Page 1


ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΗ NORA ROBERTS

«Ο εκδοτικός κόσμος θα πρέπει να προσπαθήσει πάρα πολύ για να βρει μια συγγραφέα με πιο ποικίλο στυλ ή πιο γόνιμη φαντασία από της Ρόμπερτς». Publishers Weekly «Με καθαρή ματιά, ουσιαστική θεώρηση και σίγουρη πένα, η Ρόμπερτς σχεδιάζει τους χαρακτήρες της και το σκηνικό υπόβαθρο με εκπληκτι­ κή ακρίβεια, προσελκύοντας τους αναγνώστες μέσα σ ’ έναν ολοζώντα­ να αποτυπωμένο κόσμο, γεμάτο ζεστασιά και αναμφισβήτητη μαγεία». Library Journal «Η Νόρα Ρόμπερτς είναι μια καλλιτέχνις των λέξεων, που ζωγραφί­ ζει την ιστορία και τους χαρακτήρες της με ζωντάνια και έμπνευση». Los Angeles Daily News «Η Ρόμπερτς δημιουργεί εξαιρετικούς χαρακτήρες που ζουν για και­ ρό στη φαντασία των αναγνωστών και στην καρδιά τους». Publishers Weekly «Δεν μπορείς να κλείσεις σε μπουκάλι την εκπλήρωση μιας ευχής, αλλά η Νόρα Ρόμπερτς σίγουρα ξέρει πώς να τη βάζει πάνω στη σελίδα». New York Times «Η Ρόμπερτς ξέρει να υφαίνει μια ιστορία όπως κανένας άλλος, κι αν είναι δυνατόν, γίνεται όλο και καλύτερη». Rocky Mountain News «Μια έξοχη μυθιστοριογράφος... Η κυρία Ρόμπερτς είναι μια αφά­ νταστα προικισμένη συγγραφέας, της οποίας η εκπληκτική γκάμα και ένταση εγγυώνται τα καλύτερα αναγνώσματα». Rave Reviews


Έ ργα της συγγραφέως που εκδόθηκαν στη σειρά SILK: Η Τύχη τω ν Στανισλάσκι

Οι Ο ’Χέρλι

Τα Βήμο.το. της Αγάπης

Η Φλόγα των Ο ’Χ έρλι

Οι Δρόμοι του Έρωτα

Το Πεπρωμένο των Ο Χέρλι

Οι Μ ακ Γκρέγκορ Κυνηγώντας το Όνειρο

Επιστροφή στο Μέριλαντ

Η Μ εγάλη Πρόκληση

Στην Καρδιά του Καλοκαιριού

Το Παιχνίδι της Αγάπης

Τραπέζι για Δύο

Ραντεβού μ ε τον Έρωτα

Από το Μ ανγάταν με Αγάπη

Το Π εριδέραιο των Καλχούν

Στη Μαγεία του Έρωτα

Κάθι & Αμάντα

Η Έλξη των Αντιθέτων

Όνειρα και Αναμνήσεις

Λ άιλα '& Σουζάνα

Η Αγάπη Δε Ρωτάει Μ ε την Πρώτη Ματιά

Οι Π ρίγκιπες της Κ ορντίνα

Το Πιο Κρίσιμο Στοίχημα

Γκαμπριέλα & Αλεξάντερ

Τα Αστέρια του Μίθρα

Μ πένετ & Καμίλ

Κ ρυμμένοι Θησαυροί


Nora Roberts

ΚΡΥΜΜΕΝΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ

Μ ετάφραση: Βασιλική Βουρου


Τ ίτλ ο ς π ρ ω το τύ π ο υ : Treasures C opyright © 2008 by H arleq u in B ooks S.A. T he p u b lish er ackn o w led g es the c o pyright holder o f the individual w orks as follow s: SECRET STAR C o p y rig h t © 1998 by N ora R oberts TREASURES LOST, TREASURES FOUND C o p y rig h t © 1986 by N ora R oberts

© 2013 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.a.r.l. ISBN 978-960-620-552-1

Μετάφραση: Βασιλική Βούρου Επιμέλεια: Έλλη Κωνσταντίνου Διόρθωση: Κυριάκος Μιχελόγκωνας Σχεδιασμός εξωφύλλου: Άγγελος Αναστασιάδης

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του μ ε οποιοδήποτε οτττικοακουστικό ή άλλο μέσο, χω ρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. S IL K -Τ Ε Υ Χ Ο Σ 92 Χ Α Ρ Λ Ε Ν ΙΚ Ε Λ Λ Α Σ Ε Κ Δ Ο Τ ΙΚ Η A B EF.

Φειόίου 18, 106 78 Αθήνα, Τηλ. 210 3610 218


Για τη συγγραφέα Η Νόρα Ρόμπερτς έχει χαρακτηριστεί από το περιοδικό New Yorker ως «η αγαπημένη συγγραφέας της Αμερικής» και από τους New York Times «μια συγγραφέας αμέτρητης ποικιλίας και ταλέντου». Τα βιβλία της έχουν κυκλοφορήσει σε περισσότερα από 400 εκα­ τομμύρια αντίτυπα, έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 25 γλώσσες και εκδοθεί σχεδόν σε όλο τον κόσμο, και κάποια έχουν γίνει ται­ νίες. Η Ένωση Συγγραφέων Αισθηματικών Μυθιστορημάτων της Αμερικής την έχει τιμήσει με εφτά Χρυσά Μετάλλια και έντεκα βραβεία RITA.


Η τριλογία «Τα Αστέρια του Μίθρα» είναι μία από τις πιο συναρπαστικές μίνι-σειρές·που έχει συγγράψει η μοναδική Nora Roberts. Περιστρέφεται γύρω από τρεις δυναμικές γυ­ ναίκες και τα τρία ανεκτίμητα διαμάντια που είναι γραμμένο να τους φέρουν τον έρωτα και την ευτυχία. Μετά τα δύο πρώτα μέρη. Το Κρυμμένο Αστέρι και Το Α ι­ χμάλωτο Αστέρι, θα απολαύσετε εδώ το φινάλε της τριλογίας, Το Μυστικό Αστέρι. Και μαζί, μία ακόμη συναρπαστική ιστο­ ρία, Το Χρυσάφι της Θάλασσας.


Π Ε Ρ ΙΕ Χ Ο Μ Ε Ν Α

Το Μυστικό Αστέρι 9 Το Χρυσάφι της Θάλασσας 199


ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΣΤΕΡΙ


Στις μεγάλες καρδιές


Κεφάλαιο 1

Η γυναίκα στο πορτραίτο είχε ένα πρόσωπο που θα έκοβε την ανά­ σα ενός άντρα και θα στοίχειωνε τα όνειρά του. Πλησίαζε τα επιτρε­ πτά από τη φύση όρια της τελειότητας. Τα βαθυγάλανα μάτια της έδιναν αισθησιακές υποσχέσεις και χαμογελούσαν πονηρά κάτω από πυκνές μαύρες βλεφαρίδες. Τα φρύδια της σχημάτιζαν άψογα τόξα, με μια αισθησιακή ελίτσα στην άκρη του αριστερού. Το δέρ­ μα της σαν πορσελάνη, με μια υποψία ζεστής ρόδινης απόχρωσης -τόσ ο που να φαντάζεται ένας άντρας ότι η κοπέλα έχει ανάψει για χάρη του. Η μύτη της ίσια και λεπτή. Τα χείλη της, τόσο δύσκολο να τα αγνοήσεις, χαμογελούσαν δε­ λεαστικά και έδειχναν πουπουλένια, ωστόσο το σχήμα τους ήταν έντονο. Ένας κατακόκκινος πειρασμός, ακαταμάχητος σαν το κά­ λεσμα της σειρήνας. Κι αυτό το εκπληκτικό πρόσωπο ήταν πλαισιωμένο από πλού­ σια εβένινα μαλλιά που χύνονταν ατίθασα στους κρεμώδεις γυμνούς ώμους της. Λαμπερά, πανέμορφα, πυκνά. Μαλλιά που θα έκαναν ακόμα κι έναν ισχυρό άντρα να χάσει το μυαλό του χώνοντας τα χέ­ ρια του μέσα σ ’ αυτό το πυκνό μαύρο μετάξι, καθώς το στόμα του θα βυθιζόταν ολοένα πιο βαθιά σ ’ εκείνα τα απαλά, χαμογελαστά χείλη. Η Γκρέις Φοντέιν, σκέφτηκε ο Σεθ. Η απόλυτη προσωποποίηση της γυναικείας ομορφιάς. Τι κρίμα που είχε πεθάνει. Γύρισε την πλάτη του στο πορτραίτο, ενοχλημένος που το βλέμ­ μα και το μυαλό του ξαναγυρνούσαν συνεχώς σ ’ αυτό. Είχε θελήσει να μείνει για λίγο μόνος του στον τόπο του εγκλήματος, αφότου οι άνθρωποι της Εγκληματολογικής τελείωσαν τη δουλειά τους και


12

N

ora

R oberts

πήραν από κει το πτώμα. Μόνο το περίγραμμα είχε μείνει στο γυαλι­ στερό καστανό παρκέ· μια άσχημη σιλουέτα ανθροιπινου σχήματος. Ή ταν απλό να συμπεράνει τον τρόπο του θανάτου της. Είχε πέ­ σει από τον επάνω όροφο, σπάζοντας στην πορεία της την κυκλική κουπαστή, και είχε χτυπήσει με το πρόσωπο, το όμορφο της πρόσω­ πο, πάνω στο τεράστιο γυάλινο τραπεζάκι του καναπέ. Είχε χάσει την ομορφιά της πεθαίνοντας, σκέφτηκε, και ήταν κι αυτό πολύ κρίμα. Ή ταν επίσης απλό να συμπεράνει ότι δεν είχε πέσει από μόνη της. Κάποιος την είχε ρίξει. Φοβερό σπίτι, σκέφτηκε, κοιτάζοντας γύρω του. Τα ψηλά ταβά­ νια έκαναν το χώρο να δείχνει μεγαλύτερος και πέντ’ έξι μεγάλοι φεγγίτες έριχναν στο δωμάτιο φωτεινές, ρόδινες δέσμες ελπίδας από τον ήλιο που βασίλευε. Τα πάντα εκεί μέσα είχαν καμπύλες - η σκάλα, οι πόρτες, τα παράθυρα. Θηλυκότητα κι εδώ, υπέθεσε. Τα ξύλα ήταν γυαλιστερά, τα τζάμια άστραφταν και όλα τα έπιπλα ήταν ολοφάνερα προσεκτικά επιλεγμένες αντίκες. Κάποιος θα βασανιζόταν πολύ για να βγάλει τους λεκέδες του αίματος από τον απαλό γκρίζο καναπέ. Προσπάθησε να φανταστεί πώς ήταν το σπίτι πριν ρημάξει τα δωμάτια όποιος είχε ρίξει την Γκρέις Φοντέιν από τον εξώστη. Δε θα υπήρχαν σπασμένα αγάλματα ούτε σκισμένα μαξιλάρια. Τα λουλούδια θα ήταν σχολαστικά τακτοποιημένα σε βάζα κι όχι τσαλαπατημένα πάνω στα ανατολίτικα χαλιά με τα περίτεχνα σχέδια. Και σίγουρα δε θα υπήρχαν αίματα, σπασμένα γυαλιά και στρώ­ σεις σκόνης για δακτυλικά αποτυπώματα. Είχε κάνει καλή ζωή, σκέφτηκε. Αλλά, βέβαια, είχε τα χρήματα για καλή ζωή. Είχε κληρονομήσει μεγάλη περιουσία στα είκοσι ένα της, ήταν το προνομιούχο, χαϊδεμένο και επαναστατημένο ορφανό της αυτοκρατορίας των Φοντέιν. Είχε λάβει εξαιρετική μόρφωση, αγαπημένη των κοινωνικών λεσχών αλλά μπελάς, σίγουρα, για τους συντηρητικούς, αυστηρών ηθικών αρχών Φοντέιν, που είχαν στην ιδιοκτησία τους τα φημισμένα Πολυκαταστήματα Φοντέιν. Σπάνια περνούσε βδομάδα που να μην αναφερθεί η Γ κρέις στις κοσμικές σελίδες της Ουάσινγκτον Π οστ ή να μη δημοσιευτεί φω­ τογραφία της από παπαράτσι σε κουτσομπολίστικο περιοδικό. Και συνήθως δεν ήταν για κάποια καλή της πράξη. Μόλις θα διέρρεε η είδηση, ο Τύπος θα ξεσάλωνε με την τελευ­


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

Ι.ί

ταία περιπέτεια της Γκρέις Φοντέιν, γ ι’ αυτό ο Σεθ ήταν σίγουρος. Και ασφαλώς θα σχολίαζαν όλες τις τρέλες της. Το ότι είχε ποζάρει γυμνή στα δεκαεννιά της για ένα περιοδικό, τη σκανδαλώδη και διόλου μυστική σχέση της με έναν παντρεμένο Άγγλο λόρδο, τους χαριεντισμούς της με έναν γοητευτικό σταρ του Χόλιγουντ. Είχε κι άλλους στο ενεργητικό της, θυμήθηκε ο Σεθ. Έ να γερου­ σιαστή των Ηνωμένων Πολιτειών, έναν πολύ επιτυχημένο συγγρα­ φέα, το ζωγράφο που είχε φτιάξει το πορτραίτο της, τον ροκ σταρ που, όπως έλεγαν οι φήμες, είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας όταν τον παράτησε. Είχε γνωρίσει πολλούς άντρες στη σύντομη ζωή της. Η Γκρέις Φοντέιν είχε πεθάνει στα είκοσι έξι της. Και ήταν δική του δουλειά να ανακαλύψει όχι μόνο το πώς, αλλά και από ποιον. Και γιατί. Ως προς το γιατί, είχε ήδη κάνει πρόοδο. Τα Τρία Αστέρια του Μίθρα -γαλάζια διαμάντια ανεκτίμητης αξίας-, η παρορμητική ενέργεια μιας απελπισμένης φίλης και η απληστία. Ο Σεθ έσμιξε τα φρύδια του καθώς προχωρούσε μέσα στο άδειο σπίτι, καταρτίζοντας έναν κατάλογο από τα γεγονότα που τον είχαν φέρει σ ’ αυτό το μέρος, σ ’ αυτό το σημείο. Καθώς η μυθολογία τον ενδιέφερε από τα παιδικά του χρόνια, γνώριζε ήδη κάποια πράγ­ ματα για τα Τρία Αστέρια. Ή ταν θρυλικά και κάποτε βρίσκονταν όλα μαζί σ ’ ένα χρυσό τρίγωνο που το κρατούσε στα χέρια του το άγαλμα του θεού Μίθρα. Το ένα πετράδι συμβόλιζε την αγάπη, θυμήθηκε, καθιός ανέβαι­ νε στον πρώτο όροφο από τη στριφογυριστή σκάλα. Το άλλο τη γνώση και το τρίτο τη μεγαλοψυχία. Σύμφωνα με τη μυθολογία, όποιος είχε στην κατοχή του τα Αστέρια αποκτούσε τη δύναμη του θεού. Και αθανασία. Το οποίο, λογικά, ήταν φυσικά μπούρδες. Δεν ήταν όμως παρά­ ξενο, συλλογίστηκε, που τον τελευταίο καιρό έβλεπε στα όνειρά του αστραφτερά γαλάζια πετράδια, ένα σκοτεινό κάστρο τυλιγμένο στην ομίχλη, ένα δωμάτιο γεμάτο γυαλιστερό χρυσάφι; Και έβλεπε κι έναν άντρα με μάτια ωχρά σαν του Χάρου, σκέφτηκε, προσπαθώ­ ντας να ξεκαθαρίσει στο μυαλό του τις θολές λεπτομέρειες. Και μια γυναίκα με πρόσωπο θεάς. Και τον άγριο θάνατο που έβρισκε ο ίδιος. Ο Σεθ κατέπνιξε την ανήσυχη αίσθηση που συνόδευσε τις απο­


14

N ora R oberts

σπασματικές αναμνήσεις από τα όνειρά του. Αυτό που χρειαζόταν τώρα ήταν γεγονότα, στοιχειώδη, λογικά γεγονότα. Και ήταν γε­ γονός ότι τα τρία γαλάζια διαμάντια που ζύγιζαν πάνω από εκατό καράτια το καθένα άξιζαν όσο έξι βασίλεια. Και κάποιος τα ήθελε, και δε δίσταζε να σκοτώσει για να τα αποκτήσει. Σταματημό δεν είχαν τα πτώματα, σκέφτηκε, σέρνοντας τα δά­ χτυλά του ανάμεσα στα σκούρα καστανά μαλλιά του. Πρώτος νε­ κρός ο Τόμας Σαλβίνι, ένας από τους ιδιοκτήτες της εταιρείας Σαλ­ βίνι, που ήταν ειδικοί στους πολύτιμους λίθους και το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν τους είχε αναθέσει να εξακριβώσουν τη γνησιότητα των τριών πετραδιών και να εκτιμήσουν την αξία τους. Μα όπως έδειχναν τα στοιχεία, ο Τόμας Σαλβίνι και ο δίδυμος αδερφός του, ο Τίμοθι, δεν είχαν αρκεστεί στην εξακρίβωση και την εκτίμηση. Έ να εκατομμύριο και βάλε σε μετρητά υποδείκνυε πως είχαν άλ­ λα σ χέδια-και έναν πελάτη που ήθελε τα Αστέρια για τον εαυτό του. Κι από πάνω ήταν η κατάθεση μιας Μπέιλι Τζέιμς, θετής αδερ­ φής των Σαλβίνι και αυτόπτη μάρτυρα αδελφοκτονίας. Γεμολόγος με άψογη υπόληψη, και ισχυριζόταν πως είχε ανακαλύψει τα σχέδια των θετών'αδερφών της να φτιάξουν απομιμήσεις των πετραδιών, να πουλήσουν τα αυθεντικά και να φύγουν στο εξωτερικό με τα κέρδη. Είχε πάει να βρει τους αδερφούς της μόνη της, σκέφτηκε κου­ νώντας το κεφάλι του. Χωρίς να ειδοποιήσει την αστυνομία. Και είχε αποφασίσει να τους αντιμετωπίσει αφού έστειλε δύο από τα πετράδια στις δυο καλύτερες φίλες της, χωρίζοντάς τα το ένα από το άλλο για να τα προστατέψει. Ο Σεθ αναστέναξε. Τι περίεργα που σκέφτονταν οι πολίτες. Αλλά την είχε πληρώσει την παρόρμησή της, συλλογίστηκε. Εί­ χε πέσει πάνω σ ’ έναν άγριο φόνο, μετά βίας είχε ξεφύγει ζωντανή - κ ι είχε χάσει τη μνήμη της για αρκετές μέρες και δε θυμόταν ούτε το περιστατικό ούτε τίποτ’ άλλο πριν απ’ αυτό. Ο Σεθ μπήκε στην κρεβατοκάμαρα της Γκρέις και τα χρυσαφέ­ νια του μάτια περιπλανήθηκαν ατάραχα στο χαμό που είχε προκληθεί από το βάρβαρο ψάξιμο. Και μήπως είχε πάει τότε η Μπέιλι Τζέιμς στην αστυνομία; Όχι, είχε διαλέξει έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ από τον τηλεφωνικό κατά­ λογο. Ο Σεθ έσφιξε ενοχλημένος τα χείλη του. Δεν έτρεφε καμία εκτίμηση στους ιδιωτικούς ντετέκτιβ. Από τύχη και μόνο η Μπέιλι Τζέιμς είχε πέσει σ ’ έναν σχετικά καλό, παραδέχτηκε. Ο Κέιντ Πά-


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέρι

15

ρις δεν ήταν εντελώς άχρηστος όπως οι περισσότεροι· είχε καταφέ­ ρει -πά λι από τύχη, ήταν σίγουρος ο Σ εθ - να μυριστεί κάποια ίχνη. Και παραλίγο να σκοτωθεί στην πορεία. Κι εδώ ο Σεθ έφτανε στο θάνατο νούμερο δύο. Ο Τίμοθι Σαλβίνι ήταν πλέον νεκρός σαν τον αδερφό του. Δεν τον κατηγορούσε τον Πάρις που αμύνθηκε εφόσον ο άλλος είχε μαχαίρι, αλλά με το να βγάλει τον δεύτερο Σαλβίνι από τη μέση, είχαν βρεθεί σε αδιέξοδο. Και όλο το πολυτάραχο τριήμερο της Τετάρτης Ιουλίου, η άλλη φίλη της Μπέιλι Τζέιμς είχε τραπεί σε φυγή μαζί με έναν κυνηγό επικηρυγμένων. Αν και δε συνήθιζε να εκδηλώνει τα συναισθήματά του, ο Σεθ έτριψε τα μάτια του και ακούμπησε στην κάσα της πόρτας. Η Εμ-Τζέι Ο ’Λίρι. Θα της έκανε κάποιες ερωτήσεις σύντομα, αυτοπροσώπως. Και θα έπρεπε να πει ο ίδιος, και σ ’ αυτήν και στην Μπέιλι Τζέιμς, ότι η φίλη τους η Γκρέις είχε πεθάνει. Τα θεωρούσε και τα δύο καθήκον του. Η Ο ’Λίρι είχε το δεύτερο Αστέρι και κρυβόταν μαζί μ’ εκείνο τον κυνηγό φυγάδων, τον Τζακ Ντακότα, από το Σάββατο το από­ γευμα. Π αρ’ όλο που τώρα ήταν μόλις Δευτέρα βράδυ, η Εμ-Τζέι και ο σύντροφός της είχαν καταφέρει να σημειώσουν κάμποσους πόντους -όπου συμπεριλαμβάνονταν άλλα τρία πτώματα. Ο Σεθ έφερε στο νου του τον ανόητο και ανήθικο εγγυητή που όχι μόνο είχε στήσει παγίδα στον Ντακότα αναθέτοντάς του την ψεύτικη δουλειά να πιάσει την Εμ-Τζέι, αλλά είχε και ως δεύτερη απασχόληση τους εκβιασμούς. Οι πληρωμένοι μπράβοι που κυνη­ γούσαν την Εμ-Τζέι μάλλον είχαν συμμετάσχει σε κάποια απάτη του και τον είχαν σκοτοισει. Και μετά είχαν ένα μοιραίο ατύχημα επειδή γλιστρούσε ο δρόμος από τη βροχή. Οπότε ο Σεθ είχε βρεθεί σε ένα ακόμα αδιέξοδο. Η Γ κρέις Φοντέιν μάλλον θα ήταν το τρίτο. Δεν ήταν σίγουρος τι θα μάθαινε από το άδειο της σπίτι και τα κατεστραμμένα της υπάρ­ χοντα. Μα ήταν αποφασισμένος να εξετάσει τα πάντα, σπιθαμή προς σπιθαμή, βήμα το βήμα. Έ τσι ήταν το στυλ του. Θα ενεργούσε σχολαστικά και προσεκτικά και θα τις έβρισκε τις απαντήσεις. Πίστευε στην τάξη και στους νόμους. Είχε απεριόριστη πίστη στη δικαιοσύνη. Ο Σεθ Μπιουκάναν ήταν αστυνομικός τρίτης γενιάς και είχε ανέ­ βει μέχρι το βαθμό του υπαστυνόμου χάρη στην έμφυτη κλίση του


16

N ora R oberts

στην αστυνομική έρευνα, την τρομακτική υπομονή και την αυστη­ ρή αντικειμενικότητά του. Γνώριζε πολύ καλά ότι συχνά τον αποκαλούσαν Ρομπότ, και δεν τον πείραζε. Τα συναισθήματα, τα νεύρα, οι μελαγχολίες και οι τύψεις, όπου είχαν την άνεση να ενδίδουν οι πολίτες, δεν είχαν θέση στη δουλειά του. Αν τον θεωρούσαν απόμακρο, ακόμα και ψυχρό κι αλύγιστο, εκείνος το έπαιρνε ως κομπλιμέντο. Στάθηκε λίγο ακόμα στο άνοιγμα της πόρτας· στον καθρέφτη με τη μαονένια κορνίζα, απέναντι, φαινόταν το είδωλό του. Ή ταν ψη­ λός, γεροδεμένος άντρας, με σιδερένιους μυς κάτω από το σκούρο σακάκι του. Είχε χαλαρώσει τη γραβάτα του επειδή ήταν μόνος του και τα σκούρα καστανά μαλλιά του είχαν ανακατωθεί λιγάκι όταν είχε σύρει τα δάχτυλά του ανάμεσά τους. Ή ταν πυκνά και πλούσια και ελαφρώς κυματιστά. Τα παραμέρισε από το αγέλαστο πρόσωπό του, που είχε τετράγωνο σαγόνι και ανοιχτόχρωμο δέρμα. Η μύτη του είχε σπάσει πριν από χρόνια, τότε που ήταν ένστο­ λος, και έδινε στο πρόσωπό του μια κάπως τραχιά όψη. Τα χείλη του ήταν αυστηρά, σφιχτά και σπάνια χαμογελούσαν. Τα μάτια του, που είχαν ένα'σκούρο χρυσαφένιο χρώμα σαν σε παλιό πίνακα, παρέμε­ ναν ψυχρά κάτω από τα ίσια μαύρα φρύδια του. Στο ένα από τα χέρια του με τις φαρδιές παλάμες φορούσε το βαρύ χρυσό δαχτυλίδι που κάποτε ανήκε στον πατέρα του. Στις δυο πλευρές του ήταν χαραγμένες οι λέξεις Υπηρετώ και Προστατεύω. Ο Σεθ τα έπαιρνε σοβαρά και τα δύο αυτά καθήκοντα. Σκύβοντας, μάζεψε ένα κόκκινο μεταξωτό από το σωρό των ρού­ χων που ήταν σκορπισμένα στο χαλί Ομπισόν και έσυρε πάνω στο ύφασμα τα τραχιά του δάχτυλα. Η μακριά κόκκινη μεταξωτή ρόμπα ήταν ασορτί, του φάνηκε, με την κοντή ρόμπα που φορούσε το θύμα. Ή θελε να τη σκέφτεται μονάχα ως θύμα, όχι ως τη γυναίκα στο πορτραίτο και ασφαλώς όχι ως τη γυναίκα στα ανησυχητικά όνειρα που τάραζαν τώρα τελευταία τον ύπνο του. Και τον εκνεύριζε που ο νους του ξαναγυρνούσε συνεχώς στο εκπληκτικό της πρόσωπο. Η ομορφιά της ήταν μέρος της δύναμής της. Η ικανότητά της να γίνεται εμμονή σ ’ έναν άντρα. Θα ήταν ακαταμάχητη, σκέφτηκε, κρατώντας ακόμα το απαλό μεταξωτό στο χέρι του. Αλησμόνητη. Επικίνδυνη. Να την είχε φορέσει αυτή τη μεταξωτή ρομπίτσα για κάποιον ά­ ντρα; αναρωτήθηκε. Να περίμενε συντροφιά-για μια βραδιά πάθους;


Το Μ

υγπκο

Α στέρι

17

Και πού ήταν το τρίτο Αστέρι; Το είχε βρει άραγε ο απρόσμε­ νος επισκέπτης της; Το είχε πάρει; Το χρηματοκιβώτιο κάτω, στη βιβλιοθήκη, ήταν διαρρηγμένο, άδειο. Του φαινόταν λογικό να είχε κλειδώσει η Γκρέις εκεί κάτι πολύτιμο. Ωστόσο είχε πέσει από δω πάνω. Να το είχε βάλει στα πόδια; Να την είχε κυνηγήσει αυτός; Γιατί τον είχε βάλει στο σπίτι της; Οι γερές κλειδαριές στις πόρτες δεν ήταν πειραγμένες. Να είχε κάνει την απερισκεψία ν ’ ανοίξει την πόρτα της σ ’ έναν άγνωστο ενώ φορούσε μονάχα μια λεπτή μετα­ ξωτή ρόμπα; Ή μήπως τον γνώριζε; Ίσω ς να είχε καυχηθεί για το διαμάντι, να του το είχε δείξει κιό­ λας. Να είχε δώσει το πάθος τη θέση του στην απληστία; Τσακώθη­ καν, ήρθαν στα χέρια. Πάλεψαν, εκείνη έπεσε. Κι αυτός κατέστρε­ ψε μετά το σπίτι για να συγκαλύψει τι έγινε. Ή ταν πιθανό, αποφάσισε. Κάτω είχε τη χοντρή ατζέντα της και θα εξέταζε τα ονόματα ένα ένα. Όπως θα εξέταζε, μαζί με την ομά­ δα που θα καθόριζε, το άδειο σπίτι στο Ποτόμακ του Μέριλαντ, σπιθαμή προς σπιθαμή. Τώρα όμως είχε να δει κόσμο. Να τους πει τα τραγικά νέα κςαι να τακτοποιήσει λεπτομέρειες. Θα έπρεπε να ζητήσει από κάποια από τις φίλες της Γ κρέις Φοντέιν, ή από κάποιο συγγενή της, να έρθει και να αναγνωρίσει επισήμως το πτώμα. Τον στενοχωρούσε, περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε, που θα έπρεπε να δει το κατεστραμμένο της πρόσωπο κάποιος που την αγαπούσε. Άφησε τη μεταξωτή ρόμπα να πέσει κάτω κι έριξε μια τελευταία ματιά στο δωμάτιο, με το πελοδριο κρεβάτι και τα τσαλαπατημένα λουλούδια του, με τα σκόρπια μπουκαλάκια αντίκες που λαμποκο­ πούσαν σαν πολύτιμοι λίθοι. Ή ξερε ήδη πως θα τον στοίχειωνε το άρωμα εδώ πέρα, όπως θα τον στοίχειωνε το άψογο πρόσωπο που ήταν ωραιότατα ζωγραφισμένο με λαδομπογιές στο κάτω δωμάτιο.

Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν επέστρεψε. Το συνήθιζε να εργάζε­ ται μέχρι αργά για κάποια υπόθεση. Ο Σεθ δεν είχε προσωπική ζωή έξω από τη δουλειά του, ούτε είχε σκεφτεί ποτέ να αποκτήσει. Τις γυναίκες που έβλεπε, ρομαντικά ή μη, τις διάλεγε πολύ προσεκτικά. Οι περισσότερες δεν ανέχονταν τις απαιτήσεις της δουλειάς του και


18

N o ra R oberts

σπάνια προχωρούσαν σε σταθερή σχέση μαζί του. Επειδή γνώριζε πόσο δύσκολο και εκνευριστικό ήταν για όποιες τον περίμεναν το γεγονός πως έπρεπε να αφιερώνει τόσο χρόνο, ενέργεια και πάθος στη δουλειά του, τα περίμενε τα παράπονα, τα μούτρα, ακόμα και τις κατηγορίες, από τις γυναίκες που αισθάνονταν παραμελημένες. Οπότε δεν τους έδινε ποτέ υποσχέσεις. Και ζούσε μόνος του. Ή ξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα στον τόπο του εγκλήματος. Θα έπρεπε να βρίσκεται στο γραφείο του ή τουλά­ χιστον, σκέφτηκε, να είχε πάει σπίτι του για να καθαρίσει το μυαλό του. Μα κάτι τον είχε τραβήξει πίσω σε τούτο το σπίτι. Όχι, σε τού­ τη τη γυναίκα, παραδέχτηκε. Δεν τον είχαν παρασύρει εδώ οι δυο όροφοι από ξύλο και γυαλί, όσο όμορφοι κι αν ήταν. Αλλά το πρόσωπο στο πορτραίτο. Είχε αφήσει το αμάξι του στην κορφή της στροφής του ιδιωτικού δρόμου και είχε πάει με τα πόδια στο σπίτι, προχωρώντας ανάμε­ σα σε μεγαλόπρεπα γέρικα δέντρα και περιποιημένους θάμνους που ήταν καταπράσινοι τώρα το καλοκαίρι. Είχε μπει μέσα, πάτησε το διακόπτη και ο πολυέλαιος του φουαγιέ πλημμύρισε το χώρο με φως. Οι άντρες του είχαν ήδη ξεκινήσει το κουραστικό καθήκον να γυρίσουν πόρτα πόρτα τη γειτονιά, με την ελπίδα μήπως είχε ακού­ σει ή δει κανείς κάτι σε ένα από τα άλλα μεγάλα, πανέμορφα σπίτια. Ο ιατροδικαστής προχωρούσε αργά -πράγμα κατανοητό, υπεν­ θύμισε ο Σεθ στον εαυτό του. Ή ταν αργία, οπότε είχε απομείνει μό­ νο το ελάχιστο προσωπικό. Οι επίσημες αναφορές θα χρειάζονταν περισσότερο χρόνο. Μα δεν ήταν η έλλειψη αναφορών που τον απασχολούσε καθώς τα πόδια του τον οδήγησαν και πάλι, αναπόφευκτα, στο πορτραίτο πάνω από το τζάκι με τα στιλπνά πλακάκια. Η Γκρέις Φοντέιν είχε αγαπηθεί. Ο Σεθ είχε υποτιμήσει την ένταση που μπορούσε να φτάσει μια φιλία. Μα την είχε δει αυτή την ένταση, το σοκ και την αβάσταχτη θλίψη στα πρόσωπα των δυο γυναικών που είχε αφήσει πριν από λίγο. Δεν είχε ξαναδεί τόσο ισχυρό δεσμό όσο ανάμεσα στην Μπέιλι Τζέιμς, την Εμ-Τζέι Ο ’Λίρι και την Γ κρέις. Το είχε μετανιώσει -κ α ι σπάνια μετάνιωνε για οτιδήποτε- που χρειάστηκε να τους το πει τόσο απότομα. Τα συλλυπητήριά μου. Λόγια που έλεγαν οι αστυνομικοί κατ’ ευφημισμόν για τους θα-


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

19

νότους που είχαν συνεχώς στη ζωή τους -συνήθω ς άγριους, πάντα απρόσμενους. Είχε πει αυτά τα λόγια, όπως πολύ συχνά στο πα­ ρελθόν, και η ντελικάτη ξανθιά και η κοκκινομάλλα με τα γατίσια μάτια είχαν καταρρεύσει. Είχαν αρπάξει η μια την άλλη και είχαν καταρρεύσει. Δεν είχε ανάγκη να του πουν οι δυο άντρες που συνόδευαν τις γυναίκες ως προστάτες τους να τις αφήσει μόνες με το πένθος τους. Αυτό το βράδυ δεν ήταν για ερωτήσεις, καταθέσεις, απαντήσεις. Δεν μπορούσε να κάνει ούτε να πει τίποτα για να διαπεράσει το παραπέ­ τασμα της θλίψης τους. ΕΙ Γκρέις Φοντέιν είχε αγαπηθεί, σκέφτηκε και πάλι, κοιτάζο­ ντας τα εκπληκτικά γαλανά της μάτια. Δεν την είχαν ποθήσει απλώς άντρες, αλλά την είχαν αγαπήσει δυο γυναίκες. Τι να υπήρχε πίσω από κείνα τα μάτια, πίσω από κείνο το πρόσωπο, που να άξιζε τέ­ τοια απόλυτη αγάπη; «Τι ήσουν, διάολε;» μουρμούρισε και του απάντησε το προκλη­ τικό, δελεαστικό της χαμόγελο. «Όμορφη σε εξωπραγματικό βαθ­ μό. Και το ήξερες τόσο καλά που σίγουρα δεν ήσουν ευαίσθητη». Η βαθιά φωνή του, βραχνιασμένη απ’ την κούραση, αντήχησε μέσα στο άδειο σπίτι. Ο Σεθ έχωσε τα χέρια του στις τσέπες του και έριξε το βάρος του στις φτέρνες του. «Μα τώρα είσαι νεκρή και δε σε νοιάζει». Και παρ’ όλο που γύρισε την πλάτη του στο πορτραίτο, είχε την ανήσυχη αίσθηση ότι αυτό τον παρακολουθούσε. Ό τι τον έκρινε. Ακόμα δεν είχε επικοινωνήσει με τους συγγενείς της, τη θεία και το θείο της στη Βιρτζίνια που την είχαν μεγαλώσει μετά το θάνατο των γονιών της. Η θεία περνούσε το καλοκαίρι της σε μια βίλα στην Ιταλία και, απόψε, ήταν αδύνατο να τη βρει. Βίλες στη Ιταλία, συλλογίστηκε, γαλάζια διαμάντια, πορτραίτα ελαιογραφίες πάνω από τζάκια με ζαφειρένια πλακάκια. Ή ταν ένας πολύ διαφορετικός κόσμος από τη μεσοαστική ανατροφή του και από τη ζωή που είχε ασπαστεί μέσω της καριέρας του. Ή ξερε όμως ότι η βία δε χαριζόταν σε κανέναν. Θα γυρνούσε τελικά στο μικρό σπιτάκι του με τη μικρή αυλίτσα του, στριμωγμένο ανάμεσα σε καμιά δεκαριά άλλα μικρά σπιτάκια. Θα ήταν άδειο, μια που ποτέ δεν τον είχε συγκινήσει καμιά γυναίκα τόσο ώστε να θελήσει να μοιραστεί μαζί της έστω και τον μικρό προ­ σωπικό του χώρο. Μα το σπίτι του θα βρισκόταν πάντα κοντά του.


20

N ora R oberts

Και τούτο το σπίτι, παρ’ όλα τα γυαλιστερά ξύλα και τα αστρα­ φτερά του τζάμια, παρά τα γκαζόν του, τη λαμπερή πισίνα και τους περιποιημένους θάμνους, δεν είχε προστατεύσει την κυρά του. Ο Σεθ έκανε το γύρο του ανθρώπινου περιγράμματος στο πάτω­ μα και ανέβηκε πάλι τη σκάλα. Τα νεύρα του ήταν τσιτωμένα -το παραδεχόταν. Και ο καλύτερος τρόπος για να ηρεμήσει ξανά ήταν να δουλέψει. Μια γυναίκα με πολυτάραχη ζωή όπως η Γ κρέις Φοντέιν ίσως να σημείωνε τα γεγονότα της ζωής της -κ α ι το πώς ένιωθε γ ι’ αυτά- σε κάποιο ημερολόγιο. Στρώθηκε σιωπηλά στη δουλειά, εξετάζοντας με προσοχή το υπνο­ δωμάτιό της και ξέροντας πολύ καλά πως ήταν παγιδευμένος στο αι­ σθησιακό της άρωμα. Είχε βγάλει τη γραβάτα του και την είχε βάλει στην τσέπη του. Το βάρος από το όπλο του, που ήταν χωμένο στη θήκη του ώμου του, ήταν πλέον κομμάτι του εαυτού του και δεν το πρόσεχε καν. Ερεύνησε τα συρτάρια της χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό, αν και τώρα ήταν ως επί το πλείστον άδεια, καθώς τα περιεχόμενά τους ήταν πετάμένα γύρω γύρω στο δωμάτιο. Έψαξε κάτω από τα συρτά­ ρια, από πίσω τους και κάτω από το στρώμα. Σκέφτηκε, στο άσχετο, ότι τα ρούχα της ήταν τόσα πολλά που θα έντυναν έναν ολόκληρο θίασο και ότι της άρεσαν τα απαλά υφά­ σματα. Μεταξωτά, κασμίρια, σατέν, λεπτά μάλλινα. Έντονα χρώ­ ματα. Χρώματα πετραδιών, όπου κυριαρχούσαν τα μπλε. Με τέτοια μάτια που είχε, σκέφτηκε καθώς τα ξαναθυμήθηκε, γιατί όχι; Έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται πώς να ήταν η φοινή της. Θα ταίριαζε στο αισθησιακό της πρόσωπο, θα ήταν βραχνή και σι­ γανή, άλλος ένας πειρασμός για τους άντρες; Έτσι τη φανταζόταν, μια φωνή μυστηριώδη και σεξουαλική όπως το άρωμα που ήταν διάχυτο στην ατμόσφαιρα. Το σώμα της ταίριαζε με το πρόσωπό της, ταίριαζε με το άρωμα, συλλογίστηκε, μπαίνοντας στην τεράστια ντουλάπα της. Βέβαια, είχε ενισχύσει και η ίδια τα φυσικά της χαρίσματα. Και αναρωτήθη­ κε γιατί μια γυναίκα να ένιωθε την ανάγκη να προσθέσει σιλικόνη στο σώμα της για να δελεάσει τους άντρες. Και ποιος ανεγκέφαλος άντρας θα προτιμούσε τη σιλικόνη από ένα φυσικό σχήμα. Ο ίδιος προτιμούσε τις γυναίκες φυσικές, ειλικρινείς. Επέμενε


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

21

για την ειλικρίνεια. Και μάλλον ήταν ένας απ’ τους λόγους, υπέθετε, που ζούσε μόνος του. Κοίταξε τα ρούχα που ήταν ακόμα κρεμασμένα και κούνησε το κεφάλι του. Φαίνεται πως ακόμα και ο φονιάς είχε χάσει την υπομο­ νή του. Είχε σπρώξει πίσω τις κρεμάστρες, στριμώχνοντας όλα μαζί τα ρούχα, μα δεν είχε κάνει τον κόπο να τα κατεβάσει. Ο Σεθ υπολόγισε ότι τα παπούτσια θα πρέπει να ξεπερνούσαν τα διακόσια και τα ράφια που καταλάμβαναν τον έναν τοίχο ήταν προφανώς για να τοποθετούνται τσάντες. Αυτές, σε κάθε σχήμα, μέγεθος και χρώμα, τις είχε τραβήξει ο φονιάς από τις θέσεις τους και τις είχε ψάξει. Σε ένα ντουλάπι είχε κι άλλα πράγματα -πουλόβερ και μαντίλια. Φο μπιζού. Φαντάστηκε ότι η Γκρέις θα είχε και πλήθος γνήσια. Κάποια θα ήταν στο πλέον άδειο χρηματοκιβώτιο στο ισόγειο, ήταν σίγουρος. Και ίσως να είχε και θυρίδα σε κάποια τράπεζα. Θα το ερευνούσε αυτό πρωί πρωί. Της άρεσε η μουσική, σκέφτηκε, κοιτάζοντας τα ασύρματα ηχεία. Είχε δει ηχεία σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού, και κάτω στο καθιστικό υπήρχαν ριγμένα παντού CD, κασέτες, ακόμα και παλιοί δίσκοι. Ή ταν εκλεκτικά τα γούστα της στη μουσική. Είχε τα πάντα, από Μ παχ μέχρι B-52s. Να περνούσε πολλές βραδιές μόνη της; αναρωτήθηκε. Βάζοντας μουσική να παίζει σε όλο το σπίτι; Να κουλουριαζόταν μπροστά στο κομψό τζάκι με ένα από τα εκατοντάδες βιβλία που γέμιζαν τους τοίχους της βιβλιοθήκης της; Θα φώλιαζε στον καναπέ, σκέφτηκε, φορώντας εκείνη την κόκ­ κινη ρομπίτσα κι έχοντας μαζεμένα τα εκπληκτικά πόδια της. Με ένα ποτήρι μπράντι, χαμηλή μουσική και το φως των αστεριών να χύνεται από τα παράθυρα της σκεπής. Το φανταζόταν πολύ καθαρά. Την έβλεπε να σηκώνει το βλέμμα της, να παραμερίζει τα μαλλιά της από το πανέμορφο πρόσωπό της και να του χαμογελά με τα δελεαστικά της χείλη καθώς τον έπιανε να την κοιτάζει. Θα άφηνε το βιβλίο της στην άκρη, θα άπλωνε το χέρι της προς το μέρος του και με ένα βραχνό γελάκι θα τον τραβού­ σε να καθίσει δίπλα της. Σχεδόν το ένιωσε. Κι επειδή το ένιωσε, βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του και


22

N ora R oberts

περίμενε μια στιγμή να καλμάρει η καρδιά του που είχε αρχίσει ξαφνικά να σφυροκοπά. Μάγισσα ήταν, αποφάσισε, και ζωντανή και νεκρή. Και τα κατα­ ραμένα πετράδια, όσο εξωφρενικό κι αν ήταν, θαρρείς πως ενίσχυαν κι άλλο τη δύναμή της. Κι εκείνος έχανε το χρόνο του. Χαράμιζε εντελώς ίο χρόνο του, είπε στον εαυτό του και σηκώθηκε. Θα σημείωνε μεγαλύτερη πρό­ οδο ακολουθώντας τους κανόνες και τη ρουτίνα. Έπρεπε να γυρίσει πίσω, να πιέσει τον ιατροδικαστή να του δώσει την ώρα θανάτου. Έ πρεπε να αρχίσει να παίρνει τα τηλέφωνα που ήταν στην ατζέντα του θύματος. Έ πρεπε να φύγει από τούτο το σπίτι που είχε τη μυρωδιά αυτής της γυναίκας. Όπου όλα απέπνεαν αυτή τη γυναίκα. Και να μην ξανάρθει, αποφάσισε, μέχρι να σιγουρευτεί ότι θα μπορούσε να χαλι­ ναγωγήσει τις ασυνήθιστες φαντασιώσεις του. Εκνευρισμένος με τον εαυτό του που είχε παρεκτραπεί από την αυστηρή ρουτίνα του, διέσχισε το δωμάτιο και βγήκε έξω. Μόλις είχε αρχίσει να κατεβαίνει τη σκάλα, όταν μια κίνηση του τράβηξε το βλέμμα. Το χέρι του πήγε στο όπλο του. Μα ήταν ήδη πολύ αργά. Σιγά σιγά, κατέβασε το χέρι του κι απόμεινε ακίνητος, να κοιτά­ ζει άναυδος προς τα κάτω. Δεν είχε κοκαλώσει επειδή σημάδευε ένα αυτόματο την καρδιά του. Αλλά επειδή το κρατούσε στο χέρι της, σταθερά σαν βράχος, μια νεκρή γυναίκα. «Λοιπόν», είπε η πεθαμένη και βγήκε στο φως από τον πολυέ­ λαιο του φουαγιέ. «Δεν είσαι μόνο ακατάστατος κλέφτης, αλλά και βλάκας». Τα απίστευτα γαλανά μάτια της είχαν στυλωθεί πάνω του. «Για πες μου, γιατί να μη σου φυτέψω μια σφαίρα στο κεφάλι πριν καλέσω την αστυνομία;» Αν και φάντασμα, ανταποκρινόταν τέλεια στη φαντασίωσή του. Η φωνή της ήταν αισθησιακή και βραχνή κι ολοζώντανη. Και αν και πεθαμένη, τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα. Το μυαλό του Σεθ δεν μπλόκαρε συχνά. Μα τώρα είχε μπλοκάρει. Έβλεπε μια γυναίκα, δροσερή και φρέσκια, με σκουλαρίκια να λαμπυρίζουν στ’ αυτιά της και ένα αστραφτερό ασημένιο όπλο στο χέρι της. Κατάφερε να συνέλθει με κάποια προσπάθεια, αν και δεν έδει­ ξε την ταραχή του καθώς απάντησε αγέλαστος στην ερώτησή της. «Εγώ είμαι η αστυνομία». Στα χείλη της έσκασε ένα σαρκαστικό χαμόγελο. «Μα φυσικά,


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

23

ομορφούλη. Ποιος άλλος θα τριγύριζε σε ένα κλειδωμένο σπίτι όταν δεν είναι κανείς εδώ, παρά μόνο ένας δουλευταράς μπάτσος που κάνει την περιπολία του;» «Έχω πολύ καιρό να κάνω περιπολίες. Με λένε Μπιουκάναν. Είμαι ο υπαστυνόμος Σεθ Μπιουκάναν. Αν στρέψετε το όπλο σας λίγο πιο αριστερά από την καρδιά μου, θα σας δείξω το σήμα μου». «Πολύ θα ήθελα να το δω». Χωρίς να πάψει να τον παρακολου­ θεί, μετακίνησε αργά την κάννη του όπλου. Η καρδιά της χτυπού­ σε σαν κομπρεσέρ από το φόβο και το θυμό της, μα έκανε δήθεν αδιάφορα άλλο ένα βήμα μπροστά καθώς αυτός έβαλε τα δυο του δάχτυλα στην τσέπη του. Το σήμα φαινόταν γνήσιο, σκέφτηκε. Α π’ όσο μπορούσε να δει την ταυτότητα με τον χρυσό θυρεό καθώς της το έδειχνε. Και άρχισε να την κυριεύει ένα πολύ κακό συναίσθημα. Πολύ χειρότερο από την αγωνία που είχε νιώσει όταν πάρκαρε απέξω, είδε το ξένο αμάξι στο δρομάκι και τα φώτα αναμμένα μέσα στο άδειο της σπίτι. Έστρεψε πάλι το βλέμμα της από το σήμα στα μάτια του. Πιο πολύ με αστυνομικό έμοιαζε παρά με λωποδύτη, αποφάσισε. Πο­ λύ ελκυστικός, με αυστηρό, σοβαρό ντύσιμο. Το γεροδεμένο σώμα του, με τους φαρδιούς ώμους και τους στενούς γοφούς, μαρτυρούσε αμείλικτη αυτοπειθαρχία. Και τέτοια μάτια, ψυχρά, ξάστερα και χρυσοκάστανα, που έδει­ χναν να μην τους διαφεύγει τίποτα, σίγουρα θα τα είχε μόνο ένας αστυνομικός ή ένας εγκληματίας. Ούτως ή άλλως, φαντάστηκε, φα­ νέρωναν επικίνδυνο άντρα. Της άρεσαν συνήθως οι επικίνδυνοι άντρες. Αλλά για την ώρα, βλέποντας πόσο περίεργη ήταν η κατάσταση, δεν είχε τα κέφια της. «Εντάξει, Μπιουκάναν, υπαστυνόμε Σεθ, για πείτε μου τι γυρεύ­ ετε στο σπίτι μου». Σκέφτηκε τι είχε στην τσάντα της -τ ι της είχε στείλει η Μπέιλι πριν από λίγες ημέρες- και η αγωνία της μεγάλωσε. Πού έχουμε μπλέξει; αναρωτήθηκε. Και πώς θα ξεγλιστρήσιυ μ ’ έναν αστυνομικό απέναντι μου; «Έχετε ένταλμα έρευνας εκτός από το σήμα σας;» τον ρώτησε. «Όχι, δεν έχω». Ο Σεθ θα ένιωθε καλύτερα, πάρα πολύ καλύ­ τερα, αν εκείνη κατέβαζε εντελώς το όπλο. Μα φαινόταν αποφα­ σισμένη να το κρατάετ τον σημάδευε πιο χαμηλά τώρα, εξίσου σταθερά, αλλά πιο χαμηλά. Ωστόσο, ο Σεθ είχε ανακτήσει πλήρως


24

N

ora

R oberts

την ψυχραιμία του. Χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα δικά της, κατέβηκε τα υπόλοιπα σκαλοπάτια και στάθηκε μπροστά της στο ψηλοτάβανο φουαγιέ. «Είστε η Γκρέις Φοντέιν». Τα ανεξιχνίαστα μάτια του πλανήθηκαν στο πρόσωπό της και ξανάβαλε το σήμα του στην τσέπη του. Απομνημονεύει τα χαρα­ κτηριστικά μου, σκέφτηκε εκείνη εκνευρισμένη. Σημειώνει τυχόν διακριτικά σημάδια. Τι στο διάολο συμβαίνει; «Ναι, είμαι η Γκρέις Φοντέιν. Κι αυτό είναι το σπίτι μου. Εφό­ σον βρίσκεστε εδώ χωρίς ένταλμα, πρόκειται για καταπάτηση ιδι­ οκτησίας. Μάλλον είναι περιττό να καλέσω την αστυνομία, οπότε ίσως να πάρω το δικηγόρο μου». Ο Σεθ έγειρε λοξά το κεφάλι του και η μύτη του έπιασε το σα­ γηνευτικό της άρωμα. Ίσω ς να έφταιγε η άμεση επίδρασή του στον οργανισμό του που τον έκανε να μιλήσει χωρίς να το σκεφτεί. «Πάντως, για πεθαμένη, δεσποινίς Φοντέιν, φαίνεστε μια χαρά».


Κεφάλαιο 2

Η

αντίδρασή της ήταν να μισοκλείσει καχύποπτα τα μάτια της και να ανασηκώσει το φρύδι της. «Αν αυτό είναι αστυνομικό χιούμορ, πολύ φοβάμαι ότι θα πρέπει να μου το μεταφράσετε». Τον ενόχλησε που τον είχε κάνει να μιλήσει έτσι. Δεν ήταν επαγ­ γελματικό. Με προσοχή, σήκωσε αργά το χέρι του και έστρεψε την κάλ'νη του όπλου της λίγο πιο αριστερά. «Σας πειράζει;» της είπε κι έπειτα στα γρήγορα, για να μην προλάβει να συμφωνήσει εκείνη, της το τράβηξε από το χέρι και έβγαλε το γεμιστήρα. Δεν ήταν κα­ τάλληλη στιγμή να τη ρωτήσει αν είχε άδεια οπλοφορίας, οπότε της έδωσε πίσω το άδειο όπλο και έβαλε στην τσέπη του το γεμιστήρα. «Καλύτερα να κρατάτε το όπλο σας και με τα δυο χέρια», της είπε χαλαρά και με τόση σοβαρότητα που η Γ κρέις υποψιάστηκε ότι αυτός το διασκέδαζε. «Και αν δε θέλετε να σας το πάρουν, μην πλησιάζετε σε απόσταση που σας φτάνουν». «Ευχαριστώ πάρα πολύ για το μάθημα αυτοάμυνας». Ολοφά­ νερα εκνευρισμένη, άνοιξε την τσάντα της και έριξε μέσα το όπλο. «Αλλά ακόμα δεν απαντήσατε στην αρχική μου ερώτηση, υπαστυ­ νόμε. Γιατί βρίσκεστε στο σπίτι μου;» «Είχαμε ένα περιστατικό εδώ, δεσποινίς Φοντέιν». «Περιστατικό; Κι άλλη αστυνομική ορολογία;» Ξεφύσηξε. «Μου έκαναν διάρρηξη;» τον ρώτησε και για πρώτη φορά έστρεψε την προσοχή της από τον άντρα στο φουαγιέ πίσω του. «Με λήστεψαν;» πρόσθεσε και τότε πήρε το μάτι της μια αναποδογυρισμένη καρέκλα και μερικά σπασμένα κεραμικά στο καθιστικό πίσω από την καμάρα. Βλαστημώντας, έκανε να τον προσπεράσει, μα αυτός την έπιασε από το μπράτσο και τη σταμάτησε. «Δεσποινίς Φοντέιν...»


26

N ora Roberts

«Πάρτε t o χέρι σας από πάνω μου», του πέταξε απότομα, διακόπτοντάς τον. «Εδώ είναι το σπίτι μου». Εκείνος συνέχισε να την κρατάει γερά. «Το γνωρίζω. Πότε ακρι­ βώς ήσαστε εδώ για τελευταία φορά;» «Θα σας δώσω κατάθεση αφού δω τι λείπει». Κατάφερε να κάνει άλλα δυο βήματα και από την ακαταστασία στο καθιστικό κατάλα­ βε πως δεν ήταν παστρική, οργανωμένη ληστεία. «Α, τα έκαναν όλα μπάχαλο, ε; Το συνεργείο που μου καθαρίζει δε θα χαρεί καθόλου». Κατέβασε το βλέμμα της και κοίταξε τα δάχτυλα του Σεθ που ήταν ακόμα τυλιγμένα γύρω·από το μπράτσο της. «Εξετάζετε το ποντίκι μου, υπαστυνόμε; Θέλω να πιστεύω πως είναι σφιχτό». «Ο μυϊκός σας τόνος είναι καλός». Όπως την έκοβε με το λεπτό ιβουάρ παντελόνι της, ο μυϊκός της τόνος ήταν εξαιρετικός. «Θα ήθελα να απαντήσετε στην ερώτησή μου, δεσποινίς Φοντέιν. Πότε ήσαστε στο σπίτι σας για τελευταία φορά;» «Εδώ;» Η Γκρέις αναστέναξε και ανασήκωσε τον κομψό της ώμο. Της έρχονταν στο μυαλό όλες οι ενοχλητικές λεπτομέρειες που απέρρεαν από μια ληστεία. Θα έπρεπε να τηλεφωνήσει στον ασφαλιστή της, να υποβάλει αίτηση για αποζημίωση, να δώσει κα­ ταθέσεις. «Την Τετάρτη το απόγευμα. Έφυγα από την πόλη για λίγες μέρες». Είχε ταραχτεί περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί που της είχαν ληστέψει και λεηλατήσει το σπίτι κατά την απουσία της. Που είχαν αγγίξει και είχαν πάρει τα πράγματά της άγνωστοι. Ωστόσο του έριξε μια χαμογελαστή ματιά με χαμηλωμένα τα βλέ­ φαρά της. «Δε θα κρατήσετε σημειώσεις;» «Θα κρατήσω. Σε λίγο. Ποιος έμενε στο σπίτι όσο λείπατε;» «Κανείς. Δε μ ’ αρέσει να είναι άλλοι στο σπίτι μου όταν λείπω. Τώρα με συγχωρείτε, αλλά...» Τράβηξε απότομα το μπράτσο της και διασχίζοντας το φουαγιέ, διάβηκε την καμάρα. «Χριστέ μου». Πρώτα την έπιασε θυμός, ένας φοβερός θυμός. Της ερχόταν να χώ­ σει κάπου κλοτσιά κι ας ήταν όλα ήδη σπασμένα και ρημαγμένα. «Ήταν ανάγκη να σπάσουν ό,τι δε βούτηξαν;» μουρμούρισε. Σή­ κωσε το βλέμμα της, είδε τη διαλυμένη κουπαστή και βλαστήμησε ξανά. «Και τι στο διάολο έκαναν εκεί πάνω; Να τον βράσω το συ­ ναγερμό αν μπορεί ο καθένας να...» Σταμάτησε την προέλασή της και η φωνή της έσβησε όταν είδε το περίγραμμα στο γυαλιστερό καστανό παρκέ. Καθώς το κοιτούσε,


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέρι

27

ανήμπορη να ξεκολλήσει τα μάτια της, το πρόσωπό της χλόμιασε, παίρνοντας μια οδυνηρά παγωμένη έκφραση. Ακουμπώντας το χέρι της στην πλάτη του λεκιασμένου καναπέ για να στηριχτεί, απόμεινε να κοιτάζει το περίγραμμα, τα αστρα­ φτερά σπασμένα γυαλιά που ήταν κάποτε το τραπεζάκι της, και τη σκούρα λιμνούλα από αίματα που είχαν πλέον στεγνώσει. «Δεν πάμε καλύτερα στην τραπεζαρία;» της πρότεινε σιγανά ο Σεθ. Εκείνη τίναξε τους ώμους της, αν και δεν την είχε αγγίξει. Είχε παγώσει το στομάχι της και παρά τις εξάψεις που διαπερνούσαν σαν βέλη το κορμί της, ο πάγος δεν έλιωνε. «Ποιος σκοτώθηκε;» ρώτησε. «ΓΙοιος πέθανε εδώ;» «Μέχρι πριν από λίγα λεπτά, θεωρούσαμε πως ήσαστε εσείς». Η Γκρέις έκλεισε τα μάτια της, με την αμυδρή αίσθηση πως θόλωνε η όρασή της. «Με συγχωρείτε», είπε, αρκετά καθαρά, και διέσχισε μουδιασμένα το δωμάτιο. Σήκωσε ένα μπουκάλι μπράντι που βρισκόταν πεσμένο στο πάτωμα και πασπατεύοντας άνοιξε μια βιτρίνα για να πάρει ένα ποτήρι. Το οποίο γέμισε μέχρι πάνω. Ή πιε την πρώτη γουλιά σαν φάρμακο. Ο Σεθ το κατάλαβε από τον τρόπο που την είδε να το κατεβάζει και να ριγεί δυο φορές, δυ­ νατά. Το πρόσωπό της δεν ξαναβρήκε το χρώμα του, μα φαντάστη­ κε ότι το σοκ θα είχε επαναφέρει τον οργανισμό της σε λειτουργία. «Δεσποινίς Φοντέιν, πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερα να το συζη­ τούσαμε σε κάποιο άλλο δωμάτιο». «Όχι, εντάξει, καλά είμαι». Μα η φωνή της ήταν ταραγμένη. Ξαναήπιε κι έπειτα γύρισε πάλι προς το μέρος του. «Γιατί θεωρήσατε πως ήμουν εγώ;» «Το θύμα ήταν στο σπίτι σας και φορούσε μια ρόμπα. Ταίριαζε με την περιγραφή σας. Το πρόσωπό της είχε... παραμιορφωθεί από την πτώση. Είχε περίπου το ίδιο ύψος και βάρος μ’ εσάς, ίδια ηλι­ κία, ίδιο χρώμα μαλλιών». Ίδιο χρώμα, σκέφτηκε η Γκρέις με τρομερή ανακούφιση. Δεν ήταν η Μπέιλι ή η Εμ-Τζέι, επομένως. «Δε φιλοξενούσα κανέναν όσο έλειπα». Πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να ηρεμήσει. «Δεν έχω ιδέα ποια ήταν η γυναίκα, εκτός αν ήταν από τους διαρρή­ κτες. Πώς...» Σήκωσε πάλι το βλέμμα της στη σπασμένη κουπαστή, στις άγριες αιχμές των ξύλων. «Θα πρέπει να την έσπρωξαν». «Το εξετάζουμε».


28

N ora R oberts

«Δεν αμφιβάλλω. Δεν μπορώ να σας βοηθήσω, υπαστυνόμε, δεν ξέρω ποια ήταν. Μια που δεν έχω δίδυμη αδερφή, δεν...» Ξαφνικά σώπασε και έχασε και πάλι το χρώμα της. Έσφιξε τη γροθιά της και την πίεσε στο στομάχι της. «Αχ, όχι. Αχ, Θεέ μου». Ο Σεθ κατάλαβε και δε δίστασε. «Ποια ήταν;» «Ε... μπορεί να ήταν... Έ χει μείνει κι άλλες φορές εδώ όταν έλει­ πα. Γι’ αυτό σταμάτησα να αφήνω δεύτερο κλειδί απέξω. Αλλά ίσως να είχε βγάλει αντικλείδι. Θα την είχα ικανή». Παίρνοντας το βλέμμα της από το περίγραμμα, διέσχισε πάλι το ρημαγμένο δωμάτιο και κάθισε στο μπράτσο του καναπέ. «Μια ξαδέρφη μου». Ή πιε άλλη μια γουλιά μπράντι, αργά αυτή τη φορά, για να ζεσταθεί το κορμί της. «Μελίσα Μπένινγκτον... Όχι, νομίζω ότι ξαναπήρε το Φοντέιν πριν από λίγους μήνες, μετά το διαζύγιό της. Δεν είμαι σίγουρη». Έχωσε το χέρι της ανάμεσα στα μαλλιά της. «Δε μ' ενδιέφερε να βεβαιωθώ για μια τέτοια λεπτομέρεια». «Σας μοιάζει;» Η Γκρέις χαμογέλασε άκεφα. «Η Μελίσα το έχει βάλει σκοπό της ζωής της να γίνει σαν εμένα. Στην αρχή το έβρισκα ελαφρώς κολακευτικό, ώσπου άρχισα να το βρίσκω ελαφρώς ενοχλητικό. Τα τελευταία χρόνια το έβρισκα αξιολύπητο. Υποθέτω πως μοιάζουμε κάπως. Εκείνη την τόνισε κι. άλλο την ομοιότητά μας. Άφησε τα μαλλιά της να μακρύνουν, τα έβαψε στο ίδιο χροιμα με τα δικά μου. Είχαμε κάπως διαφορετικό σώμα, μα... το τόνισε κι αυτό. Ψωνίζει στα ίδια μαγαζιά και πηγαίνει στα ίδια κομμωτήρια. Διαλέγει τους ίδιους άντρες. Μεγαλώσαμε μαζί, λίγο πολύ. Πάντα ένιωθε ότι εγώ είχα σταθεί πιο τυχερή σε όλα». Ανάγκασε τον εαυτό της να κοιτάξει πάλι πίσω και κάτω και ένα κύμα θλίψης και οίκτου την πλημμύρισε. «Και προφανώς ήμουν πιο τυχερή, αυτή τη φορά». «Κάποιος που δε σας ήξερε καλά θα μπορούσε να σας μπερδέ­ ψει;» «Με μια μόνο ματιά, υποθέτω πως ναι. Ίσως κάποιος απλός γνωστός. Ό χι κάποιος που...» Σώπασε ξανά και σηκώθηκε όρθια. «Λέτε ότι τη σκότωσε κάποιος πιστεύοντας πως ήμουν εγοδ; Ό τι την πέρασε για μένα, όπως εσείς; Μα είναι παράλογο. Διάρρηξη ήταν, ληστεία. Έ να τρομερό ατύχημα». «Είναι πιθανό». Ο Σεθ είχε βγάλει όντως το μπλοκάκι του για να σημειώσει το όνομα της ξαδέρφης της. Τώρα σήκωσε το βλέμμα


Το

Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

29

του και αντάμωσε τη ματιά της. «Είναι επίσης πάρα πολύ πιθανό ότι κάποιος ήρθε εδώ, την πέρασε για σας και υπέθεσε πως εκείνη είχε το τρίτο Αστέρι». Α, ήταν πολύ καλή, αποφάσισε ο Σεθ. Ούτε που τρεμόπαιξαν τα βλέφαρά της όταν του είπε ψέματα. «Δεν έχω ιδέα τι εννοείτε». «Έχετε ιδέα. Και αν λείπατε από το σπίτι σας από την Τετάρτη, το έχετε ακόμα». Κι έριξε μια ματιά στην τσάντα που εκείνη συνέ­ χιζε να κρατά. «Δε συνηθίζω να έχω αστέρια στην τσάντα μου». Του χάρισε ένα χαμόγελο που ήταν ελαφρώς τρεμουλιαστό. «Μα είναι πολύ όμορ­ φη σκέψη, σχεδόν ποιητική. Και τώρα. είμαι πολύ κουρασμένη...» «Δεσποινίς Φοντέιν». Ο τόνος του ήταν κοφτός και ψυχρός. «Αυτό το θύμα είναι το έκτο πτώμα που μου προέκυψε σήμερα και συνδέεται με τα τρία γαλάζια διαμάντια». Εκείνη τον άρπαξε αμέσως από το μπράτσο. «Η Εμ-Τζέι και η Μπέιλι;» «Οι φίλες σας είναι καλά». Ένιωσε τη λαβή της να χαλαρώνει. «Πέρασαν ένα πολυτάραχο τριήμερο, που θα μπορούσαν να το εί­ χαν αποφύγει αν είχαν επικοινωνήσει και συνεργαστεί με την αστυ­ νομία. Κι εσείς θα συνεργαστείτε μαζί μου, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο». Εκείνη τίναξε πίσω τα μαλλιά της. «Πού είναι; Τι κάνατε, τις κλείσατε φυλακή; Ο δικηγόρος μου θα τις βγάλει και θα σας βά­ λει τα δυο πόδια σ ’ ένα παπούτσι πριν προλάβετε να καταλάβετε τι τρέχει». Κίνησε για το τηλέφωνο, μα είδε πως δεν ήταν πάνω στο τραπεζάκι σε στυλ Κουίν Aw. «Όχι, δε βρίσκονται φυλακή». Τον τσίγκλησε που εκείνη πήρε αμέσως φόρα, έτοιμη να τα βάλει με τους κανόνες. «Φαντάζομαι ότι κανονίζουν την κηδεία σας αυτή τη στιγμή». «Κανονίζουν την...» Τα υπέροχα μάτια της γούρλωσαν με φρί­ κη. «Ω Θεέ μου, τους είπατε ότι πέθανα; Νομίζουν πως πέθανα; Πού βρίσκονται; Πού στο διάολο είναι το τηλέφωνο; Πρέπει να τις πάρω». Καθίζοντας στις φτέρνες της, βάλθηκε να ψάχνει ανάμεσα στα συντρίμμια και τον έσπρωξε όταν αυτός την έπιασε πάλι από το μπράτσο. «Δεν είναι σπίτι, καμιά τους». «Είπατε ότι δεν είναι φυλακή». «Και δεν είναι». Ο Σεθ κατάλαβε ότι δε θα του έλεγε τίποτα


30

N ora R oberts

μέχρι να μείνει ικανοποιημένη. «Θα σας πάω να τις δείτε. Και με­ τά θα την ξεκαθαρίσουμε την υπόθεση, δεσποινίς Φοντέιν, σας το υπόσχομαι».

Η Γ κρέις ήταν σιωπηλή καθώς εκείνος οδηγούσε προς τα περιποιημένα. προάστια στις παρυφές της Ουάσινγκτον. Την είχε διαβεβαιώσει ότι η Μπέιλι και η Εμ-Τζέι ήταν καλά και το ένστικτό της της έλεγε ότι ο υπαστυνόμος Σεθ Μπιουκάναν της είχε πει μονάχα την αλήθεια. Στο κάτω κάτω, αυτή ήταν η δουλειά του, τα γεγονότα. Μα και πάλι έσφιγγε τα χέρια της μεταξύ τους σε βαθμό που πονούσαν τα δάχτυλά της. Έ πρεπε να τις δει, να τις αγγίξει. Ή δη τη βάραιναν οι τύψεις, επειδή πενθούσαν γ ι’ αυτήν ενώ εκεί­ νη είχε περάσει τις τελευταίες ημέρες ικανοποιιόντας την ανάγκη της να μείνει μόνη της, να φύγει μακριά. Να βρεθεί κάπου αλλού. Τι τους είχε συμβεί μέσα στο τριήμερο; Να είχαν προσπαθήσει να επικοινωνήσουν μαζί της ενώ ήταν άφαντη; Ή ταν φως φανάρι ότι τα τρία γαλάζια διαμάντια που εκτιμούσε η Μπέιλι για το μου­ σείο ήταν η αιτία όλης αυτής της ιστορίας. Της ήρθε στο νου το ανθρώπινο περίγραμμα στο ξύλινο πάτωμα και τρεμούλιασε ξανά. Η Μελίσα. Η καημένη, αξιολύπητη Μελίσα. Αλλά δεν μπορού­ σε να το σκεφτεί τώρα. Τίποτα δεν μπορούσε να σκεφτεί, μόνο τις φίλες της. «Δεν έχουν πάθει τίποτα;» κατάφερε να ρωτήσει. «Όχι». Ο Σεθ δεν της έδωσε άλλες εξηγήσεις, μόνο συνέχισε να οδηγεί μες στα φώτα από τις λάμπες των δρόμων και τους προβολείς των αυτοκινήτων. Το άρωμά της διαχεόταν γλυκά μες στο αμάξι του, τυραννώντας τις αισθήσεις του, οπότε άνοιξε επίτηδες το πα­ ράθυρό του για να το διώξει το απαλό, υγρό αεράκι. «Πού ήσαστε τις τελευταίες ημέρες, δεσποινίς Φοντέιν;» «Έλειπα». Κουρασμένη, έγειρε πίσω το κεφάλι της και έκλεισε τα μάτια της. «Σε ένα από τα αγαπημένα μου μέρη». Ανακάθισε και πάλι όταν αυτός έστριψε σε ένα δρόμο με δέντρα κι έπειτα μπήκε στο δρομάκι ενός τούβλινου σπιτιού. Η Γ κρέις είδε μια αστραφτερή Τζάγκουαρ και μετά ένα μεγάλο αυτοκίνητο σκέτο σαράβαλο. Αλλά κανένα κομψό MG, ούτε κανένα πρακτικό αμαξάκι.


Το

Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

31

«Τα αυτοκίνητά τους δεν είναι εδώ», άρχισε, ρίχνοντάς του μια ματιά όλο δυσπιστία. «Μα αυτές είναι». Η Γ κρέις βγήκε έξω και, αγνοώντας τον, έτρεξε στην εξώπορτα. Χτύπησε κοφτά, μα το χέρι της έτρεμε. Η πόρτα άνοιξε και αντί­ κρισε έναν άντρα που δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Τα ψυχρά πράσινα μάτια του τρεμόπαιξαν κατάπληκτα, μα σιγά σιγά το βλέμμα του έγινε θερμό και στα χείλη του άστραψε ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο. Ύστερα άπλωσε το χέρι του και άγγιξε μαλακά το μάγουλό της. «Είσαι η Γ κρέις». «Ναι, ε...» «Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω». Την αγκάλιασε και με τα δυο του χέρια, το ένα εκ των οποίων ήταν μπανταρισμένο, και ήταν τόσο φιλική η χειρονομία του που η Γκρέις δεν πρόλαβε ούτε να ξαφνιαστεί. «Είμαι ο Κέιντ», μουρμούρισε εκείνος, κοιτάζοντας τον Σεθ πάνω από το κεφάλι της. «Κέιντ Πάρις. Περάστε». «Η Μπέιλι. Η Εμ-Τζέι». «Μέσα είναι. Θα συνέλθουν αμέσως μόλις σε δουν». Την έπια­ σε αγκαζέ και ένιωσε ότι εκείνη έτρεμε. Αλλά στην πόρτα του καθι­ στικού, η Γκρέις σταμάτησε και ακούμπησε το χέρι της στο μπρά­ τσο του. Μέσα, η Μπέιλι και η Εμ-Τζέι στέκονταν γυρισμένες προς την άλλη μεριά, πιασμένες χέρι χέρι. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, κλαίγοντας. Λίγο πιο πέρα στεκόταν ένας άντρας, με τα χέρια στις τσέπες του και ύφος χαμένο στο μωλωπισμένο του πρόσωπο. Όταν την εί­ δε, τα μάτια του, γκρίζα σαν σύννεφα καταιγίδας, μισόκλεισαν με περιέργεια κι αμέσως φωτίστηκαν και χαμογέλασε. Η Γκρέις πήρε μια τρεμουλιαστή ανάσα και ξεφύσηξε αργά. «Λ», είπε με καθαρή, σταθερή φωνή, «χαίρομαι που κάποιοι θα με θρηνούσαν». Και οι δυο γυναίκες γύρισαν κατευθείαν. Για μια στιγμή, κοιτά­ χτηκαν και οι τρεις με μάτια βουρκωμένα. Του Σεθ του φάνηκε πως κινήθηκαν όλες μαζί ταυτόχρονα και έτρεξαν η μια στην άλλη με μια απίστευτη χάρη. Ύστερα αγκαλιάστηκαν, μιλώντας και κλαίγοντας, κι έγιναν ένα. Τρίγωνο, σκέφτηκε, σμίγοντας τα φρύδια του. Με τρία σημεία που σχημάτιζαν ένα σύνολο. Όπως το χρυσό τρίγωνο που περιέκλειε κάποτε τρία ανεκτίμητα και πανίσχυρα πετράδια.


32

N o ra R oberts

«Μου φαίνεται πως θα τους έκανε καλό να μείνουν λίγο μόνες τους», του είπε σιγανά ο Κέιντ. «Υπαστυνόμε;» Του έγνεψε να προ­ χωρήσουν στο διάδρομο και ανασήκωσε τα φρύδια του όταν ο Σεθ δίστασε. «Δε νομίζω ότι θα πάνε πουθενά αυτή τη στιγμή». Ανασηκώνοντας σχεδόν ανεπαίσθητα τους ώμους του, ο Σεθ τραβήχτηκε πίσω. Μπορούσε να τους δώσει είκοσι λεπτά. «Χρειά­ ζομαι το τηλέφωνό σου». «Έχει τηλέφωνο στην κουζίνα. Θες καμιά μπίρα, Τζακ;» Ο τρίτος άντρας χαμογέλασε. «Πώς με καταλαβαίνεις, φίλε μου».

«Αμνησία», είπε η Γκρέις λίγο αργότερα. Αυτή και η Μπέιλι είχαν μαζευτεί δίπλα δίπλα στον καναπέ, με την Εμ-Τζέι καθισμένη στο πάτωμα μπροστά στα πόδια τους. «Έσβησαν τα πάντα απ’ τη μνή­ μη σου;» «Τα πάντα». Η Μπέιλι κρατούσε σφιχτά το χέρι της Γκρέις, φο­ βόταν να χάσει την επαφή. «Ξύπνησα σ ’ ένα φρικτό δωματιάκι σ ’ ένα ξενοδοχείο, με πάνω από ένα εκατομμύριο μετρητά και το δια­ μάντι, και'δε θυμόμουν απολύτως τίποτα. Διάλεξα το όνομα του Κέιντ από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Πάρις». Χαμογέλασε λίγο. «Παράξενο δεν είναι;» «Θα σε πάω στο Παρίσι, δε μου ξεφεύγεις», της υποσχέθηκε η Γκρέις. «Με βοήθησε με όλα». Η ζεστασιά στον τόνο της φωνής της έκανε την Γκρέις να ανταλλάξει ένα γρήγορο βλέμμα με την ΕμΤζέι. Θα το συζητούσαν αργότερα με λεπτομέρειες. «Λίγο λίγο, άρ­ χισα να θυμάμαι. Εσένα και την Εμ-Τζέι, αποσπασματικές εικόνες. Έβλεπα τα πρόσωπά σας, άκουγα και τις φωνές σας, αλλά τίποτα δεν κόλλαγε. Εκείνος έβγαλε άκρη, καταλήγοντας στη Σαλβίνι, και όταν με πήγε εκεί... Έκανε διάρρηξη». «Λίγο πριν κάνουμε εμείς», πρόσθεσε η Εμ-Τζέι. «Ο Τζακ το κατάλαβε πως είχαν παραβιαστεί οι πίσω κλειδαριές». «Μπήκαμε μέσα», συνέχισε η Μπέιλι και τα κλαμένα της μάτια στυλώθηκαν στο κενό σαν χαμένα. «Και θυμήθηκα, τα θυμήθηκα όλα τότε, ότι ο Τόμας και ο Τίμοθι σκόπευαν να κλέψουν τα πετρά­ δια, να φτιάξουν απομιμήσεις. Ότι είχα στείλει από ένα στην κα­ θεμιά σας για να τους εμποδίσω. Τι ανοησία, τι φοβερή ανοησία». «Όχι, δεν ήταν ανοησία». Η Γκρέις πέρασε το χέρι της γύρω


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

33

από τους ώμους της Μπέιλι. «Μου φαίνεται απόλυτα λογικό. Δεν προλάβαινες να κάνεις τίποτε άλλο». «Έπρεπε να είχα ειδοποιήσει την αστυνομία, αλλά ήμουν πολύ σίγουρη ότι μπορούσα να ανατρέψω την κατάσταση. Πήγα στο γρα­ φείο του Τόμας για να τους πω ότι είχα ανακαλύψει τα σχέδιά τους, ότι τελείωσε. Και είδα...» Ρίγησε ξανά. «Είχαν πιαστεί στα χέρια. Ήταν φρικτό. Οι αστραπές έξω από τα παράθυρα φώτιζαν τα πρό­ σωπά τους. Τότε ο Τίμοθι άρπαξε το χαρτοκόπτη, το μαχαίρι. Έπεσε το ρεύμα, αλλά εξακολουθούσε να αστράφτει απέξω και έβλεπα τι έκανε... στον Τόμας. Όλα τα αίματα». «Μη», μουρμούρισε η Εμ-Τζέι, τρίβοντας παρήγορα το γόνατο της Μπέιλι. «Μην τα ξαναφέρνεις στο νου σου». «Όχι». Η Μπέιλι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Πρέπει. Με είδε, Γκρέις. Θα με σκότωνε. Με κυνήγησε. Είχα αρπάξει την τσά­ ντα με τα λεφτά της προκαταβολής τους και το έβαλα στα πόδια μες στο σκοτάδι. Και κρύφτηκα κάτω από τη σκάλα. Σ ’ εκείνη τη μικρή κόγχη κάτω από τη σκάλα. Αλλά τον έβλεπα να με ψάχνει, με τα χέρια του μες στα αίματα. Ακόμα δε θυμάμαι πώς ξέφυγα από κει μέσα και κατέληξα σ ’ εκείνο το δωμάτιο». Η Γκρέις δεν άντεχε να το φανταστεί -τη ν ήσυχη, σοβαρή φίλη της, να την κυνηγά ένας δολοφόνος. «Σημασία έχει ότι ξέφυγες και σώθηκες». Κοίταξε την Εμ-Τζέι. «Όλες σωθήκαμε». Προσπάθησε να χαμογελάσει. «Και πώς πέρασες εσύ το τριήμερό σου;» «Τράπηκα σε φυγή με έναν κυνηγό επικηρυγμένων, βρέθηκα δεμένη με χειροπέδες στο κρεβάτι ενός φτηνού μοτέλ, με πυροβό­ λησαν κάτι μπράβοι και έκανα και μια μικρή παράκαμψη μέχρι το σπίτι σου στα βουνά». Κυνηγός επικηρυγμένων, σκέφτηκε η Γκρέις, προσπαθώντας να παρακολουθήσει τα λόγια της Εμ-Τζέι. Ο άντρας που λεγόταν Τζακ, υπέθεσε, με την μπρούντζινη αλογοουρά και τα θυελλώδη γκρίζα μάτια. Και το φοβερό χαμόγελο. Χειροπέδες, φτηνά μοτέλ και πυ­ ροβολισμοί. Τρίβοντας τα μάτια της, αρπάχτηκε από τη λιγότερο ανησυχητική λεπτομέρεια. «Πήγες στο σπίτι μου; Πότε;» «Είναι μεγάλη ιστορία». Η Εμ-Τζέι της έκανε μια περίληψη των τελευταίων ημερών, από την πρώτη της συνάντηση με τον Τζακ, όταν αυτός προσπάθησε να τη συλλάβει πιστεύοντας πως ήταν φυ-


34

N ora R oberts

γόδικη, μέχρι που ξέφυγαν από τη στημένη παγίδα και άρχισαν να προσπαθούν να λύσουν το παζλ. «Ξέρουμε ότι κάποιος κινεί τα νήματα», συνέχισε η Εμ-Τζέι. «Αλλά δεν έχουμε κάνει μεγάλη πρόοδο για να ανακαλύψουμε ποιος είναι. Ο εγγυητής και εκβιαστής που έδωσε στον Τζακ τα πλαστά χαρτιά για μένα πέθανε, οι δυο τύποι που μας κυνηγούσαν πέθαναν και πέθαναν και οι Σαλβίνι». «Και η Μελίσα», μουρμούρισε η Γκρέις. «Η Μελίσα ήταν;» Η Μπέιλι στράφηκε στην Γ κρέις. «Στο σπίτι σου;» «Αυτή πρέπει να ήταν. Όταν γύρισα σπίτι, ήταν εκεί ο αστυνομι­ κός. Τα πάντα ήταν ρημαδιό και υπέθεσαν πως ήμουν εγώ». Σώπασε μια στιγμή και πήρε μια ανάσα για να μπορέσει να ολοκληρώσει. «Είχε πέσει από τον εξώστη -ή την έσπρωξαν. Ή μουν χιλιόμετρα μακριά όταν συνέβη». «Πού πήγες;» τη ρώτησε η Εμ-Τζέι. «Όταν φτάσαμε με τον Τζακ στο εξοχικό σου, ήταν κλειδαμπαρωμένο. Νόμιζα... ήμουν σίγουρη ότι ήσουν εκεί πριν από λίγο. Μύρισα το άρωμά σου». «Έφυγα αργά χτες το πρωί. Λαχτάρησα θάλασσα, οπότε μπήκα στο αυτοκίνητο και κατέβηκα στην Ανατολική Ακτή και βρήκα μια μικρή πανσιόν. Ψώνισα μερικές αντίκες, έπιασα κουβέντα με τουρί­ στες, είδα πυροτεχνήματα. Σήμερα το απόγευμα έφυγα. Παραλίγο να έμενα εκεί κι απόψε. Αλλά πήρα τηλέφωνο και τις δυο σας από την πανσιόν και πέτυχα τον τηλεφωνητή σας. Άρχισα να ανησυχώ λίγο που δεν μπορούσα να σας βρω, οπότε γύρισα σπίτι». Έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή. «Δεν είχα μυαλό, Μπέιλι. Λίγο πριν φύγω για την εξοχή, χάσαμε ένα από τα παιδιά». «Αχ, Γκρέις, λυπάμαι πολύ». «Συμβαίνει όλη την ώρα. Γεννιούνται με AIDS ή με εθισμό στο κρακ ή με τρύπα στην καρδιά. Ορισμένα απ’ αυτά πεθαίνουν. Αλλά δεν μπορώ να το συνηθίσω και ήμουν πολύ στενοχωρημένη. Οπότε δεν είχα μυαλό. Όταν πήρα το δρόμο του γυρισμού, λειτούργησε πάλι το μυαλό μου. Και άρχισα να ανησυχώ πολύ. Και μετά βρήκα τον αστυνομικό στο σπίτι μου. Με ρώτησε για το πετράδι. Δεν ήξε­ ρα τι ήθελες να του πω». «Τα έχουμε πει όλα στην αστυνομία τώρα». Η Μπέιλι αναστέ­ ναξε. «Ούτε ο Κέιντ ούτε ο Τζακ τον πολυσυμπαθούν αυτόν τον


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέρι

35

Μπιουκάναν, αλλά εκτιμούν τις ικανότητες του. Τα δυο πετράδια δεν κινδυνεύουν πια, ούτε κι εμείς». «Λυπάμαι πολύ για όσα τραβήξατε. Συγνώμη που δεν ήμουν εδώ». «Δε θα άλλαζε τίποτα», δήλωσε η Εμ-Τζέι. «Ήμαστε σκορπι­ σμένες εδώ κι εκεί, με ένα πετράδι η καθεμιά. Ίσως ήταν γραφτό». «Τώρα είμαστε μαζί». Η Γκρέις τους έπιασε τα χέρια. «Τι θα γίνει στη συνέχεια;» «Κυρίες». Ο Σεθ μπήκε στο δωμάτιο και τα ψυχρά του μάτια πλανήθηκαν σε όλες τους μέχρι που στυλώθηκαν στην Γ κρέις. «Δε­ σποινίς Φοντέιν. Το διαμάντι;» Εκείνη σηκώθηκε και μάζεψε την τσάντα της που την είχε πετάξει απρόσεχτα στην άκρη του καναπέ. Την άνοιξε, έβγαλε από μέσα ένα βελούδινο πουγκί και έριξε το πετράδι στην παλάμη της. «Μεγαλειώδες, δεν είναι;» μουρμούρισε, παρατηρώντας την έντο­ νη γαλάζια του λάμψη. «Τα διαμάντια υποτίθεται πως είναι κρύα, σωστά, Μπέιλι; Αυτό ωστόσο είναι... ζεστό». Κοίταξε τον Σεθ και πήγε κοντά του. «Και πάλι όμως, πόσες ζωές αξίζει;» Του άπλωσε την παλάμη της. Όταν τα δάχτυλά του έκλεισαν γύρω από το πετράδι, η Γκρέις ένιωσε σαν να τη διαπέρασε ηλε­ κτρικό ρεύμα -τα δάχτυλά του στο δέρμα της, το λαμπερό γαλάζιο διαμάντι ανάμεσα στα χέρια τους. Κάτι έκανε κλικ, της φάνηκε σαν να το άκουσε κιόλας. Αναρωτήθηκε αν το ένιωσε, αν το άκουσε κι αυτός. Αλλιώς γιατί να μισόκλεισαν τα αινιγματικά του μάτια ή να έμεινε το χέρι του μια στιγμή παραπάνω στο δικό της; Της κόπηκε η ανάσα. «Εντυπωσιακό, δεν είναι;» κατάφερε να πει κι έπειτα το παρά­ ξενο συναίσθημα υποχώρησε όταν αυτός πήρε το πετράδι από το χέρι της. Του Σεθ δεν του άρεσε το ρίγος που διέτρεξε το μπράτσο του μέχρι πάνω και κατέφυγε στο σαρκασμό. «Φαντάζομαι ότι αυτό εδώ ξεπερνάει ακόμα και τις δικές σας οικονομικές δυνατότητες, δεσποινίς Φοντέιν». Η Γκρέις χαμογέλασε απλώς. Όχι, είπε στον εαυτό της, αποκλεί­ εται να είχε νιώσει κάτι εκείνος -ούτε η ίδια είχε νιώσει. Αποκύημα της φαντασίας της ήταν από το στρες. «Προτιμώ να φοράω λιγότε­ ρο... επιδεικτικά κοσμήματα». Η Μπέιλι σηκώθηκε. «Τα Αστέρια είναι δική μου ευθύνη μέχρι


36

N ora R oberts

να τα ζητήσει το Σμιθσόνιαν». Κοίταξε τον Κέιντ, που παρέμενε στην πόρτα. «Θα τα βάλουμε στο χρηματοκιβώτιο. Όλα. Και θα μιλήσω με το δόκτορα Λίνστρομ το πρωί». Ο Σεθ έστριψε το πετράδι στο χέρι του. Θα μπορούσε να το κα­ τασχέσει, κι αυτό και τα άλλα. Στο κάτω κάτω, αποτελούσαν απο­ δεικτικά στοιχεία για κάμποσες ανθρωποκτονίες. Μα δεν του άρεσε η ιδέα να γυρίσει στο τμήμα με μια τεράστια περιουσία στο αυτο­ κίνητό του. Ο Πάρις τον εκνεύριζε, σκέφτηκε. Μα ήταν τίμιος. Και, τυπικά, τα πετράδια ήταν στη φύλαξη της Μπέιλι Τζέιμς μέχρι να τα πάρει πίσω το Σμιθσόνιαν. Τι θα έλεγαν άραγε οι υπεύθυνοι του μουσείου όταν μάθαιναν για τα πρόσφατα ταξιδάκια των Τριών Αστεριών; Αλλά αυτό δεν ήταν δικό του πρόβλημα. «Κλειδώστε το», είπε κι έδωσε το πετράδι στον Κέιντ. «Και θα μιλήσω κι εγώ με το δόκτορα Λίνστρομ το πρωί, δεσποινίς Τζέιμς». Ο Κέιντ έκανε απειλητικά ένα βήμα μπροστά. «Κοίτα, Μπιουκάναν...» «Όχι». Η Μπέιλι μπήκε ήρεμα ανάμεσά τους, σαν δροσερό αε­ ράκι ανάμεόα σε δυο καταιγίδες που ήταν έτοιμες να ξεσπάσουν. «Ο υπαστυνόμος Μπιουκάναν έχει δίκιο, Κέιντ. Είναι δική του δου­ λειά πλέον». «Αλλά δεν παύει να είναι και δική μου». Έ ριξε στον Σεθ μια τελευταία, προειδοποιητική ματιά. «Πρόσεχε», του είπε κι απομα­ κρύνθηκε με το πετράδι. «Σας ευχαριστώ που φέρατε τόσο γρήγορα την Γ κρέις, υπαστυ­ νόμε». Ο Σεθ κοίταξε το χέρι που του είχε απλώσει η Μπέιλι, προφανώς σαν να του έλεγε πως ήταν ώρα να φύγει. «Συγνώμη για την ενόχλη­ ση, δεσποινίς Τζέιμς». Έστρεψε το βλέμμα του στην Εμ-Τζέι. «Μη χαθείτε, δεσποινίς Ο Ά ίρι». «Δεν έχουμε σκοπό να πάμε πουθενά». Η Εμ-Τζέι έγειρε λοξά το πιγούνι της με θράσος κι ο Τζακ πήγε κοντά της. «Να προσέχετε στο δρόμο, υπαστυνόμε». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του, καταλαβαίνοντας πως τον έδιω­ χνε κι αυτή. «Δεσποινίς Φοντέιν; Θα σας γυρίσω πίσω». «Δε θα φύγει». Η Εμ-Τζέι πετάχτηκε μπροστά από την Γκρέις σαν τίγρη που υπερασπιζόταν το μικρό της. «Δε θα γυρίσει απόψε σ ’ εκείνο το σπίτι. Θα μείνει εδώ, μαζί μας».


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

37

«Ίσως να μη θέλετε να γυρίσετε σπίτι σας, δεσποινίς Φοντέιν», της είπε ατάραχα ο Σεθ. «Ίσως να προτιμάτε να απαντήσετε σε ερω­ τήσεις στο γραφείο μου». «Δε σοβαρολογείτε...» Ο Σεθ έκοψε τη διαμαρτυρία της Μπέιλι με ένα του βλέμμα. «Έχω ένα πτώμα στο νεκροτομείο. Το παίρνω πολύ στα σοβαρά». «Είσαι κι ο πρώτος, Μπιουκάναν», είπε ειρωνικά ο Τζακ, μα ο τόνος του ήταν χαμηλόφωνος κι απειλητικός. «Τι θα ’λεγες να πάμε στο δίπλα δωμάτιο και να... το κουβεντιάσουμε;» «Δεν πειράζει». Η Γ κρέις βγήκε μπροστά, προσπαθώντας να χα­ μογελάσει με πειστικό τρόπο. «Ο Τζακ, έτσι;» «Πολύ σωστά». Τράβηξε για λίγο την προσοχή του από τον Μπιουκάναν και της χαμογέλασε. «Τζακ Ντακότα. Χαίρω πολύ... Μις Απρίλιος». «Αχ, ακόμα θυμάται ο κόσμος τις νεανικές μου τρέλες». Με ένα γελάκι, τον φίλησε στο μελανιασμένο του μάγουλο. «Το εκτιμώ που προσφέρεσαι να δείρεις για χάρη μου τον υπαστυνόμο, Τζακ, αλλά μου φαίνεται ότι έχεις παίξεις ήδη αρκετό ξύλο». Με ένα πλατύ χαμόγελο πλέον, αυτός χάιδεψε με τον αντίχειρά του το μελανιασμένο του σαγόνι. «Αντέχω να παίξω λίγο ακόμα». «Δεν αμφιβάλλω. Αλλά, δυστυχώς, ο αστυνομικός έχει δίκιο». Έσπρωξε τα μαλλιά της στην πλάτη της και έστρεψε το χαμόγελό της, πολύ πιο ψυχρό τώρα, στον Σεθ. «Τακτ δεν έχει, μα έχει δίκιο. Χρειάζεται ορισμένες απαντήσεις. Πρέπει να γυρίσω πίσω». «Δε θα γυρίσεις στο σπίτι σου μόνη σου», επέμεινε η Μπέιλι. «Όχι απόψε, Γκρέις». «Δεν πειράζει. Αλλά αν δεν έχει πρόβλημα ο Κέιντ σου, θα τα­ κτοποιήσω αυτό το θέμα, θα πάρω μερικά πράγματα και θα ξαναγυρίσω». Έ ριξε μια ματιά στον Κέιντ που έμπαινε πάλι στο δωμάτιο. «Έχεις έξτρα κρεβάτι, χρυσέ μου;» «Βεβαίως. Να έρθω μαζί σου, να σε βοηθήσω να πάρεις τα πράγ­ ματά σου και να σε φέρω πίσω;» «Όχι, μείνε εδώ με την Μπέιλι». Του έδωσε επίσης ένα απαλό φιλί, φιλικό και στοργικό, στα χείλη. «Είμαι σίγουρη ότι θα τα κατα­ φέρουμε ο υπαστυνόμος Μπιουκάναν κι εγώ». Μάζεψε την τσάντα της και αγκάλιασε ξανά την Εμ-Τζέι και την Μπέιλι. «Μην ανησυ­ χείτε για μένα. Στο κάτω κάτω, είμαι στα χέρια του νόμου».


38

N

ora

R oberts

Τραβήχτηκε και έριξε στον Σεθ ένα από τα λαμπερά της χαμό­ γελα. «Έτσι δεν είναι, υπαστυνόμε;» «Τρόπος του λέγειν». Ο Σεθ πισωπάτησε και την άφησε να προ­ πορευτεί στην πόρτα. Η Γ κρέις περίμενε μέχρι να μπουν στο αυτοκίνητό του και να ξεκινήσουν. «Πρέπει να δω το πτώμα». Δεν τον κοίταξε, αλλά κού­ νησε το χέρι της στους τέσσερις ανθρώπους που είχαν βγει στην εξώπορτα για να τους ξεπροβοδίσουν. «Χρειάζεστε... Κάποιος θα πρέπει να την αναγνωρίσει, έτσι δεν είναι;» Τον ξάφνιασε που ήταν διατεθειμένη να αναλάβει αυτό το κα­ θήκον. «Ναι». «Τότε ας το κάνουμε, να τελειώνει. Και μετά... μετά θα απαντή­ σω στις ερωτήσεις σας. Θα προτιμούσα να το κάνουμε στο γραφείο σας», πρόσθεσε, επιστρατεύοντας πάλι το χαμόγελό της. «Το σπίτι μου δεν είναι έτοιμο για επισκέψεις». «Εντάξει».

Η Γκρέις το ήξερε πως θα της ήταν δύσκολο. Το ήξερε πως θα ήταν φρικτό. Είχε προετοιμαστεί -ή έτσι νόμιζε. Αλλά τίποτα, συνειδη­ τοποίησε καθώς κοιτούσε βουβά το λείψανο της γυναίκας στο νε­ κροτομείο, δε θα μπορούσε να την έχει προετοιμάσει. Δεν ήταν διόλου παράξενο που είχαν περάσει τη Μελίσα γ ι’ αυ­ τήν. Το πρόσωπό της, για το οποίο η Μελίσα καμάρωνε τόσο πο­ λύ, είχε παραμορφωθεί εντελώς. Ο θάνατος δεν είχε δείξει κανέναν οίκτο εδώ και, από την ανάμειξή της με το νοσοκομείο, η Γκρέις ήξερε ότι αυτό συνέβαινε πολύ συχνά. «Η Μελίσα είναι». Η φωνή της αντήχησε άτονα στο ψυχρό άσπρο δωμάτιο. «Η ξαδέρφη μου, Μελίσα Φοντέιν». «Είστε σίγουρη;» «Ναι. Πηγαίναμε στο ίδιο γυμναστήριο, μεταξύ άλλων. Γνωρί­ ζω το σώμα της όσο και το δικό μου. Έχει εκ γενετής ένα σημάδι σαν δρεπάνι στη μέση της, λίγο πιο αριστερά απ’ το κέντρο. Και μια μικρή ουλή στην πατούσα της, σαν μισοφέγγαρο, από τότε που ήμασταν δώδεκα και πάτησε ένα σπασμένο κοχύλι στα Χάμπτονς». Ο Σεθ βρήκε την ουλή και ένευσε στο βοηθό του ιατροδικαστή. «Τα συλλυπητήριά μου».


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

39

«Ευχαριστώ». Μουδιασμένη, γύρισε και τα μάτια της θόλωσαν. «Με συγχωρείτε». Κατάφερε να φτάσει σχεδόν μέχρι την πόρτα πριν παραπατήσει. Βλαστημώντας μέσα απ’ τα δόντια του, ο Σεθ την έπιασε, την έβγα­ λε έξω στο διάδρομο και την κάθισε σε μια καρέκλα. Με το ένα του χέρι, της έσπρωξε το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά της. «Δε θα λιποθυμήσω». Η Γκρέις έκλεισε σφιχτά τα μάτια της, πασχίζοντας να συνελθεί από τη ζαλάδα και τη ναυτία που την είχαν κυριεύσει. «Δε σας φαίνεται». «Είμαι αρκετά κυνική, δε με πιάνουν λιποθυμίες». Μα η φωνή της ράγισε, οι ώμοι της κρέμασαν και συνέχισε να έχει κάτω το κεφάλι της. «Αχ, Θεέ μοϋ, πέθανε. Και είναι επειδή με μισούσε». «Τι;» «Δεν έχει σημασία. Πέθανε». Παίρνοντας κουράγιο, ανακάθισε και ακούμπησε το κεφάλι της στον κρύο άσπρο τοίχο. Τα μάγουλά της ήταν εξίσου άχρωμα. «Πρέπει να πάρω τη θεία μου. Τη μητέρα της. Πρέπει να της πω τι συνέβη». Εκείνος την περιεργάστηκε -το πρόσωπό της, που ήταν πανέμορ­ φο, ακόμα και ωχρό. «Πείτε μου το όνομα και θα το τακτοποιήσω». «Έλεν Γουίλσον Φοντέιν. Θα την πάρω εγώ». Ο Σεθ δε συνειδητοποίησε πως της είχε πιάσει το χέρι παρά μό­ νο όταν κινήθηκε το δικό της. Αμέσως τραβήχτηκε και σηκώθηκε. «Δεν μπόρεσα να βρω την Έλεν Φοντέιν, ούτε το σύζυγό της. Είναι στην Ευρώπη». «Ξέρω πού είναι». Η Γκρέις τίναξε πίσω τα μαλλιά της, αλλά δεν προσπάθησε ακόμα να σηκωθεί. «Μπορώ να τη βρω». Μόνο που σκέφτηκε ότι θα έκανε αυτό το τηλεφιόνημα και τι θα έπρεπε να πει, σφίχτηκε ο λαιμός της. «Γίνεται να μου φέρετε λίγο νερό, υπαστυνόμε;» Εκείνος απομακρύνθηκε και τα τακούνια του αντήχησαν στα πλακάκια. Απλώθηκε σιωπή -μ ια απόλυτη σιωπή που ψιθύριζε τι είδους δουλειά γινόταν σε τέτοια μέρη. Και στην ατμόσφαιρα ξεχώ­ ριζαν ύπουλα οσμές κάτω από τις ισχυρές μυρωδιές αντισηπτικών και καθοριστικών διαλυμάτων. Ανακουφίστηκε τρομερά όταν άκουσε τα βήματά του να επι­ στρέφουν. Πήρε και με τα δυο της χέρια το χάρτινο κυπελλάκι που της έδω­


40

N o ra R oberts

σε και ήπιε αργά το νερό, συγκεντρώνοντας όλη της την προσοχή στην απλή πράξη της κατάποσης. «Γιατί σας μισούσε;» «Τι;» «Η ξαδέρφη σας. Είπατε ότι σας μισούσε. Γιατί;» «Είναι οικογενειακό μας», του είπε εν συντομία. Του έδωσε πίσω το άδειο κυπελλάκι και σηκώθηκε. «Θα ήθελα να φύγουμε τώρα». Ο Σεθ την περιεργάστηκε και δεύτερη φορά. Ή ταν ακόμα χλο­ μή, οι κόρες της διεσταλμένες, οι βαθυγάλανες ίριδες της θολές. Δε θα άντεχε άλλη μια ώρα. «Θα σας γυρίσω στο σπίτι του Πάρις», αποφάσισε. «Μπορείτε να πάρετε τα πράγματά σας το πρωί και να έρθετε στο γραφείο μου για κατάθεση». «Είπα ότι θα το κάνω απόψε». «Κι εγώ σας λέω το πρωί. Δε μου κάνετε όπως είστε τώρα». Η Γκρέις γέλασε αδύναμα. «Α, υπαστυνόμε, είστε ο πρώτος ά­ ντρας που μου το λέει. Με πληγώνετε βαθιά». «Μη χαραμίζετε τα συνηθισμένα λόγια σας σ ’ εμένα». Την έπια­ σε αγκαζέ και την οδήγησε προς τις εξωτερικές πόρτες. «Δεν έχετε τις δυνάμεις». Είχε δίκιο. Η Γκρέις ελευθέρωσε απότομα το χέρι της καθώς ξαναβγήκαν έξω στη ζεστή, πνιγηρή νύχτα. «Δε σας συμπαθώ». «Δε χρειάζεται». Της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και πε­ ρίμενε. «Ούτε εγώ χρειάζεται να σας συμπαθώ». Η Γκρέις πλησίασε στο αυτοκίνητο και, με την πόρτα ανάμεσά τους, τον κοίταξε στα μάτια. «Αλλά η διαφορά είναι ότι αν είχα τις δυνάμεις -ή τη διάθεση- θα μπορούσα να σας κάνω να με παρακαλάτε». Μπήκε στο αμάξι, περνώντας μέσα και τα μακριά, μεταξένια της πόδια. Απίθανο, είπε ο Σεθ στον εαυτό του και έκλεισε κοφτά την πόρ­ τα. Αλλά δεν ήταν εντελώς σίγουρος ότι το πίστευε.


Κεφάλαιο 3

Ε ν ιω θ ε πως έκανε σαν δειλή, ωστόσο δεν πήγε σπίτι. Είχε ανάγκη φίλους, όχι ένα άδειο σπίτι, με τη σκιά ενός πτώματος ζωγραφισμέ­ νου στο πάτωμα. Ο Τζακ είχε πάει και της είχε φέρει τις τσάντες της από το αυτο­ κίνητό της. Για μια μέρα, τουλάχιστον, θα της έφταναν. Μια που θα πήγαινε να συναντήσει τον Σεθ, είχε ετοιμαστεί προ­ σεκτικά. Είχε φορέσει ένα καλοκαιρινό ταγεράκι που είχε ψωνίσει στην Ανατολική Ακτή. Εί κοντή φουστίτσα και το κιτρινωπό σακάκι δεν απέπνεαν επαγγελματισμό -αλλά ο στόχος της δεν ήταν ο επαγ­ γελματισμός. Είχε αφιερώσει χρόνο για να μαζέψει τα πλούσια μα­ κριά μαλλιά της σε μια περίτεχνη πλεξούδα και είχε μακιγιάρει το πρόσωπό της με την αυτοσυγκέντρωση και την αποφασιστικότητα στρατηγού που καταστρώνει κρίσιμη μάχη. Αλλά έτσι ένιωθε που θα συναντούσε ξανά τον Σεθ, σαν να πή­ γαινε να δώσει μάχη. Το στομάχι της ήταν ακόμα χάλια από το τηλεφώνημα που είχε κάνει στη θεία της και από την ανακατωσούρα που την είχε πιάσει στη συνέχεια. Δεν είχε κοιμηθεί καλά, μα είχε κοιμηθεί, σε έναν από τους ξενώνες του Κέιντ, με τη σιγουριά πως τα αγαπημένα της πρόσωπα ήταν κοντά της. Τους συγγενείς θα τους αντιμετώπιζε αργότερα, σκέφτηκε, μπαί­ νοντας με το κάμπριό της στο πάρκινγκ του αστυνομικού τμήματος. Θα ήταν δύσκολο, μα θα τους αντιμετώπιζε. Για την ώρα, έπρεπε να αντιμετωπίσει τον εαυτό της. Και τον Σεθ Μπιουκάναν. Αν την παρακολουθούσε κανείς καθώς βγήκε από το αυτοκίνητό της και άρχισε να διασχίζει το πάρκινγκ, θα την έβλεπε να μεταμορ­


42

N ora R oberts

φώνεται. Σιγά σιγά, το κουρασμένο της βλέμμα έγινε αισθησιακό. Το βήμα της χαλάρωσε και άρχισε να λικνίζει τους γοφούς της με τρόπο θα έκανε έναν άντρα να χαζέψει. Τα χείλη της ανασηκώθηκαν ελαφρώς σε ένα κρυφό, πονηρό χαμογελάκι. Δεν ήταν ψεύτικο προσωπείο, αλλά κι αυτό κομμάτι του εαυ­ τού της. Της ήταν έμφυτο και συνήθεια, μια εικόνα που μπορούσε να προβάλει όποτε ήθελε. Και την πρόβαλε τώρα, ρίχνοντας ένα χαμόγελο με χαμηλωμένα τα βλέφαρα στον ένστολο που έφτασε στην πόρτα ταυτόχρονα μ’ εκείνη. Αυτός κοκκίνισε, έκανε ένα βήμα πίσω και παραλίγο να τρακάρει στην πόρτα από τη βιασύνη του να της την ανοίξει. «Α, σας ευχαριστώ, αστυνόμε». Το αναψοκοκκίνισμά του απλώθηκε σε όλο του το πρόσωπο και η Γ κρέις χαμογέλασε πλατιά. Είχε πετύχει διάνα. Ο Σεθ Μπιουκάναν δε θα έβλεπε μια χλομή γυναίκα που έτρεμε σήμερα το πρωί. Θα έβλεπε την Γ κρέις Φοντέιν, σε όλο της το μεγαλείο. Πλησίασε νωχελικά τον αρχιφύλακα υπηρεσίας στην είσοδο και έσυρε το ακροδάχτυλό της στην άκρη του γραφείου. «Με συγχωρείτε». «Μάλιστα, κυρία». Αυτός ξεροκατάπιε τρεις φορές όπως φάνη­ κε από το ανεβοκατέβασμα του μήλου στο λαιμό του. «Μήπως μπορείτε να με βοηθήσετε; Ψάχνω τον υπαστυνόμο Μπιουκάναν. Είστε εδώ υπεύθυνος;» Άφησε το βλέμμα της να πλα­ νηθεί πάνω του. «Σίγουρα θα είστε ο υπεύθυνος, κύριε διοικητά». «Α, ναι. Όχι. Αρχιφύλακας είμαι». Έψαξε αδέξια να βρει το βι­ βλίο καταγραφής επισκεπτών, τα πάσα. «Ε... Είναι... Θα βρείτε τον υπαστυνόμο επάνω, στο τμήμα των ντετέκτιβ. Στα αριστερά της σκάλας». «Α». Η Γκρέις πήρε το στυλό που της έδωσε και υπέγραψε, γρά­ φοντας εμφανώς το όνομά της. «Σας ευχαριστώ, κύριε διοικητά. Θέλω να πω, κύριε αρχιφύλακα». Τον άκουσε να ξεφυσά λαχανιασμένος καθώς γύρισε και ένιωσε το βλέμμα του στα πόδια της καθώς ανέβαινε τη σκάλα. Βρήκε το τμήμα των ντετέκτιβ αρκετά εύκολα. Σάρωσε με το βλέμμα της την αίθουσα που ήταν γεμάτη γραφεία από τη μια άκρη ως την άλλη· ορισμένα ήταν κατειλημμένα, άλλα αδειανά. Οι αστυ­ νομικοί κάθονταν με τα πουκάμισα μέσα σε μια πνιγηρή ζέστη που δεν τη μείωνε καθόλου το δίχως άλλο ελαττωματικό αιρκοντίσιον.


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

43

Πολλά όπλα, σκέφτηκε, πολλά μισοφαγωμένα φαγητά και άδεια φλιτζάνια καφέ. Τα τηλέφωνα βάραγαν ασταμάτητα. Διάλεξε το στόχο της -έναν άντρα με χαλαρωμένη γραβάτα, τα πόδια πάνω στο γραφείο, κάποια αναφορά στο ένα χέρι και ένα γλυ­ κό στο άλλο. Καθώς προχώρησε μες στη γεμάτη αίθουσα, κάμποσες συζητήσεις σταμάτησαν. Κάποιος σφύριξε σιγανά- σαν να αναστέ­ ναζε. Ο άντρας στο γραφείο κατέβασε αμέσως τα πόδια του στο πάτωμα και ξεροκατάπιε το γλυκό του. «Κυρία». Γύρω στα τριάντα, τον έκοψε, αν και τα μαλλιά του υποχωρού­ σαν ήδη από το μέτωπό του. Αυτός σκούπισε τα ψίχουλα από τα δάχτυλά του στο πουκάμισό του κι έστρεψε ελαφρώς τα μάτια του στα αριστερά, όπου ένας συνάδελφός του χαμογελούσε πλατιά και χτυπούσε την καρδιά του με τη γροθιά του. «Ελπίζω να μπορείτε να με βοηθήσετε». Η Γκρέις τον κοίταξε στα μάτια, χωρίς να κοιτάζει πουθενά αλλού, μέχρι που άρχισε να τρεμοπαίζει ένας μυς στο σαγόνι του. «Ντετέκτιβ;» «Ναι, ε, Κάρτερ, ντετέκτιβ Κάρτερ. Τι θα θέλατε;» «Ελπίζω να ήρθα στο σωστό τμήμα». Για έμφαση, γύρισε το κε­ φάλι της και έστρεψε το βλέμμα της σε όλη την αίθουσα και τους αστυνομικούς. Κάμποσοι ρούφηξαν τις ανάσες τους. «Ψάχνω τον υπαστυνόμο Μπιουκάναν. Πιστεύω ότι με περιμένει». Με χάρη, πα­ ραμέρισε μια τούφα που είχε πέσει στο πρόσωπό της. «Δυστυχώς δε γνωρίζω τη σωστή διαδικασία». «Είναι στο γραφείο του. Πίσω στο γραφείο του». Χωρίς να πά­ ρει τα μάτια του από πάνω της, έκανε νεύμα σε έναν άλλο με τον αντίχειρά του. «Μπελίνσκι, πες στον υπαστυνόμο πως τον ζητούν. Η δεσποινίς...» «Γκρέις». Ακούμπησε το γοφό της πάνω στη γωνιά του γραφεί­ ου, αφήνοντας τη φούστα της να ανέβει προκλητικά άλλους δυο πόντους. «Γκρέις Φοντέιν. Μπορώ να περιμένω εδώ, ντετέκτιβ Κάρτερ; Σας διακόπτω από τη δουλειά σας;» «Ναι... Όχι. Βεβαίως». «Πολύ με συναρπάζει». Με ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο, ανέβασε τη θερμοκρασία τής ήδη πολύ ζεστής αίθουσας άλλους δέκα βαθ­ μούς. «Η δουλειά των ντετέκτιβ. Θα πρέπει να έχετε πολύ ενδιαφέ­ ρουσες ιστορίες να πείτε».


44

N ora R oberts

Μέχρι να τελειώσει ο Σεθ το τηλεφώνημα που έκανε όταν τον ειδο­ ποίησαν για την άφιξη της Γκρέις, να φορέσει το σακάκι του που το είχε βγάλει λόγω της ζέστης και να βγει έξω στη μεγάλη αίθουσα, το γραφείο του Κάρτερ ήταν περιτριγυρισμένο από κόσμο. Από το κέντρο του πλήθους άκουσε ένα σιγανό, βραχνό γυναικείο γέλιο. Και είδε πέντ’ έξι από τους καλύτερους άντρες του να λαχανιά­ ζουν σαν κουτάβια πάνω από ένα λαχταριστό κόκαλο. Αυτή η γυναίκα, αποφάσισε, θα ήταν τρομερός μπελάς. «Βλέπω ότι έκλεισαν όλες οι υποθέσεις σήμερα το πρωί και ως εκ θαύματος σταμάτησε η εγκληματικότητα». Η φωνή του έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αρκετοί άντρες τι­ νάχτηκαν. Αυτοί που δεν τρόμαζαν εύκολα χαμογέλασαν και ξεγλί­ στρησαν στα γραφεία τους. Εγκαταλελειμμένος από τους άλλους, ο Κάρτερ κοκκίνισε ολόκληρος. «Α, ήρθε να σας δει η Γ κρέις... θέλω να πω, η δεσποινίς Φοντέιν, κύριε υπαστυνόμε». «Το βλέπω. Την τελείωσες την αναφορά σου, ντετέκτιβ;» «Την τελειώνω». Ο Κάρτερ άρπαξε τα χαρτιά που είχε πετάξει στην άκρη και έχωσε μέσα τη μύτη του. «Δεσποινίς Φοντέιν». Ο Σεθ ανασήκωσε το φρύδι του και της έγνεψε να προχωρήσουν στο γραφείο του. «Χάρηκα για τη γνωριμία, Μάικλ». Η Γκρέις έσυρε το δάχτυλό της στον ώμο του Κάρτερ καθώς πέρασε από δίπλα του. Θα έμενε ώρες ξαναμμένος από το άγγιγμά της. «Μπορείτε να χαμηλώσετε την ένταση, δεσποινίς Φοντέιν», της είπε ξερά ο Σεθ, ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου του. «Δε θα σας χρειαστεί άλλο η γοητεία σας». «Α, ποτέ δεν ξέρεις». Η Γκρέις μπήκε νωχελικά μέσα. περνώ­ ντας από δίπλα του έτσι ώστε να ακουμπήσουν ελαφρώς τα κορμιά τους. Της φάνηκε ότι τον ένιωσε να σφίγγεται λιγάκι, μα το βλέμμα του παρέμεινε ατάραχο, ψυχρό κι αδιάφορο. Τσαντισμένη, περιερ­ γάστηκε το γραφείο του. Το καθιερωμένο μπεζ των τοίχων του συνδυαζόταν καταθλιπτικά με το μουντό μπεζ του παλιού λινοτάπητα στο πάτωμα. Το βαρυφορτωμένο υπηρεσιακό γραφείο, οι γκρίζες αρχειοθήκες, ο υπο­ λογιστής, το τηλέφωνο και το μικρό παράθυρο δεν προσέθεταν την παραμικρή ζωντάνια στον αυστηρό χοίρο.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέρι

45

«Ώστε εδώ βασιλεύουν οι ισχυροί», μουρμούρισε. Την απογο­ ήτευσε που το δωμάτιο δεν είχε προσωπικά στοιχεία. Ούτε φωτο­ γραφίες, ούτε αθλητικά βραβεία. Τίποτα απ’ όπου θα μπορούσε να τον ψυχολογήσει, κανένα δείγμα του ανθρώπου πίσω από τον αστυνομικό. Όπως και στη μεγάλη αίθουσα απέξω, ακούμπησε το γοφό της στη γωνιά του γραφείου του. Θα ήταν κλισέ να πει πως έμοιαζε με ηλιαχτίδα. Και λάθος, αποφάσισε ο Σεθ. Οι ηλιαχτίδες ήταν ήμερες θερμές κι ευχάριστες. Εκείνη ήταν μια εκρηκτική αστραπή- καυτή και μοιραία. Και στραβός να ήταν θα τα είχε προσέξει τα σατινένια πόδια της με τη στενή κίτρινη φουστίτσα. Ο Σεθ έκανε απλώς το γύρο του γραφείου, κάθισε και την κοίταξε στο πρόσωπο. «Θα καθόσασταν πιο βολικά σε μια καρέκλα». «Καλά είμαι εδώ». Έπιασε ένα στυλό και το στριφογύρισε αργά. «Δε φαντάζομαι να ανακρίνετε εδώ τους υπόπτους». «Όχι, έχουμε μπουντρούμι για τις ανακρίσεις». Υπό άλλες συνθήκες, θα της άρεσε ο ειρωνικός του τόνος. «Εί­ μαι ύποπτη;» «Θα σας ενημερώσω αν είστε». Ο Σεθ έγειρε λοξά το κεφάλι του. «Συνέρχεστε γρήγορα, δεσποινίς Φοντέιν». «Ναι. Θέλατε να μου κάνετε ερωτήσεις, υπαστυνόμε;» «Ναι. Καθίστε. Σε μια καρέκλα». Τα χείλη της σούφρωσαν με δυσαρέσκεια. Μα ήταν ένα αισθη­ σιακό σούφρωμα σαν να τον προκαλούσε να τη φιλήσει. Ο Σεθ ένιωσε αμέσως πόθο παρά τη θέλησή του και την καταράστηκε γι’ αυτό. Εκείνη σηκώθηκε με χάρη από το γραφείο, κάθισε σε μια κα­ ρέκλα και σταύρωσε αργά τα εκπληκτικά της πόδια. «Καλύτερα έτσι;» «Πού ήσασταν το Σάββατο από τα μεσάνυχτα μέχρι τις τρεις το πρωί;» Ώστε τότε συνέβη, σκέφτηκε η Γκρέις και αγνόησε το σφίξιμο στο στομάχι της. «Δε θα μου πείτε τα δικαιώματά μου;» «Δεν κατηγορείστε για τίποτα, δε χρειάζεστε δικηγόρο. Μια απλή ερώτηση είναι». «Ήμουν στην εξοχή. Έχω ένα σπίτι στο δυτικό Μέριλαντ. Ή μου­ να μόνη μου. Δεν έχω άλλοθι. Χρειάζομαι τώρα δικηγόρο;» «Θέλετε να περιπλέξετε την κατάσταση, δεσποινίς Φοντέιν;»


46

N ora R oberts

«Δεν υπάρχει τρόπος να την απλοποιήσω, ε;» Ωστόσο κούνησε αδιάφορα το χέρι της. Το λεπτό διαμαντένιο βραχιόλι στον καρπό της λαμποκόπησε. «Εντάξει, υπαστυνόμε, όσο πιο απλά γίνεται. Δε θέλω δικηγόρο, για την ώρα. Θα σας πω συνοπτικά τι έγινε. Έφυγα για την εξοχή την Τετάρτη. Δεν περίμενα την ξαδέρφη μου, ούτε κανέναν άλλο. Ή ρθα σε επαφή με μερικούς ανθρώπους το Σαββα­ τοκύριακο. Αγόρασα λίγες προμήθειες από την κωμόπολη εκεί κο­ ντά και έκανα μερικά ψώνια από το φυτώριο. Αυτό ήταν την Παρα­ σκευή το απόγευμα. Το Σάββατο πήγα και πήρα την αλληλογραφία μου. Είναι μικρή κωμόπολη, η διευθύντρια του ταχυδρομείου θα το θυμάται. Ή ταν όμως πριν από το μεσημέρι, οπότε θα είχα όλο το χρόνο να γυρίσω με το αυτοκίνητο. Και, φυσικά, ήταν και ο κούριερ που μου παρέδωσε το πακέτο της Μπέιλι την Παρασκευή». «Και δε σας φάνηκε παράξενο; Η φίλη σας σας στέλνει ένα γα­ λάζιο διαμάντι κι εσείς λέτε, δε βαριέσαι, και πάτε για ψώνια;» «Της τηλεφώνησα. Δεν ήταν σπίτι». Η Γκρέις ανασήκωσε το φρύδι της. «Αλλά μάλλον το γνωρίζετε. Μου φάνηκε παράξενο, μα είχα διάφορα στο νου μου». «Όπωςβ> Τα χείλη της ανασηκώθηκαν, μα το χαμόγελο δεν άγγιξε τα μά­ τια της. «Δεν είμαι υποχρεωμένη να σας πω τις σκέψεις μου. Από­ ρησα και ανησύχησα λίγο. Σκέφτηκα πως ίσως να ήταν απομίμηση, αλλά δεν το πίστευα. Μια απομίμηση δε θα ήταν όπως αυτό το πε­ τράδι. Οι οδηγίες της Μπέιλι στο πακέτο ήταν να το έχω πάνω μου μέχρι να επικοινωνήσει μαζί μου. Οπότε κι εγώ αυτό έκανα». «Χωρίς άλλες εξηγήσεις;» «Σπάνια ζητώ εξηγήσεις από τους ανθρώπους που εμπιστεύ­ ομαι». Ο Σεθ χτύπησε μηχανικά ένα μολύβι στην άκρη του γραφείου. «Μείνατε μόνη σας στην εξοχή μέχρι τη Δευτέρα και τότε γυρίσατε στην πόλη». «Όχι. Πήγα στην Ανατολική Ακτή την Κυριακή. Μου ήρθε μια ξαφνική επιθυμία». Χαμογέλασε ξανά. «Μου συμβαίνει συχνά. Έμεινα σε μια πανσιόν». «Δεν τη συμπαθούσατε την ξαδέρφη σας;» «Όχι, δεν τη συμπαθούσα». Η Γκρέις φαντάστηκε ότι η γρήγορη αλλαγή θέματος ήταν τεχνική ανάκρισης. «Δεν ήταν συμπαθητική και σπάνια κάνω την προσπάθεια με αντιπαθητικούς ανθριόπους.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέ ρι

47

Μεγαλώσαμε μαζί αφότου σκοτώθηκαν οι γονείς μου, αλλά δεν ήμασταν δεμένες. Εισέβαλα στη ζωή της, στο χώρο της. Ως αντί­ δραση, μου φερόταν άσχημα. Με αποτέλεσμα να της φέρομαι κι εγώ συχνά άσχημα. Μεγαλώνοντας, είχε λιγότερη... επιτυχία στους άντρες από μένα. Προφανώς σκέφτηκε ότι αν τόνιζε τις ομοιότητες μας, θα είχε μεγαλύτερη επιτυχία». «Και είχε;» «Φαντάζομαι ότι εξαρτάται από το πώς το βλέπει κανείς. Της Με­ λίσα της άρεσαν οι άντρες». Για να καταπολεμήσει τις τύψεις που της πλάκωναν την καρδιά, η Γ κρέις έγειρε ανέμελα στην πλάτη της κα­ ρέκλας. «Της άρεσαν πολύ οι άντρες και είναι ένας από τους λόγους που χώρισε πρόσφατα. Προτιμούσε το αντρικό φύλο σε ποσότητα». «Και τι έλεγε ο σύζυγός της γ ι’ αυτό;» «Ο Μπόμπι είναι...» IT Γκρέις σώπασε, ύστερα εκτόνωσε αρκε­ τή από την έντασή της με ένα χαρούμενο και πολύ γοητευτικό γέλιο. «Αν νομίζετε ότι ο Μπόμπι -ο πρώην τη ς- την έψαξε και τη βρήκε στο σπίτι μου, τη δολοφόνησε, μου διέλυσε το σπίτι και έφυγε σφυ­ ρίζοντας ανέμελος, κάνετε το μεγαλύτερο λάθος. Ο άνθρωπος είναι ψυχούλα. Και αυτή τη στιγμή βρίσκεται, πιστεύω, στην Αγγλία. Του αρέσει το τένις και δε χάνει ποτέ το Γουίμπλεντον. Μπορείτε να το τσεκάρετε πολύ εύκολα». Και θα το έκανε, σκέφτηκε ο Σεθ, σημειώνοντάς το. «Ορισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν οι ίδιοι φόνο, αλλά από μακριά είναι ικανοί. Απλιος πληρώνουν άλλους να το κάνουν για λογαρια­ σμό τους». Αυτή τη φορά η Γκρέις αναστέναξε. «Ξέρουμε και οι δυο ότι ο στόχος δεν ήταν η Μελίσα, υπαστυνόμε. Εγώ ήμουν. Εκείνη ήταν σπίτι μου». Μη μπορώντας να καθίσει άλλο ακίνητη, σηκώθηκε, με μια γατίσια κίνηση όλο χάρη. Πήγε στο παραθυράκι και κοίταξε τη θλιβερή θέα από το γραφείο του. «Είχε θρονιαστεί κι άλλες δυο φορές στο σπίτι μου στο Ποτόμακ όταν έλειπα. Την πρώτη φορά, το ανέχτηκα. Τη δεύτερη, οικειοποιήθηκε τόσο πολύ τα πράγματά μου που δε μου άρεσε και τσακωθήκαμε λίγο. Έφυγε τσαντισμένη κι εγώ έκρυψα το επιπλέον κλειδί. Έπρεπε να είχα αλλάξει την κλει­ δαριά, αλλά δε μου πέρασε απ’ το νου ότι θα έμπαινε στον κόπο να βγάλει αντικλείδι». «Πότε ήταν η τελευταία φορά που την είδατε ή μιλήσατε μαζί της;»


48

N o ra R oberts

Η Γκρέις αναστέναξε. Έφερε στο μυαλό της ημερομηνίες, κό­ σμο, γεγονότα, ανούσιες κοινωνικές συναναστροφές. «Πριν από έξι βδομάδες περίπου, μπορεί κι οχτώ. Στο γυμναστήριο. Έτυχε να συναντηθούμε στη σάουνα, δε μιλήσαμε πολύ. Ποτέ δεν είχαμε να πούμε πολλά η μια στην άλλη». Εκείνη το μετάνιωνε τώρα, συνειδητοποίησε ο Σεθ. Σκεφτόταν όλες τις χαμένες ευκαιρίες. Και δε θα ωφελούσε σε τίποτα. «Θα άνοιγε την πόρτα σε κάποιον άγνωστο;» «Αν ο άγνωστος ήταν άντρας και σχετικά ωραίος, ναι». Κου­ ρασμένη από τις ερωτήσεις, γύρισε προς το μέρος του. «Κοιτάξτε, δεν ξέρω τι άλλο να σας πω, πώς θα μπορούσα να βοηθήσω. Ήταν απρόσεχτη και συχνά αλαζολ'ΐκή. Πήγαινε κι έβρισκε άγνωστους άντρες στα μπαρ όποτε την έπιανε η επιθυμία. Έμπασε κάποιον στο σπίτι εκείνο το βράδυ και το πλήρωσε με τη ζωή της. Μα ό,τι χαρα­ κτήρα κι αν είχε, δεν της άξιζε να πεθάνει γ ι’ αυτό». Η Γκρέις άγγιξε αφηρημένα τα μαλλιά της και προσπάθησε να ξεθολώσει το μυαλό της, ενώ ο Σεθ καθόταν και περίμενε. «Ίσως να της ζήτησε το πετράδι κι εκείνη δε θα κατάλαβε. Το πλήρωσε πολύ ακριβά το θρόνιασμά της στο σπίτι μου, την απροσεξία και την άγνοιά της. Και το πετράδι είναι πάλι στα χέρια της Μπέιλι, όπως έπρεπε. Αν δεν έχετε μιλήσει ακόμα με το δόκτορα Λίνστρομ σήμερα το πρωί, μπορώ να σας πω ότι η Μπέιλι έχει ραντεβού μαζί του αυτή τη στιγμή. Δεν ξέρω τι άλλο να σας πω». Ο Σεθ έγειρε για λίγο στην καρέκλα του, συνεχίζοντας να την κοιτάζει ατάραχα. Αν δεν υπολόγιζε τα διαμάντια, ίσως να ήταν αλ­ λιώς τα πράγματα. Δυο γυναίκες που δε χωνεύονταν όλη τους τη ζωή. Η μια γυρίζει σπίτι της αναπάντεχα και βρίσκει την άλλη εκεί. Τσακώνονται. Ο καβγάς αγριεύει και πιάνονται στα χέρια. Και η μια απ’ αυτές γκρεμίζεται από τον εξώστη του πρώτου ορόφου και καταλήγει σε ένα γυάλινο τραπέζι. Η πρώτη γυναίκα δεν πανικοβάλλεται. Κάνει ρημαδιό το σπίτι της για να καλύψει το ρόλο της, μπαίνει στο αυτοκίνητό της και φεύγει. Απομακρύνεται από τον τόπο του εγκλήματος. Ή ταν όμως τόσο καλή ηθοποιός ώστε να υποκριθεί πως ήταν όσο σοκαρισμένη και ταραγμένη την είχε δει το προηγούμενο βράδυ; Ο Σεθ πίστευε πως ήταν. Παρ’ όλα αυτά, τα στοιχεία δεν ταίριαζαν. Δεν μπορούσε να αγνο­ ήσει τη σχέση που είχαν αδιαμφισβήτητα τα διαμάντια. Και ήταν


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέρι

49

σίγουρος ότι αν η Γκρέις Φοντέιν είχε προκαλέσει την πτώση της ξαδέρφης της, θα ήταν εξίσου ικανή να πάρει τηλέφωνο και να δη­ λώσει ατάραχα πως συνέβη ένα ατύχημα. «Εντάξει, τελειώσαμε για την ώρα». «Α». Η Γκρέις ξεφύσηξε ανακουφισμένη. «Τελικά δεν ήταν και τόσο φοβερό». Ο Σεθ σηκώθηκε όρθιος. «Θα σας ζητήσω να παραμείνετε δια­ θέσιμη». Εκείνη ξανάβαλε μπρος τη γοητεία της και ήταν σαν να εξέπεμπε ένα θερμό, ρόδινο φως. «Πάντα είμαι διαθέσιμη, ομορφούλη. Ρώτα όποιον θες». Πήρε την τσάντα της και προχώρησε μαζί του στην πόρτα. «Πότε θα μπορώ να τακτοποιήσω το σπίτι μου; Θα ήθελα να το ξαναβάλω σε τάξη όσο το δυνατόν πιο γρήγορα». «Θα σας ενημερώσω». Ο Σεθ έριξε μια ματιά στο ρολόι του. «Όταν θα νιώσετε σε θέση να κοιτάξετε τα πράγματά σας και να καταγράψετε τι λείπει, θα ήθελα να επικοινωνήσετε μαζί μου». «Αυτό πάω να κάνω τώρα». Εκείνος έσμιξε για μια στιγμή τα φρύδια του και αναλογίστηκε τις ευθύνες του. Θα μπορούσε να αναθέσει σε κάποιον άλλο να πάει μαζί της, αλλά προτιμούσε να το αναλάβει ο ίδιος. «Θα σας ακο­ λουθήσω». «Αστυνομική προστασία;» «Αν χρειαστεί». «Τώρα συγκινήθηκα. Έλα, θα σε πάω με το αυτοκίνητό μου, ομορφούλη». «Θα σας ακολουθήσω», επανέλαβε αυτός. «Όπως θες», άρχισε η Γκρέις και έσυρε απαλά το χέρι της στο μάγουλό του. Τα μάτια του γούρλωσαν ελαφρώς και την άρπαξε από τον καρπό. «Δε σου αρέσει να σε χαϊδεύουν;» Του το είπε γουργουριστά, ξαφνιασμένη που η καρδιά της σκίρτησε κι άρχισε να σφυροκοπά. «Στα περισσότερα πλάσματα αρέσει». Το πρόσωπό του ήταν πολύ κοντά στο δικό της, τα κορμιά τους ακουμπούσαν ελαφρώς και ο αέρας έκαιγε ανάμεσά τους κι όχι μο­ νάχα επειδή είχε ζέστη στο δοιμάτιο. Ή ταν μια αίσθηση παλιά, σχε­ δόν οικεία. Αυτός της κατέβασε αργά το χέρι, χωρίς να πάρει τα δάχτυλά του από τον καρπό της. «Πρόσεχε τι κουμπιά μου πατάς».


50

N ora R oberts

Έξαψη, συνειδητοποίησε έκπληκτη η Γκρέις. Την είχε κυριεύσει μια πρωτόγονη έξαψη. «Χαραμίζεις τη συμβουλή σου», του είπε γλυκά, προκαλώντας τον. «Μου αρέσει να πατάω καινούρια κου­ μπιά. Και προφανώς έχεις μερικά πολύ ενδιαφέροντα που θέλουν να πατηθούν». Χαμήλωσε επίτηδες το βλέμμα της στα χείλη του. «Το θέλουν πολύ». Ο Σεθ φαντάστηκε τον εαυτό του να την κολλά στην πόρτα, να ορμά στο καυτό κορμί της κι αυτή να λιώνει στην αγκαλιά του. Κι επειδή ήταν σίγουρος ότι εκείνη ήξερε πόσο εύκολα το φανταζόταν αυτό ένας άντρας, έκανε ένα βήμα πίσω, την άφησε και άνοιξε την πόρτα στη βαβούρα της μεγάλης αίθουσας. «Μην ξεχύσετε να επιστρέφετε το πάσο επισκεπτών στη ρεσε­ ψιόν», της είπε.

Τι βαρύς κι ασήκωτος, σκέφτηκε η Γκρέις καθώς οδηγούσε. Ένας άντρας ελκυστικός, επιτυχημένος, ανύπαντρος -αυτή την πληροφο­ ρία την είχε ψαρέψει από τον ανυποψίαστο ντετέκτιβ Κ άρτερ- και αυτάρκης. Σκέτη πρόκληση. Και μια πρόκληση, αποφάσισε καθώς περνούσε από την ήσυχη, καλοβαλμένη γειτονιά τραβώντας για το σπίτι της, ήταν ό,τι έπρεπε για να τα βγάλει πέρα με την ταραχή που την περίμενε. Θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τη θεία της σε λίγες ώρες, καθώς και τους υπόλοιπους συγγενείς της στη συνέχεια. Θα της έκαναν ερωτήσεις, θα είχαν απαιτήσεις, θα την κατηγορούσαν, το ήξερε. Θα ξεσπούσαν πάνω της. Έ τσι λειτουργούσε η οικογένειά της και τέτοιες αντιδράσεις είχε μάθει να περιμένει, απ’ αυτούς. Ρώτα την Γκρέις, ζήτα από την Γ κρέις, η Γ κρέις φταίει. Αναρω­ τήθηκε κατά πόσο της άξιζε και κατά πόσο το είχε κληρονομήσει μαζί με τα χρήματα που της άφησαν οι γονείς της. Αλλά δεν είχε σημασία, σκέφτηκε, μια που και τα δυο ήταν δικά της, είτε της άρεσε είτε όχι. Μπήκε στο δρομάκι του σπιτιού της και έστρεψε το βλέμμα της προς τα πάνω. Το σπίτι ήταν κάτι που ήθελε. Με το ευφυές, μονα­ δικό σχέδιό του από ξύλο και γυαλί, τα αετώματα, τα περιζώματα, τις βεράντες και τους άψογα περιποιη μένους κήπους. Την ήθελε την απλοχωριά του, την κομψότητά του που ήταν ό,τι έπρεπε για να δέ­


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέρι

51

χεται κόσμο, τη βολική του απόσταση από την πόλη. Το πόσο κοντά ήταν στην Μπέιλι και την Εμ-Τζέι. Αλλά το σπιτάκι στα βουνά ήταν κάτι που είχε ανάγκη. Και ήταν δικό της, αποκλειστικά δικό της. Οι συγγενείς της δε γνώριζαν την ύπαρξή του. Κανείς δεν μπορούσε να τη βρει εκεί αν δεν το ήθελε η ίδια. Εδώ όμως, σκέφτηκε καθοκς πάτησε φρένο, ήταν το ευπρεπισμέ­ νο, ακριβό σπίτι της Γκρέις Φοντέιν. Κληρονόμου μιας ολόκληρης περιουσίας, κοπέλας της υψηλής κοινωνίας, που έτρεχε από πάρτι σε πάρτι. Που είχε ποζάρει κάποτε για σαλόνι περιοδικού, που είχε αποφοιτήσει από το Ράντκλιφ, που ήταν η καλύτερη οικοδέσποινα της Ουάσινγκτον. Θα μπορούσε να συνεχίσει να μένει εδώ, αναρωτήθηκε, με το φάντασμα του θανάτου στα δωμάτιά της; Ο χρόνος θα έδειχνε. Προς το παρόν, θα προσπαθούσε να λύσει το αίνιγμα του Σεθ Μπιουκάναν, να βρει τρύπα στη φαινομενικά αδιαπέραστη πανο­ πλία του. Μόνο και μόνο επειδή θα το διασκέδαζε. Τον άκουσε να στρίβει στο δρομάκι της και, με μια εσκεμμένα προκλητική κίνηση, γύρισε, κατέβασε λίγο τα γυαλιά ηλίου της και τον περιεργάστηκε. Α, ναι, σκέφτηκε. Ή ταν πάρα πολύ ελκυστικός. Ασκούσε από­ λυτο έλεγχο στο λεπτό, μυώδες κορμί του. Φοβερή οικονομία κινή­ σεων. Καμιά περιττή. Ούτε στο κρεβάτι θα έκανε περιττές κινήσεις. Και η Γκρέις αναρωτήθηκε πόσο καιρό θα της έπαιρνε για να τον παρασύρει στο κρεβάτι της. Είχε τη διαίσθηση -κ α ι σπάνια αμφέ­ βαλλε για τις διαισθήσεις της σχετικά με τους άντρες- ότι κάτω από την ήρεμη και κάπως αυστηρή όψη του έβραζε ένα ηφαίστειο. Θα το κέντριζε με μεγάλη ευχαρίστηση μέχρι να εκραγεί. Όταν εκείνος ήρθε κοντά της, του έδωσε τα κλειδιά της. «Α, έχεις και δικά σου τώρα, ε;» Έσπρωξε πάλι τα γυαλιά της στη θέση τους. «Καλά, άνοιξε με τα δικά μου... αυτή τη φορά». «Ποιος άλλος έχει κλειδιά;» Η Γκρέις σάλιωσε τα πάνω χείλι της και ευχαριστήθηκε όταν είδε το βλέμμα του να πέφτει στην άκρη της γλώσσας της. Μονάχα για μια στιγμή, μα ήταν πρόοδος. «Η Μπέιλι και η Εμ-Τζέι. Δε δίνω κλειδιά σε άντρες. Προτιμώ να τους ανοίγω εγώ την πόρτα. Ή να την κλείνω».


52

N ora R oberts

«Πολύ καλά». Ο Σεθ έριξε ξανά τα κλειδιά στο χέρι της και φά­ νηκε να το διασκεδάζει όταν εκείνη έσμιξε τα φρύδια της. «Ανοίξτε την πόρτα». Έ να βήμα μπροστά, δυο βήματα πίσω, συλλογίστηκε η Γκρέις κι έπειτα ανέβηκε στη λιθόστρωτη είσοδο και ξεκλείδωσε την εξώ­ πορτά της. Είχε προετοιμαστεί, μα και πάλι της ήταν δύσκολο. Το φουαγιέ ήταν όπως πριν, σε γενικές γραμμές απείραχτο. Μα άθελά της το βλέμμα της στράφηκε ψηλά, στη διαλυμένη κουπαστή. «Είναι μεγάλο το ύψος», μουρμούρισε. «Άραγε προλαβαίνεις να σκεφτείς, να καταλάβεις τι συμβαίνει, καθώς πέφτεις;» «Δε θα πρόλαβε». «Ναι». Και ήταν κάπως καλύτερα έτσι. «Μάλλον όχι». Μπήκε στο καθιστικό και ανάγκασε τον εαυτό της να κοιτάξει το περίγραμ­ μα από κιμωλία. «Λοιπόν, από πού ξεκινάμε;» «Παραβίασε το χρηματοκιβώτιό σας εδώ στο ισόγειο. Το άδειασε. Θα πρέπει να κάνετε μια λίστα με ό,τι πήρε». «Το χρηματοκιβώτιο στη βιβλιοθήκη». Η Γκρέις πέρασε κάτω από μια καμάρα και μπήκε σε ένα πλατύ δωμάτιο γεμάτο φως και βιβλία. Πολλά απ’ αυτά τα βιβλία ήταν τώρα πεταμένα στο πάτωμα και μια λάμπα αρ ντεκό με σχήμα επιμηκυμένου γυναικείου σώμα­ τος -ένα από τα αγαπημένα της πράγματα- ήταν σπασμένη στα δύο. «Δεν ήταν διακριτικός, ε;» «Θα έλεγα ότι βιαζόταν. Και ήταν τσαντισμένος». «Εσύ ξέρεις». Η Γκρέις πήγε στο χρηματοκιβώτιο και κοίταξε το ανοιχτό πορτάκι και το άδειο εσωτερικό του. «Είχα μερικά κο­ σμήματα. Κάμποσα, για να πω την αλήθεια. Και μερικά χιλιάρικα σε μετρητά». «Μετοχές, ομόλογα;» «Όχι, είναι στη θυρίδα μου στην τράπεζα. Τις μετοχές δε θες να τις βγάζεις για να χαίρεσαι τη λάμψη τους. Αγόρασα δυο φοβε­ ρά διαμαντένια σκουλαρίκια τον περασμένο μήνα». Αναστέναξε κι ανασήκωσε τους ώμους της. «Πάνε τώρα. Έχω μια πλήρη λίστα με τα κοσμήματά μου και φωτογραφίες από το καθένα, καθώς και τα χαρτιά της ασφάλισής τους, στη θυρίδα μου. Θα τα αντικαταστήσω, είναι ζήτημα...» Ξαφνικά σώπασε, έβγαλε μια φωνούλα όλο αγωνία και όρμησε έξω από το δωμάτιο.


Το

Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

53

Ή ταν γρήγορη όταν ήθελε, σκέφτηκε ο Σεθ, ανεβαίνοντας τη σκάλα από πίσω της. Και δεν έχανε τη γατίσια χάρη της όταν έτρεχε. Την ακολούθησε στο υπνοδωμάτιό της κι από κει μέσα στην τερά­ στια ντουλάπα της. «Δε θα το βρήκε. Αποκλείεται να το βρήκε», έλεγε ξανά και ξα­ νά η Γ κρέις, στρίβοντας ένα κουμπί στο εντοιχισμένο ντουλάπι της. Αυτό γλίστρησε έξω και φάνηκε ένα χρηματοκιβώτιο στον τοίχο από πίσω. Γρήγορα γρήγορα, με δάχτυλα που δεν ήταν εντελώς σταθερά, σχημάτισε το συνδυασμό και άνοιξε το πορτάκι. Και ξεφυσώντας με ανακούφιση, γονάτισε και έβγαλε έξω βελούδινα κουτάκια και πουγκιά. Κι άλλα κοσμήματα, σκέφτηκε ο Σεθ κουνώντας το κεφάλι του. Πόσα σκουλαρίκια μπορούσε να φορέσει μια γυναίκα; Μα εκείνη άνοιγε τα κουτιά προσεκτικά ένα ένα, εξετάζοντας το περιεχόμενό τους. «Αυτά ήταν της μητέρας μου», μουρμούρισε και η φωνή της ράγισε λίγο από τη συγκίνηση. «Είμαι δεμένη συναισθηματικά μαζί τους. Η ζαφειρένια καρφίτσα που της έδωσε ο πατέρας μου για την πέμπτη επέτειό τους, το κολιέ που της έδωσε όταν γεννήθηκα. Τα μαργαριτάρια που φορούσε εκείνη την ημέρα που παντρεύτηκαν». Ακούμπησε το λευκό κολιέ στο μάγουλό της σαν να ήταν το χέρι κάποιου αγαπημένου της. «Έφτιαξα τούτο το χρηματοκιβώτιο ει­ δικά γ ι’ αυτά, δεν ήθελα να τα φυλάξω μαζί με τα άλλα. Για παν ενδεχόμενο». Κάθισε πίσω στις φτέρνες της, με την ποδιά της γεμάτη κοσμή­ ματα που δεν ήταν γ ι’ αυτήν απλώς χρυσός και όμορφα πετράδια. «Ουφ», είπε, με έναν κόμπο στο λαιμό. «Είναι εδώ. Είναι ακόμα εδώ». «Δεσποινίς Φοντέιν». «Α, λέγε με Γ κρέις», του πέταξε κοφτά. «Είσαι πουριτανός σαν το θείο μου τον Νάιλς». Ύστερα έπιασε το μέτωπό της, προσπα­ θώντας να διοδξει τον πονοκέφαλο που ένιωθε σιγά σιγά από την ένταση. «Δε νομίζω να θες να φτιάξεις καφέ, ε;» «Θα φτιάξω». «Τότε δεν πας κάτω να φτιάξεις λίγο καφέ, ομορφούλη, και να μ ’ αφήσεις ένα λεπτό εδώ μόνη μου;» Την ξάφνιασε, και ξαφνιάστηκε και ο ίδιος, που πριν φύγει κά­


54

N ora R oberts

θισε στις φτέρνες του και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της. «Μπορεί να τα χάνατε τα πετράδια, μπορεί να τα χάνατε όλα αυτά. Μα τις αναμνήσεις σας θα τις είχατε ακόμα». Νιώθοντας άβολα που είχε αισθανθεί υποχρεωμένος να της το πει, σηκοιθηκε και την άφησε μόνη της. Πήγε κατευθείαν στην κου­ ζίνα, ανοίγοντας δρόμο μες στην ακαταστασία για να γεμίσει την καφετιέρα. Άναψε τη συσκευή για να γίνει ο καφές. Έχωσε τα χέρια στις τσέπες του, τα ξανάβγαλε. Τι στο διάολο συνέβαινε; αναρωτήθηκε. Θα έπρεπε να έχει συ­ γκεντρωθεί στην υπόθεση, και μόνο στην υπόθεση. Ωστόσο ένιωθε να τον τραβά τούτη η γυναίκα στον από πάνω όροφο -τ α διαφορε­ τικά της πρόσωπα. Τολμηρό, ευάλωτο, σέξι, ευαίσθητο. Τι απ’ όλα ήταν εκείνη; Και γιατί την έβλεπε στα όνειρά του σχεδόν όλη τη νύχτα; Δε θα έπρεπε να βρίσκεται καν εδώ, παραδέχτηκε. Δεν είχε υπη­ ρεσιακό λόγο για να περνάει τόσο χρόνο μαζί της. Βέβαια, θεω­ ρούσε πως ήταν μια υπόθεση με την οποία έπρεπε να ασχοληθεί προσωπικά. Ή ταν αρκετά σοβαρή. Μα η Γκρέις Φοντέιν δεν ήταν παρά μια πλευρά του συνόλου. Και θα ήταν ψέματα αν έλεγε πως είχε έρθει εδώ μονάχα για έρευνα. Βρήκε δυο γερά φλιτζάνια. Υπήρχαν κάμποσα σπασμένα γύρω. Καλή πορσελάνη Μάισεν, πρόσεξε. Η μητέρα του είχε ένα σερβί­ τσιο που το λάτρευε. Ο Σεθ σερβίριζε τον καφέ, όταν την ένιωσε από πίσω του. «Χωρίς γάλα;» «Ναι». Η Γκρέις μπήκε μέσα και μόρφασε αντικρίζοντας την κουζίνα. «Δεν άφησε και τίποτα όρθιο, ε; Μάλλον θα νόμιζε ότι θα έχωνα ένα μεγάλο γαλάζιο διαμάντι στο κουτί για τον καφέ ή για τα μπισκότα». «Ο κόσμος βάζει τα πολύτιμα αγαθά του όπου μπορείτε να φα­ νταστείτε. Είχα κάποτε μια υπόθεση διάρρηξης και το θύμα γλίτωσε τα μετρητά που είχε στο σπίτι επειδή τα είχε κρύψει μέσα σε ένα νάιλον σακουλάκι στον πάτο του κάδου όπου έβαζε τις πάνες για το μωρό. Ποιος σοβαρός διαρρήκτης θα κάτσει να σκαλίζει πάνες;» Η Γκρέις γέλασε και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της. Ή ταν δεν ήταν αυτή η πρόθεσή του, η ιστορία που της είχε πει την εί­ χε κάνει να νιώσει καλύτερα. «Ύστερα απ’ αυτό, φαίνεται ανοησία


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέ ρι

55

να φυλάς πράγματα σε χρηματοκιβώτιο, ε; Αυτός εδώ δεν πήρε τα ασημικά, ούτε καμιά από τις ηλεκτρονικές συσκευές. Όπως είπες, μάλλον βιαζόταν πολύ και πήρε μονάχα ό,τι μπορούσε να χώσει στις τσέπες του». Πήγε στο παράθυρο της κουζίνας και κοίταξε έξω. «Τα ρούχα της Μελίσα είναι επάνω. Δεν είδα την τσάντα της. Θα πρέπει να την πήρε κι αυτήν ο διαρρήκτης ή να είναι θαμμένη κάτω απ’ όλη την ακαταστασία». «Θα την είχαμε βρει αν ήταν εδώ». Του έγνεψε καταφατικά. «Το είχα ξεχάσει. Τα ψάξατε ήδη τα πράγματά μου». Γύρισε πίσω, ακούμπησε στον πάγκο και τον κοί­ ταξε πάνω από το χείλος του φλιτζανιού της. «Τα έψαξες εσύ ο ίδιος, υπαστυνόμε;» Εκείνος σκέφτηκε την κόκκινη μεταξωτή ρόμπα. «Ορισμένα. Έχετε μαζέψει ολόκληρο πολυκατάστημα εδώ πέρα». «Φυσικό δεν είναι; Έχω αδυναμία σε διάφορα πράγματα. Κάθε λογής πράγματα. Φτιάχνεις εξαιρετικό καφέ, υπαστυνόμε. Δεν έχεις κανέναν να σου τον ετοιμάζει το πρωί;» «Όχι. Όχι προς το παρόν». Ο Σεθ άφησε το φλιτζάνι του στην άκρη. «Δεν ήταν πολύ διακριτική ερώτηση». «Δεν είχα σκοπό να ρωτήσω διακριτικά. Δε με πειράζει ο αντα­ γωνισμός. Απλώς θέλω να ξέρω αν υπάρχει ανταγωνισμός. Ακόμα πιστεύω ότι δε σε συμπαθώ, αλλά μπορεί να αλλάξω γνώμη». Σή­ κωσε το χέρι της και ψηλάφησε την άκρη της πλεξούδας της. «Γιατί να είμαι προετοιμασμένη;» «Με ενδιαφέρει να κλείσω την υπόθεση, όχι να παίζουμε παιχνί­ δια... Γκρέις». Της το είπε τόσο ψυχρά, με τόση απάθεια, που ξύπνησε το αντα­ γωνιστικό της πνεύμα. «Μάλλον δε σου αρέσουν οι επιθετικές γυ­ ναίκες». «Όχι ιδιαίτερα». «Καλά, λοιπόν». Του χαμογέλασε και τον πλησίασε. «Τότε δε θα σ ’ αρέσει καθόλου αυτό». Με μια άνετη κι έμπειρη κίνηση, η Γκρέις γλίστρησε το χέρι της μες στα μαλλιά του και έφερε τα χείλη του στα δικά της.


Κεφάλαιο 4

Ο Σεθ συγκλονίστηκε ολόκληρος. Ή ταν σαν να τον χτύπησε κεραυ­ νός μέσα σε μαύρο βελούδο. Άρχισε να γυρνά το κεφάλι του, άναψε το αίμα του, σφίχτηκε το στομάχι του. Κανένα μέρος του σώματός του δε γλίτωσε από την επίθεση των αισθησιακών χειλιών της. Η γεύση της, αναπάντεχη κι όμως οικεία, τον διαπότισε σαν καυ­ τό αρωματισμένο κρασί που τον βάρεσε κατευθείαν στο κεφάλι, τον ζάλισε, τον μέθυσε, τον τρέλανε. Οι μύες του σφίχτηκαν, σαν να ήταν έτοιμος να ορμήσει. Και αν ορμούσε, θα άρπαζε κάτι που με κάποιο τρόπο είχε γίνει ήδη δικό του. Χρειάστηκε να καταβάλει υπεράνθρωπη προσπάθεια για να κρατήσει τα χέρια του κολλημένα στα πλευρά του, ενώ λαχταρούσε να τα απλώσει, να πιάσει, να απολαύσει. Το άρωμά της ήταν εξίσου μεθυστικό όσο και η γεύση της. Ακόμα και το σιγανό μουρμουρητό που έβγαινε από το λαιμό της, καθώς εκείνη έτριβε το υπέροχο κορμί της πάνω του, ήταν μια δελεαστική νύξη για το τι μπορούσε να συμβεί. Μετρώντας αργά μέχρι το πέντε, ο Σεθ έσφιξε τις γροθιές του, μετά τις χαλάρωσε και παρ’ όλο που μέσα του έδινε μάχη, τα χείλη του παρέμειναν αδρανή και το κορμί του αλύγιστο. Δε θα της έδινε την ικανοποίηση να ανταποκριθεί... Η Γκρέις το ήξερε πως ήταν λάθος. Ακόμα και τη στιγμή που τον πλησίασε, που τον άγγιξε, το ήξερε. Είχε ξανακάνει λάθη και προσπαθούσε να μη μετανιώνει ποτέ για ό,τι είχε γίνει και δεν ξε­ γινόταν. Τούτο όμως το μετάνιωσε. Στενοχωρήθηκε που η γεύση του ήταν τόσο μοναδική και τέλεια.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

57

Που η υφή των μαλλιών του, το σχήμα των ώμων του, το ισχυρό τεί­ χος του στήθους του, όλα του τη χλεύαζαν, ενώ είχε σκοπό να τον χλευάσει εκείνη, να του δείξει τι θα μπορούσε να του προσφέρει. Αν ήθελε. Μα ο πόθος την παρέσυρε κατευθείαν και του πρόσφερε περισ­ σότερα απ’ όσα ήθελε. Κι εκείνος δεν ανταποκρίθηκε καθόλου. Η Γ κρέις έπιασε το κάτω χείλι του με τα δόντια της, του έδωσε στα γρήγορα μια μικρή δαγκωματιά κι έπειτα έκρυψε την τρομερή της απογοήτευση, κάνοντας αδιάφορα ένα βήμα πίσω με ένα χα­ μόγελο. «Πω, πω, είσαι πολύ ψυχρός, ε, υπαστυνόμε;» Το αίμα του έκαιγε με κάθε του καρδιοχτύπι, ωστόσο ο Σεθ έγει­ ρε απλώς λοξά το κεφάλι του. «Δεν έχεις συνηθίσει να σου αντιστέ­ κονται, έτσι, Γκρέις;» «Όχι». Έτριψε ελαφρά το στόμα της με το δάχτυλό της, με τρό­ πο που ήταν και αφηρημένος και προκλητικός. Η γεύση του παρέμε­ νε ακόμα πεισματικά στα χείλη της. «Αλλά, βέβαια, οι περισσότεροι άντρες που έχω φιλήσει δεν είχαν πάγο αντί για αίμα στις φλέβες τους. Κρίμα». Πήρε το δάχτυλό της από τα χείλη της και του χτύ­ πησε απαλά τα δικά του. «Τόσο ωραίο στόμα. Αλλά ίσως να μη σου αρέσουν... οι γυναίκες». Το χαμόγελο που της άστραψε την άφησε άναυδη. Τα μάτια του έλαμψαν, απέκτησαν ένα σαγηνευτικό χρυσαφένιο χρώμα. Τα χείλη του μαλάκωσαν, παίρνοντας ένα γοητευτικό ύφος, πονηρό κι απρό­ βλεπτο. Ξαφνικά φάνηκε πολύ προσιτός, σαν έφηβος σχεδόν, και η καρδιά της τον λαχτάρησε ακόμα περισσότερο. «Ίσως», της είπε, «να μην είσαι ο τύπος μου». Η Γ κρέις γέλασε άκεφα. «Είμαι ο τύπος όλων των αντρών, χρυ­ σέ μου. Τέλος πάντων, ας θεωρήσουμε πως ήταν αποτυχημένο το πείραμα κι ας το ξεχάσουμε». Λέγοντας στον εαυτό της πως ήταν ανοησία να πληγωθεί, τον πλησίασε ξανά και του έσιαξε τη γραβά­ τα που του την είχε χαλαρώσει. Ο Σεθ δεν ήθελε να τον αγγίξει, ιδίως εκείνη τη στιγμή που μετά βίας κρατιόταν. «Έχεις φοβερό εγωισμό». «Μάλλον». Χωρίς να αφήσει τη γραβάτα του, σήκωσε το βλέμ­ μα της και τον κοίταξε στα μάτια. Δε βαριέσαι, σκέφτηκε, αν δεν μπορούσαν να γίνουν εραστές, ίσως να μπορούσαν να γίνουν φίλοι.


58

N ora R oberts

Έ νας άντρας που την είχε κοιτάξει με τέτοιο χαμόγελο θα γινόταν καλός και σταθερός φίλος. Οπότε του χαμογέλασε γλυκά, χωρίς τερτίπια, και το χαμόγελό της τον χτύπησε κατάκαρδα. «Αλλά, βέβαια, οι άντρες είναι συνή­ θως προβλέψιμοι. Εσύ είσαι η εξαίρεση που αποδεικνύει τον κανό­ να, Σεθ». Κατέβασε τα χέρια της, στρώνοντας το σακάκι του, και είπε κάτι ακόμα, μα εκείνος δεν το άκουσε έτσι όπως βούιζαν τ ’ αυτιά του. Ο αυτοέλεγχός του διαλύθηκε· ο Σεθ το ένιωσε, σαν να έσπασε ξαφ­ νικά ένα σπαθί πάνω σε ένα σιδεροντυμένο γόνατο. Χωρίς να αντι­ λαμβάνεται πλήρως τι έκανε, τη γύρισε απότομα από την άλλη, την κόλλησε στον τοίχο και όρμησε στο στόμα της. Η καρδιά της κλότσησε μες στο στήθος της, της κόπηκε η ανά­ σα. Τον γράπωσε από τους ώμους, όχι μόνο για να ισορροπήσει, αλ­ λά και ως αντίδραση στον ξαφνικό, παράφορο πόθο του που άναψε μια εξίσου δυνατή φωτιά μέσα της. Του παραδόθηκε, απόλυτα, ύστερα τύλιξε τα χέρια της στο λαι­ μό του και ανταποκρίθηκε με όλο της το είναι. Ναι, ήταν το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί μες στη ζάλη της. Αχ, ναι, επιτέλους. Τα χέρια του πλανήθηκαν ξέφρενα στο κορμί της, εξερευνώντας την κάθε καμπύλη της, και κατά μυστήριο τρόπο ήταν σαν να τη γνώριζε ήδη. Κι αυτό τον τρόμαξε, γιατί ήταν αληθινό κι αδιαμφι­ σβήτητο όσο κι ο πόθος που είχε φουντώσει μέσα του. Ή θελε να τη γευτεί, να την απολαύσει, να τη χορτάσει. Επιτέθηκε στο στόμα της με μια άσβεστη δίψα και ρούφηξε τη γεύση της, κάθε ιδιαίτερη γεύση της, και ήταν όλες αισθησιακές, γλυκές και χυμώδεις. Ένιωθε πως την ήξερε, πως την ήξερε ανέκαθεν, όσο αδύνατο κι αν ήταν. Και ήξερε ότι αν δεν έκανε πίσω, δε θα μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτήν. Κόλλησε τις παλάμες του στον τοίχο δεξιά κι αριστερά από το κεφάλι της για να πάψει να την αγγίζει, να συγκρατηθεί. Πασχίζο­ ντας να ξαναβρεί την ανάσα του και τα λογικά του, τραβήχτηκε σιγά σιγά από το φιλί και έκανε ένα βήμα πίσω. Η Γκρέις συνέχισε να ακουμπά στον τοίχο, με τα μάτια κλειστά, και το πρόσωπό της έλαμπε από το πάθος. Μέχρι να ανοίξει τα βλέ­ φαρά της και να ζωηρέψουν τα υπνωτισμένα γαλανά της μάτια, ο Σεθ είχε ανακτήσει τον αυστηρό αυτοέλεγχό του.


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

59

«Απρόβλεπτος», μουρμούρισε εκείνη και συγκρατήθηκε διά της βίας να μην πιάσει και με τα δυο της χέρια την καρδιά της που κάλ­ παζε ξέφρενα. «Πολύ». «Σε προειδοποίησα να μη μου πατήσεις κουμπιά που δεν πρέ­ πει». Η φωνή του ήταν ψυχρή, σχεδόν παγερή, και η Γκρέις ένιωσε σαν να έφαγε χαστούκι. Ζάρωσε και ίσως να παραπατούσε αν δε στηριζόταν στον τοίχο. Αυτός μισόκλεισε ελαφρώς τα μάτια του με την αντίδρασή της. Να πληγώθηκε; αναρωτήθηκε. Όχι, ήταν γελοίο. Η κοπέλα ήταν βετε­ ράνος σ ’ αυτά τα παιχνίδια, τα γνώριζε απέξω κι ανακατωτά. «Ναι, με προειδοποίησες». Η Γκρέις όρθωσε την πλάτη της από εγωισμό και πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει δήθεν αδιάφορα. «Αλλά δεν πιάνουν σ ’ εμένα οι προειδοποιήσεις». Ο Σεθ σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να είναι υποχρεωμένη απ’ το νό­ μο να κουβαλάει πάνω της ένα προειδοποιητικό σήμα που να λέει: Κίνδυνος! Γυναίκα! «Έχω δουλειά. Μπορώ να σου αφήσω άλλα πέντε λεπτά, αν θέ­ λεις να περιμένω μέχρι να μαζέψεις μερικά πράγματα». Α, τι κάθαρμα που είσαι, σκέφτηκε εκείνη. Πώς είσαι τόσο ψυ­ χρός κι αδιάφορος; «Τράβα στη δουλειά σου, ομορφούλη. Δε θα πάθω τίποτα». «Θα προτιμούσα να μη μείνεις μόνη σου στο σπίτι προς το πα­ ρόν. Πήγαινε πάρε μερικά πράγματα». «Το σπίτι μου είναι». «Για την τάρα, είναι τόπος εγκλήματος. Σου μένουν τεσσεράμισι λεπτά». Η Γκρέις εξοργίστηκε. «Δε χρειάζομαι τίποτα από δω». Έκανε στροφή για να φύγει, μα ξαναγύρισε απότομα όταν αυτός την έπια­ σε από το μπράτσο. «Τι;» «Χρειάζεσαι ρούχα», της είπε, υπομονετικά αυτή τη φορά. «Για μια δυο μέρες». «Νομίζεις ότι θα φορούσα οτιδήποτε άγγιξε αυτός ο αχρείος;» «Αυτή είναι ανόητη και προβλέψιμη αντίδραση». Ο τόνος του δε μαλάκωσε καθόλου. «Κι εσύ δεν είσαι ούτε ανόητη, ούτε προβλέ­ ψιμη. Μη γίνεσαι θύμα, Γκρέις. Πήγαινε πάρε τα πράγματά σου». Είχε δίκιο ο Σεθ. Γι’ αυτό και μόνο θα μπορούσε να τον αντιπα­ θήσει. Μα ο ανικανοποίητος πόθος της αποτελούσε πολύ καλύτερο


60

N o ra R oberts

λόγο. Χωρίς να πει τίποτα, έκανε πάλι στροφή και βγήκε από το δοιμάτιο. Μια που δεν άκουσε την εξώπορτα να βροντάει, ο Σεθ θεώρησε ότι εκείνη είχε ανέβει πάνω να πάρει τα πράγματά της, όπως της είχε πει, και χάρηκε. Έκλεισε την καφετιέρα, ξέπλυνε τα φλιτζάνια, τα άφησε στο νεροχύτη και βγήκε έξω να την περιμένει. Ή ταν σαγηνευτική γυναίκα, σκέφτηκε. Όλο νεύρο, ζωντάνια και εγωισμό. Και τον τρέλαινε, του έκλεβε τα λογικά του λίγο λίγο. Πώς είχε βρει πώς ακριβώς να τον τσιγκλά για να τον τρελάνει; Ή ταν κι αυτό ένα ακόμα μυστήριο. Ο ίδιος είχε αναλάβει την υπόθεση, υπενθύμισε στον εαυτό του. Η δουλειά του δεν ήταν μόνο να κάθεται στο γραφείο και να ανα­ θέτει καθήκοντα σε άλλους. Ή θελε να ασχολείται προσωπικά και είχε αναμειχθεί μ ’ αυτή την υπόθεση -κ α ι επομένως με την Γκρέις. Ο ρόλος της σε σχέση με το σύνολο ήταν μικρός, μα έπρεπε να την αντιμετωπίσει με την ίδια αντικειμενικότητα που αντιμετώπιζε κάθε άλλο στοιχείο της υπόθεσης. Σήκωσε το βλέμμα του και τα μάτια του έπεσαν στο πορτραίτο που χαμογελούσε δελεαστικά από τον τοίχο. Θα έπρεπε να είναι ρομπότ κι όχι άνθρωπος για να παραμείνει αντικειμενικός με την Γκρέις Φοντέιν.

Είχε περάσει το μισό απόγευμα μέχρι να καταφέρει να τελειώσει αρκετές δουλειές στο γραφείο του ώστε να διεξαγάγει άλλη μια συ­ νέντευξη. Τα διαμάντια ήταν το κλειδί της υπόθεσης και ήθελε να τα ξανακοιτάξει. Δεν είχε εκπλαγεί όταν κατά την τηλεφωνική συ­ νομιλία τους ο δόκτωρ Λίνστρομ από το Σμιθσόνιαν τον είχε διαβεβαιώσει για την εντιμότητα και τα προσόντα της Μπέιλι Τζέιμς. Τα διαμάντια που είχε βάλει τα δυνατά της να προστατεύσει παρέμεναν υπό τη φύλαξή της, στην εταιρεία Σαλβίνι. Ο Σεθ μπήκε με το αυτοκίνητό του στο πάρκινγκ του κομψού γωνιακού κτιρίου λίγο πιο έξω από την Ουάσινγκτον που στέγαζε τη Σαλβίνι και χαιρέτησε με ένα νεύμα τον ένστολο που φρουρούσε την κύρια είσοδο. Και τον λυπήθηκε. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη. «Υπαστυνόμε». Αν και καταϊδρωμένος, ο αστυνομικός στάθηκε αμέσως προσοχή. «Είναι μέσα η δεσποινίς Τζέιμς;»


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

61

«Μάλιστα, κύριε. Το κατάστημα θα είναι κλειστό για το κοινό όλη την εβδομάδα». Του έδειξε με ένα νεύμα το σκοτεινό εκθετήριο πίσω από τις χοντρές γυάλινες πόρτες. «Έχουμε βάλει φρουρό σε κάθε είσοδο και η δεσποινίς Τζέιμς βρίσκεται στο ισόγειο. Είναι πιο εύκολο να πάτε από πίσω, υπαστυνόμε». «Εντάξει. Πότε τελειώνει η βάρδια σου;» «Έχω άλλη μια ώρα». Ο αστυνομικός δε σκούπισε το ιδρωμένο του μέτωπο, αν και το ήθελε. Ο Σεθ Μπιουκάναν ήταν φημισμένος για την αυστηρότητά του. «Κάνουμε αλλαγή βάρδιας κάθε τέσσερις ώρες, όπως διατάξατε, κύριε». «Φέρε μαζί σου ένα μπουκάλι νερό την άλλη φορά». Γνωρίζο­ ντας πολύ καλά ότι ο ένστολος είχε κρεμάσει τους ώμους του με το που του γύρισε την πλάτη, ο Σεθ έκανε το γύρο του κτιρίου. Ύστερα από μια σύντομη κουβέντα με το φρουρό στην πίσω είσοδο, πάτησε το κουδούνι δίπλα στην πόρτα από ενισχυμένο ατσάλι. «Υπαστυνόμος Μπιουκάναν», είπε όταν απάντησε η Μπέιλι από το θυροτηλέ­ φωνο. «Θα ήθελα να σας δω για λίγα λεπτά». ΓΙέρασε λίγη ώρα μέχρι να έρθει εκείνη στην πόρτα. Ο Σεθ τη φαντάστηκε να βγαίνει από το εργαστήριο στο ισόγειο, να προχωρά στο διάδρομο, να περνά μπροστά από τη σκάλα όπου είχε κρυφτεί από ένα φονιά πριν από λίγες μόλις ημέρες. Οι κλειδαριές έκαναν κλικ και η πόρτα άνοιξε. «Υπαστυνόμε». Η Μπέιλι χαμογέλασε στο φρουρό, ζητώντας του σιωπηλά συγνώ­ μη για το θλιβερό του καθήκον. «Παρακαλώ, περάστε». Φαινόταν περιποιημένη, σκέφτηκε ο Σεθ, με τη σοβαρή μπλούζα και το παντελόνι της και τα ξανθά μαλλιά της μαζεμένα στο σβέρ­ κο. Μονάχα οι αχνές σκιές κάτω απ’ τα μάτια της φανέρωναν την ταλαιπωρία της. «Μίλησα με το δόκτορα Λίνστρομ», άρχισε ο Σεθ. «Ναι, το περίμενα. Είμαι ευγνώμων που έδειξε κατανόηση». «Τα πετράδια βρίσκονται πάλι εκεί που ξεκίνησαν». Εκείνη χαμογέλασε λίγο. «Εκεί που βρίσκονταν πριν από λίγες μέρες, τέλος πάντων. Ποιος ξέρει αν θα ξαναδούν ποτέ τη Ρώμη. Να σας βάλω κάτι να πιείτε;» Του έδειξε ένα μηχάνημα με αναψυκτικά που στεκόταν ζωηρόχρωμο μπροστά σ ’ έναν σκούρο τοίχο. «Κερνάω εγώ». Ο Σεθ έριξε κέρματα στη σχισμή. «Θα ήθελα να δω τα διαμάντια και να πω δυο λόγια μαζί σας». «Εντάξει». Η Μπέιλι πάτησε το κουμπί για το αναψυκτικό που


62

N ora R oberts

ήθελε και πήρε το κουτάκι που βγήκε από το μηχάνημα. «Είναι στο θησαυροφυλάκιο». Τον οδήγησε έξω και συνέχισε να μιλάει. «Κα­ νόνισα να ενισχυθεί το σύστημα συναγερμού και ασφάλειας. Έ χου­ με κάμερες στο εκθετήριο εδώ και χρόνια, αλλά θα εγκαταστήσω κάμερες και στις πόρτες, καθώς και στους πάνω και κάτω ορόφους. Παντού». «Καλή κίνηση». Ο Σεθ συμπέρανε πως έκρυβε πρακτικό μυαλό πίσω από το ευάλωτο παρουσιαστικό της. «Εσείς διευθύνετε τώρα την επιχείρηση;» Εκείνη άνοιξε μια πόρτα και.δίστασε λίγο. «Ναι. Ο πατριός μου την άφησε και στους τρεις μας και οι θετοί αδερφοί μου είχαν το ογδόντα τοις εκατό. Σε περίπτωση που πέθαινε κάποιος από μας χω­ ρίς κληρονόμους, το μερίδιό του θα περνούσε στους επιζήσαντες». Πήρε μια ανάσα. «Κι επέζησα εγώ». «Πρέπει να χαίρεστε, Μπέιλι, όχι να αισθάνεστε τύψεις». «Ναι, έτσι μου λέει ο Κέιντ. Αλλά, βλέπετε, είχα κάποτε την ψευδαίσθηση πως ήμασταν μια οικογένεια. Καθίστε, θα φέρω τα Αστέρια». Ο Σεθ προχώρησε μέσα στο εργαστήριο, κοίταξε τον εξοπλισμό και τον μακρύ πάγκο. Του κέντρισαν το ενδιαφέρον, οπότε πλησία­ σε πιο κοντά και εξέτασε τα γυαλιστερά χρωματιστά πετράδια, τις πλεξούδες του χρυσού. Θα γινόταν κολιέ, συνειδητοποίησε, σέρ­ νοντας το δάχτυλό του στη μεταξένια αλυσίδα. Κάτι εντυπωσιακό, σχεδόν παγανιστικό. «Το είχα ανάγκη να εργαστώ ξανά», είπε εκείνη από πίσω του. «Να κάνω κάτι... διαφορετικό, κάτι δικό μου, πριν καταπιαστώ πάλι μ’ αυτά». Άφησε κάτω ένα κουτάκι με επένδυση που είχε μέσα τα τρία διαμάντια. «Δικό σας σχέδιο;» τη ρώτησε ο Σεθ, δείχνοντας το κόσμημα στον πάγκο. «Ναι. Τα βλέπω με το νου μου. Δεν ξέρω καθόλου να ζωγραφί­ ζω, αλλά τα φαντάζομαι. Ή θελα να φτιάξω κάτι για την Εμ-Τζέι και για την Γκρέις για να...» Αναστέναξε και κάθισε στο ψηλό σκαμπό. «Ας πούμε για να γιορτάσουμε το ότι ζήσαμε». «Και αυτό εδώ είναι για την Γκρέις». «Ναι». Χαμογέλασε, ευχαριστημένη που εκείνος το είχε κα­ ταλάβει. «Φαντάζομαι κάτι πιο απλό για την Εμ-Τζέι. Αλλά αυτό


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

63

ταιριάζει στην Γκρέις». Απόθεσε προσεκτικά το ημιτελές κόσμημα σε ένα δίσκο και έσπρωξε το κουτάκι με τα Τρία Αστέρια ανάμεσά τους. «Δε σταματούν να με εντυπωσιάζουν. Κάθε φορά που τα βλέ­ πω, μένω άναυδη». «Πότε θα τα τελειώσετε;» «Μόλις είχα ξεκινήσει όταν... όταν αναγκάστηκα να σταματή­ σω». Ξερόβηξε. «Έχω εξακριβώσει τη γνησιότητά τους. Είναι γα­ λάζια διαμάντια. Αλλά και το μουσείο και η ασφαλιστική εταιρεία θέλουν πιο συγκεκριμένη εξακρίβωση. Θα τους κάνω διάφορες άλ­ λες εξετάσεις πέρα απ’ ό,τι έχω ήδη ξεκινήσει ή ολοκληρώσει. Ένας μεταλλουργός εξετάζει το τρίγωνο, αλλά σε μια δυο μέρες θα το πά­ ρω για να το μελετήσω κι εγώ. Σε μια βδομάδα το πολύ θα μπορούν να επιστραφούν στο μουσείο». Ο Σεθ έπιασε ένα πετράδι από το κουτί και με το που βρέθηκε στο χέρι του, κατάλαβε πως ήταν αυτό που είχε η Γκρέις. Είπε στον εαυτό του πως ήταν αδύνατο. Το άπειρο μάτι του δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το ένα πετράδι απ’ τα άλλα. Ωστόσο την ένιωσε πάνω στο πετράδι. Μέσα του. «Θα σας είναι δύσκολο να τα αποχωριστείτε;» «Θα έπρεπε να πω όχι, ύστερα απ’ ό,τι έγινε τις τελευταίες ημέ­ ρες. Αλλά ναι, θα δυσκολευτοδ». Τα μάτια της Γκρέις είχαν αυτό το χρώμα, συνειδητοποίησε ο Σεθ. Δεν ήταν ζαφειρένια, αλλά γαλάζια σαν το σπάνιο, πανίσχυρο διαμάντι. «Θα σκότωνε κανείς γ ι’ αυτό», είπε σιγανά, κοιτάζοντας το πε­ τράδι στο χέρι του. «Θα έδινε και τη ζωή του». Ύστερα, ενοχλη­ μένος με τον εαυτό του, άφησε το πετράδι πάλι κάτω. «Οι θετοί αδερφοί σας είχαν έναν πελάτη». «Ναι, ανέφεραν έναν πελάτη, γ ι’ αυτόν τσακώθηκαν. Ο Τόμας ήθελε να πάρει τα χρήματα, την αρχική προκαταβολή, και να το σκάσει». Τα χρήματα τα εξέταζαν τώρα, μα δεν υπήρχε μεγάλη ελπίδα να βρεθεί η πηγή τους. «Ο Τίμοθι είπε στον Τόμας πως ήταν ανόητος, ότι δε θα κατάφερνε να ξεφύγει. Ό τι αυτός - ο πελάτης- θα τον έβρισκε. Δεν είναι καν άνθρωπος. Έ τσι είπε ο Τίμοθι. Φοβόντουσαν και οι δυο, τους είχε πιάσει τρόμος και ήταν ικανοί για όλα». «Τα βρήκαν μπαστούνια».


64

N

ora

R oberts

«Ναι, πάρα πολύ». «Θα πρέπει να είναι συλλέκτης. Κανείς δε θα μπορούσε να με­ ταπουλήσει αυτά τα πετράδια». Ο Σεθ κοίταξε τους πολύτιμους λί­ θους που λαμποκοπούσαν μέσα στους δίσκους τους σαν όμορφα αστέρια. «Αγοράζετε και πουλάτε σε συλλέκτες πολύτιμων λίθων». «Ναι -ό χ ι βέβαια στην κλίμακα των Τριών Αστεριών, αλλά ναι». Η Μπέιλι έσυρε αφηρημένα τα δάχτυλά της ανάμεσα στα μαλλιά της. «Ένας πελάτης μπορεί να έρθει σ ’ εμάς με κάποιο πετράδι ή για να ζητήσει κάποιο. Αγοράζουμε επίσης πολύτιμους λίθους, με συγκεκριμένους πελάτες κατά νου». «Εχετε λίστα πελατών, επομένως; Ονόματα, προτιμήσεις;» «Ναι, και αρχεία για το τι αγόρασε ή πούλησε ο κάθε πελάτης». Άρπαξε σφιχτά τα χέρια της. «Ο Τόμας θα τα είχε, στο γραφείο του. Ο Τίμοθι θα είχε αντίγραφα στο δικό του. Θα σας τα βρω». Ο Σεθ την άγγιξε απαλά στον ώμο και δεν την άφησε να σηκωθεί από το σκαμπό. «Θα τα πάρω εγώ». Εκείνη ξεφύσηξε ανακουφισμένη. Ακόμα δεν είχε βρει το κου­ ράγιο να ανξβει επάνω, να μπει στο δωμάτιο όπου είχε δει το φόνο. «Ευχαριστώ». Ο Σεθ έβγαλε το μπλοκάκι του. «Αν σας ζητούσα να μου πείτε τους μεγαλύτερους συλλέκτες πολύτιμων λίθων, τους μεγαλύτε­ ρους πελάτες σας, ποια ονόματα σας έρχονται στο νου;» «Α». Η Μπέιλι αυτοσυγκεντρώθηκε, δαγκώνοντας τα χείλη της. «Πίτερ Μόρισον στο Λονδίνο, Σίλβια Σμάιθ-Σίμονς από Νέα Υόρκη, Χένρι και Λόρα Μάλερ εδώ στην Ουάσινγκτον, Μάθιου Γουολίνσκι στην Καλιφόρνια. Και ο Τσαρλς Βαν Χορν επίσης εδώ στην Ουάσινγκτον, υποθέτω, αν και είναι καινούριος. Του πουλήσαμε τρία ωραιότατα πετράδια τα τελευταία δύο χρόνια. Το ένα ήταν ένα καταπληκτικό οπάλιο που λιμπιζόμουν. Ακόμα ελπίζω να με αφήσει να του φτιάξω ένα δέσιμο. Έχω ένα σχέδιο στο μυαλό μου...» Ξαφνικά σώπασε όταν συνειδητοποίησε γιατί τη ρωτούσε εκεί­ νος. «Υπαστυνόμε, τους ξέρω αυτούς τους ανθρώπους. Τους έχω μιλήσει προσωπικά. Οι Μάλερ ήταν φίλοι του πατριού μου. Η κυ­ ρία Σμάιθ-Σίμονς είναι πάνω από ογδόντα χρονών. Κανείς τους δεν είναι κλέφτης». Ο Σεθ δε σήκωσε καν το βλέμμα του, μόνο συνέχισε να γρά­ φει. «Τότε θα μπορέσουμε να τους διαγράψουμε από τη λίστα. Στην


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

65

έρευνα είναι λάθος να αποδέχεσαι τα πράγματα όπως φαίνονται, δεσποινίς Τζέιμς. Αρκετά λάθη έχουν γίνει ως τώρα». «Με τα δικά μου πρώτα απ’ όλα», παραδέχτηκε η Μπέιλι και έσπρωξε το ανέγγιχτο αναψυκτικό της στην άκρη. «Έπρεπε να εί­ χα πάει κατευθείαν στην αστυνομία. Να είχα δώσει στις Αρχές τις πληροφορίες μου -ή , τουλάχιστον, να τους είχα πει τις υποψίες μου. Πολλοί άνθρωποι θα ήταν ακόμα ζωντανοί αν το είχα κάνει». «Είναι πιθανό, μα όχι δεδομένο». Τώρα ο Σεθ σήκωσε το βλέμ­ μα του και πρόσεξε τη βασανισμένη έκφραση στα απαλά καστανά της μάτια. Τη συμπόνεσε. «Το ξέρατε ότι ο θετός αδερφός σας δεχό­ ταν εκβιασμό από έναν εγγυητή δεύτερης κατηγορίας;» «Όχι», μουρμούρισε εκείνη. «Το ξέρατε ότι κάποιος κινούσε τα νήματα κι αυτός έκανε το θετό αδερφό σας να γίνει φονιάς;» Η Μπέιλι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και δάγκωσε τα χείλη της. «Όλα αυτά που δεν ήξερα ήταν το πρόβλημα, έτσι δεν είναι; Έβαλα σε τρομερό κίνδυνο τα δύο πιο αγαπημένα μου πρόσωπα στον κόσμο και μετά τις ξέχασα». «Η αμνησία δεν είναι θέμα επιλογής, συμβαίνει. Και οι φίλες σας τα έβγαλαν πέρα. Ακόμα το κάνουν... είδα, μάλιστα, τη δεσποι­ νίδα Φοντέιν σήμερα το πρωί. Δε μου φαίνεται να έπαθε τίποτε». Η Μπέιλι πρόσεξε τον περιφρονητικό του τόνο και στράφηκε προς το μέρος του. «Δεν την καταλαβαίνετε. Νόμιζα ότι ένας άν­ θρωπος που κάνει τη δουλειά που κάνετε θα έβλεπε πιο καθαρά». Του Σεθ του φάνηκε πως διέκρινε μια υποψία οίκτου στη φωνή της και δεν του άρεσε. «Πάντα πίστευα πως ήμουν διορατικός». «Σπάνια είναι διορατικός ο κόσμος σε σχέση με την Γ κρέις. Βλέ­ πουν μονάχα ό,τι τους αφήνει να δουν -εκτός κι αν ενδιαφέρονται για κείνη και κοιτάξουν τι έχει μέσα της. Είναι ο πιο μεγαλόψυχος άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ». Η Μπέιλι διέκρινε μια υποψία δυσπιστίας στα μάτια του και φούντωσε. Θυμωμένη, σηκώθηκε από το σκαμπό. «Δεν ξέρετε τί­ ποτα γι’ αυτήν, μα την έχετε ήδη απορρίψει. Μπορείτε να συλλάβετε τι περνάει τώρα; Δολοφονήθηκε η ξαδέρφη της και μάλιστα στη θέση της». «Δε φταίει εκείνη». «Εύκολο να το λέτε. Αλλά εκείνη θα κατηγορήσει τον εαυτό της,


66

N ora R oberts

το ίδιο και οι συγγενείς της. Είναι εύκολο να κατηγορεί κανείς την Γκρέις». «Εσείς δεν την κατηγορείτε». «Όχι, επειδή τη γνωρίζω. Και ξέρω ότι αντιμετωπίζει αντιλήψεις σαν τη δική σας σχεδόν όλη της τη ζωή. Και τις αντιμετωπίζει με το να κάνει ό,τι θέλει, γιατί ό,τι κι αν κάνει, αυτές οι αντιλήψεις σπάνια αλλάζουν. Αυτή τη στιγμή, είναι με τη θεία της, φαντάζομαι, και δέχεται το σύνηθες ψυχολογικό ξυλοκόπημα». Είχε αρπαχτεί και μιλούσε με πάθος. «Απόψε, θα γίνει λειτουρ­ γία στη μνήμη της Μελίσα και οι συγγενείς θα τα βάλουν μαζί της, όπως κάνουν πάντα». «Γιατί τα βάζουν μαζί της;» «Γιατί είναι η αγαπημένη τους ασχολία». Έχοντας εξαντλήσει το θυμό της, γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε τα Τρία Αστέρια. Αγάπη, γνώση, μεγαλοψυχία, σκέφτηκε. Γιατί είχαν έλλειμμα στον κόσμο; «Ίσως θα ’πρεπε να της ρίξετε άλλη μια ματιά, υπαστυνόμε Μπιουκάναν». Της είχε ήδη ρίξει πολλές ματιές, αποφάσισε ο Σεθ. Και έχανε το χρόνο του. «Σίγουρα εμπνέει αφοσίωση στις φίλες της», σχολίασε. «Θα πάω να βρω τις λίστες που μου είπατε». «Τον ξέρετε το δρόμο». Διώχνοντάς τον, ουσιαστικά, η Μπέιλι πήρε τα πετράδια και τα μετέφερε πίσω στο χρηματοκιβώτιο.

Η Γ κρέις ήταν ντυμένη στα μαύρα, μα η διάθεσή της δεν ήταν καθό­ λου πένθιμη. Ή ταν έξι το απόγευμα και είχε αρχίσει ένα ψιλοβρόχι. Που απ’ ό,τι φαινόταν θα μετέτρεπε την πόλη σε μια τεράστια σά­ ουνα αντί να τη δροσίσει. Ο πονοκέφαλος που την τριγύριζε ύπουλα εδώ και ώρες έδειξε τα δόντια του στην ασπιρίνη που είχε πάρει η Γ κρέις και ξέσπασε, άγριος κι ανυπόφορος. Της έμενε μια ώρα μέχρι την αγρυπνία για τη νεκρή, την οποία είχε κανονίσει μόνη της στα γρήγορα, επειδή έτσι είχε απαιτήσει η θεία της. Η Έλεν Φοντέιν αντιμετώπιζε το πένθος της με τον δικό της τρόπο -όπω ς έκανε και με καθετί άλλο. Σε αυτή την περίπτωση, η αντιμετώπισή της ήταν να κοιτάξει ψυχρά και ξερά την Γ κρέις, δείχνοντας πως την κατηγορούσε. Να αρνηθεί τη συμπαράσταση και τη συμπόνια της. Και να απαιτήσει να γίνουν αμέσως λειτουργίες, με έξοδα και πρωτοβουλία της Γκρέις.


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

67

Θα έρχονταν από παντού, σκέφτηκε η Γκρέις καθώς περκρερόταν στη μεγάλη, άδεια αίθουσα, με τα πολυάριθμα λουλούδια, τις χοντρές κόκκινες κουρτίνες, την παχιά μοκέτα. Επειδή έτσι ήταν αναμενόμενο, επειδή τέτοια πράγματα πάντα έβγαιναν στις ειδή­ σεις. Και οι Φοντέιν δεν έδιναν ποτέ την παραμικρή αφορμή στα μέσα ενημέρωσης. Εκτός, φυσικά, από την ίδια την Γ κρέις. Δεν είχε δυσκολευτεί να κανονίσει τα απαραίτητα για το γραφείο τελετών, τη μουσική, τα λουλούδια, τα καλόγουστα καναπεδάκια. Το είχε τακτοποιήσει με μερικά τηλεφωνήματα και επικαλούμενη το όνομα Φοντέιν. Τη φωτογραφία την είχε φέρει η ίδια ηΈ λεν, μια μεγάλη έγχρωμη σε αστραφτερή ασημένια κορνίζα που κοσμούσε τώρα ένα γυαλιστερό μαονένιο τραπέζι, με κόκκινα τριαντάφυλλα απ’ αυτά που άρεσαν στη Μελίσα δεξιά κι αριστερά της. Δε θα υπήρχε σορός για να δει ο κόσμος. Η Γ κρέις είχε κανονίσει να αποδεσμεύσει το νεκροτομείο τη σορό της Μελίσα, είχε ήδη γράψει την επιταγή για την αποτέφρωση και την τεφροδόχο που είχε διαλέξει η θεία της. Δεν είχε εισπράξει ούτε ένα ευχαριστώ. Ούτε και το περίμενε. Έ τσι ήταν από τη στιγμή που είχε γίνει κηδεμόνας της η Έλεν. Της είχε παραχωρήσει τα προς το ζην -σ ε στυλ Φοντέιν. Υπέροχα σπίτια σε κάμποσες χώρες για να μένει, εκλεκτό φαγητό, καλόγου­ στα ρούχα, εξαιρετική μόρφωση. Και της έλεγε, συνεχώς, πώς να τρώει, πώς να ντύνεται, πώς να φέρεται, ποιοι ήταν κατάλληλοι για φίλοι της και ποιοι δεν ήταν. Της υπενθύμιζε, αδιάκοπα, πόσο τυχερή ήταν -χω ρίς να της αξίζει- που είχε τέτοια οικογένεια να τη στηρίζει. Και η ξαδέρφη της, την οποία είχε έρθει απόψε να πενθήσει, την τυραννούσε αμείλικτα, επειδή ήταν ορφανή και εξαρτημένη. Επειδή ήταν η Γ κρέις. Εκείνη είχε εξεγερθεί απέναντι σε όλα, απέναντι σε κάθε απαί­ τηση. Είχε αρνηθεί να γίνει βολική, πειθήνια, προβλέψιμη. Ο πόνος της για τους γονείς της είχε εξασθενίσει τελικά και μαζί του και η τρομερή ανάγκη της ως παιδιού να την αγαπήσουν και να την απο­ δεχτούν. Είχε δώσει στον Τύπο μπόλικες αφορμές για να τη συζητά. Ξέ­ φρενα πάρτι, απερίσκεπτες ερωτικές σχέσεις, απεριόριστα έξοδα.


68

N ora Roberts

Όταν δεν την ανακούφισε ούτε αυτό, είχε βρει κάτι άλλο. Κάτι που τη γέμιζε και την έκανε να αισθάνεται άνθρωπος. Και είχε βρει την Γ κρέις. Απόψε, θα έδινε την εντύπωση που είχε σχηματίσει γι’ αυτήν η οικογένειά της. Και θα άντεχε τις επόμενες ατελείωτες ώρες κρατώ­ ντας τους σε απόσταση. Κάθισε βαριά σε έναν καναπέ με παχιά βελούδινα μαξιλάρια. Είχε τρομερό πονοκέφαλο και ένα σφίξιμο στο στομάχι της. Κλεί­ νοντας τα μάτια της, προσπάθησε να χαλαρώσει. Θα περνούσε αυτή την τελευταία ώρα μόνη της καυθα προετοιμαζόταν για τα υπόλοιπα. Μα πάνω που πήρε μια δεύτερη ανάσα για να ηρεμήσει, άκουσε πνιχτά βήματα στην παχιά μοκέτα. Οι ώμοι της έγιναν πέτρα και η ραχοκοκαλιά της τσιτώθηκε. Άνοιξε τα μάτια της. Και είδε την Μπέιλι και την Εμ-Τζέι. Γεμάτη ανακούφιση, άφησε πάλι τα μάτια της να κλείσουν. «Σας είπα να μην έρθετε». «Ναι, λες και θα σ ’ ακούγαμε». Η Εμ-Τζέι κάθισε δίπλα της και της έπιασε το χέρι. «Ο Κέιντ και ο Τζακ παρκάρουν το αυτοκίνητο». Η Μπέιλι κά­ θισε δίπλα της από την άλλη μεριά και της έπιασε το άλλο χέρι. «Πώς είσαι;» «Καλύτερα». Δάκρυα έτσουξαν τα μάτια της και έσφιξε τα χέρια των φιλενάδων της. «ΓΙολύ καλύτερα τώρα».

Σε μια μεγάλη έπαυλη όχι πολλά χιλιόμετρα μακριά από εκεί που καθόταν η Γκρέις με τις αγαπημένες της φίλες, ένας άντρας κοιτού­ σε τη βροχή. Όλοι είχαν αποτύχει, σκέφτηκε. Πολλοί απ’ αυτούς τις είχαν πληρώσει τις αποτυχίες τους. Μα η εκδίκηση δεν μπορούσε να υποκαταστήσει τα Τρία Αστέρια. Μια μικρή καθυστέρηση ήταν μόνο, παρηγόρησε τον εαυτό του. Τα Αστέρια ήταν δικά του, ήταν γραφτό να γίνουν δικά του. Τα είχε δει στον ύπνο του, τα είχε κρατήσει στα χέρια του στα όνειρά του. Μερικές φορές τα χέρια ήταν ανθρώπινα, άλλες όχι, μα ήταν πάντα τα δικά του χέρια. Ί Ιπιε μια γουλιά κρασί, κοιτάζοντας τη βροχή, και αναλογίστηκε τι επιλογές είχε.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέρι

69

Τα σχέδιά του είχαν αναβληθεί εξαιτίας τριών γυναικών. Ή ταν εξευτελιστικό και θα το πλήρωναν ακριβά που τον εξευτέλισαν. Οι Σαλβίνι είχαν πεθάνει -Μ πέιλι Τζέιμς. Οι βλάκες που είχε προσλάβει για να βρουν το δεύτερο Αστέρι είχαν πεθάνει -Εμ-Τζέι Ο ’Λίρι. Ο άντρας που είχε στείλει με την εντολή να του φέρει το τρίτο Αστέρι πάση θυσία είχε πεθάνει -Γκρέις Φοντέιν. Και χαμογέλασε. Αυτό τον ανόητο ψεύτη τον είχε βγάλει ο ίδιος από τη μέση. Του είχε πει πως είχε συμβεί ένα ατύχημα, ότι η γυ­ ναίκα τού είχε αντισταθεί, το έβαλε στα πόδια και έπεσε και σκο­ τώθηκε. Του είχε πει πως είχε ψάξει και την παραμικρή γωνιά του σπιτιού χωρίς να βρει το πετράδι. Τον είχε εκνευρίσει αυτή η αποτυχία, αλλά μετά ανακάλυψε επι­ πλέον πως είχε πεθάνει άλλη γυναίκα κι ότι ο ανόητος είχε κλέψει χρήματα και κοσμήματα χωρίς να του το πει. Α, τέτοια απιστία από συνεργάτη του δεν την ανεχόταν. Χαμογελώντας ονειροπόλα, έβγαλε από την τσέπη του ένα αστραφτερό διαμαντένιο σκουλαρίκι. Το φορούσε η Γ κρέις Φοντέιν στο ωραίο αυτάκι της, συλλογίστηκε. Εκείνος το φύλαγε τώρα για γούρι ενώ μελετούσε ποιες θα ήταν οι επόμενες κινήσεις του. Του έμεναν λίγες ημέρες μονάχα μέχρι να επιστρέφουν τα Αστέ­ ρια στο μουσείο. Θα χρειαζόταν μήνες, αν όχι χρόνια, σχεδιασμού για να τα αποσπάσει από εκείνες τις σεβαστές αίθουσες. Και δεν είχε σκοπό να περιμένει. Ίσω ς να είχε αποτύχει επειδή είχε φερθεί με μεγάλη επιφύλαξη και είχε κρατηθεί σε απόσταση από τα γεγολ'ότα. Ίσως οι θεοί να απαιτούσαν ένα πιο προσωπικό ρίσκο. Μια μεγαλύτερη ανάμειξη. Ή ταν καιρός, αποφάσισε, να ξεπροβάλει από τις σκιές, να συνα­ ντήσει. από κοντά τις γυναίκες που του είχαν στερήσει τα αγαθά του. Χαμογέλασε ξανά, ενθουσιασμένος με την ιδέα, γεμάτος χαρά για τις προοπτικές που του ανοίγονταν. Όταν ακούστηκε το χτύπημα στην πόρτα, απάντησε με καλή δι­ άθεση. «Περάστε». Ο μπάτλερ, με αυστηρή κι επίσημη μαύρη στολή, ίσα που διάβηκε το κατώφλι. Η φωνή του ήταν μονότονη. «Με συγχωρείτε, κύριε πρέσβη. Έ φτασαν οι καλεσμένοι σας». «Πολύ καλά». Ή πιε την τελευταία γουλιά από το κρασί του και


70

N ora R oberts

άφησε το άδειο κρυστάλλινο ποτήρι σε ένα τραπέζι. «Κατεβαίνω αμέσως». Όταν έκλεισε η πόρτα, πήγε στον καθρέφτη κι επιθεώρησε το άψογο σμόκιν του, τις μανσέτες με τα αστραφτερά διαμαντάκια, το λαμπερό λεπτό χρυσό ρολόι στον καρπό του. Ύστερα εξέτασε το πρόσωπό του -το ομαλό περίγραμμα, το περιποιημένο, χλομό χρυσαφένιο δέρμα του, την αριστοκρατική μύτη, τα σφιχτά, αν και κάπως λεπτά, χείλη. Χάιδεψε τα καλοχτενισμένα μαύρα μαλλιά του με τις ασημιές ανταύγειες. Ύστερα, αργά, και χαμογελαστά, αντάμωσε το βλέμμα του. Μ ά­ τια γαλανά, ωχρά και σχεδόν διάφανα του ανταπέδωσαν το χαμόγε­ λο. Οι καλεσμένοι του θα έβλεπαν ό,τι κι αυτός, έναν περιποιημένο άντρα πενήντα δύο χρονών, ευρυμαθή και μορφωμένο, ευγενικό και μειλίχιο. Δε θα καταλάβαιναν τις σκευωρίες που έκρυβε στην καρ­ διά του. Δε θα έβλεπαν ότι τα χέρια του ήταν βαμμένα με αίμα, παρ’ όλο που είχε σκοτώσει κάποιον με τα ίδια του τα χέρια πριν από ένα μόλις εικοσιτετράωρο. Η θύμηση του έφερε μονάχα ευχαρίστηση και αγαλλίασε με τη σκέψη ότι σύντομα θα δειπνούσε με την αφρόκρεμα της κοινωνίας. Και μπορούσε να σκοτώσει όποιον απ’ αυτούς ήθελε, ατιμωρητί. Γέλασε μοναχός του -ένα σιγανό, σαγηνευτικό γελάκι με φρικιαστικούς τόνους. Βάζοντας πάλι το σκουλαρίκι στην τσέπη του, βγήκε από το δωμάτιο. Ο πρέσβης ήταν παράφρονας.


Κεφάλαιο 5

Τ ο πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ο Σεθ όταν μπήκε στο γραφείο τελετών ήταν ότι έμοιαζε περισσότερο με πληκτικό κοκτέιλ πάρτι παρά με μνημόσυνο. Ο κόσμος στεκόταν ή καθόταν παρέες παρέες και πολλοί απ’ αυτούς τσιμπολογούσαν καναπεδάκια ή έπιναν κρα­ σί. Μαζί με τις χαμηλές νότες από μια σπουδή για πιάνο του Σοπέν, ακούγονταν μουρμουρητά. Και πότε πότε κανένα γελάκι. Κλάματα δεν άκουσε. Τα φώτα ήταν χαμηλωμένα ως ένδειξη σεβασμού και αναδείκνυαν τις λάμψεις από πετράδια και χρυσαφικά. Τα αρώματα των λουλουδιών αναμειγνύονταν με τα αρώματα που φορούσαν και οι άντρες και οι γυναίκες. Ο Σεθ είδε πρόσωπα κομψά και βαριεστημένα. Θλίψη δεν είδε. Είδε όμως την Γκρέις. Στεκόταν και κοιτούσε στα μάτια έναν ψηλό, λεπτό άντρα που το χρυσαφένιο του μαύρισμα αναδείκνυε τα χρυσαφένια μαλλιά και τα καταγάλανα μάτια του. Αυτός της είχε πιάσει το ένα χέρι και της χαμογελούσε αφοπλιστικά. Έδειχνε να μιλά γρήγορα, με πειστικό ύφος. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της, ακούμπησε το χέρι της στο στήθος του και τον άφησε να την οδηγή­ σει σε έναν προθάλαμο. Ο Σεθ σούφρωσε αμέσως τα χείλη του περιφρονητικά. Μια κη­ δεία δεν ήταν μέρος για φλερτ. «Μπιουκάναν». Ο Τζακ Ντακότα ήρθε κοντά του. Έριξε μια μα­ τιά τριγύρω στην αίθουσα και έχωσε τα χέρια στις τσέπες του κο­ στουμιού που ευχόταν διακαώς να βρισκόταν ακόμα στην ντουλάπα του, αντί να το φοράει. «Φοβερό πάρτι».


72

N ora R oberts

Ο Σεθ είδε δυο γυναίκες να ανταλλάσσουν φιλιά στον αέρα. «Έτσι φαίνεται». «Κανένας λογικός άνθρωπος δε θα ’ρχόταν ακάλεστος». «Για δουλειά ήρθα», του απάντησε λακωνικά ο Σεθ. Δουλειά που θα μπορούσε να την αφήσει για το επόμενο πρωί, υπενθύμισε στον εαυτό του. Να την αναβάλει. Τον ενοχλούσε που είχε κάνει αυτή την παράκαμψη, που σκεφτόταν την Γκρέις -ή , μάλλον, που δεν μπορούσε να τη βγάλει απ’ το νου του. Έβγαλε από την τσέπη του μια φωτογραφία από τα αρχεία της αστυνομίας και την έδωσε στον Τζακ. «Τον αναγνωρίζεις;» Ο Τζακ κοίταξε σκεφτικός τη φωτογραφία. Κομψός τύπος, σκέ­ φτηκε. Ψιλοέδειχνε Ευρωπαίος, με τα στιλπνά μαύρα μαλλιά, τα σκούρα καστανά μάτια και τα λεπτά χαρακτηριστικά. «Όχι. Είναι σαν μοντέλο για διαφήμιση κολόνιας». «Δεν τον είδες κατά τη διάρκεια των καταπληκτικών περιπετει­ ών σου το Σαββατοκύριακο;» Ο Τζακ έριξε μια τελευταία, πιο προσεκτική ματιά και του έδωσε πίσω τη φωτογραφία. «Όχι. Ποια είναι η σχέση του με την υπόθεση;» «Έχει αφήσει ένα σωρό δακτυλικά αποτυπώματα στο σπίτι στο Ποτόμακ». Αυτό κίνησε το ενδιαφέρον του Τζακ. «Αυτός σκότωσε την ξαδέρφη;» Ο Σεθ αντάμωσε ψυχρά το βλέμμα του. «Δεν το έχουμε εξακρι­ βώσει ακόμα». «Ασε το ποιηματάκι της αστυνομίας, Μπιουκάναν. Τι είπε ο τύ­ πος; Πέρασε να πουλήσει ηλεκτρικές σκούπες;» «Δεν είπε τίποτα. Τον βρήκαμε μπρούμυτα στο ποτάμι». Ο Τζακ βλαστήμησε και ξανάριξε μια γρήγορη ματιά τριγύρω στην αίθουσα. Όταν εντόπισε την Εμ-Τζέι κοντά στον Κέιντ, χαλά­ ρωσε κάπως. «Θα έχει συνωστισμό στο νεκροτομείο. Πώς τον λένε;» Ο Σεθ ετοιμάστηκε να αγνοήσει την ερώτηση. Δεν έτρεφε καμιά συμπάθεια για τα παρα-αστυνομικά επαγγέλματα. Μα δε χωρούσε αμφιβολία ότι ο κυνηγός επικηρυγμένων και ο ιδιωτικός ντετέκτιβ ήταν ήδη ανακατεμένοι στην υπόθεση. Και δε γινόταν να το αποφύγει, είπε στον εαυτό του. «Κάρλο Μοντούρι». μ< ηίιε τ' όνομά του μου λέει τίποτα». (> Σι,Ι) δεν περίμενε. κάτι διαφορετικό, αλλά η αστυνομία-σε αρ­


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

73

κετές ηπείρους- το γνώριζε αυτό το όνομα. «Δεν είναι στα κυβικά σου, Ντακότα. Αυτοί οι τύποι έχουν μεγαλοδικηγόρους, δεν πάνε στον εγγυητή της γειτονιάς για να αφεΟούν ελεύθεροι». Καθώς μιλούσε, ο Σεθ σάρωνε με τα μάτια του την αίθουσα σαν αστυνομικός, από γωνιά σε γωνιά, παρατηρώντας κάθε λε­ πτομέρεια, τη γλώσσα του σώματος των παρευρισκόμενων, την ατμόσφαιρα. «Πριν κάνει την τελευταία βουτιά του, ήταν ακριβο­ πληρωμένος μπράβος. Δούλευε μόνος του, γιατί δεν του άρεσε να μοιράζεται τη διασκέδασή του». «Τι γνωριμίες είχε στην περιοχή;» «Το ερευνάμε». Ο Σεθ είδε την Γκρέις να βγαίνει από τον προθάλαμο. Ο άντρας που ήταν μαζί της είχε το χέρι του περασμένο στους ώμους της, την έσφιξε με οικειότητα στην αγκαλιά του και τη φίλησε. Μια έντο­ νη οργή φούντωσε στα σωθικά του Σεθ και εκτινάχτηκε μέχρι την καρδιά του. «Με συγχωρείς». Η Γ κρέις τον είδε αμέσως να διασχίζει την αίθουσα. Μουρμού­ ρισε κάτι στον άντρα που ήταν δίπλα της, ξεγλίστρησε από την αγκαλιά του και τον έδιωξε. Ορθώνοντας την πλάτη της, χαμογέ­ λασε ανέμελα. «Υπαστυνόμε, δε σε περιμέναμε». «Συγνώμη που εισέβαλα στο...»Έ ριξε μια ματιά προς το μορφο­ νιό, που έβαζε ένα ποτήρι κρασί, «...πένθος σου». Ο σαρκασμός του τη χτύπησε σαν χαστούκι, μα η Γ κρέις δε μόρ­ φασε καν. «Φαντάζομαι πως είχες λόγο που ήρθες». «Θα ήθελα να σε απασχολήσω λίγο -ιδιαιτέρως». «Φυσικά». Γύρισε για να τον οδηγήσει έξω και βρέθηκε φάτσα με φάτσα με τη θεία της. «ΘείαΈλεν». «Αν μπορείς να ξεκολλήσεις από τους θαυμαστές σου», της είπε ψυχρά η Έλεν, «θέλω να σου μιλήσοι». «Με συγχωρείς», είπε η Γκρέις στον Σεθ και μπήκε πάλι στον προθάλαμο. Ο Σεθ σκέφτηκε να απομακρυνθεί, να τις αφήσει μόνες τους. Ωστόσο παρέμεινε στη θέση του, δυο βήματα από την πόρτα. Είπε στον εαυτό του ότι στις έρευνες για φόνους δε χωρούσαν ευαισθη­ σίες. Αν και οι γυναίκες μιλούσαν χαμηλόφωνα, τις άκουγε και τις δυο αρκετά καθαρά.


74

N o ra R oberts

«Υποθέτω πως έχεις σπίτι σου τα πράγματα της Μελίσα». «Δεν ξέρω. Ακόμα δεν έχω καταφέρει να κοιτάξω καλά σ ’ όλο το σπίτι». Η Έλεν δεν είπε τίποτα για μια στιγμή, μόνο περιεργάστηκε ψυ­ χρά την ανιψιά της με τα γαλανά της μάτια. Το πρόσωπό της ήταν λείο και δε φαίνονταν σημάδια πένθους στο προσεκτικό μακιγιάζ της. Τα μαλλιά της ήταν στιλπνά, ξανοιγμένα σε μια καλόγουστη, ωχρή ξανθή απόχρωση. Τα χέρια της είχαν προσεγμένο μανικιούρ και στα δάχτυλά της λαμποκοπούσαν η διαμαντένια βέρα που εξα­ κολουθούσε να φοράει, αν και η μόνη της σχέση με το σύζυγό της δέκα χρόνια τώρα ήταν πως είχε το όνομά του, και ένα τετράγωνο ζαφείρι που της είχε δώσει ο τελευταίος της εραστής. «Αποκλείεται να ήρθε η Μελίσα σπίτι σου χωρίς τσάντα. Θέλω τα πράγματά της, Γκρέις. Όλα της τα πράγματα. Δε θα κρατήσεις τίποτα δικό της». «Ποτέ δεν ήθελα τίποτα δικό της, θεία Έλεν». «Αλήθεια;» της είπε ξερά η θεία της, με έναν τόνο σαν καμτσί­ κια. «Λες ότι δε μου έλεγε πως είχες σχέση με τον άντρα της;» Η Γκρέις αναστέναξε απλώς. Ή ταν καινούριο τούτο, μα δυστυ­ χώς πολύ κλασικό. Ο γάμος της Μελίσα είχε αποτύχει, δημοσίως. Επομένως, πρέπει να έφταιγε κάποιος άλλος. Πρέπει να έφταιγε η Γ κρέις. «Δεν είχα σχέση με τον Μπόμπι. Ούτε πριν, ούτε κατά τη διάρ­ κεια, ούτε μετά το γάμο τους». «Και ποιον νομίζεις ότι θα πιστέψω; Εσένα ή την ίδια μου την κόρη;» Η Γκρέις έγειρε λοξά το κεφάλι της και χαμογέλασε ειρωνικά. «Α, μα την ίδια σου την κόρη, φυσικά. Όπως πάντα». «Πάντα ήσουν ύπουλη και ψεύτρα. Πάντα ήσουν αχάριστη, ανέ­ λαβα την ευθύνη σου από οικογενειακό καθήκον κι εσύ δεν πρόσφερες ποτέ τίποτα. Ή σουν κακομαθημένη και ξεροκέφαλη όταν σε έβαλα στο σπίτι μου και δεν άλλαξες ποτέ». Το στομάχι της Γκρέις ανακατεύτηκε άσχημα. Για να αμυνθεί, χαμογέλασε κι ανασήκωσε τους ώμους της. Με μια εσκεμμένα ανέ­ μελη κίνηση, έσιαξε τα μαλλιά της που ήταν πλεγμένα σε έναν όμορ­ φο κότσο στο σβέρκο της. «Ναι, δεν άλλαξα. Μια ζωή σε απογοήιευα και θα σε απογοητεύω, θεία Έλεν». «Ιίξαιτίας σου πέθανε η κόρη μου. Θα ζούσε αλλιώς».


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

75

Η Γκρέις προσπάθησε να μουδιάσει την καρδιά της. Μα αισθα­ νόταν έναν πόνο, ένα κάψιμο. «Ναι, έχεις δίκιο». «Την είχα προειδοποιήσει για σένα, της έλεγα ξανά και ξανά τι κουμάσι ήσουν. Μα εσύ τη δελέαζες συνεχώς, εκμεταλλευόσουν τη στοργή της». «Στοργή, θείαΈ λεν;» Η Γκρέις μισογέλασε και έπιασε το αρι­ στερό μηλίγγι της που την πονούσε. «Ακόμα κι εσύ αποκλείεται να πιστεύεις πως είχε νιώσει ποτέ την παραμικρή στοργή για μένα. Στο κάτω κάτω, αντέγραφε εσένα. Και σε αντέγραφε καλά». «Πώς τολμάς να μιλάς με τέτοιο τόνο για κείνη, ενώ τη σκότω­ σες!» Στο πουδραρισμένο της πρόσωπο, τα μάτια της'Ελεν άστρα­ ψαν με απέχθεια. «Μια ζωή τη ζήλευες και προσπαθούσες να την επηρεάσεις με πονηριές. Και τώρα οι εκκεντρικότητές σου τη σκό­ τωσαν. Προκάλεσες σκάνδαλο και ατίμασες και πάλι το όνομα της οικογένειάς μας». Η Γκρέις κοκάλωσε. Αυτό δεν ήταν πένθος, σκέφτηκε. Ίσως να υπήρχε και πένθος, κάπου βαθιά μέσα στη θεία της, μα στην επι­ φάνεια έβγαινε δηλητήριο. Και την είχε κουράσει πια. «Αυτό είναι το θέμα, ε, θεία Έλεν; Το όνομα και η υπόληψη των Φοντέιν. Και, φυσικά, οι μετοχές των Φοντέιν. Πέθανε το παιδί σου, μα είναι το σκάνδαλο που σε εξοργίζει». Έφαγε το χαστούκι χωρίς να μορφάσει καν, αν και το μάγουλό της έτσουξε και κοκκίνισε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Πιστεύω πως έληξε το ζήτημα μεταξύ μας», είπε ήρεμα. «Θα σου στείλω τα πράγ­ ματα της Μελίσα το συντομότερο δυνατό». «Θέλω να φύγεις από δω». Η φωνή της'Ε λεν άρχισε να τρέμει για πρώτη φορά -α π ό θλίψη ή από οργή, η Γκρέις δεν ήξερε. «Δεν έχεις θέση εδώ πέρα». «Και πάλι έχεις δίκιο. Δεν έχω θέση εδώ πέρα. Ποτέ δεν είχα». Η Γκρέις βγήκε από το δωματιάκι. Τα μάγουλά της, που είχαν χάσει το χρώμα τους, κοκκίνισαν ελαφρώς όταν αντάμωσε τα μάτια του Σεθ. Δεν μπόρεσε να καταλάβει την έκφρασή τους με ένα σύ­ ντομο βλέμμα, και ούτε ήθελε. Χωρίς να κόψει βήμα, τον προσπέρασε και συνέχισε να προχωρά. Το ψιχάλισμα που θόλωνε την ατμόσφαιρα την ανακούφισε. Με­ τά την τεχνητή ψύχρα που είχε μέσα, και τη βαριά, πνιγηρή μυρω­ διά των λουλουδιών της κηδείας, της άρεσε η ζέστη. Διέσχισε το πάρκινγκ προς το αυτοκίνητό της, με τα τακούνια της να χτυπούν


76

N ora R oberts

ρυθμικά στο υγρό οδόστρωμα. Ψαχούλευε μες στην τσάντα της να βρει τα κλειδιά της, όταν ο Σεθ την έπιασε απ’ τον ώμο. Δεν της είπε τίποτα στην αρχή, μόνο τη γύρισε προς το μέρος του και περιεργάστηκε το πρόσωπό της. Ή ταν και πάλι χλομό -μ ε εξαίρεση την κοκκινίλα από το χαστούκι- και τα μάτια της σκοτεινά και γεμάτα έντονα συναισθήματα. Ο Σεθ την ένιωσε να τρέμει όπως την είχε πιάσει. «Είχε άδικο η θεία σου». Η Γκρέις δεν άντεχε να εξευτελιστεί κι από πάνω. Τίναξε τον ώμο της, μα το χέρι του παρέμεινε στη θέση του. «Είναι κι αυτό μέθοδος της έρευνάς σου, υπαστυνόμε; Ν α κρυφακούς προσωπικές συζητήσεις;» Να συνειδητοποιούσε η Γκρέις, αναρωτήθηκε εκείνος, πόσο πονεμένη ακουγόταν η φωνή της, πόσο βασανισμένο ήταν το βλέμιμα της; Λαχταρούσε να αγγίξει το μάγουλό της, να δροσίσει το σημάδι που είχε μείνει στο πρόσωπό της. Να το σβήσει. «Είχε άδικο», ξαναείπε. «Και σου μίλησε με κακία. Δεν ευθύνεσαι εσύ». «Φυσικά ευθύνομαι εγώ». Η Γκρέις γύρισε απότομα από την άλλη και έχώσε το κλειδί της στην κλειδαριά της πόρτας. Μα το χέρι της έτρεμε και ύστερα από τρεις προσπάθειες παραιτήθηκε, τα κλειδιά έπεσαν κουδουνίζοντας στο βρεγμένο οδόστρωμα και, γυρνώντας ξανά, έπεσε στην αγκαλιά του. «Αχ, Θεέ μου». Τρέμοντας, κόλλησε το πρόσωπό της στο στήθος του. «Αχ, Θεέ μου». Ο Σεθ δεν ήθελε να την αγκαλιάσει, δεν ήθελε να αναλάβει το ρόλο του παρηγορητή. Τα μπράτσα του, όμως, τυλίχτηκαν γύρω της πριν προλάβει να τα συγκρατήσει και με το ένα του χέρι της χάιδεψε τα μαλλιά. «Δε σου άξιζε κάτι τέτοιο, Γκρέις. Δεν έκανες τίποτα κακό». «Δεν έχει σημασία». «Όχι, έχει σημασία». ΓΙ θέλησή του εξασθένισε κι άλλο και έσφι­ ξε την Γκρέις κοντά του, προσπαθώντας να την ηρεμήσει. «Πάντα έχει σημασία». «Έχω κουραστεί πια». Χώθηκε στην αγκαλιά του ενώ το ψιλοβρόχι νότιζε τα μαλλιά της. Έβρισκε δύναμη στην αγκαλιά του, ήταν το μόνο που σκέφτηκε. Έ να καταφύγιο. Μια απάντηση. «Έχω κουραστεί». Σήκωσε το κεφάλι της και τα χείλη τους έσμιξαν πριν συνειδητο­ ποιήσουν και οι δυο πόσο το είχαν ανάγκη. Από το λαιμό της βγήκε


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

77

ένας σιγανός στεναγμός ανακούφισης και ευγνωμοσύνης. Ανοίγοντάς του την τσακισμένη της καρδιά, αφέθηκε στο φιλί και τύλιξε τα χέρια της γύρω του. Ή ταν σαν να τον περίμενε καιρό και του δόθηκε, χωρίς να ανα­ ρωτηθεί γιατί μες στη ζάλη της. Η παρηγοριά, η ευχαρίστηση κι αυ­ τός ο τρελός πόθος σίγουρα αρκούσαν ως λόγοι. Τα χείλη του ήταν σφιχτά - τ α χείλη που ανέκαθεν ήθελε να τη φιλήσουν. Το σώμα του ήταν σκληρό και συμπαγές- ταίριαζε τέλεια με το δικό της. Τον βρήκα, σκέφτηκε, αναστενάζοντας με χαρά. Έ τρεμε ακόμα και ο Σεθ ένιωσε και τους δικούς του μυς να ρι­ γούν. Ή θελε να τη σηκώσει στην αγκαλιά του, να την πάρει από τη βροχή, να την πάει κάπου ήσυχα και σκοτεινά όπου θα ήταν μόνο οι δυο τους. Να περάσει χρόνια μαζί της κάπου όπου θα ήταν μόνο οι δυο τους. Η καρδιά του βροντοχτυπούσε, σκεπάζοντας το θόρυβο της κί­ νησης στον βρεγμένο δρόμο πέρα από το πάρκινγκ. Το γρήγορο, απαιτητικό καρδιοχτύπι του έπνιγε την προειδοποίηση που πάσχιζε να ακουστεί μες στο μυαλό του και του έλεγε να κάνει πίσω, να τραβηχτεί. Ήθελε να βυθιστεί μέσα της και να ξεχάσει τις συνέπειες όσο δεν είχε θελήσει τίποτε άλλο στη ζωή του. Κατακλυσμένη από τα συναισθήματα και τον πόθο της, η Γκρέις τον έσφιξε κοντά της. «Πήγαινέ με σπίτι», μουρμούρισε πάνω στα χείλη του. «Σεθ, πήγαινέ με σπίτι, κάνε μου έρωτα. Έχω ανάγκη να σ ’ αγγίξω. Σε θέλω». Τα χείλη της έσμιξαν πάλι με τα δικά του, παρακαλώντας τον με μια απόγνωση που δεν ήξερε πως έκρυβε μέσα της. Ολόκληρο το κορμί του φλεγόταν γι’ αυτήν. Όλες του οι ανά­ γκες έγιναν μία, λαχτάρα γ ι’ αυτήν. Και ήταν τόσο άγρια λαχτάρα που ο Σεθ ένιωσε ευάλωτος, άρχισε να τρέμει. Και εξοργίστηκε. Την έπιασε από τους ώμους και την τράβηξε από πάνω του. «Το σεξ δεν είναι απάντηση για όλα». Η φωνή του δε βγήκε όσο ψυχρή θα ήθελε, μα ήταν αρκετά αυ­ στηρή και δεν την άφησε να τον πιάσει ξανά. Σεξ; σκέφτηκε η Γκρέ­ ις, πασχίζοντας να ξεθολώσει το μυαλό της. Στ’ αλήθεια νόμιζε εκεί­ νος ότι του μιλούσε για κάτι τόσο απλό όσο το σεξ; Ύστερα πρόσεξε το πρόσωπό του, τα σφιγμένα του χείλη, το ελαφρώς εκνευρισμένο ύψος του, και συνειδητοποίησε ότι έτσι νόμιζε ο Σεθ. Μπορεί να είχε κουρελιαστεί η περηφάνια της, ωστόσο κατάφε-


78

N ora R oberts

ρε να κρατηθεί από ό,τι της είχε μείνει. «Ναι, προφανώς δεν είναι για σένα». Σηκώνοντας το χέρι της, έσιαξε τα μαλλιά της και τίναξε τις σταγόνες της βροχής από πάνω τους. «Ή αν είναι, είσαι από τους τύπους που επιμένουν να παίρνουν την πρωτοβουλία». Χαμογέλασε, αν και ένιωθε τώρα τα χείλη της κρύα κι αλύγιστα. «Αν είχες κάνει εσύ την κίνηση, όλα θα ήταν μια χαρά. Αλλά εφό­ σον την έκανα εγώ, είμαι... πώς το λένε; Ελευθερίων ηθών;» «Δεν πιστεύω ότι είπα κάτι τέτοιο». «Όχι, έχεις τρομερό αυτοέλεγχο, δεν προσβάλλεις». Έσκυψε και μάζεψε τα βρεγμένα κλειδιά τής, ύστερα στάθηκε κουδουνίζοντάς τα στο χέρι της και τον περιεργάστηκε. «Αλλά με ήθελες κι εσύ, Σεθ. Δεν έχεις τόσο αυτοέλεγχο ώστε να καταφέρεις να κρύψεις αυ­ τή τη μικρή λεπτομέρεια». «Δεν πιστεύω ότι πρέπει να παίρνω ό,τι θέλω». «Και γιατί στην ευχή όχι;» Η Γκρέις γέλασε άκεφα. «Ζωντανοί άνθρωποι δεν είμαστε; Κι εσύ, ειδικά, θα ’πρεπε να ξέρεις πόσο σύντομη είναι η ζωή». «Δεν είμαι υποχρεωμένος να σου εξηγήσω πώς ζω τη ζωή μου». «Όχι, δεν είσαι. Αλλά είναι φανερό πως είσαι απόλυτα διατεθει­ μένος να κρίνεις το πώς ζω τη δική μου». Έστρεψε το βλέμμα της πίσω του, στα φώτα του γραφείου τελετών. «Το έχω συνηθίσει. Κά­ νω ό,τι θέλω, χωρίς να υπολογίζω τις συνέπειες. Είμαι εγωκεντρική και απερίσκεπτη». Ανασηκώνοντας τον ώμο της, γύρισε και ξεκλείδωσε το αυτοκί­ νητό της. «Όσο για αισθήματα, γιατί να τα δικαιούμαι;» Μπήκε στο αμάξι της και του έριξε μια τελευταία ματιά. Μπορεί να του χαμογέλασε σαγηνευτικά με άνεση, μα το φλογερό χαμόγελο δεν άγγιξε τα μάτια της, ούτε έκρυψε τη δυστυχισμένη τους έκφρα­ ση. «Λοιπόν, ίσως κάποια άλλη φορά, ομορφούλη». Ο Σεθ την είδε να φεύγει με το αυτοκίνητό της μες στη βρο­ χή. Θα υπήρχε άλλη φορά, παραδέχτηκε, αν μη τι άλλο επειδή δεν της είχε δείξει τη φωτογραφία. Δεν του έκανε καρδιά, σκέφτηκε, να εντείνει κι άλλο τη δυστυχία της απόψε. Αισθήματα, συλλογίστηκε, τραβώντας στο αυτοκίνητό του. Η I 'κρέις είχε αισθήματα, μπόλικα αισθήματα. Μακάρι μόνο να τα κα­ ταλάβαινε εκείνος. Μπήκε στο αμάξι και έκλεισε την πόρτα με ένα απότομο τράβηγμα. Μακάρι να καταλάβαινε τα δικά του.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέρι

79

Για πρώτη φορά στη ζωή του, μια γυναίκα είχε γραπώσει την καρδιά του. Και του την έσφιγγε.

Ο Σεθ είπε στον εαυτό του ότι δεν ανέβαλλε την επόμενη συνάντη­ σή του με την Γκρέις. Το πρωί μετά το μνημόσυνο γινόταν χαμός στη δουλειά του. Και όταν βρήκε το χρόνο να φύγει από το γραφείο του, είχε πάει κατευθείαν στο μπαράκι της Εμ-Τζέι. Ή ταν αλήθεια ότι θα μπορούσε να το αναθέσει σε κάποιον από τους άντρες του. Π αρ’ όλο που ο αρχηγός της αστυνομίας τον είχε διατάξει να ηγηθεί της έρευνας και να επιληφθεί προσωπικά της κάθε λεπτομέρειας, θα μπορούσε να στείλει και τον Μικ Μάρσαλ -το ν ντετέκτιβ που είχε αναλάβει αρχικά την υπ όθεσ η-να μιλήσει ξανά με την Εμ-Τζέι Ο Ά ίρι. Ο Σεθ αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ήθελε να της μιλήσει ο ίδιος και ότι ήλπιζε να της αποσπάσει μερικά πραγματάκια για την Γκρέις Φοντέιν. Το Εμ-Τζέι ήταν μια συμπαθητική μικρή παμπ με σκούρα ξύλα, γυαλιστερούς μπρούντζους και καθίσματα και σκαμπό με χοντρά μαξιλάρια. Στα μέσα του απογεύματος είχε λίγη μα σταθερή κίνη­ ση. Δυο άντρες, που έμοιαζαν με φοιτητές, κάθονταν σε ένα τρα­ πέζι με δυο αφρισμένες μπίρες, παίζοντας με μεγάλη προσήλωση μια παρτίδα σκάκι. Ένας άντρας μεγαλύτερης ηλικίας καθόταν στο μπαρ κι έλυνε το σταυρόλεξο της πρωινής εφημερίδας, και τρεις γυναίκες με τσάντες πολυκαταστημάτων στα πόδια τους έπιναν και γελούσαν σε ένα άλλο τραπέζι. Ο μπάρμαν έριξε μια ματιά στο αστυνομικό σήμα του Σεθ και του είπε ότι θα έβρισκε το αφεντικό επάνω στο γραφείο της. Ο Σεθ την άκουσε πριν τη δει. «Κοίτα, φιλαράκο, αν ήθελα καραμέλες μέντας, θα είχα παραγγείλει καραμέλες μέντας. Φιστίκια παρήγγειλα. Και τα θέλω εδώ μέχρι τις έξι. Ναι, ναι. Τους ξέρω τους πελάτες μου. Φέρε μου τα φιστίκια, και γρήγορα». Ή ταν καθισμένη σε ένα γεμάτο γραφείο με ταλαιπωρημένη επι­ φάνεια. Τα κοντά κόκκινα μαλλιά της στέκονταν καρφάκια. Ο Σεθ την είδε να σέρνει ανάμεσά τους τα δάχτυλά της καθώς έκλεισε το τηλέφωνο και έσπρωξε στην άκρη μια στοίβα από τιμολόγια. Αν


80

N ora R oberts

ήταν αυτό το σύστημά της αρχειοθέτησης, ταίριαζε και με το υπό­ λοιπο δωμάτιο. Ή ταν τόσο μικρό που δε χωρούσες καλά καλά να στρίψεις, γε­ μάτο κουτιά, φακέλους, χαρτιά, και μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα πάνω στην οποία βρισκόταν μια τεράστια, ξεχειλισμένη τσάντα. «Δεσποινίς Ο Ά ίρι;» Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της, με τα φρύδια ζαρωμένα ακόμα απ’ τα νεύρα της. Δεν ίσιωσαν όταν αναγνώρισε τον επισκέπτη της. «Μόνο αυτό μου έλειπε. Ένας μπάτσος. Άκου, Μπιουκάναν, έχω μείνει πίσω στη δουλειά μου. Όπως ξέρεις, έχασα μερικές μέρες τώρα τελευταία». «Τότε θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος». Ο Σεθ μπήκε μέσα, έβγαλε τη φωτογραφία από την τσέπη του και την έριξε μπροστά της πάνω στο γραφείο. «Σας θυμίζει τίποτα;» Εκείνη σούφρωσε τα χείλη της και παρατήρησε προσεκτικά το αηδιαστικά όμορφο πρόσωπο. «Είναι ο τύπος που μου είπε ο Τζακ; Αυτός που σκότωσε τη Μελίσα;» «Η υπόθεση της Μελίσα Φοντέιν παραμένει ανοιχτή. Αυτός ο άντρας είναι πιθανός ύποπτος. Τον αναγνωρίζετε;» Η Εμ-Τζέι έστρεψε ειρωνικά το βλέμμα της στο ταβάνι και έσπρωξε τη φωτογραφία προς το μέρος του Σεθ. «Όχι. Γλοιώδης φαίνεται. Τον αναγνώρισε η Γ κρέις;» Εκείνος έγειρε το κεφάλι του ελαφρώς λοξά, χωρίς να εκδηλώσει αλλιώς το ενδιαφέρον του. «Γνωρίζει πολλούς γλοιώδεις τύπους;» «Πάρα πολλούς», μουρμούρισε η Εμ-Τζέι. «Ο Τζακ είπε ότι πέ­ ρασες χτες από το μνημόσυνο για να δείξεις στην Γκρέις αυτή τη φωτογραφία». «Ήταν... απασχολημένη». «Ναι, πέρασε δύσκολη νύχτα χτες». Η Εμ-Τζέι έτριψε τα μάτια της. «Έτσι φαίνεται, αν και στην αρχή έδειχνε να χειρίζεται αρκετά καλά την κατάσταση». Ο Σεθ κοίταξε πάλι τη φωτογραφία και σκέ­ φτηκε τον άντρα που την είχε δει να φιλά. «Αυτός εδώ φαίνεται να ’ναι του στυλ της». II Εμ-Τζέι κατέβασε το χέρι της και μισόκλεισε τα μάτια της εκνευρισμένα. «Δηλαδή;» «ί >,ιι είπα». Ο Σεθ έχωσε πάλι τη φωτογραφία στην τσέπη του.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέρι

81

«Αν ψάχνουμε για στυλ, αυτός εδώ δε φαίνεται πολύ διαφορετικός από κείνον με τον οποίο ήταν όλο οικειότητες στο μνημόσυνο». «Οικειότητες;» Τα πράσινα μάτια της άστραψαν με θυμό. «Η Γκρέις δεν ήταν όλο οικειότητες με κανέναν». «Γύρω στο ένα ογδόντα πέντε, ογδόντα κιλά, ξανθά μαλλιά, γα­ λανά μάτια, ιταλικό κοστούμι των πέντε χιλιάδων δολαρίων, χαμό­ γελο από διαφήμιση οδοντόκρεμας». Η Εμ-Τζέι άργησε μόνο μια στιγμή να καταλάβει ποιον της έλε­ γε. Οποιαδήποτε άλλη φορά, θα είχε βάλει τα γέλια. Αλλά βλέπο­ ντας την περιφρονητική έκφραση του Σεθ, αγρίεψε. «Αυτός ήταν ο ξάδερφός της ο Τζούλιαν, βρε ηλίθιε, και την έψηνε να του δώσει λεφτά, όπως κάνει πάντα». Ο Σεθ έσμιξε τα φρύδια του και ξανάφερε τη σκηνή στο νου του. «Ξάδερφός της... και η σχέση του με το θύμα;...» «Θετός αδερφός. Θετός αδερφός της Μελίσα, γιος του πατέρα της από προηγούμενη γυναίκα». «Και ο θετός αδερφός της νεκρής ζητούσε χρήματα από την Γκρέις στο μνημόσυνο της θετής αδερφής του;» Αυτή τη φορά την ευχαρίστησε η απέχθεια που είχε ο τόνος του. «Ναι. Είναι σιχαμένος -για τί να τον εμποδίσει η λυπητερή περί­ σταση και να μην της φάει λεφτά; Οι περισσότεροι από δαύτους την πιέζουν κάθε τόσο για μερικά δολάρια». Σηκώθηκε απότομα. «Και έχεις πολύ θράσος που έρχεσαι εδώ όλο πόζα κι ανωτερότητα, αστέρι. Του έδωσε του λεχρίτη μια επιταγή μερικών χιλιάδων για να τον ξεφορτωθεί, όπως έδινε πρώτα λεφτά στη Μελίσα και σε μερικούς άλλους». «Είχα την εντύπωση πως οι Φοντέιν είναι πλούσιοι». «Τα πλούτη είναι σχετικά -ιδίω ς αν ζεις με πολυτέλεια και έχεις ήδη ξεπεράσει το μηνιάτικο επίδομα από τους λογαριασμούς σου ή αν έχεις φάει τα λεφτά σου στο Μόντε Κάρλο. Η Γκρέις έχει πιο πολλά χρήματα από τους περισσότερους από δαύτους, γιατί οι γο­ νείς της δεν τα σκορπούσαν όπου να ’ναι. Κι αυτό τους τσούζει τους συγγενείς της», μουρμούρισε. «Ποιος λες να πλήρωσε για το μνημόσυνο χτες το βράδυ; Ούτε η μαμά ούτε ο μπαμπάς της μακαρίτισσας. Η μέγαιρα η θεία της Γκρέις την έβαλε να πληρώσει και μετά την κατηγόρησε κι από πάνω. Κι εκείνη το κατάπιε, γιατί θεωρεί πως είναι πιο εύκολο να το καταπίνει και να τραβά το δρόμο της. Δεν ξέρεις τίποτα γ ι’ αυτήν».


82

N

ora

R oberts

Ο Σεθ πίστευε πως ήξερε, μα οι λεπτομέρειες που συνέλεγε λίγες λίγες δεν ταίριαζαν πολύ καλά. «Ξέρω ότι δε φταίει για ό,τι συνέβη στην ξαδέρφη της». «Ναι, για πες της το. Όταν πήραμε είδηση πως είχε φύγει και γυρίσαμε στο σπίτι του Κέιντ, ήταν κλεισμένη στο δωμάτιό της κι έκλαιγε και δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα για να τη βοηθή­ σουμε. Κι όλα αυτά επειδή τα καθίκια που έχει την ατυχία να έχει για συγγενείς κάνουν ό,τι μπορούν για να νιώθει απαίσια». Ό χι μόνο οι συγγενείς της, σκέφτηκε ο Σεθ με τύψεις. Την είχε ταράξει κι ο ίδιος. «Φαίνεται πως έχει σταθεί πιο τυχερή με τις φίλες της παρά με την οικογένειά της». «Επειδή δε μας ενδιαφέρουν τα λεφτά της, ούτε το όνομά της. Επειδή δεν την κατακρίνουμε. Μόνο την αγαπάμε. Λοιπόν, αν τε­ λειώσαμε, έχω δουλειά». «Πρέπει να μιλήσω με τη δεσποινίδα Φοντέιν». Όσο πάθος είχαν τα λόγια της Εμ-Τζέι, άλλο τόσο ξερά και τυπικά ήταν τα δικά του. «Ξέρετε πού μπορώ να τη βρω;» Εκείνη χάμογέλασε. Δίστασε για μια στιγμή, γιατί η Γκρέις δε θα χαιρόταν αν του έλεγε πού να τη βρει. Μα δεν άντεξε στον πει­ ρασμό να γκρεμίσει τις προκαταλήψεις του μπάτσου. «Βεβαίως. Δοκίμασε στο νοσοκομείο Σεντ Άγκνες. Στο παιδιατρικό τμήμα ή στο μαιευτήριο». Το τηλέφωνό της χτύπησε, οπότε το άρπαξε. «Θα τη βρεις», του είπε. «Ναι, Ο ’Λίρι», γάβγισε στο τηλέφωνο και του γύρισε την πλάτη.

Ο Σεθ φαντάστηκε ότι εκείνη θα είχε πάει εκεί για να δει κάποιο παιδί φίλων της, μα όταν ρώτησε στο γραφείο των νοσοκόμων για την Γ κρέις Φοντέιν, τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν. «Νομίζω πως είναι στον παιδικό θάλαμο της Εντατικής». Η προϊσταμένη κοίταξε το ρολόι της. «Συνήθως εκεί είναι τέτοια ώρα. Ξέρετε να πάτε;» Σαστισμένος, ο Σεθ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι». Ακουσε τις οδηγίες της προϊσταμένης, ενώ προσπαθούσε να σκεφτεί /ια ποιο λόγο να βρισκόταν συνήθως η Γκρέις Φοντέιν σε έναν παιδικό θάλαμο αυτή την ώρα. Μα ήταν αδύνατο να βρει ικανοποι­ ητικό λόγο, οπότε προχώρησε στους διαδρόμους.


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

83

Πίσω από ένα γυάλινο χώρισμα ακούγονταν κλάματα μωρών. Και ίσως να σταμάτησε μια στιγμή έξω από το παράθυρο του κανο­ νικού παιδικού θαλάμου και ίσως να μαλάκωσαν τα μάτια του, μια στάλα, καθώς κοίταξε τα βρέφη στα κρεβατάκια τους. Μικρά προσωπάκια, ορισμένα ήρεμα και κοιμισμένα, άλλα ζαρωμένα με θυμό. Δίπλα του στεκόταν ένα ζευγάρι και ο άντρας είχε το χέρι του γύρω από τους ώμους της γυναίκας, που φορούσε μια ρόμπα. «Το δικό μας είναι το τρίτο από αριστερά. Τζόσουα Μάικλ Ντελβέκιο. Τρία κιλά και εφτακόσια γραμμάρια. Είναι μιας ημέρας». «Κούκλος είναι», είπε ο Σεθ. «Ποιο είναι το δικό σας;» τον ρώτησε η γυναίκα. Ο Σεθ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του κι έριξε άλλη μια ματιά από το τζάμι. «Περαστικός είμαι. Να σας ζήσει ο γιος σας». Συνέχισε το δρόμο του κι αντιστάθηκε στην παρόρμησή του να κοιτάξει ξανά τους νέους γονείς που ήταν προσηλωμένοι στο προ­ σωπικό τους θαύμα. Δυο στροφές πιο κάτω από κείνη τη γιορτή ήταν ένας μικρότε­ ρος παιδικός θάλαμος. Εδώ βούιζαν μηχανήματα και οι νοσοκόμες περπατούσαν αθόρυβα. Και πίσω από το τζάμι ήταν έξι άδεια κρε­ βατάκια. Δίπλα στο ένα καθόταν η Γκρέις και είχε στην αγκαλιά της ένα μικροσκοπικό μωρό που έκλαιγε. Του σκούπισε με ένα χάδι τα δά­ κρυα από το χλομό μαγουλάκι του και ακούμπησε το δικό της στο λείο κεφαλάκι του ενώ το κουνούσε στην αγκαλιά της. Η εικόνα της, έτσι όπως καθόταν με το μωρό, τον συγκλόνισε. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα πίσω σε μια πλεξούδα και φορούσε μια άχαρη πράσινη νοσοκομειακή μπλούζα πάνω από το ταγέρ της. 11 έκφρασή της ήταν γλυκιά καθώς προσπαθούσε να ηρεμήσει το ανήσυχο βρέφος. Όλη της η προσοχή ήταν στραμμένη στα ματάκια που την κοιτούσαν δακρυσμένα. «Με συγχωρείτε, κύριε». Μια νοσοκόμα έσπευσε δίπλα του. «Απαγορεύεται η είσοδος για το κοινό». Αφηρημένα, με τα μάτια του ακόμα στην Γκρέις, ο Σεθ έβγαλε το σήμα του. «Ήρθα να μιλήσω με τη δεσποινίδα Φοντέιν». «Μάλιστα. Θα της πω πως ήρθατε, κύριε υπαστυνόμε». «Όχι, μην την ενοχλήσετε». Δεν ήθελε να χαλάσει τίποτα αυτή την εικόνα. «Θα περιμένω. Τι πρόβλημα έχει το μωρό που κρατάει;»


84

N ora R oberts

«Ο μικρός Πίτερ έχει AIDS. Η δεσποινίς Φοντέιν κανόνισε να νοσηλευτεί εδώ». «Η δεσποινίς Φοντέιν;» Ο Σεθ ένιωσε σαν να είχε φάει γροθιά στο στομάχι. «Είναι δικό της παιδί;» «Βιολογικά; Όχι». Το πρόσωπο της νοσοκόμας μαλάκωσε ελα­ φρώς. «Πιστεύω ότι τα θεωρεί όλα δικά της. Ειλικρινά δεν ξέρω τι θα κάναμε χωρίς τη βοήθειά της. Ό χι μόνο από το ίδρυμα, αλλά από την ίδια». «Το ίδρυμα;» «Το Φόλινγκ Σταρ. Η δεσποινίς Φοντέιν το άνοιξε πριν από λίγα χρόνια για να βοηθήσει παιδιά με σοβαρές και ανίατες ασθένειες και τις οικογένειές τους. Αλλά η προσωπική της παρουσία είναι που έχει σημασία». ΤΙ νοσοκόμα έδειξε μ ’ ένα νεύμα πίσω απ’ το τζάμι. «Καμιά χρηματική δωρεά, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν μπορεί να αγοράσει στοργικά χάδια ή να τραγουδήσει ένα νανούρισμα». Ο Σεθ είδε το μωρό να ηρεμεί, να το παίρνει σιγά σιγά ο ύπνος στην αγκαλιά της Γκρέις. «Έρχεται συχνά εδώ;» «Όσο πιο συχνά μπορεί. Είναι ο φύλακας άγγελός μας. Με συγχωρείτε, πρέπει να φύγω, υπαστυνόμε». «Σας ευχαριστώ». Καθώς απομακρύνθηκε η νοσοκόμα, ο Σεθ πλησίασε κι άλλο στο τζάμι. Η Γ κρέις προχώρησε προς το κρεβατάκι και τότε τα μάτια της αντάμωσαν τα δικά του. Ο Σεθ διέκρινε πρώτα σοκ στην έκφρασή της. Ακόμα κι αυτή δεν είχε την υποκριτική ικανότητα να κρύψει όλα τα συναισθήματα που καθρεφτίστηκαν στο πρόσωπό της. Έκπληξη, ντροπή, εκνευρισμιό. Ύστερα πήρε μια ουδέτερη έκφραση. Μαλακά, ξανάβαλε το μωρό στο κρεβατάκι του και του χάιδεψε το μάγουλο. Μετά πήγε σε μια πλαϊνή πόρτα και εξαφανίστηκε. Πέρασαν αρκετά λεπτά μέχρι να βγει στο διάδρομο. Είχε ξεφορ­ τωθεί τη νοσοκομειακή μπλούζα και ήταν τώρα μια γυναίκα όλο αυτοπεποίθηση με κατακόκκινο ταγέρ και ασορτί κραγιόν. «Α, υπα­ στυνόμε, στα πιο παράξενα μέρη συναντιόμαστε». Αλλά πριν προλάβει να ολοκληρώσει τον αδιάφορο χαιρετισμό που είχε προβάρει όσο φρεσκάριζε το μακιγιάζ της, εκείνος την έπιασε γερά από το πιγούνι και τα μάτια του καρφώθηκαν διαπερα­ στικά στα δικά της. «Παριστάνεις κάτι άλλο απ’ αυτό που είσαι», της είπε σιγανά,


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

85

κάνοντας ένα βήμα πιο κοντά της. «Παίζεις θέατρο. Τι στο διάολο είσαι;» «Ό,τι θέλω». Την τάραξαν τα διαπεραστικά χρυσοκάστανα μάτια του που την περιεργάζονταν με τόση ένταση. «Και δεν είναι εδώ κα­ τάλληλο μέρος για ανάκριση. Άφησε με αμέσως», του είπε σταθερά. «Δε θέλω σκηνές εδώ». «Δε θα κάνω σκηνή». Εκείνη ανασήκωσε τα φρύδια της. «Μπορεί να κάνω εγώ». Του έσπρωξε αποφασιστικά το χέρι και άρχισε να προχωρά στο διάδρο­ μο. «Αν θέλεις να συζητήσεις την υπόθεση μαζί μου ή να με ρωτή­ σεις κάτι σχετικό, θα το κάνουμε απέξω. Δε θέλω αυτή την ιστορία εδώ μέσα». «Ράγιζε η καρδιά σου», μουρμούρισε αυτός. «Ράγιζε η καρδιά σου που κρατούσες αγκαλιά εκείνο το μωρό». «Δική μου καρδιά είναι». Η Γ κρέις πάτησε το κουμπί του ασανσέρ σχεδόν άγρια. «Και έχω σκληρή καρδιά, Σεθ. Ρώτα όποιον θέλεις». «Τα βλέφαρά σου είναι ακόμα υγρά». «Δε σε αφορά», του είπε σιγανά, με φωνή που έτρεμε από την οργή. «Δε σε αφορά καθόλου». Μπήκε στο γεμάτο ασανσέρ και στάθηκε γυρισμένη μπροστά. Δε θα του μιλούσε γι’ αυτή την πλευρά της ζωής της, υποσχέθηκε στον εαυτό της. Μόλις το προηγούμενο βράδυ του είχε ανοιχτεί κι εκείνος την απομάκρυνε, την απέρριψε. Δε θα του εξέφραζε ξανά τα αισθήματά της, και ιδίως τα αισθήματά της για κάτι που αγαπούσε όσο τα παιδιά. Ή ταν μπάτσος, απλώς και μόνο μπάτσος. Δεν είχε περάσει κάμποσες ώρες το προηγούμενο βράδυ μες στη θλίψη, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι ο Σεθ δεν ήταν τίποτα περισσότερο; Ό,τι αισθήματα της ξυπνούσε έπρεπε να τα σταματήσει -ή αν όχι να τα σταματήσει, τουλάχιστον να τα καταπνίξει. Δε θα του άνοιγε την καρδιά της, δε θα τον εμπιστευόταν, δε θα του δινόταν. Μέχρι να φτάσει στην είσοδο του νοσοκομείου, είχε ανακτήσει αρκετά την αταραξία της. Ελπίζοντας να τον ξεφορτωθεί γρήγορα, κίνησε για το πάρκινγκ. Μα ο Σεθ την έπιασε από το μπράτσο και την τράβηξε μαζί του. «Από δω», της είπε και την οδήγησε σε ένα κομμάτι με γκαζόν και δυο παγκάκια.


86

N ora R oberts

«Δεν έχω χρόνο». «Βρες χρόνο. Ούτως ή άλλως, είσαι πολύ ταραγμένη για να οδη­ γήσεις». «Μη μου λες τι είμαι». «Φαίνεται ότι αυτό κάνω. Και φαίνεται πως έχασα κάμποσα βή­ ματα. Δεν το συνηθίζω και δε μ’ αρέσει. Κάθισε». «Δε θέλω...» «Κάθισε, Γκρέις», επανέλαβε εκείνος. «Σου ζητώ συγνώμη». Ενοχλημένη, κάθισε στο παγκάκι, βρήκε τα γυαλιά ηλίου της στην τσάντα της και τα φόρεσε. «Για ποιο πράγμα μου ζητάς συ­ γνώμη;» Ο Σεθ κάθισε δίπλα της, της έβγαλε τα γυαλιά και την κοίταξε στα μάτια. «Που σε κοίταξα μόνο επιφανειακά. Που δεν ήθελα να κοιτάξω πιο βαθιά. Και που κατηγόρησα εσένα γι’ αυτό που θέλω να κάνω και δεν μπορώ να πάψω να το θέλω». Πήρε το πρόσωπό της μέσα στα δυο του χέρια και σκέπασε τα χείλη της με τα δικά του.


Κεφάλαιο 6

Η Γκρέις δεν έπεσε στην αγκαλιά του αυτή τη φορά. Ή ταν ακόμα στενοχωρημένη και δεν ήθελε να το ρισκάρει. Π αρ’ όλο που τα χεί­ λη της ενέδωσαν στα δικά του, ακούμπησε το χέρι της στο στήθος του, θαρρείς για να τον κρατήσει σε απόσταση ασφαλείας. Μα και πάλι η καρδιά της κόμπιασε. Ή ταν συγκρατημένη αυτή τη φορά. Ο Σεθ το διαισθάνθηκε, το ένιωσε από το χέρι της στο στήθος του. Δεν του έλεγε όχι, ωστόσο αντιστεκόταν. Οπότε κι εκείνος μαλάκωσε το φιλί, επιδιώκοντας όχι μόνο να τη σαγηνεύσει, αλλά και να την καθησυχάσει. Μα και πάλι η καρδιά του κλονίστηκε. «Μη». Σφιγγόταν ο λαιμός της, το μυαλό της θόλωνε, το κορμί της λαχταρούσε. Και η Γκρέις δεν το άντεξε. Τραβήχτηκε από κο­ ντά του, σηκώθηκε και στύλωσε το βλέμμα της στο γκαζόν μέχρι να ξαναβρεί την ανάσα της. «Γιατί δεν μπορούμε να συγχρονιστούμε;» αναρωτήθηκε δυνα­ τά ο Σεθ. «Γιατί είναι τόσο δύσκολο;» «Δεν ξέρω». Γύρισε και τον κοίταξε. Ή ταν ελκυστικός άντρας, αποφάσισε. Σκούρα καστανά μαλλιά και σκληρά χαρακτηριστικά, μάτια που χρύσιζαν. Μα είχε γνωρίσει πολλούς ελκυστικούς άντρες. Τι το ιδιαίτερο είχε αυτός και την έκανε να χάνει τα λογικά της; «Με αναστατώνεις, υπαστυνόμε Μπιουκάναν». Εκείνος της χάρισε ένα από τα σπάνια χαμόγελά του -ένα θερ­ μό χαμόγελο που έσκασε αργά στα χείλη του. «Είναι αμοιβαίο το πρόβλημα, δεσποινίς Φοντέιν. Με κρατάς ξάγρυπνο τα βράδια. Σαν παζλ που έχεις όλα τα κομμάτια του, μα αλλάζουν σχήμα μπροστά


88

N ora R oberts

στα μάτια σου. Και ακόμα και όταν το λύνεις όλο -ή νομίζεις ότι το έλυσες-, δε μένει το ίδιο». «Δεν είμαι αίνιγμα, Σεθ». «Είσαι η πιο συναρπαστική γυναίκα που έχω γνωρίσει». Χαμο­ γέλασε ξανά όταν εκείνη ανασήκωσε τα φρύδια της. «Δεν ήταν από­ λυτα κομπλιμέντο. Με συναρπάζεις, αλλά εκνευρίζομαι κιόλας που δεν μπορώ να σε καταλάβω». Σηκώθηκε, αλλά δεν την πλησίασε. «Γιατί σ ’ ενόχλησε τόσο πολύ που σε βρήκα εδώ, που σε είδα εδώ;» «Είναι κάτι προσωπικό μου». Ο τόνος της έγινε πάλι αυστηρός, ψυχρός. «Κάνω μεγάλες προσπάθειες για να το κρατήσω μυστικό». «Γιατί;» «Γιατί έτσι προτιμώ». «Η οικογένειά σου δεν ξέρει ότι ασχολείσαι μ ’ αυτό;» Τα μάτια της άστραψαν με οργή. «Η οικογένειά μου δεν έχει κα­ μιά σχέση μ’ αυτό. Καμιά. Δεν είναι κανένα πρότζεκτ τοιν Φοντέιν, από τις φιλανθρωπίες που κάνουν για να τους εκθειάζει ο Τύπος και να έχουν φοροαπαλλαγές. Είναι κάτι δικό μου». «Ναι, τ,ο βλέπω», της είπε ήρεμα. Η οικογένειά της την είχε πλη­ γώσει περισσότερο απ’ ό,τι είχε φανταστεί ο Σεθ. Περισσότερο κι απ’ ό,τι παραδεχόταν η ίδια, σκέφτηκε. «Γιατί παιδιά, Γκρέις;» «Γιατί είναι αθώα», της ξέφυγε πριν συνειδητοποιήσει τι θα έλε­ γε. Ύστερα έκλεισε τα μάτια της και αναστέναξε. «Η αθωότητα εί­ ναι πολύτιμο αγαθό που φθείρεται πολύ εύκολα». «Ναι, είναι. Φόλινγκ Σταρ; Το ίδρυμά σου. Έ τσι τα βλέπεις τα παιδιά, σαν αστέρια που καίγονται και πέφτουν πολύ γρήγορα;» Της άγγιξε την καρδιά απλώς και μόνο επειδή είχε καταλάβει, επειδή είδε τι είχε μέσα της. «Δεν έχει σχέση με την υπόθεση. Γιατί με πιέζεις;» «Επειδή ενδιαφέρομαι για σένα». Εκείνη του έριξε ένα χαμόγελο -λίγο δελεαστικό, λίγο σαρκα­ στικό. «Αλήθεια; Δεν έδειξες ενδιαφέρον όταν σου ζήτησα να πλα­ γιάσεις μαζί μου. Αλλά με βλέπεις να κρατάω αγκαλιά ένα άρρωστο μωρό και αλλάζεις γνώμη». Τον πλησίασε με αργά βήματα και έσυ­ ρε το δάχτυλό της στο πουκάμισό του. «Αν σε ανάβουν οι μητρικοί τύποι, υπαστυνόμε...» «Μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου». Και πάλι της μίλησε ήρε­ μα. συγκρατημένα. Της έπιασε το χέρι και δεν την άφησε να συ­


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

89

νεχίσει το χάδι της. «Είναι ανόητο. Κι εκνευριστικό. Δεν έπαιζες παιχνίδια εκεί μέσα. Νοιάζεσαι για τα παιδιά». «Ναι, νοιάζομαι. Νοιάζομαι τρομερά. Κι αυτό δε σημαίνει πως είμαι ήρωας, ούτε διαφορετική από χτες το βράδυ». Απομάκρυνε το χέρι της, μα δεν υποχώρησε. «Σε θέλω. Θέλω να πλαγιάσω μαζί σου. Αυτό σ ’ εκνευρίζει, Σεθ. Όχι η επιθυμία μου, αλλά επειδή σου το λέω στα ίσια. Προτιμάς παιχνίδια; Να υποκριθώ ότι δε θέλω και να σ ’ αφήσω να με κατακτήσεις;» Μακάρι να ήταν κάτι τόσο κοινό, ευχήθηκε ο Σεθ. «Ίσως να θέ­ λω να σε γνωρίσω καλύτερα πριν καταλήξουμε στο κρεβάτι. Κά­ θισα και κοιτούσα πολλή ώρα το πρόσωπό σου -το πορτραίτο στο σπίτι σου. Και κοιτάζοντας, αναρωτιόμουν για σένα. Τώρα, σε θέ­ λω. Αλλά θέλω επίσης να ταιριάζουν όλα τα κομμάτια του παζλ». «Ίσως να μη σ ’ αρέσει η τελική εικόνα». «Ναι», συμφώνησε εκείνος. «Ίσως να μη μ’ αρέσει». Από την άλλη, βέβαια... συλλογίστηκε η Γκρέις κι έκλινε σκε­ φτική το κεφάλι της. «Έχω να πάω κάπου απόψε. Σε ένα κοκτέιλ πάρτι που διοργανώνει μια σημαντική συνεργάτιδα του νοσοκομεί­ ου. Δε γίνεται να μην πάω. Οπότε γιατί δε με συνοδεύεις και βλέ­ πουμε για τη συνέχεια;» Ο Σεθ ζύγισε τα υπέρ και τα κατά, ξέροντας πως ήταν ένα βήμα με επιπτώσεις που ίσως να μην μπορούσε να χειριστεί εύκολα. Η Γκρέις δεν ήταν απλώς μια γυναίκα κι εκείνος δεν ήταν απλώς ένας άντρας. Ό,τι υπήρχε μεταξύ τους ήταν πολύ πιο ισχυρό. «Πάντα τα σκέφτεσαι όλα τόσο προσεκτικά;» τον ρώτησε, πα­ ρατηρώντας τον. «Ναι». Αλλά στην περίπτωσή της δεν είχε σημασία, συνειδη­ τοποίησε ο Σεθ. «Δεν μπορώ να σου εγγυηθώ ότι θα έχω ελεύθερα βράδια μέχρι να κλείσει αυτή η υπόθεση». Υπολόγιζε ώρες και ρα­ ντεβού και τη χαρτούρα που τον περίμενε στο γραφείο του. «Αλλά αν τα καταφέρω, θα περάσω να σε πάρω». «Στις οχτώ καλά είναι. Αν δεν έρθεις μέχρι και τέταρτο, θα υπο­ θέσω ότι είχες δουλειά». Ούτε παράπονα, ούτε απαιτήσεις, σκέφτηκε ο Σεθ. Οι περισσό­ τερες γυναίκες που είχε γνωρίσει έκαναν μούτρα όταν έδινε προτε­ ραιότητα στη δουλειά του. «Θα σε πάρω τηλέφωνο αν δεν μπορέσω να έρθω». «Όπως θες». Η Γκρέις κάθισε ξανά, χαλαρή πλέον. «Δε φαντά­


90

N

ora

R oberts

ζομαι να πέρασες για να δεις την κρυφή ζωή μου ή για να κλείσβις ένα αόριστο ραντεβού για ένα κοκτέιλ πάρτι». Ξαναφόρεσε τα γυα­ λιά ηλίου της και έγειρε πίσω στο παγκάκι. «Γιατί ήρθες;» Ο Σεθ έβαλε το χέρι μέσα στο σακάκι του για να πιάσει τη φωτο­ γραφία. Η Γκρέις είδε για μια στιγμή τη θήκη με το'όπλο που ήταν περασμένη στον ώμο του. Και αναρωτήθηκε αν του είχε δοθεί ποτέ η αφορμή να το χρησιμοποιήσει. «Φαντάζομαι ότι σε απασχολούν κυρίως διοικητικά καθήκο­ ντα». Πήρε τη φωτογραφία από το χέρι του, μα συνέχισε να τον κοιτάζει στο πρόσωπο. «Δεν παίρνεις μέρος σε πολλές, πώς το λέ­ νε... επιδρομές;» Της φάνηκε πως διέκρινε μια αδιόρατη λάμψη χιούμορ στα μά­ τια του, μα η έκφραση των χειλιών του παρέμεινε σοβαρή. «Μου αρέσει να συμμετέχω». «Ναι», μουρμούρισε εκείνη και τον φαντάστηκε πολύ εύκολα να τραβά το όπλο του. «Θα σ ’ αρέσει». Έστρεψε το βλέμμα της στο πρόσωπο της φωτογραφίας. Αυτή τη φορά έλαμψαν με χιούμορ τα δικά της μάτια. «Α, ο στυλάτος Τζο. Ή , πιθανότάτα, στυλάτος Χουάν ή Ζαν-Πολ». «Τον ξέρεις;» «Όχι προσωπικά, αλλά πολύ καλά σαν τύπο άντρα. Μάλλον ξέ­ ρει τα κατάλληλα λόγια σε τρεις γλώσσες, παίζει φοβερό μπακαρά, του αρέσει το μπράντι και φοράει μαύρα μεταξωτά εσώρουχα. Το Ρόλεξ του, καθώς και τα χρυσά μανικετόκουμπα με το μονόγραμμά του και το δαχτυλίδι με το διαμάντι στο μικρό του δαχτυλάκι θα είναι δώρα από τις θαυμάστριές του». Γεμάτος ενδιαφέρον, ο Σεθ κάθισε πάλι δίπλα της. «Και ποια είναι τα κατάλληλα λόγια;» «Είσαι η πιο όμορφη γυναίκα εδώ μέσα. Σε λατρεύω. Αγαλλιάζει η καρδιά μου όταν σε κοιτάζω στα μάτια. Ο σύζυγός σου είναι βλά­ κας και πρέπει να σταματήσεις να μου κάνεις δώρα, αγάπη μου». «Σου έχει συμβεί;» «Με κάποιες παραλλαγές. Μόνο που εγώ δεν ήμουν ποτέ πα­ ντρεμένη και δεν κάνω δωράκια σε εκμεταλλευτές. Τα μάτια του εί­ ναι ψυχρά», πρόσθεσε, «αλλά πολλές γυναίκες που αισθάνονται μο­ ναξιά θα έβλεπαν μονάχα τη βιτρίνα. Μόνο αυτό θέλουν να δουν». Πήρε μια κοφτή ανάσα. «Αυτός σκότωσε τη Μελίσα, ε;» Εκείνος ετοιμάστηκε να της δώσει την καθιερωμένη απάντηση,


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

91

μα η Γ κρέις σήκωσε τότε το βλέμμα της και ήταν αρκετά κοντά του ώστε να δει ο Σεθ την έκφραση των ματιών της πίσω από τα κεχρι­ μπαρένια τζάμια των γυαλιών της. «Πιστεύω πως ναι. Βρήκαμε ένα σωρό δακτυλικά του αποτυπώματα στο σπίτι. Ορισμένες επιφάνειες τις είχε σκουπίσει, αλλά του ξέφυγαν πολλές, πράγμα που με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πανικοβλήθηκε. Ή γιατί έπεσε εκείνη ή γιατί δεν μπόρεσε να βρει αυτό που έψαχνε». «Και τείνεις προς το δεύτερο, γιατί δεν είναι τύπος που θα πανικοβαλλόταν επειδή σκότωσε μια γυναίκα». «Ναι, δεν είναι». «Δεν μπορούσε να του δώσει η Μελίσα αυτό που έψαχνε. Δε θα κατάλαβε καν τι της ζητούσε». «Ναι. Μα δεν ευθύνεσαι εσύ. Αν νομίζεις ότι ευθύνεσαι, θα πρέ­ πει να κατηγορήσεις και την Μπέιλι». Η Γκρέις άνοιξε το στόμα της, μα το ξανάκλεισε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Έξυπνη η λογική σου, υπαστυνόμε», του είπε σε λί­ γο. «Οπότε δεν τα βάζω πια με τον εαυτό μου, αλλά ρίχνω την ευ­ θύνη σ ’ αυτό τον άντρα. Τον βρήκες;» «Πέθανε». Ο Σεθ πήρε πίσω τη φωτογραφία και την έχωσε στην τσέπη του. «Και η έξυπνη λογική μου με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όποιος τον προσέλαβε αποφάσισε να τον απολύσει, οριστικά». «Μάλιστα». Η Γκρέις δεν ένιωσε τίποτα, ούτε ικανοποίηση, ού­ τε ανακούφιση. «Δηλαδή βρισκόμαστε στο μηδέν». «Τα Τρία Αστέρια βρίσκονται υπό εικοσιτετράωρη φύλαξη. Εσύ, η Εμ-Τζέι και η Μπέιλι δεν κινδυνεύετε και το μουσείο θα λάβει πίσω την περιουσία του μέσα σε λίγες ημέρες». «Και πολύς κόσμος έχει πεθάνει. Θυσίες στο θεό;» «Α π’ ό,τι έχω διαβάσει για το Μίθρα, δεν είναι αίμα αυτό που θέλει». «Αγάπη, γνώση και μεγαλοψυχία», είπε σιγανά εκείνη. «Ισχυ­ ρά στοιχεία. Το διαμάντι που κράτησα στο χέρι μου έχει ζωντάνια. Ίσως να είναι το ίδιο με δύναμη. Άραγε να τα θέλει αυτός επειδή είναι όμορφα, ανεκτίμητα και αρχαία ή επειδή πιστεύει πραγματικά στο θρύλο; Να πιστεύει ότι αν τα βάλει όλα μαζί στο τρίγωνό τους, θα αποκτήσει τη δύναμη του θεού και θα γίνει αθάνατος;» «Ο κόσμος πιστεύει ό,τι θέλει. Για όποιο λόγο και να τα θέλει, έκανε φόνους για να τα αποκτήσει». Στυλώνοντας το βλέμμα του στο γρασίδι, παραβίασε έναν από τους κανόνες του και της φανέρω­


92

N ora R oberts

σε τις σκέψεις του. «Το κίνητρό του δεν είναι οικονομικό. Έ χει ήδη ξοδέψει πάνω από ένα εκατομμύριο. Θέλει να τα αποκτήσει, να τα κρατήσει στα χέρια του πάση θυσία. Δεν τα λιμπίζεται απλώς», είπε σιγανά καθώς του ήρθε στο μυαλό μια ζοφερή σκηνή. Έ νας μαρμάρινος βωμός, ένα χρυσό τρίγωνο με τρία ολόλαμπρα γαλάζια σημάδια. Έ νας μαυρομάλλης άντρας με ωχρά μάτια και μα­ τωμένο ξίφος. «Και δεν πιστεύεις ότι θα σταματήσει τώρα. Πιστεύεις ότι θα ξαναπροσπαθήσει». Σαστισμένος και ταραγμένος από την εικόνα, ο Σεθ την έδιωξε από το μυαλό του και στράφηκε πάλι στη λογική και το ένστικτό του. «Α, ναι». Τα μάτια του μισόκλεισαν βλοσυρά. «Θα ξαναπρο­ σπαθήσει».

Ο Σεθ έφτασε στο σπίτι του Κέιντ στις 8.14. Το τελευταίο του ρα­ ντεβού της ημέρας, με τον αρχηγό της αστυνομίας, είχε τελειώσει μετά τις εφτά, οπότε ίσα που πρόλαβε να γυρίσει σπίτι, να αλλάξει και να ξανάφύγει. Είχε πει στον εαυτό του κάμποσες φορές πως θα ήταν καλύτερα να καθίσει σπίτι, να τακτοποιήσει αναφορές και φα­ κέλους και να περάσει ήσυχα τη βραδιά του, χαλαρώνοντας. Η συνέντευξη Τύπου που τον περίμενε στις εννιά ακριβώς το άλλο πρωί θα τον περνούσε από κόσκινο και θα έπρεπε να είναι έτοιμος για όλα. Να, όμως, που καθόταν στο αμάξι του, μες στο άγχος και με φοβερό τρακ, πράγμα γελοίο. Είχε κυνηγήσει ένα δολοφόνο πρεζάκια μέσα σ ’ ένα κτίριο προς κατεδάφιση χωρίς καν να ιδρώσει, είχε ανακρίνει ατάραχα στυγνούς φονιάδες, μα τώρα, καθώς ο λευκός δίσκος του ήλιου βούλιαζε στον ουρανό, είχε αγχωθεί σαν πιτσιρικάς. Τα απεχθανόταν τα κοκτέιλ πάρτι. Τις ανούσιες συζητήσεις, το χαζό φαγητό, τις λαμπερές εμφανίσεις, κι όλοι να παριστάνουν τους ενθουσιασμένους ή βαριεστη μένους, ανάλογα με το στυλ τους. Με δεν ήταν η προοπτική λίγων ωρών συναναστροφής με αγνώ­ στους που τον τάραζε. Αλλά το ότι θα βρισκόταν με την Γκρέις χωρίς την πρόφαση της δουλειάς. Καμιά γυναίκα δεν τον είχε συγκινήσει ποτέ όσο εκείνη. Και δεν μπορούσε να αρνηθεί -τουλάχιστον στον εαυτό το υ - ότι τον είχε συγκινήσει τρομερά, από τη στιγμή που είχε δει το πορτραίτο της.


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

93

Δεν ωφελούσε να πει στον εαυτό του πως ήταν ρηχή και κακομαθημένη γυναίκα, συνηθισμένη να πέφτουν οι άντρες στα πόδια της. Δεν είχε ωφελήσει και πριν ανακαλύψει ότι η Γκρέις είχε πολ­ λές άλλες πλευρές, και σίγουρα δεν ωφελούσε τώρα. Δε θα μπορούσε να ισχυριστεί πως την καταλάβαινε, μα άρχιζε να ξεσκεπάζει όλα τα στοιχεία και τις αντιθέσεις που συνιστούσαν την προσωπικότητά της. Και ήξερε ότι θα γίνονταν εραστές πριν ξημερώσει η επόμενη μέρα. Την είδε να βγαίνει από το σπίτι, με ένα κοντό στράπλες φόρεμα σε μπλε ελεκτρίκ που αγκάλιαζε σφιχτά το κορμί της, τα πλούσια εβένινα μαλλιά της να χύνονται στην πλάτη της, μακριά καλλίγραμ­ μα πόδια. Έ τσι συγκλονίζονταν όλοι οι άντρες, αναρωτήθηκε ο Σεθ, μόνο που την έβλεπαν; Ή μόνο αυτός ήταν τόσο ευάλωτος; Αποφάσισε ότι καμιά απάντηση δε θα τον ανακούφιζε ιδιαίτερα και βγήκε από το αυτοκίνητό του. Εκείνη γύρισε το κεφάλι της ακούγοντας την πόρτα του και το πανέμορφο πρόσωπό της φωτίστηκε από ένα χαμόγελο. «Δεν περίμενα να τα καταφέρεις». Πήγε κοντά του, χωρίς να βιάζεται, και του έδωσε ένα φιλάκι στα χείλη. «Χαίρομαι που ήρθες». «Είπα ότι θα σε έπαιρνα τηλέφωνο αν δεν μπορούσα να έρθω». «Ναι, το είπες». Αλλά δεν είχε δώσει πολλή βάση. Είχε αφήσει στο σπίτι τη διεύθυνση του πάρτι, για κάθε ενδεχόμενο, μα το είχε πάρει απόφαση πως θα περνούσε το βράδυ της χωρίς αυτόν. Χα­ μογέλασε ξανά και χάιδεψε το πέτο του σακακιού του. «Ποτέ δεν περιμένω δίπλα στο τηλέφωνο. Το πάρτι είναι στην Τζόρτζταουν. Πάμε με το αμάξι μου ή με το δικό σου;» «Θα οδηγήσω εγώ». Ξέροντας ότι εκείνη περίμενε κάποιο σχό­ λιο για την εμφάνισή της, ο Σεθ παρέμεινε σιωπηλός και, κάνοντας το γύρο του αυτοκινήτου, της άνοιξε την πόρτα. Η Γκρέις μπήκε μέσα, γλιστρώντας μέσα με χάρη και τα μακριά της πόδια. Ο Σεθ ήθελε να τα αγγίξει, στο σημείο που το κοντό φορεματάκι της συναντούσε τους μηρούς της. Όπου το δέρμα της θα ήταν τρυφερό σαν ώριμο ροδάκινο και απαλό σαν λευκό σατέν. Έ κλεισε την πόρτα, έκανε πάλι το γύρο του αυτοκινήτου και κά­ θισε στο τιμόνι. «Πού στην Τζόρτζταουν;» ήταν το μόνο που είπε.


94

N o ra R oberts

*** Ή ταν ένα όμορφο παλιό σπίτι, με ψηλά ταβάνια, βαριές αντίκες και βαθιά, ζεστά χρώματα. Τα φώτα έλουζαν σημαντικούς ανθρώπους, ανθρώπους ισχυρούς και πλούσιους, που απέπνεαν μια οσμή εξου­ σίας μαζί με τα αρώματα και τις κολόνιες τους. Η Γκρέις ταίριαζε εδώ πέρα, σκέφτηκε ο Σεθ. Είχε γίνει ένα με το σύνολο από τη στιγμή που διάβηκε την πόρτα και αντάλλαξε εκλεπτυσμένα φιλάκια στα μάγουλα με την οικοδέσποινα. Μα και πάλι ξεχώριζε. Ανάμεσα σ ’ όλα τα στιλπνά μαύρα και τα κομψά παλ, ήταν σαν μια λαμπερή γαλάζια φλόγα που προκαλούσε τον καθένα να την αγγίξει και να καεί. Σαν τα διαμάντια, σκέφτηκε ο Σεθ. Μοναδική, εντυπωσιακή... ακαταμάχητη. «Ο υπαστυνόμος Μπιουκάναν δεν είστε;» Ο Σεθ πήρε το βλέμμα του από την Γκρέις και κοίταξε τον κοντό άντρα με αρχές φαλάκρας που ήταν γεροδεμένος σαν μποξέρ και ντυμένος με κοστούμι Σάβιλ Ρόου. «Ναι. Κύριος Ρόσι, συνήγορος υπεράσπισης. Αν ο κατηγορούμενος έχει αρκετά βαθιές τσέπες». Ο Ρόσι γέλασε, χωρίς να θιχτεί. «Μου φάνηκε ότι σας αναγνώρι­ σα. Σας έχω συναντήσει στο εδώλιο των μαρτύρων μερικές φορές. Είστε σκληρό καρύδι. Πάντα πίστευα ότι θα πετύχαινα την απαλλα­ γή του Τρεμέιν ή, τουλάχιστον, να μην καταλήξουν σε ετυμηγορία οι ένορκοι, αν είχα καταφέρει να κλονίσω την κατάθεσή σας». «Ήταν ένοχος». «Εκατό τοις εκατό», συμφώνησε γελώντας ο Ρόσι, «μα θα είχα σπείρει αρκετές αμφιβολίες στους ενόρκους». Ο Ρόσι άρχισε να αναπολεί τη δίκη κι ο Σεθ το πήρε απόφαση ότι δε θα γλίτωνε την κουβέντα για θέματα της δουλειάς του. Στην άλλη πλευρά της αίθουσας, η Γκρέις πήρε ένα ποτήρι από έναν περαστικό σερβιτόρο, ακούγοντας το κουτσομπολιό της οικο­ δέσποινας με μισό αυτί. Ή ξερε πότε να γελάει, πότε να ανασηκοδνει το φρύδι της, να σουφρώνει τα χείλη της, να κάνει κάποιο ενδιαφέ­ ρον σχόλιο. Ή ταν όλα ρουτίνα. Ήθελε να φύγει αμέσως. Ήθελε να γδύσει τον Σεθ. Να του βγάλει το σκούρο κοστούμι του και να τον αγγίξει, παντού. Είχε ανάψει ολό­ κληρη απ’ τον πόθο και οι γουλιές της σαμπάνιας δε δρόσιζαν το λαι­ μό της· ίσα ίσα, έκαναν το αίμα της να βράζει ακόμα περισσότερο.


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

95

«Αγαπητή μου Σάρα». «Γκρέγκορ, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω». Η Γκρέις μετακινήθηκε λίγο, ήπιε μια γουλιά και χαμογέλασε στο μαυρομάλλη άντρα με τη γλυκιά φωνή που φίλησε ιπποτικά το χέρι της οικοδέσποινας. Μεσογειακή καταγωγή, συμπέρανε από τη γοητευτική προφορά του. Πενηντάρης, μα αθλητικός. «Είσαι ιδιαίτερα όμορφη απόψε», είπε εκείνος, χωρίς να αφή­ σει αμέσως το χέρι της οικοδέσποινας. «Και η φιλοξενία σου, όπως πάντα, είναι απαράμιλλη. Και οι καλεσμένοι σου». Έστρεψε χαμο­ γελαστός τα αχνά ασημογάλαζα μάτια του στην Γκρέις. «Τέλειοι». «Γκρέγκορ». Η Σάρα χαζογέλασε, όλο νευρικότητα, κι έπειτα γύρισε στην Γ κρέις. «Δεν πρέπει να έχεις γνωρίσει τον Γ κρέγκορ, Γκρέις. Είναι ακαταμάχητα γοητευτικός, γ ι’ αυτό πρόσεχε. Πρέσβη Ντεβέιν, να σου συστήσω την Γκρέις Φοντέιν, αγαπητή μου φίλη». «Τιμή μου». Έπιασε το χέρι της Γκρέις και ίο φίλησε- τα χείλη του ήταν ζεστά και μαλακά. «Γοητευμένος». «Πρέσβης;» Η Γκρέις μπήκε αμέσως στο ρόλο. «Νόμιζα πως οι πρέσβεις είναι γέροι και ανιαροί. Έ τσι ήταν όσοι είχα γνωρίσει μέχρι τώρα». «Θα σε αφήσω με την Γκρέις, Γκρέγκορ. Βλέπω πως ήρθαν κά­ ποιοι τελευταίοι καλεσμένοι». «Είμαι σίγουρος πως βρίσκομαι σε καλά χέρια». Άφησε τα δά­ χτυλα της Γκρέις με ολοφάνερη απροθυμία. «Έχετε μήπως κάποια σχέση με τον Νάιλς Φοντέιν;» «Είναι θείος μου, ναι». «Α. Είχα την ευχαρίστηση να γνωρίσω το θείο σας και τη γοη­ τευτική σύζυγό του στο Κάπρι πριν από μερικά χρόνια. Έχουμε ένα κοινό χόμπι, ία νομίσματα». «Ναι, ο θείος Νάιλς έχει μεγάλη συλλογή. Ενθουσιάζεται με τα νομίσματα». Η Γκρέις έσπρωξε πίσω τα μαλλιά της, σηκώνοντάς τα από τον γυμνό της ώμο. «Από πού είστε, πρέσβη Ντεβέιν;» «Γκρέγκορ, παρακαλώ, σε ένα τόσο φιλικό περιβάλλον. Ίσως να μου επιτρέψετε τότε να σας λέω κι εγώ Γκρέις». «Φυσικά». Του χαμογέλασε πιο θερμά για να ανταποκριθεί σ ’ αυτή την καινούρια οικειότητα. «Αμφιβάλλω αν έχετε ακουστά τη μικρή πατρίδα μου. Δεν είμα­ στε παρά ένα σημαδάκι στη θάλασσα, γνωστοί κυρίως για το ελαι­ όλαδο και το κρασί μας».


96

N ora R oberts

«Η Τερέσα;» «Τώρα κολακεύομαι και πάλι που μια τόσο όμορφη γυναίκα γνωρίζει την ταπεινή πατρίδα μου». «Είναι πολύ ωραίο νησί. Είχα πάει για λίγες μέρες πριν από δυο χρόνια και μου άρεσε πολύ. Η Τερέσα είναι ένα μικρό κόσμημα μες στη θάλασσα, εντυπωσιακά απότομα βράχια στα δυτικά, πλούσιοι αμπελώνες στα ανατολικά και παραλίες με άμμο ψιλή σαν ζάχαρη». Εκείνος της χαμογέλασε και της έπιασε πάλι το χέρι. Η επαφή τον ξάφνιασε όσο και η γυναίκα και ένιωσε μια ακαταμάχητη επι­ θυμία να την αγγίξει. Να την κρατήσει για πάντα. «Πρέπει να μου υποσχεθείς ότι θα ξανάρθεις, ότι θα μου επιτρέψεις να σου δείξω το νησί έτσι όπως πρέπει να το δει κανείς. Έχω μια μικρή βίλα στα δυτικά και η θέα είναι πανέμορφη σχεδόν όσο κι εσύ». «Πολύ θα ήθελα να τη δω. Θα είναι δύσκολο να περνάς το καλο­ καίρι σου στην πνιγηρή ζέστη της Ουάσινγκτον, ενώ θα μπορούσες να απολαμβάνεις τη θαλασσινή αύρα της Τερέσα». «Δεν είναι καθόλου δύσκολο. Πλέον». Χάιδεψε τα δάχτυλά της με τον αντίχειρά του. «Οι θησαυροί της χώρας σου μου φαίνονται ολοένα πιο θελκτικοί. Ίσω ς να μην είχες αντίρρηση να βγούμε μαζί ένα βράδυ. Σου αρέσει η όπερα;» «Πάρα πολύ». «Τότε πρέπει να μου επιτρέψεις να σε συνοδεύσω. Ίσως...» Σώπασε, καθώς ήρθε κοντά τους ο Σεθ, και στα αβρά χαρακτηριστικά του απλώθηκε προς στιγμήν μια έκφραση εκνευρισμού. «Πρέσβη Γκρέγκορ Ντεβέιν της Τερέσα, να σου συστήσω τον υπαστυνόμο Μπιουκάναν». «Α, είστε αστυνομικός...» είπε ο Ντεβέιν και του έδωσε το χέρι. Του Σεθ δεν του άρεσε η φάτσα του πρέσβη. Δεν του άρεσε καθόλου. Όταν τον είδε με την Γκρέις, τον κυρίευσε αμέσως μια έντονη παρόρμηση να τραβήξει το όπλο του. Παραδόξως, όμως, το χέρι του δεν είχε ανέβει ενστικτωδώς προς το όπλο του, μα είχε κινηθεί πιο χαμηλά, στο πλευρό του. Εκεί όπου θα είχε ένας άντρας το σπαθί του. Ο Ντεβέιν τον κοίταξε έκπληκτος, παρ’ όλο που είχε ήδη ολό­ κληρο φάκελο για τον Σεθ Μπιουκάναν. «Πολύ ενδιαφέρον. Ελπίζω να με συγχωρέσετε γ ι’ αυτό που θα πω, αλλά δε θα επιθυμούσα να χρειαστώ ποτέ τις υπηρεσίες σας». Πήρε ένα ποτήρι από έναν περα­ στικό δίσκο, το έδωσε στον Σεθ και ύστερα πήρε άλλο ένα για τον


Το

Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

97

εαυτό του. «Ίσως, όμως, θα έπρεπε να πιούμε στην υγειά του εγκλή­ ματος. Χωρίς το έγκλημα, το επάγγελμά σας θα εξαφανιζόταν». Ο Σεθ τον κοίταξε ευθέως. Κι όταν αντάμωσαν τα μάτια τους, ωχρά ασημιά και χρυσοκάστανα, αναγνώρισε ο καθένας τους, όσο ανεξήγητο κι αν ήταν, έναν απόλυτο εχθρό απέναντι του. «Προτιμώ να πίνω στην υγειά της δικαιοσύνης». «Φυσικά. Στην πλάστιγγα της δικαιοσύνης, λοιπόν, και στη συ­ νεχή ανάγκη της να ισορροπεί;» Ο Γκρέγκορ ήπιε, ύστερα έγειρε λοξά το κεφάλι του. «Με συγχωρείτε που θα σας αφήσω, υπαστυνό­ με Μπιουκάναν, αλλά δεν έχω χαιρετήσει ακόμα τον οικοδεσπότη μας. Αφαιρέθηκα πολύ ευχάριστα...» Στράφηκε στην Γκρέις και της φίλησε πάλι το χέρι. «...και παραμέλησα το καθήκον μου». «Χάρηκα, Γ κρέγκορ». «Ελπίζω να σε ξαναδώ». Την κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Σύ­ ντομα». Με το που γύρισε την πλάτη του, η Γ κρέις ανατρίχιασε. Το τε­ λευταίο, επίμονο βλέμμα του είχε κάτι το κτητικό σχεδόν. «Τι πα­ ράξενος και ευγενικός άντρας», μουρμούρισε. Ο Σεθ έβραζε ολόκληρος, του ερχόταν να πλακώσει κάποιον στο ξύλο. «Το συνηθίζεις να αφήνεις παράξενους κι ευγενικούς άντρες να σαλιαρίζουν μαζί σου μες στον κόσμο;» Ή ταν μικροπρέπεια εκ μέρους της, υπέθεσε η Γ κρέις, μα ένιωσε ικανοποίηση από τον ενοχλημένο τόνο του Σεθ. «Φυσικά. Εφόσον δε μ ’ αρέσει καθόλου να σαλιαρίζουν μαζί μου ιδιαιτέρως». Γύρισε προς το μέρος του, ακουμποόντας ελαφρώς στο κορμί του. Ύστερα τον κοίταξε με χαμηλωμένα βλέφαρα. «Εσύ δε θ ’ αρχίσεις να σα­ λιαρίζεις, ε;» Ο Σεθ άναψε κι άλλο -π ώ ς τον διέγειρε έτσι η άτιμη. «Τελείωσε το ποτό σου», της είπε απότομα, «και χαιρέτησε τον κόσμο. Φεύ­ γουμε». Η Γκρέις αναστέναξε δήθεν. «Αχ, πόσο μ ’ αρέσει να με κουμαντάρει ένας δυνατός άντρας». «Μη με προκαλείς». Της πήρε το μισοτελειωμένο της ποτό και το άφησε στην άκρη. «Πάμε». Ο Ντεβέιν τους είδε να φεύγουν, είδε τον Σεθ να βάζει το χέρι του στη μέση της και να την οδηγεί ανάμεσα στο πλήθος. Θα έπρεπε να τον τιμοορήσει τον μπάτσο που την άγγιζε. Η Γκρέις ήταν δίκιά του πλέον, σκέφτηκε ο Ντεβέιν, σφίγγοντας


98

N ora R oberts

με δύναμη τα δόντια του για να πνίξει την οργή του. Ή ταν γραφτό να γίνει δίκιά του. Το είχε νιώσει από τη στιγμή που της έπιασε το χέρι και την κοίταξε στα μάτια. Ή ταν τέλεια, χωρίς ούτε ένα ψεγάδι. Δεν ήταν μοιραίο να αποκτήσει μόνο τα Τρία Αστέρια, αλλά και τη γυναίκα που είχε κρατήσει στο χέρι της το ένα απ’ αυτά, που ίσως να το είχε χαϊδέψει κιόλας. Εκείνη θα καταλάβαινε τη δύναμή τους. Και θα τη συμπλήρωνε. Μαζί με τα Τρία Αστέρα του Μίθρα, ορκίστηκε ο Ντεβέιν, θα ήταν και η Γκρέις Φοντέιν ο θησαυρός της συλλογής του. Θα του τα έφερνε η ίδια τα Αστέρια. Και μετά θα του ανήκε. Γ ια πάντα.

Βγαίνοντας στο δρόμο, η Γκρέις ένιωσε άλλο ένα ρίγος να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά της. Ζάρωσε τους ώμους της και κοίταξε πίσω της. Από τα ψηλά φωταγωγημένα παράθυρα φαίνονταν οι καλεσμένοι που περιφέρονταν και κουβέντιαζαν μέσα στο πάρτι. Και είδε τον Ντεβέιν, πολύ καθαρά. Για μια στιγμή, θα έπαιρνε όρκο ότι αντάμωσαν οι ματιές τους -αλλά αυτή τη φορά εκείνος δεν είχε ίχνος γοητείας πάνω του. Ένας παράλογος φόβος τής έσφιξε το στομάχι και την έκανε να γυρίσει γρήγορα από την άλλη. Όταν ο Σεθ άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, η Γκρέις μπήκε μέσα χωρίς παράπονα ή σχόλια. Ή θελε να φύγει, να απομακρυνθεί όσο γινόταν από τα κατάφωτα παράθυρα και τον άντρα που έδειχνε να την παρακολουθεί από μέσα. Έτριψε ζωηρά τα μπράτσα της που είχαν παγώσει. «Δε θα κρύωνες αν φορούσες ρούχα». Ο Σεθ έχωσε το κλειδί στη μίζα. Το ψυχρό του σχόλιο, που ειπώθηκε με τρομερό αυτοέλεγχο, την έκανε να γελάσει, διώχνοντας την αίσθηση του κρύου από πάνω της. «Α, υπαστυνόμε, κι εγώ αναρωτιόμουν για πόσο θα μου άφηνες κι αυτά τα λίγα που φοράω». «Όχι για πολύ ακόμα», της υποσχέθηκε και βγήκε με το αμάξι στο δρόμο. «Ωραία». Αποφασισμένη να κρατήσει ο Σεθ την υπόσχεσή του, γλίστρησε κοντά του και βάλθηκε να του δαγκώνει τρυφερά το αυτί. «Ας καταπατήσουμε μερικούς νόμους», του ψιθύρισε. «Μα ήμουν ήδη κατηγορούμενος για πρόθεση».


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέρι

99

Εκείνη γέλασε και πάλι, ένα ξέπνοο γελάκι που τον έφερε σε πλήρη σιύση. Δεν ήταν σίγουρος πώς κατάφερε να οδηγήσει μέσα στην κί­ νηση, να βγει από την Ουάσινγκτον και να μπει στο Μέριλαντ. Η Γκρέις του έλυσε τη γραβάτα, ξεκούμπωσε τα μισά κουμπιά του πουκαμίσου του. Τον χάιδευε παντού και τα χείλη της τυραννούσαν το αυτί του, το λαιμό, το σαγόνι του, ενώ του μουρμούριζε βραχνά υποσχέσεις και ιδέες. Οι τολμηρές φαντασιώσεις που του έβαζε στο μυαλό έκαναν το αίμα του να πάλλεται οδυνηρά στα λαγόνια του. Ο Σεθ φρενάρισε απότομα στο δρομάκι του σπιτιού του και την τράβηξε κοντά του. Εκείνη έχασε το ένα της παπούτσι μέσα στο αυτοκίνητο και το άλλο έξω στο δρομάκι καθώς αυτός την πήγε στο σπίτι σχεδόν σηκωτή. Στο κεφάλι του βούιζαν τα αισθησιακά, ασυ­ γκράτητα γέλια της. Κόντεψε να σπάσει την ίδια του την πόρτα από τη βιασύνη του να τη βάλει μέσα. Με το που μπήκαν, την κόλλησε στον τοίχο και όρμησε στα χείλη της. Το μυαλό του είχε πάψει να λειτουργεί. Τον είχε κυριεύσει ένας πρωτόγονος, άγριος πόθος. Μες στο μισοσκότεινο χολ, της ανέβασε ανυπόμονα το φορεματάκι, βρήκε το εμπόδιο από το λεπτό δαντε­ λένιο σλιπάκι της και το παραμέρισε σκίζοντάς το. Άνοιξε τότε το παντελόνι του, την άρπαξε από τους γοφούς και την πήρε κατευθεί­ αν, στα όρθια. Εκείνη ξεφώνισε, όχι από διαμαρτυρία, ούτε από σοκ για το σχε­ δόν βάναυσο φέρσιμό του. Αλλά από την ηδονή που την κατέκλυσε ολόκληρη. Τυλίχτηκε γύρω του και αφέθηκε στον αμείλικτο, κα­ ταιγιστικό ρυθμό του. Και κουνιόταν και η ίδια εξίσου ξέφρενα και διψασμένα. Ή ταν ένα άγριο ζευγάρωμα, όλο πάθος και δίχως λογική. Και μόνο αυτό είχε σημασία. Ο παράφορος, θηριώδης πόθος. Ο σφο­ δρός, θηριώδης οργασμός. Το κορμί της συγκλονίστηκε ολόκληρο και κατέρρευσε καθώς τον ένιωσε να τελειώνει μέσα της. Εκείνος έβαλε το χέρι του στον τοίχο για να μη χάσει την ισορ­ ροπία του και πάσχισε να ξαναβρεί την ανάσα του και τα λογικά του. Βρίσκονταν μόλις ένα βήμα απ’ την πόρτα, συνειδητοποίησε, και την είχε καβαλήσει σαν ξεσηκωμένος ταύρος. Δεν είχε νόημα να της ζητήσει συγνώμη, σκέφτηκε. Ήθελαν και


100

N

ora

R oberts

οι δυο να το κάνουν έτσι γρήγορα και ξέφρενα. Όχι, ήθελαν ήταν πολύ ήπια λέξη, αποφάσισε. Το λαχταρούσαν, έτσι όπως λαχταρούν κρέας τα πεινασμένα ζώα. Αλλά ποτέ δεν είχε φερθεί σε γυναίκα τόσο απρόσεχτα, ούτε είχε αγνοήσει παντελώς τις συνέπειες. «Είχα σκοπό να σου βγάλω πρώτα το φόρεμα», κατάφερε να της πει και ευχαριστήθηκε όταν εκείνη γέλασε. «Θα φτάσουμε κι εκεί». «Είναι και κάτι άλλο που αμέλησα». Τραβήχτηκε λίγο πίσω και περιεργάστηκε το πρόσωπό της στο χαμηλό φως. «Θα υπάρξει πρό­ βλημα;» Εκείνη κατάλαβε. «Όχι». Και παρ' όλο που ήταν απερισκεψία, στενοχωρήθηκε λίγο που δε θα γεννιόταν μια καινούρια ζωή μέσα της ως αποτέλεσμα της απροσεξίας τους. «Παίρνω τις προφυλάξεις μου». «Δεν ήθελα να συμβεί». Της έπιασε το πιγούνι. «Έπρεπε να συ­ γκρατηθώ». Τα μάτια της λαμπύρισαν μες στο μισοσκόταδο -μ ε ευθυμία και σιγουριά. «Ελπίζω να μην περιμένεις να λυπηθώ που δε συγκρατή­ θηκες. Θέλω να μ’ αγγίξεις και πάλι. Κι εγώ εσένα». «Κι όσο σ ’ αγγίζω εγώ...» Της ανασήκωσε λίγο το πιγούνι, «...δε θα σ ’ αγγίξει κανείς άλλος. Δε μοιράζομαι». Η Γκρέις χαμογέλασε, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Ούτε εγώ». Της έγνεψε καταφατικά. «ΓΙάμε πάνω», είπε και τη σήκωσε στην αγκαλιά του.


Κεφάλαιο 7

Ο Σεθ άναψε το φως μόλις την έβαλε στο υπνοδωμάτιό του. Αυτή τη φορά ήθελε να τη δει, να ξέρει πότε θόλωναν ή σκούραιναν τα μάτια της απ’ τον πόθο, να βλέπει πότε γούρλωναν από ηδονή ή σοκ. Αυτή τη φορά θα θυμόταν ότι ο άνθρωπος ήταν ανώτερος απ’ τα ζώα και ότι το μυαλό και η καρδιά έπαιζαν ένα ρόλο. Η Γκρέις πρόσεξε πως ήταν ένα δωμάτιο μετρίου μεγέθους, με απλές ανοιχτές κίτρινες κουρτίνες στα παράθυρα, απλά, άχρωμα έπιπλα, ένα μεγάλο κρεβάτι με σκούρο μπλε κάλυμμα που ήταν στρωμένο με στρατιωτική ακρίβεια. Στους τοίχους υπήρχαν πίνακες, μα θα τους περιεργαζόταν αρ­ γότερα, είπε στον εαυτό της, όταν δε θα σκιρτούσε έτσι τρελά η καρδιά της. Ακουαρέλες με σκηνές και αστικές και αγροτικές σε ομιχλώδη κι ονειρικά χρώματα, που έρχονταν σε αντίθεση με το πρακτικό δωμάτιο. Μα όταν αυτός την απόθεσε όρθια δίπλα στο κρεβάτι, η Γ κρέις ξέχασε τα πάντα περί τέχνης και ντεκόρ. Άπλωσε τα χέρια της και του ξεκούμπωσε τα τελευταία κουμπιά του πουκαμίσου του, ενώ εκείνος έβγαζε το σακάκι του. Ανασήκωσε τα φρύδια της όταν είδε στον ώμο του τη θήκη του όπλου του. «Ακόμα και σε πάρτι;» «Συνήθεια», της είπε απλά και, βγάζοντας τη θήκη, την κρέμασε σε μια καρέκλα. Πρόσεξε τότε το ύφος της. «Είναι πρόβλημα;» «Όχι. Απλώς σκεφτόμουν πόσο σου πάει. Και αναρωτιόμουν αν είσαι το ίδιο σέξι όταν τη βάζεις όπως και όταν τη βγάζεις». Ύστε­ ρα γύρισε από την άλλη και μάζεψε τα μαλλιά της πάνω απ’ τους ώμους της. «Θα ήθελα λίγη βοήθεια».


102

N ora R oberts

Ο Σεθ άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στην πλάτη της. Αντί να πιάσει το φερμουάρ, την τράβηξε πάνω του και έφερε τα χείλη του στον γυμνό της ώμο. Εκείνη αναστέναξε κι έγειρε πίσω το κε­ φάλι της. «Ακόμα καλύτερα έτσι». «Ο πρώτος γύρος ήταν μόνο μια πρώτη εκτόνωση», μουρμούρι­ σε ο Σεθ κι ύστερα γλίστρησε τα χέρια του στη μέση της κι από κει επάνω, κλείνοντας τα στήθη της μες στις παλάμες του. «Σε θέλω να κλαψουρίζεις απ’ τον πόθο, να τρέμεις, να τρελαίνεσαι». Οι αντίχειρές του χάιδεψαν.τις καμπύλες της μια στάλα πιο πά­ νω από το τολμηρό γαλάζιο μεταξωτό της μπούστο. Προσηλωμένη στα χάδια του, η Γκρέις άπλωσε πίσω τα χέρια της και τα πέρασε γύρω από το λαιμό του. Αρχισε να κουνά το σώμα της στον ίδιο ρυθμό με τις κινήσεις του, μα όταν δοκίμασε να στρίψει, αυτός την κράτησε ακίνητη. Η Γκρέις αναστέναξε και σάλεψε ανυπόμονα όταν τα δάχτυλά του γλίστρησαν μέσα απ’ το μπούστο και βάλθηκαν να τυραννούν τις θηλές της, να τις ανάβουν. «Θέλω να σ ’ αγγίξω». «Να κλαψουρίζεις», επανέλαβε αυτός και έσυρε τα χέρια του στο φόρεμά της μέχρι κάτω και στη συνέχεια από μέσα. «Να τρέ­ μεις». Η χούφτα του έκλεισε ανάμεσα στα πόδια της. «Να τρελαίνε­ σαι». Και τα δάχτυλά του εισχώρησαν μέσα της. Ο οργασμός την πλημμύρισε σαν ένα μεγάλο, αργό κύμα που κατέκλυσε τις αισθήσεις της. Κι από τα χείλη της ξέφυγε το κλαψούρισμα που περίμενε ο Σεθ. Έβγαλε τα παπούτσια του και της κατέβασε το φερμουάρ πόντο πόντο. Τα δάχτυλά του ίσα που άγγιζαν το δέρμα της καθώς της άνοιξε το φόρεμα και το τράβηξε σιγά σιγά γύρω από το κορμί της μέχρι που σωριάστηκε στα πόδια της. Τότε τη γύρισε και έκανε λίγο πιο πίσω. Η Γκρέις φορούσε τώρα μονάχα ζαρτιέρες, μπλε ελεκτρίκ όπως και το φουστάνι, με κάλτσες τόσο λεπτές που φαίνονταν σαν αχνός. Το σώμα της ήταν σκέτη φαντασίωση, πλούσιες καμπύλες και σατινένιο δέρμα. Τα μαλλιά της χύνονταν στους ώμους της σαν άγρια μαύρη βροχή. «Πάρα πολλοί άντρες θα σου έχουν πει πόσο όμορφη είσαι, οπό­ τε δεν έχει σημασία να σ ’ το πω κι εγώ». «Πες μου ότι με θέλεις. Αυτό έχει σημασία».


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέρι

103

«Σε θέλω, Γ κρέις». Ή ρθε πάλι κοντά της και την πήρε στην αγκα­ λιά του, μα αντί, για το αχόρταγο φιλί που περίμενε εκείνη, αυτό που της έδωσε ήταν αργό, μεθυστικό. Τα χέρια της γαντζώθηκαν πάνω του και μετά ατόνησαν απ’ αυτή την καινούρια επίθεση στις αισθήσεις της. «Φίλησέ με ξανά», μουρμούρισε η Γκρέις όταν τα χείλη του κα­ τηφόρισαν στο λαιμό της. «Έτσι. Ξανά». Οπότε τα χείλη του αντάμωσαν τα δικά της και την άφησε να βουλιάξει στο φιλί και δεύτερη φορά. Αναστενάζοντας ηδονικά, εκείνη του έβγαλε το πουκάμισο και άρχισε να τον εξερευνά με τα χέρια της. Ή ταν πολύ όμορφο να την απολαμβάνει κάποιος τόσο πολύ, να της ανάβει αργά το πάθος κι αυτή να αισθάνεται ότι χάνει τον έλεγχο και να μην τη νοιάζει. Να τον εμπιστεύεται. Ο Σεθ βάλθηκε να μάθει το κορμί της σπιθαμή προς σπιθαμή. Πρόσφερε ηδονή και στους δυο τους παίρνοντας τα σφιχτά, πλού­ σια στήθη της στα χέρια του κι έπειτα στο στόμα του. Κατεβάζοντας τα χέρια του, απαγκίστρωσε τις ζαρτιέρες από τις κάλτσες της, μία μία, και κάθε φορά την άκουγε να παίρνει μια κοφτή ανάσα. Τότε γλίστρησε τα χέρια του κάτω από το λεπτό ύφασμα και άγγιξε τη σάρκα της. Ή ταν ζεστή, λεία. Την ξάπλωσε στο κρεβάτι κι ένιωσε το απαλό κορμί της να ενδίδει αμέσως. Τα χείλη της ανταποκρίθηκαν στα δι­ κά του πρόθυμα, διψασμένα. Κοιτάχτηκαν στο φως. Κινήθηκαν ταυτόχρονα. Πρώτα ένας ανα­ στεναγμός, ύστερα ένα βογκητό. Τα χέρια της βρήκαν τους μυς του, ένα σκληρό σημείο στο δέρμα του από ένα παλιό σημάδι, τα χείλη της γεύτηκαν άντρα. Αλλάζοντας λίγο στάση, η Γκρέις του κατέβα­ σε το παντελόνι και καθώς τον έγδυνε, του φιλούσε το στήθος. Όταν αυτός έπιασε πάλι τα στήθη της και την τράβηξε κοντά του για να τα βυζάξει, τα μπράτσα της τρεμούλιασαν και τα μαλλιά της έπεσαν μπροστά, σκεπάζοντάς τους και τους δυο. Το κορμί της άναβε ολοένα περισσότερο, η φωτιά απλωνόταν στο αίμα της σαν πυρετός ώσπου στο τέλος η Γ κρέις λαχάνιαζε πλέ­ ον. Άκουγε τον εαυτό της να λέει το όνομά του, ξανά και ξανά, κα­ θώς εκείνος την οδηγούσε υπομονετικά στο αποκορύφωμα. Τα μάτια της πήραν την μπλε απόχρωση του κοβαλτίου, μαγεύοντάς τον. Τα απαλά χείλη της τρεμούλιασαν, το υπέροχο κορμί της τραντάχτηκε. Π αρ’ όλο που τον έτρωγε η ανάγκη να ανακουφίσει


104

N ora R oberts

τον πόθο του, ο Σεθ συνέχισε να την απολαμβάνει αργά. Μέχρι που τη γύρισε τελικά ανάσκελα και, με τα μάτια του στυλωμένα στα δικά της, βυθίστηκε μέσα της. Εκείνη κύρτωσε την πλάτη της και γράπωσε τα σεντόνια, απο­ σβολωμένη από την ηδονή. «Σεθ». Ξεφύσηξε απότομα και η ανάσα της της έκαψε τα πνευμόνια. «Ποτέ δεν... Ποτέ δεν ήταν έτσι. Σεθ...» Πριν προλάβει να συνεχίσει, ο Σεθ της έκλεισε το στόμα με το δικό του και την έκανε δική του.

Όταν την πήρε ο ύπνος, η Γκρέις ονειρεύτηκε ότι βρισκόταν στο σπίτι της στα βουνά, με τα πυκνά, καταπράσινα, δροσερά δάση τρι­ γύρω. Οι αλθαίες ήταν πιο ψηλές από την ίδια και τα άνθη τους βαθυκόκκινα και ολόλευκα. Έ να κολιμπρί, με ζαφειρένια και σμα­ ραγδένια χρώματα, έπινε νέκταρ από μια τρομπέτα. Κόσμοι και εχινάκειες, ντάλιες και ζίνιες σχημάτιζαν ένα χαρούμενο κύμα από ανάμεικτα χρώματα. Οι πανσέδες είχαν στρέψει τα εξωτικά προσωπάκια τους στον ήλιο και χαμογελούσαν. Εδώ ήταν ευτυχισμένη, γαλήνια. Μόνη της, αλλά ποτέ δεν ένιω­ θε μοναξιά. Εδώ δεν ακουγόταν τίποτα παρά μόνο το θρόισμα των φύλλων, το βουητό από τις μέλισσες, το απαλό κελάρυσμα από το ρέμα που κυλούσε στις πέτρες. Είδε ελάφια να βγαίνουν ήσυχα από το δάσος για να πιουν νε­ ρό στο αργό ποταμάκι και οι οπλές τους χάνονταν μες στην αχλή που σκέπαζε το έδαφος. Το φως της αυγής ήταν ασημένιο, έκανε την απαλή πάχνη να λαμπυρίζει, ζωγράφιζε ουράνια τόξα μες στην καταχνιά. Ικανοποιημένη, προχώρησε ανάμεσα στα λουλούδια της, χαϊ­ δεύοντας με τα δάχτυλά της τα άνθη, εισπνέοντας με ευχαρίστηση τα αρώματά τους. Είδε κάτι να γυαλίζει ανάμεσα στα λουλούδια, μια καταγάλανη λάμψη, και σκύβοντας, μάζεψε το πετράδι από το έδαφος. Αυτό φεγγοβόλησε στο χέρι της, εκπέμποντας δύναμη. Ήταν μια ρευστή αίσθηση, αγνή σαν νερό και ισχυρή σαν κρασί. Για μια στιγμή, η Γκρέις κοκάλωσε, με το χέρι της ανοιχτό. Το πετράδι στην παλάμη της άστραφτε στο πρωινό φως.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέρι

105

Έπρεπε να το φυλάξει, σκέφτηκε. Να το προστατεύσει. Και να το προσφέρει. Όταν άκουσε το θρόισμα στο δάσος, γύρισε χαμογελαστή. Αυ­ τός θα ήταν, ήταν σίγουρη. Τον περίμενε όλη της τη ζωή, λαχταρού­ σε να τον καλωσορίσει, να πέσει στην αγκαλιά του, ξέροντας ότι τα μπράτσα του θα τυλίγονταν γύρω της. Προχώρησε προς το μέρος του· το πετράδι τής ζέσταινε την πα­ λάμη και οι αχνές δονήσεις του διαχέονταν σαν μουσική από το μπράτσο της προς την καρδιά της. Θα του το έδινε, σκέφτηκε. Θα του έδινε τα πάντα, ό,τι είχε και δεν είχε, όλο της το είναι. Γιατί η αγάπη δεν είχε όρια. Ξαφνικά, το φως άλλαξε, θόλωσε. Η ατμόσφαιρα κρύωσε και έπιασε δυνατός αέρας. Δίπλα στο ρέμα, τα ελάφια σήκωσαν τα κε­ φάλια τους τρομαγμένα, ύστερα γύρισαν όλα μαζί και τράπηκαν σε φυγή ανάμεσα στα δέντρα. Οι μέλισσες έπαψαν να βουίζουν, ακούστηκε ένα μπουμπουνητό και μια αστραπή έσκισε τον μουντό ουρανό. Μες στο σκοτεινιασμένο δάσος, πολύ κοντά στα λουλούδια της, κάτι κινήθηκε ύπουλα. Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν αντανακλαστι­ κά και η γροθιά της έκλεισε γύρω από το πετράδι. Κι ανάμεσα α π ’ τα φυλλώματα είδε μάτια, λαμπερά κι αχόρταγα. Να την παρακο­ λουθούν. Οι σκιές χώρισαν και το μονοπάτι άνοιξε προς το μέρος της. «Όχι». Αλλόφρων, η Γ κρέις έσπρωξε τα χέρια που την κρατού­ σαν. «Δε θα σ ’ το δώσου Δεν είναι για σένα». «Έλα, έλα». Ο Σεθ την ανασήκωσε και της χάιδεψε τα μαλλιά. «Εφιάλτης ήταν. Ηρέμησε». «Με παρακολουθεί...» είπε η Γκρέις με ένα στεναγμό κι έχω­ σε το πρόσωπό της στον δυνατό, γυμνό του ώμο. Εισπνέο\;τας την οσμή του, ησύχασε. «Με παρακολουθεί. Μες στο δάσος, με παρα­ κολουθεί». «Όχι, είσαι εδώ μαζί μου». Η καρδιά της βροντοχτυπούσε ανη­ συχητικά. Ο Σεθ την κράτησε πιο σφιχτά, θαρρείς για να καλμάρει την καρδιά της και να σταματήσει τις τρεμούλες που συγκλόνιζαν το κορμί της. «Όνειρο ήταν. Κανείς δεν είναι εδώ, μόνο εγώ. Σ ’ έχω αγκαλιά». «Μην τον αφήσεις να με αγγίξει. Θα πεθάνω αν με αγγίξει».


106

N ora R oberts

«Δε θα τον αφήσω». Της ανασήκωσε το πρόσωπο. «Σ’ έχω αγκα­ λιά», επανέλαβε και ζέστανε τα τρεμάμενα χείλη της με τα δικά του. «Σεθ». Ανακουφισμένη, γαντζώθηκε πάνω του. «Σε περίμενα. Στον κήπο, σε περίμενα». «Εδώ είμαι, ήρθα». Για να την προστατεύσει, σκέφτηκε. Και να τη λατρέψει. Συγκλονισμένος από το πόσο το ήθελε, την έκανε λίγο πίσω και παραμέρισε τα ανακατωμένα μαλλιά της από το πρόσωπό της. «Θα ήταν άσχημο όνειρο. Βλέπεις συχνά εφιάλτες;» «Τι;» Μπερδεμένη ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότη­ τα, τον κοίταξε βουβά. «Θέλεις φως;» Χωρίς να περιμένει απάντηση, ο Σεθ άπλωσε το χέρι του και άναψε το πορτατίφ στο κομοδίνο. Εκείνη απέστρεψε το πρόσωπό της από τη δυνατή λάμψη και έσφιξε τη γροθιά της πάνω στην καρδιά της. «Έλα, ηρέμησε τώρα». Της έπιασε το χέρι και έκανε να της ανοίξει τα δάχτυλα. «Όχι». Η Γκρέις τράβηξε πίσω το χέρι της. «Το θέλει αυτός». «Τι θέλει;» «Το Αστέρι. Έρχεται να το πάρει, να πάρει κι εμένα. Έρχεται». «Π οιος;»' «Δεν ξέρω... δεν ξέρω». Σαστισμένη τώρα, κοίταξε το χέρι της και σιγά σιγά το άνοιξε. «Κρατούσα το πετράδι». Ακόμα ένιωθε τη θερμότητά του, το βάρος του. «Το είχα εγώ. Το βρήκα». «Όνειρο ήταν. Τα διαμάντια είναι κλεισμένα σε θησαυροφυλά­ κιο. Δεν κινδυνεύουν». Της ανασήκωσε με το δάχτυλό του το πιγού­ νι μέχρι που τον κοίταξε στα μάτια. «Ούτε εσύ κινδυνεύεις». «Όνειρο ήταν». Λέγοντάς το δυνατά, την κατέλαβε και ανακού­ φιση και ντροπή. «Συγνώμη». «Δεν πειράζει». Ο Σεθ την περιεργάστηκε, είδε ότι το πρόσωπό της ήταν ωχρό και τα μάτια της φοβισμένα. Και η εικόνα της τον άγγιξε βαθιά, τον ώθησε να απλώσει το χέρι του και να χαϊδέψει το χλομό μάγουλό της. «Τράβηξες πολλά αυτές τις μέρες, ε;» της είπε σιγανά. Η κατανόησή του την έκανε να βουρκώσει. Έκλεισε τα μάτια της για να μην κυλήσουν τα δάκρυά της και πήρε προσεκτικά μερι­ κές ανάσες. Το πλάκωμα στο στήθος της ήταν αφόρητο. «Θα πάω να πιω λίγο νερό». () Σεθ την τράβηξε απλώς στην αγκαλιά του. Η Γκρέις είχε κρύψει πολύ καλά μέσα της όλο το φόβο, τη θλίψη και την κούρασή


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

107

της, συνειδητοποίησε. Μα τώρα της έβγαιναν. «Γιατί δεν κλαις να ξεσπάσεις;» Εκείνη πήρε μια τρεμουλιαστή ανάσα, της ξέφυγε ένας λυγμός. «Απλώς θέλω να...» «Μην τα κρατάς μέσα σου», της είπε και της ακούμπησε το κε­ φάλι στον ώμο του. Η Γκρέις ρίγησε ολόκληρη και μετά γαντζώθηκε πάνω του. Κι άρχισε να κλαίει. Εκείνος δεν είπε τίποτα. Μόνο την κρατούσε στην αγκαλιά του.

Στις οχτώ το επόμενο πρωί, ο Σεθ την άφησε στο σπίτι του Κέιντ. Η Γκρέις είχε διαμαρτυρηθεί που την ξύπνησε τόσο νωρίς και είχε κουλουριαστεί σαν να προσπαθούσε να χωθεί μέσα στο στρώμα. Ο Σεθ την πήρε τότε στα χέρια του, την πήγε σηκωτή στο μπάνιο και την έβαλε κάτω απ’ το ντους. Με το νερό στο κρύο. Της άφησε τριάντα λεπτά ακριβώς για να συνέλθει και μετά την έβαλε στο αυτοκίνητο. «Είσαι χειρότερος κι απ’ την Γκεστάπο», σχολίασε η Γκρέις όταν αυτός σταμάτησε πίσω από το αυτοκίνητο της Εμ-Τζέι. «Ακό­ μα βρεγμένα είναι τα μαλλιά μου». «Δε μου περίσσευε η μία ώρα που θα σου χρειάζεται για να στε­ γνώσεις όλο αυτό το μαλλί». «Δεν πρόλαβα καν να βαφτώ». «Δε σου χρειάζεται μακιγιάζ». «Φαντάζομαι πως μου το λες για κομπλιμέντο». «Όχι, είναι γεγονός». Εκείνη γύρισε προς το μέρος του και έδειχνε πολύ ερωτική, αναμαλλιασμένη όπως ήταν με το στράπλες φόρεμά της. «Εσύ, από την άλλη, είσαι μια χαρά περιποιημένος». «Δεν κάθισα είκοσι λεπτά στο ντους». Η Γκρέις είχε τραγουδή­ σει στο ντους, θυμήθηκε ο Σεθ. Απίστευτα φάλτσα. Το σκέφτηκε και χαμογέλασε. «Πήγαινε. Έχω δουλειά». Εκείνη στραβομουτσούνιασε και έπιασε την τσάντα της. «Κα­ λά, ευχαριστώ που μ ’ έφερες, υπαστυνόμε». Έπειτα γέλασε όταν ο Σεθ την έσπρωξε πίσω στο κάθισμα και της έδωσε το φλογερό φιλί που ήλπιζε. «Ύστερα απ’ αυτό, σε συγχωρώ σχεδόν που μου επέτρεψες μο­


108

N ora Roberts

νάχα ένα μίζερο καφέ το πρωί». Του έπιασε το κάτω χείλι με τα δόντια της και τον κοίταξε με μάτια που σπινθήριζαν. «Θέλω να σε δω απόψε». «Θα περάσω. Αν μπορώ». «Εδώ θα είμαι». Άνοιξε την πόρτα της και γύρισε και του έριξε μια ματιά. «Αν μπορώ». Ανήμπορος να αντισταθεί, ο Σεθ ακολούθησε με το βλέμμα το λικνιστό βάδισμά της σ ’ όλο το δρόμο μέχρι το σπίτι. Με το που έκλεισε η πόρτα πίσοι της, έκλεισε κι αυτός τα μάτια του. Θεέ μου, σκέφτηκε, ήταν ερωτευμένος μαζί της. Και ήταν εντε­ λώς εξωφρενικό. Μέσα, η Γκρέις μόνο που δεν άρχισε να χορεύει στο διάδρο­ μο. Ή ταν ερωτευμένη. Και ήταν υπέροχο. Ή ταν κάτι καινούριο και πρωτόγνωρο. Όλη της τη ζωή το περίμενε. Έλαμπε το πρόσωπό της όταν μπήκε στην κουζίνα και βρήκε την Μπέιλι και τον Κέιντ να πίνουν καφέ στο τραπέζι. «Καλημέρα στην παρέα», τους είπε σχεδόν τραγουδιστά και τράβηξε γραμμή για την καφετιέρα. «Καλημέρα και σ ’ εσένα», της είπε ο Κέιντ και πρόσθεσε αστειευόμενος, «Ωραίες οι πιτζάμες σου». Γελώντας, η Γκρέις έφερε τον καφέ της στο τραπέζι, ύστερα έσκυψε και του έσκασε ένα φιλί στο στόμα. «Πόσο σε λατρεύω. Τον λατρεύω, Μπέιλι. Κοίτα να τον τυλίξεις στα γρήγορα, πριν μου μπουν τίποτα ιδέες». Η Μπέιλι χαμογέλασε ονειροπόλα στον καφέ της, έπειτα σή­ κωσε το βλέμμα της και τα μάτια της έλαμπαν βουρκωμένα. «Πα­ ντρευόμαστε σε δυο βδομάδες». «Τι;» Η κούπα τρεμούλιασε στα χέρια της Γ κρέις και παραλίγο να της χυθεί ο καφές. «Τι;» ξαναείπε και κάθισε κάτω βαριά. «Δε θέλει να περιμένει». «Γιατί να περιμένω;» Ο Κέιντ τεντώθηκε και έπιασε το χέρι της Μπέιλι πάνω στο τραπέζι. «Σ’ αγαπώ». «Παντρεύεστε». Η Γκρέις κοίταξε τα πλεγμένα τους χέρια. Ταί­ ριαζαν απόλυτα, σκέφτηκε και έβγαλε έναν τρεμάμενο αναστεναγ­ μό. «Είναι θαυμάσιο. Υπέροχο, καταπληκτικό». Βάζοντας το χέρι της πάνω στα δικά τους, κοίταξε τον Κέιντ στα μάτια. Και είδε αυτό ακριβώς που ήθελε. «Θα της φέρεσαι καλά». Δεν το έθεσε σαν ερώ­ τηση, το ήξερε.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α στέ ρι

109

Αφού του έσφιξε λίγο το χέρι, κάθισε πίσω. «Λοιπόν, πρέπει να προετοιμάσουμε ένα γάμο και μας μένουν δυο ολόκληρες βδομά­ δες. Ό,τι πρέπει για να λαλήσουμε ομαδικά». «Θα είναι μικρή τελετή», άρχισε η Μπέιλι. «Εδώ στο σπίτι». «Ένα πράγμα θα πω μόνο», είπε ο Κέιντ με ικετευτικό τόνο. «Να κλεφτούμε». «Όχι». Κουνώντας αρνητικά το κεφάλι της, η Μπέιλι τραβήχτη­ κε πιο πίσω και έπιασε την κούπα της. «Δε θα ξεκινήσουμε τη ζωή μας προσβάλλοντας την οικογένειά σου». «Δεν είναι άνθρωποι. Οι μη άνθρωποι δεν προσβάλλονται. Η Μάφι θα φέρει και τα τερατάκια μαζί της». «Μη λες τα ανίψια σου τερατάκια». «Για σταθείτε». Η Γκρέις σήκωσε το χέρι της. Είχε σμίξει τα φρύδια της. «Η Μάφι; Μιλάμε για τη Μάφι Πάρις Γουέστλεϊκ; Αδερφή σου είναι;» «Δυστυχώς». Η Γ κρέις κατάφερε να πνίξει το περισσότερο γέλιο της. «Επομέ­ νως η Ντόρο Πάρις Λόρενς είναι επίσης αδερφή σου». Έστρεψε ει­ ρωνικά το βλέμμα της στο ταβάνι, καθώς έφερε στο νου της τις δυο ενοχλητικές και φαντασμένες κοσμικές κυρίες της Ουάσινγκτον. «Μπέιλι, τρεχάτε να σωθείτε. Πηγαίνετε στο Βέγκας. Θα σας πα­ ντρέψει κανένας συμπαθητικός δικαστής που παριστάνει τον'Ελβις και θα ζήσετε ήσυχα κι ωραία στην έρημο. Αλλάξτε ονόματα. Μη γυρίσετε ποτέ πίσω». «Τα βλέπεις;» Ο Κέιντ έδωσε ευχαριστημένος μια στο τραπέζι. «Τις ξέρει». «Σταματήστε, και οι δυο σας». Η Μπέιλι δεν ήθελε να γελάσει, αλλά κρατιόταν με δυσκολία. «Θα κάνουμε μια μικρή, αξιοπρεπή τελετή -μ ε την οικογένεια του Κέιντ». Χαμογέλασε στην Γκρέις. «Και τη δική μου». «Συνέχισε να την ψήνεις». Ο Κέιντ σηκώθηκε. «Έχω να κάνω μερικά πράγματα πριν πάω στο γραφείο». Η Γκρέις έπιασε πάλι τον καφέ της. «Δεν τους γνωρίζω καλά τους δικούς του», είπε στην Μπέιλι. «Κατάφερα να το αποφύγω, αλλά απ’ όσα ξέρω, μπορώ να σου πω ότι πέτυχες την αφρόκρεμα». «Τον αγαπώ πολύ, Γκρέις. Το ξέρω ότι έγιναν όλα πολύ γρήγο­ ρα, αλλά...» «Τι μας νοιάζει ο χρόνος;» Κι επειδή ήξερε πως ήταν και οι δυο


110

N ora R oberts

έτοιμες να τις πάρουν τα ζουμιά, έσκυψε μπροστά. «Πρέπει να συ­ ζητήσουμε για τα σημαντικά πράγματα, Μπέιλι». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Πότε θα πάμε για ψώνια;» Η Εμ-Τζέι τις βρήκε να γελάνε καθώς μπήκε σκουντουφλώντας και τις στραβοκοίταξε. «Δεν αντέχω χαρούμενους ανθρώπους πρωί πρωί». Έ βαλε καφέ, ρούφηξε κάμποσες γουλιές κι έπειτα γύρισε και περιεργάστηκε την Γ κρέις. «Μπα, μπα», είπε ξερά. «Φαίνεται ότι εσύ κι ο μπάτσος γνωριστήκατε καλά χτες το βράδυ». «Αρκετά καλά και έμαθα ότι δεν είναι απλώς ένας αστυνομι­ κός που το παίζει σκληρός». Εκνευρισμένη, έσπρωξε την κούπα της στην άκρη. «Τι πρόβλημα έχεις μαζί του;» «Πέρα απ’ το ότι είναι ψυχρός κι αλαζόνας, υπερφίαλος και ισχυρογνώμων, απολύτως τίποτα. Ο Τζακ λέει πως τον αποκαλούν Ρομπότ. Δε μου κάνει εντύπωση». «Πάντα το βρίσκω ενδιαφέρον», είπε ψυχρά η Γκρέις, «όταν ο κόσμος κρίνει τους άλλους μόνο επιφανειακά. Του απέδωσες όλα αυτά τα χαρακτηριστικά χωρίς να τον ξέρεις σαν άνθρωπο». «Εμ-Τζέι, πιες τον καφέ σου». Η Μπέιλι. σηκώθηκε να πάρει την κρέμα γάλακτος. «Το ξέρεις ότι δεν είσαι καλή παρέα μέχρι να πιεις ένα λίτρο καφέ». Η Εμ-Τζέι κούνησε το κεφάλι της και έβαλε το χέρι στη μέση της πάνω από το κουρελιασμένο μπλουζάκι της που σκέπαζε ένα εξίσου κουρελιασμένο σορτσάκι. «Ούτε εσύ τον ξέρεις μόνο και μόνο επειδή πήγες μαζί του. Συνήθως είσαι πολύ πιο προσεκτική, Γ κρέις. Μ πορεί να αφήνεις τον κόσμο να νομίζει ότι βάζεις έναν καινούριο άντρα στο κρεβάτι σου κάθε βράδυ, αλλά εμείς ξέρουμε ότι δεν είναι έτσι. Τι στο διάολο σ ’ έπιασε;» «Μ ’ έπιασε ότι τον ήθελα», της ανταπάντησε η Γκρέις. «Τον εί­ χα ανάγκη. Είναι ο πρώτος άντρας που με συγκίνησε πραγματικά. Είναι κάτι όμορφο και δε θα σ ’ αφήσω να το κάνεις φτηνιάρικο». Καμιά τους δε μίλησε για μια στιγμή. Η Μπέιλι στεκόταν κοντά στο τραπέζι, με την κρέμα γάλακτος στο ένα χέρι. Η Εμ-Τζέι ξε­ κόλλησε αργά από τον πάγκο και έβγαλε μια σφυριχτή ανάσα. «Τον έχεις ερωτευτεί». Σοκαρισμένη, έσυρε τα δάχτυλά της ανάμεσα στα μαλλιά της. «Τον έχεις ερωτευτεί για τα καλά». «Ναι. Τρελά. Και λοιπόν;» «Συγνώμη». Η Εμ-Τζέι πάσχισε να προσαρμοστεί. Δεν ήταν απαραίτητο να τον συμπαθεί, είπε στον εαυτό της. Έφτανε που αγα­


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

111

πούσε την Γκρέις. «Κάτι καλό θα έχει αν σε τραβάει τόσο. Είσαι σίγουρη ότι δε σε ανησυχεί αυτό που συμβαίνει;» «Όχι, δεν είμαι σίγουρη». Τα νεύρα της εξανεμίστηκαν και την έπιασαν οι αμφιβολίες. «Δεν ξέρω γιατί συνέβη, ούτε τι να κάνω. Απλώς ξέρω ότι έτσι είναι. Δεν ήταν σκέτο σεξ». Θυμήθηκε ότι εκείνος την είχε κρατήσει αγκαλιά όταν έκλαψε. Ό τι της άφησε το φως αναμμένο χωρίς να χρειαστεί να του το ζητήσει. «Όλη μου τη ζωή τον περίμενα». «Ξέρω πώς είναι». Η Μπέιλι άφησε κάτω την κρέμα γάλακτος και έπιασε το χέρι της Γκρέις. «Το ξέρω καλά». «Κι εγώ». Αναστενάζοντας, η Εμ-Τζέι ήρθε κοντά τους. «Τι έχου­ με πάθει; Είμαστε λογικές γυναίκες και ξαφνικά φυλάμε αρχαία μυθι­ κά πετράδια, τρέχουμε να γλιτώσουμε από κακοποιούς και ερωτευό­ μαστε τρελά άντρες που μόλις γνωρίσαμε. Είναι να παλαβώνεις». «Είναι καλό», είπε ήσυχα η Μπέιλι. «Το ξέρεις πως είναι κάτι καλό». «Ναι». Η Εμ-Τζέι ακούμπησε το χέρι της πάνω στα δικά τους. «Νομίζω πως είναι».

Δεν ήταν εύκολο για την Γκρέις να επιστρέφει στο σπίτι της. Αυτή τη φορά, όμως, δεν ήταν μόνη της. Είχε μαζί της την Εμ-Τζέι και τον Τζακ. «Χριστέ μου», είπε σοκαρισμένη η Εμ-Τζέι, κοιτάζοντας το ρη­ μαγμένο καθιστικό. «Και νόμιζα ότι είχαν διαλύσει το δικό μου σπί­ τι. Βέβαια, εσύ είχες πιο πολλά πράγματα για να παίξουν». Ύστερα το βλέμμα της καρφώθηκε στη σπασμένη κουπαστή. Και στο ανθρώπινο περίγραμμα από κάτω στο πάτωμα. «Μην το κάνεις τώρα, Γκρέις». «Η αστυνομία τελείωσε από δω. Πρέπει να ξεκινήσω κάποια στιγμή». Η Εμ-Τζέι κούνησε το κεφάλι της. «Από πού;» «Θ ’ αρχίσω απ’ το υπνοδωμάτιο». Η Γκρέις κατάφερε να χαμο­ γελάσει. «Κάποιο στεγνοκαθαριστήριο θα κάνει χρυσές δουλειές μ ’ εμένα». «Θα δω τι μπορεί να γίνει με την κουπαστή», της είπε ο Τζακ. «Να τη σουλουπώσω λιγάκι για να μην είναι επικίνδυνη μέχρι να την ξαναφτιάξεις».


112

N ora R oberts

«Πολύ θα το εκτιμούσα». «Πήγαινε εσύ πάνω», της πρότεινε η Εμ-Τζέι. «Κι εγώ θα πάρω μια σκούπα. Και μια μπουλντόζα». Περίμενε μέχρι να ανέβει επάνω η Γκρέις και τότε στράφηκε στον Τζακ. «Θα αναλάβω το ισόγειο. Να ξεφορτωθώ κάποια... πράγματα». Το βλέμμα της έπεσε στο πε­ ρίγραμμα. «Δεν πρέπει να το κάνει εκείνη». Εκείνος έσκυψε και της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο. «Είσαι φο­ βερό φιλαράκι, Εμ-Τζέι». «Ναι, έτσι είναι». Η Εμ-Τζέι πήρε μια κοφτή ανάσα. «Για να δούμε μήπως ξεθάψουμε το στερεοφωνικό ή την τηλεόραση μέσα απ’ αυτό το χάος. Θα την ήθελα λίγη βαβούρα εδώ μέσα».

Πέρασε σχεδόν όλο το απόγευμα μέχρι να νιώσει η Γ κρέις πως είχαν συμμαζέψει αρκετά το σπίτι ώστε να καλέσει το συνεργείο καθαρι­ σμού. Ή θελε να τριφτούν γερά όλα τα δωμάτια για να ζήσει εκεί. Και αυτό ήταν αποφασισμένη να κάνει. Να ζήσει, να μείνει σπί­ τι της, να αντιμετωπίσει τα όποια φαντάσματα παρέμεναν. Για να αποδείξει στον εαυτό της ότι μπορούσε, άφησε την Εμ-Τζέι και τον Τζακ και πήγε μόνη της να ψωνίσει τα πρώτα πράγματα που θα αντικαθιστούσαν τα χαμένα. Ύστερα, επειδή αισθανόταν ψυχικά κουρέλι έπειτα από μια τέτοια μέρα, έκανε μια στάση στη Σαλβίνι. Είχε ανάγκη να δει την Μπέιλι. Και είχε ανάγκη να δει τα Αστέρια. Αφού χτύπησε το κουδούνι και μπήκε μέσα, βρήκε την Μπέιλι επάνω στο γραφείο της, να μιλάει στο τηλέφωνο. Εκείνη της έγνεψε με ένα χαμόγελο να περάσει. «Ναι, δόκτορ Λίνστρομ, σας στέλνω τώρα την αναφορά με φαξ και θα σας φέρω εγώ η ίδια την πρωτό­ τυπη πριν από τις πέντε. Θα έχω τελειώσει αύριο τα τελικά τεστ που ζητήσατε». Άκουσε για μια στιγμή τι της έλεγε εκείνος, σέρνοντας το δά­ χτυλό της στον ελέφαντα από σαπωνόλιθο πάνω στο γραφείο της. «Όχι, καλά είμαι. Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας και την κατανόησή σας. Τα Αστέρια είναι προτεραιότητα για μένα. Θα έχω ετοιμάσει αντίγραφα όλων των αναφορών για την ασφαλιστική σας εταιρεία μέχρι την Παρασκευή. Ναι, ευχαριστώ. Γεια σας». «Δουλεύεις πολύ γρήγορα», σχολίασε η Γκρέις.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

113

«Παρ’ όλα όσα έγιναν, δε χάθηκε πολύς χρόνος. Και όλοι θα νιώσουν καλύτερα όταν γυρίσουν τα πετράδια στο μουσείο». «Θέλω να τα ξαναδώ, Μπέιλι». Γέλασε λίγο. «Είναι χαζομάρα, αλλά πραγματικά το θέλω. Είδα ένα όνειρο χτες το βράδυ... έναν εφιάλτη». «Τι όνειρο;» Η Γκρέις κάθισε στην άκρη του γραφείου και της είπε. Π αρ’ όλο που η φωνή της ήταν σταθερή, τα δάχτυλά της έτρεμαν. «Είδα κι εγώ όνειρα», μουρμούρισε η Μπέιλι. «Ακόμα βλέπω. Το ίδιο και η Εμ-Τζέι». Η Γκρέις σάλεψε ανήσυχα. «Σαν το δικό μου;» «Μοιάζουν αρκετά, δε γίνεται να είναι σύμπτωση». Η Μπέιλι σηκώθηκε και την έπιασε από το χέρι. «Πάμε να τα δούμε». «Δεν κάνεις τίποτα παράνομο, ε;» Η Μπέιλι της έριξε ένα εύθυμο βλέμμα, καθώς κατέβαιναν κά­ τω. «Ύστερα απ’ ό,τι έχω κάνει ήδη, αυτή είναι αμελητέα παρά­ βαση». Όταν έφτασαν στα τελευταία σκαλιά, κάτω απ’ τα οποία είχε κρυφτεί από ένα φονιά, την έπιασε τρεμούλα, παρ’ όλο που προσπάθησε να την πνίξει. «Δε σε πειράζει που είμαστε εδώ;» Ενστικτωδώς, η Γκρέις πέρα­ σε το χέρι της γύρω απ’ τους ώμους της Μπέιλι. «Με πιάνει φρίκη μόνο που σκέφτομαι τι έγινε και τώρα σκέφτομαι εσένα που δου­ λεύεις εδώ και το θυμάσαι». «Είναι καλύτερα σιγά σιγά. Γκρέις, έκανα αποτέφρωση στους θετούς αδερφούς μου. Ή , μάλλον, ο Κέιντ το κανόνισε. Δε με άφησε να ασχοληθώ εγώ». «Καλά έκανε. Δεν τους οφείλεις τίποτα, Μπέιλι. Ποτέ δεν τους όφειλες. Εμείς είμαστε η οικογένειά σου. Πάντα θα είμαστε». «Το ξέρω». Μπήκε στο δωμάτιο με το θησαυροφυλάκιο και πλησίασε τις ογκώδεις πόρτες από ενισχυμένο ατσάλι. Το σύστημα ασφαλείας ήταν πολυσύνθετο και περίπλοκο και παρ’ όλο που η Μπέιλι το γνώριζε καλά, έκανε τρία ολόκληρα λεπτά για να τις ανοίξει. «Ίσως θα ’πρεπε να βάλω ένα τέτοιο στο σπίτι μου», αστειεύ­ τηκε η Γκρέις. «Το καθίκι διέρρηξε το χρηματοκιβώτιο στη βιβλι­ οθήκη μου σαν να ήταν μηχάνημα με αναψυκτικά. Θα τα βούτηξε γρήγορα τα κοσμήματα. Στενοχωρήθηκα που έχασα αυτά που μου έφτιαξες».


114

N ora R oberts

«Θα σου φτιάξω κι άλλα. Μάλιστα...» Η Μπέιλι έπιασε ένα τε­ τράγωνο βελούδινο κουτάκι. «...ας αρχίσουμε από τώρα». Γεμάτη περιέργεια, η Γκρέις άνοιξε το κουτάκι και αντίκρισε δυο βαριά, χρυσά σκουλαρίκια. Ο λείος χρυσός σε σχήμα μισοφέγ­ γαρου ήταν διάστικτος με σμαράγδια, ρουμπίνια και ζαφείρια σε βαθιές, σκούρες αποχρώσεις. «Μπέιλι, είναι πολύ όμορφα». «Τα είχα τελειώσει πριν να... τέλος πάντων, πριν. Μόλις τα τε­ λείωσα, ένιωσα πως ήταν δικά σου». «Δεν έχω γενέθλια». «Νόμιζα πως είχες πεθάνει». Η φωνή της Μπέιλι τρεμούλιασε, μα ξανάγινε σταθερή όταν η Γκρέις σήκωσε το βλέμμα της. «Νόμι­ ζα ότι δε θα σε ξανάβλεπα ποτέ. Πες, λοιπόν, ότι σ ’ τα δίνω για να γιορτάσουμε όλα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μας». Η Γ κρέις έβγαλε τα απλά καρφάκια από τ ’ αυτιά της και τα αντι­ κατέστησε με τα δώρα της Μπέιλι. «Όταν δε θα τα φοράω, θα τα φυλάω μαζί με τα κοσμήματα της μητέρας μου. Με τα πιο αγαπη­ μένα μου πράγματα». «Σου πάνε τέλεια. Το ήξερα ότι θα σου πήγαιναν». Η Μπέιλι γύ­ ρισε από την άλλη και πήρε από το ράφι στο χρηματοκιβώτιο το βα­ ρύ κουτί με την επένδυση. Το κράτησε ανάμεσά τους και το άνοιξε. Η Γκρέις έβγαλε έναν τρεμάμενο αναστεναγμό. «Ειλικρινά πί­ στευα ότι θα έλειπε το ένα. Ό τι θα πήγαινα πάνω στα βουνά και θα το έβρισκα στον κήπο μου, στο έδαφος κάτω από τα λουλούδια. Ή ταν σαν αληθινό το όνειρο, Μπέιλι». Απλώνοντας το χέρι της, η Γκρέις πήρε ένα πετράδι. Το πετράδι της. «Το ένιωσα στο χέρι μου, όπως το αισθάνομαι τώρα. Παλλόταν μες στην παλάμη μου σαν καρδιά». Γέλασε λίγο, μα ήταν κούφιο το γέλιο της. «Σαν την καρδιά μου. Έτσι μου φάνηκε. Μα τώρα μόλις το συνειδητοποίησα. Ήταν σαν να κρατούσα την ίδια μου την καρδιά». «Θα υπάρχει κάποια σχέση». Η Μπέιλι πήρε ένα άλλο πετράδι από το κουτί· είχε χλομιάσει λίγο. «Δεν καταλαβαίνω ποια, αλλά είμαι σίγουρη. Αυτό είναι το Αστέρι που είχα εγώ. Αν ήταν εδώ η Εμ-Τζέι, θα είχε διαλέξει το δικό της». «Ποτέ δε φαντάστηκα ότι πίστευα τέτοια πράγματα». Η Γκρέις έστριψε το πετράδι μες στην παλάμη της. «Έκανα λάθος. Είναι τρο­ μερά εύκολο να το πιστέψεις. Να νιώσεις ότι έτσι είναι. Εμείς τα προστατεύουμε, Μπέιλι, ή αυτά εμάς;»


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

115

«Και τα δυο, θέλω να πιστεύω. Μου έφεραν τον Κέιντ». Μαλα­ κά, ξανάβαλε το πετράδι της στη θέση του και άγγιξε με το δάχτυλό της το δεύτερο Αστέρι. «Στην Εμ-Τζέι έφεραν τον Τζακ». Το πρό­ σωπό της πήρε μια γλυκιά έκφραση. «Άνοιξα το εκθετήριο για χάρη τους πριν από λίγο», είπε στην Γκρέις. «Ο Τζακ την έσυρε μέσα και της αγόρασε ένα δαχτυλίδι». «Δαχτυλίδι;» Η Γκρέις έπιασε ενθουσιασμένη την καρδιά της. «Δαχτυλίδι αρραβώνων;» «Δαχτυλίδι αρραβώνων. Εκείνη έφερνε συνέχεια αντιρρήσεις, του έλεγε να μην είναι κόπανος. Δεν είχε ανάγκη δαχτυλίδι. Αλλά αυτός την αγνόησε και έδειξε ένα μ’ έναν ωραίο πράσινο τουρμαλίνη, τετράγωνης κοπής, και μακρόστενα διαμάντια. Το σχέδιασα πριν από λίγους μήνες, πιστεύοντας πως θα ήταν υπέροχο, μη πα­ ραδοσιακό δαχτυλίδι αρραβώνων για την κατάλληλη γυναίκα. Κι ο Τζακ ήξερε πως εκείνη ήταν η κατάλληλη γυναίκα». «Είναι τέλειος για την Εμ-Τζέι». Η Γκρέις σκούπισε ένα δάκρυ από τα βλέφαρά της και χαμογέλασε χαρούμενα. «Το κατάλαβα με το που τους είδα μαζί». «Μακάρι να τους είχες δει σήμερα. Η Εμ-Τζέι καθόταν και γκρίνιαζε μ ’ ένα ειρωνικό ύφος κι επέμενε πως όλη αυτή η φασαρία ήταν χάσιμο χρόνου. Και μετά ο Τζακ της πέρασε εκείνο το δαχτυ­ λίδι στο δάχτυλο. Να την έβλεπες πώς χαμογέλασε αμέσως κατασυγκινημένη. Το ξέρεις αυτό το χαμόγελό της». «Ναι». Η Γκρέις το έβλεπε καθαρά στο μυαλό της. «Πολύ χαί­ ρομαι για κείνη. Και για σένα. Ή ταν σαν να υπήρχε ήδη όλη αυτή η αγάπη και περίμενε και τα πετράδια...» Τα ξανακοίταξε. «Άνοιξαν την πόρτα για να περάσει». «Κι εσύ, Γκρέις; Άνοιξαν και για σένα την πόρτα;» «Δεν ξέρω αν είμαι έτοιμη για κάτι τέτοιο». Ξαφνικά την έπιασε ταραχή. Άφησε το πετράδι πάλι στη θέση του. «Ο Σεθ σίγουρα δε θα είναι. Δε νομίζω ότι πιστεύει σε μαγικά. Όσο για αγάπη... ακόμα κι αν είναι ορθάνοιχτη η πόρτα και υπάρχουν οι ευκαιρίες, δεν είναι άντρας που θα ερωτευτεί εύκολα». «Εύκολα ή μη...» Η Μπέιλι έκλεισε το καπάκι και ξανάβαλε το κουτί στη θέση του. «...αν είναι να ερωτευτείς, θα ερωτευτείς. Είναι δικός σου, Γκρέις. Το είδα στα μάτια σου σήμερα το πρωί». «Καλά». Η Γκρέις έπνιξε την ταραχή της. «Αλλά μου φαίνεται ότι θα περιμένω λίγο μέχρι να του το πω».


Κεφάλαιο 8

Ο τ α ν η Γ κρέις επέστρεψε στο σπίτι του Κέιντ, βρήκε λουλούδια να την περιμένουν. Έ να πανέμορφο κρυστάλλινο βάζο γεμάτο ολόλευ­ κα τριαντάφυλλα με μακριούς μίσχους. Η καρδιά της σφυροκόπησε από ενθουσιασμό καθώς άρπαξε την κάρτα και έσκισε το φάκελο. Και μετά απογοητεύτηκε. Δεν ήταν από τον Σεθ, πρόσεξε. Μα φυσικά, ήταν ανοησία της να νομίζει ρτι εκείνος θα έκανε μια τόσο ρομαντική και δαπανηρή χειρονομία. Η κάρτα έλεγε απλώς: Μέχρι να συναντηθούμε ξανά, Γκρέγκορ

Ο πρέσβης με το παράξενα ακαταμάχητο βλέμμα, συλλογίστηκε και έσκυψε για να μυρίσει τα τρυφερά μπουμπούκια. Ή ταν ευγενικό εκ μέρους του, είπε στον εαυτό της. Λίγο υπερβολικό, καθώς ήταν καμιά τριανταριά τα τριαντάφυλλα στο βάζο, μα ευγενικό. Και εκνευρίστηκε όταν συνειδητοποίησε πως αν τα είχε στεί­ λει ο Σεθ, θα πετούσε στα ουράνια σαν ερωτοχτυπημένο κοριτσάκι, πιθανόν θα είχε βάλει κάποιο ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου, ίσως να είχε χύσει και μερικά δάκρυα. Επέπληξε τον εαυτό της που ήταν τόσο χαζή. Αν αυτές οι απότομες μεταβολές στη διάθεσή της ήταν παρενέρ­ γειες του έρωτα, η Γ κρέις θα προτιμούσε να είχε αναβάλει για λίγο ακόμα την εμπειρία. Ήταν έτοιμη να ρίξει την κάρτα στο τραπέζι όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Δίστασε, γιατί και του Κέιντ και του Τζακ τα αυτοκίνητα ήταν


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

117

παρκαρισμένα απέξω, μα όταν χτύπησε και τρίτη φορά το τηλέφω­ νο, το σήκωσε. «Οικία Πάρις, λέγετε». «Είναι εκεί η Γκρέις Φοντέιν;» ήχησε στο αυτί της ο κοφτός τόνος μια καλά εκπαιδευμένης γραμματέως. «Τη ζητά ο πρέσβης Ντεβέιν». «Ναι, εγώ είμαι». «Μια στιγμή, παρακαλώ, δεσποινίς Φοντέιν». Σουφρώνοντας σκεφτική τα χείλη της, η Γκρέις χτύπησε την κάρτα στην παλάμη της. Ο τύπος δεν είχε δυσκολευτεί καθόλου να τη βρει, συλλογίστηκε. Και πώς θα τον χειριζόταν; «Γκρέις», ακούστηκε γλυκά η φωνή του στο τηλέφωνο. «Πόσο χαίρομαι που σου μιλάω ξανά». «Γκρέγκορ». Τίναξε τα μαλλιά της πίσω απ’ τον ώμο της και ακούμπησε το γοφό της στο τραπέζι. «Καταξοδεύτηκες. Μόλις ήρ­ θα και βρήκα τα τριαντάφυλλά σου». Έπιασε ένα και το μύρισε ξα­ νά. «Είναι υπέροχα». «Ένα συμβολικό δωράκι είναι. Απογοητεύτηκα που δε μιλήσαμε περισσότερο χτες το βράδυ. Έφυγες πολύ νωρίς». Εκείνη σκέφτηκε την ξέφρενη διαδρομή μέχρι το σπίτι του Σεθ και το ακόμα πιο ξέφρενο σεξ. «Είχα... μια άλλη υποχρέωση». «Ίσως μπορούμε να βρεθούμε, τότε, αύριο το βράδυ. Έ χω κλει­ σμένο θεωρείο στο θέατρο. Για την Τόσκα. Είναι πολύ όμορφη τρα­ γωδία. Θα χαιρόμουν αφάνταστα να τη δω μαζί σου και στη συνέ­ χεια θα μπορούσαμε να πάμε ίσως για φαγητό». «Πολύ ωραίο ακούγεται». Κοίταξε ειρωνικά τα λουλούδια. Ω Θεέ μου, σκέφτηκε. Ν α της έλειπε. «Λυπάμαι τρομερά, Γκρέγκορ, αλλά δεν είμαι ελεύθερη». Χωρίς να λυπάται καθόλου, στην πραγ­ ματικότητα, άφησε την κάρτα στην άκρη. «Για να πω την αλήθεια, έχω σχέση με κάποιον, σοβαρή σχέση». Τουλάχιστον εγώ τη βλέπω σοβαρά, σκέφτηκε. Ύστερα κοίταξε έξω από τα τζάμια της εξώπορτας και το πρόσωπό της φωτίστηκε από έκπληξη και χαρά όταν είδε το αμάξι του Σεθ να καταφθάνει. «Μάλιστα». Η Γκρέις αγωνιζόταν να ηρεμήσει το τρελό σκίρτη­ μα της καρδιάς της και δεν πρόσεξε ότι η φωνή του είχε παγώσει. «Με τον άντρα που σε συνόδευε χτες το βράδυ». «Ναι. Με κολακεύει τρομερά που με καλείς, Γκρέγκορ, και αν δεν είχα σχέση, θα δεχόμουν κατευθείαν. Ελπίζω να με συγχωρέσεις, καταλαβαίνεις».


118

N ora R oberts

Πασχίζοντας να μη χοροπηδήσει από τη χαρά της, έκανε νόημα με το δάχτυλό της στον Σεθ, που είχε φτάσει στην πόρτα, να μπει μέσα. «Βεβαίως. Αν αλλάξουν οι περιστάσεις, ελπίζω να το ξανασκεφτείς». «Μα φυσικά». Με ένα φλογερό χαμόγελο, περπάτησε τα δάχτυ­ λά της στο στήθος του Σεθ. «Και σ ’ ευχαριστώ ξανά, Γκρέγκορ, πάρα πολύ, για τα λουλούδια. Είναι θεϊκά». «Ευχαρίστησή μου ήταν», είπε εκείνος και έσφιξε τις γροθιές του καθώς κατέβαζε το ακουστικό. Εξευτελίστηκα, σκέφτηκε, τρίζοντας με δύναμη τα δόντια του. Τον είχε απορρίψει για χάρη ενός τύπου που είχε μυς κι ένα αστυ­ νομικό σήμα. Θα του το πλήρωνε η Γκρέις, υποσχέθηκε στον εαυτό του και, παίρνοντας τη φωτογραφία της από το αρχείο του, χτύπησε πάνω της ίο δάχτυλό του με το άψογο μανικιούρ. Θα του το πλήρωνε ακριβά. Και μάλιστα σύντομα. Ξεχνώντας εντελώς τον πρέσβη με το που έκλεισε το τηλέφωνο, η Γκρέις έστβεψε το πρόσωπό της στον Σεθ. «Γεια σου, ομορφούλη». Αυτός δεν τη φίλησε, μα κοίταξε τα λουλούδια και μετά την κάρ­ τα που εκείνη είχε ρίξει αδιάφορα δίπλα τους. «Κι άλλη κατάκτηση;» «Έτσι φαίνεται». Η Γ κρέις πρόσεξε πως ο τόνος του ήταν ψυχρός κι απόμακρος και δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να κολακευτεί ή να τσαντιστεί. Προτίμησε μια εντελώς διαφορετική τακτική και του μί­ λησε γλυκά. «Ο πρέσβης ήθελε να πάμε ένα βράδυ στην όπερα και... τέλος πάντων». Η ζήλια του τον εξόργισε. Ή ταν καινούρια εμπειρία και δεν του άρεσε καθόλου. Τον έκανε να αισθάνεται ανίσχυρος, να θέλει να τη σύρει από το μαλλί στο αυτοκίνητό του και να πάει να την κλειδώ­ σει κάπου όπου μόνο αυτός θα την έβλεπε και θα την άγγιζε. Αλλά πέρα απ’ αυτό, τον είχε πιάσει και φόβος, για κείνη. Διαι­ σθανόταν κίνδυνο, μεγάλο κίνδυνο. «Φαίνεται ότι ο πρέσβης κι εσύ προχωράτε γρήγορα». Όχι, συνειδητοποίησε η Γκρέις, δε θα τα γλίτωνε τα νεύρα. Κα­ τέβασε το γοφό της απ’ το τραπέζι και τον προκάλεσε με ένα παγερό χαμόγελο. «Προχωράω όπως με βολεύει. Θα έπρεπε να το ξέρεις». «Ναι». Ο Σεθ έχωσε τα χέρια στις τσέπες του για να μην την αρπάξει. «Το ξέρω».


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

119

Συντετριμμένη, έγειρε λοξά το κεφάλι της και στύλωσε πάνω του τα βαθυγάλανα μάτια της. «Τι είμαι τώρα, υπαστυνόμε; Πόρνη ή θεά; Φιλντισένια πριγκίπισσα πάνω σε βάθρο ή τσούλα; Α π’ όλα μ ’ έχουν πει -εξαρτάται από τον άντρα και πώς αποφασίζει να με δει». «Σε βλέπω», της είπε εκείνος ήρεμα. «Και δεν ξέρω τι βλέπω». «Όταν αποφασίσεις, πες μου». Η Γκρέις έκανε να τον προσπεράσει, μα αυτός την έπιασε από το μπράτσο. «Μη με πιέζεις». Τί­ ναξε τα μαλλιά της. «Θα σου έλεγα το ίδιο, Γκρέις». Εκείνη πήρε μια καυτή, βαθιά ανάσα και του έσπρωξε το χέρι στην άκρη. «Αν ενδιαφέρεσαι, είπα στον πρέσβη ότι λυπάμαι πολύ, αλλά έχω σχέση με κάποιον». Του άστραψε ένα παγερό χαμόγελο και τράβηξε για τη σκάλα. «Προφανώς, ήταν λάθος μου». Ο Σεθ την ακολούθησε σκυθρωπά με το βλέμμα του, σκέφτηκε να ανέβει τη σκάλα ενός σπιτιού που δεν ήταν δικό του και να τε­ λειώσει τον τσακωμό τους -μ ε τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Έπειτα όμως έφριξε με τη σκέψη του και τσίμπησε τη ράχη της μύτης του με τον αντίχειρα και το δείκτη του, προσπαθώντας να διώξει τον οξύ πονοκέφαλο που τον βασάνιζε. Είχε περάσει μια εξαντλητική μέρα στη δουλειά, δέκα ολόκλη­ ρες ώρες, και είχε κι εκείνες τις φωτογραφίες στον πίνακα του γρα­ φείου του. Φωτογραφίες των νεκρών που περίμεναν να βγάλει ο Σεθ κάποια άκρη. Και ήταν ήδη έξω φρενών με τον εαυτό του, γιατί είχε αρχίσει να ψάχνει στοιχεία για τον Γ κρέγκορ Ντεβέιν. Δεν ήταν σίγουρος αν το είχε κάνει από στοιχειώδη αστυνομική διαίσθηση ή από αντρική κτητικότητα. Ή λόγω των ονείρων. Ή ταν ένα ζήτημα που δεν είχε αντιμετωπίσει ξανά. Αλλά ένα πράγμα ήταν ξεκάθαρο. Είχε φερθεί ανάρμοστα στην Γ κρέις. Ακόμα στεκόταν δίπλα στο τραπέζι του φουαγιέ, κοιτάζο­ ντας συνοφρυωμένος τη σκάλα και ζυγιάζοντας τις επιλογές του, όταν εμφανίστηκε ο Κέιντ από το πίσω μέρος του σπιτιού. «Μπιουκάναν». Ο Κέιντ σταμάτησε και έξυσε το σαγόνι του, κατάπληκτος που είχε βρει τον υπαστυνόμο του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, σκυθρωπό, στο φουαγιέ του. «Α, δεν ήξερα πως ήσουν εδώ». Δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί, υπενθύμισε ο Σεθ στον εαυτό του. «Συγνώμη. Με έβαλε μέσα η Γκρέις».


120

N o ra R oberts

«Α». Ύστερα από ένα δευτερόλεπτο, ο Κέιντ εντόπισε την πηγή της έντασης που υπήρχε ακόμα στην ατμόσφαιρα. «Α», ξαναείπε και συγκρότησε ένα χαμόγελο. «Καλά. Μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι;» «Όχι. Έφευγα». «Τσακωθήκατε;» Ο Σεθ γύρισε το κεφάλι του και αντάμωσε ανέκφραστα το ολο­ φάνερα εύθυμο βλέμμα του Κέιντ. «Ορίστε;» «Μια υπόθεση έκανα. Τι έκανες και την τσάντισες;» Π αρ’ όλο που ο Σεθ δεν απάντησε, ο Κέιντ πρόσεξε ότι η ματιά του έπεσε προς στιγμήν στα τριαντάφυλλα. «Α, ναι. Μάλλον δεν της τα έστει­ λες εσύ, ε; Αν είχε στείλει κάποιος άντρας στην Μπέιλι μια τριαντα­ ριά τριαντάφυλλα, θα τον έβαζα να τα φάει, ένα ένα». Η λάμψη ικανοποίησης που φάνηκε για μια στιγμή στα μάτια του Σεθ έκανε τον Κέιντ να αναθεωρήσει τη στάση του. Τελικά ίσως και να τον συμπαθούσε τον υπαστυνόμο Σεθ Μπιουκάναν. «Θες μια μπιρίτσα;» Η φιλική πρόσκληση ξάφνιασε τον Σεθ. «Ε... Όχι, έφευγα». «Έλα έξω στην αυλή. Ο Τζακ κι εγώ ανοίξαμε ήδη δυο κουτάκια. Θα βάλουμε φωτιά στη σχάρα και θα δείξουμε στις γυναί­ κες πώς μαγειρεύουν οι άντρες». Ο Κέιντ χαμογέλασε πλατιά. «Κι εκτός αυτού, αν πιεις μερικές μπιρίτσες, θα σου είναι πιο εύκολο να πέσεις στα γόνατα. Ούτως ή άλλως θα πέσεις στα γόνατα για να σε λυπηθεί, οπότε ας είσαι άνετα τουλάχιστον». Ο Σεθ έβγαλε μια σφυριχτή ανάσα. «Και γιατί όχι, διάολε;»

Η Γκρέις έμεινε από πείσμα μια ώρα στο δωμάτιό της. Άκουγε γέλια και μουσική και μπαστούνια να χτυπάνε μπαλάκια από τους άλλους που έπαιζαν με ενθουσιασμό κροκέ. Ή ξερε ότι το αυτοκίνητο του Σεθ ήταν ακόμα στο δρομάκι του σπιτιού και είχε υποσχεθεί στον εαυτό της να μην κατέβει κάτω αν δεν το έβλεπε να φεύγει. Μα ένιωθε πως έχανε που καθόταν μόνη της και πεινούσε. Μια που είχε ήδη αλλάξει ρούχα, βάζοντας ένα σορτσάκι και ένα λεπτό βαμβακερό μπλουζάκι, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη ίσα ίσα για να ανανεώσει το κραγιόν της και να βάλει λίγο άρωμα. Έτσι, για να τον βασανίσει, είπε στον εαυτό της και κατέβηκε κάτω με το πάσο της και βγήκε στην αυλή.


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

121

Στη σχάρα τσίκνιζαν μπριζόλες και ο Κέιντ ήταν επικεφαλής του ψησίματος, κραδαίνοντας μια τεράστια πιρούνα. Η Μπέιλι και ο Τζακ είχαν διαφωνίες για τον αγώνα του κροκέ και η Εμ-Τζέι κα­ θόταν μουτρωμένη σε ένα τραπέζι και τσιμπολογούσε πατατάκια. «Ο Τζακ με πέταξε έξω απ’ το παιχνίδι», παραπονέθηκε, γνέφοντας με την μπίρα της. «Ακόμα επιμένω πως έκανε ζαβολιά». «Έτσι λες όποτε χάνεις», της επισήμανε η Γ κρέις, παίρνοντας ένα πατατάκι, «ότι κάποιος έκανε ζαβολιά». Ύστερα έστρεψε το βλέμμα της στον Σεθ. Είχε βγάλει τη γραβάτα και το σακάκι του, πρόσεξε. Μα φο­ ρούσε ακόμα τη θήκη του όπλου του. Μάλλον επειδή δε θα ένιωθε άνετα να κρεμάσει το όπλο του σε κλαδί, φαντάστηκε η Γκρέις. Είχε κι αυτός μια μπίρα στο χέρι του και παρακολουθούσε το ματς με φανερό ενδιαφέρον. «Ακόμα εδώ είσαι;» «Ναι». Ο Σεθ είχε πιει δυο μπίρες, μα δεν πίστευε ότι θα τον βοη­ θούσαν να γονατίσει πιο άνετα. «Με κάλεσαν να καθίσω για φαγητό». «Πολύ βολικό, ε;» Το βλέμμα της έπεσε σε μια κανάτα με τη σπέσιαλ μαργαρίτα της Εμ-Τζέι και έβαλε ένα ποτήρι. Είχε γεύση στυφή, παγωμένη, τέλεια. Παριστάνοντας την αδιάφορη, πήγε μέχρι την ψησταριά για να πιάσει κουβέντα. Ο Σεθ τράβηξε επίσης κατά κει. «Ξέρω τι κάνω», έλεγε ο Κέιντ, μπαίνοντας μπροστά για να διαφυλάξει την περιοχή του. «Τα μαρινάρισα εγώ ο ίδιος τα κεμπάμπ με τα λαχανικά. Φύγε και άσε έναν άντρα να κάνει τη δουλειά». «Σε ρώτησα απλώς αν προτιμάς τα μανιτάρια σου μαυρισμένα». Ο Κέιντ την κατακεραύνωσε μ’ ένα άγριο βλέμμα. «Πάρ’ την από δω, Σεθ. Πώς να δουλέψει ένας καλλιτέχνης όταν έχει από πά­ νω του κριτικούς να του κακολογούν τα μανιτάρια;» «Πάμε εκεί πέρα». Ο Σεθ την έπιασε από τον αγκώνα και το περίμενε ότι εκείνη θα τίναζε το χέρι της. Την κράτησε όμως γερά και την τράβηξε μαζί του στο ροδόκηπο. «Δε θέλω να σου μιλήσω», του είπε εξαγριωμένη η Γ κρέις. «Δε χρειάζεται να μιλήσεις. Θα μιλήσω εγώ». Μα του πήρε ένα λεπτό μέχρι να μπορέσει. Οι συγνώμες δεν έβγαιναν φυσικά σ ’ έναν άνθρωπο που το έβαζε σκοπό να μην κάνει ποτέ λάθη. «Με συγχιορείς. Αντέδρασα υπερβολικά». Εκείνη δεν είπε τίποτα, μόνο σταύρωσε τα χέρια της και περίμενε.


122

N ora R oberts

«Θες κι άλλα;» Ο Σεθ έγνεψε από μόνος του καταφατικά και δεν έκανε καν τον κόπο να αναστενάξει. «Ζήλεψα και δεν είμαι συνηθισμένος να ζηλεύω, οπότε το χειρίστηκα άσχημα. Σου ζητώ συγνώμη». Η Γκρέις κούνησε το κεφάλι της. «Αυτή είναι η πιο χλιαρή συ­ γνώμη που έχω ακούσει ποτέ. Ό χι τα ίδια τα λόγια, Σεθ, μα ο τρόπος που τα είπες. Αλλά, εντάξει, θα δεχτώ τη συγνώμη σου με το ίδιο ύφος που μου το ζήτησες». «Τι θέλεις από μένα;» τη ρώτησε και από τον εκνευρισμό του ύψωσε τη φωνή του και την άρπαξε από τα μπράτσα. «Τι θέλεις, διάολε;» «Αυτό». Η Γκρέις τίναξε πίσω το κεφάλι της. «Αυτό ακριβώς. Λίγο συναίσθημα, λίγο πάθος. Πάρε την τυπική συγνώμη σου και βάλ’ την εκεί που ξέρεις, καθώς και την ψυχρή κι απαθέστατη αντί­ δρασή σου για τα λουλούδια. Δε με αγγίζει εμένα ο παγερός σου αυ­ τοέλεγχος. Αν νιώθεις κάτι, ό,τι στο διάολο κι αν είναι, δείξ’ το μου». Και πήρε μια κοφτή ανάσα κι έμεινε αποσβολωμένη όταν εκεί­ νος την τράβηξε πάνω του και όρμησε στα χείλη της με πάθος και θυμό και πόθο. Η Γ κρέις στριφογύρισε για να του ξεφύγει, μα αυτός την ξανατράβηξε με δύναμη κοντά του. Και όταν πλέον την άφησε, ήταν ξαναμμένη κι έτρεμε. «Σου φτάνει αυτό;» Τη σήκωσε στις μύτες των ποδιών της, μπή­ γοντας τα δάχτυλά του στο δέρμα της. Τα μάτια του δεν ήταν απαθή πια, δεν ήταν ψυχρά, μα θυελλώδη. Ανθρώπινα. «Σου φτάνει τόσο συναίσθημα, τόσο πάθος; Δε μου αρέσει να χάνω τον αυτοέλεγχό μου. Δε γίνεται να χάνεις τον αυτοέλεγχό σου στη δουλειά μου». Εκείνη βαριανάσαινε. Και η καρδιά της είχε αγαλλιάσει. «Δεν είμαι η δουλειά σου». «Όχι, μα υποτίθεται πως ήσουν». Ο Σεθ χαλάρωσε τη λαβή του. «Υποτίθεται πως ήσουν. Μα δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου. Να πάρει η οργή, Γ κρέις. Δεν μπορώ να πάψω να σε σκέφτομαι». Εκείνη ακούμπησε το χέρι της στο μάγουλό του κι ένιωσε το μυ να τρεμοπαίζει. «Το ίδιο κι εγώ. Μάλλον η μόνη διαφορά μας τώρα είναι ότι εμένα μ’ αρέσει αυτό». Για πόσο καιρό; αναρωτήθηκε ο Σεθ, μα δεν το είπε. «Έλα σπίτι μαζί μου». «Πολύ θα το ήθελα». Του χαμογέλασε και του χάιδεψε τα μαλ­


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

123

λιά. «Αλλά καλύτερα να καθίσουμε τουλάχιστον για φαγητό. Αλ­ λιώς, θα πληγωθεί ο Κέιντ». «Μετά το φαγητό, τότε». Δεν ήταν καθόλου δύσκολο, ανακά­ λυψε ο Σεθ, να φέρει τα χέρια της στα χείλη του, να τα φιλήσει και να την κοιτάξει στα μάτια. «Σου ζητώ συγνώμη. Αλλά, Γκρέις;...» «Ναι;» «Αν σου τηλεφωνήσει ξανά ο Ντεβέιν ή σου στείλει λουλούδια;» Στα χείλη της τρεμόπαιξε ένα χαμόγελο. «Ναι;» «Θα τον σκοτώσω». Η Γκρέις έβαλε τα γέλια όλο χαρά και τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του. «Τώρα μάλιστα».

«Ωραία ήταν». Αναστενάζοντας με ικανοποίηση, η Γκρέις βούλιαξε στο κάθισμα του αυτοκινήτου του Σεθ και χάζεψε το φεγγάρι που έλαμπε στον ουρανό. «Μου αρέσει να τους βλέπω και τους τέσσερις μαζί. Αλλά είναι παράξενο. Θαρρείς κι έκλεισα για μια στιγμή τα μάτια μου και μέχρι να τα ξανανοίξω, όλοι είχαν κάνει ένα τεράστιο βήμα μπροστά». «Άναψε κόκκινο, άναψε πράσινο». Μπερδεμένη, η Γκρέις γύρισε το κεφάλι της και τον κοίταξε. «Τι;» «Το παιχνίδι, το παιδικό παιχνίδι; Ξέρεις, που όποιος τα φυλά­ ει, λέει, “Άναψε πράσινο”, και μετά γυρίζει την πλάτη του. Όλοι μπορούν να προχωρήσουν, αλλά μετά λέει, “Άναψε κόκκινο”, και ξαναγυρίζει. Αν δει κανέναν να κουνιέται, τον στέλνει πίσω στην αφετηρία». Όταν εκείνη γέλασε σαστισμένη, ήταν η σειρά του να γυρίσει να την κοιτάξει. «Δεν έπαιζες ποτέ τέτοια παιχνίδια όταν ήσουν μικρή;» «Όχι. Μου έκαναν τα μαθήματα που έπρεπε, με έβαζαν να μάθω όλους τους κανόνες σωστής συμπεριφοράς και με έστελναν καθη­ μερινά περίπατο με ζωηρό βήμα για να γυμνάζομαι. Μερικές φορές έτρεχα», είπε σιγανά, αναπολώντας. «Γρήγορα, με όλη μου τη δύνα­ μη, μέχρι που κόντευε να σπάσει η καρδιά μου. Αλλά μου φαίνεται ότι πάντα αναγκαζόμουν να γυρίσω στην αφετηρία». Ενοχλημένη με τον εαυτό της, ανασήκωσε τους ώμους της. «Πω, πω, θαρρείς πως ήμουν για λύπηση, ε; Δεν ήταν όμως θλιβερά τα πράγματα. Απλώς ήταν πολύ συγκροτημένα». Μάζεψε πίσω τα μαλ­


12 4

N ora R oberts

λιά της και του χαμογέλασε. «Λοιπόν, τι άλλα παιχνίδια έπαιζε ο μικρός Σεθ Μπιουκάναν;» «Τα συνηθισμένα». Δεν καταλάβαινε η Γκρέις πόσο ράγιζε η καρδιά του ακούγοντας τον καημό στη φωνή της και βλέποντάς τη μετά να ανασηκώνει δήθεν αδιάφορα τους ώμους της; «Δεν είχες φίλες;» «Φυσικά». Ύστερα έστρεψε το βλέμμα της αλλού. «Όχι. Αλλά δεν έχει σημασία. Έχω τώρα φίλες. Τις καλύτερες». «Το ξέρεις ότι και οι τρεις σας συμπληρώνετε τις προτάσεις η μια της άλλης;» «Δεν το κάνουμε». «Όχι, το κάνετε. Απόψε το κάνατε καμιά δεκαριά φορές του­ λάχιστον. Δεν το συνειδητοποιείτε καν. Και έχετε έναν κώδικα», συνέχισε ο Σεθ. «Μικρές ιδιορρυθμίες και χειρονομίες. Η Εμ-Τζέι σκάει ένα αυτάρεσκο χαμογελάκι ή γυρίζει ειρωνικά τα μάτια της, η Μπέιλι χαμηλώνει τα βλέφαρα ή στριφογυρίζει τα μαλλιά της.γύρω από το δάχτυλό της. Κι εσύ ανασηκώνεις το αριστερό σου φρύδι, μια στάλα μρνο, ή πιάνεις τη γλώσσα σου με τα δόντια σου. Και όταν το κάνετε, αστειεύεστε κρυφά μεταξύ σας». Η Γκρέις έβγαλε ένα αόριστο μουρμουρητό· δεν ήταν σίγουρη αν της άρεσε που ο Σεθ είχε ερμηνεύσει τόσο εύκολα τις εκφράσεις της. «Πολύ παρατηρητικός είσαι...» «Η δουλειά μου είναι». Ο Σεθ μπήκε στο δρομάκι του σπιτιού του και γύρισε προς το μέρος της. «Δε θα έπρεπε να σ ’ ενοχλεί». «Δεν έχω αποφασίσει αν μ’ ενοχλεί ή όχι. Έ γινες αστυνομικός επειδή είσαι παρατηρητικός ή είσαι παρατηρητικός επειδή είσαι αστυνομικός;» «Τι να σου πω, δεν ξέρω. Έ τσι ήμουν πάντα». «Ακόμα και μικρός;» «Πάντα ήταν κομμάτι της ζωής μου. Ο παππούς μου ήταν αστυ­ νομικός. Το ίδιο κι ο πατέρας μου. Και ο αδερφός του πατέρα μου. Το σπίτι μιας ήταν γεμάτο αστυνομικούς». «Οπότε ήθελαν να γίνεις κι εσύ;» «Πίστευαν ότι θα γινόμουν κι εγώ», τη διόρθωσε. «Αν ήθελα να γίνω υδραυλικός ή μηχανικός, δε θα τους πείραζε. Μα εγώ αυτό ήθελα». «Γιατί;»


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

125

«Γιατί από τη μια είναι το σωστό κι από την άλλη ό,τι δεν πρέπει να κάνει κανείς». «Τόσο απλό είναι;» «Θα ’πρεπε». Ο Σεθ κοίταξε το δαχτυλίδι στο δάχτυλό του. «Ο πατέρας μου ήταν καλός αστυνομικός. Ντόμπρος. Δίκαιος. Έ μπι­ στος. Ο καλύτερος». Η Γκρέις ακούμπησε το χέρι της στο δικό του. «Τον έχασες». «Στην εκτέλεση του καθήκοντος. Πάει καιρός». Ο πόνος είχε περάσει πριν από καιρό, επίσης, κάνοντας χώρο στην περηφάνια. «Ήταν καλός αστυνομικός, καλός πατέρας, καλός άνθρωπος. Πά­ ντα έλεγε πως είναι θέμα επιλογής αν θα κάνει κανείς αυτό που πρέπει ή δεν πρέπει. Και τα δυο έχουν το τίμημά τους. Αλλά, με το πρώτο, πληρώνεις και μπορείς ακόμα να κοιτάς τον εαυτό σου στα μάτια κάθε πρωί». Η Γκρέις έγειρε κοντά του και του έδωσε ένα απαλό φιλί. «Μ ’ εσένα έκανε το σωστό». «Πάντα. Η μητέρα μου ήταν σύζυγος αστυνομικού, ακλόνητη σαν βράχος. Τώρα είναι μητέρα αστυνομικού και είναι ακόμα ακλό­ νητη. Ακόμα στο πλευρό μου. Όταν έγινα υπαστυνόμος, χάρηκε όσο κι εγώ». Ή ταν δεμένος με τη μητέρα του, συνειδητοποίησε η Γκρέις. Πο­ λύ δεμένος. «Μα ανησυχεί για σένα». «Ναι, ανησυχεί λίγο. Αλλά το δέχεται. Αναγκαστικά», πρόσθεσε με ένα αχνό χαμόγελο. «Έχω ένα μικρότερο αδερφό και μια μικρό­ τερη αδερφή. Είμαστε όλοι αστυνομικοί». «Το έχετε στο αίμα σας», μουρμούρισε εκείνη. «Έχετε στενή σχέση;» «Μια οικογένεια είμαστε», είπε απλά ο Σεθ, μετά σκέφτηκε τη δική της οικογένεια και θυμήθηκε ότι αυτά τα πράγματα δεν ήταν απλά. Ή ταν κάτι πολύτιμο. «Ναι, έχουμε στενή σχέση». Ή ταν ο μεγαλύτερος, συλλογίστηκε η Γ κρέις. Θα το είχε πάρει στα σοβαρά πως ήταν το μεγαλύτερο παιδί και, όταν πέθανε ο πα­ τέρας του, θα είχε πάρει εξίσου σοβαρά τις ευθύνες του ως άντρας του σπιτιού. Διόλου παράξενο, λοιπόν, που το κύρος, η ευθύνη, το καθήκον τού έβγαιναν τόσο φυσικά. Η Γκρέις σκέφτηκε το όπλο που ήταν περασμένο στον ώμο του και άγγιξε το δερμάτινο λουρί με το δά­ χτυλό της.


126

N ora R oberts

«Αναγκάστηκες ποτέ να...» Αντάμωσε το βλέμμα του. «Αναγκά­ στηκες;» «Ναι. Αλλά ακόμα μπορώ να κοιτάζω τον εαυτό μου στα μάτια το πρωί». Η Γ κρέις το αποδέχτηκε αναντίρρητα. Μα το επόμενο θέμα ήταν πιο δύσκολο. «Έχεις ένα σημάδι, εδώ πέρα». Το θυμόταν τέλεια και τον άγγιξε τώρα κάτω από τον δεξιό του ώμο. «Σε πυροβόλησαν;» «Πριν από πέντε χρόνια. Τυχαίνουν αυτά». Δεν είχε νόημα να της πει λεπτομέρειες. Για την επιδρομή που πήγε στραβά, τις φωνές, τον τρόμο. Τη σφαίρα που έφαγε·και τον αφόρητο πόνο. «Η δουλειά της αστυνομίας είναι συνήθως ρουτίνα -χαρτούρα, ανία, πράγματα που κάνεις ξανά και ξανά». «Μα όχι πάντα». «Ναι, όχι πάντα». Ή θελε να τη δει να χαμογελά πάλι, ήθελε να παρατείνει τούτο το ευχάριστο και φιλικό ιντερλούδιο μέσα σ ’ ένα σκοτεινό αμάξι. Σκέτη συζήτηση, χωρίς τη φλόγα του σεξ. «Έχεις ένα τατουάζ στα απίστευτα τέλεια οπίσθιό σου». Εκείνη γέλασε τότε και τίναξε πίσω τα μαλλιά της. «Δεν πίστευα ότι το πρόσεξες». «Το πρόσεξα. Γιατί έχεις κάνει τατουάζ ένα φτερωτό άλογο στον πισινό σου, Γκρέις;» «Παρορμητικά το έκανα, ήταν μια κοριτσίστικη τρέλα και παρέ­ συρα και την Εμ-Τζέι και την Μπέιλι». «Έχουν κι αυτές φτερωτά άλογα στο...» «Όχι, και είναι δικό τους μυστικό τι έχουν. Εγώ ήθελα το φτε­ ρωτό άλογο επειδή είναι ελεύθερο. Δεν μπορείς να το πιάσεις αν δε θέλει να το πιάσεις». Τον άγγιξε στο πρόσωπο, αλλάζοντας λιγάκι την ατμόσφαιρα. «Δεν ήθελα να με πιάσει ποτέ κανείς. Πρώτα». Ο Σεθ σχεδόν την πίστεψε. Σκύβοντας το κεφάλι του, αντάμωσε τα χείλη της με τα δικά του και άφησε το φιλί να τραβήξει σε μά­ κρος. Ή ταν ήρεμο φιλί, χωρίς ένταση. Γλώσσες που έσμιγαν αργά, ράθυμες αλλαγές γωνίας και βάθους. Χαλαρές ρουφηξιές. Απαλές δαγκωματιές. Το κορμί της άλλαξε σιγά σιγά στάση, τα χέρια της γλίστρησαν στο στήθος του και τυλίχτηκαν στο σβέρκο του. Έ να γουργουρητό ικανοποίησης βγήκε από το λαιμό της. «Χρόνια είχα να φιληθώ στο μπροστινό κάθισμα αυτοκινήτου». Ο Σεθ της έσπρωξε τα μαλλιά στην άκρη και βρήκε με τα χείλη


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

127

του τη γλυκιά, ευαίσθητη καμπύλη ανάμεσα στο λαιμό και τον ώμο της. «Θέλεις να δοκιμάσουμε το πίσω κάθισμα;» Εκείνη γέλασε σιγανά, όλο χαρά. «Μα και βέβαια». Ο πόθος τον είχε κυριεύσει ύπουλα, είχε γλιστρήσει κλεφτά στο αίμα του, κλονίζοντας την καρδιά του. «Πάμε μέσα καλύτερα». Κοντανασαίνοντας ελαφρώς, η Γ κρέις έγειρε πίσω και του έσκα­ σε ένα πλατύ χαμόγελο μες στο φεγγαρόφωτο. «Κότα». Αυτός μισόκλεισε τα μάτια του δήθεν θιγμένος και το χαμόγελό της μεγάλωσε κι άλλο. «Έχει μια χαρά κρεβάτι μέσα στο σπίτι». Εκείνη πλατάγισε τη γλώσσα της κι έπειτα, μ ’ ένα γελάκι, έτριψε τα χείλη της στα δικά του. «Ας προσποιηθούμε», του ψιθύρισε και σύρθηκε πάνω του. «Είμαστε σ ’ ένα σκοτεινό, έρημο δρόμο και μου είπες ότι χάλασε το αυτοκίνητο». «Γκρέις!» είπε ο Σεθ με ένα στεναγμό πάνω στα δελεαστικά της χείλη. Δεν ήταν παρά άλλη μια πρόκληση για κείνη. «Εγώ κάνω πως σε πιστεύω, γιατί θέλω να μείνω εδώ, θέλω να... με πείσεις. Εσύ θα πεις ότι θέλεις μόνο να μ ’ αγγίξεις κι εγώ θα προσποιηθώ ότι πάλι σε πιστεύω». Του έπιασε το χέρι, το ακούμπησε στο στήθος της κι ένα ρίγος τη διαπέρασε όταν σφίχτηκαν τα δάχτυ­ λά του. «Π αρ’ όλο που ξέρω ότι δε θέλεις μόνο αυτό. Δε θέλεις μόνο αυτό, έτσι δεν είναι, Σεθ;» Αυτό που ήθελε εκείνος ήταν να γλιστρήσει μέσα της. Τα χέρια του χώθηκαν μέσα απ’ την μπλούζα της, βρήκαν τη σάρκα της. «Δε θα προλάβουμε να πάμε στο πίσω κάθισμα», την προειδοποίησε. Εκείνη γέλασε μόνο.

Ο Σεθ δεν ήξερε αν ήταν ικανοποιημένος ή αποσβολωμένος με τη συμπεριφορά του όταν ξεκλείδωσε τελικά την εξώπορτα του σπι­ τιού του. Τόσο ασυγκράτητος ήταν πιτσιρικάς; αναρωτήθηκε. Τόσο παράτολμος; Ή ήταν μονάχα με την Γκρέις που έβλεπε ως συναρ­ παστική περιπέτεια το να κάνει διψασμένα έρωτα στο δρομάκι του σπιτιού του; Εκείνη μπήκε μέσα, σήκωσε τα μαλλιά της από το λαιμό της και μετά τα άφησε να πέσουν με μια κίνηση που του παρέλυσε την καρδιά. «Το σπίτι μου θα είναι έτοιμο αύριο, το πολύ μεθαύριο. Να πάμε εκεί. Μπορούμε να κολυμπήσουμε γυμνοί στην πισίνα. Κάνει πολλή ζέστη τώρα έξω».


128

N ora R oberts

«Είσαι πολύ όμιορφη». Η Γκρέις γύρισε, ξαφνιασμένη που διέκρινε δυσαρέσκεια μαζί με πόθο στον τόνο της φωνής του. Εκείνος στεκόταν ακόμα κοντά στην πόρτα, λες και ήταν έτοιμος να σηκωθεί να φύγει ανά πάσα στιγμή και να την αφήσει. «Είναι επικίνδυνο όπλο. Φονικό». Η Γκρέις δοκίμασε να χαμογελάσει. «Θα μιε συλλάβεις;» «Δε σου αρέσει να σου το λένε». Ο Σεθ μισογέλασε. «Δε σου αρέσει να σου λένε πως είσαι όμορφη». «Δεν έκανα τίποτα για να μου αξίζει η ομορφιά μου». Το είπε, συνειδητοποίησε ο Σεθ, λες και η ομιορφιά ήταν μάλ­ λον κατάρα παρά χάρισμα. Κι εκείνη τη στιγμή την κατάλαβε πολύ περισσότερο. Πήγε κοντά της, της έπιασε τρυφερά το πρόσωπο και την κοίταξε κατάματα. «Α, ίσως τα μάτια σου να βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους». Η Γκρέις γέλασε κατάπληκτη. «Δεν είναι κοντά». «Και το στόμα σου, μου φαίνεται πως είναι μιια στάλα στραβό. Για να τσεκάρω». Το μέτρησε με ένα φιλί και συνέχισε να τη φιλά όταν ένιωσε το χαμόγελο στα χείλη της. «Ναι. Μια στάλα μόνο, αλ­ λά σου χαλάει το πρόσωπο, τώρα που το προσέχω. Και για να δω...» Της γύρισε το κεφάλι στο πλάι και έμιεινε για μια στιγμή σκεφτικός. «Ναι. Το αριστερό προφίλ σου δεν είναι καλό. Τι βλέπω, κάνεις προγούλι;» Η Γκρέις του έδωσε μια στο χέρι, μη ξέροντας αν ήθελε να θιχτεί ή να βάλει τα γέλια. «Όχι βέβαια». «Πρέπει να το τσεκάρω κι αυτό. Δεν ξέρω αν θέλω να συνεχίσω τη σχέση μας αν είναι να κάνεις προγούλι». Την άρπαξε τότε και της τράβηξε μαλακά το κεφάλι από τα μαλ­ λιά για να τη φιλήσει κάτω από το σαγόνι. Εκείνη χαχάνισε -σ α ν κοριτσάκι- και στριφογύρισε. «Σταμάτα, βρε χαζέ». Και τσίριξε όταν αυτός τη σήκωσε στην αγκαλιά του. «Α, είσαι κι εκατό κιλά». Τα μάτια της μισόκλεισαν αγριεμένα. «Εντάξει, ως εδώ, βρε αλήτη. Φεύγω». Το χαμόγελό του ήταν σκέτη απόλαυση. «Ξέχασα να σου πω», της είπε, τραβώντας για τη σκάλα. «Έχει χαλάσει το αυτοκίνητό μου. Ξέμεινα από βενζίνη. Η γάτα μού έφαγε το τετράδιο. Μόνο να σε αγγίξω θέλω».


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

129

Στο δεύτερο σκαλί, χτύπησε το τηλέφωνο. «Να πάρει η ευχή». Της έδωσε αφηρημένα ένα φιλί στο μέτωπο. «Πρέπει να το σηκώσω». «Δεν πειράζει. Θα θυμάμαι πού είχες μείνει». Π αρ’ όλο που την άφησε κάτω, η Γκρέις δεν ένιωσε σαν να πατούσε στο πάτωμα. Ο έρωτας σ ’ έκανε να πετάς στα ουράνια. Αλλά το χαμόγελό της έσβησε όταν είδε το βλέμμα του να αλλά­ ζει. Ξαφνικά τα μάτια του έγιναν πάλι ανέκφραστα, ανεξιχνίαστα. Προχωρώντας προς το μέρος του, κατάλαβε ότι εκείνος είχε μετα­ μορφωθεί ξανά από άντρα σε αστυνομικό. «Πού;» Ο ψυχρός, αυστηρός τόνος και πάλι. «Αποκλείσατε το σπίτι;» Βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του. «Αποκλείστε το. Έ ρ­ χομαι». Κατέβασε το ακουστικό και τα μάτια του στυλώθηκαν πάνω της. «Με συγχωρείς, Γκρέις, πρέπει να φύγω». Εκείνη σάλιωσε τα χείλη της. «Είναι πολύ άσχημο;» «Πρέπει να φύγω», ήταν το μόνο που της είπε ξανά. «Θα καλέσω περιπολικό να σε πάει στο σπίτι του Κέιντ». «Να μη σε περιμένω εδώ;» «Δεν ξέρω πόση ώρα θα κάνω». «Δεν έχει σημασία». Ακούμπησε το χέρι της πάνω του, μα δεν ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να τον αγγίξει. «Θα περιμένω. Θέλω να σε περιμένο}». Καμιά γυναίκα δεν τον περίμενε ποτέ, του πέρασε στα γρήγορα η σκέψη από το μυαλό, αποσπώντας του την προσοχή. «Αν βαρε­ θείς να περιμένεις, πάρε στο τμήμα. Θα αφήσω μήνυμα να σε πάει κάποιος ένστολος σπίτι αν τηλεφωνήσεις». «Εντάξει». Μα δε θα τηλεφωνούσε. Θα περίμενε. «Σεθ». Έγειρε πάνω του και άγγιξε τα χείλη του με τα δικά της. «Θα τα πούμε όταν γυρίσεις».


Κεφάλαιο 9

Ο τ α ν έμεινε μόνη της, η Γ κρέις άνοιξε την τηλεόραση και άραξε στον καναπέ. Πέντε λεπτά αργότερα είχε σηκωθεί και περιφερόταν στο σπίτι. Δεν ήταν του γούστου του τα μπιχλιμπίδια, συλλογίστηκε. Μάλ­ λον θα τα θεωρούσε άχρηστα, ότι θα μάζευαν μονάχα σκόνη. Ούτε φυτά είχε, ούτε κατοικίδια ζώα. Τα έπιπλα στο καθιστικό ήταν απλά, αρρενωπά και καλής ποιότητας. Ο καναπές ήταν άνετος, μεγάλος και βαθυπράσινος. Εκείνη θα τον είχε ζωηρέψει με μαξιλάρια. Μπορ­ ντό, σκούρα μπλε και χαλκόχρωμα. Το τραπεζάκι του καναπέ ήταν δρύινο, βαρύ και τετράγωνο, γυαλιστερό και χωρίς ίχνος σκόνης. Αποφάσισε ότι ο Σεθ θα έφερνε καθαρίστρια κάθε βδομάδα. Δεν μπορούσε να τον φανταστεί με ξεσκονόπανο. Κάτω από το πλαϊνό παράθυρο ήταν μια βιβλιοθήκη και, καθίζοντας στις φτέρνες της, κοίταξε τους τίτλους. Την ευχαρίστησε που είχαν διαβάσει πολλά ίδια βιβλία. Υπήρχε μάλιστα κι ένα βιβλίο κηπουρικής που το είχε μελετήσει κι η ίδια. Αυτό μπορούσε να το φανταστεί, αποφάσισε. Ναι, μπορούσε να φανταστεί τον Σεθ να ασχολείται με την αυλή του, να σκαλίζει το χώμα, να φυτεύει κάτι ανθεκτικό. Είχε και πίνακες αυτό το δωμάτιο, ακουαρέλες. Πήγε κοντά, σί­ γουρη ότι τα πορτραίτα στον τοίχο ήταν από τον ίδιο καλλιτέχνη που είχε φτιάξει το αστικό και το βουκολικό τοπίο στο υπνοδωμάτιό του. Έ ψαξε την υπογραφή πρώτα και βρήκε το όνομα Μέριλιν Μπιουκάναν γραμμένο καλλιγραφικά στην κάτω γωνία. Αδερφή, μητέρα, ξαδέρφη; αναρωτήθηκε. Κάποια που την αγα­


Το

Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

131

πούσε και τον αγαπούσε. Έστρεψε σε έναν άλλο πίνακα το βλέμμα της και τον περιεργάστηκε. Ο πατέρας του Σεθ, συνειδητοποίησε με ένα σοκ. Σίγουρα ήταν αυτός. Είχαν τα ίδια μάτια, άδολα, με έντονο βλέμμα, καστανά. Το σαγόνι ήταν τετράγωνο, σμιλευτό σχεδόν. Η καλλιτέχνιδα είχε δια­ κρίνει δύναμη, μια υποψία θλίψης, και εντιμότητα. Μια στάλα ευ­ θυμίας γύρω απ’ τα χείλη και μια έμφυτη περηφάνια στη στάση του κεφαλιού. Ή ταν όλα φανερά στο προφίλ τριών τετάρτων, με τον άντρα να ατενίζει κάτι που μονάχα ο ίδιος έβλεπε. Το επόμενο πορτραίτο ήταν μιας γυναίκας, μάλλον σαράντα πε­ ρίπου χρονών. Είχε ωραίο πρόσωπο, αλλά η καλλιτέχνιδα δεν είχε κρύψει τα ελαφρά σημάδια που πρόδιδαν την ηλικία της, τις γκρίζες ανταύγειες στα σκουροκάστανα, σγουρά μαλλιά της. Τα ανοιχτά κα­ στανά μάτια της κοιτούσαν ευθεία μπροστά, με χιούμορ και υπομο­ νή. Και να το το στόμα του Σεθ, σκέφτηκε η Γ κρέις, χαμογελώντας. Εί μητέρα του, συμπέρανε. Πόση δύναμη έκρυβαν τα ήρεμα μά­ τια της; αναρωτήθηκε. Πόση δύναμη χρειαζόσουν για να αποδέχε­ σαι πως όλοι όσοι αγαπούσες διέτρεχαν κίνδυνο καθημερινά; Όση δύναμη κι αν χρειαζόταν, αυτή η γυναίκα την είχε. Υπήρχε κι ένας άλλος άντρας, νέος, είκοσι περίπου χρονών, με μάγκικο χαμόγελο και τολμηρά μάτια λίγο πιο σκούρα απ’ του Σεθ. Ωραίος, σέξι, με σκούρα καστανά μαλλιά που έπεφταν ατημέλητα στο μέτωπό του. Ο αδερφός του, σίγουρα. Το τελευταίο πορτραίτο ήταν μιας νέας γυναίκας με καστανά μαλλιά ως τους ώμους, καστανά άγρυπνα μάτια και σμιλευτά χείλη που χαμογελούσαν αχνά. Όμορφη κοπέλα, που είχε τη σοβαρότητα του Σεθ πολύ περισσότερο από τον νεαρό άντρα. Η αδερφή του. Η Γκρέις αναρωτήθηκε αν θα τους γνώριζε ποτέ από κοντά ή μονάχα από τα πορτραίτα τους. Ο Σεθ θα ήθελε να γνωρίσουν τη γυναίκα που αγαπούσε, σκέφτηκε και η καρδιά της σφίχτηκε λίγο. Θα ήθελε -θ α το είχε ανάγκη- να την πάει στο σπίτι της μητέρας του, να τη δει να συγχωνεύεται με την οικογένειά του. Ό χι μόνο επειδή ήταν παράδοση, συνειδητοποίησε η Τκρέις, μα επειδή θα ήταν σημαντικό γι’ αυτόν. Αλλά μια ερωμένη; Όχι, αποφάσισε. Δεν ήταν απαραίτητο να γνωρίσει κανείς την ερωμένη του στην οικογένειά του. Ο Σεθ δε θα πήγαινε ποτέ στο σπίτι της μητέρας του μια γυναίκα με την οποία είχε κάνει απλώς σεξ.


132

N ora R oberts

Η Γ κρέις έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της. Σταμάτα να λυ­ πάσαι τον εαυτό σου, σκέφτηκε αυστηρά. Δε γίνεται να έχεις ό,τι θέλεις, οπότε αξιοποίησε ό,τι έχεις. Άνοιξε πάλι τα μάτια της και κοίταξε ξανά τα πορτραίτα. Καλά πρόσωπα, σκέφτηκε. Καλή οικογένεια. Πού όμως, αναρωτήθηκε, ήταν το πορτραίτο του Σεθ; Θα πρέπει να υπήρχε και δικό του πορτραίτο. Τι να είχε διακρίνει η καλλιτέχνιδα; Να τον είχε ζωγραφίσει με το ψυχρό βλέμμα του αστυνομικού, με το εκπληκτικά ωραίο αχνό χαμόγελό του ή με το σπάνιο πλατύ χαμόγελο; Αποφασισμένη να μάθει, άφησε την τηλεόραση να παίζει και πή­ γε να ψάξει. Στα επόμενα είκοσι λεπτά, ανακάλυψε ότι ο Σεθ ήταν τακτικός, είχε ένα τηλέφωνο και μπλοκάκι σε κάθε δωμάτιο, χρη­ σιμοποιούσε το δεύτερο υπνοδωμάτιο ως ξενώνα και γραφείο μαζί, είχε μετατρέψει το μικρό τρίτο υπνοδωμάτιο σε μίνι γυμναστήριο και του άρεσαν τα βαθιά χρώματα και οι άνετες πολυθρόνες. Βρήκε κι άλλες ακουαρέλες, αλλά κανένα πορτραίτο του. Έ κανε το,γύρο του ξενώνα, γεμάτη περιέργεια που εδώ, και μο­ νάχα εδώ, είχε ικανοποιήσει ο Σεθ πιο ιδιαίτερα γούστα του. Τα ράφια στην εσοχή του τοίχου είχαν μια συλλογή από φιγούρες, ορι­ σμένες σκαλιστές σε ξύλο, άλλες σε πέτρα. Δράκοντες, γρύπες, μά­ γοι, μονόκεροι, Κένταυροι. Και ένα φτερωτό άλογο από αλάβαστρο που ήταν σκαλισμένο σαν να πετούσε. Εδώ οι πίνακες καθρέφτιζαν το μαγικό στοιχείο -έν α ομιχλώδες τοπίο με ένα κάστρο με πυργίσκους που υψωνόταν ασημένιο προς έναν αχνορόδινο ουρανό, μια σκιερή λίμνη απ’ όπου έπινε νερό ένα λευκό ελάφι. Υπήρχαν και βιβλία για το βασιλιά Αρθούρο, για την ιρλανδική μυθολογία, τους θεούς του Ολύμπου κι αυτούς που είχαν κυριαρχή­ σει στη Ρώμη. Και στο μικρό γραφείο από ξύλο κερασιάς ήταν μια σφαίρα από γαλάζιο κρύσταλλο και ένα βιβλίο για το Μίθρα, το θεό του φωτός. Βλέποντάς το, την έπιασε ένα τρέμουλο και αγκάλιασε τα μπρά­ τσα της. Ν α το είχε αγοράσει ο Σεθ το βιβλίο λόγω της υπόθεσης; Ή να το είχε ήδη; Άγγιξε τον λεπτό τόμο και ένιωσε βέβαιη πως ίσχυε το δεύτερο. Άλλο ένα στοιχείο που τους έδενε, συνειδητοποίησε, από πριν


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

133

καν γνωριστούν. Της ήταν πολύ εύκολο να το δεχτεί και μάλιστα ένιωσε ευγνωμοσύνη. Αναρωτήθηκε όμως αν ένιωθε κι αυτός το ίδιο. Κατέβηκε στο ισόγειο, νιώθοντας, παραδόξως, σαν στο σπίτι της ύστερα από την ξενάγηση που είχε κάνει από μόνη της. Χαμογέ­ λασε βλέποντας τα φλιτζάνια τους από τον καφέ που είχαν πιει το πρωί να βρίσκονται ακόμα στο νεροχύτη· ήταν ένα μικρό δείγμα της οικειότητάς τους. Βρήκε ένα μπουκάλι κρασί στο ψυγείο, έβαλε ένα ποτήρι και το πήρε μαζί της στο καθιστικό. Πήγε πάλι στη βιβλιοθήκη, με τη σκέψη να κουλουριαστεί στον καναπέ με την τηλεόραση για συντροφιά και ένα βιβλίο για να πε­ ράσει την ώρα της. Ξαφνικά όμως τη διαπέρασε ένα ρίγος, τόσο έντονο που ταρακουνήθηκε το κρασί στο χέρι της. Έπιασε τον εαυ­ τό της να κοιτάζει έξω από το παράθυρο, κοντανασαίνοντας, ενώ με το άλλο της χέρι είχε αρπάξει σφιχτά τη βιβλιοθήκη. Κάποιος σε παρακολουθεί, ψιθύριζε επίμονα μια τρομαγμένη φωνούλα μες στο μυαλό της που μπορεί να ήταν και η δική της. Κάποιος σε παρακολουθεί. Δεν έβλεπε όμως τίποτα, μόνο το σκοτάδι, τη λάμψη του φεγγα­ ρόφωτου, το ήσυχο σπίτι απέναντι. Σταμάτα, διέταξε τον εαυτό της. Κανείς δεν είναι εκεί. Τίποτα δεν είναι εκεί. Ίσιωσε όμως την πλάτη της και έκλεισε γρήγορα γρή­ γορα τις κουρτίνες. Τα χέρια της έτρεμαν. Ή πιε μια γουλιά κρασί και προσπάθησε να γελάσει με την τρο­ μάρα της. Οι βραδινές ειδήσεις στην τηλεόραση την έκαναν να γυ­ ρίσει αργά προς τα κει. Μια τετραμελής οικογένεια στη γειτονική Μπεθέσντα είχε βρεθεί δολοφονημένη. Ή ξερε τώρα πού είχε πάει ο Σεθ. Και μπορούσε να φανταστεί τι αντιμετώπιζε.

Ή ταν μόνη της. Ο Ντεβέιν καθόταν στο δωμάτιο με τους θησαυρούς του και χάιδευε ένα φιλντισένιο άγαλμα της θεάς Αφροδίτης. Είχε αρχίσει να το βλέπει σαν να ήταν η Γ κρέις. Κι όσο κακοφόρμιζε και μεγάλωνε η εμμονή του, φανταζόταν την Γ κρέις και τον εαυτό του μαζί, αθάνατους ανά τους αιώνες. Εκείνη θα ήταν το πιο πολύτιμο κτήμα του. Η θεά του. Και τα Τρία Αστέρια θα ολοκλήρωναν την ανεκτίμητη συλλογή του. Βέβαια, θα έπρεπε να την τιμωρήσει πρώτα. Ή ξερε τι έπρεπε να


134

N o ra R oberts

κάνει, τι θα της κόστιζε περισσότερο. Και οι άλλες δυο γυναίκες δεν ήταν αθώες -είχαν περιπλέξει τα σχέδιά του, είχαν προκαλέσει την αποτυχία του. Θα έπρεπε να πεθάνουν, φυσικά. Όταν θα είχε στα χέρια του τα Αστέρια, και την Γ κρέις, τότε θα πέθαιναν. Και ο θάνατός τους θα ήταν η τιμωρία της. Τώρα ήταν μόνη της. Πόσο εύκολο θα ήταν να την αρπάξει τώ­ ρα. Να τη φέρει εδώ. Εκείνη θα φοβόταν, στην αρχή. Μα την ήθελε φοβισμένη. Ή ταν κι αυτό μες στην τιμωρία της. Στο τέλος θα τη σαγήνευε, θα κέρδιζε τον έρωτά της. Θα την έκανε δίκιά του. Στο κάτω κάτω, θα ζούσαν πολλές, ζωές μαζί. Σε μια απ’ αυτές θα την πήγαινε στην Τερέσα. Θα την έκανε βασί­ λισσα. Έ νας θεός δε συμβιβαζόταν με κάτι λιγότερο από βασίλισσα. Πάρε την απόψε, τον τσιγκλούσε η φωνή που δυνάμωνε καθη­ μερινά μες στο μυαλό του. Δεν έπρεπε να την εμπιστευτεί. Ο Ντεβέιν ηρέμησε την ανάσα του, έκλεισε τα μάτια του. Δε θα βιαζόταν. Έπρεπε να οργανώσει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Η Γ κρέις θα ερχόταν όταν ήταν έτοιμος. Και θα του έφερνε τα Αστέρια.

Ο Σεθ κατέβασε ένα τελευταίο φλιτζάνι άθλιου καφέ και έτριψε τον πιασμένο του σβέρκο. Το στομάχι του ανακατευόταν ακόμα α π’ ό,τι είχε αντικρίσει σ ’ εκείνο το καλοβαλμένο σπίτι των προαστί­ ων. Ή ξερε πως οι πολίτες και οι πρωτάρηδες αστυνομικοί πίστευαν πως οι βετεράνοι πάθαιναν ανοσία και δεν επηρεάζονταν από τους άγριους θανάτους -από το θέαμα, τις μυρωδιές, τον άσκοπο χαμό της ανθρώπινης ζωής. Ή ταν ψέμα. Κανείς δε συνήθιζε να βλέπει ό,τι είχε δει εκείνος. Αν μπορούσε να το συνηθίσει, δε θα έπρεπε να φέρει το σήμα του αστυνομικού. Ο νόμος έπρεπε να διατηρεί την αίσθηση της απέχθειας και της φρίκης για τις δολοφονίες. Τι είχε σπρώξει έναν άνθρωπο να σκοτώσει τα ίδια του τα παιδιά, τη γυναίκα με την οποία τα είχε κάνει και μετά να αυτοκτονήσει; Δεν είχε μείνει κανείς ζωντανός σ ’ εκείνο το καλοβαλμένο σπίτι των προαστίων για να απαντήσει στο ερώτημα. Και ο Σεθ ήξερε ότι θα τον βασάνιζε. Έτριψε το πρόσωπό του κι ένιωσε πόσο τσιτωμένος και κουρασμέ­


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

135

νος ήταν. Περιέστρεψε τους ώμους του δυο φορές, ύστερα τους όρθω­ σε και βγήκε στη μεγάλη αίθουσα, τραβώντας για τα αποδυτήρια. Ο Μ ικ Μάρσαλ ήταν εκεί κι έτριβε τα πονεμένα του πόδια. Τα λε­ πτά κόκκινα μαλλιά του στέκονταν όρθια σαν θάμνος που χρειαζό­ ταν κλάδεμα πάνω από ένα πρόσωπο καταβεβλημένο. Τα μάτια του είχαν μαύρους κύκλους και τα χείλη του ήταν σφιγμένα βλοσυρά. «Υπαστυνόμε». Ξαναφόρεσε τις κάλτσες του. «Δε χρειαζόταν να έρθεις γ ι’ αυτό, ντετέκτιβ». «Στο σπίτι μου ακούστηκαν οι πυροβολισμοί, διάολε». Έπιασε το ένα από τα παπούτσια του, μα ακούμπησε απλώς τους αγκώνες του στα γόνατά του. «Δυο τετράγωνα πιο κει. Χριστέ μου, τα παιδιά μου έπαιζαν μ ’ αυτά τα παιδιά. Πώς διάολο θα τους εξηγήσω τι έγινε;» «Πόσο καλά ήξερες τον πατέρα;» «Ελάχιστα. Ό ,τι λένε πάντα, υπαστυνόμε. Ή ταν ένας ήσυχος, ευγενικός τύπος που κοίταζε τη δουλειά του». Γέλασε άκεφα. «Πά­ ντα έτσι είναι». «Ο Μαλρούνι έχει αναλάβει την υπόθεση. Μπορείς να τον βο­ ηθήσεις αν θέλεις. Τώρα πήγαινε σπίτι και κοιμήσου λίγο. Πήγαινε και φίλησε τα παιδιά σου». «Ναι». Ο Μικ έσυρε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μαλλιά του. «Άκου, υπαστυνόμε, βρήκα μερικά στοιχεία για κείνο τον τύπο, τον Ντεβέιν». Έ να ρίγος έξαψης διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του Σεθ. «Τίποτα ενδιαφέρον;» «Εξαρτάται. Είναι πενήντα δύο χρονών, δεν έχει παντρευτεί πο­ τέ, κληρονόμησε τεράστια περιουσία από το γέρο του, καθώς κι ένα μεγάλο αμπελώνα στην Τερέσα. Καλλιεργεί κι ελιές, έχει και γελάδια». «Αγρότης τζέντλεμαν;» «Α, ασχολείται και με άλλα. Έχει πολλά ενδιαφέροντα, σε όλο τον κόσμο. Καράβια, επικοινωνίες, εισαγωγές-εξαγωγές. Είναι χω­ μένος σε πολλές επιχειρήσεις και βγάζει πολύ χρήμα. Διορίστηκε πρέσβης στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από τρία χρόνια. Φαίνεται πως του αρέσει εδώ. Αγόρασε ένα μοντέρνο σπίτι στη Φόξχολ Ρόουντ, ολόκληρο μέγαρο, και του αρέσει να δέχεται κόσμο. Μα στον κόσμο δεν αρέσει να μιλάει γ ι’ αυτόν. Φοβούνται». «Το χρήμα και η δύναμη φοβίζουν πολύ κόσμο». «Ναι. Δεν έχω μαζέψει πολλές πληροφορίες ακόμα. Αλλά έμαθα


136

N ora R oberts

για μια γυναίκα πριν από πέντε χρόνια. Τραγουδίστρια της όπερας. Μεγάλο όνομα, αν ασχολείσαι μ ’ αυτά. Ιταλίδα. Φαίνεται πως είχαν στενές σχέσεις. Και μετά αυτή εξαφανίστηκε». «Εξαφανίστηκε». Ο Σεθ είχε αρχίσει να χάνει το ενδιαφέρον του, μα τοδρα το ξαναβρήκε. «Πώς;» «Εδώ είναι το θέμα. Έγινε καπνός. Η ιταλική αστυνομία δεν μπορεί να βγάλει άκρη. Είχε ένα σπίτι στο Μιλάνο, παράτησε όλα της τα πράγματα -ρούχα, κοσμήματα, τα πάντα. Τραγουδούσε στην όπερα του Μιλάνου και ήταν στα μισά της σεζόν. Δεν εμφανίστηκε για τη βραδινή παράσταση. Πήγε για ψώνια εκείνο το απόγευμα, κανόνισε και της έστειλαν ένα σωρό πράγματα στο σπίτι της. Αλλά η ίδια δε γύρισε ποτέ». «Υπέθεσαν πως ήταν απαγωγή;» «Ναι. Αλλά κανείς δε ζήτησε λύτρα και δε βρέθηκε πτώμα, ούτε κανένα ίχνος της πέντε χρόνια τώρα. Ήταν...» Ο Μικ συνοφρυώ­ θηκε σκεφτικός. «Τριάντα χρονών, στο ζενίθ της καριέρας της και κουκλάρα. Άφησε αμέτρητες λιρέτες στους λογαριασμούς της. Κι ακόμα εκεί είναι». «Τον Ν ΐεβέιν τον ανέκριναν;» «Ναι. Φαίνεται πως ήταν με το κότερό του στο Ιόνιο, λιαζόταν κι έπινε ούζο όταν έγιναν όλα αυτά. Και είχε πέντ' έξι καλεσμένους μαζί του. Ο Ιταλός αστυνομικός με τον οποίο μίλησα -μέγας λά­ τρης της όπερας, παρεμπιπτόντως- είπε ότι ο Ντεβέιν δεν έδειξε να σοκαρίστηκε ή να ταράχτηκε ιδιαίτερα. Είχε μυριστεί κάτι, μα δεν μπορούσε να το αποδείξει. Π αρ’ όλα αυτά, ο τύπος πρόσφερε αμοιβή, πέντε εκατομμύρια λιρέτες, σε όποιον την επέστρεφε σώα. Κανείς δεν εισέπραξε ποτέ το ποσό». «Θα έλεγα πως ήταν αρκετά ενδιαφέροντα όλα αυτά. Συνέχισε την έρευνα». Και ίσως να έκανε και ο ίδιος λίγη έρευνα, σκέφτηκε ο Σεθ. «Κάτι ακόμα». Ο Μικ έστρεψε το κεφάλι του δεξιά αριστερά μέ­ χρι να κάνει κρακ. «Και το βρήκα κι αυτό ενδιαφέρον - ο τύπος είναι συλλέκτης. Έ χει λίγο απ’ όλα -νομίσματα, γραμματόσημα, κοσμή­ ματα, πίνακες, αντίκες, γλυπτά. Με όλα ασχολείται. Αλλά φημίζεται επίσης πως έχει μια μοναδική και εκτενή συλλογή πολύτιμων λίθων». «Του Ντεβέιν του αρέσουν τα πετράδια». «Α, ναι. Και άκου κι αυτό. Πριν από δυο χρόνια, πάνω κάτω, πλήρωσε τρία εκατομμύρια για ένα σμαράγδι. Μεγάλο πετράδι, δε


Τ ο Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

137

λέω, αλλά η τιμή του εκτινάχθηκε γιατί υποτίθεται πως ήταν μαγι­ κό». Στην ιδέα και μόνο, ο Μικ χαμογέλασε ειρωνικά. «Υποτίθεται ότι το είχε φτιάξει με μάγια ο Μέρλιν για το βασιλιά Αρθούρο. Μου φαίνεται πως όποιος θα πίστευε κάτι τέτοιο θα ενδιαφερόταν και για τρία μεγάλα γαλάζια πετράδια και τους θρύλους για θεούς και αθανασίες που τα συνοδεύουν». «Σίγουρα θα ενδιαφερόταν». Και δεν ήταν παράξενο, συλλογί­ στηκε ο Σεθ, που το όνομα του Ντεβέιν δεν ήταν στη λίστα της Μπέιλι; Έ νας συλλέκτης με σπίτι στην Αμερική λίγα χιλιόμετρα από τη Σαλβίνι και να μην έχει συνεργαστεί ποτέ μαζί τους; Όχι, δύσκολο να το πιστέψει. «Δώσε μου όλα τα στοιχεία που βρήκες όταν πιάσεις πάλι βάρ­ δια, Μικ. Θα ήθελα να μιλήσω προσωπικά σ ’ αυτό τον Ιταλό αστυ­ νομικό. Το εκτιμώ ιδιαίτερα που αφιέρωσες χρόνο γι’ αυτό». Ο Μικ ξαφνιάστηκε. Ο Σεθ πάντα ευχαριστούσε τους άντρες του αν έκαναν καλή δουλειά, αλλά, γενικά, το έκανε μηχανικά. Αυτή τη φορά οι ευχαριστίες του ήταν πραγματικά θερμές, σε προσωπι­ κό επίπεδο. «Φυσικά, δεν τρέχει τίποτα. Αλλά ξέρεις, υπαστυνόμε, ακόμα κι αν καταφέρεις να συνδέσεις τον τύπο με την υπόθεση, θα ξεγλιστρήσει. Έχει διπλωματική ασυλία. Δεν μπορούμε να τον αγγίξουμε». «Ας τον συνδέσουμε πρώτα και βλέπουμε». Ο θόρυβος από το ντουλάπι που άνοιξε ένας αστυνομικός που ξεκινούσε τη βάρδια του του τράβηξε το βλέμμα. «Πήγαινε για ύπνο», άρχισε ο Σεθ, μα σώπασε απότομα. Στη μέσα μεριά της πόρτας του ντουλαπιού, κολ­ λημένη με σελοτέιπ, ήταν η Γ κρέις, πολύ νεαρή, γελαστή και γυμνή. Είχε το κεφάλι της ριγμένο πίσω και στα μάτια της σπινθήρι­ ζαν το δελεαστικό της χαμόγελο, η γυναικεία της αυτοπεποίθηση, η αισθησιακή της δύναμη. Το δέρμα της έλαμπε σαν μάρμαρο, οι καμπύλες της ήταν πλούσιες και το μόνο πράγμα που τη σκέπαζε ήταν τα πυκνά μακριά μαλλιά της, βαλμένα έτσι ώστε να τρελαί­ νουν έναν άντρα. Ο Μικ γύρισε το κεφάλι του, είδε το σαλόνι του περιοδικού και έκανε ένα μορφασμό φόβου. Ο Κέιντ τον είχε πληροφορήσει για τη σχέση του υπαστυνόμου με την Γ κρέις και το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί ο Μικ ήταν ότι κάποιος θα πέθαινε -κατά πάσα πιθανότητα ο αστυνομικός που αυτή τη στιγμή στεκόταν σφυρίζοντας δίπλα στο ντουλάπι του.


138

N ora R oberts

«Ε, υπαστυνόμε...» άρχισε ο Μικ, με τη γενναία σκέψη να σώσει τη ζωή του συναδέλφου του. Ο Σεθ σήκωσε απλώς το χέρι του, διακόπτοντας τον Μικ, και πή­ γε μέχρι το ντουλάπι. Ο αστυνομικός που άλλαζε πουκάμισο σήκωσε το βλέμμα του. «Υπαστυνόμε». «Μπράντλι», του είπε ο Σεθ και συνέχισε να περιεργάζεται τη γυαλιστερή φωτογραφία. «Φοβερή, ε; Είναι το κάτι άλλο. Έ να από τα παιδιά στην ημερή­ σια βάρδια είπε πως πέρασε από το τμήμα και είναι το ίδιο ωραία . κι από κοντά». «Έτσι είπε;» «Ναι, ναι. Το ξέθαψα αυτό από μια στοίβα περιοδικά στο γκαράζ μου. Μια χαρά κρατιέται, ε;» «Μπράντλι», του ψιθύρισε ο Μικ και έχωσε το κεφάλι του στα χέρια του. Την είχε βάψει ο τύπος. Ο Σεθ πήρε μια βαθιά ανάσα και έπνιξε την επιθυμία του να ξηλώσει τη φωτογραφία. «Τα αποδυτήρια τα χρησιμοποιούν και γυ­ ναίκες συνάδελφοι, Μπράντλι. Είναι απαράδεκτο να το έχεις αυτό εδώ». Πού ήταν το τατουάζ; σκέφτηκε με θολωμένο μυαλό. Πόσων χρονών να ήταν όταν πόζαρε γι’ αυτό το περιοδικό; Δεκαεννιά, είκο­ σι; «Βρες κάπου αλλού να κρεμάσεις το πόστερ σου». «Μάλιστα, κύριε». Ο Σεθ γύρισε από την άλλη, ύστερα έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του. «Και είναι καλύτερη από κοντά. Πολύ καλύτερη». «Μπράντλι», είπε ο Μικ όταν βγήκε έξω ο Σεθ, «πολύ φτηνά τη γλίτωσες».

Είχε αρχίσει να χαράζει όταν ο Σεθ μπήκε στο σπίτι του. Είχε ακο­ λουθήσει τους κανονισμούς κατά γράμμα για την υπόθεση της Μπεθέσντα. Θα την έκλεινε όταν οι αναφορές από την ιατροδικαστι­ κή εξέταση και την αυτοψία επιβεβαίωναν ό,τι γνώριζε ήδη. Ένας άντρας τριάντα έξι χρονών, που έβγαζε καλό εισόδημα ως προγραμ­ ματιστής, είχε σηκωθεί από τον καναπέ του όπου έβλεπε τηλεόρα­ ση, όπλισε το περίστροφό του και έβαλε τέλος σε τέσσερις ζωές μέσα σε διάστημα δέκα λεπτών. Γ ι’ αυτό το έγκλημα, ο Σεθ δεν μπορούσε να αποδώσει δικαι­ οσύνη.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

1 39

Θα μπορούσε να είχε γυρίσει σπίτι δυο ώρες νωρίτερα. Αλλά είχε εκμεταλλευτεί τη διαφορά ώρας με την Ευρώπη για να πάρει μερικά τηλέφωνα, να κάνει ερωτήσεις, να συλλέξει στοιχεία. Και σιγά σιγά συνέθετε την εικόνα του Γκρέγκορ Ντεβέιν. Έ νας άνθρωπος με πλούτη για τα οποία δεν είχε μοχθήσει ποτέ. Που τον ευχαριστούσε να έχει κύρος και εξουσία, που κινούνταν σε υψηλούς κύκλους και δεν είχε οικογένεια. Τίποτα απ’ αυτά δεν ήταν έγκλημα, σκέφτηκε ο Σεθ, κλείνοντας την εξώπορτα. Δεν ήταν έγκλημα να στείλει λευκά τριαντάφυλλα σε μια όμορ­ φη γυναίκα. Ούτε το ότι είχε κάποτε σχέση με μια γυναίκα που εξαφανίστη­ κε. Αλλά δεν ήταν ενδιαφέρον που ο Ντεβέιν είχε σχέση και με μια άλλη γυναίκα; Μια Γαλλίδα, μια πρίμα μπαλαρίνα εξαιρετικής ομορφιάς που θεωρούνταν η καλύτερη χορεύτρια της δεκαετίας. Και η οποία είχε βρεθεί νεκρή από μεγάλη δόση ναρκωτικών στο σπίτι της στο Παρίσι. Ο θάνατός της είχε κριθεί αυτοκτονία, αν και πιο κοντινοί της άνθρωποι επέμεναν ότι δεν είχε πάρει ποτέ ναρκωτικά. Είχε τη με­ γαλύτερη αυτοπειθαρχία σε σχέση με το σώμα της. Ο Ντεβέιν είχε ερωτηθεί επίσης για το ζήτημα, αλλά μόνο για τους τύπους. Βρισκό­ ταν στον Λευκό Οίκο για δείπνο την ώρα που η νεαρή χορεύτρια είχε πέσει σε κώμα και εν συνεχεία πέθανε. Παρ’ όλα αυτά, ο Σεθ και ο Ιταλός ντετέκτιβ συμφώνησαν πως ήταν πολύ περίεργη σύμπτωση. Συλλέκτης, συλλογίστηκε ο Σεθ, σβήνοντας αυτόματα τα φώ­ τα. Που ήθελε να αποκτά όμορφα πράγματα και όμορφες γυναίκες. Που θα πλήρωνε τα διπλά από την αξία ενός σμαραγδιού για να κάνει κτήμα του κι ένα θρύλο. Θα έβλεπε πόσα ακόμα νήματα θα μπορούσε να συνδέσει και θα έκανε, αποφάσισε ο Σεθ, μια επίσημη κουβέντα με τον πρέσβη. Μ πήκε στο καθιστικό, άπλωσε το χέρι του για να σβήσει το φως και είδε την Γκρέις κουλουριασμένη στον καναπέ. Είχε υποθέσει ότι εκείνη θα είχε φύγει. Να όμως που ήταν εδώ και κοιμόταν κουλουριασμένη στον καναπέ του. Τι διάολο γύρευε εδώ πέρα; αναρωτήθηκε. Τον περίμενε. Όπως του είχε πει. Ενώ καμιά άλλη γυναίκα δεν


140

N ora R oberts

τον περίμενε πρώτα. Κι ούτε ο ίδιος είχε θελήσει τόσο πολύ να τον περιμένει άλλη γυναίκα. Η καρδιά του πλημμύρισε από συγκίνηση, άρχισε να βροντοχτυπά από την ένταση των συναισθημάτων του. Θα τον ξέκανε αυτός ο παράφορος έρωτας, συνειδητοποίησε. Κινδύνευε η καρδιά του -όχι, την είχε ήδη χάσει. Και την ήθελε πίσω, ήθελε απελπισμένα να μπο­ ρούσε να γυρίσει την πλάτη του στην Γ κρέις και να επιστρέφει στη ζωή του. Τον έπιανε τρόμος που δεν το έκανε. Που δεν μπορούσε να το κάνει. Σύντομα εκείνη σίγουρα θα βαριόταν, θα έχανε το ενδιαφέρον της για μια σχέση που ο Σεθ φανταζόταν ότι η ίδια είχε κάνει μονά­ χα παρορμητικά, για το σεξ. Άραγε θα απομακρυνόταν σιγά σιγά ή θα του έλεγε ξεκάθαρα τέρμα; Θα του το έλεγε ξεκάθαρα, αποφάσι­ σε. Έ τσι ήταν ο χαρακτήρας της. Δεν ήταν, όπως ήθελε να πιστεύει στην αρχή, αναίσθητη και ψυχρή. Ή ταν μεγαλόψυχη, μα και ανή­ συχο πνεύμα. Πηγαίνοντας κοντά της, κάθισε στις φτέρνες του μπροστά της και περιεργάστηκε το πρόσωπό της. Το μέτωπό της ήταν ελαφρώς ρυτιδωμένο. Δεν κοιμόταν ήρεμα, συνειδητοποίησε. Τι όνειρα να την κατέτρεχαν; αναρωτήθηκε. Τι έγνοιες να τη βασάνιζαν; Καημένο πλουσιοκόριτσο, σκέφτηκε. Τρέχεις μέχρι να λαχανιά­ σεις, μα πάντα καταλήγεις πίσω στην αφετηρία. Της χάιδεψε το μέτωπο με τον αντίχειρά του κι έπειτα γλίστρησε τα μπράτσα του κάτω απ’ το σώμα της. «Έλα, μωρό μου», μουρμού­ ρισε, «πάμε στο κρεβάτι». «Όχι». Τον έσπρωξε, πάλεψε να του ξεφύγει. «Μη». Πάλι εφιάλτες; Ανήσυχος, την πήρε στην αγκαλιά του. «Ο Σεθ είμαι. Ό λα καλά είναι. Μαζί μου είσαι». «Με παρακολουθεί». Η Γκρέις γύρισε κι έχωσε το πρόσωπό της στον ώμο του. «Απέξω. Παντού. Με παρακολουθεί». «Σσσς... Κανείς δεν είναι εδώ». Τη μετέφερε προς τη σκάλα, κα­ ταλαβαίνοντας τώρα γιατί ήταν αναμμένα όλα τα φώτα στο σπίτι. Φοβόταν να καθίσει μόνη της στο σκοτάδι. Π αρ’ όλα αυτά είχε μεί­ νει. «Κανείς δε θα σε πειράξει, Γκρέις. Σ ’ το υπόσχομαι». «Σεθ». Ο ήχος της φωνής του την ξύπνησε επιτέλους και τα μά­ τια της άνοιξαν βαριά και στυλώθηκαν στο πρόσωπό του. «Σεθ»,


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

141

ξαναείπε. Άγγιξε το μάγουλό του με το χέρι της κι έπειτα με τα χείλη της. «Φαίνεσαι πολύ κουρασμένος». «Να αλλάξουμε, τότε. Να με κουβαλήσεις εσύ». Εκείνη γλίστρησε τα χέρια της γύρω του και ακούμπησε το ζε­ στό μάγουλό της στο δικό του. «Το άκουσα στις ειδήσεις. Για την οικογένεια στην Μπεθέσντα». «Δε χρειαζόταν να με περιμένεις». «Σεθ». Έκανε λίγο πίσω και τον κοίταξε στα μάτια. «Δε θέλω να το συζητήσω», της είπε κατηγορηματικά. «Μη με ρωτήσεις». «Δε θέλεις να το συζητήσεις επειδή σε στενοχωρεί να το συζητάς ή επειδή δε θέλεις να μιλήσεις για τις στενοχώριες σου σ ’ εμένα;» Ο Σεθ την απόθεσε όρθια δίπλα στο κρεβάτι, γύρισε από την άλλη και έβγαλε το πουκάμισό του. «Είμαι κουρασμένος, Γκρέις. Σε λίγες ώρες θα πρέπει να γυρίσω πίσω. Θέλω να κοιμηθώ». «Εντάξει». Η Γκρέις έτριψε την καρδιά της που είχε πονέσει. «Εγώ κοιμήθηκα ήδη. Θα κατέβω κάτω να καλέσω ένα ταξί». Εκείνος κρέμασε το πουκάμισό του στην πλάτη μιας καρέκλας και κάθισε για να βγάλει τα παπούτσια του. «Όπως θέλεις». «Δεν είναι ότι το θέλω, αλλά μου φαίνεται ότι εσύ το θέλεις». Ίσα που ανασήκωσε το φρύδι της όταν αυτός πέταξε το παπούτσι του στην άλλη άκρη του δωματίου. Κι ύστερα το κοίταξε σαν να είχε πάει εκεί πέρα μόνο του. «Δε λειτουργώ έτσι», της είπε με σφιγμένα δόντια. «Ποτέ δε λειτουργώ έτσι». «Γιατί όχι; Εγώ νιώθω πάντα καλύτερα έτσι». Και επειδή φαινό­ ταν εξαντλημένος, και σαστισμένος με τον εαυτό του, η Γκρέις μα­ λάκωσε. Πήγε εκεί που ήταν καθισμένος και άρχισε να του μαλάζει τους σφιγμένους του ώμους. «Ξέρεις τι σου χρειάζεται εδώ πέρα, υπαστυνόμε;» Έσκυψε και τον φίλησε στην κορφή του κεφαλιού του. «Εκτός από μένα, φυσικά. Σου χρειάζεται μια μπανιέρα τζακούζι για να βουλιάζεις μέσα και να χαλαρώνεις. Αλλά για την ώρα για να δούμε τι μπορώ να κάνω εγώ». Τα χέρια της ήταν μαγικά και οι μύες του, που ήταν δεμένοι κό­ μπο θαρρείς, άρχισαν να λύνονται σιγά σιγά. «Γιατί;» «Είναι από τις αγαπημένες σου ερωτήσεις, ε; Έλα, ξάπλωσε να σου κάνω μασάζ στην πλάτη, που έχει γίνει πέτρα». «Λίγος ύπνος μου χρειάζεται μόνο».


142

N

ora

R oberts

«Μμμμ». Παίρνοντας πρωτοβουλία, τον έσπρωξε πίσω και γο­ νάτισε στο κρεβάτι δίπλα του. «Γύρνα μπρούμυτα, ομορφούλη». «Μ ’ αρέσει καλύτερα αυτή η θέα». Ο Σεθ κατάφερε να χαμο­ γελάσει λίγο και έπαιξε με τις άκρες των μαλλιών της. «Γιατί δεν έρχεσαι εδώ; Είμαι πολύ κουρασμένος για να σου αντισταθώ». «Θα το έχω υπόψη μου». Τον έσπρωξε. «Γύρνα μπρούμυτα, παί­ δαρε». Γρυλίζοντας, ο Σεθ γύρισε κι έπειτα γρύλισε ξανά όταν εκείνη τον καβάλησε και άρχισε να τον πιέζει και να τον τρίβει. «Εσύ, τέτοιος που είσαι, θα θεωρούσες υπερβολή ένα κανονικό μασάζ. Αλλά κάνεις λάθος». Τον πίεσε με τις παλάμες της κι ύστερα τον μάλαξε με τα ακροδάχτυλά της. «Όταν ανακουφίζεται το σώμα σου, λειτουργεί καλύτερα. Μου κάνουν μασάζ κάθε βδομάδα στο γυμναστήριο. Ο Στέφαν θα σε έκανε άλλο άνθρωπο». «Ο Στέφαν». Ο Σεθ έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να μη σκεφτεί ότι έβαζε πάνω της τα χέρια του άλλος άντρας. «Εμ βέβαια». «Επαγγελματίας είναι», του είπε ξερά. «Και η γυναίκα του είναι παιδίατρος. Είναι φανταστική με τα παιδιά στο νοσοκομείο». Εκείνος σκέφτηκε τα παιδιά και λύγισε. Μα δε λύγισε μόνο απ’ αυτό, αλλά κι απ’ τα χέρια της που τον ηρεμούσαν και την απαλή φωνή της. Το φως του ήλιου ήταν ένα θερμό κόκκινο χρώμα πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα, μα και πάλι έβλεπε. «Τα παιδιά ήταν στα κρεβάτια τους». Τα χέρια της κοκάλωσαν για μια στιγμή. Ύστερα, με μια βαθιά, σιγανή ανάσα, τα έσυρε και πάλι, πάνω κάτω στη ραχοκοκαλιά του, στις ωμοπλάτες του, στον σφιγμένο του σβέρκο. Και περίμενε. «Το μικρότερο κοριτσάκι είχε μια κούκλα, μια παλιά πάνινη. Την κρατούσε ακόμα. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με πόστερ του Ντίσνεϊ. Όλα αυτά τα παραμύθια που έχουν χαρούμενο τέλος. Όπως πρέπει να συμβαίνει όταν είσαι παιδί. Το μεγαλύτερο κοριτσάκι είχε ένα εφηβικό περιοδικό δίπλα στο κρεβάτι της - α π ’ αυτά που δια­ βάζουν τα δεκάχρονα επειδή ανυπομονούν να γίνουν δεκαέξι. Δεν πρόλαβαν να ξυπνήσουν. Δεν πρόλαβαν να καταλάβουν ότι καμιά τους δε θα γινόταν δεκάξι». Η Γκρέις δεν είπε τίποτα. Τίποτα δεν μπορούσε να πει κανείς. Σκύβοντας, όμως, άγγιξε με τα χείλη της τον ώμο του και τον ένιω­ σε να βγάζει μια τρεμάμενη ανάσα. «Σου τη δίνει όταν είναι παιδιά. Δεν ξέρω αστυνομικό που να


Το

Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

143

μην αρρωσταίνει. Η μητέρα ήταν στη σκάλα. Φαίνεται πως άκουσε τους πυροβολισμούς κι έκανε να τρέξει στα παιδιά της. Μετά, αυτός γύρισε στο καθιστικό, κάθισε στον καναπέ και το αποτελείωσε». Η Γκρέις του αγκάλιασε την πλάτη και κουλουριάστηκε πάνω του. «Προσπάθησε να κοιμηθείς», μουρμούρισε. «Μείνε εδώ. Σε παρακαλώ». «Θα μείνω». Έκλεισε τα μάτια της και σιγά σιγά άκουσε την αναπνοή του να γίνεται πιο βαθιά. «Θα μείνω».

Μα ο Σεθ ήταν μόνος του όταν ξύπνησε. Καθώς συνερχόταν από τον ύπνο, αναρωτήθηκε μήπως την είχε δει στο όνειρό του τη συ­ νάντησή τους τα χαράματα. Ωστόσο τη μύριζε -στην ατμόσφαιρα, πάνω στο δέρμα του όπου είχε κουλουριαστεί εκείνη. Ή ταν ακόμα απλωμένος διαγώνια στο κρεβάτι και λύγισε τον καρπό του για να κοιτάξει το ρολόι του που είχε αμελήσει να το βγάλει. Ό,τι άλλο κι αν συνέβαινε μέσα του, το εσωτερικό του ρολόι λει­ τουργούσε ακόμα. Έμεινε κάτω απ’ το ντους δυο επιπλέον λεπτά για να καταπολε­ μήσει την κούρασή του και ενώ ξυριζόταν, υποσχέθηκε στον εαυτό του πως την επόμενη φορά που θα είχε ρεπό θα τεμπέλιαζε απ’ το πρωί ως το βράδυ. Και όταν έδεσε τη γραβάτα του, προσποιήθηκε ότι δεν έκανε κι εκείνη τη μέρα αποπνικτική ζέστη. Ύστερα βλαστήμησε κι έσυρε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μαλ­ λιά του που τα είχε μόλις χτενίσει, γιατί θυμήθηκε πως είχε αμελή­ σει να ρυθμίσει το χρονοδιακόπτη της καφετιέρας του. Όχι μόνο θα τσιτώνονταν τα νεύρα του μέχρι να γίνει ο καφές, αλλά θα έχανε και κάμποσα λεπτά από τη δουλειά του. Με τίποτα όμως δε θα δεχόταν να πιει το φαρμάκι που είχαν στο τμήμα. Το μυαλό του είχε κολλήσει τόσο πολύ στο να πιει καφέ ώστε όταν κατέβηκε τη σκάλα και ένιωσε τη μυρωδιά σαν κάλεσμα σει­ ρήνας, νόμισε πως είχε παραισθήσεις. Μα όχι μόνο ήταν η κανάτα γεμάτη με υπέροχο μαύρο ρόφημα, αλλά και στο τραπέζι της κουζίνας του καθόταν η Γκρέις, διαβάζο­ ντας την πρωινή εφημερίδα και τσιμπολογώντας ένα κουλούρι. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα πίσω και δε φορούσε τίποτα πέρα από ένα πουκάμισό του.


14 4

N ora Roberts

«Καλημέρα». Του χαμογέλασε κι έπειτα κούνησε το κεφάλι της. «Τι άνθρωπος είσαι εσύ; Πώς τα καταφέρνεις να φαίνεσαι τόσο αυ­ στηρός και άγριος με τρεις ώρες ύπνο;» «Εξάσκηση. Νόμιζα πως είχες φύγει». «Σου είπα ότι θα καθόμουν. Έ χει ζεστό καφέ. Ελπίζω να μη σε πειράζει που έβαλα και για μένα». «Όχι». Παρέμεινε ακίνητος. «Δε με πειράζει». «Αν δεν έχεις πρόβλημα, θα κάτσω λίγο να πιω τον καφέ μου πριν ντυθώ. Θα γυρίσω στο σπίτι του Κέιντ να αλλάξω ρούχα. Θέ­ λω να περάσω απ’ το νοσοκομείό σήμερα το πρωί κι έπειτα θα πάω σπίτι. Είναι καιρός πια. Το συνεργείο καθαρισμού θα έχει τελειώσει μέχρι το απόγευμα, οπότε σκέφτηκα...» Σώπασε βλέποντας ότι αυ­ τός εξακολουθούσε να την κοιτάζει βουβά. «Τι είναι;» Του χαμογέλασε διστακτικά και έτριψε τη μύτη της. Χωρίς να πάψει να την κοιτάζει, ο Σεθ έπιασε το τηλέφωνο από τον τοίχο και πήρε έναν αριθμό από μνήμης. «Ο Μπιουκάναν εί­ μαι», είπε. «Θα καθυστερήσω δυο ώρες για προσωπικούς λόγους». Κατέβασε το ακουστικό και της άπλωσε το χέρι του. «Έλα πάλι στο κρεβάτι. Σε παρακαλώ». Εκείνη σηκώθηκε και του έπιασε το χέρι. Όταν τα ρούχα τους ήταν πλέον σκόρπια στο πάτωμα, τα σεντό­ νια τραβηγμένα και τα στόρια κλειστά για να μην τους χτυπάει ο ήλιος, ο Σεθ τη σκέπασε με το κορμί του. Ή θελε να την πάρει στην αγκαλιά του, να την αγγίξει, να απο­ λαύσει για μια ώρα ακόμα όλα τα συναισθήματα που του ξυπνούσε. Μονάχα μια ώρα, ωστόσο δε βιάστηκε. Αντιθέτως, χασομέρησε με φλογερά, μεθυστικά φιλιά που κρατούσαν μια αιωνιότητα, με απα­ λά χάδια που δεν έλεγαν να τελειώσουν. Εκείνη ήταν μαζί του. Κοντά του. Ανοιχτόκαρδη και γενναιόδω­ ρη, του πρόσφερε την αστείρευτη ζεστασιά της. Η Γκρέις αναστέναζε τρέμοντας, καθώς τη χάιδευε με τρυφε­ ρότητα και απεριόριστη υπομονή. Κάθε φορά που αντάμωναν τα χείλια τους και έσμιγαν αργά οι γλώσσες τους, η καρδιά της ριγούσε μέσα στο στήθος της. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι απαλοί ήχοι του έρωτα, τα σιγανι'χ μουρμουρητά δυο εραστών, οι αναστεναγμοί τους. Και οι δυο τους είχαν βουλιάξει μέσα στις αισθήσεις τους και η ατμόσφαιρα


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

145

ολόγυρά τους ήταν θαρρείς σαν σιρόπι, επιβραδύνοντας τις κινή­ σεις τους και τραβώντας σε μάκρος την ηδονή τους. Εκείνη αναστέναξε απαλά, χαϊδεύοντάς του την πλάτη και στη συνέχεια τους ώμους καθώς αυτός κατηφόρισε νωχελικά το κορμί της με τα χέρια και τα χείλη του. Του άνοιξε τα πόδια της και τον κα­ λωσόρισε, ύστερα τρεμούλιασε ολόκληρη όταν η γλώσσα του την έφερε σε έναν παρατεταμένο οργασμό. Κι επειδή το είχε κι αυτός ανάγκη όσο και η ίδια, έριξε άτονα τα χέρια της στο πλάι και τον άφησε να την πάρει όπως ήθελε. Το αίμα της κυλούσε καυτό στις φλέβες της και η έξαψή της στόλιζε με χάντρες ιδρώτα το κορμί της. Τα χέρια του γλίστρησαν στο δέρμα της σαν μετάξι. «Πες μου ότι με θέλεις». Και τα χείλη του έσπειραν αργά φιλιά στο κορμί της. «Ναι». Τον έπιασε από τους γοφούς, παρακινώντας τον να κινη­ θεί. «Σε θέλω». «Πες μου ότι με χρειάζεσαι». Η γλώσσα του σύρθηκε στη ρώγα της. «Ναι». Αναστέναξε και πάλι όταν εκείνος τη δάγκωσε μαλακά. «Σε χρειάζομαι». Πες μου ότι με αγαπάς. Αλλά αυτό της το ζήτησε μονάχα μες στο μυαλό του καθώς τη φίλησε πάλι στο στόμα και εισχώρησε μέσα στο υγρό, πρόθυμο κορμί της. «Τώρα». Κράτησε τα μάτια του ανοιχτά, στυλωμένα στα δικά της. «Ναι». Εκείνη ανασήκωσε τους γοφούς της για να τον ανταμώ­ σει. «Τώρα». Ο Σεθ γλίστρησε μέσα της, τόσο αργά, τόσο βασανιστικά, που ρίγησαν και οι δυο. Είδε τα μάτια της να θολώνουν από δάκρυα και η παρόρμησή του για τρυφερότητα υπερνίκησε κάθε άλλη. Τη φί­ λησε ξανά, απαλά, και άρχισε να κινείται μέσα της με αργό ρυθμό. Ή ταν τόσο γλυκός ο έρωτάς του που της ξέφυγε ένα δάκρυ και κύλησε στο μάγουλό της. Τα χείλη της τρεμούλιασαν κι εκείνος ένιωσε τους μυς της να συστέλλονται και να τον σφίγγουν. «Μην κλείσεις τα μάτια σου», της ψιθύρισε και ήπιε το δάκρυ από το μά­ γουλό της. «Θέλω να βλέπω τα μάτια σου όταν σε φέρω στο απο­ κορύφωμα». Η Γκρέις δεν άντεξε. Η τρυφερότητά του τη συγκλόνισε. Η όρα­ σή της θόλωσε από τα δάκρυα και τα μπλε της μάτια σκούρυναν


146

N

ora

R oberts

σαν τη νύχτα. Είπε το όνομά του κι ύστερα το μουρμούρισε ξανά πάνω στα χείλη του. Και το κορμί της αναρΐγησε καθώς την πλημ­ μύρισε το επόμενο παρατεταμένο κύμα οργασμού. «Δε... δεν μπορώ...» «Έλα, αφέσου σ ’ εμένα». Ο Σεθ ένιωθε πως έπεφτε, γκρεμιζό­ ταν, βούλιαζε, κι έχωσε το πρόσωπό του μες στα μαλλιά της. «Αφέ­ σου όλη σ ’ εμένα».


Κεφάλαιο 10

Σ τ ο ν παιδικό θάλαμο, η Γκρέις κουνούσε στην αγκαλιά της ένα βρέφος. Το νεογέννητο κοριτσάκι ήταν τόσο μικρό που ίσα που γέ­ μιζε το χέρι της από τον αγκώνα ως τον καρπό, ωστόσο την κοιτού­ σε σταθερά με τα βαθυγάλανα ματάκια του. Η τρύπα στην καρδούλα του είχε αποκατασταθεί και η πρόγνω­ ση των γιατρών ήταν καλή. «Θα γίνεις καλά, Κάρι. Η μαμά σου κι ο μπαμπάς σου ανησυ­ χούν πολύ για σένα, αλλά θα γίνεις καλά». Χάιδεψε το μάγουλο του μωρού και της φάνηκε ήλπισε- ότι η Κάρι χαμογέλασε λίγο. Μπήκε στον πειρασμό να τη νανουρίσει, μα ήξερε ότι οι νοσο­ κόμες χαχάνιζαν όποτε δοκίμαζε να τραγουδήσει. Παρ' όλα αυτά τα μωρά σπάνια επέκριναν την ομολογουμένως φάλτσα φωνή της, οπότε βάλθηκε να σιγοτραγουδά μέχρι που βάρυναν τα βλέφαρα της μικρής Κάρι. Ακόμα κι όταν αποκοιμήθηκε, η Γκρέις συνέχισε να την κουνά. Το έκανε πλέον για τον εαυτό της, το ήξερε. Όποιος είχε κουνήσει ποτέ στην αγκαλιά του ένα μωρό καταλάβαινε ότι η κίνηση δε γα­ λήνευε μόνο το παιδί, αλλά και τον ενήλικα. Και εδώ, τιόρα που το βρέφος κοιμόταν στην αγκαλιά της και είχαν βαρύνει και τα δικά της βλέφαρα, μπορούσε να ομολογήσει το μεγαλύτερο μυστικό της. Το είχε καημό να αποκτήσει δικά της παιδιά. Λαχταρούσε να ζήσει την εγκυμοσύνη, να νιώθει μέσα της το βάρος και τις κινήσεις τους, να ζήσει τους πόνους της γέννας για να τα φέρει στον κόσμο, να τα κρατά στο στήθος της και να τα νιώθει να πίνουν το γάλα της. Ήθελε να περπατά πέρα δώθε μαζί τους όταν θα ήταν ανήσυχα, να τα βλέπει να κοιμούνται. Να τα αναθρέψει και να τα βλέπει να


148

N

ora

R oberts

μεγαλώνουν, σκέφτηκε, κλείνοντας τα μάτια της καθώς κουνούσε το μωρό στην αγκαλιά της. Να τα φροντίζει, να τα παρηγορεί τα βράδια, ακόμα και να τα δει να φεύγουν από κοντά της. Η μητρότητα ήταν η μεγαλύτερη επιθυμία της και ο πιο κρυφός της πόθος. Όταν πρωτοασχολήθηκε με την παιδιατρική πτέρυγα, ανησυ­ χούσε ότι το είχε κάνει για να κατευνάσει τη λαχτάρα που την κα­ τέτρωγε. Ή ξερε όμως πως δεν ήταν αλήθεια. Την πρώτη φορά που κράτησε ένα άρρωστο παιδί στην αγκαλιά της και το παρηγόρησε, είχε καταλάβει πως είχε αναλάβει την υποχρέωση για πολύ περισ­ σότερους λόγους. Είχε τόση αγάπη μέσα της και είχε ανάγκη να την προσφέρει. Κι εδώ, η αγάπη της θα γινόταν αποδεκτή χωρίς αμφιβολίες, χωρίς να την κρίνουν, Εδώ, μπορούσε επιτέλους να κάνει κάτι που άξιζε, κάτι σημαντικό. «Η Κάρι είναι σημαντική», μουρμούρισε, φιλώντας το κεφαλάκι του κοιμισμένου μωρού, κι έπειτα σηκώθηκε και την έβαλε στο κρεβατάκι της. «Και κάποια μέρα σύντομα θα πας σπίτι σου, δυνα­ τή και γερή. Δε θα θυμάσαι ότι σε νανούριζα στην αγκαλιά μου όταν δεν μπορούσε να έρθει εδοδ η μαμά σου. Αλλά εγώ θα το θυμάμαι». Χαμογέλασε στη νοσοκόμα που μπήκε μέσα και έκανε πιο πίσω. «Φαίνεται πολύ καλύτερα η μικρή». «Είναι δυνατή, δεν το βάζει κάτω. Κάνετε θαύματα με τα μωρά, δεσποινίς Φοντέιν». Η νοσοκόμα έπιασε μερικά διαγράμματα και άρχισε να κρατά σημειώσεις. «Θα προσπαθήσω να ξανάρθω για καμιά ώρα σε δυο τρεις μέρες. Και αν με χρειαστείτε, θα μπορείτε να με βρείτε πάλι στο σπίτι μου». «Ναι;» Η νοσοκόμα σήκωσε το βλέμμα της και την κοίταξε πά­ νω από τον συρμάτινο σκελετό των γυαλιών της. Όλο το νοσοκο­ μείο μιλούσε για τη δολοφονία στο σπίτι της Γκρέις και για την επακόλουθη αστυνομική έρευνα. «Είστε σίγουρη πως θα είστε... άνετα στο σπίτι σας;» «Θα φροντίσω να είμαι». Η Γ κρέις έριξε στην Κάρι μια τελευ­ ταία ματιά και βγήκε έξω στο διάδρομο. Είχε λίγο χρόνο, αποφάσισε, για να περάσει από τον παιδιατρικό θάλαμο και να επισκεφθεί τα άλλα παιδιά. Ύστερα θα έπαιρνε τη­ λέφωνο τον Σεθ στο γραφείο του για να δει αν θα τον ενδιέφερε να βρεθούν οι δυο τους για φαγητό στο σπίτι της.


Το

Μ υ σ τικ ό Α στέρι

149

Έκανε στροφή και παραλίγο να πέσει πάνω στον Ντεβέιν. «Γκρέγκορ;» Του χαμογέλασε για να κρύψει το ξαφνικό σφυροκόπημα της καρδιάς της. «Τι έκπληξη είναι αυτή. Αρρώστησε κανείς;» Εκείνος την κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε. «Να αρρώστησε κανείς;» Τι είχαν πάθει τα μάτια του, αναρωτήθηκε η Γκρέις, και ήταν τόσο ωχρά και θολά; «Σε νοσοκομείο είμαστε», του είπε, χωρίς να πάψει να χαμογελά. Νιώθοντας μια μικρή ανησυχία, ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του. «Είσαι καλά;» Αυτός συνήλθε κατευθείαν, φρίττοντας με τον εαυτό του. Για μια στιγμή, είχε σταματήσει το μυαλό του και δεν μπορούσε να σκε­ φτεί, μόνο την έβλεπε και τη μύριζε. «Πολύ καλά», τη διαβεβαίωσε. «Αφηρημένος ήμουν. Ούτε εγώ περίμενα να σε δω». Φυσικά, ήταν ψέμα. Την είχε σχεδιάσει σχολαστικά τη συνάντη­ σή τους. Της έπιασε το χέρι, έσκυψε και της φίλησε τα δάχτυλα. «Είναι, βέβαια, ευχαρίστησή μου να σε βλέπω οπουδήποτε. Ή ρ­ θα εδώ, γιατί οι κοινοί μας φίλοι μου μίλησαν για τη φροντίδα που λαμβάνουν εδώ τα παιδιά. Με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα παιδιά και η πρόνοιά τους». «Αλήθεια;» Το χαμόγελό της έγινε αμέσως πιο θερμό. «Κι εμέ­ να. Θα ήθελες μια γρήγορη ξενάγηση;» «Μ ’ εσένα ως ξεναγό μου, πώς να μη θέλω;» Γύρισε και έκανε νόημα σε δυο άντρες που στέκονταν αλύγιστοι κάμποσα βήματα πιο πίσω. «Σωματοφύλακες», είπε στην Γ κρέις και, πιάνοντάς την αγκαζέ, της χάιδεψε το χέρι. «Δυστυχώς είναι απαραίτητοι στην εποχή μας. Για πες μου, όμως, πώς και είχα την τύχη να σε βρω εδώ σήμερα;» Όπως έκανε συνήθως, η Γ κρέις συγκάλυψε την αλήθεια και φύ­ λαξε το μυστικό της. «Οι Φοντέιν έχουν κάνει μεγάλες δωρεές σε αυτήν εδώ την πτέρυγα. Μου αρέσει να έρχομαι πότε πότε για να βλέπω πώς πάει το νοσοκομείο». Του έριξε ένα παιχνιδιάρικο βλέμ­ μα. «Και πού ξέρεις, μπορεί να πετύχεις κανέναν ωραίο γιατρό... ή πρέσβη». Προχωρούσε, εξηγώντας του τι ήταν τα διάφορα τμήματα, και αναρωτιόταν τι ποσό θα μπορούσε να του αποσπάσει για τα παιδιά, με λίγο χρόνο και λίγη γοητεία. «Η γενική παιδιατρική είναι στον από πάνω όροφο. Εδώ είναι το μαιευτήριο, οπότε δε θα ήθελαν να


1 50

N ora R oberts

τρέχουν παιδιά στους διαδρόμους, με μητέρες που γεννούν ή ανα­ παύονται». «Ναι, τα παιδιά κάνουν πολλή φασαρία μερικές φορές». Ο Γκρέγκορ τα απεχθανόταν. «Με στενοχωρεί πολύ που δεν έχω δικά μου. Αλλά δε βρήκα ποτέ την κατάλληλη γυναίκα...» Έκανε μια χειρονο­ μία με το ελεύθερο χέρι του. «Όσο μεγαλώνω, το παίρνω απόφαση ότι δε θα έχω απογόνους με το όνομά μου». «Γκρέγκορ, είσαι στην ακμή της ηλικίας σου. Είσαι δυνατός και υγιής και θα μπορούσες να αποκτήσεις όσα παιδιά θέλεις για πολλά χρόνια ακόμα». «Α». Την κοίταξε πάλι στα μάτια. «Μα πρέπει να βρω τη σοιστή γυναίκα». Το επίμονο βλέμμα του την έκανε να ανατριχιάσει. «Είμαι σί­ γουρη πως θα τη βρεις. Εδώ έχουμε μερικά πρόωρα». Πλησίασε στο τζάμι. «Τι μικρούλικα που είναι», είπε σιγανά. «Τόσο ανυπε­ ράσπιστα». «Είναι κρίμα όταν είναι ελαττωματικά». Η Γ κρέις έσμιξε τα φρύδια της. «Ορισμένα χρειάζονται περισσό­ τερο χρόνο κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες και ιατρική φροντίδα για να αναπτυχθούν πλήρως. Αλλά δε θα τα έλεγα ελαττωματικά». Κι άλλο λάθος, σκέφτηκε εκείνος εκνευρισμένος. Το άρωμά της κατέκλυζε τις αισθήσεις του και δεν τον άφηνε να συγκεντρωθεί. «Α, μερικές φορές τα μιλάω άχαρα τα αγγλικά. Συγχώρεσέ με». Η Γκρέις χαμογέλασε ξανά, θέλοντας να τον καθησυχάσει. «Μι­ λάς θαυμάσια αγγλικά». «Μήπως θα μπορούσα, τότε, να σε πείσω να φάμε κάπου ήσυ­ χα για μεσημέρι; Σαν φίλοι», της είπε, με ένα θλιμμένο χαμόγελο. «Που έχουν κοινά ενδιαφέροντα». Η Γκρέις έριξε μια ματιά, όπως κι εκείνος, στα μωρά. Ή ταν πειρασμός, παραδέχτηκε. Ή ταν γοητευτικός άντρας, πλούσιος και ισχυρός. Με προσεκτικά επιχειρήματα, ίσως να τον έπειθε να τη βοηθήσει να ανοίξει ένα διεθνές παράρτημα για το Φόλινγκ Σταρ, όπως φιλοδοξούσε τώρα τελευταία. «Πολύ θα το ήθελα, Γκρέγκορ, αλλά είμαι πνιγμένη αυτή τη στιγμή. Ετοιμαζόμουν να πάω σπίτι όταν σε συνάντησα. Πρέπει να ελέγξω κάποιες... επισκευές». Ή ταν η απλούστερη εξήγηση. «Αλλά πολύ θα το ήθελα κάποια άλλη φορά. Πολύ σύντομα, ελπίζω. Θα


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

151

ήθελα τη συμβουλή σου και τη γνώμη σου για κάτι που αφορά τα κοινά μας ενδιαφέροντα». «Θα χαρώ πολύ να σε εξυπηρετήσω για οτιδήποτε». Της φίλησε πάλι το χέρι. Απόψε, σκέφτηκε. Θα την έπιανε απόψε και δε θα χρει­ αζόταν να παίζει πλέον θέατρο. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου». Επειδή είχε τύψεις που αδια­ φορούσε ενώ εκείνος της έδειχνε τόσο ενδιαφέρον, τον φίλησε στο μάγουλο. «Πρέπει να βιαστώ. Τηλεφώνησέ μου για να βρεθούμε. Την άλλη βδομάδα, ίσως, για φαγητό». Και μ ’ ένα τελευταίο αστρα­ φτερό χαμόγελο, έφυγε τρέχοντας. Ο Γκρέγκορ έμπηξε τα δάχτυλά του μες στις παλάμες του καθώς την κοιτούσε. Πασχίζοντας να μη χάσει την ψυχραιμία του, έκανε νόημα σε έναν από τους άντρες που τον περίμεναν σιωπηλά. «Ακολούθησέ την», τον διέταξε. «Και περίμενε οδηγίες μου».

Ο Κέιντ δε θεωρούσε πως ήταν γκρινιάρης -κ α ι λαμβάνοντας υπό­ ψη πόσο ανεχόταν την οικογένεια του, πίστευε πως ήταν από τους πιο υπομονετικούς και γλυκούς ανθρώπους. Π αρ’ όλα αυτά ήταν σίγουρος πως αν η Γκρέις τον έβαζε να μετακινήσει ένα ακόμα έπι­ πλο από τη μια άκρη του τεράστιου καθιστικού της στην άλλη, θα ξεσπούσε σε κλάματα από τα νεύρα του. «Μια χαρά φαίνεται». «Χμμ...» Εκείνη σηκώθηκε, με το ένα χέρι στη μέση της, και χτύπησε σκεφτική τα χείλη της με τα δάχτυλα του άλλου. Η λάμψη στα μάτια της έσπειρε τρόμο στην καρδιά του Κέιντ και οι ήδη πιασμένοι του μύες βόγκηξαν. «Αλήθεια, είναι φαντα­ στικά. Εκατό τοις εκατό. Φέρε τη φωτογραφική μηχανή. Είναι σαν εξώφυλλο από το Σπίτι και Κήπος». «Προσπαθείς να με κολακέψεις, Κέιντ», του είπε αφηρημένα. «Ίσως να ήταν καλύτερα να κοιτάνε οι καναπέδες από την άλλη μεριά». Αυτός αναστέναξε αξιολύπητα και η Γκρέις έπνιξε ένα χα­ μόγελο. «Βέβαια, το τραπεζάκι και τα άλλα δυο κομμάτια θα έπρεπε να μετακινηθούν τότε. Και ο φοίνικας -δ εν είναι χάρμα;- θα έπρεπε να πάει εκεί πέρα». Το χάρμα ζύγιζε είκοσι κιλά. Ο Κέιντ εγκατέλειψε κάθε αξιο­ πρέπεια και κλαψούρισε. «Ακόμα έχω ράμματα», της υπενθύμισε. «Α, τι είναι μερικά ράμματα για έναν ψηλό και δυνατό λεβέντη


152

N o ra R oberts

σαν εσένα;» Του πετάρισε τα βλέφαρά της, του χτύπησε χαϊδευτικά το μάγουλο και είδε τον εγωισμό του να δίνει μάχη με την πονεμένη του πλάτη. Δεν άντεξε άλλο τότε και έβαλε τα γέλια. «Σου την έφε­ ρα. Μια χαρά είναι κι έτσι, χρυσέ μου, μια χαρά. Δε θα κουβαλήσεις ούτε ένα μαξιλάρι πλέον». «Αλήθεια;» Την κοίταξε γεμάτος ελπίδα. «Τελειώσαμε;» «Όχι μόνο τελειώσαμε, αλλά θα καθίσεις, θα βάλεις ψηλά τα πόδια σου κι εγώ θα σου φέρω μια από τις παγωμένες μπίρες που έχω στο ψυγείο μου ειδικά για ψηλούς κι εμφανίσιμους ιδιωτικούς ντετέκτιβ». «Είσαι θεά». «Έτσι μου λένε. Βολέψου. Επιστρέφω αμέσως». Όταν γύρισε η Γ κρέις με ένα δίσκο, είδε ότι ο Κέιντ είχε πάρει πολύ ζεστά την πρόσκλησή της. Είχε αράξει στα παχιά μπλε μα­ ξιλάρια των καναπέδων που ήταν πλέον τοποθετημένοι σε σχήμα Π, με τα πόδια του πάνω στο εβένινο τραπεζάκι που γυάλιζε σαν καθρέφτης, και είχε κλείσει τα μάτια του. «Σε ξεθέωσα, ε;» Αυτός γρύλισε και μισάνοιξε το ένα του μάτι. Ύστερα άνοιξε και τα δυο με ευχαρίστηση όταν εκείνη άφησε τον φορτωμένο δίσκο στο τραπέζι. «Φαί», είπε και ανακάθισε αμέσως. Η Γκρέις γέλασε βλέποντάς τον να ορμά στο δίσκο με τα ζουμε­ ρά πράσινα σταφύλια, το μπρι και τα κρακεράκια, το βουναλάκι από χαβιάρι και τα τριγωνικά ψωμάκια. «Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για έναν τόσο γοητευτικό μεταφορέα». Κάθισε δίπλα του και έπιασε το ποτήρι με το κρασί που είχε βάλει για τον εαυτό της. «Σου είμαι υποχρεωμένη, Κέιντ». Με το στόμα μισογεμάτο, εκείνος κοίταξε ολόγυρα το καθιστικό και έγνεψε καταφατικά. «Έτσι ακριβώς». «Δεν εννοώ μόνο για το κουβάλημα. Μου πρόσφερες καταφύγιο όταν το είχα ανάγκη. Και πάνω απ’ όλα, σου είμαι υποχρεωμένη για την Μπέιλι». «Δε μου οφείλεις τίποτα για την Μπέιλι. Την αγαπώ». «Το ξέρω. Κι εγώ την αγαπώ. Δεν την έχω ξαναδεί τόσο ευτυχι­ σμένη. Εσένα περίμενε». Σκύβοντας κοντά του, του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. «Πάντα ήθελα έναν αδερφό. Τώρα, μ’ εσένα και τον Τζακ, έχω δύο. Απέκτησα ολόκληρη οικογένεια αμέσως αμέσως.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

153

Ταιριάζουν κι αυτοί, ε;» σχολίασε. «Η Ημ-Τζέι και ο Τζακ. Είναι λες και γνωρίζονταν ανέκαθεν». «Κρατάνε ο ένας τον άλλο στην τσίτα. Έχει πλάκα να τους κοιτάς». «Ναι. Και μιλώντας για τον Τζακ, νόμιζα ότι θα ερχόταν να σου δώσει ένα χεράκι με τη μικρή μας μετακόμιση». Ο Κέιντ έβαλε χαβιάρι σε ένα ψωμάκι. «Είχε ένα κυνήγι». «Ένα τι;» «Να πιάσει ένα φυγόδικο. Δεν πίστευε ότι θα του έπαιρνε πολλή ώρα». Ο Κέιντ κατάπιε και αναστέναξε με απόλαυση. «Δεν ξέρει τι χάνει». «Θα του δώσω την ευκαιρία να το ανακαλύψει». Η Γκρέις χαμο­ γέλασε. «Έχω σχέδια και για δυο δωμάτια επάνω». Ή ταν καλή αφορμή για να της πει ο Κέιντ αυτό που ήθελε. «Ξέ­ ρεις κάτι, Γκρέις, σκεφτόμουν μήπως βιάζεσαι λίγο. Χρειάζεται χρόνος για να τακτοποιηθεί ένα τόσο μεγάλο σπίτι. Η Μπέιλι κι εγώ θα θέλαμε να μείνεις για λίγο στο σπίτι μας». Στο σπίτι τους, σκέφτηκε η Γ κρέις. Είχε γίνει ήδη το σπίτι τους. «Μια χαρά είμαι εδώ, Κέιντ. Το συζήτησα με την Εμ-Τζέι», συνέ­ χισε. «Αυτή κι ο Τζακ θα πάνε στο διαμέρισμά της. Είναι καιρός να επιστρέφουμε όλοι στις ρουτίνες μας». Μα η Εμ-Τζέι δε θα ήταν μόνη της, συλλογίστηκε ο Κέιντ και ήπιε σκεφτικός μια γουλιά μπίρα. «Ακόμα κυκλοφορεί κάποιος που κινεί τα νήματα. Που θέλει τα Τρία Αστέρια». «Δεν τα έχω εγώ», του υπενθύμισε η Γ κρέις. «Ούτε μπορώ να τα πάρω. Δεν έχει λόγο να ασχοληθεί πλέον μαζί μου». «Δεν ξέρω κατά πόσο έχει σχέση αυτό, Γ κρέις. Δε θέλω να είσαι εδώ μόνη σου». «Σαν αδερφός μου κάνεις». Του ζούπηξε όλο χαρά το μπράτσο. «Άκου, Κέιντ, έχω καινούριο σύστημα συναγερμού και λέω να αγο­ ράσω ένα μεγάλο, άγριο σκυλί». Ή ταν έτοιμη να του πει πως είχε κι ένα πιστόλι στο κομοδίνο της και ήξερε να το χρησιμοποιεί, μα σκέφτηκε ότι εκείνος θα ανησυχούσε τότε ακόμα περισσότερο. «Δε θα πάθω τίποτα». «Ο Μπιουκάναν τι λέει;» «Δεν τον έχω ρωτήσει. Θα έρθει από δω αργότερα, οπότε δε θα είμαι μόνη μου». Ικανοποιημένος, ο Κέιντ της έδωσε ένα σταφύλι. «Ανησυχεί για σένα».


154

N ora Roberts

Εκείνη έβαλε τη ρώγα στο στόμα της και χαμογέλασε. «Αλήθεια;» «Δεν τον ξέρω καλά -δ ε νομίζω ότι τον ξέρει κανείς. Είναι... κλειστός τύπος. Δε δείχνει τι έχει μέσα του. Χτες όμως, όταν μπήκα στο σπίτι και είχες ανέβει στο δωμάτιό σου, αυτός στεκόταν και κοιτούσε επάνω, προς τη μεριά σου». Τώρα ο Κέιντ χαμογέλασε. «Έδειχνε πολλά τότε. Ή ταν πολύ διαφωτιστικό. Κοίτα να δεις που ο Σεθ Μπιουκάναν είναι άνθρωπος τελικά». Μόρφασε τότε και κατέ­ βασε μια γερή γουλιά μπίρα. «Συγνώμη, δεν ήθελα να...» «Δεν πειράζει. Καταλαβαίνω τι εννοείς. Έ χει φοβερό αυτοέλεγ­ χο, είναι ανεξιχνίαστος και αποπνέει τρομακτικό κύρος». «Εσύ, πάντως, μου φαίνεται ότι κατάφερες να του τρυπήσεις την πανοπλία. Κατά την άποψή μου, αυτό ακριβώς του χρειαζόταν. Εσένα είχε ανάγκη». «Ελπίζω να το βλέπει κι αυτός έτσι. Αλλά και για μένα είναι ό,τι χρειαζόμουν. Είμαι ερωτευμένη μαζί του». Κούνησε γελώντας το κεφάλι της και ήπιε μια γουλιά κρασί. «Δεν το πιστεύω ότι σ ’ το είπα. Σπάνια λέω σε άντρες τα μυστικά μου». «Άλλο οι,αδερφοί». Του χαμογέλασε. «Ναι, αλλιώς είναι». «Ελπίζω να καταλαβαίνει ο Σεθ πόσο τυχερός είναι». «Δε νομίζω ότι ο Σεθ πιστεύει στην τύχη».

Η Γκρέις υποψιαζόταν ότι ο Σεθ δεν πίστευε ούτε στα Τρία Αστέρια του Μίθρα. Και είχε ανακαλύψει ότι η ίδια πίστευε. Σε πολύ σύντο­ μο διάστημα, είχε δει απλώς τα πράγματα με πιο ανοιχτό μυαλό, είχε αφήσει πιο ελεύθερη τη φαντασία της και το είχε αποδεχτεί. Ή ταν μαγικά και είχαν δύναμη. Κι εκείνη είχε έρθει σ' επαφή και με τα δυο -το ίδιο και η Μπέιλι και η Εμ-Τζέι και οι άντρες που συνδέονταν μαζί τους. Η Γκρέις δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι όποιος ήθελε αυτή τη μα­ γεία και τη δύναμη θα έφτανε στα άκρα προκειμένου να αποκτήσει τα πετράδια. Δε θα τον ένοιαζε που θα βρίσκονταν στο μουσείο. Πά­ λι θα τα λαχταρούσε, πάλι θα μηχανευόταν σχέδια για να τα κάνει δικά του. Αλλά δε θα μπορούσε πλέον να τα βρει μέσω της ίδιας. Δεν ήταν πια συνδεδεμένη μαζί τους, σκέφτηκε με ανακούφιση. Δεν κινδύ­


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

155

νευε πια μέσα στο σπίτι της και θα μάθαινε πάλι να ζει εκεί. Θα ξεκινούσε από τώρα. Ντύθηκε προσεκτικά, φορώντας ένα μακρύ λευκό φόρεμα από λεπτό μετάξι που άφηνε τους ώμους της γυμνούς και χάιδευε τους αστραγάλους της. Μέσα από το χυτό μεταξωτό φορούσε μονάχα το δέρμα της, φιλντισένιο και αρωματισμένο. Άφησε τα μαλλιά της λυτά, μαζεύοντάς τα στα πλάγια με ασημέ­ νιες χτένες, και στα αυτιά της φόρεσε τις ζαφειρένιες σταγόνες της μητέρας της που λαμποκοπούσαν σαν δίδυμα άστρα. Παρορμητικά, είχε βάλει ψηλά στο χέρι της ένα χοντρό ασημένιο βραχιόλι -μ ια πινελιά παγανιστικού στυλ. Όταν τελείωσε το ντύσιμό της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, τα­ ράχτηκε -μ α ζί με τον εαυτό της στο κρύσταλλο, θαρρείς πως έβλεπε και το αχνό φάντασμα κάποιου άλλου συγχωνευμένο μαζί της. Γέλασε όμως, αποδίδοντάς το στο τρακ και την προσμονή που ένιωθε, και συνέχισε τις προετοιμασίες της. Γέμισε τα δωμάτια που είχε τακτοποιήσει με κεριά και λουλού­ δια κι ευχαριστήθηκε που δημιουργούσαν μια φιλόξενη ατμόσφαι­ ρα. Στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στον πλαϊνό κήπο, τοποθέτησε τις πορσελάνες και τα κρύσταλλα για το δείπνο για δύο που είχε ετοιμάσει με μεγάλη σχολαστικότητα. Η σαμπάνια ήταν παγωμένη, έπαιζε χαμηλή μουσική και ο φω­ τισμός ήταν απαλός και ρομαντικός. Το μόνο που της έλειπε ήταν ο άντρας.

Ο Σεθ είδε τα κεριά στα παράθυρα όταν μπήκε με το αμάξι στο δρο­ μάκι του σπιτιού της. Μα ήταν κουρασμένος κι εκνευρισμένος, οπό­ τε έτριψε τα μάτια του μες στο χαμηλό φως του αυτοκινήτου μπας και δεν έβλεπε καλά. Κι όμως, υπήρχαν κεριά στα παράθυρα. Αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή του δεν καταλάβαινε τον εαυτό του ή τον κόσμο γύροι του. Σίγουρα δεν καταλάβαινε τη γυναίκα που είχε ανάψει τα κεριά και που τον περίμενε στο απαλό, τρεμάμενο φως τους. Είχε ασχοληθεί με τον Ντεβέιν από ένστικτο και μόνο -κ α ι εν μέρει ήταν κτητικό ένστικτο, το ήξερε. Ή ταν κάτι που δεν έκανε ποτέ, δεν το συνήθιζε καθόλου. Ίσως γ ι’ αυτό ένιωθε ελαφρώς...


156

N

ora

R oberts

σαν να μην ήταν ο εαυτός του. Ότι είχε χάσει τον έλεγχο. Η Γκρέις είχε γίνει το επίκεντρό του. Ή μήπως του είχε γίνει εμμονή; Μήπως δεν είχε έρθει εδώ επειδή δεν μπορούσε να μείνει μα­ κριά της; Όπως είχε ψάξει πληροφορίες για τον Ντεβέιν επειδή ο τύπος αφύπνιζε μέσα του κάποιον πρωτόγονο αμυντικό μηχανισμό. Ίσω ς έτσι να ήταν στην αρχή, παραδέχτηκε ο Σεθ. μα το αστυ­ νομικό του ένστικτο δεν έπεφτε έξω. Ο Ντεβέιν είχε λερωμένη τη φωλιά του. Και με λίγο χρόνο ακόμα, με λίγο ακόμα ψάξιμο, θα τον συνέδεε με τους φόνους της υπόθεσης των διαμαντιών. Αν δεν ήταν το διπλωματικό εμπόδιο, σκέφτηκε ο Σεθ, είχε ήδη αρκετά στοιχεία για να τον καλέσει για ανάκριση. Του Ντεβέιν του άρεσε να συλλέγει πράγματα -κ α ι συνέλεγε ό,τι πιο σπάνιο και πο­ λύτιμο και συχνά ό,τι είχε μια δόση μαγείας. Και ο Γκρέγκορ Ντεβέιν είχε χρηματοδοτήσει πέρσι μια απο­ στολή που έψαχνε τα θρυλικά Αστέρια. Έ νας ανταγωνιστής αρχαι­ ολόγος τα είχε βρει πρώτος και έτσι τα είχε αποκτήσει το μουσείο της Ουάσινγκτον. Ο Ντεβέιν είχε χάσει πάνω από δύο εκατομμύρια δολάρια σ ’ αυτό το κυνήγι και τα Αστέρια του είχαν ξεγλιστρήσει μέσα απ’ τα χέρια. Και ο ανταγωνιστής αρχαιολόγος είχε πεθάνει σε ένα τραγικό ατύχημα τρεις μήνες μετά το εύρημά του, στις ζούγκλες της Κόστα Ρίκα. Ο Σεθ δεν πίστευε στις συμπτώσεις. Ο Ντεβέιν είχε κατοικία στην Ουάσινγκτον και έμενε συχνά στην πόλη δυο χρόνια τώρα, χωρίς να γνωρίσει ποτέ την Γκρέις. Και ξαφνικά, μόλις σχετίστηκε η Γ κρέις με τα Αστέρια, ο τύπος όχι μόνο βρέθηκε στην ίδια κοινωνική εκδήλωση, αλλά έτυχε και να τη φλερτάρει; Στη ζωή δε συνέβαιναν τα πράγματα έτσι απλά και νοικοκυ­ ρεμένα. Λίγο χρόνο ακόμα, υποσχέθηκε στον εαυτό του, τρίβοντας τα μηλίγγια του για να διώξει τον πονοκέφαλο. Θα το έβρισκε το ατρά­ νταχτο στοιχείο, τον κρίκο που θα συνέδεε τον Ντεβέιν με τους Σαλβίνι, με τον εγγυητή, με τους άντρες που είχαν σκοτωθεί τρακάροντας με το βαν τους, με τον Κάρλο Μοντούρι. Έ ναν κρίκο χρεια­ ζόταν μόνο και μετά θα σχηματιζόταν και η υπόλοιπη αλυσίδα.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

157

Προς το παρόν, όμως, έπρεπε να βγει από το αποπνικτικό αυτο­ κίνητο, να μπει μέσα στο σπίτι και να αντιμετωπίσει ό,τι συνέβαινε στην προσωπική του ζωή. Με ένα ξερό γέλιο, ο Σεθ βγήκε από το αμάξι. Προσωπική ζωή. Δεν ήταν κι αυτό μέρος του προβλήματος; Ποτέ δεν είχε προσωπική ζωή, δεν το είχε επιτρέψει στον εαυτό του. Και τώρα, μέσα σε λίγες μέρες αφότου γνώρισε την Γ κρέις, κόντευε να τον καταπιεί. Κι εδώ χρειαζόταν χρόνο, είπε στον εαυτό του. Χρόνο για να απομακρυνθεί λίγο και να κοιτάξει το ζήτημα πιο αντικειμενικά. Είχε αφήσει τα πράγματα να προχωρήσουν πολύ γρήγορα, να ξεφύγουν από τον έλεγχό του. Έπρεπε να το διορθώσει. Ένας άντρας που ερωτευόταν από τη μια μέρα στην άλλη δεν μπορούσε να εμπι­ στευτεί τον εαυτό του. Ή ταν καιρός να κυριαρχήσει πάλι η λογική. Ή ταν πολύ διαφορετικοί -το περιβάλλον τους, ο τρόπος ζωής τους, οι στόχοι τους. Η σεξουαλική έλξη σίγουρα θα έσβηνε κάποια στιγμή ή τουλάχιστον θα μειωνόταν σε ένταση. Φανταζόταν ήδη την Γκρέις να τραβιέται μόλις της περνούσε ο αρχικός ενθουσια­ σμός. Θα την έπιανε ανησυχία και σίγουρα θα την ενοχλούσαν οι απαιτήσεις της δουλειάς του. Εκείνος δε θα ήταν διατεθειμένος αλ­ λά ούτε και θα μπορούσε να την ακολουθεί μέσα στην πολύπλοκη κοσμική δίνη που αποτελούσε κομμάτι της ζωής της. Ή ταν επόμενο, λοιπόν, ότι η Γκρέις θα αναζητούσε κάποιον άλ­ λο γ ι’ αυτόν το ρόλο. Έ τσι όμορφη και περιζήτητη που ήταν δε θα της έφτανε να κάθεται σπίτι και να τον περιμένει· ύστερα από κάμποσα βράδια θα βαριόταν. Ο Σεθ θα έκανε και στους δυο τους χάρη αν τραβιόταν ο ίδιος. Άπλωσε το χέρι του στο γυαλιστερό μπρούντζινο ρόπτρο και αρνήθηκε να ακούσει την κοροϊδευτική φωνούλα μες στο μυαλό του που τον αποκαλούσε ψεύτη -κ α ι δειλό. Εκείνη του άνοιξε γρήγορα, σαν να τον περίμενε πώς και πώς. Στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας, με το απαλό φως των κεριών να διαπερνά το μακρύ και λευκό μεταξωτό φόρεμά της. Απέπνεε μια δύναμη σχεδόν παγανιστική που του έκοψε την ανάσα. Π αρ’ όλο που ο Σεθ κράτησε τα χέρια του στα πλευρά του, εκεί­ νη ρίχτηκε πάνω του και τον υποδέχτηκε με ένα φιλί που έκανε την καρδιά του να σπαράξει. «Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω». Έσυρε τα δάχτυλά της στα μά­


158

N ora R oberts

γουλά του και κάτω από τα κουρασμένα του μάτια. «Εξαντλήθηκες σήμερα, υπαστυνόμε. Έ λα μέσα να χαλαρώσεις». «Δεν έχω πολύ χρόνο. Έχω δουλειά». Ο Σεθ περίμενε και διέκρινε απογοήτευση στα μάτια της. Τον βοηθούσε να δικαιολογήσει αυτό που ήταν αποφασισμένος να κάνει. Αλλά μετά η Γ κρέις χαμο­ γέλασε και του έπιασε το χέρι. «Τότε ας μη χάνουμε στο φουαγιέ το λίγο χρόνο που έχεις. Δεν έχεις φάει, ε;» Γιατί δεν τον ρωτούσε για ποιο λόγο δεν μπορούσε να καθίσει; αναρωτήθηκε αυτός, παράλογα εκνευρισμένος. Γιατί δεν παραπο­ νιόταν; «Όχι». «Ωραία. Κάθισε να πιεις ένα ποτό. Μπορείς να πιεις ποτό ή είσαι εν ώρα υπηρεσίας;» Μπήκε στο καθιστικό καθώς μιλούσε και πή­ ρε την παγωμένη σαμπάνια από το ασημένιο δοχείο της. «Ούτως ή άλλως, δε νομίζω να πειράζει ένα ποτηράκι. Και δε θα σε μαρτυρή­ σω». Αφαίρεσε το φελλό με μια επιδέξια κίνηση και ακούστηκε ένα υπόκωφο, εορταστικό παφ. «Μόλις έβγαλα τα καναπεδάκια, πάρε». Του έδειξε τον ασημένιο δίσκο στο τραπεζάκι του καναπέ κι έπειτα προχώρησε πιο κει, με ένα σιγανό θρόισμα του φορέματος της, και έβαλε σαμπάνια σε δυο ποτήρια. «Πες μου πώς σου φαίνεται. Τον πέθανα τον καημένο τον Κέιντ, να μου σπρώχνει τα έπιπλα γύρω γύρω, αλλά ήθελα να τακτοποιή­ σω στα γρήγορα τουλάχιστον το καθιστικό». Ή ταν σαν να είχε βγει μέσα από κανένα γυαλιστερό περιοδικό με θέμα τον τέλειο τρόπο ζωής. Τίποτα δεν ήταν παράταιρο, τα πά­ ντα ήταν όμορφα και λαμπερά. Έντονα χρώματα που συνδυάζονταν με λευκά και μαύρα, κομψά μπιμπελό και έργα τέχνης που έδιναν την αίσθηση ότι είχαν επιλεγεί με προσοχή σε διάστημα χρόνων. Εκείνη ωστόσο το είχε κάνει μέσα σε διάστημα ημερών -ή μάλ­ λον ωρών. Αυτή, υπέθετε ο Σεθ, ήταν η δύναμη του πλούτου και της καλής ανατροφής. Π αρ’ όλα αυτά το δωμάτιο δε φαινόταν ψυχρό. Έδειχνε γενναι­ όδωρο και φιλόξενο. Απαλές επιφάνειες, απαλές γωνίες, και παντού μικρές πινελιές που ήταν πολύ χαρακτηριστικές της Γ κρέις. Μπουκαλάκια αντίκες σε λαμπερά χρώματα πετραδιών, μια πορσελάνινη γάτα που κοιμόταν κουλουριασμένη, μια πλούσια, ζωηρή φτέρη σε μια μπακιρένια γλάστρα. Και λουλούδια και αναμμένα κεριά.


['ο Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

159

Ο Σεθ σήκωσε το βλέμμα του και πρόσεξε τη γερή κουπαστή από γυαλιστερό ξύλο που περιέβαλλε τον εξώστη. «Βλέπω ότι το επισκεύασες». Κάτι δεν πάει καλά, ήταν το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί η Γκρέις καθώς πήγε κοντά του και του έδωσε το ποτήρι του. «Ναι, ήθελα να το φτιάξω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Και να εγκαταστή­ σω καινούριο σύστημα συναγερμού. Πιστεύω ότι θα το εγκρίνεις». «Θα του ρίξω μια ματιά, αν θέλεις». «Θα προτιμούσα να ξεκουραστείς λίγο όσο έχεις χρόνο. Να φέ­ ρω το φαγητό;» «Μαγείρεψες;» Τώρα εκείνη γέλασε. «Δε μου φταις σε τίποτα. Αλλά είμαι εξπέρ στο να παραγγέλνω απέξω -κ α ι στο σερβίρισμα. Προσπάθησε να χαλαρώσεις. Επιστρέφω αμέσως». Βγήκε όλο χάρη από το δωμάτιο και ο Σεθ κοίταξε τι υπήρχε στο δίσκο. Έ να ασημένιο μπολ με γυαλιστερό μαύρο χαβιάρι, κομ­ ψές μπουκίτσες από διάφορες λιχουδιές. Γύρισε την πλάτη του σε όλα και, με το ποτήρι του στο χέρι, πήγε να περιεργαστεί το πορ­ τραίτο της. Όταν εκείνη γύρισε πίσω, τσουλώντας ένας καροτσάκι αντίκα, αυτός συνέχισε να κοιτάζει τη ζωγραφιά του προσώπου της. «Ήταν ερωτευμένος μαζί σου, ε; Ο καλλιτέχνης;» Η Γκρέις πήρε προσεκτικά μια ανάσα ακούγοντας τον ψυχρό του τόνο. «Ναι, ήταν. Το ήξερε ότι δεν τον αγαπούσα. Πολλές φο­ ρές ευχήθηκα να μπορούσα. Ο Τσαρλς είναι από τους πιο καλοσυ­ νάτους και ευγενικούς ανθρώπους που ξέρω». «Πλάγιασες μαζί του;» Έ να ρίγος σύρθηκε στη ραχοκοκαλιά της, μα κατάφερε να μην αρχίσουν να τρέμουν τα χέρια της καθώς τοποθετούσε πιάτα στο στολισμένο με κεριά και λουλούδια τραπέζι. «Όχι. Δε θα ήταν σο> στό και τον συμπαθώ πάρα πολύ». «Προτιμάς να πλαγιάζεις με άντρες που δε συμπαθείς ιδιαίτερα». Αυτό πάλι δεν το είχε προβλέψει, συνειδητοποίησε η Γ κρέις. Ανο­ ησία της. «Όχι, αλλά δεν πλαγιάζω με άντρες που μπορεί να τους πληγώσω. Και τον Τσαρλς θα τον πλήγωνα αν γινόταν ερωτική η σχέση μας, οπότε έμεινα φίλη του». «Και οι σύζυγοι των αντρών;» Γύρισε προς το μέρος της τώρα, αντί να κοιτά το πορτραίτο, και την περιεργάστηκε με μάτια μισό-


160

N ora R oberts

κλειστά. «Όπως η γυναίκα που ήταν παντρεμένη με τον κόμη που είχες μπλέξει; Αυτή δε σ ’ ένοιαξε μην την πληγώσεις;» Η Γκρέις έπιασε πάλι το κρασί της και εσκεμμένα έγειρε λοξά το κεφάλι της. Ποτέ δεν είχε πλαγιάσει με τον κόμη, ούτε με άλλον πα­ ντρεμένο άντρα. Αλλά δεν είχε κάνει ποτέ τον κόπο να αντικρούσει τις εντυπώσεις που σχημάτιζε ο κόσμος. Ούτε θα έκανε τον κόπο να το αρνηθεί τώρα. «Γιατί να με νοιάξει; Δεν ήμουν εγώ παντρεμένη μαζί της». «Και ο τύπος που έκανε απόπειρα αυτοκτονίας όταν διέλυσες τον αρραβώνα σας;» Η Γ κρέις έφερε το ποτήρι στα χείλη της και ήπιε μια γουλιά σα­ μπάνια, μα το αφρώδες κρασί τής έκαψε το λαιμό σαν θρυμματι­ σμένα γυαλάκια. «Πολύ υπερβολικό εκ μέρους του, δεν ήταν; Δε νομίζω πως έχεις διάθεση για σαλάτα του Καίσαρα και μπριζόλα Νταϊάν, έτσι, υπαστυνόμε; Είναι βαρύ φαγητό, θα σου κάτσει με την ανάκριση». «Κανείς δε σε ανακρίνει, Γκρέις». «Α, όχι, με ανακρίνεις. Αλλά παρέλειψες να μου απαγγείλεις τα δικαιώματά μου». Ο παγερός θυμός της τον βοήθησε να δικαιολογήσει τον δικό του θυμό. Δεν ήταν οι άντρες που τον ενοχλούσαν -το ήξερε ότι δεν τον ενοχλούσαν οι άντρες κι ας της το είχε πετάξει εσκεμμένα στα μούτρα. Αλλά το γεγονός ότι ο ίδιος αδιαφορούσε γ ι’ αυτούς, ότι δεν τον ένοιαζε τίποτα παρά μόνο εκείνη. «Είναι παράξενο που σε πειράζει τόσο πολύ να απαντάς σε ερω­ τήσεις για άντρες, Γ κρέις. Δεν είχες κάνει τον κόπο να κρύψεις τις... επιδόσεις σου». «Περίμενα κάτι καλύτερο από σένα». Του το είπε σιγανά, οπότε εκείνος ίσα που το άκουσε, ύστερα κούνησε το κεφάλι της και χα­ μογέλασε ψυχρά. «Ανοησία μου. Ναι, ποτέ δεν έκανα τον κόπο να κρύψω τίποτα -εκτός αν με ένοιαζε. Για τους άντρες δε μ ’ ένοιαζε, ως επί το πλείστον. Θέλεις να σου πω ότι για σένα με νοιάζει; Θα με πίστευες αν σ ’ το έλεγα;» Ο Σεθ φοβόταν πως θα την πίστευε. Έτρεμε ότι θα την πίστευε. «Δεν είναι απαραίτητο. Έχουμε προχωρήσει πολύ γρήγορα, Γκρέις, και δεν αισθάνομαι άνετα». «Κατάλαβα». Καταλάβαινε πολύ καλά τώρα. «Θα ήθελες να φρε­ νάρουμε λίγο». Άφησε στην άκρη το ποτήρι της, γιατί ήξερε ότι θα


Το

Μ υ στ ικ ό Α στέρι

161

άρχιζε να τρέμει το χέρι της. «Φαίνεται πως έκανες μερικά τεράστια βήματα ενώ είχα γυρισμένη την πλάτη μου. Έπρεπε όντως να το είχα παίξει εκείνο το παιχνίδι μικρή, ώστε να έχω πιο πολύ το νου μου για ξαφνικές κινήσεις». «Εδώ δεν παίζουμε παιχνίδι». «Ναι, δεν παίζουμε». Η Γκρέις είχε εγωισμό, αλλά είχε επίσης και καρδιά. Και ήθελε να ξέρει. «Πώς μπόρεσες να μου κάνεις έτσι έρωτα σήμερα το πρωί, Σεθ, κι απόψε να μου φερθείς τόσο άσχημα; Πώς μπόρεσες να με αγγίξεις όπως με άγγιξες -όπω ς δε με έχει αγγίξει ποτέ κανείς- και μετά να με πληγώσεις μ ’ αυτό τον τρόπο;» Επειδή τον είχαν κατακλύσει τα συναισθήματά του το πρωί, συ­ νειδητοποίησε εκείνος. Και είχε νιώσει ανίσχυρος μπροστά στην ένταση του πόθου του. «Δεν προσπαθώ να σε πληγώσω». «Ναι, και είναι χειρότερα έτσι. Νομίζεις ότι κάνεις χάρη και στους δυο μας, σωστά; Έτσι δε σκέφτηκες; Να κάνουμε ένα διάλειμμα πριν παραμπερδευτούν τα πράγματα; Είναι αργά πια». Η φωνή της ράγισε, αλλά κατάφερε να συνέλθει και να συνεχίσει. «Ήδη έχουν μπερδευτεί τα πράγματα». «Πανάθεμα». Ο Σεθ έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, μα στα­ μάτησε απότομα, γιατί εκείνη σήκωσε αμέσως το κεφάλι της με θυ­ μό και τα μπλε μάτια της τον ζεμάτισαν. «Μη τυχόν και με αγγίξεις τώρα, ούτε για πλάκα, ενώ σκέφτεσαι ακόμα τα ίδια. Γύρνα στην τακτοποιημένη σου ζωούλα, υπαστυνό­ με, και θα γυρίσω κι εγώ στη δική μου. Δεν πιστεύω στα φρεναρί­ σματα. Ή προχωρά κανείς ή σταματά». Εξοργισμένη με τον εαυτό της, σήκωσε το χέρι της και σκούπισε ένα δάκρυ από το μάγουλό της. «Α π’ ό,τι φαίνεται, εμείς σταματή­ σαμε».


Κεφάλαιο 11

Ο

Σεθ απόμεινε ακίνητος κι αναρωτιόταν τι στο διάολο τον είχε πιάσει. Είχε μπροστά του τη γυναίκα που αγαπούσε, η οποία -χάρη σε κάποια λόξα της μοίρας- μπορεί να τον αγαπούσε επίσης. Είχε την ευκαιρία να ζήσει τη ζωή που δεν είχε επιτρέψει ποτέ στον εαυ­ τό του, με οικογένεια, σπίτι, γυναίκα. Αυτός όμως τα έσπρωχνε όλα μακριά του, με όλη του τη δύναμη, και ήταν ανήμπορος θαρρείς να σταματήσει. «Γκρέις... θέλω να δώσω και στους δυο μας το χρόνο να σκεφτούμε τι κάνουμε, πού πάει η σχέση μας». «Όχι, δε θέλεις». Τίναξε θυμωμένα το κεφάλι της, ρίχνοντας πίσω τα μαλλιά της. «Νομίζεις πως επειδή σε ξέρω μονάχα λίγες ημέρες ότι δεν καταλαβαίνω πώς λειτουργεί το μυαλό σου; Σε έχω πλησι­ άσει όσο δεν έχω πλησιάσει κανέναν στη ζωή μου. Σε ξέρω». Πήρε μια βαθιά, τρεμάμενη ανάσα. «Αυτό που θέλεις είναι να ξαναπάρεις το τιμόνι στα χέρια σου. Η σχέση μας έχει ξεφύγει από τον έλεγχό σου και δεν το αντέχεις». «Ίσως να είναι έτσι». Έ τσι ήταν, συνειδητοποίησε ο Σεθ και ντρά­ πηκε, γιατί ήταν πέρα για πέρα αλήθεια. «Και πάλι, όμως, η ουσία δεν αλλάζει. Διεξάγω μια έρευνα και δεν είμαι όσο αντικειμενικός θα έπρεπε, γιατί έχω σχέση μαζί σου. Όταν τελειώσει...» «Όταν τελειώσει, τι;» τον ρώτησε. «Θα συνεχίσουμε αιώ κει που σταματήσαμε; Δε νομίζω, υπαστυνόμε. Τι θα γίνει όταν θα διεξάγεις την επόμενη έρευνα; Και τη μεθεπόμενη; Σου δίνω την εντύπωση ότι θα κάθομαι να περιμένω πότε θα έχεις κάθε φορά το χρόνο και την ευκαιρία να συνεχίζεις τη σχέση μας;»


Το

Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

163

«Όχι». Η πλάτη του τσιτώθηκε. «Είμαι αστυνομικός και η δου­ λειά μου έχει προτεραιότητα». «Δε νομίζω ότι σου ζήτησα ποτέ κάτι άλλο. Ίσα ίσα, μου άρεσε η αφοσίωσή σου στη δουλειά σου, τη βρήκα αξιοθαύμαστη. Ακόμα και ηρωική». Για μια στιγμή χαμογέλασε αχνά. «Αλλά αυτό είναι άσχετο, όπως άσχετη είναι κι αυτή η συζήτηση». Γύρισε από την άλλη και έπιασε πάλι το κρασί της. «Ξέρεις να βρεις την έξοδο». Ναι, ποτέ δεν του είχε ζητήσει η Γ κρέις κάτι άλλο. Ποτέ δεν είχε αμφισβητήσει τη δουλειά του. Τι στο διάολο τον έπιασε, τι πήγε κι έκανε; «Πρέπει να το συζητήσουμε». «Αυτό είναι το δικό σου στυλ, όχι το δικό μου. Νομίζεις ότι μπο­ ρείς να στέκεσαι εδώ πέρα, μέσα στο σπίτι μου...» Η φωνή της άρχισε να τρέμει. «Μέσα στο σπίτι μου, να μου ραγίζεις την καρδιά, να με παρατάς, και να περιμένεις να συζητήσουμε πολιτισμένα; Θέλω να φύγεις». Κοπάνησε κάτω το ποτήρι της και το εύθραυστο κρυστάλ­ λινο πόδι του έσπασε, πιτσιλώντας κρασί ολόγυρα. «Τώρα αμέσως». Γιατί τον είχε πιάσει πανικός; αναρωτήθηκε ο Σεθ. Το μπίπερ του χτύπησε και το αγνόησε. «Δε θα αφήσουμε τα πράγματα έτσι». «Έτσι ακριβώς θα τ ’ αφήσουμε», τον διόρθωσε. «Για χαζή με περνάς; Λες να μην καταλαβαίνω ότι ήρθες απόψε εδώ έτοιμος για καβγά, ώστε να τελειώσουν τα πράγματα έτσι ακριβώς; Λες να μην καταλαβαίνω τώρα πως όσο κι αν σου ανοιγόμουν, εσύ θα παρέμε­ νες κλειστός, θα αμφισβητούσες, θα ανέλυες και θα ψείριζες τα πά­ ντα; Ε, λοιπόν, ανάλυσε αυτό που θα σου που Ή μουν διατεθειμένη να σου ανοιχτώ κι άλλο, να σου δώσω τα πάντα, ό,τι ήθελες. Τώρα μπορείς να κάθεσαι να αναρωτιέσαι όλη την υπόλοιπη ζωή σου τι έχασες εδώ πέρα απόψε». Το μπίπερ του χτύπησε ξανά και η Γκρέις όρμησε από δίπλα του και άνοιξε την εξώπορτα. «Θα πρέπει να απαντήσεις αλλού στην κλήση του καθήκοντος, υπαστυνόμε». Εκείνος την πλησίασε, μα παρά τη λαχτάρα του να την αγγίξει, αντιστάθηκε. «Όταν τελειώσω μ ’ αυτό, θα ξανάρθω». «Δε θα είσαι ευπρόσδεκτος». Ο Σεθ ένιωσε πως ήταν έτοιμος να ξεπεράσει ένα όριο που δεν είχε παραβεί ποτέ. «Δεν έχει σημασία. Θα ξανάρθω». Αυτή δεν είπε απολύτως τίποτα, μόνο του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα και γύρισε το κλειδί με ένα άγριο, δυνατό κλικ. Ύστερα την πλημμύρισε ο πόνος και ακούμπησε την πλάτη της


164

N

ora

R

oberts

στην πόρτα, παίρνοντας βαριές, καυτές ανάσες. Ή ταν χειρότερα τώ­ ρα που είχε κλείσει η πόρτα, τώρα που τον είχε διώξει. Και τα κεριά τρεμόπαιζαν ακόμα και τα λουλούδια ήταν ακόμα ανθισμένα. Έβλεπε τώρα ότι κάθε βήμα που είχε κάνει εκείνη την ημέρα, και τη χτεσινή και την προχτεσινή κι από τότε που είχε μπει στο σπίτι της και τον είδε να κατεβαίνει τη σκάλα προς το μέρος της, όλα τους είχαν οδηγήσει σε τούτη εδώ τη στιγμή της απέραντης θλίψης και του πόνου. Της ήταν αδύνατο να το αποτρέψει, σκέφτηκε, να αλλάξει τον εαυτό της, να αλλάξει ό,τι είχέ προηγηθεί ή ό,τι θα ακολουθούσε. Μόνο οι ανόητοι πίστευαν πως όριζαν την τύχη τους όπως πίστευε κάποτε κι εκείνη. Και ήταν ανοησία που είχε παραδοθεί στις αξιολύπητες φαντα­ σιώσεις της, που είχε κάνει όνειρα ότι θα ζούσαν μαζί, ότι θα έκα­ ναν μαζί παιδιά. Που είχε πιστέψει ότι αυτός θα πραγματοποιούσε επιτέλους όλες εκείνες τις επιθυμίες της που παρέμεναν πάντα, μα πάντα, ανέφικτες. Η μυθική δύναμη των πετραδιών, σκέφτηκε με ένα ξερό γέλιο. Αγάπη, γνώση και μεγαλοψυχία. Η μαγεία τους της είχε φερθεί σκληρά, την είχε ξεσηκώσει με δελεαστικές εικόνες όλων των επι­ θυμιών της και μετά τις πήρε πάλι πίσω και την άφησε μόνη της. Το χτύπημα στην πόρτα την έκανε να κλείσει τα μάτια της. Πώς τολμούσε να ξανάρθει ο Σεθ, σκέφτηκε. Πώς τολμούσε, ενώ της είχε γκρεμίσει όλα της τα όνειρα, τις ελπίδες της, τους πόθους της. Και πώς τολμούσε εκείνη να τον αγαπά ακόμα παρ’ όλα αυτά. Α, μα δε θα την έβλεπε να κλαίει, υποσχέθηκε στον εαυτό της και, ισιώνοντας το κορμί της, σκούπισε τα υγρά της μάγουλα. Δε θα την έβλεπε να τον παρακαλά να γυρίσει κοντά της. Δε θα την έβλεπε καθόλου, γιατί δε θα του άνοιγε την πόρτα. Γεμάτη αποφασιστικότητα, τράβηξε γραμμή στο τηλέφωνό της. Δε θα χαιρόταν ο Σεθ όταν εκείνη θα καλούσε το 911 και θα κατήγγελλε ότι κάποιος προσπαθούσε να μπει στο σπίτι της, συλλογίστη­ κε. Αλλά θα του έδινε ένα μάθημα. Σήκωσε το ακουστικό, μα την ίδια στιγμή άκουσε τζάμια να σπάνε και γύρισε αμέσως προς τις πόρτες της βεράντας. Πρόλαβε να δει έναν άντρα να μπουκάρει μέσα, πρόλαβε να ακούσει το συναγερμό της να στριγκλίζει. Πρόλαβε ακόμα και να


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

165

παλέψει όταν την άρπαξαν χοντρά μπράτσα. Μα έπειτα της σκέπα­ σε το πρόσωπο ένα πανί, με μια φρικτή μυρωδιά χλωροφόρμιου. Και η Γ κρέις πρόλαβε μονάχα να σκεφτεί τον Σεθ πριν της έρθει ζαλάδα και σκοτεινιάσουν τα πάντα.

Ο Σεθ δεν είχε απομακρυνθεί ούτε πέντε χιλιόμετρα όταν έλαβε την επόμενη κλήση. «Μπιουκάναν», φώναξε άγρια, αρπάζοντας το τη­ λέφωνο. «Υπαστυνόμε, ο ντετέκτιβ Μάρσαλ είμαι πάλι. Μόλις λάβαμε μια αυτόματη κλήση. Πιθανή διάρρηξη, Ιστ Λαρκ Λέιν 2918, στο Ποτόμακ». «Τι;» Για μια στιγμή το μυαλό του μπλόκαρε. «Η Γκρέις;» «Αναγνώρισα τη διεύθυνση από το Ανθρωποκτονιών. Χτύπησε ο συναγερμός της και η ίδια δεν απάντησε στο τηλέφωνο όταν την καλέσαμε». «Είμαι πέντε λεπτά από κει». Έκανε ήδη επιτόπου στροφή, τόσο απότομα που στρίγκλισαν τα λάστιχά του. «Στείλε δυο περιπολικά, όποια βρίσκονται πιο κοντά. Αμέσως». «Αυτό κάνω. Υπαστυνόμε...» Αλλά ο Σεθ είχε ήδη πετάξει το τηλέφωνο στην άκρη. Ή ταν καινούριο σύστημα συναγερμού, είπε στον εαυτό του, πα­ σχίζοντας να ηρεμήσει και να σκεφτεί λογικά. Τα καινούρια συστή­ ματα πάθαιναν συχνά εμπλοκές. Εκείνη ήταν ταραγμένη, δε σήκωσε το τηλέφωνό της, αδιαφο­ ρούσε για την αναστάτωση. Θα ήταν χαρακτηριστική αντίδραση της Γκρέις. Κι αυτή τη στιγμή έβαζε πεισματάρικα άλλο ένα ποτήρι σαμπάνια και τον καταριόταν. Τσοις μάλιστα να είχε θέσει η ίδια σε λειτουργία το συναγερμό, ώστε να γυρίσει αυτός άρον άρον, με το στομάχι του παγωμένο απ’ την αγωνία και την καρδιά του να κοντεύει να σπάσει. Θα ήταν χα­ ρακτηριστική αντίδραση της Γκρέις. Όχι, κι αυτό ψέμα ήταν, σκέφτηκε καθώς πήρε ολοταχώς μια στροφή. Δεν ήταν καθόλου χαρακτηριστική της αντίδραση. Τα κεριά έκαιγαν ακόμα στα παράθυρά της. Ο Σεθ προσπάθη­ σε να ανακουφιστεί βλέποντάς τα, καθώς φρενάρισε απότομα στο δρομάκι της και όρμησε έξω από το αυτοκίνητο. Το φαγητό θα ήταν


166

N

ora

R o berts

ακόμα ζεστό, η μουσική θα έπαιζε ακόμα και η Γ κρέις θα στεκόταν κάτω από το πορτραίτο της, έξω φρενών μαζί του. Χτύπησε ξέφρενα την πόρτα της σαν ανόητος, μα έπειτα συνήλ­ θε. Δε θα του άνοιγε. Ή ταν πολύ θυμωμένη για να του ανοίξει. Όταν έφτασε το πρώτο περιπολικό, γύρισε και τους έδειξε το σήμα του. «Ελέγξτε την ανατολική πλευρά», τους διέταξε. «Θα ελέγξω τη δυτική». Έκανε μεταβολή και προχώρησε γύροι γύρω από το σπίτι. Το μά­ τι του έπεσε στο νερό της πισίνας της που έλαμπε στο φεγγαρόφωτο και για μια στιγμή σκέφτηκε' πως δεν είχαν κολυμπήσει ποτέ εκεί μαζί, δεν είχαν βουλιάξει ποτέ γυμνοί στα δροσερά νερά. Ύστερα είδε το σπασμένο τζάμι. Η καρδιά του παρέλυσε. Μέσα σε μια στιγμή είχε βγάλει το όπλο του και είχε μπει από τη σπασμέ­ νη πόρτα, χωρίς την παραμικρή σκέψη για τη σωστή διαδικασία. Κάποιος φώναζε το όνομά της και έτρεχε πανικόβλητος από δωμά­ τιο σε δωμάτιο. Αποκλείεται να ήταν ο ίδιος, ωστόσο βρέθηκε στη σκάλα, λαχανιασμένος, παγωμένος, ζαλισμένος απ’ το φόβο του, και κοιτούσε έναν ένστολο που έσκυβε να μαζέψει ένα πανί. «Μυρίζει χλωροφόρμιο, υπαστυνόμε». Ο αστυνομικός έκανε δι­ ατακτικά ένα βήμα προς τον άντρα που είχε αρπαχτεί από την κου­ παστή. «Υπαστυνόμε;» Δεν μπορούσε να μιλήσει. Είχε χάσει τη μιλιά του και μαζί με τη μιλιά του είχε ξεχάσει και όλη του την εκπαίδευση. Το θολό βλέμμα του Σεθ γύρισε, στυλώθηκε στο πρόσωπο, στο πορτραίτο. Σιγά σι­ γά, και με πολύ μεγάλη προσπάθεια, διεύρυνε πάλι την όρασή του και φόρεσε τη μάσκα της αταραξίας. «Ψάξε το σπίτι. Σπιθαμή προς σπιθαμή». Τα μάτια του βρήκαν τον δεύτερο ένστολο. «Κάλεσε ενισχύσεις. Τώρα. Και μετά σάρωσε τους κήπους. Κουνηθείτε».

Η Γ κρέις συνήλθε σιγά σιγά, με ναυτία και έναν τρομερό πονοκέ­ φαλο. Έ νας εφιάλτης, σκοτεινός ακόμα, την τριγύριζε νωθρά, σαν όρνιο που περιμένει υπομονετικά να εφορμήσει. Εκείνη έκλεισε τα μάτια της πιο σφιχτά, γύρισε το κεφάλι της στο μαξιλάρι κι ύστερα τα άνοιξε με προσοχή. Πού είμαι; σκέφτηκε άτονα, ανόητα. Δεν είμαι στο δωμάτιό μου,


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

167

συνειδητοποίησε και αγωνίστηκε να διώξει την ομίχλη από το θο­ λωμένο της μυαλό. Κάτω από το μάγουλό της ήταν σατέν. Την ήξερε τη δροσερή, γλιστερή αίσθηση του σατέν στο δέρμα της. Λευκό σατέν, σαν νυ­ φικό. Σαστισμένη, έσυρε το χέρι της στο παχύ, πολυτελές κάλυμμα του τεράστιου κρεβατιού με τον ουρανό. Μύριζε γιασεμί, τριαντάφυλλα και βανίλια. Ό λα λευκές μυρω­ διές, δροσερές λευκές μυρωδιές. Οι τοίχοι του δωματίου ήταν ιβουάρ και είχαν μια γυαλάδα σαν μετάξι. Για μια στιγμή, της φάνηκε πως βρισκόταν μέσα σε φέρετρο, ένα πελώριο, περίτεχνο φέρετρο, και η καρδιά της άρχισε να βροντοχτυπά. Πίεσε τον εαυτό της να ανακαθίσει και σχεδόν φοβήθηκε ότι θα χτυπούσε το κεφάλι της στο καπάκι και θα ούρλιαζε και θα γρατζουνούσε γύρο;» της για να ελευθερωθεί ενώ θα πάθαινε ασφυξία. Μα δεν υπήρχε τίποτα, μόνο αυτός ο αρωματισμένος αέρας, οπότε πήρε μια βαθιά, τρεμάμενη ανάσα. Θυμήθηκε τώρα -το τζάμι που έσπασε, τον μεγαλόσωμο μαυρο­ ντυμένο άντρα με τα χοντρά μπράτσα. Της ερχόταν πανικός, οπότε ανάγκασε τον εαυτό της να πάρει άλλη μια τρεμάμενη ανάσα. Με προσοχή, γιατί ζαλιζόταν ακόμα, κατέβασε τα πόδια της από το κρε­ βάτι και τα πέλματά της βούλιαξαν σε παχύ, παρθενικά λευκό χαλί. Παραπάτησε, αναγούλιασε κι έπειτα ανάγκασε τα πόδια της να δια­ σχίσουν αυτή τη θάλασσα της ασπρίλας μέχρι την πόρτα. Ίδρωσε από τον πανικό της όταν τη βρήκε κλειδωμένη. Με κομ­ μένη την ανάσα, βάλθηκε να παλεύει με το κρυστάλλινο πόμολο και να το τραβά. Ύστερα γύρισε από την άλλη, ακούμπησε την πλάτη της στην πόρτα και πίεσε τον εαυτό της να παρατηρήσει το δωμάτιο που καταλάβαινε πλέον πως ήταν η φυλακή της. Λευκό με λευκό και από πάνω λευκό, σε στράβωνε. Μια κομ­ ψή καρέκλα σε στυλ Κουίν Ανν με λευκό μπροκάρ, αραχνοΰφαντες δαντελένιες κουρτίνες που κρέμονταν σαν φαντάσματα, σωροί από λευκά μαξιλάρια πάνω σε μια καμπυλωτή λευκή σεζλόνγκ. Υπήρ­ χαν κάποια χρυσά γαρνιρίσματα, μα τόνιζαν ακόμα περισσότερο τον κατακλυσμό της ασπρίλας, και τα κομψά έπιπλα από ωχρό ξύλο πνίγονταν μέσα σ ’ αυτή τη χιονοστιβάδα. Η Γκρέις πήγε πρώτα στα παράθυρα και ανατρίχιασε όταν εί­ δε πως είχαν κάγκελα. Ανάμεσά τους διέκρινε εικόνες νύχτας, που ασήμιζαν στο φεγγαρόφωτο. Δεν είδε τίποτα γνώριμο -μ ια έκταση


168

N

ora

R

oberts

γκαζόν, σχολαστικά φυτεμένα λουλούδια και θάμνους, ψηλά δέ­ ντρα που έκρυβαν τη θέα. Γυρνώντας, είδε μια άλλη πόρτα, έτρεξε κατά κει και παραλίγο να βάλει τα κλάματα όταν το πόμολο έστριψε με ευκολία. Αλλά από πίσω ήταν ένα μπάνιο, με λαμπερά λευκά πλακάκια, κάγκελα και ματ τζάμια στα παράθυρα και έναν επικλινή φεγγίτη τρία μέτρα από το πάτωμα. Και στους μεγάλους αστραφτερούς πάγκους υπήρχαν βαζάκια, μπουκάλια, κρέμες και πούδρες. Όλα τους αυτά που προτιμούσε, τα αρώματά της, οι λοσιόν της. Το* στομάχι της δέθηκε κόμπο κι ανα­ κατεύτηκε. Λύτρα, είπε στον εαυτό της. Την είχαν απαγάγει, κάποιοι που πίστευαν ότι η οικογένειά της θα πλήρωνε για να επιστρέφει σώα κοντά τους. Μα εκείνη ήξερε πως ήταν ψέμα. Τα Αστέρια. Ακούμπησε αδύναμα στην κάσα της πόρτας και έσφιξε τα χείλη της για να μην κλαψουρίσει. Γι’ αυτό την είχαν αρ­ πάξει, για τα Τρία Αστέρια. Αυτά θα ζητούσαν για λύτρα. Τα γόνατά της λύγισαν και γύρισε από την άλλη, διατάζοντας τον εαυτό της να ηρεμήσει, να σκεφτεί καθαρά. Θα υπήρχε τρόπος να ξεφύγει. Πάντα υπήρχε τρόπος. Ο συναγερμός της είχε χτυπήσει, θυμήθηκε. Ο Σεθ δε θα ήταν πολύ μακριά. Θα είχε λάβει την αναφορά, θα είχε γυρίσει πίσω; Δεν είχε σημασία. Θα τη λάβαινε σύντομα. Ό ,τι κι αν είχε συμβεί μεταξύ τους, θα έκανε τα πάντα για να τη βρει. Από καθήκον, αν μη τι άλλο. Στο μεταξύ, ήταν μόνη της. Αλλά αυτό δε σήμαινε πως ήταν ανυ­ περάσπιστη. Έκανε παραπατώντας δυο βήματα πίσω όταν άκουσε ένα κλικ στην κλειδαριά της πόρτας, μα ύστερα πίεσε τον εαυτό της να στα­ θεί ίσια. Η πόρτα άνοιξε και δυο άντρες μπήκαν μέσα. Τον έναν τον αναγνώρισε γρήγορα, ήταν ο απαγωγέας της. Ο άλλος ήταν πιο κοντός, λεπτός μα νευρώδης, ντυμένος επίσημα στα μαύρα, με πρό­ σωπο εκφραστικό όσο μια πέτρα. «Δεσποινίς Φοντέιν», της είπε με προφορά βρετανική και καλλι­ εργημένη. «Ελάτε μαζί μου, σας παρακαλώ». Μπάτλερ, συνειδητοποίησε η Γκρέις και έπνιξε ένα υστερικό γέλιο. Τον γνώριζε καλά αυτό τον τύπο ανθρώπου, οπότε πήρε μια εύθυμη και ενοχλημένη έκφραση. «Γιατί;»


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

169

«Είναι έτοιμος να σας δει». Όταν δεν έδειξε διατεθειμένη να υπακούσει, ο ψηλός ήρθε και στάθηκε απειλητικά από πάνω της, δείχνοντας με τον αντίχειρά του την πόρτα. «Χαριτωμένο», είπε ξερά εκείνη. Έκανε ένα βήμα μπροστά, υπο­ λογίζοντας πόσο γρήγορα θα έπρεπε να κινηθεί. Ο μπάτλερ έκλινε το κεφάλι του με απάθεια. «Είστε στο δεύτερο όροφο», της είπε. «Ακόμα κι αν καταφέρετε να φτάσετε μόνη σας στο ισόγειο, υπάρχουν φρουροί. Έχουν λά­ βει διαταγές να μη σας πειράξουν, εκτός αν είναι αναπόφευκτο. Με συγχωρείτε, αλλά θα σας συμβούλευα να μην το διακινδυνεύσετε». Θα το διακινδύνευε, σκέφτηκε η Γκρέις, κι αυτό και πολύ πε­ ρισσότερα. Αλλά όχι αν δεν είχε τουλάχιστον κάποια πιθανότητα επιτυχίας. Χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στον άντρα δίπλα της, ακο­ λούθησε τον μπάτλερ έξω από το δωμάτιο και προχοιρησαν σε ένα διάδρομο με απαλό φωτισμό. Το σπίτι ήταν παλιό, υπολόγισε, μα όμορφα ανακαινισμένο. Του­ λάχιστον δυο όροφοι, οπότε ήταν μεγάλο. Με μια ματιά στο ρολόι της, είδε ότι δεν είχαν περάσει ούτε δυο ώρες από τη στιγμή που τη νάρκωσαν. Αρκετός χρόνος, υπέθετε, για να διανύσει κανείς κάποια απόσταση με αυτοκίνητο. Αλλά η θέα από τα κάγκελα δεν ήταν εξοχής. Είχε δει φώτα, φώτα πόλης, σπιτιών, ανάμεσα απ’ τα δέντρα. Γειτονιά, αποφάσισε. Αριστοκρατική και πλούσια, μα γειτονιά. Όπου υπήρχαν σπίτια, υπήρχαν άνθρωποι. Και όπου υπήρχαν άνθρωποι, υπήρχε βοήθεια. Ο μπάτλερ την οδήγησε κάτω από μια πλατιά, γυαλιστερή δρύι­ νη σκάλα. Στο πλατύσκαλο είδε το φρουρό· το όπλο του ήταν βαλ­ μένο στη θήκη του, μα φαινόταν. Προχώρησαν σε έναν ακόμα διάδρομο. Αντίκες, πίνακες, έργα τέχνης. Το έμπειρο μάτι της αναγνώρισε τον Μονέ στον τοίχο, το πορσελάνινο βάζο της δυναστείας των Χαν σε ένα βάθρο, το κεφάλι Νοκ από τερακότα από τη Νιγηρία. Ο οικοδεσπότης της, σκέφτηκε, είχε εξαιρετικό και εκλεκτικό γούστο. Οι θησαυροί που έβλεπε, μικροί και μεγάλοι, προέρχονταν από διάφορες ηπείρους και διάφορους αιώνες. Συλλέκτης, συνειδητοποίησε με ένα ρίγος. Την είχε αρπάξει και ήλπιζε να την ανταλλάξει με τα Τρία Αστέρια του Μίθρα.


170

N

ora

R

o berts

Με επισημότητα που η Γκρέις θεώρησε γελοία κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο μπάτλερ πλησίασε δυο ψηλές πόρτες, τις άνοιξε και έκανε μια άψογη υπόκλιση, λυγίζοντας ελαφρώς τη μέση του. «Η δεσποινίς Γκρέις Φοντέιν». Μη βλέποντας άλλη εναλλακτική λύση προς το παρόν, η Γ κρέις μπήκε από τις ανοιχτές πόρτες σε μια τεράστια τραπεζαρία με νω ­ πογραφίες στο ταβάνι και τρεις εκθαμβωτικούς πολυελαίους. Είδε με μια ματιά το μακρύ μαονένιο τραπέζι, τα γεωργιανά κηροπήγια που έκαιγαν χαρούμενα και ήταν τοποθετημένα με ακρίβεια ανά τακτά διαστήματα κατά μήκος του τραπεζιού, και το βλέμμα της στυλώθηκε στον άντρα που σηκώθηκε με ένα γοητευτικό χαμόγελο. Πραγματικότητα και φόβος αλληλοκαλύφθηκαν. «Γκρέγκορ». «Γκρέις». Με ένα κομψό σμόκιν και αστραφτερά διαμάντια, αυτός ήρθε κοντά της και έπιασε το μουδιασμένο της χέρι. «Πό­ σο χαίρομαι που σε βλέπω». Την κράτησε αγκαζέ και της χάιδεψε στοργικά το μπράτσο. «Δεν πιστεύω να έχεις φάει».

Ο Σεθ ήξερε πού ήταν η Γ κρέις. Δεν είχε καμιά αμφιβολία, ωστόσο έπρεπε να καταπνίξει τη σφοδρή αρχική του παρόρμηση να τρέξει στην κομψή έπαυλη στην Ουάσινγκτον και να τη διαλύσει με τα ίδια του τα χέρια. Μπορεί να σκοτωνόταν έτσι η Γ κρέις. Και ήταν σίγουρος ότι ο πρέσβης Γκρέγκορ Ντεβέιν είχε σκοτώ­ σει κι άλλες φορές. Η κλήση που είχε διακόψει τη σκηνή του με την Γκρέις ήταν ειδοποίηση πως είχαν επιβεβαιωθεί στοιχεία για μια ακόμα γυναίκα που συνδεόταν κάποτε με τον πρέσβη, μια όμορφη Γερμανίδα επι­ στήμονα που είχε βρεθεί δολοφονημένη στο σπίτι της στο Βερολί­ νο, θύμα φαινομενικά κάποιας διάρρηξης. Η νεκρή ήταν ανθρωπολόγος με ζωηρό ενδιαφέρον για το μιθραϊσμό. Για έξι μήνες τον προηγούμενο χρόνο είχε ερωτική σχέση με τον Γκρέγκορ Ντεβέιν. Ύστερα πέθανε και δε βρέθηκε καμιά από τις σημειώσεις της έρευνάς της για τα Τρία Αστέρια του Μίθρα. Ο Σεθ ήξερε πως ήταν υπεύθυνος ο Ντεβέιν, όπως ήξερε πως ο Ντεβέιν είχε την Γ κρέις. Δεν μπορούσε όμως να το αποδείξει και χωρίς στοιχεία κανένας δικαστής δε θα εξέδιδε ένταλμα έρευνας για το σπίτι ενός ξένου πρέσβη.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

171

Για άλλη μια φορά στεκόταν στο καθιστικό της Γ κρέις. Για άλλη μια φορά κοιτούσε το πορτραίτο της και φανταζόταν πως ήταν νε­ κρή. Αλλά αυτή τη φορά δε σκεφτόταν σαν αστυνομικός. Στράφηκε στον Μικ Μάρσαλ που ήρθε δίπλα του. «Δε θα βρού­ με εδώ τίποτα εναντίον του. Σε δώδεκα ώρες, τα διαμάντια θα πα­ ραδοθούν στο μουσείο. Κι αυτός θα τη χρησιμοποιήσει για να το αποτρέψει. Μα δε θα τον αφήσω». Ο Μικ κοίταξε το πορτραίτο. «Τι χρειάζεσαι;» «Τίποτα. Δε θέλω αστυνομία». «Υπαστυνόμε... Σεθ, αν έχεις δίκιο και την έχει αυτός, δε θα τη βγάλεις από κει μέσα μόνος σου. Χρειάζεσαι ομάδα. Έ να διαπραγ­ ματευτή ειδικό για ομήρους». «Δεν προλαβαίνουμε. Το ξέρεις». Τα μάτια του δεν ήταν ανέκ­ φραστα και ψυχρά τώρα, δεν ήταν μάτια αστυνομικού. Ή ταν θυελ­ λώδη, γεμάτα πάθος. «Θα τη σκοτώσει». Η καρδιά του ήταν θαρρείς καλυμμένη με πάγο, μα από μέσα χτυ­ πούσε όλο φλόγα. «Είναι έξυπνη. Θα παίξει ό,τι παιχνίδι χρειάζεται για να επιβιώσει, αλλά αν κάνει μια λάθος κίνηση, αυτός θα τη σκο­ τώσει. Δε χρειάζομαι ψυχιατρικό προφίλ για να τον καταλάβω. Ο τύ­ πος είναι ψυχοπαθής, νομίζει πως είναι θεός και έχει ψύχωση. Θέλει εκείνα τα διαμάντια και ό,τι πιστεύει ότι αντιπροσωπεύουν. Προς το παρόν θέλει την Γκρέις, αλλά αν η Γκρέις δεν εξυπηρετήσει το σκο­ πό του, θα καταλήξει σαν τις άλλες. Και δε θα το επιτρέψω, Μικ». Έ βαλε το χέρι στην τσέπη του, έβγαλε το σήμα του και το πρότεινε στον Μικ. Αυτή τη φορά δε θα ακολουθούσε τους κανονισμούς, δε γινόταν. «Πάρ’ το και φύλαξέ το. Μπορεί να το θελήσω ξανά». «Θα χρειαστείς βοήθεια», επέμεινε ο Μικ. «Θα χρειαστείς άντρες». «Όχι αστυνομία», επανέλαβε ο Σεθ και έβαλε το σήμα στο απρό­ θυμο χέρι του Μικ. «Αυτή τη φορά, όχι». «Δε γίνεται να πας μόνος σου. Είναι αυτοκτονία, και επαγγελμα­ τικά και κυριολεκτικά». Ο Σεθ έριξε μια τελευταία ματιά στο πορτραίτο. «Δε θα είμαι μόνος μου».

Δε θα έτρεμε, υποσχέθηκε η Γ κρέις στον εαυτό της. Δε θα του έδει­ χνε πόσο φοβόταν. Οπότε παραμέρισε τα μαλλιά της από τον ώμο της με μια δήθεν ανέμελη κίνηση.


172

N

ora

R

o berts

«Πάντα ναρκώνεις τους συνδαιτυμόνες σου και τους απάγεις από τα σπίτια τους, κύριε πρέσβη;» «Ήταν άκομψο, με συγχωρείς». Όλο ευγένεια, της τράβηξε μια καρέκλα για να καθίσει. «Αλλά ήταν ανάγκη να γίνει γρήγορα. Πι­ στεύω να μην αισθάνεσαι παρενέργειες». «Πέρα απ’ το ότι με ενόχλησε τρομερά, όχι». Η Γκρέις κάθισε και έριξε μια ματιά στο πιάτο με μαριναρισμένα μανιτάρια που έβα­ λε μπροστά της ένας σιωπηλός υπηρέτης. Της θύμισαν, οδυνηρά, το χαρούμενο μπάρμπεκιου στο σπίτι του Κέιντ. «Και μου έχει κοπεί η όρεξη». «Α, μα πρέπει τουλάχιστον να δοκιμάσεις λίγο απ’ όλα». Κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού και έπιασε το πιρούνι του. Ή ταν χρυσό και βαρύ και άγγιζε κάποτε τα χείλη ενός αυτοκράτορα. «Έκανα τόσο κόπο για να σου ετοιμάσω τα αγαπημένα σου φαγητά». Το χαμόγελό του ήταν ακόμα εγκάρδιο, μα τα μάτια του πήραν μια ψυχρή έκφραση. «Φάε, Γκρέις. Απεχθάνομαι να πηγαίνει χαμένο το φαγητό». «Μια που έκανες τόσο κόπο». Κατέβασε με το ζόρι μια μπουκιά, διατάζοντας το χέρι της να μην αρχίσει να τρέμει και το στομάχι της να μην ανακατευτεί. «Ελπίζω να είσαι άνετα στο δωμάτιό σου. Αναγκάστηκα να σου το ετοιμάσω κάπως γρήγορα. Θα βρεις καλά ρούχα στην ντουλάπα και στο κομό. Ό,τι άλλο επιθυμείς μπορείς να το ζητήσεις». «Προτιμώ παράθυρα χωρίς κάγκελα και ξεκλείδωτες πόρτες». «Είναι προσωρινά μέτρα, σ ’ το υπόσχομαι. Άπαξ και βολευτείς εδώ...» Της έπιασε το χέρι πάνω στο τραπέζι και έσφιξε αμείλικτα τη λαβή του όταν εκείνη επιχείρησε να το τραβήξει, «...και θέλω πάρα πολύ να βολευτείς εδώ... μετά, δε θα είναι πλέον απαραίτητα τέτοια μέτρα». Τα κόκαλα του χεριού της πιέζονταν οδυνηρά, μα η Γκρέις δε μόρφασε καν απ’ τον πόνο. Όταν σταμάτησε να αντιστέκεται, τα δά­ χτυλά του χαλάρωσαν, τη χάιδεψαν μια φορά κι απομακρύνθηκαν. «Και πόσο καιρό σκοπεύεις να με κρατήσεις εδώ;» Εκείνος χαμογέλασε, έπιασε το ποτήρι με το κρασί της και της το πρότεινε. «Αιωνίως. Εσύ κι εγώ, Γ κρέις, είναι γραφτό να ζήσουμε μαζί αιώνια». Κάτω από το τραπέζι, το πονεμένο της χέρι ίδρωσε και άρχισε


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

173

να τρέμει. «Πολύ καιρό, δηλαδή». Άφησε κάτω το κρασί της ανέγγιχτο, μα έπειτα πρόσεξε την άγρια λάμψη στα μάτια του και ήπιε μια γουλιά. «Με κολακεύεις, αλλά έχω μπερδευτεί». «Μην προσποιείσαι πως δεν καταλαβαίνεις. Κράτησες το Αστέ­ ρι στο χέρι σου. Γλίτωσες το θάνατο και ήρθες κοντά μιου. Έχω δει το πρόσωπό σου στα όνειρά μιου». «Ναι». Η Γκρέις ένιωσε να της κόβεται σιγά σιγά το αίμα, σαν να τη στράγγιζαν βδέλλες. Κοιτάζοντάς τον στα μάτια, θυμιήθηκε τους εφιάλτες της -τη σκιά στο δάσος. Να την παρακολουθεί. «Σε έχω δει κι εγώ στα όνειρά μου». «Θα μου φέρεις τα Αστέρια, Γκρέις, και τη δύναμή τους. Κα­ ταλαβαίνω πλέον γιατί απέτυχα. Κάθε βήμα ήταν για να μιας φέρει εδώ. Μαζί θα κάνουμε τα Αστέρια δικά μας. Κι εγώ θα σε κάνω δική μου. Μην ανησυχείς», της είπε βλέποντάς τη να ζαρώνει. «Θα μου δοθείς με τη θέλησή σου. Αλλά η υπομιονή μιου έχει τα όριά της. Έχω αδυναμία στην ομορφιά», συνέχισε και χάιδεψε με το ακροδά­ χτυλό του το γυμνό της μπράτσο, έπαιξε αφηρημένα με το χοντρό ασημένιο βραχιόλι της. «Και η τελειότητα μου δίνει τη μεγαλύτερη χαρά. Εσύ, αγαπητή μου, τα έχεις και τα δυο. Να ξέρεις όμως, δε θα μπορείς να κάνεις αλλιώς αν εξαντληθεί η υπομονή μιου. Το προσω­ πικό του σπιτιού μου είναι... καλά εκπαιδευμένο». Παγερός φόβος την πλημμιύρισε, μια όταν μίλησε, η φωνή της ήταν σταθερή και γεμάτη απέχθεια. «Και θα κάνουν τα στραβά μά­ τια αν με βιάσεις;» «Δε μου αρέσει αυτή η λέξη κατά τη διάρκεια του φαγητού». Ανασήκωσε κατσούφικα τους ώμους του και έκανε νόημα να τους φέρουν το επόμενο πιάτο. «Μια γυναίκα με τις δικές σου ορμές δε θα μιπορέσει να συγκρατηθεί για πολύ. Και μια γυναίκα με τη δική σου εξυπνάδα σίγουρα θα καταλάβει ότι τη συμφέρει μια φιλική συνεργασία». «Δε θέλεις σεξ, Γκρέγκορ». Δεν άντεχε να κοιτάξει τον τρυφερό ροζ σολομό στο πιάτο της. «Θέλεις υποταγή. Κι εγώ δεν υποτάσ­ σομαι εύκολα». «Με παρεξήγησες». Ο Ντεβέιν έπιασε μια πιρουνιά ψάρι και το έφαγε με απόλαυση. «Σκοπεύω να σε κάνω θεά, δε θα είσαι υποτελής κανενός. Και θα έχω τα πάντα. Κανένας θνητός άντρας δε θα μπει ανάμεσά μας». Χαμογέλασε ξανά. «Ιδίως ο υπαστυνόμος Μπιουκά-


174

N

ora

R oberts

ναν, .Μου έχει γίνει μεγάλος μπελάς. Σκαλίζει τις υποθέσεις μου, πράγματα που δεν τον αφορούν. Τον έχω δει...» ΕΓ φωνή του Ντεβέιν έσβησε, έγινε ψίθυρος, και είχε έναν τόνο φόβου. «Τα βράδια. Στα όνειρά μου. Ξαναγυρίζει. Πάντα ξαναγυρίζει. Όσες φορές κι αν τον σκοτώνω». Ύστερα τα μάτια του ζωή­ ρεψαν και ήπιε μια γουλιά κρασί με χρώμα σαν λιωμένο χρυσάφι. «Τώρα ανακινεί παλιά ζητήματα και ψάχνει καινούρια». Η Γκρέις ένιωθε το σφυγμό της να πάλλεται εναγωνίως στο λαι­ μό, στους καρπούς, στα μηλίγγια της. «Όπου να ’ναι, θα ψάχνει και για μένα». «Πιθανόν. Θα τον τακτοποιήσω, όταν και εάν έρθει η ώρα. Θα το έκανα απόψε, αν δεν είχε φύγει από το σπίτι σου τόσο ξαφνικά. Α, έχω σκεφτεί τι θα γίνει με τον υπαστυνόμο. Αλλά προτιμώ να πε­ ριμένω μέχρι να πάρω τα Αστέρια. Είναι πιθανό...» Ο Ντεβέιν έπια­ σε σκεφτικός την πετσέτα του και σφούγγισε τα χείλη του. «Ίσως να τον λυπηθώ όταν θα έχω ό,τι μου ανήκει. Αν το επιθυμείς. Μπορώ να φερθώ μεγαλόκαρδα... υπό τις κατάλληλες συνθήκες». Η καρδιά της κόντευε να σπάσει τώρα, της έκοβε την ανάσα. «Αν κάνω ό'τι θέλεις, θα τον αφήσεις ήσυχο;» «Πιθανόν. Θα το συζητήσουμε. Αλλά δυστυχώς τον αντιπάθησα αμέσως. Και είμαι ακόμα εκνευρισμένος μαζί σου, αγαπητή Γ κρέις, που αρνήθηκες την πρόσκλησή μου για χάρη ενός τόσο συνηθισμέ­ νου άντρα». Εκείνη δε δίστασε, δε γινόταν να διστάσει ενώ την είχε πιάσει τρόμος για τον Σεθ. Πίεσε τον εαυτό της και χαμογέλασε γλυκά. «Γκρέγκορ, σίγουρα με συγχωρείς. Πολύ... στενοχωρήθηκα που δεν επέμεινες. Στο κάτω κάτω, σ ’ εμάς τις γυναίκες μας αρέσει να μας κυνηγούν». «Εγώ δεν κυνηγώ. Ό ,τι θέλω το παίρνω». «Προφανώς». Σούφρωσε παραπονιάρικα τα χείλη της. «Ήταν απαίσιο εκ μέρους σου που με τραβολόγησες έτσι και με κατατρό­ μαξες. Ίσω ς να μη σε συγχωρήσω». «Πρόσεχε με το παιχνίδι που παίζεις», της είπε χαμηλόφωνα με προειδοποιητικό ύφος, αλλά και μ’ ενδιαφέρον, όπως της φάνηκε. «Δεν είμαι πρωτάρης». «Ναι». Του χάιδεψε το μάγουλο και σηκώθηκε. «Αλλά η ωριμό­ τητα έχει πάρα πολλά πλεονεκτήματα». Μ ετά βίας τη βαστούσαν τα πόδια της, ωστόσο περιπλανήθη­


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

175

κε στο πελώριο δωμάτιο, παρατηρώντας στα γρήγορα παράθυρα κι εξόδους. Δρόμους διαφυγής. «Έχεις ωραιότατο σπίτι. Γεμάτο θη­ σαυρούς». Έκλινε προκλητικά το κεφάλι της, ελπίζοντας να άξιζε το ρίσκο που θα έπαιρνε. «Μου αρέσουν... τα ωραία πράγματα. Αλλά σε προειδοποιώ, Γκρέγκορ, δε θα γίνω παιχνιδάκι κανενός άντρα». Προχώρησε αργά προς το μέρος του, σέρνοντας απαλά το δάχτυ­ λό της στο λαιμό της κι ανάμεσα στα στήθη της, ενώ γύρω της το μεταξωτό φόρεμά της θρόιζε. «Και όταν με στριμώχνουν πολύ... γρατζουνάω». Με σαγηνευτικό ύφος, ακούμπησε το χέρι της στο τραπέζι και έσκυψε προς το μέρος του. «Με θέλεις;» του ψιθύρισε γλυκά, αι­ σθησιακά. Είδε τα μάτια του να σκουραίνουν απ’ τον πόθο και γλί­ στρησε τα δάχτυλά της προς το μαχαίρι δίπλα στο πιάτο του. «Θέ­ λεις να με αγγίξεις; Να με γευτείς;» Τα δάχτυλά της έκλεισαν γύρω από τη λαβή και την άρπαξαν σφιχτά. «Ούτε σε εκατό χιλιάδες χρόνια», του είπε και τον χτύπησε με το μαχαίρι. Ή ταν γρήγορη, και σε απόγνωση. Αλλά εκείνος είχε σαλέψει για να την τραβήξει κοντά του και το μαχαίρι τον βρήκε στον ώμο αντί στην καρδιά. Καθώς ούρλιαξε με σοκ και μανία, η Γ κρέις γύρι­ σε αστραπιαία απ’ την άλλη. Άρπαξε μια από τις βαριές καρέκλες, έσπασε το μακρύ παράθυρο και τα γυαλιά έπεσαν απέξω βροχή. Μα όταν όρμησε προς τα κει, δυνατά μπράτσα την άρπαξαν από πίσω. Πάλεψε άγρια, λαχανιάζοντας. Το ευαίσθητο μεταξωτό που φο­ ρούσε σκίστηκε. Ύστερα κοκάλωσε όταν ένιωσε στο λαιμό της το μαχαίρι που είχε χρησιμοποιήσει. Δεν προσπάθησε καν να ξεφύγει από τα μπράτσα που την κρατούσαν -θ α ήταν άσκοπο—και ο Ντεβέιν έφερε το πρόσωπό του κοντά στο δικό της. Τα μάτια του γυάλιζαν με λύσσα. «Θα μπορούσα να σε σκοτώσω γ ι’ αυτό που έκανες. Μα θα το πλήρωνες πολύ φτηνά και γρήγορα. Θα σε είχα κάνει ισότιμή μου. Θα τα μοιραζόμουν όλα μαζί σου. Τώρα όμως θα πάρω ό,τι θέλω από σένα. Μέχρι να σε βαρεθώ». «Ποτέ δε θα αποκτήσεις τα Αστέρια», του είπε σταθερά. «Ούτε θα πιάσεις τον Σεθ». «Θα πάρω ό,τι θέλω. Κι εσύ θα με βοηθήσεις». Η Γ κρέις πήγε να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι της, μα ζάρω­


176

N

ora

R

o berts

σε όταν ένιωσε το μαχαίρι να την τσιμπά. «Δεν πρόκειται να σε βοηθήσω». «Α, θα με βοηθήσεις. Αν δεν κάνεις ακριβώς ό,τι σου πω, θα σηκώσω το τηλέφωνο. Μια λέξη να πω και η Μπέιλι Τζέιμς και η Εμ-Τζέι Ο ’Λίρι θα πεθάνουν απόψε. Μια λέξη μόνο». Ο Ντεβέιν είδε τον τρελό φόβο που φάνηκε αμέσως στα μάτια της, τον τρόμο που η Γκρέις δεν είχε νιώσει για τη δική της ζωή. «Έχω άντρες που περιμένουν αυτή τη λέξη. Αν τους την πω, θα συμ­ βεί μια τρομερή και τραγική έκρηξη στο σπίτι του Κέιντ Πάρις το βράδυ. Κι άλλη μια σ ’ ένα μπαράκι λίγο πριν κλείσει. Και επιπλέον, μια τρίτη έκρηξη θα καταστρέψει την κατοικία ενός υπαστυνόμου Μπιουκάναν μαζί με τον ένοικό της. Η τύχη τους είναι στα χέρια σου, Γκρέις. Εσύ αποφασίζεις». Η Γκρέις ήθελε να του πει πως μπλόφαρε, μα κοιτάζοντάς τον στα μάτια, κατάλαβε ότι εκείνος δε θα δίσταζε να πραγματοποιήσει την απειλή του. Ίσα ίσα, λαχταρούσε να το κάνει. Οι ζωές τους δεν ήταν τίποτα γ ι’ αυτόν. Και ήταν το παν για κείνη. «Τι θέλεις να κάνω;»

Η Μπέιλι αγωνιζόταν να πνίξει τον πανικό της όταν χτύπησε το τη­ λέφωνο. Το κοίταξε σαν να ήταν φίδι που ξαφνικά ζωντάνεψε. Με μια σιωπηλή προσευχή, σήκωσε το ακουστικό. «Εμπρός;» «Μπέιλι». «Γκρέις». Σφίγγοντας τα δάχτυλά της, γύρισε από την άλλη. Ο Σεθ κούνησε το κεφάλι του και της έκανε νόημα με το χέρι του να προσέξει. «Είσαι καλά;» «Για την ώρα. Άκουσέ με πολύ προσεκτικά, Μπέιλι, εξαρτάται η ζωή μου απ’ αυτό. Κατάλαβες;» «Όχι. Ναι». Έπρεπε να το καθυστερήσει όσο μπορούσε, αυτή την εντολή είχε. «Γκρέις, φοβάμαι πολύ για σένα. Τι συνέβη; Πού είσαι;» «Δεν μπορώ να σου πω τώρα. Πρέπει να είσαι ήρεμη, Μπέιλι. Να είσαι δυνατή. Εσύ ήσουν πάντα η ήρεμη. Όπως τότε που δώ­ σαμε εξετάσεις στην ιστορία τέχνης στο κολέγιο κι εμένα με κατα­ τρόμαζε ο καθηγητής Γκρίνμπαλμ κι εσύ ήσουν εντελώς ψύχραιμη. Πρέπει και τοόρα να είσαι ψύχραιμη, Μπέιλι, και να ακολουθήσεις τις οδηγίες μου».


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

1 77

«Θα τις ακολουθήσω. Θα προσπαθήσω». Κοίταξε απελπισμένα τον Σεθ κι αυτός της έγνεψε να παρατείνει την κουβέντα τους. «Πες μου μόνο ότι δεν έχεις πάθει τίποτα». «Όχι ακόμα. Αλλά θα πάθω. Θα με σκοτώσει, Μπέιλι, αν δεν κάνεις ό,τι θέλει. Αν δεν του δώσεις ό,τι θέλει. Το ξέρω ότι ζητάω πολλά. Θέλει τα πετράδια. Πρέπει να πας να τα πάρεις. Αλλά μην πας με τον Κέιντ. Μην τηλεφωνήσεις... στην αστυνομία». Χασομέρησε, υπενθύμισε η Μπέιλι στον εαυτό της. Πιάσε στην Γκρέις την κουβέντα. «Δε θέλεις να τηλεφωνήσω στον Σεθ;» «Όχι. Δε με νοιάζει ο Σεθ. Ένας μπάτσος είναι. Το ξέρεις πως δε με νοιάζει. Πρέπει να περιμένεις μέχρι τη 1.30 ακριβώς και τότε θα φύγεις από το σπίτι. Θα πας στη Σαλβίνι, Μπέιλι. Πρέπει να πας στη Σαλβίνι. Μην ανακατέψεις την Εμ-Τζέι, παράτα την όπως κάναμε παλιά. Κατάλαβες;» Η Μπέιλι έγνεψε καταφατικά, εξακολουθώντας να κοιτάζει τον Σεθ στα μάτια. «Ναι, κατάλαβα». «Όταν πας στη Σαλβίνι, βάλε τα πετράδια σε ένα χαρτοφύλακα και περίμενε εκεί. Θα λάβεις τις επόμενες οδηγίες τηλεφωνικώς. Θα τα πας μια χαρά. Θυμάσαι που σου άρεσε να ξεγλιστράς από τον κοιτώνα τα βράδια όταν έκλεινε το κολέγιο και να πηγαίνεις βόλτα με το αυτοκίνητο μόνη σου; Έ τσι σκέψου το και τώρα. Έτσι ακριβώς, Μπέιλι, και θα τα πας μια χαρά. Αν δεν το κάνεις, θα μου πάρει τα πάντα. Κατάλαβες;» «Ναι. Γκρέις...» «Σ’ αγαπώ», πρόλαβε να της πει εκείνη πριν κλείσει το τηλέφωνο. «Τίποτα», είπε σφιγμένα ο Κέιντ, κοιτάζοντας τον εξοπλισμό ανίχνευσης κλήσεων. «Το έχει μπλοκάρει. Αδύνατον να εντοπίσω το σήμα». «Η Γκρέις θέλει να πάω στη Σαλβίνι», είπε σιγανά η Μπέιλι. «Δε θα πας πουθενά», τη διέκοψε ο Κέιντ, μα η Μπέιλι τον έπια­ σε από το μπράτσο και κοίταξε την Εμ-Τζέι. «Όχι, αυτό το εννοούσε. Κατάλαβες;» «Ναι». Η Εμ-Τζέι έτριψε τα μάτια της, προσπαθώντας να σκε­ φτεί παρά τον τρόμο της. «Μας έλεγε όσο περισσότερα μπορούσε. Η Μπέιλι και η Γκρέις δε με παράτησαν ποτέ, επομένως θέλει να έρθω κι εγώ μαζί. Θέλει να φύγουμε από δω, αλλά τον κοροΐδευε για τα πετράδια. Η Μπέιλι δεν ξεγλίστρησε ποτέ από το κολέγιο το βράδυ».


178

N

ora

R

o berts

«Σας μιλούσε συνθηματικά», είπε ο Τζακ. «Προσπαθούσε να μεταδιόσει κρυφά όσες πληροφορίες μπορούσε». «Ήξερε ότι θα καταλαβαίναμε. Αυτός θα πρέπει να της είπε ότι θα πάθουμε κάτι αν δε συνεργαστεί». Η Μπέιλι έπιασε το χέρι της Εμ-Τζέι. «Ήθελε να βρούμε τον Σεθ. Γι’ αυτό είπε ότι δεν την ένοιαζε για σένα -επειδή ξέρουμε ότι τη νοιάζει». Ο Σεθ έσυρε νευρικά τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μαλλιά του -σπάνια έκανε τέτοιες περιττές κινήσεις. Δεν είχε άλλη επιλογή πα­ ρά να εμπιστευτεί το ένστικτό τους. Να εμπιστευτεί το ένστικτο επιβίωσης της Γκρέις. «Εντάξει..Η Γκρέις θέλει να ξέρω τι συμβαί­ νει και θέλει να φύγετε εσείς από το σπίτι». «Ναι. Θέλει να φύγουμε από δω, πιστεύει ότι θα είμαστε πιο ασφαλείς στη Σαλβίνι». «Πιο ασφαλείς θα είστε στο τμήμα», της είπε ο Σεθ. «Και εκεί θα πάτε και οι δυο». «Όχι». Η φωνή της Μπέιλι παρέμεινε ήρεμη. «Θέλει να πάμε στη Σαλβίνι. Το τόνισε». Ο Σεθ την περιεργάστηκε και εξέτασε τις επιλογές του. Θα μπο­ ρούσε να τι'ς θέσει υπό αστυνομική προστασία. Αυτό θα ήταν το λογικό βήμα. Ή θα μπορούσε να αφήσει το παιχνίδι να εξελιχτεί. Αυτό ήταν ρίσκο. Μα ήταν ρίσκο όπου όλα τα στοιχεία ταίριαζαν. «Στη Σαλβίνι, λοιπόν. Αλλά ο ντετέκτιβ Μάρσαλ θα βάλει φρου­ ρούς. Και δε θα το κουνήσετε από κει αν δε σας πω». Η Εμ-Τζέι αγρίεψε. «Περιμένεις να καθίσουμε με σταυρωμένα χέρια ενώ κινδυνεύει η Γκρέις;» «Αυτό ακριβώς θα κάνετε», είπε ατάραχα ο Σεθ. «Ρισκάρει τη ζωή της για να μην πάθετε τίποτα. Και δε θα την απογοητεύσω». «Έχει δίκιο, Εμ-Τζέι», είπε ο Τζακ και ανασήκωσε το φρύδι του όταν εκείνη του μούγκρισε. «Εξαγριώσου όσο θες. Αλλά είμαστε πλειοψηφία. Εσύ και η Μπέιλι θα ακολουθήσετε τις οδηγίες μας». Ο Σεθ πρόσεξε με κάποια έκπληξη ότι η Εμ-Τζέι έκλεισε το στό­ μα της και έγνεψε καταφατικά. «Γιατί ανέφερε τις εξετάσεις στην ιστορία τέχνης, Μπέιλι;» Η Μπέιλι πήρε μια κοφτή ανάσα. «Το μικρό όνομα του καθηγη­ τή Γκρίνμπαλμ ήταν Γκρέγκορι». «Γκρέγκορι». Γκρέγκορ. «Αρκετά κοντά». Ο Σεθ κοίταξε τους δυο άντρες που χρειαζόταν. «Δεν έχουμε πολύ χρόνο».


Κεφάλαιο 12

Η Γκρέις πολύ

αμφέβαλλε ότι θα έβγαζε τη νύχτα ζωντανή. Δεν είχε προλάβει να κάνει ένα σωρό πράγματα στη ζωή της. Δεν είχε δείξει στην Μπέιλι και την Εμ-Τζέι το Παρίσι, όπως σχέδιαζαν τόσο καιρό. Δε θα έβλεπε ποτέ την ιτιά που είχε φυτέψει στην εξοχική λοφοπλαγιά της να ψηλώνει και να λυγίζει με χάρη πάνω από τη λιμνούλα της. Δεν είχε αποκτήσει ποτέ παιδί. Η αδικία τής έτρωγε τα σωθικά, μαζί με το φόβο της. Ή ταν μόλις είκοσι έξι χρονών και θα πέθαινε. Είχε δει τη θανατική καταδίκη της στα μάτια του Ντεβέιν. Και ήξερε ότι αυτός σκόπευε να σκοτώσει και όλους τους αγαπημένους της ανθρώπους. Δε θα ησύχαζε ο Ντεβέιν αν δεν αφαιρούσε τη ζωή όλων όσοι είχαν αγγίξει ό,τι θεωρούσε δικό του με το ψυχωτικό μυαλό του. Η μόνη της ελπίδα τώρα ήταν να είχε καταλάβει η Μπέιλι τα λόγια της. «Θα σου δείξω τι θα μπορούσες να έχεις». Με το μπράτσο μπανταρισμένο και με καινούριο σμόκιν που κάλυπτε την πληγή του, ο Ντεβέιν την οδήγησε μέσα από ένα κρυφό πέρασμα και κατέβηκαν φωτισμένα πέτρινα σκαλιά που γυάλιζαν σαν έβενος. Είχε πάρει παυσίπονο και τα μάτια του ήταν θολά από το φάρμακο, και άγρια. Ή ταν τα μάτια που την κοιτούσαν μέσα από το δάσος στους εφι­ άλτες της. Και καθώς αυτός κατέβαινε τη στροφή της γυαλιστερής μαύρης σκάλας, η Γκρέις ένιωσε σαν να αναδύθηκε στο μυαλό της κάποια βαθιά θαμμένη μνήμη. Υπήρχαν αναμμένοι δαυλοί τότε, σκέφτηκε μπερδεμένα. Τα σκα­ λιά κατέβαιναν κάτω, και πιο κάτω, οι πυρσοί τρεμόφεγγαν και τα


180

N

ora

R oberts

Αστέρια λαμποκοπούσαν στη χρυσή βάση τους, πάνω σε λευκή πέ­ τρα. Και περίμενε ο θάνατος. Δίπλα της ανάσαινε βαριά ένας άντρας. Ο Ντεβέιν; Κάποιος άλλος; Ή ταν ένας ξαναμμένος, μυστικός ήχος που της έφερνε ανα­ τριχίλα, Έ να δωμάτιο, σκέφτηκε, πασχίζοντας να μη χάσει από το μυαλό της τη φευγαλέα ανάμνηση. Έ να μυστικό δωμάτιο σε λευκό και χρυσό. Και την είχαν κλειδιόσει εκεί μέσα για πάντα. Στην τελευταία στροφή σταμάτησε, όχι τόσο από φόβο, αλλά από σοκ. Δεν ήταν εδώ, σκέφτηκε φρενιασμένα, αλλά κάπου αλλού. Δεν ήταν η ίδια, μα ήταν κομμάτι του εαυτού της. Δεν ήταν αυτός, αλλά κάποιος σαν αυτόν. Ο Ντεβέιν έμπηξε τα δάχτυλά του στο μπράτσο της, μα η Γκρέις ίσα που ένιωσε τον πόνο. Ο Σεθ - ο άντρας με τα μάτια του Σεθ-, ντυμένος σαν πολεμιστής, σκονισμένος και με σημάδια από μάχες. Είχε έρθει να τη σώσει, και να σώσει τα Αστέρια. Και σκοτώθηκε. «Όχι». Της φάνηκε πως στριφογυρνούσε η σκάλα και η Γκρέις κρατήθηκε,από τον κρύο τοίχο για να μην πέσει. «Όχι πάλι. Όχι αυτή τη φορά». «Δε γίνεται αλλιώς». Ο Ντεβέιν την τράβηξε να προχωρήσει, την έσυρε στα τελευταία σκαλιά. Σταμάτησε σε μια χοντρή πόρτα και έγνεψε ανυπόμονα στο φρουρό να κάνει στην άκρη. Σφίγγοντας άγρια το μπράτσο της Γ κρέις, έβγαλε ένα βαρύ κλειδί και το έβαλε σε μια παλιά κλειδαριά που για κάποιο μυστήριο λόγο της έφερε στο νου την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων και την κουνελότρυπα. «Θέλω να δεις τι θα είχε γίνει δικό σου. Τι θα μοιραζόμουν μαζί σου». Με μια βάναυση σπρωξιά την έστειλε σκουντουφλώντας μέσα και η Γκρέις κοίταξε γύρω της κατάπληκτη. Όχι, δεν ήταν η κουνελότρυπα, συνειδητοποίησε θαμπωμένη, με τα μάτια γουρλωμένα. Ή ταν η σπηλιά του Αλή Μπαμπά. Βουνά από λαμπερό χρυσάφι, ποτάμια από αστραφτερά κοσμήματα. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι πίνακες που αναγνώρισε ως έργα μεγάλων ζωγράφων. Και γύρω γύρω συνωστίζονταν αγάλματα και γλυπτά, ορισμένα μι­ κρά σαν τα αβγά Φαμπερζέ που στέκονταν σε χρυσές βάσεις κι άλ­ λα ορθώνονταν μέχρι το ταβάνι. Σε κάθε διαθέσιμο κενό ήταν χωμένες γούνες και μεταξωτά,


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

181

πλεξούδες μαργαριταριών, ξυλόγλυπτα και στέμματα. Κρυμμένα ηχεία έπαιζαν έξοχη μουσική του Μότσαρτ. Δεν ήταν καθόλου, συνειδητοποίησε, παραμυθένια σπηλιά. Ή ταν απλώς το πολυτελές και άπληστο εντευκτήριο ενός κακομαθημένου παιδιού. Εδώ μπορούσε να κρύβει τα υπάρχοντά του από τον κόσμο, να τα κρατάει όλα για τον εαυτό του και να γελά θριαμβευτικά μό­ νος του, φαντάστηκε. Και πόσα απ’ αυτά τα παιχνίδια ήταν κλεμμένα; αναρωτήθηκε. Για πόσα είχε διαπράξει φόνους; Δε θα πέθαινε εδώ, υποσχέθηκε στον εαυτό της. Ούτε και ο Σεθ. Αν ήταν όντως ιστορία που επαναλαμβανόταν, δε θα την άφηνε να επαναληφθεί. Θα έδινε μάχη με ό,τι όπλα είχε. «Φοβερή η συλλογή σου, Γκρέγκορ, αλλά χρειάζεται λίγο καλύ­ τερη παρουσίαση». Το πρώτο της όπλο ήταν ήπια περιφρόνηση, με μια μικρή δόση ευθυμίας. «Ακόμα και τα πιο πολύτιμα πράγματα χάνουν την αίγλη τους όταν είναι όλα μαζί στριμωγμένα το ένα πά­ νω στ’ άλλο». «Είναι δικά μου. Όλα. Έργο ζωής. Να, δες». Σαν κακομαθημένο παιδί, άρπαξε ένα χρυσό κύπελλο και της το έχωσε στο χέρι για να το θαυμάσει. «Η βασίλισσα Γκουίνεβιρ έπινε απ’ αυτό πριν κερα­ τώσει τον Αρθούρο. Έπρεπε να της είχε ξεριζώσει την καρδιά για την απιστία της». Η Γ κρέις γύρισε το κύπελλο στο χέρι της και δεν ένιωσε τίπο­ τα. Ή ταν άδειο όχι μόνο από κρασί, συλλογίστηκε, αλλά και από μαγεία. «Δες κι αυτά». Ο Ντεβέιν άρπαξε δυο περίτεχνα διαμαντένια σκουλαρίκια και της τα έβαλε κάτω απ’ τη μύτη. «Κι αυτά βασίλισ­ σα τα φορούσε -η Μαρία Αντουανέτα- ενώ η χώρα της μηχανορρα­ φούσε να τη σκοτώσει. Ίσως να τα φορούσες κι εσύ». «Ενώ εσύ θα μηχανορραφούσες να σκοτώσεις εμένα». Η Γκρέις γύρισε με περιφρόνηση απ’ την άλλη. «Όχι, ευχαριστώ». «Έχω ένα βέλος με το οποίο κυνηγούσε η Άρτεμις. Τη ζώνη που φορούσε η Ήρα». Η καρδιά της παλλόταν δυνατά σαν άρπα, ωστόσο η Γκρέις γέλασδ μόνο. «Τα πιστεύεις σ τ’ αλήθεια όλα αυτά;» «Είναι δικά μου». Έξαλλος με την αντίδρασή της, όρμησε ανά­ μεσα στη συλλογή του και ακούμπησε το χέρι του στην κρύα μαρ­ μάρινη πλάκα που είχε κατασκευάσει. «Θα τα έχω σύντομα τ ’Αστέ­


182

N

ora

R

oberts

ρια. Θα είναι η κορωνίδα της συλλογής μου. Θα τα τοποθετήσω εδώ, με τα ίδια μου τα χέρια. Και θα έχω τα πάντα». «Δε θα σε βοηθήσουν. Δε θα σε αλλάξουν». Η Γκρέις δεν ήξερε από πού της έρχονταν τα λόγια, από πού το ήξερε, μα είδε τα μάτια του να τρεμοπαίζουν ξαφνιασμένα. «Η μοίρα σου είναι ήδη προκα­ θορισμένη. Δε θα γίνουν ποτέ δικά σου. Δεν είναι γραφτό αυτή τη φορά. Προορίζονται για το φως, για το καλό. Δε θα τα δεις ποτέ εδώ στα σκοτάδια». Το στομάχι του τρεμούλιασε. Τα λόγια της είχαν δύναμη, το ίδιο και τα μάτια της, ενώ θα έπρεπε να έχει ζαρώσει απ’ το φόβο της. Τον είχε ταράξει. «Θα τα έχω εδώ μέχρι να ξημερώσει. Θα σου τα δείξω». Την πλησίασε, κοντανασαίνοντας. «Και θα έχω κι εσένα. Θα σε κρατήσω όσο θέλω. Θα σε κάνω ό,τι θέλω». Της άγγιξε το μάγουλο και το χέρι του ήταν κρύο, της έφερε φίδι στο νου, ωστόσο η Γκρέις δεν τινάχτηκε. «Δε θα αποκτήσεις ποτέ τ ’Αστέρια. Ούτε εμένα. Ακόμα κι αν μας κρατήσεις, δε θα μας αποκτήσεις ποτέ. Έ τσι ήταν και πρώτα, τώρα όμως ισχύει ακόμα περισσότερο. Και θα σε κατατρώει αυτό, μέρα με τη μέρα, ώσπου στο τέλος θά τρελαθείς». Εκείνος τη χτύπησε τότε δυνατά, ρίχνοντάς την πίσω στον τοίχο, και το κεφάλι της σβούριξε απ’ τον πόνο. «Οι φίλες σου θα πεθάνουν απόψε». Της χαμογέλασε, σαν να συζητούσαν κάποιο κοινό τους ενδιαφέρον χωρίς ιδιαίτερη σημασία. «Τις καταδίκασες ήδη. Θα σε αφήσω να ζήσεις πολύ καιρό μ ’ αυτές τις τύψεις». Την έπιασε από το μπράτσο και, ανοίγοντας την πόρτα, την έσυ­ ρε έξω από το δωμάτιο.

«Θα έχει κάμερες», είπε ο Σεθ καθώς ετοιμιάζονταν να σκαρφαλώ­ σουν στον από πίσω τοίχο της έπαυλης του Ντεβέιν στην Ουάσινγκτον. «Θα έχει σίγουρα φρουρούς να περιπολούν τους κήπους». «Θα προσέχουμε, τότε». Ο Τζακ τσέκαρε τη μύτη του μαχαιριού του, το έχοιισε στην μπότα του, ύστερα εξέτασε το πιστόλι που είχε περασμένο στη ζώνη του. «Και θα κάνουμε ησυχία». «Μένουμε όλοι μαζί μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι». Ο Κέιντ επα­ νέλαβε το σχέδιό τους μες στο μυαλό του. «Βρίσκω το συναγερμό και τον απενεργοποιώ». «Αν δεν τα καταφέρεις, βάλ’ τον να βαρέσει. Μπορεί να σταθού­


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

183

με τυχεροί μες στη σύγχυση. Θα έρθει η αστυνομία. Αν δεν πάνε καλά τα πράγματα, μπορεί να μας τύχει τίποτα πολύ χειρότερο απ’ το να μας πιάσει η αστυνομία για διάρρηξη». Ο Τζακ εξέφρασε τη γνώμη του σχετικά με μια ζουμερή βρισιά. «Πάμε να τη βγάλουμε από κει μέσα». Έ ριξε στον Σεθ ένα γρήγορο χαμόγελο και ανέβηκε στον τοίχο. «Ωχ, ελπίζω να μην έχει σκυλιά. Δε γουστάρω καθόλου όταν έχουν σκυλιά». Προσγειώθηκαν στο μαλακό γρασίδι από την άλλη πλευρά. Ή ταν πιθανό να είχε γίνει αντιληπτή η παρουσία τους από εκείνη τη στιγμή. Μα ήταν διατεθειμένοι να το ρισκάρουν. Κινήθηκαν σαν σκιές μες στην έναστρη νύχτα και χώθηκαν στο πυκνό σκοτάδι ανά­ μεσα στα δέντρα. Την άλλη φορά, είχε φερθεί αλαζονικά και ξεκίνησε μόνος του να σώσει τα Αστέρια και τη γυναίκα και ίσως γ ι’ αυτό να ηττήθηκε. Ο Σεθ σάστισε με τούτη την ξαφνική σκέψη, που κάποιοι ίσως να αποκαλούσαν όραμα, και την παραμέρισε. Ανάμεσα απ’ τα δέντρα έβλεπε το σπίτι, φώτα στα παράθυρα. Σε ποιο δωμάτιο να ήταν η Γ κρέις; Πόσο να φοβόταν; Να ήταν πληγω­ μένη; Να την είχε αγγίξει αυτός; Έτριξε τα δόντια του και κατέπνιξε τις σκέψεις του. Έπρεπε να σκέφτεται μονάχα πώς θα έμπαινε μέσα και θα την έβρισκε. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ένιωθε το βάρος του όπλου του στο πλευρό του. Και ήξερε πως είχε σκοπό να το χρησιμοποιήσει. Δεν τον ένοιαζαν οι κανονισμοί, η καριέρα του, η ζωή που είχε οικοδομήσει βήμα βήμα. Είδε το φρουρό να περνά, μόλις ένα μέτρο από την άκρη του δεντρόκηπου. Όταν ο Τζακ τον χτύπησε με το δάχτυλό του στον ώμο και του έκανε σινιάλο, ο Σεθ αντάμωσε τη ματιά του και του έγνεψε καταφατικά. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Τζακ χίμηξε στον άντρα από πί­ σω και με μια γρήγορη κίνηση του κοπάνησε το κεφάλι στον κορμό μιας βελανιδιάς, ύστερα τον έσυρε αναίσθητο μέσα στις σκιές. «Πάει ο ένας», είπε σιγά και, παίρνοντας το όπλο του φρουρού, το έχωσε στην τσέπη του. «Θα δίνουν τακτικά το παρόν», μουρμούρισε ο Κέιντ. «Δεν ξέ­ ρουμε πόσο σύντομα θα πάρουν είδηση την απουσία του». «Εμπρός, τότε». Ο Σεθ έκανε νόημα στον Τζακ να πάει απ’ τα


184

N

ora

R oberts

βόρεια, στον Κέιντ απ’ τα νότια και, σκυφτοί, κινήθηκαν γρήγορα προς τα αναμμένα φώτα.

Ο φρουρός που συνόδευσε την Γ κρέις πίσω στο δωμάτιό της ήταν σιωπηλός. Τουλάχιστον εκατό κιλά μύες, υπολόγισε εκείνη. Μα τον είχε δει να ρίχνει ματιές στο μπούστο της, να κοιτάζει το πλευρό της στο σημείο που είχε σκιστεί το μεταξωτό φόρεμά της και φαινόταν η σάρκα της. Η Γκρέις ήξερε να χρησιμοποιεί την ομορφιά της σαν όπλο. Έστρεψε, λοιπόν, εσκεμμένα το πρόσωπό της στο δικό του και πήρε μια απελπισμένη έκφραση. «Φοβάμαι πάρα πολύ. Είμαι ολομόνα­ χη». Διακινδύνευσε να αγγίξει το μπράτσο του. «Δε θα με πειράξεις, ε; Σε παρακαλώ, μη με πειράξεις. Θα κάνω ό,τι θέλεις». Αυτός δεν είπε τίποτα, μα το βλέμμα του στυλώθηκε με ενδιαφέ­ ρον στο πρόσωπό της όταν εκείνη σάλιωσε τα χείλη της με την άκρη της γλώσσας της, αργά και προκλητικά. «Ό,τι θέλεις», επανέλαβε, βραχνά, με τόνο αισθησιακό. «Είσαι πολύ δυνατός, πολύ... επιβλη­ τικός». Μιλούσε καν αγγλικά; αναρωτήθηκε. Μα τι σημασία είχε; Ήταν φανερό τι του έλεγε. Στην πόρτα της φυλακής της, γύρισε, του έριξε ένα φλογερό βλέμμα και αναστέναξε βαθιά. «Μη με αφήσεις μόνη μου», μουρ­ μούρισε. «Φοβάμαι πολύ μόνη μου. Θέλω... κάποιον». Παίρνοντας το ρίσκο, σήκωσε το χέρι της και του έτριψε τα χείλη με το ακροδά­ χτυλό της. «Δε χρειάζεται να το μάθει εκείνος», ψιθύρισε. «Κανείς δε θα το μάθει. Θα είναι το μυστικό μας». Π αρ’ όλο που την αηδίαζε, του έπιασε το χέρι και το έβαλε στο στήθος της. Πάγωσε το δέρμα της όταν τα δάχτυλά του τη γράπω­ σαν, ωστόσο πίεσε τον εαυτό της να του χαμογελάσει δελεαστικά όταν εκείνος έσκυψε το κεφάλι του και τη φίλησε άγρια στο στόμα. Μη σκέφτεσαι, μη σκέφτεσαι, προειδοποίησε τον εαυτό της κα­ θώς την πασπάτευαν τα χέρια του. Δεν είσαι εσύ. Δεν αγγίζει εσένα. «Μέσα». Ήλπιζε ότι ο φρουρός περνούσε την τρεμούλα της για πόθο. «Έλα μέσα μαζί μου. Θα είμαστε μόνοι μας». Εκείνος άνοιξε την πόρτα, κοιτάζοντας λαίμαργα το πρόσωπό της και το κορμί της. Ή που θα έβγαινε κερδισμένη, σκέφτηκε η Γκρέις, ή που θα έχανε τα πάντα. Με το μπήκαν μέσα, ο φρουρός κλείδωσε και την άρπαξε, μα εκείνη γέλασε ναζιάρικα.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

185

«Α, μη σε πιάνουν τα βιαστικά, ομορφούλη». Τίναξε πίσω τα μαλ­ λιά της και ξεγλίστρησε από τα χέρια του. «Γιατί να επισπεύσουμε μια τόσο ωραία φιλία; Θέλω να φρεσκαριστώ για σένα». Αυτός πάλι δεν είπε τίποτα, αλλά τα μάτια του μισόκλεισαν ανυ­ πόμονα και καχύποπτα. Χωρίς να πάψει να χαμογελά, η Γ κρέις έπιασε το βαρύ κρυστάλλινο άρωμα από το κομό. Γυναικείο όπλο, σκέφτη­ κε ψυχρά καθώς ψέκασε απαλά το δέρμα της και τον αέρα. «Προτιμώ να χρησιμοποιώ όλες μου τις αισθήσεις». Κουνιστή και λυγιστή, προχώρησε προς το μέρος του, σφίγγοντας σπασμωδικά το μπουκαλάκι στα δάχτυλά της. Κι έπειτα το σήκωσε απότομα και τον ψέκασε με άρωμα μες στα μάτια του που μέχρι τώρα την έτρωγαν. Αυτός έβγαλε μια τσιριχτή κραυγή απ’ το ξαφνικό τσούξιμο κι έπιασε ενστικτωδώς τα μάτια του. Βάζοντας όλη της τη δύναμη, η Γκρέις έσπασε το κρυστάλλινο μπουκαλάκι στο πρόσωπό του και του έχωσε μια γονατιά στ’ αχαμνά. Εκείνος τρέκλισε, μα δε σωριάστηκε κάτω. Το πρόσωπό του είχε γεμίσει αίματα και, κάτω απ’ τα αίματα, το δέρμα του είχε πανιάσει. Έψαχνε ψαχουλευτά το όπλο του και, όλο αγωνία, η Γκρέις του έριξε άρον άρον μια κλοτσιά, σημαδεύοντας και πάλι χαμηλά. Αυτή τη φορά έπεσε στα γόνατα, μα τα χέρια του έψαχναν ακόμα το όπλο που ήταν περασμένο στο πλευρό του. Με λυγμούς πλέον, η Γ κρέις άρπαξε ένα σκαμνάκι για τα πόδια με λευκή επένδυση και χρυσές φούντες. Τον κοπάνησε με το σκαμνί στο ματωμένο του πρόσωπο, ύστερα το σήκωσε ψηλά και το κατέ­ βασε με δύναμη στο κεφάλι του. Γεμάτη απόγνωση, όρμησε να του λύσει το όπλο, μα τα ιδρωμένα της δάχτυλα γλιστρούσαν στο πετσί και το μέταλλο. Όταν το κράτησε τρέμοντας στα χέρια της, έτοιμη για όλα, είδε ότι ο τύπος ήταν αναίσθητος. Ξεφύσηξε κι ύστερα γέλασε έξαλλα. «Τελικά δεν είμαι απ’ αυ­ τές». Ξεχνώντας κάθε επιφύλαξη, απέσπασε τα κλειδιά του από το χαλκά τους και τα έχωσε ένα ένα στην κλειδαριά μέχρι που άνοιξε. Και μετά το έβαλε στα πόδια στο διάδρομο, στο χρυσαφένιο φως, σαν ελάφι που τρέχει να γλιτώσει από λύκους. Στην κορυφή της σκάλας μια σκιά κινήθηκε και, με ένα σιγανό βογκητό, η Γκρέις σήκωσε το πιστόλι. «Δεύτερη φορά που με σημαδεύεις με όπλο». Η όρασή της θόλωσε ακούγοντας τη φωνή του Σεθ. Δάγκωσε τα


186

N

ora

R

oberts

χείλη της για να καθαρίσουν τα μάτια της και τον είδε να βγαίνει από τις σκιές στο φως. «Εσύ είσαι. Ήρθες». Δεν ήταν ντυμένος με πανοπλία, σκέφτηκε ζαλισμένη. Αλλά ήταν ντυμένος στα μαύρα -μπλούζα, παντελόνι, παπούτσια. Και δεν είχε σπαθί, αλλά πιστόλι. Δεν ήταν ανάμνηση. Ή ταν πραγματικότητα. Το φόρεμά της ήταν σκισμένο και λερωμένο με αίματα. Το πρό­ σωπό της μωλωπισμένο, τα μάτια της σοκαρισμένα. Ο Σεθ είχε σκο­ τώσει δυο άντρες για να φτάσει ως εδώ. Και βλέποντάς την έτσι, σκέφτηκε πως δεν ήταν αρκετοί.· «Μην ανησυχείς πια». Αντιστάθηκε στην παρόρμησή του να τρέξει κοντά της, να τη σφίξει στην αγκαλιά του. Έδειχνε έτοιμη να καταρρεύσει με ένα και μόνο άγγιγμα. «Θα σε βγάλουμε από δω μέσα. Κανείς δε θα σε πειράξει». «Θα τις σκοτώσει». Η Γκρέις πήρε με δυσκολία βαθιές ανάσες. «Θα τις σκοτώσει ό,τι κι αν κάνω. Είναι τρελός και κινδυνεύουν. Ό λοι μας κινδυνεύουμε απ’ αυτόν. Σε σκότωσε και πριν», συμπλή­ ρωσε με έναν ψίθυρο. «Και θα το επιχειρήσει ξανά». Εκείνος την έπιασε από το μπράτσο για να τη στηρίξει και της πήρε μαλακά το όπλο από το χέρι. «Πού είναι, Γκρέις;» «Είναι ένα δωμάτιο, έχει ένα κρυφό πέρασμα στη βιβλιοθήκη και μετά κατεβαίνεις σκάλες. Όπως παλιά... πριν από αιώνες. Το θυμάσαι;» Ζαλισμένη από τις εικόνες που της έρχονταν στο μυαλό, έπιασε το κεφάλι της. «Αυτός είναι εκεί με τα παιχνίδια του, όλα του τα γυαλιστερά παιχνίδια. Τον μαχαίρωσα με ένα μαχαίρι φαγητού». «Μπράβο, κορίτσι μου». Τα αίματα, να ήταν κι από την ίδια; Δεν έβλεπε καμιά πληγή πάνω της πέρα από τις μελανιές στο πρόσωπο και τα μπράτσα της. «Έλα τώρα, έλα μαζί μου». Την οδήγησε στη σκάλα και κατέβηκαν. Να ο φρουρός που εί­ χε ξαναδεί η Γ κρέις. Μα δεν ήταν όρθιος τώρα. Αποστρέφοντας το βλέμμα της, τον προσπέρασε και έδειξε με μια χειρονομία. Τα πόδια της τη βαστούσαν καλύτερα τώρα. Το παρελθόν δεν επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά το ίδιο, το ήξερε. Μερικές φορές άλλαζε. Οι άνθρωποι το άλλαζαν. «Είναι εκεί πίσω, η τρίτη πόρτα αριστερά». Ζάρωσε, διακρίνοντας μια κίνηση. Μα ήταν ο Τζακ, που ξεπρόβαλε από την εσοχή μιας πόρτας. «Ελεύθερο το πεδίο», είπε στον Σεθ.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

187

«Βγάλ’ την έξω». Την έσπρωξε στην αγκαλιά του Τζακ και τον κοίταξε με ένα βλέμμα που έλεγε, Πρόσεξε την. Σου έχω εμπιστοσύνη. Ο Τζακ την έφερε στο πλευρό του για να έχει ελεύθερο το χέρι με το όπλο του. «Όλα είναι εντάξει, γλυκιά μου». «Όχι». Η Γκρέις κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Θα τις σκο­ τώσει. Έ χει βάλει εκρηκτικά, κάτι, στο σπίτι και στην παμπ. Πρέπει να τον σταματήσετε. Το κρυφό πέρασμα. Θα σας δείξω». Ξέφυγε από τον Τζακ και προχώρησε σκουντουφλώντας σαν με­ θυσμένη στη βιβλιοθήκη. «Εδώ». Γύρισε ένα ρόδακα στη σκαλιστή κορνίζα του τοίχου. «Τον είδα που το έκανε». Το φύλλο της ξύλινης επένδυσης γλίστρησε μαλακά στην άκρη. «Τζακ, βγάλ’ την έξω και κάλεσε το 911. Θα τον αναλάβω εγώ». Η Γκρέις ένιωθε σαν να έπλεε μέσα σε πηχτό, ζεστό νερό. «Θα πρέπει να τον σκοτώσει», είπε αχνά, ενώ ο Σεθ εξαφανίστηκε στο άνοιγμα. «Δεν πρέπει να αποτύχει αυτή τη φορά». «Ξέρει τι πρέπει να κάνει». «Ναι, πάντα ξέρει». Και το δωμάτιο στριφογύρισε τρελά. «Τζακ, συγνώμη», πρόλαβε να του πει πριν σωριαστεί κάτω.

Ο Ντεβέιν δεν είχε κλειδώσει την πόρτα, πρόσεξε ο Σεθ. Τι αλαζό­ νας, να νομίζει ότι κανείς δε θα τολμούσε να εισβάλει στον ιερό του χώρο. Σηκώνοντας το όπλο του, ο Σεθ άνοιξε σιγά σιγά τη βαριά πόρτα και μισόκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του από τη δυνατή λάμψη του χρυσού. Μπήκε μέσα και έστρεψε όλη του την προσοχή στον άντρα που καθόταν σε μια καρέκλα σαν θρόνο στο κέντρο όλης αυτής της με­ γαλοπρέπειας. «Έληξε, Ντεβέιν». Ο Ντεβέιν δεν ξαφνιάστηκε. Το ήξερε ότι θα ερχόταν ο Μπιουκάναν. «Διακινδυνεύεις να χάσεις πολλά». Το χαμόγελό του ήταν ψυχρό και φιδίσιο και το βλέμμα του θεότρελο. «Διακινδύνευσες και πρώτα. Το θυμάσαι, έτσι δεν είναι; Το είδες στα όνειρά σου, σω­ στά; Ή ρθες κι άλλη φορά να με κλέψεις, να πάρεις τα Αστέρια και τη γυναίκα. Είχες σπαθί τότε, βαρύ και χωρίς πετράδια». Μια αμυδρή εικόνα πέρασε γρήγορα από το μυαλό του Σεθ. Έ να πέτρινο κάστρο, συννεφιασμένος ουρανός που προμηνούσε καται­ γίδα, ένα δωμάτιο γεμάτο πλούτη. Μια γυναίκα αγαπημένη. Κι επά­


188

N

ora

R o berts

νω σε ένα βωμό, ένα τρίγωνο αρπαγμένο από τα χέρια του θεού, στολισμένο με διαμάντια γαλάζια σαν αστέρια. «Σε σκότωσα». Ο Ντεβέιν γέλασε σιγανά. «Έριξα το πτώμα σου στα κοράκια». «Άλλο τότε». Ο Σεθ έκανε ένα βήμα μπροστά. «Κι άλλο τώρα». Ο Ντεβέιν χαμογέλασε πλατιά. «Σε έχω αφήσει πολύ πίσω μου». Σήκωσε το χέρι του και μαζί το όπλο που κρατούσε. Έπεσαν δυο πυροβολισμοί, τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο που ακούστηκαν σαν ένας. Το δωμάτιο σείστηκε κι αντήχησε ολόκληρο, ύστερα ηρέμησε και συνέχισε πάλι να λάμπει. Σιγά σιγά ο Σεθ πλη­ σίασε και κοίταξε τον άντρα που ήταν πεσμένος μπρούμυτα σε ένα βουναλάκι από χρυσάφι. «Τώρα, ναι», μουρμούρισε ο Σεθ. «Με έχεις αφήσει πολύ πίσω σου». Η Γκρέις άκουσε τους πυροβολισμούς. Για μια απερίγραπτη στιγμή, παρέλυσε ολόκληρη. Σταμάτησε η καρδιά της, το μυαλό της έπαψε να λειτουργεί, της κόπηκε η ανάσα, πάγωσε το αίμα της. Ύστερα συνήλθε, οι αισθήσεις πλημμύρισαν τον οργανισμό της σαν παλιρροϊκό 'κύμα και τινάχτηκε λαχανιασμένη από το παγκάκι όπου την είχε βάλει να καθίσει ο Τζακ. Και ήξερε, επειδή το ένιωθε, επειδή χτυπούσε ακόμα η καρδιά της, ότι η σφαίρα δεν είχε βρει τον Σεθ. Θα το είχε νιώσει αν είχε πεθάνει εκείνος. Θα είχε γίνει κομμάτια η καρδιά της. Παρ’ όλα αυτά περίμενε, με το βλέμμα της καρφωμένο στο σπί­ τι, γιατί ήθελε να δει με τα ίδια της τα μάτια. Τα αστέρια ταξίδευαν στον ουρανό και το φεγγάρι έλαμπε ανά­ μεσα απ’ τα δέντρα. Από κάπου μακριά, άρχισε να κρώζει ένα νυ­ χτοπούλι, με χαρά και ελπίδα. Ύστερα εκείνος βγήκε από το σπίτι. Σώος. Ο λαιμός της έκλεισε από τη συγκίνηση και τα μάτια της έτσουξαν απ’ τα δάκρυα, μα η Γκρέις τα κατάπιε. Ή θελε να τον δει καθαρά, να δει τον άντρα που αγαπούσε και δεν μπορούσε να έχει. Αυτός ήρθε κοντά της, με μάτια σκοτεινά κι ατάραχα, βήμα σταθερό. Είχε ήδη ανακτήσει τον αυτοέλεγχό του, συνειδητοποίησε η Γ κρέ­ ις. Είχε ήδη κλειδώσει σε κάποια γωνιά του μυαλού του ό,τι είχε αναγκαστεί να κάνει ώστε να μην παρεμβληθεί σε ό,τι έπρεπε να κάνει στη συνέχεια.


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

189

Η Γκρέις τύλιξε τα χέρια της γύρω της, πιάνοντας σφιχτά τα μπρά­ τσα της. Δεν κατάλαβε ότι με αυτή τη χειρονομία της, με το να ζη­ τήσει παρηγοριά από τον εαυτό της αντί από κείνον, τον έκανε να διστάσει και να μην την πάρει στην αγκαλιά του. Οπότε ο Σεθ στάθηκε σε απόσταση μισού μέτρου και κοίταξε τη γυναίκα που αγαπούσε και είχε διώξει από κοντά του. Ή ταν χλομή και έτρεμε ακόμα. Ωστόσο ο Σεθ δε θα την έλεγε αδύναμη. Ακόμα και τώρα, με το θάνατο να αχνοφέγγει ανάμεσά τους, δεν ήταν αδύναμη. Η φωνή της ήταν δυνατή και σταθερή. «Έληξε;» «Ναι, έληξε». «Θα τις σκότωνε». «Κι αυτό έληξε». Λαχταρούσε να την αγγίξει, να την αγκαλιά­ σει. Τόσο πολύ που λύγιζαν τα γόνατά του. Μα εκείνη γύρισε από την άλλη και στύλωσε το βλέμμα της στο σκοτάδι. «Θέλω να τις δω. Την Μπέιλι και την Εμ-Τζέι». «Το ξέρω». «Και πρέπει να σου δώσω κατάθεση». Χριστέ μου. Ο Σεθ κόντεψε να χάσει τον αυτοέλεγχό του και έτριψε τα μάτια του. «Αργότερα». «Γιατί; Θέλω να ξεμπερδεύω. Να λήξει κι αυτό». Πήρε κουρά­ γιο και ξαναγύρισε αργά προς το μέρος του. Και όταν τον αντίκρισε, τα χέρια του ήταν στα πλευρά του και το βλέμμα του ξάστερο. «Θέ­ λω να τελειώσει όλη αυτή η ιστορία». Τα λόγια της είχαν ξεκάθαρο νόημα, σκέφτηκε ο Σεθ. Ή ταν κι αυτός κομμάτι της ιστορίας. «Γκρέις, είσαι χτυπημένη και έχεις πάθει σοκ. Έρχεται ασθενο­ φόρο». «Δε χρειάζομαι ασθενοφόρο». «Μη μου λες τι στο διάολο χρειάζεσαι». Ξαφνικά φούντωσε ο θυμός του και το κεφάλι του άρχισε να βουίζει σαν σμήνος από τρε­ λαμένες σφήκες. «Σου είπα ότι μπορείς να δώσεις κατάθεση αργό­ τερα. Τρέμεις. Για όνομα του Θεού, κάθισε κάτω». Άπλωσε το χέρι του να την πιάσει, μα εκείνη τινάχτηκε, προτάσ­ σοντας το πιγούνι της και ζαρώνοντας τους ώμους της. «Μη μ ’ ακουμπάς. Δε... Μη». Αν την άγγιζε, μπορεί να κατέρρεε. Αν κατέρρεε, θα έβαζε τα κλάματα. Και αν έκλαιγε, θα άρχιζε να τον παρακαλά. Τα λόγια της του έσκισαν τα σωθικά σαν μαχαιριά και η από-


190

N

ora

R oberts

γνώση στα βαθυγάλανα μάτια της τον πόνεσε σαν χαστούκι. Νιώθο­ ντας τα δάχτυλά του να τρέμουν, ο Σεθ τα έχωσε στις τσέπες του και έκανε ένα βήμα πίσω. «Εντάξει. Κάθισε. Σε παρακαλώ». Του είχε φανεί πως δεν ήταν αδύναμη; Τώρα έδειχνε έτοιμη να διαλυθεί με το παραμικρό. Ήταν άσπρη σαν πανί και τα μάτια της πελώρια. Στο πρόσωπό της είχε μελανιές και αίματα. Κι αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Δεν τον άφηνε εκείνη. Άκουσε από μακριά το ουρλιαχτό των σειρήνων και από πίσω του βήματα. Ο Κέιντ, με ύφος ζοφερό, πήγε στην Γκρέις και έριξε στους ώμους της μια κουβέρτα που είχε φέρει από το σπίτι. Ο Σεθ την είδε να χαλαρώνει, να γυρνά αμέσως στην αγκαλιά του Κέιντ. Άκουσε τον τρεμάμενο λυγμό που προσπάθησε να πνίξει εκείνη στον ώμο του Κέιντ. «Πάρ’ την από δω». Άαχταρούσε να απλοόσει το χέρι του, να της χαϊδέψει τα μαλλιά, να την παρηγορήσει. «Πάρ’ την από δω πέρα, που να πάρει η ευχή». Και γύρισε ξανά στο σπίτι για να κάνει ό,τι ήταν απαραίτητο.

Τα πουλιά κελαηδούσαν όταν η Γκρέις βγήκε στον κήπο της το πρωί. Το δάσος ήταν ήσυχο και καταπράσινο. Και ακίνδυνο. Το είχε ανάγκη να έρθει εδώ, στο εξοχικό της καταφύγιο. Να έρθει μόνη της. Να βρεθεί μόνη της. Η Μπέιλι και η Εμ-Τζέι την είχαν καταλάβει. Σε λίγες μέρες, σκέφτηκε, θα πήγαινε στην πόλη και θα τους τηλεφωνούσε, μήπως ήθελαν να έρθουν κι εκείνες μαζί με τον Τζακ και τον Κέιντ. Αλλά δεν άντεχε να γυρίσει πίσω ακόμα. Άκουγε ακόμα τους πυροβολισμούς, θυμόταν πώς έτρεμε καθώς την είχε βγάλει έξω ο Τζακ. Το ήξερε ότι η σφαίρα είχε βρει τον Ντεβέιν και όχι τον Σεθ. Το είχε νιώσει. Δεν είχε ξαναδεί τον Σεθ εκείνο το βράδυ. Ή ταν εύκολο να τον αποφύγει μέσα στη σύγχυση που επακολούθησε. Είχε απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις της τοπικής αστυνομίας, είχε δώσει καταθέσεις σε αξιωματούχους της κυβέρνησης. Τα είχε βγάλει πέρα και μετά ζήτησε ήσυχα να την πάει ο Κέιντ ή ο Τζακ στη Σαλβίνι, να δει την Μπέιλι και την Εμ-Τζέι. Και τα Τρία Αστέρια. Κατεβαίνοντας στις ανθισμένες πεζούλες της, ξανάφερε τη σκη­


Τ ο Μ υ στ ικ ό Α στέρι

191

νή στο μυαλό της. Και στην καρδιά της. Οι τρεις τους όρθιες στο μισοσκόταδο ενός σχεδόν άδειου δωματίου, αυτή με το σκισμένο και ματωμένο της φόρεμα. Η καθεμιά τους είχε πάρει θέση σε μια γωνιά του τριγώνου, εί­ χαν νιώσει τη δύναμη των Αστεριών, είχαν δει μια απίστευτη ανα­ λαμπή. Και είχαν καταλάβει ότι τέλος, αυτό ήταν. «Θαρρείς πως το έχουμε ξανακάνει», είχε μουρμουρίσει η Μπέιλι. «Μα δεν τα είχαμε καταφέρει τότε. Χάσαμε και χαθήκαμε». «Τα καταφέραμε όμως τώρα». Η Εμ-Τζέι είχε σηκώσει το βλέμ­ μα της και τις κοίταξε μία μία στα μάτια. «Σαν να έκλεισε ένας κύκλος. Να ολοκληρώθηκε μια αλυσίδα. Είναι παράξενο, μα έτσι έπρεπε να γίνει». «Σε μουσείο αντί σε ναό αυτή τη φορά». Η Γκρέις ένιωσε ανα­ κούφιση μαζί με στενοχώρια καθώς άφησαν πάλι κάτω τα Αστέρια. «Τηρήθηκε μια υπόσχεση και εκπληρώθηκαν πεπρωμένα, φαντά­ ζομαι». Είχε στραφεί και στις δυο τους και τις αγκάλιασε. Άλλο ένα τρί­ γωνο. «Πάντα σας αγαπούσα και τις δυο, σας χρειαζόμουν και τις δυο. Μπορούμε να πάμε κάπου; Οι τρεις μας». Την έπιασαν τότε τα κλάματα. «Έχω ανάγκη να μιλήσω». Τους είχε πει τα πάντα, τους είχε ανοίξει την καρδιά της και έβγαλε όλη τη στενοχώρια και τον τρόμο της. Ώσπου δεν έμεινε τίποτα μέσα της. Και επειδή ήταν μαζί τους, υπέθετε, είχε νιώσει λίγο καλύτερα. Τώρα θα ξεπερνούσε μόνη της τον πόνο της. Μπορούσε να το κάνει εδώ, το ήξερε, και κλείνοντας τα μά­ τια της, πήρε μερικές ανάσες. Ύστερα, επειδή πάντα την ηρεμούσε, απόθεσε κάτω το καλάθι της κηπουρικής της και άρχισε να περιποι­ είται τα λουλούδια της. Ακούσε ένα αμάξι να έρχεται, τις ρόδες του στα χαλίκια, και έσμιξε τα φρύδια της ελαφρώς εκνευρισμένη. Οι γείτονές της ήταν ελάχιστοι και σπάνια την ενοχλούσαν με την παρουσία τους. Δεν ήθελε παρέα, μονάχα τα φυτά της, οπότε στάθηκε, με τα λουλούδια ολόγυρα στα πόδια της, αποφασισμένη να διώξει ευγενικά και κα­ τηγορηματικά τον επισκέπτη της. Η καρδιά της σκίρτησε δυνατά όταν είδε πως το αυτοκίνητο ήταν του Σεθ. Το είδε να σταματά στο δρομάκι της κι αυτός βγήκε έξω και κίνησε προς το μέρος της.


192

N

ora

Ro berts

Θαρρείς πως είχε βγει και η ίδια μέσα από κάποιον αρχαίο θρύ­ λο, σκέφτηκε ο Σεθ. Τα μαλλιά της ανέμιζαν στο αεράκι, το μακρύ, ριχτό φόρεμά της κυμάτιζε και γύρω της ήταν μια θάλασσα από λουλούδια. Τον έπιασε άγχος. Και το στομάχι του σφίχτηκε όταν είδε τη μελανιά στο μάγουλό της. «Είσαι πολύ μακριά από το σπίτι σου, Σεθ», του είπε ανέκφρα­ στα όταν εκείνος σταμάτησε δυο σκαλιά πιο κάτω απ’ αυτήν. «Δε σε βρίσκει κανείς εύκολα, Γκρέις». «Έτσι το προτιμώ. Δε θέλω συντροφιά εδώ πέρα». «Προφανώς». Για να δώσει στον εαυτό του το χρόνο να προσαρ­ μοστεί, αλλά και από περιέργεια, κοίταξε το τοπίο, το σπίτι πάνω στο λόφο, το βαθυπράσινο δάσος. «Είναι πολύ ωραίο μέρος». «Ναι». «Απόμερο». Το βλέμμα του ξαναγύρισε στο δικό της τόσο γρή­ γορα και με τέτοια ένταση που η Γκρέις παραλίγο να τιναχτεί. «Γαλήνιο. Σου αξίζει λίγη γαλήνη». «Γι’ αυτό ήρθα εδώ». Ανασήκωσε το φρύδι της. «Εσύ γιατί ήρ­ θες εδώ;» «Ήθελα να σου μιλήσω. Γ κρέις...» «Είχα σκοπό να σε δω όταν θα γυρνούσα», του είπε γρήγορα. «Δε μιλήσαμε πολύ χτες το βράδυ. Μάλλον ήμουν πολύ πιο ταραγ­ μένη απ’ ό,τι νόμιζα. Δε σε ευχαρίστησα καν». Ή ταν χειρότερο, συνειδητοποίησε ο Σεθ, που του μιλούσε έτσι ψυχρά κι ευγενικά· καλύτερα να του φώναζε και να τον έβριζε. «Δε χρειάζεται να με ευχαριστήσεις για τίποτα». «Μου έσωσες τη ζωή, καθώς και τη ζωή, πιστεύω, των ανθρώπων που αγαπώ. Το ξέρω πως έκανες παραβάσεις, ακόμα και παρανομίες, για να με βρεις και να με γλιτώσεις απ’ αυτόν. Και σ ’ ευγνωμονώ». Οι παλάμες του ίδρωσαν. Τον έκανε να το ξαναδεί, να το ξανα­ νιώσει. Την οργή και τον τρόμο του. «Θα έκανα τα πάντα για να σε γλιτώσω απ’ αυτόν». «Ναι, το ξέρω». Εί Γκρέις έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Δεν άντεχε να τον κοιτάζει στα μάτια, της ήταν πολύ οδυνηρό. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της, είχε δώσει όρκο στον εαυτό της ότι δε θα πληγωνόταν ξανά. «Και αναρωτιέμαι αν ήταν γραφτό για όλους μας ό,τι συνέβη αυτό το σύντομο διάστημα. Ή », πρόσθεσε με ένα αχνό χαμόγελο, «αν πιστεύεις ό,τι συνέβη ανά τους αιώνες. Ελπίζω


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

193

να μη... να μην έχεις πρόβλημα με την καριέρα σου ύστερα απ’ ό,τι έκανες για μένα». Τα μάτια του σκοτείνιασαν. «Η δουλειά μου είναι σίγουρη, Γκρέις». «Χαίρομαι». Έπρεπε να φύγει ο Σεθ, σκέφτηκε. Να φύγει τώ­ ρα, γιατί αλλιώς θα κατέρρεε εκείνη. «Παρ’ όλα αυτά, σκοπεύω να γράψω ένα γράμμα στους ανώτερούς σου. Και ίσως να ξέρεις πως έχω ένα θείο στη Γερουσία. Δε θα μου κάνει εντύπωση αν, όταν καταλαγιάσουν τα πράγματα, πάρεις προαγωγή». Ο λαιμός του είχε κλείσει. «Κοίταξέ με, που να πάρει η ευχή». Τα μάτια της στράφηκαν πάλι στο πρόσωπό του και ο Σεθ έσφιξε τις γροθιές του για να μην την αγγίξει. «Νομίζεις πως έχει σημασία;» «Ναι. Έ χει σημασία, Σεθ, για μένα τουλάχιστον. Προς το παρόν, όμως, έχω ανάγκη να μείνω μερικές μέρες μόνη μου, γ ι’ αυτό με συγχωρείς, αλλά θέλω να συνεχίσω την κηπουρική μου πριν ζεστά­ νει η μέρα». «Πιστεύεις ότι έληξε η σχέση μας;» Η Γκρέις έσκυψε, έπιασε την ψαλίδα της και έκοψε μερικά ξερα­ μένα λουλούδια. Μαραίνονταν όλα πολύ γρήγορα, σκέφτηκε και η καρδιά της πόνεσε. «Πιστεύω ότι την τελείωσες ήδη εσύ». «Μη μου γυρνάς την πλάτη». Μες στον πανικό και την οργή που τον κυρίευσαν ξαφνικά, την έπιασε από το μπράτσο και την τράβη­ ξε προς το μέρος του. «Μη μου γυρνάς την πλάτη. Δεν μπορώ...» Σώπασε και άγγιξε το μελανιασμένο της μάγουλο. «Αχ, Θεέ μου, Γκρέις. Σε χτύπησε». «Δεν είναι τίποτα». Η Γκρέις πισωπάτησε γρήγορα, ζάρωσε σχεδόν, και το χέρι του έπεσε βαριά στο πλευρό του. «Οι μελανιές φεύγουν. Κι αυτός δεν υπάρχει πια. Χάρη σ ’ εσένα. Δεν υπάρχει πια και αυτή η ιστορία τελείωσε. Τα Τρία Αστέρια βρίσκονται εκεί που πρέπει και όλα έχουν επιστρέφει στη θέση τους. Όλα είναι όπως έπρεπε να είναι». «Αλήθεια;» Ο Σεθ δεν την πλησίασε ξανά, δεν άντεχε να τη δει να ζαρώνει πάλι. «Σε πλήγωσα και δε θέλεις να με συγχωρέσεις». «Όχι εντελώς», συμφώνησε εκείνη, πασχίζοντας να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα. «Αλλά μου έσωσες τη ζωή, οπότε...» «Σταμάτα», της είπε σιγανά, με φωνή που έτρεμε. «Σταμάτα». Καταταραγμένος, γύρισε από την άλλη και βάλθηκε να βηματίζει, παραλίγο να της τσαλαπατήσει τα παρτέρια της. Δεν ήξερε πως


194

N

ora

R oberts

ήταν δυνατό να υποφέρει κανείς έτσι -ν α παγώνει το στομάχι του, να φλέγεται το μυαλό του. Της μίλησε, κοιτάζοντας το δάσος, τις σκιές και τους δροσερούς πράσινους ίσκιους. «Ξέρεις πώς ένιωσα όταν έμαθα ότι σε είχε αρ­ πάξει; Όταν σκεφτόμουν ότι ήσουν στα χέρια του; Όταν άκουσα τη φωνή σου στο τηλέφωνο και ήταν φανερό πόσο φοβόσουν;» «Δε θέλω να το σκέφτομαι. Δε θέλω να σκέφτομαι τίποτα α π’ όλα αυτά». «Εγώ όμως δεν μπορώ να τα βγάλω από το μυαλό μου. Και σε βλέπω... κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου, σε βλέπω να στέκεσαι σ ’ εκείνον το διάδρομο, με αίματα στο φόρεμά σου και σημάδια στο δέρμα σου. Και να μην ξέρω... να μην ξέρω τι σου είχε κάνει αυτός. Και να θυμάμαι... να μισοθυμάμαι κάποια άλλη φορά που δεν μπό­ ρεσα να τον σταματήσω». «Τελείωσε τώρα», του είπε ξανά, γιατί μετά βίας τη βαστούσαν τα πόδια της. «Μην το σκαλίζεις». «Ίσως να ξέφευγες και χοιρίς εμένα», συνέχισε εκείνος. «Έβγα­ λες από τη μέση ένα φρουρό διπλάσιο από σένα. Ίσως να μη με χρειαζόσουν καν. Και συνειδητοποίησα ότι αυτό ήταν το πρόβλημά μου από την αρχή. Το ότι πίστευα, ήμουν σίγουρος, ότι σε χρεια­ ζόμουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι με χρειαζόσουν εσύ. Και το φο­ βόμουν. Ανοησία μου που το φοβόμουν», είπε και ανέβηκε πάλι τα σκαλιά. «Άπαξ και νιώσεις πραγματικό φόβο ότι μπορεί να χάσεις το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή σου από τη μια στιγμή στην άλ­ λη, τίποτε άλλο δε σε αγγίζει πια». Την πήρε στην αγκαλιά του, αψηφώντας την αντίδρασή της μες στην απόγνωσή του. Και με μια τρεμάμενη ανάσα, έχωσε το πρόσω­ πό του στα μαλλιά της. «Μη με σπρώξεις, μη με διώξεις». «Δεν το αντέχω». Σπάραζε η καρδιά της που βρισκόταν στην αγκαλιά του, ωστόσο ευχόταν να μπορούσε να μείνει για πάντα εκεί, με τη ζεστασιά του ήλιου στο δέρμα της και το πρόσωπό του μες στα μαλλιά της. «Σε έχω ανάγκη. Σε έχω ανάγκη», επανέλαβε εκείνος και έστρε­ ψε διψασμένα τα χείλη του στα δικά της. Τα συναισθήματα ξεχύθηκαν τότε ασυγκράτητα και η Γκρέις λύγισε. Κατέκλυσαν και τους δυο τους σαν ακατάσχετη θύελλα, συ­ γκλόνισαν την καρδιά της. Έκλεισε τότε τα μάτια της και γλίστρησε τα χέρια της γύρω του. Θα της έφτανε η ανάγκη του, υποσχέθηκε


Το Μ

υ σ τ ικ ό

Α

στέρι

195

στον εαυτό της. Θα έφτανε και για τους δυο τους. Λαχταρούσε να του δώσει τόσα πολλά που δεν άντεχε να του το αρνηθεί. «Δε 0α σε διώξω». Του χάιδεψε την πλάτη και τον ηρέμησε. «Χαίρομαι που ήρθες. Σε θέλω εδώ». Τραβήχτηκε και έβαλε το χέρι του στο μάγουλό της. «Πάμε μέσα, Σεθ. Πάμε στο κρεβάτι». Εκείνος της έσφιξε το χέρι. Ύστερα της ανασήκωσε μαλακά το πιγούνι. Τον πόνεσε που η Γ κρέις πίστευε πως ήθελε μόνο αυτό από κείνη. Που της είχε δώσει τέτοια εντύπωση. «Γκρέις, δεν ήρθα για να πλαγιάσω μαζί σου. Δεν ήρθα για να συνεχίσουμε από κει που σταματήσαμε». Γιατί αρνιόταν τόσο καιρό να δει αυτό που υπήρχε στα μάτια της; αναρωτήθηκε. Γιατί δεν ήθελε να πιστέψει ό,τι ήταν ολοφάνε­ ρο, όσα του πρόσφερε με όλη της τη μεγαλοψυχία η Γκρέις. «Ήρθα εδώ για να σε παρακαλέσοι. Το τρίτο Αστέρι είναι μεγαλο­ ψυχία», είπε, σαν να μονολογούσε σχεδόν. «Δε μ ’ έκανες να σε παρακαλέσω. Δεν ήρθα για σεξ, Γ κρέις. Ούτε για να μου πεις ευχαριστώ». Μπερδεμένη, κούνησε το κεφάλι της. «Τι θέλεις, Σεθ; Γιατί ήρθες;» Δεν ήταν σίγουρος αν ήξερε γιατί ακριβώς, μα τώρα το συνει­ δητοποίησε πλήρως. «Για να μου πεις τι θέλεις εσύ. Τι έχεις ανάγκη εσύ». «Γαλήνη». Έγνεψε ολόγυρά της. «Βρίσκω γαλήνη εδώ. Φιλία. Και φίλες έχω». «Κι αυτό είναι όλο; Σου φτάνει;» «Μου έφτανε όλη μου τη ζωή». Της έπιασε το πρόσωπο με τα δυο του χέρια για να μην προλάβει εκείνη να απομακρυνθεί. «Κι αν μπορούσες να έχεις κι άλλα πράγ­ ματα; Τι θα ήθελες, Γκρέις;» «Δεν έχει νόημα να θες πράγματα που δεν μπορείς να αποκτή­ σεις, γίνεσαι δυστυχισμένος». «Πες μου». Την κοίταξε στα μάτια. «Μίλα μου μια φορά ξεκά­ θαρα. Πες μου τι θέλεις». «Οικογένεια. Παιδιά. Θέλω παιδιά κι έναν άντρα που να μ ’ αγα­ πά -π ο υ να θέλει να κάνει οικογένεια μαζί μου». Έ να χαμόγελο σχηματίστηκε αργά στα χείλη της, μα δεν άγγιξε τα μάτια της. «Σου κάνει εντύπωση που θα ήθελα να χαλάσω τη σιλουέτα μου; Να πε­ ράσω κάμποσα χρόνια της ζωής μου αλλάζοντας πάνες;» «Όχι». Ο Σεθ άφησε το πρόσωπό της και την έπιασε γερά α π’


196

N

ora

R

oberts

τους ώμους. Ή ταν έτοιμη να τιναχτεί, πρόσεξε. Να το βάλει στα πόδια. «Όχι, δε μου κάνει εντύπωση». «Αλήθεια; Καλά». Ανασήκωσε τους ώμους της σαν να τη βάραι­ νε το άγγιγμά του. «Αν καθίσεις, πάμε μέσα. Διψάω». «Γκρέις, σ ’ αγαπώ». Είδε το χαμόγελό της να σβήνει και την ένιωσε να κοκαλώνει. «Τι; Τι είπες;» «Σ’ αγαπώ». Του έδωσε δύναμη που το είπε, συνειδητοποίησε. Μεγάλη δύναμη. «Σε ερωτεύτηκα πριν σε δω καν. Ερωτεύτηκα μια εικόνα, μια ανάμνηση, μια επιθυμία. Δεν είμαι σίγουρος τι απ’ όλα ή αν ήταν όλα μαζί. Δεν ξέρω αν ήταν μοίρα, επιλογή ή τύχη. Αλλά σε ερωτεύτηκα τόσο γρήγορα και τόσο παράφορα που δεν ήθελα να πιστέψω στη σχέση μας. Και σε έδιωξα γιατί εσύ πίστεψες. Αυτό ήρθα να σου πω». Τα δάχτυλά του γλίστρησαν στα μπράτσα της και της έπιασε τα χέρια. «Γκρέις, σου ζητάω να πιστέψεις πάλι στη σχέση μας. Και να με παντρευτείς». «Ν α...»Ή Γκρέις έκανε ένα βήμα πίσω και έπιασε την καρδιά της. «Θέλεις να σε παντρευτώ». «Σου ζητάω να γυρίσεις πίσω μαζί μου σήμερα. Το ξέρω ότι θε­ ωρείται ξεπερασμένο στην εποχή μας, αλλά θέλω να γνωρίσεις την οικογένειά μου». Το στήθος της είχε σφιχτεί και η καρδιά της κόντευε να σπάσει. «Θέλεις να γνωρίσω την οικογένειά σου». «Και να γνωρίσουν κι αυτοί τη γυναίκα που αγαπώ, τη γυναίκα με την οποία θέλω να φτιάξω τη ζωή μου. Αυτή τη ζωή περίμενα πά­ ντα, εσένα περίμενα». Πήρε το χέρι της, το ακούμπησε στο μάγουλό του και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Τη γυναίκα με την οποία θέλω να κάνω παιδιά». «Α». Το σφίξιμο έφυγε από την καρδιά της και όλα της τα συ­ ναισθήματα ξεχύθηκαν σαν χείμαρρος από μέσα της, την πλημμύ­ ρισαν... και τα μάτια της δάκρυσαν. «Μην κλαις». Τελικά, φαίνεται πως θα την παρακαλούσε. «Γκρέ­ ις, σε παρακαλώ, μην κλαις. Μη μου πεις πως είναι αργά». Αδέξια, της σφούγγισε τα δάκρυα με τους αντίχειρές του. «Μη μου πεις ότι τα έκανα θάλασσα». «Σ’ αγαπώ πάρα πολύ». Έκλεισε τα δάχτυλά της γύρω από τους


Το

Μ υ σ τ ικ ό Α σ τ έ ρ ι

197

καρπούς του και είδε αμέσως τη συγκίνηση στα μάτια του. «Σε περίμενα και στενοχωριόμουν. Γιατί ήμουν σίγουρη ότι σ ’ έχασα. Ξανά». «Όχι αυτή τη φορά». Εξακολουθώντας να της κρατά το πρόσω­ πο, τη φίλησε τρυφερά. «Ποτέ ξανά». «Ναι, ποτέ ξανά», μουρμούρισε εκείνη πάνω στα χείλη του. «Πες μου ναι», της ζήτησε. «Θέλω να σ ’ ακούσω να λες “ναι”». «Ναι. Σε όλα». Τον έσφιξε στην αγκαλιά της, στο πρωινό αεράκι που μοσχοβο­ λούσε λουλούδια, ενώ τα αστέρια κοιμούνταν πίσω απ’ τον ουρανό. Κι ένιωσε τον τελευταίο κρίκο μιας ατελείωτης αλυσίδας να μπαίνει στη θέση του. «Σεθ». Εκείνος κράτησε κλειστά τα μάτια του, με το μάγουλό του μες στα μαλλιά της. Και στα χείλη του άνθισε ένα χαμόγελο. «Γκρέις». «Βρισκόμαστε εκεί που πρέπει. Το αισθάνεσαι;» Η Γκρέις πήρε μια βαθιά ανάσα. «Όλοι μας βρεθήκαμε εκεί που θέλαμε». Σήκωσε το κεφάλι της και βρήκε τα χείλη του να την περιμέ­ νουν. «Και τώρα», της είπε εκείνος σιγανά, «η ζωή μας αρχίζει».


ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ


Στην Ντίξι Μπράουνινγκ, την πραγματική κυρά του νησιού


Κεφάλαιο 1

Ν α ι, ο Έντουιν Τζ. Χάρντεστι ίο πίστευε. Δεν ήταν άνθρωπος που φαντασιοκοπούσε ή κυνηγούσε όνειρα, αλλά μερικές φορές στη δι­ άρκεια της ήσυχης λογοτεχνικής ζωής του έψαχνε ένα σεντούκι με χρυσάφι. Σύμφωνα με τις πληροφορίες στις πολυάριθμες σημειώ­ σεις του, στα προσεκτικά διαγράμματα και στα ερευνητικά βιβλία με τις τσακισμένες γωνίες, πίστευε πως το είχε βρει. Μέσα στο σπουδαστήριο με την ξύλινη επένδυση, μια λάμπα έριχνε μια φωτεινή δέσμη σ ’ ένα γερό δρύινο γραφείο. Το φως έπε­ φτε σ ’ ένα χέρι -στενό και λεπτό, χωρίς δαχτυλίδια ή βαμμένα νύ­ χια. Μα και γυμνό ακόμα, ήταν ένα πολύ γυναικείο χέρι, απ’ αυτά που θα φανταζόσουν να κρατούν ένα πορσελάνινο φλιτζάνι ή μια φτερωτή βεντάλια. Έ να χέρι εκπληκτικά κομψό για μια γυναίκα που δε θεωρούσε πως ήταν κομψή, ντελικάτη ή πως είχε ιδιαίτερη θηλυκότητα. Η Καθλίν Χάρντεστι ήταν -όπω ς ήταν κάποτε και ο πατέρας της, και όπως της είχε μάθει- αφοσιιομένη στη διδασκαλία. Η έγνοια της ήταν τα ανθρώπινα μυαλά -ν α τα διευρύνει και να τα ικανοποιεί. Σ ’ αυτό συμπεριλάμβανε και το δικό της μυαλό, καθώς και τα μυαλά όλων των μαθητών της. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, ο πατέρας της της είχε εντυπώσει στο νου πόσο ση­ μαντική ήταν η μόρφωση. Της τόνιζε ότι είχε προτεραιότητα από καθετί άλλο στη ζωή. Η μόρφωση ήταν ο συνεκτικός ιστός όλου του πολιτισμού. Από μικρή μεγάλωσε με τη μυρωδιά σκονισμένων βιβλίων και με υπομονετικά διδάγματα σε ήρεμους τόνους. Όλοι περίμεναν να αριστεύσει στο σχολείο και είχε αριστεύσει. Περίμεναν να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα της και να γίνει


202

N

ora

R

oberts

εκπαιδευτικός. Στα είκοσι οχτώ της, η Κέιτ τελείωνε την πρώτη χρο­ νιά της στο Γέιλ ως επίκουρος καθηγήτρια της αγγλικής λογοτεχνίας. Στο χαμηλό φως του ήσυχου σπουδαστηρίου, έμοιαζε με καθηγήτρια. Τα ανοιχτά ξανθά μαλλιά της ήταν μαζεμένα προσεκτικά στο σβέρκο της και όλα τα τσιμπιδάκια βαλμένα όμορφα. Τα πρα­ κτικά γυαλιά της από ταρταρούγα έδειχναν σκούρα πάνω στη γα­ λακτερή επιδερμίδα της. Τα ψηλά ζυγωματικά της προσέδιδαν στο πρόσωπό της μια σχεδόν υπεροπτική όψη που συχνά τη διέψευδαν τα θερμά, καστανά μάτια της. Π αρ’ όλο που το σακάκι της ήταν περασμένο στην πλάτη της καρέκλας της, η λευκή μπλούζα που φορούσε ήταν ακόμα κολλαρι­ στή. Τα μανικέτια της ήταν γυρισμένα, φανερώνοντας ντελικάτους καρπούς και ένα λεπτό ελβετικό ρολόι στο αριστερό της χέρι. Τα σκουλαρίκια της ήταν κομψά χρυσά κουμπάκια που της τα είχε δώ­ σει ο πατέρας της στα εικοστά πρώτα της γενέθλια, το μόνο πραγμα­ τικά προσωπικό δώρο που θυμόταν να έχει πάρει ποτέ από κείνον. Εφτά ολόκληρα χρόνια αργότερα και μόλις μια βδομάδα μετά την κηδεία του πατέρα της, η Κέιτ καθόταν στο γραφείο του. Στο χώρο υπήρχε ακόμα η μυρωδιά της κολόνιας του και μια υποψία οσμής από την πίπα που κάπνιζε μόνο σ ’ εκείνο το δωμάτιο. Η Κέιτ είχε βρει επιτέλους το κουράγιο να κοιτάξει τα χαρτιά του. Δεν το ήξερε πως ήταν άρρωστος. Στα εξήντα του, ο Χάρντεστι φαινόταν γερός και δυνατός. Δεν είχε πει στην κόρη του για τις επισκέψεις του στο γιατρό, τις εξετάσεις του, τα αποτελέσματα από το ηλεκτροκαρδιογράφημα ή τα χαπάκια που κουβαλούσε παντού μαζί του. Η Κέιτ είχε βρει τα χαπάκια του στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του μετά το μοιραίο του έμφραγμα. Δεν ήξερε ότι ο πατέρας της είχε πρόβλημα με την καρδιά του, γιατί ο Χάρντεστι ποτέ δε μιλούσε για τις αδυναμίες του σε κανέναν. Δεν ήξερε για τα διαγράμματα και τα χαρτιά των ερευνών του στο γραφείο του · ούτε για τα όνειρά του μιλούσε ποτέ. Τώρα που είχε μάθει και για τα δύο, η Κέιτ δεν ήταν πλέον σί­ γουρη αν γνώριζε ποτέ στ’ αλήθεια τον άνθρωπο που την είχε με­ γαλώσει. Τη μητέρα της τη θυμόταν αμυδρά· επόμενο ήταν, ύστερα από είκοσι χρόνια και βάλε. Ο πατέρας της πριν από μια βδομάδα ζούσε ακόμη. Ακουμπώντας για λίγο πίσω στην καρέκλα, ανέβασε τα γυαλιά


Το Χ

ρυσάφ ι της

Θαλαςςας

203

της στο μέτωπό της και έτριψε τη ράχη της μύτης της με τον αντίχειρα και το δείκτη. Με τη λάμπα του γραφείου να τη χωρίζει μο­ νάχα από το σκοτάδι, προσπάθησε να σκεφτεί τον πατέρα της με σαφήνεια. Ή ταν ψηλός και σωματώδης, με γκρίζα μαλλιά και υπομονετικό πρόσωπο. Προτιμούσε τα σκούρα κοστούμια και τα λευκά πουκά­ μισα. Η μόνη του ματαιοδοξία που θυμόταν η Κέιτ ήταν πως έκανε μανικιούρ κάθε βδομάδα. Μα δεν ήταν η εμφάνισή του που πάσχιζε να φέρει τώρα στο νου της. Ως πατέρας... Δεν της είχε φερθεί ποτέ άσχημα. Δεν της είχε υψώσει ποτέ τη φωνή, ούτε την είχε χτυπήσει. Δεν είχε χρειαστεί ποτέ, σκέφτηκε η Κέιτ με έναν αναστεναγμό. Αρκούσε να εκφράσει απογοήτευση κι αποδοκιμασία. Ή ταν ευφυής, ακούραστος, αφοσιωμένος. Αλλά σε σχέση με την εργασία του. Ως πατέρας, συλλογίστηκε η Κέιτ... Δεν της είχε φερ­ θεί ποτέ άσχημα. Δεν της ερχόταν τίποτε άλλο στο μυαλό και γ ι’ αυτό την έπιασαν και πάλι τύψεις και στενοχώρια. Τουλάχιστον, δεν τον είχε απογοητεύσει. Της το είχε πει ο ίδιος, όταν έγινε δεκτή στο Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας του Γέιλ. Ούτε περίμενε πως θα τον απογοήτευε ποτέ η κόρη του. Η Κέιτ ήξερε, αν και δεν το είχαν συζητήσει ποτέ, ότι ο πατέρας της ήθελε να γίνει εκείνη επικεφαλής του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας μέσα σε δέ­ κα χρόνια. Αυτό ήταν μόνο το όνειρό του γ ι’ αυτήν. Να είχε συνειδητοποιήσει ποτέ πόσο τον αγαπούσε; αναρωτή­ θηκε κι έκλεισε τα μάτια της, γιατί είχε κουραστεί πια ύστερα από όλες τις ώρες που διάβαζε τα γραπτά του πατέρα της. Να ήξερε πόσο λαχταρούσε να τον ευχαριστήσει; Αν της είχε πει έστω και μια φορά πως ήταν περήφανος... Στο τέλος, δεν είχε περάσει μερικές έντονες τελευταίες στιγμές με τον πατέρα της όπως γίνεται στα βιβλία ή στις ταινίες. Όταν έφτασε στο νοσοκομείο, αυτός είχε ήδη αποβιώσει. Δεν τους είχε δοθεί χρόνος για κουβέντες. Δεν τους είχε δοθεί χρόνος για δάκρυα. Τώρα έμενε μόνη της στο συγυρισμένο σπίτι στο Κέιπ Κοντ όπου είχε ζήσει χρόνια μαζί του. Η οικονόμος θα εξακολουθούσε να έρχεται κάθε Τετάρτη πρωί και ο κηπουρός κάθε Κυριακή για να κουρεύει το γρασίδι. Εκείνη θα έπρεπε να ασχοληθεί μόνη της με τη χαρτούρα, να τακτοποιήσει πράγματα, να κάνει το ξεκαθάρισμα. Μπορούσε να το κάνει. Η Κέιτ ακούμπησε ακόμα πιο πίσω στη


204

N

ora

R oberts

φθαρμένη δερμάτινη πολυθρόνα του πατέρα της. Μπορούσε να το κάνει, γιατί όλα αυτά ήταν πρακτικά ζητήματα. Τα αντιμετώπιζε με ευκολία τα πρακτικά ζητήματα. Αυτά τα χαρτιά που είχε βρει όμως; Τι θα έκανε με τα προσεκτικά σχεδιασμένα διαγράμματα, με τα τε­ τράδια που ήταν γεμάτα πληροφορίες, κατευθύνσεις, ιστορία, θεω­ ρίες; Από τη μια, επειδή είχε μάθει από μικρή να βλέπει τα πράγμα­ τα λογικά, σκεφτόταν να τα αρχειοθετήσει με τάξη. Από την άλλη όμως, της άρεσε να χάνεται μέσα σε φαντασιώ­ σεις και όνειρα, στα «αν» της ζωής. Ή ταν η πλευρά του εαυτού της που της επέτρεπε να απορροφιέται εντελώς από τον γραπτό λόγο, να βυθίζεται στα θαύματα ενός βιβλίου. Και τα χαρτιά στο γραφείο του πατέρα της την καλούσαν. Το είχε πιστέψει. Η Κέιτ έσκυψε πάλι πάνω από τα χαρτιά. Το είχε πιστέψει, αλλιώς δε θα είχε χαραμίσει το χρόνο του να τεκμη­ ριώνει, να ερευνά, να διαμορφώνει θεωρίες. Δε θα μπορούσε ποτέ να το συζητήσει μαζί του. Μα κατά κάποιον τρόπο δεν της μιλούσε γ ι’ αυτό με τα γραπτά του; Θησαυρός. Χαμένος θησαυρός. Όπως στα μυθιστορήματα και τις ταινίες του Χόλιγουντ. Κρίνοντας από τη στοίβα με τα χαρτιά και τα τετράδια στο γραφείο του, ο Χάρντεστι θα πρέπει να συνέλε­ γε μήνες, ίσως και χρόνια, τις πληροφορίες για την τοποθεσία ενός αγγλικού εμπορικού καραβιού που είχε βουλιάξει στα ανοιχτά της Βόρειας Καρολίνας πριν από δυο αιώνες. Της έφερε αμέσως στο νου τονΈ ντουαρντ Τιτς, το Μαυρογένη, τον αιμοβόρο πειρατή με τις τρελές δεισιδαιμονίες που είχε σπείρει τον τρόμο. Όπως έλεγαν τα ρομάντζα, σκέφτηκε και θυμήθηκε ένα ρομαντικό ειδύλλιο... Νησί Όκρακοκ. Η ανάμνηση ήταν έντονη, γλυκιά και οδυνηρή. Η Κέιτ είχε απωθήσει όλα όσα είχαν συμβεί εκείνο το καλοκαίρι πριν από τέσσερα χρόνια. Ό λα και όλους. Τώρα, αν ήθελε να απο­ φασίσει λογικά τι να κάνει, έπρεπε να σκεφτεί εκείνους τους μήνες που πέρασε νωχελικά στα απόμερα Άουτερ Μπανκς της Βόρειας Καρολίνας. Μόλις είχε αρχίσει να ετοιμάζει το διδακτορικό της. Είχε ξαφ­ νιαστεί όταν ο πατέρας της ανακοίνωσε ότι σκόπευε να περάσει το καλοκαίρι στο Όκρακοκ και την κάλεσε να τον συνοδεύσει. Είχε πάει, φυσικά, παίρνοντας μαζί της τη φορητή γραφομηχανή της, κουτιά με βιβλία, δέσμες από χαρτιά. Δεν περίμενε να τη σαγηνεύ-


Γο Χ

ρυσάφ ι της

Θαλαςςας

205

σουν οι λευκές αμμουδιές και τα κρωξίματα των γλάρων. Δεν περί­ μενε να ερωτευτεί παράφορα και τρελά. Τρελά, επανέλαβε η Κέιτ, σαν να υπερασπιζόταν τον εαυτό της. Έπρεπε να θυμάται πως ήταν τρέλα. Τα αισθήματά της για τον Κάι Σίλβερ δεν είχαν καμιά απολύτως σύνεση. Ακόμα και το όνομά του, συλλογίστηκε, ήταν μοναδικό, ασυνή­ θιστο, εντυπωσιακό. Ταίριαζαν όσο ένα παγόνι κι ένας τρυποφρά­ χτης. Μα αυτό δεν την είχε εμποδίσει να χάσει τα μυαλά της, την καρδιά της και την αγνότητά της εκείνο το γλυκό, μαγικό καλοκαίρι. Ακόμα τον έβλεπε στο πηδάλιο του σκάφους που είχε νοικιάσει ο πατέρας της, να το οδηγεί γελαστός μες στον άνεμο και τα μαύρα μαλλιά του να χορεύουν στον αέρα. Ακόμα θυμόταν τη μεθυστική αίσθηση όταν είχαν βουτήξει με μπουκάλες στα ζεστά νερά του αιγιαλού. Είχε απορροφηθεί τόσο πολύ από ό,τι συνέβαινε που δεν κάθισε να σκεφτεί γιατί ενδιαφερόταν ξαφνικά ο πατέρας της για σκάφη και καταδύσεις. Είχε εκπλαγεί τόσο πολύ που άρεσε σε έναν άντρα σαν τον Κάι Σίλβερ ώστε δεν πρόσεξε την ενασχόληση του πατέρα της με θα­ λάσσια ρεύματα και παλίρροιες. Και μέσα στην έξαψή της δε συ­ νειδητοποίησε ότι ο πατέρας της δεν είχε πιάσει ποτέ ένα καλάμι ψαρέματος όπως οι άλλοι παραθεριστές. Τώρα όμως είχε ξεπεράσει τις νεανικές της φαντασιοπληξίες, εί­ πε στον εαυτό της. Τώρα θυμόταν καθαρά πόσες ώρες κλεινόταν ο πατέρας της στο δωμάτιό του στο ξενοδοχείο, διαβάζοντας το ένα μετά το άλλο τα βιβλία που είχε φέρει μαζί του από τη βιβλιοθήκη της ενδοχώρας. Έκανε έρευνα ακόμα και τότε. Η Κέιτ ήταν σίγουρη ότι αυτός είχε συνεχίσει την έρευνά του και τα επόμενα καλοκαίρια που εκείνη είχε αρνηθεί να ξαναπάει στο νησί. Και ο λόγος που είχε αρνηθεί, θυμόταν, ήταν ο Κάι Σίλβερ. Ο Κάι της είχε ζητήσει να πιστέψει παραμύθια. Της ζήτησε να του δώσει πράγματα αδύνατα. Κι όταν αυτή αρνήθηκε γιατί φοβή­ θηκε, εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του κι έφυγε χωρίς δεύτερη ματιά. Η Κέιτ δεν είχε ξαναγυρίσει ποτέ από τότε στις λευκές αμ­ μουδιές και τους γλάρους. Κοίταξε πάλι τα χαρτιά του πατέρα της. Τώρα έπρεπε να ξαναγυρίσει -ν α γυρίσει και να τελειώσει ό,τι είχε ξεκινήσει ο πατέρας της. Ίσω ς αυτή να ήταν η κληρονομιά της από τον πατέρα της, ακό­ μα περισσότερο κι από το σπίτι, το λογαριασμό στην τράπεζα και


206

N ora R

oberts

τα κοσμήματα αντίκες της μητέρας της. Αν έβαζε αυτά τα χαρτιά σε αρχεία, θα τη βασάνιζαν για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Έπρεπε να γυρίσει, επανέλαβε υπεύθυνα η Κέιτ καθώς έβγαλε τα γυαλιά της και τα δίπλωσε όμορφα πάνω στο στυπόχαρτο. Και θα έπρεπε να πάει στον Κάι Σίλβερ. Οι φιλοδοξίες του πατέρα της την είχαν απομακρύνει κάποτε από τον Κάι· τώρα, τέσσερα χρόνια αργότερα, την οδηγούσαν πάλι κοντά του. Αλλά η δόκτωρ Καθλίν Χάρντεστι γνώριζε τη διαφορά ανάμεσα στα παραμύθια και την πραγματικότητα. Ανοίγοντας το συρτάρι του γραφείου του πατέρα της, έβγαλε μια κόλλα χοντρό κρεμ επιστολό­ χαρτο και άρχισε να γράφει.

Ο Κάι άνοιξε ταχύτητα και αφέθηκε στα χτυπήματα του ανέμου. Του άρεσε να τρέχει με το σκάφος όσο του άρεσε να τεμπελιάζει το απόγευμα στην αιώρα. Ή ταν δύο απ’ τα καλύτερα πράγματα στη ζωή. Ή ταν συνηθισμένος να μυρίζει την αλμύρα της θάλασσας, μα και πάλι εισέπνευσε βαθιά. Ή ταν πολύ εξοικειωμένος με τις δονή­ σεις του καταστρώματος κάτω απ' τα πόδια του, αλλά και πάλι τις ένιωθε. Δεν ήταν άνθρωπος που δε θα παρατηρούσε ή δε θα εκτι­ μούσε το παραμικρό. Είχε μεγαλώσει σ ’ αυτό το ήσυχο κι απόμερο παραθαλάσσιο χωριό και, παρ’ όλο που είχε κάνει ταξίδια και ήθελε να κάνει κι άλ­ λα, δεν είχε σκοπό να ζήσει πουθενά αλλού. Του ταίριαζαν η ελευ­ θερία της θάλασσας και η συμπαθητική ατμόσφαιρα μιας μικρής κοινότητας. Δεν αγανακτούσε με τους τουρίστες, γιατί ήξερε ότι απ’ αυτούς ζούσε ως ένα βαθμό το χωριό, μα προτιμούσε το νησί το χειμώνα. Τότε είχε άγριες και ψυχρές καταιγίδες και μόνο οι πιο θαρραλέοι τολμούσαν να διασχίσουν τον όρμο Χάτερας. Ψάρευε, αλλά σε αντίθεση με τους περισσότερους γείτονές του, σπάνια πουλούσε ό,τι έπιανε. Όταν έδενε στη στεριά, έτρωγε. Έ κα­ νε καταδύσεις και πότε πότε μάζευε όστρακα, μα και πάλι το έκανε για δική του ευχαρίστηση. Συχνά έπαιρνε τουρίστες στο σκάφος του για ψάρεμα ή κατάδυση, γιατί υπήρχαν φορές που επιθυμούσε παρέα. Αλλά κάποια απογεύματα, όπως αυτό εδώ το ηλιόλουστο, ήθελε τη θάλασσα για τον εαυτό του. Ανέκαθεν είχε ανήσυχο πνεύμα. Η μητέρα του είχε πει πως ήρθε


Τ ο Χ Ρ Υ ΣΑ Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

207

στον κόσμο δυο βδομάδες νωρίτερα γιατί βαρέθηκε να περιμένει και τον έπιασε ανυπομονησία. Ο Κάι είχε κλείσει τα τριάντα δύο εκείνη την άνοιξη, αλλά δεν είχε κατασταλάξει ακόμα πουθενά. Ήξερε τι ήθελε -ν α ζήσει όπως επιθυμούσε. Όμως δεν ήταν σίγου­ ρος τι επιθυμούσε. ΓΙρος το παρόν, επιθυμούσε τον ατελείωτο ουρανό και την απέ­ ραντη θάλασσα. Άλλες στιγμές ήξερε πως δε θα του έφτανε κάτι τέτοιο. Μα ο ήλιος έκαιγε, η αύρα ήταν δροσερή και η ακτογραμμή πλη­ σίαζε. Η μηχανή του σκάφους γουργούριζε γλυκά και στο ψυγειάκι είχε μια ωραία ψαριά που θα μαγείρευε απόψε για φαγητό. Έ να αίθριο, ηλιόλουστο απόγευμα, ίσιος να του αρκούσε κάτι τέτοιο. Από την ακτή έμοιαζε με πειρατή αν υπήρχαν πειρατές στον ει­ κοστό αιώνα. Τα μαλλιά του ήταν αρκετά μακριά ώστε να κατσαρώ­ νουν πάνω απ’ τ ’ αυτιά του και θα κάλυπταν το γιακά της μπλούζας του αν φορούσε μπλούζα. Ή ταν μαύρα, κατάμαυρα, και ίσως να τα είχε κληρονομήσει από τους Αράπαχο ή Σικελούς προγόνους του. Τα μάτια του είχαν το βαθυπράσινο χρώμα της θάλασσας μια συννεφιασμένη μέρα. Το δέρμα του ήταν μπρούντζινο από όλα τα χρόνια του στον ήλιο, και τσιτωμένο από όλα τα χρόνια που κολυ­ μπούσε και τραβούσε δίχτυα. Το πρόσωπό του ήταν επίσης δείγμα της καταγωγής του, σμιλευτό, με αδρά χαρακτηριστικά. Όταν χαμογελούσε όπως τώρα, που έτρεχε με τον άνεμο προς τη στεριά, το πρόσωπό του καθρέφτιζε μια παράτολμη αίσθηση ελευ­ θερίας που οι γυναίκες έβρισκαν ακαταμάχητη. Όταν δε χαμογελού­ σε, τα μάτια του μπορούσαν να γίνουν ψυχρά σαν λιονταριού που ετοιμάζεται να χιμήξει. Είχε ανακαλύψει προ πολλού ότι οι γυναί­ κες το έβρισκαν κι αυτό εξίσου ακαταμάχητο. Ο Κάι έκοψε ταχύτητα και το σκάφος κλυδωνίστηκε κι έπειτα γλίστρησε αργά στο αραξοβόλι του στο λιμάνι του Σίλβερ Λέικ. Με τις γρήγορες, επιδέξιες κινήσεις ενός θαλασσόλυκου, πήδησε στο μόλο για να δέσει τα σκοινιά. «Έπιασες τίποτα;» Ο Κάι ίσιωσε την πλάτη του και γύρισε. Χαμογέλασε, μα αφηρημένα, όπως χαμογελά κανείς σε έναν αδερφό που βλέπει σχεδόν κά­ θε μέρα της ζωής του. «Αρκετά. Δεν έχει δουλειά στην Ήαλίρροια;» Ο Μαρς χαμογέλασε και για μια στιγμή θα μπορούσε να διακρί­ νει κανείς μια οικογενειακή ομοιότητα, μα τα μάτια του είχαν ένα


208

N o ra R o berts

απαλό καστανό χρώμα και τα μαλλιά του ήταν χτενισμένα με προ­ σοχή. «Ανησυχείς για την επένδυσή σου;» Ο Κάι ανασήκωσε ελαφρώς τους ώμους του. «Μ ’ εσένα να δου­ λεύεις το μαγαζί;» Ο Μαρς δεν το σχολίασε. Γνωρίζονταν όσο καλά μπορούν να γνωριστούν δυο άνθρωποι. Ο ένας ήταν ανήσυχος, ο άλλος ήρεμος. Οι αντιθέσεις τους δεν είχαν ποτέ σημασία. «Η Λίντα θέλει να έρ­ θεις για φαγητό. Ανησυχεί για σένα». Φυσικά, σκέφτηκε ο Κάι με χιούμορ. Η νύφη του του φερόταν πολύ μητρικά, παρ’ όλο που ήταν πέντε χρόνια μικρότερή του. Της άρεσε να κανακεύει και να περιποιείται και γ ι’ αυτό είχε τόση επι­ τυχία το εστιατόριό της με τον Μαρς. Γι’ αυτό, αλλά και χάρη στο εμπορικό δαιμόνιο του Μαρς και τη μεγάλη επένδυση και έξυπνη ανακαίνιση που είχε κάνει ο Κάι. Τη διεύθυνση του μαγαζιού την εί­ χε αφήσει στον αδερφό και τη νύφη του. Δεν τον πείραζε να έχει ένα εστιατόριο, ακόμα και να έχει λίγο το νου του στα κέρδη και τις χα­ σούρες, αλλά δεν είχε κανένα απολύτως ενδιαφέρον να το διευθύνει. Αφού έδεσε τα σκοινιά, σκούπισε τις παλάμες του στη βερμούδα του. «Τι σπεσιαλιτέ έχει απόψε;» Ο Μαρς έχωσε τα χέρια στις μπροστινές τσέπες του παντελονιού του και έριξε το βάρος του στις φτέρνες του. «Γοφάρι». Με ένα πλατύ χαμόγελο, ο Κάι άνοιξε το καπάκι από το ψυγειάκι του, δείχνοντας την ψαριά του. «Πες στη Λίντα να μην ανησυχεί. Θα φάω». «Δε θα ησυχάσει έτσι». Ο Μαρς κοίταξε τον αδερφό του κι εκεί­ νος έστρεψε το βλέμμα του μακριά στη θάλασσα. «Πιστεύει πως είσαι πολύ μόνος σου». «Κανείς είναι πολύ μόνος του μόνο αν δεν του αρέσει να είναι μόνος του». Ο Κάι έριξε μια ματιά πίσω του. Δεν ήθελε να το συ­ ζητήσει τώρα, που ήταν ακόμα μες στη χαρά από την ταχύτητα και τη θάλασσα. Αλλά ποτέ δε συνήθιζε να κατευνάζει τους άλλους. «Ίσως θα ’πρεπε να κάνετε και δεύτερο μωρό. Τότε η Λίντα δε θα έχει χρόνο να ανησυχεί για μεγάλους αδερφούς». «Κάνε μου τη χάρη. Η Χόουπ είναι μόλις δεκαοχτώ μηνών». «Βάλε κι άλλους εννιά», του υπενθύμισε ανέμελα ο Κάι. Είχε αδυναμία στην ανιψιά του, παρ’ όλο που... όχι, επειδή ήταν διαολάκι. «Τέλος πάντων, φαίνεται πιος είναι στα χέρια σου το οικογενει­ ακό μας δέντρο».


Το Χ

ρυσάφ ι της

Θαλαςςας

209

«Ναι». Ο Μαρς σάλεψε νευρικά τα πόδια του, ξερόβηξε και έμει­ νε σιωπηλός. Την είχε από μικρός αυτή τη συνήθεια, που ή εκνεύ­ ριζε ή διασκέδαζε τον Κάι, ανάλογα με τη διάθεσή του. Προς το παρόν, απλώς τον σάστισε ελαφρώς. Κάτι έτρεχε. Το μυριζόταν, μα δεν μπορούσε να το προσδιορί­ σει. Να ερχόταν καμιά καταιγίδα; αναρωτήθηκε. Μια απ’ αυτές τις καυτές, υπομονετικές καταιγίδες που ήταν ικανές να προετοιμάζο­ νται από βδομάδες πριν. Ή ταν σίγουρος ότι τη μυριζόταν. «Γιατί δε μου λες τι άλλο σε απασχολεί;» είπε ο Κάι. «Θέλω να γυρίσω στο σπίτι να καθαρίσω τα ψάρια». «Ήρθε ένα γράμμα για σένα. Το έβαλαν κατά λάθος στο γραμ­ ματοκιβώτιό μας». Ή ταν κάτι που συνέβαινε συχνά, μα από την έκφραση του αδερ­ φού του ο Κάι κατάλαβε πως έτρεχε κάτι ακόμα. Ένιωσε ακόμα πιο έντονα την επικείμενη καταιγίδα. Χωρίς να πει τίποτα, του άπλωσε το χέρι του. «Κάι...» άρχισε ο Μαρς. Δεν είχε τι να πει, όπως και πριν από τέσσερα χρόνια. Από την πίσω τσέπη του έβγαλε το γράμμα. Ο φάκελος ήταν από βαρύ κρεμ χαρτί. Ο Κάι δε χρειάστηκε καν να κοιτάξει τη διεύθυνση αποστολέα. Αναγνώρισε αμέσως τον γρα­ φικό χαρακτήρα, που του έφερε στο μυαλό ένα σωρό αναμνήσεις. Για μια στιγμή, του κόπηκε η ανάσα λες και είχε φάει γροθιά στο διάφραγμα. Ξεφύσηξε. «Ευχαριστώ», είπε, λες και δεν είχε σημα­ σία. Έχωσε το γράμμα στην τσέπη του και πήρε το ψυγειάκι και τα σύνεργά του. «Κάι...» Και πάλι ο Μαρς σώπασε. Ο αδερφός του είχε γυρίσει το κεφάλι του και το ψυχρό, κάπως εκνευρισμένο βλέμμα του έλεγε πολύ καθαρά: Μαζέψου. «Αν αλλάξεις γνώμη για το φαγητό...» είπε ο Μαρς. «Θα σου το πω». Ο Κάι προχώρησε στο μόλο χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Ευτυχώς που δεν είχε έρθει με το αυτοκίνητό του στο λιμάνι. Είχε ανάγκη να περπατήσει. Είχε ανάγκη από καθαρό αέρα και λίγη άσκηση για να μη θολώσει το μυαλό του όσο θυμόταν ό,τι δεν ήθε­ λε να θυμάται. Ό,τι δεν είχε ξεχάσει ουσιαστικά ποτέ. Την Κέιτ. Πριν από τέσσερα χρόνια είχε φύγει από τη ζωή του με την ίδια αταραξία με την οποία είχε εμφανιστεί. Του είχε θυμί­ σει βικτωριανή κούκλα -λίγο τυπική, λίγο απόμακρη. Ο Κάι δεν


210

N

ora

R oberts

είχε ποτέ υπομονή για προσεκτικά σταυρωμένα χέρια ή υπεροπτικά φερσίματα, ωστόσο την είχε θελήσει σχεδόν από την πρώτη στιγμή. Στην αρχή, νόμιζε ότι την ήθελε επειδή ήταν πολύ διαφορετική. Θα ήταν πρόκληση να την κατακτήσει. Τον ευχαριστούσε να της μαθαίνει κατάδυση και να βλέπει με πόση σχολαστικότητα ακολου­ θούσε τις οδηγίες του. Δεν ήταν διόλου δυσάρεστη στα μάτια του με την εφαρμοστή στολή του δύτη, παρ’ όλο που δεν είχε πλούσιες καμπύλες. Είχε λεπτή σιλουέτα, σχεδόν αγορίστικη, και ένα χείμαρ­ ρο από πυκνά, απαλά μαλλιά. Ακόμα θυμόταν την πρώτη φορά που εκείνη έλυσε τον άψογο κότσο της. Του έκοψε την ανάσα, τον μάγεψε. Θα της είχε αγγίξει τα μαλλιά, θα άγγιζε και την ίδια, επιτόπου, αν δε στεκόταν δίπλα της ο πατέρας της. Μα αν ένας άντρας ήταν έξυπνος και αποφασισμένος, μπορούσε να βρει τρόπο να ξεμοναχιάσει μια γυναίκα. Ο Κάι είχε βρει τρόπους. Η Κέιτ είχε μάθει κατάδυση λες και ήταν φυσικό της ταλέντο. Ενώ ο πατέρας της καθόταν θαμμένος στα βιβλία του, ο Κάι έπαιρνε την Κέιτ έξω στη θάλασσα και μέσα στη θάλασσα, στον σιωπηλό, ονειρικό κόσμο που τη γοήτευε όπως γοήτευε ανέκαθεν τον ίδιο. Θυμόταν την πρώτη φορά που τη φίλησε. Στέκονταν στο κατά­ στρωμα του σκάφους του, βρεγμένοι και δροσεροί από μια βουτιά. Από πίσω της φαινόταν ο φάρος, και αμυδρά η ακτογραμμή. Τα μαλλιά της χύνονταν στην πλάτη της, στιλπνά από τη θάλασσα, κι έσταζαν νερά. Ο Κάι είχε απλώσει το χέρι του και τα είχε μαζέψει στη χούφτα του. «Τι κάνεις;» Τέσσερα χρόνια αργότερα, άκουγε ακόμα τη χαμηλή φωνή της, με την καλλιεργημένη προφορά των ανατολικών Πολιτειών, γεμάτη περιέργεια. Και τα μάτια της ήταν γεμάτα περιέργεια. «Θα σε φιλήσω». Η περιέργεια είχε παραμείνει στα μάτια της, μαγεύοντάς τον. «Γιατί;» «Γιατί το θέλω». Ή ταν τόσο απλό γι’ αυτόν. Το ήθελε. Το κορμί της είχε σφιχτεί όταν την τράβηξε πάνω του. Όταν αυτή μισάνοιξε το στόμα της για να διαμαρτυρηθεί, ο Κάι σκέπασε τα χείλη της με τα δικά του. Μέσα σε μια στιγμή, εκείνη χαλάρωσε, το κορμί της έλιωσε στην αγκαλιά του. Και τον φίλησε με όλο το νεανικό πάθος που είχε μέ­


Το Χ

ρυσάφ ι της

Θ

αλαςςας

211

σα της -πάθος ανάμεικτο με αγνότητα. Ο Κάι είχε την εμπειρία να καταλάβει πως ήταν αγνή και τον μάγεψε κι αυτό. Μες στη νεανική του αφέλεια, την είχε ερωτευτεί τρελά και παράφορα. Η Κέιτ παρέμεινε αίνιγμα για κείνον, αν και περνούσαν μαζί πολλές ώρες γελώντας και συζητώντας. Θαύμαζε τη δίψα της για μάθηση και τον σάστιζε η τάση της να οργανώνει τις γνώσεις της σε κατηγορίες. Την ενθουσίαζαν οι καταδύσεις, αλλά δεν της αρκούσε μόνο να κολυμπά υποβρυχίως και να αναπνέει από τις φιάλες. Ή θε­ λε να μάθει πώς λειτουργούσαν οι φιάλες, γιατί ήταν φτιαγμένες με συγκεκριμένο τρόπο. Ο Κάι την έβλεπε να ρουφά ό,τι της έλεγε και ήξερε πως θα τα συγκροτούσε. Τα βράδια πήγαιναν βόλτες στην παραλία κι εκείνη απήγγελλε ποίηση από μνήμης. Όμορφα λόγια, Μπάιρον, Σέλεϊ, Κιτς. Κι αυ­ τός, που ποτέ δεν τον είχαν εντυπωσιάσει ιδιαίτερα τέτοια πράγμα­ τα, την άκουγε εκστασιασμένος, γιατί η φωνή της έδινε στα ποιήμα­ τα μια χροιά προσωπική. Μετά άρχιζε να του μιλά για συντακτικό και ιαμβικά πεντάμετρα και ο Κάι έβρισκε καινούριους τρόπους να της στρέφει αλλού την προσοχή. Επί τρεις μήνες, είχε μονάχα αυτήν στο μυαλό του. Για πρώτη φορά, είχε σκεφτεί να αλλάξει τον τρόπο ζωής του. Το σπιτάκι του κοντά στην παραλία χρειαζόταν επισκευές. Χρειαζόταν έπιπλα. Η Κέιτ δε θα μπορούσε να ζήσει μονάχα με καφάσια και μια αιώρα όπως αυτός. Επειδή ήταν πολύ νέος και δεν είχε ερωτευτεί ξανά, ο Κάι είχε θεωρήσει τα σχέδιά του δεδομένα. Μα εκείνη τον είχε παρατήσει. Είχε δικά της σχέδια, στα οποία δε συμπεριλαμβανόταν αυτός. Ο πατέρας της ξανάρθε στο νησί το επόμενο καλοκαίρι, και όλα τα καλοκαίρια στο εξής. Η Κέιτ δεν ξαναήρθε ποτέ. Ο Κάι έμαθε ότι εκείνη είχε τελειώσει το διδακτορικό της και δίδασκε σε κάποιο εκλεκτό πανεπιστήμιο όπου ο πατέρας της είχε μεγάλη θέση. Η Κέιτ είχε αποκτήσει ό,τι ήθελε. Το ίδιο κι εκείνος, είπε στον εαυτό του καθώς άνοιξε τη σήτα στην είσοδο του σπιτιού του, το ίδιο κι εκεί­ νος. Πήγαινε όπου ήθελε, όποτε ήθελε. Δεν είχε κανέναν στο κεφάλι του. Κι αναλάμβανε μόνο ό,τι ευθύνες επέλεγε ο ίδιος. Κατά την άποψή του, ήταν κι αυτό σημάδι επιτυχίας. Άφησε το φορητό ψυγειάκι στο πάτο)μα της κουζίνας και άνοιξε το ψυγείο. Άνοιξε μια παγωμένη μπίρα και ήπιε τη μισή μονορούφι. Του ξέπλυνε κάπως την πίκρα απ’ το στόμα του.


212

N

ora

R o berts

Έχοντας ηρεμήσει πλέον, έβγαλε με περιέργεια το γράμμα από την τσέπη του. Έσκισε το φάκελο και τράβηξε από μέσα μία καθα­ ρογραμμένη κόλλα. Α γα π η τέ Κάι, Α εν ξέρω α ν γν ω ρ ίζεις ότι ο πα τέρα ς μ ο υ έπ α θ ε έμφ ρα γμ α πριν από δύο εβ δ ο μ ά δ ες κα ι α πέβ η μοιρα ίο. Ή τα ν πολύ ξα φ νικό και προσπα θ ώ αυτό τον κα ιρό να τακτοποιήσου ένα σω ρό λεπ το μ έ­ ρ ε ιε ς που προέκυψ αν. Ε ξετά ζοντα ς τα χ α ρ τιά του πα τέρα μου, β λ έπ ω π ω ς είχε κ α ­ νονίσει να έρθει πά λι στο νησί φ έτο ς το κα λοκα ίρι και να ζητή­ σει τις υπ η ρεσίες σου. Θεωρού τώ ρα α.πα.ραίτητο να πά ρω εγώ τη θ έσ η του. Για λ ό γο υ ς που θα π ρο τιμ ο ύσα να. σου εξη γήσω από κοντά, χρειά ζο μ α ι τη β ο ή θ ειά σου. Έ χεις λά βει την π ρο κα τα β ο ­ λή του π α τέρα μου. Ό τα ν φ τάσω στο Ό κρα κοκ σ τις δεκα π έντε του μήνα, μ π ο ρ ο ύ μ ε να συζητήσουμε το υς όρους. Α ν είναι δυνατό, έλα να. μ ε β ρ ε ις στο ξενοδοχείο ή ά φ ησε μ ή ­ νυμα. Ε λπίζω να κ α τα λή ξουμε σε μ ια σ υμφ ω νία που να ικα νο­ π ο ιεί και το υ ς δυο μα ς. Σ ε παρακαλώ , δ ώ σ ε το υ ς χ α ιρ ετισ μ ο ύ ς μ ο υ σ το ν Μ αρς. Ίσους να τον δου όσο θα είμα ι εκεί. Μ ε τις κ α λύ τερ ες ευ χές μου, Κ α θ λίν Χ ά ρντεσ τι

Ώστε ο γέρος είχε πεθάνει. Ο Κάι άφησε κάτω το γράμμα και έπιασε πάλι την μπίρα του. Δε θα έλεγε ότι συμπαθούσε τονΈ ντουιν Χάρντεστι. Ο πατέρας της Κέιτ ήταν αυστηρός άνθρωπος, χωρίς καμιά αίσθηση του χιούμορ. Π αρ’ όλα αυτά, δεν τον αντιπαθούσε. Παραδόξως, είχε συνηθίσει τη συντροφιά του τα τελευταία καλο­ καίρια. Μα φέτος το καλοκαίρι θα ερχόταν η Κέιτ. Ο Κάι έριξε άλλη μια ματιά στο γράμμα κι έπειτα προσπάθη­ σε να θυμηθεί πόσο του μηνός ήταν. Σε δυο μέρες, συλλογίστηκε. Εκείνη θα ερχόταν σε δυο μέρες... για να συζητήσουν τους όρους της συμφωνίας τους. Έ να χαμόγελο παιχνίδισε στις άκρες των χειλιών του, μα ήταν άκεφο. Θα τους κουβέντιαζαν τους όρους, συμ­ φώνησε σιωπηλά, κοιτάζοντας πάλι το γράμμα της. Η Κέιτ ήθελε να πάρει τη θέση του πατέρα της. Ο Κάι αναρωτή­ θηκε αν είχε συνειδητοποιήσει εκείνη, όταν το έγραψε, πόσο ειρω­


Το Χ

ρυσάφ ι της

Θαλαςςας

213

νικό ιίταν. Η Καθλίν Χάρντεστι ακολουθούσε υπάκουα τα βήματα του πατέρα της όλη της τη ζωή. Γιατί να άλλαζε αυτό μετά το θά­ νατό του; Να είχε αλλάξει η ίδια; αναρωτήθηκε για μια στιγμή. Να είχε ακόμα εκείνη τη γοητευτική αύρα αγνότητας, να ήταν ακόμα από­ μακρη; Ή ίσως να είχαν σβήσει αυτά με τα χρόνια. Η γλυκιά τυπικότητά της να είχε εξελιχτεί σε αυστηρότητα; Θα το έβλεπε σε δυο μέρες, συνειδητοποίησε, μα έριξε το γράμμα στον πάγκο αντί στα σκουπίδια. Ώστε η Κέιτ ήθελε τις υπηρεσίες του, συλλογίστηκε. Ακουμπώντας τα χέρια του δεξιά κι αριστερά στο νεροχύτη, κοίταξε έξω από το παράθυρο προς τη μεριά της θάλασσας, που τη μύριζε, αν και δε φαινόταν από κει. Η Κέιτ ήθελε να κλείσουν επαγγελματική συμφω­ νία -ν α νοικιάσει το σκάφος του, τον εξοπλισμό του και το χρόνο του. Τον κυρίευσε πάλι η πίκρα και την κατάπιε αμέσως όπως την μπίρα. Θα έκλεινε συμφωνία μαζί της. Και θα την έκανε να πληρώσει. Βγήκε από την κουζίνα, αφήνοντας την ψαριά του στο ψυγειάκι. Η αλμύρα της θάλασσας και η ταχύτητα του είχαν ανοίξει την όρε­ ξη, μα τώρα δεν είχε πια καμιά διάθεση για φαγητό.

Η Κέιτ ανέβασε το αμάξι της στο φέρι για το Όκρακοκ και έβαλε χειρόφρενο. Ή ταν ένα δροσερό πρωινό με πεντακάθαρη ατμόσφαι­ ρα. Π αρ’ όλα αυτά, της ερχόταν να γείρει πίσω το κεφάλι της και να κλείσει τα μάτια της. Δεν ήταν σίγουρη τι την είχε πιάσει και ήρθε με το αυτοκίνητο από το Κονέτικατ αντί να πάρει το αεροπλάνο, αλλά τώρα που κόντευε να φτάσει στον προορισμό της, ήταν πολύ κουρασμένη για να το αναλύσει. Στο κάθισμα δίπλα της ήταν ο χαρτοφύλακάς της και, μέσα, όλα τα χαρτιά που είχε συλλέξει από το γραφείο του πατέρα της. Όταν θα έφτανε στο ξενοδοχείο στο νησί, ίσιος να τα ξανακοιτούσε, να τα καταλάβαινε καλύτερα. Ίσως να ένιωθε πάλι πως έκανε το σωστό. Τις τελευταίες ημέρες την είχε χάσει αυτή την αίσθηση. Όσο πλησίαζε στο νησί, τόσο άρχιζε να σκέφτεται πως έκανε λάθος που πήγαινε εκεί. Όχι στο νησί, διόρθωσε αμείλικτα τον εαυ­ τό της -ό σ ο πλησίαζε στον Κάι. Ή ταν γεγονός και η Κέιτ ήξερε πως έπρεπε να παραδέχεται κανείς τα γεγονότα ώστε να τα αντιμετωπί­ ζει λογικά.


214

N

ora

R

o berts

Της έμενε λίγος χρόνος για να ηρεμήσει, να καταλαγιάσει τα αισθήματα που είχαν ξυπνήσει μέσα της κατά τη διάρκεια του τα­ ξιδιού της στα νότια. Ή ταν ανόητα κι αυτό τη βοήθησε να υπεν­ θυμίσει στον εαυτό της ότι δεν επέστρεφε σε έναν εραστή, αλλά ότι ήλπιζε να προσλάβει ένα δύτη για ένα πολύ συγκεκριμένο εγ­ χείρημα. Όπου δεν είχαν καμιά δουλειά προσωπικά αισθήματα του παρελθόντος, γιατί αυτό ακριβώς ήταν. Του παρελθόντος. Η Κέιτ Χάρντεστι που είχε φτάσει στο Όκρακοκ πριν από τέσ­ σερα χρόνια είχε ελάχιστη σχέση με τη δόκτορα Καθλίν Χάρντεστι που πήγαινε εκεί τώρα. Δεν ήταν πια μια άπειρη κοπελίτσα που εντυπωσιαζόταν εύκολα. Οι παράτολμες τάσεις του Κάι δε θα τη συγκινούσαν τώρα. Ούτε θα τη φόβιζαν. Οι δυο τους θα ήταν, αν ο Κάι συμφωνούσε με τους όρους της, συνεργάτες. Η Κέιτ ένιωσε ότι το φέρι άρχισε να κινείται καθώς κοιτούσε έξω από το παρμπρίζ. Ναι, σκέφτηκε, αν ο Κάι δεν είχε αλλάξει ιδιαίτερα, θα του άρεσε η προοπτική των καταδύσεων για να βρουν ένα θησαυρό. Η Κέιτ γνώριζε αρκετά περί καταδύσεων από τεχνικής απόψεως, οπότε ήταν σίγουρη πως δε θα έβρισκε καλύτερο άνθρωπο γ ι’ αυτή τη δουλειά. Πάντα ήταν σκόπιμο να έχει κανείς τον καλύτερο. Νιώθοντας κάπως πιο χαλαρή και ξεκούραστη, βγήκε από το αυ­ τοκίνητό της και στάθηκε στην κουπαστή. Από εκεί έβλεπε τους γλάρους να πετούν και τα μικρά ακατοίκητα νησάκια που προσπερ­ νούσαν. Την κυρίευσε η αίσθηση πως γυρνούσε στον τόπο της, μα την κατάπνιξε. Το Κονέτικατ ήταν ο τόπος της. Όταν τελείωνε τη δουλειά της, εκεί θα γυρνούσε. Τα νερά στροβιλίζονταν πίσω από το καράβι. Δεν τα άκουγε μες στο θόρυβο της μηχανής, μα κοιτάζοντας κάτω έβλεπε τα απόνερα. Έ να νησάκι είχε εξαφανιστεί σχεδόν κάτω από ένα σμήνος μεγά­ λων, καφετιών πελεκάνων. Χαμογέλασε, ευχαριστημένη που ξανά­ βλεπε τούτα τα παράξενα, αδέξια πουλιά. Πέρασαν τη μακρουλή ξέρα όπου οι ψαράδες πάρκαραν τα φορτηγά τους και δοκίμαζαν την τύχη τους, κοντά στο σημείο όπου ο κόλπος αντάμωνε την ανοι­ χτή θάλασσα. Τα κύματα έσκαγαν και άφριζαν, όχι σε κάποια ακτή, μα επειδή μπλέκονταν άγρια τα νερά. Η Κέιτ δεν το είχε ξεχάσει, αν και είχε να το δει από τότε που έφυγε από το νησί. Ούτε είχε ξεχάσει πόσο επικίνδυνα ήταν τα ρεύματα σ ’ εκείνο το σημείο.


Τ Ο Χ ΡΥ ΣΑ Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

215

Την έπιασε έξαψη και, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, επέστρεψε στο αυτοκίνητό της. Ο κίνδυνος ήταν πάντα συναρπαστικός. Όταν το φέρι έδεσε, δε χρειάστηκε να περιμένει πολύ για να βγά­ λει το αυτοκίνητό της στη στενή άσφαλτο. Η διαδρομιή ως το χωριό δεν ήταν μεγάλη και ήταν αδύνατο να χαθείς, γιατί ο δρόμος ήταν μια ευθεία. Από τη μια πλευρά τα κύματα έσκαγαν στις ξέρες κι από την άλλη τα νερά ήταν ήρεμα -κα ι στις δυο πλευρές βαθυγάλανα. Της είχε περάσει το άγχος ή, τουλάχιστον, έτσι έλεγε στον εαυτό της. Ή ταν απλώς νευρικότητα της τελευταίας στιγμής -πράγμα πο­ λύ φυσιολογικό. Ή ταν έτοιμη να ξαναδεί τον Κάι, να του μιλήσει, να συνεργαστεί μαζί του αν συμφωνούσαν με ποιους όρους. Είχε τα παράθυρα κατεβασμένα και το απαλό, υγρό αεράκι που φυσούσε ολόγυρά της τη γαλήνευε. Είχε ξεχάσει σχεδόν πόσο τη γαλήνευαν ο αέρας ή οι συνεχείς παφλασμοί από τα κυματάκια που έγλειφαν την άμμο. Καλά είχε κάνει και ήρθε. Όταν είδε τα πρώτα σπίτια του χωριού, την πλημμύρισε ένα κύμα ανακούφισης. Είχε φτάσει. Τώρα πια δεν είχε γυρισμό. Το ξενοδοχείο όπου είχε μείνει εκείνο το καλοκαίρι με τον πα­ τέρα της βρισκόταν στην πλευρά του νησιού που έβλεπε στα στενά. Ήταν μικρό και ήσυχο. Η εξυπηρέτηση ήταν κάπως αργή σύμφωνα με τα πρότυπα των βόρειων Πολιτειών, μα η θέα σε αποζημίωνε και με το παραπάνω. Η Κέιτ σταμάτησε μπροστά στο κτίριο και έσβησε τη μηχανή. Αναστέναξε, ικανοποιημένη με τον εαυτό της. Είχε κάνει το πρώτο βήμα και ήταν πανέτοιμη για το επόμενο. Τότε, καθώς βγήκε από το αυτοκίνητο, τον είδε. Για μια στιγ­ μή, η γεμάτη αυτοπεποίθηση καθηγήτρια της αγγλικής λογοτεχνίας εξαφανίστηκε και απόμεινε μόνο μια γυναίκα που ήταν ευάλωτη στα συναισθήματά της. Αχ, Θεέ μου, ο Κάι δεν είχε αλλάξει καθόλου. Καθώς την πλησί­ αζε, η Κέιτ θυμήθηκε κάθε φιλί, κάθε μουρμουρητό, κάθε σφοδρή θύελλα του έρωτά τους. Το αεράκι του έσπρωχνε πίσω τα μαλλιά και φαινόταν κάθε λεπτομέρεια από το οικείο του πρόσωπο. Μες στη ζεστή λιακάδα, η Κέιτ ένιωσε σαν να γύρισε πίσω ο χρόνος και μετά να ξαναγύρισε στο παρόν. Ο Κάι δεν είχε αλλάξει. Εκείνος δεν περίμενε να τη δει ακόμα. Νόμιζε ότι η Κέιτ θα έφτανε το απόγευμα. Ωστόσο είχε θεωρήσει απαραίτητο να περά­


216

N

ora

R

o berts

σει από την Παλίρροια εκείνο το πρωί, μια που το εστιατόριο ήταν ακριβώς απέναντι από το ξενοδοχείο της. Η Κέιτ βρισκόταν εδώ και φαινόταν πολύ περιποιημένη και κά­ πως αδύνατη με το καλοραμμένο παντελόνι και την μπλούζα της. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα ψηλά, αφήνοντας ακάλυπτο τον απα­ λό, όλο θηλυκότητα λαιμό της. Τα μάτια της φαίνονταν πολύ σκού­ ρα πάνω στο ανοιχτό δέρμα της -που ο Κάι ήξερε ότι γινόταν σιγά σιγά χρυσαφένιο με τον καλοκαιρινό ήλιο. Ή ταν ίδια. Απαλή, τυπική, ήρεμη. Όμορφη. Αγνόησε το σφίξιμο στο στομάχι του και πήγε κοντά της. Με τη χαρακτηριστική του αλαζονεία, την κοίταξε απ’ την κορφή ως τα νύχια. Ύστερα χαμογέ­ λασε πλατιά, γιατί του ερχόταν να τη στραγγαλίσει. «Κέιτ. Φαίνεται πως ήρθα πάνω στην ώρα». Εκείνη ήταν σχεδόν σίγουρη ότι θα έχανε τη μιλιά της κι επο­ μένως ακόμα πιο αποφασισμένη να μιλήσει ήρεμα. «Κάι, χαίρομαι που σε ξαναβλέπω». «Σοβαρά;» Αγνοώντας το σαρκασμό του, η Κέιτ έκανε το γύρο του αυτοκι­ νήτου της κάι άνοιξε το πορτμπαγκάζ. «Θα ήθελα να βρεθούμε όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Θέλω να σου δείξω κάποια πράγματα και να μιλήσουμε για δουλειές». «Έγινε, πάντα είμαι διαθέσιμος για δουλειά». Την είδε να βγάζει δυο βαλίτσες από το πορτμπαγκάζ της, μα δεν προσφέρθηκε να τη βοηθήσει. Πρόσεξε ότι δε φορούσε βέρα στο χέρι της -αλλά δε θα είχε σημασία. «Να συναντηθούμε σήμερα το απόγευμα, τότε, αφού τακτοποιη­ θώ;» Όσο πιο σύντομα, τόσο το καλύτερο, είπε στον εαυτό της. Θα ξεκαθάριζαν για ποιο σκοπό τον ήθελε, θα έθεταν βασικούς κανό­ νες, θα όριζαν την πληρωμή. «Μπορούμε να βρεθούμε για φαγητό στο ξενοδοχείο». «Όχι, ευχαριστώ», της είπε με άνεση κι ακούμπησε στο πλευρό του αυτοκινήτου της, ενώ εκείνη άφησε κάτω τις βαλίτσες της. «Αν με θες, ξέρεις πού να με βρεις. Μικρό νησί είναι». Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες του τζιν του κι έφυγε. Άθελά της, η Κέιτ θυμήθηκε ότι την τελευταία φορά που είχε φύγει ο Κάι, στέκονταν σχεδόν στο ίδιο σημείο. Έπιασε τις βαλίτσες της και τράβηξε για το ξενοδοχείο με βήμα που ίσως να παραήταν βιαστικό.


Κεφάλαιο 2

Η ξ ε ρ ε πού να τον βρει. Και διπλάσιο να ήταν το νησί, πάλι θα ήξε­ ρε πού να τον βρει. Ο Κάι δεν είχε αλλάξει· επομένως, αν δεν ήταν στο σκάφος του, θα ήταν σπίτι, δηλαδή στο ελαφρώς ρημαγμένο σπιτάκι που είχε κοντά στην παραλία. Πιστεύοντας πως θα ήταν στρατηγικό λάθος να τον αναζητήσει τόσο γρήγορα, χασομέρησε με τις βαλίτσες της, τακτοποιώντας με το πάσο της τα πράγματά της. Αναμνήσεις όμως υπήρχαν ακόμα κι εδώ, όπου είχε περάσει μια υπέροχη και θυελλώδη ερωτική βραδιά με τον Κάι. Ή ταν η μονα­ δική φορά που μπόρεσαν να κοιμηθούν μαζί όλο το βράδυ, αγκα­ λιασμένοι στα τριζάτα. σεντόνια του ξενοδοχείου μέχρι που χάραξε και άρχισε να τρυπώνει το πρώτο φως της αυγής απ’ τα στόρια. Θυμήθηκε πόσο παράτολμη είχε νιώσει εκείνες τις λίγες κλεμμένες ώρες και πόσο ανιαρό της φάνηκε το πρωί επειδή έβαλε τέλος στη νύχτα τους. Τώρα μπορούσε να κοιτάξει έξω από το ίδιο παράθυρο όπου είχε σταθεί τότε και να κοιτάξει προς την ίδια κατεύθυνση που κοι­ τούσε τότε βλέποντας τον Κάι να φεύγει. Θυμήθηκε ότι ο ουρανός ήταν ρόδινος κι έπειτα φωτίστηκε, παίρνοντας ένα απαλό καταγά­ λανο χρώμα. Τότε, που το δέρμα της ήταν ακόμα ζεστό από τα χάδια του ερα­ στή της και το μυαλό της ζαλισμένο από το ξενύχτι και το ερωτι­ κό πάθος, η Κέιτ είχε πιστέψει ότι τέτοια πράγματα μπορούσαν να κρατούν για πάντα. Αλλά φυσικά δεν κρατούσαν. Το είχε διαπιστώ­ σει μόλις λίγες βδομάδες αργότερα. Το πάθος και οι απερίσκεπτες νύχτες έρωτα έπρεπε να δώσουν τη θέση τους σε ευθύνες και υπο­ χρεώσεις.


218

N

ora

R

oberts

Κοιτάζοντας έξω από το ίδιο παράθυρο, προς την ίδια κατεύ­ θυνση, την κυρίευσε η αίσθηση απώλειας που την είχε κυριεύσει κι εκείνη τη μακρινή αυγή, μα χωρίς την ελπίδα ότι θα έσμιγαν ξανά. Και ξανά. Δε θα έσμιγαν ξανά και δεν είχε υπάρξει άλλος άντρας ύστερα από εκείνο το μεθυστικό καλοκαίρι. Η Κέιτ είχε την καριέρα της, το λειτούργημά της, τα βιβλία της. Το είχε δοκιμάσει το πάθος. Γυρνώντας από την άλλη, βάλθηκε να τακτοποιεί εκ νέου τα πράγματά της που τα είχε μόλις τακτοποιήσει στα συρτάρια και στην ντουλάπα της. Όταν αποφάσισε πως είχε περάσει αρκετός χρό­ νος, ξεκίνησε. Δεν πήρε το αυτοκίνητό της. Πήγε με τα πόδια στο σπίτι του Κάι, όπως έκανε πάντα. Είπε στον εαυτό της πως είχε ξεπεράσει το σοκ της που τον ξαναείδε. Ή ταν φυσικό να νιώσει κάποια ένταση κι ανησυχία. Είχε την ειλικρίνεια να παραδεχτεί πως θα ήταν πιο εύκολο αν είχε νιώ­ σει μόνο ένταση κι ανησυχία κι όχι μια τρεμούλα ευχαρίστησης. Το ομολόγησε, τώρα που της είχε περάσει. Ναι, ο Κάι Σίλβερ δεν είχε αλλάξει, υπενθύμισε στον εαυτό της. Ή ταν ακόμα αλαζόνας, εγωκεντρικός και θρασύς. Χαρακτηριστικά που μπορεί να της άρεσαν κάποτε, μα ήταν μικρή τότε. Αν φερόταν έξυπνα, θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτά τα χαρακτηριστικά του Κάι για να τον πείσει να τη βοηθήσει. Ναι, αυτά τα χαρακτηρι­ στικά του, σκέφτηκε, και τη δελεαστική της πρόταση για αναζήτη­ ση θησαυρού. Και εντελώς απαισιόδοξα να το έβλεπε, δεν πίστευε ότι ο Κάι θα έλεγε όχι. Ή ταν στη φύση του να αρπάζει ευκαιρίες και να ρισκάρει. Αυτή τη φορά θα ήταν εκείνη επικεφαλής. Πήρε μια βαθιά ανά­ σα από τον ζεστό αέρα που μύριζε θάλασσα. Ένιωθε πως θα της έδινε δύναμη. Ο Κάι θα ανακάλυπτε πως δεν ήταν πλέον αφελής ούτε την έριχναν μερικά στοργικά λογάκια. Με το χαρτοφύλακά της στο χέρι, η Κέιτ προχώρησε μέσα από το χωριό. Κι αυτό ίδιο ήταν, σκέφτηκε και χάρηκε. Ακόμα την προσέλκυαν η απλότητα και τα απόμακρα μέρη. Της άρεσαν όλα τα μαγαζάκια, τα εστιατόρια και τα μικρά πανδοχεία που ήταν χωμένα εδώ κι εκεί και όλα τους είχαν το λιμάνι για κέντρο και το φάρο για σημείο αναφοράς. Οι χωρικοί ακόμα αξιοποιούσαν τον διαβόητο πρώην κάτοικο και έκτοτε φάντασμα του χωριού τους, το Μαύρο-


Τ ο Χ ρυ σάφ ι

της

Θ α λ αςςας

219

γένη. Το όνομά του ή το πρόσωπό του κοσμούσε αδρά τις πινακίδες ίω ν καταστημάτων. Η Κέιτ πέρασε από το λιμάνι, κοιτάζοντας ασυναίσθητα για το σκάφος του Κάι. Εκεί ήταν, στο ίδιο σημείο όπου έδενε πάντα -απλό στυλ, πλυμένο κατάστρωμα και αστραφτερός εξοπλισμός. Η γέφυρα γυάλιζε στον απογευματινό ήλιο και ήταν όπως τη θυμόταν. Απέ­ πνεε κάτι το παράτολμο, μια πρόκληση. Ή ταν φρεσκοβαμμένη και τα παράθυρα της γέφυρας δεν είχαν ίχνος αλμύρας. Όσο κι αν πα­ ραμελούσε ο Κάι την εμφάνισή του και το σπίτι του, το σκάφος του πάντα το φρόντιζε. Το Βόρτεξ. Η Κέιτ περιεργάστηκε τα επιδεικτικά γράμματα στην πρύμνη. Ο Κάι ήταν ικανός για φροντίδα, σκέφτηκε ξανά, αλλά πε­ ρίμενε επίσης πολλά ως αντάλλαγμα. Η Κέιτ ήξερε τι ταχύτητες έπιανε ο Κάι με το μεταχειρισμένο γιοτ που είχε ανακατασκευάσει ο ίδιος με μεγάλη αγάπη. Ποτέ δε θα ξεχνούσε τις ημέρες που στε­ κόταν δίπλα του στο πηδάλιο. Ο άνεμος της μαστίγωνε τα μαλλιά κι εκείνος γελούσε και γκάζωνε το σκάφος ολοένα περισσότερο. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε, ο σφυγμός της παλλόταν ξέφρενα και ήταν σίγουρη ότι κανείς και τίποτα δε θα μπορούσε να τους πιάσει. Φοβόταν κιόλας, τον Κάι, τον ορμητικό αέρα -αλλά είχε μείνει και με τους δυο. Στο τέλος, τους άφησε και τους δυο. Του άρεσαν πράγματα δύσκολα, συναρπαστικά και τρομακτικά. Η Κέιτ έσφιξε το χερούλι του χαρτοφύλακά της. Γι’ αυτό δεν εί­ χε έρθει σ ’ εκείνον; Υπήρχαν δεκάδες άλλοι έμπειροι δύτες, πάρα πολλοί άλλοι ειδικοί στα παράκτια νερά των Άουτερ Μπανκς. Αλλά μόνο ένας Κάι Σίλβερ. «Κέιτ; Κέιτ Χάρντεστι;» Ακούγοντας το όνομά της, γύρισε και ένιωσε σαν να είχε βρεθεί πάλι στο παρελθόν. «Λίντα!» Αυτή τη φορά δε συγκρατήθηκε. Με μια διαχυτικότητα που έδειχνε σε ελάχιστο κόσμο, αγκάλιασε τη γυναίκα που έτρεξε κοντά της. «Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω». Γε­ λώντας, έκανε λίγο πίσω για να την περιεργαστεί. Τα ίδια καστανά μαλλιά με κοντό και τσαχπίνικο κούρεμα, τα ίδια ντόμπρα, καστανά μάτια. Α π’ ό,τι φαινόταν, δεν είχε αλλάξει σχεδόν τίποτα στο νησί. «Χάρμα είσαι». «Δεν μπορούσα να το πιστέψω όταν σε είδα από το παράθυρο. Κέιτ, δεν έχεις αλλάξει καθόλου». Με τη συνηθισμένη της ευθύτη­ τα, η Λίντα της έριξε μια γρήγορη ματιά από πάνω ως κάτω. Γρή­


220

N

ora

R

oberts

γορη, γιατί όλα τα έκανε γρήγορα, μα όχι διακριτική. «Είσαι πολύ αδύνατη», αποφάσισε. «Αλλά ίσως να το λέω από ζήλια». «Κι εσύ φαίνεσαι ακόμα σαν πρωτοετής φοιτήτρια», της απά­ ντησε η Κέιτ. «Αυτό θα πει ζήλια». Η Λίντα γέλασε, μα αμέσως σοβάρεψε. «Λυπάμαι πολύ για τον πατέρα σου, Κέιτ. Θα πέρασες δύσκολα τις τελευταίες βδομάδες». Η Κέιτ κατάλαβε πως της το έλεγε ειλικρινά, μα είχε ήδη βάλει στην άκρη το πένθος της. «Ο Κάι σ ’ το είπε;» «Ο Κάι δε μου λέει ποτέ τίποτα», είπε η Λίντα με ένα περιφρο­ νητικό ρούφηγμα της μύτης της: Ασυναίσθητα, έριξε μια ματιά προς το σκάφος του. Ή ταν στο αραξοβόλι του και η Κέιτ κατευθυνόταν βόρεια -πρ ος τα κει που ήταν το σπιτάκι του Κάι. Άρα αποκλείεται να πήγαινε πουθενά αλλού. «Ο Μαρς μου το είπε. Πόσο θα μείνεις;» «Ακόμα δεν είμαι σίγουρη». Ο χαρτοφύλακάς της θαρρείς πως βάρυνε ξαφνικά. Τα όνειρα είχαν το ίδιο βάρος με τις ευθύνες. «Έχω να κάνω κάποια πράγματα». «Ένα απ’ τα πράγματα που έχεις να κάνεις είναι να έρθεις απόψε στην Παλίρροια για φαγητό. Είναι το εστιατόριο απέναντι από το ξενοδοχείο σου». Η Κέιτ γύρισε και κοίταξε τη χοντροκομμένη ξύλινη πινακίδα. «Ναι, το πρόσεξα. Καινούριο είναι;» Η Λίντα έριξε μια ματιά πίσω της και συγκατένευσε με ικανο­ ποίηση. «Με τα κριτήρια του Όκρακοκ, ναι. Εμείς το έχουμε». «Εσείς;» «Ο Μαρς κι εγώ». Η Λίντα άπλωσε το αριστερό της χέρι με ένα πλατύ χαμόγελο. «Είμαστε τρία χρόνια παντρεμένοι». Ύστερα έστρεψε ειρωνικά το βλέμμα της προς τα πάνω, μια συνήθεια που η Κέιτ τη θυμόταν. «Μου πήρε μονάχα δεκαπέντε χρόνια για να τον πείσω ότι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εμένα». «Πολύ χαίρομαι για σένα». Χαιρόταν όντως και αν ένιωσε μια μικρή στενοχώρια, την αγνόησε. «Παντρευτήκατε και ανοίξατε ένα εστιατόριο. Ο πατέρας μου δε μου έλεγε ποτέ τα κουτσομπολιά του νησιού». «Έχουμε και μια κόρη. Τη Χόουπ. Είναι δεκαοχτώ μηνών και σκέτο διαολάκι. Για κάποιο μυστήριο λόγο, έχει μοιάσει στον Κάι». Η Λίντα σοβάρεψε ξανά και ακούμπησε ελαφρά το χέρι της στο μπράτσο της Κέιτ. «Θα τον δεις τώρα». Δεν το έθεσε σαν ερώτηση· δεν έκανε τον κόπο να προσποιηθεί ότι ρωτούσε.


Τ Ο Χ Ρ Υ Σ Α Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

221

«Ναι». Φέρσου αδιάφορα, διέταξε η Κέιτ τον εαυτό της. Μη λυγίσεις μπροστά στα ερωτήματα και την έγνοια στα μάτια της Λί­ ντα. Η Λίντα και ο Κάι δεν είχαν μόνο πρόσφατους οικογενειακούς δεσμούς, αλλά τους έδενε κι από παλιά το νησί. «Ο πατέρας μου μελετούσε κάτι και χρειάζομαι τη βοήθεια του Κάι μ’ αυτό». Η Λίντα περιεργάστηκε το ήρεμο πρόσωπο της Κέιτ. «Ξέρεις τι κάνεις;» «Ναι». Δεν έδειξε την παραμικρή ανησυχία. Μα το στομάχι της δέθηκε κόμπο. «Ξέρω τι κάνω». «Εντάξει». Αν και δεν ικανοποιήθηκε, η Λίντα δέχτηκε την απά­ ντηση της Κέιτ και κατέβασε το χέρι της. «Πέρνα, σε παρακαλώ, από το μαγαζί ή από το σπίτι. Μένουμε λίγο πιο κάτω απ’ τον Κάι. Ο Μαρς θα θέλει να σε δει κι εγώ θέλω να σου δείξω τη Χόουπ. Και το μενού μας», πρόσθεσε με ένα χαμόγελο. «Και τα δυο είναι εξαιρετικά». «Φυσικά θα περάσω». Έπιασε παρορμητικά τα χέρια της Λίντα. «Πραγματικά χάρηκα πολύ που σε ξαναείδα. Το ξέρω ότι χάθηκα, αλλά...» «Το καταλαβαίνω». Η Λίντα της έσφιξε τα χέρια. «Αυτά είναι περασμένα. Πρέπει να γυρίσω τώρα στο μαγαζί, έχουμε πολύ κόσμο τα μεσημέρια αυτή την εποχή». Αναστέναξε ελαφρώς κι αναρωτή­ θηκε αν η Κέιτ ήταν όσο ήρεμη φαινόταν. Και αν ο Κάι ήταν βλάκας όπως συνήθως. «Καλή τύχη», μουρμούρισε και διέσχισε τρεχάτη το δρόμο. «Ευχαριστώ», μουρμούρισε η Κέιτ. Θα την είχε ανάγκη την κα­ λή τύχη. Η διαδρομή ήταν όσο όμορφη τη θυμόταν. Πέρασε από τα μαγαζάκια με χειροποίητα είδη και αντίκες στις βιτρίνες τους. Πέρασε από τα γαλανόλευκα σπίτια που ήταν φτιαγμένα με τάβλες και από τα περιποιημένα δρομάκια στα περίχωρα του χωριού με το πράσινο γρασίδι και τα φυλλωτά δέντρα. Έ να δεμένο σκυλί άρχισε να τρέχει πέρα δώθε όταν πέρασε από μπροστά η Κέιτ και να γαβγίζει ανόρεχτα σαν να το έκανε από κα­ θήκον και μόνο. Από μακριά φαινόταν η κορφή του λευκού φάρου. Κάποτε είχε φύλακα, μα είχαν περάσει αυτές οι εποχές. Κι έπειτα η Κέιτ έφτασε στο στενό μονοπάτι που οδηγούσε στο σπιτάκι του Κάι. Οι παλάμες της είχαν ιδρώσει. Βλαστήμησε τον εαυτό της. Αν


222

N

ora

R oberts

ήταν ανάγκη να θυμάται τα παλιά, ας το έκανε αργότερα, όταν θα ήταν μόνη της. Και ασφαλής. Το μονοπάτι ήταν όπως πρώτα, ίσα που χωρούσε ένα αυτοκί­ νητο, είχε αραιά χαλίκια και δεξιά κι αριστερά θάμνους που πάντα πετάγονταν μες στη μέση. Οι θάμνοι και τα δέντρα πάντα οργίαζαν και είχαν όψη φουντωτή και άγρια που ταίριαζε με το μέρος. Ταί­ ριαζε μ ’ αυτόν. Ο Κάι της είχε πει ότι δεν ήθελε επισκέψεις. Αν είχε διάθεση για παρέα, πήγαινε στο χωριό όπου γνώριζε τους πάντες. Κλασικός Κάι Σίλβερ, συλλογίστηκε η Κέιτ. Αν σε θέλω, θα σου το πω. Αλλιώς, άφησέ με ήσυχο. Την ήθελε κάποτε... Αγχωμένη, πέρασε το χαρτοφύλακα στο άλ­ λο της χέρι. Ό,τι κι αν ήθελε τώρα ο Κάι, θα έπρεπε να κάτσει να την ακούσει. Τον είχε ανάγκη γιατί ήταν ο καλύτερος -σ τις καταδύσεις και στο να ρισκάρει. Όταν φάνηκε το σπίτι, σταμάτησε κι από μείνε να το κοιτάζει. Ή ταν ακόμα μικρό, ακόμα πρωτόγονο. Αλλά δεν έδινε πια την εντύ­ πωση ότι θα σωριαζόταν από έναν δυνατό αέρα. Η σκεπή είχε επισκευαστεί. Προφανώς δε θα χρειαζόταν να βά­ ζει πια ο Κάι γύρω γύρω κατσαρόλες και τηγάνια όποτε έβρεχε. Η βεράντα που έλεγε κάποτε αόριστα να χτίσει διέτρεχε τώρα όλη την πρόσοψη, γερή και πλατιά. Η πόρτα με τη σήτα που ήταν κάποτε μπαλωμένη σε πέντ’ έξι σημεία είχε αντικατασταθεί με καινούρια. Τίποτα όμως δεν έδειχνε καινούριο, παρατήρησε η Κέιτ. Απλώς όλα έδειχναν εντάξει. Ο κέδρος είχε γκριζάρει, τα παράθυρα ήταν απερι­ ποίητα, μα τα τζάμια τους έλαμπαν. Και προς μεγάλη της έκπληξη, σε μια μακρόστενη ξύλινη ζαρντινιέρα ξεχείλιζαν βαλσαμίνες. Είχε κάνει λάθος, αποφάσισε η Κέιτ, πλησιάζοντας στο σπίτι. Ο Κάι Σίλβερ είχε αλλάξει. Πώς ακριβώς, και πόσο ακριβώς, δεν το είχε ανακαλύψει ακόμα. Κόντευε να πατήσει στο πρώτο σκαλί, όταν άκουσε ήχους από το πίσω μέρος του σπιτιού. Υπήρχε μια αποθήκη εκεί πίσω, θυμή­ θηκε, γεμάτη τάβλες, εργαλεία και διάφορα παλιά πράγματα. Ανα­ κουφισμένη που δε θα χρειαζόταν να τον συναντήσει μέσα στο σπί­ τι, προχώρησε γύρω γύρω μέχρι τη μικρή πίσω αυλή. Η θάλασσα ακουγόταν ως εδώ και ήξερε πως δεν ήταν ούτε δυο λεπτά δρόμος μέσα από ψηλά χορτάρια και αμμόλοφους. Να κατέβαινε ακόμα ο Κάι στη θάλασσα τα βράδια; αναρωτή­


Τ ο Χ ρυ σά φ ι

της

Θ αλ αςςας

223

θηκε. Για να τη χαζέψω, της έλεγε. Να τη μυρίσω. Μερικές φορές μάζευε ξεβρασμένα ξύλα ή κοχύλια ή ό,τι άλλους μικρούς θησαυ­ ρούς έβγαζε η θάλασσα στην άμμο. Κάποτε της είχε δώσει ένα λείο κοχύλι που χωρούσε στην παλάμη της -ολόλευκο, με ρόδινο κέ­ ντρο. Διαμάντια να της είχαν κάνει δώρο, δε θα είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ η Κέιτ. Καταπνίγοντας τις αναμνήσεις της, μπήκε στην αποθήκη. Είχε το ίδιο ύψος με το σπίτι και ήταν η μισή σε πλάτος. Την τελευταία φορά που είχε έρθει εδώ η Κέιτ, η παράγκα ήταν γεμάτη με σανίδες και τάβλες και κουτιά με εργαλεία. Τώρα είδε το κύτος ενός σκά­ φους. Σε έναν πάγκο στεκόταν ο Κάι, με την πλάτη γυρισμένη, και έτριβε με αμμόχαρτο το κατάρτι. «Εσύ το έφτιαξες», της ξέφυγε όλο χαρά πριν προλάβει να συ­ γκρατηθεί. Πόσες φορές της είχε πει εκείνος για το σκάφος που θα έφτιαχνε μόνος του κάποτε; Η Κέιτ είχε την αίσθηση πως αυτή ήταν η μόνη συγκεκριμένη φιλοδοξία του. Μαόνι και βελανιδιά, της είχε πει. Πέντε μέτρα κότερο που θα έσκιζε τα νερά σαν όνειρο. Στο κα­ τάστρωμα θα έβαζε ξύλο τικ και μπρούντζινους συνδέσμους. Κάπο­ τε θα διέπλεε τις ακτές από το Όκρακοκ ως τη Νέα Αγγλία. Της είχε περιγράφει το σκάφος με τόση λεπτομέρεια που η Κέιτ το είχε δει τότε με το μυαλό της όσο καθαρά το έβλεπε τώρα με τα μάτια της. «Σ ’ το είπα ότι θα το έφτιαχνα». Ο Κάι άφησε το κατάρτι και γύρισε προς το μέρος της. Εκείνη ήταν στην πόρτα, με τον ήλιο από πίσω της. Αυτός βρισκόταν ο μισός στις σκιές. «Ναι». Νιώθοντας ανόητη, η Κέιτ έπιασε πιο σφιχτά το χαρτο­ φύλακα. «Μου το είπες». «Αλλά δε με πίστευες». Ο Κάι έριξε στην άκρη το αμμόχαρτο. Ή ταν ανάγκη να είναι τόσο ευπρεπής και ατάραχη η Κέιτ, και τόσο όμορφη; Μια στάλα ιδρώτα έτρεξε στην πλάτη του. «Πάντα είχες πρόβλημα να βλέπεις πέρα από το παρόν». Παράτολμος, ανυπόμονος, ακαταμάχητος. Πάντα θα της έφερνε αυτές τις λέξεις στο νου; «Κι εσύ πάντα είχες πρόβλημα να αντιμε­ τωπίζεις το παρόν», του είπε. Εκείνος ανασήκωσε το φρύδι του, ή με έκπληξη ή με ειρωνεία, η Κέιτ δεν ήταν σίγουρη τι απ’ τα δυο. «Τότε ίσως εμείς να είχαμε το πρόβλημα». Προχώρησε κοντά της και ο ήλιος που έμπαινε λοξά από τα παραθυράκια έπεσε πάνω του κι ύστερα πίσω του. «Αλλά δεν είχε πάντα σημασία». Για να έχει την ικανοποίηση ότι μπορού­


224

N

ora

R

oberts

σε ακόμα, ο Κάι άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το πρόσωπό της. Εκείνη δεν κουνήθηκε και το δέρμα της ήταν όσο απαλό και δροσε­ ρό το θυμόταν. «Φαίνεσαι κουρασμένη, Κέιτ». Το στομάχι της τρεμούλιασε, μα η φωνή της όχι. «Ήταν μεγάλο ταξίδι». Της χάιδεψε το μάγουλο με τον αντίχειρά του. «Πρέπει να σε δει λίγο ο ήλιος». Αυτή τη φορά η Κέιτ πισωπάτησε. «Το έχω σκοπό να με δει ο ήλιος». «Το κατάλαβα από το γράμμα σου». Ευχαριστημένος που είχε υποχωρήσει πρώτη αυτή, ο Κάι ακούμπησε στην ανοιχτή πόρτα. «Μου έγραψες πως ήθελες να μου μιλήσεις από κοντά. Ωραία, ήρ­ θες. Δε θα μου πεις τι θέλεις;» Η Κέιτ ίσως να είχε λιώσει άλλοτε βλέποντας το αυθάδικο χαμό­ γελό του. Τώρα σφίχτηκε η πλάτη της. «Ο πατέρας μου έκανε μια έρευνα και θέλω να την τελειώσω». «Και λοιπόν;» «Χρειάζομαι τη βοήθειά σου». Ο Κάι γέλασε και προχώρησε παραπέρα, στο φως. Είχε ανάγκη να πάρει αέρα, να απομακρυνθεί από κοντά της. Είχε ανάγκη να την αγγίξει ξανά. «Από τον τόνο σου, φαίνεται ότι δε σ ’ αρέσει καθό­ λου, μα καθόλου, που ζητάς τη βοήθειά μου». «Ναι», του είπε κατηγορηματικά, νιώθοντας ξαφνικά δύναμη και πίκρα. «Καθόλου». Δεν υπήρχε ίχνος χιούμορ στα μάτια του όταν γύρισε πάλι προς το μέρος της. Είχαν μια ψυχρή έκφραση που η Κέιτ την είχε ξαναδεί. «Τότε ας ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. Έφυγες από το νησί και με άφησες, παίρνοντας ό,τι ήθελα». Αυτό το ύφος του δεν την έκανε πλέον να ζαροόνει όπως παλιά. «Ό,τι έγινε πριν από τέσσερα χρόνια δεν έχει καμία σχέση με το παρόν». «Σιγά μη δεν έχει». Ή ρθε πάλι κοντά της κι εκείνη έκανε άθελά της ένα βήμα πίσω. «Ακόμα με φοβάσαι;» τη ρώτησε σιγανά. Όπως και πριν από μια στιγμή, η ερώτησή του μετέτρεψε το φό­ βο της σε θυμό. «Όχι», του είπε και το εννοούσε. «Δε σε φοβάμαι, Κάι. Δεν έχω καμιά πρόθεση να συζητήσω το παρελθόν, αλλά θα συμφωνήσω ότι έφυγα από το νησί και σε άφησα. Τώρα ήρθα για


Τ ο Χ ρυ σά φ ι

της

Θ αλ αςςας

225

δουλειά και θα ήθελα να με ακούσεις. Αν ενδιαφέρεσαι, θα συζητή­ σουμε τους όρους της συνεργασίας μας και τίποτε άλλο». «Δεν είμαι κανένας από τους μαθητές σου, κυρία καθηγήτρια», της είπε ειρωνικά. «Άσε το κήρυγμα». Η Κέιτ έσφιξε κι άλλο με τα δάχτυλά της το χερούλι του χαρτο­ φύλακα. «Στις δουλειές, υπάρχουν πάντα κάποιοι βασικοί κανόνες». «Κανείς δε συμφώνησε να τους ορίσεις εσύ». «Έκανα λάθος», είπε ήσυχα η Κέιτ, πασχίζοντας να μη χάσει την ψυχραιμία της. «Θα βρω κάποιον άλλο». Κίνησε να φύγει, μα στα δυο βήματα ο Κάι την άρπαξε από το μπράτσο. «Όχι». Ο λαιμός της ξεράθηκε, βλέποντας τη θυελλώδη έκφραση στα μάτια του. Ή ξερε τι εννοούσε εκείνος. Δε θα έβρισκε ποτέ κάποιον άλλο που θα την έκανε να νιώθει ή να ποθεί όπως αυτός. Του έπιασε το χέρι αποφασιστικά και το απομάκρυνε από το μπράτσο της. «Ήρθα εδώ για δουλειά. Δεν έχω σκοπό να τσακωθώ μαζί σου για κάτι που δεν υπάρχει πια». «Αυτό θα το δούμε». Πόσο ακόμα θα άντεχε; αναρωτήθηκε ο Κάι. Πονούσε μόνο που την κοίταζε, που την ένιωθε να γίνεται ολο­ ένα πιο απόμακρη από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο. «Για την ώρα, όμως, γιατί δε μου λες τι έχεις στο χαρτοφύλακά σου, κυρία καθηγήτρια;» Η Κέιτ πήρε μια βαθιά ανάσα. Έπρεπε να το περίμενε πως δε θα ήταν εύκολο. Τίποτα δεν ήταν ποτέ εύκολο με τον Κάι. «Διαγράμ­ ματα», του είπε κοφτά. «Σημειώσεις έρευνας, χάρτες, προσεκτικά τεκμηριωμένα στοιχεία και σαφείς θεωρίες. Κατά την άποψή μου, ο πατέρας μου ήταν έτοιμος να εντοπίσει με ακρίβεια το σημείο που βυθίστηκε, μαζί με όλο του το φορτίο, το Λίμπερτι, ένα αγγλι­ κό εμπορικό καράβι, στα ανοιχτά της Βόρειας Καρολίνας πριν από διακόσια πενήντα χρόνια». Εκείνος την άκουσε από την αρχή ως το τέλος χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο ούτε να αλλάξει έκφραση. Όταν τελείωσε η Κέιτ, ο Κάι περιεργάστηκε το πρόσωπό της για αρκετή ώρα. «Έλα μέσα», της είπε και κίνησε για το σπίτι. «Δείξε μου τι έχεις». Βλέποντας την αλαζονεία του, της ήρθε να κάνει μεταβολή και να γυρίσει στο χωριό όπως είχε έρθει. Υπήρχαν κι άλλοι δύτες, που γνώριζαν τις ακτές και τα νερά το ίδιο καλά με τον Κάι. Υπήρχαν κι άλλοι, μα αν ήταν να διαλέξει ανάμεσα στο διάβολο που γνώριζε


226

N

ora

R

o berts

και στο άγνωστο, δεν έμπαινε ζήτημα. Οπότε τον ακολούθησε μέσα στο σπίτι. Κι αυτό είχε αλλάξει. Η κουζίνα που θυμόταν είχε πιτσιλιές από μπογιές στο πάτωμα και το μόνο μέρος για να ακουμπήσεις κάτι ήταν ένα ξεχαρβαλωμένο τραπέζι. Tcopa το πάτωμα είχε τριφτεί και περαστεί με λούστρο, τα ντουλάπια είχαν ξαναφτιαχτεί και γύρω από το νεροχύτη υπήρχαν πεντακάθαροι πάγκοι. Ο Κάι είχε βάλει φεγγίτη και ο ήλιος έλουζε το τραπέζι, που ήταν τώρα επισκευασμέ­ νο και βαμμένο, με παγκάκια δεξιά κι αριστερά. «Εσύ τα έκανες όλα αυτά;»’ «Ναι. Σου φαίνεται παράξενο;» Ώστε ο Κάι δεν ήθελε να συζητήσουν πολιτισμένα. Η Κέιτ άφη­ σε το χαρτοφύλακά της στο τραπέζι. «Ναι. Ποτέ δε σε πείραζε που κόντευαν να πέσουν πάνω σου οι τοίχοι». «Πολλά πράγματα δε με πείραζαν κάποτε. Θέλεις μπίρα;» «Όχι». Η Κέιτ κάθισε και έβγαλε το πρώτο τετράδιο του πατέρα της από το χαρτοφύλακα. «Καλό θα είναι να το διαβάσεις αυτό. Όχι ολόκληρο, θα σου πάρει πολύ χρόνο και δε χρειάζεται, αλλά αν κοιτάξεις τις σελίδες που σημείωσα, πιστεύω ότι θα έχεις όλα τα απαραίτητα στοιχεία». «Εντάξει». Ο Κάι γύρισε από το ψυγείο με μια μπίρα στο χέρι. Κάθισε και ήπιε την πρώτη γουλιά, κοιτάζοντάς την πάνω από το χείλος του μπουκαλιού, ύστερα άνοιξε το τετράδιο. Ο γραφικός χαρακτήρας του Έντουιν Χάρντεστι ήταν πολύ ευα­ νάγνωστος και σαφής. Έγραφε τα στοιχεία του με διδακτικό και πεζό ύφος. Πράγματα που θα έπρεπε να είναι συναρπαστικά ήταν στεγνά σαν διατριβή, μα ορθά. Ο Κάι δεν είχε καμιά αμφιβολία γ ι’ αυτό. Το Λίμπερτι είχε χαθεί, μαζί με το φορτίο του από ζάχαρη, τσάι, μεταξωτά και άλλα εισαγόμενα αγαθά για τις αποικίες. Ο Χάρντεστι είχε καταγράψει όλα τα εμπορεύματα μέχρι και την τελευταία γαλέτα. Όταν είχε φύγει από την Αγγλία, το καράβι μετέφερε επίσης ένα σεντούκι με χρυσάφι. Είκοσι πέντε χιλιάδες νομίσματα. Ο Κάι σήκωσε το βλέμμα του από το τετράδιο και είδε ότι η Κέιτ τον πα­ ρακολουθούσε. «Ενδιαφέρον», είπε απλά και γύρισε στην επόμενη σελίδα που του είχε σημειώσει εκείνη. Από το ναυάγιο είχαν επιζήσει μόνο τρεις άνθρωποι, που τους είχε ξεβράσει η θάλασσα στο νησί. Έ νας από το πλήρωμα είχε πε­


Τ ο Χ ρυ σά φ ι

της

Θ αλαςςας

227

ριγράψει την καταιγίδα που βύθισε το Λίμπερτι, μιλώντας με λε­ πτομέρειες για το ύψος των κυμάτων, τα ξύλα που διαλύθηκαν, τα νερά που όρμησαν από την τρύπα. Ή ταν μια φρικιαστική ιστορία που ο Χάρντεστι την είχε αφηγηθεί με το πραγματιστικό του ύφος, προσθέτοντας και υποσημειώσεις. Ο ναύτης είχε αναφέρει επίσης το σημείο όπου βρισκόταν το πλοίο πριν βουλιάξει. Ο Κάι δε χρει­ αζόταν τους υπολογισμούς του Χάρντεστι για να καταλάβει ότι το καράβι είχε βουλιάξει δυόμισι μίλια από τις ακτές του Όκρακοκ. Περνώντας από το ένα τετράδιο στο άλλο, ο Κάι διάβασε τις καλά διατυπωμένες θεωρίες του Χάρντεστι, με τις σαφέστατες τεκ­ μηριώσεις που ήταν επιβεβαιωμένες ξανά και ξανά. Έριξε μια ματιά στα διαγράμματα κι έπειτα τα μελέτησε με περισσότερη προσοχή. Θυμήθηκε το ζωηρό ενδιαφέρον του Χάρντεστι για τις καταδύσεις, που πάντοτε φαινόταν ασύμφωνο με τον αυστηρό τρόπο ζωής του. Ώστε έψαχνε για χρυσάφι, συλλογίστηκε ο Κάι. Όλα αυτά τα χρόνια ο άνθρωπος σκάλιζε βιβλία και έψαχνε για χρυσάφι. Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος, ο Κάι ίσως να θεωρούσε πως ήταν ένας ακόμα μύθος και να μην του έδινε σημασία. Στα χωριά κατά μήκος των ακτών έδιναν κι έπαιρναν οι ιστορίες για θαμμένους θησαυρούς. Ο Έντουαρντ Τιτς εκμεταλλευόταν τα ρηχά νερά των κολπίσκων για να ξεγελά και να εκνευρίζει το Στέμμα μέχρι την τελευταία του ναυ­ μαχία στα ανοιχτά του Όκρακοκ. Τούτο από μόνο του έφτανε για να συντηρεί τα όνειρα για ανεύρεση χαμένων θησαυρών. Μα αυτές τις σημειώσεις τις είχε γράψει ο δόκτωρ Έντουιν Τζ. Χάρντεστι, καθηγητής του Γέιλ, ένας άνθρωπος χωρίς φαντασία και χιούμορ, που δεν πίστευε ότι άξιζε να χάνει κανείς το χρόνο του σε επιπολαιότητες. Ο Κάι μπορεί και πάλι να μην έδινε σημασία, μα η Κέιτ καθό­ ταν απέναντι του. Και είχε αρκετά περιπετειώδες πνεύμα ώστε να πιστεύει στο πεπρωμένο. Αφήνοντας στην άκρη το τελευταίο τετράδιο, έπιασε πάλι την μπίρα του. «Ώστε θέλεις να ψάξεις για θησαυρούς». Η Κέιτ αγνόησε το χιούμορ του. Σταυρώνοντας τα χέρια της στο τραπέζι, έσκυψε προς το μέρος του. «Σκοπεύω να ολοκληρώσω το έργο του πατέρα μου». «Το πιστεύεις;» Το πίστευε; Η Κέιτ άνοιξε το στόμα της και το ξανάκλεισε. Δεν είχε ιδέα. «Δε θέλω να πάνε στράφι ο χρόνος και η έρευνα του πατέ­


228

N

ora

R

o berts

ρα μου. Θέλω να προσπαθήσω. Και χρειάζομαι τη βοήθειά σου για να το κάνω. Θα σε αποζημιώσω». «Αλήθεια;» Ο Κάι περιεργάστηκε με ένα αχνό χαμόγελο την μπίρα που είχε απομείνει στο μπουκάλι. «Θα με αποζημιώσεις;» «Σε χρειάζομαι, εσένα και το σκάφος σου, για ένα μήνα, μπορεί και δύο. Δεν μπορώ να κάνοι καταδύσεις μόνη μου, γιατί δε γνωρί­ ζω αρκετά καλά τα νερά και δεν έχω καιρό για χάσιμο. Πρέπει να γυρίσω στο Κονέτικατ τέλη Αυγούστου». «Για να γεμίσουν πάλι τα νύχια σου με σκόνη κιμωλίας». Εκείνη ανακάθισε αργά. «Δεν έχεις δικαίωμα να κριτικάρεις το επάγγελμά μου». «Είμαι σίγουρος ότι το Γέιλ έχει εκλεκτές κιμωλίες», σχολίασε ο Κάι. «Ώστε δίνεις στον εαυτό σου γύρω στις έξι βδομάδες για να βρεις χρυσάφι». «Αν είναι σωστοί οι υπολογισμοί του πατέρα μου, δε θα πάρει τόσο χρόνο». «Αν», επανέλαβε ο Κάι. Αφήνοντας κάτω το μπουκάλι του, έσκυ­ ψε προς τρ μέρος της. «Εγώ δεν έχω χρονοδιάγραμμα. Αν θέλεις έξι βδομάδες από το χρόνο μου, τις έχεις. Επί πληρωμή». «Πόσα, δηλαδή;» «Εκατό δολάρια την ημέρα και πενήντα τοις εκατό από ό,τι βρούμε». Η Κέιτ τον κοίταξε ατάραχα και ξανάβαλε τα τετράδια στο χαρτοφύλακά της. «Ό,τι κι αν ήμουν πριν από τέσσερα χρόνια, Κάι, τώ­ ρα δεν είμαι κορόιδο. Εκατό δολάρια την ημέρα είναι εξωφρενικό ποσό όταν μιλάμε για μηνιάτικο. Και όσο για πενήντα τοις εκατό, ούτε που να το συζητάς». Της έδωσε μια αίσθηση ικανοποίησης που παζάρευε μαζί του. Το παζάρεμα καθιστούσε τη συνεργασία τους καθαρά επαγγελματική. «Θα σου δώσω πενήντα δολάρια την ημέρα και δέκα τοις εκατό». Με το εκνευριστικό, αχνό του χαμόγελο, αυτός κούνησε γύρω γύρω την μπίρα μέσα στο μπουκάλι. «Δε βάζω μπρος το σκάφος μου για ένα πενηντάρικο την ημέρα». Εκείνη τον περιεργάστηκε γέρνοντας λοξά το κεφάλι της και η καρδιά του σφίχτηκε. Το έκανε συχνά αυτό η Κέιτ όποτε της έλεγε κάτι που ήθελε να το σκεφτεί. «Έχεις γίνει πιο συμφεροντολόγος από παλιά». «Πώς αλλιώς θα βγάλει κανείς το ψωμί του, κυρία καθηγήτρια;»


Το Χ

ρυ σ ά φ ι τ η ς

Θ αλαςςας

229

Δεν ένιωθε τίποτα η Κέιτ; σκέφτηκε νευριασμένος. Δεν υπέφερε έστω και λίγο που βρισκόταν στο σπίτι όπου είχαν κάνει έρωτα για πρώτη και τελευταία φορά; «Αν θες μια υπηρεσία», της είπε ήσυχα, «πρέπει να πληρώσεις. Τίποτα δεν είναι τζάμπα. Εβδομήντα πέντε την ημέρα και είκοσι πέντε τοις εκατό. Άντε, επειδή γνωριζόμαστε από παλιά». «Όχι, για να μπορέσουμε να συνεργαστούμε». Του άπλωσε το χέρι της, μα όταν εκείνος της το έσφιξε, το μετάνιωσε. Το χέρι του ήταν σκληρό και δυνατό και η Κέιτ θυμήθηκε πώς ήταν να τη χαϊ­ δεύει, να την τρελαίνει, να την καλμάρει, να τη διεγείρει, να την ξελογιάζει. «Είμαστε σύμφωνοι». Του φάνηκε πως διέκρινε αναμνήσεις στα μάτια της. Και συνέχισε να της κρατά το χέρι, ξέροντας ότι δεν την ευχαριστούσε που την άγγιζε. Γιατί δεν την ευχαριστούσε. «Δε σου εγγυώμαι ότι θα βρεις το θησαυρό σου». «Κατανοητό». «Ωραία. Θα αφαιρέσω την προκαταβολή του πατέρα σου από το σύνολο». «Εντάξει». Με το ελεύθερο χέρι της, άρπαξε το χαρτοφύλακά της. «Πότε ξεκινάμε;» «Έλα να με βρεις στο λιμάνι αύριο στις οχτώ». Επίτηδες, ακού­ μπησε το άλλο του χέρι στο δικό της πάνω στον δερμάτινο χαρτο­ φύλακα. «Άφησέ το μου αυτό. Θέλω να ξανακοιτάξω τα χαρτιά». «Δεν τα χρειάζεσαι», άρχισε η Κέιτ, μα εκείνος της έσφιξε το Χέρι.

«Αν δε μου τα εμπιστεύεσαι, πάρ’ τα», της είπε σιγανά. Με έναν πολύ επικίνδυνο τόνο. «Και βρες άλλο δύτη». Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Τα χέρια της ήταν παγιδευμένα, το ίδιο κι εκείνη. Η Κέιτ το ήξερε ότι θα έπρεπε να κάνει κάποιες θυσίες. «Θα έρθω να σε βρω στις οχτώ». «Ωραία». Της άφησε τα χέρια και κάθισε πίσω. «Χαίρομαι που θα συνεργαστούμε, Κέιτ». Εκείνη σηκώθηκε. Πόσα πράγματα είχε θυσιάσει ήδη; αναρω­ τήθηκε. «Αντίο». Όταν έκλεισε η σήτα, ο Κάι έπιασε τη μισοτελειωμένη μπίρα του και την κατέβασε μονορούφι. Ύστερα παρέμεινε στη θέση του μέχρι να νιώσει σίγουρος ότι αν σηκωνόταν και πήγαινε στο παράθυρο, η Κέιτ δε θα φαινόταν πια.


230

N

ora

R

oberts

Ναυαγισμένα καράβια και θησαυροί στον πάτο της θάλασσας. Θα είχε ενθουσιαστεί και η φαντασία του θα έκανε φτερά αν δεν τον είχε κυριεύσει η παράφορη επιθυμία να πάρει το σκάφος του και να ανοιχτεί στον ωκεανό. Δεν πίστευε ως τότε ότι εκείνη μπορούσε να τον επηρεάζει ακόμα τόσο πολύ. Είχε ξεχάσει ότι γινόταν το στομά­ χι του κόμπος όποτε βρισκόταν κοντά της. Δεν την είχε ξεπεράσει καθόλου. Με ό,τι κι αν είχε γεμίσει τη ζωή του τα τελευταία τέσσερα χρόνια, δεν είχε ξεπεράσει τη λεπτούλα διανοούμενη με το υπεροπτικό ύφος και τα ελαφίσια μάτια. Συνέχισε να κάθεται, κοιτάζοντας το χαρτοφύλακα με τα αρχικά της αποτυπωμένα διακριτικά κοντά στη λαβή. Δεν περίμενε ότι θα ξαναρχόταν ποτέ εκείνη, αλλά μόλις είχε ανακαλύψει ότι δεν είχε αποδεχτεί ποτέ ότι τον άφησε. Τόσα χρόνια απλο'ις ξεγελούσε τον εαυτό του. Τώρα, που την ξαναείδε, κατάλαβε ότι το έκανε καθαρά για επιβίωση και όχι επειδή ήταν αλήθεια. Έπρεπε να γυρίσει σελί­ δα, να προσποιηθεί πως είχε τελειώσει εκείνο το κομμάτι της ζωής του, αλλιώς θα του έστριβε. Η Κέιτ είχε ξανάρθει, μα όχι γ ι’ αυτόν. Για δουλειά. Ο Κάι έσυρε το χέρι του στο λείο δέρμα του χαρτοφύλακα. Η Κέιτ ήθελε απλώς τον καλύτερο δύτη που γνώριζε και ήταν διατεθειμένη να τον πλη­ ρώσει. Να τον αμείψει για τις υπηρεσίες του, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Το παρελθόν δεν είχε σημασία γ ι’ αυτήν. Μέσα του φούντωσε ο θυμός και ο Κάι έσφιξε το μπουκάλι μέ­ χρι που άσπρισαν τα δάχτυλά του. Θα της έδινε όλα αυτά για τα οποία τον πλήρωνε, υποσχέθηκε στον εαυτό του. Και ίσως και κάτι παραπάνω. Τούτη τη φορά, όταν θα έφευγε η Κέιτ, εκείνος δε θα ένιωθε σαν κορόιδο. Αυτή θα έπρεπε να προσποιείται για όλη την υπόλοι­ πη ζωή της. Τούτη τη φορά, θα ξεμπέρδευε μαζί της. Αχ, έπρεπε να ξεμπερδέψει. Πετάχτηκε όρθιος και πήγε έξω στην αποθήκη. Αν καθόταν μέσα στο σπίτι, θα υπέκυπτε στην ανάγκη του να μεθύσει, να γίνει τύφλα.


Κεφάλαιο 3

Η

Κέιτ είχε γεμίσει την μπανιέρα με τόσο καυτό νερό που είχε θολώσει ο καθρέφτης πάνω από το νιπτήρα. Πάνω πάνω έπλεαν χα­ λαρωτικά έλαια με διακριτικό άρωμα. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου, δεν ήξερε πόση ώρα μούλιαζε εκεί μέσα και επαναφόρτιζε τις μπαταρίες της. Το είχε κάνει το επόμενο αμετάκλητο βήμα. Και άντεξε. Στη διάρκεια της κουβέντας της με τον Κάι, είχε καταφέρει, ένας Θεός ήξερε πώς, να καταπνίξει όλες τις αναμνήσεις χαράς και πάθους. Αμέτρητες φορές είχαν φάει εκεί μαζί, μαγειρεύοντας ψά­ ρια που είχαν πιάσει και πίνοντας κρασί. Στο δρόμο για το ξενοδοχείο, είχε καταφέρει, αν και μετά βίας, να ξεπεράσει την ανάγκη της να κλάψει. Αύριο θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Αύριο και κάθε μέρα στο εξής. Έπρεπε να το πιστέψει. Η εχθρική του διάθεση θα βοηθούσε. Το ειρωνικό του φέρσιμο δεν την άφηνε να ντύσει με ρομαντισμό κάτι που σίγουρα δεν ήταν παρά μια σχέση του καλοκαιριού. Έπρεπε να δει τα πράγματα αντι­ κειμενικά. Όπως ανέκαθεν ήταν ικανή να κάνει. Ίσω ς τα αισθήματά της για τον Κάι να μην είχαν σβήσει όσο ήλπιζε ή υποκρινόταν. Μα ήταν ανάμεικτα με πίκρα. Μόνο οι βλάκες πήγαιναν γυρεύοντας για επιπλέον στενοχώριες. Μόνο οι ρομαντι­ κοί πίστευαν ότι η πίκρα ήταν καμιά φορά γλυκιά. Και η Κέιτ δεν ήταν πια ούτε ρομαντική ούτε βλάκας. Παρ' όλα αυτά, θα συνεργά­ ζονταν γιατί ενδιέφερε και τους δυο ό,τι μπορεί να βρισκόταν στο βυθό της θάλασσας. Σκέψου το. Διακόσια πενήντα χρόνια. Η Κέιτ έκλεισε τα μάτια της και άφησε το μυαλό της να πλανηθεί. Τα μεταξωτά και η ζάχαρη δε θα υπήρχαν πια, αλλά λες να έβρισκαν μπρούντζινα εξαρτήματα


232

N

ora

R oberts

καταδιαβρωμένα ύστερα από δυόμισι αιώνες; Το κύτος του καρα­ βιού θα ήταν καλυμμένο από μύκητες και πεταλίδες, αλλά πόσα απ’ τα δρύινα ξύλα θα ήταν ακόμα άθικτα; Λες το ημερολόγιο του πλοίου να βρισκόταν κλεισμένο σε κανένα υδατοστεγές αμπάρι και να διαβαζόταν ακόμα; Θα μπορούσε να το κάνει δωρεά σε κάποιο μουσείο στο όνομα του πατέρα της. Κάτι θα ήταν κι αυτό -έν α τε­ λευταίο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει για κείνον. Ίσως τότε να ησύχαζαν επιτέλους όλα τα μπερδεμένα της αισθήματα. Το χρυσάφι, σκέφτηκε η Κέιτ καθώς σηκώθηκε από την μπα­ νιέρα, το χρυσάφι θα είχε γλιτώσει. Ή ταν ένα δέλεαρ που δεν την άφηνε ασυγκίνητη. Ή ξερε ωστόσο ότι η αναζήτηση ήταν που θα τη συνάρπαζε περισσότερο και θα την ικανοποιούσε. Αν το έβρισκε... Τι θα έκανε; αναρωτήθηκε. Κρέμασε την πετσέτα του ξενοδο­ χείου και τυλίχτηκε στο μπουρνούζι της. Από πίσω της, ο καθρέ­ φτης ήταν ακόμα θολός από τους αχνούς του νερού που άδειαζε σιγά σιγά από την μπανιέρα. Θα έκανε με το μερίδιό της μερικές συντηρητικές επενδύσεις; Θα πήγαινε μήπως διακοπές στα ελλη­ νικά νησιά για να δει ό,τι είχε δει κι ερωτευτεί εκεί ο Μπάιρον; Γελώντας, η Κέιτ βγήκε στο δωμάτιο και έπιασε τη βούρτσα της. Παράξενο, δεν είχε σκεφτεί ακόμα τι θα έκανε μετά την έρευνα. Ίσω ς να ήταν καλύτερα έτσι, δεν ήταν συνετό να κάνει κανείς τόσο μακροπρόθεσμα σχέδια. Πάντα είχες πρόβλημα να βλέπεις πέρα από το παρόν. Πανάθεμά τον! Με μια ξαφνική οργή, η Κέιτ κοπάνησε τη βούρ­ τσα της στο κομό. Είχε δει πέρα από το παρόν. Είχε δει ότι εκείνος δεν της πρόσφερε παρά μια αβέβαιη σχέση σε μια ετοιμόρροπη κα­ λύβα στην παραλία. Καμιά εγγύηση ή δέσμευση για το μέλλον. Πά­ λι καλά που δεν είχε χάσει εντελώς τα λογικά της και το κατάλαβε κι έφυγε από μια σχέση που δεν ήταν ουσιαστικά τίποτα. Ποτέ δεν είχε πει στον Κάι πόσο πόνεσε που έφυγε απ’ αυτό το τίποτα. Ο πατέρας της είχε κάνει καλά που της επισήμανε ήπια τις αδυ­ ναμίες του Κάι και τις υποχρεώσεις της απέναντι στον εαυτό της και το επάγγελμα που είχε διαλέξει. Το ότι ο Κάι δεν είχε φιλοδοξίες και αντιμετώπιζε με ανεμελιά το μέλλον δεν ήταν προτερήματα, μα ελαττώματα. Η Κέιτ είχε ευθύνες και με το να τις δεχτεί είχε προ­ σφέρει στον εαυτό της ανεξαρτησία και ικανοποίηση. Πιο ήρεμη τώρα, έπιασε πάλι τη βούρτσα της. Το παρασκεφτόταν το παρελθόν. Ή ταν καιρός να σταματήσει. Με κινήσεις σβέλτες


Τ ο Χ ρυ σά φ ι

της

Θ αλ αςςας

233

λόγω συνήθειας, μάζεψε τα μαλλιά της σε έναν ωραίο κότσο. Από δω και στο εξής, θα σκεφτόταν μόνο το μέλλον, όχι το παρελθόν, ούτε τι θα μπορούσε να έχει συμβεί. Έπρεπε να βγει έξω επειγόντως. Έτοιμη να την πιάσει πανικός, τράβηξε ένα φόρεμα από την ντουλάπα της. Δεν την ένοιαζε πλέον που ήταν κουρασμένη, που κατά βάθος λαχταρούσε μονάχα να χωθεί στο κρεβάτι και να ξε­ κουράσει το σώμα και το μυαλό της. Δεν την άφηναν τα νεύρα της. Θα πήγαινε απέναντι, να πιει ένα ποτό με τη Λίντα και τον Μαρς. Θα έβλεπε το μωρό τους, θα καθόταν να φάει πλουσιοπάροχα και με την ησυχία της. Και όταν επέστρεφε στο ξενοδοχείο, μόνη της, θα ήταν σίγουρα πολύ κουρασμένη για να δει όνειρα. Αύριο, είχε δουλειά. Μια που ντύθηκε γρήγορα, έφτασε στην Παλίρροια λίγο μετά τις έξι. Το μαγαζί τής άρεσε αμέσως. Δεν ήταν κομψό, μα ήταν άνετο. Δεν είχε χαμηλό φωτισμό και ατμόσφαιρα καθεδρικού ναού όπως πολλά από τα εστιατόρια όπου είχε φάει με τον πατέρα της και με συναδέλφους στο Κονέτικατ. Είχε χαλαρή, φιλόξενη ατμόσφαιρα και θαλπωρή. Στους τοίχους υπήρχαν πίνακες με καράβια, αρμάδες και κότε­ ρα. Όλη η τραπεζαρία ήταν γεμάτη με διάφορα σύνεργα ιστιοπλοΐας -μ ια πυξίδα από γυαλιστερό μπρούντζο, ένα χρωματιστό τριγωνικό ιστίο κρεμασμένο πίσω από το μπαρ και τα σκαμπό από μπροστά ήταν σαν ξύλινα βαρελάκια. Έ να κατάρτι ήταν στημένο μέχρι το ταβάνι σχεδόν και μέσα από την κορακοφωλιά ξεχείλιζαν φτέρες. Το μαγαζί ήταν ήδη μισογεμάτο με ζευγάρια και οικογένειες, οι περισσότεροι απ’ τους οποίους, όπως είδε η Κέιτ, ήταν τουρίστες. Τα ελαφριά ξυσίματα από τα μαχαιροπίρουνα στα πιάτα ήταν ευ­ χάριστος ήχος, την ανακούφισε. Ο χώρος μύριζε καλό φαγητό και ακουγόταν ένα σιγανό βουητό από τις συζητήσεις του κόσμου. Ευχάριστο μαγαζί, σκέφτηκε πάλι, μα πολύ καλά οργανωμένο. Σερβιτόροι και σερβιτόρες με ναυτικά παντελόνια πηγαινοέρχονταν ήρεμα, χωρίς να χάνουν χρόνο, αλλά και χωρίς να βιάζονται. Από το παράθυρο έβλεπες ολόκληρο το λιμάνι του Σίλβερ Λέικ. Η Κέιτ του γύρισε την πλάτη της, γιατί ήξερε ότι το βλέμμα της θα έπεφτε στο Βόρτεξ ή στο άδειο αραξοβόλι του. Θα τα έβλεπε κι αύριο. Απόψε ήθελε να περάσει το βράδυ της χωρίς αναμνήσεις.


234

N

ora

R

o berts

«Κέιτ». Ένιωσε χέρια στους ώμους της και αναγνώρισε τη φωνή. Γύρισε χαμογελαστή. «Μαρς, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω». Εκείνος την περιεργάστηκε με τον ήσυχο τρόπο του και διέκρινε πάνω της και ένταση και ανακούφιση. Κάποτε ήταν τσιμπημένος μαζί της, μα αυτά τα αισθήματά του είχαν δώσει τη θέση τους σε θαυμασμό και εκτίμηση μέχρι να τελειώσει εκείνο το καλοκαίρι. «Όμορφη όπως πάντα. Μου είπε η Λίντα πως ήρθες, αλλά χαίρομαι που σε βλέπω κι εγώ». Η Κέιτ γέλασε, γιατί εκείνος την έκανε πάντα να νιώθει πως η ζωή ήταν απλή. Ποτέ δεν είχε αναρωτηθεί γιατί αυτό το χαρακτηρι­ στικό την έκανε να χαλαρώνει με τον Μαρς και να ανάβει με τον Κάι. «Έμαθα τα νέα σου. Τα συγχαρητήριά μου για το γάμο σου, την κόρη σου και την επιχείρησή σου». «Σ’ ευχαριστώ. Έ λα να σε βάλω στο καλύτερο τραπέζι του μα­ γαζιού». «Πάντα με την περιποίηση». Τον έπιασε αγκαζέ. «Πηγαίνει κα­ λά η ζωή σου», αποφάσισε καθώς εκείνος την οδήγησε σε ένα τρα­ πέζι δίπλα στο παράθυρο. «Φαίνεσαι ευτυχισμένος». «Και φαίνομαι και είμαι». Σήκωσε το χέρι του και άγγιξε ελα­ φρά το δικό της. «Μάθαμε για τον πατέρα σου, Κέιτ. ΓΙολύ στενο­ χωρηθήκαμε». «Το ξέρω. Σ ’ ευχαριστώ». Ο Μαρς κάθισε απέναντι της και την κοίταξε με μάτια πολύ πιο ήρεμα, πολύ πιο μαλακά από του αδερφού του. Πάντα αναρωτιόταν η Κέιτ γιατί ο άντρας με τα ονειροπόλα μάτια ήταν τόσο πρακτικός, ενώ ο Κάι ήταν ο μεγάλος ονειροπόλος. «Είναι τραγικό, αλλά δεν μπορώ να πω ότι λυπάμαι που αυτό το γεγονός σε έφερε πάλι στο νησί. Μας έλειψες». Σώπασε, για έμφαση. «Σε όλους μας». Η Κέιτ έπαιξε μηχανικά με την τετράγωνη κόκκινη πετσέτα. «Αλ­ λάζουν τα πράγματα», είπε προσεκτικά. «Απόδειξη εσύ και η Λίντα. Όταν έφυγα, την έβρισκες κάπως ενοχλητική». «Αυτό δεν έχει αλλάξει», ισχυρίστηκε ο Μαρς και χαμογέλασε πλατιά. Γύρισε και κοίταξε τη νεαρή σερβιτόρα με την αλογοουρά που είχε έρθει στο τραπέζι. «Από δω η Σίντι, θα σε περιποιηθεί κα­ λά, δεσποινίς Χάρντεστι...» Κοίταξε πάλι την Κέιτ με ένα χαμόγελο. «Ή μήπως να πω δόκτορ Χάρντεστι;»


Τ ο Χ ρυ σά φ ι

της

Θ α λ αςςας

235

«Καλά είναι και δεσποινίς», του είπε η Κέιτ. «Έχω πάρει άδεια τώρα το καλοκαίρι». «Η δεσποινίς Χάρντεστι είναι ξεχωριστή πελάτισσα», πρόσθεσε, χαμογελώντας στη σερβιτόρα. «Θα πιεις κάτι πριν παραγγείλεις; Να σου φέρουμε ένα μπουκάλι κρασί;» «Πισπόρτερ», απάντησε μια βαθιά, αρρενωπή φωνή. Η Κέιτ έσφιξε την πετσέτα στα δάχτυλά της, μα πίεσε τον εαυτό της να σηκώσει το βλέμμα της και να ανταμώσει τα εύθυμα μάτια του Κάι. «Είναι από τα αγαπημένα της κυρίας καθηγήτριας». «Μάλιστα, κύριε Σίλβερ». Πριν προλάβει να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει η Κέιτ, η σερ­ βιτόρα είχε φύγει. «Α, Κάι», σχολίασε χαλαρά ο Μαρς. «Πώς τα καταφέρνεις πά­ ντα να κάνεις το προσωπικό να στέκεται σούζα». Ο Κάι ανασήκωσε τους ώμους του και ακούμπησε στην καρέκλα του αδερφού του. Και να ένιωσαν και οι τρεις πως η ατμόσφαιρα εί­ χε βαρύνει ξαφνικά, το έκρυψαν ο καθένας με τον τρόπο του. «Μου ήρθε όρεξη για γαρίδες σκάμπι». «Σου τις συστήνω ανεπιφύλακτα», είπε ο Μαρς στην Κέιτ. «Η Λί­ ντα και ο σεφ μελέτησαν καλά τη συνταγή και την τελειοποίησαν». Η Κέιτ του χαμογέλασε σαν να μη στεκόταν από πάνω τους ένας βαρύς, μελαγχολικός άντρας που την κοιτούσε. «Θα τις δοκιμάσω. Θα καθίσεις μαζί μου για φαγητό;» «Μακάρι να μπορούσα. Η Λίντα χρειάστηκε να τρέξει σπίτι, γιατί κάτι έγινε με τη Χόουπ -όλο μας αναστατώνει το διαολάκι και τρομοκρατεί την μπέιμπι σίτερ-, αλλά θα προσπαθήσω να έρθω με­ τά για καφέ. Καλή σου όρεξη». Σηκώθηκε, έριξε στον αδερφό του μια ήρεμη ματιά, όλο νόημα, και απομακρύνθηκε. «Πάντα με τις κολακείες ο Μαρς», σχολίασε ο Κάι και κάθισε στην καρέκλα του αδερφού του χωρίς πρόσκληση. «Ο Μαρς ήταν πάντα καλός μου φίλος». Η Κέιτ άπλωσε την πετσέτα στα πόδια της με μεγάλη προσοχή. «Ξέρω πως είναι το εστιατόριο του αδερφού σου, Κάι, αλλά είμαι σίγουρη πως δε θέλεις να φας μαζί μου, όπως δε θέλω ούτε εγώ». «Κάνεις λάθος». Έριξε ένα γρήγορο, ζωηρό χαμόγελο στη σερ­ βιτόρα που έφερε το κρασί. Δεν έκανε τον κόπο να διορθώσει την Κέιτ και να της πει πως ήταν κι αυτός ιδιοκτήτης της Παλίρροιας.


236

N

ora

R

oberts

Οι καλοί της τρόποι δεν της επέτρεπαν να διαφωνήσει μπροστά σε κόσμο, οπότε είχε μείνει ανέκφραστη ενώ η Σίντι άνοιγε το κρασί και σερβίρισε την πρώτη γουλιά για να το δοκιμάσει ο Κάι. «Καλό είναι», της είπε εκείνος. «Θα σερβίρω εγώ». Παίρνοντας το μπουκάλι, γέμισε το ποτήρι της Κέιτ μέχρι δυο πόντους από το χείλος. «Μια που διαλέξαμε και οι δυο την Παλίρροια για απόψε, γιατί να μην κάνουμε ένα τεστάκι;» Η Κέιτ έπιασε το ποτήρι της και ήπιε μια γουλιά. Το κρασί ήταν δροσερό και ξηρό. Θυμήθηκε το πρώτο μπουκάλι που είχαν πιει μαζί -καθισμένοι στο πάτωμα του σπιτιού του το βράδυ που του χά­ ρισε την παρθενιά της. Ή πιε και δεύτερη γουλιά. «Τι είδους τεστ;» «Να δούμε αν μπορούμε να καθίσουμε παρέα και να φάμε πολι­ τισμένα μέσα σε κόσμο. Δεν το έχουμε ξανακάνει». Έπιασε το ποτήρι του και η Κέιτ έσμιξε τα φρύδια της. Δεν είχε ξαναδεί τον Κάι να πίνει από ποτήρι κρασιού. Τις λίγες φορές που είχαν πιει μαζί κρασί ήταν από τα νεροπότηρα που είχε εκείνος στο σπίτι του. Το ποτήρι με το πόδι φαινόταν πολύ ντελικάτο για το χέρι του και το κρασί πολύ ήπιο για το ύφος στα μάτια του. Ναι, δεν είχαν ξαναφάει μαζί μέσα σε κόσμο. Ο πατέρας της θα την αποδοκίμαζε αν συναναστρεφόταν με κάποιον που θεωρούσε υπάλληλό του. Η Κέιτ το ήξερε και δεν το είχε ρισκάρει. Το'ιρα ήταν αλλιώς τα πράγματα, είπε στον εαυτό της, πιάνοντας κι εκείνη το ποτήρι της. Από μια άποψη, ο Κάι ήταν τώρα δικός της υπάλληλος, οπότε μπορούσε να κρίνει μόνη της. Απερίσκεπτα, του έκανε πρόποση. «Σε μια κερδοφόρα συνεργασία, λοιπόν». «Έτσι ακριβώς». Τσούγκρισε ελαφρά το ποτήρι του με το δικό της, μα το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό και την έκανε να νιώσει άβολα. «Σου πάει το μπλε», της είπε, αναφερόμενος στο φόρεμά της, αλλά χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα δικά της. «Αυτό το βαθύ, σκούρο μπλε που κάνει το δέρμα σου λαχταριστό, σαν κάτι που θα έπρεπε να το γευτεί κανείς πολύ, πολύ προσεκτικά». Η Κέιτ τον κοίταξε αποσβολωμένη που η φωνή του έπαιρνε τό­ σο εύκολα αυτόν το σιγανό, αισθησιακό τόνο που τη μεθούσε. Πά­ ντα ήταν ικανός να μιλάει σαν να έλεγε κάποιο σκοτεινό μυστικό. Ή ταν ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του, που την έπιανε πάντα απροετοίμαστη. Και τώρα την έπιασε απροετοίμαστη. «Θα θέλατε να παραγγείλετε τώρα;» Η σερβιτόρα ήρθε στο τρα­ πέζι τους, όλο χαρά να τους εξυπηρετήσει.


Το

Χ ρυ σά φ ι

της

Θ α λ αςςας

237

Ο Κάι χαμογέλασε βλέποντας την Κέιτ να παραμένει σιωπηλή. «Θα πάρουμε γαρίδες σκάμπι. Και τη σπέσιαλ σαλάτα του κατα­ στήματος». Ακούμπησε πίσω, με το ποτήρι στο χέρι του, χωρίς να πάψει να χαμογελά. Μα το χαμόγελο δεν έφτανε μέχρι τα μάτια του. «Δεν το πίνεις το κρασί σου. Ίσως έπρεπε να σε ρωτήσω αν άλλα­ ξαν τα γούστα σου με τα χρόνια». «Καλό είναι». Η Κέιτ ήπιε μια γουλιά κι έπειτα συνέχισε να κρα­ τά το ποτήρι στο χέρι της θαρρείς για να έχει κάποιο στήριγμα. «Ο Μαρς φαίνεται μια χαρά», σχολίασε. «Χάρηκα που έμαθα γ ι’ αυτόν και τη Λίντα. Πάντα τους φανταζόμουν μαζί». «Αλήθεια;» Ο Κάι σήκωσε το ποτήρι του προς το απαλό απογευ­ ματινό φως που έμπαινε λοξά από το παράθυρο. Κοίταξε τα χρώ­ ματα που διαπέρασαν το κρασί και το ποτήρι και έπεσαν στο χέρι της Κέιτ. «Αυτός όχι. Αλλά βέβαια...»Έστρεψε πάλι το βλέμμα του στα μάτια της. «Ο Μαρς πάντα αργούσε περισσότερο από μένα να αποφασίσει». «Εσύ», συνέχισε εκείνη, πασχίζοντας να ανασάνει ήρεμα, «ήσουν πάντα πιο απερίσκεπτος από τον αδερφό σου». «Δεν ήρθες όμως στον αδερφό μου με τα διαγράμματα και τις σημειώσεις σου, ε;» «Ναι». Η Κέιτ κατάφερε με κάποια προσπάθεια να διατηρήσει τη φωνή της σταθερή και να μη χαμηλώσει τα μάτια της. «Δεν ήρ­ θα στον αδερφό σου. Ίσω ς να αποφάσισα πως είναι χρήσιμη και η απερισκεψία». «Ώστε με βρίσκεις χρήσιμο, Κέιτ;» Η σερβιτόρα έφερε τις σαλάτες τους, μα είδε το βλέμμα του Κάι και δε μίλησε αυτή τη φορά. Το είχε δει και η Κέιτ. «Όταν θέλω να γίνει μια δουλειά, δια­ πίστωσα ότι γλιτώνω πολύ χρόνο και κόπο αν βρω τον κατάλληλο άνθρωπο». Με προσποιητή ηρεμία, άφησε κάτω το ποτήρι της και έπιασε το πιρούνι της. «Δε θα ξαναρχόμουν στο Όκρακοκ για άλλο λόγο». Έγειρε λοξά το κεφάλι της, ξαφνιασμένη με την προκλητική διάθεση που την είχε κυριεύσει. «Θα είναι πολύ πιο απλά τα πράγ­ ματα και για τους δυο μας, αν αυτό είναι ξεκάθαρο από την αρχή». Τον έπιασε θυμός, ωστόσο δεν έχασε την ψυχραιμία του. Αν έπαι­ ζαν λεκτικά παιχνίδια, το μυαλό του δεν έπρεπε να θολώσει. Η Κέιτ ανέκαθεν ήταν έξυπνη, αλλά τώρα η εξυπνάδα της είχε αποκτήσει μια κυνική χροιά. Θυμήθηκε με θλίψη την αθώα, γεμάτη περιέργεια


238

N

ora

R

oberts

Κέιτ. «Α π’ ό,τι θυμάμαι, εσένα σου άρεσε πάντα να περιπλέκεις τα πράγματα, όχι να τα απλοποιείς. Με είχες βάλει να σου εξηγήσω το σκοπό, την ιστορία και τη λειτουργία για κάθε κομμάτι του εξοπλι­ σμού μέχρι να κάνεις την πρώτη βουτιά». «Ήθελα να είμαι προσεκτική, όχι να περιπλέξω τα πράγματα». «Εμ, βέβαια, ξέρεις εσύ από προσοχή. Ορισμένοι άνθρωποι περ­ νούν τη μισή τους ζωή εξετάζοντας τον άνεμο». Ή πιε μια γερή γου­ λιά κρασί. «Εγώ προτιμώ να τρέχω με τον άνεμο». «Ναι». Αυτή τη φορά το δικό της χαμόγελο δεν άγγιξε τα μάτια της. «Το θυμάμαι πολύ καλά. Ούτε σχέδια, ούτε δεσμεύσεις, αύριο μπορεί να γυρίσει ο αέρας». «Αν μένεις αγκυροβολημένος πολύ καιρό σε ένα σημείο, μπο­ ρεί να γίνεις σαν αυτά τα δέντρα εκεί πέρα». Έδειξε έξω από το παράθυρο όπου μια σειρά αραιοί κέδροι έγερναν αντίθετα από τη θάλασσα. «Στάσιμος». «Ωστόσο εσύ είσαι ακόμα εδώ όπου γεννήθηκες και μεγάλωσες». Ο Κάι της έβαλε αργά κι άλλο κρασί. «Για ορισμένους το νησί παραείναι απόμερο και βρίσκουν τη ζωή εδώ πολύ απλή. Εμένα μ ’ αρέσει καλύτερα από όλες αυτές τις συγκροτημένες μικρές κοινότη­ τες με τα πάρτι και τις λέσχες τους». Της Κέιτ θα της ταίριαζε ένα τέτοιο μέρος, σκέφτηκε ο Κάι κα­ θώς πάλευε να πνίξει τον πόθο που υποχωρούσε και ξαναφούντωνε μέσα του. Θα της ταίριαζε να φορά κομψό μεταξωτό ταγέρ, να κρα­ τά ένα πορσελάνινο φλιτζάνι και να συζητά για κανέναν άγνωστο Άγγλο ποιητή του δέκατου όγδοου αιώνα. Γι’ αυτό τον έκανε ακόμα να αισθάνεται αγροίκος και αδέξιος, με ένα σωρό καημούς; Αν μπορούσαν να γυρίσουν πίσω στο χρόνο, θα την είχε κλέψει, θα την έπαιρνε στη θάλασσα και θα την κρατούσε εκεί. Θα ταξί­ δευαν από εξωτικό λιμάνι σε εξωτικό λιμάνι. Κι αν έπρεπε να μη γυρίσει ποτέ στον τόπο του προκειμένου να είναι μαζί της, θα αρμέ­ νιζε μέχρι το τέλος της ζωής του. Αλλά θα την είχε. Ο Κάι έσφιξε το ποτήρι του. Μα το Θεό, θα την είχε. Το κυρίως πιάτο μπήκε διακριτικά μπροστά του και ο Κάι επα­ νήλθε στο παρόν. Δε βρισκόταν στον δέκατο όγδοο αιώνα, αλλά στο σήμερα. Ήαρ’ όλα αυτά εκείνη του είχε φέρει το παρελθόν με τα χαρτιά και τους χάρτες. Ίσως να έβρισκαν και οι δυο περισσότερα απ’ ό,τι υπολόγιζαν. «Κοίταξα το υλικό που μου άφησες».


Τ ο Χ ρυ σ ά φ ι

της

Θ α λ αςςας

239

«Α, ναι;» Από μέσα της ενθουσιάστηκε, μα κάρφωσε με το πι­ ρούνι της την πρώτη γαριδούλα σαν να μην την ενδιέφερε τίποτε άλλο από το φαγητό της. «Ο πατέρας σου έκανε εξονυχιστική έρευνα». «Φυσικά». Ο Κάι γέλασε. «Φυσικά», επανέλαβε και της έκανε πρόποση. «Εν πάση περιπτώσει, μου (ραίνεται πως ήταν στο σωστό δρόμο. Συνειδητοποιείς ότι το σημείο όπου κατέληξε βρίσκεται σε επικίν­ δυνη περιοχή;» Εκείνη έσμιξε τα φρύδια της, μα συνέχισε να τρώει. «Καρχα­ ρίες;» «Οι καρχαρίες περιορίζονται λιγάκι δύσκολα σε μια περιοχή», της είπε ανέμελα. «Πολύς κόσμος ξεχνάει ότι ο πόλεμος έφτασε ως εδώ τη δεκαετία του σαράντα. Υπάρχουν ακόμα νάρκες κατά μήκος των ακτών των Άουτερ Μπανκς. Αν κατέβουμε στο βυθό, καλό θα είναι να το έχουμε υπόψη μας». «Δε σκοπεύω να φερθώ απρόσεχτα». «Όχι, αλλά μερικές φορές οι άνθρωποι κοιτάζουν τόσο μακριά που δε βλέπουν τι βρίσκεται κάτω απ’ τα πόδια τους». Παρ’ όλο που δεν είχε φάει ούτε το μισό φαγητό του. ο Κάι έπια­ σε πάλι το κρασί του. Πώς να φάει όταν την ένιωθε με όλο του το είναι; Και όλο αναρωτιόταν πώς θα ήταν να της βγάλει τα τσι­ μπιδάκια από τα μαλλιά όπως έκανε και παλιά. Ή ταν αδύνατο να μη θυμηθεί τις φορές που την έπαιρνε στην αγκαλιά του και πόσο ωραία εφάρμοζε το σώμα της στο δικό του. Φανταζόταν τα σοβαρά βλέμματα που του έριχνε πριν αρχίσει να την κυριεύει το πάθος κι έπειτα την αίσθηση ελευθερίας που την πλημμύριζε στις τελευταίες μεθυστικές στιγμές του έρωτά τους. Πώς τα έβρισκαν τόσο πολύ κάποτε και τώρα καθόλου; Δε θα εφάρμοζε ακόμα το σώμα της στο δικό του; Δε θα χύνονταν τα μαλ­ λιά της στα χέρια του -αυτό το απαλό καστανό που έπαιρνε μαγευ­ τικές ανταύγειες με τον ήλιο; Πάντα μουρμούριζε η Κέιτ το όνομά του μετά την εξάντληση του πάθους τους, λες και ο ήχος του και μό­ νο θα της έδινε ενέργεια. Ή θελε να την ακούσει να το λέει, άλλη μια φορά, σιγανά και ξέπνοα, ενώ θα ήταν πλεγμένοι αγκαλιά ο ένας με τον άλλο, με τα κορμιά τους ακόμα ξαναμμένα. Δεν ήταν σίγουρος αν θα μπορούσε να αντισταθεί. Αφηρημένα, έκανε νόημα να τους φέρουν καφέ. Ίσως να μην


240

N

ora

R oberts

ήθελε να αντισταθεί. Την ποθούσε. Είχε ξεχάσει πόσο ισχυρός και έντονος ήταν αυτός ο πόθος. Ίσως να την έριχνε. Δεν πίστευε πως ήταν αδιάφορη απέναντι του -ορισμένα πράγματα δεν έσβηναν εντελώς. Σιγά σιγά και με τον τρόπο του, θα χαιρόταν ξανά ό,τι είχε κάποτε μαζί της. Και ήλπιζε να του αρκούσε αυτή τη φορά. Όταν την ξανακοίταξε, η Κέιτ ένιωσε να τη διαπερνά ένα προει­ δοποιητικό ρίγος. Ο Κάι ήταν ανεξιχνίαστος άνθρωπος. Κατάλαβε μόνο ότι εκείνος είχε πάρει κάποια απόφαση και ότι αφορούσε στην ίδια. Θέλοντας να ζεσταθεί λίγο, ήπιε κι άλλη γουλιά καφέ. Τούτη τη φορά είχε τα πράγματα στα χέρια της, υπενθύμισε στον εαυτό της, και θα του το έδειχνε συνεχώς. Καλύτερα να ξεκινούσε από τώρα. «Θα βρίσκομαι στο λιμάνι στις οχτώ», του είπε κοφτά. «Θα χρει­ αστώ φιάλες, φυσικά, αλλά έφερα δική μου στολή κατάδυσης. Θα το εκτιμούσα πολύ αν είχες το χαρτοφύλακά μου με τις σημειώσεις στο σκάφος. Πιστεύω ότι καλό θα ήταν να μένουμε έξι με οχτώ ώρες στη θάλασσα». «Πώς είσαι με την κατάδυση;» «Ξέρω τι να κάνω». «Δε θα διαφωνήσω, είχες τον καλύτερο δάσκαλο». Ή πιε μια γουλιά με μια γρήγορη, ανυπόμονη κίνηση που η Κέιτ τη βρήκε πολύ χαρακτηριστική του. «Αλλά αν έχεις καιρό να βουτήξεις, θα το πάμε αργά για μια δυο μέρες». «Είμαι ικανότατη δύτρια». «Δε θέλω μόνο ικανότητα από ένα συνεργάτη μου». Ο Κάι είδε τα μάτια της να αστράφτουν και ο πόθος του δυνάμω­ σε. Σπάνια έβλεπε τη μετρημένη Κέιτ να εξάπτεται και τον διέγειρε. «Δεν είμαστε συνεργάτες. Δουλεύεις για μένα». «Είναι θέμα άποψης», της είπε χαλαρά. Σηκώθηκε και της έφρα­ ξε επίτηδες την έξοδο. «Θα δουλέψουμε όλη τη μέρα αύριο, οπότε κοίτα να αναπληρώσεις τον ύπνο που σου λείπει τώρα τελευταία». «Δε χρειάζεται να ανησυχείς για την υγεία μου, Κάι». «Ανησυχώ για τη δική μου υγεία», της είπε κοφτά. «Δε θα βουτήξεις μαζί μου αν δεν είσαι ξεκούραστη και ξύπνια. Αν έρθεις στο λιμάνι το πρωί με μαύρους κύκλους στα μάτια σου, δε θα σε πά­ ρω στην πρώτη κατάδυση». Εκείνη εξοργίστηκε, μα κατέπνιξε την επιθυμία της να διαφωνήσει με το λογικό του επιχείρημα. «Όποιος νυστάζει κάνει λάθη», της είπε ο Κάι εν συντομία. «Και το δικό


Γο

Χ ρυσάφι τ η ς Θ λ λ α ςς α ς

241

σου λάθος μπορεί να το πληρώσω εγώ. Το βρίσκεις αρκετά λογικό, κυρία καθηγήτρια;» «Σαφέστατο». Παίρνοντας κουράγιο που θα ακουμπούσαν τα κορμιά τους, η Κέιτ σηκώθηκε. Μα όσο και να προετοιμάστηκε, πάλι ένιωσε ένα σοκ, το ένιωσαν και οι δυο. «Θα σε πάω μέχρι το ξενοδοχείο σου». «Δεν είναι απαραίτητο». Αυτός την έπιασε πεισματάρικα από τον καρπό. «Είναι ευγενι­ κό», της είπε νωχελικά. «Πάντα σου άρεσαν οι πολιτισμένοι τρόποι». Μέχρι που με άγγιξες, σκέφτηκε εκείνη. Όχι, δε θα το θυμόταν, αν ήθελε να κοιμηθεί απόψε. Οπότε συμφώνησε μαζί του με ένα ψυχρό νεύμα. «Θέλω να ευχαριστήσω τον Μαρς». «Τον ευχαριστείς αύριο». Ο Κάι άφησε στο τραπέζι το φιλοδώ­ ρημα της σερβιτόρας. «Έχει δουλειά τώρα». Η Κέιτ πήγε να διαμαρτυρηθεί, μα είδε τον Μαρς να χάνεται σε μια πόρτα που θα πρέπει να ήταν της κουζίνας. «Εντάξει». Προσπέρασε τον Κάι και βγήκε έξω. Ή ταν ένα γλυκό απόγευμα. Ο ήλιος βρισκόταν χαμηλά, αν και δε θα έδυε για καμιά ώρα ακόμα. Τα σύννεφα στα δυτικά μόλις είχαν αρχίσει να βάφονται μαβιά και ροζ. Βγαίνοντας έξω, η Κέιτ δια­ πίστωσε ότι υπήρχε πιο πολύς κόσμος στο εστιατόριο παρά στους δρόμους. Έ να ναυλωμένο ψαράδικο έμπαινε αργά στο λιμάνι. Κάποιοι από τους τουρίστες θα έμεναν στο νησί, άλλοι θα έπαιρναν το τε­ λευταίο φέρι της ημέρας για την άλλη μεριά του όρμου Χάτερας. Η Κέιτ θα ήθελε να βγει στα ανοιχτά τώρα, που έπεφτε το φως και δε φυσούσε καθόλου. Τώρα, σκέφτηκε, που ο άλλος κόσμος γυρνούσε και η θάλασσα θα ήταν έρημη για μίλια ολόκληρα. Κατέπνιξε όμως τη διάθεσή της και τράβηξε για το ξενοδοχείο. Δεν της χρειαζόταν βαρκάδα με το ηλιοβασίλεμα, αλλά κάμποσες ώρες ύπνου. Ή ταν ανόητο να ονειροπολεί και η αυριανή μέρα ήταν πολύ σημαντική. Το ίδιο ξενοδοχείο. Ο Κάι έστρεψε τα μάτια του στο παράθυρό της. Ή ξερε ήδη ότι εκείνη είχε το ίδιο δωμάτιο. Την είχε συνοδεύ­ σει κι άλλοτε ως εκεί, μα τότε η Κέιτ τον κρατούσε γλυκά αγκαζέ. Σήκωνε το βλέμμα της και του γελούσε για κάτι που είχε συμβεί στη διάρκεια της ημέρας. Και τον φιλούσε, θερμά και για κάμποση ώρα, πριν μπει μέσα και κλείσει την πόρτα.


242

N

ora

R oberts

Επειδή και η Κέιτ έκανε παρόμοιες σκέψεις, γύρισε προς το μέ­ ρος του ενώ βρίσκονταν ακόμα έξω από το ξενοδοχείο. «Σ ’ ευχα­ ριστώ, Κάι». Για να ασχοληθεί με κάτι, μετακίνησε το λουρί της τσάντας της στον ώμο της. «Δεν είναι ανάγκη να βγεις άλλο απ’ το δρόμο σου». «Ναι, δεν είναι ανάγκη». Θα είχε κάτι να πάρει μαζί του στο σπίτι απόψε, σκέφτηκε με μια ξαφνική ανυπομονησία. Και θα της άφηνε κάτι για να το θυμάται στο δωμάτιό της, όπου είχαν περάσει μια ολόκληρη υπέροχη νύχτα. «Αλλά πάντα βλέπαμε τις ανάγκες από διαφορετική σκοπιά». 'Εφερε το χέρι του στο σβέρκο της και την ένιωσε να σφίγγεται καθώς την έπιασε γερά. «Μη». Η Κέιτ δεν τραβήχτηκε. Είπε στον εαυτό της πως δεν τρα­ βήχτηκε γιατί τότε θα φαινόταν ευάλωτη. Και ήταν ευάλωτη, νιώ­ θοντας πάλι τα μακριά, σκληρά του δάχτυλα πάνω στο δέρμα της. «Πιστεύω ότι μου το χρωστάς αυτό», της είπε, τόσο σιγανά που ρίγησε ο αέρας. «Ισως να το χρωστάω και στον εαυτό μου». Δεν το έκανε μαλακά. Επίτηδες. Κάπου μέσα του είχε την ανά­ γκη να την τιμωρήσει για ό,τι δεν είχε συμβεί μεταξύ τους -ή ίσως για ό,τι είχε συμβεί. Κόλλησε τα χείλη του στα δικά της και τη φί­ λησε άγρια, διψασμένα. Την αγκάλιασε απαιτητικά. Αν η Κέιτ το είχε ξεχάσει, σκέφτηκε βλοσυρά, θα της το θύμιζε έτσι. Θα της το θύμιζε για τα καλά. Τα μπράτσα της είχαν παγιδευτεί ανάμεσά τους και ο Κάι την ένιωσε να σφίγγει τις γροθιές της. Ας τον μισούσε, ας τον σιχαινό­ ταν. Χίλιες φορές αυτό παρά η ψυχρή ευγένειά της. Αλλά, αχ, τι γλυκιά που ήταν. Γλυκιά και απαλή σαν τα αφρισμένα κυματάκια που έγλειφαν τις ακτές. Κάπου στα βάθη του μυαλού του, σκέφτηκε αμυδρά ότι θα μπορούσε να πνιγεί μέσα της χωρίς ούτε ένα μουρμουρητύ ή παράπονο. Η Κέιτ ήθελε να ήταν αλλιώς. Αχ, πόσο ήθελε να μη νιώσει τίπο­ τα. Μα ένιωθε τα πάντα. Τα σκληρά, ανυπόμονα χείλη του που πάντα τη συνάρπαζαν και τη σάστιζαν... ήταν ίδια. Το λεπτό, αεικίνητο κορμί του που εφάρ­ μοζε τόσο τέλεια με το δικό της... δε διέφερε καθόλου. Η οσμή του, από θάλασσα και αλμύρα... δεν είχε αλλάξει. Πάντα όταν τη φι­ λούσε, ακούγονταν κύματα, ο αέρας ή γλάροι. Και πάλι έτσι ήταν. Από πίσω τους, σκάφη κλυδωνίζονταν απαλά στα αραξοβόλια τους και τα νερά πάφλαζαν στα ξύλα. Ένας γλάρος καθισμένος σε έναν


Τ ο Χ Ρ Υ ΣΑ Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

243

πάσσαλο έβγαλε μια μακρόσυρτη μοναχική κραυγή. Ο ήλιος έγερνε στη θάλασσα και η μέρα σκοτείνιαζε σιγά σιγά. Αισθήματα από το παρελθόν ξύπνησαν μέσα της και μπλέχτηκαν με το παρόν. Δεν του αντιστάθηκε. Είπε στον εαυτό της πως δε θα του έδινε την ικανοποίηση να παλέψει μαζί του. Μα η εντολή που έδωσε ο εγκέφαλός της στο κορμί της να μην ανταποκριθεί χάθηκε μες στα αχνά σύννεφα του σούρουπου. Ανταποκρίθηκε στο φιλί του γιατί το είχε ανάγκη. Και πήρε από το φιλί του γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Η γλώσσα του έπαιζε με τη δική της και η Κέιτ άνοιξε τελικά τις γροθιές της και ακούμπησε τις παλάμες της στο στήθος του. Ήταν ζεστό και σκληρό και τόσο οικείο. Εκείνος τη φιλούσε όπως πάντα, με απόλυτη προσήλωση, χωρίς αναστολές και με ελάχιστη υπομονή. Ο χρόνος κύλησε πίσω και η Κέιτ ένιωσε πάλι μικρή κι ερωτευ­ μένη και ανόητη. Και γιατί να την κάνει αυτό, αναρωτήθηκε ζαλι­ σμένη, να θέλει να κλάψει; Έπρεπε να την αφήσει, σκέφτηκε ο Κάι, αλλιώς θα άρχιζε να την ικετεύει. Το ένιωθε. Δεν ήταν τόσο ανόητος ώστε να παρακαλέσει για κάτι που είχε ήδη χαθεί. Μα ούτε είχε τη δύναμη να αποδεχτεί πως θα έπρεπε να την ξεχάσει. Γινόταν τέτοιος πόλεμος μέσα του που βόγκηξε. Ακούγοντας τον εαυτό του, τραβήχτηκε από κοντά της, εκνευρισμένος και μαγεμένος. Προσπαθώντας να ηρεμήσει, την κοίταξε για λίγο. Η έκφρασή της ήταν ίδια, συνειδητοποίησε. Τον κοιτούσε μισοξαφνιασμένη αλ­ λά και λίγο σκεφτική, όπως μετά το πρώτο τους φιλί. Τον αποδιοργάνωνε. Ό ,τι κι αν είχε επιδιώξει να αποδείξει, ο Κάι ήξερε πλέον ότι είχε αποδείξει μονάχα πως ήταν ακόμα σαγηνευμένος μαζί της όσο παλιά. Κατέπνιξε, λοιπόν, τη βλαστήμια που του ήρθε στο στό­ μα κι έφυγε με έναν κοφτό χαιρετισμό. «Να κοιμηθείς οχτώ ώρες», τη διέταξε χωρίς να κοιτάξει πίσω του.


Κεφάλαιο 4

Ο ρ ισ μ ένα πρωινά ο ήλιος θαρρείς πως ανέτελλε πιο αργά, λες και η φύση ήθελε να επιδείξει το μεγαλείο της λίγη περισσότερη ώρα. Όταν είχε πέσει για ύπνο, η Κέιτ είχε αφήσει τα στόρια της σηκω­ μένα ώστε να την ξυπνήσει το χάραμα πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι δίπλα στο κρεβάτι της. Είδε την αυγή σαν δώρο για τον εαυτό της, κάτι μοναδικό και προσωπικό. Στάθηκε στο παράθυρο, κοιτάζοντας τον ερχομό της ημέρας. Το πρώτο πρωινό αεράκι φύσηξε από τη σήτα, χάιδεψε τα μαλλιά και το πρόσωπό της, διαπέρασε το λεπτό νυχτικό της, δρο­ σερό και γεμάτο υποσχέσεις. Η Κέιτ απόμεινε όρθια εκεί πέρα, απο­ λαμβάνοντας τα χρώματα, το φως, τη σιωπηλή έκρηξη της ημέρας πάνω στη θάλασσα. Αυτή η νωχελική ενατένιση ήταν πολύ διαφορετική από την ορ­ γανωμένη ρουτίνα της όλων των τελευταίων μηνών και χρόνων. Τα πρωινά ήταν η ιορα όπου ντυνόταν και ξανακοίταζε το πρόγραμμά της και τις σημειώσεις της για τα μαθήματα της ημέρας, πίνοντας δυο καφέδες και τρώγοντας κάτι στα γρήγορα. Ποτέ δεν είχε το χρόνο να χαζέψει την αυγή, οπότε το έκανε το'ιρα. Είχε κοιμηθεί καλύτερα απ’ ό,τι περίμενε, χάρη στην ησυχία και την εξάντλησή της από τις ημέρες του ταξιδιού και τη συναισθημα­ τική της αναστάτωση. Δεν την είχαν βασανίσει όνειρα από τη στιγ­ μή που σκεπάστηκε με τα σεντόνια μέχρι τη στιγμή που έπεσε στο πρόσωπό της το πρώτο φως της αυγής. Τότε σηκώθηκε γρήγορα. Ούτε τώρα θα τη βασάνιζαν όνειρα. Η Κέιτ αφέθηκε στην αισιοδοξία και τις υποσχέσεις μιας και­ νούριας μέρας. Σήμερα ήταν η αρχή. Όλα τ ’ άλλα, από την ώρα που


Γ() Χ Ρ Υ ΣΑ Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

245

είχε πάρει στα χέρια της τις σημειώσεις του πατέρα της μέχρι που ξαναείδε τον Κάι, ήταν προοίμιο. Ακόμα και το σύντομο, φλογερό αγκάλιασμα το περασμένο βράδυ δεν ήταν παρά φάντασμα του πα­ ρελθόντος. Σήμερα ήταν η αρχή. Ντύθηκε και βγήκε έξω. Αδύνατο να φάει πρωινό. Όλος ο ενθουσιασμός που είχε κατα­ πνίξει ως τώρα άρχιζε πλέον να ξεχειλίζει μέσα της. Την κυρίευσε πάλι η αίσθηση πως ήταν σωστό αυτό που έκανε. Πάση θυσία, θα έψαχνε για το χρυσάφι που ονειρευόταν ο πατέρας της. Θα ακολου­ θούσε τις οδηγίες του. Και τίποτα να μην έβρισκε, θα είχε ψάξει τουλάχιστον. Και, ψάχνοντας, πίστευε ότι θα ησύχαζαν επιτέλους όλα τα προ­ σωπικά της φαντάσματα. Το φιλί του Κάι. Είχε ξυπνήσει καημούς μέσα της και την είχε ταράξει όπως παλιά. Η Κέιτ ήταν απορροφημένη με τα δικά της, όπως πάντα. Αν και ήξερε ότι έπρεπε να αντιμετωπίσει και τον Κάι και το παρελθόν, δεν ήξερε πως θα ήταν τόσο εύκολο, τρομακτικά εύκολο, να γυρίσει πίσω -πίσω σ ’ εκείνον το σκοτεινό κόσμο των ονείρων όπου μόνο ο Κάι την είχε πάει. Τώρα που το ήξερε, που το είχε αντιμετωπίσει κι αυτό, έπρεπε να ετοιμαστεί να δώσει μάχη με τον άνεμο. Ο Κάι δεν την είχε συγχωρήσει ποτέ, συνειδητοποίησε, που του είπε όχι. Που του είχε πληγώσει τον εγωισμό. Η Κέιτ είχε επιστρέ­ φει στον κόσμο της όταν αυτός της ζήτησε να μείνει στον δικό του. Της ζήτησε να μείνει, θυμήθηκε, χωρίς να της προσφέρει τίποτα, ούτε μια υπόσχεση. Αν της είχε δώσει μια υπόσχεση, όσο επιπόλαιη κι αν ήταν, η Κέιτ δε θα είχε φύγει. Αναρωτήθηκε αν εκείνος το ήξερε αυτό. Ίσω ς ο Κάι να πίστευε πως αν την έκανε να λιώνει πάλι γ ι’ αυ­ τόν, θα ισοφάριζαν. Μα η Κέιτ δε θα έχανε. Έχωσε τα χέρια της στις τσέπες του σορτς της με τις πιέτες. Όχι, δε θα έχανε με τίποτα. Αν εκείνος την είχε πιέσει το προηγούμενο βράδυ, αν ήξερε πόσο την είχε λυγίσει αυτό το ένα φιλί... Μα δεν το ήξερε κι ούτε θα το μάθαινε, είπε στον εαυτό της. Δε θα λύγιζε ξανά. Ο στόχος της και η μόνη της φιλοδοξία τούτο το καλοκαίρι θα ήταν ο θησαυρός. Αυτή τη φορά δε θα έφευγε από το νησί με άδεια χέρια. Ο Κάι βρισκόταν ήδη στο Βόρτεξ. Τον είδε να στοιβάζει σύνερ­


246

N

ora

R o berts

γα, με τα μαλλιά ανακατωμένα από την αύρα που ερχόταν από τη θάλασσα. Φορούσε μόνο μια βερμούδα και ένα φανελάκι, οπότε φαίνονταν οι μύες του που έσφιγγαν και χαλάρωναν και το δέρμα του που γυάλιζε στον ήλιο. Ή ταν σκέτο μεγαλείο. Η Κέιτ ένιωσε τη λαχτάρα της να ξυπνά και προσπάθησε να τη διώξει με λογικά επιχειρήματα. Στο κάτω κά­ τω, πώς να μην ανταποκριθεί μια γυναίκα σε ένα γυμνασμένο αντρι­ κό κορμί. Φυσικό ήταν. Ούτε καν προσωπικό, αποφάσισε. Αλλά κα­ θώς προχώρησε στο μόλο, ευχήθηκε να μπορούσε να το πιστέψει. Ο Κάι δεν την είδε. Του είχε τραβήξει την προσοχή ένα ψαρά­ δικο που βρισκόταν ήδη στα ανοιχτά. Για μια στιγμή, η Κέιτ στα­ μάτησε κι απόμεινε να τον κοιτάζει. Πώς και διαισθανόταν πάντα την ανησυχία του; Ο Κάι απέπνεε κίνηση ακόμα κι ακίνητος, ήχο ακόμα κι όταν ήταν σιωπηλός. Τι να έβλεπε όταν ατένιζε τη θάλασ­ σα; Πρόκληση; Ειδύλλιο; Ή ταν ένας άντρας πάντα έτοιμος για δράση. Ωστόσο μπορούσε να κάθεται ήσυχα και να χαζεύει τα κύματα σαν να μην υπήρχε τίποτα πιο .σημαντικό από την αέναη πάλη μεταξύ στεριάς και θά­ λασσας. Αυτή τη στιγμή στεκόταν στο κατάστρωμα του σκάφους του, με τα χέρια στη μέση, και κοιτούσε το κοντόχοντρο ψαράδικο που είχε βάλει πλώρη για τον ορίζοντα. Ή ταν κάτι που είχε δει άπειρες φορές, ωστόσο είχε σταματήσει τη δουλειά του για να το παρατη­ ρήσει ξανά. Η Κέιτ ακολούθησε το βλέμμα του και ευχήθηκε να μπορούσε να δει ό,τι έβλεπε κι εκείνος. Προχώρησε προς το μέρος του και παρ’ όλο που τα παπούτσια ιστιοπλοΐας της δεν έκαναν τον παραμικρό θόρυβο, αυτός γύρισε και το βλέμμα του ήταν ακόμα έντονο. «Νωρίς ήρθες», της είπε και, χοηρίς να τη χαιρετήσει αλλιώς, άπλωσε το χέρι του για να τη βοηθήσει να ανέβει στο σκάφος. «Νόμιζα ότι θα ανυπομονούσες όσο κι εγώ να ξεκινήσουμε». Οι παλάμες τους αντάμωσαν, η μια τραχιά, η άλλη απαλή. Και οι δυο διέκοψαν την επαφή της όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. «Θα πάμε άνετα». Ο Κάι έστρεψε πάλι το βλέμμα του στη θά­ λασσα, προς το ψαράδικο, μα αυτή τη φορά δεν προσηλώθηκε σ ’ αυτό. «Φυσάει βοριαδάκι, δέκα κόμβους το πολύ». «Ωραία». Αν και δε θα την ένοιαζε, ούτε κι εκείνον, σκέφτηκε


Το

Χ ρυσάφι τη ς Θ α λ α ςςα ς

247

η Κέιτ, αν φυσούσε δυο φορές πιο δυνατά. Σήμερα ήταν το πρωινό που θα ξεκινούσαν ούτως ή άλλως. Διαισθάνθηκε την ανυπομονησία του, την επιθυμία του για δρά­ ση. Θέλοντας να τον διευκολύνει, τον βοήθησε να σηκώσει άγκυρα κι έπειτα πήγε στην πρύμη. Ώστε να βάλει ανάμεσά τους τη μέγιστη δυνατή απόσταση. Δε μίλησαν. Η μηχανή πήρε μπρος, σπάζοντας τη σιωπή. Ο Κάι έβγαλε επιδέξια το μικρό γιοτ από το λιμάνι και τα απόνερα σήκωσαν κυματάκια που έσκαγαν παφλάζοντας στους πασσάλους των μόλων. Συνέχισε με την ίδια ομαλή ταχύτητα όσο βρίσκονταν στα ρηχά του όρμου του Όκρακοκ. Γυρισμένη πίσω, η Κέιτ έβλεπε το χωριό να απομακρύνεται. Ή ταν ακόμα σαν όνειρο. Το τελευταίο πράγμα που είδε ήταν ένα παιδί που περπατούσε σε μια προβλήτα με ένα ραβδί στον ώμο του. Ύστερα έστρεψε το πρόσωπό της στη θάλασσα. Ζεστός αέρας και δυνατός ήλιος. Έξαψη. Η Κέιτ δεν ήταν σίγου­ ρη ως τότε αν θα ένιωθε όπως παλιά. Μα όταν έκλεισε τα μάτια της και είδε το αχνό κόκκινο φως πίσω απ’ τα βλέφαρά της και ένιωσε την αλμύρα στο πρόσωπό της, κατάλαβε ότι αυτός ήταν ένας παντο­ τινός έρωτας, που την περίμενε τόσο καιρό. Μένοντας εντελώς ακίνητη, ένιωσε τον Κάι να αυξάνει ταχύ­ τητα ώσπου το σκάφος έτρωγε πλέον τα κύματα με την άνεση που τρέχει ένας αίλουρος μες στη ζούγκλα. Με τα μάτια κλειστά, απο­ λάμβανε την κίνηση, την ταχύτητα, τον ήλιο. Ποτέ δεν είχε σβήσει αυτή η συγκίνηση. Και τώρα που τη γευόταν ξανά, κατάλαβε πως δε θα έσβηνε ποτέ. Καλά το είχε σκεφτεί, συνειδητοποίησε, η αναζήτηση θα ήταν πιο συναρπαστική από τον τελικό στόχο. Η αναζήτηση και, όσο προσεκτική κι αν ήταν, ο άντρας στο πηδάλιο. Ο Κάι είχε πει στον εαυτό του ότι δε θα γυρνούσε να την κοι­ τάξει. Μα το είχε ανάγκη, έστω μια φορά. Η Κέιτ είχε τα μάτια κλειστά, ένα χαμόγελο παιχνίδιζε στα χείλη της και μερικές τούφες είχαν ξεφύγει από τα τσιμπιδάκια με τον αέρα και χόρευαν γύρω απ’ το πρόσωπό της. Η εικόνα της του έφερε αμέσως στο μυαλό την πρώτη φορά που την είχε δει έτσι και συνειδητοποίησε πόσο την ήθελε. Έδειχνε ήρεμη, σε απόλυτη γαλήνη. Κι εκείνος ένιωθε έναν ανεξέλεγκτο πόλεμο να μαίνεται μέσα του. Ακόμα κι όταν γύρισε πάλι προς τη θάλασσα, συνέχισε να τη βλέπει, ακουμπισμένη στην πρύμη, να απολαμβάνει τον άνεμο και


248

N

ora

R

o berts

τη θάλασσα. Προσπάθησε να τη φανταστεί μέσα σε τάξη, να εξηγεί υπομονετικά τα νοήματα του Αον Ζουάν ή του Ερρίκου Δ Μάταια όμως. Στο μυαλό του την έβλεπε μονάχα να κάθεται από πίσω του και να ρουφά τον ήλιο και τον άνεμο σαν να το είχε λαχταρήσει. Ίσως να το είχε λαχταρήσει. Αν και δεν ήξερε τι σκεφτόταν ο Κάι, η Κέιτ συνειδητοποίησε ότι ποτέ δεν είχε ξαναβρεθεί τόσο μα­ κριά από την τάξη και τις υποχρεώσεις της όσο αυτή τη στιγμή. Ή ταν δασκάλα, ούτε συζήτηση γ ι’ αυτό, αλλά ήταν επίσης και ονειροπόλα, όσο κι αν προσπαθούσε να το πνίξει μέσα της. Με τον ήλιο και τον άνεμο στο δέρμα της, ένιωθε τέτοια αγαλλί­ αση που δεν τρόμαξε ούτε ανησύχησε απ’ αυτή τη σκέψη. Της έδινε μια φοβερή αίσθηση ελευθερίας το να βιώνει ξανά κάτι που είχε γνωρίσει, αγαπήσει και μετά το έχασε. Ίσως... Ίσως να ήταν σαν το ξέφρενο φιλί με τον Κάι το περα­ σμένο βράδυ. Μα το είχε ανάγκη. Μπορεί να ήταν ανόητη ανάγκη, ακόμα κι επικίνδυνη. Αλλά για μια φορά, είπε στον εαυτό της, δε θα το ψείριζε. Νιώθοντας δυνατή, άνοιξε πάλι τα μάτια της. Τώρα έβλεπε τα νερά να στραφταλίζουν στον ήλιο σαν διαμαντάκια. Κυμάτιζαν δε­ λεαστικά και τη μάγευαν. Το ψαράδικο που είχε δει ο Κάι να απο­ μακρύνεται από το νησί πριν απ’ αυτούς ήταν αγκυροβολημένο και είχε ρίξει τα δίχτυα του. Απλάδια, θυμήθηκε. Ο Κάι της είχε εξη­ γήσει κάποτε πως ήταν πλατιά δίχτυα με μολύβια στο κάτω μέρος για να κάθονται στο βυθό και συχνά τα χρησιμοποιούσαν για να πιάνουν φρίσσες. Η Κέιτ αναρωτήθηκε γιατί εκείνος δεν είχε διαλέξει αυτή τη ζωή, όπου θα μπορούσε να εργάζεται και να ζει στη θάλασσα κάθε μέρα. Αλλά όχι μόνος του, θυμήθηκε με ένα αχνό χαμόγελο. Οι ψαράδες είχαν τη δική τους κοινότητα, και στη θάλασσα και στη στεριά. Και ο Κάι δεν ήθελε να μοιράζεται συχνά το χρόνο του με άλλους. Κά­ ποιες φορές, όπως τώρα, η Κέιτ το καταλάβαινε αυτό απόλυτα. Είτε χάρη στην αίσθηση της ελευθερίας είτε χάρη στη δύναμη που είχε νιώσει, η Κέιτ τον πλησίασε χωρίς νευρικότητα. «Είναι όσο ωραία το θυμάμαι». Ο Κάι έτρεμε μέχρι τότε τη στιγμή που θα στεκόταν εκείνη πάλι δίπλα του. Τώρα, όμως, ανακάλυψε πως δεν ήταν πια σφιγμένος από την ένταση. «Δεν αλλάζει ιδιαίτερα». Μαζί, χάζεψαν τους γλά­


Ι Ο Χ Ρ Υ Σ Α Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

249

ρους που πετούσαν γύρω από το ψαράδικο, ελπίζοντας να τσιμπή­ σουν τίποτα. «Το ψάρεμα έχει πάει καλά φέτος». «Ψαρεύεις συχνά;» «Πού και πού». «Μαζεύεις στρείδια;» Άθελά του χαμογέλασε καθώς τη θυμήθηκε ξυπόλυτη στην άμ­ μο, με το τζιν της γυρισμένο μέχρι τα γόνατα, ενώ της μάθαινε πώς να σκάβει. «Ναι». Της ήρθαν επίσης αναμνήσεις, μα εκείνη θυμήθηκε ζεστές μέρες και ζεστές νύχτες. «Πολλές φορές αναρωτιέμαι πώς να είναι στο νησί το χειμώνα». «Ήσυχα», της απάντησε μονολεκτικά. Του έγνεψε καταφατικά. «Αναρωτιόμουν συχνά γιατί το προτι­ μούσες». Αυτός γύρισε προς το μέρος της και την περιεργάστηκε. «Αλή­ θεια;» Ίσω ς δεν έπρεπε να το πει, σκέφτηκε η Κέιτ. Αλλά μια που το είχε ήδη πει, ανασήκωσε τους ώμους της. «Θα ήταν ανοησία να πω ότι δε σκέφτηκα ποτέ το νησί κι εσένα εδώ και τέσσερα χρόνια. Πάντα μου κέντριζες την περιέργεια». Εκείνος γέλασε. Κλασική Κέιτ, να το θέτει έτσι. «Επειδή ήθελες απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις σου. Σκέφτεσαι πολύ σαν δασκά­ λα, Κέιτ». «Μα και στη ζωή δεν υπάρχουν πολλαπλές επιλογές;» του αντα­ πάντησε. «Ίσως να ταιριάζουν δύο ή τρεις απαντήσεις, αλλά τελικά μόνο μία είναι η σωστή». «Όχι, μόνο μία είναι λάθος». Ο Κάι είδε τα μάτια της να παίρ­ νουν πάλι τη σκεφτική τους έκφραση. Ή τα\' προφανές ότι η Κέιτ ζύγιζε τα υπέρ και τα κατά της πρότασής του. Συμφωνούσε δε συμ­ φωνούσε, θα την εξέταζε από όλες τις σκοπιές. «Ούτε εσύ έχεις αλλάξει», μουρμούρισε. «Το ίδιο σκεφτόμουν και για σένα. Αλλά κάνουμε και οι δυο λά­ θος. Κανείς μας δεν έμεινε ίδιος. Και έτσι έπρεπε». Η Κέιτ έστρεψε το βλέμμα της αλλού, ανατολικά, κι έπειτα ξεφώνισε όλο χαρά. «Αχ, κοίτα!» Χωρίς να το σκεφτεί, ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του και τα λεπτά δάχτυλά της έσφιξαν τους μυς του. «Δελφίνια». Είδε καμιά δεκαριά, ίσως και περισσότερα, να πετάγονται έξω από τη θάλασσα και να βουτούν πάλι μέσα σαν χορογραφία. Τα


250

N

ora

R

oberts

ζήλεψε. Ν α μπορείς να κινείσαι έτσι, σκέφτηκε, από το νερό στον αέρα και ξανά στο νερό. Θα τρελαινόταν κανείς από μια τέτοια υπέ­ ροχη ελευθερία. Αλλά τι τρέλα... «Φανταστικό, δεν είναι;» μουρμούρισε. «Να ανήκεις και στον αέρα και στη θάλασσα. Το είχα ξεχάσει σχεδόν». «Πόσα;» Ο Κάι περιεργάστηκε το προφίλ της σε βαθμό που θα μπορούσε να χαράξει το σχήμα του στον άνεμο. «Πόσα πράγματα έχεις ξεχάσει σχεδόν;» Η Κέιτ γύρισε το κεφάλι της και μόνο τότε συνειδητοποίησε πό­ σο κοντά στέκονταν. Ασυναίσθητα, τον είχε πλησιάσει περισσότερο όταν είδε τα δελφίνια. Τώρα έβλεπε μονάχα το πρόσωπό του, λίγους πόντους από το δικό της, και ένιωθε μόνο το ζεστό δέρμα του κάτω από το χέρι της. Η ερώτησή του, το νόημά της, αντηχούσε θαρρείς στην επιφάνεια της θάλασσας και τη βασάνιζε. Έκανε ένα βήμα πίσω. Μπροστά της είχε ανοίξει ένας γκρεμός. «Όλα όσα χρειαζόταν», του είπε απλά. «Θα ήθελα να κοιτάξω τα διαγράμματα του πατέρα μου. Τα έφερες;» «Ο χαρτοφύλακάς σου είναι στην καμπίνα». Ο Κάι έσφιξε το πη­ δάλιο, σαν να πάλευε με καταιγίδα. Ίσω ς να πάλευε. «Θα τη βρεις». Χωρίς να του απαντήσει, η Κέιτ πέρασε από δίπλα του και πήγε στα απότομα σκαλιά που οδηγούσαν κάτω στην καμπίνα. Είχε δυο στενές κουκέτες με τις κουβέρτες τόσο τσιτωμένες που αν έριχνες κέρμα, θα έκανε γκελ. Το μαγειρείο από πίσω θα είχε όλα τα απαραίτητα, όπως ήξερε, σε μικρή μα αποτελεσματική κλίμακα. Ό λα θα ήταν στη θέση τους με τάξη, σαν σε κελί μοναχού. Θυμήθηκε που ήταν ξαπλωμένοι με τον Κάι σε μια από τις πεντα­ κάθαρες κουκέτες, ξαναμμένοι απ’ το πάθος, και το σκάφος λικνιζό­ ταν απαλά στα κύματα, ενώ το ραδιόφωνό του έπαιζε μουσική τζαζ. Άρπαξε με δύναμη τον δερμάτινο χαρτοφύλακά της, λες και ο πό­ νος στα δάχτυλά της θα έδιωχνε τις αναμνήσεις. Να διώξει τα πάντα δε γινόταν, μα η Κέιτ ηρέμησε κάπως. Με προσοχή, ξεδίπλωσε ένα από τα διαγράμματα του πατέρα της και το άπλωσε στην κουκέτα. Όπως όλα όσα έκανε ο πατέρας της, το διάγραμμα ήταν ακριβέ­ στατο, χωρίς περιττά στοιχεία. Π αρ’ όλο που δεν ήταν ο τομέας του, ο Χάρντεστι είχε σχεδιάσει ένα διάγραμμα που θα το εμπιστευόταν ο κάθε ναυτικός. Έδειχνε την ακτή της Βόρειας Καρολίνας, τον πορθμό Πάμλικο και τα Άουτερ Μπανκς, από το Μάντεο ως το Κέιπ Λουκάουτ. Πέ­


Τ ο Χ ρυ σά φ ι

της

Θ αλαςςας

251

ρα από γεωγραφικά μήκη και πλάτη, το διάγραμμα είχε επίσης τις λεπτές διασταυρούμενες γραμμές που σηματοδοτούσαν το βάθος. Εβδομήντα έξι μοίρες βόρεια και τριάντα πέντε μοίρες ανατολι­ κά. Όπως φαινόταν από τα σημάδια, σ ’ αυτή την περιοχή είχε καταλήξει ο πατέρας της πως είχε βυθιστεί το Λίμπερτι. Ή ταν μόλις λίγα μίλια νοτιοανατολικά του Όκρακοκ. Και το βάθος... Ναι, αποφάσι­ σε η Κέιτ κοιτάζοντας συνοφρυωμένη το διάγραμμα, τέτοια νερά θεωρούνταν ρηχά για κατάδυση. Εκείνη κι ο Κάι θα είχαν μια σχε­ τική ελευθερία με τις στολές και τις φιάλες απ’ ό,τι αν φορούσαν τις μπότες με τις μολυβένιες σόλες και τα κράνη που ήταν απαραίτητα για τις εξερευνήσεις σε μεγάλα βάθη. To X σημαδεύει το σημείο, σκέφτηκε, ξεμυαλισμένη από τη χα­ ρά της, ωστόσο πίεσε τον εαυτό της να διπλώσει το διάγραμμα με την ίδια προσοχή που το είχε ανοίξει. Ένιωσε το σκάφος να κόβει ταχύτητα και μετά έγινε ησυχία όταν έσβησαν οι μηχανές. Γεμάτη προσδοκία, ανέβηκε τα σκαλιά και βγήκε πάλι στη λιακάδα. Ο Κάι, καθισμένος στις φτέρνες του, έλεγχε ήδη τις φιάλες, αν και η Κέιτ ήξερε ότι θα είχε εξετάσει λεπτομερώς όλο τον εξοπλι­ σμό του πριν ξεκινήσει. «Θα βουτήξουμε εδώ», της είπε και σηκώ­ θηκε. «Είμαστε μισό μίλι από το τελευταίο μέρος που βούτηξε ο πατέρας σου πέρσι το καλοκαίρι». Με μια άνετη κίνηση, έβγαλε το φανελάκι του. Η Κέιτ το ήξερε ότι δεν ήταν ποτέ συνεσταλμένος. Είχε ήδη γδυθεί και είχε μείνει με το μαγιό του μέχρι να γυρίσει εκείνη στον εξοπλισμό της. Μπορεί να σφυροκοπούσε η καρδιά της, μα είπε στον εαυτό της πως ήταν έξαψη για την κατάδυση. Μπορεί να είχε στεγνώσει ο λαιμός της, μα φαντάστηκε πως ήταν από νευρικότητα που θα παραδιδόταν πάλι στη θάλασσα. Το κορμί του ήταν σκληρό, λεπτό και ηλιοκαμένο, μα την Κέιτ την απασχολούσαν μόνο οι ικανότητες και οι γνώσεις του. Κι εκείνον, είπε στον εαυτό της, τον απασχολούσε μόνο η αμοιβή του και το είκοσι πέντε τοις εκατό από ό,τι έβρισκαν. Μ έσα από το σορτσάκι της η Κέιτ φορούσε ένα ολόσωμο μα­ γιό που εφάρμοζε στις ελαφρές καμπύλες της και άφηνε γυμνά τα μακριά, λυγερά της πόδια που ο Κάι ήξερε πως ήταν απαλά σαν νερό και δυνατά σαν αθλήτριας. Άρχισε να βάζει τη λεπτή ελαστική στολή. Είχαν έρθει να ψάξουν για χρυσάφι, να βρουν έναν χαμένο θησαυρό. Ορισμένοι θησαυροί, όπως ήξερε, δε βρίσκονταν ποτέ. Μ ’ αυτή τη σκέψη, ο Κάι σήκωσε το βλέμμα του και είδε την


252

N

ora

R

o berts

Κέιτ να βγάζει τα τσιμπιδάκια από τα μαλλιά της. Λύθηκαν κι έπε­ σαν, απαλά κι αργά, κάτω απ’ τους ώμους της. Και βέλος να του είχε ρίξει στο στήθος, δε θα του είχε τρυπήσει με τόση ακρίβεια την καρδιά. Βλαστημώντας μέσα απ’ τα δόντια του, ο Κάι έπιασε τις πρώτες φιάλες. «Θα κατέβουμε για μία ώρα σήμερα». «Μα...» «Μία ώρα είναι υπεραρκετή», τη διέκοψε χωρίς να της ρίξει ού­ τε μια ματιά. «Τέσσερα χρόνια έχεις να βάλεις μπουκάλες». Η Κέιτ φόρεσε τις φιάλες πόυ της έδωσε και έδεσε τα λουράκια καλά, μα όχι σφιχτά. «Δε σου είπα κάτι τέτοιο». «Όχι, αλλά σίγουρα θα μου το έλεγες αν είχες βάλει». Χαμογέ­ λασε όταν εκείνη παρέμεινε σιωπηλή. Φόρεσε τότε τις δικές του φι­ άλες και πάτησε στη σκάλα έξω από την κουπαστή. Ας διαφωνούσε, σκέφτηκε, ή ας τον ακολουθούσε. Για να καθαρίσει τη μάσκα του, την έφτυσε, την έτριψε κι έπειτα την ξέπλυνε με θαλασσινό νερό. Περνώντας την πάνω από τα μάτια και τη μύτη, του, έπεσε στη θάλασσα. Δεν πέρασαν ούτε δέκα δευτε­ ρόλεπτα και η Κέιτ βούτηξε στο νερό δίπλα του. Ο Κάι σταμάτησε μια στιγμή για να βεβαιωθεί ότι εκείνη δε θα κόμπιαζε ή Οα ξεχνού­ σε να αναπνεύσει και ύστερα κατευθύνθηκε σε μεγαλύτερο βάθος. Όχι, η Κέιτ δε θα ξεχνούσε να αναπνεύσει, μα η πρώτη ανάσα της ήταν σαν αναστεναγμός σχεδόν καθώς το κορμί της βυθίστηκε. Την ενθουσίασε όπως και την πρώτη φορά το ότι βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και ανέπνεε αέρα. Σηκώνοντας το βλέμμα της, είδε τον ήλιο να τρυπά τα νερά σαν λόγχη και άπλωσε το χέρι της μπροστά της για να κοιτάξει το παιχνίδισμα του φωτός στο δέρμα της. Θα μπορούσε να καθίσει εκεί με τις ώρες, συνειδητοποίησε, και να το απολαμβάνει. Αλλά κουλουριάζοντας το κορμί της και δίνοντας μια κλοτσιά, ακολούθησε τον Κάι στα μουντά βάθη. Εκείνος είδε ένα κοπάδι φρίσσες και αναρωτήθηκε αν θα κατέ­ ληγαν στα δίχτυα του ψαράδικου που είχε δει εκείνο το πρωί. Όταν τα ψάρια ελίχθηκαν όλα μαζί και όρμησαν μακριά του, ο Κάι στρά­ φηκε πάλι στην Κέιτ. Είχε δίκιο όταν του είπε πως ήξερε τι να κάνει. Κολυμπούσε με άνεση και επιδεξιότητα όπως πάντα. Ο Κάι περίμενε ότι θα τον ρωτούσε ποις σκόπευε να ψάξει για το Λίμπερτι, τι σχέδιο είχε καταστρώσει. Και όταν δεν τον ρώτησε,


Τ ο Χ Ρ Υ ΣΑ Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

253

ο Κάι φαντάστηκε δύο πιθανούς λόγους. Ή η Κέιτ δεν ήθελε να συζητήσει σε βάθος μαζί του για την ώρα ή είχε φτάσει από μόνη της στο συμπέρασμα. Μάλλον το δεύτερο θα ήταν, μια που και το μυαλό της δούλευε άνετα κι επιδέξια όπως πάντα. Η πιο λογική μέθοδος έρευνας ήταν να ακολουθήσουν μια ημικυκλική πορεία γύρω από τα προηγούμενα σημεία κατάδυσης του Χάρντεστι. Αργά και μεθοδικά, θα διεύρυναν τον κύκλο. Αν ο Χάρντεστι είχε κάνει σωστούς υπολογισμούς, θα το έβρισκαν τελικά το Λίμπερτι. Αν είχε κάνει λάθος... θα είχαν περάσει το καλοκαίρι τους αναζητώντας ένα θησαυρό. Π αρ’ όλο που οι φιάλες στην πλάτη της θύμιζαν στην Κέιτ πως δεν ήταν δεδομένη η ελευθερία από την έλλειψη βαρύτητας, εκείνη ένιωθε ότι θα μπορούσε να μείνει εδώ κάτω για πάντα. Ή θελε να αγγίξει -το νερό, τα χορτάρια της θάλασσας, την άμμο στο βυθό. Άπλωσε το χέρι της προς ένα κοπάδι γοφάρια κι αυτά σκόρπισαν αμέσως κι έπειτα ανασυντάχτηκαν. Ή ξερε ότι ορισμένες φορές οι δύτες ξεχνούσαν ότι είχαν ανάγκη τον ήλιο καθώς κινούνταν μέσα στον μισοσκότεινο, υγρό κόσμο. Ίσω ς ο Κάι να είχε δίκιο που είχε περιορίσει το χρόνο της κατάδυσής τους. Η Κέιτ έπρεπε να προσέ­ χει να μη θεωρήσει δεδομένο ό,τι έβρισκε ξανά. Μια πεπλατυσμένη δισκοειδής μορφή τράβηξε την προσοχή του Κάι. Αυτομάτους, έπιασε την Κέιτ από το μπράτσο για να τη στα­ ματήσει. Το σαλάχι που έτρεχε στον πάτο ψάχνοντας για νόστιμα μαλακόστρακα μπορεί να ήταν διασκεδαστικό για να το κάνεις χάζι, μα ήταν θανατηφόρο. Αυτό εδώ είχε μήκος όσο ύψος είχε ο Κάι και μια ουρά που έκοβε σαν ξυράφι. Δεν έπρεπε να το πλησιάζεις. Βλέποντας το σαλάχι, η Κέιτ θυμήθηκε ότι η θάλασσα δεν ήταν μόνο ομορφιά και όνειρα. Ή ταν επίσης πόνος και θάνατος. Όπως κοιτούσε, το σαλάχι τίναξε την ουρά του σαν μαστίγιο και έπιασε ένα μικρό, άτυχο γοφάρι. Ύστερα έπιασε και δεύτερο. Έτσι ήταν η φύση, έτσι ήταν η ζωή. Μα η Κέιτ γύρισε από την άλλη. Μέσα από τη μάσκα, τα μάτια της αντάμωσαν με του Κάι. Περίμενε να αντικρίσει κοροϊδευτικό ύφος για την αδυναμία της ή, ακόμα χειρότερα, ότι θα του είχε φανεί αστείο. Μα δεν είδε ού­ τε το ένα ούτε το άλλο. Το βλέμμα του ήταν γλυκό, πράγμα που συνέβαινε πολύ σπάνια. Σηκώνοντας το χέρι του, της χάιδεψε το μάγουλο με τους κόμπους των δαχτύλων του. όπως έκανε παλιά όταν ήθελε να την παρηγορήσει ή να της δείξει τρυφερότητα. Η


254

N

ora

R

oberts

Κέιτ ένιωσε μια ζεστασιά μέσα της, που καθρεφτίστηκε στα μάτια της. Ύστερα, η στιγμή πέρασε όσο γρήγορα είχε έρθει. Ο Κάι γύρισε από την άλλη και έφυγε κολυμπώντας, κάνοντάς της νόημα να τον ακολουθήσει. Δεν έπρεπε να ξεχνιέται επειδή έβλεπε για λίγο την ευαίσθητη και γλυκιά πλευρά της. Τον είχε ήδη ξεκάνει στο παρελθόν. Προ­ τεραιότητα είχε η δουλειά που είχαν να κάνουν. Ό,τι σχέδια και να είχε στο νου του, ο Κάι δε σκόπευε να χάσει τον έλεγχο των πραγ­ μάτων. Όταν ερχόταν η κατάλληλη στιγμή, θα τη χόρταινε την Κέιτ. Το υποσχέθηκε στον εαυτό του.· Θα έπαιρνε ό,τι πίστευε ότι του χρωστούσε εκείνη. Μα τα αισθήματά του θα έμεναν ανέπαφα. Όταν πλάγιαζε μαζί της, θα το έκανε με ψυχρό υπολογισμό. Κι αυτό το υποσχέθηκε στον εαυτό του. Π αρ’ όλο που δε βρήκαν ούτε ίχνος από το Λίμπερτι, ο Κάι είδε άλλα ναυάγια -κομμάτια από σκουριασμένα μέταλλα, καλυμμένα από πεταλίδες. Μπορεί να ήταν από κανένα υποβρύχιο ή θωρηκτό από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η θάλασσα αφομοίωνε ό,τι έμενε μέσα της. Μπήκε στον πειρασμό να κολυμπήσει πιο μακριά, μα ήξερε ότι θα τους έπαιρνε είκοσι λεπτά για να επιστρέφουν στο σκάφος. Κά­ νοντας κύκλο, κατευθύνθηκε πάλι πίσω, εξετάζοντας και πάλι την περιοχή που είχαν καλύψει. Ήταν σχεδόν σαν ψύλλος σ τ’ άχυρα, συλλογίστηκε ο Κάι. Δυο αιώνες με καταιγίδες και θαλάσσια ρεύματα και υποθαλάσσιους σεισμούς. Ακόμα κι αν γνώριζαν ακριβώς το σημείο που είχε βου­ λιάξει το Λίμπερτι, αντί το τελευταίο γνωστό στίγμα του, χρειάζο­ νταν υπολογισμοί και εικασίες, καθώς και τύχη, για να περιορίσουν το πεδίο έρευνας σε μια ακτίνα είκοσι μιλίων. Ό Κάι πίστευε στην τύχη όσο φανταζόταν ότι πίστευε και ο Χάρντεστι στους υπολογισμούς. Συνδυάζοντας και τα δυο, ίσως να έβρισκαν ό,τι είχε απομείνει από το Λίμπερτι. Γύρισε και κοίταξε την Κέιτ που κολυμπούσε δίπλα του. Είχε τα μάτια της παντού, μα ο Κάι δεν πίστευε πως ο νους της ήταν σε θησαυρούς ή βυθισμένα καράβια. Όπως κι εκείνο το περασμένο καλοκαίρι, ήταν καταμαγεμένη από τη θάλασσα, την πανίδα και τη χλωρίδα της. Ο Κάι αναρωτήθηκε αν η Κέιτ θυμόταν ακόμα όλες τις πληροφορίες που του είχε ζητήσει πριν από την πρώτη τους κα­ τάδυση. Πώς προσαρμόζονταν οι λειτουργίες του ανθρώπινου ορ­


Τϋ

Χ ΡΥ ΣΑ Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

255

γανισμού; Πώς απορροφιόταν το διοξείδιο του άνθρακα; Τι γινόταν με την αλλαγή της εξωτερικής πίεσης; Ο Κάι γέλασε μόνος του καθώς άρχισαν να ανεβαίνουν. Ήταν εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι εκείνη θυμόταν όλες τις απαντήσεις του, μέχρι και την πίεση σε λίμπρες ανά τετραγωνική ίντσα με ακρί­ βεια δεκαδικού ψηφίου. Καθώς η Κέιτ αναδυόταν αργά προς την επιφάνεια, βρέθηκε στον ήλιο. Το φως την έλουσε ολόκληρη, προσδίδοντάς της μια αι­ θέρια όψη καθώς κολυμπούσε ευθεία πάνω, κλοτσώντας ελαφριά με τα πόδια της και με το πρόσωπο στραμμένο προς τον ήλιο και την επιφάνεια. Αν υπήρχαν γοργόνες, ο Κάι ήξερε πως θα ήταν όπως εκείνη -λεπτές και λυγερόκορμες, με λυτά ανοιχτόχρωμα μαλλιά να πλέουν μες στο νερό. Έ νας άντρας μπορούσε να κρατήσει μια γορ­ γόνα μόνο αν αποδεχόταν τον κόσμο της. Απλώνοντας το χέρι του, έπιασε την άκρη μιας τούφας από τα μαλλιά της στα δάχτυλά του και τη\' επόμενη στιγμή βγήκαν μαζί στην επιφάνεια. Η Κέιτ αναδύθηκε γελώντας, έβγαλε τον αναπνευστήρα και ανέβασε τη μάσκα της. «Αχ, είναι υπέροχα! Όπως το θυμόμουν». Επιπλέοντας, γέλασε ξανά και ο Κάι συνειδητοποίησε πως είχε τέσ­ σερα χρόνια να ακούσει το γέλιο της. Μα το θυμόταν πολύ καλά. «Έκανες σαν να ήθελες να παίξεις παρά να ψάξεις για ναυαγισμένα καράβια». Της χαμογέλασε, απολαμβάνοντας τη χαρά της και το χαμόγελό της που δεν περίμενε να το ξαναδεί. «Έτσι ήταν». Έπιασε τη σκάλα σχεδόν απρόθυμα και ανέβηκε στο σκάφος. «Δεν περίμενα να βρούμε τίποτα με την πρώτη και ήταν τόσο ωραία που έκανα πάλι κατάδυση». Έβγαλε τις φιάλες της και εξέτασε η ίδια τις βαλβίδες πριν τις αφήσει κάτω. «Όποτε κατεβαίνω στο βυθό, αρχίζω να πιστεύω ότι δε χρειάζομαι άλλο τον ήλιο. Μετά, όταν ανεβαίνο} στην επιφάνεια, είναι πιο ζεστός και λαμπερός απ’ ό,τι τον θυμάμαι». Μες στην αδρεναλίνη ακόμα, έβγαλε τα βατραχοπέδιλά της, ύστε­ ρα τη μάσκα της, και στάθηκε με το πρόσωπο στραμμένο στον ήλιο. «Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα». «Η ελεύθερη κατάδυση». Ο Κάι κατέβασε το φερμουάρ της στο­ λής του. «Το δοκίμασα πέρσι στην Ταϊτή. Είναι καταπληκτικό να βρίσκεσαι μες στα πεντακάθαρα νερά χωρίς εξοπλισμό, παρά μόνο με μάσκα, βατραχοπέδιλα και τα πνευμόνια σου».


256

N

ora

R

oberts

«Στην Ταϊτή;» Ξαφνιασμένη, η Κέιτ κοίταξε με ενδιαφέρον τον Κάι, που έβγαζε τη στολή του. «Πήγες εκεί;» «Δυο βδομάδες, πέρσι, προς το τέλος του χρόνου». Ο Κάι έριξε τη στολή στο μεγάλο πλαστικό δοχείο όπου έβαζε τον εξοπλισμό πριν τον ξεπλύνει. «Επειδή σου αρέσουν τα νησιά;» «Και οι χορταρένιες φούστες». Εκείνη έβαλε πάλι τα γέλια. «Θα σου πήγαιναν πολύ». Ο Κάι είχε ξεχάσει πόσο αυθόρμητη ήταν όταν χαλάρωνε. Άπλω­ σε το χέρι του κι έκανε πώς της τραβούσε τα μαλλιά. «Έπρεπε να είχα πάρει φωτογραφίες». Ύστερα γύρισε και κατέβηκε τροχάδην στην καμπίνα. «Τι έγινε, δεν προλάβαινες γιατί γλυκοκοίταζες όλη την ώρα τις ντόπιες;» του φώναξε η Κέιτ και κάθισε στον στενό πάγκο στα δε­ ξιά του σκάφους. «Κάπως έτσι. Και, φυσικά, έκανα πως δεν πρόσεχα ότι με γλυκοκοίταζαν οι ντόπιες». Η Κέιτ χαμογέλασε. «Κόσμος με χορταρένιες φούστες», άρχισε και έβγαλε μια πνιχτή κραυγή όταν ο Κάι της πέταξε ένα ροδάκινο. Το άρπαξε στον αέρα, του χαμογέλασε και το δάγκωσε. «Ακόμα έχεις καλά αντανακλαστικά», σχολίασε εκείνος, ανε­ βαίνοντας τη σκάλα. «Ιδίως όταν πεινάω». Με την άκρη της γλώσσας της, έγλειψε την παλάμη της όπου είχε στάξει χυμός. «Δεν μπόρεσα να φάω το πρωί, ήμουν πολύ τσιτωμένη». Ο Κάι της πρόσφερε ένα απ’ τα δυο μπουκαλάκια με παγωμένη σόδα που είχε βγάλει από το ψυγείο. «Για την κατάδυση;» «Ναι, και για...» Η Κέιτ σώπασε, ξαφνιασμένη που του μιλούσε σαν να ήταν τέσσερα χρόνια πριν. «Και για;» την παρότρυνε εκείνος. Π αρ’ όλο που ο τόνος του ήταν αμέριμνος, το βλέμμα του είχε γίνει πιο διαπεραστικό. Η Κέιτ το πρόσεξε, οπότε σηκώθηκε και γύρισε από την άλλη, κοιτάζοντας πέρα από την πρύμη. Μόνο ουρανός και θάλασσα φαι­ νόταν. «Το πρωινό με τσίτωσε», μουρμούρισε. «Όπως βγήκε ο ήλιος από τη θάλασσα. Ό λα τα χρώματα». Κούνησε το κεφάλι της και έσταξαν νερά στο κατάστρωμα από τα μαλλιά της. «Είχα πάρα πολύ καιρό να δω ανατολή ηλίου».


Τ Ο Χ Ρ Υ ΣΑ Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

257

Πιέζοντας τον εαυτό του να χαλαρώσει, ο Κάι ακούμπησε πίσω, δάγκωσε το δικό του ροδάκινο και την περιεργάστηκε. «Γιατί;» «Δεν είχα το χρόνο. Δεν ένιωθα την ανάγκη». «Είναι και τα δυο το ίδιο για σένα;» Εκείνη κούνησε νευρικά τους ώμους της. «Όταν η ζωή σου πε­ ριστρέφεται γύρω από ωράρια και μαθήματα, υποθέτω ότι το ένα ισοδυναμεί με το άλλο». «Αυτό θέλεις; Καθημερινό πρόγραμμα;» Η Κέιτ γύρισε το κεφάλι της και αντάμωσε σταθερά τη ματιά του. Πώς να κατανοήσουν ποτέ ο ένας τον άλλο; σκέφτηκε. Ο κό­ σμος της του ήταν ξένος όσο κι ο κόσμος του σ ’ εκείνη. «Αυτό επέλεξα». «Πάλι οι πολλαπλές επιλογές της ζωής που έλεγες;» της ανταπά­ ντησε ο Κάι και μ ’ ένα κοφτό γέλιο ήπιε μια γουλιά σόδα. «Μπορεί. Ή ίσως κάποιες πλευρές της ζωής μου να έχουν μόνο μία επιλογή». Γύρισε ολόκληρη προς το μέρος του, αποφασισμένη να μη χάσει την ευφορία της από την κατάδυση. «Πες μου για την Ταϊτή, Κάι. Πώς είναι;» «Απαλός αέρας, απαλά νερά. Μπλε, πράσινο, λευκό. Αυτά τα χρώματα μου έρχονται στο νου και μετά ζωηρές, κατακόκκινες, πορτοκαλιές και κίτρινες πιτσιλιές». «Σαν πίνακας του Γκογκέν». Τους χώριζε όλο το μήκος του καταστρώματος. Ίσως γ ι’ αυτό να του ήρθε πιο εύκολα να χαμογελάσει. «Φαντάζομαι, αλλά δε νομίζω να του άρεσαν όλα τα ξενοδοχεία και τα τουριστικά θέρετρα. Δεν το έχουν αφήσει στην ησυχία του το νησί». «Τίποτα δεν αφήνουν οι άνθρωποι στην ησυχία του». «Είτε πρέπει είτε όχι». Κάτι στον τόνο του και στο βλέμμα που της έριξε της έδωσε την εντύπωση ότι ο Κάι δεν αναφερόταν πια σε νησιά, αλλά σε κάτι πιο προσωπικό. Η Κέιτ ήπιε μια γουλιά σόδα για να δροσίσει το λαιμό της και να υγράνει τα χείλη της. «Έκανες κατάδυση με μπουκάλες;» «Μερικές φορές. Είχε τόσα όστρακα και κοράλλια που θα μπο­ ρούσα να γεμίσω ολόκληρο σκάφος αν ήθελα. Ψάρια σαν αυτά που βλέπεις σε ενυδρεία. Και καρχαρίες». Θυμήθηκε έναν που παραλίγο να τον πιάσει μισό μίλι από την ακτή. Χαμογέλασε με τη θύμηση. «Μόνο βαρετά δεν είναι τα νερά της Ταϊτής». Η Κέιτ το αναγνώρισε το ύφος του, την αγάπη για τον κίνδυνο.


258

N

ora

R

o berts

Ίσως ο Κάι να μην πήγαινε γυρεύοντας, μα σπάνια απέφευγε τα μπλεξίματα, κατά τη γνώμη της. Ναι, πολύ αμφέβαλλε ότι θα κατα­ νοούσαν ποτέ πλήρως ο ένας τον άλλο, ακόμα κι αν είχαν μια ζωή μπροστά τους. «Έφερες από κει κανένα κολιέ από δόντια καρχαρία;» «Το χάρισα στη Χόουπ». Ο Κάι χαμογέλασε ξανά. «Η Λίντα δεν της το δίνει ακόμα». «Καλά κάνει. Νιώθεις περίεργα που έγινες θείος;» «Όχι. Μου μοιάζει». «Α, ο αντρικός εγωισμός». Ο Κάι ανασήκωσε τους ώμους του· ήξερε πως είχε κάμποσο αντρικό εγωισμό και δεν τον πείραζε, «Σπάω πλάκα που έχει συ­ νέχεια στο τρέξιμο τον Μαρς και τη Λίντα. Δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι να διασκεδάζεις στο νησί». Η Κέιτ προσπάθησε να τον φανταστεί να διασκεδάζει με κάτι τόσο ήσυχο όσο ένα μωρό κοριτσάκι. Δεν τα κατάφερε. «Είναι πα­ ράξενο», είπε σε λίγο. «Γύρισα και βρήκα τον Μαρς και τη Λίντα παντρεμένους με παιδί. Όταν έφυγα, ο Μαρς της φερόταν σαν να ήταν η μικρή του αδερφή». «Δε σου έλεγε ο πατέρας σου τα νέα του νησιού;» Το χαμόγελο έσβησε από τα μάτια της. «Όχι». Ο Κάι ανασήκωσε το φρύδι του. «Τον ρωτούσες;» «Όχι». Εκείνος έριξε το άδειο μπουκάλι του σε ένα άδειο βαρελάκι. «Ούτε για το καράβι σού είχε πει τίποτα, για ποιο λόγο ερχόταν στο νησί κάθε χρόνο». Η Κέιτ τίναξε από το πρόσωπό της τα μαλλιά της, που κόντευαν να στεγνώσουν. Δεν της το είχε θέσει σαν ερώτηση. Π αρ’ όλα αυτά του απάντησε, γιατί ήταν πιο απλό έτσι. «Όχι, δε μου ανέφερε ποτέ το Λίμπερτι». «Δε σε πειράζει αυτό;» Τη στενοχωρούσε, μα παραμέρισε τη στενοχώρια της. «Γιατί να με πειράζει;» του απάντησε. «Είχε δικαίωμα να έχει τη δική του ζωή, τα μυστικά του». «Αλλά εσύ όχι». Μια ψύχρα την έπιασε για μια στιγμή. Διέσχισε το κατάστρω­ μα και έριξε το μπουκάλι της δίπλα στου Κάι, ύστερα έπιασε την μπλούζα της. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς».


Το

Χ ρυσάφι τη ς Θ α λ α ςςα ς

259

«Καταλαβαίνεις πολύ καλά τι εννοώ». Της έπιασε το χέρι πριν προλάβει εκείνη να φορέσει την μπλούζα. Κι επειδή θα ήταν δειλία να κάνει αλλιώς, σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. «Κατα­ λαβαίνεις», της ξαναείπε αυτός σιγανά. «Απλώς δεν είσαι ακόμα έτοιμη να το παραδεχτείς». «Μην το σκαλίζεις, Κάι». Η φωνή της έτρεμε και παρ’ όλο που την εκνεύρισε, της ήταν αδύνατο να το ελέγξει. «Μην το σκαλίζεις». Του ήρθε να την αρπάξει και να την ταρακουνήσει, να την ανα­ γκάσει να παραδεχτεί πως τον είχε αφήσει επειδή έτσι ήθελε ο πα­ τέρας της. Ήθελε να την ακούσει να λέει, κλαίγοντας ίσως, πως δεν είχε τη δύναμη να φέρει αντίρρηση στον άνθρωπο που είχε διαμορ­ φώσει τη ζωή της σύμφωνα με τις αξίες και τις επιθυμίες του. Με κάποια προσπάθεια, χαλάρωσε τα δάχτυλά του. Ό πως και πριν, ανασήκωσε τους ώμους του. «Για την ώρα», είπε και επέστρε­ ψε στο πηδάλιο. «Ακόμα έχουμε όλο το καλοκαίρι μπροστά μας». Έβαλε μπρος τη μηχανή κι έπειτα γύρισε και της έριξε μια τελευ­ ταία ματιά. «Ξέρουμε και οι δυο τι μπορεί να συμβεί μέσα σ ’ ένα καλοκαίρι».


Κεφάλαιο 5

«Το

πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβεις για τη Χόουπ», άρ­ χισε η Λίντα, ισιώνοντας ένα βάζο που είχε σκουντήσει το μωρό, «είναι πως κάνει πάντα του κεφαλιού της». Η Κέιτ κοίταξε τη μαυρομάλλα Χόουπ με τα στρουμπουλά μαγουλάκια που σκαρφάλωνε εκείνη τη στιγμή σε μια πολυθρόνα για να κοιταχτεί σε έναν καθρέφτη. Μέσα στα δεκαπέντε λεπτά που βρισκόταν η, Κέιτ στο σπίτι της Λίντα, η Χόουπ δεν είχε καθίσει στιγμή ακίνητη. Ή ταν γρήγορη, εκπληκτικά ευλύγιστη και είχε ένα βλέμμα που σου έλεγε πως ήξερε ακριβώς τι ήθελε και θα γινόταν το δικό της, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ο Κάι είχε δίκιο. Η ανιψιά του του έμοιαζε και μάλιστα από πολλές απόψεις. «Το βλέπω. Πού βρίσκεις την ενέργεια να διευθύνεις εστιατόριο, να φροντίζεις σπίτι και να τα βγάζεις πέρα και μ ’ ένα τόσο ζωηρό παιδί;» «Βιταμίνες». Η Λίντα αναστέναξε. «Βιταμίνες και ξανά βιταμί­ νες. Χόουπ, μη βάζεις τα δάχτυλά σου στο τζάμι». «Χόουπ!» τσίριξε η μικρή, κάνοντας γκριμάτσες στο είδωλό της στον καθρέφτη. «Όμορφη, όμορφη, όμορφη!» «Έχει πάρει την έπαρση των Σίλβερ», σχολίασε η Λίντα. «Το έχει ήδη καβαλημένο το καλάμι». Η Κέιτ γέλασε και κοίταξε τη Χόουπ που κατέβηκε από την πο­ λυθρόνα μπουσουλώντας με την όπισθεν, προσγειώθηκε με την πά­ να της και άρχισε να γκρεμίζει συστηματικά τον πύργο από κύβους που είχε χτίσει πριν από λίγο. «Μα είναι όμορφη. Και για να το ξέρει σημαίνει πως είναι κι έξυπνη». «Δεν έχω αντίρρηση, εκτός από όταν πασαλείβει με οδοντόπα­


Τ Ο Χ ΡΥ ΣΑ Φ Ι ΓΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

261

στα το πάτωμα σε όλο το μπάνιο». Η Λίντα έγειρε πίσω στον κανα­ πέ με έναν αναστεναγμό ικανοποίησης. Της άρεσε που δεν πήγαινε στη δουλειά τις Δευτέρες το απόγευμα και μπορούσε να παίζει με τη Χόουπ και να κάνει όλα τα άλλα πράγματα που παραμελούσε όταν έπρεπε να ασχολείται με το εστιατόριο. «Μια βδομάδα είσαι εδώ και μόλις τώρα καταφέραμε να βρεθούμε για πρώτη φορά». Η Κέιτ έσκυψε και χάιδεψε τα μαλλάκια της Χόουπ. «Είσαι πνιγμένη στις δουλειές». «Κι εσύ». Η Κέιτ διέκρινε έναν τόνο ερώτησης στη φωνή της, όχι ιδιαίτερα διακριτικό, και χαμογέλασε. «Το ξέρεις ότι δεν ήρθα στο νησί για ψάρεμα και ηλιοθεραπεία, Λίντα». «Εντάξει, εντάξει, στα κομμάτια η διπλωματία». Με δεξιοτεχνία μητέρας, συνέχισε να έχει το νου της στο υπερκινητικό παιδί της και έσκυψε προς το μέρος της Κέιτ. «Τι κάνετε με τον Κάι στο σκάφος του κάθε μέρα;» Με τη Λίντα, οι υπεκφυγές ήταν περιττές. «Ψάχνουμε για θη­ σαυρό», είπε απλά η Κέιτ. «Λ». Χωρίς να δείξει καμιά φοβερή έκπληξη, η Λίντα έσωσε μια αφρικανική βιολέτα από τα δάχτυλα της περίεργης κόρης της. «Το θησαυρό του Μαυρογένη». Έδωσε στη Χόουπ μια λαστιχένια πάπια αντί για το φυτό. «Ακόμα λέει ιστορίες γι’ αυτό ο παππούς μου. Ισπανικά δολάρια, αμέτρητα χρυσαφικά και μπουκάλια ρούμι. Πάντα νόμιζα πως ήταν θαμμένα στη στεριά». Διασκεδάζοντας με την επιτηδειότητα της Λίντα να κουμαντάρει το μωρό χωρίς να αποσπάται η προσοχή της, η Κέιτ κούνησε αρνη­ τικά το κεφάλι της. «Όχι, όχι του Μαυρογένη». Υπήρχαν δεκάδες θεωρίες και μύθοι για το πού είχε κρύψει το πλιάτσικό του ο διαβόητος πειρατής και ένα σωρό εξωφρενικές ει­ κασίες για το μέγεθος του θησαυρού. Η Κέιτ δεν είχε δώσει ποτέ βάση σ ’ αυτές τις ιστορίες. Και η ίδια, όμως, μια παρόμοια φαντα­ σίωση κυνηγούσε. «Ο πατέρας μου έκανε έρευνα για το σημείο που βυθίστηκε ένα αγγλικό εμπορικό καράβι εδώ, στα ανοιχτά του νησιού, το δέκατο όγδοο αιώνα». «Ο πατέρας σου;» Αμέσως η Λίντα της έδωσε μεγαλύτερη προ­ σοχή. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον'Εντουιν Χάρντεστι που θυ­ μόταν από τα περασμένα καλοκαίρια ως κυνηγό θησαυρών. «Ώστε


262

N

ora

R oberts

γ ι’ αυτό ερχόταν στο νησί κάθε καλοκαίρι; Δεν μπορούσα να κα­ ταλάβω γιατί να...» Σώπασε, έκανε ένα μορφασμό και συνέχισε: «Συγνώμη, Κέιτ, αλλά δεν έμοιαζε με άνθρωπο που θα έκανε κα­ ταδύσεις για χόμπι και δεν τον είδα ποτέ να έχει πιάσει ψάρια. Το κράτησε πολύ καλά μυστικό αυτό που έκανε». «Ναι, ακόμα κι από μένα». «Δεν το ήξερες;» Η Λίντα γύρισε και κοίταξε χαλαρά τη Χόουπ που είχε αρχίσει να κοπανάει ένα πλαστικό κουβαδάκι με ένα ξύλι­ νο κομμάτι παζλ. «Όχι μέχρι πριν από λίγες βδομάδες που κοίταξα τα χαρτιά του. Και αποφάσισα να ολοκληρώσου ό,τι είχε ξεκινήσει». «Οπότε ήρθες στον Κάι». «Ήρθα στον Κάι». Η Κέιτ έστρωσε τη λεπτή καλοκαιρινή της φούστα πάνω στα γόνατά της. «Χρειαζόμουν ένα σκάφος κι ένα δύτη, κατά προτίμηση από το νησί. Κι αυτός είναι ο καλύτερος». Η Λίντα έστρεψε την προσοχή της από την κόρη της στην Κέιτ. Το βλέμμα της έδειχνε κατανόηση, μα δεν έκρυβε εντελώς την ανυ­ πομονησία της. «Μόνο γ ι’ αυτόν το λόγο ήρθες στον Κάι;» Οι πόθοι της ξύπνησαν θαρρείς για να τη βασανίσουν και την κατέκλυσαν κύματα αναμνήσεων. «Ναι, μόνο γ ι’ αυτόν το λόγο». Η Λίντα αναρωτήθηκε γιατί να θέλει η Κέιτ να την πείσει για κάτι που δεν πίστευε ούτε η ίδια. «Κι αν σου έλεγα ότι δε σε ξέχασε ποτέ;» Η Κέιτ κούνησε αμέσως αρνητικά το κεφάλι της, με απελπισία σχεδόν. «Μη». «Τον αγαπάω». Η Λίντα σηκώθηκε για να αποσπάσει την προσοχή της Χόουπ που είχε ανακαλύψει πως ήταν πιο ενδιαφέρον να πετάει τους κύβους αντί να τους στοιβάζει. «Π αρ’ όλο που είναι δύσκολος άνθρωπος κι εκνευριστικός. Είναι αδερφός του Μαρς». Απόθεσε τη Χόουπ μπροστά σε έναν μικρό λόχο από λούτρινα ζω­ άκια και επέστρεψε με ένα χαμόγελο. «Είναι σαν αδερφός μου. Κι εσύ είσαι η πρώτη στεριανή που έγινες φίλη μου. Οπότε είναι δύ­ σκολο να είμαι αντικειμενική». Η Κέιτ μπήκε στον πειρασμό να της ανοίξει την καρδιά της, να της εκμυστηρευτεί όλες της τις αμφιβολίες. Ή ταν πολύ μεγάλος ο πειρασμός. «Το εκτιμώ πολύ, Λίντα. Αλλά, πίστεψε με, ό,τι είχα με τον Κάι συνέβη πριν από πολύ καιρό. Οι άνθρωποι αλλάζουν». Με ένα ουδέτερο μουρμουρητό, η Λίντα κάθισε ξανά. Ορισμέ­


Τ ο Χ ρυ σάφι

της

Θ αλ αςςας

263

νους ανθρώπους δεν τους πίεζες. Ο Κάι και η Κέιτ έμοιαζαν ως προς αυτό, όσο και να διέφεραν από άλλες απόψεις. «Εντάξει. Λοιπόν, ξέρεις τι έκανα τα τελευταία τέσσερα χρόνια». Έριξε μια βασανι­ σμένη ματιά προς τη μεριά της Χόουπ. «Πες μου πώς ήταν η δική σου ζωή». «Ήσυχη». Η Λίντα γέλασε. «Ακόμα κι ένας μικρός συνοριακός πόλεμος θα ήταν πιο ήσυχος από τη ζωή σ ’ αυτό εδώ το σπίτι». «Δούλεψα σκληρά για να πάρω το διδακτορικό μου όσο γρήγο­ ρα το πήρα». Τον είχε ανάγκη εκείνον το στόχο για να παραμείνει ισορροπημένη, να παραμείνει... ήρεμη. «Όταν διδάσκεις κι επιπλέ­ ον, δε σου μένει πολύς χρόνος για οτιδήποτε άλλο». Ανασήκωσε τους ώμους της και στάθηκε όρθια. Ακουγόταν πολύ βαρύ, συνειδη­ τοποίησε. Πολύ ανιαρό. Ή θελε να μάθει και να διδάξει, αλλά, από μόνο του, ακουγόταν ανούσιο. Σε όλο το καθιστικό ήταν απλωμένα παιχνίδια, κομματάκια παι­ δικής ηλικίας. Μια γραβάτα ήταν ριγμένη απρόσεχτα στην πλάτη μιας καρέκλας δίπλα σε ένα τραπέζι όπου η Λίντα είχε παρατήσει την τσάντα της. Κομματάκια ενός γάμου. Μιας οικογένειας. Για μια στιγμή την έπιασε πανικός και αναρωτήθηκε πώς θα άντεχε το άδειο της σπίτι όταν γυρνούσε στο Κονέτικατ. «Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και δύσκολη η περσινή χρονιά στο Γέιλ». Υπερασπιζόταν τον εαυτό της ή εξηγούσε; αναρωτήθηκε η Κέιτ. «Είναι παράξενο. Π αρ’ όλο που δίδασκε ο πατέρας μου, ποτέ δε συνειδητοποίησα ότι το να είσαι καθηγητής είναι εξίσου δύσκο­ λο και απαιτητικό με το να είσαι μαθητής». «Ακόμα πιο δύσκολο», δήλωσε η Λίντα ύστερα από λίγο. «Πρέ­ πει να ξέρεις τις απαντήσεις». «Ναι». Η Κέιτ κάθισε στις φτέρνες της και κοίταξε τα λούτρινα ζωάκια της Χόουπ. «Αλλά νομίζω ότι αυτό είναι το ωραίο. Η πρό­ κληση. Να πρέπει να ξέρεις την απάντηση ή να τη βρίσκεις με τη λογική και μετά να βλέπεις τους μαθητές σου να την αφομοιώνουν». «Να ελπίζεις ότι θα την αφομοιώσουν;» είπε η Λίντα. Η Κέιτ γέλασε ξανά. «Ναι, μάλλον έτσι είναι. Όταν την αφο­ μοιώνουν, αισθάνεσαι τη μεγαλύτερη ικανοποίηση. Δε θα διαφέρει πολύ το να είσαι μητέρα. Κάθε μέρα διδάσκεις». «Ή τουλάχιστον προσπαθώ», είπε ξερά η Λίντα. «Το ίδιο είναι».


264

N

ora

R

o berts

«Είσαι ευτυχισμένη;» Η Χόουπ έσφιξε στην αγκαλιά της έναν ροζ δράκο και τον πρότεινε στην Κέιτ. Ή ταν ευτυχισμένη; αναρωτήθηκε η Κέιτ και έκανε το χατίρι της μικρής, αγκαλιάζοντας επίσης το δράκο. Μάλλον είχε βάλει στόχο την επιτυχία και όχι την ευτυχία. Ο πατέρας της δεν της είχε κάνει ποτέ αυτή την πολύ απλή και στοιχειώδη ερώτηση. Ούτε η ίδια είχε καθίσει ποτέ να αναρωτηθεί. «Μου αρέσει να διδάσκω», απάντησε τελικά. «Θα ήμουν δυστυχισμένη αν δεν το έκανα». «Μου απαντάς έμμεσα χωρίς να απαντάς καθόλου σ ’ αυτό που σε ρώτησα». «Μερικές φορές δεν υπάρχει ναι ή όχι». «Κάι!» φώναξε η Χόουπ και η Κέιτ τινάχτηκε, γυρνώντας αμέ­ σως το κεφάλι της προς την εξώπορτα. «Όχι». Η Λίντα πρόσεξε την αντίδρασή της, μα δεν είπε τίποτα. «Εννοεί το δράκο. Εκείνος της τον χάρισε, οπότε τον έβγαλε Κάι». «Α». Της ήρθε να βλαστημήσει, μα κατάφερε να χαμογελάσει και έδωσε πίσω στο παιδάκι τον αγαπημένο του δράκο. Δεν ήταν λογικό να ακούει το όνομά του μόνο και να τρέμουν τα χέρια της, να σφυροκοπάει η καρδιά της, να αποδιοργανώνονται οι σκέψεις της. «Δε θα της χάριζε κάτι συνηθισμένο, ε;» ρώτησε δήθεν ανέμελα και σηκώθηκε. «Όχι». Η Λίντα της έριξε ένα διαπεραστικό βλέμμα. «Τα γούστα του ήταν πάντα μοναδικά». Η Κέιτ το βρήκε διασκεδαστικό κι αυτό τη βοήθησε να χαλαρώ­ σει. Αντάμωσε το βλέμμα της Λίντα, ανασηκώνοντας το φρύδι της. «Δεν το βάζεις κάτω, ε;» «Όχι όταν πιστεύω σε κάτι», της απάντησε με πείσμα. Χάρη σ ’ αυτό το πείσμα, συλλογίστηκε η Κέιτ, περίμενε αποφασιστικά η Λίντα να την ερωτευτεί ο Μαρς. «Πιστεύω σ ’ εσένα και τον Κάι», συνέχισε η Λίντα. «Όσο και να τα κάνετε σαλάτα εσείς οι δυο, εγώ θα πιστεύω σ ’ εσάς». «Δεν έχεις αλλάξει», είπε η Κέιτ αναστενάζοντας. «Γύρισα και σε βρήκα παντρεμένη με παιδί και εστιατόριο, αλλά δεν έχεις αλ­ λάξει καθόλου». «Όντας σύζυγος και μητέρα, νιώθω ακόμα πιο σίγουρη πως είναι σωστό αυτό που πιστεύω». Είχε κι εκείνη κάποια αλαζονεία και την εκμεταλλευόταν. «Δεν είναι δικό μας το εστιατόριο», πρόσθεσε σαν να το σκέφτηκε εκ τατν υστέρων.


Τ ο Χ ρυ σάφ ι

της

Θαλαςςας

265

«Δεν είναι;» Έκπληκτη, η Κέιτ σήκωσε πάλι το βλέμμα της. «Μα δεν είπες ότι η Παλίρροια είναι δική σου και του Μαρς;» «Εμείς τη διευθύνουμε», τη διόρθωσε η Λίντα. «Και έχουμε εί­ κοσι τοις εκατό μερίδιο». Ακούμπησε πίσω και χαμογέλασε στην Κέιτ με ευχαρίστηση. Της άρεσε αφάνταστα να σκάει βόμβες σε ήσυχα νερά και να βλέπει τα κύματα που σηκώνονταν. «Η Παλίρ­ ροια είναι του Κάι». «Του Κάι;» Η Κέιτ δε θα μπορούσε να κρύψει την κατάπληξή της ακόμα κι αν προσπαθούσε. Ο Κάι Σίλβερ που νόμιζε πως ήξερε δεν είχε ποτέ τίποτα δικό του πέρα από ένα σκάφος και ένα ετοιμόρ­ ροπο σπιτάκι στην παραλία. Δεν ήθελε να έχει τίποτα δικό του. Για να αγοράσει κανείς εστιατόριο, έστω κι ένα μικρό σε ένα απόμερο νησί, δε χρειαζόταν απλώς κεφάλαιο. Χρειαζόταν φιλοδοξία. «Προφανώς δε σου το ανέφερε». «Όχι». Του είχαν δοθεί αρκετές ευκαιρίες, θυμήθηκε η Κέιτ, το βράδυ που είχαν φάει εκεί. «Όχι, δε μου το ανέφερε. Δε φαίνεται να ταιριάζει στο χαρακτήρα του», μουρμούρισε. «Μπορώ να τον φανταστώ να αγοράζει κι άλλο σκάφος, ένα μεγαλύτερο ή πιο γρή­ γορο, αλλά δεν μπορώ να τον φανταστώ να αγοράζει εστιατόριο». «Μάλλον τους ξάφνιασε όλους εκτός από τον Μαρς. Αλλά, βέ­ βαια, ο Μαρς ξέρει τον Κάι καλύτερα από τον καθένα. Δυο βδομά­ δες πριν παντρευτούμε, ο Κάι μας είπε πως είχε αγοράσει το μαγαζί και σκόπευε να το ανακαινίσει. Ο Μαρς πήγαινε με το φέρι στο Χάτερας κάθε μέρα για δουλειά κι εγώ βοηθούσα στο μαγαζί με είδη χειροτεχνίας της θείας μου όλη την τουριστική σεζόν. Όταν μας ρώτησε ο Κάι αν θέλαμε να αγοράσουμε το είκοσι τοις εκατό και να αναλάβουμε να το δουλεύουμε, αρπάξαμε αμέσως την ευκαι­ ρία». Χαμογέλασε, ευχαριστημένη, και ίσως κάπως ανακουφισμέ­ νη. «Δεν ήταν λάθος κίνηση για κανέναν μας». Η Κέιτ θυμήθηκε τη σπιτική ατμόσφαιρα, τα εξαιρετικά θαλασ­ σινά, τη γρήγορη εξυπηρέτηση. Όχι, δεν ήταν λάθος κίνηση, αλλά ο Κάι... «Και πάλι δεν μπορώ να φανταστώ τον Κάι να έχει κάποια επιχείρηση, στη στεριά τουλάχιστον». «Ο Κάι το ξέρει το νησί», είπε απλά η Λίντα. «Και ξέρει τι θέλει. Απλώς, όπως το βλέπω εγώ, δεν ξέρει πάντα πώς να το αποκτήσει». Η Κέιτ θα απέφευγε αυτό το θέμα συζήτησης. «Θα πάω μια βόλ­ τα στην παραλία», αποφάσισε. «Θέλεις να έρθεις;» «Πολύ θα το ήθελα, αλλά...» Η Λίντα έδειξε με μια χειρονομία


266

N ora R

oberts

γιατί είχε ησυχάσει η Χόουπ εδώ και λίγα λεπτά. Με το δράκο αγκα­ λιά, η μικρή είχε απλωθεί πάνω στα άλλα ζωάκια και είχε βυθιστεί στον ύπνο. «Ή θα τρέχει πάνω κάτω ή θα σταματάει εντελώς, ε;» παρατή­ ρησε η Κέιτ γελώντας. «Το καλό είναι πως όταν σταματάει, μπορώ να σταματήσω κι εγώ». Η Λίντα σήκωσε την κόρη της στην αγκαλιά της και την ακούμπησε στον ώμο της. «Καλή βόλτα και πέρνα από την Παλίρ­ ροια απόψε αν σου δοθεί η ευκαιρία». «Θα περάσω». Η Κέιτ άγγιξε το κεφαλάκι της Χόουπ, τα πυκνά, μαύρα ακατάστατα μαλλάκια της που έμοιαζαν με του θείου της. «Είναι κουκλάκι, Λίντα. Είσαι πολύ τυχερή». «Το ξέρω. Δεν το ξεχνάω ποτέ». Η Κέιτ βγήκε από το σπίτι και προχιυρησε στον ήσυχο δρόμο. Είχαν μαζευτεί σύννεφα και είχε μουχρώσει η ατμόσφαιρα, μα δεν έβρεχε ακόμα. Την ένιωσε τη βροχή στο δροσερό αεράκι, μαζί με μια υποψία αλμύρας από τη θάλασσα. Κατά κει πήγαινε. Σε ένα νησί, όπως είχε ανακαλύψει, σε τραβούσε πολύ περισσό­ τερο το νερό απ’ ό,τι η στεριά. Ή ταν το μόνο πράγμα που καταλά­ βαινε απόλυτα για τον Κάι, το μόνο πράγμα για το οποίο δεν είχε αμφιβάλει ποτέ. Στο Κονέτικατ ήταν πιο εύκολο να αποφεύγει την παραλία, αν και πάντα της άρεσαν οι βραχώδεις, ανεμοδαρμένες ακτές της Νέ­ ας Αγγλίας. Μπορούσε να αντισταθεί όμως, γιατί ήξερε τι αναμνή­ σεις θα της έρχονταν στο μυαλό. Οδυνηρές. Η Κέιτ είχε μάθει ότι υπήρχαν τρόποι να αποφεύγει τον πόνο. Αλλά εδώ, που ήξερε ότι μπορούσε να φτάσει στην άκρη της στεριάς αν περπατούσε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, ήταν αδύνατο να αντισταθεί. Ίσω ς να ήταν πιο φρόνιμο να τραβήξει προς τα στενά ή τον όρμο. Ωστόσο προχώρησε προς τη μεριά της θάλασσας. Είχε αρκετή ζέστη, οπότε δε χρειαζόταν να φορέσει τίποτα πε­ ρισσότερο από τη λεπτή φούστα και μπλούζα της, που φτεροκοπού­ σαν γύρω της με τον αέρα. Είδε δυο άντρες, με τις τραγιάσκες τους κατεβασμένες χαμηλά στο μέτωπό τους και καλάμια ψαρέματος μπηγμένα στην άμμο, να κουβεντιάζουν καθισμένοι σε κουβάδες, ενώ περίμεναν να τσιμπήσει κανένα ψάρι. Δεν άκουγε τις φωνές Μυς μες στο βουητό των κυμάτων, μα ήξερε ότι θα μιλούσαν για


Τ ο Χ ΡΥ ΣΑ Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

267

δολώματα και τη χτεσινή ψαριά. Δε θα τους ενοχλούσε, ούτε εκεί­ νοι αυτήν. Οι νησιώτες ήταν φιλικοί, αλλά όχι αδιάκριτοι. Τα νερά ήταν γκρίζα σαν τον ουρανό, μα δεν την πείραζε. Η Κέιτ είχε μάθει όχι μόνο να αποδέχεται τις διαθέσεις τους, αλλά να εκτι­ μά και τις αντιθέσεις τους. Όταν ήταν έτσι μελαγχολική η θάλασ­ σα, απειλητική και άγρια στην επιφάνειά της, σήμαινε καταιγίδα. Ξυπνούσε μια ανησυχία μέσα της που η Κέιτ σπάνια παραδεχόταν πως είχε. Τα κύματα έσκαγαν με δύναμη και οι αφροί τους πετάγονταν ψηλά. Τα κρωξίματα τιυν γλάρων δεν ακούγονταν μοναχικά ή λυπη­ τερά τώρα, αλλά προκλητικά. Όχι, μια γκρίζα συννεφιασμένη μέρα που αντάμωνε μια γκρίζα θάλασσα μόνο ανιαρή δεν ήταν. Ή ταν μες στην ενέργεια. Έβριθε ζωής. Ο άνεμος της τραβούσε τα μαλλιά από τα τσιμπιδάκια της. Η Κέιτ δεν το πρόσεξε. Στάθηκε λίγο πιο πέρα από κει που έσκαγαν τα κύματα, στραμμένη προς τον άνεμο και τη θάλασσα με τα μάτια ορθάνοιχτα. Έπρεπε να σκεφτεί τι είχε ανακαλύψει πριν από λίγο για τον Κάι. Και ίσως ό,τι ήταν αποφασισμένη ως τότε να μην ανα­ καλύψει για τον εαυτό της. Αυτό είχε ανάγκη, να καθίσει μόνη της εκεί, μες στο γκρίζο απειλητικό φως πριν από την καταιγίδα, και να σκεφτεί. Ο άνεμος που φυσούσε ακατάπαυστα από τα ανατολικά θα καθάριζε το μυα­ λό της. Ίσως οι μυρωδιές και οι ήχοι της θάλασσας να της υπενθύμι­ ζαν τι είχε παλιά και το απαρνήθηκε και τι επέλεξε να έχει. Παλιά είχε μια πανίσχυρη δύναμη που τη μεθούσε, της έκοβε την ανάσα. Η δύναμη αυτή ήταν ο Κάι, ένας άντρας που συγκινούσε την καρδιά σου και τις αισθήσεις σου με την ύπαρξή του και μόνο. Η παράτολμη φύση του της άρεσε κάποτε, η σκληρή αλαζονεία του που συνδυαζόταν με απρόσμενη τρυφερότητα. 11 Κέιτ ένιωθε πως ο Κάι ήταν άνθρωπος που θα περιπλανιόταν τυχαία στη ζωή του, ενώ η ίδια είχε μάθει από μικρή να βάζει στόχους και να αγωνίζεται να τους πετύχει, αποκλείοντας καθετί άλλο. Αυτές οι διαφορετικές απόψεις τους για τη ζωή ήταν που τους καθιστούσαν διαμετρικά αντίθετους. Ίσως ο Κάι να είχε αποφασίσει να αναλάβει κάποιες ευθύνες στη ζωή του με το εστιατόριο, αποφάσισε η Κέιτ. Σε αυτή την πε­ ρίπτωση, χαιρόταν. Και πάλι όμως δεν άλλαζε τίποτα. Ακόμα ήταν διαμετρικά αντίθετοι.


268

N

ora

R o berts

Εκείνη προτιμούσε την ηρεμία και την τάξη. Η επιτυχία τής πρό­ σφερε από μόνη της ικανοποίηση όταν προερχόταν από κάτι που αγαπούσε. Η διδασκαλία είχε ζωτική σημασία για την Κέιτ, δεν ήταν απλώς μια δουλειά, ούτε καν ένα επάγγελμα. Το να μεταδίδει γνώσεις τής έδινε ζωή. Για μια στιγμή, στη θαλπωρή και ακαταστα­ σία του σπιτιού της Λίντα, ίσως να μην της είχε φανεί αρκετό. Σαν να επιθυμούσε και κάτι άλλο. Η Κέιτ ήξερε όμως πως αν ήθελες πολλά, συχνά έχανες και τα λίγα. Με τον άνεμο να της μαστιγώνει το πρόσωπο, κοίταξε το σκού­ ρο πέπλο της βροχής που είχε αρχίσει να πέφτει μακριά στη θάλασ­ σα. Αν το παρελθόν ήταν ένας χαμένος θησαυρός, κανένα διάγραμ­ μα δε θα την οδηγούσε να τον ξαναβρεί. Στη ζωή της, είχε μάθει να προχωρά μόνο προς μια κατεύθυνση.

Ο Κάι ποτέ δεν αμφισβητούσε τις παρορμήσεις του να πάει για βόλτα στην παραλία. Δεν τον προβλημάτιζαν καθόλου οι αλλαγές της διά­ θεσής του, οπότε σπάνια τις πρόσεχε. Δεν είχε αποφασίσει να σταμα­ τήσει τη δουλειά στο σκάφος του συγκεκριμένη ώρα. Απλώς ένιωσε τον πειρασμό από τη θάλασσα και την καταιγίδα και υπέκυψε. Κοιτάζοντας τα νερά, ανηφόρισε και κατηφόρισε τον αμμόλοφο. Θα έβρισκε αλάνθαστα το δρόμο του ακόμα και τη νύχτα, χωρίς φεγγάρι. Είχε σταθεί κι άλλες φορές στην παραλία, χαζεύοντας τη βροχή και τη θάλασσα, μα η επανάληψη δεν ελάττωνε την ευχαρί­ στησή του. Ο άνεμος θα έφερνε τη βροχή στο νησί, αλλά θα προλά­ βαινε να αναζητήσει καταφύγιο αν το επιθυμούσε. Τις περισσότερες φορές, ο Κάι άφηνε τη βροχή να ρέει πάνω του, παρακολουθώντας τα ψηλά, ορμητικά κύματα. Είχε δει αρκετές τροπικές καταιγίδες και τυφώνες. Π αρ’ όλο που τον γέμιζαν με χαρά και τον αναζωογονούσαν, του άρεσε και η σχε­ τική ηρεμία μιας καλοκαιρινής βροχής. Σήμερα ήταν ευχαριστημέ­ νος για τον βροχερό καιρό. Του είχε δώσει την ευκαιρία να περάσει μια μέρα μακριά από την Κέιτ. Είχαν καταλήξει σε μια ασταθή, τεταμένη συνύπαρξη, χάρη στην οποία μπορούσαν να βρίσκονται μαζί κάθε μέρα σε έναν σχετικά μικρό χώρο. Η ένταση του τσίτωνε τα νεύρα· και με τσιτωμένα νεύ­ ρα μπορεί να έκανε κάποιο λάθος, εκεί που κανένας δύτης δεν είχε περιθώρια για λάθη.


Τ<) Χ Ρ Υ ΣΑ Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

269

Το να τη βλέπει και να είναι μαζί της, ενώ εκείνη κρατούσε τις αποστάσεις της, ήταν απείρως πιο δύσκολο από το να βρίσκεται χώρια της. Για την Κέιτ, αυτός ήταν μονάχα ένα μέσο για να πετύχει το σκοπό της, τον χρησιμοποιούσε σαν εργαλείο όπως θα χρησιμο­ ποιούσε και τα πανεπιστημιακά εγχειρίδιά της. Ή ταν πικρό το χάπι, μα δεν έφταιγε κανείς άλλος παρά ο ίδιος που είχε αποδεχτεί τους όρους της. Οπότε τώρα θα έπρεπε να τους υπομείνει. Δεν είχε ξανακούσει το γέλιο της μετά την πρώτη κατάδυση. Του έλειπε το γέλιο της, ανακάλυψε, όσο του έλειπε η γεύση των χειλιών της, το να την έχει στην αγκαλιά του. Εκείνη δε θα του έδινε πρόθυ­ μα τίποτα απ’ όλα αυτά και ο Κάι είχε πείσει σχεδόν τον εαυτό του πως δεν την ήθελε αλλιώς. Τις νύχτες όμως, που ήταν μοναχός του ακούγοντας τα κύματα, ένιωθε πως δε θα άντεχε ούτε μια ώρα ακόμα. Έπρεπε όμως. Από ένστικτο επιβίωσης και μόνο είχε αντέξει τα τελευταία χρόνια. Η απόρριψή της τον κατέτρωγε στην αρχή, μετά τον ώθησε να απο­ δείξει κάτι στον εαυτό του. Η Κέιτ ήταν ο λόγος που είχε δώσει ό,τι χρήματα είχε και δεν είχε για να αγοράσει την Παλίρροια. Είχε ανά­ γκη από κάτι χειροπιαστό και το μαγαζί τού πρόσφερε κάτι χειρο­ πιαστό, όπως το σκάφος για ναύλωμα που είχε αγοράσει πρόσφατα του έδινε την αίσθηση πως είχε κάτι που άξιζε, μια αίσθηση που κάποτε θεωρούσε περιττή. Έτσι, είχε ένα εστιατόριο που έβγαζε κέρδος και ένα σκάφος που άρχιζε να δικαιολογεί την επένδυσή του. Το ρίσκο που είχε πά­ ρει μ ’ αυτά είχε δώσει μια διέξοδο στην έμφυτη αγάπη του για τον κίνδυνο. Δεν τον ένοιαζαν τα χρήματα, αλλά οι συναλλαγές, οι ευ­ καιρίες, οι προοπτικές που ανοίγονταν. Μια αναζήτηση για χαμένο θησαυρό δε διέφερε και πολύ. Τι έψαχνε στ’ αλήθεια η Κέιτ; αναρωτήθηκε. Να ήταν το χρυσάφι ο αντικειμενικός σκοπός της; Να ήθελε απλώς να κάνει ασυνήθιστες διακοπές; Να προσπαθούσε ακόμα να επιδείξει στον πατέρα της την τυφλή αφοσίωση που περίμενε εκείνος μια ζωή; Να ήταν η αναζήτη­ ση; Βλέποντας το πυκνό πέπλο της βροχής να πλησιάζει σιγά σιγά, ο Κάι διαπίστωσε πως ήθελε να ισχύει η τελευταία πιθανότητα. Με εκατό μέτρα περίπου ανάμεσά τους, και η Κέιτ και ο Κάι κοιτούσαν τη θάλασσα και τη βροχή χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι βρίσκονταν τόσο κοντά. Σκέφτονταν ο ένας τον άλλο, μα η βροχή πλησίαζε και ο χρόνος κυλούσε. Ο άνεμος δυνάμωνε. Και οι δυο


270

N

ora

R

o berts

τους παραδέχονταν πως κόχλαζε μια ανησυχία μέσα τους, αλλά κα­ νείς τους δεν ομολογούσε πως ένιωθε μοναξιά. Μετά έκαναν μεταβολή για να ανηφορίσουν πάλι τους αμμόλο­ φους και είδαν ο ένας τον άλλο. Η Κέιτ αναρωτήθηκε πόση ώρα να ήταν εκεί ο Κάι και πώς ήταν δυνατό, ενώ αισθανόταν τόση ένταση και λαχτάρα, να μην τον ένιωσε με το που πάτησε το πόδι του στην παραλία. Το μυαλό και το σώμα της -π ο υ ήταν πάντα ήρεμα και συνεργάσιμα- πήραν φωτιά μόλις τον αντίκρισε. Ή ξερε ότι δεν μπορούσε να ελέγξει ό,τι ένιωθε, μόνο το τι έκβαση θα είχε. Π αρ’ όλα αυτά, τον ήθελε. Είπε στον εαυτό της ότι έτσι πήγαινε γυρεύοντας, μα ο πόθος της δεν υποχώρησε. Αν το έβαζε τώρα στα πόδια, θα παραδεχόταν την ήττα της. Οπότε προχώρησε στην άμμο προς το μέρος του. Η λεπτή άσπρη βαμβακερή της φούστα φούσκωνε και τιναζό­ ταν ολόγυρά της και μετά κολλούσε στο λυγερό κορμί που ο Κάι γνώριζε ήδη. Το δέρμα της φαινόταν πολύ ανοιχτό και τα μάτια της πολύ σκούρα. Και πάλι, ο Κάι σκέφτηκε γοργόνες, οφθαλμαπάτες και ανόητα όνειρα. «Πάντα σου άρεσε η παραλία πριν από καταιγίδα», του είπε η Κέιτ όταν έφτασε κοντά του. Δεν μπόρεσε να χαμογελάσει, παρ’ όλο που είπε στον εαυτό της να το κάνει. Τον ήθελε, παρ’ όλο που είπε στον εαυτό της να μην τον θέλει. «Δεν αργεί». Ο Κάι πέρασε τους αντίχειρές του στις μπροστινές τσέπες του τζιν του. «Αν δεν ήρθες με το αυτοκίνητό σου, θα γίνεις μούσκεμα». «Είχα πάει να δω τη Λίντα». Η Κέιτ γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε τη βροχή. Ναι, δε θ ’ αργούσε. «Δεν πειράζει», μουρμούρισε. «Αυτές οι καταιγίδες σταματούν όσο γρήγορα ξεκινάνε». Όπως και κάτι άλλες καταιγίδες, σκέφτηκε. «Γνώρισα τη Χόουπ. Είχες δίκιο». «Για ποιο πράγμα;» «Σου μοιάζει». Αυτή τη φορά κατάφερε να χαμογελάσει, αν και το σβέρκο της ήταν εντελώς σφιγμένο από την ένταση. «Το ήξερες ότι έδωσε σε μια κούκλα το όνομά σου;» «Ο δράκος δεν είναι κούκλα», τη διόρθωσε ο Κάι. Έ να χαμόγελο έσκασε στα χείλη του. Μπορούσε να αντισταθεί σε πολλά πράγμα­ τα και να αδιαφορήσει για άλλα τόσα, μα όχι όταν επρόκειτο για την ανιψιά του. «Είναι φοβερό παιδί. Σωστή θαλασσόλυκος». «Την παίρνεις στη θάλασσα με το σκάφος σου;»


Τ Ο Χ Ρ Υ Σ Α Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

271

Ο Κάι είδε την έκπληξή της και ανασήκωσε τους ώμους του. «Γιατί όχι; Της αρέσει το νερό». «Δεν μπορώ να σε φανταστώ να...» Η Κέιτ σώπασε και γύρισε πάλι προς τη θάλασσα. Ναι, δεν μπορούσε να τον φανταστεί να δια­ σκεδάζει ένα παιδάκι με λούτρινους δράκους και βαρκάδες, όπως δεν μπορούσε να τον φανταστεί ούτε και επιχειρηματία με λογιστι­ κά βιβλία και λογιστές. «Με εκπλήσσεις», του είπε με πιο ανέμελο ύφος. «Για πολλά πράγματα». Ο Κάι ήθελε να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει τα μαλλιά της, να τυλίξει τις λυτές τούφες της που χόρευαν στον αέρα γύρω από το δάχτυλό του. Γι’ αυτό κράτησε τα χέρια του μέσα στις τσέπες του. «Όπως;» «Η Λίντα μου είπε πως είναι δίκιά σου η Παλίρροια». Ακόμα και χωρίς να βλέπει το πρόσωπό της, ήταν σίγουρος ότι η Κέιτ θα είχε πάρει τη σκεφτική της έκφραση. «Έτσι είναι. Σχεδόν όλη, εν πάση περιπτώσει». «Δεν το ανέφερες όταν φάγαμε μαζί εκεί». «Γιατί να το αναφέρω;» Ακόμα και χωρίς να τον βλέπει, εκείνη κατάλαβε ότι ο Κάι ανασήκωσε τους ώμους του. «Ο περισσότερος κόσμος δεν ενδιαφέρεται ποιανού είναι ένα μαγαζί, αρκεί να έχει καλό φαγητό και γρήγορο σέρβις». «Εγώ δεν είμαι ο περισσότερος κόσμος». Του το είπε σιγανά, τό­ σο σιγανά που μετά βίας ακούστηκαν τα λόγια της μες στο θόρυβο των κυμάτων. Π αρ’ όλα αυτά, ο Κάι τσιτώθηκε. «Τι σε νοιάζει εσένα;» Πριν προλάβει να σκεφτεί, η Κέιτ γύρισε και τον κοίταξε με μά­ τια γεμάτα συναισθήματα. «Γιατί όλα με νοιάζουν. Τα γιατί και τα πώς. Γιατί έχουν αλλάξει πάρα πολλά και πάρα πολλά είναι τα ίδια. Γιατί θέλω...» Σώπασε κι έκανε ένα βήμα πίσω. Τα μάτια της πήραν μια έκφραση πανικού και κίνησε να φύγει. «Τι;» τη ρώτησε ο Κάι και την άρπαξε από το μπράτσο. «Τι θέλεις;» «Δεν ξέρω!» του φώναξε, χωρίς να συνειδητοποιεί πως ήταν η πρώτη φορά εδώ και χρόνια. «Δεν ξέρω τι θέλω. Δεν καταλαβαίνω γιατί δε θέλω». «Ξέχνα τι καταλαβαίνεις». Την τράβηξε κοντά του και την κρά­ τησε πιο γερά όταν εκείνη αντιστάθηκε -ή μάλλον προσπάθησε να αντισταθεί. «Ξέχνα τα όλα, σκέψου μόνο το εδώ και τώρα». Ύστερα


272

N

ora

R

oberts

από τόσες νύχτες ανησυχίας και ανεκπλήρωτου πόθου, τα νεύρα του ήταν ήδη πολύ τεντωμένα. Βλέποντάς την εκεί που δεν το περίμε­ νε, είχε ταραχτεί. «Με άφησες κάποτε, αλλά δε θα σε παρακαλέσω ξανά. Και να ξέρεις», πρόσθεσε και τα μάτια του σκοτείνιασαν, το πρόσωπό του βρέθηκε ξαφνικά πολύ κοντά της, «δε θα με αφήσεις τόσο εύκολα αυτή τη φορά, Κέιτ. Ό χι αυτή τη φορά». Την είχε κλείσει στην αγκαλιά του και τα χείλη του είχαν πλη­ σιάσει τα δικά της, όλο απειλές ή υποσχέσεις. Δεν ήταν σίγουρη τι. Ούτε την ένοιαζε. Να τα γευτεί ήθελε, να νιώσει το φιλί του, όσο άγριο, όσο απαιτητικό κι αν ήταν. Όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες. Η λογική και το συναίσθημά της μπορεί να συγκρούονταν και η σύ­ γκρουση μπορεί να ήταν αιώνια. Μα όπως στεκόταν μες στην αγκα­ λιά του και ένιωθε τον άνεμο να τους μαστιγώνει και τους δυο, ήξε­ ρε ήδη ποια θα ήταν αναπόφευκτα η έκβαση αυτής της σύγκρουσης. «Πες μου τι θέλεις, Κέιτ». Της το είπε σιγανά, μα ο τόνος του ήταν απαιτητικός σαν να είχε φωνάξει. «Πες μου τι θέλεις -τώρα». Τώρα, σκέφτηκε εκείνη. Μακάρι να υπήρχε μονάχα το τώρα. Ετοιμάστηκε να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι της, αλλά η ανάσα του της χάιδεψε το δέρμα. Κι αυτό ήταν αρκετό για να σβήσουν από το μυαλό της μέλλον και παρελθόν. «Εσένα», άκουσε τον εαυτό της να μουρμουρίζει. «Μονάχα εσέ­ να». Σήκωσε τα χέρια της και έφερε το πρόσωπό του στο δικό της. Ο άνεμος φυσούσε με ένα άγριο πάθος, τα κύματα έσκαγαν με κρότο και από στιγμή σε στιγμή θα έπιανε βροχή. Η Κέιτ ένιωσε το κορμί του -σκληρό και σίγουρο- πάνω της. Γεύτηκε τα χείλη του -απαλά και επίμονα. Μες στις βροντές του μυαλού της και τις βροντές στα ανατολικά, άκουσε τον εαυτό της να αναστενάζει. Όσο κρατούσε τούτη η στιγμή, τον ήθελε. Η γλώσσα του ήταν σκέτος πειρασμός· η Κέιτ ενέδωσε. Κι εκεί­ νος βούτηξε βαθιά στο στόμα της και τη φίλησε με μια δίψα που ίσως να μην έσβηνε ποτέ. Χωρίς να διστάσει καθόλου, η Κέιτ ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις του με απαιτήσεις, στο πάθος του με πά­ θος. Κι ενώ τα χείλη τους έσμιγαν, τα χέρια της πλανιόντουσαν στο πρόσωπό του και εξοικειώνονταν εκ νέου με ό,τι γνώριζε καλά και δεν είχε ξεχάσει ποτέ. Το δέρμα του ήταν άγριο, γιατί είχε να ξυριστεί από χτες· το μά­ γουλο και το σαγόνι του σκληρά και αδρά. Καθώς ανέβαιναν σιγά σιγά τα δάχτυλά της, ένιωσε ένα απαλό χάδι από τα μαλλιά του που


Τ ο Χρυσάφι τ η ς Θ α λ α ςςα ς

273

τα φυσούσε ο αέρας. Η αντίθεση την έκανε να ριγήσει και έχωσε τα δάχτυλά της μες στα μαλλιά του. Ή ταν ικανή να τον ξεκάνει με τις ανάγκες που ξυπνούσε μέσα του. Ωστόσο ο Κάι δεν μπορούσε να σταματήσει. Τον άγγιζε με τό­ ση σιγουριά, με τόση γλύκα, και το στόμα της ήταν σκέτη φωτιά. Ο πόθος έβραζε μέσα του, φούντωνε τόσο γρήγορα που τον κυρίευσε ολοκληρωτικά πριν προλάβει το μυαλό του να αποδεχτεί ό,τι δεν μπορούσε να αρνηθεί το κορμί του. Την έσφιξε πάνω του· σκληρό κι απαλό κορμί, τραχύ και λείο δέρμα, φλόγα και φλόγα. Μέσα από τη λεπτή μπλούζα της, ένιωσε τη σάρκα της να θερ­ μαίνεται με τα χάδια του. Ή ξερε ότι το δέρμα της εκεί θα ήταν ντελικάτο κι ευαίσθητο σαν ροδοπέταλο. Και θα μύριζε εξίσου γλυκά. Οι αναμνήσεις, η παρούσα στιγμή, η ελπίδα του να ακολουθήσουν κι άλλες τέτοιες στιγμές, όλα αυτά μαζί κόντεψαν να τον τρελά­ νουν. Ή ξερε πώς θα ήταν να της κάνει έρωτα και η σκέψη και μόνο τον διέγειρε. Την ένιωθε ήδη και έχανε τα λογικά του. Ή θελε να την πάρει επιτόπου, δίπλα στη θάλασσα, ενώ θα άνοι­ γαν οι ουρανοί και θα τους μούσκευε η μπόρα. «Σε θέλω». Έχωσε το πρόσωπό του στο λαιμό της και αναζήτη­ σε όλα τα σημεία που θυμόταν. «Ξέρεις πόσο σε θέλω. Πάντα το ήξερες». «Ναι». Το κεφάλι της γυρνούσε σαν σβούρα. Με κάθε του χά­ δι και φιλί το στροβίλισμα δυνάμωνε. Ό,τι αμφιβολίες κι αν είχε η Κέιτ, δεν είχε αμφιβάλει ποτέ ότι την ήθελε ο Κάι. Δεν καταλάβαινε πάντα τον παράφορο πόθο του, μα δεν τον είχε αμφισβητήσει ποτέ. Και τώρα την κυρίευε αυτό το αλόγιστο πάθος που ήταν πάντα ικα­ νοί να ανάβουν ο ένας στον άλλο. Ή ξερε πού θα οδηγούσε -σ ε σκο­ τεινά, μυστικά μέρη όλο βοή και φούρια. Ό χι στο μάτι του κυκλώνα, ποτέ δεν ήταν ήρεμα τα πράγματα μαζί του, αλλά σε πλήρη παρα­ φορά από την αρχή ως το τέλος. Ήξερε πού θα οδηγούσε και ήξερε πόσο υπέροχα θα ήταν, την απεριόριστη ελευθερία που θα ένιωθε. Μα ο Κάι δεν έλεγε ψέματα όταν της είπε πως δε θα τον άφηνε τόσο εύκολα αυτή τη φορά. Κι αυτή η αλήθεια την έκανε να αναζητήσει τη λογική της, ενώ θα ήταν πολύ απλό να παραδοθεί στην τρέλα. «Δεν πρέπει». Λαχανιασμένα, προσπάθησε να στρίψει μέσα στην αγκαλιά του. «Κάι, εγώ δεν πρέπει». Αυτή τη φορά, όταν του έπιασε το πρόσωπο με τα δυο της χέρια, το απομάκρυνε από το δικό της. «Δεν είναι σωστό για μένα».


274

N

ora

R

oberts

Μαζί με το πάθος, φούντωσε και οργή μέσα του. Φάνηκε στα μάτια του, στα δάχτυλά του που έσφιξαν τα μπράτσα της. «Είναι σωστό για σένα. Πάντα ήταν σωστό για σένα». «Όχι». Έπρεπε να το αρνηθεί, και να το εννοεί, γιατί ο Κάι ήταν πολύ πειστικός. «Όχι, δεν είναι. Πάντα ένιωθα έλξη για σένα. Θα ήταν γελοίο να μην το παραδεχτώ, μα δεν είναι αυτό που θέλω για μένα». Τα δάχτυλά του την έσφιξαν κι άλλο. Και να την πόνεσαν, κανείς τους δεν έδωσε σημασία. «Σε ρώτησα τι ήθελες. Και μου είπες». Καθώς της μιλούσε, άνοιξαν οι ουρανοί, όπως το είχε φανταστεί. Η βροχή όρμησε από τη θάλασσα, με γεύση αλμύρας, υγρού ανέμου και μυστηρίου. Μέσα σε μια στιγμή έγιναν και οι δυο μούσκεμα κι απόμειναν εκεί που βρίσκονταν, κοντά, μα τόσο μακριά, με τα χέρια του στα μπράτσα της και τα δικά της απαλά στο πρόσωπό του. Η Κέιτ ένιωθε το νερό να τη λούζει, το έβλεπε να τρέχει πάνω του. Συγκινήθηκε. Δεν ήξερε γιατί, αλλά δε θα υπέκυπτε. «Εκείνη τη στιγμή σε ήθελα, δε θα το αρνηθώ». «Και τώρα;» τη ρώτησε. «Θα γυρίσω στο χωριό». «Να πάρει η οργή, Κέιτ, τι άλλο θέλεις;» Τον κοίταξε μέσα στη βροχή. Τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει, ήταν φουρτουνιασμένα σαν τη θάλασσα από πίσω του. Της ήταν πιο δύσκολο να του αντισταθεί όταν εκείνος ήταν έτσι, έκρυθμος, νευ­ ρικός, σχεδόν ανεξέλεγκτος. Ο πόθος έδεσε το στομάχι της κόμπο, έφερε ζάλη στο κεφάλι της. Αυτό ήταν όλο, είπε η Κέιτ στον εαυτό της. Ανέκαθεν ήταν μόνο αυτό. Πόθος χωρίς κατανόηση. Πάθος χω­ ρίς μέλλον. Συναίσθημα χωρίς λογική. «Δεν είναι κάτι που μπορείς να μου δώσεις», του ψιθύρισε, ξέ­ ροντας ότι θα έπρεπε να επιστρατεύσει όλες της τις δυνάμεις για να φύγει, να κάνει έστω και το πρώτο βήμα. «Δεν είναι κάτι που μπορούμε να δώσουμε ο ένας στον άλλο». Κατέβασε τα χέρια της και τραβήχτηκε. «Φεύγω». «Θα ξανάρθεις σ ’ εμένα, Κέιτ», της είπε ο Κάι καθώς εκείνη άρχισε να απομακρύνεται. «Αλλά και να μην έρθεις», πρόσθεσε με έναν τόνο που την έκανε να διστάσει, «τίποτα δε θ ’ αλλάξει. Ό,τή ξανάρχισε θα το τελειώσουμε». Η Κέιτ ανατρίχιασε, μα συνέχισε να περπατά. Ό ,τι ξανάρχισε θα το τελείωναν. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος φόβος της.


Κεφάλαιο 6

Η

καταιγίδα πέρασε. Το πρωί η θάλασσα ήταν ήρεμη και κατα­ γάλανη, στραφτάλιζε στον ήλιο και στον ουρανό δεν υπήρχε συν­ νεφάκι. Ή ταν αλήθεια ότι η βροχή αναζωογονούσε -το ν αέρα, το χορτάρι, ακόμα και τα ξύλα και τις πέτρες των κτιρίων. Ή ταν μια υπέροχη μέρα, ο άνεμος είχε κοπάσει. Τα νεύρα της Κέιτ χοροπηδούσαν. Μόνο επειδή είχε δεσμευτεί για το έργο και είχε κλείσει συμ­ φωνία με τον Κάι, πήγε στο λιμάνι όπως κάθε πρωί. Μόνο γ ι’ αυτό ανέβηκε στο κατάστρωμα ενώ ήθελε όσο τίποτε άλλο να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγει από το νησί όπως είχε έρθει. Αν ο Κάι μπορούσε να φέρει σε πέρας τη συμφωνία τους ύστερα απ’ ό,τι είχε συμβεί μεταξύ τους στην παραλία, θα μπορούσε κι εκείνη. Ίσω ς αυτός να διαισθάνθηκε την κούρασή της, ωστόσο δεν έκα­ νε κανένα σχόλιο. Έβαλε πλώρη για τα ανοιχτά και στη διαδρομή μιλούσαν μονάχα όταν ήταν απαραίτητο. Ο Κάι στεκόταν στο πη­ δάλιο, η Κέιτ στην πρύμη. Π αρ’ όλα αυτά, ακόμα και το μουγκρητό της μηχανής δε σκέπαζε την τεταμένη σιωπή. Ο Κάι κοίταξε την πυξίδα του σκάφους κι έσβησε τις μηχανές. Η σιωπή συνεχίστηκε, εκκωφαντική. Με το κατάστρωμα ανάμεσά τους, ο καθένας άρχισε να φορά­ ει τον εξοπλισμό του -τη στολή, τη ζώνη με τα βαρίδια που εξου­ δετέρωνε την άνωση μες στο νερό, προβολέα στο κεφάλι για να φέγγει στο μισοσκόταδο της θάλασσας, μάσκα για να βλέπουν. Ο Κάι έλεγξε το βυθομετρητή και την πυξίδα στον δεξιό καρπό του κι έπειτα τη φωσφορίζουσα πλάκα του ρολογιού στον αριστερό του,


276

N

ora

R

o berts

ενώ η Κέιτ έδενε τη θήκη με το καταδυτικό μαχαίρι της στο πόδι της κάτω από το γόνατο. Χωρίς να μιλήσουν, τσέκαραν τις βαλβίδες και τις φλάντζες των φιαλών, έπειτα τις φόρεσαν και κούμπωσαν τις ζώνες. Όπως το συ­ νήθιζε, ο Κάι έπεσε πρώτος στο νερό και περίμενε μέχρι να τον ακο­ λουθήσει η Κέιτ. Ύστερα βούτηξαν μαζί κάτω απ’ την επιφάνεια. Την Κέιτ την κυρίευσε η γνωστή ευφορία. Κάθε φορά που έκανε κατάδυση, περίμενε ότι ο υποβρύχιος κόσμος θα της φαινόταν πιο κοινότοπος. Μα κάθε φορά ήταν και πάλι μαγικός. Αναγνώρισε όλα όσα της παρείχαν τη δυνατότητά να βρίσκεται μαζί με τα πλάσματα της θάλασσας -το ρυθμιστή με τον αναπνευστήρα και την αντλία που της έφερνε αέρα από τις φιάλες στην πλάτη της, τη μάσκα που της χάριζε ορατότητα. Γνώριζε τη σημασία κάθε μετρητή. Ευχαρί­ στησε την τεχνολογία, ύστερα παραμέρισε αυτές τις σκέψεις στην πρακτική πλευρά του μυαλού της και αφέθηκε στην απόλαυσή της. Κολύμπησαν πιο βαθιά, διατηρώντας συνεχή οπτική επαφή. Η Κέιτ ήξερε ότι ο Κάι έκανε συχνά κατάδυση μόνος του, πράγμα που ήταν πάντα ριψοκίνδυνο. Ή ξερε επίσης πως όσο θυμωμένος και χολωμένος κι αν ήταν μαζί της, μπορούσε να του εμπιστευτεί τη ζωή της. Βασιζόταν στα ένστικτα του Κάι όσο και στις ικανότητάς του. Η εμπειρογνωμοσύνη του την καθοδηγούσε τώρα, περισσότερο ίσως και από την προσεκτική έρευνα και τους υπολογισμούς του πατέρα της. Χτένιζαν την άκρη της περιοχής που είχε χαρτογραφήσει ο πα­ τέρας της, μα η Κέιτ δεν είχε αποθαρρυνθεί. Αν δεν εμπιστευόταν τις ικανότητες και τα ένστικτα του Κάι, δε θα είχε ξανάρθει στο Όκρακοκ. Κατέβαιναν πιο βαθιά τώρα απ’ ό,τι στις άλλες καταδύσεις τους. Για να εξισώνει την πίεση στα αυτιά της, η Κέιτ άφηνε λίγο αέρα να μπαίνει στη στολή της. Νιώθοντας το «ζούληγμα» στα τύμιπανά της με την αλλαγή της πίεσης, το μετρίασε προσεκτικά. Αν πάθαινε ζημιά το τύμπανό της, δε θα μπορούσε να κάνει κατάδυση για αρ­ κετές βδομάδες. Ό ταν ο Κάι της έκανε νόημα να ανάψει τον προβολέα στο κεφά­ λι της, τον υπάκουσε αμέσως. Η έξαψή της φούντωσε. Το φως του ήλιου δεν έφτανε εδώ κάτω. Το θαλασσινό χορτάρι λικνιζόταν στο ρεύμα. Πότε πότε κολυμπούσε δίπλα τους κάποιο


Το Χ

ρυσάφ ι της

Θ αλλςςας

277

ψάρι, περίεργο και θαρραλέο, μα εξαφανιζόταν στη στιγμή με την όποια απότομη κίνηση. Ο Κάι κολυμπούσε με άνεση στο νερό, κουνώντας τα πόδια του με σταθερό ρυθμό για να προχωρά. Οι προβολείς τους έσκιζαν τη σκοτεινιά, ξάφνιαζαν τα ψάρια, φώτιζαν βραχώδεις σχηματισμούς που υπήρχαν αιώνες ολόκληρους μέσα στη θάλασσα. Η Κέιτ ανα­ κάλυπτε πάνω τους διάφορα σχήματα και πρόσωπα. Όχι, δε θα μπορούσε να κάνει κατάδυση μόνη της, αποφάσισε καθώς ο Κάι επιβράδυνε το ρυθμό του ώστε να τον προλαβαίνει εκείνη που έκανε περισσότερους ελιγμούς. Ή ταν πολύ εύκολο να χάσει την αίσθηση του χρόνου και τον προσανατολισμό της. Τα πνευμόνια της έπαιρναν αέρα με μια απλή ανάσα όσο είχαν οξυγό­ νο οι φιάλες, μα έπρεπε να θυμάται να κοιτάζει τους μετρητές στον καρπό της. Μέσα σε τούτο το μαγικό κόσμο μπορούσες να ξεχάσεις ακόμα και τη θνητότητά σου. Κι αυτό οδηγούσε πολύ εύκολα σε κάποιο λάθος. Η Κέιτ το γνώριζε καλά, μα υπήρχε περίπτωση να αφαιρεθεί. Η αίσθηση της ελευθερίας, η αίσθηση πως δεν κυλούσε ο χρόνος σε σαγήνευε. Ή ταν ηδονική σαν αγκαλιά εραστή. Η Κέιτ ήξερε ότι αυτή η ευχαρίστηση ήταν εξίσου επικίνδυνη με έναν εραστή, μα δυσκολευόταν εξίσου να της αντισταθεί. Υπήρχαν τόσα πράγματα να δει και να αγγίξει. Μαλακόστρακα σε διάφορα σχήματα, μεγέθη και αποχρώσεις. Ή ταν ολοζώντανα εδώ πέρα στο περιβάλλον τους, πολύ διαφορετικά απ’ όταν ξεβρά­ ζονταν ανίσχυρα στην παραλία και τα μάζευαν τα παιδιά στα κουβαδάκια τους. Ψάρια κολυμπούσαν ανάμεσα σε χόρτα που κυμάτι­ ζαν, μα θα ήταν άψυχα στη στεριά. Σε αντίθεση με τα δελφίνια ή τον άνθρωπο, ορισμένα πλάσματα δε θα γνώριζαν ποτέ τη συγκίνηση και του αέρα και του νερού. Η φωτεινή δέσμη της έπεσε σε έναν άλλο σχηματισμό, καλυμμέ­ νο με μια κρούστα από πεταλίδες και υποθαλάσσια ζωή. Παραλίγο να τον προσπεράσει, μα η περιέργειά της την έκανε να γυρίσει και το φως τον σάρωσε για δεύτερη φορά. Παράξενη, σκέφτηκε, η δομή που είχαν ορισμένα σχήματα. Έ μοιαζε σχεδόν με... Διστάζοντας, η Κέιτ γύρισε μες στο νερό και έριξε το φως της στο σχήμα απ’ άκρη σ ’ άκρη. Την έπιασε τέτοιος ενθουσιασμός που άρπαξε τον Κάι από το χέρι με τόση δύναμη που αυτός σταμάτησε


278

N o ra R o berts

για να δει αν είχε κάποιο ελάττωμα ο εξοπλισμός της. Η Κέιτ κού­ νησε αρνητικά το κεφάλι της και μετά του έδειξε. Όταν φώτισαν και οι δυο προβολείς τους τη μορφή στο βυθό, η Κέιτ παραλίγο να ξεφωνίσει με την ανακάλυψή τους. Δεν ήταν βράχος. Όσο πλησίαζαν, τόσο πιο προφανές γινόταν. Παρ’ όλο που ήταν καταδιαβρωμένο και καλυμμένο με μαλακόστρακα, ξεχώριζε καθαρά το σχήμα ενός κανονιού. Ο Κάι κολύμπησε γύρω από την κάννη. Όταν έβγαλε το μαχαίρι του και χτύπησε το κανόνι με τη λαβή, το μέταλλο ήχησε παράξενα. Η Κέιτ ήταν σίγουρη ότι δεν είχε ξανακούσει πιο μελωδικό ήχο. Γέλασε, βγάζοντας μπουρμπουλήθρες, και ο Κάι την κοίταξε και χαμογέλασε. Έ να διαβρωμένο κανόνι είχαν βρει, σκέφτηκε εκείνος, και η Κέ­ ιτ είχε ενθουσιαστεί σαν να είχαν ανακαλύψει ένα μπαούλο γεμάτο δουβλόνια. Και την καταλάβαινε. Είχαν βρει κάτι που ενδεχομένως δεν είχε δει κανείς για δύο αιώνες. Ή ταν κι αυτό από μόνο του θησαυρός. Της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει και άρχισαν να κολυμπούν αργά προς τα ανατολικά. Εφόσον είχαν βρει ένα κανόνι, ήταν πιθα­ νό να έβρισκαν κι άλλα πράγματα. Αν και δεν ήθελε να αφήσει το αρχικό της εύρημα, η Κέιτ κο­ λύμπησε μαζί του και όσο κοιτούσε μπροστά, άλλο τόσο κοιτούσε πίσω. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι θα ήταν τόσο σφοδρός ο εν­ θουσιασμός της. Πώς να εξηγήσει πώς ήταν να ανακαλύπτεις κάτι που είχε παραμείνει ανέπαφο στο βυθό πάνω από δύο αιώνες; Ποιος θα την καταλάβαινε περισσότερο, αναρωτήθηκε, οι συνάδελφοί της στο Γέιλ ή ο Κάι; Πίστευε ότι οι συνάδελφοί της θα την καταλά­ βαιναν σε διανοητικό επίπεδο, αλλά δε θα καταλάβαιναν ποτέ την αγαλλίασή της. Η διανοητική ευχαρίστηση δε σε ξεμυάλιζε σε ση­ μείο να θες να κάνεις τούμπες από τη χαρά σου. Πώς θα είχε νιώσει ο πατέρας της αν το έβρισκε αυτός; Μακά­ ρι να ήξερε. Μακάρι να του είχε δώσει αυτή τη χαρά, να την είχε μοιραστεί μαζί του έτσι όπως πολύ σπάνια μοιράζονταν οτιδήποτε. Εκείνος είχε βιώσει μόνο τον προγραμματισμό, τις θεωρίες, τη με­ λέτη βιβλίων. Με μια ματιά στο παμπάλαιο όπλο, η Κέιτ είχε βιώσει πολύ περισσότερα. Όταν ο Κάι σταμάτησε και ακούμπησαν οι ώμοι τους, τα συναισθήματά της ήταν ανάμεικτα όσο και οι σκέψεις της. Αν μπορούσε


Τ Ο Χ Ρ Υ ΣΑ Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

279

να μιλήσει, θα του έλεγε να την αγκαλιάσει, αν και δε θα ήξερε γιατί. Ή ταν κατενθουσιασμένη, μα μαζί με τη χαρά της ένιωθε και λύπη -γ ια ό,τι είχε χαθεί, σκέφτηκε. Για ό,τι δε θα ξανάβρισκε ποτέ. Ίσως εκείνος να κατάλαβε κάτι από τη συγκίνησή της. Δεν μπο­ ρούσαν να επικοινωνήσουν με λόγια, μα της άγγιξε το μάγουλο. Αυτό το χάδι με το δάχτυλό του στο δέρμα της την παρηγόρησε περισσότερο κι από ένα σωρό τρυφερά λόγια. Η Κέιτ κατάλαβε τότε ότι δεν είχε πάψει ποτέ να τον αγαπά. Όσα χρόνια κι αν είχαν περάσει, όσα μίλια κι αν τους είχαν χωρίσει, εκεί είχε αφήσει την όποια ζωή της, μαζί του. Τα υπόλοιπα χρόνια φυτο­ ζωούσε. Γινόταν να ζεις με ένα κενό μέσα σου, ακόμα και να είσαι ικανοποιημένος με το κενό, μέχρι που δοκίμαζες πάλι τη μεθυστική γεύση της ζωής. Ίσως να την είχε πιάσει πανικός. Ίσιος να το είχε βάλει στα πό­ δια αν δεν ήταν παγιδευμένη εδώ, στο βυθό της θάλασσας, εν μέσω μιας ανακάλυψης. Έτσι, αποδέχτηκε αυτό που συνειδητοποίησε, ελπίζοντας ότι θα της έδειχνε ο χρόνος τι να κάνει. Ο Κάι ήθελε να τη ρωτήσει τι σκεφτόταν. Τα μάτια της ήταν πλημ­ μυρισμένα από ένα σωρό συναισθήματα. Μα τα λόγια θα έπρεπε να περιμένουν. Ο χρόνος της κατάδυσής τους κόντευε να τελειώσει. Της άγγιξε πάλι το πρόσωπο και περίμενε το χαμόγελό της. Όταν εκείνη του χαμογέλασε, ο Κάι της έδειξε κάτι πίσω της που το είχε προσέξει πριν από λίγο. Μια δρύινη σανίδα, παλιά, σκισμένη και καλυμμένη από παράσι­ τα. Για δεύτερη φορά ο Κάι έβγαλε το μαχαίρι του και προσπάθησε να ξεκολλήσει την τάβλα από το βυθό. Σηκώθηκε λάσπη, θολώνο­ ντας τα νερά, κι έπειτα κατακάθισε πάλι. Ξαναβάζοντας το μαχαίρι στη θήκη του, ο Κάι της έκανε νόημα με τον αντίχειρά του πως έπρεπε να ανέβουν στην επιφάνεια. Η Κέιτ κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, γνέφοντας πως έπρεπε να συνεχίσουν το ψάξιμο, μα εκείνος της έδειξε απλώς το ρολόι του κι ύστερα πάλι την επιφάνεια. Εκνευρισμένη με την τεχνολογία που της επέτρεπε να καταδύε­ ται στη θάλασσα, αλλά και την ανάγκαζε να αναζητά ξανά τον αέρα, η Κέιτ έγνεψε καταφατικά. Κολύμπησαν δυτικά για να επιστρέφουν στο σκάφος. Όταν εκεί­ νη πέρασε πάλι από το κανόνι, την πλημμύρισε μια αίσθηση περηφά­ νιας. Η ίδια το είχε βρει. Και οι ανακαλύψεις μόλις είχαν ξεκινήσει. Με το που έβγαλε το κεφάλι της από το νερό, έβαλε τα γέλια.


280

N

ora

R oberts

«Το βρήκαμε!» Κρατήθηκε από τη σκάλα με το ένα της χέρι, ενώ ο Κάι άρχισε να ανεβαίνει και ακούμπησε το εύρημά του και τις φιάλες του στο πρώτο κατάστρωμα. «Δεν το πιστεύω, ύστερα από μια βδομάδα μόνο. Είναι καταπληκτικό, τόσα χρόνια να βρίσκεται το κανόνι εκεί κάτω». Νερά κυλούσαν στο πρόσωπό της, μα δεν το πρόσεξε. «Πρέπει να βρούμε το κύτος, Κάι». Γεμάτη ανυπομονη­ σία, έλυσε τις φιάλες της, του τις έδωσε και ανέβηκε στο σκάφος. «Υπάρχουν αρκετές πιθανότητες να το βρούμε... κάποια στιγμή». «Κάποια στιγμή;» Η Κέιτ τίναξε τα βρεγμένα μαλλιά της από τα μάτια της. «Βρήκαμε αυτό μέσα σε μια βδομάδα». Του έδειξε την τάβλα στο κατάστρωμα. Κάθισε στις φτέρνες της από πάνω της, θέλοντας να την αγγίξει. «Το βρήκαμε το Λίμπερτι». «Βρήκαμε ένα ναυάγιο», τη διόρθωσε αυτός. «Δεν είναι απαραί­ τητα το Λίμπερτι». «Είναι», του είπε με αποφασιστικότητα κι εκείνος ανασήκωσε το φρύδι του. «Βρήκαμε το κανόνι και τη σανίδα στην άκρη της περιοχής που είχε χαρτογραφήσει ο πατέρας μου. Ταιριάζουν πολύ καλά τα στοιχεία». «Ό,τι ναυάγιο κι αν είναι, δεν είναι ντοκουμενταρισμένο. Θα μπει το όνομά σου στα βιβλία, κυρία καθηγήτρια». Εκείνη σηκώθηκε ενοχλημένη. Στάθηκαν αντικριστά, δεξιά κι αριστερά της σανίδας που είχαν βγάλει από τη θάλασσα. «Δε με νοιάζει να μπει το όνομά μου στα βιβλία». «Το όνομα του πατέρα σου, τότε». Ο Κάι κατέβασε το φερμουάρ της στολής του για να στεγνώσει το δέρμα του. Η Κέιτ θυμήθηκε τι είχε νιώσει όταν ανακάλυψε το κανόνι, ότι ο Κάι είχε δείξει πως την κατάλαβε. Μόνο στα βάθη της θάλασσας μπορούσαν να φέρονται καλά ο ένας στον άλλο, να έρχονται κοντά ο ένας στον άλλο; «Και είναι κακό αυτό;» «Μόνο αν σου είναι εμμονή. Πάντα είχες πρόβλημα με τον πα­ τέρα σου». «Επειδή δε σε ενέκρινε;» του πέταξε. Τα μάτια του πήραν εκείνο το υπερβολικά ήρεμο, σχεδόν ανέκ­ φραστο βλέμμα που σήμαινε ότι ο θυμός του ήταν τρομερός. «Επει­ δή σε ένοιαζε πάρα πολύ τι ενέκρινε». Αυτό την έτσουξε. Συχνά η αλήθεια έτσουζε. «Ήρθα εδώ για να ολοκληρώσω το έργο του πατέρα μου», του είπε ήρεμα. «Το ξεκαθά­ ρισα από την αρχή. Την αμοιβή σου θα την πάρεις ούτως ή άλλως».


Το Χ

ρυσάφ ι της

Θ

λλαςςας

281

«Ακόμα ακολουθείς τις οδηγίες του». Πριν προλάβει να του απα­ ντήσει εκείνη, ο Κάι κίνησε για την καμπίνα. «Θα φάμε και θα ξε­ κουραστούμε πριν ξαναβουτήξουμε». Η Κέιτ κατέβαλε προσπάθεια για να συγκρατήσει τα νεύρα της. Ή θελε να βουτήξει και πάλι, το ήθελε πάρα πολύ. Ήθελε να βρει κι άλλα. Ό χι για την έγκριση του πατέρα της, σκέφτηκε με πάθος. Και όχι βέβαια για την έγκριση του Κάι. Το ήθελε για τον εαυτό της. Άνοιξε το φερμουάρ της στολής της και κατέβηκε στην καμπίνα. Θα έτρωγε, γιατί ένας δύτης έπρεπε να έχει δυνάμεις. Θα ξεκου­ ραζόταν για τον ίδιο λόγο. Ύστερα, αποφάσισε, θα γυρνούσε στο ναυάγιο και θα έβρισκε αποδείξεις πως ήταν το Λίμπερτι. Πιο ήρεμη τώρα, κοίταξε τον Κάι που έψαχνε σε ένα ντουλαπάκι. «Φιστικοβούτυρο;» τον ρώτησε όταν είδε το βαζάκι που έβγαλε εκείνος. «Πρωτεΐνη». Το γέλιο της τη βοήθησε να χαλαρώσει και πάλι. «Ακόμα το τρως με μπανάνες;» «Ακόμα κάνει καλό». Π αρ’ όλο που σούφρωσε τη μύτη της για το συνδυασμό, υπενθύ­ μισε στον εαυτό της ότι δεν είχε την πολυτέλεια να διαλέξει. «Όταν βρούμιε το θησαυρό», του είπε απερίσκεπτα, «θα σου πάρω ένα μιπουκάλι σαμπάνια». Εκείνος της έδωσε το πρώτο σάντουιτς και τα δάχτυλά τους ακούμιπησαν. «Θα το θυμάμιαι». Έπιασε το δικό του σάντουιτς και ένα λίτρο γάλα. «Πάμε να φάμε στο κατάστρωμα». Δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε τον ήλιο ή την άπλα, αλλά του ήταν ακόμα δύσκολο να κάθεται μαζί της στη μικρή καμπίνα, όσο δύσκο­ λο ήταν και την πρώτη ή την τελευταία φορά. Θεωρώντας δεδομένη τη συγκατάθεσή της, ανέβηκε τα σκαλιά, χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Η Κέιτ τον ακολούθησε. «Μπορεί να κάνει καλό», σχολίασε, αφού δάγκωσε την πρώτη μπουκιά, «αλλά ακόμα έχει απαίσια γεύση. Κάτι τέτοια δίνουν στα πεντάχρονα όταν γδέρνουν τα γόνατά τους». «Τα πεντάχρονα χρειάζονται πολλές πρωτεΐνες». Η Κέιτ κατέθεσε τα όπλα και κάθισε οκλαδόν στο κατάστρω­ μα. Ο ήλιος έλαμπε και το σκάφος λικνιζόταν απαλά στα νερά. Δεν έπρεπε να νευριάζει από τις μιπηχτές του, ούτε να του απαντά με


282

N

ora

R

oberts

μπηχτές. Συνεργάζονταν, υπενθύμισε στον εαυτό της. Με ένταση και επικρίσεις δε θα έβρισκαν αυτό που έψαχναν. «Είναι το Λίμπερτι, Κάι», μουρμούρισε, κοιτάζοντας πάλι τη σα­ νίδα. «Το ξέρω». «Πιθανόν». Ακούμπησε την πλάτη του στην αριστερή πλευρά του σκάφους και τέντωσε τα πόδια του. «Αλλά υπάρχουν πολλά ναυάγια, άγνωστα ή μη, σ ’ αυτά τα νερά. Το Ντάιαμοντ Σολς είναι σκέτο νεκροταφείο». «Το Ντάιαμοντ Σολς είναι πενήντα μίλια πιο βόρεια». «Και οι ακτές όλων αυτών ίω ν νησιών είναι μες στα ρεύματα και η άμμος μετακινείται συνεχώς. Πριν από διακόσια χρόνια δεν είχαν τις σύγχρονες συσκευές ναυσιπλοΐας. Ούτε φάρους δεν είχαν, διάολε, μέχρι το δέκατο ένατο αιώνα. Ούτε κατά προσέγγιση δε θα μπορούσα να υπολογίσω πόσα καράβια βούλιαξαν από την εποχή του Κολόμβου ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο». Η Κέιτ δάγκωσε άλλη μια μπουκιά. «Εμάς μας απασχολεί μόνο ένα καράβι». «Να βρεις ένα καράβι δεν είναι και πολύ δύσκολο», της απά­ ντησε. «Να βρεις ένα συγκεκριμένο καράβι, όμως... Πέρσι, ύστερα από δυο τυφώνες, ξεθάφτηκαν ναυάγια στην παραλία του Χάτερας. Υπάρχουν πολλά σπίτια στο νησί που χτίστηκαν από κομμάτια ναυ­ αγίων σαν αυτό». Της έδειξε τη σανίδα με ό,τι είχε απομείνει από το σάντουιτς του. Η Κέιτ κοίταξε πάλι την τάβλα, σμίγοντας τα φρύδια της. «Μπο­ ρεί να μην είναι το Λίμπερτι, αλλά μπορεί και να είναι. Ίδιες πιθα­ νότητες έχουμε». «Εντάξει». Ο Κάι χαμογέλασε με το πείσμα της. «Αλλά ό,τι και να ’ναι, ίσως να έχει θησαυρό. Ό ,τι χάθηκε πριν από διακόσια χρό­ νια το κρατάει όποιος το βρίσκει». Η Κέιτ δε θέλησε να πει πως δεν την ενδιέφερε οποιοσδήποτε θησαυρός. Παρά μόνο του Λίμπερτι. Α π’ ό,τι είχε πει προηγουμένως ο Κάι, ήταν φανερό πως το καταλάβαινε ήδη. Απλώς ήταν διαφορε­ τικά γι’ αυτόν. Η Κέιτ ήπιε μια μεγάλη γουλιά κρύο γάλα. «Τι λες να κάνεις με το μερίδιό σου;» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του, με τα μάτια μισόκλειστα. Και τώρα μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε, δε θα άλλαζε κάτι με το χρυσάφι. «Θα αγοράσω άλλο ένα σκάφος, φαντάζομαι».


Το

Χ Ρ Υ Σ Α Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

283

«Με την αξία που θα έχει σήμερα το χρυσάφι διακοσίων χρό­ νων, θα μπορέσεις να πάρεις το καλύτερο σκάφος». Ο Κάι χαμογέλασε, μα δε σήκωσε τα βλέφαρά του. «Αυτό θα κάνω. Εσύ;» «Δεν είμαι σίγουρη». Η Κέιτ ευχήθηκε να είχε συγκεκριμένο στόχο για τα χρήματα, κάτι συναρπαστικό, φανταχτερό έστω. Αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί ακόμα για μετά την αναζήτηση. «Έλεγα μήπως πάω κανένα ταξίδι». «Πού;» «Στην Ελλάδα ίσως. Στα νησιά». «Μόνη σου;» Το φαγητό και το κούνημα του σκάφους την είχαν νυστάξει. Έβγαλε ένα ουδέτερο μουρμουρητό και έκλεισε τα μάτια της. «Δεν έχεις κανένα δάσκαλο να πάρεις μαζί σου; Που να συζητάς μαζί του για τον Τρωικό Πόλεμο;» «Μμμ, δε θέλω να πάω στην Ελλάδα με δάσκαλο». «Με κάποιον άλλο;» «Δεν υπάρχει κανείς». Καθισμένη στο κατάστρωμα με το πρόσωπό της στραμμένο ψη­ λά και τα μαλλιά της να παίζουν στο αεράκι, έμοιαζε με φίνα πορσε­ λάνη. Κάτι που μπορούσε να το κοιτάξει και να το θαυμάσει κανείς, μα όχι να το αγγίξει. Όταν τα μάτια της ήταν ανοιχτά και φλογερά και το δέρμα της ξαναμμένο από το πάθος, ο Κάι έπαιρνε φωτιά απ’ τον πόθο. Όταν την έβλεπε έτσι, ήρεμη κι απόμακρη, τον έπιανε καημός. Ξέροντας ότι δεν μπορούσε να πατάξει τις ανάγκες του, τις άφησε να τον κατακλύσουν. «Γιατί;» «Χμμ;» «Γιατί δεν υπάρχει κανείς;» Εκείνη άνοιξε τεμπέλικα τα μάτια της. «Κανείς;» «Γιατί δεν έχεις σχέση με κάποιον;» Η νύστα έφυγε κατευθείαν από τα μάτια της. Ο Κάι είδε τα δάχτυ­ λά της να τσιτώνονται πάνω στη σκούρα μπλε στολή που αγκάλιαζε ελαστικά τα γόνατά της. «Δε σε αφορά αν έχω ή δεν έχω σχέση». «Εσύ μου είπες ότι δεν έχεις σχέση». «Σου είπα ότι δεν υπάρχει κανείς με τον οποίο να ήθελα να ταξι­ δέψω», τον διόρθωσε, μα όταν έκανε να σηκωθεί, εκείνος την έπια­ σε α π’ τον ώμο.


284

N

ora

R

oberts

«Το ίδ ιο είνα ι».

«Όχι, δεν είναι, αλλά και πάλι δε σε αφορά, Κάι, όπως δε με αφορά και η δική σου προσωπική ζωή». «Έχω πάει με γυναίκες», της είπε αυτός άνετα. «Αλλά δεν έχω κάνει σχέση από τότε που έφυγες από το νησί». Πόνος και ευχαρίστηση την πλημμύρισαν. Ή ταν επικίνδυνο να αφεθεί στα συναισθήματά της. Όσο επικίνδυνο ήταν να ξεχαστείς στα βάθη του ωκεανού. «Μη». Του απομάκρυνε το χέρι από τον ώμο της. «Δε μας κάνει καλό αυτή η συζήτηση». «Γιατί;» Ο Κάι έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. «Σε θέλω και με θέλεις. Αυτή τη φορά γνωρίζουμε και οι δυο τους κανόνες». Κανόνες. Καμιά δέσμευση, καμιά υπόσχεση. Ναι, τους καταλά­ βαινε τους κανόνες αυτή τη φορά, μα ήταν εύκολο να ξεχαστούν όσο και η θνητότητα του ανθρώπου κατά τη διάρκεια μιας κατάδυ­ σης. Και τώρα ακόμα, που τα μάτια του ήταν στυλωμένα στα δικά της και τα δάχτυλά της πιασμένα στα δικά του, οι κανόνες γίνονταν ολοένα πιο δυσδιάκριτοι. Ο Κάι θα την πλήγωνε ξανά. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Μέσα στο τελευταίο εικοσιτετράωρο, το ζήτημα είχε γί­ νει πλέον πώς θα αντιμετώπιζε τον πόνο της, όχι αν. «Κάι, δεν είμαι έτοιμη», του είπε σιγανά. Δεν τον παρακαλούσε, μα ήταν ξεκάθαρο πόσο ευάλωτη ήταν. Π αρ’ όλο που η ίδια δεν το αντιλαμβανόταν, είχε προβάλει την καλύτερη άμυνα. Εκείνος τη σήκωσε όρθια και στάθηκαν, πιασμένοι μόνο χέρι χέρι. Π αρ’ όλο που ήταν ψηλή, επειδή ήταν λεπτή φαινόταν πολύ ντελικάτη. Αυτό κι ο τρόπος που τον κοιτούσε στα μάτια, με το κε­ φάλι της γερμένο πίσω, ήταν που τον εμπόδισαν να πάρει ό,τι είχε βάλει σκοπό, ακόμα κι αν εκείνη δεν το ήθελε. Αλύπητα, έτσι είπε στον εαυτό του πως ήθελε να την πάρει, παρ’ όλο που ήξερε πως δεν μπορούσε. «Δεν είμαι υπομονετικός άνθρωπος». «Ναι, δεν είσαι». Της έγνεψε καταφατικά, ύστερα της άφησε το χέρι όσο ήταν ακόμα σε θέση να το κάνει. «Να το θυμάσαι», την προειδοποίησε και τράβηξε για το πηδάλιο. «Θα πάμε ανατολικά, πάνω από το ναυ­ άγιο, και θα βουτήξουμε ξανά». Μια ώρα αργότερα βρήκαν ένα κομμάτι από ξάρτια, σπασμένο και διαβρωμένο, στα τρία μέτρα από το κανόνι. Με νεύματα της έδωσε να καταλάβει ότι θα μάζευαν σε ένα σωρό ό,τι έβρισκαν από


Το

Χρυσάφι τη ς Θ α λα ςςα ς

285

το ναυάγιο. Αργότερα θα γυρνούσαν με τα κατάλληλα μέσα για να τα ανεβάσουν στην επιφάνεια. Βρήκαν κι άλλες σανίδες, ορισμένες πολύ μεγάλες για να τις κουβαλήσει ένας άνθρωπος κι άλλες τόσο μικρές που μπορούσε να τις κρατήσει η Κέιτ με το ένα χέρι. Όταν βρήκε ένα κεραμικό μπολ, άθραυστο ως εκ θαύματος, συ­ νειδητοποίησε πώς θα ένιωθε ένας αρχαιολόγος όταν ξέθαβε ύστερα από ώρες ανασκαφής ένα κομμάτι κάποιας άλλης εποχής. Κι εκείνη το είχε τώρα στο χέρι της, ένα απλό μπολ, καλυμμένο με λάσπη και χρόνια. Κάποιος έτρωγε κάποτε μ’ αυτό, κάποιος ναυτικός που χαλάρωνε για λίγο στο αμπάρι, διασχίζοντας ίσως για πρώτη φορά τον Ατλαντικό για να φτάσει στον Νέο Κόσμο. Κι αν δεν ήταν το πρώτο ταξίδι του, σίγουρα ήταν το τελευταίο, συλλογίστηκε η Κέιτ, γυρνώντας το μπολ μέσα στο χέρι της. Τα ξάρτια, το κανόνι, οι σανίδες σήμαιναν καράβι. Το μπολ σήμαινε άνθρωπο. Π αρ’ όλο που το έβαλε μαζί με τα άλλα τους ευρήματα, σκόπευε να το πάρει μαζί της όταν τελείωναν αυτή την κατάδυση. Ό,τι άλ­ λα σκεύη έβρισκαν θα πήγαιναν σε μουσείο, αλλά το πρώτο θα το κρατούσε. Βρήκαν γυαλιά που ίσως να προέρχονταν από μπουκάλια με ουί­ σκι, πήλινα θραύσματα που δεν είχαν μείνει άθικτα όπως το μπολ. Ο βυθός ήταν γεμάτος με κομμάτια από φλιτζάνια, μπολ, πιάτα. Το μαγειρείο του καραβιού, αποφάσισε η Κέιτ. Πρέπει να είχαν βρει το μαγειρείο. Με τα χρόνια, η πίεση του νερού θα είχε αποσαθρώσει το πλοίο και τα κομμάτια του θα είχαν σκορπιστεί ή θαφτεί στον πυθμένα του ωκεανού. Θα είχαν γίνει, ουσιαστικά, ένα με τη θάλασσα, κατοικία της πανίδας και της χλωρίδας του βυθού. Μα είχαν βρει το μαγειρείο. Αν έβρισκαν κάτι, ένα πράγμα έστω με το όνομα του πλοίου, θα βεβαιώνονταν. Η Κέιτ βάλθηκε να σκάβει επιμελώς με το μαχαίρι της στον πυθμένα. Δεν ήταν πρακτικό να ψάχνεις έτσι, μα δεν πείραζε να δοκιμάσει την τύχη της. Είχαν βρει κεραμικά, γυαλιά, το άθραυστο μπολ. Σηκώνοντας το βλέμμα της, είδε τον Κάι να εξετάζει κάτι που έμοιαζε με μισό πιάτο. Όταν ξέθαψε μια μακριά ξύλινη κουτάλα, ο ενθουσιασμός της μεγάλωσε. Είχαν βρει το μαγειρείο και, εν καιρώ, θα αποδείκνυε στον Κάι πως είχαν βρει το Λίμπερτι.


286

N o ra R o berts

Απορροφημένη στο εύρημά της, γύρισε να κάνει νόημα στον Κάι και βρέθηκε μπροστά σε ένα σαλάχι. Ο Κάι το είδε. Βρισκόταν ένα μέτρο μακριά της όταν του τράβη­ ξε το βλέμμα το σαλάχι που ξεκόλλησε από το στρώμα άμμου και λάσπης. Αντέδρασε αντανακλαστικά, χωρίς να το σκεφτεί. Αρπαξε αμέσως το χέρι της Κέιτ για να την τραβήξει από πίσω του, μακριά από το σαλάχι, μα εκείνο πρόλαβε και τίναξε την πριονωτή ουρά του. Το νερό έπνιξε τη στριγκλιά της, μα ο ήχος τον ξέσκισε όπως ξέ­ σκισε την Κέιτ το δηλητήριο του σαλαχιού. Το σώμα της κοκάλωσε πάνω του, από το σοκ και τον πόνο. Η κουτάλα που είχε βρει της έφυγε από το χέρι και προσγειώθηκε αργά και σιωπηλά στο βυθό. Ο Κάι ήξερε τι να κάνει. Κανένας λογικός δύτης δεν κάνει κα­ τάδυση αν δε γνωρίζει πώς να χειριστεί μια επείγουσα κατάστα­ ση. Π αρ’ όλα αυτά, πανικοβλήθηκε για μια στιγμή. Δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε δύτης μαζί του, ήταν η Κέιτ. Πριν ξεθολώσει το μυα­ λό του, το σφιγμένο κορμί της κρέμασε άτονα πάνω του. Και τότε ο Κάι ανέλαβε αμέσως δράση. Ήρεμα, σχεδόν μηχανικά, της έγειρε πίσω το κεφάλι για να μεί­ νει ανοιχτή η αναπνευστική οδός της. Την κράτησε γερά, κολλιοντας το στέρνο του στις φιάλες της, και έβαλε το χέρι του στο θώρακά της. Του πέρασε από το μυαλό πως ήταν καλύτερα που λιποθύμησε. Αναίσθητη, δε θα πάλευε όπως ίσως αν ήταν ξύπνια και πονούσε. Καλύτερα που είχε λιποθυμήσει, γιατί ο Κάι δε θα άντεχε να τη βλέπει να πονά. Κλοτσώντας τα νερά, τράβηξε για την επιφάνεια. Στην άνοδο, την έσφιγγε με δύναμη, για να διώχνει από τα πνευ­ μόνια της τον αέρα που διαστελλόταν. Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος αρτηριακής εμβολής. Ανέβαιναν πιο γρήγορα απ’ ό,τι επέτρεπαν οι κανόνες ασφαλείας. Και ενώ μείωνε τον αέρα και στα δικά του πνευμόνια, ο Κάι είχε παράλληλα το νου του τριγύρω. Η Κέιτ θα αιμορραγούσε και το αίμα προσέλκυε καρχαρίες. Με το που βγήκαν στην επιφάνεια, της έλυσε τη ζώνη με τα βα­ ρίδια. Κρατήθηκε από τη σκάλα, έχοντας την Κέιτ να ακουμπά στο μπράτσο του, και έλυσε τις φιάλες του, τις πέρασε πάνω από την κουπαστή κι έπειτα έκανε το ίδιο με τις φιάλες της Κέιτ. Το πρό­ σωπό της είχε γίνει σαν το κερί, αλλά καθώς της έβγαλε τη μάσκα, εκείνη βόγκηξε ελαφρά. Ακούγοντας αυτό το μικρό σημάδι ζωής, ο Κάι, που είχε χλομιάσει επίσης, ξαναβρήκε κάπως το χροδμα του.


Το Χ

ρυσάφ ι της

Θ

λλλςςας

287

Με το σώμα της ριγμένο άτονα στον ώμο του, ανέβηκε από τα σκα­ λιά στο Βόρτεξ. Ξάπλωσε την Κέιτ στο κατάστρωμα και με σίγουρες κινήσεις άρχισε να της βγάζει τη στολή. Εκείνη βόγκηξε ξανά όταν το εφαρ­ μοστό υλικό σύρθηκε στην πληγή πάνω από τον αστράγαλό της, όμως δεν ανέκτησε τις αισθήσεις της. Ο Κάι εξέτασε βλοσυρά το τραύμα από το σαλάχι. Παρά την προστατευτική στολή, η ουρά του της είχε τρυπήσει βαθιά το δέρμα. Αν εκείνος είχε αντιδράσει πιο γρήγορα... Βλαστημώντας τον εαυτό του, έτρεξε στην καμπίνα να πάρει το βαλιτσάκι με τις πρώτες βοήθειες. Καθτος ξανάβρισκε σιγά σιγά τις αισθήσεις της, η Κέιτ ένιωσε τον πόνο να εξαπλώνεται από τον αστράγαλό της ως το κεφάλι της. Της ξέφυγαν πνιχτές κραυγές από τις σουβλιές που την έσκισαν ξαφνικά και άρχισε να στριφογυρνά, λες και θα μπορούσε να απο­ μακρυνθεί από τον πόνο και να ανακουφιστεί. «Προσπάθησε να μείνεις ακίνητη». Η φωνή ήταν απαλή και ήρεμη. Η Κέιτ έσφιξε τις γροθιές της και υπάκουσε. Ανοίγοντας τα μάτια της, αντίκρισε καταγάλανο ου­ ρανό. Μπερδεύτηκε, μα συνέχισε να κοιτάζει τον ουρανό σαν να ήταν το μόνο χειροπιαστό πράγμα στη ζωή της. Αν συγκεντρωνό­ ταν, θα μπορούσε να αγνοήσει τον πόνο. Η κουτάλα. Άνοιξε το χέρι της και το βρήκε άδειο, είχε χάσει την κουτάλα. Για κάποιο λόγο, ένιωσε πως έπρεπε οπωσδήποτε να είχε την κουτάλα. «Βρήκαμε το μαγειρείο», είπε βραχνά, όλο αγωνία, μα το χέρι της παρέμενε ανοιχτό και άτονο. «Βρήκα μια κουτάλα. Θα σερβί­ ριζαν με την κουτάλα σούπα σ ’ εκείνο το μπολ. Το μπολ... δεν ήταν καν σπασμένο. Κάι...» Η φωνή της χαμήλωσε από τις αισθήσεις που την πλημμύρισαν καθώς άρχισε να θυμάται. «Ήταν ένα σαλάχι. Δεν το είδα που ήταν εκεί. Θα πεθάνω;» «Όχι!» της απάντησε εκείνος απότομα, σχεδόν θυμωμένα. Σκύ­ βοντας από πάνω της, την έπιασε από τους ώμους ώστε να τον κοιτά­ ξει η Κέιτ στο πρόσωπο. Για να βεβαιωθεί ότι εκείνη θα καταλάβαινε όλα όσα θα της έλεγε. «Ναι, σαλάχι ήταν», της είπε, χωρίς να προ­ σθέσει πως είχε μήκος τρία ολόκληρα μέτρα. «Ένα κομμάτι από το κεντρί του έσπασε κι έχει σφηνωθεί πάνω από τον αστράγαλό σου». Είδε τα μάτια της να θολώνουν κι άλλο, εν μέρει απ’ τον πόνο.


288

N

ora

R o berts

εν μέρει από φόβο. Της έσφιξε τους ώμους. «Δεν έχει μπει βαθιά. Μπορώ να το βγάλω, αλλά θα πονέσεις πολύ». Η Κέιτ κατάλαβε τι εννοούσε ο Κάι. Μπορούσε να μείνει έτσι μέχρι να την πάει στο γιατρό του νησιού ή να τον εμπιστευτεί να της αφαιρέσει τώρα το κεντρί. Π αρ’ όλο που έτρεμαν τα χείλη της, τον κοίταξε σταθερά στα μάτια και μίλησε καθαρά. «Κάν’ το τώρα». «Εντάξει». Ο Κάι συνέχισε να την κοιτάζει στα μάτια, που ήταν θολωμένα απ’ το σοκ. «Κάνε κουράγιο. Μην παραστήσεις τη γεν­ ναία. Ούρλιαξε όσο θέλεις, αλλά προσπάθησε να μην κουνηθείς. Θα κάνω γρήγορα». Σκύβοντας κι άλλο, τη φίλησε με δύναμη στο στόμα. « Σ ’ το υπόσχομαι». Η Κέιτ έγνεψε καταφατικά, ύστερα συγκεντρώθηκε στο φιλί του και έκλεισε τα μάτια της. Ο Κάι έκανε γρήγορα. Μέσα σε λίγα δευ­ τερόλεπτα, την έσκισε ένας πόνος που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της αντοχής της... Ρούφηξε αέρα για να ουρλιάζει, μα έχασε πάλι τις αισθήσεις της και όλα σκοτείνιασαν. Ο Κάι άφησε το αίμα να τρέξει ελεύθερα στο κατάστρωμα για μια στιγμή,'ώστε να φύγει μαζί με το αίμα κι ένα μέρος από το δη­ λητήριο. Τα χέρια του ήταν σταθερά σαν βράχος όταν είχε τραβήξει το κεντρί από τη σάρκα της. Το μυαλό του ήταν απαθές. Τώρα που είχαν βαφτεί με το αίμα της, τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Τα αγνόησε όμως, καθώς και τον παγερό φόβο που τον πλημμύρισε όταν είδε το λείο δέρμα της σκισμένο και ματωμένο, και έπλυνε την πληγή, την καθάρισε, την έδεσε. Μέσα σε μια ώρα θα είχε πάει την Κέιτ στο γιατρό. Με δάχτυλα που έτρεμαν, έλεγξε το σφυγμό στο λαιμό της. Δεν ήταν δυνατός, αλλά ήταν σταθερός. Σηκώνοντας τα βλέφαρά της με τον αντίχειρά του, εξέτασε τις κόρες των ματιών της. Δεν πίστευε ότι ο οργανισμός της είχε πάθει σοκ, απλώς είχε ξεφύγει απ’ τον πόνο. Δόξα τω Θεώ. Ξεφύσηξε και ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της, μόνο για μια στιγμή. Προσευχήθηκε να έμενε αναίσθητη μέχρι να την παρέ­ διδε στη φροντίδα του γιατρού. Δεν κάθισε να πλύνει τα χέρια του από το αίμα της και να χάσει χρόνο· πήγε κατευθείαν στο πηδάλιο. Έστριψε στα γρήγορα το σκά­ φος και τράβηξε ολοταχώς για το Όκρακοκ.


Κεφάλαιο 7

Κ α θ ώ ς επέστρεφαν σιγά σιγά οι αισθήσεις της, τα μάτια της έστια­ σαν, θόλωσαν, ύστερα έστιασαν και πάλι. Η Κέιτ είδε μια δίνη από λευκό ταβάνι αντί το απέραντο γαλάζιο του ουρανού. Κι ενώ την τύλιγε ξανά η καταχνιά, θυμήθηκε τον πόνο και σπαρτάρησε. Δε θα το άντεχε και δεύτερη φορά. Μα καθώς άρχισε πάλι να συνέρχεται, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε τη θέληση να παλέψει και την έπιασε φόβος. Αν είχε τη δύναμη, ίσως να έβαζε τα κλάματα. Τότε ένιωσε ένα δροσερό χέρι στο μάγουλό της. Η φωνή του Κάι, σιγανή και τρυφερή, διαπέρασε τα τελευταία στρώματα της ομίχλης. «Μη ζορίζεσαι, Κέιτ. Είσαι εντάξει τώρα. Πάει, πέρασε». Με μια τρεμάμενη ανάσα, άνοιξε τα μάτια της. Δεν ένιωσε πόνο. Μόνο το χέρι του στο μάγουλό της ένιοιθε και το μόνο που έβλεπε ήταν το πρόσωπό του. «Κάι». Όταν είπε το όνομά του, έπιασε το χέρι του, γιατί ήταν το μόνο στερεό πράγμα για το οποίο ήταν σί­ γουρη. Η φωνή της τη φόβισε. Ακούστηκε ξεψυχισμένη. «Θα γίνεις καλά. Σε φρόντισε ο γιατρός». Καθώς μιλούσε, ο Κάι της έτριψε τα δάχτυλα με τον αντίχειρά του και συνέχισε να κρατά ελαφρά με το άλλο του χέρι το μάγουλό της, γιατί ήξερε πως θα της έκανε καλό η επαφή. Τον είχε πιάσει τρέλα όσο την περίμενε να ανοίξει πάλι τα μάτια της. «Ο δόκτωρ Μπέιλι, τον θυμάσαι. Τον είχες γνωρίσει παλιά». Της φάνηκε πως ήταν πολύ σημαντικό να θυμηθεί, οπότε ζόρισε το μυαλό της να ψάξει στο παρελθόν. Αμυδρά, της ήρθε μια εικόνα από έναν σκληραγωγημένο γέρο που θα ταίριαζε περισσότερο στη θάλασσα παρά σε ιατρείο. «Ναι. Του αρέσει... του αρέσουν οι μπί­ ρες και το καλκάνι».


290

N

ora

R

oberts

Ο Κάι μπορεί να γελούσε με την ανάμνησή της αν η φωνή της δεν ήταν τόσο αδύναμη. «Θα γίνεις καλά, αλλά θέλει να ξεκουρα­ στείς για μερικές μέρες». «Νιώθω... παράξενα». Έφερε το χέρι της στο κεφάλι της, θαρ­ ρείς για να βεβαιωθεί πως ήταν ακόμα στη θέση του. «Από τα φάρμακα είναι, γ ι’ αυτό ζαλίζεσαι. Κατάλαβες;» «Ναι». Η Κέιτ έστρεψε αργά το κεφάλι της και συγκεντρώθη­ κε στο περιβάλλον της. Οι τοίχοι είχαν ένα θερμό ιβουάρ χρώμα, όχι το αποστειρωμένο λευκό νοσοκομείου. Το σκούρο δρύινο γείσο γυάλιζε μουντά. Στο ξύλινο πάτωμα ήταν ένα χαλί, με ένα ινδικό σχέδιο που είχε ξεθωριάσει με ία χρόνια. Ή ταν το μόνο πράγμα που αναγνώρισε η Κέιτ. Την τελευταία φορά που είχε βρεθεί στο υπνο­ δωμάτιο του Κάι, ήταν τοποθετημένες μόνο οι μισές γυψοσανίδες και το κάτω τζάμι σε ένα από τα παράθυρα ήταν ραγισμένο. «Δεν είμαι στο νοσοκομείο», ψέλλισε. «Όχι». Της χάιδεψε το κεφάλι, για να δει μήπως της είχε ανέ­ βει πάλι ο πυρετός που είχε πέσει επιτέλους τα χαράματα, αλλά κι επειδή είχε ανάγκη να την αγγίξει. «Ήταν πιο εύκολο να σε φέρω εδώ αφού σε φρόντισε ο Μπέιλι. Δε χρειαζόσουν νοσοκομείο, αλλά κανείς μας δεν ήθελε να είσαι μόνη σου τώρα σε ένα ξενοδοχείο». «Το σπίτι σου», μουρμούρισε εκείνη, πασχίζοντας να βρει τις δυνάμεις της. «Αυτό είναι το δωμάτιό σου, θυμάμαι το χαλί». Είχαν κάνει κάποτε έρωτα πάνω στο χαλί. Αυτό θυμήθηκε ο Κάι. Κατέβαλε προσπάθεια για να συνεχίσει να την αγγίζει ελαφριά. «Πεινάς;» «Δεν ξέρω». Βασικά, δεν ένιωθε τίποτα. Όταν προσπάθησε να ανακαθίσει, ζαλίστηκε από το φάρμακο και άρχισε να χάνει την επαφή με το δωμάτιο και την πραγματικότητα. Δεν είναι κατάστα­ ση αυτή, αποφάσισε η Κέιτ, περιμένοντας να της περάσει η ζαλάδα. Καλύτερα να πονούσε παρά να αισθανόταν τόσο ανίσχυρη. Ο Κάι μετακίνησε τα μαξιλάρια και την έβαλε να καθίσει. «Ο γιατρός είπε να φας όταν ξυπνήσεις. Λίγη σούπα». Σηκώθηκε και την κοίταξε σαν να κοιτούσε, σκέφτηκε η Κέιτ, κανένα ραγισμένο κατάρτι που ήθελε επισκευή. «Θα σου την ετοιμάσω. Μη σηκωθείς», πρόσθεσε καθώς πήγε στην πόρτα. «Δεν έχεις δυνάμεις ακόμα». Βγαίνοντας στο χολ, άρχισε να βλαστημά χαμηλόφωνα. Φυσικά δεν είχε δυνάμεις η Κέιτ, σκέφτηκε με μια τελευταία βλαστήμια. Ή ταν ωχρή σαν τα σεντόνια όπου βρισκόταν ξαπλωμέ­


Το

Χ Ρ Υ ΣΑ Φ Ι ΤΗΣ Θ Α Λ Α ΣΣΑ Σ

291

νη. Πεσμένη αντοχή, έτσι είχε πει ο Μπέιλι. Ή ταν καταπονημένη και της έλειπαν φαγητό και ύπνος. Ακόμα κι αν δεν μπορούσε να τη βοηθήσει αλλιώς, σκέφτηκε αποφασιστικά ο Κάι ανοίγοντας ένα ντουλάπι της κουζίνας, θα την έβαζε να φάει και να μείνει στο κρε­ βάτι όσο καιρό θα έλεγε ο γιατρός. Το είχε καταλάβει πως ήταν καταπονημένη, αυτό ήταν το χειρό­ τερο. Άδειασε μια κονσέρβα σε μια κατσαρόλα και πέταξε το άδειο τενεκεδάκι στα σκουπίδια. Την είχε δει την κόπωση στο πρόσωπό της, τις σκιές κάτω από τα μάτια της, είχε διακρίνει ίχνη εξάντλησης στη φωνή της, μα ήταν τόσο απορροφημένος με τις δικές του ανά­ γκες που δεν είχε κάνει τίποτα. Άναψε το μάτι με τη σούπα κι έπειτα το άλλο όπου είχε βάλει να γίνει καφές. Αχ, καφές, πόσο τον είχε ανάγκη. Έτριψε τα μάτια του κι απόμεινε για λίγο ακίνητος, περιμένοντας να ηρεμήσει ο ορ­ γανισμός του. Δε θυμόταν να είχε ζήσει άλλη φορά τέτοια αγωνία όσο το τε­ λευταίο εικοσιτετράωρο. Ακόμα κι αφού την εξέτασε και την περιποιήθηκε ο γιατρός, ακόμα κι αφού την έφερε σπίτι του και ήταν ναρκωμένη από το φάρμακο, ο Κάι δεν είχε ησυχάσει. Έτρεμε να την αφήσει μόνη της στο δωμάτιο πάνω από πέντε λεπτά. Ψηνόταν στον πυρετό, αν και η ίδια δεν το καταλάβαινε. Ο Κάι έμεινε δίπλα της σχεδόν όλη νύχτα, της σφούγγιζε τον ιδρώτα και της μιλούσε, παρ’ όλο που αυτή δεν τον άκουγε. Είχε βγάλει τη νύχτα με καφέδες και άγχος. Άφησε ένα γελάκι και πήρε ένα φλιτζάνι. Α π ’ ό,τι φαινόταν, έτσι θα έβγαζε και την ημέρα. Το ήξερε πως ήθελε ακόμα την Κέιτ, το ήξερε ότι ακόμα ένιω­ θε κάτι γ ι’ αυτήν, παρά την πίκρα και το θυμό του. Αλλά μέχρι τη στιγμή που την είδε αναίσθητη στο κατάστρωμα του σκάφους του, με το αίμα της στα χέρια του, δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι την αγαπούσε ακόμα. Ήξερε πώς να τα βγάλει πέρα με τον πόθο, ακόμα και με την πίκρα του, μα τώρα, με την αγάπη, δεν είχε ιδέα. Δεν ήταν δυνατό, θαρρείς, να αγαπάει κάποια τόσο ευαίσθητη, τόσο ήρεμη, τόσο... δια­ φορετική απ’ αυτόν. Μα τα αισθήματα που έτρεφε κάποτε για κείνη είχαν δυναμώσει τόσο πολύ που δε γινόταν να τα αγνοήσει. Προς το παρόν, θα κοίταζε να τη συνεφέρει, να την κάνει να σταθεί πάλι στα πόδια της. Έβαλε τη σούπα σε ένα μπολ και το πήγε επάνω.


292

N

ora

R

o berts

Θα ήταν εύκολο να κλείσει τα μάτια της και να βυθιστεί πά­ λι στη λήθη. Πολύ εύκολο. Πασχίζοντας να μείνει ξύπνια, η Κέιτ συγκεντρώθηκε στο δωμάτιο του Κάι. Κι αυτό είχε αλλάξει, συλ­ λογίστηκε. Ο Κάι είχε βάλει δρύινες κάσες στα παράθυρα και πλα­ τιά περβάζια, όπου είχε σκορπίσει τα καλύτερά του όστρακα. Έ να κομμάτι ξύλου, ξεβρασμένο απ’ τη θάλασσα, στεκόταν στιλπνό και όμορφο σαν γλυπτό. Η εσοχή στον τοίχο με τη βέργα για τα ρούχα ήταν πλέον ντουλάπα με ξύλινη πόρτα και γυάλινο πόμολο κι εκεί όπου υπήρχαν πρώτα καφάσια, βρισκόταν τώρα μια καλαμένια πο­ λυθρόνα με στρογγυλή πλάτη. Μόνο το κρεβάτι ήταν το ίδιο, σκέφτηκε. Το φαρδύ κρεβάτι με τον ουρανό ήταν της μητέρας του. Η Κέιτ ήξερε ότι ο Κάι είχε δώσει τα υπόλοιπα έπιπλα της οικογένειάς του στον Μαρς. Της είχε πει κάποτε πως δεν τα χρειαζόταν ούτε τα ήθελε, μα κράτησε το κρεβά­ τι. Εκεί είχε γεννηθεί, απρόσμενα, μια νύχτα με καταιγίδα. Και είχαν κάνει έρωτα εκεί, θυμήθηκε η Κέιτ, σέρνοντας τα δά­ χτυλά της στα σεντόνια. Την πρώτη φορά και την τελευταία. Τα δάκτυλά της έμειναν ακίνητα και σήκωσε το βλέμμα της όταν ο Κάι μπήκε στο δωμάτιο. Έπρεπε να παραμερίσει τις αναμνήσεις της. «Έχεις ρίξει πολλή δουλειά εδώ μέσα». «Λιγάκι». Έβαλε το δίσκο στα πόδια της και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Η Κέιτ ένιωσε τη μυρωδιά της σούπας και έκλεισε τα μάτια της. Το άρωμα και μόνο της έφτανε. «Μυρίζει υπέροχα» «Με τη μυρωδιά δε θα βάλεις κρέας πάνω σου». Η Κέιτ χαμογέλασε και άνοιξε πάλι τα μάτια της. Πριν καταλά­ βει τι γινόταν, ο Κάι της τάισε την πρώτη κουταλιά. «Και η γεύση της είναι υπέροχη». Π αρ’ όλο που έκανε να πιάσει η ίδια το κου­ τάλι, αυτός το βούτηξε στο μπολ κι έπειτα το έφερε στα χείλη της. «Μπορώ και μόνη μου», άρχισε η Κέιτ, μα ύστερα αναγκάστηκε να καταπιεί και την επόμ