Page 1


Louise Allen TO ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη

ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A. Β. Ε. Ε. Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438, 210 3629 723 www.arlekin.gr


Τίτλος πρωτοτύπου: Unlacing Lady Thea © 2014 Melanie Milton © 2015 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN BOOKS S.A. All rights reserved. Το λογότυπο ΑΡΛΕΚΙΝ και το σχέδιο του Ρόμβου είναι εμπορικά σήματα ιδιοκτησίας της Harlequin Enterprises Limited ή των θυγατρικών εταιρειών της και χρησιμοποιούνται από άλλους κατόπιν αδείας. Η εικόνα εξωφύλλου χρησιμοποιείται κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Books S.A. All rights reserved. Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη Επιμέλεια: Συλβί Ρηγοπούλου Διόρθωση: Ιουλία Σταματέλου Το βιβλίο αυτό είναι έργο μυθοπλασίας. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες και τα περιστατικά είτε είναι προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα είτε χρησιμοποιούνται κατά τρόπο μυθιστορηματικό. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, γεγονότα, τοποθεσίες, ιδρύματα ή επιχειρήσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο -μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλον- χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. ISSN 1108-4324 ΚΛΑΣΙΚΑ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 365 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα Made and printed in Greece


Κεφάλαιο 1 Λονδίνο, 3 Ιουνίου 1814 Το ρολόι στο περβάζι του τζακιού χτύπησε τέσσερις. Δεν υπήρχε λόγος να πάει στο κρεβάτι. Εξάλλου ήταν τύφλα, αλλά το μεθύσι του δεν ήταν τέτοιο που να μην μπορεί να κρατηθεί ξύπνιος, απορώντας με την απόφασή του να καταστρώσει ένα τόσο τρελό σχέδιο. Και, το χειρότερο, το είχε καταστρώσει με τέτοια σπουδή που, αν το ακύρωνε τώρα, θα αναστάτωνε το προσωπικό του, τους χρηματιστές του, το διαχειριστή της περιουσίας του και την κοινωνική ζωή του -άσε που θα έδινε την εντύπωση ότι δεν ξέρει τι θέλει. «Και όντως έτσι είναι», πληροφόρησε ο Ρις Ντέναμ τον κοκκινοτρίχη γάτο, που καθόταν στο χαλάκι του τζακιού και τον κοιτούσε περιφρονητικά, όπως μόνο ένα αιλουροειδές ή μια γηραιά δούκισσα μπορούσε να κάνει. «Εννοώ ότι δεν ξέρω τι θέλω. Πάντα ήξερα, αλλά αυτήν τη φορά όχι». Η παρουσία του γάτου της κουζίνας στον κεντρικό όροφο -και μάλιστα στο γραφείο του κόμη- ήταν ανήκουστη. Το προσωπικό έπρεπε να είχε ξυπνήσει ήδη, αλλά με την αναστάτωση που επικρατούσε λόγω της προσεχούς αναχώρησης του αφέντη τους για την Ευρώπη, κανείς δεν πρόσεξε ότι είχε μείνει ανοιχτή η πόρτα υπηρεσίας. «Στην αρχή μού φάνηκε ωραίο σχέδιο», μουρμούρισε ο Ρις. Το μπράντι στον πάτο του ποτηριού του άστραψε στο φως των κεριών. Πρόσθεσε κι άλλο και το κατέβασε μονορούφι. «Είμαι μεθυσμένος. Έχω χρόνια να μεθύσω τόσο». Από εκείνο το απόγευμα που είχε ξυπνήσει και είχε συνειδητοποιήσει ξαφνικά ότι δεν υπήρχε περίπτωση με το ποτό να αναιρούσε το φιάσκο της ημέρας του γάμου του. Και ότι το ποτό δεν επρόκειτο να αποκαταστήσει με τίποτα την πίστη του στη φιλία ή τις ψευδαισθήσεις του για το ρομαντικό έρωτα. Ο γάτος έστρεψε την προσοχή του στο πιάτο με το υπόλοιπο από κρύο βοδινό, τυρί και ψωμί, που είχε αφήσει ο κόμης δίπλα στο μπουκάλι. «Και μπορείς να σταματήσεις να γλείφεις τα μουστάκια σου». Ο Ρις πήρε το πιάτο με το φαγητό. «Εγώ το χρειάζομαι περισσότερο από εσένα. Πρέπει


να φροντίσω να είμαι ξεμέθυστος σε τρεις ώρες». Όσο σκοτισμένο όμως κι αν ήταν το μυαλό του, ήξερε ότι κάτι τέτοιο ήταν απίθανο. «Οφείλεις να παραδεχτείς ότι μου αξίζουν λίγες διακοπές. Το κτήμα μου δουλεύει ρολόι, τα οικονομικά μου δε θα μπορούσαν να είναι καλύτερα, βαριέμαι ανυπόφορα στην πόλη και ο Βοναπάρτης είναι απομονωμένος και ακίνδυνος στην Έλβα εδώ και ένα μήνα», πληροφόρησε το γάτο, τρώγοντας μια μπουκιά βοδινό. «Με βρίσκεις κάπως μεγάλο για μια περιοδεία διάρκειας στην Ευρώπη; Διαφωνώ. Στα είκοσι οκτώ μου θα εκτιμήσω πολύ περισσότερο τα όσα θα δω». Ο γάτος έκανε έναν περιφρονητικό μορφασμό, σήκωσε το πίσω πόδι του και άρχισε να γλείφεται, αφοσιωμένος στην τουαλέτα του. «Σταμάτα αμέσως. Κανένας κύριος δεν πλένει τα γεννητικά του όργανα στο γραφείο». Ο Ρις του πέταξε ένα παχάκι και ο γάτος όρμησε αμέσως να το χάψει. «Αλλά έναν ολόκληρο χρόνο; Μα τι είχα στο μυαλό μου;» Να το σκάσω. Φυσικά, θα μπορούσε να επιστρέψει όποτε ήθελε, ενώ το προσωπικό του θα σκοτωνόταν να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του με τη γνωστή αποτελεσματικότητα. Στο κάτω κάτω, αν παρουσιαζόταν κάποια κρίση, θα επέστρεφε αμέσως. Το να ακυρώσει όμως τα πάντα σε μια παρόρμηση της στιγμής δεν ήταν υπεύθυνη συμπεριφορά. Θα απογοήτευε κόσμο, και ο Ρις Ντέναμ απεχθανόταν τους ανθρώπους που απογοητεύουν τους άλλους. «Όχι, θα τηρήσω το σχέδιο», δήλωσε. «Θα μου κάνει καλό να αλλάξω εντελώς σκηνικό και στη συνέχεια θα μπορέσω να βρω μια χαριτωμένη, σεμνή και καλοαναθρεμμένη κοπέλα, που θα της αρέσει το σπίτι και θα διαθέτει φαρδιά λεκάνη για να μου κάνει παιδιά. Μέχρι τα τριάντα μου θα έχω παντρευτεί». Και θα βαριέμαι έως δακρύων. Για μια στιγμή είδε με τη φαντασία του αραχνοΰφαντες μουσελίνες. Οι κυρίες που τις φορούσαν δεν απαιτούσαν μονογαμική σχέση και τον είχαν γλιτώσει απ’ αυτήν τη βαρεμάρα. Μία σύζυγος, ωστόσο, θα την απαιτούσε. Ο Ρις αναστέναξε. Οι φίλοι που τον είχαν φέρει μέχρι το κατώφλι του πριν από μία ώρα, ύστερα από ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι στη λέσχη τούς, ήταν όλοι παντρεμένοι ή επρόκειτο να παντρευτούν. Κάποιοι είχαν και παιδιά. Έδειχναν δε να χαίρονται που ετοιμαζόταν να πιαστεί και κάποιος άλλος στη φάκα. Όπως του είχε πει ο Φρεντ Χέρικ, «είναι πια καιρός ένας ακόλαστος σαν κι εσένα να σταματήσει να τσιμπολογά το τυρί, να πατήσει μια γερή δαγκωνιά και να τον πιάσει η φάκα, Ντέναμ». «Μα γιατί, που να πάρει η ευχή, είναι τόσο καταθλιπτική αυτή η σκέψη;»


«Δε θα μπορούσα να σας απαντήσω, λόρδε μου». Ο Γκρίφιν στεκόταν στην πόρτα. Το ανέκφραστο πρόσωπό του υποδήλωνε την αποδοκιμασία του. Γιατί στην ευχή ήταν αποδοκιμαστικός ο μπάτλερ του; Ο Ρις ανασηκώθηκε στην καρέκλα του. Ανάθεμά τον, κάθε άντρας έχει το δικαίωμα να μεθοκοπά στο σπίτι του. «Μιλούσα στο γάτο, Γκρίφιν». «Αφού το λέτε εσείς, λόρδε μου». Ο Ρις κοίταξε το χαλάκι. Ο κοκκινοτρίχης γάτος είχε εξαφανιστεί, αφήνοντας μόνο έναν απροσδιόριστο λεκέ πάνω στο μεταξωτό. «Υπάρχει ένα άτομο που θέλει να σας δει, λόρδε μου». Από τον τόνο του μπάτλερ ήταν σαφές πως αυτός ήταν ο λόγος της αποδοκιμασίας του και όχι οι μεθυσμένες κουβέντες του αφέντη του μ’ έναν αόρατο γάτο. «Τι είδους άτομο;» «Ένα νεαρό άτομο», λόρδε μου. «Αγόρι; Δεν έχω διάθεση να παίξω το “μάντεψε ποιος” αυτήν τη στιγμή, Γκρίφιν». «Ο,τι πείτε, λόρδε μου. Δείχνει νεαρής ηλικίας, αλλά δεν μπορώ να πω με σιγουριά». Δείχνει; Λες ο Γκρίφιν να εννοεί αυτό που νομίζω ότι εννοεί; «Ε, και πού βρίσκεται; Κάτω από τις σκάλες;» «Στη μικρή αίθουσα υποδοχής. Χτύπησε στην κύρια είσοδο, αρνήθηκε να κατέβει στην είσοδο υπηρεσίας και ισχυρίζεται πως η εξοχότητά σας θα θέλει να τον δει». Ο Ρις ανοιγόκλεισε τα μάτια του και κοίταξε το μπουκάλι. Άραγε πόσο είχε πιει μετά την επιστροφή του από τη Γουάιτ’ς; Εντάξει, είχε πιει πολύ, αλλά όχι τόσο ώστε να φανταστεί εκείνη την αμυδρή νότα απόγνωσης στη φωνή του Γκρίφιν. Κι όμως ο μπάτλερ του μπορούσε να τα βγάλει πέρα απτόητος με τον οποιοδήποτε μικροαπατεώνα υπηρέτη ή με την κάθε υστερική ερωμένη, που έσπαγε πορσελάνες. Ένιωσε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά του. Ερωμένη. Μήπως τελικά η Τζορτζίνα δεν είχε πάρει και τόσο ελαφριά το χωρισμό τους όσο είχε δείξει χτες; Λες να μην είχε μείνει ευχαριστημένη με το υπέροχο διαμαντένιο κολιέ και τα νοίκια ενός χρόνου για το σπιτάκι της; Ο Ρις σηκώθηκε και τράβηξε την ήδη χαλαρή γραβάτα του, παρατώντας το πανωφόρι του στον καναπέ όπου βρισκόταν. Ήταν γελοίο. Μπορεί να αναζητούσε την ηδονή χωρίς συναισθηματικές δεσμεύσεις, αλλά δεν ήταν και ο λόρδος Μπάιρον για να τον κυνηγάνε από πίσω υστερικές γυναίκες μεταμφιεσμένες σε αγόρια. Φρόντιζε να εστιάζει το ενδιαφέρον του σε επαγγελματίες και σε


παντρεμένες κυρίες, που ήξεραν τι έκαναν, κι όχι σε ανύπαντρες κοπέλες ή γυναίκες που τους άρεσε να ντύνονται σαν άντρες. «Πολύ καλά, πάμε να δούμε αυτό το μυστηριώδες άτομο». Τα πόδια του έδειξαν να τον υπακούουν, πράγμα που τον ξάφνιασε, γιατί τα πάντα άρχισαν να γυρίζουν, καθώς ακολουθούσε τον Γκρίφιν στο χολ. Αύριο το πρωί -όχι, σήμερα το πρωί- θα είχε έναν καραμπινάτο πονοκέφαλο. Ο Γκρίφιν άνοιξε την πόρτα του δωματίου που προοριζόταν για τους επισκέπτες που δεν πληρούσαν ακριβώς τις προϋποθέσεις ώστε να γίνουν δεκτοί στο Κινέζικο Σαλόνι. Το άτομο που καθόταν σε μια καρέκλα στον απέναντι τοίχο σηκώθηκε αμέσους. Ήταν κοντό, φορούσε ένα κακοραμμένο καφέ κοστούμι, είχε δυο βαλίτσες στα πόδια του, ενώ στην καρέκλα δίπλα του υπήρχε ένα στραπατσαρισμένο ημίψηλο. Ο Ρις ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Δεν ήταν δα και τόσο πολύ μεθυσμένος. «Γκρίφιν, αν αυτό είναι αγόρι, τότε εσύ κι εγώ είμαστε ευνούχοι στην αυλή του Μεγάλου Τσαν». Η κοπέλα με τα αγορίστικα ρούχα αναστέναξε απαυδισμένη, ακούμπησε τις γροθιές της στους τροφαντούς γοφούς που πρόδιδαν το φύλο της και είπε: «Ρις Ντέναμ, είσαι μεθυσμένος -τη στιγμή που εγώ βασιζόμουν στο ότι θα μπορούσα να στηριχτώ σ’ εσένα». Η Θία; Η λαίδη Αλθία Κέρτις, η κόρη που είχε αποκτήσει ο κόμης του Ουέλινγκτον με την πρώτη σκανδαλώδη σύζυγό του, εκείνο το άχαρο κοριτσόπουλο, που έτρεχε διαρκώς πίσω του όσο ήταν παιδιά, η πιστή φίλη, που είχε δει ελάχιστα από την ημέρα που είχε καταρρεύσει ο κόσμος γύρω του. Εδώ, ξημερώματα, στο εργένικο σπίτι του, ντυμένη αγόρι; Το σκάνδαλο δε θα αργούσε να ξεσπάσει. Άκουγε ήδη το σάλο που θα ξεσηκωνόταν. *** Ο Ρις ήταν πιο μεγάλος απ’ ό,τι τον θυμόταν. Πιο γεροφτιαγμένος. Πιο... άντρας έτσι όπως στεκόταν στην πόρτα φορώντας μόνο το πουκάμισό του. Τα γένια σκίαζαν το πιγούνι του, τα μαύρα μαλλιά που είχε κληρονομήσει από την Ουαλή μητέρα του έπεφταν στα γαλανά μάτια του και το βλέμμα του ήταν θολό από το ποτό και την αϋπνία. Ένας επικίνδυνος ξένος. Η Θία πετάρισε τα βλέφαρά της και θυμήθηκε πως είχε έξι χρόνια να τον δει από κοντά. Ήταν φυσικό να έχει αλλάξει. «Θία;» Ο Ρις διέσχισε το δωμάτιο και την έπιασε από τους ώμους. Η ανάσα του μπορεί να μύριζε μπράντι, αλλά το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό. «Τι στην ευχή γυρεύεις εδώ, ντυμένη μάλιστα με αυτόν τον τρόπο;» Άπλωσε το χέρι του και έβγαλε την καστανή πλεξούδα της μέσα από το παλτό


της. «Ποιον προσπαθείς να ξεγελάσεις, μικρή ηλίθια; Το έσκασες από το σπίτι σου;» Ο Ρις έσφιξε τα χείλη του θυμωμένος. Η Θία έκανε ένα βήμα πίσω και απαγκιστρώθηκε από το πιάσιμό του. Αυτό τη βοήθησε να αναπνεύσει κάπως πιο ελεύθερα, τα γόνατά της όμως συνέχιζαν να τρέμουν. «Είμαι ντυμένη έτσι γιατί μέσα σε μια σκοτεινή άμαξα της γραμμής αυτή η αμφίεση αρκεί για να ξεγελάσεις τους έκφυλους άντρες. Το ξέρω πολύ καλά ότι στο φως της ημέρας κανείς δεν πρόκειται να με πάρει για αγόρι. Και έφυγα από το σπίτι μου, δεν το έσκασα». Είδε τα χείλη του Ρις να κινούνται. Μετρούσε σιωπηλά ως το δέκα στα ουαλικά, ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Όταν ήταν παιδί, μετρούσε δυνατά και είχε μάθει κι εκείνη τα νούμερα. Αν, δά- ου, τράι... «Γκρίφιν, μπράντι, τσάι και κάτι για να φάει η λαίδη Αλθία, η οποία -φυσικά- δε βρίσκεται εδώ». Η Θία τον άφησε να την οδηγήσει στο γραφείο του. Ο Ρις παράτησε τις τσάντες της στο χαλάκι μπροστά στο τζάκι και έδιωξε από την καρέκλα τον άσχημο κοκκινοτρίχη γάτο. «Κάθισε. Οι τρίχες του γάτου δεν πρόκειται να κάνουν χειρότερο το κοστούμι που φοράς». Ο γάτος αγρίεψε και στους δύο, χαμηλώνοντας τα αυτιά του. Όταν η Θία έτριξε τα δάχτυλά της, ο γάτος ύψωσε την ουρά του σαν ερωτηματικό και έφυγε. Ήλπιζε η συμπεριφορά του να μην ήταν οιωνός για την υποδοχή που θα έβρισκε η ίδια. «Δικός σου είναι;» Ο Ρις την κοίταξε με στενεμένα μάτια. «Είναι ο γάτος της κουζίνας, αλλά δείχνει να έχει την εντύπωση ότι του ανήκει όλο το σπίτι», της απάντησε, σωριάστηκε στην καρέκλα απέναντι της και πέρασε το χέρι στα μαλλιά του. «Πες μου ότι δεν εμπλέκεται σε όλα αυτά κάποιος άντρας. Σε παρακαλώ. Φεύγω στις εφτά το πρωί για το Ντόβερ και θα προτιμούσα να μην το αναβάλω για να μονομαχήσω με το κάθαρμα με το οποίο φαντάζεσαι ότι είσαι ερωτευμένη». Αν ήταν ξεμέθυστος, θα βοηθούσε. Όσο για τη μονομαχία, η Θία αμφέβαλλε αν ο Ρις θα ήταν ικανός να πετύχει ακόμα και την πόρτα της αποθήκης στην κατάσταση που βρισκόταν. «Φυσικά και δεν εμπλέκεται κανένας άντρας». Φυσικά και εμπλέκεται, αλλά αν σου πω τις λεπτομέρειες, δε θα καταλήξουμε πουθενά. «Μη γίνεσαι γελοίος. Και γιατί θα μονομαχούσες για χάρη μου, σε παρακαλώ;» Την ξάφνιαζε που δεν μπορούσε να κρατήσει σταθερή τη φωνή της. Θα πρέπει να ήταν πιο κουρασμένη απ’ ό,τι νόμιζε. «Πάντα αυτό έκανα», της είπε ο Ρις και ξαφνικά χαμογέλασε, σέρνοντας το δείκτη του χεριού του στη γέφυρα της μύτης του. Είχε στραπατσάρει το τέλειο ελληνικό προφίλ του σ’ έναν καβγά του με τα αλητάκια του χωριού,


που τη στόλιζαν με διάφορα κοσμητικά επίθετα, όταν εκείνος ήταν δώδεκα χρονών και αυτή έξι. Το χαμόγελό του χάθηκε όσο γρήγορα είχε εμφανιστεί. «Άρα αν δεν είναι κάποιος άντρας...» «Είναι, κατά κάποιον τρόπο». Η Θία είχε κάνει πρόβα τι θα του έλεγε στο ατέλειωτο ταξίδι μέσα στη βρομερή, σκοτεινή άμαξα. Δε θα του έλεγε την απόλυτη αλήθεια, αλλά ούτε θα του αράδιαζε και ψέματα. «Θα θυμάσαι ότι παρουσιάστηκα σε τρεις σεζόν. Όχι, φυσικά και δεν το θυμάσαι -οι δρόμοι μας δεν έτυχε να διασταυρωθούν ποτέ στην πόλη. Εσύ δεν έπαιρνες μέρος σε όλο εκείνο το γαϊτανάκι του γάμου στο οποίο ήμουν υποχρεωμένη να συμμετέχω εγώ». Ο Ρις έσφιξε το πιγούνι του και η Θία δάγκωσε το κάτω χείλι της. Ηλίθιο, χοντράδα, να αναφέρει το γάμο. Ο Ρις τρέφει ακόμα αισθήματα, θα πρέπει να τον πονά. «Όπως και να έχει το πράγμα, ο μπαμπάς ισχυρίστηκε πως σπατάλησα άσκοπα τα λεφτά του, πως μία ακόμα σεζόν δίπλα σε τόσες κοπέλες πολύ νεότερές μου θα ήταν μεγαλύτερο φιάσκο. Έτσι με έστειλε πίσω στο Λόνγκλι Παρκ και βάλθηκε να μου βρει κάποιον ντόπιο γαμπρό». «Θέλεις να πεις ότι δεν είχες καμία πρόταση...» Ο Ρις έκοψε στη μέση τη φράση του όταν μπήκε ο Γκρίφιν μ’ ένα δίσκο. Έκανε νόημα στη Θία να σερβιριστεί κι εκείνος γέμισε το ποτήρι του με το κεχριμπαρένιο ποτό. «Θέλω να πω, το ξέρω ότι με το θέμα της μητέρας σου...» «Α, ναι, δέχτηκα αρκετές προτάσεις από αξιόλογους δευτερότοκους γιους. Έχω σεβαστή προίκα και υπάρχει και το καταπίστευμα στο όνομά μου». Και τα δύο ήταν σημαντικά κίνητρα για να αντισταθμίσουν άλλα πράγματα -την πεζή ομιλία της, τις πνευματικές αδυναμίες της και τη συνηθισμένη εμφάνισή της. Άσε πια τη μητέρα της, που δεν ήταν παρά μια απλή ηθοποιός και ερωμένη του πατέρα της πριν από τον επεισοδιακό γάμο τους και τον τραγικό θάνατό της στη γέννα. «Τις απέρριψα όλες». «Γιατί;» Ο Ρις την κοίταξε πάνω απ’ το ποτήρι του με στενεμένα μάτια, σε μια προσπάθεια να εστιάσει το βλέμμα του. «Γιατί δεν αγαπούσα κανέναν τους». Γιατί δε με αγαπούσαν. Κανένας τους. «Ο μπαμπάς είχε καταλήξει στο σερ Άντονι Μέλντρεθ». Άραγε ο Ρις θα καταλάβαινε αν του εξηγούσε γιατί ένιωθε τόσο προδομένη τώρα; Γιατί έπρεπε να φύγει; Ο παλιός Ρις θα το έκανε, αλλά τούτος εδώ και στην κατάσταση που ήταν; Όχι, καλύτερα να του έλεγε σαχλαμάρες. «Δεν ταιριάζαμε, αλλά ο μπαμπάς λέει πως ή θα παντρευτώ τον Άντονι ή θα μείνω στο Λόνγκλι ως συνοδός της μητριάς μου μέχρι να πεθάνω». «Να πάρει η οργή». Προφανώς ο Ρις θυμόταν πολύ καλά την υποχονδρία της μητριάς της, τις λιποθυμίες και την υπερβολικά εγωιστική συμπεριφο-


ρά της. Έτριψε το μέτωπο με τα μακριά δάχτυλά του σαν να ήθελε να διώξει τον πονοκέφαλο ή να καθαρίσει τις σκέψεις του. «Καταλαβαίνω το πρόβλημά σου». Το καταλάβαινε στ' αλήθεια; Μάλλον όχι, άντρες σαν τον Ρις δεν μπορούσαν να καταλάβουν την άχαρη ζωή στην οποία ήταν καταδικασμένες οι γεροντοκόρες. Λες και τις έθαβαν ζωντανές. Δεν μπορούσε να έχει την απαίτηση να καταλάβει εκείνος τη φρίκη της στη σκέψη να βρεθεί παντρεμένη μ’ έναν άντρα που ούτε της άρεσε ούτε τον εμπιστευόταν ούτε είχε κάτι κοινό μαζί του. «Μπορώ να καταλάβω ότι θα ήταν κουραστικό», συνέχισε εκείνος, επιβεβαιώνοντας την έλλειψη κατανόησης από μέρους του. «Αλλά να το σκάσεις...» Την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Δεν έχω χρόνο να το χειριστώ αυτό τώρα. Είμαι έτοιμος να φύγω για μια περιοδεία στην Ευρώπη». «Το ξέρω, μου το είπε ο μπαμπάς. Πιστεύει ότι η απόφασή σου αυτή φανερώνει από μέρους σου αξιέπαινο ενθουσιασμό για πνευματική καλλιέργεια, κάτι που δεν είχε διακρίνει μέχρι τώρα σ’ εσένα. Σε παρακαλώ, Ρις, άκουσέ με. Είμαι είκοσι δύο χρονών. Δεν το έσκασα, απλώς πήρα τον έλεγχο της ζωής μου στα χέρια μου». «Είκοσι δύο; Σαχλαμάρες. Δε σου φαίνεται». Δεν της το είπε για κομπλιμέντο. Η Θία έσφιξε τα δόντια της και συνέχισε. «Το μόνο που χρειάζομαι είναι η συγκατάθεση των δύο εκ των τριών εγγυητών του καταπιστεύματος μου για να μπορέσω να πάρω στα χέρια μου τον έλεγχο των χρημάτων μου και να ζήσω ανεξάρτητη». Δεν ήταν καμιά τεράστια περιουσία, αλλά θα της έδινε την ελευθερία της, θα της πρόσφερε επιλογές. «Αν δεν εξασφαλίσω τη συγκατάθεσή τους, δεν μπορώ να πάρω τίποτα παρά μόνο αν παντρευτώ και ο μπαμπάς εγκρίνει το γάμο μου». «Ο ένας από τους εγγυητές είναι ο πατέρας σου, να υποθέσω». Ο Ρις πήρε την μπουκάλα, την κοίταξε και την άφησε πάλι κάτω. «Όσο δελεαστικό και να φαντάζει το απόλυτο μεθύσι αυτήν τη στιγμή...» «Ναι, είναι», τον διέκοψε η Θία, «και η γιαγιά μου ήξερε πολύ καλά τι άνθρωπος είναι». Δεν είχε κανένα λόγο να του δείξει σεβασμό ως κόρη. Σε όλη την παιδική της ηλικία ο πατέρας της ήταν μια απόμακρη, σκιώδης φιγούρα, άρχισε να την προσέχει κάπως μόνο όταν μεγάλωσε αρκετά και δεν μπορούσε να την κρατάει κλεισμένη στο παιδικό δωμάτιο. Δεν του άρεσε που είχε αποκτήσει κορίτσι, πολύ περισσότερο που αυτό το κορίτσι δεν είχε κληρονομήσει ίχνος από τη μυθική ομορφιά και τη χάρη της μητέρας του. Μόνο αν έκανε έναν καλό γάμο, θα του ήταν χρήσιμη η κόρη


του. Η Θία ούτε που τον γνώριζε ως άνθρωπο και -όσο λυπηρό κι αν ήτανδεν ένιωθε καν καμιά διάθεση να τον γνωρίσει. Αν η στρατηγική της αποτύγχανε κι ο πατέρας της συνειδητοποιούσε τις προθέσεις της και πίεζε τον τρίτο εγγυητή, τον κύριο Χιλ, τότε η Θία θα βρισκόταν παγιδευμένη. Ανατρίχιασε και μόνο που θυμήθηκε το ψυχρό και χωρίς αγάπη πατρικό της. Οι σεζόν που είχε περάσει στο Λονδίνο ήταν μια διαφυγή, αλλά τώρα που της τις είχαν στερήσει ένιωθε τους τοίχους να την πλακώνουν. «Η γιαγιά αναγκάστηκε να ορίσει και τον πατέρα μου ως εγγυητή, γιατί θα φαινόταν πολύ περίεργο αν δεν το έκανε. Συμπεριέλαβε όμως έναν όρο στη διαθήκη της, σύμφωνα με τον οποίο χρειάζομαι την έγκριση μόνο δύο εκ των εγγυητών για τις σοβαρές αποφάσεις, παρακάμπτοντάς τον ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο». Η Θία γέμισε πάλι με τσάι το φλιτζάνι της. Τώρα που δεν ανησυχούσε πια μήπως δε βρει τον Ρις στο σπίτι, ένιωθε ξαφνικά πολύ πεινασμένη και διψασμένη. «Ένας από τους άλλους εγγυητές είναι ο νεαρός κύριος Χιλ, ο γιος του δικηγόρου της γιαγιάς. Έχω μιλήσει μαζί του και συμφωνεί απόλυτα να αναλάβω εγώ τον έλεγχο των χρημάτων. Έχω και το γράμμα του που το αποδεικνύει. Αρκεί να μην καταλάβει ο μπαμπάς τι σκαρώνω και προσπαθήσει να τον επηρεάσει...» Άγγιξε το γράμμα που είχε στην τσέπη πάνω από την καρδιά της και το τρίξιμό του την καθησύχασε. Σίγουρα οι πιέσεις του πατέρα της δε θα μπορούσαν να αναιρέσουν αυτό το γράμμα, σωστά; «Ο τρίτος εγγυητής είναι η νονά μας, η Άγκνες». «Η νονά. Αυτή σίγουρα θα συμφωνήσει να αναλάβεις τον έλεγχο της περιουσίας σου». Το μπράντι δεν έδειχνε να επηρεάζει την αντίληψη του Ρις. Μπορεί μάλιστα η μυρωδιά του να του καθάριζε το μυαλό. «Αν και δεν ξέρω τι θα μπορούσες να την κάνεις στην ηλικία σου...» Πρόσεχε τα όσα της έλεγε κι ας τη θεωρούσε ακόμα δεκάξι χρονών, ανίκανη να πάρει τις δικές της αποφάσεις. Η Θία ήπιε μια γουλιά τσάι να στυλωθεί και πήρε ένα ακόμα μπισκότο. Είχαν περάσει πολλές ώρες από το πρόγευμα που είχε φάει στο Λόνγκλι Παρκ, αλλά και από το ψωμάκι που είχε καταβροχθίσει το απόγευμα σε μια στάση της άμαξας. «Έχεις σκεφτεί ποτέ πόσο τυχεροί σταθήκαμε με τη νονά μας;» τη ρώτησε ο Ρις. Και μόνο η σκέψη της λαίδης Χιούσον τον έκανε να χαμογελάσει. «Το σκέφτομαι κάθε μέρα», συμφώνησε με πάθος η Θία. «Όταν ήμασταν παιδιά ούτε που μου είχε περάσει από το μυαλό, αλλά τώρα καταλαβαίνω πόσο τυχεροί σταθήκαμε που αποφάσισε να διοχετεύσει τη θλίψη


της στη φροντίδα για τα βαφτιστήρια της». Το σπίτι της νονάς της ήταν το μόνο μέρος όπου η Θία είχε βρει ζεστασιά και αγάπη. «Το κοπάδι με τα δεκαπέντε προβατάκια της Άγκνες;» «Ακριβώς. Θα πρέπει να αγαπούσε πάρα πολύ τον άντρα της, αλλά τον έχασε τόσο νέο, προτού προλάβουν να κάνουν παιδιά». Ο Ρις συμφώνησε γρυλίζοντας. «Αυτά όμως ανήκουν στην ιστορία κι αν εσύ το έσκασες, συγγνώμη, έφυγες από το σπίτι σου για να πας να τη βρεις, εκείνη δε βρίσκεται στο Λονδίνο. Το ανακάλυψες αυτό μόλις τώρα; Γι’ αυτό ήρθες σ’ εμένα;» Τα νυσταγμένα γαλανά μάτια του την περιεργάστηκαν πάνω από το ποτήρι του. «Το ήξερα ότι δεν ήταν στην πόλη και δεν μπορούσα να της γράψω και να διακινδυνεύσω να πέσει το γράμμα με την απάντησή της στα χέρια του πατέρα μου. Είναι στη Βενετία. Γι’ αυτό κι εγώ ήρθα κατευθείαν εδώ. Αμέσως μόλις ανακάλυψα πού βρισκόταν εκείνη και τι σχεδίαζες να κάνεις εσύ...» Αυτό ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι. Θα βοηθούσε το γεγονός ότι ο Ρις ήταν αντισυμβατικός; Εκείνος ωστόσο δεν ήταν τόσο μεθυσμένος ώστε να μην καταλάβει τι ήθελε να του πει, άλλωστε την ήξερε πολύ καλά. «Α, όχι. Όχι, όχι, όχι. Δε θα έρθεις μαζί μου στην Ευρώπη. Είναι αδύνατον, παράλογο, εξωφρενικό». «Έγινες ξαφνικά τόσο συντηρητικός και σεμνότυφος που δεν μπορείς να βοηθήσεις μια φίλη;» Ο παλιός Ρις θα τσιμπούσε αμέσως αυτό το δόλωμα. «Δεν είμαι συντηρητικός». Ο Ρις θεώρησε προσβλητικά το λόγια της και βρόντηξε το ποτήρι του στο τραπέζι, χύνοντας το ποτό στο καλογυαλισμένο μαόνι. Η μυρωδιά του της θύμισε πως είχε να κάνει με μεθυσμένο. «Ούτε είμαι σεμνότυφος. Αηδιαστική λέξη. Σαν τα δαμάσκηνα και...» Κούνησε το κεφάλι λες και ήθελε να συγκεντρώσει τις σκέψεις του. «Δεν μπορείς να περιφέρεσαι στην Ευρώπη μ’ έναν άντρα με τον οποίον δεν είσαι παντρεμένη. Σκέψου το σκάνδαλο». «Σκάνδαλο θα υπάρξει μόνο αν με αναγνωρίσει κάποιος και ποιος θα το κάνει αυτό; Θα φοράω βέλο και όποιος μας δει θα συμπεράνει ότι είμαι ερωμένη σου». Εκείνος σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, όπως το περίμενε η Θία. Με βέλο ή χωρίς, δε διέθετε τα προσόντα της ερωμένης. «Ειλικρινά, δε με νοιάζει ακόμη και να καταστραφεί η υπόληψή μου. Αυτό δεν μπορεί να κάνει χειρότερα τα πράγματα. Ρις, δε σου ζητώ να με πάρεις μαζί σου και να με διασκεδάσεις, απλώς να με μεταφέρεις. Δεν μπορώ να κάνω αυτό το ταξίδι μόνη μου, δε θα είναι εύκολο, αν όμως δε με βοηθήσεις,


τότε θα προσλάβω έναν ξεναγό και μία υπηρέτρια και θα το επιχειρήσω». «Με τι χρήματα;» τη ρώτησε, «ή μήπως περιμένεις να σου δανείσω εγώ τα χρήματα για να οδηγηθείς στην καταστροφή;» «Σίγουρα όχι. Η ζωή μου όμως θα καταστραφεί αν αναγκαστώ να μείνω». Ο Ρις δεν έδειχνε να έχει πειστεί. «Έχω μαζί μου το χαρτζιλίκι δεκαοκτώ μηνών». Το μάτσο τα χαρτονομίσματα και τα νομίσματα που είχε ράψει στο στρίφωμα των εσωρούχων της την είχαν διατηρήσει ζεστή και ασφαλή με την παρουσία τους σε όλο το μακρύ της ταξίδι. «Να υποθέσω ότι ο πατέρας σου σ’ το έδωσε χωρίς ερωτήσεις;» Η υποψία του χαμόγελου στα χείλη του αναπτέρωσε τις ελπίδες της πως ο παλιός ξέγνοιαστος και ριψοκίνδυνος Ρις, που δεν έλεγε όχι για σκανταλιές, εξακολουθούσε να ζει μέσα σε τούτον το σοβαρό άντρα. «Φυσικά και όχι. Για τρεις μήνες δεν ξόδευα παρά μερικές λίρες από το χαρτζιλίκι μου. Τα υπόλοιπα τα πήρα από το χρηματοκιβώτιο που έχει ο πατέρας μου στο γραφείο του. Του άφησα κανονικά απόδειξη». «Και ποιος σας έμαθε να διαρρηγνύετε κλειδαριές, κυρία μου;» «Εσύ». «Να πάρει η οργή! Δεν μπορώ να το αρνηθώ». Ο Ρις της χαμογέλασε. «Ήσουν πολύ καλή απ’ ό,τι θυμάμαι. Θυμάσαι τότε του διέρρηξες το συρτάρι του γραφείου της νονάς και πήρες τη σφεντόνα μου; Εγώ είχα το τέλειο άλλοθι, τη στιγμή που καθάριζα αγριόχορτα υπό την επίβλεψη του αρχικηπουρού, αφού έσπασα πρώτα τρία τζάμια στη σέρα». «Είχες πει ότι θα μου ήσουν για πάντα υπόχρεος». Η Θία δεν έκανε το λάθος να χαμογελάσει θριαμβευτικά. «Νομίζω ότι ήμουν δεκατριών χρόνων τότε», είπε ο Ρις. «Είναι πάρα πολύς καιρός για να θυμάσαι ένα χρέος». «Σίγουρα πάντως ένας κύριος δεν ξεχνάει ποτέ το χρέος του, ιδίως απέναντι σε μια κυρία». Ο Ρις περιεργάστηκε το αποκρουστικό κοστούμι της, αλλά δεν έκανε κανένα σχόλιο. «Έχεις τρεις επιλογές, Ρις. Να με πάρεις μαζί σου, να με αφήσεις να τα βγάλω πέρα μόνη μου στο Λονδίνο ή να με στείλεις πίσω στον πατέρα μου». Η Θία χαμογέλασε για να αντισταθμίσει την ωμότητα του αιτήματος της. «Δες το ως μία τελευταία περιπέτεια. Ή δεν τολμάς;» Ο Ρις κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και έκανε ένα μορφασμό όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. «Μη νομίζεις ότι θα με προκαλέσεις με αυτό τον τρόπο. Είμαι είκοσι οκτώ χρονών, Θία, πολύ μεγάλος για τέτοιες βλακείες». Ο Ρις δεν ήταν πολύ μεγάλος για τίποτα, σκέφτηκε εκείνη και συνέχισε


να τον κοιτάζει, ανυπόκριτα, με απόλυτη ειλικρίνεια. Έδειχνε τέλειος για μια τελευταία περιπέτεια, για ένα τελευταίο όνειρο. «Σε παρακαλώ;» Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν την είχε απογοητεύσει ποτέ. Η Θία δεν είχε ιδέα γιατί απ’ όλη την παρέα τα βαφτιστήρια που περνούσαν τα καλοκαίρια τους στης λαίδης Χιούσον μόνο εκείνη μπορούσε να πείθει τον Ρις να κάνει ό,τι του ζητούσε. Εκείνη, η μικρούλα συνηθισμένη Αλθία, κανένα από τα άλλα αγόρια, ούτε καν η γαλανομάτα ομορφονιά Σερίνα, με την οποία ήταν ερωτευμένος. «Πρέπει να είμαι τρελός». Η Θία κράτησε την ανάσα της όταν τον είδε να πίνει μια μεγάλη γουλιά μπράντι, που έκανε το μήλο του Αδάμ να χορέψει στο λαιμό του. «Θα σε πάρω μαζί μου. Φρόντισε όμως να είσαι φρόνιμη, παλιοκόριτσο, διαφορετικά θα σε βάλω στο πρώτο πλοίο και θα σε στείλω σπίτι σου»..


Κεφάλαιο 2 Ο Ρις μπορεί να ήταν μεθυσμένος, παρ’ όλα αυτά δεν είχε κανένα πρόβλημα να οργανώσει τα πάντα με αυταρχικό κύρος. Η Θία αναγνώρισε την εξέλιξη της γοητείας του με τα χρόνια, καθώς ανέβαινε βιαστικά πάνω για να αλλάξει, ακολουθούμενη από μια νυσταγμένη υπηρέτρια. Παλιά ο νεαρός κόμης του Πέλγκρεϊβ χαμογελούσε, εξηγούσε, έπειθε -και όλα γίνονταν όπως τα επιθυμούσε αυτός. Όλα εκτός από το γάμο του. Ενήλικας πλέον, εξακολουθούσε να χαμογελά, αλλά -απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα- δεν είχε καμία ανάγκη να πείσει. Έδινε τη διαταγή και οι άλλοι υπάκουαν. Τώρα, πίσω από το μόνιππο στο οποίο καθόταν εκείνη, φορώντας το τσαλακωμένο φόρεμα και το παλτό που είχε βγάλει από τη βαλίτσα της, περίμενε μια ταξιδιωτική άμαξα. Μια υπηρέτρια, σαστισμένη από την ξαφνική προαγωγή της σε καμαριέρα, κουβέντιαζε ενθουσιασμένη με το βαλέ του Ρις, τον Χοτζ, όσο φορτώνονταν στις άμαξες τα υπόλοιπα μπαγκάζια. Η Θία τράβηξε το πλαϊνό κουρτινάκι, για να βεβαιωθεί ότι ήταν καλά κατεβασμένο, αν και δε βρισκόταν κανείς στο δρόμο, ξημερώματα, που θα μπορούσε να τη δει μέσα στο μόνιππο, πόσω μάλλον να την αναγνωρίσει πίσω απ’ το χοντρό βέλο που κάλυπτε το πρόσωπό της. Χασμουρήθηκε και έπαιξε τα δάχτυλα των ποδιών της, απολαμβάνοντας την παχιά μοκέτα και τα μαλακά μαξιλάρια στο κάθισμα μετά τη σπαρτιάτικη συγκοινωνιακή άμαξα. Η καινούργια καμαριέρα της -Μόλι, Πόλι;— θα ταξίδευε μαζί της στο μόνιππο, υπέθεσε η Θία, ενώ ο Ρις θα επέβαινε στην ταξιδιωτική άμαξα με το βαλέ του. Αυτό ήταν καλό. Η Θία δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο σοκ θα ήταν για την ίδια η επαφή της με τον ώριμο πλέον Ρις. Κατά τη διάρκεια των τριών σεζόν της στην πόλη τον είχε δει κάποιες φορές από μακριά, η τελευταία της όμως ανάμνηση από κοντά ήταν από εκείνη την ημέρα στα είκοσι δύο του που τον είχε δει να στέκεται μπροστά στο βωμό της εκκλησίας, κάτασπρος, ενώ ο κόσμος σωριαζόταν συντρίμμια γύρω του. Στη συνέχεια, ο Ρις είχε φύγει για το Λονδίνο και μολονότι είχε πάει κι η ίδια εκεί, οι δρόμοι ενός πλούσιου και σοφιστικέ νέου, που δεν έχει στο μυαλό του


το γάμο, και μιας νεαρής δεσποινίδας της παντρειάς δεν διασταυρώθηκαν ποτέ. Η πόρτα άνοιξε κι ένας υπηρέτης έβαλε μέσα το κεφάλι του. «Με συγχωρείτε, κυρία, θα θέλατε να γείρω το κάθισμά σας να κοιμηθείτε;» Καθώς μιλούσε, παραμέρισε ένα τμήμα του ταπετσαρισμένου ταμπλό απέναντι, αποκαλύπτοντας το σκοτεινό κενό από πίσω, ενώ ύστερα τοποθέτησε το ταμπλό στο κενό μπροστά στο κάθισμα. Η Θία είχε ακούσει ότι υπήρχαν μόνιππα στα οποία μπορούσες να κοιμηθείς, αλλά δεν είχε ταξιδέψει ποτέ με τέτοιο. «Όχι, ευχαριστώ». Ένιωθε τα νεύρα της πολύ τεντωμένα για να ξαπλώσει. Ας κοιμόταν η καμαριέρα, αν ήθελε, το δικαιούνταν μετά τον απότομο τρόπο που την είχαν ξυπνήσει. Η πόρτα άνοιξε πάλι και το μόνιππο έγειρε στο πλάι, καθώς κάποιος πάτησε στο σκαλοπάτι του. «Ρις;» «Δεν κοιμάσαι;» Ο Ρις την προσπέρασε. Είχε ξυριστεί, αλλά τα μάτια του ήταν ακόμα θολά. Έβγαλε αμέσως το παλτό του και ξάπλωσε στο κρεβάτι που είχε ανοίξει ο υπηρέτης. Οι μπότες του εξαφανίστηκαν στο κενό. «Ξύπνα με όταν σταματήσουμε για πρωινό». Έκλεισε τα μάτια του και γύρισε στο πλευρό. «Ή αν μας επιτεθούν ληστές». Χωρίς το παλτό του, η Θία μπορούσε να περιεργαστεί ανεμπόδιστη το κορμί του. Κοίταξε χωρίς καμιά ντροπή το σβέρκο, τους φαρδιούς ώμους, τους σφιχτούς μυς της πλάτης του, τα λεπτά και σφιχτά οπίσθιά του. Το έκανε για ένα ολόκληρο λεπτό, στο κάτω κάτω ήταν άνθρωπος και γυναίκα. Ύστερα, όταν το μόνιππο κινήθηκε, κάρφωσε το βλέμμα της στον αμαξά. Α, ναι, ο παιδικός της φίλος είχε μεγαλώσει. Μπορεί να ήταν ο Ρις, αλλά ήταν και άντρας. Ένας ενήλικος άντρας με σκανδαλώδη φήμη. Παραμέρισε το κουρτινάκι και κοίταξε έξω. Της άρεσε να ξέρει πού βρίσκεται, αυτό μείωνε τον εκνευρισμό της και παράλληλα την εμπόδιζε να κοιτάζει τον άντρα που κοιμόταν δίπλα της. Ο Ρις ροχάλιζε ελαφρά, αλλά δεν ήταν να απορεί κανείς, με τόσο που είχε πιει. Ο ήχος αυτός, περιέργως, την ηρεμούσε. Η Θία είδε το νερό να στραφταλίζει, πράγμα που σήμαινε ότι διέσχιζαν τη γέφυρα του Γουέστμινστερ. Απογοητεύτηκε, όμως, γιατί οι καινούργιες λάμπες πετρελαίου ήταν σβηστές. Η θέα του ποταμού ήταν ωστόσο εξίσου δραματική, όπως και τότε που την είχε περιγράφει ο Γουέρντσγουερθ. «Η πόλη τώρα ενδύεται την ομορφιά του πρωινού...» ψέλλισε. Ο Ρις δίπλα της αναστέναξε, σαν να τον ενόχλησε ο ήχος της φωνής της, και γύρισε πλευρό, συνεχίζοντας τον ύπνο του. Τα μαλλιά του ήταν κο-


ντοκουρεμένα, σύμφωνα με τη μόδα, αλλά μια σκούρα μπούκλα έπεφτε στο μέτωπό του, θυμίζοντάς της το νεαρό που γνώριζε κάποτε. Η Θία άπλωσε το χέρι της να την παραμερίσει, αλλά σταμάτησε και σταύρωσε τα χέρια στην ποδιά της. Κάποια πράγματα ήταν καλύτερα να παραμένουν αναμνήσεις και όνειρα. Κάποια πράγματα ήταν πιο ασφαλή ως κοριτσίστικες τρέλες. Ύστερα από λίγα λεπτά έβγαλε το χάρτη από την τσάντα της, όπου τον είχε βάλει για την περίπτωση που θα τον χρειαζόταν αν έκανε το ταξίδι μόνη της, και τον άνοιξε. Κατευθύνονταν στο Σάδερκ. Όπως είχε κάνει από την πρώτη στιγμή που είχε ξεκινήσει αυτό το ταξίδι, άρχισε να απαριθμεί με το μυαλό της τα βασικά. Είχε συγκεντρώσει όσα χρειαζόταν χωρίς να την αντιληφθεί κανείς. Φεύγοντας από το σπίτι στο Κινγκ’ς Χεντ, είχε εντοπίσει όχι το πιο κοντινό πανδοχείο, αλλά εκείνο όπου δε θα την αναγνώριζε κανείς κι ας έπρεπε να περπατήσει περισσότερα χιλιόμετρα. Στη συνέχεια είχε πάρει τη συγκοινωνιακή άμαξα και μετά την αγοραία για το σπίτι του Ρις, όπου και την περίμενε το πιο δύσκολο: να τον πείσει να την πάρει μαζί του. Αλήθεια, εκείνος θα είχε συμφωνήσει αν δεν ήταν τόσο μεθυσμένος ή αν είχε συνειδητοποιήσει πως η Θία ήταν πλέον μια ενήλικη γυναίκα; Κοίταξε το πρόσωπό του, έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος, χρησιμοποιώντας το μπράτσο του ως μαξιλάρι. Τα γαλανά μάτια του ήταν κλειστά, τα ματόκλαδά του σχημάτιζαν ένα σκουρόχρωμο παραπέτασμα. Η καμπύλη στη μύτη του ήταν πιο εμφανής απ’ αυτήν τη γωνία, ενώ τα χείλη του έπαιζαν ελαφρά από το ροχαλητό. Υπήρχε μια μικρή ουλή, κάτω ακριβώς από το αυτί του. Αυτή ήταν καινούρια. Η Θία έστρεψε πάλι την προσοχή της στο χάρτη και στη θέα έξω από το παράθυρο. Τα σπίτια είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Μπροστά τους βρισκόταν το Ντέτφορντ με την πλούσια ιστορία. Σύμφωνα με τον οδηγό της, σε αυτή την πόλη είχε στεφθεί ιππότης ο σερ Φράνσις Ντρέικ, ενώ εκεί είχε μείνει ο Μέγας Πέτρος, τσάρος της Ρωσίας, όταν είχε επισκεφθεί την Αγγλία. Έψαξε με λαχτάρα να διακρίνει τα λαμπρά σημάδια του παρελθόντος και απογοητεύτηκε όταν το μόνο που αντίκρισε ήταν βρόμικοι και πολυσύχναστοι δρόμοι. Το μόνιππο σκαμπανέβαζε πάνω στο λιθόστρωτο και σταματούσε απότομα, αλλά ο Ρις συνέχιζε να κοιμάται, προς μεγάλη ανακούφισή της. Όταν ξυπνούσε, με φοβερό πονοκέφαλο από το μεθύσι, θα άλλαζε άραγε την απόφασή του για το άτομό της; Ο δρόμος άρχισε να σκαρφαλώνει προς το Μπλάκχιθ. Ξύπνα με αν μας επιτεθούν ληστές, την είχε προειδοποιήσει ο Ρις. Ε, αν ήταν να συμβεί αυτό, θα συνέβαινε εδώ. Η Θία, όμως, δεν ένιωσε να φοβάται, όχι τούτο το κα-


θάριο πρωινό του Ιουνίου. Εκείνη ανησυχούσε περισσότερο για το πού είχε δώσει εντολή ο Ρις να γίνει η πρώτη αλλαγή αλόγων. Αν θα βρίσκονταν πολύ κοντά στο Λονδίνο, υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να τη στείλει πίσω. Προσπέρασαν το Σαν ιν δε Σαντς, το Φοξ άντερ δε Χιλ και το Ερλ οβ Μόιρα. Ο δρόμος συνέχισε να ανεβαίνει. Υπέθεσε πως είχαν φτάσει στο Σούτερ’ς Χιλ και άρχισε να χαλαρώνει. Τώρα είχαν ανακόψει ρυθμό. Μπροστά έβλεπε κτίρια και πινακίδες πανδοχείων. Οι αμαξάδες μπήκαν στην αυλή του «Κόκκινου Λιονταριού» και οι σταβλίτες έτρεξαν να αλλάξουν τα άλογα, ενώ ο πανδοχέας προχώρησε προς το μέρος τους, Εντυπωσιασμένος σίγουρα από το θυρεό στις άμαξες. Η Θία άνοιξε το παράθυρο. «Σσσς! Ο λόρδος κοιμάται», μουρμούρισε στον άντρα. Ο Χοτζ εμφανίστηκε δίπλα του και η Θία του είπε ψιθυριστά: «Παρακαλώ, πηγαίνετε να φάτε κάτι αν θέλετε, αλλά μην ξυπνήσετε το λόρδο». Ο Χοτζ δεν έδειξε καμιά έκπληξη, άλλωστε γνώριζε την κατάσταση του αφέντη του όταν ανέβηκε στο μόνιππο. Αρκέστηκε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι του και μπήκε στο πανδοχείο, με την καμαριέρα της να τον ακολουθεί κατά πόδας. Η Θία έκλεισε το παράθυρο και παρέμεινε σε επιφυλακή, φορώντας πάντα το βέλο, προσέχοντας να μην ταράξει κανείς τον ύπνο του Ρις. Ήρθαν δύο συγκοινωνιακές άμαξες, άρχισαν να γαβγίζουν τα δυο σκυλιά του στάβλου, μια υπηρέτρια γέλασε τσιριχτά, φλερτάροντας μ’ ένα σταβλίτη, αλλά ο Ρις εξακολουθούσε να κοιμάται, χώνοντας πιο βαθιά το κεφάλι κάτω από το μπράτσο του. Μάλλον θα κοιμάται όλο το πρωί, σκέφτηκε η Θία, χαλάρωσε και λαγοκοιμήθηκε και αυτή. Την ξύπνησε ο Χοτζ, που άνοιξε απότομα την πόρτα για να της δώσει μία κούπα καφέ κι ένα ψωμάκι γεμισμένο με μπέικον και τυλιγμένο σε μια πετσέτα. Ύστερα κοίταξε τον κοιμισμένο αφέντη του. «Πάντα έτσι κοιμάται;» ψέλλισε η Θία. Ο βαλές κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι πάντα, λαίδη μου», της απάντησε και πήρε την άδεια κούπα μόλις εκείνη κατέβασε μονορούφι τον καφέ, που είχε αρχίσει να κρυώνει. Ύστερα έφυγε, κλείνοντας μαλακά την πόρτα πίσω του, αφήνοντάς την κάπως μπερδεμένη. Άραγε ο Χοτζ εννοούσε ότι ο Ρις κοιμόταν τόσο βαριά μόνο όταν μεθούσε; Η Θία είχε σοκαριστεί βρίσκοντας τον Ρις να κατεβάζει το μπράντι σαν λεμονάδα, λες κι ήταν κανένας ρέμπελος. Μετά το φιάσκο του γάμου του είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι αυτό δεν τον είχε στεναχωρήσει καθόλου, ότι χαιρόταν που δε θα είχε την ευθύνη μιας συζύγου, γι’ αυτό και είχε πέ-


σει με τα μούτρα στην έκλυτη ζωή. Ο Ρις όμως είχε στεναχωρηθεί. Η Θία είχε διακρίνει το σοκ στο πρόσωπό του μετά την προδοσία. Είχε νιώσει τα δάχτυλά του να τρέμουν όταν του είχε δώσει το μαντιλάκι της, ενώ το κορμί του ήταν τσιτωμένο απ’ τον πόνο όταν το είχε διακινδυνεύσει και τον είχε σφίξει φευγαλέα στην αγκαλιά της. Στη συνέχεια, όμως, εκείνος είχε απομακρυνθεί από το βωμό, χαμογελώντας θλιμμένα, και είχε ομολογήσει ότι υποπτευόταν από την αρχή πως η μνηστή του είχε σκοπό να κλεφτεί. Ευχήθηκε μάλιστα κάθε ευτυχία στο σκανδαλώδες ζευγάρι. Για άνθρωπο που δεν του αρέσουν οι προσποιήσεις, είχε δώσει εντυπωσιακή παράσταση. Είχε μπερδέψει τις κουτσομπόλες, περιορίζοντας ταυτόχρονα τη δημόσια κατακραυγή για τη Σερίνα και τον Πολ, ενώ είχε σώσει και τη δική του περηφάνια, μιας και ο Ρις δεν ήθελε να φανεί ότι ήταν το θύμα, κάποιος που έπρεπε να τον λυπούνται. Όταν η Θία είχε πάει στο Λονδίνο για την πρώτη της σεζόν, το μόνο που είχε καταφέρει να μάθει γι’ αυτόν ήταν πως είχε ξαναβρεί τον εαυτό του, είχε πάρει την έδρα του στη Βουλή των Λόρδων και φρόντιζε τα κτήματά του με πυγμή -η φήμη όμως που είχε αποκτήσει ως προς τις γυναίκες ήταν σοκαριστική. Αντί να ψάξει να βρει καινούρια νύφη, ο Ρις το είχε ρίξει στο φλερτ με μια σειρά ερωμένες, που -σύμφωνα με τις κακές γλώσσες- ήταν και όμορφες και πολυέξοδες. Η κατάσταση αυτή έφερνε σε απόγνωση τις μητέρες πολλών κοριτσιών, που θα μπορούσαν να είναι οι επίδοξες νύφες. Αν ο λόρδος Ντέναμ αποφάσιζε να παραιτηθεί από τις απολαύσεις της σάρκας και του τζόγου, τότε σίγουρα θα λογικευόταν και θα παντρευόταν κάποιο απ’ αυτά τα κορίτσια. Το μόνιππο βγήκε σκαμπανεβάζοντας από την αυλή και κατευθύνθηκε δυτικά προς το Ντάρτφορντ. Τίποτε δεν ανάγκαζε τον Ρις να κάνει αυτό το ταξίδι. Λίγους μήνες πριν, τότε που η Ευρώπη μαστιζόταν από τον πόλεμο, ούτε που θα το σκεφτόταν. Γιατί λοιπόν πήγαινε τώρα και γιατί εκείνη είχε νιώσει το προηγούμενο βράδυ να τον βασανίζουν αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα; *** Το κρεβάτι, που σκαμπανέβαζε άγρια, ξαφνικά έγειρε. Ο Ρις πάσχισε να κρατηθεί από την άκρη του μισοξύπνιος, αστόχησε, γλίστρησε και οι μπότες του χτύπησαν σε κάποιο εμπόδιο. Μπότες στο κρεβάτι; Ένας κύριος φροντίζει να βγάζει πάντα τουλάχιστον τις μπότες του. «Πού στην ευχή...» «Στο Γουέστ Χιλ, στο δρόμο για το Ντάρτφορντ. Σύμφωνα με τον ταξιδιωτικό οδηγό, είναι δυσάρεστα κακοτράχαλος». Η πεζή φωνή τον ξύπνη-


σε για τα καλά, κάτι που δεν είχε καταφέρει το άβολο κρεβάτι. «Θία;» Ο Ρις ανακάθισε, παραμέρισε τα μαλλιά από τα μάτια του, τον τύφλωσε ο ήλιος και βόγκηξε. Αν αυτό ήταν όνειρο, ήταν τρομερά δυσάρεστο. «Τι στην οργή γυρεύεις στο μόνιππό μου;» «Είπες ότι μπορούσα να έρθω μαζί σου στην Ευρώπη. Δεν είναι δυνατόν να ήσουν τόσο μεθυσμένος χτες βράδυ που να μη θυμάσαι ότι μου το υποσχέθηκες». Η Θία τον κοίταξε αφ’ υψηλού και αποδοκιμαστικά. «Ήλπιζα πως ήταν εφιάλτης. Και προς τι αυτό το βλέμμα;» Ο Ρις σήκωσε το κατεβασμένο πάνελ και το έσπρωξε στη θέση του για να μπορέσει να καθίσει. «Το στόμα μου είναι σαν παπούτσι». «Δε με ξαφνιάζει -χτες ήσουν τύφλα. Λέω να πεις στους αμαξάδες να κάνουν μια στάση εδώ για να φας πρωινό. Οι υπόλοιποι φάγαμε στο Σούτερ’ς Χιλ». Θα ήταν παιδιάστικο να την αντικρούσει, υποστηρίζοντας ότι αυτό το ταξίδι ήταν δικό του, όπως και οι αποφάσεις. Όχι πως η Θία καβγάδιζε ποτέ μαζί του. Τον κάρφωνε απλώς μ’ εκείνα τα πελώρια καστανά μάτια της, κάνοντάς τον να νιώθει ότι την είχε απογοητεύσει. Εξάλλου, ήθελε να βάλει κάτι στο στόμα του και να πιει έναν κουβά καφέ σκέτο. Αχ, μακάρι να τον χτυπούσε κάποιος με μια βαριά στο κεφάλι για να γλιτώσει από τον απαίσιο πονοκέφαλο. Ο Ρις κατέβασε το παράθυρο, έσκυψε έξω και φώναξε: «Στο επόμενο αξιοπρεπές πανδοχείο!» «Θα πρέπει να είναι ο “Ταύρος”». Η Θία κοίταξε συνοφρυωμένη τον ταξιδιωτικό οδηγό της. «Άσε τώρα τα ονόματα των πανδοχείων, τι στην ευχή θα κάνω μαζί σου;» Θα πρέπει να ήταν εντελώς στουπί για να υποχωρήσει στις απαιτήσεις της. Τη θυμήθηκε θολά, ντυμένη μ’ ένα απαίσιο αντρικό κοστούμι. «Θα με πας στη νονά». Η Θία τον κοίταξε, στενεύοντας ξαφνικά τα μάτια της καχύποπτα. «Όπως μου υποσχέθηκες». «Με εκμεταλλεύτηκες», την αντέκρουσε ο Ρις. «Σε εκμεταλλεύονται συχνά οι γυναίκες;» τον ρώτησε γλυκά. «Όταν τις γουστάρω», μουρμούρισε ο Ρις και η Θία γέλασε. Αλήθεια, πώς είχε μπορέσει να ξεχάσει αυτό το γάργαρο γέλιο της; Δάγκωσε τα χείλη του για να μην της ανταποδώσει το χαμόγελο. «Αυτή η συζήτηση δεν είναι καθόλου καθωσπρέπει, όπως δεν είναι καθωσπρέπει και η όλη κατάσταση. Αν μαθευτεί ποτέ, η φήμη σου θα καταστραφεί». Την κοίταξε λοξά. «Δεν είσαι πια παιδί». Ή μήπως ήταν; Δε φαινόταν πάνω από δεκαεφτά.


«Όχι, δεν είμαι. Και όσο για το να καταστραφεί η φήμη μου...» Η Θία ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της, καθώς το μόνιππο έκοβε ταχύτητα. «Τόσο το καλύτερο. Έτσι θα σταματήσει και ο μπαμπάς τις προσπάθειες να με παντρέψει με τον πρώτο τυχάρπαστο προικοθήρα... Θέλω να πω, τότε θα έχω την ελευθερία να ζήσω τη ζωή μου όπως θέλω και να μην καταντήσω μια μαραμένη γεροντοκόρη». Μα τι της συνέβαινε; Κάθε κοπέλα Θέλει να αποκτήσει ένα σύζυγο, τελεία και παύλα. Γιατί η Θία ήταν τόσο αντίθετη; «Αυτό θα συμβεί πριν ή μετά που θα μου φυτέψει ο πατέρας σου μια σφαίρα;» τη ρώτησε τη στιγμή που σταματούσαν και ο σταβλίτης έτρεχε προς το μέρος τους. Ο Ρις άνοιξε την πόρτα. «Όχι, δε χρειαζόμαστε να αλλάξουμε άλογα, αλλά θέλω να φάω πρωινό». «Το ίδιο κι εγώ, τώρα που το ξανασκέφτομαι». Η Θία πήδηξε έξω προτού προλάβει εκείνος να της προσφέρει το χέρι του. «Ένα ψωμάκι με μπέικον κι ένα φλιτζάνι καφές δε με έπιασαν και τόσο». Είχε κατεβάσει το χοντρό βέλο της, ώστε να μην του δώσει κάποιο λόγο να φέρει αντίρρηση, μέχρι να γυρίσει πάντως εκείνη από την τουαλέτα, ο Ρις είχε φροντίσει να σφηνώσει μια καρέκλα κάτω από το πόμολο της ιδιωτικής τραπεζαρίας. «Πολύ σοφό», παρατήρησε η Θία και κάθισε στη θέση της. «Αν ήταν μια σκηνοθετημένη φαρσοκωμωδία, κάποιος θα ορμούσε από την πόρτα τη στιγμή ακριβώς που θα σήκωνα το βέλο μου για να φάω. Και, φυσικά, από μια φρικιαστική σύμπτωση, θα με γνώριζε πάρα πολύ καλά, και θα ήταν και κουτσομπόλης. Ο μπαμπάς θα κατέφθανε με το μαστίγιο στο χέρι...» «Βλέπεις πολλές φαρσοκωμωδίες;» Ο Ρις ξαναγέμισε με καιρέ το φλιτζάνι του και πρόσθεσε ζάχαρη. Χρειαζόταν όσο το δυνατόν περισσότερη ενέργεια. «Όχι τελευταία», του απάντησε η Θία, σπάζοντας ένα βραστό αβγό με μανία. Τα τσόφλια πετάχτηκαν τριγύρω, κάνοντας τον Ρις να μορφάσει. «Ο μπαμπάς γνωρίζει πολύ καλά ότι το να με κρατάει μακριά από το Λονδίνο, τα θέατρα, τις γκαλερί και τις βιβλιοθήκες είναι μεγάλο μαρτύριο για μένα. Δε βλέπω την ώρα να φτάσω στο Παρίσι». «Δεν μπορεί να μην έχεις κάποια φίλη στο Κεντ ή στο Σάσεξ», άρχισε να λέει ο Ρις, αν και ήξερε πως δεν ταίριαζε σ’ έναν άντρα να κλαψουρίζει. «Κάποια με την οποία θα μπορούσες να μείνεις;» «Μου υποσχέθηκες». Και το είχε κάνει πράγματι. Το ότι ήταν μεθυσμένος δεν αποτελούσε δικαιολογία. Ένας κύριος δεν καταπατά ποτέ το λόγο του. Άλλωστε της το χρωστούσε για τα χρόνια της φιλίας της, με επιστέ-


γασμα εκείνη τη στιγμή στην εκκλησία, τότε που του είχε δώσει το μαντιλάκι της και τον είχε κοιτάξει με όλη την κατανόηση του κόσμου για τον πόνο του, κάνοντας τον μια γρήγορη αγκαλιά. Η Θία δεν του είχε πει τίποτα κι είχε φροντίσει να απομακρυνθεί από κοντά του σχεδόν αμέσως, λες και ήξερε πως η υπερβολική συμπάθεια θα τον έκανε να λυγίσει. Το δεκαεξάχρονο κορίτσι του είχε προσφέρει το μοναδικό πράγμα που μπορούσε: την κατανόηση και τη φιλική παρουσία της, που τον είχαν βοηθήσει να μην καταρρεύσει. Με το καθάριο βλέμμα της του είχε πει ότι του είχε εμπιστοσύνη πως θα έκανε το σωστό και, κατά κάποιον τρόπο, τον είχε σπρώξει να το κάνει. Τι θα είχε συμβεί αν δεν ήταν εκεί εκείνη; Ο Ρις θα τους είχε κυνηγήσει, θα είχε καλέσει σε μονομαχία τον καλύτερο φίλο του; Θα του είχε φυτέψει μια σφαίρα στο στέρνο και θα είχε καταστρέψει τρεις ζωές αντί μόνο τη δική του; «Ναι, σ’ το υποσχέθηκα, σωστά; Εντάξει, δε θα υπαναχωρήσω στο λόγο μου». «Σ’ ευχαριστώ». Το χέρι της έτρεμε ελαφρά όταν σήκωσε το φλιτζάνι της, το μοναδικό σημάδι ότι είχε φοβηθεί πιθανή άρνησή του. Πάντα ήταν γενναίο κορίτσι. Ο Ρις σέρβιρε κι άλλο καφέ για να μην καταλάβει εκείνη ότι είχε προσέξει το τρέμουλό της και ένιωσε κάποια ενοχή. Θα έπρεπε να είχε φροντίσει να διατηρήσει την επαφή μαζί της. Οι κύριοι ωστόσο δεν αλληλογραφούν με ανύπαντρες δεσποσύνες. «Γιατί ήσουν...» Η Θία έκοψε στη μέση τη φράση της. «Τίποτα». «Γιατί ήμουν τόσο μεθυσμένος χτες βράδυ; Ανάθεμα κι αν ξέρω. Ξαφνικά οι δώδεκα μήνες μου φάνηκαν απίστευτα μεγάλο διάστημα για να μείνω στο εξωτερικό κι άρχισα να κάνω δεύτερες σκέψεις για το αν ήθελα πραγματικά να πάω ή αν ήταν απλώς ένα καπρίτσιο. Είπα στον εαυτό μου ότι μου άξιζαν λίγες διακοπές προτού...» Λίγο έλειψε να μην τελειώσει τη φράση του, αλλά μιλούσε στη Θία και σ’ εκείνη μπορούσε να λέει τα πάντα, «...προτού ψάξω να βρω μια σύζυγο την επόμενη σεζόν». Μισώ τον εαυτό μου που αρπάχτηκα από τη δικαιολογία της ήττας του Βοναπάρτη για να αναβάλω αυτήν την αναζήτηση για ένα χρόνο -αυτός ήταν ο λόγος που έπινα. Είμαι δειλός, θα έπρεπε να είχα αντιπαρατεθεί με τις αναμνήσεις. Ο κίνδυνος να επαναληφθεί η ιστορία ήταν μικρός, ήταν αρκετά ασφαλές να αναζητήσει καινούργια σύζυγο. Η λογική το ήξερε, προφανώς όμως δε συνέβαινε το ίδιο και με το συναίσθημα. Φαίνεται πως τελικά υπήρχαν κάποια πράγματα που δεν μπορούσε να τα εξομολογηθεί ούτε στη Θία.


«Πάντα έχεις ένα σχέδιο», του είπε εκείνη τόσο ψυχρά που τον αιφνιδίασε. Τι περίμενε όμως; Να μείνει με ανοιχτό το στόμα, σοκαρισμένη που ο φίλος της μπορούσε να ξεχάσει τη Σερίνα; «Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συνεχίσουμε το δρόμο μας. Θέλω να είμαστε στο Ντόβερ μέχρι τις τέσσερις και μισή. Αυτό θα μας δώσει μία ώρα για να φορτώσουμε τις άμαξες και να προλάβουμε την παλίρροια». «Θα μεταφέρεις τις άμαξες στη Γαλλία; Πώς;» «Έχω νοικιάσει ένα πλοίο. Δε μου αρέσει η ταλαιπωρία». «Θαύμα. Εκτιμώ αφάνταστα την πολυτέλεια. Επιπλέον, έτσι θα έχουμε πολύ περισσότερο χώρο για ψώνια». «Ψώνια;» Η Θία που θυμόταν εκείνος δεν ενδιαφερόταν καθόλου για ψώνια. Ο Ρις κοίταξε το απαίσιο φόρεμα που φορούσε και ανατρίχιασε με το γούστο της. Δεν είχε σημασία, πριν από το ντεμπούτο της, θα αναλάμβανε η μητριά της την γκαρνταρόμπα της. Παρ’ όλη τη θολούρα του, θυμήθηκε ξαφνικά ότι του είχε πει πως είχε ήδη παρουσιαστεί σε τρεις σεζόν. Ότι είχε προτάσεις γάμου... Όχι, δεν ήταν δυνατόν. «Φυσικά. Τα ψώνια είναι ο κύριος στόχος του Παρισιού». Αυτήν τη φορά δεν τον ένοιαξε πόσο αδύναμος θα φαινόταν. Ο Ρις άρχισε να κλαψουρίζει.


Κεφάλαιο 3 Νιάρτφορντ, Γκρίνχάΐτ, Νόρθφλιτ. Διένυσαν τα επόμενα οκτώ χιλιόμετρα μέσα σε αμοιβαία σιωπή, προσπαθώντας να προσαρμοστούν στη νέα σχέση που είχαν ως συνταξιδιώτες. Ο Ρις, βέβαια, είχε ως δικαιολογία και τον πονοκέφαλο από το μεθύσι. Η Θία παραλίγο να του προτείνει να σταματήσουν στο επόμενο φαρμακείο για να πάρει κάποιο παυσίπονο, αλλά δίπλα της καθόταν ένας άντρας, όχι ένα παιδί. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να το παίξει μαμά του. «Τι ήταν αυτό που σ’ έκανε να κοκκινίσεις;» τη ρώτησε χωρίς, προεισαγωγές εκείνος. Η Θία ευχήθηκε να είχε ξαναφορέσει το βέλο της, αλλά μια τέτοια κίνηση δε θα ήταν καθόλου φιλική, τη στιγμή μάλιστα που ταξίδευαν στην ύπαιθρο. «Σκέφτηκα έναν άντρα». Στο κάτω κάτω, ανέκαθεν μπορούσε να λέει στον Ρις τα πάντα. Σχεδόν τα πάντα. «Αλήθεια;» Ο Ρις σταμάτησε να τεμπελιάζει στη γωνιά του και την κοίταξε ερωτηματικά. «Έναν πολύ ρομαντικό άντρα αν κρίνω από τα κατακόκκινα μάγουλά σου. Μήπως είσαι ερωτευμένη με τον καθηγητή σου της ζωγραφικής;» «Όχι». Ήταν φανερό ότι ο Ρις δεν μπορούσε να σταματήσει να τη βλέπει σαν ένα δεκαεξάχρονο κοριτσόπουλο. «Ούτε με το δάσκαλο της ζωγραφικής ούτε με κάποιον άλλο ρομαντικό άντρα. Εμένα οι άντρες δε με βλέπουν ρομαντικά. Αφού διαπιστώσουν ότι δεν είμαι εντελώς κουφιοκέφαλη και πως διαθέτω όλα τα δόντια μου, αλλά και ότι δε συνηθίζω να χασκογελάω, στη συνέχεια εξαφανίζονται για να κουβεντιάσουν με τον πατέρα μου το ύψος της προίκας μου, ζητώντας διαβεβαιώσεις ότι δε θα βρεθούν ποτέ αντιμέτωποι με τους συγγενείς της μητέρας μου». «Θία, δώσε μια ευκαιρία στον εαυτό σου. Επειδή δεν είχες μέχρι τώρα κάποια αξιοπρεπή πρόταση, αυτό δε σημαίνει ότι δε θα έχεις στο μέλλον». «Ρις, παρουσιάστηκα σε τρεις σεζόν. Δεν είμαι καμιά καλλονή, ούτε χαριτωμένη. Δε διαθέτω καν μια εκκεντρικότητα, που θα με έκανε ενδιαφέρουσα. Έχω ένα εντελώς κοινό παρουσιαστικό. Μεσαίο ύψος, συνηθισμένο πρόσωπο, μάτια, ανοιχτοκάστανα μαλλιά, που δεν πέφτουν σαν κυματιστός καταρράκτης στην πλάτη μου όταν τα αφήνω ελεύθερα. »Αν κάποιος άντρας έγραφε ποιητικούς στίχους υμνώντας τα φρύδια


μου, θα έσκαγα στα γέλια και θα του πρότεινα να αγοράσει γυαλιά. Όταν γελάω, κανείς δε συγκρίνει το γέλιο μου με κελάηδημα ή γάργαρο ποτάμι. Μπορώ να παίξω πιάνο και να τραγουδήσω, αλλά κανείς δεν είναι αρκετά τρελός ώστε να μου ζητήσει να το επαναλάβω». Ο Ρις φάνηκε μάλλον αμήχανος. «Μα έχεις...» «Αν μου πεις ότι έχω υπέροχο χιούμορ, θα χάσω όλη την εκτίμησή μου για σένα», τον προειδοποίησε. «Πολύ κλισέ». «Κι όμως, έχεις. Εκείνο πάντως που ήθελα να πω είναι ότι διαθέτεις το ταλέντο της φιλίας». «Ω». Αυτήν τη φορά ο Ρις την είχε ξαφνιάσει. Ήταν πολύ όμορφο αυτό που της είχε πει. Εκείνος ήταν πάντα γενναιόδωρος με τη φιλία του απέναντι της, απέναντι στον Πολ, που τον είχε προδώσει-, αλλά δεν είχε φανταστεί ότι είχε εκτιμήσει με τη σειρά του τη δική της φιλία, και τη συγκίνησε που το είχε θυμηθεί τώρα. «Τώρα με έκανες να κοκκινίσω για τα καλά», του είπε όσο πιο ανάλαφρα μπορούσε. «Ελπίζω ότι είμαι καλή φίλη. Πάντως, έχω όντως ένα ταλέντο και θα διαπιστώσεις ποιο είναι αυτό στο Παρίσι». «Τα ψώνια;» «Όχι ακριβώς. Πού βρισκόμαστε τώρα;» «Γκρέιβζεντ. Θα αλλάξουμε πάλι άλογα στο Στρουντ. Απέφυγες όμως την ερώτησή μου. Ποιος είναι αυτός ο άντρας που και μόνο η σκέψη του σε κάνει να κοκκινίζεις; Σου ράγισε την καρδιά;» Ο Ρις την πείραζε, αυτό ήταν όλο. Η Θία κατάφερε να βρει το χαμόγελό της. «Όχι εσκεμμένα. Βλέπεις, εκείνος δεν είχε ιδέα για τα αισθήματά μου, εξάλλου ήταν ερωτευμένος με κάποια άλλη». «Ήταν;» «Είναι, είμαι σίγουρη. Δεν υπήρξε ποτέ επιπόλαιος. Μη συγχύζεσαι πάντως για λογαριασμό μου. Συνέβη πριν από χρόνια». Ένα νεανικό ξεμυάλισμα, ένας τρυφερός πρώτος έρωτας. Μια παιδιάστικη αγάπη. Δόξα τω Θεώ, την είχε αφήσει πια πίσω της. Εκείνο το κορίτσι κι εκείνος ο νεαρός άντρας δεν υπήρχαν πια. Μόνο καμιά φορά στα όνειρα, αλλά θα ήταν πολύ σκληρό να παραιτηθεί από τον έρωτα και στα όνειρά της. Ωστόσο, ήταν επικίνδυνο να μένεις αγκιστρωμένος σε αυτά. Αν το είχε συνειδητοποιήσει αυτό νωρίτερα, η Θία δε θα είχε πιστέψει ποτέ ότι ο Άντονι την αγαπούσε πραγματικά όταν είχε αρχίσει να τη φλερτάρει. Όπως δε θα είχε πιστέψει και ότι θα μπορούσε να βρει έναν ώριμο, ίσως λιγάκι πεζό, αλλά παρ’ όλα αυτά ειλικρινή έρωτα. Οι ψευδαισθήσεις της είχαν


διαλυθεί απότομα όταν είχε κρυφακούσει τον πατέρα της να κουβεντιάζει τους όρους της προίκας της, να προσπαθεί να αποζημιώσει τον Άντονι με επιπλέον κτήματα επειδή θα τον απάλλασσε από την άχαρη κόρη του. Ο Ρις είχε το τακτ να σταματήσει τις ερωτήσεις, πράγμα που την ανακούφισε, γιατί δεν ήταν σίγουρη για πόσο ακόμα θα κατάφερνε να διατηρήσει αυτή την αδιάφορη μάσκα αν εκείνος συνέχιζε την ανάκριση. Έτσι κι αλλιώς, δεν έπρεπε να του είχε φανερώσει τόσο πολλά. «Κοίτα», είπε και κατέβασε το βέλο ι ης. «Πρέπει να φτάσαμε στο Στρουντ». *** Ήταν πέντε παρά τέταρτο όταν έφτασαν στο Ντόβερ και ο Ρις οδήγησε τους υπόλοιπους στο πανδοχείο Κουίν’ς Χεντ στην προκυμαία. «Θα πάω στο πλοίο και θα στείλω να σας πάρουν σε καμιά ώρα». Η Θία σταμάτησε στο κατώφλι. «Θα έρθω μαζί σου». Δεν τη συγκινούσε καθόλου η προοπτική να καθίσει στο αποπνικτικό σαλόνι με μια νυσταγμένη καμαριέρα κι ένα βαλέ που καθόταν στητός σαν μπαστούνι στην άκρη της καρέκλας του. «Εσύ πήγαινε να ξαπλώσεις και να κοιμηθείς λιγάκι, Πόλι». Ένα απ’ τα πράγματα που της άρεσε πάντα στον Ρις ήταν ότι δεν προσπαθούσε να την πείσει να μην κάνει πράγματα που δε θεωρούνταν συνετά για τις καθωσπρέπει κοπέλες. Η Θία τον έπιασε αγκαζέ και προχώρησε μαζί του στην προκυμαία. Ο αέρας παραμέρισε το βέλο από το πρόσωπό της, αλλά δεν υπήρχε κανείς εκεί γύρω που θα μπορούσε να την αναγνωρίσει. «Ο αέρας είναι αρκετά δυνατός», ψηλά κύματα χτυπούσαν την πέτρινη αποβάθρα, «και η θάλασσα δείχνει τρικυμισμένη, ακόμα και μέσα στο λιμάνι». «Σε πειράζει η θάλασσα;» «Δεν ξέρω. Δεν έχω πρόβλημα να μπω σε μια βάρκα στη λίμνη ή στο ποτάμι». «Η λίμνη και το ποτάμι δεν έχουν κύματα». «Όχι». Η Θία πήρε μια βαθιά ανάσα, για να ρουφήξει τον αναζωογονητικό θαλασσινό αέρα, που όμως μύριζε σάπια φύκια και απόβλητα. «Είμαι σίγουρη πως όλα είναι θέμα αντιμετώπισης». «Ή στομαχιού. Ίσως θα ήταν καλύτερα να αγοράσω μια λεκάνη», είπε ο Ρις, δείχνοντας με το κεφάλι του ένα μαγαζί με κεριά και σαπούνια. «Μπορεί να πουλάνε εκεί». «Θα έπρεπε να γράψουμε ένα βιβλίο οι δυο μας. Έναν πρακτικό οδηγό για όταν σκοπεύει να κλεφτεί κάποιος. Εσύ θα το προσεγγίσεις από τη με-


ριά του άντρα κι εγώ από της γυναίκας. Όλα τα πράγματα θα πρέπει να χωρούν σε μια μικρή βαλίτσα...» «...πάρα πολύ μικρή. Όχι μπαούλο», μπήκε ο Ρις στο παιχνίδι. «Μια σκοινένια σκάλα». «Ίσια παπούτσια για να μπορείς να την κατέβεις. Άλατα για εισπνοές». «Ένα χάρτη και μπόλικα χρήματα. Ένα καλό ζευγάρι άλογα για ξεκίνημα και εχέμυθους αμαξάδες». «Μια πυξίδα ώστε η κυρία να είναι σίγουρη ότι ο κύριος κατευθύνεται πράγματι προς τα σύνορα». «Κυνική! Επιπλέον αυτό καθιστά περιττή τη λεκάνη. Δε διασχίζουν θάλασσα». «Πράγματι. Κρίμα», είπε απογοητευμένη η Θία. «Μου άρεσε πολύ η εικόνα του ερωτευμένου κυρίου, που στρίβει τη γωνία αθόρυβα μέσα στη νύχτα, κρατώντας το φανάρι με τα δόντια του για να ανέβει τη σκοινένια σκάλα, με τη λεκάνη στερεωμένη κάτω από τη μασχάλη του». Ο Ρις γέλασε. «Και γιατί θα έπαιρνε τη λεκάνη μαζί του για να ανέβει τη σκάλα;» «Γιατί είναι νέος, ρομαντικός και χαζούλης. Βέβαια», πρόσθεσε γεμάτη ελπίδα, «μπορεί να είναι τέτοια η αγωνία της αγαπημένης του που να τη χρειαστεί. Ή να του χρησιμεύσει για να ρίξει ξερό το γονιό που θα τους κυνηγούσε». Ο Ρις ελευθερώθηκε από το πιάσιμό της και την πήρε από το χέρι. «Είσαι πολύ κακό κορίτσι», της είπε μ’ ένα χαμόγελο. «Μακάρι να ήμουν. Φοβάμαι πως είμαι απλώς πολύ πεζή». «Αν το να φύγεις από το σπίτι σου ντυμένη αγόρι και το να πείσεις ένα μεθυσμένο κύριο να σε συνοδεύσει στην αντίπερα όχθη της Μάγχης, σε συνδυασμό με τις τρελές φαντασιώσεις περί κλεψίματος, σε κάνουν πεζή, τότε ελπίζω να μη συναντήσω ποτέ μια γυναίκα με... ροπή προς την περιπέτεια». Ο Ρις την κοίταξε επίμονα τώρα. «Θία, πόσων χρονών είπες ότι είσαι;» Το χαμόγελό του την είχε ανακουφίσει και την είχε ζαλίσει σαν σαμπάνια. Όλα θα πήγαιναν καλά. Θα την έπαιρνε πραγματικά μαζί του. Δε θα άλλαζε γνώμη την τελευταία στιγμή. «Είκοσι δύο. Έξι χρόνια μικρότερή σου, όπως ήμουν πάντα». Τον κοίταξε γελώντας αφηρημένη και σκόνταψε σ’ ένα σκοινί. Ο Ρις την άρπαξε προτού πέσει στα άγρια χαλίκια. «Πρόσεχε! Είσαι καλά;» «Α, ναι». Ασφαλής στην αγκαλιά του και ξέπνοη από τα γέλια, η Θία σή-


κωσε το κεφάλι της, κάρφωσε το βλέμμα της στα γαλανά μάτια του και χαμογέλασε. Ξαφνικά, εκείνος έμεινε εντελώς ακίνητος, ύστερα τα μπράτσα του σφίχτηκαν γύρω της, ενώ τα μάτια του σκοτείνιασαν. Αυτό κράτησε ένα δευτερόλεπτο. Μία ώρα. Θέρμη, δύναμη, ένταση. Ένα σκληρό αντρικό κορμί πάνω στο δικό της. Ένα κορμί ξαναμμένο. Ύστερα ο Ρις την άφησε, έκανε ένα βήμα πίσω και την κοίταξε γεμάτος φρίκη. «Μα το Θεό, λυπάμαι! Να πάρει η οργή, Θία... Δεν είχα σκοπό ούτε για μια στιγμή να... να σε χουφτώσω έτσι». Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τον Ρις τόσο κλονισμένο. Ήταν απαίσιο για σένα να με πάρεις στην αγκαλιά σου, σωστά; «Σε παρακαλώ, μην το βλέπεις έτσι. Απλώς με στήριξες». Κάποτε θα έδινα ό,τι είχα και δεν είχα για να βρεθώ στην αγκαλιά σου. «Έτσι θα έπρεπε να το δεις κι εσύ», της πέταξε. Λες και ήταν δικό μου το λάθος, λες και ρίχτηκα εσκεμμένα στην αγκαλιά του... «Σου ζητώ συγγνώμη. Άφησέ με να σε συνοδεύσω πίσω στο πανδοχείο». Ο Ρις της πρόσφερε το μπράτσο του και εκείνη γλίστρησε τα δάχτυλά της κάτω από τον αγκώνα του. Μέσα από τα δερμάτινα γάντια της μπορούσε να νιώσει τη ζεστασιά του, τους χτύπους της καρδιάς του. Χτυπάει ξέφρενα, επειδή ανακάλυψε ότι είμαι γυναίκα! «Δε χρειάζεται να με γυρίσεις. Θα μου άρεσε να δω το πλοίο και να παρακολουθήσω τις άμαξες να φορτώνονται». Η Θία ήθελε να κάνει οτιδήποτε θα τη βοηθούσε να μη σκέφτεται ότι το κορμί που είχε σφίξει το δικό της ήταν... Ήταν το κορμί ενός άντρα, όχι ενός αγοριού. Ο Ρις την αγνόησε και συνέχισε να προχωρά με μεγάλα βήματα προς το Κουίν’ς Χεντ. Ύστερα, τη στιγμή που εκείνη ήταν έτοιμη να τραβήξει το χέρι της και να ελευθερωθεί, της είπε: «Έχεις δίκιο που δεν το είδες άσχημα. Φοβάμαι πως οι άντρες λειτουργούν με το ένστικτο κι όταν βρεθούν με μια γυναίκα στην αγκαλιά τους... Δεν είναι δικαιολογία αυτή, αλλά δεν πρέπει να το πάρεις προσωπικά. Ξέρεις ότι τρέφω απέραντο σεβασμό για σένα». Ο Ρις ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του. «Σε παρακαλώ, μη φοβάσαι, δεν πρόκειται να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Φυσικά, τώρα θα έχεις σοβαρές αμφιβολίες για το αν πρέπει να ταξιδέψεις μαζί μου. Θα αλλάξω θέση με την καμαριέρα σου για το υπόλοιπο ταξίδι ή θα μπορούσα να σε συνοδεύσω σε κάποια φίλη σου. Είσαι σίγουρη ότι δεν έχεις κάποια φίλη στην περιοχή;» Δεν είναι ανάγκη να το δείχνεις τόσο πολύ ότι δε βλέπεις την ώρα να με ξεφορτωθείς, ανεκδιήγητε άνθρωπε. «Δεν έχω καμία φίλη εδώ, εξάλλου ανυ-


πομονώ τόσο να φτάσω στη νονά που θα ταξίδευα και μέσα σε μια άμαξα γεμάτη αλήτες αν χρειαζόταν. Δε θα άντεχα να γυρίσω πίσω». Η Θία δεν ήξερε αν ήταν θυμωμένη μαζί του ή με τον εαυτό της που είχε απογοητευτεί με τη στάση του. Θα έπρεπε να είχε πάρει το μάθημά της από τον Άντονι. Τα χάδια είναι προδοτικά. Οι άντρες έχουν όλη την ελευθερία του κόσμου. Οι ανύπαντρες γυναίκες καμία. Ένιωσε το πλάγιο βλέμμα του, αλλά συνέχισε να κοιτάζει ίσια μπροστά της, τις ανώμαλες πέτρες. «Μείνε ήσυχος. Δε σκοπεύω να ξαναριχτώ στο αντρικό στέρνο σου». *** Ο Ρις την παρέδωσε με σχολαστική τυπικότητα στην καμαριέρα της. Η Θία περίμενε να κλείσει η πόρτα πίσω του, ύστερα πέταξε το βέλο και το τσαντάκι της και σωριάστηκε και η ίδια ο τον παχύ καναπέ. «Η θέα της θάλασσας σας ανακάτεψε, λαίδη μου;» Η Πόλι μάζεψε τα πεταμένα πράγματα και άρχισε να τυλίγει τις κορδέλες του καπέλου. «Εγώ την έχω συνηθίσει, αλλά γνωρίζω ανθρώπους που ζαλίζονται και μόνο που τη βλέπουν». Συνέχισε τη φλυαρία της, ανεπηρέαστη από τη σιωπή της Θία. «Ο Χοτζ μου είπε ότι ο λόρδος θα μεταφέρει τις άμαξες στο κατάστρωμα. Εκεί πρέπει να κοιμηθείτε εσείς, λαίδη μου. Στο μόνιππο με το παράθυρο ανοιχτό. Σας χρειάζεται καθαρός αέρας. Εγώ έχω συνηθίσει το αμπάρι και τη μυρωδιά της σεντίνας -βλέπετε, μεγάλωσα στη μαούνα του πατέρα μου, στον Τάμεση». «Αλήθεια;» Η Θία πίεσε τον εαυτό της να την παρακολουθήσει. Ήταν γελοίο να κάθεται εκεί πανικόβλητη -εξάλλου τα όσα της έλεγε η Πόλι ήταν λογικά. «Αυτό θα κάνω. Το κάθισμα του μόνιππου γίνεται κρεβάτι». «Αν θέλετε να ακούσετε τη συμβουλή μου, λαίδη μου, ελάτε να πλυθείτε τώρα και μη φορέσετε τον κορσέ σας όταν ξαναντυθείτε. Έτσι θα είστε πιο άνετα όταν ξαπλώσετε». Να μη φορέσει κορσέ; Ακουγόταν μάλλον... απρεπές. Της ξέφυγε ένα γελάκι. Απρεπές ή όχι, φαινόταν πολύ λογικό και η Θία μπορούσε να τυλίξει πάντα το παλτό γύρω της και να μην το προσέξει κανείς. Όχι πως είχε κάποιο πρόβλημα η σιλουέτα της ώστε να της είναι ο κορσές απαραίτητος. Διέθετε μια κοινή, απόλυτα συμμετρική σιλουέτα χωρίς πληθωρικές καμπύλες. Απόλυτα συνηθισμένη... «Βαρύς ο αναστεναγμός σας, κυρία. Υποθέτω ότι είστε κουρασμένη. Θα χτυπήσω το κουδούνι να σας φέρουν ζεστό νερό και στη συνέχεια να ξεκουραστείτε λιγάκι». Η Πόλι βγήκε βιαστικά και η Θία κάθισε ακίνητη με τα χέρια στην ποδιά της, μακριά από τα χείλη της, που τα ένιωθε να μυρμηγκιάζουν λες και τα


είχε αγγίξει ο Ρις με το στόμα του.

*** Απ’ όλες τις χαζομάρες που είχε κάνει ο εναγκαλισμός της Θία βρισκόταν στην κορυφή της λίστας. Τι τον είχε πιάσει; Η μόνη του παρηγοριά ήταν ότι δεν την είχε φιλήσει. Ο Ρις συνέχισε να προχωρά στην αποβάθρα, συνοφρυωμένος. Κάποια στιγμή ξέσφιξε τα δόντια του και βράδυνε το βήμα του. Κακομοίρη Θία, είχε κάθε δίκιο να φρίξει. Δεν την είχε δει ποτέ του παρά ως φίλη, ξαφνικά όμως εκείνη είχε βρεθεί στην αγκαλιά του, του είχε χαμογελάσει, μοσχομυρίζοντας ρόδα, και το κορμί του είχε αντιδράσει. Και εκείνη το είχε καταλάβει. Είκοσι δύο χρονών! Ο Ρις δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει ότι η Θία ήταν ενήλικη. Σταμάτα! Ακόμα και τώρα, προς μεγάλη του ντροπή, και μόνο που σκεφτόταν το στόμα της τόσο κοντά στο δικό του, ένιωθε τον ανδρισμό του να σκληραίνει. Η Θία. Μπορεί να ήταν αθεράπευτος κορτάκιας, αλλά ποτέ μα ποτέ δεν είχε αποπλανήσει παρθένα. «Λόρδε μου;» Ο Ρις συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν στα πόδια ενός γερανού, Δίπλα σε μια γεροφτιαγμένη μαούνα. Με την παλίρροια φουσκωμένη, το κατάστρωμα του πλοίου βρισκόταν στο ύψος της προκυμαίας και εκεί στεκόταν ένας άντρας, με μπλε παλτό και το καπέλο φορεμένο προς τα πίσω, που τον περιεργαζόταν με τα χέρια στη μέση. Άντρες απομάκρυναν τα υποζύγια από τις άμαξες υπό το άγρυπνο βλέμμα του Τομ Φίλινγκ, του αμαξά. «Είμαι ο λόρδος Πέλγκρεϊβ. Εσύ είσαι ο κάπτεν Χάρις Γουίλμοτ;» «Μάλιστα, λόρδε μου, και το πλοίο είναι η Νάνσι Ρόουζ, έτοιμη να σας μεταφέρει στη Διέπη σε περίπου μία ώρα». «Πόσο θα μας πάρει να διασχίσουμε τη Μάγχη;» Ο καπετάνιος μισόκλεισε τα μάτια του και κοίταξε τον ουρανό. «Είκοσι τέσσερις ώρες περίπου». «Περίπου;» ρώτησε ο Ρις. Είκοσι τέσσερις ώρες μέσα σ’ ένα πλοίο με μια θυμωμένη γυναίκα ήταν μάλλον δίκαιη τιμωρία, αλλά δεν του άρεσε να μην ξέρει πού πατάει. «Ανάλογα με τις ξαφνικές αλλαγές του καιρού, κάποιο ατύχημα στα ξάρτια, το ενδεχόμενο να μας σταματήσει η ακτοφυλακή για έλεγχο», του απάντησε ο Χάρις. «Άγνωστες οι βουλές του Κυρίου, μπορεί να πέσει κάποιος στη θάλασσα, να συγκρουστούμε με φάλαινα...» Ο Ρις δάγκωσε τη γλώσσα του. Ο καπετάνιος ήταν κυρίαρχος στο σκά-


φος του και δε θα το έπαιρνε καλά αν υπεροπτικά του έδινε εντολή να βιαστεί. «Προσπάθησε να αποφύγεις τις φάλαινες», του είπε χαμογελώντας, για να του δείξει ότι ήξερε πως το τελευταίο ήταν αστείο. Τουλάχιστον το έλπιζε, σκέφτηκε και ανέβηκε να παρακολουθήσει τους άντρες, που έδεναν τις άμαξες με σκοινιά στο γερανό. Του άρεσε να παρακολουθεί ανθρώπους που ήξεραν να κάνουν τη δουλειά τους. Μέσα σε μισή ώρα, οι άμαξες είχαν φορτωθεί στο κατάστρωμα και είχαν δεθεί, οι ιπποσκευές και τα υποζύγια βρίσκονταν στη θέση τους. Ο Ρις στο μεταξύ είχε ξαναβρεί την ψυχραιμία του και επέστρεψε στο πανδοχείο να πάρει τους υπόλοιπους. Η μόνη ενδεδειγμένη προσέγγιση ήταν να φερθεί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. *** Όπως ανακάλυψε, η Θία ήταν εξίσου καλή ηθοποιός μ’ εκείνον. «Η Πόλι είναι έμπειρη ναυτίνα», του είπε την ώρα που έφευγαν από το πανδοχείο, ενώ ένα αγόρι πίσω τους μετέφερε τις χειραποσκευές τους με το καροτσάκι του. «Με συμβούλευσε να κοιμηθώ στο μόνιππο, όπου θα έχω καθαρό αέρα. Σας δημιουργεί αυτό κάποιο πρόβλημα, λόρδε μου;» Ο Ρις υιοθέτησε τον τυπικό τόνο της μπροστά στους υπηρέτες. «Κάθε άλλο, λαίδη Αλθία. Υποθέτω ότι θα σας συντροφεύσει κι εκείνη;» «Λέει ότι προτιμάει το αμπάρι. Δεν υπάρχουν άλλοι επιβάτες στο πλοίο, σωστά; Σίγουρα θα είμαι ασφαλής μόνη». «Θα κοιμηθώ κι εγώ στην άμαξα με τον Χοτζ. Δεν έχετε παρά να φωνάξετε αν φοβηθείτε, αλλά θα είστε ασφαλής». «Συγγνώμη, λόρδε μου, αλλά θα το εκτιμούσα αν μου επιτρέπατε να περάσω τη νύχτα στο αμπάρι. Δε μου αρέσει η θάλασσα». Το πρόσωπο του βαλέ ήταν ανέκφραστο σαν να έπαιζε πόκερ και ο Ρις αναρωτήθηκε αν ήταν ο φόβος της θάλασσας ή η Πόλι που είχε οδηγήσει σε αυτή την επιλογή τον υπηρέτη του. «Όπως θέλεις, Χοτζ. Φρόντισε μόνο να υπάρχουν κουβέρτες και μαξιλάρια για τη λαίδη Αλθία». Ο Ρις βοήθησε τη Θία στη βάση της σκάλας και στη συνέχεια άφησε το ναύτη που στεκόταν στο κατάστρωμα να πιάσει το χέρι της και να την οδηγήσει με ασφάλεια πάνω. Η παλιά καλή Θία, σκέφτηκε με τρυφερότητα. Λογική, προσγειωμένη, αρκετά γενναία ώστε να μη μορφάσει βλέποντας τη στενή ξύλινη σκαλίτσα πάνω από το νερό. Ήταν γελοίο να ανησυχεί ότι θα την είχε επηρεάσει εκείνη η σύντομη στιγμή στην προκυμαία. Στα έξι χρόνια που είχαν μεσολαβήσει είχε ξεχάσει τι άνθρωπος ήταν -έξυπνη, πιστή, διασκεδαστική και απόλυτα λογική.


Αρκεί να μην της καρφωνόταν κάποια τρελή ιδέα, γιατί τότε δεν τη σταματούσε κανείς. Ακόμα και σ’ εκείνα τα αμήχανα χρόνια της εφηβείας, που όλα τα κοριτσάκια είχαν αρχίσει ξαφνικά να μεταμορφώνονται σε μυστηριώδη πλάσματα που τον τρέλαιναν, τόσο που είχε φτάσει μάλιστα να ερωτευτεί ένα απ’ αυτά, η Θία είχε παραμείνει τιμητικά το αγοροκόριτσο. Δε χασκογελούσε ποτέ, δεν τον είχε χρησιμοποιήσει ούτε μια φορά για να τελειοποιήσει την τέχνη του φλερτ, δεν τον είχε κάνει ποτέ να χάσει τα λόγια του πεταρίζοντας τις βλεφαρίδες της. Η Θία παρέμενε και τώρα αγοροκόριτσο. Δεν ήταν να απορεί κανείς που δεν είχε δεχτεί ούτε μία κανονική πρόταση γάμου. Ο Ρις ακούμπησε τους αγκώνες του στην κουπαστή δίπλα της. «Η περιπέτειά μας ξεκινάει». Το χαμόγελο που του χάρισε εκείνη αντί για απάντηση δεν ήταν το, ξέγνοιαστο χαμόγελο της νεαρής Θία. Έκρυβε κάτι που δεν μπόρεσε να το προσδιορίσει, μια αγωνία, μια κούραση. Η Θία, όμως, θα ήταν μια χαρά όταν θα έφταναν στην απέναντι άχθη, μετά από έναν καλό ύπνο τη νύχτα. Ένα άσχημο ποντικάκι -μα τι στην ευχή τον είχε πιάσει και τον άναβε τόσο αυτή η κοπέλα; Θα πρέπει να έφταιγε ο πονοκέφαλος από το μεθύσι, αυτό ήταν. *** Η Θία περιεργαζόταν το προφίλ του Ρις, ενώ εκείνος παρακολουθούσε τους ναύτες να βγάζουν τη μαούνα από το λιμάνι. Τα μάτια του ήταν ακόμα βαριά, θα πρέπει να έφταιγε ο πονοκέφαλος από το μεθύσι. Πόσος καιρός είχε περάσει απ’ όταν είχε συνειδητοποιήσει ότι τα αισθήματά της για τον παιδικό φίλο της είχαν αρχίσει να αλλάζουν; Και πώς ήταν δυνατόν εκείνος, που την καταλάβαινε πάντα τόσο καλά, να μην είχε προσέξει ότι τον είχε ερωτευτεί τη στιγμή που είχε πέσει από την αχλαδιά του Γκρέιβστοκ και είχε σπάσει το μπράτσο του; Πρέπει να πήγαιναν οκτώ χρόνια από τότε. Πάρα πολύς καιρός! Ο Ρις της έλεγε πάντα ότι ήταν πεισματάρα, και πρέπει να είχε δίκιο. Σίγουρα η λατρεία της γι’ αυτόν ήταν πεισματική γιατί είχε κρατήσει μήνες, είχε ανθήσει εν αγνοία του στο άγονο έδαφος της πρόσχαρης φιλίας του και στη συνέχεια στην έρημο της απουσίας του. Τελικά, η Θία είχε βρει τη λογική της, είχε μεγαλώσει και είχε αφήσει πίσω της αυτή την αγάπη. Έτσι, με το που είχε ακούσει ότι ο Ρις θα έφευγε για περιοδεία στην Ευρώπη, της είχε φανεί πολύ καλή ιδέα να πάει σ’ αυτόν, καθώς το ταξίδι του θα περιλάμβανε οπωσδήποτε και τις πόλεις της Ιταλίας. Δεν της είχε περάσει ούτε για μια στιγμή από το μυαλό ότι μπορεί να ήταν επικίνδυνο να


βρεθεί μόνη μαζί του. Είχε ξεπεράσει από καιρό το παιδιάστικο ξεμυάλισμά της και δε θα μπορούσε να ξεχάσει ποτέ ότι ο συγκεκριμένος άντρας ήταν ερωτευμένος με άλλη γυναίκα. Αν δεν ήταν, θα είχε φροντίσει να παντρευτεί μέχρι τώρα. Δεν είχε υπολογίσει όμως τα παλιά της συναισθήματα. Τον αισθησιασμό που είχε ξυπνήσει ξαφνικά μέσα της. Και τότε θυμήθηκε την απόρριψή του όταν είχε βρεθεί λίγο πριν στην αγκαλιά του. Όχι, ήταν απόλυτα ασφαλής. Ο μόνος κίνδυνος ήταν να ντροπιαστεί ανεπανόρθωτα, αφήνοντάς τον να διακρίνει ότι τη συνάρπαζε ως άντρας.


Κεφάλαιο 4 Το ταξίδι στη θάλασσα ήταν πιο ευχάριστο απ’ ό,τι περίμενε η Θία. Ο ήλιος έλαμπε, το βαρύ παλτό της την προστάτευε από τον αέρα και ήταν διασκεδαστικό να παρακολουθεί τις διάφορες δουλειές μέσα στο πλοίο. Ο καπετάνιος τούς οδήγησε γραμμή στο κανάλι, όπου συνάντησαν κατά μέτωπο τα ορμητικά κύματα, αλλά από τη στιγμή που συνήθισε το κούνημα, η Θία ένιωσε άνετα. «Στηρίξου στο μπράτσο μου», την παρότρυνε ο Ρις. Ήταν μια χαζή παραχώρηση να στηριχτεί πάνω του, να νιώσει τη δύναμή του να της προσφέρει ασφάλεια, να γίνει για λίγο το επίκεντρο της προσοχής και της φροντίδας του. Αυτό όμως ήταν κάτι που έκανε τις γυναίκες να νιώθουν όμορφα: παραχαϊδεμένες, πολύτιμες, εύθραυστες. «Μπορούμε να περιδιαβούμε παρέα το κατάστρωμα τρικλίζοντας», πρόσθεσε εκείνος, αποσπώντας το γέλιο της. Όχι, ο Ρις δεν την αντιμετώπιζε σαν ντελικάτο λουλούδι. Το αγοροκόριτσο η Θία, αυτή είμαι για εκείνον. Ήταν δύσκολο να κουβεντιάσουν, ο αέρας έπαιρνε τα λόγια απ’ το στόμα τους, αρκέστηκαν λοιπόν, να δείχνουν σιωπηλοί ο ένας στον άλλον τα διάφορα αξιοθέατα -τους περίφημους Λευκούς Γκρεμούς, που άστραφταν κάτω από τον απογευματινό ήλιο, το μούτσο του καραβιού που σκαρφάλωνε σαν μαϊμού στα ξάρτια, τους γλάρους που τους συνόδευαν. Όλο αυτό τη διευκόλυνε να το ρίξει στις αναπολήσεις, να θυμηθεί. Ήταν δεκατεσσάρων χρονών, λίγους μήνες πριν είχε γίνει γυναίκα, και ένιωθε ακόμα αμήχανη με τις αλλαγές στο κορμί και στη διάθεσή της. Ο Ρις είχε κλείσει τα είκοσι και τα δύο τελευταία χρόνια είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού με αγόρια φίλους του. Παρ’ όλα αυτά, όταν επέστρεφε, την αντιμετώπιζε όπως πάντα, σαν τη μικρή του φίλη, δεν την έβλεπε σαν μπελά ή σαν κοριτσάκι. Τώρα που το ξανασκεφτόταν, το έκανε αυτό γιατί δεν την είχε δει ποτέ ως γυναίκα, κάτι όχι και τόσο κολακευτικό. Θυμήθηκε ότι είχε σκεφτεί ανακουφισμένη πως ο φίλος της δεν είχε αλλάξει καθόλου μέσα στους πέντε μήνες που είχε να τον δει. Όταν όμως εί-


χε μπει ξαφνικά στο δωμάτιο η δεκαεφτάχρονη, ξανθιά και όμορφη Σερίνα Χάλστοου και ο Ρις την είχε κοιτάξει όπως δεν τον είχε δει να κοιτάζει καμία άλλη. Η Θία δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε, είχε αναγνωρίσει όμως τη ζήλια της. Δεν ήθελε πολύ για να χαστουκίσει τη Σερίνα, που άρχισε να πεταρίζει τις βλεφαρίδες της, ενώ ο Ρις την κοιτούσε σαν χάννος. Η Θία είχε κλειστεί μουτρωμένη στο καλοκαιρινό περίπτερο χωρίς να την πάρει κανείς είδηση, μέχρι που είχε ηρεμήσει. Ο Ρις ήταν τσιμπημένος με τη Σερίνα, η οποία δεν έδειχνε να την ενοχλεί αυτό καθόλου. Το πρόβλημα ήταν πως και η Θία δεν τον έβλεπε πια ως τον καλύτερο φίλο της, τα αισθήματά της απέναντι του είχαν αλλάξει. Τον αγαπούσε. Δεν ήταν σίγουρη τι σήμαινε αυτό, απλώς ήξερε ότι του είχε χαρίσει την καρδιά της. Στα δεκατέσσερα πιστεύεις πως η αγάπη αυτή θα είναι παντοτινή. Τώρα ήξερε καλύτερα. Η ευφορία της είχε κρατήσει μέχρι το δείπνο όταν είχε αντικρίσει τυχαία στο μεγάλο καθρέφτη τη μορφή της δίπλα στη Σερίνα. Μπορεί τα αισθήματά της να είχαν ωριμάσει, να άρχιζε να ωριμάζει και το κορμί της, αλλά μπροστά στη Σερίνα, που ήταν ήδη γυναίκα, εκείνη ήταν ακόμα κοριτσάκι. Η εμφάνιση δεν ενδιέφερε ποτέ τη Θία, που έδινε μεγαλύτερη σημασία στο χαρακτήρα. Η μητριά της τη νουθετούσε συνέχεια: «Στάσου ίσια. Ξέβγαλε τα μαλλιά σου με ξίδι για να τούς δώσεις λάμψη. Κάλυψε με κρέμα τις φακίδες σου». Τις περισσότερες φορές, όμως, την κοιτούσε και αναστέναζε απογοητευμένη. Βλέποντας την εικόνα της στον καθρέφτη δίπλα στη Σερίνα, η Θία είχε συνειδητοποιήσει το γιατί. Το παρουσιαστικό της ήταν πολύ κοινό. Δεν είχε τίποτε το ενδιαφέρον για να τραβήξει τους άντρες. Όχι πως η Θία ενδιαφερόταν γενικά για τους άντρες, μόνο για τον Ρις. Ο Ρις όμως είχε μάτια μόνο για τη Σερίνα. Μέσα σ’ ένα βράδυ η Θία είχε συμβιβαστεί με την αλήθεια. Δεν ήταν ο τύπος που θα τραβούσε την προσοχή ενός γοητευτικού γαμπρού, γιατί οι γοητευτικοί γαμπροί δικαιούνται να έχουν δίπλα τους πανέμορφες νύφες. Είχε απογοητεύσει τον πατέρα της, γι’ αυτό δεν την αγαπούσε, ενώ ο Ρις δεν την έβλεπε σαν γυναίκα -ως εκ τούτου δεν την ήθελε ούτε αυτός. Είχε περάσει όλο εκείνο το καλοκαίρι κλεισμένη στον εαυτό της και ακόμα και η νονά της, που συνήθως ήταν πολύ διορατική, είχε αποδώσει στο γεγονός στην άχαρη φάση. Όταν είχε ξανασυναντήσει τον Ρις, η Θία είχε δαμάσει τον ηλίθιο, παιδιάστικο έρωτά της και είχε προσγειωθεί στην πραγματικότητα.


Τελικά ήταν καλύτερα έτσι -τα όνειρα πληγώνουν. «Μία πένα για τις σκέψεις σου». Ο Ρις είχε σκύψει στο αυτί της και η ζεστή ανάσα του χάιδεψε την ξυλιασμένη επιδερμίδα της. «Μόνο μία πένα;» Το γέλιο της ακούστηκε στα αυτιά της στριγκό, όπως οι φωνές των γλάρων, αλλά εκείνος δεν έδειξε να το πρόσεξε. «Δέκα γκινέες το λιγότερο, λόρδε μου. Είναι βαθυστόχαστες σκέψεις και αφορούν την προϊστορία». «Είσαι διανοούμενη, Θία;» την πείραξε ο Ρις. «Φοβάμαι πως δεν είμαι τόσο σοβαρή». «Δόξα τω Θεώ», της απάντησε. «Αυτό αγαπούσα πάντα σ’ εσένα. Αν και είσαι πολύ έξυπνη, είσαι και αφάνταστα διασκεδαστική για παρέα». Το στομάχι της αναπήδησε, αλλά δεν έφταιγε το κούνημα από τα κύματα. «Ώστε αυτός ήταν ο λόγος; Κι εγώ που νόμιζα πως ήταν επειδή σκαρφιζόμουν τα πιο εξωφρενικά ψέματα για να σε γλιτώνω από τους μπελάδες». Με αγαπάει; Ως φίλος, ναι, χωρίς αμφιβολία. Ο Ρις ήταν πάντα πιστός φίλος. Πώς θα ήταν άραγε αν τον άκουγε να λέει αυτά τα λόγια και να τα εννοεί, όπως όταν τα έλεγε στη Σερίνα; Ο Ρις είχε ερωτευτεί τη Σερίνα Χάλστοου, την είχε ξεμυαλίσει, την είχε κερδίσει, τουλάχιστον αυτό πίστευαν όλοι. Στη συνέχεια, όμως, τη μέρα του γάμου τους, η Σερίνα το είχε σκάσει με τον Πολ Γουέστον, τον καλύτερο φίλο του, παρατώντας τον Ρις στα σκαλιά της εκκλησίας μ’ ένα σημείωμα. Εκείνη τη σοκαριστική στιγμή τόσο ο ίδιος όσο και η Θία είχαν συνειδητοποιήσει ότι η Σερίνα είχε χρησιμοποιήσει το φλερτ της μαζί του για να καμουφλάρει την περιπέτειά της μ’ έναν άλλον άντρα, που δεν είχε πολλά χρήματα και πρόσφερε μικρότερες προοπτικές. Τον Πολ. Η Θία είχε σφίξει την άχρηστη ανθοδέσμη της νύφης μέχρι που τα κοτσάνια είχαν λυγίσει στα χέρια της. Φυσικά. Τον Πολ, τον οποίο ο λόρδος Χάλστοου απέρριπτε σε κάθε ευκαιρία ως ανεπρόκοπο και αλήτη. Για ένα δευτερόλεπτο, για ένα ντροπιαστικό δευτερόλεπτο, η καρδιά της είχε τραγουδήσει. Ο Ρις ήταν ελεύθερος. Ύστερα είχε συνειδητοποιήσει πως μπορεί να ήταν ελεύθερος, αλλά η καρδιά του ήταν ραγισμένη, όσο καλά κι αν προσπαθούσε να το κρύψει. Το τελευταίο που του χρειαζόταν ήταν η άχαρη παιδική φίλη του. Η Θία είχε δαγκώσει τα χείλη της και είχε καταχωνιάσει για πάντα εκείνο το ανόητο, ρομαντικό κορίτσι μέσα της. Ήταν μεγάλη γυναίκα πια. Όταν είχε κάνει το ντεμπούτο της, όσοι την είχαν φλερτάρει είχαν επιβεβαιώσει τα λεγάμενα της μητριάς της. Οι ά-


ντρες δεν ενδιαφέρονται για γυναίκες με κοινό παρουσιαστικό εκτός κι αν αυτές διαθέτουν χρήματα και γνωριμίες. Η ίδια διέθετε και από τα δύο, αλλά οι επίδοξοι μνηστήρες ήταν αρκετά απρόσεκτοι ώστε να της δείχνουν ότι αυτή ήταν και η μοναδική αξία της για εκείνους. Δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για το χιούμορ της, την εξυπνάδα της, το δώρο της φιλίας. Η Θία δε θα είχε ζητήσει ποτέ από τον Ρις να την πάρει μαζί του σε αυτό το ταξίδι αν δεν πίστευε πως εκείνος ο παιδιάστικος έρωτάς της ανήκε στο παρελθόν. Και φυσικά εκεί ανήκε. Μόνο που δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι εκείνος θα την άγγιζε όπως την είχε αγγίξει από την πρώτη κιόλας μέρα. «Κουρασμένη;» Ο Ρις είχε γείρει, ακουμπώντας τους αγκώνες του στην κουπαστή. Το παλτό του είχε ανοίξει, αποκαλύπτοντας τα γερά μυώδη πόδια του ιππέα, το φαρδύ στέρνο, το επίπεδο στομάχι κάτω από την αλυσίδα του ρολογιού, που στόλιζε το μεταξωτό γιλέκο του. «Τα μάτια σου δείχνουν πολύ βαριά». Το κορμί της την πονούσε, τα βλέφαρά της ήταν βαριά. Η Θία γνώριζε την αιτία, αλλά ήταν δύσκολο να την πολεμήσει. Ήταν κουρασμένη, αυτό ήταν το πρόβλημα. Απ’ τη στιγμή που θα κοιμόταν καλά τη νύχτα, σ’ ένα κανονικό κρεβάτι, θα κατάφερνε να ελέγξει απόλυτα αυτά τα εξοργιστικά ζωώδη ένστικτά της. Στο κάτω κάτω, ήταν μια έξυπνη γυναίκα. Λογική. Αυτό ήταν το μόνο που χρειαζόταν -κοινός νους. «Θα πρέπει να φταίει ο θαλασσινός αέρας», μουρμούρισε. Ο ίδιος θαλασσινός αέρας που κολλούσε το πουκάμισο του Ρις στο κορμί του και ανέμιζε τα μαλλιά του προς τα πίσω. Ο νεαρός άντρας που θυμόταν είχε μεγαλώσει και είχε αλλάξει, όπως ένα παιχνιδιάρικο κουταβάκι, που -χωρίς να το πάρεις είδηση- μετατρέπεται σε μυώδη φονική μηχανή. Το θέμα δεν ήταν απλώς σωματικό. Ο Ρις διέθετε τώρα μια καινούργια σιγουριά. Ήξερε ποιος ήταν, τι ήταν. Ζούσε με απόλυτη αυτοπεποίθηση. Αν και αντισυμβατικός, ήταν ο αφέντης του σπιτιού του και απήλαυε του σεβασμού της κοινωνίας. Η φήμη του ως γαιοκτήμονα ήταν άμεμπτη. Απολάμβανε την κοινωνική ζωή, τον ανταγωνισμό με τους υπόλοιπους καρχαρίες, σ’ ένα περιβάλλον που δεν έδειχνε καμιά ανοχή, σ’ έναν κόσμο όπου επιβίωναν μόνο οι σίγουροι, οι γενναίοι, όσοι διέθεταν φινέτσα και είχαν πνευματικές και σωματικές αρετές. Αλήθεια, αναρωτήθηκε η Θία, πώς τα αποκτά όλα αυτά ένας τόσο νέος άντρας; Σίγουρα ο Ρις δεν είχε νιώσει ποτέ αμφιβολίες, το φόβο ή την αβεβαιότητα που εκείνη προσπαθούσε διαρκώς να ξεπεράσει.


Κι όσο για το ότι της δημιουργούσε αμηχανία, η Θία δεν ήταν πια κορίτσι. Είχε διαβάσει πολλά βιβλία, είχε παρακολουθήσει απ’ τα παρασκήνια πολλά φλερτ, είχε επιτρέψει στον Άντονι οικειότητες, που είχαν ξεπεράσει κατά πολύ τα ευπρεπή όρια, και ας την είχαν απογοητεύσει, διδάσκοντάς την ελάχιστα. Αυτό που ένιωθε ήταν απλώς σεξουαλική επιθυμία. Όσο κι αν έλεγε στον εαυτό της ότι οι κυρίες δεν πρέπει να παρασύρονται από τέτοια ένστικτα, αυτό δε βοηθούσε. Ή η ίδια αποτελούσε την εξαίρεση, και ήταν η μόνη έκφυλη καλοαναθρεμμένη δεσποινίς, ή τα όσα τους έλεγαν για το σεξ ήταν ένα μάτσο μπούρδες. Η Θία υποπτευόταν πως ίσχυε το δεύτερο. «Ο θαλασσινός αέρας και το γεγονός ότι έχεις να κοιμηθείς κανονικά δύο νύχτες», έκανε τη διάγνωσή του ο Ρις. Φαίνεται πως είχε την ικανότητα να διαβάζει κάποιες από τις σκέψεις της. Η Θία προσευχήθηκε να μην τις διάβαζε όλες. «Πάντως η τρικυμία δε δείχνει να σε επηρεάζει, άρα μάλλον θα καταφέρεις να κοιμηθείς κάποιες ώρες απόψε». «Συμφωνώ, είναι πολύ ωραίο το σκαμπανέβασμα. Πολύ ρυθμικό», του απάντησε και έγλειψε τα χείλη της, που είχαν την αρμύρα της θάλασσας. «Λόρδε μου, λαίδη Αλθία. Το δείπνο έχει σερβιριστεί αν θέλετε να κατεβείτε», τους ανήγγειλε ο Χοτζ. Η Πόλι είχε δίκιο. Στα διαμερίσματα κάτω από το κατάστρωμα υπήρχε μια δυσάρεστη οσμή και το κούνημα εκεί, απ’ όπου δεν μπορούσες να δεις τον ορίζοντα, ήταν πιο αισθητό απ’ όσο όταν έγερνες στην κουπαστή. Η Θία έβαλε σ' ένα πιάτο ψωμί και τυρί, πήρε και μια κούπα με τσάι και ξαναγύρισε στο κατάστρωμα, αναστενάζοντας ανακουφισμένη, τόσο για τον καθαρό αέρα όσο και για τη διακοπή. Ο Ρις τη βρήκε καθισμένη σ’ ένα βαρέλι να πίνει το σκούρο τσάι της. «Σίγουρα εδώ είναι πολύ πιο καλά από κει κάτω», της είπε ανατριχιάζοντας και δάγκωσε ένα κομμάτι κρεατόπιτα. «Ρις, γιατί δε βρίσκεις μια σύζυγο τώρα;» Εκείνος την κοίταξε, κρατώντας πάντα την κρεατόπιτα στο χέρι, ένα κομμάτι φύλλο έπεσε στο κατάστρωμα χωρίς να το προσέξει κανείς. Αχ, θεέ μου, τι μ ’ έπιασε και το ξεφούρνισα αυτό; Ήταν όμως πια πολύ αργά για να πάρει την ερώτηση πίσω, έτσι βιάστηκε να συνεχίσει. «Σε λίγο η σεζόν θα βρίσκεται στο φόρτε της ή θα μπορούσες να πας στο Μπράιτον. Εκεί θα είχες την ευκαιρία να βρεις πολλές καλές νύφες και στη συνέχεια να περάσεις το μήνα του μέλιτος στην Ευρώπη». «Είναι πολύ νωρίς», της απάντησε εκείνος και η έκφρασή του δεν της έδωσε κανένα θάρρος να συνεχίσει την κουβέντα.


Πολύ νωρίς; Ύστερα από έξι χρόνια; Πόσο θέλει να γιατρευτεί μια πληγωμένη καρδιά; Αν ο Ρις με παρατούσε στα σκαλιά της εκκλησίας, εγώ θα μπορούσα να παντρευτώ κάποιον άλλον έστω και μετά από έξι χρόνια; Μάλλον όχι. Άρα, εξακολουθεί να την αγαπά. *** Ο Ρις ένιωσε σαν να είχε κλοτσήσει το αγαπημένο του σκυλί. Η Θία δεν του είχε επιτεθεί, ούτε είχε δείξει πειραγμένη, είχε γίνει όμως πιο απόμακρη. «Φυσικά, ήταν μεγάλη αναισθησία από μέρους μου να ρωτήσω», του είπε τόσο προσεκτικά, λες και οι λέξεις να ήταν φτιαγμένες από γυαλί και φοβόταν μη σπάσουν. «Δεν είσαι άστατος. Αγαπάς ακόμα τη Σερίνα. Θα σου είναι δύσκολο να βρεις άλλη νύφη από καθήκον». Αγαπούσε ακόμα τη Σερίνα; Φυσικά και όχι. Ο Ρις παραλίγο να το δηλώσει αυτό φωναχτά, αλλά συνειδητοποίησε πως αν έλεγε κάτι τέτοιο, θα σόκαρε τη Θία. Η παλιά φίλη του τον θεωρούσε πιστό, ακέραιο, το είδος του άντρα που όταν αγαπήσει μια γυναίκα, την αγαπάει για μια ζωή. Αυτός δεν ήξερε γιατί, αλλά δεν μπορούσε να το διακινδυνεύσει να παραδεχτεί την αλήθεια και να χάσει την εκτίμησή της. Ο Ρις είχε χρειαστεί έξι μήνες, όχι έξι χρόνια, για να ξαναβρεί τα συγκαλά του. Έξι μήνες με αδιάκοπα μεθύσια και μια σειρά ερωμένες, που δεν του πρόσφεραν καμία ικανοποίηση. Πίστευε πως από τη στιγμή που δεν ήταν άξιος να αγαπηθεί, τότε δεν είχε κανένα νόημα να φέρεται ως κύριος, να φροντίζει τα κτήματά του ή να νοιάζεται τους φίλους του. Ύστερα είχε ξυπνήσει ένα πρωί και είχε αναρωτηθεί γιατί τιμωρούσε με αυτόν τον τρόπο τον εαυτό του. Δεν είχε σπρώξει ο ίδιος τη Σερίνα στην αγκαλιά του Πολ. Εκείνη βρισκόταν εκεί απ’ την αρχή. Τον είχε ξεγελάσει, του είχε πει ψέματα, τον είχε χρησιμοποιήσει. Τότε αποφάσισε πως δε θα άφηνε το ποτό να τον οδηγήσει μια ώρα γρηγορότερα στον τάφο για μια γυναίκα που δεν τον είχε αγαπήσει ποτέ. «Εκείνο που εννοούσα είναι ότι χρειάζομαι λίγες διακοπές. Δούλεψα πολύ σκληρά στα κτήματά μου, εφαρμόζοντας τις καινούργιες μεθόδους καλλιέργειας, συγκομιδής, σταβλισμού των ζώων, αλλά και για την αναβάθμιση των κατοικιών των αγροτών. Θέλω μια αλλαγή, κάτι το εντελώς διαφορετικό». Το είχε παραρίξει επίσης στην κραιπάλη όλη τη σεζόν, χαρτιά, γυναίκες, αλλά αυτό δεν μπορούσε να το πει στη Θία. Ο Ρις ήπιε μια γουλιά μπίρα, παρακολουθώντας με την άκρη του ματιού του τη Θία, που μασούσε μια μπουκιά ψωμί σαν να προσπαθούσε να χωνέψει τα λόγια του ταυτόχρονα με το φαγητό της.


Ποια θα ήταν η αντίδρασή της αν της έλεγε την αλήθεια; Θέλω να συγκεντρώσω το μυαλό μου προτού διαλέξω μια γυναίκα που δε θα με προδώσει, που θα παίξει το ρόλο της, τηρώντας τη συμφωνία, μας, που θα γίνει μια ευγενική και καθόλου απαιτητική κόμισσα, με την οποία θα μπορέσω να συνυπάρξω για το υπόλοιπο της ζωής μου. Όλο αυτό, όμως, μου φαίνεται τόσο ψυχρά, πανάθεμα με, τόσο μηχανιστικό, που αναζητώ δικαιολογίες για να το αναβάλω. Δε χρειαζόταν να ζητήσει τη γνώμη της Θία, ήξερε πολύ καλά ποια θα ήταν. Θα σούφρωνε τα φρύδια της, που ήταν μια ιδέα πιο σκούρα από τα ανοιχτοκάστανα μαλλιά της, θα έπαιζε σκεφτική με μια τούφα μαλλιά, τυλίγοντάς τα στο δάχτυλό της, και στο τέλος θα του δήλωνε πως θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να βρει μια γυναίκα που θα την αγαπούσε και θα τον αγαπούσε κι αυτή. Η εμμονή της με τους γάμους από έρωτα ήταν ο μόνος παραλογισμός που είχε ανακαλύψει σ’ εκείνη. Αν περίμενε να τον ξαναχτυπήσει ο Έρωτας με τα βέλη του, ο Ρις θα πέθαινε εργένης. Όχι, θα διάλεγε μια σύζυγο κατάλληλη να γίνει κόμισσα και μητέρα του διαδόχου του. Θα έπρεπε να διαθέτει αρκετή εξυπνάδα ώστε να είναι μια ευχάριστη σύντροφος και καλή μητέρα φυσικά. Θα έπρεπε επίσης να είναι αρκετά γοητευτική, ώστε να μην είναι μαρτύριο να μοιράζεται το κρεβάτι του μαζί της -ο Ρις σκόπευε να πάρει στα σοβαρά τους όρκους που θα έδινε-, αλλά, πέρα απ’ αυτό, ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει πολύ ευέλικτα και επαγγελματικά το όλο θέμα. Οι γυναίκες ανάμεσα στις οποίες θα έβρισκε τη νύφη του -ή μάλλον... οι πατεράδες τους- θα στήριζαν την απόφασή τους στον τίτλο του, στην καταγωγή του και στην περιουσία του. Θα ήταν μια απόφαση λογική, ήρεμη και ασφαλής και από τις δύο πλευρές. Δε θα μπλέκονταν στη μέση τα συναισθήματα, ούτε θα υπήρχε κάποια προσποίηση αγάπης. Δεν είχε καμία διάθεση να επιτρέψει να του ποδοπατήσουν ξανά την καρδιά και πρόσεχε να μην κάνει κάτι που θα έσπρωχνε μια ευφάνταστη δεσποσύνη να πιστέψει ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του. «Ναι, καταλαβαίνω». Η Θία κούνησε επιτέλους καταφατικά το κεφάλι της. «Είναι πολύ λογικό να φύγεις διακοπές αν χρειάζεσαι μια αλλαγή». «Κρυώνεις; Ανατρίχιασες». Ήταν και οι δύο πολύ καλά ντυμένοι, αλλά ο αέρας φυσούσε τσουχτερός στο κατάστρωμα, κάνοντας τις μπούκλες της να ανεμίζουν. Ήταν όμορφα τα ανοιχτοκάστανα μαλλιά της. Όχι εντυπωσιακά, απλώς... όμορφα. Δεν τα είχε προσέξει μέχρι τώρα. Έγειρε μπροστά και στερέωσε μια τούφα πίσω από το αυτί της και η Θία ανατρίχιασε πάλι. Τελικά δε θα έπρεπε να την αγγίζει, όχι μέχρι να νιώσει πάλι ο εαυτός του,


σκέφτηκε και συνοφρυώθηκε. «Πρέπει να είμαι κουρασμένη. Λέω να αποσυρθώ για τη νύχτα». «Απ’ ό,τι βλέπω, ο Χοτζ σου έφτιαξε το κρεβάτι στο μόνιππο». Ο βαλές κατέβασε τα κουρτινάκια, βγαίνοντας από την άμαξα. «Θα κατέβω μόνο να πω δυο λόγια στην Πόλι». Η Θία σηκώθηκε και τίναξε το βολικό φόρεμα περιπάτου που φορούσε. «Καληνύχτα, Ρις». Έγειρε μπροστά και, προτού προλάβει εκείνος να αντιδράσει, του έδωσε ένα αδερφικό φιλί στο μάγουλο. «Σ’ ευχαριστώ που με πήρες μαζί σου. Θα προσπαθήσω να μη σου γίνω μπελάς». Η Θία θα πρέπει να τον είχε συγχωρέσει για εκείνη την ηλίθια στιγμή στην προκυμαία, συμπέρανε ο Ρις, παρακολουθώντας τη να διασχίζει το κατάστρωμα που σκαμπανέβαζε, ενώ κρατούσε σφιχτά τις φούστες της, για να μην τις σηκώσει ο αέρας. Είχε αποκτήσει μερικές πολύ θηλυκές καμπύλες απ’ την τελευταία φορά που την είχε δει. Η θύμησή τους να αγκαλιάζουν το κορμί του ήταν πολύ... διεγερτική. Να πάρει η οργή. Αλήθεια, τι την είχε πιάσει να πιστέψει ότι εκείνο το αντρικό κοστούμι που είχε φορέσει θα ξεγελούσε τον οποιονδήποτε στο φως της ημέρας; Ευτυχώς που τον είχε βρει σπίτι του και δεν είχε χρειαστεί να κυκλοφορήσει μέρα στην πόλη. Με μια πνιχτή βρισιά ο Ρις σηκώθηκε και πήγε να δει τι τρόπο είχε βρει ο Χοτζ για να κάνει κατοικήσιμη τη μεγάλη άμαξα για τη νύχτα. Για όνομα του Θεού, η κοπέλα που ποθούσε ήταν η Θία! Μα τι είχε πάθει; Θα έπρεπε να ψάξει να βρει πρόθυμη γυναικεία συντροφιά με το που θα έφταναν στο Παρίσι αν μερικές ημέρες εργένικης ζωής είχαν αυτή την επίδραση πάνω του. Άκου τη Θία! *** Ο Χοτζ της είχε φτιάξει μια όμορφη φωλιά με μαξιλάρια και κουβέρτες. Η Θία έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες της, δίπλωσε το παλτό της και ξάπλωσε. Ήταν πολύ έξυπνο από μέρους της Πόλι να της προτείνει να βγάλει τον κορσέ της, σκέφτηκε, καθώς γύριζε για να βολευτεί. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην απολαύσει τον ύπνο της τη νύχτα, νανουρισμένη από το κούνημα του πλοίου. Κανένας απολύτως λόγος, μόνο που τα σχέδια του Ρις ως προς την επιλογή της μέλλουσας συζύγου του άρχισαν να βασανίζουν το ηλίθιο κεφάλι της. Οι περισσότεροι κύριοι θα πρέπει να διάλεγαν με τον ίδιο περίπου τρόπο τις συζύγους τους, σκέφτηκε, χτυπώντας με τη γροθιά της το μαξιλάρι για να του δώσει σχήμα. Τώρα όμως επρόκειτο για τον Ρις, έναν ά-


ντρα πολύ παθιασμένο, πολύ δικό της, πολύ... ζωντανό, για να συμβιβαστεί σ’ ένα συμβατικό γάμο, σωστά; Αν αποφάσιζε να δείξει κάποιο ενδιαφέρον για τις ίδιες τις γυναίκες, και όχι για την καταγωγή ή τις προίκες τους, ίσως τότε να κατάφερνε να βρει μια αδελφή ψυχή, κάποια που θα μπορούσε να γιατρέψει τις πληγές που του είχε προκαλέσει η Σερίνα. Προσπάθησε να φανταστεί το είδος της γυναίκας που θα του ταίριαζε. Όχι ξανθιά, φυσικά, αλλά, θα έπρεπε να είναι όμορφη. Και... Ζεστή, νανουρισμένη από τα κύματα, η Θία αποκοιμήθηκε. *** «Αου!» Μια κραυγή ξέφυγε από το στόμα της Θία, που οφειλόταν περισσότερο στη σαστιμάρα της παρά στον πόνο. Ήταν σκοτεινά, ολόκληρη η αριστερή πλευρά της την πονούσε, καθώς είχε πέσει πάνω σε κάτι σκληρό, και δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν. Η επιφάνεια πάνω στην οποία ήταν ξαπλωμένη σκαμπανέβαζε άγρια και εκείνη χτύπησε πάλι, μπερδεμένη μέσα στις κουβέρτες. Το μόνιππο. Είμαι στο μόνιππο, στο κατάστρωμα του πλοίου, και πρέπει να πέσαμε πάνω σε κάποιο βράχο ή κάτι. Βγες έξω... Τράβηξε το μάνταλο της πόρτας, αλλά δεν έλεγε να ανοίξει. Θα πνιγώ... «Ρις!»


Κεφάλαιο 5 «Θία;» Η πόρτα άνοιξε και ο Ρις προσγειώθηκε άτσαλα από πάνω της, μία θολή φιγούρα στο σκοτάδι. «Είσαι καλά; Σε άκουσα να φωνάζεις». «Βουλιάζουμε;» Η Θία αρπάχτηκε από πάνω του και διαπίστωσε ότι ήταν με το πουκάμισο. Θα πρέπει να είχε βγάλει το σακάκι και το γιλέκο του προτού πέσει για ύπνο. «Όχι, δε συμβαίνει τίποτα τέτοιο, είμαστε ασφαλείς». Το πλοίο σκαμπανέβασε πάλι. «Να πάρει η οργή, δάγκωσα τη γλώσσα μου», γρύλισε ο Ρις και σφήνωσε σε μια γωνιά, τραβώντας τη Θία στην ποδιά του. Τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και ο πανικός της άρχισε να υποχωρεί. «Ο καπετάνιος άλλαξε ρότα και τα κύματα μας χτυπούν τώρα κατά μέτωπο. Νιώθεις ναυτία;» «Κοιμόμουν κι όταν βρέθηκα να εκσφενδονίζομαι πέρα δώθε, δεν είχα ιδέα πού βρισκόμουν και τι συνέβαινε, έτσι φοβήθηκα, αλλά δε νιώθω ναυτία, κάτι που είναι πραγματικό θαύμα. Έχουμε γίνει χτυπητά αβγά». Πιάστηκε από τα μπράτσα του. «Πώς θα καταφέρουμε να κοιμηθούμε έτσι;» «Μείνε εδώ μια στιγμή». Ο Ρις άρχισε να ψαχουλεύει γύρω του στο σκοτάδι -απ’ το θόρυβο που έκανε, θα πρέπει να στοίβαζε κουβέρτες. «Αν ξαπλώσω διαγώνια, θα σφηνώσω μια χαρά κι εσύ θα ξαπλώσεις μπροστά μου». Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε και η Θία έπεσε πάνω του. «Ωχ! Γύρνα την πλάτη σου προς το μέρος μου και προσπάθησε να μη μου δώσεις άλλη αγκωνιά στο στομάχι». «Συγγνώμη». Το στομάχι του ήταν πολύ σκληρό. Η Θία μάλωσε νοερά τον εαυτό της. «Έτσι;» Το κορμί του ήταν ζεστό και σκληρό όταν τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της για να την κρατήσει σε μια θέση και η Θία σταμάτησε να γλιστράει. Αυτό όμως δε μείωσε το σκαμπανέβασμα. «Ακριβώς έτσι». Η φωνή του στο αυτί της τρεμούλιασε, λες και ο Ρις βρισκόταν στα πρόθυρα του γέλιου. «Τι είναι τόσο αστείο;» τον ρώτησε αγανακτισμένη. «Η όλη κατάσταση. Φαντάστηκα τους πρωταγωνιστές του βιβλίου που


είπες να γράψουμε, το ζευγάρι που κλέφτηκε. Να που βρέθηκαν επιτέλους μόνοι οι δυο τους κι ο Ποσειδώνας αποφάσισε να το παίξει κηδεμόνας». «Φυσικά! Αυτός ανακατεύει με την τρίαινά του τη θάλασσα. Να... πάλι. Άουτς». «Προσπάθησε να χαλαρώσεις». Ο Ρις αγνόησε το χλευαστικό ξεφύσημά της. «Θα το συνηθίσουμε. Χρειάζεσαι ύπνο». «Αδύνατον! Πώς μπορώ να κοιμηθώ έτσι;» «Μέτρα δελφίνια να πηδάνε πάνω από τα βράχια», της ψιθύρισε ο Ρις στο αυτί. «Τα προβατάκια θα γίνονταν μούσκεμα». «Εξυπνάκια», ψέλλισε η Θία. Ένα, δύο, τρίο.... να μια φώκια... *** Ο Ρις αναστέναξε και έσυρε τρυφερά το στόμα του στο κεφάλι της γυναίκας που είχε στην αγκαλιά του. Ωραίος τρόπος να ξυπνάει κανείς. Ζεστός, νανουρισμένος, με την αγκαλιά του γεμάτη με ένα χυμώδες θηλυκό κορμί. Όποια κι αν ήταν, μύριζε ρόδα. Σ’ ένα λεπτό θα προσπαθούσε να θυμηθεί το όνομά της, δεν ήταν ευγενικό για έναν κύριο να μη θυμάται το επόμενο πρωί το όνομα της παρτενέρ του. Όχι ότι μπορούσε να θυμηθεί την προηγούμενη νύχτα, αλλά θα πρέπει να ήταν ωραία. Το κορμί του είχε ξυπνήσει και έδειχνε πάλι ενδιαφέρον. Όταν την τράβηξε πιο σφιχτά πάνω του, εκείνη αναδεύτηκε ερωτικά, πράγμα που ερέθισε ακόμα περισσότερο τον ήδη ορθωμένο ανδρισμό του. «Μμμμ». Ο Ρις έτριψε τη μύτη του στα μεταξένια μαλλιά της και έσυρε το δεξί χέρι του στο κορμί της. Ήταν και οι δυο τους ντυμένοι. Μπορεί η γυναίκα να είχε ξαναφορέσει το φόρεμά της για να κρατηθεί ζεστή, γιατί κάτω από το λεπτό μάλλινο ρούχο της ένιωθε τις καμπύλες της ελεύθερες, χωρίς κορσέ, το σφριγηλό στήθος της χωρίς στηθόδεσμο. Έσυρε τον αντίχειρά του στη θηλή της και την ένιωσε να σκληραίνει. Χαμογέλασε. Η σύντροφός του αναδεύτηκε, τεντώθηκε κι έσυρε τα γυμνά πόδια της πάνω στα δικά του. Χασμουρήθηκε, και ο Ρις ξύπνησε εντελώς. Βρισκόταν στο μόνιππο, στο κατάστρωμα του πλοίου, με κατεύθυνση τη Γαλλία, και έσφιγγε στην αγκαλιά του, πάνω στον ορθωμένο ανδρισμό του, τη λαίδη Αλθία Κέρτις. Το στήθος της γέμιζε τη χούφτα του. Να πάρει η οργή! Η Θία, η αθώα, αξιοσέβαστη φίλη του, την οποία είχε σοκάρει ήδη μια φορά με τον εναγκαλισμό του. Ο Ρις πάσχισε μάταια να ηρεμήσει, αλλά δεν τον βοηθούσε ο σκληρός σαν πέτρα ανδρισμός του, που δεν έλεγε να πέσει με τίποτα. Αλήθεια, πότε είχε αποκτήσει η Θία όλες


αυτές τις πληθωρικές καμπύλες, πότε είχε αρχίσει να μυρίζει ρόδα, από πότε τα ανοιχτοκάστανα μαλλιά της είχαν γίνει τόσο μεταξένια; «Ρις;» Το όνομά του πνίγηκε από ένα χασμουρητό. «Ναι. Μπορείς να σηκωθείς από το μπράτσο μου. Νιώθω να με τσιμπάνε καρφίτσες». «Συγγνώμη». Επιτέλους ανακούφιση. Ο Ρις άρπαξε μια κουβέρτα μες στο μουντό φως του πρωινού και ανακάθισε, ρίχνοντάς τη στην ποδιά του. Η Θία ανακάθισε κι εκείνη και τέντωσε τα μπράτσα της, προβάλλοντας το στήθος της, πράγμα που τον έκανε να βογκήξει. «Είσαι καλά; Να σ’ το τρίψω να ξεπιαστεί;» «Όχι! Εννοώ, όχι, το μπράτσο μου είναι καλά τώρα». Ο Ρις το κούνησε για να της δείξει ότι ήταν καλά και άρπαξε το πόμολο της πόρτας. «Θα φύγω να σε αφήσω να... να ετοιμαστείς». Προσγειώθηκε στο κατάστρωμα, και άφησε την κουβέρτα πίσω στην άμαξα. Να πάρει η οργή, φερόταν σαν άβγαλτος δεκαεφτάρης. «Μπορώ να διακρίνω καθαρά την ακτή. Θα πιάσουμε λιμάνι σύντομα». «Ωραία», ακούστηκε αχνή η φωνή της Θία πίσω από την κλειστή πόρτα. «Δε θα αργήσω». Να πάρει η οργή. Ο Ρις πήγε στο μεσιανό κατάρτι, αρπάχτηκε από το σκοινί και ρούφηξε το θαλασσινό αέρα στα πνευμόνια του. Σε τι συμφώνησα; Αυτή εδώ δεν είναι η μικρούλα Θία, είναι η λαίδη Αλθία, ώριμη, και καλοσχηματισμένη, και... Σταμάτα. Για όνομα του Θεού, ήταν ένας περπατημένος άντρας με μεγάλη σεξουαλική πείρα. Ήταν διαβόητος κορτάκιας. Συνήθως ήταν σε θέση να τα βγάλει πέρα με οποιαδήποτε γυναίκα. Γιατί λοιπόν δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τη συγκεκριμένη; *** Η Θία φόρεσε τις κάλτσες της, κούμπωσε τις ζαρτιέρες της και έψαξε να βρει τα παπούτσια της, κάτι που έκανε κάθε πρωί. Μόνο που σήμερα δεν ήταν ένα συνηθισμένο πρωί. Σήμερα είχε ξυπνήσει στην αγκαλιά ενός αρρενωπού και διεγερμένου άντρα. Πράγμα πολύ ενδιαφέρον, όσο και να την είχε ταράξει. Ήταν κάμποση ώρα ξύπνια, κάτι που δεν πρέπει να είχε συνειδητοποιήσει ο Ρις, και γνώριζε πολύ καλά το λόγο που εκείνος είχε πεταχτεί με τέτοια φούρια από την άμαξα με μια κουβέρτα τυλιγμένη στη μέση του. Μετά την πρώτη της επαφή μ’ έναν έκφυλο σ’ ένα χορό στη διάρκεια της πρώτης της σεζόν η Θία είχε κάνει σκοπό της ζωής της να ανακαλύψει τα πάντα για το σεξ, αν μη τι άλλο για να αποκρούει τις ανεπιθύμητες πε-


ριπτύξεις. Κατά την έρευνά της είχε κρυφακούσει κάμποσες συζητήσεις γνωστών της, που ήταν ήδη παντρεμένες, είχε κάνει μια διακριτική επιδρομή στη βιβλιοθήκη και είχε μελετήσει τις παραστάσεις σε κάτι ελληνικά αγγεία, που κάποιος τα είχε καταχωνιάσει πίσω πίσω στο πιο ψηλό ράφι. Υπήρχε δε και η οικογενειακή φάρμα. Κανένα κορίτσι που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στην εξοχή δεν έχει απόλυτη άγνοια του ζευγαρώματος, αν και ελπίζει φυσικά- πως όταν αποκτήσει κάποτε σύζυγο, αυτός θα διαθέτει μεγαλύτερη φινέτσα από τον Έκτορ, τόν ταύρο. Ή τον Άντονι, σκέφτηκε και ανατρίχιασε. Η Θία πίστευε πως ήταν καλά πληροφορημένη πάνω στο θέμα, είχε καταλήξει μάλιστα στο συμπέρασμα πως όλοι οι άντρες ξυπνάνε το πρωί με ιδιαίτερες ορέξεις. Η αντίδραση επομένως του Ρις ήταν απόλυτα φυσιολογική. Δεν υπήρχε λόγος αμηχανίας. Ήταν κάτι το απρόσωπο. Όπως και το γεγονός ότι εκείνος είχε χουφτώσει το στήθος της. Έφταιγε ο στενάχωρος τρόπος που είχαν κοιμηθεί. Αλλά και η δική της αντίδραση στο νυσταγμένο χάδι του ήταν αυτόματη και φυσική. Μα το Θεό, ο ανδρισμός του ήταν πελώριος... Κάτι που δεν είχε συνειδητοποιήσει απόλυτα χτες στην προκυμαία. Το χτύπημα στην πόρτα διέκοψε τις σκέψεις της και η Πόλι έχωσε το κεφάλι της μέσα. «Σας έφερα τη βούρτσα σας, κυρία, νερό και πετσέτες. Θέλετε να πάρετε το πρόγευμά σας εδώ ή στο κατάστρωμα; Ο μάγειρας του πλοίου έχει τηγανίσει ρέγγες». «Σε παρακαλώ, Πόλι, θέλω μόνο τσάι και ψωμί με λίγο βούτυρο. Θα φάω έξω. Πέρασες καλά τη νύχτα;» Η Θία στερέωσε τη λεκάνη σε μία γωνία και έπλυνε το πρόσωπό της. Το κούνημα του πλοίου ήταν τώρα απαλό και έτσι το νερό δεν κινδύνευε να χυθεί. «Εγώ δεν είχα πρόβλημα, κυρία, αλλά ο κύριος Χοτζ ξύπνησε στις κακές του σήμερα το πρωί». Η Πόλι βάλθηκε να διπλώσει τις κουβέρτες και να τακτοποιήσει το εσωτερικό της άμαξας. «Είναι καταπράσινος σαν μπιζέλι και προσεβλήθη όταν τον πείραξα για τα χάλια του. Ορίστε, τώρα το μόνο που χρειάζεται είναι να ξαναγίνουν τα κρεβάτια καθίσματα. Εσείς, λαίδη μου, καταφέρατε να κοιμηθείτε;» Η Θία κοίταξε την καμαριέρα. Η ερώτησή της ήταν δηκτική ή γνήσια; Πάντως δε σκόπευε να πάρει αμυντική θέση. «Τρόμαξα πολύ όταν άρχισε το άγριο σκαμπανέβασμα», απάντησε. «Θα πρέπει να έβγαλα μια κραυγή,


γιατί ο λόρδος ήρθε τρέχοντας και με σφήνωσε με κουβέρτες». «Ω. Εκείνος δεν...» Η καμαριέρα έκοψε στη μέση τα λόγια της και δάγκωσε τα χείλη της. «Δεν πέρασε εδώ όλη τη νύχτα; Νόμιζες ότι είμαι η ερωμένη του λόρδου, Πόλι;» «Ω! Λαίδη μου, δεν εννοούσα... Θέλω να πω, δεν είναι η θέση μου». Η Θία σήκωσε το φρύδι της και περίμενε. «Ε, ναι, λαίδη μου. Σκέφτηκα ότι μπορεί να κλεφτήκατε οι δυο σας. Να σκοπεύετε να παντρευτείτε στο εξωτερικό. Μόνο που εκείνος δεν έχει φέρει ποτέ γυναίκες -θέλω να πω κυρίες- στο σπίτι άλλη φορά». Η Πόλι σταμάτησε πάλι να μιλάει. «Συγγνώμη, λαίδη μου. Δε θα με απολύσετε για την απρέπεια, μου, σωστά;» «Όχι, φυσικά και όχι. Δεν είμαι η ερωμένη του λόρδου, ούτε έχουμε κλεφτεί. Έφυγα από το σπίτι μου και εκείνος θα με συνοδέψει μέχρι τη Βενετία, όπου θα συναντήσω τη νονά μου. Είμαστε παλιοί φίλοι, αυτό είναι όλο. Θα μπορούσε να ήταν αδερφός μου. Ακόμα και να περνούσε τη νύχτα του στο μόνιππο, δε θα ήταν τίποτε το σπουδαίο». Η εξήγησή της ακούστηκε κούφια, ακόμα και στα δικά της αυτιά και, κρίνοντας από τα σφιγμένα χείλη της Πόλι, ούτε εκείνη είχε πειστεί. «Φυσικά, λαίδη μου». Η κοπέλα μάζεψε τα μαξιλάρια. «Είμαι πολύ διακριτική, λαίδη μου». «Χαίρομαι που το ακούω. Αυτή είναι μια βασική αρετή για κάποια που θα ήθελε να παραμείνει καμαριέρα σε μόνιμη βάση». Η Θία δε θα έπεφτε τόσο χαμηλά ώστε να εξαγοράσει τη σιωπή της κοπέλας με χρήματα, στο κάτω κάτω κάτι τέτοιο θα την έπειθε ότι είχε κάτι να κρύψει. Αντίθετα, ο διακριτικός υπαινιγμός πως η καλή συμπεριφορά μπορεί να της εξασφάλιζε την τωρινή θέση της μόνιμα, ήταν πιο ισχυρό κίνητρο. Η Θία ακολούθησε την καμαριέρα έξω στο κατάστρωμα, τυλίγοντας σφιχτά το παλτό γύρω της. Ο Ρις ήταν γερμένος στο μεσιανό κατάρτι, κρατώντας μια αχνιστή κούπα στα χέρια, και κοιτούσε την ακτή. Γαλλία. Ο επόμενος σταθμός της περιπέτειας. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως θα υπήρχαν κι εδώ γκρεμοί», παρατήρησε η Θία όταν τον πλησίασε. Ευτυχώς, η φωνή της ακούστηκε απόλυτα φυσιολογική, αν και είχε την υποψία πως είχε κοκκινίσει. Το γεγονός ότι διέθετε τόσο οικεία γνώση του κορμιού του της προκαλούσε μεγαλύτερη αμηχανία κι από το χάδι του στο στήθος της. «Δεν είναι τόσο απόκρημνοι όσο στο Ντόβερ. Θα είμαστε στη Διέπη σύντομα». Ο Ρις ακούστηκε απόλυτα φυσιολογικός κι εκείνος. Δε θα πρέπει


να είχε συνειδητοποιήσει πόση ώρα ήταν ξύπνια η Θία, εκτός κι αν οι άντρες αντιμετωπίζουν εντελώς μπλαζέ αυτά τα θέματα. Πάντως εκείνη τη συναρπαστική στιγμή στην αποβάθρα του Ντόβερ δεν είχε φανεί αδιάφορος. Ο οξύς πόνος την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι τόση ώρα δάγκωνε το κάτω χείλος της. Το μόνο που της έμενε ήταν να το παίξει εντελώς αδιάφορη και σύντομα ο Ρις θα συνειδητοποιούσε ότι τον έβλεπε μόνο σαν φίλο. Η Πόλι της έφερε το τσάι της και η Θία έγειρε από την άλλη μεριά του καταρτιού κι έμεινε να περιεργάζεται την ακτή, ψάχνοντας να διακρίνει κάποια εξωτική πινελιά. «Μοιάζει πολύ με την Αγγλία», παραπονέθηκε τη στιγμή που έμπαιναν στο λιμάνι. «Αυτό εκεί όχι». Ο Ρις της έδειξε έναν πελώριο σταυρό, που δέσποζε στην αποβάθρα. «Και αυτές σου φαίνονται για γυναίκες ψαράδων;» «Είναι υποδειγματικά καθαρές αν είναι γυναίκες ψαράδων», παρατήρησε η Θία, εστιάζοντας στο πλήθος στην προκυμαία. «Δε θυμίζουν σε τίποτα το Μπίλινγκσγκεϊτ!» Οι γυναίκες φορούσαν εφαρμοστά φουστάνια μέχρι τη μέση, με φαρδιές φούστες, που κατέληγαν πάνω από τους αστραγάλους, προβάλλοντας τις κατάλευκες κάλτσες τους. Τα χιονάτα μπονέ τους κατέβαιναν μέχρι τους ώμους πίσω, ενώ όταν το πλοίο έκοψε ταχύτητα, η Θία μπόρεσε να διακρίνει και τα χρυσά σκουλαρίκια στα αυτιά τους. «Πάρα πολλοί στρατιώτες», παρατήρησε, καθώς πλησίαζαν. Ανάμεσα στον κόσμο που παρακολουθούσε βλοσυρός το πλοίο να προσεγγίζει υπήρχαν πολλοί με στρατιωτικά σακάκια και καπέλα. Ξαφνικά η Θία χάρηκε που δεν είχε επιχειρήσει αυτό το ταξίδι μόνη. Χρόνια τώρα βρίσκονταν σε πόλεμο με αυτούς τους ανθρώπους και φαίνεται πως η ειρήνη δεν είχε για εκείνους μεγάλη διαφορά. «Νόμιζα πως θα είχε διαλυθεί ο στρατός», πρόσθεσε, προσπαθώντας να δείξει ενδιαφέρον και όχι φόβο. Είχε πνίξει τους φόβους της, φεύγοντας από το σπίτι, αλλά ποτέ δεν της είχε περάσει από το μυαλό πως θα είχε να αντιμετωπίσει και άλλους κινδύνους από τη στιγμή που θα εγκατέλειπε τις ακτές της Αγγλίας. «Ο στρατός έχει διαλυθεί, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του. Αυτοί δεν είναι στρατιώτες, όχι πλέον. Είναι απλώς επίστρατοι, που έχουν γυρίσει σπίτια τους. Κοίτα γύρω σου, σχεδόν όλος ο κόσμος φοράει και από κάποιο κομμάτι στρατιωτικής στολής, ακόμα και μερικές από τις γυναίκες. Οι κακόμοιροι χρόνια τιάρα πολεμούσαν και τώρα μάλλον δεν πρέπει να έχουν τι άλλο να φορέσουν». «Υπάρχει κάποιο ξενοδοχείο όπου θα πάμε;» Η Θία είδε βαστάζους να


στριμώχνονται με τα καροτσάκια τους και προσπάθησε να θυμηθεί τα γαλλικά της. Δεν ήταν ποτέ το δυνατό της σημείο, προς μεγάλη απογοήτευση της γκουβερνάντας της. «Φυσικά. Είναι όλα κανονισμένα. Θα μας περιμένει -να μου φαίνεται ότι βλέπω τον ξεναγό εκεί κάτω». Ο Ρις σήκωσε το χέρι του κι ένας ψηλός λεπτός άντρας με σκούρο κοστούμι έβγαλε το καπέλο του σε χαιρετισμό. Το πλοίο έδεσε κατά μήκος της προκυμαίας και κατέβασε τη σκάλα. Ο Ρις αποβιβάστηκε και γύρισε να βοηθήσει τη Θία, που είχε φορέσει πάλι το βέλο της. «Μεσιέλε κοντ!» Ο άντρας προχώρησε μέσα στο πλήθος προς το μέρος τους. «Φρανσουά λε Μπρεν, στις υπηρεσίες σας». Μόλις είδε τη Θία, έβγαλε πάλι το καπέλο του. «Και η μαντάμ λα κοπές! Δεν περίμενα ότι θα είχα την τιμή να σας γνωρίσω». «Νο, μεσιέ, ζε σουί...» «Από δω η κυρία Σμιθ», είπε ξερά ο Ρις στα γαλλικά, που ήταν σίγουρα πιο καλά από τα δικά της. «Μία οικογενειακή φίλη που συνοδεύω στο Παρίσι». «Φυσικά!» Ο Λε Μπρεν άρχισε να κουνάει νευρικά τα χέρια του, θέλοντας να δείξει πως ήταν όλος στη διάθεσή τους. Δεν ξέρει πώς να μας ευχαριστήσει, συνειδητοποίησε η Θία. Μετά τούς δύσκολους καιρούς, οι Άγγλοι που είχαν αρχίσει να ξανάρχονται στην Ηπειρωτική Ευρώπη θα πρέπει να πρόσφεραν δουλειά και ελπίδα. «Ο,τι πει ο μεσιέ λε κοντ. Κανένα πρόβλημα να ετοιμαστεί ένα ακόμα δωμάτιο. Έχω κλείσει ολόκληρο το ξενοδοχείο για να είναι άνετα ο μεσιέ λε κοντ». Ο ξεναγός κροτάλισε τα δάχτυλά του χεριού του και μισή ντουζίνα άντρες παρατάχτηκαν δίπλα του. «Αυτοί θα ξεφορτώσουν τις άμαξές σας. Έχω κλείσει δύο βαστάζους και τα καλύτερα άλογα». Έκανε μια γκριμάτσα. «Τουλάχιστον τα καλύτερα που υπάρχουν αυτήν την εποχή», πρόσθεσε. «Ακολουθήστε με, παρακαλώ». Ο Λε Μπρεν έκανε μεταβολή, αδιαφορώντας για τον καβγά που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στους βαστάζους για το ποιος θα μετέφερε τις αποσκευές τους με το καροτσάκι του. Ο Χοτζ, που μιλούσε γαλλικά σχεδόν το ίδιο καλά με τον αφέντη του, κατάφερε να βάλει μια τάξη, και από τη στιγμή που ο Ρις δεν έδειχνε να ανησυχεί- η Θία τον έπιασε αγκαζέ και τον άφησε να την οδηγήσει μέσα στο πλήθος. «Μας κοιτάζουν», του ψιθύρισε στα αγγλικά. «Φυσικά. Είμαστε κάτι το καινούργιο και μας περιεργάζονται για να αντιγράψουν την τελευταία τάση της μόδας στην Αγγλία».


«Τότε θα απογοητευτούν οικτρά από εμένα», τον αντέκρουσε η Θία. «Πόσο θα μείνουμε εδώ; Πρέπει να αγοράσω τουλάχιστον ένα φόρεμα. Δεν μπορώ να αντέξω αυτό το κουρέλι για πολύ ακόμα». «Μια χαρά είναι». Ο Ρις κοίταξε τις φούστες της, που πρόβαλλαν από το άνοιγμα του παλτού της. Ο άνθρωπος ή δεν είχε ιδέα από μόδα ή το περίμενε πως εκείνη θα φορούσε κάτι άχαρο. Μάλλον το δεύτερο. «Όχι, δεν είναι καθόλου μια χαρά. Το διάλεξα επειδή ήταν παλιό και άχαρο. Δεν είχα καμιά διάθεση να τραβήξω την προσοχή πάνω μου στην Αγγλία. Είναι το φόρεμα που φοράω όταν κάνω κηπουρική, το τελευταίο ρούχο που θα περίμενε ο πατέρας μου να με δει να φοράω έξω. Είχα την προνοητικότητα να κρύψω μερικά από τα καινούρια φορέματά μου ώστε η περιγραφή του ως προς το τι θα φορούσα να είναι λανθασμένη». «Θα γινόσουν καταπληκτική κατάσκοπος», παρατήρησε ο Ρις, «αλλά δεν μπορείς να υπομείνεις το καφέ φουστάνι σου μέχρι τη Ρουέν; Σκόπευα να περάσω μία μόνο νύχτα εδώ και δύο εκεί. Εκεί θα είναι καλύτερα και τα μαγαζιά». «Πολύ καλά, ακούγεται λογικό. Θα απογοητεύσεις όμως τον κύριο Λε Μπρεν αν μείνεις μόνο μία νύχτα. Ο άνθρωπος έκλεισε ολόκληρο το ξενοδοχείο». Ο Γάλλος σταμάτησε και τους έκανε νόημα να προχωρήσουν. Πίσω τους, η Θία άκουγε τον Χοτζ, που φώναζε στους βαστάζους να προσέχουν τις αποσκευές του λόρδου. Ούτε πομπή του τσίρκου να ήταν. «Έχω υποσχεθεί στον κύριο Λε Μπρεν πολύ γενναιόδωρη αμοιβή, άρα καλά θα κάνει να συνεχίσει να χαμογελάει, άσχετα αν θα μείνω δέκα λεπτά ή δέκα μέρες». Ο Ρις ζύγισε τις πληθωρικές κινήσεις του άλλου ξεναγού με στενεμένα μάτια. «Το καλό που του θέλω να είναι ωραίο το ξενοδοχείο». «Δεν πίστεψε ότι είμαι απλώς φίλη σου», μουρμούρισε η Θία, πιάνοντας το βέλο της. «Μπορεί ο ξενοδόχος να μην εγκρίνει...» «Ο ξενοδόχος θα το εγκρίνει ακόμα κι αν αποφασίσουμε να οργανώσουμε ένα όργιο για δύο, κουβαλώντας εδώ όλες τις μαιτρέσες του αντιβασιλέα, ή αν θελήσουμε να περάσουμε όλο το βράδυ μας παίζοντας ουίστ», της είπε ο Ρις, τόσο αιχμηρά του την ξάφνιασε. «Δεν τον αφορά, που να πάρει η οργή. Είμαι ο Πέλγκρεϊβ κι αν δεν ξέρει τι σημαίνει αυτό, τότε θα δει πολύ σύντομα τους αριστοκράτες πελάτες του να μειώνονται». Είμαι ο Πέλγκρεϊβ. Ο Ρις δε θα είχε πει ποτέ κάτι τέτοιο πριν από έξι χρόνια και σίγουρα όχι με αυτόν τον ψυχρό και απειλητικό τόνο. Δεν της είχε μιλήσει ποτέ με αυτόν τον τρόπο και ξαφνικά η Θία τον είδε όπως τον έ-


βλεπαν οι άλλοι: ήταν ένας κόμης, ένας άντρας ισχυρός λόγω καταγωγής, αλλά και χάρη στην αυτοπεποίθησή του. Αμήχανη, τραύλισε: «Δεν... δεν κάθισα να προβληματιστώ με το τι θα σκέφτονταν οι άλλοι, το μόνο που μ’ ένοιαζε ήταν να μη με αναγνωρίσει κανείς. Τώρα νιώθω κάπως... δε θέλω να σε ντροπιάσω». «Να ντροπιάσεις εμένα;» Ο Ρις έμεινε κόκαλο και την κοίταξε συνοφρυωμένος. Η απόγνωσή του ήταν ολοφάνερη έτσι όπως είχε σταθεί θεόρατος μπροστά της, πάνω από ένα και ογδόντα ψηλός. «Αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να με κάνει κάτι να κοκκινίσω, αλλά τώρα έχω την ευθύνη σου». «Σε... σε ευχαριστώ». Η Θία χρειάστηκε να τρέξει λιγάκι για να τον φτάσει όταν εκείνος άνοιξε βήμα στο καλντερίμι. «Δεν έχω σκοπό να σου γίνω μπελάς». «Θα κουβεντιάσουμε όταν θα είμαστε μόνοι», της είπε ο Ρις. «Έλα, δώσε μου το μπράτσο σου, θα στραμπουλήξεις τον αστράγαλό σου σε τούτες τις πέτρες». Με άλλα λόγια, είμαι μπελάς. Η Θία ένιωσε σαν να την είχε καλέσει ο μπαμπάς της στο γραφείο του για να της τα ψάλλει. Πίσω από το προστατευτικό βέλο, έκανε μια γκριμάτσα στο υπεροπτικό προφίλ του και ευχήθηκε σιωπηλά να είχε πάλι πίσω τον παλιό, νεαρό Ρις.


Κεφάλαιο 6 Το ξενοδοχείο, όταν έφτασαν εκεί, ήταν μεγάλο, αλλά το μισό έδειχνε να είναι ερείπιο, με σανίδες καρφωμένες στα παράθυρα. Υπήρχε ακόμα κι ένα δεντράκι που είχε φυτρώσει στο λούκι. «Μοιάζει ερείπιο», είπε ο Ρις στον Λε Μπρεν. «Στην εποχή που ζούμε είναι πολύ μεγάλο για να το ανακαινίσει κανείς όλο. Πριν από την Επανάσταση ανήκε σε μια... οικογένεια. Εκείνοι δεν το χρειάζονται πια, έτσι πέρασε ένα μέρος του σ’ έναν σιτουαγιέν, σ’ έναν επαναστάτη, καταλαβαίνετε; Το ίδιο συνέβη σε όλη την πόλη». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Σε όλη τη Γαλλία». «Εκείνοι δεν το χρειάζονται πια; Εννοείτε ότι οδηγήθηκαν στην γκιλοτίνα;» Άραγε ο τωρινός ιδιοκτήτης ήταν απ’ αυτούς που είχαν κραυγάσει θάνατος στους αριστοκράτες; Η Θία ανατρίχιασε. «Μαντάμ, ένα πολύ δυσάρεστο θέμα». Ο ξεναγός έσφιξε αποδοκιμαστικά τα χείλη του, λες και η παρατήρησή της να ήταν κακόγουστη. Μπορεί και να ήταν. «Το τμήμα του που λειτουργεί φαίνεται πολύ αξιοπρεπές», είπε η Θία για να τον καλοπιάσει, καθώς εκείνος τους συνόδευε μέσα. Ο Λε Μπρεν μίλησε βιαστικά στα γαλλικά με το κοντό ανθρωπάκι που ήρθε να τους προϋπαντήσει και αμέσως δυο υπηρέτριες ανέβηκαν στον επάνω όροφο, κουβαλώντας καθαρά στρωσίδια και πετσέτες. «Θα ετοιμάσουν ένα επιπλέον δωμάτιο για τη μαντάμ», τους εξήγησε ο ξεναγός. «Θα σας συνοδεύσω τώρα στο σαλόνι της σουίτας», συνέχισε και ο πανδοχέας παραμέρισε. «Το ξενοδοχείο διαθέτει σεφ, έναν πραγματικό άντρα μάγειρα», τους ανακοίνωσε τώρα ο Λε Μπρεν, δείχνοντάς τους μια πόρτα στο βάθος. «Όχι γυναίκα μαγείρισσα, όπως ακούω ότι έχετε στην Αγγλία». Τον ακολούθησαν επάνω, αφήνοντας τον Χοτζ να παζαρέψει με τους βαστάζους πόσα ήθελαν για να ανεβάσουν τις αποσκευές ως τα δωμάτιά τους. «Βουαλά!» Ο Λε Μπρεν άνοιξε την πόρτα με στυλ. Βρίσκονταν στον κύριο όροφο του κτιρίου, σ’ ένα χώρο που θα πρέπει να ήταν κάποτε μια κομψή αίθουσα υποδοχής. Οι τοίχοι τώρα ήταν ξεθω-


ριασμένοι και τα χαλιά στο πάτωμα φθαρμένα, είχε όμως ένα επιβλητικό μαρμάρινο τζάκι. Πελώριοι καθρέφτες, λεκιασμένοι από την υγρασία, με ξεφτισμένες χρυσοποίκιλτες κορνίζες κρέμονταν ολόγυρα, ενώ τα έπιπλα είχαν γνωρίσει καλύτερες μέρες. «Μεσιέ λε κοντ, το δωμάτιό σας είναι αυτό». Ο Λε Μπρεν άνοιξε μια πόρτα στην άλλη πλευρά. «Μαντάμ, ετοιμάζουν το δικό σας εκεί». Στην άλλη πλευρά, ευτυχώς. «Πιστεύω να έχουν αερίσει τα κρεβάτια». Η Θία είχε κάνει πρόβα την πρόταση στα γαλλικά στο μυαλό της όσο ανέβαιναν τις σκάλες. Ο Λε Μπρεν την κοίταξε αποδοκιμαστικά. «Μα φυσικά!» «Θα χρειαστούμε ζεστό νερό για μπάνιο αμέσως και στη συνέχεια να πάρουμε το πρόγευμά μας». Η Θία έριξε πίσω το βέλο της και του χαμογέλασε. «Αν έχετε την καλοσύνη». Η επίδραση που είχε αυτή η κίνησή της στον Γάλλο ήταν περίεργη. Της χαμογέλασε πιο ζεστά απ’ ό,τι ως τώρα και στη συνέχεια κοίταξε τον Ρις μ’ ένα μειδίαμα. «Θα το φροντίσω αμέσως, μαντάμ». Η Θία ξεφύσηξε όταν εκείνος έκλεισε την πόρτα πίσω του. «Συνειδητοποίησε, τελικά, πως δεν είμαι ερωμένη σου. Τώρα θα φέρεται με κάπως μεγαλύτερο σεβασμό σ’ εμένα, ενώ εσένα θα σε λυπάται». «Πώς αυτό;» Ο Ρις γύρισε από το παράθυρο όπου κοιτούσε το δρόμο έξω. «Με είδε χωρίς το βέλο μου. Σου είπα, δεν έχω τη στόφα της ερωμένης. Αποφάσισε, λοιπόν, πως είμαι τελικά καθωσπρέπει, ενώ εσένα σε λυπάται που φορτώθηκες την αγγαρεία να με συνοδεύσεις». «Αχ, για όνομα του Θεού! Λες και το αν κάνει μια γυναίκα γι’ αυτόν το ρόλο έχει καμιά σχέση με την εμφάνισή της». Ο Ρις συνειδητοποίησε ξαφνικά τι είπε κι έκλεισε το στόμα του. «Και με τι έχει σχέση;» ρώτησε η Θία γεμάτη περιέργεια. «Άφησέ το καλύτερα! Θα σταματήσεις επιτέλους να μιλάς για ερωμένες;» «Ασφαλώς! Και από τη στιγμή που βάλθηκες να μου κάνεις κήρυγμα, μπορείς να μου πεις τι ήταν αυτό που ήθελες να κουβεντιάσουμε ιδιαιτέρως;» «Κήρυγμα;» Ο Ρις την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Σε παρακαλώ, κάθισε, Θία». Τούτος εδώ δεν ήταν ο αγουροξυπνημένος άντρας που την έκανε να χαμογελάσει με τη βιαστική έξοδό του από το μόνιππο. Ούτε ο μεθυσμένος παιδικός φίλος, που είχε βρει σωριασμένο σε μια πολυθρόνα, ενοχλημένο από την παρουσία του γάτου της κουζίνας. Τούτος εδώ ήταν


ένας ώριμος άντρας, που της ήταν σχεδόν άγνωστος και που τον είχε δει κάποιες σκόρπιες στιγμές στο ταξίδι. «Πολύ καλά». Η Θία σήκωσε τη φούστα και το παλτό της με χάρη και κάθισε σε μια πολυθρόνα που κοσμούσε κάποτε το σπίτι ενός αριστοκράτη, τον οποίο τον είχαν εκτελέσει. Η ιδέα την έκανε να ανατριχιάσει. «Κρυώνεις», τη ρώτησε ο Ρις συνοφρυωμένος, σαν να έφταιγε εκείνη. «Όχι, νιώθω κάπως... νευρική. Σε παρακαλώ, πες μου αυτό που θέλεις να μου πεις για να πάω να αλλάξω». «Δε θα έπρεπε να είχες έρθει ποτέ σ’ εμένα κι εγώ δε θα έπρεπε να σε είχα πάρει ποτέ μαζί μου», της δήλωσε χωρίς εισαγωγές εκείνος. «Προφανώς έκανα λάθος που πίστεψα ότι θα μπορούσα να βασιστώ σ’ έναν παλιό φίλο για να με βοηθήσει». «Θα έπρεπε να μπορούσες να βασιστείς σ’ έναν παλιό φίλο ως προς το ότι θα έκανε το σωστό. Αν ήμουν νηφάλιος, δε θα σε είχα πάρει ποτέ μαζί μου. Ο,τι έγινε έγινε όμως τώρα και δεν υπάρχει επιστροφή. Θα σε πάω στη νονά, ασφαλή». «Ευχαριστώ...» «Δεν τέλειωσα. Η θέση σου είναι εύκολο να παρεξηγηθεί απ’ όσους συναντάμε, υπηρέτες και μη. Δεν πρόκειται να επιτρέψω μία κυρία που βρίσκεται υπό την προστασία μου να βρεθεί σε δύσκολη θέση ή να την προσβάλουν. Γι’ αυτό θα σου είμαι ευγνώμων αν φροντίσεις να μην κάνεις κάτι που θα τραβήξει την προσοχή πάνω σου, διαφορετικά το ταξίδι μας θα είναι θυελλώδες». «Αλήθεια;» Η Θία πετάχτηκε όρθια και η κίνησή της θα ήταν πιο δραματική αν οι φούστες δεν ήταν από φθαρμένο μαλλί. «Πέρα απ’ το να είμαι γυναίκα, δε νομίζω ότι έκανα κάτι άλλο για να τραβήξω την προσοχή πάνω μου. Λυπάμαι που δεν μπορώ να διορθώσω αυτό το σοβαρό λάθος εκτός κι αν θες να ντυθώ πάλι αγόρι. Τα έχω τα ρούχα». «Δεν πείθεις σαν αγόρι -δεν έχεις την ανάλογη σιλουέτα». Ο Ρις λες και είχε μαγευτεί ξαφνικά από το περβάζι του τζακιού. «Θα μπορούσα να δέσω το...» «Δεν είναι το... Το πρόβλημα δεν είναι τα μέρη που θα μπορούσες να δέσεις. Κανένας νεαρός δε διαθέτει τους δικούς σου γοφούς και αυτούς δεν μπορείς να τους δέσεις». «Γοφούς; Εννοείς ότι έχω χοντρά οπίσθια;» «Όχι! Θία, αυτή η συζήτηση δεν είναι καθόλου καθωσπρέπει». Ο Ρις την αγριοκοίταξε. «Έχεις καμπύλες, αυτό είναι το μόνο που θα πω». «Το ελπίζω».


«Δεν είχες ποτέ πριν». Στα χείλη του ζωγραφίστηκε ένα απρόθυμο χαμόγελο. «Παλιά ήσουν πετσί και κόκαλο». «Για όνομα του Θεού, την τελευταία φορά που βρεθήκαμε από κοντά ήμουν δεκάξι χρονών! Άργησα να σχηματιστώ», πρόσθεσε τσατισμένη. «Ε, τώρα έχεις σχηματιστεί κι αυτό είναι πρόβλημα». «Όχι κατά τη γνώμη της μητριάς μου. Εκείνη πιστεύει πως απέκτησα επιτέλους μια ικανοποιητική σιλουέτα», τον αντέκρουσε και τον είδε να σφίγγει τα δόντια του. «Τέλος πάντων, δεν έχω σκοπό να ριχτώ σε κανέναν ούτε να φλερτάρω με τους περαστικούς. Δε σκέφτομαι να βγω στο μπαλκόνι με το νεγκλιζέ μου ούτε να κάνω κάτι ανάλογο για να τραβήξω την προσοχή πάνω μου. Σε καθησυχάζει αυτό;» «Ναι. Σ’ ευχαριστώ, Θία». Έμειναν να κοιτάζονται επιφυλακτικοί και αμίλητοι για λίγο κι ύστερα ο Ρις είπε: «Δεν έχω συνηθίσει να φροντίζω ένα ανύπαντρο κορίτσι». «Δεν είμαι κορίτσι». Ο Ρις μπορεί να το είχε πει αυτό θέλοντας να κάνουν ανακωχή, αλλά η Θία δεν μπόρεσε ούτε αυτήν τη φορά να συγκρατήσει τα νεύρα της. «Από τη στιγμή που είμαι αρκετά μεγάλη για να παντρευτώ και να κληρονομήσω την περιουσία μου, νομίζω ότι αυτό με κάνει γυναίκα, δε συμφωνείς;» Η φωνή της ακούστηκε αιχμηρή ακόμα και στα ίδια της τα αυτιά. Μα τι την είχε πιάσει; Εκείνη δεν έχανε ποτέ την ψυχραιμία της ήταν γνωστή για τη λογική και τον πρόσχαρο χαρακτήρα της, όλοι το έλεγαν αυτό. «Χωρίς καμία αμφιβολία και αυτό είναι το πρόβλημα. Τουλάχιστον, καταλαβαινόμαστε τώρα». Καταλαβαίνονταν στ’ αλήθεια; Η Θία ήταν έτοιμη να ανοίξει το στόμα της και να του κάνει αυτή την ερώτηση όταν μπήκε φουριόζα η Πόλι. «Το δωμάτιο είναι έτοιμο, λαίδη μου, και η μπανιέρα γεμάτη, αν και στην αρχή δυσκολεύτηκα κάπως να συνεννοηθώ με τους υπηρέτες. Δεν έχετε ξαναδεί τέτοιους ιστούς αράχνης και δεν είχαν μαξιλάρια της προκοπής, ήταν σκέτη πέτρα». Η Πόλι μάζεψε το καπέλο που είχε βγάλει η Θία. «Εκπληκτικό όμως το πώς σε καταλαβαίνουν αν τους μιλήσεις ωραία, δυνατά και αργά, δε συμφωνείτε;» «Οι Γάλλοι υπηρέτες ή οι Άγγλοι κύριοι;» μουρμούρισε η Θία, ακολουθώντας την υπηρέτρια. Με την άκρη του ματιού της έπιασε τον Ρις να μειδιά. Ώστε την είχε ακούσει. Τόσο το καλύτερο, αρκεί αυτό το μισοχαμόγελο του να σήμαινε ότι είχαν επανέλθει στην αρχική τους σχέση και ότι είχε ξεχάσει όλες εκείνες τις αηδίες πως η Θία θα προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή πάνω της, πράγμα που θα τον ανάγκαζε να μονομαχήσει με


όποιον θα τολμούσε να την προσβάλει. Αν και ήταν χαριτωμένο, σκέφτηκε, βγάζοντας τις κάλτσες της. Αβρό. Μέχρι στιγμής κανένας άντρας δεν είχε σκεφτεί ότι μπορεί να χρειαζόταν να την υπερασπιστεί από τυχόν προσβλητικές συμπεριφορές. Ακόμα και τότε που ο Άντονι της παρίστανε τον ερωτευμένο, δεν της είχε φερθεί ποτέ σαν να είχε να κάνει μ’ ένα «λεπτεπίλεπτο λουλούδι». Όχι πως η ίδια χρειαζόταν καμιά προστασία. Δε θα της άρεσε να είναι μια αδύναμη γυναικούλα, αλλά ήταν ευχάριστο να σε φροντίζει κάποιος πότε πότε. Θυμήθηκε πόσο ασφαλής είχε νιώσει στην αγκαλιά του Ρις και ρίγησε. Περίεργο, ή ήταν κουρασμένη ή είχε αρπάξει κανένα κρύωμα. Και το ασφαλής ίσως να μην ήταν η σωστή λέξη, όχι τουλάχιστον τη στιγμή που είχε νιώσει τον ορθωμένο ανδρισμό του στα οπίσθιό, της, τη θέρμη του κορμιού του. Αυτό όμως ήταν απλώς ένα αντρικό αντανακλαστικό, δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί. Όλα θα πήγαιναν καλά, αρκεί ο Ρις να σταματούσε το κήρυγμα. Ακόμα και να την ανακάλυπταν και να καταστρεφόταν η φήμη της, αυτό δεν είχε καμία σημασία. Τίποτε δεν είχε σημασία αρκεί να μην αναγκαζόταν να επιστρέφει στην ανυπαρξία του πατρικού της. Ανατρίχιασε πάλι. Θα της ήταν τόσο ανυπόφορο που μπορεί να αναγκαζόταν να συμφωνήσει σ’ ένα γάμο με κάποιον σαν τον Άντονι. Η Πόλι της έβγαλε το φόρεμα από το κεφάλι και η Θία ξεφορτώθηκε την πουκαμίσα και τα εσώρουχά της και μπήκε στην μπανιέρα. «Όνειρο». Αυτό θα σταματούσε και τα ρίγη της. «Ένα ζεστό μπάνιο κι ένα μαλακό κρεβάτι που δε θα κουνιέται. Είναι μαλακό, έτσι;» «Τόσο μαλακό που σε καταπίνει», απάντησε πρόσχαρα η Πόλι και της έδωσε το σαπούνι. «Εμένα με έβαλαν εκεί». Της έδειξε μια πόρτα. «Ο κύριος Χοτζ είναι από την άλλη πλευρά, δίπλα στο δωμάτιο του λόρδου. Δεν είναι ωστόσο και τόσο βολικός ο χώρος, σωστά;» «Καθόλου βολικός. Νομίζω πως αυτό ήταν κάποτε ένα μεγάλο αρχοντόσπιτο και τούτος εδώ ήταν ο χώρος υποδοχής. Δεν είναι κανονικές κρεβατοκάμαρες». «Και ο ιδιοκτήτης του ξέπεσε; Δε μου φάνηκε και τόσο κύριος». Η Πόλι άρχισε να τινάζει τα ρούχα της Θία. Πρόσεξε πως ο κορσές είχε κάνει την επανεμφάνισή του. «Υποπτεύομαι πως ο πραγματικός ιδιοκτήτης και η οικογένειά του οδηγήθηκαν στην γκιλοτίνα», είπε η Θία, συγκρατώντας ένα καινούριο ρίγος. «Ω! Αυτό το είχα ξεχάσει». Η Πόλι γούρλωσε τα μάτια της. «Δολοφόνοι Γάλλοι. Λέτε αυτήν τη στιγμή να βλέπουν με στραβό μάτι το λόρδο και να ακονίζουν τις λεπίδες τους...»


«Βρισκόμαστε σε ειρήνη με τη Γαλλία», την καθησύχασε η Θία. «Υπάρχει πάλι βασιλιάς στο θρόνο και ο Βοναπάρτης είναι απομονωμένος στην Έλβα στη μέση της Μεσογείου». «Καλά να πάθει», γρύλισε η Πόλι. «Τώρα, υποθέτω ότι απόψε θα βάλετε το μπλε φόρεμα», άλλαξε θέμα, αναγκάζοντας τη Θία να επικεντρωθεί στο παρόν, καθώς δε διέθετε την κατάλληλη γκαρνταρόμπα, και να διώξει άλλες, πιο ανησυχητικές σκέψεις από το μυαλό της. *** Ο Ρις δίπλωσε τα μακριά πόδια του μέσα στην μπανιέρα και έσκυψε πίσω το κεφάλι του για να του ρίξει ο Χοτζ ζεστό νερό με την κανάτα. Η Θία και η κοφτερή γλωσσίτσα της. Δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ για να σε πληγώσει. Μόνο για να σε πειράξει, να αστειευτεί. Του είχε λείψει το πείραγμα και το γέλιο μιας γυναίκας. Ο Ρις γελούσε αρκετά με τους φίλους του, αλλά οι ερωμένες του επέμεναν περισσότερο να τον ξεμυαλίζουν παρά να τον διασκεδάζουν. Μήπως όμως αυτό δεν περίμενε κι εκείνος -να είναι όμορφες, σεξουαλικές και αισθησιακές στο κρεβάτι του; Μια ακριβή πολυτέλεια, αλλά ο Ρις απαιτούσε ποιότητα και ήταν πρόθυμος να πληρώσει ανάλογα. Υπάρχουν ωστόσο κάποια πράγματα που δεν μπορείς να τα αγοράσεις από μια γυναίκα -τη φιλία, το γέλιο, την πίστη. Για μερικές εβδομάδες θα τα απολάμβανε αυτά με τη Θία, σκέφτηκε κι ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. «Θέλετε κι άλλο ζεστό νερό, λόρδε μου;» «Μμμμ;» Θα πρέπει να είχε πέσει σε λήθαργο. «Ναι. Κι άλλο ζεστό νερό κι άλλο σαπούνι». Η Θία. Αρκεί να θυμόταν πως είχε να κάνει με μια αθώα κοπέλα. Με μια εύθυμη, έξυπνη, ανεξάρτητη αθώα κοπέλα. Ήταν καλό που ήταν αρκετά ξεροκέφαλη ώστε να αρνηθεί τις προτάσεις γάμου -δεν ήταν φτιαγμένη για γάμο και θα γινόταν δυστυχισμένη έτσι και προσπαθούσαν να τη φορμάρουν στο καλούπι της τέλειας συζύγου. Ο Χοτζ του έδωσε τη βούρτσα για την πλάτη του και ο Ρις άρχισε να την τρίβει. Θα έπρεπε όμως να είναι πολύ προσεκτική, συνέχισε τις σκέψεις του. Είχε περιουσία, άρα θα της ήταν αρκετά εύκολο να ζήσει μόνη, αρκεί να μην ξέφευγε σε εκκεντρικότητες, που δε θα γίνονταν αποδεκτές από την κοινωνία. Θα έπρεπε να το κουβεντιάσει αυτό μαζί της, να φροντίσει, να σιγουρευτεί ότι η φίλη του θα έκανε τις σωστές επιλογές, όπως τις είχε κάνει και ο ίδιος. ***


«Λοιπόν, τι σκοπεύεις να κάνεις τα χρήματά σου από τη στιγμή που θα τα πάρεις στα χέρια σου;» ρώτησε ο Ρις. Ο αέρας που φυσούσε στους βράχους ανέμιζε το βέλο της προς όλες τις κατευθύνσεις και ο Ρις δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό της. Κάποια στιγμή η Θία σταμάτησε να παλεύει μαζί του τσατισμένη και το έριξε πίσω από το καπέλο της. «Δεν υπάρχει κανείς εδώ πάνω να με δει», παρατήρησε λες και περίμενε πως εκείνος θα απαιτούσε να το ξανακατεβάσει. «Τι σκοπεύω να κάνω; Να είμαι ανεξάρτητη». «Αυτό το ξέρω, αλλά τι ακριβώς θα κάνεις, ούσα ανεξάρτητη;» Ο Ρις ακούμπησε το γοφό του στον ετοιμόρροπο πέτρινο τοίχο και γύρισε στο πλάι σαν να ήθελε να δει την πόλη και το λιμάνι από κάτω. Με την άκρη του ματιού του περιεργαζόταν τη Θία, που πηγαινοερχόταν στο γρασίδι. «Θα ζήσω, φυσικά! Τι γελοία ερώτηση». «Πού; Με ποιον; Ποιος θα διαχειρίζεται τις επενδύσεις σου; Σε τι θα ξοδεύεις τα χρήματά σου;» Ο Ρις γύρισε προς το μέρος της και η Θία σταμάτησε να πηγαινοέρχεται και τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Ποιος θα είναι ο σκοπός σου στη ζωή;» «Να διασκεδάσω. Να είμαι ελεύθερη». «Εγωιστικό», παρατήρησε ο Ρις, θέλοντας να την προκαλέσει. Κάτω στο λιμάνι τα ψαροκάικα σκαμπανέβαζαν με την παλίρροια και προσποιήθηκε πως τα χάζευε. «Δε σου ταιριάζει». Ή μπορεί και να της ταίριαζε. Έξι χρόνια είναι πολύς καιρός. Ο ίδιος είχε αλλάξει, μπορεί να είχε αλλάξει κι εκείνη. «Δεν εννοώ ότι θα το ρίξω στις τρέλες», διαμαρτυρήθηκε η Θία. «Εννοώ ότι θα κάνω πράγματα που θα τα θεωρώ σημαντικά, πράγματα που θα με κάνουν να νιώθω ζωντανή», πρόσθεσε τόσο σιγανά που ο Ρις σκέφτηκε ότι δεν είχε ακούσει καλά. Δεν μπορεί η ζωή στο πατρικό της να την έπνιγε τόσο, σωστά; «Θα ιδρύσω ένα κοινωφελές ίδρυμα -αυτό θα πρέπει να με γεμίσει...» «Θα το παίξεις λαίδη Μπάουντιφουλ φροντίζοντας τους φτωχούς;» χλεύασε ο Ρις. Όπως και στο παρελθόν, το τσίγκλημα του έπιασε. Η Θία τον αγριοκοίταξε μεν, αλλά η γλώσσα της λύθηκε. «Όχι, σίγουρα όχι. Οι άνθρωποι δε χρειάζονται χειραγώγηση για να γίνουν καλοί. Θα βρω κάτι που να αξίζει τον κόπο και θα επενδύσω σε αυτό. Μπορεί να στήσω κάποιο συνεταιρισμό μικρών επιχειρήσεων για γυναίκες ή να προσφέρω τη δυνατότητα σε έξυπνα αγόρια να μάθουν μια τέχνη. Έχω κάμποσες ιδέες στο μυαλό μου, Ρις. Θα σκάσω αν δεν τις χρησιμοποιήσω, αν δεν είμαι ελεύθερη».


Εκείνος έκρυψε τόσο την επιδοκιμασία όσο και την ανησυχία του για το πάθος της. «Εμένα δε μου φαίνεται πάντως να έχεις καταστρώσει κάποιο σχέδιο». «Φυσικά και δεν έχω καταστρώσει». Η Θία έκανε το γύρο και στάθηκε μπροστά του, κρύβοντάς του τη θέα του λιμανιού. «Πρέπει να ανακαλύψω πρώτα ποιο ακριβώς είναι το εισόδημά μου, να μάθω πώς να το διαχειρίζομαι και να το αυξήσω, ελπίζω. Πρέπει να βρω κάποια κατάλληλη συνοδό κι ένα μέρος να ζήσω. Αφού γίνουν όλα αυτά, μόνο τότε θα ξέρω πού βρίσκομαι», τόνισε. «Όπως και να ’χει το πράγμα», συνέχισε, «γιατί είναι τόσο σημαντικό να έχω κάποιο σχέδιο; Εσύ ενεργούσες πάντα σε μια παρόρμηση της στιγμής. Αυτοσχεδίαζες». «Δεν το κάνω αυτό πλέον». Ο Ρις έπαψε να γέρνει στο βράχο και η Θία θα πρέπει να τον ένιωσε ξαφνικά πολύ κοντά της, γιατί έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της, είδε πως απείχε κάμποσο από την άκρη του γκρεμού κι έκανε ένα μεγάλο βήμα πίσω. «Τώρα σχεδιάζω τα πάντα -τη δουλειά στα κτήματά μου, τις επενδύσεις μου, την πολιτική στάση μου, τον τρόπο που ζω». «Προβλέψιμο», τον αντέκρουσε η Θία. «Βαρετό. Βάζεις και στις ερωμένες σου κάποιο χρονοδιάγραμμα;» «Υπεύθυνο», αντιγύρισε ο Ρις, αγνοώντας την τελευταία σπόντα της. Τώρα πια σχεδίαζε τα πάντα, ώστε να μη δώσει σε κανέναν και σε τίποτε το περιθώριο να τον απογοητεύσει ξανά, αλλά δε βρήκε το λόγο να δικαιολογήσει τη στάση του. Συγκράτησε το θυμό του και είπε ψυχρά: «Πρέπει να μεγαλώσεις πια, Θία». «Έχω μεγαλώσει». Η αγανάκτηση την έκανε να κοκκινίσει. «Δεν καταλαβαίνω όμως γιατί πρέπει να παραιτηθείς από τον αυθορμητισμό, τη χαρά, την έκπληξη, την περιπέτεια προκειμένου να γίνεις ένας υπεύθυνος ενήλικας». Τον κοίταξε σαν να τον κατηγορούσε. «Έχεις ιδέα τι σημαίνει να μαραθείς, να γίνεις μια άχαρη γεροντοκόρη ή να αναγκαστείς να παντρευτείς έναν άντρα που όχι μόνο δε συμπαθείς, αλλά ούτε καν τον σέβεσαι;» Όχι, ο Ρις δεν είχε την παραμικρή ιδέα και ένιωσε πολύ άβολα που η Θία φοβόταν αυτά τα πράγματα. Ένιωσε τύψεις. Εκείνη του είχε σταθεί ως φίλη, αλλά αυτός την είχε ξεχάσει όσο ξανάχτιζε τη ζωή του. Τι ήξερε όμως ο ίδιος για τις καθωσπρέπει κυρίες και τις συναισθηματικές ανάγκες τους; Ίσως λίγη λογική να βοηθούσε -ήταν το μόνο που είχε να προσφέρει. «Δε μιλάμε για μένα. Μιλάμε για σένα, Θία. Έχεις δύο ατού, που θα πρέπει να


τα διατηρήσεις για όλη σου τη ζωή αν δε σκοπεύεις να παντρευτείς». Εκείνη έγειρε αμέσως το κεφάλι της στο πλάι, περίεργη. Δεν μπορούσε να παραμείνει μουτρωμένη για πολλή ώρα. «Έχω την κληρονομιά μου, αυτό είναι όλο», μουρμούρισε. «Ναι, έχεις την κληρονομιά σου και θα πρέπει να διαλέξεις σωστά τους οικονομικούς και νομικούς συμβούλους σου ώστε να χρηματοδοτήσεις με αυτά τα χρήματα την ανεξαρτησία σου». «Ποιο είναι το άλλο ατού μου;» τον ρώτησε, μισοκλείνοντας σκεφτική τα έξυπνα καστανά μάτια της με τις σκούρες βλεφαρίδες. «Η υπόληψή σου. Μια αξιοσέβαστη ανύπαντρη κυρία με αριστοκρατική καταγωγή, περιουσία και μια κάποια εκκεντρικότητα γίνεται αποδεκτή παντού -πάρε για παράδειγμα τη νονά. Έτσι και σπιλωθεί όμως η υπόληψή σου, έτσι και υπάρξει η παραμικρή υπόνοια ελευθεριάζουσας συμπεριφοράς από μέρους σου, θα σου κλείσουν όλοι τις πόρτες τους κατάμουτρα». «Ελευθεριάζουσα συμπεριφορά; Εγώ;» Η Θία ξεφύσηξε περιφρονητικά. «Όπως, για παράδειγμα, το γεγονός ότι οργώνεις την Ευρώπη χωρίς συνοδό, παρέα μ’ έναν ανύπαντρο άντρα που δεν είναι συγγενής σου». Το χαριτωμένο κοκκίνισμά της ξεθώριασε. «Σαχλαμάρες. Κανείς δεν πρόκειται να το μάθει. Θα σκαρφιστούμε με τη νονά μια πειστική ιστορία, θα δεις». Να πάλι εκείνη η φευγαλέα ανησυχία πίσω από τη σιγουριά της. Δεν μπορεί να ήταν φόβος για το τι θα την περίμενε αν αναγκαζόταν να γυρίσει σπίτι της. Όσο κακός γονιός και να ήταν ο κόμης, δεν μπορεί να την κακοποιούσε, σωστά; «Το ελπίζω. Έχει αρχίσει να πιάνει ψύχρα -έλα να κατέβουμε να δούμε τι θα φάμε για δείπνο». Ο Ρις σηκώθηκε, της πρόσφερε το μπράτσο του και η Θία γλίστρησε το χέρι της κάτω από τον αγκώνα του. «Αχηβάδες, ελπίζω. Νομίζω ότι η Διέπη φημίζεται γι’ αυτές». «Καλό ακούγεται», συμφώνησε εκείνος. «Εγώ προσωπικά σκεφτόμουν έναν ψωμωμένο αστακό». Ο Ρις περίμενε να κατέβουν από τη γλιστερή πλαγιά με το γρασίδι και να μπουν στο χιλιοπατημένο μονοπάτι προτού ρωτήσει: «Τελικά δε θα ήταν καλύτερα να βρεις ένα σύζυγο; Κάποιον που θα αναλάβει να σε φροντίζει και να διαχειρίζεται την περιουσία σου;» «Την περιουσία του, εννοείς. Με το που θα παντρευτώ θα χάσω κάθε έλεγχο πάνω στα χρήματά μου». «Γι’ αυτό είσαι τόσο ενάντια στο γάμο;» Μερικοί στρατιώτες κάθονταν στο φυλάκιο ελέγχου, στην έξοδο της πόλης. Έριξαν μια ματιά προς το μέρος τους και ξαναγύρισαν στα ζάρια που έπαιζαν. Υπήρχε κάτι που η Θία


δεν του έλεγε, αλλά εκείνος θα της το αποσπούσε όσο μεγάλη αντίσταση και να πρόβαλλε.


Κεφάλαιο 7 «Δεν είμαι ενάντια στο γάμο ως θεσμό», διαμαρτυρήθηκε η Θία, «αλλά είναι μεγάλο το ρίσκο. Η γυναίκα διακινδυνεύει πάρα πολλά. Είμαι αποφασισμένη να μην παντρευτώ εκτός κι αν ερωτευτώ, για μένα αυτός είναι ο μόνος λόγος να κάνεις το μεγάλο βήμα. Μπορώ ωστόσο να σε βεβαιώσω πως είναι μάλλον απίθανο να συμβεί αυτό». «Και ο σερ Άντονι Μέλντρεθ;» «Όπως σου είπα, ανακαλύψαμε ότι δεν ταιριάζαμε». Μάλλον δεν ακούστηκε αρκετά πειστική, γιατί ο Ρις σταμάτησε και την κοίταξε διαπεραστικά. «Τι συνέβη;» Ανάθεμα, κοκκινίζω. «Τίποτε». «Θία...» Από τον τόνο του κατάλαβε ότι ο Ρις δε θα την άφηνε να του ξεφύγει. «Κάθισε εδώ και πες μου», της είπε και έδειξε ένα παγκάκι στο πλάι του μονοπατιού. «Καλά, αφού είσαι τόσο αδιάκριτος και θέλεις να μάθεις και την τελευταία λεπτομέρεια!» Η Θία κάθισε βαριά και κάρφωσε το βλέμμα στα πόδια της. «Με άφησε να πιστέψω ότι με αγαπούσε, ότι του άρεσαν τα πράγματα που άρεσαν και σ’ εμένα, ότι σεβόταν τη γνώμη μου κι ότι ήθελε μια γυναίκα που θα ήταν ίση του». «Κι εσύ τον αγαπούσες;» «Από μια άποψη, ναι. Θεωρούσα ότι θα γινόταν καλός σύντροφος και τον πίστεψα όταν μου είπε πως το μόνο που ήθελε ήταν εμένα γι’ αυτό που ήμουν». «Και δεν ήταν έτσι;» Η φωνή του Ρις ακούστηκε τώρα πιο μαλακή. «Τον κρυφάκουσα να κουβεντιάζει με τον πατέρα μου για την προίκα μου. Είχαν συμφωνήσει από κοινού σε αυτή την προσέγγιση, ώστε να καταφέρει ο πατέρας μου να με ξεφορτωθεί από τα χέρια του. Το κέρδος του Άντονι, εκτός από την κληρονομιά μου, θα ήταν και ένα κομμάτι γης που το ήθελε εδώ και χρόνια και ο πατέρας μου αρνιόταν ως τότε να του το πουλήσει». «Αυτό θα πρέπει να ήταν... δύσκολο να το διαχειριστείς. Τι έκανες; Τους αντιμετώπισες;»


«Όχι. Είπα στον Άντονι ότι άλλαξα γνώμη, ότι δεν πίστευα πια πως ταιριάζαμε. Εκείνος με κατηγόρησε ότι ήμουν παγοκολόνα και δεν άξιζα για τα όσα του πρόσφερε ο πατέρας μου». «Παγοκολόνα; Σε βίασε;» «Όχι». Το πρόσωπό της είχε γίνει κατακόκκινο σαν φωτιά. «Του επέτρεψα κάποιες... ελευθερίες. Όταν πίστευα πως ήμασταν ερωτευμένοι, καταλαβαίνεις». Η Θία κάρφωσε τώρα το βλέμμα στα δεμένα χέρια της. «Κάποιες ελευθερίες; Τι στην οργή σημαίνει αυτό;» Ο Ρις ακούστηκε έξαλλος. Η Θία έριξε μια πλάγια ματιά στο πρόσωπο του. Ήταν έξαλλος. «Ρις, για όνομα του Θεού, δεν μπορώ να το κουβεντιάσω αυτό μαζί σου!» «Γιατί όχι; Βρίσκεσαι υπό την προστασία μου. Ο άντρας αυτός είναι αχρείος για να παίξει έτσι μαζί σου. Θα λογαριαστώ μαζί του όταν γυρίσω στην Αγγλία». «Θα τον καλέσεις σε μονομαχία; Προς Θεού, Ρις, με ποια δικαιολογία;» «Όλο και κάποια θα βρω. Μπορεί να μη μου αρέσει το καπέλο, το μούτρο ή το γέλιο του». «Αχ, Ρις». Η Θία δεν είχε κανένα λόγο να τσακωθεί μαζί του, εξάλλου ο σερ Άντονι βρισκόταν πολύ μακριά. Έτσι κι αλλιώς, ο θυμός του θα είχε ξεθυμάνει μέχρι να ξαναγυρίσει σπίτι. Του ήταν εύκολο να θυμώσει για θέματα τιμής, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τη φρίκη της στην ιδέα να ξαναγυρίσει σ’ εκείνη τη ζωή, όπου τη χρησιμοποιούσαν απλώς σαν εργαλείο ή σαν πιόνι, όπου ο πραγματικός εαυτός της θα μαραινόταν, θα αφανιζόταν. Ένας άντρας είναι αδύνατον να καταλάβει πώς νιώθει μια γυναίκα ανίσχυρη. «Η αγάπη είναι μια ψευδαίσθηση», είπε απότομα ο Ρις. «Να υποθέσω πως το καταλαβαίνεις αυτό τώρα;» «Όχι, δεν το καταλαβαίνω. Έκανα ένα λάθος τόσο στην επιλογή του ανθρώπου όσο και στην ερμηνεία των δικών μου συναισθημάτων, αυτό είναι όλο. Το ξέρεις ότι η αγάπη υπάρχει», επέμεινε μαλακά η Θία, σφίγγοντάς του για μια στιγμή το μπράτσο. «Αν δεν υπήρχε, δε θα ήσουν τόσο απόλυτος να κάνεις αυτήν τη φορά έναν καθωσπρέπει γάμο χωρίς αγάπη. Η αγάπη πληγώνει -έτσι ξέρουμε ότι είναι αληθινή». Ο Ρις τραβήχτηκε απότομα, αλλά εκείνη συνέχισε να κοιτάζει ίσια μπροστά της και το μόνο που κατάφερε να δει ήταν η κορυφή του κεφαλιού της. «Κατέβασε το βέλο σου», τη διέταξε. «Ναι, φυσικά». Η Θία το κατέβασε προσεκτικά και του έδωσε το χέρι της για να τη βοη-


θήσει να σηκωθεί. Τώρα που είχε ικανοποιήσει την περιέργειά του ίσως ο Ρις να ξεχνούσε αυτό το θέμα και να την άφηνε να διαχειριστεί τα στραπατσαρισμένα συναισθήματά της μόνη. Τους φόβους της δεν τολμούσε να τους αντιμετωπίσει. *** «Αύριο θα πάω για ψώνια», δήλωσε αποφασιστικά η Θία τρεις μέρες αργότερα, τη στιγμή που τους σέρβιραν το δείπνο στο ιδιωτικό σαλόνι του πανδοχείου Πλουμ ντ’Ορ, κοντά στο Λούβρο. «Καλή ήταν η Ρουέν, αλλά μία μέρα δεν είναι αρκετή». Το μόνο που είχε καταφέρει να αγοράσει με τη συνοδεία της Πόλι ήταν μερικά καινούργια εσώρουχα, ένα ζευγάρι κάλτσες και κάνα δυο μαντίλια. «Δεν είσαι κουρασμένη από το ταξίδι;» Ο Ρις πήρε το μαχαίρι κι άρχισε να κόβει το κοτόπουλο σαν χειρούργος. Μα γιατί οι άντρες ταράζονταν κάθε φορά που άκουγαν τις γυναίκες να λένε ότι θα πάνε για ψώνια; Στο κάτω κάτω δε θα ξόδευε τα δικά του λεφτά. «Κουρασμένη; Καθόλου. Λατρεύω τα ταξίδια. Έχεις τόσα να δεις. Ρις...» «Ναι; Μήπως πρέπει να φοβηθώ την ερώτηση;» «Κάθε άλλο. Απλώς θα ήθελα να ρωτήσεις τον πανδοχέα αν μπορεί να μου συστήσει κάποιον ξεναγό για αύριο. Τα γαλλικά μου δεν είναι και τόσο καλά για να κυκλοφορήσω μόνη μου και δεν έχω ιδέα πού βρίσκονται τα καλά μαγαζιά». «Θα μπορούσα να σε συνοδεύσω εγώ». «Σ’ ευχαριστώ, αλλά είμαι σίγουρη ότι έχεις άλλα σχέδια για τη μέρα σου». Η Θία περιεργάστηκε το πρόσωπό του. «Πάντως, σε παραδέχομαι που προσφέρθηκες αν και πρέπει να τρέμεις στην ιδέα». «Αυτό είναι αλήθεια. Ήταν μεγάλος ηρωισμός από μέρους μου». Η Θία άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Ρις χαμογέλασε. «Εντάξει, δε θα σου επιβάλω την παρουσία μου -πάρε τον Χοτζ. Τα γαλλικά του είναι τέλεια και ξέρει καλά το Παρίσι από την τελευταία φορά που είχαμε ειρήνη». Ορίστε, είπε η Θία στον εαυτό της, τρώγοντας με μεγάλη όρεξη. Βρίσκομαι σ’ ένα ωραίο ξενοδοχείο χωρίς να έχει γίνει κανένα σκάνδαλο ή φασαρία και κουβεντιάζω με τον Ρις, όπως το κάναμε και παλιά. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχώ. *** «Σε παρακαλώ, πες μου ότι δεν άδειασες όλα τα μαγαζιά του Παρισιού». Η Θία μπήκε στο ιδιωτικό σαλόνι πίσω από τον Χοτζ, την Πόλι και τους δύο γκρουμ του ξενοδοχείου και κοίταξε πάνω από τα πακέτα τον Ρις.


Ήταν ντυμένος για έξοδο. Φορούσε ένα κομψότατο μαύρο βραδινό παντελόνι και μια σκούρα μπλε ρεντιγκότα. «Φυσικά και δεν τα άδειασα. Αυτά είναι μόνο τα βασικά για να περάσω μέχρι να παραλάβω και τα φορέματα που άφησα για να τα φέρουν στα μέτρα μου». Ο Ρις ύψωσε το βλέμμα στο ταβάνι, ενώ η Θία ακουμπούσε δύο καπελιέρες στο τραπέζι. «Είσαι πολύ κομψός, μου αρέσει το φουλάρι σου. Πού πηγαίνεις;» «Σ’ ευχαριστώ. Έχω εισιτήρια για την Όπερα. Υπάρχει μία καταπληκτική σοπράνο, για την οποία έχω ακούσει πολλά και θέλω να την ακούσω ζωντανά. Ήμουν έτοιμος να σου αφήσω ένα σημείωμα να μη με περιμένεις για το δείπνο». «Καλά να περάσεις», του φώναξε η Θία όταν τον είδε να παίρνει το καπέλο και το μπαστούνι του και να φεύγει. «Και τώρα τι θα κάνουμε όλο το βράδυ μόνοι μας;» «Εμείς, λαίδη μου;» ρώτησε ο Χοτζ, που μπήκε εκείνη την ώρα, μεταφέροντας τα δύο τελευταία πακέτα στην κρεβατοκάμαρά της. «Είστε κουρασμένοι ή θέλετε να βγούμε μετά το δείπνο οι τρεις μας;» «Και να πάμε πού, λαίδη μου; Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν νιώθω καθόλου κουρασμένος. Είναι πολύ αναζωογονητικό να βρίσκομαι πάλι στο Παρίσι, αλλά μπορεί να μην αρέσει στο λόρδο...» «Ω, πάψε! Τι το κακό έχει το να πάμε σ’ ένα δημοφιλές μέρος -στο Παλέ Ρουαγιάλ, για παράδειγμα;» «Ε, παλιά ήταν κάπως... ιδιόμορφο μέρος, λαίδη μου». «Δεν προτείνω να πάμε σε μία από τις λέσχες στοιχημάτων, Χοτζ. Υπάρχουν όμως ένα σωρό χαριτωμένα μαγαζιά με υπαίθρια τραπεζάκια -οι κυρίες φαίνεται πως το θεωρούν αρκετά καθωσπρέπει να κάθονται εκεί». «Εννοείτε τα καφέ, λαίδη μου;» «Ναι, θα βρούμε ένα όμορφο καφέ και θα χαζέψουμε τον κόσμο που θα περνάει». «Θα μπορούσατε να φορέσετε εκείνο το ζωηρόχρωμο μπλε φόρεμα και το μαύρο καπελάκι με το φτερό και το βέλο», πρότεινε η Πόλι. «Τέλειο, λαίδη μου». Τέλειο, πράγματι. Αυτό σημαίνει ανεξάρτητη γυναίκα. *** Η τραγουδίστρια της όπερας, γνωστή με το ψευδώνυμο Λα Μπελ Σεραφίνα, μετακινήθηκε ελαφρώς στην καρέκλα της, ακουμπώντας τους αγκώνες της στο μικρό τραπεζάκι του καφέ, προσφέροντας στον Ρις μία ακόμα πιο εντυπωσιακή θέα του ντεκολτέ της. Άφθονη λευκή σάρκα, με


μια υποψία δαντέλας στο βάθος. Ο Ρις άλλαξε και αυτός στάση, ήταν πια καιρός να θαυμάσει τα πλούσια προσόντα της, αφού την είχε βολιδοσκοπήσει για το ενδεχόμενο μιας εμφάνισής της στην Όπερα του Λονδίνου. Ο ξάδερφός του ο Γκρέγκορι είχε κάποια συμφέροντα στο συγκεκριμένο θέατρο και ο Ρις του είχε υποσχεθεί ότι θα έψαχνε να του βρει κάποια πολλά υποσχόμενα ταλέντα. Μετά την ολοκλήρωση, λοιπόν, της επαγγελματικής διαβούλευσης, ίσως ήταν ώρα για μια εντελώς άλλου τύπου διαβούλευση. Θα ήταν ευχάριστο να απολαύσει μια νύχτα αμοιβαίου πάθους. Μπορεί να μην είχε περάσει ούτε μια εβδομάδα που χώρισε από την ερωμένη του, αλλά βρισκόταν σε συνεχή διέγερση. Παρ’ όλα αυτά, ένιωθε περίεργα απρόθυμος να προχωρήσει, μολονότι η συνοδός του έδειχνε καθαρά ότι θα καλοδεχόταν την πρόταση. Το μάτι του πήρε μια γυναίκα με βέλο που κάθισε όλο χάρη στο απέναντι καφέ μαζί με την παρέα της. Πολύ όμορφη, σκέφτηκε αφηρημένα, ξεχωρίζοντας την κομψότητά της δίπλα στην απλά ντυμένη υπηρέτρια και στον άντρα με το μαύρο κοστούμι. «Ο Χοτζ;» «Μονσενιέρ;» γουργούρισε η γυναίκα δίπλα του, ακουμπώντας το χέρι της στο μπράτσο του και γέρνοντας πληθωρικά προς το μέρος του σε μια ωμή προσπάθεια να ξανακερδίσει την προσοχή του. «Με... Εξκιουζέ μουά», της είπε ο Ρις στα γαλλικά. Μπορεί να του ήταν περιέργως αδιάφορη, αλλά αυτός δεν ήταν λόγος να της φερθεί με αγένεια. «Μόλις είδα κάποιον γνωστό». Ο βαλές του, η καμαριέρα της Θία και η κομψή φιγούρα με το δαντελένιο βέλο που έφτανε προκλητικά μέχρι το πάνω χείλος της... Πρέπει να ήταν η Θία. Η Θία; «Νόμισα ότι είδα κάποιον γνωστό μου». Ο Ρις πίεσε τον εαυτό του να σκεφτεί πάλι στα γαλλικά, καθώς βολεύτηκε ξανά στην καρέκλα του, φροντίζοντας να τη γυρίσει ελαφρά ώστε να έχει ανεμπόδιστη θέα απέναντι. Τι στην, οργή του είχε έρθει του Χοτζ να φέρει τη Θία σε τούτο το μέρος από τα τόσα που διέθετε το Παρίσι; Μπορεί τη μέρα να ήταν γεμάτο γραφικά μαγαζάκια με μπιχλιμπίδια, αλλά με το που έπεφτε η νύχτα η περιοχή μετατρεπόταν σε παιδική χαρά. Αλλά όχι για παιδάκια. Χαρτοπαικτικές λέσχες, πανάκριβοι οίκοι ανοχής, απομονωμένα μικρά εστιατόρια. Για τα σοφιστικέ ζευγάρια των Γάλλων ήταν μια αρκετά αξιοπρεπής γειτονιά, το ίδιο και για μια κυρία που ερχόταν εδώ με την παρέα της, αλλά για μια άβγαλτη κοπέλα σαν τη Θία παραμόνευαν πολλοί κίνδυ-


νοι. Ο Ρις συνέχισε την κουβέντα του για τα θέατρα του Λονδίνου, προσπαθώντας να πνίξει την παρόρμησή του να πάει απέναντι, να ρίξει τη Θία στον ώμο του και να τη γυρίσει χωρίς πολλά πολλά στο ξενοδοχείο, τσουβαλιάζοντας ταυτόχρονα και τον Χοτζ. Δε θα την προστάτευε, όμως, αν δημιουργούσε σκηνή. Εξάλλου, αν ήθελε να είναι δίκαιος, είχε πει στο βαλέ του να τη συνοδεύσει όπου ήθελε να πάει. Ο Ρις κατάλαβε αμέσως τη στιγμή που τον αναγνώρισε εκείνη. Το κορμί της σφίχτηκε και έγειρε το κεφάλι της στο πλάι για να περιεργαστεί τόσο αυτόν όσο και τη γυναίκα δίπλα του. Ήταν ωστόσο περίεργο να βλέπει αυτή την τυπική στάση της Θία από μια κομψή κυρία, ντυμένη με την τελευταία λέξη της παριζιάνικης μόδας, που κρυβόταν πίσω από ένα βέλο. *** «Ο Ρις!» «Συγγνώμη, λαίδη μου;» Ο Χοτζ, που στεκόταν τυπικά πιο πίσω, έσκυψε προς το μέρος της. «Ο λόρδος Πέλγκρεϊβ είναι εκεί απέναντι». Νόμισε πως άκουσε τον Χοτζ να ψελλίζει: «Αχ, Θεέ μου», αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρη με τη μουσική και τα γέλια, άσε πια το επιδοκιμαστικό επιφώνημα της Πόλι: «Έχει μια καλλονή μαζί του». Η σύντροφος του Ρις ήταν σίγουρα εκτυφλωτική. Η Θία υπέθεσε ότι θα ήταν εταίρα αν και δεν είχε ξανατύχει να δει κάποια από κοντά. Η τουαλέτα της ήταν υψηλής ραπτικής, μ’ ένα φοβερά αποκαλυπτικό ντεκολτέ, που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια της ευπρέπειας. Τα μαλλιά, το χαμόγελο, τα κοσμήματά της είχαν μια εκτυφλωτική λάμψη, ενώ η όλη στάση της απέπνεε μια σεξουαλική αυτοπεποίθηση που τραβούσε σαν μαγνήτης τους άντρες, ακόμα και από απόσταση. Η Θία μάλωσε τον εαυτό της για τις επικριτικές σκέψεις της. Η ίδια είχε περάσει όλη τη μέρα της κάνοντας ψώνια στα μαγαζιά, είχε λοιπόν και ο Ρις κάθε δικαίωμα να αναζητήσει τις δικές του... απολαύσεις. Οι άντρες αναζητούσαν συνήθως όμορφες, κομψές και εξεζητημένες κυρίες και απολάμβαναν την παρέα τους. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να ταράζεται, τη στιγμή μάλιστα που ήταν και η ίδια μια ώριμη, έξυπνη και σοφιστικέ κυρία. Καλά όλα αυτά, αλλά ήταν ανάγκη κι αυτός να κάνει μια τόσο κραυγαλέα επιλογή; Η γυναίκα που έγερνε πληθωρικά προς το μέρος του διέθετε έναν καταρράκτη από ξανθές μπούκλες, μεγάλα γαλανά μάτια και ένα εντυπωσιακό ντεκολτέ. Η Θία την είδε να ακουμπάει τα δάχτυλά της στο


μάγουλο του Ρις και να στρέφει το πρόσωπό του προς το μέρος της για να του ψιθυρίσει κάτι στο αυτί. Μια εικόνα ξετυλίχτηκε ξαφνικά στη φαντασία της. Η γυναίκα έβγαζε το κεχριμπαρένιο μεταξωτό φόρεμά της, ξάπλωνε σ’ ένα μεγάλο κρεβάτι και έκανε νόημα στον Ρις, που... «Χοτζ, παράγγειλέ μου ένα ποτήρι σαμπάνια, παρακαλώ». «Λαίδη μου;» Ο βαλές ακούστηκε ελαφρώς σκανδαλισμένος. Ε, λοιπόν, και εκείνη ένιωθε σκανδαλισμένη, άρα ήταν δύο και αυτό ήταν πολύ ενοχλητικό, γιατί η Θία δεν είχε συνειδητοποιήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή πόσο σεμνότυφη ήταν. «Και για εσένα και για την Πόλι επίσης». «Μα, λαίδη μου...» «Σταμάτα τις αντιρρήσεις! Γκαρσόν!» Η Θία κροτάλισε τα δάχτυλά της και ο σερβιτόρος πλησίασε αμέσως. «Σαμπάνια, σ’ιλβου πλε. Πουρ τρουά. Κάθισε κάτω, Χοτζ. Είμαστε σε διακοπές». «Δεν ξέρω ποια θα ήταν η γνώμη του λόρδου», είπε ο βαλές, αλλά κάθισε στητός στην άκρη της μεταλλικής καρέκλας. Ο Ρις δεν πρέπει να τους είχε δει, διαφορετικά κάτι θα είχε δείξει. «Είμαι σίγουρη πως αυτήν τη στιγμή έχει το νου του στη δική του διασκέδαση». Απ’ ό,τι βλέπω, φιλάει τα ακροδάχτυλα της προκομμένης. Τους έφεραν τη σαμπάνια και τα ποτήρια. «Σε παρακαλώ, σερβίρισε, Χοτζ». Το κρασί άφρισε στα ψηλόλιγνα ποτήρια και η Θία σήκωσε το δικό της. «Στο Παρίσι!» «Στην ομορφιά», είπε στα αγγλικά μια βαθιά φωνή πίσω της. Η Θία γύρισε απότομα και το ποτό χύθηκε στο χέρι της. Ένας ψηλός άντρας την κοιτούσε, μ’ ένα επιδοκιμαστικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Σήκωσε το ποτήρι του στην υγειά της. Ένας Άγγλος, αλλά ευτυχώς όχι κάποιος γνωστός της. Η Θία άκουσε την καρέκλα του Χοτζ να τρίζει, καθώς ο βαλές πετάχτηκε αμέσως όρθιος, αλλά έμοιαζε νάνος μπροστά στον πελώριο ξένο. «Σερ, δε γνωριζόμαστε», τον έκοψε ψυχρά η Θία και γύρισε πάλι μπροστά της, νιώθοντας το στόμα της ξερό από το φόβο. Πάντα κυκλοφορούσε με συνοδό και ποτέ, μα ποτέ, δεν είχε τολμήσει κανείς να την πλευρίσει έτσι. «Έχουμε όμως όλη τη βραδιά μπροστά μας για να το κάνουμε, μαντάμ». «Σερ, η κυρία μου σας είπε...» άρχισε να λέει ο Χοτζ, αλλά ο άγνωστος τον έσπρωξε στο πλάι και γλίστρησε απτόητος στην καρέκλα που είχε αδειάσει εκείνος. «Θα είχατε την καλοσύνη να φύγετε, σερ!»


Στη συνέχεια τα πάντα έγιναν πολύ γρήγορα. Η Πόλι έβγαλε μια τρομαγμένη κραυγή, ενώ η Θία είδε τον Ρις να προσγειώνει τη γροθιά του στο πιγούνι του αγνώστου, που σωριάστηκε στο κενό ανάμεσα σε δύο τραπέζια. Μεγάλο σκάνδαλο να δημιουργηθεί σκηνή ανάμεσα σε δυο Άγγλους σ’ ένα από τα πιο γνωστά μέρη του Παρισιού. Κι όμως η Θία το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ότι ο Ρις ήταν υπέροχος. Έστεκε εκεί, λεπτός, μυώδης... άφοβος. Η Θία έπιασε με το ένα χέρι το τραπέζι και με το άλλο το μπράτσο της Πόλι, που έτρεμε. «Η κυρία σού είπε ότι δεν ενδιαφέρεται να κάνει τη γνωριμία σου. Μήπως θα ήθελες να σ’ το εξηγήσω ακόμα πιο καθαρά;» Ο ήρεμος τόνος του Ρις ήταν θανατερός. «Μια απλή παρεξήγηση». Ο άντρας σηκώθηκε, έτριψε το πιγούνι του και εξαφανίστηκε. Ο Ρις γύρισε στους τρεις τους. «Καιρός να γυρίσετε σπίτι», γρύλισε με σφιγμένα δόντια. «Φυσικά, λόρδε μου. Θα καλέσω μια άμαξα...» άρχισε να λέει ο Χοτζ. «Εσύ πάρε την Πόλι. Τη λαίδη θα τη φροντίσω εγώ». Η έκφραση του Ρις έκανε την καμαριέρα να ζαρώσει προς το μέρος του βαλέ. «Γυρίστε αμέσως στο ξενοδοχείο, διαφορετικά μπορεί να υποκύψω στην πρώτη μου παρόρμηση και να σας απολύσω εδώ και τώρα». «Λαίδη μου;» Η Θία όφειλε να του το αναγνωρίσει, ο Χοτζ στράφηκε προς το μέρος της για να πάρει την άδεια. «Κάντε ό,τι σας λέει ο λόρδος», του απάντησε και σηκώθηκε κι εκείνη. Πάνω από τον ώμο της είδε πως το τραπέζι του Ρις ήταν άδειο. «Η... φίλη σου έφυγε. Λυπάμαι». «Αλήθεια;» την αντέκρουσε αυτός και έριξε μια άγρια ματιά στα γύρω τραπέζια. Όσοι κάθονταν σε αυτά χάσκοντας βρήκαν ξαφνικά κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον να κάνουν. «Ναι, φυσικά. Έδειχνε... ακριβή». Η Θία μετάνιωσε αμέσως για το σχόλιό της. Δεν ήταν μόνο αποκαλυπτικό, έδειχνε και τη ζήλια της. Αλλά γιατί να ζηλεύει; Ή να νιώθει σοκαρισμένη; Ο Ρις ήταν ένας αρρενωπός άντρας και ήταν φυσικό να θέλει... να έχει ανάγκη... «Εκείνη η κυρία», της δήλωσε αυτός μ’ ένα... ο Θεός να το κάνει χαμόγελο, «είναι σοπράνο της όπερας, γνωστή με το ψευδώνυμο Λα Μπελ Σεραφίνα, κι εγώ διαπραγματευόμουν μαζί της, για λογαριασμό του ξαδέρφου μου του Γκρέγκορι, το ενδεχόμενο να εμφανιστεί την επόμενη σεζόν στη σκηνή του Λονδίνου». Ο Ρις πήρε την κάπα της από την πλάτη της καρέκλας και την έριξε στους ώμους της.


«Δεν εννοούσα... Ω, ναι, αυτό εννοούσα», παραδέχτηκε η Θία, δένοντας την κορδέλα στο λαιμό της με σφιγμένα δάχτυλα. «Λυπάμαι, δεν έπρεπε να είχα κάνει έναν τέτοιο υπαινιγμό, δεν έπρεπε να βιαστώ να βγάλω συμπέρασμα». «Ήταν ένα απόλυτα σωστό συμπέρασμα», είπε ο Ρις με απειλητική ηρεμία, καθώς την έπιανε από το μπράτσο για να την οδηγήσει σ’ ένα από τα μονοπάτια που έβγαζαν από τον κήπο. «Δεν είχαμε φτάσει όμως ακόμα σ’ εκείνο το σημείο της διαπραγμάτευσης». Η αντίδρασή της ήταν ενστικτώδης κι εκείνος την αντιλήφθηκε παρά το σκοτάδι. «Γιατί τέτοια αποστροφή, αγαπητή μου; Εσύ ήσουν αυτή που έθιξε πρώτη το θέμα, ενώ πρέπει να ξέρεις τι είδους μέρος είναι αυτό εδώ τη νύχτα». Η Θία σταμάτησε. «Όχι, δεν ήξερα! Φαντάστηκα ότι θα ήταν κάτι σαν μια βραδιά στο Βόξχολ, όχι στον προθάλαμο ενός μπορντέλου! Την επόμενη φορά θα ξέρω». «Δε θα υπάρξει επόμενη φορά, μικρή ηλίθια. Δε θα ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Έχεις ιδέα σε τι κίνδυνο έβαλες τον εαυτό σου απόψε; Τι θα είχε συμβεί αν ο Χοτζ είχε φύγει να φωνάξει το γκαρσόνι ή αν είχε πάει στην τουαλέτα; Νομίζεις ότι η καμαριέρα σου θα μπορούσε να σε προστατεύσει; «Από τι;» διαμαρτυρήθηκε η Θία. «Υπάρχει κόσμος γύρω γύρω». «Απ’ αυτό», είπε ο Ρις και την έβγαλε απότομα από το μονοπάτι, παρασύροντάς τη στη σκοτεινή αλέα πιο πίσω.


Κεφάλαιο 8 Η Θία βρέθηκε παγιδευμένη σε μια γωνιά ανάμεσα στον τούβλινο τοίχο και στο κορμί του Ρις, ο οποίος είχε ακουμπήσει τα χέρια του δεξιά και αριστερά από το κεφάλι της. «Άφησέ με, με πονάς». Πρότεινε το πιγούνι της. Μεγάλο λάθος. Το στόμα του βρισκόταν ακριβώς πάνω από το δικό της. «Δε σε αγγίζω», την αντέκρουσε λογικά εκείνος. Η ανάσα του, που χάιδεψε τα χείλη της, έβγαινε τώρα πιο γρήγορη, εμποτισμένη με αλκοόλ. Η Θία σήκωσε το γόνατό της, αλλά έτσι όπως την είχε στριμώξει τον πέτυχε απλώς στο πόδι. Προσπάθησε να ξεγλιστρήσει κάτω από τα μπράτσα του, αλλά ο Ρις έκλεισε σφιχτά τους αγκώνες του. «Θα ουρλιάξω», τον απείλησε. «Θα σε σταματήσω μ’ ένα φιλί. Και ξέρεις τι θα έκανε ο φιλαράκος σου μετά απ’ αυτό, έτσι; Θα σήκωνε τις φούστες σου και θα σε έκανε δική του, εδώ και τώρα». Ο Ρις άνοιξε τα πόδια της με το γόνατό του. Η Θία ένιωσε τη φούστα της να σηκώνεται, αισθάνθηκε το γοφό του να πιέζει το κορμί της εκεί ακριβώς όπου είχε αρχίσει να ξυπνάει. Μπορεί να νιώσει πόσο καυτή είμαι. Πόσο... υγρή. «Δε με τρομάζεις». Κι όμως την τρόμαζε. Ο Ρις που ήξερε εκείνη δε θα την πλήγωνε ποτέ, αυτήν τη στιγμή όμως είχε μπροστά της ένα θυμωμένο και ξαναμμένο άντρα, και έφταιγε η ίδια γι’ αυτό. «Τότε δεν προσπαθώ αρκετά σκληρά», χλεύασε εκείνος και τα δόντια του άστραψαν καθώς χαμήλωνε το κεφάλι του, χαλαρώνοντας την πίεση του ποδιού του, που την κρατούσε φυλακισμένη. Η κίνησή του αυτή της έδωσε την ευκαιρία να πέσει στα γόνατα και να του ξεφύγει. Ο Ρις γύρισε αμέσως και όρμησε να την πιάσει. «Δε θα το έκανα», τον προειδοποίησε εκείνη, τραβώντας τη μεγάλη βελόνα που στερέωνε το καπέλο της. Την κούνησε απειλητικά και το φως από το φανό στην άκρη της αλέας άστραψε πάνω της. Επικράτησε μια επικίνδυνη σιωπή. Ο άντρας που πίστευε ότι γνώριζε είχε μεταμορφωθεί σε έναν απειλητικό ξένο, έτοιμο να ορμήξει. Τι μας συνέβη;


Ύστερα ο Ρις μίλησε και ήταν φανερό ότι το διασκέδαζε. «Εγώ σ’ το έμαθα αυτό το κόλπο». «Το ξέρω». Όλα θα πήγαιναν καλά. Ο Ρις ήταν πάντα ο ίδιος. «Όταν ήμουν δώδεκα χρονών κι εκείνο το απαίσιο αγόρι που έμενε στους Γουίλκινσον είχε προσπαθήσει να με στριμώξει στον τοίχο του στάβλου. Τότε δεν είχα ιδέα τι ήθελε». «Τώρα έχεις». Ο Ρις το διασκέδαζε στ’ αλήθεια ή μήπως όλο αυτό ήταν ένα κόλπο για να τον αφήσει η Θία να την ξαναπλησιάσει; Μακάρι να μπορούσε να διακρίνει την έκφρασή του. «Η ταχύτητά σου με εντυπωσίασε, αλλά εύχομαι να είχα πειστεί ότι θα μπορούσες να ξεφύγεις τόσο εύκολα και από κάποιον άλλο άντρα». Ο θυμός του έδειχνε να έχει υποχωρήσει, έτσι υποχώρησε και ο πανικός της. «Θα κρύψεις τώρα αυτήν τη βελόνα; Θα μπορούσες να σκοτώσεις κανέναν με δαύτη». Η Θία κάρφωσε τη βελόνα στη θέση της. «Ενήργησα από ένστικτο, δε θα τη χρησιμοποιούσα ποτέ εναντίον σου». «Δε θα είχες αυτή την ευκαιρία». Ο Ρις έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Σταμάτα να ορθώνεσαι έτσι απειλητικά από πάνω μου». Ο Ρις ήθελε να την τρομάξει, και το είχε πετύχει, ανάθεμά την όμως αν θα το παραδεχόταν μπροστά του. Ταυτόχρονα είχε ξυπνήσει μέσα της συγκινήσεις που η Θία δεν ήθελε να τις αναγνωρίσει. «Αχ, Θεέ μου, το καινούργιο μου φουστάνι». Τίναξε με μανία τις φούστες της. «Ευτυχώς το χώμα είναι στεγνό». «Αν μου επιτρέψεις να σε συνοδεύσω σπίτι σαν κυρία, θα σου δείξω πώς να χρησιμοποιείς εκείνη τη βελόνα σου για την αυτοάμυνά σου χωρίς να γεμίσεις τους δρόμους του Παρισιού με πληγωμένους θαυμαστές σου». Αυτό όμως δε σημαίνει», βιάστηκε να προσθέσει ο Ρις, καθώς διέσχιζαν το δρόμο πίσω από το Λούβρο, «ότι θα ανεχτώ να ξαναφέρεις τον εαυτό σου σε θέση να τη χρειαστείς. Με κατάλαβες;» «Ναι, Ρις, σ’ ευχαριστώ», απάντησε η Θία, πασχίζοντας να ακουστεί πειθήνια. Ο θυμός της είχε υποχωρήσει, αλλά η καρδιά βροντοχτυπούσε στο στήθος της και το αίμα τραγουδούσε στις φλέβες της. Ένιωθε όπως όταν κάλπαζε γρήγορα στην εξοχή ή άκουγε ένα όμορφο μουσικό κομμάτι, ταυτόχρονα όμως αισθανόταν και κάτι το εντελώς διαφορετικό: ένα φυσικό πόθο, που αυτό την έκανε διεστραμμένα ευτυχισμένη. «Λυπάμαι για την τραγουδίστριά σου», του είπε και θυμήθηκε με κάποια ενοχή ότι του είχε υποσχεθεί πως δε θα του γινόταν μπελάς. «Είναι καλή;» «Καλή;» Ο Ρις γέλασε, διασκεδάζοντας με την επιλογή της λέξης. «Δεν έχω ιδέα. Είναι πάντως πολύ όμορφη».


Φυσικά. Όμορφη. Η ευτυχία της ξεθύμανε αμέσως. Για μια στιγμή, κομψά ντυμένη και αόρατη πίσω από το βέλο της, είχε νιώσει έναν άντρα να τη σφίγγει πάνω στο σφριγηλό κορμί του σαν να την ποθούσε πραγματικά. Δεν ήταν όμως αλήθεια. Ο Ρις της είχε δώσει ένα σκληρό μάθημα, θέλοντας να προστατεύσει την άχαρη, μικρή του φίλη. Έφταιγε ο αέρας του Παρισιού που της είχε ξυπνήσει παράλογες λαχτάρες. «Φτάσαμε», είπε μόλις είδε τις λάμπες του ξενοδοχείου τους. «Θέλω να μου υποσχεθείς ότι δε θα τα βάλεις με τον Χοτζ. Το λάθος ήταν όλο δικό μου». Και, το κυρτότερο, το απόλαυσα. *** «Καλημέρα!» Η Θία ακούστηκε εκνευριστικά χαρούμενη, καθώς πλησίασε τον μπουφέ για να επιθεωρήσει τα πιάτα. Ο Ρις σηκώθηκε, ρίχνοντάς της μια φευγαλέα ματιά, και ξανακάθισε, κρύβοντας το πρόσωπό του πίσω από τη γαλλική Εφημερίδα που κρατούσε. «Μέρα». Δεν είχε ποτέ το πρωί τα κέφια του, ούτε καμιά διάθεση για κουβέντες, ιδιαίτερα ύστερα από μια ανήσυχη νύχτα, γεμάτη περίεργα ερωτικά όνειρα. Στο φως της ημέρας συνειδητοποιούσε ότι η χτεσινοβραδινή του αντίδραση απέναντι στη Θία ήταν κάπως υπερβολική. Αφού την είχε απαλλάξει από τον τύπο που την παρενοχλούσε, θα έπρεπε να την είχε βάλει σε μια άμαξα μαζί με τους υπηρέτες και αυτός να συνεχίσει τη βραδιά του. Όχι πως το μετάνιωνε που δεν το είχε κάνει, και αυτό ήταν πολύ παράξενο. «Θέλεις άλλο καφέ, Ρις;» «Παρακαλώ». Τόση ώρα άκουγε τις φούστες της να θροΐζουν, και καθώς η Θία περιφερόταν για να σερβίρει τον καφέ, ένιωσε το άρωμά της, που θύμιζε ρόδα, να τον τυλίγει. Ο Ρις δίπλωσε την εφημερίδα του για να μπορέσει να την περιεργαστεί καλύτερα. Η Θία ήταν πολύ... σουανιέ. Ο γαλλικός αυτός χαρακτηρισμός του ήρθε αυτόματα στο νου και ήταν ένας χαρακτηρισμός που δε θα τον συνέδεε παλιά με τη Θία. Μπορεί η εμφάνιση της να παρέμενε συνηθισμένη, αλλά σήμερα ήταν πολύ κομψή και περιποιημένη. Το φόρεμά της ήταν από φίνο μαλλί, στολισμένο στο λαιμό με δαντέλα Βρυξελλών. Πέρλες έλαμπαν στα αυτιά της. Η λευκή επιδερμίδα της είχε αρχίσει να κοκκινίζει κάτω από το επίμονο βλέμμα του. Η Θία μετακινήθηκε αμήχανα και ακούστηκε πάλι εκείνο το θρόισμα. Μαλλί πάνω σε λινό, υπέθεσε ο Ρις. Αλήθεια, τι στην ευχή φορούσε κάτω από εκείνο το κομψό πρωινό φουστάνι της;


«Βγήκες για ψώνια», την κατηγόρησε. Δεν του έφτανε που ήταν υποχρεωμένος να κάνει ψιλοκουβεντούλα πρωινιάτικα, είχε μπροστά του και μια εντελώς διαφορετική Θία, πράγμα που τον εκνεύριζε. Εκείνη κάρφωσε το βλέμμα της στο ταβάνι. «Το ξέρεις ότι βγήκα για ψώνια. Χτες το βράδυ με είδες να φορώ ένα από τα επίσημα φορέματα». «Χτες το βράδυ δεν ήμουν σε θέση να δω τίποτε περισσότερο από τη βελόνα του καπέλου σου», γρύλισε ο Ρις. «Έφυγα από το σπίτι μου με δυο μικρές βαλίτσες και δυο παλιά φορέματα. Αγόρασα, λοιπόν, δύο πρωινά φορέματα, δύο φορέματα περιπάτου, δύο βραδινά, κάμποσα ζευγάρια παπούτσια και όλα τα, ε... τα απαραίτητα λινά αξεσουάρ». «Μόνο λινά;» Ένα λακκάκι εμφανίστηκε στην άκρη των χειλιών της. Ο Ρις το έβλεπε πρώτη φορά και ήταν πολύ θηλυκό. «Δεν μπορείς να φανταστείς την πολυτέλεια των μεταξωτών εσωρούχων». «Όχι, δεν μπορώ», απάντησε ο Ρις, βάζοντας φρένο και στη δική του φαντασία και στη δική της. «Δείχνεις εξαιρετικά... κομψή». «Ευχαριστώ». Η Θία πήρε το βούτυρο, φαινομενικά ανεπηρέαστη από το κομπλιμέντο. «Όταν έκανα για πρώτη φορά το ντεμπούτο μου και η μητριά μου έκανε τόση φασαρία για την εμφάνισή μου, συνειδητοποίησα ότι δε μου ταιριάζουν τα φρου φρου και οι δαντέλες. Δε θα γίνω ποτέ όμορφη, αλλά με λίγη προσπάθεια μπορώ να είμαι κομψή. Επιπλέον ομολογώ ότι λατρεύω την πολυτέλεια. Όμορφα υφάσματα, καλοραμμένα ρούχα, μαλακά δερμάτινα γάντια και παπούτσια, όμορφα αρώματα και σαπούνια...» Άφησε ένα χαρούμενο γελάκι και άρχισε να τρώει την ομελέτα της. «Πώς κατάφερες να βρεις τόσα ρούχα σε μία μόνο μέρα;» Πώς μεταμορφώθηκες από αγοροκόριτσο σε μια τόσο θηλυκή ύπαρξη; Εξακολουθεί όμως να είναι εντελώς συνηθισμένη, διαπληκτίστηκε με τον εαυτό του. Όχι, δεν είναι... Αυτό είναι το θέμα. Ο Ρις προσπάθησε να συμβιβάσει τούτο το κομψό πλάσμα με την εικόνα που είχε για τη Θία. «Στο Παρίσι είναι πολύ πιο εύκολο να αγοράσεις ετοιμοπαράδοτα ρούχα απ’ ό,τι στο Λονδίνο. Δε μου τα έχουν παραδώσει ακόμα όλα -κάποια χρειάζονταν μια μικρή επιδιόρθωση-, το νούμερό μου όμως είναι στάνταρ, πράγμα που βοηθάει. Το μόνο που δε με ικανοποίησε ήταν η στολή ιππασίας. Ήταν χαζομάρα μου να μην πακετάρω τη δική μου». «Δε θα έχεις πολλές ευκαιρίες για ιππασία», παρατήρησε ο Ρις κι όταν την είδε να σουφρώνει τη μύτη της, γέλασε. Η Θία του ήταν πάντα εκεί. Του χαμογέλασε κι εκείνη. «Έτσι μπράβο, ήσουν πολύ σοβαρός. Αλή-


θεια, μίλησα με τον Χοτζ. Σ’ ευχαριστώ που δεν τα έβαλες μαζί του για τα χτεσινοβραδινά». Ο Ρις ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του και πήρε το βούτυρο. «Δε γινόταν να έχω την απαίτηση απ’ αυτόν να σε επηρεάσει έτσι και σου μπει κάτι στο μυαλό. Εγώ δεν τα έχω καταφέρει ποτέ. Τέλος πάντων, ζήτησα από το ξενοδοχείο να σου παραχωρήσει έναν εύσωμο σωματοφύλακα, που, σε συνδυασμό με τον Χοτζ και την υπηρέτριά σου, θα σε προστατεύει από κάθε ανεπιθύμητη συντροφιά». «Σ’ ευχαριστώ». Το χαμόγελο που του χάρισε η Θία ήταν ζεστό με μια δόση σκανταλιάς και εκείνος χαλάρωσε. «Ελπίζω να έχεις μια πολύ ευχάριστη μέρα». «Σκοπεύω να επισκεφθώ ένα παλαιοπωλείο, όπου είδα δύο υδρογείους που θα ταίριαζαν στη βιβλιοθήκη του Πέλγκρεϊβ Χολ, και στη συνέχεια θα αγοράσω κι εγώ μερικά ρούχα. Ο Χοτζ, αφού το χώνεψε ότι δε θα τον απολύσω, βιάστηκε να μου επισημάνει ότι χρειάζομαι τουλάχιστον μισή ντουζίνα πουκάμισα κι άλλα τόσα φουλάρια αν θέλω να είμαι αξιοπρεπής στο Παρίσι». «Και θα επιχειρήσεις να δεις αν θα καταφέρεις να πείσεις την τραγουδίστρια να σου κάνει μια μικρή εκδούλευση;» Η Θία τον κοίταξε αθώα πάνω από το φλιτζάνι του καφέ της. «Μα καλά, εσένα δε σε κάνει τίποτα να κοκκινίζεις;» τη ρώτησε ο Ρις, που κόντεψε να πνιγεί από τα ψίχουλα του κρουασάν του. «Εννοούσα να σου κάνει τη χάρη να ταξιδέψει στην Αγγλία για να εμφανιστεί στην Όπερα. Τώρα, αν εσύ είχες κάτι άλλο στο μυαλό σου...» του είπε πολύ λογικά η Θία, ενώ εκείνος είχε πνιγεί από το βήχα. «Θέλεις να σε χτυπήσω στην πλάτη ή θα σε βοηθούσε ένα ποτήρι νερό;» «Ευχαριστώ, όχι. Πάντως, θα της στείλω σίγουρα ένα σημείωμα για να της ζητήσω συγγνώμη που την εγκατέλειψα τόσο απότομα χτες βράδυ». Ως εδώ. Ο Ρις σκούπισε τα δακρυσμένα μάτια του και τα έβαλε με τον εαυτό του που είχε βρει τη Θία σαγηνευτική. Η κοπέλα ήταν εντελώς ανεξέλεγκτη, όπως ήταν και στα δεκάξι της. Εκείνη πάλι έσφιξε τα χείλη της για να κρύψει το μειδίαμά της, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. «Υποθέτω πως η προοπτική των μαγαζιών σ’ έχει κάνει τόσο μουρτζούφλη -οι άντρες μισούν τα ψώνια». «Μουρτζούφλη!» Ο Ρις έμπηξε το μαχαίρι του στο βούτυρο και ξαναβρήκε το κέφι του. Για όνομα του Θεού, αυτή ήταν η Θία του, τα μεταξωτά και τα πούπουλα δεν την είχαν αλλάξει, και βρισκόταν πρώτη φορά στο Παρίσι. «Να βγάλω εισιτήρια για την Όπερα απόψε;»


«Για εμάς;» Ο ενθουσιασμός φώτισε το πρόσωπό της και τον έκανε να νιώσει σκέτο κάθαρμα για τον τρόπο που είχε αντιδράσει το προηγούμενο βράδυ. «Φόρεσε κάτι διακριτικό και το βέλο σου και θα καθίσουμε στην πλατεία. Δεν υπάρχει λόγος να τραβήξουμε την προσοχή πάνω μας». «Σ’ ευχαριστώ». Η Θία πετάχτηκε από τη θέση της και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. «Είσαι άγγελος. Τώρα θα φύγω και θα σε αφήσω ήσυχο με την εφημερίδα σου». Το φιλί που του είχε δώσει ήταν καθαρά αδερφικό. Ο Ρις γύρισε το φύλλο της εφημερίδας και προσπάθησε να νιώσει σαν επιεικής αδερφός. Πάντως, όπως και να είχε το πράγμα, αύριο θα φρόντιζε να νοικιάσει ένα άλογο και να συνεχίσει το υπόλοιπο ταξίδι καλπάζοντας δίπλα στο μόνιππο και όχι καθισμένος μαζί της μέσα σε αυτό. *** Η Θία κοιτούσε έξω από το παράθυρο τις εξοχές της Βουργουνδίας. Είχαν φύγει εδώ και τρεις μέρες από το Παρίσι, και ο Ρις έκανε κάθε μέρα το ταξίδι καβάλα στο άλογο, ενώ εκείνη καθόταν στο μόνιππο μόνη της. Όχι πως της ήταν δυσάρεστο να θαυμάζει το καλογυμνασμένο κορμί του. Αλήθεια, πώς διατηρούνταν σε τόσο καλή φυσική κατάσταση; Μια καλοαναθρεμμένη δεσποσύνη δεν επιτρέπεται να αφήνει τη φαντασία της να καλπάζει, αλλά τη Θία δεν την ένοιαζαν οι τύποι. Εντάξει, του Ρις του άρεσαν οι πληθωρικές ξανθομάλλες, αλλά ευτυχώς δεν είχε ιδέα για τα συναισθήματα της παιδικής του φίλης. Η ίδια, όμως, ώριμη πλέον, ήξερε πολύ καλά τι λαχταρούσε το κορμί της και λυπόταν που δε θα το ζούσε. Μπορούσε ωστόσο να φαντασιώνεται. Η Θία ήταν πλέον σίγουρη ότι δε θα έβρισκε άλλον άντρα να ερωτευτεί. Αυτό σήμαινε ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να παντρευτεί, ακόμα κι αν την έβρισκε ο πατέρας της και τη γύριζε με το ζόρι σπίτι. Προσπάθησε να πνίξει τον πανικό που της έφερε αυτή η σκέψη και να παραμείνει προσγειωμένη στο παρόν. Αν δεν παντρευόταν, λοιπόν, δε θα μάθαινε ποτέ τι σημαίνει να ξαπλώνεις γυμνή δίπλα σ’ έναν άντρα. Δεν ντρεπόταν καθόλου που λαχταρούσε να ζήσει μια εφήμερη σχέση, ιδιαίτερα μετά την εμπειρία της με το σερ Άντονι. Κι αν ήταν να διαλέξει κάποιον από τους γνωστούς της για να το κάνει, αυτός θα ήταν ο κύριος που κάλπαζε δίπλα στο μόνιππο. Η συγκεκριμένη σκέψη δεν τη βοηθούσε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Οι λόφοι με τα αμπέλια του Κοτ ντ’Ορ απλώνονταν στα δεξιά τους. Η στάση που έκαναν στην Μπον για να αλλάξουν άλογα ήταν πολύ σύντομη. Έδειχνε όμορφη πόλη και η αγορά της ήταν πολύ ζωντανή, αλλά ο Ρις ή-


θελε για κάποιο λόγο να φτάσουν στη Λυών μέχρι το βράδυ. Όταν η Θία είχε θελήσει να μάθει το λόγο αυτής της βιασύνης του, είχε σφίξει τα χείλη του και είχε φύγει να πει κάτι στον Τομ Φίλινγκ, τον αμαξά. Πάντως, το άλογο που είχε νοικιάσει αυτήν τη φορά ήταν πολύ καλύτερο από το προηγούμενο και η ομορφιά της κίνησης αλόγου και αναβάτη, καθώς υπερπηδούσαν ένα πεσμένο δέντρο, της έκοψε την ανάσα. Αλήθεια πώς θα ένιωθε τη σάρκα του Ρις κάτω από την παλάμη της; Θα ήταν απαλή σαν μετάξι ή σαν σουέτ; Πώς θα ήταν να νιώσει το βάρος του κορμιού του πάνω στο δικό της; Εκείνος ήταν πολύ πιο μεγαλόσωμος, αλλά υπέθετε ότι τα πάντα ήταν θέμα τεχνικής. Πώς θα ήταν όταν θα εισχωρούσε βαθιά μέσα της; Θα την πονούσε; Ίσως, ο Άντονι την είχε πονέσει. Η Θία δεν είχε ιδέα πώς θα ήταν το να κάνεις έρωτα στο κρεβάτι, εκεί όπου θα είχες την άνεση να το απολαύσεις νωχελικά, όπου το μυώδες αντρικό κορμί του θα είχε την ευκαιρία να βρει ένα ρυθμό και να εναρμονιστεί με το μικρόσωμο δικό της. Είχε δει τον Ρις γυμνό όταν ήταν παιδί και κολυμπούσε στη λίμνη, αλλά το κορμί ενός άντρα είναι διαφορετικό. Είχε τρίχες στο στέρνο του; Θα την ερέθιζαν, θα τη γαργαλούσαν; Η ιδέα την έκανε να μυρμηγκιάσει. Θα έσερνε τα δάχτυλά της ανάμεσα... «Όου!» ακούστηκε η φωνή του Τομ Φίλινγκ προς τους άντρες του και το μόνιππο τραντάχτηκε και γλίστρησε, καθώς ο αμαξάς τράβηξε τα γκέμια. Η Θία επικέντρωσε αμέσως την προσοχή της στο μπροστινό παράθυρο και είδε ότι είχε αναποδογυρίσει μια ντιλιζάνς, μια γαλλική συγκοινωνιακή άμαξα, και κρεμόταν πάνω από το χαντάκι του δρόμου. Στο δρόμο μερικοί επιβάτες φαίνονταν ζαλισμένοι από το σοκ, ενώ ο αμαξάς αγωνιζόταν να κουμαντάρει τα άλογα, που είχαν μπλεχτεί στα σκοινιά. Η Θία άνοιξε την πόρτα και πήδηξε έξω, τη στιγμή που ξεπέζευε και ο Ρις και φώναζε στους αμαξάδες του: «Συγκρατήστε τα άλογά μας. Φίλινγκ, πήγαινε να βοηθήσεις να ελευθερώσουν τα δικά τους». Ξαφνικά την είδε. «Θία, γύρισε στο μόνιππο, δεν είναι μέρος αυτό για σένα». «Δεν πρόκειται να κάνω κάτι τέτοιο. Υπάρχουν χτυπημένοι άνθρωποι». Η Θία έτρεξε να βοηθήσει μια εύσωμη γυναίκα να σηκωθεί, ύστερα τράβηξε το φουλάρι απ’ το λαιμό της και το έσφιξε στο μέτωπο ενός άντρα που ήταν πεσμένος στο χαντάκι και αιμορραγούσε. «Είναι ένα απλό κόψιμο», άρχισε να λέει στα αγγλικά. «Κάτι τέτοια κοψίματα στο κεφάλι αιμορραγούν πολύ. Ω, παρντόν, σ’ ε…» «Είμαι Άγγλος», της είπε αδύναμα εκείνος και σήκωσε το χέρι του να σφίξει το ύφασμα στην πληγή. «Σας ευχαριστώ, κυρία. Θα τα καταφέρω.


Σας παρακαλώ, δείτε μήπως χρειάζεται και κάποιος άλλος τη βοήθειά σας». Μια νέα γυναίκα ούρλιαζε, περισσότερο από το σοκ, παρά απ’ τον πόνο, σκέφτηκε η Θία, καθώς έτρεχε προς το μέρος της. Ύστερα όμως την είδε να δείχνει με το τρεμάμενο δάχτυλό Γης προς το χαντάκι. «Μον φις, μον φις!» Την άμαξα τη συγκρατούσαν οι ακτίνες του σπασμένου τροχού και τα αγκαθωτά κλαριά ενός θάμνου που φύτρωνε στον αγωγό. Γλιστρούσε, όμως, σιγά σιγά κάτω από το βάρος της και ο τροχός έτριζε άσχημα. Για μια στιγμή, η Θία δεν μπορούσε να δει προς τι ο πανικός της γυναίκας, ύστερα άκουσε ένα αμυδρό κλάμα και είδε ένα μπογαλάκι να κινείται στη λάσπη, ακριβώς κάτω από την υπό κατάρρευση άμαξα. «Ρις! Υπάρχει ένα μωρό!» «Το βλέπω». Ο Ρις γλίστρησε στο χαντάκι, χώθηκε κάτω από την άκρη της άμαξας, και τη σήκωσε με την πλάτη του, στηρίζοντας τα πόδια του στο ανάχωμα. Το τρίξιμο σταμάτησε, αλλά για πόσο θα μπορούσε να τη συγκρατήσει; Η Θία μπήκε κι αυτή στο χαντάκι, από την άλλη πλευρά, και έσκυψε να δει. Οι φλέβες είχαν πεταχτεί στα μπράτσα του Ρις, τα χέρια του ήταν κάτασπρα από το βάρος που συγκρατούσε και το κορμί του διπλωμένο στα δύο, όπως του Άτλαντα κάτω από το βάρος της Γης. Η Θία σύρθηκε πιο κοντά και άπλωσε το χέρι της στο στενό χώρο, να πιάσει το μωρό. «Φύγε», σφύριξε ο Ρις με σφιγμένα δόντια. «Δεν ξέρω πόσο ακόμα θα καταφέρω να συγκρατήσω το βάρος». «Μπορείς να το συγκρατήσεις», του είπε με σιγουριά εκείνη και σύρθηκε πιο κοντά. Μιλούσε στον Ρις, του είχε εμπιστοσύνη ότι θα συγκρατούσε ολόκληρο το βάρος της Γης αν ήξερε ότι εξαρτώνται ζωές απ’ αυτόν. Τα δάχτυλά της γράπωσαν κάτι. Το μωρό άρχισε να κλαίει, καθώς το τραβούσε προς το μέρος της. Ο τροχός γλίστρησε απότομα, ο Ρις έβρισε, αλλά άλλαξε θέση και συγκράτησε πάλι την άμαξα. Η Θία ένιωσε κίνηση στα πόδια της, κάποιος την πάτησε. «Συγγνώμη», της είπε στα αγγλικά. «Μπορείτε να συρθείτε από κάτω μου;» Ήταν ο πληγωμένος Άγγλος, που σήκωνε το άλλο άκρο της άμαξας. Η Θία γλίστρησε από κάτω του όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Βγήκε!» φώναξε ο Άγγλος, ενώ η Θία ένιωσε διάφορα χέρια να την τραβούν από το χαντάκι. «Τότε φύγε κι εσύ, η άμαξα είναι έτοιμη να καταρρεύσει», φώναξε ο Ρις. Η φωνή του ήταν τόσο παραμορφωμένη από την ένταση που ήταν δύ-


σκολο να την αναγνωρίσεις. «Με το τρία. Ένα, δύο, τρία...» Ο νέος άντρας κύλησε και σωριάστηκε πάνω σε κάτι τσουκνίδες, ενώ η Θία έβαζε το μωρό στην αγκαλιά της μητέρας του, που έκλαιγε. Η άμαξα κατακρημνίστηκε, γεμίζοντας συντρίμμια το χαντάκι. «Ρις!» Μέσα σε δευτερόλεπτα η Θία βρέθηκε δίπλα του. Ο Ρις κειτόταν τώρα με την πλάτη στη λάσπη, τα μάτια κλειστά, τα χέρια ματωμένα και το πρόσωπό του κάτασπρο. Η Θία γονάτισε δίπλα του και πίεσε το αυτί της στο στέρνο του. Δεν μπορεί να είχε σπάσει το σβέρκο του, σωστά; Τον ένιωσε να ρουφά αέρα στο διάφραγμά του, άρα δεν ήταν νεκρός. «Ρις! Ρις, ξύπνα». «Θία;» Εκείνος συνήλθε απότομα και η Θία στηρίχτηκε πίσω στα γόνατά της. Τα μάτια του φάνταζαν πελώρια και σκοτεινά στο κάτασπρο πρόσωπό του και την άρπαξε άγρια από τους καρπούς. «Δεν είσαι πληγωμένη;» «Όχι, απλώς φοβερά λασπωμένη. Νόμιζα πως ήσουν ακόμα κάτω από την άμαξα όταν κατέρρευσε και έγινε συντρίμμια». Η Θία αφέθηκε πάλι στο στέρνο του και τον έσφιξε δυνατά. «Μμμμ», μουρμούρισε ο Ρις. «Πολύ μου αρέσουν οι αγκαλιές, αλλά θα προτιμούσα να μη με ρουφήξει η λάσπη. Νιώθω σαν ζουληγμένο βατράχι». «Ανόητε! Νόμισα... φοβήθηκα...» «Μην τολμήσεις να βάλεις τα κλάματα», την έκοψε μαλακά. «Πώς νομίζεις ότι ένιωσα εγώ όταν σε είδα να τρυπώνεις σ’ εκείνη την παγίδα του θανάτου, τρελούτσικο πλασματάκι;» Η Θία σηκώθηκε, προσπαθώντας να μην τον πατήσει. Αρκετά ταλαιπωρημένος ήταν, δε χρειαζόταν να του κόψει κι όση ανάσα του είχε απομείνει. «Ε, ποιος άλλος νομίζεις ότι θα χωνόταν από κάτω;» τον ρώτησε απότομα, για να καμουφλάρει ι ην αντίδρασή της. «Οι επιβάτες ήταν όλοι τους ή πολύ σοκαρισμένοι ή πολύ χοντροί. Είσαι χτυπημένος;» Ο Ρις ανακάθισε μορφάζοντας και βγήκε από το χαντάκι. «Νιώθω σαν να πέρασε από πάνω μου οδοστρωτήρας. Κατά τα άλλα, είμαι καλά». Η Θία συγκρατήθηκε να μην τον κανακέψει. «Τότε πάω να δω πώς είναι ο Άγγλος. Είχε ένα άσχημο κόψιμο στο κεφάλι προτού μπει κι αυτός μαζί μας στο χαντάκι». Η Θία βρήκε τον Άγγλο να ψάχνει τις αποσκευές του ανάμεσα σε αυτές που βρίσκονταν σωριασμένες στην άκρη του δρόμου. «Σερ; Δε θα ήταν καλύτερα να καθίσετε;» Είχε δέσει το φουλάρι της λοξά στο γοητευτικό πρόσωπό του, θυμίζοντας πειρατή, ενώ περπατούσε σαν να τον πονούσαν όλες του οι κλειδώσεις, πράγμα που μπορεί να ήταν γεγονός.


«Κυρία, σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον. Μου είπαν πως υπάρχει ένα πανδοχείο κάπου ενάμισι χιλιόμετρο πιο κάτω. Θα κλείσω ένα δωμάτιο εκεί». «Τουλάχιστον επιτρέψτε μας να σας μεταφέρουμε μέχρι εκεί. Τομ!» Η Θία έκανε νόημα στον αμαξά, που βιάστηκε να πλησιάσει. «Φόρτωσε τις αποσκευές του κυρίου πίσω από το μόνιππο». Ο Ρις τους πλησίασε, προσπερνώντας τους Γάλλους επιβάτες, που φώναζαν και χειρονομούσαν, αλλά κανείς δεν έδειχνε σοβαρά πληγωμένος. «Λόρδε μου, αυτός είναι ο κύριος που συγκράτησε την άμαξα από την άλλη άκρη. Χρειάζεται να πάει σ’ ένα πανδοχείο όπου θα μπορέσει να ξεκουραστεί». «Η κυρία είναι πολύ ευγενική. Ελπίζω να μη σας δημιουργώ πρόβλημα. Ονομάζομαι Τζάιλς Μπέντον. Κάπου πρέπει να έχω την κάρτα μου». Έχωσε το χέρι στη μέσα τσέπη του σακακιού του και έβγαλε μία. «Αιδεσιμότατος Μπέντον», Ο Ρις σήκωσε το βλέμμα του από την κάρτα. «Είμαι ο Πέλγκρεϊβ». «Λόρδε μου. Σας αναγνώρισα, φυσικά, από τη Βουλή...» «Αφήστε την πολιτική και λέγετέ με Ντέναμ», τον έκοψε ο Ρις και του άπλωσε το χέρι. «Να σας συστήσω την ξαδέρφη μου, τη δεσποινίδα Σμιθ», συμπλήρωσε και αγνοώντας τα υψωμένα φρύδια της Θία, τους άνοιξε την πόρτα του μόνιππου για να μπουν, ενώ εκείνος καβάλησε το άλογό του, δίνοντας εντολές στους αμαξάδες. Η Θία βρέθηκε ξαφνικά μέσα στο στενό χώρο του μόνιππου μ’ έναν Άγγλο που ήταν και αριστοκράτης και κληρικός και ο οποίος με μια γρήγορη αναγωγή στο γενεαλογικό δέντρο του κόμη, δε θα αργούσε να διαπιστώσει ότι ο Πέλγκρεϊβ δεν είχε καμία ξαδέρφη Σμιθ, και μάλιστα τόσο νεαρή και ανύπαντρη. Το σκάνδαλο παραμόνευε. Τι άλλη επιλογή όμως είχαν παρά να τον πάρουν μαζί τους; Δεν μπορούσαν να τον αφήσουν αιμόφυρτο στην άκρη του δρόμου. Για πρώτη φορά από τη στιγμή που το είχε σκάσει από το σπίτι της η Θία συνειδητοποιούσε πως ένα σκάνδαλο θα ήταν ταπεινωτικό, απαίσιο και καθόλου διασκεδαστικό.


Κεφάλαιο 9 Η Θία πήρε βαθιά ανάσα και πίεσε τον εαυτό της να ηρεμήσει. Αν την έπιανε πανικός, θα κινούσε τις υποψίες του κυρίου Μπέντον, ακόμα κι αν ο άνθρωπος αυτήν τη στιγμή δεν είχε καμία. Έριξε μια βιαστική ματιά έξω από το παράθυρο, διαπίστωσε ότι ο Ρις ήταν τουλάχιστον ικανός να καβαλήσει το άλογο χωρίς να πέσει και έστρεψε πάλι την προσοχή της στο συνταξιδιώτη της. «Πηγαίνετε μακριά, σερ;» Μια ασφαλής ερώτηση για να στρέψει την προσοχή στο άτομό του. «Στις ακτές της Μεσογείου». Ο άντρας τής χαμογέλασε. «Δεν έχω σαφή προορισμό. Εκμεταλλεύομαι την πρόσφατη ειρήνη ώστε να απολαύσω ένα ταξίδι στον ηλιόλουστο Νότο, προτού αναλάβω την καινούργια μου θέση». «Νέα ενορία;» «Όχι. Μετά τη χειροτονία μου διαπίστωσα ότι δεν έκανα για κληρικός. Ένιωσα την ανάγκη να χρησιμοποιήσω τα ταλέντα μου για την αναμόρφωση της κοινωνίας. Έτσι δέχτηκα τη θέση του γραμματέα που μου πρόσφερε ο λόρδος Κάρστερς». «Κάνει εκστρατεία για την κατάργηση της δουλείας, σωστά;» Η Θία είχε διαβάσει για τις προσπάθειες του λόρδου, προς μεγάλη δυσαρέσκεια του πατέρα της, που είχε συμφέροντα στις Δυτικές Ινδίες. «Θα πρέπει να σας προσφέρει μεγάλη ικανοποίηση να συνδράμετε σε αυτόν το σκοπό». «Ναι, φυσικά, θα έπρεπε να το είχα καταλάβει ότι θα ήσασταν ενήμερη σχετικά», παρατήρησε ο κύριος Μπέντον, ξαφνιάζοντάς την, αλλά συνέχισε χωρίς να της δώσει την ευκαιρία να του κάνει κάποια ερώτηση. «Ο λόρδος ενδιαφέρεται επίσης και για την αναδιάρθρωση των φυλακών, ενώ η σύζυγός του, η λαίδη Κάρστερς, έχει αναλάβει ενεργό ρόλο στην προώθηση της μόρφωσης των γυναικών. Ελπίζω να καταφέρω να συμβάλω κι εγώ με τον τρόπο μου και στα τρία αυτά σχέδια. Είχα την τύχη ο μεγάλος αδερφός μου, ο λόρδος Φούλγκροουβ, να γνωρίζει καλά το λόρδο Κάρστερς και να με συστήσει σε εκείνον». «Ο λόρδος Φούλγκροουβ;» ψέλλισε η Θία προτού προλάβει να συγκρατηθεί.


Ο κύριος Μπέντον μετακινήθηκε στο κάθισμά του. «Μήπως σας γνωρίζω; Το πρόσωπό σας μου φαίνεται γνωστό, αλλά δεν είμαι σίγουρος... Α, θυμήθηκα, σας έχω δει να κουβεντιάζετε με τις αδερφές μου, την Τζέιν και την Έλσπεθ, στο πάρκο». Η Θία τον κοίταξε προσπαθώντας να βρει ένα έξυπνο σχόλιο για να ξεφύγει. «Τις έχω συναντήσει κάποιες φορές». Πρώτα ο κίνδυνος του σκανδάλου και τώρα ο κίνδυνος να φτάσει στ’ αυτιά του πατέρα της η πληροφορία για το πού βρισκόταν. «Θα πρέπει να φροντίσω να τις ενημερώσω ότι με βοηθήσατε», είπε ο κύριος Μπέντον. «Αλληλογραφώ μαζί τους σχεδόν καθημερινά. Θα ενθουσιαστούν να μάθουν ότι η φιλενάδα τους, η δεσποινίς Σμιθ, ενήργησε ως καλός Σαμαρείτης». «Α... εγώ... Φτάσαμε στο πανδοχείο. Δείχνει εντελώς άθλιο». Η Θία κατέβασε το παράθυρο, βλέποντας τον Ρις να πλησιάζει. «Δε μου αρέσει τούτο το μέρος. Κοίτα πόσο βρόμικα είναι τα παράθυρα, ενώ η αυλή είναι γεμάτη σκουπίδια». «Πράγματι, είναι ένα άθλιο καπηλειό και δε φαίνεται να προσφέρει ανέσεις για ταξιδιώτες». «Δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε τον κύριο Μπέντον εδώ πέρα». Όσο γρηγορότερα χώριζαν οι δρόμοι τους τόσο καλύτερα, αλλά η συνείδησή της δεν της επέτρεπε να διακινδυνεύσει την υγεία του για να κρύψει τα δικά της ένοχα μυστικά. «Πηγαίνει νότια. Μπορούμε να τον πάρουμε μέχρι τη Λυών και να βρούμε ένα γιατρό για να εξετάσει το κεφάλι του». Γύρισε και κοίταξε το χλομό πρόσωπο του άντρα δίπλα της. «Πολύ φοβάμαι, σερ, ότι θα χρειαστείτε ράμματα». Οι δύο άντρες άρχισαν να μιλάνε ταυτόχρονα, αλλά τους έκοψε η Πόλι, που άνοιξε την απέναντι πόρτα για να ακουμπήσει μια μικρή τσάντα στο πάτωμα. «Σας έφερα την τσάντα με τα φάρμακα. Ο Χοτζ πιστεύει ότι ο κύριος θα χρειαστεί καινούργιο επίδεσμο, λαίδη Αλθία». Ο κύριος Μπέντον έριξε μια ματιά στη Θία και έσφιξε τα χείλη του, μια κίνηση πιο εύγλωττη και από χίλιες λέξεις. Ο Ρις ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό. «Να πάρει η οργή». Η Θία κοίταξε μια τον έναν και μια τον άλλον και ένιωσε την καρδιά της να βουλιάζει. Ο Μπέντον ήταν κληρικός, δε θα μπορούσε να κάνει τα στραβά μάτια μπροστά σε κάτι που θεωρούσε ανήθικο. «Μπορώ να βασιστώ στη διακριτικότητά σας, κύριε Μπέντον;» «Να υποθέσω ότι έχετε κλεφτεί;» ρώτησε σφιγμένα εκείνος. «Φυσικά, αυτό δεν είναι κάτι που με αφορά».


«Όχι, δεν έχουμε κλεφτεί!» «Θεός φυλάξοι», πρόσθεσε ο Ρις, με τέτοια έμφαση που η Θία δεν τη βρήκε καθόλου κολακευτική. «Συνοδεύω τη λαίδη Αλθία στη νονά μας, τη λαίδη Χιούσον, στη Βενετία. Είμαστε παιδικοί φίλοι». Το ανέκφραστο πρόσωπο του κυρίου Μπέντον μαλάκωσε από ένα χαμόγελο. «Τη λαίδη Χιούσον; Τη γνωρίζω καλά. Τι ανακούφιση! Θα έπρεπε να το φανταστώ ότι δε συνέβαινε κάτι ύποπτο μετά τον ανιδιοτελή τρόπο που ενεργήσατε και οι δύο στον τόπο του ατυχήματος. Ζητώ συγγνώμη! Λαίδη Αλθία...» «Κέρτις», συμπλήρωσε εκείνη, νιώθοντας τύψεις. Μπορεί να μην είχαν διαπράξει κάποιο αμάρτημα, αλλά οι σκέψεις της ήταν αρκετά σκανδαλώδεις ώστε να την καταδικάσουν στα μάτια ενός κληρικού. «Επειδή οι συνθήκες μάς ανάγκασαν να ταξιδεύουμε μ’ έναν τρόπο που είναι πολύ εύκολο να παρεξηγηθεί, ελπίζω να δείξετε κατανόηση αν σας ζητήσω να μην αναφέρετε αυτή μας τη συνάντηση». «Φυσικά», την καθησύχασε ο κύριος Μπέντον. «Τα χείλη μου είναι σφραγισμένα». «Σ’ αυτή την περίπτωση», είπε η Θία, «θα δέσω μ’ έναν κανονικό επίδεσμο το κεφάλι σας και στη συνέχεια θα αναχωρήσουμε για τη Λυών. Λόρδε Πέλγκρεϊβ, θα είχατε την καλοσύνη να ξαπλώσετε το κάθισμα για τον κύριο Μπέντον; Είμαι σίγουρη πως είναι καλύτερα να ξαπλώσει». «Όχι, λαίδη Αλθία», διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Σας βεβαιώνω ότι θα είμαι μια χαρά καθιστός, εξάλλου το σωστό θα ήταν να ταξιδέψω στη μεγάλη άμαξα με τους υπηρέτες σας. Στο κάτω κάτω, μία κυρία μόνη της σ’ ένα μόνιππο...» «Στο μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού ταξίδευα μόνη μου στο μόνιππο με το λόρδο Πέλγκρεϊβ», είπε η Θία, λύνοντας τον αυτοσχέδιο επίδεσμο από το κεφάλι του. «Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται. Εξάλλου, αμφιβάλλω ως προς το ότι η παρουσία ενός κληρικού θα σπίλωνε την τιμή μου». Κοίταξε το κόψιμο. «Η αιμορραγία έχει σταματήσει και δε θα διακινδυνεύσω να ξαναρχίσει, πλένοντας την πληγή με νερό που θα πάρω από τούτο το βρόμικο πανδοχείο. Αν έχετε την καλοσύνη να μείνετε ακίνητος...» *** Όταν έφτασαν στη Λυών, στις εφτά εκείνο το βράδυ, ο Ρις κατάλαβε πως δεν ήταν σε θέση να ξεπεζέψει από το άλογό του, πόσω μάλλον να περπατήσει μέχρι το δωμάτιό του. «Χοτζ», φώναξε όταν είδε το βαλέ του να κατεβαίνει από την άμαξα,


«συνόδευσε τη λαίδη και τον κύριο Μπέντον στο πανδοχείο. Εγώ θέλω να πω δυο κουβέντες με τον Φίλινγκ». Ο Ρις περίμενε μέχρι που εκείνοι εξαφανίστηκαν πίσω από την εντυπωσιακή είσοδο του Σαπό Ρουζ και ύστερα φώναξε στον αμαξά: «Τομ, έλα να μου δώσεις ένα χεράκι, ανάθεμά με αν σωριαστώ με τα μούτρα στο χώμα μπροστά σ’ ένα τσούρμο Γάλλους σταβλίτες». Το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο και ολοκληρώθηκε με κάμποσες βρισιές από μέρους του. «Ούτε λέξη στη λαίδη ή στην καμαριέρα της, κατάλαβες;» «Μάλιστα, λόρδε μου. Υποθέτω πως χρειάζεστε κάποια πομάδα για την πλάτη σας. Έχω ό,τι χρειάζεται στα πράγματά μου». «Πομάδα για τα άλογα; Θέλεις να μαδήσεις τις σάρκες μου, άνθρωπέ μου; Ένα ζεστό μπάνιο, αυτό είναι το μόνο που χρειάζομαι», γρύλισε ο Ρις, που αφού κατάφερε να βρει το βηματισμό του στην αυλή, ανέβηκε αρκετά φυσιολογικά τις σκάλες για το ιδιωτικό σαλόνι, που είχε φροντίσει να κλείσει εκ των προτέρων με επιστολή. Η Θία και ο Μπέντον βρίσκονταν ήδη εκεί και μιλούσαν μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας τα μικρά τους ονόματα. «Ο πανδοχέας έστειλε να φέρουν το γιατρό και ετοιμάζει το έξτρα δωμάτιο αυτής της σουίτας για τον Τζάιλς. Ευτυχώς που μας έδωσαν ένα τόσο άνετο διαμέρισμα, δε συμφωνείς;» Η Θία δε γύρισε να τον κοιτάξει, απασχολημένη καθώς ήταν να πείσει τον Μπέντον να καθίσει σε μια καρέκλα κι ας ήταν εκείνη όρθια. «Τζάιλς, είναι χαζό να μένεις στους τύπους. Πρέπει να προσέχεις τον εαυτό σου, εξάλλου είμαι τόσο καλή φίλη με τις αδερφές σου που μπορείς να μου φέρεσαι σαν να είμαι μία απ’ αυτές». Ο Ρις έριξε μια ματιά στον Μπέντον. Ο άνθρωπος έδειχνε ζαλισμένος όχι μόνο από το χτύπημα στο κεφάλι, αλλά και από τις περιποιήσεις της Θία. Ή μήπως συνέβαινε κάτι άλλο; Η Θία είχε γοητεύσει τον κληρικό; Σίγουρα όχι. «Γιατί γελάς;» ρώτησε η Θία με την προσοχή της στραμμένη πάντα στον ασθενή της. Φαίνεται πως χωρίς να το προσέξει, ο Ρις είχε εκφράσει φωναχτά τη διασκέδασή του. «Από τη χαρά μου που θα κάνω ένα ζεστό μπάνιο», της απάντησε. «Θα σας δω και τους δύο στο δείπνο», πρόσθεσε μόλις αντίκρισε το σταχτί πρόσωπό του στον καθρέφτη και βιάστηκε να φύγει προτού δει εκείνη τα χάλια του. *** «Αυτό είναι το δωμάτιό σας, λόρδε μου». Ευτυχώς ο Χοτζ είχε την προ-


νοητικότητα να μη βάλει τις φωνές με το που τον είδε. «Θα σας στείλω το γιατρό μόλις έρθει», πρόσθεσε όταν έκλεισε την πόρτα πίσω τους. «Όχι. Δεν έχω τίποτα που δεν μπορεί να το γιατρέψει ένα ζεστό μπάνιο και λίγη σκόνη βασιλικού. Δεν μπορώ όμως να ισχυριστώ το ίδιο και για το σακάκι μου», παρατήρησε ο Ρις όταν ο Χοτζ του το έβγαλε και είδε τη σκισμένη πλάτη. *** Το ζεστό νερό τον έτσουξε τόσο που ένα σφύριγμα ξέφυγε από τα σφιγμένα δόντια του, καθώς βυθιζόταν στην μπανιέρα. Αφού, όμως, μούλιασε μισή ώρα, ένιωσε τους σφιγμένους μυς του να χαλαρώνουν και αισθάνθηκε πάλι άνθρωπος όταν βγήκε από την μπανιέρα και τύλιξε μια πελώρια πετσέτα στη μέση του. Ο Χοτζ άρχισε να του σκουπίζει προσεκτικά την πλάτη με μια άλλη πετσέτα, ενώ ο Ρις ακούμπησε με το γοφό στην άκρη του τραπεζιού και έμεινε να κοιτάζει τα μελανιασμένα και γεμάτα αγκίδες χέρια του. «Θα χρειαστώ βελόνα για να τις βγάλω, Χοτζ. Μπορείς να μου βρεις μία;» «Έχω στη βαλίτσα μου στο διπλανό δωμάτιο, λόρδε μου. Δε θα κάνω πάνω από ένα λεπτό». Η πόρτα πίσω απ’ τον Ρις άνοιξε. «Κι ένα τσιμπιδάκι δε θα έβλαπτε», πρόσθεσε. «Ρις Ντέναμ! Κοίτα τα χάλια της πλάτης σου!» «Δεν μπορώ, μπορώ;» ρώτησε λογικά εκείνος χωρίς να γυρίσει. «Θία, δε θα έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ. Δεν είμαι ντυμένος». Στην πραγματικότητα ήταν μισόγυμνος. Ο Ρις πήρε μια πετσέτα και την έριξε στους ώμους του. «Μην το κάνεις αυτό», του απάντησε κοφτά εκείνη. «Η πλάτη σου θέλει περιποίηση. Γιατί στην ευχή δεν είπες ότι ήταν σε τόσο άσχημη κατάσταση;» «Δε μου αρέσει να γκρινιάζω», γρύλισε ο Ρις. «Θα είχες την καλοσύνη...» «Χοτζ, πες σε παρακαλώ στο γιατρό να έρθει εδώ αμέσως μόλις τελειώσει τα ράμματα στο κεφάλι του κυρίου Μπέντον». Ο Ρις πήρε μια βαθιά ανάσα. Δυστυχώς, το πρωταρχικό του μέλημα ήταν να απομακρύνει το βαλέ του απ’ το δωμάτιο, προτού η κατάσταση ξεφύγει εντελώς. «Χοτζ, πήγαινε να δεις αν μπορείς να βοηθήσεις τον κύριο Μπέντον». Περίμενε μέχρι να κλείσει η πόρτα πίσω από το βαλέ του και είπε: «Θία, φύγε». «Ποτέ σου δεν ήθελες να το παραδεχτείς όταν ήσουν άρρωστος ή χτυπημένος», τον αντέκρουσε εκείνη, αδιαφορώντας και για την εντολή του και για την ευπρέπεια. Ο Ρις άκουσε τις φούστες της να θροΐζουν και την


ένιωσε να πιέζει απαλά μια πετσέτα στην πλάτη του. «Θα σ’ τη στεγνώσω και στη συνέχεια μπορείς να ντυθείς, τουλάχιστον από κάτω, προτού έρθει ο γιατρός». Έπρεπε να σηκωθεί και να τη βγάλει έξω, αλλά τυλιγμένος με μια λεπτή πετσέτα, ο Ρις δεν το τολμούσε. «Αν υποσχεθώ ότι θα αφήσω το γιατρό να εξετάσει την πλάτη μου, θα φύγεις;» «Φυσικά». Η Θία έκανε το γύρο και περιεργάστηκε το γυμνό στέρνο του. «Δε δείχνεις να έχεις πληγωθεί και μπροστά». Ο Ρις έσφιξε μια πετσέτα στο στέρνο του, προτού προλάβει να δει εκείνη τις θηλές του να σκληραίνουν. Ούτε που τόλμησε να κοιτάξει προς τα κάτω για να διαπιστώσει αν τον προστάτευε η πετσέτα από την ξαφνική στύση του. «Το μόνο που χρειάζομαι είναι μια ελαφριά επάλειψη στην πλάτη μου», άρχισε να λέει, αλλά εκείνη άπλωσε τα χέρια της και έπιασε τα δικά του. «Αχ, κοίτα τα χέρια σου! Πώς κατάφερες να κρατάς τόση ώρα τα χαλινάρια; Θα φέρω μια βελόνα κι ένα τσιμπιδάκι και θα σου βγάλω αυτές τις αγκίδες όσο ο γιατρός θα περιποιείται την πλάτη σου». Προς μεγάλη ανακούφιση του Ρις, η Θία σταμάτησε να κρατάει τα χέρια του. «Θα σε αφήσω τώρα να φορέσεις το παντελόνι σου και θα επιστρέψω όταν ο γιατρός τελειώσει με τον Τζάιλς». «Θία, δε σου έχει πει ποτέ κανείς ότι μια νεαρή κυρία προτιμά να λιποθυμήσει παρά να κάνει τέτοια κουβέντα;» Ήταν μεγάλος ο πειρασμός του να αφήσει την πετσέτα να πέσει για να της δείξει αν θα τολμούσε να του ξαναφερθεί έτσι. «Φυσικά», γέλασε εκείνη. «Αχ, κακόμοιρε Ρις, σ’ έφερα σε αμηχανία;» «Με σόκαρες, θα έλεγα», απάντησε αυτός, αλλά η Θία είχε ήδη φύγει. Ήταν προφανές πως τον έβλεπε ακόμα σαν τον παιδικό της φίλο. Διαφορετικά δε θα του φερόταν ποτέ τόσο ανοιχτά κι ακομπλεξάριστα. *** Ο γιατρός έφτασε στο δωμάτιό του συνοδευόμενος δέκα λεπτά αργότερα. Ο κύριος Μπέντον θα χρειαζόταν μόνο λίγη ξεκούραση. Δεν είχε χρειαστεί καν να του κάνει αφαίμαξη. Ο μεσιέ λε κοντ, όμως, αφού του περιποιούνταν τις εκδορές, θα χρειαζόταν να ξεκουραστεί για δύο τρεις μέρες τουλάχιστον. «Να πάρει η οργή», είπε ο Ρις στα αγγλικά, για να του τα ψάλλει η Θία, που καθόταν μπροστά του με μια βελόνα κι ένα τσιμπιδάκι κι έβγαζε επιδέξια τις αγκίδες από τα χέρια του. «Να είσαι λογικός», τον μάλωσε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της απ’ ό,τι


έκανε. Ο Ρις προσπάθησε να μείνει ακίνητος όσο ο γιατρός περιποιούνταν την πλάτη του και κάρφωσε το βλέμμα του στο σκυμμένο κεφάλι της Θία. Αλήθεια, αναρωτήθηκε, πόσο μακριά είναι τα μαλλιά της; Αν βγάλω αυτές τις φουρκέτες... Η Θία συνέχιζε το κήρυγμα «...διαφορετικά θα τον βάλω να σου κάνει αφαίμαξη. Εξάλλου, η Λυών φαίνεται όμορφη, γιατί τόση βιάση να κατευθυνθούμε νότια;» Δεν περίμενε την απάντησή του. «Τι θα έλεγες να προτείνουμε στον Τζάιλς να έρθει μαζί μας; Δε νομίζω ότι θα έπρεπε να ταξιδέψει με τη συγκοινωνιακή άμαξα προτού γίνει εντελώς καλά, δε συμφωνείς;» Ο Ρις παραλίγο να της πει ότι οι άμαξές του δεν ήταν ούτε δημόσιο μέσο μεταφοράς ούτε νοσοκομείο, αλλά δάγκωσε τη γλώσσα του. «Τον συμπαθείς;» ρώτησε επιφυλακτικά. «Πάρα πολύ. Είναι έξυπνος, κάνει καλή παρέα και φέρθηκε πολύ γενναία στο ατύχημα. Όχι τόσο γενναία όσο εσύ, βέβαια», βιάστηκε να προσθέσει. «Σ’ ευχαριστώ». Η Θία τον θεωρούσε γενναίο; Ο Ρις είχε ενεργήσει εντελώς αυθόρμητα, χωρίς να αναλογιστεί τους κινδύνους, ξαφνικά όμως ένιωσε περήφανος. Λιμοκοντόρε, μάλωσε τον εαυτό του. Ο Μπέντον, όμως, ο οποίος είχε το περιθώριο να εκτιμήσει τούς κινδύνους, και ήταν και πληγωμένος, αυτός ήταν σίγουρα ένας γενναίος και αποφασιστικός άντρας. Και ευγενικής καταγωγής, κι ας ήταν δευτερότοκος γιος. Ξαφνικά άρχισε να-σχηματίζεται στο μυαλό του μια τρελή ιδέα. Η Θία έπρεπε να παντρευτεί κάποιον που θα επέλεγε η ίδια. Έναν αξιόλογο άντρα, που θα την εκτιμούσε γι’ αυτό που ήταν και όχι για τα πλούτη και τις διασυνδέσεις της. Τα φούμαρα για αγάπες και έρωτες ήταν ακριβώς αυτό, φούμαρα, και η Θία θα το συνειδητοποιούσε από τη στιγμή που θα έβρισκε ένα συμπαθητικό γαμπρό, τον οποίο θα μπορούσε να εμπιστευτεί και ο οποίος θα ήταν σε θέση να αναχαιτίσει τον παρορμητικό χαρακτήρα της. Ο Ρις θα φρόντιζε να ενθαρρύνει διακριτικά τον Μπέντον. Όφειλε να παραδεχτεί πως το σχέδιό του ήταν καταπληκτικό. Η Θία θα έκανε έναν καλό γάμο, δε θα γινόταν κανένα σκάνδαλο -η νονά τους θα μπορούσε να διαδώσει ότι ο Μπέντον είχε γνωρίσει τη Θία όσο εκείνη έμενε μαζί της στη Βενετία-, αποκρύπτοντας το σκανδαλώδη τρόπο του ταξιδιού της έως εκεί. Ο γιατρός τέλειωσε και ο Χοτζ τον συνόδευσε έξω. Η Θία ακούμπησε το τσιμπιδάκι της στο τραπέζι και κοίταξε προσεκτικά τα χέρια του. «Ορίστε! Πρέπει να είναι τέλεια», αναφώνησε και έγειρε πίσω το κεφάλι της για να


κοιτάξει το πρόσωπό του. «Γιατί έχεις αυτό το αυτάρεσκο ύφος, λόρδε μου;» «Από την ανακούφιση που τελειώσαμε». Ο Ρις προσπάθησε να καμουφλάρει το μειδίαμά του. Ανακούφιση που κανείς δεν έξυνε πλέον τις πληγές του και ανακούφιση επειδή, όπως έλεγε η Θία, φρόντιζε να έχει πάντα ένα σχέδιο.


Κεφάλαιο 10 «Και θα ξεκουραστείς για δύο μέρες το λιγότερο;» Ο Ρις αναστέναξε βαριά. Η Θία τον κοίταξε καχύποπτα. Δεν έδειχνε έτοιμος να πειστεί. «Δύο νύχτες, σίγουρα», της είπε. «Εσύ και ο Μπέντον μπορείτε να εξερευνήσετε μαζί την πόλη αν εκείνος νιώθει καλά. Εγώ θα περάσω την αυριανή μέρα ξαπλωμένος. Το πιθανότερο είναι να τρελαθώ από τη βαρεμάρα, αλλά ακούγεται σίγουρα λογικό». Αυτή η συμπεριφορά δεν ταίριαζε καθόλου στον Ρις. Τελικά ίσως πράγματι να είχε αλλάξει με τα χρόνια, γιατί παλιά έκανε τα πάντα προκειμένου να μην παραδεχτεί την αδυναμία του. «Ο Τζάιλς λέει πως ο πονοκέφαλός του είναι ήδη καλύτερα, ενώ ο γιατρός δεν πιστεύει ότι έχει πάθει διάσειση. Αν δε μας χρειάζεσαι, θα ήταν διασκεδαστική μια μικρή εξερεύνηση». Η Θία πήρε μια πετσέτα και προσπάθησε να του σκουπίσει τα χέρια. Ο Ρις της την άρπαξε. «Άσε το κανάκεμα, Θία. Είμαι άτρωτος... θα έπρεπε να το ξέρεις αυτό πλέον». Και -παρ’ όλα αυτά- συμφώνησες αδύναμα να ξεκουραστείς; «Μην το λες αυτό γιατί προκαλείς την τύχη σου». Η Θία τον κοίταξε στα μάτια, δεν μπόρεσε όμως να διαβάσει τις σκέψεις του και ένιωσε τα μάγουλά της να φουντώνουν. «Συγγνώμη που όρμησα μέσα όταν ήσουν... όταν είχες βγει μόλις από το μπάνιο. Δεν ήθελα να σε κάνω να κοκκινίσεις». Ο Ρις ύψωσε το φρύδι του και εκείνη γέλασε. «Υποθέτω πως είναι μεγάλη η πρόκληση να το πετύχει κανείς αυτό μαζί σου! Ξέρω, πάντως, ότι σε έφερα σε αμηχανία». Το σίγουρο ήταν ότι είχε φέρει σε αμηχανία τον εαυτό της. Το σοκ ήταν μεγάλο όταν αντίκρισε τη μυώδη πλάτη του γεμάτη μελανιές και γρατσουνιές, ενώ είχε νιώσει να ζαλίζεται από τον πόθο, τον τρόμο και το θαυμασμό της μπροστά στη στωικότητά του. Η Θία σηκώθηκε και πήγε στο κρεβάτι όπου ήταν απλωμένο το πουκάμισό του και συνειδητοποίησε πως έτρεμε. Ίσως να ήταν μια καθυστερημένη αντίδραση στο ατύχημα, τώρα που είχε συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο στον οποίο είχαν εκτεθεί και οι δυο τους κάτω από εκείνη την άμαξα.


Έσυρε τα δάχτυλά της πάνω στο λινό ύφασμα. Καλά όλα αυτά, αλλά το βασικότερο ήταν ότι βρισκόταν μόνη με τον ημίγυμνο Ρις. «Καλύτερα να το φορέσεις. Θα σε βοηθήσω εγώ για να μη φύγουν οι επίδεσμοι». Πήρε το πουκάμισο στα χέρια της με την ίδια πυγμή που ανέκτησε την ψυχραιμία της και, όταν γύρισε προς το μέρος του, ήταν η γνωστή, πρακτική Θία. Ο Ρις καθόταν πάντα στο τραπέζι, έτσι τα μάτια τους ήταν σχεδόν στο ίδιο επίπεδο. Έσκυψε το κεφάλι του για να περάσει εκείνη από πάνω το πουκάμισο και έβαλε τα χέρια του στα μανίκια, κάπως αδέξια λόγω των επιδέσμων. Η Θία δεν ήξερε γιατί, αλλά αυτό έκανε τα μάτια της να θολώσουν από τα δάκρυα. Παραλίγο να τον είχα χάσει. Ξεροκατάπιε και ίσιωσε το κολάρο στο σβέρκο του. Βρισκόταν τόσο κοντά του που ένιωθε τη ζεστασιά του κορμιού του, έβλεπε τις ρυτίδες του γέλιου στις άκρες των ματιών του. Αλήθεια, ποιες χαρές τις είχαν δημιουργήσει; Ποιες έγνοιες είχαν σχηματίσει τις άλλες, ανάμεσα στα φρύδια και στις άκρες των χειλιών του; Ο Ρις ήταν πλέον ένας ενήλικος άντρας και εκείνη δεν είχε ιδέα για το είδος της ζωής που είχε ζήσει. Τα δάχτυλά της άγγιξαν τις άκρες των μαλλιών του, καθώς έστρωνε το κολάρο του. Ένιωσε το πέπλο της ψυχραιμίας της να ξηλώνεται λες και εκείνος είχε τραβήξει μια κλωστή κι όμως ούτε είχε κουνηθεί ούτε είχε μιλήσει. «Φοβήθηκα για σένα», του είπε ξεκάρφωτα και, χωρίς να το σκεφτεί, τύλιξε τα μπράτσα της στο σβέρκο του και έκρυψε το πρόσωπό της στο πουκάμισό του. «Λυπάμαι», ψέλλισε, «αλλά όταν κατέρρευσε η άμαξα, νόμιζα ότι ήσουν ακόμα από κάτω». Ο Ρις τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και την έσφιξε πάνω του. Θα πρέπει να πονάει έτσι όπως με κρατάει, σκέφτηκε η Θία, ρουφώντας το άρωμα του σαπουνιού του και την αψιά μυρωδιά της αλοιφής που είχε αλείψει ο γιατρός στην πλάτη του. Τον ένιωσε να ακουμπάει το μάγουλό του στην κορυφή του κεφαλιού της και έκλεισε τα μάτια της. Όταν εκείνος μίλησε, ένιωσε την απαλή φωνή του να τη διαπερνά μέχρι τις πατούσες· των ποδιών της. «Όταν σύρθηκες στη λάσπη κάτω από τα πόδια μου, μου είπες ότι μου είχες εμπιστοσύνη πως θα την κρατούσα». «Σου είχα. Ήξερα ότι για όσο θα βρισκόμασταν από κάτω θα έβρισκες κάποιον τρόπο να την κρατήσεις. Ήξερα ότι τόσο εγώ όσο και το μωρό ήμασταν ασφαλείς. Όταν βγήκαμε όμως...» «Σώπα τώρα». Ο Ρις την έκανε κούνια στην αγκαλιά του. Πρώτη φορά τής φερόταν με τέτοια τρυφερότητα και η Θία ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα, ήξερε όμως ότι έπρεπε να φανεί δυνατή. «Είμαστε όλοι ασφα-


λείς τώρα. Μη σκέφτεσαι τι θα μπορούσε να είχε γίνει, γιατί θα αρχίσεις να έχεις εφιάλτες». «Το ξέρω». Η Θία ρούφηξε τη μύτη της. Ήταν αποφασισμένη να μην τον αφήσει να δει πόσο την επηρέαζε η αίσθηση του κορμιού του, η δυνατή αγκαλιά του. Ένιωσε το στόμα του να κινείται πάνω στα μαλλιά της και ήξερε ότι ο Ρις χαμογελούσε. «Μη μου βάλεις τα κλάματα τώρα, Θία». «Δεν τα βάζω». «Ρουφάς τη μύτη σου». Ο Ρις γέλασε. «Καμία άλλη γυναίκα δε θα τολμούσε να κάνει κάτι τόσο πεζό στην αγκαλιά μου». Οι άλλες γυναίκες βρίσκονταν στην αγκαλιά του γιατί εκείνος τις ποθούσε. «Δεν μπορώ να φανταστώ καμία άλλη γυναίκα τόσο γενναία. Εντάξει τώρα;» «Μμμμ». Η Θία χαλάρωσε τη λαβή στο σβέρκο του και έγειρε πίσω στα μπράτσα του για να τον κοιτάξει. Τα χείλη του ήταν πολύ κοντά στα δικά της. Πώς είχε συμβεί αυτό; Η ανάσα του ήταν γλυκιά -μύριζε καφέ και μέλιτα χείλη του μισάνοιχτα, τα μάτια του ζωηρά και επίμονα. Η Θία έγειρε πιο κοντά του και εκείνος έβγαλε τις φουρκέτες απ’ τα μαλλιά της. Μα τι έκανε; Τα μαλλιά της έπεσαν ένας καταρράκτης στα χέρια του. «Απαλό, καστανό, μυρωμένο μετάξι», τον άκουσε να ψελλίζει. «Ρις;» «Θία». Τον είδε να ξεροκαταπίνει και η φωνή του ήταν τραχιά όταν συνέχισε: «Ήθελα να δω πώς είναι κάτω. Ένας όμορφος, ζωντανός καταρράκτης». Η Θία πήρε μια βαθιά ανάσα και συνειδητοποίησε πως κρατούσε την αναπνοή της απ’ τη στιγμή που ο Ρις είχε αγγίξει τα μαλλιά της. Τι συμβαίνει εδώ; Ένας από τους δυο μας πρέπει να φανεί λογικός. «Νομίζω ότι βιώσαμε και οι δυο μας ένα σοκ σήμερα και δεν είμαστε ο εαυτός μας. Ίσως θα έπρεπε να ξαπλώσουμε λίγο πριν από το δείπνο». Για μια στιγμή, το είδε καθαρά στα μάτια του, ο Ρις είχε πάρει τα λόγια της ως ευφημισμό, σαν πρόταση να ξαπλώσουν και οι δύο στο κρεβάτι του... Σε παρακαλώ. Το είχε πει φωναχτά αυτό; Ύστερα το πρόσωπο του Ρις έγινε μια ανέκφραστη μάσκα. Η Θία έκανε ένα βήμα πίσω και εκείνος άνοιξε τα δάχτυλά του και άφησε τα μαλλιά της να πέσουν στους ώμους της. «Καλή ιδέα», της είπε. «Θα είχες την καλοσύνη να δώσεις στον Χοτζ τις οδηγίες σου για το δείπνο; Πες του ότι τώρα θα ξεκουραστώ και δε θα τον χρειαστώ παρά λίγο πριν από την ώρα του σερβιρίσματος». «Ναι, φυσικά». Η Θία σταμάτησε και μάζεψε τις φουρκέτες της, τινάζο-


ντας τα μαλλιά πίσω από τους ώμους της. Όμορφος ζωντανός καταρράκτης... Τι ήταν πάλι αυτό; Τη φλέρταρε επειδή τώρα βρισκόταν κι άλλος άντρας μαζί τους; Οι άντρες είναι χαζά κτητικοί. Αχ, Ρις. Αλήθεια, τι θα είχε κάνει αν εκείνη δεν είχε τραβηχτεί, αν είχε χαϊδέψει τα χείλη του με τα δικά της, απαιτώντας ένα φιλί; Πίεσε τον εαυτό της να αποχωρήσει με αξιοπρέπεια, να μην το βάλει στα πόδια, όπως της φώναζε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. *** Το δείπνο αποδείχτηκε περίεργα αγχωτικό. Ίσως γιατί δεν είχαν ξαναδειπνήσει ποτέ με τον Ρις έχοντας παρέα. Ήταν λες και οι δυο τους ήταν ζευγάρι και δεξιώνονταν κάποιον φίλο. Ένα απ’ τα γελοία της όνειρα, γι’ αυτό και την άγχωνε. Για να κρύψει την αμηχανία της, η Θία επικέντρωσε την προσοχή της στον Τζάιλς. Οι περιποιήσεις του γιατρού και η μικρή ξεκούραση είχαν κάνει το θαύμα τους μαζί του. Τελικά, θα πρέπει να ήταν πιο ανθεκτικός απ’ ό,τι έδειχνε η λυγερόκορμη κορμοστασιά του. «Η θέση σου δίπλα στον Κάρστερς είναι μόνιμη, Μπέντον;» τον ρώτησε ο Ρις σ’ ένα κενό της συζήτησης. Ήταν κάπως πιο χλομός απ’ ό,τι συνήθως και τα χέρια του λίγο παραμορφωμένα από τις μελανιές, αλλά κατά τα άλλα έδειχνε να έχει ανακάμψει. «Ναι, για καλή μου τύχη. Τον βοήθησα και πέρυσι για ένα διάστημα, έτσι ξέρει ότι κάνω για τη θέση». Ο Τζάιλς έδωσε στη Θία το βούτυρο. «Θα είναι ένας δυνατός μέντορας. Τρέφεις και ο ίδιος πολιτικές φιλοδοξίες;» «Ελπίζω να καταλάβω μια έδρα στη Βουλή σε ένα δυο χρόνια αν καταφέρω να πείσω τόσο το λόρδο όσο και το κόμμα ότι μπορώ να προσφέρω. Όπως ξέρεις και ο ίδιος...» «Ω, ας μη μιλήσουμε για μένα». Η Θία θα έπαιρνε όρκο ότι ο Ρις είχε ρίξει ένα προειδοποιητικό βλέμμα στον Τζάιλς. Προς τι αυτό; «Και θα μένεις στο σπίτι του;» Η Θία κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, αλλά ο Ρις δεν έδειξε να το πρόσεξε. Τον περνούσε από πραγματική ανάκριση τον Τζάιλς, λες και του έπαιρνε συνέντευξη για κάποια θέση. «Έχω ένα δικό μου μικρό σπίτι στην πόλη, αν και η λαίδη Κάρστερς έχει ετοιμάσει μια σουίτα για μένα τόσο στο σπίτι τους στην πόλη όσο και στο κτήμα τους στην εξοχή». «Είναι υπέροχο που ο λόρδος και η λαίδη Κάρστερς έχουν τόσο κοινά ενδιαφέροντα», παρατήρησε η Θία προτού προλάβει ο Ρις να τον ρωτήσει για το μισθό του ή κάτι εξίσου αδιάκριτο. «Υπάρχουν πάρα πολλά ζευγά-


ρια στην κοινωνία που είναι εντελώς απομακρυσμένα μεταξύ τους». «Και είναι κακό αυτό;» ρώτησε ο Ρις. «Οι περισσότεροι γάμοι είναι γάμοι συμφέροντος, δε βασίζονται στα κοινά ενδιαφέροντα ή στο πάθος», πρόσθεσε σαρδόνια. «Δε θα περίμενα να μοιραζόμαστε τα πάντα». «Δε συμφωνώ», τον αντέκρουσε η Θία. «Αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που δε θα παντρευτώ χωρίς αγά... χωρίς στοργή. Δε συμφωνείς Τζάιλς;» «Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, Αλθία. Πάρε, για παράδειγμα, τις μεταρρυθμίσεις στις φυλακές, για τις οποίες δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον η λαίδη Κάρστερς...» *** Δέκα λεπτά αργότερα, όταν μπήκαν οι υπηρέτες για να μαζέψουν το τραπέζι και να σερβίρουν το επιδόρπιο, η Θία συνειδητοποίησε ότι είχε απορροφηθεί εντελώς απ’ την κουβέντα της με τον Τζάιλς, ο οποίος είχε κάνει μερικές άκαρπες προσπάθειες να παρασύρει στη συζήτηση και τον Ρις. Ήταν φανερό ωστόσο ότι ο λόρδος δεν ενδιαφερόταν να κουβεντιάσει για την κοινωνική πολιτική. Η Θία στράφηκε προς το μέρος του Ρις ένοχα, αλλά το βλέμμα του ήταν μάλλον επιδοκιμαστικό, πράγμα περίεργο, γιατί κανονικά θα έπρεπε να έχει σκυλοβαρεθεί. Μόλις την πήρε είδηση να τον παρακολουθεί, ύψωσε το φρύδι του και υιοθέτησε μια τόσο αθώα έκφραση που εκείνη με δυσκολία συγκρότησε τα γέλια της. Κάτι σκάρωνε ο αχρείος -τη θυμόταν πολύ καλά αυτή του την έκφραση. Τι όμως; «Μήπως θα ήθελες να σου ψωνίσουμε κάτι αύριο; Σκοπεύουμε να επισκεφθούμε με τον Τζάιλς τον καθεδρικό ναό και στη συνέχεια να εξερευνήσουμε την πόλη». «Και τα μαγαζιά, απ’ ό,τι φαίνεται». «Μα είμαστε στη Λυών, Ρις. Στην πόλη του μεταξιού! Δεν μπορεί να έχεις την απαίτηση να αγνοήσω τα ωραιότερα μεταξωτά της Γαλλίας, για να μην πω ολόκληρης της Ευρώπης». «Περιμένω να δω τον Μπέντον να λυγίζει στα γόνατα, υπό το βάρος των πακέτων σου». Ο Ρις στράφηκε τώρα στον Τζάιλς. «Σου προτείνω να πάρεις μαζί σας τουλάχιστον ένα γεροδεμένο υπηρέτη, εκτός αν θέλεις η ανάρρωσή σου να πάει πίσω μέρες». «Θα ακολουθήσω τη συμβουλή σου, Ντέναμ, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι με ενδιαφέρει το εμπόριο. Σκοπεύω να κρατώ σημειώσεις όσο η λαίδη Αλθία θα κάνει τα ψώνια της». «Εγώ θα περίμενα μάλλον να τη συμβουλεύσεις ποιο πράσινο ταιριάζει καλύτερα με τα μάτια της», είπε ο Ρις, αφήνοντας άφωνη τη Θία, ενώ ο


Τζάιλς του έριξε ένα περίεργο βλέμμα. *** Μπορεί ο Ρις να είχε βιαστεί να φτάσουν στη Λυών, αλλά στη συνέχεια συνέχισαν το ταξίδι τους σαν χελώνες. Πηγαίνοντας προς τη Βαλάνς, η Θία τον στρίμωξε κι εκείνος αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ένιωθε ταλαιπωρημένος και προτιμούσε έναν πιο αργό ρυθμό. «Αν δεν ίππευες, θα ένιωθες πιο ξεκούραστος», του είπε. Μακάρι να είχε το θάρρος να του ζητήσει να ρίξει μια ματιά στην πλάτη του ή να αφήσει να τον δει ένας γιατρός. Η ευκολία με την οποία είχε παραδεχτεί την αδυναμία του δεν του ταίριαζε καθόλου. «Θέλεις να το παίξω μπάστακας;» τη ρώτησε εκείνος. «Τι στην ευχή είναι αυτά που λες; Είσαι ευπρόσδεκτος στο μόνιππο! Δε νομίζω ότι η σχέση μου με τον Τζάιλς είναι τέτοια ώστε να σε κάνει να πιστέψεις ότι θα ήσουν ανεπιθύμητος». «Εντάξει!» Ο Ρις σήκωσε το χέρι του για να σταματήσει τις διαμαρτυρίες της. «Δεν υπονοώ ότι έχεις αρχίσει να φλερτάρεις με τον Μπέντον ώστε να χρειάζεσαι κηδεμόνα». Την κάρφωσε με το βλέμμα του και η Θία ένιωσε το πρόσωπό της να κοκκινίζει. «Μμμμ, τώρα όμως που το καλοσκέφτομαι, μήπως διαμαρτύρεσαι πολύ έντονα;» «Γίνεσαι γελοίος, Ρις», γρύλισε η Θία. «Φυσικά και δε φλερτάρω με τον Τζάιλς, απολαμβάνω απλώς τις συζητήσεις και την παρέα του. Δε φλερτάρω, αλλά και να το έκανα, δόξα τω Θεώ, ο Τζάιλς είναι πολύ σοβαρός για κάτι τέτοια». Ο Τζάιλς ήταν πράγματι σοβαρός και πολύ έξυπνος, μολονότι δε διέθετε το πνεύμα του Ρις, και η Θία είχε αρχίσει να τον συμπαθεί πάρα πολύ. Αλλά να τον ερωτευτεί; Πώς ήταν δυνατόν μια γυναίκα να ερωτευτεί τον Τζάιλς Μπέντον όταν δίπλα στην άμαξά της ίππευε ο Ρις Ντέναμ; «Κοκκίνισες», παρατήρησε ο Ρις. «Εντάξει, δε λέω τίποτε άλλο. Πάντως δεν έχω καμία διάθεση να ζουληχτώ ανάμεσά σας στο μόνιππο. Στο ζευγάρι που αναφερόμουν εγώ ήταν η καμαριέρα σου και ο βαλές μου μυρίζομαι γάμο». «Η Πόλι και ο Χοτζ; Χριστέ μου». Πώς δεν το είχε πάρει είδηση; «Τότε ίσως θα ήταν καλό να μην περνάνε τόσο χρόνο μόνοι στην άμαξα». Υποκρίτρια. Γιατί να μην απολαύσει η καμαριέρα μου το φλερτ της -στο κάτω κάτω αυτό δε θέλω να απολαύσω κι εγώ; Το φλερτ και κάτι πολύ περισσότερο. Πόσο αξιόπιστος όμως ήταν ο Χοτζ; «Μπορείς να τους επιβλέπεις εσύ, αν θέλεις» της είπε ο Ρις, υψώνοντας αδιάφορα τους ώμους. «Εγώ προτιμώ τον καθαρό αέρα. Εξάλλου μπορεί η


πλάτη μου να είναι πιασμένη, αλλά η άσκηση της κάνει καλό». *** «Δε βλέπω την ώρα να εξερευνήσω την πόλη», είπε η Θία όταν έφτασαν εκείνο το απόγευμα στη Βαλάνς. Βρίσκονταν πλέον στο Νότο και ο αέρας ήταν ζεστός και μυρωμένος. «Υπάρχει το ποτάμι, το ρωμαϊκό αμφιθέατρο...» Η ελευθερία να βιώσει καινούργια πράγματα, να σχηματίσει νέες εντυπώσεις την έκανε να νιώθει σαν να πετούσε. Δεν πρόκειται να γυρίσω ποτέ πίσω, δεν πρόκειται να δεχτώ ποτέ τη συμβατικότητα και την τυφλή υποταγής «Εντυπωσιακό, είμαι σίγουρος, αλλά έχω μια πρόσκληση από έναν παλιό οικογενειακό φίλο, έναν Γάλλο εμιγκρέ, που επέστρεψε εδώ μετά την ειρήνη. Γιατί δεν πηγαίνεις με τον Μπέντον να εξερευνήσετε την πόλη;» «Ασφαλώς, αν το θέλει κι ο Τζάιλς». Η Θία έβαλε τα δυνατά της να δείξει ενθουσιασμό, αλλά η απογοήτευσή της ήταν μεγάλη. Τελευταία δεν περνούσε καθόλου χρόνο με τον Ρις. Μετά το Παρίσι εκείνος ίππευε σε όλο το ταξίδι και ήταν σαν να χρησιμοποιούσε ως δικαιολογία τον Τζάιλς για να μη μένει μόνος μαζί της. Του είχε υποσχεθεί, όμως, να μην του γίνει μπελάς, να μην περιμένει από τον ίδιο να τη διασκεδάζει, ήταν φυσικό λοιπόν να νιώθει τώρα ανακουφισμένος που εκείνη είχε έναν αξιόπιστο συνοδό. «Θα μπορούσα να σου μιλήσω για λίγο, Ντέναμ, προτού φύγεις;» άκουσε η Θία τον Τζάιλς να λέει τη στιγμή που εμφανίστηκε η Πόλι με τη βαλίτσα της. «Πάμε μέσα εμείς», παρότρυνε την καμαριέρα της. Μπορεί ο Τζάιλς να ήθελε να κουβεντιάσει με το λόρδο τη συμμετοχή του στα έξοδα. Της είχε πει προηγουμένως στην άμαξα πως ένιωθε άβολα που είχε καταχραστεί τόσο καιρό τη φιλοξενία του. Ευχόταν μόνο να είχε ο Ρις το τακτ να του επιτρέψει να συμμετάσχει με κάποιο τρόπο στα έξοδα. Ο Τζάιλς ήταν ασυνήθιστα σιωπηλός εκείνο το βράδυ, καθώς περπατούσαν κάτω από τις λεμονιές στις όχθες του Ρήνου και η Θία ευχήθηκε να μην είχε σνομπάρει ο Ρις την προσφορά του να συμμετάσχει στα έξοδα. «Ο Ρις μπορεί να γίνει λιγάκι... υπεροπτικός», άρχισε να λέει, ενώ αναρωτιόταν πώς έπρεπε να συνεχίσει. «Εμένα δε μου φάνηκε καθόλου υπεροπτικός», της δήλωσε ο Τζάιλς. «Αντίθετα, με ξάφνιασε με τον τρόπο που με ενθάρρυνε». Η Θία δεν είχε προσέξει κάποια ενθάρρυνση. Ίσως οι δύο άντρες να είχαν μείνει και να είχαν κουβεντιάσει αφότου είχε αποσυρθεί εκείνη. «Αλήθεια;» είπε, ελπίζοντας να τον παροτρύνει με τον τόνο της να της πει πε-


ρισσότερα. «Κανονικά δε θα τολμούσα... Σίγουρα όχι μετά από μια τόσο σύντομη γνωριμία». Ο Τζάιλς σταμάτησε μπροστά σ’ ένα παγκάκι. «Μπορεί να είναι πολύ νωρίς, παρ’ όλα αυτά... Ίσως θα μπορούσες να καθίσεις, Αλθία. Άσε με να σκουπίσω αυτά τα ξερά φύλλα». Η Θία έκανε αυτό που της ζήτησε σαστισμένη, αν και το σκληρό παγκάκι δεν ήταν ό,τι καλύτερο μετά τις ώρες που είχε περάσει καθισμένη στην άμαξα, «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα; Συγγνώμη που το αναφέρω, αλλά μήπως σε απασχολούν τα χρήματα;» «Τα χρήματα;» Ο Τζάιλς έδειξε να τα χάνει εντελώς. «Όχι, καθόλου. Είμαι απόλυτα ικανός να συντηρήσω τη σύζυγο και το σπίτι μου. Πέρα από το μισθό μου, έχω ένα επιπλέον εισόδημα, που μου επιτρέπει να διατηρώ ένα ανεξάρτητο σπιτικό από εκείνο του λόρδου Κάρστερς. Αυτό ευχαρίστησε πολύ το λόρδο Πέλγκρεϊβ». «Σύζυγο; Ευχαρίστησε το λόρδο Πέλγκρεϊβ;» Μια απαίσια υποψία έκανε το στομάχι της Θία να σφιχτεί. Ήταν προφανές τι εννοούσε ο Τζάιλς. Της έκανε πρόταση γάμου. Πώς δεν είχε αντιληφθεί την πρόθεσή του; Πώς θα κατάφερνε να ξεφύγει χωρίς να τον πληγώσει;


Κεφάλαιο 11 «Ε, ναι, σύζυγο. Άφησε με να ξεκινήσω απ’ την αρχή. Τα έκανα μούσκεμα», της είπε ο Τζάιλς μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο. «Λαίδη Αλθία, δεν μπορεί να μην έχετε αντιληφθεί σε πόσο μεγάλη εκτίμηση σας έχω. Τόσο εσείς όσο και ο λόρδος Πέλγκρεϊβ μου δείξατε μεγάλη εμπιστοσύνη, μου εκμυστηρευτήκατε το μυστικό σας και γνωρίζω τις δυσκολίες σας». «Τις δυσκολίες μου...» «Το ότι φύγατε από το σπίτι σας χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα σας, εννοώ». Ο Τζάιλς ξερόβηξε, για να καθαρίσει το λαιμό του, και συνέχισε. «Η καταγωγή μου, αν και δεν είναι ισάξια με τη δική σας, είναι ευγενική. Πιστεύω ότι ανοίγονται μπροστά μου καλές προοπτικές και εσείς γνωρίζετε ήδη τις αδερφές μου». Έπεσε στο ένα γόνατο και πήρε το χέρι της. «Λαίδη Αλθία, θα μου κάνετε την τιμή να γίνετε γυναίκα μου; Θα φροντίσω να μη δημιουργηθεί κανένα σκάνδαλο ως προς αυτό το ταξίδι σας και...» «Όχι! Θέλω να πω... Τζάιλς, κύριε Μπέντον. Λυπάμαι αν είπα ή έκανα κάτι που σας δημιούργησε προσδοκίες. Σας εκτιμώ αφάνταστα και έχω απόλυτη συναίσθηση της τιμής που μου κάνετε με την πρότασή σας, αλλά δεν μπορώ να τη δεχτώ. Σας παρακαλώ, σηκωθείτε. Κοιτάξτε, κάποιος έρχεται». Ένα ζευγάρι περπατούσε στην όχθη προς το μέρος τους μαζί με το σκυλάκι του. Ο Τζάιλς πετάχτηκε όρθιος και έμεινε να κοιτάζει το νερό που κατρακυλούσε ανάμεσα σε κάτι βράχους, ενώ η Θία βάλθηκε να ψάχνει την τσάντα της, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε μόλις συμβεί. Όταν απομακρύνθηκε το ζευγάρι, βιάστηκε να ρωτήσει: «Τι σ’ έκανε να φανταστείς ότι θα δεχόμουν μια πρόταση γάμου; Το ξέρω ότι είναι αντισυμβατικό να ταξιδεύω μόνη μαζί σου μέσα στο μόνιππο, αλλά ελπίζω ότι δεν έκανα κάτι που να σου δώσει την εντύπωση ότι περίμενα από εσένα μια... τρυφερή στάση ή ότι θεωρούσα πως με έχεις εκθέσει με κάποιο τρόπο». «Φυσικά όχι». Ο Τζάιλς έδειξε φρικαρισμένος. «Η συμπεριφορά σου ήταν από κάθε άποψη αξιοπρεπής, ήσουν πολύ κυρία. Γνωρίζω όμως τις περιστάσεις, ενώ ο λόρδος Πέλγκρεϊβ με ενθάρρυνε με πολύ ενθουσιασμό ό-


ταν έθιξα το θέμα -στην πραγματικότητα με παρότρυνε να βιαστώ να εξασφαλίσω την εύνοιά σου». «Ο λόρδος Πέλγκρεϊβ; Ο Ρις σε ενθάρρυνε να μου κάνεις πρόταση γάμου;» Πώς μπόρεσε; Η Θία ένιωσε ναυτία. Ανυπομονεί τόσο να με ξεφορτωθεί ώστε να με ρίξει στην αγκαλιά ενός ξένου, στην ουσία; «Ο λόρδος Πέλγκρεϊβ δεν έχει κανένα δικαίωμα να μιλάει για λογαριασμό μου». Η Θία κατάφερε με δυσκολία να κρατήσει σταθερή τη φωνή της. «Δεν έχει καμία συγγένεια μαζί μου και δεν είναι ούτε κηδεμόνας μου ούτε διαχειριστής της περιουσίας μου. Με γνωρίζει πολύ λίγο, διαφορετικά θα ήξερε ότι θα παντρευτώ μόνο από έρωτα έναν άντρα που θα ξέρω ότι είναι ικανός να μου ανταποδώσει με το ίδιο πάθος τον έρωτά μου». Η Θία σηκώθηκε. «Τζάιλς, θα είχες -σε παρακαλώ- την καλοσύνη να με γυρίσεις πίσω στο πανδοχείο; Δεν τρέφεις συναισθήματα, δεν πλήγωσα την καρδιά σου, σωστά;» Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, ενώ η Θία τον έπιανε αγκαζέ. «Τρέφω βαθιά συμπάθεια, ναι, αλλά όχι, δεν πλήγωσες την καρδιά μου. Έλπιζα ότι η αγάπη θα ερχόταν μετά την ένωσή μας, που τη θεώρησα πλεονεκτική και για τους δυο μας». Του είχαν κοπεί τα φτερά, αλλά ευτυχώς δεν ακουγόταν πληγωμένος. «Τότε δεν έγινε καμιά ζημιά». Έχασα απλώς την εμπιστοσύνη μου στον Ρις. «Νομίζεις ότι μπορούμε να το ξεχάσουμε και να γυρίσουμε για το δείπνο;» «Φυσικά». Συνέχισαν να προχωρούν ενώ έπεφτε το σκοτάδι. Ο Τζάιλς, σαν πραγματικός κύριος, της μιλούσε περί ανέμων και υδάτων κι εκείνη του απαντούσε αφηρημένα, καθώς το μόνο που την απασχολούσε ήταν: Πώς είχε μπορέσει ο Ρις; Πώς ήταν δυνατόν να την καταλάβαινε τόσο λίγο; *** Ο Ρις μπήκε στο δωμάτιό του, έλυσε το φουλάρι του και τεντώθηκε με κάποια προσοχή. Καθόλου άσχημα -οι μύες του αυτήν τη φορά ανταποκρίθηκαν χωρίς να νιώσει την παραμικρή σουβλιά. Για μια στιγμή σκέφτηκε να χτυπήσει το κουδούνι για να έρθει ο Χοτζ, αλλά τελικά άλλαξε γνώμη. Γιατί να τον σηκώσει από το κρεβάτι -σε όποιο κρεβάτι κι αν βρισκόταν-, ποιος ήταν αυτός για να του χαλάσει τη διασκέδαση, αν το διασκέδαζε; Ύστερα από τα δύο μπουκάλια καλό κρασί Βουργουνδίας και το εξαιρετικό μπράντι που είχε μοιραστεί με το γέρο υποκόμη, ο Ρις ένιωθε απόλυτα χαλαρός για πρώτη φορά απ’ την ημέρα που είχε ξαναμπεί η Θία στη ζωή του.


Έβγαλε το σακάκι του και το πέταξε στην πολυθρόνα με την ψηλή πλάτη, που βρισκόταν μπροστά στο τζάκι, το είδε όμως να του επιστρέφει με την ίδια δύναμη πίσω. «Πώς μπόρεσες;» Η Θία πετάχτηκε από την πολυθρόνα και κάρφωσε απειλητικά το δάχτυλό της στο στέρνο του. «Σε εμπιστεύτηκα, Ρις Ντέναμ. Νόμιζα ότι ήσουν φίλος μου. Νόμιζα, ο Θεός να με συγχωρέσει για τη βλακεία μου, ότι διαθέτεις ακόμα κάποιο ίχνος ευαισθησίας και ανθρωπιάς κάτω από το πανάκριβο παρουσιαστικό σου». Τον χτύπησε πάλι, και ο Ρις έκανε ένα βήμα πίσω, προσπαθώντας απεγνωσμένα να σκεφτεί. Δεν μπορούσε να προσποιηθεί ότι δεν είχε ιδέα για τι πράγμα του μιλούσε. Ο Μπέντον προφανώς τα είχε κάνει θάλασσα, και τώρα το λάθος ήταν δικό του. «Σταμάτα να με χτυπάς», διαμαρτυρήθηκε μαλακά. «Με πονάς», συμπλήρωσε, κάνοντας τη στρατηγική μανούβρα να πάει απ’ την άλλη πλευρά του κρεβατιού, αλλά η Θία τον ακολούθησε. «Ωραία, τέλεια, χαίρομαι που πονάς. Αν μπορούσα, θα σε πονούσα περισσότερο. Τι σου ήρθε, ανάθεμά σε, να ενθαρρύνεις τον Τζάιλς να μου κάνει πρόταση γάμου;» «Μη βρίζεις». Η Θία του έδειξε τα δόντια της. «Νόμιζα ότι τον συμπαθούσες», διαμαρτυρήθηκε ο Ρις. «Τον συμπαθώ. Συμπαθώ και τον αμαξά σου. Συμπαθώ και τον αρχιεπίσκοπο του Κάντερμπερι, που είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος. Συμπάθησα και τον Μπάιρον εκείνη τη μία φορά που έτυχε να τον συναντήσω. Συμπαθώ ακόμα και τον αντιβασιλέα, γιατί με κάνει να γελάω. Αυτό δεν σημαίνει ότι θέλω να παντρευτώ οποιονδήποτε από αυτούς!» «Κάποιον θα πρέπει να παντρευτείς», της απάντησε ο Ρις και σκέφτηκε να πηδήξει πάνω από το κρεβάτι, αλλά αποφάσισε πως κάτι τέτοιο θα ήταν αναξιοπρεπές και δειλό. «Όχι, δεν πρέπει. Γιατί το έκανες;» τον ρώτησε η Θία, που στεκόταν τώρα ακριβώς μπροστά του. «Σου είπα τα σχέδιά μου -γιατί έπρεπε να παροτρύνεις τον άμοιρο τον Τζάιλς να μου κάνει πρόταση γάμου;» Υπήρχαν δάκρυα στα μάτια της, που άστραψαν στο φως του κεριού, και ο Ρις ευχήθηκε να ήταν δάκρυα θυμού. «Σου εξήγησα για ποιο λόγο πιστεύω ότι είναι πολύ κακή ιδέα το σχέδιό σου να ζήσεις μόνη σου. Θα ήσουν πολύ πιο ευτυχισμένη μ’ ένα σύζυγο με τον οποίο θα μοιραζόσασταν τα ίδια ενδιαφέροντα, τον ίδιο κοινωνικό κύκλο. Ο Μπέντον μπορεί να γίνει μια μέρα υπουργός της κυβέρνησης. Έχει καλή ανατροφή, εξαιρετικές


διασυνδέσεις, διαθέτει ένα σεβαστό ατομικό εισόδημα, συν το μισθό του, δουλεύει σκληρά...» Ο Ρις έκοψε τη φράση του στη μέση, καθώς η Θία δεν έκανε κάποιο σχόλιο, παρά μόνο έμεινε εκεί να τον κοιτάει. Την είδε να σφίγγει τα χείλη της, σίγουρα για να κρύψει το τρέμουλό τους. «Θία, για όνομα του Θεού, πες κάτι». Είχε πάρα πολύ καιρό να τη δει τόσο αναστατωμένη και σίγουρα όχι εξαιτίας του. Ένιωσε απαίσια κι ας ήταν τα κίνητρά του καλά. Επιπλέον με φρίκη διαπίστωσε ότι ο διαπληκτισμός τους τον είχε διεγείρει. Τα μάτια της άστραφταν, το στήθος της ανεβοκατέβαινε λαχανιασμένο, το χρώμα έβαφε τα μάγουλά της και όλο αυτό το πάθος της εστιαζόταν σ’ εκείνον. Δεν είχε πλέον μπροστά του τη συνηθισμένη, μικρή Θία. Δεν ήξερε ποια ακριβώς ήταν αυτή η γυναίκα, το μόνο που ήξερε ήταν ότι ήθελε τόσο απελπισμένα να τη ρίξει στο κρεβάτι του που πονούσε. «Ο Τζάιλς είναι όλα όσα λες, αλλά εγώ δεν μπορώ να τον παντρευτώ». «Γιατί;» τη ρώτησε απότομα, έξαλλος που τον έκανε να νιώθει άσχημα με τόσους τρόπους. «Εξαιτίας της ηλίθιας αγάπης που τρέφεις για κάποιον άντρα στο μακρινό παρελθόν σου;» «Όχι. Δεν είναι αυτό. Ξέρω ότι αυτή η αγάπη μου είναι αδύνατον να εκπληρωθεί, διαφορετικά δε θα είχα φερθεί τόσο ηλίθια ώστε να επιτρέψω στον εαυτό μου να πιστέψει ότι θα μπορούσα να παντρευτώ τον Άντονι». Η Θία έσυρε την ανάστροφη της παλάμης στα μάτια της και ο Ρις ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. «Τι συμβαίνει, Θία;» τη ρώτησε μαλακά. «Γιατί δε θέλεις να επιτρέψεις σ’ έναν αξιοπρεπή άντρα να σου προσφέρει μια ασφαλή και ευτυχισμένη ζωή;» «Γιατί... γιατί δεν είναι μόνο ότι δεν αγαπώ τον Τζάιλς, αλλά δε νιώθω και κανέναν πόθο γι’ αυτόν. Ορίστε! Τώρα ξέρεις». Η Θία έκανε μεταβολή και πήγε και στάθηκε μπροστά στο σβησμένο τζάκι, καρφώνοντας το βλέμμα της στο βάζο με τα λουλούδια πάνω στα πλακάκια. «Πόθο; Για όνομα του Θεού, Θία». Η απόγνωσή του υπερίσχυσε της συμπάθειας. «Τι ξέρεις εσύ για πόθο; Μια προστατευμένη παρθένα...» Την άκουσε κάτι να μουρμουρίζει, ύστερα σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε εριστικά. «Δεν είμαι παρθένα». «Δεν είσαι; Εκείνος ο μπάσταρδος ο Μέλντρεθ σε βίασε;» Ένα κόκκινο σύννεφο θόλωσε φευγαλέα την όραση του Ρις. «Όταν επιστρέψω στην Αγγλία, θα τον καλέσω σε μονομαχία. Θα τον ευνουχίσω...» «Συναίνεσα», είπε η Θία και κάθισε στην πολυθρόνα στητή, με τα χέρια σταυρωμένα στην ποδιά της, λες και η καθωσπρέπει στάση της θα έκανε


αυτήν τη συζήτηση λιγότερο σοκαριστική. «Νόμιζα ότι θα τον παντρευόμουν και ήθελα να μάθω πώς είναι να κάνεις έρωτα. Καθώς ήταν φανερό πως κι εκείνος το ήθελε, συμφώνησα. Δε με βίασε». «Κατάλαβα». Ο Ρις είπε στον εαυτό του πως η Θία ήταν ενήλικη, πως είχε κάθε δικαίωμα να παίρνει τις αποφάσεις της για τέτοια θέματα. Έτσι διάλεξε προσεκτικά την επόμενη φράση του. «Επειδή γνώρισες την ηδονή με τον Μέλντρεθ, δε σημαίνει ότι δεν μπορείς να τη γνωρίσεις ξανά με κάποιον άλλον άντρα. Τον Μπέντον, για παράδειγμα...» Η σκέψη και μόνο τον ζάλισε. «Την ηδονή;» αναφώνησε η Θία. «Ποια ηδονή; Καμιά ηδονή. Φέρθηκε εγωιστικά, αδέξια, σαν ταύρος». «Κατάλαβα». Ο Ρις δεν μπορούσε βέβαια να σκοτώσει τον Μέλντρεθ επειδή ήταν απαίσιος εραστής, τη στιγμή μάλιστα που είχε και τη συγκατάθεσή της. «Μετά μάλιστα είχε το θράσος να με κατηγορήσει ότι ήμουν παγοκολόνα!» ξέσπασε η Θία, ρουφώντας τη μύτη της. «Έχεις ένα μαντίλι;» Ο Ρις της έδωσε ένα κι εκείνη φύσηξε τη μύτη της. «Σ’ ευχαριστώ. Έχω διαβάσει τα πάντα -για το σεξ, εννοώ. Ξέρω τι συμβαίνει, ξέρω ότι θα έπρεπε να προσφέρει ηδονή στη γυναίκα», συνέχισε, αγνοώντας το αποδοκιμαστικό βογκητό του γι’ αυτές τις εκμυστηρεύσεις της. «Δε σκοπεύω να βρεθώ παντρεμένη μ’ έναν άντρα με τον οποίο δε θα απολαμβάνω τον έρωτα». Η Θία να κάνει έρωτα, η Θία να μελετά κάποιο ερωτικό βιβλίο που είχε καταφέρει να βάλει στο χέρι, η Θία να ριγεί ηδονικά πάνω στα λινά σεντόνια, τα απαλά ανοιχτοκάστανα μαλλιά της να απλώνονται σαν βεντάλια γύρω της. Η Θία. Ο Ρις συγκρότησε τη φαντασία του και ξερόβηξε. «Ίσως αν ο Μπέντον σε φιλούσε, να τον έβρισκες πιο ελκυστικό», πρότεινε. Μα τι λέω; Τη θέλω εγώ. Η Θία τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα της. «Κοίτα, νομίζεις ότι ξέρεις τα πάντα για τον πόθο, αλλά, στο κάτω κάτω, έχεις μόνο διαβάσει γι’ αυτόν. Μπορεί να μην είσαι παρθένα...» Αχ, Θεέ μου, τώρα κοκκινίζω κιόλας. Δέκα, χρόνια σεξουαλικών εμπειριών και αυτό το κορίτσι -αυτή η γυναίκα-με κάνει και κοκκινίζω. Συνέχισε όμως πεισματικά. «Μια γυναίκα χρειάζεται να τη διεγείρεις και ο Μέλντρεθ ήταν προφανώς ένα αναίσθητο γουρούνι». «Ξέρω τι ακριβώς σημαίνει να επιθυμείς σεξουαλικά έναν άντρα». Το πρόσωπό της τώρα πρέπει να ήταν το ίδιο κόκκινο με το δικό του. «Ποιος είναι;» απαίτησε να μάθει ο Ρις. Είχε προσπαθήσει και κάποιος άλλος προικοθήρας να την αποπλανήσει; Εκείνη γύρισε το κεφάλι της και κοί-


ταξε έξω από το παράθυρο, δαγκώνοντας το κάτω χείλι της. «Πες μου, Θία». «Εσύ». «Τι είπες; Σταμάτα να ψιθυρίζεις. Για μια στιγμή νόμισα ότι είπες εγώ». «Αυτό είπα. Για όνομα του Θεού, δεν το θέλω! Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε», πρόσθεσε. άγρια εκείνη. «Είναι σαν το κρυολόγημα. Τη μια στιγμή νιώθεις ένα γαργάλημα στη μύτη και την επόμενη δε σταματάς να φυσάς και να βήχεις». «Τι θέλεις να πεις ότι ο πόθος σου για μένα είναι σαν να άρπαξες κρυολόγημα;» Τι στην ευχή είχε εκείνο το μπράντι που είχε πιει; Δεν μπορεί, ο Ρις πρέπει να έβλεπε ένα κακό όνειρο. «Είναι το ίδιο καλοδεχούμενος», του πέταξε η Θία. «Με πήρες στην αγκαλιά σου. Κοιμήθηκες μαζί μου στο πλοίο. Με έσωσες από εκείνον τον αλήτη, φέρθηκες ηρωικά στο ατύχημα και, στη συνέχεια, ενώ ήσουν μισόγυμνος, άρχισες πάλι τις αγκαλιές. Ιππεύεις κάθε μέρα επιβλητικός και δυνατός πάνω στο άλογό σου και απορείς που ξύπνησες τον πόθο σε μια αδύναμη γυναίκα; Τώρα, μάλιστα, γούρλωσε και τα μάτια σου σαν βάτραχος. Δε σε θέλω καθόλου όταν έχεις αυτήν τη φάτσα». Ένα σοκαρισμένο γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της, καθώς η Θία προχωρούσε αβέβαια προς το παράθυρο. «Θέλεις να πεις ότι με έχεις ερωτευτεί;» ρώτησε εμβρόντητος ο Ρις. «Όχι, φυσικά όχι». Δε σε ερωτεύτηκα τώρα. Σε έχω ερωτευτεί εδώ και χρόνια. «Σου λέω ότι σε ποθώ. Ότι θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου». Η Θία χτύπησε την παλάμη της στον τοίχο, απαυδισμένη με τον εαυτό της. Πώς είχε μπλέξει έτσι και πώς θα κατάφερνε να ξεμπλέξει; «Θέλω να μοιραστούμε το ίδιο κρεβάτι», πρόσθεσε απελπισμένη, με ειλικρίνεια. Περίμενε ότι από στιγμή σε στιγμή ο Ρις θα την πετούσε έξω, θα τη χτυπούσε κεραυνός ή θα άνοιγε η γη να την καταπιεί. Θα γινόταν κάτι, τέλος πάντων, για να τη σώσει από την επικείμενη ταπείνωση της απόρριψής του. «Να κάνουμε σεξ», πρόσθεσε, για την περίπτωση που ο Ρις δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς του έλεγε. «Τώρα μπορείς να γελάσεις. Το ξέρω πολύ καλά ότι δεν είμαι από τις γυναίκες που ξυπνούν το δικό σου πόθο». Έπεσε σιωπή. Δε συνέβη καμία φυσική καταστροφή για να τη σώσει. Η Θία έμεινε να κοιτάζει, χωρίς να βλέπει, έξω απ’ το παράθυρο, περιμένοντας να ακούσει το γέλιο του Ρις. Εντάξει, δε θα τη γελοιοποιούσε. Ο Ρις ήταν πάνω απ’ όλα φίλος της. Θα το έριχνε στο αστείο, θα προσποιούνταν ότι η Θία τον πείραζε. Ναι, ο Ρις θα έβρισκε κάποιο διακριτικό τρόπο ώστε να συνεχίσουν σαν να μη συνέβη τίποτε.


«Κοίτα σύμπτωση», τον άκουσε να λέει, «ή μήπως είναι η μοίρα. Δεν πιστεύω στη μοίρα, αλλά να που εκείνη με χτύπησε κατακέφαλα». «Τι εννοείς;» Η Θία πίεσε τον εαυτό της να γυρίσει και να τον κοιτάξει. Ο Ρις δεν έδειχνε πια εμβρόντητος. Την κοιτούσε επίμονα, πανέμορφος στο φως των κεριών, μ’ ένα αισθησιακό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. «Εννοώ ότι σε ποθώ κι εγώ. Θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου, να μοιραστώ το ίδιο κρεβάτι, να κάνω σεξ μαζί σου. Ενδιαφέρουσα σύμπτωση, δε συμφωνείς; Φοβερά αμήχανη, φυσικά, αλλά ενδιαφέρουσα». «Είσαι... είσαι μεθυσμένος», του είπε με σιγουριά η Θία, και ένιωσε ξαφνικά ανακουφισμένη. Αν κατάφερνε να τον ποτίσει κι άλλο μπράντι, μπορεί ο Ρις να ξυπνούσε το πρωί σίγουρος ότι όλα αυτά ήταν της φαντασίας του. «Όχι». Ο Ρις κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Μόνο λιγάκι ζαλισμένος. Πάντως, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να ξυπνήσω το πρωί και να νομίσω ότι όλα αυτά ήταν ένα όνειρο. Αυτό δεν έλπιζες, Θία; Λυπάμαι, αλλά θα πρέπει να το αντιμετωπίσεις». «Πώς;» Ήθελε να ακουστεί ήρεμη, εξεζητημένη, η λέξη βγήκε όμως σαν κρώξιμο από το λαιμό της. «Μπορούμε να προσποιηθούμε ότι δε συνέβη τίποτα, κάθε φορά όμως που θα κοιταζόμαστε, η έλξη θα βγαίνει πάλι στην επιφάνεια». Ο Ρις πήγε στην πέρα άκρη του δωματίου, αφήνοντας το διάδρομο προς την πόρτα ελεύθερο, σαν να της άφηνε μία οδό διαφυγής. «Ή μπορούμε να το κάνουμε πράξη. Να κάνουμε έρωτα και να δούμε αν θα καταφέρουμε να ξεθυμάνουμε τον πόθο μας». «Μα εγώ...» Η Θία ένιωσε λες και τα πόδια της είχαν ριζώσει στο ξύλινο πάτωμα. «Τι θα γίνει αν μείνω έγκυος;» Μα τι λέω; Θα έπρεπε να του πω όχι και να φύγω από δω αμέσως. Δε θα έπρεπε να σκέφτομαι τα προβλήματα που θα μπορούσαν να προκόψουν έτσι και κάναμε έρωτα! «Υπάρχουν όμως τρόποι για να αποφευχθεί αυτό, σωστά;» «Υπάρχουν και -πίστεψέ με- θα τους χρησιμοποιούσα. Τίποτε δεν προσφέρει, φυσικά, απόλυτη προστασία», πρόσθεσε αργά ο Ρις, «αλλά υπάρχει και ο γάμος». Δεν έδειξε να πρόσεξε το μορφασμό της. «Πάντως έχεις διαβάσει πολλά για το θέμα για ανύπαντρη γυναίκα, σωστά;» «Και έχω κουβεντιάσει με τις παντρεμένες φίλες μου», παραδέχτηκε η Θία. «Ρις, δεν υπάρχει πρόβλημα, δεν έχεις κανένα λόγο να με κάνεις να νιώσω καλύτερα προσποιούμενος ότι με θέλεις. Το ξέρω ότι είμαι εντελώς συνηθισμένη και άχαρη και καθόλου... θελκτική. Δε μοιάζω με τις γυναίκες


που σου αρέσουν. Αν δε με είχες θυμώσει τόσο πολύ, αν δε με είχες πληγώσει, ενθαρρύνοντας τον Τζάιλς να μου κάνει πρόταση γάμου, δε θα είχα χάσει ποτέ την ψυχραιμία μου ώστε να σου ομολογήσω τι νιώθω. Μπορώ να προσποιηθώ ότι δε συνέβη τίποτε απ’ όλα αυτά, αλήθεια σου λέω. Δε χρειάζεται να το παίξεις καλός». «Καλός;» Ο Ρις πέρασε και τα δυο χέρια στα μαλλιά του. «Μόνο καλός δεν είμαι που θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου, Θία, πίστεψέ με». «Δε θέλεις, όμως, να με παντρευτείς, θέλεις;» Καλύτερα να το ξεκαθάριζαν αυτό απ’ την αρχή. «Εγώ πάντως δε θέλω να σε παντρευτώ», βιάστηκε να προσθέσει η Θία για την περίπτωση πως εκείνος την είχε παρεξηγήσει. «Θεός φυλάξοι, όχι!» Ο Ρις την κοίταξε και βιάστηκε να διευκρινίσει τι εννοούσε. «Θέλω να πω, θα γινόμουν απαίσιος σύζυγος για σένα. Εγώ θέλω... χρειάζομαι μια σύζυγο που δε θα μπλέκεται στα πόδια μου, που δε θα περιμένει να την ερωτευτώ ή να την περιποιούμαι. Για να είμαι ειλικρινής, θέλω μια γυναίκα με καλή ανατροφή, καλή προίκα και μια σχετική εξυπνάδα ώστε να γίνει μητέρα των παιδιών μου και οικοδέσποινα στο σπίτι μου. Εσένα θα σε έκανα δυστυχισμένη». Και εγώ εσένα, κατά τα φαινόμενα. «Δε θέλεις να βρεις κάποια σαν τη Σερίνα;» «Μια πανούργα άπιστη, που θέλει όλοι οι άντρες να λατρεύουν το χώμα που πατάει; Όχι. Όχι, θέλω μια σύζυγο πειθήνια, υπάκουη, πιστή, κάπως ανιαρή, που θα είναι ευχαριστημένη να μένει στο σπίτι της». Πρέπει να τον έχει πληγώσει πάρα πολύ, σκέφτηκε η Θία, νιώθοντας αφάνταστα δυστυχισμένη. «Που να μη μοιάζει, δηλαδή, καθόλου ούτε σ’ εμένα ούτε στη Σερίνα». «Ακριβώς». «Εγώ όμως δε μοιάζω καθόλου ούτε με τις γυναίκες με τις οποίες συνήθως... Θέλω να πω δεν είμαι ούτε ξανθιά ούτε όμορφη ούτε πληθωρική». «Όχι. Αλλά έχω ανακαλύψει, προς μεγάλη μου δυσφορία, πως δεν είσαι πια δεκάξι χρονών και ότι είσαι προκλητικά θηλυκή», της είπε βλοσυρός ο Ρις. «Και τι θα κάνουμε γι’ αυτό;» Η αβεβαιότητα τη σκότωνε. «Θα προσποιηθούμε ότι αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ ή θα πέσουμε στο κρεβάτι; Αυτές, κατά τα φαινόμενα, είναι οι μόνες δύο επιλογές». «Υπάρχει και μία τρίτη». Ο Ρις κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και πέρασε τα χέρια του στα ήδη ανακατεμένα μαλλιά του. «Μπορώ να νοικιάσω μία ακόμα άμαξα με έναν καλό αμαξά και ένοπλους φρουρούς και να ζητήσω από το φίλο μου, τον κόμη Ντε Μπορεγκάρ, να μου συστήσει μια


καλή συνοδό. Με αυτόν τον τρόπο θα φτάσεις πρώτη στη Βενετία με την καμαριέρα σου και τον Μπέντον, ενώ εγώ θα ακολουθήσω σε λίγες μέρες. Έτσι δε θα μπούμε σε κανέναν πειρασμό». Αυτή ήταν φυσικά η καλύτερη λύση. Ήταν μεγάλη ανακούφιση που κάποιος από τους δυο τους μπορούσε να σκεφτεί λογικά. «Αυτό θέλεις να κάνεις;» «Όχι», της απάντησε ο Ρις, σηκώνοντας θλιμμένα τους ώμους, «αλλά θα κάνω ό,τι θέλεις εσύ. Εσύ ξέρεις τι θέλεις;» Ύψωσε το φρύδι του και περίμενε. Η Θία κοίταξε το πελώριο κρεβάτι. Θα έπρεπε να του πει ότι θα έφευγε με τον Τζάιλς. Θα μπορούσε να του πει ότι θα το σκεφτόταν τη νύχτα και θα του απαντούσε το πρωί. Βρισκόταν σ’ ένα σταυροδρόμι της ζωής της και δεν ήξερε ποιο δρόμο να πάρει για να μην το μετανιώσει. Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε ίσια στα μάτια. «Ναι, ξέρω τι θέλω να κάνω».


Κεφάλαιο 12 Ο Ρις στεκόταν ακίνητος, τα γαλανά μάτια του είχαν πάρει μια βαθιά μπλε απόχρωση, σαν αυτή που παίρνουν οι φλόγες στην καρδιά του τζακιού. «Πες μου». «Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου. Απόψε». Η Θία ένιωσε να ζαλίζεται. Μια άβυσσος ανοιγόταν κάτω από τα πόδια της και δεν τολμούσε καν να την κοιτάξει. «Δεν περιμένω κάτι άλλο, καταλαβαίνεις. Δεν περιμένω άλλες νύχτες, δεν περιμένω να γίνω ερωμένη -μαιτρέσα σου». Ο Ρις έκανε μερικά βήματα προς την πόρτα. «Δεν είναι ανάγκη να σκεφτούμε το αύριο, μόνο την αποψινή νύχτα. Άσε με να κλειδώσω την πόρτα». Ο θόρυβος του κλειδιού την έκανε να αναπηδήσει, αν και τον περίμενε. Λες και όλες οι απολήξεις των νεύρων της βρίσκονταν στην επιφάνεια της επιδερμίδας της, εκτεθειμένες. Ρίγησε από το ρεύμα που έμπαινε από το παράθυρο. Ο Ρις πήρε τα σπίρτα και άναψε τα κεριά. Η φλόγα τους έκανε τις σκιές στο δωμάτιο πιο βαθιές, πιο μυστηριώδεις. «Η Πόλι πήγε για ύπνο. Ήταν κουρασμένη και της είπα πως δε θα τη χρειαζόμουν μέχρι το πρωί». «Τρέμεις». Ο Ρις την έπιασε με τα μεγάλα χέρια του από τους ώμους. «Ένα απλό ρίγος. Το βραδινό αεράκι...» «Τότε όσο γρηγορότερα πέσουμε στο κρεβάτι τόσο καλύτερα». Ακούγεται τόσο ήρεμος, τόσο συγκροτημένος. Αλλά, βέβαια, είπε η Θία στον εαυτό της, ο Ρις το έχει κάνει αυτό πολλές φορές. Η σκέψη της όμως δεν την καθησύχασε και τόσο. Δεν το έχει κάνει ποτέ μαζί μου. Τα δάχτυλά του είχαν γιάνει πλέον και είχαν ξαναβρεί τη συνηθισμένη ευλυγισία τους. Τα κορδόνια του φουστανιού της δεν πρόβαλαν την παραμικρή αντίσταση. Ήταν πάντα καλός με τις πετονιές και τους ναυτικούς κόμπους... Το φόρεμα σωριάστηκε, σχηματίζοντας κάτι σαν μια λίμνη στα πόδια της, παρασύροντας και τις παιδικές αναμνήσεις. «Γύρνα», της ψιθύρισε ο Ρις. Θα της ήταν πιο εύκολο να μην τον βλέπει. Ξαφνικά, ένιωσε το γυμνό σβέρκο της να ανατριχιάζει απ’ την ανάσα του, που έβγαινε τώρα πιο κοφτή. Αυτό την έκανε να νιώσει μια απροσδόκητη δύναμη, καθώς ο τελευταίος φόβος της ότι ο Ρις προσποιούνταν πως την ήθελε, για να μην την ταπεινώσει, εξανεμίστηκε.


«Αχ». Η ελευθερία που ένιωσε όταν έπεσε και ο κορσές στα πόδια της ήταν σκέτη απόλαυση. Ακολούθησε το μεσοφόρι της. Η Θία φορούσε τώρα μόνο την πουκαμίσα, τις κάλτσες κι ένα ελαφρό κοκκίνισμα στα μάγουλά της. «Διαπιστώνω πως είμαι ντροπαλή», του εξομολογήθηκε. «Και εγώ διαπιστώνω πως είμαι υπερβολικά ντυμένος», της ψιθύρισε στο αυτί ο Ρις. Η Θία περίμενε ότι θα τη φιλούσε, ότι θα την άγγιζε, αλλά μέχρι στιγμής τη χάιδευε μόνο με την ανάσα του. Γύρισε προς το μέρος του. «Θέλεις να σε γδύσω εγώ;» «Εσύ δεν το θέλεις;» Τα μάτια του έλαμπαν διασκεδάζοντας, αλλά δεν την κορόιδευαν. «Σου είπα, είμαι ντροπαλή». Η Θία δεν είχε ξανανιώσει ποτέ ντροπαλή με τον Ρις. Κάποτε μπορούσε να του λέει τα πάντα, να γελοιοποιείται μπροστά του, να του ζητάει βοήθεια όταν δεν μπορούσε να κατέβει από ένα δέντρο ή να τσιρίζει έντρομη όταν κολλούσαν στα πόδια της οι βδέλλες της λίμνης. Ο Ρις κρατούσε πάντα τα μυστικά της, δε γελούσε ποτέ μαζί της. Τώρα όμως ένιωθε σαν να μην τον ήξερε καθόλου. «Μην ανησυχείς». Ο Ρις έβγαλε το πουκάμισο από το κεφάλι του και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού για να βγάλει τα παπούτσια και τις κάλτσες του. «Εξάλλου, έχεις ξαναδεί γυμνό άντρα». «Όχι, δεν έχω. Ο Άντονι είχε ξεκουμπώσει απλώς το παντελόνι του και με είχε σπρώξει πίσω στην άμαξα». Στην αρχή ήταν κάπως ενδιαφέρον, στη συνέχεια όμως καθόλου. Ο Ρις σταμάτησε με το χέρι του στην αγκράφα του βραδινού παντελονιού του. «Ο άνθρωπος αυτός είναι καθίκι. Θέλεις να σβήσω τα κεριά;» Η Θία κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Αν αυτή θα ήταν η μόνη φορά που θα έκανε έρωτα, τότε ήθελε να βλέπει τα πάντα, να μάθει τα πάντα. Και ήταν προετοιμασμένη: είχε νιώσει το σκληρό ανδρισμό του μέσα στο μόνιππο, στο πλοίο. Ο Ρις έβγαλε το παντελόνι του και στάθηκε μπροστά της, με μια ελαφρώς ερωτηματική έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, ενώ εκείνη είχε μείνει να τον κοιτάζει. Φαίνεται πως τελικά δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένη, δεν είχε ιδέα τι έπρεπε να περιμένει. Χριστέ μου. «Νομίζω ότι είσαι πολύ μεγαλόπρεπος», είπε το πρώτο πράγμα που της κατέβηκε στο μυαλό. Χωρίς να νιώσει καμία ντροπή ή φόβο, άπλωσε το δεξί της χέρι. Ο Ρις ένιωσε την ανάσα του να κόβεται όταν το χέρι της τυλίχτηκε γύρω από τον ορθωμένο ανδρισμό του. «Θία! Είσαι πολύ κακό κορίτσι». Δεν ή-


ταν θυμωμένος. Εκείνη το κατάλαβε όταν ένιωσε τον ανδρισμό του να σκληραίνει ακόμα περισσότερο κάτω από τα δάχτυλά της, αλλά και από το γέλιο που διέκρινε στη φωνή του. «Άφησέ με για λίγο ώστε να μπορέσω να σου βγάλω την πουκαμίσα και να σε θαυμάσω κι εγώ από τη μεριά μου». «Οι κάλτσες μου», ψέλλισε η Θία, όταν εκείνος έβγαλε το λεπτό ρούχο πάνω από το κεφάλι της. «Άφησέ τες. Με διεγείρουν». Ο Ρις κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και την τράβηξε ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια του χωρίς να της δώσει το περιθώριο να συνειδητοποιήσει πόσο εκτεθειμένη ήταν ή να αναρωτηθεί πώς ήταν δυνατόν να τον διεγείρουν οι κάλτσες της. Την κράτησε ακίνητη, ακουμπώντας το χέρι στη μέση της, και έσκυψε να φιλήσει το στήθος της. Οι τριχούλες στα πόδια του γαργαλούσαν τη γυμνή σάρκα της, τα χείλη του χάιδευαν ζεστά και σίγουρα την καμπύλη του στήθους της. Η Θία βόγκηξε σιγανά. Ήταν τόσο τρυφερός. Τότε εκείνος ρούφηξε τη θηλή της μέσα στο στόμα του, τη δάγκωσε ελαφρά με τα δόντια του και αυτή έχασε εντελώς το μυαλό της. Πήρε το κεφάλι του στα χέρια της και το έσφιξε πάνω της, λαχανιασμένη από την ένταση των συναισθημάτων, από τη φωτιά που είχε ανάψει βαθιά μέσα της. Όταν ο Ρις σήκωσε το κεφάλι του, η Θία ήταν σίγουρη πως θα είχε σωριαστεί στο πάτωμα αν δεν τη συγκρατούσαν τα πόδια και τα χέρια του. Εκείνος την κοίταξε, τα μάτια του ήταν σκοτεινά. «Είσαι υπέροχη, Θία. Τόσο γλυκιά, τόσο αθώα, άσχετα με το τι σου έκανε εκείνος ο αλήτης. Αν είναι να σταματήσω, θα πρέπει να το κάνω τώρα». «Δεν μπορείς να σταματήσεις τώρα», βόγκηξε εκείνη. «Μπορώ. Μετά βίας. Θα έπρεπε να το κάνω». «Αργά ή γρήγορα, θα βρω κάποιον άντρα να μου κάνει έρωτα, γιατί δε σκοπεύω να ζήσω και να πεθάνω γεροντοκόρη, χωρίς να ξέρω πώς είναι. Θα προτιμούσα αυτός ο κάποιος να ήσουν εσύ, Ρις». «Αυτό, γλυκιά μου, είναι εκβιασμός». Η Θία δάγκωσε τα χείλη της. Ακουγόταν πολύ σοβαρός. Μήπως τον έσπρωχνε να ενεργήσει ενάντια στις αρχές του; Δε θα του το έκανε ποτέ αυτό. «Λυπάμαι, ήταν εκβιασμός, δεν ήταν; Ρις, δεν είσαι κάποιος ακόλαστος, δε με ξεμυάλισες. Κι εγώ δεν είμαι παρθένα. Το θέλω αυτό, έχω απόλυτη επίγνωση του τι κάνουμε». «Και οι συνέπειες; Αν δεν μπορέσω να το αποτρέψω και μείνεις έγκυος;» «Δε θα συμβεί κάτι τέτοιο». Ο Ρις θα τη φρόντιζε, του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, όπως κι όταν είχε βρεθεί κάτω από την άμαξα. Η Θία ακού-


μπησε τις παλάμες της στο στέρνο του και έσκυψε να τον φιλήσει, λες και με αυτό τον τρόπο θα του έδειχνε πόσο βαθιά εμπιστοσύνη του είχε. Ο Ρις έγειρε πίσω μ’ ένα βογκητό και την τράβηξε μαζί του, κύλησε και την έφερε από κάτω του. Είχε κρύψει το πρόσωπό του στο λαιμό της, η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή πάνω στη δική της και η Θία είχε ανοίξει αυθόρμητα τα πόδια της για να τον αγκαλιάσει. Ήταν μια τέλεια στιγμή, μετέωρη στο χρόνο και στην άβυσσο της ευδαιμονίας. Η Θία έκλεισε τα μάτια της και άφησε τον εαυτό της να απολαύσει κάθε αίσθηση. Τα μαλλιά του μύριζαν καπνό από ξύλο και θα πρέπει να είχε ακουμπήσει το κεφάλι του σε κάποιον ανθισμένο θάμνο γιατί είχαν και μια απαλή ευωδιά. Η επιδερμίδα του ήταν λεία και απαλή σε κάποια σημεία, ενώ σε άλλα τραχιά και τριχωτή. Το ύψος του ήταν επιβλητικό, ήξερε όμως να το ελέγχει ώστε να μη σε τρομάζει. Ένιωθε τον ανδρισμό του να σφύζει ανάμεσα στα πόδια της, να τη ζεσταίνει ανυπομονώντας να μπει μέσα της. «Αχ, Θία». Ο Ρις στηρίχτηκε στους αγκώνες του και εκείνη άνοιξε τα μάτια της και βρέθηκε να κοιτάζει τα δικά του. «Ποτέ δεν...» «Λόρδε μου, είστε ξύπνιος;» φώναξε κάποιος, χτυπώντας την πόρτα. Η Πόλι; Πάγωσαν και έμειναν να κοιτάζονται, ξεχνώντας τον πόθο τους. «Τι θέλεις;» γρύλισε ο Ρις. «Για όνομα του Θεού, τι ώρα είναι και χτυπάς έτσι τις πόρτες;» «Είναι μία η ώρα, λόρδε μου. Με συγχωρείτε, αλλά σηκώθηκα να πάω στην τουαλέτα κι έριξα μια ματιά στο δωμάτιο της λαίδης Αλθία και δεν ήταν στο κρεβάτι της. Δεν είχε κοιμηθεί καθόλου σε αυτό. Πού μπορεί να είναι;» «Ανάθεμά τη, θα αρχίσει τώρα τις κλάψες και θα ξεσηκώσει τον κόσμο», μουρμούρισε ο Ρις και στη συνέχεια ύψωσε τη φωνή του. «Μπορεί να βγήκε στον κήπο να πάρει λίγο αέρα, να γλίστρησε και να έπεσε ή να την πήρε ο ύπνος. Κατέβα κάτω και ψάξε, Πόλι, και μην το πεις σε κανέναν, μην κάνεις φασαρία. Θα ντυθώ και θα κατέβω κι εγώ να βοηθήσω». «Μάλιστα, λόρδε μου. Το είπα όμως ήδη στον κύριο Χοτζ και στη γυναίκα του ξενοδόχου, τόσο πολύ είχα ανησυχήσει. Α, και έχει ξυπνήσει και ο κύριος Μπέντον». «Πήγαινε και μην ξυπνήσεις κανέναν άλλον» τη διέταξε ο Ρις. Σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι και πήρε το παντελόνι του. «Ανάθεμά τη, ξεσήκωσε ήδη τον κόσμο. Ντύσου, Θία, βιάσου. Ο κήπος κατηφορίζει μπροστά από το παράθυρό μου. Θα σε κατεβάσω απ’ αυτό -πήγαινε να βρεις ένα παγκάκι και προσποιήσου ότι σε πήρε ο ύπνος εκεί».


Η Θία ένιωθε σαν να την είχε περιλούσει κάποιος μ’ έναν κουβά παγωμένο νερό. Η φλόγα του κορμιού του Ρις είχε χαθεί, η μαγεία εκείνης της τέλειας, αισθησιακής στιγμής είχε πετάξει και τη θέση τους είχε πάρει η φρικτή πιθανότητα να την ανακαλύψουν στο δωμάτιο ενός άντρα. Έπλεξε τα μαλλιά της κοτσίδα, ενώ ο Ρις της έδενε τον κορσέ. «Προσπάθησε να τον δέσεις όπως ήταν, διαφορετικά η Πόλι θα το προσέξει», τον παρότρυνε. Εκείνος πέρασε το φουστάνι πάνω απ’ το κεφάλι της και έδεσε σιωπηλά τη ζώνη στα γρήγορα. «Βρες τις φουρκέτες και κρύψε τες», του ψιθύρισε η Θία, φορώντας βιαστικά τα γοβάκια της. Το παράθυρο είχε χαμηλό περβάζι. Κάθισε πάνω του, κρέμασε τα πόδια της κάτω και έστησε αυτί. Άκουσε κίνηση και ανθρώπους να μιλάνε πιο πέρα, κοντά στην είσοδο του πανδοχείου. Ο Ρις την έπιασε από τους καρπούς και την κατέβασε στο μονοπάτι κάπου ενάμισι μέτρο κάτω από το παράθυρο, όπως τότε που ήταν παιδιά και πηδούσαν μαντρότοιχους για να κλέψουν μήλα. «Πρόσεχε!» Η Θία προχώρησε μέσα στη βλάστηση του κήπου μέχρι που έφτασε σε μια ταράτσα που το πρωί πρόσφερε ωραία θέα στο ποτάμι. Θυμόταν πως εκεί υπήρχε ένα φαρδύ παγκάκι, σκόνταψε πάνω του, κάτω από το αχνό φως των αστεριών. Ξάπλωσε στην κρύα πέτρα και προσπάθησε να πάρει μια πειστική στάση ύπνου. Αντιλήφθηκε ότι είχε λαχανιάσει και προσπάθησε να δώσει στην ανάσα της έναν αργό, κοιμισμένο ρυθμό. «Λαίδη Αλθία! Θία!» Ο Τζάιλς πλησίαζε. Όταν άκουσε βήματα στα χαλίκια, η Θία ανακάθισε και τεντώθηκε, προσπάθησε να πάρει την κάπως τρομαγμένη έκφραση κάποιου που ξυπνάει απότομα στο σκοτάδι. «Τζάιλς; Πού είσαι; Τι ώρα είναι; Αχ, Θεέ μου, θα πρέπει να με πήρε ο ύπνος». Εκείνος ανέβηκε στην ταράτσα, ο φανός που κρατούσε στα χέρια του έδινε μια απόκοσμη λάμψη στο πρόσωπό του. «Περασμένες μία», της απάντησε και έπεσε στο ένα γόνατο δίπλα στον πάγκο. «Είσαι καλά, Θία; Νομίσαμε πως έπεσες και χτύπησες». Ακούστηκαν κι από αλλού φωνές, άνθρωποι να ψάχνουν ανάμεσα στα φυτά. «Είμαι μια χαρά. Πόσοι άνθρωποι με ψάχνουν; Τι φασαρία -απλώς ζεστάθηκα και...» «Η Πόλι είναι σίγουρη ότι σε απήγαγαν αιμοσταγείς επαναστάτες ή ληστές για λύτρα. Ο λόρδος Πέλγκρεϊβ πρότεινε να ψάξουμε πρώτα στον κήπο». Γύρισε το κεφάλι του. «Να, ήρθε κι αυτός». «Ηλίθια γυναίκα», είπε ο Ρις, μπαίνοντας στην ταράτσα με την Πόλι και τους μισούς υπηρέτες του πανδοχείου από πίσω του. «Κάποια μέρα θα πε-


θάνεις από πνευμονία με αυτήν τη μανία σου για καθαρό αέρα. Γιατί στην ευχή δεν ειδοποίησες κάποιον ότι θα έβγαινες στον κήπο;» Ακουγόταν βαθιά τσατισμένος και -το πιθανότερο- δεν προσποιούνταν. Αν ένιωθε όπως εκείνη, ο Ρις βασανιζόταν από τον ανικανοποίητο πόθο του. «Δε σκόπευα να μείνω και να με πάρει ο ύπνος», διαμαρτυρήθηκε η Θία. «Βγήκα μετά που με άφησε η Πόλι γιατί δε νύσταζα». Ουσιαστικά, ό,τι έλεγε ήταν αλήθεια κι ας μην είχε καμιά σχέση με τα πραγματικά γεγονότα. «Είσαι παγωμένη». Ο Ρις τη σήκωσε όρθια, αγνοώντας το μουρμουρητό διαμαρτυρίας του Τζάιλς. Έβγαλε το παλτό του και το τύλιξε στους ώμους της. «Δε θα καταλάβω ποτέ πώς σε άφησα να με πείσεις να σε πάρω μαζί μου σε αυτό το ταξίδι». Ο,τι και να φαντάζονταν οι υπόλοιποι πως συνέβαινε μεταξύ τους, σίγουρα δε θα μπορούσε να πάει το μυαλό τους σε μια ρομαντική σχέση. Ο Ρις της φερόταν σαν να ήταν η μικρή και ανυπάκουη αδερφή του. «Και μην αρχίσεις τώρα τα κλάματα», της είπε άγρια. Η Θία μπήκε στο παιχνίδι και ρίχτηκε με λυγμούς στην αγκαλιά της Πόλι. Όσο περισσότερη φασαρία έκανε, τόσο λιγότερες πιθανότητες υπήρχαν να προσέξει η καμαριέρα της τις όποιες ανωμαλίες στο ντύσιμό της. Ένας Θεός ήξερε πώς είχε δέσει ο Ρις τα κορδόνια του κορσέ της. «Μη μου φωνάζεις», παρακάλεσε, κρύβοντας το πρόσωπό της πίσω από το μαντίλι, που είχε βάλει ο Τζάιλς στα χέρια της. «Θα ξεφορτωθώ το προσωπικό», τον άκουσε να λέει. «Η κατάσταση έχει μετατραπεί σε τσίρκο». Ο Τζάιλς τους απομάκρυνε μαζί του, αφήνοντας τη Θία, την Πόλι και τον Ρις στην ταράτσα. «Πήγαινε και ζέστανε πέτρες για το κρεβάτι της κυράς σου», διέταξε ο Ρις. Έλυσε τα χέρια της Θία από το λαιμό της καμαριέρας και την παρέσυρε προς τα μπροστινά σκαλοπάτια του πανδοχείου. «Βιάσου, κορίτσι μου». «Να πάρει η οργή, παρά τρίχα», συνέχισε ψιθυριστά, όταν η Πόλι έφυγε τρέχοντας να εκτελέσει την εντολή του. Έπιασε τη Θία απ’ το πιγούνι και περιεργάστηκε το πρόσωπό της στο φως του φανού που κρατούσε. «Είσαι καλά;» «Ναι, φυσικά. Το ξέρεις ότι δεν κλαίω». «Δεν εννοούσα αυτό», της ψιθύρισε ο Ρις, προχωρώντας προς τα σκαλοπάτια. «Νιώθω..., δεν ξέρω πώς να το περιγράψω με λόγια, πάντως δεν είναι ευχάριστο». Τα στήθη της την πονούσαν, το κορμί της παλλόταν, ήθελε να ξεσκίσει τα ρούχα της και τα δικά του και να τον τυλίξει στην αγκαλιά της.


«Όχι», συμφώνησε σοβαρά ο Ρις. «Νομίζω πως τη γλιτώσαμε χωρίς να υποπτευτεί κανείς το παραμικρό. Δεν ήταν όμως αυτή η εμπειρία που ήθελα να έχεις μαζί μου, γλυκιά μου». «Το ξέρω. Καλά πάντως θα κάνεις να παραμείνεις θυμωμένος μαζί μου και αύριο». «Θα προσπαθήσω». Ο Ρις σταμάτησε και την τράβηξε κάτω από το υπόστεγο όπου στοίβαζαν τα ξύλα. «Αυτό ίσως κάνει τα πράγματα πιο δύσκολα και για τους δυο μας, αλλά δεν μπορώ να σε αφήσω χωρίς ένα τελευταίο φιλί». Ο Ρις είχε δίκιο, θα έκανε τη λαχτάρα της γι’ αυτόν ακόμα πιο μεγάλη, αλλά πώς μπορούσε να του αντισταθεί; Η Θία ρίχτηκε στην αγκαλιά του και το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της τρυφερά, αλλά και με μια δόση απόγνωσης. Εκείνη άνοιξε τα χείλη της και καλοδέχτηκε τη γλώσσα του βαθιά στο στόμα της. Ο ρυθμός της, οι κινήσεις της μιμούνταν την πράξη που δεν είχαν προλάβει να ολοκληρώσουν. Το φιλί αυτό δεν πρέπει να κράτησε πάνω από ένα λεπτό. Εξήντα πολύτιμα δευτερόλεπτα, κι ας το περίμενε μια ζωή. Η Θία έσυρε την ανάστροφη της παλάμης της στο μάγουλό του. «Μακάρι...» «Στο σημείο αυτό σου βάζω πάλι τις φωνές», της είπε ο Ρις. Πήρε το χέρι της στο δικό του, φίλησε τα ακροδάχτυλά της και την τράβηξε προς την πόρτα. «Προχώρα, Θία. Καθόλου δε θα μου αρέσει αν αρπάξεις κανένα κρύωμα και με καθυστερήσεις για μέρες». *** Την επομένη ο Ρις ξέσπασε τα νεύρα του όχι μόνο πάνω της, αλλά και στους υπηρέτες του και το προσωπικό του πανδοχείου, μέχρι να αποφασίσει να καβαλήσει το άλογό του για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. «Ουφ», ξεφύσηξε ο Τζάιλς και βολεύτηκε στη γωνιά του στο μόνιππο. «Πάντα έτσι ξεσπάει τα νεύρα του ο Ντέναμ;» «Δεν ξέρω», ομολόγησε η Θία. «Δεν τον έχω ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση». Έμεινε για λίγο σκεφτική. «Τουλάχιστον όχι από τότε που ήμασταν παιδιά, αλλά και τότε τσακωνόταν μόνο για να υπερασπιστεί κάποιο παιδί που το είχαν χτυπήσει ή όταν έβλεπε να κακοποιούν ένα ζώο». Η Θία υπέθετε πως η απότομη συμπεριφορά του Ρις απέναντι στους υπηρέτες ήταν μέρος της προσποίησης. «Είσαι καλά σήμερα;» Ο Τζάιλς την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Δε φαίνεσαι να κοιμήθηκες καλά». Η Θία έκανε μια γκριμάτσα κι εκείνος βιάστηκε να απολογηθεί. «Συγγνώμη. Το ξέρω πως ένας κύριος πρέπει να βρίσκει


πάντα γοητευτική μια κυρία». «Έχεις δίκιο. Δεν έκλεισα μάτι». Η Θία είχε τυλιχτεί σφιχτά μ’ ένα πάπλωμα, προσπαθώντας να προσποιηθεί ότι βρισκόταν στην αγκαλιά του Ρις, αλλά αυτό δεν είχε μειώσει τη λαχτάρα της ή το σοκ της από το ότι παραλίγο να τους πιάσουν στα πράσα. «Σίγουρα το λάθος είναι δικό μου που δεν μπόρεσες να κοιμηθείς», είπε μετανιωμένος ο Τζάιλς. «Αν δε σου είχα κάνει εκείνη την αδέξια πρόταση γάμου, το πιθανότερο να σε είχε πάρει αμέσως ο ύπνος και τίποτε απ’ όλα αυτά δε θα είχε συμβεί». Η Θία αρπάχτηκε με ευγνωμοσύνη από τη δικαιολογία που της πρόσφερε για τη συμπεριφορά της. «Ομολογώ ότι ένιωθα πολύ άσχημα που σου αρνήθηκα, αλλά -σε παρακαλώ- μη νομίσεις ότι βρήκα την πρότασή σου αδέξια, απλώς ήταν απρόσμενη». «Και ανεπιθύμητη». «Αυτό ποτέ», διαμαρτυρήθηκε η Θία. «Ποια γυναίκα δε θα κολακευόταν από την πρόταση ενός κυρίου όπως εσύ; Δεν θα ταιριάζαμε όμως». «Εγώ θα έλεγα πως θα ταιριάζαμε και πολύ καλά», παρατήρησε ο Τζάιλς. «Υποπτεύομαι πως το πρόβλημα είναι ότι εσύ γνωρίζεις κάποιον άλλον κύριο που θα σου ταίριαζε ακόμα καλύτερα. Κάποιον που έχει κλέψει ήδη την καρδιά σου». Δεν ήταν δίκαιο να του πει ψέματα και ίσως το ότι εκείνη ήταν ερωτευμένη με έναν άλλον άντρα να αποτελούσε βάλσαμο για την περηφάνια του. «Ναι», παραδέχτηκε η Θία, «υπάρχει κάποιος». «Ο οποίος δε νιώθει το ίδιο για σένα;» Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Να υποθέσω ένας άντρας που σε γνωρίζει τόσα χρόνια που δεν μπορεί να σε δει όπως είσαι τώρα», συνέχισε ο Τζάιλς. «Κάποιος που πιθανόν να σε έχει πληγώσει με την αλλαγή του. Που δεν καταλαβαίνει την ανάγκη σου να αγαπηθείς και προσπαθεί να σου κανονίσει έναν καλό γάμο. Κι ο χαρακτήρας του όμως είναι πιο ευέξαπτος απ’ όσο τον θυμάσαι...» «Σταμάτα!» Η Θία τον κοίταξε έντρομη. «Νομίζεις... Υποπτεύεσαι ότι είμαι ερωτευμένη με τον Ρις;»


Κεφάλαιο 13 «Εγώ δεν ανέφερα κανένα όνομα και δε θα το κάνω ποτέ. Ούτε θα κάνω την παραμικρή νύξη σε κανέναν γι’ αυτή μου την εικασία», της απάντησε ήρεμα ο Τζάιλς. «Σ’ ευχαριστώ». Η Θία γύρισε και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο, προσπαθώντας να ξαναβρεί κάπως την ψυχραιμία της. Από τη στιγμή που ο Τζάιλς είχε μαντέψει τόσο εύκολα τα αισθήματά της, ποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει; Σε παρακαλώ, όχι ο Ρις, προσευχήθηκε, ελπίζοντας να τον είχε πείσει ότι αυτό που ένιωθε ήταν απλός πόθος. Πώς θα φερόταν εκείνος αν θεωρούσε ότι η Θία τον είχε ερωτευτεί; Δεν μπορούσε να μαντέψει την αντίδρασή του και σίγουρα δεν ήθελε τον οίκτο του. «Εκείνος... σε ρώτησε αν μου έκανες πρόταση γάμου;» «Όχι, δε μας δόθηκε η ευκαιρία να κουβεντιάσουμε ιδιαιτέρως». Ο Τζάιλς έσκυψε και της χτύπησε χαϊδευτικά το χέρι. «Μπορεί να έχει τέτοια νεύρα επειδή νομίζει ότι δέχτηκες. Ακούγεται παράλογο, αλλά αφού έκανε αυτό που πίστευε καλύτερο για σένα, μπορεί να ανακάλυψε στη συνέχεια ότι ζήλευε, πράγμα που σημαίνει ότι τρέφει βαθύτερα συναισθήματα για σένα απ’ ό,τι νομίζεις». Ακουγόταν πολύ χαρούμενος που είχε ανακαλύψει μια πιθανότητα ελπίδας και η Θία στεναχωρήθηκε που έπρεπε να τον βγάλει από την πλάνη του. «Του το είπα εγώ χτες βράδυ», του δήλωσε ωμά. «Είμαι σίγουρη πως μέχρι το μεσημέρι θα έχει καταφέρει να κυριαρχήσει στα νεύρα του. Με συμπαθεί, φυσικά, και νιώθει υπεύθυνος για μένα. Αυτό είναι όλο». «Με συγχωρείς που το θίγω, αλλά το βρίσκω περίεργο, δεδομένου του κοινού ενδιαφέροντος σας για τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, που ήταν τόσο απρόθυμος να κουβεντιάσει το θέμα μαζί σου». «Ο Ρις; Δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Εντάξει, δεν είναι κανένας υπερσυντηρητικός και, μολονότι περνά πολύ χρόνο στην πόλη, είμαι σίγουρη ότι είναι εξαιρετικός γαιοκτήμονας, πέρα όμως απ’ αυτό...» «Δεν έχεις ιδέα για το σημαντικό ρόλο του στο στρατόπεδο των μεταρρυθμιστών; Μα ο λόρδος Πέλγκρεϊβ ψηφίζει κάθε νόμο και υποστηρίζει καθαρά και με πάθος όλα τα ζητήματα που έχουμε κουβεντιάσει αυτές τις μέρες οι δυο μας». Η Θία γούρλωσε τα μάτια της. «Κι όχι μόνο αυτό, είναι ο


αντιπρόσωπος του κόμματος που διαπραγματεύεται με τους διαφωνούντες και τους ταραξίες. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, έχει έναν τρόπο να πετυχαίνει το δικό του. Τον αποκαλούν Ερμή». «Ο αγγελιοφόρος των θεών;» Ναι, ο Ρις ήταν πολύ καλός στο να πείθει και, όταν αυτό δεν έπιανε, στο να επιβάλλει τη γνώμη του. Είχε αποτρέψει, όμως, τον Τζάιλς να το κουβεντιάσει αυτό μπροστά της. Η Θία συνοφρυώθηκε. Θυμήθηκε τα καυστικά σχόλια του Ρις όταν του είχε ομολογήσει πως δεν είχε καταστρώσει κάποιο σχέδιο για τη φιλανθρωπική δράση που θα ήθελε να αναλάβει. Η ίδια παρέλειπε συνήθως να διαβάζει τα διάφορα άρθρα για τη Βουλή στις εφημερίδες, διαφορετικά θα είχε δει το όνομά του. Τώρα ένιωθε ντροπή που τον είχε θεωρήσει έναν καλοπερασάκια αριστοκράτη. Θα έπρεπε να ξέρει πως ο Ρις, ως άντρας πια, θα εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται για τους κατατρεγμένους, όπως έκανε και όταν ήταν παιδί. Αυτή η συζήτηση, οι λεπτές αποχρώσεις που μπορεί να έκρυβε, είχε γίνει ξαφνικά πολύ σοβαρή τόσο για την ασφάλεια όσο και για την ηρεμία της. «Έχεις τον οδηγό -μου λες, σε παρακαλώ, ποια είναι η επόμενη μεγάλη πόλη που θα συναντήσουμε;» *** Ο Ρις ξεπέζεψε όταν έκαναν τη στάση για το μεσημεριανό φαγητό και είδε τον Μπέντον να βοηθά τη Θία να κατέβει από το μόνιππο. Έδειχναν να τα πηγαίνουν πολύ καλά οι δυο τους κι ας είχε αρνηθεί εκείνη την πρόταση γάμου που της είχε κάνει ο Τζάιλς. Ήταν λάθος του να το παίξει προξενητής και η Θία είχε πληγωθεί από την έλλειψη κατανόησης από μέρους του. Τώρα που ήταν ξεμέθυστος το έβλεπε καθαρά αυτό. Ο ανεκπλήρωτος πόθος του γι’ αυτή τον βασάνιζε. Καλά να πάθει για να της κάνει προξενιά. Έμεινε να την παρακολουθεί από μακριά. Η Θία δε φαινόταν πολύ καλά σήμερα το πρωί. Το πρόσωπό της ήταν χλομό και υπήρχαν μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της από την έλλειψη ύπνου. Έλπιζε μόνο να ήταν η απογοήτευση που την είχε κρατήσει ξύπνια και όχι οι τύψεις. Ο Ρις θα έπρεπε να μετανιώνει για τα χτεσινοβραδινά γεγονότα, δεν μπορούσε όμως να λυπηθεί που είχε ανακαλύψει αυτή την παθιασμένη, αισθησιακή Θία. Η παιδική του φίλη ήταν πάντα εκεί, σκέφτηκε, καθώς θυμήθηκε τον τρόπο που είχε πηδήξει η Θία από το παράθυρο στον κήπο, εκφράζοντάς του την εμπιστοσύνη που του έδειχνε πάντα όταν έκαναν τις σκανταλιές τους ως παιδιά. Ήταν ανεξάρτητη, τρυφερή, ριψοκίνδυνη -και γνώριζε πολύ καλά τον εαυτό της. Η Θία είχε αντιληφθεί ότι δεν της ταίριαζαν τα στενά όρια ενός


γάμου. Όποιος την πίεζε να παντρευτεί το λάθος άντρα, θα σκότωνε τη ζωντάνια της. Ήταν μια γυναίκα γεμάτη αντιθέσεις, σκέφτηκε ο Ρις, βλέποντάς τη να ακολουθεί τον Μπέντον στη σκιά μιας κληματαριάς, γελώντας με κάτι που της είχε πει εκείνος. Το ριψοκίνδυνο κορίτσι συνυπήρχε με την κομψή νεαρή κυρία. Το απλό κορίτσι παρέμενε πάντα απλό, αν και τώρα διέθετε και μια σκανδαλιστική θηλυκότητα. Ήταν εντελώς χαζό και πεζό από μέρους του να θεωρεί ότι μόνο η συμβατική ομορφιά κάνει μια γυναίκα ωραία. Για πρώτη φορά από τη στιγμή που η Θία του είχε πετάξει πίσω το σακάκι του στα μούτρα στο δωμάτιό του, ο Ρις χαμογέλασε. Η Θία τον είδε και του κούνησε το χέρι και η κακοκεφιά του, πραγματική και προσποιητή, εξαφανίστηκε. Ο Μπέντον, αφού την τακτοποίησε σ’ ένα παγκάκι, πλησίασε τον Ρις τη στιγμή που εκείνος έμπαινε στο πανδοχείο για να παραγγείλει το γεύμα τους. «Κάνω κέφι για λίγη ιππασία σήμερα το απόγευμα», του είπε όταν ο πανδοχέας έφυγε για να δώσει την παραγγελία τους στην κουζίνα. «Αμφιβάλλω αν τούτο το μέρος διαθέτει άλογα για ενοικίαση». Ο Ρις έγειρε πίσω στον πάγκο, σταύρωσε τους αστραγάλους του και τέντωσε ηδονικά τους ώμους του. «Σκέφτηκα να αλλάζαμε θέσεις για λίγο». Ο τόνος του ήταν ευχάριστος, αλλά έκρυβε σίγουρα κάποιο υπονοούμενο. «Αλήθεια;» «Έχω αναρρώσει απ’ το χτύπημα στο κεφάλι και θα απολάμβανα την άσκηση και τον καθαρό αέρα», του είπε ο Μπέντον, και πρόσθεσε, χωρίς να αλλάξει τόνο, «και νομίζω πως κι εσύ χρειάζεται να χτίσεις κάποιες γέφυρες με τη λαίδη Αλθία. Κάναμε και οι δύο ένα σφάλμα χτες -εσύ πιστεύοντας ότι η Θία θα έκανε ένα γάμο χωρίς αγάπη και εγώ κάνοντάς της πρόταση γάμου, ενώ δεν είχα κανένα λόγο να πιστεύω ότι θα τη δεχόταν. Μάλλον θα χαρεί να απαλλαγεί για λίγο από τη συντροφιά μου, ενώ αυτό θα επιτρέψει και σ’ εσένα να κάνεις ειρήνη μαζί της». «Πρέπει να το κάνω αυτό, σωστά;» Ο Ρις ξέσφιξε τις γροθιές του. Για μια στιγμή είχε νομίσει ότι ο Μπέντον υπαινισσόταν ότι γνώριζε πως τα χτεσινοβραδινά γεγονότα ήταν μια φάρσα. «Έτσι νομίζω». Ο Ρις κοίταξε το συνοφρυωμένο Μπέντον. Ο τόνος του ήταν πολύ ειλικρινής για να κρύβει υπονοούμενα. «Η Θία δεν κοιμήθηκε. Φαίνεται δυστυχισμένη». Ο Μπέντον πήρε το ποτήρι με το κόκκινο κρασί που είχε αφήσει ο πανδοχέας μπροστά τους, με


το που μπήκαν στο πανδοχείο, και το σήκωσε ψηλά, κοιτάζοντας το χρώμα του στο φως. «Κάνει, βέβαια, ό,τι μπορεί για να το κρύψει. Είναι μια πολύ ξεχωριστή νεαρή κυρία. Ο άντρας που θα κερδίσει την καρδιά της θα είναι πολύ τυχερός». «Ναι», συμφώνησε ο Ρις και πήρε το δικό του ποτήρι. Ήταν κρίμα που την είχε κερδίσει ήδη κάποιος ηλίθιος που δεν ήξερε τι θησαυρό κρατούσε στα χέρια του χωρίς να το γνωρίζει. «Εντάξει, θα καβαλήσεις εσύ το άλογο το απόγευμα, αλλά, σε προειδοποιώ, το ηλίθιο το ζωντανό φοβάται τις κατσίκες». *** Το φαγητό που τους σέρβιραν ήταν απλό, αλλά νόστιμο. Ελιόψωμο, τυρί κατσικίσιο και προβατίσιο, κρέας, αρωματισμένο με σκόρδο, ελιές και μια καράφα κρασί. Όταν τέλειωσαν το φαγητό, η Θία πήγε στην τουαλέτα για να φρεσκαριστεί κι όταν γύρισε, είδε τον Τζάιλς καβάλα στο άλογο, που είχε τρομάξει από κάτι κότες. «Νόμιζα ότι είπες πως έχει πρόβλημα με τις κατσίκες», τον άκουσε να φωνάζει στον Ρις, που στεκόταν δίπλα στο μόνιππο για να τη βοηθήσει να ανέβει. «Αυτές είναι οι πρώτες κότες που πετυχαίνουμε», του απάντησε χαμογελαστός εκείνος. «Εγώ, στη θέση σου, θα πρόσεχα και τα πρόβατα, και τις αγελάδες», συμπλήρωσε ο Ρις και την ακολούθησε μέσα στο μόνιππο. «Θα ταξιδέψει εκείνος με το άλογο σήμερα», είπε, σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε η Θία. «Μια χαρά». Ο Ρις έκλεισε την πόρτα και έγειρε πίσω για να περιεργαστεί το πρόσωπό της. «Ο Τζάιλς πιστεύει ότι πρέπει να κουβεντιάσουμε». Όταν εκείνη δεν του απάντησε, πρόσθεσε: «Μάλλον έχει δίκιο, αν και οφείλω να παραδεχτώ ότι εγώ θα προτιμούσα να κάνουμε κάτι άλλο». Λες και χρειάζεται να μου το θυμίσεις! Το να βρίσκεται μόνη της με τον Ρις, περιβαλλόμενη από τζάμια και με τον Τζάιλς, που ίππευε δίπλα τους, να έχει καθαρή θέα, ήταν πιο δύσκολο απ’ ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί. Το ένστικτό της την προειδοποίησε να μη ρίξει λάδι στη φωτιά, έτσι αγνόησε την τελευταία παρατήρηση του Ρις. «Και τι πιστεύει ότι θα έπρεπε να κουβεντιάσουμε;» «Λέει ότι θα έπρεπε να σου ζητήσω συγγνώμη που τον παρότρυνα να σου κάνει πρόταση γάμου και νομίζω ότι έχει δίκιο». Ο Ρις άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό της. Η επαφή της γυμνής σάρκας του την έκανε να ανατριχιάσει. «Λυπάμαι, Θία. Θα έπρεπε να σε είχα ακούσει όταν έλεγες


ότι δε θέλεις να παντρευτείς χωρίς αγάπη. Αποφάσισα πως ήξερα ποιο ήταν το καλύτερο για σένα, γιατί ανησυχούσα για το μέλλον σου. Όταν έπεσε ουρανοκατέβατος στα πόδια μας ο τέλειος άντρας, όπως μου φάνηκε...» Έκανε μια γκριμάτσα. «Δεν είχα φανταστεί ποτέ τον εαυτό μου να κάνει τον προξενητή». Το χέρι της ήταν ακόμα μέσα στο δικό του. Κανείς δεν μπορεί να το δει, είπε στον εαυτό της. «Είναι πολλοί αυτοί που κάνουν τον προξενητή», του είπε και του έσφιξε και εκείνη τα δάχτυλα, για να απαλύνει την αιχμή που έκρυβαν τα λόγια του. «Όλοι θεωρούν θεμιτό να έχουν γνώμη για το μέλλον μιας ανύπαντρης κοπέλας». «Υποθέτω επειδή η θέση μιας γυναίκας μόνης είναι πολύ επισφαλής. Η έλλειψη χρημάτων για να διατηρήσει μια αξιοπρεπή διαβίωση, το ενδεχόμενο να χάσει την υπόληψή της και έρχεται γρήγορα ο κατήφορος». Ο Ρις μετακινήθηκε. Τώρα κάθονταν ώμο με ώμο, και με τα χέρια τους ενωμένα πάνω στο μηρό της. Η Θία αφέθηκε να γείρει ελαφρά πάνω του, απολαμβάνοντας την αίσθηση του δυνατού κορμιού του να ακουμπά το δικό της. «Αν οι γυναίκες είχαν καλύτερη μόρφωση και τους έδειχναν εμπιστοσύνη να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους, τότε δε θα υπήρχε τέτοιο πρόβλημα», πρόσθεσε ο Ρις, ξαφνιάζοντάς τη. Ύστερα η Θία θυμήθηκε τις αποκαλύψεις του Τζάιλς, που τις είχε ξεχάσει μέσα στο σοκ της όταν εκείνος είχε μαντέψει τα αισθήματά της για τον Ρις. «Γιατί δε μου είπες τίποτε για τη δράση σου στο Κοινοβούλιο;» τον ρώτησε. «Ο Τζάιλς μου είπε ότι είσαι ένθερμος υποστηρικτής κάθε προοδευτικής νομοθεσίας, ότι παίζεις ρόλο-κλειδί στο να πείθεις ή να αποτρέπεις όσους έχουν ενδοιασμούς, αλλά και αυτούς που προσπαθούν να αποτρέψουν τις αλλαγές. Πες μου, Ερμή, γιατί με άφησες να πιστέψω ότι σε αφήνουν αδιάφορο τα προβλήματα των άλλων και με έκανες να σε παρεξηγήσω;» «Δεν ήθελα να μετατρέψω το τετ-α-τετ σου με τον Τζάιλς σε μια συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος. Έκανα τον προξενητή, το ξέχασες;» «Μακάρι να μου το είχες πει. Θα έπρεπε να το καταλάβω ότι θα στήριζες τέτοιες προσπάθειες». Του έριξε μια πλάγια ματιά και διαπίστωσε πως τον έφερνε σε αμηχανία με τα κομπλιμέντα της. Ωραία! «Και πες μου, μιας και μιλάμε για πειράγματα, γιατί είπες ότι δεν περιμένεις η σύζυγός σου να μοιράζεται τα ίδια ενδιαφέροντα μαζί σου; Ήταν κι αυτό φούμαρα;» «Όχι, αυτό ήταν αλήθεια. Σου εξήγησα τι ήθελα -μια καλή, νοικοκυρά γυναίκα. Δε θέλω να μοιραζόμαστε κοινά πάθη, ούτε στην κρεβατοκάμα-


ρα ούτε αλλού». «Αχ, Ρις». Τα λόγια του την έκαναν να θέλει να κλάψει. «Αυτό είναι πολύ λυπηρό. Σκέψου πόσα θα χάσεις». «Δράμα; Νεύρα; Ζήλιες; Διαρκείς απαιτήσεις για το χρόνο και τις φροντίδες μου; Πολιτικές αντιπαραθέσεις την ώρα του πρωινού;» «Τι το κακό έχουν όλα αυτά; Δε μιλάω για τη ζήλια και τα νεύρα, φυσικά. Αν αγαπάς κάποιον και μοιράζεσαι μαζί του τους ενθουσιασμούς και τα πιστεύω σου, σίγουρα θα είναι υπέροχο». Εσύ κι εγώ σε αρμονία, να συνεργαζόμαστε για να επιτύχουμε σημαντικούς στόχους, να περνάμε παθιασμένες νύχτες στο κρεβάτι. «Σου είπα, δεν έχω σκοπό να παντρευτώ από έρωτα». «Θα είσαι δηλαδή ένας άπιστος σύζυγος; Θα έχεις ερωμένη;» Μακάρι να μπορούσε να τον κάνει να καταλάβει τι θα στερούσε στον εαυτό του, πόσο πιο πλούσια θα ήταν η ζωή του αν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν ικανός να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Αν του ήταν δυνατό να πιστέψει πως μια γυναίκα θα μπορούσε να του είναι πιστή. «Φυσικά όχι. Δεν είπα ότι θα παντρευόμουν μια γυναίκα που δε θα την έβρισκα ελκυστική. Θα δώσω όρκο να της είμαι πιστός και θα τον τηρήσω». Η Θία κάρφωσε το βλέμμα στα αμπέλια έξω και προσπάθησε να ελέγξει τα νεύρα της. Τον πίστευε όταν της έλεγε ότι θα είναι πιστός στη γυναίκα του -σκόπευε να καταπιέσει όλο αυτό το υπέροχο πάθος που έκρυβε μέσα του και να δημιουργήσει μια χλιαρή σχέση με μια γυναίκα που δε θα μάθαινε ποτέ τι σημαίνει να αγαπηθείς πραγματικά. Όπως δε θα το μάθαινε ούτε ο ίδιος. Ο Ρις έδειχνε να διαθέτει ακατανίκητο θάρρος σε όλα τα θέματα, εκτός από το συγκεκριμένο. Δε θα διακινδύνευε ποτέ πια την καρδιά του, ακόμα κι αν αναγκαζόταν να αρκεστεί σε μια ασφαλή μετριότητα. «Μπορώ να ακούσω τις σκέψεις σου, Θία». Ο Ρις φάνηκε να το διασκεδάζει, αλλά η Θία δε γύρισε το κεφάλι της για να διαπιστώσει αν χαμογελούσε. «Είσαι πραγματικά ρομαντική». Εκείνη δεν του απάντησε, θα ήταν παιδιάστικος ένας τέτοιος διαπληκτισμός. Τότε κι αυτός πίεσε την παλάμη της μέχρι που την άνοιξε πάνω στο μηρό της. Ύστερα πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα δικά της, τα νύχια του της θύμισαν νύχια αιλουροειδούς όταν σύρθηκαν στη σάρκα της. Έχει επίγνωση τι κάνει; Οι κινήσεις του της έκοβαν την ανάσα. «Με εκπλήσσει, τόσο ρομαντική που είσαι, που σκέφτεσαι να γίνεις ερωμένη μου», είπε ο Ρις. «Έτσι δεν προδίδεις την αληθινή σου αγάπη;» Πάρε ανάσα. «Ξέρω πότε είναι χαμένη μια μάχη», είπε η Θία και η φωνή


της ακούστηκε σταθερή. Η πίεση στο μηρό της είχε γίνει τώρα χάδι. «Τον συναντάς, δηλαδή ή ήταν απλώς σχήμα λόγου;» «Τον βλέπω περιστασιακά», παραδέχτηκε η Θία απερίσκεπτα. «Δεν κινούμαστε στους ίδιους κοινωνικούς κύκλους». Η πίεση των δαχτύλων του Ρις τη δυσκόλευε να σκεφτεί. Τράβηξε το χέρι της και ήταν πολύ αργά όταν συνειδητοποίησε ότι έτσι άφησε ακάλυπτη τη μεγάλη παλάμη του πάνω στο μηρό της. Εκείνος ξεκίνησε ένα αργό χάδι μέχρι κάτω το γόνατό της, ύστερα έσυρε πάλι το χέρι του προς τα πάνω, σηκώνοντας ταυτόχρονα και τη φούστα της. «Ρις!» «Δε σου αρέσει; Σε γαργαλάω;» «Όχι, δε γαργαλιέμαι». «Γαργαλιέσαι, εκτός κι αν η μνήμη μου με γελάει τόσο». Το γέλιο του την έκανε να γυρίσει και να τον αγριοκοιτάξει. «Χαλάρωσε, Θία, δεν πρόκειται να σου γαργαλήσω τα πλευρά μέσα σ’ ένα μόνιππο στο φως της ημέρας». Το χέρι του βρισκόταν τώρα στην κορυφή του ποδιού της και χάιδευε το εσωτερικό των μηρών της. Η πουκαμίσα της είχε ανέβει και το μόνο εμπόδιο ανάμεσα στο χέρι του και στη σάρκα της ήταν το λεπτό μάλλινο και το μετάξι. Η ανάσα της έβγαινε κοφτή. Η Θία γύρισε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η τέλεια εικόνα της καθωσπρέπει δεσποινίδας, που ενδιαφέρεται μόνο για το τοπίο. «Ρις». Θα έπρεπε να τραβηχτεί. Θα έπρεπε να του δώσει μια ξυλιά στο χέρι και να το απομακρύνει. Για όνομα του Θεού, βρίσκονταν στο δρόμο, στο φως της ημέρας! Η αίσθηση του χεριού του, όμως, ήταν υπέροχη. Γεμάτο σιγουριά και αυτοπεποίθηση, της πρόσφερε ένα γλυκό βασανιστήριο. «Σκέφτομαι πώς θα ήθελα να σε χαϊδέψω όταν θα ξαναβρεθούμε γυμνοί στο κρεβάτι», είπε ο Ρις και η Θία τον κοίταξε ξαφνιασμένη, αλλά κοιτούσε και αυτός έξω απ’ το παράθυρο, από τη δική του πλευρά. Αν τους έβλεπε κανείς, έδειχναν να κουβεντιάζουν αδιάφορα για ασήμαντα πράγματα. «Νομίζω ότι θα ξεκινήσω από τα δάχτυλα των ποδιών σου». Ακούστηκε σκεφτικός και η Θία μάζεψε τα δάχτυλα των ποδιών της μέσα στις μαλακές δερμάτινες μπότες της. «Στη συνέχεια θα σε φιλήσω μέχρι ψηλά, το γόνατο. Αναρωτιέμαι αν γαργαλιέσαι εκεί. Γαργαλιέσαι, Θία;» «Δεν ξέρω», κατάφερε να ψελλίσει εκείνη. «Θα πρέπει να το ανακαλύψουμε». Να πάλι εκείνο το σκανταλιάρικο γέλιο. «Ύστερα θα σε φιλήσω έως το δέλτα της Αφροδίτης». «Το δέλτα;»


Ο Ρις σχημάτισε ένα τρίγωνο με τους αντίχειρες και τους δείκτες του. «Το ελληνικό γράμμα δέλτα, το τρίγωνο με τις υγρές πτυχές, που κρύβει όλα τα μυστικά του γυναικείου πόθου». Η Θία έπνιξε ένα βογκητό. «Ύστερα θα ανοίξω αυτούς τους όμορφους λευκούς μηρούς σου και θα φιλήσω...» «Θα φιλήσεις;» Η φωνή της ακούστηκε σαν κρώξιμο. «Ρις, αν δε σταματήσεις αυτήν τη στιγμή, θα... Δεν ξέρω τι θα κάνω, αλλά δε θα έπρεπε να το κάνω σ’ ένα μόνιππο!» Εκείνος σήκωσε το χέρι του και έπιασε τα δικά της. «Έχεις δίκιο, φυσικά. Ούτε εγώ νομίζω ότι θα μπορέσω να αντέξω - δες τι μου έχεις κάνει». Ο Ρις πήρε το χέρι της και το πίεσε πάνω στον ορθωμένο ανδρισμό του, ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του, όταν τα δάχτυλά της σφίχτηκαν αυτόματα γύρω από το σκληρό πέος του. Η Θία τράβηξε απότομα το χέρι της. Το πρόσωπό της την έκαιγε, τα σωθικά της ήταν σφιγμένα από το πάθος και τον τρόμο. «Είναι φυσιολογικό αυτό;» «Απόλυτα. Αυτό που νιώθουμε είναι ο πόθος που νιώθει κάθε άντρας και κάθε γυναίκα όταν υπάρχει σεξουαλική έλξη ανάμεσά τους. Είναι φυσιολογικό, υγιές και πολύ δυσάρεστο υπό τις παρούσες συνθήκες». «Ε, δεν υπάρχει τίποτε που μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό εδώ μέσα». Η Θία τραβήχτηκε στη γωνιά και σταύρωσε τα πόδια της. Αυτό δε μείωσε την επιθυμία της να ριχτεί στο στήθος του και να τον τρελάνει με τα φιλιά της. «Υπάρχει αν ήσουν λιγότερο άβγαλτη. Μη με κοιτάς έτσι, σου υπόσχομαι να συμπεριφερθώ κόσμια. Σου υπόσχομαι επίσης να βρω έναν τρόπο να κοιμηθώ μαζί σου απόψε, ακόμα κι αν χρειαστεί να ποτίσω υπνωτικό την καμαριέρα σου». «Αν δε χρειαστεί να κοιμηθεί στο βεστιάριό μου ή σ’ ένα ράντσο στην κρεβατοκάμαρά μου, θα της πω ότι δε θέλω να με ενοχλήσει μέχρι το πρωί και θα κλειδώσω την πόρτα», του είπε αποφασιστικά η Θία. «Και θα πρέπει να έρθεις εσύ σ’ εμένα». «Μα φυσικά», συμφώνησε ο Ρις. «Ένας τζέντλεμαν δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο».


Κεφάλαιο 14 Η Πόλι άφησε κάτω τη βούρτσα και άρχισε να τακτοποιεί τη μικρή ακαταστασία πάνω στην τουαλέτα. Τώρα, πώς να την πείσω να μην έρθει στο δωμάτιό μου απόψε χωρίς να ακουστεί ύποπτο... «Θα με χρειαστείτε ξανά απόψε, λαίδη μου;» Η Θία έριξε μια ματιά στον καθρέφτη και είδε την καμαριέρα της να κοκκινίζει. «Δε νομίζω. Θα διαβάσω λιγάκι προτού πέσω στο κρεβάτι, αλλά αμφιβάλλω αν θα μείνω για πολύ ξύπνια». Το ρολόι στο πλατύσκαλο απέξω χτύπησε δέκα. «Γιατί, Πόλι; Είσαι κι εσύ κουρασμένη;» «Όχι, λαίδη μου. Σκέφτηκα... Δηλαδή ο κύριος Χοτζ το πρότεινε... Γίνεται ένα πανηγύρι κάτω στο ποτάμι. Θα ήθελα να πάω να το δω». «Με τον Χοτζ». «Μάλιστα, λαίδη μου». Μα το θεό, ο Ρις είχε τελικό, δίκιο. Η καμαριέρα μου και ο βαλές του. «Φλερτάρεις με τον Χοτζ, Πόλι;» «Έτσι νομίζω, λαίδη μου. Έχετε αντίρρηση;» «Δεν έχω αντίρρηση, αν και το θέμα αφορά κυρίως το λόρδο Πέλγκρεϊβ, αφού εκείνος είναι εργοδότης και των δυο σας. Ορίστε, πάρε αυτά, για την περίπτωση που δεις κάτι και σου αρέσει». Η Θία έδωσε στην κοπέλα τα ψιλά που είχε πάνω στην τουαλέτα της. «Φρόντισε να περάσεις καλά και να είσαι πίσω πριν από τα μεσάνυχτα. Θα κλειδώσω την πόρτα μου γιατί υπάρχουν κι άλλοι ένοικοι στον κάτω όροφο, γι’ αυτό μη με ανησυχήσεις όταν έρθεις, εντάξει;» «Ω, σας ευχαριστώ, λαίδη μου! Δε θα σας ανησυχήσω, σας το υπόσχομαι». Η Πόλι μάζεψε τα τελευταία πράγματα, τράβηξε το κάλυμμα στο κρεβάτι και έφυγε. Τα πάντα είχαν συνωμοτήσει για να προλειάνουν το δρόμο της Θία απόψε. Τα δωμάτιά τους βρίσκονταν στον επάνω όροφο του πανδοχείου και δεν υπήρχαν άλλοι ένοικοι στο συγκεκριμένο επίπεδο. Ήταν μεγάλα


και άνετα επιπλωμένα, αλλά δε διέθεταν βεστιάριο, έτσι τόσο ο Χοτζ όσο και η Πόλι είχαν τα δικά τους δωμάτια, στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Η μεγάλη λινοθήκη χώριζε το δωμάτιο του Ρις από το δικό της, ενώ του Τζάιλς βρισκόταν από την άλλη πλευρά. Η Θία είχε προσποιηθεί την κουρασμένη μετά το δείπνο. Δεν άντεχε να μείνει και να κάνει ψιλοκουβεντούλα, ενώ ο Ρις θα την περιεργαζόταν κάτω από τις βαριές, μισόκλειστες βλεφαρίδες του. Αλήθεια, πότε θα ερχόταν εκείνος; Η Θία κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Με κάθε λεπτό που περνούσε μειωνόταν η αυτοπεποίθησή της. Τι το επιθυμητό έβρισκε ο Ρις πάνω της; Ίσως θα έπρεπε να σβήσει μερικά κεριά... Τα δωμάτιά τους ήταν ήσυχα, έβλεπαν στην πίσω μεριά του πανδοχείου κι όχι στην αυλή ή στον πολυσύχναστο δρόμο. Την ησυχία την έσπασε ένας γδούπος απέξω, σαν να είχε πέσει κάτι. Η Θία έσφιξε τη ρόμπα γύρω της και άνοιξε την μπαλκονόπορτα. Βρισιά ήταν αυτή που είχε ακούσει κάπου μέσα στο σκοτάδι; Το φεγγάρι ήταν μισογεμάτο, ο ουρανός καθαρός και τα αστέρια τόσο λαμπερά, που της έκοψαν την ανάσα. Ύστερα το μάτι της είδε κάτι άσπρο στα αριστερά της. «Ρις!» Εκείνος στεκόταν στο δικό του μπαλκόνι και δίπλα στο πόδι του έχασκε μια τρύπα εκεί όπου θα έπρεπε να υπήρχε κάποια πέτρα. «Το αναθεματισμένο γκρεμίστηκε», της ψιθύρισε. «Ξαναμπές μέσα τότε, δεν είναι ασφαλές», του απάντησε ψιθυριστά και εκείνη. «Για όνομα του Θεού, έλα από την πόρτα!» «Υπάρχουν λιγότερες πιθανότητες να με δει κάποιος από εδώ». Ο Ρις πήδηξε τα δύο μέτρα που τον χώριζαν από το ενδιάμεσο παραπέτο και στη συνέχεια προσγειώθηκε στο μπαλκόνι της. Οι πέτρες κουνήθηκαν, αλλά τον κράτησαν. «Ανόητε», τον μάλωσε η Θία. «Τη θεώρησα ρομαντική κίνηση». Της κράτησε το παντζούρι για να μπει και την ακολούθησε. «Είναι κλειδωμένη η πόρτα; Όχι;» Πήγε ως εκεί και την κλείδωσε. «Ρομαντική; Εσύ δε διαθέτεις ίχνος ρομαντισμού μέσα σου». Η Θία σωριάστηκε στο σκαμπό της τουαλέτας της και προσπάθησε να ξαναβρεί την ανάσα της. «Παραλίγο να τσακιστείς - κι ένας διαμελισμένος εραστής στη βάση του τοίχου δεν είναι καθόλου ρομαντικό θέαμα». Ο Ρις χαμογέλασε απτόητος και άρχισε να τινάζει τις σκόνες και τις πρασινάδες απ’ το βραδινό παντελόνι του. Από πάνω δε φορούσε παρά ένα πουκάμισο, ανοιχτό στο λαιμό. «Θα έπρεπε να είχα φορέσει κιλότα ιππα-


σίας», παρατήρησε. «Ένας Θεός ξέρει την αντίδραση του Χοτζ». «Θα πάει στο πανηγύρι και θα πάρει και την Πόλι. Το ξέρεις;» «Δική μου ιδέα ήταν», της απάντησε αυτάρεσκα ο Ρις. «Του πρότεινα να έχει ένα βράδυ ελεύθερο και εκείνος βιάστηκε να αρπάξει την ευκαιρία, δηλώνοντάς μου σοβαρά ότι μπορεί να άρεσε και στην Πόλι μία έξοδος». Ο Ρις προχώρησε προς το μέρος της, σαν αιλουροειδές. «Θία, γιατί γκρινιάζεις για τον τρόπο που ήρθα και κουβεντιάζουμε για την ερωτική ζωή των υπηρετών μου;» «Γιατί φοβάμαι», παραδέχτηκε εκείνη. Πώς της είχε έρθει αυτό; Τραβήχτηκε στην άλλη άκρη του σκαμπό. «Μα, τις προάλλες ξάπλωσες ολόγυμνη στην αγκαλιά μου». Προς μεγάλη της ανακούφιση, ο Ρις έγειρε πίσω στο στύλο του κρεβατιού. «Τώρα εσύ δεν είσαι ζαλισμένος από το κόκκινο κρασί και εγώ δεν είμαι θυμωμένη», εξήγησε η Θία, τόσο στον εαυτό της όσο και σ’ εκείνον. Το νωχελικό χαμόγελο του Ρις ήταν επικίνδυνο, αλλά κατά κάποιο τρόπο την καθησύχασε. «Δε χρειάζεται να κάνουμε κάτι». Η Θία του έριξε μια ματιά και είδε τον ορθωμένο ανδρισμό του, που δεν μπορούσε να τον κρύψει το παντελόνι του. «Αυτό δε θα σε ευχαριστήσει». «Θία». Η φωνή του ακούστηκε ξαφνικά τραχιά. «Είμαστε φίλοι. Παλιοί φίλοι. Δεν έχω κάνει ποτέ έρωτα σε μια απρόθυμη γυναίκα και δε σκοπεύω να ξεκινήσω μαζί σου. Το θέμα είναι εσύ τι θέλεις. Αν μου κάνεις την τιμή να ξαπλώσεις μαζί μου, θα βάλω τα δυνατά μου να σε κάνω ευτυχισμένη και ξέρω ότι αυτό θα προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση και σ’ εμένα. Αν η ευτυχία η δική σου, όμως, προϋποθέτει να βγω από την πόρτα τώρα, τότε θα το κάνω, χωρίς να σου κρατήσω καμία κακία». «Δε θα φύγεις δηλαδή πάλι από το μπαλκόνι;» Ο φόβος συνδυάστηκε τώρα με την ευχαρίστηση, δίνοντάς της μάλλον μια ριψοκίνδυνη χροιά. «Αν η κυρία μου το απαιτεί». Ο Ρις είχε δει την αλλαγή στα μάτια της, δε χρειαζόταν να την ακούσει να του το λέει με λόγια. «Από την πόρτα θα έλεγα, αργότερα», παραδέχτηκε η Θία. «Γυάλισα τα νύχια των ποδιών μου». Ρυτίδες γέλιου εμφανίστηκαν γύρω από τα μάτια του Ρις. «Δεν ξέρω γιατί, τη στιγμή που ειλικρινά δεν κατάλαβα τι ήταν αυτά που μου έλεγες στην άμαξα». «Τότε, άσε με να σου δείξω. Εσύ μείνε εκεί που είσαι». Ο Ρις απομακρύνθηκε απ’ το στύλο και έβγαλε πρώτα το πουκάμισο και στη συνέχεια το παντελόνι του. Α, μα την αλήθεια, ήταν επιβλητικός. Η Θία δεν είχε το χρόνο να το πολυσκεφτεί, εκείνος ήταν ήδη γονατι-


σμένος στα γυμνά πόδια της. «Τι όμορφα δαχτυλάκια», της ψιθύρισε και σήκωσε το δεξί πόδι της. Η ρόμπα της άνοιξε, παρασύροντας και τη νυχτικιά, και άφησε γυμνό το πόδι της μέχρι το γόνατο. Όταν ο Ρις ρούφηξε τα δάχτυλά της στο στόμα του και άρχισε τα τρελά χάδια με τη γλώσσα του, η Θία ούτε χασκογέλασε ούτε τραβήχτηκε, μόνο αρπάχτηκε με δύναμη από την άκρη της τουαλέτας της και απόλαυσε στην πράξη όσα της είχε περιγράφει εκείνος, καθώς η γλώσσα του χάραξε ένα μονοπάτι στην κνήμη της μέχρι ψηλά το γόνατό της. «Δεν έχω ξανανιώσει έτσι στη ζωή μου», είπε ξέπνοη η Θία. Έπρεπε να πει κάτι, να κάνει κάτι. «Σε αυτή την περίπτωση», την αντέκρουσε ο Ρις που σηκώθηκε και την πήρε στα χέρια του, «δεν έχεις προσπαθήσει αρκετά σκληρά. Όσο για εκείνο το γαργαλητό που λέγαμε...» Την ξάπλωσε στο κρεβάτι, σηκώνοντας τα ρούχα ψηλά στους μηρούς της, και δίπλωσε το δεξί της πόδι. Στη συνέχεια άνοιξε με τους φαρδιούς ώμους του τα πόδια της και η Θία δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να μείνει εκεί, εκτεθειμένη ξεδιάντροπα, ενώ εκείνος εξερευνούσε την ευαίσθητη περιοχή στην κλείδωση του γονάτου της. Δεν τη γαργαλούσε, η αίσθηση ήταν μοναδική. Κανένα από τα βιβλία που είχε διαβάσει στα κρυφά δεν ανέφερε τίποτα για γόνατα! Ύστερα, χωρίς να της δώσει το περιθώριο να συνέλθει και να καταλάβει τι γινόταν, το στόμα του βρήκε το κέντρο της ύπαρξής της, η γλώσσα του χάιδεψε τις μεταξένιες πτυχές. Η Θία γράπωσε το κάλυμμα με τις γροθιές της και προσπάθησε να μην υψώσει ηδυπαθώς το κορμί της για να το κολλήσει πάνω στο αμαρτωλό στόμα του. Τη μία στιγμή πάσχιζε απεγνωσμένα να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό της και την επομένη μια ακατανίκητη δύναμη την παράσερνε σε μια άλλη διάσταση. «Αχ», βόγκηξε η Θία, «Αχ». Σίγουρα υπήρχαν λέξεις για να εκφράσει αυτό που ήθελε, αλλά δεν είχε ιδέα ποιες ήταν. «Θία». Η φωνή του Ρις ακούστηκε περίεργα βραχνή, καθώς το κορμί του κάλυπτε το δικό της. Η Θία άνοιξε τα πόδια της να τον δεχτεί και εκείνος μπήκε μέσα της αργά. Δεν ήταν αδέξιος όπως ο Άντονι, δεν της προκάλεσε πόνο. Οι κινήσεις του ήταν απαλές, μαλακές, αλλά και ασυγκράτητες. Ο ανδρισμός του ήταν πελώριος και η Θία δεν ένιωθε ακριβώς άνετα... Η λογική τής έλεγε ότι αυτό που ένιωθε ήταν πόνος, το κορμί της όμως τον καλοδεχόταν, τραγουδούσε. Έκανε τόξο τη ράχη της και το ηδονικό βογκητό του Ρις τη γέμισε αυτοπεποίθηση. Τον έσφιξε μέσα της. Ο πόνος θα έπρε-


πε να είχε γίνει πιο δυνατός, αλλά όχι, η ηδονή την πλημμύρισε και παραγκώνισε κάθε σύγκριση με την οδυνηρή εμπειρία του παρελθόντος. Αλλά τότε δεν ήταν με τον Ρις. Το στόμα της αναζήτησε το δικό του. Φίλησε με. Επιτέλους. Αχ, φίλησε με. Σ’ αγαπώ... Το κορμί του ήταν δυνατό και μυώδες. Ο ρυθμός του τώρα πιο γρήγορος. Κάθε του κίνηση αύξανε την ένταση, πυροδοτούσε την ηδονή. Η σάρκα τους γυάλιζε από τον ιδρώτα, ενώ τους τύλιγε η μυρωδιά του-έρωτά τους. Η Θία ήθελε να βρεθεί ακόμα πιο κοντά του, τύλιξε λοιπόν τα πόδια της γύρω από τους γοφούς του, ενώ ο Ρις φώναξε το όνομά της και έμεινε για μια στιγμή ακίνητος, όπως το γεράκι που ετοιμάζεται να επιτεθεί. Ο κόσμος άρχισε να γυρίζει όταν με μια τελευταία κίνηση εισχώρησε βαθιά μέσα της και το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της. Σαν σε όνειρο, η Θία τον ένιωσε να την εγκαταλείπει και έβγαλε μια κραυγή αγωνίας. Κι όμως, τη στιγμή της εκτόξευσης, ο Ρις ήταν εκεί, την αγκάλιαζε, τη φιλούσε. Σ' αγαπώ. *** Ο Ρις αναδεύτηκε, επιστρέφοντας στην πραγματικότητα. Το είχε ξαναζήσει αυτό, είχε ξανακλείσει στην αγκαλιά του αυτές τις απαλές γυναικείες καμπύλες, είχε ξανανιώσει την ευωδιά του ρόδου να γαργαλάει τα ρουθούνια του. Αυτή τη φορά όμως δε βρίσκονταν σ’ ένα αυτοσχέδιο κρεβάτι μέσα σ’ ένα πλοίο, αυτήν τη φορά δεν είχε κανένα λόγο να κρύψει τη διέγερσή του, το γεγονός ότι το κορμί του ήταν και πάλι έτοιμο να της κάνει έρωτα. Ο Ρις χαμογέλασε μέσα στο σκοτάδι και έτριψε τη μύτη σου στην ευαίσθητη περιοχή πίσω από το αυτί της Θία. Εκείνη κάτι μουρμούρισε και κουλουριάστηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά του, κοιμισμένη πάντα. Από μακριά ακούστηκε το ρολόι της εκκλησίας να χτυπάει τέσσερις. Ένα αχνό φως τρύπωνε από τα παντζούρια. Ήταν καιρός να φύγει. Ο Ρις θα έπρεπε να την ξυπνήσει ώστε να κλειδώσει την πόρτα πίσω του. Ήταν μεγάλος ο πειρασμός να γλιστρήσει απαλά μέσα της και να την ξυπνήσει με αυτό τον τρόπο. Δεν είχε όμως το δικαίωμα να συμπεράνει ότι η Θία θα ήθελε να ξανακάνει έρωτα μαζί του. Είχε ικανοποιήσει την περιέργεια της και ήταν πολύ πιθανόν να είχε σβήσει ταυτόχρονα κι ο πόθος της γι’ αυτόν. Ο ίδιος, βέβαια, θα χρειαζόταν χρόνο για να ελέγξει τη λαχτάρα του για εκείνη, αν η Θία αποφάσιζε πως δεν ήθελε άλλα πειράματα. Η σχέση τους θα μπορούσε, άραγε, να ξαναγίνει όπως ήταν πριν; Σίγουρα όχι, γιατί αυτός είχε συνειδητοποιήσει, έστω και καθυστερημένα, ότι η


παιδική φίλη του ήταν πλέον γυναίκα. Σήκωσε τα μαλλιά της και τα άφησε να γλιστρήσουν ανάμεσα στα δάχτυλα του αριστερού χεριού του. Θα μπορούσαν, βέβαια, να συνεχίσουν για ένα διάστημα έτσι, να ζήσουν μια περιπέτεια οι δυο τους. Ή να σταματήσουν αμέσως και να βρουν έναν τρόπο να συνυπάρξουν μέχρι να φτάσουν στη Βενετία. Ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο; Ο Ρις δεν είχε υπάρξει ποτέ φίλος με τις ερωμένες του ούτε είχε αναγκαστεί να συνυπάρξει μαζί τους μετά το τέλος μιας σχέσης. Όμως δεν μπορούσε να συγκρίνει τη σχέση του με αυτές με τη σχέση του με τη Θία. Εκείνες τις πλήρωνε, με τη Θία είχε μοιραστεί ένα ειλικρινές και αμοιβαίο πάθος, που το είχε πυροδοτήσει η φιλία τους. Ο Ρις είχε κλέψει την αθωότητα μιας καθωσπρέπει κυρίας, ασχέτως αν εκείνη ήταν παρθένα ή όχι. Η Θία, όταν είχε πέσει στο κρεβάτι μαζί του, ήταν σαν να μην είχε ξανακάνει ποτέ έρωτα. Έτσι θα μπορούσε να ξαπλώσει και στο κρεβάτι του συζύγου της και εκείνος να μην πάρει ποτέ είδηση ότι είχε υπάρξει άλλος άντρας πριν από αυτόν. Τώρα, αυτό ήταν αδύνατον. Θα μπορούσε, βέβαια, να της προσφέρει γάμο ο ίδιος. Ήξερε ωστόσο πολύ καλά την απάντησή της. Η Θία ήθελε να παντρευτεί από έρωτα και περίμενε από τον ίδιο να καταλάβει την επιθυμία της και να τη στηρίξει. Αυτό, φυσικά, ήταν μεγάλη ανακούφιση. Η Θία απείχε πολύ από την πειθήνια, νοικοκυρά και χωρίς απαιτήσεις γυναίκα που ήθελε να παντρευτεί ο Ρις. Το σπίτι και τα παιδιά δε θα ήταν ποτέ αρκετά για εκείνη. Θα απαιτούσε να ανακατεύεται στις υποθέσεις του. Αυτό βασικά δε θα τον πείραζε, συμφωνούσαν σε πολλά. Τι θα γινόταν, όμως, όταν εκείνη δε θα συμφωνούσε με κάποια γνώμη ή απόφασή του. Θα ευχόταν τότε να μην την έδεναν μαζί του οι όρκοι και η φιλία τους; Το μεγαλύτερο εμπόδιο πάντως ήταν πως η Θία ήθελε να αγαπηθεί και εκείνος δεν μπορούσε να παραστήσει τον ερωτοχτυπημένο. Μια ματιά να του έριχνε μ’ εκείνα τα ειλικρινή, καστανά μάτια της και θα τον καταλάβαινε αμέσως. Δεν ήθελε να την πληγώσει. «Ξύπνα, Θία», της ψιθύρισε στο αυτί. Εκείνη αναδεύτηκε τότε στην αγκαλιά του, γύρισε και το στόμα της αιχμαλώτισε το δικό του. Τον φίλησε. Τα χείλη της αναζήτησαν τα δικά του από ένστικτο. Ο Ρις πάσχισε να συγκρατήσει την επιθυμία του να την ακολουθήσει στο δρόμο που του χάραζε. «Γλυκιά μου, πρέπει να φύγω». «Όχι ακόμα». Η Θία γλίστρησε το χέρι της ανάμεσα στα κορμιά τους και ο Ρις βόγκηξε.


Τέσσερα ζεστά δάχτυλα κι ένας σκανταλιάρης αντίχειρας αγκάλιασαν τον ορθωμένο ανδρισμό του. «Θία, αν δε βγω από την πόρτα τώρα, στη συνέχεια θα πρέπει να φύγω από το μπαλκόνι». Αυτό λειτούργησε. Η Θία κύλησε μακριά του. «Δε θα το ρισκάρεις πάλι να σπάσεις το σβέρκο σου». Σηκώθηκε και πήγε στο παντζούρι, το άνοιξε και άφησε το γκρίζο φως της αυγής να λούσει το γυμνό κορμί της χωρίς καμία ντροπή. «Μπρρρ. Κάνει κρύο έξω». «Τότε πέσε πάλι στο κρεβάτι». Ο Ρις μόρφασε όταν τα πόδια του άγγιξαν τις παγωμένες σανίδες, αλλά φόρεσε το παντελόνι και το πουκάμισό του, προσπαθώντας να μην κοιτάζει τη Θία, που περιφερόταν σαν φάντασμα στο δωμάτιο, τακτοποιώντας τα πράγματα. «Ή φόρεσε τη ρόμπα και τις παντόφλες σου». Προς μυστική του απογοήτευση, εκείνη πέρασε τη νυχτικιά πάνω απ’ το κεφάλι της. «Θα πέσω πάλι στο κρεβάτι όταν φύγεις», του υποσχέθηκε. Όταν ο Ρις πήγε και στάθηκε δίπλα της στην πόρτα, η Θία έγειρε το κεφάλι στο πλάι και γέλασε, κάλυψε το στόμα με τα χέρια της για να μην ακουστεί κι έμεινε να τον κοιτάζει με μάτια που γυάλιζαν. «Τι είναι;» Ο Ρις το ήξερε ότι ήταν απότομος, αλλά με δυσκολία συγκρατιόταν για να μην την ξαναρίξει στο κρεβάτι. «Δείχνεις σαν αλητόγατος που επιστρέφει σπίτι ύστερα από μια ξέφρενη νύχτα στα κεραμίδια», του απάντησε και άπλωσε το χέρι της για να του χτενίσει κάπως τα μαλλιά. «Ε, αυτό είμαι». Ο Ρις έσκυψε και χάιδεψε τα χείλη της με τα δικά του. Άνοιξε την πόρτα, έριξε μια ματιά στο διάδρομο και έφυγε προτού τον κάνει η Θία να γελάσει περισσότερο. Άκου αλητόγατος! Πήγε στο δωμάτιό του χωρίς να τον πάρει είδηση κανείς. Αυτό που θα ήταν πραγματικός παράδεισος, φυσικά, θα ήταν να έχει μια σύζυγο για να εκπληρώσει το καθήκον του και τη Θία για διασκέδαση, για πάθος. Και για κάτι ακόμα που δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Για τη φιλία, υπέθεσε. Ο Ρις πέταξε από πάνω του τα ταλαιπωρημένα ρούχα του και χώθηκε κάτω από τα δικά του παγωμένα σεντόνια. Το κρεβάτι του θα έπρεπε να δείχνει σαν να είχε κοιμηθεί σε αυτό, θα προσπαθούσε λοιπόν να το κάνει να φαίνεται έτσι.


Κεφάλαιο 15 Η Θία τίναξε τα στρωσίδια για να διώξει την όποια μαύρη τρίχα θα μπορούσε να τους προδώσει, ξανάστρωσε το κρεβάτι, ξάπλωσε· και στριφογύρισε κάμποσες φορές για να φανεί το αποτέλεσμα πειστικό. Αυτό της πήρε σε σύνολο δέκα λεπτά. Αφού πέρασε άλλες δύο ώρες στριφογυρίζοντας, ανακάθισε και πέρασε τα χέρια στα μπερδεμένα μαλλιά της, νιώθοντας απόγνωση. Πώς είχε φανεί τόσο ηλίθια ώστε να πιστέψει ότι μια νύχτα έρωτα με τον Ρις θα της ήταν αρκετή, ότι θα μπορούσε να φυλάξει την ανάμνησή της σαν αποξηραμένο λουλούδι σ’ ένα άλμπουμ και να την αναπολεί, αναστενάζοντας ηδονικά; Το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να γίνει η λαχτάρα της γι’ αυτόν μεγαλύτερη, γιατί τώρα ήξερε τι θα έχανε κάθε νύχτα για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Αυτός θα είναι παντρεμένος με την άχρωμη, αξιοσέβαστη γυναίκα τον, ενώ θα είναι σίγουρα αμαρτία από μέρους μου να τη ζηλεύω. Αχ, γιατί να τον βεβαιώσω ότι μία νύχτα θα μου ήταν αρκετή και δε θα ζητούσα άλλες; Καλό ήταν να μην προβάλλει απαιτήσεις, να μην τον κάνει να νιώθει υποχρεωμένος, αλλά... Όχι, είχε δίκιο. Καλύτερα να μην τον είχε στο κρεβάτι της, παρά να τον είχε και να ήξερε ότι ο Ρις βρισκόταν εκεί από οίκτο. Άκουσε ένα σιγανό γρατσούνισμα στην πόρτα. «Λαίδη; Είστε ξύπνια;» Η Θία άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε την Πόλι χαμογελαστή και κεφάτη. «Θα θέλατε το πρόγευμά σας στο δωμάτιό σας, λαίδη μου;» Η καμαριέρα μπήκε και άνοιξε τα παντζούρια. «Υπέροχη μέρα! Δεν έχουμε τέτοιο ήλιο στο Λονδίνο, αυτό σίγουρα». «Ναι, θα ήθελα το πρωινό μου εδώ, Πόλι, ευχαριστώ». Αυτό θα της έδινε λίγο χρόνο προτού αναγκαστεί να συναντήσει τον Ρις κάτω από το διορατικό βλέμμα του Τζάιλς. Ντυμένη ίσως θα κατάφερνε να μη γίνει κατακόκκινη σαν παντζάρι. «Θα ήθελα όμως πρώτα λίγο νερό να πλυθώ». «Είχατε πολύ ανήσυχη νύχτα», παρατήρησε η Πόλι, ισιώνοντας κάπως τα στρωσίδια. «Και καταφέρατε να περάσετε το πόδι σας μέσα από τη ραφή του σεντονιού». «Αχ, Χριστέ μου. Θα πρέπει να φροντίσω να το προσθέσουν στο λογα-


ριασμό». Η Θία βρήκε καταφύγιο πίσω από το παραβάν για να κρύψει τα κατακόκκινα μάγουλά της. Ο Ρις ήταν αυτός που είχε περάσει το πόδι του μέσα από τη ραφή του σεντονιού. *** «Πέρασες καλά στο πανηγύρι;» ρώτησε η Θία την καμαριέρα, αφού πλύθηκε και ντύθηκε. Έχοντας ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της, κάθισε στο τραπεζάκι του μπαλκονιού, που ευτυχώς ο Ρις δεν το είχε γκρεμίσει μπαίνοντας στο δωμάτιό της. «Ήταν πολύ ωραία, λαίδη μου. Αγόρασα μια πανέμορφη δαντέλα για το κυριακάτικο φουστάνι μου, ένα μαντιλάκι και ένα σαπούνι. Είχε επίσης κούνιες, ζογκλέρ και μια χαρτορίχτρα». «Και σου είπε τη μοίρα σου;» «Ο Τζον, ο κύριος Χοτζ, ήθελα να πω, άρχισε τα πειράγματα μέχρι που το αποφάσισα. Τον ανάγκασα όμως να μπει κι εκείνος μαζί μου, διαφορετικά δε θα καταλάβαινα λέξη!» «Κάθισε, λοιπόν, και πες μου τη μοίρα σου», την παρότρυνε η Θία. «Αχ, λαίδη μου, σας ευχαριστώ. Λοιπόν, θα γνωρίσω ένα μελαχρινό άντρα με γκρίζα μάτια, που είναι πολυταξιδεμένος και πιάνουν τα χέρια του. Θα ερωτευτούμε οι δυο μας, θα ζήσουμε ευτυχισμένοι και θα κάνουμε τρία παιδιά. Πώς σας φαίνεται, λαίδη μου;» «Σαν να το μετέφρασε ένας μελαχρινός άντρας με γκρίζα μάτια», την πείραξε η Θία. «Θα μπορούσε, λαίδη μου». Το χαμόγελο έκανε να εμφανιστούν δυο λακκάκια στα κατακόκκινα μάγουλα της Πόλι. «Όχι πως με δυσαρεστεί το ενδιαφέρον του». «Θα είσαι προσεκτική, έτσι, Πόλι;» Μα ποια είμαι εγώ να της κάνω κήρυγμα; «Είμαι σίγουρη πως αν συμβεί κάτι... Ε, ξέρεις τι θέλω να πω. Είμαι σίγουρη ότι ο λόρδος θα απαιτήσει από τον Χοτζ να σε παντρευτεί, αλλά δε θα ήθελες να ξεκινήσεις έτσι τον έγγαμο βίο σου, θα ήθελες;» «Μην ανησυχείτε, λαίδη μου», της απάντησε η Πόλι. «Δεν είμαι απ’ αυτές που επιτρέπουν στους άντρες ελευθερίες. Μια κοπέλα χάνει όλο της το μυστήριο όταν το κάνει αυτό, έτσι λέει η αδερφή μου, η Μπέθαν. Με το που θα τους δώσει ό,τι θέλουν, στη συνέχεια παύουν να το θέλουν, αυτό λέει η αδερφή μου. Γι’ αυτό και κατάφερε να παντρευτεί δικηγόρο! Κανένα φιλάκι είναι το μόνο που θα χαρίσω στον Τζον Χοτζ μέχρι να δω τη βέρα στο δάχτυλό μου». «Πολύ έξυπνο», είπε η Θία, νιώθοντας το στομάχι της να βουλιάζει. Αυτό θα συνέβαινε τώρα μ’ εκείνη; Μπορεί αρχικά να ήταν κάτι το καινούργιο


για τον Ρις, αλλά τώρα που το μυστήριο της ενήλικης πια φίλης του είχε αποκαλυφθεί, θα ξεθύμαινε και το ενδιαφέρον του; Λες στο φως της ημέρας να θεωρούσε τη συμπεριφορά της έκλυτη; Όχι, σίγουρα ο Ρις δε θα μπορούσε να φερθεί τόσο υποκριτικά. «Ο γάμος της αδερφής σου είναι ευτυχισμένος;» ρώτησε και πρόσθεσε άλλη μια κουταλιά ζάχαρη στη σοκολάτα της για να πάρει κουράγιο. Η Πόλι ύψωσε τους ώμους της. «Έχουν μπόλικα χρήματα και εκείνος φέρεται καλά και στην αδερφή μου, και στα παιδιά. Δε θα με ξάφνιαζε, όμως, αν μάθαινα πως ξενοκοιτάζει πότε πότε, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ». «Δηλαδή δεν ήταν γάμος από έρωτα;» «Όχι. Η Μπέθαν μας είναι προσγειωμένη. Στόχευσε τον καλύτερο διαθέσιμο άντρα που δεν της ήταν αντιπαθητικός». Οι σχέσεις από έρωτα θα πρέπει να είναι διαφορετικές, είπε η Θία στον εαυτό της. Όταν ένας άντρας αγαπά μια γυναίκα, το επόμενο πρωί δεν μπορεί να την κοιτάξει υποτιμητικά επειδή κοιμήθηκε μαζί του. Αλλά ο Ρις δε με αγαπά, όχι με αυτόν τον τρόπο. Όλος ο ζεστός αισθησιασμός που την τύλιγε από τη στιγμή που είχε φύγει από το κρεβάτι της ο Ρις εξαφανίστηκε και η ίδια ένιωσε αβέβαιη και φοβισμένη. Βαθιά μέσα μου τι περίμενα ότι θα συνέβαινε; αναρωτήθηκε. Πως μετά από μια νύχτα στην αγκαλιά μου θα ξυπνούσε ο Ρις και θα συνειδητοποιούσε ότι είναι τρελά ερωτευμένος μαζί μου; Έλπιζε όχι, γιατί αυτό θα έμοιαζε πολύ με τα κοριτσίστικα όνειρά της. «Να σας βγάλω το πράσινο φόρεμα περιπάτου, λαίδη μου;» Η Θία είχε απορροφηθεί τόσο από τις σκέψεις της που δεν είχε πάρει είδηση ότι η Πόλι την περίμενε να της δέσει τον κορσέ. «Ναι, σε παρακαλώ». Άλλη μια μέρα στο μόνιππο παρέα με τον Τζάιλς και το ενοχλητικά διορατικό βλέμμα του ή με τον Ρις, σε δημόσια θέα, να μην τολμάει να τον αγγίξει, πόσω μάλλον να τον ρωτήσει πώς ένιωθε γι’ αυτή τώρα. «Όχι, βάλε το φόρεμα πίσω, Πόλι. Έχω μια ιδέα». *** «Θα ιππεύσεις σήμερα, Ντέναμ;» Ο Μπέντον έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε από το τραπέζι του πρωινού. «Μμμμ;» Ο Ρις προσπάθησε να συγκεντρωθεί στο παρόν και να ξεχάσει τις χτεσινοβραδινές απολαύσεις. «Αν θα ιππεύσω; Ναι, έτσι έλεγα». Η Θία μπορεί να χρειαζόταν κάποιο χρόνο μέχρι να νιώσει πάλι άνετα μαζί του. Εξάλλου, θα ήταν μεγάλη η ένταση και για εκείνον αν βρισκόταν καθισμένος στο μόνιππο δίπλα της χωρίς να μπορεί να κάνει ό,τι λαχταρούσε.


«Σε αυτή την περίπτωση, πάω να δω αν μπορεί να μου νοικιάσει ο πανδοχέας ένα άλογο». Ο Μπέντον έφυγε και ο Ρις αποτελείωσε τον καφέ του, προσπαθώντας να καταλήξει με ποιον τρόπο θα έπρεπε να προσεγγίσει τη Θία. Μπορεί εκείνη να είχε μετανιώσει για τα όσα είχαν συμβεί την προηγούμενη νύχτα. Σε αυτή την περίπτωση, θα έπρεπε να τη βεβαιώσει όταν δε θα την πίεζε να ξανακάνουν έρωτα και ότι δε θα μάθαινε ποτέ κανένας οτιδήποτε είχε συμβεί μεταξύ τους. Από την άλλη, μπορεί εκείνη να ήθελε να συνεχίσουν την περιπέτειά τους, αλλά να ήταν πολύ ντροπαλή για να το ομολογήσει -ιδιαίτερα αφού τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν περίμενε απ’ αυτόν τίποτε περισσότερο από μια νύχτα μαζί. Και εκείνος τι ήθελε; Σε αυτό ήταν εύκολο να απαντήσει: ήθελε να συνεχίσει ως εραστής της. Η πηγαία, αισθησιακή και γενναιόδωρη ανταπόκρισή της στον έρωτά του τον είχε ενθουσιάσει και τον είχε κλονίσει. Θα ήταν αφάνταστα απολαυστικό να εξερευνήσει μαζί της όλες τις απολαύσεις που είχε να προσφέρει το κρεβάτι. Αλλά. Χτες βράδυ είχε φανεί προσεκτικός, αλλά κάθε φορά που έκαναν έρωτα, όσο προσεκτικοί και να ήταν, υπήρχε πάντα η πιθανότητα να μείνει εκείνη έγκυος ή να τους ανακαλύψει κάποιος. Πώς θα μπορούσε ο Ρις να είναι σίγουρος ότι η Θία θα του έλεγε την αλήθεια ως προς το τι ήθελε; Αν ο ίδιος της έδειχνε καθαρά ότι ήθελε να συνεχίσει ως εραστής της, εκείνη μπορεί να ένιωθε υποχρεωμένη να συμφωνήσει και, επειδή ήταν η Θία, θα έπαιζε καλά θέατρο. Πώς θα μπορούσε αυτός να είναι σίγουρος ότι η συμφωνία της ήταν γνήσια; Κοίταξε τα σκούρα κατακάθια στον πάτο του φλιτζανιού του. Έδειχναν να αντικατοπτρίζουν τις σκέψεις του. Αυτός ήταν ο λόγος που ήθελε ένα συμβατικό γάμο, χωρίς συναισθήματα. Χωρίς την αγωνία μήπως πληγώσει κάποιον, μήπως πληγωθεί ο ίδιος. Το τι έπρεπε να κάνει ήταν ξεκάθαρο -άσχετα με το τι ήθελε. Δε θα ξανάκανε έρωτα με τη Θία. Θα φερόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Έτσι εκείνη δε θα ένιωθε καμία πίεση. Κι αν συνέβαινε το χειρότερο, τότε θα έπρεπε να της έχει εμπιστοσύνη ότι θα του έλεγε πως ήταν έγκυος. Αυτό το συμπέρασμα, περιέργως, δεν τον ικανοποίησε. Κάνε το καθήκον σου, είπε στον εαυτό του. Για μια στιγμή αφέθηκε να φανταστεί μια ζωή με τη Θία, αλλά βιάστηκε να μαλώσει τον εαυτό του. Αυτό ακριβώς το συναισθηματικό μπέρδεμα ήταν που ήθελε να αποφύγει. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και πήγε να πληρώσει τον πανδοχέα. ***


Η αυλή του στάβλου ήταν γεμάτη άλογα. Οι σταβλίτες έδεναν τα άλογα στο μόνιππο και στην άμαξα, ενώ ο Μπέντον ήταν καβάλα σε ένα και κρατούσε άλλα δύο από τα χαλινάρια. «Μου είπαν πως νοίκιασε και η λαίδη ένα», πληροφόρησε τον Ρις και του έδειξε ένα γκρίζο άλογο, που είχε μια σέλα στην οποία καβαλούσες με το πλάι, «και στη συνέχεια πήραν δρόμο προτού προλάβω να τους πω ότι έκαναν λάθος». «Κανένα λάθος». Η Θία προσπέρασε τον Ρις και πήρε τα χαλινάρια. «Θα με βοηθήσεις ν’ ανέβω;» Το χαμόγελό της ήταν λαμπερό όπως πάντα, το βλέμμα της καθάριο. Η χτεσινή νύχτα, μπορεί και να μην είχε συμβεί, σκέφτηκε ο Ρις με πληγωμένη περηφάνια. Ανάθεμα! Ύστερα πρόσεξε τους κύκλους κάτω από τα μάτια της και τον τρόπο που τρεμούλιασαν τα χείλη της όσο συνέχιζε να την κοιτάζει και χαμογέλασε. «Ναι, φυσικά. Χαριτωμένη στολή». Άνοιξε τις παλάμες του για να πατήσει εκείνη και την έσπρωξε προς τα πάνω. Η φοράδα πλαγιοπάτησε, αλλά η Θία τράβηξε επιδέξια τα χαλινάρια. «Είναι γαλλική», είπε η Θία με μια μελαγχολική γκριμάτσα. «Έχουν φανταστικά φορέματα και η μόδα τους είναι πιο προχωρημένη απ’ τη δική μας, αλλά οι ράφτες τους υστερούν, δεν είναι σαν του Λονδίνου. Αυτή η στολή είναι για βόλτα στο πάρκο, όχι για κυνήγι», είπε και σήκωσε περιφρονητικά την υπερβολικά μακριά φούστα. Ναι, από κοντά ο Ρις μπορούσε να διακρίνει την επιφυλακτικότητα πίσω από το ανέμελο προσωπείο της. «Ακόμα κι έτσι, είναι πολύ όμορφη οπτικά». Ο Ρις καβάλησε και αυτός. «Είσαι σίγουρη πως πρέπει να ιππεύσεις σήμερα;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα, φέρνοντας το άλογό του δίπλα στο δικό της. Όπως και να είχε το πράγμα, η χτεσινοβραδινή εμπειρία ήταν εντελώς καινούργια για εκείνη. «Δε 0α ήταν καλύτερα να ξεκουραστείς;» Η Θία ξεφύσηξε γελώντας. «Θα πρέπει να με θεωρείς πολύ λεπτεπίλεπτη αν νομίζεις ότι δεν μπορώ να χειριστώ ένα ξένο άλογο, Ρις. Εσύ μου έμαθες να ιππεύω, το ξέχασες;» «Ιππαστί, όταν ήσουν έξι χρονών», την αντέκρουσε εκείνος. Η Θία χαμήλωσε τη φωνή της: «Ή μήπως πληγώθηκε η αντρική περηφάνια σου επειδή δεν είμαι εξουθενωμένη από την ε... συγκίνηση;» «Θία!» Ως εδώ! Η Θία μπορεί να μην ήταν τελείως ο εαυτός της, αλλά ούτε ένιωθε ντροπή ούτε ήταν ευάλωτη. «Βαρέθηκα να είμαι κλεισμένη στο μόνιππο», ύψωσε τη φωνή της και ο


Ρις κατάλαβε πως την έλεγχε με δυσκολία. «Ο καιρός είναι καλός, το τοπίο άγνωστο και ο αέρας μυρωμένος. Θέλω να τα απολαύσω». Σπιρούνισε το άλογό της και βγήκαν και οι τρεις μαζί από την αυλή. «Πού βρισκόμαστε;» ρώτησε η Θία. «Ούτε που σκέφτηκα να ρωτήσω χτες βράδυ». Ο τόνος της δεν πρόδωσε στο ελάχιστο ότι γι’ αυτό δεν ευθυνόταν η κούραση, αλλά ο εκνευρισμός και η λαχτάρα της για μια νύχτα πάθους. «Βόρεια του Μοντελιμάρ». Ο Ρις χαλάρωσε. Η γκρίζα φοράδα συμπεριφερόταν καλά και η Θία ήταν κατά τα φαινόμενα έμπειρη αναβάτρια κι ας μην είχε συγκεντρωμένη όλη την προσοχή της στο άλογο. «Στόχος είναι να φτάσουμε το βράδυ στην Οράνζ, εξήντα με εξήντα πέντε χιλιόμετρα από δω. Θέλεις κάτι από το Μοντελιμάρ;» ρώτησε τον Μπέντον, που κούνησεαρνητικά το κεφάλι του. «Τότε θα αγοράσουμε τα φημισμένα μαντολάτα για τη Θία, καθώς θα διασχίζουμε την πόλη». «Δεν έχω εγώ αδυναμία στα γλυκά», τον αντέκρουσε εκείνη. «Εσύ ήσουν που έκλεβες πάντα το παντεσπάνι, έτσι και η μαγείρισσα δε φρόντιζε να το κρύψει». «Οφείλω να ομολογήσω πως θα ήθελα κι εγώ να δοκιμάσω τα μαντολάτα», μπήκε στη μέση ο Μπέντον. «Καλπάζουμε;» Η Θία κέντρισε τη φοράδα της και τους άφησε πίσω μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης. Ο Ρις άφησε τον Μπέντον να την κυνηγήσει και εκείνος ακολούθησε σε πιο αργό ρυθμό. Αλήθεια, τι περίμενε σήμερα το πρωί; Ότι η Θία θα του δήλωνε απερίφραστα πως ήθελε να συνεχίσει ως ερωμένη του; Ή, εξίσου καθαρά, ότι δεν ήθελε; Μα, καλά, δεν καταλάβαινε πόσο δύσκολο θα της ήταν να παραδεχτεί οποιαδήποτε εκδοχή; Θα έπρεπε να αρπάξει ο ίδιος τον ταύρο από τα κέρατα και να τη ρωτήσει στα ίσια τι ήθελε, χωρίς να φανερώσει με κανένα τρόπο τη δική του επιθυμία. Δε θα ταίριαζε σ’ έναν τζέντλεμαν να την πιέσει. *** «Κολλάω ολόκληρη κι έχω σκάσει», παρατήρησε η Θία, γλείφοντας τα δάχτυλά της μ’ έναν τρόπο που ήξερε πολύ καλά ότι δεν ταίριαζε σε καμιά κυρία πάνω από τα έξι. Απέναντι της, στο ιδιωτικό σαλόνι, ο Ρις ανατρίχιασε. Προφανώς η συμπεριφορά της θύμιζε πολύ αγοροκόριτσο, ακόμα και για τα δικά του γούστα. Ο Τζάιλς, πάλι, εξοπλισμένος με τον οδηγό του, είχε βγει να ρίξει μια ματιά στα αξιοθέατα. Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη ή μπορεί να έφταιγε η δική της ντροπή. Τι λες σ’ έναν άντρα ύστερα από μια νύχτα στην αγκαλιά του; Μήπως δε χρειάζεται να πεις κάτι μέχρι να ξαναβρεθείς στο κρεβάτι μαζί του; Η Θία


κοίταξε λοξά τον Ρις με την άκρη του ματιού της και τον είδε να μελετάει το δρόμο στο χάρτη που είχε ανοίξει μπροστά του. Το στόμα του ήταν σφιγμένο και είχε να την κοιτάξει στα μάτια από τη στιγμή που είχαν φτάσει στο καλύτερο πανδοχείο της Οράνζ. Η Θία στήθηκε στην καρέκλα της και σκούπισε τα δάχτυλά της, αυτήν τη φορά με το μαντίλι της. Ήταν μια ενήλικη γυναίκα, που είχε εραστή. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια ξεκάθαρη κουβέντα για το ποιος θα κοιμόταν πού απόψε. «Ε... χτες βράδυ...» Για όνομα του Θεού! Πολύ σοφιστικέ εισαγωγή. «Θία, δε χρειάζεται να ανησυχείς ότι θα θεωρήσω τη χτεσινή νύχτα ως λευκή επιταγή για να σου επιβάλω πάλι την παρουσία μου». «Δε μου την επέβαλες», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Εγώ σ’ το ζήτησα». «Το ξέρω, αλλά εννοώ στο μέλλον». Της μιλούσε τόσο βαριεστημένα σαν να κουβέντιαζαν την πρόσκληση για μια ποιητική βραδιά. «Ήθελες να ικανοποιήσεις μια περιέργεια και ενεργήσαμε και οι δύο συνειδητά, υποδαυλίζοντας το πάθος μας. Ελπίζω απλώς αυτή η εμπειρία να έσβησε τη φρίκη από τις πράξεις του Μέλντρεθ». «Φυσικά», συμφώνησε η Θία. Ένιωθε σαν να είχε χώμα στο στόμα της. Τα λόγια του ήταν σαφή. Ο Ρις ήταν φίλος της, το ενδεχόμενο να εξαλείψει τη φρίκη που της είχε προκαλέσει ο Άντονι τον είχε διεγείρει και έτσι δεν είχε δυσκολευτεί να της κάνει έρωτα. Αν όμως ήθελε να της ξανακάνει, θα είχε φροντίσει να τη φιλήσει με το που είχαν βρεθεί μόνοι, θα της είχε πει ακόμα κι αν ήταν ψέματα- πως την είχε βρει υπέροχη χτες βράδυ, με άλλα λόγια, θα της είχε φερθεί ως εραστής. «Σ’ ευχαριστώ», είπε η Θία και σηκώθηκε. «Σου είμαι πραγματικά ευγνώμων για τον τρόπο που με φρόντισες. Όχι, σε παρακαλώ, μη σηκώνεσαι. Θα πάω να κάνω ένα μπάνιο διαφορετικά θα πονάω παντού αύριο!» Το γελάκι της φεύγοντας ήταν πραγματικά πολύ πειστικό και έδωσε συγχαρητήρια στον εαυτό της. Ένιωθε μια περίεργη κούραση, αλλά θα πρέπει να οφειλόταν στις ατέλειωτες ώρες που είχε περάσει στη σέλα σήμερα. Ένιωθε επιπλέον και μια ναυτία, αλλά αυτή οφειλόταν σίγουρα στα πολλά μαντολάτα που είχε φάει. Ανάθεμα τη σκόνη, είχε μπει παντού, ακόμα και στα μάτια της. Η Θία σταμάτησε έξω από την πόρτα του δωματίου της και έβγαλε το μαντιλάκι της για να σκουπίσει το μοναχικό δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπό της. Σταμάτα, είπε στον εαυτό της. Έζησες μια νύχτα απόλυτης ευδαιμονίας, κοιμήθηκες στην αγκαλιά του, θα τη θυμάσαι για πάντα. Τώρα επιστράτευσε την περηφάνια σου, διαφορετικά εκείνος θα καταλάβει ότι δε θέλεις και πολύ


για να τον παρακαλέσεις γονατιστή να σου ξανακάνει έρωτα. Η Θία σκούπισε το πρόσωπό της, πίεσε τον εαυτό της να δείξει χαρούμενη κι άνοιξε την πόρτα. «Πρέπει να κάνω οπωσδήποτε ένα μπάνιο, Πόλι, διαφορετικά το πρωί θα είμαι πιασμένη, σκέτο κούτσουρο».


Κεφάλαιο 16 Ευτυχώς ο Τζάιλς δεν είχε παρατηρήσει κάτι αφύσικο στη στάση τους, σκέφτηκε η Θία και σκίασε τα μάτια της, για να προστατευτεί από το λαμπερό, πρωινό ήλιο, ενώ εκείνος τους διηγιόταν την ιστορία της συγκεκριμένης Αψίδας του Θριάμβου. Ο Ρις έδειχνε εντελώς απορροφημένος από τη διήγηση. Και γιατί να μην είναι; μάλωσε τον εαυτό της η Θία. Είναι ένας έξυπνος, καλλιεργημένος άντρας και η επίσκεψη τέτοιων μνημείων είναι ένας απ’ τους λόγους που οι τζέντλεμαν κάνουν την περιοδεία τους στην Ηπειρωτική Ευρώπη. «Κτίστηκε για να θυμίζει την κατάκτηση της Γαλατίας από τον Ιούλιο Καίσαρα», εξήγησε ο Τζάιλς. «Αν κοιτάξετε τις λεπτομέρειες, δείχνουν την υπεροχή του τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα. Ρίξτε μια ματιά στις άγκυρες και στα σκοινιά εδώ, αλλά και στους αιχμαλώτους από την άλλη μεριά της αψίδας». Η Θία είπε στον εαυτό της να σταματήσει τις κλάψες και να δείξει κάποιο ενδιαφέρον. «Από δω;» ρώτησε και χώθηκε κάτω από τη σκιά της μεγάλης αψίδας. «Είναι σε φυσικό μέγεθος», της φώναξε ο Τζάιλς. «Μπορεί να μη θέλεις...» Από τη στιγμή που είχε δει γυμνό τον Ρις, τίποτε δε θα μπορούσε να τη σοκάρει. «Είμαι σίγουρη ότι κάτι τέτοιοι ενδοιασμοί ωχριούν μπροστά στην πολιτιστική και ιστορική αξία της αψίδας», του απάντησε η Θία κι αναρωτήθηκε αν ήταν χαμόγελο αυτό που είχε αντικρίσει φευγαλέα στα χείλη του Ρις. Περιεργάστηκε τα γλυπτά με καθαρά ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, αλλά δεν μπόρεσε να μην τα συγκρίνει με το κορμί του Ρις, που ήταν πολύ πιο όμορφο απ’ οποιοδήποτε από τα έργα του γλύπτη. Όταν ξαναγύρισε στην μπροστινή πλευρά της αψίδας, τόσο ο Ρις όσο και ο Τζάιλς κρατούσαν κάτι μικρά μπλοκ σχεδίου. «Μπορώ να δω;» Ο Ρις σκιτσάρει; «Μα είναι πολύ όμορφα! Δεν είχα ιδέα ότι ξέρεις να σκιτσάρεις». «Είναι κάτι που το ξεκίνησα στην Οξφόρδη. Ήμασταν μια παρέα που μας άρεσε το σχέδιο. Σου προσφέρει τη δυνατότητα να αποτυπώσεις καθετί


το ενδιαφέρον στις περιηγήσεις σου. Τα καταφέρνω, δε λέω, αλλά ο Μπέντον διαθέτει πολύ πιο σταθερό χέρι». Ο Τζάιλς της έδειξε πρόθυμα το μπλοκ του. Ήταν φανερό πως αυτός είχε κάνει πιο προχωρημένες σπουδές στο σχέδιο, τα σκίτσα του δεν ήταν καθόλου ερασιτεχνικά, αλλά ήταν πιο στυλιζαρισμένα, δεν είχαν τη ζωντάνια που έβλεπες στα γρήγορα σχέδια του Ρις. «Διαθέτεις πραγματικό ταλέντο», τον επαίνεσε. «Σ’ ευχαριστώ», της απάντησε συνεσταλμένα ο Τζάιλς. «Έλα να ζωγραφίσεις κι εσύ. Θα μπορούσαμε να αγοράσουμε νερομπογιές και να δουλέψουμε όλοι παρέα». «Εγώ;» γέλασε η Θία. «Δεν ξέρω να σχεδιάζω, πόσω μάλλον να ζωγραφίζω με ακουαρέλα». «Είσαι πολύ μετριόφρων! Νόμιζα πως αποτελεί προϋπόθεση για όλες τις νεαρές κυρίες να μαθαίνουν ζωγραφική». «Η Θία έκανε τον καθηγητή της ζωγραφικής να τραβάει τα μαλλιά του», παρατήρησε ο Ρις. «Η νονά μας προσλάμβανε πάντα κάποιον καθηγητή ζωγραφικής τα καλοκαίρια που μέναμε μαζί της. Όλες οι νεαρές δεσποινίδες συνωστίζονταν γύρω του, όπως τα κλωσόπουλα γύρω από την κλώσα, η Θία, όμως, έκανε κουπί στη μέση της λίμνης ή σκαρφάλωνε σε κάποιο δέντρο ή προσπαθούσε να πείσει τους σταβλίτες να την αφήσουν να καβαλήσει όλα τα άλογα του στάβλου». «Τώρα ακούγεσαι αποδοκιμαστικός, τότε, όμως, με ενθάρρυνες πάντα». «Τότε δεν είχα περισσότερη λογική από εσένα», της απάντησε κάπως απότομα ο Ρις. «Ή μήπως θα έπρεπε να πω ότι τα αγόρια δεν έχουν ιδέα για τις δεξιότητες που πρέπει να αποκτήσει μια νεαρή κυρία προκειμένου να αναλάβει το μελλοντικό ρόλο της στην κοινωνία». Πολύ σαφής υπαινιγμός, σκέφτηκε η Θία και έδωσε πίσω το μπλοκ στον Τζάιλς μ’ ένα χαμόγελο που έδειχνε να έχει παγώσει στα χείλη της. Είχε πλάκα να παίζεις μαζί μου όταν ήμουν αγοροκόριτσο, -αλλά τώρα, αυτό το αγοροκόριτσο είναι ακατάλληλο για έναν καθωσπρέπει γάμο. «Κράτησα το καλύτερο για το τέλος», είπε ο Τζάιλς, κρύβοντας το μπλοκ στην τσέπη της ρεντιγκότας του. «Είδαμε τον καθεδρικό ναό και την αψίδα, τώρα ήρθε η ώρα για το ρωμαϊκό θέατρο. Θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω και να διασχίσουμε την παλιά πόλη, αλλά δεν είναι μακριά». Ο Μπέντον της πρόσφερε το μπράτσο του και της έδειξε το κάστρο των πριγκίπων της Οράνζ στο λόφο μπροστά τους. Η Θία προχώρησε μαζί του. Τα βήματα του Ρις αντηχούσαν στο καλντερίμι πίσω της και ένιωθε το βλέμμα του καρφωμένο στην πλάτη της.


Η θέα του θεάτρου, όμως, την έκανε να ξεχάσει τα πάντα. Κόκκινοι ογκόλιθοι από ψαμμίτη, δαρμένοι από το χρόνο, υψώνονταν, ο ένας πάνω από τον άλλο, σαν να βρισκόσουν σε χαράδρα, ενώ περιστέρια πετούσαν ολόγυρα από τις φωλιές τους και τις διάφορες σχισμές. Ο Τζάιλς κάτι έλεγε για τον αυτοκράτορα Αύγουστο, τους δέκα χιλιάδες θεατές και την ακουστική, αλλά εκείνη μετά βίας τον άκουγε. «Αν ανεβείτε τα σκαλοπάτια και καθίσετε στις πίσω θέσεις, μπορούμε να δοκιμάσουμε την ακουστική», συνέχισε με ενθουσιασμό εκείνος και έσπρωξε τη Θία και τον Ρις προς την ημικυκλική αρένα. «Να προσέχετε, τα σκαλοπάτια είναι πολύ φθαρμένα». «Καλύτερα να κάνουμε ό,τι μας λέει ο δάσκαλός μας», παρατήρησε χαμηλόφωνα ο Ρις. «Δώσε μου το χέρι σου -τα σκαλοπάτια είναι ανώμαλα». Έκανε πολλή ζέστη, έτσι κανένας από τους δυο τους δε φορούσε γάντια. Άλλη μια αγορίστικη συμπεριφορά, από μέρους μου, σκέφτηκε η Θία, όταν το χέρι του Ρις έσφιξε το δικό της και ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς της να επιταχύνονται. Τα σκαλοπάτια ανάμεσα στις διάφορες σειρές της κερκίδας ήταν σπασμένα σε πολλά σημεία, έτσι χρειάστηκε να σκαρφαλώσουν από θέση σε θέση. Μετά τις πρώτες προσπάθειες, όπου η Θία γράπωνε αλαφιασμένη τις φούστες της για να μη σηκωθούν, καθώς ανέβαζε το πόδι της, ο Ρις άφησε το χέρι της και άρχισε απλώς να τη σηκώνει και να την ανεβάζει από διάζωμα σε διάζωμα. Τα χέρια του έπιαναν σίγουρα τη μέση της και το κορμί του βρισκόταν τόσο κοντά στο δικό της που οι αισθήσεις της παραληρούσαν απ’ το άρωμα και τη θέρμη του. Αν έκλεινε τα μάτια της, θα της ήταν πολύ εύκολο να φανταστεί πως βρισκόταν πάλι στην αγκαλιά του, τυλιγμένη από τη βαριά μυρωδιά του έρωτά τους. «Θα έπρεπε να είχα επιμείνει να κάνουμε μια στάση προτού έρθουμε εδώ, ώστε να πιείς μια λεμονάδα», παρατήρησε ο Ρις. «Θα έπρεπε επίσης να σε είχα προειδοποιήσει να φορέσεις πιο γερά παπούτσια». Τα λόγια του ήταν τόσο πεζά, δεν είχαν καμία σχέση με τον ήχο της φωνής του όταν της ψιθύριζε ερωτόλογα, που η Θία άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε για μια στιγμή σαν χαμένη. Χαμηλά, στη σκονισμένη πλατεία του θεάτρου, ο Τζάιλς πηγαινοερχόταν, μια μικροσκοπική φιγούρα. Τα πέτρινα διαζώματα κάτω από τα πόδια της σαν να έπαθαν κατολίσθηση, ενώ τα πετροχελίδονα πετούσαν πάνω από το κεφάλι τους με φόντο το γαλανό ουρανό. «Στηρίξου!» Ο Ρις την έπιασε από το μπράτσο, βλέποντας τη να παραπαίει. «Νόμιζα ότι δεν είχες πρόβλημα με τα ύψη».


«Δεν έχω». Η Θία παραμέρισε το χέρι του. «Ζαλίστηκα για ένα δευτερόλεπτο, αυτό είναι όλο». Ενώ εκείνη ξαναζούσε τον έρωτα και το πάθος τους, ο Ρις σκεφτόταν πρακτικά θέματα όπως τη λεμονάδα και τα παπούτσια της. «Τότε καλύτερα να καθίσουμε. Θα κάνω νόημα στον Μπέντον ότι είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσει». «Αλήθεια, τι θα κάνει; Θα πρέπει να ξεφωνίσει για να τον ακούσουμε εδώ πάνω». «Αφουγκράσου», της είπε ο Ρις. «Έχω ακούσει να μιλάνε γι’ αυτό». Και τότε ο Τζάιλς άρχισε να απαγγέλλει. Δε φώναζε, δε μιλούσε καν δυνατά, διαπίστωσε συνεπαρμένη η Θία, κι όμως η φωνή του έφτανε στα αυτιά της σαν να στεκόταν ακριβώς μπροστά της και να της μίλαγε. «Τι λέει;» Ήταν λατινικά, η Θία ήξερε να τα διαβάζει λίγο, αλλά δεν είχε ακούσει ποτέ να τα μιλάνε. «Είναι από τους Γαλατικούς Πολέμους του Καίσαρα», της απάντησε ο Ρις. «Μπέντον είναι αυτός, δε θα απήγγελλε ποίηση». «Υποθέτω πως θα τον ενέπνευσε η αψίδα του θριάμβου. Πόσο κοντά που ακούγεται». Αλήθεια, πώς θα ένιωθε η Θία αν εκεί κάτω βρισκόταν ο Ρις και της απήγγελλε ρομαντικούς στίχους; Τούτο το μέρος είναι μαγικό δεν μπορεί να μην το ένιωθε κι εκείνος. Ο Ρις σηκώθηκε και προχώρησε κατά μήκος του διαζώματος. Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και αφουγκράστηκε. «Ενδιαφέρον φαινόμενο. Δεν καταλαβαίνω πώς επιτυγχάνεται. Θα πρέπει να διαβάσω σχετικά». Προφανώς εκείνος δεν ένιωθε καμία μαγεία. Η Θία κάθισε στην άκρη της θέσης της, κατέβασε τα πόδια της και γλίστρησε τα λίγα εκατοστά για την αποκάτω θέση. Το επανέλαβε αυτό κάμποσες φορές. Θα χαλούσε το φόρεμά της, αλλά το προτιμούσε απ’ το χλιαρό και απαθές άγγιγμα του Ρις. Προφανώς, το να βρίσκεται κοντά της, να την αγγίζει, δεν τον επηρέαζε καθόλου. Δόξα τω Θεώ που δεν είχε πει κάτι, που δεν του είχε δείξει ότι θα ήθελε να ξανακάνει έρωτα μαζί του. «Ήταν φανταστικό», είπε με ενθουσιασμό η Θία όταν έφτασε τον Τζάιλς, που ανέβηκε κάποια σκαλοπάτια για να τη βοηθήσει. Ύστερα γύρισε το κεφάλι της και είδε τον Ρις με φόντο το γαλανό ουρανό. «Θα κατέβεις;» ρώτησε, όχι και τόσο σίγουρη ότι τα λόγια της θα έφταναν στ’ αυτιά του. Εκείνος της έγνεψε, έβγαλε το μπλοκ του και κάθισε στην κερκίδα. «Θα σε δούμε στο μεσημεριανό;» Ο Ρις έκανε μια κίνηση σαν να έλεγε Ίσως, μη με περιμένετε, γεια σας.


«Εσύ τι θα κάνεις;» ρώτησε η Θία τον Τζάιλς, χαρίζοντάς του ένα λαμπερό, ανέμελο χαμόγελο. Τελικά χαραμιζόταν, θα έπρεπε να γίνει ηθοποιός. «Εγώ θα ήθελα να κάνω μια βόλτα στα μαγαζιά το απόγευμα, αλλά μπορώ να πάρω την Πόλι μαζί μου. Είμαι σίγουρη ότι εσύ θα προτιμάς να εξερευνήσεις την πόλη και να σκιτσάρεις». «Αν δε σε πειράζει...» Ο Τζάιλς της πρόσφερε το μπράτσο του και έφυγαν, αφήνοντας τον Ρις μόνο. «Αχ, ναι. Είδα μερικά υπέροχα εμπριμέ και κάτι αρωματικά λάδια και σαπούνια λεβάντα... Το ξέρω πως θα αρχίσει την γκρίνια ο Ρις που θα αγοράσω κι άλλα πράγματα, αλλά είναι πολύ μεγάλος ο πειρασμός». Η Θία γέλασε, το γέλιο της θα έφτανε σ’ εκείνον, ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Σημάδι πως ήταν τελείως ανέμελη. *** Η Θία κατέβηκε το επόμενο πρωί στο πρόγευμα και βρήκε τους δύο άντρες να κουβεντιάζουν κάπως σφιγμένα, πίνοντας τον καφέ τους. Σταμάτησε στην πόρτα, προτού τη δουν, και έμεινε να ακούσει. «Εσύ είναι φανερό ότι θέλεις να συνεχίσεις για την Αβινιόν, ενώ εγώ προτιμώ να μείνω λίγο ακόμα εδώ για να σκιτσάρω». Αυτό το είχε πει ο Τζάιλς. Ο Ρις κάτι γρύλισε, που μπορεί να φανέρωνε πως συμφωνούσε. «Πόσο σκοπεύεις να μείνεις στην Αβινιόν;» ρώτησε ο Τζάιλς. «Λίγες μέρες. Θέλω να αγοράσω κρασιά και να τα στείλω με το πλοίο στην Αγγλία, να δω τα αξιοθέατα και να επισκεφθώ τους εμπόρους έργων τέχνης. Ύστερα θα φύγω για την Εξ και από κει για την Τουλόν, για να πάρω το πλοίο για την Τζένοα. Εσύ τι σχέδια έχεις;» Η Θία είχε την εντύπωση πως ο Ρις ακουγόταν κάπως ψυχρός. Μήπως είχε δημιουργηθεί κάποια παρεξήγηση ανάμεσα σ’ εκείνον και τον Τζάιλς; «Θα μείνω μερικές ακόμα μέρες εδώ και στη συνέχεια θα πάω στην Αρλ. Από εκεί θα πάω στη Μασσαλία και θα πάρω το πλοίο μέχρι το Βιαρέτζο, απ’ όπου θα κατευθυνθώ ηπειρωτικά -Λούκα, Φλωρεντία, Ρώμη». «Θα μας αφήσεις;» Η Θία μπήκε στο δωμάτιο και οι δύο άντρες σηκώθηκαν αυτόματα, σέρνοντας τις καρέκλες τους στα πλακάκια. Θα ήταν σκέτος παράδεισος να βρισκόταν μόνη με τον Ρις, από την άλλη, η παρουσία του Τζάιλς την κρατούσε προσγειωμένη στην πραγματικότητα, λειτουργούσε σαν ανάχωμα για να μην παραδοθεί εντελώς στα απατηλά όνειρά της. «Νομίζω ότι πρέπει. Ήταν ωραίο το ταξίδι μαζί σας και σας είμαι υπόχρεος που με σώσατε μετά το ατύχημα, αλλά τώρα πρέπει να ακολουθή-


σουμε ο καθένας το δικό του δρόμο, δε συμφωνείς;» Ήταν της φαντασίας της ή είχε τονίσει την τελευταία πρόταση; Την προειδοποιούσε ή ήθελε να την ενθαρρύνει; Η Θία δεν ήταν σίγουρη. «Θα μας λείψεις», του είπε ζεστά. «Θα μας λείψεις πράγματι», πρόσθεσε και ο Ρις, και προς μεγάλη της ανακούφιση ακούστηκε στενοχωρημένος κι όχι σαν να ανυπομονούσε να τον δει να φεύγει. *** Η Πόλι είχε πακετάρει στις βαλίτσες τα όμορφα εμπριμέ, ροζ, χρυσαφιά, πράσινα και μπλε υφάσματα που είχε αγοράσει η Θία, ενώ είχε κρύψει σε διάφορες γωνιές τα σαπούνια και τα λάδια κι έτσι ο Ρις δεν είχε κανένα λόγο να παραπονεθεί όταν φόρτωσαν τα πράγματα στις άμαξες για να φύγουν. Της είχε φανεί δύσκολο να αποχαιρετήσει τον Τζάιλς, αν και είχαν υποσχεθεί να αλληλογραφούν. «Μη χάνεις την πίστη σου», της είχε ψιθυρίσει εκείνος, δίνοντάς της ένα φιλί στο μάγουλο. «Έχε εμπιστοσύνη στην αγάπη σου». Η Θία γύρισε και του κούνησε μια τελευταία φορά το χέρι, ύστερα σπιρούνισε το άλογό της και ακολούθησε τον Ρις. Εκείνος ήταν πολύ σιωπηλός, πράγμα που την προβλημάτισε. Τον είχε δυσαρεστήσει το φιλί που είχε δώσει στον Τζάιλς; Μήπως λυπόταν που ο Τζάιλς δε θα λειτουργούσε πια σαν ανάχωμα ανάμεσά τους; Πάντως ήταν εντελώς τρελό να νιώθει περιφρονημένη και εκατό φορές πιο δυστυχισμένη από τότε που ο Ρις αποτελούσε απλώς ένα όνειρο για εκείνη. *** Μία ώρα αργότερα ο ήλιος αντανακλούσε πάνω στους λευκούς ασβεστόλιθους, ο δρόμος ήταν γεμάτος σκόνη και ο αέρας μύριζε θυμάρι, λεβάντα και δεκάδες άλλα μυρωδικά. Τα τζιτζίκια είχαν πάψει να την ενοχλούν και είχαν ενσωματωθεί στην ατμόσφαιρα, ενώ όλοι τους είχαν υιοθετήσει μια τόσο χαλαρή στάση που θα σκανδάλιζε την αριστοκρατία του Λονδίνου. Ο Ρις είχε βγάλει το σακάκι και το φουλάρι του και άφηνε το άλογό του να κάνει ζικ ζακ από τη μια σκιά στην άλλη. Ο Χοτζ και η Πόλι είχαν βγει απ’ την άμαξα και είχαν σκαρφαλώσει δίπλα στον Τομ, κάνοντας αέρα με τα καπέλα τους. Το μόνιππο είχε φύγει μπροστά για να ειδοποιήσει τον πανδοχέα ότι θα έφταναν την ώρα του δείπνου. Δίπλα τους ο Ρήνος κυλούσε αργά. «Ουφ». Η Θία έβγαλε το καπέλο της και άρχισε να κάνει αέρα μπροστά στο αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της.


«Το νερό φαίνεται πολύ δελεαστικό». Ο Ρις είχε βγει από τον κεντρικό δρόμο και κάλπαζε κατά μήκος της ακτής. «Αυτό σκεφτόμουν κι εγώ», συμφώνησε. Φαινόταν να είναι πάλι ο εαυτός του, χαλαρός και χαρούμενος. «Πρέπει να βρούμε ένα προστατευμένο κανάλι που να μην έχει ρεύματα, το κυρίως ποτάμι δεν είναι ασφαλές». «Θα κολυμπήσουμε;» Η Θία σπιρούνισε τη φοράδα της και κατέβηκε να τον συναντήσει. «Θαύμα! Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι ένα απ’ αυτά τα παράπλευρα κανάλια που κυλάνε ανάμεσα στους θάμνους, πίσω από τους οποίους μπορούμε να αλλάξουμε». Η Θία τέντωσε το λαιμό της. «Κοίτα, εκεί μπροστά, είναι τέλεια. Το νερό έχει συνεχή ροή ώστε να μη βαλτώνει, αλλά δεν έχει ούτε ρεύμα ούτε δίνες. Εσείς οι άντρες μπορείτε να κολυμπήσετε πίσω από εκείνες τις χαμηλές ιτιές κι εγώ με την Πόλι πίσω απ’ αυτούς τους βράχους». «Οι άντρες, λαίδη μου;» Ο Τομ έσπρωξε πίσω το καπέλο του και έξυσε το αυτί του. «Εγώ δεν κάνω κέφι να βραχώ. Δεν είναι υγιεινό κάτι τέτοιο». «Πολύ καλά, εσύ μπορείς να ποτίσεις τα άλογα και στη συνέχεια να καθίσεις στη σκιά ενός δέντρου και να χαλαρώσεις, ενώ οι υπόλοιποι θα κολυμπάμε». «Τι εννοείτε, όπως στη θάλασσα, λαίδη μου;» Η Πόλι ακούστηκε σοκαρισμένη, αλλά κοίταξε με λαχτάρα το νερό. «Δεν έχουμε μαζί μας μαγιό». «Δεν τα χρειαζόμαστε». Η Θία έβγαλε τα πόδια της από τους αναβολείς και πήδηξε κάτω. «Θα μπούμε με τα μεσοφόρια μας και οι άντρες...» έπνιξε ένα γελάκι «...οι άντρες με τα εσώρουχά τους». Ο Ρις είχε πηδήξει ήδη από τη σέλα. Έδωσε τα χαλινάρια στον αμαξά και κάθισε σ’ ένα βράχο να βγάλει τις μπότες του. «Θα μπω εγώ πρώτος να βεβαιωθώ ότι είναι ασφαλές». Κατέβαζε τη δεύτερη κάλτσα του όταν η Θία συνειδητοποίησε ότι η Πόλι την τραβούσε από το μπράτσο. «Λαίδη μου! Ο λόρδος βγάζει τα ρούχα του!» «Χριστέ μου, ναι, πράγματι. Πίσω από τους θάμνους, Πόλι». Η Θία δεν προσπάθησε καν να προσποιηθεί ότι με τη φαντασία της είχε γίνει πάλι παιδί, τότε που πλατσούριζαν ανέμελα στη λίμνη και το μόνο που τους ένοιαζε ήταν η κατσάδα όταν θα επέστρεφαν για το δείπνο, με τα ρούχα τους μουσκεμένα. Η λαχτάρα της για τον Ρις ήταν πολύ ώριμη. «Είναι μια χαρά!» τον άκουσε να φωνάζει. «Η κοίτη έχει άμμο και το νερό κυλάει ήρεμα. Έλα, Χοτζ. Εμείς θα κολυμπήσουμε πιο κάτω, να αφήσουμε ήσυχες τις κυρίες».


«Τις κυρίες», χασκογέλασε η Πόλι. «Για φανταστείτε, ο λόρδος να αποκαλεί εμένα κυρία». «Όλες είμαστε ίδιες κάτω απ’ τα ρούχα», της είπε η Θία και τη βοήθησε να ξεκουμπώσει τα κουμπιά της. «Μείνε μόνο με την πουκαμίσα σου. Θα στεγνώσει γρήγορα αν την απλώσεις μετά πάνω στους θάμνους». Στη συνέχεια, έριξε μια ματιά πίσω από τους θάμνους και είδε δυο κεφάλια να προβάλλουν από το νερό, κοιτώντας με τακτ προς την αντίθεση κατεύθυνση. Ο Τομ είχε αποκοιμηθεί ήδη, ξαπλωμένος κάτω από μια ιτιά. «Έλα, Πόλι. Ξέρεις να κολυμπάς;» «Όχι, λαίδη μου, αλλά θα πλατσουρίσω», της απάντησε εκείνη, μπαίνοντας με τις μύτες στο νερό. «Είναι κρύο!» «Θα νιώσεις καλύτερα όταν θα μπεις ολόκληρη μέσα». Η Θία έτρεξε και βούτηξε. «Υπέροχο», φώναξε στην Πόλι, που την ακολούθησε θαρραλέα, και άρχισαν να πιτσιλιούνται και να γελούν. Ύστερα η Θία ξάπλωσε ανάσκελα και άφησε το ρεύμα να την παρασύρει, απολαμβάνοντας τον ήλιο. «Προσέξτε, έρχεται η Οφηλία», άκουσε μια φωνή στο αυτί της και ανασηκώθηκε ξαφνιασμένη. Είχε ξεχάσει πού βρισκόταν και βρέθηκε να βουλιάζει. Το νερό εδώ ήταν βαθύ, αλλά εκείνη άνοιξε τα μάτια της, παρ’ όλη τη θολούρα, και κολύμπησε με αυτοπεποίθηση προς την επιφάνεια. Ξαφνικά είδε μπροστά της δυο πόδια με μακρύ σώβρακο να κλοτσούν το νερό. Την επόμενη στιγμή ο Ρις βούτηξε και αυτός. Την είδε, έκανε να την πιάσει, αλλά εκείνη του έκανε νόημα ότι ήταν όλα καλά και βγήκε στην επιφάνεια πλατσουρίζοντας. «Το ρεύμα είναι πιο δυνατό απ’ ό,τι νόμιζα», φώναξε στους άλλους δύο, που είχαν γυρίσει με τακτ προς την άλλη μεριά. «Ρις;» Έριξε μια ματιά γύρω της, αλλά δεν τον είδε πουθενά. Να τον είχε πιάσει κράμπα; Να είχε μπλεχτεί σε τίποτε κλαδιά, σε τίποτε φύκια; Ήταν έτοιμη να βουτήξει όταν ένιωσε δυο χέρια να τη γραπώνουν από τη μέση και να την πετάνε ψηλά. Η Θία ξαναβρέθηκε στο νερό, τσιρίζοντας. «Κάθαρμα». «Ειρήνη», φώναξε ο Ρις και κρύφτηκε πίσω από τον Χοτζ. «Δειλέ!» «Ξέρω ότι εδώ είμαι ασφαλής». Της χαμογέλασε όπως τότε που ήταν παιδιά και η Θία ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται από την αγάπη της γι’ αυτόν και από τη νοσταλγία της για εκείνη την εποχή της αθωότητας, που όλα ήταν τόσο απλά. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ήταν ευτυχισμένη. Ό,τι και να είχε συμβεί


μεταξύ τους, ας ήταν η αγάπη της γι’ αυτόν μάταιη, εκείνη κι ο Ρις είχαν ξαναβρεί την παλιά φιλία τους. «Έχω μνήμη ελέφαντα», τον απείλησε, προσπαθώντας να μη γελάσει καθώς κολυμπούσε προς το μέρος της Πόλι με όσο περισσότερη αξιοπρέπεια κατάφερε να επιστρατεύσει. «Θα βάλεις σαλιγκάρια στις παντόφλες μου;» της φώναξε ο Ρις. Η Θία γύρισε ανάσκελα και του είπε με στόμφο. «Εσύ μπορεί να ξανάγινες δεκατριών χρονών αγόρι, Ρις Ντέναμ, αλλά εγώ έχω να βάλω σαλιγκάρια σε παντόφλες από τότε που ήμουνα οκτώ». Αυτό έκανε ακόμα και τον Χοτζ να γελάσει και ο Ρις... Ήταν φανερό ότι ο Ρις δεν έδινε καμιά ιδιαίτερη σημασία στη νύχτα που είχαν περάσει μαζί.


Κεφάλαιο 17 Κόντευε η ώρα του δείπνου όταν έφτασαν τελικά σ’ ένα από τα πιο κομψά πανδοχεία της Αβινιόν, στο Πορτ ντυ Ρον. Τα εσώρουχά τους ήταν ακόμα υγρά και ένιωθαν σίγουρα πολύ χαλαρωμένοι. «Ο πανδοχέας θα πιστεύει πως μόλις έφτασε το τσίρκο στην πόλη του», παρατήρησε η Θία όταν, μία ώρα αργότερα, συναντήθηκε με τον Ρις στο χολ. «Ή θα περιμένει ότι όλοι οι Άγγλοι επισκέπτες θα έρχονται με τα μαλλιά τους γεμάτα φύκια». «Τούτο το μέρος θυμίζει νεκροτομείο», παραπονέθηκε εκείνος. Δεν έβλεπε την ώρα να απολαύσει το δείπνο του με τη Θία, που έδειχνε να έχει συνέλθει από το σύντομο ιντερλούδιό τους και ήταν πάλι χαλαρή και γελαστή μαζί του. Μακάρι να μπορούσε κι αυτός να ξεπεράσει τόσο εύκολα το όλο περιστατικό, αλλά δεν είναι εύκολο να καταπιέσεις τον πόθο. «Μου είπαν ότι είναι καθαρό και άνετο», συνέχισε, προσπαθώντας να ξεχάσει τη στιγμή που τα χέρια του είχαν αγκαλιάσει τη μέση της, το βλέμμα που του είχε ρίξει εκείνη προτού το κεφάλι της χαθεί κάτω απ’ το νερό. Η λαχτάρα που καθρέφτιζαν εκείνη τη στιγμή τα μάτια της ήταν ίδια με τη δική του. Ευσεβείς πόθοι. «Είναι καθαρό και σε πολύ καλή τοποθεσία». Η Θία τον έπιασε αγκαζέ και βγήκαν στη βεράντα. «Αναρωτιέμαι τι να είναι αυτή η μουσική». «Γίνεται ένα φεστιβάλ, μαντάμ», της είπε ο πανδοχέας, που εμφανίστηκε εκείνη τη στιγμή. «Ελπίζω να μη σας ενοχλεί η μουσική». «Είναι πολύ ωραία. Σερβίρουν και φαγητό εκεί;» Ο άντρας σούφρωσε υποτιμητικά τη μύτη του. «Αγροτικό πανηγύρι, μαντάμ. Υπαίθριοι πάγκοι, κελάρια», της απάντησε κουνώντας απαξιωτικά τα δάχτυλά του, μια χαρακτηριστικά γαλατική κίνηση. «Θαύμα», είπε ο Ρις. «Θα φάμε έξω. Χοτζ!» «Λόρδε μου;» Ο βαλές εμφανίστηκε από το πουθενά. «Πες στην Πόλι και στον Τομ ότι εμείς θα πάμε στο πανηγύρι και μπορείτε να πάρετε κι εσείς ρεπό απόψε. Εντάξει;» Σήκωσε ερωτηματικά το φρύδι του προς τη Θία. «Υπέροχα. Θα μου άρεσε να δοκιμάσω το τοπικό φαγητό». Η Θία έφτια-


ξε το σάλι στους ώμους της, τον έπιασε πάλι αγκαζέ και τον ακολούθησε στη σκάλα. Περπάτησαν ανάμεσα στα παλιά, πέτρινα κτίρια, που στραφτάλιζαν κάτω από το φως του ήλιου που έδυε, και μπήκαν στα σοκάκια και στις μικρές πλατείες, ακολουθώντας τη μουσική και τη μυρωδιά του ψημένου κρέατος. Στην Πλας ντυ Παλέ έκαιγαν τρεις ψησταριές, που πρέπει να τις είχαν ανάψει από το πρωί. Εκεί οι ντόπιοι έψηναν ένα ολόκληρο βόδι, δύο αρνιά και τρία γουρουνόπουλα. Σερβιτόροι περιφέρονταν ανάμεσα στις ψησταριές και στα τραπέζια που είχαν στήσει στην πλατεία, δημιουργώντας ένα αυτοσχέδιο εστιατόριο. Από τα γύρω περίπτερα, οι άλλοι έμποροι διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, πίτες, ψωμιά, σαλάτες, ζαχαρωτά και φρούτα. Στον ανοιχτό χώρο της πλατείας, μπροστά από τις ψησταριές, άντρες έστρωναν σανίδες πάνω στο καλντερίμι. «Πίστα. Τι ωραία». «Θέλεις να χορέψεις;» ρώτησε ο Ρις, νιώθοντας την καρδιά του να βουλιάζει. Εκείνος χόρευε απλώς από καθήκον, επειδή έπρεπε κάθε τζέντλεμαν να το κάνει, κάθε φορά όμως που χόρευε ένιωθε σαν ηλίθιος κι ας τον κολάκευαν όλες οι κυρίες ότι ήταν εξαιρετικός χορευτής. «Λατρεύω το χορό», του απάντησε η Θία. Περπάτησαν στην πλατεία ανάμεσα στους ντόπιους με τις τοπικές ενδυμασίες. Στη μία πλευρά της δέσποζε το παπικό παλάτι, καθώς οι πάπες είχαν εκεί την έδρα τους για μεγάλο διάστημα το Μεσαίωνα. Στον Ρις θύμισε περισσότερο φρούριο παρά εκκλησιαστικό οίκημα. «Εδώ», είπε η Θία και σταμάτησε δίπλα σε κάτι τραπέζια με πεντακάθαρα καρό τραπεζομάντιλα. «Βλέπεις πόσο κόσμο έχει; Αυτό σημαίνει ότι το φαγητό είναι καλό, ενώ δεν είναι πολύ κοντά στις ψησταριές. Να υπάρχει εκεί ένα τραπέζι με πολύ καλή θέα στην πίστα». Ο Ρις της τράβηξε την καρέκλα να καθίσει και έκανε νόημα στο γκαρσόνι να πλησιάσει. «Φέρε μας μία ποικιλία απ’ ό,τι θα πρότεινες εσύ. Και για κρασί, ένα Σατονέφ ντυ Παπ». Ο σερβιτόρος τούς πρότεινε να τους φέρει να δοκιμάσουν και τον τοπικό αφρώδη οίνο. «Λαμπυρίζει όπως τα μάτια της ντεμουαζέλ, μεσιέ», παρατήρησε και βιάστηκε να απομακρυνθεί. «Δε βλέπω την ώρα», είπε η Θία. «Καλό φαγητό, καλό κρασί, μουσική, χορός. Σκέτη απόλαυση. Χορεύεις, Ρις, έτσι δεν είναι;» «Όχι, αν μπορώ να το αποφύγω», της απάντησε εκείνος. Η ακίνδυνη κολακεία του σερβιτόρου για τα μάτια της Θία του είχε χαλάσει πάλι το κέφι.


Αυτός θα ήθελε να καθίσει σ’ ένα απόμερο τραπεζάκι, όχι εδώ στη μέση της πλατείας. Θα ήθελε να την ταΐσει νοστιμιές, να βλέπει τα μάτια της να λαμπυρίζουν απ’ το κρασί, να της κρατάει το χέρι κάτω από το τραπέζι και να της κλέβει φιλιά. Στη συνέχεια θα χόρευαν, αλλά όχι στην πλατεία, κάτω από τα αστέρια, αλλά στο κρεβάτι του με το πουπουλένιο στρώμα και τα χιονάτα σεντόνια, ενώ ο χορός τους θα ήταν ο πανάρχαιος παγανιστικός χορός του έρωτα... «Μα φυσικά, θα έπρεπε να το φανταστώ ότι δε σε ενδιαφέρει πια». «Ποτέ δε μ’ ενδιέφερε», της απάντησε και ο τόνος του ήταν κάπως αιχμηρός. «Ο χορός άρεσε στη Σερίνα, έτσι χόρευα κι εγώ, αυτό είναι όλο». Την είδε να δαγκώνει τα χείλη της. Τώρα τα είχε κάνει πραγματικά μούσκεμα. «Δεν έχω ταλέντο», πρόσθεσε, προσπαθώντας να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα. Στο μεταξύ, οι μουσικοί είχαν πάρει τις θέσεις τους και η πίστα άρχισε να γεμίζει ζευγάρια. «Μαντάμ;» Ένας συμπαθητικός γεροδεμένος νεαρός σταμάτησε στο τραπέζι τους και υποκλίθηκε. «Θα θέλατε να χορέψουμε -αν το επιτρέπει ο μεσιέ;» Η Θία πετάχτηκε αμέσως όρθια, έπιασε το χέρι του αγνώστου και απομακρύνθηκε χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά προς το μέρος του Ρις. Ο χορός δεν άργησε να αρχίσει και η Θία ήταν πανέμορφη στην πίστα, γελαστή, χαλαρή, γεμάτη ζωή. Όταν τέλειωσε ο χορός, δεν πρόλαβε να καθίσει και τη ζήτησε κι άλλος καβαλιέρος, κι άλλος. Στο τέλος, ο Ρις βαρέθηκε να κάθεται εκεί και να πίνει μουτρωμένος, κοπάνησε το ποτήρι του στο τραπέζι και σηκώθηκε. «Αυτός ο χορός είναι δικός μου». Της Θία δεν της άρεσε να τη διατάζουν, το ήξερε καλά αυτό, αλλά δε σκόπευε να την αφήσει να χορέψει με άλλον Γάλλο. Καλύτερα να την τσαλαπατούσε ο ίδιος. «Μετά χαράς!» Το χαμόγελό της του έκοψε την ανάσα. Η Θία ζήτησε χαριτωμένα συγγνώμη από τους Γάλλους παρτενέρ της. «Σ’ ευχαριστώ», του ψιθύρισε, γλιστρώντας το χέρι της στο δικό του. Έμοιαζε τόσο μικρό, τόσο εύθραυστο. Ο Ρις την κοίταξε σαστισμένος. Αφού ήξερε ότι η Θία είχε δυνατά χέρια με μακριά δάχτυλα. Μα τι τον είχε πιάσει; Μπουκλίτσες είχαν ξεφύγει από τα περιποιημένα μαλλιά της και έπεφταν στο ιδρωμένο από το χορό μέτωπό της. Ένιωσε τον πόθο του να φουντώνει, να του καίει τα σωθικά κι όμως το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να την κλείσει στην αγκαλιά του και να δει τα καστανά μάτια της να λάμπουν. Η μπάντα άρχισε να παίζει πάλι και τα


ζευγάρια αγκαλιάστηκαν. «Βαλς», είπε η Θία. «Τι κομψό. Δεν πιστεύω ότι οι οικοδέσποινες στη λέσχη Άλμακ’ς θα σας σύστηναν ως τον κατάλληλο παρτενέρ, λόρδε μου». «Είμαι πρόθυμος να ρισκάρω το σκάνδαλο αν είσαι κι εσύ», της είπε ο Ρις και την έκλεισε αποφασιστικά στην αγκαλιά του. Οι απαλές καμπύλες της έκρυβαν μια σβελτάδα και μια δύναμη που έδινε έμφαση στη θηλυκότητά της. Η κακοκεφιά του έγινε καπνός στη στιγμή. Η Θία τον κοίταξε, το πρόσωπό της ήταν σοβαρό. «Αυτό το έχουμε ρισκάρει ήδη. Κι όμως... χορεύουμε». Δεν υπήρχε ούτε μεταμέλεια ούτε πειρακτική χροιά στη φωνή της. Τα μάτια της ήταν γλυκά και έκρυβαν το χαμόγελο που δεν είχε ζωγραφιστεί στα χείλη της. Ο Ρις άρχισε να κάνει τα πρώτα βήματα του χορού ασυναίσθητα, νιώθοντας σαν να είχε δεχτεί γροθιά στο στομάχι και να είχε αδειάσει όλος ο αέρας από τα πνευμόνια του. Ήταν δυνατόν να εννοούσε αυτό που νόμιζε εκείνος ότι εννοούσε; «Θα μου άρεσε πάρα πολύ να ρισκάρω πάλι το συγκεκριμένο σκάνδαλο», της είπε όταν ξαναβρήκε τη φωνή του, «αλλά μπορώ να το καταλάβω αν εσύ δε θέλεις. Συγγνώμη που...» «Ναι». «Ναι;» «Αν το θέλεις πραγματικά». Ο Ρις θα πρέπει να έδειχνε εμβρόντητος, γιατί η Θία κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε κατακόκκινη. «Είπα ότι δεν είχα καμιά απαίτηση εκτός από εκείνη τη νύχτα και δε θα ήθελα οι ενδοιασμοί σου ως τζέντλεμαν να σε έσπρωχναν ξανά στο κρεβάτι μου». «Οι ενδοιασμοί μου ως τζέντλεμαν θα έπρεπε να με κρατήσουν μακριά από αυτό», είπε ειρωνικά ο Ρις, γνωρίζοντας πως τίποτα δε θα μπορούσε να τον κρατήσει τώρα έξω από το κρεβάτι της. Ζούσαν μια τρέλα, αλλά μια τρέλα με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. Πόσο ήθελαν ακόμα μέχρι να φτάσουν στη Βενετία και να επιστρέφουν στη λογική; Δύο εβδομάδες ίσως. Ο Ρις θα μπορούσε να βρει εναλλακτικές, να πείσει τον εαυτό του ότι θα έπρεπε να φτάσουν στη Βενετία μέσω Ρώμης, Νάπολης και Σικελίας. Αυτό όμως δε θα ήταν δίκαιο για τη Θία. Δε θα ήταν δίκαιο για τον εαυτό του. «Δε θα αλλάξει κάτι, θα αλλάξει;» τον ρώτησε εκείνη τώρα. «Στη φιλία μας, εννοώ. Ένιωθα σαν να σε είχα χάσει τα τελευταία χρόνια». «Με είχες χάσει», της ομολόγησε ο Ρις. «Νομίζω ότι είχα χάσει και εγώ τον εαυτό μου. Θα έπρεπε να είχα συνειδητοποιήσει ότι δε χρειαζόταν να ξεγράψω όλο το παρελθόν μου απλώς και μόνο επειδή ήθελα να αφήσω πίσω μου ένα κομμάτι του. Τώρα, ό,τι κι αν γίνει, δε θα ξαναχαθούμε. Θα


αλληλογραφούμε, συχνά, ελπίζω». Η Θία ύψωσε το φρύδι της. «Μέχρι να παντρευτείς. Αμφιβάλλω αν η γυναίκα σου θα καλοδεχόταν να αλληλογραφείς με μια ανύπαντρη φίλη σου». Η γυναίκα του. Εκείνη η θεωρητική, νεφελώδης κυρία. Ο Ρις ήξερε πως τις τελευταίες εβδομάδες δεν μπορούσε να φέρει ούτε συγκεχυμένα τη σχετική φιγούρα στο μυαλό του. Έτσι κι αλλιώς τη σχηματοποιούσε μία ανούσια λίστα προαπαιτούμενων. Ανούσια, αλλά ασφαλής. Λογική. Θα τον απασχολούσε πάλι όταν θα έφευγε από τη Βενετία. «Ναι, φυσικά. Μπορεί όμως να έχεις επιστρέψει στο Λονδίνο μέχρι τότε. Θα συναντιόμαστε». Η Θία αντίκρυ στην αίθουσα χορού στην αγκαλιά ενός άλλου. Η Θία πιθανώς παντρεμένη. Η Θία στο κρεβάτι κάποιου άλλου άντρα. Ή ανύπαντρη, διαθέσιμη, αλλά όχι για εκείνον, γιατί εκείνος θα είχε παντρευτεί μία κατ’ ουσία ξένη, που θα είχε όμως αριστοκρατική καταγωγή και πράο χαρακτήρα. «Η μουσική έχει σταματήσει». «Κι εσύ μπορείς να σταματήσεις να με περιγελάς, προκλητικό παλιοκόριτσο». Τα ζευγάρια γύρω τους χαμογελούσαν. Κάποιες κυρίες μάλιστα τους κοιτούσαν συγκινημένες. «Για όνομα του Θεού, με κοιτάζουν σαν να έπεσα στο ένα γόνατο στη μέση της πίστας, απλώς και μόνο επειδή σε έκανα δυο στροφές μετά που έσβησαν οι νότες!» «Για ένα ολόκληρο λεπτό, για την ακρίβεια. Οι Γάλλοι είναι ρομαντικοί», του απάντησε η Θία, ξαναβρίσκοντας τον πεζό τόνο της. «Έλα, το φαγητό μας περιμένει. Θα κρυώσει». *** Φυσικά και ο Ρις τη νοιαζόταν, σκέφτηκε η Θία, καθώς τσιμπολογούσε τις διάφορες νοστιμιές μπροστά τους. Και την αγαπούσε ως φίλη και, -ω, του θαύματος- την ποθούσε ως γυναίκα. Δεν την ήθελε όμως ούτε για σύζυγο ούτε για μόνιμη ερωμένη του. Θα αλληλογραφούμε, της είχε πει. Κι όταν θα παντρευόταν, θα την καλούσε σίγουρα στους χορούς που θα έδινε στο αρχοντικό του στην πόλη ή στη φάρμα του στο Νόρφολκ. Ήταν χαζομάρα της να αναφέρει το γάμο του. Καλά, τι περίμενε; Ότι ο Ρις θα έπεφτε στα γόνατα, όπως είχε αστειευτεί λίγο πριν, και θα της δήλωνε ότι ήταν τυφλός τόσο καιρό, ότι την αγαπούσε και ότι έπρεπε να παντρευτούν αμέσως; Ο άνθρωπος της φερόταν όπως ακριβώς του είχε ζητήσει. Θα την παρέδιδε ασφαλή στη νονά τους, έχοντας εμπλουτίσει τις γνώσεις της ως προς το σεξ, αλλά και με την καρδιά τσακισμένη, γιατί τώρα γνώριζε τον ενήλικο Ρις, και ως φίλο, και ως εραστή, και ως σύντροφο.


Στο τέλος θα τον γνώριζε το ίδιο καλά, αν όχι και καλύτερα από μία σύζυγο. Ο Ρις άπλωσε το χέρι του στην πιατέλα με τα πικάντικα τυριά. «Α, όχι, δε θα το πάρεις, είναι το τελευταίο», του είπε η Θία και το τσίμπησε εκείνη. Το ένιωσε να λιώνει στη γλώσσα της, μια στιγμιαία απόλαυση. Αυτό έπρεπε να κάνει, να ζει τη στιγμή. Ύστερα, όταν ο Ρις θα έφευγε, θα ξανάχτιζε τη ζωή της με ό,τι κουράγιο της είχε απομείνει. Σαν εκείνος να είχε πεθάνει. Αποτελείωσαν το φαγητό τους, αναστενάζοντας ευχαριστημένοι. Ο Ρις ακούμπησε χαλαρά το μπράτσο του στην πλάτη της καρέκλας της, ο μηρός του άγγιξε το δικό της κάτω από το καρό τραπεζομάντιλο, κάνοντάς τη να ριγήσει από την προσμονή. Από το ελαφρό μειδίαμά του, η Θία κατάλαβε ότι εκείνος είχε νιώσει το ρίγος της. «Πηγαίνουμε;» Ο Ρις σηκώθηκε και η Θία έγειρε πίσω και τον κοίταξε. Ψηλός, μελαχρινός, με φαρδιές πλάτες. Ένας βέρος Εγγλέζος, με φόντο την πέτρα, που χρύσιζε τώρα από το φως των πυρσών. Ένιωσε τον πόθο της να φουντώνει όταν εκείνος έπιασε το χέρι της και τη σήκωσε. Θα εθιστώ μαζί του, σκέφτηκε με απόγνωση. Θα καταντήσω όπως αυτές που πίνουν λάβδανο, θα είμαι μισοζώντανη χωρίς το άγγιγμά του. Αν είχα τη δύναμη, θα του έλεγα όχι. Αυτή η υπόθεση θα έπρεπε να λήξει εδώ, αλλά δε θα το κάνω. Σταμάτησαν στην αρχή μιας σκοτεινής αλέας και κοίταξαν τη γιορτινή σκηνή πίσω τους. «Να η Πόλι και ο Χοτζ, χορεύουν». Ο Ρις της έδειξε τις δυο φιγούρες. Η Πόλι ήταν χαμογελαστή και κεφάτη, ο Χοτζ αξιοπρεπής όπως πάντα, αλλά μ’ ένα πελώριο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. «Τουλάχιστον αυτοί είναι ευτυχισμένοι», εξέφρασε φωναχτά τη σκέψη της η Θία και ο Ρις έσκυψε το κεφάλι του και την κοίταξε. «Και εσύ δεν είσαι; Αχ, Θία...» Την τράβηξε στο σκοτάδι και την έκλεισε στην αγκαλιά του. «Πες μου τι θέλεις».


Κεφάλαιο 18 «Πες μου τι θέλεις». Αυτή ήταν η στιγμή να φανεί η Θία δυνατή και λογική. Η στιγμή να του πει ότι αυτό που έκαναν ήταν λάθος, ότι θα έπρεπε να αντισταθούν στη σεξουαλική έλξη που ένιωθαν, δείχνοντάς του καθαρά ότι οι πράξεις της υπαγορεύονταν απλώς και μόνο από το σεξουαλικό πόθο. Η αγάπη ωστόσο σε κάνει αδύναμο. Θα έπρεπε, όμως, να ξαναβρεί γρήγορα τη δύναμή της, γιατί δε σκόπευε να μαραζώσει από την απελπισία για χάρη του. Μετά τον Ρις θα ξανάχτιζε τη ζωή της, αλλά είχε περίπου δύο βδομάδες μπροστά της για να του χαρίσει όλη την αγάπη της χωρίς να προφέρει τα λόγια. «Θέλω να είμαι μαζί σου. Θέλω να ξανακάνουμε έρωτα. Θέλω να περάσω τη νύχτα στην αγκαλιά σου». Της φάνηκε αμαρτωλό και υπέροχο να μιλάει έτσι καθαρά, έξω, σε μια σκοτεινή αλέα, σε μια ξένη χώρα, κολλημένη πάνω στο ξαναμμένο κορμί του εραστή της. «Αυτό μου φαίνεται αρκετά σαφές», άκουσε τη φωνή του Ρις στο αυτί της και ακούμπησε το μάγουλό της στο στέρνο του. Ο Ρις γύρισε και η Θία βρέθηκε παγιδευμένη πάνω στον τοίχο. «Το προσπάθησα αυτό και σε μία αλέα στο Παρίσι και βρέθηκα αντιμέτωπος με τη φουρκέτα σου». Η φωνή του έκρυβε γέλιο και ήταν βραχνή από την προσμονή. «Ήθελα να σε φιλήσω τότε. Τι θα συμβεί αν σε φιλήσω εδώ;» «Δοκίμασε». Η Θία τύλιξε τα μπράτσα της στο λαιμό του, έμπλεξε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και τράβηξε το κεφάλι του προς το μέρος της. Θα πρέπει να τον πόνεσε, γιατί ένας βαθύς γρυλισμός ξέφυγε από το λαιμό του. «Θέλεις να το παίξεις άγρια, έτσι;» Η Θία δεν ήταν σίγουρη τι εννοούσε ο Ρις, αλλά της φάνηκε συναρπαστικό. «Ναι», κατάφερε να ψελλίσει προτού το στόμα του αιχμαλωτίσει παθιασμένα το δικό της. Ο Ρις την έπιασε από τη μέση και τη σήκωσε, έχωσε το λυγισμένο πόδι του ανάμεσα στα δικά της και η Θία βρέθηκε καβάλα στο μηρό του. Τα πόδια της δεν άγγιζαν το έδαφος, η πλάτη της ήταν ακουμπισμένη στον τοίχο, έτσι όλο το βάρος της είχε επικεντρωθεί στο σημείο όπου το κορμί της άγγιζε το δικό του.


Ο Ρις γλίστρησε το χέρι του ανάμεσα στα κορμιά τους, πήρε το στήθος της στην παλάμη του. Τα δάχτυλά του έπαιξαν με τη θηλή της και κατάφεραν με κάποιον τρόπο να την ελευθερώσουν απ’ τον ολόσωμο κορσέ της. Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της, ενώ η γλώσσα του τρύπωνε καυτή στο στόμα της. Τα δάχτυλά του συνέχιζαν να βασανίζουν τη θηλή της, να την ηλεκτρίζουν, προκαλώντας της ηδονικά ρίγη. Η όλη αίσθηση ήταν ερεθιστική, συναρπαστική. Το καυτό κορμί του ήταν το ίδιο σκληρό με την πέτρα πίσω της. Η Θία προσπάθησε να κουνηθεί, να τριφτεί πάνω στο μυώδη μηρό του, να γνωρίσει επιτέλους εκείνη την άπιαστη ηδονή. Οι χυμοί της είχαν ξεχειλίσει. «Έχω ανάγκη...» ψέλλισε λαχανιασμένα. «Πες μου». «Έχω ανάγκη να κινηθώ». «Όχι. Εγώ έχω τον έλεγχο». Ο Ρις άφησε τη θηλή της και έσυρε το χέρι του χαμηλά, σήκωσε τις φούστες της και γλίστρησε το δάχτυλό του ανάμεσα στο πόδι του και τις μεταξένιες πτυχές του κορμιού της, που καίγονταν για το άγγιγμά του. «Αυτό θέλεις;» «Ναι. Ρις... σε παρακαλώ». Και τότε την άγγιξε, σαν μαέστρος, και η Θία έγινε συντρίμμια στην αγκαλιά του. «Μπορείς να σταθείς;» Τα πόδια της ακουμπούσαν τώρα στο έδαφος, αλλά ο Ρις εξακολουθούσε να τη συγκρατεί ανάμεσα στο κορμί του και στον τοίχο. «Έτσι νομίζω». «Ωραία. Δεν πιστεύω ότι ο πανδοχέας θα το ενέκρινε να σε ανεβάσω τις σκάλες σηκωτή στην αγκαλιά μου». Ο Ρις τραβήχτηκε και την έπιασε από το μπράτσο. «Κρίμα, θα ήταν πολύ ρομαντικό». Η Θία αναστέναξε ηδονικά, έχοντας ξεχάσει όλες τις σκοτεινές αμφιβολίες της. «Η αστροφεγγιά και το σκοτάδι. Τα αρχαία κτίρια, ο ζεστός, μυρωμένος αέρας, η μουσική...» «Η Βενετία θα είναι ακόμα πιο ρομαντική. Γόνδολες και όμορφα παλάτια θα καθρεφτίζονται στα κανάλια». Η Βενετία θα ήταν υπέροχη και θα σηματοδοτούσε το τέλος. Από τη στιγμή που η Θία θα βρισκόταν ασφαλής με τη νονά τους, ο Ρις θα έφευγε. Η Βενετία δε θα της πρόσφερε κανένα ρομαντισμό, παρά μόνο ασφάλεια. Ασφάλεια από μια ζωή χωρίς νόημα, από τον πόνο της παρουσίας του Ρις. «Είμαι αποφασισμένη να χαρώ την κάθε στιγμή όπως έρχεται», του είπε, βγάζοντας αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της. «Απόψε, μάθε με να σου κάνω έρωτα, Ρις. Δείξε μου πώς να σου προσφέρω ηδονή».


«Το κάνεις ήδη». Η φωνή του ακούστηκε βραχνή. «Είσαι προσεκτικός μαζί μου, το ξέρω. Δείξε μου, Ρις». Ένιωσε τη διέγερση, αλλά και την απροθυμία του. Για ποιο πράγμα όμως; Να τη σοκάρει; «Θέλω να σε αγγίξω, η ιδέα αυτή με συναρπάζει. Θέλω να σε τρελάνω». «Συνέχισε να μιλάς έτσι και θα το κάνεις. Τα λόγια είναι καμιά φορά πιο ισχυρά κι από τη σκέψη». «Φτάσαμε». Η Θία ανέβηκε με μετρημένα βήματα τα σκαλοπάτια της εισόδου. «Μπονσουάρ, μεσιέ». Χαιρέτησε μ’ ένα νεύμα τον πανδοχέα. «Λέω να αποσυρθώ, λόρδε μου, και να σας αφήσω να απολαύσετε το μπράντι σας», πρόσθεσε, απευθυνόμενη στον Ρις. «Καληνύχτα, λαίδη Αλθία», της απάντησε εκείνος και παρήγγειλε ένα κονιάκ στον Γάλλο, παρακολουθώντας τη να ανεβαίνει τις σκάλες. Όταν έφτασε στο πλατύσκαλο, η Θία σήκωσε τις φούστες της και έτρεξε στο δωμάτιό της. Είχε αγοράσει κάτι στην Οράνζ, μόνο για τον Ρις, κι ας πίστευε τότε ότι εκείνος δε θα το έβλεπε ποτέ. Είχε κάνει μπάνιο προτού βγουν έξω, έτσι τώρα πέταξε τα ρούχα της και σφουγγίστηκε με μια βρεγμένη πετσέτα, χρησιμοποιώντας το χλιαρό νερό που υπήρχε στη λεκάνη στο κομοδίνο της. Στη συνέχεια έβαλε λίγο ροδόνερο πίσω από τα αυτιά; ανάμεσα στα στήθη της και στις κλειδώσεις στα γόνατα. Η νυχτικιά που είχε αγοράσει γλίστρησε πάνω της όπως και το νερό του Ρήνου, νωρίτερα το απόγευμα, μεταξένια, ημιδιάφανη, μελιά. Σήκωσε τα χέρια της να βγάλει τις φουρκέτες, αλλά τελικά τις άφησε. Του Ρις του άρεσε να τις βγάζει ο ίδιος και να βλέπει τα μαλλιά της να πέφτουν ελεύθερα. Αυτό το είχε μάθει ήδη. Τι άλλο μπορεί να του άρεσε; Δε θα αργούσε να το ανακαλύψει, αλλά η αναμονή τη σκότωνε. Άρχισε να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο με την καινούργια μεταξωτή νυχτικιά της να χαϊδεύει τους αστραγάλους της. Θα του άρεσε; Η πωλήτρια την είχε βεβαιώσει πως θα έκανε τον κάθε εραστή να γονατίσει μπροστά της. Το απότομο πιάσιμο μιας ανάσας πίσω της ήταν η μοναδική ένδειξη ότι η Ρις βρισκόταν στο δωμάτιο μαζί της. Αφού έκλεισε την πόρτα πίσω του, ακούμπησε πάνω της. «Έχω γενέθλια σήμερα;» Έπαιξε το κλειδί στην κλειδαριά, χωρίς τη συνηθισμένη επιδεξιότητά του, αλλά κατάφερε να κλειδώσει. «Δεν πιστεύεις πλέον πως είσαι συνηθισμένη, έτσι δεν είναι, Θία;» «Δεν είμαι όμορφη. Ρις, δε χρειάζεται να με κολακεύεις -αρκεί που με θέλεις».


Εκείνος απομακρύνθηκε από την πόρτα και άρχισε να προχωρά προς το μέρος της, πετώντας τα ρούχα του στην πορεία. Το φουλάρι, το σακάκι και το γιλέκο του έπεσαν στο πάτωμα. «Όχι, δεν είσαι όμορφη». Έβγαλε το πουκάμισο από το κεφάλι του και το άφησε να πέσει. «Είσαι εκπληκτική», της είπε, ξεκουμπώνοντας το παντελόνι του. Το έβγαλε και κλότσησε και τις κάλτσες του. Η Θία ξεροκατάπιε αντικρίζοντας όλη εκείνη την αντρική μεγαλοπρέπεια μπροστά της. «Το κορμί σου εκφράζεται πολύ εύγλωττα χωρίς λόγια», του είπε και είδε τον ορθωμένο ανδρισμό του να πάλλεται σαν να είχε δική του θέληση. «Καλύτερα όμως να βρεις τη φωνή σου για να μου πεις τι να κάνω». «Εξερεύνησε. Βρίσκομαι στο έλεος σου, κάνε ό,τι θέλεις». Τα μάτια του ήταν μισόκλειστα, τα χέρια του σφιγμένα γροθιές στα πλευρά του, ενώ το στέρνο του, καλυμμένο μ’ ένα λεπτό στρώμα σκούρες τρίχες, ανεβοκατέβαινε, ακολουθώντας την ανάσα του. «Οι άντρες είμαστε πολύ οπτικά όντα -διεγειρόμαστε απ’ αυτό που βλέπουμε. Και το μυαλό μας διεγείρεται απ’ αυτά που ακούμε», πρόσθεσε, καρφώνοντας το βλέμμα του στα χείλη της. «Και απ’ αυτά που φανταζόμαστε». Τρομερή αυτοσυγκράτηση και καταπιεσμένη φλόγα. Τι θα γινόταν αν η Θία τον πίεζε να παραδώσει ακόμα περισσότερο τον έλεγχο; Έκανε και εκείνη ένα βήμα προς το μέρος του και έμπλεξε τα δάχτυλά της στις τριχούλες στο στέρνο του. Ο Ρις σήκωσε τα χέρια του. «Όχι, εσύ δεν αγγίζεις, άφησέ τα κάτω. Εγώ κάνω την εξερεύνηση». Προς μεγάλη της έκπληξη, εκείνος υπάκουσε. Ο Ρις συγκρατήθηκε ακόμα κι όταν η Θία έσυρε τα νύχια της στις θηλές του. Μόνο ένα γρυλισμός ξέφυγε από το στόμα του. Ένα μεγάλο αιλουροειδές έτοιμο να ορμήξει, σκέφτηκε η Θία, ανασαίνοντας μετά βίας. Άφησε τα χέρια της να κατέβουν πιο χαμηλά, στο γραμμωμένο στομάχι του, στα καπούλια του, στους μηρούς του, αγνοώντας το τίναγμα των γοφών του, που την προέτρεπε να τον αγγίξει εκεί όπου τον έκαιγε περισσότερο. «Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Μπρούμυτα», πρόσθεσε και χάρηκε όταν είδε την περιέργεια στα μάτια του. Φορώντας πάντα τη μεταξωτή νυχτικιά της, η Θία ανέβηκε στο κρεβάτι και καβάλησε τους μηρούς του. Έγειρε μπροστά, ακούμπησε τις παλάμες της στα οπίσθιά του και ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε τους μυς του να σκληραίνουν και να γίνονται πέτρα. Τα χέρια της ανέβηκαν πιο ψηλά, οι αντίχειρές της είχαν για οδηγό τη ραχοκοκαλιά του, καθώς χάιδευε τις γρατσουνιές και τις ουλές από το ατύχημα που είχαν πια γιάνει. «Πώς τους α-


πέκτησες όλους αυτούς τους μυς;» τον ρώτησε, γέρνοντας μπροστά έτσι ώστε οι θηλές της να αγγίξουν την πλάτη του μέσα από το μετάξι. «Ιππασία, πυγμαχία, ξιφασκία, κολύμβηση». «Βγάζω τη νυχτικιά μου», μουρμούρισε η Θία και την άφησε να κυλήσει στην πλάτη, στα οπίσθιά του. Ο Ρις έσφιξε το κάλυμμα μέσα στις γροθιές του. «Τώρα βγάζω τις φουρκέτες μου και αφήνω τα μαλλιά μου να πέσουν ελεύθερα». Γονάτισε και τα άφησε να χαϊδέψουν τους ώμους του μέχρι που τον ένιωσε να ανατριχιάζει. «Τώρα τι κάνεις;» ρώτησε τραχιά ο Ρις όταν εκείνη κάθισε πίσω για να ξαναβρεί την ανάσα της. Τι ήταν αυτό που θα τον τρέλαινε; Να το τολμούσε; «Χαϊδεύω τα στήθη μου», ψέλλισε η Θία. Ο Ρις γύρισε πολύ γρήγορα για να μπορέσει εκείνη να αντιδράσει. Η Θία βρέθηκε φυλακισμένη από κάτω του και κοίταξε τα γαλανά μάτια του, που γυάλιζαν απ’ τον πόθο. «Είσαι πιο προκλητική κι από την πιο ταλαντούχα εταίρα. Διαθέτεις πηγαίο ένστικτο, σωστά; Δε χρησιμοποιείς τερτίπια, έχεις ένα φυσικό, αισθησιακό ταλέντο». «Ταλέντο;» Η Θία τα έχασε. «Μα, δεν ξέρω τι κάνω». «Με τρελαίνεις, αυτό κάνεις». Ο Ρις έπιασε τους καρπούς της με το ένα χέρι και ακινητοποίησε τα χέρια της πάνω από το κεφάλι της για να μπορέσει να επιτεθεί στο στήθος της, με όπλα τη γλώσσα και τα δόντια του. «Εγώ... εξερευνούσα», διαμαρτυρήθηκε ξέπνοη η Θία, προσπαθώντας να ελευθερωθεί από το πιάσιμό του, «και με σταμάτησες. Την επόμενη φορά θα δέσω τα χέρια σου στο κεφαλάρι του κρεβατιού με τις κάλτσες μου και στη συνέχεια θα μπορώ να σου κάνω ό,τι θέλω». Ο Ρις έμεινε εντελώς ακίνητος. «Δε θα σου άρεσε αυτό;» «Δεν ένιωσα ποτέ την επιθυμία να παραδώσω τον έλεγχο σε τέτοιο βαθμό», της απάντησε αργά, σέρνοντας τη γλώσσα του στο κάτω χείλος της, «αλλά ίσως...» «Σε εξιτάρει». Η Θία έκανε τόξο το κορμί της και τρίφτηκε πάνω στη ζωντανή απόδειξη αυτού που του έλεγε. «Εσύ με εξιτάρεις». Ο Ρις έσκυψε το κεφάλι του κι έτριψε το αδρό από τα γένια μιας μέρας μάγουλό του πάνω στις ευαίσθητες θηλές της. «Θα μπορούσες να μου προτείνεις να κάνουμε έρωτα μέσα σε μια μπανιέρα γεμάτη με παγωμένη κρέμα κάσταρντ και πάλι θα με εξίταρες, μάγισσα». «Δε νομίζω...» Η Θία σταμάτησε λαχανιασμένη και τύλιξε τα πόδια της γύρω από τους γλουτούς του. «Δε νομίζω να φτιάχνουν κρέμα κάσταρντ στη Γαλλία».


«Κρεμ ανγκλέζ». Ο Ρις έβγαλε ένα βογκητό και μπήκε καυτός μέσα της με μια επιδέξια κίνηση. «Κρέμα βανίλια», ψέλλισε η Θία, με το στόμα της πάνω στο δικό του, κάνοντας τόξο το κορμί της για να τον συναντήσει. «Κρέμα σοκολάτα...» «Θία». Ο Ρις ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της και έμεινε ακίνητος. Η Θία ένιωθε την καρδιά του να βροντοχτυπά. «Αν αναφέρεις ένα ακόμα γλοιώδες γλύκισμα, ένα ακόμα εσώρουχό σου με το οποίο θα ήθελες να με δέσεις στο κρεβάτι, θα χάσω εντελώς τον έλεγχο του εαυτού μου». «Ζεστή μαρμελάδα φράουλα, κορδόνια κορσέ, κολόνες του κρεβατιού», του ψιθύρισε εκείνη, γλιστρώντας τη γλώσσα της στο αυτί του. «Αχ... Ρις!» *** Μία ώρα αργότερα, η Θία κουλουριάστηκε δίπλα του, νυσταγμένη, χορτασμένη, ζεστή. Ο Ρις είχε χάσει τον έλεγχο και είχε φερθεί άγρια, ανυπόμονα, σχεδόν απελπισμένα -το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικά συναρπαστικό. Και, στη συνέχεια, την είχε αποζημιώσει, φυσικά, κάνοντάς της έρωτα πολύ τρυφερά και γλυκά. Της φαινόταν απίστευτο που μπορούσε να τον διεγείρει, να τον ικανοποιεί σε τέτοιο βαθμό. Μπορούσε ακόμα και να τον σοκάρει έως ένα σημείο, σκέφτηκε μ’ ένα νυσταγμένο χαμόγελο. Πώς θα ήταν άραγε αν είχε το υπέροχο εκείνο κορμί του ανίσχυρο στα χέρια της, ενώ θα προσπαθούσε να ανακαλύψει τι τον ικανοποιούσε; «Σε νιώθω να χαμογελάς». «Σκεφτόμουν πως αν σε έδενα, δε θα αποφάσιζα ποτέ να σε λύσω». «Θα σε μάθω κόμπους από τους οποίους μπορώ να ελευθερωθώ από μόνος μου, που θα σου δίνουν απλώς το προβάδισμα. Τώρα κοιμήσου, προτού υποκύψω στον πειρασμό να σε φιλήσω -ξέρεις πού θα μας οδηγούσε αυτό». *** Τρεις μέρες αργότερα ο πανδοχέας στάθηκε στα σκαλοπάτια του Πορτ ντυ Ρον και έμεινε να κοιτάζει μακάρια την άμαξα, το μόνιππο και τους δυο ιππείς που απομακρύνονταν, έχοντας εξασφαλίσει μια γερή αμοιβή. Η Θία ένιωθε πεσμένη, ο Ρις ακόμα περισσότερο. Τι περίεργο -ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι εδώ. Μπορεί να είναι απλώς η στεναχώρια που φεύγουμε που μας έχει κάνει και τους δύο τόσο σοβαρούς. Ο Ρις την είχε βοηθήσει αμίλητος να ανέβει στη σέλα της και στη συνέχεια είχε καβαλήσει και αυτός, αλλά όταν βγήκαν από την πόλη και κατευθύνθηκαν προς την Εξ, η Θία τον προκάλεσε: «Προς τι το συνοφρύωμα, Ρις;» «Ζήσαμε μια ειδυλλιακή κατάσταση -τώρα επιστρέφουμε στην πραγματικότητα».


Αυτή ήταν η σκληρή αλήθεια, αλλά τι τον είχε πιάσει; Εκείνη ήταν η ερωτευμένη, εκείνη ήταν που πάλευε όλη μέρα να συγκρατήσει τους φόβους της για το μέλλον. Και το περίεργο ήταν ότι αυτοί εντείνονταν όσο απομακρύνονταν από την Αγγλία. «Αν είναι να είσαι τόσο κακόκεφος, θα ευχηθώ να ξαναγύριζε ο Τζάιλς!» «Το μετανιώνεις που δε δέχτηκες την πρόταση γάμου που σου έκανε;» «Για όνομα του Θεού, Ρις, και βέβαια όχι, αλλά είναι φίλος». «Κάτι παραπάνω, θα έλεγα». «Είναι κληρικός, ακόμα κι αν δε διακονεί. Μου είναι εύκολο να του εκμυστηρευτώ πράγματα». «Τι είπες; Του τα εκμυστηρεύτηκες όλα, σωστά; Μήπως σου είπε και πόσες προσευχές να πεις για να εξιλεωθείς για το αμάρτημά σου που κοιμήθηκες μαζί μου;» Ο Ρις ήταν έξαλλος. «Όχι! Φυσικά και όχι. Απλώς μπόρεσα να του εκμυστηρευτώ κάτι άλλο που με βασάνιζε, αυτό είναι όλο». Ο Ρις έγινε ακόμα πιο βλοσυρός. «Για το μυστηριώδη αγαπημένο σου; Νιώθεις τύψεις που έκανες έρωτα μαζί μου, ενώ τρέφεις βαθιά αισθήματα για έναν άλλον άντρα;» Η Θία το ήξερε ότι κοκκίνισε, ένιωσε το λαιμό και τα μάγουλά της να ανάβουν. Τι μπορούσε να πει; Εσύ και αυτός είστε ο ίδιος άντρας; «Ζηλεύεις, αυτό είναι», ξέσπασε με τη σειρά της. Αν το έπαιζε θυμωμένη, θα μπορούσε να δικαιολογήσει και το κοκκίνισμα. Η φοράδα της πλαγιοπάτησε εκνευρισμένη, καθώς αισθάνθηκε τη δική της αναστάτωση. «Πρόσεχε το άλογό σου», της υπέδειξε απότομα ο Ρις. «Φυσικά και δε ζηλεύω. Ποιος ο λόγος να ζηλέψω;» «Τι σημαίνει αυτό; Ότι κανείς δε θα σκεφτόταν να γυρίσει να με κοιτάξει ή ότι εσύ είσαι τόσο ξεχωριστός ως άντρας που δεν μπορείς καν να διανοηθείς ότι θα ήταν δυνατόν να σε παρατήσει μια γυναίκα; Ω...» Η Θία σταμάτησε συνειδητοποιώντας τι είχε μόλις πει. Ο Ρις είχε καρφώσει το βλέμμα του μπροστά στο δρόμο εντελώς ανέκφραστος. Μόνο το άλογό του, που τίναξε ψηλά το κεφάλι, πρόδωσε ότι πρέπει να είχε σφίξει απότομα τα χαλινάρια. «Συγγνώμη. Δεν το σκέφτηκα. Η Σερίνα...» Η φωνή της έσβησε. Ό,τι κι αν έλεγε, δεν μπορούσε να πάρει πίσω αυτό που είχε ξεστομίσει. Ο Ρις έμπηξε τις φτέρνες στα καπούλια του αλόγου του και άρχισε να καλπάζει. «Έλα», της φώναξε πάνω από τον ώμο του. Περίπου δυο χιλιόμετρα πιο κάτω, τράβηξε τα γκέμια και σταμάτησε να την περιμένει. Οι άμαξες που τους ακολουθούσαν δε φαίνονταν πουθενά. «Άκουσέ με», της


είπε χωρίς εισαγωγές. «Σε εμπιστεύομαι, Θία. Δε λες ψέματα, δεν είσαι κρυψίνους και δε φλερτάρεις. Είμαι σίγουρος πως πολλοί άντρες θα ήθελαν να πάρουν τη θέση μου, αλλά δε θα τους ενθάρρυνες. Αυτό σίγουρα δε σημαίνει ότι μου αρέσει η ιδέα να μοιράζεσαι μυστικά μ’ έναν άλλον άντρα, όσο αθώο κι αν είναι αυτό. Είμαι κτητικός και θα πρέπει να το αποδεχτείς». «Δεν είχα σκοπό να...» «Να μου ρίξεις μπηχτή για τη Σερίνα. Αυτό το καταλαβαίνω. Όταν το έσκασε με τον Πολ, ένιωσα προδομένος, είχα την αίσθηση ότι με χρησιμοποίησε. Εκείνο που δεν ένιωσα, και το συνειδητοποίησα αφού σταμάτησα να μπεκροπίνω, ήταν την καρδιά μου ραγισμένη. Δεν αγαπούσα τη Σερίνα. Δε ζηλεύω τον Πολ και δε νομίζω ότι μου την έκλεψε εκείνος. Πιστεύω ότι η Σερίνα ήταν πάντα δική του και πως χρησιμοποίησαν και οι δύο το ξεμυάλισμά μου μαζί της για τους δικούς τους σκοπούς. Έγινα ξεκάθαρος;» «Δεν την αγαπούσες;» Η Θία συνειδητοποίησε ότι τον κοιτούσε σαν χαζή. «Δεν την αγάπησες ποτέ;» «Νόμιζα ότι την αγαπούσα. Ήμουν νέος, ιδεαλιστής, παθιασμένος. Αν ήμουν λιγάκι πιο σοφός ως προς τις γυναίκες, θα της είχα ριχτεί στο καλοκαιρινό περίπτερο και τότε θα είχε βγει αναμφίβολα στο φως η αλήθεια, καθώς εκείνη θα μου είχε αστράψει ένα χαστούκι, ενώ ο Πολ θα μου είχε ρίξει μια γροθιά στη μύτη. Η Σερίνα δεν ήταν ποτέ διατεθειμένη να μου χαρίσει τίποτε περισσότερο από μερικά γλυκόλογα, πεταρίζοντας ναζιάρικα τις βλεφαρίδες της. Δε θα δεχόταν ποτέ να κάνει κάτι που θα μπορούσε να προδώσει τον εραστή της». «Πιστεύεις ότι ήταν εραστές;» Η Θία ένιωσε το έδαφος να τρέμει. Ο Ρις δεν είχε ερωτευτεί ποτέ πραγματικά τη Σερίνα; «Τι απέγιναν;» Κανείς δεν είχε ξαναμιλήσει για το συγκεκριμένο ζευγάρι, όχι δημόσια τουλάχιστον, όχι σ’ εκείνη. Ο Ρις, όμως, δεν μπορεί, θα ήξερε, σωστά; «Δεν έχω ιδέα», της απάντησε, ατενίζοντας αδιάφορα τα λιόδεντρα στους λόφους. «Σου είπα, δε μ’ ενδιέφερε». «Αν την είχες αγαπήσει, θα σ’ ενδιέφερε», μουρμούρισε η Θία, εκφράζοντας φωναχτά τις σκέψεις της. «Ακριβώς». Ο Ρις, με την οξεία ακοή του, είχε πιάσει τα λόγια της. «Αυτό ήταν που με έπεισε ότι δεν την αγαπούσα. Σε σόκαρα, μικρή μου ρομαντική; Το ξέρω ότι τόσα χρόνια πίστευες πως έκανα μια γενναία προσπάθεια να κρύψω τη ραγισμένη καρδιά μου και να κρατήσω αμόλυντη την εικόνα της ξανθομαλλούσας αγαπημένης μου».


«Αλλά πιστεύεις στην αγάπη». Η Θία ήθελε τόσο πολύ να τον πείσει, που έγειρε στη σέλα της και ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του. «Και μόνο το γεγονός ότι κατάλαβες πως αυτό που ένιωθες για τη Σερίνα δεν ήταν αγάπη το αποδεικνύει. Ρις, δεν το βλέπεις πόσο πιο ευτυχισμένος θα είσαι αν παντρευτείς μια γυναίκα που αγαπάς, αντί να συμβιβαστείς μ’ ένα συμβατικό γάμο χωρίς αγάπη;» «Η αγάπη οδήγησε τη Σερίνα και τον Πολ να προδώσουν όσους τους αγαπούσαν και τους εμπιστεύονταν. Θα μπορούσαν πολύ καλά να με είχαν τσακίσει. Είναι ένα συναίσθημα εγωιστικό, που σε κάνει αδύναμο και επικίνδυνα αισθηματία». «Αισθηματία;» «Η Σερίνα έλεγε αναμφίβολα στον εαυτό της ότι έκανε θυσίες για την αγάπη της, ότι η αγάπη είναι πολύ σπουδαία για να επιτρέψει κανείς στην εμπιστοσύνη, στην τιμή και την αξιοπρέπεια να σταθούν εμπόδιο στο δρόμο της». «Δεν μπορείς να κατηγορήσεις την αγάπη γι’ αυτό, μόνο το χαρακτήρα του προσώπου που αγαπάει...» Ο Ρις όμως είχε σπιρουνίσει το άλογό του και την είχε αφήσει να εκθέτει τις πεποιθήσεις της στο μυρωμένο αέρα. Αχ, Ρις. Με άφησες να ονειρεύομαι και τώρα θα μου ραγίσεις την καρδιά.


Κεφάλαιο 19 Η Θία ακολούθησε τον Ρις, αλλά δεν είχε καμία διάθεση να φάει τη σκόνη του για να τον φτάσει. Δύο φορές τον είδε να σταματάει να σηκώνεται στους αναβολείς και να κοιτάζει πίσω, για να βεβαιωθεί ότι εκείνη ακολουθούσε, και μετά συνέχιζε ακάθεκτος. Η Θία συνειδητοποίησε ότι τον είχε κάνει να νιώσει. Για ένα συγκροτημένο άντρα με τέτοιο αυτοέλεγχο όπως ο Ρις, αυτό μπορεί να ήταν ασυγχώρητο αμάρτημα. Τώρα καταλάβαινε γιατί εκείνος ήθελε ένα γάμο στον οποίο δε θα εμπλέκονταν συναισθήματα και γιατί είχαν κυκλοφορήσει οι φήμες ότι ήταν ένας κορτάκιας, ένας άντρας στον οποίο δεν μπορούσες να έχεις εμπιστοσύνη πως θα σου παρείχε κάτι περισσότερο απ’ αυτό στο οποίο αρκούνται οι ερωμένες. Αλλά και ο ίδιος απέφευγε τις κοπέλες της παντρειάς, από τις οποίες αργά ή γρήγορα θα αναγκαζόταν να διαλέξει μια σύζυγο αν επέμενε να εφαρμόσει το σχέδιό του να παντρευτεί με γνώμονα το μυαλό και όχι την καρδιά του. Θα γίνετε και οι δύο δυστυχισμένοι, σκέφτηκε η Θία όταν είδε το άλογό του δεμένο στη σκιά ενός πανδοχείου, στην άκρη του δρόμου. Γιατί να μην παντρευτείς εμένα; Τουλάχιστον εμένα μπορείς να με εμπιστευτείς. Τουλάχιστον εμένα με ποθείς. Τουλάχιστον εμείς είμαστε φίλοι. Η Θία ανέκοψε το ρυθμό της φοράδας της προσπαθώντας να χωνέψει τη σκέψη. Γάμος; Μην είσαι χαζή. Τι σκοπεύεις να κάνεις; Θα του ζητήσεις εσύ να σε παντρευτεί και θα καταστρέψεις τη φιλία σας; Όταν την είδε να πλησιάζει, ο Ρις σηκώθηκε κάτω από την πέργκολα, που έπιανε όλη την πρόσοψη του πανδοχείου. Είχε αράξει για τα καλά, είχε απλώσει τα πόδια του μπροστά και είχε παρατήσει το καπέλο του στον πάγκο δίπλα του. Τώρα πλησίασε και πήρε τα χαλινάρια από τα χέρια της, μισοκλείνοντας τα μάτια του, για να μην τον τυφλώσει ο ήλιος, ενώ στα αμαρτωλά χείλη του ήταν ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο για να την καλωσορίσει. Δεν την ξεγέλασε, όμως. Καθώς τη βοηθούσε να κατέβει και το κορμί της σύρθηκε πάνω στο δικό του, η Θία σήκωσε το κεφάλι της και προσπάθησε να διαβάσει τα μάτια του. Ήταν ανέκφραστα, σκοτεινά. Φίλοι ή όχι, εραστές ή όχι, ο Ρις δε θα την άφηνε να τον πλησιάσει. Του είχε αποσπάσει μυστικά,


του είχε βγάλει στην επιφάνεια συναισθήματα που εκείνος δεν ήθελε να τα φανερώσει, έτσι τώρα ήταν επιφυλακτικός. Ο Ρις δε θα παντρευόταν μια γυναίκα που έξυνε παλιές πληγές, όπως είχε κάνει εκείνη, όπως δε θα συγχωρούσε και τη Σερίνα για την προδοσία της. «Κρασί ή λεμονάδα;» Η Θία είδε ένα στρωμένο τραπέζι κάτω από την πέργκολα. Πάνω του υπήρχαν ήδη καράφες, ποτήρια και πιάτα με ελιές. «Λεμονάδα, παρακαλώ». «Κάναμε μόλις το πρώτο ερωτικό καβγαδάκι μας;» τη ρώτησε ο Ρις, δίνοντάς της το ποτήρι με το κιτρινόχρωμο υγρό. «Θα έλεγα ότι ήταν κάτι περισσότερο από καβγαδάκι», του απάντησε ψυχρά εκείνη. Δεν ήταν σίγουρη πως ήταν έτοιμη να τον συγχωρέσει, αν και δεν ήξερε ποιο ακριβώς ήταν το πταίσμα του. Το ότι την είχε κάνει να τον αγαπήσει ή το ότι της είχε ραγίσει την καρδιά; Δεν ήταν υπεύθυνος αυτός για κανένα από τα δύο. Μήπως το ότι δεν είχε αγαπήσει ποτέ του τη Σερίνα; Όσο κι αν ντρεπόταν, βαθιά μέσα της χαιρόταν γι’ αυτό. Ή πάλι το ότι ήταν τόσο ξεροκέφαλος ως προς τη δική του ευτυχία; Ναι, μπορεί να ήταν αυτό. «Δε μου αρέσει να μου ξύνουν παλιές πληγές», της είπε ο Ρις, σηκώνοντας την καράφα με το κρασί, αλλά την ξανάφησε και σέρβιρε και για τον εαυτό του λεμονάδα. «Προτιμώ να τις αφήνω να γιάνουν με την ησυχία τους. Φυσικά, αν είσαι διατεθειμένη να μου μιλήσεις για τη χαμένη αγάπη σου, τότε θα σε αφήσω κι εγώ να σκαλίσεις όσο θέλεις τις πληγές μου». «Σ’ ευχαριστώ, όχι». Η Θία άφησε κάτω το ποτήρι της και έσυρε το δάχτυλό της στις σταγονίτσες που κύλησαν στην εξωτερική του επιφάνεια, μέχρι το τραπεζομάντιλο, όπου σχημάτισαν ένα λεκέ. «Θα κρύψω το σκαρπέλο μου. Ανακωχή;» «Ανακωχή». Ο Ρις πήρε τα βρεγμένα δάχτυλά της και τα φίλησε. «Να, έρχονται και οι άμαξες». *** Διέσχισαν όλη μέρα αργά την πανέμορφη εξοχή, καλπάζοντας ανάμεσα σε χωράφια γεμάτα λεβάντα και ελαιόδεντρα, προσπέρασαν λιθόκτιστες φάρμες που έδειχναν σμιλεμένες στο βράχο, ενώ τα γαβγίσματα των σκύλων, που ήταν δεμένα στις αυλές με μεγάλες αλυσίδες, τρόμαζαν τα άλογά τους. Η Εξ-αν-Προβάνς ήταν για τη Θία πιο κομψή, πιο συμμετρική και πιο μοντέρνα από την Αβινιόν. Ήταν μια πανεπιστημιούπολη, της εξήγησε ο Ρις, καθώς περπατούσαν στο Κουρ Μιραμπέλ, κάτω από τα δέντρα, κοιτάζο-


ντας τα διάφορα σιντριβάνια γύρω τους. Η Θία φορούσε το καλύτερο από τα απογευματινά φορέματα που είχε αγοράσει στο Παρίσι, ενώ είχε ρίξει στα μαλλιά της ένα από τα δαντελένια φουλάρια που είχε αγοράσει στη Λυών. Η πόλη έδειχνε τόσο κομψή που ήταν φυσικό να θέλεις να βάλεις τα καλά σου, ενώ και ο Ρις, εντυπωσιακός με το μαύρο παντελόνι, τη σκούρα μπλε ρεντιγκότα και το κάτασπρο λευκό πουκάμισο, θα πρέπει να είχε νιώσει ακριβώς το ίδιο. «Πού πάμε;» «Σ’ ένα καφέ που λέγεται Τα Δύο Αγόρια. Άνοιξε λίγο πριν από την Επανάσταση και κατάφερε να καθιερωθεί ως το μαγαζί όπου θέλουν όλοι να πάνε για να δούνε και να τους δουν. Λέω να φάμε στο ξενοδοχείο, αλλά τώρα μπορεί να έχεις διάθεση για κάτι δροσιστικό». Ο τρόπος του ήταν κάπως πιο τυπικός τώρα, λες και ο σκανταλιάρης εραστής να είχε μεταμορφωθεί σ’ έναν αξιοπρεπή συνοδό. Η Θία πίεσε τον εαυτό της να ξεχάσει τις μεταξωτές κάλτσες και τη λαχτάρα της να τον δέσει στο κεφαλάρι του κρεβατιού. Μια ματιά στον Ρις ήταν αρκετή για να αντιληφθεί ότι απόψε θα ήθελε να έχει εκείνος τον πλήρη έλεγχο των γεγονότων. Ήταν χαλαρός, γοητευτικός και -αλήθεια πώς είχε αποκαλέσει τον εαυτό του ο ίδιος; -κτητικός. Ναι, αυτό ήταν, αποφάσισε η Θία. Κολακεύτηκε που εκείνος ήταν τόσο προστατευτικός απέναντι της, λες και με το που θα την αντίκριζαν οι Γάλλοι θα αποκτούσε μια ουρά από φανατικούς θαυμαστές. Ένας περαστικός την κοίταξε, σήκωσε ευγενικά το καπέλο του, αλλά με το που πρόσεξε το συνοδό της βιάστηκε να συνεχίσει το δρόμο του. «Υπάρχει κάποιος κώδικας ανάμεσα στους άντρες που δεν μπορώ να τον διαβάσω;» ρώτησε η Θία, καθώς έφερνε ένα ασημένιο κουταλάκι γεμάτο κρέμα, φρούτα και αφράτη σφολιάτα στο στόμα της. «Μια ματιά σου και τούτοι οι κύριοι πάγωσαν». «Φοιτητές». Ο Ρις πρόσεξε το βλέμμα της και χαμογέλασε. «Σ’ το είπα, είμαι κτητικός». «Ναι, αλλά πώς το κάνεις;» επέμεινε η Θία. Ο Ρις την κοίταξε και η ευθυμία είχε εξαφανιστεί εντελώς από το πρόσωπό του, καθώς σήκωνε απειροελάχιστα το φρύδι του. Η Θία ένιωσε το σφυγμό της να χοροπηδάει. «Χριστέ μου! Σαν να βλέπω δυο αρσενικά ελάφια να χτυπάνε τα κέρατά τους». «Με συγκρίνεις με βαρβάτο ελάφι, έτσι;» «Μμμμ». Η Θία έγλειψε αργά την κρέμα απ’ το κουτάλι με το βλέμμα της καρφωμένο πάντα στο δικό του. «Απέχουμε πολύ από το ξενοδοχείο; Νο-


μίζω πως κάναμε κύκλο για να έρθουμε». «Είσαι κιόλας έτοιμη για το δείπνο; Μετά από ένα τόσο μεγάλο γλυκό;» Ο Ρις κάρφωσε το βλέμμα του στα χείλη της. «Έχεις λίγη κρέμα εδώ». Τη σκούπισε με το δάχτυλό του και στη συνέχεια το έγλειψε. «Όχι, δε θέλω δείπνο. Θέλω εσένα». Τα γαλανά μάτια του σπίθισαν. «Σκέφτομαι ότι είναι αδύνατον να με φουντώσεις περισσότερο απ’ όσο το έχεις κάνεις ήδη, Θία, αλλά ανακαλύπτω διαρκώς πως σφάλλω». Ο Ρις έκανε νόημα στο γκαρσόνι. «Πώς σκοπεύεις όμως να ξεγελάσεις την καμαριέρα σου για να μην πάρει είδηση ότι έχεις έναν άντρα στο κρεβάτι σου;» «Είχα την προνοητικότητα να της πω ότι δε θα τη χρειαστώ παρά όταν θα αποσυρθώ στο δωμάτιό μου, αργά το βράδυ, και της πρότεινα να πάει και αυτή να εξερευνήσει την πόλη παρέα με τον Χοτζ και στη συνέχεια να δειπνήσουν έξω οι δυο τους». Η Θία πήρε το σάλι και την τσάντα της και σηκώθηκε. «Της έδωσα μάλιστα και λεφτά για να πληρώσει εκείνη. Ενθουσιάστηκε». «Και τώρα μας το παίζεις αυτάρεσκη». Ο Ρις της έδωσε ένα φιλί στην άκρη της μύτης. «Τέλεια». *** Αν και δεν το συζήτησαν, ωστόσο ο ρυθμός του ταξιδιού είχε επιβραδυνθεί. Η Θία ήξερε από εκείνο το βράδυ στην Αβινιόν ότι ο Ρις σκόπευε να βρίσκεται στη Βενετία μετά από δεκαπέντε μέρες. Κι όμως τους είχε πάρει τελικά μία βδομάδα να φτάσουν στην Τουλόν, τρεις μέρες για να βρουν ένα πλοίο που να τον ικανοποιεί και άλλη μία εβδομάδα για να περιπλεύσουν τις ακτές μέχρι την Τζένοα. Ο Ρις είχε βρει κάτι να εξερευνήσει σε κάθε κολπίσκο, σε κάθε χωριό, σε κάθε μικρό λιμάνι. «Λες και ο χρόνος έχει μείνει στάσιμος». Η Θία έγειρε στην κουπαστή του πλοίου και κοίταξε τα σκόρπια φώτα στην ακτή, που έλαμπαν σαν αστέρια. Διάσπαρτα φωτάκια χοροπηδούσαν και στα ανοιχτά του κόλπου, ήταν οι ψαρόβαρκες που είχαν βγει για ψάρεμα. «Πού βρισκόμαστε;» «Κάπου κατά μήκος των ιταλικών ακτών», της απάντησε αόριστα ο Ρις, έσκυψε το κεφάλι του και έσυρε τη μύτη του πίσω από το αυτί της. «Αύριο θα είμαστε στην Τζένοα, ανυπόμονη». «Δεν είμαι ανυπόμονη». Η Θία μετακινήθηκε για να του προσφέρει καλύτερη πρόσβαση. «Τουλάχιστον, όχι για να φτάσουμε». Το ταξίδι αυτό ήταν σαν μήνας του μέλιτος, ρομαντικό, αισθησιακό, ειδυλλιακό. Πρώτα είχαν διασχίσει τη μαγευτική ενδοχώρα και τώρα έπλεαν στην ήρεμη, κα-


ταγάλανη θάλασσα. Οι ημέρες ήταν ηλιόλουστες και είχαν να εξερευνήσουν έναν καινούργιο κόλπο, ένα νέο ακρωτήρι, ένα καινούργιο βασίλειο. Η Θία δε νοιαζόταν πια που η Πόλι και ο Χοτζ γνώριζαν ότι εκείνη και ο Ρις ήταν εραστές, όπως δεν την προβλημάτιζε και το ότι και οι δύο υπηρέτες είχαν γίνει εραστές, άσχετα από τις δηλώσεις της Πόλι ότι δεν επρόκειτο να χαρίσει στον Χοτζ τίποτα παραπάνω από ένα φιλί. Ήταν όλοι τους ενήλικες -εξάλλου ήταν σίγουρη πως οι δύο υπηρέτες θα παντρεύονταν αμέσως μόλις θα έφταναν κάπου όπου θα υπήρχε αγγλικανός ιερέας. Συνεπαρμένη από το άγγιγμα των χειλιών του Ρις, η Θία άφησε το μυαλό της να γυρίσει πίσω στο σημείο απ’ όπου είχαν ξεκινήσει αυτές οι σκέψεις. Το μήνα του μέλιτος ακολουθούσε μια κοινή ζωή -το συγκεκριμένο θα τον ακολουθούσε ο χωρισμός. Της ήρθε στο μυαλό μια φράση. Ήταν από ποίημα ή από τραγούδι; «Ρις, από πού είναι η φράση: “Η περιπλάνηση τελειώνει με τη συνάντηση των εραστών”;» «Πώς σου ήρθε; Είναι από τη Δωδέκατη Νύχτα του Σαίξπηρ. Το τραγουδά ο γελωτοποιός. Ανεβάσαμε το συγκεκριμένο έργο στο Ίτον». Ο Ρις σιγομουρμούρισε κάποιες νότες. Η φωνή του ήταν καθάρια όταν τραγούδησε, μια πλούσια φωνή τενόρου. Η Θία συνειδητοποίησε ότι είχε να τον ακούσει να τραγουδάει από τότε που ήταν παιδιά. Τι είναι αγάπη; Τα λόγια αντήχησαν στο μυαλό της καθώς χωνόταν στην αγκαλιά του. Η δική τους αγάπη δε θα ήταν αιώνια, θα διαρκούσε μέχρι τη Βενετία. Γι’ αυτό και ο Ρις χρονοτριβούσε σε αυτό το ταξίδι, γιατί ανέμενε ήδη το τέλος. Εκείνη μπορεί να ονειροβατούσε -το δικό του μυαλό ήταν ξεκάθαρο. *** «Φτάσαμε στη Βενετία. Μαγική», μουρμούρισε ο Ρις. Μια αχλή πλανιόταν πάνω από τη λιμνοθάλασσα λόγω της ζέστης, καλύπτοντας με το πέπλο της τον ουρανό και τη θάλασσα. Στο βάθος αντικατοπτριζόταν η πόλη, σαν να έπλεε πάνω στα νερά. Το πλοιάριο στο οποίο είχαν επιβιβαστεί από την ηπειρωτική χώρα έσκιζε τα νερά αργά, όσο γρήγορα και να τραβούσαν κουπί οι κωπηλάτες. Ο Τομ είχε μείνει πανευτυχής στην ηπειρωτική μεριά να φυλάει τις άμαξες, κάνοντας τα γλυκά μάτια στην αφράτη ξενοδόχα κι ας μην ήξερε λέξη ιταλικά. Ο Ρις άνοιξε ένα χάρτη της Βενετίας στα γόνατά του και κοίταξε το τοπίο που ανοιγόταν μπροστά τους, ενώ ο καπετάνιος του έδειξε την πορεία με το χοντρό δάχτυλό του.


Η νονά τους είχε νοικιάσει ένα παλάτσο σ’ ένα από τα μικρά κανάλια που συνδέονταν με το Κανάλ Γκράντε. Της Θία όλα αυτά της φαίνονταν απίστευτα ρομαντικά. Μέσα σ’ ένα πλοιάριο και κρατώντας τον Ρις από το χέρι, θαύμαζε αυτή την παραμυθένια πόλη, που σύντομα θα σηματοδοτούσε το τέλος του δικού της παραμυθένιου ταξιδιού. Ήταν όλα ένα όνειρο, σκεφτόταν. Είχε πυρετό ή απλώς δεν είχε ξυπνήσει ακόμα, γιατί όλα αυτά δεν μπορεί να ήταν αληθινά, αυτό δεν μπορεί να ήταν το τέλος. Την προηγούμενη νύχτα ο Ρις της είχε κάνει έρωτα με την τρυφερότητα ενός άντρα που ετοιμάζεται να χωρίσει για πάντα από την ερωμένη του. Κάπως έτσι θα πρέπει να έκανε έρωτα κι ένας άντρας που την επόμενη αυγή μπορεί να σκοτωνόταν σε μονομαχία ή κάποιος που ετοιμαζόταν για ένα ταξίδι στην Αρκτική από το οποίο μπορεί να μη γύριζε ποτέ, σχηματίζοντας μια πολύ εύθραυστη ανάμνηση για να την κρατήσει. Ύστερα, χωρίς λέξη, ο Ρις την είχε αφήσει και είχε επιστρέψει στο δωμάτιό του, κάτι που είχε να κάνει από την Εξ, και η Θία είχε κλάψει σιωπηλά στο μαξιλάρι της. Τώρα τα πλοιάρια στο νερό είχαν αυξηθεί, ενώ τα κτίρια είχαν αρχίσει να προβάλλουν μέσα από την αχλή, εξωτικά, σαν ζαχαρωτά. Ο Ρις της έδειξε το Παλάτι των Δόγηδων, την πελώρια εκκλησία του Σαν Τζόρτζιο Ματζόρε, τις κολόνες της προκυμαίας της πλατείας του Αγίου Μάρκου, αλλά εκείνη καθόταν εκεί και κοιτούσε χωρίς να μπορεί να εστιάσει σε τίποτε απ’ όσα έβλεπε μπροστά της. «Αυτό είναι το Κανάλ Γκράντε». Ο Ρις γύρισε το χάρτη στα γόνατά του και της το έδειξε. «Κοντεύουμε να φτάσουμε». Όλα τα κτίρια κατά μήκος του καναλιού φάνταζαν σαν παλάτια στη Θία. Οι τοίχοι τους ορθώνονταν μέσα από τα πρασινωπά νερά. Οι γόνδολες ήταν δεμένες στις μικρές αποβάθρες, ενώ πλοιάρια φορτωμένα με βαρέλια κι άλλες προμήθειες διασταυρώνονταν με το δικό τους. «Τα ακούσματα είναι τόσο διαφορετικά», μουρμούρισε. «Δεν έχει πουθενά ήχους από άλογα, άμαξες, μόνο ανθρώπους ακούς και τον παφλασμό του νερού». «Έχει και διαφορετική μυρωδιά», παρατήρησε ο Ρις. «Αυτή της θάλασσας και της παλιάς πέτρας». Το πλοιάριο έστριψε σ’ ένα μικρότερο κανάλι. Τοίχοι υψώνονταν δεξιά και αριστερά, μπαλκόνια κρέμονταν πάνω από τα κεφάλια τους, ενώ μπροστά σε κάθε κτίριο υπήρχε και μια αποβάθρα για να δένουν τα πλοιάρια. «Έκο, κα, Ρικάρντο», φώναξε ο καπετάνιος και το πλοίο τους σταμάτησε κατά μήκος μιας πλατιάς αποβάθρας. Στον τοίχο υπήρχε μια διπλή σιδερένια καγκελόπορτα και από πίσω μια αυλή. Το πλοίο στο οποίο


βρίσκονταν η Πόλι, ο Χοτζ και οι αποσκευές σταμάτησε πίσω τους και η Θία πίεσε τον εαυτό της να υιοθετήσει μια χαρούμενη έκφραση. Φυσικά και ήθελε να δει τη νονά της, φυσικά και της άρεσε που βρισκόταν στη Βενετία. Η περηφάνια της την εμπόδισε να δείξει και τα άλλα συναισθήματα που θόλωναν το μυαλό της από δυστυχία και έκαναν το στομάχι της να σφίγγεται από τον επικείμενο πόνο. Ο Χοτζ τράβηξε τη χοντρή σιδερένια αλυσίδα που κρεμόταν δίπλα στην πόρτα. Από μέσα ακούστηκε αχνά το κουδούνι και στη συνέχεια μια σειρά βήματα αντήχησαν στα πέτρινα σκαλοπάτια. Δύο υπηρέτες με στολή άνοιξαν την καγκελόπορτα και στο άνοιγμα εμφανίστηκε μια επιβλητική λιπόσαρκη φιγούρα. «Λαίδη Αλθία, Λόρδε Πέλγκρεϊβ. Καλωσορίσατε στη Βενετία», είπε και υποκλίθηκε. «Έτζερτον!» Ο Ρις αγνόησε την υπόκλισή του και του έσφιξε δυνατά το χέρι. «Χαίρομαι που σε βλέπω ύστερα από τόσα χρόνια. Δεν είχα ιδέα ότι είχες συνοδεύσει τη λαίδη Χιούσον στο ταξίδι της. Δεν έδειξες καμία έκπληξη που μας είδες, άρα θα πρέπει να έφτασε το γράμμα που έστειλα από το Παρίσι, ειδοποιώντας για την άφιξή μας». Θα χρειαζόταν κάτι περισσότερο απ’ την απροσδόκητη εμφάνιση δύο επισκεπτών στο υγρό κατώφλι του για να ξαφνιάσει το γραμματέα της νονάς τους, σκέφτηκε χαμογελώντας η Θία. «Πράγματι, έφτασε, λόρδε Πέλγκρεϊβ. Παρακαλώ, αφήστε με να σας οδηγήσω μέσα». Τον ακολούθησαν στην αυλή, που η Θία συμπέρανε ότι χρησίμευε για να προστατεύει τα δωμάτια ώστε να μη γεμίζουν νερά σε περίπτωση πλημμύρας, ανέβηκαν τα φαρδιά σκαλοπάτια και έφτασαν στην επιβλητική ξύλινη είσοδο. Βρίσκονταν σ’ ένα παλάτι, συνειδητοποίησε η Θία, κοιτάζοντας γύρω της τα ζωγραφισμένα αψιδωτά ταβάνια, τους πανύψηλους τοίχους και το μαρμάρινο δάπεδο. Άδειο, δροσερό, πολύ ήσυχο. «Το σαλόνι», είπε ο Έτζερτον και άνοιξε άλλη μια διπλή πόρτα, για να τους οδηγήσει σ’ έναν επιβλητικό χώρο με κίονες, χρυσοποίκιλτα χαρακτικά και ψηλά αψιδωτά παράθυρα με πλούσιες μπροκάρ βυσσινί κουρτίνες. «Θα ειδοποιήσω να σερβίρουν αναψυκτικά. Φοβάμαι, όμως, ότι υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα». «Ένα πρόβλημα που δεν μπορείς να το χειριστείς εσύ, Έτζερτον;» Η Θία κάθισε σ’ έναν από τους μεγάλους καναπέδες και ο Ρις πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. «Με εκπλήσσεις». «Καλοσύνη σας, λόρδε μου. Πάντως, το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν είναι στο χέρι μου να το λύσω. Όταν έφτασε το γράμμα σας, ως γραμματέας


της λαίδης το άνοιξα φυσικά. Δυστυχώς, εκείνη είχε φύγει μία εβδομάδα νωρίτερα». «Έχει φύγει;» Η Θία έμεινε να τον κοιτάζει. Απ’ όλες τις αναποδιές που είχε βάλει με το μυαλό της, δεν είχε σκεφτεί ούτε μια στιγμή την πιθανότητα να μη έβρισκε τη νονά της στη Βενετία. «Σίγουρα, πάντως, δεν έφυγε για να γυρίσει πίσω στην Αγγλία, τη στιγμή που εσύ βρίσκεσαι ακόμα εδώ, σωστά;» «Η λαίδη Χιούσον αυτήν τη στιγμή ταξιδεύει με το ιδιωτικό γιοτ του πρίγκιπα Φρεντερίκο ντ’ Αβέρνα». «Πρίγκιπα;» είπε η Θία και στο μυαλό της ήρθε η εικόνα του πρίγκιπα αντιβασιλέα. «Ενός πολύ μικρού πριγκιπάτου», απάντησε ο Έτζερτον μ’ ένα αχνό χαμόγελο. «Είναι ένας πολύ ευχάριστος τζέντλεμαν και έχει ένα πολύ όμορφο γιοτ». «Και πολεμικό να ’ταν, σκασίλα μου», είπε ο Ρις και απομακρύνθηκε από το παράθυρο. «Πότε την περιμένεις να επιστρέφει;» «Λυπάμαι, αλλά δεν έχω ιδέα. Μπορεί να κάνει ένα μήνα, μπορεί και περισσότερο. Η Αυτού Υψηλότητα ο πρίγκιπας θέλει να δείξει στη λαίδη τη Σικελία, αλλά αν ο καιρός παραμείνει καλός, μπορεί να συνεχίσουν το ταξίδι τους κατά μήκος των ακτών μέχρι τη Νάπολη». «Με το γιοτ ενός πρίγκιπα», ψέλλισε η Θία. «Αυτό δεν ταιριάζει και τόσο στη νονά». «Πράγματι, λαίδη Αλθία», της απάντησε ξερά ο Έτζερτον. «Δεν τον εγκρίνεις;» «Πιστεύω ότι είναι αυτός που λέει ότι είναι -οι συστάσεις του είναι αψεγάδιαστες. Το σκάφος του είναι πολυτελέστατο, φαίνεται αξιόπιστο και διαθέτει έμπειρο πλήρωμα. Μολονότι έκανα εξονυχιστικές έρευνες, δεν κατάφερα να ανακαλύψω το παραμικρό σε βάρος του πρίγκιπα». «Έρευνες για λογαριασμού ποιου;» ρώτησε ο Ρις. «Για τον εαυτό μου, λόρδε μου. Δε θα επέτρεπα να εκτεθεί η λαίδη Χιούσον δίπλα σε κάποιον που δε θα διέθετε άμεμπτη υπόληψη». «Με εκπλήσσεις», παρατήρησε ο Ρις. «Και τι θα έκανες αν ανακάλυπτες κάτι σε βάρος του πρίγκιπα και η λαίδη Χιούσον δε συμφωνούσε μαζί σου;» «Θα φρόντιζα να εξαφανιστεί ο πρίγκιπας από τον ορίζοντα της λαίδης», του απάντησε ο γραμματέας. «Στο κάτω κάτω, στη Βενετία βρισκόμαστε». Η Θία αποφάσισε ότι δεν ήθελε να μάθει αν ο γραμματέας αναφερόταν σε δολοφονία, απαγωγή ή μια νυχτερινή επίσκεψη από κάποιους με εξαι-


ρετική πειθώ. «Πολύ,., γοτθικό αυτό», παρατήρησε μακρόσυρτα ο Ρις. Η Θία χαμογέλασε και συνειδητοποίησε πως με δυσκολία συγκρατούσε ένα γέλιο ανακούφισης. Από τη στιγμή που δεν ήταν εκεί η νονά τους το ειδύλλιό τους δεν είχε φτάσει στο τέλος του. Φυσικά και λυπόταν που η νονά τους απουσίαζε, την αγαπούσε και ήθελε να την ξαναδεί, αλλά φαίνεται πως ζούσε κι εκείνη τη δική της συναρπαστική περιπέτεια. Ύστερα όμως έπιασε τον εκνευρισμό στη φωνή του Ρις και στράφηκε προς το μέρος του. Ό,τι και να ένιωθε εκείνη, ήταν φανερό πως ο Ρις δεν είχε διάθεση για γέλια. «Μεγάλο μπλέξιμο», είπε και έσφιξε το στόμα του. «Τώρα, τι στην ευχή θα κάνω μαζί σου;»


Κεφάλαιο 20 Η Θία του ανταπέδωσε το βλέμμα. «Μαζί μου; Μα δε χρειάζεται να κάνετε τίποτε, λόρδε μου!» Τώρα, γιατί στην ευχή φαινόταν τσατισμένη; Ο Ρις έπνιξε έναν αναστεναγμό απόγνωσης. Ήταν υπεύθυνος για την ασφάλειά της κι έπρεπε να βρει μια λύση σε τούτο το μπέρδεμα. «Μπορώ να μείνω εδώ μέχρι να επιστρέφει η νονά, δεν μπορώ, κύριε Έτζερτον;» «Ασφαλώς, λαίδη Αλθία. Υπάρχει μία πολύ καθωσπρέπει χήρα, που μένει λίγο πιο κάτω και είναι φίλη με τη λαίδη. Είμαι σίγουρος πως θα μετακόμιζε ευχαρίστως εδώ για να αναλάβει την επιτήρησή σας αν της εξηγήσω την κατάσταση». «Ποια κατάσταση;» ρώτησε ο Ρις. Αν ο Έτζερτον τολμούσε να προφέρει έστω και μία λέξη, υπονοώντας ότι ο Ρις ήταν κάτι περισσότερο από ξεναγός της Θία στο ταξίδι, θα του έσπαγε τα δόντια. «Μα το ότι η συνοδός της λαίδης Αλθία αναγκάστηκε να φύγει και να την αφήσει εδώ χωρίς μια γυναίκα σύντροφο», του απάντησε μαλακά ο γραμματέας. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μάθει η κοντέσα ότι η λαίδη Αλθία έκανε το ταξίδι χωρίς να έχει δίπλα της μια ώριμη κυρία». Ο Ρις ένιωσε το θυμό του να υποχωρεί. Ήξερε πολύ καλά τι έφταιγε για τα νεύρα του. Από τη στιγμή που είχε φύγει από το κρεβάτι της Θία, την προηγούμενη νύχτα, η συνείδησή του είχε έρθει αντιμέτωπη με την πραγματικότητα, το τέλος του ταξιδιού τους, και τον βασάνιζε. «Αυτή θα ήταν η καλύτερη λύση. Σ’ ευχαριστώ, Έτζερτον». Ο Ρις πέρασε το χέρι στα μαλλιά του και προσπάθησε να σκεφτεί ως υπεύθυνος φίλος κι όχι ως απογοητευμένος εραστής. «Εγώ καλύτερα να φύγω και να βρω κάπου αλλού να μείνω. Πού θα μου πρότεινες;» «Α, όχι», τον αντέκρουσε η Θία, προτού προλάβει να μιλήσει ο γραμματέας. «Αυτό είναι άδικο. Γιατί να μη μείνεις εδώ; Η εξυπηρετική κοντέσα σας δε χρειάζεται να μάθει το πότε ακριβώς φτάσαμε εδώ, έτσι δεν είναι, κύριε Έτζερτον;» «Πράγματι, όχι, λαίδη Αλθία. Είναι απόλυτα φυσιολογικό για τις κυρίες


να κυκλοφορούν στην πόλη φορώντας μάσκες, έτσι θα μπορούσατε να επισκεφθείτε τα αξιοθέατα ινκόγνιτα μέχρι να φύγει ο λόρδος Πέλγκρεϊβ από τη Βενετία. Όπως είπατε κι εσείς, η λαίδη θα ήθελε να μείνετε και οι δύο εδώ». «Βλέπεις, Ρις! Θα ήσουν πολύ πιο άνετα εδώ και το ξέρω ότι αυτή θα ήταν η επιθυμία της νονάς». Με τη στάση της αυτή, η Θία δεν έδειξε στον Έτζερτον παρά την ανησυχία της για τη βολή του συνταξιδιώτη της, αλλά ο Ρις διέκρινε μια παράκληση και μια υπόσχεση, την οποία φρόντισε να εκφράσει και η ίδια προσεκτικά στη συνέχεια. «Είμαι σίγουρος ότι θα υπάρχει ένα δωμάτιο όπου δε θα σε ενοχλήσει κανείς». Αυτή ήταν υπόσχεση ότι δε θα πήγαινε στο δωμάτιό του τη νύχτα. Η Θία ήταν γυναίκα που κρατούσε το λόγο της. Η περιπέτεια τους είχε κρατήσει όσο και το ταξίδι τους και δε σκόπευε να επιβαρύνει άλλο τη συνείδησή του, κάνοντάς της έρωτα στο σπίτι της νονάς τους. Στο κάτω κάτω, χτες βράδυ δεν είχε κάνει καμιά προσπάθεια να τον κρατήσει κοντά της, δεν είχε προφέρει λέξη όταν εκείνος είχε φύγει από το κρεβάτι της. Το πρόβλημα ήταν πως δεν τον ενοχλούσε τόσο η συνείδησή του, που του θύμιζε διαρκώς ότι δε θα έπρεπε να είχε κοιμηθεί με τη Θία και ότι από τη στιγμή που το είχε κάνει, θα έπρεπε πλέον να προχωρήσει στη μόνη κοινωνικά αποδεκτή λύση και να την παντρευτεί. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν η αγωνία του και μόνο στη σκέψη ότι θα χώριζε από εκείνη. Ήταν όμως προφανές ότι η ίδια, πιστή στο λόγο της, δεν ήθελε η σχέση τους να κρατήσει. Και εκείνος... εκείνος δεν ήξερε τι ήθελε. Ήταν όμως άντρας και όχι πιτσιρίκος για να αρχίσει να χτυπιέται επειδή είχε χάσει κάτι πολύτιμο. Η Θία είχε μόλις ξεκαθαρίσει ότι ήθελε η περιπέτειά τους να τελειώσει, αλλά αποζητούσε ακόμα τη συντροφιά του. Όφειλε να της προσφέρει αυτό που επιθυμούσε. *** Ο Ρις έδειχνε απρόθυμος να μείνει. Ίσως θα έπρεπε να του μιλήσει όταν θα ήταν μόνοι και να τον διαβεβαιώσει ότι δε θα είχε απαιτήσεις. Η Θία έτριψε αφηρημένα τη μέση της, που είχε αρχίσει να την πονάει. Αυτήν τη στιγμή θα της έκανε καλό να ξαπλώσει. Χαιρόταν που δεν ήταν αναγκασμένη να ταξιδέψει. Υπέθετε πως θα έπρεπε να χαίρεται που είχε αδιαθετήσει εκείνο το πρωί, αλλά δεν ένιωθε τίποτε τέτοιο. Ίσως βαθιά μέσα της να μην ανησυχούσε γιατί είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Ρις. «Είμαι πολύ κουρασμένη», είπε. «Ίσως θα μπορούσατε να μου δείξετε το δωμάτιό μου και να μου στείλετε την καμαριέρα μου, κύριε Έτζερτον. Λέω να ξεκουραστώ μέχρι το δείπνο».


Ο Ρις την πλησίασε την ώρα που έβγαινε με το γραμματέα από το σαλόνι. «Είσαι λίγο χλομή. Νιώθεις άρρωστη;» «Για όνομα του Θεού, όχι. Ήταν μακρύ το ταξίδι -θα νιώσω πολύ πιο καλά αν ξαπλώσω μερικές ώρες με τα πόδια ψηλά χωρίς να κουνιέμαι διαρκώς και να τραντάζομαι». «Πρέπει να μιλήσουμε, Θία». «Όχι». Η Θία σταμάτησε και άφησε τον κύριο Έτζερτον να προπορευτεί. «Δεν έχουμε τίποτε να πούμε, τουλάχιστον με τον τρόπο που το εννοείς εσύ, Ρις. Τίποτε που να δικαιολογεί αυτό το σοβαρό ύφος σου». Του χαμογέλασε, της άρεσε ο τρόπος που ανησυχούσε για εκείνη. «Όπως και να ’χει το πράγμα, δεν μπορούμε να κουβεντιάσουμε τώρα. Θα σε δω στο δείπνο». *** Η Πόλι την περίμενε όχι σ’ ένα απλό δωμάτιο, αλλά σε μια ολόκληρη σουίτα. «Υπάρχει η κρεβατοκάμαρα, το βεστιάριο, ένα δωμάτιο για εμένα κι ένα σαλόνι, λαίδη μου», της ανακοίνωσε. «Ωραίο, δε συμφωνείτε; Ελάτε όμως να βγάλετε το φόρεμα και τον κορσέ σας και να ξαπλώσετε. Σίγουρα δεν είναι να ταξιδεύει κανείς αυτές τις ημέρες του μήνα». Η Πόλι τη βοήθησε να βάλει τη ρόμπα της και συμπλήρωσε: «Τουλάχιστον, δεν έχετε να ανησυχείτε για κάτι, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ». «Δε σκέφτηκα ποτέ ότι είχα να ανησυχώ για κάτι». Ο Ρις ήταν πάρα πολύ προσεκτικός, η Θία το ήξερε αυτό, αν και ποτέ δεν μπορεί να είναι κανείς εκατό τα εκατό σίγουρος. Ύστερα, κάτι στον τόνο της Πόλι την έκανε να την περιεργαστεί έτσι όπως πηγαινοερχόταν και συγύριζε το δωμάτιο. «Πόλι... Έχεις εσύ να ανησυχείς για κάτι; Έλα και μίλησέ μου». «Μπορεί». Η καμαριέρα άφησε το φόρεμα που τίναζε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Δεν είμαι σίγουρη. Έτσι κι αλλιώς όμως ο Τζον θα με παντρευτεί. Μου έκανε πρόταση γάμου». Έπαιξε με τις φούντες του καλύμματος. «Προτού του πεις ότι μπορεί να υπάρχει ένα μωρό στη μέση;» «Α, ναι, λαίδη μου. Θα τον παντρευόμουν ακόμα και να ήξερα ότι το έκανε από καθήκον, και όχι από αγάπη, αλλά χαίρομαι που μου έκανε την πρόταση προτού το μάθει. Εμείς οι γυναίκες δεν έχουμε και πολλές επιλογές, δε συμφωνείτε;» «Όχι, εκτός κι αν αδιαφορήσουμε για το σκάνδαλο», είπε η Θία, σκεπτόμενη τη Σερίνα. «Ξέρεις αν ο Χοτζ έχει κάνει ήδη κάποια νύξη στο λόρδο Πέλγκρεϊβ; Στο κάτω κάτω, εκείνος είναι ο εργοδότης σας. Εγώ χαίρομαι για λογαριασμό σου, αλλά ο λόρδος μπορεί να έχει αντίθετη γνώμη». Αν


συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε θα ήταν η σειρά της να επέμβει και να μιλήσει στον Ρις. «Θα του ζητήσει την άδεια σήμερα. Ο Τζον λέει ότι θα υπάρχει σίγουρα κάποιος αγγλικανός ιερέας στη Βενετία, με τόσους τουρίστες που έχει». «Θαύμα», μουρμούρισε η Θία και ξάπλωσε. «Είμαι σίγουρη ότι όλα θα πάνε καλά». Πράγμα που δεν μπορούσε να το πει και για το δικό της μπέρδεμα με τον Ρις. *** Η Θία επέμεινε να δειπνήσει μαζί τους και ο κύριος Έτζερτον. Στο κάτω κάτω, ήταν επαγγελματίας, όχι υπηρέτης. Το φαγητό ήταν καταπληκτικό. Περιλάμβανε μια μεγάλη γκάμα θαλασσινών και τώρα που ο πόνος στη μέση της είχε υποχωρήσει αισθητά η Θία ένιωθε πολύ πιο ευδιάθετη. Κάτι της έλεγε, όμως, πως δεν ίσχυε το ίδιο και για τον Ρις. Αν και κουβέντιαζε φαινομενικά άνετα για πολλά θέματα, έπινε περισσότερο απ’ όσο συνήθως, ενώ τσιμπολογούσε ανόρεχτα ένα υπέροχο πιάτο καλαμάρια με κρέμα λες κι ήταν κουρκούτι. Οι άντρες παραπονιούνται πάντα ότι οι γυναίκες είναι περίπλοκα πλάσματα, σκέφτηκε η Θία, παίρνοντας την τελευταία γαρίδα. Στην πραγματικότητα, ήταν σίγουρη ότι οι άντρες ήταν πολύ πιο προβληματικοί με την εξοργιστική απροθυμία τους να εκφράσουν τα πραγματικά συναισθήματά τους. «Αν θέλετε να βγείτε έξω απόψε, μπορώ να σας διαθέσω μία από τις γόνδολές μας μ’ έναν αξιόπιστο γονδολιέρη, που μιλάει και λίγα αγγλικά. Επίσης θα σας βρω σίγουρα μάσκες», είπε ο Έτζερτον. «Και για τους δύο;» «Εδώ συνηθίζεται να τη χρησιμοποιεί και ένας τζέντλεμαν άμα θέλει να περάσει απαρατήρητος. Δεν εγείρει καμιά περιέργεια, όπως θα μπορούσε να συμβεί στην Αγγλία». «Τότε θα δεχτώ την προσφορά σου και για τη γόνδολα και για τη μάσκα. Θία;» «Θα έρθω κι εγώ», απάντησε εκείνη. Σίγουρα η μάσκα θα βόλευε τον Ρις αν είχε πάλι μία από εκείνες τις αινιγματικές διαθέσεις του, σκέφτηκε, και τον σταμάτησε, ακουμπώντας το χέρι της στον καρπό του, όταν τον είδε έτοιμο να πει κάτι. «Αισθάνομαι αρκετά ξεκούραστη τώρα». Το χέρι του σφίχτηκε κάτω απ’ το ανάλαφρο άγγιγμά της και ο Ρις βιάστηκε να το τραβήξει. Σίγουρα, η Θία δεν είχε φερθεί και με πολύ τακτ μπροστά στο γραμματέα, αλλά ακόμα και η διακριτική αυτή απόρριψή του την έτσουξε. Πριν γίνουν εραστές θα είχε δεχτεί το άγγιγμά της σαν μια απλή φιλική κί-


νηση. Τώρα η Θία είχε αρχίσει να αναρωτιέται τι ήταν πλέον γι’ αυτόν. «Θα πω στο γονδολιέρη να σας κάνει για ξεκίνημα μια βόλτα σε όλα τα αξιοθέατα», είπε ο Έτζερτον την ώρα που ο υπηρέτης έφερε στο τραπέζι μια πιατέλα με ζαχαρωτά. Η Θία ήταν περίεργη να τον ρωτήσει περισσότερες λεπτομέρειες για τη νονά της και τον πρίγκιπα, αλλά ήξερε ότι ο γραμματέας ήταν πολύ διακριτικός για να κουτσομπολέψει. Έβαλε ένα χουρμά γεμιστό με μαρτσιπάν στο στόμα της και σηκώθηκε, καταβάλλοντας συνειδητή προσπάθεια να μην αδειάσει όλη την πιατέλα. «Θα πάω να πάρω το παλτό μου και να φορέσω ένα ζευγάρι πιο κατάλληλα παπούτσια -απ’ ό,τι είδα, καθώς τις προσπερνούσαμε, όλες οι γόνδολες είχαν λίγο νερό στον πάτο τους. Θα σε συναντήσω στην αποβάθρα, Ρις». Αυτά τα λίγα λεπτά θα τη βοηθούσαν να βρει τι θα του έλεγε, σκέφτηκε η Θία, διασχίζοντας το διάδρομο. Θα τον καθησύχαζε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να είναι έγκυος, θέμα αμήχανο, αν και ήταν παράλογο μετά τις τόσο προσωπικές στιγμές που είχαν μοιραστεί. Και, στη συνέχεια, θα τον διαβεβαίωνε ότι τώρα πια δεν ήθελε τίποτε άλλο απ’ αυτόν πέρα από τη φιλία του, πράγμα που θα ήταν κάπως... δύσκολο. Προσπάθησε να προβάρει τις κατάλληλες φράσεις, κατεβαίνοντας στην αυλή της εισόδου. Ο χώρος ήταν έρημος. Δεν άκουγες παρά τον παφλασμό του νερού, ενώ στα ρουθούνια της έφτασε η μυρωδιά του γιασεμιού από μια γλάστρα δίπλα στο παλιό πηγάδι. Η επιφάνεια του καναλιού φωτιζόταν μόνο από τους πυρσούς της αποβάθρας και αντικαθρέφτιζε το θολωτό εσωτερικό επιστύλιο. Το θέαμα σχεδόν σε υπνώτιζε. Αυτές οι τελευταίες βδομάδες ήταν ξεχωριστές, αλλά είναι σαν να έχουμε... Ξέρεις πόσο πολύ εγώ... Ρις, εμείς οι δυο ήμασταν πάντα πολύ καλοί φίλοι, ελπίζω ότι μπορούμε να συνεχίσουμε... Απ’ το κανάλι ακούστηκαν φωνές, ο παφλασμός του νερού έγινε πιο δυνατός και δεν άργησε να πλευρίσει στην αποβάθρα μια γόνδολα. Η Θία κρύφτηκε κάτω από τις σκιές της σκάλας. Χωρίς μάσκα ένιωθε ευάλωτη, καθώς δεν είχε ιδέα ποιος θα μπορούσε να είναι ο επισκέπτης. Άκουσε μια χαμηλόφωνη διαφωνία, που της φάνηκε ότι έγινε στα αγγλικά, αλλά δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τις λέξεις. Οι επισκέπτες πρέπει να ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα. Μέσα από την καγκελόπορτα μπόρεσε να διακρίνει δυο φιγούρες με κάπα. Η μία τράβηξε την αλυσίδα του κουδουνιού και αμέσως ακούστηκαν βήματα στη σκάλα, πάνω από το κεφάλι της. Ένας από τους υπηρέτες άνοιξε την πόρτα. «Η μαντόνα δεν είναι σπίτι», είπε με βαριά αγγλική προφορά προτού προλάβουν να μιλήσουν οι επισκέπτες.


«Να πάρει η οργή, πρέπει να μας δεχτεί!» είπε στα αγγλικά μια καλλιεργημένη και περίεργα γνώριμη φωνή. Μετά από ένα διαγκωνισμό, οι επισκέπτες παραμέρισαν τον υπηρέτη και μπήκαν στην αυλή, που φωτίστηκε από το φως ενός πυρσού, καθώς τώρα κατέβηκε και κάποιος άλλος τις σκάλες. «Τώρα, κοίτα καλά, Έτζερτον, πήγαινε πάνω και πες στη νονά μας ότι ήρθαμε, εντάξει; Αυτές οι βλακείες ότι δεν είναι στο σπίτι...» Μα την ξέρω αυτή τη φωνή... «Είναι αλήθεια. Η λαίδη Χιούσον δεν είναι στη Βενετία αυτήν τη στιγμή και θα κάνει κάμποσες βδομάδες να επιστρέψει». «Τότε θα μείνουμε. Μη μου πεις ότι δεν έχετε χώρο σε τούτο το έκτρωμα». «Κύριε Γουέστον, λαίδη Σερίνα, δεν έχω πάρει καμία οδηγία ούτε να σας δεχτώ ούτε να σας φιλοξενήσω». Η Θία κάθισε στην άκρη του πηγαδιού, αδιαφορώντας για τα βρύα και τις φτέρες που φύτρωναν εκεί, και κρατήθηκε από το άγκιστρο του κουβά, νιώθοντας τη σκηνή μπροστά της να θολώνει. Ο Πολ Γουέστον, ο άλλοτε καλύτερος φίλος του Ρις, και η Σερίνα, η αρραβωνιαστικιά που τον είχε παρατήσει σύξυλο μπροστά στο βωμό της εκκλησίας. Η Θία δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στα καινούργια βήματα στα σκαλοπάτια, στο θρόισμα της κάπας παρά μόνο όταν είδε μια νέα αντρική φιγούρα να εμφανίζεται δίπλα στον Έτζερτον. Ο Ρις. Η Σερίνα έβγαλε μια μικρή κραυγή και γραπώθηκε πάνω στον Πολ. Η Θία πετάχτηκε όρθια, αλλά ήξερε ότι ήταν πολύ αργά. Ο Ρις έκανε ένα βήμα μπροστά, έριξε την άκρη της κάπας του πίσω απ’ τον ώμο του, έκανε γροθιά το δεξί του χέρι και την προσγείωσε στο σαγόνι του Πολ, που τρέκλισε πίσω, έκανε μια προσπάθεια να πιαστεί από το σιδερένιο κιγκλίδωμα, δεν τα κατάφερε και έπεσε στο κανάλι μ’ ένα γδούπο που αντήχησε σε όλη την αυλή. Η Σερίνα έβγαλε μια στριγκλιά και λιποθύμησε στα χέρια του Έτζερτον, ο υπηρέτης έμεινε να κοιτάζει χάσκοντας, ενώ ο Ρις έκανε μεταβολή και προχώρησε προς τη σκάλα. Η Θία ήξερε ότι ο Πολ δεν είχε μάθει ποτέ κολύμπι όταν ήταν παιδί. Αυτό το γνώριζε και ο Ρις. Έλπιζε απλώς να το είχε ξεχάσει πάνω στην έξαψη της στιγμής και να μην το είχε κάνει επίτηδες με σκοπό να τον δολοφονήσει. Έτρεξε στην αποβάθρα και είδε ότι η γόνδολα που είχε φέρει το ζευγάρι είχε φύγει, ενώ ο Πολ είχε αρχίσει να βουλιάζει. Η Θία βούτηξε ένα σκοινί απ’ τον τοίχο και του το πέταξε, ο Πολ προσπάθησε να το πιάσει, απέτυχε και βούλιαξε.


«Ρις Ντέναμ!» φώναξε η Θία χωρίς να γυρίσει. «Έλα αμέσως εδώ, διαφορετικά θα αναγκαστώ να βουτήξω εγώ για να τον βγάλω!» Για μια στιγμή νόμισε ότι ο Ρις δεν την είχε ακούσει ή δεν την είχε πιστέψει ή απλώς δεν τον ένοιαζε. Ύστερα εκείνος βρέθηκε δίπλα της. Έβγαλε την κάπα και το σακάκι του, κλότσησε τα παπούτσια του. Βούτηξε επιφανειακά μέσα στο μαύρο νερό και ξαναβγήκε κρατώντας έναν άντρα που πάλευε να ελευθερωθεί. «Μείνε ακίνητος, ηλίθιε, διαφορετικά θα σε ξαναχτυπήσω». Στήριξε τον Πολ στην άκρη της αποβάθρας και η Θία έσπρωξε μπροστά τον υπηρέτη να βοηθήσει. «Δώσε τη σ’ εμένα», είπε η Θία στον Έτζερτον, που κρατούσε ακόμα τη Σερίνα. «Στη χειρότερη περίπτωση έχει λιποθυμήσει, στην καλύτερη παίζει θέατρο. Πήγαινε να βοηθήσεις τον Ρις». Η Θία τράβηξε την άλλη γυναίκα στην αγκαλιά της και η Σερίνα βόγκηξε σιγανά. «Σταμάτα. Πήγαινε να καθίσεις στα σκαλιά, διαφορετικά θα σε πετάξω κάτω», την προειδοποίησε. Η Σερίνα την κοίταξε αποδοκιμαστικά και προχώρησε παραπατώντας προς τα σκαλοπάτια. «Αλθία; Ω, πώς μπορείς να είσαι τόσο αναίσθητη;» «Πολύ εύκολα», της απάντησε εκείνη. Ο Πολ είχε βγει απ’ το νερό και σπαρταρούσε σαν ψάρι. Ο Ρις βγήκε και εκείνος, η Θία δεν μπόρεσε να μη θαυμάσει για μια στιγμή τη δύναμή του, και κάθισε και αυτός μέσα σε μια λίμνη νερού, βήχοντας. «Πήγαινε να φέρεις κουβέρτες και μπράντι», φώναξε η Θία στον υπηρέτη. «Πες στην κουζίνα να ζεστάνουν νερό για μπάνιο. Βιάσου». Όταν η Θία γονάτισε δίπλα στον Ρις, εκείνος τίναξε το νερό από πάνω του σαν σκυλί και έφτυσε μέσα στο κανάλι. «Συγγνώμη, αλλά αυτό ήταν ό,τι πιο βρόμικο έβαλα ποτέ στο στόμα μου. Αν δεν πάθουμε δυσεντερία, θα είναι θαύμα». Οι υπηρέτες κατέβηκαν βιαστικά με κουβέρτες και βοήθησαν τους άντρες και τη Σερίνα να ανέβουν το σπίτι. Τελικά μαζεύτηκαν όλοι στο σαλόνι. Ο Ρις και ο Πολ έσταζαν πάνω στο μαρμάρινο πάτωμα, πίνοντας μπράντι, η Σερίνα βογκολογούσε σ’ έναν καναπέ, αλλά κανένας δεν της έδινε σημασία, ενώ η Θία με τον Έτζερτον προσπαθούσαν να συντονίσουν τους υπηρέτες ώστε να γεμίσουν τις μπανιέρες, να βρουν στεγνά ρούχα και να ετοιμάσουν ένα δωμάτιο για τον Πολ και τη Σερίνα. «Δε μου αρέσει που θα μείνουν σε τούτο το σπίτι», της είπε ο Έτζερτον όταν βρέθηκαν για μια στιγμή έξω από το σαλόνι. «Η λαίδη Χιούσον δεν έχει ιδέα ότι βρίσκονται εδώ και κατά τη γνώμη μου έχουν αρμέξει αρκετά και την καλοσύνη, και το πορτοφόλι της».


«Εκείνη τους συντηρούσε; Για πόσο καιρό;» Η Θία έκανε νόημα σε μια υπηρέτρια φορτωμένη με κλινοσκεπάσματα, να μπει σ’ ένα δωμάτιο που βρισκόταν όσο γινόταν πιο μακριά από του Ρις. «Σχεδόν από τη μέρα που κλέφτηκαν. Αν δεν ήταν εκείνη, θα είχαν μπει φυλακή για τα χρέη τους», απάντησε ο Έτζερτον και έσφιξε τα χείλη του, δείχνοντάς της καθαρά την άποψή του για το θέμα. «Μου είναι δύσκολο να το πιστέψω», μουρμούρισε η Θία. «Πρόδωσαν τον Ρις...» «Έχετε, δηλαδή, την άποψη ότι τον πρόδωσε και η λαίδη Χιούσον, επειδή τους βοήθησε στη συνέχεια; Πάντως, η ίδια μου είπε ότι αν ο λόρδος Πέλγκρεϊβ αγαπούσε τη Σερίνα, δε θα ήθελε να τη δει πάμφτωχη, ό,τι κι αν είχε προηγηθεί, και -πέρα από αυτό- εκείνη είχε ορκιστεί να φροντίσει όλα τα βαφτιστήρια της. Κατά κάποιο τρόπο, νομίζω ότι νιώθει ένοχη που δεν είχε αντιληφθεί τι γινόταν και δεν είχε καταφέρει να ασκήσει καλύτερη επιρροή στη Σερίνα». «Μόνο ένα θαύμα θα είχε σώσει τη Σερίνα». Η Θία σταμάτησε μια βιαστική υπηρέτρια. «Είναι έτοιμα τα μπάνια; Ιλ μπάνιο/» «Σι, μαντόνα». Η Θία επέστρεψε στο σαλόνι. «Κύριοι, τα μπάνια σας είναι έτοιμα. Ρις, είπα στον υπηρέτη να πάρει μερικά ρούχα σου και να τα πάει στο δωμάτιο του Πολ. Του κυρίου Έτζερτον θα του ήταν μικρά. Σερίνα, προτείνω να πας να ξαπλώσεις». Για μια στιγμή η Θία φοβήθηκε ότι η ευγένειά της να δώσει κάποια από τα ρούχα του Ρις στον άλλο άντρα θα ήταν η σταγόνα που θα ξεχείλιζε το ποτήρι, αλλά τελικά εκείνος άφησε το μπράντι του και βγήκε από το δωμάτιο μ’ ένα καταφατικό γνέψιμο προς το μέρος της. «Θα παραγγείλω να σερβίρουν αναψυκτικά σε μια ώρα», είπε ο Έτζερτον. «Αμφιβάλλω αν θα θέλει να βγει κανείς έξω απόψε».


Κεφάλαιο 21 Η Θία έριξε μια ματιά στο σαλόνι γύρω της. Σίγουρα δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο αμήχανη κοινωνική συνάθροιση. Ευτυχώς, ο κύριος Έτζερτον είχε το τακτ να αποσυρθεί, αφήνοντας εκεί τον κόμη, δύο θυγατέρες επίσης τιτλούχων, και έναν τζέντλεμαν. Η μία κυρία είχε παρατήσει σύξυλο τον κόμη στο βωμό, η άλλη ήταν ερωμένη του, ενώ ο τζέντλεμαν είχε κάποτε προσβάλει τον κόμη, δημιουργώντας σκάνδαλο, και λίγη ώρα νωρίτερα είχε δεχτεί μια γροθιά από τον κόμη στο πιγούνι. Ευτυχώς, που δε βρισκόμαστε σε κάποιο αγγλικό σαλόνι, σκέφτηκε η Θία, πνίγοντας ένα υστερικό γέλιο, διαφορετικά κάποιος θα άρχιζε να κουβεντιάζει για τον καιρό ή να ανησυχεί για τις θέσεις στις οποίες θα κάθονταν οι καλεσμένοι στο δείπνο. Στην προκειμένη περίπτωση, η Θία είχε την τσαγιέρα δίπλα της και μια σειρά φλιτζάνια μπροστά της, πράγμα αρκετά εγγλέζικο και εξωπραγματικό υπό τις παρούσες συνθήκες. «Ένα φλιτζάνι τσάι, Σερίνα;» «Πώς μπορείς;» της απάντησε η άλλη απ’ τον καναπέ όπου είχε κουλουριαστεί σαν τραγική μούσα και ανατρίχιασε. «Πολύ εύκολα. Έχω ξεραθεί εντελώς μετά την τόση συγκίνηση». Η Θία σέρβιρε ένα φλιτζάνι για τον εαυτό της. «Θα μπορούσα να πω να σου φέρουν καφέ αν προτιμάς». «Ήσουν πάντα τόσο πεζή». Η Σερίνα σταμάτησε να περιεργάζεται σκυθρωπή τη μελανιά που είχε αρχίσει να σκουραίνει στο πιγούνι του Πολ και κοίταξε τη Θία με στενεμένα μάτια. «Έχεις αλλάξει όμως... Τι έκανες;» «Μεγάλωσα;» της είπε μελιστάλαχτα η Θία. «Είμαι αρκετά χρόνια μικρότερη από εσένα, μην το ξεχνάς, Σερίνα». Ήταν μικροπρεπές, αλλά η Θία δεν κατάφερε να συγκρατηθεί και να μη ρίξει την μπηχτή της. Τα μαλλιά της Σερίνα ήταν πάντα κατάξανθα, τα μεγάλα μάτια της καταγάλανα, αλλά υπήρχαν αχνές ρυτίδες γύρω από τα μάτια της και πιο έντονες στη μύτη και στις άκρες των χειλιών της. Θα πρέπει να σούφρωνε συχνά δυσαρεστημένη τα χείλη της. «Ρις; Πολ; Τσάι;» Οι δύο άντρες δεν είχαν ανταλλάξει ούτε κουβέντα με-


ταξύ τους από τη στιγμή που ο Ρις είχε βγάλει τον Πολ από το κανάλι. «Ευχαριστώ, όχι». Ο Ρις πήγε στο μπαρ, σέρβιρε δύο μπράντι και πρόσφερε αμίλητος το ένα στον άλλο άντρα. Ύστερα από ένα στιγμιαίο δισταγμό, ο Πολ το πήρε. «Θα μείνετε εδώ μόνο για απόψε», είπε ο Ρις, ξαναπαίρνοντας τη θέση του μπροστά στο σβηστό τζάκι. «Όσο λείπει η νονά, ο κύριος Έτζερτον διαχειρίζεται τούτο το σπίτι και δεν είστε ευπρόσδεκτοι εδώ». «Δεν μπορείς να με συγχωρέσεις;» ρώτησε η Σερίνα. «Το ξέρω ότι σου ράγισα την καρδιά...» «Όχι», την έκοψε ξερά ο Ρις. «Ράγισες την καρδιά των γονιών σου, εμένα μου κατάφερες απλώς ένα γερό πλήγμα στο γόητρό μου, το οποίο μπορεί να μου έκανε και καλό, αλλά προκάλεσες μεγάλη ντροπή και θλίψη σε πολλούς ανθρώπους. Αν πέρασες πάντως τα τελευταία χρόνια πιστεύοντας ότι έλιωνα από την αγάπη μου για σένα, κάνεις μεγάλος λάθος. Ήμουν ξεμυαλισμένος, θαμπωμένος μαζί σου, ναι. Δεν ήμουν όμως ερωτευμένος». Η Σερίνα έμεινε να τον κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα. Με ανοιχτό το στόμα τον κοιτούσε και η Θία, που ένιωθε ένα σωρό μπερδεμένα συναισθήματα. Κατά κάποιο τρόπο δεν είχε πιστέψει πραγματικά ότι ο Ρις δεν είχε ερωτευθεί ποτέ του τη Σερίνα, τώρα δεν υπήρχε όμως καμία αμφιβολία ότι έλεγε την αλήθεια. «Τότε γιατί στην ευχή παραλίγο να με πνίξεις;» ρώτησε ο Πολ Γουέστον. Ο Ρις τον κοίταξε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Επειδή πρόδωσες την εμπιστοσύνη μου, επειδή είπες ψέματα στο φίλο σου, επειδή προκάλεσες θλίψη στις οικογένειές μας. Πώς σου φαίνονται αυτά για αρχή; Δεν υπήρχε κανένας λόγος για όλο αυτό το δράμα. Αν ήσουν αρκετά άντρας ώστε να μου ομολογήσεις ότι αγαπούσες τη Σερίνα -κι αν εκείνη δεν το απολάμβανε να τη φλερτάρουν ταυτόχρονα δύο άντρες-, τότε θα είχα βρει κάποιον τρόπο να σε βοηθήσω». «Μα, δε θέλαμε να σε πληγώσουμε», κλαψούρισε η Σερίνα. Η Θία ήθελε να φύγει, να βρεθεί μακριά από την ωμή ειλικρίνεια του Ρις και τους θεατρινισμούς της Σερίνα, αλλά αυτό παραπήγαινε. «Να τον πληγώσετε;» ρώτησε. «Θέλεις να πεις ότι δε θέλατε να αντιμετωπίσετε αυτό που είχατε κάνει. Δε σας απασχολούσε καθόλου αν θα πληγώνατε τον οποιονδήποτε, αρκεί να μη βρισκόσασταν εκεί για να αντιμετωπίσετε τις συνέπειες. Ο Πολ ήταν αδύναμος και εξαπάτησε το φίλο του, αλλά εσύ ήσουν εγωίστρια και αλόγιστη. Δεν είχες συνειδητοποιήσει ότι αν ο Ρις σε κυνηγούσε, θα μπορούσε να σκοτώσει τον Πολ; Είναι καλύτερος και στο


σπαθί, και στο σημάδι». «Τι σε σταμάτησε;» Ο Πολ ήταν κατάχλομος, η μελανιά φάνταζε μαβιά στο πηγούνι του. Ήταν ξανθός με μαύρα μάτια και η Θία, στην εφηβεία της, τον θεωρούσε συμβατικά πιο όμορφο από τον Ρις, αλλά τώρα, συγκρίνοντας τους δύο τους, άντρες πλέον, στο πρόσωπο του Πολ διέκρινες εμφανώς τον αδύναμο χαρακτήρα του, ενώ είχε αποκτήσει στομάχι και προγούλια από τις καταχρήσεις. «Η Θία με σταμάτησε». Ο Ρις δεν την κοίταξε, καθώς το έλεγε αυτό. «Αρκετά». Η Θία σηκώθηκε όρθια. «Ποιο το όφελος να ανασκαλεύουμε τις κρύες στάχτες μιας πολύ άσχημης κατάστασης; Δεν αισθάνομαι καλά, πάω για ύπνο». Αυτό ήταν αλήθεια. Ένιωθε κράμπες στο στομάχι της, η πλάτη της την πονούσε και το μόνο που ήθελε ήταν να ξαπλώσει. *** Το πρόσωπο της Θία ήταν χλομό και τραβηγμένο σαν να πονούσε. Ο Ρις αναρωτήθηκε αν έπρεπε να τρέξει κοντά της ή ήταν καλύτερα να την αφήσει στις φροντίδες της Πόλι. Το πιθανότερο ήταν εκείνη να είχε μπουχτίσει από την παρουσία του σήμερα. «Φυσικά! Τι ηλίθιο από μέρους μου να μην το φανταστώ», είπε η Σερίνα και τα μάτια της άστραψαν γεμάτα εικασίες. «Η Θία ήταν πάντα ερωτευμένη μαζί σου, η μουσίτσα! Σε εμπόδισε να με κυνηγήσεις επειδή σε ήθελε για τον εαυτό της. Κι εξακολουθεί να είναι ερωτευμένη μαζί σου -το διέκρινα στο πρόσωπό της. Η καμαριέρα είπε ότι δεν είστε παντρεμένοι, αλλά συνταξιδεύετε. Λόρδε μου, ποιος δημιουργεί σκάνδαλο τώρα;» Ο Ρις κατάφερε να κυριαρχήσει στην έκφρασή του, αλλά το αίμα στράγγισε από το πρόσωπό του. Τα μάγουλά του πάγωσαν. «Μη γίνεσαι γελοία, ήταν δεκάξι χρονών, Σερίνα. Δεν ήταν καμιά φαμ φατάλ, που μηχανορραφούσε για να πιάσει στα δίχτυα της έναν άντρα. Η Θία είναι φίλη μου, πάντα ήταν, αν και καταλαβαίνω ότι για σένα είναι δύσκολο να συλλάβεις τι σημαίνει φιλία ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα. Τη συνόδευσα εδώ, στη νονά μας, γιατί έφυγε από το σπίτι της μετά από έναν καβγά με τον πατέρα της -αν διψάς τόσο για ένα σκάνδαλο, ορίστε το σκάνδαλο». «Μα, δεν ήταν παρά ένα αγοροκόριτσο, Σερίνα», μπήκε στη συζήτηση ο Πολ και ο Ρις παραλίγο να του ρίξει κι άλλη γροθιά στο σαγόνι. «Δεν είναι αγοροκόριτσο τώρα», του πέταξε η Σερίνα. «Μπορεί να μην είναι καμιά καλλονή, αλλά έχει στυλ». «Και τι σε νοιάζει εσένα αν είναι κακάσχημη ή πανέμορφη;» ρώτησε ο Ρις, πασχίζοντας να στρέψει την προσοχή του, αλλά και την προσοχή της


Σερίνα σε άλλα θέματα. «Τώρα, πού μένετε εσείς οι δύο;» «Ω, σ’ ένα απαίσιο μέρος», άρχισε να λέει η Σερίνα. «Τόσο υγρό και...» «Δεν είναι και τόσο άσχημο», την έκοψε ο Πολ. «Απλώς δεν είναι τίποτε το σπουδαίο. Και χρωστάμε το νοίκι», πρόσθεσε. «Με τι ζείτε;» Πέρα από το να ξεζουμίζετε τη νονά; «Ο πατέρας μου εξακολουθεί και μου στέλνει το επίδομά μου με τον όρο να μη γυρίσουμε στην Αγγλία. Παίζω λίγο χαρτιά. Έκανα για ένα διάστημα τον ξεναγό σε Άγγλους τουρίστες». Ο Πολ ανασήκωσε τους ώμους του και κοίταξε τη Σερίνα. «Τα καταφέρνουμε, έτσι δεν είναι, αγάπη μου;» Ο Ρις είδε το αισθησιακό στόμα της, που του θύμισε πόσο πολύ την είχε ποθήσει κάποτε, να τρέμει. Περίμενε να την ακούσει να παραπονιέται, αλλά εκείνη κοίταξε τον Πολ και του άπλωσε το χέρι της. «Ναι, τα καταφέρνουμε». Κοίταξε αγανακτισμένη τον Ρις. «Αυτό θα πει αγάπη». Τον αγαπάει πραγματικά, σκέφτηκε εκείνος. Είναι μαζί έξι χρόνια, και δεν πρέπει να ήταν εύκολα χρόνια, κι όμως εξακολουθούν να είναι μαζί. Ο Πολ είχε φερθεί άτιμα, ηλίθια, αλλά δεν ήταν χαζός. Αν είχε θαμπωθεί απλώς, όπως ο Ρις, θα είχε ξαναβρεί γρήγορα τα λογικά του. Μήπως η Θία είχε δίκιο; Μήπως η αγάπη είναι ένα πραγματικό συναίσθημα, που διαρκεί και αποτελεί τη βάση για έναν ευτυχισμένο γάμο, ακόμα και υπ’ αυτές τις συνθήκες; «Καλύτερα να πάτε στο δωμάτιό σας», είπε απότομα ο Ρις. Βγήκε μαζί τους από το σαλόνι και πήγε αμίλητος στο δωμάτιό του, ξεκλείδωσε το χαρτοφύλακά του και έβγαλε ένα μασούρι γκινέες. Μπορεί να ήταν ηλίθιος, αλλά η συγχώρεση θεωρείται αρετή, σωστά; Προτού αλλάξει γνώμη, πήγε στο δωμάτιό τους και χτύπησε την πόρτα. Όταν του άνοιξε ο Πολ, του έβαλε τα χρήματα στο χέρι. «Θεώρησέ τα γαμήλιο δώρο». Γύρισε στο δωμάτιό του, νιώθοντας καλύτερα. Τα δάχτυλά του πονούσαν ακόμα από την ολόθερμη χειραψία του Πολ, αλλά και από τη γροθιά που είχε ρίξει νωρίτερα. Δίνοντάς τους όμως τα χρήματα ήταν σαν να είχε διαγράψει με μια μονοκοντυλιά όλη αυτή τη δυσάρεστη υπόθεση. Η Θία όμως... Ήταν δυνατόν να είχε δίκιο η Σερίνα; Ήταν δυνατόν να ήταν ερωτευμένη η Θία μαζί του από τα δεκάξι της; Ο Χοτζ περίμενε υπομονετικά και ο Ρις τα έβαλε σιωπηλά με τον εαυτό του. Έβγαλε την καρφίτσα από το φουλάρι του και άρχισε να γδύνεται. Ξαφνικά αντήχησαν στο μυαλό του τα λόγια του στη διαδρομή για το Ντόβερ. Σου ράγισε την καρδιά; Τότε η Θία είχε χαμογελάσει και είχε πει: Όχι εσκεμμένα. Βλέπεις, εκείνος


δεν είχε ιδέα για τα αισθήματά μου, εξάλλου ήταν ερωτευμένος με κάποια άλλη. Δεν μπορεί. Τα δάχτυλά του σταμάτησαν στα κουμπιά του γιλέκου του. Η Θία δεν ήταν καλή ηθοποιός, αλλά είχε θελήσει να γίνει ερωμένη του. Θα του είχε δοθεί αν αγαπούσε άλλον άντρα; Από την άλλη, είχε αντιμετωπίσει πολύ ήρεμα το τέλος της περιπέτειάς τους, πολύ... «Λόρδε μου». «Μμμμ; Συγγνώμη, Χοτζ, ταξίδευα. Σίγουρα δε βλέπεις την ώρα να πας κι εσύ στο κρεβάτι σου». Προς μεγάλη του έκπληξη, ο βαλές κοκκίνισε. «Ε, λόρδε μου, θα ήθελα να σας ρωτήσω αν έχετε καμιά αντίρρηση να παντρευτώ την Πόλι Τζόουνς. Εδώ, αν καταφέρουμε να βρούμε ιερέα. Αυτό δε θα επηρεάσει τη δουλειά μας, λόρδε μου». «Δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι δεν είχα προσέξει το φλερτ σας, αλλά είναι κάπως ξαφνικό όλο αυτό, δεν είναι;» «Καλύτερα έτσι», είπε αόριστα ο Χοτζ. «Η Πόλι είναι τίμιο κορίτσι». «Και δε θέλεις να αρχίσουν οι υποθέσεις εξαιτίας μιας επτάμηνης εγκυμοσύνης;» «Κάπως έτσι, λόρδε μου». «Τότε έχετε την ευχή μου, κι όταν θα επιστρέψουμε στο Λονδίνο, θα φροντίσω να σας βρω ένα χώρο να μείνετε». Το πρόσωπο του Χοτζ άστραψε χαρούμενο. «Σας ευχαριστώ, λόρδε μου. Δε θα ήθελα να νομίζετε ότι την παντρεύομαι μόνο επειδή περιμένει μωρό. Την αγαπώ, τελεία και παύλα». *** Όταν ο Χοτζ σταμάτησε πια τις ευχαριστίες κι ο Ρις φόρεσε την πιτζάμα του και βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα δίπλα στο κρεβάτι, άρχισε πάλι να τον βασανίζει το δηλητήριο από το βέλος που του είχε πετάξει επιδέξια η Σερίνα. Η σιγουριά του ότι δεν υπήρχε πραγματική αγάπη είχε δεχτεί ένα γερό πλήγμα απόψε, αν και, έτσι κι αλλιώς, δεν είχε καταφέρει ποτέ να αμφισβητήσει την αυθεντικότητα των όσων του είχε εκμυστηρευτεί η Θία με τόσο πόνο. Κι αν εκείνη ήταν πράγματι ερωτευμένη μαζί του, τότε αυτός τι θα έκανε; Εκείνη ήθελε γάμο από αγάπη και ο Ρις δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι θα κατάφερνε να την ξεγελάσει για πολύ, η Θία τον ήξερε πολύ καλά. Ο Ρις τη συμπαθούσε, τη θαύμαζε και την ποθούσε, αλλά δεν μπορούσε να αφεθεί στο συναίσθημα, να ανοίξει την καρδιά του και να την εμπιστευθεί σε κάποιον άλλο.


Όταν της είχε ομολογήσει ότι δεν είχε αγαπήσει ποτέ του τη Σερίνα, η ανάγκη της να καταλάβει, να τον αμφισβητήσει, του είχε θυμίσει χειρούργο που ξύνει πληγή. Για μια στιγμή είχε αναρωτηθεί μήπως αυτό θα τον βοηθούσε, μήπως με το που θα ξεπερνούσε τον πόνο, θα γιατρευόταν και η πληγή. Στη συνέχεια, ωστόσο, κατάλαβε ότι αυτό ήταν ένα συναισθηματικό όνειρο. Μπορεί, όμως, να έκανε και λάθος. Στο κάτω κάτω, ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι δε θα ήταν ικανό να κρύψει τόσο καλά τα αισθήματά του, όπως θα ήταν υποχρεωμένη να κάνει η Θία τότε. «Λιμοκοντόρε», έβρισε δυνατά τον εαυτό του. Δεν μπορούσε να αφήσει το θέμα έτσι, εξάλλου η Θία ένιωθε αδιάθετη. Χτύπησε σιγανά την πόρτα της. Περίμενε να μην πάρει απάντηση ή να του ανοίξει η Πόλι. Άκουσε όμως τη Θία να λέει: «Περάστε!» Το πρόσωπό της έδειχνε χλομό και τραβηγμένο, έτσι όπως καθόταν ακουμπισμένη στα μαξιλάρια. Στο κομοδίνο δίπλα της υπήρχε ένα ποτήρι μ’ ένα γαλακτόχρωμο υγρό. «Ήρθα να δω πώς είσαι. Μπορώ να περάσω;» Η Θία του χαμογέλασε και ο σφυγμός του άρχισε να χτυπάει σαν τρελός, όπως του συνέβαινε συχνά όταν την έβλεπε αναπάντεχα ή του χαμογελούσε. «Είμαι μια χαρά», του απάντησε. «Πήγαν στο δωμάτιό τους;» «Ναι. Ξέχνα τους αυτούς». Ο Ρις κάθισε στο πλάι του κρεβατιού και πήρε το χέρι της στο δικό του. Έπιασε το σφυγμό της. Ήταν αρκετά σταθερός και το δέρμα της δροσερό. «Ανησυχώ για σένα, Θία. Όλες αυτές οι λιμνοθάλασσες, ο κίνδυνος της ελονοσίας...» Τα μάγουλά της πήραν πάλι χρώμα, καθώς κοιτούσε τα ενωμένα χέρια τους. «Μου ήρθε η περίοδος, αυτό είναι όλο. Έχω κράμπες στο στομάχι, η πλάτη μου πονάει, νιώθω σαν στυμμένη πατσαβούρα. Εσύ πάντως μπορείς να συγχαρείς τον εαυτό σου για την αποτελεσματικότητα των προφυλάξεων που πήρες». «Α, τέλεια. Ω... δεν εννοώ επειδή νιώθεις άσχημα». Τελικά όλοι οι άντρες μάλλον χάζευαν μπροστά στο μυστήριο της λειτουργίας του γυναικείου κορμιού. Όσο για τις ερωμένες του, διαχειρίζονταν το όλο θέμα φροντίζοντας απλώς να τον ειδοποιούν ότι δε θα τους ήταν βολικό να τις επισκεφθεί εκείνες τις ημέρες. Πώς να της έκανε τώρα ο Ρις εκείνη την άλλη ερώτηση; Κάτι του έλεγε πως η απάντηση που θα έπαιρνε δε θα ήταν τόσο ντόμπρα. «Θία, με ποιον είσαι ερωτευμένη τόσα χρόνια;» Συγχαρητήρια, Ντέναμ, πολύ διακριτικός ο τρόπος σου.


Η Θία ελευθέρωσε το χέρι της από τη χαλαρή λαβή του και κάθισε πιο στητή στα μαξιλάρια. «Γιατί στην ευχή μου κάνεις αυτή την ερώτηση τώρα;» «Να, έκανε έναν υπαινιγμό η Σερίνα». Ο Ρις ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν έχει σημασία». Ωραία, υποτίμησε το τώρα. Ήταν καιρός να σταματήσει τις γκάφες. «Τι σου είπε;» τον ρώτησε η Θία. «Θα έπρεπε να την είχες μάθει πια και να μην της δίνεις σημασία. Καταφέρνει να σε δένει κόμπο κάθε φορά που τη βλέπεις, σωστά; Πλήγωσες τα αισθήματά της και εγώ ήμουν μάρτυρας. Η Σερίνα μπορεί να έχει μυαλό κουκούτσι, αλλά το ένστικτό της δουλεύει και ξέρει να δημιουργεί προβλήματα». Η Θία σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, σαν να προσπαθούσε να συγκρατηθεί. Φαινόταν πολύ ταραγμένη κι ο Ρις ένιωσε εντελώς λεχρίτης. Ξαφνικά του ήρθε μια ιδέα. «Ο Πολ είναι; Γι’ αυτό ταράχτηκες τόσο όταν εκείνη το έσκασε μαζί του; Εκείνος ήταν πάντα ο όμορφος στην παρέα μας». «Ο Πολ;» Η Θία γέλασε τρεμουλιαστά. «Ηλίθιε! Και βέβαια δεν είναι αυτός. Ταράχτηκα γι’ αυτό που είχαν κάνει σ’ εσένα. Πώς θα ένιωθες εσύ αν βρισκόμουν εγώ στη θέση σου και ένας άντρας, ένας φίλος σου, με παρατούσε μπροστά στο βωμό;» «Θα τον σκότωνα», της απάντησε ο Ρις χωρίς να χρειαστεί να το σκεφτεί. «Ορίστε, λοιπόν. Οι κυρίες δεν έχουμε την πολυτέλεια να ξεσηκώσουμε σάλο, έτσι είμαστε αναγκασμένες να ταραζόμαστε σιωπηλά για λογαριασμό των φίλων μας». «Να ξέρεις, όμως», πρόσθεσε, «ότι αν μπορούσα να πιάσω εκείνη την ώρα στα χέρια μου τη Σερίνα, θα της είχα ξεριζώσει τα μαλλιά». Έμειναν σιωπηλοί για λίγο. Ο Ρις, χαλαρωμένος, έγειρε πίσω στο στύλο του κρεβατιού, ενώ η Θία έπαιζε με τη δαντέλα στο λαιμό της νυχτικιάς της. Ύστερα σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε ίσια στα μάτια. «Τι υπονοούμενο πέταξε;» Όταν εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, πρόσθεσε: «Πες μου, διαφορετικά θα ρωτήσω την ίδια». «Ότι ήμουν εγώ». Ο Ρις περίμενε να αντιμετωπίσει δάκρυα, θυμό, οργή... «Θα πρέπει να με θεωρείς πολύ καλή ηθοποιό», του είπε ξερά η Θία. «Νομίζεις πως θα μπορούσα να κρύψω κάτι τέτοιο τόσες βδομάδες που ζω μαζί σου; Ότι θα μπορούσα να δεχτώ το τέλος της περιπέτειάς μας τόσο εύκολα;» Ξεροκατάπιε. «Λυπάμαι, θα πρέπει να βρίσκεις φοβερά ντροπιαστική την όλη κατάσταση».


«Όχι, το λάθος είναι δικό μου. Δε θα έπρεπε να είχα δώσει σημασία στη Σερίνα. Έχεις δίκιο, της αρέσει να δημιουργεί προβλήματα. Όπως είπες κι εσύ, πώς θα μπορούσε μια γυναίκα τόσο ειλικρινής όσο εσύ να κρατήσει μυστικά τα αισθήματά της;» «Δεν μπορώ να φανταστώ». Έτσι μπράβο, η φωνή της είχε ξαναβρεί την κυριαρχία της. «Νομίζω ωστόσο πως είναι καλύτερα να φύγεις σύντομα από τη Βενετία. Εγώ θα είμαι μια χαρά εδώ με τον κύριο Έτζερτον και την καθωσπρέπει χήρα του, ενώ αν εσύ φύγεις, θα δώσεις λιγότερες αφορμές στη Σερίνα για κουτσομπολιά. Θα το μισούσα αν κατάφερνε να σου χαλάσει τις προοπτικές να κάνεις το γάμο που θέλεις. Σίγουρα έχει ακόμα φίλες με τις οποίες αλληλογραφεί στην Αγγλία». «Να φύγω;» Να σε αφήσω; παραλίγο να του ξεφύγει. «Λυπάμαι, γιατί αυτή θα πρέπει να είναι μία από τις πιο εντυπωσιακές πόλεις που σχεδίαζες να επισκεφθείς, αλλά μπορείς να ξαναγυρίσεις όταν θα επιστρέψει η νονά και εγώ θα έχω φύγει». «Είσαι όπως πάντα λογική». Η Θία είχε δίκιο. Αν εκείνος έμενε στη Βενετία, θα δημιουργούσε προβλήματα και στους δυο τους. «Πιστεύεις, δηλαδή, ότι το να φύγω από το σπίτι ήταν συνετό; Ότι το να γίνω ερωμένη σου ήταν φρόνιμο;» Δύσκολες ερωτήσεις, σκέφτηκε ο Ρις. Δεν υπήρχαν πρέπουσες απαντήσεις. «Αν αυτά τα πράγματα ήταν σωστά για σένα, τότε ναι». Σηκώθηκε. «Θα φύγω το πρωί αμέσως μόλις βεβαιωθώ ότι εκείνοι οι δύο επέτρεψαν το κατάλυμά τους». «Και θα πας πού;» «Στη Ρώμη, νομίζω», είπε ο Ρις, διαλέγοντας μια πόλη στην τύχη. Έσκυψε το κεφάλι του και της έδωσε ένα φιλί στη μύτη. «Καληνύχτα, Θία». Όταν γύρισε να την ξανακοιτάξει από την πόρτα, του φάνηκε ήρεμη. Εκείνη θα πρέπει να διέκρινε κάτι στο πρόσωπό του γιατί κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, του χαμογέλασε και του έστειλε ένα φιλί.


Κεφάλαιο 22 Κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι δεν είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα. Η Θία βεβαιώθηκε γι’ αυτό, ρίχνοντας μια ματιά στον καθρέφτη πάνω απ’ τον μπουφέ, καθώς καθόταν στο τραπέζι για το πρωινό. Είχε καταφέρει να λαγοκοιμηθεί για λίγο, μόνο αφού είχε ακούσει το ρολόι να χτυπάει πέντε το πρωί. Ο Πολ και η Σερίνα ήταν πολύ πεσμένοι, αλλά ευγενικοί, ενώ έφυγαν αμέσως μετά το πρόγευμα προς μεγάλη ανακούφιση του κυρίου Έτζερτον, που δεν κατάφερε να το κρύψει. Η Θία πρόσεξε πως ο Πολ και ο Ρις είχαν ανταλλάξει χειραψία. Εκείνο που την είχε σοκάρει, όμως, ήταν πως στην αποβάθρα περίμενε ένα πλοιάριο και για τον Ρις, στο οποίο είχαν φορτωθεί ήδη οι αποσκευές του. «Σηκώθηκα νωρίς και ο Έτζερτον κανόνισε τα πάντα», της εξήγησε εκείνος. «Σκέφτηκα πως όσο γρηγορότερα φύγω τόσο καλύτερα». «Ναι, φυσικά. Τι θα γίνει όμως με τον Χοτζ και την Πόλι;» τον ρώτησε κατεβαίνοντας τη σκάλα για την αυλή. Πώς ήταν δυνατόν να φεύγει ο Ρις έτσι, σαν να μην άντεχε να μείνει ούτε ένα λεπτό παραπάνω; Μήπως είχε αποτύχει να τον πείσει; Μήπως εκείνος ήταν σίγουρος ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του και δεν του άρεσε καθόλου αυτό; «Θα αφήσω και τον Χοτζ εδώ μαζί σου. Τους πλήρωσα δύο μισθούς προκαταβολικά. Ο Έτζερτον θα τον βοηθήσει να κανονίσει το γάμο του». «Μα...» «Εγώ θα βρω έναν Ιταλό βαλέ για ένα διάστημα ή θα κάνω και χωρίς βαλέ. Δεν είμαι και τόσο δανδής». Ο Ρις σταμάτησε στη βάση της σκάλας και της χαμογέλασε. «Είμαι;» «Όχι, αλλά...» «Όταν επιστρέψει η νονά, θα σου βρει μια καμαριέρα και ο Χοτζ με την Πόλι θα έρθουν να με βρουν εκεί όπου θα είμαι». Ο Ρις έδειχνε κεφάτος, γεμάτος ζωντάνια και ανυπομονησία να συνεχίσει το ταξίδι του. Η Θία με δυσκολία συγκράτησε τις λέξεις που ανέβηκαν αυθόρμητα στο στόμα της. «Μην ξεχάσεις να μου γράψεις και να μου διηγηθείς τα πάντα για τη Ρώμη, εντάξει;» Κατέβηκε μέχρι το πρώτο σκαλο-


πάτι. Τώρα τα μάτια τους βρίσκονταν στο ίδιο σχεδόν επίπεδο. «Φυσικά. Αντίο, Θία. Να προσέχεις και να δώσεις την αγάπη μου στη νονά. Μπορώ να έχω ένα τελευταίο αποχαιρετιστήριο φιλί;» Το μόνο που είχε να κάνει η Θία ήταν να γείρει λίγο προς το μέρος του. Ακούμπησε το χέρι της στο στιβαρό ώμο του και σήκωσε ελαφρά το κεφάλι της, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Ο Ρις έσκυψε και δίστασε, μια ανάσα πάνω από στόμα της. «Θία». Ύστερα τη φίλησε, χάιδεψε ανάλαφρα, αδερφικά, φιλικά τα κλειστά χείλη της. Εκείνη πάλεψε με μανία για να συγκρατήσει την επιθυμία της να μπήξει τα δάχτυλά της στα ρούχα του, να νιώσει τον άντρα από κάτω. Μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου κάτι άλλαξε. Ο Ρις τράβηξε το χέρι του από το κιγκλίδωμα και την έσφιξε με μανία πάνω του. Στην άκρη του σκαλοπατιού, η Θία έχασε την ισορροπία της και χρειάστηκε να γραπωθεί από πάνω του και με τα δυο της χέρια. Το στόμα του έγινε τώρα πιο απαιτητικό, η γλώσσα του γλίστρησε ανάμεσα στα χείλη της, που άνοιξαν πρόθυμα για να τη δεχτούν. Ξεχνώντας κάθε σύνεση, κάθε λογική, η Θία αφέθηκε στην αγκαλιά του και στη θέρμη του παθιασμένου φιλιού του. Όταν εκείνος την άφησε, η Θία τρίκλισε. Ο Ρις τη στήριξε, αλλά δεν πρόφερε λέξη. Τα μάτια του ήταν σκούρα και πελώρια, λες και είχε βιώσει κάποιο σοκ. Ύστερα έκανε μεταβολή και πήγε προς το πλοιάριο, μπήκε μέσα και κάθισε με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της, ενώ ο βαρκάρης έλυνε τα σκοινιά. Όταν εκείνοι έφυγαν, η Θία έτρεξε στην αποβάθρα και τους παρακολούθησε, μέχρι που έστριψαν στο Κανάλ Γκράντε και τους έχασε από τα μάτια της. Ο Ρις δεν είχε κοιτάξει ούτε μία φορά πίσω του. *** «Λαίδη Αλθία, είστε σίγουρη ότι είναι συνετό αυτό;» Πρώτη φορά έβλεπε τον κύριο Έτζερτον τόσο ταραγμένο. «Όχι», παραδέχτηκε εκείνη. Η Θία είχε την εντύπωση πως δεν είχε κάνει ούτε μία συνετή κίνηση απ’ τη στιγμή που είχε σταθεί έξω από το γραφείο του πατέρα της και είχε κρυφακούσει τον τρόπο που την είχαν προδώσει τόσο εκείνος όσο και ο Άντονι. Η φυγή από το σπίτι της δεν ήταν συνετή κίνηση, όπως και το να καταφύγει στον Ρις, άσε πια το να γίνει ερωμένη του. Οι απερισκεψίες είναι επικίνδυνες και καμιά φορά τα αποτελέσματα τους πληγώνουν, αλλά ο πόνος σού δείχνει ότι είσαι ζωντανός. Μετά την αναχώρηση του Ρις, η Θία είχε φορέσει την κάπα της και μια μάσκα και είχε πάει μαζί με τον Χοτζ και την Πόλι στον αγγλικανό ιερέα για να κανονί-


σουν το γάμο τους. Αμέσως μετά είχαν κάνει μια βόλτα στα μαγαζιά. «Δε θέλετε να δείτε τα αξιοθέατα, λαίδη μου;» την είχε ρωτήσει η Πόλι. «Όμορφη πόλη, αλλά περίεργη, δε συμφωνείτε;» Η καμαριέρα της έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, καθώς ο γάμος της θα γινόταν σε δυο μέρες. «Πρέπει να αγοράσουμε το νυφικό σου», της είχε απαντήσει η Θία, «και θέλω να βρω κι ένα μαγαζί με χάρτες. Θα έχουμε χρόνο για τα αξιοθέατα αργότερα». Αφού η Πόλι είχε γίνει πλέον κυρία Χοτζ και ο Έτζερτον της είχε ναυλώσει ένα πλοίο με έμπειρο πλήρωμα, η Θία ετοιμαζόταν για μία ακόμα εντελώς απερίσκεπτη κίνηση. «Μπορώ να δω τη Βενετία όταν θα επιστρέψω μαζί με τη λαίδη Χιούσον, αλλά για την ώρα συνήθισα τα ταξίδια. Θα μου άρεσε να εξερευνήσω τις ιταλικές ακτές, και αυτό θα κάνω». Είχε χρήματα, μιας και δεν είχε καταφέρει να πείσει τον Ρις να την αφήσει να συνεισφέρει στα έξοδα. Για τα μόνα που είχε πληρώσει ήταν τα ρούχα που είχε αγοράσει. Έτσι ο Έτζερτον είχε αναγκαστεί να παραδεχτεί απρόθυμα ότι γνώριζε έναν πολύ αξιόπιστο καπετάνιο και της είχε συστήσει το σινιόρ Βιντσέντσο, που είχε τη φήμη ενός πολύ καλού αρχηγού οργανωμένων περιηγήσεων. «Θα επιστρέψω με τη νονά ή, αν δεν τη βρω, θα φτάσω μέχρι τη Σικελία και θα επιστρέψω», υποσχέθηκε στο γραμματέα η Θία. Ο κύριος Έτζερτον τη βοήθησε να μπει στο πλοιάριο που θα τους έβγαζε από τη λιμνοθάλασσα και θα τους πήγαινε μέχρι το πλοίο που τους περίμενε απέξω. «Υποθέτω πως τόσα χρόνια που δουλεύω για τη λαίδη Χιούστον δε θα έπρεπε πια να με ξαφνιάζει τίποτε απ’ όσα κάνουν τα βαφτιστήρια της», της είπε αναστενάζοντας. «Μπον βουαγιάζ!» Η Θία δε γύρισε το κεφάλι της πίσω, καθώς κατευθύνονταν προς το Κανάλ Γκράντε. Δεν το είχε κάνει ο Ρις, δε θα το έκανε ούτε εκείνη. Δεν είχε καμία διάθεση να δει το μέρος όπου εκείνος την είχε φιλήσει κι είχε φύγει χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω του. Οι κωπηλάτες οδήγησαν επιδέξια το πλοιάριο στο Κανάλ Γκράντε. Τούτο ήταν το ξεκίνημα για μια νέα ζωή. Η Θία είχε χάσει την παρθενιά της και είχε κερδίσει την ανεξαρτησία της. Ήταν πια η ίδια κυρίαρχη της μοίρας της. Η Βενετία ήταν όμορφη, εξωτική. Το φως αντανακλούσε στο νερό, όπου καθρεφτίζονταν τα αψιδωτά παράθυρα, που νόμιζες ότι είχαν μεταφερθεί εδώ από κάποιο παλάτι της Ανατολής. Ροζ τούβλα, λευκή πέτρα, λεκέδες από το νερό και τα φύκια, πλούτη και παρακμή, παλάτια, εκκλησίες, φυλακές. Η Θία θα επέστρεφε εδώ και θα τα εξερευνούσε. Και ύστερα θα πή-


γαινε πού; Στην Κωνσταντινούπολη; Στην Ελλάδα; Αφηρημένη έδειξε ένα μικρό, κομψό παλάτσο. «Ρις, κοίτα... Θέλω να πω, Πόλι, είδες εκείνο το όμορφο κτίριο;» Ο κόμπος που αισθανόταν μέσα της σφίχτηκε περισσότερο. Ένιωθε πολύ μόνη χωρίς εκείνον. Η Θία το ήξερε ότι θα της έλειπε η παρουσία του στο κρεβάτι της, αλλά δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι θα της έλειπαν και οι ατέλειωτες κουβέντες τους, ο τρόπος που είχαν μοιραστεί τόσα καινούργια και όμορφα πράγματα. Ο Ρις μπορεί να συναντούσε τον Τζάιλς στη Ρώμη. Μακάρι. Η Θία ήθελε να έχει εκείνος ένα συνοδοιπόρο στο ταξίδι του, όσο ανεξάρτητος κι αν ήταν. Κάποιον να μοιραστεί τις εμπειρίες του. «Σταμάτα στην αποβάθρα της πλατείας του Αγίου Μάρκου», φώναξε στον καπετάνιο. «Θέλω ένα χαρτοπωλείο». Ο σινιόρ Βιντσέντσο βιάστηκε να την εξυπηρετήσει. «Φυσικά, μαντόνα, υπάρχει ένα ωραίο χαρτοπωλείο στη στοά». Τη βοήθησε να βγει από το πλοιάριο και την οδήγησε στο μαγαζί. «Θέλω ένα ημερολόγιο», του εξήγησε η Θία. «Θέλω να είναι χοντρό. Ή μάλλον όχι ένα, πολλά». Θα κατέγραφε τα πάντα, τις σκέψεις, τις εμπειρίες της, σαν να τις διηγιόταν στον Ρις. Τα ημερολόγια ήταν πανέμορφα, τα εξώφυλλά τους ήταν από μαρμπρέ χαρτί, για το οποίο φημιζόταν η Βενετία. Τα πολύχρωμα νερά τους θύμιζαν τα νερά του μάρμαρου. Η Θία αγόρασε επίσης μολύβια, πολύχρωμα μελάνια και καινούργιες πένες. Ζήσε τη στιγμή και κατάγραψέ τη για τις σκοτεινές ημέρες που θα έρθουν. Γιατί θα έρχονταν οι σκοτεινές μέρες, που δε θα ένιωθε καθόλου δυνατή, που οι αναμνήσεις θα την έπνιγαν και δε θα της πρόσφερε καμιά παρηγοριά το γεγονός ότι τις είχε καταγράψει... *** Οι ιταλικές ακτές ήταν όσο όμορφες, έλπιζε και οι πόλεις κατά μήκος τους να ήταν μαγευτικές. Μικρά λιμανάκια με ψαρόβαρκες και βενετσιάνικα φρούρια, πολυσύχναστα λιμάνια, πόλεις γεμάτες θησαυρούς που της έκοβαν την ανάσα -η Θία είχε την εντύπωση πως δε θα συνερχόταν ποτέ μετά την επίσκεψή της στη Ραβέννα-, ενώ ο ηλιόλουστος καιρός θα έλεγες ότι είχε συνωμοτήσει μαζί της. Έριχναν άγκυρα κάθε βράδυ την ώρα που έπεφτε ο ήλιος, ενώ όσο περνούσαν οι νύχτες, η Θία είχε αρχίσει να εξοικειώνεται με τους αστερισμούς που δεν είχε την ευκαιρία να δει στη συννεφιασμένη Αγγλία ή στο ταξίδι της από την Τουλόν, γιατί τότε είχε μάτια μόνο για τον Ρις. Ήταν κλισέ το ότι κάθε ερωτευμένος κοιτούσε το φεγγάρι και σκεφτόταν πως και ο α-


γαπημένος του έβλεπε ταυτόχρονα τον ίδιο ουρανό; Με διερμηνέα το σινιόρ Βιντσέντσο, η Θία συνομιλούσε με τον τιμονιέρη, έμαθε τα ονόματα όλων των αστερισμών και τα κατέγραψε στο ημερολόγιό της. Αν ήσουν εδώ, θα μπορούσες να σχεδιάσεις όλους τους αστερισμούς, έγραψε στον άντρα που δε θα διάβαζε ποτέ αυτά τα λόγια. Ωρίωνας, Μεγάλη Άρκτος... *** Ανκόνα, Πεσκάρα, Μπάρι. Δύο βδομάδες αφού ξεκίνησαν από τη Βενετία με ούριο άνεμο, έχοντας δει στην πορεία τους δελφίνια κι έχοντας αγοράσει ψάρια κατευθείαν από τα δίχτυα, έφτασαν στον Τάραντα. Η ζέστη εκεί ήταν φοβερή. Η Θία και η Πόλι φόρεσαν λεπτά φορέματα από μουσελίνα και μεγάλα καπέλα, όταν βγήκαν να επισκεφθούν το επιβλητικό παλάτι του κυβερνήτη και να ψωνίσουν στην αγορά αφρικανικούς χουρμάδες, πεπόνια, πορτοκάλια και κάτι άλλα περίεργα φρούτα, που δεν ήξερε τα ονόματά τους. Φοινικιές φύτρωναν ανάμεσα στα χαλάσματα του επιβλητικού φρουρίου και κατάφεραν να βρουν έναν ακόμα λιμενάρχη, που τις διαβεβαίωσε ότι το γιοτ του ιλ πρίνσιπε, το Άκουιλα, είχε δέσει εκεί. «Μάλιστα, μαντόνα, σάλπαραν πριν από μία βδομάδα αφού έμειναν εδώ τέσσερις μέρες. Έφυγαν για τον Κρότωνα, σύμφωνα με τον καπετάνιο», της είπε και της έδειξε νοτιοδυτικά στο μεγάλο κόλπο. «Δε βιάζονται. Ρομαντικό, δε συμφωνείτε; Ένας μήνας του μέλιτος στη θάλασσα». «Μήνας του μέλιτος; Όχι, κάνετε λάθος, σινιόρ, είναι απλοί φίλοι, που κάνουν ένα ταξίδι αναψυχής». Η Θία συνειδητοποίησε πως κουτσομπόλευε μ’ έναν άγνωστο και άλλαξε τόνο. «Ευχαριστώ, θα σαλπάρουμε κι εμείς αμέσως». Από την Πόλι, όμως, δεν κατάφερε να κρύψει την έκπληξή της. «Δεν μπορεί η νονά να παντρεύτηκε χωρίς να ενημερώσει τον κύριο Έτζερτον, σωστά; Είναι ο έμπιστος γραμματέας της». «Δεν είναι ανάγκη να έχουν παντρευτεί, είναι, λαίδη μου; Εξάλλου η λαίδη Χιούσον είναι ηλικιωμένη, δεν είναι;» «Ηλικιωμένη; Δεν είναι πάνω από σαράντα πέντε», της απάντησε η Θία, αφού το σκέφτηκε λίγο. «Όταν ήμουν παιδί, μου φαινόταν βέβαια, αρχαία, αιώνια, αλλά χήρεψε πολύ μικρή. Είχε παντρευτεί από έρωτα και ήταν πολύ τραγικό που ο άντρας της πέθανε». «Πολύς χρόνος για να πενθεί κάποιος», είπε η Πόλι τη στιγμή που έφταναν στην αποβάθρα. «Ιδιαίτερα αν έχει μια δεύτερη ευκαιρία τώρα». Άραγε, χρειαζόταν πραγματικά τόσος χρόνος για να γιατρευτεί κανείς; Η Θία έγειρε στην κουπαστή και κοίταζε την ακτή να μικραίνει, καθώς εκείνοι ανοίγονταν στον κόλπο. Προσωπικά, είχε πιστέψει πως είχε γιατρευτεί


απ’ τον έρωτά της για τον Ρις όταν είχε δεχτεί να φλερτάρει με τον Άντονι. Πλέον όμως συνειδητοποιούσε πως την είχε γλιτώσει πολύ φτηνά. Ακόμα κι αν ο Άντονι ήταν ένας ειλικρινής άνθρωπος, δε θα ήταν ποτέ ευτυχισμένη μαζί του γιατί η καρδιά της δε θα ήταν ελεύθερη για να του τη χαρίσει. Με την άκρη του ματιού της είδε την Πόλι και τον Χοτζ να κάθονται ήσυχα μαζί, εκείνος την είχε αγκαλιάσει από τους ώμους και εκείνη είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο του. Τουλάχιστον οι πράξεις της είχαν φέρει δύο ανθρώπους κοντά. Τρεις ημέρες μετά, η Θία ξύπνησε από την Πόλι, που πηδοβολούσε χαρούμενη στην καμπίνα της. «Ω, λαίδη μου! Ελάτε να δείτε -ένα ηφαίστειο, πραγματικό ηφαίστειο. Βγάζει καπνό!» «Το όρος Αίτνα», είπε η Θία, τρίβοντας τα μάτια της, ενώ η Πόλι τύλιγε τη ρόμπα γύρω της. «Δεν πρόκειται να φύγει από τη θέση του». «Μα, ελάτε να δείτε!» Η Πόλι βγήκε χορεύοντας από την καμπίνα. Το ηφαίστειο την είχε εντυπωσιάσει περισσότερο απ’ ό,τι τα κανάλια της Βενετίας, τα δελφίνια ή οι Αφρικανοί πουλητές. Πάντως, όταν η Θία στάθηκε στο κατάστρωμα, δίπλα στην Πόλι και στον Χοτζ, αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως το θέαμα ήταν συγκλονιστικό. Σύννεφα καπνού ανέβαιναν από την κωνική κορυφή του βουνού, με φόντο το ρόδινο ουρανό της αυγής. Στους πρόποδες ήταν κτισμένη η Ταορμίνα και μια σειρά άλλες μικρές πόλεις και χωριά. «Δε θα ήθελα να ζω εδώ», παρατήρησε η Θία, ανατριχιάζοντας. «Υπήρχε μια πόλη που την έλεγαν Πομπηία, η οποία θάφτηκε κάτω από τη λάβα ενός άλλου ηφαιστείου, του Βεζούβιου, όταν αυτός εξερράγη κατά τη ρωμαϊκή εποχή. Λένε ότι ο Ναπολέων ανέθεσε σε αρχαιολόγους να την ανασκάψουν». «Μπρρρ», ανατρίχιασε και η Πόλι. «Δε θα σταματήσουμε εδώ, έτσι;» «Ο λιμενάρχης στον Κρότωνα μου είπε ότι το Άκουιλα κατευθύνεται προς τις Συρακούσες, πιο χαμηλά στην ακτή, κι έτσι θα τραβήξουμε κατευθείαν για εκεί», της απάντησε η Θία, αν και είχε αρχίσει να έχει ενδοιασμούς για το αν θα έπρεπε να εμφανιστεί έτσι απροειδοποίητα μπροστά στη νονά της. Αν όντως εκείνη είχε κάνει μια ρομαντική απόδραση με τον εραστή της; Τουλάχιστον, από τη στιγμή που είχε το δικό της πλοίο, θα ήταν ανεξάρτητη και δε θα τους ενοχλούσε με την ανεπιθύμητη παρουσία της. Αν κατάφερνε ποτέ να φτάσει το γιοτ του πρίγκιπα, θα αποφάσιζε επιτόπου τη στάση που θα κρατούσε. «Δελφίνια», τους φώναξε ο σινιόρ Βιντσέντσο από την πρύμνη. Είχε μάθει ότι η Θία είχε ένα ανεξάντλητο ενδιαφέρον για τούτα τα πλάσματα, ότι δεν τα βαριόταν όσο και να τα έβλεπε, και έτσι, μια και δεν είχε κάτι άλλο


να κάνει, έψαχνε τη θάλασσα για να τα εντοπίσει. Η Θία πήγε κοντά του. «Μας ακολουθούν». Αρκετά πιο πίσω, ένα πλοίο, στο ίδιο μέγεθος με το δικό τους, ακολουθούσε την ίδια ρότα. «Το βλέπω από το ξημέρωμα», της είπε ο σινιόρ Βιντσέντσο. «Ελπίζω απλώς να κατευθύνεται κι αυτό για τις Συρακούσες». «Ελπίζετε;» «Μαύρα πανιά, γρήγορο σκαρί. Μπορεί να είναι κανένας πειρατής. Μετά το τέλος του πολέμου, δεν πλέουν πια εδώ ούτε γαλλικά ούτε αγγλικά πολεμικά πλοία για να τους απωθούν». «Να μου λείπουν τέτοιες συγκινήσεις». Η Θία σκίασε τα μάτια της και κοίταξε το απειλητικό πλοίο πίσω τους. «Μπορείτε να πείτε στον καπετάνιο ότι θέλω να πάμε πρόσω ολοταχώς για τις Συρακούσες;» *** Και να που φτάσαμε με ασφάλεια στο λιμάνι των Συρακουσών, έγραψε η Θία εκείνο το βράδυ στο ημερολόγιό της. Το νυχτερινό αεράκι ήταν δροσερό και μετά το δείπνο είχε κατέβει κατευθείαν στην καμπίνα της, αφήνοντας την Πόλι και τον Χοτζ να κάνουν τη βόλτα τους ήσυχοι, χεράκι χεράκι, στο κατάστρωμα. Βρήκαμε το Άκουιλα και ο λιμενάρχης στον Τάραντα είχε δίκιο! Η νονά είναι ερωτευμένη. Εντοπίσαμε το γιοτ αμέσως: γυαλιστερό και κατάλευκο, με καφετιά πανιά κι έναν πελώριο χρυσό αετό ως έμβλημα στην πλώρη. Δεν ήθελα να τους ενοχλήσω, έτσι δανείστηκα το τηλεσκόπιο του καπετάνιου και τους είδα στο κατάστρωμα, αλά μπρατσέτα, να έχουν μάτια μόνο ο ένας για τον άλλον. Απλώς κουβέντιαζαν, αλλά ένιωσα τη στενή επαφή ανάμεσα τους κι ας μας χώριζαν κάμποσα μέτρα νερού. Θα στείλω αύριο το πρωί ένα σημείωμα για να την ειδοποιήσω για τον ερχομό μου, έτσι η νονά θα φροντίσει να δω μόνο ό,τι θέλει εκείνη να δω. Ελπίζω ο πρίγκιπας να είναι καλός άντρας. Προσεύχομαι να την κάνει ευτυχισμένη γιατί της αξίζει λίγη προσωπική χαρά μετά απ’ όλα όσα έχει κάνει εκείνη για τους άλλους. Το μαύρο “πειρατικό ” καράβι μπήκε στο λιμάνι λίγο πριν καθίσουμε για το δείπνο, άρα είναι τελικά ένας ακίνδυνος ταξιδιώτης. Θα γελούσες μαζί μου, Ρις, αν ήξερες πως έτρεμα σαν το ψάρι στην ιδέα των πειρατών. Ή μπορεί οι πεταλούδες που χόρευαν στο στομάχι μου να οφείλονταν στις χαζές ρομαντικές ιδέες μου για τον κουρσάρο: Σίγουρα έχω διαβάσει πολλά ρομαντικά διηγήματα των εκδόσεων Μινέρβα! Είμαι σίγουρη ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο φρικιαστική. Εξάλλου, ποια η χρησιμότητα ενός γοητευτικού πειρατή αν δε βρίσκεσαι εσύ εδώ για να


με σώσεις; Μπορώ να σε φανταστώ, με το μαχαίρι ανάμεσα στα δόντια σου, να πηδάς στο κατάστρωμα για να δώσεις τη μάχη... Η πόρτα της άνοιξε τρίζοντας και η Θία τράβηξε μια λευκή κόλλα και κάλυψε τη σελίδα της. Αυτό το ημερολόγιο ήταν το προσωπικό γράμμα της στον Ρις. «Πόλι;» Σήκωσε το κεφάλι της. Στο στενό άνοιγμα της πόρτας δεν αντίκρισε τη λεπτή σιλουέτα μιας γυναίκας, αλλά τη γεροδεμένη κορμοστασιά ενός άντρα με φόντο τον μπουλμέ. Της έπεσε η πένα απ’ τα χέρια, πιτσιλίζοντας το χαρτί με μελάνι. Ο Χοτζ δε θα άνοιγε την πόρτα της χωρίς να χτυπήσει και κανείς άλλος από τους άντρες δε θα τολμούσε να την πλησιάσει εδώ. Η Θία σηκώθηκε απότομα, ρίχνοντας την καρέκλα με πάταγο πίσω, καθώς έσκυβε να πιάσει το χαρτοκόπτη. Οι φρικιαστικές φαντασιώσεις της είχαν γίνει τελικά πραγματικότητα; Ο άντρας έσκυψε το κεφάλι του για να μπει στην καμπίνα και η Θία κατάφερε να συγκεντρώσει το μυαλό της και να επιστρατεύσει το κουράγιο της. «Φύγε από δω, διαφορετικά θα ουρλιάξω!»


Κεφάλαιο 23 «Θα προτιμούσα να με φιλήσεις». Ο Ρις έκλεισε την πόρτα και έγειρε πάνω της. Η φλόγα του κεριού στο γραφείο της τρεμούλιασε από τον αέρα, ύστερα έμεινε σταθερή. Ο Ρις φορούσε ένα λευκό πουκάμισο, ανοιχτό στο λαιμό, εφαρμοστό μαύρο παντελόνι και μαλακές μαύρες μπότες. Τίποτε άλλο. «Σκεφτόμουν κουρσάρους», είπε η Θία και ο Ρις κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε και γέλασε, απομακρύνοντας τα μακριά μαλλιά από το πρόσωπό του. «Συγγνώμη. Θα έπρεπε να είχα ορμήσει στο κατάστρωμα μ’ ένα τσούρμο αδίστακτους πειρατές». «Εσύ μου αρκείς». Ο Ρις ήταν αρκετός για να της κλέψει όλο τον αέρα από την καμπίνα και κάθε λογική από το κεφάλι της. Αρκετός για να την κάνει να νιώσει τόσο αδύναμη ώστε να στηριχτεί απ’ την άκρη του γραφείου για να μην πέσει. «Η μαύρη σκούνα είναι δική σου;» «Ναι. Αυτή σ’ έκανε να σκεφτείς τους κουρσάρους; Ήταν το πιο γρήγορο πλεούμενο που κατάφερα να ναυλώσω στη Βενετία». Ο Ρις περιεργάστηκε το πρόσωπό της, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση να πλησιάσει. «Γιατί κουβεντιάζουμε για κουρσάρους και πλοία;» «Γιατί είμαι σε κατάσταση σοκ και δεν έχω ιδέα για ποιο λόγο βρίσκεσαι εδώ». Αυτή ήταν η αλήθεια. «Νόμιζα ότι πήγες στη Ρώμη». «Πήγα. Απαίσιο ταξίδι. Ένιωθα... χάλια. Δεν ήξερα γιατί. Σκέφτηκα πως μπορεί να είχα πάθει ελονοσία. Το πρώτο που έκανα ήταν να πάω στο Βρετανικό Προξενείο για να υπογράψω και είδα μπροστά μου τον Μπέντον. Εκείνος μου έριξε μια ματιά και μου είπε: “Ώστε την άφησες, αναθεματισμένε ηλίθιε”. Κανένας χαιρετισμός, μια ξερή δήλωση. Τον χτύπησα». Ο Ρις έτριψε τους κόμπους της δεξιάς γροθιάς του στην αριστερή παλάμη του και μόρφασε. «Τον κακομοίρη τον Τζάιλς! Πληγώθηκε; Κι εσύ, πάλι, βρήκες να τον χτυπήσεις στο Προξενείο;» Η Θία έπιασε την καρέκλα, τη σήκωσε και κάθισε, προτού λυγίσουν τα πόδια της. «Όχι, δεν πληγώθηκε και δωροδόκησα τον πορτιέρη να μην το κάνει


θέμα. Ο Μπέντον με πήρε μαζί του στο διαμέρισμά του -έχει νοικιάσει έναν όμορφο παλιομοδίτικο χώρο σε κάποια βιβλιοθήκη-, μου σέρβιρε μια γερή δόση μπράντι και μου δήλωσε πως, αν και ηλίθιος, διαθέτω γερή γροθιά». «Τι... τι σου είπε για μένα;» Δεν μπορεί ο Τζάιλς να την είχε προδώσει... «Τίποτε, με ρώτησε σχολαστικά για την υγεία σου. Δε μου εξήγησε τι σήμαινε η δήλωσή του όταν με είδε. Πήγαμε μαζί για φαγητό και μεθύσαμε. Ξύπνησα το επόμενο πρωί στο πάτωμα του σαλονιού του, τυλιγμένος με μια κουβέρτα. Το κεφάλι μου σφυροκοπούσε σαν τρελό, αλλά είχα μια πολύ καλή εικόνα του γιατί ένιωθα τόσο άσχημα στο ταξίδι. Αφού κατεβάσαμε μια κανάτα καφέ, έφυγα για να γυρίσω στη Βενετία». «Γιατί γύρισες εκεί;» Η Θία χρειάστηκε να κάνει δύο προσπάθειες για να αρθρώσει αυτές τις λέξεις. Τόσο ξερό ήταν το στόμα της. «Για σένα». «Μα... συμφωνήσαμε ότι δεν ήταν καλή ιδέα να συνεχίσουμε τη σχέση μας. Συμφωνήσαμε πως μπορεί να γινόταν σκάνδαλο, που θα τορπίλιζε τις πιθανότητές σου να πραγματοποιήσεις το γάμο που επιθυμείς. Είχαμε συμφωνήσει από την αρχή ότι θα με άφηνες στη Βενετία». Δεν της ήταν εύκολο να κάθεται εκεί, ενώ ήθελε να τρέξει στην αγκαλιά του. Το μόνο που την κρατούσε στην καρέκλα της ήταν η επίγνωση ότι αν ξαναβρίσκονταν οι δυο τους και στη συνέχεια χώριζαν πάλι, η ραγισμένη καρδιά της θα γινόταν εντελώς κομμάτια. «Αυτό δεν είναι λογικό, Ρις». «Σ’ αγαπώ». Όχι. Όχι, ο Ρις δεν πιστεύει στην αγάπη. Δεν το εννοεί. Δεν το θέλει. «Όχι». Προφανώς, είχε κάνει λάθος. Το μόνο που χρειαζόταν για να γίνει εντελώς κομμάτια η καρδιά της ήταν να ακούσει τον Ρις να της λέει αυτές τις δυο λεξούλες. «Ναι. Και νομίζω ότι μ’ αγαπάς κι εσύ». «Όχι! Σου είπα...» «Δεν το αρνήθηκες ποτέ. Δε θα έπρεπε να επιτρέψω στον εαυτό μου να ξεχάσει πόσο καλή είσαι με τις λέξεις όταν το θέλεις, Θία». «Πιστεύεις λοιπόν ότι σε αγαπώ και η συνείδησή σου, επειδή είσαι τζέντλεμαν, σε έσπρωξε να επιστρέψεις στη Βενετία και στη συνέχεια να πλεύσεις όλες τις ακτές της Ιταλίας, για να με βρεις και να κάνεις αυτό που πρέπει, σωστά;» Η Θία σηκώθηκε και πήγε στο φινιστρίνι, κοίταξε το σκοτάδι έξω. «Όχι, το γεγονός ότι συνειδητοποίησα πως δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα με έσπρωξε να έρθω εδώ», της απάντησε ο Ρις, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση για να απομακρυνθεί από την πόρτα. Λες και δεν ήθελε να χρη-


σιμοποιήσει το άγγιγμα, το κορμί, τα χείλη του -μόνο τα λόγια του. Δε θα μπορούσε να είχε βρει καλύτερο τρόπο για να την πείσει. Μια αμυδρή ελπίδα άρχισε να τρεμοπαίζει μέσα της. «Εσύ δεν πιστεύεις στην αγάπη». «Έκανα λάθος. Δεν μπορούσα να κατανοήσω το πώς μ’ έκανε να νιώθω η επαφή μου μαζί σου. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ένας συνδυασμός φιλίας και πόθου. Ύστερα κάναμε έρωτα και κατάλαβα πως, ναι, σε ποθούσα, αλλά στην αγκαλιά σου ένιωθα πιο πλήρης απ’ ό,τι είχα νιώσει στην αγκαλιά οποιασδήποτε ερωμένης μου. Έπεισα, όμως, τον εαυτό μου πως ήταν η φιλία μας που έκανε τη δική μας σχέση ξεχωριστή». Η Θία συνέχισε να κοιτάζει το φινιστρίνι, στο οποίο έβλεπε να καθρεφτίζεται ένα μέρος του μπράτσου και του χεριού που είχε ακουμπήσει ο Ρις στον μπουλμέ. Το χέρι του έτρεμε. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. Δάκρυα που δεν μπορούσε ούτε να ερμηνεύσει ούτε να σταματήσει. «Δεν ήταν η φιλία», συνέχισε ο Ρις. Μπορεί το χέρι του να έτρεμε, αλλά η φωνή του ήταν σταθερή. «Ήταν η αγάπη μας». Θα πρέπει να είχε ακούσει το λυγμό της, παρ’ όλη την προσπάθειά της να τον πνίξει. «Ξέρω τι σημαίνει η αγάπη για σένα, Θία. Δε θα σου έλεγα ποτέ ότι σ’ αγαπώ αν δεν ήταν αλήθεια, ακόμα κι αν με παρακαλούσες γονατιστή. Δε θα σου έλεγα ψέματα...» Στο σημείο αυτό, η φωνή του έσπασε και έκανε την κίνησή του, την έπιασε από τους ώμους και τη γύρισε. «Αγάπη μου, πες κάτι, για όνομα του Θεού. Δεν είχα την πρόθεση να σε κάνω να κλάψεις, Θία». «Νομίζω ότι είναι από την ευτυχία που ξεχειλίζει μέσα μου. Σ’ αγαπώ, Ρις. Σ’ αγαπούσα από τη στιγμή που συνειδητοποίησα το λόγο που ζήλευα τη Σερίνα. Το ότι εκείνη ήταν όμορφη κι εγώ είχα μια κοινή εμφάνιση δεν είχε καμιά σημασία, αλλά εκείνη είχε εσένα -αυτό ήταν που μετρούσε». Η Θία έκρυψε το πρόσωπό της στο στέρνο του, το απαλό, ζεστό ύφασμα του πουκαμίσου του στέγνωσε τα μάγουλά της, ενώ οι αισθήσεις της γέμισαν από την παρουσία του, τη μυρωδιά του κορμιού του. «Νόμιζα πως είχα καταφέρει να ελέγξω την αγάπη μου. Στο κάτω κάτω, ούτε να πετάξω μπορώ, όσο και να το θέλω -τις λαχτάρες μας πρέπει να τις αποδεχόμαστε και να τις ελέγχουμε. Νόμιζα ότι ήταν ασφαλές να έρθω να σε βρω και να ταξιδέψω μαζί σου. Νόμιζα ότι ήταν ασφαλές να γίνω ερωμένη σου, αφού με ποθούσες, ότι εσύ δε θα το μάθαινες ποτέ. Τόσο ηλίθια είμαι». Τα χέρια του ήταν ζεστά και σταθερά τώρα. Το ένα αγκάλιαζε τη μέση της, το άλλο χάιδευε απαλά τα μαλλιά της. «Δεν το άντεχα να κρύβω τα


αισθήματά μου, να ξέρω ότι η σχέση μας θα έπρεπε να τελειώσει». «Θα με παντρευτείς;» Η φωνή του ακούστηκε πνιχτή μέσα στα μαλλιά της. Η Θία τον έσπρωξε λίγο, για να μπορέσει να τον κοιτάξει στα μάτια. Ο Ρις έδειχνε πολύ σοβαρός, αλλά τα γαλανά μάτια του καθρέφτιζαν χαρά και κάτι ακόμα. «Δεν είμαι καθόλου ο τύπος της γυναίκας που ήθελες. Θα μπλέκομαι ενεργά στα πάντα και θα τσακώνομαι μαζί σου για τα πολιτικά. Πιθανότατα να λέω πράγματα που δεν πρέπει σε σημαίνοντα πρόσωπα και δε θα το ανεχτώ να με αφήνεις πίσω στην εξοχή με τα παιδιά». «Δε θα το ανεχτείς, σωστά; Αυτό μου ακούγεται σαν ναι, Θία». Ο Ρις έσκυψε το κεφάλι του κι ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της. «Ήμουν ένας ηλίθιος. Ήθελα να αποκλείσω κάθε συναισθηματική εμπλοκή που θα μπορούσε να μου είναι οδυνηρή και δύσκολη. Θα είναι φορές που θα καβγαδίζουμε, κι αυτό θα πονάει. Η ζωή μας δε θα είναι ήρεμη και ασφαλής, Θία». «Μπορώ να σου υποσχεθώ ότι θα είναι δύσκολη και ταραχώδης. Και πιθανώς οδυνηρή». Η Θία σήκωσε το χέρι της και γράπωσε μια τούφα από τα μαλλιά του. «Πολύ οδυνηρή αν δε με φιλήσεις». «Υπάρχει κλειδαριά σε τούτη την πόρτα;» «Υπάρχει σύρτης». Η Θία έσκυψε και τον έσπρωξε στη θέση του, ενώ ο Ρις στηρίχτηκε στο ένα πόδι και έβγαλε τη μία μπότα του. Σωριάστηκαν στην κουκέτα μαζί, γελώντας, και άρχισαν να τραβούν ο ένας τα ρούχα του άλλου. Όταν έμειναν γυμνοί, ο Ρις την κοίταξε και κούνησε το κεφάλι του. «Γιατί δεν το συνειδητοποίησα;» «Γιατί εσύ έπρεπε να ξεπεράσεις την εφηβική λαχτάρα σου για τις ξανθές γαλανομάτες κι εγώ έπρεπε να μεγαλώσω», του απάντησε η Θία, ενώ εκείνος έσκυβε το κεφάλι του για να χαϊδέψει το στήθος της. Τα μάτια της έκλεισαν και έχασε κάθε διάθεση για πειράγματα ή για γέλια. Αυτήν τη φορά ο Ρις δεν ήταν ούτε τρυφερός ούτε προσεκτικός, δεν της έδειξε κανένα σεβασμό. Ήταν απαιτητικός, τα χάδια του έκρυβαν μια αρρενωπή κραυγή θριάμβου και η Θία απόλαυσε τη δύναμη του κορμιού του, καθώς τα χέρια και το στόμα του εξερευνούσαν κάθε απόκρυφη γωνιά του δικού της, λες και δεν ήταν ήδη εραστές εδώ και εβδομάδες. Αλλά και η δική της ανταπόκριση ήταν το ίδιο παθιασμένη. Δε δίστασε να αφήσει τα σημάδια της πάνω του, καθώς εξερευνούσε με νύχια και με δόντια τους ώμους, την πλάτη του. Ο Ρις ήθελε να την καθυποτάξει, αλλά και η ίδια λαχταρούσε απεγνωσμένα να τον κατακτήσει. Όταν ένιωσε την


πίεση του ορθωμένου ανδρισμού του, τύλιξε τα πόδια της γύρω από τους γλουτούς του και έκανε τόξο το κορμί της για να τον αιχμαλωτίσει. «Μάγισσα», βόγκηξε εκείνος και παραδόθηκε, εισχωρώντας βαθιά μέσα της. Η Θία ήταν κάτι παραπάνω από έτοιμη να τον δεχτεί. Γραπώθηκε από πάνω του και αρνήθηκε να τον αφήσει να βγει. «Μείνε μέσα μου», ψέλλισε ξέπνοη και για πρώτη φορά στις τόσες που είχαν κάνει έρωτα, ο Ρις έχασε κάθε έλεγχο και αφέθηκε να βιώσει τον οργασμό μέσα της. Μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της καθώς τον έσφιγγε πάνω της, ξέροντας ότι ήταν αποκλειστικά δικός της. Για πάντα. *** Ο γάμος τους στο παρεκκλήσι της κατοικίας του πρίγκιπα Φρεντερίκο, στις Συρακούσες, έγινε ένα μήνα αργότερα, μία ημέρα αφότου η λαίδη Χιούσον έγινε λα πριντσιπέσα ντ’Αβέρνα. Το γάμο τέλεσε ο εφημέριος του Βρετανικού Προξενείου, συνεπικουρούμενος από τον αιδεσιμότατο Τζάιλς Μπέντον, με δανεικά άμφια. Σε αυτόν παρευρέθησαν λίγοι, αλλά εκλεκτοί καλεσμένοι, ανάμεσά τους και ο πατέρας της νύφης, ο κόμης του Ουέλινγκτον, που φαινόταν κάπως σαστισμένος που η δύσκολη κόρη του είχε καταφέρει να βρει έναν τόσο καλό γαμπρό και να τον απαλλάξει επιτέλους από τη φροντίδα της. Προς μεγάλη τέρψη των κουτσομπόληδων, ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν και ο κύριος Πολ Γουέστον και η λαίδη Σερίνα Γουέστον. Το γαμήλιο γεύμα κράτησε μέχρι αργά το απόγευμα, αλλά στο τέλος ο Ρις πήρε τη γυναίκα του απ’ το χέρι και την οδήγησε χωρίς πολλά πολλά έξω, στη μεγάλη πλατεία μπροστά στον καθεδρικό ναό, κι από κει κατηφόρισαν προς την αρχαία πηγή, δίπλα στο λιμάνι. «Βλέπεις;» Της έδειξε ένα περίεργο φυτό που είχε φυτρώσει μέσα στο καθάριο νερό και στις πέστροφες που κολυμπούσαν εκεί. «Πραγματικός αιγυπτιακός πάπυρος. Κανείς δεν ξέρει πώς φύτρωσε εδώ. Να το πάρουμε ως οιωνό και να επισκεφθούμε την Αίγυπτο στο μήνα του μέλιτος;» «Δε με νοιάζει πού θα πάμε, αρκεί να έχω ένα κρεβάτι κι εσένα». Η Θία πήρε το λουλουδένιο ύφασμα που είχε καρφιτσωμένο στον ώμο της και το πέταξε σε μια παρέα κοριτσάκια που κοιτούσαν με ανοιχτό το στόμα το νυφικό της. «Θα σαλπάρουμε την αυγή με κατεύθυνση ανατολικά και θα δούμε πού θα παρασύρουν οι άνεμοι το Άκουιλα. Στο κάτω κάτω, ο πρίγκιπας μας είπε ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το γιοτ του για όσο καιρό θέλουμε». Ο Ρις την είδε να χαμογελά στα παιδιά. Ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι κάποτε τη θεωρούσε συνηθισμένη, δεδομένη. «Έλα, μας περι-


μένει η πρώτη νύχτα του γάμου μας». Όταν έφτασαν στο γιοτ, τη σήκωσε στα χέρια του, την ανέβασε στη σκάλα, κάτω από τα χειροκροτήματα του πληρώματος, και τη μετέφερε στην πολυτελή μεγάλη καμπίνα. Επιτέλους, ο Ρις ήταν μόνος με τη γυναίκα του. *** «Αχ, κοίτα, ένα κανονικό φαρδύ κρεβάτι!» αναφώνησε ξέπνοη η Θία, όταν ο Ρις την ξάπλωσε σε αυτό. «Το ξέρω», της απάντησε εκείνος και άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του χρυσαφένιου μεταξωτού νυφικού της. «Μπορεί να μη θελήσουμε ποτέ να γυρίσουμε σπίτι». Ο Ρις της έκανε έρωτα αργά, προσεκτικά, σαν να ήταν η πρώτη φορά. Τα χάδια του έκαναν τη σάρκα της να λιώνει, το κορμί της άνοιξε για να τον δεχτεί. Η Θία ένιωσε τη δύναμή του να την κατακλύζει και γραπώθηκε από πάνω του. Ο τρόπος που την είχε διεκδικήσει την έπεισε για την αγάπη του περισσότερο απ’ ό,τι τα λόγια του. Η ένταση ολοένα μεγάλωνε, η Θία άνοιξε τα μάτια της και είδε τον Ρις να την παρακολουθεί. Το πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο από την προσπάθειά του να συγκρατήσει τον οργασμό του. «Σ’ αγαπώ», του ψιθύρισε και εκείνος της χαμογέλασε, τη φίλησε. Η θριαμβευτική κραυγή του κατέκλυσε τα σωθικά της και η Θία αφέθηκε ελεύθερη να ταξιδέψει στο φως, στο σκοτάδι, να βρει την ειρήνη. *** Όταν ξύπνησε, το φως της αυγής τρύπωνε από τα φινιστρίνια και το πλοίο ταξίδευε. Ο Ρις είχε στηριχτεί στον αγκώνα του και την κοιτούσε. «Τι συμβαίνει;» Η Θία έτριψε τα μάτια της. «Είναι μπερδεμένα τα μαλλιά μου;» «Απλώς θέλω να κερδίσω το χαμένο χρόνο που δε σε κοιτούσα όπως έπρεπε», της ψιθύρισε ο άντρας της. «Αυτήν τη μία ώρα ανακάλυψα τρεις καινούργιες φακίδες και μια μικρή ελιά, εδώ, πίσω από το αριστερό αυτί σου». Έσκυψε και τη φίλησε. «Πόσο θα μου πάρει να ανακαλύψω τα πάντα για σένα;» «Εβδομήντα χρόνια;» απάντησε στην τύχη ένα νούμερο η Θία, ενώ ο Ρις παραμέρισε τα σκεπάσματα και άρχισε την εξερεύνηση μ’ έναν ηδονικό γρυλισμό. «Και λίγα λες, αγάπη μου».


Profile for Τζένη Διαμαντοπούλου

LOUISE ALLEN - ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ  

LOUISE ALLEN - ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ  

Advertisement