Page 1


Την κρατάει στο χέρι... Η Μάντισον Άρτσερ γίνεται πρωτοσέλιδο εξαιτίας ενός σκανδάλου για το οποίο δεν ευθύνεται. Τώρα, ο μόνος τρόπος να σώσει την υπόληψή της είναι να παντρευτεί τον αδίστακτο Βίκτορ Μπεκ. Ο Βίκτορ έψαχνε από καιρό ευκαιρία να κάνει δική του την επιχείρηση του πατέρα της Μάντι για να επεκτείνει την αυτοκρατορία του. Η έντονη έλξη που υπάρχει ανάμεσά τους απλώς γλυκαίνει τη συμφωνία που της προτείνει... Μόλο που δεν ξέρει τι θα πει αγάπη, ο Βίκτορ είναι έτοιμος να δείξει στη Μάντι πόσο ταιριάζουν στην κρεβατοκάμαρα. Αλλά τον περιμένει ένα σοκ, όταν ανακαλύψει πως η άτακτη, κοσμική Μάντι που είχε στο μυαλό του, στην πραγματικότητα είναι ένα αθώο, άβγαλτο κορίτσι! -ΡΩΣΟΙ ΜΕΓΙΣΤΑΝΕΣΤο πάθος είναι στο αίμα τους... Ήρθαν από τη Ρωσία στην Αμερική για να κάνουν περιουσία. Τώρα, αντίπαλοι στον επιχειρηματικό στίβο, ο Βίκτορ Μπεκ και ο Μάξγουελ Μπλακ ετοιμάζονται να κλείσουν τη μεγαλύτερη επαγγελματική συμφωνία με το να παντρευτούν τις πιο περιβόητες κληρονόμους του Σαν Φρανσίσκο! Στις καρδιές τους κυριαρχεί το πάθος των ατρόμητων Κοζάκων πολεμιστών -και οι μέλλουσες σύζυγοί τους θα τους φέρουν αντιμέτωπους με την πιο σημαντική μάχη της ζωής τους! Διαβάστε την ιστορία του Βίκτορ και της Μάντι τον Ιούνιο: «Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ» και την ιστορία του Μάξγουελ και της Ρόμι τον Ιούλιο: «ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ»


LUCY MONROE Η Αθώα Κληρονόμος Μετάφραση: Μαριλένα Γκούμα ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A. Β. Ε. Ε. Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438,210 3629 723 Τίτλος πρωτοτύπου: An Heiress for His Empire © 2014 Lucy Monroe © 2015 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN BOOKS S.A. All rights reserved. To λογότυπο ΑΡΛΕΚΙΝ και το σχέδιο του Ρόμβου είναι εμπορικά σήματα ιδιοκτησίας της Harlequin Enterprises Limited ή των θυγατρικών εταιρειών της και χρησιμοποιούνται από άλλους κατόπιν αδείας. Η εικόνα εξωφύλλου χρησιμοποιείται κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Books S.A. All rights reserved. Μετάφραση: Μαριλένα Γκούμα Επιμέλεια: Αλεξία Λουκότου Διόρθωση: Σωτηρία Αποστολάκη Το βιβλίο αυτό είναι έργο μυθοπλασίας. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες και τα περιστατικά είτε είναι προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα είτε χρησιμοποιούνται κατά τρόπο μυθιστορηματικό. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, γεγονότα, τοποθεσίες, ιδρύματα ή επιχειρήσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο -μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλον- χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. ISSN 1106-613Χ ΧΡΥΣΑ ΑΡΛΕΚΙΝ Special - ΤΕΥΧΟΣ 343 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα Made and printed in Greece


LUCY MONROE

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η Μάντισον Άρτσερ άφησε απότομα το φλιτζάνι της στο τραπέζι και ο καυτός πρωινός καφές της χύθηκε από το χείλος του καθώς διάβαζε με τρόμο τις ειδοποιήσεις της στο Google. Η Άτακτη Μάντισον Αναζητά Καινούριο Αφέντη; Σεξουαλικές Διαστροφές για την Κληρονόμο Αρτσερ Το Κακό Αγόρι του Σαν Φρανσίσκο Εγκαταλείπει το Πολύ Κακό Κορίτσι Τα άρθρα περιείχαν χυδαίους ισχυρισμούς για τον τρόπο ζωής της και τη σχέση της με τον Πέρι Τιμγουότερ. Μια σχέση εντελώς ανύπαρκτη. Το γεγονός ότι ο Πέρι ήταν η πηγή έκανε τον καφέ να γίνει δηλητήριο στο στομάχι της Μάντι. Σύμφωνα με την υποτιθέμενη αποκάλυψη της ερωτικής σχέσης τους, εκείνη είχε μαζοχιστικές τάσεις και ανάγκη από πολλούς παρτενέρ. Η Μάντι έσφιξε τα δόντια της για να μη βλαστημήσει καθώς διάβαζε ότι αυτό που έσπρωξε τον Πέρι να τη χωρίσει ήταν η ανικανότητά της να μείνει πιστή. Θα τον στραγγάλιζε αν τον είχε μπροστά της εκείνη τη στιγμή. Η προδοσία την έπνιγε. Πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό; Ήταν φίλος της. Είχαν γνωριστεί στο πρώτο έτος των σπουδών της. Την έκανε να γελάει, όταν η Μάντι πίστευε ότι τίποτα δεν μπορούσε να την κάνει να γελάσει, ύστερα από την παταγώδη αποτυχία της να τραβήξει την προσοχή του Βίκτορ Μπεκ. Είχε ξεκινήσει το πανεπιστήμιο με ραγισμένη την καρδιά της και ο Πέρι την είχε βοηθήσει να τη γιατρέψει με τη φιλία του. Εκείνη τον είχε βοηθήσει να περάσει τα μαθήματα λογιστικής. Ο Πέρι παρίστανε το συνοδό της και η Μάντι του είχε ανοίξει 5


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

την πόρτα στον κόσμο του Τζέρεμι Άρτσερ, ένα επίπεδο πιο πάνω από το δικό του. Αλλά ποτέ, ούτε μία φορά, δεν είχε στραφεί η φιλία τους σε κάτι πιο βαθύ. Η Μάντι άκουσε δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτά της. «Μάντι! Εγώ είμαι, μην τρομάξεις». Λίγες στιγμές αργότερα, η διπλή κλειδαριά ξεκλείδωσε και η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Κρατώντας ψηλά μια σακούλα από τον αγαπημένο τους φούρνο, με τα μαλλιά της να χορεύουν γύρω από το νεραϊδίσιο πρόσωπό της, η Ρόμι Γκρέισον έκλεισε την πόρτα με το πόδι της. «Φέρνω το γιατρικό για όλες τις αρρώστιες». «Φοβάμαι ότι ούτε ένα γλυκό με τραγανή σφολιάτα και σοκολάτα δεν μπορεί να διορθώσει την κατάσταση». Η Μάντι έπεσε βαριά πίσω στην καρέκλα της. Ένα ζευγάρι μάτια στο ίδιο σκούρο γαλάζιο με τα δικά της έλαμψαν από θυμό. «Ώστε ο Πέρι τρελάθηκε, ε;» «Διάβασες τα άρθρα;» «Μόνο όταν οι ρεπόρτερ με ξύπνησαν απ’ το βαθύ μου ύπνο θέλοντας να μάθουν τη γνώμη μου για τις διεστραμμένες σεξουαλικές τάσεις της κολλητής μου». Η Ρόμι χαμογέλασε ειρωνικά. «Τάσεις, που είμαι σίγουρη ότι δε θα είχες ακόμα κι αν δεν ήσουν ακόμα παρθένα». «Σωστά. Εδώ δεν εμπιστεύτηκα αρκετά έναν άντρα για να κάνω σεξ μαζί του, και θα πήγαινα με πολλούς;» Όσο γελοίο κι αν φαινόταν στα είκοσι τέσσερά της, η κατάσταση δεν έδειχνε να αλλάζει σύντομα. «Αν θέλεις τη γνώμη μου, έχει να κάνει λιγότερο με την εμπιστοσύνη και περισσότερο με το γεγονός ότι ήσουν τσιμπημένη με τον Βίκτορ Μπεκ όταν ήσουν έφηβη και δεν τον ξεπέρασες ποτέ». «Ρόμι!» Η Μάντι δεν είχε διάθεση να συζητήσει για τα χωρίς ανταπόκριση αισθήματά της προς τον πανέμορφο, μελαχρινό, επιτυχημένο συνεργάτη του πατέρα της. «Το μόνο που λέω είναι...» 6


LUCY MONROE

«Κάτι που έχεις ξαναπεί δεκάδες φορές». Το στομάχι της Μάντι ανακατευόταν όλο και πιο πολύ κάθε λεπτό που περνούσε. Ο Βικ θα διάβαζε τα άρθρα όπως και όλος ο υπόλοιπος κόσμος, αλλά θα τρελαινόταν αν σκεφτόταν τώρα και αυτό. «Ο πατέρας μου θα με σκοτώσει», είπε. Αυτό το καινούριο σκάνδαλο ήταν ικανό ακόμα και να διαλύσει την παγερή αδιαφορία του μεγιστάνα του Σαν Φρανσίσκο. Και όχι με τον τρόπο που προσδοκούσε ανέκαθεν η Μάντι. Ο πατέρας της την είχε στείλει σε οικοτροφείο λίγους μήνες μετά το θάνατο της μητέρας της, κι εκείνη προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή των μέσων ενημέρωσης με την ελπίδα να κερδίσει τη δική του. Η Έλεν Άρτσερ, το γένος Μάντισον -η γνήσια Άτακτη Μάντισον- τα είχε καταφέρει, όμως η Μάντι είχε συνειδητοποιήσει ότι αυτή η τακτική γύριζε μπούμερανγκ για εκείνη. Στα εννιά χρόνια που είχαν περάσει από το θάνατο της Έλεν, ο Τζέρεμι είχε αποκτήσει τη συνήθεια να σκέφτεται το χειρότερο για την κόρη του. Όταν δεν αγνοούσε ολωσδιόλου την ύπαρξή της. «Αν δεν πεθάνει πρώτα από καρδιακή προσβολή». Η Ρόμι έβαλε ένα κρουασάν με σοκολάτα μπροστά στη Μάντι. «Μη λες τέτοια πράγματα», μουρμούρισε εκείνη. Η Ρόμι έκανε έναν μορφασμό. «Συγνώμη. Μου βγήκε αυθόρμητα. Με ξέρεις... Αλλά ο πατέρας σου είναι πολύ αγχώδης». Η Μάντι δεν μπορούσε να διαφωνήσει μ’ αυτό. «Νομίζω, πάντως, ότι αυτή τη φορά ο Πέρι με κατατρόπωσε στη λογοδιάρροια». Η Ρόμι δάγκωσε το κρουασάν της κι άρχισε να το μασάει με μανία. «Μα γιατί το έκανε;» Η Μάντι κοίταξε τη φίλη της σκυθρωπή. «Επειδή ήθελε τα χρήματα που του έδωσε η εφημερίδα για την ιστορία, ίσως;» Δεν είχε φανταστεί ότι η άρνησή της να του δανείσει πάλι χρήματα θα είχε σαν αποτέλεσμα την απόλυτη ταπείνωσή της. Πού να το φανταζόταν; Οι φίλοι δεν έκαναν τέτοια πράγματα ο 7


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ένας στον άλλο. «Τον ηλίθιο!» Συνήθως η Μάντι παρίστανε τον πυροσβέστη ανάμεσα στους δύο πιο στενούς φίλους της, όμως αυτή τη φορά δεν υπερασπίστηκε τον Πέρι. «Τι θα κάνω;» «Μπορείς να του κάνεις μήνυση και να απαιτήσεις αποκατάσταση του ονόματος σου». «Βασισμένη στο λόγο μου έναντι του δικού του;» Η Ρόμι έκανε έναν ήχο που έμοιαζε πολύ με βογκητό. «Ούτε ένα φιλί με γλώσσα δεν έχετε δώσει εσείς οι δυο». «Αλλά φιλιόμαστε για χάρη των φωτογράφων». Ο Πέρι αστειευόταν συνέχεια μ’ αυτό. Συνόδευε τη Μάντι για πολλά χρόνια και είχαν γραφτεί μερικά άρθρα για τη σχέση τους, τα οποία επικαλούνταν συχνά ανώνυμες πηγές και συνοδεύονταν από φωτογραφίες που τους έδειχναν να φιλιούνται. «Πιστεύεις ότι το έχει ξανακάνει;» ρώτησε τη Ρόμι. «Να έχει πουλήσει εμπιστευτικές πληροφορίες για την υποτιθέμενη σχέση σας;» «Ναι». «Ξέρεις τι πιστεύω». Η Μάντι αναστέναξε. «'Οτι είναι παράσιτο». «Ανέκαθεν ήταν». «Ήταν καλός φίλος». Η Μάντι δεν μπόρεσε να πείσει τον εαυτό της να πει ότι εξακολουθούσε να είναι. Η Ρόμι την κοίταξε με δυσπιστία -τα λόγια ήταν περιττά. Εκείνη αγνόησε το βλέμμα της και συνέχισε. «Ίσως δεν μπορώ να αποδείξω ότι δεν είχαμε ποτέ σχέση, αλλά μπορώ να τον μηνύσω για συκοφαντική δυσφήμιση». «Και πάλι θα είναι ο λόγος σου έναντι του δικού του». «Μα λέει ψέματα!» «Κι αυτό είναι κάτι καινούριο για τις φυλλάδες;» Νιώθοντας ανήμπορη, η Μάντι έσπρωξε στην άκρη το κρουασάν της. 8


LUCY MONROE

«Μπορείς πάντα να εξαπολύσεις καταπάνω του τα σκυλιά του μπαμπά σου. Ο υπεύθυνος Τύπου που έχει στη δούλεψή του θα μπορούσε να πρωταγωνιστήσει στην Εβδομάδα του Καρχαρία, στο Ντισκάβερι Τσάνελ». «Ναι, θα μπορούσα να το κάνω», είπε η Μάντι. Με την προϋπόθεση ότι ο μπαμπάς της θα ενδιαφερόταν αρκετά ώστε να αναθέσει στον υπεύθυνο Τύπου του να σπαταλήσει τον πολύτιμο χρόνο του για να τη βοηθήσει. Το βλέμμα της Ρόμι ήταν συνωμοτικό. «Αλλά δε θα το κάνεις. Ο Πέρι ήταν φίλος σου», της είπε. Εκείνη άνοιξε το στόμα της, όμως η φίλη της της έκοψε τη φόρα υψώνοντας το χέρι της. «Μην τολμήσεις να πεις ότι συνεχίζει να είναι». «Όχι». Η Μάντι κατάπιε για να διώξει τον κόμπο που της έκλεινε το λαιμό. «Όχι, είναι ολοφάνερο ότι δεν είναι φίλος μου και ίσως δεν ήταν ποτέ». «Ω, γλυκιά μου». Η Ρόμι πήγε κοντά της και την αγκάλιασε. Εκείνη προσπάθησε να ξεχάσει την ανακατωσούρα στο στομάχι της. «Νόμιζα ότι ήταν αυθεντικός». «Κι αποδείχτηκε κι αυτός ψεύτικος». Ο τόνος της φωνής της Ρόμι αντανακλούσε τη δική της εμπειρία επί του θέματος. «Όλο εμφάνιση και καθόλου ουσία». Η Μάντι έπνιξε ένα πικρό γέλιο. «Ναι». Από το κινητό της ακούστηκε ήχος συναγερμού. Η Ρόμι γέλασε κοροϊδευτικά κι έκανε πίσω στην καρέκλα της. «Η προσωπική βοηθός του πατέρα σου;» ρώτησε. «Το περίμενα». Η Μάντι κοίταξε τα μηνύματά της και δεν εξεπλάγη όταν είδε πως υπήρχαν τουλάχιστον καμιά εικοσαριά. Παρ’ ότι κοιτούσε αρκετά συχνά το κινητό της στη διάρκεια της μέρας, είχε βάλει ηχητικές ειδοποιήσεις μόνο για συγκεκριμένα άτομα. Τη Ρόμι, τον Πέρι -που θα έβγαινε σύντομα από τη λίστα-, τον πατέρα της, την προσωπική βοηθό του. Και τον Βίκτορ Μπεκ. Όχι πως ο διάδοχος του πατέρα της στην εταιρεία συνέχιζε να 9


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

επικοινωνεί μαζί της, αλλά παρ’ όλα αυτά... Η Μάντι αγνόησε μηνύματα από φίλους, γνωστούς και ύαινες των μέσων ενημέρωσης κι επέλεξε εκείνο που ήταν από τη βοηθό του πατέρα της. Συν. με κ. Άρτσερ 10:45 π.μ., αίθ. συσκ. 2. Κύριο Άρτσερ. Όχι κ. Α, παρ’ ότι η βοηθός είχε χρησιμοποιήσει συντομογραφία στο υπόλοιπο κείμενο. Ούτε με τον πατέρα σου. Αυτό θα ήταν πολύ προσωπικό. «Θέλει να συναντηθούμε σήμερα το πρωί», είπε στη Ρόμι. Δάγκωσε το χείλι της καθώς σκεφτόταν πόσα πράγματα θα έπρεπε να αλλάξει για να πάει. Η Ρόμι κούνησε το κεφάλι της. «Θα πας;» τη ρώτησε. Εκείνη σκέφτηκε να αναβάλει τα σχέδιά της για τη συνάντηση με τον πατέρα της. «Όχι». Ο θυμός του Τζέρεμι δε θα μειωνόταν αν πήγαινε στη συνάντηση επειδή της το είχε πει. Έστειλε ένα σύντομο μήνυμα στη βοηθό του, προτείνοντας να μεταφέρουν το ραντεβού για οποιαδήποτε ώρα μετά τις δώδεκα και μισή. Ένα τέταρτο αργότερα, ενώ η Ρόμι μόλις είχε φύγει μετά από μια τελική συζήτηση σε έντονους τόνους, ακούστηκε από το κινητό της το «Call Me Irresponsible» του Μάικλ Μπουμπλέ. Ο πατέρας της. Της τηλεφωνούσε προσωπικά. Δεν της έστελνε μήνυμα. Οποιαδήποτε άλλη στιγμή η Μάντι θα ενθουσιαζόταν, αλλά τώρα; Η μελωδική φωνή του τραγουδιστή ήταν τόσο δυσοίωνη όσο η μουσική υπόκρουση σε ταινία τρόμου. Η Μάντι έφερε το τηλέφωνο στο αυτί της. «Γεια σου, πατέρα». «Στις δέκα και σαράντα πέντε, Μάντισον. Φρόντισε να μην αργήσεις». «Ξέρεις ότι το πρωί έχω πάντα δουλειά». Όχι πως ο πατέρας της ήξερε με τι ασχολούνταν. Η Μάντι είχε προσπαθήσει κάποτε να του πει, αλλά ο Τζέρεμι είχε χλευάσει την ιδέα να ασχολιόταν με κάτι άξιο λόγου η 10


LUCY MONROE

επιπόλαιη κόρη του. Κι ακόμα χειρότερα, είχε ξεκαθαρίσει πόσο άσκοπη θεωρούσε την προσφορά εθελοντικής εργασίας σε ένα υποβαθμισμένο δημόσιο σχολείο, στο οποίο πήγαιναν κυρίως παιδιά φτωχών οικογενειών. Από τότε, είχε κρατήσει τις δυο ζωές της εντελώς χωριστές. Η Μάντι Γκρέις, μια συνηθισμένη κοπέλα είκοσι και κάτι ετών, που αγαπούσε τα παιδιά και διέθετε ένα μεγάλο μέρος του χρόνου της γι’ αυτά, δεν είχε τίποτα κοινό -ούτε καν το ίδιο χρώμα ματιών και μαλλιών- με τη Μάντισον Άρτσερ, διάσημη κοσμική και κληρονόμο. «Ακύρωσέ τη». Καμιά παραχώρηση. Καμιά εξήγηση. Μόνο απαίτηση. Χαρακτηριστική συμπεριφορά από τον Τζέρεμι Άρτσερ. «Είναι σημαντικό». «Όχι, δεν είναι». Ο τόνος του πατέρα της ήταν τόσο παγερός, που η Μάντι ανατρίχιασε σύγκορμη. «Για μένα είναι», του απάντησε. Ευχήθηκε να αδιαφορούσε για τη δυσφορία του όσο αδιαφορούσε κι εκείνος για τη δική της. «Σε παρακαλώ». «Δέκα και σαράντα πέντε, Μάντισον», της είπε. Και της έκλεισε το τηλέφωνο. Η Μάντι το κατάλαβε επειδή η γραμμή έπεσε. *** Φορώντας την πανοπλία της κοσμικής Μάντισον Άρτσερ, η Μάντι βγήκε από το ασανσέρ στον εικοστό ένατο όροφο του κτιρίου του πατέρα της, στην περιοχή με τις οικονομικές επιχειρήσεις του Σαν Φρανσίσκο. Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο, τίποτα δε φανέρωνε την αναστάτωση και την αγωνία που επικρατούσαν μέσα της. Το μακιγιάζ της ήταν άψογο, αναδείκνυε το γαλάζιο των ματιών της και την απαλή καμπύλη των χειλιών της, χωρίς να είναι κραυγαλέο. Ο τρόπος που είχε χτενίσει τα κόκκινα μακριά 11


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

μέχρι το πιγούνι μαλλιά της τα έκανε να πλαισιώνουν ανάλαφρα το οβάλ πρόσωπό της, που έμοιαζε τόσο πολύ με της μητέρας της. Δεν είχε χρειαστεί ποτέ να κάνει ανταύγειες για να τονίσει το φυσικό χάλκινο τόνο τους. Το ασπρόμαυρο Βαλεντίνο ταγέρ με τα τρουακάρ μανίκια δεν ήταν της φετινής κολεξιόν, αλλά ήταν ένα απ’ τα αγαπημένα της και ταίριαζε στην εικόνα που ήθελε να βγάλει προς τα έξω. Η στενή φούστα με τη φαρδιά μαύρη φάσα στο τελείωμα σταματούσε πέντε πόντους πάνω από τα γόνατά της, ενώ το κοντό σακάκι με τον χαρακτηριστικό φιόγκο -σε στυλ Τζάκι Ωνάση- μόνο προκλητικό δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Είχε διαλέξει να φορέσει ένα ζευγάρι χαμηλοτάκουνες γόβες Τζίμι Τσου, που πρόσθεταν μόλις πέντε πόντους στο ένα κι εξήντα πέντε της. Κρατούσε μια απλή δερμάτινη τσάντα Σανέλ και τα αξεσουάρ της περιορίζονταν στο αγαπημένο ρολόι Καρτιέ της μητέρας της και διακριτικά διαμαντένια σκουλαρίκια. Δεν έμοιαζε καθόλου με τη γυναίκα που περιέγραφε ο Πέρι στη «συνέντευξη για το χωρισμό τους» στα μέσα ενημέρωσης. Μπήκε στην Αίθουσα Συσκέψεων Δύο χωρίς να χτυπήσει, σταματώντας σκόπιμα στην πόρτα για να δώσει στους παρευρισκόμενους χρόνο να την παρατηρήσουν. Δε σκόπευε να τρυπώσει μέσα σαν ποντίκι που προσπαθούσε να μην τραβήξει την προσοχή της γάτας. Η σύντομη παύση είχε το πρόσθετο όφελος να της επιτρέψει να βολιδοσκοπήσει κι εκείνη το έδαφος. Επτά άτομα κάθονταν γύρω από το τραπέζι των οκτώ θέσεων της αίθουσας. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο πατέρας της καθόταν στην κεφαλή. Ανακουφίστηκε και συγχρόνως ανησύχησε βλέποντας στην άλλη άκρη τον υπεύθυνο Τύπου, όμως δε χάρηκε καθόλου όταν είδε τον άνθρωπο που καθόταν δεξιά του πατέρα της. Η Ρόμι είχε δίκιο όταν της έλεγε πως ήταν τσιμπημένη άγρια με τον γοητευτικό Βίκτορ Μπεκ όταν είχε πρωτοαρχίσει να 12


LUCY MONROE

δουλεύει για τον Τζέρεμι Άρτσερ, πριν δέκα χρόνια. Τα χωρίς ανταπόκριση αισθήματά της είχαν εξελιχθεί από εφηβικό ξεμυάλισμα σε κάτι περισσότερο, κάτι που καθιστούσε αδύνατη τη σύγκρισή του με άλλους άντρες. Εκείνο τον πρώτο χρόνο, η Μάντι είχε ακόμα τη μητέρα της και η Έλεν την πείραζε για το ότι κοκκίνιζε όταν ήταν μπροστά ο εκκολαπτόμενος μεγιστάνας. Η Μάντι είχε μάθει να ελέγχει το κοκκίνισμά της, αλλά όχι και τα αισθήματα που της ενέπνεε ο τρίτης γενιάς Ρώσος. Το γεγονός ότι ο Βίκτορ ήταν παρών στην ταπείνωσή της έκανε ακόμα πιο έντονο το σφίξιμο της αγωνίας στο στομάχι της, σε τέτοιο βαθμό που δεν ήταν πια σίγουρη αν θα χαλάρωνε ποτέ ξανά. Λιγότερο κατανοητή, αλλά ούτε κατά διάνοια τόσο ανησυχητική, ήταν η παρουσία δύο άλλων υψηλόβαθμων διευθυντών που κάθονταν στο τραπέζι. Η προσωπική βοηθός του πατέρα της καθόταν αριστερά του και δίπλα της υπήρχε μια άδεια καρέκλα. Ο τελευταίος άντρας στο τραπέζι είχε δυναμική εμφάνιση και οικείο πρόσωπο, όμως η Μάντι ήταν τόσο αγχωμένη που δεν μπορούσε να θυμηθεί αν τον ήξερε από κάπου. Όλοι είχαν μπροστά τους χαρτιά. Χρειάστηκε να τους ρίξει μόνο μια ματιά για να καταλάβει τι ήταν -ήταν τυπωμένες σελίδες από τα νέα που είχε διαβάσει νωρίτερα στο κινητό της. Κάτω από κάθε στοίβα υπήρχε ένα αντίτυπο της εφημερίδας στην οποία είχε δημοσιευτεί το παραμύθι του Πέρι. Η στοίβα που είχε μπροστά του ο Βικ ήταν διαφορετική. Πάνω πάνω, η Μάντι είδε κάτι που έμοιαζε με συμβόλαιο. Κοίταξε γύρω στο τραπέζι και διαπίστωσε ότι και οι άλλοι είχαν ένα τέτοιο, αλλά στο κάτω μέρος της στοίβας τους το μόνο που φαινόταν ήταν το σημείο που ήταν συραμμένα τα χαρτιά. Γύρισε στον πατέρα της και τον κοίταξε με την ειρωνική έκφραση που χρησιμοποιούσε εδώ και χρόνια για να κρύψει την αδυναμία της. «Απ’ ό,τι βλέπω, δε σου πέρασε από το μυαλό να 13


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

το συζητήσουμε προσωπικά προτού συγκαλέσεις συμβούλιο», του είπε. «Κάθισε, Μάντισον». Εκείνος δεν μπήκε καν στον κόπο να απαντήσει στο σχόλιό της. Κάτι που δε θα έπρεπε ούτε να την εκπλήξει ούτε να την πονέσει. Τότε γιατί την εξέπληξε και την πόνεσε; Η Μάντι μέτρησε μέχρι το τρία πριν υπακούσει στην απότομη διαταγή του, αγνοώντας σκόπιμα τη στοίβα με τα χαρτιά που ήταν μπροστά της. «Να υποθέσω ότι έχουμε ετοιμάσει ήδη επιστολή απαίτησης ανάκλησης;» ρώτησε. Όταν ο πατέρας της δεν απάντησε, κοίταξε με νόημα τον υπεύθυνο Τύπου. «Υπάρχει περίπτωση να ανακαλέσει τις δηλώσεις του ο πρώην εραστής σας;» είπε εκείνος με ανέκφραστη φωνή. «Πρώτον, δεν υπήρξε ποτέ εραστής μου. Δεύτερον, δε χρειάζεται να ανακαλέσει τα ψέματά του προκειμένου να μηνύσουμε την εφημερίδα για συκοφαντική δυσφήμιση». Αν και οι πιθανότητες να κερδίσουν την υπόθεση ήταν ελάχιστες χωρίς την ειλικρίνεια του Πέρι. «Δε συνηθίζω να σπαταλάω χρόνο ή πηγές σε άσκοπα εγχειρήματα», είπε ο Τζέρεμι Άρτσερ. «Η ιστορία έχει δημοσιευτεί κι αυτό δεν αλλάζει», συμφώνησε η Μάντι. «Όμως δεν πρέπει να αφήσουμε τα ψέματα του Πέρι χωρίς διάψευση». Τα μάτια του πατέρα της ήταν δυο κομμάτια μπλε πάγος. «Αν θέλεις να διαψεύσεις τα ψέματα του πρώην εραστή σου, μπορείς να το κάνεις. Όμως δε μ’ ενδιαφέρει αυτό». «Δηλαδή πιστεύεις τις ιστορίες;» Η Μάντι δεν μπόρεσε να κρύψει τελείως την έκπληξη από τη φωνή της. «Το θέμα δεν είναι τι πιστεύω». «Για μένα είναι». Σ’ εκείνη την αίθουσα υπήρχαν δυο άνθρωποι που η γνώμη τους την ενδιέφερε. Ο ένας ήταν ο πατέρας της και ο άλλος ο Βίκτορ Μπεκ, όσο κι αν ευχόταν να ήταν αλλιώς τα πράγματα. 14


LUCY MONROE

To βλέμμα της πήγε στον Βικ, αλλά τίποτα στο πρόσωπό του -από την αυστηρή γραμμή του τετράγωνου πιγουνιού του μέχρι τα βάθη των καστανών ματιών του- δε φανέρωνε τι σκεφτόταν. Είχε υπάρξει καιρός που προσπαθούσε να την ενθαρρύνει με ένα μικρό χαμόγελο ή κλείνοντάς της το μάτι του, όμως αυτές οι μέρες είχαν τελειώσει. Ο τρόπος που την αντιμετώπιζε δεν είχε γλυκάνει καθόλου από την πρώτη φορά που γύρισε σπίτι της αφότου είχε φύγει για σπουδές. Και παρ’ ότι το σφάλμα μπορεί να ήταν δικό της, δε σήμαινε ότι της άρεσε η συμπεριφορά του. Ο πατέρας της καθάρισε το λαιμό του. «Αυτές οι φθηνές ιστορίες μπορεί να επέσπευσαν τη σημερινή συνάντηση, όμως δεν είναι η αιτία της». Η Μάντι έστρεψε πάλι την προσοχή της στο μόνο άνθρωπο που ήταν πια οικογένειά της. «Τι εννοείς;» τον ρώτησε. «Το θέμα για το οποίο βρισκόμαστε σήμερα εδώ είναι η απαράδεκτη φήμη σου, Μάντισον. Δε σκοπεύω να κάθομαι άπραγος όσο εσύ προσπαθείς να ανταγωνιστείς άλλες κληρονόμους σε αθλιότητα». «Δεν κάνω κάτι τέτοιο». Αν και είχε προσπαθήσει να κινήσει το ενδιαφέρον του πατέρα της τραβώντας την προσοχή των μέσων ενημέρωσης, η Μάντι δεν είχε φτάσει ποτέ σε τέτοιο σημείο. Εντάξει, ήταν γνωστό ότι εκείνη και η Ρόμι συμμετείχαν σε πολιτικές συγκεντρώσεις υπέρ των φιλελευθέρων, στις οποίες περιλαμβανόταν και μια πολύ προβεβλημένη καθιστική διαμαρτυρία έξω από ένα σχολείο της περιοχής. Το γεγονός ότι η Μάντι είχε κάνει κι άλλα -για παράδειγμα, να κάνει μπάτζι τζάμπινγκ από τη Γέφυρα Γκόλντεν Γκέιτ μαζί με άλλους πέντε και να ξεδιπλώσουν ένα τεράστιο πανό που έγραφε Γίνετε Οικολόγοι ή Γυρίστε στα Σπίτια σας- ήταν εκτός θέματος. Στο διαδίκτυο κυκλοφορούσαν βίντεο που την έδειχναν να κάνει μπάτζι τζάμπινγκ σε πιο επικίνδυνες συνθήκες και για ζητήματα που άπτονταν πολύ λιγότερο της πολιτικής. Το βίντεο με το σνόουμπορντ ήταν μεγάλη αποτυχία, όμως ανέκαθεν της 15


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

άρεσε το σκι, και το να μάθει να πηδάει με το σνόουμπορντ ήταν φανταστική εμπειρία. Φυσικά, μόνο οι πτώσεις της είχαν δημοσιευτεί στα μέσα ενημέρωσης. Αλλά τους τελευταίους έξι μήνες και παραπάνω δεν είχε κάνει τίποτα για να τραβήξει την προσοχή. Η τελευταία φορά που είχε γίνει πρωτοσέλιδο ήταν όταν είχε πέσει με αλεξίπτωτο μέσα στη νύχτα και είχε καταλήξει στο νοσοκομείο, με ρωγμώδες κάταγμα της λεκάνης. Ο πατέρας της είχε αγνοήσει όχι μόνο το κατόρθωμά της, αλλά και τον τραυματισμό της. Όχι μόνο δεν απαντούσε στις κλήσεις της από το νοσοκομείο, αλλά είχε ξεκαθαρίσει μέσω της προσωπικής βοηθού του ότι η Μάντι δεν ήταν ευπρόσδεκτη στην οικογενειακή έπαυλη για να αναρρώσει. Η Μάντι είχε αναγκαστεί να προσλάβει μια νοσοκόμα για να τη βοηθάει τις βδομάδες που είχε περιορισμένη κινητικότητα. Η Ρόμι είχε προσφερθεί να μείνει μαζί της, όμως δεν ήθελε να εκμεταλλευτεί την καλοσύνη της. «Αν κατάλαβα καλά, δεν έχεις ενημερώσει τη Μάντισον για το περιεχόμενο αυτού του συμβολαίου», είπε ο Βικ. Η φωνή του είχε έναν απρόσμενο τόνο αποδοκιμασίας. «Περιμένεις να συμφωνήσει;» «Θα συμφωνήσει». Ο πατέρας της κοίταξε τη Μάντι αυστηρά. «Διαφορετικά, θα την αποκόψω τελείως από τη ζωή μου». Σαν να μην ήταν τα λόγια του αρκετά σκληρά από μόνα τους, ο τόνος της απόλυτης πεποίθησης στη φωνή του την κάρφωσε κατευθείαν στην καρδιά κι έφτασε στα ευάλωτα αισθήματα που κρύβονταν κάτω από την καλοφτιαγμένη πανοπλία που τα προστάτευαν. «Εξαιτίας αυτών;» είπε η Μάντι, δείχνοντας τα τυπωμένα άρθρα. «Μα δεν είναι αλήθεια!» «Δε θα συνεχίσεις να διασύρεις το όνομά μου και το όνομα της εταιρείας μου, Μάντισον». «Δεν διασύρω το όνομά σου». Παρ’ ότι τα μέσα ενημέρωσης έδειχναν κάποιο ενδιαφέρον για εκείνη, η Μάντι δεν είχε κάνει ούτε κατά διάνοια κάτι σαν τα ψέματα που είχε διαδώσει ο 16


LUCY MONROE

Πέρι. Ο πατέρας της άρχισε να διαβάζει δυνατά και τα μάτια της έτσουξαν απ’ τα δάκρυα που προσπαθούσε να συγκροτήσει. Δεν ήθελε να κλάψει. Εκείνη τη στιγμή που ο γκριζομάλλης άντρας τη ζεμάτιζε διαβάζοντας λόγια άλλων, ευχήθηκε να ήταν πραγματικά τόσο ψυχρή όσο αυτός. «Σου είπα, λέει ψέματα!» «Γιατί να πει ψέματα;» ρώτησε ο υπεύθυνος Τύπου, με ένα ενδιαφέρον σχεδόν κλινικό. «Για χρήματα. Για εκδίκηση». Επειδή η Μάντι τον είχε απορρίψει πολλές φορές και επιπλέον είχε αρνηθεί να τον βοηθήσει την τελευταία φορά που της είχε ζητήσει δάνειο. «Δεν ξέρω, αλλά είπε ψέματα». Πόσες φορές έπρεπε να το επαναλάβει; «Είναι καιρός να πορθούν οριστικά μέτρα», είπε ο Τζέρεμι, σαν να μην είχε μιλήσει η κόρη του. «Σ’ αυτό τουλάχιστον συμφωνούμε, ξεκινώντας με την απαίτηση για την αποκατάσταση της αλήθειας. Μπορώ να δώσω συνέντευξη Τύπου», είπε η Μάντι, αν και απεχθανόταν την άμεση επαφή με τα μέσα ενημέρωσης. Προκειμένου να διαλύσει την αρνητική εικόνα που προφανώς απασχολούσε τον πατέρα της, σκέφτηκε να κάνει την απόλυτη θυσία και ν α ταυτίσει τη ζωή της Μάντι Γκρέις μ’ εκείνη της κοσμικής Μάντισον Άρτσερ. Ο Τζέρεμι απέρριψε την πρότασή της με μια κοφτή χειρονομία. «Μάλλον δεν έκανα σαφές ότι το πρόσφατο σκάνδαλο δεν είναι ύψιστη προτεραιότητά μου», απάντησε. «Και ποια είναι η ύψιστη προτεραιότητά σου;» είπε η Μάντι, μπερδεμένη. «Ο άστατος τρόπος ζωής σου, που είχε σαν αποτέλεσμα την απαράδεκτη φήμη σου». «Θέλεις να έρθω και να εργαστώ στην εταιρεία;» τον ρώτησε με μηδενικό ενθουσιασμό και ακόμα λιγότερη πεποίθηση. Την τελευταία φορά που είχε προκύψει το ζήτημα της Άρτσερ 17


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Ιντερνάσιοναλ, ο πατέρας της είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν έτρεφε πλέον την ψευδαίσθηση πως η κόρη του θα τον διαδεχόταν κάποια μέρα στην επενδυτική εταιρεία του. Το τραχύ γέλιο του ήταν η απάντηση που της χρειαζόταν. «Όχι βέβαια!» Η Μάντι προτιμούσε να αξιοποιεί τη μόρφωσή της διδάσκοντας εθελοντικά, όμως αν ήταν να βελτιωθεί η σχέση της με τον πατέρα της θα εργαζόταν επί πληρωμή -κάτι που ήλπιζε ότι δε θα ερχόταν σε σύγκρουση με το πρόγραμμα της εθελοντικής εργασίας της. Ο πατέρας της γέλασε πάλι περιφρονητικά. «Πιστεύεις ότι αυτή τη στιγμή θα σε προσλάμβαναν σε κάποιο ευυπόληπτο φιλανθρωπικό ίδρυμα ή κάποια σοβαρή εταιρεία;» Εκείνη ένιωσε τα μάγουλά της να φουντώνουν, παρ’ ότι κοκκίνιζε πολύ σπάνια. Είχε μάθει εδώ και καιρό να κρύβει τα συναισθήματά της, ακόμα και να συγκρατεί το κοκκίνισμα της ντροπής. Αλλά ξαφνικά είχε συνειδητοποιήσει πως, αν μαθευόταν ότι η Μάντισον Άρτσερ ήταν το ίδιο πρόσωπο με τη Μάντι Γκρέις, το σχολείο μπορεί να αναγκαζόταν να της απαγορεύσει να προσφέρει εθελοντική εργασία. Κι όλα αυτά επειδή κάποιος που θεωρούσε φίλο της είχε αποδειχτεί ψεύτης, εκμεταλλευτής και καιροσκόπος. «Θέλει να παντρευτείς», την πληροφόρησε ο Βικ. Ούτε ο τόνος της φωνής του ούτε το ύφος του έδειχναν ότι αστειευόταν. Και ο πατέρας της δεν έσπευσε να τον διαψεύσει. Για πρώτη φορά, η Μάντι κοίταξε γύρω στο δωμάτιο για να δει τις αντιδράσεις των άλλων που ήταν εκεί. Ο υπεύθυνος Τύπου και η προσωπική βοηθός του πατέρα της ασχολούνταν τώρα με τα τάμπλετ τους. Δεν παρακολουθούσαν τη συζήτηση, ή απλώς προσποιούνταν ότι δεν άκουγαν. Ένας απ’ τους διευθυντές του την κοιτούσε με έναν τρόπο που την έκανε να αισθανθεί βρόμικη, αλλά ίσως είχε κάποια σχέση μ’ αυτό και το γεγονός ότι είχε μπροστά του τα άρθρα που 18


LUCY MONROE

έγραφαν για εκείνη. Ο άλλος διευθυντής του διάβαζε τα έγγραφα και ο άλλος άντρας, τον οποίο δε γνώριζε, κοιτούσε τον πατέρα της σαν να προσπαθούσε να αξιολογήσει την κατάσταση. Η έκφραση του Βικ ήταν αινιγματική, όπως πάντα. Η Μάντι στράφηκε πάλι στον πατέρα της. Στο βλέμμα του δεν υπήρχε τίποτε άλλο από αδιαλλαξία κι αποφασιστικότητα. «Θέλεις να παντρευτώ», του είπε. «Ναι». «Ποιον;» τον ρώτησε, αν και υποψιαζόταν κάτι που δεν τη χαροποιούσε καθόλου. «Έναν από αυτούς τους τέσσερις». Ο πατέρας της έδειξε τον Βικ, τους δύο άλλους διευθυντές και τον άντρα που η Μάντι δε γνώριζε. «Τον Βικ τον ξέρεις, φυσικά, και είμαι σίγουρος ότι θυμάσαι τον Στίβεν Γουίτλι». Ο Τζέρεμι έδειξε με το κεφάλι του το διευθυντή που η Μάντι ήταν βέβαιη πως είχε ήδη ένα διαζύγιο στο ενεργητικό του και τα διπλά της χρόνια. Έπιασε τον εαυτό της να χαιρετάει τους δυο άντρες με ένα νεύμα, ίσως από μια αλλόκοτη αίσθηση ευγένειας. Ή ίσως ήταν μόνο το παράδοξο της όλης κατάστασης. Ο πατέρας της έδειξε το διευθυντή που το βλέμμα του την έκανε να ανατριχιάζει. «Αυτός είναι ο Μπράιαν Τζόουνς», είπε. Τώρα την κοιτούσε καλοκάγαθα, σχεδόν με οίκτο. «Νόμιζα ότι ήσαστε αρραβωνιασμένος», είπε η Μάντι. Η φωνή της ήταν τόσο σφιγμένη όσο ο λαιμός της. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Δεν είχε γνωρίσει τη μνηστή του στο χριστουγεννιάτικο πάρτι; «Είσαι;» ρώτησε ο πατέρας της, φανερά ενοχλημένος. «Δεσποινίς Πριστ;» Η βοηθός του σήκωσε τα μάτια της από το τάμπλετ και έσμιξε τα φρύδια της. «Μάλιστα, κύριε;» «Ο Τζόουνς είναι αρραβωνιασμένος». «Αλήθεια;» Η δεσποινίς Πριστ δεν έδειξε να ταράζεται. «Αλλά δεν είναι παντρεμένος». 19


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Πρόκειται να παντρευτώ, όμως». Ο Μπράιαν σηκώθηκε. «Δε νομίζω ότι χρειάζεται να μείνω περισσότερο στη συνάντηση. Κύριε, αν μου επιτρέπετε...» «Διάβασες το συμβόλαιο;» είπε αυστηρά ο πατέρας της Μάντι. «Μάλιστα». «Κι επιμένεις να φύγεις;» «Μάλιστα, κύριε». Τα μάτια του Τζέρεμι Άρτσερ έλαμψαν για μια στιγμή από σεβασμό, παρ’ ότι ήταν συνοφρυωμένος. «Τότε φύγε». Ύστερα έδειξε με το πιγούνι του τον άγνωστο που καθόταν απ’ την άλλη μεριά της Μάντι, λες και οι συστάσεις δεν είχαν διακοπεί από τη λιποταξία ενός από τους υποψηφίους. «Μάξγουελ Μπλακ, πρόεδρος της ΒΙΤ». Ο Μάξγουελ της χαμογέλασε. Η γοητεία του θα μπορούσε να συγκριθεί μ’ εκείνη του Βικ. «Γεια σου, Μάντισον. Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω». Δεν ήταν απροκάλυπτα σέξι, αλλά οι δονήσεις που εξέπεμπε έκαναν τη Μάντι να τυλίξει τα χέρια της στο κορμί της σαν να ήθελε να προστατευτεί. Αυτός ο άνθρωπος ανέδιδε δύναμη με τον ίδιο τρόπο που ανέδιδε ο Βικ, αλλά με μια επιθετικότητα που δεν είχε αισθανθεί από το διάδοχο του πατέρα της. Από την άλλη, δεν είχε υπάρξει ποτέ μεταξύ τους επαγγελματικός ανταγωνισμός. «Δε νομίζω ότι γνωριζόμαστε». Η Μάντι άφησε τα χέρια της να πέσουν. «Σε είδα το Φεβρουάριο στο Ρεντ Μπολ». Η Μάντι θυμόταν ότι είχε πάει στο φιλανθρωπικό χορό που ο σκοπός του ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για έρευνες σχετικές με τις καρδιοπάθειες, αλλά δε θυμόταν να είχε δει τον Μάξγουελ εκεί. «Θα σε θυμόμουν», απάντησε. «Χαίρομαι που το ακούω». Το χαμόγελο του Μάξγουελ ήταν εκτυφλωτικό. «Αλλά εννοούσα αυτό που είπα. Σε είδα. Δε συστηθήκαμε». 20


LUCY MONROE

«Ω». Ο πατέρας της καθάρισε το λαιμό του, μ’ εκείνον το χαρακτηριστικό τρόπο του που φανέρωνε αποδοκιμασία. Αλλά αν περίμενε να την ακούσει να λέει ότι χαιρόταν που γνώριζε τον Μάξγουελ -κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες-, τότε σήμαινε ότι δεν την ήξερε πολύ καλά. Άλλωστε αυτό δεν ήταν το πρόβλημα της ζωής της;

21


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Το σχέδιο του Βικ πήγαινε ρολόι μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά ο θυμός που είδε στα μάτια της Μάντισον απειλούσε να το καταστρέφει. Αν ο Τζέρεμι έδειχνε έστω κι ένα ίχνος από την ανησυχία που ο Βίκτορ ήξερε ότι είχε για την τωρινή κατάσταση της κόρης του, η Μάντι θα αντιδρούσε πολύ διαφορετικά. Όμως αν πατέρας και κόρη είχαν μια τέλεια σχέση ή έστω μια πολύ καλή σχέση, και τα δικά του σχέδια θα ήταν τελείως διαφορετικά. «Ξέρεις, δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι με κάλεσες εδώ για να με βοηθήσεις, να μου σταθείς έστω και μια φορά, να με προστατέψεις επειδή νοιάζεσαι». Η όμορφη κοκκινομάλλα το είπε με μια απάθεια που ο Βίκτορ σχεδόν ζήλεψε. Θα ήταν εκπληκτική παίκτρια στο πόκερ. Όμως έλεγε ψέματα. Δε θα ερχόταν αν δεν πίστευε ότι ο πατέρας της θα τη βοηθούσε. «Ποτέ δεν ήσουν απ’ τα παιδιά που τα συνεπαίρνουν τα παραμύθια», είπε ο Τζέρεμι. Ο Βίκτορ θα μπορούσε να συγκροτήσει την ανόητη περηφάνια του, αλλά κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε τα προσωπικά σχέδιά του. Ωστόσο αισθάνθηκε ένα απρόσμενο τσίμπημα ενοχής βλέποντας στα γαλάζια βάθη των ματιών της Μάντισον μια ανεπαίσθητη λάμψη πόνου. Συνήλθε γρήγορα, η έκφρασή της άλλαξε. Απάλυνε. Έγινε βαριεστημένη. «Όχι. Αυτό ήταν χαρακτηριστικό της μαμάς», απάντησε στον πατέρα της. «Εκείνη είχε την ψευδαίσθηση ότι νοιαζόσουν για εμάς. Εγώ ξέρω καλύτερα». Ήταν η σειρά του Τζέρεμι να τιναχτεί. Και δεν κατάφερε να 22


LUCY MONROE

κρύψει την αντίδρασή του τόσο γρήγορα όσο η κόρη του, πράγμα που σήμαινε ότι είχε πάθει σοκ. Η Μάντισον δε συνήθιζε να δαγκώνει τόσο δολοφονικά. Η αλήθεια ήταν ότι, σε όσες αντιπαραθέσεις τους ήταν παρών, ο Βίκτορ δεν την είχε ακούσει ποτέ να χρησιμοποιεί τη μνήμη της μητέρας της εναντίον του πατέρα της. Αλλά στο πορσελάνινο πρόσωπό της δε διέκρινε κανέναν συναισθηματικό θρίαμβο. Αντίθετα, έδειχνε σαν να ήθελε να σηκωθεί και να φύγει από την αίθουσα. Το γεγονός ότι έμεινε στη θέση της ήταν απόδειξη πως η κληρονόμος μπορεί να ήταν εγκληματικά επιπόλαιη στην προσωπική της ζωή, αλλά δεν ήταν ανόητη. Γνώριζε τον πατέρα της αρκετά καλά ώστε να ξέρει ότι οι απειλές του Τζέρεμι δεν ήταν κούφιες. «Έχεις πέντε λεπτά». Τα λόγια της επιβεβαίωναν ότι ήξερε πως ο πατέρας της κρατούσε στο χέρι του κι άλλα χαρτιά, αλλά από την άλλη δεν είχε υπομονή να περιμένει να τα δει. Το πρόσωπο του Τζέρεμι κοκκίνισε. «Ορίστε;» είπε. «Θέλει να μάθει τι λάκκο έχει η φάβα», εξήγησε ο Βίκτορ στον εργοδότη του. Το συνοφρύωμα του Τζέρεμι φανέρωνε πως είχε καταλάβει τι εννοούσε η Μάντι, όμως δεν του άρεσε το υπονοούμενο ότι θα σηκωνόταν να φύγει αν δεν ικανοποιούνταν η απαίτησή της. «Φάβα;» ρώτησε ο Μπλακ. Ο Βίκτορ θα μπορούσε να του απαντήσει, όμως δεν το έκανε. Το να δώσει στον Μάξγουελ Μπλακ οποιαδήποτε πληροφορία δεν ήταν στα σχέδιά του για εκείνη τη μέρα. Ο Βίκτορ αγνοούσε την παρουσία των υπόλοιπων υποψηφίων που κάθονταν στο τραπέζι, σαν να ήταν τελείως περιττοί, και σκόπευε να συνεχίσει να τους αγνοεί. Η Μάντισον δεν ήταν τόσο επιφυλακτική. «Ο Τζέρεμι ποτέ δεν εμπλέκεται σε μια μάχη αν δεν είναι σίγουρος ότι θα την κερδίσει. Και για να το πετύχει, σημαδεύει την τράπουλα. Θα έχει σκεφτεί εκ των προτέρων τρία σενάρια που δε θα ήθελα να 23


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

πραγματοποιηθούν ποτέ. Κανένα από τα τρία». «Λες τον πατέρα σου με τ’ όνομά του;» ρώτησε ο Μπλακ. Η Μάντισον κοίταξε με νόημα το μεγιστάνα. «Όπως επεσήμανε, δεν είμαι εγώ το μέλος της οικογένειας που του αρέσει να πλάθει συναισθηματικές φαντασιώσεις», απάντησε. Αυτό που δεν είπε ήταν ότι μέχρι εκείνο το πρωί έλεγε τον Τζέρεμι Άρτσερ πατέρα, ακόμα και μπαμπά μερικές φορές. Από τα λόγια της, όμως, ήταν ολοφάνερο πως δε σκόπευε να το συνεχίσει. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο πρόεδρος της εταιρείας τα είχε κάνει θάλασσα σε σχέση με την κόρη του. Ο Βίκτορ μπορεί να είχε προτείνει το συγκεκριμένο σχέδιο για να προστατέψει τα συμφέροντα και το μέλλον της επιχείρησης, αλλά δε θα αιφνιδίαζε τη Μάντισον σε μια συνάντηση με ξένους. Είχε θυμώσει συνειδητοποιώντας ότι ο Τζέρεμι δεν είχε φροντίσει να ενημερώσει εκ των προτέρων την κόρη του για το αντικείμενο της συνάντησης. Η Μάντι μπορεί να ήταν επιπόλαιη και παράτολμη, αλλά άξιζε περισσότερο σεβασμό. Δεν αμφέβαλλε ότι ο Τζέρεμι θα έπαιρνε στο τέλος αυτό που ήθελε, ειδικά επειδή ο ίδιος ο Βίκτορ θα φρόντιζε να συμβεί αυτό. Ωστόσο είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι το προσωπικό κόστος αυτής της επιτυχίας ίσως ήταν για τον Τζέρεμι πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι περίμενε. Η Μάντι έριξε μια ματιά στο Καρτιέ ρολόι της. «Ο χρόνος, σου ξεκινάει από τώρα, Τζέρεμι». «Εναλλακτικό Σχολείο “Χρυσές Ευκαιρίες”». «Τι έγινε μ’ αυτό;» ρώτησε επιφυλακτικά η Μάντισον. Και στο προσωπείο της αταραξίας της εμφανίστηκε τελικά μια μικρή ρωγμή. «Τα τελευταία τρία χρόνια έχεις προσφέρει χιλιάδες δολάρια από τα έσοδα του Ιδρύματος Μάντισον για επισκευές και προγράμματα». «Το ξέρω». Αλλά ο Βίκτορ δεν το ήξερε. Άρχισε να αναρωτιέται τι άλλο ακόμα δε γνώριζε για τη Μάντισον. 24


LUCY MONROE

Στα μάτια του Τζέρεμι, το μόνο χαρακτηριστικό του που είχε κληρονομήσει η κόρη του, φάνηκε μια μικρή λάμψη ικανοποίησης. «Η χωροταξία του σχολείου είναι υπό εξέταση». «Δεν ήταν μέχρι χθες». «Τα πράγματα αλλάζουν». «Κατάλαβα». Η Μάντι κοίταξε με νόημα το ρολόι της. «Παριστάνεις ότι δε σ’ ενδιαφέρει;» είπε ο πατέρας της. «Όχι. Έχεις άλλα δύο λεπτά». Ο Βίκτορ είχε εντυπωσιαστεί με τις διαπραγματευτικές ικανότητες της Μάντισον. Ο Τζέρεμι έσμιξε τα φρύδια του. «Ραμόνα Γκρέισον». «Τι συμβαίνει μ’ αυτή;» «Ο πατέρας της είναι μέθυσος», επισήμανε ο Τζέρεμι, χλευάζοντας έναν άνθρωπο που η Μάντισον θεωρούσε δεύτερο πατέρα της. «Και ο δικός μου είναι ασυνείδητο κάθαρμα. Και οι δυο μας πετύχαμε από σβέρκο όσον αφορά τους πατεράδες μας, αλλά σίγουρα θα επέλεγα τον Χάρι Γκρέισον αν μου δινόταν η ευκαιρία. Τα συναισθήματά του μπορεί να είναι ποτισμένα στο αλκοόλ, αλλά τουλάχιστον έχει συναισθήματα». Ο Βίκτορ είχε ξαναδεί τη Μάντισον θυμωμένη. Την είχε δει πληγωμένη, ντροπιασμένη, ακόμα και απογοητευμένη βαθιά. Όμως ποτέ δεν την είχε ξαναδεί τόσο οργισμένη. Η Μάντισον που ήξερε πριν δέκα χρόνια δε θύμιζε σε τίποτα τη σκληρή, αμείλικτη γυναίκα που ήταν μπροστά τους. Παρά το υπονοούμενο της, αγαπούσε τον πατέρα της. Στο παρελθόν, δεν μπορούσε να κρύψει την ανάγκη της για την προσοχή του και την επιδοκιμασία του. Το λάθος της ήταν πάντα ο τρόπος που προσπαθούσε να τα κερδίσει. Είχε ακολουθήσει το παράδειγμα της μητέρας της, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι ο Τζέρεμι Άρτσερ είχε τραυματιστεί από την απώλεια της συζύγου του πολύ βαθιά ώστε να θέλει να βλέπει στο μοναχοπαίδι του στοιχεία του δικού της παράτολμου χαρακτήρα. 25


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Πιστεύεις ότι η Ραμόνα το βλέπει έτσι;» ρώτησε ο Τζέρεμι. «Ή θα προτιμούσε να είχε έναν πατέρα που δε θα χανόταν μέσα στο νέφος του οινοπνεύματος;» Η Μάντισον ανασήκωσε τους ώμους της. «Αυτό είναι κάτι που δε συζητάμε». «Τέλος πάντων, η καταστροφή της επιχείρησης του πατέρα της και στη συνέχεια η χρεοκοπία του θα τη στεναχωρούσαν πάρα πολύ. Δε συμφωνείς;» Η Μάντισον έβγαλε από την τσάντα της το κινητό της, με μια αδιάφορη κίνηση που διέψευδε η φλόγα της οργής στα μάτια της. «Έχεις ακριβώς δεκαπέντε δευτερόλεπτα για να εγκαταλείψεις την τακτική του εκβιασμού», είπε στον πατέρα της. «Αλλιώς;» «Δέκα». Και για πρώτη φορά από τότε που θυμόταν ο Βίκτορ, ο αλάνθαστος επιχειρηματίας Τζέρεμι Άρτσερ έκανε ένα λάθος στη διαπραγμάτευση. Δέχτηκε σιωπηλά την μπλόφα της κόρης του. Πίστευε πως, επειδή δεν ενδιαφερόταν για επιχειρήσεις, η Μάντισον δεν ήταν ικανή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση με σκληρότητα ανάλογη της δικής του. Ο Βίκτορ ήξερε εκ πείρας ότι, επειδή ένας γονιός και ένα παιδί ακολουθούσαν έναν πολύ διαφορετικό τρόπο ζωής, δε σήμαινε απαραίτητα ότι δεν είχαν και κοινά χαρακτηριστικά. Η Μάντισον έφερε το τηλέφωνο στο αυτί της. «Μην το κάνεις», της είπε ο Βίκτορ. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. «Λυπάμαι, Βίκτορ». Μόνο για ένα λόγο θα του έλεγε ότι λυπάται. Αν αυτό που σκόπευε να κάνει θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στην Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ, κατ’ επέκταση στη δουλειά και τη ζωή του. Οι πιθανές συνέπειες στριφογύριζαν ακόμα στο μυαλό του Βίκτορ καθώς η Μάντι μιλούσε με το δικηγόρο του Ιδρύματος Μάντισον. «Γεια σας, κύριε Μπέλιγχαμ. Θα ήθελα να συντάξετε κάποια έγγραφα για εμένα. Σας στέλνω αμέσως 26


LUCY MONROE

γραπτώς τις οδηγίες». Μερικά λεπτά αργότερα ακούστηκε από το τηλέφωνο η αγωνιώδης φωνή του δικηγόρου. Εκείνη τον άκουγε για λίγο σιωπηλή πριν του απαντήσει. «Ναι, το ξέρει. Είναι εδώ, μαζί μου. Για την ακρίβεια, εκείνος ευθύνεται για την απόφασή μου». Το γεγονός ότι ο ήρεμος Μπέλιγχαμ συνέχιζε να μιλάει αρκετά δυνατά ώστε ο Βίκτορ να μπορεί να καταλαβαίνει κάποια πράγματα έλεγε κάτι για το είδος των οδηγιών που του είχε στείλει η Μάντισον. «Είμαι απόλυτα βέβαιη, κύριε Μπέλιγχαμ. Και κάτι ακόμα. Αν η εταιρεία σας επιθυμεί να συνεχιστεί η συνεργασία με το Ίδρυμα Μάντισον και μετά από εξήντα πέντε μέρες που θα περιέλθει στον έλεγχό μου, καλύτερα να έχετε έτοιμα τα χαρτιά το απόγευμα που θα περάσω από το γραφείο σας». Ο δικηγόρος άρχισε να μιλάει ξανά, αυτή τη φορά πιο ήρεμα. «Ευχαριστώ, κύριε Μπέλιγχαμ», είπε η Μάντι. Έβαλε πάλι το τηλέφωνο στην τσάντα της και γύρισε στον πατέρα της, κοιτάζοντάς τον με μια έκφραση που ήταν σαν να τον προκαλούσε να τη ρωτήσει τι είχε κάνει. Ο Τζέρεμι έμεινε πεισματικά σιωπηλός, ή ίσως ήταν υπερβολικά σοκαρισμένος για να αντιδράσει. Μπορεί να είχε μαντέψει ποιο ήταν το περιεχόμενο εκείνων των εγγράφων, μπορεί και όχι. Ίσως πίστευε εσφαλμένα ότι η Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ ήταν για την κόρη του τόσο σημαντική ώστε να μην κάνει αυτό που ο Βίκτορ ήταν σχεδόν βέβαιος ότι είχε κάνει. «Τι θα λένε τα χαρτιά;» ρώτησε ο Βίκτορ, απρόθυμος να πάρει αποφάσεις βασισμένες σε υποθέσεις. «Όπως ξέρεις, βάσει της οικονομικής συμφωνίας που έκανε ο παππούς μου με τον Τζέρεμι μετά το γάμο του με τη μητέρα μου, το Ίδρυμα Μάντισον κατέχει το είκοσι πέντε τοις εκατό των μη εισηγμένων μετοχών της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ». «Αυτές οι μετοχές είναι η κληρονομιά σου», είπε ο Τζέρεμι. 27


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Η Ρόμι είναι φίλη μου». «Γι’ αυτό της δίνεις μερικές από τις μετοχές σου;» ρώτησε ο Βίκτορ, παρ’ ότι δεν ήλπιζε ότι μπορεί να ήταν τόσο απλό. «Αν η επιχείρηση του κυρίου Γκρέισον κινδυνεύσει από την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ ή οποιαδήποτε άλλη θυγατρική εταιρεία, τη νύχτα των γενεθλίων μου, ένα δευτερόλεπτο μετά τα μεσάνυχτα, όλες αυτές οι μετοχές θα μεταβιβαστούν προσωπικά στον Χάρι Γκρέισον. Όχι στην εταιρεία του». «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό!» «Μπορώ». Από τότε που γνώριζε τη Μάντισον, εκείνη τη στιγμή έμοιαζε στον πατέρα της περισσότερο από κάθε άλλη φορά, σκέφτηκε ο Βίκτορ. «Κι αν η εταιρεία του δεν κινδυνεύσει;» τη ρώτησε, με την υποψία ότι η απειλή του Τζέρεμι είχε σπρώξει την κόρη του να πάρει κάποια οριστική και αμετάκλητη απόφαση. «Οι μισές μετοχές μου θα πάνε στη Ρόμι», του απάντησε. Ο Τζέρεμι σηκώθηκε. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο από θυμό, τα μάτια του μισόκλειστα. «Δε θα υπογράψεις αυτά τα χαρτιά!» «Θα τα υπογράψω». Αντίθετα από εκείνον, η Μάντισον κάθισε χαλαρά στην καρέκλα της. «Είχες την ευκαιρία να αποσύρεις από το τραπέζι την ευτυχία της φίλης μου σαν διαπραγματευτικό χαρτί, αλλά αρνήθηκες να το κάνεις». «Είναι παράλογο», είπε ο Στίβεν Γουίτλι, μιλώντας για πρώτη φορά αφότου είχαν συστηθεί με τη Μάντι. «Ακόμα και οι μισές μετοχές σου αξίζουν δεκάδες εκατομμύρια». «Η Ρόμι δε θα χρειάζεται να ανησυχεί μην καταστρέψει τη δική της ζωή ο μέθυσος πατέρας της, έτσι δεν είναι;» είπε η Μάντι στον Τζέρεμι, σαν να είχε θίξει εκείνος το ζήτημα της αξίας των μετοχών. Χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. «Δε σου καταστρέφω τη ζωή, Μάντισον. Τα καταφέρνεις μια χαρά μόνη σου». «Όχι, δεν την καταστρέφω, αλλά δεν περιμένω να με πιστέψεις». 28


LUCY MONROE

«Δε θα σε αφήσω να δώσεις το δωδεκάμισι τοις εκατό της εταιρείας μου!» Ο Βίκτορ δεν ήξερε αν ο Τζέρεμι συνειδητοποιούσε ότι ουσιαστικά μόλις είχε αποσύρει από το τραπέζι και το τρίτο διαπραγματευτικό χαρτί του. Δε θα επέτρεπε σε καμιά περίπτωση να περιέλθει το είκοσι πέντε τοις εκατό της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ στην κατοχή του Χάρι Γκρέισον. Ο Τζέρεμι και η Μάντισον έμοιαζαν πολύ. Και οι δύο θα έπαιρναν δραστικά μέτρα για να προστατέψουν ό,τι θεωρούσαν πολύτιμο. Το πρόβλημα ήταν πως, ενώ η Μάντισον ήταν πολύτιμη για τον Τζέρεμι, η ίδια δεν το πίστευε κι εκείνος έκλεινε σκόπιμα τα μάτια του, για να μη βλέπει τι χρειαζόταν η κόρη του από αυτόν. Επιπλέον, ο Τζέρεμι έβαζε πάνω απ’ όλα την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ και η Μάντισον έβαζε πάνω απ’ όλα τους ανθρώπους που αγαπούσε. Προς το παρόν, οι δυο προτεραιότητες έρχονταν σε σύγκρουση. Τα πράγματα θα ξέφευγαν τελείως αν ο Βίκτορ δεν αναλάμβανε αμέσως τον έλεγχο της κατάστασης. «Κάθισε κάτω, Τζέρεμι», είπε, σε έναν τόνο που έδειχνε σεβασμό, αλλά ταυτόχρονα ήταν αποφασιστικός. Ο Τζέρεμι αγριοκοίταξε την κόρη του πριν καθίσει πάλι στην καρέκλα του. «Έχουμε ξεφύγει από το θέμα της συνάντησης και νομίζω ότι είναι ώρα να ανασυγκροτηθούμε», είπε ο Βίκτορ. Ο Τζέρεμι κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Ο Βίκτορ σηκώθηκε και έστρωσε το σακάκι του κοστουμιού του, ύστερα πλησίασε τη Μάντισον και της άπλωσε το χέρι του. «Έλα μαζί μου». «Τι κάνεις;» ρώτησε ο Τζέρεμι συνοφρυωμένος. Ήξερε ότι η Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ ήταν στην κορυφή και της δικής του λίστας προτεραιοτήτων, το μέσο για την πραγματοποίηση των προσωπικών σχεδίων του. Και ο Βίκτορ 29


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

δε θα ξεκινούσε πάλι από την αρχή εξαιτίας της αντιπαράθεσης πατέρα-κόρης. «Η Μάντισον κι εγώ έχουμε να συζητήσουμε κάποια πράγματα». Ο Στίβεν κοίταξε τον Βίκτορ σκυθρωπός. «Δεν είσαι ο μοναδικός υποψήφιος, ξέρεις. Το συμβόλαιο προτάθηκε και στους τέσσερις μας». «Είμαι ο μόνος που μετράει», απάντησε εκείνος. Το αδιόρατο χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη του Τζέρεμι έλεγε ότι αυτό ήταν αλήθεια, παρ’ όλα αυτά είπε: «Νομίζω ότι αυτό θα το κρίνει η Μάντισον». Εκείνη έβγαλε έναν ήχο απελπισίας. «Σωστά. Εγώ θα αποφασίσω, αλλά υποθέτω ότι θα πρέπει να διαλέξω κάποιο από τα πρόσωπα που περιέλαβες στη σημερινή συνάντηση. Ο ένας απ’ αυτούς είναι ήδη αρραβωνιασμένος, ο άλλος είναι τόσο μεγάλος ώστε θα μπορούσε να ήταν πατέρας μου και έχει ένα ιστορικό αποτυχημένων γόμων, και ο άλλος μου είναι τελείως άγνωστος. Έπειτα είναι και ο Βίκτορ». «Ο Μάξγουελ Μπλακ είναι ένας άνθρωπος που αξίζει να γνωρίσεις». Αν και μπορεί να ήταν αλήθεια, στον Βίκτορ δεν άρεσε καθόλου το γεγονός ότι ο Τζέρεμι το επισήμανε. Δυο αγόρια με ρωσική καταγωγή, που είχαν μάθει να εκτιμούν μια κουλτούρα όχι καθαρά αμερικανική, ο Μάξγουελ και ο Βίκτορ είχαν μεγαλώσει μαζί. Οι οικογένειές τους είχαν φιλική σχέση, οι στόχοι τους ήταν παρόμοιοι. Φίλοι κατά κάποιον τρόπο, αλλά χωρίς να είναι ολόιδιοι, και οι δυο ήταν αποφασισμένοι ν’ αφήσουν το χνάρι τους στον κόσμο, να είναι στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Λόγω του ότι είχαν επιλέξει διαφορετικούς δρόμους για να κυριαρχήσουν στον επιχειρηματικό κόσμο, τα ενδιαφέροντά τους δεν είχαν έρθει σε σύγκρουση μέχρι τώρα. Ευτυχώς, η Μάντισον δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται από τα λόγια του πατέρα της. 30


LUCY MONROE

Μετακινήθηκε για να δει καλύτερα τον πρόεδρο της BIT. «Κύριε Μπλακ, μην ξεγελαστείς από την εσφαλμένη άγνοια του Τζέρεμι. Αυτά τα άρθρα είναι ψέματα που σκαρφίστηκε ένας άνθρωπος που θεωρούσα φίλο μου. Ο Πέρι κι εγώ ποτέ δεν είχαμε σεξουαλική σχέση, ειδικότερα σαδομαζοχιστική». «Σε πιστεύω». Η διαβεβαίωση του Μάξγουελ αποδείκνυε ότι ήταν εξίσου έξυπνος μ’ εκείνον, όπως πίστευε ανέκαθεν ο Βίκτορ. Η Μάντισον χαλάρωσε λίγο. «Ωραία». «Ανεξάρτητα από το λόγο της συνάντησής μας, θα ήθελα να σε γνωρίσω καλύτερα, μις Άρτσερ». Ο Μάξγουελ -ανάθεμά τονχαμογέλασε στη Μάντισον γοητευτικά. «Φαίνεσαι ενδιαφέρων άνθρωπος». Εκείνη έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Ευχαριστώ, αλλά...» «Μην αποκλείεις τόσο βιαστικά την πιθανότητα να ταιριάζουμε», τη διέκοψε ο Μάξγουελ, με άλλο ένα από εκείνα τα χαμόγελα που έκαναν τις γυναίκες να λιώνουν. «Στοιχηματίζω ότι θα μπορούσα να σου μάθω κάποια από τα πράγματα που σε κατηγορούν ότι σου χρειάζονται». Το πνιχτό επιφώνημα της Μάντι έδειξε ότι τη σοκάρισαν τα λόγια του. Ο Βίκτορ δεν ήξερε αν ήταν τα ίδια τα λόγια ή το μέρος που είχε διαλέξει να τα πει, αλλά δεν είχε σημασία. Εκείνος δεν εξεπλάγη. Ο Μάξγουελ ήταν δυνατός παίκτης και εκμεταλλευόταν την αδυναμία των άλλων. Το να μετατρέψει τις αισχρές επικεφαλίδες σε κάτι απαγορευμένο αλλά δυνητικά συναρπαστικό ήταν μια ευφυής τακτική για να χειριστεί την τρέχουσα κατάσταση και την ταπείνωση που πρέπει να αισθανόταν η Μάντισον. Δυστυχώς για τον Μάξγουελ, ο Βίκτορ δε θα άφηνε τη μηχανορραφία του να πετύχει. Τίποτα δε θα στεκόταν εμπόδιο ανάμεσα σ’ εκείνον και τον έλεγχο της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ. Ούτε η ίδια η Μάντισον, πόσο μάλλον ο Μάξγουελ Μπλακ. Ο Τζέρεμι, που προφανώς τον αναστάτωσαν τα λόγια του Μάξγουελ, έβγαλε έναν ήχο διαμαρτυρίας. 31


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Αλλά πριν προλάβει να πει τίποτα, ο Βίκτορ μπήκε μπροστά στον Μπλακ και του έκοψε τη θέα. «Αυτό είναι κάτι που δεν πρόκειται να συζητήσεις με τη Μάντισον, ούτε εδώ ούτε πουθενά αλλού», είπε. «Έτσι νομίζεις;» απάντησε προκλητικά ο Μπλακ. «Ξέρω ότι είναι έτσι». «Δε χρειάζομαι την προστασία σου, Βίκτορ», σχολίασε ήρεμα η Μάντισον από πίσω του. Ο Βίκτορ γύρισε και την κοίταξε, αλλά δεν κουνήθηκε, έτσι ο Μπλακ θα χρειαζόταν να σηκωθεί και να τον παρακάμψει για να τη δει. «Την έχεις ούτως ή άλλως», είπε στη Μάντισον. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. Αν ήταν άρνηση ή αγανάκτηση, ο Βίκτορ δεν ήξερε. «Ούτε που θα σκεφτόμουν να δεχτώ την προσφορά του», επισήμανε η Μάντι. «Είμαι σίγουρη ότι μια σχέση τέτοιου είδους, ακόμα και στην πιο ήπια μορφή της, απαιτεί εμπιστοσύνη. Κι εγώ δεν εμπιστεύομαι τους άντρες. Ειδικά άντρες που έχουν ανάλογες προτεραιότητες με αυτές του Τζέρεμι Άρτσερ. Επιχειρηματίες». Έκανε τη λέξη να ακουστεί σαν όνειδος. Παρ’ όλα αυτά, ο Βίκτορ δεν την πίστεψε. Η Μάντισον εμπιστευόταν εκείνον. Πάντα τον εμπιστευόταν. Ακόμα κι αν δεν το καταλάβαινε πια. Και παρ’ ότι τα λόγια του Μάξγουελ δεν τον είχαν εκπλήξει, η τόλμη της να τον αντιμετωπίσει στα ίσια τον εξέπληξε. Αλλά ίσως δε θα έπρεπε. Είχε δείξει ήδη το δυναμισμό της αντιμετωπίζοντας τον πατέρα της. Ο Μάξγουελ σηκώθηκε. Η χαλαρή στάση του δεν άρεσε καθόλου στον Βίκτορ, όπως δεν του άρεσε και ο τρόπος που τον προσπέρασε για να πάει να σταθεί μπροστά της. «Κατάλαβα», της είπε. «Ωραία», του απάντησε. «Στο συμβόλαιο δεν υπάρχει κανένας όρος που να λέει ότι πρέπει να μοιραζόμαστε την ίδια κρεβατοκάμαρα». 32


LUCY MONROE

Τα μάτια της έλαμψαν με... Ενδιαφέρον ήταν αυτό; Ο Βίκτορ βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του. «Προκειμένου να λάβουν τις προσυμφωνηθείσες μετοχές, η Μάντισον και ο σύζυγός της πρέπει να προσφέρουν διάδοχο για την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ». Η Μάντι πήρε μια απότομη εισπνοή, η οργή άρχισε να βγαίνει από μέσα της κατά κύματα. Πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, ο Μάξγουελ ανασήκωσε τους ώμους του. «Υπάρχει πάντα η τεχνητή γονιμοποίηση». «Ενώ θα ζούμε δυο εντελώς ξεχωριστές ζωές;» ρώτησε εκείνη, σε έναν τόνο που ο Βίκτορ γνώριζε, αλλά από την αντίδραση τόσο του Μάξγουελ όσο και του πατέρα της, εκείνοι προφανώς δε γνώριζαν. Ο Τζέρεμι ξεφύσηξε νευριασμένος, ενώ ο άλλος Ρωσοαμερικανός κούνησε το κεφάλι του με αυτάρεσκη ικανοποίηση. «Ακριβώς». «Θα είμαστε παντρεμένοι μόνο στα χαρτιά;» Η απέχθεια της Μάντισον μεγάλωσε σε τέτοιο βαθμό που θα έπρεπε να την αντιληφθούν όλοι. Όμως δεν την αντιλήφθηκαν. «Όχι». Ο Βίκτορ είχε βαρεθεί τα λεκτικά παιχνίδια. Η Μάντι τον κοίταξε σαν να αμφισβητούσε το δικαίωμά του να κάνει μια τέτοια δήλωση. «Μια σχέση αυτής της μορφής θα έθετε σε κίνδυνο την ακεραιότητα της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ», επισήμανε εκείνος. Τα γαλάζια μάτια της σκοτείνιασαν από απογοήτευση, αλλά έκρυψε το συναίσθημα σχεδόν αμέσως. Ο Βίκτορ βλαστήμησε σιωπηλά. Ο πατέρας της, όμως, κούνησε το κεφάλι του έντονα. «Ακριβώς». «Νομίζω ότι η κόρη σου απέδειξε πως είναι κάτι παραπάνω από ικανή να αποφασίζει μόνη της». Ο θαυμασμός του Μάξγουελ ήταν ενοχλητικά φανερός. «Δε θα υπογράψω το συμβόλαιο», είπε κατηγορηματικά ο Τζέρεμι. Ο πρόεδρος της BIT δεν έδειξε να ανησυχεί. Το πρόσωπο της Μάντισον έγινε πάλι μια μάσκα απάθειας 33


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

καθώς ξαναγυρνούσε να κοιτάξει τον πατέρα της. «Πιστεύεις ότι θα συμφωνούσα με έναν τέτοιο γάμο;» τον ρώτησε. Για άλλη μια φορά εκείνος κατάπιε τη γλώσσα του, ίσως επειδή συνειδητοποιούσε πόσο λίγο θα την ενδιέφερε μια τόσο ωμή συμφωνία. «Από την άλλη, πίστεψες τα ψέματα που διέσπειρε ο Πέρι, έτσι δεν είναι;» συνέχισε εκείνη. «Δεν είπα ποτέ αυτό». Η φωνή του Τζέρεμι είχε μια αλλόκοτη χροιά. Πρέπει να είχε καταλάβει τελικά πόσο λανθασμένος ήταν ο τρόπος που προσπαθούσε να χειραγωγήσει την κόρη του, αλλά επειδή ήταν αυτός που ήταν, δε σκόπευε να υποχωρήσει. Η Μάντισον τράβηξε ένα αντίγραφο του συμβολαίου από τη στοίβα με τα χαρτιά που είχε μπροστά της και μετά σηκώθηκε. «Υποψιάζομαι ότι δε θα κάνεις κάτι για να μετριάσεις τις επιπτώσεις από τα ψέματα του Πέρι», είπε. «Το έχω κάνει. Νομίζεις ότι αυτή η συμφωνία αφορά μόνο την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ; Το ζήτημα είναι σημαντικό τόσο για εσένα όσο και για τη φήμη της επιχείρησής μου». Προφανώς ο Τζέρεμι πίστευε αυτό που έλεγε, αφού ο Βίκτορ είχε φροντίσει να τον κάνει να δει τα πράγματα ακριβώς έτσι. «Όταν παντρευτείς έναν άντρα με άψογη φήμη, θα πρέπει να ξεχάσεις τις νεανικές παρεκτροπές σου». «Η ζωή μου δεν έχει καμιά σχέση με την εταιρεία σου». Ο Βίκτορ δε σκόπευε να αφήσει τη συζήτηση να ξεφύγει περισσότερο, όμως αν ο Τζέρεμι και η κόρη του συνέχιζαν να λογομαχούν, ο μόνος δρόμος ήταν ο κατήφορος. «Ο Κόνραντ θα κάνει μια ανακοίνωση στον Τύπο, η οποία θα διαψεύδει όλους τους ισχυρισμούς του Τιμγουότερ», είπε ο Βίκτορ, πριν προλάβει να πει οτιδήποτε κάποιος από τους άλλους δύο. Ο υπεύθυνος Τύπου σήκωσε το κεφάλι του από το τάμπλετ του. «Αλήθεια;» Ο Βίκτορ δεν έκρυψε την ενόχλησή του για την έλλειψη 34


LUCY MONROE

αφοσίωσης του Κόνραντ προς την κόρη του προέδρου της εταιρείας και την απροθυμία του να την προστατέψει. «Θα κάνεις πολύ περισσότερα απ’ αυτό. Κι αν έκανες τη δουλειά σου σωστά, αυτή η κατάσταση θα είχε αποφευχθεί». «Η προστασία της δεσποινίδας Άρτσερ από τις επιπτώσεις της ακραίας συμπεριφοράς της ποτέ δε συγκαταλεγόταν στα καθήκοντά μου», απάντησε δηκτικά ο Κόνραντ. «Πρόσεξες την αμφισβήτηση για την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ στην ηλεκτρονική έκδοση των πρωινών εφημερίδων; Το πρώτο άρθρο δημοσιεύτηκε μόλις δεκαπέντε λεπτά από τη δημοσίευση της αποκάλυψης σ’ εκείνη τη φυλλάδα. Ή πιστεύεις ότι ήταν σύμπτωση;» Ο Κόνραντ ξεροκατάπιε και κούνησε το κεφάλι του. Αλλά ούτε ο Τζέρεμι έδειχνε ευχαριστημένος. Ήταν πολύ επικεντρωμένος στο να εκμεταλλευτεί την κατάσταση για να επαναφέρει την κόρη του στην τάξη και είχε αγνοήσει το ευρύτερο σκηνικό. Κι αυτό ήταν απαράδεκτο. «Η δουλειά σου είναι να προστατεύεις την εικόνα της εταιρείας και οποιονδήποτε έχει με αυτή κάποια σχέση που θα μπορούσε να επηρεάσει τη φήμη μας στην οικονομική κοινότητα», υπενθύμισε ο Βίκτορ στον Κόνραντ σε σκληρό τόνο. «Μάλιστα, κύριε». «Αλλά αυτό μπορεί να υπερβαίνει τις δυνατότητές σου. Ίσως θα προτιμούσες να γίνεις υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων σε κανένα γηροκομείο». Ο Βίκτορ άφησε να πλανιέται στον αέρα το υπονοούμενο ότι αυτή θα ήταν η μόνη θέση που θα μπορούσε να βρει ο Κόνραντ. Ο συνήθως ατάραχος υπεύθυνος Τύπου χλόμιασε, δείχνοντας ότι διέθετε ακόμα κάποια ίχνη από την ευφυΐα για την οποία είχε προσληφθεί αρχικά. «Εντάξει, θα το φροντίσω», είπε. «Έπρεπε να το είχες φροντίσει στις τέσσερις και τέταρτο το πρωί, από τότε που έγινε η διανομή αυτής της σκανδαλοθηρικής εφημερίδας», είπε ο Βίκτορ. Ο Κόνραντ δε διαφώνησε. Τα είχε κάνει θάλασσα και το ήξερε. 35


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Δεν ξέρω τι έκανες τόση ώρα με το τάμπλετ σου, αλλά ό,τι κι αν ήταν, δεν ήταν τόσο σημαντικό όσο το να διορθώσεις την κατάσταση με τη Μάντισον». «Έγραφα μια ανακοίνωση αρραβώνων». «Μάλιστα. Οπότε δεν πας σε γηροκομείο. Θα μπορούσες να γράφεις κολακευτικά άρθρα σε ιστοσελίδες για διαδικτυακά ραντεβού». Στην αίθουσα ακούστηκαν νευρικά γέλια και ο Τζέρεμι μουρμούρισε επιδοκιμαστικά, όμως αυτό που απόλαυσε ο Βίκτορ περισσότερο απ’ όλα ήταν η γνήσια ευθυμία της Μάντισον. «Χρειάζομαι την υπογραφή σας για να κάνουμε μήνυση στον Πέρι Τιμγουότερ», της είπε ο Κόνραντ. «Όχι». Ο Βίκτορ δεν ξαφνιάστηκε από την απάντησή της. Και φρόντισε να αποτρέψει οποιαδήποτε διαμαρτυρία από τον υπεύθυνο Τύπου ή τον Τζέρεμι. «Ήταν φίλος της. Δε θα τον μηνύσει». «Σπουδαίος φίλος», ειρωνεύτηκε ο Κόνραντ. Ο Βίκτορ εκνευρίστηκε ακούγοντας το σιγανό, θλιμμένο ήχο που έβγαλε η Μάντισον. «Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να κατατροπώσουμε το τέρας. Θέλω ο Πέρι να έχει ανασκευάσει τις δηλώσεις του πριν από το μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων. Να φανεί σαν να ήταν ένα αστείο από έναν φίλο προς έναν άλλο». Γύρισε στη Μάντισον. «Για να αποφευχθεί οριστικά η καταστροφή, θα εμφανιστείς σε ένα σόου δημοσιοτήτων με μεγάλη θεαματικότητα και θα μιλήσεις με έναν δημοσιογράφο με μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα από εκείνον που έγραψε το άρθρο». «Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ», απάντησε εκείνη, με περισσότερη πεποίθηση και λιγότερη απροθυμία απ’ ό,τι περίμενε ο Βίκτορ. Έσμιξε τα φρύδια του σκεφτικός. Κάτι σχετικά με το σκάνδαλο την απασχολούσε αρκετά ώστε να έρθει να ζητήσει βοήθεια 36


LUCY MONROE

από τον πατέρα της. Αν και ο Τζέρεμι μπορεί να μην έβλεπε με τέτοιον τρόπο την εμφάνισή της στη συνάντηση, ο Βίκτορ ήταν βέβαιος για την αλήθεια. Αντίθετα με τα άλλα κατορθώματά της, η Μάντισον ήθελε να ξεκαθαρίσει το σκηνικό και η άρνηση του πατέρα της να το πάρει στα σοβαρά την ενοχλούσε. Την ενοχλούσε πολύ. Ο Βίκτορ ήθελε να ανακαλύψει γιατί ήταν τόσο σημαντικό για εκείνη. Της άπλωσε πάλι το χέρι του. «Έλα μαζί μου. Θα συζητήσουμε τα σχέδια του πατέρα σου και μετά θα πάρουμε κάποιες αποφάσεις», της είπε. Εκείνη έδειξε σαν να ήταν έτοιμη να διαφωνήσει, αλλά τη σταμάτησε με ένα χαμόγελο. «Είναι πραγματικά τόσο δύσκολο αυτό που σου ζητάω; Έβαλα τον Κόνραντ να κάνει κάτι για να διορθώσει την κατάσταση». «Και θα του πεις να σταματήσει αν αρνηθώ;» ρώτησε η Μάντι. «Όχι». Ο Βίκτορ ήξερε ότι η Μάντισον χρειαζόταν μια κίνηση καλής θέλησης. Ήταν σημαντικό να συνειδητοποιήσει πως μπορούσε να του έχει εμπιστοσύνη ότι θα τη φρόντιζε. Έπρεπε να είναι ο μόνος υποψήφιος μνηστήρας που θα μπορούσε να πάρει στα σοβαρά. Επειδή ο σύζυγός της θα έπαιρνε κάποια μέρα τον έλεγχο της Άρτσερ Ινιερνάσιοναλ, και ο Βίκτορ σκόπευε αυτός ο άνθρωπος να ήταν εκείνος. Η Μάντισον κράτησε την τσάντα της κάτω από τη μασχάλη της. «Εντάξει». «Μια στιγμή», είπε ο Τζέρεμι. Ο Βίκτορ γύρισε και τον κοίταξε. «Ξέρω τι θέλεις». «Μα...» «Έχω παραβλέψει ποτέ το συμφέρον σου σε μια διαπραγμάτευση;» «Όχι». Το πρόσωπο του Τζέρεμι πήρε εκείνη την ψυχρή έκφραση για την οποία φημιζόταν. «Απλώς να θυμάσαι ότι η συνεργασία της Μάντισον δεν είναι το μόνο πράγμα που 37


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

διακυβεύεται αυτή τη στιγμή». Ο Βίκτορ δεν εξεπλάγη από την απειλή. Ούτε καν ανησύχησε. Δούλευε μ’ αυτό τον άνθρωπο δέκα χρόνια και επιτέλους βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από τον τελικό στόχο του. Δε θα επέτρεπε στον εαυτό του να αποτύχει.

38


LUCY MONROE

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η Μάντι ακολούθησε τον Βικ στο Λε Μασάν και δεν εξεπλάγη καθόλου όταν ο υπεύθυνος υποδοχής τους οδήγησε σε μια ήσυχη γωνιά του εστιατορίου, που ήταν μονίμως γεμάτο ντόπιους και τουρίστες. «Έχεις πάρει πρωινό;» τη ρώτησε ο Βίκτορ. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Δε θα μπορούσε να θεωρηθεί πρωινό η μια μπουκιά κρουασάν με σοκολάτα, απ’ αυτά που είχε φέρει η Ρόμι. Ο Βίκτορ παρήγγειλε να τους φέρουν καφέ και τηγανίτες. «Με έφερες εδώ για να μου θυμίσεις τον καιρό που ήμαστε φίλοι;» τον ρώτησε η Μάντι, αν και ήξερε την απάντηση. «Σε έφερα εδώ επειδή παλιότερα τρελαινόσουν για τις τηγανίτες τους με μπανάνα και ήλπιζα να σε δελεάσω να φας». Με ύψος ένα και ογδόντα πέντε, ο Βίκτορ θα έπρεπε να δείχνει αστείος στις στενές καρέκλες, όμως δεν έδειχνε. Με τα σκούρα μαλλιά του, που ήταν κομμένα κοντά και χτενισμένα προς τα πίσω, με το τετράγωνο πιγούνι του, με το κορμί που θα ζήλευε και αθλητής και με το καλοραμμένο ιταλικό κοστούμι, τίποτα πάνω του δεν έδειχνε παράταιρο. Κάνοντας ό,τι μπορούσε για να αγνοήσει την αρρενωπή τελειότητά του, η Μάντι άπλωσε την πετσέτα στα πόδια της. «Πώς ήξερες ότι δεν είχα πάρει πρωινό;» τον ρώτησε. «Το μάντεψα», της απάντησε. «Παλιά, δεν μπορούσα να φάω όταν είχα άγχος για κάτι». Και την εξέπληξε το γεγονός ότι ο Βίκτορ το θυμόταν. «Εννοείς ότι αυτό άλλαξε;» «Όχι». Πολλά πράγματα είχαν μείνει τα ίδια, όμως η Μάντι δε 39


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

σκόπευε να του το πει. Έπρεπε, να θυμάται ότι το συμφέρον του Βικ ήταν ανάλογο με το συμφέρον του πατέρα της, όχι με το δικό της. Αυτό της το είχε ξεκαθαρίσει πριν έξι χρόνια κι από τότε δεν είχε αλλάξει τίποτα. Ναι, ο Βικ είχε βάλει τον Κόνραντ να περιορίσει τη φρενίτιδα του Τύπου για τις υποτιθέμενες αποκαλύψεις του Πέρι, όμως το έκανε για το καλό της εταιρείας. Και πάλι... όχι για εκείνη. Όποιο κι αν ήταν το σχέδιό του τώρα, ο τελικός στόχος ήταν το όφελος της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ. Η Μάντι ήταν βέβαιη. Κι αν επωφελούνταν κι εκείνη, τόσο το καλύτερο. «Πες μου τα κυριότερα σημεία του συμβολαίου». Ήταν πολύ περίεργη να μάθει τι είχε κάνει ο πατέρας της για να δελεάσει να την παντρευτεί ένας άντρας σαν τον Βίκτορ Μπεκ ή σαν τον Μάξγουελ Μπλακ. Ο Βικ ύψωσε τα σκούρα φρύδια του. «Με εμπιστεύεσαι ότι θα σου πω ό,τι είναι σημαντικό;» τη ρώτησε. Το να απαντήσει με ειλικρίνεια δε θα διέψευδε τα προηγούμενα λόγια της, αλλά θα την έκανε να φανεί ανόητη. «Θα το διαβάσω αργότερα για να σιγουρευτώ», είπε η Μάντι. «Ο πατέρας σου δέχεται ότι δε θα είσαι διάδοχός του». «Ποια ήταν η πρώτη ένδειξη που τον έκανε να το συνειδητοποιήσει;» Η Μάντι είχε αρνηθεί να σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων και είχε απορρίψει κάθε πρόταση, απαίτηση, ακόμα και παράκληση να πάει να εργαστεί στην εταιρεία. «Θέλεις ν’ αρχίσω να σου τις απαριθμώ;» είπε ο Βικ. «Όχι». «Περιττό να πω ότι ο Τζέρεμι αποδέχτηκε τελικά ότι δεν πρόκειται να γίνεις ποτέ πρόεδρος της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ». Η βαθιά φωνή του Βικ φανέρωνε περισσότερη ικανοποίηση παρά απογοήτευση με αυτή τη δήλωση. «Θα γινόμουν εμπόδιο στην πορεία της καριέρας σου, αν είχα τέτοιες βλέψεις». 40


LUCY MONROE

Τα μάτια του Βίκτορ έλαμψαν από έκπληξη, μια έκπληξη που δεν πρόλαβε να κρύψει αρκετά γρήγορα. Η Μάντι χαμογέλασε, ευχαριστημένη με το γεγονός ότι ο Βικ δεν ήξερε πως γνώριζε τα σχέδιά του. «Φανταζόσουν ότι η επιθυμία σου για την ηγετική θέση ήταν κανένα μυστικό;» «Είναι μια εταιρεία που ανήκει στην οικογένεια». «Είναι μια εταιρεία που ελπίζεις να διευθύνεις μια μέρα, και ο Τζέρεμι εθελοτυφλεί αν δεν το καταλαβαίνει». «Ο στρουθοκαμηλισμός είναι ένα από τα ελαττώματά του». «Έτσι νομίζεις;» «Δε βλέπει τι είσαι ή τι χρειάζεσαι από εκείνον». «Κάποτε είχες προσπαθήσει να του πεις». Ένα χρόνο πριν την αδέξια απόπειρα της Μάντι να ξελογιάσει τον Βικ. Πίστευε ότι ο Βικ ήταν με το μέρος της επειδή νοιαζόταν για εκείνη. Κοιτάζοντας πίσω, όμως, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η φιλία τους ήταν απλώς ένα μέσο για να πετύχει το σκοπό του -να κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη του Τζέρεμι Άρτσερ. Θα μπορούσε να του έχει πει ότι δε θα κέρδιζε τίποτα με το να είναι φίλος της. Για να πετύχει κάτι, ο πατέρας της θα έπρεπε να ενδιαφέρεται για εκείνη. Και ο πατέρας της δεν ενδιαφερόταν. Το μόνο που είχε σημασία για τον Τζέρεμι Άρτσερ ήταν η εταιρεία. Είχε παντρευτεί τη μητέρα της για να εξασφαλίσει την απαραίτητη εισροή κεφαλαίου που θα έκανε την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ κυρίαρχο παίκτη στην παγκόσμια αγορά. Το μόνο ενδιαφέρον του ως προς τη Μάντι ήταν αυτό του πιθανού διαδόχου. «Έχει παραιτηθεί από εμένα προσωπικά, επειδή έχει συνειδητοποιήσει ότι δε θα τον διαδεχτώ ποτέ στα επαγγελματικά του». Όσο κι αν την πλήγωνε, αυτό δικαιολογούσε επίσης και το γεγονός ότι δεν έδειχνε να τον απασχολεί ιδιαίτερα το «Σκάνδαλο Πέρι». «Από το μόνο πράγμα που έχει παραιτηθεί είναι το σχέδιό του να σε τραβήξει στην εταιρεία», είπε ο Βικ. 41


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Η Μάντι κούνησε το κεφάλι της, δείχνοντας ότι δεν το πίστευε. «Τον άκουσες. Δεν είχε πρόθεση να βάλει τον Κόνραντ να με βοηθήσει μέχρι που παρενέβης εσύ». «Μερικές φορές βλέπει μόνο αυτό που θέλει να δει». «Και το μόνο που είδε ήταν η κατάληξη του παιχνιδιού». Ο Τζέρεμι Άρτσερ δεν είχε προσέξει καν ότι το σκάνδαλο είχε επηρεάσει τη φήμη της εταιρείας, όπως ήταν αναμενόμενο. «Ναι». Η Μάντι περίμενε ν’ αφήσει η σερβιτόρα στο τραπέζι τους τον καφέ και τις τηγανίτες και να φύγει, πριν συνεχίσει. «Και ποια είναι αυτή η κατάληξη;» ρώτησε τον Βικ. «Να παντρευτείς κάποιον που μπορεί και θέλει να τον διαδεχτεί στην επιχείρηση», της απάντησε εκείνος. «Αν ο πατέρας μου δεν μπορεί να πάρει από εμένα αυτό που θέλει, θα με χρησιμοποιήσει για να το πάρει. Σωστά;» «Είναι μια απλουστευμένη άποψη και όχι απόλυτα σωστή». Η Μάντι δε σκόπευε να διαφωνήσει με κάτι που ήξερε ότι ήταν σωστό, όπως έκανε ο Βικ, έστω κι αν ήταν πολύ αφοσιωμένος για να το παραδεχτεί. «Ο Τζέρεμι θέλει ο διάδοχός του να ανήκει στην οικογένεια». Εξ ου και ο γάμος. «Τι αναχρονιστικό!» «Εξασφαλίζει το ότι τα εγγόνια του θα κληρονομήσουν την κληρονομιά του ανέπαφη». «Κι αυτό είναι σημαντικό». «Για εκείνον, ναι». Η μυρωδιά από τις τηγανίτες, τις φρέσκες μπανάνες και το σιρόπι έκανε το στομάχι της Μάντι να γουργουρίσει. «Και η δική σου άποψη ποια είναι;» ρώτησε τον Βικ. «Χρειάζεται να ρωτάς;» της απάντησε. «Η Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ είναι η ζωή σου». Όπως ήταν ανέκαθεν και για τον πατέρα της. «Πες καλύτερα ότι η Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ είναι το μέσο για την πραγματοποίηση των ονείρων μου». «Δεν ήξερα ότι άνθρωποι σαν εσένα ονειρεύονται». 42


LUCY MONROE

«Χωρίς οραματιστές στο τιμόνι, τέτοιου είδους εταιρείες ατροφούν και τελικά πεθαίνουν». «Και πιστεύεις ότι ο πατέρας μου είναι απλώς ένας πολύ αφοσιωμένος οραματιστής». Κι ενώ τα λόγια της έσταζαν σαρκασμό, η Μάντι έκοψε ένα κομμάτι από την τηγανίτα της και το μάσησε μουρμουρίζοντας ευχαριστημένη. Ο Βικ γέλασε. «Μπορείς να το θέσεις κι έτσι». «Και στα προσωπικά σου όνειρα περιλαμβάνεται να γίνεις μια μέρα πρόεδρος της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ». «Ναι». Η ειλικρίνεια του Βικ την εξέπληττε και τη γοήτευε κατά κάποιον τρόπο. Η Μάντι πάντα πίστευε ότι άνθρωποι σαν αυτόν είχαν στόχους. Σταθερά, γερά, ψυχρά σκαλοπάτια, που σηματοδοτούσαν την άνοδό τους στην κλίμακα της επιτυχίας. «Πω πω. Κάτι μου λέει ότι κάτω από το λούστρο του Αμερικανού επιχειρηματία χτυπάει η καρδιά ενός Ρώσου». «Και οι παππούδες μου το ίδιο πιστεύουν». Η Μάντι πρόσφερε στον Βικ ένα κομμάτι τηγανίτα με μια φέτα μπανάνα. «Και οι γονείς σου;» Εκείνος πήρε την μπουκιά, όπως έκανε παλιά, και η Μάντι αισθάνθηκε να την κατακλύζουν αναμνήσεις από τον καιρό που ήταν φίλοι και τα δικά της όνειρα, όλα τα όνειρά της, αφορούσαν τον Βικ. «Η μητέρα μου είναι απούσα από το σκηνικό από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ο πατέρας μου είναι σαν ιός σε υπολογιστή. Έρχεται και ξανάρχεται συνέχεια». Η Μάντι χαμογέλασε. «Θα έπρεπε να πω ότι λυπάμαι, αλλά το να έχεις έναν πατέρα που σε τρελαίνει σε κάνει πιο ανθρώπινο». Ο Βικ ανασήκωσε τους ώμους του, όμως εκείνη δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί αν της είχε μιλήσει σκόπιμα για τον πατέρα του για να κερδίσει τη συμπάθειά της. Για να ταυτιστεί μαζί του. Σκέφτηκε ότι είχε ξεπεράσει προ πολλού τον πατέρα του στον τομέα της μεθόδευσης. Στο κάτω κάτω, ο Τζέρεμι εξακολουθούσε να νομίζει ότι 43


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

διηύθυνε την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ. Αλλά όποιος είχε μυαλό -και δεν εθελοτυφλούσε- και πρόσβαση στην εταιρεία, καταλάβαινε ότι ο Βικ κινούσε τα νήματα από καιρό. «Τίνος ιδέα ήταν να θυσιαστούν ο Στίβεν Γουίτλι και ο Μπράιαν Τζόουνς;» ρώτησε η Μάντι. «Δεν είναι θυσία να σου προσφέρουν τέτοια ευκαιρία». Ο Βικ ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του και την κοίταξε με σοβαρότητα, λες και η Μάντι μπορούσε να το πιστέψει. Από την άλλη, όμως, τι της έλεγε ότι δεν μπορούσε; «Γάμος με την άσωτη κόρη για χάρη της μελλοντικής προεδρίας της εταιρείας;» Κάτι τέτοιο μπορεί να άξιζε για κάποιον σαν τον Βικ. «Δεν ταιριάζεις ακριβώς στην περιγραφή της άσωτης». «Αλήθεια;» «Δεν τίναξες στον αέρα την κληρονομιά σου. Αντιθέτως, διαχειρίζεσαι τα οικονομικά σου με εκπληκτική σύνεση και αυτοσυγκράτηση». «Ευχαριστώ...» «Δεν άφησες τους δικούς σου για να γυρίσεις τον κόσμο». «Έφυγα από το πατρικό μου σπίτι», επισήμανε η Μάντι. Ο Βικ της έκλεισε το μάτι του. «Αλλά έμεινες στην πόλη». «Τι να πω; Αγαπάω το Σαν Φρανσίσκο». «Και τον πατέρα σου». «Θα προτιμούσα να μην το συζητήσουμε». «Κατανοητό». Ο Βικ χαμογέλασε και η Μάντι ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται από ταραχή. «Τα μέσα ενημέρωσης δεν ασχολούνται μαζί σου επειδή δημιουργείς σκάνδαλα». «Ώσπου προέκυψε το Σκάνδαλο Πέρι». Ο Βικ ανέμισε το χέρι του, δείχνοντας ότι θεωρούσε ασήμαντα τα ψέματα του Πέρι. «Αυτό θα τακτοποιηθεί σύντομα». Η Μάντι κούνησε το κεφάλι της. «Σ’ ευχαριστώ». Ο φόβος ότι μπορεί να αναγκαζόταν να εγκαταλείψει την εθελοντική εργασία της εξαιτίας μιας συκοφαντίας την πονούσε βαθιά, επιδείνωνε τον πόνο της για την προδοσία του Πέρι. 44


LUCY MONROE

Ο Βίκτορ ήξερε πόσο σημαντικό θεωρούσε το να δουλεύει με τα παιδιά. «Μα είναι δυνατόν τώρα;» είπε εκείνη, εστιάζοντας πάλι στο θέμα. «Ο Γουίτλι και ο Τζόουνς;» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του, αλλά τα σφιγμένα χείλη του έλεγαν πολύ περισσότερα από λόγια. «Είναι οι καταλληλότεροι για τη δουλειά». «Ποια δουλειά; Να με παντρευτούν;» «Να γίνουν ο επόμενος πρόεδρος της εταιρείας». «Εκτός από εσένα;» «Εκτός από εμένα», παραδέχτηκε ο Βίκτορ. «Εσύ είσαι ο μόνος πραγματικός υποψήφιος». «Θα ήθελα να το πιστεύω». «Έπειτα είναι και ο Μάξγουελ Μπλακ». Τα μάτια του Βικ στένεψαν. «Ο πατέρας σου δεν πρόκειται να δεχτεί ποτέ έναν γάμο σαν αυτόν που πρότεινε ο Μπλακ», είπε αποφασιστικά. «Κι αν αυτό είναι το μόνο είδος γάμου το οποίο είμαι πρόθυμη να δεχτώ;» τον πείραξε η Μάντι. «Ο Τζέρεμι θα πληρώσει μια παρένθετη μητέρα και θα κάνει δικό του παιδί, με την ελπίδα να τον διαδεχτεί εκεί που απέτυχε μαζί σου». Η Μάντι αιφνιδιάστηκε. «Δεν είναι πια νεαρός», είπε σιγανά. «Είναι πενήντα επτά ετών», την αντέκρουσε ο Βικ. «Δε θα γίνει τόσο σκληρός». Και δεν εννοούσε απέναντι της. Σε κανένα παιδί δεν άξιζε να γεννηθεί μόνο σαν ένα πιόνι στη σκακιέρα. Η Μάντι το ήξερε καλά. Εκείνη είχε βγει μόνη της από το παιχνίδι, όμως είχε τη δύναμη από την ανάμνηση της αγάπης της μητέρας της για να την ενθαρρύνει. Αυτό το παιδί θα είχε μόνο τον Τζέρεμι Άρτσερ. Η σκέψη την έκανε να ριγήσει σύγκορμη. «Δε θα κάνω ένα παιδί μόνο για χάρη του, για να το φέρει κι αυτό στην ίδια θέση», είπε κατηγορηματικά. «Αλλά θέλεις παιδιά». Ο τόνος της φωνής του Βικ δε σήκωνε αμφισβήτηση. 45


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Κάποια μέρα, ναι». «Όποτε τα κάνεις, ή με όποιον τα κάνεις, ο Τζέρεμι θα θέλει να τους κληροδοτήσει στο τέλος την εταιρεία». «Το ξέρω». Ο ρόλος του πατέρα της στη ζωή της και στου παιδιού που μπορεί να έκανε κάποτε ήταν κάτι για το οποίο η Μάντι είχε συζητήσει πολλές ώρες με την ψυχοθεραπεύτριά της, τη δόκτορα Μακένζι. «Δεν είναι κακό». Η Μάντι το είχε συνειδητοποιήσει. Παρ’ ότι τα συναισθήματά της για την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ ήταν πολύ ανταγωνιστικά για να θέλει να γίνει κάποτε κομμάτι της, καθώς την έβλεπε ανέκαθεν σαν μια οντότητα που κρατούσε τον πατέρα της μακριά της, δε σήμαινε ότι και τα παιδιά της θα την έβλεπαν με τον ίδιο τρόπο. «Είπες ότι είναι απαραίτητο να κάνω παιδί με τον άντρα που θα παντρευτώ για να μπορέσει να πάρει τον έλεγχο της επιχείρησης, έτσι δεν είναι;» «Με τη γέννηση του πρώτου μας παιδιού, θα ανακοινωθεί η διαδοχή μου στην προεδρία της εταιρείας. Ο πατέρας σου θα περιοριστεί σε έναν λιγότερο ενεργητικό ρόλο ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου στα εξηκοστά γενέθλιά του». «Κι αν δεν έχω κάνει παιδί μέχρι τότε;» «Δεν πρόκειται να γίνω πρόεδρος μέχρι να αποκτήσουμε το πρώτο μας παιδί». «Κι αν δεν μπορούμε να κάνουμε παιδιά;» «Μπορούμε». «Ακούγεσαι πολύ σίγουρος». «Είμαι». Η Μάντι θυμήθηκε το υπερηχογράφημα που της είχε γράψει ο γιατρός της στις τελευταίες της εξετάσεις, ύστερα από απαίτηση της εταιρείας. Το είχε βρει παράξενο, αλλά επειδή η ασφάλειά της ήταν μέσω της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ δεν είχε διαμαρτυρηθεί. «Ο Τζέρεμι έδωσε εντολή να μου κάνουν τεστ γονιμότητας», είπε. 46


LUCY MONROE

«Μόνο τα βασικά, αλλά ήταν αρκετά για να διαπιστωθεί ότι δε θα είχες πρόβλημα να συλλάβεις, εκτός κι αν συνέβαινε κάτι πέρα από τα συνηθισμένα», εξήγησε ο Βικ. «Ήταν τεράστια αδιακρισία!» Ο Βικ δεν απάντησε και, ειλικρινά, η Μάντι δεν ήξερε τι θα ήθελε να της πει. Δεν ήταν απόλυτα βέβαιη ότι οι εξετάσεις ήταν καθαρά ιδέα του πατέρα της. Αν τις είχε προτείνει ο Βικ, δεν ήξερε αν θα την ωφελούσε σε τίποτα να το ξέρει. «Τι άλλο;» τον ρώτησε. «Σύμφωνα με το συμβόλαιο, το πέντε τοις εκατό της εταιρείας περιέρχεται στην κατοχή μου στην επέτειο των πέντε χρόνων μας. Άλλο ένα πέντε τοις εκατό γίνεται δικό μου με τη γέννηση κάθε παιδιού, χωρίς το ποσοστό να υπερβαίνει ποτέ το δέκα τοις εκατό». «Τι γενναιόδωρο εκ μέρους του να μου επιτρέπει να κάνω δύο παιδιά!» είπε ειρωνικά η Μάντι. Πάντα ονειρευόταν να κάνει ή να υιοθετήσει τουλάχιστον τέσσερα και να φτιάξει ένα σπιτικό γεμάτο αγάπη και χαρά. «Το συμβόλαιο δεν περιορίζει τον αριθμό των παιδιών που θα αποκτήσεις, μόνο το ποσοστό των μη εισηγμένων μετοχών που θα πάρω εγώ ως πατέρας τους». Η Μάντι αγνόησε το γεγονός ότι ο Βικ μιλούσε σαν να θεωρούσε δεδομένο ότι θα παντρευόταν οπωσδήποτε εκείνον, επειδή ήταν η μόνη της επιλογή. «Τι άλλο;» «Μετά το θάνατο του πατέρα σου, αν είμαστε παντρεμένοι δέκα χρόνια ή και περισσότερα, θα πάρω άλλο ένα πέντε τοις εκατό της εταιρείας. Το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό θα τοποθετηθεί σε καταπίστευμα για τα παιδιά μας, με κατ’ εξουσιοδότηση ψήφο να περάσει στα παιδιά μας μόνο εάν και εφόσον ασχοληθούν ενεργά με τη διεύθυνση της εταιρείας. Θα κατέχω όλες τις εκκρεμείς οικογενειακές ψήφους διά αντιπροσώπου». «Όμως τα υπόλοιπα παιδιά θα παίρνουν το εισόδημα από τα μερίσματα». «Ναι». 47


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Ακούγεται περίπλοκο», σχολίασε η Μάντι. Από την άλλη, ο πατέρας της δεν ήταν κανένας απλός άνθρωπος. Ο Βικ ήπιε μια γουλιά καφέ. «Ο Τζέρεμι θέλει μια αυτοκρατορία κι εσύ ξεκαθάρισες ότι δε θέλεις να είσαι μέρος της». «Οπότε με απέκλεισε από τη διαθήκη». «Μόνο όσον αφορά την κυριότητά του στην Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ». «Κατάλαβα», είπε η Μάντι. Και, ειλικρινά, δεν την ενδιέφερε. Το Ίδρυμα Μάντισον της εξασφάλιζε το εισόδημα που χρειαζόταν για να ζει. Θα μειωνόταν όταν θα μεταβίβαζε τις μισές μετοχές της στη Ρόμι, όμως δεν την πείραζε. Την ενοχλούσε πολύ περισσότερο το ότι θα ήταν αναγκασμένη να συνεχίσει να παίζει το ρόλο της κοσμικής Μάντισον Άρτσερ. Θα ήθελε να τινάξει στον αέρα αυτό το κομμάτι της ζωής της. Αν ο πατέρας της ήθελε να κρατήσει τα προσχήματα, ας πλήρωνε εκείνος τα επώνυμα ρούχα της και τις προσκλήσεις για τις φιλανθρωπικές εκδηλώσεις. «Υπάρχει τίποτε άλλο σχετικό μ’ εμένα στο συμβόλαιο;» ρώτησε. «Ο πατέρας σου θέλει να μείνουμε στο Παρίαν Χολ». Η έπαυλη της οικογένειας, που τα πατώματα, η μεγάλη σκάλα και ο τεράστιος προθάλαμος της ήταν στρωμένα με άσπρο παριανό μάρμαρο, ήταν ακατοίκητη εδώ και εννιά χρόνια, από τότε που ο παππούς της είχε πεθάνει από καρδιακή προσβολή μαθαίνοντας ότι η κόρη του είχε σκοτωθεί. «Έχω σχέδια γι’ αυτό το σπίτι». Ήταν κομμάτι του καταπιστεύματος της και θα ερχόταν στην κατοχή της όταν η Μάντι θα γινόταν είκοσι πέντε ετών. «Τι σχέδια;» ρώτησε ο Βικ. «Δε σε αφορά». «Μα μ’ ενδιαφέρει». Αντί να απαντήσει, εκείνη συγκεντρώθηκε στις τηγανίτες της. Ο Βικ δεν την πίεσε. Εντέλει, η υπομονετική σιωπή του την έπεισε να μιλήσει. 48


LUCY MONROE

«Θέλω να φτιάξω ένα οικοτροφείο με παιδιά από το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας». «Ένα ορφανοτροφείο, δηλαδή». «Όχι. Ένα σχολείο για χαρισματικά παιδιά, που προέρχονται από προβληματικές οικογένειες». «Και πώς θα το συντηρείς;» «Ένα μέρος του εισοδήματος μου από το καταπίστευμα θα πηγαίνει εκεί κάθε χρόνο, αλλά θα εξασφαλίσω χρήματα κι από τα χοντρά πορτοφόλια της πόλης. Έμαθα πολλά για την ανεύρεση πόρων από την πρώτη μου εθελοντική συμμετοχή στην εκστρατεία των δημοτικών εκλογών όταν ήμουν έφηβη». «Ο πατέρας σου δεν ξέρει πόσο γεμάτη είναι η ζωή σου». «Όχι, δεν ξέρει». Και ο Βικ ήξερε ελάχιστα πράγματα. Η Μάντι είχε σταματήσει να του μιλάει για τα σχέδιά της και τις δραστηριότητές της από τότε που την είχε απορρίψει με τόσο συνοπτικές διαδικασίες, πριν έξι χρόνια. Ο Βικ κάθισε χαλαρά πίσω στην καρέκλα του. «Η έπαυλη Μάντισον είναι μεγάλο σπίτι ακόμα και με τα κριτήρια της ελίτ του Σαν Φρανσίσκο, όμως η τοποθεσία δεν είναι η ιδανική για σχολείο. Ούτε η αρχιτεκτονική του κτιρίου». «Ω, πιστεύεις ότι τα φτωχά παιδιά δεν πρέπει να ζουν ανάμεσα στους πλούσιους;» «Πιστεύω ότι η χωροταξική έγκριση θα κοστίσει ακριβά». «Η χωροταξική μελέτη της περιοχής περιλάμβανε και σχολείο, αλλά δε χτίστηκε ποτέ». «Και πιστεύεις ότι αυτή η μελέτη θα παραμείνει ίδια όταν οι γείτονες μάθουν τι σχεδιάζεις;» ρώτησε ο Βικ, σε έναν τόνο που έδειχνε καθαρά ότι εκείνος δεν το πίστευε. «Δε σκοπεύω να τους ενημερώσω», απάντησε η Μάντι. Στα χείλη του σχηματίστηκε ένα λοξό χαμόγελο. «Θα τους φέρεις προ τετελεσμένου γεγονότος;» «Ναι». «Θα πρέπει να βγάλεις άδειες, να προσλάβεις προσωπικό... Δε θα μείνει κρυφό για πολύ». 49


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Και μετά θα ξεκινήσει η μάχη, θέλεις να μου πεις;» «Ναι». «Μα γιατί να ενοχληθούν οι γείτονες από ένα σχολείο; Αφού η πολεοδομία σκόπευε να φτιάξει ένα ούτως ή άλλως». «Και το γεγονός ότι δε χτίστηκε ως τώρα δε σου λέει τίποτα;» «Μα...» «Μπορώ να σου βρω καλύτερο κτίριο». Η Μάντι δεν ήθελε να πουλήσει το σπίτι των παππούδων της. Οι μνήμες της από εκεί δεν ήταν οι καλύτερες. Συχνά, ο παππούς της έκανε τον Τζέρεμι Άρτσερ να δείχνει ζεστός και εγκάρδιος σε σύγκριση μ' εκείνον, όμως οι ιστορίες που της έλεγε η μητέρα της από την παιδική της ηλικία ήταν γεμάτες χαρά. Ευχόταν να είχε γνωρίσει τη γιαγιά της, την Γκρέις Μάντισον. «Θα πρέπει να πουλήσω την έπαυλη για να μπορέσω να αγοράσω άλλο κτίριο», είπε. Όσο κι αν δεν το ήθελε. Το σχολείο ήταν για εκείνη πολύ σημαντικό για να εγκαταλείψει το σχέδιό της και ο Βικ είχε δίκιο, όπως συνέβαινε πολύ συχνά - η αντίδραση σ’ ένα σχολείο για μη προνομιούχα παιδιά στη γειτονιά θα ήταν έντονη. Ο Βικ κούνησε το κεφάλι του αποφασιστικά. «Θα αγοράσω εγώ το άλλο κτίριο», δήλωσε. «Με τι αντάλλαγμα;» ρώτησε επιφυλακτικά η Μάντι. «Πες πως είναι το δώρο μου για το γάμο μας». «Προτρέχεις». «Είμαι ο μόνος που σου επιτρέπω να σκέφτεσαι ως μέλλοντα σύζυγό σου». Οι προθέσεις του Βικ ήταν αδιαμφισβήτητες καθώς κάρφωνε το βλέμμα του στα μάτια της. Εκείνη αγνόησε το ρίγος που της προκάλεσαν τα λόγια του. «Θεωρείς δεδομένο ότι θα δεχτώ να σε παντρευτώ», του είπε. «Ο πατέρας σου δεν το καταλαβαίνει, όμως εγώ ξέρω ότι δε χρειαζόταν κάτι περισσότερο από την πρώτη απειλή του για να σε πείσει να ακολουθήσεις τα σχέδιά του». «Έτσι λες;» «Έχεις κάποια σχέση;» ρώτησε ο Βικ. Ο τόνος του ήταν 50


LUCY MONROE

απότομος, κάτι σαν θυμός άστραψε στα βάθη των ματιών του. «Όχι». Η Μάντι δεν είχε λόγο να υπεκφύγει. «Βγαίνεις με κανέναν;» την πίεσε εκείνος. «Όχι». Η Μάντι συνοφρυώθηκε. «Γιατί με ρωτάς τώρα;» «Γιατί αν είχες σοβαρή σχέση δε θα δεχόσουν να παντρευτείς κάποιον άλλον, όσο κι αν σε πίεζε ο πατέρας σου». Ο Βικ είχε δίκιο, όμως αυτό την πίκραινε. «Νομίζεις ότι με ξέρεις πολύ καλά», είπε η Μάντι. «Ξέρω ότι νοιάζεσαι για τον πατέρα σου περισσότερο απ’ ό,τι θέλεις να τον κάνεις να πιστέψει ότι νοιάζεσαι». «Το ζήτημα δεν είναι τι θέλω εγώ». Ο πατέρας της δεν πίστευε ότι νοιαζόταν για εκείνον, επειδή ο ίδιος δε νοιαζόταν για τη Μάντι. Σε προσωπικό επίπεδο. «Ο Τζέρεμι δεν πρόκειται να υποχωρήσει». «Γιατί;» «Χρειάζεται και ρώτημα;» «Ναι». Το σκάνδαλο με τον Πέρι δεν απασχολούσε τον πατέρα της Μάντι σε τέτοιο βαθμό που θα τον έκανε να αποφασίσει να παντρέψει τόσο βιαστικά την άστατη κόρη του. «Ο Τζέρεμι είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί εδώ και καιρό τι θα κάνεις με το Ίδρυμα Μάντισον όταν περιέλθει στην κατοχή σου η πλειοψηφία των μετοχών του». «Τώρα ξέρει». «Δεν πιστεύω ότι το είχε προβλέψει». «Όχι. Δε θα του περνούσε ποτέ από το μυαλό ότι θα έβαζα σκόπιμα σε κίνδυνο την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ». «Έχεις δίκιο». «Προφανώς, όμως, σκέφτηκε ότι μπορεί να παντρευόμουν κάποιον που μπορεί να το έκανε». «Ναι». Η σχεδόν αφύσικη ηρεμία του Βικ έκανε τη Μάντι να σκεφτεί ότι το όλο θέμα πρέπει να είχε πιο πολλή σχέση μ’ εκείνον παρά με την παράνοια του πατέρα της. «Οπότε είχε αρχίσει ήδη να σκέφτεται να με παντρέψει με κάποιον της επιλογής του; Χρησιμοποιεί το σκάνδαλο με τον 51


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Πέρι σαν μέσο για να πετύχει τους δικούς του στόχους». Δεν την εξέπληττε το γεγονός ότι ο Τζέρεμι είχε ιδιοτελή κίνητρα, όμως αυτό δε σήμαινε ότι τα επικροτούσε. «Πρέπει να ρωτήσεις τον ίδιο». Ο Βικ έκανε νόημα στη σερβιτόρα να φέρει το λογαριασμό. «Νομίζω ότι κατά βάθος φοβάται περισσότερο να μην παντρευτείς τον κύριο Τιμγουότερ. Ο πατέρας σου θα έκανε τα πάντα για να το αποτρέψει». «Για να προστατέψει τη φήμη και το μέλλον της εταιρείας», είπε η Μάντι. Αν λάμβανε υπόψη της την ατυχία του Πέρι στις δικές του επιχειρηματικές προσπάθειες, καταλάβαινε για ποιο λόγο ο πατέρας της δεν ήθελε να τον δει ν’ αρπάζει στα νύχια του έστω κι ένα μικρό κομμάτι της επιχείρησής του. «Μερικές φορές νομίζω ότι εθελοτυφλείς σαν τον πατέρα σου». Ο Βικ κούνησε το κεφάλι του. «Ο Τζέρεμι θέλει να σ’ εμποδίσει να παντρευτείς έναν άντρα που θα έβγαζε στη φόρα πράγματα σαν αυτά που έβγαλε ο Πέρι». «Πιστεύεις ότι εσύ είσαι πολύ καλύτερός του», είπε η Μάντι. «Εσύ δεν το πιστεύεις;» ρώτησε εκείνος. Ο τόνος της φωνής του ήταν κάτι παραπάνω από ειρωνικός. Εκείνη δεν απάντησε στην ερώτησή του. «Ο Πέρι δεν ήταν ποτέ υποψήφιος». «Τα τελευταία έξι χρόνια, αρκετά άρθρα στα μέσα ενημέρωσης υπαινίσσονταν το αντίθετο». «Και τα μέσα ενημέρωσης δεν κάνουν ποτέ λάθος». «Δεν το αρνήθηκες ποτέ, ούτε δημοσίως ούτε στον πατέρα σου». «Εδώ κάνεις εσύ λάθος». Κι αυτή η αλήθεια δεν έδινε καμιά ικανοποίηση στη Μάντι. «Είπα στον πατέρα μου ότι ο Πέρι ήταν απλώς φίλος, αλλά δε με πίστεψε. Ανέκαθεν ενδιαφερόταν περισσότερο για τις δικές του ερμηνείες και τις ερμηνείες των μέσων παρά για οτιδήποτε είχα να του πω εγώ». «Δε νομίζω ότι είναι έτσι, αλλά είναι όντως πεισματάρης». 52


LUCY MONROE

«Κι εσύ, στον τρόπο με τον οποίο τον υπερασπίζεσαι». «Θα με σεβόσουν περισσότερο αν δεν ήμουν αφοσιωμένος στους φίλους μου;» «Ο πατέρας μου είναι φίλος σου;» «Ναι». Η μονολεκτική απάντηση του Βικ δεν άφηνε στη Μάντι περιθώριο να τον αμφισβητήσει. Κάποτε τον θεωρούσε και δικό της φίλο. Έπειτα τα πράγματα είχαν αλλάξει. Τώρα αναγκαζόταν να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα -δεν ήταν μόνο ο πατέρας της που ήθελε να παντρευτεί τον Βικ, αλλά και ο ίδιος ο Βικ ήθελε να την παντρευτεί. Ο καθένας είχε τους λόγους του, αλλά παρ’ ότι ήταν διαφορετικοί, όλοι είχαν ως επίκεντρο την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ, όχι την ίδια. Η Μάντι δεν ήξερε αν έπαιζε πιο σημαντικό ρόλο -αν έπαιζε έστω κάποιο ρόλο- απ’ αυτόν του μικρότερου πιονιού στη σκακιέρα. Το σίγουρο ήταν ότι δεν αισθανόταν καθόλου σαν βασίλισσα.

53


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Θα περάσω να σε πάρω στις τρεις για να πάμε στο δικηγόρο σου», είπε ο Βικ στη Μάντι, καθώς εκείνη ξεκλείδωνε την πόρτα της για να μπει στο σπίτι. «Σίγουρα δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης συμφερόντων;» «Προτιμάς να πας μόνη σου;» Ένα περιπαιχτικά χαμόγελο σχηματίστηκε στο στόμα του Βικ, σ’ εκείνα τα χείλη που η Μάντι μελετούσε ώρες ατέλειωτες όταν ήταν έφηβη. «Όχι». Δεν ήθελε να πάει μόνη της, ειδικά επειδή είχε δει το τσίρκο που είχαν στήσει έξω από το κτίριο τα μέσα ενημέρωσης. Οι παπαράτσι ανέκαθεν την έβρισκαν ενδιαφέρουσα, αλλά ποτέ άλλοτε δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Και χειροτέρευαν όσο προχωρούσε η μέρα. Η Μάντι είχε καταφέρει να ξεγλιστρήσει νωρίτερα από την πίσω πόρτα, αλλά είχε μαθευτεί πολύ γρήγορα η ιστορία της και το πού βρισκόταν. Τώρα, οι ύαινες των μέσων ενημέρωσης καραδοκούσαν τόσο στην μπροστινή όσο και στην πίσω πόρτα. Ακόμα και στο χώρο στάθμευσης ήταν σκορπισμένοι. Περίμενε ότι ο Βικ θα έλεγε στον οδηγό του να την αφήσει εκεί, όμως εξεπλάγη όταν επέμεινε να τη βοηθήσει να βγει απ’ το αυτοκίνητο και να τη συνοδεύσει μέχρι την εξώπορτα του διαμερίσματος της. Μπήκε σαν ασπίδα ανάμεσα στη Μάντι και στους δημοσιογράφους που την παραφύλαγαν. Επίσης, έμεινε σιωπηλός παρ’ ότι τους βομβάρδιζαν με ερωτήσεις, και η σιωπή του τη διευκόλυνε να μην αντιδράσει σπασμωδικά. «Η ασφάλεια του κτιρίου θα τους διώξει από το γκαράζ», είπε ο Βικ, ύστερα από την ανταλλαγή μερικών σύντομων μηνυμάτων μέσα στο ασανσέρ. 54


LUCY MONROE

Η Μάντι κούνησε το κεφάλι της. «Ευχαριστώ». Ευτυχώς, ο διάδρομος ήταν άδειος όταν βγήκαν από το ασανσέρ. Παρ' όλα αυτά, ο Βικ κοίταξε δεξιά κι αριστερά πριν την οδηγήσει στην πόρτα της. «Χρειάζεσαι μια ομάδα φρούρησης». Η Μάντι ανασήκωσε τους ώμους της. Εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να ξεκινήσουν να λογομαχούν -και δεν ήταν σίγουρη ότι θα κατάφερνε να επικρατήσει η άποψή της. «Πότε ήταν η τελευταία φορά που άλλαξες την κλειδαριά σου;» τη ρώτησε ο Βικ όταν εκείνη άνοιξε την πόρτα. Τον κοίταξε κι ευχήθηκε να μην της κοβόταν η ανάσα κάθε φορά που τον κοιτούσε. «Γιατί θα έπρεπε να την αλλάξω;» «Πες μου τουλάχιστον ότι έβαλες καινούρια κλειδαριά όταν ήρθες να μείνεις εδώ». «Γιατί να βάλω καινούρια κλειδαριά;» ρώτησε πάλι η Μάντι. «Είμαι σίγουρη ότι το φρόντισε ο διαχειριστής, όταν μετακόμισαν οι προηγούμενοι ένοικοι». Η έκφραση του Βικ έδειχνε ότι δε συμμεριζόταν τη σιγουριά της. «Δεν είναι δικό σου το διαμέρισμα;» «Όχι». Η Μάντι σκόπευε να μετακομίσει στην έπαυλη μόλις θα ερχόταν στην κατοχή της ο έλεγχος του Ιδρύματος Μάντισον και θα τη μετέτρεπε σε σχολείο. «Ποιος έχει κλειδί εκτός από τον προηγούμενο ένοικο;» ρώτησε εκείνος, με σαρκαστική έμφαση στα τελευταία του λόγια. Εκείνη ακούμπησε στο κούφωμα όταν ο Βικ δεν έδειξε ότι σκόπευε να την ακολουθήσει. «Η Ρόμι», του απάντησε. Ο Βικ κούνησε μόνο το κεφάλι του, ύστερα έβγαλε το κινητό του από την τσέπη του και τηλεφώνησε σε κάποιον. «Απενεργοποίησε τις κάρτες πρόσβασης του κτιρίου που είναι συνδεδεμένες με το διαμέρισμα της Μάντισον Άρτσερ και βγάλε καινούριες για εκείνη, τη Ραμόνα Γκρέισον κι εμένα». Άκουγε σιωπηλός για μερικές στιγμές. «Ναι, στείλε την κάρτα της δεσποινίδας Γκρέισον σ’ εκείνη και τις άλλες στο γραφείο 55


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

μου. Θα δώσω στη δεσποινίδα Άρτσερ τη δική της το απόγευμα. Αφού φύγουμε, θέλω να εγκαταστήσετε ένα σύστημα συναγερμού και να τοποθετήσετε κλειδαριές ασφαλείας». Την προηγούμενη μέρα, η αυταρχικότητα του Βικ θα είχε κάνει τη Μάντι να χλομιάσει. Σήμερα, όμως; Σήμερα αισθανόταν ότι κάποιος την πρόσεχε. «Ξέρεις, παρ’ ότι είσαι μεγαλοκαρχαρίας, παίζεις καλά το ρόλο του ιππότη με το άσπρο άλογο», του είπε, ενώ εκείνος έβαζε πάλι το τηλέφωνο στην τσέπη του. «Είμαι καλός σύμμαχος». «Αλλά τρομακτικός εχθρός, στοιχηματίζω». «Δε θα χρειαστεί ποτέ να το μάθεις». «Ακόμα κι αν αρνηθώ το τελεσίγραφο του πατέρα μου;» Η Μάντι δεν μπήκε στον κόπο να επισημάνει ότι, ακόμα κι αν το δεχόταν, μπορούσε να επιλέξει να παντρευτεί κάποιον άλλον. Ήξεραν και οι δύο πόσο απίθανο ήταν κάτι τέτοιο. Ξέχωρα από τον εφηβικό έρωτά της, δε θα παντρευόταν έναν άντρα που της ήταν τελείως ξένος ή είχε στο ενεργητικό του μερικά διαζύγια. Ο Βικ άπλωσε το χέρι του και αγκάλιασε με την παλάμη του το λαιμό της, ύστερα έκανε μπροστά. Η ζεστασιά του κορμιού του τύλιξε τη Μάντι σαν προστατευτικός μανδύας. Δεν της είπε τίποτα, μόνο την κοιτούσε στα μάτια σαν να προσπαθούσε να την πείσει για κάτι. Η ανάσα βγήκε από μέσα της απότομα, σαν αναπάντεχη, άμεση αντίδραση στο ξαφνικό χτυποκάρδι της. «Βίκτορ;» «Δε θα γίνεις ποτέ εχθρός μου, Μάντι». «Πιστεύεις ότι θα κάνω αυτό που θέλεις; Είσαι τόσο σίγουρος;» «Πιστεύω σ’ εσένα, εκεί είναι η διαφορά». Αυτό ήταν. Ο Βικ δε θα μπορούσε να είχε πει κάτι καλύτερο για να την πείσει. Οι άνθρωποι που πίστευαν σ’ εκείνη ήταν θείο δώρο στη ζωή της. Ειδικότερα ύστερα από εκείνο το πρωί. Το βλέμμα των σκούρων καστανών ματιών του συνέχιζε να την 56


LUCY MONROE

κρατάει αιχμάλωτη, περισσότερο κι από το χέρι του στον αυχένα της. «Έχε μου εμπιστοσύνη». «Μπορώ να κάνω κι αλλιώς;» είπε η Μάντι, προσπαθώντας να δώσει στη φωνή της μια χροιά σαρκασμού. «Όχι». Η απάντηση του Βίκτορ δεν είχε ίχνος ευθυμίας. Έγειρε το κεφάλι του και σταμάτησε μόνο όταν τα χείλη τους έφτασαν σε απόσταση αναπνοής. «Δεν μπορείς, και ξέρεις γιατί δεν μπορείς;» «Πες μου», ψιθύρισε εκείνη. «Ξέρεις», της είπε. Ύστερα το στόμα του άγγιξε το δικό της και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει τόσο δυνατά που νόμιζε ότι θα πεταγόταν από το στήθος της. Τα χείλη του ήταν σαν να ηλέκτρισαν τα δικά της, τα έκαναν να μουδιάσουν. Ήταν μια αίσθηση που είχε νιώσει μόνο άλλη μια φορά στη ζωή της, παρ' ότι είχε φιλήσει κι άλλους άντρες. Ήταν πριν έξι χρόνια, τότε που νόμιζε ότι ο καλύτερος τρόπος για να γιορτάσει την ενηλικίωσή της ήταν να πει στον άντρα με τον οποίο ήταν ερωτευμένη χρόνια ότι τον αγαπούσε. Ούτε η ανάμνηση εκείνης της παλιάς ταπείνωσης δεν μπορούσε να διαλύσει την έκσταση που της προκαλούσε αυτή η απλή επαφή. Το φιλί δεν κράτησε πολύ, αλλά την αναστάτωσε τόσο που της φάνηκε ότι κράτησε ώρες. Όταν ο Βικ τραβήχτηκε κι έκανε πίσω, η Μάντι δυσκολεύτηκε να μην τον ακολουθήσει. «Στις τρεις», της είπε. «Βάλε το ξυπνητήρι στο κινητό σου. Θα σου στείλω μήνυμα». Εκείνη απλώς κατένευσε, το μυαλό της είχε θολώσει από ένα απλό φιλί. Και δεν ήταν καλό για την ψυχική της ισορροπία. Προσπάθησε να μη σκεφτεί την πιθανότητα ότι ο μεγιστάνας Βίκτορ Μπεκ μπορεί να ήταν πιο επικίνδυνος για εκείνη στα σχεδόν είκοσι πέντε της χρόνια απ’ ό,τι ήταν ο προστατευόμενος του πατέρα της στην εφηβεία της. «Μπες μέσα και κλείδωσε την πόρτα, Μάντισον». Η Μάντι κατένευσε ξανά, αλλά δεν κουνήθηκε καθώς 57


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

προσπαθούσε να συνταιριάξει το παρελθόν με το παρόν. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του, ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. «Είσαι μεγάλος μπελάς». «Έτσι λέει και ο πατέρας μου». «Άλλου είδους μπελά εννοούσα». Ο Βικ χάιδεψε με τον αντίχειρά του το κάτω χείλι της. «Πίστεψέ με». «Ω, αλήθεια;» Το χείλι της μυρμήγκιασε από το άγγιγμά του, η βαθιά φωνή του έκανε να απλωθεί σε όλο της το κορμί μια γλυκιά ζεστασιά. Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ, ήταν τόσο ωραίο όσο και το φιλί του. «Ω», είπε πάλι η Μάντι. Και χωρίς να το θέλει, το κορμί της αντέδρασε στη ζεστασιά της έκφρασής του με έναν τρόπο που δεν είχε αντιδράσει ποτέ με άλλους άντρες. Ο Βικ περίμενε χωρίς να μιλάει, δεν έδειχνε να ανυπομονεί, όμως εκείνη ήξερε ότι κάθε λεπτό που περνούσε μαζί της είχε επιπτώσεις στο φορτωμένο πρόγραμμά του. Κούνησε πάλι το κεφάλι της, αυτή τη φορά στον εαυτό της. «Θα τα πούμε αργότερα». Έκανε πίσω και μπήκε στο διαμέρισμά της. Το να του κλείσει την πόρτα ήταν πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι θα έπρεπε να είναι. Έβαλε το σύρτη ασφαλείας και την επόμενη στιγμή άκουσε δυο χτυπήματα στην πόρτα. Το αντίο του Βικ. Έπιασε το καρτοκινητό που είχε αγοράσει για να συνδέσει τη Μάντι Γκρέις, την εθελόντρια, με έναν αριθμό τηλεφώνου και πήρε στο σχολείο για να τους πει ότι θα έλειπε για δυο μέρες. Δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να αποκαλυφθεί η πραγματική ταυτότητα της Μάντι Γκρέις και να εκτεθεί το καλύτερο κομμάτι της ζωής της στα αδηφάγα μέσα ενημέρωσης. Η επόμενη κλήση που έκανε ήταν στη Ρόμι, η οποία άρχισε να βρίζει στα γαλλικά όταν η Μάντι της είπε ότι ο Τζέρεμι Άρτσερ χρησιμοποιούσε το Σκάνδαλο Πέρι για να την εξαναγκάσει να παντρευτεί κάποιον της αποδοχής του. Δεν είπε στη Ρόμι ότι ο πατέρας της είχε απειλήσει να 58


LUCY MONROE

καταστρέψει την επιχείρηση του δικού της πατέρα και πώς είχε αντιδράσει εκείνη. Ήξερε ότι η φίλη της θα απαιτούσε να μην υπογράψει τα χαρτιά. «Θα το κάνεις; Θα παντρευτείς τον άντρα με τον οποίο είσαι ερωτευμένη εδώ και δέκα χρόνια;» «Μιλάς για έναν εφηβικό έρωτα. Τώρα είμαι είκοσι τεσσάρων ετών». «Κι εξακολουθείς να είσαι παρθένα. Εξακολουθείς να αποφεύγεις τις σχέσεις». «Δεν είμαι η μόνη». Η σιωπή της Ρόμι ήταν πολύ εύγλωττη. «Εξάλλου, μπορώ να παντρευτώ κάποιον από τους άλλους», συνέχισε η Μάντι. «Ναι, καλά». «Ο Μάξγουελ Μπλακ πρότεινε ένα γάμο σκοπιμότητας και παιδιά με τεχνητή γονιμοποίηση». Η Μάντι δεν μπόρεσε να συγκροτήσει ένα χαμόγελο όταν θυμήθηκε την αντίδραση του πατέρα της σ’ αυτή την πρόταση. «Ο Μαξ συμπεριλαμβανόταν στη συμφωνία του πατέρα σου;» ρώτησε η Ρόμι, δυο τρεις τόνους πιο δυνατά απ’ ό,τι μιλούσε συνήθως. Όλη η ευθυμία της Μάντι εξανεμίστηκε. «Τον ξέρεις». Σιωπή. «Λίγο». «Τον ξέρεις πολύ περισσότερο για να τον λες Μαξ». «Βγήκαμε μερικές φορές». «Δε μου το είπες». «Δεν είναι τίποτα σπουδαίο». Όμως η αδύναμη φωνή της Ρόμι έλεγε άλλα πράγματα. «Νομίζω ότι βρήκε τους ισχυρισμούς του Πέρι για την υποτιθέμενη σεξουαλική ζωή μας ενδιαφέροντες», είπε προειδοποιητικά η Μάντι. «Το ξέρω». «Ορίστε;» Η Μάντι κυριολεκτικά τσίριζε, για μια στιγμή ξέχασε τα δικά της προβλήματα. «Πώς το ξέρεις;» 59


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Χρειάζεται πραγματικά να σου πω;» «Μα είσαι ακόμα παρθένα». Έτσι είχε πει η Ρόμι, και μπορεί να ήταν μια υπερδραστήρια γυναίκα με σχεδόν αναρχικές πολιτικές απόψεις και αντισυμβατικό στυλ ντυσίματος, αλλά δεν έλεγε ποτέ ψέματα. «Από τεχνικής πλευράς, αυτό είναι αλήθεια», απάντησε. «Από τεχνικής πλευράς;» επανέλαβε αργόσυρτα η Μάντι. «Κοίτα, Μάντι, δε θέλω να το συζητήσω». Η φωνή της Ρόμι είχε τώρα μια αδυναμία, μια απελπισία που η Μάντι δεν μπορούσε να αγνοήσει. «Εντάξει, γλυκιά μου. Αλλά είμαι εδώ για σένα. Το ξέρεις αυτό, έτσι δεν είναι;» «Πάντα. ΑΑΕ». «ΑΑΕ». Αδερφές Από Επιλογή. Η μητέρα της Μάντι τις είχε χαρακτηρίσει έτσι για πρώτη φορά όταν εξηγούσε στο διευθυντή του δημοτικού σχολείου για ποιο λόγο τα κορίτσια θα τα πήγαιναν καλύτερα αν είχαν την ίδια νηπιαγωγό. Ο διευθυντής είχε αρνηθεί να τις βάλει στο ίδιο τμήμα και η Έλεν Άρτσερ είχε καλέσει το βαρύ πυροβολικό. Ήταν η μόνη φορά που η Μάντι θυμόταν τον πατέρα της να πηγαίνει στο σχολείο της. Είχε πάει και ο κύριος Γκρέισον απειλώντας ότι θα απέσυρε τη χορηγία της εταιρείας του στο αριστοκρατικό ιδιωτικό σχολείο. Από τότε, η Ρόμι και η Μάντι δεν είχαν μπει σε ξεχωριστές τάξεις. Μοιράζονταν τα πάντα, ακόμα και τη θλίψη τους για την απώλεια της μόνης μητέρας που είχαν γνωρίσει και οι δύο όταν το ταχύπλοο της Έλεν Άρτσερ είχε συντρίβει στα βράχια μια νύχτα χωρίς φεγγάρι. Η Μάντι δεν είχε κληρονομήσει από το πουθενά την τάση της για παράτολμη συμπεριφορά. Τώρα καταλάβαινε ότι το ριψοκίνδυνο φέρσιμό της, που χειροτέρευε μέρα με τη μέρα, ήταν ο δικός της τρόπος για να φωνάξει βοήθεια. Μια βοήθεια που ούτε η ίδια ούτε ο πατέρας της είχαν καταλάβει ότι χρειαζόταν. Και η Μάντι δεν είχε αποδεχτεί ακόμα αυτή την 60


LUCY MONROE

αποτυχία της. *** Το μήνυμα του Βικ ήρθε δέκα λεπτά πριν τις τρεις. Ήταν σε μια σύσκεψη που δεν μπορούσε να ακυρώσει, αλλά δύο σωματοφύλακες θα ήταν στην πόρτα της σε λίγα λεπτά. Θα είχαν μπλε ταυτότητες και η Μάντι δεν έπρεπε να τους ανοίξει αν δεν έβλεπε από το ματάκι το χαρακτηριστικό σήμα. Ειδικά εκπαιδευμένοι να προστατεύουν περισσότερο ανθρώπους παρά επαγγελματικά κτίρια και επιχειρηματικά μυστικά, οι άντρες με τα μπλε ήταν η προσωπική ασφάλεια του πατέρα της. Παλιότερα προστάτευαν κι εκείνη, αλλά επειδή ήθελε να ζήσει όσο πιο φυσιολογικά γινόταν, η Μάντι είχε αρνηθεί να έχει σωματοφύλακες από τότε που είχε μετακομίσει από την οικογενειακή έπαυλη. Ο πατέρας της είχε διαφωνήσει, αλλά τελικά είχε υποχωρήσει. Η Μάντι δεν πίστευε ότι ο Βικ θα υποχωρούσε τόσο εύκολα. Αν θεωρούσε ότι έπρεπε να έχει προστασία, τότε θα είχε. Όπως είχε απαιτήσει να αναβαθμίσουν το σύστημα ασφαλείας της επιχείρησης, επειδή είχε κρίνει ότι ήταν απαραίτητο. Αλλά και ο πατέρας της το ήθελε αυτό. Τίποτα δεν ήταν αρκετά καλό για την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ. Η λιμουζίνα την περίμενε μπροστά στην πόρτα του ασανσέρ, στο χώρο στάθμευσης. Το καλό ήταν ότι δεν είχε καταφέρει κανένας παπαράτσι να την παραφυλάει. Κάτι που ίσως είχε να κάνει περισσότερο με τους φύλακες του γκαράζ παρά με τους άλλους δυο σωματοφύλακες με τα μπλε, που κάθονταν προσοχή μπροστά στην πόρτα του ασανσέρ. Ο ένας απ’ αυτούς της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και η Μάντι μπήκε μέσα, για να διαπιστώσει με έκπληξη ότι ο Βικ συνέχιζε τη σύσκεψη μέσω του κινητού του. Από τα σκούρα μαλλιά του δεν ξέφευγε ούτε μια τρίχα, το επώνυμο κοστούμι του ήταν άψογο. Τη χαιρέτησε με ένα νεύμα 61


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

του κεφαλιού του ενώ συνέχιζε να συζητάει στα ιαπωνικά. Δεν κόμπιασε καθόλου, ο λόγος του έρεε, ο τόνος του ήταν σταθερός και ήρεμος, ωστόσο η Μάντι αισθάνθηκε την ένταση του βλέμματός του. Λες και όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη πάνω της. Λες και νοιαζόταν για εκείνη. Υποκύπτοντας στον πειρασμό να καθίσει δίπλα του, κάθισε στο απαλό δερμάτινο κάθισμα απέναντι από τον υπεύθυνο Τύπου. Την ανακούφιζε το γεγονός ότι κανένας απ’ τους σωματοφύλακες δεν είχε εντολή να καθίσει πίσω μαζί τους και ταυτόχρονα χαιρόταν που η παρουσία του Κόνραντ της έδινε την ευκαιρία να ενδώσει στην ακατανίκητη επιθυμία της. Η ανάγκη της να είναι κοντά στον Βικ ήταν σχεδόν ανεξέλεγκτη, όπως ήταν και πριν έξι χρόνια. Η Μάντι ήθελε να το αποδώσει στις εξαιρετικές συνθήκες, όμως δεν ήταν σίγουρη ότι μπορούσε. Έτσι, το να καθίσει απέναντι του δεν ήταν επαρκές μέτρο προφύλαξης. Δεν υπήρχε σύγκριση ανάμεσα στον Βικ και στον Κόνραντ, τον οποίο μέχρι εκείνο το πρωί έβρισκε ελαφρώς ενοχλητικό, αλλά τώρα της ήταν τελείως αντιπαθής. Ο γκουρού των δημοσίων σχέσεων σταμάτησε για λίγο να πληκτρολογεί σαν μανιακός στο τάμπλετ του για να την καλωσορίσει σιωπηλά. Αν το χαμόγελό του έμοιαζε περισσότερο με γκριμάτσα, δεν είχε ιδιαίτερη διάθεση να πιάσει κουβέντα μαζί του για να του ζητήσει το λόγο. Εξάλλου, οι υποτιθέμενες αποκαλύψεις του Πέρι είχαν πυροδοτήσει μια αισχρή φρενίτιδα στα μέσα ενημέρωσης, που ξεπερνούσε κατά πολύ οτιδήποτε άλλο είχαν προκαλέσει τα αθώα κατορθώματά της. Τώρα υπήρχαν ακόμα και εικασίες ότι κάποια από τα πιο παράτολμα εγχειρήματά της είχαν γίνει κατ’ εντολή του αφέντη της. Και το χειρότερο δεν ήταν αυτό. Η Μάντι δεν ήξερε πώς μια παρθένα μπορούσε να χαρακτηριστεί διεστραμμένη σεξομανής, αλλά είχε σταματήσει να διαβάζει τις ειδοποιήσεις της Google με εκείνη την επικεφαλίδα. 62


LUCY MONROE

Η λιμουζίνα είχε βγει από το γκαράζ και απομακρυνόταν απ’ το κτίριο όταν ο Βικ τελείωσε τη συνομιλία του. «Είσαι εντάξει;» τη ρώτησε. Αν του απαντούσε ειλικρινά, θα αποκάλυπτε μια αδυναμία που δεν ήθελε να δείξει στον Βικ -και πολύ λιγότερο στον Κόνραντ. Η Μάντι δεν ήξερε πώς είχε βγει η ζωή της τόσο γρήγορα εκτός ελέγχου. Και το Σκάνδαλο Πέρι ήταν μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Το τελεσίγραφο του πατέρα της και η συνειδητοποίηση ότι η σχέση τους δε θα ήταν ποτέ όπως θα την ήθελε είχαν ακολουθηθεί από την εξίσου ανησυχητική, αν και για διαφορετικούς λόγους, διαπίστωση ότι σκεφτόταν να παντρευτεί το νεανικό της έρωτα. «Μια χαρά είμαι», απάντησε. «Ωραία», είπε ο Κόνραντ, σαν να είχε ρωτήσει εκείνος. «Θα χρειαστεί μεγάλη προσπάθεια για να σταματήσει αυτό το λουτρό αίματος στα μέσα ενημέρωσης και πρέπει να είσαι σε φόρμα». Δεν ήταν ανάγκη να της το πει. Από τότε που την είχε γυρίσει στο σπίτι της ο Βικ, η Μάντι ανησυχούσε τι θα γινόταν αν δεν κατάφερνε να αποκαταστήσει την υπόληψή της. Το διόλου απίθανο γεγονός να ξεχάσει το όνειρό της ν’ ανοίξει ένα σχολείο για μη προνομιούχα παιδιά της έφερε έναν κόμπο στο λαιμό, έτσι περιορίστηκε στο να κουνήσει το κεφάλι της. Αν τα μέσα ενημέρωσης άρχιζαν να σκαλίζουν πιο βαθιά τη ζωή της, θα έβγαινε στο φως η πλαστή ταυτότητά της· και οι πιθανότητες να χάσει τη θέση της ως εθελόντριας ήταν πολλές. Παρ’ ότι απολάμβανε την ανωνυμία που της πρόσφερε η Μάντι Γκρέις, είχε πάρει στοιχειώδη μέτρα για να κρατήσει τις δυο ζωές της ξεχωριστές. Εξάλλου, δεν ήταν ο Τζέιμς Μποντ, μόνο μια κοσμική γυναίκα που λαχταρούσε να ζει κάποιες ώρες σαν φυσιολογικός άνθρωπος. Ο λόγος για τον οποίο κανένας δεν είχε συνδέσει τη Μάντι Γκρέις με τη Μάντισον Άρτσερ ήταν ότι τα νέα δεν ήταν ενδιαφέροντα. Μέχρι τώρα. Η φήμη της ως Άτακτης Μάντισον ήταν αβλαβής, κατάλληλη 63


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

μόνο για παραγεμίσματα σε κοσμικές στήλες, αλλά όχι αρκετά σκανδαλιστική για να αποφέρει ψηλά νούμερα πωλήσεων. Γι’ αυτό και δεν ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα ώστε να σκαλίζουν σε βάθος τη ζωή της. Δεν αμφέβαλλε ότι οι δημοσιογράφοι θα έβγαζαν τώρα τα πιο μυτερά φτυάρια τους. Οι κουτσομπόλες δε χρειάζονταν κάτι παραπάνω από το Σκάνδαλο Πέρι και μια σακούλα πατατάκια. Εκείνο που την πονούσε πιο πολύ στη δύσκολη θέση που βρισκόταν τώρα ήταν ότι δεν κινδύνευαν να χαθούν μόνο τα δικά της όνειρα. Και η Ρόμι είχε επενδύσει πολλά στο οικοτροφείο. Ο Βικ έστειλε ένα μήνυμα και μετά έβαλε το κινητό του στην τσέπη του. «Το λάθος μας να μην απαντήσουμε αμέσως άνοιξε την πόρτα και για άλλους ψευδείς ισχυρισμούς από υποτιθέμενους πρώην εραστές». Κοίταξε τον Κόνραντ με έναν τρόπο που δεν άφηνε αμφιβολίες για το ποιον κατηγορούσε γι’ αυτό το λάθος. Η Μάντι δε χαιρόταν που ο υπεύθυνος Τύπου έβρισκε τον μπελά του. Η ζωή της ήταν πολύ εκτός ελέγχου για να αισθανθεί έστω και λίγη συμπόνια, όμως δεν μπόρεσε να μη νιώσει μια μικρή ικανοποίηση βλέποντας τον Βικ να παίρνει το μέρος της. Από τη στιγμή που είχε παρέμβει και είχε απαιτήσει τη συνεργασία του Κόνραντ εκείνο το πρωί, ήξερε ότι δε θ’ αντιμετώπιζε μόνη τις επώδυνες συνέπειες της προδοσίας του αλλοτινού φίλου της. Ο Κόνραντ τράβηξε το γιακά του πουκαμίσου του. «Προσπαθούμε να πετύχουμε την ανάκληση των δηλώσεων, αλλά η καλύτερη στρατηγική για να σταθεροποιηθεί η κατάσταση είναι να σερβίρουμε στα σκυλιά του Τύπου μια άλλη ιστορία». «Τι εννοείς; Να σκαρφιστούμε κανένα εξωγήινο μωρό με δυο κεφάλια ή κάτι τέτοιο;» ρώτησε η Μάντι, ενώ το τηλέφωνό της την ειδοποιούσε ότι είχε μήνυμα από κάποιο δικό της άτομο. Νομίζοντας ότι ήταν η Ρόμι, το έβγαλε από την τσάντα της και 64


LUCY MONROE

κοίταξε την οθόνη. Αλλά δεν ήταν από εκείνη. Ήταν από τον Βικ, και έλεγε: Δεν είσαι μια χαρά. Θα το συζητήσουμε. Αργότερα. Ό,τι πεις, του απάντησε. Ο Βικ έβγαλε το κινητό του και απάντησε στο μήνυμά της ενώ μιλούσε. «Κάτι τέτοιο. Ένα περιοδικό μεγάλης κυκλοφορίας πρότεινε ήδη να κάνει ένα αφιέρωμα δυο σελίδων στον αρραβώνα μας, με αντάλλαγμα αποκλειστικές φωτογραφίες από τη λαμπερή γαμήλια δεξίωση». «Είμαστε αρραβωνιασμένοι τώρα;» ρώτησε η Μάντι. Είχε χάσει τίποτα στη διάρκεια της ανταλλαγής προσωπικών μηνυμάτων μεταξύ τους; Εκείνος δεν απάντησε. Περίμενε να βγάλει μόνη της το συμπέρασμα. «Είναι ο καλύτερος τρόπος για να εμποδίσουμε να παρασύρει κι άλλο βρόμικο χιόνι στην πορεία της αυτή η χιονοστιβάδα», είπε μελιστάλακτα ο Κόνραντ. «Βρόμικο χιόνι; Σοβαρά;» τον ειρωνεύτηκε εκείνη. «Έχεις τίποτα καλύτερο;» «Σκάνδαλο Πέρι». «Ακριβές, αλλά μην το χρησιμοποιήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υπαινίσσεται ότι υπάρχει σοβαρή σύγκρουση ανάμεσα σ’ εσένα και στον κύριο Τιμγουότερ. Εμείς θέλουμε να το κάνουμε να φανεί σαν ένα αστείο που πήγε στραβά». «Τότε μπορείτε να το παρουσιάσετε σαν ένα κακό αστείο που κατέστρεψε μια φιλία. Δε σκοπεύω να είμαι καλή με τον Πέρι». Η Μάντι δεν μπορούσε να είναι καλή με τον Πέρι. Ο Κόνραντ έσμιξε τα φρύδια του σκεφτικός. «Θα είναι καλύτερα για σένα να φανείς μεγαλόψυχη φίλη. Αν περιμένεις μερικούς μήνες πριν τον αποκόψεις απ’ τη ζωή σου θα αυξηθεί η δημοτικότητά σου». «Δε μ’ ενδιαφέρει». «Ο Τιμγουότερ δε θα πλησιάσει τη Μάντι ούτε στα εκατό μέτρα, ακόμα και για να της ζητήσει συγνώμη». Ο τόνος του 65


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Βικ δε σήκωνε αντιρρήσεις. Και παρά τις αποδείξεις περί του αντιθέτου, ο Κόνραντ απέδειξε ότι ήταν αρκετά έξυπνος, γιατί δεν έφερε καμιά αντίρρηση. «Εντάξει. Εντάξει». Άρχισε να γράφει. «“Το Αστείο που Κατέστρεψε μια Φιλία”. Μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτό. Και να το τραβήξω ακόμα πιο πολύ. “Το Κακό Αστείο που Κόντεψε να Διαλύσει έναν Αρραβώνα”». Η Μάντι κοίταξε τον Βικ. «Μιλάει σοβαρά τώρα;» Από μια μεριά ήξερε ότι αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσουν την κατάσταση και ότι ο Βικ έκανε απλώς τη δουλειά του, αλλά το να βλέπει τη ζωή της να μετατρέπεται σε τίτλους και επικεφαλίδες δεν ήταν καθόλου διασκεδαστικό. «Όλα θα πάνε καλά, Μάντισον». Ο Βικ πήρε το παγωμένο χέρι της στο δικό του. «Έχε μου εμπιστοσύνη». Δεν είχε διστάσει ποτέ να εισβάλει στον προσωπικό της χώρο ή να την αγγίξει, αν και η Μάντι δεν τον είχε δει να έχει τέτοιες οικειότητες με άλλους. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που πίστευε ότι τα αισθήματα μεταξύ τους ήταν αμοιβαία όταν ήταν δεκαοκτώ ετών. Αργότερα είχε καταλάβει ότι τα μικρά αγγίγματα ήταν αποτέλεσμα του τρόπου που τον είχαν μεγαλώσει οι Ρώσοι παππούδες του. Και είχε σκεφτεί ότι δεν τον έβλεπε να συμπεριφέρεται έτσι με άλλους, επειδή είχε τόσο λίγες προσωπικές σχέσεις. Μόνο με τους παππούδες του και τον πατέρα της τον είχε δει. Ο πολύ μικρός εσώτερος κύκλος ήταν κοινό στοιχείο τους. Όμως αυτό δεν το σχολίασε τώρα. Ένιωσε ευγνωμοσύνη για το γεγονός ότι ο Βικ ήταν πρόθυμος να της προσφέρει την παρηγοριά που χρειαζόταν και δεν μπορούσε να ζητήσει. Της έσφιξε το χέρι. «Ο Κόνραντ είναι ένας από τους καλύτερους στη δουλειά. Πριν από σήμερα το πρωί, θα έλεγα ο καλύτερος», της είπε. Ο Κόνραντ έκανε έναν μορφασμό, σημάδι ότι άκουγε ενώ πληκτρολογούσε. 66


LUCY MONROE

«Και ο μόνος τρόπος να αποκατασταθεί η υπόληψή μου είναι ο αρραβώνας μας;» ρώτησε η Μάντι σχεδόν ρητορικά. Γιατί ούτε εκείνη έβλεπε να υπάρχει άλλη λύση. Το σχέδιο του πατέρα της ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό απ’ ό,τι μπορούσε να φανταστεί. Η πραγματοποίηση των ονείρων της Μάντι και της Ρόμι εξαρτιόνταν από το καλό όνομα της πρώτης. Ο Βικ συνοφρυώθηκε. «Λυπάμαι, Μάντισον, αλλά τίποτα δεν μπορεί να κάνει την ιστορία να ξεχαστεί τελείως», είπε. «Γιατί όχι;» Οι υπεύθυνοι Τύπου έκαναν θαύματα. Έτσι δεν έλεγαν όλοι; Αν ο Κόνραντ δεν κατάφερνε να διορθώσει την κατάσταση, τα όνειρά της και τα όνειρα της Ρόμι θα γίνονταν συντρίμμια. Η Μάντι δεν μπορούσε ν’ αφήσει να συμβεί κάτι τέτοιο. Ο Κόνραντ σήκωσε τα μάτια του από το τάμπλετ του. «Κάποιοι πιστεύουν ότι όπου υπάρχει καπνός, πάντα υπάρχει και φωτιά», είπε. «Μα εδώ δεν υπάρχει φωτιά», απάντησε η Μάντι. Το λοξό χαμόγελό του έδειχνε πως ίσως ήταν ένας από αυτούς τους «κάποιους». Ο Βικ ακούμπησε το χέρι του στο μηρό της και η Μάντι έστρεψε πάλι την προσοχή της σ’ εκείνον. «Σε πιστεύω», της είπε. «Ό,τι και να γράφουν, η αλήθεια είναι ότι δεν είχα ποτέ έστω και μια σοβαρή σχέση», παραδέχτηκε η Μάντι με θλίψη. Κάτι άστραψε στα μάτια του Βικ, αλλά κούνησε μόνο το κεφάλι του. «Ήσουν πολύ απασχολημένη με το να μπλέκεις σε μπελάδες», σχολίασε. «Όχι σε τέτοιου είδους μπελάδες». «Το ξέρω». «Και τους τελευταίους έξι μήνες δεν έχω μπλέξει ούτε καν στους συνηθισμένους μου». Ο Κόνραντ σήκωσε το κεφάλι του. «Αλήθεια;» «Δεν έχω κάνει τίποτα αλλόκοτο ή έστω άξιο να δημοσιευτεί 67


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

από τότε που έσπασα τη λεκάνη μου σ’ εκείνη την προσγείωση με το αλεξίπτωτο». Ο Κόνραντ στένεψε τα μάτια του. «Δεν πήγαινες σε πάρτι; Δεν τριγύριζες με τον έναν και με τον άλλο;» «Δεν άκουσες τι σου είπε, Κόνραντ;» Ο τόνος του Βικ ήταν τόσο ψυχρός, που η θερμοκρασία στο εσωτερικό της λιμουζίνας ήταν σαν να έπεσε καμιά δεκαριά βαθμούς. «Η Μάντι δεν τριγυρίζει με τον έναν και με τον άλλο». «Είπε ότι δεν είχε σοβαρή σχέση κι ότι αυτοί που ισχυρίζονται πως επιδίδονταν μαζί της σε σαδομαζοχιστικές επαφές λένε ψέματα. Δεν είπε ποτέ ότι κάνει αποχή από το σεξ». Τελικά ο Κόνραντ άκουγε. Ο Βικ δεν υποχώρησε ούτε στο ελάχιστο. «Μπορείς να θεωρήσεις ως δεδομένο ότι δεν πηγαίνει με όποιον τύχει». «Μπορώ;» ρώτησε τη Μάντι ο υπεύθυνος Τύπου, εκπλήσσοντάς τη με την επιμονή του. «Ναι», του απάντησε αποφασιστικά. «Μετά το ατύχημά μου, έβγαινα μόνο για να πηγαίνω σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις». «Με τον Πέρι για συνοδό σου;» Ο Κόνραντ ακούστηκε κάπως απογοητευμένος. Κάτι που η Μάντι καταλάβαινε, υπό το φως των πρόσφατων γεγονότων. Αλλά δεν μπορούσε να χαρακτηρίσει και χαρά το συναίσθημα που ένιωθε τώρα. «Μερικές φορές», απάντησε. Ο Βικ έσφιξε τα χείλη του. «Στις περισσότερες εκδηλώσεις πήγαινα με τη Ρόμι. Ο Πέρι δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να βοηθάει άλλους». Η Μάντι ένιωσε άβολα αποκαλύπτοντας αυτή την αλήθεια, όμως η Ρόμι πάντα το έλεγε. Ο Πέρι ενδιαφερόταν περισσότερο για τις πιθανές επαγγελματικές γνωριμίες που θα έκανε σ’ αυτές τις εκδηλώσεις παρά για τους σκοπούς που η Μάντι είχε στην κορυφή της λίστας των προτεραιοτήτων της. «Στις περισσότερες απ’ αυτές ήσουν εκεί κι εσύ», είπε στον 68


LUCY MONROE

Βικ. Εκείνος εκπροσωπούσε συχνά την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ. Ήταν ειδικός στο να πραγματοποιεί τις επαφές που φιλοδοξούσε να κάνει ο Πέρι. Η Μάντι ήξερε επίσης ότι υποστήριζε τους σκοπούς με πολύ χειροπιαστό τρόπο, τόσο για λογαριασμό της εταιρείας όσο και προσωπικά. Ο γοητευτικός λευκός ιππότης κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Αυτό θα λειτουργήσει προς όφελος μας, εκτός αν είχες φωτογραφηθεί με τη συνοδό σου εκείνες τις φορές», μουρμούρισε ο Κόνραντ. «Αλλά ακόμα κι έτσι, θα το εκμεταλλευτούμε». «Ο Βικ έχει να εμφανιστεί με συνοδό σε τέτοια εκδήλωση πάνω από ένα χρόνο», είπε η Μάντι, συνειδητοποιώντας ότι μόλις είχε αποκαλύψει πόση προσοχή του έδινε. Κάτι που θα ήθελε να κρύψει ακόμα κι από τον εαυτό της, που να πάρει η ευχή. Ο Βικ ύψωσε τα φρύδια του, δείχνοντας ότι το είχε καταλάβει κι αυτός. «Ωραία. Θα φτιάξουμε ένα παραμύθι, ότι προσπαθούσατε να κρατήσετε τη σχέση σας μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας». Ο Κόνραντ έγραψε μερικές σημειώσεις στο τάμπλετ του. «Είναι πειστικό». Η Μάντι γύρισε στον Βικ. «Δηλαδή παντρευόμαστε;» «Εσύ πες μου». «Μου φαίνεται απίστευτο». Όλα της φαίνονταν σαν όνειρο από το πρωί, που είχε κοντέψει να χύσει τον καφέ της. Κάποιες στιγμές σαν ένα παράξενο, άσχημο όνειρο. «Πίστεψέ το», είπε ο Βικ, απαντώντας στις σκέψεις της δίχως να το ξέρει. Η Μάντι ζάρωσε τα μάτια της και προσπάθησε να καταλάβει πώς αισθανόταν. «Πώς μπορείς να το αντιμετωπίζεις τόσο ήρεμα;» 69


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Τι θα έπρεπε να με αναστατώνει;» «Χθες ήσουν ελεύθερος σκοπευτής. Σήμερα είσαι αρραβωνιασμένος». Δεν τον ενοχλούσε έστω και λίγο; Ή ήταν κάτι που ο Βικ σχεδίαζε από την αρχή; Για κάποιο λόγο, η Μάντι δεν μπορούσε να αποκλείσει αυτή την πιθανότητα. «Δεν είμαστε ακόμα αρραβωνιασμένη». Κάτι σφίχτηκε στο στήθος της. «Μα...» «Θα τελειώσουμε αυτή τη συζήτηση μετά τη συνάντησή σου με το δικηγόρο». Τι σήμαινε αυτό; Ο Βικ πίστευε ότι ήταν αρραβωνιασμένοι ή όχι; Ήταν αρραβωνιασμένοι; Εκείνη είχε πει ναι; Γ Μάντι ήταν απόλυτα σίγουρη ότι δεν είχε πει. Και μπορεί να ήξερε ότι η ίδια δεν είχε επιλογή, αλλά ο Βικ; Γιατί; Έπιασε το κινητό του και έστειλε ένα μήνυμα. Γ Μάντι δεν είχε αμφιβολία ότι ήταν για εκείνη. Και πράγματι, ύστερα από λίγο άκουσε στο τηλέφωνό της τον χαρακτηριστικό ήχο του εισερχόμενου μηνύματος. Έχε μου εμπιστοσύνη, διάβασε. Να του έχει εμπιστοσύνη. Μάλιστα. Πίστευε ότι ήταν τόσο εύκολο; «Δε θα προσπαθήσεις να με πείσεις να μην υπογράψω τα χαρτιά;» τον ρώτησε. «Είχα προειδοποιήσει τον Τζέρεμι ότι μπορεί να του γύριζε μπούμερανγκ η απειλή προς τη Ρόμι», απάντησε ο Βικ. «Και δε σε πίστεψε». «Δυσκολεύεται να κάνει πίσω όταν έχει βάλει κάτι σε λειτουργία». «Εννοείς ότι έχει ξεκινήσει ήδη τη διαδικασία καταστροφής της εταιρείας του κυρίου Γκρέισον; Κάποτε ήταν πολύ καλοί φίλοι οι δυο τους». Ο Βικ ανασήκωσε τους ώμους του. «Έψαχνε τρόπους για να δει πώς θα το πετύχαινε». «Και δε θέλει να πάνε χαμένοι οι κόποι του;» Ο πατέρας της ήταν πολύ σκληρός, όμως αυτό δεν ήταν καινούριο. «Εσύ κι εγώ συμφωνήσαμε στο ότι ο Τζέρεμι δε θα μπορούσε 70


LUCY MONROE

να ξέρει πόσο θα τον ζημίωνε μια τέτοια κίνηση», είπε ο Βικ. «Παρ’ όλα αυτά, δεν προσπαθείς να με πείσεις ν’ αλλάξω γνώμη», απάντησε η Μάντι. Ο Κόνραντ σταμάτησε να πληκτρολογεί και κοίταξε τον Βικ επίμονα, σαν να ήθελε να μάθει κι αυτός για ποιο λόγο φερόταν έτσι. Ο Βικ τον αγνόησε, πρόσεχε μόνο τη Μάντι. «Αυτές οι μετοχές ανήκουν σ’ εσένα», της είπε. «Ο πατέρας μου δεν το βλέπει έτσι». «Ο Τζέρεμι δε σκέφτηκε ποτέ ότι κάποιο παιδί του θα έβλεπε την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ σαν μέσο για έναν σκοπό και όχι σαν αυτοσκοπό». Τι ήξερε ο Βικ; αναρωτήθηκε η Μάντι. Είχε καταλάβει ότι σκόπευε ανέκαθεν να χρησιμοποιεί το εισόδημά της από τις μετοχές για να λειτουργεί το σχολείο; Δε θα απείχε πολύ απ’ όσα του είχε πει εκείνο το πρωί. Αυτό που δε θα μπορούσε να ξέρει ήταν ότι και η Ρόμι σκόπευε να κάνει το ίδιο. Ήθελε το σχολείο όσο και η Μάντι. Το όνειρο του Βικ ήταν κάτι διαφορετικό, αλλά προφανώς εξίσου σημαντικό για εκείνον. «Θέλεις την εταιρεία», του είπε. «Όπως και ο πατέρας σου, θέλω να αφήσω μια κληρονομιά στα παιδιά μου». Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι η απάθεια στη φωνή του διέψευδε τα λόγια του. Όμως η Μάντι ήξερε καλύτερα. Τα σκούρα καστανά μάτια του έκαιγαν από πάθος. «Η Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ θα είναι αυτή η κληρονομιά». «Μα δεν είμαστε καν αρραβωνιασμένοι». Η Μάντι δεν μπόρεσε να κρύψει την ειρωνεία από τη φωνή της. Και δεν εξεπλάγη καθόλου όταν ο Βικ δεν της απάντησε.

71


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Η ώρα πέρασε γρήγορα στο δικηγορικό γραφείο, αν και ο ηλικιωμένος άντρας ρώτησε τη Μάντι αν ήταν σίγουρη ότι ήξερε τι έκανε. Εκείνη δεν είχε αμφιβολίες. Ο Βικ σηκώθηκε όταν την είδε να γυρίζει στον προθάλαμο. Δεν έδειχνε καθόλου ταραγμένος από αυτό που είχε αποφασίσει να κάνει. «Τελειώσατε;» τη ρώτησε. «Ναι». «Έχεις κανονίσει τίποτα για μετά;» «Όχι». Ο Βικ έβαλε το χέρι του στην πλάτη της και την οδήγησε έξω από το δικηγορικό γραφείο. «Ωραία», είπε. Εκείνη τον κοίταξε παραξενεμένη. «Γιατί;» «Το μεσημέρι έχουμε ραντεβού με το φωτογράφο του περιοδικού. Θα έρθει να δειπνήσουμε μαζί στο σπίτι του πατέρα σου. Θα είναι εκεί και ο παππούς μου και η γιαγιά μου». «Θα παίξουμε τις χαρούμενες οικογένειες; Είναι απαραίτητο;» «Ναι». Όταν έφτασαν στο χώρο στάθμευσης, την οδήγησε στο αυτοκίνητό του. Η λιμουζίνα και το τζιπ με τους σωματοφύλακες δε φαίνονταν πουθενά. «Ο Κόνραντ είναι στη λιμουζίνα, με μια κοκκινομάλλα για δόλωμα», είπε ανοίγοντάς της την πόρτα της Τζάγκουαρ XJL. Εκείνη μπήκε στο πολυτελές αυτοκίνητο και κάθισε αναπαυτικά. «Καλύτερα αυτή παρά εγώ. Δεν έχω στόφα λαμπερής διασημότητας». «Έτσι νομίζεις; Ο πατέρας σου πιστεύει ότι κάνεις ό,τι μπορείς για να γίνεις η επόμενη σταρ σε τηλεοπτικό ριάλιτι». 72


LUCY MONROE

«Είμαι απλώς η Άτακτη Μάντισον νούμερο δύο». Το χαμόγελο του Βικ μεταμορφώθηκε σε μορφασμό, αντανακλώντας τα συναισθήματα της Μάντι για τα κατορθώματα της μητέρας της υπό το φως της ωριμότητας. «Από πολλές απόψεις, η Έλεν Μάντισον ήταν μια εκπληκτική γυναίκα και μεγάλωσε μια δυναμική και εντυπωσιακή κόρη, αλλά ο τρόπος που επέλεξε να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις που δεν της άρεσαν δεν ήταν υγιής. Θα πρέπει να το ξέρεις», της είπε. «Το ξέρω». Είχε αργήσει λίγο να το συνειδητοποιήσει, όμως η Μάντι είχε καταλήξει σ' αυτό το συμπέρασμα εδώ και αρκετό καιρό. Το άτακτη ήταν ένα επίθετο που προσπαθούσε να αφαιρέσει από τ’ όνομά της με κάθε τρόπο. «Είτε το πιστεύεις είτε όχι, ανέκαθεν πρόσεχα πάρα πολύ σε ποιο κομμάτι της ζωής μου θα επέτρεπα να αναμειχθούν τα μέσα ενημέρωσης». «Ο Πέρι δεν είναι τόσο εκλεκτικός». Η Μάντι κοίταξε για μια στιγμή έξω από το παράθυρο της Τζάγκουαρ. «Ο Πέρι είναι ένας ηλίθιος, που πίστευε ότι η φιλία μας θα τον προστάτευε από τις επιπτώσεις των ψεμάτων του». «Ναι, είναι», είπε ο Βικ. «Συμφωνείς;» Εκείνη επιδόθηκε στην παλιά, αγαπημένη της συνήθεια καθώς περνούσαν από το κέντρο και την Τσάιναταουν και κατευθύνονταν προς το Βαν Νες -να μελετάει τον Βίκτορ Μπεκ. Στο μυαλό της άρχισαν να στριφογυρίζουν αναμνήσεις από το τελευταίο φιλί τους, σαν μια ταινία που δεν μπορούσε να σταματήσει και που προκαλούσε έντονες αντιδράσεις στο κορμί της. Αντιδράσεις που δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να πνίξει ή όχι. Αν παντρεύονταν, δεν ήταν καλό το ότι αντιδρούσε στα φιλιά του με τέτοιον τρόπο; Ευτυχώς, δε χρειαζόταν να απαντήσει στο ενοχλητικό ερώτημα αν θα τον παντρευόταν για να μπορέσει να πραγματοποιήσει τα όνειρά της αν ο Βικ δεν την έλκυε. Πόση από τη σκληρότητα του πατέρα της είχε κληρονομήσει; Η Μάντι δεν ήξερε αν ο Τζέρεμι Άρτσερ θα 73


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

έλεγε ότι τα έγγραφα που μόλις είχε υπογράψει απαντούσαν αυτή την ερώτηση, όμως η ίδια δεν το έβλεπε έτσι. Ο Βικ άλλαξε ταχύτητα και το αυτοκίνητο άρχισε να ανηφορίζει τους δρόμους στους λόφους του Σαν Φρανσίσκο. «Αρνείσαι να κάνεις μήνυση στον Πέρι παρ’ ότι σε δυσφήμισε». «Η φιλία μας τελείωσε». Σε τελική ανάλυση, αυτό θα κόστιζε στον Πέρι πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε αποζημίωση μπορεί να όριζε το δικαστήριο. «Τελείωσε;» ρώτησε ο Βικ. «Ναι». «Ακούγεσαι πολύ σίγουρη». Ο Βικ δεν ήταν. «Είμαι», του απάντησε αποφασιστικά η Μάντι. Εκείνος έστριψε στον Αυτοκινητόδρομο 10Ε «Ωραία». «Και μόνο το ότι δεν πρόκειται να πάρει άλλο δάνειο από εμένα είναι αρκετά σοβαρή τιμωρία για τον Πέρι». Μια τιμωρία που η Μάντι δεν πίστευε ότι ο Πέρι είχε προβλέψει. Πρέπει να υπολόγιζε στην αφοσίωσή της, όμως είχε κάνει το τεράστιο λάθος να μη δείξει ούτε ίχνος αφοσίωσης προς εκείνη. «Επίσης, από δω και πέρα δε θα μπορεί να εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι με συνοδεύει για να έχει πρόσβαση σε εκδηλώσεις που δε θα μπορούσε να πηγαίνει». «Όπως περιγράφεις τα πράγματα, φαίνεται πως η φιλία σας ήταν μονόπλευρη», σχολίασε ο Βικ. «Έτσι έλεγε πάντα η Ρόμι, αλλά δεν ήταν αλήθεια». «Ναι;» Ο Βικ δεν έδειξε να πείθεται. «Δεν αφήνω εύκολα να με πλησιάσουν». «Σοβαρά; Μα έχεις ένα τεράστιο κοινωνικό δίκτυο». «Και μόνο δυο ανθρώπους που μπορούσα να αποκαλώ φίλους. Τώρα, μόνο έναν». «Νομίζω ότι εξακολουθείς να έχεις δύο». Την κοίταξε με νόημα. «Απλά, δεν είναι οι ίδιοι δύο». Εκείνη ένιωσε να απλώνεται μέσα της μια απρόσμενη και όχι τόσο ευπρόσδεκτη ζεστασιά. Παρ’ όλα αυτά είπε: «Χαίρομαι 74


LUCY MONROE

που το ακούω». Έλπιζε να ήταν αλήθεια. Υπήρχαν πολλές πιθανότητες να είναι. Ο Βίκτορ Μπεκ μπορεί να ήταν ένας ανελέητος επαγγελματίας, όμως δεν ήταν ψεύτης. «Ο Πέρι με έκανε να γελάω», παραδέχτηκε, γυρίζοντας στην παλιά της συνήθεια να μοιράζεται ανοιχτά τις σκέψεις της με τον Βικ. «Το γέλιο σου είναι μεταδοτικό», είπε εκείνος. «Μου έλειψε». Της φάνηκε παράξενο να του έχει λείψει κάτι δικό της. «Ο θάνατος της φιλίας μας ήταν δική σου απόφαση». «Όχι ο θάνατος. Ο ακρωτηριασμός». «Ό,τι πεις». Αλλά έξι χρόνια μετά, μπορεί να συμμεριζόταν την άποψή του. «Πίστευα ότι ήταν το καλύτερο». Μπορεί και να ήταν, όσο κι αν την είχε πονέσει η απόρριψή του και στη συνέχεια η απομάκρυνσή του. Η Μάντι δεν το έβλεπε έτσι εκείνο τον καιρό. Ο θάνατος της μητέρας της, ύστερα του παππού της, η ελάχιστη προσοχή που της έδινε ο πατέρας της και στη συνέχεια η απώλεια της φιλίας του Βικ της είχαν προκαλέσει βαθιά συναισθηματικά προβλήματα. Αλλά ποτέ δε θα ξεπερνούσε τον Βικ αν η φιλία τους είχε κρατήσει. Ούτε θα έβρισκε το δικό της δρόμο στη ζωή, φτιάχνοντας όνειρα τελείως ανεξάρτητα από την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ. «Τώρα που το σκέφτομαι, είναι κάπως παράξενο το ότι άφησα τον Πέρι να με πλησιάσει τόσο πολύ». Από την άλλη μεριά, η Μάντι χρειαζόταν τότε ένα υποκατάστατο του Βικ. «Του δάνειζες χρήματα». Και τώρα εκείνη συνειδητοποιούσε ότι αυτό είχε πάει τη φιλία τους σε ένα άλλο επίπεδο, σε ένα επίπεδο που ο Πέρι την έβλεπε περισσότερο σαν μέσο παρά σαν φίλη. «Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, πρέπει να λέμε δώρα, όχι δάνεια». «Και είναι καλύτερο;» Η Μάντι ανασήκωσε τους ώμους της, παρ’ ότι η προσοχή του Βικ ήταν στραμμένη στο δρόμο καθώς ακολουθούσαν την πυκνή ροή των αυτοκινήτων που κινούνταν στη Γέφυρα 75


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Γκόλντεν Γκέιτ. «Οι επιχειρηματικές προσπάθειες του Πέρι ποτέ δεν είχαν επιτυχία». «Η ιδέα του να πουλήσει την ιστορία στις φυλλάδες ήταν ανόητη, αφού του δάνειζες ήδη χρήματα». «Δεν του δάνειζα. Του αρνήθηκα την τελευταία φορά που μου ζήτησε». Ήταν μια δύσκολη απόφαση, όμως η Μάντι δεν είχε σκοπό να πτωχεύσει κι αυτή. «Έκρινα ότι μπορούσα να ρίξω τα χρήματά μου σε καλύτερα μέρη από τις μαύρες τρύπες που ο Πέρι χαρακτήριζε επιχειρηματικές προσπάθειες». «Οπότε σε κορόιδεψε». «Ναι. Δεν ήξερα ότι η φιλία μου άξιζε μόνο λίγα δολάρια». «Πενήντα χιλιάδες». «Τόσα του έδωσαν;» Η Μάντι δεν ξαφνιάστηκε που ο Βικ το ήξερε. Είχε τη συνήθεια να μαθαίνει τα πάντα, ακόμα και πράγματα που δεν τον ενδιέφεραν άμεσα. Σκέφτηκε ότι ήταν ζήτημα ημερών, αν όχι ωρών, να μάθει για την ανώνυμη εθελοντική εργασία της ή ακόμα και για τον ψυχοθεραπευτή της. Το μόνο που τη σταματούσε για να μην του μιλήσει η ίδια γι’ αυτά τα θέματα ήταν η αβεβαιότητα για την αντίδρασή του. «Για το συγκεκριμένο άρθρο. Σκόπευε να μιλήσει και αλλού για το σκάνδαλο. Είχε συμφωνήσει ακόμα και για έκδοση βιβλίου». Η φωνή του Βικ ήταν γεμάτη αποστροφή. «Είναι γελοίο. Δεν είμαι καμιά σπουδαία διασημότητα». «Όχι, αλλά είσαι η Άτακτη Κληρονόμος». «Η Άτακτη Μάντισον. Έτσι έλεγαν τη μητέρα μου». Η Μάντι θυμόταν την πρώτη φορά που την είχαν αποκαλέσει έτσι οι εφημερίδες. Κατά κάποιον τρόπο, είχε αισθανθεί σαν να ήταν ακόμα ζωντανή η μητέρα της. Αρκετά πιο μετά, η ωριμότητά της και η βοήθεια του θεραπευτή της την είχαν κάνει να συνειδητοποιήσει πόσο διαστρεβλωμένο ήταν αυτό το σκεπτικό. «Έχεις την τάση της μητέρας σου να απασχολείς τα μέσα ενημέρωσης», συμφώνησε ο Βικ. «Ο Πέρι δε θα έβγαζε ένα 76


LUCY MONROE

εκατομμύριο δολάρια από το βιβλίο του, αλλά κάποιος θα τον πλήρωνε αδρά για να το εκδώσει». «Τι ανοησία!» «Έτσι είναι η κοινωνία μας, που έχει εμμονή με τα ριάλιτι σόου και τα κοινωνικά δράματα». Ο Βικ άλλαξε ταχύτητα όταν έφτασαν πια στη Γέφυρα. «Υποθέτω πως ναι. Αλλά μιλάς για τη συμφωνία για το βιβλίο σαν να ανήκει στο παρελθόν». «Ανήκει». Η φωνή του Βικ ήταν γεμάτη ικανοποίηση. Η Μάντι δε θα έπρεπε να εκπλήσσεται με το ότι είχε δράσει τόσο γρήγορα, όμως δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι αυτό την εντυπωσίαζε και ταυτόχρονα την ανησυχούσε. «Πίστεψέ με, δεν έβαλε τους όρους ο Πέρι». «Τι τον έβαλε ο Κόνραντ να δεχτεί;» «Πιστεύεις ότι θα άφηνα να το διαπραγματευτεί ο Κόνραντ αφότου τα θαλάσσωσε σήμερα το πρωί;» «Εσύ είδες τον Πέρι; Δεν ήταν υπερβολή;» Το να βάλει κανείς στο ίδιο δωμάτιο τον Πέρι με τον Βικ θα ήταν σαν να έβαζε μια γάτα να αντιμετωπίσει έναν πάνθηρα. Η γάτα μπορεί να ήταν πεισματάρα και έξυπνη, αλλά και πάλι θα την έκανε σκόνη ο πάνθηρας. Και η Μάντι δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι ο Πέρι ήταν έξυπνος. «Από δω και μπρος, οτιδήποτε έχει να κάνει μ’ εσένα θα το χειρίζομαι προσωπικά». Ο Βικ βγήκε από τον αυτοκινητόδρομο και μείωσε ταχύτητα. «Ο πατέρας μου δεν κάνει έτσι τις δουλειές του». Κατευθύνονταν προς τα Μάριν Χέντλαντς. Η Μάντι αναγνώρισε τη διαδρομή, παρ’ ότι είχε να πάει εκεί από τότε που ήταν μαθήτρια. «Δεν είμαι ο πατέρας σου», απάντησε ο Βικ. «Αλλά του μοιάζεις». «Στον τρόπο που κάνω τις δουλειές μου; Ναι. Όμως εσύ του μοιάζεις περισσότερο στο χαρακτήρα απ’ ό,τι εγώ». «Αστειεύεσαι τώρα;» 77


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Όχι». «Ξέρω ότι είμαστε κι οι δυο πεισματάρηδες, αλλά...» «Οι ομοιότητες δε σταματάνε εκεί». «Αφού το λες». Η Μάντι δεν ήταν σαν τον πατέρα της. «Το λέω». Ήταν χαρακτηριστικό για τον Βικ να μην αισθάνεται υποχρεωμένος να δώσει εξηγήσεις ή να την πείσει, πράγμα που έκανε τη Μάντι να θέλει περισσότερο ν’ ακούσει τα επιχειρήματά του. Όμως δε σκόπευε να τον ρωτήσει. Όχι τώρα, τουλάχιστον. Προς το παρόν, την ενδιέφερε πιο πολύ τι γύρευαν στο χώρο στάθμευσης κοντά στο Μπάτερι Σπένσερ. «Είναι εδώ ο φωτογράφος του περιοδικού για να τραβήξει φωτογραφίες;» «Όχι». Ο Βικ παρκάρισε σε μια θέση κι έσβησε τη μηχανή, αλλά δεν έκανε καμιά κίνηση να βγει από το αυτοκίνητο. Ξεκούμπωσε τη ζώνη ασφαλείας και γύρισε στη Μάντι. «Είναι καλό το ότι η φιλία τελείωσε από την πλευρά σου. Ο Τιμγουότερ υπέγραψε ένα σαφές συμφωνητικό, που καλύπτει κάθε πλευρά της σχέσης του μαζί σου. Αν το αθετήσει, οι κυρώσεις θα είναι σοβαρές». «Μα πρόκειται να μιλήσει για τη φιλία μας». «Όχι, δε θα μιλήσει». Η Μάντι δεν είχε διάθεση να ξαναδεί τον Πέρι, όμως δεν ήξερε πώς να νιώσει για το ότι η φιλία τους θα χανόταν σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. «Αυτό δε θα βοηθήσει ύστερα απ’ όσα έκανε». Ο Βικ την κοίταξε επίμονα. «Υπέγραψε μια δήλωση ανάκλησης, στην οποία παραδέχεται πως όσα είπε στην εφημερίδα ήταν ψέματα». «Μα έτσι δε θα μπορούν να του κάνουν μήνυση;» Γιατί ανησυχούσε για κάποιον που δεν είχε ανησυχήσει καθόλου για εκείνη; «Δε θα πάρουν αντίγραφο της ομολογίας... εκτός αν ο Πέρι τα 78


LUCY MONROE

κάνει πάλι θάλασσα». «Κι αυτό θα τον προστατέψει;» «Σε νοιάζει;» «Ίσως δε θα έπρεπε». «Δε θα ήσουν η Μάντι αν δε σ’ ένοιαζε». Ο Βικ το είπε σχεδόν τρυφερά, χωρίς ίχνος αποδοκιμασίας. «Δεν είμαι κανένα ψοφίμι». «Κανένας απ’ όσους ήταν σήμερα το πρωί στην αίθουσα σύσκεψης δε θα το αμφισβητούσε αυτό που λες». «Εντάξει». Ο Βικ χαμογέλασε. «Είσαι μια δυνατή γυναίκα, που η δύναμή της μετριάζεται από συμπόνια. Έτσι είναι και η γιαγιά μου, η Ανα». «Και την αγαπάς». «Ναι». Αυτό σήμαινε ότι ο Βικ μπορεί ν’ αγαπούσε κι εκείνη κάποτε; Η Μάντι προσπάθησε να διώξει απ’ το μυαλό της αυτή τη φαντασίωση. Όπως της είχε πει νωρίτερα ο πατέρας της, δεν πίστευε στα παραμύθια όπως η μητέρα της. Δεν είχε την ψευδαίσθηση ότι θα παντρευόταν από έρωτα και πάθος. Ανυποψίαστος για την αναστάτωση που της προκάλεσε η τόσο απλή παραδοχή του, ο Βικ συνέχισε: «Ο Τιμγουότερ θα ζητήσει δημοσίως συγνώμη για το κακόγουστο αστείο του αφού ανακοινωθούν οι αρραβώνες μας». Έστω κι αν δεν ήταν αρραβωνιασμένοι, σύμφωνα με τον Βικ. Ξαφνικά, η Μάντι συνειδητοποίησε ότι δεν είχαν πάει στο σημείο με την ωραία θέα για να συζητήσουν ιδιαιτέρως για τον Πέρι. Παρ’ όλα αυτά, ήθελε να μάθει κάτι. «Πόσα;» «Πόσα του δώσαμε;» «Ναι». «Έτσι όπως θα παρουσιαστεί η απολογία του, θα κρατήσει τις πενήντα χιλιάδες από την εφημερίδα». Ο Βικ δεν ακούστηκε ιδιαίτερα χαρούμενος γι’ αυτό. 79


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Και;» «Το μόνο που έδωσα στον Τιμγουότερ ήταν ο λόγος μου ότι δε θα καταστρέψω το όνομά του στον επιχειρηματικό κόσμο. Το συμφωνητικό εγγυάται ότι δε θα τον πάμε στα δικαστήρια, αρκεί να κρατήσει κι εκείνος το λόγο του». «Δε θα πίστευε ποτέ ότι θα έκανα κάτι τέτοιο». «Εγώ θα το έκανα. Ανεξάρτητα αν θα ήταν από τη μεριά της εταιρείας και όχι από τη δική σου, ο Τιμγουότερ θα καταστρεφόταν». «Είσαι ανελέητος». «Δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό της οικογένειας Άρτσερ. Κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να πετύχουμε ό,τι είναι σημαντικό για εμάς». «Όπως το να παντρευτείς την κόρη του ιδιοκτήτη για να πάρεις τον έλεγχο μιας αυτοκρατορίας». «Ναι». «Ευχαριστώ». «Για τι πράγμα;» «Που δεν προσποιείσαι ότι πρόκειται για κάτι άλλο», διευκρίνισε η Μάντι. Όσο κι αν πονούσε η καρδιά της γι’ αυτό. «Τι ακριβώς νομίζεις ότι είναι;» «Απαραίτητο». Ο Βικ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Ναι, αλλά θα είμαστε παντρεμένοι -κανονικά. Το καταλαβαίνεις αυτό;» «Εννοείς...» «Το σεξ. Δε θα ζούμε χωριστές ζωές». «Όχι εξωσυζυγικές σχέσεις;» Όχι ότι η Μάντι θα έκανε αυτό το βήμα αν ήξερε ότι ο Βικ ήταν γυναίκας ή αν η ίδια σκόπευε να ψάχνει ερωτικούς συντρόφους εκτός γάμου. «Όχι εξωσυζυγικές σχέσεις», επανέλαβε ο Βικ, δίχως να προσπαθήσει να κρύψει την αποστροφή που του προκαλούσε και μόνο η ιδέα της απιστίας. Δεν ήταν από εκείνους που απατούσαν τη σύντροφό τους. Ήταν εγγονός ενός πολύ παραδοσιακού Ρώσου. Δε θα έκανε 80


LUCY MONROE

ποτέ κάτι που θα απογοήτευε τον ηλικιωμένο άντρα. Πίστευε ότι τον είχε απογοητεύσει αρκετά ο πατέρας του. Αυτό και άλλα πολλά της τα είχε εκμυστηρευτεί όταν ήταν φίλοι. Η Μάντι δεν το περίμενε. Ο Βικ ποτέ δεν ήταν σαν αδερφός της, όμως ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους στους οποίους πίστευε ότι μπορούσε να βασιστεί εκείνο τον καιρό. Μπορούσε να βασιστεί πάνω του τώρα; «Θέλω να είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνεις τι σου λέω, Μάντισον». Ο Βικ άπλωσε το χέρι του πάνω από την κονσόλα και το έβαλε πίσω από τον αυχένα της, μια κίνηση που είχε αρχίσει να της γίνεται οικεία. «Δεν είμαι ο Μάξγουελ Μπλακ. Τα παιδιά μου δε θα συλληφθούν σε δοκιμαστικό σωλήνα». «Και βέβαια όχι». Όποια κι αν ήταν τα αισθήματα του ενός για τον άλλο, αυτή η κατάσταση ήταν για εκείνον πολύ προσωπική. Ο Βικ κούνησε το κεφάλι του σαν να είχε τακτοποιηθεί ό,τι έμενε ακόμα ανείπωτο ανάμεσά τους. Η Μάντι δεν ήταν τόσο σίγουρη ότι συμφωνούσε, όμως δε δίστασε να βγει μαζί του απ’ το αυτοκίνητο. Πήραν το μονοπάτι που οδηγούσε στο πλάτωμα. Εκείνη χαιρόταν που είχε φορέσει χαμηλοτάκουνα παπούτσια και που το έδαφος ήταν στεγνό. Κανένας απ’ τους δυο δε μιλούσε ενώ προχωρούσαν, όμως ο Βικ είχε το χέρι του στη μέση της και την κρατούσε από τον αγκώνα στα σημεία που το έδαφος ήταν ανώμαλο. Τελικά σταμάτησαν σε ένα από τα υπέροχα σημεία που είχαν θέα στη διάσημη γέφυρα και στον ορίζοντα του Σαν Φρανσίσκο. Υπήρχαν λίγοι τουρίστες, αλλά όχι τόσο κοντά για να ακούσουν τη συζήτηση που μπορεί να έκαναν οι δυο τους. Ο Βικ στάθηκε πολύ κοντά στη Μάντι, με το σώμα του να λειτουργεί σαν ανεμοφράκτης στους δυνατούς ανέμους του λιμανιού. Η εγγύτητα και η καθαρά προστατευτική στάση του ήταν ενδεικτικές. «Ο παππούς μου έφερε τη γιαγιά μου να δει για πρώτη φορά το Σαν Φρανσίσκο από αυτό εδώ το σημείο», είπε ύστερα από 81


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

μερικά λεπτά σιωπής. «Της υποσχέθηκε ένα μέλλον με φαγητό στο τραπέζι για την οικογένειά τους. Ένα μέλλον χωρίς καταπίεση για την Ορθόδοξη πίστη τους». «Κράτησε την υπόσχεσή του». «Ναι». Ο Βικ σταμάτησε πάλι για λίγο. «Ο παππούς μου έφερε πάλι εδώ τον πατέρα μου όταν ήταν παιδί. Ο Μίσα είπε στον Φρανκ ότι μπορούσε να γίνει ό,τι ήθελε, ένας Αμερικανός χωρίς προφορά, με ένα όνομα όπως όλων των άλλων παιδιών». «Ο παππούς σου άφησε τον πατέρα σου ελεύθερο να γίνει ό,τι ήθελε». «Ακόμα κι ένας αποτυχημένος». Η Μάντι δεν μπορούσε να διαφωνήσει με το χαρακτηρισμό, όταν ήξερε ότι ο Φρανκ Μπεκ απέφευγε τις ευθύνες σε όλη τη ζωή του. Εκτός αν είχε αλλάξει κάτι τα τελευταία έξι χρόνια. Επικοινωνούσε με τον Βικ μόνο όποτε χρειαζόταν κάτι. Συνήθως χρήματα. Έβαλε το χέρι της στο μπράτσο του Βικ και του είπε: «Δεν απέτυχε όταν έκανε εσένα». «Ο Μίσα και η Άνα με μεγάλωναν και έγινα αυτό που είμαι», απάντησε εκείνος. «Μια επιτυχία που δε χωράει αμφισβήτηση». Ο Βικ γύρισε και την κοίταξε. «Το πιστεύεις αυτό;» «Φυσικά». «Ωραία». Η Μάντι χαμογέλασε. Δεν ήξερε γιατί αισθανόταν την ανάγκη να καθησυχάσει τον Βίκτορ Μπεκ, όμως ήταν αποφασισμένη να το κάνει. «Ο πατέρας μου μ’ έφερε κι αυτός εδώ όταν ήμουν μικρός. Ο Φρανκ δε θα μπορούσε, όμως εγώ έδωσα υποσχέσεις στον εαυτό μου, δεσμεύτηκα απέναντι στα παιδιά που θα αποκτούσα κάποτε. Υποσχέσεις που σκοπεύω να κρατήσω». «Δεν αμφιβάλλω». Το βλέμμα του Βικ έγινε πιο ζεστό, η έκφρασή του πιο αποφασιστική. «Ο παππούς μου και η γιαγιά μου δεν 82


LUCY MONROE

αγαπιόνταν όταν παντρεύτηκαν, αλλά ο γάμος τους είναι από τους πιο στέρεους που ξέρω». «Είναι αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλο». «Και στην οικογένεια. Ακόμα και στον πατέρα μου». «Το πιστεύω». Ο Βικ κατένευσε, τα σκούρα μάτια του καθρέφτιζαν την αποδοχή του για τα λόγια της Μάντι. «Αυτού του είδους η αφοσίωση τρέχει στο αίμα μου μαζί με τη σκληρότητα». «Το ξέρω». Έβαλε τα μεγάλα χέρια του στους ώμους της, δημιουργώντας έναν κόσμο μόνο για εκείνους τους δύο. «Πιστεύω ότι τα παιδιά μας θα κληρονομήσουν αυτά τα στοιχεία». «Σίγουρα». Η Μάντι δεν μπόρεσε να κάνει τη φωνή της να μην ακουστεί αδύναμη. Ο Βικ την άγγιζε, και αισθανόταν τη ζεστασιά του αγγίγματος της ακόμα και μέσα από το Βαλεντίνο σακάκι της. «Αν σκεφτείς ότι είναι στοιχεία και των δύο γονιών τους, τα παιδιά μας έχουν ελάχιστες ελπίδες να βγουν διαφορετικά». «Δεν είμαι σκληρή», είπε η Μάντι, σοκαρισμένη από την κατηγορία. «Άλλα λένε τα χαρτιά που υπέγραψες σήμερα», την αντέκρουσε. «Ξέρεις ότι συνήθως δεν κάνω τέτοια». Αλλά ήταν... απαραίτητο. «Η σκληρότητα δε χρειάζεται να είναι έμφυτη στο χαρακτήρα σου για να την έχεις». «Και δε σ’ ενοχλεί;» «Το ότι θα αγωνιστείς για εκείνους που αξίζουν την αφοσίωσή σου, ακόμα και για κάποιους που δεν την αξίζουν; Όχι». «Θεωρείς δεδομένο ότι αξίζεις την αφοσίωσή μου». «Ναι». «Κι εγώ αξίζω τη δική σου;» Η έκφραση του Βικ έδειχνε ότι τον ξάφνιασε η ερώτησή της. «Αμφιβάλλεις;» «Πριν έξι χρόνια...» 83


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Με φίλησες κι εγώ σε απώθησα». «Αυτός είναι ένας απλουστευμένος τρόπος για να δεις τα πράγματα, και όχι απόλυτα ακριβής». «Αλήθεια;» «Ναι. Σου είπα ότι σ’ αγαπούσα. Μου είπες ότι ήμουν πάρα πολύ νέα κι όχι μόνο με απώθησες, αλλά με έβγαλες τελείως απ’ τη ζωή σου. Τελείωσε η φιλία μας μ’ εκείνο το φιλί». «Ήταν απαραίτητο». «Μπορούσαμε να μείνουμε φίλοι». «Όχι». «Γιατί όχι;» «Ήσουν δεκαοκτώ ετών, ούτε καν γυναίκα». «Μα ήμουν γυναίκα». «Το ξέρω». Η χροιά της φωνής του είχε ένα μήνυμα που η Μάντι δεν μπορούσε να προσδιορίσει. «Επίσης, ήσουν κόρη ενός ανθρώπου που θαύμαζα και που μου είχε εμπιστοσύνη όταν ήμουν μαζί σου». «Για να μην αναφέρουμε ότι ήταν εργοδότης σου», του υπενθύμισε η Μάντι λίγο δηκτικά. «Ναι, εργοδότης μου. Πρόεδρος και ιδιοκτήτης μιας εταιρείας που σκόπευα να διευθύνω μια μέρα». «Μια σχέση μαζί μου δε θα γινόταν εμπόδιο σ’ αυτόν ίο στόχο». «Θα γινόταν. Πριν έξι χρόνια». «Αλλά όχι τώρα». Όχι, τώρα συνέβαινε το αντίθετο. Με το να παντρευτεί τη Μάντι, ο Βικ θα πετύχαινε αυτό ακριβώς που ήθελε. «Όχι. Τώρα, όχι». «Σ’ αγαπούσα». Η Μάντι δε θα το χαρακτήριζε κοριτσίστικο ξεμυάλισμα. Δεν ήταν ξεμυάλισμα. Το είχε ξεπεράσει, αλλά κάποτε τον είχε αγαπήσει. «Η απόρριψή σου με πλήγωσε». «Λυπάμαι», είπε ο Βικ. Όμως δε θα άλλαζε ό,τι είχε κάνει στο παρελθόν, ακόμα κι αν μπορούσε. Η Μάντι το ήξερε. «Δες το από τη θετική πλευρά», της είπε σχεδόν πειραχτικά. 84


LUCY MONROE

«Δηλαδή;» Ο Βικ χαμογέλασε σαν καρχαρίας. «Θα σου είναι εύκολο να με αγαπήσεις ξανά». «Δε λειτουργούν με τέτοιον τρόπο τα αισθήματα». Και σίγουρα, αν τον ερωτευόταν, ακόμα κι αν ήταν παντρεμένη μαζί του, δε θα ήταν το εξυπνότερο πράγμα που θα είχε κάνει ποτέ. «Όχι;» Ο Βικ έβγαλε κάτι από την τσέπη του σακακιού του. Ένα μικρό, ζωγραφισμένο κουτί που χωρούσε στην παλάμη του. «Η γιαγιά μου έφερε αυτό το Πάλιεχ από τη Ρωσία, όταν εκείνη και ο παππούς μου αυτομόλησαν στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου». «Είναι πανέμορφο». «Είναι μια υπενθύμιση». «Για τι πράγμα;» «Για την ομορφιά που άφησαν πίσω τους και για τη ζωή που ήλπιζαν να φτιάξουν. Ο παππούς έλεγε πάντα ότι η γιαγιά ήταν η πριγκίπισσα-βατραχίνα του». Το καπάκι του κουτιού ήταν διακοσμημένο με μια παράσταση από το ρωσικό παραμύθι που ο πρίγκιπας Ιβάν καταλήγει να παντρευτεί μια εργατική και πανέμορφη πριγκίπισσα, που κάποτε ήταν βατραχίνα. Η μαγεμένη πριγκίπισσα κατάφερε να ξεπεράσει τις αριστοκράτισσες ανταγωνίστριές της που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να κάνουν τους αδερφούς του Ιβάν να τις παντρευτούν. Η Μάντι σκέφτηκε ότι μπορεί να καταλάβαινε για ποιο λόγο της είχε πει η γιαγιά του Βικ το παραμύθι με την πριγκίπισσαβατραχίνα την πρώτη φορά που είχαν συναντηθεί. «Αυτό σε κάνει βάτραχο-πρίγκιπά μου;» τον ρώτησε πειραχτικά. Εκείνος έσυρε τον αντίχειρά του στο λακαρισμένο καπάκι του κουτιού. «Μπορεί». «Ξέρεις ότι δεν πιστεύω στα παραμύθια». «Ίσως θα έπρεπε». 85


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Αυτό σίγουρα δεν ήταν κάτι που θα της έλεγε ποτέ ο πατέρας της. «Οι υποσχέσεις του παππού σου είναι σαν να περιγελάνε τη ρωσική απαισιοδοξία». Από την άλλη, ο Μ ίσα Μπεκ ποτέ δεν είχε δώσει στη Μάντι την εντύπωση απαισιόδοξου ανθρώπου. Κάποιος που άλλαζε το επίθετό του έτσι ώστε να ταιριάζει στην καινούρια του πατρίδα και στην καινούρια του ζωή είχε σίγουρα ανοιχτό μυαλό. Είχε συναντήσει τους παππούδες του Βικ ελάχιστες φορές, όμως τους συμπαθούσε. Πολύ. Παρά το γεγονός ότι ο Μίσα και η Άνα είχαν μεγαλώσει τον εγγονό τους, η Μάντι ανέκαθεν τους θεωρούσε υπόδειγμα φυσιολογικής οικογένειας. Μιας οικογένειας σαν αυτή που ήθελε πάντα. Σαν αυτή που δεν ήταν σίγουρη ότι ο Βικ της πρόσφερε με ό,τι υπήρχε μέσα στο μικρό, ζωγραφισμένο κουτί. «Ο παππούς μου δεν πίστευε στην παλιά πρόληψη ότι γρουσουζεύεις την επιτυχία αν μιλάς γι’ αυτή». «Η ζωή του και η ζωή σου επιβεβαιώνουν τη δυσπιστία του». «Μπορείς να το δεις κι έτσι». «Πώς αλλιώς μπορείς να το δεις;» «Ο παππούς έπαψε να είναι Ρώσος και ενστερνίστηκε τους τρόπους της καινούριας πατρίδας του». «Η αλήθεια είναι ότι η αμερικανική ιδεολογία ρέπει προς την αισιοδοξία». «Να το θυμάσαι αυτό». «Πιστεύεις ότι πρέπει να είμαι ονειροπόλα επειδή γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ;» ρώτησε η Μάντι σε απότομο τόνο. «Όχι. Έχεις τα όνειρά σου. Έχω τα δικά μου. Το θέμα δεν είναι πού γεννήθηκες, αλλά τι γεννήθηκες να γίνεις. Θέλω να πιστεύεις στα όνειρα και των δυο μας». «Αυτό προϋποθέτει αρκετό από τον ιδεαλισμό για τον οποίο φημίζεται η χώρα μας». «Ναι». Ο Βικ ήθελε να συμμεριστεί η Μάντι τα όνειρά του. 86


LUCY MONROE

Θα μπορούσε να υπάρξει αγάπη μεταξύ τους, όμως αυτό ήταν κάτι παραπάνω από επαγγελματική συμφωνία -ό,τι κι αν την είχε προκαλέσει.

87


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

«Κι αυτό;» Η Μάντι έδειξε το Πάλιεχ, που πρέπει να ήταν τουλάχιστον πενήντα ετών. «Τώρα είναι μια υπενθύμιση για εμένα;» Όσο κι αν προσπαθούσε να παραστήσει την αδιάφορη, είχε συγκινηθεί βαθιά. «Ναι», είπε ο Βικ. Της κόπηκε η ανάσα. «Για τη σπουδαία κληρονομιά που υποσχέθηκες στα αγέννητα παιδιά σου;» «Μεταξύ άλλων». «Αυτή η σπουδαία κληρονομιά είναι πιο σημαντική για σένα παρά για μένα». Η Μάντι ήθελε υποσχέσεις για άλλα πράγματα. Δεν ήταν αφελής. Δεν έψαχνε την παντοτινή αγάπη, παρά τα συναισθήματα που είχε βαθιά στην καρδιά της και έκανε ό,τι μπορούσε για να μην τα αναγνωρίσει. Ακόμα και η Έλεν Άρτσερ ήταν αρκετά ρεαλίστρια ώστε να μην υποσχεθεί στην πριγκίπισσά της έναν ιππότη με αστραφτερή πανοπλία που θα την αγαπούσε. Όμως υπήρχαν στη ζωή πιο σημαντικά πράγματα απ’ το να φτιάξεις μια εταιρεία που θα κυριαρχούσε στην παγκόσμια αγορά. «Έτσι νομίζεις;» ρώτησε ο Βικ. Ο τόνος του ήταν εύθυμος και η Μάντι δεν κατάλαβε γιατί. Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Θα γίνει σημαντική όταν πραγματοποιήσεις το όνειρό σου να φτιάξεις το σχολείο». Η Μάντι δεν μπορούσε να το αρνηθεί αυτό. «Πιστεύεις ότι το χρήμα είναι κάτι ασήμαντο, όμως δεν έχεις ζήσει ποτέ με το φόβο της ανέχειας». 88


LUCY MONROE

«Κι εσύ έχεις ζήσει;» «Όχι όπως οι παππούδες μου, αλλά ας πούμε ότι το διάστημα ανάμεσα στο θάνατο της μητέρας μου και στην απόφαση του παππού μου να με πάρει να ζήσω κοντά τους δεν είναι κάτι που θα επέτρεπα ποτέ να ζήσουν τα παιδιά μου». «Λυπάμαι». «Η ανικανότητα του Φρανκ να βάλει τις ανάγκες κάποιου άλλου πάνω από τις δικές του -συμπεριλαμβανομένης της βασικής ανάγκης ενός εξάχρονου παιδιού να τραφεί- με δίδαξε τι δεν ήθελα να γίνω, όπως ο παππούς μου με δίδαξε τι μπορούσα να γίνω». «Ο παππούς σου είναι καλός άνθρωπος». «Αυτός και η γιαγιά με έμαθαν τη διαφορά ανάμεσα στο να δουλεύεις σκληρά για να πετύχεις και στο να εκμεταλλεύεσαι». «Όπως ο πατέρας σου». Ο Βικ μόρφασε. «Ο Φρανκ είναι μεγάλος εκμεταλλευτής». «Θέλεις η ζωή σου να έχει ουσία». «Έχει ήδη ουσία». Η Μάντι δεν μπορούσε να διαφωνήσει μ’ αυτό. Δεν ήθελε. «Κι εγώ θέλω να έχει ουσία η ζωή μου. Απλά... το κάνουμε με διαφορετικό τρόπο». «Ναι». Ο Βικ δεν έδειξε να τον ενοχλεί το γεγονός. Τότε εκείνη γιατί την ενοχλούσε; Ήθελε να του μιλήσει για τη Μάντι Γκρέις, όμως τι θα έκανε αν την αντιμετώπιζε με την ίδια απαξίωση που την είχε αντιμετωπίσει ο Τζέρεμι; «Σου έχω υποσχεθεί ότι θα σε βοηθήσω να πραγματοποιήσεις το όνειρό σου για το οικοτροφείο», επισήμανε εκείνος. Ναι, της το είχε υποσχεθεί, κι αυτό τον έκανε ήδη να διαφέρει κατά πολύ από τον πατέρα της. Ίσως οι διαφορές τους να έκαναν τις ζωές και των δύο καλύτερες αντί να τους χωρίζουν. «Τι είδους υποσχέσεις μου δίνεις μ’ αυτό το κουτί, Βικ;» ρώτησε η Μάντι, σχεδόν έτοιμη να πιστέψει ότι θα γινόταν πραγματικότητα η επιθυμία της για μια ολοκληρωμένη οικογένεια. 89


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Αν με παντρευτείς, υπόσχομαι να σου είμαι πιστός». Η Μάντι κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Περιμένω το ίδιο κι από εσένα», συνέχισε εκείνος, λες και υπήρχε περίπτωση η Μάντι να μην το είχε καταλάβει. Αλλά ήταν ενδιαφέρον που είχε ξεκινήσει μ’ αυτό. Το έκανε επειδή πίστευε ότι της χρειαζόταν έπειτα από την προδοσία του Πέρι, ή ήταν κάτι πιο προσωπικό; «Θεώρησέ το δεδομένο», απάντησε εκείνη. «Χαίρομαι που το ακούω». Όταν ο Βικ δεν είπε τίποτε άλλο, παρά την κοίταζε σαν να έβλεπε ως τα τρίσβαθα της ψυχής της, η Μάντι τον προέτρεψε να συνεχίσει. «Και;» «Υπόσχομαι να συνεχίσω να αναπτύσσω την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ, για ν’ αφήσω στα παιδιά μας μια κληρονομιά αντάξια του ονόματος και των δύο οικογενειών μας». Ήταν μια υπόσχεση πιο σημαντική για εκείνον και τα μελλοντικά παιδιά τους, όμως η Μάντι δεν την απέρριψε ως ασήμαντη. «Σε όλα μας τα παιδιά;» τον ρώτησε. «Ναι». Ο Βικ έσμιξε τα φρύδια του. «Γιατί να τα ξεχωρίσω;» Θα μπορούσε να είναι από τους άντρες που θεωρούσαν σημαντικό μόνο το πρώτο τους παιδί ή μόνο τους γιους τους, όμως η Μάνα ήξερε ότι δεν ήταν. Την απασχολούσε κάτι που ο Βικ δε θα μπορούσε να φανταστεί. «Είμαι πρόθυμη να κάνω μαζί σου δυο παιδιά, αλλά θέλω περισσότερα και θα είναι υιοθετημένα». Αυτό δε θα ήταν αιτία να σπάσει τη συμφωνία, όμως το ήθελε πάρα πολύ. Εκείνος συνοφρυώθηκε ξανά. «Θέλεις να υιοθετήσουμε;» «Ναι». «Μωρά ή πιο μεγάλα παιδιά;» «Έχει σημασία;» «Όχι». «Μάλλον πιο μεγάλα». «Εντάξει». «Έτσι απλά; Εντάξει;» Η Μάντι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο 90


LUCY MONROE

Βικ το είχε δεχτεί τόσο εύκολα. «Φαντάζομαι πως θα πάρουμε μαζί τις αποφάσεις όσον αφορά τα παιδιά, τόσο αυτά που θα κάνουμε όσο κι αυτά που θα υιοθετήσουμε». «Φυσικά, αλλά δεν έχεις αντίρρηση;» «Τίποτα δε θα έδινε στον Μίσα και την Άνα περισσότερη χαρά από ένα σπίτι γεμάτο εγγόνια για να τα κακομαθαίνουν». «Το Παρίαν Χολ έχει πολλές κρεβατοκάμαρες», είπε η Μάντι. Γι’ αυτό ήθελε να μείνουν εκεί όταν θα παντρεύονταν. Το γεμάτο ικανοποίηση χαμόγελο του Βικ έλεγε ότι είχε καταλάβει τις προθέσεις της. «Δε σκοπεύω να τις γεμίσουμε όλες με παιδιά, όμως δε θα είχα αντίρρηση να καταλάμβανε η οικογένειά μας τις μισές». Ήταν μια έπαυλη με πέντε υπνοδωμάτια. Η Μάντι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τον είχε πείσει τόσο εύκολα. «Αυτό θα το περιλάβεις στο προγαμιαίο συμβόλαιο;» «Αν επιμένεις. Όμως σε διαβεβαιώ ότι δεν είναι απαραίτητο». Ο Βικ έβαλε το παλιό ρωσικό ενθύμιο στην παλάμη της. «Δε σκοπεύω να αθετήσω τις υποσχέσεις μου». «Όσο είναι μέσα στις δυνατότητές σου». «Ναι». Ο τόνος του και έκφρασή του υπαινίσσονταν ότι ο Βίκτορ Μπεκ θεωρούσε πως ελάχιστα πράγματα ήταν εκτός των δυνατοτήτων του. «Και θα είσαι πραγματικός πατέρας για τα παιδιά μας. Όχι απλώς στα χαρτιά». Ο Βικ δεν ήταν ο μόνος που είχε την αίσθηση της εγκατάλειψης μετά το θάνατο της μητέρας του. Ο πατέρας της Μάντι μπορεί να μην αδιαφορούσε για τις φυσικές ανάγκες της, όμως την είχε αφήσει να λιμοκτονεί συναισθηματικά. «Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ ότι θα είμαι παρών σε κάθε σημαντικό αγώνα ή σε κάθε καθιστική διαμαρτυρία που θα οργανώνουν οι κόρες σου, αλλά τα παιδιά μας θα είναι πάντα ύψιστης προτεραιότητας». «Οι κόρες μου;» 91


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Οι δικές μου θα είναι πολύ απασχολημένες με την κατάκτηση του επιχειρηματικού κόσμου για να παίρνουν μέρος σε εκδηλώσεις κοινωνικού ακτιβισμού». Η Μάντι γέλασε, αλλά σοβαρεύτηκε γρήγορα. «Δε θα πιέσω τα παιδιά μου να αφιερώσουν τη ζωή τους στην Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ. Θα πρέπει να είναι προσωπική επιλογή τους». «Συμφωνώ», είπε ο Βικ. Αλλά προφανώς δεν είχε πρόβλημα να πιστεύει ότι τα παιδιά του θα ήταν αφοσιωμένα στην εταιρεία όπως κι αυτός. Ποιος να ήξερε; Ίσως να ήθελε και η Μάντι να δουλέψει στην Άρτσερ αν είχε άλλου είδους σχέση με τον πατέρα της. «Νομίζω πως πρέπει να δεχτούμε ότι τα παιδιά μας θα επηρεαστούν κι από τους δυο μας», είπε στον Βικ. «Υπάρχουν και πολύ χειρότερα πράγματα απ’ αυτό». «Χαίρομαι που το λες». «Άνοιξε το κουτί». «Τελείωσες με τις υποσχέσεις;» «Οποιαδήποτε άλλη δέσμευση θα υπαγόταν στις τρεις υποσχέσεις που σου έδωσα». «Τρεις;» «Πίστη. Αφοσίωση. Οικογένεια». Ο λαιμός της Μάντι έκλεισε από κάποιο ανεξήγητο συναίσθημα, όμως ο Βικ είχε δίκιο. Της είχε υποσχεθεί τα πράγματα που ήταν για εκείνη τα πιο σημαντικά. Είχε δεσμευτεί να φτιάξει μαζί της μια οικογένειά και όλα όσα αυτό περιέκλειε. Σήκωσε το καπάκι του κουτιού, ανίκανη να κρύψει ότι τα δάχτυλά της έτρεμαν. Μέσα, σε ένα στρώμα από μαύρο μεταξωτό ύφασμα, υπήρχαν δύο δαχτυλίδια. Το ένα ήταν η παραδοσιακή ρωσική βέρα -τρεις πλεγμένοι κρίκοι από κίτρινο, λευκό και ροζ χρυσό, διακοσμημένοι με διαμάντια. Ήταν πανέμορφο, αλλά όχι κραυγαλέο. Τέλειο για εκείνη. Δίπλα του, ένα κομψό δαχτυλίδι αρραβώνων από ροζ χρυσό και διαμάντια ταίριαζε απόλυτα με τη βέρα. 92


LUCY MONROE

Δε ρώτησε τον Βικ πώς ήξερε ότι η ροζ απόχρωση του χρυσού ήταν η αγαπημένη της. Μερικές φορές την τρόμαζε. Επίσης, δε ρώτησε αν θα μπορούσε να φοράει το δαχτυλίδι μαζί με τη βέρα όταν θα παντρεύονταν. Πρόσεξε ότι η καμπύλη στη γάμπα του δαχτυλιδιού ταίριαζε στην καμπύλη της βέρας. Ο Βικ είχε συνδυάσει τις παραδόσεις της πατρίδας του με τις παραδόσεις της πατρίδας των παππούδων του, λαμβάνοντας υπόψη του και τις δικές της προτιμήσεις. Έτσι ήταν ο Βικ. Η Μάντι μπορεί να μην ήταν πια ερωτευμένη μαζί του, αλλά δεν ήταν παράξενο το ότι δεν είχε καταφέρει ποτέ να δεχτεί υποκατάστατά του. «Είναι υπέροχα», είπε με κομμένη την ανάσα. «Όπως η γυναίκα για την οποία σχεδιάστηκαν». «Δεν μπορεί να έβαλες να τα φτιάξουν ειδικά για μένα». Τέτοιου είδους δουλειές δε γίνονταν μέσα σε λίγες ώρες. Ο Βικ σκέπασε τα χέρια της με τα δικά του. «Πρέπει να σου πω ότι τα σχέδιά μου για το μέλλον σε περιλάμβαναν πολύ πριν με περιλάβεις εσύ στα δικά σου». «Μην το λες». Τα δικά της σχέδια τον περιλάμβαναν από τότε που είχε συνειδητοποιήσει τη θηλυκότητά της και είχαν αρχίσει να την απασχολούν οι σχέσεις των δύο φύλων. Ακόμα και τότε που δεν καταλάβαινε ότι τον σύγκρινε με κάθε άλλον άντρα που γνώριζε. Και η Ρόμι είχε δίκιο τόσα χρόνια! Ο Βικ κούνησε το κεφάλι του. «Ήσουν τσιμπημένη μαζί μου όταν ήσουν μαθήτριά, αλλά δε με σκεφτόσουν ερωτικά τα προηγούμενα έξι χρόνια». Ώστε δεν ήταν παντογνώστης! «Αυτό δείχνει πόσα ξέρεις. Η Ρόμι λέει ότι συγκρίνω άλλους άντρες μ’ εσένα και τους βρίσκω ανεπαρκείς». «Κι εσύ τι της απαντάς;» «Το αρνούμαι». «Ορίστε, είδες;» «Αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι μπορεί να έχει δίκιο». Ο Βικ την κοίταξε σαν να θεωρούσε ότι του έλεγε υπερβολές. 93


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Δε σε ξέχασα ποτέ». Ήταν πολύ βαθιά χαραγμένος στην ψυχή της για να μπορέσει να τον ξεχάσει. Η Μάντι πίστευε πραγματικά ότι εκείνο που την εμπόδιζε να δεθεί με κάποιον άλλον ήταν η έλλειψη εμπιστοσύνης, όμως τώρα συνειδητοποιούσε ότι και μόνο η ανάμνηση του Βικ ήταν αρκετή για να κρατάει τους άλλους σε απόσταση. «Με απέφευγες σαν την πανούκλα». «Κι εσύ δεν πήγαινες πίσω». «Για κανένα χρόνο», παραδέχτηκε ο Βικ. «Μου έλειπε η φιλία μας. Θεωρούσα ότι είχε περάσει αρκετός καιρός από το περιστατικό που μας είχε φέρει σε δύσκολη θέση». Και την είχε πλησιάσει. Η Μάντιτον είχε απωθήσει, φροντίζοντας να μη βρεθούν ξανά κάπου που θα μπορούσαν να μιλήσουν ιδιαιτέρως. Είχε σταματήσει να πηγαίνει στο σπίτι της, εκτός αν το απαιτούσε ο πατέρας της, κι αυτό συνέβαινε αρκετά σπάνια. Για δύο χρόνια, αρνιόταν κάθε πρόσκληση που θα μπορούσε να τη φέρει στον ίδιο χώρο με τον Βικ. «Δεν ήμουν στο ίδιο μήκος κύματος», του είπε. Αυτό που για εκείνον ήταν άβολο, για εκείνη ήταν ταπεινωτικό. «Το έδειχνες καθαρά». «Ήμουν θυμωμένη μαζί σου». Η Μάντι ένιωθε προδομένη. Η προδοσία του Πέρι πονούσε. Η απόρριψη του Βικ την είχε συντρίψει. «Και τώρα;» Τι ήθελε να του πει; Είχε σταματήσει να τον αποφεύγει στις κοινωνικές εκδηλώσεις από τότε που είχε πάρει το πτυχίο της, ωστόσο φρόντιζε να μην υπάρξει ευκαιρία να ανανεώσουν την παλιά φιλία τους. «Αλλιώς βλέπεις τα πράγματα στα δεκαοκτώ σου και αλλιώς στα είκοσι τέσσερα». «Θα με συγχωρήσεις που σε πλήγωσα;» ρώτησε ο Βικ, σαν να τον ένοιαζε πραγματικά. Έτσι, η Μάνα του είπε την αλήθεια. «Σ’ έχω συγχωρήσει εδώ και καιρό». 94


LUCY MONROE

«Δεν το νιώθω». «Εσύ με συγχώρησες;» «Που με φίλησες;» Ο Βικ ακουγόταν μπερδεμένος. Κι εκείνη του εξήγησε. «Που παρεξήγησα την καλοσύνη σου και έγινα αιτία να χαλάσει η φιλία μας». «Ποτέ δε σου κράτησα κακία γι’ αυτό». «Σκάφτηκες πως θα έπρεπε να ήξερες ότι θα σ’ ερωτευόμουν», συνειδητοποίησε η Μάντι. «Δε θα το διατύπωνα έτσι, αλλά ναι». Σωστά. Ο Βικ νόμιζε ότι ήταν απλώς τσιμπημένη μαζί του. Όμως αν ήταν απλώς τσιμπημένη μαζί του δε θα έκανε τόσα χρόνια να τον ξεπεράσει. «Δεν είσαι παντογνώστης, Βικ». «Αν είχα δώσει περισσότερη προσοχή, θα μπορούσα να σε απωθήσω πιο ευγενικά». Η Μάντι δεν ήξερε αν θα γινόταν τίποτα. Ο Βικ είχε δίκιο ότι εκείνη και ο πατέρας της είχαν ένα πείσμα που ξεπερνούσε τα όρια. «Αν μέναμε φίλοι, ο Πέρι δε θα σε εκμεταλλευόταν όπως σε εκμεταλλεύτηκε». «Πιστεύεις ότι θα μας εμπόδιζες να γίνουμε φίλοι». «Θα τον εμπόδιζα να σε χρησιμοποιεί σαν προσωπική τράπεζά του και θα ήξερε ότι κάποιος σε νοιάζεται». «Κάποιος τόσο τρομακτικός ώστε να τον κάνει να εγκαταλείψει τα σχέδιά του να με εκθέσει πριν ακόμα τον προσεγγίσει ο πρώτος δημοσιογράφος;» ρώτησε η Μάντι χαμογελώντας. «Με βρίσκεις τρομακτικό;» «Για τον Πέρι; Ω, ναι, σίγουρα είσαι». «Αλλά όχι για σένα». «Όχι, Βικ, δε με τρομάζεις». «Ωραία». Ο Βικ συνοφρυώθηκε. «Ίσως να μην έκανες τις επιπολαιότητες που έκανες τα τελευταία χρόνια αν είχες τη σταθερότητα της παρουσίας μου στη ζωή σου». 95


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Είσαι πολύ αλαζόνας». «Το αρνείσαι;» «Παρεμπιπτόντως, ναι», είπε αποφασιστικά η Μάντι. «Οι πράξεις μου δεν είναι δικά σου σφάλματα. Ούτε ευθύνεσαι εσύ γι’ αυτά». Ο Βικ ανασήκωσε τους ώμους του, δείχνοντας ότι διαφωνούσε. «Έχεις κόμπλεξ ανωτερότητας», τον κατηγόρησε εκείνη. «Όχι, αλλά ξέρω ποιες είναι οι ευθύνες μου». «Κι εγώ είμαι μια από τις ευθύνες σου;» είπε απότομα εκείνη, περισσότερο εκνευρισμένη με τον εαυτό της, που ήταν ρομαντική, παρά με τον Βικ για την αλαζονεία του. Το χαμόγελό του έκανε να απλωθεί μέσα της μια γλυκιά ζεστασιά, θυμίζοντάς της την υπόσχεσή του ότι ο γάμος τους δε θα ήταν μόνο στα χαρτιά. «Ελπίζω να είσαι κάτι παραπάνω απ’ αυτό», της απάντησε. «Φίλοι ξανά;» «Ναι, σίγουρα». «Αλλά θέλεις περισσότερα πράγματα». Αν και δεν την παντρευόταν επειδή την αγαπούσε, αλλά για να πραγματοποιήσει το όνειρό του, η Μάντι είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι ο Βικ την ποθούσε. «Ναι». «Ναι». «Ναι σε τι;» «Σε όλα». Το βλέμμα του Βικ έγινε πιο φλογερό. «Πρόσεχε τι υπόσχεσαι», της είπε. «Είμαστε σ’ ένα ξεχωριστό μέρος. Οι υποσχέσεις που δίνονται εδώ κρατάνε, έτσι δεν είναι;» «Φυσικά». Δεν υπήρχε αμφιβολία. «Τότε υπόσχομαι να βάλω τα δυνατά μου για να κάνω να πραγματοποιηθούν τα όνειρα και των δυο μας». «Υπόσχομαι το ίδιο». Για τη Μάντι, αυτό ήταν πολύ καλύτερο απ’ το να υποσχεθεί ο 96


LUCY MONROE

Βικ να κάνει την Άρτσερ παγκόσμια υπερδύναμη. «Σ’ ευχαριστώ», του είπε. Το φιλί του την ξάφνιασε. Δε θα έπρεπε. Δεν ήταν φυσικό να τη φιλήσει για να επισφραγίσουν τον αρραβώνα τους; Παρ’ όλα αυτά, όχι μόνο την εξέπληξε, αλλά τη συγκλόνισε. Τα χείλη του έκαναν το κορμί της να ζωντανέψει με έναν πρωτόγνωρο τρόπο, δε χάιδευαν πια τα δικά της, αλλά απαιτούσαν να τον εμπιστευτεί και να του παραδοθεί, όταν μόλις εκείνο το πρωί η Μάντι έλεγε ότι δεν μπορούσε ούτε να εμπιστευτεί ούτε να παραδοθεί σε κανέναν. Μα, όπως τόσα και τόσα άλλα πράγματα στη ζωή της, οι κανόνες δεν ίσχυαν για τον Βίκτορ Μπεκ. Έπιασε τον εαυτό της να λιώνει πάνω του, χωρίς να αμύνεται ή να κρατάει τίποτα πίσω. Κι εκείνος δέχτηκε την παράδοσή της με μια ένταση που διέψευδε κάθε ισχυρισμό για έλλειψη πάθους ανάμεσά τους. Τη φιλούσε άπληστα, τα χέρια του την τραβούσαν πάνω του, το γόνατό του ήταν ανάμεσα στους μηρούς της και την πίεζε όσο ψηλά του επέτρεπε να ανέβει η φούστα της. Τα δικά της γόνατα έτρεμαν, όμως ο Βικ την κρατούσε πολύ σφιχτά. Η Μάντι νόμιζε ότι το φιλί του εκείνο το πρωί ήταν καυτό, όμως δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτό, τώρα που ο Βίκτορ Μπεκ διεκδικούσε τη γυναίκα που είχε υποσχεθεί να τον παντρευτεί και να πραγματοποιήσει το όνειρό του. *** Ο Βίκτορ χτυπούσε ανυπόμονα την πόρτα της Μάντισον -σε μισή ώρα έπρεπε να είναι στο φανταχτερό σπίτι του Τζέρεμι, στο Πρεζίντιο Χάιτς. Σκόπιμα δεν είχε καθυστερήσει για ποτό ή καμιά χαλαρή συζήτηση. Μετά από εκείνο το φιλί στο πλάτωμα, δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να χάσει τον αυτοέλεγχό του πριν το δείπνο. 97


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Αν δεν τους περίμεναν οι παππούδες του και ο φωτογράφος, δε θα άφηνε τη Μάντισον εκείνο το απόγευμα. Όμως της άξιζε να εμφανιστεί στο δείπνο των αρραβώνων τους χωρίς να δείχνει σαν να είχε περάσει ώρες στο κρεβάτι. Της είχε πει αλήθεια νωρίτερα. Πριν έξι χρόνια, όταν τον είχε φιλήσει, την έβλεπε περισσότερο σαν κορίτσι παρά σαν γυναίκα. Τον είχε σοκάρει η αντίδραση του κορμιού του στα θέλγητρά της, καθώς συνειδητοποιούσε για πρώτη φορά ότι ήταν ενήλικη και όχι παιδί. Όχι πως είχε δώσει πολλή σημασία σ’ αυτή την αποκάλυψη. Όχι στην αρχή, τουλάχιστον. Γιατί, αφού την απέφευγε επί έναν χρόνο και είχε κοιμηθεί με περισσότερες γυναίκες απ’ ό,τι του επέτρεπε συνήθως το φορτωμένο πρόγραμμά του, δυο πράγματα είχαν γίνει φανερά. Του έλειπε η Μάντισον και ήταν η μόνη γυναίκα που ήθελε να μοιράζεται το κρεβάτι του. Ήταν ακόμα πολύ μικρή και τα σχέδιά του δεν περιλάμβαναν ένα γάμο, τουλάχιστον για το προσεχές μέλλον. Οτιδήποτε άλλο με την κόρη του προέδρου και ιδιοκτήτη της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ ήταν εκτός συζήτησης. Κι όχι μόνο επειδή ο Βίκτορ θεωρούσε τον φιλόδοξο επιχειρηματία φίλο του. Ο Βικ δεν ήξερε πότε είχε συνειδητοποιήσει ότι οι δικές του επιχειρηματικές φιλοδοξίες περιλάμβαναν το να παντρευτεί τη Μάντισον, όμως ήταν αρκετό καιρό πριν ανακινήσει το θέμα στον Τζέρεμι με οποιονδήποτε πλάγιο τρόπο. Η ανησυχία του Τζέρεμι σε σχέση με το τι θα συνέβαινε όταν η Μάντισον θα έπαιρνε τον πλήρη έλ£γχο του Ιδρύματος έδωσε στον Βίκτορ το πάτημα που χρειαζόταν για να πάρει την έγκριση του πατέρα της όσον αφορούσε τα προσωπικά του σχέδια. Είχε παραγγείλει να του φτιάξουν τα δαχτυλίδια και σκόπευε ν’ αρχίσει να τη φλερτάρει από την επόμενη βδομάδα, αλλά οι «αποκαλύψεις» του Τιμγουότερ τον είχαν προλάβει. Αν είχε ξεκινήσει να την κυνηγάει νωρίτερα, ο υποτιθέμενος φίλος της δε θα είχε την ευκαιρία να την πληγώσει με τα 98


LUCY MONROE

ψέματά του. Ήταν ένας απαράδεκτος συγχρονισμός, που είχε αφήσει τη Μάντισον ευάλωτη. Κι αυτό τον θύμωνε. Δεν του άρεσε ο κακός συγχρονισμός. Ούτε να βρίσκεται προ εκπλήξεων. Όμως δεν περίμενε ότι ο Τιμγουότερ θα πρόδινε τη μακροχρόνια φιλία του με την κληρονόμο. Κι ενώ αυτό δεν είχε πιέσει τον Βικ να κάνει κάτι που δε σχεδίαζε ήδη να κάνει, η σοβαρότητα της κατάστασης είχε επισπεύσει το χρόνο δράσης. Επιπλέον, τον είχε αναγκάσει να ελιχθεί για να παρακάμψει την ανόητη αντίδραση του Τζέρεμι για την αναποδιά της κόρης του. Και παρ’ ότι αυτό μπορεί να είχε αποβεί προς όφελος του, είχε επιπρόσθετο συναισθηματικό κόστος για τη Μάντισον. Ο Βικ μπορεί να ήταν σκληρός, όμως αυτό δεν το άντεχε. Η ψυχική ισορροπία της ήταν τώρα δική του ευθύνη. Η πόρτα άνοιξε και οι σκέψεις του πέταξαν μακριά. Οι χάλκινες μπούκλες της Μάντισον πλαισίωναν όμορφα το πρόσωπό της, τα γαλάζια μάτια της έλαμψαν με έναν τρόπο που έκανε το κορμί του να αντιδράσει αστραπιαία. Στα χείλη της, που ήταν βαμμένα κατακόκκινα και τον προκαλούσαν να τα φιλήσει, σχηματίστηκε ένα ζεστό χαμόγελο. «Καλησπέρα, Βικ. Θα έρθεις μέσα;» Φορούσε ένα κομψό, γυαλιστερό μπλε φόρεμα εμπνευσμένο από τη δεκαετία του πενήντα, που κολάκευε το όμορφο κορμί της και θρόιζε σε κάθε της κίνηση. Είχε πλούσια φούστα, στένευε στη μέση και το αριστοτεχνικό κόψιμο του εφαρμοστού κορσάζ του άφηνε να φαίνεται ελάχιστα το χώρισμα του στήθους της. Ο Βικ το έβρισκε πολύ πιο σέξι από τα αποκαλυπτικά φορέματα που φορούσαν κάποιες γυναίκες. «Είσαι...» Καθάρισε το λαιμό του, που ξαφνικά είχε ξεραθεί. «Είσαι πανέμορφη». Μόνο όταν μίλησε συνειδητοποίησε ότι δεν είχε απαντήσει στην ερώτησή της. 99


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Ευχαριστώ». Η Μάντι κοκκίνισε, κάτι που της συνέβαινε πολύ σπάνια πλέον. «Καλό είναι το φόρεμα;» Χαμογέλασε διατακτικό. «Ήθελα οι παππούδες σου να δουν εμένα, όχι το...» Δε χρειάστηκε να τελειώσει την πρότασή της. «Όλα θα πάνε καλά. Ανυπομονούν να σε δουν και να σε καλωσορίσουν στην οικογένεια». «Ξέρουν ότι αρραβωνιαστήκαμε; Διάβασαν τα άρθρα;» Ο Βικ αγνόησε τις καλές προθέσεις του και την έσπρωξε απαλά μέσα στο διαμέρισμα. Η Μάντι πήρε μια απότομη εισπνοή. «Βικ, τι...;» Εκείνος έβαλε τα χέρια του στη μέση της, απολαμβάνοντας την απαλότητα του υφάσματος κι ακόμα πιο πολύ τη ζεστασιά του κορμιού της από μέσα. «Ξέρουν ότι είμαστε αρραβωνιασμένοι και χάρηκαν πολύ». «Ω». «Ξέρουν για τις ιστορίες και είναι έξω φρενών με τον Τιμγουότερ». «Τις πιστεύουν; Τους είπες ότι λέει ψέματα, έτσι δεν είναι;» «Ναι, τους το είπα. Και όχι, δεν τις πιστεύουν». «Ευχαριστώ». Για να μην της χαλάσει το κραγιόν, ο Βικ έσκυψε και φίλησε τη Μάντι στο λαιμό, εισπνέοντας το διακριτικό άρωμά της με νότες από αγιόκλημα, πορτοκάλι και βανίλια, που έδενε υπέροχα με τη μυρωδιά της επιδερμίδας της. «Μυρίζεις όμορφα», της είπε. «Είναι το άρωμά μου». «Είσαι εσύ. Και ροδόνερο θα μύριζε όμορφα πάνω σου». Η Μάντι ρίγησε, έβαλε τα χέρια της στο στέρνο του. «Βικ». Δεν είπε τίποτε άλλο. Μόνο το όνομά του. Όμως ήταν μια ικεσία. Ο Βικ δεν ήξερε αν τον παρακαλούσε να κάνει πίσω ή να κάνει κάτι για την ένταση που υπήρχε ανάμεσά τους. Έκανε πίσω. «Πρέπει να φύγουμε. Μας περιμένουν όλοι». «Και ο φωτογράφος». «Έχει οδηγίες να είναι όσο πιο διακριτικός γίνεται». 100


LUCY MONROE

Η Μάντισον μόρφασε, δείχνοντας καθαρά την άποψή της για το πόσο εφικτό ήταν κάτι τέτοιο. Ο Βικ κοίταξε γύρω και είδε το πανωφόρι της στην πλάτη μιας καρέκλας. Ανέκαθεν εκτιμούσε την πρακτικότητά της και χαιρόταν που δεν είχε αποκτήσει τη συνήθεια να αφήνει έναν άντρα να περιμένει, κάτι που έβρισκε περισσότερο εκνευριστικό παρά ενδιαφέρον. Το έπιασε και της το έδωσε. «Πρέπει να πηγαίνουμε». «Σταμάτησες απότομα», είπε η Μάντι, όμως τον άφησε να τη βοηθήσει να φορέσει το κόκκινο πανωφόρι της. Εκείνος δε βρήκε κανένα λόγο να της κρύψει την αλήθεια. «Για να προστατέψω και τους δυο μας από το πόσο σε θέλω». «Τι είναι αυτό που λες τώρα;» ρώτησε εκείνη σαστισμένη, ενώ κούμπωνε τα μεγάλα μαύρα κουμπιά του πανωφοριού και έδενε τη ζώνη. «Πρέπει να έχεις καταλάβει ότι η λίμπιντο μου δουλεύει υπερωρίες και μόνο με τη σκέψη ότι θα σε έχω στο κρεβάτι μου», μουρμούρισε ο Βικ. Και η απόδειξη γι’ αυτό ήταν το πόσο δυσκολεύτηκε να την οδηγήσει έξω από το διαμέρισμα χωρίς να καταστρέψει το κραγιόν της. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν απαραίτητο να καταπιέσει τελείως τον πόθο του για τη Μάντι. Προχώρησαν προς το ασανσέρ με το χέρι του περασμένο στη μέση της. «Μα γιατί;» ρώτησε αθώα εκείνη. «Είσαι πολύ όμορφη γυναίκα», της απάντησε. Αλλά, κυρίως, ήταν η γυναίκα που του προκαλούσε μια πρωτόγνωρη, ακατανίκητη επιθυμία. «Δε με ήθελες παλιά». «Το συζητήσαμε αυτό. Ήσουν σχεδόν παιδί». Και ο Βίκτορ ήθελε τη Μάντι. «Έχεις δίκιο. Αλλά...» «Δεν έχει αλλά. Πίστεψε με, σε ήθελα. Πριν από έξι χρόνια δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, όμως είμαι πρόθυμος να σου αποδείξω το βράδυ το πόσο σε θέλω, μετά το δείπνο με τις 101


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

αξιοσέβαστες οικογένειές μας». Οι πόρτες του ασανσέρ έκλεισαν, δίνοντας μια ψευδαίσθηση απομόνωσης, και για άλλη μια φορά ο Βικ προσπάθησε να μην το εκμεταλλευτεί. «Δεν έχεις λόγο να είσαι νευρική», τη διαβεβαίωσε. «Δεν είμαι κτήνος στην κρεβατοκάμαρα». «Βικ...» Εκείνη τον κοίταξε αμήχανα, τα χείλη της μισάνοιξαν. «Σου είπα, είμαι παρθένα». «Τι;» Οι πόρτες άνοιξαν, αλλά ο Βικ δε βγήκε. Το μυαλό του είχε βραχυκυκλώσει. «Σου είπα...» «Ότι δεν είχες σοβαρές σχέσεις». Αυτό δεν απέκλειε απαραίτητα το σεξ. «Δε γύριζα με τον έναν και με τον άλλο». «Είσαι τελείως άπειρη;» «Μα σου είπα ότι δεν έχω εμπειρίες». «Από σαδομαζοχιστικό σεξ». «Γενικά». «Αυτό θ’ αλλάξει». Ο Βίκτορ δε θα δίσταζε να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο προκειμένου να εξασφαλίσει το μέλλον που σχεδίαζε. Συμπεριλαμβανομένου του να γίνει ο πρώτος εραστής της Μάντισον. Το γεγονός ότι την ποθούσε όσο δεν είχε ποθήσει ποτέ καμιά άλλη γυναίκα ήταν επουσιώδες. Η Μάντι βγήκε απ’ το ασανσέρ, εκείνος την ακολούθησε και προχώρησαν προς το αυτοκίνητο. «Το να είμαι αρραβωνιασμένη μαζί σου νομίζω ότι δε θα είναι όπως φανταζόμουν έναν αρραβώνα», είπε. «Αν σκεφτόσουν ότι δε θα είχαμε σεξουαλικές επαφές, μπορώ να πω ότι είχες δίκιο», απάντησε ο Βικ. Εκείνη μπήκε στο αυτοκίνητο και τη βοήθησε να δέσει τη ζώνη της. Ύστερα, υποκύπτοντας στην επιθυμία που τον βασάνιζε από τη στιγμή που του είχε ανοίξει την πόρτα, τη φίλησε ανάλαφρα 102


LUCY MONROE

στο στόμα και έκανε πίσω. Έκλεισε την πόρτα της και πήρε μερικές βαθιές εισπνοές πριν καθίσει κι αυτός στη θέση του οδηγού. «Δε θα περιμένουμε μέχρι τη βραδιά του γάμου μας;» τον ρώτησε η Μάντι, με μάτια που έλαμπαν. «Δώσαμε τους όρκους μας στο πλάτωμα, το απόγευμα. Οτιδήποτε ειπωθεί μεταξύ μας αργότερα δε θα είναι πιο ειλικρινές». Ο Βικ άναψε τη μηχανή, αλλά δε βγήκε από το χώρο στάθμευσης. Περίμενε να φύγει το παράξενο συναίσθημα που του είχε προκαλέσει το σχόλιό της. «Κι εγώ αυτή την αίσθηση είχα... ότι ήταν ειλικρινή όσα ειπώθηκαν», είπε η Μάντι. «Ήταν». Ο Βικ έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο. «Οπότε; Θεωρείς ότι είμαστε παντρεμένοι τώρα;» Η Μάντισον ακούστηκε σαν να μην πίστευε τα ίδια της τα λόγια, ωστόσο ο Βικ ήξερε ότι είχε νιώσει το βάρος των υποσχέσεων που είχαν ανταλλάξει νωρίτερα. «Ναι, είναι σαν να έχουμε παντρευτεί», της απάντησε. «Φτιάχνεις δικούς σου κανόνες, έτσι;» «Τώρα το κατάλαβες;»

103


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Το δείπνο των αρραβώνων ήταν πολύ πιο ευχάριστο απ’ ό,τι περίμενε η Μάντι. Ειδικά αν σκεφτόταν κανείς πως στους προσκεκλημένους συμπεριλαμβάνονταν μερικά δεύτερα ξαδέρφια της, μια θεία της, ένας ανιψιός του Μίσα με τη σύζυγό του και η Ρόμι. Ο πατέρας της ήταν όλο χαμόγελα, αν και πίσω από την ευδιαθεσία του η Μάντι διέκρινε μια επιφυλακτικότητα που της έδινε αρκετή ικανοποίηση. Έδειχνε ότι δεν είχε βγει αλώβητος από την πρωινή αντιπαράθεσή τους. Μικροί μορφασμοί του έδειχναν επίσης ότι δεν του άρεσε η καινούρια συνήθειά της να τον φωνάζει με το όνομά του, όμως αν ήθελε να σταματήσει, έπρεπε να της το ζητήσει. Ευγενικά. Και να φέρεται σαν πραγματικός πατέρας. Δεν είχε ξεκινήσει να τον λέει Τζέρεμι για να τον πληγώσει, αλλά επειδή πλήγωνε εκείνη να λέει πατέρα έναν άνθρωπο που την αντιμετώπιζε σαν να μην ήταν παιδί του. Ο Βικ λειτουργούσε σαν κυματοθραύστης ανάμεσά τους, ένας ρόλος που, ενώ δεν ήταν εντελώς καινούριος για εκείνον, δεν τον είχε παίξει με συνέπεια τα τελευταία έξι χρόνια. Έδειχνε να καταλαβαίνει τις διαθέσεις της, μερικές φορές ακόμα και πριν τις καταλάβει η ίδια, και φρόντιζε να μην της κάνουν ερωτήσεις που ήταν απροκάλυπτα αδιάκριτες. Εντέλει, κανένας δε δυσκολεύτηκε να πιστέψει ότι κρατούσαν τη σχέση τους μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας εδώ και μήνες. Ούτε ο ανιψιός του Μίσα δεν εξεπλάγη με τον αρραβώνα τους. Όλοι τούς συγχάρηκαν, κάνοντας τη Μάντι να αισθανθεί ότι τα 104


LUCY MONROE

πράγματα μπορεί όντως να πήγαιναν καλά. Ανεξάρτητα από το τι είχε επισπεύσει τον αρραβώνα, οι φίλοι και οι συγγενείς τους πίστευαν ότι ταίριαζαν. Και ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού της συμφωνούσε μαζί τους. Το μόνο που ήλπιζε η Μάντι ήταν να μην έκανε ένα τεράστιο λάθος. Ότι ο Βικ ήταν περισσότερο ο ευγενικός ιππότης με το κοστούμι Αρμάνι παρά ο αδίστακτος επιχειρηματίας που ακολουθούσε τα χνάρια του πατέρα της. Οι παππούδες του ήταν υπέροχοι, όπως πάντα. Ο Μίσα ήταν μια εκδοχή του Βικ σε προχωρημένη ηλικία, με γκρίζα μαλλιά, ελαφρώς καμπουριασμένος και πολύ πιο εγκάρδιος από εκείνον. Η Άνα, συνταξιούχος επιστήμων, ήταν μια έξυπνη, τρυφερή και ευγενική ψυχή. Όχι τόσο εκδηλωτική όσο ο σύζυγός της, όμως θα γινόταν μια εκπληκτική γιαγιά. Ο φωτογράφος του περιοδικού ήταν πραγματικά εξπέρ στο να μένει στο παρασκήνιο- και η Μάντι κατάφερε να χαλαρώσει και να απολαύσει το πρώτο αληθινό οικογενειακό δείπνο που θυμόταν από τότε που είχε πεθάνει η μητέρα της. *** «Οι παππούδες σου είναι εξαιρετικοί». Η Μάντι άφησε τον Βικ να της βγάλει το παλτό, ύστερα πήρε το δικό του και τα κρέμασε στην ντουλάπα του προθαλάμου. Ήταν ένα τόσο απλό πράγμα. Το είχε κάνει εκατοντάδες φορές για άλλους επισκέπτες, αλλά ποτέ δεν είχε νιώσει τόση θαλπωρή - ή την αίσθηση του αναπόφευκτου που την πλημμύρισε καθώς έκλεινε την πόρτα της ντουλάπας. Ο Βικ θα έμενε εκεί το βράδυ. Και η καρδιά της χτυπούσε σαν ταμπούρλο. Όμως όχι από φόβο. Κι αυτό την εξέπληξε. Δε θα έπρεπε να έχει έστω λίγη αγωνία; Στο κάτω κάτω, δεν το είχε ξανακάνει. Αλλά το μόνο που ένιωθε ήταν ενθουσιασμός. Ίσως επειδή ήξερε ότι ο Βικ θα έφευγε αν του το ζητούσε. Αλλά δεν ήθελε να φύγει. Ήθελε να τηρήσει την υπόσχεση του 105


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

πάθους που της είχαν δώσει νωρίτερα τα φιλιά του. Εξάλλου, αν δεν ταίριαζαν στο κρεβάτι, αυτό θα ήταν πρόβλημα. Σωστά; Και τι πιθανότητες υπήρχαν να μην ταιριάζουν, όταν τα φιλιά του και μόνο την είχαν συγκλονίσει; Γέλασε σιγανά, σαν να κορόιδευε τον εαυτό της. «Βρίσκεις διασκεδαστικό το ότι σ’ αρέσει η οικογένειά μου;» Ο Βικ έβαλε τα χέρια του στους ώμους της και τη γύρισε μπροστά. Εκείνη χαμογέλασε καθώς κουνούσε το κεφάλι της. «Όχι. Σκεφτόμουν τα πράγματα που λέμε στον εαυτό μας για να δικαιολογήσουμε αυτά που θέλουμε να κάνουμε». Το βλέμμα του της υποσχόταν πράγματα που η Μάντι δεν είχε ζήσει, όμως ήταν σίγουρη πως ήθελε να ζήσει. «Τι θέλεις να σου κάνω;» τη ρώτησε. «Λες και δεν ξέρεις!» Ο Βικ κούνησε το κεφάλι του. «Με εκπλήσσει λίγο το γεγονός ότι δεν τα έχεις κάνει ποτέ». «Θλιβερό, ε;» «Από ποια άποψη;» είπε αυστηρά ο Βικ, σαν να μην επέτρεπε ούτε στην ίδια να μιλάει έτσι για τον εαυτό της. Αν και απολάμβανε την ανεξαρτησία της, της άρεσε η αίσθηση που της προκάλεσε η προστατευτικότητά του. Νιώθοντας λίγο παράξενα γι’ αστό, η Μάντι τον άφησε και πήγε στο σαλόνι, που ήταν διακοσμημένο με το αγαπημένο της σάμπι σικ στυλ. Παρ’ ότι αγαπούσε τον τέλειο συνδυασμό από φθαρμένα ξύλινα έπιπλα, λουλουδάτα δαμασκηνά υφάσματα, μπουκέτα από μεταξωτά λουλούδια που έμοιαζαν αληθινά, η κυριαρχία του λευκού και της θηλυκότητας φώναζαν από μακριά «γυναίκα που μένει μόνη». Και παρ’ ότι αυτό δεν ήταν καθόλου κακό, δεν τη χαροποιούσε το γεγονός ότι δεν είχε ποτέ έστω και μια σύντομη σχέση. Θα προτιμούσε να υπήρχε στο σπίτι της κάτι που θα υπαινισσόταν ότι λάμβανε υπόψη της τις προτιμήσεις ή έστω τις ανάγκες κάποιου άλλου. «Πώς θα χαρακτήριζες μια παρθένα είκοσι τεσσάρων ετών;» 106


LUCY MONROE

ρώτησε τον Βικ. «Εκλεκτική». Το χαμόγελό του την έκανε να λιώσει. Η Μάντι ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Μπορείς να το πεις κι έτσι». «Περίμενες εμένα», είπε ο Βικ. Εκείνη δεν μπόρεσε να καταλάβει από τον τόνο του αν αστειευόταν ή όχι. Και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι η Ρόμι είχε δίκιο. «Ναι, περίμενα εσένα». Μπορεί να είχε καταφέρει να ξεπεράσει τον πρώτο της έρωτα, όμως δεν είχε πάψει ποτέ να σκέφτεται ότι ο Βίκτορ Μπεκ θα ήταν ο ιδανικός εραστής. Έτσι, απέρριπτε κάθε άλλον. Ναι, δυσκολευόταν να εμπιστευτεί, αλλά μαζί με την επιφυλακτικότητά της υπήρχε και μια υποσυνείδητη βεβαιότητα όσον αφορούσε τον άντρα στον οποίο ήθελε να δοθεί. Μια βεβαιότητα που αρνιόταν συνειδητά τα τελευταία έξι χρόνια. Τα καστανά μάτια του Βικ έλαμψαν από πόθο, θολώνοντάς της το μυαλό. Την ήθελε. Το είχε πει. Την είχε φιλήσει σαν να την ήθελε, όμως αυτό το βλέμμα... Έκαιγε από το ίδιο πρωτόγονο πάθος που αισθανόταν να καίει μέσα της. Να την κατασπαράζει. Να την κάνει να τρέμει από προσμονή. «Είσαι πλασμένη για μένα», της είπε ο Βικ, επιβεβαιώνοντας ότι δεν ήταν η φαντασία της. Η ερωτική έλξη ήταν αμοιβαία. «Κρίμα που δεν το κατάλαβες πριν έξι χρόνια». Η Μάντι κούνησε το κεφάλι της, μετάνιωσε για τα λόγια της την ίδια στιγμή που βγήκαν απ’ το στόμα της. «Ξέχνα ότι το είπα». Κατάλαβε γιατί την είχε απωθήσει παλιά. Ήταν μάταιο και γελοίο να εύχεται τώρα να είχαν κάνει αυτό το βήμα για να είχε αποφύγει τη δημόσια ταπείνωση. Γιατί κανένας δεν μπορούσε να της εγγυηθεί ότι θα ήταν ακόμα μαζί. Με σφιγμένα τα χείλη του, ο Βικ την πλησίασε αποφασιστικά. «Δεν ήμουν έτοιμος για γάμο κι εσύ δεν ήσουν έτοιμη για εμένα». 107


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Εγώ...» Έκλεισε απαλά το στόμα της με τα δάχτυλά του. «Έπρεπε να ζήσουμε λίγο και οι δύο». «Από τότε σκεφτόσουν μαζί εσένα κι εμένα;» ρώτησε εκείνη, με μια έκπληξη που δεν μπόρεσε να κρύψει. «Ναι». «Αλλά δε χαιρόσουν γι’ αυτό». Αν η έκφραση του Βικ ήταν κάποια ένδειξη, δεν πρέπει να χαιρόταν. «Ήσουν δεκαοκτώ ετών. Σε έβλεπα ακόμα σαν παιδί. Μου φαινόταν λάθος». «Ήμουν ενήλικη, μια ώριμη γυναίκα». Αλλά σε σύγκριση με τον Βικ, η Μάντι ήξερε πως ήταν παιδί. «Μπορούσες να ψηφίσεις, να καταταγείς στο στρατό και να πάρεις δάνειο στο όνομά σου. Αυτό δε σήμαινε ότι ήσουν έτοιμη για σχέση με έναν άντρα σαν εμένα». «Για σχέση ή για σεξ;» «Το ίδιο είναι όσον αφορά εμάς». «Είναι το ίδιο;» «Πάντα ήταν ή γάμος ή τίποτα μεταξύ μας, Μάντισον». Ο Βικ άπλωσε το χέρι του κι ακολούθησε με τα ακροδάχτυλά του το περίγραμμα του ντεκολτέ της, χωρίς ν’ αγγίξει καθόλου την επιδερμίδα της. Της κόπηκε η ανάσα, όμως εκείνη δεν κουνήθηκε. «Εξαιτίας της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ». «Επειδή ο παππούς μου μ’ έμαθε να είμαι άντρας με τιμή». Το «αντίθετα με τον Φρανκ Μπεκ» δεν ειπώθηκε, μα η Μάντισον το άκουσε. Ο Βικ δε θα ήταν ποτέ σαν τον πατέρα του, που είχε προκαλέσει σ’ εκείνον και στους παππούδες του τόση θλίψη κι απογοήτευση. «Μπορεί να είσαι αρπακτικό, Βικ, αλλά είσαι ένα έντιμο αρπακτικό», του είπε. Εκείνος χαμογέλασε μελαγχολικά, τα δάχτυλά του σταμάτησαν στο σημείο που ενώνονταν τα στήθη της. «Και δεν τρώω περιστεράκια για πρωινό». 108


LUCY MONROE

«Περιστεράκι είμαι;» «Όχι». Το βλέμμα του ήταν φλογερό, γεμάτο ικανοποίηση. «Είσαι μια γυναίκα είκοσι τεσσάρων ετών», είπε με έμφαση. «Σχεδίαζες να με παντρευτείς πριν ξεσπάσει το Σκάνδαλο Πέρι». «Ναι». Ο Βικ κοίταξε με νόημα το δαχτυλίδι στο χέρι της. Κι εκείνη το πρόσεξε. «Πραγματικά έβαλες να φτιάξουν τα δαχτυλίδια για μένα». «Δε λέω ψέματα». «Όχι, αλλά...» «Ο Τιμγουότερ με ανάγκασε να επισπεύσω τα σχέδιά μου, αλλά μόνο μερικές βδομάδες». «Θα μου ζητούσες να σε παντρευτώ;» «Σκόπευα να βγαίναμε πρώτα. Έπρεπε να ανανεώσουμε τη συμπάθεια που υπήρχε παλιότερα μεταξύ μας». «Κατάλαβες πριν από τον πατέρα μου ότι ο μόνος τρόπος για να αποκτήσει έναν διάδοχο στην επιχείρησή του θα ήταν να παντρευτώ αυτόν το διάδοχο». «Ναι». «Έτσι, πόνταρες στην επιθυμία του ν’ αφήσει την κληρονομιά του στην οικογένεια». Ήταν ένα ευφυέστατο σχέδιο. Όμως ο Βικ είχε δείξει ήδη πως, όσο σημαντικά κι αν ήταν τα προσωπικά του σχέδια για την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ, δε θα αδιαφορούσε για την ευτυχία της Μάντι. Είχε προσφερθεί να της αγοράσει ένα κτίριο σαν γαμήλιο δώρο, για να πραγματοποιήσει τα όνειρά της. Σκόπιμο; Ίσως, αλλά προς όφελος της, όχι εις βάρος της. Ο Βικ απάντησε στη Μάντι με τη σιωπή του. Όχι μόνο είχε ενορχηστρώσει το όλο σχέδιο, αλλά είχε πείσει και τον πατέρα της να το ακολουθήσει, πιστεύοντας πως μόνο έτσι θα προστατευόταν η επιχείρηση. «Δεν ξέρω πώς με κάνει να αισθάνομαι αυτό», είπε η Μάντι. Καταλάβαινε. Μέχρι ένα σημείο. Αλλά και πάλι ένιωθε ότι την είχαν' χρησιμοποιήσει. 109


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Το χέρι του Βικ έφυγε τελικά από το φόρεμά της, τα δάχτυλά του ακολούθησαν το ίδιο μονοπάτι με πριν, αλλά στην επιδερμίδα της. «Όσο προσπαθείς ν’ αποφασίσεις, σκέψου ότι, αν ήσουν διαφορετική γυναίκα, τα σχέδιά μου θα έπαιρναν διαφορετική κατεύθυνση», της είπε. Εκείνη ρίγησε, της κόπηκε η ανάσα, μέχρι που σκέφτηκε κάτι άλλο. «Θα έπαιρνες την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ από τον πατέρα μου;» Ο Βικ ανασήκωσε τους ώμους του. Ούτε το αρνήθηκε ούτε το επιβεβαίωσε. «Δε χρειάστηκε». «Είπες ότι ο Τζέρεμι είναι φίλος σου». «Είναι». «Αλλά και πάλι θα του έπαιρνες την εταιρεία του». «Δε θα τον πρόδινα». Όχι. Δεν ήταν στο χαρακτήρα του Βικ. «Θα έβρισκες έναν τρόπο». «Σε αναστατώνει αυτό;» «Σου έχω ξαναπεί ότι είσαι σκληρός». «Αυτό δεν είναι καινούριο». Όχι, δεν ήταν. «Δε σκεπτόμαστε με τον ίδιο τρόπο». «Κι εσύ είσαι σκληρή, όμως αν μοιάζαμε πάρα πολύ δε θα ταιριάζαμε τόσο πολύ». Τα χέρια του σταμάτησαν στη μέση της. «Νομίζεις ότι ταιριάζουμε;» τον ρώτησε εκείνη, προσπαθώντας να μην αφαιρεθεί από την αίσθηση των δαχτύλων του που τη χάιδευαν. «Ξέρω ότι ταιριάζουμε». «Δηλαδή λες ότι δε θέλεις μόνο την εταιρεία. Θέλεις κι εμένα». Όχι μόνο να κάνει σεξ μαζί της, αλλά τη Μάντι ως ολοκληρωμένο άνθρωπο. Ή τουλάχιστον τη Μάντισον Άρτσερ που ήξερε. Τι θα σκεφτόταν για τη Μάντι Γκρέις; «Θα στηρίξεις τα όνειρά μου όπως δε θα μπορούσε να τα στηρίξει μια λιγότερο δυνατή γυναίκα». «Τα σχέδιά σου θα ναυαγούσαν αν διάλεγα κάποιον από τους υποψήφιους που μου πρότεινε ο Τζέρεμι». 110


LUCY MONROE

Ο Βικ χαμογέλασε. «Δε θα διάλεγες κανέναν απ’ αυτούς». «Έτσι λες;» «Είμαι σίγουρος». «Μια άλλη λέξη για την υπερβολική αυτοπεποίθηση είναι η αλαζονεία». «Προτιμώ την ειλικρίνεια». Η Μάντι γέλασε απαλά. Ύστερα σκέφτηκε κάτι που την τάραξε. «Εσύ επέδειξες τους υποψήφιους!» «Δεν περίμενα τον Μάξγουελ Μπλακ». «Ούτε εγώ». Και η Μάντι ήθελε να μάθει τι είχε κάνει στη Ρόμι. «Έχει έντονη προσωπικότητα». «Είναι καλός επιχειρηματίας». «Είναι έντιμος;» «Ναι». «Όσο εσύ;» Ο Βικ το σκέφτηκε για λίγο. «Θα έκανα δουλειές μαζί του και μόνο βασισμένος στο λόγο του». «Χαίρομαι που το ακούω». «Γιατί; Σκέφτεσαι τις επιλογές σου;» Ο Βικ δεν έδειχνε να τον ανησυχεί κάτι τέτοιο. «Σύμφωνα με τα λεγόμενά σου, δεν έχω επιλογές». «Σωστά». Ο Βικ σκέφτηκε λίγο πριν συνεχίσει. «Μεγαλώσαμε μαζί». «Στην ίδια γειτονιά εννοείς;» «Στην ίδια ρωσοαμερικανοκρατούμενη περιοχή, στο ίδιο σχολείο, πηγαίναμε μαζί στο ίδιο ρωσικό πολιτιστικό κέντρο τα βράδια». «Ήσαστε φίλοι;» «Ακόμα είμαστε... κατά κάποιον τρόπο». «Μοιάζετε πολύ για να είσαστε δεμένοι». «Ανταγωνιζόμαστε για το ποιος θα βγει πρώτος στην τάξη μέχρι που πήγαμε σε διαφορετικά πανεπιστήμια». Η Μάντι δάγκωσε το χείλι της, αλλά τελικά αποφάσισε να εκφράσει απερίφραστα τις ανησυχίες της. «Η Ρόμι έβγαινε μαζί 111


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

του». Τα μάτια του Βικ έλαμψαν. «Κατάλαβα». «Έχει έντονη προσωπικότητα», επανέλαβε εκείνη. «Βγαίνουν ακόμα;» «Όχι». «Τότε...» «Δε χρειάζεται ν’ ανησυχώ;» «Είναι καλός άνθρωπος». Αφού το έλεγε ο Βίκτορ Μπεκ, η Μάντι μπορούσε να το πιστέψει. «Θα μείνεις εδώ το βράδυ;» τον ρώτησε, εστιάζοντας σ’ αυτό που είχε περισσότερη σημασία εκείνη τη στιγμή. «Ναι». «Μα είναι η πρώτη μέρα». Αλλά μια μέρα που είχαν αποφασίσει να παντρευτούν, το είχαν ανακοινώσει δημοσίως και σχεδίαζαν το κοινό μέλλον τους. «Από μια άποψη». Ο Βικ τράβηξε τη Μάντι πάνω του και η ζεστασιά του κορμιού του ενώθηκε με τη δική της. «Απόψε είναι το αποκορύφωμα δέκα χρόνων». «Τα έξι δεν πολυμιλούσαμε». «Πότε ήρθε ο Φρανκ τελευταία φορά εδώ;» «Πριν τρεις μήνες. Για τα Χριστούγεννα». Ο πατέρας του Βικ ήταν στο γιορτινό πάρτι του Τζέρεμι, μαζί με τον Μίσα και την Άνα. Ο Βικ κούνησε το κεφάλι του. «Η γιαγιά μου χάρηκε». «Αλλά εσύ δεν έβλεπες την ώρα να φύγει». «Είσαι η μόνη που το κατάλαβε». Η Μάντι δυσκολευόταν να το πιστέψει, αλλά ο Βικ μπορεί να είχε δίκιο. Δεν εξέφραζε εύκολα τα συναισθήματά του. Όμως δεν ήταν αυτό το θέμα. Ήταν; «Επειδή είδα τον πατέρα σου στο σπίτι του πατέρα μου και ήξερα ότι ήταν στην πόλη, δε σημαίνει ότι εσύ κι εγώ επικοινωνούσαμε με ουσιαστικό τρόπο». «Δεν επικοινωνούσαμε;» Η αλήθεια ήταν ότι τα τελευταία δύο χρόνια η συχνότητα και το βάθος των συνομιλιών τους είχε αυξηθεί. Κι αυτό την 112


LUCY MONROE

εξέπληττε. Η Μάντι νόμιζε ότι είχε απλώς ξεπεράσει το παρελθόν, όμως ο Βικ προσπαθούσε να συμπαθήσουν ξανά ο ένας τον άλλο, όπως είχε πει νωρίτερα. Αυτός ο άνθρωπος έκανε τον Μακιαβέλι να μοιάζει με νήπιο στην τέχνη της ραδιουργίας. «Έστω», του απάντησε. Ο Βικ χαμογέλασε. «Πότε ήταν η τελευταία φορά που πήγα με συνοδό σε κάποια εκδήλωση;» Η Μάντι ήξερε. Νωρίτερα είχε αποκαλύψει στον Κόνραντ πόσο στενά τον παρακολουθούσε χωρίς να θέλει να τον παρακολουθεί. «Αυτό δε σημαίνει τίποτα». «Όχι;» «Βικ...» «Πιστεύω ότι τόσο το γεγονός ότι δεν έχω εμφανιστεί με γυναίκα εδώ κι ένα χρόνο όσο και το γεγονός ότι το ξέρεις είναι σημαντικά». «Αλήθεια;» είπε σαρκαστικά η Μάντι, ωστόσο δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί αν ο Βικ είχε δίκιο. «Ξέρω πως ούτε εσύ έβγαινες. Δεν ήμουν απόλυτα σίγουρος για τον Τιμγουότερ, αλλά δε δίνετε την εντύπωση ότι υπάρχει μεταξύ σας σεξουαλική οικειότητα». «Ελπίζω πως όχι». «Εξάλλου, πήγαινε με άλλες». Η Μάντι το υποψιαζόταν, αν και ο Πέρι προσπαθούσε να την πείσει ότι δεν κοιμόταν με τη μια και με την άλλη. Δεν ήξερε γιατί. Έτσι κι αλλιώς δε θα την ένοιαζε. Αλλά κάτι σήμαινε το γεγονός ότι ο Βικ το ήξερε. «Τον παρακολουθούσες, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε. «Φυσικά». «Και τη Ρόμι;» «Η Ρόμι είναι φίλη σου πολύ περισσότερο καιρό απ’ ό,τι εγώ». «Δηλαδή μου λες ότι δεν έχεις αρχείο γι’ αυτή». Ο Βικ έσκυψε και μίλησε απαλά στο αυτί της. «Σου λέω ότι δε χρειάζεται να έχω αρχείο γι’ αυτή». 113


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Δεν ήταν ακριβώς γλυκόλογα, αλλά η Μάντι ρίγησε από την αίσθηση της ανάσας του που χάιδεψε το αυτί της. «Την ξέρεις καλά κι εσύ», του απάντησε, μη ξέροντας γιατί προσπαθούσε να συνεχίσει τη συζήτηση. «Ναι». Η περιέργεια και η ανησυχία την έκαναν να ρωτήσει: «Ήξερες ότι έβγαινε με τον Μάξγουελ;» «Όχι». «Ωραία. Αισθάνομαι καλύτερα που δεν είχα μόνο εγώ μαύρα μεσάνυχτα». Ο Βικ ίσιωσε το κορμί του, αλλά δεν έκανε πίσω. «Για να μην το ήξερες ούτε εσύ, πρέπει να προσπάθησαν πολύ να το κρατήσουν κρυφό». «Έχεις δίκιο». Παρ’ ότι η Μάντι ανησυχούσε ακόμα, δεν είχε πια την αίσθηση ότι ήταν κακή φίλη. Άφησε τον εαυτό της να χαθεί στα βάθη των καστανών ματιών του, χαλάρωσε στα χέρια του. «Θέλω να σε φιλήσω». Καλή ή κακή φίλη, εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτε άλλο εκτός από τον εαυτό της και τον Βικ. «Τι σ’ εμποδίζει;» Εκείνος έσκυψε και τα στόματά τους βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής. Η Μάντι τον πλησίασε. «Τίποτα», του ψιθύρισε. Η πρώτη επαφή των χειλιών τους την ηλέκτρισε. Ήταν ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα, αλλά σχεδόν αβάσταχτο στον αισθησιασμό του. Τον διεκδικούσε μ’ αυτό το ανάλαφρο χάδι και ο Βικ δεχόταν τη διεκδίκησή της με τον ίδιο τρόπο που είχε δεχτεί εκείνη νωρίτερα τις υποσχέσεις του. Δυο στόματα τόσο διαφορετικά, το ένα αρρενωπό και το άλλο θηλυκό, κι όμως ταίριαζαν τέλεια, σαν να ήταν φτιαγμένα το καθένα για το άλλο. Η ανταπόκριση του Βικ ήταν φλογερή καθώς τα χείλη του κινούνταν πάνω στα δικά της ανυπόμονα, δίνοντας στο φιλί μια πιο βαθιά, πιο έντονη αίσθηση. Όταν δάγκωσε απαλά το κάτω χείλι της, απαιτώντας σιωπηλά να τον αφήσει να προχωρήσει, η Μάντι δε δίστασε να του 114


LUCY MONROE

παραδοθεί. Η γλώσσα του βυθίστηκε στο στόμα της κι εκείνη ένιωσε να την πλημμυρίζει αμέσως μια αίσθηση αφάνταστα ηδονική, μια αίσθηση που μόνο ο Βικ θα μπορούσε να της χαρίσει ποτέ. Οι σκέψεις και τα συναισθήματά της επισκιάστηκαν από τον καταιγισμό της ευχαρίστησης. Τράβηξε το κορμί της πάνω στο δικό του και τα μεγάλα χέρια του άρχισαν να ταξιδεύουν στην πλάτη της και στο κεφάλι της. Τα δικά της χέρια σύρθηκαν σαν να είχαν δική τους βούληση στην κοιλιά του, στους ώμους του και στον αυχένα του, ύστερα τον τράβηξαν δυνατά μέχρι που τα στήθη της πιέστηκαν στο δυνατό στέρνο του. Οι θηλές της σκλήρυναν τόσο πολύ που σχεδόν πονούσαν από την ηδονική επαφή με το κορμί του. Αν αισθανόταν τόσο όμορφα ενώ ήταν ακόμα ντυμένη, μπορούσε να φανταστεί πώς θα ήταν όταν η γυμνή σάρκα θα άγγιζε γυμνή σάρκα. Άκουσε να βγαίνει από μέσα του ένας βαθύς ήχος επιδοκιμασίας πριν ο Βικ μετακινηθεί και μετά τη σηκώσει στα χέρια του. Ήταν δυνατός. Αυτή τη σκέψη ακολούθησε μια άλλη. Αυτό που συνέβαινε ήταν πραγματικό. Θα έκαναν έρωτα. Για πρώτη φορά. Η Μάντι χαιρόταν που ήταν παρθένα στα είκοσι τέσσερά της. Δεν ήθελε να επισκιάζουν προηγούμενες εμπειρίες της αυτή τη στιγμή μαζί του. Δεν ήθελε να έχει αναμνήσεις από άλλα χέρια πάνω στο κορμί της. Ο Βικ τη μετέφερε στην κρεβατοκάμαρά της, την άφησε να πατήσει κάτω και πήρε τα χείλη του από τα δικά της. Όμως η Μάντι δεν ήθελε να σταματήσουν. Έτσι, με τα χέρια της γύρω από το λαιμό του, τον τράβηξε πάλι κοντά της για να συνεχίσουν το φιλί. Δίχως να το σκεφτεί, τύλιξε τα πόδια της στη μέση του κι έδεσε τους αστραγάλους της πίσω από την πλάτη του. Κάτι στις κινήσεις της ήταν σαν να γύρισε έναν διακόπτη και το φιλί του Βικ έγινε εκρηκτικό. Το στόμα του φιλούσε άπληστα 115


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

το δικό της καθώς τα χέρια του άδραχναν τους γλουτούς της πάνω από το μεταξωτό φόρεμα. Συγκλονισμένη από την αίσθηση, η Μάντι δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο εκτός από το φιλί. Δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε. Το μυαλό της κατέγραφε μόνο τις σπίθες της ηδονής που άναβαν τα χείλη του στα δικά της, τις φλόγες που έγιναν γρήγορα μια φωτιά που την κατασπάραζε ολόκληρη. Δεν κατάλαβε ούτε πότε τη μετέφερε στο κρεβάτι, παρά μόνο όταν την άφησε από τα χέρια του κι εκείνη δεν έπεσε στο πάτωμα. Η ανάγκη της να τον νιώσει ξανά την έκανε να βογκήσει παρακλητικά, ένας ήχος που θα της προκαλούσε ντροπή αν η ευχαρίστηση δεν την είχε συνεπάρει τόσο πολύ ώστε να μην τη νοιάζει. «Βικ!» είπε, καθώς δεν της ερχόταν στο μυαλό καμιά άλλη λέξη. Το χαμόγελό του ήταν επιθετικό και καυτό. Αλλά πιο καυτό ήταν το βλέμμα του ενώ την κοιτούσε στα μάτια. «Ρούχα», είπε μονάχα.

116


LUCY MONROE

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Μόνο μια λέξη, όμως η Μάντι δε χρειαζόταν τίποτε άλλο. Ανακάθισε και προσπάθησε να κατεβάσει το φερμουάρ στο πίσω μέρος του φορέματος της, όμως τα δάχτυλά της έτρεμαν και της ήρθε να βάλει τα κλάματα από την απελπισία. Όλη αυτή την ώρα δεν έπαιρνε το βλέμμα της από τον Βικ. Είχε βγάλει το σακάκι του και το είχε πετάξει στο πάτωμα, τώρα ακολουθούσε το μαύρο μακό που φορούσε από μέσα. Η αγκράφα της ζώνης του χτύπησε στον τοίχο όταν την έβγαλε και την πέταξε. Το επόμενο που έφυγε ήταν το παντελόνι του, που όταν γλίστρησε αποκάλυψε ένα εντυπωσιακό φούσκωμα μέσα από το σκούρο εσώρουχό του. «Το κορμί σου είναι υπέροχο», είπε η Μάντι με δέος. Κάθε μυς του ήταν γυμνασμένος. Οι σκούρες τριχούλες που κάλυπταν το στέρνο του σχημάτιζαν ένα μονοπάτι που χανόταν μέσα στη ζώνη του εσωρούχου του. Δεν ήξερε αν οφειλόταν στο σκοτάδι, στο εφαρμοστό εσώρουχο, στην έξαψή της, ή αν ήταν πράγματι έτσι, αλλά της φαινόταν ότι η φύση είχε φανεί πολύ γενναιόδωρη μαζί του. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά από ανησυχία, όμως τα δάχτυλά της ανυπομονούσαν να τον αγγίξουν. Κι ακόμα δεν τον είχε δει ολόγυμνο. Ο Βικ την κοίταξε, η έκφρασή του φανέρωνε τον πόθο του. «Ακόμα ντυμένη είσαι», είπε σαν να την κατηγορούσε. «Το ξέρω», του απάντησε με αγανάκτηση. Της χαμογέλασε. «Χρειάζεσαι βοήθεια;» «Ναι». Ο Βικ προχώρησε προς το κρεβάτι με χάρη αιλουροειδούς κι ανέβηκε πάνω. Έβαλε τα χέρια του πίσω από την πλάτη της 117


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Μάντι και βρήκε το κούμπωμα του φερμουάρ. «Αυτό είναι το πρόβλημά σου;» «Δεν το φτάνω». «Και πώς το ανέβασες όταν ντυνόσουν;» «Τότε δεν ήμουν ταραγμένη». « Τώρα τι σε ταράζει;» «Εσύ τι λες;» «Εγώ;» «Η επιθυμία μου για σένα». «Η επιθυμία σου για μένα». «Ναι», παραδέχτηκε η Μάντι. Δεν υπήρχε λόγος να προσποιηθεί ότι ήταν κάτι άλλο, ωστόσο ενοχλήθηκε που χρειάστηκε να το πει δυνατά. «Ωραία». Ο Βικ άρχισε να της κατεβάζει το φερμουάρ αργά. «Μ’ αρέσει αυτό το φόρεμα». «Δεν πρόκειται να το ξαναφορέσω». «Να το ξαναφορέσεις. Σε παρακαλώ». «Γιατί;» «Πάντα μου άρεσε να ξετυλίγω τα δώρα μου. Ρώτα τον παππού μου και τη γιαγιά μου». «Δεν είμαι χριστουγεννιάτικο δώρο». «Όχι, είσαι κάτι πολύ πιο πολύτιμο». Ο Βικ τη φίλησε στην άκρη του στόματός της, ύστερα χάιδεψε ανάλαφρα τα χείλη της με τα δικά του. «Είσαι η γυναίκα που θα μοιραστώ τη ζωή μου μαζί της». «Για καρχαρίας, είσαι πολύ καλός στο φλερτάρισμα», μουρμούρισε εκείνη. Δεν της είχε πει ψέματα ότι απολάμβανε τη διαδικασία. Η Μάντι μετρούσε το χρόνο με το πόσο μεγάλωνε ο πόθος της καθώς ο Βικ της έβγαζε το φόρεμα, αποκαλύπτοντας πόντο πόντο το κορμί της. Το βλέμμα του έκαιγε ενώ ταξίδευε πάνω της. Μετά το φόρεμα της έβγαλε τα μεταξωτά εσώρουχα, όμως μ’ αυτά έκανε ακόμα πιο αργά. Φιλούσε κάθε χιλιοστό της σάρκας που ελευθέρωνε, την ερέθιζε με τρόπους που η Μάντι δεν είχε 118


LUCY MONROE

καν φανταστεί ότι μπορούσε να την ερεθίσει. Όταν τελείωσε και την άφησε γυμνή, έτρεμε ολόκληρη από ερωτική επιθυμία. Κι εκείνος φορούσε ακόμα το εσώρουχό του. Του τράβηξε το λάστιχο, η φωνή της ήταν βραχνή από πάθος όταν οι λέξεις κατάφεραν να βγουν από το λαιμό της. «Βγάλ’ το». «Όχι ακόμα». «Γιατί;» Η υπομονή της είχε εξαντληθεί. «Είσαι παρθένα». «Και;» Ο Βικ θα το άλλαζε αυτό, έτσι δεν είναι; «Και χρειάζεσαι προετοιμασία- κι εγώ κρατιέμαι με το ζόρι». «Πρέπει να βγάλεις το εσώρουχό σου για να μου κάνεις έρωτα», είπε αργά η Μάντι, σαν να μην ήταν σίγουρη αν ο Βικ το ήξερε. Εκείνος χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελό του δεν είχε ίχνος ευθυμίας. «Και πριν συμβεί αυτό, πρέπει να σιγουρευτώ ότι είσαι έτοιμη να με δεχτείς». «Μα...» «Έχε μου εμπιστοσύνη». «Μα σε θέλω!» «Και θα με έχεις». Το χέρι του Βικ σύρθηκε ανάμεσα στα πόδια της, τα δάχτυλά του βρήκαν το ζεστό, υγρό πυρήνα της, που δεν είχε αγγίξει κανένας άλλος άντρας, κι η Μάντι έβγαλε μια κραυγή. Την άγγιξε με τρόπους που η Μάντι μόνο είχε φανταστεί ότι θα την άγγιζε, την έφερε στην κορύφωση πριν ακόμα συνειδητοποιήσει πού την οδηγούσε εκείνη η αίσθηση που έκαιγε τα σπλάχνα της. Όχι ότι δεν είχε αγγίξει ποτέ τον εαυτό της, όμως ήταν η πρώτη φορά που αισθανόταν έτσι. Έτρεμε ακόμα από ευχαρίστηση, όταν ένιωσε το δάχτυλό του να γλιστράει μέσα της. Κάτι φτερούγισε στην καρδιά της στην αίσθηση της οικείας εισβολής. 119


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Δεν έμπαινε μέσα της όπως είχε φανταστεί, όμως ήταν σαν έφτανε στα τρίσβαθα της ψυχής της. Ο Βικ πίεσε δυνατά και ένας οξύς πόνος έκανε τη Μάντι να βγάλει μια κραυγή. «Αυτό ήταν», της είπε μουδιασμένα. «Με συγχωρείς. Έπρεπε να το κάνω για να μπορέσω να μπω πιο εύκολα μέσα σου, για να το απολαύσεις περισσότερο». Εκείνη δεν ήταν τόσο σίγουρη αν θα το απολάμβανε ύστερα απ’ αυτό, αλλά τον εμπιστευόταν αρκετά ώστε να τον απαλλάξει λόγω αμφιβολιών. Η εμπιστοσύνη της δοκιμάστηκε έντονα ένα λεπτό αργότερα, όταν ένιωσε σαν να έμπαινε μέσα της καυτό σίδερο. Πήρε μια απότομη εισπνοή, προσπάθησε να τραβηχτεί και εξεπλάγη όταν κατάφερε να ξεφύγει από το χέρι του Βικ. «Τώρα;» τον ρώτησε μόλις ο πόνος άρχισε να καταλαγιάζει. «Όχι ακόμα», της απάντησε. «Μη βιάζεσαι». Πήγε στο μπάνιο, έβγαλε το εσώρουχό του και άνοιξε τη βρύση για να γεμίσει τη μπανιέρα με ζεστό νερό. Η Μάνα γούρλωσε τα μάτια της όταν ο Βικ γύρισε στην κρεβατοκάμαρα και τον αντίκρισε ολόγυμνο. Της χαμογέλασε. «Γιατί με κοιτάζεις έτσι;» «Αναρωτιέμαι πώς θα καταφέρεις να μπεις μέσα μου», του απάντησε. Εκείνος γέλασε κοφτά. «Νομίζω ότι υπερβάλλεις». «Καθόλου». «Σε γελάνε τα μάτια σου». Η Μάντι δεν ήξερε πού βρήκε την τόλμη να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι, να τον πλησιάσει και να πάρει στο χέρι της την ερεθισμένη σάρκα του. «Τα δάχτυλά μου όμως δε με γελάνε καθόλου». Ο Βικ βόγκησε κι έκλεισε τα μάτια του. Εκείνη έσκυψε και χάιδεψε διατακτικά με τη γλώσσα της την άκρη της σάρκας του. «Μ’ αρέσει η γεύση σου», μουρμούρισε. Εκείνος τραβήχτηκε πίσω απότομα,ο ανδρισμός του ξέφυγε 120


LUCY MONROE

από το χέρι της. «Μπάνιο. Αμέσως», είπε κοφτά. «Γιατί;» «Δε μου έχεις εμπιστοσύνη;» «Σου έχω περισσότερη εμπιστοσύνη απ’ ό,τι σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο στον πλανήτη». «Θα είναι πιο εύκολο για σένα μετά». «Πώς το ξέρεις; Έχεις κάνει σεξ με πολλές παρθένες;» «Με καμιά». Ο Βικ σήκωσε τη Μάντι στα χέρια του, τη μετέφερε στο μπάνιο και την άφησε απαλά μέσα στη μπανιέρα. «Το έχω διαβάσει». «Επειδή είσαι οργανωτικός τύπος». «Ναι». Ο τόνος του ήταν πολύ απότομος. «Γιατί είσαι θυμωμένος;» τον ρώτησε παραπονιάρικα η Μάντι. «Δεν είμαι θυμωμένος!» «Μα μου φωνάζεις». «Ερεθισμένος είμαι!» «Κι εγώ. Δική σου ιδέα ήταν το μπάνιο!» «Για το καλό σου». «Ω... συγνώμη. Δεν πρέπει να είναι εύκολο για σένα». «Το να περιμένω;» Ο Βικ μπήκε στη μπανιέρα, πήρε τη Μάντι στην αγκαλιά του και την κράτησε κτητικά. «Όχι, μικρή μου σέξι κοκκινομάλλα, δεν είναι εύκολο, αλλά αξίζει τον κόπο». Πάλι παρίστανε τον ιππότη. «Αν συνεχίσεις έτσι, θα με κάνεις να πιστέψω στα παραμύθια», απάντησε εκείνη. Η δική του απάντηση ήταν να σύρει την παλάμη του στο μηρό της. Το ένα χάδι έφερε το άλλο, και το άλλο, και όλη αυτή την ώρα η Μάντι αισθανόταν την πίεση της ερεθισμένης σάρκας του στη μέση της. Οι θηλές της είχαν σκληρύνει, το πιο ευαίσθητο σημείο του κορμιού της παλλόταν από ευχαρίστηση- αφέθηκε πάνω του όταν τα χέρια του σταμάτησαν να τη χαϊδεύουν. Το μυαλό της είχε βραχυκυκλώσει, δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα όσο ο Βικ άδειαζε την μπανιέρα, τη σήκωνε και την άφηνε να πατήσει στα πλακάκια του μπάνιου. Σκουπίστηκαν 121


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

δίχως να μιλούν, η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη από την ερωτική ένταση που υπήρχε ανάμεσά τους. Σήκωσαν μαζί το σκέπασμα του κρεβατιού, ύστερα ξάπλωσαν σιωπηλοί στο στρώμα που ήταν καλυμμένο μόνο με το σεντόνι. Παρ’ ότι ο πόνος δεν είχε φύγει τελείως, η αίσθηση του Βικ βαθιά μέσα της τον επίσκιαζε και η Μάντι αισθανόταν πως εκείνη τη στιγμή δεν ενώνονταν μόνο δυο κορμιά, αλλά και δυο ψυχές. Ο έρωτάς τους ήταν όπως ακριβώς είχε φανταστεί ότι θα ήταν. Αυτή τη φορά, όταν έφτασε στην κορύφωση, οι κραυγές της αντήχησαν στο δωμάτιο. Η σάρκα του Βικ σκλήρυνε ακόμα πιο πολύ, το σώμα του έμεινε ακίνητο μερικά δευτερόλεπτα πριν την ακολουθήσει στο αποκορύφωμα με ένα μακρόσυρτο βογκητό. Με δυο λέξεις. «Δική μου». Η Μάντι δε σκέφτηκε ότι δεν είχαν χρησιμοποιήσει προφυλακτικό, παρά μόνο το επόμενο πρωί. *** Δυο πράγματα ήρθαν στο μυαλό του, όταν ο Βίκτορ ξύπνησε μέσα στο σκοτάδι. Η γυναίκα που ποθούσε τόσα χρόνια ήταν τώρα στην αγκαλιά του και δεν είχαν πάρει προφυλάξεις την πρώτη φορά που έκαναν έρωτα. Το πρώτο του έδωσε ικανοποίηση, για το δεύτερο μετάνιωσε. Σ’ έναν τέλειο κόσμο, θα είχαν χρόνο να απολαύσουν τη ζωή τους σαν ζευγάρι, να στερεοποιήσουν τη σχέση τους. Στον αληθινό κόσμο, η Μάντισον είχε αναγκαστεί να παντρευτεί εξαιτίας των πράξεων ενός κόπανου που αποκαλούσε τον εαυτό του φίλο της, και οι παππούδες του Βικ περίμεναν πολλά χρόνια. Αν ήταν να τους χαρούν τα παιδιά του όπως τους είχε χαρεί εκείνος, έπρεπε να τα κάνουν γρήγορα. Ο Βίκτορ είχε εκμεταλλευτεί την ανοησία του Τιμγουότερ. Μπορούσε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες και άλλων 122


LUCY MONROE

γεγονότων. Για εκείνον, η οικογένεια ήταν το παν. Ήταν η κινητήρια δύναμη που τον είχε σπρώξει να πετύχει. Ήθελε να κάνει περήφανους τον παππού του και τη γιαγιά του, αλλά και να φροντίσει την οικογένειά του όπως δεν το είχε κάνει ο δικός του πατέρας. Όταν είχε πρωτογνωρίσει τον Τζέρεμι Άρτσερ, είχε πιστέψει ότι βρήκε το μέντορα που έψαχνε. Και η αλήθεια ήταν πως τον είχε βρει, όμως είχε συνειδητοποιήσει ταυτόχρονα ότι, παρ’ όλο που ο Τζέρεμι ήταν αφοσιωμένος στην επιχείρησή του, το οπτικό του πεδίο ήταν περιορισμένο. Τόσο σε σχέση με τις επιχειρήσεις όσο και με την οικογένεια. Δεν είχε καταλάβει ότι η επιτυχία της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ ήταν ασήμαντη μπροστά στην παταγώδη αποτυχία του με την κόρη του. Η Μάντισον ήταν για τον Βικ η ιδανική γυναίκα από κάθε άποψη. Ταίριαζαν στο σεξ, ήταν φίλοι και είχαν στόχους για το μέλλον, έστω κι αν ήταν διαφορετικοί. Ο Βικ θυμήθηκε την παρουσία του Μάξγουελ Μπλακ στην αίθουσα συσκέψεων εκείνο το πρωί κι ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Η απόφαση του Τζέρεμι να τον φέρει εκεί τον είχε αναγκάσει να κάνει πράγματα που σκόπευε να κάνει πολύ αργότερα. Όμως δεν παραπονιόταν απ’ το αποτέλεσμα. Δε μετάνιωνε που είχε κοιμηθεί με τη Μάντισον, και σκόπευε να της αποδείξει ότι δε θα ταίριαζε με κανέναν άλλον περισσότερο από εκείνον. Δεν ήταν μόνο ο τέλειος διάδοχος για την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ, αλλά και ο τέλειος σύντροφος για τη Μάντι. Μ’ αυτή τη σκέψη, έσυρε το χέρι του στα λαγόνια της, ύστερα έσκυψε και τη φίλησε για να την ξυπνήσει και να της αποδείξει ξανά πόσο καλά τα πήγαιναν στο κρεβάτι. *** Η Μάντι ξυπνούσε πρώτη φορά στην αγκαλιά ενός άντρα. Το ζεστό κορμί του Βικ τη ζέσταινε και την έκανε να αισθάνεται ασφαλής, η ρυθμική αναπνοή του την καθησύχαζε. 123


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Κι ενώ εκείνος κοιμόταν, εκείνη σκεφτόταν μωρά και οικογένεια. Αναρωτήθηκε αν δεν είχε χρησιμοποιήσει προφυλακτικό σκόπιμα ή αν δεν το είχε σκεφτεί καν πάνω στη λαχτάρα του να ικανοποιήσει τον ανεκπλήρωτο πόθο τόσων χρόνων. Θα σκεφτόταν πως ίσχυε το δεύτερο, αν ο Βικ δεν είχε ξυπνήσει αρκετές φορές στη διάρκεια της νύχτας για να την πάρει ξανά και ξανά. Ακόμα και τώρα ήταν ερεθισμένος, έτοιμος να κάνουν έρωτα. Παρ’ ότι πονούσε σε σημεία που δεν ήξερε καν ότι υπήρχαν, οι θηλές της σκλήρυναν στην αίσθηση της καυτής σάρκας που πίεζε την ένωση των μηρών της. Το κορμί της ανταποκρινόταν αμέσως στην επαφή με το δικό του. Μόνο που... δεν είχαν χρησιμοποιήσει ούτε μια φορά προφυλακτικό όλη τη νύχτα. «Ακούω το μυαλό σου να δουλεύει», άκουσε πίσω της τη βαθιά φωνή του. «Είπες ότι θα παίρναμε μαζί τις αποφάσεις για τα παιδιά», απάντησε η Μάντι. Τον αισθάνθηκε να γεμίζει ένταση, αλλά δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση του. «Και;» «Και δεν πήραμε προφυλάξεις το βράδυ». Παραδόξως, ο Βικ χαλάρωσε. «Όχι, δεν πήραμε». «Βικ», του είπε προειδοποιητικά. Εκείνος ανακάθισε, έβαλε πίσω απ’ το κεφάλι του τα μαξιλάρια και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Ύστερα, της ανασήκωσε το πιγούνι για να τον κοιτάξει στα μάτια. «Μαζί την πήραμε την απόφαση». «Εγώ δεν πήρα καμιά απόφαση. Ούτε καν το σκέφτηκα». Ο Βικ ύψωσε τα φρύδια του. «Ούτε εγώ». Η Μάντι στένεψε τα μάτια της, προσπαθώντας να καταλάβει αν της έλεγε αλήθεια. «Δε σου πέρασε καθόλου απ’ το μυαλό να χρησιμοποιήσουμε προφυλακτικό;» «Πιστεύεις ότι θα σου έλεγα ψέματα;» 124


LUCY MONROE

«Όχι, αλλά είσαι αρκετά αδίστακτος για να εκμεταλλευτείς μια ωφέλιμη κατάσταση». «Ναι, αλλά με τι σκοπό θα αγνοούσα την αντισύλληψη;» «Θα πάρεις το πέντε τοις εκατό της εταιρείας μόλις κάνω το πρώτο μας παιδί». «Σκόπευες να περιμένουμε πολύ να κάνουμε οικογένεια;» «Όχι». Η Μάντι δεν μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Τα όνειρα ήταν κάτι που έκανε ακόμα και μια γυναίκα που δεν πίστευε στα παραμύθια. Και τα δικά της όνειρα περιλάμβαναν το είδος της οικογένειας που ήθελε πάντα να είχε. «Το φαντάστηκα». Οπότε ο Βικ δε χρειαζόταν να εκμεταλλευτεί μια κατάσταση. «Εντάξει». «Τι εντάξει;» «Σε πιστεύω». Ο Βικ φίλησε την άκρη της μύτης της. «Καλά κάνεις». «Μπορεί ν’ ακούγεται λίγο αναχρονιστικό, αλλά θα ήθελα να περιμένουμε να παντρευτούμε για να κάνουμε το πρώτο μας παιδί», είπε εκείνη, ζαρώνοντας τη μύτη της. «Συμφωνώ». «Οπότε από εδώ και μπρος αντισύλληψη». «Σύμφωνοι». «Πολύ υποχωρητικό σε βρίσκω». «Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ θα προτιμούσα να περάσουν κάνα δυο χρόνια πριν κάνουμε παιδιά». «Α, ναι;» «Αλλά οι παππούδες μου είναι στα εβδομήντα τους. Αν θέλω να τους χαρούν τα παιδιά μου, δεν πρέπει να σκέφτομαι τον εαυτό μου». «Κατάλαβα». Για άλλη μια φορά, ο Βικ υπενθύμιζε στη Μάντι ότι, παρά το γεγονός ότι το κίνητρο του καθενός για το μέλλον ήταν διαφορετικό από του άλλου, ο καθένας τους είχε κάποιο κίνητρο. Και ευτυχώς για εκείνη, τα κίνητρά τους είχαν κοινή αφετηρία. 125


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Διστάζω να το επισημάνω», είπε εκείνος, «γιατί θέλω να αποκτήσουν οι παππούδες μου δισέγγονα...» «Αλλά τι;» «Δε θα είναι δύσκολο για σένα να φτιάξεις το σχολείο σου αν κάνουμε αμέσως παιδί;» Η Μάντι έκανε έναν μορφασμό. «Τόσον καιρό λέω ότι τα χρήματα δεν έχουν σημασία για εμένα, αλλά η αλήθεια είναι ότι βασίζομαι σ’ αυτά για να μπορώ “να τα έχω όλα”, όπως λένε». «Σκοπεύεις να πάρεις νταντά;» «Ίσως, αλλά όχι για να μεγαλώσει τα παιδιά μας. Όμως, αν θέλουμε να βγαίνουμε πού και πού απ’ το σπίτι, πρέπει να έχουμε κάποιο άτομο εμπιστοσύνης -εκτός από τους παππούδες σου». «Ναι». «Οπότε θα έχουμε νταντά. Κάποια που θα ταιριάζει στην οικογένειά μας, κατά προτίμηση μια μητρική φιγούρα, τόσο στην ηλικία όσο και στην εμφάνιση». Και ποιος θα μπορούσε να κατηγορήσει τη Μάντι αν δεν ήθελε μια όμορφη, νεαρή γυναίκα να ζει στο ίδιο σπίτι με αυτούς; «Και τι εννοούσες για τα χρήματα;» «Σχεδιάζω να προσλάβω ικανό προσωπικό, που θα συμμερίζεται τις απόψεις μου και τις απόψεις της Ρόμι για τη λειτουργία του σχολείου». Ο Βικ έσμιξε τα φρύδια του. «Μα θα αφιερώνετε και οι δύο πολύ χρόνο στο σχολείο. Πρέπει να αφιερώνετε». «Θα τα καταφέρουμε. Η Ρόμι κι εγώ έχουμε συζητήσει ήδη το τι θα γίνει αν κάποια από τις δυο μας κάνει οικογένεια». «Δεν εκπλήσσομαι». «Ο πατέρας μου θα εκπλησσόταν». Ανέκαθεν πίστευε ότι η Μάντι δεν είχε επιχειρηματικό πνεύμα, αφού δεν ήθελε να δουλέψει στη δική του επιχείρηση. «Ο Τζέρεμι βλέπει μόνο ένα μέρος του σκηνικού όταν σε κοιτάζει», παραδέχτηκε ο Βικ. «Μόνο αυτό τον ενδιαφέρει». Ο Τζέρεμι Άρτσερ ποτέ δεν είχε αφιερώσει το χρόνο που χρειαζόταν για να γνωρίσει την κόρη 126


LUCY MONROE

του πραγματικά, ούτε πριν πεθάνει η γυναίκα του ούτε μετά. «Μπορεί να σταματήσει να βλέπει με παρωπίδες». «Έτσι λες εσύ. Εγώ δεν έχω δει κάτι τέτοιο». Ο Βικ κούνησε το κεφάλι του, σαν να είχε κλείσει το θέμα. «Θα χρειαστείς μια προσωπική βοηθό με γνώσεις και ικανότητες». «Ακριβώς». Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο του Βικ και δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν τη συζήτησή τους. Ήταν ο Κόνραντ, και του ανακοίνωσε με ενθουσιασμό ότι θα εμφανίζονταν ζωντανά ως αρραβωνιασμένοι σ’ ένα βραδινό σόου με διάσημους προσκεκλημένους. Κι έτσι άρχισαν όλα. *** Οι επόμενες βδομάδες πέρασαν μέσα σε μια παραζάλη δραστηριότητας. Η φρενίτιδα των μέσων ενημέρωσης για τον αρραβώνα τους ξεπέρασε εκείνη για το Σκάνδαλο Πέρι. Ο Βικ κοιμόταν στο διαμέρισμα της Μάντι κάθε βράδυ, ενώ αρχιτέκτονες και διακοσμητές δούλευαν πυρετωδώς για να φτιάξουν το Παρίαν Χολ. Η Μάντι επέβλεπε όλες τις αλλαγές για να σιγουρευτεί ότι το καινούριο σπιτικό τους θα ανταποκρινόταν στην αισθητική και των δύο. Και φανταζόταν τον Βικ να της λέει: «Είδες που σου τα ’λεγα;» όταν συνειδητοποιούσε πόσα πράγματα ήξερε για τις προτιμήσεις του ώστε να μπορέσει να πετύχει αυτόν το συνδυασμό. Συνέχισε να προσφέρει εθελοντική εργασία στα παιδιά, φορώντας την καστανή περούκα της, τους καστανούς φακούς επαφής και ρούχα από το τοπικό πολυκατάστημα. Κάθε στιγμή που περνούσε μαζί τους ενίσχυε την αποφασιστικότητά της να κάνει περισσότερα πράγματα. Επίσης, επισκέφτηκε την ψυχοθεραπεύτρια που έβλεπε μετά το ατύχημά της με το αλεξίπτωτο, τότε που είχε συνειδητοποιήσει 127


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

πως ήταν καιρός να αποκοπεί από το παρελθόν της. Η δόκτωρ Μακένζι την επαίνεσε για τα βήματα που είχε κάνει στο να αντιμετωπίσει το θάνατο της μητέρας της και τη συναισθηματική εγκατάλειψη του πατέρα της. Ωστόσο, εξέφρασε κάποιες επιφυλάξεις για το γάμο που ο Βικ δήλωνε πως θα ήταν αληθινός, αλλά ήταν συνδεδεμένος με ένα πολύ συμφέρον συμβόλαιο για εκείνον. Της ζήτησε να σκεφτεί καλά τους λόγους για τους οποίους είχε δεχτεί τον αρραβώνα. Κι η Μάντι όχι μόνο τους σκέφτηκε, αλλά μίλησε γι’αυτό στον Βικ. «Ναι, το συμβόλαιο που μου πρότεινε ο πατέρας σου είναι συμφέρον, αλλά και για σένα είναι σημαντικό να παντρευτούμε τώρα», της απάντησε εκείνος. «Πιστεύεις ότι το δέχτηκα για το σχολείο;» Ο Βικ ανασήκωσε τους ώμους του. «Ακόμα κι αν το σκάνδαλο έπαιρνε μεγαλύτερες διαστάσεις, πιστεύω ότι δε θα εγκατέλειπες την ιδέα του σχολείου. Η Ρόμι θα λειτουργούσε ως βιτρίνα κι εσύ θα ήσουν ο αφανής συνέταιρος, όπως θα είμαι εγώ». Της άρεσε η εμπιστοσύνη που της είχε. Η Μάντι παρασύρθηκε για λίγο από τη χαρά που της έδωσαν τα λόγια του, αλλά δεν άργησε πολύ να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς της είπε. «Όπως θα είσαι κι εσύ;» «Υποσχεθήκαμε ο ένας στον άλλο να πραγματοποιήσουμε τα όνειρα του καθενός. Ο γάμος μου μαζί σου θα μου δώσει την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ. Σου είπα ότι θα φροντίσω να πραγματοποιηθούν και τα δικά σου όνειρα». Η Μάντι κούνησε το κεφάλι της με δυσπιστία. «Πραγματικά είσαι ο λευκός ιππότης μου». «Νόμιζα ότι δεν πιστεύεις στα παραμύθια», είπε εύθυμα ο Βικ, αλλά κάτι της έλεγε ότι του άρεσε η δήλωσή της. «Ίσως πιστεύω μόνο σ’ εσένα». «Πιστεύεις». «Είσαι τόσο σίγουρος!» 128


LUCY MONROE

«Για σένα; Ναι». Τελικά, τα πάντα συνοψίζονταν σ’ αυτή την απλή αλήθεια. Η Μάντι πίστευε ότι ο Βικ θα τηρούσε τις υποσχέσεις που της είχε δώσει στα Μάριν Χέντλαντς. Το γεγονός ότι άρχιζε να τον ερωτεύεται ξανά... ήταν κάτι που δε θα έλεγε ούτε στη Ρόμι. Αλλά πώς θα το έκρυβε; Ο Βικ περνούσε περισσότερο χρόνο παριστάνοντας τον λευκό ιππότη παρά τον καρχαρία του επιχειρηματικού κόσμου. Τα σχέδια του γάμου προχωρούσαν. Γρήγορα. Η τελετή θα γινόταν σε στενό κύκλο, αλλά στη δεξίωση θα παρευρίσκονταν η αφρόκρεμα της υψηλής κοινωνίας, επιχειρηματίες, ακόμα και μερικές διασημότητες. Όταν το ραντεβού της Μάντι με τη δόκτορα Μακένζι συνέπεσε με μια συνάντηση με τους προμηθευτές της γαμήλιας δεξίωσης, είπε στον Βικ ότι δεν ήθελε να το αναβάλει. «Πηγαίνεις σε ψυχοθεραπευτή;» τη ρώτησε εκείνος. «Γιατί δεν το ήξερα;» Προφανώς, αυτό που τον ενοχλούσε ήταν ότι δεν του το είχε πει. «Επειδή δε σου το είπα, ίσως;» Ο Βικ ξεφύσηξε ειρωνικά. «Μόνο η Ρόμι το ξέρει». «Πότε ξεκίνησες να τον βλέπεις;» «Να τη βλέπω. Μετά το ατύχημα με το αλεξίπτωτο». Η Μάντι είχε συνειδητοποιήσει ότι ακολουθούσε τον ίδιο αυτοκαταστροφικό δρόμο με τη μητέρα της, και δεν ήθελε να συνεχίσει να το κάνει. «Πήγαινα μια φορά τη βδομάδα για μερικούς μήνες και στη συνέχεια σποραδικά». «Εντυπωσιάστηκα». «Σοβαρά;» Η Μάντι ανησυχούσε ότι θα φαινόταν αδύναμη, αν έλεγε ότι απευθυνόταν σε κάποιον. «Συνειδητοποίησες ότι δε θα μπορούσες να βοηθήσεις τα παιδιά σου αν δεν αντιμετώπιζες πρώτα τα ζητήματα της παιδικής σου ηλικίας», είπε ο Βικ. «Πώς με ξέρεις τόσο καλά;» Εκείνη τη στιγμή, η Μάντι τον 129


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ερωτεύτηκε λίγο ακόμα. «Ξέρεις την απάντηση». «Φροντίζεις να μαθαίνεις τα πάντα για τα άτομα και τις επιχειρήσεις που σκοπεύεις να συνεργαστείς ή να συνεταιριστείς». «Η δική μας συνεργασία θα παραγκωνίσει κάθε άλλη. Φυσικά, θα μάθω τα πάντα για σένα». «Μα δεν ήξερες ότι έβλεπα τη δόκτορα Μακένζι». «Σωστά». Ο Βικ ακούστηκε στενοχωρημένος. Η Μάντι γέλασε. «Ακόμα κι εσύ δεν είσαι αλάνθαστος». «Η δεσποινίς Γκρέισον το ήξερε». «Είναι η καλύτερη φίλη μου». «Κι εγώ τι είμαι;» «Ο άντρας που θα παντρευτώ. Ο άντρας που έχω αρχίσει να ερωτεύομαι ξανά». Ορίστε, το είπε. Το τι θα έκανε μ’ αυτή τη γνώση εξαρτιόταν από τον Βικ. Αλλά, όπως και να είχε το πράγμα, έπρεπε να γνωρίσει τη Μάντι Γκρέις. Για λίγη ώρα έπεσε σιωπή. «Βικ;» «Με... τιμά αυτό που είπες». «Ωραία». Ήταν καλύτερο απ’ το να τη θεωρήσει ανόητη που πίστευε στην αγάπη. «Εσύ... Εγώ...» Για πρώτη φορά στα χρονικά, ο Βικ έδειχνε να μην ξέρει τι να πει ή τι να σκεφτεί. «Δεν περιμένω να μου το ανταποδώσεις», παρατήρησε η Μάντι. «Ωραία». Η ανακούφιση στη φωνή του δεν ήταν κολακευτική, ωστόσο δεν την εξέπληξε. «Δε θα μου πεις ποτέ ψέματα», του επισήμανε, σαν να το είχε ανακαλύψει μόλις εκείνη τη στιγμή. Αλλά ίσως ήταν η πρώτη φορά που κατανοούσε πόσο βάθος είχε η δέσμευσή τους να είναι ειλικρινείς μεταξύ τους. «Όχι, δε θα σου πω ποτέ ψέματα», απάντησε ο Βικ. 130


LUCY MONROE

Κι αυτό σήμαινε πως δε θα ισχυριζόταν ότι την αγαπάει αν δεν την αγαπούσε. Σήμαινε όμως και κάτι άλλο. Ότι ο λόγος του ήταν συμβόλαιο.

131


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Η Μάντι εξεπλάγη όταν ο πατέρας της της ζήτησε να πάει στο σπίτι του για δείπνο. Μόνη. Δείπνησαν στην επίσημη τραπεζαρία, που ακόμα και χωρίς την προέκταση το τραπέζι χωρούσε άνετα έξι άτομα. Κάθισε αριστερά του κι ανακάτευε τη σούπα της με το κουτάλι της, κάνοντας πως έτρωγε. Ο Τζέρεμι Άρτσερ δεν έδειχνε πιο χαλαρός από εκείνη. Εντέλει, δεν μπόρεσε να μην τον ρωτήσει. «Γιατί είμαι εδώ;» «Πάει πολύς καιρός από τότε που δειπνήσαμε μαζί σαν οικογένεια», της απάντησε. «Ένα δισέλιδο αφιέρωμα σε περιοδικό αποδεικνύει το αντίθετο». Ο Τζέρεμι κούνησε το κεφάλι του, το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση που η Μάντι δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει. «Δεν είναι το ίδιο». «Τότε δεν είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνω τι εννοείς». «Εσύ κι εγώ. Οικογένεια». «Πάψαμε να είμαστε οικογένεια από τότε που πέθανε η μαμά». Η Μάντι δεν το είπε σαν κατηγορία. Ούτε με θυμό. «Ποτέ δεν ήταν στις προθέσεις μου να συμβεί αυτό». «Αλήθεια; Με έστειλες στο οικοτροφείο λίγους μήνες μετά το θάνατό της. Θα έλεγα ότι οι προθέσεις σου ήταν σαφείς». «Ήταν λάθος μου». Η Μάντι ένιωσε κάτι να σπάει μέσα της ακούγοντας τη δήλωση του πατέρα της, όμως δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να σηκώσει τους ώμους της. Τι μπορούσε να πει; Ναι, ήταν ένα τεράστιο, οδυνηρό λάθος. 132


LUCY MONROE

Αλλά για κάποιο λόγο δεν της φαινόταν σωστό να συμφωνήσει. Ούτως ή άλλως, δε θα άλλαζαν οι συνέπειες της επιλογής του πατέρα της όταν εκείνη ήταν δεκαπέντε ετών. «Δεν ήξερα τι να κάνω», παραδέχτηκε εκείνος, με μια σπάνια ειλικρίνεια για τον Τζέρεμι Άρτσερ. «Απογοήτευσα τη μητέρα σου και φοβόμουν μην απογοητεύσω κι εσένα, έτσι σε έστειλα εκεί με την ελπίδα ότι θα έκαναν για σένα στο σχολείο ό,τι ήταν φανερό ότι δεν μπορούσα να κάνω εγώ στο σπίτι». Η Μάντι τον κοιτούσε, ενώ μέσα της μαινόταν μια θύελλα συναισθημάτων. «Ποιος είσαι εσύ και τι έκανες στον πατέρα μου;» είπε. Το αστείο ήταν παλιό, αλλά ταίριαζε στην περίπτωση. Ο Τζέρεμι γέλασε κοφτά. «Είπα στον Βίκτορ ότι δε θα ήταν εύκολο». «Ήθελε να μου μιλήσεις;» Γιατί δεν την εξέπληττε; «Ναι». Ο Τζέρεμι αναστέναξε. «Πιστεύει ότι η σχέση μας μπορεί να σωθεί». «Είναι αισιόδοξος». «Είναι». Η Μάντι σταμάτησε να προσποιείται ότι έτρωγε κι άφησε το κουτάλι της κάτω. «Το λες σαν να σε εκπλήσσει». «Είναι μια πτυχή του χαρακτήρα του που δεν είχα προσέξει μέχρι τώρα». «Δε βρίσκεις ότι το σχέδιό του να γίνει κυρίαρχος του επιχειρηματικού κόσμου προϋποθέτει αισιοδοξία;» αστειεύτηκε η Μάντι. Ο πατέρας της γέλασε ξανά, αυτή τη φορά πιο πολλή ώρα και με περισσότερη ευθυμία. «Υποθέτω πως ναι». «Νομίζω ότι αυτό κάνει κι εσένα λίγο αισιόδοξο». Κάτι που η Μάντι δεν είχε συνειδητοποιήσει νωρίτερα. «Αρκετά αισιόδοξο ώστε να πιστεύω ότι τα πράγματα θα πάνε σ’ εσένα καλύτερα απ’ ό,τι στην Έλεν». «Όλοι έχουμε τους δαίμονές μας. Μαθαίνω να πολεμάω τους δικούς μου χωρίς να πέφτω από αεροπλάνα». 133


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Ο Τζέρεμι ήπιε μια γουλιά από το κρασί του. «Νόμιζα ότι η Έλεν έμπλεκε σε μπελάδες μόνο για να μου τραβήξει την προσοχή. Ήταν σαν να αντλούσε μια διεστραμμένη ικανοποίηση με το να γίνεται θέμα στα μέσα ενημέρωσης». «Έτσι ήταν», είπε η Μάντι. Εκείνος ξαφνιάστηκε με την απάντησή της. «Αλλά ήταν παράτολμη και πριν γνωριστούμε. Το ξέρεις αυτό, δεν το ξέρεις;» «Μου έλεγε διάφορες ιστορίες όταν μου έδειχνε τα λευκώματά της». Και ακούγονταν πολύ συναρπαστικές σε ένα μικρό κορίτσι. Ο Τζέρεμι κούνησε το κεφάλι του. «Ήταν ένα από τα πράγματα που θαύμαζα σ’ εκείνη». «Δεν ήσουν ο πρώτος σημαντικός άνθρωπος στη ζωή της που την αγνοούσε». Αυτό είχε συνειδητοποιήσει η Μάντι. Η Έλεν Μάντισον επιζητούσε την προσοχή του πατέρα της και κατάφερνε να την έχει μόνο όταν έκανε παράτολμα πράγματα. Όταν παντρεύτηκε τον Τζέρεμι Άρτσερ, η διαρκής επιζήτηση της προσοχής ήταν πια ένας παγιωμένος μηχανισμός αντιμετώπισης. «Λες ότι η Έλεν δεν ήταν παράτολμη εκ φύσεως, αλλά επειδή τα κατορθώματά της τραβούσαν την προσοχή του πατέρα της». «Ω, νομίζω ότι η μαμά ήταν περιπετειώδης τύπος, αλλά είχε ανακαλύψει ότι με το να ενδίδει σ’ αυτή την πλευρά του χαρακτήρα της έπαιρνε κάτι που λαχταρούσε». «Έλεγε πάντα ότι καταλάβαινε γιατί έπρεπε να αφιερώνω τόσο χρόνο στην εταιρεία μου». «Θα την άκουγες αν σου έλεγε ότι δεν καταλάβαινε;» Ο πατέρας της δεν είχε ακούσει ούτε τη Μάντι, όταν εκείνη τον παρακαλούσε να περνάει περισσότερο χρόνο μαζί της ή να την πάρει απ’ το οικοτροφείο. «Πιθανότατα όχι», παραδέχτηκε εκείνος, με μια αναπάντεχη ειλικρίνεια. «Ο θάνατός της δεν ήταν δικό σου φταίξιμο». Ήταν μια αλήθεια 134


LUCY MONROE

που η Μάντι είχε δυσκολευτεί πολύ να δεχτεί. Κατηγορούσε τον πατέρα της για πολύ καιρό, αλλά μια από τις πρώτες ανακαλύψεις που είχε κάνει με τη βοήθεια της ψυχοθεραπεύτριάς της ήταν ότι η Έλεν Άρτσερ θεωρούνταν υπεύθυνη για τις επιλογές της. «Δεν ήταν;» «Όχι». Ο πατέρας της δεν έδειχνε να συμφωνεί. «Πιστεύεις ότι η μαμά έτρεχε σε αγώνες επειδή δε με αγαπούσε αρκετά ώστε να θέλει να ζήσει για να με μεγαλώσει;» ρώτησε η Μάντισον. Ο πατέρας της χλόμιασε από το σοκ, έμεινε με το στόμα ανοιχτό για μερικές στιγμές. «Όχι βέβαια! Σε λάτρευε, Μάντισον. Θα το ξέρεις αυτό». «Ωστόσο, έτρεχε με το ταχύπλοο εκείνο το βράδυ». «Όχι εξαιτίας σου». «Ούτε εξαιτίας σου». «Μα...» «Η μαμά ήταν μια ενήλικη γυναίκα η οποία αδιαφορούσε για τον κίνδυνο προς χάρη της αδρεναλίνης, που την έκανε να αισθάνεται ζωντανή». Το γεγονός ότι μ’ αυτό τον τρόπο κέρδιζε την προσοχή που λαχταρούσε καθιστούσε τον κίνδυνο ακόμα πιο ελκυστικό. «Μιλάς σαν ψυχολόγος». «Ένα πτυχίο στην ανάπτυξη της πρώιμης παιδικής ηλικίας περιλαμβάνει και μαθήματα ψυχολογίας». Η Μάντι δεν ήθελε να μιλήσει στον πατέρα της για τις συνεδρίες με την ψυχοθεραπεύτριά της. Δεν ντρεπόταν που έβλεπε τη δόκτορα Μακένζι, όμως δεν τον εμπιστευόταν αρκετά ώστε να μοιραστεί μαζί του πιο προσωπικά κομμάτια της ζωής της. Ούτε καν με αυτό τον καινούριο και βελτιωμένο Τζέρεμι. Δεν ήξερε πόσο βαθιές ήταν οι αλλαγές του και πόσο θα κρατούσαν. Τα μάτια του πατέρα της έλαμψαν από κάτι ανάμεσα σε περιέργεια και ενδιαφέρον. 135


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Μια που μιλάμε για τη μητέρα σου», είπε, σ’ έναν πιο οικείο τόνο που δεν αποκάλυπτε κανένα συναίσθημα. «Ναι;» «Εσύ και ο Βίκτορ επιλέξατε την ημερομηνία των γενεθλίων της για το γάμο σας. Ο Βίκτορ είπε ότι θέλετε να τιμήσετε τη μνήμη της μ’ αυτό τον τρόπο». «Σωστά». Ούτε η Μάντι ούτε ο Βικ είχαν σκεφτεί ότι ο Τζέρεμι μπορεί να αισθανόταν άβολα. Ο Τζέρεμι χαμογέλασε. «Έλπιζα να θέλατε να τιμήσετε τη μνήμη της και με έναν άλλον τρόπο». «Πώς;» ρώτησε ανήσυχη η Μάντι. «Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσω τη μνήμη της για να σου προκαλέσω ενοχές και να σε πείσω να μην παραχωρήσεις τις μετοχές τις εταιρείας στη Ραμόνα Γκρέισον στην επέτειο των είκοσι πέντε χρόνων σου». «Ούτως ή άλλως, δε θα τα κατάφερνες. Η μαμά αγαπούσε τη Ρόμι και εγώ προσωπικά δε θα την έβγαζα καθαρή στο οικοτροφείο αν ο πατέρας της δεν έστελνε εκεί κι εκείνη». Ο Τζέρεμι κούνησε το κεφάλι του. «Την έστειλε επειδή προσφέρθηκα να πληρώσω τα δίδακτρά της». «Όχι». Δεν μπορούσε να της το είχε πει νωρίτερα; σκέφτηκε η Μάντι. «Ναι. Η Ρόμι τον παρακάλεσε να τη στείλει μαζί σου. Εκείνος δεν ήθελε, αλλά σκέφτηκα ότι και οι δυο θα ήσαστε καλύτερα μαζί απ' ό,τι με τους πατεράδες σας». Ο πατέρας της ακουγόταν όλο και πιο ανθρώπινος λεπτό με το λεπτό. Η Μάντι δεν ήξερε πώς να αισθανθεί γι’ αυτό, όμως σκέφτηκε ότι μπορεί να υπήρχε ελπίδα. Παρ’ όλα αυτά, ένιωσε υποχρεωμένη να πει: «Ο κύριος Γκρέισον ανέκαθεν αγαπούσε τη Ρόμι». «Αλλά ήδη είχε αρχίσει να πίνει πολύ εκείνο τον καιρό. Πιστεύεις ότι καταλάβαινε περισσότερο τις ανάγκες της κόρης του απ’ ό,τι εγώ τις δικές σου;» Όχι, ο άνθρωπος που κοιμόταν μεθυσμένος τα πιο πολλά 136


LUCY MONROE

βράδια δεν ήξερε τι χρειαζόταν το παιδί του. «Αν η Ρόμι δεν πήγαινε στο οικοτροφείο, θα γινόταν νοσοκόμα του πατέρα της». Ο Τζέρεμι το έλεγε με πολλή σιγουριά. «Εκείνη έπρεπε να φύγει και ο Γκρέι έπρεπε να πηγαίνει μόνος του στο κρεβάτι κάθε βράδυ». «Ήσουν φίλος του». «Εξακολουθώ να είμαι, όσο φίλος μπορεί να είσαι με έναν άνθρωπο που επιδιώκει να πεθάνει πριν την ώρα του απ’ το ποτό και να οδηγήσει την επιχείρησή του σε πτώχευση». Η Μάντι έσμιξε τα φρύδια της. «Τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα». «Προς το παρόν. Αλλά θα γίνουν». «Μην προσποιείσαι ότι θα του έκανες χάρη αν τον απειλούσες πως θα εξαγοράσεις την επιχείρησή του». «Δε θα έκανα χάρη στον Γκρέισον, αλλά στη Ρόμι». «Έτσι νομίζεις». «Δε με εμπιστεύεσαι καθόλου;» «Όχι». Η Μάντι δεν ήταν πεπεισμένη ότι ο πατέρας της νοιαζόταν για εκείνη περισσότερο απ’ ό,τι για την εταιρεία του. Αντί να ταραχτεί από την άρνησή της, εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Ίσως έχεις δίκιο να μη μ’ εμπιστεύεσαι». «Δεν είναι παρηγορητικό αυτό που λες». «Θα προτιμούσες να πω ψέματα;» «Όχι, αλλά θα έλεγες αν πίστευες πως έτσι θα έπαιρνες από εμένα αυτό που ήθελες». «Αυτή είναι μια από τις βασικές διαφορές μας με τον Βίκτορ. Το ξέρουν και οι ανταγωνιστές μας. Αν θέλω να πιστέψει κάτι ο πρόεδρος μιας άλλης εταιρείας, φροντίζω να το ακούσει από τον Βίκτορ». «Έχει πει ψέματα για χάρη σου χωρίς να το ξέρει;» ρώτησε η Μάντι, χωρίς να είναι σίγουρη ότι ήθελε να μάθει την απάντηση. «Όχι. Δεν μπορώ να πω ότι δεν μπήκα στον πειρασμό, αλλά παρ’ ότι δεν έχω τις ηθικές αναστολές του διαδόχου μου ξέρω 137


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ότι, αν το έκανα και το ανακάλυπτε ο Βικ, θα έβρισκε άλλο όχημα από την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ για να πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες του». Η Μάντι ποτέ δεν είχε θεωρήσει τον πατέρα της ανόητο. «Νομίζω πως έχεις δίκιο». «Το ξέρω». «Λοιπόν, όσον αφορά τη μαμά...» είπε η Μάντι, γυρίζοντας στο λόγο για τον οποίο βρισκόταν στο ίδιο τραπέζι με τον πατέρα της. «Έλεγε ότι ήθελε να φορέσεις το νυφικό της όταν παντρευτείς». «Το έχεις ακόμα;» Δεν μπόρεσε να κρύψει την ανυπομονησία από τη φωνή της. «Φυσικά». «Μα ξεφορτώθηκες όλα της τα πράγματα». «Κράτησα για σένα το νυφικό της και τα κοσμήματά της». Ο τόνος του Τζέρεμι υπαινισσόταν ότι δεν καταλάβαινε πώς γινόταν να μην το ξέρει αυτό η κόρη του. «Γιατί; Αφού έδωσες οτιδήποτε άλλο;» «Το φόρεμα είναι ένα κομμάτι ιστορίας». «Όχι επιχειρηματικής ιστορίας». «Οικογενειακής ιστορίας. Το έφτιαξε ένας διάσημος δημιουργός για την προγιαγιά σου το χίλια εννιακόσια πενήντα επτά. Τον προηγούμενο χρόνο είχε φτιάξει το ίδιο για μια ηθοποιό, που το φορούσε σε έναν από τους πιο διάσημους ρόλους της». Ο Τζέρεμι καθάρισε το λαιμό του, σαν να είχε συγκινηθεί. «Από τότε πηγαίνει από γενιά σε γενιά». «Το ξέρω». «Ω, νόμιζα ότι το είχες ξεχάσει. Δεν είπες ότι ήθελες να το φορέσεις». «Νόμιζα πως το είχες δώσει». «Δεν το έδωσα». «Χαίρομαι πάρα πολύ». Ήταν ένα όνειρο που η Μάντι πίστευε ότι θα πέθαινε μαζί με τη μητέρα της. «Έχεις περίπου το μέγεθος της. Αμφιβάλλω αν θα χρειαστεί 138


LUCY MONROE

πολλές μετατροπές». *** Το όμορφο ιβουάρ στράπλες φόρεμα με το κέντημα στο χρώμα της σαμπάνιας στην πλούσια φούστα και το κορσάζ δε χρειαζόταν καμιά μετατροπή. «Είσαι πανέμορφη», είπε η Ρόμι στη Μάντι, με μάτια που έλαμπαν. Το φόρεμα αγκάλιαζε το στήθος και το πάνω μέρος του σώματος της Μάντι, εφάρμοζε στη λεπτή μέση της, ενώ η πλούσια φούστα του, πιο κοντή μπροστά απ’ ό,τι πίσω, κατέληγε σε μια μικρή ουρά που σερνόταν στο πάτωμα. «Μοιάζω με τη μητέρα μου». «Αλλά έχεις τα μάτια του πατέρα σου». Η Ρόμι έκανε έναν κωμικό μορφασμό με τα χείλη της. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι πλήρωσε τα δίδακτρά μου για να έρθω μαζί σου στο σχολείο». «Ούτε εγώ». Αλλά ο κύριος Γκρέισον είχε επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του Τζέρεμι. «Σ’ αγαπάει. Πάντα σου το έλεγα». «Με το δικό του τρόπο», συμφώνησε η Μάνα «Όχι με τον τρόπο που χρειαζόμουν». «Μπορεί να μην ξέρει τον τρόπο. Απ’ ό,τι μου έχεις πει για τους γονείς του, οι Άρτσερ δεν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα θερμοί άνθρωποι». Η Μάντι είχε ελάχιστες αναμνήσεις από τους παππούδες της. Είχαν πεθάνει κι οι δυο μέχρι να γίνει πέντε ετών, αλλά δε θυμόταν αγκαλιές, φιλιά ή άλλου είδους εκδηλώσεις τρυφερότητας. «Μπορεί να έχεις δίκιο, όμως ο Τζέρεμι παραδέχτηκε πως στην ανάγκη θα έλεγε ψέματα για να πάρει αυτό που ήθελε». «Αυτό το ήξερες». «Ναι. Μόνο που ξαφνιάστηκα όταν τον άκουσα να το λέει. Από μια άποψη, είναι ειλικρινής». Η Ρόμι έστρωσε τις πτυχές στο νυφικό της φίλης της. «Προτιμώ 139


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

την ειλικρίνεια του Βίκτορ». «Κι εγώ». Οι δυο γυναίκες γέλασαν, και ήταν ωραία. Από την άλλη, τα περισσότερα πράγματα ήταν ωραία τον τελευταίο καιρό. Η Μάντι παντρευόταν τον άντρα που αγαπούσε. Και παρ’ ότι εκείνος δεν την αγαπούσε, της είχε υποσχεθεί μια αληθινή οικογένεια. Και ο Βικ κρατούσε τις υποσχέσεις του. *** Ο Βίκτορ προχωρούσε στο διάδρομο του δημοτικού σχολείου, ακολουθώντας μια βοηθό που τον οδηγούσε στην τάξη της μις Τζούετ. Αντίθετα με τη Μάντισον, εκείνος και ο Μάξγουελ είχαν πάει σε δημόσιο σχολείο, αλλά σε μια περιοχή πιο αναβαθμισμένη απ’ αυτή που βρισκόταν τώρα. Δεν ήξερε γιατί η Μάντισον του είχε ζητήσει να τη συναντήσει εκεί. Του είχε πει ότι ήθελε να του μιλήσει ενώ θα έβλεπε ταυτόχρονα και κάτι. Ο Βικ δεν καταλάβαινε με τι τρόπο μπορεί να την ενέπνεε για το σχολείο της η λειτουργία ενός δημόσιου σχολείου, εκτός αν ήθελε να του δείξει την επιτυχία που είχε το εθελοντικό πρόγραμμά τους, στο οποίο συμμετείχαν τόσο γονείς όσο και άλλοι εθελοντές. Όταν έφτασαν στην αίθουσα και η βοηθός άνοιξε την πόρτα, πρόσεξε αμέσως δύο πράγματα -η Μάντισον ήταν αγνώριστη και η απόλυτη σιωπή που επικρατούσε δε συμβάδιζε με την εικόνα ενός δωματίου γεμάτου παιδιά. Φορώντας μια καστανή περούκα, φακούς επαφής που έκρυβαν το μεσογειακό γαλάζιο των ματιών της κάτω από το καφέ και ρούχα που πρέπει να ήταν αγορασμένα από το τοπικό πολυκατάστημα, η μνηστή του καθόταν στο μικρό γραφείο της, σε έναν κύκλο από έξι μαθητές. Σήκωσε τα μάτια της απ’ το βιβλίο που κρατούσε και το 140


LUCY MONROE

χαμόγελό της πάγωσε όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Ο Βικ ύψωσε το φρύδι του. «Γεια σου, Μάντισον. Φαίνεται πως έχεις μερικούς φίλους που δεν έχω γνωρίσει ακόμα». Το χαμόγελο γύρισε πάλι στα χείλη της καθώς σηκωνόταν. «Ήρθες πιο νωρίς απ’ ό,τι σε περίμενα», του είπε. Το φθηνό, βαμβακερό μπλουζάκι και το τζιν που εφάρμοζαν στο λυγερό κορμί της τον ξεσήκωναν όσο και τα επώνυμα ρούχα της, όμως δεν του άρεσε η περούκα και οι φακοί επαφής. Ο Βικ ανασήκωσε τους ώμους του, αφήνοντας ασχολίαστη την παρατήρησή της. «Σύστησε με». «Φυσικά». Καθώς δεν ήθελε να τρομάξει τα παιδιά με το μέγεθος του, ο Βικ γονάτισε στο ένα του πόδι κι άπλωσε το χέρι του για να τα χαιρετήσει ένα ένα. Τα περισσότερα παιδιά ανταπέδωσαν τη χειραψία του με γοητευτική ευγένεια. Ένα μικρό κορίτσι, που είχε κρυφτεί πίσω απ’ τα πόδια της Μάντι, πρόβαλε το κεφάλι του και κούνησε τα δάχτυλά του. Ο Βίκτορ γνώρισε και τη δασκάλα και τη μητέρα εθελόντρια. «Χαίρω πολύ», είπε στη μις Τζούετ. «Η χαρά είναι όλη δική μας», απάντησε εκείνη. Χαμογέλασε και τα μάτια της έλαμψαν ενώ κοιτούσε τη Μάντισον. «Η μνηστή σας είναι εκπληκτική εθελόντρια. Είναι υπέροχη με τα παιδιά και θα μπορούσε να γίνει δασκάλα, με τα προσόντα που διαθέτει». «Το ξέρω», είπε εκείνος. Απλά, δεν ήξερε ότι δούλευε εθελοντικά σε δημόσιο σχολείο. Αναρωτήθηκε αν το ήξερε ο πατέρας της. Ήταν φανερό ότι η Μάντισον δεν ήθελε να φύγει ακόμα, έτσι ο Βικ έμεινε και απόλαυσε την ώρα που πέρασε με τα εξάχρονα βοηθώντας τα στα μαθήματά τους. Ήταν στο αυτοκίνητό του και κατευθύνονταν προς την άλλη πλευρά της πόλης, όταν η Μάντι έβγαλε τελικά την άσχημη περούκα και άφησε ελεύθερα τα κόκκινα μαλλιά της. 141


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Πόσο ανακουφίζομαι πάντα όταν βγάζω αυτό το πράγμα!» είπε. «Γιατί το φοράς;» τη ρώτησε ο Βικ. «Επειδή η Μάντι Γκρέις είναι μια φυσιολογική γυναίκα με υπευθυνότητα και με επιθυμία να βοηθάει εθελοντικά τα παιδιά. Δεν τη γράφουν οι εφημερίδες ούτε την κυνηγάνε οι παπαράτσι». «Κι αυτό είναι σημαντικό για σένα;» «Να είμαι φυσιολογική; Ήταν όταν ξεκίνησα. Τώρα τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Μπορείς να φανταστείς τι θα έλεγαν τα μέσα ενημέρωσης αν ήξεραν ότι η εκατομμυριούχος κληρονόμος δουλεύει εθελοντικά ως δασκάλα;» «Έχω την αίσθηση ότι θα το ανακαλύψουν». «Το ίδιο φαντάστηκα κι εγώ. Με το γάμο μας και με τα κατάλοιπα του Σκανδάλου Πέρι, νομίζω ότι είναι ζήτημα χρόνου να αποκαλυφθεί το μυστικό μου». «Σπουδαίο μυστικό. Πόσον καιρό προσφέρεις εθελοντική εργασία;» «Ξεκίνησε σαν πρόκληση με τη Ρόμι. Προσπάθησα να λάβω μέρος ανώνυμα σε μια πολιτική εκστρατεία. Τα κατάφερα, και την επόμενη φορά σέρβιρα συσσίτιο με στολή παραλλαγής». «Μεταμφιεσμένη, δηλαδή». Η Μάντι γέλασε. «Ακριβώς». «Καλό θα ήταν να ξεκαθαρίσεις τη θέση σου πριν σε ανακαλύψει κανένας παπαράτσι», επισήμανε ο Βικ. «Έχεις δίκιο», απάντησε εκείνη, απογοητευμένη. «Όσο κι αν σου αρέσει ο ρόλος της Μάντι Γκρέις, η Μάντισον Μπεκ θα είναι πολύ πιο αποτελεσματική με την επιρροή της». «Αλλά θα μπορεί να μαθαίνει ένα παιδί της πρώτης δημοτικού να διαβάζει;» «Ναι. Αυτός δεν είναι ο ρόλος του δημόσιου σχολείου επιλογής; Να βοηθιούνται τα παιδιά ένα προς ένα;» . «Ναι». «Και το Γκρέις είναι από το Ρόμι Γκρέισον;» «Όχι, Γκρέις έλεγαν τη γιαγιά μου». 142


LUCY MONROE

«Σωστά». Ο Βικ το είχε ξεχάσει. «Δε σε πειράζει;» Ο Βικ σταμάτησε σ’ ένα χώρο στάθμευσης στο πλάι του δρόμου, έσβησε τη μηχανή και γύρισε στη Μάντι. Συνοφρυώθηκε όταν είδε να τον κοιτάζουν δυο καστανά μάτια. «Μπορείς να τα βγάλεις αυτά;» της είπε. « Τι; A, τους φακούς!...» Η Μάντι έβγαλε απ’ το σακίδιό της ένα μικρό κουτί, αφαίρεσε τους φακούς επαφής από τα μάτια της και το ξανάβαλε μέσα». «Η Μάντι Γκρέις σε αντιπροσωπεύει περισσότερο από τη γυναίκα με το νυφικό του διάσημου σχεδιαστή;» τη ρώτησε ο Βικ. «Μερικές φορές, ναι. Άλλες φορές λατρεύω τα Σανέλ μου. Θα ήθελα να μπορούσα να ισχυριστώ πως δε μ’ ενδιαφέρουν οι τελευταίες τάσεις της μόδας και πως τις παρακολουθώ για χάρη της Μάντισον Άρτσερ, αλλά η αλήθεια είναι ότι μ’ αρέσουν και οι δυο πλευρές του χαρακτήρα μου». Ο Βικ κούνησε το κεφάλι του. Όχι επειδή καταλάβαινε -εκείνος φορούσε επώνυμα κοστούμια ως ένδειξη δύναμης κι όχι για λόγους εμφάνισης-, αλλά επειδή χαιρόταν που η Μάντι δεν αποστρεφόταν τη Μάντισον Άρτσερ. «Λοιπόν, με ρώτησες αν με πειράζει. Σωστά;» της είπε. Τα όμορφα μάτια της έλαμψαν. «Ναι». «Αν με πειράζει που παντρεύομαι μια γυναίκα που η επιθυμία της να βοηθάει τους άλλους την ανάγκασε να δημιουργήσει μια άλλη προσωπικότητα; Όχι, Μάντισον. Δε με πειράζει καθόλου». Ο Βικ έσκυψε και τη φίλησε, ενδίδοντας σε έναν πόθο που μεγάλωνε όλο και πιο πολύ μέρα με τη μέρα. «Για την ακρίβεια, το βρίσκω εκπληκτικό», είπε, σηκώνοντας για μια στιγμή το κεφάλι του. Η Μάνα αναστέναξε κι αφέθηκε στο φιλί του. Κι εκείνος αισθάνθηκε την ευχαρίστηση που έβγαινε από μέσα της να του αγκαλιάζει την καρδιά. 143


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

*** Δυο μέρες μετά, ο παππούς και η γιαγιά του Βίκτορ τους κάλεσαν για δείπνο στο σπίτι τους. Και τότε έριξαν τη βόμβα τους. Έκπληκτος με το αίτημά τους, το μόνο που μπόρεσε να κάνει ο Βικ ήταν να ρωτήσει: «Τι θέλετε να κάνουμε;» «Όταν ήρθαμε εδώ, αφήσαμε πίσω τους παλιούς τρόπους», είπε ο Μίσα. «Αλλάξαμε το επώνυμό μας από Μπεζουκλάντνικοφ σε Μπεκ, ακόμα και το όνομα του μικρού γιου μας από Ιβάν σε Φρανκ. Για να είναι πιο αμερικανικό». «Τα ξέρω όλα αυτά». Ο Βικ είχε πει την οικογενειακή ιστορία στη Μάντι πριν από πολλά χρόνια. Το όμορφο πρόσωπό της έδειχνε ότι θυμόταν, όμως εκείνος δεν καταλάβαινε γιατί ο παππούς του αισθανόταν τώρα την ανάγκη να τα ξαναπεί. «Δε μιλούσαμε ρωσικά στο σπίτι μας. Ενθαρρύναμε τον μικρό Ιβάν μας να γίνει τελείως Αμερικανός», hi φωνή της γιαγιάς του ράγισε καθώς έλεγε το πραγματικό όνομα του πατέρα του. «Ο Φρανκ μιλούσε χωρίς ξενική προφορά κι έκανε όλα όσα έκαναν στο σχολείο ία άλλα παιδιά». «Θέλατε να αγκαλιάσει και να τον αγκαλιάσει η καινούρια του πατρίδα», είπε η Μάντισον με κατανόηση, ενώ ο Βικ κοιτούσε σαστισμένος. Η γιαγιά του χαμογέλασε με ικανοποίηση. «Ακριβώς, όμως απαρνηθήκαμε πάρα πολλά κι εκείνος έγινε ο άνθρωπος που είναι σήμερα». «Ένας αποτυχημένος. Μπορείς να το πεις, γιαγιά». Ο Βικ συνοφρυώθηκε, δεν του άρεσε που οι αγαπημένοι παππούδες του προσπαθούσαν να αναλάβουν την ευθύνη για τις εγωιστικές και κακές επιλογές του πατέρα του. «Ο πατέρας μου είναι ένα ναυάγιο της ζωής». «Μη μιλάς έτσι γι’ αυτόν», είπε ο Μίσα, αλλά χωρίς ζέση. Ο Βικ ούτε συμφώνησε ούτε διαφώνησε. 144


LUCY MONROE

Η Μάντισον τον κοίταξε με κάτι πολύ πιο ελκυστικό από συμπόνια. Τα μάτια της έλαμπαν όπως όταν τον αποκαλούσε λευκό ιππότη της. Εκείνος δεν ήξερε τι την είχε κάνει να πάρει αυτή την έκφραση, όμως εκτιμούσε το γεγονός ότι από το βλέμμα της έλειπε ένα συναίσθημα που μισούσε. Ο οίκτος. Τα συνήθως ήρεμα μάτια της γιαγιάς του ήταν γεμάτα θλίψη. «Νομίζουμε ότι ξεχάσαμε πάρα πολλές παραδόσεις και ο πατέρας σου αισθανόταν πελαγωμένος». «Ω, για όνομα του...» Ο Βικ έσφιξε τα δόντια του για να μην πει το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό. «Δεν έγινε επιστήμονας στην απάτη επειδή δεν παντρεύτηκε με τον παραδοσιακό ρωσικό τρόπο. Το μόνο σωστό και καλό πράγμα που έκανε στη ζωή του ήταν που παντρεύτηκε τη μητέρα μου». «Αυτό δεν είναι αλήθεια», τον αντέκρουσε ο Μίσα. «Έκανε εσένα». Εκείνος άνοιξε το στόμα του και το ξανάκλεισε χωρίς να μιλήσει. Η Μάντισον χαμογέλασε, τα γαλάζια μάτια της έλαμψαν αυτάρεσκα. «Το ίδιο του είπα κι εγώ». «Ταιριάζεις πολύ στον εγγονό μας». Το χαμόγελο της Άνα ήταν Εκτυφλωτικό. «Χαιρόμαστε αφάνταστα που τον αγαπάς όσο τον αγαπάμε κι εμείς». «Δεν είναι δύσκολο να τον αγαπήσεις». Ο Βίκτορ και πάλι δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει σ’ αυτά τα λόγια, αν και του άρεσε πολύ που τα άκουσε. Πάρα πολύ. Αλλά η αγάπη δεν ήταν κάτι που είχε σκεφτεί να συμπεριλάβει στην εξίσωση του γάμου του και της κοινής ζωής του με τη Μάντισον. Θα της έφτανε ότι τον αγαπούσε ή θα περίμενε να της το ανταποδώσει κάποτε; Και μπορούσε; Και ήξερε να αγαπάει; Δεν είχε ερωτευτεί ποτέ. Η αγάπη μεταξύ του παππού και της γιαγιάς του είχε έρθει με τον καιρό και, επιφανειακά, δεν έμοιαζε καθόλου με το πάθος που υπήρχε ανάμεσα σ’ εκείνον 145


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

και τη Μάντισον. Η σιωπή παρατεινόταν και θα έπρεπε να τον κάνει να νιώθει άβολα, όμως οι τρεις πιο σημαντικοί άνθρωποι στη ζωή του τον κοιτούσαν με κατανόηση. Ήταν ένα παράξενο συναίσθημα, αλλά όχι δυσάρεστο. «Ευχαριστώ», είπε τελικά στη Μάντισον, ελπίζοντας και πάλι να ήταν αρκετό. Ο παππούς του έκανε έναν μορφασμό, αλλά τον χτύπησε στον ώμο. Χωρίς να πει τίποτα. Το χαμόγελο της Μάντι έγινε πιο απαλό, και του Βικ του άρεσε αυτό. Η γιαγιά του στριφογύρισε τα μάτια της. «Βίκτορ, αγαπημένε μου εγγονέ, έχεις να μάθεις πολλά για τα ειδύλλια». Ο Βικ δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Εκείνη δεν έδειξε να περιμένει απάντηση. «Είναι υπερβολή να σου ζητήσω ν’ ακολουθήσεις μερικές από τις οικογενειακές παραδόσεις μας;» «Δεν μπορώ να σου απαντήσω πριν ακούσω ποιες ακριβώς εννοείς». Η επιφυλακτικότητά του δεν ήταν αδικαιολόγητη. Οι προετοιμασίες και οι εορτασμοί ενός ρωσικού γάμου ήταν περίπλοκες διαδικασίες. Όμως η απαίτηση των παππούδων του δεν ήταν παράλογη, ακόμα κι αν σήμαινε ότι η Μάντισον θα έπρεπε να περάσει την προηγούμενη νύχτα του γάμου τους στο σπίτι του Τζέρεμι. *** Πέντε βδομάδες μετά την αποκάλυψη του Πέρι, το πρωί της μέρας του γάμου της η Μάντι περίμενε στο γραφείο του πατέρα της, στην έπαυλή του. Φορούσε το νυφικό του χίλια εννιακόσια πενήντα επτά, που είχε φορέσει η μητέρα της, η γιαγιά της και η προγιαγιά της. Το μακρύ δαντελένιο πέπλο της βικτωριανής εποχής ήταν ακόμα πιο παλιό από το φόρεμα. Της το είχε πάει η Ρόμι πριν 146


LUCY MONROE

μια βδομάδα και είχε το ίδιο ιβουάρ χρώμα με το νυφικό. Τώρα, η Ρόμι το έστρωνε γύρω από το πρόσωπο της Μάντι. «Τι όμορφη που είσαι!» της είπε. Εκείνη δεν μπόρεσε να απαντήσει. Ο λαιμός της είχε κλείσει απ’ τη συγκίνηση. «Ο Βίκτορ θα είναι εδώ από λεπτό σε λεπτό. Είσαι έτοιμη;» Η Μάντι έδειξε τον εαυτό της. «Εσύ τι λες;» «Σου είπα, είσαι πανέμορφη. Αλλά δε σε ρωτάω αυτό, γλυκιά μου. Σε ρωτάω αν είσαι έτοιμη ψυχολογικά». «Σύμφωνα με τον Βικ, παντρευτήκαμε τη μέρα που δώσαμε τις υποσχέσεις μας ατενίζοντας τον ορίζοντα του Σαν Φρανσίσκο». Η Ρόμι κούνησε το κεφάλι της. «Πφφ... άντρες!» «Αυτές οι υποσχέσεις ήταν όρκοι». «Το ίδιο και τα λόγια που θα πεις σήμερα». Η Μάντι κούνησε το κεφάλι της. «Είμαι έτοιμη». «Τον αγαπάς». «Ναι, τον αγαπάω». Δεν είχε νόημα να το αρνηθεί. Εξάλλου, η Ρόμι καταλάβαινε πάντα πότε της έλεγε ψέματα. «Πάντα τον αγαπούσες». Η Μάντι δεν ήταν τόσο σίγουρη γι’ αυτό, όμως δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί το γεγονός ότι δεν είχε ερωτευτεί κανέναν άλλο. «Ο Πέρι δεν είχε καμιά πιθανότητα». «Δεν ήθελε να έχει». Η φιλία τους ποτέ δεν είχε ερωτικές προεκτάσεις. «Δεν είμαι βέβαιη». «Δεν έχει σημασία». «Όχι», είπε κατηγορηματικά η Ρόμι. «Δεν έχει». Η Μάντι χαμογέλασε στην Αδερφή της Από Επιλογή. «Σήμερα παντρεύομαι». «Ναι». Εκείνη της ανταπέδωσε το χαμόγελο. Αγκαλιάστηκαν τόσο σφιχτά που κινδύνευε να σκιστεί το μετάξι, αλλά καμιά δε νοιάστηκε γι’ αυτό. Ο ήχος του κουδουνιού ακούστηκε αμυδρά από τον προθάλαμο. Έπειτα η φωνή του Βικ και το γέλιο του Μίσα. 147


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Κι άλλα γέλια, και μετά η πόρτα του γραφείου άνοιξε απότομα και χτύπησε στον τοίχο. Ο πανύψηλος Τζέιμς, ο μακρινός ξάδερφός της, μπήκε στο δωμάτιο συνάμενος-κουνάμενος. Φορούσε σμόκιν και ένα... τούλινο πέπλο. «Κατάλαβε ότι δεν ήμουν εσύ, ξαδέρφη», είπε. Η Μάντι έπιασε τον εαυτό της να γελάει μαζί με τους άλλους που έρχονταν πίσω του. Η πρώτη παράδοση είχε τηρηθεί. Ο πατέρας της είχε παρουσιάσει στο γαμπρό μια άλλη νύφη και ο Βικ είχε δείξει την αποφασιστικότητά του να παντρευτεί εκείνη. Ο Μίσα, κομψός με το σμόκιν του, και η Άνα, πανέμορφη με το ροζ ταγέρ της, ακολούθησαν τον Τζέιμς. Ο πατέρας της Μάντι φορούσε παραδοσιακό πρωινό σακάκι και παπιγιόν, αλλά ο Βικ ένα εκπληκτικό κοστούμι Αρμάνι. Ήταν εκεί και οι γονείς του Τζέιμς, καθώς και τα δεύτερα ξαδέρφια που ήταν στο δείπνο του αρραβώνα. Η θεία του Βικ, η μικρότερη κατά δέκα χρόνια αδερφή του πατέρα του, είχε έρθει με τα δυο παιδιά της από τη Νέα Υόρκη. Ο Φρανκ δεν τα είχε καταφέρει. Τα ξαδέρφια από τη Ρωσία είχαν παρατείνει την παραμονή τους στην Καλιφόρνια και θα παρευρίσκονταν κι αυτά. Αρκετοί συγγενείς για να ικανοποιηθεί η ανάγκη του Μίσα και της Άνα για την τήρηση των παραδόσεων, ήλπιζε η Μάντι. Όσο για την ίδια, έπαψε να την ενδιαφέρει οτιδήποτε άλλο όταν ο Βικ πήγε και στάθηκε μπροστά της, κοιτάζοντάς τη με πόθο, επιδοκιμασία και απέραντη ικανοποίηση. «Τι τακάγια κρασίβαγια». Έκανε να την ακουμπήσει, αλλά το χέρι του έμεινε μετέωρο. «Σου λέει ότι είσαι όμορφη», της εξήγησε ο Μίσα. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της, όμως δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα της απ’ τα μάτια του Βικ. «Πρέπει να πληρώσω λύτρα για να ελευθερώσω τη μέλλουσα σύζυγό μου», είπε σε επίσημο τόνο, που προφανώς απευθυνόταν στους άλλους. «Ο πατέρας σου προσπάθησε να μας αφήσει αμανάτι αυτή», 148


LUCY MONROE

είπε ο Μίσα, δείχνοντας τον Τζέιμς. «Αλλά ο εγγονές μου είναι πολύ παρατηρητικός για να τον κοροϊδέψεις». Επειδή ο καθένας θα περνούσε για τη Μάντι τον ψηλό, αρρενωπό ξάδερφο της. Όμως η Μάντι γέλασε, γιατί ήταν πραγματικά αστείο, και ανακάλυψε ότι απολάμβανε πολύ τις ρωσικές παραδόσεις. Ο Βικ άνοιξε ένα κουτί από το Τίφανι’ς, που είχε μέσα μια καρφίτσα για γραβάτα με ζαφείρια και ασορτί μανικετόκουμπα. Ο πατέρας της δέχτηκε το δώρο με ένα εγκάρδιο ευχαριστώ, αλλά έπειτα κούνησε το κεφάλι του. «Δεν είναι αρκετό». Η Μάντι κατάλαβε ότι ήταν μέρος του τελετουργικού που ήθελαν να παρακολουθήσουν ο Μίσα και η Άνα. Ο Μίσα έκανε πως αμφισβητούσε τη χρησιμότητα των ανδρικών κοσμημάτων και ήταν πολύ διασκεδαστικός, όμως ο Βικ δεν έσκασε ούτε χαμόγελο. Όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη στη Μάντι. Εντέλει, ο Μίσα μπήκε ανάμεσά τους και της πρόσφερε ένα άλλο κουτί από το Τίφανι’ς. Αυτό περιείχε ένα περιδέραιο από πέντε σειρές μαργαριτάρια και ασορτί σκουλαρίκια, δεμένα με χρυσό. Το βλέμμα της Μάντι πήγε από τις πέρλες στον Βικ και μετά στη Ρόμι, γιατί εκείνη την είχε πείσει να μη φορέσει κολιέ. «Το ήξερες», της είπε. Η Ρόμι κατένευσε, τα χείλη της έτρεμαν καθώς χαμογελούσε πλατιά. Η Μάντι έβγαλε τα διαμαντένια σκουλαρίκια της μητέρας της και της τα έδωσε, με τη σκέψη ότι ήταν πολύ δίκαιο να φοράει κάτι που ανήκε στην Έλεν στο γάμο της φίλης της. Ο Βικ τη βοήθησε να φορέσει το περιδέραιο και τα σκουλαρίκια. Ήταν μια στιγμή απίστευτης τρυφερότητας. Όταν τελείωσε, έσκυψε και τη φίλησε ανάλαφρα στα χείλη πριν αφήσει προσεκτικά το πέπλο της να πέσει στη θέση του. «Τώρα μπορεί να γίνει ο γάμος», είπε ο Μίσα με ικανοποίηση.

149


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Πήγαν στην εκκλησία με δύο λιμουζίνες. Η Μάντι δεν πρόσεξε ποιος μπήκε πού, παρά μόνο ότι ο Βικ ήταν απ’ τη μια μεριά της και η Ρόμι από την άλλη. Ο Καθεδρικός Ναός της Παρθένου, με τον τριπλό τρούλο και τη λευκή πρόσοψη, ήταν σαν να είχε μεταφερθεί κατευθείαν από τη Ρωσία. Το εσωτερικό του με τις αγιογραφίες και την περίτεχνη Αγία Τράπεζα ήταν εντυπωσιακό. Στη διάρκεια της τελετής, τη στιγμή πριν τη στέψη, ο Βικ παρέκαμψε την παράδοση και της σήκωσε το πέπλο για να τη φιλήσει ξανά και να της ψιθυρίσει ότι, τώρα, ακόμα και ο Θεός ήξερε ότι ήταν δική του. Κάποιοι μπορεί να θεωρούσαν ασήμαντα αυτά τα λόγια, όμως εκείνη αισθάνθηκε να την αγγίζουν ως τα τρίσβαθα της ψυχής της. Ο πολιτικός γάμος, που θα επισημοποιούσε τη θρησκευτική τελετή αν ήταν στη Ρωσία, παραλείφθηκε, επειδή στην Αμερική δεν ήταν απαραίτητο. Έτσι, το παραδοσιακό σπάσιμο των ποτηριών έγινε στη γαμήλια δεξίωση, μπροστά σε μερικές εκατοντάδες προσκεκλημένους. Και τα δυο κρυστάλλινα ποτήρια έγιναν θρύψαλα, αν και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο Βικ πέταξε το δικό του με πολύ περισσότερη δύναμη από τη Μάντι. Όλοι χειροκρότησαν και τους επευφήμησαν. «Ας είναι ευλογημένη και παντοτινή αυτή η ένωση», φώναξε ο Μίσα. Η Μάγκι εξεπλάγη όταν ανακάλυψε ότι το πρόσωπο που ανήγγελλε τις προπόσεις ήταν ένας διάσημος ηθοποιός του θεάτρου και ένας απ’ τους αγαπημένους της ανερχόμενους ερμηνευτές τραγουδούσε προς τέρψη των προσκεκλημένων. 150


LUCY MONROE

Έφαγαν, έκοψαν την τούρτα και η μια πρόποση ακολουθούσε την άλλη. Ήταν υπέροχο και εντυπωσιακό. Τίποτα σ’ αυτόν το γάμο δε θύμιζε επαγγελματική συμφωνία. Όταν η Μάντι το είπε στον Βικ, εκείνος χαμογέλασε. «Επειδή αυτός ο γάμος δεν είναι επαγγελματική συμφωνία», της απάντησε αποφασιστικά. «Μα...» «Είναι ένα πάντρεμα ονείρων. Δέξου το γι’ αυτό που είναι». Πιο χαρούμενη από ποτέ, η Μάντι κούνησε το κεφάλι της. Όταν ήρθε η στιγμή να πετάξει την ανθοδέσμη, δεν ξαφνιάστηκε που την έπιασε η Ρόμι. Στο κάτω κάτω, εκείνη σημάδευε. Αυτό που την ξάφνιασε και την ανησύχησε λίγο ήταν ότι έπιασε την καλτσοδέτα ο Μάξγουελ Μπλακ. Το βλέμμα που έριξε στη Ρόμι θα είχε κάνει τη Μάντι να το βάλει στα πόδια, όμως η φίλη της απλώς κοκκίνισε. Κι έδειξε να το βρίσκει κάτι παραπάνω από ενδιαφέρον. Η Μάντι σκέφτηκε πως αυτό έπρεπε να το ψάξει, αλλά μετά το ταξίδι του μέλιτος. Στη διάρκεια της δεξίωσης χαμογελούσε τόσο πολύ, που τα μάγουλά της πονούσαν όταν τελικά ήρθε η ώρα να μπει με τον Βικ στην άσπρη Ρολς-Ρόις που θα τους έπαιρνε. *** Η Μάντι σάστισε όταν το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στο Ριτς-Κάρλτον αντί για το Παρίαν Χολ. Γύρισε στον Βικ. «Νόμιζα ότι θα πηγαίναμε σπίτι», του είπε. «Μ’ αρέσει όπως ακούγεται», μουρμούρισε εκείνος. «Το ότι νόμιζα πως θα πηγαίναμε σπίτι;» «Σπίτι. Σπίτι μας». «Μα δεν είμαστε εκεί». Η Μάντι δεν κατάλαβε γιατί κοκκίνισαν τα μάγουλά της. «Όχι, είμαστε εδώ. Κι αυτή τη στιγμή οι μόνοι που το ξέρουν είσαι εσύ, εγώ και ο οδηγός». Ο Βικ ακουγόταν πολύ 151


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

περήφανος γι’ αυτό. «Οι σωματοφύλακες;» «Ούτε αυτοί θα είναι εδώ απόψε. Ούτε φίλοι ούτε συγγενείς ούτε φύλακες. Ούτε δημοσιογράφοι». Η Μάντι ένιωσε να την πλημμυρίζει μια βαθιά ικανοποίηση. «Η αποψινή βραδιά είναι όλη δική μας». «Ναι». «Μ’ αρέσει». «Χαίρομαι». Ο Βικ τη μετέφερε μέχρι την πόρτα της Σουίτας 919, ενός από τα πιο πολυτελή διαμερίσματα του ξενοδοχείου. Όμως η Μάντι δεν πρόσεχε την ομορφιά. Ήταν πολύ απορροφημένη από τον Βικ για να κοιτάζει τα μαρμάρινα πατώματα και τα έπιπλα Τσίπεντεϊλ. «Σαμπάνια;» τη ρώτησε εκείνος όταν την άφησε να πατήσει κάτω. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Σνακ;» Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της καθώς έλεγε σεμνά: «Όχι, ευχαριστώ». Τα μάτια του Βικ σκοτείνιασαν από ένταση. «Κρεβάτι, τότε;» «Ω, ναι». Σήκωσε τη Μάντι στα χέρια του, τη μετέφερε στην κρεβατοκάμαρα κι ύστερα την άφησε κάτω. «Σου είπα πόσο όμορφη είσαι σήμερα;» «Μπορεί να το είπες, ναι». Ο Βικ κούνησε το κεφάλι του σκεφτικός. «Μόνο σε μια περίσταση μπορώ να σε φανταστώ πιο εκθαμβωτική». «Πότε;» «Άφησέ με να σου δείξω». «Εντάξει», είπε η Μάντι, με κομμένη την ανάσα. Εκείνος της έβγαλε το στέμμα και το πέπλο με προσεκτικές, αργές κινήσεις, ύστερα τα κοσμήματα που της είχε φορέσει νωρίτερα. «Δε νομίζω να σου το είπα -τα μαργαριτάρια είναι υπέροχα. Ευχαριστώ», είπε σιγανά εκείνη. 152


LUCY MONROE

«Είναι απλώς μικρές άσπρες χάντρες μέχρι να τα φορέσεις εσύ», απάντησε ο Βικ. «Ω... Δεν ξέρω πώς να πάρω κάποια απ’ αυτά που λες». «Σαν αλήθειες. Ξεκαθαρίσαμε ότι δε σου λέω ψέματα». Ο Βικ χάιδεψε με τα χείλη του τον αυχένα της Μάντι. Εκείνη δεν έκανε τίποτα για να κρύψει το μικρό ρίγος που της προκάλεσε το χάδι του. «Ή ψέματα γενικότερα, σύμφωνα με τον Τζέρεμι». Ο Βικ πήγε από μπροστά της και την κοίταξε, ύστερα έσκυψε και τη φίλησε στο στόμα ανάλαφρα, φευγαλέα. «Ή ψέματα γενικότερα», επανέλαβε, σκορπίζοντας φιλιά στο λαιμό και στο γυμνό ώμο της. Σε κάθε άγγιγμα των χειλιών του η Μάντι ανατρίχιαζε, έτρεμε από επιθυμία ώσπου να πάει πάλι από πίσω της. Κατέβασε το φερμουάρ του κορσάζ της, φιλώντας κάθε πόντο του κορμιού της ενώ το έκανε. Αφού τη βοήθησε να βγάλει το φόρεμα, το πήρε με προσοχή και το άπλωσε στο τραπέζι της τραπεζαρίας. «Ευχαριστώ», του είπε όταν γύρισε κοντά της. Ο Βικ την κοίταξε με απορία. «Που πρόσεξες το νυφικό μου», του εξήγησε. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του, σαν να το θεωρούσε αυτονόητο. «Είναι μια ζωντανή ανάμνηση για την οικογένειά σου». Εκείνη ευχήθηκε να μη σταματούσε ποτέ να χαίρεται για τα μεγάλα, αλλά ειδικά για τα μικρά πράγματα που φρόντιζε για χάρη της. «Λοιπόν, αυτό εννοούσες;» είπε, δείχνοντας τον εαυτό της με μια αργή κίνηση. Στεκόταν μπροστά στον Βικ με τον κορσέ της, τα εσώρουχά της, τις διάφανες μεταξωτές κάλτσες της και τα λαμπερά, ψηλοτάκουνα Τζίμι Τσου, αλλά τίποτε άλλο. Το χαμόγελό του θύμιζε αρπακτικό καθώς κουνούσε το κεφάλι του. «Σχεδόν, αλλά όχι τελείως». Η Μάντι έβγαλε τα παπούτσια της. 153


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Πλησιάζεις». Η φωνή του Βικ ήταν βαθιά και αισθησιακή. Εκείνη ξεροκατάπιε. Τις τελευταίες πέντε βδομάδες έκαναν έρωτα κάθε βράδυ, άρα δε θα έπρεπε να έχει νευρικότητα. Αλλά όσο κι αν έλεγε ο Βικ ότι τους έδεναν οι υποσχέσεις που είχαν ανταλλάξει στα Μάριν Χέντλαντς, το κτητικό βλέμμα που είχαν τα μάτια του εκείνη τη στιγμή ήταν δέκα φορές πιο έντονο από τότε. Έσκυψε για να ξεκουμπώσει τις ζαρτιέρες της, όμως εκείνος τη σταμάτησε. «Άφησέ με να το κάνω εγώ», της είπε. «Εντάξει». Η Μάντι σηκώθηκε και περίμενε. Χωρίς να σκεφτεί το ακριβό κοστούμι του, γονάτισε μπροστά της. Αλλά αντί να τραβήξει τη μικρή μεταλλική θηλιά που συγκροτούσε την κάλτσα της, έβαλε τα μεγάλα χέρια του στους γοφούς της κι έσκυψε μπροστά για να της δώσει ένα φιλί ανάμεσα στα στήθη της. Της κόπηκε η ανάσα, τα γόνατά της λύθηκαν. «Βικ, σε παρακαλώ», του ψιθύρισε. «Για τι με παρακαλείς;» Η φωνή του ήταν βραχνή από το πάθος. «Γι’ αυτό;» Χάιδεψε με τα χείλη του την καμπύλη του στήθους της, πήρε τη γεύση της επιδερμίδας της με τη γλώσσα του. Μικρές φλόγες άναβαν στο μονοπάτι που χάραζε το στόμα του. Αγκάλιασε τους γλουτούς της με τις παλάμες του και οι άκρες των δαχτύλων του χάιδεψαν τη γυμνή επιδερμίδα ανάμεσα στο εσώρουχο και τις ζαρτιέρες της. Η Μάντι κατάλαβε ότι είχε ξεκουμπώσει τις κόπιτσες μόνος, όταν το απαλό μετάξι γλίστρησε στους μηρούς της -με λίγη βοήθεια από τον Βικ. Κανένας δεν την είχε αγγίξει με τέτοιον τρόπο μέχρι πριν ένα μήνα, μα τώρα που το κορμί της είχε γνωρίσει την ευχαρίστηση την περίμενε, ανυπομονούσε να νιώσει τη σάρκα που θα γινόταν ένα με τη δική της. Αναρίγησε στο ανάλαφρο χάδι του στους μηρούς της, ένα κομμάτι της λαχταρούσε πιο έντονα αγγίγματα, πιο τολμηρά 154


LUCY MONROE

χάδια. Οι θηλές της είχαν σκληρύνει ήδη από την προσμονή για την προσοχή του. Εικόνες από προηγούμενες ερωτικές στιγμές τους ενώθηκαν με το παρόν για να κάνουν την αίσθηση ακόμα πιο έντονη. Ο Βικ έβαλε τα χέρια του στην πλάτη της για να ανοίξει τον κορσέ, και η Μάντι χάρηκε που είχε επιλέξει έναν με φερμουάρ και όχι με κορδόνια. Άνοιξε αμέσως και γλίστρησε από πάνω της σε δευτερόλεπτα. «Μμμ...» μουρμούρισε εκείνος, με μια έκφραση ικανοποίησης και πόθου. «Καλά προχωράμε». Εκείνη δεν ξαφνιάστηκε όταν έβαλε τα δάχτυλά του μέσα από το λάστιχο του εσωρούχου της και το τράβηξε κάτω. Πήρε μια απότομη εισπνοή, η καρδιά της χτύπησε ακόμα πιο γρήγορα από επιθυμία. Με ένα τελευταίο φιλί σε καθεμιά θηλή της, ο Βικ σηκώθηκε. «Αστό είναι το ωραιότερο θέαμα που έχω δει», είπε. Το κορμί της Μάντι πήρε φωτιά. Είχε χάσει την ικανότητά της να ελέγχει τις αντιδράσεις της όταν ήταν μαζί του. Κανένας από τους αμυντικούς μηχανισμούς της δε λειτουργούσε πια όταν ήταν με τον Βικ. «Εσύ είσαι ακόμα ντυμένος», του είπε με βραχνή από τον πόθο φωνή. «Θέλεις να με γδύσεις;» Η φωνή του ήταν από μόνη της μια αισθησιακή πρόκληση. Αντί για απάντηση, εκείνη έκανε μπροστά και του έλυσε το παπιγιόν. «Αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί σου άρεσε να ξετυλίγεις τα δώρα σου», είπε καθώς τον τραβούσε απ’ το γιακά του πουκαμίσου του. «Αλήθεια;» «Ω, ναι». Η Μάντι ξεκούμπωσε αργά τα κουμπιά του, έσκυψε για να εισπνεύσει το αρρενωπό άρωμά του και χάιδεψε το τρίχωμα στο στέρνο του. Απολάμβανε την κάθε στιγμή καθώς αποκάλυπτε τη χρυσαφένια επιδερμίδα του πόντο πόντο, χαράζοντας 155


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

μονοπάτια από καυτά φιλιά όπως είχε κάνει κι εκείνος. Την παραξένευε το πόσο γρήγορα είχε βρει την αυτοπεποίθηση να κάνει κάτι τέτοιο, αλλά η αλήθεια ήταν ότι βοηθούσε και ο Βικ, που αντιδρούσε με ενθουσιασμό σε κάθε άγγιγμά της. Όσο μικρό κι αν ήταν. Όταν του έβγαλε όλα τα ρούχα, έκανε μπροστά και τα σώματά τους ενώθηκαν. Ήταν πολύ πιο μεγαλόσωμος από εκείνη, ωστόσο ταίριαζαν σαν να ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Φιλήθηκαν πολλή ώρα, χωρίς να βιάζονται, απολαμβάνοντας την ένωση όπως και όταν ο Βικ ήταν μέσα της. Όμως η Μάντι ήθελε να κάνει κάτι, κάτι που δεν είχε δοκιμάσει ακόμα, κάτι που την κέντριζε και ταυτόχρονα την τρόμαζε. Και υπήρχε καλύτερη ευκαιρία απ’ το να το δοκιμάσει τη νύχτα του γάμου της; Τραβήχτηκε πίσω και διέκοψε το φιλί τους, αλλά ο Βικ την τράβηξε πάλι πάνω του. Αυτό έγινε αρκετές φορές μέχρι να καταφέρει να ξεκολλήσει το κορμί της απ’ το δικό του. «Θέλω να σε γευτώ», του είπε. Τα μάτια του έλαμψαν. «Δεν πρόκειται να σου πω όχι». «Το φαντάστηκα». Η Μάντι γονάτισε μπροστά του. «Δε θα ήσουν πιο άνετα στο κρεβάτι;» τη ρώτησε, και ο τόνος του έδειχνε ότι τον ενδιέφερε πραγματικά. Εκείνη πήρε στο χέρι της τον ερεθισμένο ανδρισμό του και άρχισε να τον χαϊδεύει. «Μπορεί, αλλά όχι ακόμα». Τον χάιδεψε πιο έντονα. Εκείνος βόγκησε, ταλαντεύτηκε μπρος πίσω. Η Μάντι ενθουσιάστηκε με την απαλή αίσθηση της επιδερμίδας του, αλλά και με το πόσο τον ξετρέλαινε ένα τόσο απλό άγγιγμα. Έσκυψε και έσυρε τη γλώσσα της στην κορυφή της ερεθισμένης σάρκας του. Περίμενε ότι η γεύση του εκεί θα ήταν ίδια με οποιοδήποτε άλλο σημείο του κορμιού του, για να διαπιστώσει γρήγορα ότι όχι μόνο ήταν διαφορετική, αλλά και εθιστική. Σκέφτηκε ότι καμιά άλλη γυναίκα δε θα τον άγγιζε ξανά με 156


LUCY MONROE

τέτοιον τρόπο. Μόνο εκείνη. Ο Βικ ήταν δικός της. Η γλώσσα της σχημάτισε το περίγραμμα της άκρης του και ο Βικ βόγκησε. «Σε παρακαλώ, μίλαγια μαγιά». Μπορούσε να το αρνηθεί, αλλά ο γάμος τον είχε αλλάξει. Ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε ρωσικά σ’ εκείνη ή μπροστά σ’ εκείνη. Της άνοιγε την πόρτα του εσώτερου εαυτού του, κι αυτό ήταν τόσο γοητευτικό όσο και ο γυμνός άντρας που είχε μπροστά της. «Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε η Μάντι, σηκώνοντας το κεφάλι της για να τον κοιτάξει. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και κλείδωσαν, τα μάτια του έκαιγαν από πάθος. «Γλυκιά μου». Τα λαγόνια του πλησίασαν στο πρόσωπό της σαν από δική τους βούληση και η άκρη της σάρκας του άγγιξε τα χείλη της. Εκείνη τον πήρε στο στόμα της και το βογκητό της ευχαρίστησης που άκουσε να βγαίνει από μέσα του την ενθάρρυνε να συνεχίσει. Τα χέρια του ακούμπησαν απαλά στο κεφάλι της, όμως δεν προσπάθησε να την κρατήσει σε μια θέση ή να καθοδηγήσει τις κινήσεις της. Ήταν σαν να την επιδοκίμαζε σιωπηλά, σαν να μην ήταν αρκετοί οι ήχοι της ευχαρίστησής του. Ήταν υπέροχο, αλλά η Μάντι κουράστηκε πιο γρήγορα απ’ ό,τι περίμενε και αναγκάστηκε να τραβηχτεί πίσω. «Ήταν εκπληκτικό», είπε ο Βικ με ειλικρίνεια. Εκείνη του χαμογέλασε. «Σύντομο, εννοείς». Εκείνος γέλασε βραχνά. «Δε θα άντεχα αν κρατούσε περισσότερο». «Δεν είσαι δύσκολος, έτσι;» «Μαζί σου; Καθόλου». Ο Βικ τη σήκωσε και της έδωσε ένα φιλί που της έκοψε την ανάσα. Όχι μόνο δεν ήταν δύσκολος, αλλά ανυπομονούσε. Η Μάντι δε φανταζόταν ότι θ’ αρκούσε να κοιμηθούν χωριστά μόνο μια βραδιά για να τη θέλει τόσο πολύ, να ανυπομονεί να 157


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ζήσει την ηδονή που χάριζε ο ένας στον άλλο. Αλλά ο Βικ τη μετέφερε στο κρεβάτι σε δευτερόλεπτα. Σήκωσε το σκέπασμα και το πανωσέντονο με μια γρήγορη κίνηση, ύστερα έπεσε μαζί της στη μέση του κρεβατιού. Της άνοιξε τα πόδια, λύγισε τα γόνατά της, κι ενώ εκείνη περίμενε ότι θα έμπαινε μέσα της αμέσως, αισθάνθηκε τη ζεστασιά του στόματός του στο πιο ευαίσθητο σημείο της. Σε λίγα λεπτά έτρεμε από την ανάγκη να φτάσει στην κορύφωση, όμως ακόμα πιο δυνατή ήταν η ανάγκη της να τον νιώσει μέσα της. «Σε παρακαλώ, Βικ. Κάνε μου έρωτα...» Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του, την κοίταξε με μάτια που έλαμπαν από πάθος. «Τι νομίζεις ότι κάνω;» «Όχι έτσι». «Ω, ναι, έτσι». «Μα θα τελειώσω...» Η απελπισία την έκανε να ξεχνάει κάθε αναστολή της. «Ναι, θα τελειώσεις», της υποσχέθηκε με ένα αισθησιακό βογκητό. «Μα...» «Τουλάχιστον μια φορά». Ο Βικ συνέχισε αστό που έκανε, οδηγώντας τη Μάντι στην έκσταση ξανά και ξανά. Οι κραυγές της ηχούσαν στην πολυτελή κρεβατοκάμαρα καθώς η γλώσσα του τη χάιδευε απαλά ακόμα και μετά, ώσπου το κορμί της παρέλυσε, τα πόδια της έπεσαν στο στρώμα. «Να φορέσω προφυλακτικό ή όχι;» τη ρώτησε ενώ ξάπλωνε πάνω της. Ήταν τυχεροί και η Μάντι δεν είχε μείνει έγκυος την πρώτη φορά που είχαν κάνει έρωτα ελεύθερα, αλλά από τότε και μετά έπαιρναν πάντα προφυλάξεις. Μα τώρα ήταν παντρεμένοι και είχαν συμφωνήσει να κάνουν οικογένεια αμέσως. Εκτός αυτού, η Μάντι δεν ήθελε εμπόδια ανάμεσά τους. «Όχι», του απάντησε. 158


LUCY MONROE

Εκείνος κούνησε το κεφάλι του και το βλέμμα του σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ από τον πόθο. Το κορμί του παλλόταν από την επιθυμία, ωστόσο κατάφερε να μπει μέσα της προσεκτικά, δίνοντας της χρόνο να συνηθίσει τη σκληράδα της σάρκας του. Ύστερα από τον εκρηκτικό οργασμό της και το μούδιασμα που είχε απλωθεί σε όλο της το κορμί, εκείνη ήταν προετοιμασμένη να απολαύσει τη σωματική και συναισθηματική επαφή τους, αλλά όχι πολύ περισσότερα πράγματα. Δεν περίμενε ότι το κορμί της θα αντιδρούσε στην ένωσή τους με τέτοιον τρόπο. Η φλόγα της ηδονής άναψε πάλι σαν να μην είχε σβήσει καθόλου, φούντωνε όλο και πιο πολύ με κάθε κίνηση του Βικ μέσα της. Αισθάνθηκε τους εσωτερικούς μυς της να σφίγγονται γύρω από τη σάρκα του, τα σπλάχνα της πάλλονταν από μια ευχαρίστηση που δε θα έπρεπε να νιώθει έπειτα από τόση ικανοποίηση. Ο Βικ ακολούθησε έναν αργό, σταθερό ρυθμό που τροφοδοτούσε την ηδονή της, ώσπου η Μάντι ένιωσε να πλησιάζει άλλος ένας συγκλονιστικός οργασμός. Σαν να διάβασε τη σκέψη της -ή τα μηνύματα που του έστελνε το σώμα της-, εκείνος άρχισε να την παίρνει πιο γρήγορα, ο ρυθμός του έγινε πιο έντονος. Και σε κάθε του ώθηση η Μάντι αισθανόταν εκρήξεις ευχαρίστησης βαθιά στα σπλάχνα της. Την κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν η επιτομή της σεξουαλικής ικανοποίησης, τα μάτια του έκαιγαν από ένταση. «Ελα, μίλαγια μαγιά». Και η Μάντι έβγαλε μια δυνατή κραυγή, το κορμί της άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτα καθώς έφτανε στο αποκορύφωμα. Ο Βικ έμεινε τελείως ακίνητος και την ακολούθησε, κοιτάζοντάς τη στα μάτια με το πάθος που είχαν τα πιο καυτά, τα πιο άγρια φιλιά του. «Αν δε μείνω έγκυος απόψε...» είπε η Μάντι με κομμένη την ανάσα. Ο Βικ την τράβηξε πάνω στο κορμί του. «Θα συνεχίσουμε να προσπαθούμε με μεγάλη μας χαρά». 159


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Κι αυτό ακριβώς έκαναν όλο το υπόλοιπο βράδυ, ώσπου αποκοιμήθηκαν αποκαμωμένοι όταν ο ήλιος είχε αρχίσει πια να φωτίζει την πρωινή ομίχλη. *** Ο Βικ ξύπνησε τη Μάντι κατά το μεσημέρι, για να κάνουν ντους μαζί. Βγαίνοντας από το μπάνιο, βρήκαν μερικά ρούχα απλωμένα στο φρεσκοστρωμένο κρεβάτι και κοντά στον τοίχο τις αποσκευές τους. «Πόσο θα μείνουμε εδώ;» ρώτησε εκείνη καθώς ντυνόταν. Ο Βικ έριξε μια ματιά στις αποσκευές, ύστερα την κοίταξε. «Φεύγουμε σε μία ώρα». «Και πού θα πάμε;» «Στο Παλμ Σπρινγκς», είπε ο Βικ, ενώ φορούσε το εσώρουχό του κι ένα μαύρο τζιν. «Γιατί;» «Για ταξίδι του μέλιτος». Η Μάντι σταμάτησε να ντύνεται. «Νόμιζα ότι δε θα πηγαίναμε ταξίδι του μέλιτος». «Δε θυμάμαι να είπαμε κάτι τέτοιο». «Μα δεν το συζητήσαμε καν». Ο Βικ φόρεσε ένα μαυρόασπρο πόλο Αρμάνι. «Είναι παράδοση». «Ο γάμος μας δεν είναι ακριβώς παραδοσιακός», επισήμανε εκείνη καθώς φορούσε ένα από τα αγαπημένα της τζιν. «Διαφωνώ». Η Μάντι κούνησε το κεφάλι της, ξέροντας ότι ο Βικ δε θα άλλαζε άποψη. Δεν έβλεπε τίποτα το παράξενο στο να παντρευτεί μια γυναίκα που δεν αγαπούσε, μόνο και μόνο για να μπορέσει να φτιάξει μια αυτοκρατορία για τα παιδιά που θα έκανε. «Στο Παλμ Σπρινγκς, λοιπόν». Το χαμόγελό του ήταν πονηρό. «Σκέφτηκα ότι δε θα είχε νόημα 160


LUCY MONROE

να πάμε σε κανένα εξωτικό μέρος, αφού το πιθανότερο είναι να περνάμε τον περισσότερο χρόνο μας στην κρεβατοκάμαρα». Η Μάντι κοκκίνισε, όμως αγνόησε το σχόλιό του και φόρεσε ένα μαύρο και βυσσινί σακάκι που βρήκε μπροστά της. «Μ’ αρέσει το Παλμ Σπρινγκς». Ήταν από τα αγαπημένα της μέρη, πήγαινε με τη μητέρα της κάθε χειμώνα. Με τόσους διάσημους που έκαναν διακοπές εκεί, τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνταν ελάχιστα με τους κοσμικούς Άρτσερ. Η Μάντι είχε συνεχίσει να πηγαίνει στην έρημο όταν αισθανόταν την ανάγκη να ξεφύγει από την εικόνα της διάσημης κληρονόμου. Για κάποιο λόγο, ήταν σίγουρη ότι ο Βικ το ήξερε. Εκείνος χαμογέλασε. «Ευτυχώς που είσαι έξυπνη, γιατί θα είχες πρόβλημα με τα μαθήματα που έχανες όταν ταξίδευες με τη μητέρα σου», της είπε. «Πάντα είχα έναν καθηγητή που μου έκανε ιδιαίτερα». «Ο μόνος καθηγητής που θα χρειαστείς αυτή τη βδομάδα θα είμαι εγώ». «Ύστερα από τις τελευταίες πέντε βδομάδες, και ειδικά το χθεσινό βράδυ, είμαι σίγουρη ότι δεν υπάρχουν ακόμα πολλά που χρειάζεται να μου μάθεις». «Θα εκπλαγείς». Τις επόμενες μέρες, ο Βικ απέδειξε ότι είχε δίκιο όταν το έλεγε στη Μάντι με τόση αυτοπεποίθηση. Συνεπής στο λόγο του, περνούσαν πολλές ώρες στην κρεβατοκάμαρα, αλλά επέμενε να πάνε και στα αγαπημένα της μέρη, έβγαιναν για δείπνο στα καλύτερα εστιατόρια, πήγαιναν για ψώνια στις πολυτελείς μπουτίκ. Κι εκείνη, που πάντα θεωρούσε την κοσμική πλευρά του εαυτού της αναγκαίο κακό, απολάμβανε την παραμονή της στο Παλμ Σπρινγκ όπως δεν την είχε απολαύσει ποτέ άλλοτε μετά το θάνατο της μητέρας της. Όταν γύρισαν στο Σαν Φρανσίσκο, βρήκαν μια λίστα με ακίνητα που θα μπορούσαν να στεγάσουν το σχολείο της 161


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Μάντι, την οποία είχε συντάξει ο μεσίτης του Βικ. Παρ’ ότι ο ίδιος ο Βικ είχε πολλή δουλειά ύστερα από απουσία μιας εβδομάδας και δεν μπορούσε να πηγαίνει με τη Μάντι και τη Ρόμι να τα βλέπουν μαζί, κάθε βράδυ ρωτούσε τη Μάντι με γνήσιο ενδιαφέρον. *** Την Παρασκευή το πρωί, η Μάντι έλαβε ένα μήνυμα από τη βοηθό του πατέρα της, ο οποίος της ζητούσε να τον συναντήσει στο γραφείο του το μεσημέρι. Τηλεφώνησε για να αναβάλει την επίσκεψη σ’ ένα κτίριο που η Ρόμι κι εκείνη είχαν αποφασίσει ότι ήταν ιδανικό για το σχολείο, ύστερα απάντησε στη βοηθό ότι θα πήγαινε στη συνάντηση με τον Τζέρεμι. Όταν έφτασε εκεί, ο Τζέρεμι σηκώθηκε από την καρέκλα του για να την υποδεχτεί, ενώ η γραμματέας του βγήκε από το δωμάτιο. Αυτό την έκανε να σκεφτεί ότι η συνάντηση ήταν προσωπική. Αλλά... γιατί στο γραφείο του; «Μάντισον, να σου συστήσω το δόκτορα Γουίλσον, διευθυντή του...» Ο Τζέρεμι ανέφερε ένα πολύ γνωστό νοσοκομείο με ειδίκευση στις ψυχιατρικές νόσους. Μόνο τότε πρόσεξε η Μάντι τον άντρα με τα γκρίζα μαλλιά, που καθόταν στον δερμάτινο καναπέ απέναντι από το γραφείο του πατέρα της. Ο κύριος Γουίλσον σηκώθηκε, την πλησίασε και άπλωσε το χέρι του. «Μάντισον, χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω». «Ευχαριστώ. Ελπίζω να μπορώ να πω το ίδιο», απάντησε εκείνη, αν και δεν είχε καλό προαίσθημα. Γιατί ο πατέρας της είχε καλέσει έναν ψυχίατρο στη συνάντησή τους; «Ας καθίσουμε για να είμαστε πιο άνετα». Ο κύριος Γουίλσον έδειξε ότι θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη συνάντηση. Το γεγονός ότι ο πατέρας της ακολούθησε το παράδειγμά του φανέρωνε ότι συμφωνούσε. 162


LUCY MONROE

Η Μάντι δεν ένιωθε και τόσο χαλαρή. Έμεινε όρθια καθώς ο Τζέρεμι καθόταν στην άλλη άκρη του καναπέ και ο γιατρός σε μια δερμάτινη πολυθρόνα. «Περί τίνος πρόκειται;» ρώτησε. «Κάθισε να συζητήσουμε σαν πολιτισμένοι άνθρωποι, Μάντισον» είπε ο γιατρός. «Πείτε μου πρώτα τι θα συζητήσουμε», απάντησε εκείνη σε ψυχρό τόνο. Ο πατέρας της συνοφρυώθηκε. «Γίνεσαι αγενής». «Κι εσύ αυταρχικός». «Βλέπετε τι εννοούσα;» είπε ο Τζέρεμι στον ψυχίατρο. «Παράλογα απείθαρχη». «Ζήτησες από το δόκτορα Γουίλσον να με αξιολογήσει;» είπε εκνευρισμένη η Μάντι. Παραδόξως, ο πατέρας της έκανε έναν μορφασμό, αλλά κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Υπέπεσε στην αντίληψή μου ότι πηγαίνεις σε ψυχοθεραπευτή». «Πήγαινα για ένα διάστημα, ναι. Η μισή Αμερική πηγαίνει». Και η απόφαση της Μάντι να το κάνει ήταν ένδειξη θάρρους, όχι αδυναμίας. «Υπερβάλλεις λίγο», παρενέβη ο δόκτωρ Γουίλσον. «Το ποσοστό κυμαίνεται στο είκοσι τοις εκατό». «Ποιος σου είπε ότι πηγαίνω σε ψυχοθεραπευτή;» ρώτησε εκείνη τον Τζέρεμι, αγνοώντας το σχόλιό του. Δεν μπορεί να ήταν ο Βικ. Μπορεί να μην την αγαπούσε, όμως ήταν ο λευκός ιππότης της. Δε θα την πρόσφερε θυσία στο βασιλιά. «Ο Βικ ξέρει γι’ αυτή τη συνάντηση;» συνέχισε. Ο πατέρας της έμεινε ανέκφραστος. «Εσύ τι πιστεύεις;» «Ότι δε θέλεις να απαντήσεις στην ερώτησή μου». Η Μάντι έβγαλε το κινητό της. «Ποιον παίρνεις;» είπε ο δόκτωρ Γουίλσον, σ’ έναν τόνο υπερβολικά υπομονετικό. «Το σύζυγό μου». «Είδατε; Ενδείξεις εξάρτησης και παράνοιας», είπε ο Τζέρεμι. 163


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Η Μάντι ήθελε να του πετάξει το τηλέφωνο στο κεφάλι, αλλά συγκροτήθηκε, για να μη δώσει στο δόκτορα Γουίλσον λανθασμένες εντυπώσεις. Ο Βικ πρέπει να ήταν σε σύσκεψη, γιατί η κλήση της πήγε στον αυτόματο τηλεφωνητή. Του άφησε μήνυμα. «Εγώ είμαι. Ο Τζέρεμι με κάλεσε σε μια συνάντηση μ’ έναν ψυχίατρο. Πρέπει να σου μιλήσω. Τηλεφώνησέ μου». Ο δόκτωρ Γουίλσον την παρακολουθούσε με μια έκφραση που δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Ο πατέρας της είχε στενέψει τα μάτια του, αλλά δεν ήξερε αν ήταν από ανησυχία ή δυσφορία. «Ώστε ήξερες ότι πηγαίνω σε ψυχοθεραπευτή κι έφερες το δόκτορα Γουίλσον να με μελετήσει. Γιατί;» ρώτησε η Μάντι. «Κανείς δεν είπε ότι ήρθα για να σε μελετήσω», αποκρίθηκε ο γιατρός. «Και κανείς δεν το αρνήθηκε», τον αντέκρουσε η Μάντι. Ούτε ο γιατρός ούτε ο πατέρας απάντησαν σ’ αυτό. «Εξέφρασα στο δόκτορα Γουίλσον τις ανησυχίες μου για την άστατη συμπεριφορά σου, που χειροτέρευε με τον καιρό», είπε τελικά ο Τζέρεμι. «Και παρ’ ότι επικροτώ την απόφασή σου να απευθυνθείς σε ειδικό για βοήθεια», είπε ο γιατρός, σαν να μιλούσε σε μικρό παιδί, «θα συμφωνήσω με τον πατέρα σου ότι οι πράξεις σου μετά το θάνατο της μητέρας σου καταδεικνύουν ψυχική αστάθεια». «Δεν έχω καμιά ψυχική αστάθεια». Αυτό που είχε η Μάντι ήταν ένα μυαλό, και άρχιζε να δουλεύει. «Δεν πρόκειται να με βγάλετε πνευματικά ανίκανη να υπογράψω τα χαρτιά που δίνουν στη Ρόμι τις μισές μετοχές μου στην Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ. Δε θα τα καταφέρετε». Η έκφραση του πατέρα της έλεγε ότι διαφωνούσε. Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του. «Η υπογραφή ενός συμβολαίου σαν αυτό που μου περιέγραψε ο πατέρας σου δεν είναι λογική πράξη». «Έτσι νομίζετε;» 164


LUCY MONROE

«Εσύ θεωρείς ότι είναι;» «Εγώ ξέρω ότι είναι. Ξέρω επίσης πως το τι θα κάνω με τα χρήματά μου και με τις μετοχές μου δε σας αφορά, δόκτορ Γουίλσον. Ούτε τον Τζέρεμι Άρτσερ». «Αναφέρεσαι στον πατέρα σου με το μικρό του όνομα. Αυτό δείχνει ένα ποσοστό ψυχοδιάσπασης όσον αφορά τα πιο κοντινά σου πρόσωπα». Ποιος ήταν αυτός μετά ο τύπος; Το να πετάει ανοησίες βασισμένος μόνο σε αυθαίρετα συμπεράσματα του πατέρα της και σε μερικά λεπτά συζήτησης δεν ήταν ούτε κατά διάνοια επαγγελματικό. «Είμαι πιο δεμένη με την κοπέλα που μου καθαρίζει το σπίτι παρά με τον πατέρα μου. Και πιο συγκεκριμένα, είμαι πιο δεμένη με τη δική του οικονόμο παρά με τον ίδιο». Κι αυτό μπορεί να ήταν υπερβολή, αλλά προκαλούσε και τους δύο να αποδείξουν το αντίθετο. Ο γιατρός κοίταξε τη Μάντι με ανησυχία. «Η έλλειψη συναισθηματικής οικειότητας με τον μοναδικό εν ζωή συγγενή σου είναι σίγουρα κάτι που πρέπει να εξερευνήσουμε μαζί». «Δόκτορ Γουίλσον, δεν είστε και δεν πρόκειται να γίνετε ποτέ γιατρός μου. Και τώρα με συγχωρείτε». Η Μάντι γύρισε να φύγει. «Μάντισον!» φώναξε ο πατέρας της. Εκείνη δε σταμάτησε. Αν ήθελε, ας άφηνε τις απειλές του στον τηλεφωνητή της.

165


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Η Μάντι μόλις είχε παρκάρει στο γκαράζ, όταν χτύπησε το κινητό της. Ήταν ο ήχος κλήσης του Βικ. Απάντησε. «Ο πατέρας μου ανακάλυψε ότι επισκέπτομαι ψυχοθεραπευτή». «Δεν του το είπα εγώ». «Δε σκέφτηκα κάτι τέτοιο». «Ωραία». «Είμαι...» Αγανακτισμένη. Μπερδεμένη. Αναστατωμένη. «Θέλει να με βγάλει ανίκανη να υπογράψω τα χαρτιά που δίνουν στη Ρόμι τις μισές μετοχές μου στην εταιρεία». «Δεν έχω καμιά οχ...» «Αλλά υπάρχει κάτι που δεν πρέπει να σκέφτηκε», συνέχισε η Μάντι, σαν να μην τον άκουσε καθόλου. «Τι;» «Αν φέρει εμπειρογνώμονα για να αποδείξει ότι δεν ήμουν ικανή να υπογράψω εκείνα τα χαρτιά, τότε δεν ήμουν ικανή ούτε να πω τους όρκους μου, οπότε δεν είμαστε παντρεμένοι. Και τότε τι γίνεται με το λαμπρό σχέδιό του να με παντρέψει για να αποκτήσει διάδοχο;» Ο Βικ έκανε έναν ήχο σαν βογκητό. «Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί». «Νόμιζα ότι τα πράγματα με τον Τζέρεμι είχαν βελτιωθεί». «Έχουν». «Αν κάποιος δε στέκει καλά στα μυαλά του, είναι αυτός». «Συμφωνώ». Η Μάντι κούνησε το κεφάλι της. «Μάντισον;» «Είσαι με το μέρος μου, έτσι;» Ο Βικ δε θα υποστήριζε το μέντορα και φίλο του σ’ αυτή την περίπτωση. Σωστά; «Φυσικά. Είσαι η γυναίκα μου και θα παραμείνεις γυναίκα 166


LUCY MONROE

μου», απάντησε εκείνος. Επειδή ήθελε τον έλεγχο της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ. Επειδή ήθελε το μέλλον που είχε σχεδιάσει μαζί της. Εκείνη τη στιγμή, η Μάντι ευχήθηκε να υπήρχε κάποιος άλλος, πιο ουσιαστικός λόγος που ο Βικ ήθελε να μείνει ακλόνητος ο γάμος τους. Η αγάπη. Χρειαζόταν την αγάπη του άντρα της. Περισσότερο απ’ ό,τι ήθελε την αποδοχή του πατέρα της. Πολύ περισσότερο. Δεν την ένοιαζε και πολύ αν ο Τζέρεμι γύριζε σας παλιές του συνήθειες. Παρ’ όλα αυτά, η γνώση ότι ο άνθρωπος που αγαπούσε πιο πολύ κι από τη ζωή της σεβόταν τα αισθήματά της αλλά δεν τα συμμεριζόταν την πόνεσε ξαφνικά με έναν τρόπο που δεν μπόρεσε να αγνοήσει. «Θέλω λίγο χρόνο να σκεφτώ», είπε. «Τι; Μάντισον, πού είσαι; Έρχομαι εκεί». «Όχι. Μόνο... δώσε μου λίγο χρόνο, Βικ». Η Μάντι έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν. Ούτε με τη Ρόμι. Άναψε πάλι τη μηχανή, βγήκε από το χώρο στάθμευσης και πήγε στο αγαπημένο της καφέ-βιβλιοπωλείο. Πώς μπορούσε να ζήσει την υπόλοιπη ζωή της ερωτευμένη με έναν σύζυγο που δεν ανταποκρινόταν στα αισθήματά της; Δεν ήξερε αν θα μπορούσε ή αν θα το έκανε, όμως δεν είχε σημασία. Είχε να πάει στο καφέ πριν το Σκάνδαλο Πέρι, όμως ήθελε χρόνο για να σκεφτεί και ένα μέρος που ο Βικ δε θα σκεφτόταν να την αναζητήσει. Έδωσε τη συνηθισμένη παραγγελία της και κάθισε στο αγαπημένο της τραπέζι, ανάμεσα σε μια στοίβα βιβλία και την τζαμαρία. Το τζάμι ήταν ζωγραφισμένο σαν παλιά βιβλιοθήκη με δερματόδετα βιβλία, έτσι ο μόνος τρόπος για να τη δει κανείς απέξω θα ήταν να σηκωθεί και να κοιτάξει προς τα κάτω. Οι σκέψεις της ήταν ένα συνονθύλευμα από φωνές και εικόνες καθώς ο καφές κρύωνε στο φλιτζάνι του, αλλά μια συγκεκριμένη ιδέα ερχόταν στην επιφάνεια ξανά και ξανά. 167


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Ο Βικ φερόταν σαν ερωτευμένος. Δε χόρταινε να της κάνει έρωτα. Θεωρούσε την ευτυχία της πολύ σημαντικό πράγμα. Όποτε μπορούσε, πάντα προτιμούσε να περνάει χρόνο μαζί της παρά μακριά της. Ήθελε να γίνει μητέρα των παιδιών του. Τα λόγια είχαν πραγματικά τόσο μεγάλη σημασία; Μέχρι τώρα τα πήγαινε μια χαρά χωρίς αυτά. Αλλά η δυσάρεστη μεταστροφή του πατέρας της είχε υποσκάψει το αίσθημα της συναισθηματικής της ασφάλειας. Είχε τόσο μεγάλη ανάγκη ν' ακούσει τον Βικ να παραδέχεται ότι την αγαπούσε για να νιώσει ότι η ευτυχία της μαζί του δεν κινδύνευε. Ακόμα δεν είχε βρει απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, όταν άκουσε να λέει τ’ όνομά της κάποιος που δε σκόπευε να ξανακούσει ποτέ. Σήκωσε το κεφάλι της και συνοφρυώθηκε. «Φύγε, Πέρι». «Δεν απαντάς στις κλήσεις μου ούτε στα μηνύματά μου». Κι αυτό τον επέπληττε; «Μπλοκάρισα τον αριθμό σου». «Το φαντάστηκα». «Δε θα έπρεπε να τολμάς να μου μιλάς». «Το συμφωνητικό που μ’ έβαλε να υπογράψω το κάθαρμα που παντρεύτηκες δε γράφει πουθενά ότι δεν επιτρέπεται να μιλάω σε εσένα. Μόνο για εσένα». Ο Πέρι φαινόταν πολύ ενοχλημένος από το γεγονός. «Τι περίμενες;» είπε η Μάντι. Εκείνος πήρε την πληγωμένη έκφραση που την τουμπάριζε πάντα στο παρελθόν. «Δεν περίμενα να πετάξεις έξι χρόνια φιλίας εξαιτίας ενός μικρού λάθους». «Δεν ήταν η πρώτη φορά που είπες ψέματα για εμάς στα μέσα ενημέρωσης». Κι αυτό το ύφος δεν τη συγκινούσε πια. Ο Πέρι τινάχτηκε, σαν να μην περίμενε ότι η Μ άντι θα το είχε ανακαλύψει. «Όλα ήταν αθώα. Χρειαζόμουν τα χρήματα. Δεν έχουμε όλοι την τύχη να τρώμε με χρυσά κουτάλια χάρη στην Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ». 168


LUCY MONROE

«Το να πεις στον κόσμο ότι είμαι μια νυμφομανής που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με έναν ερωτικό σύντροφο δεν ήταν αθώο. Κατέστρεψες το όνομά μου». «Για είκοσι τέσσερις ώρες ακριβώς. Φρόντισε ο Βίκτορ Μπεκ γι’ αυτό». «Ο Κόνραντ είναι καλός στη δουλειά του». «Ο υπεύθυνος Τύπου του μπαμπά σου; Ναι, περίμενα ότι θα έκανε κάτι, αλλά είναι γατάκι σε σύγκριση με τον αδίστακτο καρχαρία που παντρεύτηκες». «Ο Βικ με προστάτεψε όταν εσύ με τάισες στους λύκους. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα χαρακτήριζα εκείνον αδίστακτο». «Ξέρεις ότι δεν είχα κακή πρόθεση». «Ξέρω ότι είπες ψέματα, και δεν έχει σημασία αν το ήθελες ή όχι». «Χρειαζόμουν τα χρήματα. Το ήξερες». «Και αρνήθηκα να σου δώσω». «Ζήτησα δανεικά. Από μια φίλη». «Πότε μου επέστρεψες έστω κι ένα δολάριο από τα χρήματα που δανείστηκες από εμένα, Πέρι;» Ξαφνικά, η αντιπαράθεση με τον τέως φίλο της έκανε τη Μάντι να δει την κατάσταση με πιο καθαρό μάτι. Ο Πέρι ήταν ο εκμεταλλευτής. Ο συμφεροντολόγος. Αυτός που διέστρεφε την αλήθεια. Ο Βικ ήταν ο ιππότης με τη λευκή πανοπλία. Τελεία και παύλα. Μπορεί να μην της είχε πει ποτέ τα λόγια που ήθελε ν’ ακούσει περισσότερο από καθετί άλλο, αλλά δε θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή της θρηνώντας γι’ αυτό ενώ της έδινε τόσο πολλά. «Οι επιχειρηματικές επενδύσεις δεν είναι εγγυημένες», είπε ο Πέρι. «Ώστε τώρα ήταν επιχειρηματικές επενδύσεις! Πού είναι τα συμβόλαιά μου, που δείχνουν το ποσοστό της συμμετοχής σ’ αυτές τις επιχειρηματικές προσπάθειες;» «Δε χρειάζονται συμβόλαια μεταξύ μας». Η Μάντι σκέφτηκε το συμφωνητικό που ο Βικ είχε αναγκάσει 169


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

τον Πέρι να υπογράψει. «Προφανώς, χρειάζονται». «Έλα τώρα, Μάντι. Μάζεψε το μαντρόσκυλό σου». «Τον Βικ εννοείς;» «Ποιον άλλο;» «Δεν είμαστε πια φίλοι και δεν πρόκειται να ξαναγίνουμε ποτέ», είπε η Μάντι πολύ προσεκτικά. «Εξαιτίας της Ρόμι, ε; Τελικά σε έστρεψε εναντίον μου». «Εσύ με έστρεψες εναντίον σου, Πέρι. Είπες ψέματα για μένα κι έκανες ό,τι μπορούσες για να καταστρέψεις την υπόληψή μου». Ο Πέρι πήρε πάλι το πληγωμένο ύφος του. «Όχι». «Ναι. Κι αν τα κατάφερνες, το σχέδιό μου για το σχολείο θα γινόταν σκόνη». Ο Πέρι ανασήκωσε τους ώμους του. «Το Σαν Φρανσίσκο δε χρειάζεται κι άλλα σχολεία». Η απαξίωσή του για το όνειρό της της έκοψε την ανάσα. «Δε συμφωνώ», είπε η Μάντι. «Πάντως δεν έγινε σκόνη». «Όχι χάρη σ’ εσένα». «Μα ζήτησα δημοσίως συγνώμη και παραδέχτηκα ότι όλα ήταν ένα αστείο». «Αλλά δεν ήταν αστείο. Ήταν ένα τεράστιο, άθλιο ψέμα. Δεν υπάρχει τίποτα το διασκεδαστικό σ’ αυτό». «Έλα τώρα, Μάντι. Πρέπει να με συγχωρήσεις». «Ναι, για το δικό μου καλό. Πρέπει να το ξεχάσω». Τα μάτια του Πέρι έλαμψαν από χαρά. «Μπορούμε να ξαναγίνουμε φίλοι και να ξεχάσουμε το συμφωνητικό που μ’ έβαλε να υπογράψω ο Βίκτορ». «Όχι». «Μα...» «Κανένας δε σε πίεσε να υπογράψεις οτιδήποτε. Το υπέγραψες με τη θέλησή σου, επειδή δεν ήθελες να διακινδυνεύσεις να σου κάνουν μήνυση τόσο η Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ όσο και η φυλλάδα που πούλησες το παραμύθι σου». 170


LUCY MONROE

Η Μάντι σήκωσε το κεφάλι της απότομα ακούγοντας τη φωνή του Βικ. Τι έκανε εκεί; Πώς την είχε βρει; Ο Βικ στεκόταν σαν άγγελος-εκδικητής πάνω από τον Πέρι. «Δεν είσαι φίλος της γυναίκας μου. Κάποτε νόμιζε ότι ήσουν, όμως αυτό είχε αρχίσει να αλλάζει πολύ καιρό πριν από το τελευταίο περιστατικό». «Ποιος νομίζεις ότι είσαι για να...» «Είμαι αυτός που θα σε καταστρέφει αν τολμήσεις να πλησιάσεις ξανά τη γυναίκα μου». Τα μάτια του Βικ πετούσαν σπίθες, το σαγόνι του ήταν σφιγμένο. Ο Πέρι σήκωσε τα χέρια του ψηλά. «Εντάξει, εντάξει. Κοίτα... σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να μείνουμε φίλοι, αλλά βλέπω ότι δε σου αρέσει η ιδέα». «Σ’ εμένα δεν αρέσει η ιδέα», παρενέβη η Μάντι. «Σταμάτα να κατηγορείς άλλους για τις ανοησίες σου, Πέρι. Κατέστρεψες τη φιλία μας και ο Βικ έχει δίκιο. Η καταστροφή ξεκίνησε πριν από πολύ καιρό». «Μα, Μάντι...» Η Μάντι κούνησε το κεφάλι της. «Όχι. Τελειώσαμε. Αν με δεις σε καμιά εκδήλωση, άλλαξε δρόμο, γιατί δε θέλω να σου μιλάω πλέον». «Δεν πρόκειται να πηγαίνουμε στις ίδιες εκδηλώσεις», είπε πικρόχολα ο Πέρι. Εκείνη δεν έκανε τον κόπο να του απαντήσει. Το πρόβλημα ήταν δικό του, όχι δικό της. «Θα φύγεις, ή θα με αναγκάσεις να φωνάξω την αστυνομία για να ενισχύσει τα περιοριστικά μέτρα εναντίον σου;» είπε ο Βικ. «Φεύγω», είπε γρήγορα ο Πέρι και έφυγε από το Καφέ. «Έχουμε καταφύγει σε περιοριστικά μέτρα;» ρώτησε η Μάντι τον Βικ. «Ναι». «Δε θα έπρεπε να έχω υπογράψει κάτι;» «Όχι. Οι κακόβουλες προθέσεις του αποδεικνύονταν από τα δημοσιεύματα στις εφημερίδες. Καταθέσαμε αγωγή γι’ αυτά 171


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

για λογαριασμό της Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ και των κυρίων της, ένας εκ των οποίων είσαι εσύ». «Ω». Ο Βικ κοίταξε τον ανέγγιχτο καφέ της. «Δεν τον ήπιες». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. «Πώς με βρήκες;» «Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να μάθεις;» «Ναι». «Χάρη στην υπηρεσία εντοπισμού του κινητού σου». «Το είχα κλείσει». «Όσο είναι φορτισμένη η μπαταρία, το GPS λειτουργεί». «Οπότε, αν θέλω να μη με ενοχλήσει κανείς, πρέπει να βγάζω την μπαταρία. Καλά που μου το είπες». Ο Βικ πρέπει να είχε πιάσει το σήμα της μόλις είχε μπει στο κατάστημα, αλλιώς δε θα την έβρισκε τόσο γρήγορα. Άλλη μια απόδειξη ότι νοιαζόταν για εκείνη με ουσιαστικό τρόπο. Ο πατέρας της δε θα παρατούσε ό,τι έκανε για να αναζητήσει τη μητέρα της ή τη Μάντι. Ο Βικ άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, ύστερα το έκλεισε ξανά και μετά είπε: «Θα προτιμούσα να μην το κάνεις». «Εντάξει». Ήταν και ζήτημα ασφάλειας, αλλά η Μάντι ήθελε και να ξεχάσει το περιστατικό. «Με έψαχνες», είπε. «Φυσικά. Ήσουν αναστατωμένη. Πες μου τι σου έκανε ο Τζέρεμι και θα...» Εκείνη γέλασε με την έκφραση που ξεστόμισε ο σύζυγός της. Ο Βικ της άπλωσε το χέρι του. «Θα έρθεις μαζί μου τώρα;» Εκείνη δε δίστασε. «Ναι». «Δε θέλεις να μάθεις πού πάμε;» τη ρώτησε εκείνος καθώς την οδηγούσε έξω από το Καφέ. «Κάπου ήσυχα, φαντάζομαι». «Παρεμπιπτόντως, γυρίζουμε στην εταιρεία για να τα ψάλω στον πατέρα σου». «Μαζί θα το κάνουμε». «Ναι». Κάτι που σήμαινε ότι ο Βικ και η Μάντι ήταν από τη μια πλευρά 172


LUCY MONROE

και ο Τζέρεμι Άρτσερ από την άλλη. Αν η Μάντι χρειαζόταν απόδειξη ότι ο Βικ την έβαζε πάνω απ’ όλα, ο πατέρας της δε θα μπορούσε να της προσφέρει καλύτερη ευκαιρία. *** Ο δόκτωρ Γουίλσον είχε φύγει όταν έφτασαν στο γραφείο. Η βοηθός του Τζέρεμι προσπάθησε να τους πείσει ότι εκείνος είχε τηλεφωνική σύσκεψη, αλλά ο Βικ την αγνόησε. Μπήκε στο γραφείο του Τζέρεμι και του έκλεισε το τηλέφωνο, κάνοντας τον να πεταχτεί όρθιος από το θυμό του. «Ξέρεις να σου λέω ψέματα;» του είπε επιτακτικά. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του, τον κοίταζε ανήσυχος. «Να μπλοφάρω;» «Όχι», είπε κοφτά ο Τζέρεμι. «Τότε θα ξέρεις ότι εννοώ κάθε λέξη, όταν σου λέω ότι θα καταστρέψω την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ και θα γκρεμίσω συθέμελα το κτίριο, αν προσπαθήσεις να βγάλεις τη Μάντι ανίκανη για να την εμποδίσεις να παραχωρήσει τις μισές μετοχές της στη Ρόμι Γκρέισον». «Δεν το εννοείς». Η φωνή του Τζέρεμι έτρεμε. Η Μάντι είχε να τον δει τόσο συντετριμμένο από την κηδεία της μητέρας της. Ο Βικ δεν έδειχνε καμιά ελαστικότητα. Ούτε με την έκφρασή του ούτε με τη στάση του. «Μόλις ξεκαθαρίσαμε ότι το εννοώ». Ο πατέρας της είπε κάτι ακόμα, όμως η Μάντι δεν άκουγε. Τα πάντα μέσα της είχαν παγώσει καθώς γινόταν μάρτυρας της δεύτερης αποκάλυψης εκείνης της μέρας. «Μ’ αγαπάς», είπε στον Βικ, αγνοώντας τελείως τον πατέρα της. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε. «Είσαι γυναίκα μου και σε προστατεύω». «Και μ’ αγαπάς». Η χαρά που την πλημμύρισε δεν μπορούσε να επισκιαστεί ούτε από τη μηχανορραφία του πατέρα της. Χαμογέλασε πλατιά στον άντρα που είχε ερωτευτεί στα 173


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

δεκατέσσερα και αγαπούσε από τα δεκαέξι της χρόνια. «Κι εγώ σ’ αγαπώ, όμως αυτό το ξέρεις». «Μ’ αγαπάς;» ρώτησε ο Βικ. «Ακόμα και τώρα;» «Ειδικά τώρα». Ούτε κατά διάνοια δεν ήταν υπεύθυνος για τις πράξεις του Τζέρεμι Άρτσερ. «Ύστερα απ’ όσα είπα στον πατέρα σου, εννοώ». «Το κατάλαβα». «Είμαι σκληρός κι ανελέητος». Η Μάντι διαφωνούσε, αλλά κατάλαβε ότι ο Βικ το πίστευε. Δεν την ενοχλούσε. Χρησιμοποιούσε τη δύναμή του για καλό, έστω κι αν δεν το συνειδητοποιούσε. Του χαμογέλασε ξανά, τα μάτια της έλαμπαν από αγάπη. «Η εντιμότητα είναι η πιο καθαρή και λαμπερή όψη του χαρακτήρα σου. Οτιδήποτε άλλο περνάει μέσα από το φως που ρίχνει». «Δεν είμαι καλό παιδί». «Απείλησες να καταστρέφεις την εταιρεία μου», είπε με πάθος ο Τζέρεμι. «Σίγουρα δεν είσαι καλό παιδί». Το χαμόγελο της Μάντι έγινε ακόμα πιο πλατύ. «Τα πάντα είναι ζήτημα οπτικής γωνίας. Με συναρπάζει το ότι είσαι πρόθυμος να αντιμετωπίσεις κάθε εμπόδιο για να σκοτώσεις τους δράκους μου». «Δεν είμαι δράκος, που να πάρει η οργή! Πατέρας σου είμαι», είπε ο Τζέρεμι. Εκείνη τον κοίταξε περιφρονητικά. «Και απείλησες να με βγάλεις πνευματικά ανίκανη». «Δεν μπορεί να πιστεύεις ότι ήθελα να καταλήξουν έτσι τα πράγματα, αλλά χαρίζεις την εταιρεία μου». Η φωνή του Τζέρεμι και η έκφρασή του ήταν γεμάτες θλίψη. «Μην υπερβάλλεις. Δωδεκάμισι τοις εκατό, με τις μη εισηγμένες μετοχές να εκχωρούνται στον Βικ και στον κληρονόμο που θα ορίσει». Ο Βικ τινάχτηκε. «Αυτό δεν το ήξερα». «Σε εμπιστεύομαι», είπε η Μάντι. Δεν περίμενε να δει το βλέμμα του να γίνεται τόσο τρυφερό. 174


LUCY MONROE

«Ναι, με εμπιστεύεσαι». «Το ήξερες». «Έτσι έλεγα στον εαυτό μου». «Και σ’ εμένα». Ο Βικ είχε πει στη Μάντι ότι της είχε εμπιστοσύνη ακόμα κι από τότε που εκείνη αρνιόταν να το παραδεχτεί. «Προφανώς, είναι διαφορετικό να το ακούω απ’ το στόμα σου». Ο Τζέρεμι αναστέναξε. «Ξέρεις, η μητέρα σου κι εγώ ποτέ δεν αισθανθήκαμε την ανάγκη να εκφράσουμε τόσο ανοιχτά τα συναισθήματά μας». Τελικά, η Μάντι γύρισε και τον κοίταξε. «Αν το κάνατε, ίσως τα πράγματα να ήταν αλλιώς». «Δεν μπορώ ν’ αλλάξω το παρελθόν», της απάντησε με μια θλιμμένη έκφραση. «Δε χρειάζεται να σε απασχολείτο παρελθόν. Ξοδεύεις αρκετό χρόνο στην προσπάθεια να τα κάνεις θάλασσα με την κόρη σου στο παρόν», είπε ο Βικ στον Τζέρεμι. «Λυπάμαι για την παγίδα που σου έστησα με το δόκτορα Γουίλσον, Μάντισον». Ο Τζέρεμι κοίταξε τη Μάντι παρακλητικά. «Ίσως δε σου λέει τίποτα, αλλά του είπα ότι δε θα χρειαστώ τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις έφυγες απ’ το γραφείο μου». «Δυσκολεύομαι να το πιστέψω», απάντησε εκείνη. «Τηλεφώνησέ του. Θα σου το επιβεβαιώσει». Ο πατέρας της μπλοφάριζε ή έλεγε αλήθεια; αναρωτήθηκε η Μάντι. «Αλήθεια σου λέει», της είπε ο Βικ. Εκείνη τον κοίταξε. «Πώς το ξέρεις;» «Το βλέμμα του πηγαίνει προς τ’ αριστερά όταν λέει ψέματα για κάτι σημαντικό». «Κι αυτό είναι σημαντικό;» «Αφορά εσένα και την εταιρεία του. Δεν υπάρχει κάτι πιο σημαντικό γι’ αυτόν». «Γιατί είπες στο δόκτορα Γουίλσον ότι δε θα τον χρειαστείς;» 175


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ρώτησε η Μάντι τον πατέρα της. Εκείνος σάλεψε αμήχανα. «Κατάλαβα ότι δε θα με συγχωρούσες ποτέ, αν έβαζα σ’ εφαρμογή το σχέδιό μου». «Όχι επειδή συνειδητοποίησες ότι ο γάμος μου με τον Βικ θα ήταν άκυρος αν κρινόμουν ανίκανη για νομικές αποφάσεις;» Ο Τζέρεμι χλόμιασε, γούρλωσε τα μάτια του. Προφανώς, αυτό δεν το είχε σκεφτεί. «Τώρα καταλαβαίνω γιατί έριξε στη μάχη το βαρύ πυροβολικό!» «Θέλει να είναι σύζυγός μου περισσότερο απ’ όσο θέλει να γίνει πρόεδρος της εταιρείας». Και μόνο που το έλεγε, η Μάντι ένιωθε να την πλημμυρίζει μια βαθιά ικανοποίηση. Ο πατέρας της κούνησε το κεφάλι του. «Ελπίζω να κατάλαβες ότι θέλω να είμαι πατέρας σου περισσότερο απ’ όσο θέλω να έχω τον έλεγχο των μετοχών». Ήταν η σειρά της να κουνήσει το κεφάλι της, αλλά ίσως όχι με τόση ένταση. «Ίσως ωφεληθείτε και οι δυο αν ο πατέρας σου κι εσύ κάνετε μαζί μερικές συνεδρίες με τη δόκτορα Μακένζι», είπε ο Βικ. Η Μάντι περίμενε να δει την αντίδραση του πατέρα της πριν κάνει τη δική της πρόταση. Ο Τζέρεμι Άρτσερ την εξέπληξε όταν απάντησε: «Θα το ήθελα πολύ. Εσύ είσαι πρόθυμη, Μάντισον;» «Δεν ξέρω». Κι αν ο πατέρας της χρησιμοποιούσε εναντίον της τις επισκέψεις στην ψυχοθεραπεύτρια; «Πιστεύεις ότι ο Βικ θα καταστρέψει την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ αν επιχειρήσω να σε βγάλω πνευματικά ανίκανη;» «Ναι», είπε αποφασιστικά η Μάντι. «Τότε δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα», απάντησε ο πατέρας της, δείχνοντας ότι είχε ερμηνεύσει σωστά το δισταγμό της. «Θα μιλήσω στη δόκτορα Μακένζι. Αν συμφωνήσει ότι είναι καλή ιδέα, θα κανονίσω τις συνεδρίες». Ο Τζέρεμι πλησίασε τη Μάντι, τη φίλησε στο μάγουλο κι έσφιξε το χέρι του Βικ. «Σ’ ευχαριστώ που την προσέχεις 176


LUCY MONROE

καλύτερα απ’ ό,τι την πρόσεξα ποτέ εγώ». «Και πάντα θα την προσέχω», υποσχέθηκε ο Βίκτορ Μπεκ. Η Μ άντι ένιωσε την παγωνιά που είχε απλωθεί μέσα της μετά τη συνάντηση με τον πατέρα της, τον ψυχίατρο και τον Πέρι να διαλύεται. «Κι εγώ θα προσέχω τον Βικ», δήλωσε. Ξεκινώντας απ’ το να τον μάθει να λέει εκείνες τις δυο λέξεις που ήταν τόσο σημαντικές. «Σε πιστεύω. Έχεις την πίστη της μητέρας σου και το δικό μου πείσμα. Ο Βικ δε θα μπορούσε να ήταν σε καλύτερα χέρια». Η Μάντι εξέπληξε τον εαυτό της, δεχόμενη τη φιλοφρόνηση του πατέρα της με ανάλογη ζεστασιά. «Σ’ ευχαριστώ». Ο Βικ πέρασε το χέρι του στη μέση της. «Είναι ώρα να πηγαίνουμε, νομίζω». «Και τα απογευματινά ραντεβού σου;» τον ρώτησε εκείνη, παρ’ ότι δεν ήθελε να γυρίσει πάλι στη δουλειά του. Μα τώρα που ήξερε ότι την αγαπούσε, ανυπομονούσε να τον ακούσει να το λέει -ίσως. «Τα ακύρωσα όλα μετά το τηλεφώνημά σου». «Επειδή τίποτα δεν είναι σημαντικότερο από εμένα», είπε με ικανοποίηση η Μάντι. Ο Βικ θα μπορούσε να το αρνηθεί, να ανασηκώσει τους ώμους του, να κάνει κανένα μορφασμό δυσφορίας. Αλλά δεν έκανε τίποτε απ’ αυτά. Αυτό που έκανε ήταν να γυρίσει προς το μέρος της, κρύβοντας τη θέα προς τον πατέρα της και το γραφείο. Τα χέρια του έτρεμαν όταν αγκάλιασε με τις παλάμες του το πρόσωπό της. «Ακριβώς». Η Μάντι νόμιζε ότι θα έλιωνε επιτόπου. «Πήγαινέ με σπίτι, σε παρακαλώ», είπε με σιγανή, γεμάτη πάθος φωνή. Εκείνος αναστέναξε, ύστερα έσκυψε και τη φίλησε με μια λαχτάρα που της έκοψε την ανάσα. Η Μάντι δεν ήξερε πόσο κράτησε το φιλί τους, αλλά όταν ακούστηκε η φωνή του πατέρα της, ο Βικ την έσφιγγε στην αγκαλιά του τόσο δυνατά που νόμιζε ότι θα την έλιωνε. «Για όνομα του Θεού, πηγαίνετε σπίτι σας». 177


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Μας διώχνεις;» είπε ο Βικ, χωρίς ίχνος ντροπής γι’ αυτό που έκαναν. Ο Τζέρεμι, από την άλλη, είχε γίνει κόκκινος σαν παντζάρι. «Αυτό που θ’ ακολουθήσει δεν είναι ανάγκη να συμβεί στο γραφείο μου». Η Μάντι ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν με το υπονοούμενο του. Είχε δίκιο. Ήταν ώρα να φύγουν. Ούτε που κατάλαβε τι γινόταν γύρω της καθώς οδηγούσε ο Βικ. Όταν έφτασαν σπίτι τους, την τράβηξε στο καθιστικό και κάθισαν μαζί στο βαθύ καναπέ. «Νόμιζα ότι θα πηγαίναμε πάνω», του είπε. «Πρέπει να μιλήσουμε». Ο Βικ μόρφασε, σαν να δυσκολευόταν να συνεχίσει. «Για τα αισθηματικά». «Δεν μπορούμε αργότερα;» Τώρα που ήξερε ότι ο άντρας της την αγαπούσε, η ανάγκη της Μάντι για σαρκική επιβεβαίωση ήταν ακόμα πιο έντονη. «Όχι». «Γιατί όχι;» «Επειδή τα πράγματα ίσως να ήταν διαφορετικά για τον Τζέρεμι και την Έλεν αν μιλούσαν», είπε ο Βικ, επαναλαμβάνοντας τα δικά της λόγια. «Άλλο εκείνοι. Εμείς δεν είμαστε οι γονείς μου». «Όχι, δεν είμαστε». Ο Βικ πήρε μια βαθιά εισπνοή, το πρόσωπό του πρασίνισε λίγο. «Σ’ αγαπώ, Μάντισον». Η Μάντι μπήκε στον πειρασμό να τον πειράξει που κόντευε να αρρωστήσει από το άγχος μέχρι να το πει, αλλά δεν το έκανε. Καταλάβαινε πόσο δύσκολο του ήταν. «Μάντι», του είπε. «Τι εννοείς;» τη ρώτησε εκείνος, λες και είχε ξεφύγει από το σενάριο που της είχαν δώσει. «Μ’ αγαπάς. Σ’ αγαπώ. Λέγε με Μάντι, όπως η Ρόμι». «Και ο Πέρι». Ο Βικ δεν έδειχνε να χαίρεται γι’ αυτό. «Όχι πια. Ο Πέρι δεν μπορεί να με λέει ούτε έτσι ούτε αλλιώς. Το φρόντισες εσύ». 178


LUCY MONROE

«Τα περιοριστικά μέτρα ισχύουν για δύο χρόνια, αλλά θα τα ανανεώσουμε». «Δε χρειάζονται περιοριστικά μέτρα. Πίστεψέ με, εσύ είσαι αρκετός, Βικ». «Σε πλησίασε». «Δε θα ξαναπάω στο Καφέ». «Δεν είναι ανάγκη. Θα το αγοράσω και θα του απαγορεύσω την είσοδο». «Δε γίνεσαι λίγο υπερβολικός, Βικ;» «Τίποτα δεν είναι υπερβολικό όσον αφορά την προστασία σου». «Πω πω...» Η Μάντι φαντάστηκε τον εαυτό της να προσπαθεί να περιορίσει την υπερπροστατευτικότητα του Βικ απέναντι στην ίδια και τα παιδιά τους. «Θέλεις να φύγω από την Άρτσερ Ιντερνάσιοναλ;» «Τι; Ω, όχι». Ήταν η σειρά της να κλείσει το πρόσωπό του στα χέρια της. Τον κοίταξε στα μάτια με ειλικρίνεια. «Δε χρειάζεται να εγκαταλείψεις τα όνειρά σου για να πιστέψω ότι μ’ αγαπάς». «Σ’ αγαπώ. Έξι χρόνια, αλλά...» «Δεν αναγνώριζες το συναίσθημα». «Όχι. Δεν είχα ερωτευτεί ποτέ». «Χαίρομαι». Η Μάντι δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί ότι θα μπορούσε να είχε χάσει τον Βικ. «Δεν πίστευα ότι χρειαζόμουν αγάπη». «Όλοι χρειαζόμαστε αγάπη». Ο Βικ έσμιξε τα φρύδια του. «Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια». Ακουγόταν τόσο αβέβαιος... Δε θύμιζε τον δυναμικό, σίγουρο για τον εαυτό του Βικ. Από την άλλη, δεν ήξερε τίποτα από τέτοια πράγματα. Τα αισθήματα ήταν για εκείνον τόσο άγνωστα όσο για τον πατέρα της. «Μην ανησυχείς», του είπε η Μάντι. «Αγαπάμε ο ένας τον άλλο και θα είμαστε πολύ ευτυχισμένοι». «Τώρα δεν είμαστε ευτυχισμένοι;» 179


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Η Μάντι έπεσε στην αγκαλιά του γελώντας. «Ναι, αγάπη μου. Ναι, υπέροχε σύζυγέ μου. Είμαστε πολύ ευτυχισμένοι». Ο Βικ την έσφιξε στα χέρια του και της έδωσε ένα βαθύ, φλογερό φιλί. Ω, ναι, πολύ ευτυχισμένοι. Έκαναν έρωτα εκεί, στον καναπέ, κάνοντας εξάσκηση σ’ εκείνες τις δυο μικρές λέξεις. Σ’ αγαπώ.

180


LUCY MONROE

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Βικ, η Μάντι και η Ρόμι συμφώνησαν πως είχε βρεθεί το ιδανικό κτίριο για το σχολείο. Εκείνος επέμεινε να κάνει αμέσως μια προσφορά, ύστερα πήρε τις δυο κοπέλες να το γιορτάσουν με σαμπάνια. «Δεν είναι λίγο νωρίς;» είπε η Ρόμι καθώς τσούγκριζαν τα ποτήρια τους. «Η προσφορά δεν έγινε ακόμα δεκτή». Η Μάντι γέλασε. «Κανένας δε θα μπορούσε να απορρίψει την πρόταση του Βικ». «Θα το πάρουμε το ακίνητο», είπε εκείνος με σιγουριά. Η Ρόμι ύψωσε το ποτήρι της χαμογελώντας. «Στους αμείλικτους διαπραγματευτές και στα όνειρα που γίνονται πραγματικότητα», ευχήθηκε. Ύστερα απ’ αυτό δε γύρισαν αμέσως σπίτι τους. Ο Βικ πήρε τη Μάντι στο ξέφωτο στα Μάριν Χέντλαντς. Κι εκείνη δε ρώτησε γιατί. Μόνο του κρατούσε το χέρι καθώς προχωρούσαν στο μονοπάτι που οδηγούσε στο σημείο με την καλύτερη θέα στον ορίζοντα του Σαν Φρανσίσκο. Εκείνος σταμάτησε στο ίδιο μέρος που της είχε κάνει πρόταση γάμου. «Ξεχάσαμε μερικές υποσχέσεις την προηγούμενη φορά», της είπε. «Αλήθεια;» «Ναι. Ξέχασες να υποσχεθείς ότι δε θα αφήσεις ποτέ ξανά πίσω σου τους σωματοφύλακάς σου». Δεν ήταν ό,τι ακριβώς περίμενε ν’ ακούσει, αλλά η Μάντι ήταν τόσο συντονισμένη με τον Βικ και τις προτεραιότητές του ώστε δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. «Το σημειώνω». «Υποσχέσου». Η Μάντι έβαλε το χέρι της στην καρδιά της. «Υπόσχομαι να έχω πάντα μαζί τους σωματοφύλακάς μου». 181


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

«Τέλος η ανώνυμη εθελοντική εργασία». Ο Βικ έσκυψε και τη φίλησε. «Λυπάμαι». «Δεν πειράζει. Απλά, πρέπει να μου βρεις σωματοφύλακα που θα αγαπάει τα παιδιά». «Νομίζω ότι μπορώ να το τακτοποιήσω». Ξαφνικά, η Μάντι κατάλαβε γιατί γινόταν τώρα αυτό που γινόταν. «Αν ήταν μαζί μου ο σωματοφύλακας όταν πήγα στο Καφέ, ο Πέρι δε θα μπορούσε να πλησιάσει ούτε στα δέκα μέτρα». «Ούτε στα εκατό». «Σωστά». Ο Βικ ανασήκωσε τους ώμους του. «Πιστεύεις ότι η Ρόμι θα μου επέτρεπε να βάλω και σ’ εκείνη σωματοφύλακα;» «Τι; Για ποιο λόγο;» «Είναι Αδερφή σου Από Επιλογή». «Δεν ήξερα ότι το ήξερες». «Η μητέρα σου τη θεωρούσε δεύτερη κόρη της». «Αυτό είναι αλήθεια». Η Μάντι χαμογέλασε με την ανάμνηση. «Αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι η Ρόμι χρειάζεται σωματοφύλακα επειδή τη θεωρώ αδερφή μου». «Σε λίγο καιρό, θα έχει το δωδεκάμισι τοις εκατό μιας εταιρείας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων». «Αυτό δεν το γνωρίζει κανένας άλλος εκτός από εμάς». «Μην είσαι τόσο βέβαιη». «Δεν ξέρω αν μπορώ να την πείσω». «Πες της ότι ο σωματοφύλακας πηγαίνει πακέτο με τις μετοχές». «Δε θα χαρεί καθόλου». «Τώρα είναι μέλος της οικογένειας. Θα το συνηθίσει». Η Μάντι δεν ήξερε αν συμφωνούσε με την άποψη του Βικ, όμως τη συγκινούσε η έννοια του. Εκείνος την τράβηξε πάνω του, κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Σ’ αγαπώ». Δεν είχε σημασία αν το είχε ξαναπεί. Δεν είχε σημασία αν η Μάντι ήξερε ότι ήταν αλήθεια. Αυτά τα λόγια ήταν ένας όρκος. 182


LUCY MONROE

Ο λαιμός της έκλεισε, τα μάτια της έτσουξαν από τα δάκρυα που προσπαθούσε να συγκροτήσει, το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να κουνήσει το κεφάλι της. «Και θα σ’ αγαπώ πάντα», της υποσχέθηκε. «Κι εγώ», ψιθύρισε εκείνη με κομμένη την ανάσα. «Θα λέμε πάντα ό,τι είναι σημαντικό». «Ναι». «Θα συζητάμε συχνά για τα αισθηματικά μας». Ο Βικ ήταν ακόμα λίγο χλομός από το άγχος, όμως της έδινε την υπόσχεση. Και η Μάντι ήξερε ότι θα την κρατούσε. «Και με τα παιδιά μας», πρόσθεσε. Εκείνος κατένευσε. «Αν το ξεχνάω, θα μου το υπενθυμίζεις». «Ναι». Όχι ότι η Μάντι πίστευε πως θα ξεχνούσε τόσο σημαντικά πράγματα. Όταν ο Βικ έβαζε κάτι στο μυαλό του, το πετύχαινε. «Ο πατέρας σου...» «Τι έγινε με τον πατέρα μου;» «Θα μπορούσα να ήμουν στη θέση του». «Όχι. Είσαι διαφορετικός». «Ναι, αλλά θα μπορούσα να είμαι. Δεν είχε ποτέ την αγάπη και την οικογένεια που δίνουν νόημα στη δύναμη και στην επαγγελματική επιτυχία, και όχι το αντίστροφο». «Εσύ όμως τα έχεις». «Ναι, τα έχω». «Τελικά, ο Πέρι σου έκανε χάρη, έτσι δεν είναι;» Ο Βικ ανασήκωσε τους ώμους του. «Θα παντρευόμαστε ούτως ή άλλως». «Επειδή μ’ αγαπούσες και δεν μπορούσες να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς εμένα», είπε η Μάντι. Το χαμόγελό του ήταν πιο φωτεινό κι από τον ήλιο του κατακαλόκαιρου. «Ακριβώς». «Παρομοίως». Ο άνεμος πήρε το γέλιο τους και το σκόρπισε πάνω από τον κόλπο καθώς αγκαλιάζονταν, δίνοντας ο ένας στον άλλον την πιο βαθιά, την πιο σημαντική υπόσχεση. 183


Η ΑΘΩΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

Την υπόσχεση της παντοτινής αγάπης.

-Τέλος-

Αν σας άρεσε αυτό το βιβλίο, μη χάσετε τον επόμενο μήνα την ιστορία του Μαξ και της Ρόμι!

184

Lucy monroe η αθωα κληρονομοσ (ρωσοι μεγιστανεσ #1)  

Η Μάντισον Αρτσερ γίνεται πρωτοσέλιδο εξαιτίας ενός σκανδάλου για το οποίο δεν ευθύνεται. Τώρα, ο μόνος τρόπος να σώσει την υπόληψή της είνα...

Lucy monroe η αθωα κληρονομοσ (ρωσοι μεγιστανεσ #1)  

Η Μάντισον Αρτσερ γίνεται πρωτοσέλιδο εξαιτίας ενός σκανδάλου για το οποίο δεν ευθύνεται. Τώρα, ο μόνος τρόπος να σώσει την υπόληψή της είνα...

Advertisement