αιώνες. Η αίσθηση της απεραντοσύνης είναι έντονη, δε σε ηρεμεί αλλά σε γοητεύει. Με κάνει να σκέφτομαι τους πρώτους ανθρώπους που την αντίκρισαν καβάλα στ’ άλογα ή μέσα από τις άμαξές τους. Φαντάζομαι πως κάποιοι θα ένιωσαν αμέσως την επιθυμία να χτίσουν ένα σπίτι εδώ, να δημιουργήσουν μια κοινότητα ώστε να μην τους καταπιεί η απεραντοσύνη». «Και κάποιοι άλλοι θα πήγαν στην έρημο ή στα βουνά ώστε να μην πάθουν κλειστοφοβία από τα κτίρια». Η Λη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της ενώ σκεφτόταν ότι εκείνη θα μπορούσε να ταιριάξει στην πρώτη ομάδα και αυτός στη δεύτερη. Ο δρόμος που είχε πάρει ο Χάντερ στένεψε και άρχισε να


κατηφορίζει φιδογυριστός. Δεν οδηγούσε συντηρητικά αλλά με τον αέρα του άντρα που δε δειλιάζει μπροστά σε καμιά στροφή. Η Λη γραπώθηκε από το χέρι της πόρτας. Δε θα έκανε κανένα σχόλιο για την ταχύτητα. Ήταν σαν να κατρακυλούσαν στο τρενάκι του λούνα παρκ χωρίς να έχουν ανέβει πρώτα την ανηφόρα. Κατρακυλούσαν σαν βολίδα. Ένας τοίχος από βράχια υψωνόταν στη μια πλευρά και η άβυσσος έχασκε από την άλλη. «Πηγαίνεις συχνά κάμπινγκ;» Τα δάχτυλά της είχαν ασπρίσει από το σφίξιμο στο χερούλι της πόρτας και χρειάστηκε να φωνάξει για να ακουστεί, αλλά χάρηκε που η φωνή της βγήκε σταθερή. «Πότε, πότε». «Είμαι περίεργη...» Η Λη σταμάτησε και ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της καθώς ο Χάντερ έπαιρνε μια φιδογυριστή στροφή. «Γιατί κάμπινγκ;» Και αν οι βράχοι δίπλα τους ήταν χαλαροί και έπεφταν στο δρόμο; Καλύτερα να μην έκανε τέτοιες σκέψεις. «Ένας άντρας με τη δική σου θέση μπορεί να πάει όπου θέλει και να κάνει ό,τι θέλει». «Αλλά εγώ επιλέγω αυτό». «Εντάξει. Αλλά γιατί;» «Υπάρχουν φορές που ο καθένας έχει ανάγκη την απλότητα». Η Λη πίεζε το πόδι της στο πάτωμα μπροστά της σαν να ήταν το πεντάλ φρένου. «Δεν είναι αυτός ένας ακόμα τρόπος για να αποφεύγεις τον κόσμο;» «Ναι». Η εύκολη παραδοχή του την έκανε να γυρίσει το κεφάλι της και να τον κοιτάξει. Ο Χάντερ χάρηκε όταν διαπίστωσε ότι είχε σταματήσει τώρα να σφίγγει το χερούλι της πόρτας και είχε στρέψει την προσοχή της σ’ εκείνον και όχι στο δρόμο. «Είναι επίσης ένας τρόπος για να ξεφεύγω από τη δουλειά μου. Ποτέ δεν ξεφεύγεις ουσιαστικά από το γράψιμο, αλλά είναι φορές που πρέπει να ξεφύγεις από τις φιοριτούρες του».


Το βλέμμα της έγινε πιο έντονο. Αν και τα δάχτυλά της την έτρωγαν να βγάλει το σημειωματάριό της, η Λη είχε εμπιστοσύνη στη μνήμη της. «Δε σου αρέσουν οι φιοριτούρες;» «Μπορεί κάτι να είναι απαραίτητο, αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει και να μας αρέσει». Η Λη είχε ξεχάσει τώρα τις στροφές και την ταχύτητα. Δίπλωσε το ένα πόδι της, κάθισε πάνω του και στράφηκε προς το μέρος του. Αυτό τον σαγήνευε. Αυτός ο υποσυνείδητος τρόπος που έριχνε την ασπίδα προστασίας κάθε φορά που το μυαλό της αντιμετώπιζε μια πρόκληση. Αυτό τον σαγήνευε όσο και η ψυχρή ομορφιά της που τον γύριζε στον δέκατο ένατο αιώνα. «Και ποιες είναι για σένα οι φιοριτούρες του επαγγέλματός σου;» «Το γραφείο μέσα στο οποίο μένω κλεισμένος, το διαρκές βουητό μιας μηχανής, το γραφομάνι που δεν μπορείς να αποφύγεις, αλλά παρεμβάλλεται στη ροή της ιστορίας». Περίεργο, αλλά αυτά ακριβώς ήταν τα πράγματα που χρειαζόταν η Λη για να λειτουργήσει. «Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι, τι θα ήταν αυτό;» Ο Χάντερ χαμογέλασε πάλι. Δεν είχε γνωρίσει άλλον άνθρωπο με τόσο καίρια και ορθολογιστική σκέψη. «Θα πήγαινα μερικούς αιώνες πίσω, τότε που θα μπορούσα απλώς να ταξιδεύω και να διηγούμαι τις ιστορίες μου». Η Λη τον πίστεψε. Μολονότι ο Χάντερ είχε πλούτο, δόξα και την αναγνώριση των κριτικών, τον πίστεψε. «Τ ίποτε απ’ όλα τα υπόλοιπα δεν έχει καμιά σημασία για σένα, σωστά; Η δόξα, ο θαυμασμός;» «Ο θαυμασμός τίνος;» «Τ ων αναγνωστών, των κριτικών». Ο Χάντερ βγήκε από το δρόμο δίπλα σ’ ένα μικρό ξύλινο κτίριο, κάτι σαν σημείο ελέγχου. «Δε μένω αδιάφορος απέναντι στο


αναγνωστικό μου κοινό, Λενόρ». «Αλλά απέναντι στους κριτικούς». «Θαυμάζω την οργανωμένη σκέψη σου», της είπε ο Χάντερ και βγήκε από το τζιπ. Έχω κάνει μια καλή αρχή, σκέφτηκε η Λη και πήδησε από τη θέση του συνοδηγού. Ο Χάντερ της είχε πει ήδη πολύ περισσότερα απ’ όσα γνώριζε οποιοσδήποτε άλλος και οι δυο βδομάδες δεν είχαν καλά καλά ξεκινήσει. Αν τον κατάφερνε να συνεχίσει να της μιλάει, θα μάθαινε τα γενικά και στη συνέχεια θα μπορούσε να περάσει σε πιο συγκεκριμένα θέματα. Αλλά θα έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια σ’ επιφυλακή. Όταν έχεις να κάνεις μ’ έναν άνθρωπο που είναι μαέστρος στις υπεκφυγές, πρέπει να προσέχεις την παραμικρή κίνηση. Δεν είχε το περιθώριο να χαλαρώσει ούτε στιγμή. «Θα πρέπει να δώσουμε τα στοιχεία μας;» Ο Χάντερ χαμογέλασε πίσω της, ενώ εκείνη πάσχιζε να βάλει το σακίδιο στην πλάτη της. «Έχω φροντίσει όλα τα γραφειοκρατικά, ήδη». «Κατάλαβα». Το σακίδιό της ήταν βαρύ, αλλά η Λη ήταν αποφασισμένη να αρνηθεί κάθε πρόταση για βοήθεια και να το μεταφέρει μόνη της. Δεν άργησε, όμως, να διαπιστώσει πως δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να της προσφέρει κάποιος βοήθεια. Ο Χάντερ απλά στεκόταν και την κοιτούσε όσο περνούσε τα λουριά στους ώμους της. Τ ι ιππότης, σκέφτηκε, ενοχλημένη που δεν της είχε δώσει την ευκαιρία να δηλώσει την ανεξαρτησία της. Διέκρινε το γέλιο στα μάτια του. Μα την αλήθεια, τη διάβαζε πολύ εύκολα. «Θέλεις να κουβαλήσω εγώ τις καραμέλες;» Η Λη άρπαξε τη σακούλα. «Θα τα καταφέρω». Με το δικό του σακίδιο στην πλάτη, ο Χάντερ άρχισε να κατεβαίνει το μονοπάτι και δεν της άφησε άλλο περιθώριο από το να τον ακολουθήσει. Προχωρούσε άνετα, σαν να διέσχιζε όλη του τη


ζωή χωμάτινα μονοπάτια, σαν να είχε χαράξει μερικά και ο ίδιος. Μολονότι ένιωθε εντελώς έξω από τα νερά της με τα μποτάκια της πεζοπορίας, η Λη ήταν αποφασισμένη να τον ακολουθήσει, προσποιούμενη μάλιστα πως της ήταν πανεύκολο. «Έχεις ξανακάνει κάμπινγκ εδώ;» «Μμμ». «Γιατί;» Ο Χάντερ σταμάτησε και την κοίταξε μ’ εκείνο το σκοτεινό επίμονο βλέμμα του που της έκοβε την ανάσα. «Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις γύρω σου». Η Λη το έκανε και διαπίστωσε πως οι βράχοι και τα βουνά του φαραγγιού υψώνονταν στο άπειρο. Είχαν ένα μοναδικό χρώμα και μια μοναδική υφή. Οι πράσινες πινελιές που πρόσθεταν οι άγριοι θάμνοι που φύτρωναν στα βράχια υπογράμμιζαν τη μοναδικότητα. Όπως και από το αεροπλάνο, το τοπίο τής θύμισε οχυρά και κάστρα. Μόνο που τώρα, που δε βρισκόταν πια στον αέρα, δεν ήταν σίγουρη αν εφορμούσε για να καταλάβει τα τείχη ή αν αυτά την προστάτευαν. Ένιωσε να ζεσταίνεται. Ο ήλιος έκαιγε κι ας ήταν πυκνά τα δέντρα σε αυτό το υψόμετρο. Συνάντησαν και άλλους ανθρώπους – παιδιά, μεγάλους, μωρά σε μάρσιπο–, δεν είχες όμως την αίσθηση του συνωστισμού. Ξαφνικά, η Λη σκέφτηκε πως ήταν σαν να βρίσκονταν σ’ έναν ζωγραφικό πίνακα. Σαν να περπατούσαν πάνω στον καμβά του. Αυτή η αίσθηση ήταν απόκοσμη και ακαταμάχητη ταυτόχρονα. Σήκωσε λίγο πιο ψηλά το σακίδιο στην πλάτη της, ακολουθώντας το ρυθμό του Χάντερ. «Πρόσεξα μερικά σπίτια», παρατήρησε. «Δεν ήξερα πως το φαράγγι κατοικείται». «Έτσι φαίνεται». Η Λη κατάλαβε πως το μυαλό του ήταν αλλού και σώπασε. Τα


είχε πάει πολύ καλά για να αρχίσει τώρα να τον πιέζει. Για την ώρα θα τον ακολουθούσε, μια και έδειχνε να ξέρει πού πηγαίνει. Την ξάφνιασε που βρήκε το περπάτημα ευχάριστο. Χρόνια τώρα η ζωή της υπαγορευόταν από προθεσμίες, γρήγορους ρυθμούς και απαιτήσεις που είχε επιβάλει η ίδια στον εαυτό της. Αν τη ρωτούσε κάποιος πού θα διάλεγε να περάσει δυο βδομάδες για να χαλαρώσει, το μυαλό της θα σταματούσε. Αλλά, και όταν θα άρχιζε να κατεβάζει ιδέες, το φαράγγι της Αριζόνας δε θα ήταν στη λίστα με τις δέκα πρώτες επιλογές της. Δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι ο καθαρός αέρας και ο μπλε ουρανός θα της άρεσαν τόσο. Άκουσε ένα μουσικό κελάρυσμα, αλλά έκανε κάμποσα λεπτά για να το προσδιορίσει. Το ρυάκι, σκέφτηκε. Στη μύτη της ήρθε η ευωδιά του νερού. Η καινούρια αυτή αίσθηση της έφερε ένα ρίγος. Ο οδηγός της, ο άνθρωπος που αποτελούσε το αντικείμενο της έρευνάς της, συνέχιζε να προχωράει με σταθερό βήμα μπροστά. Η Λη έπνιξε την επιθυμία της να μοιραστεί την ανακάλυψή της μαζί του. Θα τη θεωρούσε χαζή. Άραγε, αναρωτήθηκε ο Χάντερ, συνειδητοποιεί πόσο εντελώς εκτός τόπου δείχνει; Δεν του χρειάστηκε πάνω από μια ματιά για να καταλάβει πως το τζιν και τα μποτάκια που φορούσε είχαν μόλις βγει από το κουτί. Ακόμα και το μπλουζάκι που κολλούσε σαν δεύτερο δέρμα στο στήθος της ήταν φανερό πως είχε αγοραστεί από μπουτίκ και όχι από πολυκατάστημα. Η Λη έμοιαζε με μοντέλο που ποζάρει για κατασκηνώτρια. Το άρωμά της ήταν ακριβό, μοναδικό. Υπέροχο. Τ ι είδους γυναίκα ήταν αυτή που κουβαλούσε ένα παλιό σακίδιο στην πλάτη της και φορούσε ζαφείρια στ’ αυτιά της; Και ενώ ο αέρας μετέφερε το άρωμά της προς το μέρος του, ο Χάντερ θύμισε στον εαυτό του πως είχε δυο βδομάδες για να την ανακαλύψει. Όσες σημειώσεις και να κρατούσε η Λη για το άτομό του, θα κρατούσε και αυτός άλλες τόσες για εκείνη. Μπορεί και οι


δύο να πετύχαιναν το στόχο τους πριν τελειώσουν οι δυο εβδομάδες. Μπορεί, επίσης, και οι δύο να είχαν λόγο να μετανιώσουν. Ο Χάντερ ήθελε τη Λη. Πήγαινε πολύς καιρός που είχε να θελήσει κάτι, κάποιον, που δεν είχε ήδη. Αυτές τις τελευταίες μέρες είχε σκεφτεί πολύ την ανταπόκρισή της στο επίμονο τρυφερό φιλί του. Αλλά και τη δική του ανταπόκριση. Θα μάθαιναν πολλά ο ένας για τον άλλον τις επόμενες μέρες, αν και ο καθένας για το δικό του λόγο. Αλλά τίποτε δεν είναι δωρεάν. Θα έπρεπε και οι δυο να πληρώσουν. Η ησυχία τον γαλήνευε. Τα ψηλά τοιχώματα του φαραγγιού τον γαλήνευαν. Η Λη έβλεπε σ’ αυτά την αγριότητα, εκείνος την ηρεμία. Ίσως ο καθένας τους να έβλεπε αυτό που είχε ανάγκη να δει. «Για γυναίκα και μάλιστα ρεπόρτερ έχεις μια εκπληκτική ικανότητα να μένεις σιωπηλή». Το σακίδιό της είχε αρχίσει να βαραίνει περισσότερο από το πρωτόγνωρο τοπίο. Ο Χάντερ δεν την είχε ρωτήσει ούτε μια φορά αν ήθελε να σταματήσουν για να ξεκουραστεί, δεν είχε ρίξει καν μια ματιά πίσω του για να βεβαιωθεί πως συνέχιζε να τον ακολουθεί. Το επίμονο βλέμμα της κόντευε ν’ ανοίξει τρύπες στην πλάτη του. Ήταν δυνατόν να μην το νιώθει; «Κι εσύ έχεις μια εκπληκτική ικανότητα να κάνεις προσβλητικά κομπλιμέντα». Ο Χάντερ γύρισε και την κοίταξε για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχαν ξεκινήσει να περπατούν. Ένα λεπτό στρώμα ιδρώτα κάλυπτε το μέτωπό της και η ανάσα της έβγαινε γρήγορη. Αλλά αυτό δε στερούσε ίχνος από την ψυχρή, έμφυτη ομορφιά της. «Λυπάμαι», της είπε, αλλά το ύφος του δεν έδειχνε κάτι τέτοιο. «Μήπως περπατούσα πολύ γρήγορα; Δε δείχνεις αγύμναστη». Παρ’ όλο τον πόνο που ένιωθε στην πλάτη της, η Λη έστησε το παράστημά της. «Δεν είμαι αγύμναστη». Τα πόδια της την πέθαιναν. «Το μέρος που θα κατασκηνώσουμε δεν απέχει πολύ ακόμα». Ο


Χάντερ πήρε το παγούρι που κρεμόταν στο γοφό του και ξεβίδωσε το καπάκι. «Είναι τέλειος καιρός για πεζοπορία», της είπε ήρεμα. «Είκοσι τέσσερις βαθμοί κι έχει ένα ελαφρό αεράκι». Η Λη τα κατάφερε να μη συνοφρυωθεί όταν κοίταξε το παγούρι. «Δεν έχεις ποτηράκι;» Ο Χάντερ χρειάστηκε μια στιγμή για να συνειδητοποιήσει ότι του μιλούσε απόλυτα σοβαρά. Και πολύ σοφά αποφάσισε να καταπιεί το γέλιο του. «Το έχω πακετάρει με τις πορσελάνες», της απάντησε αρκετά σοβαρά. «Θα περιμένω», του δήλωσε εκείνη, περνώντας τα χέρια της κάτω από τα λουριά του σακιδίου για να ελαφρώσει κάπως την πίεση στην πλάτη της. «Όπως θέλεις». Και ενώ η Λη κάρφωσε το βλέμμα πεισματικά μπροστά της, ο Χάντερ ήπιε νερό με την ψυχή του. Αν κατάλαβε τον εκνευρισμό της, δεν το έδειξε. Βίδωσε πάλι το παγούρι και συνέχισε να προχωράει. Και μόνο η σκέψη του νερού έκανε τη Λη να νιώσει ακόμα πιο ξερό το λαιμό της. Ο Χάντερ το έκανε επίτηδες, σκέφτηκε και έσφιξε τα δόντια της. Πίστευε στ’ αλήθεια πως της είχε ξεφύγει το γέλιο που άστραψε έστω και φευγαλέα στα μάτια του; Απλώς, θα είχε κάτι ακόμα να του ξεπληρώσει όταν θα έφτανε η ώρα. Ω, πόσο ανυπομονούσε να γράψει το άρθρο της για τον Χάντερ Μπράουν. Ο κύριος παρίστανε τον αλαζονικό, ψυχρό ημίθεο και είχε σκοπό να τον ξεσκεπάσει. Δε θα την ξάφνιαζε αν τόση ώρα διέγραφαν κύκλους απλά και μόνο επειδή ο Χάντερ ήθελε να την κάνει να υποφέρει. Η Μπράιαν είχε απόλυτο δίκιο για τα μποτάκια. Η Λη είχε πάψει να μετράει πόσες τοποθεσίες για κάμπινγκ –άλλες κατειλημμένες και άλλες άδειες– είχαν προσπεράσει. Αν ο Χάντερ είχε βρει αυτό τον τρόπο να την τιμωρήσει επειδή δεν του αποκάλυψε από την αρχή ότι ήταν


ρεπόρτερ του Σελ έμπριτι, έκανε σίγουρα πολύ καλή δουλειά. Αηδιασμένη, εξαντλημένη, και νιώθοντας τη σάρκα των ποδιών της σαν λάστιχο, η Λη άπλωσε το χέρι της και τον άρπαξε από το μπράτσο. «Δε μου λες, για ποιο λόγο δέχτηκες να περάσεις δυο βδομάδες μαζί μου, τη στιγμή που είναι προφανές ότι τρέφεις μεγάλη αντιπάθεια για τις γυναίκες και τους ρεπόρτερ;» «Αντιπάθεια για τις γυναίκες;» Ο Χάντερ ύψωσε τα φρύδια του. «Οι αντιπάθειες και οι συμπάθειές μου δεν είναι τόσο γενικευμένες, Λενόρ». Έσυρε τα δάχτυλά του στον αυχένα της. Το δέρμα της ήταν ζεστό και ελαφρά ιδρωμένο. «Σου έχω δώσει την εντύπωση ότι σε αντιπαθώ;» Η Λη χρειάστηκε να κάνει μεγάλη προσπάθεια για να μην τεντωθεί σαν γατούλα κάτω από το χέρι του. «Δε με ενδιαφέρουν τα αισθήματά σου απέναντί μου. Εδώ πρόκειται για δουλειά». «Για σένα». Ο Χάντερ έσφιξε ελαφρά τα δάχτυλά του, φέρνοντάς τη μερικά εκατοστά πιο κοντά του. «Εγώ είμαι σε διακοπές. Το ξέρεις πως αυτή τη στιγμή το στόμα σου είναι το ίδιο δελεαστικό όπως και την πρώτη φορά που σε είδα;» «Δε θέλω να σε δελεάζω», τον αντέκρουσε η Λη, αλλά η φωνή της ακούστηκε ξέπνοη. «Θέλω να με βλέπεις μόνο σαν ρεπόρτερ». Το χαμόγελο παιχνίδισε στα μάτια, στις άκρες των χειλιών του. «Εντάξει», συμφώνησε. «Σ’ ένα λεπτό». Και λέγοντας αυτά χάιδεψε τα χείλη της με τα δικά του το ίδιο τρυφερά, το ίδιο μεθυστικά με την πρώτη φορά. Η Λη έμεινε ακίνητη, σαστισμένη από το ίδιο έντονο κύμα συναισθημάτων που είχε νιώσει και την πρώτη φορά. Τα χείλη του μόλις που άγγιζαν τα δικά της και όμως ένιωθε σαν να μην την είχε φιλήσει ποτέ άλλος άντρας. Ήταν κάτι διαφορετικό, μια καινούρια αρχή... Πώς ήταν δυνατόν; Το βάρος στην πλάτη της σαν να εξαφανίστηκε. Ο πόνος στους μυς


της μετατράπηκε σ’ έναν πιο βαθύ πόνο που τη διαπέρασε μέχρι το κόκαλο. Η Λη μισάνοιξε τα χείλη της, ξέροντας πολύ καλά πως τον προκαλούσε. Αμέσως η γλώσσα του γλίστρησε ανάμεσα, έσμιξε με τη δική της, ρούφηξε όλη τη γλύκα της. Η Λη ήταν έτοιμη να εκραγεί, εκείνος όμως ήταν φοβερά υπομονετικός. Τόσο υπομονετικός, που της ήταν αδύνατον να φανταστεί πόσο του κόστιζε αυτό. Ο Χάντερ δεν περίμενε να νιώσει πόνο. Καμιά γυναίκα δεν του είχε ξυπνήσει τόσο δυνατό πόθο ώστε να τον κάνει να πονέσει. Και δεν περίμενε να νιώσει την ανάγκη να φουντώνει μέσα του ανεξέλεγκτα και να τον κατακαίει σαν πυρκαγιά. Είδε πολύ καθαρά με τη φαντασία του πώς θα ήταν αν την έκανε δική του εκεί, πάνω στο χώμα, κάτω από τον καυτό ήλιο, με τα τοιχώματα του φαραγγιού να τους περιβάλλουν σαν κάστρο και ο ουρανός από πάνω τους σαν θόλος εκκλησιάς. Υπήρχε, όμως, πολύς φόβος μέσα της. Τον ένιωθε. Μπορεί να υπήρχε πολύς φόβος και μέσα του. Και αν έσμιγαν, μπορεί ο φόβος να είχε τη δύναμη να ανατρέψει τους κόσμους τους. «Τα χείλη σου λιώνουν κάτω από τα δικά μου, Λενόρ», της ψιθύρισε. «Μου είναι αδύνατον να τους αντισταθώ». Η Λη τραβήχτηκε πίσω, ερεθισμένη, θορυβημένη, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι γινόταν εντελώς ανίσχυρη στην αγκαλιά του. «Δε μ’ αρέσει να επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια, Χάντερ», κατάφερε να πει. «Και δε θέλω να σε διασκεδάζω με κλισέ, αλλά αυτή η συνύπαρξή μας είναι επαγγελματική. Είμαι μια ρεπόρτερ σε αποστολή. Αν θέλεις, λοιπόν, να καταφέρουμε να περάσουμε ειρηνικά τις δύο επόμενες βδομάδες, καλύτερα να το θυμάσαι αυτό». «Δεν ξέρω γι’ αυτό το ειρηνικά», την αντέκρουσε εκείνος, «αλλά θα προσπαθήσουμε κατ’ αρχάς να τηρήσουμε τους όρους». Καχύποπτη, αλλά χωρίς να έχει το περιθώριο να τον αντικρούσει, η Λη άρχισε πάλι να τον ακολουθεί. Σε λίγο βρέθηκαν να περπατάνε


στη σκιά ενός σύδεντρου. Το ρυάκι ακουγόταν μακριά τώρα. Από κάπου στα αριστερά, ερχόταν μουσική από κάποιο φορητό ραδιόφωνο. Πιο κοντά, ακούγονταν πατήματα μικρών ζώων πάνω στα φύλλα. Η Λη έριξε μια νευρική ματιά γύρω της και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως ήταν μόνο λαγοί και σκιουράκια. Έτσι όπως τους πλαισίωναν τα δέντρα, θα μπορούσαν να βρίσκονται οπουδήποτε. Ο ήλιος τρύπωνε στις φυλλωσιές κι έπεφτε στο κακοτράχαλο έδαφος. Τότε βγήκαν σ’ ένα μικρό πανέμορφο ξέφωτο. Μια σειρά πέτρες κύκλωνε το χώρο όπου η τελευταία φωτιά είχε σβήσει προ πολλού. Η Λη έριξε μια ματιά γύρω, προσπαθώντας να πνίξει την ταραχή της. Δεν ήξερε γιατί, αλλά δεν είχε φανταστεί πως το μέρος που θα έκαναν κάμπινγκ θα ήταν τόσο απόμακρο, τόσο ήσυχο, τόσο... απομονωμένο. «Υπάρχει μπάνιο και ντους καμιά εκατοστή μέτρα στα ανατολικά», της είπε ο Χάντερ, βγάζοντας από την πλάτη του το σακίδιο. «Είναι πρωτόγονα, αλλά κάνουν τη δουλειά τους. Ο μεταλλικός κάδος είναι για τα σκουπίδια. Να φροντίζεις το καπάκι του να είναι πάντα καλά κλειστό, διαφορετικά θα τραβήξει ζώα. Από προσανατολισμό πώς τα πας;» Η Λη έβγαλε προσεκτικά από την πλάτη και το δικό της σακίδιο και το άφησε κάτω. «Μια χαρά». Τ ώρα το μόνο που ήθελε ήταν να βγάλει τις μπότες και να ξεκουράσει τα πόδια της. «Ωραία. Τότε μπορείς να μαζέψεις λίγα ξύλα για τη φωτιά όσο εγώ θα στήνω τη σκηνή». Ενοχλημένη με τη διαταγή του, η Λη άνοιξε το στόμα της αλλά το ξανάκλεισε μ’ έναν ελαφρό συριγμό. Δε θα του έδινε καμιά αφορμή να αρχίσει τα παράπονα. Αλλά, καθώς έκανε να απομακρυνθεί, συνειδητοποίησε ξαφνικά το νόημα και της υπόλοιπης φράσης του. «Τ ι εννοείς τη σκηνή;» Ο Χάντερ ξεκούμπωνε ήδη τα λουριά του σακιδίου του. «Προτιμώ


να κοιμάμαι κάπου κλειστά για την περίπτωση που βρέξει». «Τη σκηνή», επανέλαβε η Λη και τον πλησίασε. «Ενικός;» Εκείνος δεν έκανε καν τον κόπο να την κοιτάξει. «Μια σκηνή, δύο υπνόσακοι». Δε θα εκραγώ, δε θα βάλω τις φωνές, είπε η Λη στον εαυτό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκαθάρισε τη θέση της. «Αυτός ο διακανονισμός δε με καλύπτει». Ο Χάντερ έμεινε για λίγο αμίλητος, όχι για να βρει απάντηση, αλλά επειδή τον απασχολούσε περισσότερο να αδειάσει το σακίδιό του παρά η συζήτηση. «Αν θέλεις να κοιμηθείς στο ύπαιθρο, δεν έχεις παρά να το κάνεις», της είπε κι έβγαλε ένα λεπτό διπλωμένο ύφασμα που έμοιαζε περισσότερο με σεντόνι παρά με σκηνή. «Αλλά το πού θα κοιμάσαι δε θα παίξει κανένα ρόλο όταν αποφασίσουμε να γίνουμε εραστές». «Δεν ήρθαμε εδώ για να γίνουμε εραστές», του πέταξε η Λη έξαλλη. «Μια ρεπόρτερ και μια συνέντευξη», παρατήρησε ήρεμα ο Χάντερ. «Δύο σεξουαλικά ουδέτεροι ορισμοί. Κανονικά δε θα έπρεπε να έχουν κανένα πρόβλημα να μοιραστούν μια σκηνή». Παγιδευμένη από τη δική της λογική, η Λη έκανε μεταβολή και έφυγε. Δε θα του έδινε την ικανοποίηση να μη φερθεί σαν ρεπόρτερ. Ο Χάντερ ανασήκωσε το κεφάλι του και την είδε να χάνεται σαν τον σίφουνα μέσα στα δέντρα. Εκείνη θα έκανε την πρώτη κίνηση, υποσχέθηκε στον εαυτό του, νιώθοντας ξαφνικά θυμωμένος. Μα το Θεό, δε θα την άγγιζε μέχρι να έρθει εκείνη κοντά του. Όση ώρα έστηνε τη σκηνή, προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως αυτό θα ήταν τόσο εύκολο όσο ακουγόταν.


Κεφάλαιο 6 Σεξουαλικά ουδέτεροι, επανέλαβε σιωπηλά η Λη μαζεύοντας μερικά κλαδιά. Και το μπάσταρδος, σκέφτηκε με σκοτεινή ικανοποίηση, είναι και αυτός ένας σεξουαλικά ουδέτερος ορισμός. Και ταίριαζε τέλεια στον Χάντερ Μπράουν. Δεν είχε κανένα λόγο να της φέρεται σαν να ήταν ηλίθια και ας είχε φροντίσει μόνη της να γελοιοποιηθεί ήδη. Πάντως δε σκόπευε να υποχωρήσει ούτε εκατοστό. Θα κοιμόταν στον αναθεματισμένο τον υπνόσακο μέσα στην αναθεματισμένη τη σκηνή για τις επόμενες δεκατρείς νύχτες χωρίς να ξαναθίξει ούτε μια φορά αυτό το θέμα. Δεκατρείς, σκέφτηκε, ρίχνοντας μια μοχθηρή ματιά πάνω από τον ώμο της. Μπορεί να το είχε σχεδιάσει και αυτό. Αν νόμιζε πως θα το έκανε ζήτημα ή θα κουλουριαζόταν και θα κοιμόταν στο ύπαιθρο απλά και μόνο για να του πάει κόντρα, θα απογοητευόταν. Η Λη θα φρόντιζε η στάση της να είναι σχολαστικά επαγγελματική, αδιαμφισβήτητα συνεργάσιμη και σεξουαλικά ουδέτερη. Στο τέλος, θα τον έκανε να πιστέψει πως μοιραζόταν τη σκηνή του με ένα ρομπότ. Έλα, όμως, που ήξερε καλά πως δε θα γινόταν αυτό. Άφησε ένα μακρύ αναστεναγμό γεμάτο απόγνωση κι έψαξε να βρει και άλλα κλαδιά. Όλη τη νύχτα θα είχε απόλυτη επίγνωση ότι δίπλα της ήταν ξαπλωμένος ένας άντρας. Ένας απίστευτα σέξι και γοητευτικός άντρας, που έκανε το αίμα της να βράζει με ένα απλό βλέμμα του. Τ ις επόμενες δύο εβδομάδες, δε θα της ήταν καθόλου εύκολο να ξεχάσει πως ήταν γυναίκα, τη στιγμή που θα περνούσε κάθε νύχτα μ’ έναν άντρα που είχε την ικανότητα να κάνει τα νεύρα της να τεντώνονται σαν χορδές.


Το θέμα δεν ήταν να ξεχάσει εκείνη, θύμισε στον εαυτό της, αλλά να κάνει αυτόν να ξεχάσει. Μια πρόκληση. Αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος να το αντιμετωπίσει. Και ήταν μια πρόκληση από την οποία θα έβγαινε εκείνη νικήτρια, υποσχέθηκε στον εαυτό της. Με τα χέρια γεμάτα κλαδιά και ξύλα, ύψωσε προκλητικά το πιγούνι της. Ένιωθε ζεστή, βρόμικη και κουρασμένη. Δεν ήταν ευοίωνες οι συνθήκες για να ξεκινήσει πόλεμο. Αγνόησε τον πόνο και ίσιωσε την πλάτη της. Μπορεί να αναγκαζόταν να παραχωρήσει έναν δυο γύρους, αλλά στο τέλος η νίκη θα ήταν δική της. Τα μάτια της άστραψαν επικίνδυνα καθώς ξεκίνησε να γυρίσει στην κατασκήνωση. Ευτυχώς που ο Χάντερ είχε την πλάτη του γυρισμένη προς το μέρος της την ώρα που η Λη επέστρεψε στο ξέφωτο. Η σκηνή ήταν μικρή, πάρα πολύ πιο μικρή απ’ ό,τι την είχε φανταστεί. Ήταν φτιαγμένη από ανθεκτικό ελαφρύ υλικό που έμοιαζε σχεδόν διάφανο. Δεν ήταν τριγωνική αλλά στρογγυλή και χαμηλή. Τόσο χαμηλή, που για να μπει θα έπρεπε να συρθεί. Και από τη στιγμή που θα έμπαινε, θα έπρεπε να κοιμηθεί με τους ώμους της πρακτικά να αγγίζουν τους δικούς του. Η απόφασή της ήταν ακαριαία. Θα κοιμόταν σαν κούτσουρο. Εντελώς ακίνητη. Το μέγεθος της σκηνής την απασχόλησε τόσο ώστε δεν πήρε είδηση τι έκανε ο Χάντερ παρά όταν έφτασε σχεδόν δίπλα του. Ένα καινούριο κύμα οργής την έπνιξε και πέταξε τα ξύλα κάτω. «Τ ι στο διάβολο νομίζεις πως κάνεις;» Εντελώς απτόητος από την οργή που υπήρχε στη φωνή της, ο Χάντερ ανασήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Στο ένα χέρι του κρατούσε ένα διάφανο νεσεσέρ γεμάτο καλλυντικά και στο άλλο ένα αραχνοΰφαντο δαντελωτό κορμάκι στο χρώμα του ροδάκινου. «Είχες καταλάβει πως θα πηγαίναμε για κάμπινγκ», της είπε ήρεμα, «και όχι στο ξενοδοχείο Μπέβερλι Γουίλσιρ;»


Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα, η κατάρα της ανοιχτόχρωμης επιδερμίδας. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να σκαλίζεις τα πράγματά μου». Η Λη άρπαξε το κορμάκι από τα χέρια του και το έκανε μια μπάλα στη φούχτα της. «Άδειαζα το σακίδιό σου». Αργά, ο Χάντερ ύψωσε το διάφανο νεσεσέρ και το περιεργάστηκε απ’ όλες τις πλευρές. «Νόμιζα πως ήξερες ότι έπρεπε να φέρεις μόνο τα απαραίτητα. Αν και οφείλω να παραδεχτώ ότι έχεις την ικανότητα να τα χειρίζεσαι πολύ διακριτικά και επιδέξια όλα αυτά, οι σκιές των ματιών και τα κραγιόν θεωρούνται πλεονάζον βάρος σε μια κατασκήνωση». Η φωνή του ήταν εξοργιστικά φιλική, ενώ διέκρινες ένα αχνό γέλιο στα μάτια του. «Σε έχω δει χωρίς καθόλου μεϊκάπ και δεν έχω κανένα λόγο να παραπονιέμαι. Σίγουρα δε χρειάζεται να μπεις στον κόπο για χάρη μου». «Ξιπασμένε». Η Λη του άρπαξε το νεσεσέρ. «Δε με νοιάζει αν δείχνω ακόμα και σαν κακιά μάγισσα μπροστά σου». Πήρε το νεσεσέρ και το ξανάχωσε μέσα τα πράγματά της. «Είναι δικό μου και εγώ θα το κουβαλάω». «Αυτό σίγουρα». «Μπάσταρ...» Η Λη κατάφερε να συγκρατηθεί την τελευταία στιγμή. «Δεν έχω ανάγκη να μου λες πώς να ρυθμίσω τη ζωή μου». «Έλα τώρα, τα κοσμητικά επίθετα δε βοηθούν στην εύρυθμη λειτουργία της κατασκήνωσης». Ο Χάντερ σηκώθηκε και της άπλωσε φιλικά το χέρι. «Ανακωχή;» Η Λη τον κοίταξε επιφυλακτικά. «Με ποιους όρους;» Ο Χάντερ χαμογέλασε. «Αυτό είναι που μου αρέσει σ’ εσένα, Λενόρ, δεν παραδίνεσαι εύκολα. Ανακωχή με όσο το δυνατόν λιγότερες παρεμβάσεις και από τις δύο πλευρές. Ένας φιλικός επαγγελματικός διακανονισμός». Την είδε να χαλαρώνει λιγάκι και δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό να της κόψει τα φτερά.


«Εσύ δε θα παραπονιέσαι για τον καφέ που φτιάχνω κι εγώ δε θα παραπονιέμαι όταν θα φοράς εκείνο το αραχνοΰφαντο πραγματάκι με τη δαντέλα, τη νύχτα». Η Λη του χάρισε ένα ψυχρό χαμόγελο και του έσφιξε το χέρι. «Κοιμάμαι με τα ρούχα μου». «Πολύ καλά». Ο Χάντερ της έσφιξε φευγαλέα το χέρι. «Εγώ όχι. Για να δούμε τώρα εκείνο τον καφέ». Και όπως έκανε πολύ συχνά, την άφησε διχασμένη ανάμεσα στην απογοήτευση και το γέλιο. Η Λη θα ανακάλυπτε πως όταν το ήθελε ο Χάντερ μπορούσε να κάνει πολύ εύκολα τα πράγματα. Χωρίς φασαρία, άναψε τη φωτιά και έβαλε να γίνει ο καφές. Και μόνο το άρωμά του ήταν αρκετό για να ηρεμήσει τα νεύρα της, η δε οικονομία στις κινήσεις του ξύπνησε τη συμπάθειά της. Δε θα έβγαζαν τίποτε αν τρώγονταν συνέχεια τις επόμενες δυο βδομάδες, αποφάσισε και βρήκε μια βολική πέτρα να καθίσει. Δεν υπήρχε περίπτωση, βέβαια, να χαλαρώσει, συλλογίστηκε καθώς τον παρακολουθούσε να βγάζει πρακτικά μαγειρικά σκεύη από το σακίδιό του. Αλλά και η αντιπαλότητα δε θα τη βοηθούσε σε τίποτα, μ’ έναν άνθρωπο όπως ο Χάντερ. Έπαιζε μαζί της. Από τη στιγμή που το ήξερε αυτό, αν κατάφερνε ν’ αποφύγει τις παγίδες, θα εκπλήρωνε το στόχο της. Μέχρι στιγμής, του είχε επιτρέψει να θέτει αυτός τους όρους και να τους αλλάζει όπως τον βόλευε. Αυτό έπρεπε να σταματήσει. Η Λη δίπλωσε το γόνατό της και τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του. «Κάνεις κάμπινγκ για να ξεφύγεις από την πίεση;» Ο Χάντερ δεν την κοίταξε, αλλά έλεγξε τη λάμπα θυέλλης. Ώστε θα άρχιζαν κιόλας ένα παιχνίδι με τις λέξεις. «Ποια πίεση;» Η Λη μπορεί και να είχε αναστενάξει, αλλά ήταν αποφασισμένη να υιοθετήσει μια ευχάριστη και επαγγελματική στάση. «Στη δουλειά


σου θα πρέπει να δέχεσαι πολλών ειδών πιέσεις. Οι απαιτήσεις του εκδότη σου, οι διαφωνίες με τον επιμελητή σου, μια ιστορία που δεν εξελίσσεται όπως θα ήθελες, οι προθεσμίες». «Δεν πιστεύω στις προθεσμίες». Είναι και αυτό μια αρχή, σκέφτηκε η Λη και άπλωσε να πάρει το σημειωματάριό της. «Μα όλοι οι συγγραφείς δεν έρχονται κάποτε αντιμέτωποι με τις προθεσμίες; Και αυτό δεν αποτελεί τρομακτική πίεση όταν η ιστορία δεν κυλάει, όταν η έμπνευση έχει μπλοκαριστεί;» «Ο συγγραφέας να μπλοκαριστεί;» Ο Χάντερ σέρβιρε καφέ σ’ ένα μεταλλικό κύπελλο. «Δε γίνεται αυτό ποτέ». Η Λη τον κοίταξε υψώνοντας το φρύδι της. «Ω, έλα τώρα, Χάντερ, πολλοί πετυχημένοι συγγραφείς το έχουν αντιμετωπίσει αυτό, έχουν φτάσει μάλιστα να ζητήσουν και επαγγελματική βοήθεια. Δεν μπορεί να μην υπήρξε ούτε μια στιγμή στην καριέρα σου που να βρέθηκες μπροστά στον τοίχο». «Δεν έχεις παρά να τον παραμερίσεις». Η Λη πήρε συνοφρυωμένη το κύπελλο που της πρόσφερε. «Με ποιον τρόπο;» «Παρακάμπτοντάς τον». Ο Χάντερ άπλωσε ένα βάζο με γάλα σκόνη προς το μέρος της, αλλά η Λη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όταν δεν πιστεύεις σε κάτι, όταν αρνείσαι να πιστέψεις στην ύπαρξή του, τότε δεν υπάρχει για σένα». «Μα εσύ γράφεις για πράγματα που δε θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν». «Γιατί όχι;» Η Λη τον κοίταξε. Ένας μελαχρινός, γοητευτικός άντρας που καθόταν στο χώμα και έπινε καφέ από ένα μεταλλικό κύπελλο. Έδειχνε τόσο συμφιλιωμένος με τον εαυτό του, τόσο χαλαρός, που για μια στιγμή δυσκολεύτηκε να τον συνδέσει με τον άνθρωπο που


δημιουργούσε σκηνές τρόμου με τις λέξεις του. «Γιατί δεν υπάρχουν τέρατα κρυμμένα κάτω από τα κρεβάτια ή δαίμονες κλειδωμένοι στα ντουλάπια». «Υπάρχουν δαίμονες σε κάθε ντουλάπι», διαφώνησε ήρεμα εκείνος. «Άλλοι καλύτερα κρυμμένοι και άλλοι όχι». «Θέλεις να πεις ότι πιστεύεις σε αυτά που γράφεις;» «Κάθε συγγραφέας πιστεύει σε αυτά που γράφει. Διαφορετικά δε θα υπήρχε λόγος να το κάνει». «Πιστεύεις ότι...» Η Λη δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει τη λέξη δαίμονες και κούνησε γεμάτη απόγνωση το χέρι της, ψάχνοντας την κατάλληλη φράση. «...Ότι κάποια σκοτεινή δύναμη μπορεί να χειραγωγήσει πράγματι τους ανθρώπους;» «Είναι πιο ακριβές να πω ότι δεν πιστεύω σε τίποτε. Πιθανότητες». Τα μάτια του είχαν γίνει πιο σκούρα ή το φαντάστηκε; «Δεν υπάρχουν όρια στις πιθανότητες, Λενόρ». Τα μάτια του ήταν πολύ σκοτεινά για να διακρίνει τι έκρυβαν. Αν έπαιζε μαζί της, αν προσπαθούσε να την ψαρέψει, δε θα μπορούσε να το πει με σιγουριά. Αμήχανη, άλλαξε θέμα. «Όταν κάθεται κανείς να γράψει μια ιστορία, τη μαστορεύει, περνά ώρες, μέρες λειαίνοντας τις αιχμές και τις γωνίες, όπως ο μαραγκός που φτιάχνει μια καλύβα». Του άρεσε η παρομοίωση. Ο Χάντερ ήπιε μια γουλιά από το δυνατό σκέτο καφέ του απολαμβάνοντας τη γεύση του, αλλά και τη μυρωδιά του καμένου ξύλου, την ευωδιά του καλοκαιριού και το απαλό άρωμα της Λη. «Το να διηγηθείς μια ιστορία είναι τέχνη, το να τη γράψεις είναι μαστοριά». Η Λη ένιωσε μια σπίθα ενθουσιασμού. Αυτό ακριβώς κυνηγούσε. Αυτές τις μικρές συγκεκριμένες παρατηρήσεις που της αποκάλυπταν πτυχές του χαρακτήρα του. «Και εσύ τι θεωρείς τον εαυτό σου καλλιτέχνη ή μάστορα;» Ο Χάντερ ήπιε άλλη μια γουλιά καφέ χωρίς να βιάζεται,


προσέχοντας πως η Λη μόλις που είχε αγγίξει τον δικό της. Ήταν φανερή η λαχτάρα της να μάθει, το μολύβι της ήταν σταθερό, το βλέμμα της καρφωμένο πάνω του. Και ανακάλυψε πως την ήθελε ακόμα περισσότερο όταν ήταν έτσι. Ήθελε να δει αυτή τη λαχτάρα στο βλέμμα της για τον άντρα όχι για το συγγραφέα. Ήθελε να νιώσει την ώριμη προσμονή των εραστών, τα μπράτσα να απλώνονται, τα χείλη να γλυκαίνουν. Αν έγραφε αυτός το σενάριο, θα καθυστερούσε αρκετά να επιτρέψει στους δύο συγκεκριμένους ανθρώπους να ολοκληρώσουν τον πόθο τους. Χρειαζόταν λίγη αναζωπύρωση ακόμα, αλλά ο πόνος που τον βασάνιζε μαρτυρούσε την ανάγκη του. Προσεκτικά, έβαλε άλλο ένα ξύλο στη φωτιά. «Καλλιτέχνης εκ γενετής», της απάντησε στο τέλος, «μάστορας από επιλογή». «Το ξέρω πως είναι κοινή ερώτηση», άρχισε να λέει η Λη με κοφτό επαγγελματισμό που τον έκανε να χαμογελάσει, «αλλά από πού αντλείς τις ιδέες σου;» «Από τη ζωή». Η Λη κοίταξε πάλι προς το μέρος του και τον είδε να ανάβει τσιγάρο. «Χάντερ, δεν μπορείς να με πείσεις πως την πλοκή στο Χρέος του Διαβόλ ου την άντλησες από την καθημερινή ζωή». «Αν πάρεις την καθημερινή ζωή, τη διαστρεβλώσεις λίγο και προσθέσεις μερικά “ ίσως”, μπορεί να βγει οτιδήποτε». «Παίρνεις δηλαδή το φυσιολογικό, το διαστρεβλώνεις και φτάνεις στο υπερφυσικό». Αυτό η Λη το καταλάβαινε κάπως καλύτερα και κούνησε ικανοποιημένη το κεφάλι της. «Πόσα στοιχεία του εαυτού σου διοχετεύεις στους ήρωές σου;» «Όσα χρειάζονται». Και πάλι της απάντησε τόσο απλά, τόσο αβίαστα, που κατάλαβε πως το εννοούσε. «Τ υχαίνει να βασίσεις ποτέ έναν ήρωά σου σε


κάποιον γνωστό σου;» «Μερικές φορές». Ο Χάντερ της χαμογέλασε, ήταν ένα χαμόγελο που η Λη δεν το κατάλαβε και δεν του είχε καμιά εμπιστοσύνη. «Όταν συναντήσω κάποιον που να μου κεντρίσει αρκετά το ενδιαφέρον. Εσύ δεν κουράζεσαι ποτέ να γράφεις για τους άλλους, τη στιγμή που κρύβεις τόσους ήρωες μέσα σου;» «Αυτή είναι η δουλειά μου». «Αυτή δεν είναι απάντηση». «Δεν ήρθα εδώ για να απαντήσω στις ερωτήσεις σου». «Αλήθεια, γιατί ήρθες;» Ο Χάντερ βρισκόταν τώρα πιο κοντά της. Η Λη δεν τον είχε πάρει είδηση να πλησιάζει. Καθόταν ακριβώς μπροστά της, φανερά χαλαρός, ελαφρά περίεργος και απόλυτα κύριος του εαυτού του. «Για να πάρω συνέντευξη από έναν επιτυχημένο και βραβευμένο συγγραφέα». «Ένας βραβευμένος συγγραφέας δε θα σου προκαλούσε νευρικότητα». Η Λη ένιωσε το μολύβι να ιδρώνει στο χέρι της. Ήταν τόσος ο εκνευρισμός της, που θα μπορούσε να βρίσει. «Δε μου προκαλείς νευρικότητα». «Βιάστηκες πολύ να πεις ψέματα και δεν το έκανες καθόλου πειστικά». Ο Χάντερ ακούμπησε τα χέρια στα γόνατά του κι έμεινε να την κοιτάζει. Το παράξενο δαχτυλίδι με τις ασημένιες και χρυσές βέργες που φορούσε άστραψε θαμπά. «Αν σε ακουμπούσα, απλώς να σε ακουμπούσα, θα άρχιζες να τρέμεις». «Έχεις πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου», τον αντέκρουσε η Λη, αλλά σηκώθηκε. «Τη δική σου ιδέα δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου», της απάντησε εκείνος τόσο σιγανά, που το σημειωματάριο ξέφυγε από τα χέρια της χωρίς να το πάρει είδηση. «Με κάνεις να σε θέλω, σε κάνω νευρική». Ο Χάντερ την κοιτούσε πάλι, η Λη το ένιωθε.


«Ενδιαφέρων συνδυασμός για τις επόμενες δυο βδομάδες». Δε θα την φόβιζε. Δε θα την έκανε να τρέμει. «Όσο πιο γρήγορα θυμηθείς πως οι επόμενες δυο βδομάδες είναι δουλειά για μένα, τόσο πιο απλά θα είναι τα πράγματα». Ήθελε να το παίξει υπεροπτική και σχεδόν τα κατάφερε. Άραγε ο Χάντερ είχε διακρίνει το μικρό δισταγμό στη φωνή της; «Αφού είσαι αποφασισμένη να δουλέψεις», της είπε εκείνος χαλαρά, «μπορείς να ξεκινήσεις με το να με βοηθήσεις να ετοιμάσω το δείπνο. Από αύριο, θα ετοιμάζουμε το φαγητό μια ο ένας και μια ο άλλος». Δε θα του έδινε την ικανοποίηση να παραδεχτεί πως δεν είχε ιδέα πώς μαγειρεύουν σε φωτιά από ξύλα. Ο Χάντερ το ήξερε ήδη. Όπως δε θα του έδινε την ικανοποίηση να δείξει σαστισμένη με την ευμετάβλητη διάθεσή του. Παραμέρισε τις αφέλειες από τα μάτια της. «Θα πάω να πλυθώ πρώτα». Ο Χάντερ την είδε να παίρνει λάθος κατεύθυνση, αλλά δε μίλησε. Αργά ή γρήγορα, η Λη θα έβρισκε τα ντους. Αν δεν έκανε πίσω κανείς από τους δύο, τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέροντα. Δεν ήταν σίγουρος, αλλά του φάνηκε πως την άκουσε να βρίζει από κάπου στο βάθος. Χαμογέλασε αχνά, έγειρε στο βράχο και αποτέλειωσε το τσιγάρο του.

Η Λη ξύπνησε από το άρωμα του καφέ που έφτασε στα ρουθούνια της, νιώθοντας ζαλισμένη και πιασμένη. Ήξερε πολύ καλά πού βρισκόταν, στη γωνίτσα της στη σκηνή, χωμένη στον υπνόσακο που της είχε δώσει ο Χάντερ. Και ήταν μόνη. Δε χρειάστηκε πάνω από μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει πως ο Χάντερ δε βρισκόταν πια στη σκηνή μαζί της. Την προηγούμενη νύχτα, όμως, είχε χρειαστεί ώρες ολόκληρες για να πείσει τον εαυτό της ότι δεν


είχε καμιά σημασία που εκείνος ήταν ξαπλωμένος λίγα εκατοστά μακριά της. Το δείπνο τους είχε κυλήσει ομαλά –περιέργως. Και αυτό, συνειδητοποίησε η Λη καρφώνοντας το βλέμμα της στην οροφή της σκηνής, συνέβη επειδή ο Χάντερ είχε αλλάξει πάλι ύφος και ήταν ευδιάθετος όταν εκείνη γύρισε για να τον βοηθήσει να ετοιμάσουν το φαγητό. Συμπαθητικός; Όχι, απάντησε μόνη της, τεντώνοντας προσεκτικά τους πιασμένους μυς της. Αυτή ήταν μια λέξη που δεν έπρεπε να τη χρησιμοποιείς εύκολα για τον Χάντερ. Απλά φιλικός. Συνεργάσιμος δεν ήταν καθόλου. Είχε περάσει τις βραδινές ώρες διαβάζοντας μπροστά στη λάμπα, ενώ η Λη είχε ανοίξει ένα καινούριο σημειωματάριο για να κρατήσει ημερολόγιο γι’ αυτές τις δυο εβδομάδες που θα περνούσε στο Όουκ Κρικ Κάνυον. Η καταγραφή των συναισθημάτων της τη βοηθούσε. Πολλές φορές είχε χρησιμοποιήσει και το μυθιστόρημά της γι’ αυτόν το λόγο. Μπορούσε να λέει ό,τι ήθελε, να νιώθει ό,τι ήθελε, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να διαβάσει κάποιος άλλος τις σκέψεις της. Μπορεί τα πράγματα να μην είχαν εξελιχθεί ακριβώς έτσι με το βιβλίο της, τη στιγμή που ο Χάντερ είχε διαβάσει τις περισσότερες από τις αραιά δακτυλογραφημένες σελίδες της κάτω από το φως της λάμπας της κατασκήνωσης, το ημερολόγιο όμως θα ήταν μόνο για τα δικά της μάτια και κανενός άλλου. Όπως και να είχε το πράγμα, την είχε βολέψει που εκείνος ήταν απασχολημένος με το μυθιστόρημά της. Έτσι δεν ήταν υποχρεωμένη να κουβεντιάζει μαζί του μέσα στη σκοτεινή νύχτα. Ο Χάντερ διάβαζε ακόμα, όταν η Λη τρύπωσε στη σκηνή και κουλουριάστηκε στη γωνιά της. Εκείνος είχε πάει πολύ αργότερα και δε χρειάστηκε να ανταλλάξουν ούτε μια κουβέντα μέσα στο στενό χώρο. Η Λη έκανε την κοιμισμένη, αν και στην πραγματικότητα ο ύπνος ήρθε πολλές


ώρες αργότερα. Μέσα στην ησυχία, άκουγε την ανάσα του δίπλα της. Ήρεμη, σταθερή –όπως ακριβώς ήταν και εκείνος. Η Λη παρέμεινε ακίνητη, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της πως δεν είχε καμιά σημασία το ότι εκείνος ήταν ξαπλωμένος τόσο κοντά της. Σήμερα το πρωί, όμως, διαπίστωσε πως είχε φάει πάλι σύριζα τα νύχια της που είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν. Κανονικά, η πρώτη νύχτα πρέπει να ήταν και η δυσκολότερη, είπε στον εαυτό της. Ανακάθισε και χτένισε τα μαλλιά με τα χέρια της. Και είχε επιζήσει. Το πρόβλημά της τώρα ήταν πώς θα περνούσε από μπροστά του για να πάει στο ντους και να αλλάξει τα ρούχα με τα οποία είχε κοιμηθεί, να χτενιστεί και να φτιάξει το μακιγιάζ της. Προσεκτικά, ανασήκωσε την είσοδο της σκηνής και κοίταξε έξω. Ο Χάντερ ήξερε πως η Λη ήταν ξύπνια. Το ένιωσε σχεδόν την ίδια στιγμή που εκείνη άνοιξε τα μάτια της. Είχε σηκωθεί νωρίς και έβαλε να γίνεται ο καφές επειδή ήξερε πολύ καλά πως, αν είχε δυσκολευτεί να κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ δίπλα της, δε θα μπορούσε με τίποτε ν’ αντιμετωπίσει ένα ξύπνημα μαζί της. Ξυπνώντας, είχε διακρίνει μόνο μια τούφα από τα κόκκινα μαλλιά της που πρόβαλλε από τον υπνόσακο. Αλλά επειδή είχε νιώσει την ακατανίκητη επιθυμία να την αγγίξει, να τη σφίξει στην αγκαλιά του και να την ξυπνήσει, είχε φροντίσει να βάλει μια απόσταση ανάμεσά τους. Σήμερα θα έκανε πεζοπορία πολλά χιλιόμετρα και θα ψάρευε με τις ώρες. Η Λη ήταν ελεύθερη να αφοσιωθεί στο ρόλο της ρεπόρτερ, ο Χάντερ θα απαντούσε στις ερωτήσεις της, μαθαίνοντας ταυτόχρονα γι’ αυτή όσα θα πίστευε εκείνη ότι μάθαινε για το άτομό του. Αυτό ήταν το σχέδιό του, υπενθύμισε στον εαυτό του, γεμίζοντας ένα δεύτερο φλιτζάνι καφέ. Ήταν καλύτερα να το θυμάται. «Ο καφές είναι ζεστός», φώναξε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του. Αν και η Λη είχε φροντίσει να μην κάνει θόρυβο, εκείνος την είχε


ακούσει να παραμερίζει την είσοδο της σκηνής. Η Λη έπνιξε μια βρισιά και πήρε το σακίδιό της. Ο άνθρωπος διέθετε αυτιά λύκου. «Θέλω να κάνω ένα ντους πρώτα», μουρμούρισε. «Σου είπα πως δε χρειάζεται να μακιγιάρεσαι για χάρη μου», της είπε ο Χάντερ, βάζοντας μπέικον σ’ ένα τηγάνι. «Μ’ αρέσει το πρόσωπό σου όπως είναι». Η Λη πετάχτηκε όρθια έξαλλη. «Δεν κάνω τίποτε για χάρη σου. Απλώς νιώθω βρόμικη, έτσι όπως κοιμήθηκα τη νύχτα με τα ρούχα». «Μπορεί να κοιμόσουν καλύτερα χωρίς αυτά», συμφώνησε ήρεμα ο Χάντερ. «Το πρόγευμα θα είναι έτοιμο σε δεκαπέντε λεπτά. Στη θέση σου θα έκανα γρήγορα αν ήθελα να φάω». Η Λη έσφιξε το σακίδιο, προσπαθώντας να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της και χάθηκε μέσα στα δέντρα. Αν δεν ήταν τόσο σφιγμένη, βρόμικη και πεινασμένη, ο Χάντερ δε θα της έδινε τόσο εύκολα στα νεύρα, σκέφτηκε πηγαίνοντας στα ντους. Μα το Θεό, της ήταν αδύνατον να καταλάβει πώς μπορούσε να είναι τόσο κεφάτος όταν είχε κοιμηθεί κατάχαμα όλη νύχτα. Ίσως η Μπράιαν να είχε δίκιο. Ίσως ο άνθρωπος να ήταν αλλόκοτος. Η Λη πήρε από το σακίδιό της το σαμπουάν και την πλαστική σαπουνοθήκη με το γαλλικό σαπούνι της και μπήκε στο ντους. Μπορεί το μέρος που είχε διαλέξει ο Χάντερ να ήταν υπέροχο, μπορεί ο αέρας να ήταν καθαρός και μυρωμένος, αλλά ο υπνόσακος δεν μπορούσε να συγκριθεί μ’ ένα πουπουλένιο στρώμα. Η Λη γδύθηκε και κρέμασε τα ρούχα της στην πόρτα. Άκουσε το νερό να τρέχει στο διπλανό ντους και αναστέναξε. Για τις επόμενες δυο βδομάδες θα μοιραζόταν και το μπάνιο της. Καλά θα έκανε να το συνηθίσει. Το νερό είχε σταθερή ροή και έτρεχε χλιαρό. Η Λη έσφιξε τα δόντια της και μπήκε από κάτω. Σήμερα θα προσπαθούσε να


ανακαλύψει πιο προσωπικές λεπτομέρειες για τον Χάντερ Μπράουν. Ήταν παντρεμένος; Συνοφρυώθηκε, αλλά πίεσε τον εαυτό της να χαλαρώσει. Η ερώτηση δεν την ενδιέφερε προσωπικά, θα την έκανε για το άρθρο. Η οικογενειακή του κατάσταση δεν την αφορούσε. Μπορεί, όμως, και να μην ήταν παντρεμένος. Η Λη σαπούνισε με δύναμη τα μαλλιά της. Ποια γυναίκα θα τον ανεχόταν; Εξάλλου, αν υπήρχε σύζυγος, δε θα τον συνόδευε στο κάμπινγκ ακόμα και αν το μισούσε; Ένας άντρας όπως ο Χάντερ θα δεχόταν να παντρευτεί μια γυναίκα που δε θα είχε ακριβώς τα ίδια γούστα μ’ εκείνον; Με τι ασχολούνταν για να χαλαρώσει; Εκτός, βέβαια, από το να παριστάνει τον Ντάνιελ Μπουν στα δάση, συλλογίστηκε η Λη μ’ ένα χαμόγελο. Πού ζούσε; Πού είχε μεγαλώσει; Πώς ήταν τα παιδικά του χρόνια; Το νερό κύλησε πάνω της ξεβγάζοντας το σαμπουάν και το σαπούνι. Η περιέργειά της ήταν καθαρά επαγγελματική. Μόνο που διαπίστωσε πως αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να το υπενθυμίζει πολύ συχνά στον εαυτό της. Της χρειαζόταν η ολοκληρωμένη εικόνα του για να γράψει το δηκτικό άρθρο που ήθελε. Της χρειαζόταν ολόκληρη η εικόνα αυτού του άντρα για να... Θορυβημένη από την πορεία που είχαν πάρει οι σκέψεις της, άνοιξε απότομα τα μάτια της κι έβρισε όταν την έτσουξαν από το σαμπουάν. Ανάθεμα την ολοκληρωμένη εικόνα του άντρα! Θα έπαιρνε ό,τι κομμάτια κατάφερνε να συγκεντρώσει και θα έγραφε το άρθρο της, πληρώνοντάς τον και με το παραπάνω για όλους τους μπελάδες που της είχε προκαλέσει. Καθαρή και μυρωμένη, αλλά ανατριχιάζοντας από το κρύο, έκλεισε το νερό. Μόνο τότε θυμήθηκε πως δεν είχε φέρει μαζί της πετσέτα. Τα ντους στα κάμπινγκ δε διαθέτουν και πετσέτες. Πώς στην ευχή μπορούσε να τα θυμηθεί όλα αυτά; Στάζοντας και βρίζοντας μέσα από τα δόντια της, στάθηκε όσο


κατάφερε να αντέξει μέσα στην ντουζιέρα, ανατριχιάζοντας από το κρύο, και άφησε τον αέρα να τη στεγνώσει, ενώ έστυβε τα μαλλιά της. Εκδίκηση, σκέφτηκε, φορτώνοντας και αυτό το φταίξιμο στους ώμους του Χάντερ. Αργά ή γρήγορα θα έπαιρνε εκδίκηση. Άπλωσε το χέρι της κάτω από την πόρτα της ντουζιέρας, τράβηξε το σακίδιό της κι έβγαλε ένα καθαρό μπλουζάκι. Καρτερικά, σκούπισε το πρόσωπό της με το μαλακό ύφασμα. Αφού σκούπισε και τους ώμους της, έψαξε να βρει καθαρά εσώρουχα. Τα ρούχα κόλλησαν αμέσως πάνω της, αλλά τουλάχιστον τη ζέσταναν. Στη συνέχεια, στάθηκε μπροστά στους νεροχύτες με τους καθρέφτες από πάνω, έβαλε το πιστολάκι της στην πρίζα και άρχισε να στεγνώνει τα μαλλιά της. Για να του μπει στο μάτι και όχι για χάρη του, ξόδεψε ακόμα περισσότερη ώρα για το μακιγιάζ της. Ικανοποιημένη, ξανάβαλε το πιστολάκι στο σακίδιό της και βγήκε από τα ντους, αφήνοντας πίσω της ένα απαλό άρωμα γιασεμιού. Το άρωμά της ήταν το πρώτο που τον έκανε να καταλάβει ότι η Λη είχε επιστρέψει στο ξέφωτο. Ο Χάντερ ένιωσε τους μυς του στομαχιού του να σφίγγονται. Προσποιήθηκε τον αδιάφορο και αποτέλειωσε το δεύτερο φλιτζάνι καφέ, μόνο που τώρα δεν είχε καμιά γεύση. Ήρεμη και πολύ πιο άνετη τώρα, η Λη τακτοποίησε το σακίδιό της στη θέση του και πλησίασε στη φωτιά. Το τηγάνι ήταν ακουμπισμένο σε μια μικρή πέτρινη κατασκευή παραδίπλα με όσα αβγά και μπέικον είχαν απομείνει. Δε χρειάστηκε να τα δοκιμάσει για να καταλάβει πως ήταν κρύα. «Νιώθεις καλύτερα;» άνοιξε τη συζήτηση ο Χάντερ. «Νιώθω μια χαρά». Η Λη σέρβιρε το πρωινό της σ’ ένα πιάτο και είπε στον εαυτό της πως δε θα έκανε κανένα σχόλιο που είχε κρυώσει, αντίθετα θα έτρωγε και την τελευταία μπουκιά. Δε θα του


έδινε άλλη ευκαιρία να γελάσει εις βάρος της. Έφαγε μια μπουκιά μπέικον και τον κοίταξε. Ήταν φανερό πως ο Χάντερ είχε φροντίσει να κάνει ντους νωρίτερα. Τα μαλλιά του άστραφταν στον ήλιο και μύριζε σαπούνι, αλλά χωρίς ίχνος άφτερ σέιβ ή κολόνιας. Βέβαια, ένας άντρας που δεν μπαίνει στον κόπο να χρησιμοποιήσει ξυράφι δεν έχει κανέναν λόγο να βάλει άφτερ σέιβ, ολοκλήρωσε τη σκέψη της, παρατηρώντας τα γένια που είχαν μεγαλώσει στο πιγούνι του. Δεν τον έκαναν όμως να δείχνει ατημέλητος, αντίθετα του πρόσθεταν απίστευτη γοητεία. Η Λη επικέντρωσε την προσοχή της στα κρύα αβγά της. «Κοιμήθηκες καλά;» «Μια χαρά», του απάντησε ψέματα, πίνοντας ζεστό καφέ για να μπορέσει να πάει κάτω το πρωινό της. «Εσύ;» «Πολύ καλά», είπε κι εκείνος ψέματα και άναψε ένα τσιγάρο. Η γυναίκα αυτή τον επηρέαζε, αγγίζοντας μέσα του χορδές που δεν ήξερε πως διέθετε. «Έχεις ξυπνήσει πολλή ώρα;» Από τα χαράματα, σκέφτηκε ο Χάντερ. «Αρκετή», της απάντησε και κοίταξε τις σχεδόν απαστράπτουσες μπότες της. Αλήθεια, πόσο θ’ άντεχαν ακόμα τα πόδια της; «Λέω να κάνω πεζοπορία σήμερα». Η Λη ήθελε να βογκήξει, αλλά του χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο. «Ωραία, θα μου άρεσε να δω ένα κομμάτι του φαραγγιού όσο θα βρίσκομαι εδώ». Θα προτιμούσα, βέβαια, μέσα από ένα τζιπ, σκέφτηκε, καταπίνοντας την τελευταία μπουκιά μπέικον. Αν υπήρχε ένα κλισέ το οποίο θα μπορούσε τώρα να επιβεβαιώσει, ήταν ότι ο καθαρός αέρας ανοίγει την όρεξη. Η Λη χρειάστηκε μάλλον τη διπλάσια ώρα απ’ όση θα είχε χρειαστεί ο Χάντερ για να πλύνει τα πιάτα, αλλά σεβάστηκε τον αδήλωτο κανόνα. Ο ένας μαγειρεύει, ο άλλος πλένει τα πιάτα. Όταν τέλειωσε, τον βρήκε να την περιμένει ανυπόμονα έχοντας


κρεμάσει σταυρωτά στο στήθος το παγούρι και τα κιάλια. Στο χέρι του κρατούσε ένα μικρό σακίδιο. Της το έδωσε και η Λη με δυσκολία συγκρατήθηκε για να μην του το δώσει πίσω. «Θέλω τη φωτογραφική μηχανή μου». Χωρίς να του δώσει το περιθώριο να φέρει αντίρρηση, η Λη την έβγαλε από το σακίδιό της και την έχωσε στην πίσω τσέπη του τζιν της. «Τ ι έχει εδώ μέσα;» ρώτησε, περνώντας το σακίδιο στον ώμο της. «Το μεσημεριανό μας». Η Λη άνοιξε το βήμα της για να προλάβει τον Χάντερ που έβγαινε ήδη από το ξέφωτο. Αφού είχαν πάρει φαγητό μαζί τους, τους περίμενε μεγάλη μέρα πεζοπορίας. «Πώς ξέρεις ποια κατεύθυνση να ακολουθήσεις για να μπορέσεις στη συνέχεια να γυρίσεις πίσω;» Για πρώτη φορά από τη στιγμή που η Λη είχε επιστρέψει στην κατασκήνωση μυρωμένη και ντελικάτη, ο Χάντερ χαμογέλασε. «Σημάδια... ο ήλιος». «Θέλεις να πεις λειχήνες που φυτρώνουν στην μια πλευρά των δέντρων;» Η Λη κοίταξε γύρω της ελπίζοντας να βρει κάποιο πιο χειροπιαστό σημάδι. «Ποτέ δεν είχα εμπιστοσύνη σε τέτοια σημάδια». Δεν μπορεί να ξεχωρίσει την ανατολή από τη δύση, σκέφτηκε ο Χάντερ, εκτός κι αν βρίσκεται στο Λος Άντζελες ή τη Νέα Υόρκη. «Έχω μαζί μου πυξίδα, αν αυτό θα σε κάνει να νιώσεις καλύτερα». Την έκανε –λιγάκι. Όταν δεν έχεις ιδέα πώς δουλεύει ένα όργανο πρέπει απλά να πιστέψεις ότι θα μπορέσει να σε βοηθήσει. Και η Λη δεν ένιωθε καθόλου άνετα να στηρίξει την πίστη της στον Χάντερ. Στην πορεία, όμως, ξέχασε την ανησυχία της μήπως χάσει το δρόμο. Το φως του ήλιου άστραφτε κατάλευκο και μολονότι ήταν μόλις εννιά το πρωί, η ατμόσφαιρα είχε ζεσταθεί. Της άρεσε ο τρόπος που το φως έπεφτε στα τοιχώματα του φαραγγιού, δίνοντάς τους ακόμα πιο σκούρο κόκκινο χρώμα. Το στενό, κακοτράχαλο μονοπάτι


ήταν ανηφορικό. Στ’ αυτιά της έφτασαν γέλια, ο ήχος τους ήταν τόσο καθαρός, που λες και αυτοί που γελούσαν στέκονταν δίπλα της. Όσο ανηφόριζαν, το πράσινο άρχισε να σπανίζει. Τ ώρα συναντούσαν μόνο σκονισμένους θάμνους που κατάφερναν να φυτρώνουν στο λιγοστό χώμα ανάμεσα στα βράχια. Περίεργη, έκοψε μερικά φύλλα και τα τσάκισε ανάμεσα στα δάχτυλά της. Το άρωμά τους ήταν δυνατό, δροσερό και αψύ. Διαπίστωσε, όμως, πως θα έπρεπε να ανοίξει το βήμα της αν ήθελε να προλάβει τον Χάντερ. Δική του ιδέα ήταν η πεζοπορία, αλλά δεν έδειχνε να την απολαμβάνει. Έτρεχε λες και είχε να προλάβει κανένα επείγον ραντεβού. Ίσως να ήταν η ώρα να αρχίσει μια αδιάφορη συζήτηση μαζί του που θα οδηγούσε στις πιο προσωπικές πληροφορίες που ήθελε να του αποσπάσει. Το μονοπάτι γινόταν όλο και πιο απότομο, έτσι αποφάσισε πως ήταν καλύτερα να μιλήσει τώρα που δεν είχε λαχανιάσει ακόμα. Ήταν λάθος της που είχε φορέσει φούτερ. Η πλάτη της ήταν ήδη μούσκεμα στον ιδρώτα. «Σου άρεσε πάντα η ύπαιθρος;» «Για πεζοπορία». Η Λη κοίταξε συνοφρυωμένη την πλάτη του, αλλά συνέχισε απτόητη. «Υποθέτω πως ήσουν πρόσκοπος». «Όχι». «Δηλαδή, το ενδιαφέρον σου για το κάμπινγκ και την πεζοπορία είναι πρόσφατο;» «Όχι». Η Λη έσφιξε τα δόντια της για να μη μουγκρίσει. «Όταν ήσουν μικρός συνήθιζες να πηγαίνεις στο δάσος και να στήνεις σκηνή με τον πατέρα σου;» Αν μπορούσε να δει το χαμόγελο στο πρόσωπό του, η περιέργειά της θα φούντωνε αμέσως. «Όχι».


«Δηλαδή, έμενες σε πόλη». Είναι έξυπνη, σκέφτηκε ο Χάντερ. Και επίμονη. Ύψωσε τους ώμους του. «Ναι». Επιτέλους. «Σε ποια πόλη;» «Στο Λος Άντζελες». Η Λη παραπάτησε σε μια πέτρα και παραλίγο να προσγειωθεί με το κεφάλι στην πλάτη του. Ο Χάντερ δεν ανέκοψε ούτε στιγμή το βήμα του. «Στο Λος Άντζελες;» επανέλαβε εκείνη. «Μένεις στο Λος Άντζελες και παρ’ όλα αυτά έχεις καταφέρει να μην ξέρει κανείς ότι βρίσκεσαι εκεί;» «Μεγάλωσα στο Λος Άντζελες», της απάντησε ήρεμα. «Σε μια περιοχή της πόλης που εσύ δεν έχεις πολλές ευκαιρίες να επισκεφτείς. Η Λη Ράντκλιφ, γεννημένη στο Παλμ Σπρινγκς, ούτε που διανοείται ότι μπορεί να υπάρχουν τέτοιες περιοχές». Τα λόγια του την έκαναν να κοκαλώσει στη θέση της και αναγκάστηκε να ανοίξει και πάλι το βήμα της για να τον προλάβει, μόνο που αυτή τη φορά τον άρπαξε από το μπράτσο και τον έκανε να σταματήσει. «Πώς ξέρεις ότι έχω γεννηθεί στο Παλμ Σπρινγκς;» Ο Χάντερ την κοίταξε μ’ ένα επιεικές χαμόγελο που την εξόργισε και ας το βρήκε γοητευτικό. «Έκανα την έρευνά μου. Αποφοίτησες από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες με έπαινο, αφού πρώτα φοίτησες τρία χρόνια εσωτερική σ’ ένα αριστοκρατικό κολέγιο στην Ελβετία. Ο αρραβώνας σου με τον πολλά υποσχόμενο πλαστικό χειρούργο Τ ζόναθαν Γουίλομπι διαλύθηκε όταν δέχτηκες τη θέση στο Σελ έμπριτι του Λος Άντζελες». «Δεν αρραβωνιάστηκα ποτέ τον Τ ζόναθαν», άρχισε να λέει έξαλλη η Λη, αλλά μετά κατάπιε τη γλώσσα της. «Δεν είχες καμιά δουλειά να ερευνήσεις τη ζωή μου, Χάντερ. Εγώ θα γράψω άρθρο για σένα, όχι εσύ για μένα». «Συνηθίζω να μαθαίνω όσο περισσότερα μπορώ για τους


ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι. Κι εμείς έχουμε κάνει μια επαγγελματική συμφωνία, έτσι δεν είναι, Λενόρ;» Χειρίζεται πολύ έξυπνα τις λέξεις, σκέφτηκε με κατήφεια η Λη. Αλλά το ίδιο ίσχυε και για εκείνη. «Ναι, και η επαγγελματική αυτή συμφωνία αφορά τη συνέντευξη που θα παραχωρήσεις εσύ σ’ εμένα, όχι το αντίστροφο». «Με τους δικούς μου όρους», της υπενθύμισε ο Χάντερ. «Και δε μιλάω σε κανέναν αν δεν ξέρω ποιος είναι». Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τις άκρες των μαλλιών της όπως είχε κάνει και άλλη μια φορά. «Νομίζω ότι ξέρω ποια είσαι». «Δεν ξέρεις», τον διόρθωσε η Λη, ενώ προσπαθούσε να πνίξει την επιθυμία της να τραβηχτεί για να μη νιώθει το άγγιγμά του που ήταν τόσο ανάλαφρο ώστε δυσκολευόσουν να το προσδιορίσεις. «Και δεν υπάρχει λόγος να το κάνεις. Αντίθετα, όσο πιο ειλικρινής και ανοιχτός είσαι εσύ μαζί μου, τόσο πιο ειλικρινές θα είναι και το άρθρο που θα γράψω για σένα». Ο Χάντερ ξεβίδωσε το παγούρι και όταν η Λη αρνήθηκε την προσφορά του μ’ ένα αρνητικό κούνημα του κεφαλιού της, ήπιε ο ίδιος. «Είμαι ειλικρινής μαζί σου». Ξαναβίδωσε το παγούρι. «Αν σε διευκόλυνα περισσότερο, η εικόνα που θα αποκόμιζες για εμένα δε θα ήταν ακριβής». Τα μάτια του την κοίταξαν ξαφνικά σκοτεινά, έντονα, διαπεραστικά. Χωρίς προειδοποίηση άπλωσε το χέρι του. Η ένταση στο βλέμμα του την έκανε να πιστέψει ότι θα μπορούσε πανεύκολα να τη σηκώσει στον αέρα. Το χέρι του όμως σύρθηκε στο μάγουλό της ανάλαφρο σαν βροχή. «Δε θα καταλάβαινες ποιος είμαι», της είπε σιγανά. «Και, μάλλον για δικούς μου λόγους, θέλω να το κάνεις». Η Λη δε θα είχε τρομοκρατηθεί τόσο αν της είχε βάλει τις φωνές, αν την είχε αρπάξει, αν την είχε ταρακουνήσει. Τ ώρα, ένιωθε τους χτύπους της καρδιάς της να αντηχούν στο κεφάλι της. Από ένστικτο,


έκανε ένα βήμα πίσω, η μόνη της σκέψη ήταν να ξεφύγει. Το πόδι της βρήκε το κενό. Την επόμενη στιγμή βρέθηκε κολλημένη πάνω του με τη ζεστασιά του κορμιού του να ποτίζει το δικό της. Ο φόβος της τριπλασιάστηκε, έκανε τόξο το κορμί της και ακούμπησε και τα δυο χέρια της στο στήθος του. «Χαζή», της είπε και η ένταση στη φωνή του την έκανε ν’ ανασηκώσει το κεφάλι της. «Ρίξε πρώτα μια ματιά πίσω σου και ύστερα πες μου να σ’ αφήσω». Αυτόματα, η Λη γύρισε το κεφάλι της κι έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της. Ένιωσε το στομάχι της να βουλιάζει. Τα χέρια της που ήταν έτοιμα να τον σπρώξουν, γράπωσαν τόσο δυνατά τους ώμους του, που τα δάχτυλά της χώθηκαν στη σάρκα του. Η θέα πίσω της ήταν ένας απίστευτος γκρεμός. «Α... ανεβήκαμε πιο ψηλά απ’ ό,τι είχα συνειδητοποιήσει», κατάφερε να ψελλίσει. Και αν δεν καθόταν αμέσως κάτω, θα γινόταν ρεζίλι. «Το θέμα είναι να προσέχεις πού πατάς». Ο Χάντερ δεν απομακρύνθηκε από το χείλος του γκρεμού, μόνο την έπιασε από το πιγούνι και ανάγκασε το βλέμμα της να συναντήσει το δικό του. «Να προσέχεις πάντα πού πηγαίνεις και τότε θα ξέρεις πώς να πέσεις». Τη φίλησε, το ίδιο απροειδοποίητα με την πρώτη φορά, αλλά όχι το ίδιο τρυφερά. Αυτή τη φορά η Λη ένιωσε όλη τη δύναμη που υπόβοσκε κάθε φορά που τα χείλη του άγγιζαν τα δικά της. Αν είχε πέσει στον γκρεμό θα ένιωθε το ίδιο αβοήθητη όπως τώρα που βρισκόταν στη θερμή αγκαλιά του. Το χείλος του γκρεμού – μέσα της και πίσω της– βρισκόταν πολύ κοντά. Και δεν ήξερε ποιο θα ήταν περισσότερο μοιραίο. Το μόνο σίγουρο ήταν πως θα την κατέστρεφαν και τα δύο εξίσου. Ο Χάντερ δε σκόπευε να τη φιλήσει εκείνη τη στιγμή, αλλά η


δύσκολη ανάβαση δεν είχε μειώσει καθόλου τον πόθο με τον οποίο είχε ξυπνήσει. Θα απολάμβανε για την ώρα τη γεύση, τη γλύκα της και θα φρόντιζε να αρκεστεί σ’ αυτά μέχρι να τον πλησιάσει εκείνη με τη θέλησή της. Είχε ανάγκη αυτή τη γλύκα που εκείνη προσπαθούσε να καμουφλάρει, αυτή την ευαισθησία που εκείνη ήθελε να αρνηθεί. Και αποζητούσε τη δύναμη που την έσπρωχνε για κάτι περισσότερο. Ναι, σκέφτηκε, την ήξερε και βρισκόταν πολύ κοντά στο να την καταλάβει. Το βέβαιο ήταν πως την ήθελε. Αργά, πολύ αργά, γιατί η επαφή των χειλιών τους από τη μια τον ηρεμούσε και από την άλλη τον τρέλαινε, ο Χάντερ την απομάκρυνε. Τα μάτια της ήταν το ίδιο θολά με τις σκέψεις του, ο σφυγμός της το ίδιο γρήγορος με τον δικό του. Τη γύρισε προς τους βράχους, μακριά από το γκρεμό. «Μην κάνεις ποτέ ούτε βήμα πίσω αν δεν κοιτάξεις πρώτα πάνω από τον ώμο σου», της είπε ήρεμα. «Και μην κάνεις ποτέ βήμα μπροστά αν δεν ελέγξεις πρώτα το έδαφος». Και, λέγοντας αυτά, έκανε μεταβολή και συνέχισε στο μονοπάτι, ενώ η Λη αναρωτιόταν αν της μιλούσε για την πεζοπορία ή για κάτι εντελώς διαφορετικό.

Κεφάλαιο 7 Η Λη έγραφε στο ημερολόγιό της: Την όγδοη ημέρα αυτής της αλλόκοτης συνέντευξης, μπορεί να γνωρίζω περισσότερα για τον Χάντερ, αλλά καταλαβαίνω λιγότερα. Τη μια στιγμή είναι φιλικός, την άλλη απόμακρος. Είναι τόσο επιφυλακτικός σε ό,τι αφορά την ιδιωτική του ζωή, που μου είναι αδύνατον να διαπεράσω την πανοπλία του. Όταν τον ρωτώ για


βιβλία, είναι ικανός να μου μιλάει για ώρες –κατά τα φαινόμενα δεν έχει ιδιαίτερη προτίμηση, απλά του αρέσει ο γραπτός λόγος. Όταν τον ρωτώ για την οικογένειά του, χαμογελάει και αλλάζει θέμα ή με καρφώνει μ’ εκείνο το επίμονο βλέμμα του και δε λέει τίποτα. Και στις δυο περιπτώσεις, ένας μανδύας μυστηρίου καλύπτει την ιδιωτική του ζωή. Είναι ίσως ο ικανότερος άντρας που έχω γνωρίσει ποτέ μου. Δε χάνει την ώρα του, δεν κάνει περιττές κινήσεις και, πράγμα που με εξοργίζει, δεν κάνει τίποτα λάθος όταν πρόκειται να ανάψει τη φωτιά ή να μαγειρέψει. Και όμως μπορεί να κάθεται με τις ώρες άπραγος και να είναι ικανοποιημένος. Είναι σχολαστικός. Η κατασκήνωση δείχνει σαν να βρισκόμαστε εδώ μισή ώρα και όχι μια βδομάδα. Αλλά δεν έχει κάνει τον κόπο να ξυριστεί όλο αυτό το διάστημα. Τα γένια θα έπρεπε να τον δείχνουν ατημέλητο και όμως είναι τόσο φυσικά, που πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται μήπως τα είχε πάντα. Ανέκαθεν ήμουν ικανή να κατατάσσω την κάθε αποστολή μου σε μια κατηγορία, σε κάτι ανάλογο. Στην περίπτωση του Χάντερ, τόσον καιρό, δεν έχω βρει μια εύκολη κατηγορία να τον κατατάξω. Χτες βράδυ είχαμε μια έντονη συζήτηση για τη Σύλβια Πλαθ και σήμερα το πρωί τον βρήκα να ξεφυλλίζει ένα κόμικ πίνοντας τον καφέ του. Όταν τον ρώτησα σχετικά, μου απάντησε ότι σέβεται κάθε μορφής λογοτεχνία. Τον πίστεψα. Ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζω στη συγκεκριμένη αποστολή, είναι ότι πιάνω τον εαυτό μου να πιστεύει όλα όσα μου λέει αυτός ο άνθρωπος, όσο αντιφατικά και να είναι μεταξύ τους. Μπορεί η παντελής έλλειψη συνέπειας να κάνει κάποιον συνεπή; Είναι ο πιο σύνθετος, εξοργιστικός και γοητευτικός άντρας που έχω γνωρίσει ποτέ. Πρέπει, βέβαια, να βρω έναν τρόπο να ελέγξω την έλξη που ασκεί πάνω μου ή έστω να βρω έναν χαρακτηρισμό


που να της ταιριάζει. Είναι μια έλξη φυσική; Ο Χάντερ διαθέτει πολύ εντυπωσιακά φυσικά προσόντα. Είναι πνευματική; Ο Χάντερ έχει μια τόσο δαιδαλώδη σκέψη, που πρέπει να επιστρατεύσω όλες τις δυνάμεις μου για να την παρακολουθήσω. Πάντως πιστεύω πως και τις δύο αυτές εκδοχές θα μπορούσα να τις χειριστώ με αρκετή επιτυχία. Χρόνια τώρα είμαι αναγκασμένη να συναναστρέφομαι επαγγελματικά με έξυπνους, γοητευτικούς και χαρισματικούς άντρες. Είναι σίγουρα μια πρόκληση, αλλά στην προκειμένη περίπτωση έχω τη δυσάρεστη εντύπωση ότι έχω παγιδευτεί σε μια σιωπηρή παρτίδα σκάκι έχοντας χάσει ήδη τη βασίλισσά μου. Ο μεγαλύτερος φόβος μου αυτή τη στιγμή είναι ότι θα βρεθώ συναισθηματικά μπλεγμένη. Έχει να με αγγίξει από εκείνη την πρώτη μας πεζοπορία στο φαράγγι. Θυμάμαι ακόμα πώς ακριβώς ένιωσα, την ευωδιά του αέρα τη συγκεκριμένη στιγμή. Είναι ηλίθιο, απίστευτα ρομαντικό και απόλυτα αληθινό. Κάθε βράδυ κοιμόμαστε μαζί στην ίδια σκηνή, τόσο κοντά, που μπορώ να νιώσω την ανάσα του. Κάθε πρωί ξυπνάω μόνη. Θα έπρεπε να αισθάνομαι ευγνωμοσύνη που δε μου κάνει αυτή την αποστολή πιο δύσκολη απ’ όσο είναι ήδη και όμως πιάνω τον εαυτό μου να περιμένει να βρεθεί πάλι στην αγκαλιά του. Πάνω από μια βδομάδα τώρα, δε σκέφτομαι τίποτε άλλο εκτός από εκείνον. Όσο περισσότερα μαθαίνω τόσο περισσότερα θέλω να ανακαλύψω –αυτή τη φορά για μένα. Μόνο για μένα. Δυο φορές ξύπνησα στη μέση της νύχτας από λαχτάρα και παραλίγο να στραφώ σ’ εκείνον. Τ ώρα, αναρωτιέμαι τι θα γινόταν έτσι και το έκανα. Αν πίστευα στις σκοτεινές δυνάμεις και στα μάγια για τα οποία γράφει ο Χάντερ, τότε θα έλεγα πως αυτή τη φορά κάποιος έχει κάνει μάγια σ’ εμένα. Κανένας άνθρωπος μέχρι τώρα δε


μ’ έχει κάνει να θέλω τόσο πολλά, να νιώθω τόσο πολλά. Να φοβάμαι τόσο πολλά. Κάθε βράδυ, αναρωτιέμαι.

Ήταν φορές που η Λη περιέγραφε στο ημερολόγιό της το τοπίο, και έκανε λόγο για τα συναισθήματα που ξυπνούσε μέσα της. Άλλες φορές κατέγραφε καρέ καρέ τη μέρα της. Τ ις περισσότερες, όμως, φορές έγραφε για τον Χάντερ. Αλλά όλ’ αυτά δεν είχαν καμιά σχέση με τις τακτικές σημειώσεις που κρατούσε για το άρθρο της. Δε θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Εκείνο που δεν καταλάβαινε και δεν το κατέγραφε ούτε στο ημερολόγιο ούτε στις σημειώσεις της ήταν ο λόγος που είχε χάσει τον ύπνο της. Αλλά και το ότι διασκέδαζε. Μολονότι ο Χάντερ ήταν παμπόνηρος και φρόντιζε να είναι ασαφής στις λεπτομέρειες που αφορούσαν την προσωπική του ζωή, εκείνη είχε μαζέψει πληροφορίες. Είχε τελειώσει μόλις ο μισός από τον προκαθορισμένο χρόνο τους και η Λη είχε αρκετά στοιχεία για ένα περιεκτικό και ενδιαφέρον άρθρο. Περισσότερα, το ήξερε αυτό, από όσα ήλπιζε να μαζέψει. Ήθελε όμως ακόμα περισσότερα –και για τους αναγνώστες της, αλλά σίγουρα και για τον εαυτό της. «Δεν ξέρω πώς ένα ψάρι που σέβεται τον εαυτό του μπορεί να ξεγελαστεί από κάτι τέτοιο». Η Λη έπαιξε με την μικρή πλαστική μύγα που είχε στερεώσει ο Χάντερ στο αγκίστρι της πετονιάς της. «Λόγω μυωπίας», της απάντησε εκείνος και έσκυψε να διαλέξει το δικό του δόλωμα. «Τα ψάρια είναι διαβόητοι μύωπες». «Δε σε πιστεύω». Η Λη προσπάθησε αδέξια να ρίξει την πετονιά στο νερό. «Αλλά αυτή τη φορά θα πιάσω οπωσδήποτε ένα». «Θα πρέπει πρώτα να μπει η μύγα στο νερό». Ο Χάντερ κοίταξε την πετονιά της που είχε πιαστεί σ’ ένα βράχο και έριξε επιδέξια τη δική του. Δεν υπήρχε περίπτωση να προσφερθεί να τη βοηθήσει. Μια


βδομάδα μαζί του, η Λη είχε μάθει να μην περιμένει κάτι τέτοιο. Είχε μάθει, επίσης, πως αν ήθελε να τον συναγωνιστεί τόσο στο ψάρεμα όσο και σε μια συζήτηση για τη λογοτεχνία του δεκάτου ενάτου αιώνα θα έπρεπε πρώτα να μπει στο πνεύμα του θέματος. Δεν ήταν ούτε απλό ούτε γρήγορο, αλλά η Λη γονάτισε και ξεμπέρδεψε την πετονιά. Έριξε μια ματιά στον Χάντερ που έδειχνε πολύ απορροφημένος να παρακολουθεί την επιφάνεια του ρυακιού για να προσέξει τη δική της πρόοδο, αλλά τον είχε μάθει πια. Ο Χάντερ έβλεπε ό,τι συνέβαινε γύρω του είτε κοιτούσε είτε όχι. Η Λη στάθηκε λίγα μέτρα πιο μακριά και δοκίμασε πάλι. Αυτή τη φορά η πετονιά της έπεσε στο νερό μ’ έναν μαλακό γδούπο. Ο Χάντερ είδε το φευγαλέο χαμόγελο που άγγιζε σπάνια τα χείλη της, αλλά δεν έκανε κανένα σχόλιο. Είχε μάθει πως η Λη ήταν μια γυναίκα που έπαιρνε πολύ σοβαρά τον εαυτό της. Αυτός, όμως, ήξερε να βλέπει κάτω από την επιφάνεια και να διακρίνει τη γλύκα και τη ζεστασιά που εκείνη πρόσφερε πολύ φειδωλά. Δεν άκουγες συχνά το σιγανό, βραχνό γέλιο της. Γι’ αυτό κάτι τον έσπρωχνε να θέλει να της το αποσπάσει με κάθε ευκαιρία. Η τελευταία βδομάδα δεν ήταν καθόλου εύκολη για εκείνη. Μαθαίνεις περισσότερα για τους άλλους όταν τους παρατηρείς σε δύσκολες καταστάσεις παρά σ’ ένα κοκτέιλ πάρτι. Ο Χάντερ είχε αρχίσει να συμπληρώνει τις πρώτες εντυπώσεις που είχε σχηματίσει για τη Λη στο αεροδρόμιο του Φλάγκσταφ. Αλλά είχε ακόμα κάμποσο δρόμο να διανύσει. Αντίθετα από τους περισσότερους ανθρώπους που γνώριζε, οι σιωπές δεν την έκαναν να νιώθει άβολα. Αυτό του άρεσε. Και όσο πιο ατημέλητος γινόταν αυτός με την εμφάνισή του, τόσο περισσότερο φρόντιζε εκείνη τη δική της. Τον διασκέδαζε να τη βλέπει κάθε πρωί να πηγαίνει στα ντους και να γυρίζει καλοχτενισμένη και μακιγιαρισμένη τέλεια. Πάντως αυτός έκανε ό,τι


περνούσε από το χέρι του ώστε τα μαλλιά της να είναι ανακατεμένα στο τέλος της μέρας. Πεζοπορία, ψάρεμα. Ο Χάντερ είχε φροντίσει να φθαρούν για τα καλά το τζιν και τα μποτάκια της. Συχνά τα βράδια την έπιανε να τρίβει τα κουρασμένα πόδια της. Όταν θα γύριζε στο Λος Άντζελες και θα καθόταν στο άνετο γραφείο της, δε θα κατάφερνε να ξεχάσει τις δύο βδομάδες που είχε περάσει στο Όουκ Κρικ Κάνυον. Τ ώρα, η Λη στεκόταν στην όχθη του ρυακιού κρατώντας το καλάμι του ψαρέματος και με τα δυο της χέρια. Η έκφρασή της ήταν σοβαρή και αυτάρεσκη. Αυτό ήταν κάτι που του άρεσε –αυτή η έμφυτη ανάγκη της για ανταγωνισμό, αλλά και η ευαισθησία που κρυβόταν κάτω από την αυτοπεποίθησή της. Θα στεκόταν εκεί, με το καλάμι στα χέρια, δε θα το άφηνε αν δεν της έλεγε αυτός πως το ψάρεμα είχε τελειώσει. Και μόλις θα γύριζαν στην κατασκήνωση, θα άλειφε τα χέρια της με την κρέμα που είχε το άρωμα του γιασεμιού, διατηρώντας τα προκλητικά μαλακά. Σήμερα ήταν η σειρά της να μαγειρέψει και θα το έκανε, αν και χειριζόταν ακόμα κάπως αδέξια τα σκεύη και όλα τα φαγητά κολλούσαν. Αλλά του άρεσε και γι’ αυτό –επειδή δεν το έβαζε με τίποτα κάτω. Η περιέργειά της παρέμενε αμείωτη. Συνέχιζε να του κάνει ερωτήσεις και εκείνος άλλοτε της απαντούσε και άλλοτε όχι, ανάλογα με το κέφι του. Στη συνέχεια τον άφηνε στην ησυχία του να διαβάσει, ενώ εκείνη έγραφε. Ήταν άνετη. Ασυνήθιστα άνετη μάλιστα, έτσι όπως καθόταν δίπλα στη φωτιά της κατασκήνωσης. Ασυναίσθητα ή όχι, χαλάρωνε γράφοντας το ημερολόγιο ή ξαναδιαβάζοντας τις σημειώσεις της. Το ημερολόγιό της τον ενδιέφερε, οι σημειώσεις της τον άφηναν παντελώς αδιάφορο. Ο Χάντερ περίμενε να μάθει κάποια πράγματα για εκείνη τούτες τις δυο εβδομάδες και το ήξερε πως έπρεπε να της δώσει και αυτός


κάποιες πληροφορίες για το άτομό του σε αντάλλαγμα. Αυτό το θεωρούσε μια δίκαιη ανταλλαγή. Εκείνο που δεν περίμενε ήταν να χαρεί τη συντροφιά της. Ο ήλιος ήταν δυνατός, παρ’ όλη την υγρασία του πρωινού, και δε φυσούσε καθόλου. Αλλά ο ουρανός δεν ήταν καθαρός. Άραγε η Λη είχε προσέξει τα σύννεφα στα ανατολικά; αναρωτήθηκε ο Χάντερ. Είχε καταλάβει ότι το βράδυ θα ξεσπούσε καταιγίδα; Τα σύννεφα έκρυβαν πολλούς κεραυνούς. Έμεινε καθισμένος κατάχαμα, σταυροπόδι. Θα ήταν πιο ενδιαφέρον αν η Λη το ανακάλυπτε από μόνη της. Πέρασαν το πρωινό αμίλητοι. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι φωνές των περαστικών και το θρόισμα των φύλλων. Ο Χάντερ ψάρεψε δύο πέστροφες, αλλά τη δεύτερη την έριξε πάλι πίσω στο ρυάκι επειδή ήταν μικρή. Δεν έκανε κανένα σχόλιο. Το ίδιο και η Λη που με δυσκολία συγκρατιόταν για να μην τρίξει τα δόντια της. Μετά από κάθε τους εξόρμηση εκείνος γύριζε στην κατασκήνωση με ψάρι κι εκείνη με πιασμένο λαιμό. «Αρχίζω να αναρωτιέμαι», του είπε στο τέλος, «μήπως έχεις βάλει κάτι στο δόλωμα και διώχνει τα ψάρια». Ο Χάντερ, που κάπνιζε τεμπέλικα, γύρισε να σβήσει το τσιγάρο του. «Θέλεις να αλλάξουμε καλάμι;» Η Λη του έριξε ένα πλάγιο βλέμμα και διέκρινε το γέλιο στο γοητευτικό πρόσωπό του. Ένιωσε να παραλύει και σφίχτηκε. Μα δε θα συνήθιζε ποτέ τον τρόπο που αντιδρούσε το κορμί της κάθε φορά που τα βλέμματά τους έσμιγαν; «Όχι», του απάντησε ψυχρά. «Θα κρατήσω αυτό που έχω. Είσαι επιδέξιος πάντως, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι δεν πήγαινες από μικρός για ψάρεμα». «Μαθαίνω γρήγορα». «Με τι ασχολιόταν ο πατέρας σου στο Λος Άντζελες;» συνέχισε τις ερωτήσεις η Λη, περιμένοντας πως ή θα της απαντούσε αόριστα ή δε


θα της απαντούσε καθόλου. «Πουλούσε παπούτσια». Και επειδή θεωρούσε πιο πιθανό το δεύτερο, έκανε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσει τα λόγια του. «Πουλούσε παπούτσια;» «Ακριβώς. Δούλευε στο τμήμα με τα παπούτσια σ’ ένα αρκετά μεγάλο πολυκατάστημα στο κέντρο της πόλης. Η μητέρα μου πουλούσε χαρτικά στον τρίτο όροφο». Ο Χάντερ δε χρειάστηκε να την κοιτάξει για να δει πως είχε σμίξει τα φρύδια της. «Σε ξάφνιασα;» «Ναι», παραδέχτηκε η Λη. «Λιγάκι. Υποθέτω πως φαντάστηκα ότι θα είχες επηρεαστεί ως ένα βαθμό από τους δικούς σου οι οποίοι περίμενα να έχουν ασυνήθιστες καριέρες και αλλόκοτα ενδιαφέροντα». Ο Χάντερ έριξε πάλι την πετονιά στο νερό με μια επιδέξια κίνηση του δεξιού καρπού του. «Πριν αρχίσει ο πατέρας μου να πουλάει παπούτσια, πουλούσε εισιτήρια στο τοπικό θέατρο κι ακόμα πιο πριν, νομίζω πως πουλούσε πλαστικά δάπεδα». Ύψωσε ελαφρά τους ώμους του και γύρισε προς το μέρος της. «Ήταν ένας άνθρωπος που οι οικονομικές συνθήκες τον είχαν παγιδεύσει στο μεροκάματο, ενώ είχε γεννηθεί για να ονειρεύεται. Αν είχε γεννηθεί μέσα στα πλούτη μπορεί να γινόταν ζωγράφος ή ποιητής. Όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα, έγινε πωλητής και έχανε συνέχεια τη δουλειά του επειδή δεν είχε την παραμικρή ικανότητα να πουλήσει οτιδήποτε, ούτε καν τον εαυτό του». Μολονότι ο τόνος του ήταν αδιάφορος, η Λη χρειάστηκε να καταβάλει προσπάθεια για να μείνει συναισθηματικά αμέτοχη. «Μιλάς σαν να μη ζει πια». «Πάντα πίστευα ότι η μητέρα μου πέθανε από υπερκόπωση και ο πατέρας μου επειδή δεν τον ενδιέφερε η ζωή χωρίς εκείνη». Η συμπάθεια που ένιωσε η Λη, της έφραξε το λαιμό. Της ήταν αδύνατον να καταπιεί. «Πότε τους έχασες;»


«Στα δεκαοκτώ μου. Πέθαναν μ’ έξι μήνες διαφορά ο ένας από τον άλλον». «Ήσουν πολύ μεγάλος για να αναλάβει η Πολιτεία τη φροντίδα σου», μουρμούρισε η Λη. «Και πολύ μικρός για να μείνεις μόνος σου». Συγκινημένος, ο Χάντερ περιεργάστηκε το προφίλ της. «Μη λυπάσαι για μένα, Λενόρ, τα κατάφερα μια χαρά». «Μα δεν ήσουν άντρας ακόμα». Ή μήπως ήταν; «Δεν είχες πάει ούτε στο κολέγιο». «Είχα κάποια βοήθεια. Για ένα διάστημα δούλεψα ως σερβιτόρος». Η Λη θυμήθηκε το πορτοφόλι της που ήταν γεμάτο πιστωτικές κάρτες όσο σπούδαζε στο κολέγιο. Ό,τι ήθελε, δεν είχε παρά να απλώσει το χέρι της και να το πάρει. «Δε θα ήταν εύκολο». «Δεν είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο». Ο Χάντερ άναψε ένα τσιγάρο και είδε τα σύννεφα να τους πλησιάζουν. «Όταν τέλειωσα το κολέγιο, ήξερα πως θα γινόμουν συγγραφέας». «Και τι έκανες από τη στιγμή που αποφοίτησες από το κολέγιο μέχρι να εκδοθεί το πρώτο σου βιβλίο;» Ο Χάντερ της χαμογέλασε πίσω από το σύννεφο καπνού που είχε απλωθεί ανάμεσά τους. «Ζούσα, έγραφα, πήγαινα για ψάρεμα όποτε μπορούσα». Δε θα την ξεφορτωνόταν τόσο εύκολα. Χωρίς να συνειδητοποιήσει τι έκανε, η Λη κάθισε στο χώμα δίπλα του. «Θα πρέπει και να δούλευες». «Μπορεί πολλοί να διαφωνούν, αλλά το γράψιμο είναι δουλειά». Ο Χάντερ είχε το ταλέντο να σαρκάζει αστειευόμενος. Κάτω από άλλες συνθήκες, η Λη μπορεί να είχε χαμογελάσει. «Το ξέρεις πως δεν εννοούσα αυτό. Σου χρειαζόταν απαραίτητα κάποιο εισόδημα και πάνε μόλις έξι χρόνια που εκδόθηκε το πρώτο σου βιβλίο».


«Δε λιμοκτονούσα σε καμιά σοφίτα, Λενόρ», της απάντησε και έσυρε το δάχτυλό του στο χέρι της που κρατούσε το καλάμι. Μια σπίθα ικανοποίησης άστραψε μέσα του όταν ένιωσε το σφυγμό της να πεταρίζει. «Εσύ θα πρέπει να ξεκινούσες τη δουλειά σου στο Σελ έμπριτι όταν κυκλοφόρησε Το Χρέος του Διαβόλ ου. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι τ’ αστέρια μας άρχισαν να ανατέλλουν ταυτόχρονα». «Πιθανόν». Η Λη τράβηξε το βλέμμα της από το δικό του και το κάρφωσε πάλι στην επιφάνεια του ρυακιού. «Είσαι ευχαριστημένη στο περιοδικό;» Ασυναίσθητα, πρότεινε το πιγούνι της. «Κατάφερα από το κορίτσι για τα θελήματα να γίνω μόνιμη ρεπόρτερ μέσα σε πέντε χρόνια». «Δεν είναι απάντηση αυτή». «Το ίδιο ισχύει και για τις περισσότερες δικές σου», τον αντέκρουσε. «Αυτό είναι αλήθεια. Τ ι είναι αυτό που αναζητάς εκεί;» «Την επιτυχία», του απάντησε αμέσως. «Την ασφάλεια». «Το ένα δε συνεπάγεται απαραίτητα και το άλλο». Η φωνή της έκρυβε την ίδια πρόκληση με το βλέμμα που του έριξε. «Εσύ τα διαθέτεις και τα δύο». «Ένας συγγραφέας δεν μπορεί να νιώσει ποτέ ασφάλεια», διαφώνησε ο Χάντερ. «Εκτός αν είναι ηλίθιος. Διάβασα όλο το χειρόγραφο που έφερες μαζί σου». Η Λη δε μίλησε. Το ήξερε πως εκείνος θα έθιγε αυτό το θέμα προτού περάσουν οι δυο βδομάδες, αλλά ήλπιζε να το αναβάλει για λίγο ακόμα. Το σιγανό αεράκι έπαιζε με τα μαλλιά της. Κάρφωσε το βλέμμα της στο νερό. Τα βότσαλα φάνταζαν σαν πολύτιμες πέτρες. Όπως ακριβώς και οι αυταπάτες. «Το ξέρεις ότι πρέπει να το τελειώσεις», της είπε ήρεμα ο Χάντερ. «Δεν μπορείς να με πείσεις πως θα είσαι ευχαριστημένη αν


εγκαταλείψεις τους ήρωές σου μετέωρους, τη στιγμή που έκανες τόσον κόπο για να τους δώσεις ζωή. Έχεις διηγηθεί την ιστορία σου κατά τα δύο τρίτα, Λενόρ». «Δεν έχω χρόνο», άρχισε να λέει εκείνη. «Αυτό δεν είναι καλή δικαιολογία». Η Λη γύρισε προς το μέρος του εκνευρισμένη. «Εύκολο για σένα να το λες όταν απολαμβάνεις τη δόξα. Έχω μια απαιτητική δουλειά. Αν της προσφέρω όλο το χρόνο και το ταλέντο μου, θα ανέβω στην κορυφή του Σελ έμπριτι». «Το μυθιστόρημά σου είναι που χρειάζεται όλο το χρόνο και το ταλέντο σου». Δεν της άρεσε ο τρόπος που το έθετε –σαν να μην είχε στην ουσία επιλογή. «Χάντερ, δεν ήρθα εδώ για να κουβεντιάσουμε για τη δουλειά μου, αλλά για τη δική σου και για τα ενδιαφέροντά σου. Κολακεύομαι που πιστεύεις ότι το μυθιστόρημά μου έχει κάποια αξία, αλλά έχω μια δουλειά να κάνω». «Κολακεύεσαι;» επανέλαβε εκείνος, καρφώνοντάς τη πάλι μ’ εκείνο το σκοτεινό βλέμμα του, ενώ το χέρι του έσφιγγε τα δικά της. «Όχι, δεν κολακεύεσαι καθόλου. Εύχεσαι να μην είχα διαβάσει ποτέ το μυθιστόρημά σου και δε θέλεις να το κουβεντιάσεις. Ακόμα και να πειστείς ότι αξίζει, θα συνεχίσεις να φοβάσαι να το δημοσιεύσεις». Η αλήθεια την έκανε να θυμώσει. «Η πρώτη μου προτεραιότητα είναι η δουλειά μου. Και δεν έχει καμιά σημασία αν το εγκρίνεις ή όχι. Δε σε αφορά». «Όχι. Μάλλον όχι», είπε αργά ο Χάντερ, συνεχίζοντας να την κοιτάζει. «Έχεις ένα ψάρι στην πετονιά σου». «Δε θέλω να...» Η Λη μισόκλεισε τα μάτια της κι έκοψε στη μέση τη φράση της. «Τ ι είπες;» «Έχεις πιάσει ένα ψάρι», επανέλαβε εκείνος. «Καλύτερα να μαζέψεις την πετονιά».


«Έπιασα ψάρι;» Έκπληκτη, η Λη ένιωσε το καλάμι να τινάζεται στο χέρι της. «Έπιασα ψάρι! Ω Θεέ μου». Άρπαξε το καλάμι και με τα δυο χέρια και είδε την πετονιά να κουνιέται. «Έπιασα πραγματικά ένα. Τ ι κάνω τώρα;» «Μαζεύεις την πετονιά», πρότεινε πάλι ο Χάντερ και ξάπλωσε πίσω στο γρασίδι. «Δε θα με βοηθήσεις;» Η Λη ένιωσε ηλίθια αδέξια καθώς άρχισε να γυρίζει το μηχανάκι για να μαζέψει την πετονιά. Πετάχτηκε όρθια, πιστεύοντας πως αυτό θα της έδινε κάποιο πλεονέκτημα. «Χάντερ, δεν ξέρω τι κάνω. Μπορεί να το χάσω». «Εσύ ψαρεύεις», της απάντησε εκείνος και συνέχισε να την παρακολουθεί χαμογελώντας. Άραγε, αναρωτήθηκε, θα έδειχνε τόσο χαρούμενη αν έπαιρνε συνέντευξη από τον Πρόεδρο; Μάλλον όχι, αν και ήξερε πως εκείνη θα διαφωνούσε μαζί του. Αλλά, πάλι, η Λη δεν μπορούσε να δει τον εαυτό της εκείνη την ώρα. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, τα μάγουλά της άστραφταν, τα μάτια της ήταν τεράστια και η γλώσσα ανάμεσα στα δόντια της. Η επιδερμίδα της έλαμπε στο δυνατό ήλιο και το γέλιο της, όταν έβγαλε στον αέρα το ψάρι που σπαρταρούσε, χάιδεψε τον αυχένα του σαν πούπουλο. Ο πόθος τον έπνιξε καθώς το βλέμμα του ταξίδεψε στα μακριά πόδια της, για ν’ ανέβει πιο ψηλά στις καμπύλες που τονίζονταν από το σορτσάκι και το στενό μπλουζάκι της, αλλά και την προσπάθεια να δαμάσει το ψάρι που εξακολουθούσε να δίνει τη μάχη του να ξεφύγει. Το βλέμμα του δεν άργησε να καταλήξει στο πρόσωπό της που ήταν ακόμα αναψοκοκκινισμένο από την έκπληξη. «Χάντερ!» Η Λη γέλασε και κράτησε το ψάρι που συνέχιζε να σπαρταρά πάνω από το γρασίδι. «Τα κατάφερα». Πλησίαζε σε μέγεθος με το πιο μεγάλο που είχε πιάσει εκείνος αυτή τη βδομάδα. Ο Χάντερ σούφρωσε τα χείλια του όταν το είδε. Ήταν μεγάλος ο πειρασμός να της κάνει κομπλιμέντο, αλλά η


έκφρασή της ήταν ήδη αρκετά αυτάρεσκη. «Πρέπει να το βγάλεις από το αγκίστρι», της θύμισε και ανασηκώθηκε ελαφρά στους αγκώνες του. «Να το βγάλω από το αγκίστρι;» Η Λη τον κοίταξε εμβρόντητη. «Δε θέλω να το πιάσω στα χέρια μου». «Θα πρέπει να το πιάσεις για να το βγάλεις από το αγκίστρι». Η Λη ύψωσε το φρύδι της. «Θα το πετάξω πάλι στο νερό». Ο Χάντερ ύψωσε αδιάφορα τους ώμους του, έκλεισε τα μάτια και έγειρε να απολαύσει το ελαφρό αεράκι. Σιγά που θα το πετούσε πίσω. «Δικό σου είναι το ψάρι, όχι δικό μου». Διχασμένη ανάμεσα στην αποστροφή της να πιάσει το ψάρι που σπαρταρούσε ακόμα και στην περηφάνια της που το είχε πιάσει, η Λη τον κοίταξε. Ο κύριος δε σκόπευε να τη βοηθήσει, αυτό ήταν οδυνηρά φανερό. Και αν πετούσε το ψάρι πίσω στο νερό, όλο το βράδυ θα την κοιτούσε μ’ ένα ειρωνικό μισοχαμόγελο. Απαράδεκτο. Εξάλλου, σκέφτηκε πολύ λογικά, δε θα αναγκαζόταν να πιάσει το ψάρι ακόμα και για να το πετάξει πίσω; Η Λη έσφιξε τα δόντια και άπλωσε το χέρι της. Ήταν υγρό, γλιστερό και κρύο. Τ ράβηξε πίσω το χέρι της. Ύστερα, με την άκρη του ματιού της, είδε τον Χάντερ να την κοιτάζει χαμογελώντας. Η Λη κράτησε την ανάσα της, άρπαξε την πέστροφα με το ένα χέρι και τράβηξε το αγκίστρι με το άλλο. Αν ο Χάντερ δεν την παρακολουθούσε προκαλώντας τη, δε θα τα είχε καταφέρει ποτέ. Με το πιο υπεροπτικό της χαμόγελο πέταξε την πέστροφα στο ψυγειάκι που κουβαλούσε εκείνος πάντα μαζί του στις εξορμήσεις τους για ψάρεμα. «Πολύ καλά». Ο Χάντερ έκλεισε το ψυγειάκι προτού μαζέψει την πετονιά του. «Είναι αρκετά για το αποψινό μας δείπνο. Έπιασες καλό κομμάτι, Λενόρ». «Ευχαριστώ». Οι λέξεις, ευγενικές και ψυχρές, έκρυβαν την


ικανοποίησή της. «Θα μπορούσε να φτάσει και για τους δυο μας ακόμα και αφού το καθαρίσεις». «Είναι τόσο μεγάλο όσο...» Ο Χάντερ είχε πάρει ήδη το δρόμο του γυρισμού για την κατασκήνωση και η Λη χρειάστηκε να τρέξει για να τον προλάβει. «Εγώ θα το καθαρίσω;» «Αυτός είναι ο κανόνας. Ό,τι πιάνουμε, το καθαρίζουμε». Η Λη πείσμωσε, αλλά ο Χάντερ δεν της έδωσε σημασία. «Εγώ δεν καθαρίζω ψάρια». «Τότε δε θα φας ψάρι». Τα λόγια του ήταν κοφτά και αδιάφορα, όπως λίγο πριν το ανασήκωμα των ώμων του. Η Λη ξέχασε την περηφάνια της και τον έπιασε από το μπράτσο. «Χάντερ, θα πρέπει να αλλάξεις τον κανόνα». Αναστέναξε, αλλά αποφάσισε πως δε θα πνιγόταν αν έλεγε τη λέξη. Τουλάχιστον δε θα πνιγόταν άσχημα. «Σε παρακαλώ». Εκείνος σταμάτησε και το σκέφτηκε. «Αν το καθαρίσω εγώ, θα πρέπει να μου το ανταποδώσεις...» Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. «Θα μου κάνεις κι εσύ μια χάρη». «Μπορώ να μαγειρέψω δυο συνεχόμενα βράδια». «Μίλησα για χάρη». Η Λη γύρισε απότομα προς το μέρος του, αλλά μόλις αντίκρισε το πρόσωπό του έβαλε τα γέλια. «Εντάξει. Ποια είναι η συμφωνία;» «Γιατί να μην την αφήσουμε ανοιχτή για την ώρα;» της πρότεινε. «Δε μου έρχεται τίποτε στο μυαλό αυτή τη στιγμή». Αυτή τη φορά ήταν η Λη που το σκέφτηκε. «Θα είναι διαπραγματεύσιμη;» «Φυσικά». «Σύμφωνοι». Κοίταξε τις παλάμες της και σούφρωσε τη μύτη της. «Τ ώρα πάω να πλύνω τα χέρια μου».


Η Λη δε φανταζόταν πως θα μπορούσε να νιώσει τέτοιο ενθουσιασμό πιάνοντας ένα ψάρι και ψήνοντάς το στη φωτιά η ίδια. Όπως δε φανταζόταν πως θα έκανε μέρες να κοιτάξει το όμορφο χρυσό ρολόι στον καρπό της. Αν δεν κρατούσε ημερολόγιο, πιθανότατα να μην ήξερε ούτε τι μέρα ήταν. Ήταν αλήθεια πως οι μύες της εξακολουθούσαν να διαμαρτύρονται μετά τον βραδινό ύπνο στη σκηνή και τα ντους ήταν στην καλύτερη περίπτωση προβληματικά και στη χειρότερη σκέτο μαρτύριο. Αλλά, χωρίς να το συνειδητοποιεί, είχε αρχίσει να χαλαρώνει. Για πρώτη φορά από τότε που θυμόταν τον εαυτό της η μέρα της δεν ήταν αυστηρά προγραμματισμένη από την ίδια ή από κάποιον άλλον. Ξυπνούσε όταν είχε χορτάσει ύπνο, κοιμόταν όταν ήταν κουρασμένη και έτρωγε όταν πεινούσε. Εδώ δεν υπήρχε η λέξη «χρονοδιάγραμμα». Και αυτό ήταν κάτι που δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό της να ζήσει από τη μέρα που έφυγε από το σπίτι των γονιών της στο Παλμ Σπρινγκς. Μπορεί ένα απρόβλεπτο βλέμμα του Χάντερ να έκανε το σφυγμό της να επιταχύνεται και να τη βασάνιζε η κρυφή επιθυμία της γι’ αυτόν, αλλά η Λη ένιωθε άνετα να βρίσκεται μαζί του. Και επειδή αυτό την ξάφνιασε, δεν έψαξε να βρει τους λόγους. Τούτη την ώρα, λίγο προτού σουρουπώσει, της άρεσε να κάθεται δίπλα στη φωτιά και να φροντίζει το δείπνο. «Δεν περίμενα ποτέ να μυρίζει κάτι τόσο όμορφα». Ο Χάντερ σέρβιρε ένα φλιτζάνι καφέ και την κοίταξε. «Ψήσαμε ψάρι και δυο μέρες πριν». «Το δικό σου ψάρι», του είπε η Λη, γυρίζοντας προσεκτικά την πέστροφα. «Τούτο εδώ είναι το δικό μου». Ο Χάντερ χαμογέλασε, ενώ αναρωτιόταν αν η Λη θυμόταν τη φρίκη της την πρώτη φορά που της είχε πει να πιάσει το καλάμι. «Η τύχη του πρωτάρη».


Η Λη άνοιξε το στόμα της να του δώσει μια πληρωμένη απάντηση, αλλά τότε πρόσεξε τον τρόπο που της χαμογελούσε. Το χαμόγελό του δεν έπνιξε μόνο την απάντησή της, ισοπέδωσε σχεδόν και το προστατευτικό τείχος που είχε ορθώσει γύρω της. Ξεφύσηξε αργά και κάρφωσε πάλι το βλέμμα της στο τηγάνι. «Αν το ψάρεμα εξαρτάται από την τύχη», κατάφερε να μουρμουρίσει, «τότε έχεις κι εσύ μπόλικη». «Τα πάντα εξαρτώνται από την τύχη». Ο Χάντερ άπλωσε δυο πιάτα προς το μέρος της. Η Λη σέρβιρε σε αυτά την αχνιστή πέστροφα και κάθισε να την απολαύσει. «Αν το πιστεύεις αυτό, τι έχεις να πεις για τη μοίρα; Μου έχεις αναφέρει αρκετές φορές ότι μπορούμε να πολεμήσουμε τη μοίρα, αλλά αποκλείεται να νικήσουμε». Ο Χάντερ ύψωσε το φρύδι του. Το κοφτερό ορθολογιστικό πνεύμα της δεν έπαυε στιγμή να τον εντυπωσιάζει. «Είναι αλληλένδετα», της απάντησε και δοκίμασε λίγη πέστροφα, σημειώνοντας πως η Λη είχε προσέξει να μην καρβουνιάσει το ψάρι της. «Είναι η μοίρα σου να βρίσκεσαι εδώ μαζί μου. Ήσουν αρκετά τυχερή ώστε να πιάσεις το ψάρι». «Μου φαίνεται πως διαστρεβλώνεις τα πράγματα για να ταιριάζουν με τις απόψεις σου». «Ναι. Το ίδιο δεν κάνουν όλοι;» «Υποθέτω». Η Λη άρχισε να τρώει σκεφτική, κοιτάζοντας τη θέα πίσω από την πλάτη του. Είχε ξαναφάει ποτέ κάτι τόσο νόστιμο; Θα ξανάτρωγε ποτέ; «Αλλά κανείς δεν τα παρουσιάζει τόσο ωραία όσο εσύ». Απρόθυμα, πήρε ένα από τα ξερά φρούτα που της πρόσφερε ο Χάντερ. Οι προμήθειές του σε αυτά έμοιαζαν ατέλειωτες, εκείνη όμως δεν είχε συνηθίσει ακόμα τη γεύση τους. «Αν μπορούσες να αλλάξεις ένα πράγμα στη ζωή σου, ποιο θα ήταν αυτό;»


Επειδή της έκανε την ερώτηση χωρίς προεισαγωγές κι επειδή ήταν περίεργα χαλαρωμένη, η Λη του απάντησε χωρίς να σκεφτεί. «Θα ήθελα περισσότερα». Ο Χάντερ δεν τη ρώτησε, όπως είχαν κάνει οι γονείς της, τι ήταν αυτά τα περισσότερα. Κούνησε απλά το κεφάλι του. «Θα λέγαμε πως είναι η μοίρα σου να τα θέλεις και η τύχη σου να τα αποκτήσεις ή όχι». Η Λη δάγκωσε το ξερό βερίκοκο και τον κοίταξε. Το φως που είχε αρχίσει να πέφτει και οι φλόγες της φωτιάς δημιουργούσαν σκιές στο πρόσωπό του. Τον κολάκευαν. Η κοντή άτακτη γενειάδα πλαισίωνε το ποιητικό στόμα του, κάνοντάς το ακόμα πιο γοητευτικό. Ήταν ένας άντρας που μια γυναίκα δε θα μπορούσε ποτέ να αγνοήσει, που δε θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει. Άραγε εκείνος το ήξερε αυτό; Η σκέψη αυτή παραλίγο να την κάνει να βάλει τα γέλια. Και βέβαια, το ήξερε. Ο Χάντερ ήξερε πάρα πολλά. «Κι εσύ;» Η Λη έγειρε ελαφρά μπροστά όπως κάθε φορά που έκανε μια σημαντική ερώτηση. «Εσύ τι θα άλλαζες;» Ο Χάντερ χαμογέλασε μ’ έναν τρόπο που έκανε το αίμα της να κοχλάσει. «Θα έπαιρνα περισσότερα», της απάντησε ήρεμα. Η Λη ένιωσε το ρίγος στη ραχοκοκαλιά της και ήταν σίγουρη πως το αντιλήφθηκε και ο Χάντερ. Ήταν καιρός να θυμίσει στον εαυτό της πως βρισκόταν εκεί για δουλειά. «Ξέρεις», άρχισε να λέει αρκετά αβίαστα, «αυτή τη βδομάδα μου είπες πολλά. Από μια άποψη περισσότερα απ’ όσα περίμενα, αλλά από την άλλη πολύ λιγότερα». Ήρεμη πάλι, μάσησε άλλη μια μπουκιά πέστροφα. «Ίσως θα μπορούσα να σε καταλάβω πολύ καλύτερα αν μου περιέγραφες μια τυπική μέρα σου». Ο Χάντερ έτρωγε απολαμβάνοντας τη μυρωμένη ατμόσφαιρα της υπαίθρου. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να πλησιάζουν και το αεράκι ολοένα δυνάμωνε. Άραγε η Λη το είχε προσέξει; «Δεν υπάρχει


τυπική μέρα». «Άρχισες πάλι τις υπεκφυγές». «Ναι». «Η δουλειά μου είναι να σε στριμώξω». Ο Χάντερ την κοίταξε πάνω από την κούπα με τον καφέ του. «Μ’ αρέσει να σε παρακολουθώ να κάνεις τη δουλειά σου». Η Λη γέλασε. Κατά τα φαινόμενα αυτός ο άνθρωπος είχε πάντα την ικανότητα να την εκνευρίζει και να τη διασκεδάζει ταυτόχρονα. «Χάντερ, γιατί έχω την εντύπωση πως κάνεις ό,τι περνάει από το χέρι σου για να μου δυσκολέψεις τη ζωή;» «Είσαι πολύ διορατική», της απάντησε. Άφησε το πιάτο του και άρχισε να παίζει με τις άκρες των μαλλιών της, μια συνήθειά του που η Λη δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει ποτέ αδιάφορα. «Έχω μπροστά μου την εικόνα μιας γυναίκας με ρομαντική ομορφιά κι ένα λογικό και πειθαρχημένο μυαλό». «Χάντερ...» «Περίμενε, μόλις τώρα έχω αρχίσει να συμπληρώνω τα κενά. Είναι φιλόδοξη, ανήσυχη, τρομερά αισθησιακή χωρίς να έχει απόλυτη επίγνωση του πράγματος». Είδε τα μάτια της να αλλάζουν χρώμα, να γίνονται το ίδιο σκοτεινά με τον ουρανό πάνω από τα κεφάλια τους. «Είναι παγιδευμένη σε κάτι που δεν μπορεί ούτε να το εξηγήσει ούτε να το καταλάβει. Συμβαίνουν διάφορα γύρω της και δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερα να αποστασιοποιηθεί από αυτά. Και υπάρχει ένας άντρας, ένας άντρας τον οποίον ποθεί, αλλά δεν εμπιστεύεται απόλυτα. Αυτός ο άντρας δεν της δίνει τις λογικές εξηγήσεις που θέλει εκείνη, αλλά ο παράλογος κόσμος του πλησιάζει τρομακτικά την αλήθεια. Αν του χαρίσει την εμπιστοσύνη της, θα πρέπει να γυρίσει την πλάτη της σε όσα θεωρεί εκείνη δεδομένα. Αν δεν το κάνει, θα μείνει μόνη». Ο Χάντερ μιλούσε για εκείνη, σε εκείνη. Η Λη ένιωθε το λαιμό της


κατάξερο και τις παλάμες της ιδρωμένες, αλλά δεν ήξερε αν έφταιγαν τα λόγια του ή το απαλό άγγιγμα των δαχτύλων του στις άκρες των μαλλιών της. «Προσπαθείς να με τρομάξεις, υφαίνοντας μια πλοκή γύρω μου». «Υφαίνω όντως μια πλοκή γύρω σου», συμφώνησε ο Χάντερ. «Το αν σε τρομάζω ή όχι εξαρτάται από το πόσο πετυχημένη είναι αυτή η πλοκή. Οι σκιές και οι θύελλες είναι ο τομέας μου». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή μια αστραπή έσκισε τον ουρανό. «Αλλά όλοι οι συγγραφείς χρειάζονται ένα περιτύλιγμα. Απαλό, λευκό δέρμα...» Έσυρε την ανάστροφη της παλάμης του στο μάγουλό της. «Μεταξένια μαλλιά με χρυσοκόκκινες ανταύγειες. Σε αντίθεση, υπάρχει η σκοτεινιά, ο άνεμος, οι φωνές μέσα από τις σκιές. Η λογική απέναντι στο ανέφικτο. Το αδιανόητο μπροστά στην ψυχρή, εξευγενισμένη ομορφιά». Η Λη ξεροκατάπιε για να καθαρίσει το λαιμό της και προσπάθησε να δώσει ανάλαφρη νότα στη φωνή της. «Υποθέτω πως θα έπρεπε να κολακευτώ, αλλά δεν είμαι σίγουρη πως θέλω να με δω ηρωίδα σε βιβλίο τρόμου». «Αυτό μας γυρίζει πάλι στην κουβέντα που είχαμε για τη μοίρα, σωστά;» Η αστραπή έσκισε πάλι το σκοτεινιασμένο ουρανό τη στιγμή που έσμιγαν τα βλέμματά τους. «Σε χρειάζομαι, Λενόρ», της ψιθύρισε ο Χάντερ. «Για την ιστορία που θέλω να διηγηθώ... Και για πολύ περισσότερα». Το ρίγος της αυτή τη φορά ήταν ακόμα πιο έντονο ίσως και λόγω του σούρουπου. «Θα βρέξει». Η φωνή της τώρα δεν ακούστηκε αδιάφορη και ήρεμη. Οι αισθήσεις της είχαν αρχίσει να την προδίδουν. Όταν έκανε να σηκωθεί, διαπίστωσε πως ο Χάντερ είχε πιάσει το χέρι της και σηκώθηκε κι εκείνος μαζί της. Ο αέρας που φυσούσε ξεσήκωνε τα φύλλα και τις αισθήσεις της. Το φως χάθηκε. Οι βροντές αντηχούσαν.


Η έκφραση που αντίκρισε στα μάτια του αρχικά την πάγωσε και στη συνέχεια έκανε το αίμα της να πάρει φωτιά. Ήταν τόσο απότομη η αλλαγή, που η Λη δεν μπόρεσε να την ελέγξει. Η λαβή του ήταν χαλαρή. Θα μπορούσε να είχε τραβήξει το χέρι της, αν διέθετε τη θέληση να το κάνει. Το βλέμμα του ήταν αυτό που της στέρησε τη θέληση. Έμειναν εκεί, με τα χέρια τους ενωμένα, να κοιτάζονται, ενώ η θύελλα πλησίαζε. Ίσως η ζωή μας να διαμορφώνεται από τις επιλογές, όπως είχε πει ο Χάντερ κάποτε. Ίσως η τύχη να βάραινε την πλάστιγγα. Αλλά εκείνη τη φευγαλέα στιγμή, η Λη πίστεψε πως η μοίρα κυβερνούσε τα πάντα. Ήταν γραφτό της να πάει μαζί του, να του δοθεί. Και δεν είχε μεγαλύτερα περιθώρια επιλογής από τους ήρωες που δημιουργούσε η φαντασία του. Ύστερα ο ουρανός άνοιξε. Η βροχή έπεφτε καταρρακτώδης. Το σοκ έκανε τη Λη να τιναχτεί πίσω, διακόπτοντας την επαφή τους. Παρ’ όλα αυτά, για μερικά ατέλειωτα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητη, με τη βροχή να τη μουσκεύει και τις αστραπές να διασταυρώνονται πάνω από το κεφάλι της. «Να πάρει η οργή!» Ο Χάντερ κατάλαβε πως απευθυνόταν σ’ εκείνον και όχι στην καταιγίδα. «Τ ώρα, τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνω;» Της χαμογέλασε και με δυσκολία συγκρατήθηκε να μην πάρει το πρόσωπό της στα χέρια του και να τη φιλήσει μέχρι να κάνει τα γόνατά της να λυγίσουν. «Να ψάξεις να χωθείς σ’ ένα στεγνό μέρος», της απάντησε και συνέχισε να χαμογελάει παρ’ όλη τη βροχή, τον αέρα, τις αστραπές. Βρεγμένη, εκνευρισμένη και θυμωμένη, η Λη σύρθηκε μέσα στη σκηνή. Ο κύριος το διασκεδάζει, σκέφτηκε και τράβηξε τα μουσκεμένα κορδόνια από τις μπότες της. Του αρέσει να με βλέπει στα χάλια μου. Οι μπότες της θα χρειάζονταν τουλάχιστον μια


βδομάδα να στεγνώσουν, διαπίστωσε όταν έβγαλε τη μια. Ο Χάντερ χώθηκε κι αυτός στη σκηνή δίπλα της, αλλά η Λη δεν έκανε κανένα σχόλιο. Η καλύτερη λύση ήταν να επικεντρωθεί στο θυμό της. Η βροχή που έπεφτε με δύναμη στην οροφή της σκηνής, έκανε τον εσωτερικό χώρο να φαντάζει μικρότερος. Η Λη είχε απόλυτη συναίσθηση του εαυτού της, αλλά και της παρουσίας του άντρα δίπλα της. Το νερό κύλησε στο λαιμό της καθώς έσκυψε να βγάλει τις κάλτσες της. «Δε νομίζω να κρατήσει πολύ». Ο Χάντερ έβγαλε τη μουσκεμένη μπλούζα του. «Δεν περιμένω να σταματήσει πριν να ξημερώσει». «Υπέροχα». Η Λη ανατρίχιασε, ενώ αναρωτιόταν πώς στην ευχή θα έβγαζε τα βρεγμένα ρούχα της για να φορέσει στεγνά. Ο Χάντερ χαμήλωσε το φυτίλι της λάμπας που είχε φέρει μέσα μαζί του. «Χαλάρωσε και άκου τη βροχή. Είναι πολύ διαφορετική από τη βροχή στην πόλη. Εδώ δεν ακούς λάστιχα να στριγγλίζουν στη βρεγμένη άσφαλτο, δεν ακούς κόρνες, δεν ακούς τρεχαλητά στο πεζοδρόμιο». Έβγαλε μια πετσέτα από το σακίδιό του και άρχισε να σκουπίζει τα μαλλιά της. «Μπορώ να το κάνω μόνη μου». Η Λη έκανε να πιάσει την πετσέτα, αλλά το χέρι του συνέχισε το μασάζ στο κεφάλι της. «Μου αρέσει να τα σκουπίζω. Υγρή φωτιά», μουρμούρισε ο Χάντερ. «Να τι μου θυμίζουν τα μαλλιά σου αυτή τη στιγμή». Βρισκόταν τόσο κοντά της, που η Λη μπορούσε να μυρίσει τη βροχή πάνω του. Η θέρμη του κορμιού του ξυπνούσε δελεαστικά τη δική της. Η βροχή είχε ξαφνικά δυναμώσει ή είχαν οξυνθεί απλά οι αισθήσεις της; Για μια στιγμή, η Λη νόμισε πως μπορούσε να ξεχωρίσει κάθε σταγόνα που έπεφτε. Το θαμπό γκρίζο φως φάνταζε εξωπραγματικό. Είχε την αίσθηση πως μια ζωή έτρεχε να απομακρυνθεί από αυτό. Ή μήπως έτρεχε να το συναντήσει;


«Χρειάζεσαι ξύρισμα», μουρμούρισε και άπλωσε αυθόρμητα το χέρι της να αγγίξει τα ατίθασα γένια του. «Τα γένια σου κρύβουν πολλά. Και είσαι ήδη πολύ δύσκολος άνθρωπος, για να σε καταλάβει κανείς». «Είμαι;» Ο Χάντερ συνέχισε να στεγνώνει τα μαλλιά της. Οι κινήσεις του την ηρεμούσαν και την ερέθιζαν ταυτόχρονα. «Το ξέρεις πως είσαι». Αυτή τη φορά η Λη δεν απέφυγε το βλέμμα του, εκείνο το βλέμμα που είχε την ικανότητα να κάνει το υγρό, παγωμένο κορμί της να παίρνει φωτιά. Η αστραπή χάρισε για μια στιγμή άπλετο φως στη σκηνή, ύστερα θόλωσαν πάλι όλα. Αλλά και μέσα στο μισοσκόταδο η Λη μπορούσε να διακρίνει αυτά που χρειαζόταν. «Η δουλειά μου είναι να ανακαλύψω περισσότερα, να ανακαλύψω τα πάντα». «Και είναι δικαίωμά μου να σου αποκαλύψω μόνο όσα θέλω». «Απλώς, δε βλέπουμε τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο». «Όχι». Η Λη πήρε την πετσέτα και σαν σε όνειρο άρχισε να σκουπίζει τα δικά του μαλλιά. «Είναι τρελό να βρισκόμαστε έτσι, οι δυο μας, εδώ μέσα». Ο Χάντερ δεν είχε συνειδητοποιήσει μέχρι τώρα πως ο πόθος διαθέτει νύχια. Κι αν δεν την έπαιρνε σύντομα, αυτά τα νύχια θα ξέσκιζαν τη σάρκα του. «Γιατί;» «Είμαστε εντελώς διαφορετικοί. Εσύ ψάχνεις το ανεξήγητο, εγώ το λογικό». Αλλά το στόμα του βρισκόταν πολύ κοντά στο δικό της και τα μάτια του έκρυβαν μεγάλη δύναμη. «Χάντερ...» Η Λη ήξερε τι θα ακολουθούσε, ήταν κάτι το ανέφικτο και θα το συνόδευε πολύς πόνος. «Δε θέλω να γίνει αυτό». Ο Χάντερ δεν την άγγιξε, αν και ήταν σίγουρος πως, αν δεν το έκανε σύντομα, θα τρελαινόταν. «Έχεις αυτή την επιλογή». «Όχι». Η φωνή της βγήκε ήρεμη, σαν στεναγμός. «Δεν το


νομίζω». Η Λη άφησε την πετσέτα να πέσει. Είδε την αστραπή και περίμενε έξι ολόκληρα δευτερόλεπτα να ακούσει και τη βροντή. «Ίσως κανείς από τους δυο μας να μην έχει επιλογή». Η ανάσα της άρχισε να βγαίνει ακανόνιστη καθώς ακουμπούσε τα χέρια της στους γυμνούς, δυνατούς ώμους του. Η Λη ήθελε να νιώσει τη δύναμή του, αλλά φοβόταν. Το βλέμμα του την παρακολουθούσε άγρυπνα όσο τον άγγιζε. Αν και το στομάχι του είχε δεθεί κόμπος από την ανάγκη του γι’ αυτή, την άφησε να ορίσει το ρυθμό τούτη την πρώτη τους φορά. Την πιο σημαντική φορά. Τα μακριά δάχτυλά της άγγιζαν, απαλά και δροσερά, τους ώμους του. Δεν ήταν διστακτικά αλλά μάλλον επιφυλακτικά. Σύρθηκαν αργά στα μπράτσα, στο στέρνο του. Το κορμί του είχε μετατραπεί σε τεντωμένο τόξο από την επιθυμία. Η βροχή αντηχούσε στο κεφάλι του καθώς περιεργαζόταν το πρόσωπό της που φάνταζε λευκό και αριστοκρατικό στο θαμπό φως. Η σκηνή τού φάνηκε ξαφνικά πολύ μεγάλη. Ο Χάντερ την ήθελε σ’ ένα χώρο τόσο μικρό, που να μην είχε τη δυνατότητα να κάνει την παραμικρή κίνηση αν δεν κινιόταν κι εκείνος μαζί της. Η Λη δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι τον άγγιζε τόσο ελεύθερα, τόσο τολμηρά, που ένιωθε τη σάρκα του να πάλλεται κάτω από τα ακροδάχτυλά της. Το βλέμμα του την παρακολουθούσε με τέτοιο πάθος, που θα την είχε τρομάξει αν δεν την είχε σαστίσει η δική της ανάγκη. Προσεκτικά, επειδή φοβόταν μήπως κάνει κάποια λάθος κίνηση και καταστρέψει την ατμόσφαιρα και για τους δυο τους, άγγιξε τα χείλη του με τα δικά της. Τα γένια του ήταν άγρια, τα χείλη της απίστευτα απαλά. Χωρίς την παραμικρή πίεση, ο Χάντερ της ανταπόδωσε τη ζεστασιά, τα συναισθήματα. Η Λη δεν είχε γνωρίσει άλλον άντρα που να προσφέρει τόσο απλόχερα χωρίς να παίρνει. Αυτή η γενναιοδωρία του την ερέθιζε πάνω απ’ όλα. Κάθε ενδοιασμός της εξαφανίστηκε. Τύλιξε


τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό του και ακούμπησε το μάγουλό της στο δικό του. «Κάνε μου έρωτα, Χάντερ». Εκείνος τραβήχτηκε λίγο, ώστε τα βλέμματά τους να σμίξουν και πάλι. Τα βρεγμένα μαλλιά της πλαισίωναν σγουρά το πρόσωπό της. Τα μάτια της είχαν το χρώμα του ουρανού μια ώρα πριν. Ήταν σκοτεινά και συννεφιασμένα. «Θα κάνουμε έρωτα μαζί». Τα χείλη της χαμογέλασαν. Η καρδιά της άνοιξε. «Έλα να κάνουμε έρωτα μαζί». Τα χέρια του αγκάλιασαν το πρόσωπό της και το φιλί του ήταν τόσο τρυφερό, που η συγκίνηση έφτασε και στο τελευταίο μόριο του κορμιού της. Η Λη τον αντιλήφθηκε να της βγάζει τη βρεγμένη μπλούζα και ανατρίχιασε, αμέσως όμως εκείνος τη ζέστανε. Ένιωσε το κορμί του δυνατό, σκληρό πάνω στο δικό της, ενώ τα χέρια του τη χάιδευαν με τη φροντίδα του τεχνίτη που γυαλίζει ένα πολύτιμο κόσμημα. Η Λη τον χάιδεψε και όταν τον άκουσε να αναστενάζει συνέχισε το χάδι της, θέλοντας να του προσφέρει την ίδια ευχαρίστηση που της χάριζε εκείνος. Νόμιζε πως δε θ’ αργούσε να την ξαναπιάσει πανικός ή τουλάχιστον βιασύνη. Στην πραγματικότητα, όμως, είχαν όλο το χρόνο μπροστά τους. Η βροχή έπεφτε δυνατή, οι βροντές αντηχούσαν αλλά τίποτε από αυτά δεν τους αφορούσε. Η Λη γεύτηκε την πείνα στα χείλη του, αλλά ο Χάντερ φρόντισε να την ελέγξει. Η χαρά που ανάβλυζε από μέσα της, διοχετευόταν όλη στα χείλη της και εκείνος ήθελε να την απολαύσει αργά. Όταν το στόμα του κατέβηκε στο στήθος της, η ανάγκη της φούντωσε κι η Λη έκανε τόξο το κορμί της, αλλά ο Χάντερ δεν έδειξε καμιά βιασύνη. Η γλώσσα του έπαιξε με τη θηλή της, τα δόντια του δάγκωσαν τρυφερά την απαλή σάρκα της μέχρι που την ένιωσε να πάλλεται από τον πόθο. Η Λη τώρα δε σκεφτόταν τίποτε άλλο εκτός


από εκείνον, ο Χάντερ ήταν σίγουρος γι’ αυτό, συνέχιζε όμως να ελέγχει τον πόθο του. Θα της έδινε περισσότερα. Θα την άφηνε να τα πάρει όλα. Και, μα το Θεό, θα τα έπαιρνε κι αυτός όλα. Όταν την ένιωσε να προσπαθεί να ξεκουμπώσει την αγκράφα του τζιν του, την άφησε να το κάνει. Ήθελε να νιώσει τη σάρκα της πάνω στη δική του χωρίς κανένα εμπόδιο ανάμεσά τους. Με τη φαντασία του την είχε σφίξει ήδη δεκάδες φορές ολόγυμνη στην αγκαλιά του. Τα μαλλιά της ήταν υγρά και δροσερά, το δέρμα της απαλό και μυρωδάτο. Λουλούδια της άνοιξης και καλοκαιρινή βροχή. Τα αρώματα τον μέθυσαν, ενώ το χάδι της γινόταν πιο επίμονο. Η ανάσα της ακουγόταν λαχανιασμένη καθώς του έβγαζε το βρεγμένο τζιν. Η Λη διέκρινε τη δύναμη και τον αυτοέλεγχό του. Για να αποκτήσει αυτό που ποθούσε έπρεπε να τον κάνει να χάσει τον αυτοέλεγχό του. Τα χέρια της ταξίδεψαν παντού, τα χείλη της γεύτηκαν και την τελευταία γωνιά του κορμιού του, απολαμβάνοντας τα ηδονικά βογκητά του. Ένιωσε τα δυνατά επιδέξια χέρια του να κατεβάζουν αργά το σορτσάκι της. Τ ώρα φορούσε μόνο το δαντελένιο σλιπάκι της. Ο Χάντερ το έπιασε με τα δόντια του και άρχισε να το κατεβάζει αργά, αφήνοντας τα γένια του να διεγείρουν και το τελευταίο μόριο του κορμιού της. Η γλώσσα του γλίστρησε κάτω από τη δαντέλα και της έκοψε την ανάσα. Ύστερα, όσο απότομα είχε ξεσπάσει και η καταιγίδα νωρίτερα, η Λη χάθηκε σε μια θύελλα αισθήσεων που της ήταν αδύνατον να αναγνωρίσει. Ο Χάντερ ένιωσε την έκρηξη του οργασμού της και η δύναμή του τον συνεπήρε. Την άκουσε να φωνάζει τ’ όνομά του και η λαχτάρα του να το ξανακούσει σχεδόν τον έπνιξε. Καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια, έμεινε μετέωρος από πάνω της, μέχρι που την είδε να ανοίγει τα μάτια της. Τη στιγμή της κορύφωσης η Λη θα τον κοιτούσε στα μάτια. Αυτή ήταν η υπόσχεση που είχε δώσει στον


εαυτό του. Ζαλισμένη, τρέμοντας από τον πόθο, η Λη τον κοίταξε. Έδειχνε ακαταμάχητος. «Τ ι θέλεις από μένα;» Το στόμα του αιχμαλώτισε βίαια το δικό της. Για πρώτη φορά το φιλί του ήταν άγριο, απαιτητικό, σχεδόν βίαιο. Επιτέλους είχε αφήσει ελεύθερο τον πόθο του. «Τα πάντα». Ο Χάντερ μπήκε μέσα της, εκτοξεύοντας και τους δύο στην κορυφή της έκστασης. «Τα πάντα».

Κεφάλαιο 8 Η αυγή ξημέρωσε πεντακάθαρη. Η Λη ξύπνησε αργά, ολόγυμνη, ζεστή και, για πρώτη φορά εδώ και μια βδομάδα, δεν ένιωσε πιασμένη. Και, για πρώτη φορά εδώ και μια βδομάδα, ξύπνησε χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρη πού βρισκόταν. Το κεφάλι της είχε για μαξιλάρι τον ώμο του Χάντερ, το κορμί της ήταν φωλιασμένο οικειοθελώς στο δικό του, ενώ το μπράτσο του ήταν τυλιγμένο σφιχτά γύρω της. Η Λη ένιωσε ένα ακαθόριστο συναίσθημα, κάτι ανάμεσα σε χαρά και ασφάλεια. Και δε θυμόταν να είχε αισθανθεί ποτέ έτσι. Προτού καλοξυπνήσει, έφτασε στη μύτη της η μυρωδιά της βροχής που είχε ποτίσει τη σάρκα του και τότε θυμήθηκε. Και μόλις θυμήθηκε, βιάστηκε να ρουφήξει τη μυρωδιά. Λες και ζούσε ένα όνειρο, μια υποσυνείδητη φαντασίωση ή μια σκηνή βγαλμένη κατευθείαν από τη φαντασία. Δεν είχε προσφέρει ποτέ ξανά σε κανέναν τον εαυτό της τόσο ελεύθερα και τόσο απόλυτα. Δεν είχε υπάρξει ποτέ κανένας που να τη διεγείρει να το κάνει. Θυμήθηκε το στόμα της πάνω στο δικό του και η τρυφερή αυτή


επαφή να σβήνει αμέσως κάθε φόβο, κάθε αμφιβολία. Άραγε, τώρα που είχε σταματήσει η βροχή και η μέρα χάραζε, είχε λόγο να νιώθει τόσο χαρούμενη; Οι φαντασιώσεις είναι για τις σκοτεινές ώρες της νύχτας, όχι για το φως της ημέρας. Στο κάτω κάτω, δεν ήταν όνειρο και δεν μπορούσε να προσποιηθεί ότι ήταν. Ίσως θα έπρεπε να νιώθει φρίκη που του είχε προσφέρει αυτό ακριβώς που της είχε ζητήσει: τα πάντα. Αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Όχι, δεν ήταν απλά αυτό. Δεν ήθελε να το κάνει. Κανένας και τίποτε δε θα αμαύρωνε αυτό που είχε συμβεί, ούτε εκείνη η ίδια. Παρ’ όλα αυτά, ίσως θα ήταν καλύτερα αν ο Χάντερ δε συνειδητοποιούσε εξαρχής το μέγεθος της νίκης του. Η Λη έκλεισε τα μάτια της και απόλαυσε την αίσθηση του κορμιού του τόσο κοντά στο δικό της. Για τις λίγες επόμενες μέρες δε θα υπήρχαν γραφεία, δε θα υπήρχαν τηλέφωνα, δε θα υπήρχαν άλλες απαιτήσεις. Δε θα υπήρχε κανένα προκαθορισμένο πρόγραμμα. Για τις λίγες επόμενες μέρες, θα ήταν μόνη με τον εραστή της. Ίσως είχε έρθει η ώρα να μαζέψει και αυτή μερικά αγριολούλουδα. Γύρισε το κεφάλι της. Ήθελε να τον κοιτάξει, αλλά δεν ήθελε να τον ξυπνήσει. Μια βδομάδα τώρα, που μοιράζονταν τις νύχτες τους μέσα στη μικρή σκηνή, δεν τον είχε παρακολουθήσει ούτε μια φορά να κοιμάται. Κάθε πρωί που ξυπνούσε, εκείνος ήταν ήδη όρθιος και ετοίμαζε τον καφέ. Και τώρα ήθελε την πολυτέλεια να τον απολαύσει χωρίς εκείνος να το ξέρει. Η Λη ήξερε πως οι περισσότεροι άνθρωποι δείχνουν πιο τρωτοί στον ύπνο τους, ίσως και πιο αθώοι. Ο Χάντερ όμως φαινότανε το ίδιο επικίνδυνος και γοητευτικός όπως πάντα. Μπορεί τα έξυπνα, σκούρα μάτια του να ήταν κλειστά, ήξερες όμως ότι τα βλέφαρά του θα μπορούσαν ν’ ανοίξουν από στιγμή σε στιγμή και το βλέμμα του να σε διαπεράσει μ’ εκείνη την αλλόκοτη δύναμη, πράγμα που δεν


πρόσθετε αθωότητα στο πρόσωπό του, αλλά μυστήριο. Η Λη διαπίστωσε έκπληκτη πως δε θα ήθελε να δείχνει ο Χάντερ αθώος. Χαιρόταν που ήταν πιο επικίνδυνος από τους άλλους άντρες που είχε γνωρίσει ως τώρα. Ήταν παράξενο, αλλά χαιρόταν που ο Χάντερ ήταν πιο δύσκολος. Δεν είχε ερωτευτεί έναν κοινό, καθημερινό άνθρωπο, ήταν ερωτευμένη μ’ έναν μοναδικό άντρα. Ερωτευμένη. Η Λη γυρόφερε τη λέξη στο μυαλό της με τη συνηθισμένη της επιφυλακτικότητα. Ένιωσε κάπως άβολα. Η λέξη από μόνη της προμήνυε πόνο. Ο Χάντερ δεν είχε φροντίσει να την προειδοποιήσει να δοκιμάζει το έδαφος προτού προχωρήσει; Παρ’ όλα αυτά, εκείνη δεν το είχε κάνει. Είχε δει τη λακκούβα και όμως δεν είχε ελέγξει το βήμα της. Η πτώση της ήταν μαλακή. Αυτή τη φορά. Ήξερε όμως πως ένα στραβοπάτημα μπορούσε να την καταστρέψει. Δε θα το σκεφτόταν αυτό τώρα. Η Λη επέτρεψε στον εαυτό της την πολυτέλεια να κουρνιάσει πιο κοντά του. Θα έκοβε εκείνα τα αγριολούλουδα και θα χαιρόταν και το τελευταίο τους πέταλο. Το όνειρο θα τέλειωνε σύντομα και τότε θα επέστρεφε στην πραγματικότητα της ζωής της. Γιατί, φυσικά, αυτή τη ζωή ήθελε. Για λίγο, έμεινε εντελώς ακίνητη και αφουγκράστηκε την ησυχία. Το έξυπνο θα ήταν, σκέφτηκε τεμπέλικα, να απλώσουν τα ρούχα τους στον ήλιο να στεγνώσουν. Οι μπότες της ήθελαν και αυτές στέγνωμα, στο μεταξύ όμως είχε τα αθλητικά παπούτσια της. Χασμουρήθηκε. Χρειαζόταν και μερικά λεπτά για να γράψει και στο ημερολόγιό της. Η ανάσα του Χάντερ ακουγόταν αργή και σταθερή. Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της. Θα μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά και στη συνέχεια να επιστρέψει και να τον ξυπνήσει. Ο τρόπος που θα τον ξυπνούσε, όποιος και να ήταν αυτός, ήταν το προνόμιο της ερωμένης. Ερωμένη.


Η Λη άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο πρόσωπό του, ενώ αναρωτιόταν γιατί δεν την είχε ξαφνιάσει καθόλου η λέξη. Ήταν δυνατόν να ήξερε από την αρχή αυτή την πιθανότητα; Είναι ηλίθιο, είπε στον εαυτό της και κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Αργά, τραβήχτηκε από την αγκαλιά του και σύρθηκε μέχρι την είσοδο της σκηνής να ρίξει μια ματιά έξω. Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να την ανοίξει, ένιωσε ένα χέρι να τη γραπώνει από τον αστράγαλο. Ο Χάντερ είχε βάλει το ελεύθερο χέρι για μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι του και την παρακολουθούσε. «Αν βγεις έξω έτσι, δε θα καταφέρουμε να κρατήσουμε για πολύ τους υπόλοιπους μακριά από τη σκηνή μας». Η Λη τον κοίταξε. Γυμνή όπως ήταν, το υπεροπτικό βλέμμα της έχασε μέρος της αιχμής του. «Απλώς, έριξα μια ματιά έξω. Νόμιζα ότι κοιμόσουν». Ο Χάντερ χαμογέλασε, ενώ σκεφτόταν πως είχε μπροστά του τη μοναδική γυναίκα που θα μπορούσε να το παίξει αξιοπρεπής ενώ ήταν ολόγυμνη και πεσμένη στα τέσσερα –και να το πετύχει. Τα δάχτυλά του άρχισαν να χαϊδεύουν αφηρημένα τον αστράγαλό της. «Ξύπνησες νωρίς». «Σκέφτηκα να απλώσω τα ρούχα έξω να στεγνώσουν». «Πολύ πρακτική σκέψη». Ο Χάντερ ένιωσε την αμηχανία της, γι’ αυτό ανακάθισε, την έπιασε από το μπράτσο και την τράβηξε να ξαπλώσει πάλι πάνω του. Την έσφιξε ευχαριστημένος στην αγκαλιά του και αναστέναξε. «Θα το κάνουμε αργότερα». Η Λη δεν ήξερε αν έπρεπε να διαμαρτυρηθεί ή να γελάσει, έτσι ξεφύσηξε για να διώξει τα μαλλιά από τα μάτια της και στηρίχτηκε στον αγκώνα της. «Δεν είμαι κουρασμένη». «Δε χρειάζεται να είσαι κουρασμένη για να ξαπλώσεις». Ο Χάντερ τη σκέπασε με το κορμί του. «Απλά να χαλαρώσεις». Η Λη ένιωσε τις γωνιές του κορμιού του να ταιριάζουν με τις


απαλές καμπύλες της και η επιθυμία της φούντωσε. «Δε νομίζω πως αυτό λέγεται χαλάρωση». «Όχι;» Ο Χάντερ λαχταρούσε από την αρχή να τη δει έτσι στο απαλό φως της αυγής με τα μαλλιά της ανακατεμένα από τα χέρια του, την επιδερμίδα της αναψοκοκκινισμένη από τον ύπνο, τα μέλη της βαριά από μια νύχτα έρωτα, αλλά έτοιμα για καινούριες εμπειρίες. Το χέρι του κατέβηκε χαμηλά στο κορμί της, κτητικά και απροσδόκητα. «Τότε θα αφήσουμε και τη χαλάρωση για αργότερα». Είδε τα χείλη της να χαμογελούν και βιάστηκε να τα αιχμαλωτίσει με τα δικά του. Ο Χάντερ δεν ασχολήθηκε με το να ερευνήσει το λόγο που την ήθελε πάλι με την ίδια αγωνία που τον κατείχε τόσες μέρες και νύχτες πριν. Σπάνια ερευνούσε τα συναισθήματά του, αφού τα εμπιστευόταν έτσι κι αλλιώς. Η Λη τύλιξε τα χέρια της γύρω του και μισάνοιξε τα χείλη της. Ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο του δινόταν πυρπόλησε τις αισθήσεις του και τον ζέστανε ολόκληρο. Ανασήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Κατάλευκη επιδερμίδα, αριστοκρατικά ζυγωματικά, μάτια στο χρώμα τ’ ουρανού το σούρουπο, χάλκινα μαλλιά με χρυσαφένιες ανταύγειες. Ο Χάντερ χάρισε στον εαυτό του την πολυτέλεια να περιεργαστεί αργά ολόκληρο το σώμα της. Ήταν μικρόσωμη, απαλή, γλυκιά. Έσυρε το δάχτυλό του στην καμπύλη του ώμου της, παρατηρώντας την αντίθεση του δέρματός του με το δικό της. Ήταν λεπτή, ντελικάτη, έκρυβε όμως μεγάλη δύναμη μέσα της. «Με κοιτάς συνέχεια σαν να γνωρίζεις τα πάντα για μένα». Τα μάτια του συνέχισαν να την κοιτάζουν έντονα καθώς έπαιρνε το χέρι της στο δικό του. «Δε σε γνωρίζω. Ούτε κατά διάνοια». Τα χείλη του χάιδεψαν τον ώμο, τον κρόταφό της, ανάλαφρα σαν φτερά. «Χάντερ...» Η Λη ήθελε να του πει ότι κανείς δεν την είχε κάνει


ποτέ να νιώσει έτσι. Ήθελε να του πει ότι κανείς δεν είχε ξυπνήσει μέσα της τη λαχτάρα να πιστέψει στη μαγεία των παραμυθιών και τη θεμελιακή απλότητα της αγάπης. Τη στιγμή όμως που άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, το θάρρος την εγκατέλειψε. Φοβόταν να το διακινδυνεύσει, φοβόταν το ενδεχόμενο της αποτυχίας. Ακούμπησε το χέρι της στο μάγουλό του. «Φίλησέ με ξανά». Εκείνος κατάλαβε ότι τα λόγια της έκρυβαν κάτι ακόμα, κάτι που έπρεπε να μάθει. Ήξερε, όμως, επίσης πως, αν χειριστείς αδέξια κάτι εύθραυστο, κινδυνεύεις να το σπάσεις. Έκανε, λοιπόν, αυτό που του ζήτησε, ρουφώντας την αφάνταστη γλύκα των χειλιών της. Απαλή, γλυκιά, μεταξένια. Ένα φιλί του θα ήταν αρκετό για να νιώσει εκείνη έτσι. Το χώμα ήταν σκληρό κάτω από το λεπτό στρώμα της σκηνής, αλλά θα μπορούσε να ήταν ένα μαλακό πάπλωμα από πούπουλα. Όταν βρισκόταν στην αγκαλιά του, η Λη ξεχνούσε πανεύκολα πού βρισκόταν, το ότι υπήρχε και άλλος κόσμος πέρα από το στενό χώρο που κάλυπταν τα κορμιά τους. Ο Χάντερ την έκανε να πετάει, πράγμα που δεν είχε φανταστεί ποτέ της ότι θα το ήθελε. Την έκανε να πονάει και ποτέ δεν είχε φανταστεί πως ο πόνος μπορεί να είναι τόσο γλυκός. Τα γλυκόλογα που ψιθύριζαν τα χείλη του καθώς χάιδευαν τα δικά της δε χρειαζόταν να τα καταλάβει. Τον ήθελε και την ήθελε, τον χρειαζόταν και τη χρειαζόταν. Τον αγαπούσε... Μ’ ένα ασυνάρτητο μουρμουρητό, η Λη δέχτηκε ό,τι ήταν αυτό που ήταν πρόθυμος να της προσφέρει και τον έσφιξε πάνω της. Η στιγμή ήταν το μόνο που μετρούσε. Βαθύ, μεθυστικό, τρυφερό, το φιλί τους δεν έλεγε να τελειώσει. Ο Χάντερ διέθετε πολύ ζωηρή φαντασία, αλλά δεν είχε φανταστεί ποτέ αυτή τη γλυκιά αίσθηση. Λες και η Λη να είχε λιώσει στην αγκαλιά του, προσφέροντάς του τα πάντα προτού ακόμα της τα ζητήσει. Για μια, μόνο για μια φευγαλέα στιγμή πέρασε από το μυαλό


του η ιδέα πως ήταν κι αυτός το ίδιο τρωτός μ’ εκείνη. Η ανησυχία φώλιασε στην άκρη του νου του, τότε όμως τα χέρια της άρχισαν να τον χαϊδεύουν και υποτάχτηκε στην αδυναμία του. Υπήρχε μόνο ένα ακόμα πρόσωπο που είχε καταφέρει να αγγίξει την καρδιά του και να τη σκλαβώσει. Τ ώρα τα πρόσωπα είχαν γίνει δύο. Αύριο θα έπρεπε να το αναλύσει αυτό. Σήμερα, όμως, η μέρα ήταν μόνο για τη Λη κι εκείνον. Χωρίς να βιάζεται, έρανε με ανάλαφρα φιλιά το πρόσωπό της. Μπορεί να ήταν ένας φόρος τιμής στην ομορφιά της, μπορεί όμως να ήταν και κάτι πολύ περισσότερο. Ο Χάντερ δεν κάθισε να ερευνήσει τα κίνητρά του καθώς τα χείλη του χάιδευαν το μάγουλό της. Υπήρχε μια αμεσότητα που δεν την είχε ξαναζήσει, αλλά ίχνος από την πίεση χρόνου που περίμενε να νιώσει. Η Λη θα βρισκόταν κοντά του για όσον καιρό την είχε ανάγκη. Δε χρειάζονταν λόγια για να το καταλάβει αυτό. «Μυρίζεις βροχή και άνοιξη», ψιθύρισε στ’ αυτί της. «Αλλά γιατί αυτό με τρελαίνει;» Τα λόγια του άναψαν τον πόθο της το ίδιο με τα χάδια του. Βαριά, θολά, τα μάτια της κοίταξαν τα δικά του. «Τότε, δείξε μου. Δείξε μου ξανά». Η γενναιοδωρία του στον έρωτα ήταν απίστευτη. Κάθε άγγιγμά του ήταν μια ξεχωριστή ευχαρίστηση, κάθε φιλί μια μεθυστική γεύση. Υπομονή –ο Χάντερ είχε πολύ μεγαλύτερη υπομονή από εκείνη. Η Λη ένιωθε το κορμί της να δονείται ανάμεσα στην απόλυτη ικανοποίηση και την ανυπομονησία, μέχρι που έχασε κάθε λογική. «Αυτό...» Ο Χάντερ έσυρε τη γλώσσα του στο στήθος της και μαγεύτηκε όταν η ανάσα της κόπηκε. «Είναι μικρό και απαλό. Εδώ...» Έσυρε το χέρι του από το γοφό στο μηρό της. «Είσαι σφιχτή και λεία. Δε χορταίνω να σε αγγίζω, να σε γεύομαι». Πήρε τη θηλή της στο στόμα του και η Λη έκανε τόξο το κορμί της.


«Χάντερ». Τ ’ όνομά του ήταν ένας ψίθυρος αρκετός για να τον φέρει στα όρια της τρέλας. «Σε χρειάζομαι». Θεέ, αυτό δε λαχταρούσε τόσο απελπισμένα να ακούσει; Αυτές οι δυο λεξούλες είχαν ξυπνήσει μέσα του κάτι άγνωστο και ακατανόητο. Αυτή τη στιγμή όμως δεν μπορούσε να σκεφτεί, να το αναλύσει, μπορούσε μόνο να νιώσει. «Με έχεις». Και την ανέβασε στην κορυφή της έκστασης, χρησιμοποιώντας μόνο τα χείλη και τα χέρια του. Η Λη τώρα σπαρταρούσε, τα λόγια της έβγαιναν ακατάληπτα, δεν είχε την παραμικρή συναίσθηση του τι έλεγε. Το μόνο που ήξερε ήταν πως η σάρκα της αποζητούσε τη δική του. Η χτεσινοβραδινή καταιγίδα, που είχαν προσπαθήσει να δαμάσουν, τους παρέσυρε τώρα ξέφρενη. Η τρυφερότητα μετατράπηκε τόσο γρήγορα σε πάθος, που του παραδόθηκε στα τυφλά χωρίς να συνειδητοποιεί καν την ένταση των απαιτήσεών της. Στροβιλιζόταν σ’ έναν κόσμο αποκλειστικά δικό τους, ενώ τα χέρια και τα χείλη της διέτρεχαν λαίμαργα το κορμί του. Οι απαιτήσεις τους ήταν ίδιες. Ξανά και ξανά τον έφερε στα άκρα της αντοχής του, την τελευταία στιγμή όμως ο Χάντερ κατάφερνε να συγκρατηθεί, αποζητώντας περισσότερα. Πολύ περισσότερα. Απληστία. Δεν είχε βιώσει ποτέ του τόση απληστία. Το αίμα σφυροκοπούσε στα μηνίγγια του, έσφυζε στις φλέβες του την ώρα που το στόμα του αιχμαλώτιζε απαιτητικά το δικό της. Τα χέρια του γράπωσαν τους γοφούς της. Με μια απότομη κίνηση γύρισε και την έφερε από πάνω του. Τα χείλη τους ήταν ακόμα ενωμένα τη στιγμή που έσμιξαν και τα κορμιά τους. Το ηδονικό βογκητό της τον πυροδότησε. Η δύναμη της ένωσής τους ήταν απίστευτη. Με κάθε κίνηση η Λη ένιωθε τους μυς της να συσπειρώνονται και να χαλαρώνουν σχεδόν ακαριαία. Η δύναμη απαιτούσε δύναμη. Στο μυαλό της αντήχησαν οι


βροντές, είδε με τη φαντασία της τις αστραπές, τις ξανάζησε. Το ξέσπασμα της καταιγίδας τούς εκτόξευσε σε απίστευτα ύψη έκστασης.

Λεπτά, ώρες, μέρες. Η Λη δεν μπορούσε να μετρήσει το χρόνο. Αργά, το κορμί της ηρέμησε. Σιγά σιγά, η καρδιά της ξαναβρήκε τον κανονικό της ρυθμό. Έτσι όπως ήταν κολλημένη πάνω στον Χάντερ ένιωθε την κάθε ανάσα του και η χαρά της ήταν τρελή όταν διαπίστωσε πως ήταν το ίδιο λαχανιασμένη με τη δική της. «Κρίμα που χάσαμε μια βδομάδα». Ο Χάντερ χτένισε τα μαλλιά της με τα δάχτυλά του, αλλά δεν άνοιξε τα μάτια του. Αυτό ήταν κάτι που θα απαιτούσε υπερβολική προσπάθεια κατά την άποψή του. Η Λη χαμογέλασε αχνά, ακριβώς επειδή εκείνος δεν μπορούσε να τη δει. «Χάσαμε;» «Αν είχαμε ξεκινήσει έτσι, θα κοιμόμουν πολύ καλύτερα». «Αλήθεια;» Η Λη ανασήκωσε το κεφάλι της συνοφρυωμένη. «Είχες πρόβλημα να κοιμηθείς;» Ο Χάντερ άνοιξε τεμπέλικα τα βλέφαρά του. «Σπάνια νιώθω την ανάγκη να σηκωθώ από τα χαράματα, εκτός κι αν είναι για να γράψω». Η ικανοποίηση έδωσε αυτάρεσκο τόνο στη φωνή της. «Αλήθεια;» τον ρώτησε, σέρνοντας το δάχτυλό της στον ώμο του. «Επέμενες να φοράς εκείνο το άρωμα για να με τρελάνεις». «Να σε τρελάνω;» Η Λη σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος του και ύψωσε το φρύδι της. «Μα είναι πολύ διακριτικό». «Διακριτικό». Ο Χάντερ χάιδεψε τα οπίσθιά της. «Το ένιωθα σαν γροθιά στο στομάχι». Η Λη με δυσκολία συγκράτησε το γέλιο της. «Εσύ επέμενες να μοιραστούμε τη σκηνή».


«Επέμεινα;» Ο Χάντερ την κοίταξε διασκεδάζοντας. «Σου είπα ότι δε θα είχα καμιά αντίρρηση να κοιμηθείς στο ύπαιθρο». «Ξέροντας ότι δε θα το έκανα». «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν περίμενα να μου αντισταθείς τόσες μέρες». «Να σου αντισταθώ;» επανέλαβε. «Θέλεις να πεις ότι έστησες όλο αυτό το σκηνικό σαν να έγραφες ένα κεφάλαιο σε κάποιο από τα βιβλία σου;» Ο Χάντερ έκανε μαξιλάρι τα μπράτσα του και της χαμογέλασε. Θεέ, δε θυμόταν άλλη φορά να είχε νιώσει τόσο καθαρός, τόσο... πλήρης. «Πέτυχε». «Τ υπικός άντρας», είπε η Λη, πασχίζοντας να το παίξει τσαντισμένη. «Με ξαφνιάζει που το παραφουσκωμένο εγώ σου άφησε αρκετό χώρο εδώ μέσα ώστε να χωρέσουμε και οι δυο μας». «Και η ξεροκεφαλιά σου». Η λέξη αυτή την έκανε ν’ ανακαθίσει. Τα φρύδια της εξαφανίστηκαν κάτω από τις αφέλειές της. «Υποθέτω ότι περίμενες απλά να... πέσω στα πόδια σου». Ο Χάντερ έμεινε σκεφτικός για λίγο, δίνοντας στον εαυτό του την ευχαρίστηση να απομνημονεύσει και την τελευταία καμπύλη του κορμιού της. «Μπορεί αυτό να ήταν το τέλειο, αλλά είχα έτοιμες και μια δυο εναλλακτικές διαδρομές στο σενάριο». «Α, αλήθεια;» Άραγε ο Χάντερ είχε συνειδητοποιήσει πως χωνόταν όλο και πιο βαθιά στο λάκκο που έσκαβε μόνος του; «Υποθέτω ότι μπορούμε να βρούμε πολλές ακόμα». Η Λη έβγαλε ένα καθαρό μπλουζάκι από το σακίδιό της. «Ξεκινώντας από τώρα». Πήγε να περάσει την μπλούζα στο κεφάλι της, αλλά ο Χάντερ της την άρπαξε από το στρίφωμα. Την τράβηξε. Η Λη σωριάστηκε πάνω του και το στόμα του αιχμαλώτισε στη στιγμή το δικό της. Όταν την άφησε και πάλι ελεύθερη, τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια.


«Θεωρείς τον εαυτό σου πολύ έξυπνο, έτσι;» «Ναι». Ο Χάντερ την έπιασε από το πιγούνι και τη φίλησε πάλι. «Πάμε να ετοιμάσουμε πρωινό». Η Λη έπνιξε το γέλιο της, αλλά τα μάτια της την πρόδωσαν. «Μπάσταρδε». «Είμαι, αλλά εξακολουθώ να πεινάω». Ο Χάντερ κατέβασε το μπλουζάκι της και άρχισε να ντύνεται κι εκείνος. Η Λη ξάπλωσε πίσω και φόρεσε ένα τζιν. «Μήπως τώρα που πέτυχες το στόχο σου, μπορούμε να τελειώσουμε την εβδομάδα σ’ ένα όμορφο ξενοδοχείο;» Ο Χάντερ έβγαλε ένα ζευγάρι καθαρές κάλτσες. «Ξενοδοχείο; Μη μου πεις ότι έχεις πρόβλημα με την άγρια φύση, Λενόρ». «Δε θα το έλεγα πρόβλημα». Η Λη έχωσε το χέρι στην μπότα της και διαπίστωσε πως το εσωτερικό της ήταν μούσκεμα. Έτσι, έψαξε να βρει τα αθλητικά παπούτσια της. «Αλλά ονειρεύομαι μια μπανιέρα γεμάτη ζεστό νερό κι ένα μαλακό κρεβάτι». Ακούμπησε το χέρι χαμηλά στη μέση της. «Υπέροχο όνειρο». «Για να κάνει κανείς κάμπινγκ χρειάζεται να έχει κότσια και αντοχή», συμφώνησε ο Χάντερ. «Υποθέτω πως αν έφτασες στα όριά σου και θέλεις να τα παρατήσεις...» «Δεν είπα ότι θέλω να τα παρατήσω», τον αντέκρουσε εκείνη σφίγγοντας τα δόντια της, γιατί ήξερε πως ό,τι και να έλεγε ήταν χαμένη. «Θα τις τελειώσουμε τις αναθεματισμένες τις δύο βδομάδες», του πέταξε και βγήκε από τη σκηνή. Η Λη δεν μπορούσε να αρνηθεί πως ο αέρας ήταν πεντακάθαρος και ο ουρανός πιο γαλάζιος από ποτέ. Και αν τη ρωτούσε ο Χάντερ αν ήθελε να γυρίσει στο Λος Άντζελες, δε θα του απαντούσε ναι. Απλώς, ήταν θέμα βασικών ανέσεων. Απλώς, ήθελε να μουλιάσει σε λίγο ζεστό μυρωδάτο νερό και ν’ απλωθεί σ’ ένα μαλακό στρώμα με λινά σεντόνια. Δε ζητούσε πιο πολλά απ’ όσα ζητάνε οι περισσότεροι


άνθρωποι στην καθημερινή τους ζωή. Έλα, όμως, που ο Χάντερ Μπράουν δεν ήταν οι περισσότεροι άνθρωποι. «Είναι φανταστικά, δε συμφωνείς;» Ο Χάντερ τύλιξε τα μπράτσα του στη μέση της και την τράβηξε πάνω στο στήθος του. Ήθελε να την κάνει να δει αυτά που έβλεπε κι εκείνος, να νιώσει αυτά που ένιωθε κι εκείνος. Ίσως και να ήθελε πολλά. «Είναι πανέμορφο μέρος. Μοιάζει εξωπραγματικό», είπε η Λη και αναστέναξε χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρη γιατί. Άραγε, το Λος Άντζελες θα της φαινόταν πιο πραγματικό όταν θα έφτανε και η δεύτερη βδομάδα στο τέλος της; Τουλάχιστον, τα ψηλά κτίρια και οι πολυσύχναστοι δρόμοι ήταν κάτι το γνώριμο γι’ αυτή. Εδώ... Εδώ είχε την αίσθηση πως ήταν πολύ μικροσκοπική και εκείνη η κορυφή στην οποία ήθελε να φτάσει φαινόταν θολή και ασήμαντη. Ξαφνικά, γύρισε και γραπώθηκε από τους ώμους του Χάντερ. «Δε θέλω να το παραδεχτώ, αλλά χαίρομαι που μ’ έφερες εδώ». Ήθελε να μείνει εκεί για πάντα, στην αγκαλιά του, δεν ήθελε να τον αφήσει ποτέ. Έδιωξε κάθε σκέψη για το αύριο και θύμισε στον εαυτό της τα αγριολούλουδα. «Πεθαίνω της πείνας», του είπε όταν τραβήχτηκε, βρίσκοντας πάλι τη δύναμη να χαμογελάσει. «Είναι η σειρά σου να μαγειρέψεις». «Ευτυχώς». Η Λη του έδωσε μια φιλική γροθιά και στη συνέχεια βάλθηκαν να μαζεύουν τα πιάτα που είχαν παρατήσει το προηγούμενο βράδυ στη βροχή. Με τις γρήγορες, επιδέξιες κινήσεις του, ο Χάντερ άναψε τη φωτιά και έβαλε να τηγανίσει το μπέικον. Η Λη κάθισε απολαμβάνοντας τη μυρωδιά και τον κοίταξε να σπάει τ’ αβγά. «Φάγαμε πολλά αβγά», παρατήρησε αφηρημένα. «Πώς καταφέρνεις και τα διατηρείς φρέσκα εδώ πέρα;» Η Λη παρακολουθούσε τα χέρια του, έτσι δεν πρόσεξε το γρήγορο


χαμόγελό του. «Ένα από τα πολλά μυστήρια της ζωής. Καλύτερα να μου δώσεις το πιάτο». «Ναι, αλλά... Ω, κοίτα». Δυο κουνέλια, αρκετά περίεργα ώστε να εμφανιστούν στο ξέφωτό τους, τράβηξαν αμέσως την προσοχή της. Η Λη ξέχασε αμέσως το μυστήριο των αβγών, μαγεμένη από το θέαμα. «Κάθε φορά που βλέπω ένα κουνέλι, θέλω να το χαϊδέψω». «Αν καταφέρεις να φτάσεις αρκετά κοντά ώστε να το χαϊδέψεις, θα σου δείξει τα κοφτερά δόντια του». Η Λη ύψωσε τους ώμους της, ακούμπησε το πιγούνι στα γόνατά της κι έμεινε να παρατηρεί τους επισκέπτες τους. «Τα κουνελάκια που φαντάζομαι εγώ, δε δαγκώνουν». Ο Χάντερ πήρε μόνος του το πιάτο. «Τα κουνελάκια, τα σκιουράκια και τα χαριτωμένα ρακούν είναι όμορφα να τα βλέπεις, αλλά όχι να τα πιάνεις. Θυμάμαι, πριν ένα δυο χρόνια, είχα μια πολύ έντονη συζήτηση πάνω στο θέμα με τη Σάρα». «Τη Σάρα;» Η Λη πήρε το πιάτο που της έδωσε ο Χάντερ. Τ ώρα είχε στρέψει και πάλι όλη την προσοχή της πάνω του. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Χάντερ δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε ξεχάσει εντελώς ποια ήταν η Λη και για ποιο λόγο βρισκόταν εκεί. Και ο τρόπος που είχε αναφέρει τόσο απλά τη Σάρα του έδειξε ότι έπρεπε να διαχωρίσει τα προσωπικά του αισθήματα από τις επαγγελματικές του συμφωνίες. «Είναι κάποια πολύ σημαντική για μένα», της απάντησε και σέρβιρε τα υπόλοιπα αβγά στο πιάτο του. Τότε θυμήθηκε την παρατήρηση της κόρης του για το κοιμισμένο πάθος και τον έρωτα και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελο που ανέβηκε στα χείλη του. «Υποθέτω πως θα ήθελε να σε γνωρίσει». Η Λη ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να σφίγγει την καρδιά της και προσπάθησε να το αγνοήσει. Δεν είχαν μιλήσει ούτε για δέσμευση ούτε για αποκλειστικότητα. Ήταν και οι δύο ενήλικες. Κι εκείνη


ήταν υπεύθυνη τόσο για τα αισθήματά της όσο και για τις συνέπειές τους. «Αλήθεια;» Έφαγε την πρώτη μπουκιά αβγά, αλλά δεν είχαν καμιά γεύση. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο δαχτυλίδι του. Δεν ήταν ακριβώς βέρα, αλλά... Έπρεπε να τον ρωτήσει, έπρεπε να μάθει προτού τα πράγματα προχωρήσουν περισσότερο. «Το δαχτυλίδι που φοράς», άρχισε να λέει και χάρηκε που η φωνή της ακούστηκε αδιάφορη. «Είναι πολύ ασυνήθιστο. Δεν έχω ξαναδεί άλλο ίδιο». «Δε θα μπορούσες». Ο Χάντερ έτρωγε ήρεμος και απόλυτα ικανοποιημένος. «Μου το έφτιαξε η αδερφή μου». «Η αδερφή σου;» Αν την έλεγαν Σάρα... «Η Μπόνι μεγαλώνει παιδιά και φτιάχνει κοσμήματα», συνέχισε ο Χάντερ. «Δεν είμαι σίγουρος ποιο έρχεται πρώτο για εκείνη». «Η Μπόνι». Η Λη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και πίεσε τον εαυτό της να συνεχίσει το φαγητό. «Μια αδερφή έχεις;» «Ναι, ήμασταν δυο αδέρφια. Και για κάποιο περίεργο λόγο τα πηγαίναμε πολύ καλά». Ο Χάντερ θυμήθηκε εκείνα τα πρώτα χρόνια που πάσχιζε να μάθει πώς να σταθεί πατέρας και μάνα για τη Σάρα. «Ακόμα τα πάμε καλά». «Τ ι γνώμη έχει για τη δουλειά σου;» «Η Μπόνι πιστεύει ακράδαντα πως ο καθένας πρέπει να κάνει αυτό που του ταιριάζει. Αρκεί να είναι παντρεμένος και να έχει μισή ντουζίνα παιδιά». Ο Χάντερ χαμογέλασε, μαντεύοντας τη σιωπηρή ερώτηση στα μάτια της Λη. «Σε αυτό το σημείο την έχω απογοητεύσει». Εδώ έκανε μια παύση και το χαμόγελό του ξεθώριασε. «Πιστεύεις πως θα μπορούσα να κάνω έρωτα μαζί σου, αν είχα μια γυναίκα να με περιμένει σπίτι;» Η Λη χαμήλωσε το βλέμμα στο πιάτο της. Γιατί εκείνος μπορούσε να διαβάζει συνέχεια τις σκέψεις της, ενώ αυτή ήταν αδύνατον να


διαβάσει τις δικές του; «Εξακολουθώ να μη γνωρίζω πολλά για σένα». Ο Χάντερ δεν ήξερε αν πήρε συνειδητά την απόφαση εκείνη τη στιγμή ή ήταν έτοιμος να την πάρει από την αρχή. «Ρώτησέ με», της είπε απλά. Η Λη τον κοίταξε. Δεν είχε πια σημασία αν ήθελε τις πληροφορίες για τον εαυτό της ή για το άρθρο της. Απλώς έπρεπε να μάθει. «Δεν παντρεύτηκες ποτέ;» «Ποτέ». «Αυτό οφείλεται στην ανάγκη σου για μοναξιά;» «Όχι, οφείλεται στο ότι δε βρήκα καμιά που θα μπορούσε να συμβιβαστεί με τον τρόπο ζωής μου και τις υποχρεώσεις μου». Η Λη το σκέφτηκε και βρήκε κάπως περίεργο τον τρόπο που το είχε θέσει. «Το γράψιμό σου;» «Ναι. Και αυτό». Σκέφτηκε να τον πιέσει περισσότερο, αλλά αποφάσισε να αλλάξει θέμα. Αν του έκανε προσωπικές ερωτήσεις, θα μπορούσε να της τις ανταποδώσει κι αυτός. «Είπες πως δεν ήθελες πάντα να γίνεις συγγραφέας, αλλά γεννήθηκες συγγραφέας. Πώς το συνειδητοποίησες αυτό;» «Δε νομίζω ότι ήταν θέμα να το συνειδητοποιήσω όσο να το δεχτώ». Ο Χάντερ κατάλαβε πως η Λη ήθελε μια συγκεκριμένη απάντηση. Έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσέπη του και το κοίταξε. Δεν ήταν σίγουρος γιατί της απαντούσε, όπως και η Λη δεν ήταν σίγουρη γιατί του είχε κάνει αυτή την ερώτηση. «Πρέπει να ήταν την πρώτη μου χρονιά στο κολέγιο. Έγραφα ιστορίες από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, αλλά ήμουν αποφασισμένος να κάνω καριέρα ως αθλητής. Ύστερα έγραψα κάτι που έκανε τη διαφορά. Δεν ήταν τίποτε τρομερό», συμπλήρωσε σκεφτικός. «Είχε πολύ βασική πλοκή, απλό σκηνικό, αλλά οι χαρακτήρες με συνεπήραν. Τους


γνώριζα απόλυτα. Τότε κατάλαβα πως δε θα μπορούσα να ασχοληθώ με τίποτε άλλο». «Θα πρέπει να ήταν δύσκολο. Ο εκδοτικός χώρος δεν είναι εύκολος. Ακόμα κι αν καταφέρεις να εκδοθεί το βιβλίο σου, τα έσοδα δεν είναι τόσο σημαντικά εκτός κι αν γίνει μπεστ σέλερ. Και από τη στιγμή που είχαν πεθάνει οι γονείς σου, έπρεπε να συντηρείς μόνος τον εαυτό σου». «Είχα πείρα ως σερβιτόρος». Ο Χάντερ της χαμογέλασε κάπως πιο αβίαστα τώρα. «Και ήταν μια δουλειά που μισούσα. Καμιά φορά πρέπει να τα παίξεις όλα για όλα, Λενόρ. Και το έκανα». «Και πώς συντηρούσες τον εαυτό σου από τη μέρα που τέλειωσες το κολέγιο μέχρι το πρώτο σου μπεστ σέλερ;» «Έγραφα». Η Λη κούνησε το κεφάλι της, ξεχνώντας το μισογεμάτο πιάτο στα γόνατά της. «Τα άρθρα και τα μικρά διηγήματα δεν αποφέρουν πολλά. Και Το Χρέος του Διαβόλ ου ήταν το πρώτο σου βιβλίο». «Όχι, είχα εκδώσει καμιά δωδεκαριά προηγουμένως». Ο Χάντερ φύσηξε τον καπνό του τσιγάρου του και άπλωσε να πιάσει την καφετιέρα. «Θέλεις;» Η Λη έγειρε μπροστά συνοφρυωμένη. «Κοίτα, Χάντερ, έκανα έρευνα για το άτομό σου για μήνες. Μπορεί να μην έμαθα πολλά, αλλά γνωρίζω κάθε άρθρο, κάθε διήγημα και κάθε βιβλίο που έχεις γράψει, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς σου τότε που ήσουν ακόμα στο κολέγιο. Δεν υπάρχει περίπτωση να παράβλεψα δώδεκα βιβλία». «Γνωρίζεις όλα όσα έχει γράψει ο Χάντερ Μπράουν», τη διόρθωσε εκείνος και σέρβιρε καφέ στην κούπα του. «Αυτό ακριβώς είπα». «Δεν έψαξες για τη Λόρα Μάιλς». «Ποια;»


Ο Χάντερ ήπιε μια γουλιά, απολαμβάνοντας τον καφέ και τη συζήτηση περισσότερο απ’ όσο περίμενε. «Πολλοί συγγραφείς χρησιμοποιούν ψευδώνυμα. Το δικό μου είναι Λόρα Μάιλς». «Ένα γυναικείο ψευδώνυμο;» Η Λη συνοφρυώθηκε. Από τη μια τα είχε χαμένα, από την άλλη είχε βγει στην επιφάνεια το δημοσιογραφικό της δαιμόνιο. «Έγραψες καμιά δωδεκαριά βιβλία πριν Το Χρέος του Διαβόλ ου, χρησιμοποιώντας γυναικείο ψευδώνυμο;» «Ναι. Το πρόβλημα όταν γράφει κανείς βιβλία είναι ότι και μόνο το όνομα του συγγραφέα μπορεί να δημιουργήσει κάποιες εντυπώσεις για το άτομό του», της απάντησε και της πρόσφερε το τελευταίο κομμάτι μπέικον. «Και το όνομα Χάντερ Μπράουν δεν ταίριαζε στα βιβλία που έγραφα εκείνη την εποχή». Η Λη αναστέναξε. «Και τι έγραφες;» «Ρομαντικά μυθιστορήματα», της απάντησε και πέταξε το τσιγάρο του στη φωτιά. «Έγραφες... Εσύ;» Ο Χάντερ κοίταξε την εμβρόντητη έκφρασή της και έγειρε πίσω. Είχε συνηθίσει σε τέτοιες κριτικές και τις περισσότερες φορές τον διασκέδαζαν. «Έχεις αντίρρηση με το συγκεκριμένο είδος γενικά ή με το να ασχολούμαι εγώ μ’ αυτό;» «Δεν...» Η Λη έκοψε στη μέση τη φράση της σαστισμένη και προσπάθησε να συγκεντρώσει τις σκέψεις της. «Απλά δεν μπορώ να σε φανταστώ να γράφεις ρομαντικές ιστορίες που καταλήγουν στο ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα. Χάντερ, μόλις διάβασα το βιβλίο σου Σιωπηλ ή Κραυγή. Για μια βδομάδα κρατούσα την πόρτα της κρεβατοκάμαράς μου κλειδωμένη». Έφερε το χέρι στα μαλλιά της, ενώ εκείνος την παρακολουθούσε σιωπηλός. «Τ ι ρομάντζα μού λες;» «Όλα τα μυθιστορήματα περιστρέφονται γύρω από τις ανθρώπινες


σχέσεις. Απλά τα ρομάντζα επικεντρώνονται σε αυτές αντί να τις χρησιμοποιούν σαν υπόβαθρο, σαν τέχνασμα για να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα». «Ναι, αλλά δεν ένιωθες ότι, γράφοντας τέτοια μυθιστορήματα, χαράμιζες το ταλέντο σου;» Η Λη γνώριζε πολύ καλά την ικανότητά του να συναρπάζει τον αναγνώστη του από την πρώτη σελίδα, από την πρώτη γραμμή. «Το καταλαβαίνω πως κάπως έπρεπε να βγάλεις το ψωμί σου, αλλά...» «Όχι», τη διέκοψε εκείνος. «Δεν έγραψα ποτέ κάτι για τα λεφτά, Λενόρ, όπως κι εσύ δεν άρχισες το μυθιστόρημα που γράφεις έχοντας στο μυαλό σου το κέρδος. Όσο για το αν χαράμιζα το ταλέντο μου, δεν πρέπει να υποτιμάς κάτι επειδή δεν το καταλαβαίνεις». «Με συγχωρείς, δεν ήθελα να φερθώ συγκαταβατικά. Απλά...» Η Λη ύψωσε τους ώμους της ανίσχυρη. «Έχω εκπλαγεί. Όχι, έχω μείνει εμβρόντητη. Βλέπω παντού εκείνα τα μικρά πολύχρωμα βιβλιαράκια, αλλά...» «Αλλά δε σκέφτηκες ποτέ να διαβάσεις ένα», αποτέλειωσε ο Χάντερ για λογαριασμό της. «Θα έπρεπε. Θα σου έκαναν καλό». «Υποθέτω –για ψυχαγωγία». Του άρεσε ο τρόπος που το είχε θέσει, σαν να ήταν κάτι που έπρεπε να το απολαύσεις στα κρυφά, όπως ένα γλειφιτζούρι. «Αν ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να σε ψυχαγωγήσει, τότε δεν είναι μυθιστόρημα και χάνεις απλά την ώρα σου διαβάζοντάς το. Υποθέτω πως θα έχεις διαβάσει την Τζέιν Έιρ, τη Ρεβέκκα, το Όσα Παίρνει ο Άνεμος, τον Ιβανόη». «Ναι, βέβαια». «Ρομάντζα είναι κι αυτά. Πολλά από τα στοιχεία τους θα τα βρεις και σ’ εκείνα τα πολύχρωμα βιβλιαράκια». Ο Χάντερ της μιλούσε απόλυτα σοβαρά. Εκείνη τη στιγμή, η Λη θα χάριζε τα μισά βιβλία της προσωπικής βιβλιοθήκης της για να


διαβάσει ένα από τα βιβλία της Λόρα Μάιλς. «Χάντερ, θέλω να το δημοσιεύσω αυτό». «Ελεύθερα». Η Λη είχε ανοίξει ήδη το στόμα της για ν’ αντικρούσει την αντίρρηση που περίμενε από τα χείλια του. «Ελεύθερα;» επανέλαβε. «Δε σε νοιάζει;» «Γιατί να με νοιάζει; Δεν ντρέπομαι για τα βιβλία που έγραψα ως Λόρα Μάιλς. Στην πραγματικότητα...» Ο Χάντερ χαμογέλασε, γυρίζοντας στο παρελθόν. «Είμαι πολύ ικανοποιημένος με τα περισσότερα από αυτά». «Τότε, γιατί...» Η Λη κούνησε το κεφάλι της και άρχισε να τσιμπολογάει αφηρημένα το παγωμένο μπέικον. «Να πάρει η οργή, Χάντερ, γιατί δεν το ανέφερες ποτέ μέχρι τώρα; Η Λόρα Μάιλς είναι ένα ακόμα σκοτεινό μυστικό όπως και όλα τ’ άλλα γύρω από το άτομό σου». «Ποτέ μέχρι τώρα δε συνάντησα κάποιον ρεπόρτερ που να θελήσω να του το αναφέρω». Ο Χάντερ σηκώθηκε, τεντώθηκε και απόλαυσε τον καταγάλανο ουρανό. Όπως και ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε γνωρίσει άλλη γυναίκα με την οποία να νιώσει την επιθυμία να μοιραστεί τη ζωή του. Άρχισε, λοιπόν, να αναρωτιέται μήπως το ένα είχε απόλυτη σχέση με το άλλο. «Μην περιπλέκεις τα απλά πράγματα, Λενόρ», είπε, εκφράζοντας φωναχτά τις σκέψεις του. «Συνήθως, έχουν την τάση να περιπλέκονται από μόνα τους». Η Λη άφησε το πιάτο της και στάθηκε μπροστά του. «Μια ακόμα ερώτηση, τότε». Ο Χάντερ έστρεψε πάλι το βλέμμα του προς το μέρος της. Εκείνο το πρωί, η Λη δεν είχε κάνει τον κόπο να ασχοληθεί με το μακιγιάζ και τα μαλλιά της, όπως έκανε κάθε πρωί από την πρώτη μέρα. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν αυτό οφειλόταν στο ότι η ρεπόρτερ ήταν πολύ απασχολημένη με την έρευνα του άρθρου της ή η γυναίκα πολύ


απορροφημένη από τον άντρα που είχε μπροστά της. Μακάρι να ήξερε. «Εντάξει», συμφώνησε. «Άλλη μια ερώτηση». «Γιατί εμένα;» Πώς να της απαντούσε σε αυτό, αφού δεν το γνώριζε ούτε ο ίδιος; Πώς μπορούσε να απαντήσει σε μια ερώτηση που δίσταζε να κάνει στον εαυτό του; Πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του και χάιδεψε τα χείλη της με τα δικά του. Ήταν μια βαθιά και εντελώς καινούρια αίσθηση. «Διέκρινα κάτι σ’ εσένα», μουρμούρισε, κρατώντας ακίνητο το πρόσωπό της για να μπορέσει να το μελετήσει. «Θέλω κάτι από εσένα. Δεν ξέρω ακόμα ούτε τι διέκρινα ούτε τι θέλω και μπορεί να μην το μάθω ποτέ. Σου αρκεί αυτή η απάντηση;» Η Λη ακούμπησε τα χέρια της στους καρπούς του και λες και άντλησε τη ζωντάνια του για να την ενώσει με τη δική της. Ήταν απίστευτο. «Πρέπει να μου είναι αρκετή».

Κεφάλαιο 9 Η Λη στάθηκε ψηλά στην πλαγιά και κοίταξε το φαράγγι πέρα από τις βουνοκορφές και τους κόκκινους μοναχικούς λοφίσκους ως τα απόκρημνα βράχια. Υπήρχαν φωτογραφίες του –άνθρωποι, ζώα, ιστορίες. Η χαρά της όμως ήταν μεγαλύτερη, γιατί δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα αποκτούσε προσωπική εμπειρία. Δεν ήξερε πως ένας τόπος μπορεί να είναι τόσο απαιτητικός αλλά και τόσο επιβλητικός. Και από τη στιγμή που δεν το ήξερε αυτό, πώς θα μπορούσε να ξέρει ότι ήταν δυνατόν να νιώσει τέτοια άνεση τόσο μακριά από τον κόσμο που γνώριζε και τη ζωή που είχε φτιάξει για τον εαυτό της;


Μπορεί να ήταν το μυστήριο, το δέος, οι διεργασίες της φύσης για να δημιουργήσουν αυτή την ομορφιά στους βράχους, διεργασίες που θα συνεχίζονταν και τους επόμενους αιώνες. Τα στοιχεία της φύσης είχαν διαμορφώσει, είχαν σμιλέψει, είχαν δημιουργήσει χωρίς αβροφροσύνη. Μπορεί να ήταν και η ησυχία την οποία είχε μάθει να αφουγκράζεται, να ακούει περισσότερο από τους θορύβους που άκουγε ως τώρα. Ή μπορεί να ήταν ο άντρας που είχε ανακαλύψει στο φαράγγι και ο οποίος αργά αλλά σταθερά είχε αρχίσει να κυριαρχεί σε κάθε άποψη της ζωής της, όπως ο αέρας, το νερό και ο ήλιος είχαν κυριαρχήσει δίνοντας μορφή στα πάντα γύρω της. Ούτε αυτός διέθετε αβροφροσύνη. Ήταν μόλις λίγες μέρες εραστές και όμως ο Χάντερ έδειχνε να γνωρίζει και τη δύναμη και τις αδυναμίες της. Εκείνη τον μάθαινε σιγά σιγά και την ξάφνιαζε που καθετί καινούριο το ανακάλυπτε τόσο φυσικά, σαν να το γνώριζε πάντα. Ίσως όλη αυτή η ένταση να πήγαζε από τον περιορισμό του χρόνου. Η Λη θα μπορούσε να δεχτεί αυτή τη θεωρία, μόνο που είχε την εντύπωση ότι οι ώρες που είχαν περάσει μαζί ξεπερνούσαν το χρόνο. Σε δύο μέρες θα εγκατέλειπε το φαράγγι και τον Χάντερ για να επιστρέψει στο καλούπι της Λη Ράντκλιφ που είχε διαμορφώσει με τα χρόνια. Θα ξανάβρισκε τον παλιό της ρυθμό, θα έγραφε το άρθρο και θα συνέχιζε για το επόμενο σκαλοπάτι της καριέρας της. Τ ι άλλη επιλογή έχω; αναρωτήθηκε, έτσι όπως στεκόταν εκεί με τον απογευματινό ήλιο να τη χτυπάει στο πρόσωπο. Στο Λος Άντζελες, η ζωή της είχε κατεύθυνση, σκοπό. Είχε ένα στόχο: την επιτυχία. Εδώ, αυτή τη στιγμή, ο συγκεκριμένος στόχος δεν της φαινόταν και τόσο σημαντικός. Εδώ της αρκούσε να ζει και να αναπνέει, μόνο που δε θα μπορούσε να ζήσει σε καθημερινή βάση σε τούτον τον κόσμο. Ακόμα και αν ο Χάντερ της το είχε ζητήσει, ακόμα και αν το ήθελε η ίδια, η Λη δε θα μπορούσε να ζήσει για


πάντα έτσι, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς σχέδιο. Χωρίς προοπτικές. Τ ι προοπτικές θα μπορούσε να έχει εδώ; Δε θα της ήταν δυνατόν να συνεχίσει να ονειρεύεται για πάντα δίπλα στη φωτιά. Έμεναν μόνο δυο μέρες. Έκλεισε τα μάτια της και είπε στον εαυτό της πως ό,τι θα έκανε, ό,τι θα έβλεπε θα χαράσσονταν για πάντα στο μυαλό της. Ήταν δυνατόν να της είχε μείνει μόνο τόσο λίγος χρόνος, όταν στη συνέχεια θα απλωνόταν μπροστά της ατέλειωτος; «Ορίστε». Ο Χάντερ στάθηκε δίπλα της και της έδωσε ένα ζευγάρι κιάλια. «Πρέπει πάντα να βλέπεις όσο πιο μακριά μπορείς». Η Λη τα πήρε και χαμογέλασε με τον τρόπο που είχε εκείνος να θέτει τα πράγματα. Τ ώρα το φαράγγι ήρθε πιο κοντά της, παίρνοντας ξαφνικά μια πιο προσωπική διάσταση. Είδε το νερό που έτρεχε στο ποταμάκι, μόνο που ήταν πολύ μακριά για να ακούσει το θόρυβο. Γιατί δεν είχε προσέξει ποτέ μέχρι τώρα πόσο μοναδικό είναι το κάθε φύλλο των δέντρων; Είδε κατασκηνωτές να τριγυρίζουν γύρω από τους κατασκηνωτικούς χώρους τους, να ενώνονται με τους τουρίστες της μιας μέρας στα μονοπάτια. Η Λη κατέβασε τα κιάλια από τα μάτια της. Αυτό που έκανε της φάνηκε αδιακρισία. «Θα ξανάρθεις του χρόνου;» τον ρώτησε. Ήθελε να έχει τη δυνατότητα να τον φαντάζεται εδώ, να κοιτάζει το ατέλειωτο κενό και να θυμάται. «Αν μπορώ». «Τ ίποτα δε θα έχει αλλάξει», μουρμούρισε η Λη. Και σε πέντε και σε δέκα χρόνια να ξαναρχόταν, το ποτάμι θα εξακολουθούσε να κυλάει φιδογυριστό, οι λόφοι θα ήταν πάντα στη θέση τους. Αλλά εκείνη δε θα μπορούσε να ξανάρθει. Έκανε προσπάθεια να διώξει την κακοκεφιά της και του χαμογέλασε. «Πρέπει να είναι η ώρα για το μεσημεριανό». «Κάνει πολλή ζέστη για να φάμε εδώ πάνω», της απάντησε ο Χάντερ και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του. «Θα


κατέβουμε να βρούμε μια σκιά». «Εντάξει». Η Λη έμεινε να κοιτάζει τη σκόνη που σήκωναν οι μπότες του καθώς προχωρούσε. «Κάπου κοντά στο ποταμάκι». Έριξε μια ματιά δεξιά της. «Έλα να πάμε από δω, Χάντερ. Δεν έχουμε ξαναπάει από δω». Εκείνος δίστασε μόνο για μια στιγμή. «Πολύ καλά». Την έπιασε από το χέρι και ακολούθησε το μονοπάτι που είχε διαλέξει εκείνη. Η κάθοδος ήταν πάντα πιο εύκολη από την άνοδο. Αυτή ήταν μια ακόμα ανεκτίμητη διαπίστωση που είχε κάνει η Λη αυτές τις δυο βδομάδες. Και ο Χάντερ μπορεί να της κρατούσε το χέρι, αλλά δεν την καθοδηγούσε. Απλά τραβούσε το δρόμο του, όπως θα έκανε και σε σαράντα οκτώ ώρες, σκέφτηκε η Λη και τάχυνε το βήμα της για να ακολουθήσει το ρυθμό του. «Θα ξεκινήσεις το επόμενο βιβλίο σου μόλις γυρίσεις πίσω;» Ερωτήσεις, σκέφτηκε ο Χάντερ. Δεν είχε γνωρίσει άλλον άνθρωπο που να μην ξεμένει ποτέ από ερωτήσεις. «Ναι». «Έχεις φοβηθεί ποτέ ότι μπορεί να σου στερέψει η έμπνευση;» «Το φοβάμαι πάντα». Η Λη σταμάτησε για μια στιγμή και τον κοίταξε γεμάτη ενδιαφέρον. «Αλήθεια;» Μέχρι τώρα πίστευε πως ήταν ένας άντρας που δεν είχε κανέναν φόβο. «Θα περίμενα όσο περισσότερη επιτυχία αποκτάς τόσο μεγαλύτερη να είναι και η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου». «Η επιτυχία είναι μια θεότητα που δε μένει ποτέ ικανοποιημένη», της απάντησε και την έκανε να συνοφρυωθεί προβληματισμένη. «Κάθε φορά που βρίσκομαι μπροστά σε μια λευκή σελίδα αναρωτιέμαι πώς θα καταφέρω να βρω μια αρχή, μια μέση κι ένα τέλος». «Και πώς το κάνεις;» Ο Χάντερ άρχισε πάλι να προχωράει και η Λη αναγκάστηκε να τον


ακολουθήσει για να μη μείνει πίσω. «Διηγούμαι την ιστορία. Είναι τόσο απλό και συνάμα τόσο περίπλοκο». Το ίδιο είσαι και εσύ, σκέφτηκε η Λη. Απλός και τόσο περίπλοκος συνάμα. Κατεβαίνοντας, παίδεψε λίγο τα λόγια του στο μυαλό της, νιώθοντας τη θερμοκρασία να αλλάζει όσο κατέβαιναν. Σε αυτή τη μεριά του φαραγγιού το τοπίο ήταν πιο ήρεμο. Κάποια στιγμή τής φάνηκε πως άκουσε το θόρυβο μηχανής αυτοκινήτου, έναν θόρυβο που είχε να ακούσει μέρες. Τα δέντρα πύκνωσαν, το ίδιο και η σκιά. Περίεργο, σκέφτηκε, να έχει εκείνους τους θηριώδεις βράχους πίσω της και μπροστά της να απλώνεται τούτο το όμορφο δάσος. Εξωπραγματικό; Έσκυψε το κεφάλι της και αντίκρισε κάτι μικρά λευκά λουλουδάκια. Έκοψε τρία και άφησε τα υπόλοιπα να τα μαζέψει κάποιος άλλος. Δεν είχε έρθει για να μαζέψει αγριολούλουδα, θύμισε στον εαυτό της, καθώς τα έβαζε στα μαλλιά της, αλλά χαιρόταν, χαιρόταν πολύ που το είχε κάνει. «Πώς σου φαίνεται εδώ;» Ο Χάντερ γύρισε και την είδε να στερεώνει το τελευταίο λουλούδι στα μαλλιά της. Η ανάγκη του γι’ αυτή φούντωσε τόσο απόλυτη, που του έκοψε την ανάσα. Λενόρ. Δεν του ήταν καθόλου δύσκολο να καταλάβει γιατί ο άντρας στο ποίημα του Πόε είχε θρηνήσει την απώλειά της σε σημείο τρέλας. «Γίνεσαι όλο και πιο όμορφη. Αδύνατον». Έσυρε το δάχτυλό του στο μάγουλό της. Θα έφτανε και αυτός σε σημείο τρέλας θρηνώντας την απώλειά της; Η Λη ύψωσε το πρόσωπό της, η λάμψη του ήλιου αρκούσε για να προβάλει τη μοναδική ομορφιά της. Αλλά για πόσο θα έμενε εκείνη ικανοποιημένη με μόνη τη φροντίδα του ήλιου; Πόσος καιρός θα περνούσε ακόμα προτού αναζητήσει τη ζωή που είχε αρχίσει να φτιάχνει για τον εαυτό της; Η Λη δε χαμογέλασε, την εμπόδισε το βλέμμα του να το κάνει. Ο Χάντερ την κοιτούσε επίμονα σαν να έψαχνε κάτι... Κάτι. Δεν ήταν


καθόλου σίγουρη, ακόμα και αν ήξερε τι ήταν αυτό το κάτι, αν θα μπορούσε να του δώσει την απάντηση που ήθελε. Αντί γι’ αυτό, η Λη έκανε αυτό που είχε κάνει κι αυτός κάποτε. Ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του και χάιδεψε τα χείλη του με τα δικά της. Ύστερα έκλεισε τα μάτια της και έκρυψε το κεφάλι της στο στήθος του. Πώς θα μπορούσε να φύγει; Πώς θα μπορούσε να μην το κάνει; Όποια κατεύθυνση και να ακολουθούσε θα έχανε κάτι σημαντικό. «Δεν πιστεύω στη μαγεία», ψιθύρισε. «Αλλά, αν πίστευα, θα έλεγα πως τούτος ο τόπος είναι μαγικός. Τη μέρα είναι ήσυχος, κοιμάται θα έλεγα. Αλλά τη νύχτα ο αέρας ζωντανεύει από τα πνεύματα». Ο Χάντερ την έσφιξε περισσότερο πάνω του, έγειρε το κεφάλι του στο δικό της. Συνειδητοποιούσε, αναρωτήθηκε, πόσο ρομαντική ήταν; Ή πόσο σκληρά πάλευε για να μην είναι; Πριν μια βδομάδα, ακόμα και να έκανε μια τέτοια σκέψη, δε θα τολμούσε να την εκφράσει φωναχτά. Σε μια βδομάδα από τώρα... Ο Χάντερ έπνιξε έναν αναστεναγμό. Σε μια βδομάδα από τώρα ούτε που θα σκεφτόταν τη μαγεία. «Θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου εδώ», της είπε ήσυχα. «Με τον ήλιο να τρυπώνει στις φυλλωσιές και να λούζει το κορμί σου. Το βράδυ προτού πέσει η πάχνη. Την αυγή όταν οι αποχρώσεις παίζουν ανάμεσα στο γκρι και το ροζ». Συγκινημένη, ερωτευμένη, η Λη του χαμογέλασε. «Και τα μεσάνυχτα, όταν το φεγγάρι είναι ψηλά στον ουρανό και όλα είναι δυνατά». «Όλα είναι δυνατά πάντα». Ο Χάντερ τη φίλησε πρώτα στο ένα μάγουλο και ύστερα στο άλλο. «Πρέπει απλώς να το πιστέψεις». Το γέλιο της ακούστηκε λίγο τρεμουλιαστό. «Με κάνεις σχεδόν να το πιστεύω. Κάνεις τα γόνατά μου να τρέμουν». Το χαμόγελό του άστραψε καθώς τη σήκωνε στα χέρια του. «Καλύτερα;»


Θα ξανάνιωθε ποτέ της τόσο ελεύθερη; Η Λη τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και τον φίλησε, εκφράζοντας με αυτό το φιλί τα πιο βαθιά της αισθήματα. «Ναι. Και αν δε με αφήσεις αμέσως κάτω, θα σου ζητήσω να με κουβαλήσεις έτσι πίσω στη σκηνή μας». Ένα μισοχαμόγελο έπαιξε στα χείλη του. «Αποφάσισες πως δεν πεινάς, τελικά;» «Αμφιβάλλω αν έχεις στο σακίδιο κάτι πέρα από αποξηραμένα φρούτα και ηλιόσπορους. Δεν τρέφω ψευδαισθήσεις για το γεύμα μας». «Έχω και μερικές καραμέλες σοκολάτα». «Ας φάμε, λοιπόν». Ο Χάντερ την παράτησε στο έδαφος. «Αυτό δείχνει πως η λαγνεία της γυναίκας επικεντρώνεται στο φαγητό». «Μόνο στη σοκολάτα», τον αντέκρουσε η Λη. «Μπορείς να φας το μερίδιό μου σε ηλιόσπορους». «Σου κάνουν καλό». Ο Χάντερ έχωσε το χέρι στο σακίδιό του και έβγαλε μερικά διάφανα πλαστικά σακουλάκια. «Οι σταφίδες εντάξει», είπε χωρίς ενθουσιασμό η Λη. «Αλλά οι ηλιόσποροι δε μ’ ενδιαφέρουν». Ο Χάντερ ύψωσε αδιάφορα τους ώμους του κι έβαλε μερικούς στο στόμα του. «Θα πεινάσεις πριν την ώρα του δείπνου». «Δυο βδομάδες τώρα πεινάω πριν την ώρα του δείπνου», σχολίασε η Λη και άρχισε να ψάχνει μόνη της στο σακίδιο για τις καραμέλες. «Όσο καλό και να κάνουν οι ηλιόσποροι, τα καρύδια και τ’ αποξηραμένα βερίκοκα, δεν μπορούν ν’ αναπληρώσουν μια μπριζόλα...» Βρήκε μια μικρή τετράγωνη καραμέλα γάλακτος με σοκολάτα «...ούτε μια σοκολάτα». Ο Χάντερ την είδε να κλείνει πανευτυχής τα μάτια της καθώς μασούσε την καραμέλα. «Ηδονίστρια». «Απολύτως». Τα μάτια της γελούσαν όταν τα άνοιξε. «Μ’


αρέσουν οι μεταξωτές μπλούζες, η γαλλική σαμπάνια και ο αστακός με ζεστή σάλτσα βουτύρου». Η Λη αναστέναξε και έγειρε πίσω, ενώ αναρωτιόταν αν ο Χάντερ είχε κάποιο συναισθηματικό δέσιμο με την τελευταία καραμέλα. «Και τα απολαμβάνω, ιδιαίτερα όταν έχω δουλέψει σκληρά μια ολόκληρη βδομάδα για να τα αποκτήσω». Ο Χάντερ το καταλάβαινε αυτό και με το παραπάνω. Η Λη δεν ήταν μια γυναίκα που ήθελε να τη φροντίζουν οι άλλοι, αλλά και εκείνος δεν ήταν άντρας που πίστευε στην απόλυτη ανεξαρτησία. Τ ι μέλλον, λοιπόν, μπορούν να έχουν μαζί δυο άνθρωποι, όταν ο ένας δεν μπορεί να προσαρμοστεί στη ζωή του άλλου; Ο Χάντερ δεν θα επέβαλλε ποτέ το δικό του τρόπο ζωής σ’ έναν άλλο, αλλά ούτε και θα επέτρεπε σε κανέναν να αλλάξει τη δική του ζωή. Και όμως, τώρα που οι ώρες τους τέλειωναν, είχε πιάσει τον εαυτό του να αναρωτιέται αν θα ήταν τόσο απλό να γυρίσει πίσω μόνος, όπως πίστευε κάποτε. «Σου αρέσει η ζωή στην πόλη;» τη ρώτησε αδιάφορα. «Ασφαλώς». Η Λη δεν μπορούσε να του πει ότι μισούσε την ιδέα να γυρίσει μόνη στη ζωή που κάποτε θεωρούσε τέλεια για εκείνη. «Το διαμέρισμά μου απέχει είκοσι λεπτά από το περιοδικό». «Βολικό». Και πρακτικό, σκέφτηκε ο Χάντερ. Η Λη έδειχνε να διαλέγει πάντα το πρακτικό, ακόμα κι όταν έκανε κέφι κάτι περίεργο. Άνοιξε το παγούρι και ήπιε. Όταν της το έδωσε, εκείνη το πήρε. Είχε προσαρμοστεί σε πολλά πράγματα. «Υποθέτω ότι εσύ δουλεύεις στο σπίτι». «Ναι». Η Λη άγγιξε αφηρημένα ένα από τα λουλούδια στα μαλλιά της. «Αυτό απαιτεί πειθαρχία. Νομίζω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι χρειάζονται ένα γραφείο μακριά από το σπίτι τους για να αποδώσουν». «Εσύ δε θα χρειαζόσουν κάτι τέτοιο».


Η Λη κάρφωσε μακριά το βλέμμα της, ενώ ευχόταν να μπορούσαν να μιλάνε για προσωπικά θέματα, χωρίς να ξυπνάει αυτός ο πανικός μέσα της. Καλύτερα όμως να μιλούσαν για τη δουλειά, τον καιρό –ή για τίποτε. «Ναι;» «Θα ήσουν πιο σκληρή με τον εαυτό σου από οποιονδήποτε προϊστάμενο ή χρονοδιάγραμμα». Ο Χάντερ δάγκωσε ένα κομμάτι μήλου. «Αν το έβαζες σοβαρά στο μυαλό σου, θα μπορούσες να τελειώσεις το χειρόγραφό σου σ’ ένα μήνα». Η Λη ύψωσε τους ώμους της νευρικά. «Αν δούλευα οκτώ ώρες την ημέρα χωρίς άλλες υποχρεώσεις». «Το μυθιστόρημα είναι η μόνη σου υποχρέωση». Η Λη έπνιξε έναν αναστεναγμό. Δεν ήθελε να τσακωθεί, ούτε καν να το συζητήσει μαζί του τη στιγμή που τους είχε απομείνει ελάχιστος χρόνος. Από την άλλη, αν δε μιλούσαν για τη δουλειά της, μπορεί η Λη να μην κατάφερνε να συγκρατηθεί και να του μιλούσε για τα αισθήματά της. Φαύλος κύκλος. «Χάντερ, ως συγγραφέας είναι φυσικό να νιώθεις έτσι για ένα βιβλίο. Υποθέτω ότι πρέπει να το κάνεις. Εγώ έχω μια δουλειά, μια καριέρα που απαιτεί πολύ χρόνο και μεγάλη προσοχή. Και δεν μπορώ να την παραμελήσω για το ενδεχόμενο να εκδώσω ένα βιβλίο». «Φοβάσαι να το διακινδυνεύσεις». Αυτό ήταν ένα κατά μέτωπο χτύπημα σ’ ένα πολύ ευαίσθητο σημείο. Τη θύμωσε, αλλά ήξεραν και οι δύο πως χρησιμοποιούσε το θυμό για άμυνα. «Και λοιπόν; Έχω δουλέψει σκληρά για τη θέση που έχω στο Σελ έμπριτι. Ό,τι έχω κάνει εκεί και όποιο όφελος έχω αποκομίσει, το έχω κερδίσει μόνη μου. Έχω διακινδυνεύσει ήδη αρκετά». «Με το να μην παντρευτείς τον Τ ζόναθαν Γουίλομπι;» Η οργή που καθρεφτίστηκε στο βλέμμα της του κέντρισε το ενδιαφέρον. Ώστε αυτό ήταν κάτι που την πονούσε ακόμα. Που την


πονούσε πολύ. «Το βρίσκεις διασκεδαστικό;» τον ρώτησε. «Το γεγονός ότι υπαναχώρησα σε μια σιωπηρή συμφωνία κεντρίζει το χιούμορ σου;» «Όχι ιδιαίτερα. Κεντρίζει όμως το ενδιαφέρον μου το γεγονός ότι βρήκες τη δύναμη να υπαναχωρήσεις μπροστά σε μια σιωπηρή συμφωνία». Από τον σχολαστικό τρόπο με τον οποίο βίδωσε το παγούρι, ο Χάντερ κατάλαβε πως η Λη ήταν πολύ θυμωμένη. Και όταν μίλησε, είχε μέρες να ακούσει τη φωνή της τόσο ψυχρή και απόμακρη. «Η οικογένειά μου είχε με τους Γουίλομπι προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις χρόνια. Αυτός ο γάμος ήταν κάτι που περίμεναν από εμένα και το γνώριζα από τα δεκάξι μου». Ο Χάντερ έγειρε πίσω και βολεύτηκε, ακουμπώντας στον κορμό ενός δέντρου. «Και στα δεκάξι σου, δε θεώρησες μια τέτοια προσδοκία απαρχαιωμένη;» «Πώς θα μπορούσες εσύ να καταλάβεις;» Η Λη σηκώθηκε ξεφυσώντας. Τα νεύρα της, που είχαν ηρεμήσει τις τελευταίες μέρες, τεντώθηκαν πάλι σαν χορδές. Ο Χάντερ τα έβλεπε σχεδόν να πάλλονται. «Είπες ότι ο πατέρας σου ήταν ένας ονειροπόλος, που κέρδιζε τη ζωή του ως πωλητής. Ο πατέρας μου ήταν ένας ρεαλιστής, που κέρδιζε τη ζωή του κάνοντας κοινωνικές επαφές και αναθέτοντας ρόλους. Έκανε κοινωνικές επαφές με τους Γουίλομπι και ανέθεσε σ’ εμένα να ολοκληρώσω την κοινωνική και επαγγελματική συγχώνευση με το γάμο μου με τον Τ ζόναθαν». Ακόμα και τώρα τα καλοστημένα και ψυχρά αυτά σχέδια την έκαναν ν’ αηδιάζει. «Ο Τ ζόναθαν ήταν γοητευτικός, έξυπνος, πετυχημένος ήδη. Ο πατέρας μου δε φαντάστηκε ποτέ ότι θα είχα αντίρρηση». «Εσύ όμως είχες», της τόνισε ο Χάντερ. «Γιατί επιμένεις να πληρώνεις για κάτι που ήταν απόλυτο δικαίωμά σου;» Η Λη γύρισε απότομα προς το μέρος του. Της ήταν αδύνατον πια


να του απαντήσει ψυχρά, να αντιδράσει υπεροπτικά. «Ξέρεις πόσο μου κόστιζε να κάνω διαρκώς αυτό που περίμεναν από εμένα; Ό,τι και να έκανα, σε όλη μου τη ζωή, περίμενα σε τελευταία ανάλυση την επιδοκιμασία τους». «Κι ύστερα έκανες κάτι για τον εαυτό σου». Χωρίς να βιάζεται, ο Χάντερ σηκώθηκε και στάθηκε απέναντί της. «Η καριέρα σου είναι για τον εαυτό σου, Λενόρ, ή προσπαθείς ακόμα να κερδίσεις την επιδοκιμασία τους;» Δεν είχε κανένα δικαίωμα να τη ρωτάει, κανένα δικαίωμα να την κάνει να αναζητήσει μια απάντηση. Κατάχλομη, του γύρισε την πλάτη. «Δε θέλω να το συζητήσω αυτό μαζί σου. Δε σε αφορά». «Αλήθεια;» Τ ώρα ο Χάντερ ήταν το ίδιο θυμωμένος μ’ εκείνη. Την ξαναγύρισε απότομα προς το μέρος του. «Δε με αφορά;» Τα χέρια της έσφιξαν τα μπράτσα του, η Λη δεν ήξερε αν ήταν μια κίνηση διαμαρτυρίας ή αν αναζητούσε στήριγμα. Ίσως να είχε φτάσει στο σημείο που έπρεπε να σταθεί όρθια, όσο αβέβαιο και αν ήταν το έδαφος στο οποίο πατούσε. «Η ζωή μου και ο τρόπος που τη ζω είναι δική μου υπόθεση, Χάντερ». «Όχι πλέον». «Μη λες ανοησίες». Η Λη έγειρε πίσω το κεφάλι της για να τον κοιτάξει στα μάτια. «Αυτή η συζήτηση δεν έχει κανένα νόημα». Ο Χάντερ ένιωσε ξαφνικά να φουντώνει μέσα του κάτι που δεν είχε το περιθώριο ούτε να το πολεμήσει ούτε να το αντιμετωπίσει λογικά. «Κάνεις λάθος». Η Λη είχε αρχίσει να τρέμει χωρίς να ξέρει το γιατί. Και μαζί με το θυμό ένιωσε και τον γνώριμο πανικό. «Δεν ξέρω τι θέλεις». «Εσένα». Η Λη βρέθηκε κολλημένη πάνω του, προτού προλάβει να ερμηνεύσει την αντίδρασή της. «Ολόκληρη». Το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της χωρίς ίχνος από την υπομονή που έδειχνε πάντα. Η Λη ένιωσε κάποιο φόβο που τον


έσβησε όμως αμέσως η ξέφρενη ανάγκη της γι’ αυτό τον άντρα. Ο Χάντερ είχε ξυπνήσει κι άλλοτε το πάθος της, αλλά ποτέ τόσο ακαριαία. Είχε διεγείρει και άλλοτε τον πόθο της, αλλά ποτέ τόσο οδυνηρά. Το άγγιγμά του, αν και γνώριμο, ήταν ταυτόχρονα εντελώς διαφορετικό. Αυτό που ένιωθε τώρα να πηγάζει από μέσα του ήταν θυμός; Απόγνωση; Πάθος; Το μόνο που ήξερε η Λη ήταν πως αυτή τη φορά ο Χάντερ είχε χάσει τον περίφημο αυτοέλεγχό του. Κάτι έβραζε μέσα του, κάτι πρωτόγονο που δεν το είχε αφήσει ως τώρα ελεύθερο. Αυτή τη φορά, όμως, θα το άφηνε να εκδηλωθεί και το ήξεραν και οι δύο. Το αίμα της έβραζε από την πανικόβλητη έξαψη της προσμονής. Δεν άργησαν να βρεθούν στο χώμα, στα ρουθούνια τους έφτασε η μυρωδιά των ζεστών φύλλων και του δροσερού νερού. Η Λη ένιωσε τα γένια του να γδέρνουν το μάγουλό της την ώρα που έκρυβε το κεφάλι του στο λαιμό της. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που τον πυροδοτούσε, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή παρά να τον ακολουθήσει μέχρι το τέρμα. Ο Χάντερ δεν κάθισε να αναρωτηθεί το λόγο που ένιωθε αυτή την απόγνωση. Δεν μπορούσε να το κάνει. Ίσως η Λη να επέμενε να αρνείται να μοιραστεί κάποια κομμάτια του εαυτού της μαζί του, αλλά το κορμί της του το πρόσφερε πρόθυμα. Εκείνος, βέβαια, ήθελε περισσότερα, ήθελε τα πάντα και ας ήξερε ότι αυτό δεν ήταν λογικό. Ακόμα και τώρα που ένιωθε το κορμί της να λιώνει από τον πόθο, ήξερε πως δε θα έμενε ικανοποιημένος. Πότε άραγε θα του πρόσφερε το ίδιο απλόχερα και τα αισθήματά της; Και για πρώτη φορά στη ζωή του κατάλαβε πως ήθελε πάρα πολλά. Πάσχισε να γραπωθεί από τη λογική, να αντισταθεί στην ξέφρενη ανάγκη που τον έπνιγε κατά κύματα. Τούτος δεν ήταν ο κατάλληλος χρόνος, ο κατάλληλος τόπος, ο κατάλληλος τρόπος. Λογικά το ήξερε αυτό, αλλά το συναίσθημα απειλούσε να τον προδώσει. Κρατώντας


τη πάντα στην αγκαλιά του, έκρυψε το πρόσωπό του στα μαλλιά της, περιμένοντας να του περάσει αυτή η τρέλα. Ξαφνιασμένη από αυτό το ξέσπασμα του πάθους του αλλά και από τη δική της χωρίς όρους ανταπόκριση, η Λη έμεινε εντελώς ακίνητη. Από ένστικτο, έσυρε το χέρι της στην πλάτη του να τον ηρεμήσει. Τον γνώριζε αρκετά καλά ώστε να καταλαβαίνει ότι σπάνια άφηνε τις ορμές του να εκφραστούν ανεξέλεγκτες. Και τώρα ήξερε το γιατί. Ο Χάντερ ανασήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε και ένιωσε αηδία για τον εαυτό του όταν αντίκρισε και πάλι την επιφυλακτικότητα στο βλέμμα της. Τα λουλούδια είχαν πέσει από τα μαλλιά της. Πήρε ένα και το έβαλε στο χέρι της. «Είσαι πολύ εύθραυστη για τόσο αδέξιους χειρισμούς». Τα μάτια του ήταν τόσο έντονα, τόσο σκούρα, που της ήταν αδύνατον να χαλαρώσει. Τα δάχτυλά της άρχισαν να κάνουν νευρικές κινήσεις στην πλάτη του. Κάτι μέσα της την προειδοποιούσε πως ο Χάντερ περίμενε από αυτή περισσότερα απ’ όσα είχε φανταστεί ποτέ της, περισσότερα από αυτά που ήξερε πώς να του δώσει. Πρέπει να ελαφρύνεις την ατμόσφαιρα, διέταξε τον εαυτό της. Τα δάχτυλά της έμειναν ακίνητα στην πλάτη του. Χαμογέλασε αν και τα μάτια της συνέχιζαν να τον κοιτάζουν επιφυλακτικά. «Θα έπρεπε να περιμένω να γυρίσουμε στη σκηνή προτού σε κάνω να θυμώσεις». Ο Χάντερ αντιλήφθηκε την προσπάθειά της και ύψωσε το ένα του φρύδι. Υπήρχε ένταση στη φωνή και των δυο τους, αλλά προσποιήθηκαν ότι δεν τη διέκριναν. «Μπορούμε να γυρίσουμε τώρα. Για το δεύτερο γύρο». Τ ώρα που ο πανικός της υποχώρησε, η Λη του έριξε ένα ήρεμο βλέμμα. «Είμαι πιο δυνατή απ’ ό,τι φαίνομαι». «Ναι;» Ο Χάντερ χαμογέλασε κι αυτός. Θα είχε τις σκοτεινές ώρες της νύχτας για να σκεφτεί αυτό που είχε συμβεί λίγο πριν και να βρει


έναν τρόπο να το αντιμετωπίσει. «Δείξε μου». Πιο σίγουρη απ’ όσο θα έπρεπε, η Λη τον έσπρωξε με την πρόθεση να τον κυλήσει από πάνω της. Δεν κατάφερε να τον κουνήσει ούτε εκατοστό. Το ήρεμο χαμόγελο στο πρόσωπό του την έκανε να διπλασιάσει την προσπάθεια. Ξέπνοη, χωρίς να πετύχει το στόχο της, ξάπλωσε πίσω και τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Είσαι πιο βαρύς απ’ όσο δείχνεις», παραπονέθηκε. «Πρέπει να φταίνε όλοι αυτοί οι ηλιόσποροι που κατεβάζεις». «Οι μύες σου είναι γεμάτοι σοκολάτα», τη διόρθωσε ο Χάντερ. «Έφαγα μόνο μία». «Σήμερα. Υπολογίζω ότι έχεις καθαρίσει...» «Δεν έχει σημασία». Η Λη ύψωσε χαριτωμένα το ένα της φρύδι. Ο κόμπος στο στομάχι της δεν είχε λυθεί εντελώς. «Αν θέλεις να μιλήσουμε για βλαβερές συνήθειες, εσύ είσαι αυτός που καπνίζει πολύ». Ο Χάντερ ύψωσε τους ώμους του, αποδεχόμενος την αλήθεια. «Ο κάθε άνθρωπος δικαιούται να έχει ένα βίτσιο». Το χαμόγελό της έγινε πονηρό, αισθησιακό. «Αυτό είναι το μοναδικό σου;» Δεν ήξερε αν εκείνη το είχε κάνει επίτηδες, πάντως ο Χάντερ στάθηκε αδύνατον να αντισταθεί στα χείλη της. Έσκυψε το κεφάλι του και ρούφηξε τη γλύκα τους. «Ποτέ δε θεώρησα την ηδονή βίτσιο». Η Λη αναστέναξε και τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. Δεν τους είχε μείνει πολύς χρόνος ώστε να τον σπαταλούν με διαφωνίες, ούτε καν με σκέψεις. «Γιατί δε γυρίζουμε στη σκηνή να μου δείξεις τι εννοείς;» Ο Χάντερ γέλασε σιγανά και τη φίλησε στον ώμο. Το γέλιο της αντήχησε μαζί με το δικό του, ξαφνικά όμως πάγωσε όταν το βλέμμα της αντίκρισε το πλάσμα που στεκόταν στα πόδια τους.


Την πλημμύρισε ο φόβος. Και να ήθελε, δε θα μπορούσε να φωνάξει. Το κοντοκομμένα, άβαφα νύχια της χώθηκαν στην πλάτη του Χάντερ. «Τ ι...» άρχισε να λέει εκείνος και ανασήκωσε το κεφάλι του. Το πρόσωπό της ήταν κάτασπρο σαν πανί. Το κορμί της είχε κοκαλώσει κάτω από το δικό του, τα χέρια της όμως που τον είχαν γραπώσει από την πλάτη έτρεμαν από το φόβο. Σφιγμένος, γύρισε να δει προς την κατεύθυνση που του έδειχνε. «Τ ι στην οργή...» Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση και μια μαλλιαρή μπάλα πενήντα κιλών όρμησε πάνω του. Αυτή τη φορά η κραυγή της Λη ξέφυγε από τα χείλη της. Η αδρεναλίνη που κύλησε στο αίμα της λόγω του πανικού τής έδωσε δύναμη με αποτέλεσμα να αρχίσουν να κυλάνε και οι τρεις προς την όχθη. Συνέχισε να δίνει τυφλά χτυπήματα, όταν άκουσε την κοφτή εντολή του Χάντερ και αμέσως μετά κάτι σαν κλαψούρισμα. «Λενόρ». Ο Χάντερ την άρπαξε από τους ώμους προτού προλάβει να πεταχτεί όρθια για να βρει ένα όπλο να υπερασπίσει και τους δυο τους. «Μην ανησυχείς». Χωρίς να της δώσει καμιά επιλογή την έσφιξε πάνω του. «Όλα είναι εντάξει, πίστεψέ με. Δε θα σου κάνει κακό». «Θεέ μου, Χάντερ, είναι λύκος!» Η Λη ξαναζούσε σαν εφιάλτη τα όσα είχε διαβάσει για τα νύχια και τα σαγόνια τους. Τύλιξε τα χέρια της γύρω στον Χάντερ για να τον προστατέψει και να προστατευθεί κι εκείνη και έστρεψε αργά το κεφάλι της. Και τότε είδε δυο ασημιά μάτια να την κοιτάνε χωμένα σε μια ασημί γούνα. «Όχι». Ο Χάντερ ένιωσε το φόβο της να φουντώνει πάλι και συνέχισε να την καθησυχάζει. «Είναι μόνο κατά το ήμισυ λύκος». «Πρέπει να κάνουμε κάτι». Να το έβαζαν στα πόδια ή να παρέμεναν εντελώς ακίνητοι; «Σου επιτέθηκε...» «Με χαιρέτησε», τη διόρθωσε ο Χάντερ. «Πίστεψέ με, Λενόρ. Δεν είναι κακός». Τσαντισμένος, ο Χάντερ αποδέχτηκε τη μοίρα του και


άπλωσε το χέρι του. «Εδώ, Σαντάνας». Λίγο ντροπιασμένος με τα καμώματά του, ο σκύλος σύρθηκε προς το μέρος του με το κεφάλι κατεβασμένο. Άφωνη, η Λη παρακολούθησε τον Χάντερ να χαϊδεύει την πυκνή, γκρίζα γούνα του. «Συνήθως συμπεριφέρεται πιο καλά», της είπε εκείνος ήρεμα. «Αλλά έχει να με δει σχεδόν δυο βδομάδες». «Να σε δει;» Η Λη κόλλησε περισσότερο πάνω του. «Μα...» Η λογική άρχισε να διαλύει τον πανικό όταν είδε το σκύλο να γλείφει το χέρι του Χάντερ. «Τον φώναξες με τ’ όνομά του», είπε με φωνή που έτρεμε. «Πώς τον φώναξες;» Προτού προλάβει ο Χάντερ να της απαντήσει ακούστηκαν βήματα πίσω τους. Η Λη ήταν έτοιμη να βγάλει μια ακόμα κραυγή, αλλά τη συγκράτησε μια νεανική φωνή που φώναξε: «Σαντάνας! Γύρνα αμέσως εδώ. Θα με βάλεις σε μπελάδες». «Αυτό σίγουρα», μουρμούρισε ο Χάντερ μέσα από τα δόντια του. Η Λη τραβήχτηκε για να μπορέσει να κοιτάξει το πρόσωπό του. «Τ ι, στην ευχή, γίνεται εδώ πέρα;» «Μια συνάντηση», της απάντησε απλά εκείνος. Σαστισμένη, με την καρδιά να βροντοχτυπά ακόμα στο στήθος της, η Λη είδε το κοριτσάκι που βγήκε από το δασάκι. Το σκυλί άρχισε να χτυπάει την ουρά του στο χώμα. «Σαντάνας!» Η μικρή σταμάτησε απότομα, κάνοντας τις σκούρες κοτσίδες της να χοροπηδήσουν πέρα δώθε. Χαμογέλασε, δείχνοντας χωρίς καμιά ντροπή τα σιδεράκια της. «Ουπς», αναφώνησε και κάρφωσε τη Λη μ’ ένα βλέμμα που της φάνηκε απόκοσμα οικείο. Στη συνέχεια, έχωσε τα χέρια στις τσέπες του κομμένου τζιν της και κλότσησε το χώμα με τα φθαρμένα αθλητικά της. «Ε... γεια». Το βλέμμα της ταξίδεψε φευγαλέα στον Χάντερ, προτού καρφωθεί πάλι στην Λη. «Υποθέτω πως θ’ αναρωτιέστε τι γυρεύω εδώ».


«Θα έρθουμε σε αυτό αργότερα», είπε ο Χάντερ και τα δυο θηλυκά της παρέας κατάλαβαν πως ήταν τσαντισμένος. «Χάντερ...» Η Λη απομακρύνθηκε ακόμα λίγο, ο θυμός και η αγωνία μπερδεύονταν με τη σύγχυση. Της ήταν αδύνατον να τραβήξει το βλέμμα της από τα σκούρα, πολύ σκούρα μάτια του κοριτσιού που την κοιτούσαν. «Τ ι γίνεται εδώ;» «Απ’ ό,τι φαίνεται χρειάζονται και οι δύο ένα μάθημα καλών τρόπων», της απάντησε εκείνος αβίαστα. «Λενόρ, το πλάσμα που αυτή τη στιγμή μυρίζει το χέρι σου είναι ο σκύλος μου, ο Σαντάνας». Ο Χάντερ έκανε μια κίνηση και αμέσως το πελώριο, γυμνασμένο ζώο κάθισε και σήκωσε φιλικά την πατούσα του. Σαστισμένη, η Λη την έπιασε και γύρισε να κοιτάξει τον αφέντη του σκύλου. Είδε το βλέμμα του να ταξιδεύει πίσω της και να χαμογελά με περηφάνια ανάμεικτη με ειρωνεία. «Και το κορίτσι που σε κοιτάζει με τόση αγένεια είναι η Σάρα. Η κόρη μου».

Κεφάλαιο 10 Κόρη... Σάρα... Η Λη γύρισε το κεφάλι της να συναντήσει εκείνα τα κούρα επίμονα μάτια, πιστά αντίγραφα των ματιών του Χάντερ. Ναι, ήταν πράγματι πιστά αντίγραφα. Η συνειδητοποίηση αυτή την χτύπησε σαν ριπή ανέμου. Είχε παιδί; Αυτό το όμορφο, λεπτό κοριτσάκι που είχε δέσει τις κοτσίδες του με δύο παράταιρα λαστιχάκια ήταν η κόρη του Χάντερ; Τα συναισθήματα που ξύπνησαν μέσα της ήταν τόσο αντικρουόμενα, που δεν είπε τίποτε. Τ ίποτε απολύτως. «Σάρα». Ο Χάντερ έσπασε την εκκωφαντική σιωπή. «Αυτή είναι η κυρία Ράντκλιφ».


«Ναι, βέβαια, ξέρω, η ρεπόρτερ. Γεια». Η Λη ήταν καθισμένη πάντα στο χώμα, με το σκύλο να μυρίζει τώρα τον ώμο της και ένιωσε εντελώς ηλίθια. «Γεια σου», είπε και ο τόνος της της φάνηκε γελοία τυπικός. «Ο μπαμπάς λέει να μη σε χαρακτηρίσω νόστιμη, γιατί αυτή η λέξη του θυμίζει φρούτα». Η Σάρα δεν έγειρε το κεφάλι της για να την παρατηρήσει από διαφορετική γωνία, η Λη όμως είχε την εντύπωση πως την περιεργαζόταν και τη ζύγιζε σαν να ήταν πράγματι κάποιο φρούτο. «Μου αρέσουν τα μαλλιά σου», της δήλωσε η μικρή. «Το χρώμα τους είναι φυσικό;» «Σίγουρα χρειάζεται μερικά μαθήματα καλών τρόπων», είπε ο Χάντερ, αλλά ήταν φανερό πως μάλλον το διασκέδαζε παρά ένιωθε θυμωμένος. «Φοβάμαι πως η Σάρα είναι λιγάκι παλιόπαιδο». «Πάντα το λέει αυτό». Η Σάρα ύψωσε εκφραστικά τους λεπτούς ώμους της. «Αλλά δεν το εννοεί». «Μέχρι τώρα». Ο Χάντερ χάιδεψε τη γούνα του σκύλου, προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να χειριστεί την κατάσταση. Η Λη παρέμενε σιωπηλή, ενώ τα μάτια της Σάρας την κοιτούσαν γεμάτα περιέργεια. «Πάρε τον Σαντάνας και γύρισε σπίτι. Υποθέτω πως είναι και η Μπόνι εκεί». «Ναι. Γυρίσαμε χτες γιατί θυμήθηκα πως είχα έναν αγώνα ποδοσφαίρου κι εκείνη είχε μια έμπνευση, αλλά της ήταν αδύνατον να τη δουλέψει στο Φοίνιξ με όλα τα παιδιά να χοροπηδούν γύρω της σαν μαϊμούδες». «Κατάλαβα». Και μολονότι ο Χάντερ είχε πράγματι καταλάβει απόλυτα, η Λη παρέμενε ακόμα στο σκοτάδι. «Πήγαινε, λοιπόν, και θα έρθουμε κι εμείς». «Εντάξει. Έλα, Σαντάνας», είπε η Σάρα και, γυρίζοντας, χάρισε ένα γρήγορο χαμόγελο στη Λη. «Μπορεί να δείχνει τρομαχτικός, αλλά δε δαγκώνει». Η Λη παρακολούθησε τη μικρή να φεύγει, ενώ


αναρωτιόταν αν είχε αναφερθεί στο σκύλο ή στον πατέρα της. Μόνη πάλι με τον Χάντερ, παρέμεινε εντελώς σιωπηλή και ακίνητη. «Αν θέλεις, μπορώ να απολογηθώ για την αγένεια της οικογένειάς μου». Οικογένεια. Η λέξη την έβγαλε από το όνειρο και την προσγείωσε στην πραγματικότητα. Η Λη σηκώθηκε και ξεσκόνισε προσεκτικά το παντελόνι της. «Δεν υπάρχει λόγος». Η φωνή της ήταν ψυχρή, σχεδόν παγερή. Τα νεύρα της ήταν τεντωμένα σαν χορδές. «Μια και το παιχνίδι τελείωσε, θα ήθελα να με πας με το αυτοκίνητο μέχρι τη Σιντόνα για να κανονίσω την επιστροφή μου στο Λος Άντζελες». «Το παιχνίδι;» Ο Χάντερ σηκώθηκε με μια αβίαστη κίνηση και την άρπαξε από το χέρι, σταματώντας τις νευρικές κινήσεις του. Ήταν κάτι που του είχε γίνει συνήθεια, ώστε κανείς δεν το πρόσεξε στ’ αλήθεια. «Δεν υπάρχει κανένα παιχνίδι, Λενόρ». «Ω, το έπαιξες πολύ καλά». Δεν επέτρεψε στον πόνο να φανεί στη φωνή της, καθρεφτίστηκε όμως καθαρά στα μάτια της. Το χέρι της παρέμεινε ψυχρό και άκαμπτο στο δικό του. «Τόσο καλά, μάλιστα, που ξέχασα εντελώς ότι παίζαμε». Ο Χάντερ έχασε εντελώς απότομα την υπομονή του, χωρίς καμιά προειδοποίηση. Το θυμό μπορούσε να τον αντιμετωπίσει είτε με περισσότερο θυμό είτε με χιούμορ. Ο πόνος όμως τον άφηνε ανίσχυρο. «Μη γίνεσαι χαζή. Και να υπήρχε κάποιο παιχνίδι έληξε εδώ και κάμποσα βράδια, στη σκηνή». «Έληξε». Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της Λη και την έτσουξαν. Τα κατάπιε, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της έξαλλη και αηδιασμένη με τον εαυτό της, αλλά εκείνος πρόλαβε να τα δει. «Όχι, δεν έληξε ποτέ. Η στρατηγική σου ήταν τέλεια, Χάντερ. Έδειχνες τόσο ανοιχτός μαζί μου, που δε φαντάστηκα ότι μου κρατούσες μυστικά». Τ ράβηξε απότομα το χέρι της από το δικό του. Πολύ θα ήθελε να


παραδοθεί σ’ εκείνα τα καυτά λυτρωτικά δάκρυα. «Πώς μπόρεσες;» τον ρώτησε. «Πώς μπόρεσες να με αγγίζεις με αυτό τον τρόπο και ταυτόχρονα να μου λες ψέματα;» «Δε σου είπα ποτέ ψέματα». Η φωνή του ήταν ήρεμη σαν τη δική της, τα μάτια του γεμάτα πάθος. «Έχεις ένα παιδί». Κάτι έσπασε μέσα της και αναγκάστηκε να σφίξει τα χέρια της για να εμποδίσει τις νευρικές κινήσεις τους. «Έχεις μια κόρη που κοντεύει στην εφηβεία και δε μου μίλησες ποτέ γι’ αυτή. Μου είπες πως δεν παντρεύτηκες ποτέ». «Δεν παντρεύτηκα», της απάντησε ο Χάντερ και περίμενε τις αναπόφευκτες ερωτήσεις που θα ακολουθούσαν. Αλλά η Λη διαπίστωσε πως, όσο κι αν τη βασάνιζαν, δεν μπορούσε να τις κάνει. Δεν ήθελε να μάθει. Αν ήθελε να τον βγάλει ολοκληρωτικά από τη ζωή της αμέσως, δεν έπρεπε να ρωτήσει. «Ανέφερες μια φορά τ’ όνομά της και όταν σε ρώτησα απέφυγες να απαντήσεις». «Ποια με ρώτησε;» την αντέκρουσε εκείνος. «Εσύ ή η ρεπόρτερ;» Η Λη χλόμιασε και το βήμα που έκανε μακριά του ήταν πιο εύγλωττο από δεκάδες λέξεις. «Αν η ερώτησή μου ήταν άδικη», είπε ο Χάντερ, διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια του, «με συγχωρείς». Η Λη έπνιξε την πικρόχολη απάντηση που ανέβηκε στα χείλη της. Ο Χάντερ μόλις είχε συνοψίσει τα πάντα. «Θέλω να γυρίσω στη Σιντόνα. Θα με πας εσύ ή θα πρέπει να κανονίσω να μου στείλουν αμάξι;» «Σταμάτα». Ο Χάντερ την άρπαξε από τους ώμους χωρίς να της δώσει το περιθώριο να οπισθοχωρήσει άλλο. «Εσύ μπήκες στη ζωή μου πριν μερικές μέρες, η Σάρα είναι η ζωή μου δέκα χρόνια τώρα. Δεν μπορώ να διακινδυνεύσω τίποτε σε ό,τι την αφορά». Τα μάτια του άστραψαν οργισμένα, αλλά πάλεψε να συγκρατηθεί. «Η Σάρα δεν


είναι προς δημοσίευση, καταλαβαίνεις; Κι έτσι θα παραμείνει. Δε θα αφήσω τους φωτογράφους να ταράξουν την παιδική της ηλικία, καραδοκώντας στα γήπεδα όπου παίζει ποδόσφαιρο, ή να κρέμονται από τα δέντρα στα πικνίκ του σχολείου της. Η Σάρα δεν είναι για τις γυαλιστερές σελίδες κανενός περιοδικού». «Αυτή την ιδέα έχεις για μένα;» ψέλλισε η Λη. «Δε σημειώσαμε καμία πρόοδο;» Ξεροκατάπιε νιώθοντας πληγωμένη, προδομένη. «Δεν πρόκειται να αναφέρω την κόρη σου σε κανένα από τα άρθρα που θα γράψω. Έχεις το λόγο μου. Τ ώρα, άφησέ με να φύγω». Η Λη δεν αναφερόταν μόνο στα χέρια του που την κρατούσαν δέσμια και το ήξεραν και οι δύο. Ο Χάντερ ένιωσε έναν πανικό που δεν περίμενε ποτέ, μια ενοχή που τον έκανε να τα χάσει. Την κοίταξε γεμάτος απόγνωση. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ποτέ πως η γυναίκα αυτή θα μπορούσε να περιπλέξει τη ζωή του. «Δεν μπορώ». Της το είπε με τέτοια απλότητα, που η Λη ένιωσε να παγώνει. «Θέλω να σε κάνω να καταλάβεις και χρειάζομαι χρόνο για να γίνει αυτό». «Είχες δυο βδομάδες για να με κάνεις να καταλάβω, Χάντερ». «Να πάρει η οργή, ήρθες εδώ ως ρεπόρτερ». Ο Χάντερ έκανε μια παύση, σαν να περίμενε από εκείνη να το επιβεβαιώσει ή να το αρνηθεί, αλλά η Λη δε μίλησε. «Αυτό που συνέβη μεταξύ μας δεν το είχε προσχεδιάσει ούτε το περίμενε κανείς από τους δυο μας. Θέλω να έρθεις μαζί μου στο σπίτι μου». Η Λη αντιμετώπισε απτόητη το βλέμμα του. «Εξακολουθώ να είμαι ρεπόρτερ». «Έχουν απομείνει δύο μέρες από το χρόνο που όριζε η συμφωνία μας». Η φωνή του μαλάκωσε, τα χέρια του έγιναν πιο τρυφερά. «Λενόρ, έλα να περάσεις αυτές τις δυο μέρες στο σπίτι μου, μαζί με την κόρη μου». «Δεν έχεις κανένα πρόβλημα να ζητήσεις τα πάντα, έτσι;»


«Όχι». Η Λη κρατιόταν ακόμα σε απόσταση. Ο Χάντερ ήθελε απεγνωσμένα να τη σφίξει στην αγκαλιά του, αλλά είχε τη λογική να μην το κάνει. Όχι ακόμα. «Είναι σημαντικό για μένα να καταλάβεις. Δώσε μου δυο μέρες». Η Λη ήθελε να του πει όχι. Ήθελε να πιστέψει πως θα μπορούσε να του αρνηθεί αυτό που της ζητούσε και να φύγει χωρίς να το μετανιώσει. Συνειδητοποίησε, όμως, πως θα το μετάνιωνε αν έφευγε για το Λος Άντζελες χωρίς να πάρει όλα όσα είχε να της προσφέρει. «Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ ότι θα καταλάβω, αλλά θα μείνω άλλες δυο μέρες». Παρ’ όλο που είχε συμφωνήσει απρόθυμα, ο Χάντερ έφερε το χέρι της στα χείλη του. «Σ’ ευχαριστώ. Είναι σημαντικό για μένα». «Μη μ’ ευχαριστείς», είπε σιγανά η Λη. Ο θυμός της είχε εξατμιστεί τόσο γρήγορα που ούτε καν τον θυμόταν. «Τα πράγματα έχουν αλλάξει τώρα». «Τα πράγματα άλλαξαν εδώ και μέρες». Κρατώντας πάντα το χέρι της, ο Χάντερ την παρέσυρε προς την κατεύθυνση που είχε πάρει η Σάρα. «Θα έρθω αργότερα για τις αποσκευές μας». Δεν πρόλαβε να ξεπεράσει το πρώτο σοκ και δέχτηκε δεύτερο. «Ζεις εδώ, στο φαράγγι». «Ακριβώς». «Θέλεις να μου πεις πως έχεις ένα σπίτι με ζεστό και κρύο τρεχούμενο νερό κι ένα μαλακό κρεβάτι, αλλά προτίμησες να περάσεις δυο βδομάδες σε μια σκηνή;» «Με χαλαρώνει». «Τέλεια», είπε η Λη με σφιγμένα δόντια. «Με έβαλες να κάνω ντους με κρύο νερό και να ξυπνάω κάθε πρωί πιασμένη, ενώ ήξερες πως θα έδινα το μισθό μιας βδομάδας για να μουλιάσω σε μια μπανιέρα». «Ατσαλώνει το χαρακτήρα», ισχυρίστηκε ο Χάντερ, νιώθοντας


πολύ πιο άνετα τώρα που εκείνη ήταν νευριασμένη. «Εμένα μου λες! Το έκανες επίτηδες». Η Λη σταμάτησε να μιλάει και γύρισε προς το μέρος του, τη στιγμή που ο ήλιος κατάφερε να τρυπώσει από τις φυλλωσιές. «Τα έκανες όλα επίτηδες για να δεις πόσο θα μπορούσα να αντέξω». «Ήσουν πολύ εντυπωσιακή». Το χαμόγελό του ήταν εξοργιστικό. «Ομολογώ ότι δεν περίμενα ποτέ να αντέξεις μια βδομάδα, πόσο μάλλον δύο». «Παλιομπα...» «Μη γίνεσαι στριμμένη τώρα», τη διέκοψε χαμογελώντας. «Μπορείς να μουλιάσεις όσες ώρες θέλεις στη μπανιέρα τις επόμενες δυο μέρες», πρόσθεσε και τύλιξε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της, προτού προλάβει εκείνη να τον εμποδίσει. Όσο για τον ίδιο, θα είχε το χρόνο να σκεφτεί και να της εξηγήσει για τη Σάρα. Χρόνο για να την κάνει, όπως ήλπιζε, να καταλάβει. «Θα φροντίσω να έχεις ακόμα κι εκείνη την μπριζόλα που τόσο λαχταρούσες». Η Λη κατάφερε με δυσκολία να ελέγξει την οργή της. «Μην τολμήσεις να με πατρονάρεις». «Με τίποτε. Δεν είσαι από τις γυναίκες που θα μπορούσε να πατρονάρει ένας άντρας». Η απάντησή του δεν την έπεισε απόλυτα, η φωνή του πάντως έκρυβε ειλικρίνεια και το σίγουρο ήταν πως δε χαμογελούσε πια. «Απλώς, απολαμβάνω την παρέα σου και την κατάρρευση των καλοστημένων σχεδίων μου. Πίστεψέ με, δε σκόπευα να σου αποκαλύψω ότι μένω λίγα χιλιόμετρα από την κατασκήνωσή μας με αυτόν ακριβώς τον τρόπο». «Και πώς σκόπευες να μου το αποκαλύψεις;» «Προσφέροντάς σου ένα ρομαντικό δείπνο με κεριά το τελευταίο μας βράδυ. Ήλπιζα πως με αυτό τον τρόπο θ’ ανακάλυπτες... τη χαριτωμένη πλευρά της υπόθεσης». «Λάθος», του απάντησε κοφτά και τότε διέκρινε το σπίτι


φωλιασμένο μέσα στα δέντρα. Ήταν μικρότερο απ’ ό,τι περίμενε, αλλά με τις μεγάλες τζαμαρίες στους ξύλινους τοίχους του ήταν σαν να προεκτεινόταν προς το δάσος. Δεν ήξερε γιατί, αλλά της θύμισε τα κουκλόσπιτα στα παραμύθια. Τα κουκλόσπιτα είναι τακτικά και χαριτωμένα και μυρίζουν ψωμί πιπερόριζας. Το σπίτι του Χάντερ ήταν όλο γωνίες και προεξοχές. Ολόκληρη η πρόσοψη είχε μια στεγασμένη βεράντα και φυτά κρεμασμένα στο κιγκλίδωμα –κατακόκκινα γεράνια σε πράσινες γλάστρες. Η στέγη συνεχιζόταν επικλινής πάνω από το σπίτι για να καταλήξει επίπεδη πάνω από ένα παραλληλόγραμμο δωμάτιο με τζαμαρίες αντί για τοίχους. Στη βεράντα είδε μια λευκή ψάθινη πολυθρόνα αναποδογυρισμένη και μια στραπατσαρισμένη μπάλα ποδοσφαίρου. Ολόγυρα υπήρχαν δέντρα που έκλειναν το σπίτι στην αγκαλιά τους. Ήταν προστατευμένο, κρυμμένο, ένα πραγματικό καταφύγιο. Ήταν ένα σπίτι βγαλμένο από κάποιο έργο ή... Η Λη σταμάτησε, μισόκλεισε τα μάτια της και το περιεργάστηκε πάλι. «Αυτό είναι το σπίτι του Τ ζόνας Θορπ στη Σιωπηλ ή Κραυγή». Ο Χάντερ χαμογέλασε, ευχαριστημένος που η Λη το είχε καταλάβει τόσο γρήγορα. «Περίπου. Ήθελα να τον τοποθετήσω κάπου απομονωμένα, χιλιόμετρα μακριά από αυτό που θεωρούσαν οι άλλοι πολιτισμό, αλλά στην πραγματικότητα θα ήταν το μοναδικό ασφαλές μέρος που είχε απομείνει». «Έτσι το βλέπεις;» αναρωτήθηκε φωναχτά η Λη. «Ως το μοναδικό ασφαλές μέρος που έχει απομείνει;» «Συχνά». Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια στριγκλιά που της έκοψε το αίμα, αλλά η Λη δεν άργησε να διαπιστώσει ότι ήταν γέλιο. Ακολούθησαν ενθουσιώδη γαβγίσματα και η πνιχτή φωνή μιας γυναίκας. «Όχι πάντα», μουρμούρισε ο Χάντερ και την οδήγησε προς την είσοδο.


Την ώρα που άνοιγε την πόρτα, εμφανίστηκε η Σάρα τρέχοντας. Αβέβαιη για τα συναισθήματά της, η Λη είδε τη μικρή να τυλίγει το χέρι της γύρω από τη μέση του πατέρα της, που χάιδεψε τα μαύρα μαλλιά της. «Ω μπαμπά, είναι τόσο αστείο! Η θεία Μπόνι έφτιαχνε ένα βραχιόλι από επισμαλτωμένο ζυμάρι και ο Σαντάνας το έφαγε –ή μάλλον το μασούλησε μέχρι που ανακάλυψε ότι είχε απαίσια γεύση». «Είμαι σίγουρος πως η Μπόνι το θεώρησε καταστροφή». Τα μάτια της μικρής, τόσο ίδια με του πατέρα της, άστραψαν με τέτοια πονηριά που θα προκαλούσαν νευρικότητα ακόμα και σ’ έναν έμπειρο δάσκαλο. «Είναι υποχρεωμένη, λέει, να ανέχεται τέτοιου είδους συμπεριφορά από τους κριτικούς τέχνης, αλλά όχι από ένα λυκόσκυλο. Ετοιμάζει τσάι για τη Λενόρ, αλλά δεν έχουμε κουλουράκια, γιατί τα φάγαμε χτες. Και είπε...» «Άσε, δεν πειράζει, θα το ανακαλύψουμε μόνοι μας». Ο Χάντερ έκανε ένα βήμα πίσω για να μπορέσει η Λη να περάσει πρώτη στο σπίτι. Εκείνη δίστασε για μια στιγμή, ενώ αναρωτιόταν πού πήγαινε να μπλέξει, και είδε τα μάτια του να αστράφτουν με την ίδια πονηριά που είχαν αστράψει και της Σάρας. Είναι φανταστικό δίδυμο οι δυο τους, αποφάσισε, και μπήκε. Δεν περίμενε να δει ένα τόσο φυσιολογικό περιβάλλον στο σπίτι του Χάντερ. Το σαλόνι ήταν άνετο και το έλουζε ο απογευματινός ήλιος –ένας χώρος χαρούμενος. Ναι, συνειδητοποίησε, αυτή ήταν η πρώτη λέξη που της ήρθε στο μυαλό. Δεν υπήρχαν πουθενά σκοτεινές γωνιές και κλειδωμένες πόρτες. Ένα πορσελάνινο βάζο ήταν γεμάτο αγριολούλουδα και τα μαξιλάρια του καναπέ μεγάλα και αφράτα. «Μη μου πεις πως περίμενες να δεις μαγικά σκουπόξυλα και κανένα φέρετρο», της ψιθύρισε στο αυτί ο Χάντερ. Ενοχλημένη, η Λη απομακρύνθηκε από κοντά του. «Και βέβαια


όχι. Αλλά υποθέτω πως δεν περίμενα να έχεις ένα σπίτι τόσο... συμβατικό». Ο Χάντερ ύψωσε το φρύδι του ακούγοντας τον όρο. «Μα είμαι συμβατικός». Η Λη κοίταξε το τραχύ, αριστοκρατικό πρόσωπό του. Από μια άποψη μπορεί, σκέφτηκε. Αλλά μόνο από μια άποψη. «Υποθέτω πως η θεία Μπόνι θα έχει καθαρίσει πια το χάος στην κουζίνα». Η Σάρα συνέχιζε να κρατάει τον πατέρα της από τη μέση, καθώς περιεργαζόταν για μια ακόμα φορά τη Λη από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Θα ήθελε να σε γνωρίσει, γιατί ο μπαμπάς βγαίνει σπάνια με γυναίκες και δε μιλάει ποτέ σε ρεπόρτερ. Άρα εσύ μπορεί να είσαι ξεχωριστή αφού αποφάσισε να σου μιλήσει». Κι ενώ τα έλεγε αυτά, κοίταζε επίμονα τη Λη. Μπορεί να ήταν μόλις δέκα χρονών, αλλά το είχε νιώσει πως υπήρχε κάτι ανάμεσα στον πατέρα της και αυτή τη γυναίκα με τα σκούρα γαλανά μάτια και τα ωραία μαλλιά. Το μόνο που δεν ήξερε ακόμα ήταν πώς ένιωθε εκείνη γι’ αυτό. Ακολουθώντας την τακτική του πατέρα της, η Σάρα αποφάσισε να περιμένει και να δει. Εξίσου αβέβαιη για τα δικά της συναισθήματα, η Λη τους ακολούθησε στην κουζίνα. Οι τοίχοι της ήταν κατάλευκοι, λουσμένοι στον ήλιο, αλλά κατά τ’ άλλα εκεί μέσα βασίλευε το χάος. «Χάντερ, αν επιμείνεις να έχεις έναν λύκο στο σπίτι, θα πρέπει να τον μάθεις να εκτιμάει την τέχνη. Γεια, είμαι η Μπόνι». Η Λη κοίταξε την ψηλή λεπτή γυναίκα με τα σκούρα καστανά μαλλιά μέχρι τους ώμους και τις χρυσαφιές ανταύγειες. Φορούσε ένα μοβ μπλουζάκι κι ένα ξεθωριασμένο ροζ εμπριμέ σορτσάκι το ίδιο φθαρμένο με της ανιψιάς της. Τα νύχια των ξυπόλυτων ποδιών της ήταν βαμμένα μ’ ένα χτυπητό ροζ βερνίκι. Το λεπτό πρόσωπό της θύμιζε μοντέλο και η Λη δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν χρόνια μικρότερη ή χρόνια μεγαλύτερη από τον Χάντερ. Άπλωσε


αυτόματα το χέρι της για να σφίξει το χέρι που της είχε απλώσει η Μπόνι. «Πώς είσαι;» «Θα ήμουν πολύ καλύτερα αν ο Σαντάνας δεν είχε δοκιμάσει να μετατρέψει σε σνακ την τελευταία δημιουργία μου». Της έδειξε ένα χρυσο-καφέ ημικύκλιο με φαγωμένες γωνίες. «Είναι τυχερός που τελικά η ιδέα μου αποδείχτηκε φριχτή. Τέλος πάντων, καθίστε». Τους έδειξε το τραπέζι που ήταν γεμάτο μπολ, κάνιστρα και πασπαλισμένο αλεύρι. «Φτιάχνω τσάι». «Δεν έχεις ανάψει την τσαγιέρα», της είπε η Σάρα και την άναψε εκείνη. «Χάντερ, αυτό το παιδί μένει πάντα στη λεπτομέρεια. Αρχίζω να ανησυχώ γι’ αυτή». Ο Χάντερ ύψωσε καρτερικά τους ώμους του και έπιασε στα χέρια του κάτι που έμοιαζε με μικρό λουκουμά, αλλά με λίγη φαντασία θα μπορούσε να είναι και σκουλαρίκι. «Αυτό τον καιρό θεωρείς το χρυσό και το ασήμι πολύ παραδοσιακά υλικά για να τα δουλέψεις;» «Σκέφτηκα να ξεκινήσω μια καινούρια μόδα». Η Μπόνι χαμογέλασε και το φευγαλέο χαμόγελο προσέδωσε μια εκτυφλωτική ομορφιά στο πρόσωπό της. «Όπως και να έχει το πράγμα, ήταν μικρή η αποτυχία. Πιθανότατα να σου κόστισε λιγότερο από τρία δολάρια σε αλεύρι. Καθίστε», επανέλαβε και άρχισε να μεταφέρει τα λερωμένα σκεύη από το τραπέζι στον πάγκο πίσω της. «Πώς ήταν η κατασκήνωση;» «Διαφωτιστική. Δε συμφωνείς, Λενόρ;» «Επιμορφωτική», τον διόρθωσε εκείνη, αν και η τελευταία μισή ώρα είχε αποδειχτεί πολύ πιο επιμορφωτική. «Ώστε δουλεύεις στο Σελ έμπριτι». Τα μακριά στριφογυριστά χρυσά σκουλαρίκια της Μπόνι χόρευαν κάθε φορά που περπατούσε, με τον ίδιο τρόπο που χόρευαν οι κοτσίδες της Σάρας. «Είμαι φανατική


αναγνώστριά του». «Ναι, επειδή δημοσίευσαν μερικά σκανδαλωδώς κολακευτικά άρθρα για εκείνη». «Άρθρα;» Η Λη παρακολούθησε την Μπόνι να σκουπίζει τα χέρια της που ήταν γεμάτα αλεύρι στο σορτσάκι της. Ο Χάντερ χαμογέλασε όταν είδε την αδερφή του να απλώνει το χέρι της για να πιάσει το βαζάκι με το τσάι και να ρίχνει τα υπόλοιπα στον πάγκο. «Επαγγελματικά είναι γνωστή ως Μπι-Μπι Σμίδερς». Το όνομα της ήταν γνωστό. Χρόνια τώρα η Μπι-Μπι Σμίδερς θεωρείτο η βασίλισσα του μοντέρνου κοσμήματος. Όλοι οι αριστοκράτες, οι πλούσιοι και οι επώνυμοι κατέφευγαν σε αυτή για αποκλειστικά σχέδια. Και πλήρωναν καλά για το ταλέντο, τις δημιουργίες και το αρχικό της χαραγμένο στο κόσμημα. Η Λη κοίταξε τη νεαρή και κάπως αδέξια γυναίκα με κάτι σαν δέος. «Θαυμάζω τη δουλειά σου». «Αλλά δε θα τη φορούσες», είπε η Μπόνι χαμογελώντας και παραμέρισε τα πεσμένα κουτιά από μπροστά της. «Όχι, εσένα σου πάνε τα κλασικά. Έχεις εκπληκτικό πρόσωπο. Θέλεις λεμόνι στο τσάι σου; Έχουμε λεμόνια, Χάντερ;» «Μάλλον όχι». Απτόητη, η Μπόνι ακούμπησε την τσαγιέρα στο τραπέζι και άφησε το τσάι να γίνει. «Πες μου, Λενόρ, πώς έπεισες τούτο τον ερημίτη να βγει από τη σπηλιά του;» «Εξοργίζοντάς τον, υποθέτω». «Αυτό μπορεί όντως να έχει αποτέλεσμα». Η Μπόνι κάθισε απέναντι από τη Λη, ενώ η Σάρα πλησίασε τον πατέρα της. Τα μάτια της Μπόνι ήταν πιο γλυκά από του αδερφού της, το βλέμμα της δεν ήταν τόσο διαπεραστικό, αλλά δεν της έλειπε η διορατικότητα. «Οι δυο εβδομάδες που παίζατε τους πιονιέρους στο φαράγγι σε βοήθησαν να συγκεντρώσεις τις πληροφορίες που ήθελες για το άρθρο


σου;» «Ναι». Η Λη χαμογέλασε, διακρίνοντας το χιούμορ στα μάτια της Μπόνι. «Και μ’ έκαναν να αγαπήσω περισσότερο τα κρεβάτια και τα στρώματα». Εκείνο το γρήγορο, εκτυφλωτικό χαμόγελο εμφανίστηκε και πάλι στα χείλη της Μπόνι. «Ο άντρας μου πηγαίνει τα παιδιά για κάμπινγκ μια φορά το χρόνο. Κι εγώ τότε βρίσκω την ευκαιρία για να καταφύγω στην Ελίζαμπεθ Άρντεν για μια γενική περιποίηση. Όταν γυρίζουμε σπίτι νιώθουμε και οι δύο ότι έχουμε κάνει θαύματα». «Το κάμπινγκ δεν είναι και τόσο άσχημο», παρατήρησε η Σάρα, υπερασπιζόμενη τον πατέρα της. «Αλήθεια;» Ο Χάντερ της έδωσε μια ξυλιά στα πισινά, τραβώντας τη πιο κοντά του. «Τότε γιατί σε πιάνει μια ξαφνική επιθυμία να επισκεφθείς τη θεία Μπόνι στο Φοίνιξ κάθε φορά που με βλέπεις να ετοιμάζω το σακίδιό μου;» Η μικρή γέλασε και τύλιξε ανέμελα το χέρι της στους ώμους του. «Μάλλον πρέπει να είναι σύμπτωση», του απάντησε ξερά, στον ίδιο τόνο με το δικό του. «Σε πήγε για ψάρεμα;» ρώτησε στη συνέχεια τη Λη. «Σ’ έβαλε να κάθεσαι εκεί με τις ώρες;» Η Λη είδε τον Χάντερ να υψώνει το φρύδι του. «Η αλήθεια είναι πως το έκανε», απάντησε στη μικρή. «Πολλές φορές, μάλιστα». «Ωχ», ήταν το μόνο σχόλιο της Σάρας. «Αλλά έπιασα ένα ψάρι μεγαλύτερο από το δικό του». Η Σάρα κούνησε το κεφάλι της χωρίς να εντυπωσιαστεί καθόλου. «Είναι φοβερά βαρετό». Έριξε ένα απολογητικό βλέμμα στον πατέρα της. «Φαντάζομαι πως κάποιος πρέπει να το κάνει». Ακούμπησε το κεφάλι της στο δικό του και χαμογέλασε στη Λη. «Τ ις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου βαρετός, απλά έχει περίεργα γούστα. Όπως το ψάρεμα και η μπίρα». «Η Σάρα δε θεωρεί καθόλου περίεργη τη συλλογή του Χάντερ με


τα ταριχευμένα κεφάλια». Η Μπόνι έπιασε την τσαγιέρα. «Θα πιεις λίγο;» ρώτησε τον αδερφό της. «Άσε καλύτερα, θα πάω με τη Σάρα να μαζέψουμε την κατασκήνωση». «Πάρε και το λύκο σου μαζί», του είπε η Μπόνι γεμίζοντας το φλιτζάνι της Λενόρ με τσάι. «Τον έχω ακόμα στην μπούκα. Τ ώρα που το θυμήθηκα, είχες δύο τηλεφωνήματα από τη Νέα Υόρκη χτες». «Μπορούν να περιμένουν». Καθώς σηκωνόταν, ο Χάντερ χάιδεψε ανάλαφρα τα μαλλιά της Λη, μια κίνηση που δεν ξέφυγε από τις υπόλοιπες δύο της παρέας. «Δε θ’ αργήσω να γυρίσω». Η Λη σκέφτηκε για μια στιγμή να προσφερθεί να βοηθήσει, αλλά ένιωθε πολύ όμορφα στην ηλιόλουστη, ακατάστατη κουζίνα και το τσάι μύριζε θεσπέσια. «Εντάξει». Είδε τον κτητικό τρόπο με τον οποίο ακούμπησε η Σάρα το χέρι της στο μπράτσο του πατέρα της και σκέφτηκε πως ήταν σοφή η απόφασή της να καθίσει στ’ αβγά της. Πατέρας και κόρη κατευθύνθηκαν προς την πίσω πόρτα. Ο Χάντερ σφύριξε στο σκύλο και έφυγαν. Η Μπόνι ανακάτεψε το τσάι της. «Η Σάρα λατρεύει τον πατέρα της». «Ναι». Η Λη τους είδε με τη φαντασία της να στέκονται δίπλα δίπλα. «Το ίδιο κι εσύ». Η Λη πήγε να σηκώσει το φλιτζάνι της, αλλά το παράτησε πάλι με πάταγο στο πιατάκι. «Συγνώμη;» «Είσαι ερωτευμένη με τον Χάντερ», της είπε μαλακά η Μπόνι. «Το βρίσκω υπέροχο». Θα μπορούσε να το είχε αρνηθεί με πάθος, ψυχρά, υπεροπτικά. Αλλά, ακούγοντας κάποιον να το εκφράζει φωναχτά, λες και υπνωτίστηκε. «Δεν... το θέμα είναι...» Η Λη έκοψε στη μέση τη φράση της, στριφογυρίζοντας με μανία το κουταλάκι. «Δεν είμαι


σίγουρη τι νιώθω». «Χαρακτηριστικό σύμπτωμα. Σε ανησυχεί το ότι είσαι ερωτευμένη;» «Δεν είπα ότι είμαι». Η Λη σταμάτησε πάλι να μιλάει. Είναι δυνατόν να το ρίξεις στις υπεκφυγές όταν σε κοιτάζουν δύο τόσο γλυκά μάτια; «Ναι, με ανησυχεί πολύ». «Είναι φυσικό. Συνήθιζα να αλλάζω τους εραστές μου όπως αλλάζουν οι άλλοι τα πουκάμισα. Ύστερα γνώρισα τον Φρεντ». Η Μπόνι γέλασε και ήπιε μια γουλιά τσάι. «Για βδομάδες δεν έλεγε να χαλαρώσει το σφίξιμο στο στομάχι μου». Η Λη ακούμπησε το χέρι στο δικό της και σηκώθηκε. Το τσάι δε θα τη βοηθούσε, έπρεπε να κινηθεί. «Δεν τρέφω ψευδαισθήσεις για τον Χάντερ κι εμένα», είπε πιο κοφτά απ’ όσο υπολόγιζε. «Έχουμε διαφορετικές προτεραιότητες, διαφορετικά γούστα». Κοίταξε έξω από το παράθυρο της κουζίνας τα απόκρημνα τοιχώματα του φαραγγιού πίσω από τα δέντρα. «Διαφορετικές ζωές. Εγώ πρέπει να επιστρέψω στο Λος Άντζελες». Η Μπόνι συνέχισε να πίνει ήρεμα το τσάι της. «Ασφαλώς». Αν η Λη διέκρινε την ειρωνεία στη φωνή της, δεν αντέδρασε. «Είναι πολλοί αυτοί που έχουν την ακράδαντη πεποίθηση ότι για να δημιουργήσουν δυο άνθρωποι σχέση θα πρέπει να βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος. Αν του ενός του αρέσει η γαλλική ποίηση του εικοστού αιώνα και ο άλλος τη μισεί, τότε δεν υπάρχει καμιά ελπίδα». Είδε τη Λη να συνοφρυώνεται, αλλά συνέχισε ανάλαφρα. «Ο Φρεντ είναι λογιστής και ηδονίζεται με τα επιτόκια». Σκούπισε αφηρημένα λίγο αλεύρι από το τραπέζι. «Σύμφωνα με τις στατιστικές, υποθέτω πως θα έπρεπε να είχαμε χωρίσει πριν από χρόνια». Η Λη γύρισε πάλι προς το μέρος της. Ένιωθε ανίκανη να της θυμώσει, αλλά δεν μπορούσε και να χαμογελάσει. «Μοιάζεις πολύ με τον Χάντερ, σωστά;»


«Υποθέτω. Μητέρα σου είναι η Αντριάν Ράντκλιφ;» Η Λη δεν είχε πια καμιά όρεξη για τσάι, παρ’ όλα αυτά γύρισε στο τραπέζι. «Ναι». «Τη γνώρισα σ’ ένα πάρτι στο Παλμ Σπρινγκς πριν δύο, μάλλον τρία χρόνια. Ναι, τρία», αποφάσισε η Μπόνι, «γιατί θήλαζα ακόμα τον Κάρτερ, τον μικρότερο γιο μου, ο οποίος αυτή τη στιγμή είναι ο φόβος και ο τρόμος στον παιδικό σταθμό που πάει. Μόλις την περασμένη βδομάδα προσπάθησε να ψήσει ένα χρυσόψαρο σε μια ψεύτικη κουζίνα. Δε μοιάζεις καθόλου με τη μητέρα σου, έτσι δεν είναι;» Η Λη χρειάστηκε ένα λεπτό για να βρει τον ειρμό της συζήτησης. Άφησε το τσάι της, χωρίς να το δοκιμάσει ούτε αυτή τη φορά. «Όχι;» «Εσύ νομίζεις ότι της μοιάζεις;» Η Μπόνι τίναξε τα μπερδεμένα μαλλιά πίσω από τον ώμο της. «Δε θέλω να προσβάλω κανέναν, αλλά η μητέρα σου δε θα είχε να συζητήσει τίποτε με κάποιον που δεν έχει γεννηθεί γαλαζοαίματος, που λένε. Τη θεωρώ μια γυναίκα με πολύ περιορισμένες αντιλήψεις. Είναι πολύ όμορφη, αυτό φαίνεται να το έχεις κληρονομήσει από εκείνη, αλλά η ομοιότητά σας σταματάει εκεί». Η Λη κάρφωσε το βλέμμα στο τσάι της. Πώς μπορούσε να της εξηγήσει ότι λόγω της μεγάλης εξωτερικής ομοιότητας πίστευε πάντα πως είχε και άλλες ομοιότητες με τη μητέρα της; Δεν είχε περάσει όλη την παιδική και εφηβική ηλικία της προσπαθώντας να τις ανακαλύψει και όλη την ενήλικη ζωή της να τις απωθήσει; Μια γυναίκα με περιορισμένες αντιλήψεις. Βρήκε αυτή τη φράση τρομερή, αλλά αυτό είχε κοντέψει να γίνει κι εκείνη. «Η μητέρα μου έχει αρχές», είπε στο τέλος. «Και δε δείχνει να έχει κανένα πρόβλημα να τις ακολουθεί στη ζωή της». «Ε, ο καθένας πρέπει να κάνει αυτό το οποίο ξέρει να κάνει καλά». Η Μπόνι ακούμπησε τους αγκώνες της στο τραπέζι και έδεσε


τα χέρια της κάνοντας το δαχτυλίδι με τις τρεις βέργες να αστράψει στο δάχτυλό της. «Και σύμφωνα με τον Χάντερ, αυτό που ξέρεις εσύ να κάνεις καλά είναι να γράφεις. Μου μίλησε για το μυθιστόρημά σου». Ο θυμός της ήταν τόσο ξαφνικός, που η Λη δεν μπόρεσε να τον καμουφλάρει. «Είναι από τους ανθρώπους που δεν το παραδέχονται όταν κάνουν λάθος. Είμαι δημοσιογράφος, όχι συγγραφέας». «Κατάλαβα». Χαμογελώντας πάντα, η Μπόνι ακούμπησε το πιγούνι στα σταυρωμένα χέρια της. «Και τι σκοπεύεις να γράψεις για τον Χάντερ;» Άραγε, το χαμόγελό της έκρυβε πρόκληση; Ειρωνεία; Ό,τι και να έκρυβε, η Λη ανταποκρίθηκε σ’ αυτό. Ναι, σκέφτηκε για μια ακόμα φορά. Η Μπόνι Σμίδερς έμοιαζε πολύ στον αδερφό της. «Ότι είναι ένας άντρας που αντιμετωπίζει το γράψιμο ως ιερό καθήκον και δεξιοτεχνικό επάγγελμα. Ότι διαθέτει χιούμορ το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις είναι τόσο λεπτό, που χρειάζεσαι ώρες για να το διακρίνεις. Ότι πιστεύει στις επιλογές και στην τύχη το ίδιο ξεροκέφαλα που πιστεύει στη μοίρα». Η Λη σταμάτησε και σήκωσε το φλιτζάνι της. «Ότι εκτιμάει το γραπτό λόγο είτε έχει στα χέρια του ένα κόμικ είτε κάποιο βιβλίο του Τσόσερ. Και ότι τα δίνει όλα για να κάνει αυτό που θεωρεί εκείνος δουλειά του: να διηγηθεί μια ιστορία». «Μ’ αρέσεις». Η Λη της χαμογέλασε επιφυλακτικά. «Ευχαριστώ». «Αγαπώ τον αδερφό μου», είπε η Μπόνι. «Επιπλέον, τον θαυμάζω για τις προσωπικές και τις επαγγελματικές επιλογές του. Εσύ τον καταλαβαίνεις. Δεν το κάνουν πολλοί αυτό». «Τον καταλαβαίνω;» Η Λη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Εγώ έχω την εντύπωση πως όσο περισσότερα μαθαίνω γι’ αυτόν, τόσο λιγότερο τον καταλαβαίνω. Μου έδειξε περισσότερη ομορφιά


σε κάτι βράχους απ’ όση θα φανταζόμουν ποτέ και όμως γράφει φρικιαστικές ιστορίες γεμάτες τρόμο». «Και το θεωρείς αυτό αντίφαση;» Η Μπόνι ύψωσε τους ώμους κι έγειρε πίσω στην καρέκλα της. «Απλά ο Χάντερ βλέπει και τις δύο όψεις της ζωής πολύ καθαρά. Περιγράφει τη σκοτεινή πλευρά της, γιατί είναι πιο ενδιαφέρουσα». «Αλλά μένει...» Η Λη έδειξε την κουζίνα γύρω της. «Σ’ ένα βολικό σπιτάκι στην καρδιά του δάσους». Το γέλιο της Λη ακούστηκε φυσικό. «Δε θα το αποκαλούσα ακριβώς βολικό, αλλά δεν είναι το σπίτι που θα περίμενες να ζει ο πιο διάσημος συγγραφέας ιστοριών τρόμου». «Ο πιο διάσημος συγγραφέας ιστοριών τρόμου έχει να μεγαλώσει ένα παιδί». «Ναι». Το χαμόγελο της Λη ξεθώριασε. «Ναι, τη Σάρα. Είναι πολύ γλυκιά». «Θα τη συμπεριλάβεις στο άρθρο σου;» «Όχι». Η Λη ανασήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε πάλι την Μπόνι. «Όχι. Ο Χάντερ μου το ξεκαθάρισε ότι είναι εντελώς αντίθετος προς αυτό». «Η Σάρα είναι το επίκεντρο της ζωής του. Αν σου φαίνεται υπερβολικά προστατευτικός, κατά κάποιο τρόπο, πίστεψέ με δεν πρόκειται για εγωισμό». Όταν η Λη κούνησε απλά το κεφάλι της, η Μπόνι ένιωσε συμπάθεια γι’ αυτή την κοπέλα. «Δε σου είχε μιλήσει για εκείνη;» «Όχι. Ούτε λέξη». Ήταν φορές που η Μπόνι ένιωθε την απόγνωση να θολώνει την αγάπη και το θαυμασμό που έτρεφε για τον αδερφό της. Πάρα πολλές φορές. Αυτή η γυναίκα ήταν ερωτευμένη μαζί του, βρισκόταν στα πρόθυρα να δεσμευτεί για πάντα μαζί του. Και ηλίθιος να ήταν κάποιος, το έβλεπε. Εκτός από τον Χάντερ. «Όπως σου είπα,


υπάρχουν φορές που γίνεται υπερβολικά προστατευτικός. Έχει τους λόγους του, Λενόρ». «Θα μου πεις γι’ αυτούς τους λόγους;» Ήταν μεγάλος ο πειρασμός. Ήταν καιρός να βγάλει ο Χάντερ στο φως αυτό το κομμάτι της ζωής του και η Μπόνι πίστευε πως αυτή η γυναίκα ήταν κατάλληλη για να της ανοίξει την καρδιά του. «Αυτή είναι μια ιστορία που πρέπει να σου τη διηγηθεί ο Χάντερ», της απάντησε στο τέλος. «Πρέπει να την ακούσεις από εκείνον». Έριξε μια ματιά γύρω της, ακούγοντας το τζιπ να μπαίνει στην αλέα. «Γύρισαν».

«Υποθέτω ότι χαίρομαι που την έφερες εδώ», δήλωσε η Σάρα στο τελευταίο χιλιόμετρο της επιστροφής. «Υποθέτεις;» Ο Χάντερ γύρισε το κεφάλι του και είδε την κόρη του να κοιτάζει σκεφτική από το παρμπρίζ. «Είναι όμορφη σαν πριγκίπισσα». Για πρώτη φορά εδώ και μήνες η Σάρα έπαιξε νευρικά τη γλώσσα πάνω στα σιδεράκια της. «Σου αρέσει πολύ, το βλέπω». «Ναι, μου αρέσει πολύ». Ο Χάντερ γνώριζε κάθε χροιά της φωνής της κόρης του, κάθε της έκφραση, κάθε της κίνηση. «Αυτό δε σημαίνει ότι εσύ μου αρέσεις λιγότερο». Η Σάρα τον κοίταξε για αρκετά λεπτά. Δε χρειαζόταν να της επιβεβαιώσει με περισσότερα λόγια την αγάπη του. «Υποθέτω πως δεν μπορείς να κάνεις και αλλιώς», αποφάσισε πειρακτικά. «Πρέπει να σου αρέσω, εμείς οι δυο έχουμε φορτωθεί ο ένας τον άλλο. Αλλά δε νομίζω ότι αρέσω και σ’ εκείνη». «Και γιατί δε θα άρεσες στη Λενόρ;» την αντέκρουσε ο Χάντερ, παρακολουθώντας χωρίς πρόβλημα το συλλογισμό της. «Δε χαμογελάει πολύ».


Δε χαμογελάει αρκετά, συμφώνησε σιωπηλά ο Χάντερ, αλλά όλο και περισσότερο κάθε μέρα που περνάει. «Όταν χαλαρώνει το κάνει». Η Σάρα ύψωσε τους ώμους της χωρίς να έχει πειστεί. «Ε, με κοιτάζει ανελέητα». «Το συντακτικό σου όσο πάει και χειροτερεύει». «Κατάλαβες». Ο Χάντερ συνοφρυώθηκε ελαφρά και έστριψε στη χωμάτινη αλέα του σπιτιού τους. «Επειδή ξαφνιάστηκε. Δεν της είχα αναφέρει την ύπαρξή σου». Η Σάρα τον κοίταξε για μια στιγμή και ακούμπησε τα ξεγδαρμένα αθλητικά της στο ταμπλό. «Αυτό δεν ήταν πολύ ευγενικό από μέρος σου». «Μπορεί και όχι». «Καλύτερα να της ζητήσεις συγνώμη». Ο Χάντερ κοίταξε την κόρη του. «Αλήθεια;» Η Σάρα χάιδεψε το κεφάλι του Σαντάνας που έσκυψε από το πίσω κάθισμα και το ακούμπησε στον ώμο της. «Αλήθεια. Εμένα με βάζεις πάντα να ζητώ συγνώμη όταν είμαι αγενής». «Δε θεώρησα πως η ύπαρξή σου την αφορά». Τα πράγματα όμως είχαν αλλάξει, όλα είχαν αλλάξει, παραδέχτηκε σιωπηλά ο Χάντερ. «Εμένα με βάζεις πάντα να ζητάω συγνώμη, ακόμα και όταν βρίσκω δικαιολογίες», επέμεινε ανελέητα η Σάρα. Όταν σταμάτησαν μπροστά στο σπίτι τού χαμογέλασε. «Ακόμα και όταν σιχαίνομαι που το κάνω». «Παλιόπαιδο», μουρμούρισε ο Χάντερ, βάζοντας χειρόφρενο. Η Σάρα γέλασε και ρίχτηκε στην αγκαλιά του. «Χαίρομαι που είσαι σπίτι». Ο Χάντερ την έσφιξε για μια στιγμή πάνω του, ρουφώντας τη μυρωδιά της –παιδικός ιδρώτας, γρασίδι και σαμπουάν από λουλούδια. Του φαινόταν αδύνατον να έχουν περάσει δέκα χρόνια


από την πρώτη φορά που την πήρε στην αγκαλιά του. Τότε ήταν ένα εύθραυστο πλασματάκι και μύριζε πούδρα και καθαρά ρουχαλάκια. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι σε λίγο θα έμπαινε στην εφηβεία, ότι είχε περάσει τόσο γρήγορα ο χρόνος. «Σ’ αγαπώ, Σάρα». Εκείνη κούρνιασε πιο βαθιά στην αγκαλιά του, χαρούμενη, ύστερα σήκωσε το κεφάλι της και του χαμογέλασε. «Τόσο ώστε να φτιάξεις πίτσα για το βράδυ;» Ο Χάντερ τσίμπησε το ελαφρά πεταχτό πιγούνι της. «Μόνο τόσο».

Κεφάλαιο 11 Όταν η Λη έφερνε στο μυαλό της κάποιο οικογενειακό δείπνο, θυμόταν μια ήσυχη συνάθροιση γύρω από ένα καλογυαλισμένο μαονένιο τραπέζι στρωμένο με ασημένια γεωργιανά σερβίτσια. Οι συζητήσεις ήταν πάντα χαμηλόφωνες και πολιτισμένες. Δεν είχε ζήσει ποτέ κάτι άλλο. Το συγκεκριμένο οικογενειακό δείπνο, όμως, δεν είχε καμιά σχέση με αυτά που ήξερε εκείνη. Στην ήδη ακατάστατη κουζίνα επικρατούσε το χάος, με τη Σάρα να ενημερώνει τον πατέρα της για τα γεγονότα των τελευταίων δύο εβδομάδων. Αδιαφορώντας για τη φασαρία, η Μπόνι μιλούσε από το τηλέφωνο της κουζίνας με τον άντρα και τα παιδιά της. Ο Σαντάνας, που είχε πάρει άφεση αμαρτιών, ήταν ξαπλωμένος μπροστά στην πόρτα και λαγοκοιμόταν. Ο Χάντερ στεκόταν μπροστά στον πάγκο και ετοίμαζε την καλύτερη πίτσα του κόσμου, κατά τη γνώμη της Σάρας, καταφέρνοντας ταυτόχρονα να παρακολουθεί την χωρίς ειρμό διήγηση της κόρης του και να απαντάει στις ερωτήσεις της αδερφής του.


Νιώθοντας σαν το ψάρι έξω από το νερό, η Λη άρχισε να καθαρίζει το τραπέζι της κουζίνας. Δεν μπορούσε να στέκεται στη μέση της κουζίνας και να κουνά το κεφάλι της δεξιά αριστερά σαν διαιτητής σε αγώνα τένις. «Αυτή υποτίθεται πως είναι δική μου δουλειά». Αδέξια, η Λη άφησε την τσαγιέρα που μόλις είχε πιάσει και κοίταξε τη Σάρα. «Ω». Ηλίθια, μάλωσε τον εαυτό της. Δεν μπορείς ν’ ανοίξεις ούτε μια απλή συζήτηση μ’ ένα παιδί; «Υποθέτω πως μπορείς να με βοηθήσεις», της είπε η Σάρα ύστερα από λίγο. «Αλλά αν δεν κάνω τις δουλειές που μου αναλογούν, τότε δεν παίρνω χαρτζιλίκι». Κοίταξε για μια στιγμή τον πατέρα της, ύστερα πάλι τη Σάρα. «Και θέλω να πάρω ένα μουσικό άλμπουμ. Ξέρεις, των Τόταλ Ρεκς». «Ξέρω». Η Λη έστυψε το μυαλό της, αλλά δε βρήκε καμιά πληροφορία σχετικά με το συγκεκριμένο συγκρότημα. «Όπως και να έχει το πράγμα, ο Χάντερ δε θα σου κόψει το χαρτζιλίκι, Σάρα, αν πάρεις βοηθό. Δεν είναι παρά μια σωστή οργάνωση της δουλειάς», παρατήρησε η Μπόνι. Ο Χάντερ γύρισε το κεφάλι του κι έπιασε το χαμόγελο της αδερφής του που έβγαινε από την κουζίνα. «Υποθέτω πως θα πρέπει να κερδίσει και η Λη το φαγητό της», είπε απλά. «Και ας μην είναι μπριζόλα». Το χαμόγελό του τη δυσκόλεψε να παραστήσει την αδιάφορη καθώς έπιανε πάλι την τσαγιέρα. «Η πίτσα θα σ’ αρέσει καλύτερα», της είπε η Σάρα με σιγουριά. «Βάζει τα πάντα μέσα. Όποτε καλώ τις φίλες μου για φαγητό, κάνουν σαν τρελές για την πίτσα του μπαμπά», συνέχισε απτόητη η μικρή και η Λη –συνεχίζοντας να μαζεύει το τραπέζι– προσπάθησε να τον φανταστεί να μαγειρεύει με απόλυτη σιγουριά για ένα τσούρμο φλύαρα κοριτσάκια. Αλλά της ήταν αδύνατον. «Πιστεύω πως σε


κάποια άλλη ζωή ήταν μάγειρας». Έλα, Θεέ μου, σκέφτηκε η Λη, η μικρή έχει ήδη άποψη για τη μετεμψύχωση; «Κι εσύ μονομάχος», είπε ξερά ο Χάντερ. Η Σάρα γέλασε παιδιάστικα πάλι. «Η θεία Μπόνι ήταν μια σκλάβα που πουλήθηκε σ’ ένα αραβικό παζάρι για πάρα πολλές χιλιάδες δραχμές». «Η Μπόνι διαθέτει ένα υπερτροφικό εγώ». Η Σάρα άφησε με θόρυβο τα φλιτζάνια στο νεροχύτη. «Νομίζω πως η Λενόρ θα πρέπει να ήταν πριγκίπισσα». Κρατώντας ένα βρεγμένο πανί στα χέρια της, η Λη ανασήκωσε το κεφάλι της, χωρίς να είναι βέβαιη αν έπρεπε να χαμογελάσει. «Μια μεσαιωνική πριγκίπισσα», συνέχισε η Σάρα. «Της εποχής του βασιλιά Αρθούρου». Ο Χάντερ φάνηκε να το σκέφτεται για λίγο, παρατηρώντας την κόρη του και τη γυναίκα για την οποία μιλούσαν. «Πιθανόν. Θα της ταίριαζε πολύ μια κομψή κορόνα κι ένα αραχνοΰφαντο βέλο». «Και δράκοι». Απολαμβάνοντας φανερά το παιχνίδι, η Σάρα έγειρε στον πάγκο και φαντάστηκε τη Λη με μια παστέλ μακριά τουαλέτα. «Ένας ιππότης θα έπρεπε να σκοτώσει τουλάχιστον έναν μεγάλο αρσενικό δράκο για να αποκτήσει το δικαίωμα να ζητήσει το χέρι της». «Αυτό είναι αλήθεια», μουρμούρισε ο Χάντερ, που σκεφτόταν ότι οι δράκοι μπορούν να πάρουν πολλές μορφές. «Δεν είναι εύκολο να σκοτώσει κανείς έναν δράκο». Η φωνή της Λη ακούστηκε ανάλαφρη, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ένιωθε το στομάχι της σφιγμένο. Της ήταν πολύ εύκολο να φανταστεί τον εαυτό της μέσα σε μια μεγάλη αίθουσα φωτισμένη με πυρσούς, με πετράδια να στολίζουν τα μαλλιά και το κορσάζ του πλούσιου μεταξωτού φορέματός της.


«Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποδείξει κάποιος την αξία του», της είπε η Σάρα, μασουλώντας ένα κομμάτι πράσινη πιπεριά που είχε κλέψει από τον πατέρα της. «Μια πριγκίπισσα δεν μπορεί να παντρευτεί τον οποιονδήποτε, ξέρεις. Ο βασιλιάς θα έπρεπε να τη δώσει σ’ έναν γενναίο ιππότη ή να την παντρέψει με τον πρίγκιπα του γειτονικού βασιλείου ώστε να αποκτήσει ειρηνικά περισσότερα εδάφη, εξασφαλίζοντας την ευημερία του λαού του». Ήταν απίστευτο, αλλά η Λη φαντάστηκε τον πατέρα της, με τη βακτηρία στο χέρι, να τη διατάζει να παντρευτεί τον Τ ζόναθαν Γουίλομπι. «Βάζω στοίχημα πως εσύ δε χρειάστηκε να φορέσεις ποτέ σιδεράκια». Μεταπηδώντας από τη μια εποχή στην άλλη σε χρόνο μηδέν, η Λη έμεινε απλά να την κοιτάζει. Η Σάρα την περιεργαζόταν συνοφρυωμένη με τη σοβαρότητα που πρέπει να είχε κληρονομήσει από τον Χάντερ. Όλα αυτά είναι γελοία, σκέφτηκε η Λη. Ιππότες, πριγκίπισσες, δράκοι. Για πρώτη φορά κατάφερε να χαμογελάσει με απόλυτη φυσικότητα στην σκουρομάλλα κοπελίτσα που ήταν κομμάτι του άντρα που αγαπούσε. «Δύο χρόνια». «Αλήθεια;» Το ενδιαφέρον άστραψε αμέσως στο βλέμμα της Σάρας. Έκανε ένα βήμα μπροστά, προφανώς για να δει καλύτερα τα δόντια της Λη. «Έκαναν καλή δουλειά», αποφάσισε. «Τα μισούσες;» «Κάθε λεπτό». Η Σάρα χασκογέλασε, κάνοντας τα σιδεράκια της ν’ αστράψουν. «Εμένα δε μ’ ενοχλούν και τόσο, το μόνο που με πειράζει είναι ότι δεν μπορώ να μασήσω τσίχλα». Έριξε ένα μουτρωμένο βλέμμα πάνω από τον ώμο της προς το μέρος του Χάντερ. «Ούτε μία». «Ούτε εγώ μπορούσα». Ποτέ, σκέφτηκε η Λη, αλλά δεν το συμπλήρωσε. Η τσίχλα απαγορευόταν αυστηρά στο σπίτι των


Ράντκλιφ. Η Σάρα την περιεργάστηκε λίγο ακόμα και ύστερα της είπε. «Υποθέτω ότι μπορείς να με βοηθήσεις και στο στρώσιμο του τραπεζιού». Και η Λη διαπίστωσε ότι η αποδοχή της από τη Σάρα ήταν κάτι τόσο απλό. Ο ήλιος έλουζε την κουζίνα όσο έτρωγαν. Το φως του ήταν χρυσαφένιο, χωρίς εκείνο το εκτυφλωτικό λευκό που αντανακλούσε στα τοιχώματα του φαραγγιού, και η Λη ένιωσε μια γαλήνη παρ’ όλες τις συζητήσεις, τα γέλια και τις διαφωνίες γύρω της. Στις φαντασιώσεις της έβλεπε να τρώει μια τρυφερή μπριζόλα και μια φρέσκια σαλάτα του σεφ σ’ ένα ήσυχο εστιατόριο με χαμηλό φωτισμό, όπου το γκαρσόνι θα φρόντιζε να γεμίζει συνέχεια με κόκκινο κρασί το ποτήρι της. Στην πραγματικότητα, βρέθηκε σε μια φωτεινή, θορυβώδη κουζίνα να τρώει πίτσα με τυρί, πράσινες πιπεριές, μανιτάρια, πεπερόνι και καυτερό λουκάνικο. Και να συμφωνεί με την άποψη της Σάρας. Ήταν η καλύτερη πίτσα τού κόσμου. «Μακάρι να μπορούσε να μάθει και ο Φρεντ να τη φτιάχνει έτσι», είπε η Μπόνι, απολαμβάνοντας το δεύτερο κομμάτι της. «Όταν έχει τις καλές του φτιάχνει καταπληκτική σαλάτα με σφιχτά αβγά και μαγιονέζα, αλλά δεν είναι το ίδιο». «Με μια οικογένεια τόσο μεγάλη όσο η δική σου», παρατήρησε ο Χάντερ, «χρειάζεται να στήσεις αλυσίδα παραγωγής. Πέντε πεινασμένα παιδιά μπορούν να διατηρήσουν ανθηρή μια πιτσαρία». «Και το κάνουν», συμφώνησε η Μπόνι. «Και σε κάτι λιγότερο από εφτά μήνες, θα είναι έξι». Είδε το πιρούνι του Χάντερ να μένει μετέωρο και χαμογέλασε. «Κι άλλο;» τη ρώτησε εκείνος. «Κι άλλο». Η Μπόνι έκλεισε το μάτι στην ανιψιά της. «Πάντα


έλεγα ότι θα έκανα μισή ντουζίνα παιδιά», πληροφόρησε απλά τη Λη. «Ο καθένας πρέπει να κάνει αυτό που κάνει καλύτερα». Ο Χάντερ άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό της. Τα δάχτυλά του έσφιξαν της αδερφής του. «Κάποιος θα μπορούσε να μιλήσει για υπεραπόδοση». «Ή οικογενειακό ανταγωνισμό», τον αντέκρουσε εκείνη. «Θα έχω τόσα παιδιά όσα είναι τα δικά σου μπεστ σέλερ». Η Μπόνι γέλασε και έσφιξε το χέρι του αδερφού της. «Μας πήρε περίπου τον ίδιο χρόνο για να τα καταφέρουμε». «Όταν θα έρχεσαι με το μωρό για επίσκεψη, η μικρή θα κοιμάται στο δωμάτιό μου», είπε η Σάρα, καταπίνοντας άλλη μια μπουκιά πίτσα. «Η μικρή;» Ο Χάντερ χάιδεψε τα μαλλιά της, προτού συνεχίσει το φαγητό του. «Θα είναι κορίτσι», επέμεινε η Σάρα, κουνώντας το κεφάλι της με νεανική σιγουριά. «Η θεία Μπόνι έχει ήδη τρία αγόρια, άρα άλλο ένα κορίτσι θα φέρει ισορροπία». «Θα δω τι μπορώ να κάνω», της δήλωσε η Μπόνι. «Όπως και να έχει το πράγμα, το πρωί θα πάρω το δρόμο της επιστροφής. Η Κασσάνδρα, που είναι η μεγάλη μου κόρη», εξήγησε στη Λη, «αποφάσισε πως θέλει να κάνει τατουάζ». Έγειρε πίσω στην καρέκλα της και έκλεισε τα μάτια της. «Αχ, είναι ωραίο να σε χρειάζονται». «Τατουάζ;» Η Σάρα σούφρωσε τη μύτη της. «Είναι απαίσιο. Η Κασσάνδρα τρελάθηκε». «Ο Φρεντ κι εγώ αναγκαστήκαμε να συμφωνήσουμε». Ο Χάντερ πήρε το ποτήρι με το κρασί του. «Πού θέλει να το κάνει;» ρώτησε μ’ ενδιαφέρον. «Στο δεξί της ώμο. Επιμένει ότι θα είναι πολύ κομψό». «Πολύ χαζό». Η Σάρα έβγαλε την ετυμηγορία της υψώνοντας τους ώμους. «Η Κάσι είναι δεκατριών χρονών», συμπλήρωσε, και κοίταξε


προς τον ουρανό. «Χριστέ μου, είναι ψώνιο». Η Λη έπνιξε το γέλιο που ανέβηκε στα χείλη της όταν είδε την έκφραση και άκουσε τη φρασεολογία της μικρής. «Πώς θα το χειριστείς;» Η Μπόνι χαμογέλασε. «Ω, θα τη συνοδεύσω μέχρι το μαγαζί με τα τατουάζ». «Αλλά δεν...» Η Λη έκοψε στη μέση τη φράση της, κοιτάζοντας τις έντονες ανταύγειες στα μαλλιά της Μπόνι και τα μακριά σκουλαρίκια που έφταναν μέχρι τους ώμους της. Μπορεί και να το έκανε. Η Μπόνι γέλασε και χτύπησε χαϊδευτικά το χέρι της Λη. «Ακριβώς. Αλλά θα είναι πιο αποτελεσματικό αν η Κάσι πάρει αυτή την απόφαση μόνη της και θα την πάρει μόλις αντικρίσει όλες εκείνες τις βελόνες». «Ύπουλο», επικρότησε η Σάρα μ’ ένα χαμόγελο. «Έξυπνο», τη διόρθωσε η Μπόνι. «Το ίδιο κάνει». Με το στόμα μισογεμάτο, η μικρή γύρισε στη Λη. «Πάντα συμβαίνει κάποια κρίση στο σπίτι της θείας Μπόνι», της είπε εμπιστευτικά. «Εσύ έχεις αδέρφια;» «Όχι», της απάντησε εκείνη και αναρωτήθηκε αν ήταν κρυφός πόθος αυτό που αντίκρισε στα μάτια του κοριτσιού. Πολύ συχνά είχε κάνει και αυτή την ίδια ευχή. «Είμαι μοναχοκόρη». «Νομίζω πως είναι καλύτερα να έχεις αδέρφια και ας γίνεται συνωστισμός». Η Σάρα χαμογέλασε χωρίς καμιά ενοχή στον πατέρα της. «Μπορώ να έχω ένα ακόμα κομμάτι;» Το υπόλοιπο βράδυ δεν πέρασε ήσυχα, αλλά, παρ’ όλη τη φασαρία, γαλήνια. Η Σάρα παρέσυρε τον πατέρα της έξω για λίγη μπάλα, αλλά η Μπόνι αρνήθηκε να τους ακολουθήσει. Η κατάστασή της δεν το επέτρεπε, δήλωσε χαμογελώντας. Η Λη, όμως, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες της, βρέθηκε έξω. Και μολονότι δεν μπόρεσε να ρίξει ούτε μια επιτυχημένη πάσα, το χάρηκε, πράγμα που την ξάφνιασε.


Και αυτό που την ξάφνιασε ακόμα περισσότερο ήταν ότι δεν ένιωσε καθόλου γελοία. Το σούρουπο δεν άργησε να έρθει και στη συνέχεια το σκοτάδι που το απάλυναν οι πυγολαμπίδες. Τα μάτια της είχαν βαρύνει, παρ’ όλα αυτά η Σάρα αρνήθηκε να πάει για ύπνο και δέχτηκε μόνο όταν ο Χάντερ της είπε ότι θα την πήγαινε καβάλα στους ώμους του. Και δε χρειάστηκε να πει κανείς στη Λη ότι αυτό ήταν το βραδινό τυπικό τους. Το κατάλαβε μόνο που τους είδε. Ο Χάντερ της είχε πει ότι η Σάρα ήταν η ζωή του. Η Λη τους είχε δει μόνο λίγες ώρες μαζί, αλλά τον πίστευε. Δε θα περίμενε ποτέ ότι ο συγκεκριμένος συγγραφέας βιβλίων τρόμου –που τα είχε διαβάσει κι εκείνη– θα ήταν ένας αφοσιωμένος πατέρας και θα χαιρόταν να μοιράζεται το χρόνο του με τη δεκάχρονη κόρη του. Δε θα τον είχε φανταστεί ποτέ εδώ, σ’ ένα σπίτι τόσο μακριά από τις συγκινήσεις της πόλης. Ακόμα και ο άντρας που είχε γνωρίσει τις τελευταίες δυο βδομάδες δεν ταίριαζε απόλυτα στην εικόνα του γονιού και του μέντορα ενός δεκάχρονου κοριτσιού. Και όμως ήταν. Και αν παρέθετε την εικόνα του πατέρα της Σάρας πάνω σ’ εκείνη του δικού της εραστή και του συγγραφέα της Σιωπηλ ής Κραυγής, γίνονταν όλες μία. Το πρόβλημα ήταν να μπορέσει κανείς να το χειριστεί αυτό. Η Λη σήκωσε την αναποδογυρισμένη καρέκλα στη βεράντα και κάθισε. Άκουσε το νυσταγμένο γέλιο της Σάρας από το παράθυρο πάνω από το κεφάλι της. Αμέσως ακολούθησε η χαμηλή φωνή του Χάντερ, αλλά δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τι έλεγε. Ήταν περίεργο να περνάει τις τελευταίες ώρες της μαζί του, εδώ στο σπίτι του, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την κατασκήνωση όπου είχαν γίνει εραστές. Και ναι, συνειδητοποίησε κοιτάζοντας τ’ αστέρια, φίλοι. Ήθελε πάρα πολύ να είναι φίλη του.


Τ ώρα, όταν θα έγραφε το άρθρο της γι’ αυτόν, θα το έκανε γνωρίζοντας και τις δύο πλευρές του χαρακτήρα του. Και αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που είχε έρθει εδώ. Η Λη έκλεισε τα μάτια της, γιατί ξαφνικά το φως των άστρων έγινε πολύ έντονο. Θα γύριζε πίσω με πολύ περισσότερα –και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, πολύ λιγότερα. «Κουρασμένη;» Άνοιξε τα μάτια της και είδε τον Χάντερ. Έτσι θα τον θυμόταν πάντα, μέσα στις σκιές, να προβάλλει από το σκοτάδι. «Όχι. Η Σάρα κοιμήθηκε;» Ο Χάντερ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Ύστερα στάθηκε πίσω της και ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της. Την είχε εδώ ακριβώς που την ήθελε. Με τη νύχτα να πέφτει. «Και η Μπόνι το ίδιο». «Εσύ θα δούλευες τώρα», μάντεψε η Λη. «Όταν το σπίτι είναι ήσυχο και τα παράθυρα σκοτεινά». «Ναι, τις περισσότερες φορές. Τέλειωσα το τελευταίο βιβλίο μου μια τέτοια νύχτα». Τότε δεν ένιωθε μοναξιά, αλλά τώρα... «Πάμε να περπατήσουμε. Έχει πανσέληνο. Μήπως φοβάσαι; Θα σου δώσω ένα φυλαχτό». Ο Χάντερ έβγαλε το δαχτυλίδι από το μικρό του δάχτυλο και της το φόρεσε. «Δεν είμαι προληπτική», του απάντησε υπεροπτικά εκείνη, έσφιξε όμως τα δάχτυλά της για να κρατήσει το δαχτυλίδι στη θέση του. «Και βέβαια, είσαι». Ο Χάντερ την τράβηξε πάνω του καθώς προχωρούσαν. «Μ’ αρέσουν οι ήχοι της νύχτας». Η Λη τους αφουγκράστηκε –η απαλή αύρα που τρύπωνε στις φυλλωσιές, το κελάρυσμα του νερού, του βουητό των εντόμων. «Έχεις ζήσει εδώ πάρα πολύ καιρό». Όσο προχωρούσε η μέρα τής ήταν αδύνατον να τον φανταστεί κάπου αλλού. «Ναι, μετακόμισα εδώ όταν γεννήθηκε η Σάρα». «Είναι όμορφο μέρος».


Ο Χάντερ τη γύρισε μέσα στην αγκαλιά του. Το φως του φεγγαριού την έλουσε. Τα μάτια της φάνταζαν τώρα πιο σκούρα, τα μαλλιά της έλαμπαν σαν πετράδια, η επιδερμίδα της γυάλιζε σαν αλάβαστρο. «Σου ταιριάζει», της ψιθύρισε. Πέρασε το χέρι του στα μαλλιά της και ύστερα τα άφησε να πέσουν ελεύθερα. «Η πριγκίπισσα και ο δράκος». Η καρδιά της είχε αρχίσει ήδη να πεταρίζει σαν να ήταν έφηβη. Ο Χάντερ την έκανε να νιώθει σαν κοριτσόπουλο στο πρώτο του ραντεβού. «Στην εποχή μας, οι γυναίκες πρέπει να σκοτώνουν τους δράκους μόνες τους». «Στην εποχή μας...» Τα χείλη του χάιδεψαν τα δικά της. «Υπάρχει λιγότερος ρομαντισμός. Αν ήμασταν στο Μεσαίωνα και σε συναντούσα στο φεγγαρόφωτο, θα σ’ έκανα δική μου, γιατί θα ήταν αναφαίρετο δικαίωμά μου. Θα σε κατακτούσα, γιατί δε θα είχα άλλη επιλογή». Η φωνή του έγινε πιο σκοτεινή όπως και οι σκιές των δέντρων γύρω τους. «Άσε με να σε αγαπήσω τώρα, Λενόρ, σαν να ήταν η πρώτη φορά». Ή η τελευταία, σκέφτηκε εκείνη καθώς τα χείλη του την προέτρεπαν να μαλακώσει, να ενδώσει, να απαιτήσει. Μέσα στην αγκαλιά του, μπορούσε να ξεχάσει την πραγματικότητα. Μπορούσε να αφεθεί στη φαντασία της και να νιώσει. Ο έρωτας δεν απαιτούσε τίποτε άλλο. Τη στιγμή που έγερνε το κεφάλι της πίσω, υποταγμένη, τα μπράτσα της τον αγκάλιασαν πιο σφιχτά, προκαλώντας τον να πάρει ό,τι ήθελε, να δώσει ό,τι του ζητούσε. Τα χέρια του άγγιξαν τότε το πρόσωπό της, τρυφερά όσο ποτέ, και άρχισαν να απομνημονεύουν κάθε αριστοκρατική γραμμή, κάθε απαλή καμπύλη του. Ακολούθησαν τα χείλη του, ρουφώντας κάθε ξεχωριστό άρωμα, κάθε ξεχωριστή γεύση. Η ηδονή έμοιαζε με γάργαρο ποτάμι. Παράλυτη, η Λη γλίστρησε στο χώμα μαζί του. Ο Χάντερ λαχταρούσε να της κάνει έρωτα στο ύπαιθρο, βλέποντας


το φεγγάρι να ασημίζει τα δέντρα και να ρίχνει μαβιές σκιές ολόγυρα. Ήθελε να τη νιώσει να παραλύει κάτω από το άγγιγμά του. Τα όσα του πρόσφερε τώρα ξεπερνούσαν και τα πιο τρελά του όνειρα, όντας ταυτόχρονα πιο αληθινά από ποτέ. Την έγδυσε αργά. Τα χείλη, τ’ ακροδάχτυλά του τη λάτρεψαν, χαρίζοντάς της αφάνταστη ευχαρίστηση. Αυτή ήταν η νύχτα που θα της πρόσφερε ολοκληρωτικά τον εαυτό του και θα ζητούσε από εκείνη να κάνει το ίδιο. Την κοίταξε έτσι όπως ήταν, με το φως του φεγγαριού και τις σκιές κεντημένες στο κορμί της, και ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει ξέφρενα. Το κελάρυσμα του κοντινού ρυακιού έσμιγε με τ’ απαλά βογκητά της. Το δάσος ευωδίαζε από τα αρώματα της νύχτας. Το ίδιο κι εκείνη, συνειδητοποίησε ο Χάντερ, κρύβοντας το πρόσωπό του στο λαιμό της. Η Λη ένιωσε τη συγκίνηση που φούντωνε μέσα του, την ανάγκη του που απειλούσε να την παρασύρει και πρόθυμα αφέθηκε στη δίνη τους. Ο αέρας εκεί ήταν απαλός, γεμάτος χρώματα. Δεν είχε καμιά αντίρρηση να παραμείνει παγιδευμένη εκεί για πάντα. Το κορμί του ήταν καυτό πάνω στο δικό της. Το γεύτηκε. Όλα γίνονταν γρήγορα, μεθυστικά, ορμητικά, ηδονικά. Τα χείλη της διέτρεξαν λαίμαργα κάθε εκατοστό τού κορμιού του, νιώθοντας τους μυς του να τρεμίζουν, την ανάσα του να πιάνεται, τα χείλη του να ψελλίζουν τ’ όνομά της. Το ασημένιο φως και οι σκιές που τους περιέβαλλαν σαν να είχαν γίνει ξαφνικά απτές. Το ασημένιο φως της δύναμης. Οι σκοτεινές σκιές του πόθου. Με τη βοήθειά τους θα μπορούσε να τον παρασύρει πέρα από τα όρια. Όταν άκουσε την ξέπνοη βρισιά του, γέλασε. Οι ανάγκες τους είχαν σμίξει, είχαν γίνει ένα. Η Λη το ένιωσε. Το γιόρτασε. Ξαφνικά, όλα γύρω τους έμειναν ακίνητα, σιωπηλά. Τα δάχτυλα


του Χάντερ μπερδεύτηκαν στα μαλλιά της με αγωνία. Μέσα στη σιωπή, τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Και έμειναν να κοιτάζονται. Τα χείλη της χαμογέλασαν τη στιγμή που άνοιγε την αγκαλιά της να τον δεχτεί βαθιά μέσα της.

Η Λη θα μπορούσε να κοιμηθεί εκεί χωρίς καμιά δυσκολία, πάνω στο γυμνό χώμα, κάτω από το νυχτερινό ουρανό, με το κορμί του πάνω στο δικό της. Και μπορεί να συνέχιζε να κοιμάται εκεί για πάντα, σαν μαγεμένη πριγκίπισσα, αν δεν την τραβούσε εκείνος στην αγκαλιά του. «Κοιμήθηκες σαν μωρό», της ψιθύρισε. «Θα έπρεπε να βρίσκεσαι στο κρεβάτι. Στο κρεβάτι μου». Η Λη αναστέναξε, απόλυτα ευχαριστημένη εκεί όπου βρισκόταν. «Είναι πολύ μακριά». Ο Χάντερ γέλασε σιγανά και φίλησε τη λακκούβα του λαιμού της. «Θέλεις να σε πάρω στα χέρια;» «Μμμ». Η Λη κούρνιασε στην αγκαλιά του. «Εντάξει». «Όχι πως έχω καμιά αντίρρηση, αλλά μπορεί να νιώσεις κάπως άβολα έτσι και κατέβει η Μπόνι τη στιγμή που θα σε μεταφέρω ολόγυμνη». Η Λη άνοιξε τα μάτια της –δύο σκοτεινές μπλε σχισμές κάτω από τα βλέφαρά της. Είχε αρχίσει να επιστρέφει στην πραγματικότητα. «Υποθέτω ότι πρέπει να ντυθούμε». «Καλό θα ήταν». Το βλέμμα του περιεργάστηκε το κορμί της, για να γυρίσει και πάλι στο πρόσωπό της. «Να σε βοηθήσω;» Η Λη χαμογέλασε. «Έτσι και το επιχειρήσεις, νομίζω πως θα συμβεί το ίδιο που συνέβη και όταν με έγδυσες». «Ενδιαφέρουσα θεωρία». Ο Χάντερ άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δαντελένιο ιβουάρ κιλοτάκι της.


«Δεν είναι όμως ώρα να δοκιμάσουμε αν ισχύει». Η Λη άρπαξε το κιλοτάκι της από τα χέρια του και το φόρεσε. «Πόση ώρα βρισκόμαστε εδώ έξω;» «Αιώνες». Η Λη του έριξε μια ματιά τη στιγμή που περνούσε την μπλούζα από το κεφάλι της. Δεν ήταν απόλυτα σίγουρη ότι υπερέβαλλε. «Το λιγότερο που δικαιούμαι ύστερα από τις δύο αυτές βδομάδες είναι ένα κανονικό στρώμα». Ο Χάντερ πήρε το χέρι της και ακούμπησε τα χείλη του στην παλάμη της. «Είσαι ευπρόσδεκτη να μοιραστείς το δικό μου». Η Λη έσφιξε για μια στιγμή τα δάχτυλά του με τα δικά της και μετά τα άφησε. «Δεν το βρίσκω πολύ σοφό». «Ανησυχείς για τη Σάρα». Δεν ήταν ερώτηση. Η Λη περίμενε να βεβαιωθεί πως το μυαλό της είχε καθαρίσει απ’ όλες τις ρομαντικές σκέψεις προτού μιλήσει. «Δεν έχω μεγάλη πείρα από παιδιά, αλλά φαντάζομαι ότι δεν είναι προετοιμασμένη να δει μια γυναίκα να μοιράζεται το κρεβάτι του πατέρα της». Η σιωπή τούς τύλιξε για μια στιγμή απειλητική σαν κυκλώνας. «Δεν έχω φέρει άλλη γυναίκα στο σπίτι μας». Η δήλωσή του την έκανε να στραφεί γρήγορα προς το μέρος του και το ίδιο γρήγορα να στρέψει και πάλι αλλού το βλέμμα της. «Ένας λόγος παραπάνω». «Ένας λόγος παραπάνω για πολλά πράγματα». Ο Χάντερ ντύθηκε αμίλητος, ενώ η Λη κοιτούσε τα δέντρα. Ήταν τόσο όμορφα, σκέφτηκε, και τόσο απόμακρα. «Ήθελες να με ρωτήσεις για τη Σάρα, αλλά δεν το έκανες». Η Λη ύγρανε τα χείλη της. «Δε με αφορά». Ο Χάντερ τη γράπωσε, όχι και τόσο τρυφερά, από το πιγούνι. «Όχι;» τη ρώτησε.


«Χάντερ...» «Αυτή τη φορά θα πάρεις την απάντηση χωρίς να ρωτήσεις», της είπε εκείνος και άφησε το χέρι του να πέσει, αλλά δεν τράβηξε ούτε στιγμή το βλέμμα του από το δικό της. Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να καταλάβει εκείνη πως η γαλήνια νύχτα ήταν παρελθόν. «Γνώρισα μια κοπέλα σχεδόν δώδεκα χρόνια πριν. Είχα αρχίσει να γράφω ως Λόρα Μάιλς τότε, έτσι είχα το περιθώριο για μερικές μικρές πολυτέλειες. Κάποιο δείπνο έξω, μια θεατρική παράσταση... Ζούσα ακόμα στο Λος Άντζελες, μόνος, απολαμβάνοντας τη δουλειά μου και τα οφέλη της. Εκείνη ήταν φοιτήτρια στην τελευταία χρονιά. Είχε δυνατό μυαλό και μεγάλες φιλοδοξίες, αλλά καθόλου χρήματα. Σπούδαζε με υποτροφία και ήταν αποφασισμένη να γίνει η πιο περιζήτητη νεαρή δικηγόρος στη Δυτική Ακτή». «Χάντερ, τα όσα συνέβησαν ανάμεσα σ’ εσένα και μια άλλη γυναίκα πριν τόσα χρόνια δε με αφορούν». «Όχι μια οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Τη μητέρα της Σάρας». Η Λη άρχισε να ξεριζώνει το γρασίδι δίπλα της. «Εντάξει, αν είναι σημαντικό για σένα να μου πεις, θα σε ακούσω». «Ενδιαφερόμουν για εκείνη», συνέχισε ο Χάντερ. «Ήταν ζωντανή, χαριτωμένη, γεμάτη όνειρα. Κανείς από τους δυο μας όμως δε σκέφτηκε ποτέ στα σοβαρά τη σχέση μας. Εκείνη είχε να τελειώσει ακόμα τη Νομική και να περάσει τις εξετάσεις στο δικηγορικό σύλλογο. Εγώ είχα να γράψω διηγήματα. Αλλά, ό,τι σχέδια και να κάναμε εμείς, η μοίρα έχει έναν τρόπο να κάνει το δικό της». Ο Χάντερ έβγαλε ένα τσιγάρο και άφησε τις σκέψεις του να γυρίσουν πίσω, να θυμηθεί κάθε λεπτομέρεια. Το μικρό, στενάχωρο διαμέρισμά του με τα υδραυλικά που έτρεχαν, την παλιά γραφομηχανή με τον αστείο θόρυβο, τα γέλια του ζευγαριού που έμεναν δίπλα και διαπερνούσαν συχνά τον λεπτό μεσότοιχο. «Ήρθε και με βρήκε ένα απόγευμα. Κατάλαβα πως κάτι συνέβαινε,


επειδή ήξερα πως κανονικά είχε μάθημα και ήταν πολύ τυπική για να το χάσει. Έκανε ζέστη, ήταν μια από εκείνες τις αποπνικτικές μέρες. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά και είχα κι ένα φορητό ανεμιστήρα που γύριζε τον αέρα χωρίς όμως να δίνει και πολλή δροσιά. Είχε έρθει να μου πει ότι ήταν έγκυος». Αν συγκεντρωνόταν απόλυτα, ο Χάντερ θα θυμόταν ακόμα την έκφρασή της. Αλλά ποτέ δεν ήθελε να το κάνει. Είτε το ήθελε όμως είτε όχι, δεν μπορούσε να ξεχάσει τον τόνο της φωνής της όταν του το είπε. Έκρυβε απόγνωση μαζί με οργή και κατηγόρια. «Σου είπα ότι ενδιαφερόμουν για εκείνη και ήταν αλήθεια. Αλλά δεν την αγαπούσα. Παρ’ όλα αυτά, οι αρχές που μου είχαν εμφυσήσει οι γονείς μου υπερίσχυσαν. Προσφέρθηκα να την παντρευτώ». Ο Χάντερ γέλασε, το γέλιο του δεν έκρυβε ευχαρίστηση αλλά ούτε και πικρία. Ήταν το γέλιο ενός άντρα που είχε αποδεχτεί τη φάρσα που του έπαιξε η ζωή. «Εκείνη αρνήθηκε αμέσως, η πρότασή μου την είχε εξοργίσει σχεδόν το ίδιο με την εγκυμοσύνη της. Δεν είχε καμιά διάθεση να φορτωθεί έναν σύζυγο κι ένα παιδί τη στιγμή που έπρεπε να φροντίσει την καριέρα της. Μπορεί να είναι δύσκολο να το καταλάβεις, αλλά δεν ήταν ψυχρή, απλώς πρακτική όταν μου ζήτησε να της πληρώσω την έκτρωση». Η Λη ένιωσε όλους τους μυς της να σφίγγονται. «Μα, η Σάρα...» «Δεν είναι αυτό το τέλος της ιστορίας». Ο Χάντερ φύσηξε τον καπνό του τσιγάρου και τον είδε να διαλύεται μέσα στη νύχτα. «Κάναμε έναν αλησμόνητο καβγά, απειλές, κατηγόριες. Τότε, δεν μπορούσα να δω την άποψή της, το μόνο που έβλεπα ήταν πως είχε μέσα της κάτι δικό μου και ήθελε να απαλλαγεί από αυτό. Χωρίσαμε έξαλλοι και οι δυο μας, αλλά αρκετά απελπισμένοι ώστε να συνειδητοποιήσουμε πως θέλαμε και οι δυο μας χρόνο να το σκεφτούμε». Η Λη δεν ήξερε ούτε τι να πει, ούτε πώς να το πει. «Ήσουν πολύ


νέος», άρχισε. «Ήμουν είκοσι τεσσάρων», τη διόρθωσε ο Χάντερ. «Δεν ήμουν πια παιδί. Ήμουν –ήμασταν– υπεύθυνοι για τις πράξεις μας. Έμεινα δύο μέρες ξάγρυπνος. Σκέφτηκα δεκάδες απαντήσεις και τις απέρριψα όλες. Μόνο ένα πράγμα ήξερα εκείνες τις φοβερές ώρες που πέρασα λουσμένος στον ιδρώτα. Ήθελα το παιδί. Δεν μπορώ να το εξηγήσω από τη στιγμή που μου άρεσε ο τρόπος της ζωής μου, η έλλειψη ευθυνών, η δυνατότητα να γίνω πραγματικά πετυχημένος. Απλά, ήξερα πως έπρεπε να έχω αυτό το παιδί. Της τηλεφώνησα και της ζήτησα να έρθει πάλι από το σπίτι μου. »Τη δεύτερη φορά, ήμασταν και οι δυο πιο ήρεμοι. Και πιο φοβισμένοι. Ο γάμος δεν αποτελούσε λύση, έτσι τον αφήσαμε στην άκρη. Εκείνη δεν ήθελε το παιδί, αυτό ξεκαθαρίστηκε. Εγώ το ήθελα, αλλά αυτό ήταν κάτι όχι τόσο εύκολο να ρυθμιστεί. Εκείνη χρειαζόταν την ελευθερία της και χρειαζόταν χρήματα. Τελικά καταφέραμε να τα ρυθμίσουμε όλα». Νιώθοντας το στόμα της κατάξερο, η Λη γύρισε και τον κοίταξε. «Την πλήρωσες». Όπως το περίμενε, ο Χάντερ διέκρινε τη φρίκη στο βλέμμα της. Όταν συνέχισε, η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να το πετύχει. «Πλήρωσα όλα τα ιατρικά έξοδα και τα έξοδά της μέχρι τη στιγμή που γέννησε. Της έδωσα και δέκα χιλιάδες δολάρια για να αποκτήσω την κόρη μου». Εμβρόντητη, νιώθοντας την καρδιά της να πονάει, η Λη κάρφωσε το βλέμμα της στο έδαφος. «Πώς μπόρεσε...» «Και οι δυο μας θέλαμε κάτι. Και το προσφέραμε ο ένας στον άλλο με τον μόνο τρόπο που μπορούσαμε. Ποτέ δε μίσησα εκείνη τη νεαρή φοιτήτρια της Νομικής γι’ αυτό που έκανε. Ήταν επιλογή της – και θα μπορούσε να είχε κάνει μια εντελώς διαφορετική χωρίς να ζητήσει καθόλου τη γνώμη μου».


«Ναι». Η Λη προσπάθησε να καταλάβει, αλλά το μόνο που έβλεπε μπροστά της ήταν το λεπτό μελαχρινό κοριτσάκι. «Έκανε την επιλογή της, αλλά βγήκε χαμένη». Και μόνο που την άκουσε να το λέει αυτό, ο Χάντερ ένιωσε ευτυχισμένος. «Η Σάρα ήταν δική μου και μόνο δική μου από την αρχή. Η γυναίκα που την έφερε στον κόσμο μού έδωσε ένα ανεκτίμητο δώρο. Εγώ της έδωσα μόνο χρήματα». «Η Σάρα το ξέρει;» «Μόνο ότι η μητέρα της έπρεπε να κάνει κάποιες επιλογές». «Κατάλαβα». Η Λη αναστέναξε. «Ο λόγος που προσέχεις τόσο πολύ να την κρατήσεις μακριά από τη δημοσιότητα είναι για να αποφύγεις τις εικασίες». «Ένας από τους λόγους. Ο άλλος είναι ότι θέλω να ζήσει τη φυσιολογική ζωή που δικαιούται κάθε παιδί». «Δεν ήσουν υποχρεωμένος να μου τα πεις όλα αυτά». Η Λη άπλωσε το χέρι της να πιάσει το δικό του. «Χαίρομαι όμως που το έκανες. Δε θα ήταν εύκολο για σένα να μεγαλώσεις ολομόναχος ένα μωρό». Τ ώρα το βλέμμα της έκρυβε μόνο κατανόηση. Οι σφιγμένοι μύες του άρχισαν να χαλαρώνουν σαν να τους είχε χαϊδέψει με το χέρι της. Τ ώρα ήταν πλέον απόλυτα σίγουρος πως αυτή ήταν η γυναίκα που έψαχνε όλη του τη ζωή. «Δεν ήταν εύκολο, αλλά ήταν πάντα χαρά για μένα». Τα δάχτυλά του έσφιξαν τα δικά της. «Δέξου να τη μοιραστείς μαζί μου, Λενόρ». Το μυαλό της σταμάτησε. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». «Σε θέλω εδώ, μαζί μου. Και με τη Σάρα. Σε θέλω εδώ, μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά που θ’ αποκτήσουμε μαζί». Ο Χάντερ κοίταξε το δαχτυλίδι που της είχε περάσει στο δάχτυλο. Όταν το βλέμμα του συνάντησε πάλι το δικό της, η Λη το ένιωσε να τη διαπερνάει μέχρι τα κατάβαθα του είναι της. «Παντρέψου με».


Να τον παντρευτεί; Η Λη έμεινε και τον κοιτούσε ανέκφραστα, ενώ ο πανικός θέριευε μέσα της. «Δεν... δεν ξέρεις τι μου ζητάς». «Ξέρω», τη διόρθωσε εκείνος και έσφιξε περισσότερο το χέρι της όταν την ένιωσε να το τραβάει. «Έχω ζητήσει άλλη μια φορά σε κάποια να γίνει γυναίκα μου και το έκανα από υποχρέωση. Το ζητώ από εσένα επειδή είσαι η πρώτη και μοναδική γυναίκα που αγάπησα ποτέ μου. Θέλω να μοιραστώ τη ζωή σου και θέλω να μοιραστείς κι εσύ τη δική μου». Ο πανικός της μετατράπηκε σε φόβο. Της ζητούσε να αλλάξει όλους τους στόχους της. Να διακινδυνεύσει τα πάντα. «Οι ζωές μας απέχουν πάρα πολύ η μια από την άλλη», κατάφερε να πει. «Πρέπει να γυρίσω πίσω. Έχω τη δουλειά μου». «Μια δουλειά που ξέρεις ότι δεν είναι για σένα». Η πίεση του χρόνου ήταν φανερή στη φωνή του καθώς τη γράπωνε από τους ώμους. «Το ξέρεις πως είσαι πλασμένη να διηγηθείς τις εικόνες που έχεις στο μυαλό σου, όχι να γράφεις για την κοινωνική ζωή των άλλων και τη μόδα». «Αυτό ξέρω να κάνω!» Η Λη τραβήχτηκε μακριά του, τρέμοντας. «Αυτή είναι η δουλειά μου». «Για να αποδείξεις κάτι. Να πάρει η οργή, Λενόρ, κάνε κάτι για τον εαυτό σου. Για σένα». «Για μένα το κάνω», του απάντησε εκείνη γεμάτη απόγνωση. Τον αγαπάς, της φώναζε μια φωνή μέσα της. Γιατί αποδιώχνεις αυτό που λαχταράς, αυτό που έχεις ανάγκη; Η Λη κούνησε το κεφάλι της σαν να ήθελε να κάνει αυτή την εσωτερική φωνή να σωπάσει. Η αγάπη, η ανάγκη της δεν αρκούσαν. Το ήξερε αυτό. Έπρεπε να το θυμάται. «Μου ζητάς να παρατήσω τα πάντα, κάθε μικρό σκαλοπάτι που ανέβηκα με κόπο αυτά τα πέντε χρόνια. Έχω μια ζωή στο Λος Άντζελες, ξέρω ποια είμαι, πού κατευθύνομαι. Δεν μπορώ να ζήσω εδώ και να διακινδυνεύσω...»


«Να ανακαλύψεις ποια πραγματικά είσαι;» αποτέλειωσε για λογαριασμό της ο Χάντερ. Δε θα επέτρεπε στον εαυτό του να πέσει σε απόγνωση. Μετά δυσκολίας συγκρατούσε το θυμό του. «Αν ήμουν μόνος μου, θα σε ακολουθούσα όπου θα ήθελες, ακόμα και αν ήξερα ότι είναι λάθος. Αλλά υπάρχει η Σάρα. Δεν μπορώ να την πάρω μακριά από το μόνο σπίτι που γνώρισε ποτέ της». «Μου ζητάς πάλι τα πάντα». Η φωνή της ήταν ένας αχνός ψίθυρος, αλλά ο Χάντερ δεν είχε ακούσει τίποτα πιο καθαρά στη ζωή του. «Μου ζητάς να διακινδυνεύσω τα πάντα και δεν μπορώ. Δε θα το κάνω». Ο Χάντερ σηκώθηκε κι αμέσως τον αγκάλιασαν οι σκιές. «Σου ζητώ να διακινδυνεύσεις τα πάντα», παραδέχτηκε. «Μ’ αγαπάς;» Κάνοντας αυτή την ερώτηση διακινδύνευε κι εκείνος τα πάντα. Διχασμένη από τα πολλά συναισθήματα, σπρωγμένη από το φόβο, η Λη τον κοίταξε. «Ναι. Πανάθεμά σε, Χάντερ, παράτα με ήσυχη». Και, λέγοντας αυτά, πήρε το δρόμο για το σπίτι, αφήνοντας το σκοτάδι να καλύψει το κενό ανάμεσά τους.

Κεφάλαιο 12 «Αν δε σκοπεύεις να κάνεις διάλειμμα για μεσημεριανό, πάρε τουλάχιστον αυτή», της είπε η Μπράιαν και της έδωσε μια σοκολάτα από το ανεξάντλητο στοκ της. «Θα φάω όταν τελειώσω το άρθρο». Η Λη δε σήκωσε το βλέμμα της από το γραφομηχανή, μόνο συνέχισε να πατάει ρυθμικά τα πλήκτρα. «Λη, έχεις γυρίσει δυο μέρες και το μόνο που σ’ έχω δει να τρως είναι κάτι ψίχουλα από ντόνατς».


Το έμπειρο μάτι της φωτογράφου είχε διακρίνει, επίσης, τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της Λη, παρ’ όλο το προσεκτικό μακιγιάζ. Αυτή η συνέντευξη θα πρέπει να ήταν το κάτι άλλο, σκέφτηκε, ενώ συνεχιζόταν το ρυθμικό χτύπημα των πλήκτρων της μηχανής. «Δεν πεινάω». Ούτε πεινούσε ούτε ήταν κουρασμένη. Σαράντα οκτώ ώρες τώρα, η Λη δούλευε σχεδόν ασταμάτητα το άρθρο για τον Χάντερ. Θα είναι τέλειο, υποσχέθηκε στον εαυτό της. Θα χτένιζε την παραμικρή λέξη. Και, μα το Θεό, όταν θα το τέλειωνε, θα τον είχε βγάλει ολοκληρωτικά από το μυαλό της. Είχε γραπωθεί από αυτή τη σκέψη, αλλά κάθε τόσο το μυαλό της ξεστράτιζε. Αν είχε μείνει... Αν γύριζε πίσω... Η πνιχτή βρισιά δεν αργούσε να ακολουθήσει καθώς τα δάχτυλά της πατούσαν λάθος πλήκτρο. Σχολαστικά, η Λη επανέφερε τον κύλινδρο της μηχανής στη θέση του για να διορθώσει το λάθος. Δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Δεν το είχε ξεκαθαρίσει αυτό στον Χάντερ; Δεν μπορούσε να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Όσο περισσότερο όμως έμενε μακριά του, τόσο μεγαλύτερο γινόταν το κενό στη ζωή της. Στη ζωή, όπως θύμιζε απτόητη στον εαυτό της, που είχε φροντίσει τόσο προσεκτικά να φτιάξει. Έτσι, δούλευε σε μια κατάσταση νευρικής υπερέντασης μέχρι να τελειώσει το άρθρο. Μέχρι να τελειώσουν τα πάντα. Ύστερα θα μπορούσε να κάνει το επόμενο βήμα. Όταν όμως προσπαθούσε να φανταστεί ποιο θα ήταν αυτό το επόμενο βήμα, το μυαλό της άδειαζε εντελώς. Η Λη άφησε τα χέρια να πέσουν στα γόνατά της και κοίταξε το χαρτί μπροστά της. Αμίλητη, η Μπράιαν έσπρωξε την πόρτα με το γοφό της ώστε να κλείσει τη φασαρία έξω. Θρονιάστηκε στην πολυθρόνα απέναντι από τη Λη, σταύρωσε τα χέρια της και περίμενε λίγο. «Ωραία, τώρα γιατί


δε μου λες και την ιστορία που δεν είναι προς δημοσίευση;» Η Λη θα ήθελε να μπορούσε να υψώσει αδιάφορα τους ώμους και να της πει πως δεν είχε καιρό για κουβέντες. Είχε ένα χρονοδιάγραμμα να τηρήσει. Για το άρθρο. Αλλά μήπως δεν ίσχυε το ίδιο και για τη ζωή της; Πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε πάνω στην καρέκλα της. Δεν ήθελε να βλέπει τις καλογραμμένες λεξούλες που είχε τυπώσει η γραφομηχανή της. Όχι τώρα. «Μπράιαν, αν είχες τραβήξει μια φωτογραφία για την οποία είχε χρειαστεί να αφιερώσεις πολύ χρόνο και όλη σου τη μαεστρία για να τη στήσεις και στη συνέχεια την εμφάνιζες και διαπίστωνες πως είχε βγει εντελώς διαφορετική απ’ ό,τι σχεδίαζες, τι θα έκανες;» «Θα κοιτούσα πολύ καλά τον τρόπο που είχε βγει τελικά», της απάντησε αμέσως η φίλη της. «Επειδή θα ήταν πολύ πιθανόν να την είχα σχεδιάσει από την αρχή έτσι». «Ναι, αλλά δε θα έμπαινες στον πειρασμό να επιστρέψεις στα αρχικά σου σχέδια; Στο κάτω κάτω, θα είχες δουλέψει πάρα πολύ σκληρά για να τα στήσεις, περιμένοντας κάποια συγκεκριμένα αποτελέσματα». «Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Θα εξαρτιόταν από αυτό που θα έβλεπα όταν θα κοίταζα τη φωτογραφία». Η Μπράιαν έγειρε πίσω και σταύρωσε τα μακριά πόδια της με το εφαρμοστό τζιν. «Τ ι υπάρχει στη δική σου φωτογραφία, Λη;» «Ο Χάντερ». Η Λη γύρισε το κεφάλι της και το πονεμένο βλέμμα της διασταυρώθηκε με της Μπράιαν. «Με ξέρεις καλά». «Όσο καλά αφήνεις κάποιον να σε μάθει». Η Λη γέλασε κοφτά κι άρχισε να παίζει μ’ ένα συνδετήρα. «Είμαι τόσο δύσκολη;» «Ναι». Η Μπράιαν χαμογέλασε αχνά για να απαλύνει τον κοφτό τόνο της. «Και άλλο τόσο ενδιαφέρουσα. Κατά τα φαινόμενα, πιστεύει και ο Χάντερ Μπράουν το ίδιο».


«Μου ζήτησε να τον παντρευτώ». Οι λέξεις ξέφυγαν από τα χείλη της Λη, αφήνοντας και τις δυο τους εμβρόντητες. «Να τον παντρευτείς;» Η Μπράιαν έγειρε μπροστά. «Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα;» «Ναι». «Ω». Το επιφώνημα βγήκε σαν αέρινη πνοή, καθώς η Μπράιαν έγερνε πάλι πίσω. «Γρήγορος ο τύπος». Ύστερα πρόσεξε την πονεμένη έκφραση της Λη. Επειδή η ίδια δε μύριζε άνθη πορτοκαλιάς κάθε φορά που αναφερόταν η λέξη γάμος, δε σήμαινε ότι έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση επιπόλαια. «Ε, κι εσύ τι νιώθεις; Για τον Χάντερ, εννοώ». Η Λη στριφογύρισε το συνδετήρα στα χέρια της. «Είμαι ερωτευμένη μαζί του». «Αλήθεια;» Αυτή τη φορά η Μπράιαν χαμογέλασε, γιατί ήταν πολύ γλυκός ο απλός τρόπος που το είχε παραδεχτεί η φίλη της. «Όλα αυτά συνέβησαν στο φαράγγι;» «Ναι». Η Λη συνέχισε να παίζει νευρικά τα δάχτυλά της. «Μπορεί και να ξεκίνησαν όταν ήμασταν στο Φλάγκσταφ. Δεν ξέρω πια». «Γιατί δεν είσαι ευτυχισμένη;» Η Μπράιαν μισόκλεισε τα μάτια της όπως έκανε για να ελέγξει το φως και τη γωνία μιας φωτογραφίας. «Αν ο άντρας που αγαπάς, που αγαπάς στ’ αλήθεια, θέλει να φτιάξει μια ζωή μαζί σου, θα έπρεπε να ήσουν ενθουσιασμένη». «Πώς μπορούν δυο άνθρωποι να φτιάξουν μια ζωή μαζί, όταν έχουν φτιάξει ήδη δύο ξεχωριστές και απόλυτα διαφορετικές ζωές;» τη ρώτησε η Λη. «Το θέμα δεν είναι να κάνεις απλά λίγο χώρο στην ντουλάπα ή να μετακινήσεις μερικά έπιπλα». Η άκρη του συνδετήρα έσπασε στα χέρια της καθώς σηκωνόταν. «Ο Μπράιαν μένει στην Αριζόνα, στο φαράγγι. Εγώ μένω στο Λος Άντζελες». Η Μπράιαν σήκωσε τα πόδια της με τις μπότες, τ’ ακούμπησε


πάνω στο καλογυαλισμένο γραφείο της Λη και τα σταύρωσε στους αστραγάλους. «Δε θα μου πεις τώρα ότι είναι απλώς ζήτημα γεωγραφίας». «Απλώς δείχνει πόσο απραγματοποίητο είναι!» Η Λη γύρισε απότομα, θυμωμένη. «Δε θα μπορούσαμε να είμαστε πιο διαφορετικοί. Σχεδόν τα δυο άκρα αντίθετα. Εγώ προχωρώ βήμα βήμα, ο Χάντερ με άλματα. Να πάρει οργή, θα έπρεπε να δεις το σπίτι του. Σαν να βγαίνει από κάποιο κανονικό παραμύθι. Η Μπι-Μπι Σμίδερς είναι αδερφή του...» Προτού προλάβει η φίλη της να το χωνέψει αυτό, η Λη ξεφούρνισε τη συνέχεια. «Κι έχει μια κόρη». «Κόρη;» Αυτό είχε τραβήξει εντελώς την προσοχή της. Η Μπράιαν κατέβασε πάλι τα πόδια της. «Ο Χάντερ Μπράουν έχει παιδί;» Η Λη πίεσε τα δάχτυλα στα βλέφαρά της και περίμενε να ηρεμήσει. Ήταν σίγουρο πως δε θα το είχε ξεφουρνίσει έτσι αν ήταν πιο ήρεμη και τέτοιες θυελλώδεις συζητήσεις έκανε μόνο με την Μπράιαν. Αλλά τώρα έπρεπε να το αντιμετωπίσει. «Ναι, μια δεκάχρονη κόρη. Είναι σημαντικό να μη διαρρεύσει στον Τύπο». «Εντάξει». Η Λη δε χρειαζόταν να ζητήσει από την Μπράιαν να της δώσει το λόγο της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να ηρεμήσει. «Είναι όμορφη, γεμάτη ζωντάνια και σίγουρα το κέντρο της ζωής του. Διέκρινα κάτι πάνω του όταν βρίσκεται μαζί της, κάτι απίστευτα όμορφο. Που με τρομοκράτησε». «Γιατί;» «Μπράιαν, ο Χάντερ διαθέτει απίστευτο ταλέντο, εξυπνάδα, αισθήματα. Και τα συνδύασε όλα έτσι ώστε να πετύχει απόλυτα σε όλους τους τομείς». «Και αυτό σ’ ενοχλεί;» «Εγώ δεν είμαι σίγουρη για το τι μπορώ να πετύχω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι φοβάμαι πως μπορεί να μην καταφέρω να κρατήσω τις


ισορροπίες ώστε να πετύχουν όλα». Η Μπράιαν πρόφερε μια κοφτή βρισιά. «Δε θα τον παντρευτείς επειδή δεν πιστεύεις πως θα είσαι καλή ζογκλέρ. Θα έπρεπε να γνωρίζεις τον εαυτό σου καλύτερα». «Νόμιζα πως τον γνώριζα». Η Λη κούνησε το κεφάλι της και κάθισε πάλι στην καρέκλα της. «Έτσι κι αλλιώς είναι γελοίο», είπε κοφτά. «Οι ζωές μας απέχουν χιλιόμετρα». Η Μπράιαν κοίταξε από το παράθυρο τον γυάλινο ουρανοξύστη, απέναντι. «Μπορεί να μετακομίσει αυτός στο Λος Άντζελες και να μηδενίσει την απόσταση». «Δε θα το κάνει». Η Λη ξεροκατάπιε και κοίταξε τις δακτυλογραφημένες σελίδες πάνω στο γραφείο της. Το άρθρο είχε τελειώσει, το ήξερε. Όπως ήξερε πως, αν συνέχιζε να το χτενίζει, θα το ξεμάλλιαζε εντελώς. «Η θέση του είναι εκεί. Θέλει να αναθρέψει την κόρη του εκεί. Αυτό μπορώ να το καταλάβω». «Δεν έχεις παρά να μετακομίσεις εσύ στο φαράγγι. Καταπληκτικό τοπίο». Γιατί ακουγόταν πάντα τόσο απλό, τόσο εφικτό όταν το κουβέντιαζε φωναχτά; Ο φόβος όμως ξαναγύρισε μέσα της, κάνοντας πιο σταθερή τη φωνή της. «Η δουλειά μου είναι εδώ». «Υποθέτω πως είναι θέμα προτεραιοτήτων, σωστά;» Η Μπρά-ιαν καταλάβαινε πως δεν τη συμμεριζόταν, αλλά η Λη αυτή τη στιγμή δε χρειαζόταν τη συμπάθειά της. Και επειδή την αγαπούσε πολύ, γι’ αυτό και της μίλησε ωμά. «Μπορείς να κρατήσεις τη δουλειά σου και το διαμέρισμά σου στο Λος Άντζελες και να είσαι δυστυχισμένη. Ή να πάρεις κάποιο ρίσκο». Ρίσκο. Η Λη έσυρε το δάχτυλό της στη λεία επιφάνεια του γραφείου της. Υποτίθεται πως πρέπει να δοκιμάζεις πρώτα το έδαφος για να κάνεις το βήμα μπροστά. Ακόμα και ο Χάντερ της το είχε πει αυτό. Αλλά... Κοίταξε το στραβό συνδετήρα πάνω στο καθαρό


στυπόχαρτό της. Αλλά πόσον καιρό το δοκιμάζεις προτού κάνεις το άλμα;

Μόλις δυο βδομάδες αργότερα, η Λη καθόταν στο διαμέρισμά της στη μέση της μέρας. Βρισκόταν τόσο σπάνια εκεί τέτοια ώρα στη διάρκεια της βδομάδας, που δεν ήξερε γιατί, αλλά περίμενε να της φανούν όλα διαφορετικά. Και όμως όλα έδειχναν ακριβώς τα ίδια. Ακόμα και ο εαυτός της, αναγκάστηκε να παραδεχτεί. Και όμως τίποτε δεν ήταν το ίδιο. Είχε παραιτηθεί. Προσπάθησε να χωνέψει τη λέξη και να χειριστεί τον πανικό που είχε ζήσει τις τελευταίες μέρες. Υπήρχε μια καταπράσινη ανθισμένη αφρικανική βιολέτα στο τραπέζι μπροστά της. Ήταν φροντισμένη όπως κάθε πτυχή της ζωής της ως τώρα. Η Λη την πότιζε όταν το χρώμα ξεραινόταν και της έβαζε λίπασμα όποτε χρειαζόταν. Κοίταξε το φυτό και συνειδητοποίησε πως δε θα μπορούσε ποτέ να το αρπάξει βίαια και να το ξεριζώσει. Αυτό όμως δεν είχε κάνει στον εαυτό της; Παραιτήθηκα, σκέφτηκε πάλι, και η λέξη αντήχησε στο μυαλό της. Είχε δώσει την παραίτησή της, εργάστηκε δυο βδομάδες μέχρι να βρουν αντικαταστάτρια και γύρισε την πλάτη της σε μια καριέρα που είχε αρχίσει να απογειώνεται σταθερά. Μια καριέρα που είχε κυριολεκτικά ξεριζώσει. Και για ποιο λόγο; Καθώς το αναρωτιόταν αυτό, ένιωσε τον πανικό της να φουντώνει. Για να ακολουθήσει ένα τρελό όνειρο που είχε ριζώσει στο μυαλό της χρόνια πριν. Για να γράψει ένα βιβλίο που μπορεί να μην εκδιδόταν ποτέ. Για να πάρει ένα γελοίο ρίσκο και να ριχτεί με το κεφάλι στο άγνωστο. Επειδή ο Χάντερ της είχε πει ότι ήταν καλή. Επειδή της είχε καλλιεργήσει αυτό το όνειρο, όπως εκείνη καλλιεργούσε τη βιολέτα.


Επιπλέον, σκέφτηκε η Λη την είχε κάνει να μην μπορεί να αγνοήσει πλέον τα «αν» στη ζωή της. Και ήταν και αυτός ένα από αυτά. Το σημαντικότερο. Και τώρα που είχε κάνει το βήμα και βρισκόταν εδώ ολομόναχη στο διαμέρισμά της στη μέση της μέρας, στη μέση της βδομάδας, ήθελε να το βάλει στα πόδια. Έξω υπήρχε κόσμος, φασαρία, αντιπερισπασμοί. Εδώ μέσα θα έπρεπε να αντιμετωπίσει αυτά τα «αν». Και το πρώτο θα ήταν ο Χάντερ. Δεν είχε δοκιμάσει να τη σταματήσει όταν έφυγε από το σπίτι του, το πρωί μετά την πρόταση γάμου που της είχε κάνει. Δεν της είπε το παραμικρό όταν αποχαιρέτησε τη Σάρα. Τ ίποτε απολύτως. Μπορεί να ήξεραν και οι δύο πως της είχε πει ό,τι είχε να της πει το προηγούμενο βράδυ. Της έριξε μόνο ένα βλέμμα που παραλίγο να την κάνει να αλλάξει γνώμη. Ύστερα η Λη είχε μπει στο αμάξι μαζί με την Μπόνι, που την πήγε μέχρι το αεροδρόμιο το όποιο βρισκόταν ένα ακόμα βήμα πιο κοντά στο Λος Άντζελες. Μετά την επιστροφή της εκεί, ο Χάντερ δεν της τηλεφώνησε. Περίμενε στ’ αλήθεια να το κάνει; Μάλλον ναι, σκέφτηκε η Λη, αλλά ήλπιζε να μην το κάνει. Δεν ήξερε πόσος καιρός θα περνούσε για να μπορέσει να ακούσει τη φωνή του χωρίς να καταρρεύσει. Χαμήλωσε το βλέμμα της και κοίταξε το στριφτό ασημένιο και χρυσό δαχτυλίδι στο χέρι της. Γιατί το είχε κρατήσει; Δεν ήταν δικό της. Θα έπρεπε να το είχε αφήσει πίσω. Θα ήταν εύκολο να πει στον εαυτό της ότι το είχε ξεχάσει μέσα στη βιασύνη της, αλλά δε θα ήταν αλήθεια. Ήξερε πολύ καλά πως φορούσε το δαχτυλίδι όσο μάζευε τα πράγματά της, όπως και την ώρα που βγήκε από το σπίτι του Χάντερ για να μπει στο αμάξι. Απλώς, δεν είχε βρει τη δύναμη να το βγάλει. Χρειαζόταν χρόνο –και τώρα είχε μπόλικο. Είχε και πάλι να αποδείξει κάτι, αλλά όχι στους γονείς της, όχι στον Χάντερ. Αυτό έπρεπε να το αποδείξει μόνο στον εαυτό της. Έπρεπε να του


αποδείξει ότι είχε την ικανότητα να τελειώσει το βιβλίο. Ότι μπορούσε να τα δώσει όλα και να το τελειώσει. Η Λη σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο της. Κάθισε στη γραφομηχανή και βρέθηκε αντιμέτωπη με τη φρίκη της λευκής σελίδας.

Η Λη είχε γνωρίσει πίεση στη δουλειά της στο Σελ έμπριτι. Είχε δει τα λεπτά να περνούν και τα χρονοδιαγράμματα να πλησιάζουν στο τέλος τους. Είχε αναγκαστεί να παρουσιάσει εντυπωσιακά κάτι που δεν ήταν και τόσο εντυπωσιακό και να το κάνει σε περιορισμένο χρόνο. Και αυτό γινόταν κάθε βδομάδα. Και όμως, είχε περάσει σχεδόν ένας μήνας που είχε παραιτηθεί και είχε για αφεντικό πλέον μόνο τον εαυτό της και το βιβλίο της. Τότε έμαθε τι σημαίνει πραγματικά η λέξη πίεση. Και ενθουσιασμός. Δεν το είχε πιστέψει στ’ αλήθεια πως θα της ήταν δυνατόν να καθίσει ώρες ολόκληρες και να τελειώσει ένα βιβλίο που είχε ξεκινήσει σαν ένα καπρίτσιο της στιγμής τόσον καιρό πριν. Και ήταν αλήθεια πως τις πρώτες μέρες ζούσε συνέχεια μέσα στην αποτυχία και την απόγνωση. Τον τρόμο. Γιατί είχε παρατήσει μια καριέρα που όλοι τη σέβονταν και την αναγνώριζαν για να κολυμπήσει στα σκοτεινά; Πολλές φορές, είχε μπει στον πειρασμό να ξαναγυρίσει στο Σελ έμπριτι, ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως θα έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή. Κάθε φορά, όμως, έβλεπε μπροστά της το πρόσωπο του Χάντερ –ελαφρά ειρωνικό, ελαφρά προκλητικό, να την ενθαρρύνει κατά κάποιο τρόπο. «Χρειάζεται να έχεις κότσια και αντοχή. Αν έφτασες στα όριά σου και θέλ εις να τα παρατήσεις...» Η απάντηση ήταν όχι –το ίδιο βλοσυρή, το ίδιο αποφασιστική


όπως και τότε στη μικρή σκηνή. Μπορεί και να αποτύγχανε. Έκλεισε τα μάτια της, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τη σκέψη. Μπορεί να αποτύγχανε οικτρά, αλλά δε θα τα παρατούσε. Ό,τι και να συνέβαινε, είχε κάνει την επιλογή της και θα την αποδεχόταν. Όσο περισσότερο δούλευε, τόσο εκείνες οι δακτυλογραφημένες σελίδες αποκτούσαν την έννοια του συμβόλου. Αν μπορούσε να το κάνει αυτό και να το κάνει καλά, τότε μπορούσε να κάνει τα πάντα. Η υπόλοιπη ζωή της κρεμόταν από αυτό. Τη δεύτερη βδομάδα, η Λη ήταν πια τόσο απορροφημένη από το γράψιμο, που ούτε έπαιρνε είδηση ότι δούλευε δώδεκα και δεκατέσσερις ώρες τη μέρα. Είχε συνδέσει τον τηλεφωνητή της και συχνά ξεχνούσε ν’ ανταποδώσει τα τηλεφωνήματα, ακόμα και να φάει. Ζούσε αυτό που της είχε πει κάποτε ο Χάντερ. Οι χαρακτήρες των ηρώων της την απορροφούσαν, την προέτρεπαν, την απογοήτευαν και την ενθουσίαζαν. Όσο περνούσε ο καιρός, η Λη ανακάλυψε πως ήθελε να τελειώσει την ιστορία όχι μόνο για τον εαυτό της αλλά και για εκείνους. Και λαχταρούσε όσο ποτέ αυτή η ιστορία να διαβαστεί. Ο ενθουσιασμός και ο τρόμος μπροστά σε αυτή την προοπτική την έσπρωχναν να προχωρήσει. Ένιωσε ένα αλλόκοτο ρίγος όταν έγραψε την τελευταία λέξη, μια ευφορία ανάμεικτη με μια περίεργη κατάθλιψη. Είχε τελειώσει. Είχε δώσει και την ψυχή της σε αυτή την ιστορία. Ήθελε να το γιορτάσει. Ήθελε να κλάψει. Είχε τελειώσει. Πίεσε τα δάχτυλα στα κουρασμένα μάτια της και συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε καν τι μέρα ήταν.

Ο Χάντερ δεν είχε γράψει ποτέ άλλοτε ένα βιβλίο με τέτοια ένταση, με τέτοια ταχύτητα. Του ήταν σχεδόν αδύνατον να παρακολουθήσει τις σκέψεις του. Ήξερε το γιατί και δεν είχε άλλο περιθώριο παρά να


συντονιστεί μαζί τους. Η ηρωίδα της ιστορίας του ήταν η Λενόρ, αν και είχε αλλάξει τ’ όνομά της και την αποκαλούσε Τ ζένιφερ. Αλλά ήταν η Λενόρ τόσο σαν εικόνα όσο και σαν προσωπικότητα, από τα καλοχτενισμένα χρυσοκόκκινα μαλλιά της μέχρι τον τρόπο που έτρωγε νευρικά τα νύχια της. Αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να την κρατήσει κοντά του. Του είχε στοιχίσει περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε ποτέ της να φανταστεί που την άφησε να φύγει. Όταν την είδε να μπαίνει στο αυτοκίνητο της Μπόνι, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι δε θα έμενε για πολύ μακριά του. Δε θα μπορούσε να το κάνει. Αν έκανε λάθος σχετικά με τα αισθήματά της γι’ αυτόν, τότε έκανε λάθος για τα πάντα στη ζωή του. Δυο γυναίκες είχαν αφήσει το σημάδι τους στη ζωή του. Την πρώτη, τη μητέρα της Σάρας, δεν την αγαπούσε και όμως είχε αλλάξει τη ζωή του για πάντα. Στη συνέχεια, είχε φύγει, ανίκανη να συνδυάσει τις φιλοδοξίες της με παιδιά και υποχρεώσεις. Τη Λη, την αγαπούσε. Και είχε αλλάξει και αυτή τη ζωή του για μια ακόμα φορά. Και αυτή είχε φύγει. Θα έμενε κι αυτή μακριά για τους ίδιους λόγους; Ήταν η μοίρα του να συνδέεται με γυναίκες που δεν μπορούσαν να δεσμευτούν; Δεν ήθελε να το πιστέψει. Έτσι την άφησε να φύγει, κρύβοντας κάτω από την ηρεμία το θυμό και τον πόνο του. Θα ξαναγύριζε. Είχε περάσει, όμως, ένας μήνας και εκείνη δεν είχε γυρίσει. Άραγε, πόσο μπορεί να ζήσει ένας άντρας όταν τον βασανίζει τέτοια λαχτάρα; Τηλ εφώνησέ της. Πήγαινε να τη βρεις. Ήσουν ηλ ίθιος που την άφησες να φύγει. Φέρ’ την πίσω σέρνοντας, αν χρειαστεί. Την έχεις ανάγκη. Την... Οι σκέψεις αυτές επαναλαμβάνονταν στο μυαλό του σαν ρολόι. Κάθε μέρα το σούρουπο, ο Χάντερ πάλευε να μην τις


πραγματοποιήσει. Την είχε ανάγκη. Ένας Θεός ήξερε πόσο την είχε ανάγκη. Αλλά αν δεν ερχόταν με τη θέλησή της κοντά του, δε θ’ αποκτούσε ποτέ αυτό που πραγματικά είχε ανάγκη, παρά μόνο ένα κούφιο κέλυφος. Κοίταξε το γυμνό δάχτυλό του. Η Λη δεν είχε αφήσει τα πάντα πίσω της. Είχε πάρει μαζί της κάτι παραπάνω, πολύ παραπάνω από ένα κομμάτι μέταλλο. Της είχε δώσει ένα γούρι και εκείνη το είχε κρατήσει. Όσο θα το είχε, θα υπήρχε ο δεσμός τους. Ο Χάντερ ήταν ένας άντρας που πίστευε στη μοίρα, στους οιωνούς και τη μαγεία. «Το φαγητό είναι έτοιμο». Η Σάρα στάθηκε στην πόρτα. Είχε κάνει τα μαλλιά της αλογοουρά και το πρόσωπό της ήταν πιτσιλισμένο με αλεύρι. Ο Χάντερ δεν ήθελε να φάει. Ήθελε να συνεχίσει να γράφει. Όσο ζούσε την ιστορία, είχε ένα κομμάτι της Λενόρ μέσα του. Και κάθε φορά που τη σταματούσε, η ανάγκη του να την αποκτήσει ολόκληρη του ξέσχιζε τα σωθικά. Αλλά η Σάρα του χαμογελούσε. «Σχεδόν έτοιμο», διόρθωσε και μπήκε στο δωμάτιο ξυπόλυτη. «Έκανα ρολό, αλλά μοιάζει μάλλον με τηγανίτα. Και μπισκότα». Χαμογέλασε και ύψωσε τους ώμους της. «Είναι σκληρά, αλλά μπορούμε να τα αλείψουμε με λίγη μαρμελάδα ή κάτι άλλο». Η μικρή μάντεψε τη διάθεσή του, τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό του και ακούμπησε το μάγουλό της στο δικό του. «Μου αρέσει καλύτερα όταν μαγειρεύεις εσύ». «Ποια σούφρωσε υποτιμητικά τη μύτη της χτες βράδυ όταν είδε το μπρόκολο;» «Μου θυμίζει μαραμένο δεντράκι». Η Σάρα σούφρωσε πάλι τη μύτη της, αλλά όταν τον κοίταξε το πρόσωπό της ήταν σοβαρό. «Σου λείπει πολύ, έτσι;» Αν του το έλεγε αυτό οποιοσδήποτε άλλος, ο Χάντερ θα είχε αποφύγει την απάντηση. Αλλά τώρα τον ρωτούσε η δεκάχρονη Σάρα,


που τον γνώριζε από την καλή και από την ανάποδη. «Ναι, μου λείπει πολύ». Σκεφτική, η Σάρα άρχισε να παίζει με τα μαλλιά που έπεφταν στο μέτωπό του. «Σκέφτηκα πως μπορεί να ήθελες να σε παντρευτεί». «Αρνήθηκε». Η Σάρα σούφρωσε τα φρύδια της, όχι τόσο ενοχλημένη που κάποια είχε πει όχι στον πατέρα της αλλά σκεφτική. Ο πατέρας της Ντόνα είναι σχεδόν φαλακρός, θυμήθηκε, χαϊδεύοντας τα μαλλιά του Χάντερ. Και το στομάχι του μπαμπά της Κέλι κρεμόταν πάνω από τη ζώνη του. Η μητέρα της Σέλεϊ δε σήκωνε αστεία. Η Σάρα δεν ήξερε κανέναν τόσο άνετο όσο τον πατέρα της και από άποψη εμφάνισης και για να κάνεις παρέα. Κανονικά, όλες θα ήθελαν να τον παντρευτούν. Όταν ήταν μικρή, ήθελε να τον παντρευτεί κι αυτή η ίδια. Τ ώρα, βέβαια, ήξερε ότι αυτό είναι χαζό. Τον κοίταξε, συνοφρυωμένη πάντα. «Μάλλον εγώ δεν της άρεσα». Ο Χάντερ είχε ακούσει τις σκέψεις της σαν να τις είχε εκφράσει φωναχτά. Και είχε συγκινηθεί αλλά και εντυπωσιαστεί πολύ. «Δε θα μπορούσε να σε αντέξει ούτε λεπτό». Η Σάρα γούρλωσε τα μάτια της, που δεν άργησαν ν’ αστράψουν χαμογελαστά. «Επειδή είμαι παλιόπαιδο». «Ακριβώς. Και εγώ μόλις και μετά βίας σε αντέχω». «Κοίτα...» είπε η Σάρα ξεφυσώντας. «Δε φαίνεται χαζή, αλλά μάλλον είναι, αφού δε θέλει να σε παντρευτεί». Κούρνιασε στην αγκαλιά του. Ο Χάντερ ήξερε πως το έκανε για να τον παρηγορήσει κι ένιωσε την αγάπη της να τον ζεσταίνει. «Μου άρεσε», μουρμούρισε η Σάρα. «Ήταν γλυκιά, κάπως λιγομίλητη, αλλά πραγματικά γλυκιά όταν χαμογελούσε. Υποθέτω ότι εσύ την αγαπάς». «Ναι, την αγαπώ». Ο Χάντερ δεν πρόσθεσε τίποτε για να την καθησυχάσει, δεν της είπε, «η αγάπη μου για σένα είναι διαφορετική,


εσύ θα είσαι πάντα το κοριτσάκι μου». Την έσφιξε απλά στην αγκαλιά του και αυτό ήταν αρκετό. «Κι εκείνη με αγαπάει, αλλά πρέπει να ζήσει τη ζωή της». Η Σάρα δεν το καταλάβαινε αυτό –και το έβρισκε ηλίθιο– αλλά προτίμησε να μην εκφράσει τη γνώμη της. «Νομίζω πως δε θα με πείραζε, αν αποφάσιζε τελικά να σε παντρευτεί. Θα ήταν ωραίο να έχω κάποιον για μαμά». Ο Χάντερ ύψωσε το φρύδι του. Η Σάρα δεν τον ρωτούσε ποτέ για την πραγματική μητέρα της, το παιδικό της ένστικτο θα πρέπει να την προειδοποιούσε πως δεν είχε τίποτε να ρωτήσει. «Εγώ δε σου κάνω;» «Καλός είσαι», του απάντησε η Σάρα με χάρη. «Αλλά δεν ξέρεις τίποτα από γυναικεία πράγματα». Στη μύτη της έφτασε μια μυρωδιά και χαμογέλασε. «Το ρολό έγινε». «Αν κρίνω από τη μυρωδιά, παράγινε». «Γκρινιάρη». Η Σάρα πήδησε από την αγκαλιά του. «Άκουσα ένα αμάξι να έρχεται. Μπορείς να τους κρατήσεις για φαγητό, έτσι θα ξεφορτωθούμε όλα τα μπισκότα». Δε θέλω παρέα, σκέφτηκε ο Χάντερ, βλέποντας την κόρη του να φεύγει τρέχοντας από το δωμάτιο. Του αρκούσε να περάσει το βράδυ του μαζί της και να γυρίσει στη συνέχεια στη δουλειά του. Έκλεισε τον κομπιούτερ του και πήγε στην πόρτα. Θα ήταν μάλλον κάποια από τις φίλες της Σάρας που είχε πείσει τους γονείς της να περάσουν από εκεί γυρίζοντας από την πόλη. Ο Χάντερ θα φρόντιζε να τους ξεφορτωθεί όσο πιο ευγενικά μπορούσε και στη συνέχεια θα πήγαινε να δει τι μπορούσε να κάνει με το ρολό της Σάρας. Όταν άνοιξε την πόρτα, την είδε να στέκεται εκεί. Ο ήλιος του δειλινού έπαιζε στα μαλλιά της. Ο Χάντερ έμεινε πραγματικά με κομμένη την ανάσα. «Γεια σου, Χάντερ». Η φωνή της Λη ακούστηκε ήρεμη αν και η


καρδιά βροντοχτυπούσε στο στήθος της. «Θα σου τηλεφωνούσα, αλλά ο αριθμός σου είναι απόρρητος». Όταν εκείνος δεν έκανε κανένα σχόλιο, ένιωσε την καρδιά να ανεβαίνει στο λαιμό της. Παρ’ όλα αυτά κατάφερε να ρωτήσει. «Μπορώ να μπω;» Ο Χάντερ παραμέρισε σιωπηλός. Μπορεί να ονειρευόταν όπως ο ήρωας στο «Κοράκι». Το μόνο που έλειπε ήταν το σκαλιστό άγαλμα της Παλλάδας πάνω από την πόρτα του, κάτω από τη θολή λάμπα. Η Λη είχε επιστρατεύσει όλο το κουράγιο της για να έρθει. Αν εκείνος δεν της έλεγε κάτι αμέσως, θα έμεναν εκεί να κοιτάζονται. Σαν νευρικός ομιλητής που δεν έχει κάνει πρόβα το λόγο του, η Λη ξερόβηξε. «Χάντερ...» «Ε, νομίζω πως είναι καλύτερα να δώσουμε τα μπισκότα στον Σαντάνας, γιατί...» Η Σάρα σταμάτησε απότομα το τρεχαλητό της. «Ουπς». «Γεια σου, Σάρα». Η Λη κατάφερε να χαμογελάσει τώρα. Η έκπληκτη φάτσα της μικρής ήταν πολύ αστεία. Η Σάρα δεν ήταν ψυχρή και απόμακρη σαν τον πατέρα της. «Γεια». Η Σάρα κοίταξε αβέβαιη μια τον ένα και μια τον άλλον. Μάλλον θα τα κάνουν θάλασσα οι δυο τους, σκέφτηκε. Η θεία Μπόνι έλεγε πως όσοι αγαπιούνται τα κάνουν θάλασσα, τουλάχιστον για λίγο. «Το φαγητό είναι έτοιμο. Έφτιαξα ρολό. Τελικά, μπορεί να μην είναι και τόσο απαίσιο». Η Λη άκουσε την πρόσκληση και άρπαξε την ευκαιρία. Τουλάχιστον, θα κέρδιζε λίγο χρόνο προτού την πετάξει ο Χάντερ πάλι έξω. «Μυρίζει υπέροχα». «Εντάξει, έλα». Η Σάρα της άπλωσε το χέρι και περίμενε τη Λη να το πιάσει. «Η όψη του δεν είναι πολύ καλή», συνέχισε, οδηγώντας τη στην κουζίνα. «Πάντως εγώ έκανα όλα όσα έλεγε η συνταγή». Η Λη κοίταξε το ρολό που δεν είχε φουσκώσει και χαμογέλασε. «Είναι καλύτερο απ’ ό,τι θα το έφτιαχνα εγώ».


«Αλήθεια;» Η Σάρα προσπάθησε να το χωνέψει αυτό, κουνώντας το κεφάλι. «Ε, με τον μπαμπά μαγειρεύουμε εναλλάξ». Και αν παντρευτούν θα μαγειρεύω κάθε τρίτη μέρα, σκέφτηκε. «Καλύτερα να βάλεις άλλο ένα σερβίτσιο», είπε ανάλαφρα στον πατέρα της. «Τα μπισκότα δεν τρώγονται, αλλά έχουμε πατάτες». Κάθισαν και οι τρεις τους στο τραπέζι, σαν να ήταν κάτι το απόλυτα φυσικό. Η Σάρα σέρβιρε και άρχισε έναν ζωντανό μονόλογο, έτσι δε χρειάστηκε να μιλήσουν οι μεγάλοι. Της απαντούσαν, χαμογελούσαν, έτρωγαν, και οι σκέψεις τους κάλπαζαν. Δε με θέλει πια. Γιατί ήρθε; Ούτε που μου μίλησε καν. Μα τι θέλει; Είναι πανέμορφη. Πανέμορφη. Τ ι να κάνω; Δείχνει υπέροχος. Φανταστικός. Η Σάρα πήρε την κατσαρόλα με το υπόλοιπο ρολό. «Θα το δώσω αυτό στον Σαντάνας». Όπως τα περισσότερα παιδιά, δεν ήθελε να περισσεύει φαγητό, εκτός κι αν ήταν σπαγγέτι. «Ο μπαμπάς θα πλύνει τα πιάτα», εξήγησε στη Λη. «Μπορείς να τον βοηθήσεις, αν θέλεις», συμπλήρωσε. Γέμισε το μπολ του Σαντάνας και πήγε στην πόρτα. «Τα λέμε αργότερα». Όταν έμειναν μόνοι, η Λη διαπίστωσε ότι είχε σφίξει τόσο πολύ τα χέρια της, που είχαν μουδιάσει. Αργά, έλυσε τα δάχτυλά της. Ο Χάντερ είδε το δαχτυλίδι στο χέρι της κι ένιωσε κάτι σαν πετάρισμα, σαν μούδιασμα στο στήθος του. «Είσαι θυμωμένος», του είπε η Λη μ’ εκείνη την ήρεμη, ανέκφραστη φωνή. «Λυπάμαι, δεν έπρεπε να έρθω έτσι». Ο Χάντερ σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει τα πιάτα. «Όχι, δεν είμαι θυμωμένος». Ο θυμός ήταν ίσως το μόνο συναίσθημα που δεν είχε νιώσει την τελευταία ώρα. «Γιατί ήρθες;» «Ε...» Η Λη κοίταξε ανίσχυρη τα χέρια της. Θα έπρεπε να τον


βοηθήσει με τα πιάτα, να κάνει κάτι, να παραμείνει φυσική. Αλλά δεν πίστευε πως τα πόδια της θα την κρατούσαν αυτή τη στιγμή. «Τέλειωσα το βιβλίο», είπε κοφτά. Ο Χάντερ σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος της. Και για πρώτη φορά από την ώρα που της είχε ανοίξει την πόρτα, η Λη διέκρινε εκείνη την υποψία χαμόγελου στα χείλη του. «Συγχαρητήρια». «Θα ήθελα να το διαβάσεις. Ξέρω πως θα μπορούσα να σου το ταχυδρομήσω... Έστειλα ένα αντίγραφο στην επιμελήτριά σου, αλλά...» Η Λη ανασήκωσε πάλι το κεφάλι της και τον κοίταξε. «Δεν ήθελα να το ταχυδρομήσω. Ήθελα να σου το δώσω εγώ. Ήταν ανάγκη μου να το κάνω». Ο Χάντερ ακούμπησε τα πιάτα στο νεροχύτη και επέστρεψε στο τραπέζι, αλλά δεν κάθισε. Στάθηκε όρθιος. Αν η Λη είχε έρθει μόνο γι’ αυτό, δεν ήταν σίγουρος πως θα μπορούσε να το αντέξει. «Το ξέρεις ότι θέλω να το διαβάσω. Στο πρώτο αντίτυπο του βιβλίου σου θέλω ιδιόχειρη αφιέρωση από σένα». Η Λη κατάφερε να χαμογελάσει. «Δεν είμαι τόσο αισιόδοξη όσο εσύ, αλλά είχες δίκιο. Έπρεπε να το τελειώσω. Ήθελα να σ’ ευχαριστήσω που μου το έδειξες αυτό». Τα χείλη της συνέχιζαν να χαμογελούν, αλλά όχι και τα μάτια της. «Παραιτήθηκα από τη δουλειά μου». Ο Χάντερ δεν είχε κάνει καμιά κίνηση, αλλά ξαφνικά φάνηκε σαν να είχε κοκαλώσει. «Για ποιο λόγο;» «Έπρεπε να προσπαθήσω να τελειώσω το βιβλίο. Για τον εαυτό μου». Αν τουλάχιστον την άγγιζε, αν έπιανε απλά το χέρι της, τότε δε θα ένιωθε τόσο παγωμένη. «Ήξερα πως, αν κατάφερνα να κάνω αυτό, θα μπορούσα να κάνω τα πάντα. Έπρεπε να το αποδείξω αυτό στον εαυτό μου, πριν...» Η Λη άφησε στη μέση τη φράση της, δε βρήκε τη δύναμη να τα πει όλα. «Διάβασα τη δουλειά σου, τα πρώτα βιβλία σου ως Λόρα Μάιλς».


Αν μπορούσε έστω να την αγγίξει... Αλλά, αν το έκανε, δε θα μπορούσε πια να την αφήσει ξανά να φύγει. «Σου άρεσαν;» «Ναι». Η φωνή της φανέρωνε ακόμα και τώρα την έκπληξή της, πράγμα που τον έκανε να χαμογελάσει. «Δε θα πίστευα ποτέ πως θα μπορούσε να υπάρχει ομοιότητα στυλ ανάμεσα σ’ ένα βιβλίο τρόμου και σ’ ένα ρομάντζο, αλλά υπάρχει. Η ατμόσφαιρα, η ένταση, η συγκίνηση». Η Λη πήρε μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκε. Αυτό ήταν ίσως το πιο δύσκολο βήμα που είχε κάνει ποτέ. «Κατανοείς τον τρόπο που αισθάνεται μια γυναίκα. Αυτό φαίνεται στη δουλειά σου». «Ο συγγραφέας δεν έχει γένος». «Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω πως είναι σπάνιο δώρο για έναν άντρα να μπορεί να καταλάβει και να εκτιμήσει τα συναισθήματα αλλά και τις ανασφάλειες που διακατέχουν μια γυναίκα». Το βλέμμα της συνάντησε πάλι το δικό του και αυτή τη φορά δε βιάστηκε να κοιτάξει αλλού. «Ελπίζω ότι μπορείς να κάνεις το ίδιο και μ’ εμένα». Ο Χάντερ διάβαζε πάλι μέχρι τα κατάβαθα του είναι της. Η Λη το ένιωθε. «Είναι πιο δύσκολο όταν εμπλέκονται και τα δικά μου συναισθήματα». Η Λη έσφιξε με μανία τα δάχτυλά της. «Εμπλέκονται;» Ο Χάντερ δεν την άγγιξε, όχι ακόμα, αλλά εκείνη ένιωσε σχεδόν τα δάχτυλά του να χαϊδεύουν το μάγουλό της. «Θέλεις να με ακούσεις να σου λέω ότι σε αγαπώ;» «Ναι. Εγώ...» «Τέλειωσες το βιβλίο σου, παραιτήθηκες από τη δουλειά σου. Πήρες πολλά ρίσκα, Λενόρ». Ο Χάντερ έκανε μια παύση. «Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να τα παίξεις όλα για όλα». Η Λη άφησε μια τρεμουλιαστή ανάσα. Όχι, δε θα την διευκόλυνε ποτέ. Θα είχε πάντα απαιτήσεις, προσδοκίες. «Τ ρομοκρατήθηκα όταν μου ζήτησες να σε παντρευτώ. Το παίδεψα πολύ στο μυαλό


μου, όπως ένα μικρό παιδί μπροστά σ’ ένα σκοτεινό ντουλάπι. Δεν ξέρω τι κρύβει, μπορεί να είναι όνειρο ή εφιάλτης. Το καταλαβαίνεις αυτό». «Ναι», της απάντησε αν και δεν ήταν ερώτηση. «Το καταλαβαίνω αυτό». Η Λη κατάφερε τώρα ν’ ανασάνει πιο εύκολα. «Χρησιμοποίησα τη ζωή μου στο Λος Άντζελες ως δικαιολογία, επειδή ακουγόταν λογικό, αλλά δεν ήταν αυτός ο πραγματικός λόγος. Απλώς φοβόμουν να μπω μέσα σ’ εκείνο το ντουλάπι». «Και εξακολουθείς να φοβάσαι;» «Λιγάκι». Η Λη χρειάστηκε μεγαλύτερη προσπάθεια απ’ όση περίμενε για να χαλαρώσει τα δάχτυλά της. Άραγε εκείνος γνώριζε ότι αυτό ήταν το τελευταίο βήμα; Του άπλωσε το χέρι της. «Αλλά θέλω να δοκιμάσω. Θέλω να μπω μέσα στο ντουλάπι μαζί σου». Τα δάχτυλά του πλέχτηκαν με τα δικά της και η Λη ένιωσε τα νεύρα της να λύνονται. «Δε θα είναι ούτε όνειρο ούτε εφιάλτης, Λενόρ. Θα είναι αληθινό και το τελευταίο λεπτό». Η Λη γέλασε, επειδή το χέρι του κρατούσε το δικό της. «Τ ώρα προσπαθείς πράγματι να με τρομάξεις». Έκανε ένα βήμα πιο μπροστά και τον φίλησε γλυκά, αλλά δεν άργησε να φουντώσει ο πόθος. Ήταν τόσο απλό, σαν να γλιστρούσε μέσα σ’ ένα ζεστό, καθαρό ρυάκι. «Δεν πρόκειται να με κάνεις να το βάλω στα πόδια», του ψιθύρισε. Τα μπράτσα του την έσφιξαν σαν τανάλιες, αλλά εκείνη ούτε που το πρόσεξε. «Όχι, δε θα σε κάνω να το βάλεις στα πόδια», της είπε ο Χάντερ ρουφώντας το άρωμα των μαλλιών της. Έκρυψε μέσα τους το πρόσωπό του και απόλαυσε την υφή τους. Η Λη είχε επιστρέψει σ’ εκείνον. Ολοκληρωτικά. «Αλλά δε θα σ’ αφήσω και να μου φύγεις. Περίμενα πάρα πολύ για να ξαναγυρίσεις». «Το ήξερες ότι θα το έκανα», του ψιθύρισε εκείνη. «Έπρεπε, διαφορετικά θα τρελαινόμουν».


Η Λη έκλεισε τα μάτια της. Ήταν ευχαριστημένη, αλλά βαθιά μέσα της ήταν και κάπως ανήσυχη. «Χάντερ, αν η Σάρα δεν μπορέσει... Θέλω να πω, αν της είναι αδύνατον να προσαρμοστεί...» «Άρχισες ήδη ν’ ανησυχείς;» Ο Χάντερ την απομάκρυνε λίγο. «Η Σάρα μου έκανε ένα μικρό κήρυγμα λίγο πριν έρθεις. Υποθέτω πως εσύ ξέρεις πολλά για τα γυναικεία πράγματα, σωστά;» «Ποια πράγματα;» Ο Χάντερ την απομάκρυνε λίγο ακόμα και την περιεργάστηκε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Είσαι γυναίκα μέχρι το κόκαλο. Μας κάνεις, Λενόρ, και σ’ εμένα και στη Σάρα». «Εντάξει». Η Λη αναστέναξε αργά, γιατί, ως συνήθως, τον πίστεψε. «Θα ήθελα να είμαστε μαζί όταν θα της το πεις». «Λενόρ». Ο Χάντερ πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του και τη φίλησε και στα δυο μάγουλα απαλά, χαμογελώντας. «Το ξέρει ήδη». Εκείνη ύψωσε το φρύδι της. «Είναι κόρη του πατέρα της». «Ακριβώς». Ο Χάντερ την άρπαξε και τη στριφογύρισε στον αέρα πανευτυχής. «Η κυρία θα το βρει πολύ ενδιαφέρον να ζήσει σ’ ένα σπίτι με πραγματικά και φανταστικά τερατάκια». «Η κυρία μπορεί να το αντιμετωπίσει αυτό», τον πείραξε εκείνη. «Και ό,τι ακόμα μπορείς να φανταστείς». «Αλήθεια;» Ο Χάντερ της έριξε ένα πονηρό βλέμμα, που έκρυβε γέλιο, επιθυμία, επίγνωση, και την άφησε κάτω. «Τότε, έλα να τελειώσουμε με τα πιάτα και θα δω τι μπορώ να κάνω γι αυτό».

Ένα Καλοκαίρι


Κεφάλαιο 1 Ο θάλαμος ήταν σκοτεινός. Θεοσκότεινος. Αλλά ο Σέιντ ήταν συνηθισμένος στο σκοτάδι. Ήταν φορές που το προτιμούσε. Δεν ήταν πάντοτε απαραίτητο να βλέπεις με τα μάτια σου. Τα δάχτυλά του ήταν και έξυπνα και επιδέξια, η εσωτερική ματιά του κοφτερή σαν μαχαίρι. Υπήρχαν φορές, ακόμα και όταν δε δούλευε, που καθόταν σ’ έναν σκοτεινό θάλαμο και άφηνε απλά τις εικόνες να σχηματίζονται στο μυαλό του. Σχήματα, υφές, χρώματα. Καμιά φορά, έρχονταν καθαρότερα έτσι και έκλεινες τα μάτια και άφηνες τις σκέψεις σου να ταξιδέψουν. Φλέρταρε με το σκοτάδι και τις σκιές το ίδιο επίμονα που φλέρταρε με το φως. Ήταν όλα μέρος της ζωής. Και η ζωή, οι εικόνες της ζωής, ήταν η δουλειά του. Δεν έβλεπε πάντα τη ζωή όπως οι άλλοι. Ήταν φορές που ήταν πιο τραχιά, πιο παγερή απ’ όσο μπορεί ή θέλει να δει κανείς με γυμνό μάτι. Και άλλες φορές ήταν πιο γλυκιά, πιο όμορφη απ’ όσο φαντάζεται ο πολυάσχολος κόσμος. Ο Σέιντ την παρατηρούσε, συγκέντρωνε στοιχεία, χειραγωγούσε το χρόνο και τα σχήματα και στη συνέχεια την κατέγραφε με το δικό του τρόπο. Πάντα με το δικό του τρόπο. Τ ώρα δούλευε στο σκοτεινό θάλαμο με τα χέρια και το μυαλό του, με φόντο μουσική τζαζ. Προσοχή και συντονισμός. Τα χρησιμοποιούσε και τα δύο σε κάθε πτυχή της δουλειάς του. Αργά, ήρεμα, άνοιξε το κουτί και μετέφερε το φιλμ στην μπομπίνα. Σφράγισε το δοχείο εμφάνισης, ρύθμισε το χρονοδιακόπτη με το ελεύθερο χέρι του και τράβηξε την αλυσίδα για να ανάψει τον κόκκινο λαμπτήρα του θαλάμου. Του άρεσε να κάνει ο ίδιος την εμφάνιση των φιλμ και να τυπώνει


τις φωτογραφίες, όσο του άρεσε και να τις τραβάει, αν όχι περισσότερο. Η δουλειά στο σκοτεινό θάλαμο απαιτούσε ακρίβεια και σαφήνεια. Στοιχεία που χρειαζόταν και ο ίδιος. Τα όσα έβλεπε, τα συναισθήματα που του ξυπνούσαν αυτά που έβλεπε, θα μπορούσαν να μεταφραστούν επακριβώς ή να μείνουν να πλανώνται σαν αίνιγμα. Πάνω απ’ όλα, είχε ανάγκη να νιώσει την ικανοποίηση της δημιουργίας, να φτιάξει κάτι μόνος του. Πάντα δούλευε μόνος του. Το κόκκινο φως δημιουργούσε σκιές στο πρόσωπό του, ενώ εκείνος ακολουθούσε τα διάφορα στάδια της εμφάνισης – θερμοκρασία, χημικά, ανακάτεμα, ρύθμιση του χρόνου. Αν ο Σέιντ ήθελε να απαθανατίσει έναν φωτογράφο την ώρα της δουλειάς του, δε θα έβρισκε πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα από τον ίδιο τον εαυτό του. Τα μάτια του ήταν σκούρα, γεμάτα ένταση, καθώς έριχνε το σταθεροποιητικό υγρό στο δοχείο. Τα μαλλιά του ήταν και αυτά σκούρα και πολύ μακριά για να είναι καθωσπρέπει, πράγμα που δεν τον ενδιέφερε καθόλου. Κάλυπταν τα αυτιά και το λαιμό της μπλούζας του, ενώ έπεφταν στο μέτωπό του σχεδόν μέχρι τα φρύδια. Ο Σέιντ σπάνια έδινε σημασία στο στυλ. Το δικό του ήταν άνετο, σχεδόν ψυχρό και κάπως απότομο. Το πρόσωπό του ήταν έντονα μαυρισμένο από τον ήλιο, λεπτό με έντονες γωνίες. Το στόμα του ήταν σφιγμένο από την αυτοσυγκέντρωση. Στις γωνιές των ματιών του υπήρχαν λεπτές ρυτίδες, αποτέλεσμα των όσων είχε δει και είχε βιώσει αυτά τα χρόνια. Πολλοί θα ισχυρίζονταν πως είχε ήδη δει και βιώσει πάρα πολλά. Η μύτη του ήταν λίγο στραβή, κάτι που ο ίδιος χαρακτήριζε εργατικό ατύχημα. Δεν αρέσει σε όλους να τους τραβούν φωτογραφία. Μπορεί ο Καμποτζιανός στρατιώτης να είχε σπάσει τη


μύτη του Σέιντ, αλλά είχε προλάβει να τραβήξει μια αποκαλυπτική φωτογραφία της καταστροφής και του ολέθρου που βασίλευε στην πόλη. Ακόμα και σήμερα πίστευε πως ήταν μια δίκαιη ανταλλαγή. Κάτω από το κόκκινο φως οι κινήσεις του ήταν ζωηρές. Το κορμί του ήταν αθλητικό και λεπτό, χωρίς ίχνος λίπους. Σ’ αυτό είχαν συμβάλει τα πολλά ταξίδια σε όλο τον κόσμο, συχνά σε ξένα, αφιλόξενα μέρη όπου διέτρεχε χιλιόμετρα με τα πόδια και ξεχνούσε να φάει. Ακόμα και τώρα, χρόνια μετά την τελευταία επίσημη αποστολή του για το Ιντερνάσιοναλ Βιου, ο Σέιντ παρέμενε λεπτός και ευκίνητος. Η δουλειά του δεν ήταν πια τόσο εξουθενωτική όσο τα πρώτα χρόνια στο Λίβανο, το Λάος, και την Κεντρική Αμερική, αλλά ο τρόπος που την αντιμετώπιζε δεν είχε αλλάξει. Δούλευε πολύ. Ήταν ικανός να περιμένει ατέλειωτες ώρες για να πετύχει τη σωστή φωτογραφία, ενώ σε άλλη περίπτωση μπορούσε να τελειώσει ένα ολόκληρο φιλμ μέσα σε λίγα λεπτά. Μπορεί ο τρόπος και το στυλ του να έκρυβαν επιθετικότητα, αλλά θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτή ήταν που τον είχε βγάλει ζωντανό από τους πολέμους που είχε καλύψει. Τα βραβεία που είχε κερδίσει, τα ποσά που χρέωνε πλέον, έρχονταν δεύτερα. Και κανείς να μην τον πλήρωνε και κανείς να μην είχε αναγνωρίσει τη δουλειά του, ο Σέιντ θα βρισκόταν και πάλι στο σκοτεινό θάλαμο και θα εμφάνιζε τα φιλμ του. Ήταν επιτυχημένος, πλούσιος και τον σέβονταν όλοι. Παρ’ όλα αυτά, δεν είχε βοηθό και εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί τον ίδιο σκοτεινό θάλαμο που είχε στήσει πριν δέκα χρόνια. Καθώς κρεμούσε τα φιλμ για να στεγνώσουν, κατέληξε πάνω κάτω σε αυτά που θα τύπωνε. Παρ’ όλα αυτά, δεν τους έριξε πάνω από μια ματιά. Τα άφησε να στεγνώσουν, ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε από τον σκοτεινό θάλαμο. Αύριο θα τα έβλεπε με καθαρότερη ματιά.


Ο χρόνος ήταν ένα πλεονέκτημα που δεν είχε πάντα. Τ ώρα ήθελε να πιει μια μπίρα. Έπρεπε να σκεφτεί. Πήγε κατευθείαν στην κουζίνα και πήρε ένα κρύο μπουκάλι. Το άνοιξε και πέταξε το καπάκι στην πλαστική σακούλα με την οποία είχε ντύσει τον τενεκέ των σκουπιδιών η καθαρίστρια που ερχόταν και συγύριζε μια φορά τη βδομάδα. Ο χώρος ήταν καθαρός, αλλά όχι ακριβώς χαρούμενος έτσι όπως δέσποζε το λευκό και το μαύρο. Όμως είχε χαρακτήρα. Ο Σέιντ κατέβασε το μισό μπουκάλι μονορούφι. Άναψε ένα τσιγάρο, μετέφερε την μπίρα στο τραπέζι της κουζίνας, κάθισε σε μια καρέκλα και ακούμπησε τα πόδια του στην ξύλινη επιφάνεια. Η θέα από το παράθυρο της κουζίνας αποκάλυπτε ένα καθόλου λαμπερό Λος Άντζελες. Ήταν μια μάλλον άχαρη, άσχημη και σκληρή συνοικία. Το φως του δειλινού δεν μπορούσε να κάνει και πολλά για να την ομορφύνει. Ο Σέιντ θα μπορούσε να είχε μετακομίσει σε μια πιο πλούσια συνοικία της πόλης ή στους λόφους απ’ όπου το βράδυ τα φώτα την κάνουν να μοιάζει παραμυθένια. Εκείνος, όμως, προτιμούσε το μικρό διαμέρισμά του που είχε για θέα τους μουντούς δρόμους μιας πόλης που ήταν ονομαστή για τη λάμψη της. Δεν ήταν άνθρωπος που του άρεσε η λάμψη. Αυτή ήταν ειδικότητα της Μπράιαν Μίτσελ. Ο Σέιντ δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι τα πορτραίτα των διάσημων, των ισχυρών και των πλουσίων ανθρώπων που φωτογράφιζε η Μπράιαν ήταν καλοτραβηγμένα, ακόμα και εξαιρετικά στο είδος τους. Οι φωτογραφίες της έκρυβαν συμπάθεια, χιούμορ κι έναν ελαφρύ αισθησιασμό. Όπως δεν μπορούσε να αρνηθεί πως υπήρχε θέση και για τη δική της δουλειά στο χώρο τους. Απλώς, δεν ταίριαζε με τη δική του οπτική γωνία. Εκείνη έβλεπε το πολιτιστικό περιτύλιγμα, αυτός εστίαζε στην καρδιά της ζωής. Η δουλειά της για το περιοδικό Σελ έμπριτι ήταν επαγγελματική,


έξυπνη και πολλές φορές καυστική με τον τρόπο της. Φωτογράφιζε υπερφίαλες προσωπικότητες έτσι που να μοιάζουν με φυσιολογικούς ανθρώπους, σχεδόν προσιτούς. Από την ημέρα που είχε αποφασίσει να δουλέψει για λογαριασμό της, χωρίς αφεντικό, όλοι οι αστέρες, φτασμένοι και επίδοξοι που φωτογράφιζε για το περιοδικό, κατέκλυζαν τώρα το στούντιό της, ζητώντας της να τους φωτογραφίσει. Με τα χρόνια είχε αναπτύξει ένα στυλ και μια φήμη που την είχαν κάνει να ταυτίζεται μαζί τους, να αποτελεί μέλος του κλειστού κύκλου τους. Μπορούσε να συμβεί αυτό σ’ έναν φωτογράφο, ο Σέιντ το ήξερε. Να φτάσει να μοιάζει με τα θέματα τα οποία φωτογράφιζε. Ήταν φορές που καθώς ο φωτογράφος προσπαθούσε να προβάλει κάτι γινόταν κομμάτι του. Ένα μεγάλο κομμάτι του. Όχι, δεν ήταν αντίθετος με την τέχνη της Μπράιαν Μίτσελ. Απλώς, αμφέβαλλε κατά πόσο ήθελε να δουλέψει μαζί της. Δεν του άρεσαν οι συνεργασίες. Και όμως αυτοί ήταν οι όροι. Όταν τον είχαν πλησιάσει από το Λάιφ-στάιλ και του είχαν προτείνει να κάνει μια μελέτη της Αμερικής μέσα από τον φωτογραφικό φακό του, είχε βρει την ιδέα ενδιαφέρουσα. Τα φωτογραφικά ντοκουμέντα μπορεί να έχουν μια δυνατή επίδραση που θα αφήσει το στίγμα της, μια επίδραση ικανή να ταρακουνήσει τα στάσιμα νερά ή να ηρεμήσει τα ταραγμένα πνεύματα και να διασκεδάσει. Ως φωτογράφος, αυτό ακριβώς είχε επιχειρήσει. Από το Λάιφστάιλ τον ήθελαν, ήθελαν τις δυνατές –άλλοτε σαφείς και άλλοτε αόριστες– συγκινήσεις που αντανακλούσαν οι φωτογραφίες του. Ήθελαν όμως και ένα αντίβαρο. Την άποψη μιας γυναίκας. Δεν ήταν τόσο ξεροκέφαλος ώστε να μην καταλαβαίνει το λόγο, να μη βλέπει τις δυνατότητες ενός τέτοιου εγχειρήματος. Τον ενοχλούσε, όμως, που αυτή η δουλειά εξαρτιόταν από τη διάθεσή


του να μοιραστεί το καλοκαίρι του, το βαν του και τη χρηματοδότηση του περιοδικού με έναν φωτογράφο διασημοτήτων. Και μάλιστα γυναίκα. Τ ρεις μήνες στο δρόμο, με μια γυναίκα που σπαταλάει το χρόνο της για να ρετουσάρει τις φωτογραφίες των ροκ σταρ και άλλων παρόμοιων προσωπικοτήτων! Για έναν άντρα που επαγγελματικά είχε «ψηθεί» στον πόλεμο του Λιβάνου, δεν ήταν ακριβώς πικνίκ κάτι τέτοιο. Αλλά ήθελε να το κάνει. Ήθελε την ευκαιρία ν’ απαθανατίσει ένα αμερικανικό καλοκαίρι από το Λος Άντζελες ως τη Νέα Υόρκη, να δείξει τη χαρά, το πάθος, τον κόπο, τους πανηγυρισμούς και τις απογοητεύσεις. Ήθελε να δείξει την καρδιά της Αμερικής. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να πει ναι –και να μοιραστεί το καλοκαίρι του με την Μπράιαν Μίτσελ.

«Μη σκέφτεσαι το φακό, Μαρία. Χόρευε». Η Μπράιαν εστίασε το φακό της πάνω στη σαραντάχρονη πρίμα μπαλαρίνα. Της άρεσε αυτό που είδε. Η ηλικία; Ναι, η Μαρία έδειχνε αμυδρά την ηλικία της, αλλά τα χρόνια δεν είχαν καμιά σημασία. Τόλμη, στυλ, κομψότητα. Αντοχή, κυρίως αντοχή. Η Μπράιαν ήξερε πώς να τ’ απαθανατίσει όλα αυτά, πώς να τα συνθέσει σε μια εικόνα. Τη Μαρία Νατραβιντόρα την είχαν φωτογραφίσει αναρίθμητες φορές στα είκοσι πέντε χρόνια της πρωτοφανούς καριέρας της. Αλλά ποτέ με τον ιδρώτα να τρέχει στα μπράτσα της, να μουσκεύει την εφαρμοστή φόρμα της. Ποτέ με την ένταση τόσο έκδηλη. Η Μπράιαν δεν έψαχνε για τις ψευδαισθήσεις που ζουν οι χορεύτριες, αλλά την εξάντληση, τους πόνους που αποτελούν το τίμημα της δόξας. Απαθανάτισε τη Μαρία σ’ ένα άλμα, τα πόδια της τεντωμένα παράλληλα με το έδαφος, τα χέρια σαν φτερά, τέλεια


ευθυγραμμισμένα. Σταγόνες ιδρώτα να λαμπυρίζουν στο πρόσωπο και τους ώμους, μύες σφιγμένοι. Η Μπράιαν πάτησε το κουμπί, μετακινώντας ελαφρά τη μηχανή της για να θολώσει την κίνηση. Αυτή θα ήταν η φωτογραφία που ήθελε. Το ήξερε –και ας συνέχισε να τραβάει πόζες μέχρι που τέλειωσε ολόκληρο το φιλμ. «Με ξεθέωσες», παραπονέθηκε η χορεύτρια. Κάθισε σε μια καρέκλα και σκούπισε τον ιδρώτα που κυλούσε στο πρόσωπό της με μια πετσέτα. Η Μπράιαν τράβηξε δύο πόζες ακόμα και κατέβασε τη μηχανή της. «Θα μπορούσα να σου πω να φορέσεις το πιο ωραίο κοστούμι σου, να σε φωτίσω από πίσω και να απαθανατίσω ένα αραμπέσκ. Αυτή θα ήταν η φωτογραφία μιας όμορφης, αέρινης γυναίκας. Εγώ, όμως, θα δείξω ότι είσαι μια δυνατή γυναίκα». «Και εσύ είσαι μια έξυπνη γυναίκα». Η Μαρία αναστέναξε κι άφησε την πετσέτα να πέσει. «Διαφορετικά, γιατί θα ερχόμουν σ’ εσένα να τραβήξεις τις φωτογραφίες του βιβλίου μου;» «Επειδή είμαι η καλύτερη». Η Μπράιαν διέσχισε το στούντιό της και χάθηκε στο σκοτεινό θάλαμο. Η Μαρία στο μεταξύ έτριβε συστηματικά τη γάμπα της που είχε πάθει κράμπα. «Επειδή σε καταλαβαίνω και σε θαυμάζω. Και...» Η Μπράιαν εμφανίστηκε με δυο ποτήρια και μια κανάτα στην οποία κουδούνιζαν τα παγάκια. «Επειδή σου στύβω πορτοκάλια». «Αγάπη μου». Η Μαρία γέλασε και άπλωσε να πάρει το ένα ποτήρι. Το κόλλησε για μια στιγμή στο μέτωπό της και ύστερα ήπιε με βουλιμία. Τα σκούρα μαλλιά της ήταν σφιχτά τραβηγμένα πίσω, ένα στυλ που σε κολακεύει μόνο αν διαθέτεις τέλεια κατατομή και αψεγάδιαστη επιδερμίδα. Ύστερα τέντωσε το λεπτό, ψηλό κορμί της στην καρέκλα και κοίταξε την Μπράιαν πάνω από το ποτήρι της. Η Μαρία τη γνώριζε ήδη εφτά χρόνια. Τότε, η Μπράιαν ήταν φωτογράφος στο Σελ έμπριτι και της είχαν αναθέσει να φωτογραφίσει


την μπαλαρίνα στα παρασκήνια. Η μπαλαρίνα ήταν μια σταρ, αλλά η Μπράιαν δεν είχε δείξει κανένα δέος. Η Μαρία θυμόταν ακόμα εκείνη τη νεαρή κοπέλα με τη μελιά κοτσίδα και τη φόρμα με τις τιράντες. Η κομψή πρίμα μπαλαρίνα είχε βρεθεί αντιμέτωπη με δυο ειλικρινή μάτια στο χρώμα του κασσίτερου, ένα φίνο πρόσωπο με ψηλά ζυγωματικά και σαρκώδη χείλη. Η ψηλή, αθλητική κορμοστασιά της χανόταν σχεδόν μέσα στη φαρδιά φόρμα. Την αμφίεση συμπλήρωναν ένα ζευγάρι παλιά αθλητικά παπούτσια και κρεμαστά σκουλαρίκια. Η Μαρία κοίταξε τα στραπατσαρισμένα Νάικ που φορούσε η Μπράιαν. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν. Με μια πρώτη ματιά θα χαρακτήριζες την ψηλή, σκουρόξανθη κοπέλα με τα αθλητικά παπούτσια και το σορτς ως τυπική Καλιφορνέζα. Τα φαινόμενα μπορούν να εξαπατήσουν. Δεν υπήρχε τίποτε το τυπικό στην Μπράιαν Μίτσελ. Η Μπράιαν αντιμετώπισε απτόητη το βλέμμα, πίνοντας την πορτοκαλάδα της. «Τ ι βλέπεις, Μαρία;» ρώτησε. Την ενδιέφερε να μάθει. Ήταν μέρος του παιχνιδιού. «Μια δυνατή, έξυπνη γυναίκα με ταλέντο και φιλοδοξίες». Η Μαρία χαμογέλασε και έγειρε πίσω την καρέκλα. «Σχεδόν τον εαυτό μου». Η Μπράιαν της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Φοβερό κομπλιμέντο». Η Μαρία συμφώνησε με μια κίνηση μεγαλοθυμίας. «Δεν είναι πολλές οι γυναίκες που μ’ αρέσουν. Μ’ αρέσει ο εαυτός μου και μ’ αρέσεις εσύ. Ακούω κάτι φήμες, αγάπη μου, για σένα κι εκείνον τον όμορφο νεαρό ηθοποιό». «Τον Ματ Πέρκινς». Η Μπράιαν δεν πίστευε ούτε στις υπεκφυγές ούτε στις προσποιήσεις. Ήταν δική της επιλογή να ζει σε μια πόλη που την τροφοδοτούσαν οι φήμες και τα κουτσομπολιά. «Έβγαλα κάποιες φωτογραφίες του και μοιράστηκα μερικά δείπνα μαζί του». «Τ ίποτε σοβαρό;»


«Όπως είπες, είναι όμορφος». Η Μπράιαν χαμογέλασε και δάγκωσε ένα παγάκι. «Αλλά δεν υπάρχει αρκετός χώρος στη Μερσέντες του για το δικό του και το δικό μου εγώ». «Άντρες». Η Μαρία έγειρε μπροστά και ξαναγέμισε με πορτοκαλάδα το ποτήρι της. «Τ ώρα θα το ρίξεις στη φιλοσοφία». «Υπάρχει πιο κατάλληλη από εμένα;» την αντέκρουσε η Μαρία. «Άντρες», επανέλαβε, απολαμβάνοντας τη λέξη. «Είναι κουραστικοί, ανώριμοι, ανόητοι και απολύτως απαραίτητοι. Για τον έρωτα... το σεξ, καταλαβαίνεις;» Η Μπράιαν κατάφερε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Καταλαβαίνω». «Ο έρωτας είναι μεθυστικός, εξαντλητικός. Όπως τα Χριστούγεννα. Είναι φορές που νιώθω όπως το παιδί που δεν καταλαβαίνει γιατί πρέπει να τελειώσουν. Αλλά τελειώνουν. Και περιμένεις την επόμενη φορά». Την Μπράιαν τη μάγευε πάντα ο τρόπος που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα, ο τρόπος που τον αναζητούν ή τον αποφεύγουν. «Γι’ αυτό δεν παντρεύτηκες ποτέ, Μαρία; Περιμένεις πάντα την επόμενη φορά;» «Παντρεύτηκα το χορό. Για να παντρευτώ έναν άντρα, θα έπρεπε να πάρω διαζύγιο από το χορό. Δεν υπάρχει αρκετός χώρος στη ζωή μου και για τα δύο. Κι εσύ;» Η Μπράιαν κοίταξε την πορτοκαλάδα της. Δε χαμογελούσε πια. Καταλάβαινε πολύ καλά αυτό που είχε πει η Μαρία. «Δεν υπάρχει χώρος και για τα δύο», μουρμούρισε. «Αλλά δεν περιμένω την επόμενη φορά». «Είσαι νέα. Αν θα μπορούσες να έχεις κάθε μέρα Χριστούγεννα, θα γύριζες την πλάτη σου στην ευκαιρία;» Η Μπράιαν ύψωσε τους ώμους της. «Είμαι πολύ τεμπέλα για να


έχω Χριστούγεννα κάθε μέρα». «Και όμως είναι μια πολύ όμορφη φαντασίωση». Η Μαρία σηκώθηκε και τεντώθηκε. «Αρκετά μ’ έβαλες να δουλέψω για σήμερα. Πρέπει να κάνω ντους και ν’ αλλάξω. Θα βγω για δείπνο με το χορογράφο μου». Όταν έμεινε μόνη, η Μπράιαν έσυρε αφηρημένα το δάχτυλό της στη ράχη της κάμεράς της. Δε σκεφτόταν συχνά τον έρωτα και το γάμο. Είχε ήδη μια εμπειρία πάνω στο θέμα. Μόλις η φαντασίωση αντιμετώπιζε την πραγματικότητα ξεθώριαζε σαν κακοεμφανισμένη φωτογραφία. Οι μόνιμες σχέσεις σπάνια λειτουργούσαν και ακόμα πιο σπάνια λειτουργούσαν σωστά. Έφερε στο μυαλό της τη Λη Ράντκλιφ, που ήταν παντρεμένη με τον Χάντερ Μπράουν σχεδόν έναν χρόνο τώρα και τον βοηθούσε να μεγαλώσει την κόρη του, ενώ ήταν έγκυος στο πρώτο της παιδί. Η Λη ήταν ευτυχισμένη, αλλά είχε την τύχη να συναντήσει έναν ξεχωριστό άντρα, έναν άντρα που την ήθελε γι’ αυτό που ήταν, που την είχε ενθαρρύνει να εξερευνήσει τις δυνατότητές της. Από την προσωπική της εμπειρία, όμως, η Μπράιαν ήξερε ότι αυτό που λέει και αυτό που νιώθει κάποιος είναι δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Η καριέρα σου είναι για μένα τόσο σημαντική όσο και για σένα. Πόσες φορές δεν της το είχε πει αυτό ο Ρομπ πριν το γάμο τους; Πάρε το δίπλ ωμά σου. Κυνήγησέ το. Έτσι είχαν παντρευτεί, νέοι, φιλόδοξοι, γεμάτοι όνειρα. Μέσα σε έξι μήνες, εκείνος ήταν δυστυχισμένος επειδή η Μπράιαν αφιέρωνε πολλές ώρες στη σχολή της και στη δουλειά της σ’ ένα τοπικό φωτογραφικό στούντιο. Ήθελε το φαγητό του ζεστό και τις κάλτσες του πλυμένες. Δεν ήταν και πολλά αυτά που ζητούσε, σκέφτηκε τώρα η Μπράιαν. Έπρεπε να είναι δίκαιη και να παραδεχτεί ότι ο Ρομπ ζητούσε πολύ λίγα από εκείνη. Μόνο που ήταν πάρα πολλά τη


συγκεκριμένη εποχή. Αγαπούσαν ο ένας τον άλλον και είχαν προσπαθήσει και οι δυο να προσαρμοστούν. Είχαν ανακαλύψει, όμως, ότι ζητούσαν διαφορετικά πράγματα από τη ζωή, διαφορετικά πράγματα ο ένας από τον άλλο, πράγματα που δεν μπορούσαν να προσφέρουν. Θα μπορούσες να αποκαλέσεις το διαζύγιό τους φιλικό. Δεν υπήρχε ούτε οργή ούτε πικρία. Τ ίποτα παθιασμένο. Μια υπογραφή σ’ ένα νομικό έγγραφο και το όνειρο είχε πάρει τέλος. Την είχε πονέσει, όμως, όσο τίποτε άλλο στη ζωή της. Η αίσθηση της αποτυχίας την κυνηγούσε για πάρα πολύ καιρό. Ήξερε πως ο Ρομπ είχε ξαναπαντρευτεί. Ζούσε κάπου στα προάστια με τη σύζυγό του και τα δυο τους παιδιά. Είχε αποκτήσει αυτό που ήθελε. Το ίδιο κι εγώ, σκέφτηκε η Μπράιαν, ρίχνοντας μια ματιά στο στούντιο γύρω της. Δεν ήθελε να γίνει απλά μια ακόμα φωτογράφος. Οι ώρες που περνούσε στις αποστολές της, στο στούντιο, στον σκοτεινό θάλαμο ήταν τόσο ζωτικές για εκείνη όσο και ο ύπνος. Και τα όσα είχε πετύχει στα έξι χρόνια από το διαζύγιό της τα είχε πετύχει μόνη της. Δε χρειαζόταν να τα μοιραστεί με κανέναν. Δε χρειαζόταν να μοιραστεί το χρόνο της. Ίσως τελικά να έμοιαζε πολύ με τη Μαρία. Ήταν μια γυναίκα που όριζε τη ζωή της και έπαιρνε μόνη τις αποφάσεις της, τόσο τις προσωπικές όσο και τις επαγγελματικές. Μερικοί άνθρωποι δεν είναι πλασμένοι να μοιράζονται τη ζωή τους με άλλους. Ο Σέιντ Κόλμπι. Η Μπράιαν ακούμπησε τα πόδια της στην καρέκλα της Μαρίας. Στο σημείο αυτό ίσως θα αναγκαζόταν να κάνει μια υποχώρηση. Θαύμαζε τη δουλειά του. Τόσο ώστε να διαθέσει ένα σημαντικό ποσό για να αποκτήσει μια φωτογραφία του που απεικόνιζε έναν δρόμο του Λος Άντζελες, μια εποχή που αντιμετώπιζε σημαντικό οικονομικό πρόβλημα. Την είχε μελετήσει,


είχε προσπαθήσει να την αναλύσει και να μαντέψει την τεχνική τόσο στη λήψη όσο και στην εμφάνιση. Ήταν ένα τοπίο σκοτεινό, γκρίζο, με πολύ λίγο φως. Και όμως η Μπράιαν είχε διακρίνει σε αυτό μια δύναμη χωρίς ίχνος απελπισίας ή βίας. Παρ’ όλα αυτά, το να θαυμάζει τη δουλειά του και το να δουλέψει μαζί του ήταν δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Είχαν και οι δυο τη βάση τους στην ίδια πόλη, αλλά κινούνταν σε διαφορετικούς κύκλους. Για την ακρίβεια, τις περισσότερες φορές ο Σέιντ Κόλμπι δεν ανήκε σε κανέναν κύκλο. Λειτουργούσε μόνος του. Η Μπράιαν τον είχε δει σε κάποιες εκθέσεις φωτογραφίας, αλλά δεν είχαν συστηθεί ποτέ. Ο άνθρωπος αυτός θα μπορούσε να είναι ένα ενδιαφέρον θέμα, σκέφτηκε. Αν είχε χρόνο, θα κατάφερνε να αποτυπώσει στο φιλμ τόσο την απόμακρη όσο και τη γήινη έκφρασή του. Αν τελικά συμφωνούσαν να αναλάβουν τη δουλειά, ίσως και να είχε την ευκαιρία να το κάνει. Τ ρεις μήνες ταξίδι. Υπήρχε ένα μεγάλο μέρος της χώρας που η Μπράιαν δεν το είχε δει ποτέ, πολλές φωτογραφίες που δεν είχε τραβήξει. Έβγαλε σκεφτική μια σοκολάτα από την πίσω τσέπη της και την ξετύλιξε. Της άρεσε η ιδέα να αποτυπώσει ένα κομμάτι της Αμερικής, μια συγκεκριμένη εποχή, και να συνθέσει τις εικόνες. Θα είχαν να πουν πολλά. Τα πορτραίτα τη γοήτευαν. Το να βρίσκεται αντιμέτωπη μ’ ένα πρόσωπο, μια προσωπικότητα, πόσο μάλλον διάσημη, και να ανακαλύπτει τα όσα κρύβονταν κάτω από την επιφάνεια ήταν συναρπαστικό. Μερικοί μπορεί να έλεγαν ότι περιόριζε τους ορίζοντές της, εκείνη όμως ανακάλυπτε διαρκώς και κάτι καινούριο στη δουλειά της. Είχε το ταλέντο να πάρει μια σκληρή τραγουδίστρια της ροκ και να βγάλει στην επιφάνεια τις ανασφάλειές της ή να αποκαλύψει το χιούμορ που έκρυβε ο μπλαζέ σούπερ σταρ που


παρίστανε το Θεό. Ήθελε να συλλαμβάνει το απρόβλεπτο, το καινούριο –αυτός ήταν ο ρόλος της φωτογραφίας για εκείνη. Τ ώρα της δινόταν η ευκαιρία να κάνει το ίδιο με μια ολόκληρη χώρα. Με τους ανθρώπους της, σκέφτηκε. Πάρα πολλούς ανθρώπους. Ήθελε να το κάνει. Ακόμα και αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να μοιραστεί τη δουλειά, τις ανακαλύψεις, τη χαρά με τον Σέιντ Κόλμπι, ήθελε να το κάνει. Η Μπράιαν δάγκωσε ένα κομμάτι σοκολάτα. Εντάξει, είχε τη φήμη ότι ήταν απόμακρος και ιδιόρρυθμος. Και τι μ’ αυτό; Θα μπορούσε να τα πάει καλά με οποιονδήποτε για τρεις μήνες. «Η σοκολάτα σε κάνει χοντρή και άσχημη». Η Μπράιαν ανασήκωσε το κεφάλι της και είδε τη Μαρία να επιστρέφει στο δωμάτιο. Δεν ήταν πια ιδρωμένη. Τ ώρα είχε ακριβώς την εμφάνιση που περιμένει ο κόσμος από μια πρίμα μπαλαρίνα, ντυμένη στα μεταξωτά και φορτωμένη διαμάντια. Υπέρκομψη, κυριαρχημένη, όμορφη. «Με κάνει ευτυχισμένη», την αντέκρουσε. «Είσαι φανταστική, Μαρία». «Ναι». Η Μαρία χάιδεψε το μεταξωτό ύφασμα που κάλυπτε το γοφό της. «Αλλά αυτή είναι η δουλειά μου. Θα συνεχίσεις μέχρι αργά;» «Θέλω να εμφανίσω το φιλμ. Θα σου στείλω μερικά δοκιμαστικά αύριο». «Η σοκολάτα είναι το δείπνο σου;» «Το ορεκτικό». Η Μπράιαν δάγκωσε μια γερή μπουκιά σοκολάτας. «Θα παραγγείλω πίτσα». «Με πεπερόνι;» Η Μπράιαν χαμογέλασε. «Με απ’ όλα». Η Μαρία ακούμπησε το χέρι στο στομάχι της. «Κι εγώ θα φάω με τον τύραννο το χορογράφο μου, πράγμα που σημαίνει ότι θα μείνω


σχεδόν νηστική». «Αλλά εγώ θα πιω σόδα αντί σαμπάνια Τετανζέ. Όλοι μας πληρώνουμε κάποιο τίμημα». «Αν μου αρέσουν τα δοκιμαστικά σου, θα σου στείλω μια ολόκληρη κάσα». «Τετανζέ;» «Σόδες», της είπε η Μαρία και έφυγε γελώντας. Μια ώρα αργότερα, η Μπράιαν κρέμασε τ’ αρνητικά να στεγνώσουν. Θα έπρεπε να φτιάξει τα δοκιμαστικά για να βεβαιωθεί, αλλά από τις σαράντα πόζες, το πολύ να τύπωνε τελικά πέντε. Άκουσε το στομάχι της να γουργουρίζει και κοίταξε το ρολόι της. Είχε παραγγείλει την πίτσα για τις εφτάμισι. Τέλειος συγχρονισμός, σκέφτηκε και βγήκε από το σκοτεινό θάλαμο. Θα έτρωγε και μετά θα έριχνε μια ματιά στις φωτογραφίες του Ματ. Στη συνέχεια θα μπορούσε να ρετουσάρει αυτή που θα διάλεγε για το περιοδικό, μέχρι να στεγνώσουν τ’ αρνητικά των φωτογραφιών της Μαρίας. Έψαχνε μέσα στις δύο ντουζίνες φακέλους που βρίσκονταν πάνω στο γραφείο της –η δική της μέθοδος αρχειοθέτησης–, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα του στούντιο. «Πίτσα», μουρμούρισε λαίμαργα. «Περάστε. Πεθαίνω της πείνας». Πήρε τη μεγάλη πάνινη τσάντα της, την ακούμπησε στο γραφείο και άρχισε να ψάχνει το πορτοφόλι της. «Καταπληκτικός συγχρονισμός. Πέντε λεπτά ακόμα και μπορεί να λιποθυμούσα. Κακώς παρέλειψα να φάω το μεσημέρι». Λέγοντας αυτά, έβγαλε ένα χοντρό στραπατσαρισμένο σημειωματάριο, μια διάφανη, πλαστική θήκη με καλλυντικά, ένα μπρελόκ με κλειδιά και πέντε σοκολάτες και τ’ ακούμπησε στο γραφείο. «Αφήστε τη όπου να ’ναι. Θα βρω τα λεφτά σ’ ένα λεπτό». Έχωσε το χέρι της πιο βαθιά στην τσάντα. «Πόσα θέλετε;» «Όσο περισσότερα γίνεται».


«Αυτό θέλουμε όλοι». Η Μπράιαν έβγαλε ένα παλιό αντρικό πορτοφόλι. «Και εγώ βρίσκομαι σε τέτοια απόγνωση, που θα ήμουν πρόθυμη να διαρρήξω και το χρηματοκιβώτιο για χάρη σας, αλλά...» Έκοψε στη μέση τη φράση της, όταν ανασήκωσε το κεφάλι της και αντίκρισε τον Σέιντ Κόλμπι. Εκείνος έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στο πρόσωπό της και επικεντρώθηκε στα μάτια της. «Γιατί ήθελες να με πληρώσεις;» «Για την πίτσα». Η Μπράιαν άφησε το πορτοφόλι στο γραφείο μαζί με τα μισά από τα υπάρχοντα που κουβαλούσε στην τσάντα της. «Είναι τέτοια η πείνα μου, που σε πήρα για άλλον. Είσαι ο Σέιντ Κόλμπι». Του άπλωσε το χέρι της περίεργη, και προς μεγάλη της έκπληξη, νευρική. Έδειχνε ακόμα πιο υπέροχος όταν δε βρισκόταν ανάμεσα σε κόσμο. «Ξέρω ποιος είσαι», συνέχισε, «αλλά δε νομίζω να έχουμε συστηθεί». «Όχι, δεν έχουμε». Ο Σέιντ έσφιξε το χέρι της και το κράτησε για λίγο, ενώ περιεργαζόταν για δεύτερη φορά το πρόσωπό της. Ήταν πιο δυνατή απ’ ό,τι περίμενε. Ο Σέιντ αναζητούσε πρώτα τη δύναμη και μετά τις αδυναμίες. Και πιο νέα. Το ήξερε πως ήταν μόνο είκοσι οκτώ χρονών, αλλά την περίμενε πιο σκληρή, πιο επιθετική, πιο εξεζητημένη. Αντί γι’ αυτό, όμως, εκείνη έδειχνε σαν να είχε επιστρέψει μόλις από την παραλία. Το μπλουζάκι της ήταν πολύ κολλητό, αλλά ήταν αρκετά λεπτή για να το φοράει. Η κοτσίδα έφτανε σχεδόν μέχρι τη μέση της και τον έκανε να φανταστεί πώς θα ήταν τα μαλλιά της ελεύθερα. Εκείνα όμως που τράβηξαν το ενδιαφέρον του ήταν τα μάτια της – μεγάλα, γκρίζα με ασημένιες ανταύγειες. Ήταν δυο μάτια που θα ήθελε να τα φωτογραφίσει με το υπόλοιπο πρόσωπό της στη σκιά. Μπορεί να είχε στην τσάντα της μια θήκη με καλλυντικά, αλλά δε φαινόταν να τα χρησιμοποιεί. Η εμφάνισή της δεν έκρυβε καμιά ματαιοδοξία. Αυτό θα


διευκόλυνε τα πράγματα έτσι και αποφάσιζε να δουλέψει μαζί της. Δεν είχε την υπομονή να περιμένει μια γυναίκα να χτενιστεί και να παρφουμαριστεί. Η συγκεκριμένη δε θα το έκανε. Και τον ζύγιζε με τον ίδιο τρόπο που τη ζύγιζε κι εκείνος. Ο Σέιντ το δέχτηκε. Ο φωτογράφος, όπως κάθε καλλιτέχνης, αναζητά τις γωνίες. «Διακόπτω τη δουλειά σου;» «Όχι, έκανα διάλειμμα. Κάθισε». Ήταν και οι δυο τους επιφυλακτικοί. Ο Σέιντ είχε έρθει σε μια παρόρμηση της στιγμής. Η Μπράιαν δεν ήξερε πώς να τον χειριστεί. Έτσι, αποφάσισαν να κερδίσουν χρόνο προτού ξεπεράσουν το πρώτο στάδιο με τις τυπικές ευγένειες. Η Μπράιαν παρέμεινε πίσω από το γραφείο της. Δικό της το γήπεδο, δική του η κίνηση, αποφάσισε. Ο Σέιντ δεν κάθισε αμέσως. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες του κι έριξε μια ματιά στο στούντιο γύρω. Ήταν άνετο με μεγάλα παράθυρα και καλό φωτισμό. Σε μια γωνιά είδε κάτι μικρούς προβολείς κι ένα μπλε φόντο που είχε μείνει από κάποια προηγούμενη φωτογράφιση. Σε μια άλλη γωνιά υπήρχαν κάτοπτρα και ομπρέλες με την κάμερα πάνω στο τρίποδο ακόμα. Δε χρειάστηκε να κοιτάξει από κοντά για να διαπιστώσει ότι ο εξοπλισμός της ήταν άριστος. Πάντως, δεν είναι ο άριστος εξοπλισμός που κάνει έναν φωτογράφο άριστο. Της άρεσε ο τρόπος που στεκόταν, όχι απόλυτα άνετος αλλά σε ετοιμότητα. Απόμακρος. Αν έπρεπε να διαλέξει τώρα, θα τον φωτογράφιζε ανάμεσα στις σκιές, μόνο του. Αλλά η Μπράιαν επέμενε να γνωρίσει πρώτα το άτομο προτού κάνει το πορτραίτο του. Πόσων χρονών να ήταν; Τ ριάντα τριών, τριάντα πέντε; Είχε ήδη προταθεί για το βραβείο Πούλιτζερ όταν εκείνη ήταν ακόμα στο κολέγιο. Αλλά δεν ένιωσε κανένα δέος από το γεγονός. «Ωραίος χώρος», παρατήρησε εκείνος και κάθισε στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο της. «Ευχαριστώ». Η Μπράιαν έγειρε πίσω την καρέκλα της για να


μπορέσει να τον μελετήσει από άλλη γωνία. «Εσύ δεν έχεις δικό σου στούντιο, σωστά;» «Δουλεύω έξω». Ο Σέιντ έβγαλε ένα τσιγάρο. «Τ ις σπάνιες περιπτώσεις που χρειάζομαι στούντιο, μπορώ να δανειστώ ή να νοικιάσω ένα αρκετά εύκολα». Αυτόματα, η Μπράιαν έψαξε για τασάκι μέσα στο χάος του γραφείου της. «Εμφανίζεις ο ίδιος όλες τις φωτογραφίες σου;» «Ακριβώς». Η Μπράιαν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Τ ις λίγες φορές που είχε χρειαστεί να εμπιστευτεί το φιλμ της σε κάποιον άλλον όταν δούλευε στο Σελ έμπριτι δεν είχε μείνει ευχαριστημένη. Αυτός ήταν και ένας από τους σημαντικότερους λόγους που είχε αποφασίσει να στήσει τη δική της επιχείρηση. «Λατρεύω τη δουλειά στον σκοτεινό θάλαμο». Αυτή ήταν η πρώτη φορά που του χαμογελούσε. Ο Σέιντ έμεινε να κοιτάζει το πρόσωπό της με μισόκλειστα μάτια. Τ ι είδους δύναμη είναι αυτή, αναρωτήθηκε. Ένα αβίαστο χαλαρό μειδίαμα και τον είχε βρει σαν γροθιά στο στομάχι. Το χτύπημα στην πόρτα έκανε την Μπράιαν να πεταχτεί σαν ελατήριο. «Επιτέλους». Ο Σέιντ την παρακολούθησε να διασχίζει το δωμάτιο. Δεν είχε ιδέα ότι ήταν τόσο ψηλή. Γύρω στο ένα ογδόντα, υπολόγισε, και όλο πόδια. Λεπτά, μακριά, μπρούτζινα πόδια. Δεν ήταν εύκολο να αγνοήσει το χαμόγελό της, αλλά ήταν σχεδόν αδύνατον να αγνοήσει τα πόδια της. Δεν είχε προσέξει το άρωμά της, μέχρι που τον προσπέρασε. Χαλαρά σέξι. Δε βρήκε άλλον τρόπο να το χαρακτηρίσει. Δε θύμιζε έντονα κάποιο λουλούδι, ούτε ήταν εξεζητημένο. Ήταν ανάλαφρο. Ο Σέιντ τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του και την είδε να γελάει με το αγόρι που της είχε φέρει την πίτσα.


Οι φωτογράφοι είναι γνωστοί για τις εικόνες που σχηματίζουν εκ των προτέρων στο μυαλό τους, είναι μέρος της δουλειάς τους. Ο Σέιντ την περίμενε λαμπερή και κομψή. Είχε συμβιβαστεί σχεδόν με αυτή την εικόνα. Είχε πιστέψει πως μια συνεργασία μαζί της θα δούλευε. Τ ώρα θα έπρεπε να το ξανασκεφτεί. Ήθελε να δουλέψει με μια γυναίκα που το άρωμά της του θύμιζε λυκόφως και έμοιαζε με φωτομοντέλο της παραλίας; Ο Σέιντ τράβηξε το βλέμμα του από πάνω της και άνοιξε ένα από τα ντοσιέ της στην τύχη. Αναγνώρισε αμέσως το πρόσωπο –μια σταρ που έσπαζε τα ταμία και είχε δύο Όσκαρ και τρεις συζύγους στο ενεργητικό της. Η Μπράιαν την είχε ντύσει αστραφτερά και μεγαλόπρεπα όπως ταιριάζει σε μια βασίλισσα. Αλλά δεν είχε τραβήξει μια παραδοσιακή φωτογραφία. Η ηθοποιός καθόταν μπροστά σε μια τουαλέτα γεμάτη γλάστρες και μπουκαλάκια με λοσιόν και κρέμες. Κοιτούσε την εικόνα της στον καθρέφτη και γελούσε. Όχι μ’ εκείνο το στυλιζαρισμένο, προσεκτικό χαμόγελο που δεν κάνει ρυτίδες, γελούσε με την καρδιά της, μπορούσες σχεδόν να την ακούσεις. Ήταν στο χέρι του θεατή να αποφασίσει αν γελούσε με αυτό που έβλεπε στον καθρέφτη ή με την εικόνα που είχε προβάλει προς τα έξω όλα αυτά τα χρόνια. «Σου αρέσει;» Η Μπράιαν στάθηκε δίπλα του, κρατώντας το κουτί με την πίτσα στα χέρια. «Ναι. Σ’ εκείνη άρεσε;» Πολύ πεινασμένη για ευγένειες, η Μπράιαν άνοιξε το κουτί και πήρε το πρώτο κομμάτι πίτσα. «Μου παρήγγειλε μία σε μέγεθος τριάντα επί πενήντα εκατοστά για το φίλο της. Θέλεις ένα κομμάτι;» Ο Σέιντ έριξε μια ματιά στο κουτί. «Υπάρχει κάτι που παρέλειψαν να βάλουν εδώ μέσα;» «Όχι». Η Μπράιαν έψαξε στο συρτάρι του γραφείου της για χαρτοπετσέτες και έβγαλε ένα κουτί χαρτομάντιλα. «Πιστεύω στις


υπερβολές. Λοιπόν...» Άφησε το κουτί ανοιχτό στο γραφείο ανάμεσά τους, έγειρε πίσω στην καρέκλα της και ακούμπησε τα πόδια της στο γραφείο. Ήταν καιρός να ξεπεράσουν το στάδιο της αναμονής. «Θέλεις να κουβεντιάσουμε για τη δουλειά;» Ο Σέιντ πήρε ένα κομμάτι πίτσα και μερικά χαρτομάντιλα. «Έχεις καμιά μπίρα;» «Μόνο αναψυκτικά, κανονικά και διαίτης». Η Μπράιαν δάγκωσε μια γερή μπουκιά πίτσα και την απόλαυσε. «Δεν έχω αλκοόλ στο στούντιο. Δε θέλω ζαλισμένους πελάτες». «Ας το αφήσουμε για την ώρα». Συνέχισαν να τρώνε για λίγο σιωπηλοί, εξακολουθώντας να ζυγίζουν ο ένας τον άλλο. «Το σκέφτηκα σοβαρά να κάνω αυτή τη φωτογραφική μελέτη». «Θα είναι μια αλλαγή για σένα». Η Μπράιαν τον είδε να σηκώνει απλά το φρύδι του, τσαλάκωσε ένα χαρτομάντιλο και το πέταξε στο καλάθι. «Η δουλειά σου στο εξωτερικό έκανε πάταγο. Έκρυβε ευαισθησία και συμπόνια, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν καταθλιπτική». «Ήταν καταθλιπτική εποχή. Όσα φωτογραφίζω δεν πρέπει να είναι απαραίτητα όμορφα». Αυτή τη φορά ύψωσε η Μπράιαν το φρύδι της. Ήταν φανερό πως ο κύριος δεν είχε σε μεγάλη εκτίμηση το δρόμο που είχε ακολουθήσει εκείνη στη δουλειά της. «Όσα φωτογραφίζω εγώ δεν πρέπει απαραίτητα να στάζουν αίμα. Υπάρχει χώρος και για χιούμορ στην τέχνη». Ο Σέιντ δέχτηκε τα λόγια της ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Αν κοιτάζαμε μέσα από τον ίδιο φακό, θα βλέπαμε διαφορετικά πράγματα». «Αυτό κάνει την κάθε φωτογραφία μοναδική». Η Μπράιαν έγειρε μπροστά και πήρε άλλο ένα κομμάτι πίτσα. «Μου αρέσει να δουλεύω μόνος».


Εκείνη συνέχισε το φαγητό της σκεφτική. Αν της τα έλεγε αυτά για να την εκνευρίσει, το είχε καταφέρει. Αν ήταν απλά ένα ξέσπασμα της πληθωρικής προσωπικότητάς του, ούτε αυτό διευκόλυνε την κατάσταση. Όπως και να είχε το πράγμα, η Μπράιαν ήθελε να δεχτεί αυτή τη δουλειά που συνδεόταν, όμως, άμεσα και μ’ εκείνον. «Και εγώ το προτιμώ αυτό», του είπε αργά. «Καμιά φορά, όμως, πρέπει να συμβιβαζόμαστε. Ξέρεις τι είναι συμβιβασμός, Σέιντ, δίνεις κάτι εσύ και δίνω κάτι εγώ. Και συναντιόμαστε κάπου στη μέση». Δεν ήταν τόσο βολική όσο έδειχνε. Καλό αυτό. Το τελευταίο που ήθελε ο Σέιντ ήταν να αναλάβει μια δουλειά με κάποια τόσο γλυκιά, που θα υπήρχε φόβος να λιώσει. Τ ρεις μήνες, σκέφτηκε πάλι. Μπορεί και να πετύχαινε το εγχείρημα. Αρκεί να έθεταν τους βασικούς όρους. «Θα καταστρώσω εγώ το πρόγραμμα», της είπε κοφτά. «Θα ξεκινήσουμε από εδώ, από το Λος Άντζελες, σε δυο βδομάδες. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τον ατομικό του εξοπλισμό. Από τη στιγμή που θα φύγουμε, θα ακολουθήσει ο καθένας τις συνήθειές του. Εσύ θα τραβάς τις φωτογραφίες σου, εγώ τις δικές μου. Χωρίς ερωτήσεις». Η Μπράιαν έγλειψε τη σάλτσα από το δάχτυλό της. «Σου έχει κάνει ποτέ κανείς ερωτήσεις, Κόλμπι;» «Το θέμα είναι αν τις απαντώ», της δήλωσε απλά –και το εννοούσε. «Ο εκδότης του περιοδικού θέλει την αντιμετώπιση του θέματος από δύο οπτικές γωνίες και θα τις έχει. Κάθε τόσο θα σταματάμε και θα νοικιάζουμε έναν σκοτεινό θάλαμο. Θα κοιτάζω τα αρνητικά σου». Η Μπράιαν πήρε και άλλα χαρτομάντιλα. «Όχι, δε θα το κάνεις», του είπε, σταυρώνοντας νωχελικά τα πόδια στους αστραγάλους. Τα μάτια της θύμιζαν τώρα σχιστόλιθο, το μόνο δείγμα που φανέρωσε εξωτερικά το θυμό της.


«Δεν έχω καμιά διάθεση να συνδεθεί τ’ όνομά μου με μια σειρά φωτογραφιών ποπ κουλτούρας». Για να διατηρήσει την ψυχραιμία της, η Μπράιαν συνέχισε να τρώει. Υπήρχαν πολλά που θα μπορούσε να του πει, αλλά με το θυμό σπαταλάς πολλή ενέργεια, θύμισε στον εαυτό της. Και συνήθως δεν πετυχαίνεις τίποτε. «Το πρώτο που θέλω να γραφτεί στο συμβόλαιο είναι ότι κάθε φωτογραφία θα υπογράφεται από αυτόν που την τράβηξε. Έτσι κανείς μας δε θα χρειαστεί να βρεθεί σε αμηχανία από τη δουλειά του άλλου. Δεν έχω καμιά διάθεση να πιστέψει ο κόσμος ότι δε διαθέτω καμία αίσθηση του χιούμορ. Θέλεις άλλο κομμάτι;» «Όχι». Δεν ήταν εύκολη. Μπορεί η επιδερμίδα της να έδειχνε μαλακή σαν βούτυρο, αλλά η ίδια δεν ήταν. Μπορεί να τον ενοχλούσε να τον προσβάλλουν τόσο επιπόλαια, αλλά το προτιμούσε από μια αδύναμη συμφωνία. «Θα φύγουμε στις δεκαπέντε Ιουνίου και θα επιστρέψουμε μετά την πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη», της είπε και την είδε να παίρνει και τρίτο κομμάτι πίτσα. «Και από τη στιγμή που είδα πόσο τρως, ο καθένας μας θα κρατάει χωριστά τα έξοδά του». «Ωραία. Τ ώρα, για να μη σου μπουν τίποτε περίεργες ιδέες, δε μαγειρεύω και δεν πρόκειται να μαζεύω τα πράγματά σου. Θα μοιραστούμε την οδήγηση, αλλά δε θα ταξιδέψουμε με το ίδιο αμάξι αν σκοπεύεις να πίνεις. Όταν θα νοικιάζουμε σκοτεινό θάλαμο, τη μια φορά θα τον χρησιμοποιεί πρώτος ο ένας και την άλλη ο άλλος. Από τις δεκαπέντε Ιουνίου μέχρι να επιστρέψουμε είμαστε συνεταίροι. Πενήντα πενήντα. Αν έχεις κάποιο πρόβλημα με αυτό, θα το λύσουμε τώρα, προτού υπογράψουμε το συμβόλαιο». Ο Σέιντ το σκέφτηκε. Η Μπράιαν είχε ωραία φωνή, απαλή, σιγανή, σχεδόν τον ηρεμούσε. Η καθημερινή συμβίωση μαζί της σε περιορισμένους χώρους δε θα ήταν πρόβλημα αρκεί να μην του


χαμογελούσε συχνά. Και να ξεχνούσε τα πόδια της. Αυτή τη στιγμή αυτό ήταν το μικρότερο από τα προβλήματά του. Προείχε η αποστολή και οι προσδοκίες του από αυτή. «Έχεις εραστή;» Η Μπράιαν κατάφερε να μην πνιγεί με την πίτσα της. «Αν αυτό είναι πρόταση», άρχισε μελιστάλαχτα, «θα πρέπει να την απορρίψω. Οι αγενείς, κατηφείς άντρες δεν είναι ο τύπος μου». Μέσα του, ο Σέιντ αναγνώρισε ένα ακόμα χτύπημα, εξωτερικά όμως το πρόσωπό του παρέμεινε ανέκφραστο. «Θα ζούμε κυριολεκτικά ο ένας μέσα στα πόδια του άλλου για τρεις μήνες». Η Μπρά-ιαν τον είχε προκαλέσει, άσχετα αν το είχε συνειδητοποιήσει ή όχι. Και εκείνος είχε αποδεχτεί την πρόκληση, άσχετα αν το είχε συνειδητοποιήσει ή όχι. Έγειρε πιο κοντά της. «Και δε θέλω να μπλέξω με κανέναν ζηλιάρη εραστή που θα μας κυνηγά από πίσω ή θα παίρνει συνέχεια τηλέφωνο ενώ θα προσπαθώ να δουλέψω». Μα καλά, για ποια την περνούσε; Για καμιά χαζογκόμενα που δεν μπορούσε να χειριστεί την προσωπική της ζωή; Η Μπράιαν έμεινε για λίγο σκεφτική. Υπήρχε και το ενδεχόμενο ο Σέιντ να είχε προηγούμενες δυσάρεστες εμπειρίες με τις σχέσεις του. Δικό του πρόβλημα, αποφάσισε. «Άφησε να ανησυχώ εγώ για τους εραστές μου, Σέιντ», του απάντησε, δαγκώνοντας την κόρα της πίτσας με μανία. «Εσύ να ανησυχείς για τις δικές σου ερωμένες». Σκούπισε τα δάχτυλά της με το τελευταίο χαρτομάντιλο και χαμογέλασε. «Λυπάμαι που θα χαλάσω το πάρτι, αλλά πρέπει να γυρίσω στη δουλειά μου». Ο Σέιντ σηκώθηκε, το βλέμμα του ξεκίνησε από τα πόδια της για να καταλήξει στα μάτια της. Θα έπαιρνε τη δουλειά και θα είχε τρεις μήνες μπροστά του για να ξεκαθαρίσει τα αισθήματά του για την Μπράιαν Μίτσελ. «Θα τα πούμε». «Εντάξει».


Η Μπράιαν περίμενε να βγει ο Σέιντ από το στούντιο και να κλείσει την πόρτα πίσω του. Ύστερα, με μια ιδιαίτερη ενεργητικότητα που κρατούσε συνήθως για τη δουλειά της, πετάχτηκε όρθια και πέταξε το άδειο κουτί της πίτσας στην πόρτα. Οι τρεις επόμενοι μήνες θα ήταν ατέλειωτοι.

Κεφάλαιο 2 Η Μπράιαν ήξερε ακριβώς τι ήθελε. Μπορεί να είχε ξεκινήσει λίγο νωρίτερα από την προκαθορισμένη ημερομηνία τη συλλογή φωτογραφιών για το Αμερικάνικο Καλοκαίρι του Λάιφ-στάιλ , αλλά της άρεσε η ιδέα ότι βρισκόταν ένα βήμα μπροστά από τον Σέιντ Κόλμπι. Μπορεί να ήταν μικροπρεπές από μέρους της, αλλά της άρεσε. Όπως και να είχε το πράγμα, αμφέβαλλε αν ένας άντρας όπως ο Σέιντ θα μπορούσε να εκτιμήσει την απέραντη χαρά της τελευταίας μέρας στο σχολείο. Αυτή η μέρα δε σηματοδοτούσε ουσιαστικά την έναρξη του καλοκαιριού, εκείνη την άγρια έκρηξη ελευθερίας; Επέλεξε ένα δημοτικό σχολείο επειδή αποζητούσε την αθωότητα. Επέλεξε ένα σχολείο του κέντρου επειδή αποζητούσε το ρεαλισμό. Τα παιδιά που έβγαιναν από την πόρτα του σχολείου για να μπουν στη λιμουζίνα που τα περίμενε δεν ήταν η εικόνα που ήθελε να προβάλει. Το συγκεκριμένο σχολείο θα μπορούσε να βρίσκεται σε οποιαδήποτε πόλη της χώρας. Τα παιδιά που θα ξεχύνονταν από την πόρτα του, θα ήταν συνηθισμένα παιδιά. Οι άνθρωποι που θα έβλεπαν τη φωτογραφία, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, θα διέκριναν κάτι από τον εαυτό τους. Η Μπράιαν είχε φροντίσει να έχει άφθονο χρόνο ώστε να βρει το


σωστό σημείο, δοκίμασε τουλάχιστον έξι θέσεις για να αποφασίσει αν της πρόσφεραν σωστή γωνία λήψης και στο τέλος κατέληξε σε μία. Δεν ήταν δυνατόν, αλλά ούτε και σκόπιμο να στήσει τη φωτογράφιση. Μόνο τυχαίες λήψεις θα της έδιναν αυτό που ήθελε, τον αυθορμητισμό και την έξαψη. Όταν χτύπησε το κουδούνι και οι πόρτες άνοιξαν αντίκρισε ακριβώς αυτό. Άξιζε τον κόπο να διακινδυνεύσει να καταπατηθεί από τα αθλητικά παπούτσια των πιτσιρικάδων που λες και είχαν αποκτήσει φτερά. Με φωνές, τσιριχτά, σφυρίγματα τα παιδιά ξεχύθηκαν στον ήλιο. Γιουρούσι. Αυτή ήταν η πρώτη λέξη που της ήρθε στο μυαλό. Έσκυψε γρήγορα κι άρχισε να τραβάει την πρώτη ομάδα των παιδιών από μια γωνία που θα αποτύπωνε την ταχύτητα, την οχλοβοή και την απόλυτη αταξία. Φύγαμε, φύγαμε! Είναι καλ οκαίρι και κάθε μέρα είναι Κυριακή. Ο Σεπτέμβρης βρισκόταν αιώνες μακριά. Το διάβαζε αυτό στα πρόσωπα όλων των παιδιών. Η Μπράιαν γύρισε και άρχισε να τραβάει τη δεύτερη ομάδα των παιδιών. Από εκεί που βρισκόταν λες και τα έβλεπε να ορμούν από τη σελίδα του περιοδικού. Αυθόρμητα, έστρεψε τη μηχανή σε όρθια θέση για μια κατακόρυφη πόζα. Και την τράβηξε. Ένα αγόρι οκτώεννιά χρονών πήδησε από τις σκάλες με τα χέρια απλωμένα στο πλάι κι ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Η Μπράιαν το απαθανάτισε στον αέρα πάνω από τους ώμους και τα κεφάλια των υπόλοιπων παιδιών. Το απαθανάτισε γεμάτο από το θρίαμβο και τη μαγεία της ελευθερίας που απλωνόταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Αν και ήταν απόλυτα σίγουρη ποιες πόζες θα τύπωνε για το περιοδικό, η Μπράιαν συνέχισε να δουλεύει. Μέσα σε δέκα λεπτά όλα είχαν τελειώσει. Ικανοποιημένη, άλλαξε φακό και γωνία. Το σχολείο ήταν τώρα


άδειο και ήθελε να απαθανατίσει και αυτή την εικόνα. Τ ώρα, όμως, δεν το ήθελε λουσμένο στον ήλιο, γι’ αυτό χρησιμοποίησε φίλτρο. Όταν θα εμφάνιζε τη συγκεκριμένη φωτογραφία θα ελάττωνε έντεχνα το φως του ουρανού, κρατώντας κάτι πάνω από το συγκεκριμένο σημείο, ώστε να θαμπώσει. Ήθελε να δημιουργήσει την αίσθηση του κενού, της αναμονής, σε αντίθεση με τη ζωή και την ενέργεια που είχε ξεχυθεί λίγο πριν από το συγκεκριμένο κτίριο. Τέλειωσε ένα ολόκληρο φιλμ πριν κρεμάσει τη μηχανή στον ώμο της. Τέρμα το σχολείο, σκέφτηκε χαμογελώντας και αισθάνθηκε και η ίδια εκείνη τη χαρισματική αίσθηση της ελευθερίας. Το καλοκαίρι μόλις άρχιζε.

Από τη μέρα που η Μπράιαν είχε παραιτηθεί από το Σελ έμπριτι, δεν είχε δει τη δουλειά της να μειώνεται στο ελάχιστο. Αντίθετα η ίδια ήταν πολύ πιο σκληρή εργοδότρια από το περιοδικό. Αγαπούσε τη δουλειά της και της αφιέρωνε όλες τις μέρες και τα περισσότερα βράδια της. Ο πρώην σύζυγός της την είχε κατηγορήσει κάποτε ότι δεν είχε απλή εμμονή με την κάμερα, η κάμερα την εξουσίαζε. Αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το αρνηθεί ούτε να το αποφύγει. Ύστερα από δυο μέρες δουλειάς με τον Σέιντ, η Μπράιαν διαπίστωσε ότι δεν ήταν η μόνη. Πάντα πίστευε πως ήταν σχολαστική. Σε σύγκριση με τον Σέιντ ήταν εντελώς υποτονική. Εκείνος έδειχνε τέτοια υπομονή στη δουλειά του, που δεν μπόρεσε παρά να τον θαυμάσει, παρ’ όλο που αυτό την εκνεύριζε. Είχαν μια εντελώς διαφορετική αντίληψη της φωτογραφίας. Όταν η Μπράιαν τραβούσε μια σκηνή, μετέφερε σε αυτή τη συγκίνηση, τα συναισθήματά της για τη συγκεκριμένη εικόνα. Ο Σέιντ φλέρταρε εσκεμμένα με την αμφισημία. Κι ενώ οι φωτογραφίες του μπορούσαν να εγείρουν δεκάδες αντιδράσεις, η


προσωπική του άποψη παρέμενε σχεδόν πάντα κρυφή. Τα πάντα γύρω από το άτομό του ήταν χωμένα στις σκιές. Δεν ήταν φλύαρος, αλλά την Μπράιαν δεν την ενοχλούσε να δουλεύει σιωπηλή. Ήταν σχεδόν σαν να δούλευε μόνη. Αν και την εκνεύριζαν τα επίμονα βλέμματά του. Δεν της άρεσε να την εξετάζουν σαν να βρισκόταν κάτω από μικροσκόπιο. Είχαν συναντηθεί άλλες δυο φορές μετά την πρώτη τους συνάντηση στο στούντιό της. Και αυτό για να συζητήσουν τη διαδρομή και τα βασικά θέματα της αποστολής τους. Σε αυτές τις δυο συζητήσεις ο Σέιντ δεν ήταν καθόλου πιο εύκολος, αλλά ήταν γεγονός ότι το μυαλό του έκοβε. Η δουλειά αυτή σήμαινε πολλά και για τους δυο τους ώστε να κάνουν αυτό που είχε προτείνει από την αρχή η Μπράιαν –να συναντηθούν κάπου στη μέση. Αφού ξεπέρασε την αρχική ενόχλησή της, η Μπράιαν αποφάσισε πως θα μπορούσαν να γίνουν φίλοι τους επόμενους μήνες –αν μη τι άλλο. Τ ώρα, όμως, ύστερα από δυο μέρες μαζί του, ήξερε πως αυτό δε θα συνέβαινε ποτέ. Ο Σέιντ δεν αρκούνταν σε απλά συναισθήματα όπως η φιλία. Ήθελε ή να μαγεύει ή να εξοργίζει. Κι εκείνη δεν ήθελε να μαγευτεί. Η Μπράιαν είχε κάνει έρευνα σε βάθος για το άτομό του, λέγοντας στον εαυτό της πως ήταν μια πράξη ρουτίνας. Δεν ξεκινάς ένα μακρύ ταξίδι μ’ έναν άντρα για τον οποίον δεν γνωρίζεις τίποτε. Όσο περισσότερα όμως ανακάλυπτε –ή μάλλον όσο περισσότερα δεν ανακάλυπτε– τόσο φούντωνε η περιέργειά της. Ο Σέιντ είχε παντρευτεί και είχε χωρίσει πριν κλείσει τα είκοσι πέντε. Αυτό ήταν όλο. Δεν υπήρχαν ούτε αποκαλύψεις ούτε κουτσομπολιά, καμιά νύξη για το ποιος είχε δίκιο ή άδικο. Κάλυπτε καλά τα ίχνη του. Ως φωτογράφος του Ιντερνάσιοναλ Βιου, είχε περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια μακριά από την Αμερική. Όχι στο όμορφο Παρίσι, στο Λονδίνο και τη Μαδρίτη, αλλά στο Λάος, το


Λίβανο και την Καμπότζη. Η δουλειά αυτή του είχε εξασφαλίσει μια υποψηφιότητα για το βραβείο Πούλιτζερ και το βραβείο OPC. Οι φωτογραφίες του βρίσκονταν παντού, μπορούσε οποιοσδήποτε να τις δει και να τις μελετήσει σχολαστικά, αλλά η προσωπική του ζωή παρέμενε στο σκοτάδι. Σπάνια εμφανιζόταν σε κοινωνικές εκδηλώσεις και οι λιγοστοί φίλοι τού ήταν απόλυτα πιστοί, δεν τους έπαιρνες κουβέντα. Αν ήθελε να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν, η Μπράιαν θα έπρεπε να το κάνει όσο θα δούλευαν μαζί. Και θεώρησε καλό σημάδι το ότι είχαν αποφασίσει να περάσουν την τελευταία μέρα τους στο Λος Άντζελες, δουλεύοντας στην παραλία. Είχαν επιλέξει την τοποθεσία χωρίς διαφωνίες. Σε όλη τη διάρκεια της αποστολής –από την Καλιφόρνια μέχρι το Κέιπ Κοντ– θα είχαν κατ’ επανάληψη την ευκαιρία να τραβήξουν ανάλογες σκηνές σε διάφορες παραλίες. Ξεκίνησαν προχωρώντας μαζί στην άμμο, σαν φίλοι ή εραστές. Δεν αγγίζονταν, αλλά τα βήματά τους ήταν συγχρονισμένα. Δε μιλούσαν, αλλά η Μπράιαν είχε μάθει ήδη πως ο Σέιντ δεν έκανε άσκοπες συζητήσεις παρά μόνο αν είχε κέφι. Στις δέκα το πρωί, ο ήλιος ήταν ήδη καυτός. Ήταν μια εργάσιμη μέρα της βδομάδας, έτσι αυτοί που είχαν έρθει για ήλιο και θάλασσα ήταν στην πλειονότητά τους οι νεαροί και οι ηλικιωμένοι. Όταν η Μπράιαν σταμάτησε, ο Σέιντ συνέχισε να προχωράει, χωρίς ν’ ανταλλάξει ούτε μια λέξη μαζί της. Εκείνο που της είχε τραβήξει την προσοχή ήταν η αντίθεση. Η ηλικιωμένη γυναίκα φορούσε ένα μεγάλο καπέλο με μαλακό μπορ, μακρύ καλοκαιρινό φόρεμα και ένα σάλι με κρόσσια. Καθόταν κάτω από την ομπρέλα και παρακολουθούσε την εγγονή της –η μικρή φορούσε μόνο ένα ροζ βρακάκι με βολάν– να σκάβει έναν λάκκο στην άμμο δίπλα της. Το κοριτσάκι το έλουζε ο ήλιος. Η σκιά κάλυπτε την ηλικιωμένη γυναίκα.


Θα έπρεπε να της ζητήσει την έγγραφη συγκατάθεσή της για να τη φωτογραφίσει. Κάθε φορά που η Μπράιαν αναγκαζόταν να το κάνει αυτό, ένιωθε τον άλλον να σφίγγεται, έτσι το απέφευγε όσο μπορούσε. Στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν δυνατόν, έτσι έδειξε την απαραίτητη υπομονή. Κάθισε και κουβέντιασε με την ηλικιωμένη γυναίκα μέχρι που την ένιωσε να χαλαρώνει. Την έλεγαν Σάντι, το ίδιο και την εγγονή της. Προτού τραβήξει καν τη φωτογραφία η Μπράιαν είχε βρει τον τίτλο που θα της έδινε: Οι δύο Σάντι. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να καταφέρει να συλλάβει και πάλι εκείνη την ονειροπόλα έκφραση στα μάτια της ηλικιωμένης γυναίκας. Χρειάστηκε είκοσι λεπτά. Η Μπράιαν ξέχασε ότι ζεσταινόταν φριχτά όσο άκουγε τη Σάντι να της μιλάει, ενώ εκείνη υπολόγιζε και ρύθμιζε τις γωνίες. Ήξερε τι γύρευε. Το συντηρητισμό της ηλικιωμένης γυναίκας και την απόλυτη ανεμελιά της μικρούλας αλλά και το δέσιμο που είχε δημιουργήσει ανάμεσά τους ο χρόνος και το ίδιο αίμα που κυλούσε στις φλέβες τους. Χαμένη στις αναμνήσεις της, η Σάντι ξέχασε την κάμερα, δεν πρόσεξε καν την Μπράιαν όταν πάτησε το κουμπί. Η Μπράιν ήθελε ένταση –και την απεικόνισε. Όταν θα εμφάνιζε τη φωτογραφία θα ήταν ανελέητη με τα αυλάκια και τις ρυτίδες στο πρόσωπο της γιαγιάς, ενώ θα τόνιζε το αψεγάδιαστο πρόσωπο της πιτσιρίκας. Απόλυτα ευχαριστημένη, κουβέντιασε λίγο ακόμα με την ηλικιωμένη γυναίκα, σημείωσε τη διεύθυνσή της και της υποσχέθηκε να της στείλει ένα αντίτυπο. Ύστερα, συνέχισε κατά μήκος της παραλίας, περιμένοντας τη δεύτερη σκηνή που θα της τραβούσε την προσοχή. Είχε φωτογραφίσει και ο Σέιντ το πρώτο του θέμα, αλλά εκείνος δε χρειάστηκε να πιάσει κουβέντα για να το πετύχει. Ο άντρας ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα πάνω σε μια ξεθωριασμένη πετσέτα. Ήταν


κατακόκκινος, πλαδαρός και ανώνυμος. Ένας επιχειρηματίας που είχε πάρει άδεια εκείνο το πρωί, ένας πωλητής από την Αιόβα –δεν είχε σημασία. Αντίθετα με την Μπράιαν, ο Σέιντ δεν αναζητούσε το ξεχωριστό αλλά την ομοιότητα ανάμεσα σε όλους αυτούς που ψήνονταν στον ήλιο. Δίπλα στον άντρα υπήρχε ένα πλαστικό μπουκάλι με αντηλιακό κι ένα ζευγάρι πλαστικές σαγιονάρες. Ο Σέιντ διάλεξε δύο γωνίες και τράβηξε έξι πόζες, χωρίς ν’ ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα με το λουόμενο που ροχάλιζε. Ικανοποιημένος, έριξε μια ματιά στην παραλία γύρω του. Τ ρία μέτρα πιο μακριά, η Μπράιαν έβγαζε ανέμελα το σορτς και το μπλουζάκι της. Το γυαλιστερό κόκκινο μαγιό ανέβαινε προκλητικά ψηλά στους γοφούς της. Ήταν στραμμένη προφίλ προς το μέρος του την ώρα που έβγαζε το σορτς της. Το προφίλ της ήταν έντονο, καθαρό, σαν να το είχε σμιλέψει κάποιος με μεγάλη προσοχή. Ο Σέιντ δε δίστασε. Εστίασε το φακό του, ρύθμισε το διάφραγμα, διόρθωσε λίγο τη γωνία και περίμενε. Τη στιγμή που εκείνη έπιασε την μπλούζα της από το στρίφωμα άρχισε να τραβάει. Ο Σέιντ είχε ξεχάσει ότι μπορεί κάποιος να είναι τόσο ανεπιτήδευτος σ’ έναν κόσμο όπου ο εγωκεντρισμός ήταν θρησκεία. Το κορμί της ήταν μια λεπτή ευθεία γραμμή και αποκαλυπτόταν όλο και περισσότερο όσο ανέβαζε την μπλούζα για να τη βγάλει από το κεφάλι της. Για μια στιγμή, ανασήκωσε το πρόσωπό της προς τον ήλιο, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά του. Ο Σέιντ ένιωσε το στομάχι του να σκιρτά και να σφίγγεται. Πόθος. Τον αναγνώρισε. Και δε νοιάστηκε. Θα μπορούσε να πει στο εαυτό του ότι είχε ζήσει απλά μια αποφασιστική στιγμή, τη στιγμή που ο φωτογράφος σκέφτεται και τραβάει, ενώ παρακολουθεί τη σκηνή να εκτυλίσσεται μπροστά του. Ύστερα, αν το οπτικό και το συναισθηματικό στοιχείο σμίξουν με ένταση –όπως είχε συμβεί στην προκειμένη περίπτωση– το


αποτέλεσμα είναι η επιτυχία. Εδώ δεν είχες τον περιθώριο για επαναλήψεις, για να ξανατραβήξεις την πόζα. Η αποφασιστική στιγμή σημαίνει ακριβώς αυτό, ή όλα ή τίποτα. Αν ένιωσε μια φευγαλέα ταραχή, αυτό σήμαινε απλώς ότι είχε πετύχει να συλλάβει εκείνο τον πηγαίο, νωχελικό αισθησιασμό. Χρόνια πριν είχε εξασκηθεί να μη γίνεται συναισθηματικός με τα θέματα που διάλεγε να φωτογραφίσει. Αυτό μπορεί να σε κατασπαράξει. Η Μπράιαν Μίτσελ μπορεί να φαινόταν ακίνδυνη ακόμα και για μικρή δαγκωνιά, αλλά ο Σέιντ δεν μπορούσε να το διακινδυνεύσει. Τ ράβηξε το βλέμμα του από πάνω της και την ξέχασε. Σχεδόν. Πέρασαν πάνω από τέσσερις ώρες μέχρι να διασταυρωθούν πάλι οι δρόμοι τους. Η Μπράιαν καθόταν στον ήλιο δίπλα σε μια καντίνα και έτρωγε με βουλιμία ένα χοτ ντογκ με μπόλικη μουστάρδα. Δίπλα της, από τη μια μεριά είχε ακουμπήσει τη μηχανή της και από την άλλη ένα αναψυκτικό. Η εικόνα του καθρεφτίστηκε μέσα στα κόκκινα γυαλιά της του ήλιου. «Πώς τα πήγες;» τον ρώτησε με γεμάτο στόμα. «Καλά. Χοτ ντογκ είναι αυτό που τρως;» «Μμμ». Η Μπράιαν κατάπιε και του έδειξε την καντίνα. «Νοστιμότατο». «Άσε καλύτερα». Ο Σέιντ άπλωσε το χέρι του πήρε το αναψυκτικό της, που είχε αρχίσει να ζεσταίνεται, και ήπιε μια γερή γουλιά. Ήταν πορτοκαλάδα και ήταν γλυκιά. «Πώς, στο διάβολο, το πίνεις αυτό;» «Χρειάζομαι πολλή ζάχαρη. Είμαι πολύ ευχαριστημένη με τις φωτογραφίες που τράβηξα». Άπλωσε το χέρι της για να πάρει πίσω το αναψυκτικό. «Θέλω να τις τυπώσω πριν την αυριανή μας αναχώρηση».


«Αρκεί να είσαι έτοιμη στις εφτά». Η Μπράιαν σούφρωσε τη μύτη της και αποτέλειωσε το χοτ ντογκ της. Θα προτιμούσε να δουλέψει μέχρι τις εφτά το πρωί παρά να ξυπνήσει τόσο νωρίς. Ένα από τα πρώτα πράγματα που θα έπρεπε να ξεκαθαρίσουν σε αυτό το ταξίδι ήταν ο διαφορετικός ρυθμός των βιολογικών ρολογιών τους. Η Μπράιαν καταλάβαινε την ομορφιά και τη δύναμη που μπορεί να κρύβει μια εικόνα την ώρα της ανατολής του ήλιου. Απλώς, προτιμούσε το μυστήριο και τα χρώματα του σούρουπου. «Θα είμαι έτοιμη», του απάντησε. Σηκώθηκε, τίναξε την άμμο από πάνω της και φόρεσε το μπλουζάκι πάνω από το μαγιό της. Βέβαια, ο Σέιντ θα μπορούσε να της πει ότι ήταν πιο σεμνή χωρίς αυτό, γιατί ο τρόπος που το στρίφωμά του αγκάλιαζε τους μηρούς της, τραβώντας εκεί το βλέμμα, ήταν σχεδόν εγκληματικός. «Αρκεί να οδηγήσεις εσύ το πρωί», συνέχισε η Μπράιαν. «Θα αρχίσω να λειτουργώ κατά τις δέκα». Ο Σέιντ δεν ήξερε γιατί το έκανε. Ήταν ένας άνθρωπος που ανέλυε κάθε του κίνηση από όλες τις απόψεις. Τη διαμέλιζε στα διάφορα στοιχεία της για να την ξανασυνθέσει και πάλι. Αυτός ήταν ο τρόπος του. Ο αυθορμητισμός όχι. Και όμως τώρα άπλωσε το χέρι του και τύλιξε τα δάχτυλά του γύρω από την κοτσίδα της χωρίς να σκεφτεί την πράξη του ή τις συνέπειές της. Ήθελε απλά να την αγγίξει. Η Μπράιαν ξαφνιάστηκε, ήταν φανερό. Αλλά δεν τραβήχτηκε. Ούτε του χάρισε εκείνο το χαμόγελο που ανεβαίνει συνήθως στα χείλη των γυναικών όταν ένας άντρας δεν μπορεί να συγκρατήσει την επιθυμία του να τις αγγίξει. Τα μαλλιά της ήταν απαλά, το είχε διακρίνει αυτό με τα μάτια του, αλλά τώρα το επιβεβαίωσε και με τα δάχτυλά του. Παρ’ όλα αυτά, ήταν απογοητευτικό να μην μπορεί να τα νιώσει λυτά και ελεύθερα, να μην μπορεί να παίξει μαζί τους με τα δάχτυλά του.


Ο Σέιντ δεν την καταλάβαινε. Ακόμα. Κέρδιζε το ψωμί της φωτογραφίζοντας την ελίτ, τον πλούτο, τη λάμψη και η ίδια δε διέθετε ίχνος εκζήτησης. Το μοναδικό της κόσμημα ήταν μια λεπτή, χρυσή αλυσίδα από την οποία κρεμόταν ένας μικρός σταυρός που φώλιαζε στο στήθος της. Ήταν και πάλι άβαφη, αλλά το άρωμά της ήταν εκεί για να τον βασανίζει. Με λίγες γυναικείες πινελιές θα μπορούσε να γίνει εκτυφλωτική, να σου κόβει την ανάσα, αλλά έδειχνε να το αγνοεί και να αρκείται στην απλότητα. Που από μόνη της ήταν εκθαμβωτική. Κάμποσες ώρες πριν, η Μπράιαν είχε αποφασίσει πως δεν ήθελε να τη μαγέψει ο Σέιντ. Τ ώρα ήταν η σειρά του Σέιντ να αποφασίσει ότι δεν ήθελε να θαμπωθεί. Αμίλητος, άφησε την κοτσίδα να πέσει στον ώμο της. «Θέλεις να σε πάω στο διαμέρισμά σου ή στο στούντιο;» Ώστε έτσι, λοιπόν! Είχε καταφέρει μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου να κάνει το στομάχι της να δεθεί κόμπος και τώρα ήθελε να μάθει πού να την ξεφορτωθεί; «Στο στούντιο». Η Μπράιαν έσκυψε και πήρε την τσάντα με τη φωτογραφική μηχανή της. Ο λαιμός της ήταν ξερός, αλλά πέταξε τη μισογεμάτη πορτοκαλάδα στα σκουπίδια. Δεν ήταν σίγουρη πως θα μπορούσε να καταπιεί. Για το μόνο που ήταν σίγουρη ήταν πως θα έσκαγε αν δεν έλεγε κάτι προτού φτάσουν στο αμάξι του Σέιντ. «Χαίρεσαι πολύ με αυτή την ψυχρή, απόμακρη εικόνα που παρουσιάζεις και που έχεις τελειοποιήσει, Σέιντ;» Εκείνος δεν την κοίταξε, αλλά παραλίγο να χαμογελάσει. «Με βολεύει». «Δε βολεύει, όμως, εκείνους που στήνεις στα δυόμισι μέτρα». Ανάθεμά τη αν δεν τον έκανε να θυμώσει. «Μου φαίνεται τελικά ότι παίρνεις πολύ στα σοβαρά τα όσα γράφουν οι εφημερίδες για σένα», συνέχισε. «Ο Σέιντ Κόλμπι, μυστηριώδης, επικίνδυνος και


ακαταμάχητος όσο οι φωτογραφίες του». Αυτή τη φορά ο Σέιντ γέλασε, πράγμα που την ξάφνιασε επειδή εντελώς αναπάντεχα είδε μπροστά της έναν άντρα τον οποίον θα ήθελε να πιάσει από το χέρι και να γελάσει μαζί του. «Πού, στην ευχή, το διάβασες αυτό;» «Στο Σελ έμπριτι», μουρμούρισε η Μπράιαν. «Πριν πέντε χρόνια, τον Απρίλιο. Δημοσίευσαν ένα άρθρο για τις δημοπρασίες φωτογραφιών στη Νέα Υόρκη. Μια από τις φωτογραφίες σου πουλήθηκε εφτακόσια πενήντα δολάρια από τον οίκο Σόθμπι’ς». «Αλήθεια;» Το βλέμμα του διέτρεξε το προφίλ της. «Έχεις πολύ καλύτερη μνήμη από εμένα». Η Μπράιαν σταμάτησε, γύρισε και τον κοίταξε. «Να πάρει η οργή, εγώ την αγόρασα. Είναι ένας σκοτεινός, καταθλιπτικός δρόμος που όμως σε συναρπάζει, μια φωτογραφία για τον οποία δε θα πλήρωνα ούτε δέκα σεντς αν σε είχα γνωρίσει πρώτα. Και αν δεν ήμουν τόσο κολλημένη μαζί της, θα την ξεκρεμούσα μόλις θα επέστρεφα σπίτι. Τ ώρα, θα πρέπει μάλλον να τη γυρίσω να κοιτάζει τον τοίχο για έξι μήνες, μέχρι να ξεχάσω ότι ο καλλιτέχνης που την τράβηξε είναι σκέτος κόπανος». Ο Σέιντ την κοίταξε για λίγο σοβαρός και μετά κούνησε το κεφάλι του. «Όταν πάρεις φόρα δε λες να σταματήσεις». Η Μπράιαν πρόφερε μια κοφτή βρισιά, έκανε μεταβολή και συνέχισε για το αυτοκίνητο. Τη στιγμή που άνοιγε νευριασμένη την πόρτα του συνοδηγού, ο Σέιντ τη σταμάτησε. «Επειδή, ουσιαστικά, θα ζούμε μαζί τους επόμενους τρεις μήνες, ίσως είναι καλύτερα να μου ψάλεις και τα υπόλοιπα τώρα». Η Μπράιαν προσπάθησε να μιλήσει αδιάφορα, τα λόγια όμως βγήκαν με το ζόρι μέσα από τα σφιγμένα δόντια της. «Ποια υπόλοιπα;» «Αυτά που σε ταλαιπωρούν».


Η Μπράιαν πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν ήθελε να θυμώνει, ήταν κάτι που την εξαντλούσε πάντα. Αλλά το πήρε απόφαση. Κρατήθηκε από την πόρτα και έγειρε προς το μέρος του. «Δε μου αρέσει το άτομό σου. Αυτό δε θα με προβλημάτιζε, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ κανέναν άλλον που να μη μου αρέσει». «Κανέναν;» «Κανέναν». Για κάποιο λόγο, ο Σέιντ την πίστεψε. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα δικά της, έτσι όπως κρατούσαν την πόρτα. «Έτσι κι αλλιώς, προτιμώ να μην ανήκω στην πλειοψηφία. Γιατί θα έπρεπε να συμπαθούμε ο ένας τον άλλον;» «Θα διευκόλυνε τη δουλειά». Ο Σέιντ το σκέφτηκε, κρατώντας τα χέρια της κάτω από τα δικά του. Ήταν απαλά, ενώ οι δικές του παλάμες ήταν τραχιές. Του άρεσε αυτή η αντίθεση, μάλλον υπερβολικά θα έλεγε. «Σου αρέσουν τα εύκολα;» Ο τρόπος που το είπε θύμιζε προσβολή και η Μπράιαν όρθωσε το παράστημά της. Τα μάτια της ήταν στο ίδιο επίπεδο με το στόμα του, γι’ αυτό φρόντισε να στραφεί ελαφρά. «Ναι. Δε μ’ αρέσουν τα μπλεξίματα. Μπαίνουν στη μέση και τα κάνουν όλα θάλασσα. Προτιμώ να τα παραμερίζω και να επικεντρώνομαι στα σημαντικά». «Είχαμε ένα σοβαρό μπλέξιμο πριν καλά καλά ξεκινήσουμε». Μπορεί η Μπράιαν να είχε συγκεντρώσει την προσοχή της στα μάτια του, αυτό όμως δεν την εμπόδιζε να νιώθει την ελαφριά πίεση των χεριών του στα δικά της. Ούτε να καταλάβει την έννοια των λόγων του. Και επειδή ήταν κάτι που απέφευγαν να θίξουν από την αρχή, η Μπράιαν αποφάσισε να μιλήσει στα ίσια. «Είσαι άντρας και είμαι γυναίκα». Ο Σέιντ δεν μπόρεσε παρά να διασκεδάσει με τον τρόπο που του έδειξε τα δόντια της. «Ακριβώς. Μπορούμε να πούμε ότι είμαστε και


οι δυο φωτογράφοι, αφήνοντας κατά μέρος τους βιολογικούς προσδιορισμούς». Της χάρισε ένα αχνό χαμόγελο. «Αλλά αυτά είναι βλακείες». «Μπορεί», του απάντησε απλά η Μπράιαν. «Αλλά σκοπεύω να μείνω πιστή στον ορισμό “ φωτογράφος” επειδή προέχει η δουλειά. Και βοηθάει πολύ το ότι δε σε συμπαθώ». «Η συμπάθεια δεν έχει καμιά σχέση με τη χημεία». Η Μπράιαν του χάρισε ένα αβίαστο χαμόγελο, αλλά ο σφυγμός της είχε αρχίσει να επιταχύνεται. «Ένας ευγενικός τρόπος να αναφερθείς στο σεξ;» Έτσι και έθιγε ένα θέμα, δε μασούσε τα λόγια της. Πολύ καλά. «Όποια λέξη και να χρησιμοποιήσεις, δημιουργεί μπλέξιμο. Καλύτερα, λοιπόν, να το αντιμετωπίσουμε στα ίσια, ώστε να μπορέσουμε στη συνέχεια να το παραμερίσουμε». Όταν ένιωσε τα δάχτυλά του να σφίγγουν τα δικά της, η Μπρά-ιαν κατέβασε το βλέμμα της σ’ αυτά. Καταλάβαινε αυτό που της έλεγε, αλλά όχι τη λογική του. «Αν μείνουμε με την απορία, αυτό θα είναι κάτι που θα αποσπά την προσοχή και των δυο μας», συνέχισε ο Σέιντ και η Μπράιαν ύψωσε επιφυλακτικά το κεφάλι της. Ο σφυγμός στον καρπό της χτυπούσε σαν τρελός κάτω από τα δάχτυλά του. Αλλά δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τραβηχτεί. Αν το είχε κάνει... Αλλά δεν ωφελούσαν σε τίποτε οι εικασίες. Έπρεπε να ξεμπερδεύουν. «Θα το ανακαλύψουμε, θα το καταχωρίσουμε στο αρχείο, θα το ξεχάσουμε και θα συνεχίσουμε τη δουλειά μας». Ακουγόταν λογικό. Αλλά η Μπράιαν δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στα όσα ακούγονταν απόλυτα λογικά. Πάντως, είχε απόλυτο δίκιο όταν της είπε πως, αν έμεναν με την απορία, αυτό θα τους αποσπούσε την προσοχή. Εκείνη αναρωτιόταν μέρες τώρα. Το στόμα του έδειχνε ό,τι πιο απαλό πάνω του, αλλά ακόμα και αυτό έμοιαζε


σκληρό, αδυσώπητο. Τ ι γεύση θα είχε; Τ ι αίσθηση θα της δημιουργούσε; Άφησε το βλέμμα της να κατέβει πάλι σ’ αυτό και είδε τα χείλη του να χαμογελούν. Δεν ήξερε αν αυτό το χαμόγελο έκρυβε σαρκασμό ή χιούμορ, αλλά την έκανε να πάρει την απόφασή της. «Εντάξει». Πόσο παθιασμένο μπορεί να είναι ένα φιλί όταν έχεις μια πόρτα αυτοκινήτου να σε χωρίζει; Έγειραν αργά ο ένας προς το μέρος του άλλου, σαν να περίμεναν πως κάποιος την τελευταία στιγμή θα έκανε πίσω. Τα χείλη τους έσμιξαν ανάλαφρα, χωρίς πάθος. Θα μπορούσε το πράγμα να είχε λήξει εκεί, να είχαν απορρίψει αδιάφορα ο ένας τον άλλον. Ένα απλό φιλί. Δύο χείλη που ενώνονται. Τ ίποτε παραπάνω. Κανείς από τους δυο δε θα μπορούσε να πει ποιος το άλλαξε στην πορεία, αν ήταν προσχεδιασμένο ή τυχαίο. Ήταν και οι δυο τους άνθρωποι με μεγάλη περιέργεια και μπορεί αυτή ακριβώς να ήταν η αιτία. Ή μπορεί να ήταν και αναπόφευκτο. Η υφή του φιλιού άλλαξε τόσο φυσικά, ώστε κανείς δε σκέφτηκε να βάλει ένα τέλος παρά μόνο όταν ήταν πια πολύ αργά για να το μετανιώσει. Τα χείλη μισάνοιξαν προκλητικά, γενναιόδωρα. Τα δάχτυλα γαντζώθηκαν μεταξύ τους. Έγειραν τα κεφάλια τους, το φιλί βάθυνε. Η Μπράιαν έπιασε τον εαυτό της να κολλάει πάνω στην σκληρή, άκαμπτη πόρτα αποζητώντας κάτι περισσότερο, απαιτώντας το, τη στιγμή που τα δόντια της δάγκωναν το κάτω χείλος του. Είχε δίκιο. Το στόμα του ήταν το πιο απαλό σημείο πάνω του. Απίστευτα απαλό, παράλογα τρυφερό και ζεστό κάτω από το δικό της. Η Μπράιαν δεν ήταν συνηθισμένη ν’ αλλάζει η διάθεσή της έτσι απότομα. Δεν είχε ξαναζήσει ποτέ κάτι τέτοιο. Της ήταν αδύνατον να αφεθεί χαλαρή να το απολαύσει. Αλλά γι’ αυτό δεν ήταν τα φιλιά; Μέχρι τώρα έτσι πίστευε. Τούτο εδώ, όμως, απαιτούσε όλη την ενέργεια, όλη τη δύναμή της. Όταν θα τέλειωνε, θα ένιωθε σαν να την


είχαν ξεζουμίσει. Ολοκληρωτικά, υπέροχα. Απολάμβανε, λοιπόν, τη συγκίνηση, προσδοκώντας ταυτόχρονα την αγαλλίαση που θα ακολουθούσε. Ο Σέιντ θα έπρεπε να το είχε φανταστεί. Να πάρει η οργή, θα έπρεπε να το ξέρει ότι δεν ήταν τόσο εύκολη και απλή όσο έδειχνε. Δεν ένιωθε να πονά από τον πόθο και μόνο που την έβλεπε; Τ ώρα που την είχε γευτεί κιόλας, ο πόθος αυτός δε θα έσβηνε. Αντίθετα, θα εντεινόταν. Η γυναίκα αυτή θα μπορούσε να υπονομεύσει τον αυτοέλεγχό του και ο αυτοέλεγχος ήταν κάτι πολύ σημαντικό για τη δουλειά του, για τη ζωή του, για την πνευματική του υγεία. Είχε αναπτύξει τον αυτοέλεγχό του και τον είχε τελειοποιήσει ύστερα από πολλά χρόνια ιδρώτα, φόβου και προσδοκιών. Ο Σέιντ ήξερε πως αυτό τον αυτοέλεγχο που χρησιμοποιούσε στον σκοτεινό θάλαμο ή για να στήσει μια σκηνή, τον ίδιο αυτοέλεγχο μπορούσε να χρησιμοποιήσει με επιτυχία και απέναντι σε μια γυναίκα. Ήταν ξεκάθαρο. Μι μικρή γεύση από την Μπράιαν και συνειδητοποίησε πόσο ισχνός ήταν αυτός ο αυτοέλεγχος. Για να αποδείξει στον εαυτό του, μπορεί και σ’ εκείνη, ότι ήταν σε θέση να ελέγξει την κατάσταση, ο Σέιντ επέτρεψε στο φιλί τους να γίνει πιο βαθύ, πιο παθιασμένο. Ο κίνδυνος παραμόνευε κι εκείνος φλέρταρε μαζί του. Μπορεί να χανόταν μέσα σε αυτό το φιλί, αλλά, όταν θα τέλειωνε, θα τέλειωνε. Τ ίποτα δε θα είχε αλλάξει. Η γεύση της ήταν καυτή, γλυκιά, δυνατή. Άναψε φωτιά μέσα του. Έπρεπε να συγκρατηθεί, διαφορετικά η φωτιά θα του άφηνε σημάδια –και του αρκούσαν αυτά που είχε. Η ζωή δεν είναι τόσο όμορφη όσο το πρώτο φιλί ένα ζεστό απόγευμα. Αυτό το ήξερε καλύτερα από τον καθένα. Ο Σέιντ τραβήχτηκε, ικανοποιημένος που διατηρούσε ακόμα τον αυτοέλεγχό του. Μπορεί ο σφυγμός του να μην ήταν τόσο σταθερός,


το μυαλό του να μην ήταν απόλυτα καθαρό, αλλά διατηρούσε τον αυτοέλεγχό του. Η Μπράιαν ένιωθε το κεφάλι της να γυρίζει. Αν τη ρωτούσε κάτι, οτιδήποτε, δε θα ήξερε να απαντήσει. Στηρίχτηκε πάνω στην πόρτα και περίμενε να ξαναβρεί την ισορροπία της. Το ήξερε πως αυτό το φιλί θα τη στράγγιζε. Ένιωθε μια φοβερή ατονία. Ο Σέιντ πρόσεξε το βλέμμα στα μάτια της, εκείνο το γλυκό βλέμμα που κάθε άντρας θα έπρεπε να δώσει μάχη για να του αντισταθεί. Γύρισε το κεφάλι του. «Θα σε αφήσω στο στούντιο». Και ενώ εκείνος έκανε το γύρο του αμαξιού, η Μπράιαν κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Τοποθέτησέ το στο αρχείο και ξέχασέ το, σκέφτηκε. Πού τέτοια τύχη!

Προσπάθησε. Η Μπράιαν έκανε τέτοια προσπάθεια να ξεχάσει τα συναισθήματα που είχε ξυπνήσει ο Σέιντ μέσα της, που ρίχτηκε στη δουλειά μέχρι τις τρεις τα ξημερώματα. Όταν γύρισε κατάκοπη στο διαμέρισμά της, είχε εμφανίσει τα φιλμ που είχε τραβήξει στο σχολείο και στην παραλία, είχε διαλέξει τα αρνητικά που ήθελε να τυπώσει και είχε τελειοποιήσει δύο εκτυπώσεις που πίστευε ότι αντιπροσώπευαν δύο από τα καλύτερα δείγματα της δουλειάς της. Τ ώρα είχε τέσσερις ώρες για να φάει, να μαζέψει τα πράγματά της και να κοιμηθεί. Αφού έφτιαξε ένα τεράστιο σάντουιτς, έβγαλε τη μοναδική βαλίτσα που δικαιούνταν να πάρει μαζί της στο ταξίδι και έριξε μέσα τα βασικά. Πτώμα από την κούραση, ήπιε μια γουλιά γάλα για να πάει κάτω το ψωμί, το τυρί και το ζαμπόν. Δεν ένιωθε και πολύ καλά το στομάχι της, έτσι άφησε το μισοφαγωμένο δείπνο της στο κομοδίνο και συνέχισε να ετοιμάζει τη βαλίτσα της. Έψαξε στο πάνω ράφι της ντουλάπας της να βρει το κουτί με τη


σεμνή πιτζάμα που της είχε κάνει δώρο τα Χριστούγεννα η μητέρα της. Απόλυτα απαραίτητη, σκέφτηκε, πετώντας τη στο σωρό με τα υπόλοιπα εσώρουχα και τα τζιν της. Δεν ήταν καθόλου σέξι και ευχήθηκε να επηρέαζε και την ίδια όταν θα τη φορούσε. Εκείνο το απόγευμα είχε θυμηθεί πολύ έντονα πως ήταν γυναίκα και μια γυναίκα έχει κάποιες αδυναμίες που δεν μπορεί πάντα να πολεμήσει. Δεν ήθελε όμως να ξανανιώσει τόσο θηλυκή δίπλα στον Σέιντ. Ήταν πολύ επικίνδυνο, κι εκείνη απέφευγε τις επικίνδυνες καταστάσεις. Αλλά, από τη στιγμή που δεν ανήκε στις γυναίκες που τονίζουν τη θηλυκότητά τους, αυτό δε θα ήταν πρόβλημα. Έτσι είπε στον εαυτό της. Μόλις θα ξεκινούσαν το μακρύ ταξίδι, θα ήταν τόσο πνιγμένοι στη δουλειά που δε θα το πρόσεχαν ακόμα και αν ο άλλος εμφανιζόταν με δυο κεφάλια. Έτσι είπε στον εαυτό της. Αυτό που είχε συμβεί σήμερα το απόγευμα ήταν απλώς μια από εκείνες τις σπάνιες στιγμές που ζουν οι φωτογράφοι όταν αφήσουν τη στιγμή να υπαγορεύσει τη σκηνή. Δε θα συνέβαινε ποτέ ξανά κάτι τέτοιο επειδή αυτή η στιγμή δε θα επαναλαμβανόταν. Έτσι είπε στον εαυτό της. Και στο σημείο αυτό σταμάτησε να σκέφτεται τον Σέιντ Κόλμπι. Ήταν σχεδόν τέσσερις το πρωί και οι επόμενες τρεις ώρες ήταν όλες δικές της, οι τελευταίες που θα είχε για πολύ καιρό, μόνη της. Και θα τις περνούσε όπως της άρεσε καλύτερα. Στην αγκαλιά του Μορφέα. Έβγαλε τα ρούχα της, τα άφησε να πέσουν ένας σωρός στο πάτωμα και χώθηκε κάτω από τις κουβέρτες, ξεχνώντας να σβήσει το φως.

Στην άλλη μεριά της πόλης, ο Σέιντ ήταν ξαπλωμένος μέσα στο σκοτάδι. Δεν είχε κοιμηθεί, αν και είχε μαζέψει τα πράγματά του από


ώρες. Ο σάκος και τα σύνεργά του ήταν τακτικά στοιβαγμένα δίπλα στην πόρτα. Είχε οργανώσει τα πάντα, ήταν έτοιμος –και ξάγρυπνος. Είχε χάσει και άλλοτε τον ύπνο του. Αυτό δεν τον πείραζε, τον πείραζε όμως ο λόγος για τον οποίον τον είχε χάσει απόψε. Και ο λόγος αυτός ήταν η Μπράιαν Μίτσελ. Αν και είχε καταφέρει να παραμερίσει τη σκέψη της, να την καταχωνιάσει σε μια γωνιά στο βάθος του μυαλού του, δεν είχε καταφέρει να απαλλαγεί εντελώς από αυτή. Θα μπορούσε να αναλύσει λεπτό προς λεπτό τα όσα είχαν συμβεί μεταξύ τους το απόγευμα, αλλά αυτό δε θα άλλαζε την ουσία. Ήταν τρωτός. Μπορεί αυτό να είχε συμβεί μόνο για μια στιγμή, για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, πάντως ήταν τρωτός. Και δεν είχε το περιθώριο για κάτι τέτοιο. Ήταν κάτι που δε θα επέτρεπε να συμβεί δεύτερη φορά. Η Μπράιαν Μίτσελ ήταν ένα μπλέξιμο, κι εκείνη ισχυριζόταν πως ήθελε να αποφεύγει τα μπλεξίματα. Εκείνος, από τη μεριά του, ήταν συνηθισμένος σε αυτά. Δεν είχε ποτέ πρόβλημα να τα βγάζει πέρα με τα μπλεξίματα. Τα πράγματα δε θα ήταν διαφορετικά μαζί της. Έτσι είπε στον εαυτό του. Τους επόμενους τρεις μήνες θα έπεφταν με τα μούτρα στη δουλειά, που θα απαιτούσε όλη την ενέργεια και το χρόνο τους. Όταν δούλευε, ο Σέιντ είχε την ικανότητα να επικεντρώνει την προσοχή του σ’ έναν στόχο και να ξεχνάει όλα τ’ άλλα. Αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Έτσι είπε στον εαυτό του. Ό,τι έγινε, έγινε. Εξακολουθούσε να πιστεύει πως ήταν καλύτερα που είχε γίνει προτού ξεκινήσουν, που είχαν ξεμπερδέψει με τις εικασίες και την ένταση που θα δημιουργούσαν. Τ ώρα είχαν γλιτώσει από την ένταση. Έτσι είπε στον εαυτό του.


Αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ο πόνος που ένιωθε στο στομάχι του δεν οφειλόταν στο δείπνο του, που έτσι κι αλλιώς είχε κρυώσει ανέγγιχτο στο πιάτο του. Είχε τρεις ώρες για τον εαυτό του, στη συνέχεια θα ακολουθούσαν τρεις μήνες με την Μπράιαν. Ο Σέιντ έκλεισε τα μάτια του και έκανε αυτό που έκανε πάντα όταν ένιωθε στρες. Πίεσε τον εαυτό του να κοιμηθεί.

Κεφάλαιο 3 Η Μπράιαν σηκώθηκε και ντύθηκε πριν τις εφτά, αλλά δεν ήταν έτοιμη να μιλήσει σε κανέναν. Κρατούσε τη βαλίτσα και το φωτογραφικό της τρίποδο στο ένα χέρι, ενώ είχε περάσει σταυρωτά στο στήθος τις δύο θήκες με τις μηχανές της και την τσάντα της. Την ώρα που ο Σέιντ σταμάτησε στο πεζοδρόμιο, εκείνη κατέβηκε τις σκάλες και πλησίασε το αυτοκίνητο. Πίστευε πως έπρεπε να είναι συνεπής στα ραντεβού, αλλά όχι απαραίτητα πρόσχαρη. Χαιρέτησε μέσα από τα δόντια της τον Σέιντ –το καλύτερο που μπορούσε να κάνει τέτοια ώρα το πρωί–, φόρτωσε αμίλητη τον εξοπλισμό της, κάθισε στη θέση του συνοδηγού, άπλωσε τα πόδια και έκλεισε τα μάτια της. Ο Σέιντ την κοίταξε, το πρόσωπό της μόλις που διακρινόταν πίσω από τα πορτοκαλί γυαλιά και το στραπατσαρισμένο ψάθινο καπέλο. «Δύσκολη νύχτα;» τη ρώτησε, αλλά εκείνη είχε αποκοιμηθεί ήδη. Έτσι κι αυτός κούνησε το κεφάλι του, έλυσε το χειρόφρενο και βγήκε στο δρόμο. Η αποστολή τους είχε ξεκινήσει. Δεν τον ενοχλούσε να οδηγεί για μεγάλες αποστάσεις. Του έδιναν το περιθώριο να σκέφτεται ή να μη σκέφτεται, ανάλογα με το κέφι


του. Σε λιγότερο από μια ώρα είχε βγει από την κίνηση του Λος Άντζελες. Πήρε τον αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση βορειοανατολικά. Του άρεσε να ταξιδεύει σε άδειο δρόμο, ενώ ο ήλιος ανέβαινε στον ορίζοντα. Το φως αντανακλούσε πάνω στα χρώμια του αμαξιού, έλουζε το καπό και τόνιζε τις διαγραμμίσεις του δρόμου. Υπολόγιζε να καλύψει εφτακόσια πενήντα με εννιακόσια χιλιόμετρα εκείνη τη μέρα με κατεύθυνση τη Γιούτα, εκτός και αν τους τραβούσε κάτι την προσοχή στο δρόμο και σταματούσαν να τραβήξουν κάποιες φωτογραφίες. Στη συνέχεια, όμως, δεν έβλεπε κανένα λόγο να καταπίνουν χιλιόμετρα σαν τρελοί. Αυτό θα ήταν σε βάρος της δουλειάς τους. Θα οδηγούσαν λογικά με κατεύθυνση τους τελικούς προορισμούς που είχαν ορίσει. Πάντως δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο δρομολόγιο που δεν μπορούσε να αλλάξει. Ο μόνος χρονικός περιορισμός ήταν ότι θα έπρεπε να έχουν επιστρέψει στο Λος Άντζελες μέχρι την πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη. Άναψε σιγανά το ραδιόφωνο, έπιασε ένα σταθμό με μουσική κάντρι και συνέχισε με σταθερή ταχύτητα. Δίπλα του η Μπράιαν κοιμόταν. Αν ήταν αυτή η ρουτίνα της, δε θα είχαν κανένα πρόβλημα. Όσο εκείνη κοιμόταν ούτε εκνευριζόταν ούτε άναβε το πάθος κανενός. Ακόμα και τώρα αναρωτιόταν γιατί η σκέψη της τον είχε κρατήσει ξάγρυπνο όλη νύχτα. Τ ι ήταν αυτό που τον ανησυχούσε σ’ εκείνη; Δεν ήξερε και αυτό ήταν ανησυχητικό από μόνο του. Του άρεσε να εντοπίζει τα προβλήματα, να τα αναλύει και στη συνέχεια να ξαναβάζει τα πράγματα στη θέση τους όπως τον βόλευαν. Και μολονότι η Μπράιαν Μίτσελ ήταν ήσυχη, σχεδόν μαζεμένη για την ώρα, δεν πίστευε πως θα μπορούσε να κάνει το ίδιο και στην περίπτωσή της. Αφού αποφάσισε να αναλάβει αυτή τη δουλειά, ο Σέιντ είχε


φροντίσει να μάθει όσο περισσότερα μπορούσε για εκείνη. Μπορεί ο ίδιος να προστάτευε με νύχια και με δόντια την προσωπική του ζωή, αλλά δεν του έλειπαν οι διασυνδέσεις. Γνώριζε τη δουλειά της στο Σελ έμπριτι, αλλά και τις κάπως πιο πρωτοποριακές φωτογραφίσεις της για το Βάνιτι και το Ιν Τατς. Με τα χρόνια, οι ασυνήθιστες και πρωτοποριακές φωτογραφίες της, των διασημοτήτων πάντα, την είχαν κάνει να ξεχωρίσει στο χώρο. Εκείνο που δε γνώριζε ως τότε ήταν πως η Μπράιαν ήταν κόρη ενός ζωγράφου και μιας ποιήτριας, δύο εκκεντρικών ανθρώπων που είχαν καταφέρει να γνωρίσουν κάποια επιτυχία και ήταν κάτοικοι του Καρμέλ. Είχε παντρευτεί μ’ έναν λογιστή προτού κλείσει τα είκοσι και είχε χωρίσει τρία χρόνια αργότερα. Στη συνέχεια, είχε φροντίσει επιμελώς να μη δημιουργήσει σοβαρή σχέση, ενώ σκεφτόταν αόριστα να αγοράσει ένα παραθαλάσσιο σπίτι στο Μάλιμπου. Όλοι τη συμπαθούσαν, τη σέβονταν και ήταν φανερό ότι μπορούσες να βασιστείς πάνω της. Συχνά ήταν αργή στη δουλειά της –ένας συνδυασμός της ανάγκης της για τελειότητα και του πιστεύω της ότι όταν βιάζεσαι σπαταλάς άδικα ενέργεια. Δεν είχε ανακαλύψει τίποτε το περίεργο στην έρευνά του, κάτι που να δικαιολογεί την έλξη που ένιωθε γι’ αυτή. Αλλά ένας φωτογράφος, και μάλιστα επιτυχημένος, διαθέτει υπομονή. Μερικές φορές ήταν απαραίτητο να δεις και να ξαναδείς ένα θέμα για να κατανοήσεις τη συγκίνηση που σου προκαλεί. Όταν διέσχισαν τα σύνορα της Καλιφόρνιας και μπήκαν στη Νεβάδα, ο Σέιντ άναψε ένα τσιγάρο και κατέβασε το τζάμι του παραθύρου του. Η Μπράιαν κουνήθηκε στη θέση της, κάτι μουρμούρισε και έπιασε την τσάντα της. «Καλημέρα», της είπε ο Σέιντ ρίχνοντάς της ένα πλάγιο βλέμμα. «Μμμ». Η Μπράιαν ψαχούλεψε στην τσάντα της και βρήκε ανακουφισμένη μια σοκολάτα. Με γρήγορες κινήσεις έσκισε το χαρτί


και πέταξε τα σκουπίδια στην τσάντα της. Συνήθως την άδειαζε προτού ξεχειλίσει. «Πάντα τρως σοκολάτα για πρωινό;» «Καφεΐνη». Η Μπράιαν δάγκωσε μια γερή μπουκιά και αναστέναξε. «Εγώ προτιμώ να παίρνω τη δόση μου με αυτό τον τρόπο». Αργά, νωχελικά, τέντωσε το στέρνο, την πλάτη και τα μπράτσα της. Μια φιδίσια κίνηση καθόλου προσχεδιασμένη. Αλλά σίγουρα χαρακτηριστικό στοιχείο της έλξης που ασκούσε πάνω του, σκέφτηκε ειρωνικά ο Σέιντ. «Λοιπόν, πού βρισκόμαστε;» «Στη Νεβάδα», της απάντησε και φύσηξε τον καπνό του τσιγάρου έξω από το ανοιχτό παράθυρο. «Μόλις περάσαμε τα σύνορα». Η Μπράιαν μάζεψε τα πόδια και κάθισε πάνω τους, συνεχίζοντας να μασουλάει τη σοκολάτα της. «Πρέπει να πλησιάζει η ώρα για τη δική μου βάρδια». «Θα σε ειδοποιήσω όταν θα είναι». «Εντάξει». Όσο εκείνος ήθελε να οδηγεί, η Μπράιαν δεν είχε κανένα πρόβλημα να είναι συνοδηγός. Είχε πρόβλημα, όμως, με τη μουσική κάντρι. Δεν ήταν η αγαπημένη της. Έριξε, λοιπόν, μια ματιά όλο νόημα στο ραδιόφωνο. «Ο οδηγός επιλέγει τη μουσική». Ο Σέιντ το δέχτηκε, υψώνοντας αδιάφορα τους ώμους του. «Αν θέλεις να πιεις κάτι για να πάει κάτω η σοκολάτα, υπάρχει χυμός σ’ ένα παγούρι πίσω». «Ναι;» Η Μπράιαν ήθελε συνέχεια να βάζει κάτι στο στομάχι της, έτσι σταμάτησε να κάθεται κουλουριασμένη και πέρασε στο πίσω μέρος του βαν. Δεν το είχε προσέξει καλά το πρωί. Με μια γρήγορη ματιά είχε δει απλώς πως ήταν μαύρο και καλοδιατηρημένο. Τ ώρα πρόσεξε τους δυο ταπετσαρισμένους πάγκους δεξιά και αριστερά, που, αν δεν ήσουν πολύ επιλεκτικός, μπορούσαν να χρησιμεύσουν για κρεβάτι. Αν και η Μπράιαν θεώρησε το σιδερένιο πάτωμα καλύτερη λύση.


Τα πράγματα του Σέιντ ήταν προσεκτικά τοποθετημένα και δεμένα, ενώ τα δικά της πεταμένα σε μια γωνία. Ακριβώς από πάνω, τα γυαλιστά εβένινα ντουλάπια είχαν κάποιες βασικές προμήθειες. Καφέ, ένα ηλεκτρικό μάτι, μια μικρή τσαγιέρα. Όλα αυτά θα τους ήταν χρήσιμα αν σταματούσαν σε κατασκήνωση με παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Για την ώρα, η Μπράιαν αρκέστηκε στο χυμό που υπήρχε μέσα στο θερμός. «Θέλεις λίγο;» Ο Σέιντ έριξε μια ματιά στο καθρεφτάκι και την είδε να στέκεται με ανοιχτά τα πόδια για ισορροπία και να κρατιέται από το ντουλάπι. «Ναι». Η Μπράιαν πήρε το θερμός και δύο πλαστικά ποτήρια και γύρισε στη θέση της. «Διαθέτεις όλα τα κομφόρ», παρατήρησε, δείχνοντας με το χέρι της πίσω. «Ταξιδεύεις συχνά με αυτό;» «Όποτε είναι απαραίτητο», της απάντησε και άπλωσε το χέρι του να πάρει το ποτήρι μόλις άκουσε τα παγάκια να κουδουνίζουν. «Δε μου αρέσει το αεροπλάνο. Χάνεις κάθε ευκαιρία να τραβήξεις ενδιαφέρουσες φωτογραφίες στη διαδρομή». Πέταξε το τσιγάρο του από το παράθυρο και ήπιε το χυμό του. «Αν η δουλειά που αναλαμβάνω βρίσκεται σε μια ακτίνα χιλίων χιλιομέτρων, πάω με το αυτοκίνητο». «Μισώ το αεροπλάνο». Η Μπράιαν βολεύτηκε στο διάκενο ανάμεσα στο κάθισμα και την πόρτα. «Και όμως πετάω κάθε τόσο για τη Νέα Υόρκη για να φωτογραφίσω κάποιον που δεν μπορεί ή δε θέλει να έρθει αυτός σ’ εμένα. Παίρνω μαζί μου ένα μπουκαλάκι δραμαμίνες, κάμποσες σοκολάτες, ένα λαγοπόδαρο και ένα σοβαρό βιβλίο. Έτσι καλύπτω όλες τις περιπτώσεις». «Με τις δραμαμίνες και το λαγοπόδαρο, μπορεί». «Οι σοκολάτες είναι για τα νεύρα μου. Μου αρέσει να τρώω όταν είμαι σε ένταση. Το βιβλίο είναι το διαπραγματευτικό μου ατού». Η


Μπράιαν κούνησε το ποτήρι της, κάνοντας τα παγάκια να κουδουνίσουν. «Νιώθω σαν να τους λέω –βλέπετε, ασχολούμαι με κάτι που αξίζει τον κόπο. Μην τα κάνετε, λοιπόν, θάλασσα, ρίχνοντας το αεροπλάνο. Άσε που το βιβλίο μετά από είκοσι λεπτά με νυστάζει συνήθως και κοιμάμαι». Το χαμόγελό του ήταν ενθαρρυντικό σημάδι για τα εκατοντάδες χιλιόμετρα που είχαν να διανύσουν. «Αυτό τα εξηγεί όλα». «Έχω φοβία όταν πετάω στα τριάντα χιλιάδες πόδια μέσα σ’ ένα βαρύ μεταλλικό κύλινδρο μαζί με διακόσιους αγνώστους, πολλοί από τους οποίους χαίρονται να διηγούνται τις πιο προσωπικές λεπτομέρειες της ζωής τους στο διπλανό τους». Η Μπράιαν ακούμπησε τα πόδια της στο ταμπλό και χαμογέλασε. «Προτιμώ να διασχίζω τη χώρα με αυτοκίνητο, παρέα μ’ έναν ιδιόρρυθμο φωτογράφο που κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια να μου αποκαλύψει όσο το δυνατόν λιγότερα για τον εαυτό του». Ο Σέιντ της έριξε ένα πλάγιο βλέμμα και αποφάσισε πως δε θα έβλαπτε να παίξουν το παιχνίδι, αρκεί να γνώριζαν και οι δυο τους κανόνες. «Δε με ρώτησες κάτι». «Εντάξει, θα ξεκινήσουμε με κάτι απλό. Από πού προέρχεται το Σέιντ; Το όνομά σου, εννοώ». Ο Σέιντ έκοψε ταχύτητα και έστριψε σ’ ένα σταθμό πάρκινγκ του αυτοκινητόδρομου. «Σεδράχ». Η Μπράιαν γούρλωσε τα μάτια της εντυπωσιασμένη. «Από τους Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ στο Βιβλίο του Δανιήλ;» «Ακριβώς. Η μητέρα μου αποφάσισε να δώσει στα παιδιά της εντυπωσιακά ονόματα. Έχω μια αδερφή που τη λένε Κασσιόπη. Εσένα γιατί σ’ έβγαλαν Μπράιαν;» «Οι γονείς μου ήθελαν να δείξουν ότι δεν είναι σεξιστές». Μόλις το βανάκι σταμάτησε στο πάρκινγκ, η Μπράιαν πετάχτηκε έξω, έκανε μια βαθιά επίκυψη και ακούμπησε τις παλάμες της στην


άσφαλτο, προς μεγάλη ευχαρίστηση του άντρα στην Πόντιακ δίπλα της που έκανε τριάντα δευτερόλεπτα να βάλει το κλειδί στη μηχανή, απολαμβάνοντας το θέαμα. «Θεέ μου, είχα πιαστεί!» Η Μπράιαν τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της και έκανε και δεύτερη επίκυψη. «Κοίτα, υπάρχει ένα σνακ μπαρ εκεί πέρα. Θα πάω να πάρω μερικές τηγανητές πατάτες. Θέλεις κι εσύ;» «Είναι δέκα το πρωί». «Σχεδόν δέκα και μισή», τον διόρθωσε. «Εξάλλου ο κόσμος τρώει τηγανητές πατάτες και κρεμμύδια για πρωινό. Ποια η διαφορά;» Ο Σέιντ ήταν σίγουρος πως υπήρχε διαφορά, αλλά δεν είχε όρεξη να το συζητήσει. «Εσύ πήγαινε να αγοράσεις τις πατάτες σου. Εγώ θέλω να αγοράσω μια εφημερίδα». «Εντάξει», του απάντησε και σαν να της ήρθε ξαφνική έμπνευση, ξαναμπήκε στο βανάκι και πήρε την κάμερά της. «Θα ξανασυναντηθούμε εδώ σε δέκα λεπτά». Η Μπράιαν είχε κάθε καλή πρόθεση να είναι συνεπής, αλλά τελικά έκανε σχεδόν είκοσι λεπτά να γυρίσει. Καθώς πλησίαζε το σνακ μπαρ, η ουρά που είχαν σχηματίσει όλοι εκείνοι που ήθελαν κάτι πρόχειρο να τσιμπήσουν, κέντρισε τη φαντασία της. Υπήρχαν τουλάχιστον δέκα άνθρωποι. Φορούσαν φαρδιές βερμούδες, τσαλακωμένα καλοκαιρινά φουστάνια και βαμβακερά παντελόνια. Μια στρουμπουλή έφηβη φορούσε ένα δερμάτινο σορτσάκι που κολλούσε πάνω της σαν να ήταν ζωγραφισμένο. Μια γυναίκα που είχε άλλους έξι μπροστά της για να φτάσει στο ταμείο έκανε αέρα μ’ ένα πλατύγυρο καπέλο με κορδέλα στο μπορ. Πήγαιναν όλοι τους κάπου, ανυπομονούσαν να φτάσουν και δεν έδιναν προσοχή σε κανέναν άλλον. Η Μπράιαν δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Προχώρησε κατά μήκος της ουράς από τη μια μεριά,


ύστερα από την άλλη, μέχρι που βρήκε τη σωστή γωνία. Τ ράβηξε τη φωτογραφία από πίσω, έτσι η ουρά έδινε την αίσθηση πως ήταν πιο μεγάλη και χωρίς συνοχή, ενώ ο άντρας που σέρβιρε το φαγητό πίσω από τον πάγκο φαινόταν σαν μια απλή σκιά –ήταν εκεί, αλλά μπορεί και να μην ήταν. Η Μπράιαν σπατάλησε παραπάνω από τα δέκα λεπτά που είχε στη διάθεσή της προτού πάει να σταθεί και η ίδια στην ουρά. Όταν γύρισε, βρήκε τον Σέιντ ακουμπισμένο στο βανάκι να διαβάζει την εφημερίδα. Είχε τραβήξει κι εκείνος τρεις φωτογραφίες του πάρκινγκ όπου ήταν σταματημένα αυτοκίνητα από πέντε διαφορετικές Πολιτείες. Όταν ανασήκωσε το κεφάλι του, είδε την Μπράιαν με τη μηχανή της κρεμασμένη στον ώμο, να κρατάει ένα πελώριο μιλκσέικ με σοκολάτα στο ένα χέρι και μια μεγάλη μερίδα πατάτες με κέτσαπ στο άλλο. «Συγνώμη», του είπε εκείνη, τσιμπώντας μια πατάτα καθώς τον πλησίαζε. «Πήρα μερικές καλές πόζες της ουράς μπροστά στο σνακ μπαρ. Το μισό καλοκαίρι το περνάμε με βιαστικές προετοιμασίες για να πάμε κάπου και όταν φτάσει η ώρα περιμένουμε στην ουρά, δε συμφωνείς;» «Μπορείς να οδηγήσεις με όλα αυτά που κουβαλάς;» «Ασφαλώς». Η Μπράιαν μπήκε στη θέση του οδηγού. «Έχω συνηθίσει». Ισορρόπησε το μιλκσέικ ανάμεσα στα πόδια της, ακούμπησε τις πατάτες ακριβώς μπροστά και άπλωσε το χέρι να πάρει τα κλειδιά. Ο Σέιντ κοίταξε το ποτήρι που εκείνη είχε στηρίξει ανάμεσα στα λεία, μαυρισμένα πόδια της. «Είσαι ακόμα πρόθυμη να το μοιραστείς;» Η Μπράιαν γύρισε το κεφάλι της να κοιτάξει πίσω καθώς έκανε όπισθεν. «Όχι». Γύρισε γρήγορα το τιμόνι και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. «Είχες την ευκαιρία και την έχασες». Οδηγώντας επιδέξια με


το ένα χέρι, τσίμπησε άλλη μια πατάτα. «Έτσι όπως τρως, θα έπρεπε να ήσουν γεμάτη ακμή μέχρι τον αφαλό». «Μύθος», τον αντέκρουσε και προσπέρασε ένα αμάξι που πήγαινε με μικρότερη ταχύτητα. Με μερικές γρήγορες κινήσεις βρήκε στο ραδιόφωνο ένα σταθμό που μετέδιδε ένα παλιό τραγούδι των Σάιμον και Γκαρφάνκελ. «Αυτή είναι μουσική», του είπε. «Μου αρέσουν τα τραγούδια που έχουν κάποια αισιοδοξία. Η μουσική κάντρι μιλά όλο για πόνο, απάτες και μεθύσια». «Και για τη ζωή». Η Μπράιαν πήρε το μιλκσέικ και ρούφηξε με το καλαμάκι. «Μπορεί. Υποθέτω πως με κούρασε η πραγματικότητα. Η δουλειά σου βασίζεται σε αυτή». «Ενώ η δική σου συχνά την παρακάμπτει». Η Μπράιαν έσμιξε τα φρύδια της, στη συνέχεια όμως πίεσε συνειδητά τον εαυτό της να χαλαρώσει. Από τη σκοπιά του είχε δίκιο. «Η δική μου προσφέρει επιλογές. Γιατί ανέλαβες αυτή τη δουλειά, Σέιντ;» τον ρώτησε ξαφνικά. «Το καλοκαίρι στην Αμερική είναι χαρακτηριστική περίπτωση ξεφαντώματος. Δεν είναι στο στυλ σου». «Μην ξεχνάς όμως και τον ιδρώτα, τις σοδειές που καταστρέφονται από την πολλή ζέστη, τα σπασμένα νεύρα». Ο Σέιντ άναψε πάλι τσιγάρο. «Τ ι λες, αυτά ταιριάζουν περισσότερο στο στυλ μου;» «Εσύ το είπες, όχι εγώ». Η Μπράιαν ήπιε μια γουλιά σοκολάτα και τη στριφογύρισε στο στόμα της. «Έτσι που καπνίζεις, θα πεθάνεις». «Αργά ή γρήγορα...» Ο Σέιντ άνοιξε πάλι την εφημερίδα του, βάζοντας τέλος στη συζήτηση. Ποιος στην ευχή νομίζει πως είναι, αναρωτήθηκε η Μπράιαν


κρατώντας σταθερή την ταχύτητα στα ενενήντα χιλιόμετρα. Ποια γεγονότα είχαν βγάλει στην επιφάνεια την κυνικότητα και το ταλέντο του; Ο Σέιντ διέθετε χιούμορ, το είχε διαπιστώσει μια δυο φορές και μόνη της. Έδειχνε όμως να το επιτρέπει στον εαυτό του με το σταγονόμετρο. Πάθος; Αυτό μπορούσε να το καταθέσει από πρώτο χέρι η Μπράιαν, ο άνθρωπος ήταν σκέτη βόμβα. Τ ι θα μπορούσε να την κάνει να εκραγεί; Για ένα ήταν σίγουρη –ο Σέιντ Κόλμπι διέθετε ατσάλινο αυτοέλεγχο. Το πάθος, η δύναμη, η οργή –όποια ετικέτα και να έβαζες στα συναισθήματά του– απελευθερώνονταν μόνο στη δουλειά του. Αλλά ποτέ, ήταν σίγουρη γι’ αυτό, στην προσωπική του ζωή. Όχι συχνά, τουλάχιστον. Η Μπράιαν ήξερε ότι έπρεπε να είναι προσεκτική και να κρατάει τις αποστάσεις. Ήταν ο πιο έξυπνος τρόπος για να βγει χωρίς τραύματα από αυτή την τρίμηνη αποστολή. Παρ’ όλα αυτά, ήθελε πολύ να διερευνήσει το χαρακτήρα του Σέιντ και ήξερε ότι τελικά θα υπέκυπτε στον πειρασμό. Θα πατούσε τα ευαίσθητα κουμπιά του για να μελετήσει το αποτέλεσμα. Και θα το έκανε επειδή, ενώ δεν της άρεσε, αισθανόταν αυτή τη μεγάλη έλξη για εκείνον, παράλληλα. Του είχε πει την αλήθεια, δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος που να μη συμπαθεί. Αυτό οφειλόταν στον τρόπο που προσέγγιζε την τέχνη της, κοιτούσε κάποιον και αναζητούσε τα προσόντα του. Μπορεί όλα όσα ανακάλυπτε να μην ήταν όμορφα, να μην της άρεσαν, αλλά έβρισκε πάντα κάτι για να προσεγγίσει τον άλλον. Έπρεπε να το κάνει αυτό και με τον Σέιντ, το χρωστούσε στον εαυτό της. Εξάλλου, μπορεί να καθυστερούσε να του το πει, αλλά ήθελε σαν τρελή να τον φωτογραφίσει. «Σέιντ, θέλω να σε ρωτήσω κάτι ακόμα». «Μμμ;» μουρμούρισε εκείνος χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την εφημερίδα.


«Ποια είναι η αγαπημένη σου ταινία;» Κάπως ενοχλημένος από τη διακοπή και λίγο σαστισμένος από την ερώτηση, ο Σέιντ ανασήκωσε το κεφάλι του και έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται για μια ακόμα φορά πώς θα ήταν τα μαλλιά της ελεύθερα και όχι χτενισμένα σε κοτσίδα. «Τ ι είπες;» «Η αγαπημένη σου ταινία», επανέλαβε η Μπράιαν. «Χρειάζομαι ένα στοιχείο, να ξεκινήσω από κάπου». «Για ποιο λόγο;» «Για να ανακαλύψω το λόγο που σε βρίσκω ενδιαφέροντα, γοητευτικό, αλλά αντιπαθή». «Είσαι παράξενη γυναίκα, Μπράιαν». «Όχι, όχι στ’ αλήθεια, αν και έχω κάθε λόγο να είμαι». Η Μπράιαν σταμάτησε να μιλάει για λίγο και άλλαξε λωρίδα. «Έλα, Σέιντ, έχουμε μπροστά μας μακρύ ταξίδι. Ας κάνουμε ο ένας το χατίρι στον άλλον, τουλάχιστον για τα μικροπράγματα. Πες μου μια ταινία». «Η Σειρήνα της Μαρτινίκα». «Η πρώτη ταινία που πρωταγωνίστησε ο Μπόγκαρτ μαζί με την Μπακόλ». Αυτό την έκανε να του χαμογελάσει με τον τρόπο που ο Σέιντ είχε χαρακτηρίσει ως επικίνδυνο. «Ωραία. Αν μου είχες αναφέρει κανένα γαλλικό φιλμ νουάρ, θα έπρεπε να αναζητήσω άλλο ξεκίνημα. Γιατί η συγκεκριμένη ταινία;» Ο Σέιντ άφησε την εφημερίδα στο πλάι. Ώστε η κυρία ήθελε να παίξει παιχνίδια. Πάντως το συγκεκριμένο ήταν ακίνδυνο και είχαν ακόμα μια μεγάλη μέρα μπροστά τους. «Μου αρέσει η χημεία τους στην οθόνη, η σφιχτοδεμένη πλοκή και η σκηνοθεσία που κάνει τον Μπόγκαρτ τέλειο ήρωα και την Μπακόλ ως τη μοναδική γυναίκα που θα μπορούσε να ορθώσει το παράστημά της μπροστά του». Η Μπράιαν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, ικανοποιημένη. Ώστε ο Σέιντ είχε την ικανότητα να απολαμβάνει τους ήρωες, τις φαντασιώσεις και τις τρικυμιώδεις σχέσεις. Μπορεί να μην ήταν και


τόσο σημαντικό, αλλά ένιωσε να τον συμπαθεί γι’ αυτό. «Οι κινηματογραφικές ταινίες με μαγεύουν, ο κόσμος του κινηματογράφου γενικά. Φαντάζομαι ότι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που άρπαξα την ευκαιρία να δουλέψω για το Σελ έμπριτι. Ούτε ξέρω πια πόσες φωτογραφίες ηθοποιών έχω τραβήξει, αλλά όταν τους βλέπω στην οθόνη εξακολουθούν να με μαγεύουν». Ο Σέιντ ήξερε ότι ήταν επικίνδυνο να κάνει ερωτήσεις. Δεν τον προβλημάτιζαν οι απαντήσεις που θα έπαιρνε, αλλά το δικαίωμα που θα έδινε στον άλλον να του κάνει και εκείνος με τη σειρά του. Και όμως ήθελε να μάθει. «Γι’ αυτό φωτογραφίζεις όλους τους ωραίους και διάσημους; Γιατί θέλεις να κλέψεις ένα μέρος από τη λάμψη τους;» Η Μπράιαν θεώρησε την ερώτησή του λογική και δε θύμωσε. Εξάλλου, της έδωσε την ευκαιρία να σκεφτεί την πορεία που είχε πάρει η δουλειά της χωρίς να είναι προσχεδιασμένη. «Μπορεί να ξεκίνησα έχοντας κάτι τέτοιο κατά νου. Δεν αργείς όμως να τους αντιμετωπίσεις ως κοινούς θνητούς που έχουν ένα εντυπωσιακό επάγγελμα. Και μου αρέσει να ανακαλύπτω εκείνη τη σπίθα που τους κάνει να γίνονται αστέρες». «Όμως, για τους επόμενους τρεις μήνες θα φωτογραφίζεις την καθημερινότητα. Γιατί;» «Γιατί όλοι κρύβουμε μια σπίθα μέσα μας. Και θέλω να την ανακαλύψω και στον αγρότη της Αιόβα». Είχε πάρει την απάντησή του. «Είσαι ρομαντική, Μπράιαν;» «Ναι». Τον κοίταξε, το βλέμμα της ήταν ειλικρινές και γεμάτο ενδιαφέρον. «Θα έπρεπε να ντρέπομαι γι’ αυτό;» Του Σέιντ δεν του άρεσε η επίδραση που είχε πάνω του αυτή η ήρεμη λογική ερώτηση. Ήταν και αυτός κάποτε ρομαντικός και ήξερε πόσο σκληρό είναι να ξεριζώνουν βάναυσα τα όνειρά σου. «Όχι να ντρέπεσαι», της απάντησε ύστερα από λίγο. «Απλώς, να


είσαι προσεκτική». Συνέχισαν το ταξίδι τους για ώρες. Στη μέση του απογεύματος άλλαξαν θέση στο τιμόνι και η Μπράιαν έριξε μια ματιά στην εφημερίδα. Είχαν συμφωνήσει και οι δυο να αφήσουν τον αυτοκινητόδρομο και να πάρουν τους επαρχιακούς δρόμους. Κάθε τόσο άνοιγαν κάποια συζήτηση και στη συνέχεια έπεφτε πάλι σιωπή. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν μπήκαν στην Πολιτεία Άινταχο. «Σκι και πατάτες», παρατήρησε η Μπράιαν. «Είναι τα μόνα δυο πράγματα που μου έρχονται στο μυαλό όταν σκέφτομαι το Άινταχο». Ένιωσε ένα ρίγος και ανέβασε το τζάμι του παραθύρου. Το καλοκαίρι δεν ήταν τόσο ζεστό στα βόρεια, ιδιαίτερα όταν έπεφτε ο ήλιος. Κοίταξε το δειλινό μέσα από το τζάμι. Πρόβατα, εκατοντάδες πρόβατα σε άσπρα ή γκρίζα κοπάδια βοσκούσαν τεμπέλικα το ξερό χορτάρι στις άκρες του δρόμου. Η Μπράιαν ήταν μια γυναίκα της πόλης, των αυτοκινητοδρόμων και των ουρανοξυστών. Ο Σέιντ μπορεί να ξαφνιαζόταν αν του έλεγε πως δεν είχε ταξιδέψει ποτέ ούτε τόσο βόρεια ούτε τόσο ανατολικά παρά μόνο με αεροπλάνο. Οι ατέλειωτες εκτάσεις με τα πρόβατα τη μάγεψαν. Άπλωνε το χέρι της να πιάσει τη φωτογραφική μηχανή της, όταν ο Σέιντ πρόφερε μια βρισιά και πάτησε φρένο. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί η Μπράιαν στο πάτωμα. «Γιατί αυτό;» Ο Σέιντ είδε με μια ματιά πως δεν είχε χτυπήσει, πως δεν είχε καν τσαντιστεί, πως τον ρωτούσε από απλή περιέργεια. Έτσι δεν έκανε τον κόπο να ζητήσει συγνώμη. «Ένα αναθεματισμένο πρόβατο βγήκε στο δρόμο». Η Μπράιαν σηκώθηκε και κοίταξε από το παρμπρίζ. Ήταν τρία πρόβατα που είχαν παραταχτεί ανέμελα στη μέση του δρόμου, το ένα πίσω από το άλλο. Το ένα από αυτά ανασήκωσε το κεφάλι του και


κοίταξε το αμάξι, ύστερα κοίταξε πάλι αλλού. «Σαν να περιμένουν το λεωφορείο», παρατήρησε η Μπράιαν και άρπαξε τον Σέιντ από τον καρπό προτού προλάβει να χτυπήσει την κόρνα. «Όχι, περίμενε ένα λεπτό. Δεν έχω αγγίξει ποτέ μου πρόβατο». Προτού προλάβει εκείνος να κάνει κάποιο σχόλιο, η Μπράιαν πετάχτηκε από το αμάξι και προχώρησε προς τα πρόβατα. Ένα από αυτά μαζεύτηκε λίγο όταν την είδε να πλησιάζει, αλλά γενικά δεν της έδωσαν μεγάλη σημασία. Η τσαντίλα του Σέιντ εξαφανίστηκε όταν την είδε να σκύβει και να αγγίζει ένα. Μια άλλη γυναίκα θα είχε αυτό το ύφος αν άγγιζε ζιμπελίνα σε γουναράδικο. Ευχαριστημένη, διστακτική και αλλόκοτα σέξι. Και το φως ήταν καλό. Πήρε τη μηχανή του και διάλεξε ένα φίλτρο. «Πώς το νιώθεις κάτω από το χέρι σου;» «Απαλό, όχι τόσο απαλό όσο περίμενα. Ζωντανό. Καμιά σχέση με μια μάλλινη ζακέτα από πρόβατο». Σκυμμένη πάντα, με το χέρι της πάνω στη ράχη του προβάτου, η Μπράιαν ανασήκωσε το κεφάλι της και ξαφνιάστηκε όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το φακό του. «Γιατί αυτό;» «Ανακάλυψη». Ο Σέιντ είχε τραβήξει ήδη δύο πόζες, αλλά ήθελε και άλλες. «Το καλοκαίρι κάνουμε πολλές ανακαλύψεις. Πώς μυρίζουν;» Περίεργη, η Μπράιαν έσκυψε πιο κοντά στα πρόβατα. Ο Σέιντ την απαθανάτισε όταν το πρόσωπό της ήταν εντελώς χωμένο στη γούνα τους. «Σαν πρόβατα», του απάντησε γελώντας και σηκώθηκε. «Θέλεις να παίξεις τώρα εσύ με τα πρόβατα και να σε φωτογραφίσω εγώ;» «Ίσως την επόμενη φορά». Η Μπράιαν έδειχνε να ανήκει εκεί, στον μακρύ ήσυχο δρόμο με τα έρημα χωράφια ολόγυρα και αυτό τον ξάφνιασε. Εκείνος την είχε


τοποθετήσει στο Λος Άντζελες, στο επίκεντρο της χλιδής και των ψευδαισθήσεων. «Συμβαίνει κάτι;» Η Μπράιαν ήξερε πως ο Σέιντ σκεφτόταν εκείνη, μόνο εκείνη, όταν την κοιτούσε με αυτόν τον τρόπο. Ευχήθηκε να μπορούσε να το προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, αλλά ανακουφίστηκε που δεν το έκανε. «Εναρμονίζεσαι τέλεια με το περιβάλλον». Το χαμόγελό της ήταν διστακτικό. «Είναι πιο απλό έτσι. Σου είπα, δε μου αρέσουν τα μπλεξίματα». Ο Σέιντ επέστρεψε στο βαν. Τον απασχολούσε υπερβολικά η σκέψη της. «Έλα να δούμε αν θα μπορέσουμε να πείσουμε αυτά τα πρόβατα να μετακινηθούν». «Μα, Σέιντ, δεν μπορείς απλά να τα αφήσεις στην άκρη του δρόμου». Η Μπράιαν γύρισε τροχάδην στο αμάξι. «Θα ξαναβγούν στη μέση και μπορεί κάποιος να τα χτυπήσει». Εκείνος της έριξε ένα βλέμμα που έδειχνε καθαρά πως αυτό δεν τον ενδιέφερε καθόλου. «Και τι περιμένεις να κάνω; Να τα πάω στο μαντρί τους;» «Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα ξαναβάλουμε πίσω από το φράχτη», επέμεινε η Μπράιαν κάνοντας μεταβολή για να επιστρέψει στα πρόβατα, λες και εκείνος να είχε συμφωνήσει με όλη του την καρδιά μαζί της. Σήκωσε το ένα στα χέρια της και παραλίγο να σωριαστεί πίσω. Τα άλλα δύο σκορπίστηκαν βελάζοντας. «Είναι πιο βαριά απ’ ό,τι δείχνουν», κατάφερε να πει και άρχισε να προχωράει τρεκλίζοντας προς το φράχτη, ενώ το πρόβατο που κρατούσε βέλαζε και κλοτσούσε. Δεν ήταν εύκολο, δοκιμάστηκε η θέλησή της, αλλά, μετά από μια επίδειξη ωμής δύναμης, η Μπράιαν κατάφερε να το περάσει πάνω από το φράχτη. Με το ένα χέρι σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό της και κατόπιν γύρισε συνοφρυωμένη στον Σέιντ. «Λοιπόν, θα βοηθήσεις ή όχι;»


Ο Σέιντ είχε απολαύσει το θέαμα, αλλά δε χαμογελούσε έτσι όπως στεκόταν ακουμπισμένος στο βαν. «Το πιθανότερο είναι πως σε δέκα λεπτά θα ξαναβρούν την τρύπα τού φράχτη και θα βγουν πάλι στο δρόμο». «Μπορεί», του απάντησε με σφιγμένα δόντια και προχώρησε για το δεύτερο πρόβατο. «Αλλά εγώ θα έχω κάνει αυτό που πρέπει». «Ρομαντική», σχολίασε πάλι ο Σέιντ. Εκείνη έβαλε τα χέρια στη μέση και γύρισε προς το μέρος του. «Κυνικέ». «Αρκεί που καταλαβαινόμαστε». Ο Σέιντ απομακρύνθηκε από το βαν. «Θα σου δώσω ένα χεράκι». Δεν ήταν τόσο εύκολο να ξεγελάσουν τα άλλα δύο. Ο Σέιντ χρειάστηκε δέκα εξαντλητικά λεπτά για να πιάσει το πρόβατο νούμερο δύο, ενώ η Μπράιαν τον κυνηγούσε από πίσω. Δυο φορές τού ξέφυγε το ζώο επειδή το ξαφνικό, βραχνό γέλιο της του είχε αποσπάσει την προσοχή. «Ένα ακόμα», ανακοίνωσε, αφήνοντας ελεύθερο το πρόβατο στο λιβάδι. «Αυτό το ένα όμως δείχνει πεισματάρικο». Οι κυνηγοί και το θήραμα από την απέναντι μεριά του δρόμου αναμετρήθηκαν με το βλέμμα. «Κατεργάρικα μάτια», μουρμούρισε η Μπράιαν. «Αυτός πρέπει να είναι ο αρχηγός». «Η αρχηγός». «Οτιδήποτε. Ας το παίξουμε άνετοι. Εσύ πήγαινε από εκεί κι εγώ από εδώ. Όταν τη βάλουμε στη μέση, ορμάμε!» Ο Σέιντ την κοίταξε επιφυλακτικά. «Ορμάμε;» «Εσύ ακολούθησε απλώς το παράδειγμά μου». Η Μπράιαν έβαλε τους αντίχειρες στις πίσω τσέπες του τζιν της κι άρχισε να προχωράει σφυρίζοντας. «Μπράιαν, προσπαθείς να ξεγελάσεις ένα πρόβατο;»


Εκείνη τον κοίταξε ανέκφραστη πάνω από τον ώμο της. «Ίσως αν συνδυάσουμε τις προσπάθειές μας να τα καταφέρουμε». Το ύφος της δεν έλεγε ότι αστειευόταν. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να γυρίσει στο φορτηγάκι και να την αφήσει να γελοιοποιηθεί μόνη της μέχρι να βαρεθεί. Από την άλλη, όμως, είχε χάσει ήδη πολλή ώρα. Ο Σέιντ έκανε το γύρο από τα δεξιά, ενώ η Μπράιαν από τ’ αριστερά. Η προβατίνα τους παρακολουθούσε και τους δύο γυρίζοντας δεξιά αριστερά το κεφάλι της. «Τ ώρα!» φώναξε η Μπράιαν και όρμησε. Χωρίς να δώσει στον εαυτό του το περιθώριο να σκεφτεί το παράλογο της υπόθεσης, ο Σέιντ όρμησε από την άλλη μεριά. Η προβατίνα ξεγλίστρησε με μια χορευτική κίνηση ανάμεσά τους. Με τη φόρα όμως που είχαν, ο Σέιντ και η Μπράιαν συγκρούστηκαν και κύλησαν στο μαλακό χορτάρι στην άκρη του δρόμου. Ο Σέιντ ένιωσε τον αέρα να βγαίνει απότομα από τα πνευμόνια του μετά τη σύγκρουση, ενώ το κορμί της ήταν μαλακό κάτω από το δικό του καθώς κυλούσαν στο χορτάρι. Η Μπράιαν έμεινε ανάσκελα με κομμένη την ανάσα. Η μισή βρισκόταν κάτω από τον Σέιντ. Το κορμί του ήταν σκληρό και αρρενωπό. Η Μπράιαν μπορεί να είχε χάσει την ανάσα της, αλλά δεν είχε χάσει και το μυαλό της. Ήξερε πως, αν έμεναν για πολύ έτσι, θα είχαν μπλεξίματα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε το πρόσωπό του ακριβώς πάνω από το δικό της. Το βλέμμα του ήταν σκεφτικό, εξεταστικό και όχι τόσο φιλικό. Δε θα ήταν φιλικός εραστής, αυτό το ήξερε εκείνη από ένστικτο. Το έβλεπε στα μάτια του, στα σκούρα, χωμένα στις κόγχες τους μάτια. Ήταν σίγουρα ένας άντρας με τον οποίον έπρεπε να αποφύγεις να μπλεχτείς προσωπικά. Θα σε συνέπαιρνε αμέσως, ολοκληρωτικά, και δε θα υπήρχε επιστροφή. Η Μπράιαν αναγκάστηκε να θυμίσει στον εαυτό της ότι εκείνη προτιμούσε τις ήρεμες σχέσεις, όταν ένιωσε την


καρδιά της να χτυπάει δυνατά. «Αστοχία», κατάφερε να πει, αλλά δεν προσπάθησε να κουνηθεί. «Ναι». Είχε εκπληκτικό πρόσωπο, αδρές γωνίες, λεία επιδερμίδα. Ο Σέιντ θα μπορούσε σχεδόν να πείσει τον εαυτό του ότι το ενδιαφέρον του ήταν καθαρά επαγγελματικό. Από όποια γωνία, με όποιο φως και να τη φωτογράφιζες το αποτέλεσμα θα ήταν εκπληκτικό. Θα μπορούσε να την παρουσιάσει σαν βασίλισσα ή σαν χωρική, σαν γυναίκα όμως θα παρέμενε το όνειρο του κάθε άντρα. Η νωχελική σεξουαλικότητα που έκρυβε μέσα της, θα τυπωνόταν στο χαρτί. Και μόνο που την κοιτούσε, μπορούσε να φανταστεί μισή ντουζίνα τρόπους που θα ήθελε να τη φωτογραφίσει. Όπως και μια ντουζίνα τρόπους που θα ήθελε να της κάνει έρωτα. Και ο πρώτος ήταν εδώ, στην άκρη του δρόμου, πάνω στο δροσερό γρασίδι, χωρίς ίχνος θορύβου, με τον ήλιο να γέρνει πίσω τους. Η Μπράιαν διάβασε την απόφαση στο βλέμμα του, τη διάβασε έγκαιρα ώστε να μπορέσει να προλάβει τις συνέπειες. Αλλά δεν το έκανε. Δεν είχε παρά να γυρίσει το κεφάλι της, να διαμαρτυρηθεί με μια λέξη ή μια αρνητική κίνηση. Αλλά δεν το έκανε. Το μυαλό της έλεγε να το κάνει, την προέτρεπε επίμονα, πράγμα απόλυτα φυσικό. Αργότερα, η Μπράιαν θα αναρωτιόταν γιατί δεν το είχε ακούσει. Τ ώρα, έτσι όπως έπεφτε το σούρουπο και η ατμόσφαιρα δρόσιζε, ήθελε να ζήσει την εμπειρία. Δεν μπορούσε να παραδεχτεί ότι ήθελε τον Σέιντ. Όταν το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της, το φιλί του δε θύμιζε σε τίποτε το ανάλαφρο διερευνητικό φιλί της πρώτης φοράς. Τ ώρα τη γνώριζε και απαιτούσε όλο το πάθος της. Τα στόματά τους έσμιξαν πεινασμένα, λες και ο ένας αποζητούσε να σπρώξει τον άλλο σε παραλήρημα. Το κορμί της πήρε φωτιά τόσο γρήγορα, που το χορτάρι τής θύμισε


ξαφνικά γυαλιστερό πάγο. Ήταν περίεργο που δεν έλιωσε. Ήταν τέτοιο το ξάφνιασμά της που έμεινε άφωνη. Μ’ ένα μικρό βογκητό απαίτησε περισσότερα. Τα δάχτυλά του προσπαθούσαν να ξεμπλέξουν την κοτσίδα της, σαν να μην ήθελε ή να μην τολμούσε να την αγγίξει ακόμα. Η Μπράιαν αναδεύτηκε από κάτω του όχι για να ξεφύγει, αλλά για να τον ενθαρρύνει. Ήταν σαν να του έλεγε, αγκάλιασέ με, δώσε μου περισσότερα. Αλλά εκείνος συνέχιζε να κάνει έρωτα μόνο στο στόμα της. Σαρωτικά. Η Μπράιαν άκουγε το αεράκι που ανέμιζε το χορτάρι δίπλα στο αυτί της και τη γαργαλούσε. Ο Σέιντ της πρόσφερε ελάχιστα από τον εαυτό του. Το καταλάβαινε από τον τρόπο που ήταν σφιγμένο το κορμί του. Ήταν συγκρατημένος. Μπορεί το στόμα του να διέλυε μια μια τις άμυνές της, αλλά εκείνος παρέμενε συναισθηματικά αμέτοχος. Απογοητευμένη, η Μπράιαν χάιδεψε την πλάτη του. Θα φρόντιζε να τον ξεμυαλίσει αυτή. Ο Σέιντ δεν ήταν συνηθισμένος να δίνει, να νιώθει την επιθυμία να το κάνει. Η γυναίκα αυτή ξυπνούσε μέσα του την ανάγκη να γίνει ένα μαζί της, μια ανάγκη που πίστευε πως είχε νικήσει πριν από πολλά χρόνια. Δε φαινόταν να υπάρχει ίχνος προσποίησης πάνω της, το στόμα της ήταν ζεστό, πρόθυμο, γενναιόδωρο. Το κορμί της ήταν απαλό, γυμνασμένο, σωστός πειρασμός. Το άρωμά της τον αγκάλιαζε διακριτικό, σέξι. Όταν πρόφερε τ’ όνομά του, νόμιζες ότι έκρυβε ένα κρυφό νόημα. Για πρώτη φορά εδώ και –ούτε που θυμόταν πόσο– καιρό, ήθελε να προσφέρει ξέγνοιαστα, απλόχερα. Συγκρατήθηκε. Δεν είναι δύσκολο να κρύψει κανείς ότι προσποιείται, το ήξερε αυτό. Εκείνος όμως, είχε αρχίσει να χάνει έδαφος μπροστά της. Το έβλεπε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να το σταματήσει. Η Μπράιαν αντλούσε και αντλούσε από μέσα του με μια απλότητα που δεν μπορούσε να μπλοκάρει. Μπορεί να την εξόρκιζε, να αναθεμάτιζε τόσο τον εαυτό του όσο και εκείνη,


αλλά το μυαλό του είχε θολώσει. Το κορμί του πονούσε από την επιθυμία. Ένιωσαν και οι δυο το έδαφος να τρέμει, αλλά νόμισαν πως αιτία ήταν το πάθος τους. Άκουσαν το θόρυβο να δυναμώνει, αλλά νόμιζαν πως όλο αυτό το βουητό υπήρχε μόνο στο κεφάλι τους. Ύστερα ένιωσαν τον αέρα να τους χτυπάει και άκουσαν τη δυνατή κόρνα του φορτηγατζή. Αυτό ήταν αρκετό για να ξαναβρούν τη λογική τους. Η Μπράιαν ένιωσε για πρώτη φορά πραγματικό πανικό και πετάχτηκε όρθια. «Καλύτερα να φροντίσουμε εκείνο το πρόβατο και να πηγαίνουμε», είπε και άφησε μια βρισιά να της ξεφύγει, όταν η φωνή της βγήκε ξέπνοη. Τύλιξε προστατευτικά τα μπράτσα γύρω της. Υπάρχει ψύχρα στην ατμόσφαιρα, σκέφτηκε απελπισμένη. Αυτό ήταν όλο. «Κοντεύει να σκοτεινιάσει». Ο Σέιντ δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο πολύ είχε προχωρήσει το σούρουπο. Είχε χάσει, επίσης, κάθε συναίσθηση του τόπου, κάτι που δεν επέτρεπε ποτέ να συμβεί. Είχε ξεχάσει ότι βρίσκονταν στην άκρη του δρόμου και κυλιόνταν στο χορτάρι σαν άμυαλοι έφηβοι. Ένιωσε το θυμό του να φουντώνει, αλλά τον συγκράτησε. Είχε κοντέψει να χάσει τον αυτοέλεγχό του μια φορά, δε θα τον έχανε και τώρα. Η Μπράιαν έπιασε το πρόβατο που έβοσκε αμέριμνο στην άλλη άκρη του δρόμου, σίγουρο πως οι άνθρωποι είχαν χάσει πια το ενδιαφέρον τους γι’ αυτό. Μόλις το σήκωσε στα χέρια της, το ζώο άρχισε να βελάζει ξαφνιασμένο και να παλεύει. Ο Σέιντ έβρισε μέσα από τα δόντια του, πλησίασε και άρπαξε το πρόβατο από τα χέρια της, προτού βρεθεί εκείνη και πάλι ανάσκελα. Χωρίς πολλές ευγένειες, το άφησε στο λιβάδι μέσα από το φράχτη. «Ευχαριστημένη τώρα;» τη ρώτησε. Εκείνη διέκρινε το θυμό του και ας τον κρατούσε ο Σέιντ υπό έλεγχο. Ένιωσε και τον δικό της να φουντώνει. Ήταν κι αυτή


αναστατωμένη. Το κορμί της παλλόταν και τα πόδια της έτρεμαν. Ο θυμός τη βοήθησε να το ξεχάσει. «Όχι», του απάντησε. «Ούτε και εσύ είσαι ευχαριστημένος. Μου φαίνεται ότι αυτό απέδειξε και στους δυο μας ότι είναι καλύτερα να κρατήσουμε μια απόσταση ανάμεσά μας». Ο Σέιντ την άρπαξε από το μπράτσο όταν πήγε να τον προσπεράσει. «Δε σε ανάγκασα να κάνεις κάτι, Μπράιαν». «Ούτε εγώ εσένα», του θύμισε εκείνη. «Είμαι υπεύθυνη για τις πράξεις μου, Σέιντ». Η Μπράιαν κοίταξε το χέρι που κρατούσε δέσμιο το μπράτσο της. «Και για τα λάθη μου. Αν εσύ θέλεις να ρίξεις το φταίξιμο αλλού, είναι δικαίωμά σου». Τα δάχτυλά του έσφιξαν για μια στιγμή σαν τανάλιες το μπράτσο της και αυτό ήταν αρκετό ώστε να γουρλώσει η Μπράιαν τα μάτια της έκπληκτη, συνειδητοποιώντας τη δύναμη και την έκταση του θυμού του. Όχι, δεν ήταν συνηθισμένη να νιώθει σφοδρά συναισθήματα ούτε να τα ξυπνάει σε άλλους. Αργά και με φανερή προσπάθεια, ο Σέιντ χαλάρωσε τη λαβή του. Το χτύπημά της ήταν καίριο. Δεν μπορούσε να τα βάλει με την ειλικρίνεια. «Όχι», της είπε πολύ πιο ήρεμος. «Θα δεχτώ και εγώ το φταίξιμο που μου αναλογεί, Μπράιαν. Θα είναι πολύ πιο εύκολο και για τους δυο μας, αν συμφωνήσουμε να κρατήσουμε εκείνη την απόσταση ανάμεσά μας». Η Μπράιαν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, νιώθοντας πιο σταθερά τα πόδια της. «Σύμφωνοι». Αλάφρωσε την ατμόσφαιρα για το καλό όλων, είπε στον εαυτό της. «Θα ήταν πιο εύκολο από την αρχή, αν ήσουν χοντρός και άσχημος». Ο Σέιντ χαμογέλασε αυθόρμητα. «Κι εσύ το ίδιο». «Ε, από τη στιγμή που δε νομίζω ότι κανένας από τους δυο μας είναι πρόθυμος να κάνει κάτι για το συγκεκριμένο πρόβλημα, θα


πρέπει απλά να το παρακάμψουμε. Σύμφωνοι;» Του άπλωσε το χέρι της. «Σύμφωνοι». Έσφιξαν τα χέρια. Σφάλμα. Κανείς από τους δυο δεν είχε συνέλθει ακόμη από το σοκ και αυτή η επαφή, όσο συνηθισμένη και να ήταν, το έκανε απλά να ενταθεί. Η Μπράιαν έδεσε τα χέρια πίσω από την πλάτη της, ο Σέιντ τα έχωσε στις τσέπες του. «Λοιπόν...» άρχισε να λέει η Μπράιαν. Αλλά δεν είχε ιδέα πώς να συνεχίσει. «Ώρα να βρούμε ένα εστιατόριο προτού καταλήξουμε στο κάμπινγκ. Η αυριανή μέρα θα ξεκινήσει νωρίς». Η Μπράιαν σούφρωσε τη μύτη της όταν το άκουσε αυτό, αλλά προχώρησε προς την πόρτα του συνοδηγού. «Πεθαίνω της πείνας», είπε και προσποιήθηκε την άνετη, ακουμπώντας τα πόδια της στο ταμπλό. «Πιστεύεις ότι θα βρούμε σύντομα κάτι καλό να φάμε ή να τονωθώ λιγάκι με καμιά σοκολάτα;» «Υπάρχει μια πόλη κάπου δεκαπέντε χιλιόμετρα πιο κάτω στο δρόμο», της είπε ο Σέιντ και έβαλε μπροστά. Το χέρι του ήταν σταθερό. Ή σχεδόν σταθερό. «Όλο και κάποιο εστιατόριο θα έχει. Μπορεί, μάλιστα, να σερβίρει καταπληκτικά παϊδάκια προβατίνας». Η Μπράιαν κοίταξε τα πρόβατα που έβοσκαν δίπλα, ύστερα γύρισε στον Σέιντ με στενεμένα μάτια. «Αυτό ήταν αηδιαστικό». «Ναι. Και θα αποσπάσει το μυαλό σου από το στομάχι σου μέχρι να φάμε». Ξεκίνησαν σιωπηλοί. Είχαν καταφέρει να υπερπηδήσουν το σαμαράκι που είχε παρουσιαστεί στο δρόμο τους, το ήξεραν όμως και οι δύο πως μπροστά τους είχαν βουνά. Απότομα, βραχώδη βουνά.


Κεφάλαιο 4 Η Μπράιαν απαθανάτιζε τους εκδρομείς να επιπλέουν σαν φελλοί στα αβαθή νερά της Γκρέιτ Σολτ Λέικ. Όταν το απαιτούσε η σκηνή, χρησιμοποιούσε ειδικό φακό για να περιλάβει στη φωτογραφία και κάποιο μακρινό τοπίο. Κυρίως, όμως, επικέντρωνε την προσοχή της στους ανθρώπους. Πιο δυτικά, ο Σέιντ επικέντρωσε την προσοχή του στους μανιώδεις των αγώνων αυτοκινήτου. Ταχύτητα, σκόνη, γαρμπίλι. Στην πλειοψηφία, οι άνθρωποι που θα φιγούραραν στις φωτογραφίες του θα ήταν θολοί, ανώνυμοι, σκιασμένοι. Ήθελε να απαθανατίσει μόνο την ουσία. Κατά το ταξίδι τους σε μεγάλες πόλεις και όμορφα προάστια είχαν τραβήξει πολλά μέτρα φιλμ. Σε αυτά απεικονίζονταν ανθισμένοι κήποι, αυτοκίνητα μποτιλιαρισμένα μέσα στη ζέστη, κοπελίτσες με καλοκαιρινά φορέματα, γυμνόστηθοι άντρες και μωρά στα καροτσάκια τους σε εμπορικά κέντρα και στα πεζοδρόμια. Η διαδρομή από το Άινταχο στη Γιούτα είχε πολλές στροφές, αλλά ο δρόμος ήταν καλός. Κανείς τους δεν είχε παράπονο ούτε από το ρυθμό που ακολουθούσαν ούτε από τις σκηνές που απαθανάτιζαν. Για ένα διάστημα, μετά το περιστατικό στον εξοχικό δρόμο του Άινταχο, η Μπράιαν και ο Σέιντ κατάφεραν να δουλέψουν σχετικά αρμονικά δίπλα δίπλα. Ο καθένας επικεντρωνόταν στα θέματά του, αλλά έκαναν λίγα πράγματα σαν ομάδα. Είχαν τραβήξει ήδη εκατοντάδες φωτογραφίες, από τις οποίες θα τύπωναν ένα πολύ μικρό μέρος, ενώ θα δημοσιευόταν ένα ακόμα μικρότερο. Κάποια στιγμή, η Μπράιαν σκέφτηκε πως οι φωτογραφίες που είχαν τραβήξει, ξεπερνούσαν κατά πολύ τις λέξεις που είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους.


Ταξίδευαν με το αμάξι οκτώ ώρες τη μέρα, σταματώντας στο δρόμο όποτε ήταν ανάγκη ή όποτε έβρισκαν μια τοποθεσία που τους άρεσε να δουλέψουν. Και όσες ώρες οδηγούσαν, άλλες τόσες δούλευαν. Από τις είκοσι τέσσερις ώρες της μέρας περνούσαν μαζί σχεδόν τις είκοσι. Αλλά αυτό δεν τους είχε φέρει πιο κοντά, κάτι που μπορούσε να γίνει αν ένας από τους δύο έκανε μια φιλική κίνηση ή αν αντάλλασσαν μερικές απλές κουβέντες. Αλλά και οι δύο το απέφευγαν. Η Μπράιαν έμαθε ότι είναι δυνατόν να διατηρήσεις μια σχεδόν ψυχαναγκαστική συναισθηματική απόσταση με κάποιον κι ας μοιράζεσαι μαζί του έναν πολύ περιορισμένο χώρο. Έμαθε επίσης πως στον περιορισμένο αυτό χώρο ήταν σχεδόν αδύνατον να αγνοήσεις αυτό που ο Σέιντ είχε αποκαλέσει κάποτε χημεία. Για να κρατήσει, λοιπόν, μια ισορροπία, φρόντιζε οι συζητήσεις τους να είναι σύντομες και αδιάφορες και να επικεντρώνονται στη δουλειά τους. Δεν έκανε άλλου είδους ερωτήσεις και ο Σέιντ δεν προσφερόταν να της δώσει από μόνος του περισσότερες πληροφορίες. Στο τέλος της πρώτης βδομάδας, όμως, και ενώ έμπαιναν στην Πολιτεία της Αριζόνας, η Μπράιαν κατέληξε ότι δεν ήταν καθόλου άνετο να δουλεύει κάτω από αυτές τις συνθήκες. Έκανε ζέστη. Ο ήλιος χτυπούσε αλύπητα. Το κλιματιστικό του αυτοκινήτου βοηθούσε κάπως την κατάσταση, αλλά και μόνο που έβλεπες την ατέλειωτη έρημο έξω και το ξεθωριασμένο πράσινο των θάμνων ένιωθες το στόμα σου να ξεραίνεται. Η Μπράιαν είχε γεμίσει ένα πελώριο χάρτινο ποτήρι με σόδα και παγάκια. Ο Σέιντ έπινε παγωμένο τσάι κατευθείαν από το μπουκάλι καθώς οδηγούσε. Η Μπράιαν υπολόγιζε ότι δεν πρέπει να είχαν ανταλλάξει ούτε κουβέντα τα τελευταία ενενήντα χιλιόμετρα. Αλλά και το πρωί που είχαν σταματήσει στο Γκλεν Κάνυον, στη Γιούτα, για να τραβήξουν φωτογραφίες, δεν είχαν πει και πολλά. Μπορεί να ήταν


ικανοποιημένη από τα αυτοκίνητα που είχε φωτογραφίσει παραταγμένα στην είσοδο του πάρκου, αλλά είχε αρχίσει να κουράζεται από τη σιωπηρή συμφωνία τους για απόσταση. Το περιοδικό τούς είχε προσλάβει σαν ομάδα, θύμισε στον εαυτό της. Ο καθένας θα τραβούσε, βέβαια, τις δικές του φωτογραφίες, αλλά θα έπρεπε να υπάρχει κάποια επικοινωνία ώστε το τελικό άλμπουμ να έχει συνοχή. Θα έπρεπε να γίνει κάποια σύνθεση για να έχει η δουλειά τους την επιτυχία που προσδοκούσαν και οι δύο. Συμβιβασμός, θυμήθηκε αναστενάζοντας. Είχαν ξεχάσει και οι δύο τη λέξη-κλειδί. Η Μπράιαν πίστευε πως ήξερε πια αρκετά καλά τον Σέιντ, έτσι ήταν σίγουρη ότι εκείνος δε θα έκανε ποτέ την πρώτη κίνηση. Ήταν απόλυτα ικανός να οδηγεί χιλιάδες χιλιόμετρα τη μέρα και να μην προφέρει πάνω από μια φορά τ’ όνομά της –και αυτό για να της πει: δώσε μου το αλάτι, Μπράιαν. Μπορούσε κι εκείνη να το παίξει ξεροκέφαλη, σκέφτηκε, ενώ κοίταζε βλοσυρή έξω από το παράθυρο τις αχανείς εκτάσεις της Αριζόνας. Μπορούσε και αυτή να είναι το ίδιο απόμακρη μ’ εκείνον. Και να πεθάνει από την πλήξη μέσα στις επόμενες είκοσι τέσσερις ώρες, παραδέχτηκε με μια γκριμάτσα. Επαφή, αποφάσισε. Απλώς, δε θα μπορούσε να επιζήσει χωρίς κάποιου είδους επαφή ακόμα και μ’ έναν σκληροτράχηλο, αγενή και κυνικό άντρα. Η μόνη επιλογή ήταν να καταπιεί την περηφάνια της και να κάνει την πρώτη κίνηση εκείνη. Έσφιξε τα δόντια της, δάγκωσε ένα παγάκι και συνέχισε να το σκέφτεται δέκα λεπτά ακόμα. «Έχεις ξανάρθει στην Αριζόνα;» Ο Σέιντ πέταξε το άδειο μπουκάλι του στο πλαστικό δοχείο που χρησιμοποιούσαν για τα σκουπίδια. «Όχι». Η Μπράιαν χτύπησε τη μύτη του ενός αθλητικού παπουτσιού της


στο άλλο. Η πρώτη προσπάθεια είχε αποτύχει. «Γύρισαν τον Απόκλ ηρο στη Σιντόνα. Ήταν ένα άγριο γουέστερν», συνέχισε. Αλλά δεν πήρε καμιά απάντηση. «Έμεινα τρεις μέρες εκεί καλύπτοντας το γύρισμα για το Σελ έμπριτι». Κατέβασε το σκίαστρο και ξάπλωσε πάλι πίσω. «Ευτυχώς, είχα την τύχη να χάσω το αεροπλάνο μου και να μείνω μια μέρα παραπάνω. Την πέρασα στο Όουκ Κρικ Κάνυον. Δε θα την ξεχάσω ποτέ –τα χρώματα, οι σχηματισμοί των βράχων». Η Μπράιαν είχε μέρες να μιλήσει τόσο πολύ. Ο Σέιντ πήρε μια στροφή και περίμενε τη συνέχεια. Πολύ καλά, σκέφτηκε εκείνη, θα σε κάνω να μιλήσεις ακόμα και αν χρειαστεί να βγάλω τις λέξεις από το στόμα σου με το τσιγκέλι. «Μένει εκεί μια φίλη μου. Η Λη δούλευε κι εκείνη παλιά για το Σελ έμπριτι. Τ ώρα γράφει βιβλία, το πρώτο της θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο. Παντρεύτηκε πέρυσι τον Χάντερ Μπράουν». «Το συγγραφέα;» Δύο λέξεις, σκέφτηκε ικανοποιημένη. «Ναι. Έχεις διαβάσει τα βιβλία του;» Αυτή τη φορά ο Σέιντ κούνησε απλώς το κεφάλι του και έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσέπη του. Η Μπράιαν άρχισε να νιώθει συμπάθεια για τους οδοντίατρους που έπρεπε να πείσουν τους πελάτες τους ν’ ανοίξουν το στόμα τους. «Έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του και στη συνέχεια μισώ τον εαυτό μου επειδή επιτρέπω να μου προκαλούν εφιάλτες». «Υποτίθεται πως τα καλά βιβλία τρόμου πρέπει να σε ξυπνάνε στις τρεις τα ξημερώματα και να αναρωτιέσαι αν έχεις κλειδώσει όλες τις πόρτες». Αυτή τη φορά η Μπράιαν χαμογέλασε. «Κάτι τέτοιο θα έλεγε και ο Χάντερ. Θα τον συμπαθήσεις». Ο Σέιντ ύψωσε απλά τους ώμους του. Είχε δεχτεί ήδη να κάνουν τη στάση στη Σιντόνα, αλλά δεν τον ενδιέφερε καθόλου να τραβήξει


φωτογραφίες που θα κολάκευαν τον βασιλιά του τρόμου και την οικογένειά του. Αυτή η στάση, πάντως, θα του πρόσφερε την ευκαιρία που χρειαζόταν. Αν κατάφερνε να αφήσει την Μπρά-ιαν στους φίλους της για μια δυο μέρες, θα μπορούσε να ξαναβρεί τον εαυτό του. Είχε να νιώσει ήρεμος από τη μέρα που ξεκίνησαν από το Λος Άντζελες. Κάθε μέρα που περνούσε τα νεύρα του τεντώνονταν περισσότερο, ενώ η λίμπιντό του είχε εκτροχιαστεί εντελώς. Είχε προσπαθήσει, αλλά του ήταν αδύνατον να ξεχάσει ότι η Μπράιαν κοιμόταν κάθε βράδυ στον απέναντι πάγκο, μέσα στο βαν, με μόνο το σκοτάδι να τους χωρίζει. Ναι, το είχε ανάγκη να περάσει μια μέρα μακριά από αυτή τη γυναίκα και την πηγαία σεξουαλικότητά της, την οποία δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται καν. «Έχεις καιρό να τους δεις;» τη ρώτησε. «Μήνες». Η Μπράιαν χαλάρωσε, ένιωθε πιο άνετα τώρα που συμμετείχαν και οι δυο στη συζήτηση. «Η Λη είναι πολύ καλή φίλη. Μου λείπει. Θα αποκτήσει το πρώτο της παιδί την ίδια περίπου εποχή που θα κυκλοφορήσει και το βιβλίο της». Η αλλαγή στη φωνή της τον έκανε να την κοιτάξει. Η έκφρασή της ήταν τώρα πιο γλυκιά. Σχεδόν νοσταλγική. «Ένα χρόνο πριν δουλεύαμε και οι δύο στο Σελ έμπριτι και τώρα...» Η Μπράιαν γύρισε προς το μέρος του, αλλά τα σκούρα γυαλιά έκρυβαν τα μάτια της. «Μου φαίνεται παράξενο να σκέφτομαι τη Λη νοικοκυρεμένη, με δική της οικογένεια. Ήταν πάντα πιο φιλόδοξη από εμένα. Τ ρελαινόταν μ’ εμένα που είμαι τόσο χύμα σε όλα». «Είσαι;» «Σχεδόν πάντα», μουρμούρισε η Μπράιαν. Όχι μαζί σου, σκέφτηκε σιωπηλά. Εσένα δεν μπορώ να σε πάρω αψήφιστα. «Είναι


πιο απλό να είσαι χαλαρός και να απολαμβάνεις τη ζωή», συνέχισε, «παρά να ανησυχείς για το πώς θα ζήσεις τον επόμενο μήνα». «Μερικοί είναι υποχρεωμένοι να ανησυχούν για το αν θα ζουν τον επόμενο μήνα». «Και πιστεύεις ότι με το να ανησυχούν αλλάζει τίποτε;» Η Μπράιαν ξέχασε το σχέδιό της να δημιουργήσει μια επαφή, να αποσπάσει κάποιο συμβιβασμό από τη μεριά του. Ο Σέιντ είχε δει στη ζωή του περισσότερα από εκείνη. Περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε να δει ποτέ της, όφειλε να το παραδεχτεί αυτό. Ποια ήταν, όμως, η στάση του απέναντι σε όλα αυτά; «Το να έχεις επίγνωση της κατάστασης μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Ορισμένοι από εμάς δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να προσέχουμε μόνοι μας τον εαυτό μας». Ορισμένοι από εμάς. Η Μπράιαν πρόσεξε τη διατύπωσή του, αλλά αποφάσισε να μην επιμείνει. Αν υπήρχαν τραύματα, είχε το δικαίωμα να τα κρατήσει ακόμα κρυφά μέχρι να επουλωθούν κι άλλο. «Είναι φορές που όλοι μας ανησυχούμε», του είπε. «Απλώς, εγώ δεν είμαι πολύ καλή σ’ αυτό. Υποθέτω πως το έχω κληρονομήσει από τους γονείς μου. Είναι...» Η Μπράιαν έκοψε στη μέση τη φράση της και γέλασε. Είχε να γελάσει μέρες και ο Σέιντ συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι του είχε λείψει το γέλιο της. «Υποθέτω ότι είναι αυτό που λέμε μποέμ τύποι. Μέναμε σ’ ένα μικρό σπίτι, στο Καρμέλ, που βρισκόταν διαρκώς σε αποσύνθεση. Ο πατέρας μου αποφάσιζε ξαφνικά να γκρεμίσει έναν τοίχο ή να προσθέσει ένα παράθυρο, στη μέση όμως του εγχειρήματος τού ερχόταν η έμπνευση και ξαναγύριζε στους πίνακές του, αφήνοντας πίσω του το χάος». Η Μπράιαν βολεύτηκε στο κάθισμα χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει πως κάμποση ώρα τώρα μιλούσε μόνο εκείνη και ο Σέιντ απλώς άκουγε. «Στη μητέρα μου άρεσε να μαγειρεύει. Το πρόβλημα ήταν πως δεν ήξερες ποτέ με τι διάθεση θα ξυπνούσε. Τη


μια μέρα μπορεί να σε τάιζε κροταλία στη σχάρα και την επομένη τσίζμπεργκερ. Και, εντελώς ουρανοκατέβατα, σου σέρβιρε και ένα λαιμό χήνας στιφάδο». «Λαιμό χήνας στιφάδο;» «Έτρωγα συχνά στους γείτονες». Η θύμηση της άνοιξε την όρεξη. Η Μπράιαν έβγαλε δυο σοκολάτες και του πρόσφερε τη μια. «Οι δικοί σου οι γονείς;» Ο Σέιντ ξετύλιξε αφηρημένα τη σοκολάτα, κρατώντας την ίδια ταχύτητα με το περιπολικό που κινιόταν στη διπλανή λωρίδα. «Είναι συνταξιούχοι και μένουν στη Φλόριντα. Ο πατέρας μου ψαρεύει και η μητέρα μου έχει ένα μαγαζάκι με είδη λαϊκής τέχνης. Φοβάμαι ότι δεν είναι τόσο απρόβλεπτοι όσο οι δικοί σου». «Απρόβλεπτοι». Η Μπράιαν σκέφτηκε το χαρακτηρισμό και τον ενέκρινε. «Δεν είχα ιδέα ότι ήταν ασυνήθιστοι τύποι μέχρι που πήγα στο κολέγιο και διαπίστωσα ότι οι γονείς των περισσοτέρων παιδιών ήταν σοβαροί και λογικοί. Υποθέτω ότι δεν είχα συνειδητοποιήσει ποτέ μου πόσο πολύ με είχαν επηρεάσει παρά μόνο όταν ο Ρομπ άρχισε να μου υποδεικνύει κάποια πράγματα, όπως ότι οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να τρώνε κανονικά το δείπνο τους στις έξι το απόγευμα αντί να τσιμπολογούν ποπκόρν και φυστικοβούτυρο στις δέκα το βράδυ». «Ο Ρομπ;» Η Μπράιαν έριξε μια γρήγορη ματιά προς το μέρος του και στη συνέχεια κάρφωσε το βλέμμα της μπροστά. Ο Σέιντ άκουγε τα όσα του έλεγε και με το παραπάνω. Και αυτό την έκανε να του λέει περισσότερα απ’ όσα ήθελε. «Ο πρώην άντρας μου». Ήξερε ότι δεν έπρεπε να αντιμετωπίζει το «πρώην» ως στίγμα –τώρα πλέον αποτελούσε τεκμήριο κοινωνικού γοήτρου. Για την Μπράιαν, όμως, ήταν το τεκμήριο που αποδείκνυε ότι δεν είχε κάνει ό,τι ήταν απαραίτητο για να τηρήσει μια υπόσχεση.


«Εξακολουθεί να πονάει;» τη ρώτησε ο Σέιντ πριν προλάβει να συγκρατήσει τη γλώσσα του. Τον είχε κάνει να θέλει να την παρηγορήσει, ενώ είχε δασκαλέψει τον εαυτό του να μην μπλέκεται με τη ζωή και τα προβλήματα των άλλων. «Όχι, έχουν περάσει πολλά χρόνια». Η Μπράιαν ύψωσε τους ώμους και δάγκωσε μια μπουκιά σοκολάτα. Να την πονούσε; Όχι, όχι δεν την πονούσε, αλλά μάλλον θα της έμενε πάντα μια ευαισθησία. «Απλώς, λυπάμαι που δε λειτούργησε». «Οι τύψεις είναι μεγαλύτερο χάσιμο χρόνου και από την ανησυχία». «Μπορεί. Έχεις παντρευτεί κι εσύ μια φορά». «Ακριβώς». Ο τόνος του δεν άφηνε περιθώρια για περισσότερες λεπτομέρειες. Η Μπράιαν του έριξε ένα επίμονο βλέμμα. «Απαγορευμένη περιοχή;» «Δεν πιστεύω στο να σκαλίζει κανείς το παρελθόν». Αυτό το τραύμα έχει επουλωθεί αλλά υπάρχει η ουλή, σκέφτηκε η Μπράιαν. Άραγε τον ταλαιπωρούσε ακόμα ή το είχε αφήσει πραγματικά πίσω του; Όπως και να είχε το πράγμα, δεν την αφορούσε και η επιμονή δε θα τη βοηθούσε να κρατήσει ζωντανή τη συζήτηση. «Πότε αποφάσισες να γίνεις φωτογράφος;» Αυτό ήταν ασφαλές θέμα. Δεν έκρυβε ευαίσθητες ουλές. «Όταν ήμουν πέντε χρονών, έπιασα στα χέρια μου την καινούρια μηχανή του πατέρα μου, μία των 35 χιλιοστών. Όταν έδωσε να του εμφανίσουν το φιλμ, ανακάλυψε τρεις φωτογραφίες τού σκύλου μας. Απ’ ό,τι μου είπαν, δεν ήξερε αν έπρεπε να με συγχαρεί ή να με κλείσει στο δωμάτιό μου για τιμωρία, καθώς αποδείχτηκαν καλύτερες από τις δικές του». Η Μπράιαν χαμογέλασε. «Τ ι έκανε, τελικά;» «Μου αγόρασε δική μου φωτογραφική μηχανή».


«Εσύ ξεκίνησες πολύ πριν από εμένα», παρατήρησε η Μπράιαν. «Εμένα δε μ’ ενδιέφεραν καθόλου οι φωτογραφίες μέχρι που πήγα στο γυμνάσιο. Και αυτό έγινε κατά τύχη. Μέχρι τότε ήθελα να γίνω σταρ». «Ηθοποιός;» «Όχι». Η Μπράιαν χαμογέλασε πάλι. «Οτιδήποτε σταρ αρκεί να είχα μια Ρολς, ένα λαμέ φόρεμα και ένα μεγάλο, κακόγουστο διαμάντι». Ο Σέιντ δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. Η γυναίκα αυτή έδειχνε να έχει το ταλέντο να του αποσπά αβίαστα το χαμόγελο. «Ένα ονειροπαρμένο παιδί;» «Όχι. Ένα παιδί που του άρεσαν τα υλιστικά αγαθά». Η Μπρά-ιαν του πρόσφερε το ποτό της, αλλά εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Εκείνη η φάση συνέπεσε με μια περίοδο που οι γονείς μου ήταν κάπως προσγειωμένοι. Υποθέτω πως ήταν ένας τρόπος να επαναστατήσω ενάντια σε ανθρώπους που δεν υπήρχε τρόπος να το κάνεις αυτό». Ο Σέιντ κοίταξε τα χωρίς δαχτυλίδια χέρια της και το ξεθωριασμένο τζιν της. «Υποθέτω πως ξεπέρασες εκείνη τη φάση». «Δεν ήμουν φτιαγμένη για σταρ. Τέλος πάντων, χρειάζονταν κάποιον να τραβήξει φωτογραφίες της ομάδας ποδοσφαίρου». Η Μπράιαν αποτέλειωσε τη σοκολάτα της. Άραγε, αναρωτήθηκε, σε πόση ώρα θα μπορούσαν να σταματήσουν για μεσημεριανό; «Προσφέρθηκα γιατί ήμουν τσιμπημένη μ’ έναν από τους παίκτες». Αποτέλειωσε τη σόδα της και πέταξε το ποτήρι εκεί που είχε πετάξει και ο Σέιντ το μπουκάλι του. «Μέσα σε μια μέρα ερωτεύτηκα τη φωτογραφική μηχανή και ξέχασα εντελώς τον παίκτη». «Εκείνος έχασε». Η Μπράιαν τον κοίταξε, ξαφνιασμένη από το αυθόρμητο κομπλιμέντο του. «Πολύ ευγενικό αυτό που είπες, Κόλμπι. Δεν το


περίμενα από σένα». Εκείνος δεν κατάφερε να πνίξει εντελώς το χαμόγελό του. «Μόνο μην το συνηθίσεις». «Θεός φυλάξοι». Η Μπράιαν όμως, είχε κολακευτεί περισσότερο απ’ όσο δικαιολογούσαν τα απλά λόγια του. «Όπως και να έχει το πράγμα, οι γονείς μου ενθουσιάστηκαν όταν εξελίχτηκα σε μανιώδη φωτογράφο. Ζούσαν με τον φριχτό φόβο ότι δε διέθετα καμιά δημιουργική φλέβα μέσα μου και θα κατέληγα να γίνω επιτυχημένη επιχειρηματίας αντί για καλλιτέχνης». «Τ ώρα είσαι και τα δύο». Η Μπράιαν το σκέφτηκε για μια στιγμή. Ήταν περίεργο πόσο εύκολο της ήταν να ξεχνά τη μια πτυχή της δουλειάς της όταν επικεντρωνόταν στην άλλη. «Υποθέτω πως έχεις δίκιο. Μόνο μην το πεις αυτό στη μαμά και τον μπαμπά». «Δεν πρόκειται να το ακούσουν από μένα». Είδαν και οι δύο ταυτόχρονα την πινακίδα για τα έργα. Και είτε το συνειδητοποίησαν είτε όχι, το μυαλό τους ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι. Η Μπράιαν άπλωνε το χέρι να πιάσει τη μηχανή, ενώ ο Σέιντ έκοβε ταχύτητα για να βγει από το δρόμο. Μπροστά τους, οι άντρες της υπηρεσίας συντήρησης δρόμων ιδροκοπούσαν κάτω από τον καυτό ήλιο της Αριζόνας. Ο Σέιντ προχώρησε για να βρει την κατάλληλη γωνία να απαθανατίσει τους άντρες και τα μηχανήματα που επισκεύαζαν το οδόστρωμα. Μια μάχη που θα δινόταν σε διάφορους δρόμους όλης της χώρας κάθε καλοκαίρι όσο θα υπήρχαν δρόμοι. Η Μπράιαν εστίασε σε έναν και μόνον άντρα. Ήταν φαλακρός και είχε ένα κίτρινο μαντίλι δεμένο στο κεφάλι του για να προστατεύσει το ευαίσθητο κρανίο του. Το πρόσωπο του ήταν κόκκινο και ιδρωμένο, το ίδιο και ο λαιμός του, ενώ το στομάχι του κρεμόταν πάνω από τη ζώνη του παντελονιού του. Φορούσε ένα


απλό άσπρο μπλουζάκι, άσπιλο σε σύγκριση με των άλλων εργατών που ήταν πολύχρωμα με διάφορα σλόγκαν και εικόνες. Για να τον πλησιάσει έπρεπε να του μιλήσει και να ανεχτεί τα χαμόγελα και τα πειράγματα των υπολοίπων του συνεργείου. Αυτό το πέτυχε με τέτοια επιδεξιότητα και χάρη, που αν την έβλεπε κάποιος ειδικός στις δημόσιες σχέσεις θα έτριβε ενθουσιασμένος τα χέρια του. Η Μπράιαν πίστευε ακράδαντα ότι η σχέση ανάμεσα στο φωτογράφο και το θέμα του φαίνεται τελικά στη φωτογραφία. Έτσι, λοιπόν, έπρεπε να φροντίσει πρώτα να αναπτύξει κάποια σχέση. Ο Σέιντ κρατήθηκε σε απόσταση. Αντιμετώπισε τους άντρες ως ομάδα –μια απρόσωπη ηλιοκαμένη ομάδα που επισκεύαζε τους δρόμους ανά τη χώρα και το έκανε εδώ και δεκαετίες. Δεν ήθελε καμιά σχέση με κανέναν από αυτούς, τίποτε που θα μπορούσε να χρωματίσει τον τρόπο που τους έβλεπε καθώς δούλευαν. Στη φωτογραφία που τράβηξε δέσποζαν η πίσσα, η σκόνη και ο ιδρώτας. Η Μπράιαν, από τη μεριά της, έμαθε ότι το όνομα του εργοδηγού ήταν Αλ και δούλευε στη συντήρηση των δρόμων είκοσι δύο χρόνια. Χρειάστηκε κάμποσα λεπτά για να τον κάνει να χαλαρώσει, αλλά, από τη στιγμή που άρχισε να της μιλάει για τη ζημιά που είχε κάνει ο αναθεματισμένος ο χειμώνας στο συγκεκριμένο δρόμο, τα πάντα μπήκαν στη θέση τους. Ιδρώτας κυλούσε στον κρόταφό του κι όταν σήκωσε το τεράστιο μπράτσο του για να τον σκουπίσει, η Μπράιαν τράβηξε τη φωτογραφία της. Η απροσχεδίαστη παράκαμψη τούς πήρε τριάντα λεπτά. Όταν επέστρεψαν στο βαν ήταν κι εκείνοι το ίδιο ιδρωμένοι με τους εργάτες. «Πιάνεις πάντα τόσο προσωπικές συζητήσεις με αγνώστους;» τη ρώτησε ο Σέιντ την ώρα που έβαζε μπροστά τη μηχανή και άναβε το κλιματιστικό.


«Όταν θέλω να τραβήξω τη φωτογραφία τους, το κάνω». Η Μπράιαν άνοιξε το ψυγειάκι και πήρε ένα από τ’ αναψυκτικά που είχε στοκάρει κι ένα μπουκάλι παγωμένο τσάι για τον Σέιντ. «Εσύ τράβηξες αυτά που ήθελες;» «Ναι». Ο Σέιντ την είχε παρακολουθήσει να δουλεύει. Συνήθως χωρίζονταν, αλλά αυτή τη φορά βρίσκονταν αρκετά κοντά ώστε να παρατηρήσει τον τρόπο που αντιμετώπιζε τη δουλειά της. Είχε φερθεί στον εργάτη με περισσότερο σεβασμό και φιλικότητα απ’ ό,τι άλλοι φωτογράφοι φέρονταν στα μοντέλα που πληρώνονταν εκατό δολάρια την ώρα. Και δεν το είχε κάνει μόνο για τη φωτογραφία, αν και ο Σέιντ δεν ήταν απόλυτα σίγουρος ότι εκείνη το συνειδητοποιούσε αυτό. Είχε ενδιαφερθεί για τον ίδιο τον άντρα –για το ποιος ήταν, για το τι ήταν και γιατί δούλευε εκεί. Κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ο Σέιντ είχε και αυτός την ίδια περιέργεια. Τ ώρα την είχε χαλιναγωγήσει. Η γνώση σε κάνει συμμέτοχο. Όπως διαπίστωνε, όμως, δεν ήταν εύκολο να χαλιναγωγήσει την περιέργειά του για την Μπράιαν. Ήδη του είχε αποκαλύψει πολύ περισσότερα απ’ όσα την είχε ρωτήσει. Όχι περισσότερα από αυτά που ήθελε να μάθει, αλλά περισσότερα απ’ όσα θα είχε ρωτήσει ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, δεν του ήταν αρκετά. Σχεδόν μια βδομάδα είχε κρατηθεί μακριά της, όσο πιο μακριά μπορούσε κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Δεν είχε σταματήσει όμως στιγμή να τη θέλει. Μπορεί να μην του άρεσε να αναμασά το παρελθόν, αλλά του ήταν αδύνατον να ξεχάσει εκείνο το φλογερό φιλί τους στον εξοχικό δρόμο της Γιούτα. Είχε κλειστεί στον εαυτό του, αλλά τώρα εκείνη τον έκανε ν’ ανοιχτεί και πάλι. Μήπως ήταν τρελό να προσπαθήσουν να αντιπαλέψουν την έλξη που ένιωθαν ο ένας για τον άλλο; Ίσως να ήταν προτιμότερο, απλούστερο και λογικότερο να αφήσουν τα


πράγματα να εξελιχτούν προς τη μόνη πιθανή κατάληξη. Να κοιμηθούν μαζί. Να ικανοποιήσουν τον πόθο τους και να ξαναγυρίσουν στη δουλειά τους. Ψυχρό; Στημένο; Μπορεί, αλλά ήταν μια προδιαγεγραμμένη πορεία. Ο Σέιντ ήξερε πως ήταν σημαντικό να κρατηθεί ψύχραιμος και με καθαρό το κεφάλι. Είχε επιτρέψει άλλοτε στα αισθήματα να θολώσουν τη λογική και τη διορατικότητά του. Στην Καμπότζη ένα γλυκό προσωπάκι και ένα πλατύ χαμόγελο τον είχαν τυφλώσει με αποτέλεσμα να προδώσει κάποιον. Τα δάχτυλά του έσφιξαν με μανία το τιμόνι χωρίς εκείνος να το συνειδητοποιήσει. Είχε πάρει ένα μάθημα τότε σχετικά με την εμπιστοσύνη. Ήταν η αντίθετη όψη της προδοσίας. «Πού ταξιδεύεις;» ρώτησε μαλακά η Μπράιαν. Τα μάτια του είχαν πάρει μια αλλόκοτη έκφραση που δεν μπορούσε να την ερμηνεύσει και δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι ήθελε να το κάνει. Ο Σέιντ γύρισε το κεφάλι του και για μια στιγμή βρέθηκε κι εκείνη παγιδευμένη στη δίνη των σκοτεινών αναμνήσεών του και ας μην τις γνώριζε καθόλου. Ύστερα, η στιγμή πέρασε. Τα βλέμμα του έγινε πάλι απόμακρο και ήρεμο. Τα δάχτυλά του χαλάρωσαν στο τιμόνι. «Θα σταματήσουμε στην Πέιτζ», της είπε κοφτά. «Θα τραβήξουμε μερικές φωτογραφίες τα πλοία και τους εκδρομείς στη λίμνη Πάουελ προτού μπούμε στο φαράγγι». «Εντάξει». Δε σκεφτόταν εκείνη. Αυτό την παρηγόρησε. Δεν ήθελε ποτέ η σκέψη της να σκοτεινιάσει έτσι το βλέμμα του. Ήταν πάντως αποφασισμένη, αργά ή γρήγορα να ανακαλύψει την αιτία που το είχε προκαλέσει.

Η Μπράιαν θα μπορούσε να είχε τραβήξει μερικές καλές, τεχνικές


φωτογραφίες του φράγματος. Αλλά καθώς διέσχιζαν τη μικρή πόλη Πέιτζ με κατεύθυνση τη λίμνη, τράβηξαν την προσοχή της οι ψηλές χρυσαφένιες αψίδες που τρεμοφέγγιζαν πίσω από κύματα ζέστης. Χαμογέλασε. Τα τσίζμπεργκερ και οι τηγανητές πατάτες δεν ήταν απλώς ένα εύκολο φαγητό, είχαν εξελιχθεί σε τρόπο ζωής. Τ ροφή παντός καιρού. Και δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην πρόκληση του κτιρίου της γνώριμης αλυσίδας που στεκόταν στο χαμηλότερο σημείο της πόλης, σχεδόν μόνο του, σαν αντικατοπτρισμός στη μέση της ερήμου. Κατέβασε το τζάμι του παραθύρου της και περίμενε να πετύχει τη σωστή γωνία. «Πρέπει να φάω», είπε, εστιάζοντας στο κτίριο. «Απλώς, πρέπει». Πάτησε το κουμπί. Ο Σέιντ αποδέχτηκε τη μοίρα του και μπήκε στο πάρκινγκ. «Αγόρασε ό,τι θες και φέρ’ τα να τα φας στο δρόμο», της είπε την ώρα που ήταν έτοιμη να βγει από το αμάξι. «Θέλω να πάω στη μαρίνα». Η Μπράιαν κρέμασε την τσάντα στον ώμο και χάθηκε στο εσωτερικό του κτιρίου. Γύρισε προτού προλάβει ο Σέιντ να χάσει την υπομονή του με δύο λευκές σακούλες στα χέρια. «Φτηνό, γρήγορο και υπέροχο», του είπε την ώρα που έπαιρνε και πάλι τη θέση της. «Δεν ξέρω πώς θα τα έβγαζα πέρα στη ζωή μου αν δεν μπορούσα να έχω ένα τσίζμπεργκερ σε πρώτη ζήτηση». Έβγαλε ένα τυλιγμένο και του το έδωσε. «Υπάρχει έξτρα αλάτι», του είπε δοκιμάζοντας την πρώτη πατάτα. «Μμμ, πεθαίνω της πείνας». «Δε θα πεινούσες αν είχες φάει κάτι παραπάνω από μια σοκολάτα για πρωινό». «Προτιμώ να είμαι ξύπνια όταν τρώω», μουρμούρισε η Μπρά-ιαν και ξετύλιξε το τσίζμπεργκέρ της. Ξετύλιξε και ο Σέιντ το δικό του. Δεν της είχε ζητήσει να του


φέρει κάτι. Είχε μάθει ήδη πως ήταν αυτόματο για εκείνη να τον σκέφτεται. Ίσως θα έπρεπε να πει φυσικό. Αλλά δεν ήταν καθόλου φυσικό για εκείνον να συγκινείται επειδή του είχε προσφέρει ένα κομμάτι κρέας μέσα σ’ ένα ψωμάκι. Έχωσε το χέρι του στη σακούλα και έβγαλε μια χαρτοπετσέτα. «Θα σου χρειαστεί». Η Μπράιαν χαμογέλασε, την πήρε, κάθισε πάνω στα πόδια της και ρίχτηκε στο φαγητό. Ευδιάθετος, ο Σέιντ ξεκίνησε αργά για τη μαρίνα. Νοίκιασαν μια βάρκα. Ήταν στενή και είχε το μέγεθος κανό. Πάντως θα τους μετέφερε μαζί με τον εξοπλισμό τους στ’ ανοιχτά της λίμνης. Στην Μπράιαν άρεσε η μικρή μαρίνα με τα διάφορα κιόσκια φαγητού και τα μαγαζάκια που πουλούσαν αντηλιακά και μαγιό. Η τουριστική περίοδος βρισκόταν στο φόρτε της και ο κόσμος τριγύριζε με σορτς και παρεό, γυαλιά και καπέλα. Το μάτι της πήρε ένα ζευγαράκι εφήβους σ’ ένα παγκάκι. Η μπρούτζινη επιδερμίδα τους γυάλιζε από το αντηλιακό καθώς έτρωγαν παγωτό χωνάκι, που είχε αρχίσει να λιώνει. Ήταν τόσο απορροφημένοι ο ένας από τον άλλον, που η Μπράιαν δε δυσκολεύτηκε καθόλου να τραβήξει μερικές όμορφες πόζες μέχρι να ολοκληρωθεί η γραφειοκρατική διαδικασία για το νοίκιασμα της βάρκας. Παγωτό και ηλιοθεραπεία. Ήταν ένας απλός και πρόσχαρος τρόπος να αντιμετωπίσεις το καλοκαίρι. Ικανοποιημένη, έκλεισε τη μηχανή στη θήκη της και πήγε να βρει τον Σέιντ. «Ξέρεις να οδηγείς βάρκα με μηχανή;» Εκείνος αρκέστηκε απλά να την κοιτάξει καθώς προχωρούσαν στην προκυμαία. «Θα τα καταφέρω». Μια γυναίκα μ’ ένα αστραφτερό λευκό πουκάμισο τους έδωσε τις οδηγίες, τους έδειξε πού βρίσκονταν τα σωσίβια, τους εξήγησε το βασικό τρόπο που λειτουργούσε η μηχανή και τους άφησε ένα χάρτη


της λίμνης. Η Μπράιαν βολεύτηκε στην πλώρη και ετοιμάστηκε να απολαύσει τη βόλτα. «Το καλό είναι», φώναξε για ν’ ακουστεί πάνω από το θόρυβο της μηχανής, «ότι πρόκειται για κάτι εντελώς απρόσμενο». Και έδειξε με το χέρι της το απέραντο γαλάζιο. Κόκκινα οροπέδια και κάθετοι βράχοι περιέκλειαν την τεχνητή λίμνη. Ο συνδυασμός ήταν μαγευτικός. Κάποια άλλη στιγμή, ίσως η Μπράιαν να έκανε μια φωτογραφική μελέτη για την αρμονία και τη δύναμη στη συνεργασία της ανθρώπινης φαντασίας με τη φύση. Δεν ήταν απαραίτητο να γνωρίζει όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες του φράγματος, τον αριθμό των εργατών που το είχαν χτίσει. Της αρκούσε που βρισκόταν εκεί και τροφοδοτούσε με νερό την έρημο, δημιουργώντας καταρράκτες εκεί όπου άλλοτε υπήρχε μόνο άμμος. Ο Σέιντ εντόπισε ένα τουριστικό σκάφος με καμπίνες και κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Για την ώρα, αυτός οδηγούσε τη βάρκα και άφηνε την Μπράιαν να τραβάει φωτογραφίες. Πήγαινε πάρα πολύς καιρός που είχε να περάσει ένα ζεστό απόγευμα στο νερό. Μπορεί οι μύες του να είχαν αρχίσει να χαλαρώνουν, είχε οξυνθεί όμως η αντίληψή του. Προτού επιστρέψουν ήθελε να τραβήξει μερικές φωτογραφίες των βράχων. Η υφή τους ήταν απίστευτη καθώς καθρεφτίζονταν μέσα στο νερό. Τα χρώματά τους, σε αντίθεση με το γαλάζιο της λίμνης, τους έκανε να δείχνουν εξωπραγματικοί. Όταν θα εκτύπωνε τα αρνητικά θα φρόντιζε να τονίσει αυτή την αντίθεση. Πλησίασε λίγο ακόμα το τουριστικό σκάφος, επιλέγοντας τα σημεία που θα φωτογράφιζε αργότερα. Η Μπράιαν έβγαλε τη μηχανή της χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Ήλπιζε πως στο σκάφος θα λιαζόταν κάποια παρέα. Μπορεί να υπήρχαν και παιδιά ζαλισμένα από τον αέρα και το κούνημα του νερού. Κι ενώ ο Σέιντ συνέχιζε να παίζει τον καπετάνιο, εκείνη


κοίταξε προς την πρύμνη και όπλισε γρήγορα τη μηχανή της. Ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό. Στην πρύμνη του πλοίου στεκόταν ένα λαγωνικό –η Μπράιαν δε βρήκε καλύτερη περιγραφή για το σκυλί. Τα μεγάλα αυτιά του ανέμιζαν πίσω, η γλώσσα κρεμόταν από το στόμα του ενώ το βλέμμα του ατένιζε το νερό. Ένα πορτοκαλί σωσίβιο κάλυπτε το καστανοκόκκινο τρίχωμα της πλάτης του. «Κάνε πάλι το γύρο», φώναξε στον Σέιντ. Η Μπράιαν περίμενε ανυπόμονα να πετύχει πάλι τη σωστή γωνία. Υπήρχαν άνθρωποι στο πλοίο, τουλάχιστον πέντε, αλλά δεν την ενδιέφεραν πια. Εκείνη ήθελε το σκύλο. Δάγκωσε τα χείλη της και περίμενε. Ήθελε μόνο το σκύλο με το πορτοκαλί σωσίβιο που είχε γείρει πάνω από την κουπαστή και κοιτούσε το νερό. Πίσω από το πλοίο υψώνονταν οι κόκκινοι βράχοι. Η Μπράιαν έπρεπε να πάρει γρήγορα μια απόφαση –θα τους περιλάμβανε στη φωτογραφία ή όχι; Αν είχε περισσότερο χρόνο να σκεφτεί... Απέκλεισε την εντυπωσιακή άποψη και επικεντρώθηκε στην αστεία πλευρά. Ο Σέιντ αναγκάστηκε να κάνει τρεις φορές το γύρο του κομψού πλοίου μέχρι να μείνει εκείνη ευχαριστημένη. «Θαύμα!» Η Μπράιαν κατέβασε τη μηχανή της γελώντας. «Και μόνο αυτή η φωτογραφία αξίζει για ολόκληρη τη βόλτα». Ο Σέιντ έβαλε πλώρη δεξιά. «Γιατί να μη δούμε τι άλλο μπορούμε να ξετρυπώσουμε;» Δούλεψαν δυο ώρες. Μετά την πρώτη ώρα, κάθονταν εναλλάξ στο τιμόνι. Γυμνός από τη μέση και πάνω για ν’ αντιμετωπίσει τη ζέστη, ο Σέιντ γονάτισε στην πλώρη και έστρεψε την προσοχή του σ’ ένα από τα πλοία που έκαναν το γύρο της λίμνης. Οι βράχοι υψώνονταν πίσω του, το νερό στραφτάλιζε καταγάλανο και δροσερό. Γερμένοι στην κουπαστή, οι τουρίστες φάνταζαν σαν μια πολύχρωμη θολούρα. Αυτό ήθελε κι εκείνος. Την ανωνυμία του οργανωμένου τουρισμού


και τη δύναμη του να προσελκύει τον κόσμο κατά εκατοντάδες. Όσο δούλευε ο Σέιντ, η Μπράιαν κρατούσε χαμηλή την ταχύτητα και χάζευε. Μια ματιά στο ιδρωμένο αθλητικό στέρνο του την έκανε να αποφασίσει ότι θα ήταν πιο σοφό να επικεντρωθεί στο τοπίο. Αν δεν το είχε κάνει, ίσως να μην είχε προσέξει τον ορμίσκο και τη βραχονησίδα μπροστά του. «Κοίτα». Χωρίς να διστάσει, έστρεψε τη βάρκα προς τα εκεί, έσβησε τη μηχανή και άφησε το νερό να την παρασύρει. «Έλα να κάνουμε μια βουτιά». Προτού προλάβει ο Σέιντ να απαντήσει, η Μπράιαν πήδησε στο νερό που της έφτανε μέχρι τον αστράγαλο και άρχισε να δένει τα σκοινιά της βάρκας στους βράχους. Βούτηξε στο νερό με το κεφάλι –και με τα ρούχα της. Ένα εφαρμοστό καφετί τοπ και σορτ. Όταν ξαναβγήκε, γελούσε. Ο Σέιντ στεκόταν στη βραχονησίδα από πάνω της. «Φανταστικό», του φώναξε. «Έλα, Σέιντ, δεν έχουμε διασκεδάσει καθόλου από τη στιγμή που ξεκινήσαμε». Είχε δίκιο. Είχε φροντίσει ο ίδιος γι’ αυτό. Όχι πως δεν είχε κι εκείνος την ανάγκη να χαλαρώσει, αλλά προτιμούσε να μην το κάνει μαζί της. Έμεινε να την κοιτάζει καθώς κολυμπούσε στα νερά που σκίαζαν τα βράχια. Αυτό που έκαναν τώρα ήταν λάθος, το ήξερε. Ήταν λογικό, όμως, να σταματήσει πια να παλεύει αυτό που θα συνέβαινε αναπόφευκτα μεταξύ τους. Ακολουθώντας αυτή τη λογική, μπήκε και εκείνος στο νερό. «Είναι σαν να ανοίγεις ένα δώρο», παρατήρησε η Μπράιαν και, γυρίζοντας ανάσκελα, άφησε να την παρασύρει το ρεύμα. «Δεν είχα πάρει είδηση ότι είχα αρχίσει να βράζω μέχρι που βούτηξα στο νερό». Αναστέναξε και βούτηξε πάλι. Όταν βγήκε το νερό κυλούσε στο πρόσωπό της. «Όταν ήμουν μικρή υπήρχε μια λιμνούλα λίγο πιο κάτω από το σπίτι μας. Τα καλοκαίρια ζούσα στην κυριολεξία εκεί». Το νερό ήταν δελεαστικό, σκέτη αμαρτία. Όταν ο Σέιντ βούτηξε


ένιωσε την κάψα να υποχωρεί, αλλά όχι και την ένταση. Το ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να εκτονωθεί. «Τα πήγαμε πολύ καλύτερα εδώ απ’ ό,τι περίμενα». Η Μπρά-ιαν άφησε το νερό να τρέξει ανάμεσα στα δάχτυλά της. «Δε βλέπω την ώρα να φτάσουμε στη Σιντόνα και να αρχίσουμε την εμφάνιση των φιλμ», συνέχισε και τίναξε τη μουσκεμένη κοτσίδα πίσω στην πλάτη της. «Και να κοιμηθώ σ’ ένα κανονικό κρεβάτι». «Δε φαίνεσαι να έχεις πρόβλημα με τον ύπνο». Ένα από τα πρώτα πράγματα που είχε προσέξει ο Σέιντ ήταν ότι η Μπράιαν μπορούσε να κοιμηθεί οπουδήποτε, οποτεδήποτε, μόλις έκλεινε τα μάτια της. «Ω, δεν είναι ο ύπνος, είναι το ξύπνημα». Και το να ξυπνάει λίγα μέτρα μακριά του κάθε πρωί, να βλέπει το πρόσωπό του σκιασμένο από τα γένια της νύχτας, επικίνδυνα γοητευτικό, και τους μυς του να συσπώνται επικίνδυνα δυνατοί καθώς τεντωνόταν –όχι, δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν φορές που της προκαλούσαν πρόβλημα. «Ξέρεις», άρχισε να λέει αδιάφορα, «ο προϋπολογισμός μας μπορεί να αντέξει ένα δωμάτιο μοτέλ μια φορά την εβδομάδα. Τ ίποτε πολυτελές, ένα κανονικό στρώμα και ένα λουτρό. Τα περισσότερα από τα κάμπινγκ όπου σταματήσαμε είχαν ντους με ζεστό νερό μόνο στα διαφημιστικά τους φυλλάδια». Ο Σέιντ χαμογέλασε. Ούτε κι εκείνον τον ευχαριστούσε να βρίσκει ντους με το νερό μόλις κομμένο, ύστερα από μια κοπιαστική μέρα στο δρόμο. Αυτός, όμως, δεν ήταν λόγος να συμφωνήσει τόσο εύκολα. «Δεν αντέχεις τις κακουχίες, Μπράιαν;» Εκείνη τεντώθηκε πάλι ανάσκελα και κλότσησε νερό προς το μέρος του. «Ω, δε με νοιάζουν οι κακουχίες», του απάντησε ωμά. «Απλώς προτιμώ να τις επιλέγω μόνη μου. Και δεν ντρέπομαι να πω ότι προτιμώ να περάσω ένα Σαββατοκύριακο στο Μπέβερλι Γουίλσιρ παρά στην ερημιά τρίβοντας δύο ξύλα για να ανάψω φωτιά». Η


Μπράιαν έκλεισε τα μάτια της και αφέθηκε ελεύθερη να την παρασύρει το ρεύμα. «Εσύ δε θα το προτιμούσες;» «Ναι». Και λέγοντας αυτά, ο Σέιντ την άρπαξε από την κοτσίδα και βύθισε το κεφάλι της στο νερό. Η κίνησή του την ξάφνιασε, αλλά την ευχαρίστησε κιόλας και ας βγήκε στην επιφάνεια βήχοντας. Ώστε ο κύριος έκανε και σκανταλιές πότε πότε. Της άρεσε αυτό. «Είμαι ειδική στα παιχνίδια στο νερό», τον προειδοποίησε κι άρχισε να κολυμπάει. «Το νερό σού ταιριάζει». Αλήθεια, πότε είχε αρχίσει να χαλαρώνει; Ο Σέιντ δε θα μπορούσε να προσδιορίσει επακριβώς τη στιγμή που άρχισε να τον εγκαταλείπει η ένταση. Η κοπέλα αυτή είχε κάτι, μια νωχελικότητα... Όχι, αυτό δεν ήταν αλήθεια. Δούλευε το ίδιο σκληρά μ’ εκείνον, απλά με το δικό της τρόπο. Άνεση ήταν πιο πετυχημένος χαρακτηρισμός. Ήταν μια άνετη γυναίκα, συμφιλιωμένη με τον εαυτό της και το περιβάλλον της. «Κι εσένα το ίδιο». Η Μπράιαν τον περιεργάστηκε με μισόκλειστα μάτια –κάτι που είχε αποφύγει τις τελευταίες μέρες. Όσο δεν τον κοιτούσε στα ίσια, κατάφερνε πιο εύκολα να ελέγξει τα αισθήματα που ξυπνούσε εκείνος μέσα της. Τα αισθήματα αυτά την έκαναν να μη νιώθει και τόσο άνετα και, ο Σέιντ είχε δίκιο, της άρεσε να είναι άνετη με τον εαυτό της. Αλλά τώρα, μέσα στο νερό, ακούγοντας μόνο το θόρυβο των πλοίων από μακριά, ήθελε να απολαύσει την εικόνα του. Τα μαλλιά πλαισίωναν βρεγμένα και μπερδεμένα το πρόσωπό του. Και ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τόσο χαλαρά τα χαρακτηριστικά του. Αυτή τη στιγμή τα μάτια του δεν έδειχναν να κρύβουν μυστικά. Ήταν πολύ λεπτός, διέκρινες όμως μυς στα μπράτσα και την πλάτη του. Και ήξερε ήδη πόσο δυνατά ήταν τα χέρια του. Του χαμογέλασε,


αβέβαιη αν θα απολάμβαναν αυτή την ηρεμία ανάμεσά τους για πολύ ακόμα. «Δεν αφήνεσαι συχνά να χαλαρώσεις, Σέιντ». «Νομίζεις;» «Ναι. Ξέρεις...» Η Μπράιαν γύρισε πάλι ανάσκελα, επειδή το κολύμπι στο νερό της λίμνης απαιτούσε προσπάθεια. «Πιστεύω πως μέσα σου, βαθιά μέσα σου, κρύβεις έναν ωραίο άνθρωπο». «Όχι, δεν είναι έτσι». Η Μπράιαν διέκρινε το χιούμορ στη φωνή του. «Ω, τον έχεις κάπου καταχωνιασμένο. Αν με αφήσεις να σε φωτογραφίσω, θα τον ανακαλύψω». Του άρεσε ο τρόπος που επέπλεε στην επιφάνεια του νερού, δε σπαταλούσε την παραμικρή ενέργεια. Ήταν ξαπλωμένη στην επιφάνεια, αφημένη στην άνωση. Ήταν σχεδόν σίγουρος πως, αν παρέμενε έτσι για πέντε λεπτά, θα την έπαιρνε ο ύπνος. «Αλήθεια;» μουρμούρισε. «Δε νομίζω ότι είναι απαραίτητο». Η Μπράιαν άνοιξε τα μάτια της. Ο ήλιος την τύφλωσε, έτσι τα μισόκλεισε πάλι για να μπορέσει να τον δει. «Κατά τη γνώμη σου. Εγώ έχω αποφασίσει να σε φωτογραφίσω, αφού σε γνωρίσω καλύτερα». Ο Σέιντ τύλιξε ανάλαφρα τα δάχτυλά του γύρω από τον αστράγαλό της. «Απαιτείται η συνεργασία μου και για τα δύο». «Θα τα καταφέρω». Η επαφή τους ήταν πιο εκρηκτική απ’ όσο μπορούσε να την αντέξει. Η Μπράιαν σφίχτηκε για να μπορέσει να την ελέγξει. Μεσολάβησαν δέκα ατέλειωτα δευτερόλεπτα και τότε συνειδητοποίησε ότι το ίδιο είχε νιώσει και εκείνος. Αργά, τραβήχτηκε. «Το νερό άρχισε να κρυώνει», είπε και κολύμπησε προς τη βάρκα, ενώ η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Ο Σέιντ περίμενε λίγο. Όποιο δρόμο και να ακολουθούσε μαζί της, κατέληγε πάντα στο ίδιο σημείο. Την ήθελε, αλλά δεν ήταν σίγουρος


ότι θα μπορούσε να χειριστεί τις συνέπειες αν υπέκυπτε σε αυτή την επιθυμία του. Και, το χειρότερο, η Μπράιαν κόντευε να γίνει φίλη του, πράγμα που δε θα διευκόλυνε κανέναν από τους δυο τους. Αργά, ο Σέιντ κολύμπησε προς τη βάρκα, αλλά όταν έφτασε η Μπράιαν δεν ήταν εκεί. Ξαφνιασμένος, έριξε μια ματιά γύρω του, στον ορμίσκο. Ήταν έτοιμος να φωνάξει, όταν την είδε σκαρφαλωμένη ψηλά στη βραχονησίδα. Είχε λύσει την κοτσίδα της και χτένιζε τα μαλλιά της να στεγνώσουν στον ήλιο. Καθισμένη πάνω στα κουλουριασμένα πόδια της, είχε στραφεί προς τον ήλιο. Τα λεπτά καλοκαιρινά ρούχα της ήταν μούσκεμα και κολλούσαν πάνω στις καμπύλες της. Ήταν φανερό πως αυτό δεν την προβλημάτιζε. Εκείνη αποζητούσε τον ήλιο, τη ζεστασιά του, όπως είχε αποζητήσει λίγο πριν τη δροσιά του νερού. Ο Σέιντ πήρε τη μηχανή του και τη ρύθμισε για ένα κοντινό πλάνο. Ήθελε η εικόνα της να καλύψει όλη τη φωτογραφία. Εστίασε πάνω της. Για δεύτερη φορά, ένιωσε τη νωχελική σεξουαλικότητά της σαν γροθιά στο στομάχι. Ήταν επαγγελματίας, θύμισε στον εαυτό του και ρύθμισε την απόσταση. Και απλώς φωτογράφιζε. Αυτό ήταν όλο. Αλλά όταν εκείνη γύρισε το κεφάλι της και τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του μέσα από το φακό, ένιωσε τον πόθο του, αλλά και τον δικό της να φουντώνει. Έμειναν για μια στιγμή ακίνητοι, μακριά ο ένας από τον άλλον, αλλά και αμετάκλητα ενωμένοι. Τη στιγμή που ο Σέιντ πατούσε το κουμπί, ήξερε πως είχε απεικονίσει κάτι πολύ περισσότερο από ένα πρόσωπο. Κάπως πιο σίγουρη, η Μπράιαν σηκώθηκε και κατέβηκε από το βράχο. Έπρεπε να θυμίζει στον εαυτό της να φέρεται ανέμελα, κάτι που μέχρι τώρα ήταν η φυσιολογική στάση της. «Δε σου έδωσα την άδεια να με βγάλεις φωτογραφία, Κόλμπι», του θύμισε, ρίχνοντας τη


βούρτσα μέσα στην πελώρια τσάντα της. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τα μαλλιά της. Ήταν υγρά και έπεφταν σκαλωτά και πλούσια μέχρι τη μέση της. Έπλεξε τα δάχτυλά του ανάμεσά τους, κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Σε θέλω». Η Μπράιαν ένιωσε τα πόδια της να λύνονται, ενώ η φλόγα που άναψε στην κοιλιά της απλώθηκε μέχρι τα ακροδάχτυλά της. Είναι σκληρός άντρας, θύμισε στον εαυτό της. Δε θα έδινε, μόνο θα έπαιρνε. Κι εκείνη ήθελε και τα δύο. «Δε μου αρκεί αυτό», του είπε με σταθερή φωνή. «Οι άνθρωποι όλο θέλουν, καινούριο αμάξι, έγχρωμη τηλεόραση. Εγώ χρειάζομαι κάτι περισσότερο». Η Μπράιαν τον προσπέρασε και μπήκε στη βάρκα. Αμίλητος, ο Σέιντ την ακολούθησε. Κι ενώ η βάρκα τους ανέπτυσσε ταχύτητα, εκείνο που αναρωτιούνταν και οι δύο ήταν αν ο Σέιντ θα μπορούσε να δώσει κάτι περισσότερο από αυτό που της είχε προσφέρει.

Κεφάλαιο 5 Η Μπράιαν διατηρούσε στο νου της μια ρομαντική εικόνα του Όουκ Κρικ Κάνυον, όλο το διάστημα που είχε μεσολαβήσει από την τελευταία επίσκεψή της εκεί. Όταν το ξαναείδε δεν απογοητεύτηκε. Διέθετε όλη τη δύναμη και τα χρώματα που θυμόταν. Θα υπήρχαν παντού κατασκηνωτές, το ήξερε. Θα άξιζε τον κόπο να σπαταλήσουν και φιλμ και χρόνο σε τούτο το μέρος. Ερασιτέχνες και επαγγελματίες ψαράδες με καλάμια και δολώματα στο ποτάμι. Κατασκηνωτές να ψήνουν μαρσμάλοου στις φωτιές τα βράδια. Καφές σε τενεκεδένιες κούπες. Ναι, θα άξιζε μια στάση εκεί. Υπολόγιζαν να μείνουν τρεις μέρες για να δουλέψουν, να


εμφανίσουν τα φιλμ τους και να τα εκτυπώσουν. Η Μπράιαν δεν έβλεπε την ώρα ν’ αρχίσουν. Αλλά, πριν πάνε στην πόλη για να ρυθμίσουν τις λεπτομέρειες, είχαν αποφασίσει να κάνουν μια στάση στο φαράγγι για να δει η Μπράιαν τη Λη και την οικογένειά της. «Σύμφωνα με τις οδηγίες της, πρέπει να υπάρχει ένα μικρός χωματόδρομος στα δεξιά λίγο μετά από ένα ξύλινο κιόσκι ελέγχου». Ο Σέιντ είχε το νου του να το εντοπίσει. Ανυπομονούσε κι εκείνος να ξεκινήσει τη δουλειά. Είχε τραβήξει φωτογραφίες που δεν έβλεπε την ώρα να τις δει να ζωντανεύουν. Είχε ανάγκη τη συγκέντρωση και την ηρεμία του σκοτεινού θαλάμου. Την απομόνωση. Είχε ανάγκη να αφήσει ελεύθερη τη δημιουργικότητά του και να κρατήσει στα χέρια του τους καρπούς της. Η φωτογραφία της Μπράιαν στο βράχο. Δεν ήθελε να το σκέφτεται, αλλά ήξερε πως αυτό θα ήταν το πρώτο φιλμ που θα εμφάνιζε. Το σημαντικό ήταν πως θα έβρισκε το χρόνο και την απόσταση που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του. Μόλις θα την άφηνε με τους φίλους της –ήταν σίγουρος ότι εκείνοι θα επέμεναν να μείνει μαζί τους– αυτός θα πήγαινε στη Σιντόνα όπου θα νοίκιαζε ένα σκοτεινό θάλαμο και θα έκλεινε δωμάτιο σε κάποιο ξενοδοχείο για τον εαυτό του. Ζώντας είκοσι τέσσερις ώρες τη μέρα μαζί της, στήριζε πολλά σε αυτές τις μέρες που θα περνούσαν χώρια για να καταφέρει να ξαναβρεί την ισορροπία του. Ο καθένας τους ήταν ελεύθερος να φωτογραφίσει αυτό που θα επέλεγε –την πόλη το φαράγγι, τη φύση. Αυτό θα του έδινε ελευθερία κινήσεων. Και θα κατέστρωνε ένα πρόγραμμα για τη χρήση του σκοτεινού θαλάμου. Με λίγη τύχη, ούτε που θα έβλεπαν ο ένας τον άλλον τις επόμενες τρεις μέρες. «Να το», του είπε η Μπράιαν, αν και ο Σέιντ είχε δει ήδη το δρομάκι και είχε κόψει ταχύτητα. «Μα το Θεό, ποτέ δε θα μπορούσα


να φανταστώ τη Λη εδώ πέρα», συνέχισε κουνώντας το κεφάλι της μόλις αντίκρισε την απότομη ανηφόρα με τις κατάφυτες πλαγιές. «Είναι σκέτη ερημιά κι εκείνη είναι τόσο... καλλιεργημένη». Ο Σέιντ είχε γνωρίσει αρκετές καλλιεργημένες γυναίκες στη ζωή του. Είχε ζήσει με μια από αυτές. Έριξε μια ματιά στην περιοχή. «Τότε, τι γυρεύει εδώ πέρα;» «Ερωτεύτηκε», του απάντησε απλά η Μπράιαν και έγειρε μπροστά. «Κοίτα το σπίτι! Φανταστικό». Μεγάλες τζαμαρίες και προσωπικό στυλ, ήταν η πρώτη της σκέψη μόλις το είδε. Δεν ήταν ένα κομψό σπίτι πόλης, μέσα στο οποίο θα μπορούσε να φανταστεί τη Λη, αλλά και τούτο της ταίριαζε. Κοίταξε το φυτό με τα μεγάλα πορτοκαλί λουλούδια, αλλά δεν το αναγνώρισε. Το χορτάρι ήταν ψηλό, τα δέντρα καταπράσινα. Στην αλέα υπήρχαν δύο αμάξια, ένα σκονισμένο τζιπ τελευταίο μοντέλο και ένα πεντακάθαρο μπεζ σεντάν. Τη στιγμή που πάρκαραν πίσω από το τζιπ, είδαν ένα γκρίζο λυκόσκυλο με πλούσιο τρίχωμα να πετάγεται σαν σίφουνας από το πλάι του σπιτιού. Ο Σέιντ πρόφερε μια βρισιά πραγματικά σαστισμένος. «Αυτός πρέπει να είναι ο Σαντάνας». Η Μπράιαν γέλασε, αλλά κοίταξε επιφυλακτικά το σκυλί πίσω από την κλειστή πόρτα της. Ο Σέιντ παρακολούθησε γοητευμένος τον τρόπο που τρέμιζαν οι μύες του ζώου καθώς έτρεχε. Ύστερα το είδε να κουνάει την ουρά και να κρεμάει τη γλώσσα του. Φοβερό ζώο, αποφάσισε. «Μοιάζει με λύκο». «Ναι». Η Μπράιαν συνέχιζε να κοιτάζει το σκυλί που πηγαινοερχόταν δίπλα στο αμάξι. «Η Λη λέει ότι είναι φιλικός». «Ωραία. Τότε βγες πρώτη». Η Μπράιαν τον κοίταξε και ο Σέιντ της αντιγύρισε το βλέμμα μ’ ένα φιλικό χαμόγελο. Τότε εκείνη άνοιξε την πόρτα ξεφυσώντας. «Καλό σκυλάκι», είπε και βγήκε από το αμάξι, κρατώντας όμως


πάντα με το ένα χέρι την πόρτα. «Καλός ο Σαντάνας». «Κάπου διάβασα ότι ο Μπράουν εκτρέφει λύκους», σχολίασε αδιάφορα ο Σέιντ, βγαίνοντας και αυτός από τη δική του πόρτα. «Εξυπνάδες», μουρμούρισε η Μπράιαν και άπλωσε προσεκτικά το χέρι της στο σκύλο να το μυρίσει. Εκείνος το μύρισε και θα πρέπει να τη συμπάθησε, γιατί πήδησε χαρούμενος πάνω της –και την ξάπλωσε στο χώμα. Ο Σέιντ έκανε το γύρο του αμαξιού σε χρόνο μηδέν, σπρωγμένος από την οργή και το φόβο του. Αλλά δεν πρόλαβε να κάνει τίποτε, τον σταμάτησε ένα σφύριγμα. «Σαντάνας!» Ένα κοριτσάκι εμφανίστηκε τρέχοντας από το πλάι του σπιτιού με τις κοτσίδες του να χορεύουν. «Σταμάτα αμέσως. Δεν είναι ευγενικό να ρίχνεις τον κόσμο στο χώμα». Έτσι όπως τον είχαν πιάσει στα πράσα, ο σκύλος έπεσε μπρούμυτα, παριστάνοντας τον αθώο. «Ζητάει συγνώμη». Η μικρή κοίταξε τον αγριεμένο άντρα που στεκόταν πάνω από το σκύλο και τη γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη στο χώμα. «Ξέρετε, ενθουσιάζεται όταν έρχονται φίλοι. Εσύ είσαι η Μπράιαν;» Η Μπράιαν κατάφερε να γνέψει καταφατικά, ενώ ο σκύλος ακούμπησε το κεφάλι του στο μπράτσο της και την κοίταξε. «Παράξενο όνομα. Νόμιζα ότι θα ήσουν κι εσύ παράξενη, αλλά δεν είσαι. Είμαι η Σάρα». «Γεια σου, Σάρα». Αφού πήρε μια ανάσα, η Μπράιαν στράφηκε στον Σέιντ. «Αυτός είναι ο Σέιντ*(*Σκιά, στα αγγλικά. (Σ.τ.Μ.)) Κόλμπι». «Είναι το πραγματικό σου όνομα;» ρώτησε η Σάρα. «Ναι». Ο Σέιντ κοίταξε τη μικρή που τον κοιτούσε συνοφρυωμένη. Ήθελε να τη μαλώσει που δεν είχε φροντίσει να συγκρατήσει το σκύλο της, αλλά διαπίστωσε πως δεν μπορούσε. Ήθελε να κοντοκαθίσει για να βρεθεί στο ύψος της και να χαθεί σ’


εκείνα τα σοβαρά, σκούρα μάτια της. Σε δέκα χρόνια, η πιτσιρίκα θα ράγιζε πολλές καρδιές. «Ακούγεται σαν να βγήκε από κάποιο από τα βιβλία του πατέρα μου. Καλό είναι». Η Σάρα χαμογέλασε στην Μπράιαν, κλοτσώντας το χώμα με τις μύτες των αθλητικών της. Τόσο εκείνη όσο και ο σκύλος της έδειχναν αμήχανοι. «Ειλικρινά λυπάμαι που ο Σαντάνας σε έριξε κάτω. Δεν πιστεύω να χτύπησες;» Αυτή ήταν η πρώτη φορά που μπήκε κάποιος στον κόπο να τη ρωτήσει. «Όχι». «Ε, τότε, ίσως θα μπορούσες να μην το πεις στον μπαμπά». Η Σάρα της χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας τα σιδεράκια της. «Θυμώνει όταν ο Σαντάνας ξεχνάει τους καλούς τρόπους του». Ο Σαντάνας έγλειψε τον ώμο της Μπράιαν με την πελώρια ροζ γλώσσα του. «Δεν έγινε τίποτα», αποφάσισε εκείνη. «Θαύμα. Θα πάμε να τους ειδοποιήσουμε ότι ήρθατε». Η μικρή έφυγε τρέχοντας και το σκυλί πετάχτηκε όρθιο και την ακολούθησε χωρίς να ρίξει δεύτερη ματιά στην Μπράιαν. «Απ’ ό,τι φαίνεται, η ζωή της Λη δεν πρέπει να είναι καθόλου βαρετή», παρατήρησε εκείνη. Ο Σέιντ άπλωσε το χέρι του και τη σήκωσε, συνειδητοποιώντας ότι είχε φοβηθεί. Είχε τρομάξει στ’ αλήθεια για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, και αυτό γιατί το σκυλί μιας πιτσιρίκας είχε ρίξει κάτω τη συνεργάτιδά του. «Είσαι καλά;» «Ναι». Με γρήγορες κινήσεις, η Μπράιαν άρχισε να τινάζει τα χώματα από το τζιν της. Ο Σέιντ την έπιασε από τα μπράτσα και τη σταμάτησε. «Σίγουρα;» «Ναι, δεν...» Έκοψε στη μέση τη φράση της, γιατί ξαφνικά ξέχασε


τι ήθελε να πει. Ο Σέιντ δεν είχε κανένα λόγο να την κοιτάζει έτσι, σαν να τον ένοιαζε πραγματικά. Όμως ευχήθηκε να την κοίταζε έτσι πάντα. Το άγγιγμά του στα μπράτσα της ήταν ανάλαφρο. Μακάρι να την άγγιζε έτσι συνέχεια. «Είμαι μια χαρά», κατάφερε να ολοκληρώσει τη φράση της στο τέλος. Η φωνή της όμως ακούστηκε σαν ψίθυρος και δεν τράβηξε στιγμή το βλέμμα της από το δικό του. Ο Σέιντ συνέχισε να την κρατάει από τα μπράτσα. «Αυτό το σκυλί θα πρέπει να ζυγίζει πάνω από πενήντα κιλά». «Δεν ήθελε να μου κάνει κακό». Γιατί στην ευχή στέκονταν και κουβέντιαζαν για έναν σκύλο, τη στιγμή που δεν υπήρχε τίποτε πιο σημαντικό στον κόσμο από τους δυο τους; «Λυπάμαι». Ο αντίχειράς του χάιδεψε το εσωτερικό του αγκώνα της. Το δέρμα της ήταν πράγματι τόσο απαλό σ’ εκείνο το σημείο όσο το είχε φανταστεί. Ο σφυγμός της σφυροκοπούσε. «Θα έπρεπε να είχα βγει πρώτος από το αυτοκίνητο». Αν πάθαινε η Μπράιαν τίποτε... Ήθελε να τη φιλήσει τώρα που στο μυαλό του δέσποζε μόνο η σκέψη της και όχι οι λόγοι που δε θα έπρεπε να κάνει αυτό που λαχταρούσε. «Δεν πειράζει», ψέλλισε η Μπράιαν και τα χέρια της ανέβηκαν σαν από μόνα στους ώμους του. Τα κορμιά τους άγγιξαν. Ποιος είχε κάνει την πρώτη κίνηση; «Δεν πειράζει», επανέλαβε, περισσότερο στον εαυτό της και έγειρε πιο κοντά του. Τα χείλη τους δίστασαν για μια στιγμή να κινηθούν και όταν το έκαναν το σμίξιμό τους ήταν φευγαλέο. Από το σπίτι ακούστηκε ένα δυνατό γάβγισμα, η Μπράιαν και ο Σέιντ χώρισαν βιαστικά, σαν να τους τίναξε ηλεκτρικό ρεύμα. «Μπράιαν!» Η Λη άφησε την πόρτα να κλείσει πίσω της και βγήκε στη βεράντα. Είχε φωνάξει ήδη το όνομα της φίλης της, όταν πρόσεξε την ένταση που υπήρχε ανάμεσα στους δυο επισκέπτες που στέκονταν στην αλέα.


Η Μπράιαν ένιωσε ένα ρίγος και έκανε άλλο ένα βήμα πίσω προτού στραφεί προς τη Λη. Πάρα πολλά συναισθήματα, ήταν το μόνο που σκέφτηκε. Πάρα πολλά και πάρα πολύ ορμητικά. «Λη». Έτρεξε προς το μέρος της, αλλά δεν ήταν καθόλου σίγουρη πως δεν το έκανε απλώς για να ξεφύγει. Το μόνο που ήξερε ήταν πως είχε ανάγκη κάποιον και ένιωσε ευγνωμοσύνη όταν βρέθηκε στην αγκαλιά της φίλης της. «Ω Θεέ μου, δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε βλέπω». Η φωνή της είχε μια χροιά απελπισίας. Η Λη κοίταξε πάνω από τον ώμο της Μπράιαν τον άντρα που είχε κρατηθεί σε απόσταση. Έδειχνε να προτιμά να μείνει μακριά. Αλήθεια, αναρωτήθηκε σφίγγοντάς τη δυνατά στην αγκαλιά της, πού είχε μπλέξει η Μπράιαν; «Άσε με να σε δω», επέμεινε η Μπράιαν, γελώντας τώρα που η ένταση είχε υποχωρήσει. Το φίνο πρόσωπο, τα καλοχτενισμένα μαλλιά ήταν τα ίδια. Η γυναίκα, όμως, δεν ήταν η ίδια. Η Μπράιαν το ένιωσε προτού κοιτάξει τη φουσκωμένη κοιλιά κάτω από το ατσαλάκωτο καλοκαιρινό φόρεμα. «Είσαι ευτυχισμένη», της είπε, σφίγγοντάς της τα χέρια. «Φαίνεται. Δε μετανιώνεις». «Δε μετανιώνω», της απάντησε η Λη και την περιεργάστηκε με τη σειρά της επίμονα. Η Μπράιαν έδειχνε ίδια. Υγιής, άνετη, όμορφη με το δικό της μοναδικό τρόπο. Ίδια, αν εξαιρούσες εκείνη την ανησυχία στο βλέμμα της. «Και εσύ;» «Τα πράγματα πάνε καλά. Μου έλειψες, αλλά τώρα που σε είδα εδώ, νιώθω πολύ καλύτερα». Η Λη γέλασε και την αγκάλιασε από τη μέση. Αν υπήρχε πρόβλημα, θα φρόντιζε να ανακαλύψει την πηγή του. Η Μπράιαν δεν μπορούσε να της κρύψει για πολύ κάτι. «Ελάτε μέσα. Η Σάρα και ο Χάντερ φτιάχνουν παγωμένο τσάι», είπε, ρίχνοντας μια ματιά όλο νόημα προς το μέρος του Σέιντ. Ένιωσε την Μπράιαν να σφίγγεται,


ανεπαίσθητα μεν αλλά να σφίγγεται. Κι αυτό σήμαινε πως είχε ανακαλύψει ήδη την πηγή. Η Μπράιαν ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της. «Σέιντ». Εκείνος προχώρησε προς το μέρος τους σαν να προσπαθούσε να δοκιμάσει το έδαφος, σκέφτηκε η Λη. «Η Λη Ράντκλιφ. Λη Ράντκλιφ Μπράουν», διόρθωσε η Μπρά-ιαν και χαλάρωσε λιγάκι. «Ο Σέιντ Κόλμπι. Θυμάσαι τότε που ξόδεψα τα λεφτά που είχα μαζέψει για καινούριο αμάξι για να αγοράσω μια από τις φωτογραφίες του». «Ναι, και εγώ σου είπα ότι ήσουν τρελή». Η Λη άπλωσε το χέρι της και χαμογέλασε, αλλά η φωνή της ήταν παγερή. «Χαίρομαι που σας γνωρίζω. Η Μπράιαν θαύμαζε πάντα τη δουλειά σας». «Αλλά εσείς όχι», της αντιγύρισε εκείνος, νιώθοντας περισσότερο ενδιαφέρον και σεβασμό γι’ αυτή τη γυναίκα απ’ ό,τι περίμενε. «Συχνά τη βρίσκω σκληρή, αλλά πάντα συγκλονιστική», του απάντησε απλά η Λη. «Η Μπράιαν είναι η ειδική, όχι εγώ». «Τότε θα είναι η πρώτη που θα σας πει ότι δεν τραβάμε τις φωτογραφίες μας για τους ειδικούς». Η Λη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Η χειραψία του ήταν δυνατή –καθόλου αβρή αλλά ούτε σκληρή. Το ίδιο ακριβώς μπορούσε να πει και για τα μάτια του. Θα έπρεπε να περιμένει για να βγάλει το τελικό της συμπέρασμα. «Περάστε μέσα, κύριε Κόλμπι». Ο Σέιντ σκόπευε να αφήσει την Μπράιαν και να φύγει, αλλά τελικά έπιασε τον εαυτό του να δέχεται την πρόσκληση. Δε θα πάθαινε τίποτε να δροσιστεί λιγάκι πριν συνεχίσει για την πόλη. Ακολούθησε τις γυναίκες μέσα στο σπίτι. «Μπαμπά, αν δε βάλεις κι άλλη ζάχαρη, θα έχει απαίσια γεύση». Μπήκαν στην κουζίνα και είδαν τη Σάρα με τα χέρια στη μέση να παρακολουθεί τον πατέρα της που σκούπιζε τον πάγκο γύρω από μια κανάτα τσάι.


«Δε θέλουν όλοι να γεμίζουν τον οργανισμό τους με ζάχαρη όπως εσύ». «Εγώ θέλω». Η Μπράιαν χαμογέλασε όταν ο Χάντερ γύρισε προς το μέρος της. Θεωρούσε τα βιβλία του υπέροχα και ας τον καταριόταν πολλές φορές όταν την κρατούσε ξύπνια τα βράδια. Θα μπορούσε να ήταν κάποιος από τους ήρωες των αδερφών Μπροντέ, σοβαρός, μελαχρινός, αρρενωπός. Πάνω απ’ όλα, όμως, ήταν ο άντρας που αγαπούσε την καλύτερή της φίλη. Του άνοιξε την αγκαλιά της. «Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω». Ο Χάντερ την αγκάλιασε σφιχτά και γέλασε όταν την ένιωσε να απλώνει το χέρι της για να πιάσει ένα μπισκότο από το πιάτο που είχε ετοιμάσει η Σάρα. «Πώς γίνεται να μην παχαίνεις;» «Πάντως δεν έχω εγκαταλείψει την προσπάθεια», του απάντησε η Μπράιαν, μασουλώντας ένα μπισκότο σοκολάτα. «Μμμ, είναι ακόμα ζεστό. Χάντερ, από εδώ ο Σέιντ Κόλμπι». Ο Χάντερ άφησε την πετσέτα που κρατούσε. «Παρακολουθώ τη δουλειά σου», του είπε την ώρα που έσφιγγαν τα χέρια. «Είναι δυνατή». «Την ίδια λέξη θα χρησιμοποιούσα κι εγώ για να χαρακτηρίσω τη δική σου». «Το τελευταίο βιβλίο σου μ’ έκανε να μην μπορώ να κατέβω στο υπόγειο να βάλω πλυντήριο για τέσσερις εβδομάδες», κατηγόρησε η Μπράιαν τον Χάντερ. «Δεν είχα ρούχο να φορέσω». Ο Χάντερ της χαμογέλασε ενθουσιασμένος. «Ευχαριστώ». Η Μπράιαν έριξε μια ματιά στην ηλιόλουστη κουζίνα γύρω της. «Υποθέτω ότι περίμενα το σπίτι σου να είναι γεμάτο αράχνες και σανίδες που τρίζουν». «Απογοητεύτηκες;» τη ρώτησε η Λη. «Ανακουφίστηκα». Η Λη γέλασε και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας με τη Σάρα στα


αριστερά της και την Μπράιαν απέναντι. «Πώς πάει η δουλειά σας;» «Καλά», της απάντησε η φίλη της, αλλά η Λη πρόσεξε ότι απέφυγε να κοιτάξει τον Σέιντ όσο μιλούσε. «Μπορεί και καταπληκτικά. Θα μάθουμε μόλις εμφανίσουμε τα φιλμ. Ήρθαμε σε συμφωνία με μια από τις τοπικές εφημερίδες να χρησιμοποιήσουμε τον σκοτεινό τους θάλαμο. Το μόνο που μας μένει τώρα είναι να πάμε στη Σιντόνα και να βρούμε δυο δωμάτια στο ξενοδοχείο. Από αύριο, δουλειά». «Στο ξενοδοχείο;» Η Λη ακούμπησε στο τραπέζι το ποτήρι που της έδωσε ο Χάντερ. «Μα θα μείνεις εδώ». «Λη». Η Μπράιαν χάρισε ένα γρήγορο χαμόγελο στον Χάντερ, που άπλωσε το πιάτο με τα μπισκότα προς το μέρος της. «Ήθελα να σε δω, όχι να σου φορτωθώ. Το ξέρω πως εσύ και ο Χάντερ δουλεύετε τα καινούρια σας βιβλία. Άλλωστε, ο Σέιντ κι εγώ θα είμαστε πνιγμένοι με την εμφάνιση των φιλμ». «Και πώς υποτίθεται ότι θα ιδωθούμε, αν εσύ μένεις στη Σιντόνα;» την αντέκρουσε η Λη. «Να πάρει η οργή, Μπράιαν, σε πεθύμησα. Θα μείνεις εδώ», της είπε και ακούμπησε το χέρι στη φουσκωμένη κοιλιά της. «Στις εγκύους πρέπει να κάνουμε όλα τους τα χατίρια». «Μείνε», είπε ο Σέιντ προτού προλάβει η Μπράιαν να απαντήσει. «Για κάμποσο καιρό, αυτή μπορεί να είναι η τελευταία σου ευκαιρία για λίγο ελεύθερο χρόνο». «Έχουμε πολλή δουλειά», του θύμισε εκείνη. «Η απόσταση από εδώ μέχρι την πόλη είναι μικρή, ασήμαντη. Έτσι κι αλλιώς, θα χρειαστεί να νοικιάσουμε ένα αυτοκίνητο ώστε να έχουμε και οι δύο ελευθερία κινήσεων». Ο Χάντερ κοίταξε τον άντρα απέναντί του. Φαινόταν σκληρός και αγχώδης χαρακτήρας. Δεν ήταν ο άντρας που θα διάλεγε για την ανέμελη, νωχελική Μπράιαν, αλλά δεν είχε καμιά δουλειά να τους κρίνει. Ο ρόλος του ήταν να παρατηρεί και έβλεπε καθαρά ότι κάτι έτρεχε μεταξύ τους –όπως και την απροθυμία τους να το


παραδεχτούν. Ήρεμα, πήρε το τσάι του και ήπιε μια γουλιά. «Η πρόσκληση ισχύει και για τους δυο σας». Ο Σέιντ ανασήκωσε αυτόματα το κεφάλι του, έτοιμος να αρνηθεί ευγενικά. Το βλέμμα του διασταυρώθηκε με του Χάντερ. Ήταν και οι δύο ισχυροί, εσωστρεφείς χαρακτήρες. Ίσως γι’ αυτό κατάλαβαν τόσο γρήγορα ο ένας τον άλλον. Έχω βρεθεί στη θέση σου, έμοιαζε να του λέει ο Χάντερ με μια υποψία χαμόγελου. Όσο και να τρέξεις, δε γλ ιτώνεις. Ο Σέιντ ένιωσε την κατανόηση και την πρόκληση στο βλέμμα τού άλλου άντρα. Στράφηκε και είδε την Μπράιαν να τον κοιτάζει επίμονα, παγερά. «Θα μου άρεσε να μείνω», άκουσε τον εαυτό του να λέει. Πλησίασε στο τραπέζι και κάθισε.

Η Λη κοίταξε τα δοκιμαστικά με το δικό της αργό, επιμελή τρόπο. Η Μπράιαν πηγαινοερχόταν στη βεράντα έτοιμη να εκραγεί. «Λοιπόν;» τη ρώτησε. «Πώς σου φαίνονται;» «Δεν τα είδα ακόμα όλα». Η Μπράιαν άνοιξε το στόμα της, αλλά το ξανάκλεισε. Δεν ήταν στη φύση της να νιώθει νευρικότητα για τη δουλειά της. Ήξερε ότι τα δοκιμαστικά ήταν καλά. Δεν είχε χύσει ιδρώτα, δεν είχε δώσει όλη την ψυχή της στην προσπάθεια; Είναι κάτι παραπάνω από καλά, είπε στον εαυτό της, βγάζοντας μια σοκολάτα από την τσέπη της. Αυτά τα δοκιμαστικά μπορούσε να τα κατατάξει στις καλύτερες δουλειές της. Πιθανότατα να είχε συμβάλει και ο ανταγωνισμός της με τον Σέιντ σε αυτό. Και ίσως να είχε την ανάγκη να νιώσει κάποια αυταρέσκεια ύστερα από τα σχόλιά του για το στυλ της δουλειάς της. Η Μπράιαν δεν ήθελε να πιστέψει ότι θα κατέφευγε σε μικρόψυχες αντιπαραθέσεις, να όμως


που είχε συμβεί. Και ήθελε να νικήσει. Αυτές τις τελευταίες μέρες ζούσε με τον Σέιντ στο ίδιο σπίτι, χρησιμοποιούσαν τον ίδιο σκοτεινό θάλαμο και όμως είχαν ιδωθεί ελάχιστα. Ωραίο κόλπο, σκέφτηκε θλιμμένα η Μπράιαν. Και ίσως να είχε λειτουργήσει τόσο άψογα επειδή έπαιζαν και οι δύο το ίδιο παιχνίδι. Κρυφτό και όχι κυνηγητό. Αύριο θα έπαιρναν και πάλι τους δρόμους. Η Μπράιαν διαπίστωσε πως όσο και αν φοβόταν, ανυπομονούσε να φύγουν. Και δεν ήταν αντιφατικό άτομο. Βασικά ήταν ειλικρινής και... ναι, αξιαγάπητη. Έτσι ήταν από τη φύση της. Γιατί, όμως, δε συνέβαινε το ίδιο και όταν βρισκόταν με τον Σέιντ; «Λοιπόν». Η Μπράιαν γύρισε μόλις άκουσε τη Λη να μιλάει. «Λοιπόν;» επανέλαβε και περίμενε. «Πάντα θαύμαζα τη δουλειά σου, Μπράιαν. Το ξέρεις αυτό». Η Λη σταύρωσε προσεκτικά τα χέρια της πάνω στο σιδερένιο τραπεζάκι. «Αλλά;» την πίεσε εκείνη. «Αλλά αυτή είναι η καλύτερη». Η Λη της χαμογέλασε. «Η καλύτερη που έχεις κάνει ποτέ». Η Μπράιαν άφησε ελεύθερη την ανάσα που κρατούσε τόση ώρα και πλησίασε στο τραπεζάκι. Νεύρα; Ναι, είχε. Και δεν της άρεσε αυτό. «Γιατί το λες;» «Είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν ένα σωρό τεχνικοί λόγοι –το φως, οι σκιές, τα θέματα». Η Μπράιαν κούνησε ανυπόμονα το κεφάλι της. «Αλλά;» Η Λη κατάλαβε τι της ζητούσε και διάλεξε ένα δοκιμαστικό. «Αυτό με την ηλικιωμένη γυναίκα και το μικρό κοριτσάκι στην παραλία. Μπορεί να φταίει η κατάστασή μου», είπε αργά και την ξανακοίταξε, «αλλά με κάνει να σκέφτομαι το παιδί που θα


αποκτήσω. Επίσης μου θυμίζει ότι θα γεράσω, αλλά όχι τόσο ώστε να σταματήσω να ονειρεύομαι. Αυτή η φωτογραφία κρύβει δύναμη ακριβώς επειδή είναι απλή, ειλικρινής και γεμάτη συναισθήματα. Και αυτή...» Η Λη έψαξε τα δοκιμαστικά μέχρι που βρήκε εκείνη του εργάτη στο δρόμο. «Ιδρώτας, αποφασιστικότητα, ειλικρίνεια. Με το που βλέπεις το πρόσωπό του καταλαβαίνεις ότι αυτός ο άντρας πιστεύει στη σκληρή δουλειά και θέλει να πληρώνει τους λογαριασμούς του στην ώρα τους. Και εδώ, τούτοι οι έφηβοι γεμάτοι νιάτα στο κατώφλι της ενηλικίωσης. Και αυτός ο σκύλος...» Η Λη τον κοίταξε και γέλασε. «Με την πρώτη ματιά τον βρήκα χαριτωμένο και αστείο, αλλά είναι και πολύ περήφανος, σχεδόν ανθρώπινος. Θα μπορούσες να πιστέψεις ότι το πλοίο είναι δικό του». Κι ενώ η Μπράιαν την άκουγε αμίλητη, η Λη τακτοποίησε τα δοκιμαστικά. «Θα μπορούσα να συνεχίσω, σχολιάζοντας μία μία τις φωτογραφίες, αλλά το θέμα είναι ότι καθεμιά από αυτές διηγείται μια διαφορετική ιστορία. Είναι μια σκηνή, μια στιγμή μέσα στο χρόνο και όμως κρύβει μια ιστορία. Καθρεφτίζει συναισθήματα. Αυτός δεν είναι ο στόχος;» «Ναι». Η Μπράιαν χαμογέλασε και οι ώμοι της χαλάρωσαν. «Αυτός είναι ο στόχος». «Αν είναι και οι φωτογραφίες του Σέιντ ανάλογες, θα φτιάξετε ένα φανταστικό φωτογραφικό άλμπουμ». «Θα είναι», μουρμούρισε η Μπράιαν. «Είδα μερικά από τα αρνητικά του στο σκοτεινό θάλαμο. Είναι απίστευτα». Η Λη ύψωσε το φρύδι της και έμεινε να κοιτάζει την Μπράιαν που καταβρόχθιζε τη σοκολάτα της. «Αυτό σ’ ενοχλεί;» «Ποιο; Α, όχι, όχι, και βέβαια όχι. Στην προκειμένη περίπτωση θα αποτελέσει κομμάτι της όλης δουλειάς. Δε θα είχα συμφωνήσει ποτέ να συνεργαστώ μαζί του αν δεν τον θαύμαζα».


«Αλλά;» Αυτή τη φορά η Λη επέμεινε όχι μόνο υψώνοντας το φρύδι, αλλά επιστρατεύοντας και ένα χαμόγελο. «Δεν ξέρω, Λη. Απλά είναι τόσο... τόσο τέλειος». «Αλήθεια;» «Δεν είναι ποτέ αδέξιος», παραπονέθηκε η Μπράιαν. «Ξέρει πάντα τι θέλει. Όταν ξυπνάει το πρωί έχει απόλυτη διαύγεια, δεν παίρνει ούτε μια λάθος στροφή στο δρόμο. Φτιάχνει και ωραίο καφέ». «Οποιοσδήποτε θα τον μισούσε γι’ αυτό», παρατήρησε ξερά η Λη. «Με φέρνει σε απόγνωση, αυτό είναι όλο». «Ο έρωτας το κάνει συχνά αυτό. Είσαι ερωτευμένη μαζί του, έτσι δεν είναι;» «Όχι». Η Μπράιαν κοίταξε τη Λη πραγματικά σαστισμένη. «Θεέ και Κύριε, ελπίζω να έχω περισσότερο μυαλό και να μην πέσω σε μια τέτοια παγίδα. Καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια απλώς για να τον συμπαθήσω». «Μπράιαν, είσαι φίλη μου. Διαφορετικά, το ενδιαφέρον μου θα λεγόταν αδιακρισία». «Πράγμα που σημαίνει ότι σκοπεύεις να γίνεις αδιάκριτη», είπε η Μπράιαν. «Ακριβώς. Έχω προσέξει τον τρόπο που κινείστε κάθε φορά που τυχαίνει να συναντηθείτε. Λες και φοβάστε πως έτσι και ακουμπήσετε κατά τύχη ο ένας τον άλλον θα πεταχτούν σπίθες». «Κάτι τέτοιο». Η Λη άπλωσε το χέρι της και έπιασε το χέρι της φίλης της. «Μπράιαν, μίλησέ μου». Δεν μπορούσε να το ρίξει στις υπεκφυγές. Η Μπράιαν κοίταξε τα ενωμένα χέρια τους και αναστέναξε. «Με γοητεύει», παραδέχτηκε αργά. «Είναι διαφορετικός απ’ όλους όσους γνωρίζω, κυρίως επειδή δεν είναι ο τύπος του άντρα που συναναστρέφομαι συνήθως. Είναι απόμακρος. Πολύ σοβαρός. Εμένα μου αρέσει να διασκεδάζω.


Απλώς, να διασκεδάζω». «Οι σχέσεις πρέπει να στηρίζονται σε κάτι πιο σοβαρό από τη διασκέδαση». «Δε θέλω να δημιουργήσω σχέση». Σε αυτό το σημείο η Μπρά-ιαν ήταν απολύτως ξεκάθαρη. «Βγαίνω ραντεβού γιατί μου αρέσει να χορεύω, να πηγαίνω σε πάρτι, να ακούω μουσική, να βλέπω σινεμά. Αυτό είναι όλο. Το τελευταίο που θέλω είναι η ένταση και ο μόχθος μιας σχέσης». «Αν κάποιος δε σε ήξερε, θα έλεγε ότι διαθέτεις ένα ρηχό συναισθηματικό κόσμο». «Μπορεί και να είναι αλήθεια», την αντέκρουσε η Μπράιαν. «Μπορεί να είμαι έτσι». Η Λη δεν είπε τίποτε, απλά χτύπησε το δάχτυλό της πάνω στα δοκιμαστικά. «Αυτή είναι η δουλειά μου», άρχισε να λέει η Μπράιαν, αλλά παραιτήθηκε. Κάποιος τρίτος μπορεί να έπαιρνε τα λόγια της τοις μετρητοίς, η Λη όχι. «Δε θέλω να δημιουργήσω σχέση», επανέλαβε σε πιο ήπιο τόνο. «Λη, τα έχω ξαναζήσει αυτά και τα έκανα μούσκεμα». «Για να πετύχει ή να αποτύχει μια σχέση χρειάζονται δύο», της θύμισε η Λη. «Εξακολουθείς να ρίχνεις όλο το φταίξιμο στον εαυτό σου;» «Το μεγαλύτερο φταίξιμο ήταν δικό μου. Δεν ήμουν καλή στο ρόλο της συζύγου». «Της συγκεκριμένης συζύγου», τη διόρθωσε η Λη. «Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχουν πολλοί προσδιορισμοί στο λεξικό». Η Λη αρκέστηκε να υψώσει το φρύδι της. «Η Σάρα έχει μια φίλη που η μητέρα της είναι καταπληκτική. Δε φροντίζει μόνο να λειτουργεί το σπίτι της ρολόι, αλλά έχει και πολλά ενδιαφέροντα. Φτιάχνει ζελέ, κρατάει τα πρακτικά του Συλλόγου Γονέων και είναι


αρχηγός της κοριτσίστικης ομάδας προσκόπων. Η γυναίκα μπορεί να πάρει ένα χρωματιστό χαρτί και λίγη κόλλα και να φτιάξει ένα έργο τέχνης. Είναι όμορφη και φροντίζει να διατηρείται πηγαίνοντας στο γυμναστήριο τρεις φορές την εβδομάδα. Τη θαυμάζω πολύ, αλλά, αν ο Χάντερ γύρευε αυτά τα πράγματα από εμένα, δε θα φορούσα τώρα το δαχτυλίδι του». «Ο Χάντερ είναι ξεχωριστός», μουρμούρισε η Μπράιαν. «Δεν μπορώ να σε αντικρούσω ως προς αυτό. Και ξέρεις γιατί κόντεψα να τα καταστρέψω όλα μαζί του; Επειδή φοβόμουν ότι θα αποτύγχανα να δημιουργήσω και να διατηρήσω μια σχέση». «Δεν είναι θέμα φόβου». Η Μπράιαν ύψωσε τους ώμους της. «Μάλλον δεν έχω την ενέργεια για να το επιχειρήσω». «Θυμήσου σε ποια μιλάς», της είπε ήρεμα η Λη. Η Μπράιαν μισογέλασε και κούνησε το κεφάλι της. «Εντάξει, είναι μάλλον θέμα επιφυλακτικότητας. Η σχέση είναι πολύ βαριά λέξη. Η περιπέτεια είναι πιο ανάλαφρη», είπε σκεφτική. «Αλλά μια περιπέτεια μ’ έναν άντρα σαν τον Σέιντ μπορεί να έχει φοβερές επιπτώσεις». Ακούγομαι εντελώς ψυχρή, σκέφτηκε. Από πότε άρχισα να σκέφτομαι τόσο λογικά; «Δεν είναι εύκολος άντρας, Λη. Έχει τους δικούς του δαίμονες και έναν καθαρά δικό του τρόπο να τους αντιμετωπίζει. Δεν ξέρω αν θα τους μοιραστεί μαζί μου ή αν θέλω εγώ να το κάνει». «Κάνει προσπάθεια να φανεί ψυχρός», παρατήρησε η Λη. «Αλλά τον έχω δει με τη Σάρα. Κατά βάθος διαθέτει καλοσύνη. Ομολογώ πως με ξάφνιασε αυτό, αλλά είναι αλήθεια». «Είναι αλήθεια», συμφώνησε η Μπράιαν. «Μόνο που είναι δύσκολο να τη βρεις». «Το δείπνο είναι έτοιμο!» Η Σάρα άνοιξε απότομα τη σήτα και την έκανε να βροντήσει στον τοίχο. «Φτιάξαμε, με τον Σέιντ, σπαγγέτι και είναι φανταστικά».


Ήταν πράγματι. Σε όλη τη διάρκεια του δείπνου, η Μπράιαν παρακολουθούσε τον Σέιντ. Όπως η Λη, είχε προσέξει και εκείνη τη σχέση του με τη Σάρα. Δεν την ανεχόταν απλά, αποφάσισε, ακούγοντάς τον να γελάει με τη μικρή. Ήταν στοργικός μαζί της. Δεν είχε φανταστεί ποτέ της ότι θα ήταν ικανός να προσφέρει σε κάποιον τη στοργή του μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα ή έτσι αυθόρμητα. Ίσως θα έπρεπε να ήμουν δωδεκάχρονη με σιδεράκια στα δόντια, σκέφτηκε και κούνησε το κεφάλι της απορώντας με την πορεία που είχαν πάρει οι σκέψεις της. Δεν ήθελε τη στοργή του Σέιντ. Την εκτίμησή του ήθελε. Είχαν τελειώσει από ώρα το δείπνο, όταν συνειδητοποίησε ότι έκανε λάθος. Ήθελε πολύ περισσότερα από την εκτίμησή του. Πριν διαλυθεί η παρέα, κάθισαν όλοι μαζί στην μπροστινή βεράντα. Από εκεί είδαν τα πρώτα αστέρια να φωτίζουν τον ουρανό και αφουγκράστηκαν τους θορύβους της νύχτας. Τέτοια ώρα, την επομένη, ο Σέιντ και η Μπράιαν θα βρίσκονταν στο Κολοράντο. Η Λη και ο Χάντερ είχαν καθίσει στην κούνια της βεράντας με τη Σάρα ανάμεσά τους. Ο Σέιντ είχε ξαπλώσει σε μια πολυθρόνα. Ήταν χαλαρός και λίγο κουρασμένος, αλλά πολύ ευχαριστημένος μετά τις ατέλειωτες ώρες που είχε περάσει στον σκοτεινό θάλαμο. Και συνειδητοποίησε, έτσι όπως κουβέντιαζε με τους Μπράουν, ότι είχε ανάγκη αυτή την επίσκεψη στο σπίτι τους όσο η Μπράιαν. Αν όχι και περισσότερο. Ο Σέιντ είχε περάσει συνηθισμένα παιδικά χρόνια. Αλλά μέχρι τις λίγες τελευταίες μέρες, είχε ξεχάσει πόση σιγουριά είχαν επίσης. Τα όσα του είχαν συμβεί στη συνέχεια στην ενήλικη ζωή του τον είχαν κάνει να ξεχάσει πολλά. Τ ώρα, χωρίς προσπάθεια, άρχιζε να θυμάται κάποια. Η Μπράιαν καθόταν στο κεφαλόσκαλο της βεράντας και ακουμπούσε στην κολόνα πίσω της. Από τη θέση αυτή, άλλοτε


έπαιρνε μέρος στη συζήτηση και άλλοτε όχι, ανάλογα με το κέφι της. Δεν κουβέντιαζαν κάτι σημαντικό και η χαλαρότητα της συζήτησης έκανε ακόμα πιο όμορφη τη βραδιά. Μια πεταλουδίτσα χτυπιόταν πάνω στο φως της βεράντας, τα τριζόνια είχαν στήσει το τραγούδι τους και το αεράκι τρύπωνε στις πλούσιες φυλλωσιές των δέντρων. Οι διάφοροι ήχοι συνομιλούσαν και αυτοί με ευκολία μεταξύ τους. Της άρεσε ο τρόπος που είχε απλώσει ο Χάντερ το μπράτσο του στην πλάτη της κούνιας και χάιδευε ανάλαφρα τα μαλλιά της γυναίκας του, ενώ κουβέντιαζε με τον Σέιντ. Η κόρη του είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στο στήθος του, αλλά κάθε τόσο άπλωνε το χέρι της και το ακουμπούσε στην κοιλιά της Λη σαν να ήθελε να ελέγξει τις κινήσεις του μωρού. Δεν ήταν μια μελετημένη σκηνή, απλά εξελισσόταν μπροστά στα μάτια της. Ανίκανη να αντισταθεί στον πειρασμό, η Μπράιαν γλίστρησε μέσα στο σπίτι. Όταν ξαναγύρισε λίγο αργότερα, είχε μαζί τη φωτογραφική της μηχανή, το τρίποδο και τον προβολέα της. «Χριστούλη μου!» Η Σάρα είδε τα σύνεργα και στήθηκε. «Η Μπράιαν θα μας βγάλει φωτογραφία». «Δε θέλω να ποζάρετε», είπε εκείνη χαμογελώντας. «Συνεχίστε απλά την κουβέντα σας», συμπλήρωσε προτού προλάβει κάποιος να διαμαρτυρηθεί. «Προσποιηθείτε ότι δεν είμαι καν εδώ. Είναι τέλειο», συνέχισε να μονολογεί καθώς ετοίμαζε τα σύνεργά της. «Δεν ξέρω γιατί δεν το είχα δει νωρίτερα». «Άσε με να σε βοηθήσω». Η Μπράιαν ανασήκωσε το κεφάλι της, κοίταξε τον Σέιντ και με δυσκολία συγκράτησε την άρνηση που ανέβηκε στα χείλη της. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που εκείνος έκανε μια απόπειρα να συνεργαστεί μαζί της. Δεν ήξερε αν το έκανε για χάρη της ή λόγω της συμπάθειας που του είχαν προκαλέσει οι φίλοι της, πάντως δε θα του πετούσε την προσφορά στα μούτρα. Του χαμογέλασε και του έδωσε το


φωτόμετρό της. «Διάβασέ μου, σε παρακαλώ, τις ενδείξεις». Δούλεψαν μαζί σαν να το έκαναν χρόνια. Μια ακόμα έκπληξη και για τους δύο. Η Μπράιαν είχε ρυθμίσει το φωτισμό και το διάφραγμα, όταν ο Σέιντ της διάβασε τις ενδείξεις. Ικανοποιημένη, η Μπράιαν έλεγξε την εικόνα και την κεντράρισε μέσα από το φακό, ύστερα έκανε πίσω και άφησε τον Σέιντ να πάρει τη θέση της. «Τέλεια». Αν αυτό που έψαχνε ήταν να απαθανατίσει μια ευτυχισμένη οικογένεια, μια όμορφη καλοκαιρινή νύχτα, δε θα μπορούσε να πετύχει καλύτερη εικόνα. Ο Σέιντ έκανε ένα βήμα πίσω και ακούμπησε στον τοίχο του σπιτιού. Εντελώς ασυναίσθητα, συνέχισε να τη βοηθάει, πιάνοντας κουβέντα με τους τρεις στην κούνια για να τους αποσπάσει την προσοχή. «Τ ι θέλεις να είναι το μωρό, Σάρα;» ρώτησε, όταν η Μπράιαν πήρε πάλι τη θέση της πίσω από την κάμερα. «Αγοράκι ή κοριτσάκι;» Η Σάρα άρχισε να το σκέφτεται και ξέχασε τη μαγεία του φωτογραφικού φακού. «Να σου πω...» Ακούμπησε πάλι το χέρι της στην κοιλιά της Λη και εκείνη το κάλυψε αυθόρμητα με το δικό της. Η Μπράιαν πάτησε το κουμπί. «Μάλλον αγόρι», αποφάσισε η μικρή. «Ο ξάδερφός μου λέει ότι μια μικρή αδερφούλα μπορεί να είναι πραγματικός μπελάς». Και ενώ η Σάρα μιλούσε, η Λη έγειρε ελαφρά πίσω το κεφάλι της και το ακούμπησε στο μπράτσο του Χάντερ. Αμέσως, τα δάχτυλά του χάιδεψαν πάλι τα μαλλιά της. Η Μπράιαν ένιωσε τη συγκίνηση να της θολώνει τα μάτια και τράβηξε την επόμενη φωτογραφία στα τυφλά. Άραγε, αναρωτήθηκε συνεχίζοντας τη φωτογράφιση, αυτό λαχταρούσα πάντα; Αυτή την εγκαρδιότητα, την ικανοποίηση που πηγάζει από τη δέσμευση και την οικειότητα; Και γιατί να το καταλάβω τώρα που τα αισθήματά μου για τον Σέιντ είναι τόσο


μπερδεμένα και σύνθετα; Ανοιγόκλεισε τα μάτια της να καθαρίσουν και κοίταξε πάλι μέσα από το φακό τη στιγμή που η Λη γύρισε και γέλασε με κάτι που είπε ο Χάντερ. Μια σχέση, σκέφτηκε και ένιωσε τη λαχτάρα μέσα της να φουντώνει. Όχι τις απλές, αδιάφορες φιλίες που δημιουργούσε εκείνη, αλλά μια σταθερή, απαιτητική σχέση που τη μοιράζεσαι με τον άλλον. Αυτό είχε δει μέσα από το φακό της. Και όπως ανακάλυψε, αυτό ήθελε και εκείνη για τον εαυτό της. Όταν άφησε την κάμερα και σηκώθηκε, διαπίστωσε πως ο Σέιντ στεκόταν δίπλα της. «Συμβαίνει κάτι;» Η Μπράιαν κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και άπλωσε το χέρι της να σβήσει τον προβολέα. «Όλα τέλεια», δήλωσε ανέμελα, αλλά αυτό της κόστισε. Χαμογέλασε στην οικογένεια που καθόταν στην κούνια. «Θα σας τις στείλω, μόλις τις εμφανίσουμε στην επόμενη στάση μας». Έτρεμε. Ο Σέιντ βρισκόταν αρκετά κοντά της για να το δει. Γύρισε και μάζεψε τη μηχανή και το τρίποδο. «Θα τ’ ανεβάσω εγώ πάνω». Η Μπράιαν ετοιμάστηκε να του πει όχι, αλλά εκείνος τα μετέφερε ήδη μέσα. «Καλύτερα να πάω να μαζέψω τα πράγματά μου», είπε στη Λη και τον Χάντερ. «Του Σέιντ του αρέσει να ξεκινάμε βάρβαρες ώρες». Όταν η Μπράιαν μπήκε μέσα, η Λη έγειρε πάλι το κεφάλι της στο μπράτσο του Χάντερ. «Όλα θα πάνε καλά», της είπε ο άντρας της. «Η Μπράιαν θα τα πάει μια χαρά». Η Λη κοίταξε προς την πόρτα. «Μπορεί». Ο Σέιντ μετέφερε τα σύνεργα της Μπράιαν μέχρι το δωμάτιό της και περίμενε έξω από την πόρτα. Μόλις εκείνη εμφανίστηκε κρατώντας τον προβολέα, γύρισε προς το μέρος της. «Τ ι συμβαίνει;» Η Μπράιαν άνοιξε τη θήκη και έβαλε μέσα το τρίποδο και τον προβολέα. «Τ ίποτε. Γιατί;»


«Έτρεμες». Ο Σέιντ την άρπαξε ανυπόμονα από το μπράτσο και τη γύρισε προς το μέρος του. «Τ ρέμεις ακόμα». «Είμαι κουρασμένη». Από μια άποψη ήταν αλήθεια. Είχε κουραστεί να ξεπηδούν ξαφνικά από μέσα της συναισθήματα και να την πιάνουν απροετοίμαστη. «Μην παίζεις μαζί μου, Μπράιαν. Είμαι καλύτερος σε αυτό από εσένα». Θεέ, μπορούσε άραγε να φανταστεί ο Σέιντ την απελπισμένη ανάγκη της να τη σφίξει στην αγκαλιά του; Είχε κάποιο τρόπο να μαντέψει πόσα θα ήταν έτοιμη να του προσφέρει απλά και μόνο για να τη σφίξει εκείνη την ώρα στην αγκαλιά του; «Σταμάτα να με τραβάς, Σέιντ». Έπρεπε να το ξέρει ότι εκείνος δε θα την άκουγε. Αντίθετα, την άρπαξε από το πιγούνι και κράτησε ακίνητο το κεφάλι της. Την κάρφωσε μ’ εκείνο το βλέμμα του που έβλεπε περισσότερα απ’ όσα είχε το δικαίωμα να βλέπει. «Πες μου». «Όχι», του απάντησε η Μπράιαν ήρεμα. Αν του είχε μιλήσει θυμωμένα, προσβλητικά, ψυχρά, εκείνος θα είχε σκαλίσει μέχρι να ανακαλύψει τα πάντα. Τ ώρα, όμως, δεν μπορούσε να την πολεμήσει. «Εντάξει». Ο Σέιντ υποχώρησε και έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. Είχε νιώσει κάτι εκεί έξω στη βεράντα, κάτι που είχε βρει απήχηση μέσα του, που του είχε χαριστεί. Αν η Μπράιαν είχε κάνει μια κίνηση, την παραμικρή κίνηση, μπορεί να της είχε προσφέρει εκείνη τη στιγμή περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να φανταστεί οποιοσδήποτε από τους δυο τους. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να πέσεις για ύπνο. Θα φύγουμε στις εφτά». «Εντάξει». Επίτηδες, η Μπράιαν του γύρισε την πλάτη για να πακετάρει τα υπόλοιπα σύνεργά της. Ο Σέιντ είχε φτάσει στην πόρτα, όταν ένιωσε την ανάγκη να γυρίσει πάλι προς το μέρος της. «Μπράιαν, είδα τα δοκιμαστικά σου.


Είναι εκπληκτικά». Τότε εκείνη ένιωσε τα πρώτα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της και έφριξε. Από πότε έβαζε τα κλάματα επειδή κάποιος αναγνώριζε το ταλέντο της; Από πότε την έπιανε τρέμουλο επειδή μια φωτογραφία που είχε τραβήξει την είχε αγγίξει προσωπικά; Έσφιξε για μια στιγμή τα χείλη της και συνέχισε να μαζεύει τα πράγματά της χωρίς να γυρίσει. «Σ’ ευχαριστώ». Ο Σέιντ δεν έμεινε άλλο. Βγήκε και έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω του.

Κεφάλαιο