Page 1


Lorraine Heath Διαβόητη κληρονόμος μετάφραση: Ελένη Τουλούπη Εκδοσεις Εlxis


τίτλος πρωτοτύπου: An affair with a notorious HEIRESS SCANDALOUS GENTLEMEN OF ST. JAMES #4 Lorraine Heath © Jan Nowasky, 2017 Published by arrangement with HarperCollins Publishers Ltd. & JLM Literary Agency © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2018 Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τους HarperCollins Pub lishers Ltd. & JLM Literary Agency ISBN: 978-618-5229-52-8 Ηλεκτρονική ελληνική έκδοση: Ιανουάριος 2018 μετάφραση Ελένη Τουλούπη / επιμέλεια κειμένου: Μαρία Γουρνιεζάκη / σχεδιασμός εξωφύλλου - ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Ελένη Οικονόμου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis: Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι • Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 • www. elxisbooks.gr • info@elxisbooks.gr


Το βιβλίο αυτό αφιερώνεται εκ μέρους της Κάρεν Γκιμπς: «Στη μητέρα μου, Τζόαν Κόνερ, που ενέπνευσε εμένα και τις αδελφές μου να γίνουμε οι ανεξάρτητες γυναίκες που είμαστε σήμερα».


Πρόλογος - Από το Hμερολόγιο του Μαρκήσιου του Ρέξτον Πρωτότοκος γιος ενός δούκα, γεννήθηκα μέσα στη χλιδή, σε μια ζωή άνετη και πλούσια. Πάντα είχα ζεστασιά, φαγητό, πλούτη και αγάπη. Παρ’ όλα αυτά, ήταν μια ζωή χωρίς προκλήσεις. Η μητέρα μου, να είναι καλά, είχε επιβιώσει στους δρόμους με κλοπές και απάτες, μέχρι που η μοίρα άλλαξε τη ζωή της και της έδωσε την ευκαιρία να γίνει συνέταιρος σε μια χαρτοπαικτική λέσχη. Και τότε η μοίρα παρενέβη ξανά. Γνώρισε τον πατέρα μου. Ερωτεύτηκαν. Παντρεύτηκαν. Ο γάμος, όμως, δεν ξεπλένει πάντα το παρελθόν κάποιου και το βάρος από το σκανδαλώδες ξεκίνημα της μητέρας μου έπεσε στους δικούς μου ώμους. Εγώ έπρεπε να πληρώσω για τα παραπτώματά της, για εγκλήματα για τα οποία δεν είχε κριθεί ποτέ ένοχη, αλλά και για το θράσος να υπερβεί την κοινωνική της θέση. Όσο ήμουν εσώκλειστος στο σχολείο, σε πολύ μικρή ηλικία, ξυπνούσα αρκετές φορές τις νύχτες και το κεφάλι μου ήταν καλυμμένο με ένα σακί, ενώ διάφοροι νταήδες με έβγαζαν έξω, με έγδυναν και με έδεναν σε ένα δέντρο. Στον λαιμό μου κρεμόταν μια πινακίδα: «γιος της κλέφτρας». Στους αγώνες ράγκμπι, βρισκόμουν πάντα χαμηλά στην άμυνα και οι μελανιές από τις κλοτσιές και τις μπουνιές στον κορμό μου εξηγούνταν εύκολα ως το τίμημα που πλήρωνε κάποιος που ασχολούνταν με τα αθλήματα κι ως τιμωρία απ’ όσους με θεωρούσαν κατώτερο. Με αιφνιδίαζαν σε σκοτεινούς διαδρόμους. Άψογες εργασίες που έκανα συχνά χάνονταν πριν προλάβω να τις παραδώσω στον δάσκαλο. Ανεχόμουν αυτές τις προσβολές και τις επιθέσεις σιωπηλά, χωρίς να μιλήσω ποτέ σε κανέναν, αποφασισμένος να μη μάθει ποτέ η γυναίκα που με γέννησε το τίμημα που πλήρωνα για να ζει εκείνη την αγάπη που της άξιζε. Κληρονόμος ενός δουκάτου, κάποια μέρα θα είχα κύρος και εξουσία, κι έτσι όσοι απένειμαν «δικαιοσύνη» φρόντιζαν να κρατούν κρυφές τις ταυτότητές τους, γιατί ήξεραν ότι έπαιζαν ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Ωστόσο το τελικό χτύπημα ήρθε νωρίτερα από το αναμενόμενο, όταν ένα καλοκαίρι μεγάλωσα και ψήλωσα ξαφνικά. Έμαθα να αμύνομαι, με γρήγορες και δυνατές γροθιές. Έκανα πυγμαχία και, ενώ οι συμμαθητές μου δεν έμαθαν να σέβονται τη μητέρα μου, σιγά σιγά άρχισαν να σέβονται εμένα – αλλιώς πλήρωναν πολύ υψηλό τίμημα. Οι νυχτερινές φάρσες σταμάτησαν. Οι μελανιές εξαφανίστηκαν. Οι εργασίες μου έμεναν στη θέση τους όταν τις ολοκλήρωνα. Ο σεβασμός, φαίνεται, δεν αποδίδεται με τη γέννησή σου, αλλά πρέπει να κερδίζεται. Όταν έγινα άντρας, με εκτιμούσαν πολύ. Το παρελθόν της μητέρας μου ήταν ένας αχνός ψίθυρος στα χείλη ασήμαντων πια ανθρώπων. Κι όμως, ήμουν αποφασισμένος τα παιδιά μου να μη σηκώσουν το βάρος του παρελθόντος των γονιών τους. Θα ζούσα μια άμεμπτη ζωή, χωρίς σκάνδαλα. Και η γυναίκα που θα παντρευόμουν θα ήταν αγνή και άσπιλη σαν το λευκότερο χιόνι.


Κεφάλαιο 1 - Λονδίνο, 1882 «Επιτρέψτε μου να έχω την τιμή να σας συστήσω τη λαίδη Μάργκαρετ Σέρμαν…» «Επιτρέψτε μου να σας συστήσω τη λαίδη Σάρλοτ…» «…Λαίδη Ίντιθ…» «…Δεσποινίς…» «…Λαίδη…» Οι συστάσεις έγιναν ένα συνονθύλευμα από λαμπερά μάτια, αισιόδοξα χαμόγελα, προσκλήσεις για χορό, βλεφαρίδες που τρεμόπαιζαν και βεντάλιες που θρόιζαν στον αέρα. Κι όμως, ο Άλιστερ Μάμπρι, μαρκήσιος του Ρέξτον, μέλλων δούκας του Γκρεϊστόουν, τα υπέμενε όλα με ευγενική απάθεια, ευχόμενος να βρισκόταν οπουδήποτε αλλού από εκεί που ήταν: στον φριχτό χορό της αδελφής του. Δεδομένου του πλήθους που παραβρισκόταν σε κάθε βραδιά που διοργάνωναν ο δούκας και η δούκισσα του Λόβινγκτον, ήταν σχεδόν βέβαιος πως δεν θα έλειπε σε κανέναν, εκτός από τις μαμάδες, που τον θεωρούσαν –στα είκοσι εννιά του– σπουδαίο πιθανό σύζυγο για κάποια από τις κόρες τους, πεπεισμένες ότι αναζητούσε σύζυγο, παρότι είχε δείξει, σε διάφορες περιστάσεις, το ακριβώς αντίθετο. Ο πατέρας του ήταν καλά στην υγεία του. Η μητέρα του είχε κάνει κι άλλο γιο, οπότε ο Ρέξτον δεν βιαζόταν πραγματικά να δεσμευτεί. Συζητούσε ευγενικά, γιατί η Γκρέις του είχε ζητήσει να μην εξαφανιστεί αμέσως στο δωμάτιο που έπαιζαν χαρτιά μόνο οι άντρες. Μόλις κατάλαβαν ότι το μόνο που ήταν πρόθυμος να προσφέρει ήταν λίγη ανούσια συζήτηση, οι κυρίες απομακρύνθηκαν από κοντά του σαν τα εύθραυστα πέταλα ενός λουλουδιού στο καλοκαιρινό αεράκι, με τις κάρτες χορού να κρέμονται από τους καρπούς τους χωρίς τη δική του υπογραφή. Είχε υποσχεθεί στην Γκρέις να παραμείνει μία ώρα στην κεντρική αίθουσα και είχαν περάσει μονάχα σαράντα λεπτά. Απομακρύνθηκε σε μια γωνιά με λιγότερο κόσμο για να τηρήσει την υπόσχεσή του. Παρακολουθώντας όσα εξελίσσονταν μπροστά του, δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι, όσο κι αν απεχθανόταν αυτές τις εκδηλώσεις, τον γοήτευαν τα κρυφά παιχνίδια που παίζονταν και θα ήταν προς όφελός του να διατηρήσει καλές σχέσεις με την αριστοκρατία, γιατί κάποια στιγμή θα έψαχνε όντως για μια σύζυγο, μια σύζυγο με άμεμπτη φήμη και καλή ανατροφή, που θα έμενε μακριά από τα κουτσομπολιά. Ενώ η δική του οικογένεια είχε αντέξει πολλά σκάνδαλα, η προσπάθεια της απόκρυψής τους ήταν πολύ κουραστική και δεν επιθυμούσε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του δίνοντας τροφή στα κουτσομπολιά. Του είχε γίνει συνήθεια να ζει άμεμπτα, κι αυτό τον καθιστούσε ένα από τα πιο βαρετά μέλη του οικογενειακού και φιλικού του περιβάλλοντος, ωστόσο ήταν προσόν να θεωρείται βαρετός. Δεν τον παρακολουθούσαν πολύ προσεκτικά κι αυτό σήμαινε πως μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε στο σκοτάδι. Και στο σκοτάδι, η ζωή δεν ήταν ποτέ βαρετή. «Λόρδε Ρέξτον». Γύρισε ελαφρά, μη θέλοντας να προσβάλει τον μεγαλύτερο άντρα. Ο Γκάρετ Χάμερσλι, Αμερικανός, είχε αγαπήσει την Αγγλία σαν πατρίδα του όταν μετακόμισε στο Λονδίνο για να επιβλέψει την επιχείρηση όπλων της οικογένειάς του. Το εργοστάσιο στην Αγγλία τούς επέτρεψε να δραστηριοποιηθούν σε διεθνές επίπεδο, αυξάνοντας σημαντικά την περιουσία τους. Ο πλούτος τού είχε δώσει τη δυνατότητα να μπει στους κύκλους της αριστοκρατίας. Οι δρόμοι τους διασταυρώνονταν κατά διαστήματα, κυρίως στις ιπποδρομίες. Είχε κάτι που ο Ρέξτον


εποφθαλμιούσε και οι πρόσφατες προσπάθειές του να πείσει τον άντρα να το αποχωριστεί είχαν αποτύχει οικτρά, αλλά ο Ρέξτον δεν το έβαζε εύκολα κάτω. «Χάμερσλι». «Φίλε μου, αναρωτιόμουν αν μπορώ να σου ζητήσω μια μικρή χάρη». Ο Ρέξτον χαμογέλασε πονηρά. Οι χάρες συνήθως έχουν και κάποιο αντίτιμο. Ήταν διατεθειμένος ο Χάμερσλι να πληρώσει το δικό του; «Τι έχεις στον νου σου;» «Η νεαρή ανιψιά μου, η κόρη του αγαπημένου μου αδελφού που πέθανε, μόλις έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην καλή κοινωνία. Δυστυχώς, χρειάζομαι κάποιον να με βοηθήσει να την ξεπλύνω από την ντροπή της μεγαλύτερης αδελφής της. Ήλπιζα ότι θα ήσουν πρόθυμος να βοηθήσεις». Ο Ρέξτον ήξερε τη μεγαλύτερη αδελφή μόνο από τη φήμη της. Έκανε μεγάλη εντύπωση όταν έφτασε στο Λονδίνο λίγα χρόνια νωρίτερα, γνώρισε τον κόμη του Λαντσντάουν και το παραμυθένιο φλερτ τους είχε τραβήξει την προσοχή της Βρετανίας. Λίγα χρόνια μετά τον γάμο τους, είχε εμπλακεί σε μια δημόσια σχέση που δεν άφησε άλλη επιλογή στον Λαντσντάουν παρά να τη χωρίσει, κι αυτό προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερο σκάνδαλο, γιατί οι αριστοκράτες δεν έπαιρναν διαζύγιο για κανέναν λόγο. Γνωρίζοντας ότι θα την επηρέαζε το σκάνδαλο, έβλεπε με συμπάθεια τη μικρή της αδελφή, αλλά υποψιαζόταν πως το να της μάθει πυγμαχία δεν θα τη βοηθούσε καθόλου. «Δεν βλέπω πώς μπορώ να βοηθήσω». Ο Χάμερσλι πέρασε τα δάχτυλά του από το πυκνό γκρίζο μουστάκι του, δύο φορές από τη μία πλευρά, δύο από την άλλη. «Είσαι ο πιο περιζήτητος εργένης στο Λονδίνο και έχεις τον σεβασμό των γύρω σου. Είναι, επίσης, γνωστό ότι έχεις εξαιρετικό γούστο στις γυναίκες και στα άλογα. Αν έδειχνες λίγο ενδιαφέρον στο κορίτσι…» «Δεν ψάχνω να παντρευτώ ακόμα». Η συμπάθειά του είχε όρια. «Όχι, όχι βέβαια. Δεν περιμένω να την πας στην εκκλησία. Αν χόρευες, όμως, μαζί της, αν την πήγαινες στο Χάιντ Παρκ, αν την έβλεπαν μαζί σου, μπορεί έτσι να τραβούσε την προσοχή των άλλων κυρίων. Είμαι σίγουρος πως, μόλις ενδιαφέρονταν για εκείνη, θα γοητεύονταν, γιατί είναι ένα πολύ ελκυστικό κορίτσι. Δεν έχει κάποιο από τα… ελαττώματα της αδελφής της». Ελάττωμα; Η ανικανότητα να μείνει πιστή; Η απιστία στον σύζυγό της; Το διαζύγιο από έναν άντρα που το γενεαλογικό του δέντρο έφτανε ως τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή; Οι Αμερικανοί σίγουρα κατανοούσαν περισσότερο τα ελαττώματα μιας ολέθριας γυναίκας. «Φοβάμαι ότι πρέπει να στραφείς αλλού για βοήθεια. Ζήτα το από κάποιον άλλο κύριο». «Να πάρει, φίλε. Κανείς άλλος δεν έχει τη δική σου επιρροή. Οι νεαροί κάνουν ό,τι μπορούν για να σε μιμηθούν. Ακολουθούν το παράδειγμά μου. Λυπήσου το καημένο το κορίτσι. Υποσχέθηκα στον αδελφό μου, στο νεκροκρέβατό του, ότι θα φρόντιζα να έχει μια καλή τύχη. Τη γοητεύει η αριστοκρατία». «Το ίδιο και την αδελφή της, απ’ ό,τι καταλαβαίνω». «Το ταμπεραμέντο τους είναι εντελώς διαφορετικό. Η Ματίλντα ήταν πάντα πολύ δυναμική για να την περιορίσεις. Η Τζίνα, όμως, να είναι καλά, είναι ένα ντροπαλό λουλούδι γεμάτο ελπίδα. Πρέπει να κάνω κάτι για να τραβήξω την προσοχή πάνω της. Και εσύ είσαι το εισιτήριο». Τα εισιτήρια έχουν πάντα ένα αντίτιμο. «Έναν χορό και ένα απόγευμα στο πάρκο». «Δεν νομίζω ότι θα χρειαστεί κάτι παραπάνω. Πραγματικά, είναι υπέροχο κορίτσι».


Όχι, όμως, ένα κορίτσι που ξεχωρίζει, για να αναγκαστεί ο Χάμερσλι να πλησιάσει τον Ρέξτον ώστε να τραβήξει πάνω της την προσοχή. Δεν ένιωθε πολύ άνετα να δώσει ψεύτικες ελπίδες στο κορίτσι για τις προθέσεις του, αλλά, αν το ενδιαφέρον του παρέμενε φιλικό, ίσως δεν υπήρχε πρόβλημα. «Όταν χορέψω μαζί της, όλες οι μητέρες θα σκεφτούν ότι μόλις ανακοίνωσα πως μπήκα στη γαμήλια αγορά. Θα μου είναι δύσκολο να απομακρύνω τις κυρίες για την υπόλοιπη σεζόν, η οποία μόλις ξεκίνησε». «Θα φροντίσω να αποζημιωθείς». Ήταν, όμως, δίκαιο για το κορίτσι; Θα έκανε ό,τι μπορούσε για να τελειώσει γρήγορα αυτή η φάρσα και να της βρει τον κατάλληλο κύριο. «Και πώς θα το κάνεις αυτό;» «Το Μαύρο Διαμάντι. Μπορείς να τον χρησιμοποιήσεις ως επιβήτορα». «Τρεις φορές». «Να πάρει, φίλε. Ξέρεις πόσο πολύτιμο είναι αυτό το άλογο;» «Ξέρω όντως». Από τότε που το αραβικό αυτό άτι είχε νικήσει τον καλύτερο επιβήτορα του Ρέξτον σε αρκετούς αγώνες. «Θέλω τουλάχιστον τρεις απογόνους του». «Δύο». Αυτό ακριβώς που ήθελε ο Ρέξτον από την αρχή. «Δύο, λοιπόν». «Όχι, όμως, μέχρι να έχει έναν κατάλληλο μνηστήρα η ανιψιά μου. Πρέπει να κάνεις πως τη φλερτάρεις μέχρι να βάλει κάποιος στόχο να σε κερδίσει». Αυτό θα ήταν ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα, καθώς αμφέβαλε πως θα ήταν πολλοί οι κύριοι που θα θεωρούσαν ότι μπορούσαν να τον κερδίσουν. Ήταν μία από τις πιο ισχυρές οικογένειες στη Μεγάλη Βρετανία. Αν ζευγάρωνε, όμως, το Μαύρο Διαμάντι με την Ξανθή Κυρία του θα άξιζε τον κόπο. Ήταν σχεδόν βέβαιος ότι, αν ανακατευόταν το αίμα τους, θα είχε στα χέρια του έναν πρωταθλητή. «Πες πως έγινε κιόλας». «Υπέροχα. Η συμφωνία μας, ωστόσο, πρέπει να μείνει μεταξύ μας. Δεν θέλω να πληγωθεί, κι αν το μάθει δεν θα έχει νόημα». Ήξερε πολύ καλά πως τα αισθήματα των γυναικών ήταν πάντα πολύ λεπτά. «Δεν θα περίμενα κάτι άλλο». «Έλα, λοιπόν, να σε συστήσω στην Τζίνα τότε. Ποιος ξέρει; Μπορεί και να αποφασίσεις πως είναι η ιδανική για εσένα». Αμφέβαλε πραγματικά, αλλά ήταν άντρας, στο κάτω κάτω, και οι γυναίκες τον ενδιέφεραν. «Ακόμα κι αν συμβεί αυτό, η συμφωνία μας ισχύει». «Φυσικά. Απλώς θα γίνει ακόμα πιο καθαρή».

∞ Η δεσποινίς Βιρτζίνια Χάμερλι ήταν τόσο νέα. Αυτή ήταν η πρώτη του σκέψη όταν τους σύστησαν. Τα μάτια της είχαν το χρώμα ενός φύλλου την άνοιξη και έλαμπαν με αθωότητα. Ήταν μικροκαμωμένη και λεπτή. Φοβόταν πως, αν έπεφτε ποτέ στο κρεβάτι μαζί της, θα την έσπαγε. Δεν προτιμούσε το άγριο σεξ, αλλά απολάμβανε τον ενθουσιασμό που άφηνε τον ίδιο και τη σύντροφό του ιδρωμένους και λαχανιασμένους στο κρεβάτι. Ένιωθε τόσο ένοχος που έδινε ελπίδες στη νεαρή κοπέλα, ώστε του πέρασε από το μυαλό ακόμα και να την κάνει μαρκησία του Ρέξτον και μέλλουσα δούκισσα του Γκρεϊστόουν.


Ο τρόπος που έλαμψε το πρόσωπό της σαν να είχε πάρει θέση ανάμεσα στις λάμπες του πολυελαίου όταν ο θείος της της είπε ψιθυρίζοντας ότι ο Ρέξτον είχε επιμείνει να τη γνωρίσει δεν καταλάγιασε καθόλου τις αμφιβολίες του για μια πιθανή απογοήτευση του κοριτσιού. Δεν ήταν η κατάλληλη για εκείνον. Το ήξερε ήδη από τα πρώτα πέντε δευτερόλεπτα που είδε τη γεμάτη ελπίδα έκφρασή της. Κι όμως, ήταν αποφασισμένος να προσπαθήσει να φέρει σε πέρας τη συμφωνία, γιατί σίγουρα θα εντυπωσίαζε κάποιον άλλο κύριο. Προχωρούσε, λοιπόν, για το καλό της και για το καλό της χώρας. Το νέο αίμα, αλλά και τα χρήματα που θα έφερνε στο ταμείο κάποιου ήταν απαραίτητα για την αριστοκρατία. «Θα χαιρόμουν πολύ αν με τιμούσατε με έναν χορό», είπε, καθώς τα χείλη του περνούσαν πάνω από το λεπτό της χέρι, έχοντας δώσει ένα απαλό φιλί πάνω από το γάντι της. Θεέ μου, ήταν τόσο εύθραυστη όσο εκείνες οι πορσελάνινες κινέζικες κούκλες που είχε χαρίσει πρόσφατα στις ανιψιές του. Το γέλιο της θύμισε τις καμπανούλες που ο ήχος τους πλημμύριζε τον αέρα τα Χριστούγεννα. «Η κάρτα μου είναι άδεια ως τώρα, οπότε θα το ήθελα πολύ. Τα πηγαίνω πολύ καλά στον χορό και θα ήθελα να εκμεταλλευτώ τα μαθήματα που έχω κάνει». Στάθηκαν μαζί στην αίθουσα, περιμένοντας τον επόμενο χορό –ένα βαλς– να ξεκινήσει. Δεν μπορούσε, δυστυχώς, να βρει τίποτα ενδιαφέρον να πει. Ξαφνικά ένιωθε πολύ γέρος, σαν ένα παλιό ζευγάρι μπότες που ήταν πολύ βολικές, αλλά είχαν χάσει τη γυαλάδα τους και δεν θα την ξανάβρισκαν ποτέ, όσο κι αν τις έτριβε ο υπηρέτης. Ίσως θα έπρεπε να είχε παντρευτεί νωρίτερα, όσο η ηλικία του ανταποκρινόταν ακόμα στις ηλικίες των κοριτσιών που έκαναν την εμφάνισή τους στην κοινωνία. Δεν του είχαν φανεί τόσο νέες τον περασμένο ή τον προπερασμένο χρόνο, αλλά τώρα τον έκαναν να αισθάνεται αρχαίος, ένα κειμήλιο που δεν έλαμπε όσο κάποτε. Δεν μπορούσε παρά να πιστέψει ότι τον έβλεπε κι εκείνη έτσι, μια και φαινόταν, επίσης, να πασχίζει να βρει ένα θέμα, σαν να αναγνώριζε ότι είχαν πολύ λίγα κοινά στοιχεία, πέρα από το ότι βρίσκονταν αυτή τη στιγμή στην ίδια αίθουσα χορού. «Είχα ακούσει για τους χορούς της αδελφής σας», είπε τελικά. «Πρέπει να πω ότι ανταποκρίνονται στις προσδοκίες. Η δούκισσα είναι υπέροχη οικοδέσποινα». «Η Γκρέις πήρε πολύ καλά μαθήματα από τη μητέρα μας». «Δεν συνηθίζεται ένας λόρδος να παντρεύεται μια γυναίκα που μεγάλωσε στους δρόμους, αλλά τολμώ να πω ότι, όταν με σύστησαν στη δούκισσα του Γκρεϊστόουν, ένιωσα απόλυτα τη γοητεία της». Οι γονείς του σπάνια πήγαιναν πια σε χορούς και έτσι η εμφάνισή τους στον χορό των Λόβινγκτον ήταν μία από τις ελάχιστες φορές που έκαναν μια δημόσια εμφάνιση στη διάρκεια της σεζόν. Ελάχιστοι ήξεραν τον πραγματικό λόγο της απουσίας τους. «Η μητέρα μου είναι μια απίστευτη γυναίκα που κατάφερε να ξεπεράσει το ταπεινό της ξεκίνημα», είπε λίγο πιο απότομα απ’ όσο επίτασσε η ευγένεια. «Ελπίζω να μη σας πρόσβαλα». Τουλάχιστον αντιλήφθηκε τον τόνο του. Φοβόταν πως δεν θα τα κατάφερνε. «Καθόλου. Έχοντας μεγαλώσει μαζί της σε όλη μου τη ζωή, τη θεωρώ δεδομένη, και μερικές φορές ξεχνώ πως δεν ήταν πάντα ευπρόσδεκτη στην αριστοκρατία». Ένα μικρό ψέμα, καθώς δεν θα ξεχνούσε ποτέ την επιρροή που είχε πάνω του η προηγούμενη ζωή της. Το κορίτσι, όμως, δεν έφταιγε για τις δυσκολίες που είχε περάσει στα νεανικά του χρόνια. Εξάλλου, εκείνη ζούσε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. «Βρίσκω την ιστορία των γονιών σας πολύ ρομαντική». «Είναι, μάλλον».


«Λατρεύω τον ρομαντισμό». Θεέ μου, ας ξεκινούσε η μουσική. Δεν είχε καμία πρόθεση να φλερτάρει το κορίτσι. Ένας χορός. Μια βόλτα στο πάρκο. Αυτό ήταν όλο. Αν δεν κατάφερνε να κάνει τους κυρίους να ενδιαφερθούν γι’ αυτή… Να πάρει! Μπορεί να είχε μόλις συμφωνήσει να θυσιάσει ολόκληρο το καλοκαίρι του και να παραβρίσκεται σε χορούς, μόνο και μόνο για να κερδίσει ένα άλογο. Δεν θα το έβαζε κάτω, αν είχε παρεξηγήσει την ευκολία με την οποία θα κατάφερνε να τραβήξει τους κυρίους στο πλευρό της. Η καντρίλια επιτέλους τελείωσε. Πρόσφερε το μπράτσο του στη δεσποινίδα Χάμερσλι για να τη συνοδεύσει στο γυαλιστερό παρκέ και αντιλήφθηκε πως το άγγιγμά της θύμιζε πούπουλο, σχεδόν δεν το ένιωθε. Δεν μπορούσε να αρνηθεί πως ήταν αρκετά όμορφη, σαν νεράιδα. Είχε ένα παιδικό χαμόγελο, που δεν σβήστηκε ποτέ όσο χόρευαν. Ήταν ό,τι χειρότερο για να ποντάρει πάνω της τα άλογά του. Τον παρηγορούσε η σκέψη ότι είχε πιάσει έναν δυο κυρίους να την κοιτάζουν καθώς περνούσε από δίπλα τους. Και ήταν πολύ καλή στον χορό. Τα μαθήματα όντως την είχαν βοηθήσει. Όταν τελείωσε το βαλς, τη συνόδευσε πίσω στη θέση της και τότε είπε: «Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να σας καλέσω αύριο το απόγευμα για μια βόλτα στο πάρκο». Δεν θα έβλαπτε να τη δουν στην άμαξά του όλοι οι επίδοξοι μνηστήρες. «Με μεγάλη μου χαρά, λόρδε». «Κατά τις δύο;» «Θα περιμένω. Μένω στην έπαυλη Λαντσντάουν με την αδελφή μου». Ανοιγόκλεισε τα μάτια, έκπληκτος που ζούσε τόσο κοντά με τη διαβόητη λαίδη Λαντσντάουν. «Όχι με τον θείο σας;» «Όχι. Δεν είναι ευπρόσδεκτη στην κοινωνία και ο θείος μου είναι εργένης, οπότε η κατοικία του δεν ήταν κατάλληλη. Έτσι, μένω με την αδελφή μου». «Τότε θα σας δω εκεί». Μόλις έφτασαν στην καρέκλα της, σήκωσε πάλι απαλά το γαντοφορεμένο χέρι της και το φίλησε. «Θα μετράω τις ώρες». Θα καιγόταν στην κόλαση γι’ αυτό το τελευταίο σχόλιο. Δεν πίστευε ότι το χαμόγελό της μπορούσε να λάμψει περισσότερο. Η ντροπή τον πλημμύρισε, αλλά την κατέπνιξε. Με λίγη τύχη, ως το τέλος της βδομάδας, η κοπέλα θα είχε εκατοντάδες επίδοξους μνηστήρες να επιζητούν την προσοχή της και ο Ρέξτον θα είχε το Μαύρο Διαμάντι.

∞ Έφτασε ακριβώς στις δύο. Δεν καθυστερούσε ποτέ. Η έπαυλη Λαντσντάουν ήταν εντυπωσιακή εξωτερικά, αλλά ακόμα περισσότερο στο εσωτερικό, με την αψιδωτή είσοδο και τις σκάλες που ανοίγονταν και στις δύο πλευρές και οδηγούσαν στους πάνω ορόφους. Δεν ήταν σίγουρος με ποιο τρόπο είχε κρατήσει το σπίτι η λαίδη Λαντσντάουν –ανήκε στην οικογένεια του κόμη έναν αιώνα τουλάχιστον– χωρίς τον σύζυγό της, αλλά το γεγονός ότι κατοικούσε μέσα σε εκείνους τους τοίχους ήταν μια ακόμα ντροπή για την οποία δεν θα τη συγχωρούσε η κοινωνία. Δίνοντας την κάρτα του στον μπάτλερ, εντυπωσιάστηκε από τη νεαρή του ηλικία. Αν δεν έβλεπε τα ρούχα του νεαρού, θα τον περνούσε για απλό υπηρέτη. «Ο μαρκήσιος του Ρέξτον ζητά τη δεσποινίδα Χάμερσλι». «Θα ενημερώσω την κόμισσα. Ακολουθήστε με στο σαλόνι, παρακαλώ».


Το σαλόνι είχε σκούρους μοβ τοίχους και έπιπλα σε διάφορους τόνους του λευκού. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ποτέ ότι υπήρχε τόση ποικιλία λευκού. Κάποιες αποχρώσεις ήταν τόσο λαμπερές, που έκαναν τα μάτια του να πονούν, όπως το χιόνι στο φως του ήλιου, και κάποιες λιγότερο, όπως το ιβουάρ. Ο Ρέξτον έριξε μια ματιά στα ράφια πλάι στο τζάκι. Τα μισά μόνο περιείχαν βιβλία. Τα άλλα είχαν ξύλινα, γρανιτένια και μαρμάρινα γλυπτά αλόγων σε διάφορες στάσεις: να πηδούν, να βηματίζουν, να τρέχουν. Πίνακες με άλογα κοσμούσαν τους τοίχους, ενώ ένας πολύ μεγάλος ήταν κρεμασμένος πάνω από το τζάκι. Προφανώς το δωμάτιο αντιπροσώπευε την αγάπη του λόρδου για τα άλογα. Πρέπει να πληγώθηκε η περηφάνια του που αναγκάστηκε να τα αφήσει όλα αυτά πίσω του. Ακούγοντας τον ήχο που έκαναν τα τακούνια στον διάδρομο, γύρισε, εντελώς απροετοίμαστος για το σοκ που δέχτηκε βλέποντας εκείνη τη γυναίκα που προχωρούσε προς το μέρος του με τόσο βασιλικό και ασυμβίβαστο ύφος. Έδειχνε άκαμπτη και ψηλή, με τέτοια αξιοπρέπεια και τέτοιο θάρρος, που αποτελούσε πρόκληση: παίξε μαζί μου, βάλε τα μαζί μου, με δική σου ευθύνη. Τίποτα πάνω της δεν έμοιαζε νεανικό, αλλά αμφέβαλε ότι θα είχε ζήσει πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα. Σταμάτησε μπροστά του, με τα γαλάζια μάτια της –έξυπνα, υπολογιστικά, καχύποπτα– και τον κοίταξε, προσπαθώντας να τον μετρήσει. Παρότι δεν του άρεσε καθόλου, έπιασε τον εαυτό του να ορθώνει την πλάτη του, αν και πάντα νόμιζε πως ήταν ολόισια. Με μαλλιά κατάμαυρα σαν τη νύχτα, δεν έμοιαζε καθόλου με την αδελφή της. Η γυναίκα αυτή δεν ήταν τόσο αθώα. Δεν έκανε όνειρα για αγάπες και έρωτες. Η ποίηση δεν την ενδιέφερε καθόλου. Δεν ήταν πασπαλισμένη με νεραϊδόσκονη. Ήταν γεμάτη δύναμη και αγριάδα. Δεν θα έσπαγε στο κρεβάτι του. Έβαζε στοίχημα πως, αν κάποιος αποδεικνυόταν ευάλωτος εκεί, τότε σίγουρα θα ήταν αυτός. Έδειχνε πολύ αποτελεσματικά με το βλέμμα της ότι δεν ήταν εύκολος αντίπαλος. «Καλησπέρα, λόρδε Ρέξτον. Είμαι η λαίδη Λαντσντάουν. Δεν νομίζω ότι έχουμε γνωριστεί ποτέ επισήμως». Όχι, δεν είχαν. Δεν θυμόταν να την έχει δει. Σπάνια, εξάλλου, παραβρισκόταν σε δημόσιες εκδηλώσεις κι εκείνη ήταν ανεπιθύμητη. «Χαίρω πολύ». Το χαμόγελό της, σφιγμένο και συγκρατημένο, του έδειχνε πως ήξερε ότι έλεγε ψέματα. Το ντεκολτέ του μπορντό φορέματός της ήταν αρκετά χαμηλό, ώστε να αποκαλύπτει την κορυφή του στήθους της, αρκετό χλωμό δέρμα για να κάνει το στόμα ενός άντρα να υγρανθεί και τη φαντασία του να οργιάσει, αλλά το υπόλοιπο σώμα της ήταν τόσο σχολαστικά καλυμμένο όσο το σώμα μιας δασκάλας. «Φαίνεται πως η Τζίνα άργησε να ξυπνήσει. Ετοιμάζεται. Φοβάμαι ότι θα καθυστερήσει. Θα πρότεινα να πω στην υπηρέτρια να σας φέρει τσάι, αλλά νομίζω πως μάλλον προτιμάτε το ουίσκι». Προχώρησε σε ένα τραπέζι με διάφορα μπουκάλια και γύρισε να τον κοιτάξει ανασηκώνοντας το κατάμαυρο φρύδι της. Δεν συνήθιζε να πίνει τόσο νωρίς, αλλά η θέρμη του ουίσκι στον λαιμό του θα ήταν σίγουρα ευχάριστη και θα του αποσπούσε την προσοχή από τη ζέστη που ένιωθε σε άλλα μέρη του σώματός του. «Ναι, παρακαλώ». Προς μεγάλη του έκπληξη, έβαλε ουίσκι σε δύο ποτήρια. Του έδωσε το ένα, πήρε το άλλο, το σήκωσε ελαφρά. «Στην υγειά μας». Ήπιε μια γουλιά, έγλειψε τα χείλη της με έναν τρόπο που έκανε το στομάχι του να σφιχτεί κι έπειτα πήγε και κάθισε στον καναπέ. «Παρακαλώ, σαν στο σπίτι σας».


Διάλεξε την πολυθρόνα που ήταν πιο κοντά της, την παρατήρησε και άθελά του σκέφτηκε πόσο γρήγορα πρέπει να την είχε ερωτευτεί ο Λαντσντάουν. Απέπνεε σιγουριά, χάρη και ομορφιά. Ένας άντρας θα ομόρφαινε μ’ εκείνη στο πλευρό του. Κι έπειτα τον πρόδωσε ανεπανόρθωτα και εκείνον και τους όρκους τους. Ήταν αναμενόμενο να τη δείχνουν όλοι και να περιμένουν τα ίδια και από την αδελφή της. Αυτή η γυναίκα δέσποζε στο δωμάτιο. Δεν γινόταν να περάσει απαρατήρητη, και η αδελφή της ήταν η ευάλωτη μαθήτριά της. Τι μαθήματα πρέπει να της είχε δώσει! Μαθήματα που θα έκαναν πολύ πιο δύσκολη την αποστολή του. «Για να είμαι ειλικρινής, χαίρομαι που έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε ιδιαιτέρως», είπε, κοιτάζοντάς τον τολμηρά στα μάτια. Μπορεί να ήταν Αμερικανίδα, αλλά η προφορά της ήταν εκλεπτυσμένη – όχι η σκληρή προφορά του θείου της, αλλά ούτε και βρετανική. «Μπορεί να γνωρίζετε ότι ο πατέρας μας πέθανε πριν από έξι μήνες και η μητέρα μας χρόνια πριν. Η κληρονομιά της Τζίνα μπήκε σε ένα καταπίστευμα και θα περάσει στα χέρια της όταν παντρευτεί ή όταν φτάσει στην ηλικία των είκοσι πέντε. Σε κάθε περίπτωση, θα προσφέρει στον γάμο της μια μικρή περιουσία και ο λάθος άντρας θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί αυτό, να την οικειοποιηθεί και να την αφήσει χωρίς τίποτα». «Δεν χρειάζομαι μια μικρή περιουσία», είπε κοφτά, νιώθοντας την ανάγκη να υπερασπιστεί τον εαυτό του, παρότι δεν τον ενδιέφερε καθόλου η προίκα κανενός κοριτσιού. Με βάση τα όσα ήξερε για την επιχείρηση της οικογένειάς της, ήταν μάλλον σεμνή μιλώντας για την κληρονομιά της ίδιας και της αδελφής της. «Η φήμη, και όχι τα χρήματα, είναι το νόμισμα με βάση το οποίο θα υπολογίσω την αξία της γυναίκας που θα παντρευτώ». Παρότι χλώμιασε, συνέχισε, προς τιμήν της, να τον κοιτάζει στα μάτια. «Όσο κι αν ισχυρίζεστε πως τα χρήματα δεν έχουν σημασία, εγώ πρέπει να υπογραμμίσω πόσα διακυβεύονται εδώ. Γνωρίζω ότι έχετε έναν σημαντικό τίτλο, θέση και επιρροή. Ωστόσο, λόρδε μου, αν θέλετε να παντρευτείτε την αγαπημένη μου αδελφή, πρέπει να δώσετε και την καρδιά σας. Δεν πρέπει απλώς να την πείσετε ότι την αγαπάτε. Πρέπει να πείσετε κι εμένα. Δεν θα επιτρέψω στην Τζίνα να περάσει ούτε μια ώρα σε έναν γάμο χωρίς αγάπη». Δεν τον ενδιέφερε καθόλου να παντρευτεί το κορίτσι. Κι όμως, τα λόγια της λαίδης τον ενοχλούσαν. Πώς τολμούσε να επικρίνει τον ίδιο ή τα κίνητρά του, ενώ δεν τον ήξερε καθόλου. «Είμαι μεγάλο κελεπούρι, λαίδη μου. Η δεσποινίς Χάμερσλι θα ήταν πολύ τυχερή να με έχει σύζυγό της». «Και μετριόφρων, όπως βλέπω». «Λέω απλώς την αλήθεια. Εγώ, από την άλλη, θέλω να με διαβεβαιώσετε ότι δεν θα ακολουθήσει τον δρόμο της αδελφής της στην καταστροφή και στα σκάνδαλα». Το πιγούνι της λαίδης Λαντσντάουν ανασηκώθηκε κι εκείνος είχε την αίσθηση ότι θα ήθελε πολύ να του πετάξει στο πρόσωπο το υπόλοιπο ουίσκι της. «Αν παντρευτεί έναν άντρα που την αγαπά, έναν άντρα που αγαπά, πιστεύω ότι αυτό είναι εξασφαλισμένο». «Δεν παντρευτήκατε από αγάπη;» «Τα συναισθήματά μου για τον Λαντσντάουν δεν είναι δική σας δουλειά. Ωστόσο, παραδέχομαι ότι η μητέρα μου ήθελε να έχω έναν τίτλο που θα μπορούσε να επιδεικνύει στους εχθρούς της στη Νέα Υόρκη. Με μεγάλωσαν μαθαίνοντάς μου να υπακούω τη μητέρα μου. Ο Λαντσντάουν ήθελε μια προίκα. Του την παρείχα. Οι τίτλοι δεν με ενδιέφεραν ποτέ». «Κι όμως, επιμένετε να χρησιμοποιείτε τον δικό σας». Άλλη μία προσβολή για την αριστοκρατία, να διατηρήσει έναν τίτλο που είναι για πάντα κηλιδωμένος από τα κρίματά της. Λόγω της ντροπής που του είχε προκαλέσει, ο Λαντσντάουν


είχε ζητήσει μετά το διαζύγιο να της αφαιρεθεί ο τίτλος που είχε κερδίσει με τον γάμο τους. Η απόφαση ήταν υπέρ του. Εκείνη είχε προσφύγει σε ανώτερο δικαστήριο – και κέρδισε. Σοκαρισμένοι από το θάρρος της, οι άνθρωποι την απομόνωσαν δικαιολογημένα. «Πλήρωσα για αυτό το προνόμιο. Πλουσιοπάροχα θα έλεγα, μια και ο Ντάουνι πήρε στα χέρια του όλη μου την προίκα. Εξάλλου, ξέρω ότι θα τον έκανε έξαλλο». Το πονηρό χαμόγελό της τον έκανε να θελήσει να τη μιμηθεί, αλλά συγκρατήθηκε. Η οικογένειά του δεν ήταν άμεμπτη, αλλά εκείνη έμοιαζε να το απολαμβάνει. Κοίταξε γύρω του. «Βλέπω πως τα πηγαίνετε μια χαρά και μόνη σας». «Ο πατέρας μου δεν ήταν από αυτούς τους τύπους που σπαταλούν όσα απέκτησαν με αίμα, δάκρυα και ιδρώτα. Η περιουσία του ήταν μεγάλη. Σίγουρα δεν θα μου λείψει ποτέ τίποτα και θέλω να φροντίσω να μη λείψει τίποτα ούτε στην Τζίνα. Για αυτό, είναι ακόμα πιο αναγκαίο να απομακρύνω τους πιθανούς προικοθήρες». Το θεωρούσε αγενές να συζητά τόσο ανοιχτά για χρήματα σαν να ήταν άπληστος. Η άποψή της γι’ αυτόν έμοιαζε να είναι τόσο κακή όσο η δική του γι’ αυτήν. Δεν του άξιζε, ωστόσο, κι αυτό του άφηνε μια πικρή γεύση στο στόμα. «Είχα την εντύπωση πως ο θείος σας ήταν υπεύθυνος γι’ αυτήν». «Έχει τον τρόπο να τη συστήσει στην κοινωνία, ενώ εγώ όχι. Έχουμε συμφωνήσει, ωστόσο, πως για τους πιθανούς μνηστήρες μετρά μόνο η άποψή μου. Ενεργεί όταν του το ζητάμε, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για καμία από τις δυο μας». Ο θείος, λοιπόν, προσπαθούσε να απαλλαγεί το συντομότερο από το καθήκον του. Ο Ρέξτον δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει όταν και ο ίδιος έβρισκε τους χορούς και τα κοινωνικά παιχνίδια που τους ακολουθούσαν μάλλον βαρετά. «Δεν είμαι αφελής, λόρδε. Συνειδητοποιώ πως το διαζύγιό μου έχει προκαλέσει μεγάλο σκάνδαλο και δεν θέλω να πληρώσει η Τζίνα το τίμημα. Σίγουρα θα έπρεπε να περιμένω μέχρι να παντρευτεί». Έστρεψε αλλού το βλέμμα της κι εκείνος αναρωτήθηκε τι να σκεφτόταν. Γύρισε πάλι και τον κοίταξε. «Δεν το έκανα, όμως. Ήταν εγωιστικό εκ μέρους μου. Τι να γίνει, όμως; Δεν το είχα σκεφτεί καλά και…» «Απ’ όσο ξέρω, φιλήσατε έναν υπηρέτη μπροστά στους καλεσμένους σας». Δεν πίστευε ότι της το είπε. Κατάμουτρα. Η μητέρα του θα σοκαριζόταν. Η λαίδη Λαντσντάουν απλώς χαμογέλασε, όχι χαρούμενα αλλά θριαμβευτικά. «Ναι. Τώρα είναι μπάτλερ μου». Αυτόν που του είχε ανοίξει την πόρτα; Ο υπηρέτης δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφος. Ο Ρέξτον έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται για το μέγεθος του πέους εκείνου του άντρα, μια και σίγουρα θα έπρεπε να της είχε προσφέρει κάτι που να αξίζει να χαλάσει γι’ αυτό την υπόληψή της. Ή, ίσως, να της άρεσε απλώς κάτι πιο άγριο. Δεν θα ήταν η πρώτη καθωσπρέπει κυρία που θα γοητευόταν από κάποιον κατώτερό της. Παρ’ όλα αυτά, αναγνώριζε ότι η συμπεριφορά του θύμιζε άνθρωπο που καταγόταν από τον βούρκο. «Σας ζητώ συγγνώμη. Δεν έπρεπε να μιλήσω έτσι». Ήπιε άλλη μια γουλιά από το ουίσκι. «Δεν χρειάζεται. Το ξέρω πως είμαι αντικείμενο χλεύης και περιέργειας. Ωστόσο, δεν θέλω αυτό να επηρεάζει την αδελφή μου. Πρέπει να ξέρω αν οι προθέσεις σας είναι έντιμες. Για να είμαι ειλικρινής», τελείωσε το ουίσκι της, άφησε στην άκρη το ποτήρι και τον κοίταξε στα μάτια, σαν να ήθελε να δαμάσει το βλέμμα του, «θα σκότωνα οποιονδήποτε άντρα θα την πλήγωνε ακόμα και ανεπαίσθητα. Δεν θέλω να χύσει ούτε ένα δάκρυ για την άκαρδη συμπεριφορά κάποιου άντρα».


Εκείνη, άραγε, είχε χύσει δάκρυα; Δεν μπορούσε να το φανταστεί. Έμοιαζε με πάγο μέσα σε ψυχρό ατσάλι. «Έγινα σαφής;» Οι κοφτές της λέξεις, η πρόκληση στα ζαφειρένια μάτια της, φώναζαν ότι θα τον σκότωνε αν δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες της. Δεν του άρεσε που η καρδιά του άρχισε να χτυπά γρηγορότερα και το στομάχι του είχε σφιχτεί. Δεν του άρεσε που αναρωτιόταν τι θα έκανε αν σηκωνόταν, πήγαινε κοντά της, την έπαιρνε στην αγκαλιά του και τη φιλούσε. Θεέ μου! Ήταν απίστευτα πιο γοητευτική από την αδελφή της. Ήταν προκλητική, καυτή, αδάμαστη. Τίποτα πάνω της δεν ήταν αθώο. Κάτι στο παρελθόν την είχε σκληρύνει. Ήταν ο γάμος της ή μήπως είχε συμβεί κάτι πιο πριν; Τον γοήτευε, τον προκαλούσε, τον… «Σας ζητώ συγγνώμη που σας έκανα να περιμένετε, λόρδε». Η δεσποινίς Χάμερσλι είχε μόλις μπει στο δωμάτιο και ξαφνικά έμοιαζε πιο παιδί από ποτέ. Μπορούσε να τη φανταστεί να παίζει σε ένα λιβάδι με μαργαρίτες. Η λαίδη Λαντσντάουν σίγουρα δεν είχε παίξει ποτέ. Σηκώθηκε όρθιος και προσπάθησε να εστιάσει την προσοχή του στη δεσποινίδα Χάμερσλι κι όχι στη γυναίκα που μπορούσε ακόμα να δει με την άκρη των ματιών του. Η αντίθεση ανάμεσα στις δύο τους ήταν απίστευτη. Γυναίκα… κορίτσι. Έμπειρη… αθώα. Προκλητική… γλυκιά. Να πάρει η ευχή! Προτιμούσε μια προκλητική γυναίκα. Η προκλητική γυναίκα, ωστόσο, δεν θα του έδινε τον επιβήτορα. «Είσαι υπέροχη, γλυκιά μου». Χαμογέλασε πλατιά και τα μάτια της έλαμψαν από ευτυχία. Τα ρούχα του ξαφνικά έμοιαζαν στενά, έπρεπε να λύσει κάπως τη γραβάτα του πριν τον πνίξει. «Η καθυστέρησή σου ήταν χρήσιμη», είπε ευγενικά η λαίδη Λαντσντάουν, «μια κι είχαμε την ευκαιρία να γνωριστούμε». «Όταν ήμουν μικρότερος, ταξίδεψα πολύ», εξήγησε ο Ρέξτον. «Δεν περνούσα πολύ χρόνο στο Λονδίνο, όποτε μου δινόταν η ευκαρία». Αποφάσισε να μην αναφέρει ότι δεν τον ενδιέφερε η κοινωνική σκηνή και την απέφευγε όσο το δυνατόν περισσότερο. Το πρόσωπό της έλαμψε ξανά. «Τι ωραία. Θα ήθελα κι εγώ να δω τον κόσμο, νομίζω. Θα ταξιδεύετε με τη σύζυγό σας;» «Αν το θέλει. Πρέπει, ωστόσο, πρώτα να της παρέχω τα απαραίτητα και μετά θα ακολουθήσουν τα υπόλοιπα». Άφησε το ποτήρι του και προχώρησε προς το μέρος της. «Δεσποινίς Χάμερσλι, η άμαξά μου μας περιμένει». Της πρόσφερε το μπράτσο του. Εκείνη χαμήλωσε τα μάτια. «Έχουμε ένα πρόβλημα. Η υπηρέτριά μου έχει ημικρανία και της είπα να μείνει στο κρεβάτι». Κοίταξε πίσω του. «Τίλι, έχεις την καλοσύνη να έρθεις μαζί μας ως κηδεμόνας μου;» Τίλι; Τη φαντάστηκε ξαφνικά, γλυκιά και αθώα, νέα και ευτυχισμένη, να παίζει σε λιβάδια με μαργαρίτες – πριν την παντρευτεί ο Λαντσντάουν. Δεν του άρεσε. Δεν του άρεσε καθόλου. Κοίταξε γύρω του και πρόλαβε να δει το υπολογιστικό βλέμμα της κόμισσας να τον διατρέχει από πάνω μέχρι κάτω. Χριστέ μου, ήθελε να απλώσει τα φτερά του σαν αλαζονικό παγόνι. «Με χαρά. Θα έχω την ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα τον μαρκήσιο και να αποκτήσω μια ιδέα για τα πραγματικά συναισθήματά του απέναντί σου». «Δεν έχει αισθήματα ακόμα», τη διαβεβαίωσε η δεσποινίς Χάμερσι. «Χτες βράδυ γνωριστήκαμε». «Είμαι σίγουρη πως κάτι νιώθει», είπε η μάγισσα με ένα πονηρό χαμόγελο καθώς περνούσε από δίπλα του.


Εντυπωσιάστηκε όταν συνειδητοποίησε ότι μύριζε λεβάντα και ορχιδέα. Κι είχε δίκιο. Όντως ένιωθε κάτι – κάτι που δεν θα έβγαινε σε καλό.


Κεφάλαιο 2 Η Ματίλντα Πέιτζετ, κόμισσα του Λαντσντάουν, δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι ο μαρκήσιος είχε έξοχο γούστο στα άλογα. Τα δύο καστανά άλογα που έσερναν τη λαμπερή μαύρη ανοιχτή άμαξα προφανώς ήταν από πολύ καλή γενιά. Είχε βάλει τα δυνατά της να μην τα πλησιάσει για να τα χαϊδέψει μόλις τα πρωτοείδε. Όπως και τώρα, δυσκολευόταν πολύ να μην πλησιάσει τον Ρέξτον, που καθόταν απέναντι από την ίδια και την αδελφή της, για να χαϊδέψει εκείνο τον μυώδη μηρό που διαγραφόταν τόσο προκλητικά κάτω από τα ρούχα του. Να πάρει η ευχή! Αυτός ο άντρας ήταν υπέροχος, με τις ξανθές του μπούκλες και τα γαλάζια μάτια του στο χρώμα του χειμερινού ουρανού που προμήνυε χιόνι και την ανάγκη για μια ζεστή φωτιά. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο δυνατά στη σκέψη ότι αυτός ο αισθησιακός και ερωτικός άντρας θα έπαιρνε την αδελφή της στο κρεβάτι. Με το φλογερό του βλέμμα, έμοιαζε υπερβολικά σοφός, υπερβολικά έμπειρος, υπερβολικά εξοικειωμένος με τις γυναίκες. Καθόταν εκεί σαν μεγαλόσωμη τίγρης, που μελετούσε πόσο νόστιμη θα ήταν μια μπουκιά από το θήραμά της. Δεν μπορούσε να τον φανταστεί απλώς να διατάζει μια γυναίκα να σταθεί ακίνητη και να υπομείνει όσα θα ακολουθούσαν. Ούτε μπορούσε να φανταστεί να μένει μια γυναίκα ανεπηρέαστη, αν ακουμπούσε αυτά τα σφιχτά, πλούσια χείλη πάνω στο δέρμα της. Κάτι τρεμόπαιζε στο φλογερό του βλέμμα κι εκείνη έμεινε με τη δυσάρεστη εντύπωση ότι μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις της, ότι ήξερε το μονοπάτι που είχαν πάρει. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν και μάλωσε τον εαυτό της, στρέφοντας το βλέμμα της στα κτίρια από τα οποία περνούσαν στη διαδρομή για το πάρκο. Τι είχε πάθει και περνούσαν αυτές οι ανατριχιαστικές εικόνες από το μυαλό της; Ήθελε να γλιτώσει την Τζίνα από την αμηχανία της συζυγικής κλίνης, την ώρα που ένιωθε το δέρμα της να αναριγά και κάτι που έμοιαζε πολύ με επιθυμία διέτρεχε όλο της το κορμί. Καταλάβαινε πολύ καλά πώς μπορούσε να πέσει κάθε γυναίκα στα πόδια του. Ή, τουλάχιστον, αυτό υπέθετε ότι έκαναν. Τα κατορθώματά του δεν αναφέρονταν στις στήλες των κουτσομπολιών, άρα ήταν αναμφίβολα διακριτικός στις σχέσεις του, σε αντίθεση με τον πρώην άντρα της. Αν ο Ντάουνι ήταν πιο επιφυλακτικός, τότε ίσως η Τίλι να μη χρειαζόταν να σκηνοθετήσει εκείνο το στιγμιότυπο που θα ανάγκαζε τον ίδιο, και την ενοχλητική περηφάνια του, να τη χωρίσει. «Πρέπει να ήσασταν παιδί όταν παντρευτήκατε». Η βαθιά φωνή του διαπέρασε το σώμα της και η αντίδρασή της ήταν τόσο λάθος. Ανασήκωσε το πιγούνι, κοίταξε τον Ρέξτον στα μάτια και πρόσεξε ότι ήταν γεμάτα περιέργεια. «Παντρεύτηκα τη μέρα που έκλεισα τα δεκαεννέα». «Δεν μπορεί να μείνατε πολύ καιρό παντρεμένη». «Αρκετά ώστε να χάσω τη νιότη μου». Τρία χρόνια. Η διαδικασία του διαζυγίου ήταν μακριά, κουραστική και βασανιστική και μέχρι να ολοκληρωθεί, πριν από περίπου εννιά μήνες, είχε κλείσει τα είκοσι πέντε. Έπιασε το χέρι της αδελφής της και το έσφιξε. «Ξέρω τις δυσκολίες ενός γάμου, γι’ αυτό και δεν θα επιτρέψω σε κανέναν που δεν το αξίζει να παντρευτεί την Τζίνα». «Και με έχετε ήδη χαρακτηρίσει ανάξιο». Ντράπηκε, αλλά ναι. Αυτός ο άντρας δεν έκανε για την αδελφή της, δεν έκανε καθόλου. Ήταν υπερβολικά ώριμος, υπερβολικά σοφός. Δεν θα επέτρεπε σε έναν τόσο τολμηρό και προκλητικό


άντρα να αποκτήσει την Τζίνα. «Για να είμαι ειλικρινής, λόρδε, είναι τόσο αθώα που νομίζω ότι ένας λιγότερο έμπειρος άντρας θα της ταίριαζε καλύτερα». «Με θεωρείτε έμπειρο;» «Δεν είστε;» Η μία γωνία του στόματός του ανασηκώθηκε ελαφρά. «Δεν μου παραπονέθηκε ποτέ καμία γυναίκα». Ήξερε ότι οι σκέψεις του ακολουθούσαν τον ίδιο δρόμο με τις δικές της – τον δρόμο για την κρεβατοκάμαρα. Ήταν το μόνο που ήθελαν όλοι οι άντρες, εκτός από την προίκα της. Ο Ντάουνι βιαζόταν τόσο να της βγάλει τα ρούχα. Μόλις, όμως, την έκανε δική του, τη βαρέθηκε. Άλλη μια αλήθεια που είχε μάθει για τους άντρες: βαριόντουσαν πολύ γρήγορα τις γυναίκες με τις οποίες μοιράζονταν το κρεβάτι τους. Γι’ αυτούς, το παν ήταν η κατάκτηση, αλλά δεν είχαν καμία διάθεση να κρατήσουν για καιρό αυτό που είχαν αποκτήσει. Υπήρχαν κι αλλού πορτοκαλιές και τα συναφή. Της Τζίνα της άξιζε ένας άντρας που θα έμενε κοντά της. Σίγουρα μια βαθιά και αληθινή αγάπη θα τον κρατούσε στο πλάι της. Πίεσε τον εαυτό της να συνεχίσει να κοιτάζει τον Ρέξτον στα μάτια. «Δεν κάνετε μεγάλη προσπάθεια να με πείσετε ότι ταιριάζετε με την αδελφή μου». «Θα με βοηθούσε αν μοιραζόσασταν μαζί μου τα κριτήρια που έχετε υπόψη σας». «Ώστε να ισχυριστείτε ότι τα πληροίτε;» Άνοιξε τα χέρια σε μια κίνηση παραίτησης. «Δεν έχω λόγο να υποκρίνομαι σε σχέση με τις γυναίκες. Η ειλικρίνεια πάντα με εξυπηρετούσε καλύτερα». «Άρα δεν πρέπει να φοβάστε ότι θα φανείτε κατώτερος φλερτάροντας την Τζίνα». Χαμογέλασε προκλητικά. «Δεν φοβήθηκα ποτέ ότι θα φανώ κατώτερος». Πριν προλάβει να το αποφύγει, το βλέμμα της κατέβηκε χαμηλά. Έστρεψε πάλι την προσοχή της στο τοπίο γύρω τους, αλλά πρόλαβε να δει το αυτάρεσκο χαμόγελό του. Όχι, δεν έκανε καθόλου για την Τζίνα. Η Τίλι πάντα θα έβλεπε υπονοούμενα στα μάτια του, θα τα διάβαζε στο πρόσωπό του, θα τα άκουγε στη φωνή του. Τι σημασία είχε; Μόλις παντρευόταν η Τζίνα, υποψιαζόταν πως δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ. «Γιατί δεν γυρίσατε στην Αμερική;» ρώτησε. Απεχθανόταν την ανάκριση. Έπρεπε να μιλάει με την Τζίνα, όχι μ’ εκείνη. Κι όμως, ένιωθε υποχρεωμένη να απαντήσει. «Η Τζίνα λατρεύει την Αγγλία. Δεν θα μπορούσα να την αφήσω εδώ μόνη». Θα έφευγε, όμως… μόλις παντρευόταν η Τζίνα. Η αδελφή της δεν καταλάβαινε πόσο απεχθανόταν αυτή τη χώρα, πόσο δύσκολο ήταν να ζει με αυτή τη διαρκή περιφρόνηση και απομόνωση. Ένας ακόμα λόγος για τον οποίο ήθελε να εξασφαλίσει πως ο σύζυγος της Τζίνα θα την προστάτευε. Ενώ, όμως, το σκεφτόταν, δεν μπορούσε καν να φανταστεί τον Ρέξτον να μην προστατεύει ό,τι θεωρούσε δικό του. Ίσως και να ήταν μια έξοχη επιλογή για την Τζίνα τελικά. «Όταν παντρευτώ έναν άντρα με κάποια θέση», είπε η Τζίνα, «όλοι θα πρέπει να σε υποδεχτούν πίσω στην κοινωνία, Τίλι. Και τότε θα μπορούμε να πηγαίνουμε μαζί στους χορούς». Χάιδεψε καθησυχαστικά το χέρι της αδελφής της. «Είμαι σίγουρη πως έχεις δίκιο». Είδε, όμως, την αλήθεια στα γαλάζια μάτια του Ρέξτον. Η κοινωνία δεν θα την αποδεχόταν


ποτέ. Είχε μπει στους κύκλους τους και είχε φέρει μόνο ντροπή σε κάποιον δικό τους. Το διαζύγιο ήταν ήδη κακό, αλλά και η σχέση με έναν υπηρέτη… Αν δεν φιλούσε, όμως, τον υπηρέτη, δεν θα είχε χωρίσει. Ο Λαντσντάουν τη θεωρούσε ιδιοκτησία του και ο νόμος τού είχε δώσει το δικαίωμα να το κάνει. Ο πατέρας της ήταν πολύ άρρωστος για να τη βγάλει από τη δύσκολη θέση στην οποία είχε βρεθεί. Η λέξη οικτρή δεν ήταν αρκετή για να την περιγράψει. Έτσι, είχε αναλάβει μόνη της το ζήτημα. Ήταν ευγνώμων που το διαζύγιο είχε βγει πριν πεθάνει ο πατέρας της κι έτσι η κληρονομιά της παρέμεινε στα χέρια της και όχι στα χέρια του άντρα που δεν έμοιαζε να καταλαβαίνει ότι τα χρήματα ήταν μια πεπερασμένη άνεση. «Φοβάμαι ότι δεν παρακολουθώ τα κουτσομπολιά. Πόσο καιρό ήσασταν παντρεμένη;» τη ρώτησε. Του έριξε ένα έντονο βλέμμα. «Εγώ είμαι απλώς η κηδεμόνας. Θα έπρεπε να απευθύνετε τις ερωτήσεις σας στη δεσποινίδα που φλερτάρετε». Εκείνο το πονηρό χαμόγελο πάλι, εκείνο που έλεγε ότι ήξερε πως προσπαθούσε να στρέψει την προσοχή του μακριά της. «Πόσο καιρό έμεινε παντρεμένη η αδελφή σας;» ρώτησε την Τζίνα. Η Τζίνα άνοιξε το στόμα της… «Δεν εννοούσα αυτό», απάντησε γρήγορα η Τίλι, χωρίς να μπει στον κόπο να κρύψει την ενόχλησή της. «Θα έπρεπε να κάνετε στην Τζίνα ερωτήσεις για τον εαυτό της. Ίσως, όμως, να μην ενδιαφέρεστε πραγματικά για εκείνη, αλλά για τα χρήματά της. Παρότι λέτε ότι δεν τα χρειάζεστε». Έγειρε λίγο το κεφάλι του στο πλάι συμφωνώντας, αν και δεν μπορούσε να τον φανταστεί να υποκύπτει μπροστά σε οποιονδήποτε. Ακόμα κι αν έδινε την εντύπωση ότι υποχωρεί, υποψιαζόταν πως έψαχνε να βρει έναν τρόπο να ανταποδώσει, να ξαναπάρει το πάνω χέρι. «Έχετε δίκιο. Δεσποινίς Χάμερσλι…» «Σας παρακαλώ, μπορείτε να με λέτε Τζίνα. Απεχθάνομαι τις τυπικότητες». «Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αποδειχτούν πολύ ενοχλητικές, πράγματι», παραδέχτηκε. «Απαραίτητες, ωστόσο», είπε επίμονα η Τίλι. «Τζίνα, δεν πρέπει να δίνεις την άδεια σε έναν κύριο να σε αποκαλεί με το βαφτιστικό σου όνομα μέχρι να φτάσετε σε μια συμφωνία μεταξύ σας». «Η συμφωνία είναι πως δεν χρειάζεται να είμαστε τόσο τυπικοί». «Το μήνυμα που δίνεις είναι ανάρμοστο». «Κι εσείς ξέρετε από ανάρμοστα μηνύματα, έτσι δεν είναι, λαίδη;» ρώτησε προκλητικά ο Ρέξτον. Την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα, όσο υπέθετε ότι προσπαθούσε να καταλήξει αν η πίεση που της ασκούσε θα του απέφερε κάτι. Τελικά, έστρεψε την προσοχή του αλλού. «Λοιπόν, δεσποινίς Χάμερσλι, πείτε μου τι εκτιμάτε σε έναν σύζυγο». Είχε κερδίσει. Αναρωτιόταν γιατί δεν ένιωθε πολύ ικανοποιημένη. «Κάποιον ευγενικό, γενναιόδωρο. Κάποιον που να με κάνει ευτυχισμένη». «Τι σας κάνει ευτυχισμένη;» Ήταν μια καλή ερώτηση, μια ερώτηση που ο Λαντσντάουν δεν είχε κάνει ποτέ στην Τίλι. Παρότι, ακόμα κι αν την έκανε, αμφέβαλε ότι θα απαντούσε: «Ένας άντρας πιστός». Το θεωρούσε δεδομένο. Θεωρούσε πολλά πράγματα δεδομένα. Την αφοσίωση, την κοινή αντιμετώπιση των προβλημάτων, τις συζητήσεις την ώρα του φαγητού, το να ζουν πάντα στο


ίδιο σπίτι – όχι μόνο την εποχή των χορών, την οποία περνούσαν στο Λονδίνο, αλλά όλο τον χρόνο. Η Τζίνα αναστέναξε χαρούμενα. «Τα όμορφα ρούχα. Ένα γενναιόδωρο επίδομα. Οι σοκολάτες». Η Τίλι ήθελε να ταρακουνήσει την αδελφή της. Κανένα από αυτά τα πράγματα δεν έφερνε την ευτυχία. Ω, μπορεί να της έφτιαχναν τη διάθεση για λίγα λεπτά, αλλά δεν έκαναν κάποιον ευτυχισμένο για πάντα. Οι σοκολάτες εξαφανίζονταν, το επίδομα ξοδευόταν και τα ρούχα φθείρονταν. Με την άκρη του ματιού της, είδε τον Ρέξτον να μην αντιδρά καθόλου, αλλά έμοιαζε να μην έχει εντυπωσιαστεί ούτε εκείνος από την άποψη της αδελφής της. «Σίγουρα θα θέλετε κάτι παραπάνω», είπε κοφτά, χωρίς επικριτική διάθεση. «Ικανοποιούμαι σχετικά εύκολα». «Μια γυναίκα δεν θα έπρεπε να είναι έτσι». Τα λόγια του ξάφνιασαν την Τίλι. Το πίστευε πραγματικά αυτό; Δεν ήθελε μια υπάκουη γυναίκα; Τι παιχνίδι έπαιζε; Σταμάτησε να προσπαθεί να δείχνει ότι τον αποφεύγει και τον κοίταξε κατάματα. «Γιατί να θέλετε να δυσκολέψετε το φλερτ σας;» είπε αυθόρμητα, γεμάτη περιέργεια. Έστρεψε την προσοχή του σε εκείνη. «Δεν το δυσκολεύω. Το κάνω πιο απαιτητικό. Υπάρχει διαφορά». «Σας προσφέρει, όμως, έναν πολύ εύκολο δρόμο. Γιατί να μην τον ακολουθήσετε;» «Γιατί δεν θα με ικανοποιούσε». Τότε κατάλαβε ότι ο μαρκήσιος του Ρέξτον ήταν ένας άντρας που ήθελε να κερδίζει, που ξεχώριζε στον ανταγωνισμό. Και επιζητούσε την απόλαυση σε κάθε πτυχή της ζωής του. Απόλαυση και κίνδυνο και ικανοποίηση. Αν δεν είχε γεννηθεί αριστοκράτης, αν δεν είχε γεννηθεί πλούσιος, με επιρροή και προνόμια, αν είχε γεννηθεί σε μια φτωχή οικογένεια στην Αμερική, θα ήταν από εκείνους που έχτισαν αυτοκρατορίες, που στήριζαν τους δικούς τους, που έμεναν πάντα ακλόνητοι και δεν υποχωρούσαν. Δεν της άρεσε καθόλου που όλη αυτή η γνώση την έκανε να αναστενάξει, να σκεφτεί πόσο τυχερή θα ήταν κάθε γυναίκα στο πλευρό του. «Τι θα έπρεπε να ζητήσω, λόρδε;» ρώτησε η Τζίνα, αγνοώντας εμφανώς όλα τα μηνύματα που έστελνε ο άντρας απέναντί της, όλη την ταραχή που ένιωθε η Τίλι. «Αγάπη». Το είπε τόσο απλά, λες και ήταν κάτι που δινόταν εύκολα, που γινόταν εύκολα αποδεκτό. «Οι περισσότεροι άντρες αποφεύγουν την αγάπη σαν την πανούκλα», ένιωσε την ανάγκη να πει η Τίλι, νιώθοντας απαίσια για την πικρία που διαφαινόταν στη φωνή της. Δεν της άρεσε που την παρακολουθούσε σαν να μπορούσε να διακρίνει τις μικρές ρωγμές που σχηματίζονταν στην καρδιά της, μέρα τη μέρα, μέχρι που φοβόταν ότι θα έσπαγε σε χίλια κομμάτια. Αν τη ρωτούσε για τον Λαντσντάουν, για τον γάμο τους, για τη σχέση του μαζί της, θα πηδούσε από την άμαξα και θα πήγαινε στο σπίτι. Γιατί είχε ξεκινήσει αυτή τη συζήτηση; Ήταν η κηδεμόνας. Ο ρόλος της ήταν να παρατηρεί σιωπηλά. «Λίγοι άντρες μεγάλωσαν με το παράδειγμα που είχα εγώ μεγαλώνοντας», είπε σιωπηλά. Η ανάσα, που δεν είχε συνειδητοποιούσε ότι κρατούσε, βγήκε από μέσα της, όταν είδε ότι εκείνος δεν πήγε τη συζήτηση στην κατεύθυνση που φοβόταν. «Οι γονείς σας αγαπούν ο ένας τον άλλο;» ρώτησε η Τζίνα. «Πάρα πολύ. Μου δίδαξαν να μην το θεωρώ ποτέ δεδομένο. Ότι, αν έχεις την τύχη να βρεις την αγάπη, πρέπει να τη φροντίζεις. Ο πατέρας μου πηγαίνει κάθε βράδυ για ύπνο και αναρωτιέται τι μπορεί να κάνει το πρωί για να εξασφαλίσει ότι η μητέρα μου νιώθει ευγνώμων


που μοιράζεται μαζί του τη ζωή της». «Το ίδιο κάνει και η μητέρα σας;» «Η αγάπη είναι πιο εύκολη για τις γυναίκες, νομίζω. Είναι πιο φυσική. Οι άντρες πρέπει να δουλέψουν λίγο πιο σκληρά, ειδικά αν δεν είναι πολύ εκδηλωτικοί. Αν μπορείς, λοιπόν, να κλέψεις την καρδιά ενός άντρα, τα ρούχα, οι σοκολάτες και το επίδομα θα ακολουθήσουν. Δεν θα χρειαστεί να επιμείνεις». «Έχετε κάποια συμβουλή για το πώς μπορεί μια γυναίκα να κλέψει την καρδιά ενός άντρα;» ρώτησε η Τζίνα. «Να είστε ο εαυτός σας». «Να προσέχεις, όμως, αγάπη μου», πρόσθεσε η Τίλι. «Ελάχιστοι άντρες είναι ο εαυτός τους». «Δεν έχετε πολύ θετική γνώμη για το φύλο μου», παρατήρησε ο Ρέξτον χαμογελώντας. «Αποδείξτε μου ότι έχω άδικο, λόρδε». «Μπορεί και να το κάνω, λαίδη Λαντσντάουν». Ευχόταν να είχε κρατήσει το στόμα της κλειστό, μια και δεν είχε ποτέ ξανά την αίσθηση ότι είχε αποδεχτεί μια δύσκολη πρόσκληση – και αν δεν πρόσεχε, θα μπορούσε να χάσει όχι μόνο την περηφάνια της, αλλά και να ανακάλυπτε ότι η καρδιά της ήταν κι αυτή μέρος του στοιχήματος.

∞ Έπρεπε να πάψει να ασχολείται με τη λαίδη Λαντσντάουν, αλλά την έβρισκε πολύ πιο γοητευτική από την αδελφή της. Δεν ήταν ντροπαλή ή συγκρατημένη, δεν έκανε πίσω. Τα μάτια της, όμως, δεν έλαμπαν ποτέ και τα χείλη της δεν σχημάτιζαν ποτέ ένα αυθεντικό χαμόγελο χαράς. Είχε μια παράλογη επιθυμία να δει και τα δύο. Άραγε ήταν κι εκείνη τόσο αθώα όσο η αδελφή της, όταν παντρεύτηκε τον Ντάουνι; Καθώς μπήκαν στο πάρκο, αντιλήφθηκε πως ήταν πιο σφιγμένη σαν να περίμενε ένα καινούριο χτύπημα. Σίγουρα δεν είχε αποφύγει το πάρκο μετά το διαζύγιο και το σκάνδαλο. Ενώ η δεσποινίς Χάμερσλι καθόταν στην άκρη της θέσης της, κοιτάζοντας άπληστα ολόγυρα, προσπαθώντας να δει ποιος ήταν εκεί γύρω σαν ζωηρό κουταβάκι, η λαίδη Λαντσντάουν έμοιαζε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον κόμπο της γραβάτας του. Ήθελε να τη δει να χαλαρώνει ξανά, την ήθελε να νιώθει αρκετά άνετα ώστε να μπορεί να τον προκαλέσει ξανά. Πράγμα που ήταν γελοίο. Δεν έπρεπε να στρέφει σ’ εκείνη το ενδιαφέρον του. Αν δεν πρόσεχε, θα συμβούλευε την αδελφή της να τον απομακρύνει αμέσως. Αυτό θα ήταν καταστροφικό για τη δεσποινίδα Χάμερσλι. Αν οι εργένηδες πίστευαν ότι ο Ρέξτον απέρριψε το κορίτσι τόσο εύκολα μετά από μια συνάντηση, σίγουρα δεν θα τη λάμβαναν υπόψη τους ως μια πιθανή σύζυγο. Ήθελε να ενδιαφερθεί κάποιος για εκείνη, ώστε να καταφέρει να διακόψει το φλερτ τους. Ανάγκασε τον εαυτό του να αφοσιωθεί μονάχα σε εκείνη και να κρατήσει τη συζήτηση σχετικά ουδέτερη, ώστε να μην μπορεί να παρέμβει η αδελφή της. Μίλησαν για λουλούδια και φυτά και, όποτε μπορούσε, γελούσε και φρόντιζε να το ακούσουν οι κύριοι που περνούσαν από δίπλα τους με τα άλογα ή τις γρήγορες άμαξές τους. Ήταν χαλαρός κι είχε ένα ευχάριστο χαμόγελο στο πρόσωπό του, δείχνοντας άντρας που ήταν έτοιμος να ερωτευτεί για πάντα. Ήταν ευγνώμων που η δεσποινίς Χάμερσλι ήταν απασχολημένη με το περιβάλλον γύρω τους και δεν έμοιαζε να επηρεάζεται ιδιαίτερα από το χλιαρό ενδιαφέρον του. Θα μπορούσε να προσβληθεί


από την έλλειψη προσοχής του, αλλά η ματαιοδοξία δεν αποτελούσε ποτέ ελάττωμά του. Για την ακρίβεια, χαιρόταν που πιθανότατα δεν θα ερμήνευε τη στάση του ως πραγματική αφοσίωση. Ήταν σχεδόν βέβαιος, ωστόσο, ότι η λαίδη Λαντσντάουν μπορούσε να διακρίνει τις πραγματικές του προθέσεις και να τις ερμηνεύσει όπως ακριβώς ήταν. Αν μισόκλεινε κι άλλο τα μάτια της, θα έμοιαζαν με κοφτερές λεπίδες που θα τον έκοβαν κομμάτια. Θεέ μου! Ήταν τόσο προστατευτική και δεν μπορούσε παρά να τη θαυμάζει γι’ αυτό. Στην οικογένειά του είχαν την τάση να φροντίζουν τους λιγότερους τυχερούς, να ζητούν δικαιοσύνη, να παλεύουν για καλύτερες συνθήκες ζωής. Μπορούσε εύκολα να δει τη λαίδη Λαντσντάουν να συνεχίζει την παράδοση με ένθερμη αποφασιστικότητα. Υποψιαζόταν πως, αν ανακάλυπτε την πραγματική του πρόθεση, θα τον εξουδετέρωνε με μια γροθιά. Ή, τουλάχιστον, θα προσπαθούσε. Φανταζόταν να σφίγγει το χέρι του γύρω από τη γροθιά της, πριν αγγίξει το δέρμα του, να την τραβάει κοντά του και να τη φιλάει μέχρι να ξεσπάσει μια παθιασμένη καταιγίδα. Διέσχιζαν το πάρκο ήδη μισή ώρα, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν είχε σταματήσει κανείς να του μιλήσει. Είχε αντιληφθεί βλέμματα και ψιθύρους. Τραβούσαν την προσοχή, αλλά όχι το είδος που θα ήθελαν. Σκέφτηκε να προτείνει να σταματήσουν και να κάνουν έναν περίπατο στο γρασίδι, αλλά η δεσποινίς Χάμερσλι είχε αρχίσει να κινείται νευρικά σαν να είχε αντιληφθεί κάποια επικριτικά βλέμματα. «Έχει αρκετή ζέστη σήμερα», είπε ανέμελα ο Ρέξτον. «Πιστεύω ότι αρκετά μείναμε στο πάρκο. Τι λέτε κι εσείς, δεσποινίς Χάμερσλι;» «Φαίνεται κάπως αφιλόξενο όντως». Έσκυψε προς το μέρος της. «Ο κόσμος ζηλεύει τα άλογά μου». Τα πράσινα μάτια της τον κοίταξαν ορθάνοιχτα. «Αλήθεια;» Όχι, αλλά και πάλι έγνεψε καταφατικά. «Έχω βρεθεί αντιμέτωπος με κάποιους από τους κυρίους σε διάφορους αγώνες. Πάντα κερδίζω. Δεν το δέχονται όλοι και τόσο ευχάριστα». «Εσείς θα το δεχόσασταν, αν χάνατε;» Χαμογέλασε. «Μάλλον όχι. Είμαι πολύ ανταγωνιστικός από τη φύση μου. Προτιμώ να κερδίζω». «Για να είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ να σας φανταστώ να χάνετε». «Έχω χάσει κατά καιρούς. Με βοηθά να παραμένω ταπεινός και με εμπνέει να δουλεύω όλο και πιο σκληρά». «Έτσι αντιλαμβάνεστε εσείς την ταπεινότητα;» ρώτησε η λαίδη Λαντσντάουν. Της χαμογέλασε, γιατί φαινόταν να ενοχλείται όταν το έκανε. «Ακριβώς». Τον κοίταξε περιφρονητικά κι έστρεψε την προσοχή της πίσω στο πράσινο. Θα ήθελε πολύ να αναμετρηθεί μαζί της σε ένα παιχνίδι ευφυΐας. «Δεν νομίζω ότι έχω πάρει ποτέ μέρος σε κάποια πρόκληση», είπε παραπονεμένα η δεσποινίς Χάμερσλι. «Δεν θεωρείτε πρόκληση την εύρεση συζύγου;» τη ρώτησε. Κούνησε το κεφάλι της συνοφρυωμένη. «Όχι, δεν θα κυνηγούσα ποτέ έναν κύριο τον οποίο θα ήθελε μια άλλη κυρία». «Δεν έχετε ακούσει πως στον έρωτα δεν υπάρχουν κανόνες;» «Πάντα υπάρχουν κανόνες. Τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό. Πάντα υπάρχουν πράγματα που δεν θα έκανα μόνο και μόνο για να κερδίσω κάτι». «Αξιοθαύμαστο». Είπε στον οδηγό του να επιστρέψει στην έπαυλη Λαντσντάουν. Η δεσποινίς Χάμερσλι αναστέναξε. «Νομίζω, Τίλι, πως κατάλαβα γιατί πηγαίνεις για ιππασία στο πάρκο το πρωί, πριν μαζευτεί κόσμος».


«Έχει περισσότερη δροσιά, Τζίνα. Το άλογό μου το προτιμά». Το ίδιο κι εκείνη, φαντάστηκε. Προσπαθούσε, άραγε, πάντα να προστατεύσει την αδελφή της από τη φριχτή κατάσταση στην οποία βρισκόταν; Ο κύκλος του την απεχθανόταν. Μίλησαν πολύ λίγο επιστρέφοντας. Όταν ο οδηγός σταμάτησε την άμαξα έξω από το σπίτι, ο Ρέξτον πήδησε έξω και άπλωσε το γαντοφορεμένο χέρι του στη λαίδη Λαντσντάουν. Μετά από έναν σύντομο δισταγμό, έβαλε πάνω του το δικό της με σιγουριά και αποφασιστικότητα. Δεν ήταν εύθραυστο, δεν θα έσπαγε με ευκολία. Το είχε προσέξει όταν τη βοήθησε να ανέβει στην άμαξα. Η θέρμη της περνούσε μέσα από το δερμάτινο γάντι και γινόταν κομμάτι της σάρκας του. Ήταν πολύ κοντά καθώς κατέβαινε τα τρία σκαλοπάτια, κι όμως τους χώριζε μια τεράστια απόσταση, σαν να υπήρχε ένας τοίχος γύρω της, τον οποίο δεν μπορούσες ούτε να σκαρφαλώσεις ούτε να παραβιάσεις. Κρατούσε τον εαυτό της περιχαρακωμένο και αναρωτήθηκε αν θα έκανε το ίδιο και στο κρεβάτι του συζύγου της. Αφού τη βοήθησε, ήταν σειρά της Τζίνα. Και κούκλα να βοηθούσε να κατέβει, την ίδια επίδραση θα είχε πάνω του. Δεν υπήρχε τίποτα μεταξύ τους. Καμία φλόγα. Καμία σπίθα. Θα μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν με το ένα πόδι στον τάφο, αν δεν είχε επηρεαστεί τόσο από τη λαίδη Λαντσντάουν. Πήγε προς την πόρτα, ενώ η Τζίνα έμεινε πίσω, χαμογελώντας του, με τις βλεφαρίδες της να πεταρίζουν σαν να προσπαθούσε να διώξει έναν κόκκο σκόνης που είχε σταθεί στην άκρη του ματιού της. Πραγματικά ήταν πολύ αθώα γι’ αυτόν. Η αδελφή της είχε δίκιο, αλλά είχε ανάγκη το Μαύρο Διαμάντι περισσότερο κι από την ίδια του την αναπνοή. «Μπορώ να σας μιλήσω ιδιαιτέρως, δεσποινίς Χάμερσλι;» ρώτησε χαμηλόφωνα, αλλά παρ’ όλα αυτά η λαίδη Λαντσντάουν τον άκουσε. Όρθωσε κι άλλο το ανάστημά της, λες και γινόταν αυτό, και οι λεπτοί της ώμοι σφίχτηκαν λες και κάποιος την έκανε να ανατριχιάσει. Γύρισε και τα χαρακτηριστικά της είχαν σχηματίσει μια αδιαπέραστη μάσκα. «Σύντομα», διέταξε κοφτά, πριν προχωρήσει στο εσωτερικό του σπιτιού. Δέκα δευτερόλεπτα αργότερα, ο μπάτλερ βγήκε από το σπίτι, στάθηκε προσοχή, με το βλέμμα του καρφωμένο στον Ρέξτον σαν να υποπτευόταν πως οι προθέσεις του δεν είναι καλές. Δεν είχε και εντελώς άδικο. Και πάλι ο Ρέξτον έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται τι είχε βρει η κόμισσα σε αυτόν τον άντρα. Ήταν ψηλός, λεπτός, με σκούρα μαλλιά, αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν τόσο αδιάφορα, που δεν θα τον πρόσεχες ακόμα κι αν δεν υπήρχε πολύς κόσμος τριγύρω. Μήπως είχε χιούμορ; Μήπως την έκανε να γελάει; Μήπως της απήγγειλε ποίηση; Μήπως… «Λόρδε;» Κοίταξε κάτω και είδε το κορίτσι να τον κοιτάζει με ανυπομονησία. Σωστά. Ο στόχος έπρεπε να είναι η μικρή αδελφή, όχι η μεγαλύτερη. «Πέρασα πολύ όμορφα», του είπε με μια γλυκιά φωνή, την οποία δεν μπορούσε να φανταστεί να φωνάζει το όνομά του στην κορύφωση. Γιατί έκανε αυτές τις σκέψεις; Γιατί τη σύγκρινε με άλλες γυναίκες, με την αδελφή της, με την οποία δεν είχε καμία διάθεση να προχωρήσει περισσότερο; «Το ίδιο κι εγώ. Αναρωτιόμουν αν θα θέλατε να με συνοδεύσετε στο θεωρείο μου». Το χαμόγελό της έσβησε. Συνοφρυώθηκε. «Στο θεωρείο σας; Τι είναι αυτό;» Μιλούσε σοβαρά; Δεν την είχε περάσει για ανόητη, αλλά, από την άλλη, δεν είχε συζητήσει μαζί της κάτι σημαντικό ή περίπλοκο. Χαμογέλασε. «Το θεωρείο μου στο θέατρο». Το χαμόγελό της έλαμψε πάλι, το ίδιο και τα μάτια της, που θύμιζαν πετράδια στο φως του ήλιου. «Στο θέατρο! Λατρεύω το θέατρο! Με μεγάλη μου χαρά να σας συνοδεύσω». «Πιστεύετε ότι θα έχει περάσει ως τότε η ημικρανία της υπηρεσίας σας;»


«Είμαι σχεδόν βέβαιη». Δεν ήξερε γιατί ένιωθε τέτοια απογοήτευση. Η απουσία της αδελφής της θα τον διευκόλυνε να πετύχει τον στόχο του. «Τότε θα είμαι εδώ στις επτά και τριάντα αύριο». Πήρε το γαντοφορεμένο χέρι της και το φίλησε. «Ανυπομονώ, δεσποινίς Χάμερσλι». «Παρά τα όσα είπε η αδελφή μου, θα ήθελα να με φωνάζετε Τζίνα». Χαμογέλασε. «Είναι δύσκολο να ξεχάσω τους τρόπους μου, πράγμα που σίγουρα θα χαροποιούσε τη μητέρα μου». «Είστε αστείος, λόρδε». Ήταν πολύ εύκολο να την ικανοποιήσει κανείς. Έκανε ένα κοφτό νεύμα στον μπάτλερ πριν κατευθυνθεί στην άμαξά του, μπήκε μέσα και κάθισε στο δερμάτινο κάθισμα. Ο οδηγός του ξεκίνησε αμέσως. Ο Ρέξτον μπήκε στον πειρασμό να κοιτάξει αν η λαίδη Λαντσντάουν παρακολουθούσε από κάποιο παράθυρο, αλλά δεν ήθελε να της δώσει την ικανοποίηση να καταλάβει ότι ήταν στο μυαλό του. Έπρεπε να βρει γρήγορα κάποιον για τη δεσποινίδα Χάμερσλι, ώστε να απαλλαγεί από αυτήν και να εκπληρώσει το δικό του κομμάτι της συμφωνίας. Πριν τον οδηγήσει στην καταστροφή η αδελφή της.

∞ Μισοκρυμμένη πίσω από τις κουρτίνες, η Τίλι στεκόταν στο παράθυρο του δωματίου της, κοιτάζοντας την άμαξα που απομακρυνόταν. Χαιρόταν που έφευγε εκείνος ο άντρας. Την είχε αναστατώσει με τρόπους που δεν ήθελε καν να αναλογιστεί. Απέπνεε αισθησιασμό όπως ο ήλιος σκόρπιζε θερμότητα – φυσικά, σαν να είχε γεννηθεί γι’ αυτό και για τίποτα άλλο. Η ζήλια που ένιωσε όταν της ζήτησε μια στιγμή με την Τζίνα ήταν εντελώς ανάρμοστη. Φλέρταρε την αδελφή της και η Τίλι σίγουρα δεν ενδιαφερόταν καθόλου γι’ αυτόν. Είχε παντρευτεί μια φορά και, μα τον Θεό, αυτό ήταν ένα μάθημα ταπεινότητας και υποταγής. Η γνώμη της, οι προτιμήσεις της, οι επιθυμίες της δεν είχαν καμία σημασία. Προτιμούσε να έχει την ανεξαρτησία της, να έχει τον απόλυτο έλεγχο κάθε πτυχής της ζωής της. Δεν θα επέτρεπε ξανά σε κάποιο άντρα να έχει τέτοιο έλεγχο πάνω της. Παρότι έκανε αυτή τη σκέψη, κατανοούσε την επιθυμία της Τζίνα να παντρευτεί. Δεν άνθιζε κάθε γυναίκα στη μοναξιά. Ήταν σημαντικό να ανήκεις σε ένα σύνολο, σε κάποιον. Μόνο, όμως, αν ήταν ο κατάλληλος, ο σωστός «κάποιος». Διαφορετικά, ήταν δεδομένο ότι η κατάληξη θα ήταν πολύ δυσάρεστη. Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και η Τζίνα εισέβαλε στο δωμάτιο, τέντωσε τα χέρια της και έκανε μια στροφή. «Δεν είναι υπέροχος;» Πήδησε πάνω στο κρεβάτι και χαμογέλασε στην κουνουπιέρα σαν να ήταν ο ίδιος ο παράδεισος. «Είναι τόσο εντυπωσιακά όμορφος και γοητευτικός. Και μια μέρα θα είναι δούκας κι εγώ μπορεί να είμαι η δούκισσά του. Πόσο τυχερή είμαι!» Η Τίλι δεν ήταν και τόσο σίγουρη. Πήγε κοντά της, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και έπιασε το χέρι της αδελφής της.


«Γλυκιά μου, πρέπει να μάθεις να βλέπεις κάτω από την καλοσμιλεμένη μύτη και το θεληματικό του πιγούνι…» Η Τζίνα ανακάθισε. «Το πρόσεξες;» Τα χαρακτηριστικά του είχαν χαραχτεί έντονα στο μυαλό της. «Πώς να μην τα προσέξω;» «Τα μάτια του έχουν ένα απίστευτο γαλάζιο χρώμα. Θα μπορούσα να χαθώ μέσα τους». «Αυτό είναι το θέμα, Τζίνα. Δεν θέλεις να χαθείς, όταν είσαι με κάποιο άντρα. Πρέπει να διατηρείς τον έλεγχο. Με τις έξυπνες ερωτήσεις σου, πρέπει να ψάχνεις το παρελθόν του, το παρόν, τις προτιμήσεις του, ώστε να αντιληφθείς το πραγματικό ποιόν του. Οι άντρες φορούν ένα προσωπείο όταν μας φλερτάρουν, ειδικά όταν η κυρία έχει μεγάλη περιουσία. Κάποια στιγμή, πρέπει, μάλιστα, να τον κάνεις να θυμώσει». Σκληρά μαθήματα που είχε πάρει. Τα λεπτά χαρακτηριστικά της Τζίνα επηρεάστηκαν από το σοκ που ένιωσε. «Για ποιο λόγο να κάνω κάτι τόσο δυσάρεστο; Αν δεν είμαι υπάκουη, θα περάσει σε κάποιαν άλλη». «Αν η ταραχή του τον κάνει να στρέψει αλλού το ενδιαφέρον του, τότε δεν ήταν ποτέ δικός σου». «Αυτό συνέβη μ’ εσένα και τον Ντάουνι; Δεν μιλάς ποτέ γι’ αυτό». Και ούτε θα το έκανε ποτέ. Ο γάμος της μαζί του ήταν φριχτός. Δεν την είχε χτυπήσει ποτέ με τις γροθιές του, αλλά καμιά φορά τα λόγια πληγώνουν περισσότερο. «Ο άντρας που με φλέρταρε δεν ήταν ο άντρας που παντρεύτηκα. Είναι σημαντικό να ανακαλύψεις όσα περισσότερα μπορείς για τον άντρα που θα παντρευτείς. Πάρε παράδειγμα αυτό το απόγευμα. Σου μίλησε πολύ λίγο. Είναι λες κι είσαι ένα τρόπαιο που ήθελε να επιδείξει». «Νομίζω πως δεν ήξερε τι να πει, γιατί δεν γνωριζόμαστε πολύ καλά». Δεν ήταν αυτό. Εκείνος και η Τίλι γνωρίζονταν ακόμα λιγότερο, κι όμως δεν του έλειπαν τα λόγια όταν είχε να κάνει μαζί της. Δεν είχε αρκεστεί σε κάτι κοινότοπο όπως το σχήμα ενός πέταλου όταν μιλούσε μαζί της. «Πράγμα που σημαίνει ότι θα έπρεπε να προσπαθήσει να σε γνωρίσει, να γνωρίσει κάθε πτυχή σου, και δεν σχημάτισα την εντύπωση ότι επιδίωκε να κάνει κάτι τέτοιο». Όλη η χαρά που ένιωθε η Τζίνα την εγκατέλειψε και η Τίλι στενοχωριόταν που είχε διαλύσει τη φούσκα της ευτυχίας της αδελφής της, αλλά δεν άντεχε τη σκέψη να τη δει να παντρεύεται έναν άντρα που δεν την εκτιμούσε, που δεν θα της φερόταν καλά, όπως ακριβώς της άξιζε. Η μητέρα της είχε οδηγήσει την Τίλι σε έναν τίτλο και τίποτα άλλο. Δεν προσπάθησε ποτέ να τη συμβουλεύσει για τους άντρες ούτε τη βοήθησε να καταλάβει τι κρυβόταν στην ψυχή τους – αν ήταν κάτι καλό ή κακόβουλο. «Πιστεύεις ότι τον έκανα να αισθανθεί άβολα;» ρώτησε η Τζίνα. «Σε πρόσεξα να τον κοιτάζεις αρκετές φορές». «Αμφιβάλλω αν μπορεί κανείς στ' αλήθεια να κάνει τον μαρκήσιο του Ρέξτον να νιώσει άβολα». «Φαίνεται πολύ δυνατός, έτσι δεν είναι; Πολύ σίγουρος για τον εαυτό του. Μου έδωσε την εντύπωση ότι θα προτιμούσε να οδηγεί μόνος του τα άλογα». Η Τίλι χαμογέλασε ενθαρρυντικά στην αδελφή της. «Ναι, νομίζω πως έχεις δίκιο σε αυτό. Δεν έμοιαζε να έχει την υπομονή να μένει καθισμένος.


Πραγματικά πιστεύω ότι θα προτιμούσε να κάνει ιππασία». Η Τζίνα τότε είπε: «Θα προτείνω να πάμε για ιππασία την επόμενη φορά, αντί να χρησιμοποιήσουμε την άμαξα». Και πάλι αυτό το σφίξιμο στο στήθος της στην ιδέα της αδελφής της συντροφιά με τον Ρέξτον. Ήταν πολύ ενοχλητικό. Ήθελε να βρει την ευτυχία και ήταν πολύ πιθανό να είχε παρερμηνεύσει τις προθέσεις του μαρκήσιου. «Απλώς μην ενθουσιάζεσαι στην ιδέα ότι θα γίνεις δούκισσα μια μέρα, ξεχνώντας ότι θα παντρευτείς τον δούκα. Να προσέχεις πολύ τον τρόπο που σου φέρεται, όσα σου λέει, να ψάχνεις για σημάδια ότι είναι ανειλικρινής μαζί σου». «Όπως;» Πολλά πράγματα. Από πού να ξεκινούσε; «Αν στρέφει την προσοχή του σε άλλες γυναίκες όταν είναι μαζί σου. Αν σου απευθύνει τον λόγο, αλλά δεν σου μιλά πραγματικά. Είναι δύσκολο να σου το εξηγήσω». Η Τζίνα γύρισε στο κρεβάτι, έπιασε τα χέρια της Τίλι και τα έσφιξε. «Είσαι πολύ πιο σοφή από εμένα, Τίλι. Έχεις δίκιο ότι ενθουσιάζομαι μαζί του και δεν δίνω όση σημασία θα έπρεπε. Δεν είμαι αντικειμενική, γιατί κάνει το στομάχι μου να αναστατώνεται. Εσύ, όμως, είσαι αντικειμενική». Όχι και τόσο. Όχι πραγματικά. Ειδικά μια και έκανε και το δικό της στομάχι να αναστατώνεται. «Με κάλεσε στο θέατρο αύριο το απόγευμα. Θα έρθεις μαζί μας; Θα του πούμε ότι θα είσαι η κηδεμόνας μου, που θα είσαι, δηλαδή, αλλά μπορείς και να τον αναλύσεις. Να με βοηθήσεις να καταλάβω αν είναι ο ιδανικός». Η Τίλι κούνησε το κεφάλι της. Ένα απόγευμα μαζί του ήταν αρκετό. «Όχι, δεν το θεωρώ συνετό». «Γιατί όχι;» Γιατί την έκανε να ζεσταίνεται, να αναρωτιέται πώς θα ήταν τα φιλιά του, αν τα χείλη του ήταν τόσο απαλά όσο φαίνονταν. Την έκανε να αναρωτιέται πώς ήταν τα χέρια του χωρίς γάντια, πώς ήταν το στήθος του χωρίς το πουκάμισο, πώς ήταν τα οπίσθιά του χωρίς παντελόνι. Πώς ήταν και μπροστά. «Δεν νομίζω ότι τον έκανα να νιώσει άβολα, όπως υπονόησες πριν, αλλά νομίζω πως θα του αποσπούσα την προσοχή». «Γιατί τον γοήτευσες;» Η Τίλι πετάχτηκε από το κρεβάτι και άρχισε να βηματίζει. «Όχι, όχι βέβαια. Γιατί ξέρει ότι τον κρίνω. Του το είπα, πριν έρθεις να μας βρεις στο σαλόνι». «Τότε θα περιμένει να μας συνοδεύσεις. Σε χρειάζομαι, Τίλι. Χρειάζομαι την καθοδήγησή σου. Δεν θέλω να κάνω το φριχτό λάθος που έκανες εσύ». Η Τίλι σταμάτησε απότομα. «Συγγνώμη», είπε αμέσως η Τζίλι. «Δεν ήθελα να πω ότι έκανες λάθος». Η Τίλι της χαμογέλασε αχνά. «Έκανα, όμως. Και μετά τα έκανα ακόμα χειρότερα». Και έβλαψε την αδελφή της στην πορεία. «Ο Ρέξτον χρειάζεται μια σύζυγο που δεν έχει κηλιδωθεί η υπόληψή της από κάποιο σκάνδαλο. Η υποδοχή που μας έκαναν στο πάρκο δεν είχε σχέση με τα άλογα, αλλά με την παρουσία μου. Δημόσια, πρέπει να μένουμε μακριά η μία από την άλλη, αν θέλεις να έχεις ελπίδες να παντρευτείς έναν μελλοντικό δούκα – ή έστω έναν λόρδο». «Δεν είναι δίκαιο». «Έτσι είναι, όμως, τα πράγματα». Γύρισε στο κρεβάτι, πήρε τα χέρια της Τζίνα και τα έσφιξε.


«Θέλω να βρεις την ευτυχία. Είναι το σημαντικότερο για εμένα». «Κι εγώ θέλω να είσαι ευτυχισμένη». «Και θα είμαι. Μόλις τακτοποιηθείς».

∞ Λίγα λεπτά αργότερα, όταν η Τζίνα γύρισε στο δωμάτιό της, κάλεσε την υπηρέτριά της. Όσο περίμενε, έβγαλε το καπέλο και τα γάντια της κι έπειτα κοίταξε την εικόνα της στον καθρέφτη. «Δεν είσαι και τόσο έξυπνη όσο νόμιζες, έτσι;» Το χτύπημα στην πόρτα της ήταν ανεπαίσθητο. «Περάστε». Η Άνι μπήκε και έκλεισε την πόρτα πίσω της. «Μάλιστα, δεσποινίς». «Αν σε ρωτήσει η λαίδη Λαντσντάουν για την ημικρανία σου, πες της ότι είσαι μια χαρά τώρα και ευχαρίστησέ τη για το ενδιαφέρον». «Η ημικρανία μου, δεσποινίς;» Η Τζίνα κάθισε στο σκαμπό μπροστά από την τουαλέτα της. «Ακριβώς όπως το περίμενα, Άνι. Το ενδιαφέρον του για εμένα είναι ελάχιστο». Είχε την αίσθηση ότι τον είχε βάλει ο θείος της, αλλά δεν ήταν σίγουρη τι ήλπιζε ο Ρέξτον να κερδίσει από τις πράξεις του. Ίσως ήταν απλώς ένας καλός άνθρωπος που βοηθούσε έναν φίλο. Δεν ήταν, όμως, σαν τους ήρωες στα μυθιστορήματα που διάβαζε. Δεν την έκανε να ζαλίζεται ή να ζεσταίνεται ή να μουδιάζει σε σημεία που δεν έπρεπε. Ήταν σίγουρη πως δεν μπορούσε να πει το ίδιο και για την Τίλι. Όταν είχε γνωρίσει τον μαρκήσιο, είχε υποψιαστεί πως θα συνέβαινε αυτό. Και το ενδιαφέρον του για την αδελφή της δεν ήταν διόλου αμελητέο. Αυτό ήταν προφανές. Μπορεί η Τίλι να το αρνιόταν, αλλά όταν η Τζίνα μπήκε στο σαλόνι σχεδόν είχε καεί από τη φλόγα ανάμεσα στον Ρέξτον και στην Τίλι. Τότε είχε αποφασίσει ότι, αντί να πάρει την υπηρέτριά της ως κηδεμόνα, θα ζητούσε από την Τίλι να αναλάβει αυτή τη θέση. Ήταν συναρπαστικό να βλέπει τους δυο τους να μονομαχούν λεκτικά, προσπαθώντας και οι δύο να επικρατήσουν. Αν ένας άντρας, όμως, κοίταζε την Τζίνα με ένα βλέμμα τόσο καυτό όσο αυτό που έριχνε ο Ρέξτον στην Τίλι… Τότε, η Τζίνα σίγουρα θα ενθάρρυνε το φλερτ του. Ήξερε πολύ καλά την Τίλι, ώστε να ξέρει ότι δεν θα ενθάρρυνε κανέναν άντρα, οπότε έπρεπε να την οδηγήσει εκεί η Τζίνα. Η αδελφή της είχε πληγωθεί βαθιά, νόμιζε ότι όλοι οι άντρες είναι κακοί. Ίσως και να είχε δίκιο. Ή ίσως να χρειαζόταν κάποιον σαν τον μαρκήσιο του Ρέξτον να τη βοηθήσει να γιατρέψει την πληγωμένη της καρδιά. Λόγω του πείσματος, όμως, της Τίλι, η Τζίνα θα έπρεπε να σκεφτεί έναν άλλο τρόπο για να τη συνοδεύσει η αδελφή της στο θέατρο. Θα χρειαζόταν πολύ περισσότερη σκέψη, γιατί δεν μπορούσε να αρρωστήσει πάλι η υπηρεσία της. Φοβόταν πως, όταν τελείωναν όλα, θα αποδεικνυόταν πολύ κακή προξενήτρα.


Κεφάλαιο 3 Αν κάποιος ήθελε να μάθει τι συμβαίνει στους αριστοκρατικούς κύκλους, τότε πήγαινε στους Δίδυμους Δράκους, μια χαρτοπαικτική λέσχη που δεχόταν μέλη και των δύο φύλων. Παραδόξως, οι άντρες κουτσομπόλευαν πολύ περισσότερο από τις κυρίες, αλλά ο Ρέξτον ήξερε πως ένα απόγευμα μπροστά στην τράπουλα θα του έδινε μάλλον μια απάντηση για να ανακαλύψει αν το φλερτ του στη δεσποινίδα Χάμερσλι είχε γίνει αντιληπτό και το έπαιρναν όλοι στα σοβαρά. Προτιμούσε να παίζει σε κάποιο ιδιωτικό δωμάτιο, όπου τα πονταρίσματα ήταν υψηλότερα, αλλά γι’ απόψε αρκέστηκε σε ένα τραπέζι με μία κυρία και άλλους τέσσερις κυρίους, ένας εκ των οποίων ήταν ο κόμης του Λαντσντάουν. Είπε στον εαυτό του ότι είχε διαλέξει τη συγκεκριμένη ομάδα, γιατί ήθελε να δει πώς θα αντιδρούσε ο Ντάουνι στο φλερτ του απέναντι στην πρώην κουνιάδα του, ήθελε να εξασφαλίσει ότι δεν θα έθετε σε κίνδυνο τις προσπάθειες του Ρέξτον να βοηθήσει την Τζίνα να παντρευτεί. Έπρεπε, όμως, να παραδεχτεί πως είχε περιέργεια για όσα μπορεί να αποκάλυπτε ο Ντάουνι για τη γυναίκα που είχε χωρίσει. Μπορεί, μάλιστα, να μάθαινε για ποιο λόγο είχε μπλέξει με εκείνο τον μπάτλερ. Δεν αρνιόταν πως η αγάπη ήταν κάτι παράξενο. Η οικογένειά του και ο στενός κύκλος των φίλων του ήταν ένα συνονθύλευμα ευγενών και κοινών ανθρώπων, πιστών υπερασπιστών του νόμου, αλλά και πορτοφολάδων, κλεφτών και απατεώνων. Έτσι, καταλάβαινε πως η καρδιά όριζε τη μοίρα των ανθρώπων πολύ περισσότερο από το μυαλό ή την κοινωνική τους θέση. Δεν μπορούσε, όμως, να φανταστεί τη λαίδη Λαντσντάουν με τον μπάτλερ, ούτε και τον εαυτό του με μια πόρνη του Γουαϊτσάπελ. Ήταν πολύ εκλεκτικός και το ίδιο πίστευε πως ήταν και η κόμισσα. Και πάλι την είχε στο μυαλό του, ενώ έπρεπε να επικεντρώνεται στην αδελφή της και να φροντίζει να φέρει σε πέρας τη συμφωνία που είχε κάνει με τον Χάμερσλι για να πάρει τον επιβήτορα που ήθελε. Ή, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, θα έπρεπε να σκέφτεται ότι είχε χάσει ήδη τρεις παρτίδες και ίσως έπρεπε να συγκεντρωθεί στα χαρτιά που του είχαν μοιράσει. Ή ίσως να έπρεπε να εξασφαλίσει ότι θα κέρδιζε ο Ντάουνι. Ο κόμης έτεινε να είναι πιο ομιλητικός όταν του χαμογελούσε η Θεά Τύχη, κι έτσι ίσως ο Ρέξτον θα έπρεπε να συνεχίσει να παίζει απρόσεκτα. Ιδιωτικά, συνήθιζε να παίζει με όσους ήταν πολύ επιδέξιοι στα χαρτιά και στο να διαβάζουν το παιχνίδι. Παρότι, λοιπόν, κάτι τέτοιο ήταν αντίθετο στις συνήθειές του, άρχισε να πετά φύλλα που δεν έπρεπε. «Δεν έχεις πολλή τύχη απόψε, έτσι, Ρέξτον;» είπε τελικά ο Ντάουνι. Ο Ρέξτον είχε ξεχάσει πόσο γρήγορα τον εκνεύριζε ο κόμης. «Δεν έχω τύχη στα χαρτιά, πράγματι, αλλά έχω τύχη κάπου αλλού. Στάθηκα τυχερός με μία κυρία». Η μόνη γυναίκα στο τραπέζι, η λαίδη Ίντιθ Λίλαντ, στην οποία τον είχαν συστήσει το προηγούμενο βράδυ, σήκωσε τα καστανά της μάτια από τα χαρτιά της και του χαμογέλασε. «Με τη δεσποινίδα Χάμερσλι μάλλον. Σας είδα στην άμαξά σας το απόγευμα». Έριξε μια γρήγορη ματιά στα φύλλα του και πέταξε δύο βαλέδες. «Πράγματι, με τίμησε με την παρουσία της. Είναι πολύ χαριτωμένη». Οι άλλοι δύο ανύπαντροι άντρες του τραπεζιού τον κοίταξαν ακούγοντας το σχόλιό του και


αυτό του έδωσε ένα αίσθημα ικανοποίησης. Στο τέλος της βραδιάς, θα είχε γεμίζει την κάρτα του κοριτσιού για τον επόμενο χορό. «Η Τζίνα;» έκανε ο Ντάουνι. «Θα ήμουν πολύ προσεκτικός στη θέση σου. Αν μοιάζει έστω και λίγη με την αδελφή της, θα σου φέρει μόνο προβλήματα. Μόλις που θα έχεις πάρει την προίκα της στα χέρια σου και τότε αυτή θα το σκάσει με έναν υπηρέτη και θα κάνει ό,τι μπορεί για να σε μειώσει». Ο Ρέξτον μπήκε στον πειρασμό να του πει ότι μια νύχτα στο κρεβάτι του θα ήταν αρκετή για να την πείσει ότι δεν θα την ικανοποιούσε ποτέ κανένας υπηρέτης ή κάποιος άλλος άντρας. Είχε συνειδητοποιήσει, ωστόσο, ότι δεν φανταζόταν την Τζίνα στο κρεβάτι του, αλλά τη λαίδη Λαντσντάουν. Όταν τη σκεφτόταν με τον Ντάουνι, ένιωθε το στομάχι του να ανακατεύεται σαν να έχει φάει κάτι χαλασμένο. «Είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσα να την κρατώ ικανοποιημένη». Μιλώντας για την Τζίνα, ωστόσο, δεν ενδιαφερόταν να την κρατήσει έτσι κι αλλιώς. Ήταν σαν ένα μικρό ψάρι που έριχνες πίσω στη λίμνη για κάποιον άλλο – και τώρα τον πλημμύριζαν ενοχές γι’ αυτή την αγενή σκέψη. Δεν συνήθιζε να είναι κακός με τις γυναίκες. Δεν έκανε ποτέ τόσο δυσάρεστες σκέψεις για αυτές ούτε τις εκμεταλλευόταν. Θα διπλασίαζε την προσπάθειά του να βρει κάποιον πιο άξιο ακόμα κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Ντάουνι άνοιξε τα χαρτιά του και χαμογέλασε αυτάρεσκα παίρνοντας τις μάρκες από το κέντρο του τραπεζιού, με χέρια που έμοιαζαν πολύ απαλά. Ο Ρέξτον δεν ήθελε να τον φαντάζεται να χαϊδεύει το στομάχι της λαίδης Λαντσντάουν, να πιάνει τα στήθη της, να αγγίζει τα οπίσθιά της. Ο άντρας εκείνος ήταν αρκετά γοητευτικός, παρότι τα χείλη του ήταν τόσο λεπτά, που σχεδόν δεν υπήρχαν. Καθώς άρχισαν να μοιράζουν τα χαρτιά, ο Ρέξτον άκουσε τον εαυτό του να ρωτάει: «Δεν θυμάμαι, Ντάουνι. Πόσο καιρό ήσασταν παντρεμένοι;». «Τρία χρόνια πριν χωρίσουμε και ζητήσω διαζύγιο. Αν και ο χρόνος που πέρασε για να ελευθερωθώ εντελώς από εκείνη έμοιαζε να περνά τόσο αργά όσο μια αιωνιότητα. Αυτές οι Αμερικανίδες είναι κακομαθημένες, Ρέξτον. Να το θυμάσαι: θα είσαι καλύτερα με μια Αγγλίδα, που ξέρει τη θέση της και κατανοεί τις παραδόσεις». Ακόμα και από εκεί που καθόταν, μπορούσε να νιώσει την αγανάκτηση της λαίδης Ίντιθ – ή μπορεί απλώς να ήταν θυμωμένος ο ίδιος. Είχε συνηθίσει να τον περιβάλλουν οι ισχυρές γυναίκες της οικογένειάς του. Η θέση τους ήταν πάντα στο πλάι των αντρών τους, αν όχι ένα βήμα πιο μπροστά. Φαντάστηκε τη λαίδη Λαντσντάουν –την Τίλι– νεαρή και αθώα σαν την αδελφή της, με τα μεγάλα γαλάζια μάτια της γεμάτα αισιοδοξία και ελπίδα και το λαμπερό χαμόγελό της. Τον ενοχλούσε η επίγνωση ότι δεν την είχε δει να χαμογελά, να χαμογελά πραγματικά. Του είχε χαρίσει μερικά σαρδόνια χαμόγελα, αλλά τίποτα αυθεντικό, τίποτα πραγματικά χαρούμενο. Άλλαξε μόνο δύο από τα φύλλα του. Θα φρόντιζε να μην κερδίσει ο Ντάουνι αυτή την παρτίδα. «Αν μου επιτρέπετε, λόρδε Ρέξτον», ψιθύρισε η λαίδη Ίντιθ, παρότι η φωνή της ακούστηκε σε όλο το τραπέζι, «πρόσεξα και την άλλη κυρία στην άμαξα. Δεν φαντάζομαι να ήταν η ίδια η διαβόητη κληρονόμος, έτσι;» Της έριξε ένα άγριο βλέμμα, ένα βλέμμα στο οποίο είχε εξασκηθεί από μικρός, όταν ήθελε να τρομάξει τον μικρότερο αδελφό του, ο οποίος μια φορά του είχε πει ότι τα μισόκλειστα μάτια του του θύμιζαν καλοακονισμένο σπαθί. Το καημένο το κορίτσι κοκκίνισε. «Η λαίδη Λαντσντάουν, εννοώ».


«Πράγματι, εκείνη ήταν. Ήταν η κηδεμόνας της αδελφής της». «Χα!» είπε ο Ντάουνι και μάλιστα αρκετά δυνατά ώστε να γυρίσουν να τους κοιτάξουν όσοι κάθονταν στα γύρω τραπέζια. «Η Ματίλντα δεν είναι η κατάλληλη για να εξασφαλίσει ότι θα φέρεται σωστά μια νεαρή γυναίκα. Δεν έχει ιδέα από σωστή συμπεριφορά». «Τα πήγε πολύ καλά», είπε ο Ρέξτον. «Με είχε υπό στενή παρακολούθηση». «Μην είσαι αφελής, Ρέξτον. Η πρώην γυναίκα μου δεν είχε ιδέα πώς να συμπεριφέρεται για να με κάνει περήφανο. Για να είμαι ειλικρινής, χαίρομαι που την ξεφορτώθηκα». Και εγώ χαίρομαι που σε ξεφορτώθηκε εκείνη. Το συναίσθημα ήρθε αυθόρμητα, η προστατευτικότητα που το συνόδευε τον ξάφνιασε. Όχι, ήταν κάτι παραπάνω. Ένιωθε θυμό, οργή. Σιγά σιγά συνειδητοποιούσε ότι το ελεύθερο χέρι του είχε σφίξει τόσο δυνατά το τραπέζι που πονούσε. «Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ», είπε σκεφτικά η λαίδη Ίντιθ. «Είναι πολύ όμορφη». «Η ομορφιά δεν είναι αρκετή, κυρία μου», επέμεινε ο Ντάουνι. «Σας διαβεβαιώ ότι τίποτα πάνω σε αυτή τη φριχτή γυναίκα δεν είναι όμορφο. Είναι μια πονηρή, εκδικητική πόρνη». Η λαίδη Ίντιθ έμεινε άφωνη. «Πρόσεξε πώς μιλάς, Ντάουνι», είπε ο λόρδος Σομερντέιλ πριν σηκώσει ο Ρέξτον τη γροθιά του. «Έχουμε μια κυρία στο τραπέζι». «Εδώ είναι χαρτοπαικτική λέσχη, όχι τσαγερί. Μπορεί να πάει κάπου αλλού, αν προσβλήθηκε». «Μπορείς να πας εσύ κάπου αλλού, Λαντσντάουν», είπε ο Ρέξτον με χαμηλή αλλά απειλητική φωνή. Αν και στην πραγματικότητα δεν ήθελε να φύγει από το τραπέζι, μια και έτσι θα δυσκολευόταν να του πάρει και την τελευταία του δεκάρα. «Ή μπορείς να θυμηθείς ότι ο Ντρέικ Ντάρλινγκ περιμένει από τα μέλη του να συμπεριφέρονται πολιτισμένα και ευγενικά. Ζήτα συγγνώμη από τη λαίδη Ίντιθ ή φύγε». «Δεν μπορείς να με διατάζεις, Ρέξτον». Ο Ρέξτον ήξερε ότι το χαμόγελο που απηύθυνε σε εκείνο τον άντρα ήταν κάπως τρομακτικό, μια και ο Σομερντέιλ έκανε πίσω σαν να περίμενε να αρχίσουν να πέφτουν γροθιές προς το μέρος του, ενώ οι άλλοι κύριοι άρχισαν να κοιτάζουν τα χαρτιά τους λες κι ήταν έτοιμοι να το βάλουν στα πόδια, όταν δεν θα τους έβλεπε κανείς. «Ξέχασες πως ο Ντάρλινγκ είναι αδελφός μου;» «Όχι εξ αίματος». «Όπως και να ’χει, είμαι υποχρεωμένος να σου θυμίσω τους κανόνες αυτής της λέσχης. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να χτυπήσω τα δάχτυλά μου και δύο άντρες θα έρθουν να σε συνοδεύσουν έξω. Η Θεά Τύχη μπορεί να μη σου φερθεί τόσο καλά όσο στα χαρτιά. Και τώρα ζήτα συγγνώμη». Ο Λαντσντάουν τον κοίταξε για μια στιγμή κι έπειτα έστρεψε την προσοχή του στη νεαρή γυναίκα. «Λαίδη Ίντιθ, σας ζητώ ειλικρινά συγγνώμη. Η συζήτηση για την πρώην σύζυγό μου πάντα μου βγάζει τον χειρότερό μου εαυτό, γιατί ήταν μια δύσκολη στιγμή της ζωής μου. Ελπίζω να συγχωρήσετε αυτό το μικρό μου παράπτωμα». «Φυσικά, λόρδε». Ως γενναιόδωρος άντρας, ο Ρέξτον άφησε τη λαίδη Ίντιθ να κερδίσει εκείνη την παρτίδα. Έπειτα πήρε και το τελευταίο σεντ του Λαντσντάουν. Όντας μέλος μιας οικογένειας πορτοφολάδων, κλεφτών και απατεώνων γινόσουν πολύ επιδέξιος στις απάτες, χωρίς να σε πιάνουν ποτέ.


∞ Ο Ντρέικ Ντάρλινγκ μπορούσε να εντοπίσει κάποιον που έκλεβε στα χαρτιά από μίλια μακριά. Στεκόταν στον εξώστη των Δίδυμων Δράκων και παρακολουθούσε έκπληκτος τον αδελφό του να μαζεύει όλα τα κέρδη, ξανά και ξανά, επιτρέποντας ενίοτε στην κυρία της παρέας να πάρει κάποια παρτίδα, αλλά φροντίζοντας να μη νιώσει ξανά ο κόμης του Λαντσντάουν την ικανοποίηση της νίκης, βλέποντας τις μάρκες του να απομακρύνονται μία προς μία. Είχε συνηθίσει που ο Ρεξ χρησιμοποιούσε αθέμιτα μέσα προκειμένου να μην αφήσει την αδελφή τους να κερδίσει, αλλά αυτό ήταν αδελφικός ανταγωνισμός, αν και ο Ρεξ δεν είχε καταφέρει ακόμα να ξεγελάσει την Γκρέις. Ο Ντρέικ δεν είχε γνωρίσει ποτέ κάποιον –άντρα ή γυναίκα– με τόσο επιδέξια δάχτυλα. Ήταν δεδομένο πως, όταν έπαιζαν χαρτιά οικογενειακά, θα χρησιμοποιούσαν σίγουρα αμφίβολους τρόπους για να κερδίσουν. Ο στόχος ήταν να μην τους πιάσουν ενώ το έκαναν. Στη λέσχη του Ντρέικ, ωστόσο, έπρεπε να φέρονται σωστά. Κατέβηκε στον κάτω όροφο με χαλαρό βήμα, ενώ το μυαλό του έτρεχε, προσπαθώντας να μην κρίνει ή να μη θυμώσει μέχρι να καταλάβει τι συνέβαινε. Πλησιάζοντας το τραπέζι του Ρεξ, είδε τον Λαντσντάουν να σηκώνεται από την καρέκλα του και να πηγαίνει στη βιβλιοθήκη που προοριζόταν αποκλειστικά για τους κυρίους που επιθυμούσαν να πιουν ένα ποτό ή να συζητήσουν. Οι κυρίες είχαν μια αντίστοιχη βιβλιοθήκη. Όταν αποφάσισε να ανοίξει τις πύλες της λέσχης του στο αδύναμο φύλο, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να υπάρχουν ξεχωριστοί χώροι για το κάθε φύλο, ώστε να μην είναι πάντα αναγκασμένα τα μέλη να δείχνουν τον καλύτερό τους εαυτό. Είχε φτάσει πλάι στον Ρεξ, όταν τον άκουσε να λέει: «Λαίδη Ίντιθ, μπορώ να σας ζητήσω να δωρίσετε τα κέρδη μου σε κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό της αρεσκείας σας;». Άλλος ένας άγραφος νόμος στον κύκλο της οικογένειας και των φίλων τους: κέρδη που είχαν αποκτηθεί με αθέμιτο τρόπο έπρεπε να δοθούν σε κάποιον που είχε ανάγκη ή σε κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό. Είχε δίκιο, λοιπόν: ο μικρός του αδελφός είχε κλέψει στα χαρτιά. Το πρόσωπο της κυρίας έλαμψε. «Μετά χαράς, λόρδε. Θα φροντίσω να τα αξιοποιήσω με τον καλύτερο τρόπο. Η γενναιοδωρία σας είναι αξιοθαύμαστη». «Σας ευχαριστώ. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω». Δεν θα μπορούσε να πει κάτι πιο αληθινό. Ο Ντρέικ έβαλε το χέρι του στον ώμο του Ρεξ. «Έλα να πιούμε ένα ποτό». Ο αδελφός του ούτε που κουνήθηκε. Απλώς τον κοίταξε στα μάτια. Όταν ο Ρεξ ήταν μικρότερος, λάτρευε τον Ντρέικ, αλλά μεγαλώνοντας συνειδητοποίησε πως το αγόρι που είχαν πάρει στο σπίτι οι γονείς του και είχαν μεγαλώσει σαν δικό τους δεν ήταν και τόσο ξεχωριστό τελικά. Ο Ρεξ έκανε νόημα σε έναν περαστικό υπηρέτη να εξαργυρώσει τις μάρκες του και του ζήτησε να δώσει τα χρήματα στη λαίδη Ίντιθ. Ο Ντρέικ σκέφτηκε ότι ίσως ενδιαφερόταν για τη νεαρή γυναίκα, μόνο που τον είχε δει να φέρεται έτσι σε πολλές άλλες κυρίες, οπότε δεν πίστευε ότι σήμαινε κάτι ιδιαίτερο για τον αδελφό του. Αλλά, αν δεν ήθελε να εντυπωσιάσει κάποια κυρία, τότε γιατί να κλέψει κάποιον άλλο κύριο; Ο Ντρέικ δεν είπε τίποτα μέχρι που βρέθηκαν μόνοι στο γραφείο του, με τις πόρτες κλειστές και τα ποτά τους στο χέρι.


«Δεν σε έμαθα να κλέβεις για να εξαπατάς τα μέλη της λέσχης». Ο Ρεξ ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι του, προχώρησε μέχρι το παράθυρο και κοίταξε έξω. «Του άξιζε». Ο Ντρέικ κάθισε στην άκρη του γραφείου του. Με τα μαύρα μαλλιά και το σκούρο του δέρμα έμοιαζε με διάβολο, ενώ ο θετός αδελφός του του θύμιζε άγγελο με τις ξανθές του μπούκλες και τα ανοιχτόχρωμα μάτια του. Κι όμως, αυτή τη στιγμή, δεν θα ήθελε να συναντήσει τον Ρεξ σε κάποιο σκοτεινό δρομάκι. «Θέλεις να μου πεις τον λόγο;» Ο Ρεξ κούνησε το κεφάλι του κι ήπιε μια γουλιά ακόμα. «Ήταν ποτέ μέλος η λαίδη Λάντσνταουν;» Πριν προλάβει να απαντήσει ο Ντρέικ, κάτι σαν να έλαμψε στον νου του μαρκήσιου και πρόσθεσε: «Είναι μέλος τώρα;». «Δεν είναι μέλος. Υποψιάζομαι πως δεν θα της άρεσε η ψυχρή υποδοχή που θα την περίμενε». Κούνησε αργά το κεφάλι του, παρότι ο Ρεξ κοίταζε ακόμα τη νύχτα έξω από το παράθυρο. «Δεν τη θυμάμαι να έρχεται εδώ ούτε όσο ήταν παντρεμένη με τον Λαντσντάουν. Προς τι το ενδιαφέρον;» Ο Ρεξ συνέχισε να κοιτά έξω στον δρόμο. Άλλη μια γουλιά. Ένα χτύπημα στο ποτήρι. Μια γουλιά. «Δεν είμαι σίγουρος». Γύρισε, ακούμπησε στον τοίχο και κοίταξε τον Ντρέικ. «Τη γνώρισα σήμερα». «Κι άρχισες να σκέφτεσαι με το μόριό σου αντί για το κεφάλι σου». Ο Ρεξ γέλασε και άδειασε το ποτήρι του. «Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορούσα καν να σκεφτώ. Υποτίθεται πως φλερτάρω την αδελφή της». Ο Ντρέικ χάρηκε που καθόταν στο γραφείο, γιατί μπορεί και να είχε πέσει. Ήταν πια καιρός να πάρει την απόφαση ο αδελφός του και να παντρευτεί, αλλά δεν είχε εκφράσει ποτέ την πρόθεση να το κάνει. Βέβαια, ούτε ο Ντρέικ σκόπευε να παντρευτεί. Αυτό, όμως, ίσχυε πριν από οκτώ χρόνια, τέσσερα παιδιά και αναρίθμητα ζώα που είχαν σώσει. Η γυναίκα του είχε αδυναμία στα παιδιά και στα ζώα. Και καμιά φορά και στον ίδιο. «Η μητέρα θα χαρεί να το ακούσει. Θέλει περισσότερα εγγόνια». Ο Ρεξ συνοφρυώθηκε. «Μ’ εσένα και την Γκρέις έχει αρκετά. Και δεν πρόκειται να την παντρευτώ. Έκανα μια συμφωνία με τον θείο της να φροντίσω να ενδιαφερθούν άλλοι λόρδοι για εκείνη. Προφανώς φοβούνται ότι δεν θα τιμήσει τους όρκους της, ακριβώς όπως και η αδελφή της». «Και εσύ τι θα κερδίσεις;» «Δύο νικητές από το Μαύρο Διαμάντι». Ο Ντρέικ σφύριξε. «Ήθελες αυτό το άλογο για επιβήτορα από την πρώτη φορά που το είδες σε αγώνα». «Πράγματι. Οπότε θα παίξω τον γοητευμένο για κάποιο διάστημα». Ο Ντρέικ συνοφρυώθηκε και κοίταξε τον αδελφό του. Δεν ήταν αγενής, αλλά είχε εμμονή με το καταραμένο το άλογο, με τους αγώνες γενικότερα. «Έχεις σκεφτεί τα αισθήματα του κοριτσιού;» «Δεν θα είμαι πολύ καιρό κοντά της για να προλάβει να αναπτύξει αισθήματα». «Δεν μπορείς να ελέγξεις την καρδιά».


«Μια βδομάδα το πολύ. Οι μνηστήρες θα συρρέουν στα πόδια της. Θα με απορρίψει η ίδια». «Ίσως δεν πρέπει να μιλήσεις στην Γκρέις ή στη μητέρα γι’ αυτό το σχέδιο». «Δεν είχα τέτοια πρόθεση. Όπως είπα, θα τελειώσει πολύ σύντομα. Τράβηξε την προσοχή αρκετών κυρίων όταν την πήγα στο πάρκο το απόγευμα. Αύριο θα πάμε στο θέατρο. Ένας χορός ακόμα και τελειώσαμε». «Δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Πίστεψέ με, σου μιλώ εκ πείρας. Όταν μιλάμε για γυναίκες, το σχέδιο ποτέ δεν πηγαίνει όπως υπολογίζεις».

∞ Θεέ μου! Καθόταν πολύ καλά πάνω στο άλογο. Ο Ρέξτον την παρακολουθούσε να ιππεύει ένα σκούρο καφετί αραβικό άλογο στο Ρότεν Ρόου. Είχε έρθει στις έξι. Εκείνη στις επτά. Δεν ήξερε γιατί θυμόταν το σχόλιο της Τζίνα ότι η αδελφή της ιππεύει νωρίς το πρωί ή για ποιο λόγο ένιωθε μια απίστευτη λαχτάρα να τη δει. Ίσως γιατί το σώμα του είχε ανάγκη να εκτονωθεί, αλλά δεν θα έβρισκε εδώ την εκτόνωση. Καλύτερα να έλεγε στον εαυτό του ότι ήταν ένα μέρος της στρατηγικής της για να εξασφαλίσει ότι η Τζίνα θα έκανε έναν καλό γάμο, αλλά το ψέμα τον ενοχλούσε. Τέτοια ώρα δεν ήταν κανείς εκεί. Ανόητη γυναίκα. Δεν είχε φέρει μαζί της ούτε έναν υπηρέτη ή εκείνο τον μπάτλερ της. Κι αν την πλησίαζε κάποιος; Αν κάποιος κακόβουλος αναγνώριζε την ποιότητά της όταν την έβλεπε κι αποφάσιζε να πάρει μια γεύση; Άρχισε να καλπάζει ελαφρά, ακολουθώντας ένα μονοπάτι που ήξερε ότι θα συναντηθεί με το δικό της. Πρέπει να τον είχε ακούσει να πλησιάζει, γιατί σταμάτησε το άλογό της. Όταν πλησίασε αρκετά κι ετοιμαζόταν να κάνει το ίδιο, βρέθηκε να κοιτάζει την κάννη ενός πολύ μικρού πιστολιού, που κρατούσε σφιχτά στο γαντοφορεμένο χέρι της, αλλά και το σκληρό και ανυπότακτο βλέμμα της. Προφανώς ήταν μια γυναίκα που μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό της και δεν χρειαζόταν βοήθεια. «Λαίδη Λαντσντάουν». Μίλησε αργά, ήρεμα. «Θα ήταν κρίμα να χάσει η αδελφή σας τον μοναδικό της θαυμαστή αμέσως μόλις τον βρήκε». «Θα ήταν όντως;» Δεν τον καθησύχασε η αμφιβολία στη φωνή της. «Ναι. Σας διαβεβαιώνω ότι θα θρηνούσε για τον χαμό μου. Πολλές γυναίκες θα θρηνούσαν για τον χαμό μου». «Ελπίζω να μη συμπεριλαμβάνετε κι εμένα». «Δεν θα ήμουν τόσο θρασύς». Αν και η αλήθεια ήταν πως ήλπιζε να ένιωθε έστω και λίγη θλίψη αν έφευγε από αυτόν τον κόσμο. «Υποθέτω πως, αν προκαλούσα θλίψη στην Τζίνα, δεν θα εξυπηρετούσα τον σκοπό μου, ο οποίος είναι να τη δω ευτυχισμένη». Έβαλε το όπλο σε μια τσέπη της στολής ιππασίας της. «Δεν θυμάμαι να σας έχω ξαναδεί εδώ κάποιο πρωί». «Είμαι σίγουρος πως δεν με έχετε δει. Συνήθως δεν σηκώνομαι τόσο νωρίς, αλλά είχα περιέργεια να μάθω τι έλεγε η αναφορά που δώσατε στην αδελφή σας μετά τον απογευματινό μας περίπατο στο πάρκο». «Η αναφορά μου;» Ακουγόταν μπερδεμένη, ενώ ήξερε πως δεν ήταν. «Ελάτε τώρα. Είμαι σίγουρος πως αναφέρατε τα προτερήματά μου, αλλά και όσα στοιχεία μου


αντιληφθήκατε ως… αρνητικά». «Πολύ αλαζονικό εκ μέρους σας, αν πιστεύετε ότι ξοδεύουμε την ώρα μας συζητώντας για εσάς». «Είμαι απλώς σίγουρος ότι ήμουν το θέμα συζήτησης από τη στιγμή που σας άφησα στο σπίτι. Θα σας διευκολύνω και θα μοιραστώ μαζί σας όσα πιστεύω ότι της είπατε. Τι λέτε γι’ αυτό;» Άλλαξε θέση πάνω στη σέλα κι εκείνος ευχήθηκε να μην ήταν τόσο στενή η σκούρα πράσινη φορεσιά της. Λίγη λευκή δαντέλα ξεχώριζε στα μανίκια και στον γιακά της. Ευχόταν να ήταν στο κτήμα του, όπου θα είχαν χώρο να κάνουν ιππασία στα ανθισμένα λιβάδια. Δεν είχε αμφιβολία ότι θα ήταν άξια αντίπαλος, ότι το καπέλο της θα έφευγε στον αέρα και τα μαλλιά της θα λύνονταν. Λαχταρούσε να τα δει να πέφτουν σαν καταρράκτες στην πλάτη της, πάνω στο άλογο. Ξαφνικά μπροστά από τα μάτια του πέρασε η γυμνή της εικόνα. Η θρυλική λαίδη Γκοντάιβα, που δέχτηκε να ιππεύσει γυμνή για να απαλλάξει την πόλη της από τους φόρους – ήταν σίγουρος πως η λαίδη Λαντσντάουν θα την ανταγωνιζόταν επάξια. «Θα με ενδιέφερε πολύ να μάθω τι πιστεύετε ότι είπα στην αδελφή μου, αλλά δυστυχώς ο χρόνος μου στο πάρκο τελείωσε και πρέπει να επιστρέψω στο σπίτι». «Θα σας συνοδεύσω». «Δεν είναι απαραίτητο». «Πρέπει να επιμείνω, ως τζέντλεμαν. Εξάλλου, θα βοηθήσει να κερδίσω την εύνοιά σας». «Δεν νομίζετε πως την έχετε ήδη;» «Όχι». Το ήξερε αυτό. Τον κοίταζε σαν να ευχόταν να είχε τραβήξει τη σκανδάλη. «Σας παρακαλώ, λαίδη Λαντσντάουν, παρά τα όσα μπορεί να πιστεύετε, θέλω να εξασφαλίσω την ευτυχία της αδελφής σας. Το να μάθω τι της λέτε για εμένα θα μπορούσε να βοηθήσει τον σκοπό μου, και τελικά τον δικό σας, καθώς πιστεύω ότι θέλουμε το ίδιο πράγμα. Φοβάμαι ότι κάναμε απλώς μια κακή αρχή». Έξυπνος άντρας ο μαρκήσιος του Ρέξτον. Κατανοούσε την επιρροή που είχε η Τίλι στην αδελφή της. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι η γλώσσα μου να ανέφερε ούτε μία φορά το όνομά σας από τη στιγμή που επιστρέψαμε στην έπαυλη Λαντσντάουν». Το σκοτεινό του βλέμμα κατέβηκε στα χείλη της κι εκείνη ευχήθηκε να μην είχε αναφερθεί στη γλώσσα της. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τώρα τη φαντάστηκε πλάι στη δική του, σε μια οικειότητα που δεν χρειαζόταν λέξεις. Υποψιάστηκε, για λόγους που ακόμα της διέφευγαν, ότι τα υπέροχα σχηματισμένα χείλη του θα ανάγκαζαν τα δικά της να μισανοίξουν για να της δώσει ένα φιλί τόσο βαθύ, που θα το ένιωθε μέχρι τις πατούσες. Ακόμα και τώρα, μέσα στις μπότες της, τα δάχτυλα των ποδιών της σφίχτηκαν. Έπρεπε να απαλλαγεί απ’ αυτόν και γρήγορα. «Συνοδεύστε με, αν θέλετε. Δεν μπορώ, όμως, να σας αποκαλύψω τι είπα για εσάς στην Τζίνα. Αυτά είναι πράγματα που μένουν μονάχα ανάμεσα στις αδελφές». Παρακίνησε το άλογό της να ξεκινήσει και δυσαρεστήθηκε που ένιωσε ικανοποίηση όταν τον είδε να φέρνει το άλογό του δίπλα στο δικό της. «Υποψιάζομαι πως θα μιλήσατε αρκετή ώρα για τα γοητευτικά χαρακτηριστικά μου», της είπε. Ξεφύσησε. Τι αλαζόνας. Πάντα πίστευαν ότι… «Αμφιβάλλω ότι έχετε γνωρίσει ποτέ τόσο τέλειο άντρα». Οι σκέψεις της κόπηκαν απότομα, σαν να είχαν πέσει πάνω σε τοίχο. Το ύφος του ήταν πάνω απ’ όλα παιχνιδιάρικο, ίσως και λίγο αυτοσαρκαστικό. Ήταν, άραγε, δύσκολο να είσαι τόσο όμορφος, να πέφτουν οι γυναίκες στα πόδια σου όποτε τις πλησιάζεις;


«Τα απολαύσαμε για αρκετή ώρα χτες το απόγευμα στην άμαξά σας». Ευχόταν να μην είχε πει τίποτα, να είχε κρατήσει το στόμα της κλειστό, γιατί τον είδε να χαμογελά κι εκείνο το χαμόγελο παραλίγο να την κάνει να πέσει από τη σέλα. Δεν ήταν δίκαιο να υπάρχει ένας τόσο όμορφος άντρας. «Γοητευτήκατε από το πνεύμα μου και τους υποδειγματικούς μου τρόπους». Αρκετά. Δεν θα μαγευόταν. «Αναρωτήθηκα για ποιο λόγο ρωτούσατε τόσα πράγματα για εμένα και όχι για εκείνη». «Κανείς δεν απολαμβάνει την ανάκριση». «Κι όμως, μοιάζατε αποφασισμένος να δοκιμάσετε τις ικανότητές μου». «Φαινόσασταν πράγματι πιο ικανή να δεχτείτε την προσοχή μου. Δεν την έχει φλερτάρει ποτέ κανείς άλλος;» Δεν ήθελε να παρασυρθεί από το πραγματικό ενδιαφέρον στη φωνή του. «Είστε ο πρώτος. Μια και προσωπικά είχα δυσκολευτεί σε αυτό το θέμα στην τρυφερή ηλικία των δεκαοκτώ, αποφασίσαμε να περιμένουμε μέχρι να κλείσει τα δεκαεννιά». Το αχνό φως του πρωινού τής επέτρεψε να δει τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό του. Είχε εντυπωσιαστεί που προσπαθούσε ακόμα να μάθει πληροφορίες για την ίδια –για την ηλικία της, ας πούμε–, αλλά ήταν όντως η πιο ενδιαφέρουσα από τις αδελφές, παρόλο που αναγνώριζε ότι αυτό μάλλον δεν ήταν προσόν. Μόνο τα σκάνδαλα του παρελθόντος την έκαναν ενδιαφέρουσα. Είχε μάλλον τελειώσει τους υπολογισμούς του, ικανοποιημένος από την απάντησή της. Δεν θα τον ρωτούσε τα συμπεράσματά του, γιατί αδιαφορούσε αν ήταν σωστά ή όχι. «Την αποτρέψατε από το να έρθει στο θέατρο μαζί μου το απόγευμα;» ρώτησε. «Όχι. Υποθέτω πως δεν είστε ο κατάλληλος για εκείνη, αλλά διαισθάνομαι ότι δεν θα της κάνετε κακό». Πάλι εκείνο το σατανικό χαμόγελο. Θα έπρεπε να τον απεχθάνεται για την ευκολία με την οποία εμφανιζόταν. Ήταν ένας άντρας απόλυτα άνετος με τις γυναίκες. Σίγουρα γιατί είχε γνωρίσει αρκετές – πολύ προσωπικά. Πήγε να πει κάτι, αλλά έδειξε να το μετανιώνει. Τελικά κούνησε το κεφάλι του και της απάντησε: «Θα σας έλεγα ότι δεν με ξέρετε καλά αν πιστεύετε πως οποιαδήποτε γυναίκα είναι ασφαλής μαζί μου». Έμοιαζε κάπως αμήχανος. «Το φλερτ είναι η δεύτερή μου φύση, αλλά η αλήθεια είναι πως έχετε δίκιο. Δεν θα της έκανα σκόπιμα κακό. Είναι εξαιρετικό κορίτσι. Απολαμβάνω τη συντροφιά της». Μπορεί να είπε πως έλεγε την αλήθεια, αλλά κάπου μέσα στα λόγια του υπήρχε ένα ψέμα. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό, παρότι δεν μπορούσε να εντοπίσει τι ακριβώς ήταν. Υπήρχε, όμως, μια ανεπαίσθητη αλλαγή στον τόνο της φωνής του, κάτι που πρόδιδε την ενοχή του. Ή ίσως ο χρόνος που πέρασε με τον Ντάουνι την είχε κάνει να μην μπορεί να εμπιστευτεί ποτέ ολοκληρωτικά κάποιο άντρα. «Τι είδους σοκολάτες προτιμά;» ρώτησε. «Να ρωτήσετε την ίδια». «Κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε την έκπληξη, έτσι δεν είναι;» Τι κακή αδελφή που ήταν! Δεν ήθελε να της στείλει σοκολάτες, δεν ήθελε να φλερτάρει την Τζίνα. «Οι γεμιστές. Με φράουλα». «Κι εσείς;»


«Δεν μου αρέσει η σοκολάτα». «Τι σας αρέσει;» Ήταν η γαλήνη του πρωινού που έκανε την ερώτησή του να ακουστεί εντελώς ανάρμοστη, σαν να τη ρωτούσε την αγαπημένη της στάση στον έρωτα ή πόσο πολύ λαχταρούσε ένα φιλί. Γιατί έκανε το μυαλό της να κυλιέται στον βούρκο; «Δεν θεωρώ ότι αυτή είναι μια πληροφορία που χρειάζεστε για να κερδίσετε την αδελφή μου». «Μου είπατε, όμως, ήδη πως ο δρόμος για την καρδιά της αδελφής σας περνά πρώτα από εσάς». «Έχει να κάνει με τον τρόπο που της φέρεστε, με τη φροντίδα που της δείχνετε». Είχαν φτάσει στους μικρούς στάβλους στο πίσω μέρος της κατοικίας της. Είχε το θράσος να διώξει τον υπηρέτη που έσπευσε να τη βοηθήσει. Κατέβηκε από το άλογο με μια χαλαρή κίνηση, που έκανε τα ρούχα της να κολλήσουν στο σώμα της μέχρι να της κόψουν την ανάσα. Μεγάλα χέρια, ικανά χέρια. Είχε νιώσει τη δύναμή τους την προηγούμενη μέρα, όταν τη βοήθησε να ανέβει και να κατέβει από την άμαξα. Ευχόταν να μην είχε γοητευτεί τόσο απ’ αυτά, ώστε να μην τα φαντάζεται να χαϊδεύουν το στήθος και τους μηρούς της. Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε στα μάτια. Η καρδιά χτυπούσε στο στήθος της κι αναρωτιόταν αν μπορούσε κι εκείνος να νιώσει τις δονήσεις μέσα από τα γαντοφορεμένα δάχτυλά του. Έσφιξε τις παλάμες της στους μεγάλους, δυνατούς του ώμους. Ήταν λες κι έσφιγγε ατσάλι. Αμφέβαλε αν αυτός ο άντρας είχε πάνω του έστω κι ένα γραμμάριο λίπους. Ήταν λεπτός αλλά γεροδεμένος. Την κατέβασε αργά, τόσο αργά που μπορούσε να μετρήσει τις βλεφαρίδες του, τις πτυχές του μαντιλιού του, τα κουμπιά του γιλέκου του. Μακάρι να μπορούσε να πάψει να κοιτάζει τα γαλάζια μάτια του. «Ελπίζω να πείτε καλά λόγια για εμένα στην αδελφή σας και να μην την αποτρέψετε να βγει μαζί μου». Τα πόδια της τώρα πατούσαν στη γη, το μυαλό της όχι. Δεν είχε βγάλει ακόμα τα χέρια του από τη μέση της. Θα έκανε ένα βήμα πίσω, αλλά ήταν στη μέση το άλογό της. Υπήρχε χώρος, όμως. Για κάποιο ακατανόητο λόγο, δεν ήθελε να τον εκμεταλλευτεί. «Μην ανησυχείτε. Απόψε τουλάχιστον θα χαρείτε τη συντροφιά της». «Δεν ζητώ τίποτα παραπάνω». Τα χέρια του απομακρύνθηκαν. Μπορούσε επιτέλους να ανασάνει. Περίεργο που θεωρούσε ότι ήταν ένα άδικο τίμημα που έπρεπε να πληρώσει για να απαλλαγεί από το άγγιγμά του. «Θα έπρεπε να σας συνοδεύει ένας υπηρέτης στις πρωινές σας βόλτες. Μπορεί να βρεθεί στον δρόμο σας κάποιος αχρείος». Όπως σήμερα το πρωί. Ενστικτωδώς, το χέρι της πήγε στην τσέπη όπου φυλούσε το μικρό της πιστόλι. «Μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου». «Ξέρετε από όπλα;» «Είμαι πολύ καλή. Τα όπλα είναι η οικογενειακή μας επιχείρηση, εξάλλου. Ο πατέρας μου μου έμαθε σκοποβολή όταν ήμουν έξι ετών». «Τότε πρέπει να είμαι ευγνώμων που δεν μου κάνατε μια επίδειξη του ταλέντου σας το πρωί». «Θα έπρεπε, γιατί μου πέρασε από το μυαλό». Χαμογέλασε σαν να απολάμβανε τον διαξιφισμό τους, την πρόκληση. Αυτό την αναστάτωνε, γιατί είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που κάποιος άντρας απολάμβανε τη συντροφιά της – κι εκείνη τη δική του.


Έβγαλε το καπέλο του. «Καλή σας μέρα, λαίδη Λαντσντάουν». Είχα κάνει μόλις τρία βήματα κι έπειτα γύρισε πάλι να την κοιτάξει. «Θα είστε η κηδεμόνας της απόψε;» «Όχι. Θα το αναλάβει η υπηρέτρια της Τζίνα». «Είναι νέα;» «Τι σημασία έχει;» «Με βάση την εμπειρία μου, οι νεαρές υπηρέτριες τρομάζουν μπροστά στους ανωτέρους τους». Ανασήκωσε ελαφρά τον ώμο του κι έπειτα τον χαμήλωσε πάλι. «Ξέρω πολλούς κυρίους που κατάφεραν να ξεγελάσουν πολύ πιο προσεκτικά μάτια». «Συμπεριλαμβανομένου του εαυτού σας, φυσικά». Απλώς χαμογέλασε, ο αχρείος. «Σας διαβεβαιώνω ότι η Άνι ξέρει τα καθήκοντά της και θα το φροντίσει», απάντησε. «Είμαι σίγουρη πως έχετε δίκιο». Τον παρακολούθησε να ανεβαίνει με ευκολία στο άλογό του και να φεύγει μακριά. Δεν ήταν δίκαιο που έδειχνε τόσο υπέροχος ιππεύοντας –και περπατώντας και καθιστός, να πάρει! Έπρεπε να προειδοποιήσει την αδελφή της. Ο άντρας αυτός ήταν πολύ επικίνδυνος. Μπορούσε πολύ εύκολα να κλέψει την καρδιά της Τζίνα κι έπειτα θα έπρεπε να περάσει την υπόλοιπη ζωή της γνωρίζοντας ότι τον επιθυμούν κι άλλες γυναίκες. Πώς μπορούσε οποιαδήποτε γυναίκα να μη θέλει να είναι με έναν τόσο σίγουρο και γοητευτικό άντρα; Η γοητεία ήταν πρόβλημα. Μπορούσε εύκολα να τον φανταστεί να κατευθύνει την Άνι, να την πείθει να μην προσέχει τι κάνει το ζευγάρι – και η Τζίνα, με την αισιόδοξη καρδιά της, θα το έβλεπε σαν μια ευκαιρία να κρυφτούν σε μια γωνιά του θεάτρου για ένα φιλί, ένα φιλί που, αν το ανακάλυπταν, θα μπορούσε να καταστρέψει την υπόληψή της και το μέλλον της. Να πάρει η ευχή! Ήταν πολύ άνετος. Δεν τον εμπιστευόταν. Διέσχισε τον κήπο, μπήκε στο σπίτι, ανέβηκε τις σκάλες. Χτύπησε με τη γροθιά της την πόρτα του δωματίου της Τζίνα. «Εμπρός», είπε η αδελφή της. Η Τίλι άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Η Τζίνα καθόταν στην τουαλέτα της και η υπηρέτριά της της χτένιζε τα μαλλιά. Ναι, η Άνι ήταν πολύ άπειρη για να χειριστεί κάποιον σαν τον Ρέξτον. «Θα έρθω στο θέατρο μαζί σου». Η Τζίνα γούρλωσε τα μάτια και χαμογέλασε πλατιά. «Υπέροχα! Τι σε έκανε να αλλάξεις γνώμη;» «Απλώς αποφάσισα ότι είχες δίκιο. Πρέπει να παρακολουθήσω τον Ρέξτον ώστε να κρίνω αν είναι ο κατάλληλος για εσένα». «Ανακουφίστηκα πολύ. Η Άνι δεν είχε ποτέ επαφές με άντρες. Γνωρίζει ελάχιστα πράγματα για τους τρόπους τους». Ενώ η Τίλι ήξερε πάρα πολλά.

∞ Ο Ρέξτον ήξερε πως ήταν ένας αχρείος, ένα κάθαρμα που προσπάθησε να αναγκάσει τη λαίδη Λαντσντάουν να τους συνοδεύσει στο θέατρο το απόγευμα. Δεν ήξερε για ποιο λόγο την ήθελε εκεί. Η παρουσία της δεν εξυπηρετούσε τον σκοπό του. Έπρεπε να επικεντρωθεί στο κορίτσι, όχι


στη γυναίκα. Οι τύψεις που ένιωθε χρησιμοποιώντας την Τζίνα για τα σχέδιά του τον έκαναν να σταματήσει στο κατάστημα με τα ζαχαρωτά, όπου αγόρασε μια ντουζίνα σοκολάτες γεμιστές με φράουλα για να της παραδοθούν αργότερα το ίδιο πρωί. Παρότι δεν ήθελε να φλερτάρει σοβαρά τη νεαρή γυναίκα, δεν είχε καμιά δουλειά να ακολουθεί την αδελφή της στο πάρκο. Αν τους έβλεπαν μαζί, η εξέλιξη δεν θα ήταν καλή για κανέναν τους. Η φήμη της θα κηλιδωνόταν ακόμα περισσότερο, γιατί κανείς δεν θα θεωρούσε αθώα τη συνάντησή τους. Η εμπλοκή του με την αδελφή της γυναίκας που υποτίθεται ότι φλέρταρε θα έθετε υπό αμφισβήτηση την αξία της Τζίνα ως πιθανής συζύγου. Ήξερε αρκετά καλά τον θείο ώστε να γνωρίζει ότι δεν ήταν ανόητος. Έπρεπε να ακολουθήσει πιστά τη συμφωνία τους. Ο Χάμερσλι δεν θα έδινε τον επιβήτορα αν η Τζίνα δεν έβρισκε έναν κατάλληλο σύζυγο. Ίσως θα έπρεπε να ορίσει ποιος θα ήταν ένας κατάλληλος σύζυγος. Το πρόβλημα ήταν πως συμπαθούσε αρκετά το κορίτσι και δεν ήθελε να της φορτώσει κάποιον που δεν θα την εκτιμούσε, που θα ενδιαφερόταν περισσότερο για τα χρήματά της παρά για την ίδια. Αναθεμάτισε τη λαίδη Λαντσντάουν που τον έκανε να ενδιαφερθεί και έκανε τη δουλειά του πολύ πιο δύσκολη απ’ όσο χρειαζόταν. Αφού παρήγγειλε τις σοκολάτες, οδήγησε το άλογό του σε ένα λιγότερο πολυσύχναστο μέρος της πόλης. Κατέβηκε, ανέβηκε τα σκαλιά και χτύπησε την πόρτα ενός ταπεινού σπιτιού. Του άνοιξε ένας άντρας πέντε εκατοστά πιο ψηλός και λίγο πιο παχύς. Τα θολωμένα του μάτια έδειξαν στον Ρέξτον ότι τον είχε ξυπνήσει. «Τι στον διάβολο κάνεις εδώ;» ρώτησε ο Τζέιμι Σουίντλερ. «Έχω λίγη παραπάνω ενέργεια απ’ όσο πρέπει. Θα με βοηθήσεις να την εκτονώσω;» Ο Τζέιμι πέρασε τα χέρια του από τα πυκνά, σκούρα μαλλιά του. «Ξενύχτησα στο Γουαϊτσάπελ. Χρειάζομαι ύπνο». «Έλα τώρα, αστυνόμε. Πρέπει να προπονείσαι στην πάλη. Δεν μπορεί να επιτρέψεις να σε κερδίζουν οι παράνομοι». «Μάλλον έχεις δίκιο. Άσε με τουλάχιστον να πιω λίγο καφέ πρώτα». Ο Τζέιμι ήταν πάντα πρόθυμος όταν επρόκειτο για μερικές καλές γροθιές. Μισή ώρα αργότερα, ήταν στον κήπο πίσω από το σπίτι, χωρίς πουκάμισα, με τα γάντια της πυγμαχίας στα χέρια. Όταν ο Ρέξτον ήθελε να μάθει να παλεύει για να αντιμετωπίσει τους νταήδες του σχολείου, ο φίλος του είχε παίξει τον ρόλο του συμπαίκτη, ενώ ο πατέρας του Τζέιμι, ο Τζέιμς Σουίντλερ ο πρεσβύτερος, του είχε παραδώσει μαθήματα. Ο Ρέξτον τον χτύπησε. Ο Τζέιμι έγειρε στ’ αριστερά, του έριξε μια γροθιά στον ώμο και ο Ρέξτον πήδησε πιο πέρα. «Πώς τη λένε;» ρώτησε ο Τζέιμι καθώς έκανε κύκλους γύρω του. «Ποιαν;» Άλλο ένα χτύπημα και πάλι άστοχο. «Τη γυναίκα που δεν μπορείς να έχεις». Το χτύπημα στον κορμό του παραλίγο να τον κάνει να πέσει στα γόνατα. Η δήλωση αυτή τον είχε ξαφνιάσει για μια στιγμή και ο Τζέιμι το εκμεταλλεύτηκε. Δεν τον κατηγορούσε, όμως. Το ίδιο θα έκανε κι εκείνος. Ίσιωσε το κορμί του. «Γιατί θεωρείς ότι είναι πρόβλημα;» «Γιατί συνήθως εκτονώνεις την ενέργειά σου με κάποιο πρόθυμο θηλυκό. Βάζω στοίχημα, μάλιστα, πως την είδες σήμερα το πρωί. Είσαι πολύ καλοντυμένος για πρωινή ιππασία. Το καλό σου άλογο είναι δεμένο μπροστά. Τα νύχια σου είναι φρεσκοπεριποιημένα». «Όλα αυτά σημαίνουν πως είμαι ένας κύριος».


Ο φίλος του ανασήκωσε το φρύδι, εκνευρίζοντας τον Ρέξτον. «Και μυρίζεις λεβάντα και ορχιδέα. Είτε της πήρες λουλούδια είτε ήσουν τόσο κοντά της που κόλλησε πάνω σου το άρωμά της». «Είσαι πολύ ενοχλητικός, το ξέρεις;» Χτύπησε. Ο Τζέιμι το απέφυγε. Και τότε ο παλιός του φίλος είχε το θράσος να γελάσει. «Άρα έχω δίκιο;» «Αδικείσαι ως αστυνομικός. Θα έπρεπε να είσαι επιθεωρητής της Σκότλαντ Γιαρντ». «Θα ανέβω σιγά σιγά». «Ο πατέρας μου θα μπορούσε να πει δυο λόγια για εσένα». «Θέλω να τα καταφέρω μόνος μου». «Το θαυμάζω αυτό». Η γροθιά του χτύπησε στα πλευρά του Τζέιμι, στέλνοντάς τον δυο βήματα πίσω. «Με ξάφνιασες με το κομπλιμέντο», σχολίασε ο Τζέιμι. «Μίλησέ μου για εκείνη, λοιπόν. Γιατί δεν υποκύπτει στη γοητεία σου;» «Δεν την έχω στρέψει προς το μέρος της. Δεν ταιριάζουμε. Είναι μια γυναίκα που έχει προκαλέσει πολλά σκάνδαλα». «Δεν αρμόζει σε έναν μελλοντικό δούκα». «Δεν είναι μόνο αυτό. Το σκάνδαλο μπορεί να επηρεάσει και τους αθώους». Έριξε ένα χτύπημα στον ώμο του Τζέιμι κι έκανε στο πλάι όταν εκείνος ανταπέδωσε. «Δεν θέλω τα παιδιά μου να χρειαστεί να μάθουν να παλεύουν». «Και καλά κάνεις. Μπορεί να είναι τόσο χάλια όσο εσύ». Του χαμογέλασε. Δεν είχε τις ικανότητες του Τζέιμι, αλλά δεν περνούσε τα βράδια του κυνηγώντας καθάρματα. «Κάνε με, λοιπόν, να σταματήσω να τη σκέφτομαι». Ο Τζέιμι δέχτηκε με χαρά την πρόκληση.


Κεφάλαιο 4 Καθισμένη στην τουαλέτα της, κοιτάζοντας την αντανάκλασή της στον καθρέφτη, η Τίλι δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη από τον εαυτό της, από το πόσο ανυπομονούσε για την επίσκεψή τους στο θέατρο. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε να παρακολουθήσει κάποια παράσταση. Μια και είχε τον ρόλο της κηδεμόνα, είχε σκεφτεί να ντυθεί σεμνά, αλλά κέρδισε τελικά η ματαιοδοξία της. Θα ήταν η πρώτη της εμφάνιση σε ένα δημόσιο βραδινό γεγονός και σκόπευε να κάνει εντύπωση, να έχει το κεφάλι ψηλά και να αντεπεξέλθει σε ό,τι προέκυπτε. Το χτύπημα στην πόρτα έκανε την καρδιά της να χτυπήσει, γιατί ήξερε τι προμήνυε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, μάζεψε το δαντελένιο σάλι της και σηκώθηκε. Έριξε μια τελευταία ματιά στο είδωλό της για να βεβαιωθεί ότι ήταν όσο πιο μαζεμένη μπορούσε και βγήκε έξω. Η Άνι στεκόταν στον διάδρομο. «Η δεσποινίς Τζίνα μού ζήτησε να σας ειδοποιήσω ότι έφτασε ο λόρδος. Είναι ήδη κάτω για να τον υποδεχτεί». Φυσικά και ήταν ήδη κάτω. Η Τζίνα δεν είχε καθόλου υπομονή, πράγμα που σήμαινε ότι μπορεί πολύ σύντομα να τον ερωτευόταν. Η ζωή δεν την είχε ωριμάσει ακόμα και η Τίλι φοβόταν ότι στο μέλλον η αδελφή της θα πληγωνόταν πολύ. Έχοντας ήδη κατέβει έξι σκαλοπάτια, παραλίγο να πέσει βλέποντας τον Ρέξτον όρθιο στον διάδρομο με τα καλά του, χαμογελώντας πλατιά στην αδελφή της σαν να είχαν μόλις μοιραστεί ένα πολύ προσωπικό αστείο. Ήταν αφόρητα γοητευτικός με το βραδινό του κοστούμι, το μαύρο σακάκι και το γιλέκο του, το λευκό και άψογα δεμένο μαντίλι στον λαιμό του και το ψηλό καπέλο του στο χέρι. Πώς μπορούσε να μην τον ερωτευτεί η Τζίνα ενώ είχε την ικανότητα να ξυπνήσει πράγματα μέσα της που νόμιζε πως είχαν πεθάνει εδώ και τόσο καιρό; Την έκανε να εύχεται πως περίμενε εκείνη, πως δεν είχε προκαλέσει κανένα σκάνδαλο και ούτε ήταν κηδεμόνας της αδελφής της και πως δεν είχε κάνει επιλογές σε νεαρή ηλικία που τώρα την οδηγούσαν στις σκοτεινές γωνιές που προορίζονταν για τους παρίες. Δεν αμφέβαλε καθόλου πως θα δεχόταν πολλά χτυπήματα απόψε και ήλπιζε μόνο ότι η θέα της Τζίνα στο πλάι του μαρκήσιου θα εξουδετέρωνε αποτελεσματικά τη ζημιά που μπορεί να προκαλούσε η Τίλι. Κι έπειτα το βλέμμα του έπεσε πάνω της σαν μια φυσική παρουσία, ένα καυτό χάδι που ταξίδεψε στα μάγουλά της, στον λαιμό της, στους γυμνούς τους ώμους. Ποτέ δεν είχε ξανανιώσει τέτοια δύναμη και ήταν ευγνώμων για τα βήματα που τους χώριζαν. Αν ήταν πιο κοντά του, θα έπαιρνε φωτιά. Καθώς συνήλθε κι άρχισε να κατεβαίνει πάλι τα σκαλιά, το βλέμμα του δεν έφυγε από πάνω της. Την παρακολουθούσε και έμεινε με την εντύπωση ότι σκεφτόταν να ανέβει τη σκάλα, να την πάρει στην αγκαλιά του και να τη ρίξει στο κρεβάτι. Ή μπορεί αυτό το σενάριο να ήταν απλώς η δική της άγρια, χαώδης επιθυμία. Τι στο καλό είχε πάθει και έκανε τόσο ανεπιθύμητες και ανάρμοστες σκέψεις; Ο άντρας αυτός ενδιαφερόταν για την αδελφή της. Ήταν ασύλληπτο που ένιωθε να τη γοητεύει τόσο άθελά της. Ίσως θα έπρεπε να προσποιηθεί ότι έχει ημικρανία και να ζητήσει από την Άνι να συνοδεύσει την αδελφή της. Εκείνο το πρωί, ωστόσο, αυτός ο αχρείος την είχε κάνει να αμφιβάλλει για την ικανότητα της υπηρέτριας να τον συγκρατήσει. Δεν θα έθετε σε κίνδυνο την τιμή της αδελφής της. Η προσοχή της δεν θα εξασθενούσε καθόλου. Θα φρόντιζε να παραμείνει αψεγάδιαστη η υπόληψη της


Τζίνα. «Τίλι, τι όμορφη που είσαι!» είπε η Τζίνα με τέτοιο ενθουσιασμό, που η Τίλι μετάνιωσε για κάθε αισθησιακή σκέψη που είχε κάνει κατεβαίνοντας τις σκάλες. «Έτσι δεν είναι, λόρδε;» «Πράγματι». Δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της, αν κι εκείνη ευχόταν να το είχε κάνει. «Κοίτα, Τίλι. Ο λόρδος μού έφερε ένα λουλούδι για το χέρι μου. Δεν είναι υπέροχο; Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο». Η Τζίνα είχε τεντώσει το χέρι της. Είχε στερεώσει στον καρπό της μια ορχιδέα με μια μαύρη, βελούδινη κορδέλα. Συγκινημένη από αυτή τη μικρή ευγενική χειρονομία, χαμογέλασε στην αδελφή της. «Είναι μια πολύ ασυνήθιστη και ευγενική κίνηση εκ μέρους του λόρδου». «Νόμιζα πως θα μας συνόδευε η υπηρέτρια. Διαφορετικά θα είχα φέρει και για εσάς ένα», είπε. Σήκωσε το πιγούνι της περήφανα, τον κοίταξε στα μάτια κι ένιωσε την ανάγκη να τον προκαλέσει, λόγω του τρόπου που είχε κάνει το σώμα της να φλέγεται όσο κατέβαινε τη σκάλα. «Φαίνεται πως η Άνι υποφέρει από ακόμα μία ημικρανία». Δεν θα παραδεχόταν ότι της είχε σπείρει αμφιβολίες για την ικανότητα της Άνι να προστατεύσει την Τζίνα από μια πιθανή πονηρή επίθεσή του. «Εξάλλου, κανείς δεν φέρνει δώρα στους κηδεμόνες». «Δεν μοιάζετε καθόλου με κηδεμόνα πάντως». «Πιστέψτε με, λόρδε, θα είμαι συνεχώς σε εγρήγορση και δεν θα επιτρέψω να γίνει τίποτα υπό την επίβλεψή μου». «Δεν θα περίμενα κάτι λιγότερο». Τα λόγια του δεν ανταποκρίνονταν στην πρόκληση που έβλεπες στα μάτια του, καθώς σκεφτόταν να τη δοκιμάσει. Σίγουρα το μυαλό της είχε υπερβάλει. Δεν είχε κάνει καμία κακόβουλη κίνηση, στεκόταν εκεί σαν άψογος τζέντλεμαν. Υπερβολικά άψογος. «Πρέπει να πηγαίνουμε, έτσι δεν είναι;» ρώτησε χαρούμενα η Τζίνα. «Ναι, φυσικά», απάντησε η Τίλι, ευγνώμων που κάτι είχε λύσει τα μάγια που της είχε κάνει. Ο Ρέξτον είχε έναν τρόπο να την παρασύρει σε μια δίνη από αντικρουόμενα συναισθήματα. Αν έκανε το ίδιο και στην Τζίνα, τότε η αδελφή της το αντιμετώπιζε πολύ καλύτερα, μιας και μετά βίας αναγνώριζε ότι ο άντρας εκείνος ανέδιδε αισθησιασμό στο δωμάτιο με κάθε του ανάσα. Ο Ρέξτον πρόσφερε στην Τζίνα το μπράτσο του και τη συνόδευσε στην πόρτα. Ο μπάτλερ άνοιξε, ο Ρέξτον έκανε στο πλάι κι ένευσε στην Τίλι να περάσει πρώτη. «Ο κηδεμόνας ακολουθεί», είπε. «Όχι όταν είναι κυρία». Ο τόνος του έδειχνε ότι είχε προσβληθεί. Ήθελε να μαλώσει μαζί του. Δεν ήθελε να την υπερασπίζεται, αλλά ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό όταν συνειδητοποίησε πως ήταν ο πρώτος, μετά την Τζίνα, που το έκανε, που της έδειχνε λίγο σεβασμό μετά από εκείνη τη νύχτα που την είχαν πιάσει «σχεδόν να σέρνεται πάνω στον υπηρέτη». Ο πατέρας της ήταν τόσο έξαλλος μαζί της, που της μιλούσε σπάνια αφού διάβασε τις στήλες των κουτσομπολιών. Δεν ρώτησε ποτέ γιατί έκανε ό,τι έκανε, γιατί προτίμησε να απομονωθεί κοινωνικά και να γελοιοποιηθεί παρά να μείνει παντρεμένη. Το διαζύγιο ήταν για τους αδύναμους. Μια αξιοπρεπής γυναίκα δεν θα ανεχόταν τη συζυγική απιστία και θα μεταφερόταν απλώς σε μια άλλη πτέρυγα της οικίας της, θα εξακολουθούσε να υπάρχει σεβασμός ανάμεσα στο ζευγάρι, αλλά ο καθένας θα έπαιρνε τον δικό του δρόμο. Ο θείος της είχε ακολουθήσει τον αδελφό του και δεν είχε κρύψει την αντίθεσή του. Τώρα, δεν μπορούσε να κάνει πολλά πέρα από το να περάσει το κατώφλι και να χαθεί στη νύχτα, μισώντας τον εαυτό της που ευχόταν να ήταν εκείνη ακουμπισμένη στο μπράτσο του μαρκήσιου αντί για την αδελφή της.


∞ Δεν θα ένιωθε ενοχές που είχε τσιμπήσει το δόλωμα, γιατί χαιρόταν που ήταν εκεί. Ήταν πανέμορφη. Καθώς προχωρούσαν αργά στο θέατρο, ακολουθώντας το πλήθος στις σκάλες, ο Ρέξτον κατάλαβε πολύ καλά γιατί την ήθελε για γυναίκα του ο Λαντσντάουν. Υποψιαζόταν πως δεν είχε τόση σχέση με την προίκα που συνεπαγόταν η συμφωνία, παρότι ο κόμης ήθελε απεγνωσμένα χρήματα. Ήταν η βασιλική της κορμοστασιά, η χάρη με την οποία κινιόταν, ο τρόπος που διατηρούσε την περηφάνια της ακόμα κι όταν οι άλλοι απομακρύνονταν από κοντά της. Ήταν πολύ ενδιαφέρον να παρακολουθεί όσους ήταν γύρω τους να προσπαθούν να την πληγώσουν χωρίς να προσβάλουν εκείνον, που στεκόταν τόσο κοντά της. Σχεδόν ευχόταν να κρατούσε εκείνη αγκαζέ, για να δείξει ξεκάθαρα ότι ήταν υπό την προστασία του. Ευχόταν να είχε κανονίσει να τους πλησιάσουν κάποιοι στενοί του φίλοι, να συζητήσουν μαζί της. Δεν του άρεσε που την αντιμετώπιζαν ως παρία. «Πιάστε το μπράτσο μου», διέταξε χαμηλόφωνα τη λαίδη Λαντσντάουν. Η Τζίνα ήταν ήδη στα δεξιά του και κοίταζε γύρω της ενθουσιασμένη σαν να μην είχε ξαναπάει ποτέ στο θέατρο. Ίσως και να μην είχε πάει. Το ενδιαφέρον της για τον χώρο, ωστόσο, την εμπόδισε να αντιληφθεί τα επικριτικά βλέμματα που έριχναν στην αδελφή της. Τα υπέροχα φρύδια της λαίδης Λαντσντάουν έσμιξαν. Έστρεψε πάνω του την προσοχή της, εμφανώς σαστισμένη από το αίτημά του. «Οι σκάλες μπορεί να είναι επικίνδυνες με τόσο κόσμο», της είπε. «Ακόμα και για έναν κηδεμόνα». Κούνησε ελαφρά το κεφάλι συμφωνώντας και πέρασε το χέρι της στο μπράτσο του. Η ευγνωμοσύνη στο βλέμμα της δεν πέρασε απαρατήρητη. Το ίδιο και ένα ελαφρό ρίγος που τη διαπέρασε. Να πάρει! Ήταν πολύ θαρραλέα. Ήταν εκεί για να προστατεύσει την αδελφή της από τα παραπτώματα που είχε υπονοήσει εκείνος το πρωί, αλλά και πάλι, να θέσει σε τέτοια δοκιμασία τον εαυτό της – αυτό δεν έδειχνε μονάχα αφοσίωση, αλλά και αγάπη. Γιατί δεν είχε αυτά τα αισθήματα και στον γάμο της με τον Λαντσντάουν; Και γιατί τον γοήτευε πολύ περισσότερο η κόμισσα από την αδελφή της; Γιατί ένιωθε έλξη για τους γυμνούς της ώμους, γιατί ήθελε να ταξιδέψει το στόμα του πάνω τους, να νιώσει τη μεταξένια υφή τους, να τους γευτεί; Οι ώμοι της Τζίνα ήταν κι αυτοί γυμνοί, αλλά δεν τον ενδιέφεραν καθόλου. Μήπως γιατί δεν έψαχνε πραγματικά μια σύζυγο; Είχε επιθυμήσει κι άλλες γυναίκες, τις οποίες δεν είχε καμιά διάθεση να παντρευτεί. Και οι δύο αυτές γυναίκες ήταν απαγορευμένες. Η Τζίνα λόγω της αθωότητάς της. Η κόμισσα λόγω της κακής της φήμης. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή ήξερε πως, αν μπορούσε να έχει μόνο μία στο θεωρείο του, θα επέλεγε την κόμισσα αδιαφορώντας παντελώς για τη φήμη της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί να θέλει ξανά τόσο πολύ μια γυναίκα, κι όμως, δεν μπορούσε να εντοπίσει για ποιο λόγο ακριβώς του άρεσε. Ήταν προφανές πως ούτε της άρεσε ούτε τον εμπιστευόταν. Όταν, όμως, την είδε στις σκάλες, για μια στιγμή τού πέρασε από το μυαλό να τρέξει και να την πάρει στην αγκαλιά του. Μόλις έφτασαν στο θεωρείο του, τράβηξε την κουρτίνα και τις συνόδευσε μέσα. Βοήθησε την Τζίνα να καθίσει και γύρισε για να βοηθήσει τη λαίδη Λαντσντάουν – μόνο που τη βρήκε να κάθεται ήδη σε μια καρέκλα στην πίσω σειρά. «Ελάτε να καθίσετε πλάι στην αδελφή σας».


«Είμαι η κηδεμόνας. Εδώ είναι ό,τι πρέπει». Σκέφτηκε πως ίσως προτιμούσε το σκοτάδι από την πρώτη σειρά του θεωρείου, όπου θα μπορούσαν να τη δουν όλοι. «Οι κυρίες κάθονται μπροστά, οι κύριοι πίσω», είπε κοφτά. «Και αν ήμουν η υπηρέτρια;» «Δεν είστε η υπηρέτρια». «Είμαι μια χαρά σε αυτή τη θέση». «Είμαι σίγουρος ότι η αδελφή σας θα απολαύσει περισσότερο την παράσταση, αν κάθεστε δίπλα της». Έγειρε το κεφάλι, σαν σκύλος που προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει την εντολή του αφεντικού του. «Γιατί δεν θα την απολαύσει αν κάθεστε εσείς στο πλάι της;» «Γιατί απεχθάνομαι το θέατρο». Έκανε πίσω το κεφάλι, σαν να είχε εκπλαγεί από τα λόγια του. «Τότε γιατί τη φέρατε;» «Γιατί αυτό κάνει ένας κύριος». «Τις δίνετε ψεύτικες ελπίδες σχετικά με το πώς θα της φέρεστε». Ο τόνος της ήταν σκληρός και θυμωμένος, κάνοντάς τον να αναρωτηθεί τι ψεύτικες ελπίδες τής είχε δώσει ο Λαντσντάουν. «Γιατί;» «Θα τη φέρνετε στο θέατρο όσο τη φλερτάρετε, αλλά όχι όταν την παντρευτείτε». Το είχε κάνει, άραγε, αυτό ο Λαντσντάουν; Της είχε φερθεί κάπως πριν από τον γάμο και διαφορετικά μετά; «Έχω ένα θεωρείο, για το οποίο πληρώνω αδρά, και είναι πάντα διαθέσιμο. Φυσικά και θα τη φέρνω στο θέατρο και μετά τον γάμο, αν είναι κάτι που θέλει». Παραλίγο να βάλει τις φωνές από τα νεύρα του. Γιατί το είχε πει αυτό; Δεν θα την έφερνε στο θέατρο μετά τον γάμο, γιατί θα παντρευόταν κάποιον άλλο. Δόξα τω Θεώ, η Τζίνα δεν έμοιαζε να τον έχει ακούσει. Ήταν σκυμμένη προς τα κάτω και παρακολουθούσε τον κόσμο. Την ενδιέφερε πιο πολύ να δει ποιον απ’ όλους αναγνώριζε παρά η γελοία συζήτηση που είχε εκείνος με την αδελφή της. Η λαίδη Λαντσντάουν μισόκλεισε τα μάτια, δίνοντάς του την εντύπωση ότι δεν τον θεωρούσε κάτι παραπάνω από ένα σκαθάρι. «Είναι εύκολο να υπόσχεσαι πριν από τον γάμο». Η φωνή της ήταν ένας σκληρός ψίθυρος. Αν μπορούσε θα τον μαστίγωνε. Τον έκρινε, χωρίς να ξέρει τίποτα γι’ αυτόν, χωρίς να ξέρει πόσο σκληρά πάλεψε για να είναι σωστός και καθωσπρέπει. Ήταν πολύ ενοχλητικό να σκέφτεται ότι μπορεί να τον έκρινε με βάση τον Λαντσντάουν. «Δεν συνηθίζω να παρουσιάζω έναν εαυτό διαφορετικό από τον πραγματικό μου. Ούτε να παίρνω πίσω τον λόγο μου». Έσκυψε μέχρι το πρόσωπό του να βρεθεί απέναντι από το δικό της, απολαμβάνοντας την έκπληξή της. «Ούτε κάθομαι στην μπροστινή σειρά, ενώ μια κυρία κάθεται πίσω μου. Μπορείτε, είτε να καθίσετε πλάι μου πίσω ή να καθίσετε μπροστά με την αδελφή σας. Μην ανησυχείτε, όμως, κυρία μου, το πείσμα σας δεν θα με κάνει να παρεκτραπώ». Τον κοίταξε σαν να υπολόγιζε τι θα κέρδιζε αν τον έφτυνε στο πρόσωπο. Τελικά σηκώθηκε απότομα και το στήθος της παραλίγο να τον χτυπήσει στο πρόσωπο, πριν προλάβει να κάνει πίσω. «Σας ευχαριστώ για την ευγένεια». Αν και δεν ακουγόταν καθόλου ευγνώμων. Μάλλον ακουγόταν πολύ ενοχλημένη. Δεν ήξερε για ποιο λόγο τον ικανοποιούσε αυτό. Ίσως ο θυμός της να μείωνε τον πόθο που ένιωθε για


εκείνη, μια και σπάνια ερχόταν αντιμέτωπος με την οργή μιας γυναίκας και δεν είχε ιδιαίτερη διάθεση να το κάνει τώρα. Όταν πια τακτοποιήθηκαν, και εκείνος καθόταν πίσω της, συνειδητοποίησε πως η οργή της δεν μείωνε τίποτα. Δεν μπορούσε καν να παραδεχτεί ότι κάπως τον απομάκρυνε. Αντιθέτως, τον εντυπωσίαζε αυτή η φλόγα και υποψιαζόταν πως την ίδια θέρμη είχε και στο κρεβάτι της. Κοίταξε τον μακρύ λαιμό της, φαντάστηκε να περνά τα χείλη του από κάθε χιλιοστό εκτεθειμένης σάρκας, από τον αυχένα, από τους ώμους. Να ξεκουμπώνει το φόρεμά της μέχρι να φτάσει τα λακκάκια πάνω από τα οπίσθιά της. Να είχε άραγε λακκάκια; Υπέθετε πως είχε. Η σκέψη τον έκανε να σκληρύνει τόσο, που παραλίγο να βάλει τις φωνές. Ξαφνικά άνοιξε η κουρτίνα και ακούστηκαν βήματα. Ο αδελφός του μπήκε απότομα στο θεωρείο και έπειτα σταμάτησε. Ο Ρέξτον σηκώθηκε όρθιος, ελπίζοντας να μη γυρίσουν οι κυρίες. Φυσικά και γύρισαν, αλλά μάλλον τους ενδιέφερε υπερβολικά ο εισβολέας για να προσέξουν το εμφανές εξόγκωμα στο παντελόνι του. «Χρησιμοποιείς το θεωρείο σου!» αναφώνησε ο Άντριου με το ύφος κάποιου που είδε φάντασμα. Ο Ρέξτον είχε πει την αλήθεια. Δεν του άρεσε το θέατρο, αλλά οι περισσότερες κυρίες περίμεναν από έναν κύριο να έχει ένα θεωρείο διαθέσιμο σε περίπτωση που έπρεπε να τις εντυπωσιάσει. Ο αδελφός του το χρησιμοποιούσε συχνά, συνήθως συνοδεύοντας κάποια κυρία, αλλά αυτό το απόγευμα ήταν μόνος. «Ναι, είναι δικό μου θεωρείο, εξάλλου». Ο Άντριου, όμως, έμοιαζε να μην τον έχει ακούσει. «Και, απ’ ό,τι βλέπω, έχεις σχεδιάσει λίγη διπλή διασκέδαση για αργότερα». «Πρόσεξε πώς μιλάς, Άντριου. Είναι δύο κυρίες». «Ναι, φυσικά. Με συγχωρείτε. Δεν είχα καταλάβει…» Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη του ο αδελφός του, αποκαλύπτοντας ότι ο Ρέξτον δεν έψαχνε για σύζυγο, τον διέκοψε. «Λαίδη Λαντσντάουν, δεσποινίς Χάμερσλι, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τον μικρό μου αδελφό, τον λόρδο Άντριου Μάμπρι». Ο Άντριου πήρε το χέρι της κόμισσας, έσκυψε γεμάτος ευγένεια και το φίλησε. «Η ομορφιά σας υπερβαίνει κάθε προσδοκία. Χαίρω πολύ». Όταν η λαίδη Λαντσντάουν χαμογέλασε στον Άντριου, ο Ρέξτον συγκρατήθηκε με κόπο και τελικά κατάφερε να μην πετάξει τον αδελφό του από το θεωρείο. «Χαίρω πολύ, λόρδε». Την προσπέρασε και έδωσε την ίδια ακριβώς προσοχή στην Τζίνα. «Τιμή μου». «Και δική μου, λόρδε». «Για την ομορφιά σας γράφουν σίγουρα οι ποιητές». Ο Ρέξτον αναστέναξε, ενώ την ίδια ώρα η λαίδη Λαντσντάουν χαμογέλασε, διασκεδάζοντας με τις φριχτές ικανότητες του αδελφού του στο φλερτ. Αναρωτήθηκε γιατί ήταν τόσο επιφυλακτική απέναντι στις δικές του ικανότητες, γιατί τις αντιμετώπιζε με τόση καχυποψία – ίσως γιατί μπορούσε να δει την αλήθεια, ίσως να ήξερε ότι δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για την αδελφή της, ενώ η προσοχή του αδελφού του ήταν απλώς η έκφραση μιας ακίνδυνης κολακείας. Τα φώτα άρχισαν να χαμηλώνουν, η αυλαία άνοιξε και μόνο τότε άφησε ο Άντριου το χέρι της Τζίνα. Κοίταξε τον Ρέξτον. «Σας πειράζει να μείνω μαζί σας;» «Όχι βέβαια». Ανάγκασε, όμως, τον αδελφό του να καθίσει δίπλα του, πίσω από την Τζίνα, μια


και ο Ρέξτον δεν είχε καμία πρόθεση να χάσει το θέαμα της λαίδης Λαντσντάουν. «Η διαβόητη κληρονόμος», ψιθύρισε ο Άντριου. «Τι στον διάβολο θέλεις μαζί της;» Ο Ρέξτον είχε αρχίσει να απεχθάνεται αυτόν τον χαρακτηρισμό. Δεν είχε δει την κόμισσα να συμπεριφέρεται με απρέπεια, αν και θα το ήθελε. Αυτό που είχε στον νου του, όμως, συμπεριλάμβανε και τους δυο τους γυμνούς, να κυλιούνται στα σατέν σεντόνια, με τα πόδια τους μπλεγμένα και το στόμα του να κινείται πονηρά ανάμεσα στους μηρούς της, ενώ το δικό της έκανε εξίσου προκλητικά πράγματα ανάμεσα στους δικούς του. «Συνοδεύω τη δεσποινίδα Χάμερσλι. Η κόμισσα είναι απλώς η κηδεμόνας της». «Το κορίτσι δεν ανταποκρίνεται στο συνηθισμένο σου “εμπόρευμα”». Απλώς του έριξε ένα άγριο βλέμμα. Μπορεί να μιλούσαν χαμηλόφωνα, αλλά υποψιαζόταν πως η λαίδη Λαντσντάουν διέθετε εντυπωσιακή ακοή. Η Τζίνα ήταν εμφανώς απορροφημένη από την παράσταση. Το θεωρούσε μάλλον απίθανο να μπορεί να επαναλάβει έστω και μία από τις φράσεις που είχαν πει. Ο Άντριου ανασήκωσε τους ώμους και κοίταξε μπροστά, διακόπτοντας την ανάκριση. Ο Ρέξτον έσκυψε προς το μέρος του. «Για να είσαι μόνος, υποθέτω πως έχεις μπλέξει με ηθοποιό». «Δεν είμαι σίγουρος αν θα μπορούσα να την πω ηθοποιό, αλλά σίγουρα στέκεται πολύ καλά στη σκηνή». Ο Άντριου δεν υπήρξε ποτέ διακριτικός με τις σχέσεις του, σε αντίθεση με τον Ρέξτον. Κάποια μέρα, ο Ρέξτον θα αναγκαζόταν να βρει μια σύζυγο για να δώσει στην οικογένεια έναν διάδοχο. Ο Άντριου ισχυριζόταν πως θα έμενε εργένης μέχρι την τελευταία του ανάσα. Ο Ρέξτον κοίταξε τους ηθοποιούς. Ήξερε πως ο αδελφός του είχε μια προτίμηση στις πιο πληθωρικές γυναίκες. «Η ξανθιά;» «Η κοκκινομάλλα». Τα στήθη της σχεδόν ξεχείλιζαν από τον κορσέ του κοστουμιού της. Του αδελφού του του άρεσαν οι γυναίκες που ήθελαν να τραβούν την προσοχή. Αναρωτιόταν αν η λαίδη Λαντσντάουν ανήκε κάποτε σε αυτή την κατηγορία. Από το διαζύγιό της κι έπειτα, ωστόσο, ζούσε απομονωμένη, αποφεύγοντας την κοινωνία. Φυσικά, αυτό δεν σήμαινε πως απέφευγε και τα σκανδαλώδη σημεία του Λονδίνου. Ίσως, μάλιστα, εκεί να άνθιζε. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε περιέργεια για το πώς περνούσε τον ελεύθερο χρόνο της. Είχε εραστή; Ήταν νέα και προφανώς είχε ανάγκες που δεν μπορούσε να καλύψει ο σύζυγός της. Μήπως είχε ακόμα σχέσεις με τον μπάτλερ; Δεν είχε προσέξει κάποιο φλογερό βλέμμα, κάποιο τυχαίο άγγιγμα ή την επιθυμία να μείνουν μόνοι. Είτε ο μπάτλερ ήταν πολύ πειθαρχημένος είτε η σχέση τους είχε λήξει πριν από πολύ καιρό. Θα έβαζε στοίχημα πως ίσχυε το δεύτερο, γιατί και ο ίδιος ήταν εξαιρετικά πειθαρχημένος, αλλά δεν είχε πάρει ακόμα τα μάτια του από τον μαγευτικό λαιμό της και την υπέροχη καμπύλη όπου ενωνόταν με τον ώμο της. Τον αναστάτωνε το πόσο πολύ ήθελε να ακουμπήσει εκεί το στόμα του. Στο μέλλον, δεν θα την ανάγκαζε να τους συνοδεύσει ξανά ως κηδεμόνας. Διαφορετικά θα τρελαινόταν από επιθυμία.


Η Τίλι προσπάθησε να αφοσιωθεί στο έργο, αλλά αντιλαμβανόταν απόλυτα την παρουσία του Ρέξτον πίσω της. Γιατί δεν είχε καθίσει πίσω από την Τζίνα, διάβολε; Ή, ακόμα καλύτερα, δίπλα της. Έτσι η Τίλι θα μπορούσε να τον παρατηρεί, αντί να είναι εκείνη ο στόχος. Γιατί ήταν σίγουρη πως την παρατηρούσε. Τα νεύρα της ήταν μουδιασμένα, σαν να περνούσε τα άψογα, κατάλευκα δόντια του από πάνω τους. Πώς ένας άντρας με τόσο ανοιχτό δέρμα να προκαλούσε τόσο σκοτεινές σκέψεις; Μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της μαζί του, στο πίσω μέρος του θεωρείου, στις σκιές, με το στόμα του να περνάει από τον λαιμό της, να κατεβαίνει πιο χαμηλά κι έπειτα να χώνει τη γλώσσα του στη στενή κοιλάδα ανάμεσα στα στήθη της. Οι θηλές της σφίχτηκαν ελαφρά, λες κι είχε το στόμα του γύρω τους. Τι στο καλό είχε πάθει; Έπρεπε απλώς να είναι ένας παρατηρητής. Ήταν το άρωμά του, που την είχε τυλίξει στην άμαξα. Μύριζε χώμα και δέρμα και ουίσκι. Η μυρωδιά του ήταν καθαρά αρρενωπή, και υποψιαζόταν πως ήταν η δική του. Χωρίς αρώματα, χωρίς κολόνιες, χωρίς φτιασίδια. Όταν είχε μιλήσει στη σκοτεινή άμαξα, η βαθιά φωνή του την έκανε να ανατριχιάσει και αμέσως τον φαντάστηκε να της ψιθυρίζει στο αφτί, ενώ κουνιόταν πάνω της γρήγορα και δυνατά. Θεέ μου! Φλέρταρε την αδελφή της. Όλες αυτές οι σκέψεις ήταν ανάρμοστες. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο να τις ξεχάσει, αν δεν της είχε προσφέρει το μπράτσο του. Είχε δει συμπάθεια και ευγένεια στο βλέμμα του. Είχε αναγνωρίσει πόσο δύσκολο της ήταν να περιβάλλεται από όλα αυτά τα επικριτικά βλέμματα και της είχε προσφέρει τη δύναμή του. Θα έπρεπε να μη θέλει τη σκανδαλώδη παρουσία της στο πλάι του. Κι όμως, είχε περάσει ανάμεσα στο πλήθος δείχνοντας περήφανος και χαρούμενος, αποτρέποντας κάθε εχθρική αντίδραση με ένα ψυχρό βλέμμα που θα της προκαλούσε ρίγη ανατριχίλας, αν δεν το έκανε για χάρη της. Ή μπορεί και να το έκανε για χάρη της Τζίνα. Σίγουρα δεν είχε λόγο να προστατεύσει την Τίλι. Όσο περισσότερο το σκεφτόταν, η αντίδρασή του πρέπει να ήταν μια προσπάθεια να προστατεύσει την Τζίνα από τυχόν αμηχανία. Μάλλον νοιαζόταν λίγο για την αδελφή της. Διαφορετικά δεν θα περνούσε χρόνο μαζί της. Μπορεί να τον είχε παρεξηγήσει, να είχε παρεξηγήσει τα κίνητρά του, την ικανότητά του να αγαπά. Ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί που τον αμφισβήτησε – κι όμως, κάτι συνέχιζε ακόμα να την ενοχλεί. Ήταν σίγουρα αρκετά ευγενικός με την Τζίνα, έκανε υπομονή μαζί της, της μιλούσε, κι όμως, κάτι στις πράξεις του δεν έμοιαζε αληθινό. Παρά τα υπονοούμενά του το πρωί ότι θα προσπαθούσε να ξεφύγει από την παρακολούθηση ενός κηδεμόνα, δεν έδειχνε γοητευμένος από την Τζίνα. Ίσως η παρουσία της Τίλι να είχε πετύχει τον στόχο της και να τον είχε αναγκάσει να φέρεται σαν κύριος. Αμφέβαλε, όμως. Υποψιαζόταν πως, αφού τις γύριζε στο σπίτι τους, θα κατέληγε να περάσει τη νύχτα στην αγκαλιά κάποιας ωραίας γυναίκας. Δεν της άρεσε ιδιαίτερα η ζήλια που την πλημμύρισε μετά από αυτή τη σκέψη. Τέτοιες σκέψεις έκανε η Τζίνα, οι αντιδράσεις αυτές ανήκαν στην αδελφή της. Όχι στην Τίλι. Η Τίλι θα ξαφνιαζόταν αν η Τζίνα σκεφτόταν τον μαρκήσιο. Η αδελφή της έμοιαζε απορροφημένη από το έργο. Δεν κοίταξε ούτε μια φορά πίσω της για να χαρίσει ένα χαμόγελο στον συνοδό της. Όταν τη φλέρταρε ο Ντάουνι, η Τίλι δεν μπορούσε να περάσει ούτε λεπτό χωρίς να τον κοιτάξει. Ανησυχούσε τόσο αν είναι ειλικρινές το ενδιαφέρον του Ρέξτον, ενώ ίσως θα έπρεπε να αναρωτιέται μήπως η Τζίνα νοιαζόταν περισσότερο για τον τίτλο του. Μπορεί να την έκρινε σκληρά. Ίσως η παράσταση να ήταν συναρπαστική και απλώς εκείνη να μην είχε παρασυρθεί γιατί ασχολιόταν περισσότερο με τον άντρα που καθόταν πίσω της. Άκουγε τον ήχο που έκαναν τα ρούχα του καθώς άλλαζε θέση στην καρέκλα του, πάλευε να μη


σκέφτεται πως θα έκαναν τον ίδιο ήχο και όταν τα έβγαζε. Λες και είχε αρχίσει να πλέκεται μέσα της μια κλωστή, που κάποιος την έσφιγγε όλο και περισσότερο. Θα έσπασε από στιγμή σε στιγμή. Αυτό που επιδείνωνε την κατάσταση ήταν η επίγνωση ότι θα τη χαλάρωνε ένα χάδι. Ένα αργό, απλό χάδι, που θα ξεκινούσε από τον αυχένα της και θα έφτανε ως τους αστραγάλους. Θα κατέβαινε αργά. Και θα ανέβαινε ακόμα πιο αργά. Πάντα πίστευε ότι ο Ντάουνι είχε σκοτώσει κάθε ίχνος επιθυμίας μέσα της. Ήταν φριχτό που την ένιωθε τώρα να ζωντανεύει ξανά, πιο δυνατή και πιο φλογερή από ποτέ. Πραγματικά πίστευε ότι θα τρελαινόταν. Σκέφτηκε ακόμα και να ζητήσει συγγνώμη και να βγει να τη χτυπήσει ο δροσερός απογευματινός αέρας – ήταν, όμως, η κηδεμόνας και δεν μπορούσε να εγκαταλείψει την αδελφή της με δύο κυρίους σε ένα θεωρείο. Τι θα μπορούσαν, όμως, να κάνουν, όταν κινδύνευαν να τους δουν τόσοι άνθρωποι; Δεν ήταν και απόλυτο το σκοτάδι. Έσκυψε προς το μέρος της Τζίνα. «Πάω να πάρω λίγο αέρα». Η αδελφή της πήρε τα μάτια της από τη σκηνή. «Δεν νιώθεις καλά;» «Απλώς ζεστάθηκα λίγο». «Να έρθω μαζί σου;» «Όχι, δεν θα αργήσω». Η Τζίνα έγνεψε καταφατικά και έστρεψε πάλι την προσοχή της στην παράσταση. Η Τίλι σηκώθηκε, νιώθοντας λίγο αμήχανα βλέποντας τους δύο κυρίους να σηκώνονται μαζί της. Ο Ρέξτον έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Συμβαίνει κάτι;» «Θα επιστρέψω αμέσως. Προσέξτε τη συμπεριφορά σας όσο θα λείπω». Σίγουρα θα σκεφτόταν ότι θα πήγαινε στην τουαλέτα. Όταν, όμως, βγήκε στον αχνά φωτισμένο διάδρομο, απλώς ακούμπησε στον τοίχο, έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Γιατί την είχε αναστατώσει τόσο; Γιατί όλες αυτές οι πονηρές και ανάρμοστες σκέψεις έπρεπε να περάσουν από το μυαλό της, σαν άτακτα παιδιά που ετοιμάζονται για σκανταλιές; Το ενδιαφέρον του ήταν στραμμένο στην Τζίνα. Δεν είχε σημασία που η παρουσία του ήταν τόσο αισθητή για την Τίλι. Που το σώμα της μούδιαζε όταν την άγγιζε, που το δέρμα της έκαιγε σαν να είχε ακουμπήσει τα χείλη του στην άκρη του ώμου της, που οι πνεύμονές της ήθελαν περισσότερα αέρα, που το στομάχι της σφιγγόταν… «Ματίλντα». Τα μάτια της άνοιξαν στο άκουσμα αυτής της βαθιάς φωνής. Ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε έναν φίλο του Ντάουνι, λίγο μετά τα τριάντα. Λίγα εκατοστά ψηλότερος από εκείνη και λεπτός, ήταν μάλλον εμφανίσιμος. «Λόρδε Γουίκαμ, για εσάς είμαι η λαίδη Λαντσντάουν». Της χαμογέλασε κοφτά. «Έλα τώρα. Μια γυναίκα με το δικό σου παρελθόν δεν κολλά σε τυπικότητες». «Τα δικαστήρια μου επέτρεψαν να χρησιμοποιώ αυτόν τον τίτλο. Θα τον χρησιμοποιώ». Την κοίταξε αργά. «Το διαζύγιο δεν έφθειρε την ομορφιά σου». Δεν είχε ιδέα τι σχέση είχε το ένα με το άλλο. «Καλύτερα να επιστρέψω στο θεωρείο». Προσπάθησε να τον προσπεράσει, αλλά εκείνος την εμπόδισε. «Δεν μπορείς να κατηγορήσεις έναν παλιό φίλο που θέλει να περάσει λίγα λεπτά μαζί σου». Οι φίλοι δεν σε εγκαταλείπουν όταν τους έχεις ανάγκη. Όχι πως τον θεωρούσε ποτέ φίλο. Είχε


χορέψει κατά καιρούς μαζί της, την είχε φλερτάρει πριν παντρευτεί. Δεν είχαν κάνει, όμως, ποτέ έναν περίπατο στον κήπο ούτε είχαν συζητήσει κάτι σημαντικό. «Μου είναι δύσκολο να μας αποκαλέσω φίλους. Γνωστούς ίσως». «Θα ήθελα να γίνουμε κάτι περισσότερο». Την πλησίασε, ακούμπησε το χέρι του στον τοίχο και την κοίταξε στα μάτια. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά, αλλά αρνήθηκε να τρομοκρατηθεί ή να το βάλει στα πόδια. Ευχόταν, ωστόσο, να είχε μαζί της το όπλο της. «Δεν νομίζω». Χάρηκε που ακούστηκε τόσο ήρεμη, ενώ το σώμα της πονούσε με κάθε της ανάσα. «Σε παρακαλώ, κάνε στην άκρη». Παρέμεινε στη θέση του. «Δεν χρειάζεται να προστατεύεις την υπόληψή σου και εγώ θέλω μια ερωμένη». «Δεν είμαι σίγουρη πως θα το εκτιμούσε η σύζυγός σου». «Δεν θα το μάθει ποτέ». «Η σύζυγος πάντα ξέρει. Κάνε στην άκρη». «Δεν το θέλεις πραγματικά αυτό». Εκείνο το χαμόγελο της έδειξε πως θεωρούσε τον εαυτό του ακαταμάχητο. Σήκωσε το γυμνό του χέρι και το άπλωσε προς το μάγουλό της… «Άγγιξέ την και θα σου σπάσω τα δάχτυλα ένα προς ένα». Ο Γουίκαμ έκανε πίσω σαν να ήταν μαριονέτα που της είχαν κόψει τα σκοινιά. Ήταν παράξενος ο τρόπος με τον οποίο γέμισαν με αέρα οι πνεύμονές της – μπορεί να έφταιγε που δεν ήταν πια κοντά της ο Γουίκαμ ή που ο Ρέξτον στεκόταν εκεί μπροστά της, σαν άγγελος εκδικητής.

∞ Ο Ρέξτον ήταν μάλλον απογοητευμένος που έπρεπε απλώς να προειδοποιήσει τον Γουίκαμ. Η ιδέα να σπάσει τα δάχτυλα του λόρδου και να τον πετάξει από τον εξώστη τού φαινόταν πολύ ελκυστική. Δεν είχε συνηθίσει να κάνει τόσο απολίτιστες σκέψεις, αλλά, όταν βγήκε στον διάδρομο και είδε τον άντρα μπροστά στην Τίλι, ο Ρέξτον ένιωσε μια παράλογη ανάγκη να κάνει κακό – άμεσα και μοχθηρά. Στεκόταν αρκετή ώρα ώστε να ακούσει την πρόταση του άντρα και τη δική της απόρριψη. Αναρωτιόταν αν θα είχε δεχτεί αν δεν ήταν παντρεμένος. Αν έκρινε από το χλωμό της πρόσωπο, μάλλον όχι. «Δεν είναι δικό σου θέμα αυτό, Ρέξτον», είχε το θράσος να πει ο Γουίκαμ. «Φοβάμαι πως είναι, φίλε μου. Η λαίδη Λαντσντάουν είναι μαζί μου απόψε». Ο Γουίκαμ μισόκλεισε τα μάτια. «Οι φήμες λένε πως φλερτάρεις με την αδελφή της». «Η δεσποινίς Χάμερσλι δεν θα με συγχωρούσε ποτέ, αν επέτρεπα να συμβεί οτιδήποτε απρεπές στη λαίδη Λαντσντάουν. Την άκουσα να σου ζητά ευγενικά να φύγεις. Αν είσαι λογικός, θα επιστρέψεις στο θεωρείο σου… και στη σύζυγό σου». «Αλλιώς θα μου σπάσεις τα δάχτυλα;» Χαμογέλασε με σιγουριά. «Με μεγάλο ενθουσιασμό». «Ο δρόμος δεν βγήκε ποτέ από μέσα σου». «Αν προσβάλλεις τη μητέρα μου, θα σου σπάσω το σαγόνι». Ο Γουίκαμ γύρισε την πλάτη του, προχώρησε στον διάδρομο και χάθηκε στο θεωρείο του. Ο


Ρέξτον άκουσε την ανάσα της λαίδης Λαντσντάουν να βγαίνει σαν να τη συγκρατούσε πολλή ώρα. «Θα του σπάγατε στ’ αλήθεια τα δάχτυλα;» ρώτησε, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Οι απειλές μου δεν είναι ποτέ κούφιες». Κούνησε το κεφάλι. «Σας ευχαριστώ πολύ τότε». Έκανε ένα βήμα προς το θεωρείο. Έβαλε το χέρι του στον ώμο της και ευχήθηκε να μη φορούσε γάντια, ευχήθηκε να μπορούσε να νιώσει το μεταξένιο δέρμα της πάνω στο τραχύ του χέρι. «Καλύτερα να περιμένετε μια στιγμή να συνέλθετε». Το πιγούνι της, που του θύμιζε μισή καρδιά, ανασηκώθηκε ελαφρά. «Έχω συνέλθει». Ξανακατέβασε το κεφάλι. «Είμαι απλώς λίγο ταραγμένη. Δεν νομίζω, όμως, ότι πρέπει να αφήσω την Τζίνα μόνη με τον αδελφό σας». «Δεν θα εκμεταλλευτεί μια γυναίκα για την οποία έχω δείξει κάποιο ενδιαφέρον». Το ήξερε πολύ καλά αυτό. Κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, προχώρησε προς τη σκάλα και κοίταξε την άδεια είσοδο του θεάτρου. Την πλησίασε, αλλά όχι όσο θα ήθελε. Δεν μπορούσε να νιώσει τη ζεστασιά του κορμιού της, αλλά το άρωμα της λεβάντας και της ορχιδέας τον πλημμύριζε, έπαιζε με τα ρουθούνια του. «Τι σας έκανε να βγείτε στον διάδρομο;» ρώτησε χαμηλόφωνα. Ανησυχούσε. Για να αφήσει την αδελφή της μόνη, είχε καταλάβει πως κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά καλύτερα να μην της έδειχνε ότι απασχολούσε τη σκέψη του περισσότερο από τη δεσποινίδα Χάμερσλι. «Απλώς ήθελα να πάρω λίγο αέρα». «Σας προσεγγίζουν συχνά οι κύριοι;» «Δεν θα το αποκαλούσα προσέγγιση. Οι άντρες, όμως, αλλά και οι κυρίες, τείνουν να βγάζουν συμπεράσματα για τον χαρακτήρα μου με βάση τις παλιές μου πράξεις». Τον κοίταξε έντονα. «Εσείς όχι;» Το είχε κάνει και ο ίδιος, αλλά εκείνη είχε αρχίσει να ξηλώνει την εικόνα που είχε πλάσει στο μυαλό του σχετικά με το ποιόν της. Ήταν ικανή να αγαπήσει βαθιά, έλουζε την αδελφή της με αυτή την αγάπη. Έπιασε τον εαυτό του να ζηλεύει αυτόν που θα κέρδιζε την καρδιά της. «Σας κόστισε πολύ να μας συνοδεύσετε σήμερα». «Αναφέρεστε στο μίσος εναντίον μου όταν μπήκαμε στο θέατρο. Δεν με επηρεάζει πια». Μόνο που την επηρέαζε. Κι όμως, κρατούσε ψηλά το κεφάλι και ίσια την πλάτη. «Η Τζίνα φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες που αντιμετωπίζετε όταν κυκλοφορείτε δημόσια». «Πιστεύει στην καλοσύνη, πιστεύει ότι οι άνθρωποι δεν είναι εσκεμμένα σκληροί. Προτιμώ να διατηρήσει αυτή την αισιόδοξη οπτική». «Της μοιάζατε πριν παντρευτείτε;» Απέστρεψε το βλέμμα, κοίταξε το πάτωμα. «Δεν ξέρω αν υπήρξα ποτέ τόσο αισιόδοξη». Αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν έψαχνε σύζυγο πριν από χρόνια, αν την είχε συναντήσει, αν την είχε φλερτάρει, αν η ζωή της θα ήταν διαφορετική τώρα. Ήθελε τόσο πολύ να την προστατεύσει από την αγένεια των άλλων, παρότι δεν ήταν δική του για να την προστατεύσει ή να τη φροντίζει. Γύρισε την πλάτη της.


«Καλύτερα να πάμε μέσα, πριν αρχίσει να ανησυχεί η Τζίνα». Δεν μπορούσε να πει ότι ξαφνιάστηκε όταν είδε ότι ο Άντριου είχε μετακινηθεί στην καρέκλα δίπλα στην Τζίνα. Ο αδελφός του απολάμβανε τη συντροφιά των γυναικών, όλων των γυναικών, αλλά ήξερε πως δεν θα την εκμεταλλευόταν. Ο Άντριου κοίταξε πίσω, πήγε να σηκωθεί, αλλά ο Ρέξτον του έκανε νόημα να μείνει στη θέση του. Έσκυψε προς τη λαίδη Λαντσντάουν. «Δεν έχει νόημα να ενοχλήσουμε την αδελφή σας». Συμφώνησε με ένα νεύμα και του επέτρεψε να τη βοηθήσει να καθίσει στην πίσω σειρά. Κάθισε δίπλα της, εκεί που ήθελε να βρίσκεται όλο το βράδυ. Τον γοήτευε με χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους. Η περηφάνια με την οποία υπέμενε τα επικριτικά βλέμματα και αρνήθηκε τις προτάσεις του λόρδου. Η αποφασιστικότητά της να προστατεύσει την αθωότητα της αδελφής της. Είχε μια αξιοπρέπεια την οποία δεν μπορούσε παρά να θαυμάσει. Έπιασε τον εαυτό του να εύχεται ο Γκάρετ Χάμερσλι να του είχε ζητήσει να φλερτάρει εκείνη.

∞ Τουλάχιστον όσο καθόταν δίπλα της, δεν χρειαζόταν να φαντάζεται ότι την κοιτάζει. Όταν τον έβλεπε με την άκρη του ματιού της φαινόταν η προσοχή του να είναι στραμμένη μπροστά, κι όχι σε εκείνη. Κι όμως, όταν καθόταν τόσο κοντά του, είχε ακόμα μεγαλύτερη επίγνωση της παρουσίας του. Η ευγένειά του στον διάδρομο μετά το περιστατικό με τον Γουίκαμ την είχε κάνει σχεδόν να βάλει τα κλάματα. Είχε περάσει τόσος καιρός από τότε που είχε ανησυχήσει γι’ αυτήν κάποιος άλλος πέρα από την Τζίνα. Αν ήθελε να είναι ειλικρινής, δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο Ντάουνι θα είχε απειλήσει ποτέ να σπάσει τα δάχτυλα κάποιου για χάρη της. Δεν ήταν ποτέ ζηλιάρης. Δεν ήταν καν σίγουρη πως είχε ζηλέψει για το θέμα του μπάτλερ. Είχε γίνει έξαλλος, ναι. Είχε ντραπεί πάρα πολύ, ναι. Είχε νιώσει αμήχανα, φυσικά. Είχε πληγεί η περηφάνια του. Η καρδιά του, όμως; Αμφέβαλε. Δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο τον είχε απειλήσει ο Ρέξτον. Δεν ενδιαφερόταν για εκείνη. Να ήταν λόγω της σχέσης του με την Τζίνα; Η προστασία του για την αδελφή της θα συμπεριλάμβανε και την Τίλι; Δεν ήθελε να τον συμπαθήσει γι’ αυτό, αλλά το έκανε. Κι όμως, την ενοχλούσε που είχε πάει να τη βρει, που είχε εγκαταλείψει την Τζίνα για να τη βρει. Δεν την είχε εγκαταλείψει ακριβώς – είχε αφήσει τον αδελφό του να της κρατά συντροφιά. Πάσχιζε να βρει κάτι εναντίον του, λόγω των δικών της αντιδράσεων όταν ήταν κοντά του, λόγω της παρουσίας του που τη στοίχειωνε. Το άρωμά του την είχε τυλίξει και είχε φτάσει μέχρι το μεδούλι της. Ήθελε να πιάσει και να σφίξει το γαντοφορεμένο χέρι του Ρέξτον που ακουμπούσε πάνω στον μυώδη μηρό του. Ήθελε να απλώσει το χέρι του και να πιάσει το δικό της. Όταν το χέρι του ακούμπησε τον ώμο της, είχε νιώσει τη θέρμη του σαν να μη φορούσε γάντια. Χαιρόταν που καθόταν πιο κοντά της. Κι αυτό ήταν αδιανόητο. Κι αν είχε φορέσει το αγαπημένο της φόρεμα –όχι από περηφάνια, όπως είχε υποθέσει– γιατί κατά βάθος ήθελε να την προσέξει; Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ανταγωνιζόταν την Τζίνα. Δεν μπορούσε να προσπαθήσει να κλέψει έναν άντρα που έδειχνε ενδιαφέρον στην Τζίνα – αλλά αν ένα κομμάτι της ήταν πρόθυμο να το κάνει κρυφά; Ο άντρας είχε τραβήξει την προσοχή της και τη διατηρούσε σαν κατακτητής που δεν θα εγκατέλειπε κανένα από τα εδάφη που είχε κερδίσει. Η ειρωνεία ήταν πως δεν αντιλαμβανόταν την επιρροή που είχε πάνω της – και ότι δεν είχε την ίδια επιρροή κι αυτή σε εκείνον. Αυτά,


όμως, ήταν καλά νέα για την Τζίνα. Ο Ρέξτον έμοιαζε πιστός, αλλά η Τίλι ήξερε πολύ καλά πως τα φαινόμενα απατούν. Δόξα τω Θεώ, επιτέλους έκλεισε η αυλαία. Η Τζίνα σηκώθηκε όρθια, χειροκροτώντας ενθουσιασμένη. Η Τίλι την ακολούθησε, παρότι δεν είχε ιδέα αν οι ερμηνείες άξιζαν τέτοιο ενθουσιασμό. Δεν είχε σημασία. Η παράσταση είχε τελειώσει και επιτέλους θα γλίτωνε από το στενό θεωρείο και την εγγύτητα με τον Ρέξτον. Τα επικριτικά βλέμματα δεν την απασχολούσαν. Θα περνούσε ακόμα κι από την κόλαση για να απομακρυνθεί από εκείνον, αρκεί να μην ήταν προφανές ότι το έβαζε στα πόδια. Η Τζίνα γύρισε χαμογελώντας πλατιά. «Λόρδε, ήταν υπέροχα! Σας ευχαριστώ τόσο πολύ». Το χαμόγελό του ήταν κάπως ειρωνικό. «Δεν ευθύνομαι εγώ για τις ερμηνείες». «Εσείς μας φέρατε, ωστόσο, και μας επιτρέψατε να καθίσουμε στο θεωρείο σας. Ήταν υπέροχα». «Χαρά μου. Δεν νομίζω ότι το θεωρείο μου είχε φιλοξενήσει ποτέ τόση ομορφιά». «Αυτό μπορώ να το επιβεβαιώσω κι εγώ», είπε ο λόρδος Άντριου. «Πραγματικά λυπάμαι που έχω άλλα σχέδια και πρέπει να φύγω». Η Τζίνα άπλωσε το χέρι και άγγιξε το μπράτσο του. «Σας ευχαριστώ που μου κρατήσατε συντροφιά όσο η αδελφή μου και ο αδελφός σας βγήκαν να πάρουν λίγο αέρα». «Χαρά μου, δεσποινίς Χάμερσλι. Ελπίζω οι δρόμοι μας να ξανασυναντηθούν». «Και εγώ το ίδιο, λόρδε». Ένευσε στην Τίλι. «Λαίδη Λαντσντάουν». Κι έπειτα έφυγε, αλλά η Τίλι διέκρινε μια καχυποψία στο βλέμμα του Ρέξτον. Σαν να αναλογιζόταν τα λόγια του αδελφού του, σαν να υποψιαζόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Έστρεψε πάλι την προσοχή του σε εκείνες. «Δεν βιάζομαι να ανακατευτώ με το πλήθος. Ίσως είναι καλύτερα να τους δώσουμε μια ευκαιρία να φύγουν πρώτοι». «Υπέροχα», είπε η Τζίνα. «Ένιωσα ότι είμαι παγιδευμένη σε φέρετρο καθώς ερχόμασταν προς τα εδώ». Έδειξε τις καρέκλες. «Παρακαλώ, καθίστε». «Προτιμώ να μείνω όρθια», απάντησε η Τίλι. Αυτό έβαζε λίγη απόσταση ανάμεσά τους. «Ας αφήσουμε, ωστόσο, τους τύπους. Δεν χρειάζεται να μείνετε κι εσείς όρθιος». «Ευκαιρία να τεντωθώ λίγο». Είχε την ανησυχητική αίσθηση ότι ήξερε ακριβώς γιατί δεν καθόταν στη θέση της: γιατί δεν ήθελε να είναι τόσο κοντά του, ώστε να μπορεί να μυρίζει το άρωμά του. «Σας άρεσε η παράσταση, λόρδε μου;» ρώτησε η Τζίνα. Δεν είχε ακούσει, άραγε, το σχόλιο που έκανε νωρίτερα ότι απεχθανόταν το θέατρο; Έπρεπε να μιλήσει στην αδελφή της και να της πει να προσέχει περισσότερο όσα λέγονται. Η Τίλι δεν μπορούσε να μεταφράζει τις σκέψεις του Ρέξτον ή τους σκοπούς του. «Απόλαυσα την ικανοποίηση που είδα να σχηματίζεται στο πρόσωπό σας, καθώς βλέπατε την παράσταση», είπε απαλά. Τα λόγια του έμοιαζαν ειλικρινή, κι αυτό έκανε την Τίλι να αισθανθεί ανόητη που πίστεψε για μια στιγμή ότι μπορούσε να νιώσει το βλέμμα του πάνω της. Γιατί να ενδιαφέρεται για μια


γυναίκα με τη δική της φήμη; Προερχόταν από μια από τις πλέον ισχυρές και αξιοσέβαστες οικογένειες στη Μεγάλη Βρετανία. Ο ίδιος δεν είχε εμπλακεί σε κανένα σκάνδαλο. Η συμπεριφορά του αποτελούσε παράδειγμα για νεότερους λόρδους. Η παρουσία της πιθανότατα θα του ανακάτευε το στομάχι. Την ανεχόταν γιατί νοιαζόταν για την αδελφή της. Ήταν ανόητη που είχε πιστέψει κάτι άλλο. Το γεγονός ότι δεν είχε εκδηλώσει κάποιο ανάρμοστο ενδιαφέρον για την Τίλι αποτελούσε μια απόδειξη ότι έπρεπε να τον θεωρεί κατάλληλο μνηστήρα για την αδελφή της. Κι όμως, η Τζίνα έμοιαζε υπερβολικά αθώα για έναν άντρα με τη δική του εμπειρία. Μπορεί να μην είχε εμπλακεί σε κάποιο σκάνδαλο, αλλά αμφέβαλε πως ήταν εντελώς αναμάρτητος. «Ίσως μπορούμε να ξανάρθουμε», είπε η Τζίνα. Γέλασε, διασκεδάζοντας. «Τζίνα!» τη μάλωσε η Τίλι. «Δεν καλείς μόνη σου τον εαυτό σου στη συντροφιά ενός κυρίου». «Και πώς θα ξέρει ότι ενδιαφέρομαι; Μπορεί να ντρέπεται να μου το ζητήσει». «Δεν νομίζω πως ο λόρδος διαθέτει έστω και ένα ντροπαλό κοκαλάκι στο σώμα του». «Βλέπω ότι έχετε προσέξει ιδιαίτερα το σώμα μου, λαίδη Λαντσντάουν», σχολίασε με παιχνιδιάρικη φωνή που θα ήταν ανάρμοστη σε οποιαδήποτε περίσταση, πόσο μάλλον παρουσία της παρθένας αδελφής της. «Νομίζετε πως ξέρετε κάθε πτυχή μου, έτσι;» Ξαφνικά ένιωσε να την πνίγει ένας ζεστός αέρας. Είχε βρεθεί κάποτε στην έρημο. Τότε ήταν πιο δροσερά. «Όταν μιλάτε, σας παρακαλώ να έχετε στον νου σας την αθωότητα της αδελφής μου». «Δεν είμαι και τόσο αθώα», δήλωσε η Τζίνα. Η Τίλι γύρισε το κεφάλι και έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα στην αδελφή της. Οι άντρες επικροτούσαν τις γυναίκες που δεν γνώριζαν τους τρόπους των αντρών και των ερωτικών σχέσεων. Ήταν κρίμα. Αλλά κατανοητό. Μπορεί να είχε την εμπειρία, αλλά δεν μπορούσε να καθίσει με την Τζίνα και να έχει μια ειλικρινή συζήτηση μαζί της σχετικά με το τι θα συνέβαινε τη νύχτα του γάμου της. «Είσαι πιο αθώα από όσο νομίζεις». «Ξέρω το αντρικό σώμα. Έχω δει αγάλματα». «Δεν είναι ακριβώς έτσι». «Δεν ξέρω. Όταν πρωτογνώρισα τον λόρδο Ρέξτον, τον φαντάστηκα να ποζάρει για τον Μιχαήλ Άγγελο. Θα μπορούσε να αποτελέσει την έμπνευση για τον Δαβίδ του. Εσύ δεν το σκέφτηκες;» «Όχι! Όχι βέβαια!» Είχε τρομοκρατηθεί που η Τζίνα έλεγε τέτοιες ανοησίες, και ακόμα περισσότερο που είχε κάνει ακριβώς την ίδια σκέψη με την Τζίνα. «Οι νεαρές κυρίες δεν λένε τέτοια πράγματα». Το γεγονός ότι ο Ρέξτον γελούσε δεν βοηθούσε τα πράγματα. «Τότε θα έπρεπε να είμαι αρχαίος, μικρή μου». Ξαφνιάστηκε που χρησιμοποίησε ένα τρυφερό χαϊδευτικό για την Τζίνα. Ήταν φριχτή αδελφή. Το ένιωθε σαν μαχαιριά στην καρδιά της. Η Τζίνα γούρλωσε τα μάτια. «Θα ποζάρατε γυμνός για έναν καλλιτέχνη, λόρδε;» «Τζίνα, μην κάνεις προσωπικές ερωτήσεις!» τη μάλωσε η Τίλι. Δεν ήθελε την εικόνα του Ρέξτον στο μυαλό της. Δεν την ήθελε. Δεν την ήθελε. Δεν την ήθελε. «Θα κάνεις τον λόρδο να αναθεωρήσει σχετικά με το φλερτ σας».


«Ο λόρδος Άντριου μου είπε ότι οι άντρες απολαμβάνουν μια κάπως πιο πονηρή συζήτηση». «Όχι με τη σύζυγό τους!» Κοίταξε τον Ρέξτον. «Δεν θα έπρεπε να αφήσετε τον αδελφό σας μόνο μαζί της». «Δεν νομίζω να της έκανε κακό». «Καθόλου», είπε η Τζίνα. «Απλώς μιλούσαμε». Δόξα τω Θεώ, αν και το θέμα συζήτησής τους ήταν προφανώς ανάρμοστο. Ο Ρέξτον έμοιαζε να απολαμβάνει υπερβολικά αυτή την κουβέντα. Έπρεπε να φύγουν πριν πει κάτι ακόμα η Τζίνα. «Νομίζω ότι ο πολύς κόσμος θα έχει φύγει. Καλύτερα να πηγαίνουμε». Ο Ρέξτον έκανε ένα βήμα πίσω, δείχνοντας ότι η Τζίνα θα έπρεπε να περάσει πρώτη. Η αδελφή της κατευθύνθηκε στον διάδρομο. Η Τίλι είχε κάνει μόλις ένα βήμα όταν εκείνος έβαλε το χέρι του στο μπράτσο της, κάνοντάς τη να σταματήσει. Τον κοίταξε. «Για όποια κι αν αναρωτιέται, θα πόζαρα γυμνός, είτε είχα κάποιο καλλιτέχνη μπροστά μου είτε όχι». Και να πάλι εκείνες οι καταραμένες εικόνες που δεν ήθελε στο μυαλό της. Τον κοίταζε. «Είστε αδιόρθωτος. Δεν είστε ο κύριος που θα ήθελα για την αδελφή μου». Αυτό το ξέσπασμα τον επανέφερε και τον έκανε να σκύψει το κεφάλι. «Έχετε δίκιο να με επαναφέρετε στην τάξη». «Είναι πραγματικά αθώα, λόρδε, και θα έπρεπε να χαιρόμαστε και οι δύο γι’ αυτό». Μάζεψε το φουστάνι της και βγήκε στον διάδρομο. Η Τζίνα περίμενε. Όταν τις πλησίασε ο Ρέξτον, έδωσε το μπράτσο του μόνο στην Τζίνα. Δόξα τω Θεώ, γιατί η Τίλι θα το είχε αρνηθεί, φέρνοντας σε δύσκολη θέση και τον ίδιο και τον εαυτό της. Δεν ήθελε να ακουμπήσει, όμως, εκείνο το σκληρό χέρι, γιατί το μυαλό της θα πήγαινε σε άλλα σκληρά πράγματα. Προχώρησε μπροστά. Καθώς κατέβαιναν τις σκάλες, άκουσε την Τζίνα να λέει: «Λυπήθηκα για τον αδελφό σας, λόρδε μου. Αν δεν ήμασταν εμείς, θα αναγκαζόταν να δει μόνος την παράσταση. Είναι πολύ λυπηρό αυτό». «Σας διαβεβαιώνω, δεσποινίς Χάμερσλι, δεν θα τον πείραζε καθόλου». Όταν έφτασαν στην είσοδο, η Τίλι σχολίασε: «Πιθανότατα έχει σχέση με κάποια ηθοποιό, Τζίνα». «Αλήθεια;» Περίμενε να σταθεί δίπλα της η Τζίνα και τότε της είπε: «Είσαι λίγο πιο αθώα απ’ όσο νομίζεις, Τζίνα». «Φαντάσου τις ιστορίες που θα μπορούσε να του πει». Ναι, η Τίλι ήταν σίγουρη πως ο μικρός Γκρεϊστόουν ήταν με εκείνη τη γυναίκα για τις ιστορίες της. Ο Ρέξτον κοίταξε την Τίλι στα μάτια, πάνω από το κεφάλι της Τζίνα. Από τη μία ήταν αστείο, αλλά από την άλλη την είχε αναστατώσει. Να τη φροντίσετε με την καρδιά σας, λόρδε. Σοβάρεψε απότομα, σαν να διάβασε την ικεσία στα μάτια της. Έπρεπε να την ικανοποιεί που είχε τέτοια επαφή μαζί της. Κι όμως, την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι ποτέ πριν δεν είχε καταφέρει να επικοινωνήσει τόσο αποτελεσματικά με έναν άντρα. Και τώρα το έκανε με τον τελευταίο άντρα που θα ήθελε.


Να πάρει η ευχή! Χρειαζόταν μια γυναίκα. Αφού πήγε τις κυρίες στο σπίτι τους, κατάφερε να μείνει μόνο πέντε λεπτά στην άμαξα κι έπειτα είπε στον οδηγό του να σταματήσει. Μόλις σταμάτησε, πετάχτηκε έξω. «Θα περπατήσω, Μικ. Πήγαινε στο σπίτι». «Μάλιστα, λόρδε». Είχε δύο γυναίκες στην άμαξά του, κι όμως, τον βασάνιζε μονάχα το άρωμα της μίας. Λεβάντα και ορχιδέες πλημμύριζαν τα ρουθούνια του, ξυπνούσαν την επιθυμία του, τον έκαναν σκληρό σαν πέτρα. Πήρε μια βαθιά ανάσα στον αέρα του Λονδίνου, που δεν έμοιαζε, ωστόσο, να τον βοηθά να καθαρίσει τα πνευμόνια του. Ήταν λες και το άρωμά της είχε ποτίσει τα ρούχα του, το δέρμα του και είχε εγκατασταθεί για πάντα εκεί. Επιτρέποντας στις μεγάλες δρασκελιές του να τον οδηγήσουν ένας θεός ξέρει πού, καταράστηκε τη λαίδη Λαντσντάουν. Την Τίλι. Λαχταρούσε να δει το κορίτσι που ήταν κάποτε. Απόψε οι άμυνές της ήταν ισχυρές. Θα έβαζε στοίχημα τη μισή του περιουσία πως, αν την πίεζαν, δεν θα μπορούσε να περιγράψει την ιστορία που είχε διαδραματιστεί στη σκηνή. Φυσικά θα μπορούσε να ξεγλιστρήσει λέγοντάς του οτιδήποτε –την ιστορία μιας πριγκίπισσας και ενός πειρατή που ερωτεύονταν– κι εκείνος δεν θα μπορούσε να τη διαψεύσει, γιατί δεν είχε πάρει τα μάτια του από πάνω της. Κι αυτός ήταν ο λόγος που το σώμα του παλλόταν και πονούσε από επιθυμία. Μια επιθυμία που θα έμενε ανικανοποίητη, γιατί παραδέχτηκε στον εαυτό του ότι δεν ήθελε μια οποιαδήποτε γυναίκα. Ήθελε εκείνην. Ήταν το τελευταίο που θα έπρεπε να επιθυμεί, γιατί δεν ήταν αυτή που θα του έδινε πρόσβαση στον επιβήτορα. Δεν ήταν αυτή που θα έπρεπε να δέχεται τη φροντίδα του. Ήταν μια γυναίκα χωρίς ηθική, χωρίς τιμή, χωρίς αξιοπρέπεια. Χωρίς διακριτικότητα. Καταράστηκε το μόριό του που δεν έδινε δεκάρα για όλα αυτά.

∞ Χρειάζομαι έναν άντρα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί να κάνει ποτέ αυτή τη σκέψη, αλλά όπως καθόταν με το νυχτικό της στην πολυθρόνα του σκοτεινού δωματίου της η φράση αυτή επαναλαμβανόταν στο μυαλό της. Χρειάζομαι έναν άντρα. Ακόμα κι αν οι λέξεις, όμως, έπαιζαν τον ρόλο μιας αμαρτωλής σειρήνας, ήξερε ότι δεν θα της έκανε οποιοσδήποτε άντρας. Μόνο ο Ρέξτον. Εκείνος ο υπέροχα γοητευτικός άντρας που η παρουσία του την έκανε να φλέγεται. Ήταν μόλις είκοσι πέντε χρονών και ζούσε λες κι η ζωή της είχε τελειώσει, αποκομμένη, σαν να κινδύνευε να μολύνει τους άλλους με κάποια αλλόκοτη ασθένεια. Όσο άβολα κι αν ένιωθε πηγαίνοντας στο θέατρο, είχε βιώσει και πάλι έναν μικρό θρίαμβο. Είχε επιβιώσει. Ήθελε περισσότερες νύχτες στο θέατρο, περισσότερες επαφές με τους ανθρώπους. Δεν μπορούσε να το κάνει εδώ, στο Λονδίνο, αλλά, μόλις τακτοποιούσε την Τζίνα, θα επέστρεφε στη Νέα Υόρκη. Δεν είχε προγραμματίσει ποτέ να μείνει εδώ. Οι αναμνήσεις ήταν πολύ δυσάρεστες, το ίδιο και οι άνθρωποι. Υποσχέθηκε, όμως, στον εαυτό της ότι θα φρόντιζε για την ευτυχία της Τζίνα. Είχε ορκιστεί στη μητέρα της ότι θα έκανε το παν για να παντρευτεί η Τζίνα έναν ευγενή. Ήθελε να βοηθήσει την αδελφή της να βρει τον κατάλληλο σύζυγο. Δεν ήθελε τίποτα περισσότερο από την ευτυχία της. Κι ο Ρέξτον δεν ήταν ο κατάλληλος. Το ήξερε βαθιά μέσα της,


αλλά τι θα μπορούσε να επισημάνει ως απόδειξη της ακαταλληλότητάς του; Τα λαμπερά γαλάζια μάτια του; Το γεγονός πως όταν την κοίταζαν την έκαναν να θέλει να χαμογελάσει, ενώ είχε ξεχάσει την τελευταία φορά που ένας άντρας της είχε προκαλέσει κάποιο άλλο συναίσθημα πέρα από δυστυχία; Οι φαρδιοί του ώμοι, που προκαλούσαν κάθε γυναίκα να κουλουριαστεί πάνω τους; Τα δυνατά του χέρια, που παρείχαν προστασία; Το χαμόγελό του, που το χάριζε τόσο εύκολο σαν να ήταν εκπαιδευμένος στο να διώχνει μακριά τα προβλήματα; Ότι πρόσεχε πράγματα όπως η επίκριση του πλήθους, ακόμα κι όταν δεν στρεφόταν εναντίον του; Ότι είχε φερθεί σαν ήρωας, ενώ θα μπορούσε να την αφήσει να ταπεινώνεται, όπως έκανε ο Ντάουνι. Αν και θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι ο Ντάουνι δεν την είχε ντροπιάσει δημόσια. Το έκανε, όμως, πολύ συχνά στην ιδιωτική τους ζωή. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον Ρέξτον να φέρεται στη σύζυγό του με ανάρμοστο τρόπο. Παρόλο που ήξερε το παρελθόν της, δεν της το είχε χτυπήσει. Της συμπεριφερόταν με σεβασμό, σαν να της το όφειλε. Ακόμα κι όταν είπε πράγματα που δεν θα έπρεπε, δεν μπορούσε να τον δει αρνητικά. Τον εαυτό της έπρεπε να μαλώσει, που δεν κατάφερνε να βγάλει από το μυαλό της την εικόνα του να ποζάρει γυμνός. Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που χρειαζόταν έναν άντρα. Απόψε. Αυτή τη στιγμή. Αν και η βεβαιότητά της δεν είχε κάποια βάση, δεν αμφέβαλε πως θα ήταν εξαιρετικός εραστής. Αν μπορούσε να κάνει τον πόθο να κυλά ορμητικά στις φλέβες της χωρίς καν να την αγγίξει, πώς διάβολο θα ένιωθε αν τη χάιδευε με τα μεγάλα, σίγουρα χέρια του; Τι αίσθηση θα της ξυπνούσε αν το στόμα του ταξίδευε στον λαιμό της; Αν πιπίλιζε το στήθος της, ένα στήθος που διψούσε να το αγγίξουν όπως ποτέ άλλοτε; Οι θηλές της είχαν σκληρύνει. Το στήθος ήταν βαρύ από τη λαχτάρα, την επιθυμία. Κι έφταιγε ο Ρέξτον, να πάρει η ευχή. Δεν μπορούσε να σταματήσει να τον σκέφτεται, να σκέφτεται την ηδονή που θα της πρόσφερε να δάγκωνε το κάτω χείλος του απαλά, να φιλούσε το υπέροχο στόμα του, ν’ άφηνε τη γλώσσα της να εισχωρήσει ανάμεσα στα μισάνοιχτα χείλη του. Να τον άκουγε να βογκά, να ένιωθε το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει. Ακόμα και την ώρα που τον καταριόταν, έπιασε τα στήθη της και πέρασε τους αντίχειρές της πάνω από εκείνες τις τεντωμένες πέρλες που λαχταρούσαν για κάτι που δεν μπορούσε να τους δώσει. Ήταν λάθος, τόσο λάθος να κάνει αυτές τις σκέψεις, να ενθαρρύνει τις αισθήσεις της, να αγγίζει τον εαυτό της με αισθησιακό τρόπο, να φαντάζεται τα χέρια, τη γλώσσα και το στόμα του να της χαρίζουν απόλαυση με χιλιάδες τρόπους. Ήταν τόσο λάθος, τόσο λάθος, να σηκώσει αργά τη νυχτικιά της μέχρι να μαζευτεί στους γοφούς της και να μπορεί να νιώσει τον δροσερό αέρα πάνω στο δέρμα που δεν είχε εκθέσει ποτέ με τέτοιο τρόπο. Έβαλε τα χέρια της στο εσωτερικό των μεταξένιων μηρών της και οι άκρες των δαχτύλων της άρχισαν να σχηματίζουν μικρούς κύκλους. Δεν το είχε ξανακάνει ποτέ, δεν είχε ξαναγγίξει έτσι τον εαυτό της. Αν και δεν ένιωθε πως έκανε η ίδια αυτή την κίνηση. Ήταν εκείνος. Ο μαρκήσιος του Ρέξτον. Εκείνος ξυπνούσε κάτι πονηρό μέσα της, κάτι που την προκαλούσε, κάτι που απαιτούσε να εκτονωθεί. Αργά, διστακτικά, άνοιξε τις πτυχώσεις, έκπληκτη από τη ζεστασιά, την υγρασία, την ευαισθησία που την υποδέχτηκε. Δεν είχε υπάρξει ποτέ τόσο τολμηρή κι ούτε ένιωσε ποτέ τέτοια ανάγκη για εκτόνωση. Κλείνοντας τα μάτια, τον είδε να στέκεται μπροστά της, χωρίς το πουκάμισό του. Παρότι δεν είχε δει ποτέ το γυμνό του στήθος, μπορούσε να φανταστεί πώς θα έμοιαζε ο Ρέξτον. Θα ήταν υπέροχος. Όλα θα ήταν σφιχτά. Στιβαρά. Αργά, άρχισε να χαϊδεύει, να πιέζει, να κάνει κύκλους στην ευαίσθητη περιοχή. Τον


φαντάστηκε να γονατίζει… Η κορύφωση ήρθε γρήγορα, απότομα, η κραυγή της ήταν ένας αναπάντεχος ήχος που έβγαζε για πρώτη φορά. Κατέβασε γρήγορα το νυχτικό της, θέλοντας απεγνωσμένα να κρύψει τις αποδείξεις για ό,τι ανάρμοστο είχε συμβεί στο δωμάτιό της, σ’ εκείνη την καρέκλα. Θεέ μου! Προφανώς δεν μπορούσε να παίξει τον ρόλο του αντικειμενικού παρατηρητή όταν εκείνος ο άντρας τής ξυπνούσε τόσο θυελώδη συναισθήματα. Οι μέρες της ως κηδεμόνα ανήκαν πια στο παρελθόν.


Κεφάλαιο 5 Όλοι περίμεναν να παραβρεθεί ο Ρέξτον στον χορό των Λόβινγκτον. Η εμφάνισή του, όμως, τράβηξε αρκετά βλέμματα πάνω του, έκανε αρκετές μητέρες να χαμογελάσουν χαρούμενες και κάποιες κυρίες ακόμα να του συστηθούν. Εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να αναφέρει δήθεν τυχαία στις μητέρες ότι έβρισκε πολύ χαριτωμένη τη δεσποινίδα Χάμερσλι. Με λίγη τύχη, όσες είχαν ανύπαντρους γιους θα έσπρωχναν τα παιδιά τους προς το μέρος της, σε μια προσπάθεια να χαλάσουν τα σχέδια του Ρέξτον να τη φλερτάρει. Το είχε δει να συμβαίνει και στο παρελθόν. Η υψηλή κοινωνία μπορούσε να διδάξει ακόμα και σε στρατηγούς την τέχνη του «διαίρει και βασίλευε». Αν φλέρταρε πραγματικά με μία κυρία, θα ήταν πιο διακριτικός, θα τον απασχολούσε η προστασία της υπόληψής της, αλλά βιαζόταν να ολοκληρώσει το δικό του κομμάτι της συμφωνίας. Όχι πως δεν απολάμβανε τη συντροφιά της Τζίνα. Αλλά δυσκολευόταν πραγματικά να εμποδίσει την αδελφή της να στοιχειώνει τα όνειρά του. Το σώμα του δεν είχε υποφέρει ποτέ τόσο από ανεκπλήρωτη επιθυμία, κι όμως δεν έδειχνε ενθουσιασμό για καμία άλλη γυναίκα. Του άρεσε να βρίσκεται μαζί της, να την πειράζει με δηκτικά σχόλια. Του άρεσε ο τρόπος με τον οποίο του αντιστεκόταν, που τον μάλωνε για την ανάρμοστη συμπεριφορά του. Και να, πάλι τη σκεφτόταν, ενώ έπρεπε να επικεντρωθεί στην Τζίνα. Δεν είχε τρέξει κοντά της αμέσως, αλλά μόλις απομακρύνθηκαν οι μητέρες, επέστρεψε στις σκιές, προσπαθώντας να δει ποιος ήταν και ποιος δεν ήταν εκεί, αλλά και ποιος θα ταίριαζε στην Τζίνα. Γνωρίζοντας τις προσδοκίες της λαίδης Λαντσντάουν, δεν θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Έπρεπε να είναι κάποιος με τίτλο, με αρκετά πλούτη και πεντακάθαρη φήμη. Κάποιος ικανός να ερωτευτεί. Συμπαθούσε την Τζίνα αρκετά ώστε να θέλει να τη δει ευτυχισμένη. «Τι σκαρώνεις, Ρεξ;» Γύρισε και χάρισε ένα σαρδόνιο χαμόγελο στην πρώην δεσποινίδα Μινέρβα Ντότζερ, που είχε ραγίσει αρκετές καρδιές όταν ερωτεύτηκε τον δούκα του Άσμπερι και απέσυρε την τεράστια περιουσία της από την αγορά της προίκας. Τη θεωρούσε περισσότερο οικογένεια παρά φίλη, κι έτσι είχε περάσει πολύ χρόνο μαζί της, μια και ο πατέρας της και η μητέρα του ήταν παλιοί φίλοι από τους δρόμους. Τον ήξερε περισσότερο από τον καθέναν και ήταν εξαιρετικά ικανή στο να κρίνει τους άντρες. Ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους είχαν αποτύχει οι προικοθήρες όταν την κυνηγούσαν. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». «Ψεύτη». Η ευθύτητά της ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους οι εργένηδες ενδιαφέρονταν περισσότερο για τα χρήματά της παρά για την ίδια. Όσο κι αν τη συμπαθούσε, συχνά έβρισκε αυτό το χαρακτηριστικό της πολύ ενοχλητικό. «Δεν έχεις παραβρεθεί ποτέ ξανά σε κάποιον από τους χορούς μου». «Κι όμως, εξακολουθείς να μου στέλνεις προσκλήσεις, γι’ αυτό κι εγώ σκέφτηκα πως ήταν πια καιρός να έρθω». Ήξερε ότι η Τζίνα θα πήγαινε στον χορό, γιατί ο Γκάρετ Χάμερσλι είχε στείλει στον Ρέξτον ένα σημείωμα ειδοποιώντας τον ότι θα συνόδευε την ανιψιά του σε αυτό το κοινωνικό γεγονός. Η Μινέρβα μισόκλεισε τα μάτια και κούνησε ελαφρά το κεφάλι. «Όχι. Κάτι συμβαίνει. Άκουσα διάφορες φήμες ότι φλερτάρεις με τη δεσποινίδα Χάμερσλι». Ανασήκωσε αθώα τα φρύδια του.


«Θα έρθει απόψε;» «Το ξέρεις πολύ καλά». «Τότε θα δώσω κι άλλες λαβές για κουτσομπολιά, μια και θα χορέψω μαζί της. Μπορείς να επιβεβαιώσεις ελεύθερα ότι εκείνη –και όχι ο πολυσυζητημένος χορός σου– είναι ο λόγος για τον οποίο βρίσκομαι εδώ». Του έριξε ένα ακόμα βλέμμα. «Γιατί;» «Ορίστε;» «Γιατί της δείχνεις ενδιαφέρον. Δεν νομίζω πως είναι ο τύπος σου». «Είναι ένα χαριτωμένο κορίτσι». Συνειδητοποίησε ότι η απάντησή του ήταν πολύ αμυντική και η Μινέρβα, που ήταν πολύ έξυπνη, το είχε καταλάβει. Το στόμα της έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. «Δεν σου ταιριάζουν οι χαριτωμένες». «Κι εσύ ξέρεις τι μου ταιριάζει, έτσι;» «Είναι πολύ γλυκιά και εκλεπτυσμένη. Δεν θεωρώ πως είναι αδύναμη απαραιτήτως, αλλά ούτε και πιστεύω πως θα σου φέρει ποτέ αντίρρηση». Σε αντίθεση με την αδελφή της, που δεν δίσταζε καθόλου να τον βάλει στη θέση του. «Ίσως να θέλω μια υπάκουη σύζυγο». «Θα είσαι δυστυχισμένος». Να πάρει! Φυσικά και θα ήταν. Δεν ήθελε κάποια που να τον κοιτάζει σαν να ήταν ο ουρανός με τα άστρα. Δεν ήθελε μια σύζυγο που δεν θα τον προκαλούσε να γίνει καλύτερος άνθρωπος, που δεν θα τον κοίταζε σαν να κάνει κάτι κακό, όταν πραγματικά το έκανε. «Απλώς τη φλερτάρω». «Μπορεί να πληγωθεί». Το ήξερε και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο προσπαθούσε να είναι τόσο προσεκτικός. Είχαν περάσει τρεις νύχτες από τότε που την είχε συνοδεύσει στο θέατρο. Της είχε στείλει λουλούδια και άλλες σοκολάτες, αλλά δεν θα κατάφερνε να πετύχει τον στόχο του, αν την αγνοούσε εντελώς. «Για τον Θεό, Μινέρβα, όσο στέκεσαι εδώ και μου κάνεις ανάκριση για ζητήματα που δεν σε αφορούν καθόλου, την έχουν ήδη πλησιάσει τρεις κύριοι. Την περασμένη βδομάδα, ήμουν ο μόνος που χόρεψε μαζί της. Η προσοχή μου έκανε τους άλλους να αναρωτιούνται τι διαμάντι έχω ανακαλύψει». «Της κάνεις χάρη, λοιπόν;» «Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Και τώρα πήγαινε. Ξέρω τι κάνω». «Το ελπίζω, για το καλό της. Και για το δικό σου. Δεν θα μου άρεσε καθόλου να αναγκαστώ να σε χτυπήσω επειδή δεν φέρθηκες με ευαισθησία σε μία κυρία». Είχε ακούσει φήμες ότι το γόνατό της ήταν πολύ δυνατό και μπορούσε να εξουδετερώσει ακόμα κι έναν κύριο. «Γιατί δεν πας να ενοχλήσεις τον σύζυγό σου;» Το χαμόγελό της έκανε τα μάτια της να λάμψουν. «Πίστεψέ με. Ποτέ δεν με θεωρεί ενόχληση». Φυσικά και δεν τη θεωρούσε ενόχληση. Ήταν εξωφρενικά ερωτευμένος μαζί της. Ο Ρέξτον, βέβαια, έπρεπε να παραδεχτεί ότι της Μινέρβα της άξιζε αυτή η αφοσίωση. Όλες οι γυναίκες την άξιζαν. Δεν θα τον έκανε, όμως, να αμφισβητήσει το σχέδιό του. Όχι, θα το έκανε η Τζίνα με το λαμπερό χαμόγελο που του χάρισε, ενώ την πλησίασε σε ένα


διάλειμμα της μουσικής. Είχε ήδη χορέψει δύο χορούς με άντρες νεότερους και πιο κατάλληλους για εκείνη. Θα ανταποκρίνονταν, όμως, στις προσδοκίες της αδελφής της; Αυτό ήταν το θέμα. Παράξενο που τον ενδιέφερε περισσότερο να ικανοποιήσει την κόμισσα παρά την Τζίνα. «Λόρδε», είπε χαρούμενα. Δεν ήταν φυσιολογικό για μια γυναίκα να είναι πάντα τόσο χαρούμενη. Δεν ήταν φυσιολογικό για αυτόν να είναι κακόκεφος, γιατί συνήθως ήταν χαρούμενος. Δεν της είχε θυμώσει, αλλά η Μινέρβα είχε δίκιο: δεν μπορούσε να βρει τη γαλήνη με κάποια σαν την Τζίνα για γυναίκα του. Δεν ήθελε διαφωνίες, αλλά ούτε και κάποια που θα συμφωνούσε πάντα μαζί του. «Δεσποινίς Χάμερσλι, αναρωτιόμουν αν θα μου κάνατε την τιμή να μου χαρίσετε έναν χορό». «Με χαρά, λόρδε, αν και η κάρτα μου δεν είναι τόσο κενή όπως την προηγούμενη φορά. Τέσσερις κύριοι ακόμα έδειξαν το ενδιαφέρον τους». Του έδειξε την κάρτα που κρεμόταν από τον καρπό της. Έγραψε το όνομά του και πρόσθεσε, όσο πιο ανέμελα μπορούσε: «Δεν είδα την αδελφή σας». «Απόψε τον ρόλο του κηδεμόνα μου έχει αναλάβει η υπηρέτριά μου. Η Τίλι μπορεί να με συνοδεύει στο πάρκο ή στο θέατρο, αλλά δεν θα ερχόταν ποτέ σε κάποιο σπίτι, αν δεν ήταν καλεσμένη και η ίδια». Φυσικά και δεν θα το έκανε, και φυσικά δεν θα ήταν καλεσμένη, ούτε καν από τη γενναιόδωρη δούκισσα του Άσμπερι, που μπορούσε ακόμα και να αψηφά τους κανόνες. Εκτός αν της το ζητούσε εκείνος. Ευχόταν να το είχε σκεφτεί. Από την άλλη, δεν του άρεσε η ιδέα να υποστεί τα δυσάρεστα βλέμματα που θα προκαλούσε. «Δεν μου φαίνεται και πολύ δίκαιο, έτσι δεν είναι;» Έστρεψε πάλι την προσοχή του στη νεαρή γυναίκα. Ήταν φυσικό που η Μινέρβα θεωρούσε ότι δεν ταίριαζαν. Πάντα την έβλεπε σαν αδελφός, σαν μια αδελφή που έπρεπε να προστατεύσει από όλους τους αχρείους. «Ποιο, γλυκιά μου;» ρώτησε, ευχόμενος να μην είχε χρησιμοποιήσει αυτόν τον τρυφερό όρο που έκανε τα μάτια της να λάμψουν από χαρά. «Που εκείνη δεν είναι ευπρόσδεκτη, ενώ ο Ντάουνι είναι». Ήταν εκεί ο κόμης; Ο Ρέξτον αναρωτήθηκε αν μπορούσε να τον παρασύρει στην αίθουσα όπου έπαιζαν χαρτιά για να του αδειάσει λίγο ακόμα τις τσέπες. «Ξέρω πως ένα διαζύγιο αποτελεί σκάνδαλο, αλλά είναι κι εκείνος χωρισμένος». Της χαμογέλασε με συμπάθεια. «Το διαζύγιο δεν είναι το μόνο πρόβλημα». «Μα ήταν ένας φριχτός σύζυγος». Γούρλωσε τα μάτια κι έφερε το μικρό, γαντοφορεμένο χεράκι της στο στόμα. «Δεν έπρεπε να το πω αυτό. Η Τίλι θα θύμωνε πολύ με τα λόγια μου. Δεν μιλά ποτέ άσχημα για εκείνον». Ο θυμός που τον διαπέρασε τον έκανε να θέλει να χτυπήσει κάτι με τη γροθιά του – ή κάποιον. «Τη χτυπούσε;» «Απ’ όσο ξέρω όχι, αλλά υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να κάνεις κάποιον να νιώσει ανάξιος, έτσι δεν είναι; Νομίζω πως υπέφερε πραγματικά που είχε πέσει τόσο έξω. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο με καθοδηγεί. Για να μην κάνω το ίδιο λάθος. Το θέμα είναι πως οι άνθρωποι μπορούν να σου κρύβουν πράγματα, οπότε πώς μπορείς να ξέρεις;» Όπως έκρυβε κι εκείνος τον πραγματικό λόγο για τον οποίο της έδειχνε προσοχή. Να πάρει η ευχή! Η ενοχή του πρέπει να φάνηκε στο πρόσωπό του, γιατί εκείνη άπλωσε το χέρι της και του έσφιξε απαλά το μπράτσο. «Μην ανησυχείτε. Διαβεβαίωσα την Τίλι πως οι προθέσεις σας είναι έντιμες».


Αν δεν πρόσεχε, θα έπρεπε να παντρευτεί το κορίτσι για να πάρει το άλογο. Της χάρισε ένα σαρδόνιο χαμόγελο. «Σε πιστεύει;» «Φοβάμαι πως όχι, αλλά δεν πρέπει να σας προσβάλλει αυτό. Ο γάμος της με τον Ντάουνι τη δίδαξε ένα πράγμα: δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι κανέναν άντρα». Κι αυτόν λιγότερο απ’ όλους εκείνη τη στιγμή. Ήταν ευγνώμων που ξεκίνησε η μουσική, ώστε να μη χρειάζεται να αναλογίζεται άλλο εκείνη την ανησυχητική πραγματικότητα. Αφού την οδήγησε στην πίστα, την πήρε στην αγκαλιά του και άρχισε να τη στριφογυρίζει στο δωμάτιο. Ήταν πολύ χαριτωμένη, αλλά υποψιαζόταν πως η αδελφή της θα ήταν ακόμα περισσότερο. Τη φαντάστηκε να του χαμογελά. Δεν θα χρειαζόταν να κοιτάξει πολύ χαμηλά, γιατί ήταν λίγο ψηλότερη από την Τζίνα. Δεν μπορούσε να σταματήσει να τις συγκρίνει. «Ο αδελφός σας δεν παραβρίσκεται στους χορούς;» τον ρώτησε. Συνοφρυώθηκε. «Ο Άντριου;» Κούνησε το κεφάλι. «Σχεδόν ποτέ. Σκοπεύει να μείνει εργένης για όλη του τη ζωή». «Σας ενοχλεί που έχετε ευθύνες, ενώ εκείνος όχι; Που πρέπει να παντρευτείτε;» «Δεν είχα ποτέ την επιλογή να μην παντρευτώ, οπότε δεν σκέφτηκα ποτέ τη ζωή μου χωρίς μια σύζυγο». Δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Αρκετές μητέρες μού είπαν ότι δεν πρέπει να παίρνω στα σοβαρά την προσοχή σας. Ότι δεν θα παντρευόσασταν ποτέ μια Αμερικανίδα». Οι μητέρες έπρεπε να στρέψουν τους γιους τους προς το μέρος της Τζίνα, όχι να την κάνουν να αμφιβάλλει για τις προθέσεις του. «Παραδέχομαι ότι πάντα προτιμούσα τις Βρετανίδες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να με κερδίσει μια Αμερικανίδα». Το γέλιο της αντήχησε γύρω τους κι εκείνος αναρωτήθηκε πώς θα ακουγόταν το γέλιο της αδελφής της. Να πάρει! Έπρεπε να συγκεντρωθεί. «Χαίρομαι τόσο που η Τίλι ήρθε μαζί μας στο θέατρο. Δεν είμαι σίγουρος πως όλοι οι άντρες θα την αποδέχονταν όπως εσείς». «Είσαι αδελφή της. Δεν θα περίμενα να προτιμήσεις εμένα από την οικογένειά σου». «Είστε σπάνιος άνθρωπος, λόρδε». «Με κάνετε να ντρέπομαι, δεσποινίς Χάμερσλι». «Τζίνα». Η μουσική άρχισε να σβήνει. «Θα χορέψετε ξανά μαζί μου πριν τελειώσει η βραδιά;» τον ρώτησε. «Ναι. Τον τελευταίο χορό». Για να δείξει στις μητέρες πως δεν ήξεραν τι έλεγαν – παρότι ήξεραν. Τη συνόδευσε πίσω στην υπηρέτριά της. Είχε διάθεση για ένα ποτό και μια παρτίδα χαρτιά, αλλά παρέμεινε στο σαλόνι και παρακολουθούσε από μακριά την Τζίνα, προσπαθώντας να καταλάβει αν κάποιος από τους κυρίους δεν είχε απλώς ένα περαστικό ενδιαφέρον για εκείνη. «Ρέξτον». Γύρισε και κοίταξε τον άντρα που τον είχε πλησιάσει. «Χάμερσλι». «Θέλεις να πάμε στον κήπο για ένα πούρο;» «Μετά χαράς». Βρήκαν ένα σκοτεινό σημείο στη βεράντα όπου δεν θα τους άκουγε κανείς. Ο Χάμερσλι είχε


την ευγένεια να περιμένει μέχρι να ανάψουν τα πούρα τους και να τραβήξουν μια δυο ρουφηξιές πριν πει τελικά: «Περίμενα ότι το κορίτσι θα χόρευε όλους τους χορούς απόψε. Μπορεί να μην έκρινα σωστά την επιρροή σου». Δεν είχε κρίνει σωστά τη φήμη της ανιψιάς του μάλλον. Ο Ρέξτον τράβηξε μια ακόμα ρουφηξιά από το πούρο του κι έπειτα φύσηξε τον καπνό. «Δεν τελείωσα ακόμα. Μια δυο εμφανίσεις ακόμα, άλλο έναν χορό… Η εύρεση του κατάλληλη γαμπρού παίρνει χρόνο». Ενώ πίστευε ότι θα είχε τελειώσει σε μια βδομάδα, χαιρόταν που ανακάλυπτε πως δεν τα είχε καταφέρει. Είχε άλλη μια δικαιολογία να ξαναδεί την κόμισσα.

∞ Η Τίλι αγαπούσε τη μυρωδιά του φρεσκοσκαμμένου χώματος. Ή, μάλλον, την αγαπούσε πριν αρχίσει να της θυμίζει τον Ρέξτον. Δεν έπρεπε να είναι τόσο δυσαρεστημένη μαζί του. Είχε καταφέρει μέσα σε μια βδομάδα να γίνει αποδεκτή η Τζίνα από την κοινωνία – και γι’ αυτό του ήταν ευγνώμων. Η αδελφή της είχε γυρίσει στο σπίτι τις πρώτες πρωινές ώρες, ενθουσιασμένη που είχε χορέψει σχεδόν τους μισούς χορούς. Έπειτα άρχισε να μιλά για τον Ρέξτον: πόσο υπέροχος ήταν, πόσο είχε απολαύσει τον χορό μαζί του, πόσο ευγενικός, πόσο προσεκτικός, πόσο ενδιαφέρων. Και πόσο ευχόταν να ήταν εκεί και η Τίλι για να τον παρατηρήσει και να της πει τη γνώμη της για όλα αυτά. Είχε νιώσει ένοχη που η σεζόν της Τζίνα είχε ξεκινήσει χωρίς ιδιαίτερες τυμπανοκρουσίες, ενώ η Τίλι είχε εμφανιστεί στο προσκήνιο σαν ηρωίδα μυθιστορήματος που θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή μόνο και μόνο λόγω της μοναδικότητάς της. Ήταν Αμερικανίδα, γεγονός που την έκανε γοητευτική· όμορφη, γεγονός που την έκανε αποδεκτή στους κυρίους· μια κληρονόμος με τεράστια προίκα, την οποία θα ακολουθούσε μια ανυπολόγιστη περιουσία μετά τον θάνατο του πατέρα της. Είχε γοητευτεί από την αριστοκρατία όπως και η Τζίνα. Και αυτή η γοητεία δεν λειτουργούσε υπέρ της αδελφής της, γιατί την εμπόδιζε να καταλάβει τι πραγματικά σήμαινε ο γάμος με έναν ευγενή. Και αυτό την έκανε να πιστεύει ότι ο Ρέξτον ήταν ιδανικός. Μιλούσε μία ώρα για τα προτερήματά του, όταν γύρισε από τον χτεσινοβραδινό χορό. Ήταν τόσο καλός χορευτής, τόσο υπέροχος συνομιλητής. Τόσο κύριος, που της έφερε μια λεμονάδα και την προειδοποίησε για τον επόμενο λόρδο με τον οποίο θα χόρευε. Η Τζίνα υπέθετε πως αυτή η προειδοποίηση πήγαζε από ζήλια. Η Τίλι δεν το πίστευε. Δεν ήταν ερωτευμένος με την Τζίνα. Ήταν σχεδόν βέβαιη γι’ αυτό. Τα μάτια του έλαμπαν όταν της μιλούσαν, αλλά δεν έκαιγαν σαν να ήθελε να την τραβήξει κοντά του και να την αγκαλιάσει σφιχτά. Ο τόνος της φωνής του ήταν ευγενικός, αλλά δεν της ψιθύριζε τίποτα πονηρό που θα έκανε την Τζίνα να βάλει τα γέλια. Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, σίγουρα η αδελφή της θα της το είχε πει. Είχε μοιραστεί μαζί της πως, στη διάρκεια του τελευταίου βαλς, της είχε μιλήσει για τον ωραίο καιρό που είχαν. Είχε προτείνει ένα πικνίκ. Οι καιρικές συνθήκες, ωστόσο, ο ήλιος, το δροσερό αεράκι ή η βροχή δεν ήταν ιδιαίτερα κολακευτικά θέματα συζήτησης. Θα έπρεπε να της κάνει ένα κομπλιμέντο για τα μάτια, τα μαλλιά, το φόρεμά της. Θα έπρεπε να υπονοήσει ότι επιθυμούσε να της βγάλει το φόρεμα αυτό. Έχωσε το φτυάρι με τόση δύναμη στο χώμα που ήταν σχεδόν βέβαιη ότι, παρά τα γάντια, τα χέρια της θα γέμιζαν φουσκάλες. Το γεγονός ότι τον ονειρευόταν να ψιθυρίζει στο αφτί της με κάθε λεπτομέρεια πώς θα την έγδυνε δεν σημαίνει ότι θα ήταν σωστό να κάνει το ίδιο και με την


Τζίνα. Η καημένη, η αθώα Τζίνα σίγουρα θα λιποθυμούσε – παρά τα τόσα γυμνά αγάλματα που είχε δει. Ακόμα και τώρα, η Τίλι δυσκολευόταν να αναπνεύσει, μια και η εικόνα του να τις βγάζει τις κάλτσες έκανε το σώμα της να φλέγεται. Με την Τζίνα ήταν ένας κύριος. Το τελευταίο που θα ήθελε η Τίλι ήταν να φέρεται σαν κύριος και μαζί της. Καταράστηκε τον εαυτό της. Τον ενδιέφερε η αδελφή της. Δεν έπρεπε να τον σκέφτεται διαφορετικά. Το μόνο που θα έπρεπε να έχει στον νου της ήταν αν η συμπεριφορά του έδειχνε ότι θα αγαπούσε και θα φρόντιζε την Τζίνα όπως της άξιζε. Με την άκρη του ματιού της είδε μια σκιά να κινείται και ήξερε –ήξερε– σε ποιον ανήκε, γιατί ένιωσε πάνω της το βλέμμα του σαν χάδι. Οι τρίχες στον αυχένα της σηκώθηκαν κι ένιωσε να την πλημμυρίζει ικανοποίηση, μόνο και μόνο επειδή ήταν τόσο κοντά της. Τι στο καλό είχε πάθει; Είχε μάθει πικρά ότι οι άντρες ήταν απογοήτευση. Σίγουρα δεν ήθελε να ξαναμαγευτεί από κανέναν. Ειδικά από κάποιον που έμοιαζε να την αναστατώνει τόσο χωρίς καν να προσπαθεί. Παρά το ρίγος που τη διαπερνούσε, κοίταξε ήρεμα κάτω από το πλατύ γείσο του καπέλου της και είδε τον μαρκήσιο του Ρέξτον να στέκεται εκεί, με τα πόδια του ανοιχτά σαν να βρισκόταν στο κατάστρωμα ενός πλοίου. Πρέπει να είχε δώσει το καπέλο του στον μπάτλερ, γιατί δεν το έβλεπε πουθενά, και ο άνεμος έπαιζε με τις ξανθές του μπούκλες. Ήθελε να βγάλει τα γάντια της και να τυλίξει τα δάχτυλά της γύρω από εκείνες τις μεταξένιες μπούκλες και να τις κρατήσει αιχμάλωτες. Ποτέ στη ζωή της δεν την είχαν βασανίσει τέτοιες σκέψεις… Έμοιαζε ανίσχυρη να τις καταπνίξει. Αυτός ήταν σίγουρα και ο λόγος που η φωνή της ακούστηκε τόσο κοφτή και ψυχρή. «Λόρδε, δεν θυμάμαι να σας κάλεσα στον κήπο μου». «Να είστε βέβαιη, λαίδη Λάντσνταουν, ότι δεν με καλέσατε. Ήρθα να δω την αδελφή σας, αλλά είναι ακόμα στο κρεβάτι. Ζήτησα από τον μπάτλερ να με οδηγήσει σ’ εσάς για να της αφήσω ένα μήνυμα». «Και τι μήνυμα είναι αυτό;» Είχε το θράσος να σκύψει δίπλα της και το άρωμά του κάλυψε τη μυρωδιά του φρέσκου χώματος. Ήταν πιο πλούσιο, πιο θερμό, και έμοιαζε να ξυπνά κάθε θηλυκό κύτταρό της. Δεν μπορούσε παρά να προσέξει τα πεταχτά του οπίσθια, τους σφιχτούς μηρούς του. Είχε δει με τα μάτια της ότι ήταν έξοχος ιππέας. Φανταζόταν εκείνους τους μηρούς να δαμάζουν το άλογο… Να δαμάζουν και την ίδια. Να πάρει η ευχή! «Πάντα ξυπνά τόσο αργά η δεσποινίς Χάμερσλι;» «Η αδελφή μου γύρισε από τον χορό τις πρώτες πρωινές ώρες, οπότε είναι απόλυτα δικαιολογημένη που κοιμάται. Είναι πολύ νωρίς για κοινωνικές επισκέψεις, εξάλλου», τον επέπληξε. Χαμογέλασε σαν να τον είχε γαργαλήσει με την επίπληξή της. Δεν ήθελε να τον κάνει να χαμογελά, να γελά ή να χαίρεται. Αυτό έπρεπε να είναι τιμή και χαρά της Τζίνα. «Ήμουν έξω και έτσι δεν το βρήκα κακό να περάσω από εδώ». Το βλέμμα του στράφηκε στο χέρι της, που έσφιγγε το φτυάρι σαν να ήταν το μοναδικό πράγμα που την κρατούσε στη θέση της. «Δεν έχω γνωρίσει ποτέ μια κυρία που να ασχολείται με τον κήπο». «Τα περισσότερα τα φροντίζει ο κηπουρός μου. Αυτή είναι η δική μου γωνίτσα. Δεν φυτεύω ακολουθώντας κάποια λογική και μάλλον έχω μεγαλύτερη τύχη με τα αγριόχορτα παρά με τα μπουμπούκια, αλλά το προτιμώ από το κέντημα». Γιατί το είχε πει αυτό; Τι τον ενδιέφερε; «Δεν ήρθατε στον χορό χτες». «Δεν ήμουν καλεσμένη».


Την κοίταξε σαν να ήταν ένα παζλ από το οποίο έλειπε ένα κομμάτι. «Θα πηγαίνατε, αν ήσασταν;» Ειλικρινά δεν ήξερε. Ένα κομμάτι της δεν ήθελε να φοβάται, ήθελε να φορέσει ένα υπέροχο κόκκινο φόρεμα, ώστε να μην περάσει απαρατήρητη. Ένα κομμάτι της ήθελε να μπει με το κεφάλι ψηλά και να αντιμετωπίσει στα ίσια τα βλέμματά τους. «Δεν έχει νόημα να κάνουμε υποθέσεις. Δεν θα με καλέσουν σε κάποιο χορό». «Υποτιμάτε την επιρροή μου». Είπε τη φράση του απλά, χωρίς στόμφο. Της άρεσε γι’ αυτό, συνειδητοποίησε ότι ήταν ένας άντρας που αποδεχόταν την επιρροή του χωρίς να καυχιέται, χωρίς να είναι αλαζόνας. Έτσι είχαν τα πράγματα. «Ίσως δεν το προσέξατε στο θέατρο, αλλά κάνω τους ανθρώπους να νιώθουν άβολα». «Δεν ένιωσα άβολα». Ο τόνος του την έκανε να ευχηθεί να τον είχε γνωρίσει πριν από τον Ντάουνι, πριν ο Ρέξτον εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για την Τζίνα. «Η παρουσία μου δεν κάνει καλό στην Τζίνα». Την κοίταξε, κοίταξε τα λουλούδια της, τη μέλισσα που πετούσε μεταφέροντας τη γύρη. Κι εκείνη αναρωτήθηκε αν είχε ποτέ γονιμοποιήσει κάποια γυναίκα, όπως η μέλισσα τα λουλούδια. Δεν είχε ακούσει ποτέ να έχει κάποιο νόθο παιδί. Θα έβαζε στοίχημα όλη της την περιουσία ότι δεν ήταν παρθένος, αλλά δεν είχε ακούσει κάποια φήμη που να τον συνδέει με κάποια γυναίκα. Πράγμα που σήμαινε ότι ήταν πολύ διακριτικός, ότι οι ερωμένες του δεν θα μαθεύονταν ποτέ. Γιατί πήγαινε συνεχώς στο σεξ το μυαλό της, να πάρει η ευχή; «Αγαπάτε πολύ την αδελφή σας», είπε τελικά. «Φυσικά και την αγαπώ. Θα έκανα το παν για να είναι ευτυχισμένη». Θα απομακρυνόμουν ακόμα κι από εσένα. «Εσείς δεν θα κάνατε το ίδιο για την αδελφή σας;» Γέλασε. «Δεν χρειάζεται. Αυτό είναι δουλειά του Λόβινγκτον και, από ό,τι φαίνεται, τα πηγαίνει περίφημα». «Κι αν δεν το έκανε;» Σοβάρεψε. Δεν του άρεσε ο τρόπος που κοίταζε το πρόσωπό της σαν να μπορούσε να διαβάσει κάθε δυσάρεστη στιγμή της ζωής της στις ρυτίδες που δεν υπήρχαν τη μέρα που παντρεύτηκε. «Θα τον σκότωνα». «Τότε η αδελφή σας είναι πολύ τυχερή». Δεν ήθελε να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο ούτε να κάνει αυτή τη συζήτηση. «Αν μου πείτε το μήνυμά σας για την Τζίνα, θα φροντίσω να της το μεταφέρω». «Μια ερώτηση πρώτα. Γνωρίζετε αν έχει πάει ποτέ στους Δίδυμους Δράκους;» «Όχι, δεν έχει πάει. Έχω ακούσει πως είναι πολύ εντυπωσιακό μέρος». «Είναι. Σκέφτομαι να την πάω εκεί για φαγητό απόψε. Θα περάσω στις επτά. Αν δεν ενδιαφέρεται, κανένα πρόβλημα. Απλώς θα πάω χωρίς εκείνη». «Είμαι σχεδόν βέβαιη ότι θα σας συνοδεύσει. Απολαμβάνει τις καινούριες εμπειρίες». «Κι εσείς… απολαμβάνετε τις καινούριες εμπειρίες;» Το ερώτημα εμπεριείχε κάποιο υπονοούμενο. Το αγνόησε. Αυτή η οικειότητα ήταν μόνο στο μυαλό της. Δεν θα ρίσκαρε να την προσβάλει ενώ ενδιαφερόταν για την Τζίνα. Γιατί, λοιπόν, ρωτούσε συνεχώς για τις προτιμήσεις της; Θα έπρεπε να πει αυτό που ήθελε και να φύγει. «Προφανώς όταν ήμουν μικρότερη. Φίλησα έναν υπηρέτη, στο κάτω κάτω». Δεν ήξερε γιατί το είχε πει αυτό, αλλά ένιωσε την ανάγκη να του θυμίσει τη φήμη της. «Η περιέργεια ήταν αυτή που σας παρακίνησε, λοιπόν;»


«Μεταξύ άλλων». Άπλωσε το χέρι κι έπιασε το δικό της, που κρατούσε σφιχτά το φτυάρι. Φορούσαν και οι δύο γάντια, αλλά ήταν σαν να μην υπήρχε κάτι να χωρίζει την επιδερμίδα τους. «Θα το λιώσετε το καημένο το φτυαράκι». Ήθελε απλώς να γελάσει, αλλά το ύφος ακούστηκε πολύ περιπαικτικό τελικά. «Είναι μυστρί κήπου. Μάλλον δεν ασχολείστε με την κηπουρική». «Δεν είναι το φόρτε μου να δημιουργώ όμορφα πράγματα». Υπονοούσε ότι έβρισκε τον κηπάκο της όμορφο; Το έκανε γιατί την ευχαριστούσε, αλλά δεν είχε δει ποτέ κάποιον άλλο να του δίνει σημασία. Τον κοίταξε για αρκετή ώρα, προσέχοντας ότι κρατούσε ακόμα το χέρι της σαν να δίσταζε να το αφήσει. Θα κρατούσε, άραγε, και το χέρι της Τζίνα με την ίδια τρυφερότητα, θα της έδινε δύναμη και παρηγοριά; Θα την κοίταζε για ώρα στα μάτια, σαν να χανόταν μέσα τους; Θα πρόσεχε η Τζίνα τις μακριές, μεταξωτές βλεφαρίδες του; Θα έβλεπε την πιο σκούρα μπλε απόχρωση που περιέβαλλε τη γαλάζια ίριδα των ματιών του; Θα λαχταρούσε να απλώσει το χέρι και να απομακρύνει τις σγουρές μπούκλες που έπεφταν στα μάτια του; Θα εκτιμούσε ότι είχε το δικαίωμα να το κάνει; Θα έσβηναν όλοι οι ήχοι γύρω της μέχρι να νιώσει μονάχα την ανάσα του, περιμένοντας να ακούσει τη βαθιά φωνή του για να παρηγορηθεί; Αγαπούσε πολύ την αδελφή της, αλλά μερικές φορές ήταν επιπόλαιη, έμοιαζε να μην εκτιμά όσα είχε στη διάθεσή της. Θα μπορούσε να εκτιμήσει αυτόν τον άντρα; «Πρέπει να χαλαρώσετε λίγο τα δάχτυλά σας», της είπε σιγανά, «πριν κάνετε το χέρι σας να πονέσει». Δεν της άρεσε να τη διατάζουν, αλλά τα λόγια του ακούστηκαν περισσότερο σαν παράκληση παρά σαν διαταγή, σαν να ανησυχούσε πραγματικά μήπως νιώθει άσχημα. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι ήταν αντάξιος της αδελφής της, αλλά δυσκολευόταν να παραβλέψει ότι μπορεί όντως να ήταν ιδανικός. «Θα βάζατε τις επιθυμίες της πάνω από τις δικές σας;» άκουσε τον εαυτό της να ρωτά, με μια φωνή που δεν έμοιαζε με τη δική της. Ακουγόταν κούφια, σαν να ερχόταν από πολύ μακριά, μέσα από ένα μακρύ τούνελ. Άνοιξε αργά τα δάχτυλά του και το χέρι της πόνεσε που έχασε το άγγιγμά του. «Θα έκανα ό,τι μπορούσα για να εξασφαλίσω την ευτυχία της». «Χρειάζεται περισσότερα πράγματα από μερικές σοκολάτες, θεατρικές παραστάσεις και βαλς». «Γι’ αυτό και την κάλεσα για φαγητό». Ίσιωσε εκείνο το μακρύ, λεπτό, υπέροχο κορμί που είχε εισβάλει στα όνειρά της. Για μια στιγμή, ήταν σχεδόν έτοιμη να επιτρέψει στον εαυτό της να πιστέψει ότι θα έπρεπε να ενθαρρύνει την Τζίνα να δεχτεί το φλερτ του, αλλά κάτι την ενοχλούσε ακόμα. Ίσως, όμως, να ήταν απλώς οι δικές της επιθυμίες. Στάθηκε δίπλα της και έβγαλε βιαστικά τα γάντια του σαν να μην του άρεσαν πια. «Η πρόσκληση περιλαμβάνει κι εσάς. Θα περάσει καλύτερα αν είστε κι εσείς μαζί, οπότε μην την απογοητεύσετε». Πριν προλάβει να του απαντήσει ότι δεν την ενδιέφερε να πάει, είχε ήδη απομακρυνθεί. Σχεδόν έτρεξε πίσω του για να του πει ότι δεν μπορούσε να τη διατάζει έτσι. Δεν ήθελε, όμως, να εμπλακεί σε μια διαφωνία που μπορεί να τον έκανε να αποσύρει την πρόταση. Προφανώς μια δημόσια έξοδος της προκαλούσε έναν μικρό πανικό, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι ήταν περίεργη για εκείνη την ιδιωτική λέσχη που μάζευε όλη την ελίτ του Λονδίνου. Πέταξε το φτυαράκι της στο χώμα και καταράστηκε τον εαυτό της που έλεγε ψέματα, γιατί,


προς μεγάλη της έκπληξη, ανυπομονούσε να περάσει άλλη μια βραδιά μαζί του.

∞ «Θα βάζατε τις επιθυμίες της πάνω από τις δικές σας;» Καθισμένος σε μια πολυθρόνα στη βιβλιοθήκη του πατέρα του, ο Ρέξτον έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται: Το έκανε αυτό ο Λαντσντάουν για τη σύζυγό του; Δεν είχε βάλει πάνω απ’ όλα τις δικές της επιθυμίες; Κάθε φορά που ήταν κοντά στη λαίδη Λαντσντάουν, συνειδητοποιούσε ότι ήθελε να γνωρίσει περισσότερα πράγματα για εκείνη: τη ζωή της πριν από τον γάμο, στη διάρκειά του, μετά. Πάντα αφιέρωνε χρόνο στην κηπουρική; Ποιες άλλες ασχολίες απολάμβανε; Έβγαινε ποτέ από το σπίτι; Ήταν μια πριγκίπισσα κλειδωμένη στον πύργο της; «Είναι επικίνδυνο», είπε ο πατέρας του. Έγνεψε καταφατικά αφηρημένος. Ένα απόγευμα τη βδομάδα, τον επισκεπτόταν για να συζητήσουν για την κατάσταση της περιουσίας τους, τα κέρδη τους, τις δυνατότητες εξέλιξης που είχαν και για νέους τρόπους εξασφάλισης πόρων. Ο δούκας σιγά σιγά του παραχωρούσε τα ηνία. Του άρεσε η πρόκληση… Του άρεσε η πρόκληση της λαίδης Λαντσντάουν. Δεν της έδωσε χρόνο να αρνηθεί την πρότασή του και υποψιάστηκε πως θα είχε γίνει έξαλλη όταν έφυγε. Είχε σχεδόν εκπλαγεί που δεν έτρεξε πίσω του να τον χτυπήσει στο κεφάλι μ’ εκείνο το φτυάρι. Ήταν ανοησία του να της πιάσει το χέρι, αλλά, μόλις το έκανε, δεν ήθελε να το αφήσει. Αν δεν πίστευε ότι θα αρνιόταν, θα της είχε βγάλει το γάντι… και το δικό του. «Ο Άντριου χρειάζεται μεγαλύτερο εισόδημα», είπε ο πατέρας του. «Φυσικά». Δέρμα πάνω στο δέρμα. Το δικό της θα ήταν απαλό σαν μετάξι. Δεν είχε καμία αμφιβολία. Τα μακριά, λεπτά της δάχτυλα θα ήταν εκτεθειμένα στη διάρκεια του δείπνου. Αν μπορούσε να βρει έναν τρόπο να τα αγγίξει τυχαία… «Σκεφτόμουν δέκα χιλιάδες τον μήνα». «Λογικό». Ίσως θα έπρεπε να της πει την αλήθεια, ότι ενδιαφερόταν περισσότερο για εκείνη παρά για την Τζίνα, ότι ήταν στη σκέψη του μέρα και νύχτα. «Θα έχουμε χρεοκοπήσει ως το τέλος του χρόνου». Έγνεψε καταφατικά και χτύπησε τα δάχτυλά του στο μπράτσο της πολυθρόνας. Αν και, αποκαλύπτοντας την αλήθεια, μπορεί να τον έδιωχνε γιατί τις εξαπάτησε, κι έτσι δεν θα έχανε μόνο την ευκαιρία να κερδίσει τον επιβήτορα, αλλά και τη λαίδη Λαντσντάουν. Άξιζε τον κόπο να χάσει το άλογο για να κερδίσει εκείνη; Πώς θα μπορούσε, όμως, να έχει μια γυναίκα με τη δική της φήμη; «Ρεξ;» Είχε να ακούσει αυτόν τον τόνο από τότε που πήγαινε σχολείο. Τον έβγαλε από τις σκέψεις του κι έστρεψε πάλι την προσοχή του στον πατέρα του. «Μάλιστα». «Δεν σε ενοχλεί η ιδέα της χρεοκοπίας;» Κοίταξε γύρω του τις διάφορες πολυθρόνες και τα ράφια με τα βιβλία. «Ποιος χρεοκόπησε;» «Μόλις σου είπα ότι θα χρεοκοπήσουμε εμείς». Γιατί πίστευε κάτι τέτοιο ο πατέρας του; «Είμαστε ασφαλείς. Τα εισοδήματά μας από τα κτήματα έχουν μειωθεί λίγο, αλλά έχουμε κι


άλλες επιχειρήσεις. Η κατάστασή μας είναι άριστη». «Και οι δέκα χιλιάδες τον μήνα για τον Άντριου;» Προφανώς δεν είχε δώσει τη δέουσα προσοχή. Η λαίδη Λαντσντάουν επηρέαζε κάθε πτυχή της ζωής του. «Δεν θα συμφωνούσα ποτέ σε αυτό το ποσό. Είναι γελοίο. Και επιπόλαιη σπατάλη πόρων. Λυπάμαι που το λέω, αλλά ο Άντριου θα τα ξόδευε όλα. Δεν είναι εντελώς ανεύθυνος, αλλά δεν έχει βρει ακόμα έναν σκοπό στη ζωή του». Ήταν έναν χρόνο μικρότερος από τον Ρέξτον, αλλά δεν του είχαν ζητήσει ποτέ να κάνει κάτι περισσότερο από το να ζει σαν κύριος – όπως και οι περισσότεροι όμοιοί του. Ο πατέρας του ακούμπησε στην πλάτη της δερμάτινης πολυθρόνας. «Σου έκανα διάφορες γελοίες προτάσεις και συμφώνησες σε όλες. Δεν άκουσες λέξη απ’ όσα σου είπα, έτσι;» Ντρεπόταν να το παραδεχτεί. «Η αλήθεια είναι πως όχι. Έχω μελετήσει, όμως, προσεκτικά τις αναφορές. Είμαι σίγουρος ότι πηγαίνουμε πολύ καλά. Δεν ανησυχώ καθόλου για την αυριανή συνάντηση με τους διαχειριστές των κτημάτων». «Τι σε ανησυχεί; Τι έχει προκαλέσει αυτή την ασυνήθιστη αφηρημάδα, ενώ συνήθως έχω την απόλυτη προσοχή σου;» Τι άραγε; Δεν μπορούσε να του πει την αλήθεια, γιατί ο Ρέξτον ήξερε πως θα διαφωνούσε. Είχε παλέψει τόσο σκληρά σε όλη του τη ζωή για να εξασφαλίσει ότι δεν θα απογοήτευε τους γονείς του. «Ήθελες ποτέ κάτι τόσο πολύ, ώστε να χρησιμοποιήσεις κάθε μέσο για να το αποκτήσεις;» «Έκλεψες πάλι στα χαρτιά παίζοντας με την αδελφή σου;» Γέλασε. Μακάρι να ήταν κάτι τόσο αθώο. Μήπως αδικούσε το κορίτσι, δείχνοντάς του προσοχή ενώ δεν είχε σοβαρές προθέσεις; Ίσως έπρεπε απλώς να παραδεχτεί την αλήθεια. Ναι, η λαίδη Λαντσντάουν θα έπεφτε σίγουρα στην αγκαλιά του τότε. «Τι σε έκανε να αποφασίσεις να διεκδικήσεις τη μητέρα;» Ο πατέρας του φάνηκε να εκπλήσσεται από την ερώτησή του, σαν να μην το είχε σκεφτεί ποτέ. «Δεν είμαι σίγουρος ότι τη φλέρταρα ποτέ. Όχι όπως θα έπρεπε, τουλάχιστον. Οι δρόμοι μας έτυχε να συναντηθούν και τότε…» Ανασήκωσε τους ώμους κι έπειτα έστρεψε μακριά το βλέμμα. «Το εκμεταλλεύτηκα. Και μια μέρα συνειδητοποίησα ότι την αγαπούσα». Κοίταξε πάλι προς το μέρος του, αλλά δεν ήταν σίγουρος πόσα μπορούσε να δει ο πατέρας του. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του, χάνοντας την όρασή του. Τώρα πια σχεδόν δεν έβλεπε. «Γνώρισες κάποια που σε ενδιαφέρει;» «Δεν ξέρω πώς ακριβώς νιώθω γι’ αυτή. Με ενδιαφέρει. Με γοητεύει. Ξέρω, όμως, πως δεν ταιριάζουμε. Δεν έχει καμία από τις αρετές που αναζητώ σε μια σύζυγο». «Ούτε και η μητέρα σου. Είχε, όμως, όλα τα χαρακτηριστικά που μπορούσα να αγαπήσω. Και τελικά, αυτό κέρδισε». «Δεν την αγαπώ. Δεν ξέρω καν αν τη συμπαθώ». «Αυτά τα αμφισβητούμενα χαρακτηριστικά της, στα οποία αναφέρεσαι, ισχύουν ακόμα;» «Όχι, από αυτή την άποψη, είναι αθώα». Το πρόβλημα ήταν πως δεν ήταν αθώα σε πολλά άλλα πράγματα.


Κεφάλαιο 6 Απόψε θα ήταν μια αξιοσέβαστη κηδεμόνας. Θα παρατηρούσε και θα έκανε νοερά μια λίστα για την καταλληλότητα του Ρέξτον. Για να αποθαρρύνει την Τζίνα να ερωτευτεί αυτόν τον άντρα, η Τίλι χρειαζόταν συγκεκριμένα παραδείγματα. Και για να εγκρίνει το ταίριασμά τους έπρεπε να έχει παραδείγματα της υποδειγματικής του συμπεριφοράς στον νου της, ώστε να βασανίζεται με τις εικόνες της αγάπης του για την αδελφή της και να πάψει να έχει όλες αυτές τις φριχτές φαντασιώσεις με εκείνον να της κάνει όλα αυτά τα πονηρά πράγματα που την ταλαιπωρούσαν τις νύχτες. Είχε να κοιμηθεί κανονικά από τότε που μπήκε στις ζωές τους εκείνος ο καταραμένος άντρας. Μπήκε στον διάδρομο… Η δυνατή κραυγή την έκανε να τιναχτεί. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά σαν τρελή. «Τι έκανες στον εαυτό σου;» φώναξε η Τζίνα. Ο τρόμος στο χαρούμενο συνήθως πρόσωπό της έπεισε την Τίλι ότι είχε πετύχει τον σκοπό της. Κανένας άντρας δεν θα την έβρισκε γοητευτική. Αν ο Ρέξτον την αγνοούσε, ίσως σταματούσε να νιώθει εκείνη την ταραχή στο στομάχι όποτε βρισκόταν κοντά του. «Μοιάζεις με φάντασμα». «Σίγουρα δεν είμαι τόσο χάλια». Το μαύρο φόρεμά της ήταν κουμπωμένο ως το πιγούνι και ως τους καρπούς. Η υπηρέτριά της της είχε πιάσει τα μαλλιά σε έναν αυστηρό, σφιχτό κότσο, κάνοντας το δέρμα της να τεντωθεί, δημιουργώντας ένα κενό στα μάγουλά της, που δέσποζε σε όλο της το πρόσωπο. «Λες και κάποιος πέθανε». Προσπάθησε να τραβήξει τα μαύρα γάντια της. Μάταια, όμως. Ήταν τόσο στενά, που δεν μετακινήθηκαν καθόλου. «Είμαι ακριβώς όπως πρέπει να είναι μια σωστή κηδεμόνας». «Δεν μπορείς να έρθεις έτσι». Η Τζίνα την προσπέρασε και μπήκε στο δωμάτιο της Τίλι. Την ακολούθησε απρόθυμα. Η αδελφή της ήταν μπροστά από την ντουλάπα της, βγάζοντας το ένα φόρεμα πίσω από το άλλο και ξαναβάζοντάς τα στη θέση τους λες κι είχε προσβληθεί και μόνο στη θέα τους. «Τζίνα, μια κηδεμόνας δεν μπορεί να τραβά την προσοχή. Ήταν ένα λάθος που έκανα στο θέατρο. Θα έπρεπε να έχω ντυθεί λιγότερο εντυπωσιακά, ώστε να περάσω απαρατήρητη. Όταν με προσέχουν οι άλλοι, απλώς θυμούνται πως είμαστε συγγενείς και αυτό δεν σου κάνει καλό». «Απόψε θα πάμε στους Δίδυμους Δράκους, όμως, και μπορεί να μην έχω επισκεφθεί το μέρος, έχω, ωστόσο, ακούσει να μιλούν γι’ αυτό. Πρέπει όλοι να φορούν τα καλά τους εκεί». Έπιασε ένα σκούρο μοβ φόρεμα και της το έδειξε. «Ειδικά αν θέλεις να σε καλέσουν να γίνεις μέλος». «Για ποιο λόγο να το θέλω αυτό;» «Για να έχεις κάτι να κάνεις τα βράδια, αντί να στοιχειώνεις αυτό το σπίτι». «Μου αρέσει να στοιχειώνω αυτό το σπίτι». Ψέματα. Το ήθελε γιατί το αγαπούσε πολύ ο Ντάουνι. Ήθελε να του πάρει κάτι που αγαπούσε, γιατί κι εκείνος της είχε πάρει κάτι πολύτιμο. Η έπαυλη ανήκε στην οικογένεια του Ντάουνι εδώ και έναν αιώνα, αλλά δεν συμπεριλαμβανόταν στην προσωπική του περιουσία και ήταν πρόθυμος να το αποχωριστεί για ένα ικανό ποσό, παρά τον τρόμο της μητέρας του. Εκείνη την εποχή, η Τίλι είχε ικανοποιηθεί από την αντίδρασή της. Τελικά, όμως, φοβόταν ότι είχε φανεί πολύ μικρόψυχη. «Εξάλλου, όπως


σου είπα, μια κηδεμόνας πρέπει να περνά απαρατήρητη». «Με αυτό σίγουρα θα σε προσέξουν. Δυστυχώς. Αν δεν θέλεις να τραβήξεις την προσοχή, τότε πρέπει να ταιριάζεις με το περιβάλλον». Πέταξε το φόρεμα στο κρεβάτι. «Αυτό εδώ είναι μια χαρά. Κάλεσε την υπηρέτριά σου και πες της να κάνει κάτι με τα μαλλιά σου. Έτσι που τα έχεις τραβήξει, μοιάζεις σαν να μην έχεις βάλει έναν χρόνο μπουκιά στο στόμα σου». «Δεν είναι τόσο αυστηρά». «Είναι απαίσια!» Καλύτερα τότε. Δεν μπορούσε να φανταστεί το βλέμμα του Ρέξτον πάνω της, γιατί ήταν βέβαιη πως δεν θα την κοίταζε καν. «Τζίνα, γλυκιά μου, δεν έχουν σημασία τα ρούχα μου. Η προσοχή του Ρέξτον θα είναι στραμμένη πάνω σου, όπως θα έπρεπε…» «Άρα έχεις προσέξει ότι σε κοιτάζει». Ξαφνιάστηκε από τη φράση της. Το είχε φανταστεί, αλλά ήταν απλώς η δική της επιθυμία. «Δεν μπορεί να με αγνοήσει εντελώς, χωρίς να φανεί αγενής». «Ίσως», είπε η Τζίνα αδιάφορα. «Ωστόσο, αυτός είναι ένας ακόμα λόγος να βάλεις τα καλά σου. Αν κοιτάζει άλλες γυναίκες, τότε σίγουρα δεν τον θέλω, έτσι δεν είναι; Ας είσαι λίγο προκλητική απόψε. Ας δοκιμάσουμε την αφοσίωσή του σ’ εμένα. Η χαρτοπαικτική λέσχη είναι το ιδανικό μέρος, γιατί οι άνθρωποι δεν συμπεριφέρονται και πολύ σωστά εκεί, έτσι δεν είναι; Είναι πονηρό μέρος, οπότε κι εσύ μπορείς να αφήσεις κάποια υπονοούμενα, χωρίς να είναι προφανές το σχέδιό μας. Δεν θέλω να προσπαθήσεις να τον κλέψεις πάντως – δεν μπορώ να σε συναγωνιστώ». «Μην είσαι ανόητη. Εγώ δεν μπορώ να σε συναγωνιστώ. Είσαι όμορφη, νέα, ενθουσιώδης. Είσαι πολύ ευχάριστη παρέα, ενώ εγώ προτιμώ την ησυχία και τη μοναξιά». «Δεν θα έχεις και πολλή ησυχία και μοναξιά απόψε, απ’ ό,τι έχω ακούσει για τη λέσχη. Και τώρα ετοιμάσου για μια υπέροχη βραδιά γεμάτη περιπέτεια». Η Τίλι κούνησε το κεφάλι. «Δεν προλαβαίνω να αλλάξω. Όπου να ’ναι θα φτάσει…» «Θα του κάνω συντροφιά στο σαλόνι. Δεν έχουμε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Θα πάμε όταν είμαστε έτοιμοι». Η Τίλι δεν ήθελε καθόλου να παραδεχτεί ότι η Τζίνα είχε δίκιο: έπρεπε να δοκιμάσουν τον Ρέξτον. Δεν θα το έκανε κραυγαλέα, αλλά η λέσχη θα ήταν ο ιδανικός χώρος να παρατηρήσει τα χαρακτηριστικά του Ρέξτον. Πόσο έπινε. Πόσο έπαιζε. Ήταν απρόσεκτος ή πειθαρχημένος; Πόση προσοχή θα της έδινε αν ήταν όπως της είχε προτείνει η αδελφή της: κάπως προκλητική. «Εντάξει, αλλά να φροντίσεις να είναι μαζί σου στο σαλόνι και η υπηρέτριά σου. Δεν είμαι σίγουρη πως δεν θα το εκμεταλλευτεί ο Ρέξτον». Το πρόσωπο της Τζίνα έλαμψε. «Υπέροχα. Αν και ομολογώ πως δεν θα έφερνα αντίρρηση, αν προσπαθούσε να το εκμεταλλευτεί. Είναι υπέροχος». Η ζήλια που ένιωσε η Τίλι στη σκέψη του Ρέξτον να φιλά την αδελφή της την αιφνιδίασε, προκαλώντας της έναν έντονο πόνο στο στομάχι, που σχεδόν την έκανε να βογκήξει. Η αντίδρασή της ήταν ανάρμοστη, ντροπιαστική. Η Τζίνα ήταν προφανώς ερωτευμένη με τον μαρκήσιο. Η Τίλι όφειλε να καταπνίξει το δικό της ενδιαφέρον και τις πονηρές της σκέψεις. «Ίσως πρέπει να είναι μαζί σου στο σαλόνι η υπηρέτρια και ο Γκριγκς», είπε με νόημα. Η Τζίνα γέλασε. «Μην ανησυχείς. Δεν θα του επιτρέψω να παραφερθεί. Δεν θα παντρευτώ επειδή


υποχρεώθηκα». «Χαίρομαι». Μόλις βγήκε η Τζίνα από το δωμάτιο, η Τίλι κάλεσε την υπηρέτριά της. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή της τώρα αν κάποιος της είχε επισημάνει τα ελαττώματα του Ντάουνι. Κοίταξε το μοβ φόρεμα. Δεν ήταν το κατάλληλο. Αν ο σκοπός τους ήταν η πρόκληση, έπρεπε να επιλέξει το κόκκινο.

∞ Στον Ρέξτον δεν άρεσε η απογοήτευση που ένιωσε όταν μπήκε στην έπαυλη Λαντσντάουν και ανακάλυψε ότι στο σαλόνι τον περίμενε η Τζίνα και η υπηρέτριά της αντί για την κόμισσα. Είχε αποκρούσει την προσέγγισή του. Κανονικά θα έπρεπε να νιώσει ανακούφιση, γιατί όφειλε να στρέψει την προσοχή του στην ανεύρεση του κατάλληλου κυρίου για τη δεσποινίδα Χάμερσλι. Ακόμα λιγότερο του άρεσε η ανακούφιση που ένιωσε όταν η κυρία που υποτίθεται ότι φλέρταρε του ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση της αδελφής της και προσφέρθηκε να του κάνει συντροφιά στο σαλόνι με την υπηρέτριά της ως κηδεμόνα, όσο θα περίμεναν την άφιξη της αργοπορημένης Τίλι. Δεν του άρεσε η έλξη που ένιωθε για τη λαίδη Λαντσντάουν, δεν του άρεσε που στοίχειωνε τις νύχτες του, που τη σκεφτόταν περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε ή που οι σκέψεις αυτές συχνά περιλάμβαναν πονηρές και λάγνες δραστηριότητες πάνω σε σατέν σεντόνια μέσα στις σκιές της νύχτας. Παρότι η Τζίνα τού είχε προτείνει να καθίσει, εκείνος ένιωθε τέτοια νευρικότητα όπως ποτέ στο παρελθόν. Ένιωθε την ανάγκη να βηματίσει, να ιππεύσει το άλογό του ή να προπονηθεί στο μποξ. Αντίθετα, κάθισε απέναντι από το τζάκι λες και χρειαζόταν προστασία, λες και θα έπαιρνε ξαφνικά φωτιά αν δεν στεκόταν πλάι του φρουρός. Είχε αγχωθεί γιατί έβλεπε με απογοήτευση ότι η νεαρή γυναίκα τον κοίταζε σαν να ήταν η απάντηση σε κάθε όνειρο που είχε κάνει ποτέ. Ήταν ο ιδανικός υποψήφιος. Το ήξερε αυτό. Είχε τίτλο, περιουσία, επιρροή. Ήταν ο άντρας που έψαχναν να βρουν οι Αμερικανίδες που συνέρρεαν στην Αγγλία. Είχε χάσει αρκετούς φίλους που υπέκυψαν στη γοητεία τους. Όσο για τον ίδιο, προτιμούσε τις Αγγλίδες κι όταν ερχόταν η ώρα να αναζητήσει μια σύζυγο, θα προτιμούσε μια γυναίκα που κατανοούσε τη σωστή κοινωνική συμπεριφορά και θα απέφευγε τα σκάνδαλα. Την ώρα που έκανε αυτή τη σκέψη, ήξερε ότι έκρινε άδικα την Τζίνα, επηρεασμένος από τη συμπεριφορά της αδελφής της. Η Τζίνα δεν είχε κάνει τίποτα που να άξιζε την απομόνωσή της. Δεν μπορούσε να την αδικήσει που ήθελε έναν Άγγλο λόρδο, όταν θεωρούνταν ιδανικοί σύζυγοι λόγω των άψογων τρόπων τους και της καλής ανατροφής τους. Ήξερε λίγους Αμερικανούς και, ενώ απολάμβανε τη συντροφιά τους, δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι ήταν αρκετά τραχείς. Ο θείος της ήταν ένα έξοχο παράδειγμα. Δούλευε σκληρά, έπινε πολύ, έπαιζε πολύ. Όταν επρόκειτο, ωστόσο, για τις ανιψιές του, επιζητούσε την εύκολη λύση. Άφηνε έναν άλλο κύριο να κάνει ό,τι χρειάζεται για να παντρευτεί το κορίτσι. Ο Ρέξτον ήταν πρόθυμος να το κάνει, με αντάλλαγμα έναν επιβήτορα. Ήταν ακόμα πρόθυμος. Απλώς ευχόταν η κοπέλα να μην έδειχνε τόσο χαρούμενη που τον έβλεπε. «Να σας προσφέρω κάτι να πιείτε;» ρώτησε γλυκά κι εκείνος ήξερε πως η αδελφή της θα είχε ήδη έτοιμο το ουίσκι και θα του το έδινε. Θα έπινε μαζί του, με το βλέμμα της να μην ξεκολλά από πάνω του, προκαλώντας τον να επικρίνει τις πράξεις της. «Όχι, ευχαριστώ».


«Είμαι σίγουρη πως η Τίλι δεν θα αργήσει πολύ ακόμα». «Δεν έχω συγκεκριμένο πρόγραμμα». «Αυτό της είπα όταν ανησυχούσε που θα έπρεπε να περιμένετε». «Ανησυχούσε;» Φυσικά και θα ανησυχούσε. Δεν ανησυχούσε ειδικά για εκείνον, απλώς ήταν αγένεια να μην είσαι έτοιμος στην ώρα σου. «Δεν της αρέσει να δημιουργεί πρόβλημα». Τότε δεν θα έπρεπε να έχει σχέση με έναν υπηρέτη, και μάλιστα δημόσια. Αναρωτιόταν, όμως: αν είχε παντρευτεί εκείνον, θα είχε απιστήσει; Είχε ό,τι χρειαζόταν για να κρατήσει μια γυναίκα χαρούμενη, ικανοποιημένη στο πλευρό του; Του φάνηκε παράξενο που συνειδητοποίησε ότι δεν είχε αποδεχτεί ακόμα μια τέτοια πρόκληση. «Νομίζω ότι φοβήθηκε πως η αργοπορία της θα επηρέαζε την άποψή σας για εμένα», είπε η Τζίνα. «Δεν συνηθίζω να κρίνω τους άλλους με βάση τις οικογενειακές τους σχέσεις». Τα μάγουλά της κοκκίνισαν κι εκείνος σκέφτηκε πως τα μάγουλα της αδελφής της θα έπαιρναν μια πιο σκούρα, πιο πλούσια απόχρωση. Ξαφνικά ήθελε να δει τη λαίδη Λαντσντάουν να κοκκινίζει. Αναρωτιόταν αν το χρώμα θα κάλυπτε κάθε χιλιοστό του κορμιού της. Ήταν άραγε ικανή να κοκκινίσει; «Αυτό είναι προφανές, λόρδε. Διαφορετικά δεν θα μου δείχνατε καθόλου προσοχή. Οι περισσότεροι κύριοι δεν είναι τόσο ανοιχτόμυαλοι. Με έκριναν ακατάλληλη, πριν καν παραβρεθώ στον πρώτο μου χορό». Η αλήθεια, ότι, δηλαδή, της είχε δείξει προσοχή λόγω ενός καταραμένου αλόγου, θα έπληττε ανεπανόρθωτα όποια αυτοπεποίθηση της είχε απομείνει. Καταράστηκε τον εαυτό του, καταράστηκε τον θείο της. Αν δεν ξεχνούσε την εμμονή του να είναι κοντά στη λαίδη Λαντσντάουν και δεν άρχιζε να ψάχνει έναν κατάλληλο σύντροφο για την κοπέλα, θα αναγκαζόταν τελικά να την παντρευτεί. Ήταν πολύ χαλαρός ως τώρα, γιατί η Τζίνα του έδινε πρόσβαση στη λαίδη Λαντσντάουν. Θα ήταν, άραγε, ανοιχτή στην προσέγγισή του η λαίδη, αν δεν φλέρταρε την αδελφή της; «Πιστεύω ότι σιγά σιγά οι κύριοι αλλάζουν άποψη. Σας έδειξαν περισσότερη προσοχή στον χτεσινό χορό». Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της. «Ζηλέψατε;» Ούτε κατά διάνοια, αλλά δεν μπορούσε να το ομολογήσει. Πριν προλάβει να απαντήσει με κάποιο κολακευτικό, αλλά αθώο, σχόλιο που ούτε θα επιβεβαίωνε ούτε θα απέκλειε το ενδεχόμενο της ζήλιας από μέρους του, η λαίδη Λαντσντάουν μπήκε στο δωμάτιο μέσα σε μια θάλασσα από κόκκινο ταφτά και σατέν που του έκλεψε την ανάσα, τη λογική και την προσοχή. Σε λίγο δεν υπήρχε κανείς άλλος στο δωμάτιο. Ήταν μόνο οι δυο τους. Τη θεωρούσε όμορφη από πριν. Εκείνη τη στιγμή, όμως, συνειδητοποιούσε ότι έπρεπε να εφευρεθεί μια καινούρια λέξη για να την περιγράψει, γιατί κάθε λέξη στο λεξιλόγιό του δεν ήταν αρκετή. Ήταν κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή, κάτι παραπάνω από υπέροχη. «Με συγχωρείτε για την καθυστέρηση», είπε, σαν να μην αντιλαμβανόταν πόσο εύκολα μπορούσε να αφήσει κάθε άντρα άφωνο. Θα της συγχωρούσε την καθυστέρηση, θα της συγχωρούσε οτιδήποτε. Θα την περίμενε μέχρι το τέλος του κόσμου. Να πάρει η ευχή! Τι είχε πάθει; Ήταν ντυμένη για να προκαλέσει. Ήταν μια γυναίκα που είχε υποτάξει έναν κόμη κι έπειτα έναν υπηρέτη. Ποιος ξέρει πόσοι ακολούθησαν; Ήξερε τι έκανε.


Τον δοκίμαζε, δοκίμασε την αφοσίωσή του στην αδελφή της. Αν ήθελε τον επιβήτορα, θα έπρεπε να αγνοήσει τη λαίδη Λαντσντάουν και να τη φαντάζεται ντυμένη με το καθόλου κολακευτικό φόρεμα μιας χήρας. Τουλάχιστον για απόψε, τουλάχιστον μέχρι να παρέδιδε την κοπέλα σε κάποιον άλλο. «Μην ανησυχείτε. Η κυρία που με ενδιαφέρει ήταν εδώ. Αυτό είναι το μόνο που με απασχολεί». Τα λόγια τού βγήκαν πολύ φυσικά. Ίσως θα έπρεπε να ασχοληθεί με το θέατρο. Ανάγκασε τα πόδια του να πάνε προς το μέρος της Τζίνα, της χαμογέλασε και της πρόσφερε το μπράτσο του. «Να πηγαίνουμε;» Για μια στιγμή, φάνηκε να σαστίζει από την προσοχή του. Έπειτα, χαμογέλασε πλατιά. «Ναι, φυσικά. Ανυπομονώ για το δείπνο μας». «Το δείπνο είναι μόνο η αρχή», τη διαβεβαίωσε. «Αλήθεια;» «Απόψε θα απολαύσουμε πολλές κακές συνήθειες». Περνώντας δίπλα από τη λαίδη Λαντσντάουν, τον τύλιξε το άρωμα λεβάντας και ορχιδέας και κατάλαβε πολύ καλά ότι δεν θα μπορούσε να απολαύσει ό,τι ήθελε. Ήξερε ήδη πως η επιμονή του να τους συνοδεύσει ήταν λάθος, κι όμως δεν το μετάνιωνε.

∞ Η λέξη χλιδή δεν ήταν αρκετή για να περιγράψει κανείς την τραπεζαρία των Δίδυμων Δράκων. Είχαν χρησιμοποιήσει μια πόρτα που τους επέτρεπε να μπουν χωρίς να περάσουν από την αίθουσα με τα παιχνίδια. Όταν η Τζίνα εξομολογήθηκε την απογοήτευσή της που δεν είχε δει τις πιο ενδιαφέρουσες περιοχές της λέσχης, ο Ρέξτον γέλασε και της υποσχέθηκε: «Όλα στην ώρα τους». Στην Τίλι δεν άρεσε που το ικανοποιημένο γέλιο του την αναστάτωνε, λες και ο ήχος αυτός προοριζόταν μόνο γι’ αυτήν και για κανέναν άλλο, ενώ στην πραγματικότητα απευθυνόταν μονάχα στην αδελφή της. Ένας σερβιτόρος τούς συνόδευσε σε ένα τραπέζι με λευκό τραπεζομάντιλο στο κέντρο της αίθουσας. Αυτό την εξέπληξε. Περίμενε κάτι πιο ιδιωτικό, όπου θα είχε κανείς την ευκαιρία να φλερτάρει στα κρυφά. Με την παρουσία της, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, οπότε ίσως ήθελε απλώς να δει ο κόσμος την υπέροχη κοπέλα που είχε στο πλευρό του. Αυτή ήταν η εντύπωση που σχημάτισε. Επιδείκνυε την Τζίνα σαν ένα τρόπαιο που είχε κερδίσει σε κάποιο παζάρι. Αυτό το συμπέρασμα τον αδικούσε, το ήξερε. Τα έκανε όλα σωστά, φερόταν όπως έπρεπε. Δεν έπρεπε να την ενοχλεί αυτό. Κι όμως, την ενοχλούσε. Οι υπέροχοι κρυστάλλινοι πολυέλαιοι που κρέμονταν από το θολωτό ταβάνι δεν φώτιζαν ιδιαίτερα την αίθουσα. Ένα ψηλό κερί καιγόταν στο κέντρο του τραπεζιού και έπρεπε να τον βλέπει πάνω από τη φλόγα, μια και καθόταν απέναντί της. Η Τζίνα κάθισε ανάμεσά τους. Ο Ρέξτον ήταν γυρισμένος και σκυμμένος προς το μέρος της αδελφής της, λες και η άποψή της για την Τζέιν Όστιν ήταν η πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχε κάνει ποτέ. Κάθε τόσο, ωστόσο, έστρεφε τα μάτια του προς την Τίλι κι εκείνο το δευτερόλεπτο το βλέμμα του δεν έδειχνε απλό ενδιαφέρον αλλά πόθο. Καθησύχασε τον εαυτό της ότι ήταν μια ψευδαίσθηση που είχε δημιουργηθεί επειδή τον κοίταζε μέσα από τη φλόγα του κεριού, κι όμως η ζέστη που ένιωθε μέσα της δεν είχε καμία σχέση μ’ εκείνη τη φλόγα. Είχε να κάνει με όσα συναισθήματα της


προκαλούσε, λες και αποτελούσε η ίδια το πραγματικό αντικείμενο του ενδιαφέροντός του. Έπειτα τα μάτια του γύριζαν στην Τζίνα κι έμοιαζαν να σβήνουν, σαν να κοιτούσε μια αγαπημένη του αδελφή ή ξαδέλφη. Ήταν, άραγε, ευσεβής πόθος από πλευράς της; Για ποιο λόγο, εξάλλου, να εύχεται να την προσέξει; Αν κατάφερνε να τον κλέψει από την Τζίνα, τότε δεν ήταν αντάξιος της αδελφής της – όμως άξιζε να πληγωθεί η Τζίνα για να μάθουν την αλήθεια, παρότι εκείνη της είχε ζητήσει να προσπαθήσει να τον σαγηνεύσει; Πίστευε ότι θα ήταν σωστός κριτής του χαρακτήρα του. Κι όμως, τα συναισθήματα που την πλημμύριζαν την μπέρδευαν. Ήπιε μια γουλιά από το υπέροχο κρασί που είχε φροντίσει να τους σερβίρουν. Βοηθούσε τα νεύρα της να ηρεμήσουν, έκανε πιο υποφερτή την παρουσία του κόσμου ολόγυρά τους. Ξαφνικά άπλωσε το χέρι του κι έβαλε το κερί στην άκρη. «Τι κάνετε;» τον ρώτησε. «Με εμποδίζει, δυσκολεύομαι να σας συμπεριλάβω κι εσάς στη συζήτηση». «Δε χρειάζεται να το κάνετε. Η προσοχή σας πρέπει να είναι στραμμένη στην Τζίνα». «Όχι απόψε. Είστε εδώ ως καλεσμένη μου. Θα ήταν αγένεια να σας αγνοήσω». «Δεν με ενοχλεί η αγένειά σας». Το χαμόγελο που της χάρισε την αποκαλούσε ψεύτρα. «Με κρίνετε, όμως, κρίνετε την καταλληλότητά μου. Αν σας συμπεριλάβω, θα κάνω πιο εύκολο το έργο σας. Εξάλλου, είμαι περίεργος. Συμφωνείτε με την αδελφή σας ότι ο κύριος Ντάρσι υπάρχει πραγματικά, ότι ήταν πράγματι ένας κύριος, ένας γείτονας τον οποίο συμπαθούσε η δεσποινίς Όστιν, αλλά η αγάπη τους έμεινε ανεκπλήρωτη;» «Εκπλήσσομαι που ξέρετε τον κύριο Ντάρσι. Έχετε διαβάσει το Περηφάνια και Προκατάληψη;» «Ναι. Η αδελφή μου αγαπούσε πολύ αυτό το βιβλίο όταν ήταν νεότερη. Η πονηρή μού είπε πως, αν ήθελα να κερδίσω την καρδιά μιας κυρίας, θα έπρεπε να ακολουθήσω το παράδειγμα του κυρίου Ντάρσι. Ο νεαρός και ρομαντικός εαυτός μου ήταν ανοιχτός στη διερεύνηση του μαγικού φίλτρου που θα έκανε τις κυρίες να συρρέουν κοντά μου. Τον βρήκα, όμως, μάλλον υπερβολικό». Είχε διαβάσει ένα βιβλίο για να αρέσει στις κυρίες; Δεν ήξερε ότι είχε ένα φυσικό χάρισμα που δεν μπορούσε να βρει κανείς στις σελίδες ενός δερματόδετου τόμου; Ένα χάρισμα που σίγουρα άνθιζε πάνω στα μεταξωτά σεντόνια. «Είναι μάλλον… υπερόπτης. Αν και έχει τους λόγους του και τελικά γοήτευσε την Ελίζαμπεθ, έτσι δεν είναι;» «Ήταν, όμως, βασισμένος σε πραγματικό πρόσωπο; Ήταν όντως ο ανεκπλήρωτος έρωτας της Τζέιν Όστιν;» Κοίταξε την Τζίνα, που, για κάποιο περίεργο λόγο, την κοίταζε κι εκείνη γεμάτη αισιοδοξία. «Υποθέτω πως, αν πιστέψουμε ότι υπήρξε, η ιστορία γίνεται πιο γοητευτική». «Θεωρείτε πως ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι ρομαντικός;» «Θεωρώ πως είναι τραγικός». «Υποψιάζομαι, όμως, ότι συμβαίνει συχνά», είπε η Τζίνα. «Ειδικά στους κόλπους της αριστοκρατίας. Σπάνια παντρεύεται από αγάπη η τάξη σας, έτσι δεν είναι, λόρδε;» Της χαμογέλασε. «Τις περισσότερες φορές πάνω από την αγάπη μπαίνουν άλλα ζητήματα». «Εσείς θα παντρευτείτε από αγάπη;» ρώτησε με νόημα η Τίλι. «Εσείς;»


Η παγίδα είχε στηθεί και είχε τσιμπήσει το δόλωμα, να τον πάρει η ευχή. «Δεν είμαστε εδώ να συζητήσουμε για εμένα». «Γιατί όχι; Η μητέρα μου λέει συχνά πως όταν παντρεύεται κάποιος, παντρεύεται μια οικογένεια. Φαίνεται πως πρέπει να μάθω για εσάς όσα και για την Τζίνα». Με την υποψία ότι μπορεί σύντομα να της έκανε πρόταση γάμου, η Τζίνα γούρλωσε τα μάτια και μισάνοιξε το στόμα. Ο Ρέξτον φάνηκε να μην το προσέχει, μια και το βλέμμα του ήταν στραμμένο στην Τίλι. Εκείνη φοβήθηκε μήπως είδε την ταραχή της στο άκουσμα της φράσης του, στην ακούσια παραδοχή του ότι σκεφτόταν σοβαρά την Τζίνα για τον ρόλο της μέλλουσας μαρκησίας. Φυσικά και τη σκεφτόταν. Δεν θα τη φλέρταρε διαφορετικά, δεν θα τη συνόδευε στο θέατρο, δεν θα την καλούσε να φάει μαζί του απόψε. Δεν ήξερε για ποιο λόγο εκείνη ή η αδελφή της αντιδρούσαν τόσο περίεργα: η ίδια είχε απογοητευτεί, η Τζίνα έμοιαζε έκπληκτη. «Σε σχέση με την απόφασή σας, το μόνο που πρέπει να ξέρετε είναι πως σπάνια θα εμπλέκομαι στη ζωή σας. Μόλις παντρευτεί η Τζίνα, θα επιστρέψω στη Νέα Υόρκη». Θα έκανε μια καινούρια αρχή εκεί, θα άφηνε πίσω της αυτή τη μίζερη ζωή. Ανάμεσά τους έπεσε σιωπή. Αυτή ήταν η μόνη ένδειξη πως τα λόγια της τον είχαν αιφνιδιάσει. Τα χαρακτηριστικά του θύμιζαν πέτρα. Ήταν εντελώς άκαμπτα. Ούτε καν τα βλέφαρά του ούτε κάποιος μυς κάτω από τα έντονα ζυγωματικά του ούτε το σαγόνι του. Τελικά έγειρε προς τα πίσω σαν να πήρε μια απόφαση κι έπειτα στράφηκε στην Τζίνα: «Γνωρίζατε ότι θα φύγει η αδελφή σας;». Τα χείλη της Τζίνα σφίχτηκαν και τα μάτια της γέμισαν θλίψη. «Αν και δεν ξέρω για ποιο λόγο δεν μπορεί να μείνει εδώ. Ο κόσμος απόψε δεν φαίνεται να την κοιτάζει όσο στο θέατρο». «Τα βλέμματα δεν έχουν καμία σχέση με αυτό», είπε ψέματα η Τίλι. Είχαν σχέση με αυτό, αλλά δεν ήταν το μόνο. «Δεν υπήρξα ποτέ ευτυχισμένη σε αυτή τη χώρα». «Άρα έμεινες μόνο για εμένα;» Έσκυψε προς την αδελφή της, της έσφιξε το χέρι και χαμογέλασε. «Πολύ μικρή θυσία. Όσο για τους ανθρώπους γύρω μας αυτή τη στιγμή, πιθανότατα θέλουν να περάσουν απαρατήρητοι όσο κι εμείς. Στο κάτω κάτω, ο χώρος αυτός είναι ένας χώρος κραιπάλης». «Ένας αξιοσέβαστος χώρος», επισήμανε ο Ρέξτον. Τον κοίταξε ανασηκώνοντας το ένα της φρύδι. «Γνωρίζετε, φαντάζομαι, ότι κραιπάλη και σεβασμός δεν ταιριάζουν». Χαμογέλασε και ευχήθηκε να μην ένιωθε τόση χαρά που ήταν η υπεύθυνη για το χαμόγελό του. «Έχετε δίκιο, αλλά υπάρχουν πολύ χειρότερα μέρη, όπου ένας άντρας μπορεί να χάσει όχι μόνο το πορτοφόλι, αλλά και τη ζωή του». «Συχνάζετε σε τέτοια μέρη;» «Ας πούμε ότι τα γνωρίζω. Α, φαίνεται πως έρχεται το κυρίως πιάτο». Είχαν ήδη απολαύσει μια σούπα λαχανικών και καβουρόψιχα σε σάλτσα γαρίδας. Το βοδινό που έβαλε μπροστά τους ο σερβιτόρος μύριζε υπέροχα. Σε ένα ξεχωριστό πιάτο δίπλα υπήρχαν φασόλια και πατάτες. Η Τίλι δεν απογοητεύτηκε με την πρώτη μπουκιά ούτε ξαφνιάστηκε που ο Ρέξτον παρήγγειλε ένα δεύτερο μπουκάλι κρασί. Δεν συνήθιζε να πίνει τόσο πολύ και είχε ζαλιστεί κάπως, αλλά απολάμβανε αυτή την αίσθηση. «Θα αποφεύγετε αυτά τα σκοτεινά μέρη όταν παντρευτείτε, έτσι δεν είναι;» ρώτησε η Τίλι, που δεν είχε καμία πρόθεση να τον αφήσει να ξεφύγει με την απάντηση που είχε δώσει. «Υποψιάζομαι πως υπάρχουν πολλά πράγματα που θα αποφεύγω όταν παντρευτώ», της


απάντησε ακόμα πιο ανέμελα. «Τις άλλες γυναίκες;» Δεν έμεινε τόσο ανέκφραστος αυτή τη φορά όταν την κοίταξε, αλλά εκείνη υπέθεσε πως προσπαθούσε να βρει τον κατάλληλο τρόπο να απαντήσει. Στην πραγματικότητα, όμως, πάσχιζε να ανακαλύψει τι είχε προκαλέσει αυτή την ερώτηση, προσπαθούσε να καταλάβει κάτι γι’ αυτήν. «Τίλι», είπε η Τζίνα αγανακτισμένη. «Ξέρω ότι νοιάζεσαι για το καλό μου, αλλά δεν μπορούμε απλώς να απολαύσουμε τη βραδιά μας χωρίς να φέρνουμε σε δύσκολη θέση τον λόρδο;» Τότε κατάλαβε πως ήταν ανυπόφορη. Τις είχε καλέσει για φαγητό, ήταν ευχάριστος – πρόθυμος να συζητήσει για την Τζέιν Όστιν, παρότι υποψιαζόταν πως θα προτιμούσε να μιλά για τη Μέρι Σέλεϊ– και της είχε ήδη πει ότι θα διασκέδαζε απόψε. «Με συγχωρείτε, λόρδε. Είμαι υπερπροστατευτική με την Τζίνα». «Δεν χρειάζεται να απολογείστε. Υποθέτω πως το ίδιο θα συνέβαινε αν ήμουν στη χώρα όταν φλέρταρε ο Λόβινγκτον την αδελφή μου. Τολμώ να πω ότι θα μου άρεσε να του δώσω μια δυο γροθιές». «Πού ήσασταν;» ρώτησε η Τζίνα, προλαβαίνοντας την Τίλι. Της χαμογέλασε και πάλι πλατιά. «Ταξίδευα στην Ευρώπη με τον αδελφό μου». «Υποθέτω πως περάσατε πολύ όμορφα». «Ήταν αξέχαστο ταξίδι». «Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας κάποιες από τις εμπειρίες σας;» Και έτσι απλά, η Τζίνα άλλαξε θέμα συζήτησης, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ένταση μεταξύ τους. Η Τίλι δεν μπορούσε παρά να σκεφτεί ότι ο Ρέξτον είχε γεννηθεί για να διηγείται ιστορίες, καθώς η βαθιά φωνή του τις ταξίδευε στα κανάλια της Βενετίας, στην Καπέλα Σιστίνα, στο Κολοσσαίο, στους αμπελώνες της Τοσκάνης και στις Άλπεις. Όταν ήρθε στην Αγγλία στα δεκαοκτώ της, της είχε φανεί σπουδαία περιπέτεια. Είχε ταξιδέψει στο Παρίσι για να ράψει τα φορέματά της, αλλά δεν είχε πάει ποτέ πέρα από εκεί. Την έκανε να λαχταρά να δει τον κόσμο. Την έκανε να λαχταρά να δει τον κόσμο μαζί του.

∞ Η επιστροφή της στην Αμερική, μετά τον γάμο της αδελφής της, ήταν το καλύτερο. Όχι, να πάρει η ευχή! Δεν ήταν! Πίνοντας το κρασί του, αναρωτιόταν γιατί του πέρασε καν από το μυαλό η σκέψη ότι την προτιμούσε στην Αμερική. Δεν φλέρταρε την Τζίνα – παρότι είχε αφήσει πολλές φορές να εννοηθεί εκείνο το βράδυ ότι έψαχνε για σύζυγο. Και μια γυναίκα που είχε απατήσει το σύζυγό της, είχε χωρίσει και είχε προσβάλει την αριστοκρατία επιμένοντας να διατηρήσει τον τίτλο της σίγουρα δεν ήταν πιθανή υποψήφια για τη θέση της μαρκησίας του Ρέξτον, μέλλουσας δούκισσας του Γκρεϊστόουν. Ο Ρέξτον σεβόταν υπερβολικά την οικογένεια και την κληρονομιά του για να φέρει στους κόλπους της μια τέτοια γυναίκα. Αυτό δεν σήμαινε, όμως, πως δεν του περνούσε από το μυαλό να τη φέρει στο κρεβάτι του. Το σκεφτόταν – κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε στο πλάι της. «Ήταν υπέροχο», είπε η Τζίνα αφήνοντας το πιρούνι της, τελειώνοντας την πάστα σοκολάτας που είχε ζητήσει ως επιδόρπιο. Η λαίδη Λαντσντάουν είχε αρνηθεί να φάει γλυκό και είχε πιει


μαζί του ένα μπράντι. Έμοιαζε να το απολαμβάνει και εκείνος τη φαντάστηκε να απολαμβάνει κάθε είδους σκοτεινή ηδονή. «Ήταν όλα υπέροχα». Αναρωτήθηκε αν παραπονιόταν ποτέ για κάτι η Τζίνα, αν θύμωνε, αν ξεσπούσε. Ήταν η πιο ευχάριστη, βολική, υπάκουη γυναίκα που είχε γνωρίσει. Θα έπρεπε να είναι ενθουσιασμένος. Θα έπρεπε, όπως είχε υπονοήσει ο Χάμερσλι, να αποφασίσει πως ήταν η κατάλληλη γι’ αυτόν. Ήταν αρκετά όμορφη. Δεν θα ήταν σίγουρα δύσκολο να κοιμηθεί μαζί της. Κι όμως, δεν θα ένιωθε ενθουσιασμένος για τη συντροφιά της, ένιωθε ότι θα έπληττε αν γινόταν σύζυγός του. Απεχθανόταν αυτές τις σκέψεις, μισούσε που δεν μπορούσε να τη λατρέψει όπως της άξιζε, αναρωτιόταν αν κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του που ένιωθε να τον έλκει ανεπανόρθωτα η διαβόητη αδελφή της. Χριστέ μου! Τι θα έκανε με τη λαίδη Λαντσντάουν, αν του δινόταν η ευκαιρία. Θα μάλωνε μαζί της, θα την πείραζε, θα τη γαργαλούσε. Θα την κυνηγούσε, ενώ θα ήταν γυμνοί και οι δυο τους, μέσα στο σπίτι. Όταν θα την έπιανε, θα τη φιλούσε από το κεφάλι ως τα δάχτυλα των ποδιών, μπροστά και πίσω. Θα την έπαιρνε αργά. Θα την έπαιρνε γρήγορα. Θα την έπαιρνε απαλά. Θα την έπαιρνε με τέτοιο ενθουσιασμό, που θα κινδύνευαν να σπάσουν το κρεβάτι. Ελπίζοντας ότι οι εκφράσεις του προσώπου του δεν φανέρωναν τις σκέψεις του, τελείωσε το μπράντι του. «Χαίρομαι που σας άρεσε. Είναι νωρίς ακόμα, όμως. Τι θα λέγατε για λίγο παιχνίδι;» «Θα μου άρεσε να δοκιμάσω. Τι λες, Τίλι;» Έμοιαζε αμήχανη, αλλά δεν είχε χαλαρώσει ιδιαίτερα όλο το βράδυ, παρότι το δεύτερο μπουκάλι κρασί, και κυρίως το μπράντι, φάνηκαν να βοηθούν κάπως. Ήθελε να τη δει όταν δεν είχε υψωμένες όλες αυτές τις άμυνες, όταν ήταν ανέμελη, όπως ήταν στον κήπο πριν ανακαλύψει ότι την παρακολουθούσε. «Δεν είμαι σίγουρη πως είναι συνετό», απάντησε. «Το πιθανότερο είναι να χάσουμε ακόμα και τα ρούχα μας». Είχε παίξει μια φορά με κάποιες κυρίες που είχαν στοιχηματίσει τα ρούχα τους. Δεν θα τον πείραζαν καθόλου μια δυο παρτίδες μαζί της. Θα έπαιζε τίμια – πιθανότατα. «Θα σας καλύψω εγώ». «Γιατί να το κάνετε αυτό;» τον ρώτησε. «Με τι αντάλλαγμα;» «Είστε πολύ καχύποπτη». Αναρωτήθηκε αν ήταν έτσι και πριν από τον γάμο της. Αμφέβαλε. «Θα σας δώσω κάποια χρήματα για να απολαύσετε τη βραδιά. Ας πούμε, εκατό λίρες στην καθεμία». «Αρκετά γενναιόδωρο ποσό». «Όχι απλώς αρκετά. Πολύ γενναιόδωρο», είπε η Τζίνα. «Δεν θα έχουμε πρόβλημα, ωστόσο, να καλύψουμε μόνες μας τα έξοδά μας. Δεν θέλω να ακουστώ χυδαία, αλλά κληρονομήσαμε και οι δύο ένα μεγάλο ποσό όταν πέθανε ο πατέρας». «Σσσς, Τζίνα», είπε χαμηλόφωνα η λαίδη Λαντσντάουν. «Δεν θα έπρεπε να μιλάς για την κληρονομιά σου». «Γιατί όχι;» «Γιατί μπορεί να ωθήσει κάποιον να σε φλερτάρει, ενώ το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι τα χρήματά σου. Μόλις παντρευτείς, θα γίνουν δικά του». «Τα χρήματα της συζύγου μου θα παραμείνουν δικά της», δήλωσε ο Ρέξτον, νιώθοντας την ανάγκη να υπερασπιστεί τον εαυτό του. «Το ίδιο πίστευε και ο πατέρας μου. Η μητέρα μου είχε δική της περιουσία και εκείνος δεν άγγιξε ποτέ ούτε σεντ».


«Η μητέρα σας ήταν κληρονόμος;» ρώτησε η Τζίνα. Κούνησε το κεφάλι του γελώντας. «Όχι, ήταν λογίστρια». Έκανε μια κίνηση με το χέρι σαν να ήθελε να περιβάλει όλο τον χώρο γύρω τους. «Και συνέταιρος σε αυτή τη λέσχη, όταν ήταν ακόμα γνωστή ως Χαρτοπαικτική Λέσχη Ντότζερ. Οι κακές συνήθειες είναι επικερδής επιχείρηση. Και τώρα πάμε να προσθέσουμε κι εμείς κάτι στα ταμεία της, τι λέτε; Οι πιθανότητες να κερδίσουμε είναι εναντίον μας». Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του, σηκώθηκε και βοήθησε την Τζίνα, ενώ ένας υπηρέτης έσπευσε να βοηθήσει τη λαίδη Λαντσντάουν. Ευχήθηκε να μην ένιωθε τόση ζήλια για τον υπηρέτη. Η Τζίνα τον κοίταξε. «Δεν ξέρω κανένα από αυτά τα παιχνίδια, λόρδε». «Θα δοκιμάσουμε διάφορα και θα δούμε τι σας αρέσει περισσότερο». «Υποθέτω πως εσείς τα γνωρίζετε όλα», σχολίασε η λαίδη Λαντσντάουν. «Και ακόμα περισσότερα». Παρότι η Τζίνα τον κρατούσε αγκαζέ καθώς την οδηγούσε στην αίθουσα των παιχνιδιών, αντιλαμβανόταν περισσότερο την παρουσία της Τίλι, που περπατούσε πλάι στην αδελφή της. «Μην ανησυχείτε. Δεν θα σας κοιτάξει κανείς επικριτικά εδώ. Αν και ο Ντρέικ είναι πολύ επιλεκτικός με τα μέλη της λέσχης –και ανήκουν όλα στην υψηλή κοινωνία–, είναι πολύ ανεκτικοί άνθρωποι». «Τότε ο Ντάουνι έπαψε να είναι μέλος», σχολίασε η κόμισσα. Να πάρει! Είχε ξεχάσει τον ανόητο τον άντρα της και τους φίλους του. «Μόλις αντιληφθούν ότι είστε μαζί μου, δεν θα σας ενοχλήσουν καθόλου». Η Τζίνα σταμάτησε απότομα. «Ίσως πρέπει να τη συνοδεύσετε εσείς. Εγώ μπορώ να περπατήσω πλάι της». Αυτό θα έθετε σε κίνδυνο το σχέδιό του. Έπρεπε να δώσει την εντύπωση πως η Τζίνα ήταν ο στόχος του, ήθελε να τραβήξει πάνω της την προσοχή. «Η καθεμία και σε ένα χέρι», πρότεινε. «Όπως στο θέατρο». «Θα είμαι μια χαρά», είπε η Τίλι. «Πρέπει να είστε πάντα τόσο πεισματάρα;» ρώτησε. «Οι κυρίες είναι χειρότερες και δεν θα έχει πολλές εδώ, έτσι δεν είναι;» «Θα έχει κάποιες», της απάντησε. «Αυτές τις κάποιες μπορώ να τις αντιμετωπίσω μια χαρά». Ήξερε ότι ήταν ψέμα. Μπορούσε να τους αντιμετωπίσει όλους μια χαρά. Το έκανε στο θέατρο, πριν της προσφέρει τη βοήθειά του. Του άρεσε που ήταν δυνατή, που στηριζόταν στον εαυτό της. Αυτό δεν σήμαινε, όμως, ότι θα τον ενοχλούσε να βασιστεί και λίγο πάνω του. «Πολύ καλά. Πάμε». Καθώς η Τίλι προχώρησε μπροστά, αντιλήφθηκε τον δισταγμό της αδελφής της. Έσκυψε προς το μέρος της. «Μην ανησυχείτε. Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να την κακολογήσει». «Σας ευχαριστώ. Φοράει το προσωπείο της γενναιότητας και υποφέρει τόσο πολύ για χάρη μου. Μακάρι να μπορούσα να τη διευκολύνω». «Όλοι πρέπει να ζούμε με τις συνέπειες των επιλογών μας, δεσποινίς Χάμερσλι». «Ακόμα κι όταν μας τις επιβάλλουν;» «Ακόμα και τότε». Για άλλη μια φορά αναρωτήθηκε αν η λαίδη Λάντσνταουν θα έκανε διαφορετικές επιλογές, αν


ήταν δική του σύζυγος.

∞ Τελικά ο Ρέξτον επέμεινε να καλύψει ο ίδιος τα έξοδα της πρώτης παρτίδας. Έκανε την προσφορά στο τραπέζι της ρουλέτας με τέτοιο τρόπο που θα ήταν αχαριστία εκ μέρους της Τίλι να το αρνηθεί, ειδικά από τη στιγμή που τους παρακολουθούσαν αρκετοί άνθρωποι γεμάτοι περιέργεια. Της πήρε μόνο λίγα λεπτά να συνειδητοποιήσει ότι το παιχνίδι δεν είχε άλλο νόημα πέρα από το να δίνει τα χρήματά της. Είτε έβαζε τις μάρκες της σε κάποιο αριθμό είτε σε κάποιο χρώμα, πάντα έμοιαζε να το κάνει λάθος. Η Τζίνα είχε λίγο περισσότερη τύχη και ήταν πολύ εκφραστική όταν κέρδιζε. Φώναζε από χαρά. Όταν έχανε, έλεγε απλώς «Την επόμενη φορά» και πόνταρε ακόμα περισσότερες μάρκες. Φυσικά ο Ρέξτον καθοδηγούσε την αδελφή της σαν να ήξερε κάποιο μυστικό για τη ρουλέτα, σαν να μπορούσε να τη δει και να καθορίσει πού θα κατέληγε η μικρή εκείνη μπίλια πριν καν ξεκινήσει να γυρίζει. Είχε προσφερθεί να βοηθήσει και την ίδια, αλλά είχε αρνηθεί. Δεν ήθελε το γαντοφορεμένο χέρι του πάνω στο δικό της να το οδηγεί στους αριθμούς. Δεν ήθελε να της ψιθυρίζει στο αφτί. Δεν τον ήθελε τόσο κοντά που το άρωμά του να καλύπτει όλες τις άλλες μυρωδιές. Δεν ήθελε να της τραβά την προσοχή, όταν προσπαθούσε να αντιληφθεί καλύτερα τον χώρο. Εκείνος, ωστόσο, έμοιαζε ανίκανος να μείνει μακριά της και να μην της ψιθυρίζει με βαθιά φωνή: «Αν πιστεύετε ότι θα χάσετε, θα χάσετε». «Υπονοείτε ότι το μυαλό μου μπορεί να ελέγξει την μπίλια;» «Λέω ότι τα τυχερά παιχνίδια δεν εξαρτώνται μόνο από το ποντάρισμα». «Υποψιάζομαι πως όλοι σε αυτό το τραπέζι πιστεύουν ότι θα κερδίσουν». «Και θα κερδίσουν». Κούνησε το κεφάλι του. «Κάποιες φορές». «Εγώ, πάντως, δεν τα κατάφερα ούτε μία». «Γιατί δεν το πιστεύετε καθόλου, γιατί δεν θέλετε να είστε εδώ». «Το παιχνίδι αυτό δεν απαιτεί κάποια δεξιότητα», είπε αμυντικά, προσπαθώντας να μην το πάρει προσωπικά που δεν είχε ακόμα βιώσει τον ενθουσιασμό της νίκης. «Ίσως να προτιμάτε τα χαρτιά. Υπάρχουν διάφορα παιχνίδια. Κάποια απαιτούν περισσότερες δεξιότητες από άλλα. Μπορούμε να ξεκινήσουμε με ένα που χρειάζεται μόνο να ξέρετε να μετράτε ως το είκοσι ένα». Ευχήθηκε να μην ήταν τόσο κοντά της. Κοιτάζοντας το μπλε των ματιών του, ένιωθε σαν να κολυμπούσε σε έναν πλατύ ωκεανό στον οποίο κινδύνευε να πνιγεί, αλλά δεν την ένοιαζε καθόλου. Έπρεπε να στρέψει πάλι την προσοχή του στην Τζίνα. Μια προσβολή θα ήταν ό,τι έπρεπε. «Υποψιάζομαι πως κλέβετε στα χαρτιά». Το σατανικό χαμόγελο στα χείλη του την έκανε να θέλει να τα νιώσει πάνω στον λαιμό της. «Εξαρτάται με ποιον παίζω». Κι εκείνη ήθελε να τον κάνει να χάσει την υπομονή του μαζί της. Έσκυψε λίγο ακόμα, με τα πλούσια χείλη του να αγγίζουν το αφτί της, και η φωνή του ακούστηκε σαν ψίθυρος. «Όταν παίζω με τον Λαντσντάουν, του παίρνω και το τελευταίο του σεντ». Τραβήχτηκε αμέσως πίσω, τον κοίταξε στα μάτια και αναρωτήθηκε αν έλεγε την αλήθεια. Ήταν εκεί, σαφής και συγκεκριμένος, αλλά και σοβαρός, σαν να το είχε ήδη κάνει για να υπερασπιστεί την τιμή της, σαν να ήξερε πώς ο άντρας της της είχε προκαλέσει όση ατίμωση


είχε προκαλέσει και η ίδια στον εαυτό της. Μόνο που δεν μπορούσε να το ξέρει. Δεν μπορούσε να ξέρει την αλήθεια για την κατάστασή της, την πραγματικότητα για τη φάρσα του γάμου της. Ήθελε να πάρει από πάνω του το βλέμμα της. Έπρεπε να το κάνει. Κι όμως, αναρωτήθηκε πώς θα αντιδρούσε αν σηκωνόταν στις μύτες, τύλιγε τα χέρια γύρω από τον λαιμό του και τον φιλούσε. Θα ένιωθε τρόμο, θα την έσπρωχνε μακριά, θα δήλωνε την αιώνια αφοσίωσή του στην Τζίνα; Η αλήθεια είναι πως δεν θα τον φιλούσε για να αποδείξει την πίστη του στην Τζίνα. Θα τον φιλούσε γιατί ήθελε εγωιστικά να βιώσει το πάθος, και ήταν σίγουρη πως ο Ρέξτον θα μπορούσε να της το προσφέρει πλουσιοπάροχα. Έγλειψε τα χείλη της χωρίς πονηριά. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Κι εκείνη είχε την εντύπωση ότι ήταν έτοιμος να την αρπάξει και να τη φιλήσει στο στόμα. Η Τζίνα θα καταρρακωνόταν και η σεζόν της θα καταστρεφόταν. Θα την περιφρονούσαν δημόσια. Ήταν ήδη απαίσιο που την περιφρονούσαν ιδιωτικά, πίσω από τις κλειστές πόρτες, αλλά, αν το έκαναν και δημόσια, η ταπείνωση θα ήταν τέτοια, που η αδελφή της δεν θα μπορούσε να το ξεπεράσει ποτέ. Κι επιπλέον, το να τη φιλούσε σε μια χαρτοπαικτική λέσχη πλάι στη ρουλέτα δεν θα βοηθούσε καθόλου την Τίλι να εξιλεωθεί. Άσχετα αν είχαν πιθανότατα φιλήσει πολλές κυρίες σε αυτόν τον χώρο. Εκεί μέσα ανθούσε η διαφθορά. Για αυτό πήγαινε εκεί ο κόσμος. «Μπορείτε να με οδηγήσετε στο βεσέ;» τον ρώτησε, με παραδόξως σταθερή φωνή, σαν να είχε καταφέρει με κάποιο τρόπο να την ξεχωρίσει από το υπόλοιπο σώμα της που έτρεμε. Ανοιγόκλεισε τα μάτια, σαν να ξυπνούσε μετά από κάποιο ξόρκι. Να είχε, άραγε, δίκιο η Τζίνα; Θα μπορούσε να τον κλέψει από την αδελφή της; Το ήθελε; Γύρισε ελαφρά το σώμα του και της έδειξε. «Εκείνος ο διάδρομος οδηγεί σε μια σειρά από αίθουσες μόνο για κυρίες. Υποθέτω πως θα το βρείτε εκεί». «Σας ευχαριστώ». Πέρασε από δίπλα του. «Τζίνα, θέλεις να έρθεις μαζί μου;» Η αδελφή της δεν πήρε τα μάτια της από τη ρουλέτα και κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι όσο κερδίζω. Δεν θέλω να αλλάξει η τύχη μου». «Δεν θα αργήσω». Χωρίς να κοιτάξει πίσω της, η Τζίνα σήκωσε το χέρι και κούνησε τα δάχτυλά της. «Πάρε όσο χρόνο χρειάζεσαι». Αν έπαιρνε όσο χρόνο χρειαζόταν, τότε δεν θα γύριζε ως το πρωί. Καθώς απομακρυνόταν, μπορούσε να νιώσει το βλέμμα του πάνω της και αναρωτιόταν για ποιο λόγο έμοιαζε να μην μπορεί να αγνοήσει την παρουσία του. Και μόνο που ήξερε ότι ήταν στο ίδιο κτίριο με εκείνη ένιωθε τα νεύρα του κορμιού της να επαναστατούν. Ήταν πολύ ενοχλητικό. Ανάγκασε τον εαυτό της να συγκεντρωθεί στον χώρο. Στον κρυστάλλινο πολυέλαιο που κρεμόταν από το θολωτό ταβάνι. Στα διάφορα τραπέζια. Σκέφτηκε να σταματήσει για λίγο και να παρατηρήσει καθένα από τα παιχνίδια, μια και της ήταν όλα άγνωστα. Ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να καταλάβει τους γενικούς κανόνες, αλλά θα ήταν πολύ πιο ευχάριστο να τους της ψιθυρίζει στο αφτί ο Ρέξτον. Η βαθιά, αντρική φωνή του ήταν ο πιο γήινος πειρασμός. Και να, πάλι τον σκεφτόταν. Τουλάχιστον είχαν ηρεμήσει κάπως τα νεύρα της, άρα σίγουρα είχε πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Ξαφνιάστηκε που ελάχιστοι της έριξαν έστω μια φευγαλέα ματιά και μάλιστα οι περισσότεροι απλώς ανασήκωσαν ελαφρά το ένα τους φρύδι. Θα έπρεπε να το φανταστεί πως στα μέρη που βασιλεύει η ασωτία θα ήταν περισσότερο ευπρόσδεκτη. Έβλεπε τόσους ανθρώπους να γελούν, να απολαμβάνουν ο ένας την παρέα του άλλου και θυμήθηκε πόσο μόνη ένιωθε τόσο καιρό. Οι


φίλοι της την είχαν εγκαταλείψει. Οι γνωστοί της την είχαν σταυρώσει. Αποτελούσε αντικείμενο χλεύης και κουτσομπολιού. Μόνο η Τζίνα της ήταν ακόμα πιστή. Η αδελφή της άξιζε πραγματικά την ευτυχία και η Τίλι υποψιαζόταν πως ίσως τελικά ο Ρέξτον να μπορούσε να της την προσφέρει. Έπρεπε να είναι πιο ανοιχτή στην πιθανότητα να γίνει γαμπρός της. Έπρεπε να παραμερίσει τις προκαταλήψεις της. Μάλλον το ενδιαφέρον της για εκείνον οφειλόταν απλώς στο γεγονός ότι ήταν ο πρώτος άντρας τον οποίο είχε τύχει να συναναστραφεί. Ίσως θα έπρεπε να επισκεφθεί τη διαβόητη λέσχη Αηδόνι, όπου οι κυρίες της καλής κοινωνίας μπορούσαν να βρουν έναν εύπορο κύριο να τους κρατήσει συντροφιά τη νύχτα. Μπορεί έτσι να κατεύναζε κάπως την ταραχή που κυρίευε το σώμα της. Ωστόσο ποτέ δεν της είχε φανεί ευχάριστο να υπομένει τα αγγίγματα ενός άντρα. Ήταν προτιμότερο τελικά να υποστεί την ντροπή και την ενοχή που ένιωθε όταν κάλυπτε μόνη της τις ανάγκες της. Και σίγουρα έτσι κανείς δεν θα μάθαινε τίποτα. Κούνησε το κεφάλι της σε αυτή τη γελοία σκέψη και μπήκε στον διάδρομο με τον κάπως πιο χαμηλό φωτισμό. Δεν είχε αφιερώσει ποτέ πριν τόσο χρόνο έχοντας στον νου της τις διάφορες λεπτομέρειες της ερωτικής συνεύρεσης. Ω, πριν παντρευτεί, σίγουρα το είχε σκεφτεί, έκανε υποθέσεις για πώς μπορεί να ήταν. Η νύχτα του γάμου της είχε απλώς κατευνάσει τον ενθουσιασμό της για αυτή τη διαδικασία. Η έκφραση «κάνω έρωτα» σε καμία περίπτωση δεν περιέγραφε τα όσα είχαν συμβεί στη συζυγική της κλίνη. Ο Ντάουνι… «Για κοιτάξτε! Η διαβόητη κληρονόμος!» Γύρισε στο άκουσμα αυτών των φριχτών λέξεων και βρέθηκε μπροστά σε έναν από τους πιο έμπιστους φίλους του Ντάουνι, ο οποίος την κοίταζε με μάτια γεμάτα μίσος και απέχθεια. «Λόρδε Έβαστον, απ’ ό,τι ξέρω ο χώρος αυτός προορίζεται αποκλειστικά για τις κυρίες». «Εσύ, όμως, δεν είσαι κυρία, έτσι δεν είναι; Είσαι μια πόρνη. Και έτσι πρέπει να σου φερόμαστε», είπε κι έκανε ένα απειλητικό βήμα μπροστά. Δεν μπορούσε να τον προσπεράσει, οπότε του γύρισε την πλάτη, σήκωσε το φόρεμά της κι έτρεξε.

∞ Χριστέ μου! Δεν τα πήγαινε καλά. Αντί να υπονοεί με τα λόγια και τις πράξεις του ότι ήταν γοητευμένος από την Τζίνα, συνεχώς έστρεφε την προσοχή του στην αδελφή της. Αυτός ο πειρασμός ήταν κάτι που δεν είχε ξαναβιώσει. Γοητευόταν από τις γυναίκες, αλλά δεν είχε ποτέ αναρωτηθεί εμμονικά τι γεύση μπορεί να είχαν, πώς θα ακούγονταν ή πώς θα ήταν το κορμί τους καθώς θα τις κυρίευε το πάθος. Ήταν τόσο μαγεμένος, τόσο αφηρημένος, που, αν καθόταν να παίξει χαρτιά, πιθανότατα θα έχανε κάθε παρτίδα. Δεν θα κατάφερνε να μετρήσει τα χαρτιά, δεν θα κατάφερνε να υπολογίσει ποια φύλλα είχαν απομείνει. Ευτυχώς, η Τζίνα δεν είχε βαρεθεί τη ρουλέτα. Προφανώς γιατί κέρδιζε. Αν δεν ήξερε ότι ήταν αδύνατον να επηρεάσεις τη ρουλέτα, θα στοιχημάτιζε ότι είχε βρει τρόπο να κλέψει. Κοιτάζοντας πίσω του, είδε τον διάδρομο στον οποίο είχε εξαφανιστεί η λαίδη Λαντσντάουν. Θα έπρεπε να έχει βρει μια κυρία να τη συνοδεύσει, να βεβαιωθεί ότι θα έβρισκε τον δρόμο. Όταν ο Ντρέικ άνοιξε τη λέσχη στις γυναίκες πριν από μια δεκαετία, είχε συστήσει στο Λονδίνο έναν ανακαινισμένο χώρο, τον οποίο θα μπορούσαν να επισκεφθούν και τα δύο φύλα. Ο Ρέξτον ήταν πάντα περίεργος για τους χώρους που προορίζονταν αποκλειστικά για τις κυρίες. Θυμόταν αίθουσες για χαρτιά, βιβλιοθήκες, ένα δωμάτιο που αποτελούνταν κυρίως από μαλακούς


καναπέδες. Στα δωμάτια αυτά, όμως, έφτανες μέσω ενός δευτερεύοντα διαδρόμου. Μήπως είχε χαθεί κάπου; «Συμβαίνει κάτι, λόρδε;» Κοίταξε την Τζίνα, που τώρα ήταν συνοφρυωμένη. Σίγουρα ανησυχούσε χωρίς λόγο, αλλά δεν μπορούσε να αγνοήσει τη δυσάρεστη σκέψη ότι η Τίλι έλειπε πολλή ώρα. Είχε δει την απέχθεια με την οποία την αντιμετώπιζαν στην όπερα. Εδώ τα πράγματα ήταν πιο ήρεμα, αλλά συχνά οι άνθρωποι στον χώρο αυτό μπορούσαν να κρύψουν πολύ επιδέξια τα αισθήματά τους – η ικανότητα να μπορείς να κρύβεις τα συναισθήματα και τις σκέψεις σου ήταν πολύ χρήσιμη στη χαρτοπαιξία. «Πηγαίνω να βεβαιωθώ πως είναι εντάξει η αδελφή σας». Εκείνη συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο. «Μα βρίσκεται σε έναν χώρο αποκλειστικά για κυρίες. Μήπως να πάω εγώ;» Λες κι εκείνο το λεπτοκαμωμένο κορίτσι μπορούσε να απωθήσει κάποιον, αν υπήρχε πρόβλημα. Τι πρόβλημα, όμως, να αντιμετώπιζε η λαίδη Λαντσντάουν; Να την ξεμαλλιάσει μια κυρία; Κι όμως, είχε τύχει να συναντηθεί με κάποιες ιδιαίτερα μοχθηρές κυρίες κατά καιρούς. Και υπήρχε κι εκείνο το περιστατικό στον διάδρομο του θεάτρου. «Όχι, θα το φροντίσω εγώ. Μην απομακρυνθείτε από εδώ». «Εντάξει». Γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε με γρήγορο βήμα στον διάδρομο. Καθώς τον διέσχιζε, θυμήθηκε ότι υπήρχε μια πόρτα που έβγαζε στον δρόμο, ώστε να μπορούν να πηγαινοέρχονται όποτε θέλουν οι κυρίες, αν ήθελαν να απολαύσουν διακριτικά τις κακές τους συνήθειες. Οι άντρες δεν θα τις έβλεπαν ποτέ ούτε θα μάθαιναν για τις επισκέψεις τους. Εκτός κι αν έμπαιναν σε χώρους που προορίζονταν και για τα δύο φύλα. Έφτασε στο σημείο όπου διακλαδιζόταν ο διάδρομος και ήταν έτοιμος να προχωρήσει προς την πλευρά που οδηγούσε στις αίθουσες, όταν άκουσε θόρυβο από την αντίθετη κατεύθυνση. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Ακόμα κι αν δεν ήταν η λαίδη Λαντσντάουν, κάποιος κινδύνευε. Όταν έστριψε στη γωνία, είδε ότι ήταν η κυρία την οποία έψαχνε. Ήταν κολλημένη στον τοίχο, με τα χέρια πίσω από την πλάτη. Την είχε ακινητοποιήσει εκείνος ο ψηλός, δυνατός άντρας με το ένα του χέρι, ενώ το άλλο έπιανε το πιγούνι της, γέρνοντάς το προς το πλάι, προσπαθώντας να τη φιλήσει, ενώ εκείνη κουνούσε το κεφάλι για να τον απωθήσει. Προσπαθούσε να τον κλοτσήσει, να ελευθερωθεί, αλλά το βαρύ φόρεμα εμπόδιζε τις κινήσεις της. Κι όμως, πάλευε ακόμα. Δική μου, φώναξε μέσα του ή μπορεί και να το είπε δυνατά, γιατί ο άντρας γύρισε και κοίταξε πίσω του. Ο Ρέξτον άρπαξε τον λόρδο από τον γιακά, τον τράβηξε μακριά από τη λαίδη Λαντσντάουν και του έριξε τρεις κοφτές, δυνατές γροθιές στο πρόσωπο. Ένιωσε τους χόνδρους και τα κόκαλα να σπάνε και το αίμα να τρέχει, πριν ρίξει τον άντρα, που βογκούσε και κλαψούριζε, στο πάτωμα. «Πάρε δρόμο από εδώ πριν σε σκοτώσω». Η φωνή του ήταν χαμηλή, αλλά έβραζε από μανία. Ο Έβανστον δεν έφερε αντίρρηση. Απλώς σηκώθηκε όρθιος και έτρεξε, κρατώντας το πρόσωπο και με τα δυο του χέρια. «Δειλέ», είπε ο Ρέξτον κι έφτυσε. Στράφηκε στην Τίλι. Δεν μπορούσε να τη σκέφτεται ως λαίδη Λαντσντάουν αυτή τη στιγμή, γιατί δεν υπήρχε ούτε ίχνος της περήφανης γυναίκας που του είχε συστηθεί εκείνο το πρώτο απόγευμα στην έπαυλη Λαντσντάουν. Το μόνο που έβλεπε ήταν μια εύθραυστη κοπέλα, με μάτια γεμάτα τρόμο, που μπορούσε μετά βίας να αναπνεύσει. «Είστε καλά;» Κούνησε το κεφάλι του πριν προλάβει να απαντήσει. «Όχι. Φυσικά και δεν


είστε καλά. Σας χτύπησε;» Ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Την έβλεπε που έτρεμε. «Σας χτύπησε;» τη ρώτησε πιο απαλά. «Τον… τον… τον χτυπήσατε». «Φυσικά και τον χτύπησα». «Τρεις φορές». «Θα το έκανα και περισσότερες, αλλά και μόνο που τον άγγιζα είχα αρχίσει να ανατριχιάζω. Σας έκανε κακό;» Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. «Δεν πιστεύετε ότι το άξιζα, ως άπιστη;» «Να σας φέρεται έτσι ένας άντρας; Σε καμία γυναίκα δεν αξίζει αυτό, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά της». Έβγαλε το γάντι του και χάιδεψε απαλά το μάγουλό της. «Πονάτε πουθενά;» Κούνησε αργά το κεφάλι. «Όχι, απλώς… δεν μπορούσα να τον απωθήσω». «Είναι μεγαλόσωμος αλλά αδέξιος. Δεν θα έπρεπε να αναγκαστείτε να το κάνετε, ωστόσο. Δεν είχε καμία δουλειά να σας πλησιάσει». Τα δάκρυα που είχαν φανεί εξαφανίστηκαν. Πήρε μια βαθιά ανάσα, δεύτερη, τρίτη. Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί: πέρασε τον αντίχειρά του από το μεταξένιο μάγουλό της, ενώ παρακολουθούσε την κίνησή του μαγεμένος, σαν να μην είχε ξαναγγίξει ποτέ γυναίκα. Τι ήταν αυτό που την έκανε τόσο διαφορετική; «Γιατί είστε εδώ;» τον ρώτησε, επαναφέροντάς τον στο παρόν. Κατέβασε το χέρι του. «Ανησύχησα. Αργήσατε πολύ». «Αφήσατε την Τζίνα μόνη της;» Φάνηκε η δυσαρέσκειά της. «Την άφησα μαζί με άλλους. Θα είναι μια χαρά». Πρόσεξε το σκίσιμο στο φόρεμά της και τον πλημμύρισε ξανά ο θυμός. Έπρεπε να χτυπήσει τουλάχιστον τρεις φορές ακόμα τον Έβανστον. «Εσείς όχι και τόσο. Το φόρεμά σας σκίστηκε. Δεν μπορείτε να γυρίσετε έτσι στην κεντρική αίθουσα. Θα σας συνοδεύσω σε μία από τις αίθουσες για τις κυρίες και έπειτα θα φέρω την Τζίνα. Θα βγούμε από αυτή την πόρτα». Ίσιωσε τους ώμους της, σήκωσε το πιγούνι και κατάφερε με κάποιο τρόπο να τον κοιτάξει αφ’ υψηλού. «Μπορώ να βρω μόνη μου την αίθουσα. Πρέπει να επιστρέψετε στο πλάι της αδελφής μου». «Να πάρει η ευχή!» Έπιασε ακόμα μια φορά το μάγουλό της, μόνο που τώρα έφερε το στόμα του στο δικό της, απολαμβάνοντας το πλούσιο κάτω χείλος της, τη γεύση του μπράντι… Τον έσπρωξε κι εκείνος έκανε δύο βήματα πίσω. «Τι κάνεις;» ρώτησε. «Υποκύπτω στον πειρασμό και σε φιλάω, προφανώς». Μισόκλεισε τα μάτια, το στόμα της σφίχτηκε από αηδία. «Είσαι σαν όλους τους άλλους. Καμία αφοσίωση. Μόνο ψέμα, απογοήτευση και κάλπικη πίστη». Δεν του άρεσε που τον κατηγορούσε τόσο, και κυρίως δεν του άρεσε που είχε δίκιο να τον κατηγορεί. Δεν ήταν καλύτερος από τους υπόλοιπους άντρες με τους οποίους την είχε δει. «Δέξου τη συγγνώμη μου. Δεν έχω καμία δικαιολογία για τη συμπεριφορά μου, πέρα από το να παραδεχτώ ότι με γοήτευσες από την πρώτη στιγμή που μπήκες στο σαλόνι σου και μου πρόσφερες ουίσκι». Φάνηκε ακόμα πιο τρομαγμένη. «Και παρ’ όλ’ αυτά συνέχισες να φλερτάρεις την αδελφή μου; Είσαι αχρείος. Το φλερτ αυτό


μόλις τελείωσε. Θα βρούμε μια άμαξα και θα γυρίσουμε μόνες στο σπίτι». Πέρασε από δίπλα του εξοργισμένη. Δεν την κατηγορούσε και ήξερε ότι τα λόγια του δεν θα κατάφερναν να του χαρίσουν την εύνοιά της, ωστόσο την άρπαξε από το μπράτσο. Γύρισε και η γροθιά της προσγειώθηκε με δύναμη στον ώμο του. Του άξιζε. «Δεν φλερτάρω την αδελφή σου». Τράβηξε το χέρι της και τον κοίταξε. «Ορίστε;» Αναστέναξε. «Δεν τη φλέρταρα ποτέ στα σοβαρά. Ο θείος σας μου ζήτησε να της δείξω λίγο προσοχή, γιατί πίστευε ότι αυτό θα έκανε τους άλλους κυρίους να ενδιαφερθούν γι’ αυτήν». Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, με τα χέρια στη μέση, κι εκείνος ένιωσε την ανάγκη, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, να κάνει ένα βήμα πίσω. Ίσως ήταν η οργή που έκαιγε στα μάτια της. «Έχεις ιδέα πώς θα νιώσει; Πιστεύει ότι είσαι ο ιππότης της. Μιλά για την εμφάνισή σου, τις αρετές σου, την καλοσύνη σου σαν να ήσουν θεός». Τον ξαναχτύπησε. «Κάθαρμα! Θα της ραγίσεις την καρδιά και θα πρέπει να μαζέψω εγώ τα κομμάτια». Τον ξαναχτύπησε. «Είσαι απαίσιος!» «Δεν της έδειχνα και τόση προσοχή», είπε για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. «Γιατί να το κάνεις εξαρχής; Τι σου υποσχέθηκε ο θείος μου;» Έμοιαζε πολύ ανούσιο σε σύγκριση με τη ραγισμένη καρδιά ενός κοριτσιού, αλλά είχε ήδη αποκαλυφθεί πόσο αχρείος ήταν. Δεν είχε νόημα να το κρατήσει κρυφό. «Το Μαύρο Διαμάντι για επιβήτορα». Τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο χλεύη. «Σου εγγυώμαι ότι δεν πρόκειται να τον πάρεις ποτέ. Θα φέρεις την Τζίνα από την αίθουσα της ρουλέτας, θα μας συνοδεύσεις στο σπίτι και θα της πεις την αλήθεια για την άνανδρη κοροϊδία σου απόψε κιόλας». Γύρισε την πλάτη κι άρχισε να απομακρύνεται. «Πού πας;» Γύρισε ξανά προς το μέρος του. «Να βρω ένα δωμάτιο για να σε περιμένω. Έχεις δίκιο. Δεν μπορώ να μπω στην αίθουσα με σκισμένο φόρεμα». Κούνησε το κεφάλι της κι εκείνος είδε τα δάκρυα να πλημμυρίζουν πάλι τα μάτια της. «Καταραμένε!» Έμεινε να την κοιτά να απομακρύνεται και ήξερε πως είχε δίκιο. Ήταν ένας αχρείος. Η εξομολόγησή του τον είχε κάνει να χάσει κάθε πιθανότητα να αποκτήσει το Μαύρο Διαμάντι. Περισσότερο, όμως, φοβόταν πως τον είχε κάνει να χάσει τη λαίδη Λαντσντάουν.


Κεφάλαιο 7 Ο Ρέξτον δεν είχε νιώσει ποτέ περισσότερη αηδία για τον εαυτό του. Μπορεί να είχε ήδη αμφιβολίες για το ψεύτικο φλερτ του στην Τζίνα, αλλά η λαίδη Λαντσντάουν είχε καταφέρει να υπογραμμίσει τις βλαβερές συνέπειες όσων έκανε. Δεν είχε ποτέ την πρόθεση να πληγώσει την Τζίνα. Είχε πείσει τον εαυτό του ότι, αν της έβρισκε τον κατάλληλο σύζυγο, θα εξιλεωνόταν για κάθε κακό. Τον είχε βοηθήσει και το γεγονός ότι δεν έμοιαζε ιδιαίτερα ενθουσιασμένη μαζί του. Έπρεπε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Είχε φερθεί πολύ άσχημα και αυτή η συμπεριφορά θα του στερούσε τη λαίδη Λαντσντάουν. Όχι πως είχε κάποια συγκεκριμένη ιδέα σχετικά με το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί η σχέση τους. Η φήμη της, σε συνδυασμό με την επιθυμία της να επιστρέψει στην Αμερική, συνεπαγόταν πως οποιαδήποτε σχέση ανάμεσά τους θα ήταν σύντομη. Τώρα, βέβαια, δεν θα συνέβαινε ποτέ. Την ώρα που ο Ρέξτον πλησίαζε τη ρουλέτα, πρόσεξε τον Άντριου να στέκεται πλάι στην Τζίνα, να της μιλά, να γελά και να της δείχνει πού να βάλει τις μάρκες της. Έμοιαζε να περνά πολύ ωραία και σιχάθηκε τον εαυτό του που θα της κατέστρεφε τη βραδιά. «Άντριου;» είπε χαμηλόφωνα, βάζοντας το χέρι του στον ώμο του αδελφού του. «Ρεξ». Ο Άντριου έκανε πίσω, αφήνοντάς του χώρο για να πλησιάσει την Τζίνα. «Έδινα στη δεσποινίδα Χάμερσλι κάποιες συμβουλές για το ποντάρισμα». «Ο λόρδος Άντριου είναι πολύ έξυπνος», σχολίασε εκείνη, χαμογελώντας πλατιά. «Κερδίζει συνεχώς». Ειδικά τις κυρίες. Δεν ήταν πολύ διακριτικός στις περιπέτειές του. Ο Ρέξτον χαμογέλασε βλέποντας τις μάρκες μπροστά της. «Φαίνεται πως τα πήγατε μια χαρά όσο έλειπα». «Περνώ υπέροχα». Κοίταξε πίσω του και συνοφρυώθηκε. «Πού είναι η Τίλι;» «Ξεκουράζεται σε ένα από τα σαλόνια». Έσκυψε προς το μέρος της και ψιθύρισε: «Αναρωτιόμουν αν θα θέλατε να δείτε κάτι που λίγοι έχουν το προνόμιο να δουν: τη χαρτοπαικτική αίθουσα από ψηλά». Κοίταξε ψηλά και ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό της. Έπειτα γύρισε προς το μέρος του, με τα πράσινα μάτια της να λάμπουν σαν σμαράγδια. «Μπορείτε να με πάτε εκεί πάνω;» «Έχεις κάποια προνόμια όταν είσαι συγγενής με τον ιδιοκτήτη». «Και τα κέρδη μου;» Έκανε νόημα σε έναν νεαρό με λιβρέα. «Φύλαξε τα κέρδη της δεσποινίδας Χάμερσλι. Θα τα πάρω εγώ αργότερα». «Μάλιστα». Ο Ρέξτον έκανε ένα βήμα πίσω, δείχνοντάς της να τον ακολουθήσει. Ακούμπησε το μπράτσο του Άντριου. «Και πάλι, λόρδε, σας ευχαριστώ που μου κρατήσατε συντροφιά όσο ο αδελφός σας ήταν απασχολημένος». Εκείνος σήκωσε το χέρι της και το φίλησε πάνω από τα γάντι. «Με μεγάλη μου χαρά, δεσποινίς Χάμερσλι». Ο Άντριου ήταν φοβερός με τις γυναίκες. Ο Ρέξτον μπορεί να τον θεωρούσε ακόμα και κατάλληλο για την Τζίνα, αν ο αδελφός του δεν είχε ορκιστεί με έμφαση σε διάφορες


περιπτώσεις ότι δεν θα παντρευόταν ποτέ. «Καληνύχτα σε όλους!» είπε χαρούμενα, κουνώντας το χέρι σε όσους ήταν συγκεντρωμένοι γύρω από το τραπέζι. Ο Ρέξτον αναρωτήθηκε αν κάποιοι από τους κυρίους ενδιαφέρονταν να τη φλερτάρουν. Παράξενο που δεν του άρεσε καθόλου η ιδέα. Ήθελε να βρει κάποιον που να την εκτιμά. Αφού της πρόσφερε το μπράτσο του, την πήρε μακριά από το τραπέζι με τη ρουλέτα. «Να δούμε μήπως θέλει να έρθει μαζί μας και η Τίλι;» τον ρώτησε καθώς περνούσαν ανάμεσα από τα τραπέζια. «Θα προτιμούσα να περάσω λίγη ώρα μόνος μαζί σας». Αν όντως είχε ελπίδες, όπως είχε αναφέρει η αδελφή της, ήθελε να της πει την αλήθεια ευγενικά, χαρίζοντάς της παράλληλα μια ξεχωριστή ανάμνηση, ώστε να μην τον θεωρήσει πολύ σκληρό. «Φαίνεται πως χρειάζομαι έναν κηδεμόνα, μπορεί να κινδυνεύει η υπόληψή μου». Προς μεγάλη του έκπληξη, δεν αστειευόταν. Έμοιαζε, μάλιστα, λίγο ανήσυχη. «Οι άνθρωποι εδώ δεν ασχολούνται με τους κηδεμόνες και, σας διαβεβαιώ, σκοπεύω να είμαι ένας κύριος». «Δεν ξέρω αν πρέπει να νιώθω ευγνωμοσύνη ή απογοήτευση». Τρεμόπαιξε τις βλεφαρίδες της παιχνιδιάρικα κι εκείνος αναρωτήθηκε γιατί δεν ένιωθε καμία έλξη γι’ αυτήν. Ήταν ανόητος να μη γοητεύεται από τη χαρούμενη διάθεση και την ανεμελιά της. Χωρίς να μπει στον κόπο να απαντήσει, έβγαλε ένα κλειδί από την τσέπη του και το χρησιμοποίησε για να ξεκλειδώσει την πόρτα που οδηγούσε στα γραφεία και σε κάποια ιδιωτικά δωμάτια, όπου τα ποσά που άλλαζαν χέρια στα παιχνίδια ήταν πολύ μεγαλύτερα. Μπήκε πρώτη στον σκοτεινό διάδρομο. «Υποθέτω πως οι άνθρωποι έρχονται εδώ έχοντας πονηρά πράγματα στον νου τους», ψιθύρισε. «Μπορεί. Από εδώ». Την οδήγησε σε μια ακόμα πιο σκοτεινή σκάλα. Έκανε την ανήθικη σκέψη πως, αν είχε φέρει εδώ τη λαίδη Λαντσντάουν, θα είχε εκμεταλλευτεί την κατάσταση. Η καρδιά του θα χτυπούσε δυνατά από ανυπομονησία καθώς θα ανέβαιναν τις σκάλες, το δέρμα του θα μούδιαζε από πόθο καθώς θα τραβούσε την κουρτίνα που οδηγούσε στον εξώστη, ολόκληρο το σώμα του θα παλλόταν από επιθυμία καθώς θα στεκόταν πίσω της και θα την παρακολουθούσε να σκύβει και να κοιτάζει τον κάτω όροφο. Ποιο ανόητο κορίτσι θα ερχόταν εδώ με έναν άντρα μόνο, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι ήταν στο έλεός του; Ήθελε να την ταρακουνήσει, να την προειδοποιήσει ότι έπαιρνε ρίσκο, ότι δεν έπρεπε ποτέ να επιτρέψει σε έναν άντρα να βρεθεί μόνος μαζί της. Ένας άντρας θα προσπαθούσε να της κλέψει έστω ένα φιλί. Μπορεί ακόμα και να την κατέστρεφε. Οι γυναίκες με τις οποίες έκανε συντροφιά δεν είχαν τίποτα να χάσουν. Αυτό το γλυκό και αθώο κορίτσι θα μπορούσε να χάσει τα πάντα. Δεν ήξερε αν έπρεπε να της εξηγήσει πώς φέρονται οι άντρες πριν ή αφού της ραγίσει την καρδιά. «Μπορείς να δεις τα πάντα από εδώ πάνω», είπε γεμάτη θαυμασμό. «Αν ήταν δικός μου αυτός ο χώρος, πιστεύω ότι θα περνούσα τον περισσότερο χρόνο μου εδώ πάνω, κοιτάζοντας την ιδιοκτησία μου κι εποπτεύοντας τα πάντα σαν να ήμουν βασίλισσα ή κάτι τέτοιο». «Ο Ντρέικ Ντάρλινγκ το κάνει αυτό. Όπως και ο ιδιοκτήτης πριν από αυτόν». Κοίταξε γύρω της, ακούμπησε στο τοιχίο που έφτανε μέχρι τη μέση της και τον κοίταξε με ένα προκλητικό ύφος που τον ξάφνιασε. «Δεν νομίζω, όμως, ότι με φέρατε εδώ πάνω για να δω τον κάτω όροφο». Ίσως να μην ήταν τόσο αθώα απέναντι στους κινδύνους όσο νόμιζε. «Όχι. Δεν ήταν αυτός ο στόχος μου». Περίμενε πως, αν της έδινε κάτι που δε θα έβλεπαν ποτέ οι περισσότεροι άνθρωποι, θα είχε λιγότερες τύψεις. Δεν είχε.


Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της κι ανασήκωσε το ένα της φρύδι. «Αν επιχειρήσετε κάτι ανάρμοστο, θα φωνάξω». Δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. «Δεν θα επιχειρήσω κάτι ανάρμοστο». Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεφύσησε αργά. «Δεσποινίς Χάμερσλι…» «Τζίνα», τον διέκοψε, θέλοντας σίγουρα να του θυμίσει ότι η σχέση τους είχε ξεπεράσει το επίπεδο της τυπικότητας, ότι φλέρταραν κι έτσι τα πράγματα μπορούσαν να είναι λιγότερο καθωσπρέπει ανάμεσά τους. Μόνο που δεν φλέρταραν. Απλώς εκείνη δεν το ήξερε ακόμα. Ίσως θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να γυρίσουν στο σπίτι της, αλλά εκεί πάνω όλα έμοιαζαν πιο απλά. «Τζίνα». Τι να έλεγε μετά; Δεν είχε συνηθίσει να δυσκολεύεται να βρει τι να πει ενώ ήταν με μια κυρία. Δεν είχε φανεί, όμως, ποτέ ανειλικρινής ως τότε. Μισούσε τον εαυτό του. «Είσαι ένα υπέροχο κορίτσι». Θα έπρεπε απλώς να της πει ότι ήταν ένας αχρείος. «Όμορφο, χαριτωμένο… φιλικό… ευχάριστο… έξυπνο… αστείο…» Τι άλλο; «Θα αναφέρετε κάθε επίθετο του λεξικού;» Έπρεπε να απαλύνει το χτύπημα. «Θέλω να καταλάβεις, να ξέρεις, ότι σε βρίσκω ξεχωριστή». «Αλλά δεν ταιριάζουμε». Αναστέναξε ανακουφισμένος. Το είπε ακριβώς όπως ήταν, χωρίς ίχνος απογοήτευσης στη φωνή της. «Δεν πρέπει να το παίρνεις προσωπικά». «Δεν το παίρνω. Κάθε άλλο. Είμαι, όμως, ενθουσιασμένη που σας έχει γοητεύσει η Τίλι». Αν εκείνος στεκόταν στη θέση της, μπορεί και να έπεφτε από τον εξώστη. «Ορίστε;» Γέλασε κι έδειξε το πρόσωπό της με τον δείκτη και το μεσαίο της δάχτυλο. «Έχω μάτια, λόρδε. Και δουλεύουν πολύ καλά. Ήταν προφανές εκείνη τη μέρα στο πάρκο ότι σας ενδιέφερε πολύ περισσότερο η Τίλι από εμένα. Για να είμαι ειλικρινής, ανακουφίστηκα. Ήξερα, από την ώρα που μας σύστησαν, ότι το φλερτ μας δεν θα οδηγούσε πουθενά». Την κοίταξε. Καμία γυναίκα δεν τον είχε απορρίψει ποτέ. Καμία γυναίκα δεν είχε γλιτώσει από τη γοητεία του. «Δεν καταλαβαίνω. Δεν είμαι τέρας. Έχω τίτλο. Μια μέρα θα γίνω δούκας. Έχω μεγάλη περιουσία. Εγώ…» «Έχετε υπέροχα προσόντα, λόρδε, αλλά δεν κάνετε την καρδιά μου να τραγουδά». Χαμογέλασε πλατιά. «Είναι αστείο, όμως, που προσπαθείτε να με πείσετε ότι θα έπρεπε να σας θέλω, ενώ προσπαθείτε να μου πείτε ότι δεν με θέλετε». «Δεν είναι πως δεν σε θέλω, απλώς…» «Θέλετε την Τίλι». Καθάρισε τον λαιμό του. «Μπορεί να ενδιαφέρομαι για την αδελφή σου, αλλά… ποιες είναι οι ενστάσεις σου για εμένα;» «Κατ’ αρχάς, είστε πολύ μεγάλος. Πρέπει να είστε τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου». Είχε ένα δίκιο. Δεν είχε κάνει την ίδια σκέψη όταν τη γνώρισε; «Τι πρόδωσε το ενδιαφέρον μου για την αδελφή σου;» «Ο τρόπος που την κοιτάζετε. Η φλόγα στα μάτια σας. Θεέ μου! Πολλές φορές νόμισα ότι θα πάρετε φωτιά». Του χάρισε ένα πονηρό χαμόγελο. «Δεν είμαι τόσο αδαής με τους άντρες όσο


νομίζει η Τίλι». Μισόκλεισε τα μάτια. «Κι όμως, συνέχισες να δέχεσαι τις προσκλήσεις μου». Έγνεψε αμέσως καταφατικά. «Ναι, για μπορέσετε να περάσετε λίγη ώρα μαζί της. Γι’ αυτό με προσκαλούσατε, έτσι δεν είναι; Παρόλο που δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο συνεχίσατε να προσποιείστε ότι με φλερτάρετε από τη στιγμή που τη γνωρίσατε. Υποθέτω γιατί η κοινωνία δεν την αποδέχεται. Μπορείτε να συνεχίσετε να κάνετε ότι με φλερτάρετε, αν θέλετε». Πόσο γενναιόδωρο εκ μέρους της. Έκανε ένα βήμα μπροστά, έσκυψε, ακούμπησε τα χέρια του στο τοιχίο και κοίταξε κάτω. «Αυτό θα ήταν άδικο για εσένα. Μπορεί να έχεις γοητεύσει κάποιους κυρίους όσο καιρό περάσαμε μαζί». «Η Τίλι, όμως, είναι τόσο μόνη, τόσο θλιμμένη εδώ». Αναστέναξε απαλά. «Ο γάμος μου είναι μάλλον ό,τι πιο καλό μπορώ να κάνω για χάρη της». Η Αγγλία θα την έχανε. Κι εκείνος θα την έχανε. Αν κοίταζε πίσω από τον ώμο του, θα έβλεπε το σοβαρό ύφος της Τζίνα. «Δεν θα ήθελε να τιμωρηθείς εσύ για χάρη της». Το ήξερε αυτό. Ήταν σίγουρος. Δεν θα ήθελε να κάνουν άλλοι θυσίες γι’ αυτήν. Περίεργο. Έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται τι θα ήταν πρόθυμος να θυσιάσει για χάρη της. Λες κι είχε καμιά ελπίδα να ανταποκριθεί στο ενδιαφέρον του μετά από όσα έκανε. Αναστέναξε ξανά. «Μερικές φορές τα πράγματα είναι τόσο περίπλοκα. Δεν πρόσεξα να την κοιτάζει κανείς, αλλά υποθέτω πως κάποιοι το έκαναν, γι’ αυτό και βρήκε καταφύγιο μακριά από την κεντρική αίθουσα». Φαίνεται πως είχε παρεξηγήσει πολύ αυτές τις δύο αδελφές. «Βασικά σκίστηκε το μπούστο του φορέματός της». Τον κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι της έλεγε. «Πώς στο καλό συνέβη αυτό; Το στρίφωμα το καταλαβαίνω, αλλά το μπούστο;» «Ο λόρδος Έβαστον κατάφερε να την ακινητοποιήσει και παρεκτράπηκε. Κατάφερα να τον σταματήσω πριν προχωρήσει». Αν και δεν θα έπρεπε ούτε καν να την ακουμπήσει. «Το τέρας!» Χτύπησε τη γροθιά της στον ώμο του. Γιατί αυτές οι Αμερικανίδες ήθελαν συνεχώς να χτυπούν τους άντρες; «Γιατί δεν μου το είπατε αμέσως;» «Είναι σώα και αβλαβής…» «Δεν είναι κι εσείς είστε ανόητος αν νομίζετε ότι μια γυναίκα θα ήταν καλά αφού ένας άντρας της έσκισε το φόρεμα. Πηγαίνετέ με κοντά της αμέσως». Γύρισε κι άρχισε να απομακρύνεται πριν προλάβει να καταλάβει τις προθέσεις της. Έτρεξε να την προφτάσει. Η λαίδη Λαντσντάουν έδειχνε τόσο δυνατή, τόσο συγκρατημένη, που δεν είχε σκεφτεί ότι ήταν πολύ πιο ταραγμένη απ’ όσο φαινόταν. Να πάρει. Θα έπρεπε να μείνει και να την παρηγορήσει, να της προσφέρει τον ώμο του να κλάψει. Η σκέψη ότι μπορεί να έκλαιγε έκανε το στήθος του να σφιχτεί. Μπορεί να μην ήθελε πια καμία σχέση μαζί του, αλλά εκείνος δεν ήταν έτοιμος να πάψει να έχει σχέση μαζί της.

∞ Βρέθηκε σε ένα δωμάτιο γεμάτο απαλούς καναπέδες. Ευτυχώς δεν ήταν κανείς εκεί για να την


ενοχλήσει καθώς βυθίστηκε σε ένα από τα μαλακά καθίσματα. Άρχισε πάλι να τρέμει, κι όχι επειδή ξαναζούσε τη συνάντηση με τον Έβανστον, αλλά γιατί σκεφτόταν εκείνο το φιλί που της είχε δώσει – ή που είχε αρχίσει να της δίνει πριν τον απομακρύνει. Είχε σχεδόν υποκύψει, το είχε υποδεχτεί, είχε μισανοίξει τα χείλη για να του δώσει πλήρη πρόσβαση στο στόμα της, αλλά τότε θυμήθηκε την Τζίνα… δεν μπορούσε να προδώσει την αδελφή της με τόσο απαίσιο τρόπο. Έπειτα, όταν της εξομολογήθηκε ότι εξαρχής δεν φλέρταρε την Τζίνα, η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη. Όλα αυτά γιατί ήθελε να έχει πρόσβαση στο σπέρμα ενός αλόγου. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. Έθαψε το πρόσωπό της στα χέρια της. Δάκρυα για τον τρόμο που είχε βιώσει στον διάδρομο, για τη λαχτάρα που της ξυπνούσε ο Ρέξτον, για τον πόνο που θα ένιωθε η Τζίνα. Θα έπρεπε να έχει πάει να φέρει την αδελφή της – δεν είχε σημασία το φόρεμά της. Αν πλήγωνε την τρυφερή Τζίνα χωρίς να είναι κοντά της η Τίλι για να την παρηγορήσει, θα τον έκανε να πληρώσει με τρόπους που δεν μπορούσε να φανταστεί. Με τρόπους που δεν μπορούσε να φανταστεί ούτε η ίδια, αν ήθελε να είναι ειλικρινής, γιατί πραγματικά δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να τον εκδικηθεί. Ήταν αλλιώς με τον Ντάουνι. Ήξερε πως η υπερβολική του περηφάνια ήταν η αδυναμία του. Δεν είχε ακόμα ανακαλύψει την αδυναμία του Ρέξτον – πέρα από την επιθυμία του να αποκτήσει το Μαύρο Διαμάντι. «Είστε καλά;» Η Τίλι, ακούγοντας αυτή την ευγενική ερώτηση, σήκωσε το κεφάλι και είδε δυο κυρίες που έμοιαζαν πολύ και την κοίταζαν συνοφρυωμένες. Τα μαλλιά τους ήταν ξανθά, πιο ανοιχτόχρωμα απ’ ό,τι είχε δει ποτέ, σχεδόν λευκά. Τα γαλάζια μάτια τους έκρυβαν πραγματική ανησυχία. Η Τίλι έγνεψε καταφατικά. «Καλά είμαι, ευχαριστώ». «Σκίσατε το ωραίο φόρεμά σας», είπε μία τους και κάθισε στον καναπέ, αγγίζοντας σχεδόν τον γοφό της Τίλι. «Και έχετε και μια γρατζουνιά στον ώμο σας. Τι συνέβη;» Τα μάτια της κοιτούσαν επίμονα την Τίλι σαν υπνωτισμένα. Ήθελε να πει ψέματα, να βρει μια δικαιολογία, να τις απομακρύνει. Αντίθετα, άκουσε τον εαυτό της να λέει: «Μου επιτέθηκαν». «Ποιος ήταν ο κύριος;» ρώτησε η γυναίκα επίμονα και το πρόσωπό της σφίχτηκε. «Αν της επιτέθηκε, δεν ήταν κύριος, έτσι δεν είναι;» ρώτησε η άλλη. «Ποιο ήταν το κάθαρμα; Θα τον βρούμε και…» «Ο λόρδος Ρέξτον το τακτοποίησε. Πολύ ικανοποιητικά, για να είμαι ειλικρινής». «Τον χτύπησε άσχημα;» ρώτησε με μια λάμψη στα μάτια. «Σχεδόν». Έγειρε το κεφάλι και κοίταξε προσεκτικά την Τίλι. «Αν ο Ρεξ σάς υπερασπίστηκε, τότε πρέπει να είστε η λαίδη Λαντσντάουν. Έχω ακούσει ότι τελευταία έχει στη συντροφιά του τη διαβόητη κληρονόμο». «Βασικά, κρατά συντροφιά στην…» Σταμάτησε. Η Τζίνα θα ένιωθε πολύ άσχημα που είχαν καταλάβει ότι τη φλέρταρε. Και μετά την απέρριψε. Δεν θα το επέτρεπε. Θα συνέχιζε να φλερτάρει με την αδελφή της μέχρι να βρεθεί κάποιος άλλος να αναλάβει αυτόν τον ρόλο. «Στην;» είπε η γυναίκα. «Στην αδελφή μου. Εγώ ήμουν απλώς η κηδεμόνας της». «Θέλετε να σας διορθώσει η αδελφή μου το φόρεμά σας;» πρότεινε αυτή που καθόταν δίπλα της. «Πάντα έχει μαζί της βελόνα και κλωστή για ώρα ανάγκης». «Πράγματι», επιβεβαίωσε κι άρχισε να ψάχνει το τσαντάκι της.


«Δεν θα ήθελα να σας βάλω σε κόπο». «Κανένας κόπος». Κρατούσε ένα μικρό τσαντάκι. «Είμαι πολύ επιδέξια. Κάνε στην άκρη, Σκάουτ». Πήρε τη θέση της αδελφής της και είπε: «Είμαι η Σκάι». «Έχετε μαντέψει πολύ σωστά ποια είμαι, αλλά μπορείτε να με φωνάζετε Τίλι». Δεν ήξερε γιατί, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τον Ντάουνι. «Πολύ όμορφο φόρεμα», σχολίασε η Σκάι. «Όταν τελειώσω, θα μπορέσετε να το φορέσετε ξανά, χωρίς να καταλάβει κανείς ότι είχε ποτέ πρόβλημα». Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να το φορά ξανά. Είχε πια συνδεθεί με πολλές αναμνήσεις. Με όλες τις ανάρμοστες σκέψεις που είχε κάνει σχετικά με τον Ρέξτον. Πώς είχε σκεφτεί ότι ήταν διαφορετικός, ότι ήταν αντάξιος της Τζίνα – ότι ήταν αντάξιός της. Είχε αρχίσει να τον συμπαθεί, ήλπιζε ότι μπορούσε να αποδείξει ότι όλοι οι άντρες δεν ήταν τέρατα. Ανατρίχιασε, γιατί θυμήθηκε τον Έβαστον να την αρπάζει και να την αγγίζει. «Μη σκέφτεστε αυτό που συνέβη», είπε ευγενικά η Σκάι και η Τίλι συνειδητοποίησε ότι πιθανότατα ένιωσε το ρίγος που τη διαπέρασε. «Ωστόσο, αν θέλετε να μας δώσετε το όνομά του», είπε η Σκάουτ, «ο αδελφός μας είναι αστυνομικός. Του αρέσει πάρα πολύ να σπάει κεφάλια». «Όχι όταν είναι σε υπηρεσία, φυσικά», πρόσθεσε η Σκάι. «Μερικές φορές, όμως, εκείνος και ο Ρέξτον κάνουν μια βόλτα στο Γουαϊτσάπελ, γυρεύοντας τους διάφορους απατεώνες». Γι’ αυτό ήταν τόσο γρήγορες και άγριες οι γροθιές που χτύπησαν το πρόσωπο του Έβανστον. «Γυρίζουν στους δρόμους, ψάχνοντας για καβγά;» «Όχι ακριβώς, απλώς δεν το βάζουν στα πόδια όταν βρεθεί στον δρόμο τους». «Είναι λίγο απολίτιστοι», πρόσθεσε η Σκάουτ. Ο Ρέξτον σίγουρα έμοιαζε απολίτιστος όταν έριξε την πρώτη γροθιά – και όταν τη φίλησε. Μακάρι να μην την κατέκλυζε τέτοια τέτοια θέρμη όταν θυμόταν πόσο απαλά και επιδέξια τής είχαν φανεί τα χείλη του τη σύντομη στιγμή που έμειναν πάνω στα δικά της. «Οι δίδυμες Σουίντλερ!» Η Τίλι κοίταξε προς την πόρτα, δυσαρεστημένη με τη στιγμιαία ικανοποίηση που τη διαπέρασε στη θέα του Ρέξτον. Ήταν θυμωμένη μαζί του, κι όμως, η παρουσία του της προκαλούσε ανακούφιση. «Ω Τίλι!» Η Τζίνα τον προσπέρασε κι έπεσε στα πόδια της, πιάνοντας το χέρι της Τίλι. «Έμαθα τι συνέβη. Είσαι καλά;» «Θα μπορούσα να είμαι και χειρότερα». «Γεια σου, Ρεξ», είπαν μαζί η Σκάουτ και η Σκάι. Προφανώς η σχέση τους με τον Ρέξτον ήταν πιο στενή απ’ όσο νόμιζε για να του απευθύνονται τόσο ανεπίσημα. Δεν της άρεσε που αναρωτήθηκε πόσο στενή ήταν αυτή η σχέση. «Πού έχετε μπλέξει πάλι;» τις ρώτησε. «Απλώς διόρθωσα ένα φόρεμα», απάντησε η Σκάι, χτυπώντας φιλικά τον ώμο της Τίλι πριν απομακρυνθεί. Η Τζίνα πήρε αμέσως τη θέση της, σφίγγοντας καθησυχαστικά το χέρι της Τίλι. «Χαρήκαμε για τη γνωριμία», είπε η Σκάουτ. «Ευχαριστώ για τη βοήθεια», τους είπε η Τίλι. «Πραγματικά λυπόμαστε που χρειαστήκατε βοήθεια», συμπλήρωσε η Σκάι. «Να είστε σίγουρη πως ο Ντρέικ Ντάρλινγκ δεν θα χαρεί καθόλου για το γεγονός. Είστε σίγουρη ότι δεν θέλετε να μας πείτε ποιος ήταν αυτός ο άντρας;» «Θα το φροντίσω εγώ», δήλωσε ο Ρέξτον. «Το φαντάστηκα», σχολίασε η Σκάουτ. «Ήθελα απλώς να το επιβεβαιώσω».


«Θα μπορούσες να με ρωτήσεις». «Ναι, αλλά έχει περισσότερη πλάκα να σε εκνευρίζω». Ναι, σίγουρα είχαν πολύ πιο στενή σχέση μαζί του απ’ όσο νόμιζε η Τίλι. Βγήκαν από το δωμάτιο. Πρώτα, όμως, σταμάτησαν και είπαν στον Ρέξτον κάτι που τον έκανε να γελάσει τόσο αυθόρμητα. Αναρωτήθηκε ποια ήταν η φύση της σχέσης τους και πάλεψε να καταπνίξει τη ζήλια που είχε σηκώσει κεφάλι. Οι δύο κυρίες έφυγαν από το δωμάτιο και η Τίλι παρηγορήθηκε με το γεγονός ότι δεν τις κοίταζε καθώς απομακρύνονταν, αλλά έστρεψε και πάλι την προσοχή του πάνω της με τέτοια ένταση, που υπονοούσε ότι δεν είχε πάψει ποτέ να είναι ο στόχος του. «Να φύγουμε από εδώ;» ρώτησε χαμηλόφωνα. «Ναι, πάμε», είπε η Τζίνα και σηκώθηκε όρθια. «Αν θέλεις, δηλαδή. Μπορούμε να περιμένουμε κι άλλο για να συνέλθεις». «Είμαι μια χαρά». Για να αποδείξει τα λόγια της, σηκώθηκε όρθια. Την πλησίασε για να τη βοηθήσει και της άπλωσε το χέρι. «Δεν χρειάζομαι τη βοήθειά σας». Δεν πρόσφερε το μπράτσο του στην Τζίνα και η Τίλι θα μπορούσε να τον επικρίνει γι’ αυτό, αλλά το θεώρησε άσκοπο να τον κάνει να δώσει στην αδελφή της κι άλλους λόγους να πιστεύει ότι τη συμπαθούσε. Όχι ότι η Τζίνα σκόπευε να αφήσει το χέρι της Τίλι. Τις συνόδευσε στην πόρτα, την άνοιξε και τις οδήγησε στον δρόμο. Εκεί στεκόταν ένας κύριος που δούλευε στους Δράκους. Ο Ρέξτον τού είπε κάτι κι εκείνος αμέσως εξαφανίστηκε. «Θα φέρει την άμαξά μας», τους εξήγησε ο Ρέξτον και την κοίταξε, ψάχνοντας αποδείξεις ότι είχε πει ψέματα για την κατάστασή της. «Φαίνεσαι πολύ ταραγμένη για κάποια που ισχυρίζεται ότι είναι καλά», παρατήρησε η Τζίνα. «Θα σου τα εξηγήσω όλα όταν πάμε στο σπίτι». «Έχει σχέση με το γεγονός ότι ο Ρέξτον δεν με φλερτάρει;» Έστρεψε την προσοχή της στην Τζίνα. «Το ξέρεις;» Έγνεψε καταφατικά. «Μου το είπε πριν έρθουμε να σε βρούμε. Δεν με πειράζει, Τίλι. Για να είμαι ειλικρινής, ανακάλυψα πολύ νωρίς ότι ενδιαφέρεται για εσένα». «Δεν ενδιαφέρεται για εμένα». «Κι όμως. Ρώτησέ τον». Δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα. «Δεν με ενδιαφέρει ένας άντρας που θα έδειχνε τέτοια αδιαφορία για τα αισθήματα μιας νεαρής κυρίας, μόνο και μόνο επειδή αγαπά ένα άλογο». «Ένα άλογο; Ποιο άλογο;» «Δεν σου το είπε;» «Θεώρησα σωστό να μην την πληγώσω με τις λεπτομέρειες», δικαιολογήθηκε αναστατωμένος. Γιατί ήταν αναστατωμένος; Την Τζίνα είχε αδικήσει – και την Τίλι, που πίστεψε πως ήταν καλύτερος απ’ ό,τι ήταν πραγματικά. «Το Μαύρο Διαμάντι», απάντησε η Τίλι κοφτά, κοιτάζοντας τον Ρέξτον. «Μα το λατρεύεις το Μαύρο Διαμάντι. Γιατί να θέλεις να αποχωριστείς το αγαπημένο σου άλογο;» «Δεν το θέλω, αλλά ο θείος υποσχέθηκε στον μαρκήσιο ότι θα του επέτρεπε να το χρησιμοποιήσει ως επιβήτορα».


«Μια στιγμή». Ο Ρέξτον έκανε ένα βήμα πίσω. «Το Μαύρο Διαμάντι ανήκει σ’ εσάς;» Έγειρε πίσω το κεφάλι, όπως έκανε συχνά ο επιβήτοράς της, και σήκωσε περήφανα το πιγούνι. «Και τώρα ξέρετε για ποιο λόγο δεν θα τον πάρετε ποτέ».

∞ Καθώς η άμαξα διέσχιζε τους νυχτερινούς δρόμους, ο Ρέξτον σκεφτόταν να επισκεφθεί τον Γκάρετ Χάμερσλι. Σίγουρα η συμφωνία τους είχε ξεκινήσει με καλή πίστη και θα έπειθε την ανιψιά του να δεχτεί τους όρους. Τώρα πια δεν είχε νόημα, βέβαια, αλλά, αν ήξερε την αλήθεια, θα ήταν πιο ειλικρινής με τη λαίδη Λαντσντάουν εξαρχής. Θα είχε, τουλάχιστον, εξασφαλίσει ότι κατανοούσε και συμφωνούσε με τον ρόλο που είχε πάρει στη ζωή της αδελφής της. Αντίθετα, δέχτηκε να κρατήσει τη συμφωνία του με τον Γκάρετ κρυφή από τις κυρίες. Υπέθετε ότι η λαίδη Λαντσντάουν δεν θα ενέκρινε το σχέδιο και θα το αποκάλυπτε στην Τζίνα – γεγονός που θα ακύρωνε τη συμφωνία. Στο εσωτερικό της άμαξας μπορούσες να κόψεις τη σιωπή με το μαχαίρι. Τη διέκοπτε μόνο περιστασιακά η Τζίνα, που έσφιγγε το χέρι της αδελφής της καθησυχαστικά. «Είμαι σχεδόν βέβαιη ότι μπορούμε να μείνουμε φίλοι», είπε η Τζίνα με αφέλεια, αλλά δεν ήξερε για το φιλί που είχε προσπαθήσει να της κλέψει στα σκοτεινά. Το γεγονός ότι είχε αντιληφθεί το ενδιαφέρον του για τη λαίδη Λαντσντάουν τον αναστάτωνε. Η κόμισσα δεν είχε φανερώσει κάποιο σημάδι ότι το είχε καταλάβει. Το φιλί την είχε αιφνιδιάσει. Για ελάχιστο χρονικό διάστημα, νόμιζε πως θα ανταπέδιδε το φιλί του με την ίδια θέρμη – αλλά τελικά πήγαζε από την οργή της κι εκείνος δεν μπορούσε παρά να τη θαυμάσει. Ανησυχούσε για την αδελφή της. Πάντα η Τζίνα ήταν προτεραιότητα. Αναρωτιόταν αν έβαζε ποτέ πρώτες τις δικές της επιθυμίες η λαίδη Λαντσντάουν. Είχε παντρευτεί έναν ευγενή επειδή το ήθελε η μητέρα της. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε εκπληρώσει κάποια δική της επιθυμία; «Οι φίλοι δεν είναι ανειλικρινείς μεταξύ τους», είπε κοφτά κι εκείνος τη φαντάστηκε σε μια σχολική αίθουσα με έναν χάρακα στο χέρι, έτοιμη να χτυπήσει τους μαθητές. Φαντάστηκε πως θα χτυπούσε κι εκείνον ευχαρίστως. Θα άπλωνε το χέρι του, αν του το ζητούσε. Είχε πιστέψει ότι θα ήταν σε θέση να ελέγξει την κατάσταση, τα συναισθήματα του κοριτσιού, όσα ένιωθε γι’ αυτόν. Σίγουρα επειδή ήταν πάντα σε θέση να ελέγχει τα δικά του συναισθήματα. Εκτός από όταν επρόκειτο για τη λαίδη Λαντσντάουν. Από τη στιγμή που μπήκε στο σαλόνι της, ένιωσε σαν τρένο που εκτροχιάστηκε και βγήκε εκτός πορείας. Δεν του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι η Τζίνα θα μπορούσε να νιώσει γι’ αυτόν κάτι που δεν ένιωθε εκείνος. Ήξερε πως τα συναισθήματα και η έντασή τους δεν ανταποδίδονταν πάντα, αλλά μέχρι εκείνο το απόγευμα δεν είχε κατανοήσει ποτέ πλήρως την έννοια αυτή. «Φαίνεται πως το μεγαλύτερο φταίξιμο είναι του θείου, που υποχρέωσε τον λόρδο να κάνει κάτι τέτοιο», είπε η Τζίνα για να τον υπερασπιστεί. Το γεγονός ότι ένα κορίτσι δικαιολογούσε τη φριχτή συμπεριφορά του τον έκανε να αισθάνεται ακόμα χειρότερα. «Αν ένας άντρας σχεδιάζει να κλέψει κάποιον κι ένας άλλος κύριος τον βοηθήσει να το κάνει, είναι και οι δύο εξίσου ένοχοι για το έγκλημα». «Πολύ υπερβολική αναλογία. Τι κλέψαμε;» τη ρώτησε. «Τον επιβήτορά μου. Την αθωότητα της Τζίνα».


«Δεν θα της έπαιρνα την αθωότητά της». «Την κάνατε να πιστέψει ότι είχατε αισθήματα γι’ αυτήν…» «Δεν ακολούθησα ποτέ αυτόν τον δρόμο, ωστόσο», παρατήρησε η Τζίνα. «Δεν έγινε τίποτα κακό». «Το γεγονός αυτό δεν δικαιολογεί τη συμπεριφορά σας. Θα μιλήσω με τον θείο το πρωί». Ο Ρεξ θα ήθελε να είναι μύγα στον τοίχο τους για να μπορεί να την παρακολουθήσει να εκφράζει όλο τον μεγαλειώδη θυμό της. «Ίσως θα πρέπει να του μιλήσουμε μαζί, μιας κι έκανε μια προσφορά που πιθανότατα δεν θα μπορούσε να φέρει σε πέρας». «Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι δεν θα την έφερνε ποτέ σε πέρας». «Τότε γιατί να κάνει τους πάντες να πιστεύουν ότι το άλογο είναι δικό του;» «Λόγω της κακής μου φήμης. Ανησυχούσα για το άλογο, φοβόμουν μήπως κάποιος επιχειρούσε να του κάνει κακό». Ένιωσε την αλήθεια στην απάντησή της. Και τον πόνο της. Τα λόγια της τον διαπερνούσαν σαν κοφτερό μαχαίρι. Νόμιζε πως είχε κατανοήσει τη ζωή της, όσα είχε περάσει. Συνειδητοποίησε ότι δεν είχε ιδέα. Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, αναρωτιόταν μήπως η ζωή της θα ήταν πιο εύκολη αν απλώς είχε δηλητηριάσει τον Λαντσντάουν για να τον ξεφορτωθεί. Η άμαξα σταμάτησε. Η πόρτα άνοιξε. Πήδηξε έξω κι έπειτα άπλωσε το χέρι του για να τη βοηθήσει. Γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη σαν να της είχε προσφέρει εντόσθια. Αναστέναξε με κατανόηση, έκανε ένα βήμα πίσω κι επέτρεψε στον υπηρέτη να βοηθήσει τις κυρίες να κατέβουν από την άμαξά του. Η Τζίνα τού χαμογέλασε με συμπάθεια κι έπειτα έτρεξε να προλάβει την αδελφή της, που ανέβαινε βιαστική τα σκαλιά. Ο Ρέξτον ακολούθησε πηδώντας τα δυο δυο. «Πραγματικά δεν είχα σκοπό να σας βλάψω». Γύρισαν και οι δύο να τον κοιτάξουν, η μία χαμογελώντας, η άλλη έξαλλη. «Η πρόθεσή μου ήταν να βοηθήσω τη δεσποινίδα Χάμερσλι να βρει τον καταλληλότερο σύντροφο. Δεν θα την παντρευόμουν ποτέ με δόλο». «Μπορούμε να τα καταφέρουμε και χωρίς τέτοια βοήθεια», απάντησε κοφτά η λαίδη Λαντσντάουν, πριν στραφεί πάλι προς την πόρτα. «Λυπάμαι που τα πράγματα δεν πήγαν καλά», είπε απαλά η Τζίνα. «Θα βρείτε κάποιον αντάξιό σας». «Εύχομαι το ίδιο και σ’ εσάς». «Για να είμαι ειλικρινής, δεσποινίς Χάμερσλι, δεν ψάχνω». «Κρίμα». «Τζίνα!» της φώναξε από την πόρτα η λαίδη Λαντσντάουν. «Είναι ώρα να ξαπλώσουμε». Να πάρει! Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν η σκέψη της την ώρα που ετοιμαζόταν για το κρεβάτι και ξάπλωνε ανάμεσα στα σεντόνια. Παρ’ όλα αυτά, περίμενε μέχρι να μπει η Τζίνα στο σπίτι με ασφάλεια και να κλείσει την πόρτα πίσω της. Κατέβηκε με φόρα τα σκαλιά. Όταν έφτασε στην άμαξα, φώναξε στον οδηγό: «Στο Γουαϊτσάπελ!». Δεν είχε διάθεση για πολιτισμό εκείνο το βράδυ. Ήθελε μεθύστακες, παρακμή και αλητεία. Μπήκε στην άμαξα και τον τύλιξε ένα άρωμα λεβάντας και ορχιδέας. Να πάρει η ευχή! Γιατί δεν ήταν ειλικρινής εξαρχής με την Τίλι, όταν του έκοψε την ανάσα με την πρώτη ματιά;


∞ Ξύπνησε και το κεφάλι του κόντευε να κοπεί στα δύο, ενώ το σώμα του πονούσε παντού. Δεν είχε ξανακοιμηθεί ποτέ σε τόσο άβολο κρεβάτι. Μύρισε καφέ. Νέκταρ των θεών. Ήθελε λίγο. Μπορεί τότε να σταματούσε το σφυροκόπημα στο μυαλό του. Προσπάθησε να ανοίξει το ένα του μάτι με δυσκολία και βρέθηκε να κοιτάζει ένα ζευγάρι φθαρμένες αλλά καλογυαλισμένες μαύρες μπότες. Τι δουλειά είχαν πάνω στο κρεβάτι; Άνοιξε και το άλλο του μάτι, κοίταξε γύρω του καλύτερα και συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν πάνω στο κρεβάτι. Ήταν στο πάτωμα. Το ίδιο κι εκείνος. Να πάρει η ευχή! Μούγκρισε και ανασηκώθηκε με κόπο. Το κεφάλι του διαμαρτυρήθηκε, το στομάχι του ανακατεύτηκε. «Ξυπνάει», είπε ο άντρας που φορούσε τις μπότες και καθόταν στη διπλανή καρέκλα. Ο Ρέξτον άπλωσε το χέρι του. «Μη φωνάζεις». Ο Τζέιμι είχε το θράσος να γελάσει, επιδεινώνοντας την κατάσταση. «Δεν φώναξα. Να ψιθυρίζω καλύτερα;» ρώτησε χαμηλόφωνα. «Σε παρακαλώ», είπε ο Ρέξτον κι έπειτα ανοιγόκλεισε πολλές φορές τα δάχτυλά του. «Καφέ». Ο Τζέιμι του έδωσε την κούπα. Ο Ρέξτον την έφερε στα χείλη του, έκανε μια γκριμάτσα κι ακούμπησε τα δάχτυλά του στην πρησμένη και ευαίσθητη γωνία των χειλιών του. Υπέροχα. Ήπιε αργά, προσεκτικά. Δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο άσχημα στη ζωή του. Θα πλήρωνε να τον σκοτώσουν αμέσως, μόνο που, σε τέτοια περίπτωση, δεν θα έβλεπε ξανά τη λαίδη Λαντσντάουν. Γιατί να τον ανησυχεί αυτό; Δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ και, αν την έβλεπε, σίγουρα θα του γύριζε την πλάτη. Ή θα του έδινε μια απολύτως δικαιολογημένη γροθιά. «Πώς ήρθα ως εδώ;» ρώτησε, έχοντας την αίσθηση πως το στόμα του ήταν γεμάτο πριονίδι. «Δεν θυμάσαι;» Κοίταξε τον Τζέιμι, ο οποίος έμοιαζε πολύ χαρούμενος. «Πήγα σε μερικές παμπ». «Οι δρόμοι μας συναντήθηκαν στις Δέκα Καμπάνες. Ήσουν ήδη μεθυσμένος κι έψαχνες κάποιον για να παλέψεις. Προθυμοποιήθηκα να σε βοηθήσω – αναγκάστηκα να σε χτυπήσω στο στόμα όταν άρχισες να φωνάζεις πως είμαι αστυνομικός». Ο Ρέξτον ακούμπησε τα χείλη με τη γλώσσα του. «Δεν το ξέρουν;» Ο Τζέιμι κούνησε το κεφάλι. «Μεγάλη ιστορία, μην τα ρωτάς. Τέλος πάντων, μόλις σε έβγαλα από εκεί μέσα, σε έφερα εδώ». «Και με άφησες στο πάτωμα σαν σκουπίδι;» «Έχεις ιδέα πόσο μεγαλόσωμος και βαρύς είσαι;» Ο Ρέξτον ανασηκώθηκε κι ακούμπησε την πλάτη του σε μια καρέκλα. Είχε αρχίσει να νιώθει καλύτερα. Υποψιαζόταν πως ο Τζέιμι είχε βάλει και κάτι άλλο πέρα από τον καφέ στο φλιτζάνι του. «Δεν είμαι τόσο μεγαλόσωμος και βαρύς όσο εσύ». «Δεν φάνηκε να σε πειράζει το πάτωμα». Ο Τζέιμι έσκυψε μπροστά κι ακούμπησε τα χέρια


στους μηρούς του. «Ξέρω ότι σου αρέσει το ουίσκι, αλλά δεν σε έχω δει ποτέ τόσο μεθυσμένο. Τι συνέβη; Έχει κάποια σχέση με την κυρία με το άρωμα λεβάντας και ορχιδέας;» Ο Ρέξτον κούνησε το κεφάλι. Το δωμάτιο είχε πάψει να γυρίζει. «Δεν νομίζω πως θέλω να μάθω πώς έφτασες σε αυτό το συμπέρασμα». «Έλεγες συνεχώς αυτές τις δύο λέξεις». Το γέλιο του ήταν σκληρό, περιφρονητικό για τον ίδιο του τον εαυτό. «Δεν πρόκειται να γίνει κάτι». «Γιατί;» «Ανακάλυψε την αλήθεια. Ας το αφήσουμε εδώ». «Φαίνεται πως σου αρέσει». «Είναι δυνατή. Πάντα πίστευα πως η μητέρα μου και η Γκρέις ήταν δυνατές – αλλά νομίζω πως εκείνη είναι περισσότερο. Είναι Αμερικανίδα. Έχει προκαλέσει σκάνδαλα. Το παρελθόν της έχει επηρεάσει την αδελφή της, θα επηρέαζε τα παιδιά της αν έμενε εδώ. Τα παιδιά δεν θα έπρεπε να υποφέρουν για τις αμαρτίες των γονιών τους». «Άρα έπινες για να την ξεχάσεις. Έπιασε;» «Νομίζω ότι απλώς μου έφερε μια πληγή στα χείλη». Ο Τζέιμι γέλασε. «Να χαίρεσαι που σταμάτησα εκεί. Τόσο καλοντυμένος που είσαι, απορώ πώς δεν σε βρήκα μαχαιρωμένο και χωρίς σεντ πάνω σου». «Όπως είπες, είμαι μεγαλόσωμος». «Είσαι. Θέλεις κάτι να φας;» Ο Ρέξτον κούνησε το κεφάλι. «Όχι, πρέπει να πηγαίνω. Σε ευχαριστώ που με φρόντισες». «Ελπίζω να μη σου γίνει συνήθειο». «Όχι». Πίεσε τον εαυτό του να σηκωθεί. Δεν είχε πιει για να ξεχάσει τη λαίδη Λαντσντάουν. Είχε πιει γιατί ήξερε πως δεν θα την ξεχνούσε ποτέ.


Κεφάλαιο 8 «Πρόσφερες το Μαύρο Διαμάντι στον μαρκήσιο του Ρέξτον;» Η Τίλι είχε εισβάλει στο γραφείο του θείου της με αυτή την ερώτηση, που θύμιζε περισσότερο δήλωση. Καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα του είχε τη διακριτικότητα να δείξει έκπληκτος. «Σου το είπε; Υποτίθεται ότι έπρεπε να το κρατήσει μυστικό». «Χτες το βράδυ συνέβη κάτι που τον ανάγκασε να με ενημερώσει. Τι σκεφτόσουν όταν έκανες αυτή τη συμφωνία; Το Μαύρο Διαμάντι είναι δικό μου!» Το σακάκι του ήταν ακουμπισμένο σε μια καρέκλα. Στηρίχτηκε στην άκρη του γραφείου και τα κουμπιά του γιλέκου του πάλευαν να ελευθερωθούν. «Σκέφτηκα πως θα μου έκανες τη χάρη. Θέλεις να είναι ευτυχισμένη η αδελφή σου, έτσι δεν είναι;» «Θα έπρεπε να το συζητήσεις μαζί μου πρώτα. Δεν το έκανες, γιατί ήξερες ότι θα διαφωνήσω». Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε στον μικρό κήπο του σπιτιού. Ως εργένης δεν χρειαζόταν πολύ χώρο. Ξόδευε τα χρήματά του σε απολαύσεις όπως το καλό φαγητό και τα εξαιρετικής ποιότητας ποτά. Γι’ αυτό και τα κουμπιά του ήταν έτοιμα να εκραγούν. «Μείωσες την Τζίνα και την αξία της». Πήγε δίπλα της και της έδωσε ένα ποτήρι ουίσκι. Το πήρε, ήπιε. «Δεν χόρευε κανείς μαζί της», είπε χαμηλόφωνα. «Δεν έχω σύζυγο να τη συστήσει, καμία φίλη να την πάρει υπό την προστασία της. Τι να έκανα; Να αγνοήσω την επιθυμία στα μάτια της, να παραβλέψω το λαμπερό χαμόγελό της όποτε περνούσε από μπροστά της κάποιος κύριος; Είμαστε Αμερικανοί, κι αυτό εξαρχής δεν είναι υπέρ μας. Και έπειτα είναι και…» Η φωνή του σβήστηκε, αλλά τα λόγια του ακούστηκαν σαν να τα είχε προφέρει, κι ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι της: το σκάνδαλό σου. «Υποσχέθηκα στον πατέρα σου ότι θα σας τακτοποιούσα και τις δύο. Δεν ανησυχώ για εσένα. Ο γάμος σε έκανε μια υπέροχη γυναίκα. Η Τζίνα, όμως; Δεν μπορείς να αρνηθείς ότι δεν είναι ακόμα πολύ δυνατή. Θέλει γάμο και παιδιά. Τα αξίζει. Θέλει να παντρευτεί έναν αριστοκράτη». Κούνησε το κεφάλι του. «Ομολογώ ότι δεν καταλαβαίνω αυτή την εμμονή με την αριστοκρατία, αλλά δεν σκοπεύω να τη δω απογοητευμένη από τη ζωή». «Δεν μπορούμε ποτέ να το εγγυηθούμε αυτό, παρά τις πράξεις μας». «Μπορούμε, όμως, να παλέψουμε να πετύχουμε τον στόχο μας και να μην κοιτάζουμε πίσω οικτίροντας τον εαυτό μας για την απραξία μας». Ήπιε άλλη μια γουλιά κι ευχήθηκε να μην αγαπούσε εκείνο τον άντρα, ευχήθηκε να μην εκτιμούσε όσα προσπαθούσε να πετύχει. Ήξερε ότι το κίνητρο για τις πράξεις του ήταν η αγάπη. «Γιατί τον Ρέξτον;» Ανασήκωσε τους ώμους και τους άφησε να πέσουν πάλι σαν να κουβαλούσαν ένα μεγάλο βάρος. «Τον ξέρω. Από τις ιπποδρομίες και τη χαρτοπαικτική λέσχη. Ξέρω ότι δεν είναι μέθυσος, δεν χρωστά. Φαίνεται πως είναι εγκρατής στις ακολασίες. Ισχυρίστηκε ότι δεν ενδιαφέρεται να παντρευτεί ακόμα, αλλά σκέφτηκα πως, μόλις γνώριζε την Τζίνα, ίσως να άλλαζε γνώμη. Και αν δεν το έκανε, και μόνο που θα την έβλεπαν μαζί του, αυτό θα την αναβάθμιζε. Δεν υπάρχει ελεύθερη γυναίκα στην αριστοκρατία που να μη λαχταρά να κερδίσει την προσοχή του».


Κοίταξε χαμηλά. «Ξέρει και η Τζίνα για τη συμφωνία;» «Ναι». Η γκριμάτσα του και η βρισιά που ψιθύρισε έκαναν την Τίλι να μαλακώσει λίγο. «Της κακοφάνηκε πολύ;» ρώτησε, με αληθινή ανησυχία και τύψεις. «Όχι. Για την ακρίβεια, ισχυρίζεται πως δεν ενδιαφέρεται καθόλου γι’ αυτόν. Δέχτηκε τις προτάσεις του, γιατί έπαιζε την προξενήτρα. Προσπαθούσε να ταιριάξει εμένα με τον Ρέξτον». Ο θείος της ξεφύσησε. «Αυτό είναι ανόητο. Ο Ρέξτον θα κληρονομήσει τον τίτλο του δούκα. Δεν πρόκειται να παντρευτεί μια γυναίκα με σκανδαλώδες παρελθόν. Κανείς αριστοκράτης δεν θα το έκανε αυτό. Η μόνη ελπίδα για εσένα, καλό μου κορίτσι, είναι να γυρίσεις πίσω στη Νέα Υόρκη». Η αλήθεια στα λόγια του την πόνεσε. Όχι πως πίστευε ότι σήμαινε κάτι για τον Ρέξτον. «Το γνωρίζω πολύ καλά». Έφυγε από το παράθυρο και πήγε προς το τζάκι, νιώθοντας ξαφνικά να κρυώνει. Η νέα θέση της, ωστόσο, δεν τη βοήθησε καθόλου, μια και δεν ήταν αναμμένο. «Μην προσβάλλεσαι, Ματίλντα. Το ξέρεις πως λέω την αλήθεια». «Το ξέρω». Τα όνειρα, όμως, σπάνια βασίζονται στην πραγματικότητα. Γι’ αυτό είναι όνειρα. «Άρα θα τη συνοδεύσεις στον χορό την επόμενη βδομάδα και δεν θα κλείσεις καμία συμφωνία με άλλους κυρίους;» Αναστέναξε. «Μήπως να προσλάβουμε μια προξενήτρα;» Τον κοίταξε. «Δεν νομίζω πως είναι απαραίτητο. Την είδαν με τον Ρέξτον. Ξέρω ότι χόρεψε στον τελευταίο χορό και την κοίταζαν αρκετοί κύριοι χτες βράδυ. Χωρίς τον μαρκήσιο κοντά της, ίσως κάποιος να κάνει το βήμα να τη διεκδικήσει». «Απεχθάνομαι τους χορούς». «Κι εγώ απεχθάνομαι την Αγγλία, κι όμως είμαστε και οι δύο εδώ – για το καλό της Τζίνα. Πρέπει να τη δούμε ευτυχισμένη. Το υποσχεθήκαμε, έτσι δεν είναι;» Έγνεψε καταφατικά. «Ναι, εντάξει». «Και να μην ξαναπροσφέρεις αλλού το άλογό μου». «Ήθελε τόσο πολύ το Μαύρο Διαμάντι. Με λίγες διαπραγματεύσεις, σίγουρα θα τον πείθαμε να την παντρευτεί». «Νομίζω ότι αυτό θα οδηγούσε μονάχα σε δυστυχία». Όλους τους εμπλεκομένους.

∞ Πέρασε μια βδομάδα και δεν μπορούσε να σταματήσει να τον σκέφτεται. Ήταν συνεχώς στο μυαλό της, στα όνειρά της και, μάλιστα, τόσο ζωντανός, λες βρισκόταν πραγματικά στο κρεβάτι της. Την ενοχλούσε τόσο πολύ που είχε αρχίσει να διαβάζει τις στήλες των κουτσομπολιών –τις οποίες συνήθως απέφευγε, γιατί μιλούσαν πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε για το λάγνο παρελθόν της–, αλλά ήθελε απεγνωσμένα να μάθει τι έκανε. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία αναφορά σε αυτόν δεν την καθησύχαζε καθόλου. Τι ήταν; Άγιος; Ένιωθε ακόμα χειρότερα καθώς βημάτιζε στο σαλόνι, πίνοντας ουίσκι, με το βλέμμα της


καρφωμένο στο ρολόι, ενώ περίμενε την Τζίνα να επιστρέψει στο σπίτι από τον χορό. Η ενοχή βασάνιζε τη συνείδησή της, γιατί δεν την ενδιέφερε πραγματικά η επιτυχία που μπορεί να είχε η αδελφή της. Ήλπιζε ότι θα μάθαινε κάτι για τον Ρέξτον. Τι φορούσε, πώς ήταν, με ποιαν μπορεί να χόρεψε. Ένιωθε σαν ζηλιάρα μέγαιρα, παρότι δεν ήταν πραγματική ζήλια εκείνο το συναίσθημα. Ήταν μοναξιά, ακόμα πιο έντονη απ’ ό,τι είχε νιώσει ποτέ – βαθιά στην ψυχή της… Την ψυχή που λες και της είχε κλέψει ο Ρέξτον. Ήταν γελοίο, ανεπίτρεπτο. Είχε παλέψει να μην απολαύσει τη συντροφιά του κι είχε χάσει. Είχε παλέψει να μη γοητευτεί απ’ αυτόν κι είχε χάσει. Είχε εναντιωθεί στο ενδεχόμενο να την κατακτήσει, κι όμως, ήταν τελικά αιχμάλωτή του. Να πάρει η ευχή! Θα ήταν πολύ πιο εύκολο να τον ξεχάσει, αν δεν είχε στείλει στην Τζίνα ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα ενθαρρύνοντάς τη να μην αρκεστεί σε κάτι λιγότερο από αυτό που άξιζε: έναν εξαιρετικό άντρα. Λες κι ο ίδιος δεν ήταν. Τελείωσε το ουίσκι της κι έβαλε ακόμα λίγο. Φυσικά δεν ήταν. Ένας εξαιρετικός άντρας δεν θα προσποιούνταν ότι φλέρταρε την αδελφή της, δεν θα ρίσκαρε να της ραγίσει την καρδιά. Δεν είχε σημασία που η Τζίνα έλεγε ότι δεν ενδιαφερόταν για εκείνον. Η πιθανότητα να πληγωθεί ήταν υπαρκτή. Η Τίλι ήξερε πολύ καλά πόσο ευαίσθητη μπορεί να αποδειχτεί η καρδιά. Όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει, τέλειωσε το ποτό της, άφησε το ποτήρι στην άκρη κι έτρεξε στην είσοδο. Είδε την Τζίνα να ανεβαίνει τις σκάλες. «Πέρασες όμορφα;» Η αδελφή της γύρισε και της χαμογέλασε. «Δεν χρειαζόταν να με περιμένεις». «Φυσικά και χρειαζόταν. Έλα στο σαλόνι, θα πιούμε ένα ποτό και θα μου τα πεις όλα». «Δεν έχω και πολλά να πω», απάντησε η Τζίνα, «αν και θα ήθελα λιγουλάκι μπράντι». Αφού έβαλε τα ποτά τους και κάθισαν στις πολυθρόνες η μία απέναντι από την άλλη, η Τίλι ρώτησε: «Υποθέτω πως είδες τον Ρέξτον». Η Τζίνα ήπιε μια γουλιά και απάντησε: «Δεν τον είδα. Δεν ήταν εκεί». «Είσαι σίγουρη;» Δεν μπορούσε να το φανταστεί. «Δεν πίστευα ότι θα ήταν τόσο δειλός, ώστε να αποφύγει να σε συναντήσει». Η αδελφή της γέλασε. «Δεν νομίζω ότι φταίει αυτό. Προφανώς δεν του αρέσουν ιδιαίτερα οι χοροί. Μπορεί να υπερτιμήσατε την επιρροή του». Ανασήκωσε τον καρπό της κι έδειξε την κάρτα της. «Χόρεψα μόνο δύο φορές απόψε». «Δεν έχει σημασία ο αριθμός των χορών, αλλά το ενδιαφέρον που δείχνει ο παρτενέρ σου». «Ο ένας χορός ήταν με τον οικοδεσπότη. Ενώ το ενδιαφέρον έμοιαζε ειλικρινές και ήταν εξαιρετικά ευγενικός, είμαι σίγουρη ότι ο κόμης του Κλέιμπορν λατρεύει τη σύζυγό του. Υποθέτω, επίσης, πως αυτή θα του στερούσε όλα τα οικογενειακά του κειμήλια, αν τολμούσε να παρεκτραπεί ποτέ». Δεν μπορούσε παρά να χαμογελάσει. Ήξερε την κόμισσα του Κλέιμπορν, είχε μιλήσει μαζί της αρκετές φορές όταν ήταν ακόμα αποδεκτή από την κοινωνία. «Σωστά. Η γυναίκα αυτή είναι πολύ δυναμική. Πώς να μην είναι, εξάλλου, όταν κατάφερε να δαμάσει τον Διαβολεμένο Κόμη; Και ο άλλος κύριος;» «Ο δεύτερος γιος ενός δεύτερου γιου, που έμοιαζε να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τις φήμες σχετικά με την κληρονομιά μου».


Απογοητεύτηκε κι έγειρε στην πλάτη της πολυθρόνας της. «Μα είχες σημειώσει τόση πρόοδο». «Νομίζω ότι έβλεπαν απλώς το ενδιαφέρον του Ρέξτον και τώρα που δεν το έχω μάλλον υποθέτουν διάφορα για τους λόγους για τους οποίους το έχασα». Η Τίλι σηκώθηκε όρθια κι άρχισε να βηματίζει νευρικά μπροστά στο τζάκι. «Να πάρει η ευχή! Δεν έχασε εκείνος το ενδιαφέρον του. Εσύ το έχασες. Γιατί πρέπει πάντα να κατηγορούν τη γυναίκα για όλα;» «Δεν είμαι σίγουρη ότι φταίει εκείνος…» Σταμάτησε απότομα και την κοίταξε. «Αν δεν σε είχε προσέξει εξαρχής, τώρα δεν θα ήσουν το αντικείμενο όλων αυτών των κουτσομπολιών. Σίγουρα αύριο στις εφημερίδες θα δούμε κάτι διόλου κολακευτικό». Κούνησε το κεφάλι της. «Εγώ φταίω. Έπρεπε να έχω προβλέψει το μήνυμα που θα έδινε η απουσία του». «Μη λες ανοησίες, Τίλι. Δεν μπορείς να κατηγορείς συνεχώς τον εαυτό σου για την αποτυχία μου ως ντεμπιτάντ». Φυσικά μπορούσε κι έπρεπε. Αν ήταν ακόμα παντρεμένη με τον Ντάουνι, θα εξασφάλιζε την αποδοχή της αδελφής της από την υψηλή κοινωνία. Αν δεν αποφάσιζε να απομακρύνει τον πειρασμό του Ρέξτον από τη ζωή της, οι πιθανότητες της Τζίνα να παντρευτεί δεν θα είχαν εξανεμιστεί. Είχε ενεργήσει πολύ βιαστικά και αυθόρμητα και στις δύο περιπτώσεις, έδωσε μεγαλύτερη προτεραιότητα στη δική της ηρεμία από την ευημερία της αδελφής της. Είχε αναλάβει την Τζίνα υπό την προστασία της όταν πέθανε η μητέρα τους. Τώρα που είχε πεθάνει κι ο πατέρας τους, η ευθύνη ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Πήρε μια βαθιά ανάσα, γύρισε στην πολυθρόνα της, σήκωσε το ποτήρι με το ουίσκι κι ήπιε μια μεγάλη γουλιά. «Θα φροντίσω να διορθώσω τα πράγματα». «Πώς θα το κάνεις αυτό;» ρώτησε η Τζίνα, με την ανησυχία ολοφάνερη στη φωνή της. Η Τίλι τελείωσε το ποτό της και άφησε το ποτήρι στην άκρη. «Τι θα κάνεις, Τίλι; Η Τζίνα έκανε την ερώτηση σαν να μη βιαζόταν να ακούσει την απάντηση, σαν να ήξερε ήδη ότι δεν θα της άρεσε. «Μην ανησυχείς. Δεν θα κάνω καμιά ανοησία». Είχε έρθει, όμως, η ώρα να εκμεταλλευτεί τη σκανδαλώδη φήμη της. Διαφορετικά, θα είχε υποφέρει τόσο μάταια.


Κεφάλαιο 9 Λέσχη Αηδόνι. Απόψε στις 10. Ο Ρέξτον κοίταξε το σημείωμα που του είχε μόλις δώσει ο μπάτλερ του. Δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο να δέχεται τέτοια σημειώματα – ήταν γνωστό στους θαμώνες της λέσχης ότι ήταν μέλος της. Σε νεαρή ηλικία, μάλιστα, την επισκεπτόταν πολύ συχνά – είχε βαρεθεί, όμως, τις παντρεμένες κυρίες και τις χήρες που αναζητούσαν κάποια σύντομη περιπέτεια. Είχε συνηθίσει, επίσης, να βλέπει κάποια υπογραφή στα σημειώματα αυτά ή τουλάχιστον να περιέχουν κάποια ένδειξη για το ποια θα συναντούσε. «Ποιος το παρέδωσε;» ρώτησε τον Γουίντσεστερ. «Κάποιος νεαρός. Δεν φορούσε λιβρέα και δεν είδα κάποια άμαξα να τον περιμένει. Το αγόρι χτύπησε την πόρτα της υπηρεσίας, το παρέδωσε και το έβαλε στα πόδια σαν να φοβόταν ότι τον περίμενε κρεμάλα». Ο Ρέξτον δεν αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα. Ήταν καθαρός, σταθερός και σίγουρα γυναικείος. Κάποτε είχε δεχτεί ένα σημείωμα γραμμένο από αντρικό χέρι – κάποιος κύριος προσπαθούσε να μάθει αν ο Ρέξτον είχε σχέση με τη γυναίκα του. Είχε επιλέξει πολύ σοφά να μην πάει στη λέσχη εκείνο το βράδυ. Το Αηδόνι είχε ιδρυθεί πριν από χρόνια σαν ένα μέρος όπου θα μπορούσαν να βρουν λίγες στιγμές ευτυχίας οι δυστυχισμένες κυρίες. Συνήθως είχε μια υποψία σχετικά με το ποια κυρία θα συναντούσε. Το φλερτ ξεκινούσε κάπου αλλού, αλλά τελευταία η μόνη γυναίκα που του είχε κινήσει το ενδιαφέρον ήταν η λαίδη Λαντσντάουν. Χτύπησε τα δάχτυλά του στο γραφείο. Ήταν δυνατόν να τον καλούσε εκείνη; Παραλίγο να βάλει τα γέλια. Σίγουρα θα χαιρόταν πολύ αν δεν τον ξανάβλεπε ποτέ μπροστά της. Πήγαινε κάθε πρωί στο πάρκο σαν ερωτευμένος νεαρός, πριν κελαηδήσει ο κορυδαλλός, ελπίζοντας έστω να τη δει, αλλά έφευγε πάντα απογοητευμένος. Αν συνέχιζε ακόμα τις πρωινές βόλτες με το άλογό της, σίγουρα το έκανε κάπου αλλού. Δεν ήταν καν σίγουρος ότι θα την πλησίαζε, αν την έβλεπε. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα χρησιμοποιούσε το όπλο που κουβαλούσε πάντα μαζί της. Απέφευγε τους χορούς, γιατί δεν ήθελε να συζητά με τις κυρίες. Απέφευγε τους Δίδυμους Δράκους, γιατί δεν ενδιαφερόταν για τη συντροφιά των άλλων αντρών. Απέφευγε τις παμπ, γιατί του είχε πάρει δυο μέρες να συνέλθει από το τελευταίο του μεθύσι. Σιγά σιγά μεταμορφωνόταν σε ερημίτη. Η απομόνωσή του δεν είχε νόημα. Εδώ και μια δεκαετία, οι γυναίκες πηγαινοέρχονταν στη ζωή του με μεγάλη ευκολία. Δεν πληγώθηκε ποτέ όταν μια κυρία προχωρούσε, δεν πόνεσε ποτέ από την επιθυμία να την ξαναδεί. Είχε απολαύσει τη συντροφιά τους όσο ήταν μαζί, αλλά δεν υπήρξε ποτέ κάτι παραπάνω από μια αμοιβαία απόλαυση για λίγο – και το ήξεραν πως ήταν για λίγο. Με την Τίλι ήταν διαφορετικά. Ίσως γιατί δεν ήταν φιλικός ο αποχωρισμός τους. Μαζί της, μετάνιωνε για τόσες στιγμές, για τόσες πολλές χαμένες ευκαιρίες να τη γνωρίσει καλύτερα, να εξερευνήσει όλες τις πτυχές της, στοιχεία του χαρακτήρα της που είχε δει μόνο περιστασιακά. Υπήρχαν εκατοντάδες ερωτήσεις που ήθελε να της κάνει, χιλιάδες απαντήσεις που ήθελε να


πάρει. Και εκατομμύρια φιλιά που θα του άρεσε να νιώσει. Δεν βοηθούσε η εντολή που έδωσε στην οικονόμο του να γεμίσει τα βάζα του σπιτιού με λεβάντα και ορχιδέες. Πίστευε ότι το άρωμα θα του έδινε παρηγοριά. Κι όμως, ήταν σαν να τον μαστίγωνε κάθε μέρα. «Θέλετε κάτι άλλο, κύριε;» Είχε χαθεί τόσο πολύ στις σκέψεις του, που είχε ξεχάσει ότι ήταν ακόμα εκεί ο μπάτλερ του. «Όχι. Μια στιγμή». Έπρεπε να παραδεχτεί ότι είχε μεγάλη περιέργεια. Αν ήταν εκείνη, δεν μπορούσε να αφήσει την ευκαιρία να χαθεί. «Θα βγω το βράδυ. Να είναι έτοιμη η άμαξα στις εννέα και μισή». «Μάλιστα, λόρδε». Ο άντρας έφυγε. Ο Ρέξτον σηκώθηκε, πήγε στο τραπέζι κι έβαλε ένα ουίσκι. Το χέρι του έτρεμε. Μπορεί να έκανε λάθος. Μπορεί να μην ήταν εκείνη. Αν δεν ήταν, απλώς θα ζητούσε συγγνώμη. Το σκληρό του γέλιο αντήχησε στον χώρο. Τι στο καλό έπαθε και ήταν έτοιμος να αρνηθεί μια πρόθυμη γυναίκα; Το θέμα ήταν ότι μόνο μία γυναίκα ήθελε. Και δεν σκόπευε να αρκεστεί σε καμία άλλη.

∞ Όταν πια τα είχε τακτοποιήσει όλα, ζήτησε να ετοιμάσουν την άμαξά του κι έφτασε στη λέσχη είκοσι λεπτά νωρίτερα. Κάθισε σε μια πολυθρόνα σε μια γωνιά του αχνά φωτισμένου σαλονιού πίνοντας το ουίσκι του, ενώ παρατηρούσε τα διάφορα ερωτικά ραντεβού που εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια του. Ήταν ένας άγραφος κανόνας πως ένας κύριος που καθόταν είχε ραντεβού, ενώ ένας όρθιος κύριος ήταν ελεύθερος. Οι κυρίες φορούσαν μάσκες για να προστατεύσουν την ανωνυμία τους και επέλεγαν τους παρτενέρ τους ανάμεσα στους άντρες που δεν φορούσαν μάσκα. Προφανώς οι κυρίες ήταν πιο επιφυλακτικές – ήθελαν να ξέρουν ποιον πλησίαζαν, ποιον σαγήνευαν, από ποιον θα ζητούσαν τελικά να τους συντροφέψει πάνω στα σεντόνια. Οι κύριοι απλώς έψαχναν για συντροφιά. Όλοι είχαν ορκιστεί να κρατήσουν μυστικό ποιον έβλεπαν εκεί, ποιον συναντούσαν. Όταν έφταναν οι κυρίες φορούσαν ένα πολύ λεπτό μεταξωτό φόρεμα. Καμία δεν ήθελε να την αναγνωρίσουν αργότερα, αν έβλεπαν το φόρεμά της στη λέσχη Αηδόνι. Για κάποιους στον κύκλο του η λέσχη ήταν απλώς ένας μύθος. Για άλλους ήταν ένα σκοτεινό μυστικό. Όλα αυτά τα χρόνια είχε ανθίσει κι ενώ μιλούσαν γι’ αυτήν μονάχα ψιθυριστά με κάποιο τρόπο όσοι έπρεπε να μάθουν για την ύπαρξή της την ανακάλυπταν. Αναρωτήθηκε αν την είχε επισκεφθεί ποτέ η λαίδη Λαντσντάουν. Τη φαντάστηκε εκεί, να ψάχνει εραστή για μια νύχτα, για περισσότερες από μία νύχτες. Δεν τον είχε πλησιάσει ποτέ, δεν την είχε πάρει στα δωμάτια του επάνω ορόφου, όπου τα ζευγάρια μπορούσαν να κάνουν ό,τι τα ευχαριστούσε. Ένιωσε να τον διαπερνά θυμός στη σκέψη ότι πήγε εκεί με έναν άλλο άντρα. Κάποιοι ήταν νέοι και γεμάτοι πάθος και κάποιοι μεγαλύτεροι. Ένας δύο χήροι. Κάποιοι παντρεμένοι. Οι περισσότεροι ελεύθεροι. Η Τζίνα είχε δίκιο. Η αριστοκρατία σπάνια παντρευόταν από αγάπη. Οι ερωμένες και οι εραστές ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο. Όπως ο Ντάουνι, ο Ρέξτον δεν θα ανεχόταν να έχει εραστή η γυναίκα του. Περίμενε, απαιτούσε, πίστη και αφοσίωση. Δεν θα μπορούσε να ατιμάσει τους όρκους του. Περίμενε την ίδια συμπεριφορά. Δεν επρόκειτο να παντρευτεί μια γυναίκα που


είχε ήδη αποδείξει ότι δεν είχε την ηθική να τιμήσει τους όρκους της. Κι όμως, να που σκεφτόταν πάλι τη λαίδη Λαντσντάουν. Άλλαξε γνώμη. Θα κοιμόταν με τη γυναίκα που του ζήτησε αυτό το ραντεβού, όποια κι αν ήταν. Έπρεπε να βγάλει την καταραμένη κόμισσα από το μυαλό του – μια για πάντα. Είδε μια γυναίκα με ένα μοβ μεταξωτό φόρεμα να μπαίνει διστακτικά στο σαλόνι. Η μοβ και λευκή μάσκα της κάλυπτε τα τρία τέταρτα του προσώπου της. Συνήθως οι κυρίες έφερναν τις δικές τους μάσκες. Το αντικείμενο αυτό βοηθούσε να συστηθούν μια φορά και να μη χρειαστεί να το επαναλάβουν. Κάποιοι κύριοι ήθελαν να αποφύγουν συγκεκριμένες κυρίες. Ήταν πολύ εύκολο να απορρίψουν μια κυρία πριν φτάσουν στο υπνοδωμάτιο, αν μπορούσαν να την αναγνωρίσουν από τη μάσκα της. Ο Ρέξτον δεν είχε βρεθεί ποτέ με αυτή τη γυναίκα, δεν θυμόταν να την έχει ξαναδεί εδώ. Τα μαλλιά της, όμως, που έπεφταν σαν καταρράκτης στις πλάτες της, ήταν εντυπωσιακά μαύρα. Μια γυναίκα σε αυτό το ύψος και με αυτή τη λυγερή κορμοστασιά είχε εισβάλλει εδώ και πολλές νύχτες στα όνειρά του. Χωρίς να το σκεφτεί, σηκώθηκε όρθιος, νιώθοντας το βλέμμα της τη στιγμή που έπεσε πάνω του, εκείνο το γαλάζιο βλέμμα – γιατί ήταν σίγουρος πως ήταν γαλάζιο παρά τη μάσκα που έκρυβε το πρόσωπό της. Σταμάτησε να περπατά, αλλά δεν τράβηξε το βλέμμα της. Έγλειψε τα χείλη της, τα ρουμπινένια εκείνα χείλη που ήταν σχεδόν βέβαιος ότι είχε γευτεί για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Αν έκανε λάθος, αν δεν ήταν εκεί γι’ αυτόν, κάποιος δύσμοιρος θα γνώριζε τη γροθιά του πριν τελειώσει η νύχτα, γιατί δεν είχε πια σημασία ποια του είχε στείλει το σημείωμα, ποια ήθελε να τον συναντήσει εκεί… Το μόνο που είχε σημασία ήταν ότι εκείνη, η λαίδη Λαντσντάουν, στεκόταν μπροστά του.

∞ Τον είχε αντιληφθεί, είχε νιώσει το βλέμμα του πάνω της πριν καν τον δει. Φοβόταν ότι αν είχε υπογράψει το σημείωμα δεν θα ερχόταν. Ή ίσως φοβόταν πως θα το έκανε. Την τρόμαζε το πόσο πολύ τον ήθελε, το πόσο χαιρόταν που ήταν εκεί και την περίμενε. Είχε σκεφτεί πολλές φορές το σχέδιό της. Ήξερε πως ήταν απερίσκεπτο, κι όμως, τι άλλο είχε να χάσει; Είχε χάσει οτιδήποτε σημαντικό: την υπόληψή της, την περηφάνια της, τον σεβασμό των άλλων. Είχε χάσει την επιρροή της. Είχε χάσει την ικανότητα να εξασφαλίσει την ευτυχία της Τζίνα. Και χωρίς αυτό, θα έχανε την ευκαιρία να γυρίσει στην Αμερική, να φτιάξει ξανά τη ζωή της. Η φήμη της δεν θα την ακολουθούσε στη Νέα Υόρκη. Δεν είχε γίνει, βέβαια, ποτέ αποδεκτή στην αριστοκρατική κοινωνία της – αυτός ήταν, άλλωστε, και ο λόγος που η μητέρα της ήθελε τόσο απεγνωσμένα να παντρευτεί έναν λόρδο, να γίνει λαίδη, να αποκτήσει έναν τίτλο. Αμφέβαλε ότι, έστω και κατέχοντας έναν τίτλο, μια διαζευγμένη γυναίκα θα μπορούσε τώρα να γίνει κοινωνικά αποδεκτή. Θα έφτιαχνε, όμως, μια δική της κοινωνία για τους νεόπλουτους, για όσους αγαπούσαν τους χορούς και τις προσκλήσεις. Θα μπορούσε να δημιουργήσει για τους άλλους αυτό που λαχταρούσε η ίδια και η μητέρα της: ένα μέρος όπου θα γινόσουν αποδεκτός γι’ αυτό που είσαι κι όχι γι’ αυτά που έχεις. Ό,τι κι αν έκανε απόψε, ό,τι κι αν έκανε τις επόμενες νύχτες, δεν θα άλλαζε τα μακροπρόθεσμα σχέδιά της. Τίποτα απ’ όσα έκανε εκεί δεν θα την ακολουθούσε στη Νέα Υόρκη. Ό,τι συνέβαινε στη συνέχεια θα γινόταν αποκλειστικά για την Τζίνα, για να εξασφαλίσει ότι θα είχε τη ζωή που


τόσο ήθελε κι άξιζε. Δεν είχε προχωρήσει ακόμα προς το μέρος της, περίμενε, με τα μάτια του να καίνε πάνω στο κορμί της. Δεν ήξερε ποια ήταν, δεν ήξερε γιατί ήταν εκεί. Τουλάχιστον έκανε πως δεν ήξερε. Ήταν αγχωτικό να ξέρει ότι ετοιμάζεται να κάνει κάτι τόσο πονηρό, να βρίσκεται με έναν άντρα που θα μπορούσε να την καταστρέψει, αν δεν ήταν εξαιρετικά προσεκτική. Ένιωθε γυμνή μέσα στο μεταξωτό φόρεμα που είχε αναγκαστεί να φορέσει. Υποψιαζόταν πως την έγδυνε με το βλέμμα του. Χωρίς γιλέκο, χωρίς κορσέ ή πουκαμίσα να την προστατεύει. Χωρίς άλλα υφάσματα ανάμεσα στο δέρμα της και στο μετάξι. Οι θηλές της είχαν αντιδράσει στο βλέμμα του σαν να τις είχε καλύψει με το στόμα του και τις ρουφούσε. Το είχε φανταστεί τόσες φορές στριφογυρίζοντας ανάμεσα στα σεντόνια. Θεέ μου! Έτρεμε σαν φύλλο στον άνεμο. Μπορεί να είχε κάνει μεγάλο λάθος που ήρθε εδώ, αλλά ήταν πολύ πεισματάρα για να γυρίσει την πλάτη και να φύγει. Αντίθετα, πήρε μια βαθιά ανάσα κι ανάγκασε τα πόδια της να την οδηγήσουν κοντά του. Εκείνος, να τον πάρει η ευχή, δεν κουνήθηκε καθόλου. Ίσως ήταν μαγεμένος από τον τρόπο που κυμάτιζε το μετάξι πάνω στο σώμα της με κάθε βήμα, από τον τρόπο που κολλούσε πάνω της αποκαλύπτοντας ότι δεν φορούσε τίποτα κάτω από αυτό. Το ένιωθε, γιατί δεν εμπόδιζε καθόλου τις κινήσεις της. Έμοιαζε περισσότερο με νυχτικιά παρά με φουστάνι – και ένας άντρας μπορούσε να πάρει αυτό που ήθελε πιο γρήγορα. Φυσικά θα μπορούσε να πάρει αυτό που ήθελε ακόμα νωρίτερα, αν έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Όταν είχε πια διανύσει την απόσταση που τους χώριζε, δεν ήταν σίγουρη πώς να τον χαιρετήσει, πώς να εξασφαλίσει ότι θα περνούσαν στο επόμενο βήμα. Η αμεσότητα ήταν ό,τι χρειαζόταν για την αποψινή βραδιά. «Βλέπω ότι πήρες το μήνυμά μου». Ασφαλώς, θα μπορούσε να είναι ένα από τα δεκάδες που λάμβανε. «Άργησες». Δεν ακούστηκε ενοχλημένος αλλά μάλλον περίεργος. Κοίταξε τον τοίχο. Κανένα ρολόι. Μάλλον δεν ήταν από τα μέρη όπου ο κόσμος ανησυχεί για την ώρα. «Όχι πολύ, βάζω στοίχημα». «Τέσσερα λεπτά». «Τα μετρούσες;» «Δεν θα απογοητευόσουν αν δεν το έκανα;» «Δεν υπέγραψα το σημείωμα. Δεν μπορούσες να ξέρεις ποιος το έστειλε, δεν μπορούσες να ξέρεις ποια να περιμένεις». Ξαφνικά δεν της άρεσε καθόλου που ήταν εκεί, που είχε εμφανιστεί εκείνος, που δεν τον ένοιαζε ποιος είχε στείλει το σημείωμα. Ήταν ανόητη που σκέφτηκε ότι ήθελε κάτι περισσότερο από μια νύχτα. Δεν είχε καμία σημασία γι’ αυτόν ποια κυρία ήταν ο αποστολέας. Ήθελε απλώς να κατευνάσει τον πόθο του. Έσκυψε, τα χείλη του ακούμπησαν το αφτί της, η ανάσα του ανακάτεψε τα λυτά της μαλλιά. Τα πάντα μέσα της ήταν ακίνητα, περίμεναν, σαν να ήταν το θήραμα και ο κυνηγός ήταν έτοιμος να επιτεθεί. «Ανυπομονώ να μάθω αν μάντεψα σωστά». Πόσο ανόητη ήταν που πίστεψε ότι θα μπορούσε να δει πίσω από τη μάσκα της, ότι τα μάτια, τα μαλλιά, το κορμί της θα την πρόδιδε. Δεν της είχε δώσει τόση προσοχή όση νόμιζε. Ίσως να είχε παρερμηνεύσει το ενδιαφέρον του. Ίσως τελικά, να την απέρριπτε και να τη γελοιοποιούσε. «Έχω κλείσει ένα δωμάτιο», είπε, με μια πιο μπάσα, πιο βαθιά φωνή. «Θα το χρησιμοποιήσουμε;» Όταν τραβήχτηκε πίσω, το βλέμμα του ήταν τόσο προκλητικό. Της άπλωσε


το χέρι. Το γυμνό του χέρι. Το μεγάλο, γυμνό του χέρι. Το δικό της ήταν εξίσου γυμνό. Δέρμα πάνω στο δέρμα. Ήθελε να γυρίσει την πλάτη και απλώς να τον οδηγήσει, ήθελε να τον δει να την ακολουθεί σαν σκυλάκι, αλλά δεν ήταν από τους τύπους που μπορούσες να υποτάξεις. Ήθελε κάτι απ’ αυτόν κι έπρεπε να διατηρήσει την εύνοιά του. Ακούμπησε το χέρι της στο δικό του και παρατήρησε τα μακριά του δάχτυλα να κλείνουν με έναν τρόπο που έδειχνε ότι ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος. Αν τους παρακολουθούσε κανείς, δεν θα είχε καμία αμφιβολία ότι μόλις είχε δηλώσει πως είναι δική του. Τον περίμενε να τη σύρει έξω από το δωμάτιο σαν πρωτόγονος. Κι όμως, άρχισε να περπατά αργά, μικραίνοντας τα βήματά του ώστε να μπορεί να τον ακολουθήσει εύκολα, δίνοντας την εντύπωση ότι ήταν και οι δύο ίσοι. Δεν ήταν, όμως, και θα το συνειδητοποιούσε πολύ σύντομα. Είχε πολύ περισσότερη εμπειρία, περισσότερες γνώσεις, περισσότερη αυτοπεποίθηση. Όταν έφτασαν σε ένα δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου, σταμάτησε, έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του ένα κλειδί, ξεκλείδωσε την πόρτα και την άνοιξε. Πέρασε από δίπλα του και μπήκε γρήγορα μέσα, σταματώντας απότομα στη θέα του κρεβατιού – του λόγου για τον οποίο βρίσκονταν εκεί οι άνθρωποι. Δεν γύρισε όταν άκουσε την πόρτα να κλείνει με ένα σιγανό κλικ, δεν κουνήθηκε όταν τα απαλά του βήματα τον έφεραν πιο κοντά, μετά βίας τόλμησε να πάρει ανάσα όταν ένιωσε τα δάχτυλά του στην κορδέλα που κρατούσε τη μάσκα στερεωμένη στο πρόσωπό της. Την έλυσε και άρχισε να πέφτει. Την έπιασε και έπειτα την πέταξε σε μια καρέκλα εκεί κοντά. Κατάφερε να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία της και γύρισε. Αιφνιδιάστηκε από τη θέρμη που είδε στα μάτια του. «Εσύ. Δόξα τω Θεώ!» είπε, πριν πάρει το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του και πλησιάσει τα χείλη του στα δικά της. Ακούστηκε ειλικρινά ευγνώμων. Η θηλυκή πλευρά της της έλεγε να το απολαύσει, αλλά διακινδύνευε πολλά. Θα του επέτρεπε να το κάνει, αλλά μόνο αυτό. Έπρεπε να συμφωνήσουν πριν προχωρήσουν περισσότερο τα πράγματα. Ο γάμος της είχε γίνει με τους όρους του Ντάουνι. Αυτό, ό,τι κι αν ήταν αυτό με τον Ρέξτον, θα γινόταν με τους δικούς της. Για μια στιγμή φοβήθηκε ότι μπορεί να ενέδιδε σε ό,τι κι αν της ζητούσε. Πώς μπορούσε να σκέφτεται, να κάνει σχέδια, να μηχανορραφεί, ενώ η γλώσσα του προκαλούσε τρυφερά τα χείλη της να ανοίξουν, όταν αυτά υπάκουαν χωρίς να ζητήσουν καν την άδειά της. Όταν χάιδευε τη γλώσσα της με τη δική σου, σαν να είχαν εμπλακεί σε έναν αγώνα ξιφασκίας. Την άγγιζε, έκανε πίσω, περίμενε το δικό της χτύπημα. Η γεύση του ήταν σκοτεινή και πλούσια, μάλλον από το ουίσκι. Είχε κάτι από πονηριά, λαχτάρα και ανείπωτο πόθο. Ήταν ένας τολμηρός εξερευνητής, δεν άφηνε σημείο του στόματός της παραπονεμένο, παρακινώντας τη να κάνει το ίδιο. Το έκανε με χαρά. Πέρασε τα χέρια της από τα μαλλιά του και χαμογέλασε μέσα της την ώρα που οι μπούκλες του τυλίχτηκαν γύρω από τα δάχτυλά της σαν να ήθελαν να την κρατήσουν αιχμάλωτη, όπως κι εκείνος. Για μια στιγμή, ένιωθε ξανά νέα και αθώα, ανέγγιχτη, με όλη τη ζωή μπροστά της και τα όνειρά της να περιμένουν να πραγματοποιηθούν. Την έφερε πιο κοντά του, τόσο κοντά, που δεν είχε σημασία που φορούσε τα ρούχα του κι εκείνη ένα λεπτό μεταξωτό φουστάνι. Μπορούσε να νιώσει το σκληρό και μακρύ μόριό του πάνω στην κοιλιά της, μπορούσε να νιώσει το τρέμουλο του στήθους του πάνω στο δικό της ενώ βογκούσε, μπορούσε να νιώσει τα δυνατά του χέρια να χαϊδεύουν το κορμί της, να πιάνουν τα οπίσθιά της και να την πιέζουν ακόμα περισσότερο πάνω του. Είχε την παράλογη παρόρμηση να σκαρφαλώσει πάνω του, να τυλίξει τα πόδια της γύρω από τη μέση του, να ξεκουμπώσει το παντελόνι του, να τον αφήσει ελεύθερο και να γλιστρήσει εκεί


χαμηλά. Σε εκείνο ακριβώς το σημείο, στη μέση του δωματίου. Ήταν έτοιμη να εκραγεί, όπως κάθε βράδυ, όταν τον σκεφτόταν να την αγγίζει. Τι είχε αυτός ο άντρας και της ξυπνούσε τόσο ακόλαστες σκέψεις; Την έκανε να λαχταρά να είναι ακριβώς αυτό που ψιθύριζε όλο το Λονδίνο: διαβόητη, σκανδαλώδης, ανήθικη, ξετσίπωτη. Παρ’ όλα αυτά, παρά τον τρόπο με τον οποίο την τραβούσε κοντά του, δεν ήταν εκεί γι’ αυτό. Ήταν εκεί για κάτι πολύ πιο σημαντικό. Με πολύ μεγάλη προσπάθεια και θλίψη, τράβηξε το στόμα της από το δικό του. Ήταν και οι δύο λαχανιασμένοι. Τα μάτια του την κοίταξαν, αλλά περίμενε, σαν να συμφωνούσε ότι η επόμενη κίνηση ήταν δική της. Εκείνη έπρεπε να καθορίσει τον ρυθμό, ήταν διατεθειμένος να την αντιμετωπίσει ως ίση. Ήταν παράξενο να συνειδητοποιεί, βλέποντας τη λαχτάρα στα χαρακτηριστικά του, νιώθοντάς τη να διαπερνά το σώμα του, ότι αναγνώριζε πως ήθελε κάτι παραπάνω από το να ικανοποιήσει απλώς τον πόθο της. «Πρέπει να φλερτάρεις ξανά την Τζίνα», είπε βιαστικά. Η έκπληξη στο πρόσωπό του ήταν σχεδόν κωμική, την έκανε να θέλει να βάλει τα γέλια, αλλά δεν υπήρχε τίποτα αστείο στην κατάστασή τους. «Ορίστε;» Τα χέρια του χαλάρωσαν κι εκείνη άρπαξε την ευκαιρία να απομακρυνθεί από κοντά του, από εκείνα τα υπέροχα χέρια και τα χαρισματικά χείλη. Δεν ήθελε να σκεφτεί πόσο υπέροχο θα ήταν να έσκιζε τα ρούχα του και να επέτρεπε στο σώμα του να κάνει ό,τι ήθελε μαζί της. «Τουλάχιστον να προσποιείσαι ότι τη φλερτάρεις, όπως έκανες τόσο καιρό. Οι κύριοι έπαψαν να της δίνουν σημασία. Φοβάμαι ότι θεωρούν πως της βρήκες κάποιο ελάττωμα». Πέρασε τα χέρια του από τα μαλλιά του και την κοίταξε σαν να είχε τρελαθεί. «Κανόνισες να συναντηθούμε εδώ για να μου πεις να φλερτάρω την αδελφή σου;» «Ήθελα ένα ουδέτερο μέρος, κάπου όπου η συνάντησή μας θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Είμαι πρόθυμη, μάλιστα, να τιμήσω την αρχική σου συμφωνία με τον θείο μου και να επιτρέψω να χρησιμοποιήσεις το Μαύρο Διαμάντι ως επιβήτορα». Το γέλιο του ήταν σκληρό, σκοτεινό και λίγο τρομακτικό. Γύρισε την πλάτη, πήγε προς το τραπέζι, έβαλε ουίσκι σε δύο ποτήρια και της έδωσε το ένα. Ήλπιζε να μην προσέξει ότι το χέρι της έτρεμε όταν το πήρε. Κάθισε σε μια καρέκλα, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Κάθισε απέναντί του. «Πόσες φορές έχεις έρθει εδώ;» τη ρώτησε. Δεν ήταν ακριβώς η ερώτηση που περίμενε. «Τρεις». «Δύο φορές ακόμα και απόψε, δηλαδή». Έγνεψε καταφατικά. «Ναι». Ήπιε το ουίσκι του και φάνηκε να το σκέφτεται. Για κάποιο λόγο, αυτή η σκέψη τον ενόχλησε. «Και εσύ;» τον ρώτησε με νόημα. «Πόσες φορές έχεις έρθει εδώ;» «Δεν τις έχω μετρήσει. Αν και δεν σε έχω δει ποτέ, εσύ πρέπει να με είδες. Διαφορετικά, δεν θα ήξερες ότι γνωρίζω αυτή τη λέσχη και ότι μπορούμε να συναντηθούμε εδώ». Τον είχε δει. Πριν από χρόνια. Την πρώτη φορά που ήρθε. Ήταν εδώ, στον σκοτεινό διάδρομο, προσπαθώντας να βρει το κουράγιο να μπει στο σαλόνι, όταν τον είδε να περνά με μια γυναίκα στο πλευρό του. Είχε μείνει ακίνητη μέχρι να εξαφανιστούν στις σκάλες. «Τι θέλεις να πεις;» «Δεν είναι ένας χώρος όπου οι άνθρωποι έρχονται να συζητήσουν. Νομίζω ότι ήρθες εδώ


ελπίζοντας σε κάτι παραπάνω». «Ήρθα εδώ γιατί μου έδινε περισσότερο έλεγχο. Με μια μάσκα, χωρίς να μπορεί κανείς να με αναγνωρίσει. Κανείς δεν θα ξέρει ότι μιλάμε αντί να…» και έδειξε με το χέρι της το κρεβάτι. «Να πηδιόμαστε;» Η ωμή λέξη που είχε διαλέξει έμοιαζε με γροθιά στο στομάχι της. Έτσι έβλεπε το φιλί τους; Σαν ένα πρελούδιο γι’ αυτό; Σίγουρα υπήρχε πάθος και επιθυμία. Ήταν, όμως, μονάχα λαγνεία και κατώτερα ζωώδη ένστικτα; Εκείνη τη στιγμή τον μίσησε, μίσησε τον εαυτό της. «Θέλεις το άλογο ή όχι;» «Όχι». Η λέξη αυτή τη χτύπησε σαν σφαίρα. Σύντομη και περιεκτική. Ακριβής. Και την είχε αιφνιδιάσει τελείως. Ήξερε για τα άλογά του. Τα είχε παρακολουθήσει πολλές φορές να τρέχουν σε διάφορους αγώνες. Είχε, μάλιστα, ποντάρει σε αυτά μια δυο φορές. «Αν το Μαύρο Διαμάντι ζευγαρώσει με μία από τις φοράδες σου, θα έχεις έναν σίγουρο νικητή. Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι τόσο δύσκολο να συνεχίσεις να προσποιείσαι ότι φλερτάρεις την Τζίνα. Ήσουν πρόθυμος να το κάνεις πριν…» «Είμαι ακόμα πρόθυμος να το κάνω. Τώρα, όμως, έχει αλλάξει αυτό που θέλω ως αντάλλαγμα». «Τι θέλεις;» «Εσένα».


Κεφάλαιο 10 Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι στα χρονικά των ιπποδρομιών θα υπήρχε μια σημείωση που θα ανέφερε ότι ο μαρκήσιος του Ρέξτον ήταν εντελώς ανόητος. Είχε πετάξει την ευκαιρία να γονιμοποιήσει τις φοράδες του με έναν από τους πιο γρήγορους και καλύτερους επιβήτορες για να ικανοποιήσει το μόριό του. Η Τίλι –μετά το παθιασμένο φιλί που είχαν μοιραστεί, δεν μπορούσε πια να τη σκέφτεται τυπικά ως λαίδη Λαντσντάουν– τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια και ανοιχτό το στόμα. Να πάρει! Ανυπομονούσε να το γευτεί ξανά. Δεν ήξερε αν θα μπορούσε ποτέ να δοκιμάσει κάτι τόσο γλυκό. «Εμένα;» ρώτησε τελικά, σαν να την είχε προσβάλει. Κοίταξε πίσω της το κρεβάτι. «Εκεί, φαντάζομαι». Γύρισε πάλι το κεφάλι και τον κοίταξε. «Θέλεις να με πηδήξεις». Μετάνιωσε για τη λέξη που είχε επιλέξει νωρίτερα. Είχε απογοητευτεί που ο λόγος της συνάντησής τους δεν ήταν αυτός που περίμενε, που δεν ήταν ήδη αγκαλιά στα σεντόνια, χαμένοι στο άγριο και αδάμαστο πάθος τους. «Θέλω να κάνω σχέση μαζί σου». Έδειξε πάλι να ξαφνιάζεται από τα λόγια του. Νόμιζε στ’ αλήθεια πως θα ήταν ικανοποιημένος με μια μόνο νύχτα, με μια φορά; Αυτή ήταν η συνηθισμένη μέθοδός της; Μια φορά με έναν κύριο και τέλος; Μια φορά με έναν υπηρέτη – μέσα στο σπίτι της, μάλιστα. Μια φορά με κάποιους κυρίους εδώ μέσα; Η ζήλια που τον διαπέρασε στη σκέψη ότι την είχε αγγίξει κάποιος άλλος θα τον ανάγκαζε να διπλωθεί στα δύο, αν δεν καθόταν ήδη. «Μια σχέση», επανέλαβε σαν να δοκίμαζε τη λέξη του στη γλώσσα της. «Και όχι εδώ». Είχε φέρει άλλες γυναίκες εδώ, αλλά εκείνη δεν την ήθελε εδώ. Ήταν διαφορετική, με τρόπους που δεν μπορούσε να κατανοήσει ή να εξηγήσει. Συνοφρυώθηκε. «Γιατί όχι εδώ;» Το γεγονός ότι σκεφτόταν την πρότασή του του έδινε ελπίδα. «Είναι πολύ πρόστυχο μέρος». Έγειρε το κεφάλι στο πλάι σαν να προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει καλύτερα τα λόγια του. «Μα έχεις έρθει με άλλες κυρίες σε αυτόν τον χώρο». Κι εκείνη είχε έρθει με άλλους άντρες. Ίσως να έφταιγε κι αυτό. Πάνω απ’ όλα, όμως, ήθελε μαζί της κάτι που δεν είχε ποτέ ξανά. «Δεν υπάρχει λόγος για τα παιχνίδια που παίζονται εδώ. Μένω μόνος μου. Μπορείς να έρθεις στο σπίτι μου με μια άγνωστη άμαξα – ή μπορώ να σου στείλω τη δική μου. Μπορείς να φοράς έναν μανδύα με κουκούλα. Κι αν κάποιος σε γνωρίζει, δεν φοβάσαι ότι θα σπιλωθεί η υπόληψή σου». «Σωστά». Ήπιε μια μεγάλη γουλιά ουίσκι και χτύπησε το ποτήρι. «Αν και δεν θέλω να καυχιέσαι ότι με πηδάς». Αυτοί οι καταραμένοι Αμερικανοί με το θράσος τους. Μια Αγγλίδα θα σοκαριζόταν, αλλά δεν θα επαναλάμβανε ούτε μια φορά τη λέξη, πόσο μάλλον περισσότερες. «Δεν πρόκειται να σε πηδήξω». Τον κοίταξε. «Αυτός δεν είναι ο σκοπός μιας σχέσης;»


«Λυπάμαι που χρησιμοποίησα μπροστά σου αυτή τη λέξη. Δεν θα έπρεπε. Δεν ήταν ευγενικό εκ μέρους μου και δεν σου αξίζει. Πίστεψέ με, όταν τελειώσουμε, θα χαίρεσαι που βρέθηκες στο κρεβάτι μου. Ούτε θα καυχηθώ σε κανέναν γι’ αυτόν. Πρέπει να είμαστε διακριτικοί, για χάρη της αδελφής σου». Κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Αυτή είναι η μεγαλύτερη ανησυχία μου. Όταν τη συνοδεύεις κάπου, θα έρχομαι στο σπίτι σου το επόμενο βράδυ». «Μου φαίνεται δίκαιο». Θα τη συνόδευε πολύ συχνά. «Ωστόσο, δεν θα ολοκληρώσουμε, μέχρι να αρραβωνιαστεί». Μισόκλεισε τα μάτια. «Δεν είναι σχέση αν δεν…» Απέφυγε τη λέξη που ήθελε να χρησιμοποιήσει. «Αν δεν χαθώ μέσα σου». «Μόλις γίνει αυτό, τι εγγύηση θα έχω ότι θα συνεχίσεις να προσπαθείς να της βρεις έναν σωστό κύριο;» «Θα έχεις τον λόγο της τιμής μου». «Ναι, αλλά κι άλλος ένας λόρδος μού είχε δώσει τον λόγο της τιμής του και δεν μου βγήκε σε καλό». Τι σήμαινε αυτό; Τι είχε κάνει ο Λαντσντάουν; «Εσύ ήσουν άπιστη». Ανασήκωσε τους ώμους. «Αν θέλεις να ολοκληρώσουμε, αυτοί είναι οι όροι μου». «Το θέλω, και όχι μόνο μια φορά, οπότε δεν θεωρώ ότι οι όροι σου είναι ευνοϊκοί. Καταλαβαίνω την ανησυχία σου, ωστόσο. Έχω μια αντιπρόταση». Έσκυψε μπροστά κι ακούμπησε τους αγκώνες στους μηρούς του. «Έχεις ακουστά την Ξανθή Κυρία;» Μια μικρή ρυτίδα εμφανίστηκε ανάμεσα στα φρύδια της, ενώ προσπαθούσε να θυμηθεί. Τελικά έγνεψε καταφατικά. «Την έχω δει σε αγώνες». Φάνηκε στα μάτια της ότι είχε συνειδητοποιήσει τι εννοούσε. Ήθελε να δει την ικανοποίηση στο μπλε των ματιών της. «Γι’ αυτή θέλεις το Μαύρο Διαμάντι». «Πράγματι. Αν δεν κρατήσω τον λόγο μου, αν εγκαταλείψω την προσπάθεια να βρω ένα ταίρι για την αδελφή σου ενώ εμείς έχουμε ολοκληρώσει, θα σου δανείσω την πιο πολύτιμη φοράδα μου». Ανοιγόκλεισε τα μάτια, τον κοίταξε. «Αυτό σίγουρα θα με έκανε την πιο ακριβή πόρνη στην ιστορία». «Να πάρει, Τίλι! Δεν θα γίνεις η πόρνη μου ούτε θα σου φερθώ έτσι. Δεν μπορείς να προσποιηθείς ότι δεν υπάρχει έλξη μεταξύ μας. Αν αρνηθώ να σε βοηθήσω με την Τζίνα, πραγματικά θα φύγεις από εδώ μέσα χωρίς να χρησιμοποιήσεις αυτό το κρεβάτι, ενώ είναι τόσο κοντά;» Σηκώθηκε όρθια και πήγε στο παράθυρο. Δεν ήταν τόσο επιπόλαιη να σταθεί μπροστά στο τζάμι. Έμεινε κρυμμένη πίσω από την κουρτίνα, κοιτώντας έξω. Δεν άντεξε να μη βρεθεί κοντά της. Του ήταν αβάσταχτη η απόσταση ανάμεσά τους. Όταν την πλησίασε, δεν την άγγιξε, παρότι την ήθελε με μια λαχτάρα που σχεδόν τον έκανε να πονά. «Δεν είναι ντροπή η επιθυμία», είπε χαμηλόφωνα. «Η κοινωνία θα διαφωνούσε μαζί σου». «Η κοινωνία δεν θα το μάθει». Αργά, πολύ αργά, ακούμπησε το ένα του δάχτυλο στον ώμο της, έκανε έναν μικρό κύκλο πάνω στο δέρμα της και ένιωσε να τη διαπερνά ένα ρίγος. «Πες


μου ότι κάνω λάθος. Πες μου ότι πέφτεις στο κρεβάτι το βράδυ χωρίς να αναρωτιέσαι πώς θα ήταν ανάμεσά μας». Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν έχεις άδικο. Αυτοί οι όροι, ωστόσο, μοιάζουν πολύ υποτιμητικοί». «Απλώς παρατείνουν αυτό που θα κρατούσε μόνο μια νύχτα υπό άλλες συνθήκες». «Αν ανακαλύψεις… αν απογοητευτείς… αν μια νύχτα είναι αρκετή για εσένα…» Δεν θα ήταν. Πέρασε το δάχτυλό του από το μπράτσο της και το έφερε πάλι πίσω. «Τότε θα πάρεις την Ξανθή Κυρία». Γύρισε προς το μέρος του, λες και η αργή και σταθερή κίνηση του χεριού του είχε πάρει τον έλεγχο των άκρων της. «Αν η Τζίνα δεν έχει τακτοποιηθεί μέχρι το τέλος της σεζόν, τότε η συμφωνία μας θα τελειώσει. Δεν μπορώ να σου επιτρέψω να υπονομεύεις τις προσπάθειές σου για να με κρατήσεις περισσότερο». «Δεν θα φερόμουν τόσο πρόστυχα». Έλεγε ψέματα, φυσικά. Αν ταίριαζαν στο κρεβάτι έστω και το μισό απ’ όσο υποψιαζόταν, θα καθυστερούσε να βρει σύζυγο στην αδελφή της. Αν και ήταν πιθανόν να αδυνατούσε να ελέγξει την κατάσταση. Δεν μπορούσε να εμποδίσει έναν κύριο να την ερωτευτεί αμέσως ούτε μπορούσε να αποτρέψει έναν κύριο από το να μην τη θέλει καθόλου. «Η Ξανθή Κυρία θα γίνει δική μου». Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Γέλασε. Το μάγουλό του άγγιζε το δικό της. Να πάρει! Ανυπομονούσε να την έχει στο κρεβάτι του. «Ορίστε;» «Θέλω να εξασφαλίσω ότι θα φροντίσεις επιμελώς για την ευτυχία της. Πρέπει, λοιπόν, να υπάρχει κάποιο τίμημα, αν αποτύχεις». Άκουσε τον δισταγμό στη φωνή της, σαν να φοβόταν ότι το είχε παρατραβήξει, ότι είχε ζητήσει πολλά. Αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν να μην αντιλαμβάνεται την αξία της, να μην αντιλαμβάνεται πόσο πολύ την ήθελε. Θα μπορούσε να του ζητήσει ακόμα και ολόκληρο τον στάβλο του και θα της απαντούσε… «Συμφωνώ με τους όρους σου».


Κεφάλαιο 11 Στο τραπέζι του πρωινού την επόμενη μέρα, η Τίλι δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει πώς είχε συμφωνήσει με τους υπερβολικούς της όρους. Είτε ήταν πολύ σίγουρος είτε πολύ ανόητος. Ήξερε την αξία της φοράδας του. Δεν μπορούσε να την αποχωριστεί. Θα έβρισκε έναν κατάλληλο σύζυγο για την Τζίνα, ακόμα κι αν έπρεπε να παίξει ο ίδιος αυτό τον ρόλο. Όχι, αφού θα βρισκόταν στο κρεβάτι του, δεν θα του επέτρεπε να παντρευτεί την Τζίνα. Της φαινόταν σχεδόν αδιανόητο ότι ήταν έτοιμη να κάνει μια σχέση – και μάλιστα με τόση λαχτάρα. Είχε δίκιο: επέλεξε τη συγκεκριμένη λέσχη γιατί ανυπομονούσε να βρεθεί στο κρεβάτι μαζί του. Η υπόληψή της είχε ήδη καταστραφεί. Κανείς δεν θα την παντρευόταν. Όταν επέστρεφε στη Νέα Υόρκη, πιθανόν να συναντούσε κάποιον που να ήθελε να την παντρευτεί. Δεν χρειαζόταν, όμως, να μάθει ποτέ για τη σχέση αυτή. Και αν δεν παντρευόταν ποτέ, δεν θα έπρεπε να έχει κάποιες αναμνήσεις για να θυμάται όταν τα μαλλιά της θα είχαν πια ασπρίσει; Υποψιαζόταν πως ο Ρέξτον θα της χάριζε αναμνήσεις που θα επισκίαζαν όσες κι αν ακολουθούσαν. Κοίταξε την Τζίνα καθώς έμπαινε στο δωμάτιο. «Καλημέρα». Η αδελφή της της χαμογέλασε. «Χαρούμενη φαίνεσαι σήμερα». «Έχω υπέροχα νέα. Ετοίμασε το πιάτο σου και θα σου τα πω». Άφησε στην άκρη την εφημερίδα που δεν διάβαζε, μιας κι η σκέψη της συνέχεια ταξίδευε στον Ρέξτον, και περίμενε ανυπόμονη να πάρει η Τζίνα διάφορες λιχουδιές από το τραπέζι και να καθίσει κοντά της. Ένας υπηρέτης πλησίασε και της έβαλε τσάι κι έπειτα γέμισε ξανά το φλιτζάνι της Τίλι. Πρόσθεσε δυο κύβους ζάχαρης, ανακάτεψε και αναρωτήθηκε με πόση ζάχαρη να έπινε ο Ρέξτον το τσάι του. Πόσα θα ανακάλυπτε γι’ αυτόν τις επόμενες βραδιές; «Τι νέα, λοιπόν;» ρώτησε η Τζίνα. «Ο λόρδος Ρέξτον θα σε πάει μια βόλτα στο πάρκο το απόγευμα». Είχαν κανονίσει τις λεπτομέρειες της πρώτης τους συνάντησης πριν χωριστούν χτες το βράδυ. Είχε απογοητευτεί που δεν προσπάθησε να τη φιλήσει ξανά, που φέρθηκε σαν να μην ενδιαφερόταν καθόλου για εκείνη. Αν τη φιλούσε, όμως, ήξερε ότι δεν θα κατάφερνε να αντισταθεί και θα τον παρέσυρε σε εκείνο το κρεβάτι. Γιατί τον φανταζόταν συνεχώς να την κάνει δική του; «Θα αρχίσει πάλι να με φλερτάρει;» Κούνησε το κεφάλι της. «Ή να προσποιείται όπως πριν;» «Θα είναι όλα όπως πριν. Δεν θα είναι κανονικό φλερτ. Θα σου δείχνει ενδιαφέρον μέχρι να βρεθεί ένας κατάλληλος σύζυγος και, μάλιστα, θα το φροντίσει ο ίδιος προσωπικά. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα έχεις αρραβωνιαστεί πριν από το τέλος της σεζόν». «Πώς μπορείς να είσαι τόσο σίγουρη;» «Απλώς είμαι». Η Τζίνα μισόκλεισε τα μάτια. «Τι έκανες, Τίλι;» Διόρθωσε τα πράγματα. Είχε περάσει μεγάλο μέρος της νιότης της σκεπτόμενη μονάχα τις δικές της λαχτάρες και επιθυμίες. Τώρα η αδελφή της πλήρωνε το τίμημα. Δεν ήθελε, ωστόσο, να μάθει η Τζίνα τι είχε συμφωνήσει.


«Τον συνάντησα, του μίλησα και συμφωνήσαμε». «Σε τι συμφωνήσατε;» Η Τζίνα, που πάντα έμοιαζε γλυκιά και αθώα, μπορούσε να είναι πολύ αποφασιστική όταν έβαζε κάτι στο μυαλό της. «Προσφέρθηκα να τηρήσω τη συμφωνία που έκανε με τον θείο». Δεν ήταν ψέμα ακριβώς, παρότι δεν ήταν η οριστική συμφωνία. Η Τζίνα δάγκωσε σκεπτική την άκρη του φρυγανισμένου ψωμιού της. «Άρα θα βγαίνουμε ξανά μαζί του». «Η απουσία μου θα σε βοηθήσει περισσότερο. Δεν χρειάζεται να τον παρατηρώ όταν είναι μαζί σου, τώρα που ξέρουμε ποιες είναι οι πραγματικές του προθέσεις». «Οι άλλοι κύριοι, όμως, μπορεί να ενδιαφέρονται πραγματικά. Θέλω τη γνώμη σου». «Θα τους παρατηρήσω όταν έρθουν να σε πάρουν από εδώ». Η Τζίνα έκανε μια γκριμάτσα. «Του αρέσεις, το ξέρω. Μπορεί να βγει κάτι από αυτό». Την ποθούσε. Ήταν πολύ διαφορετικό. Και κάτι θα έβγαινε όντως από αυτό. Ντρεπόταν από το πόσο πολύ ανυπομονούσε. «Ειδοποίησα έναν υπηρέτη να έχει έτοιμο το άλογό σου στις δύο. Θα σε συνοδεύσει κιόλας». «Νομίζω ότι πρέπει να είσαι κι εσύ μαζί». «Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος».

∞ Δυστυχώς, ο μαρκήσιος του Ρέξτον δεν συμφωνούσε. Είχε έρθει νωρίς, τόσο νωρίς που η Τζίνα δεν ήταν ακόμα έτοιμη. Έπρεπε να το ξέρει πως δεν θα ήταν. Είχε το θράσος να επιμείνει ώστε ένας υπηρέτης να φέρει την Τίλι να του κρατήσει συντροφιά, όσο περίμενε στο σαλόνι. Είχε ενοχληθεί από την επιμονή του και πήγε να τον βρει για να του καταστήσει σαφές ότι μπορεί μεν να έκαναν σχέση, αλλά δεν ήταν κτήμα του, δεν θα πήγαινε κοντά του όποτε της το ζητούσε. Όταν τον συνάντησε, ανακάλυψε ότι δεν είχε στο μυαλό του να του κρατήσει συντροφιά. Απλώς είχε προβλέψει ότι θα έπρεπε να την πείσει να πάει μαζί τους. Δεν της άρεσε καθόλου που έμοιαζε να νιώθει σαν στο σπίτι του, που είχε βάλει και στους δύο από ένα ουίσκι, που τώρα απολάμβανε το δικό του χαλαρός, με τον έναν ώμο του ακουμπισμένο στο τζάκι και το βλέμμα του συνεχώς πάνω της, ενώ έπινε το κεχριμπαρένιο ποτό του. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν: Ξέρω τι γεύση αφήνει στο στόμα του. «Η παρουσία μου δεν ενθαρρύνει τους άλλους να την πλησιάσουν», είπε, με τα δάχτυλά της να σφίγγονται γύρω από το ποτήρι της. Ένας αμυντικός μηχανισμός, γιατί στην πραγματικότητα ήθελαν να απομακρύνουν από το μέτωπό του μερικές μπούκλες που κινδύνευαν να πέσουν στα μάτια του. «Αυτό θέλεις για εκείνη; Κάποιον που θα σε εξοστρακίσει;» «Όλη αυτή η διαδικασία δεν έχει σχέση με εμένα, αλλά με την Τζίνα. Πρέπει να κάνουμε το καλύτερο για εκείνη». «Το καλύτερο για εκείνη είναι να δείξει την αφοσίωσή της σε μια συγγενή την οποία περιφρονεί η κοινωνία». «Αυτό τη συνδέει μαζί μου. Αυτό ήταν το εμπόδιο εξαρχής. Οι άνθρωποι προεξοφλούν ότι θα


ακολουθήσει τον δικό μου δρόμο, ότι θέλει να παντρευτεί για τον τίτλο, ότι δεν θα τιμήσει τους όρκους της και ότι θα καταλήξει χωρισμένη και περιφρονημένη. Πρέπει να είναι σαφές ότι δεν μοιάζουμε καθόλου». «Όταν τη γνωρίσουν, θα το συνειδητοποιήσουν». Δεν ήξερε γιατί την πλήγωσαν τα λόγια του. Ίσως γιατί επιβεβαίωναν ότι πίστευε πως το σκάνδαλο ήταν πραγματικό, ότι δεν την ήξερε καθόλου, ότι δεν συνειδητοποιούσε ότι κάποτε ήταν εξίσου αθώα με την Τζίνα. Δεν ήθελε, όμως, να το μάθει. Θα έκανε τα πράγματα ευκολότερα, όταν τελείωνε η σχέση τους. «Στο μεταξύ», συνέχισε, «εξακολουθείς να υποτιμάς τον παράγοντα περιέργεια. Οι άνθρωποι θα θέλουν να σε δουν από κοντά. Θα πλησιάζουν». «Δεν το έκαναν στο παρελθόν». «Ήταν σοκαρισμένοι. Ή ντρέπονταν ή φοβούνταν. Οι λόγοι τους δεν έχουν σημασία. Σου εγγυώμαι ότι σήμερα θα μας πλησιάσουν τουλάχιστον έξι». Γέλασε με την αλαζονεία του. «Δεν θα μιλήσει ούτε ένας μαζί της». «Στοιχηματίζεις; Αν έχω δίκιο, θα έρθεις να με βρεις απόψε, αντί για αύριο». «Και αν έχεις άδικο;» «Τι θα ήθελες;» Το πρώτο πράγμα που πέρασε από το μυαλό της ήταν το στόμα του να της κάνει διάφορες πονηρές πράξεις, αλλά αυτό θα συνέβαινε σίγουρα αύριο βράδυ. Είχε σκεφτεί να του ζητήσει την Ξανθή Κυρία. Μπορούσε να φανταστεί πόσο θα χαιρόταν αν έκανε ιππασία με εκείνο το άλογο. Της φαινόταν, όμως, πολύ ασήμαντο, ενώ της είχε δώσει την ευκαιρία να αποκτήσει εξουσία. «Αύριο βράδυ, όταν θα είμαστε μαζί, θα έχω εγώ τον έλεγχο. Θα κάνεις μόνο ό,τι σου ζητήσω». Το χαμόγελο στο πρόσωπό του ήταν τόσο πονηρό, τόσο γεμάτο υποσχέσεις, που για μια στιγμή ξέχασε να πάρει ανάσα. «Θέλεις να είμαι ο σκλάβος σου;» Ίσιωσε τους ώμους και τίναξε πίσω το κεφάλι της. Τον είχε φαντασιωθεί τόσο πολύ, είχε φαντασιωθεί τι θα της έκανε. Δεν ήθελε να απογοητευτεί όπως τη βραδιά του γάμου της. Δεν ήθελε να μην ανταποκριθεί στις προσδοκίες της. «Ναι». «Δέχομαι το στοίχημα». Ανοιγόκλεισε τα μάτια έκπληκτη που δεν τον είχε δυσαρεστήσει η πιθανότητα να του δίνει διαταγές. Προφανώς δεν ένιωθε να απειλείται η σιγουριά του, η αυτοπεποίθησή του από την πιθανότητα να μην έχει τον έλεγχο. «Υπερεκτιμάς τη δύναμη της παρουσίας μου στο πάρκο», του είπε. «Υποτιμάς την επιρροή μου». «Υποθέτω πως θα φανεί ποιος έχει δίκιο». «Πράγματι. Αν και ομολογώ πως με κάνεις να θέλω να χάσω το στοίχημα». «Είσαι πολύ αλαζόνας». «Και σου αρέσει». Να πάρει η ευχή, της άρεσε! Η υπερβολική του αυτοπεποίθηση διέφερε πολύ από του Ντάουνι. Ο πρώην σύζυγός της ήταν ανυπόφορος, αλλά ο Ρέξτον τη χρησιμοποιούσε για να την προκαλέσει, ενώ συχνά αυτοσαρκαζόταν.


«Πήγαινε τώρα», τη διέταξε. «Ετοιμάσου. Το πάρκο περιμένει».

∞ Ενώ ο Ρέξτον περίμενε να ετοιμαστεί, στάθηκε στο παράθυρο του σαλονιού, κοιτάζοντας έξω, κι άρχισε να σκέφτεται το τελευταίο τους στοίχημα. Παρότι ήταν κάτι παραπάνω από πρόθυμος να παίξει τον ρόλο του σκλάβου, προτιμούσε να είναι ίσοι. Κι όμως, αναρωτιόταν για την πρότασή της, αναρωτιόταν τι την είχε προκαλέσει, πώς μπορεί να την είχαν επηρεάσει οι προηγούμενες εμπειρίες της με τον Ντάουνι και τους άλλους κυρίους. Όταν τελικά πήγαν κοντά του και οι δύο κυρίες, ανακάλυψε ότι είχε μάτια μόνο για μία. Όσο κι αν πάσχιζε να φανεί ουδέτερος, ένιωθε να τον ελκύει όσο καμιά άλλη γυναίκα που είχε γνωρίσει στη ζωή του. Με το δικό του άλογο δεμένο, τις συνόδευσε στους στάβλους, όπου τους περίμεναν οι φοράδες τους. Ένας υπηρέτης οδήγησε το άλογό της σε μια μικρή σκαλίτσα και τη βοήθησε να ανέβει. Ο Ρέξτον έσφιξε απλώς κτητικά τα χέρια του γύρω από τη μέση της Τίλι, απολαμβάνοντας την εγγύτητά τους, έχοντας στον νου του τα χέρια του να αγγίζουν το γυμνό της δέρμα, και την ανέβασε στη σέλα. Πρόσεξε τον τρόπο που τα γαντοφορεμένα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω από τον λαιμό του, τον αναστεναγμό που έκανε τα στήθη της να ακουμπήσουν στο στέρνο του. Να πάρει! Αν τα πράγματα στο πάρκο δεν πήγαιναν όπως σχεδίαζε, αν έχανε το στοίχημα, θα τρελαινόταν από πόθο μέχρι αύριο το βράδυ. Δίσταζε να την αφήσει, του πέρασε από το μυαλό να τη μεταφέρει στο άλογό του, να την τυλίξει με τους μηρούς του, να ιππεύσει μαζί της. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι το μόνο που λαχταρούσε να εξερευνήσει ήταν η σωματική πλευρά αυτής της σχέσης, αλλά η αλήθεια είναι πως τον γοήτευε γενικότερα. Η αδελφή της ήξερε την αλήθεια για το φλερτ τους, οπότε δεν υπήρχε λόγος να ασχολείται πια μαζί της, δεν χρειαζόταν να της κάνει φιλοφρονήσεις ή να προσποιείται ότι ενδιαφέρεται. Σίγουρα δεν θα φερόταν με αγένεια ούτε θα την αγνοούσε, αλλά οι τρεις τους μπορούσαν πια να κάνουν πιο ειλικρινείς συζητήσεις. Ιππεύοντας ανάμεσά τους, περίμενε να φτάσουν στην είσοδο του πάρκου Χάιντ κι έπειτα ρώτησε: «Λοιπόν, Τζίνα, τι ψάχνεις σε έναν μελλοντικό σύζυγο;». Για κάποιο παράξενο λόγο, κοίταξε την αδελφή της, περίμενε λίγα λεπτά σαν να έψαχνε την απάντηση κι έπειτα έστρεψε πάλι την προσοχή της σ’ εκείνον. «Θα ήθελα να παντρευτώ έναν αριστοκράτη, γιατί είναι ένας κόσμος με τον οποίο νιώθω πιο άνετα. Προτιμώ έναν σύζυγο που να μη θέλει απεγνωσμένα την περιουσία μου. Τι άλλο πρέπει να θέλω, Τίλι;» Δεν το βρήκε και πολύ καλό σημάδι που μια γυναίκα έπρεπε να ρωτήσει μία άλλη τι έψαχνε σε έναν σύζυγο. «Να είναι ευγενικός. Γενναιόδωρος. Να σε κάνει να γελάς». «Άρα πρέπει να παντρευτεί έναν γελωτοποιό;» τη ρώτησε. Η Τίλι τον κοίταξε σαν να ήταν ανόητος. «Όχι βέβαια. Πρέπει, όμως, να έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα, την ίδια οπτική για τον κόσμο. Πρέπει να βρίσκουν χαρά ο ένας στον άλλο. Η χαρά συνήθως οδηγεί σε χαμόγελα και γέλια. Σίγουρα θα έχετε γνωρίσει γυναίκες που σας έκαναν να γελάτε». Το σκέφτηκε.


«Η αδελφή μου. Μερικές φίλες». Στην πραγματικότητα, όμως, καμία με την οποία να είχε κοιμηθεί. Ίσως αυτός ήταν και ο λόγος που οι σχέσεις του κρατούσαν τόσο λίγο. Το σεξ ήταν καλό, αλλά πέρα από το κρεβάτι τούς ένωναν ελάχιστα. Οι συζητήσεις ήταν σύντομες, αντάλλασσαν ελάχιστα λόγια πέρα από όσα χρειάζονταν για να ερεθίσουν ο ένας τον άλλο. «Θα ήταν υπέροχο να είμαι φίλη με τον σύζυγό μου», είπε η Τζίνα. «Θα απολαμβάναμε περισσότερο ο ένας τη συντροφιά του άλλου, νομίζω». «Ήσασταν φίλοι με τον Ντάουνι;» άκουσε τον εαυτό του να ρωτά, μισώντας τις λέξεις ήδη από τη στιγμή που βγήκαν από το στόμα του. Δεν ήθελε να αναφέρει τον πρώην άντρα της. Σίγουρα δεν ζήλευε τον άντρα που την είχε χάσει, αν και αναρωτιόταν αν ο ίδιος θα μπορούσε να την κρατήσει. Θα ήταν καλός και γενναιόδωρος μαζί της. Θα την έκανε, άραγε, να γελά; «Δεν ήμασταν τίποτα», είπε σιγανά, πριν τσιγκλήσει το άλογό της για να προχωρήσει μπροστά. Ήταν έτοιμος να την ακολουθήσει, αλλά η Τζίνα είπε: «Δεν της αρέσει να το συζητά. Καλύτερα να μην κάνετε ερωτήσεις για τον Ντάουνι». Την κοίταξε. «Έχετε συζητήσει μαζί της γι’ αυτόν;» «Δεν το συζητήσαμε ακριβώς. Πήρα κάποιες πληροφορίες. Είναι πολύ μυστικοπαθής. Υποθέτω, όμως, πως αυτό συμβαίνει όταν έχεις πληγωθεί τόσο πολύ. Χτίζεις τείχη». Κι έπειτα έτρεξε κι εκείνη για να προλάβει την αδελφή της. Ήταν διχασμένος. Δεν ήθελε να μάθει για τη ζωή της με τον Ντάουνι – και την ίδια στιγμή καιγόταν από επιθυμία να μάθει. Συνειδητοποιούσε ότι ήταν εντελώς αχρείος, ευγνώμων που είχε υπονοήσει ότι ο Ντάουνι δεν την έκανε να γελά. Ακόμα κι αν έπρεπε να τη γαργαλήσει από την κορυφή ως τα νύχια, τα χαρούμενα γέλια της θα αντηχούσαν οπωσδήποτε στα αφτιά του πριν τελειώσει αυτή η ιστορία. Έκανε το άλογό του να τρέξει. Οι κυρίες είχαν επιβραδύνει κι έτσι έφτασε σύντομα κοντά τους. Καθώς πλησίαζε, κατάλαβε ότι συζητούσαν πολύ σοβαρά – αλλά σταμάτησαν μόλις είδαν ότι μπορούσε να τις ακούσει, δίνοντάς του την εντύπωση ότι ήταν το θέμα της κουβέντας τους. Δεν του άρεσε που έπιασε τον εαυτό του να ελπίζει ότι έστω μία από τις δύο είχε αναφερθεί στα προτερήματά του – ήταν η Τίλι, που προσπαθούσε να δικαιολογήσει για ποιο λόγο είχε στραφεί πάλι σε αυτόν για να βοηθήσει στην εύρεση ενός σωστού συζύγου για την Τζίνα, ή η Τζίνα, που προσπαθούσε να πείσει την Τίλι ότι θα ήταν τυχερή αν της έδειχνε προσοχή ένας άντρας σαν τον Ρέξτον; Από την άλλη, ήταν σίγουρος ότι η Τίλι δεν αποκάλυψε στην αδελφή της τους ακριβείς όρους της συμφωνίας τους. Κάθε αξιοπρεπής γυναίκα θα το έβρισκε φριχτό. Ήταν ευγνώμων που η Τίλι δεν ενδιαφερόταν να χαρακτηριστεί αξιοπρεπής. «Κυρίες μου», είπε και σταμάτησε στα αριστερά της Τίλι, αποφασίζοντας να μη χωρίσει τις δύο αδελφές. «Πρέπει να μείνουμε μαζί, αν θέλετε να έχει αποτελέσματα η επιρροή μου». Η Τίλι τον κοίταξε άγρια. «Πρέπει να είσαι στο πλάι της Τζίνα, ώστε να είναι ξεκάθαρο το ενδιαφέρον σου». «Το υποτιθέμενο ενδιαφέρον μου. Ας είμαστε σαφείς τώρα που είμαστε οι τρεις μας». «Δεν είμαστε, όμως, μόνο οι τρεις μας. Το πάρκο είναι γεμάτο επισκέπτες αυτή την ώρα. Πρέπει να δουν το ενδιαφέρον σου για την Τζίνα». «Και θα το κάνουν μόλις ξεκινήσουν οι επισκέπτες μας». Συνοφρυώθηκε. «Ποιοι επισκέπτες;» «Η επιρροή μου δεν είναι αρκετή για να τραβήξει το ενδιαφέρον των άλλων στην Τζίνα.


Πρέπει να βασιστούμε και αλλού. Σταματήστε, κυρίες μου». Εντυπωσιάστηκε που το έκαναν αμέσως, χωρίς να φέρουν αντίρρηση. Αν είχε ανακαλύψει κάτι για τις Αμερικανίδες ήταν ότι δεν τους άρεσε να τις διατάζουν. Χαμογέλασε στην αδελφή του και τον άντρα της, οι οποίοι τους πλησίαζαν πάνω σε δύο ίδια καφετιά άλογα. Η δούκισσα του Λόβινγκτον είχε ένα στιλ που επηρέαζε ακόμα και τα ζώα που βρίσκονταν κοντά της. Όλα έπρεπε να ταιριάζουν μεταξύ τους. «Τι έκπληξη να σας συναντήσουμε εδώ!» είπε. Η Γκρέις τον κοίταξε περιπαικτικά, γιατί σίγουρα είχε πάρει μαζί τους πρωινό και τους είχε ζητήσει να του κάνουν αυτή τη χάρη. Έστρεψε την προσοχή της στην Τίλι με ένα θερμό χαμόγελο. «Λαίδη Λαντσντάουν, καιρό είχα να σας δω. Απ’ ό,τι βλέπω είστε καλά». Φάνηκε να εκπλήσσεται από την καλοσύνη στη φωνή της αδελφής του. «Σας ευχαριστώ, υψηλοτάτη. Είμαι καλά. Ελπίζω το ίδιο κι εσείς». «Πολύ καλά, ευχαριστώ. Ο δούκας δεν θα επέτρεπε κάτι άλλο». «Είστε πολύ τυχερή». «Το γνωρίζω πολύ καλά». Η Γκρέις στράφηκε προς την Τζίνα. «Δεσποινίς Χάμερσλι, ελπίζω να περάσατε όμορφα στον χορό μας τις προάλλες». «Ήταν υπέροχα. Θα το θυμάμαι πάντα με τρυφερότητα, μια και εκεί γνώρισα τον αδελφό σας». «Μην αφήσετε τον αδελφό μου να σας εξαπατήσει, δεσποινίς Χάμερσλι. Είναι ένας αχρείος». «Νομίζω ότι με μπερδεύεις με τον άντρα σου», είπε ο Ρέξτον. Η Γκρέις χαμογέλασε πονηρά. «Ακόμα και οι αχρείοι έχουν τον τρόπο τους». «Ένας αχρείος παραμένει πάντα αχρείος», είπε ο δούκας. «Γιατί να μην κάνουμε, όμως, λίγο πιο ενδιαφέρουσα τη ζωή για τις κυρίες, Ρεξ;» «Σωστά». Σκόπευε να κάνει πολύ ενδιαφέρουσα τη ζωή της Τίλι αργότερα. «Δεν μου αρέσει να φεύγω βιαστικά», είπε ο Λόβινγκτον, «αλλά δυστυχώς μας περιμένουν αλλού. Χάρηκα που σας συνάντησα, κυρίες μου». «Πρέπει να βρεθούμε κάποια στιγμή για τσάι», είπε η Γκρέις. «Υπάρχει ένας υπέροχος καινούριος χώρος, το Ρόγιαλ Τι Πάλας, όπου πίνω τσάι με τις φίλες μου. Πρέπει να έρθετε μαζί μας κάποιο απόγευμα». «Με μεγάλη μου χαρά», είπε η Τζίνα. «Έχω ακούσει ότι είναι εξαιρετικό». «Συμφωνώ. Θα φροντίσω να σας στείλω σύντομα μια πρόσκληση, τι λέτε;» «Θα ήταν υπέροχο». «Καλή σας μέρα, λοιπόν». Περίμενε μέχρι να απομακρυνθεί ο δούκας με τη δούκισσα κι έπειτα έσκυψε προς το μέρος της Τίλι και ψιθύρισε: «Δύο. Μένουν τέσσερις».

∞ Ο αχρείος! Ο αλήτης, το κάθαρμα, ο… κλέφτης! «Οι συγγενείς δεν μετρούν!» απάντησε η Τίλι όσο πιο περιφρονητικά μπορούσε. Χαμογέλασε δήθεν αθώα.


«Το στοίχημά μας δεν είχε άλλους όρους. Μόνο να μας πλησιάσουν έξι άνθρωποι. Ο δούκας και η δούκισσα του Λόβινγκτον σταμάτησαν να μας μιλήσουν. Είχαν όντως κάποια άλλη υποχρέωση τώρα. Παραλίγο να τους χάσουμε εξαιτίας της καθυστέρησής σου πριν από λίγο». Της ερχόταν να τον πλησιάσει, να του τσιμπήσει τη μύτη κι έπειτα να περάσει το χέρι της γύρω από τον λαιμό του και να τον φιλήσει. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι εκείνος θα κέρδιζε το στοίχημα, ότι θα τους μιλούσαν τέσσερις ακόμα άνθρωποι πριν φύγουν από το πάρκο. «Δεν καθυστερώ». Πολύ γελοία φράση, από τη στιγμή που είχε πάρει τον χρόνο της, είχε απολαύσει το γεγονός ότι τον έκανε να περιμένει – σαν να τον τιμωρούσε που επέμενε να τους συνοδεύσει. «Δεν θα κάνει καλό στη φήμη μου να σας δουν να μαλώνετε πάντως», είπε η Τζίνα δυσφορώντας και ίσως λίγο αμήχανα. «Έχεις δίκιο. Φυσικά», είπε στην αδελφή της. «Ας συνεχίσουμε». Δεν είχαν περάσει πέντε λεπτά, όταν τους πλησίασε άλλο ένα ζευγάρι. Τους αναγνώρισε. Ήταν ο κύριος και η κυρία Ντρέικ Ντάρλινγκ. Ενώ η σύζυγός του είχε κάθε δικαίωμα να αποκαλείται λαίδη Οφίλια, όταν παντρεύτηκε τον σύζυγό της ξεκαθάρισε με μια ανακοίνωση στους Times ότι αποποιούνταν κάθε δεσμό με την αριστοκρατία. Ήταν ίση με τον σύζυγό της. Κάποιοι μπορεί να πίστευαν ότι είχε μειώσει τον εαυτό της κοινωνικά, ήταν όμως προφανές ότι η κυρία είχε μια πολύ υψηλή θέση στο πλευρό του συζύγου της. Στο κάτω κάτω, ο ιδιοκτήτης των Δίδυμων Δράκων ήταν πολύ πλούσιος, είχε μεγαλώσει σαν ίσος ανάμεσα στους Γκρεϊστόουν και θεωρείτο αδελφός του μαρκήσιου του Ρέξτον. Ο Ντάρλινγκ έβγαλε το καπέλο του. «Λαίδη Λαντσντάουν. Δεσποινίς Χάμερσλι. Πληροφορήθηκα πως υπήρξε κάποιο πρόβλημα όταν επισκεφθήκατε στους Δίδυμους Δράκους τις προάλλες. Επιτρέψτε μου να προτείνω και στις δύο σας τη θέση του μέλους για να επανορθώσω για το δυσάρεστο αυτό συμβάν». Η Τίλι έστρεψε την προσοχή της στον Ρέξτον. Τι είχε πει; Σε ποιον το είχε πει; Σαν να διάβαζε το μυαλό της, είπε χαμηλόφωνα: «Δεν ξέρει λεπτομέρειες». «Ο λόρδος Έβανστον πάντως εκδιώχθηκε από τη λέσχη», πρόσθεσε ο Ντάρλινγκ. «Ελπίζω ότι τώρα που δεν θα είναι πια μέλος, θα είστε ήσυχες ότι δεν θα σας ενοχλήσει ξανά». Ήξερε ότι ο Ρέξτον ήταν υπεύθυνος γι’ αυτό. Ο Έβανστον, όμως, δεν ήταν ο μόνος φίλος του Ντάουνι. «Το εκτιμώ αυτό, αλλά δεν είμαι ευπρόσδεκτη από όλους». «Να με ενημερώσετε όταν αποφασίσετε να μας επισκεφθείτε», της είπε η κυρία Ντάρλινγκ. «Θα σας συνοδεύσω εγώ. Μόλις δουν ότι έχετε τη στήριξή μου, δεν θα σας ενοχλήσει κανείς στη λέσχη». Ο Ντάρλινγκ γέλασε. «Κανείς δεν θέλει να υποστεί τον θυμό της γυναίκας μου. Και στους Δράκους, αυτή είναι η βασίλισσα». «Κι εσείς ο βασιλιάς», είπε χαρούμενα η Τζίνα. «Εγώ είμαι απλώς ο κυνηγός των Δράκων». «Και μάλιστα πολύ καλός», σχολίασε η κυρία Ντάρλινγκ, σφίγγοντας το χέρι του. «Το παρελθόν μπορεί να μας κάνει αυτό που είμαστε, λαίδη Λαντσντάουν, αλλά δεν είναι απαραίτητο να καθορίζει εμάς ή το μέλλον μας». Η Τίλι αναρωτήθηκε τι είχε συμβεί στο παρελθόν της κυρίας Ντάρλινγκ και την έκανε αυτό που είναι. Την είχε γνωρίσει πριν από χρόνια, όταν ήταν ακόμα λαίδη. Η πιο περήφανη γυναίκα


που είχε γνωρίσει ποτέ. Ο γάμος της την είχε αλλάξει. Ή μπορεί να μην ήταν μόνο αυτό. «Η αδελφή μου κι εγώ εκτιμούμε πολύ την προσφορά σας, αν και φοβάμαι ότι μπορεί να το μετανιώσετε, κύριε Ντάρλινγκ. Νομίζω πως η Τζίνα είναι πολύ τυχερή στα παιχνίδια». Σε αντίθεση με την Τίλι, που ήταν πολύ κοντά στο να χάσει το σημερινό στοίχημα. Ο Ντάρλινγκ χαμογέλασε με τη σιγουριά του άντρα που ήξερε ότι τελικά δεν θα έβγαινε χαμένος. «Θα το διακινδυνεύσω». Φλυάρησαν για λίγα λεπτά ακόμα περί ανέμων και υδάτων. Έπειτα έφυγαν και ο Ρέξτον σήκωσε τα τέσσερα δάχτυλά του. «Μη χαίρεσαι», τον διέταξε. «Να ξέρεις, θα χάσεις». «Μπορεί να μη φτάσεις τους έξι». Κατάφερε να βρει οκτώ. Τον δούκα και τη δούκισσα του Αβεντέιλ, με την ανοιχτή τους άμαξα, που τους μίλησαν για λίγο. Έπειτα ακολούθησαν δύο λόρδοι, για τους οποίους η Τίλι ήταν σίγουρη πως ο μαρκήσιος δεν είχε κανονίσει να τους συναντήσουν. Προφανώς είχαν αρχίσει να προσέχουν την Τζίνα, είτε το συνειδητοποιούσε είτε όχι. Ίσως να μη χρειαζόταν η Τίλι να προσεγγίσει τον Ρέξτον, παρότι δύσκολα θα μετάνιωνε για την απόφασή της αυτή. Καθώς παρακολουθούσε τη συνομιλία τους, την άνεση με την οποία φλέρταρε η αδελφή της, ένιωσε έναν πόνο στο στήθος που η Τζίνα δεν είχε δεκάδες επίδοξους μνηστήρες γύρω της. «Θα έρθουν κι άλλοι». Κοίταξε τον Ρέξτον. Γιατί έμοιαζε να ξέρει πάντα τι είχε στο μυαλό της; Επειδή είχε αδελφή; Είχε μοιραστεί μαζί της τα όνειρα και τις ελπίδες της; Την ενοχλούσε να σκέφτεται ότι μπορεί να ήταν ευαίσθητος, με κατανόηση, ευγενικός. «Έκλεψες». «Το ήξερες εξαρχής ότι το κάνω καμιά φορά. Σου είχα ήδη εκμυστηρευτεί ότι κλέβω στα χαρτιά για να ωφεληθώ. Επομένως ξέρεις ότι δεν έχω ηθικούς φραγμούς όταν θέλω να κερδίσω κάτι». Και την ήθελε. Αυτή η σκέψη δεν έπρεπε να τη χαροποιεί τόσο. «Είσαι ανυπόμονος. Μια ακόμα νύχτα δεν θα είχε τόση μεγάλη διαφορά. Απλώς θα αύξανε την αδημονία». «Λίγο ακόμα και θα κινδύνευα να εκραγώ στο πρώτο σου άγγιγμα». Το ίδιο θα συνέβαινε και σ’ εκείνη. Δεν θα το παραδεχόταν, όμως. Η αυτοπεποίθηση εκείνου του άντρα ήταν ήδη μεγάλη. «Αυτοί οι κύριοι είναι κατάλληλοι υποψήφιοι;» «Θα κληρονομήσουν και οι δύο τίτλους. Θα κάνει αυτό την αδελφή σου ευτυχισμένη;» Κούνησε το κεφάλι. «Είναι πολύ νέα για να καταλάβει τι ακριβώς χρειάζεται. Δυστυχώς δεν συνειδητοποιούμε πάντα τι χρειαζόμαστε μέχρι να κερδίσουμε αυτό που δεν χρειαζόμαστε». «Μιλάς από πείρα». Δεν ήταν ερώτηση. Ήταν μια δήλωση, γεμάτη θλίψη. «Ήμουν ένα ανόητο κορίτσι, πράγματι». «Ήταν ο μόνος που σε φλέρταρε;» «Ο μόνος για τον οποίο ενδιαφέρθηκα. Η μητέρα μου κι εγώ μαλώσαμε. Ήθελε να παντρευτώ έναν δούκα, να ανέβω ακόμα πιο ψηλά στην κοινωνική κλίμακα. Ο Ντάουνι, όμως, ήταν τόσο κύριος, τόσο ευγενικός. Με είχε ενθουσιάσει». «Σε έκανε να γελάς;»


Της άρεσε που είχε δώσει προσοχή στα σχόλιά της σχετικά με το τι θα έπρεπε να ψάχνει μια γυναίκα σε έναν άντρα. Έτσι, αποφάσισε να είναι ειλικρινής. «Ούτε μια φορά. Το φλερτ μας δεν μας επέτρεψε να γνωριστούμε πραγματικά πριν παντρευτούμε. Είναι κρίμα. Νομίζω ότι η λέσχη Αηδόνι υπάρχει εξαιτίας του πλήθους των δυστυχισμένων ζευγαριών». «Εσύ, όμως, έφυγες από τον δυσάρεστο γάμο σου». Έγνεψε καταφατικά. «Μου κόστισε, όμως. Κόστισε στην Τζίνα. Και λυπάμαι γι’ αυτό. Θα έπρεπε να περιμένω». «Αν το είχες κάνει, δεν θα με χρειαζόσουν τώρα». Δεν ήταν σίγουρη ότι αυτό ήταν αλήθεια. Είχε κάνει την τρομακτική σκέψη ότι θα τον χρειαζόταν πάντα. Έσκυψε προς το μέρος της, μιλώντας χαμηλόφωνα, σαγηνευτικά. «Για να είμαι ειλικρινής, παρότι αυτό με κάνει παλιάνθρωπο, χαίρομαι που με χρειάζεσαι. Πέρασε μια βδομάδα προσπαθώντας να αποφασίσω ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να απολογηθώ, ώστε να σε φέρω πίσω στη ζωή μου. Η ανάγκη μας, λοιπόν, είναι αμοιβαία, κόμισσα». Έστρεψε την προσοχή του πίσω στην Τζίνα και στους θαυμαστές της, σαν να μην είχε μόλις ξεστομίσει τη φράση που θα μπορούσε να τη διαλύσει. Την ώρα που ο αέρας επέστρεφε στους πνεύμονες της Τίλι, δεν ήξερε τι να πει, πώς να αντιδράσει. Ο Ντάουνι χρειαζόταν τα λεφτά της, αλλά δεν μπορούσε ποτέ να ισχυριστεί ότι χρειαζόταν την ίδια. Δεν θα μαγευόταν από αυτόν. Δεν θα διάβαζε πράγματα στα λόγια του που δεν ίσχυαν. Τη χρειαζόταν στο κρεβάτι του, αλλά δεν χρειαζόταν την ίδια. Κι όμως, δεν μπορούσε να ξεχάσει την ευγνωμοσύνη στη φωνή του όταν της έβγαλε τη μάσκα κι επιβεβαίωσε πως ήταν όντως εκείνη στο δωμάτιο μαζί του. Η ολοφάνερη χαρά του την είχε ενθουσιάσει, είχε ανεβάσει την αυτοπεποίθησή της, που ήταν τόσο καιρό καταβαραθρωμένη. Σταμάτησε το άλογό του πλάι της σαν να μην ήταν ντροπή να τον δουν μαζί της. Έτσι, όμως, έκανε από την αρχή. Είχε υποθέσει πως ήθελε να εντυπωσιάσει την Τζίνα και γι’ αυτό δεν έπρεπε να είναι αγενής με την αδελφή της. Τώρα, όμως, καταλάβαινε πως οι πράξεις του έδειχναν την καλοσύνη του και την πρόθεσή του να αψηφήσει τις κοινωνικές συμβάσεις. Είχε αρχίσει ακόμα και να σκέφτεται πως η προσέγγιση της οικογένειάς του σήμερα είχε περισσότερο σχέση μαζί της παρά με την Τζίνα. Οι κύριοι έφυγαν τελικά και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Κανείς τους δεν μιλούσε. Ήταν όλοι χαμένοι στις σκέψεις τους. Το μυαλό της ταξίδευε σε όσα θα ακολουθούσαν. Υπέθετε πως το ίδιο έκανε κι εκείνος. Μπορούσε να νιώσει το βλέμμα του να πέφτει πάνω της συχνά, σαν να υπολόγιζε την αξία της. Ή μπορεί και να υπολόγιζε πόση ώρα θα του έπαιρνε να της βγάλει τα ρούχα. Όταν έφτασαν στους στάβλους, κατέβηκε από το άλογό του, πήγε κοντά της και τύλιξε τα χέρια του στη μέση της. Απόψε θα την αγκάλιαζε χωρίς ρούχα ανάμεσά τους. Έβαλε τα χέρια της στους ώμους του. Τη σήκωσε αργά και την κατέβασε στο έδαφος. Όταν πάτησαν, όμως, τα πόδια της στο χώμα, δεν την άφησε. Την κοίταζε στα μάτια, την παρατηρούσε, κάτι σκεφτόταν. «Αν ήμουν κύριος», είπε τελικά, «θα παραδεχόμουν ότι έκλεψα και θα έκανα πίσω στο στοίχημα. Για το καλό και των δυο μας, χαίρομαι πολύ που δεν είμαι. Θα σου στείλω μια άμαξα στις δέκα και μισή». «Στις έντεκα. Η Τζίνα αργεί να κοιμηθεί». «Στις έντεκα, λοιπόν». Την άφησε, ανέβηκε στη σέλα του και απομακρύνθηκε. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί, αλλά


ήταν κι εκείνη πολύ χαρούμενη που δεν ήταν κύριος.


Κεφάλαιο 12 Δεν είχε συνηθίσει να βγαίνει κρυφά από το σπίτι της, αλλά δεν ήθελε να ξυπνήσει την Τζίνα, που κοιμόταν λίγα δωμάτια πιο πέρα. Η πιθανότητα να την τσακώσουν, ωστόσο, έκανε ακόμα πιο προκλητική τη νύχτα, αν και ήταν μάλλον απίθανο να συμβεί αυτό, καθώς όλοι οι υπηρέτες ήταν ήδη στα κρεβάτια τους. Όταν είχε κανονίσει να την πιάσουν με τον υπηρέτη, ήταν πολύ αγχωμένη, τρομοκρατημένη από το ενδεχόμενο ότι δεν θα είχε επιτυχία το σχέδιό της. Απόψε, όμως, δεν ήταν τρομοκρατημένη, ούτε καν αγχωμένη. Μπορεί η νύχτα να μην εξελισσόταν όπως σχεδίαζε, μπορεί να ήταν απογοητευτική και να οδηγούσε σε περισσότερες απογοητευτικές βραδιές, αλλά ο αριθμός τους θα ήταν περιορισμένος. Ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να φροντίσει πως η σχέση τους θα τελείωνε με τους δικούς της όρους. Μπορούσε να αντέξει τα πάντα για ένα συγκεκριμένο διάστημα. Της το είχε διδάξει αυτό ο γάμος της με τον Ντάουνι. Εξάλλου, αν ο Ρέξτον δεν ήταν ο εραστής που περίμενε, τότε θα μπορούσε κι εκείνη να είναι λιγότερο ενθουσιώδης στο κρεβάτι κι ίσως έτσι να συντόμευε ο ίδιος τη σχέση τους. Βγήκε από την μπροστινή πόρτα και την κλείδωσε πίσω της. Η γυαλιστερή μαύρη άμαξα δεν είχε διακριτικά, το ίδιο και ο οδηγός με τον υπηρέτη. Δεν φορούσε κανείς τους λιβρέα, αλλά μαύρα, βαριά παλτά και καπέλα που έκρυβαν τα πρόσωπά τους από τη λάμψη των φώτων του δρόμου. Ο υπηρέτης άνοιξε την πόρτα της άμαξας και τη βοήθησε να ανέβει. Το σκοτεινό, γήινο άρωμα του άλλου επιβάτη ηρέμησε όσο τίποτα τα νεύρα της. «Δεν φαντάστηκα ότι θα ερχόσουν ο ίδιος», του είπε. «Δεν θα ανέθετα σε άλλους την ασφαλή μεταφορά σου». Η πλούσια, βαθιά φωνή του την πλημμύρισε. Ήταν γελοίο πόσο απολάμβανε την παραμικρή λεπτομέρεια πάνω του. Το άρωμά του, τη φωνή του, την παρουσία του. Το ενδιαφέρον του για την ασφάλειά της. «Φαντάζομαι πως κατάφερες να ξεγλιστρήσεις χωρίς να σε αντιληφθεί η αδελφή σου», της είπε, μόλις ξεκίνησε η άμαξα. «Κοιμάται βαθιά. Πρέπει, όμως, να γυρίσω πριν ξυπνήσει». «Θα γυρίσεις πίσω σε λίγες ώρες, πολύ πριν από την αυγή». Δεν θα ήταν μεγάλη η νύχτα, λοιπόν. Περίμενε να μείνει μαζί του μέχρι το χάραμα. Κατάπιε την απογοήτευσή της και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ή έστω προσπάθησε. Ήταν ανοιχτές οι κουρτίνες. Σκέφτηκε πως μάλλον θα έπρεπε να είναι ευγνώμων που είχε περισσότερη εμπειρία από εκείνη σε αυτές τις υποθέσεις. Δυσκολευόταν, όμως, να το δει θετικά, να ξέρει ότι ήταν μία από πολλές. «Φαίνεται πως έχεις μεγάλη πείρα στις παράνομες συναντήσεις», σχολίασε. «Υποθέτω πως έχεις φέρει πολλές γυναίκες στο σπίτι σου». «Θα είσαι η πρώτη». Η απάντησή του την ξάφνιασε. Προσπάθησε να διαβάσει την αλήθεια στο πρόσωπό του, αλλά ήταν κρυμμένος στο σκοτάδι. Μετά βίας ξεχώριζε τη μορφή του, κι αυτό την απογοήτευσε. Απολάμβανε να τον κοιτάζει. «Νιώθω μεγάλη τιμή». «Θα έπρεπε». «Γιατί δεν πήγες καμία πριν από εμένα;» Δεν ήταν σίγουρη τι ήθελε να ακούσει. Γιατί ήταν


ξεχωριστή. Γιατί ήταν διαφορετική. Γιατί είχε σημασία γι’ αυτόν. «Γιατί περιπλέκει τα πράγματα. Συνήθως πηγαίνω στη λέσχη Αηδόνι. Οι γυναίκες επισκέπτονται αυτό τον χώρο για έναν και μόνο λόγο και είναι χαρά μου να τις εξυπηρετώ». «Οι μάσκες είναι λίγο ενοχλητικές, έτσι δεν είναι; Έχεις βρεθεί ποτέ με κάποια γυναίκα που δεν σου άρεσε όταν έβγαλες τη μάσκα της;» «Ναι. Αν και δεν ήταν πως δεν μου άρεσε, απλώς ήξερα πως, αν την έπαιρνα, θα καταλήγαμε και οι δύο με πολλές ενοχές». «Μια και η επιλογή γίνεται από τις κυρίες, είμαι σίγουρη πως θα απογοητεύτηκε». «Σίγουρα, αλλά η εκδίκηση είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Κόβει και από τις δύο πλευρές. Και η επιλογή της βασίστηκε στο γεγονός ότι ήθελε να πληγώσει κάποιον άλλο». Άρα υπήρχαν όρια που δεν θα ξεπερνούσε, ακόμα και εις βάρος της απόλαυσης. Της άρεσε που μάθαινε αυτή την πτυχή του χαρακτήρα του. «Σε κάνει να νιώθεις φτηνό αυτό; Που στέκεσαι εκεί και περιμένεις να σε διαλέξουν;» «Σε αντίθεση με τις κυρίες, ένας κύριος πρέπει να πληρώσει ένα αρκετά μεγάλο ποσό για να γίνει μέλος. Έτσι, λοιπόν, όχι, δεν νιώθω φτηνός». Δεν ήξερε αυτή τη λεπτομέρεια για τη λέσχη. Ασφαλώς κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο για να παραμείνει ανοιχτή. Σίγουρα είχε έξοδα. Δεν ήθελε να σκεφτεί πόση από την προίκα της είχε καταλήξει στην κάρτα μέλους του Ντάουνι. «Δεν θεωρείς αυτές τις κυρίες ανήθικες;» τον ρώτησε. «Υποθέτω πως και οι γυναίκες έχουν τις ίδιες ορμές με τους άντρες». Αναρωτήθηκε τι θα σκεφτόταν αν ήξερε ότι, πριν τον γνωρίσει, είχε πολύ λίγες. Τώρα οι ορμές της την αναστάτωναν και τις αποσπούσαν την προσοχή. Ήταν ευγνώμων γι’ αυτή τη γήινη συζήτηση. Την εμπόδιζε να τον αγγίξει. «Γιατί λες πως οι άντρες δεν απομονώνονται όταν έχουν τέτοια συμπεριφορά, ενώ οι κυρίες ναι; Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τους άντρες που συχνάζουν στη λέσχη, είτε είναι ελεύθεροι είτε παντρεμένοι. Κι όμως, οι γυναίκες προτιμούν να κρύβουν την ταυτότητά τους, πρέπει να προσέχουν να μην τις αντιληφθούν». «Γιατί οι γυναίκες δεν είναι πολύ καλύτερες από εμάς». «Δεν διαφέρουμε και τόσο». «Διαφωνώ. Θα συγκρίνουμε τις διαφορές μας πριν τελειώσουμε και θα τις απολαύσουμε». Το χαμόγελό του έλαμψε στο σκοτάδι. Παραλίγο να βάλει τα γέλια. Παραλίγο. Ναι, οι διαφορές τους ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ήταν εκεί. Η μοναξιά ήταν μια φτηνή δικαιολογία, όταν στην πραγματικότητα ανυπομονούσε να γνωρίσει κάθε πτυχή που τον έκανε να διαφέρει από την ίδια. Είχε δίκιο. Είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη λέσχη, γιατί ήλπιζε να φύγει από εκεί με πολύ περισσότερα από τη συνεργασία του στο θέμα της Τζίνα. Χαιρόταν που δεν είχαν ολοκληρώσει τη σχέση τους το προηγούμενο βράδυ, που μπορούσε να προσποιηθεί ότι την έπαιρνε στο δωμάτιό του γιατί ήθελε κάτι ξεχωριστό από εκείνη. Ανάμεσά τους έπεσε σιωπή, η οποία δημιουργούσε μια οικειότητα στο σκοτάδι. Τα νεύρα της είχαν αρχίσει να τεντώνονται από την αναμονή, από τη λαχτάρα της να φτάσουν στο σπίτι και να βρεθεί στην αγκαλιά του, με τα στόματά τους ενωμένα. Ενώ δεν ήταν παρθένα, δεν ήταν σίγουρη ότι η εμπειρία της θα ήταν αντάξια της δικής του. Ήλπιζε ότι θα ήταν ευγενικός, αν τα έκανε θάλασσα. «Νόμιζα πως το σπίτι σου ήταν πιο κοντά», παραδέχτηκε τελικά. «Δεν θα πάμε στο σπίτι μου».


Αυτή η φράση την ξάφνιασε. Δεν είχε πει το προηγούμενο βράδυ ότι ήθελε να την πάει στο σπίτι του; Άλλαξε γνώμη; Αποφάσισε ότι δεν ήθελε να βεβηλώσει το σπίτι του με την παρουσία της; Είχε πράγματι σκεφτεί ότι μπορεί να τη θεωρούσε ξεχωριστή; «Πού πηγαίνουμε;» «Κάπου που νομίζω ότι θα σου αρέσει». Δεν θα της άρεσε να βρεθεί στο σπίτι του, στο κρεβάτι του; «Είναι μυστικό αυτό το μέρος;» Άλλος ένας χώρος γεμάτος αμαρτία. Ίσως και ανηθικότητα. «Το μέρος αυτό δεν είναι μυστικό, αλλά κρύβει ένα από τα μυστικά μου». Θεέ μου! Δεν ήξερε για ποιο λόγο ακούγονταν τόσο δυσοίωνα τα λόγια του, σαν να επρόκειτο να μάθει κάτι που θα προτιμούσε να μην ξέρει. «Ίσως πρέπει να μου το πεις τώρα». «Καλύτερα να το δεις, νομίζω». «Θα αλλάξει την άποψή μου για εσένα;» «Δύσκολο να σου απαντήσω. Εξαρτάται από το ποια είναι η άποψή σου». «Δεν μου αρέσουν τα μυστικά». Ο Ντάουνι ήταν γεμάτος μυστικά και το καθένα από αυτά είχε πλήξει τα αισθήματά της, την αυτοπεποίθησή της, τη σιγουριά της. «Βάζω στοίχημα ακόμα μια νύχτα μαζί σου –μία που να μην έχει σχέση με τις εξόδους μου με την Τζίνα– ότι το μέρος αυτό θα σου αρέσει». «Και αν δεν μου αρέσει;» «Τότε θα μπορείς να μην έρθεις σε μία από τις νύχτες που μου χρωστάς». Ευχήθηκε να είχε ζητήσει κάποιο άλλο είδος πληρωμής. Δεν του άρεσε το πόσο εύκολα έβαζε στοίχημα με τις νύχτες που φοβόταν ότι μπορεί να της γίνονταν πολύτιμες. Προφανώς δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία γι’ αυτόν, όπως τα χρήματα που ξόδευε με τόση ευκολία στους Δίδυμους Δράκους. Κι όμως, αρνιόταν να δείξει ευαισθησία, είχε μάθει πως ήταν πάντα προτιμότερο να μην αφήσει τη θλίψη της να βγει στην επιφάνεια. «Δέχομαι τους όρους σου». «Υπέροχα». Η άμαξα ταξίδευε γρήγορα. Τόλμησε να σηκώσει τη μια άκρη της κουρτίνας και κοίταξε έξω. Είδε κτίρια, αλλά όχι κατοικίες. Δεν ήξερε αυτή την περιοχή του Λονδίνου. Δεν αναγνώριζε τίποτα. «Πόση ώρα θέλουμε ακόμα για να φτάσουμε στον προορισμό μας;» «Μισή ώρα περίπου». Αρκετός χρόνος για ένα δυο φιλιά. Άφησε την κουρτίνα. «Δεν είμαι σίγουρη τι πρέπει να καταλάβω από αυτή την… περιπέτεια. Έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι αν έχεις χάσει το ενδιαφέρον σου για εμένα, τώρα που ξέρεις ότι μπορείς να με έχεις». «Σε διαβεβαιώνω πως όχι. Θα σε έπαιρνα αμέσως στην αγκαλιά μου, μόνο που ξέρω ότι αυτό θα σήμαινε πως, όταν φτάναμε, τα μαλλιά σου θα ήταν ανακατωμένα και τα ρούχα σου στο πάτωμα». Δεν είχε ακούσει ποτέ τόση λαχτάρα, τόση επιθυμία σε μια φωνή. Την ικανοποιούσε απίστευτα. Μαζί του, είχε την αίσθηση ότι θα μπορούσε να ανταποκριθεί στη φήμη της, που την ήθελε προκλητική και διαβόητη. «Πίστευα ότι είσαι άνθρωπος της πειθαρχίας». «Όχι όταν πρόκειται για εσένα». Είδε τη σκιά του να σκύβει μπροστά.


«Μην ξεγελιέσαι, Τίλι. Σε θέλω στο κρεβάτι μου. Η αποψινή νύχτα, όμως, είναι το αποτέλεσμα ενός στοιχήματος, όχι κάποιος όρος στον οποίο συμφωνήσαμε. Δεν θα το εκμεταλλευτώ». Ανασήκωσε τους ώμους. «Όχι εντελώς. Έχω τη συντροφιά σου και αυτό μου είναι αρκετό για την ώρα». Αν ήταν ένα ανόητο δεκαοκτάχρονο κορίτσι που μόλις είχε έρθει στο Λονδίνο, μπορεί να νόμιζε ότι τη φλέρταρε, ότι προσπαθούσε να την κερδίσει σαγηνεύοντάς την. Η συμφωνία τους του έδινε αυτό που ήθελε – αυτό που ήθελε κι εκείνη, για να είναι ειλικρινής. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να το πάρει. Το γεγονός ότι δεν το έκανε, της προκαλούσε πόνο. Έναν πόνο άμεσο, οξύ, αβάσταχτο. Όπως το διαζύγιό της με τον Ντάουνι. Όσο τον βίωνε, ωστόσο, είχε αρχίσει να τον δέχεται, γιατί σήμαινε πως είχε αρχίσει η αποθεραπεία. Έτσι ένιωθε κι τώρα. Λες και η ραγισμένη της καρδιά είχε μια ελπίδα να γιατρευτεί. Πριν προλάβει να το σκεφτεί περισσότερο, η άμαξα σταμάτησε. Δόξα τω Θεώ, γιατί δεν ήθελε να εξερευνήσει εκείνα τα ανεπιθύμητα συναισθήματα. Δεν θα άφηνε τον άντρα αυτόν να πλησιάσει την καρδιά της. Η πόρτα άνοιξε. Ο Ρέξτον βγήκε και τη βοήθησε να κατέβει. Φορούσαν και οι δύο γάντια. Ευχήθηκε να μη φορούσαν. Το φως από τις λάμπες του δρόμου αποκάλυψε ένα τεράστιο αλλά σχετικά απλό κτίριο από τούβλα. Πάνω του δέσποζε μια πινακίδα: «Διασκεδάσεις Ντάραμ». Τόσο αθώο όνομα για τις παρακμιακές διασκεδάσεις που υποψιαζόταν ότι φιλοξενούσε εκείνο το σπίτι στα προάστια της πόλης. Παρότι δεν είδε κανέναν εκεί γύρω, ήταν προφανές πως ο χώρος ήταν ανοιχτός για τους πελάτες ακόμα και τις νυχτερινές ώρες. Φαντάστηκε ηδονοβλεψίες, όργια, παρακμή κι άλλες ανήθικες δραστηριότητες. Τα μυστικά του Ρέξτον: είχε μια προτίμηση στην πορνογραφία. Της πρόσφερε το μπράτσο του. «Πάμε;» Έπρεπε να απαντήσει ξεκάθαρα: «Όχι!». Έπρεπε να γυρίσει στην άμαξα, έπρεπε να ξεκαθαρίσει ότι δεν ενέκρινε τέτοια ανηθικότητα. Η περιέργεια, όμως, νίκησε. Είχε ακούσει φήμες για αυτούς τους χώρους, είχε ακούσει τον Ντάουνι να μιλά γι’ αυτό με τους φίλους του. Ο Ρέξτον δεν μπορούσε να την αναγκάσει να συμμετάσχει, αλλά ίσως ήταν ενδιαφέρον και αρκετά εκπαιδευτικό να ρίξει μια ματιά και να επιβεβαιώσει ότι όσα συνέβαιναν εκεί ήταν ανεπίτρεπτα. Μια σοφή γυναίκα έπρεπε να είναι όσο πιο ενημερωμένη γινόταν, κάτι που είχε μάθει πολύ αργά. Με τις γνώσεις αυτές, θα μπορούσε να στείλει μια επιστολή στους Times, να ειδοποιήσει την αστυνομία. Ίσως θα μπορούσε να βγει κάτι καλό απ’ όλο αυτό. Έβαλε το χέρι της στο μπράτσο του. «Δεν το γνωρίζω αυτό το μέρος». «Λίγοι άνθρωποι το ξέρουν. Χρειάστηκε να κάνω αρκετή έρευνα για να το εντοπίσω». Άρχισε να την οδηγεί στην κεντρική είσοδο. Υπήρχαν δύο πόρτες και φαντάστηκε το πλήθος να συρρέει τις μικρές ώρες, μιας και όλη αυτή η παρακμή σίγουρα λάμβανε χώρα όταν οι καθωσπρέπει άνθρωποι είχαν ήδη κοιμηθεί. «Έρχεσαι εδώ συχνά;» «Κάθε λίγες βδομάδες. Με εντυπωσιάζουν όσα συμβαίνουν εκεί μέσα». Ευχήθηκε να μην είχε αυτή την πληροφορία για εκείνον, δεν ήθελε οι λεπτομέρειες της ζωής του να καταστρέψουν την άποψη που είχε γι’ αυτόν. Ήταν πάντα αδύνατον να μάθει κανείς τα


πάντα για έναν άνθρωπο. Πώς μπορούσε να εξασφαλίσει ότι η Τζίνα δεν θα κατέληγε με έναν άντρα διεστραμμένο; Χτύπησε δυνατά την πόρτα. Περίμενε. Έβαλε προστατευτικά το χέρι του πάνω στη δικό της, στο μπράτσο του, σαν να ένιωσε –μαζί της– ότι μπορεί να το έβαζε στα πόδια. Τελικά άνοιξε ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας. Το παχύ του μούσι έκρυβε το μεγαλύτερο μέρος του χαμόγελού του. «Λόρδε». «Κύριε Ντάραμ, το εκτιμώ πολύ που ανοίξατε για εμάς απόψε». «Το ποσό που μου δώσατε, λόρδε, εξασφαλίζει ότι θα είμαστε ανοιχτά όποτε το θελήσετε». Πλήρωνε για μια ιδιωτική διασκέδαση; Τουλάχιστον έτσι δεν χρειαζόταν να ανησυχεί μήπως την αναγνώριζε κανείς εκεί. «Επιτρέψτε μου να σας συστήσω τη φίλη μου, τη δεσποινίδα Τίλι», είπε ο Ρέξτον. Εκτιμούσε το γεγονός ότι της χάριζε κάποια ανωνυμία, ώστε θα μπορούσε να αρνηθεί ότι βρέθηκε ποτέ ανάμεσα στους τοίχους αυτού του κτιρίου. Ο κύριος Ντάραμ ακούμπησε τα δύο του δάχτυλα στο μέτωπό του. «Καλώς ήρθατε, δεσποινίς. Περάστε». Έκανε ένα βήμα πίσω. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, έτοιμη να αντιμετωπίσει το προκλητικό θέαμα που θα την υποδεχόταν, η Τίλι πέρασε το κατώφλι και ξαφνιάστηκε όταν η μυρωδιά του καμένου ξύλου και της φρέσκιας μπογιάς πλημμύρισε τα ρουθούνια της, όχι δυσάρεστα, αλλά σίγουρα με ορμή. Το πάτωμα ήταν γεμάτο ροκανίδια. Η σπηλαιώδης αυτή δομή ήταν ένα ξυλουργείο. Τίποτα περισσότερο. Στην αριστερή γωνία υπήρχε ένα όμορφο καρουσέλ με μια περίτεχνη τέντα, την οποία μπορούσες να χαρακτηρίσεις μονάχα ως έργο τέχνης. Τα πολύχρωμα άλογα, που είχαν διαφορετική στάση το καθένα, ήταν παρατεταγμένα κυκλικά το ένα πλάι στο άλλο. Δεν μπορούσε να φανταστεί πόση ώρα, πόση προσπάθεια και πόση αφοσίωση έπρεπε να διαθέσει κανείς για να φτιάξει κάτι τόσο υπέροχο. «Φτιάχνετε καρουσέλ», είπε με δέος, ικανοποιημένη που το πονηρό θέαμα που περίμενε να δει ήταν απλώς κάτι που έφερνε χαρά, και όχι αμαρτία, στις ζωές των ανθρώπων. «Πράγματι, δεσποινίς. Θέλετε να δείτε αυτό που φτιάχνουμε για τον λόρδο;» Έστρεψε την προσοχή της στον Ρέξτον. Τα πονηρά του μάτια έλαμπαν από χαρά. Υποψιάστηκε, προς μεγάλη της δυσαρέσκεια, ότι είχε μαντέψει πού είχε πάει το μυαλό της πριν περάσει εκείνη την πόρτα. Ήταν πια σίγουρη ότι με τις μυστηριώδεις απαντήσεις του προηγουμένως επιδίωκε να την ξαφνιάσει. «Έχεις παραγγείλει ένα καρουσέλ;» «Για το οικογενειακό μας κτήμα. Για να το απολαμβάνουν τα ανίψια μας». «Θα ήθελα να το δω, ναι». «Από εδώ τότε, δεσποινίς. Λόρδε». Ο Ρέξτον της πρόσφερε το μπράτσο του. Το δέχτηκε, σαν να τη συνόδευε σε ένα μέρος μαγικό. Πέρασαν από πάγκους με κομμάτια ξύλου σε διάφορα στάδια της κατασκευής τους: ένα κεφάλι εδώ, ένα σώμα πιο πέρα, τα πόδια από την άλλη. Είχε εντυπωσιαστεί από τη δουλειά που χρειαζόταν για να σχηματιστεί, να συναρμολογηθεί και να βαφτεί κάθε άλογο. «Κάθε γλύπτης ειδικεύεται σε ένα τμήμα του αλόγου», εξήγησε ο Ρέξτον. «Τους έχεις δει να δουλεύουν». «Για ώρες. Όπως είπα, με γοητεύει να παρατηρώ πώς ένα κομμάτι ξύλου μετατρέπεται σε έργο


τέχνης». Δεν ήταν αυτό ακριβώς που είχε πει. Είχε πει ότι τον γοήτευε, αλλά είχε σταματήσει εκεί, επιτρέποντας στο μυαλό της να περιπλανηθεί σε πονηρούς δρόμου. Λάτρευε τα καρουσέλ, αλλά δεν θα σκεφτόταν ούτε σε ένα εκατομμύριο χρόνια να φτιάξει ένα για τον εαυτό της. Το γεγονός ότι είχε αποφασίσει να φτιάξει ένα για τα παιδιά της οικογένειάς του της ξύπνησε αισθήματα που είχε πολύ καιρό να νιώσει. Τι είδους άντρας ήταν αυτός που νοιαζόταν τόσο πολύ να προσφέρει χαρά στα παιδιά; Καθώς πλησίασαν κάποια άλογα μέσα σε κουτιά, ο κύριος Ντάραμ είπε: «Προσέξτε το φόρεμά σας, δεσποινίς. Η μπογιά είναι ακόμα υγρή». Δεν την ένοιαζε αν θα λέρωνε με μπογιά τα ρούχα της. Περισσότερο ανησυχούσε μήπως χαλάσει τα υπέροχα αυτά έργα τέχνης. Η λεπτοδουλειά τους ήταν απίστευτη, είχαν τόσες λεπτομέρειες που η κατασκευή τους πρέπει να είχε χρειαστεί πολύ χρόνο. Έφτασαν σε έναν χώρο όπου υπήρχε ένα μικρό καρουσέλ, μισό σε μέγεθος από εκείνο που είχε δει στην αρχή. Είχαν τοποθετηθεί μόνο δύο ζώα στην πλατφόρμα: ένα λιοντάρι και μια τίγρης. Δίπλα υπήρχε μια αρκούδα, μια καμηλοπάρδαλη και μια καμήλα. «Ένας ζωολογικός κήπος», είπε με δέος. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Τα καρουσέλ που είχε δει περιλάμβαναν άλογα και ίσως κάποιο απλό κάθισμα. «Σκέφτηκα ότι τα παιδιά θα τον βαριούνταν αν είχε μόνο άλογα», εξήγησε ο Ρέξτον. «Γύρω από την πλατφόρμα θα υπάρχουν δώδεκα άλογα, όταν ολοκληρωθεί το καρουσέλ. Ο κύριος Ντάραμ έχει φτιάξει έναν μηχανισμό για να γυρίζει». «Είναι ένα μοναδικό, υπέροχο δώρο». Τον κοίταξε και μπορούσε να διακρίνει πόσο ικανοποιημένος ήταν από τη δουλειά που είχε γίνει. Ήταν ασυνήθιστο για κάποιον άντρα να νοιάζεται τόσο για την ευτυχία ενός παιδιού. «Είμαι σίγουρη ότι θα το απολαύσουν». Της έριξε ένα βλέμμα γεμάτο αυτοσαρκασμό. «Τα κίνητρά μου ήταν εγωιστικά. Ελπίζω ότι έτσι θα σταματήσουν να μου ζητούν να κάνουν ιππασία στην πλάτη μου». Έπαιζε με τα ανίψια του, τους έδινε προσοχή. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τέτοιες ευχάριστες στιγμές με τον θείο της. Πριν μεγαλώσει, συχνά της επαναλάμβανε ότι τα παιδιά πρέπει να τα βλέπεις και όχι να τα ακούς. Το εννοούσε κυριολεκτικά. Την κοίταζε, αλλά ποτέ δεν την κρατούσε. Της μιλούσε, αλλά δεν μιλούσε ποτέ μαζί της. Η άποψή της και τα ενδιαφέροντά της δεν τον απασχόλησαν ποτέ. «Είναι πολύ τυχερά που είσαι θείος τους». «Πρόσεξε, θα με κάνεις να κοκκινίσω». Αμφέβαλε. Κοίταξε γύρω της και είδε το σώμα ενός καφέ αλόγου. Πλάι του ήταν το κεφάλι, στολισμένο με μια σειρά από λεπτά κόκκινα τριαντάφυλλα. «Η Ξανθή Κυρία, υποθέτω». «Μια όσο πιο πιστή αντιγραφή της γίνεται». «Τη στολίζεις αλήθεια με τριαντάφυλλα;» «Όχι, αλλά η ανιψιά μου με ενημέρωσε πως θα έπρεπε, ότι θα την έκανε να νιώθει περισσότερο κυρία». «Σοφό κορίτσι η ανιψιά σου». «Ο κύριος Ντάραμ την έχει σχεδόν ολοκληρώσει. Της λείπει μόνο ένα πράγμα. Ένα μυστικό. Σκέφτηκα ότι θα ήθελες να έχεις εσύ την τιμή». Συνοφρυώθηκε.


«Ορίστε;» «Εξηγήστε της, παρακαλώ, κύριε Ντάραμ». «Μάλιστα, κύριε. Βλέπετε εδώ, δεσποινίς;» Πλησίασε το σώμα του αλόγου, γνωρίζοντας ότι ο Ρέξτον την ακολουθούσε. Ο κύριος Ντάραμ της έδειξε ένα σημείο στον λαιμό του γλυπτού. «Αυτό το μικρό κενό δεν καλύπτεται όταν μπαίνει το κεφάλι. Θεωρείται καλή τύχη να αφήσεις μέσα του ένα μήνυμα». «Μα δεν θα το δει ποτέ κανείς». «Και γι’ αυτό είναι το ιδανικό μέρος για ένα μυστικό», ψιθύρισε ο Ρέξτον στο αφτί της. «Δεν είμαι σίγουρος, λόρδε», παρατήρησε ο κύριος Ντάραμ. «Ο χρόνος θα φθείρει το άλογο. Κάποια στιγμή θα χρειαστεί επιδιόρθωση. Μπορεί να ανακαλύψει κάποιος τότε το σημείωμα». «Όταν έρθει εκείνη η στιγμή, όμως, εμείς θα έχουμε χαθεί από καιρό. Σκέψου τις ιστορίες που θα σκέφτονται για τις μυστηριώδεις λέξεις του σημειώματος. Μπορεί να είναι τα λόγια κάποιων εραστών». Σύντομα θα γίνονταν εραστές, σύντομα, πολύ σύντομα. «Θα γράψεις σημείωμα;» τον ρώτησε. «Τολμάς να αποκαλύψεις ένα μυστικό σου στους θεούς της διασκέδασης;» Κούνησε ελαφρά το κεφάλι του. «Δεν πρέπει, όμως, να κοιτάξει ο ένας του άλλου», επέμεινε. «Τα μυστικά πρέπει να παραμείνουν μυστικά». «Δεν θα γινόταν διαφορετικά». «Δεν μπορείς να κλέψεις και να το δεις». Το διαβολεμένο του χαμόγελο αναστάτωσε το στομάχι της. «Δεν θα κλέψω αυτή τη φορά. Θα τα εμπιστευτούμε στον κύριο Ντάραμ, ο οποίος θα τα κρύψει και θα σφραγίσει το άλογο απόψε κιόλας, πριν φύγουμε». Έγνεψε καταφατικά, παρότι φοβόταν ότι ίσως αποδεικνυόταν ανόητη που θα έγραφε σε ένα χαρτί τις σκέψεις της. Όλο αυτό, όμως, έκρυβε και κάτι υπέροχο. Ήξερε ότι μπορούσε να διατηρήσει για πάντα κάποια λόγια που δεν θα έβλεπε ποτέ κανείς – τουλάχιστον όχι όσο ζούσε εκείνη. «Εντάξει, λοιπόν. Δεν βλέπω τι κακό μπορεί να συμβεί». «Έχετε κάτι πάνω στο οποίο να γράψουμε, κύριε Ντάραμ;» ρώτησε ο Ρέξτον κι απομακρύνθηκε από κοντά της. «Έχω λίγο χαρτί εκεί, λόρδε μου. Μπορείτε να το δέσετε με λίγο σπάγκο». Σκέφτηκε ότι ο Ρέξτον το είχε ήδη συζητήσει με τον κύριο Ντάραμ, πριν την πάει εκεί, μια και όλα ήταν απλωμένα σε ένα καθαρό και οργανωμένο τραπέζι. Αφού έβαλε την πένα της στο μελανοδοχείο, έγραψε το σημείωμά της, το τύλιξε και έδεσε γύρω του έναν σπάγκο για να το ασφαλίσει. Πλησίασε στο άλογο κι έβαλε προσεκτικά την αποκάλυψη, που έκανε την καρδιά της να χτυπά δυνατά, μέσα στο μικρό κενό στον λαιμό του, ενώ την ίδια ώρα αναρωτιόταν πόσες ιστορίες θα έπλεκαν γύρω από αυτό όταν το ανακάλυπταν πολλά χρόνια αργότερα. Ο Ρέξτον έριξε μέσα και το δικό του μυστικό. Της έκλεισε το μάτι. «Έγραψες κάτι πονηρό;» «Θέλεις να μάθεις;» «Ναι, θέλω». Ανασήκωσε ανέμελα τους ώμους. «Κρίμα που δεν θα σου πω ποτέ». «Δεν είσαι περίεργη να μάθεις τι έγραψα;»


Περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να παραδεχτεί ποτέ. «Όχι ιδιαίτερα». Έσκυψε προς το μέρος της. «Ψεύτρα». Έπειτα την κοίταξε σαν να ήθελε κάτι. «Κύριε Ντάραμ, θα μπορούσε να κάνει μια βόλτα με το καρουσέλ σας η φίλη μου, όσο εσείς σφραγίζετε τα μυστικά μας;» «Φυσικά, λόρδε μου». Ήξερε πως είχε γουρλώσει τα μάτια της. «Το καρουσέλ λειτουργεί;» «Λειτουργεί. Αποτελεί ένα δείγμα της τέχνης του». Αυτή τη φορά, αντί να της προσφέρει το μπράτσο του, έσφιξε το χέρι του γύρω από το δικό της. «Έλα, είναι απλώς άλογα, αλλά το καθένα τους είναι διαφορετικό. Μπορείς να διαλέξεις αυτό που σου αρέσει περισσότερο». Διάλεξε ένα λευκό άλογο με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στη χαίτη του. Ο Ρέξτον τη σήκωσε για να καθίσει γυναικεία στη σέλα. Έπιασε τον στύλο και πρόσεξε τον μηχανισμό κάτω από την τέντα. «Εξαιρετικά περίτεχνος». «Υποθέτω πως δεν έχεις ανέβει ποτέ σε κάτι τέτοιο. Ο κύριος Ντάραμ αγαπά τους πειραματισμούς». Ο άντρας, τον οποίο είχε μόλις αναφέρει, βγήκε από μια πόρτα ενός μικρού δωματίου στο κέντρο της κατασκευής. «Έτοιμοι, λόρδε;» «Ναι, κύριε Ντάραμ». «Δεν θα ανέβεις σε ένα άλογο;» ρώτησε τον Ρέξτον. «Η απόσταση ανάμεσά μας θα είναι πολύ μεγάλη». Ο κύριος Ντάραμ χάθηκε πάλι μέσα στο δωμάτιο. Το καρουσέλ τινάχτηκε κι έπειτα άρχισε να κινείται αργά. Βγήκε έξω από την πλατφόρμα και πήδησε στο έδαφος. «Θα συνεχίσει μέχρι να τελειώσει ο ατμός». Πήγε πίσω στο μέρος όπου περίμεναν τα μυστικά τους για να σφραγιστούν, αφήνοντάς τους μόνους. Το άλογο στο οποίο καθόταν άρχισε να ανεβαίνει σταδιακά. Έφτασε μέχρι το ψηλότερο σημείο κι έπειτα ξανακατέβηκε. Πάλι πάνω… Ήταν σαν να παίρνει μέρος σε μια ιπποδρομία – δεν είχε τόση αγωνία, αλλά ήταν πολύ ευχάριστο. Έκανε την καρδιά της να ελαφρύνει, λες και στη ζωή της δεν είχε γνωρίσει ακόμα καμία απογοήτευση. «Αυτό», είπε χαμηλόφωνα ο Ρέξτον, ενώ το γυμνό του χέρι –πότε έβγαλε τα γάντια του;– ακουμπούσε το πιγούνι της και ο αντίχειράς του άγγιζε την ανασηκωμένη γωνία του στόματός της. «Αυτό ήθελα να δω. Το χαμόγελό σου». Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του, από τον τρόπο που τα δικά του παρατηρούσαν τα χείλη της, σαν να μην είχαν ξαναδεί ποτέ κάτι τόσο μαγευτικό, τόσο υπέροχο. «Δεν σε έχω ξαναδεί να χαμογελάς. Όχι από ικανοποίηση. Είναι υπέροχο». Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε στα μάτια σαν να μη σκόπευε να πάρει το βλέμμα του ποτέ. «Το ήξερα πως θα ήταν». Ο θαυμασμός στη φωνή του, η χαρά που του προκαλούσε το χαμόγελό της άγγιξε πολύ βαθιά μέσα της κάτι, κάτι που πίστευε ότι είχε κλειδώσει για πάντα. «Τα καρουσέλ σε κάνουν να νιώθεις ανέμελος». Και προφανώς σου έκοβαν την αναπνοή, γιατί ακουγόταν εντελώς ξέπνοη. Μπορεί, όμως, να έφταιγε ότι είχε προσέξει πόσο άγρια ήταν τα


δάχτυλά του, πόσο υπέροχα θα ένιωθε αν περνούσαν πάνω από το ευαίσθητο δέρμα του στήθους της, πάνω από τις θηλές της. Πέρασε τον αντίχειρά του από το κάτω χείλος της. «Σου τα έκλεψε; Τα χαμόγελά σου;» Δεν χρειαζόταν να ρωτήσει σε ποιον αναφερόταν. «Δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτόν. Όχι όταν είμαστε μαζί. Καλύτερα να τα ξεχάσουμε όλα αυτά». «Πες μου ότι το αξίζει και θα τον καταστρέψω». Το στομάχι της σφίχτηκε στη σκέψη πως θα το έκανε αυτό για εκείνη. Κανείς, ούτε καν ο πατέρας της, δεν είχε αναρωτηθεί ποτέ αν ο Ντάουνι ήταν υπαίτιος για τις πράξεις της. Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν του αξίζει να καταστραφεί». Την παρατήρησε προσεκτικά σαν να υποψιαζόταν πως έλεγε ψέματα. «Ήμουν ένα ανόητο κορίτσι. Δεν θα πω κάτι παραπάνω. Μη χαλάς τη στιγμή πιέζοντάς με». «Θέλω τα χαμόγελά σου. Το γέλιο σου». «Θέλω τα φιλιά σου». Δεν ήταν ποτέ τόσο τολμηρή ώστε να δηλώσει ότι ήθελε κάτι που συνέβαινε ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Την πλησίασε. Το άτιμο άλογο την πήρε μακριά του. Την έφερε πάλι πίσω. Τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της για μια μόνο στιγμή κι έπειτα χωρίστηκαν ξανά. Ανεβοκατέβαινε. Άγγιγμα. Αποχωρισμός. Το καρουσέλ άρχισε να κινείται πιο αργά. Το άλογο χαμήλωσε κι έμεινε εκεί. Ο Ρέξτον έβαλε το χέρι του πίσω από το κεφάλι της και την τράβηξε προς το μέρος του, άνοιξε το στόμα του στο δικό της. Δεν χρειάστηκε να την πιέσει αυτή τη φορά, δεν χρειάστηκε να την παρασύρει για να ανοίξει τα χείλη της. Ήθελε να τον γευτεί ολοκληρωτικά, να χαϊδέψει τη γλώσσα του με τη δική της. Της άρεσε αυτή η γωνία, ο τρόπος με τον οποίο έγερνε πίσω το κεφάλι του, πόσο εύκολα μπορούσε να περάσει τα δάχτυλά της από τα μαλλιά του. Ευχόταν να είχε βγάλει τα γάντια της, αλλά δεν ήθελε να σταματήσει τώρα για να το κάνει. Απλώς ήθελε να συνεχίσει να χάνεται στα συναισθήματα που την είχαν πλημμυρίσει. Μόνο με το στόμα του έστελνε σπίθες ηδονής σε κάθε νεύρο του κορμιού της. Δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο υπέροχα θα ήταν όταν εμπλεκόταν ολόκληρο το σώμα του. Τα χέρια του έσφιξαν τη μέση της και γλίστρησε από το ξύλινο άλογο, σαν το ρετσίνι που κυλά από το δέντρο, κρατώντας την ψηλά, λες κι είχε μόλις γεννηθεί από τις αχτίδες του φεγγαριού. Την κατέβασε αργά και βασανιστικά από την πλατφόρμα και κόλλησε το κορμί της στο δικό του, τόσο που ένιωθε πάνω της όλα τα κουμπιά και τα εξογκώματά του. Έκανε πίσω, τη φίλησε στο πιγούνι, στους κροτάφους – και κράτησε εκεί τα χείλη του, με την κοφτή, βαριά αναπνοή του στο αφτί της, σαν να είχε μόλις σκαρφαλώσει σε ένα ψηλό βουνό. «Είπα στον κύριο Ντάραμ ότι θα μέναμε μόνο μία ώρα». Με το πρόσωπό της κολλημένο στο στήθος του, μπορούσε να ακούσει τον χτύπο της καρδιάς του. «Πρέπει να πηγαίνουμε τότε». «Ναι». Απομακρύνθηκε κι έπιασε το χέρι της. «Μπορεί να μου κατέστρεψες για πάντα τα καρουσέλ. Δεν θα μπορέσω να τα ξαναδώ χωρίς να σκέφτομαι εσένα».


Δεν μπορούσε να θυμηθεί να της έχει προκαλέσει κάποιος ένα τόσο όμορφο συναίσθημα. Ούτε κι εκείνη, όμως, θα μπορούσε να κοιτάξει ένα καρουσέλ χωρίς να θυμάται τη νύχτα που άρχισε να τον ερωτεύεται.

∞ Ήθελε να την αγκαλιάσει, να τη φιλήσει, να την πάρει στο σπίτι του και να της κάνει άγριο, παθιασμένο έρωτα μέχρι το χάραμα. Αντίθετα, όμως, κάθισε απέναντί της στην άμαξα, γιατί δεν σκόπευε να την πάρει τόσο γρήγορα ή σαν πρωτόγονος – και την ήθελε τόσο πολύ, που δεν ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να συγκρατηθεί. Το χαμόγελό της… το χαμόγελό της τον ευνούχιζε. «Και τα δικά σου παιδιά θα παίζουν στο καρουσέλ», είπε χαμηλόφωνα, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Είχε ανοίξει τις κουρτίνες. Το εσωτερικό της άμαξας ήταν σκοτεινό. Κανείς δεν θα μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά τους. Ο αμαξάς και ο υπηρέτης του δεν φορούσαν λιβρέες. Είχαν καταλάβει ότι η έξοδος αυτή ήταν μυστική. Είχε αφήσει πάνω τους τη μεταμφίεσή τους. Είχαν κάνει εξαιρετική δουλειά. «Υποθέτω πως ναι». «Η Τζίνα είχε δίκιο. Μεγαλώνεις. Δεν μπορείς να αναβάλεις για πολύ ακόμα τον γάμο, όχι αν θέλεις μια νεαρή σύζυγο». Αναρωτήθηκε τι είχε στο μυαλό της, για ποιο λόγο συζητούσαν για το μέλλον του. «Μπορεί να έχω ήδη χάσει αυτή την ευκαιρία. Ξέρεις ποια ήταν η πρώτη μου σκέψη όταν με σύστησαν στην Τζίνα;» Γύρισε το κεφάλι της για να τον κοιτάξει. «Ότι είναι όμορφη;» «Ότι είναι παιδί. Για να είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου με καμία από αυτές τις ντεμπιτάντ. Δεν έχουν εμπειρία στη ζωή. Είναι όλες αθώες και αφελείς και… δεν είναι γυναίκες». Εκείνη, όμως, ήταν γυναίκα. Δεν ήταν αθώα. Είχε εμπειρία. Μεγάλη εμπειρία. «Γιατί τον υπηρέτη;» άκουσε τον εαυτό του να τη ρωτά. Ήταν γελοίο να ζηλεύει έναν υπηρέτη, κι όμως τον ζήλευε. Ήταν πολύ περίεργο. Κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο. «Ένιωθα μοναξιά. Και ήταν ευγενικός». Ήθελε να τη ρωτήσει με ποιο τρόπο, τι ακριβώς είχε κάνει. Ώστε να μπορεί να το επαναλάβει. Ό,τι κι αν ζητούσε, ό,τι κι αν χρειαζόταν. Και πάλι, ήταν γελοία σκέψη, γιατί δεν θα αντέγραφε τις πράξεις ενός άλλου άντρα. Δεν είχε νιώσει ποτέ αυτή την ανάγκη. Ήθελε να μάθει περισσότερα. «Ευγενικός με ποιο τρόπο;» Να πάρει! Γιατί δεν του ανοιγόταν; Άκουσε ένα σύντομο γέλιο. «Δύσκολο να σου το περιγράψω. Έχεις συνηθίσεις να σου δείχνουν οι υπηρέτες σεβασμό. Οι δικοί μας είχαν τον τρόπο να υπονοούν –σηκώνοντας τη μύτη τους ή αμφισβητώντας κάτι που τους ζητούσα– ότι δεν ήμουν αρκετή. Ήμουν Αμερικανίδα φυσικά. Τι ήξερα εγώ από σωστούς τρόπους;» «Έπρεπε να τους έχεις διώξει».


Γύρισε προς το μέρος του και το αχνό φως μιας λάμπας του δρόμου φώτισε το θλιμμένο χαμόγελό της. «Δεν μπορούσα. Η μητέρα του Ντάουνι, η κόμισσα, είχε τον έλεγχο. Ζούσε μαζί μας. Τη μέρα μετά τον γάμο μας, με περίμενε στο πρωινό για να βεβαιωθεί ότι είχα κάνει το καθήκον μου την προηγούμενη νύχτα. Υποθέτω ότι θα μου στερούσε το φαγητό, αν δεν παραδεχόμουν ότι είχα υπομείνει τη δυσάρεστη εκείνη νύχτα χωρίς να παραπονεθώ». «Ήταν δυσάρεστη;» Παρόλο που δεν είχε πάει ποτέ με παρθένα, καταλάβαινε ότι μπορεί να υπήρχε δυσφορία ή ακόμα και πόνος. «Όχι υπερβολικά. Ήμουν άπειρη. Η μητέρα μου δεν μου είχε εξηγήσει τίποτα. Ό,τι ήξερα το είχα μάθει παρακολουθώντας τα άλογά μου, γι’ αυτό ήμουν κάπως αγχωμένη. Υποθέτω πως όλες οι νύφες είναι. Τέλος πάντων, η μητέρα του με ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να κάνω το καθήκον μου και να χαρίσω έναν γιο στον σύζυγό μου. Δεν θα ανέχονταν μια κόρη. Έπρεπε να κάνω μονάχα αγόρια. Μονάχα αγόρια μέχρι να αποκτούσαμε έναν διάδοχο και έναν ακόμα που θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει. Τότε ίσως να αποδέχονταν μια κόρη». Προσπάθησε να μη σκεφτεί πράγματα που δεν είχε πει. Δεν ήταν δική του δουλειά να ανακατευτεί, αλλά αναρωτιόταν αν ο Λαντσντάουν ήταν υπομονετικός, ευγενικός μαζί της. Παρ’ όλα αυτά, άφησε τη συζήτηση να συνεχιστεί με όσα ήταν πρόθυμη να του αποκαλύψει. «Έχουμε μάλλον εμμονή με την απόκτηση ενός διαδόχου», είπε χαμηλόφωνα. «Αν και δεν νομίζω ότι ο πατέρας μου θα δυσφορούσε αν γεννιόταν πρώτη η Γκρέις». «Δεν ήμουν παντρεμένη με τον πατέρα σου, όμως. Και είναι λίγο δύσκολο να κάνεις παιδί, όταν ο άντρας σου σε αφήνει για μεγάλο διάστημα στο εξοχικό». «Σε αφήνει; Εννοείς μόνη;» «Με τη δράκαινα μητέρα του. Είχε δουλειές. Δεν έμαθα ποτέ το όνομά της». Ο Ντάουνι είχε παράνομο δεσμό; Γιατί να το κάνει όταν είχε την Τίλι; Είπε ότι ένιωθε μοναξιά και ο υπηρέτης ήταν ευγενικός. Για τον Θεό, ο Ρέξτον δεν θα την άφηνε ούτε για μια νύχτα… ούτε για μια ώρα. Σίγουρα δεν θα κατέφευγε στο κρεβάτι κάποιας άλλης. «Τον αγαπούσες;» «Νόμιζα πως τον αγαπούσα. Ήθελα να παντρευτώ για κάτι παραπάνω από έναν τίτλο. Ίσως ήμουν απλώς ερωτευμένη με την ιδέα του να ερωτευτώ. Κοιτάζω καμιά φορά την Τζίνα και… δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι κάποτε ήμουν τόσο νέα. Μας χωρίζουν μόνο έξι χρόνια, αλλά μερικές φορές νιώθω ότι μας χωρίζει ένας ολόκληρος αιώνας». Γέλασε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Πριν από λίγο είπα ότι δεν ήθελα να μιλήσω γι’ αυτόν και τώρα δεν μπορώ να σταματήσω». Από τη μία ένιωθε ευγνώμων που είχε καταλάβει καλύτερα πώς ήταν η ζωή της, ποιοι ήταν οι λόγοι που την οδήγησαν στις αποφάσεις της, και από την άλλη ευχόταν να είχε διατηρήσει την ευλογημένη άγνοιά του. Δεν του άρεσε να σκέφτεται πως δεν την εκτιμούσαν. «Δεν του άξιζες». «Η μητέρα και η αδελφή του πίστευαν ότι του άξιζε κάποια καλύτερη από εμένα. Η αδελφή του μου φερόταν εξίσου σκληρά με τη μητέρα του. Η προίκα μου τη βοήθησε να γίνει κόμισσα του Μπλάνφορντ. Θα την εκτιμούσε, άραγε, ο κόμης αν ο Ντάουνι δεν είχε χρησιμοποιήσει ένα μέρος της προίκας μου για να προικίσει την αδελφή του; Κι όμως, δεν μου είπε ποτέ μια καλή κουβέντα. Όταν με έπιασε με τον υπηρέτη… δεν θα ξεχάσω την έκφρασή της. Δεν ήταν τρόμος αλλά θρίαμβος γιατί ήξερε ότι μπορούσε να με ξεφορτωθεί. Όμως κι εγώ χαιρόμουν το ίδιο». Το βλέμμα της καρφώθηκε πάλι πάνω του κι εκείνος ένιωσε το βάρος του, την έντασή του. «Και


εσύ; Σίγουρα δεν είχαν καλό τέλος όλες οι σχέσεις σου». «Δεν έχω αντίστοιχη εμπειρία με αυτό που έζησες εσύ». Ήταν, όμως, ειλικρινής μαζί του, πιο ανοιχτή απ’ όσο περίμενε ποτέ ότι θα ήταν. «Υπήρχε ένα κορίτσι. Την έλεγαν Έμελιν. Πουλούσε λουλούδια κοντά στο σχολείο. Ήμουν δεκαπέντε και νόμιζα ότι ήμουν ερωτευμένος. Βγήκε μαζί μου ένα βράδυ. Σήκωσε το φόρεμά της για χάρη μου». Τώρα ήταν η σειρά του να κοιτάξει έξω από το παράθυρο. Είχαν φτάσει σχεδόν στην έπαυλη Λαντσντάουν. «Ήταν η πρώτη σου», είπε η Τίλι χαμηλόφωνα. «Για την ακρίβεια, όχι. Θα ήταν, αλλά κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο άντρας με τον οποίο ζούσε, μαζί με κάποιους φίλους του. Επειδή ανυπομονούσα για αυτά που θα μου πρόσφερε, δεν τους πρόσεξα, μέχρι που ήταν πια πολύ αργά. Με χτύπησαν πολύ άσχημα, μου πήραν κάθε πολύτιμο αντικείμενο που είχα μαζί μου και με έγδυσαν. Έχεις ιδέα πόσο δύσκολο είναι να κυκλοφορήσεις στην πόλη ολόγυμνος;» «Τι έκανες;» Την κοίταξε και χάρηκε που άκουσε το ενδιαφέρον στη φωνή της, αλλά και το γέλιο που με κόπο προσπαθούσε να συγκρατήσει. Δεν ήθελε να τελειώσει η βραδιά τους μελαγχολικά, με τη σκέψη της να επιστρέφει στο παρελθόν της. Δεν έπρεπε να τη ρωτήσει για τον γάμο της, τον υπηρέτη ή τον Ντάουνι. Δεν θα το ξανάκανε ποτέ. «Κρύφτηκα στους θάμνους μέχρι να σκοτεινιάσει. Έπειτα πήρα προσεκτικά τον δρόμο της επιστροφής για το σχολείο. Έκλεψα από κάπου μια κουβέρτα και ένα φαρδύ παντελόνι από μια απλωμένη μπουγάδα. Δεν την ξαναείδα ποτέ. Νομίζω ότι με θεώρησε εύκολο στόχο. Έπρεπε να το έχω καταλάβει, δεδομένου του παρελθόντος της μητέρας μου». «Κι αν ο άντρας τής έκανε κακό που τη βρήκε μαζί σου;» Κούνησε το κεφάλι. «Όχι, γελούσε πολύ με όσα έβλεπε και τον άκουσα να επαινεί την αφέλειά της, ενώ οι σύντροφοί του με χτυπούσαν». Έσκυψε μπροστά. «Έμαθα, όμως, ότι δεν μπορώ να κρίνω τους ανθρώπους με βάση τις πράξεις κάποιου άλλου. Την επόμενη φορά που ερωτεύτηκα ένα κορίτσι, μου χάρισε πιο ευχάριστες αναμνήσεις». «Ερωτεύεσαι συχνά, έτσι δεν είναι;» Χαμογέλασε. «Όταν ήμουν μικρότερος, ναι. Με την ηλικία, όμως, έγινα πιο εκλεκτικός, τουλάχιστον σε ζητήματα καρδιάς». Η άμαξα σταμάτησε. Έβαλε την κουκούλα του μανδύα της. Η πόρτα άνοιξε. Εκείνος ετοιμάστηκε να βγει έξω. Έπιασε το μπράτσο του και τον σταμάτησε απότομα, σαν να είχε δει ξαφνικά μπροστά του έναν τοίχο. «Πού πας;» «Να σε συνοδεύσω στην πόρτα». «Δεν θέλω να σε δει κανείς». «Το καπέλο θα κρύψει το πρόσωπό μου. Εξάλλου, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο σπίτι σου και τα γύρω σπίτια. Αμφιβάλλω αν θα είναι κανείς στο παράθυρο τέτοια ώρα. Δεν θα σε αφήσω να φύγεις μόνη σου σαν να μη νοιάζομαι για εσένα».


Κεφάλαιο 13 Τα λόγια του –«νοιάζομαι για εσένα»– αντηχούσαν στη σκέψη της σαν να της είχε δηλώσει την αγάπη του. Το ενδιαφέρον, όμως, απείχε πολύ από την αγάπη. Δεν έπρεπε να ερμηνεύσει τα λόγια του με λάθος τρόπο. Η καρδιά της ήδη βρισκόταν σε μια επισφαλή ισορροπία. Ήθελε περισσότερα από αυτόν, ενώ ήξερε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να τα αποκτήσει. Δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι κάτι παραπάνω από ερωμένη, κάτι παραπάνω από τη γυναίκα με την οποία είχε μια σχέση. Θα γινόταν δούκας. Ζητούσε –του άξιζε– μια άμεμπτη σύζυγος. Το υπενθύμιζε συνεχώς στον εαυτό της την επόμενη μέρα, ενώ ένιωθε τον εκνευρισμό της να αυξάνεται όσο περνούσε η ώρα και πλησίαζαν οι έντεκα. Υποψιαζόταν πως δεν θα έβρισκε ανακούφιση εκείνο το βράδυ. Δεν ήθελε, όμως, κάτι τέτοιο. Τον ήθελε, ήθελε να βρεθούν μαζί. Με την κουκούλα του μανδύα της να καλύπτει ήδη το κεφάλι της, στεκόταν στο παράθυρο του διαδρόμου όταν είδε την άμαξά του να πλησιάζει. Βγήκε έξω και κατέβηκε τα σκαλιά πριν ακόμα σταματήσει. Ο υπηρέτης άνοιξε την πόρτα και τη βοήθησε να μπει. Εκείνος ήταν πάλι εκεί. Το άρωμά του την πλημμύρισε. Η παρουσία του της έφερνε τόση χαρά. Παραλίγο να του εξομολογηθεί ότι αυτή η μέρα ήταν η μεγαλύτερη της ζωής της, αλλά η εμπειρία τής είχε διδάξει ότι έπρεπε να είναι προσεκτική με την καρδιά της, με τις ελπίδες της, με τα όνειρά της. «Νόμιζα πως αυτή η νύχτα δεν θα ερχόταν ποτέ», της είπε, με την ψιθυριστή φωνή του να αντηχεί στο σκοτάδι. «Πώς πέρασες τη μέρα σου;» «Δούλεψα στον κήπο». Δεν είχε αφήσει ούτε ένα αγριόχορτο. Χρειαζόταν κάτι να της αποσπάσει την προσοχή και είχε αποφασίσει να αφοσιωθεί στις ασχολίες της. «Διάβασα». Για την ακρίβεια, κρατούσε ένα βιβλίο. «Εσύ;» «Είδα τους διαχειριστές των κτημάτων μας. Επισκέφθηκα έναν φίλο. Έπαιξα πυγμαχία». «Χτύπησες;» «Όχι, δεν με δυσκόλεψε. Περισσότερο χορεύαμε ο ένας γύρω από τον άλλο. Είχα πολλή ενέργεια να εκτονώσω». «Ελπίζω να κράτησες λίγη γι’ απόψε». «Κράτησα πολλή γι’ απόψε». Η άμαξα σταμάτησε. Σήκωσε την κουκούλα της την ώρα που άνοιξε η πόρτα. Ο Ρέξτον βγήκε και πήγε να τη βοηθήσει να κατέβει. Πιάστηκε από το μπράτσο του. «Υποθέτω πως οι υπηρέτες σου είναι διακριτικοί», σχολίασε, κοιτάζοντας την τεράστια έπαυλη. «Είναι». Την οδήγησε στη μεγάλη πέτρινη σκάλα. Η πόρτα άνοιξε. Φυσικά τους περίμενε ένας υπηρέτης. Γύρισε το κεφάλι της κι ένιωσε ευγνωμοσύνη για τη φαρδιά κουκούλα της. Είδε τη μεγάλη σκάλα. Τώρα που είχε έρθει η στιγμή… Συνειδητοποίησε ότι ο Ρέξτον έλυνε την κάπα της. Την έβγαλε και την έδωσε στον υπηρέτη του. Εδώ δεν ήταν σκοτεινά. Το φως από τους πολυέλαιους της επέτρεψε να τον δει καθαρά. Το γαλάζιο των ματιών του, το φρεσκοξυρισμένο αποφασιστικό του πιγούνι. Έγλειψε τα χείλη της. «Είσαι αγχωμένη», της είπε χαμηλόφωνα.


«Έχει περάσει λίγος καιρός». Λίγος καιρός από τότε που είχε μείνει μόνη με έναν άντρα. Και ακόμα περισσότερος από τότε που ήθελε να μείνει. «Έχω κάτι να σου δείξω». Κοίταξε το παντελόνι του. «Είμαι σίγουρη». Το γέλιο του, που αντήχησε στον χώρο, την έκανε να χαμογελάσει. «Είναι όλοι οι Αμερικανοί τόσο ωμοί;» τη ρώτησε. «Μόνο όσοι από εμάς έχουν τόσο σκανδαλώδη φήμη». «Μου αρέσει που δεν είσαι ντροπαλή». Ήταν ευγνώμων που δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο της κόστιζε. Το ήθελε, ήθελε να είναι μαζί του, αλλά ένα κομμάτι της ήθελε να το βάλει στα πόδια, ήθελε να του ζητήσει να μη βιαστεί, να της δώσει χρόνο να προσαρμοστεί στην ιδέα ότι μπορεί να είναι επιθυμητή. Έβαλε πάλι το χέρι της στο μπράτσο του και την οδήγησε σε έναν διάδρομο, όχι στις σκάλες όπως θα περίμενε. Τους τοίχους κοσμούσαν πίνακες με άλογα. «Σου αρέσουν πραγματικά τα άλογα», είπε. «Ναι, μου αρέσουν. Τα βρίσκω υπέροχα μέσα στην απλότητά τους και πολύ ευγενικά. Ένα άλογο θα τρέξει μέχρι θανάτου για εσένα. Και το σαλόνι σου; Εσύ διάλεξες εκείνους τους πίνακες με τα άλογα;» «Ναι. Τα θαυμάζω πολύ κι εγώ. Υποθέτω πως έχουμε κάτι κοινό». «Έχουμε πολύ περισσότερα κοινά από αυτό». Έφτασαν σε ένα σαλόνι – ή μήπως ήταν βιβλιοθήκη; Ο ένας τοίχος ήταν καλυμμένος με ράφια γεμάτα βιβλία και βάζα. Οι πολυθρόνες και ο καναπές είχαν παστέλ αποχρώσεις, πράγμα που την ξάφνιασε. «Σου αρέσει το ροζ;» «Η μητέρα μου έβαλε ένα χεράκι στη διακόσμηση αυτού του δωματίου. Τα γούστα μου είναι πιο σκοτεινά. Ήθελε ένα μέρος όπου θα μπορούσε να κάθεται όποτε έρχεται και να μη νιώθει μελαγχολία». «Γνώρισα κάποτε τη μητέρα σου. Ήταν πολύ ευγενική». «Συμφωνώ». Την οδήγησε σε μία δίφυλλη πόρτα. Αφού την άνοιξε, τη συνόδευσε στον κήπο. Μπουμπούκια από τριαντάφυλλα και άλλα λουλούδια χάριζαν το άρωμά τους στον νυχτερινό ουρανό. Δύο λάμπες φώτιζαν μια κουβέρτα στο πάτωμα, ένα καλάθι από μπαμπού, ένα μπουκάλι κρασί, ποτήρια και πιάτα. «Θα κάνουμε πικνίκ;» ρώτησε. Ήταν το τελευταίο που θα περίμενε. «Πιστεύω ακράδαντα ότι η σαγήνη ξεκινά πριν πλησιάσει κανείς το υπνοδωμάτιο». Τον κοίταξε. Η μητέρα του δεν ήταν η μόνη που ήταν ευγενική. Είχε πιστέψει ότι δεν θα ήταν κατάλληλος σύζυγος για την Τζίνα. Τώρα ένιωθε ένοχη για την άποψή της αυτή, ανησυχούσε ότι μπορεί εξαιτίας της η αδελφή της να είχε χάσει μια ευτυχισμένη ζωή με έναν άντρα που θα την εκτιμούσε. «Μπορεί να σας έκρινα πολύ σκληρά, λόρδε». «Επειδή δεν με θεωρούσες κατάλληλο για την αδελφή σου;» Έγνεψε καταφατικά, ενώ σιχαινόταν που η περιφρόνησή της είχε γίνει τόσο φανερή. «Δεν ταιριάζουμε με την Τζίνα. Προτιμώ μια γυναίκα που να αξίζει πολύ περισσότερα από όμορφα φορέματα και σοκολάτες». Δύο από τα πράγματα που είχε πει η Τζίνα ότι θα την έκαναν ευτυχισμένη.


Την τράβηξε προς το μέρος του, έφερε τα χείλη του στα δικά της και τα πήρε με μια τόσο αργή και σταθερή επιμονή που έκανε τα δάχτυλα των ποδιών της να μαζευτούν, τα γόνατά της να λυγίσουν και μετέτρεψε εκείνο το κρυφό σημείο ανάμεσα στους μηρούς της σε μια υγρή επιθυμία. Πίστευε πραγματικά ότι, αφού θα μοιράζονταν έναν τόσο καυτό φιλί, θα μπορούσαν να καθίσουν στην κουβέρτα, να πιουν κρασί και να συζητήσουν για τον καιρό και τα άστρα; Αν και έπρεπε να παραδεχτεί πως, αν έβλεπε ένα να πέφτει στον ουρανό, μπορεί να έκανε μια ευχή να βρει κάπου στην Αμερική έναν άντρα που θα την έκανε να νιώθει όπως αυτός εδώ: πολύτιμη, αξιαγάπητη, επιθυμητή. Βόγκηξε κι έκανε πίσω, βρίζοντας τον εαυτό του για την έλλειψη αυτοσυγκράτησής του. Δεν του έδειχνε ποτέ ότι η ανικανότητά του να της αντιστέκεται τόνωνε τον εγωισμό της, ότι ενίσχυε την αυτοπεποίθησή της. Έπιασε το χέρι της με τέτοια αγένεια που έδειχνε την ένταση που ένιωθε. Ήταν απαίσιος, αλλά το απολάμβανε. «Ας καθίσουμε, τι λες;» Ας μην καθίσουμε, ήταν έτοιμη να του πει. Ένα κομμάτι της ήθελε να παραδεχτεί ότι όλα αυτά δεν είχαν νόημα. Ότι την είχε ήδη σαγηνεύσει. Ότι ανυπομονούσε να πάει στην κρεβατοκάμαρά του, να ξαπλώσει στο κρεβάτι του. Ένα κομμάτι της λαχταρούσε όλο αυτό το φλερτ που έλειπε από τον γάμο της, να απολαύσει αυτές τις στιγμές, γνωρίζοντας ότι όλα θα άλλαζαν μόλις την έκανε δική του, μόλις έπαιρνε αυτό που ήθελε. Θα γινόταν δική του με τρόπους που φοβόταν, με τρόπους που δεν είχε κατανοήσει ποτέ. Υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους άντρες και στις γυναίκες, στον τρόπο που έβλεπαν αυτή την πράξη οικειότητας. «Ας καθίσουμε», ψιθύρισε, πριν βολευτεί πάνω στην κουβέρτα.

∞ Δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο αποφάσισε να τη φλερτάρει. Είχαν κάνει μια συμφωνία. Έπρεπε να ανέβουν γρήγορα τις σκάλες, να την τραβήξει κάτω από το σώμα του και εκείνη δεν θα μπορούσε να παραπονεθεί ή να φέρει αντίρρηση. Θα μπορούσε να την πετάξει στο κρεβάτι, να σηκώσει το φόρεμά της και να την πάρει, κι εκείνη δεν θα μπορούσε να τον κατηγορήσει. Είχαν κάνει μια συμφωνία. Είχαν θέσει κάποιους όρους. Απεχθανόταν όλους τους λόγους που την είχαν οδηγήσει εκεί. Ήταν, όμως, πολύ εγωιστής, την ήθελε πολύ για να τη διώξει, για να επιστρέψει στην αρχική συμφωνία και να πάρει το καταραμένο το άλογο. Είχε δοθεί σε άλλους, στον άντρα της, στον καταραμένο τον υπηρέτη, σε έναν δυο τυχερούς στη λέσχη Αηδόνι. Δεν ήταν αγνή ή ηθική ή ιδιαίτερα εκλεκτική όσον αφορά το κρεβάτι της. Κι όμως, ήθελε να είναι όλα αυτά – μαζί του. Ήθελε να είναι όλα αυτά για εκείνη. Έβγαλε το τυρί, τις ελιές, τα φρούτα. Έβαλε κρασί, σήκωσε το ποτήρι του για μια πρόποση. «Σε μια νύχτα που δεν θα ξεχάσει κανείς από τους δυο μας σύντομα». Σήκωσε το ποτήρι της, έσκυψε το κεφάλι, ήπιε. Το άρωμά της εξουδετέρωνε τη μυρωδιά των λουλουδιών στον αέρα. «Όσο κρατήσει η συμφωνία μας, δεν θα βρεθείς στο κρεβάτι κανενός άλλου». Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε. Δεν ήθελε να ακουστεί τόσο αυταρχικός. Η σκέψη, όμως, ότι θα πήγαινε με κάποιον άλλο αφού είχε πάει μαζί του τον πονούσε, τον έκανε να ανατριχιάζει, τον έκανε να θέλει να χτυπήσει κάτι. «Περιμένω να κάνεις το ίδιο κι εσύ», του είπε εξίσου αυταρχικά.


«Γιατί να θέλω κάποια άλλη ενώ έχω εσένα;» «Μπορεί να σε απογοητεύσω». Η Τίλι απεχθανόταν τη σιωπή ανάμεσά τους. Σαν να σκεφτόταν την πιθανότητα ότι μπορεί τελικά να μην του άρεσε. Ότι μερικές φορές ήταν καλύτερο το όνειρο από την πραγματικότητα. Ευχόταν να ήταν ακόμα απόγευμα, να τους έλουζε το λαμπερό φως του ήλιου, ώστε να μπορεί να κοιτάξει πιο βαθιά στα μάτια του για να καταλάβει τι σκεφτόταν. Τελικά κούνησε το κεφάλι του και χάιδεψε το μάγουλό της με το μεγάλο χέρι του. «Αποκλείεται». Και ξαφνικά το στόμα του βρέθηκε πάνω στο δικό της, σαν να μην είχε ολοκληρωθεί ποτέ το φιλί που της είχε δώσει πριν ξαπλώσουν στην κουβέρτα, λες και δεν είχε περάσει καθόλου χρόνος από τότε που τα χείλη του είχαν ακουμπήσει τόσο προκλητικά στα δικά της. Είχε περάσει, όμως, χρόνος ανάμεσα στο ένα φιλί και στο άλλο. Ένιωθε τη γεύση του κρασιού πιο έντονα στη γλώσσα του, μπορούσε να νιώσει το δροσερό αεράκι στον αυχένα του καθώς πέρασε το χέρι της γύρω του. Μπορούσε να νιώσει την ένταση να διαπερνά το σώμα του σαν να μην είχε ανακουφιστεί από το διάλειμμά τους, από τη συζήτηση, λες κι υπέφερε πασχίζοντας να της προσφέρει λίγη ευγένεια, ενώ ήταν απλώς ένας πρωτόγονος βάρβαρος, ο οποίος τη λαχταρούσε με τέτοια ένταση, που ήταν σίγουρη ότι δεν την είχε ξανανιώσει ποτέ κανείς για εκείνη. Την απολάμβανε. Απολάμβανε τον τρόπο που την ξάπλωσε στο πάτωμα, τον τρόπο που φιλούσε τον γυμνό λαιμό και τους ώμους της πριν επιστρέψει στο στόμα της με ένα άγριο μουγκρητό, που μαρτυρούσε το αδάμαστο πάθος του. Ήθελε να ξυπνήσει και το δικό της το πάθος, την επιθυμία που έκρυβε, γιατί ο άντρας της είχε δηλώσει πως ο ενθουσιασμός δεν ταίριαζε σε μια σύζυγο, αλλά μάλλον σε μια πόρνη. Απόψε, όμως, δεν την ενδιέφερε αν θα φερόταν σαν πόρνη, αν ο Ρέξτον την έβρισκε χυδαία. Απόψε το παν ήταν οι φαντασιώσεις της, οι ανάγκες της, οι επιθυμίες της. Κι αν τελικά κατέληγε ότι δεν ήταν επαρκής, ας πήγαινε στο καλό. Μπορούσαν να διακόψουν τις νυχτερινές συναντήσεις τους, αλλά θα έπρεπε και πάλι να βοηθήσει την Τζίνα ή να της παραδώσει την Ξανθή Κυρία του. Ήταν, όμως, σίγουρη πως τελικά δεν θα αποχωριζόταν ποτέ τη φοράδα του. Το μέλλον της Τζίνα, λοιπόν, ήταν σίγουρο, ασφαλές, όπως κι αν εξελισσόταν η αποψινή βραδιά, όσο κι αν σφάδαζε η Τίλι στα χέρια του Ρέξτον, όσο κι αν βογκούσε θέλοντας κι άλλο, όσο προκλητικά κι αν πίεζε το κορμί της πάνω στο δικό του και του ζητούσε να την πάρει: εδώ, πάνω στην κουβέρτα, με το φεγγάρι να τους κοιτάζει – και ποιος ξέρει πόσοι γείτονες με κιάλια. «Ας πάει στην ευχή το φλερτ», είπε βραχνά. «Με σαγήνευσες από την πρώτη στιγμή που μπήκες στο σαλόνι προσφέροντάς μου το ποτήρι με το ουίσκι». Του το είχε προσφέρει, γιατί ήθελε να πιει κι η ίδια. Όταν τον είδε να στέκεται εκεί, τόσο επιβλητικός, τόσο όμορφος, τόσο αβάσταχτα αρρενωπός, ήθελε να του γυρίσει την πλάτη και να το βάλει στα πόδια. Είχε σοκαριστεί τόσο από την έλξη που ένιωθε γι’ αυτόν, ώστε είχε αρχίσει να τρέμει. Το ουίσκι ήταν για την ίδια, για να ηρεμήσει την καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή, για να κάνει την προκλητική γυναίκα που κρυβόταν μέσα της να σωπάσει, ενώ είχε αρχίσει ήδη να ψιθυρίζει: «Τον θέλεις!». Απομακρύνθηκε από το σώμα της, αφήνοντάς τη μόνη και απελπισμένη, σηκώθηκε όρθιος, έσκυψε, τη σήκωσε και την πήρε αγκαλιά. Τα βήματά του ήταν μεγάλα, γρήγορα, αποφασιστικά καθώς τη μετέφερε στο εσωτερικό του σπιτιού. Ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του κι άρχισε να παίζει με τα κουμπιά του πουκαμίσου του. «Γιατί φορούν τόσα πολλά ρούχα οι άντρες;» Γέλασε. Λάτρευε αυτόν τον χαρούμενο ήχο. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τον Ντάουνι να γελά.


Δεν την είχε, εξάλλου, σηκώσει ποτέ στην αγκαλιά του, ούτε είχε σπεύσει στο υπνοδωμάτιο σαν να ήταν σίγουρος ότι θα έσβηνε αν δεν έφταναν εκεί αμέσως, ότι χωρίς αυτή θα έπαυε να υπάρχει. Τι ανόητη που ήταν, ερμηνεύοντας έτσι τις πράξεις του, ενώ μπορεί απλώς να ήθελε να ανακουφίσει το πρησμένο και πονεμένο μόριό του. Ίσως να του έκανε κάθε γυναίκα. Ίσως να μην ήταν τόσο ξεχωριστή. Δεν είχε, όμως, σημασία γιατί αυτή τη στιγμή ήταν εκείνη στην αγκαλιά του. «Οι γυναίκες φορούν πολύ περισσότερα – και είναι πολύ πιο δύσκολο να τα αφαιρέσεις», παραπονέθηκε. «Μπορείς να τα σκίσεις», είπε νωχελικά. «Και πώς θα σε πάω στο σπίτι;» Έκανε την παράλογη σκέψη ότι δεν ήθελε να επιστρέψει σπίτι, δεν ήθελε να γυρίσει στο μαυσωλείο όπου ζούσε, στην έπαυλη που είχε πάρει εκδικητικά, πιστεύοντας ότι έτσι θα έβρισκε ικανοποίηση. Μπήκαν στο σπίτι, ανέβηκαν τις σκάλες. Μέχρι να φτάσουν σε ένα υπνοδωμάτιο –το δικό του πιθανότατα– του είχε ήδη ξεκουμπώσει τη γραβάτα και του είχε ανακατέψει τα μαλλιά, που τώρα έδειχναν εντελώς απεριποίητα. Η πόρτα είχε κλείσει με ένα κλικ πριν ακουμπήσουν τα πόδια της στο πάτωμα. Το στόμα του διεκδικούσε ήδη το δικό της με μια λαχτάρα σαν αυτή που ένιωθε κι η ίδια. Σε αντίθεση με το χτεσινοβραδινό φιλί τους, αυτή τη φορά ήταν λίγο πιο χαμηλά, οπότε έπρεπε να σκύψει το κεφάλι του. Της άρεσε ο τρόπος που είχε περάσει το χέρι του γύρω της, που την είχε τραβήξει πιο κοντά στο κορμί του. Της άρεσε ο τρόπος που της έλυνε τις κορδέλες και τις δαντέλες χωρίς καν να πάρει τα χείλη του από τα δικά της και χωρίς η γλώσσα του να υποχωρήσει από το ενθουσιώδες σμίξιμο με τη δική της. Έτσι, σκέφτηκε, θα έπρεπε να είναι τα φιλιά – γεμάτα, τολμηρά, παθιασμένα. Έπρεπε να σου κόβουν την ανάσα και τα γόνατα και ταυτόχρονα να σε αναζωογονούν, να σου ξυπνούν το πάθος μέχρι να νιώσεις ζωντανός, μέχρι να νιώσεις ότι φλέγεσαι, ότι αντιλαμβάνεσαι και το παραμικρό άγγιγμα, και το παραμικρό χάδι. Όταν το στόμα του χωρίστηκε από το δικό της, η φωτιά στα μάτια του την έκαψε ολόκληρη. Με γρήγορα και σίγουρα χέρια, της έβγαλε τα ρούχα που είχε λύσει τόσο επιδέξια. Αρνήθηκε να σκεφτεί πόση εξάσκηση είχε κάνει για να αποκτήσει τέτοιες ικανότητες. Δεν ήταν παρθένα, ανέγγιχτη, άπειρη. Θυμήθηκε πόσο αδέξια και αμήχανη ήταν την πρώτη φορά, πόσο ντρεπόταν και φοβόταν. Ήταν ευγνώμων που δεν ήταν η πρώτη του, ευγνώμων που θα γινόταν αποδέκτης όσων είχε μάθει. Τα ρούχα της έγιναν μια στοίβα πεταμένη στο πάτωμα και πάλεψε να μην προσπαθήσει να κρυφτεί από το επώδυνα διερευνητικό βλέμμα του. Η φλόγα στα μάτια του δυνάμωσε. Χαμογέλασε. «Θεέ μου, είσαι πανέμορφη». Άρχισε να βγάζει τα δικά του ρούχα και εκείνη θαύμασε το υπέροχο στήθος του καθώς αποκαλυπτόταν. Ναι, έμοιαζε με μαρμάρινο άγαλμα, όπως ακριβώς το είχε φανταστεί. Έφυγαν οι μπότες, οι κάλτσες. Κι έπειτα το παντελόνι. Της κόπηκε η αναπνοή. Άγγιξε το στέρνο του με τρεμάμενα δάχτυλα κι έπειτα ακούμπησε πάνω του την παλάμη της. «Κι εσύ το ίδιο». «Κάνεις λάθος, αλλά δεν θα χαλάσω τη στιγμή διαφωνώντας μαζί σου». Την έφερε πιο κοντά του. Δέρμα πάνω στο δέρμα, από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Ζεστασιά και μετάξι. Φωτιά. Μια


δόνηση καθώς το μόριό του ακούμπησε στην κοιλιά της. Ένα τρέμουλο πάνω στο στήθος της την ώρα που εκείνος βόγκηξε δυνατά. Άρχισε να οπισθοχωρεί, χωρίς να παίρνει τα χείλη του από τα δικά της, με τα χέρια του να συνεχίζουν να χαϊδεύουν την πλάτη, τους ώμους, τους γοφούς τους, λες και με την κάθε της κίνηση κάθε μέρος του κορμιού της του χάριζε μια διαφορετική αίσθηση. Ίσως και να ήταν αλήθεια. Ήταν διαφορετικός. Τα οπίσθιά του σφίγγονταν καθώς προχωρούσε. Της άρεσε να τον ακουμπά, να τον χαϊδεύει. Γλίστρησε τα χέρια της στην πλάτη του, τα κατέβασε πιο χαμηλά. Φαντάστηκε ότι μπορούσε να νιώσει κάθε μυ του κορμιού του την ώρα που την οδηγούσε στο κρεβάτι. Οι γλουτοί της ακούμπησαν στο στρώμα. Μόνο τότε την άφησε για να τη σηκώσει και να την ακουμπήσει απαλά στο κρεβάτι, σαν να ήταν ένα κομμάτι χειροποίητο γυαλί, που έπρεπε να το αποθέσει προσεκτικά πάνω στο βελούδο από φόβο μην το σπάσει. Σκέπασε το σώμα της με το δικό του, φλόγα πάνω στη φλόγα, σκληρό ατσάλι πάνω στο απαλό μετάξι. Ήταν πιο μεγαλόσωμος από εκείνη, κι όμως, δεν ένιωθε φόβο ούτε πανικό. Την είχε κάνει να χαμογελάσει ξανά. Υποψιαζόταν ότι θα την έκανε να χαμογελάσει πολύ περισσότερο πριν τελειώσει η βραδιά. Τη φίλησε στον ώμο, στον λαιμό, έδωσε μια σειρά από φιλιά στα στήθη της. «Άνοιξε τα πόδια σου», τη διέταξε με τη βαριά φωνή του. Έκανε αυτό που της ζήτησε. «Κι άλλο». Υπάκουσε. Χώθηκε στο άνοιγμα. Φίλησε την κοιλιά της κι έπειτα γονάτισε και την κοίταξε όχι στα μάτια, όχι στο πρόσωπο, όχι στο στήθος, αλλά χαμηλά, πολύ πιο χαμηλά. «Δεν με κοιτάζεις εκεί», ψιθύρισε, τρομοκρατημένη στην ιδέα ότι ήταν υπερβολικά εκτεθειμένη. Γιατί δεν είχαν χαμηλώσει τα φώτα; Γιατί δεν είχε ήδη ενώσει το σώμα του με το δικό της; «Κι όμως, σε κοιτάζω. Και θα κάνω πολύ περισσότερα. Θα σε γλείψω». «Όχι». Προσπάθησε να κλείσει τα πόδια της, αλλά την εμπόδισε. Έσφιξε τα χέρια του γύρω από τους μηρούς της. «Μην αντιστέκεσαι. Δεν θα κάνω τίποτα που δεν θέλεις, αλλά νομίζω πως θα σου αρέσει». Άφησε τα πόδια της και χρησιμοποίησε τα δάχτυλά του για να ανοίξει απαλά τη σχισμή, σαν να ξεφύλλιζε ένα τριαντάφυλλο. «Πόσο όμορφο ροζ χρώμα». Πέρασε το δάχτυλό του από το άνοιγμα. Όταν το σήκωσε, είδε ότι γυάλιζε. «Είσαι τόσο υγρή», της είπε. «Αγγίζεις ποτέ τον εαυτό σου εκεί κάτω;» Τώρα την κοίταζε; Όταν της έκανε μια τόσο προσωπική και ανάρμοστη ερώτηση; Ήθελε να πει ψέματα, αλλά υπήρχε τόση ανειλικρίνεια στην προηγούμενη σχέση της. «Ναι». Ακούστηκε σαν γρατζουνιά, σαν να έτριβε κιμωλία πάνω σε έναν μαυροπίνακα. «Με σκέφτεσαι όταν το κάνεις;» Την κοίταζε ακόμα. Έγνεψε καταφατικά. «Φτάνεις στην κορύφωση;» Δάγκωσε τα χείλη της, μη θέλοντας να παραδεχτεί την αλήθεια, αν και υποψιαζόταν πως την ήξερε ήδη. «Ναι», είπε χαμηλόφωνα, ενώ εκείνος έσκυβε για να φιλήσει τα πλευρά της. «Όταν σε σκέφτομαι και χαϊδεύω τον εαυτό μου, τελειώνω γρήγορα και άγρια», της είπε.


Εξακολουθούσε να την κοιτάζει στα μάτια. «Φοβάμαι ότι θα κάνω το ίδιο κι απόψε, όταν μπω μέσα σου, όταν η χαραγματιά σου κλείσει γύρω μου, όταν με αγκαλιάσει σφιχτά, όταν απειλήσει να πνίξει το μόριό μου. Όταν είσαι τόσο υγρή και εγώ κουνιέμαι μέσα σου σαν βράχος. Φοβάμαι ότι δεν θα καταφέρω να σε περιμένω – όσο σκληρά κι αν προσπαθήσω. Αν ήσουν οποιαδήποτε άλλη γυναίκα θα έβρισκα έναν τρόπο να αποσπάσω την προσοχή μου, αλλά δεν θέλω να σκεφτώ κάτι άλλο πέρα από εσένα, πέρα από την αίσθηση που θα έχω όσο είμαι μέσα σου». Είχε πάψει να αναπνέει, να σκέφτεται. Αν την άγγιζε με το δάχτυλό του τώρα, θα το μούσκευε. Οι θηλές της είχαν σκληρύνει. Το στομάχι της έτρεμε. Κανένα ποίημα δεν θα ακουγόταν ποτέ πιο όμορφο στ’ αφτιά της. «Θέλω να τελειώσεις μπροστά μου. Άσε με να σε γλείψω». Η λαχτάρα που αντήχησε στη χαμηλή φωνή του τη διέλυσε. Πραγματικά το ήθελε – για χάρη της. Τη διαπέρασε ένα κύμα ευχαρίστησης. Μια κραυγούλα βγήκε από τα χείλη της. Ήθελε να του πει ναι, αλλά ακούστηκε σαν επιθυμία, σαν ασυγκράτητη λαχτάρα. Και εκείνος την ερμήνευσε σωστά, γιατί μετακινήθηκε μέχρι να τεντωθεί και να φέρει το πρόσωπό του ανάμεσα στα πόδια της. Έσκυψε το κεφάλι. Το πρώτο χάδι παραλίγο να τη ρίξει από το κρεβάτι. Είχε ξανανιώσει ποτέ τόσο υπέροχα, τόσο μαγευτικά; Έβγαλε έναν βαθύ ήχο από τον λαιμό του, σαν να γευόταν κάτι εξαιρετικά νόστιμο. Ήταν δυνατόν να το απολαμβάνει όσο κι εκείνη; Δεν υπήρχε ούτε ένα τοσοδά σημείο στο σώμα της που να μην ένιωθε το άγγιγμά του. Έσφιξε τα σεντόνια κι έβγαλε μια μικρή κραυγή που την έκανε να ντραπεί. «Αυτό είναι, γλυκιά μου. Κάνε όσο θόρυβο θέλεις». «Νιώθω πως θέλω να φωνάξω». «Τότε φώναξε. Δεν θα σε ακούσει κανείς». Δεν θα την έκρινε. Το ήξερε αυτό. Κοίταξε κάτω, τις ξανθές του μπούκλες, τα δυνατά χέρια που κρατούσαν τους μηρούς της, τους φαρδιούς ώμους του που κρατούσαν τα πόδια της ανοιχτά. Όσα είχε βιώσει μέχρι εκείνη τη νύχτα της είχαν μάθει ότι θα έπρεπε να τρέμει την τόσο προσωπική επαφή… Κι όμως, δεν είχε νιώσει ποτέ να την εκτιμούν τόσο, να την αγαπούν – όχι, δεν την αγαπούσε. Δεν αγαπούσαν ο ένας τον άλλο. Ένιωθε, όμως, πως τη λάτρευε. Πως την εκτιμούσε. Θα μπορούσε να το απολαύσει χωρίς να ανησυχεί για τη δική της απόλαυση, για τις δικές της ανάγκες. Δεν το έκανε, όμως. Πέρασε τα δάχτυλά της ανάμεσα στις απαλές του μπούκλες και παραδόθηκε. Στις υπέροχες αισθήσεις που της ξυπνούσε η προσπάθειά του. Στη φωτιά που την έκαιγε. Στην υπέροχη ηδονή που της χάριζε στην πιο αγνή, στην πιο βασική μορφή της: ήταν άγρια, πρωτόγονη. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει την κραυγή της, το τέντωμα της πλάτης της, του κορμιού της ολόκληρου, που τη συνεπήρε όταν την κυρίευσε η απόλαυση. Δεν είχε βιώσει ποτέ ξανά κάτι τέτοιο. Την άφησε σχεδόν σε λήθαργο, να παλεύει να πάρει ανάσα, ενώ μετά βίας αντιλαμβανόταν ότι είχε σηκωθεί και είχε έρθει πάνω από το σώμα της. Κι έπειτα τα μάτια τους συναντήθηκαν. Άπλωσε το χέρι και χάιδεψε το υπέροχο πρόσωπό του. «Πάρε με». «Με χαρά». Γλίστρησε μέσα της εύκολα, το σώμα της τεντώθηκε για να τον υποδεχτεί. Σήκωσε τους γοφούς της κι εκείνος χώθηκε πιο βαθιά μέσα της με ένα μουγκρητό, τα χέρια του σφίχτηκαν γύρω της την ώρα που οι γλουτοί του άρχισαν να την εμβολίζουν γρήγορα, δυνατά, σίγουρα. Δεν ήταν δυνατόν, αλλά η απόλαυση άρχιζε πάλι να ορθώνεται μέσα της, πιο έντονη, πιο δυνατή.


Σφίχτηκε πάνω του, έθαψε το πρόσωπό της στον λαιμό του, πίεσε το στόμα της στο δέρμα του, ενώ τους συνέπαιρνε και τους δύο εκείνος ο κατακλυσμός. Η δύναμη της κορύφωσής του σχεδόν τη χτύπησε στο κεφαλάρι του κρεβατιού. Αν δεν την κρατούσε τόσο σφιχτά, πιθανότατα τώρα να είχε χάσει τις αισθήσεις της. Παραλίγο να συνέβαινε στ’ αλήθεια, παραλίγο να μην μπορούσε πια να σκεφτεί. Τον έσφιξε πάνω της χαμογελώντας και ευχήθηκε να μην τέλειωνε ποτέ αυτή η στιγμή.

∞ Δεν είχε ποτέ βρεθεί ξαπλωμένη στο πλευρό ενός άντρα, με το χέρι του γύρω της και τα δάχτυλά του να χαϊδεύουν νωχελικά το μπράτσο της. Ήταν μια ολέθρια στιγμή, γιατί συνειδητοποίησε ότι ήταν κάτι που δεν θα είχε ποτέ, κάτι που μπορεί να βίωνε μονάχα για μερικές νύχτες, για όσο κρατούσε αυτή η σχέση. Είχε αρχίσει να μετανιώνει που επέμενε να τελειώσει η σχέση τους με το τέλος της σεζόν. «Δεν βρέθηκα ποτέ έτσι με τον Γκριγκς». Ένιωσε την ανάγκη να του το εξομολογηθεί. Έπρεπε να ξέρει πόσο μοναδική, πόσο ξεχωριστή ήταν αυτή η βραδιά που βρέθηκε στο κρεβάτι μαζί του. Αντιλήφθηκε ότι σάστισε. «Τον Γκριγκς;» «Τον υπηρέτη που τώρα είναι μπάτλερ μου». Μετακινήθηκε ελαφρά, πήρε το χέρι του από πάνω της, στηρίχτηκε στον αγκώνα του και την κοίταξε. Παρότι ο γοφός του ακουμπούσε στον δικό της, ευχήθηκε να μην είχε μιλήσει, να μην είχε λύσει εκείνα τα μάγια που τους είχαν τυλίξει. «Μα σε είδαν να τον φιλάς». Έγνεψε καταφατικά. «Δεν υπήρξε ποτέ τίποτα παραπάνω από ένα φιλί. Μόνο εκείνη τη φορά». Είχε πει πολλά. Θα μπορούσε να του τα πει κι όλα. «Ήμουν τόσο δυστυχισμένη. Όπως σου είπα, ο Γκριγκς ήταν ευγενικός. Δεν είχε ρομαντικά αισθήματα για μένα, ούτε κι εγώ γι’ αυτόν. Η σχέση μας ήταν τυπική αλλά γεμάτη σεβασμό. Στην αρχή, όταν προσπαθούσα να μάθω τους κανόνες, με κάλυπτε αν έκανα κάποιο λάθος. Άρχισα να τον εμπιστεύομαι. Έτσι, του ζήτησα να με βοηθήσει, να σκηνοθετήσουμε εκείνο το φιλί. Του υποσχέθηκα ότι θα είχε πάντα μια θέση στο σπίτι μου, αν μου έκανε αυτή τη χάρη. Ο δημόσιος εξευτελισμός ήταν ο μόνος τρόπος να αναγκάσω τον Ντάουνι να με χωρίσει». «Ήθελες διαζύγιο;» Ο τόνος του μαρτυρούσε ότι το έβρισκε αδιανόητο. Οι περισσότεροι το έβρισκαν αδιανόητο. Έβρισκαν αδιανόητη την ντροπή που συνεπαγόταν κάτι τέτοιο. Δήλωνε αποτυχία, ελευθέρια ήθη, έλλειψη αφοσίωσης. «Απεγνωσμένα. Του το ζητούσα έναν χρόνο, τον ικέτευα να διακόψουμε αυτή τη φάρσα του γάμου μας, αλλά ήταν πολύ περήφανος για να κάνει κάτι τόσο σκανδαλώδες. Έτσι, προκάλεσα μια κατάσταση που θα του επέτρεπε να κερδίσει τη συμπάθεια του κόσμου». «Τον έκανες να μοιάζει ανόητος». «Εγώ ήμουν ανόητη». Με τόσους διαφορετικούς τρόπους. «Οι άντρες που συνάντησες στη λέσχη…» Δεν ολοκλήρωσε τη φράση του, αλλά ήξερε πως ήταν ερώτηση, πως ήθελε λεπτομέρειες. «Δεν συνάντησα κανέναν στη λέσχη. Πέρα από τον Ντάουνι, είσαι ο μόνος άντρας με τον


οποίο έχω βρεθεί». «Ήξερες, όμως, το μέρος. Πολλοί δεν ξέρουν πού βρίσκεται. Οι περισσότεροι δεν πιστεύουν καν πως υπάρχει». «Κάτι δεν πήγαινε καλά στον γάμο μας. Το ήξερα αυτό. Ήταν τόσο απόμακρος. Πίστευα ότι έφταιγα εγώ. Με άφηνε συνεχώς μόνη στην εξοχή. Όταν ήμασταν στο Λονδίνο για τη σεζόν, συχνά έβγαινε τα βράδια. Ήμασταν έναν χρόνο παντρεμένοι. Ήμουν είκοσι χρονών και απελπιζόμουν όλο και περισσότερο, γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω πώς να τον κάνω ευτυχισμένο, πώς να τον ικανοποιήσω. Έτσι, ένα βράδυ που βγήκε, τον ακολούθησα. Είχα ακούσει τις φήμες για το Αηδόνι, αλλά νόμιζα πως ήταν μύθος. »Στεκόμουν στο σκοτάδι, προσπαθώντας να αποφασίσω αν έπρεπε να μπω και να τον αντιμετωπίσω, ανησυχώντας πως ίσως δεν ήταν αυτό που νόμιζα, πως ίσως ήταν κάτι ακόμα χειρότερο. Με πλησίασε μια γυναίκα. »“Είναι η πρώτη σου φορά, αγάπη μου;” με ρώτησε. “Θα σου δείξω πώς γίνεται”. »Με συνόδευσε μέσα, με σύστησε στην υπεύθυνη, που με πήρε υπό την προστασία της. Μου δάνεισε μια μάσκα και κάλεσε μια υπηρέτρια να με βοηθήσει να αλλάξω. Πίστευαν ότι αναζητούσα μια περιπέτεια. Μπήκα σ’ εκείνο το σαλόνι και είδα μια γυναίκα να κάθεται στα γόνατα του Ντάουνι. Γελούσαν. Αυτό μου φάνηκε το χειρότερο απ’ όλα. Δεν γελούσε ποτέ μαζί μου. Για να είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ να τον θυμηθώ να μου χαμογελά ούτε μια φορά όσο ήμασταν παντρεμένοι. Το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να στέκομαι εκεί να τους κοιτάζω σαν ανόητη. Την είδα να σηκώνεται, να τον παίρνει αγκαζέ και να τη συνοδεύει στη σκάλα. Έμοιαζε να ανυπομονεί να βρεθεί μαζί της. Το δικό μου κρεβάτι ήταν πάντα αγγαρεία». Πέρασε τα δάχτυλά του από το μάγουλό της. «Δεν μπορεί να έβλεπε σαν αγγαρεία τον έρωτα μαζί σου». «“Απλώς ξάπλωσε και υπόμεινέ το”, μου είπε την πρώτη νύχτα του γάμου μας. Και το έκανα. Πάντα, όμως, ονειρευόμουν ότι θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω». Άπλωσε το χέρι και έπιασε το πιγούνι του, νιώθοντας το απαλό του γένι. Είχε ξυριστεί πριν την κάνει δική του, αλλά τώρα τα γένια του είχαν αρχίσει να ξεφυτρώνουν. «Απόψε, για πρώτη φορά, ήταν αυτό που πάντα πίστευα ότι θα ήταν». «Χριστέ μου, Τίλι!» είπε, πριν πάρει το στόμα της με μια τέτοια μανία, που της έδειξε ότι αυτή τη φορά δεν θα καθυστερούσαν καθόλου.

∞ Δεν ήταν άπιστη. Δεν ήταν ανήθικη, δεν είχε κοιμηθεί με έναν υπηρέτη, που έπειτα έγινε μπάτλερ της. Δεν είχε άλλες σχέσεις. Είχε θυσιάσει τη φήμη της, τη θέση της στην κοινωνία για μια ευκαιρία να απαλλαγεί από τον Λαντσντάουν. Είχε επιβάλει στον εαυτό της μια ζωή γεμάτη μοναξιά, χωρίς φίλους. Τη λάτρευε γι’ αυτό. Που δεν έμεινε με εκείνο το άπιστο κάθαρμα, που αναγνώρισε ότι της άξιζε κάτι καλύτερο, που χρησιμοποίησε κάθε δυνατό μέσο για να ελευθερωθεί. Που ρίσκαρε, που ήταν μαζί του τώρα. Ενώ της είχε υποσχεθεί μονάχα αυτό: να περάσει τα χέρια και το στόμα του από κάθε χιλιοστό του κορμιού της. Αγαπούσε κάθε πτυχή της. Τη στρογγυλάδα του στήθους της, την καμπύλη της πλάτης της, τα λακκάκια πάνω από τα οπίσθιά της. Ήταν μικρούλικα, αλλά ήταν εκεί όπως ακριβώς τα είχε φανταστεί.


Μπήκε μέσα της με μια σίγουρη κίνηση και άρχισε να την πιέζει γρήγορα και δυνατά. Έμπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της, έφερε τα χέρια της πάνω από το πρόσωπό της, τα κράτησε εκεί και την κοίταξε. «Μην κλείσεις τα μάτια», τη διέταξε. Ήθελε να δει τη φλόγα του πάθους να καίει μέσα στο γαλάζιο. Οι σκληρές θηλές της χάιδευαν το στέρνο του σε κάθε κίνηση, οι μηροί της αγκάλιαζαν τους γοφούς του, τα γόνατά της πίεζαν τα πλευρά του. Οι αναστεναγμοί της γέμιζαν τα αφτιά του, αντηχούσαν στο δωμάτιο. Την ήθελε κάθε βράδυ, κάθε πρωί, κάθε απόγευμα. Δεν είχε ξανανιώσει ποτέ ότι κάτι ήταν τόσο σωστό. Ήταν φτιαγμένη γι’ αυτόν, μόνο γι’ αυτόν. Δεν είχε σημασία που είχε πάει με κάποιον άλλο. Σημασία είχε μονάχα ότι ήταν τώρα εδώ, μαζί του. «Ρέξτον», είπε βραχνά, με τα μάτια της να τον κοιτάζουν, ενώ στριφογύριζε το κεφάλι της και τα δάχτυλά της έσφιγγαν τα δικά του. «Πέταξε, αγάπη μου. Θα σε ακολουθήσω». Η κραυγή της ήταν ό,τι πιο γλυκό είχε ακούσει ποτέ. Και έπειτα κράτησε τον λόγο του: την ακολούθησε.

∞ Η Τίλι κατάλαβε επιτέλους για ποιο λόγο η Ιουλιέτα μάλωνε με τον Ρωμαίο, λέγοντας ότι είχε ακούσει το αηδόνι και όχι τον κορυδαλλό. Δεν ήθελε να τελειώσει η ώρα που είχε με τον Ρέξτον, δεν ήθελε να έρθει η αυγή, να ξυπνήσει τα κοιμισμένα πλάσματα στη γη και μαζί τους την πραγματικότητα της ζωής της. Στην άμαξά του, την κράτησε στην αγκαλιά του σαν να δίσταζε κι εκείνος να την αποχωριστεί. «Θα ζητούσα συγγνώμη για την αγένειά μου να μη σε αφήσω να κοιμηθείς», της είπε και η φωνή του έμοιαζε με νανούρισμα μέσα στην άμαξα, «αλλά υποψιάζομαι που μάλλον θα το θεωρούσες ανειλικρινές». Τους είχε πάρει ο ύπνος μερικές φορές, αλλά όχι για πολύ. Ακόμα, όμως, και τις στιγμές που κοιμόταν, αντιλαμβανόταν το μακρύ του σώμα πλάι της, το στήθος του στην πλάτη της, το πόδι του πάνω από το μηρό της. Ένιωθε ασφάλεια σε εκείνη τη θέση. Ποτέ δεν ήθελε να είναι κτήμα κάποιου, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι απολάμβανε να ανήκει – σε εκείνον, τουλάχιστον. Δεν του ανήκε – όχι πραγματικά, όχι για περισσότερες από μερικές βδομάδες τέλος πάντων. Κι όμως, της άρεσε η ιδέα ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήταν δική του κι εκείνος δικός της. «Κοιμήθηκα περισσότερο απ’ όσο περίμενα – ή ήθελα», τον διαβεβαίωσε. «Θα κοιμηθώ το πρωί, πιθανότατα μέχρι αργά το μεσημέρι». «Μμμ», μουρμούρισε, χαϊδεύοντας τον λαιμό της. «Ξέρεις πόσο ωραία μυρίζεις τώρα; Έχεις τη μυρωδιά του έρωτα, του ύπνου και τη δική μου». Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Η μυρωδιά του είχε ανακατευτεί με το άρωμά της. Τι υπέροχο! «Μπαίνω σχεδόν στον πειρασμό να πω στον αμαξά μου να μας γυρίσει πίσω στο σπίτι μου», της είπε. «Και πώς θα εξηγούσα την απουσία μου;» «Θα την πρόσεχε η Τζίνα;» «Νομίζω πως ναι. Με έχει συνηθίσει κοντά της». «Κρίμα». Όταν η άμαξα σταμάτησε, βγήκε και τη βοήθησε να κατέβει. Με το χέρι του γύρω από τη μέση


της, την τράβηξε κοντά του και τη συνόδευσε στη σκάλα. Έβγαλε το κλειδί της, αλλά εκείνος της το πήρε και το χρησιμοποίησε για να ξεκλειδώσει την πόρτα. Έκλεισε τα δάχτυλά της γύρω του, όταν της το έδωσε. Χρειαζόταν κάτι σταθερό για να πιαστεί, κάτι να της θυμίζει πού έπρεπε να βρίσκεται. Έσκυψε, σήκωσε το πρόσωπό της και υποδέχτηκε τα χείλη της πάνω στα δικά του. «Πες στην αδελφή σου ότι θα πάμε βαρκάδα το απόγευμα», είπε σιγανά, πριν ανοίξει την πόρτα. Ήταν γελοίο, αλλά δεν ήθελε καθόλου να τον αφήσει να φύγει. «Να είσαι βέβαιη πως εσύ θα είσαι η κηδεμόνας της». Έγνεψε καταφατικά και μπήκε μέσα, κρατώντας την ανάσα της μέχρι να κλείσει η πόρτα. Την κλείδωσε κι έπειτα ακούμπησε πάνω της και περίμενε, ακούγοντας την άμαξά του να απομακρύνεται. Ύστερα κατευθύνθηκε προς τη σκάλα, ενώ αναρωτιόταν πώς θα κατάφερνε να κοιμηθεί, ενώ ήξερε πως σε λίγες μόνο ώρες θα τον ξανάβλεπε.


Κεφάλαιο 14 Η Τζίνα Χάμερσλι είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι εκείνη θα λειτουργούσε ως κηδεμόνας σε αυτές τις εξόδους. Ενώ ήξερε πολύ καλά ότι ο Ρέξτον δεν τη φλέρταρε, είχε αρχίσει να βεβαιώνεται ότι φλέρταρε την αδελφή της. Φυσικά είχε ήδη προσέξει την έλξη που σιγόβραζε ανάμεσά τους στη διάρκεια της πρώτης τους εξόδου στο πάρκο. Φαίνεται, όμως, πως δεν προσπαθούσαν πια να προσποιηθούν ότι την αγνοούν ή πως δεν υπήρχε. Καθισμένη πλάι της στη βάρκα, η Τίλι φορούσε ένα όμορφο ροζ φόρεμα και κρατούσε ένα ασορτί παρασόλι που έκρυβε τον ήλιο από το πρόσωπό της. Ενώ έμοιαζε να ψάχνει στο νερό για ψαράκια, το βλέμμα της συνεχώς έπεφτε στον Ρέξτον και τα μάγουλά της έπαιρναν μια ροδαλή απόχρωση σαν να είχε σκύψει και να της είχε ψιθυρίσει κάτι πονηρό στο αφτί. Τα μάτια του σκοτείνιαζαν, οι μύες στα γυμνά του μπράτσα φούσκωναν ακόμα περισσότερο και η βάρκα άρχισε να κινείται πιο γρήγορα. Ήταν πολύ εντυπωσιακός. Δεν καταλάβαινε πολύ καλά πώς αυτή η άσκηση θα της έδινε την ευκαιρία να γνωρίσει και να μιλήσει με άλλους κυρίους. Όταν εξέφρασε την ανησυχία της, ο Ρέξτον την καθησύχασε πως θα το αντιλαμβανόταν πολύ σύντομα. Όποιος τους έβλεπε μαζί, όμως, είχε μάτια και θα καταλάβαινε πως δεν ενδιέφερε τον μαρκήσιο. Φοβόταν ότι στο τέλος της σεζόν θα κατέληγε ακριβώς όπως είναι τώρα. Δεν θα είχε κανέναν να αποκαλεί δικό της.

∞ Η Τίλι ευχήθηκε να μην είχε βγάλει το σακάκι του και να μην είχε σηκώσει τόσο αργά και προκλητικά τα μανίκια, αποκαλύπτοντας εκείνα τα υπέροχα μπράτσα στα οποία είχε κουρνιάσει το προηγούμενο βράδυ, ενώ φιλούσε τον ώμο της, όταν είχε τελειώσει η παθιασμένη τους νύχτα. Ήταν γελοίο που έβρισκε τις τρίχες στα μπράτσα τόσο αρρενωπές, τόσο μαγευτικό τον τρόπο που φούσκωναν οι μύες του ενώ έκανε κουπί. Γι’ αυτό ήταν τόσο δυνατός και μπορούσε να την κουβαλήσει σαν πούπουλο. Ήταν ένα υπέροχο καλοκαιρινό απόγευμα, κι όμως ένιωθε σαν να περπατούσε στη Νέα Υόρκη με τον ήλιο στο πρόσωπό της και χωρίς καθόλου αέρα. Πριν αποκοιμηθεί, είχε πείσει τον εαυτό της ότι η χτεσινή νύχτα ήταν μια εξαίρεση, ότι είχε παρεξηγήσει την ένταση της προσοχής του, γιατί είχε περάσει πολύ καιρό χωρίς να έχει το ενδιαφέρον ενός άντρα. Το ήθελε απεγνωσμένα, κι έτσι είχε φανταστεί πως ήταν πολύ πιο έντονο. Αυτή τη στιγμή πάντως απορούσε πώς δεν έπαιρνε φωτιά η μικρή βάρκα από τα φλογερά του βλέμματα. Ήταν γεμάτα υποσχέσεις, πολύτιμους όρκους για το τι θα της έκανε την επόμενη φορά που θα την είχε. Θεέ μου! Το να είσαι η ερωμένη ενός άντρα ήταν πολύ καλύτερο από το να είσαι σύζυγός του. Ίσως γιατί οι δεσμοί αυτοί ήταν παράνομοι κι έτσι κουβαλούσαν μαζί τους έναν μεγαλύτερο πειρασμό. Ίσως γιατί παραβίαζαν τους νόμους Θεού και ανθρώπων. Ίσως γιατί ήξεραν πολύ καλά ότι ο χρόνος τους μαζί ήταν περιορισμένος. Ότι δεν θα ήταν μαζί μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος και έτσι κάθε στιγμή ήταν πιο πολύτιμη.


Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, φοβόταν πως στις γύρω βάρκες όλοι θα ήξεραν τι είχαν κάνει χτες το βράδυ, τι θα έκαναν ξανά. Ότι μπορούσαν να τον δουν από πάνω της, να καταλάβουν πού ακριβώς είχε βρεθεί το στόμα του, πού λαχταρούσε να το ξανανιώσει. «Ίσως πρέπει να συζητήσουμε τις προσπάθειές σου για το θέμα της Τζίνα», είπε για να αποσπάσει το μυαλό της από τις πονηρές εκείνες σκέψεις, αλλά και για να βεβαιωθεί ότι όντως είχε κάποιο σχέδιο για να εξασφαλίσει έναν σύζυγο για την αδελφή της. «Νομίζω ότι γίνεται κάποιος χορός αύριο βράδυ», απάντησε λακωνικά, σαν να μην το είχε σκεφτεί καθόλου. «Ναι, ο χορός των Έινσλι. Η Τζίνα θα παραβρεθεί. Είναι πολύ σημαντικός». Ανασήκωσε τον έναν της ώμο και αναστέναξε σκεπτική. «Τουλάχιστον ήταν πριν από κάποια χρόνια, όταν ήμουν κι εγώ ευπρόσδεκτη. Δεν έχω λόγο να πιστεύω ότι έχει αλλάξει κάτι». Δεν είχε διαβάσει κάτι στις εφημερίδες που να έδειχνε ότι ο δούκας και η δούκισσα είχαν ξεπέσει. «Πώς θα προχωρήσεις εκεί;» Κοίταξε γύρω του, για να σιγουρευτεί ότι δεν θα έπεφταν πάνω σε κάποιον. Κυκλοφορούσαν αρκετές βάρκες σε αυτό το σημείο του ποταμού. «Θα συνεχίσω να τη συστήνω, να της δίνω την προσοχή μου, να χορεύω μαζί της». Μισούσε κάθε πτυχή του σχεδίου του. Η ζήλια που ένιωσε δεν της άρεσε καθόλου. Ήθελε να χορεύει μαζί της, να προσέχει εκείνη, να τη συνοδεύει ανάμεσα στους φίλους του. Όλα αυτά, όμως, ήταν αδύνατα. Κι όμως, τα ήθελε. Πού ήταν όταν ήταν η δική της εποχή να φλερτάρει; «Μου αρέσει που συζητάτε και οι δύο σαν να μην είμαι παρούσα», είπε η Τζίνα κάπως ενοχλημένα. Η Τίλι της έσφιξε το χέρι. «Συγγνώμη, αγάπη μου. Ήταν αγένεια». «Δεν θα παραξενευτεί ο κόσμος που ξαφνικά παραβρίσκεστε σε χορούς, λόρδε;» Έστρεψε την προσοχή του στην Τζίνα, με ένα ζεστό χαμόγελο, καθόλου πονηρό σαν αυτά που προόριζε για την Τίλι. «Συνήθως τους αποφεύγω. Οι μητέρες είναι πολύ φανταχτερές για τα γούστα μου. Αυτό, ωστόσο, είναι προς όφελός μας, γιατί όλοι θα πιστέψουν ότι είμαι πραγματικά γοητευμένος από εσένα. Διαφορετικά, γιατί να πάω, αν δεν μου έχεις κλέψει την καρδιά;» «Αν φανείς πολύ ερωτευμένος», ένιωσε την ανάγκη να σχολιάσει η Τίλι, «οι άλλοι μπορεί να μείνουν μακριά της από σεβασμό προς εσένα». «Θα δείξω την κατάλληλη προσοχή, για να δηλώσω το ενδιαφέρον μου, αλλά και ότι δεν είμαι ακόμα σίγουρος». «Φαίνεσαι πολύ καλός σε αυτά τα παιχνίδια». Απεχθανόταν που εξέφρασε δυνατά αυτή τη σκέψη. «Έχω φίλους που ερωτεύτηκαν. Είχα την ευκαιρία να τους παρατηρήσω να γελοιοποιούνται. Είμαι αποφασισμένος να πέσω με λίγη παραπάνω αξιοπρέπεια». «Είσαι ανοιχτός στην αγάπη, λοιπόν;» «Είμαι. Όταν έρθει η κατάλληλη». «Ποια γυναίκα θα ήταν κατάλληλη;» ρώτησε η Τζίνα. «Τζίνα, μην είσαι τόσο τολμηρή!» τη μάλωσε η Τίλι. «Γιατί όχι; Με ρώτησε τι θα ήθελα σε έναν σύζυγο. Είμαι περίεργη να δω ποια χαρακτηριστικά ζητά από μια σύζυγο». Γέλασε. «Δεν θα με προξενέψεις, μικρή».


Η Τίλι χαιρόταν εγωιστικά που δεν ήταν έτοιμος να παντρευτεί. Αν και θα ήταν σύντομα. «Γιατί όχι;» επέμεινε η Τζίνα. «Μεγαλώνετε. Αν περιμένετε κι άλλο, ίσως να μην μπορείτε να κάνετε έναν διάδοχο». Η Τζίνα είχε δίκιο. Χρειαζόταν έναν διάδοχο. Αν η Τίλι ήταν παντρεμένη μαζί του, σκέφτηκε ότι δεν θα κατηγορούσε τη μητέρα του σε περίπτωση που της θύμιζε ότι έπρεπε σύντομα κάνει παιδί. Θα ήθελε να του χαρίσει έναν γιο, είχε την παράλογη ιδέα ότι θα μπορούσε να κάνει ένα παιδί μαζί του τώρα. Αυτό θα ήταν καταστροφικό. Αν έμενε, όμως, έγκυος πριν φύγει για τη Νέα Υόρκη, δεν θα το μετάνιωνε. Θα ισχυριζόταν πως ήταν χήρα… Τι γελοίες σκέψεις. Γέλασε, σαν να τον είχαν προσβάλει τα λόγια της αδελφής της. «Δεν είμαι ούτε τριάντα ακόμα». «Είστε, όμως, κοντά. Βάζω στοίχημα. Θα μπορούσα να σας βοηθήσω να βρείτε κάποια, όσο εσείς βοηθάτε εμένα». «Δεν συζητάμε για τη δική μου πιθανή σύζυγο αυτή τη στιγμή. Συγκεντρώσου στον εαυτό σου. Δεν χρειάζεται να σου αποσπά κάτι την προσοχή». «Μα…» «Έχει δίκιο». Η Τίλι τη διέκοψε, ξέροντας πως, όταν στην Τζίνα κολλούσε μια ιδέα, δεν την έβγαζε εύκολα από το μυαλό της. «Δεν έχουμε πολύ χρόνο. Η σεζόν έχει σχεδόν τελειώσει. Πρέπει να συγκεντρωθούμε και να σου βρούμε έναν σύζυγο». «Για να με εγκαταλείψεις και να γυρίσεις στην Αμερική;» «Για να μπορέσω να συνεχίσω τη ζωή μου, ναι». Δεν θα ένιωθε ένοχη για αυτό. Είχε ήδη θυσιάσει πολλά για την Τζίνα, είχε μείνει εδώ ενώ ήθελε απεγνωσμένα να προχωρήσει. Είχε αντιληφθεί πως τα κουπιά είχαν σταματήσει. Ο Ρέξτον την κοίταζε, την παρατηρούσε σαν να έψαχνε κάτι σημαντικό. «Σου λείπει;» ρώτησε τελικά. «Η Νέα Υόρκη; Φυσικά και μου λείπει. Μου λείπει φριχτά». Το σαγόνι του σφίχτηκε, σαν να μην του άρεσε η απάντησή της. «Και οι χοροί; Η υψηλή κοινωνία; Το να είσαι ευπρόσδεκτη στο Λονδίνο;» Δεν ήταν δυνατά όλα αυτά. Στα νιάτα της, ήταν ενθουσιασμένη εδώ, βρισκόταν διαρκώς σε κίνηση. Οι νύχτες της ήταν γεμάτες με χορούς, δείπνα, θεατρικές παραστάσεις. Οι μέρες της περιλάμβαναν μουσεία, εκθέσεις ζωγραφικής, πρωινή κουβεντούλα. Έκανε επισκέψεις, της έκαναν επισκέψεις. «Το τι μου λείπει και τι όχι δεν έχει καμία σημασία». «Θα έμενες, αν σε δέχονταν πίσω στην υψηλή κοινωνία;» Να μείνει και να τον δει να παντρεύεται μια άλλη γυναίκα; Ένας άντρας της δικής του θέσης δεν θα παντρευόταν μια γυναίκα σαν την Τίλι. Αν την υποδέχονταν ξανά, κανένας άντρας με κάποια θέση δεν θα ζητούσε το μιασμένο χέρι της. Την παρακολουθούσε με τέτοια ένταση, που ένιωθε σαν να ήταν ξανά στο δικαστήριο, με όλα τα βλέμματα καρφωμένα πάνω της, λες και οι αμαρτίες της την είχαν σκεπάσει. Το είχε υπομείνει, γιατί ήξερε πως στο τέλος θα κέρδιζε την ελευθερία της. Δεν μπορούσε να τη χάσει ξανά. «Ο στόχος μας πρέπει να είναι η Τζίνα. Έχουμε, λοιπόν, τον χορό. Τι άλλα σχέδια έχεις;» Δεν φάνηκε πολύ ευχαριστημένος με την απάντησή της, αλλά έπρεπε να κατανοήσει την πραγματική της κατάσταση, την αλήθεια της: η αποδοχή δεν θα ήταν ποτέ πλήρης και ολοκληρωτική. «Μετά θα δούμε», είπε.


«Δεν μου φαίνεται πως έχεις κάποιο σχέδιο». «Είχα την εντύπωση ότι η αγάπη δεν μπορεί να προγραμματιστεί». «Πρέπει, όμως, να αναλάβεις δράση». «Αυτό κάνουμε». «Δεν βλέπω η σημερινή μας δραστηριότητα να αποδίδει καρπούς». «Δείξε λίγη πίστη». Έβγαλε τα κουπιά από το νερό, τα ακούμπησε στον πάτο της βάρκας και κοίταξε πίσω του. «Σομερντέιλ! Πρόσεξα ότι σταμάτησες. Υπάρχει πρόβλημα;» Ο κόμης, ένας από τους φίλους του Ρέξτον, έγινε κατακόκκινος. «Όχι, φίλε μου. Απλώς ξεκουράζομαι». Έσκυψε ελαφρά. «Η δεσποινίς Χάμερσλι είναι μαζί σου;» «Ναι. Και η αδελφή της, η υπέροχη λαίδη Λαντσντάουν». Ο άντρας φάνηκε να εκπλήσσεται από αυτή τη δήλωση. Το ίδιο και η Τίλι. Υπέροχη; Αν δεν ήξερε την πραγματικότητα, θα πίστευε ότι προσπαθεί να την ξεφορτωθεί, δίνοντάς τη σε κάποιον άλλο. Θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει αυτόν τον χαρακτηρισμό για την Τζίνα. Ο Σομερντέιλ, πάντως, έβγαλε το καπέλο του. «Λαίδη Λαντσντάουν, δεσποινίς Χάμερσλι. Είστε πολύ γοητευτικές σήμερα». Η Τίλι δεν πίστεψε ότι απευθυνόταν σ’ εκείνη. Το ίδιο πρέπει να σκέφτηκε και η Τζίνα, γιατί χαμογέλασε πλατιά και είπε: «Σας ευχαριστούμε, λόρδε. Πρόσεξα ότι μας προσπεράσατε νωρίτερα». «Συνηθίζω να κάνω κύκλους». «Ειδικά όταν έχεις την ευκαιρία να βλέπεις όμορφες κυρίες, έτσι δεν είναι, Σομερντέιλ;» τον πείραξε ο Ρέξτον. «Πράγματι. Δεν είναι δίκαιο εσύ να συνοδεύεις δύο και εγώ καμία». «Θέλεις να πάρεις μία από πάνω μου;» ρώτησε ο Ρέξτον. «Το παραπάνω βάρος στη βάρκα με έχει εξαντλήσει». Και οι δύο αντέδρασαν στην προσβολή του. Η Τίλι θα είχε απλώσει το χέρι και θα τον είχε χτυπήσει στον ώμο, αλλά ήξερε πως η πράξη της δεν θα βοηθούσε καθόλου την υπόληψη της Τζίνα. Θα τον μάλωνε, όμως, αργότερα. «Ναι, βέβαια…» Ο λόρδος Σομερντέιλ ξαφνικά έμοιαζε σαν να ευχόταν να ανοίξει μια τρύπα στη βάρκα του, να βουλιάξει και να πνιγεί. «Μπορούμε να στρίψουμε ένα νόμισμα». Ο Ρέξτον έβγαλε ένα νόμισμα από την τσέπη του. «Κορόνα για τη δεσποινίδα Χάμερσλι, γράμματα για τη λαίδη Λαντσντάουν. Θα με βοηθήσεις πολύ πραγματικά». «Φυσικά. Στρίψε το». Παρακολούθησε το νόμισμα να γυρίζει στον αέρα. Ο Ρέξτον το έπιασε, το γύρισε στο πάνω μέρος της παλάμης του και το αποκάλυψε. «Κορόνα». Ο Σόμερντεϊλ έμοιαζε σαν να του είχαν μόλις παραχωρήσει μια ακρόαση με τη βασίλισσα. «Υπέροχα!» «Έλα πιο κοντά». Ο Ρέξτον έβαλε πάλι το νόμισμα στην τσέπη του και σηκώθηκε όρθιος. Η βάρκα κουνήθηκε. Η Τίλι και η Τζίνα έβγαλαν μια φωνή, αλλά αυτή τη φορά από φόβο κι όχι από αγανάκτηση. Άπλωσε το χέρι του στην Τζίνα. «Σηκωθείτε πολύ αργά». Η αδελφή της έκανε αυτό που της είπε. Η βάρκα κουνήθηκε ελαφρά και ο Ρέξτον τη μετέφερε προσεκτικά στη βάρκα του Σομερντέιλ. «Να σας βλέπουμε. Η λαίδη Λαντσντάουν είναι η κηδεμόνας της δεσποινίδος και θα μου πάρει


το κεφάλι αν πιστέψει ότι επέτρεψα να συμβεί οτιδήποτε στην αδελφή της. Μέχρι την επόμενη γέφυρα. Μας περιμένει εκεί η άμαξά μου». «Μάλιστα, λόρδε. Μην ανησυχείτε. Θα είμαι άψογος». «Να είσαι». Ο Ρέξτον κάθισε πάλι στη βάρκα και η Τίλι είδε τον μεγαλοπρεπή λόρδο Σομερντέιλ να απομακρύνεται με την αδελφή της. «Είσαι πολύ τυχερός», του είπε. «Θα είχα τρομοκρατηθεί, αν κατέληγα μαζί του». «Δεν θα επέτρεπα να καταλήξεις μαζί του». Τα λόγια του την έκαναν να νιώσει ξεχωριστή, επιθυμητή. Έστριψε μπροστά της το νόμισμα. Κατάφερε να το πιάσει εύκολα. Το κοίταξε από τη μία πλευρά και έπειτα από την άλλη – και οι δύο πλευρές ήταν ίδιες. Γούρλωσε τα μάτια κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Έκλεψες». «Σσσς». Πήρε το νόμισμα από τα χέρια της και της έκλεισε το μάτι. «Μη φωνάζεις τόσο δυνατά. Δεν θα ήθελα να μαθευτεί ότι καμιά φορά επηρεάζω το αποτέλεσμα». «Μα το κάνεις συνέχεια!» «Όχι συνέχεια. Εξαρτάται πόσο πολύ θέλω κάτι. Και ήθελα λίγο χρόνο μαζί σου». Σαν να μην είχε μόλις πει κάτι που είχε τη δύναμη να αναστατώσει όλο της τον κόσμο, έπιασε απλά τα κουπιά, τα έβαλε πίσω στο νερό και με μια δυνατή κίνηση η βάρκα άρχισε πάλι να κινείται. «Φρόντισες να έρθει ο Σομερντέιλ πάνω στην ώρα;» τον ρώτησε. «Όχι. Έψαχνα, όμως, κάποιον να εκφράσει το ενδιαφέρον του. Η αδελφή του παντρεύτηκε τον Ντρέικ, έτσι ξέρω ότι γοητεύεται από τις Αμερικανίδες και ότι ψάχνει για σύζυγο». «Νόμιζα πως προσπαθούσες απλώς να μην πέσεις πάνω σε κάποια άλλη βάρκα». «Το είχα και αυτό στον νου μου. Κρίμα που έχει τόσο κόσμο γύρω, γιατί θέλω απεγνωσμένα να σε φιλήσω». Το βλέμμα που της έριξε έκανε τα χείλη της, και άλλα σημεία του κορμιού της, να μουδιάσουν. «Αυτό θα υπονόμευε τις προσπάθειές μας για την Τζίνα». «Πράγματι». Δεν έκανε κουπί με την ίδια δύναμη όπως προηγουμένως. «Δεν απάντησες στην ερώτησή μου πριν». Έβγαλε αργά το γάντι της, παρατηρώντας τους μυς του λαιμού του την ώρα που κατάπινε. «Ω, ποια ερώτηση;» Έβαλε τα δάχτυλά της στο δροσερό νερό. «Θα έμενες;» Παρακολούθησε το νερό, που το έλουζε ο ήλιος. «Δεν είναι θέμα προσωπικής επιλογής. Δεν θα με αποδεχτούν ποτέ πλήρως εδώ. Και το ξέρεις πολύ καλά». «Σου λείπουν οι χοροί;» «Θα πηγαίνω σε χορούς κάθε βράδυ, μόλις επιστρέψω στη Νέα Υόρκη». Σήκωσε το χέρι της και του πέταξε λίγο νερό, απολαμβάνοντας τον τρόπο που έσκυψε για να αποφύγει τις σταγόνες. «Αυτή είναι η μόνη απάντηση που θα πάρεις». «Προσοχή, κόμισσα. Όταν ρίχνεις δόλωμα στην τίγρη, μπορεί να γίνεις ο ίδιος το δείπνο της το βράδυ». Του πέταξε κι άλλο νερό. «Αύριο. Σύμφωνα με τους κανόνες μας, έρχομαι στο σπίτι σου την επόμενη μέρα από μια έξοδο. Δεν τη συνόδευσες πουθενά χτες». «Σκέφτηκα πως μετά τη χτεσινή νύχτα θα ήθελες να αλλάξουμε λίγο αυτούς τους κανόνες».


Ήθελε. Ήθελε να τους αλλάξουν, ώστε να μπορεί να τον δει ανεξάρτητα από τις εξόδους του με την Τζίνα. «Νομίζω ότι είναι καλύτερο να μείνουμε στην αρχική μας συμφωνία». «Λυπήσου με, μάγισσα. Σίγουρα δεν θέλεις να με αφήσεις να υποφέρω όλο το βράδυ». Δεν είχε ποτέ της τέτοια δύναμη. Τη σήκωνε τόσο ψηλά, που ένιωσε να ζαλίζεται. Την ήθελε τόσο πολύ, τη λαχταρούσε. «Η απουσία μου απόψε θα εξασφαλίσει ότι θα εκτιμήσεις ακόμα περισσότερο την αυριανή νύχτα». «Είμαι πρόθυμος να δείξω την εκτίμησή μου απόψε». Το γέλιο της την έκανε να φέρει βιαστικά το υγρό της χέρι στο στόμα της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε βγει από μέσα της ένας τόσο χαρούμενος θόρυβος. Κατέβασε το χέρι της και το κοίταξε, σαν να έψαχνε να εξηγήσει από πού πήγαζε ο θόρυβος αυτός. Ξαφνικά το χέρι του ήταν κάτω από το πιγούνι της. Σήκωσε το πρόσωπό της μέχρι να κοιταχτούν στα μάτια. Έσκυψε προς το μέρος της, μαγεμένος από εκείνο τον ήχο που τον είχε συνεπάρει. «Δεν το κάνεις συχνά αυτό», της είπε χαμηλόφωνα. Δεν το κάνω ποτέ. Εδώ και χρόνια. Από τότε που παντρεύτηκα. Είχε καταγράψει όσα της είχε κλέψει ο Ντάουνι, αλλά για κάποιο λόγο αυτό το είχε παραβλέψει. Κάποτε ήταν χαρούμενη και ανέμελη σαν την Τζίνα. Την είχε μετατρέψει σε μια μαραμένη γριά. «Αύριο βράδυ θα το ξανακάνεις, πιο πολύ, πιο δυνατά. Ακόμα κι αν χρειαστεί να σε γαργαλήσω από πάνω μέχρι κάτω για να τα καταφέρω». Θα το έκανε κι εκείνος. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Δεν μπορούσε να επιτρέψει, όμως, να το παραδεχτεί τόσο εύκολα. «Καλή τύχη. Δεν γαργαλιέμαι καθόλου». Το χαμόγελό του την έκανε να εύχεται να είχαν αλλάξει τους όρους της συμφωνίας τους, να τον έβλεπε απόψε. «Δεν σε έχω γαργαλήσει ποτέ εγώ». Η υπόσχεση στα λόγια του της προκαλούσε τρόμο αλλά και ενθουσιασμό. Μη, σχεδόν τον ικέτευσε. Μη με αλλάξεις. Μην κάνεις κάτι που θα με κάνει να νιώθω ακόμα πιο μόνη απ’ όσο είμαι. Φοβήθηκε, όμως, πως ήταν πολύ αργά να τον ικετεύσει για οτιδήποτε.


Κεφάλαιο 15 Ο Ρέξτον δεν ήξερε για ποιο λόγο εξακολουθούσε να την ψάχνει, γιατί κάθε φορά που έβλεπε μεταξένια, μαύρα μαλλιά με την άκρη του ματιού του, γύριζε ελπίζοντας να τη δει. Η Τίλι δεν ήταν στον χορό. Κατανοούσε τους λόγους της, τους απεχθανόταν που υπήρχαν. Συνόδευσε την Τζίνα στην αίθουσα, έκανε μερικούς κυρίους να υπογράψουν την κάρτα με τους χορούς της, μίλησε κολακευτικά γι’ αυτήν, υπονόησε πως θα ήταν υπέροχη στο πλευρό οποιουδήποτε λόρδου – χωρίς να αφήσει να εννοηθεί πως θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή της μαζί του. Χόρεψε μαζί της βαλς κι έπειτα την άφησε με την αδελφή του, ζητώντας από την Γκρέις να φροντίσει ώστε να συμμετάσχει και σε άλλους χορούς. Η παρουσία του σε αυτή τη γεμάτη αίθουσα τον έκανε να νιώθει ότι το σακάκι του ήταν πολύ στενό. Δεν είχε νιώσει ποτέ στη ζωή του ότι ήθελε τόσο πολύ να βρίσκεται κάπου αλλού. Το παράξενο ήταν πως θα προτιμούσε να είναι σε ένα σαλόνι και να πίνει ουίσκι με την Τίλι, να τη ρωτά πώς ήταν η μέρα της, να μιλούν για βιβλία, για τον καιρό, για τα άλογά τους. Ή απλώς να απολαμβάνει σιωπηλά τη συντροφιά της. Ήταν παράξενο πόσο συχνά τη σκεφτόταν, που αναρωτιόταν τι να έκανε τώρα, που ευχόταν να ήταν μαζί του. Την ήθελε κοντά του, ντυμένη, να του χαμογελά, με το χέρι της στο μπράτσο του. Δεν ήταν σίγουρος πότε είχε αρχίσει να τη σκέφτεται τόσο πολύ έξω από το κρεβάτι του. Ήταν μια ανησυχητική διαπίστωση. Η σχέση τους θα ήταν σύντομη. Είχε ορίσει ήδη το τέλος της. Ακόμα κι αν μπορούσε να την πείσει να το παρατείνει –πράγμα που ήταν βέβαιος ότι θα μπορούσε να καταφέρει με λίγη πειθώ–, της άξιζαν πολύ περισσότερα από μια παράνομη σχέση. Στην Αμερική θα μπορούσε να βρει μια σταθερή σχέση, αλλά εδώ το σκανδαλώδες παρελθόν της περιόριζε σημαντικά τις ευκαιρίες της. Ακόμα κι αν παρέβλεπε το σκάνδαλο του διαζυγίου της, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει ότι αυτό δεν θα επηρέαζε τα παιδιά τους. Ήξερε πως έπρεπε να αποκτήσει απογόνους με μια γυναίκα που ήταν πλήρως κοινωνικά αποδεκτή. Μπορεί όλοι να έδειχναν ότι αγαπούσαν τη μητέρα του, αλλά εκείνος είχε ακούσει σκληρά λόγια και αρκετές φορές έγινε αντικείμενο περιφρόνησης. Δεν θα ήθελε κάτι τέτοιο για τα παιδιά του. Βγήκε στη βεράντα, ρούφηξε τον δροσερό αέρα και πήγε σε μια σκοτεινή γωνιά. Αν ήταν εκεί η Τίλι, θα τη φιλούσε στα σκοτεινά ή ίσως θα έκαναν έναν περίπατο στους κήπους, μέχρι που κάποια στιγμή θα ξεστράτιζαν σε κάποιο απομονωμένο μονοπάτι. Τον σαγήνευε όσο άγρια τη σαγήνευε κι εκείνος. Του είχε λείψει το προηγούμενο βράδυ, του είχε λείψει να την έχει στο κρεβάτι του. Μετά από μόλις μια νύχτα μαζί της, πώς ήταν δυνατόν μια βραδιά χωρίς αυτή να μοιάζει με ένα τεράστιο κενό; Θα την είχε απόψε και αύριο. Και την επομένη, γιατί δεν θα άφηνε να περάσει ούτε ένα απόγευμα ή ένα βράδυ χωρίς να συνοδεύσει κάπου την Τζίνα: στο πάρκο, σε ένα μουσείο, σε κάποιο χορό. Ακόμα κι αν ήταν για μια ώρα. Θα πληρούσε τις προϋποθέσεις, ώστε η Τίλι να ήταν υποχρεωμένη να πάει κοντά του. Άκουσε ένα σπίρτο να ανάβει, γύρισε και είδε τον Λαντσντάουν να στέκεται εκεί κοντά και να ανάβει ένα πούρο. Ξαφνιάστηκε από το πόσο φριχτός ήταν εκείνος ο άντρας. Ο κόμης δεν είχε εκτιμήσει αυτό που του δόθηκε κι έτσι είχε καταστρέψει κάθε ευκαιρία της Τίλι να ευτυχήσει. Τουλάχιστον σε αυτή την πλευρά του Ατλαντικού. Ίσως να έβρισκε την ευτυχία στην άλλη πλευρά. Θα το έκανε, όμως, χωρίς αυτόν. Μα κι εκείνος δεν ήταν πια σίγουρος αν μπορούσε να


βρει την ευτυχία μακριά της. Ο Λαντσντάουν έσβησε τη φλόγα με μια γρήγορη κίνηση του χεριού του, τράβηξε μια ρουφηξιά κι έβγαλε τον καπνό από το στόμα του. «Θέλεις ένα, αγαπητέ μου;» Μόνο τότε συνειδητοποίησε ο Ρέξτον ότι τον κοίταζε από τότε που αντιλήφθηκε την παρουσία του. «Όχι». «Βλέπω ότι τρέχεις ακόμα πίσω από τα φουστάνια της Τζίνα. Χωρίς τη Ματίλντα απόψε». «Όπως ξέρεις πολύ καλά, δεν την καλούν πια σε χορούς, σαλόνια και δείπνα». «Ό,τι πρέπει για μια γυναίκα με τη δική της ηθική. Μου είπαν ότι σε είδαν να κάνεις βαρκάδα μαζί της». «Τι θέλεις να πεις;» «Αν ελπίζεις να γίνει αποδεκτή η Τζίνα, καλύτερα να κρατήσεις τη σιχαμένη αδελφή της στο σκοτάδι». Ο Ρέξτον προχώρησε, άρπαξε τον Λαντσντάουν από τον γιακά και τον ταρακούνησε. Το πούρο του έπεσε. «Θα σταματήσεις τα υποτιμητικά σχόλια για την Τίλι». Ο κόμης γούρλωσε τα μάτια. «Θεέ μου! Δεν έχει κερδίσει η Τζίνα την προσοχή σου, αλλά η πόρνη που παντρεύτηκα. Ανοίγει τα πόδ…» Το χτύπημα ήταν γρήγορο και δυνατό. Άκουσε τον χόνδρο να σπάει παρά το βογκητό του κόμη. Τον πλημμύρισε ικανοποίηση. «Πρόσεξε τα λόγια σου!» «Είναι μια πανούργα…» Κι άλλο χτύπημα, κι άλλο βογκητό. «Δεν με ακούς, Λαντσντάουν». «Δεν αξίζει την αφοσίωσή σου, Ρέξτον. Δεν θα σου ανταποδώσει τη χάρη». Τα λόγια του δεν ακούγονταν καθαρά, γιατί κρατούσε ένα μαντίλι στη μύτη του προσπαθώντας να σταματήσει το αίμα. Ο Ρέξτον δεν είχε κερδίσει την αφοσίωσή της. Ήταν μαζί του γιατί ήθελε τη βοήθειά του. Αυτό δεν σήμαινε, όμως, πως δεν της άξιζε αφοσίωση ή σεβασμός. «Αναρωτιέμαι, Λαντσντάουν, πόσο την απογοήτευσες για να αναγκαστεί να στραφεί σε έναν άλλο άντρα, σε έναν υπηρέτη, για τον Θεό!» Δεν άντεχε πια να τον αγγίζει, κι έτσι έσπρωξε τον κόμη μακριά. Έπειτα τον πλησίασε. Ο Λαντσντάουν τινάχτηκε. «Η μητέρα μου μου έμαθε πως, αν δεν έχω κάτι καλό να πω για κάποιον, καλύτερα να κρατώ το στόμα μου κλειστό. Άκουσε αυτή τη συμβουλή, άκουσέ την προσεκτικά. Γιατί, αν μάθω ότι είπες έστω και μια δυσάρεστη κουβέντα για την Τίλι, θα αρχίσουν να κυκλοφορούν φήμες για την έλλειψη… ανδρισμού σου. Έχω αρκετούς συγγενείς και φίλους ώστε να εξασφαλίσω ότι οι φήμες αυτές θα κυκλοφορήσουν πολύ γρήγορα. Να θυμάσαι τι σου είπα, γιατί δεν θα βρίσκεις μέρος να εμφανιστείς χωρίς να νιώθεις ότι σε σχολιάζουν. Να πάρει η ευχή! Μπορεί να το κάνω έτσι κι αλλιώς, για να καταλάβεις πώς νιώθει η πρώην γυναίκα σου». «Της αξίζει να την περιφρονούν και να την κατακρίνουν». «Όχι, Λαντσντάουν, δεν της αξίζει. Και νομίζω πως το ξέρεις πολύ καλά». «Ήθελε διαζύγιο. Δεν την ένοιαζε το σκάνδαλο». «Και πάλι, αναρωτιέμαι για ποιο λόγο. Ξέρω πως ήσουν άπιστος. Υποψιάζομαι, όμως, ότι δεν ήταν μόνο αυτό. Να εύχεσαι, αν μάθω ποτέ τις λεπτομέρειες, να μη νιώσω την ανάγκη να σε


ξαναχτυπήσω». Γύρισε την πλάτη και άφησε τον Λάντσνταουν να μουρμουρίζει κάποιες ακατάληπτες λέξεις. Ο άντρας ήταν άπιστος. Είχε χωρίσει τη γυναίκα του. Κι όμως, είχε συνεχίσει την κοινωνική του ζωή χωρίς καμία συνέπεια, ενώ η Τίλι δεν είχε πια την ευκαιρία να βρεθεί σε μια αίθουσα χορού… την ευκαιρία να χορέψει ένα βαλς με τον Ρέξτον. Δεν είχε σκεφτεί πριν πόσο άδικο ήταν αυτό. Τώρα, όμως, σίγουρα το σκεφτόταν.

∞ Με τη νυχτικιά και τη ρόμπα της, η Τίλι κοιτούσε με λαχτάρα από το παράθυρο του δωματίου της, περιμένοντας απεγνωσμένα την επιστροφή της Τζίνα από τον χορό. Σκεφτόταν τον Ρέξτον να χορεύει με την αδελφή της, να χορεύει με άλλες κυρίες, και ευχόταν να βρισκόταν εκείνη στην αγκαλιά του. Φαντάστηκε να φλερτάρει μαζί του στην αίθουσα του χορού, να κάνει περιπάτους στους σκοτεινούς κήπους, να του δίνει ένα κλεφτό φιλί πίσω από μια πέργκολα. Η πρώτη της σεζόν, όταν δεν είχε μπλέξει ακόμα με κανέναν άντρα και κανένα σκάνδαλο, ήταν πολύ απολαυστική: γελούσε, συζητούσε για τα χαρακτηριστικά διάφορων κυρίων, κουτσομπόλευε. Αναστέναξε. Δεν θα το έκανε ποτέ ξανά και όχι μόνο γιατί δεν ήταν πια αποδεκτή στους χορούς, αλλά γιατί τώρα καταλάβαινε πόσο επώδυνο είναι κάτι τέτοιο και πόσο συχνά η πραγματικότητα διέφερε απ’ όσα πίστευαν όλοι. Ενθουσιάστηκε όταν είδε την άμαξα να πλησιάζει στο σπίτι και να φωτίζεται από τις λάμπες του δρόμου. Σηκώθηκε όρθια, στάθηκε πίσω από την κουρτίνα για να μη φαίνεται –δεν ήθελε να μοιάζει με παιδί που έχει κολλήσει τη μύτη του στη βιτρίνα ενός ζαχαροπλαστείου– και είδε τον Ρέξτον να βγαίνει από την πόρτα που του είχε ανοίξει ο υπηρέτης του. Οι κινήσεις του ήταν τόσο απαλές, τόσο γοητευτικές. Ακόμα και κάτι τόσο απλό όπως η εικόνα του την ώρα που έβγαινε από μια άμαξα έκαναν τον στομάχι της να σφίγγεται από ανυπομονησία. Είχε βοηθήσει την Τζίνα να κατέβει και της είχε πει κάτι που η Τίλι δεν κατάφερε να ακούσει. Η αδελφή της έγειρε πίσω το κεφάλι και γέλασε. Ζήλευε την άνεση με την οποία γελούσε η αδελφή της… Ζήλευε το γέλιο που της είχε προκαλέσει ο μαρκήσιος. Έμοιαζαν να νιώθουν πολύ άνετα μαζί. Ακολούθησε η υπηρέτρια. Η Τίλι τον έχασε καθώς πλησίαζαν προς την πόρτα. Ένα λεπτό αργότερα, ο Ρέξτον πλησίαζε την άμαξά του. Σταμάτησε, έβγαλε το καπέλο του και κοίταξε το παράθυρό της. Ίσως να μην ήταν τόσο αόρατη όσο νόμιζε ή ίσως να ένιωσε πως τον κοιτάζει. Το στόμα της στέγνωσε και τη διαπέρασε ένα ρίγος ικανοποίησης που είχε μπει στον κόπο να κοιτάξει ψηλά. Έπειτα ανέβηκε στην άμαξα και έφυγε. Ήξερε πως δεν θα πήγαινε μακριά: απλώς μέχρι την άκρη του δρόμου και θα την περίμενε στα σκοτεινά. Προσπάθησε να μη δείχνει την ανυπομονησία της. Κάθισε στην πολυθρόνα κι άνοιξε το βιβλίο που της κρατούσε συντροφιά ή, έστω, θα μπορούσε, αν το μυαλό της δεν πετούσε τόσο μακριά εκείνο το απόγευμα. Είχε αφήσει την πόρτα του δωματίου της ανοιχτή και έτσι δεν ξαφνιάστηκε όταν η Τζίνα πέρασε, στάθηκε και μπήκε μέσα. «Δεν κοιμήθηκες ακόμα». Η Τίλι ακούμπησε το βιβλίο. «Δεν μπορώ να κοιμηθώ μέχρι να γυρίσεις στο σπίτι σώα. Πώς πέρασες;» «Υπέροχα. Χόρεψα δέκα φορές με διάφορους κυρίους. Μίλησα με αρκετές κυρίες. Η δούκισσα


του Λόβινγκτον με πήρε υπό την προστασία της – σίγουρα μετά από αίτημα του αδελφού της. Εξαφανίστηκε για λίγο». Δεν ήθελε να σκέφτεται πως είχε πάρει κάποια κυρία για ένα ερωτικό ραντεβού στον κήπο. Είχαν κάνει μια συμφωνία. Δεν θα πατούσε τον όρκο του, δεν θα περνούσε χρόνο με κάποια άλλη γυναίκα. Και ο Ντάουνι, ωστόσο, της είχε δώσει την ίδια υπόσχεση και την είχε αθετήσει τόσο εύκολα. «Χόρεψε πολύ;» Δεν της άρεσε καθόλου που ρώτησε, που ακούστηκε σαν κτητική σύζυγος. «Χόρεψε μαζί μου, φυσικά. Δύο φορές. Δεν τον είδα, όμως, να χορεύει με καμία άλλη». «Αναρωτιέμαι πού να πήγε τότε». «Ίσως να παίξει χαρτιά». Η Τζίνα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Νομίζω πως σε φλερτάρει μυστικά». «Τι ανόητη ιδέα». «Μόνο για εσένα μιλήσαμε». Η Τίλι δεν θα έδειχνε πόσο τη χαροποιούσε αυτό. «Πρέπει, λοιπόν, να ήταν πολύ σύντομη αυτή η συζήτηση». «Αντιθέτως. Δεν σταματούσε να μου κάνει ερωτήσεις». Η Τίλι συνοφρυώθηκε. «Τι ήθελε να μάθει;» «Ρώτησε πολλά για τη ζωή μας στη Νέα Υόρκη». «Τότε ρωτούσε για εσένα». Η Τζίνα χαμογέλασε. «Όχι. Θέλει να μάθει για το σπίτι μας εκεί. Αν θα μείνεις εκεί όταν επιστρέψεις. Τι κάνουμε στη Νέα Υόρκη. Αν πηγαίνεις εσύ στο θέατρο, στο πάρκο. Πώς σου αρέσει να διασκεδάζεις. Πάντα καταλήγαμε σ’ εσένα». Κοίταξε το βιβλίο στα γόνατά της, πέρασε το δάχτυλό της από πάνω του. «Υποθέτω πως θα έπρεπε να κολακευτώ, λοιπόν». «Νομίζω πως θα τον συναντήσεις κρυφά μόλις σε αφήσω». Η Τίλι σήκωσε τόσο απότομα το κεφάλι της, που άκουσε ένα μικρό κρακ στον λαιμό της. «Μη λες ανοησίες. Αφού φοράω ήδη τη νυχτικιά μου». «Φυσικά. Ξέχασα ότι δεν μπορεί κανείς να αλλάξει ρούχα τα μεσάνυχτα». «Τζίνα…» «Εντάξει, Τίλι». Η αδελφή της σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήγε προς το μέρος της και την κοίταξε χαμογελώντας γλυκά. «Θέλω να είσαι ευτυχισμένη. Κι εκείνος σε κάνει ευτυχισμένη, έτσι δεν είναι;» «Τον συμπαθώ». Δεν θα παραδεχόταν κάτι παραπάνω. «Ωστόσο, δεν μπορεί να προκύψει τίποτα σταθερό από αυτό». Από εμάς. «Γιατί όχι;» Σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει. «Έχω προκαλέσει ένα σκάνδαλο». «Προφανώς δεν τον απασχολεί. Οι άνθρωποι σας βλέπουν μαζί…» Γύρισε. «Βλέπουν τους τρεις μας μαζί. Ξέρουν ότι είμαι η κηδεμόνας σου. Υποψιάζομαι, μάλιστα, ότι πολλοί τον επικρίνουν γι’ αυτό. Δεν είμαι κατάλληλη για εκείνον. Όχι μακροπρόθεσμα, τουλάχιστον. Και δεν πειράζει. Δεν είναι αυτό που θέλει». Ήταν ξεκάθαρος. Ήθελε απλώς μια σχέση. Ήθελε κι εκείνη το ίδιο. Δεν είχε καμία διάθεση να κολλήσει εδώ.


Πλησίασε την αδελφή της κι έπιασε το χέρι της. «Μην ανησυχείς για εμένα, γλυκιά μου. Αυτή η σεζόν είναι δική σου. Πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι θα είσαι ευτυχισμένη, ότι θα βρεις τον κατάλληλο σύζυγο». «Έχεις δίκιο. Νομίζω πως αύριο θα με επισκεφθούν αρκετοί κύριοι. Θέλω να τους παρατηρήσεις και να μου πεις τη γνώμη σου». «Ναι, φυσικά». Η Τζίνα χασμουρήθηκε. «Πρέπει να πάω για ύπνο. Δεν θέλω να αποκοιμηθώ αύριο, ενώ θα προσπαθούν να με σαγηνεύσουν». «Καλό ύπνο». Η Τζίνα της χάρισε ένα πονηρό χαμόγελο και τα μάτια της έλαμπαν. «Και σ’ εσένα». Μόλις βγήκε η αδελφή της από το δωμάτιο, η Τίλι ακούμπησε στην πλάτη της πολυθρόνας, έπιασε το βιβλίο της κι έκανε πως διαβάζει, ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να τρέξει στην άμαξα που την περίμενε, στον άντρα που την περίμενε. Φυσικά μπορεί να μην ήταν ακόμα εκεί. Μπορεί να είχε πιστέψει ότι δεν θα εμφανιζόταν απόψε. Ένιωθε, όμως, ότι θα έπρεπε να περιμένει λίγα λεπτά ακόμα, έπρεπε να δώσει χρόνο στην Τζίνα να αποσυρθεί πριν βγει από το σπίτι. Η αδελφή της μπορεί να το υποψιαζόταν, αλλά η Τίλι δεν σκόπευε να το παραδεχτεί. Δυσκολευόταν, όμως, να περιμένει, ενώ ήθελε τόσο πολύ να βρεθεί κοντά του. Η έλξη που ένιωθε γι’ αυτόν ήταν ανησυχητική. Έτσι, ανάγκασε τον εαυτό της να περιμένει μισή ώρα απλώς και μόνο για να αποδείξει ότι το μπορούσε. Έπειτα άρπαξε τον μανδύα της, τον φόρεσε και βγήκε στον διάδρομο. Όλα ήταν ήσυχα. Η Τζίνα σίγουρα θα είχε ήδη αποκοιμηθεί. Η Τίλι έτρεξε στις σκάλες και βγήκε από την πόρτα. Έτρεξε στο δρομάκι… Σταμάτησε απότομα όταν ξαφνικά την άρπαξε ένα χέρι και την τράβηξε πάνω σε ένα δυνατό σώμα. Η κραυγή της κόπηκε από ένα ζεστό στόμα πάνω στο δικό της. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και έλιωσε πάνω στον Ρέξτον, ευγνώμων που δεν χρειαζόταν να περάσει ένα λεπτό ακόμα μακριά του, μακριά από το άρωμά του, χωρίς να απολαμβάνει τη γεύση του, τον ενθουσιασμό του, την εγγύτητά του. Τραβήχτηκε και τον κοίταξε στα μάτια. «Τι κάνεις εδώ;» «Δεν θα σε άφηνα να έρθεις μόνη σου στην άμαξα μέσα στο σκοτάδι». Το βλέμμα του κατέβηκε πιο κάτω. «Τι στο καλό φοράς;» «Τη νυχτικιά μου. Φαντάστηκα ότι θα πηγαίναμε κατευθείαν στο κρεβάτι μόλις φτάναμε στο σπίτι σου». Της χαμογέλασε πονηρά. «Αυτό θα κάνουμε, λοιπόν». Από το παράθυρό της, η Τζίνα είδε τον Ρέξτον να αρπάζει την Τίλι. Δεν ένιωθε ένοχη που συνέχισε να βλέπει, όταν ο μαρκήσιος φίλησε την αδελφή της. Τα σώματά τους ουσιαστικά έλιωσαν το ένα πάνω στο άλλο. Κι έπειτα προχώρησαν στον δρόμο, πηγαίνοντας σίγουρα προς την άμαξά του, που τους περίμενε. Για ένα ερωτικό ραντεβού. Αναστέναξε. Ενώ χαιρόταν που ο μαρκήσιος ενδιαφερόταν για την αδελφή της, δεν επιθυμούσε αυτή την κατάληξη. Ήλπιζε ότι ο Ρέξτον θα φρόντιζε να γίνει ξανά αποδεκτή η αδελφή της. Της άξιζε κάτι παραπάνω από μια σχέση. Της άξιζε ένας γάμος.


Προφανώς δεν θα τον έβρισκε εδώ. Η Τζίνα θα έπρεπε να εντείνει τις προσπάθειές της να παντρευτεί, ώστε να μπορέσει η Τίλι να γυρίσει στη Νέα Υόρκη. Ευχόταν πως εκεί θα έβρισκε έναν άντρα που θα αναγνώριζε την αξία της.


Κεφάλαιο 16 Το επόμενο πρωί, η Τίλι ένιωσε κάποιον να τη σκουντά στον ώμο και είδε την υπηρέτριά της μέσα από τα μισόκλειστα μάτια της. «Ήρθε η ώρα, λαίδη». Είχε ζητήσει να την ξυπνήσουν για το μεσημεριανό φαγητό. Τεντώθηκε νωχελικά και παραδέχτηκε μέσα της πως χτες το βράδυ είχε χρησιμοποιήσει πολύ καλά το σώμα της – με τον πιο υπέροχο τρόπο. Θεέ μου! Ο Ρέξτον ήταν τόσο επιδέξιος που θα έβγαζε μια περιουσία αν ήταν αρσενική πόρνη. Συνοφρυώθηκε. Να υπήρχε, άραγε, μια λέξη για έναν άντρα που πουλούσε τις υπηρεσίες του; Το έκαναν αυτό οι άντρες; Ίσως θα έπρεπε να τον ρωτήσει. Σίγουρα θα ήξερε. Φαινόταν να ξέρει καθετί πονηρό. Όταν ετοιμάστηκε φορώντας ένα απλό σκούρο μπλε φόρεμα που κούμπωνε στον λαιμό και στα μανίκια, κατάλληλο για μία κηδεμόνα, κατέβηκε στην τραπεζαρία. Η Τζίνα ήταν ήδη εκεί. Σήκωσε το βλέμμα από το πιάτο της και την κοίταξε. «Άργησες να ξυπνήσεις». «Χρειαζόμουν παραπάνω ξεκούραση. Σε περίμενα μέχρι αργά χτες». Κάθισε στη θέση της κι ένευσε στον μπάτλερ ότι ήταν έτοιμη να τη σερβίρουν. Εκείνος έκανε νόημα, με τη σειρά του, σε έναν υπηρέτη. «Ήρθε κάτι για εσένα», είπε η Τζίνα με μυστήριο ύφος. «Τι μπορεί να είναι;» Λουλούδια ίσως, από τον Ρέξτον. Δεν θα έδειχνε, όμως, τόσο ανοιχτά το ενδιαφέρον του. Η Τζίνα το είχε καταλάβει, αλλά δεν χρειαζόταν να το μάθει κανείς άλλος. Υποτίθεται πως ενδιαφερόταν για την αδελφή της. «Δεν ξέρω. Είναι τυλιγμένο. Ο Γκριγκς το άφησε στο γραφείο. Συγκρατήθηκα να μην κοιτάξω». «Ξέρουμε από ποιον είναι;» Η Τζίνα κούνησε το κεφάλι της. «Όχι, δεν υπάρχει καμία ένδειξη. Ο Γκριγκς είπε πως ο κύριος που το έφερε δεν φορούσε λιβρέα. Ίσως έχεις έναν κρυφό θαυμαστή. Ή όχι και τόσο κρυφό». «Ειλικρινά, Τζίνα, υπερβάλλεις». «Θα τον παντρευόσουν, αν μπορούσες;» Κούνησε το κεφάλι. «Είμαι σκέτη αποτυχία στον γάμο. Μπορεί να σου το επιβεβαιώσει όλο το Λονδίνο». «Το πιστεύει και ο Ρέξτον αυτό;» «Δεν έχει σημασία. Θα γυρίσω στη Νέα Υόρκη». «Υποθέτω τότε ότι πρέπει να βρω έναν σύζυγο που να είναι διατεθειμένος να κάνει υπερατλαντικά ταξίδια». «Πράγματι». Η Τίλι δεν ήξερε αν είχε ξαναφάει ποτέ τόσο γρήγορα. Ανυπομονούσε να ανακαλύψει τι περιείχε εκείνο το πακέτο. Φαίνεται πως η Τζίνα ανυπομονούσε εξίσου, γιατί προχωρούσε συνεχώς μπροστά της στον διάδρομο και κάθε τόσο σταματούσε και την κοίταζε απελπισμένη. «Βιάσου!» «Δεν θα πάει πουθενά».


Ήταν μεγαλύτερο απ’ όσο περίμενε. Περίπου τριάντα εκατοστά σε ύψος και πλάτος. Έλυσε την κορδέλα. Το χαρτί έπεσε. Σήκωσε διστακτικά το καπάκι του κουτιού και της κόπηκε η ανάσα από την έκπληξη. Έβγαλε από μέσα μια πέτρινη νεράιδα με ένα πονηρό χαμόγελο που κρατούσε ένα σημείωμα στα γόνατά της. Άφησε το άγαλμα στην άκρη κι άνοιξε το σημείωμα. «Τι είναι ένας μαγικός κήπος χωρίς μια νεράιδα;» Χαμογέλασε πλατιά κι έσφιξε το χαρτί στο στήθος της. «Είναι από τον Ρέξτον;» ρώτησε η Τζίνα. «Δεν λέει». Η Τζίνα την άρπαξε από το χέρι. «Από εκείνον δεν είναι, όμως; Διαφορετικά δεν θα έδειχνες τόσο ενθουσιασμένη για ένα κομμάτι πέτρα». «Δεν είμαι ενθουσιασμένη και δεν είναι απλώς ένα κομμάτι πέτρα. Είναι για τον κήπο μου». «Τα κοσμήματα θα ήταν προτιμότερα». Όχι, δεν θα ήταν κι εκείνος το ήξερε. Είχε καταλάβει πολύ καλά τι θα της έδινε χαρά. Δεν θεωρούσε πως ο κήπος της ήταν μια γελοία ενασχόληση και χάσιμο χρόνου, όπως ο Ντάουνι. Ο Ρέξτον δεν την είχε μειώσει ποτέ, δεν την είχε κάνει ποτέ να νιώσει ότι δεν ήταν αντάξιά του. Λίγες ώρες αργότερα, μετά την επίσκεψη δύο λόρδων στην Τζίνι, η Τίλι έβαλε τα ρούχα της κηπουρικής και πήρε τη μικρή νεράιδα στον κήπο για να την τοποθετήσει ανάμεσα στα λουλούδια. Θα την έβαζε σε κάποιο σημείο ώστε να φαίνεται, αλλά και να παραμένει μισοκρυμμένη από τα λουλούδια, σαν να ντρεπόταν, σαν να μην ήθελε να τη δουν. Γονάτισε κι άρχισε να τη μετακινεί εδώ κι εκεί, λίγο πιο μπροστά, ψάχνοντας την ιδανική θέση… «Ματίλντα». Τρόμαξε και κοίταξε τον άντρα πάνω από το κεφάλι της. Έβγαλε το καπέλο του, το φως του ήλιου έπεσε στο πρόσωπό του κι εκείνη φώναξε: «Χριστέ μου! Ντάουνι, τι στο καλό έπαθε το πρόσωπό σου;». Σηκώθηκε όρθια, άπλωσε το χέρι, αλλά σταμάτησε πριν προλάβει να αγγίξει εκείνη την παραμορφωμένη μύτη και το πρησμένο μάτι. Δεν του άρεσε ποτέ να του προσφέρουν ή να προσφέρει παρηγοριά. «Φαίνεται πως βρήκες έναν πρωταθλητή», είπε χαμηλόφωνα. Ο Ρέξτον. Ένιωσε ταυτόχρονα ενθουσιασμό αλλά και φρίκη για τη ζημιά που του είχε κάνει. Σε αντίθεση με τον κύριο στη χαρτοπαικτική λέσχη, ο Ντάουνι δεν της είχε επιτεθεί. «Τι έκανες για να σου αξίζει η οργή του;» «Νομίζεις ότι μου άξιζε;» «Δεν νομίζω ότι είναι από τους τύπους που χτυπούν έτσι απλά τους άλλους». Κοίταξε τα παπούτσια του σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει αν έπρεπε να τα γυαλίσει. «Μπορεί να είπα κάτι για εσένα». Σήκωσε τα μάτια του. Δεν μπορούσε να θυμηθεί να έχει ξαναδεί τύψεις στο βλέμμα του. Τις έβλεπε τώρα. «Μπορούμε να περπατήσουμε για λίγο;» Περπατούσαν συχνά πριν παντρευτούν. Ούτε μία φορά στη διάρκεια του γάμου τους. Μόλις αντάλλαξαν τους όρκους τους, άλλαξαν τόσα πολλά ανάμεσά τους. «Ναι, φυσικά». Δεν της πρόσφερε το μπράτσο του. Δεν περίμενε να το κάνει. Το μεγαλύτερο μέρος της σχέσης τους είχε βασιστεί μάλλον στην υποχρέωση παρά στην επιθυμία. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι τα πράγματα θα ήταν έτσι μετά τον γάμο. «Μου λείπει ο κήπος», είπε νοσταλγικά.


«Είναι το πιο αγαπημένο μου μέρος σε ολόκληρο το σπίτι», παραδέχτηκε. «Δεν μου άρεσε ποτέ που δούλευες στον κήπο». «Δεν δουλεύω, Ντάουνι, απλώς μου δίνει γαλήνη και χαρά». Το σκάψιμο την ηρεμούσε, η ενασχόληση με τα φυτά τής χάριζε γαλήνη. Δεν την έκριναν ποτέ, δεν την κατηγορούσαν για τίποτα. «Έχεις σχέση μαζί του;» Ήταν πολύ ενδιαφέρον που είχε αποφύγει να αναφερθεί στον Ρέξτον με το όνομά του. «Δεν είναι δική σου δουλειά αυτό». «Δεν μπορεί να σου προσφέρει γάμο και το ξέρεις. Οι άντρες της τάξης του δεν παντρεύονται διαζευγμένες γυναίκες». Τόνισε τη λέξη λες και ήταν η μοναδική υπεύθυνη για την κατάστασή της. «Έχοντας παντρευτεί ήδη έναν Άγγλο, σε διαβεβαιώνω ότι δεν με ενδιαφέρει να παντρευτώ και δεύτερο. Ήταν μια πολύ ψυχρή και μοναχική περίοδος». Έγνεψε καταφατικά. «Ήταν λάθος που σε παντρεύτηκα, αλλά χρειαζόμουν τα χρήματα». «Το ξέρω πολύ καλά. Ίσως η προίκα μου σου επιτρέψει να παντρευτείς την πραγματική σου αγάπη την επόμενη φορά». Προφανώς το διαζύγιο δεν κηλίδωνε την υπόληψη των αντρών. Αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι του. «Η γυναίκα που αγαπώ είναι παντρεμένη με άλλον». «Είναι αυτή που συνάντησες κάποτε στο Αηδόνι ή είσαι άπιστος και σ’ εκείνη;» Δεν της είχε αποκαλύψει ποτέ κάποια λεπτομέρεια γι’ αυτή τη γυναίκα. Παραδέχτηκε τη σχέση μόνο όταν του την ανέφερε. Σταμάτησε και την κοίταξε. «Είναι ο μόνος τρόπος να με συναντήσει. Φοβάται πως, αν συναντηθούμε κάπου αλλού, αν μας δουν, θα την αναγνωρίσουν. Το Αηδόνι με κάνει να νιώθω πως αυτό που έχουμε είναι… φτηνό. Έχει τρία παιδιά. Τα κοιτάζω και αναρωτιέμαι αν κάποιο από αυτά μπορεί να είναι δικό μου». Έστρεψε το κεφάλι και κοίταξε τα δέντρα. Για μια στιγμή τής φάνηκε πως είδε ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού του. Καθάρισε τον λαιμό του. «Αν μου ζητάς να σε συγχωρήσω, δεν μπορώ», του είπε απαλά. «Μου άξιζε κάτι καλύτερο. Μου άξιζε η πίστη σου». Καθάρισε πάλι τον λαιμό του, ίσιωσε την πλάτη και γύρισε πάλι να την κοιτάξει. Την κοίταξε στα μάτια, πιο έντονα απ’ όσο την είχε κοιτάξει ποτέ όσο ήταν παντρεμένοι. «Σου άξιζε. Και φέρθηκα σαν αχρείος. Ήμουν αδύναμος. Με ένοιαζε μόνο η δική μου ευτυχία – την άρπαξα κι όμως πάντα μου ξεγλιστρούσε. Υποψιάζομαι πως, αν είχα αφοσιωθεί σε εσένα, μπορεί και να σε είχα αγαπήσει με τον καιρό». Αν πίστεψε πως αυτό θα την έκανε να νιώσει καλύτερα, έκανε μεγάλο λάθος. Ήθελε τόσο πολύ να κάνει και το δεξί του μάτι ίδιο με το αριστερό. «Φαντάζομαι δεν θέλεις να ξαναδοκιμάσουμε». Το αναπάντεχο γέλιο της ήταν δυνατό και σκληρό. Απότομο και τόσο έντονο, που έκανε το στήθος της να πονέσει. «Όχι, για τον Θεό!» «Το περίμενα, αλλά σκέφτηκα πως δεν είχα να χάσω τίποτα αν ρωτούσα». Ίσως μόνο λίγη από την περηφάνια του. Το ήλπιζε. Δεν ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους της, αλλά ο εγωισμός του είχε καταφέρει να της καταστρέψει τη ζωή.


«Από τότε που σε είδα με τον υπηρέτη, δεν μιλώ με τα καλύτερα λόγια για εσένα», της είπε. «Αυτό θα σταματήσει, όμως. Δεν σου αξίζει». «Γιατί άλλαξες γνώμη;» «Ο Ρέξτον αναρωτήθηκε για ποιο λόγο στράφηκες σε κάποιον άλλον άντρα. Είμαι υποχρεωμένος να παραδεχτώ ότι μπορεί να έπαιξα κάποιο ρόλο στην απρεπή συμπεριφορά σου. Εύχομαι, ωστόσο, να είχες βρει κάποιον καλύτερο». «Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένιωθα ότι τον βρήκα». Χλώμιασε. «Μου άξιζε μάλλον αυτό». «Μου ράγισες την καρδιά, Ντάουνι. Ναι, η μητέρα μου ήθελε να παντρευτώ κάποιο ευγενή, αλλά δεν νομίζεις πως, αν με ενδιέφερε μονάχα αυτό, θα είχα προτιμήσει έναν δούκα;» Κι άλλος αναστεναγμός, κι άλλο βλέμμα στα παπούτσια του. Τελικά την κοίταξε ξανά στα μάτια. «Αν ξανασυναντηθούν οι δρόμοι μας σε κάποια κοινωνική περίσταση, να είσαι βέβαιη πως θα είμαι πολύ ευγενικός». «Κι εγώ θα ανταποδώσω». Αν και δεν μπορούσε να φανταστεί κάποια κοινωνική εκδήλωση στην οποία θα μπορούσαν να συναντηθούν. «Πολύ καλά, λοιπόν». Έβαλε το καπέλο του. «Καλή σου μέρα, Ματίλντα». Είχε κάνει μόλις τρία βήματα, όταν εκείνη τον φώναξε. «Ντάουνι;» Γύρισε προς το μέρος της. Καταράστηκε τον εαυτό της που δεν μπορούσε να συμπεριφερθεί σκληρά. «Απλώς τον φίλησα τον υπηρέτη». Άνοιξε τα μάτια με απορία. «Δεν αρνήθηκες πως είχες σχέση». «Ήθελα διαζύγιο περισσότερο από όσο ήθελα μια άψογη υπόληψη». Μαραινόταν σαν ένα λουλούδι που είχε μείνει χωρίς νερό. Χαμογέλασε. «Πολύ καλό, Ματίλντα. Φοβάμαι, ωστόσο, πως δεν θα κάνω ό,τι μπορώ για να διορθώσω αυτή τη φήμη. Μπορεί να με κάνει να φαίνομαι ακόμα πιο γελοίος». Και λέγοντας αυτή τη φράση, έφυγε. Δεν ήθελε να διορθώσει αυτή τη φήμη. Ήταν χωρισμένη. Τίποτα δεν θα το άλλαζε αυτό, ούτε την ντροπή που συνεπαγόταν.


Κεφάλαιο 17 Χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, η Τίλι γύριζε πού και πού τις σελίδες του βιβλίου που κρατούσε στα γόνατά της, πασχίζοντας να δώσει την εντύπωση ότι ήταν απορροφημένη στον κόσμο του συγγραφέα, ενώ στην πραγματικότητα παρατηρούσε κάθε ανάσα, κάθε αναστεναγμό και κάθε θόρυβο που έκαναν τα κουταλάκια ακουμπώντας στα φλιτζάνια του τσαγιού μέσα στο σαλόνι, ενώ καθόταν σε μια διακριτική απόσταση από την Τζίνα και τον επισκέπτη της – τον κόμη του Σομερντέιλ. Δεν μπορούσε να συμβάλει ιδιαίτερα στη διάλεξη της Τζίνα σχετικά με την αληθινή ταυτότητα του κυρίου Ντάρσι. Προφανώς ο Σομερντέιλ ήξερε ελάχιστα για την Τζέιν Όστιν –αρκετά ώστε να ξέρει ότι ήταν μια γυναίκα συγγραφέας–, αλλά ομολόγησε ότι δεν ήταν λάτρης των βιβλίων. Προτιμούσε δραστηριότητες που ασκούσαν το σώμα του – όπως η κωπηλασία· και η ιππασία· και ο χορός. Μαζί του, η Τζίνα σίγουρα θα ζούσε μια ζωή δραστήρια, αλλά η Τίλι δεν μπορούσε να φανταστεί έναν άντρα πιο βαρετό από κάποιον που δεν ασκούσε και το μυαλό του με το διάβασμα. Κι όμως, ο κύριος έμοιαζε αφοσιωμένος στην Τζίνα. Της περιέγραψε το κτήμα της οικογένειάς του σαν να ήθελε να το μοιραστεί μαζί της μια μέρα. Η Τζίνα έμοιαζε χαρούμενη στο πλάι του, χαμογελούσε πλατιά και δεν έπαιρνε το βλέμμα της από πάνω του. Ήταν παράξενο. Η Τίλι ήξερε εξαρχής ότι ο Ρέξτον δεν ήταν κατάλληλος για την Τζίνα. Το ίδιο είχε νιώσει για τον Σομερντέιλ, αλλά δυσκολευόταν πολύ να καταλήξει για τον λόγο που ένιωθε έτσι. Ίσως να έφταιγε εκείνη και η επιθυμία της να μη βρει γρήγορα σύζυγο η Τζίνα, γιατί, μόλις παντρευόταν η μικρή, ο χρόνος της με τον Ρέξτον θα τελείωνε. Και τον απολάμβανε περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Άκουσε το χτύπημα της πόρτας να αντηχεί στον διάδρομο κι έβαλε τα δυνατά της να ηρεμήσει την καρδιά της, που είχε αρχίσει να χτυπά σαν τρελή. Μπορεί να ήταν ένας ακόμα επισκέπτης για την Τζίνα, αλλά όταν ο άντρας μπήκε στο σαλόνι χωρίς να τον αναγγείλουν, πετάχτηκε όρθια από χαρά, όμως αμέσως συγκράτησε το χαμόγελό της, γιατί ήταν ανυπόφορο να νιώθει τόσο ευτυχισμένη που έβλεπε τον Ρέξτον. Εξάλλου, ο Σομερντέιλ έπρεπε να πειστεί πως ο Ρέξτον ήταν εκεί για την Τζίνα. Αν υποψιαζόταν κάτι άλλο, το σχέδιό τους θα κινδύνευε. Προφανώς ο Σομερντέιλ είχε πειστεί, γιατί σηκώθηκε κι εκείνος όρθιος, ξεχνώντας ότι πάνω τους ισορροπούσε ένα φλιτζάνι και ένα κουταλάκι, τα οποία πέταξαν στον αέρα. «Λόρδε». Κοίταξε κάτω, κοίταξε πάνω, κοίταξε την Τζίνα, στράφηκε στον μαρκήσιο, γεμάτος τύψεις σαν να τον είχαν πιάσει να κλέβει πολύτιμα οικογενειακά κοσμήματα. «Η επίσκεψή μου στη δεσποινίδα Χάμερσλι είναι αθώα, σας διαβεβαιώνω. Δεν προσπαθώ να την κλέψω…» «Δεν υπάρχει πρόβλημα, Σομερντέιλ», απάντησε ο Ρέξτον. «Δεν έχω ξεκαθαρίσει ακόμα τις προθέσεις μου ούτε την έχω ζητήσει σε γάμο. Εξάλλου, ο ανταγωνισμός είναι πάντα ευπρόσδεκτος». Ο Σομερντέιλ ηρέμησε. «Οφείλω να προσπαθήσω να της προσφέρω κάτι αντάξιό σας». Έπειτα στράφηκε στην Τζίνα. «Πρέπει να πηγαίνω». «Αλήθεια;» ρώτησε η Τζίνα. «Δεν θα ήθελα να επιτρέψετε στον λόρδο Ρέξτον να σας διώξει».


«Ω, δεν είναι αυτό…» Η Τίλι, ωστόσο, υποψιαζόταν ότι ήταν ακριβώς αυτό και, στο μυαλό της, η κίνηση αυτή τον καθιστούσε ακατάλληλο για την Τζίνα. «Θα μου άρεσε να κάνουμε έναν περίπατο στο πάρκο», είπε η Τζίνα τολμηρά. «Η αδελφή μου και ο λόρδος Ρέξτον μπορούν να έρθουν ως κηδεμόνες μου». «Αμφιβάλλω ότι…» «Υπέροχη ιδέα», δήλωσε ο Ρέξτον, πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του ο κόμης. «Ίσως μπορείς να μου μάθεις ένα δυο πράγματα για το φλερτ, Σομερντέιλ». Η Τίλι ήξερε πως αυτό ήταν αδύνατον, αλλά το πιγούνι του Σομερντέιλ κόντευε να ακουμπήσει στο χαλί. Ο Ρέξτον τον είχε αφήσει με ανοιχτό το στόμα. «Για να είμαι ειλικρινής, θα ήθελα να συνοδεύσω τη δεσποινίδα στο πάρκο». «Τότε ας πηγαίνουμε, τι λέτε;» Ο Ρέξτον της έκανε μια μικρή υπόκλιση. «Αν δεν σας πειράζει να με συνοδεύσετε φυσικά, λαίδη Λαντσντάουν». «Είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι αν θα με συμπεριλάβετε σε αυτή τη συζήτηση και αν θα ζητούσατε τη γνώμη μου για αυτή τη γελοία ιδέα να επιτρέψετε στον Σομερντέιλ να συνοδεύσει μια κυρία για την οποία έχετε δείξει ενδιαφέρον». «Τίλι, μη χαλάς τη διάθεση όλων μας. Θα μου άρεσε να περάσω λίγο χρόνο ακόμα με τον λόρδο Σομερντέιλ». Η αδελφή της έτεινε το χέρι κι έδειξε το απλωμένο μπράτσο του άντρα. «Έπειτα θα πιω ένα τσάι με τον λόρδο Ρέξτον. Μέχρι να πάρω μια απόφαση, δεν καταλαβαίνω γιατί να μην μπορώ να συναντώ δύο κυρίους. Εξάλλου, θα σου έκανε κι εσένα καλό λίγος ήλιος. Είσαι πολύ χλωμή αυτές τις μέρες. Θα φέρω τα παρασόλια μας, εντάξει;» Σκέφτηκε να φέρει κάποια αντίρρηση, αλλά τελικά αποφάσισε ότι δεν θα ήταν κακό να δουν την Τζίνα με δύο κυρίους, ακόμα κι αν ο δεύτερος περπατούσε πλάι στην Τίλι και ακολουθούσε την αδελφή της και τον Σομερντέιλ. Πήγαν στο πάρκο με την ανοιχτή άμαξα του Ρέξτον, οπότε η Τίλι υποψιάστηκε πως είχε σχεδιάσει εξαρχής να τους πάει στο πάρκο, αλλά για μια βόλτα με την άμαξα, όχι για περίπατο. «Δεν ξέρω για ποιο λόγο δεν μείναμε στην άμαξά σου», είπε. «Η παρουσία μου τρομάζει τον Σομερντέιλ». Το έβλεπε αυτό, υποψιαζόταν πως η παρουσία του τους τρόμαζε όλους. «Δώσε μου το χέρι σου», είπε ο Ρέξτον σιγανά. Δεν το έκανε. Στο πρόσωπό της σχηματίστηκε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. «Μπορούσες τουλάχιστον να δείξεις ότι ζηλεύεις κάπως που ένας άντρας διεκδικεί κάτι που σε ενδιαφέρει». «Δεν το κάνει, όμως». «Θα έπρεπε να έχει αυτή την εντύπωση». «Δεν θέλω να υπερβάλλω. Αν πιστέψει ότι έχω δηλώσει καθαρά την πρόθεσή μου, θα το βάλει στα πόδια». Άπλωσε το χέρι και έσφιξε τα δάχτυλά του γύρω από τον καρπό της. Αντέδρασε. Η λαβή του ήταν δυνατή. «Μην κάνεις σκηνή», τη διέταξε. «Θα κάνει κακό στην Τζίνα». Μισόκλεισε τα μάτια της, χαλάρωσε και τον άφησε να φέρει το χέρι της στο μπράτσο του. «Πολύ καλύτερα», μουρμούρισε. Η ικανοποίηση στο βλέμμα του την έκανε να θέλει από τη μια να βάλει τα γέλια και από την άλλη να τον χτυπήσει. Την περασμένη βδομάδα, είχε γελάσει μαζί του περισσότερο απ’ όσο θυμόταν να έχει γελάσει σε ολόκληρο τον γάμο της. «Θέλω να σε δω απόψε», της είπε.


«Δεν συνόδευσες πουθενά την Τζίνα χτες», του θύμισε. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα να αφήσουμε στην άκρη αυτόν τον μικρό κανόνα. Εξάλλου, αν έχω δίκιο για το ενδιαφέρον του Σομερντέιλ, δεν θα έχω πολλές ακόμα νύχτες μαζί σου». Κι εκείνη δεν θα είχε πολλές ακόμα νύχτες μαζί του. Δεν ήθελε να συνηθίσει να μοιράζεται μαζί του κάθε νύχτα, γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσει όλες εκείνες τις νύχτες που την περίμεναν χωρίς αυτόν. «Έχω σχέδια για απόψε». «Όπως;» Ο τόνος ήταν κοφτός, απότομος. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι μπορεί να ζήλευε. «Ξεκίνησα ένα καινούριο βιβλίο το απόγευμα. Θέλω να το τελειώσω». «Μπορείς να το τελειώσεις στο σπίτι μου». Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν νομίζω πως είναι καλή ιδέα να περνάμε κάθε βράδυ μαζί». «Δεν θα είναι κάθε βράδυ. Ο αριθμός είναι συγκεκριμένος και ο Σομερντέιλ μπορεί να τον κάνει ακόμα μικρότερο». Δεν μπήκε στον κόπο να κρύψει τη δυσαρέσκειά του. «Απόψε είναι η πρώτη μέρα που την επισκέφθηκε. Δεν πρόκειται να τη ζητήσει αμέσως. Σε παρακαλώ, ας μη μαλώνουμε για αυτό». Έκανε ένα απαλό νεύμα κι εκείνη το εξέλαβε ως συμφωνία. Αν δεν νοιαζόταν τόσο πολύ γι’ αυτόν, θα πήγαινε κοντά του κι απόψε. Το πρόβλημα ήταν πως είχε αρχίσει να εμπλέκεται η καρδιά της πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. «Φαίνεται καταγοητευμένος», είπε ο Ρέξτον. «Ναι, έτσι δεν είναι; Εκείνη, όμως, όχι». «Δεν έχει πάρει τα μάτια της από πάνω του». «Το ξέρω, αλλά…» Δεν μπορούσε να εντοπίσει τι ακριβώς την ενοχλούσε κι έτσι δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Συνέχισε να το κάνεις αυτό και θα σε τραβήξω πίσω από εκείνο το δέντρο για να σε φιλήσω». Τον κοίταξε. Της φάνηκε ότι μιλούσε σοβαρά. «Ποιο αυτό;» «Να δαγκώνεις το υπέροχο χείλος σου. Αν είναι να το δαγκώσει κάποιος, τότε αυτός είμαι εγώ». Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Τι είναι αυτά που λες;» Την έκανε να νιώθει τόσο δυνατή. «Αυτά που κάνω είναι πολύ καλύτερα από αυτά που λέω. Και να ’ξερες πόσα θα ήθελα να κάνω μαζί σου αυτή τη στιγμή». Μπορούσε να δει στα μάτια του πολλά από αυτά που εννοούσε. Πονηρά, απίστευτα πράγματα. «Συγκρατήσου». «Μου αρέσει όταν κοκκινίζεις». Φαντάστηκε ότι είχε κοκκινίσει ακόμα περισσότερο. Εκείνη η μέρα ξαφνικά της φαινόταν αφόρητα ζεστή. «Έλα απόψε και θα σε κάνω να κοκκινίσεις παντού». Θα το έκανε. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Έπρεπε να αλλάξει θέμα. «Πες μου ό,τι ξέρεις για τον Σομερντέιλ. Είναι ικανός να αγαπήσει πραγματικά;» «Όταν μιλάμε για την αδελφή σου, νομίζω πως όλοι οι άντρες είναι ικανοί». Δεν μπορούσε να διαφωνήσει σε αυτό. Η Τζίνα ήταν αξιαγάπητη. Η Τίλι θεωρούσε κάποτε πως ήταν και η ίδια αξιαγάπητη, αλλά τώρα ήταν απότομη και ψυχρή, φοβόταν να εμπιστευτεί σε κάποιο άντρα την καρδιά της. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν μπορούσε να πηγαίνει κοντά του


κάθε βράδυ. Έπρεπε να προστατεύσει την καρδιά της. Πώς τα κατάφερναν οι άλλες ερωμένες; αναρωτήθηκε. Τουλάχιστον στη σχέση της με τον Ρέξτον είχε ακόμα κάποια δύναμη. Δεν ήξερε, όμως, αν αυτό θα διευκόλυνε τα πράγματα όταν τελείωνε ο χρόνος τους.

∞ Ο Ρέξτον ήταν ένα εγωιστικό κάθαρμα. Δεν ήθελε να τη δει να γυρίζει στη Νέα Υόρκη, δεν ήθελε να τελειώσει η σεζόν και δεν ήθελε να τελειώσει η σχέση του μαζί της. Ήθελε το γέλιο της, το χαμόγελό της, τη συντροφιά της. Ήθελε να τους βλέπουν να περπατούν μαζί και να ξέρουν ότι τον ενδιαφέρει εκείνη κι όχι η αδελφή της. Δεν τον ένοιαζε πια που την είχαν δει να φιλά έναν υπηρέτη, που ήταν χωρισμένη, που δεν ήταν κατάλληλη για έναν άντρα που μια μέρα θα γινόταν δούκας. «Σου άρεσε το καρουσέλ;» τη ρώτησε, ξέροντας ότι έπρεπε να προσέχει περισσότερο το ζευγάρι μπροστά τους, φροντίζοντας να μην κάνει κάτι ο Σομερντέιλ που θα εξέθετε την Τζίνα, κάτι που θα μπορούσε να καταλήξει σε έναν βιαστικό γάμο ο οποίος θα έφερνε πιο κοντά το τέλος της σχέσης τους. Η Τίλι χαμογέλασε, με εκείνο το απαλό σήκωμα των χειλιών της που του έδινε μια πρωτόγνωρη χαρά και ικανοποίηση. «Το ξέρεις πως μου άρεσε. Ήταν υπέροχα». «Τότε κέρδισα το στοίχημα και μου χρωστάς άλλη μια νύχτα». Τα χείλη της σχημάτισαν μια γραμμή, αλλά δεν πίστεψε ότι είχε ενοχληθεί, γιατί τα μάτια της εξακολουθούσαν να λάμπουν από ικανοποίηση. «Και θέλεις να είναι η αποψινή;» «Θα ήθελα να γίνει αμέσως τώρα, ξεκινώντας με ένα παθιασμένο φιλί, αλλά νομίζω ότι μάλλον θα εκνευριζόσουν». Το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη της, το γέλιο της αντήχησε γύρω του. «Είσαι αδιόρθωτος». «Μόνο σε ό,τι σε αφορά». Σταμάτησε κι άφησε να μεγαλώσει η απόστασή τους από το προπορευόμενο ζευγάρι. «Αντί να έρθεις απόψε, σε θέλω αύριο». Το χαμόγελο σβήστηκε μεμιάς. «Αύριο;» «Το πρωί. Θέλω να σε πάω κάπου. Να είμαστε οι δυο μας». Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν γίνεται να μας δουν χωρίς την Τζίνα». «Δεν θα μας δει κανείς σημαντικός». Φάνηκε σαστισμένη. Τράβηξε το χέρι τους για να μην αγγίζονται πια. Δεν του άρεσε αυτός ο αποχωρισμός. Ίσως να είχε δίκιο, ίσως λίγος χρόνος χωριστά να τους έκανε καλό, αλλά ήξερε πως πλησίαζε η ώρα που θα την αποχωριζόταν για πάντα. Το φλερτ του Σομερντέιλ στην Τζίνα μπορεί να επίσπευδε την αναχώρησή της. «Δεν νομίζω πως είναι συνετό να κάνουμε πράγματα πέρα απ’ όσα έχουμε συμφωνήσει». «Θα σου αρέσει». Κούνησε το κεφάλι της. «Το λες με τέτοια βεβαιότητα, σαν να με ξέρεις».


«Είχα δίκιο για το καρουσέλ, έτσι δεν είναι;» Μειδίασε ελαφρά κι εκείνος ήξερε πως ήταν δική του. Μόνο που κούνησε το κεφάλι της. «Όχι, σε παρακαλώ. Μη μου το ξαναζητήσεις». Αναστατώθηκε. Φοβόταν κάτι ή τουλάχιστον δίσταζε. Αναρωτήθηκε αν είχε κάποια σχέση με τον Ντάουνι, με τον τρόπο που την είχε απογοητεύσει. Μπορεί να τη ρωτούσε, αν δεν έβλεπε τον Σομερντέιλ και την Τζίνα να έρχονται προς το μέρος τους. Χαμογελούσαν, έμοιαζαν να νιώθουν πολύ άνετα μεταξύ τους. Περπατούσαν πλάι πλάι, αλλά όχι σκανδαλωδώς κοντά. Η Τζίνα έμοιαζε ενθουσιασμένη από όσα της είχε πει. Παρότι χαιρόταν να τη βλέπει να απολαμβάνει αυτή την προσοχή, ο Ρέξτον δεν μπορούσε παρά να αναρωτηθεί αν η ανάγκη τους γι’ αυτόν έφτανε στο τέλος της πολύ πριν το θελήσει ο ίδιος. Έπρεπε να έχει επιμείνει να συναντιούνται όσο θα έμενε η Τίλι στη χώρα – και να την έβλεπε ξανά όποτε ερχόταν για επίσκεψη. Πήγαν με την άμαξά του στο σπίτι και ο Σομερντέιλ έφυγε. Η Τζίνα χαμογέλασε στον Ρέξτον. «Θα πιείτε μαζί μας ένα τσάι, λόρδε;» «Όχι, αλλά θα σας συνοδεύσω ως την πόρτα». «Μου αρέσει ο λόρδος Σομερντέιλ», δήλωσε η Τζίνα. «Χαίρομαι που το ακούω», είπε ο Ρέξτον κι ας ήταν ψέμα. Ήθελε να δει το κορίτσι ευτυχισμένο, αλλά όχι αμέσως, αν αυτό σήμαινε πως θα μειωνόταν τόσο ο χρόνος του με την Τζίνα. «Το να έχεις μεγάλη περιουσία είναι δίκοπο μαχαίρι», σχολίασε η Τζίνα. «Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να ξέρει μια κυρία αν ένας άντρας την αγαπά πραγματικά και δεν ενδιαφέρεται μονάχα για τα χρήματά της». Παραλίγο να αναφέρει ότι η πρώην δεσποινίδα Μινέρβα Ντότζερ, νυν δούκισσα του Άσμπερι, είχε εκδώσει βιβλία για να βοηθά τις κυρίες να εντοπίζουν τους προικοθήρες, αλλά θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα. Εξάλλου, δεν είχε καμία αμφιβολία ότι η Τίλι μπορούσε να ξεχωρίσει έναν απατεώνα από χιλιόμετρα. Σίγουρα θα τον έδιωχνε αμέσως μόλις άρχιζε να φλερτάρει την Τζίνα. «Ένας άντρας θα ήταν ανόητος να μη σε θέλει περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε τα χρήματά σου». Του χαμογέλασε πλατιά. «Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας αυτό που λέτε, αλλά το ίδιο θα έλεγα για την Τίλι και κοιτάξτε πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα». «Το παρελθόν μου μπορεί να αποτελέσει μια προειδοποίηση», είπε η Τίλι. «Θα χρησιμοποιήσω την εμπειρία μου για να παρατηρήσω τον λόρδο Σομερντέιλ και όποιον άλλο μπορεί να σε επισκεφθεί. Δεν υπάρχει λόγος να αρκεστείς στον πρώτο κύριο που θα σε ζητήσει». «Μου αρέσει αρκετά». «Το αρκετά δεν είναι απαραίτητα αρκετό». Την ώρα που άπλωσε το χέρι για να ανοίξει την πόρτα, είπε: «Τζίνα, ήλπιζα να βγω με την αδελφή σου αύριο το πρωί, αλλά αρνήθηκε την πρότασή μου. Ελπίζω ότι εσύ μπορείς να της αλλάξεις γνώμη». Τα μάτια της Τζίνα γούρλωσαν από ευχαρίστηση. «Εννοείτε οι δυο σας;» «Ακριβώς».


«Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο αρνήθηκα», απάντησε η Τίλι κοφτά. «Πρέπει να βγαίνετε εσείς οι δύο και να σας βλέπουν». «Μια μέρα δεν βλάπτει», είπε η Τζίνα. Άπλωσε το χέρι κι άγγιξε το μπράτσο του. «Μην ανησυχείτε, λόρδε. Θα φροντίσω να είναι έτοιμη και ενθουσιασμένη όταν έρθετε να την πάρετε το πρωί». Έπιασε το χέρι της, την κοίταξε και της φίλησε το χέρι. «Ήμουν σίγουρος ότι θα μπορούσα να βασιστώ πάνω σου. Θα είμαι εδώ το χάραμα». «Το χάραμα;» απόρησε η Τίλι. «Θα είναι μια γεμάτη μέρα». «Θα είναι μια μέρα που θα περάσεις μόνος», πέταξε και μπήκε στο σπίτι. Η Τζίνα δάγκωσε τα χείλη της και ρώτησε: «Σας αρέσει, έτσι δεν είναι;». «Πολύ», παραδέχτηκε, όχι μόνο στην Τζίνα, αλλά και στον εαυτό του. «Μπορεί να είναι λίγο γκρινιάρα τώρα, αλλά θα έρθει μαζί σας. Σας το υπόσχομαι». Της έκλεισε το μάτι κι έσκυψε προς το μέρος της. «Φρόντισε να φορέσει κάτι απλό, γιατί θα ταξιδέψουμε». Την ώρα που έμπαινε στην άμαξα, ήταν σίγουρος ότι η Τίλι θα μάλωνε την αδελφή της που τον βοηθούσε. Ήταν, όμως, διατεθειμένος να κάνει ό,τι χρειαζόταν για να περάσει όσο περισσότερο χρόνο μαζί της μπορούσε.

∞ Ήταν πολύ νωρίς για ουίσκι, αλλά η Τίλι στάθηκε στο παράθυρο και κοίταζε τον Ρέξτον και την Τζίνα –την αδελφή της, που την πρόδωσε– να συζητούν. Ήταν σίγουρη πως, αν περνούσε πολλή ώρα μόνη μαζί του, η καρδιά της θα ράγιζε. Της άρεσε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, περισσότερο απ’ όσο ήταν συνετό, κι αυτό ήταν επικίνδυνο. Και την έκανε πολύ πιο ευάλωτη. Όταν είδε τον Ρέξτον να απομακρύνεται και την Τζίνα να προχωρά προς την πόρτα, η Τίλι έφυγε από το παράθυρο και κάθισε σε μια πολυθρόνα, πασχίζοντας να φανεί ήρεμη, ενώ ήταν ακριβώς το αντίθετο. «Γιατί δεν θέλεις να περάσεις τη μέρα μαζί του;» ρώτησε η Τζίνα χωρίς περιστροφές, μόλις μπήκε στο δωμάτιο. Η Τίλι ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι της και έπειτα δήλωσε: «Δεν θα κάνει καλό σε κανέναν από τους δυο μας». Η Τζίνα κάθισε στην πολυθρόνα απέναντί της. «Θέλει να σε φλερτάρει, Τίλι». Η καρδιά της Τίλι ταράχτηκε. «Σου το είπε αυτό; Χρησιμοποίησε ακριβώς αυτές τις λέξεις;» Η Τζίνα απέφυγε να την κοιτάξει. «Όχι, αλλά γιατί να θέλει να μείνει μόνος μαζί σου;» Για ακόμα μια παθιασμένη συνάντηση πάνω στα σεντόνια. Δεν έπρεπε να την πειράζει, αλλά φοβόταν πως όντως ήθελε κάτι περισσότερο, κάτι που δεν θα μπορούσε να συμβεί ποτέ. «Δεν ξέρω», απάντησε ειλικρινά. Η Τζίνα κοίταξε πάλι την Τίλι. «Δεν έχεις περιέργεια;»


Κι αν ήταν κάτι σαν το καρουσέλ, κάτι για να αγγίξει την καρδιά της; Θα έφευγε από την Αγγλία μόλις παντρευόταν η Τζίνα και δεν είχε καμία πρόθεση να αφήσει πίσω την καρδιά της. Φοβόταν ότι με τον Ρέξτον κινδύνευε να κάνει κάτι τέτοιο. Η Τζίνα κάθισε στην άκρη της πολυθρόνας της. «Νομίζω ότι πρέπει να το κάνεις, Τίλι. Αν όχι για άλλο λόγο, τουλάχιστον για να μάθεις τι θέλει». Φοβόταν. Είχε ξαναπαρασυρθεί και είχε προσγειωθεί πολύ απότομα. Θα ήταν πολύ χειρότερα με τον Ρέξτον. Πάρα πολύ χειρότερα. Από την άλλη, της είχε χαρίσει ήδη τόσες όμορφες αναμνήσεις, που είχε αρχίσει να ξεχνά τις φριχτές στιγμές του παρελθόντος. «Αν δεν είσαι περίεργη εσύ», είπε η Τζίνα, «εγώ είμαι. Θα πεθάνω αν δεν πας για να μου πεις τι ακριβώς έχει σχεδιάσει, και μάλιστα τόσο πρωί. Αν δεν πας, θα πάω εγώ. Θέλω να μάθω τι πονηρά σχέδια έχει κάνει». «Δεν νομίζω πως είναι πονηρά». «Τότε ποια είναι η δικαιολογία σου να μην πας;» Δεν μπορούσε να παραδεχτεί τους φόβους της, τις αμφιβολίες της – όχι στη μικρή της αδελφή. Τις χώριζαν έξι χρόνια. Έπρεπε να είναι ωριμότερη και πιο σοφή. «Υποθέτω πως δεν είναι κακό». «Υπέροχα». Ακόμα κι έτσι, είχε στον νου της να πει κάποια πράγματα στον Ρέξτον για το ότι είχε εμπλέξει τη μικρή της αδελφή. Έμοιαζε να μην έχει φραγμούς, έκανε ό,τι χρειαζόταν για να κερδίσει αυτό που ήθελε. Ενώ ήξερε ότι έπρεπε να αισθάνεται ενοχλημένη, δεν μπορούσε να μη νιώσει και λίγη χαρά, ξέροντας πως ένα από τα πράγματα που λαχταρούσε ήταν να περνά χρόνο μαζί της και ήταν διατεθειμένος να κάνει ό,τι χρειαστεί για να το πετύχει. Δεν μπορούσε να νιώσει μεγαλύτερο ενθουσιασμό βλέποντας την Τζίνα στα σκαλιά με ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό της και πίσω της την Τίλι. Πήδηξε από την άμαξα πριν καλά καλά σταματήσει, χωρίς να μπει στον κόπο να περιμένει έναν υπηρέτη να του ανοίξει την πόρτα. Ο ουρανός είχε αρχίσει να φωτίζεται, αλλά ήταν ακόμα αρκετά σκοτεινός και δεν ήταν σίγουρος αν θα τον αναγνώριζαν. «Δυσκολεύτηκα λίγο να την πείσω», είπε χαρούμενα η Τζίνα, «αλλά τα κατάφερα». «Σου χρωστάω έναν χορό», της είπε. Γέλασε. «Αυτό θα το κάνετε έτσι κι αλλιώς». Άπλωσε το χέρι του στην Τίλι κι έκλεισε γύρω του τα δάχτυλά τους όταν ακούμπησε πάνω του την παλάμη της. «Έχουμε να κάνουμε μια συζήτηση εμείς οι δύο. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείς την αδελφή μου», του είπε κοφτά. Όσο κι αν τον μάλωνε, άξιζε τον κόπο. Την είχε δική του για μια ολόκληρη μέρα. «Θα τη φέρω πίσω πριν πέσει η νύχτα», υποσχέθηκε στην Τζίνα. «Με την ησυχία σας. Εγώ θα βγω προς αναζήτηση νέου φορέματος», είπε και γύρισε στο σπίτι. Αφού βοήθησε την Τίλι να ανέβει στην άμαξα, κάθισε στο πλάι της. «Σοβαρά, Ρεξ, δεν θέλω να μάθει για τη σχέση μας». Καταλάβαινε τους δισταγμούς της. Οι άνθρωποι δεν συνήθιζαν να περηφανεύονται για τις μυστικές τους συναντήσεις. «Δεν είναι αφελής, Τίλι. Ήξερε από την αρχή ότι ενδιαφέρομαι για εσένα. Μια πρωινή έξοδος


δεν έχει τίποτα κακό. Μια γυναίκα που κάποτε ήταν παντρεμένη δεν χρειάζεται πια κηδεμόνα. Δεν θα σκεφτεί τίποτα παραπάνω από ότι θέλω λίγο χρόνο μαζί σου». Έσκυψε, φίλησε το μέτωπό της και χαμήλωσε τη φωνή του. «Πράγμα που είναι αλήθεια. Μάλλον το θέλεις κι εσύ, αλλιώς δεν θα είχες συμφωνήσει. Αμφιβάλλω αν μπορεί κανείς να σε πείσει να κάνεις κάτι που δεν θέλεις». «Μερικές φορές σε βρίσκω ανυπόφορο». Μπορεί να είχε πληγωθεί, αν δεν το έλεγε χαμογελώντας. Λίγα πράγματα του άρεσαν περισσότερο από το να τη βλέπει να ρίχνει της άμυνές της αρκετά για να τον πειράξει. Πέρασε το χέρι του γύρω της κι εκείνη κούρνιασε στο πλευρό του, στρέφοντας ελαφρά το κεφάλι για να το ακουμπήσει στην καμπύλη του ώμου του. «Θα είμαστε στον δρόμο για δύο ώρες τουλάχιστον. Προσπάθησε να κοιμηθείς». Κουλουριάστηκε πάνω του, πολύ εύκολα και πολύ άνετα χωρίς να την αποθαρρύνουν τα αθέμιτα μέσα που είχε χρησιμοποιήσει για να την κάνει να τον ακολουθήσει. «Πού πηγαίνουμε;» τον ρώτησε. «Έκπληξη». «Άλλο ένα καρουσέλ ή κάτι εξίσου εντυπωσιακό». «Αν με ξέρεις έστω και λίγο, δεν νομίζω ότι θα είναι έκπληξη, αλλά νομίζω πως θα περάσεις υπέροχα». «Με πόσες γυναίκες τα έχεις μοιραστεί όλα αυτά;» Υποψιάστηκε πως η σχέση της με τον Ντάουνι την είχε κάνει να πιστέψει ότι δεν μπορούσε κανείς να μοιραστεί κάτι ξεχωριστό μαζί της, ότι θα ήταν ο αποδέκτης όσων έδινε και σε άλλους – παρά το γεγονός ότι είχε μοιραστεί ήδη μαζί της πολύ περισσότερα απ’ όσα είχε μοιραστεί με οποιονδήποτε άλλο. «Όπως συνέβη και με το καρουσέλ και με το σπίτι μου, θα μοιραστείς κάτι μαζί μου σήμερα που δεν έχω μοιραστεί ποτέ με άλλη γυναίκα». Όπως την κρατούσε κοντά του, αντιλήφθηκε ότι είχε μείνει ακίνητη, σιωπηλή. Αναρωτήθηκε αν είχε ιδέα πόσο του άρεσε, πόσο ήθελε να ζήσει μαζί της εμπειρίες που δεν είχε ζήσει με καμία άλλη. Αμφέβαλε γιατί ακόμα και ο ίδιος δυσκολευόταν να αποδεχτεί πόσα πολλά είχε αρχίσει να σημαίνει γι’ αυτόν μέσα σε τόσο μικρό διάστημα. Όταν την είχε πρωτοδεί, είχε προσέξει την εξωτερική της εμφάνιση, τον είχε γοητεύσει, αλλά ήξερε ότι έκρυβε μέσα της ένα ατσάλι, μια δύναμη που τον γοήτευε ακόμα περισσότερο. Ήταν γεμάτη περηφάνια, κουράγιο και αποφασιστικότητα. Ήταν πρόθυμη να κάνει οτιδήποτε για να κερδίσει αυτό που ήθελε – όχι, αυτό που χρειαζόταν. Ήθελε το διαζύγιο για να επιβιώσει, για να αποφύγει να ζήσει μέσα στην απελπισία. Είχε κάνει πράγματα που οι περισσότεροι θα έβρισκαν πολύ δραστικά για να τα καταφέρει. Τώρα ήθελε να παντρευτεί η αδελφή της και, πάλι, είχε ακολουθήσει ασυνήθιστες μεθόδους. Είχε γίνει η προσωρινή του ερωμένη. Το προσωρινή, ωστόσο, δεν του έκανε πια. Είχε έρθει η σειρά του να πάρει δραστικά μέτρα για να φροντίσει ώστε το «προσωρινή» να μην είναι πια αρκετό ούτε για εκείνη.


Κεφάλαιο 18 Δεν ήθελε να αποκοιμηθεί, αλλά δεν είχε κοιμηθεί καλά το προηγούμενο βράδυ, οπότε υποδέχτηκε με χαρά το χέρι του γύρω από το σώμα της και την άνεση των ώμων του. Δεν της άρεσε που ανυπομονούσε τόσο για τη συντροφιά του. Η συμφωνία τους αφορούσε μονάχα νυχτερινές ώρες. Ήταν επικίνδυνο να τη διευρύνουν και στα πρωινά. Μπορεί να την έκανε να θέλει περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να έχουν μαζί. Θα του έκανε τη χάρη σήμερα –και στην αδελφή της– και έπειτα θα ξεκαθάριζε ότι έπρεπε να επιστρέψουν στους αρχικούς τους όρους. Δεν ήθελε να τη φλερτάρει. Της ήταν πολύ βαρύ. Αν ήταν μια ντεμπιτάντ, στην πρώτη της σεζόν, θα δεχόταν ό,τι είχε να της προσφέρει. Δεν ήταν, όμως. Ήταν μεταχειρισμένη. Ένας άντρας με τη δική του θέση, έπρεπε να σκεφτεί την κοινωνία, την κληρονομιά του, τον σεβασμό των γύρω του. Μπορεί να ήταν ξένη, αλλά είχε μάθει πολύ καλά ότι ο γάμος με έναν αριστοκράτη συνεπαγόταν κάποιες πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις. Εξοντωτικές, γιατί τα μέλη της ήταν πάντα εκτεθειμένα και οι πράξεις τους περνούσαν από το μικροσκόπιο. Η Τζίνα το ήθελε. Η Τίλι όχι. Ο Ρεξ έβαλε το χέρι του στον ώμο της και τη σκούντησε απαλά. «Γλυκιά μου, ώρα να ξυπνήσεις. Σχεδόν φτάσαμε». Της άρεσε η τρυφερότητά του, η ευγένειά του, η ζεστασιά του. Άνοιξε αργά τα μάτια της κι απομακρύνθηκε από κοντά του. Τεντώθηκε όσο μπορούσε στα στενά όρια της άμαξας. «Πού είμαστε;» «Στο πάρκο Κίνγκσμπρουκ». «Με έφερες σε ένα πάρκο;» ρώτησε, σκύβοντας στο παράθυρο. Είδε λιβάδια, δέντρα, πράσινο. «Όχι ακριβώς», απάντησε. «Το κτήμα είναι δικό μου». Τον κοίταξε. «Δικό σου;» «Δεν το έχω κληρονομήσει. Έχω δικό μου εισόδημα από τις επενδύσεις μου. Το αγόρασα πριν από κάποια χρόνια». Έστρεψε πάλι την προσοχή της στο παράθυρο και είδε την έπαυλη. Ήταν πολύ απλή. Ορθογώνια, φτιαγμένη από τούβλα, τριώροφη. Έπειτα είδε τους τεράστιους στάβλους και τους περιφραγμένους χώρους για τα άλογα. Ένιωσε να πλημμυρίζει από ενθουσιασμό και δεν μπορούσε να το κρύψει. Όχι ότι χρειαζόταν να το κάνει. Ήθελε να ξέρει πόσο σημαντική έβρισκε αυτή τη στιγμή. «Εδώ έχεις τα άλογά σου».

∞ Ο Ρέξτον βοήθησε την Τίλι να βγει από την άμαξα κι ένιωσε σαν ένα μικρό αγόρι που μοιραζόταν μια ανακάλυψή του. Το χαμόγελό της ήταν τόσο φωτεινό, πιο πλατύ από ποτέ, και τα μάτια της έλαμπαν από ενθουσιασμό. Σχεδόν χοροπηδούσε από ανυπομονησία καθώς την οδηγούσε προς τους στάβλους, όπου ένα μεγάλο άλογο μασουλούσε μερικά χόρτα. Ήξερε πως


αυτή η βόλτα θα της άρεσε. Μπορούσε να σκεφτεί τόσα πράγματα που θα ήθελε μαζί της, πράγματα που μπορεί να δίσταζε να του δώσει. Έκανε ένα νεύμα στον εκπαιδευτή και σε κάποια αγόρια που δούλευαν στους στάβλους. Όταν έφτασαν με την Τίλι εκεί κοντά, ο Ρέξτον σφύριξε και το άλογο ήρθε προς το μέρος τους και έσπευσε να φάει το καρότο που είχε μόλις βγάλει από την τσέπη του. Χάιδεψε τρυφερά τη φοράδα του. «Λαίδη Λαντσντάουν, από δω η Ξανθή Κυρία». «Γεια σου, όμορφη», της είπε τρυφερά, τρίβοντας το χέρι της κάτω από τη χαίτη του αλόγου. «Την έχω δει να τρέχει. Από κοντά, όμως, είναι πανέμορφη». «Θέλεις να την ιππεύσεις;» Η Τίλι γούρλωσε τα μάτια κι έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Ο Ρέξτον ήξερε πως αυτό ήταν ένα θέαμα που δεν θα ξεχνούσε ποτέ. «Μιλάς σοβαρά;» τον ρώτησε ξέπνοα. «Μήπως κοιμάμαι ακόμα, μήπως ονειρεύομαι;» «Γιατί λες να ζήτησα να φορέσεις κάτι απλό;» «Θα έπρεπε να μου πεις να βάλω στολή ιππασίας». «Φοβάμαι ότι αυτό θα χαλούσε την έκπληξη». Έσκυψε και ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. «Μου αρέσει τόσο πολύ όταν εκπλήσσεσαι». Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της, αλλά κατάφερε να τα συγκρατήσει. «Είσαι επικίνδυνος». Δεν πειράχτηκε γιατί υποψιαζόταν πως μόλις του είχε κάνει κομπλιμέντο. Τουλάχιστον έτσι ήλπιζε. «Όχι τόσο, ώστε να μη δεχτείς την προσφορά μου να κάνεις μια βόλτα με την καλύτερη φοράδα μου». Γέλασε και κούνησε το κεφάλι. «Όχι, αυτό δεν ήταν επικίνδυνο». Ζήτησε από τον ιπποκόμο του να ετοιμάσει την Ξανθή Κυρία και το Άτακτο Αγόρι, το αγαπημένο του άλογο. Η Τίλι γέλασε όταν άκουσε τα ονόματα. Δεν είχε χρησιμοποιήσει ακόμα αυτό το άλογο σε κάποιο αγώνα και έτσι ήταν άγνωστο. Μια και τον επισκεπτόταν κατά καιρούς η Γκρέις, είχαν μια γυναικεία σέλα, αν και ο Ρέξτον δεν θα είχε πρόβλημα να καθίσει κανονικά η Τίλι. Δεν πίστευε ότι μπορούσε να κάνει κάτι που θα τον πρόσβαλλε. Σύντομα έκαναν ιππασία στον λόφο. Την άφησε να προπορευτεί και απολάμβανε τις χαριτωμένες της κινήσεις. Η αγάπη της για τα άλογα ταίριαζε με τη δική του. Έκανε μια τρελή σκέψη ότι θα μπορούσε να περάσει μια αιωνιότητα τρέχοντας μαζί της, απολαμβάνοντας την κίνηση του αλόγου κάτω από τα πόδια του. Όταν η Τίλι σταμάτησε το άλογό της σε ένα ύψωμα, ήταν λαχανιασμένη κι έλαμπε από χαρά κι εκείνος ήθελε να κάνει ό,τι μπορούσε για συνεχίσει να τη βλέπει τόσο χαρούμενη, τόσο ευτυχισμένη. «Τρέχει υπέροχα», είπε η Τίλι, χαϊδεύοντας το άλογο. «Θα αποκτήσεις έναν σίγουρο νικητή με αυτήν και το Μαύρο Διαμάντι». «Αυτό ελπίζω». Ξεκαβάλησε, πήγε προς το μέρος της και την κατέβασε στο έδαφος. Θα έπρεπε να είχε συνηθίσει πια τη χαρά που ένιωθε όταν την άγγιζε, όταν χάιδευε την πλάτη της, όταν έπαιρνε τους ώμους της στα χέρια του. Η Τίλι απομακρύνθηκε κι εκείνος έδεσε τα άλογα σε έναν θάμνο. Πήγε κοντά της, έβαλε τα χέρια του στη μέση της και την τράβηξε πάνω του. Του έπιασε τα χέρια. «Είναι υπέροχα εδώ». Φίλησε την άκρη του λαιμού της.


«Θα αφήσουμε τα άλογα να ξεκουραστούν για λίγο και μετά θα πάμε στο σπίτι για φαγητό». «Έρχεσαι συχνά εδώ;» «Μια φορά τον μήνα περίπου. Μου αρέσει να περνώ χρόνο με τα άλογα». «Σκέφτομαι να πάρω μια φάρμα με άλογα όταν γυρίσω στη Νέα Υόρκη. Ίσως σου ζητήσω συμβουλές». Δεν ήθελε να σκέφτεται την επιστροφή της στη Νέα Υόρκη. Απομακρύνθηκε από κοντά της, έβγαλε το σακάκι του, το άπλωσε στο χώμα και τη βοήθησε να καθίσει. Βολεύτηκε δίπλα της. «Είναι ιδανικό μέρος για πικνίκ», σχολίασε. «Ίσως το κάνουμε την επόμενη φορά». Δεν ήξερε για ποιο λόγο το είπε, γιατί είχε ανάγκη να πιστέψει ότι θα υπήρχε επόμενη φορά, γιατί ήταν ευγνώμων που δεν του είχε επισημάνει ότι δεν θα υπήρχε, ότι θα ήταν η μοναδική φορά που θα κοσμούσε το μικρό του κτήμα με την παρουσία της. Έπιασε το πρόσωπό της και το γύρισε προς το μέρος του. «Για την ώρα, υπάρχει κάτι πολύ πιο νόστιμο από ό,τι θα μπορούσε να ετοιμάσει ο μάγειράς μου και θέλω να το δαγκώσω». Η Τίλι υποδέχτηκε με χαρά το στόμα του στο δικό της, τη γλώσσα του που χάιδευε κτητικά τη δική της. Την τρόμαζε λίγο – πόσο εύκολα μπορούσε να περνά τις μέρες της μαζί του, με περιπάτους, με ιππασία, με γέλια. Η τιμή αυτή, όμως, σύντομα θα ανήκε σε μια άλλη κυρία, κάποια με άσπιλο παρελθόν. Αναρωτήθηκε αν θα επέτρεπε στη σύζυγό του να ιππεύσει την Ξανθή Κυρία ή αν η ανάμνηση της Τίλι πάνω στη φοράδα του θα τον εμπόδιζε να το επαναλάβει με κάποια άλλη. Ευχήθηκε εγωιστικά να συνέβαινε το δεύτερο. Όταν τελείωνε ο χρόνος τους, ήθελε κάποιες πτυχές της ιστορίας τους να είναι μοναδικές, για να μην την ξεχάσει ποτέ. Ήθελε να κοιτάζει τη φοράδα του και να θυμάται εκείνη τη μέρα. Παράξενο, μια και είχε προσπαθήσει πολύ να μην περάσει τη μέρα μαζί του. Απαλά, χωρίς το στόμα του να ξεκολλήσει από το δικό της, την ξάπλωσε στο έδαφος. Το δροσερό χορτάρι γαργάλησε το μάγουλό της. Η μυρωδιά των αγριολούλουδων μύρισε ακόμα πιο έντονα, αλλά όχι αρκετά ώστε να σκεπάσει το αρρενωπό του άρωμα. Είχε ποτίσει με κάποιο τρόπο το ίδιο της το είναι. Όποια κολόνια κι αν φορούσαν οι άλλοι άντρες που θα συναντούσαν στη ζωή της, δεν θα μύριζαν ποτέ όσο όμορφα μύριζε εκείνος. Πέρασε το χέρι του από τον θώρακά της, από τους γοφούς της και έπειτα το έβαλε ανάμεσα στα πόδια της, λυγίζοντας το ένα της γόνατο. Το χέρι του γλίστρησε ακόμα πιο κάτω και έκανε έναν κύκλο γύρω από τον αστράγαλό της, πάνω από το δέρμα του παπουτσιού της, την πίεσε ελαφρά, κι έπειτα πέρασε εκείνα τα υπέροχα δάχτυλά του πάνω από τη γάμπα της. Πάνω από το γόνατο, από τον μηρό, κι ύστερα ανασήκωσε το φόρεμά της. Το δροσερό αεράκι χάιδεψε το δέρμα της, κάνοντάς τη να ανατριχιάσει παντού, ακόμα και σε μέρη που δεν την άγγιζε ο αέρας. Διέκοψε το φιλί τους, σήκωσε το κεφάλι, την κοίταξε στα μάτια τόσο αισθησιακά, που της ήταν αδύνατον να τραβήξει από πάνω του το βλέμμα της, την ώρα που το χέρι του παραμέριζε το εσώρουχό της για να κατακτήσει την καυτή της σάρκα με απαλά αλλά σίγουρα χάδια. Ήθελε να παραδοθεί στην απόλαυση, εδώ, πάνω στο χορτάρι. Δεν ήξερε αν μπορούσε να το κάνει, αλλά, όταν τα μάτια του σκοτείνιασαν από αποφασιστικότητα, τα χείλη του μισάνοιξαν και τα δυο του δάχτυλα μπήκαν μέσα της ενώ ο αντίχειράς του συνέχιζε να τη χαϊδεύει, να την πιέζει, να την προκαλεί, την κυρίευσε το πάθος κι έδιωξε μακριά κάθε ίχνος αυτοκυριαρχίας. «Αυτό είναι, γλυκιά μου», μουρμούρισε. «Φώναξε για εμένα. Δεν θα σε ακούσει κανείς». Θα την άκουγε εκείνος. Ήθελε να την ακούσει. Πώς μπορούσε τόσο εύκολα να την κάνει έτσι ξεδιάντροπη; Σήκωσε το χέρι της, το τύλιξε γύρω από τον λαιμό του, πέρασε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και τον κράτησε εκεί, όπως την κρατούσε κι εκείνος.


Η υπέροχη αυτή αίσθηση άρχισε να την κυριεύει μέχρι που δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί, μέχρι που άρχισε να φωνάζει το όνομά του, με τη φωνή της να ανακατεύεται με τον θόρυβο των πουλιών που πέταξαν μακριά από τα κλαδιά. Το χέρι του σταμάτησε, έφερε αργά τα χείλη του στα δικά της και τα φίλησε απαλά, πριν περάσει στον λαιμό της. «Λατρεύω να βλέπω την ηδονή να σε κυριεύει», της είπε με βραχνή φωνή, σαν να ήταν αυτός που είχε μόλις διαταράξει την ησυχία γύρω τους. «Μου αρέσει να σε βλέπω να με βλέπεις». Δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τόσο εύκολα τη λέξη λατρεία. Είχε κάνει λάθος στο παρελθόν. Αν παραδεχόταν στον εαυτό της ότι τα συναισθήματά της απέναντί του ήταν τόσο δυνατά, θα ένιωθε ευάλωτη. Η συμφωνία τους βασιζόταν στην ανάγκη: εκείνη ήθελε να δει την αδελφή της αποκατεστημένη. Εκείνος να εκπληρώσει τα άγρια ένστικτά του. Σηκώθηκε. Το βλέμμα του στράφηκε στο πρόσωπό της, σαν να προσπαθούσε να μάθει απέξω κάθε σημείο του, κάθε καμπύλη, κάθε γραμμή. Τελικά τα μάτια του κοίταξαν τα δικά της και έμειναν εκεί, ακίνητα. «Θέλω περισσότερα, Τίλι. Θέλω να χορέψω βαλς μαζί σου». Η χαρά που ένιωσε από αυτή την απλή δήλωση ήταν τρομακτική. Δεν έπρεπε να χαίρεται τόσο πολύ, όταν αυτό που ήθελε ήταν αδύνατον. «Μπορούμε να χορέψουμε βαλς εδώ». «Θέλω να χορέψω μαζί σου σε μια αίθουσα χορού». «Αν έρθεις ποτέ στη Νέα Υόρκη…» «Έλα στον επόμενο χορό μαζί με την Τζίνα». Κούνησε το κεφάλι και πάλεψε να μην αποστρέψει το βλέμμα της. «Δεν είμαι καλεσμένη». «Μπορείς να έρθεις σαν δική μου καλεσμένη». «Όχι. Είδες πώς ήταν στο θέατρο, είδες ότι οι άντρες με θεωρούν χαλαρών ηθών και εύκολη – σε έναν χορό θα είναι ακόμα χειρότερα». «Όχι αν είμαι στο πλευρό σου». Υποτιμούσε τη σκληρότητα της υψηλής κοινωνίας. «Δεν θα κάνει καλό στην Τζίνα. Πρέπει να φροντίσω να είναι ευτυχισμένη». «Γιατί; Γιατί πρέπει να αναλάβεις εσύ αυτή την ευθύνη;» «Γιατί είμαι η μεγαλύτερη, γιατί η μητέρα μου την έφερε εδώ, την ανάγκασε να αφήσει πίσω όλους τους φίλους της – λόγω της δικής μου φιλοδοξίας». «Είπες ότι η μητέρα σου ήθελε τον τίτλο». «Ναι». Ανακάθισε, σκέπασε πάλι τα πόδια της με το φόρεμά της, τα μάζεψε και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τα γόνατά της. Έμεινε να κοιτάζει εκείνα τα λιβάδια που έμοιαζαν ανέγγιχτα από το ανθρώπινο χέρι. «Το ίδιο κι εγώ, όμως. Υπήρχε ένα αγόρι που μου άρεσε στη Νέα Υόρκη». Γέλασε πικρά. «Ήταν είκοσι τεσσάρων. Ήθελε να με παντρευτεί, αλλά η μητέρα του δεν του το επέτρεψε. Υπάκουσε στις απαιτήσεις της να σταματήσει να με βλέπει. Η μητέρα του ήξερε ότι δεν μας καλούσαν σε δείπνα και σε χορούς, γιατί είχαμε αποκτήσει πρόσφατα την περιουσία μας, επομένως ήμασταν κατώτεροί τους, μια κι εκείνοι ήταν πλούσιοι από παλιά. Έτσι, η μητέρα μου κατέστρωσε αυτό το σχέδιο για να τους βάλει στη θέση τους, παντρεύοντάς με με κάποιο ευγενή – κι εγώ δεν ήμουν και τόσο αντίθετη στην ιδέα όσο ισχυρίστηκα. Η καημένη η Τζίνα, όμως, ήταν μόλις έντεκα χρονών όταν ήρθαμε εδώ». «Φαίνεται πως έχει προσαρμοστεί μια χαρά». Γύρισε και δεν φάνηκε να ξαφνιάστηκε που τον είδε τόσο κοντά της. Αρκούσε να μετακινηθεί λίγα χιλιοστά και τα χείλη της θα ακουμπούσαν τα δικά του.


«Όχι πριν χύσει ένα σωρό δάκρυα. Έκλαψε πολύ περισσότερο από εμένα. Τελικά ναι, το αποδέχτηκε κι αγάπησε την αριστοκρατία. Της αξίζει να βρει εδώ την ευτυχία που δεν βρήκα ποτέ εγώ. Είμαι αποφασισμένη ότι τουλάχιστον μία από εμάς θα ωφεληθεί από αυτή την αναστάτωση». «Εκείνο το αγόρι στη Νέα Υόρκη…» «Ο Άνσον». «Ο Άνσον», επανέλαβε σαν να είχε μια πικρή γεύση στο στόμα. «Αυτός είναι ο λόγος που θέλεις να γυρίσεις στη Νέα Υόρκη;» «Όχι, για τον Θεό! Είναι παντρεμένος. Έμαθα πως είναι δυστυχισμένος. Δεν μπορώ να νιώσω ικανοποίηση, όμως. Ήμουν ανόητη που πίστευα ότι η λύση είναι η εκδίκηση. Αμφιβάλλω αν τον πείραξε καθόλου όταν παντρεύτηκα». Ο Ρέξτον υποψιάστηκε ότι το κάθαρμα είχε σίγουρα ενοχληθεί. Ήξερε, όμως, ότι δεν θα ήταν ευτυχισμένη μαζί του – όχι μακροπρόθεσμα. Ήταν άλλο να τιμάς τους γονείς σου κι άλλο να τους επιτρέπεις να καθορίζουν τη ζωή σου, ποιον θα αγαπήσεις και ποιον θα παντρευτείς. Δεν μπορούσε να φανταστεί τους γονείς του να θέλουν κάτι άλλο πέρα από την ευτυχία των παιδιών τους. Οι γονείς του, όμως, είχαν αψηφήσει τις συμβάσεις. Οι δούκες δεν παντρεύονταν κοινές θνητές. Δεν μπορούσε, όμως, να φανταστεί την Τίλι να ερωτεύεται έναν άντρα που δεν θα υπερασπιζόταν αυτό που ήθελε. Η σκέψη ότι θα έφευγε μόλις παντρευόταν η αδελφή της έκανε το στήθος του να πονά σαν να τον είχε κλοτσήσει άλογο. Η Τίλι έκοψε ένα λουλούδι κι άρχισε να μαδά τα πέταλά του. Είχε κάνει κι εκείνος το ίδιο όταν ερωτεύτηκε την Έμελιν, κόβοντας ένα πέταλο στα δύο για να εξασφαλίσει ότι εκείνο το παιδικό τελετουργικό θα επιβεβαίωνε πως «τον αγαπά». Παραλίγο να πει στην Τίλι ότι δεν χρειαζόταν να το κάνει, γιατί μπορούσε να της δώσει ο ίδιος την απάντηση. Δεν ήταν, όμως, αρκετά ανόητος για να της το αποκαλύψει, όταν ήξερε με βεβαιότητα ότι δεν θα άλλαζε το μέλλον. Ήταν αποφασισμένη να φύγει. Ίσως έπρεπε να πάει κι εκείνος στη Νέα Υόρκη. Αναστέναξε και πέταξε μακριά το κοτσάνι. «Δεν βγήκε αυτό που ήθελες;» τη ρώτησε. Το χαμόγελό της ήταν περιπαικτικό. «Νομίζω πως τα άλογα ξεκουράστηκαν. Καλύτερα να πηγαίνουμε». «Δεν είμαι ο Άνσον», της είπε. «Σέβομαι τους γονείς μου και την άποψή τους, αλλά δεν είμαι πια ένα παιδί που ακολουθεί τις προσταγές τους, όταν είναι αντίθετες με αυτό που θέλω. Και δεν είμαι ούτε ο Ντάουνι. Δεν θα ήμουν ποτέ άπιστος στη σύζυγό μου ούτε θα την έκανα δυστυχισμένη». Τον κοίταζε και είχε μείνει ακίνητη σαν άγαλμα. Δεν ήταν καν σίγουρος αν ανέπνεε. «Αν πω ότι θα μείνω δίπλα σου σε έναν χορό, θα το κάνω. Όποιος σε πειράξει θα έχει να κάνει μαζί μου. Και, πίστεψέ με, γλυκιά μου, κανείς δεν θα τολμήσει να τα βάλει μαζί μου». «Δεν μπορείς, όμως, να είσαι για πάντα στο πλευρό μου. Η ζωή σου είναι εδώ και η δική μου στη Νέα Υόρκη». Είχε δίκιο φυσικά. Δεν μπορούσε να της υποσχεθεί πως θα ήταν ευτυχισμένη εδώ, όχι όταν ήθελε τόσο απεγνωσμένα να φύγει.


Κεφάλαιο 19 Μια φορά τον μήνα, ο Ρέξτον έτρωγε με όλη του την οικογένεια στο σπίτι των γονιών του στο Σεντ Τζέιμς. Πάντα ανυπομονούσε για την οικογενειακή τους συνάντηση. Εκείνο το απόγευμα, μια βδομάδα μετά την επίσκεψή του με την Τίλι στο Κίνγκσμπρουκ, ο πατέρας του κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού με τη δούκισσα στα δεξιά του και τον Ρέξτον απέναντί του. Η Γκρέις κάθισε πλάι στον Λόβινγκτον. Ο Ντρέικ ψιθύριζε κάτι στη σύζυγό του, την Οφίλια. Βλέποντας αυτή την οικειότητα μπροστά του, ο Ρέξτον σκέφτηκε πόσο θα ήθελε την Τίλι πλάι του. «Πώς πάει, λοιπόν, το φλερτ σου με τη δεσποινίδα Χάμερσλι;» ρώτησε η Γκρέις, καθισμένη δίπλα στη μητέρα τους. Η μητέρα τους ξαφνιάστηκε. «Τι ακούω;» «Δεν το ήξερες;» ρώτησε ο Άντριου. «Ο Ρεξ έχει βάλει στόχο την Αμερικανίδα κληρονόμο». «Χάμερσλι», επανέλαβε η μητέρα του. «Το όνομά της μου φαίνεται γνωστό, αλλά δεν θυμάμαι από πού». Διόλου περίεργο. Η μητέρα του αδιαφορούσε για την κοινωνική σκηνή. Η όραση του πατέρα του είχε επιδεινωθεί και πήγαιναν πια σε ελάχιστους χορούς. Ούτως ή άλλως, πάντα την ενδιέφεραν περισσότερο τα ορφανά, οι φτωχοί και οι φιλανθρωπίες, κι όχι το να εντυπωσιάσει την υψηλή κοινωνία του Λονδίνου, εκτός κι αν ήθελε τον οβολό τους για τις φιλανθρωπίες της. «Η αδελφή της, η Ματίλντα Χάμερσλι, ήρθε από την Αμερική και έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση πριν από μερικά χρόνια», σχολίασε η Γκρέις. «Παντρεύτηκε τον Λαντσντάουν». «Α, ναι. Και μπλέχτηκε σε κάποιο σκάνδαλο, έτσι δεν είναι;» «Είχε σχέση με έναν υπηρέτη», απάντησε η Οφίλια. «Μάλλον της αρέσουν οι πιο άγριοι άντρες», απάντησε ο Άντριου με ένα ύφος που τη χαρακτήριζε ξεκάθαρα ως πόρνη. «Δεν ισχύει αυτό που λες», είπε ο Ρέξτον κοφτά, ευγνώμων που το μαχαίρι του βουτύρου που κρατούσε δεν θα έκανε μεγάλη ζημιά αν το κάρφωνε στον αδελφό του. «Πώς το ξέρεις;» τον ρώτησε ο Λόβινγκτον. «Μίλησα μαζί της κι έμαθα τις λεπτομέρειες». «Θεέ μου, Ρεξ!» είπε η Γκρέις. «Δεν ενδιαφέρεσαι καθόλου για τη δεσποινίδα Χάμερσλι, έτσι δεν είναι; Ενδιαφέρεσαι για τη λαίδη Λάντσνταουν, την ίδια τη διαβόητη κληρονόμο». Η Γκρέις πάντα ήταν πολύ έξυπνη. «Μην τη λες έτσι. Δεν της αξίζει». «Να πάρει η ευχή! Η Γκρέις έχει δίκιο!» είπε ο Άντρου καταχαρούμενος. «Άντριου, πρόσεχε πώς μιλάς!» τον μάλωσε ο πατέρας του. «Έχουμε και κυρίες στο τραπέζι». «Η Γκρέις μιλά έτσι πολύ πιο συχνά από εμένα». «Αυτό δεν δικαιολογεί τη συμπεριφορά σου». Ακόμα και τώρα, που είχε χάσει σχεδόν την όρασή του, ο πατέρας του μπορούσε να βάλει τα παιδιά του σε τάξη με μια ματιά, όποια κι αν ήταν η ηλικία τους. «Με συγχωρείς, πατέρα. Κυρίες μου, σας ζητώ συγγνώμη. Και τώρα μπορούμε να επιστρέψουμε στο φλέγον ζήτημα; Για τη λαίδη Λαντσντάουν ενδιαφέρεσαι;» Ο Ρέξτον ήπιε μια γουλιά κρασί, ενώ αντιλαμβανόταν πολύ καλά τη σιωπή που είχε πέσει


ανάμεσά τους περιμένοντας με ανυπομονησία την απάντησή του. Σχεδόν δεν ανέπνεαν περιμένοντας να ακούσουν. «Ομολογώ πως με έχει γοητεύσει». «Άρα φλερτάρεις με την αδελφή της», είπε διστακτικά η Γκρέις, σαν να προσπαθούσε να λύσει ένα πολύπλοκο πρόβλημα, «ώστε… για ποιο λόγο ακριβώς; Για να έχεις μια δικαιολογία να συναντάς τη λαίδη Λαντσντάουν;» «Είναι μεγάλη ιστορία. Θα σας πω μόνο ότι ο θείος της, ο Γκάρετ Χάμερσλι, σκέφτηκε πως, αν έδειχνα λίγη προσοχή στη δεσποινίδα Χάμερσλι, αυτό θα την έκανε πιο αποδεκτή στην κοινωνία και έτσι θα της έδειχναν το ενδιαφέρον τους και άλλοι κύριοι. Στην πορεία, γνώρισα και τη λαίδη Λαντσντάουν». «Και τι θα κέρδιζες εσύ από αυτή τη συμφωνία, αν όχι μια σύζυγο;» ρώτησε ο πατέρας του. Πάντα αμφισβητούσε τα κίνητρα και τη συμπεριφορά τους, επέμενε να αποτελούν παράδειγμα. Ο Ρέξτον δεν μπορούσε να πει τι ακριβώς θα κέρδιζε, χωρίς να προκαλέσει την οργή της μητέρας του – και της αδελφής του και σίγουρα της νύφης του. «Ο Χάμερσλι μού προσέφερε το Μαύρο Διαμάντι ως επιβήτορα». Μια φορά κι έναν καιρό. «Σπουδαίο άλογο», είπε ο πατέρας του. «Ακριβώς». «Πάντως είναι μια αρκετά αντισυμβατική συμφωνία». Ειδικά αυτή που την είχε αντικαταστήσει. Αν και ήταν πολύ πιο πολύτιμη από την αρχική… και φοβόταν πως τελικά θα του κόστιζε και περισσότερο. Το είχε δει σαν μια επιχειρηματική συμφωνία. Τώρα δεν είχε καμία σχέση με ψυχρούς υπολογισμούς. Τουλάχιστον από την πλευρά του. «Θέλει να παντρέψει το κορίτσι», είπε ο Ρέξτον. «Για να γίνει πρόβλημα κάποιου άλλου», είπε περιφρονητικά η Γκρέις. Ήταν πολύ πιο ανεξάρτητη από τις κυρίες της τάξης της και συχνά κατηγορούσε τους άντρες για το τρόπο που έβλεπαν τη θέση της γυναίκας στον κόσμο. «Δεν θα τον κρίνω εγώ», της είπε. Αν και θα εξασφάλιζε στην Τζίνα έναν άντρα αντάξιό της, έναν άντρα που δεν θα κατέπνιγε τη ζωηρή της φύση. «Και ενέπλεξες κι εμένα σε αυτό το κόλπο, ζητώντας μου να σας πλησιάσω στο πάρκο για να νομιμοποιήσω αυτή τη συμφωνία, κι έπειτα μου ζήτησες να συνοδεύσω το κορίτσι στον χορό σαν να την είχα πάρει υπό την προστασία μου, περιμένοντας να γίνει μέλος της οικογένειας. Θέλω να είσαι σαφής σχετικά με τα κίνητρά σου όταν ζητάς τη βοήθειά μου. Πίστευα ότι βοηθούσα να βρεις εσύ σύζυγο». Της χαμογέλασε. «Ήταν ο μόνος τρόπος να με βοηθήσεις. Θα το εκτιμούσα, ωστόσο, αν συνέχιζες να κάνεις τη δεσποινίδα Χάμερσλι να νιώθει ευπρόσδεκτη, το ίδιο και τη λαίδη Λαντσντάουν, αν ξανασυναντηθούν οι δρόμοι σας». «Δεν σκέφτεσαι σοβαρά να παντρευτείς μια διαζευγμένη». Η αδελφή του, που συνήθως ήταν τόσο δεκτική με τους ανθρώπους, έμοιαζε τρομοκρατημένη μπροστά σε αυτή την ιδέα. «Δεν είμαι σίγουρος ότι οι άνθρωποι που κάθονται σε αυτό το τραπέζι είναι σε θέση να πετάξουν πρώτοι την πέτρα, όταν μιλάμε για αμφιλεγόμενες συμπεριφορές». «Ένα διαζύγιο, όμως, είναι άνω ποταμών. Ξέρω ότι κανείς μας δεν έχει κάνει κάτι τέτοιο. Είναι κάτι που καταστρέφει την κοινωνική σου θέση». «Άρα μπορείς να φανταστείς πόσο απεγνωσμένα ήθελε να απαλλαγεί από τον Λαντσντάουν, γνωρίζοντας τι επρόκειτο να υποστεί. Θα τη θεωρούσες πιο αξιόλογη αν τον είχε δηλητηριάσει ή αν είχε περάσει τη ζωή της δυστυχισμένη, τιμώντας όρκους που δεν σήμαιναν τίποτα γι’ αυτόν;


Προσωπικά τη βρίσκω πολύ θαρραλέα και αξιοθαύμαστη. Το ίδιο θα έκανες κι εσύ, αν τη γνώριζες». Η Γκρέις και όλοι οι άλλοι στο τραπέζι τον κοίταξαν σαν να είχε χάσει το μυαλό του. «Συγχωρήστε με για το ξέσπασμα, όμως θεωρώ πως είναι η πιο σπουδαία γυναίκα που έχω γνωρίσει ποτέ. Μόλις παντρευτεί η αδελφή της, θα γυρίσει στη Νέα Υόρκη και η χώρα μας θα γίνει πιο φτωχή». Σηκώθηκε. «Με συγχωρείτε, αλλά χρειάζομαι λίγο αέρα». Όταν έφτασε στη βεράντα, έτρεμε ακόμα από θυμό για την Τίλι. Πήρε πολλές βαθιές ανάσες και σκέφτηκε πώς θα ήταν όταν ανακοίνωσε στην οικογένειά της ότι θα έπαιρνε διαζύγιο. Η Τζίνα είχε σταθεί στο πλευρό της, αλλά οι υπόλοιποι; Δεν είχε δει ποτέ την Τίλι με τον θείο της. Θυμήθηκε τη βραδιά που ζήτησε τη βοήθεια του Ρέξτον. Δεν είχε χρησιμοποιήσει πολύ κολακευτικά λόγια όταν μίλησε για τη μεγάλη του ανιψιά. Όταν άκουσε απαλά βήματα να τον πλησιάζουν ξεφύσησε κι έπειτα γύρισε προς το μέρος της μητέρας του. «Με συγχωρείς. Δεν ήθελα να χαλάσω το δείπνο». «Πάει πολύς καιρός από τότε που σε άκουσα τελευταία φορά να μιλάς με τόσο πάθος», του είπε γλυκά. «Νοιάζεσαι πολύ γι’ αυτήν». Έσκυψε μπροστά, ακούμπησε το χέρια του στο κάγκελο και κοίταξε τον σκοτεινό κήπο. «Πριν τη γνωρίσω, την έκρινα πολύ αυστηρά όπως όλοι. Όταν τη γνώρισα, διέψευσε όλες μου τις προσδοκίες. Δεν είναι δειλή μπροστά στη ζωή, μπροστά στις συνθήκες. Είναι απίστευτα δυνατή και ανθεκτική, αφοσιωμένη στην οικογένειά της. Θα τη συμπαθούσες». «Είχες πάντα αξιοθαύμαστο γούστο, οπότε είμαι σίγουρη». Γύρισε και την κοίταξε. «Πόσο με αγαπάς;» Τον πλησίασε και του έβγαλε απαλά τα μαλλιά από το πρόσωπο. «Πάρα πολύ. Τι θέλεις από εμένα;» Δεν ήξερε αν είχε γνωρίσει ποτέ κάποιον πιο γενναιόδωρο. «Εσύ και ο πατέρας έχετε πολλά χρόνια να διοργανώσετε έναν χορό. Ξέρω ότι δεν νιώθει πια άνετα μέσα στο πλήθος και νιώθω απαίσια που σου το ζητάω, αλλά, αν μπορούσες να παραθέσεις έναν χορό, θα ερχόταν όλο το Λονδίνο. Και αν καλούσες τη λαίδη Λαντσντάουν, αν την υποδεχόσουν στο σπίτι σου, μπορεί να βοηθούσε για να γίνει ξανά αποδεκτή από την κοινωνία». «Σε ενδιαφέρει να την αποδεχτούν». Ήθελε να δει ότι θα την καλούσαν ξανά, ότι δεν θα ήταν πια παρείσακτη στο Λονδίνο, ότι δεν θα χρειαζόταν να γυρίσει στη Νέα Υόρκη για να βρει την ευτυχία που της άξιζε. «Είναι μια υπέροχη γυναίκα, που την έχουν αδικήσει». «Την αγαπάς;» Κοίταξε πάλι τον κήπο. Αυτό που ένιωθε για την Τίλι δεν μπορούσε να περιοριστεί σε μια λέξη, σε ένα συναίσθημα. Περιλάμβανε κάθε συναίσθημα που είχε νιώσει ποτέ. Τον τρόμαζε μερικές φορές. Το μόνο που τον τρόμαζε περισσότερο, ωστόσο, ήταν η σκέψη ότι θα την έχανε. «Θέλω να ξέρει ότι μπορεί να έχει μια θέση εδώ». «Κι αν δεν θέλει αυτή τη θέση;» Γύρισε προς το μέρος της μητέρας του κι είδε τη βαθιά θλίψη στα μάτια της. «Εγώ δεν την ήθελα», του είπε χαμηλόφωνα. «Δεν ήθελα να γίνω μέλος της αριστοκρατίας, να ζήσω σε αυτόν τον κόσμο». «Κι όμως, είσαι εδώ».


«Ναι, είμαι εδώ. Η αγάπη μπορεί να είναι υπέροχη, αλλά και φριχτή ταυτόχρονα». Του χάιδεψε τον ώμο, με ένα τρυφερό χαμόγελο. «Θα γίνει ο χορός που θέλεις και η λαίδη σου θα λάβει πρόσκληση».

∞ Μια βδομάδα αργότερα, η Τίλι καθόταν στο γραφείο της και κοίταζε τον βελούδινο φάκελο που κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλά της, με το όνομά της γραμμένο με έναν σταθερό και λεπτό γραφικό χαρακτήρα. «Δεν θα εκραγεί», είπε ανυπόμονα η Τζίνα. Είχε κουλουριαστεί σε μια πολυθρόνα εκεί δίπλα και μελετούσε τις πιο πρόσφατες προσκλήσεις που είχε λάβει, όταν πρόσεξε ότι μία από αυτές απευθυνόταν στην Τίλι και της την έδωσε με μεγάλο ενθουσιασμό. «Είμαι σίγουρη πως έχει γίνει λάθος… ή είναι κάποιο αστείο». Οι προσκλήσεις σταμάτησαν να έρχονταν όταν την έπιασαν με τον Γκριγκς. Το διαζύγιό της είχε επιβεβαιώσει ότι καμία πένα δεν θα έγραφε πια το όνομά της σε ένα βελούδινο φάκελο. Κι όμως, ήταν εκεί μπροστά της, όταν πίστευε ότι δεν θα ξανάβλεπε ποτέ κάτι τέτοιο – τουλάχιστον σε αυτή την πλευρά του Ατλαντικού. «Άνοιξέ το», της είπε η Τζίνα. «Δες ποιος είναι ο αποστολέας τουλάχιστον». Σήκωσε τον χαρτοκόπτη και ξαφνιάστηκε όταν συνειδητοποίησε ότι τα δάχτυλά της έτρεμαν. Λίγο μεν, αλλά αρκετά για να νιώσει ντροπή. Ήταν γελοίο να δίνει τόση σημασία σε ένα κομμάτι χαρτί. Αφού άνοιξε τον φάκελο, έβγαλε από μέσα την πρόσκληση. Ήταν για έναν χορό, με οικοδεσπότες τον δούκα και τη δούκισσα του Γκρεϊστόουν. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που τους είχε δει ως οικοδεσπότες κάποιας βραδιάς. Με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα που κοσμούσε τον φάκελο ήταν γραμμένο κι ένα σημείωμα. Αγαπητή λαίδη Λαντσντάουν, Η οικογένειά μας θα χαιρόταν πολύ να σας υποδεχθεί στην οικία μας. Δούκισσα του Γκρεϊστόουν Κοίταξε αυτές τις φράσεις. Τις ξαναδιάβασε. Η πρόσκληση ήταν όντως για εκείνη. «Χλώμιασες λες κι είδες φάντασμα», της είπε η Τζίνα, αρπάζοντας το σημείωμα από τα χέρια της για να το διαβάσει. «Θεέ μου! Αυτό είναι υπέροχο! Μπορείς να επιστρέψεις στην υψηλή κοινωνία». «Απλώς με δέχονται σε ένα συγκεκριμένο σπίτι». «Είναι, όμως, μια αρχή. Θα πας φυσικά». Δεν μπορούσε να το φανταστεί. Να κάνει την είσοδό της σε έναν χορό. Όλα τα μάτια πάνω της. Οι καλεσμένοι θα την κοίταζαν σιωπηλά κι έπειτα θα άρχιζαν οι ψίθυροι. Όπως και στο θέατρο. Η δούκισσα μπορεί να την υποδεχόταν, αλλά οι άλλοι θα της γύριζαν την πλάτη. Κούνησε το κεφάλι της. «Όχι». «Γιατί όχι;» «Είμαι απασχολημένη εκείνο το βράδυ». «Με τι; Με την Τζέιν Όστιν; Με τη Μέρι Σέλεϊ; Τη Σάρλοτ Μπροντέ; Ειλικρινά, Τίλι, δεν μπορείς να πεις όχι στη δούκισσα του Γκρεϊστόουν». Μπορούσε και θα το έκανε. Σηκώθηκε και προχώρησε προς το παράθυρο, που είχε βραχεί από


τις σταγόνες της βροχής. Ήθελε να είναι στον κήπο της, να σκάβει το χώμα, να φροντίζει τα λουλούδια της, να ακούει τις μέλισσες να ζουζουνίζουν. Είχε ζήσει τη ζωή της αριστοκράτισσας και της είχε φανεί πολύ άβολη. Μια φορά ήταν αρκετή.

∞ Εκτός από τις νύχτες που είχαν κάποιο καταραμένο χορό ο οποίος κρατούσε ως το πρωί, η Τίλι πάντα τον συναντούσε στις έντεκα ακριβώς. Η άμαξά του σταματούσε στην άκρη του δρόμου, κάπου κρυμμένη, κι εκείνος την περίμενε στη σκιά των δέντρων και των θάμνων κοντά στα σκαλιά. Κάθε βράδυ. Ακόμα κι αν δεν είχε συνοδεύσει κάπου την Τζίνα την προηγούμενη μέρα. Αυτός ο όρος της συμφωνίας τους είχε ξεχαστεί, προς μεγάλη του ευχαρίστηση. Μερικές φορές, φορούσε μονάχα τη νυχτικιά της, άλλοτε ένα απλό φόρεμα. Αποφάσιζε πώς θα περνούσαν τη βραδιά τους με βάση τα ρούχα της. Το βράδυ που είχε φορέσει ένα απλό φόρεμα με πολλά κουμπιά, την είχε πάει σε μια ταβέρνα στο Γουαϊτσάπελ, όπου ήξερε ότι δεν θα συναντούσαν κάποιο γνωστό. Κάθισαν σε μια γωνιά, ήπιαν μπίρα και σκάρωσαν διάφορες ιστορίες για τον κόσμο γύρω τους και την ευτυχία τους. Η ταβέρνα ήταν ένα μέρος που του άρεσε, γιατί εκεί κανείς δεν κρατούσε τα προσχήματα. Με την Τίλι εκείνο το βράδυ, είχε φανταστεί να επισκέπτονται για μια ζωή μέρη όπου θα μπορούσαν να είναι ο εαυτός τους. Αν δεν γινόταν, όμως, αποδεκτή από την κοινωνία, θα μπορούσαν απλώς να επισκεφθούν μέρη στις παρυφές της. Ενώ το απολάμβανε κατά καιρούς, δεν ήταν ο κόσμος του και δεν έπρεπε να γίνει ο δικός της. Δεν ήθελε να είναι ο δικός τους. Πότε είχε αρχίσει να σκέφτεται να μην την αφήσει; Να μην μπορεί χωρίς αυτήν, που να πάρει; Δεν μπορούσε να εντοπίσει ακριβώς τη στιγμή. Απλώς είχε γίνει κομμάτι των σχεδίων του, των σκέψεών του. Δεν μπορούσε να φανταστεί να μην τη δει μια μέρα, να περάσει μια νύχτα χωρίς να την έχει στο κρεβάτι του. Γι’ αυτό και ζήτησε αυτή τη χάρη από τη μητέρα του. Μισή ώρα αργότερα, άρχισε να πιστεύει ότι η πρόσκληση της μητέρας του ήταν ο μόνος λόγος που στεκόταν μόνος του στους θάμνους. Του είχε πει ότι θα παραδινόταν σήμερα. Ίσως θα έπρεπε να προειδοποιήσει την Τίλι ότι θα τη λάμβανε, αλλά νόμιζε ότι θα της άρεσε η έκπληξη. Μια ώρα αργότερα, ήταν σίγουρος πως δεν της άρεσε. Δυστυχώς γι’ αυτήν, δεν τα παρατούσε τόσο εύκολα, ούτε τόσο γρήγορα. Ανέβηκε τις σκάλες και χρησιμοποίησε το ρόπτρο. Περίμενε. Χτύπησε με τη γροθιά του την πόρτα. Περίμενε. Χτύπησε πιο δυνατά. Ο μπάτλερ, ο Γκριγκς, άνοιξε. Πριν προλάβει να πει λέξη, ο Ρέξτον τον προσπέρασε. «Πού είναι;» «Η λαίδη αποσύρθηκε και διέταξε να μην την ενοχλήσει κανείς». Περίμενε, λοιπόν, ότι θα την ενοχλούσε; Κατευθύνθηκε προς τη σκάλα. «Κύριε, θα επιμείνω να φύγετε». Γύρισε. «Δοκίμασε να με σταματήσεις. Δώσε μου μια δικαιολογία να συστήσω στα δόντια σου τη γροθιά μου». Ο άντρας μπορεί να μην είχε κοιμηθεί μαζί της, αλλά την είχε φιλήσει, είχε περάσει το στόμα του από το δικό της, ήξερε τη γεύση της, το… «Ρέξτον». Το όνομά του έκοψε στα δύο την ατμόσφαιρα. Στεκόταν στο πάνω μέρος της σκάλας, ντυμένη στα μαύρα, κουμπωμένη ως τον λαιμό και τα μανίκια. Όλα πάνω της έδειχναν πόσο


δυσαρεστημένη ήταν. Άρχισε να κατεβαίνει. Την περίμενε. Ίσως να είχε παρεξηγήσει, ίσως να την είχε καθυστερήσει κάποιος άλλος λόγος, αλλά το γεγονός ότι δεν είχε χαμογελάσει, ότι τα μάτια της δεν έλαμπαν, του έλεγε ότι έκανε λάθος στα συμπεράσματά του. «Μπορείς να πηγαίνεις, Γκριγκς», είπε περνώντας δίπλα από τον Ρέξτον και προχώρησε προς το σαλόνι. Ο μπάτλερ δίστασε. Ο Ρέξτον τον λυπήθηκε. «Είναι ασφαλής μαζί μου». «Αυτό που φοβάμαι, κύριε, είναι πως δεν είστε εσείς ασφαλής μαζί της. Είναι πολύ οξύθυμη». Ο Ρέξτον δεν ένιωθε καλά που ο υπηρέτης την ήξερε τόσο καλά, αλλά ήταν μαζί της εδώ και χρόνια. Δεν ήταν σίγουρος τι μπορεί να είχε αποκαλύψει το πρόσωπό του, αλλά ο μπάτλερ υποκλίθηκε πριν φύγει. Έτοιμος για καβγά, ο Ρέξτον κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. Δεν του έβαλε ουίσκι. Προφανώς ήταν κι αυτή έτοιμη για καβγά. «Σκόπευες να με αφήσεις να περιμένω έξω όλο το βράδυ;» ρώτησε. Σήκωσε το πιγούνι της, λίγο πιο ψηλά απ’ ό,τι άλλες φορές. «Υπέθεσα πως θα έφευγες μετά από λίγο». «Γιατί να φύγω, όταν δεν ήξερα καν ότι κάτι δεν πάει καλά;» «Έβαλες τη μητέρα σου να με καλέσει στον χορό!» του είπε εμφανώς εκνευρισμένη, με τα χέρια της τόσο σφιγμένα μπροστά της, που έβλεπε ξεκάθαρα ότι είχαν ασπρίσει. «Έκανα κάτι παραπάνω. Την παρακάλεσα να διοργανώσει τον χορό». Τραβήχτηκε από κοντά του, προχώρησε στο τραπέζι, έβαλε ένα ουίσκι και το κατέβασε σαν ναυτικός που είχε πιάσει λιμάνι μετά από χρόνια στη θάλασσα. Γύρισε πίσω και τον κοίταξε. «Θα έπρεπε να το συζητήσουμε πριν αναλάβεις δράση». «Σου είπα ότι ήθελα να χορέψω μαζί σου». «Το θέμα δεν είναι το βαλς. Αρνήθηκα την πρόσκληση της μητέρας σου». «Γιατί;» «Γιατί δεν θέλω να ξαναγίνω μέρος αυτού του κόσμου. Είναι σκληρός και ανελέητος. Δεν ανέχεται όσους δεν ταιριάζουν σε κανόνες που είναι πιο αρχαίοι κι από αυτή τη χώρα. Τους απεχθάνομαι. Χαίρομαι που δεν ανήκω πια εκεί». «Είναι ο δικός μου κόσμος, όμως». «Ναι». Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν μπορώ –δεν θέλω– να τον ξανακάνω δικό μου». Σκέφτηκε να πλησιάσει και να βάλει κι εκείνος ένα ουίσκι. Το είχε ανάγκη. «Το ξέρω πως δεν θα είναι εύκολο, αλλά δεν θα είσαι μόνη. Θα είμαι κι εγώ εκεί. Η οικογένειά μου, οι φίλοι μου…» Κούνησε το κεφάλι της πιο δυνατά, πιο γρήγορα. «Με περιφρονούσαν, ξέρεις. Οι κυρίες της υψηλής κοινωνίας. Όταν περνούσαν από μπροστά μου ή όταν τις συναντούσα στη μοδίστρα. Έπαιρναν αγκαλιά τα παιδιά τους λες κι ήμουν λεπρή. Ξέρεις γιατί πήρα το σπίτι από τον Λαντσντάουν, γιατί του έκανα μια τόσο γενναιόδωρη προσφορά που δεν θα ήταν σε θέση να αρνηθεί; Για να τους δείξω ότι μπορεί να είναι φτηνοί και τιποτένιοι, αλλά εγώ έχω τα μέσα να ζήσω σαν βασίλισσα». «Δεν νιώθεις, όμως, μοναξιά στο κάστρο σου;» Του γύρισε την πλάτη και υποψιάστηκε πως εκείνη τη στιγμή τον απεχθανόταν με όλη της τη δύναμη. Προχώρησε στο τραπέζι με τα ποτά, έβαλε δύο ποτήρια ουίσκι και προχώρησε προς το σημείο που στεκόταν. Ήταν τόσο άκαμπτη, που φοβήθηκε ότι θα σπάσει. Όταν της έδωσε το ποτήρι, ευχήθηκε να μην τον είχε κοιτάξει, να μην είχε δει τον πόνο στα


μάτια της. Παρ’ όλα αυτά, το δέχτηκε κι ήπιε μια μεγάλη γουλιά. «Ξέρω τι σημαίνει να μην είναι ευγενικοί οι άλλοι μαζί σου, Τίλι». Έβγαλε έναν περιφρονητικό ήχο, τον οποίο ακολούθησε ένα ακόμα πιο απαίσιο γέλιο. Δεν την κατηγορούσε που τα έβαλε μαζί του. «Ήμουν μόλις δώδεκα κι είχα μόλις φύγει από το σπίτι. Ήμουν καινούριος μαθητής στο Ίτον. Ίσως αν ήμουν μεγαλύτερος, δεν θα πονούσα τόσο που δε με αποδέχονταν. Σίγουρα τώρα δεν θα με ένοιαζε η γνώμη των άλλων. Τότε, όμως, σήμαιναν τα πάντα. Με θεωρούσαν ανάξιο να βρίσκομαι ανάμεσά τους, γιατί η μητέρα μου προερχόταν από τους δρόμους.Υπέφερα στα χέρια τους. Κρυβόμουν – σε σοφίτες και καμπαναριά και ανάμεσα στους θάμνους. Η διαφυγή, όμως, ήταν απλώς προσωρινή, γιατί αναγκαστικά πρέπει να συνεχίζεις τη ζωή σου. Μόνο όταν αντιστάθηκα, τους έδειξα ότι αξίζω. Και απέκτησα ένα πολύ γερό δεξί». Στο στόμα της σχηματίστηκε ένα ανεπάισθητο χαμόγελο, αλλά ήταν αρκετό για να του δώσει ελπίδες. «Δεν σου λέω ότι ένα αγόρι δεν πονά πολύ, αλλά τα βάσανά του δεν συγκρίνονται με αυτά μιας γυναίκας όταν όλοι την αντιμετωπίζουν σαν παρείσακτη». «Έχεις δίκιο. Δεν ήθελα να υπονοήσω πως η εμπειρία μου μπορεί να συγκριθεί με όσα υπέφερες, αλλά έχω μια ιδέα για το τι περνάς», της είπε χαμηλόφωνα. «Πάντα είχα τους φίλους μου και την οικογένειά μου, που μου έδιναν δύναμη και υποστήριξη όποτε τη χρειαζόμουν. Δεν πιστεύω πως εσύ το είχες αυτό –δεν σου στάθηκαν ούτε οι φίλοι ούτε η οικογένειά σου– πέρα από την Τζίνα, και εκείνη ήταν πολύ νέα για να αντέξει τέτοιο βάρος. Πώς μπορούσες να στηριχτείς πάνω της; Ακόμα και τώρα που έχει μεγαλώσει, δεν το κάνει. Πάντα αντιμετώπιζες μόνη σου τους δράκους. Δεν χρειάζεται να συνεχίσεις. Θα σταθώ δίπλα σου, το ίδιο και η οικογένειά μου και οι φίλοι μου». «Επειδή είναι αφοσιωμένοι σ’ εσένα. Μπορούν πολύ εύκολα να αποσύρουν τη στήριξή τους, αν δεν είναι ευχαριστημένοι μαζί μου ή αν τους ζητήσεις να με περιφρονήσουν». «Μόλις σε γνωρίσουν, θα κερδίσεις κι εσύ την αφοσίωσή τους». «Δεν τους χρειάζομαι. Δεν τους θέλω». «Ίσως, όμως, να σε χρειάζονται εκείνοι. Ο κόσμος τους θα ήταν πολύ καλύτερος αν ήσουν κι εσύ μέσα σε αυτόν. Ήσουν δυνατή για τόσο καιρό. Στηρίξου πάνω μου, εμπιστεύσου με ότι θα σε φροντίσω».

∞ Κοιτάζοντας τα ικετευτικά γαλάζια μάτια του, δεν μπορούσε παρά να πιστέψει ότι την είχε ανάγκη, ότι ο κόσμος του όντως θα ήταν καλύτερος αν ήταν μέσα κι εκείνη. Είχε αγαπήσει ξανά, όμως, και την είχαν προδώσει. Αν η αδελφή της υπέφερε από τις πράξεις της, πώς ήταν δυνατόν να μην υποφέρουν τα παιδιά της; Η ζωή τής είχε διδάξει να εμπιστεύεται μόνο τον εαυτό της. Του γύρισε την πλάτη πριν βουλιάξει στα γαλάζια βάθη των ματιών του, πριν του υποσχεθεί την καρδιά και την ψυχή της, πριν την κάνει να ξεχάσει πόσο είχε ταπεινωθεί από όσους θεωρούσε κάποτε φίλους της. Προχώρησε προς το παράθυρο, κοίταξε έξω, αλλά το μόνο που μπορούσε να δει ήταν η αντανάκλασή του στο τζάμι να την παρακολουθεί, να την περιμένει. «Είχαν υποσχεθεί κι άλλοι να με φροντίσουν. Τις υποσχέσεις του μπορεί κανείς να τις αθετήσει».


«Εγώ όχι. Σ’ αγαπώ, Τίλι. Με κάθε χτύπο της καρδιάς μου, με κάθε μου ανάσα». Έκλεισε τα μάτια. Δεν είναι δίκαιο, δεν είναι δίκαιο, δεν είναι δίκαιο. Όχι όταν ήξερε ότι το παρελθόν της μπορούσε να τον καταστρέψει. «Δεν μπορείς». «Σ’ αγαπώ, όμως». Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν θα επιστρέψω στην υψηλή κοινωνία, ανεξάρτητα από τις υποσχέσεις σου». «Στον διάβολο η κοινωνία τότε», της είπε. «Θα ζήσουμε στο Κίνγκσμπρουκ. Θα αποφύγουμε εντελώς την κοινωνική ζωή. Θα μεγαλώνουμε τα άλογα και τα παιδιά μας». Παιδιά; Ένιωσε λες και η λέξη τη χτύπησε στο στομάχι. Άφηνε να εννοηθεί ότι θα την παντρευόταν; Δεν ήθελε τίποτα περισσότερο από το να του χαρίσει παιδιά, αλλά θα υπέφεραν εξαιτίας του σκανδάλου της. Δεν μπορούσε να του το κάνει αυτό. Πώς μπορούσε να το σκέφτεται κι εκείνος, όταν ήξερε από προσωπική πείρα πώς επηρεάζουν τα παιδιά οι αμαρτίες των γονιών τους; Άνοιξε τα μάτια της και ανάγκασε τον εαυτό της να κοιτάξει την αντανάκλασή του. Αν γύριζε να τον κοιτάξει, το ήξερε καλά, θα έπεφτε στην αγκαλιά του. «Η συμφωνία μας έλεγε ότι θα είχαμε μια απλή σχέση. Ενώ ήταν υπέροχα, δεν θέλω να προχωρήσουμε σε κάτι πέρα από αυτό». Ψέματα, αλλά δεν χρειαζόταν να την έχει στη ζωή του. Η γέννησή του τον φόρτωσε με ευθύνες και υποχρεώσεις. Δεν μπορούσε να φανταστεί να τις αγνοεί για χάρη της. Μπορεί να πίστευε ότι θα τα καταφέρει, αλλά δεν είχε μεγαλώσει έτσι – και δεν θα του ζητούσε ποτέ να μειώσει τον εαυτό του. «Φαίνεται πως παρεξήγησα την τρυφερότητά σου», είπε χαμηλόφωνα. Για να τον δει ευτυχισμένο, δεν είχε άλλη επιλογή από το να τον απορρίψει, να τον ελευθερώσει από το σκάνδαλο, από το παρελθόν της. «Συμβαίνει, λόρδε μου». Η αντανάκλασή του δεν φαινόταν πια στο παράθυρο, αλλά δεν απέστρεψε το βλέμμα. Ανάγκασε τον εαυτό της να υποφέρει ακούγοντας τα βήματά του να απομακρύνονται, την πόρτα να κλείνει. Παρακολούθησε τη φιγούρα του να περπατά στον δρόμο, με το κεφάλι ψηλά. Κατέρρευσε στο πάτωμα κι έκλαψε για όλα τα όνειρα –δικά του και δικά της– που είχε μόλις διαλύσει, για τη μοναξιά που ήξερε ότι θα βίωνε μακριά του, για τον πόνο που του είχε προκαλέσει, για το πόσο απεγνωσμένα ήθελε να τρέξει να τον προλάβει και να τον ικετεύσει να μην την αφήσει.


Κεφάλαιο 20 Το επόμενο πρωί, ξύπνησε με μάτια πρησμένα. Αν μπορούσε να κοιταχτεί στον καθρέφτη, σίγουρα θα έβλεπε ότι ήταν κατακόκκινα. Κοιμόταν λίγο κι όταν ξυπνούσε έκλαιγε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί από πότε είχε πονέσει τόσο. Και ήταν η μόνη υπεύθυνη. Πίστευε ότι κατανοούσε τους όρους της σχέσης τους, ότι δεν θα ζητούσε ποτέ τίποτα παραπάνω. Θα έπρεπε, όμως, να βεβαιωθεί ότι κατανοούσε τους κανόνες και η ίδια της η καρδιά, γιατί, να πάρει η ευχή, τον είχε ερωτευτεί. Πώς μπορούσε να μην τον ερωτευτεί όταν την έκανε να χαμογελά, όταν την έκανε να πετά από ευτυχία. Όταν της χάριζε νεράιδες για τον κήπο της. Όταν τη φιλούσε σε ένα καρουσέλ. Κάλεσε την υπηρέτριά της και έκανε μεγάλη προσπάθεια να μην κοιταχτεί στον καθρέφτη. Δεν ήθελε να δει πόσο θλιβερό πλάσμα ήταν. Κάποια στιγμή, πριν τελειώσει η μέρα, όφειλε να εξηγήσει στην Τζίνα ότι θα έπρεπε να βρει μόνη της σύζυγο. Η Τίλι δεν θα μπορούσε πια να τη βοηθήσει. Θα γύριζε στη Νέα Υόρκη. Ντύθηκε και κατέβηκε στον κάτω όροφο. Νιώθοντας ότι περπατούσε σε βούρκο, κατευθύνθηκε προς την τραπεζαρία. Ο Γκριγκς τη σταμάτησε στον διάδρομο. «Κυρία, ο αμαξάς με ενημέρωσε ότι παρέδωσαν ένα άλογο στο στάβλο. Ο νεαρός που το έφερε είπε ότι τώρα ανήκει σ’ εσάς». «Όχι». Η λέξη ακούστηκε σαν ένας τρομαγμένος ψίθυρος. Πριν προλάβει να απαντήσει ο Γκριγκς, σήκωσε το φόρεμά της κι έτρεξε, βγήκε από την πίσω πόρτα στον κήπο, πέρασε τα τριαντάφυλλα και την πέργκολα μέχρι που έφτασε στους στάβλους πλάι στο λιβάδι. Ο αμαξάς, ένας ιπποκόμος και ένα παιδί που δούλευε στους στάβλους στέκονταν και θαύμαζαν την περήφανη και πανέμορφη φοράδα. Η Τίλι σταμάτησε απότομα και ένιωσε να την κόβουν στα δύο. Ο αμαξάς στράφηκε προς το μέρος της και στο πρόσωπό του ήταν χαραγμένο ένα πλατύ χαμόγελο. «Είναι πανέμορφη, κυρία. Ο μικρός που την έφερε είπε ότι τη λένε Ξανθή Κυρία». Η φοράδα χλιμίντρισε και τίναξε το κεφάλι της. «Φαίνεται πως ξέρει το όνομά της. Σκέφτηκα να πω σε ένα από τα παιδιά να την ιππεύσει, να δούμε αν είναι τόσο καλή όσο φαίνεται». «Όχι», είπε. «Δεν θα την ιππεύσει κανείς. Δεν θα την κρατήσουμε». «Κρίμα. Πιστεύω πως θα τρέχει γρήγορα». Τρέχει σαν τον άνεμο. «Θα την πάρει κάποιος το απόγευμα», είπε. «Να τη φροντίσετε και να είναι άνετα μέχρι τότε». «Μάλιστα». Σκόπευε να φύγει, αλλά δεν κατάφερε να κάνει τα πόδια της να προχωρήσουν. Το άλογο κατέβασε το κεφάλι όταν το πλησίασε και η Τίλι του χάιδεψε τη μουσούδα κι έπειτα ακούμπησε το κεφάλι της στο δικό του. «Σε αγαπάει. Γιατί σε έστειλε εδώ;» Γιατί είχε ολοκληρωθεί η συμφωνία τους. Η Τζίνα δεν είχε παντρευτεί. Πλήρωνε το τίμημα της αποτυχίας του.


∞ «Δεν θα δεχτώ το άλογό σου. Μπορείς να στείλεις κάποιον να το πάρει». Το πρόβλημα που έκρυβε η σχέση με μια λαίδη στο ίδιο του το σπίτι ήταν πως μάθαινε τα κατατόπια και δεν θεωρούσε ότι έπρεπε να περιμένει να την αναγγείλει ο μπάτλερ για να ορμήσει στη βιβλιοθήκη του, αργά το πρωί, αδιαφορώντας για το τι μπορεί να έκανε. Ο Ρέξτον έσπρωξε πίσω την καρέκλα του γραφείου του και σηκώθηκε. Οι τρεις άντρες που ήταν μπροστά του σηκώθηκαν κι αυτοί, εμφανώς σαστισμένοι από την εισβολή στην εβδομαδιαία τους συνάντηση. «Κύριοι, θα διακόψουμε κάπου εδώ και θα συνεχίσουμε στην επόμενη συνάντησή μας». Μουρμούρισαν τα αντίο τους κι έσκυψαν το κεφάλι περνώντας δίπλα από την Τίλι. Ανάγκασε τον εαυτό του να μη χαρεί από την άφιξή της, να μείνει στη θέση του αντί να τρέξει κοντά της, να την αγκαλιάσει και να την ικετεύσει να ξανασκεφτεί ένα μέλλον μαζί του. Προχώρησε μπροστά κάπως ντροπιασμένη. «Λυπάμαι. Δεν ήθελα να διακόψω τη συζήτησή σας». «Γιατί ήρθες;» Ήταν περήφανος που μπόρεσε να ακουστεί κοφτός, αδιάφορος. «Δεν μου χρωστάς την Ξανθή Κυρία». «Φυσικά και τη χρωστώ. Αυτοί ήταν οι όροι της συμφωνίας μας. Αν εγκατέλειπα την αποστολή μου πριν από το τέλος της σεζόν, η φοράδα μου θα ήταν δική σου. Εγκατέλειψα την αποστολή μου πολύ νωρίτερα. Και δεν το μετανιώνω ούτε έχω τύψεις γι’ αυτό. Η Ξανθή Κυρία είναι δική σου». «Μα δεν την εγκατέλειψες αφού με έριξες στο κρεβάτι σου. Η συμφωνία μας έληξε εξαιτίας μου. Δεν φταις εσύ». Έκανε τον κύκλο του γραφείου, γιατί ήθελε να εξασφαλίσει πως θα τον άκουγε και θα καταλάβαινε όσα είχε να της πει. Εκείνη έκανε δύο βήματα πίσω. Προχώρησε. Έκανε τρία βήματα πίσω, κι έπειτα έμεινε στη θέση της, με σηκωμένο το πιγούνι. Σταμάτησε μπροστά της. «Η συμφωνία μας, κυρία μου, έλεγε ότι θα σας έδινα το άλογό μου, αν δεν υπήρχε μια ικανοποιητική εξέλιξη στην υπόθεση της Τζίνα. Ο όρος αυτός ισχύει. Το καταραμένο το άλογο είναι δικό σας». «Είσαι θυμωμένος». «Είμαι έξαλλος. Που νομίζεις ότι μπορείς να έρθεις εδώ και να μου πεις αν σου χρωστάω ή όχι. Είμαι άντρας που κρατά τον λόγο του. Τιμώ τους όρκους και τις υποσχέσεις μου. Θα μπορούσα να παντρευτώ μια γυναίκα που απεχθάνομαι και, αν έδινα τους όρκους μου ενώπιον Θεού και ανθρώπων, θα της ήμουν πιστός, θα ξεχνούσα όλες τις άλλες και δεν θα ξεστράτιζα ποτέ. Δεν συνηθίζω να μιλώ αψήφιστα. Δεν είμαι ο Λαντσντάουν». Χλώμιασε. «Το ξέρω πολύ καλά». Σήκωσε το χέρι της σαν να ήθελε να αγγίξει το μάγουλό του. Αν τον άγγιζε, θα έπεφτε στα γόνατα και θα συμφωνούσε να την έχει στη ζωή του με τους δικούς της όρους. Δεν ήξερε τι έδειχναν τα μάτια του, αλλά κατέβασε το χέρι της. «Προέρχεσαι από μια αξιοσέβαστη οικογένεια ευγενών. Είσαι ένας μαρκήσιος. Μια μέρα θα γίνεις δούκας. Δεν μπορείς να ταυτιστείς με μια γυναίκα που έχει προκαλέσει σκάνδαλο». «Μου είπες ότι δεν αγαπούν τους Αμερικανούς εδώ. Ομολογώ ότι βρίσκω πολλούς από αυτούς αγενείς, θεωρώ ότι περηφανεύονται για τα πλούτη τους. Και ναι, κρίνεις τους Άγγλους εξίσου


αυστηρά. Σίγουρα σε κακομεταχειρίστηκε ένας Άγγλος». Κούνησε το κεφάλι του ενοχλημένος. «Πολλοί Άγγλοι, για να είμαστε ακριβείς. Όλοι, όμως; Ο αδελφός μου δεν σου γύρισε την πλάτη, όταν σε είδε να κάθεσαι στο θεωρείο μου. Ήταν κύριος, σου φίλησε το χέρι. Η αδελφή μου σε πλησίασε στο πάρκο. Τη θεωρείς ανειλικρινή; Η μητέρα μου, που δεν έχει διοργανώσει χορό εδώ και χρόνια και ο άντρας της είναι σχεδόν τυφλός, θα δώσει μια δεξίωση με μεγάλη προσέλευση, ώστε να δείξει σε όλο το Λονδίνο ότι είσαι ευπρόσδεκτη στο σπίτι της. Εγώ θα κρατούσα το χέρι σου δημόσια, κι όμως, εσύ θέλεις να μένουμε κρυμμένοι στις σκιές. Είμαι πρόθυμος ακόμα και να ζήσω μακριά από την υψηλή κοινωνία, αλλά ούτε αυτό φαίνεται να σε ικανοποιεί. Μάλιστα, κυρία μου, λοιπόν. Είμαι έξαλλος». Γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε στην πόρτα που οδηγούσε στον κήπο, γιατί φοβήθηκε ότι ήταν έτοιμος να ουρλιάξει από απόγνωση. «Το άλογο είναι δικό σας, λαίδη Λαντσντάουν. Ζευγαρώστε τη με το Μαύρο Διαμάντι. Αποκτήστε εσείς έναν νικητή».

∞ Καθόταν στο καναπεδάκι του σαλονιού πίνοντας το τρίτο της ουίσκι, όταν η Τζίνα μπήκε στο δωμάτιο. «Θεέ μου! Τι συμβαίνει; Είναι πολύ νωρίς κι εσύ ήδη πίνεις». «Τον θύμωσα», είπε, με μια φωνή απογυμνωμένη από κάθε συναίσθημα. «Αυτό είναι υπέροχο! Αυτό έπρεπε να κάνεις». Η Τζίνα κάθισε πλάι της χαμογελώντας χαρούμενα. Η Τίλι την κοίταξε. Η αδελφή της είχε τρελαθεί. «Ορίστε;» «Όταν μου έδινες συμβουλές, κάποια στιγμή μου είπες ότι έπρεπε να κάνω τον κύριο που με φλερτάρει να θυμώσει, για να δω τον πραγματικό του χαρακτήρα». Είχε πει κάτι τέτοιο; Δεν το θυμόταν καθαρά. «Δεν είμαι η κατάλληλη για να δίνω συμβουλές σχετικά με το φλερτ». «Πώς είναι, λοιπόν, όταν θυμώνει;» «Καυστικός». Κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν είναι ακριβές αυτό. Τα λόγια του είναι κοφτερά, αλλά υπάρχει ένα τρέμουλο στη φωνή του, σαν τον ήχο μιας χορδής του πιάνου. Ακούγεται να πονά. Και τα μάτια του είναι τα μάτια κάποιου που έχει πληγωθεί, αλλά προσπαθεί να προσποιηθεί πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο». Το ήξερε εκείνο το βλέμμα. Το έβλεπε συχνά στην αντανάκλασή της στον καθρέφτη όσο ήταν παντρεμένη με τον Ντάουνι. «Σε χτύπησε;» «Όχι». Όσο θυμωμένος κι αν έδειχνε, δεν τον φοβήθηκε στιγμή. Για την ακρίβεια, φοβήθηκε για λίγο όταν σηκώθηκε από το γραφείο του και προχώρησε προς το μέρος της σαν στρατιώτης αποφασισμένος να κατατροπώσει τον εχθρό, έπειτα, όμως, θυμήθηκε πόσο καλά τον ήξερε και βεβαιώθηκε πως δεν θα τη χτυπούσε. «Δεν θα χτυπούσε ποτέ γυναίκα, όσο κι αν τον είχε θυμώσει ή τον είχε απογοητεύσει». «Τον αγαπάς, Τίλι;» Έκλεισε τα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τόσο πολύ, Τζίνα. Με τρομάζει το πόσο τον αγαπώ». «Τότε πρέπει να είσαι μαζί του».


Κοίταξε την αδελφή της απελπισμένα. «Δεν μπορώ. Επειδή ακριβώς τον αγαπώ τόσο πολύ δεν μπορώ. Δεν μπορώ να του φορτώσω το βάρος του σκανδάλου μου». «Έχει πολύ φαρδιούς ώμους. Σίγουρα θα τα καταφέρει μια χαρά». Σχεδόν χαμογέλασε με το σχόλιό της, με τη σκέψη των ώμων του κι εκείνης της μικρής καμπύλης όπου μπορούσε να ξεκουράζει το κεφάλι της. «Δεν θα έπρεπε, όμως. Ούτε κι εσύ. Θα γυρίσω στη Νέα Υόρκη. Θα σε αφήσω εδώ μόνη σου να λύσεις το θέμα της ερωτικής σου ζωής». «Δεν μπορώ να σε κατηγορήσω που φεύγεις. Ξέρω ότι σου ήταν δύσκολο να μένεις μαζί μου. Κι αφού δεν θα είσαι εδώ για πολύ καιρό ακόμα, τι θα έλεγες να κάναμε κάτι ξεχωριστό μαζί;» Έπιασε το ποτήρι της Τίλι και το άφησε στην άκρη. «Το Ρόγιαλ Τι Πάλας είναι ένα μέρος που όλοι πρέπει να επισκεφθούν στο Λονδίνο. Πάμε να πιούμε ένα τσάι, τι λες;» «Τζίνα…» «Τίλι, δεν βγαίνουμε ποτέ σαν αδελφές. Θα ζητήσουμε ένα απομονωμένο γωνιακό τραπέζι. Δεν θα μας ενοχλήσει κανείς», είπε κι έσφιξε το χέρι της. «Πάμε να διασκεδάσουμε λίγο και να αφήσουμε πίσω μας την απογοήτευση της σημερινής μέρας». Η Τίλι ευχήθηκε να ήταν ξανά τόσο νέα, τόσο ανέμελη. «Εντάξει. Θα είναι όμορφα».

∞ «Έχετε κάνει κράτηση;» ρώτησε ο κύριος που στεκόταν σε ένα αρκετά ψηλό γραφείο πίσω από την πόρτα. «Όχι», απάντησε χαμηλόφωνα η Τίλι. «Βλέπω, όμως, ότι υπάρχουν αρκετά άδεια τραπέζια». Στρογγυλά τραπέζια, ντυμένα με λευκή δαντέλα. Ήταν από εκείνα τα μέρη όπου όλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα. «Πολλά από αυτά είναι ρεζερβέ. Επιτρέψτε μου να δω αν υπάρχει κάποιο ελεύθερο». Πέρασε το δάχτυλό του πάνω από μια λίστα με ονόματα. «Ναι, απ’ ό,τι φαίνεται…» «Ελπίζω να μη σκέφτεστε να τους επιτρέψετε να μπουν, κύριε Γουαντσγουόρθ», ακούστηκε η λαίδη Μπλάνφορντ, η αδελφή του Ντάουνι, εξίσου χαμηλόφωνα. Στεκόταν εκεί, σαν το ακρόπρωρο ενός πλοίου, κοιτάζοντας υποτιμητικά την Τίλι. Είχε παχύνει αρκετά από τότε που είχε να τη δει. Σίγουρα γιατί η προίκα της Τίλι της επέτρεπε να αγοράσει όσα γλυκά μπορούσε να φάει. «Καλησπέρα, λαίδη Μπλάνφροντ», είπε ευγενικά η Τίλι. Η κόμισσα την περιφρόνησε. «Κύριε Γουαντσγουόρθ, δεν θέλετε να δεχτείτε τέτοιες γυναίκες εδώ. Αν μαθευτεί ότι της επιτρέψατε έστω να πλησιάσει την είσοδο, σίγουρα ο εργοδότης σας θα σας απολύσει. Η αδελφή της είναι εξίσου απαίσια». Η Τίλι έγινε έξαλλη. «Πείτε ό,τι θέλετε για εμένα, κυρία μου, αλλά μην τολμήσετε να συκοφαντήσετε την αδελφή μου». «Σίγουρα είναι οικογενειακό σας χαρακτηριστικό. Είδα την αδελφή σου να τριγυρίζει τους κυρίους μας και σε διαβεβαιώ ότι φρόντισα να μην επιτρέψει καμία μητέρα στον γιο της να της παραχωρήσει έστω και μια μέρα. Είναι ανόητη αν νομίζει ότι θα παντρευτεί κάποιο ευγενή.


Μπορώ να διαδώσω τόσες φήμες…» «Σας προειδοποιώ, κυρία μου. Έχω πάντα ένα πιστόλι στο τσαντάκι μου. Φυσικά δεν θα σας σκότωνα, αλλά θα μπορούσα να σας αφήσω με μια ουλή που σίγουρα θα κατέστρεφε τη γραμμή του υπέροχου ντεκολτέ σας». Η λαίδη Μπλάνφορντ απάντησε κοφτά: «Βλέπετε, κύριε Γουαντσγουόρθ; Βλέπετε γιατί δεν μπορείτε να επιτρέψετε σε αυτή την άθλια γυναίκα να περάσει; Βλέπετε πώς με απειλεί;». «Μάλιστα». Κοίταξε απολογητικά την Τίλι. «Με συγχωρείτε, κυρία μου, αλλά…» «Λαίδη Λαντσντάουν, δεσποινίς Χάμερσλι. Ήρθατε!» Η Τίλι γύρισε και είδε τη δούκισσα του Λόβινγκτον να έρχεται πίσω από τη λαίδη Μπλάνφορντ. Χαμογελούσε πλατιά και ήταν η προσωποποίηση της ηρεμίας. Έβαλε τα χέρια της στους ώμους της Τίλι, τη φίλησε στο μάγουλο κι έπειτα έκανε το ίδιο και με την Τζίνα. «Σας περιμέναμε». «Δούκισσα…» Δεν ήξερε τι άλλο να πει. Η δούκισσα πήρε το χέρι της και την έπιασε αγκαζέ, σαν να σχημάτιζε έναν άρρηκτο δεσμό ανάμεσά τους. Της έκλεισε το μάτι και χάιδεψε το χέρι της. «Κύριε Γουαντσγουόρθ, η λαίδη Λαντσντάουν και η δεσποινίς Χάμερσλι θα καθίσουν μαζί μου για τσάι. Σίγουρα θα δείτε τα ονόματά τους σημειωμένα στο τραπέζι μου». «Σίγουρα θα αστειεύεστε», είπε με νόημα η λαίδη Μπλάνφορντ. «Κι όμως, όχι», απάντησε ήρεμα η δούκισσα. «Με συγχωρείτε, εξοχότατη», είπε ο κύριος Γουαντσγουόρθ. «Δεν βλέπω…» Σήκωσε το κεφάλι, είδε την αποφασιστική έκφραση της δούκισσας, χαμήλωσε πάλι το βλέμμα. «Α, ναι, εδώ είναι. Μάλλον δεν το πρόσεξα την πρώτη φορά». «Το φαντάστηκα. Θαυμάζω την επιμονή σας να λυθεί ικανοποιητικά το ζήτημα. Θα σας επαινέσω στον ιδιοκτήτη». «Σας ευχαριστώ, εξοχότατη». «Ελάτε», είπε η δούκισσα στην Τίλι και την Τζίνα. Η λαίδη Μπλάνφορντ είχε το θράσος να μπει μπροστά στη δούκισσα. «Κύριε Γουαντσγουόρθ, πρέπει να επιμείνω. Μην επιτρέψετε να μπουν αυτά τα σκουπίδια». «Ελάτε τώρα, κόμισσα», είπε ήρεμα αλλά αποφασιστικά η δούκισσα. «Πιστεύετε πραγματικά ότι θα σας κάνει το χατίρι, όταν ξέρει πως αυτό σημαίνει ότι η παρέα μου θα φύγει αμέσως και δεν θα επιστρέψει ποτέ ξανά; Και ας μην ξεχνάμε το πιστόλι της λαίδης Λαντσντάουν. Οι ουλές μπορεί να είναι σύμβολο θάρρους, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι κάτι τέτοιο ισχύει στην περίπτωσή σας. Και τώρα κάντε στην άκρη και μην κάνετε άλλη σκηνή, γιατί η μόνη που θα φύγει είστε μάλλον εσείς». Η κόμισσα έκανε ό,τι της είπε, κοιτάζοντας την Τίλι. «Από εδώ, κυρίες μου». Η δούκισσα έδειξε ότι έπρεπε να περάσουν πρώτες στην τραπεζαρία. Καθώς προχωρούσε, η Τίλι άκουσε τη δούκισσα να λέει: «Ίσως έχετε ακούσει ότι αύριο βράδυ η μητέρα μου διοργανώνει έναν χορό, λαίδη Μπλάνφορντ. Μπορεί να έχετε πάρει και πρόσκληση. Αν ναι, αγνοήστε την. Η μητέρα μου δεν ανέχεται τους κακόβουλους ανθρώπους». Έπειτα η δούκισσα έδειξε στην Τίλι και την Τζίνα ένα τραπέζι κοντά στο παράθυρο. «Δούκισσα, εκτιμώ πολύ όσα κάνατε, αλλά δεν θέλω να σας επιβάλουμε την παρουσία μας», είπε ήρεμα η Τίλι. «Κανένα πρόβλημα». Η δούκισσα τους χαμογέλασε. «Όλοι έχουμε αναγκαστεί να


αντιμετωπίσουμε τέτοιου είδους ανθρώπους. Είναι πολύ ενοχλητικό, αλλά να ’μαστε τώρα εδώ». Τους έδειξε το τραπέζι. «Γνωρίζετε όλες τις κυρίες;» Τις γνώριζε. Οι δούκισσες του Άβεντεϊλ και του Άσμπερι, η κόμισσα του Γκρέιλινγκ και η κυρία Ντρέικ Ντάρλινγκ. Ναι, ο κύριος Γουαντσγουόρθ δεν θα χαιρόταν καθόλου αν έφευγαν η δούκισσα και οι φίλες της. Μόλις κάθισαν, η Τζίνα είπε: «Είναι μεγάλη μας τιμή να πάρουμε το τσάι μας μαζί σας». «Λοιπόν, δεσποινίς Χάμερσλι, μάθαμε ότι αναζητάτε σύζυγο», είπε η κυρία Ντάρλινγκ. «Δεν μας αρέσει τίποτα περισσότερο από τα προξενιά. Ίσως μπορούμε να βοηθήσουμε». «Ο λόρδος Ρέξτον προσπάθησε να με βοηθήσει, αλλά δεν σταθήκαμε και πολύ τυχεροί». «Ένας άντρας που αποφεύγει τον γάμο ίσως δεν είναι ο καταλληλότερος για να βοηθήσει κάποιον άλλο να παντρευτεί», είπε η δούκισσα του Άσμπερι. «Ας συζητήσουμε λίγο τη στρατηγική μας». Ενώ οι κυρίες άρχισαν να βομβαρδίζουν την Τζίνα με ερωτήσεις σχετικά με τις προτιμήσεις της, η δούκισσα του Λόβινγκτον έσκυψε προς το μέρος της Τίλι. «Έμαθα ότι αρνηθήκατε την πρόταση της μητέρας μου». «Θεώρησα πως ήταν το καλύτερο». «Ο αδελφός μου νοιάζεται πολύ για εσάς». «Γι’ αυτό είναι το καλύτερο». «Γιατί θεωρείτε πως η κοινωνία δεν θα συγχωρήσει τις πράξεις σας και δεν θα σας αποδεχτεί». Η Τίλι έγνεψε καταφατικά. «Κι όμως, είστε εδώ με τρεις δούκισσες, μια κόμισσα και τη σύζυγο ενός από τους πλουσιότερους άντρες του Λονδίνου. Νομίζω, λαίδη Λαντσντάουν, ότι άλλος είναι ο λόγος της επιφυλακτικότητάς σας. Ίσως πρέπει να το σκεφτείτε». Δάγκωσε το κάτω χείλος της και η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά. «Έχω κάνει λάθος στο παρελθόν», ψιθύρισε. «Φοβάμαι πως θα τον απογοητεύσω και δεν θα μπορεί να με αγαπά για πάντα». «Πάντα. Αυτό δεν θέλουμε; Μια αγάπη για πάντα. Το ξέρετε πως ο σύζυγός μου σχεδόν με έδιωξε, γιατί υπάρχει μια πιθανότητα να πεθάνω πριν γεράσουμε και δεν άντεχε στη σκέψη ότι θα με χάσει; Για κάποιους το πάντα είναι πολύ σύντομο. Για άλλους κρατά πολύ. Σημασία έχει να έχουμε μια ευκαιρία να το ζήσουμε».


Κεφάλαιο 21 Δυο νύχτες αργότερα, ο Ρέξτον είχε ακόμα πολύ κακή διάθεση. Είχε σκεφτεί να πάει στο Γουαϊτσάπελ, ελπίζοντας να πέσει πάνω σε κάποιο αλήτη για να ξεσπάσει τον θυμό του, αλλά φοβόταν ότι μπορεί να το παράκανε και να βρισκόταν στη φυλακή. Και σίγουρα δεν ήθελε να ξυπνήσει πάλι στο πάτωμα του Τζέιμι. Έτσι, πήγε στους Δράκους, όπου ήξερε ότι θα έβρισκε ένα παιχνίδι με πολύ υψηλά στοιχήματα σε κάποιο ιδιωτικό δωμάτιο. Μέχρι στιγμής είχε χάσει κάθε παρτίδα. Δεν τον ενδιέφερε να κλέψει ούτε να κερδίσει. Ήταν εκεί μόνο για την παρέα και για το ουίσκι που έβαζε συνεχώς στο ποτήρι του ο υπηρέτης. Ίσως δεν θα έπρεπε να είναι τόσο εγωιστής και να θέλει να περάσει τόσο πολύ χρόνο με την Τίλι. Αν την είχε φέρει εδώ, όπου έπαιζε συχνά χαρτιά με τους φίλους και τους συγγενείς του, να την είχαν αποδεχτεί. Κανείς δεν θα την κοίταζε αδιάκριτα ούτε θα της έκανε επίθεση εκεί μέσα. Θα την υποδέχονταν απλώς και μόνο επειδή τον συνόδευε. Όχι, αυτό δεν ήταν αλήθεια. Θα την υποδέχονταν χάρη στον ίδιο της τον εαυτό, στη δύναμή της, στη γοητεία της, στην αξία της. Η Τίλι θα είχε αποδείξει ότι αξίζει τον σεβασμό τους. Ίσως τότε να σκεφτόταν να διατηρήσει για πάντα αυτό που υπήρχε ανάμεσά τους, αντί να το αντιμετωπίζει ως μια σύντομη σχέση. Παρόλο που αρχικά αυτό ήταν το μόνο που περίμενε κι εκείνος. Ήπιε το λιγοστό ουίσκι που είχε απομείνει στο ποτήρι του και περίμενε υπομονετικά τον υπηρέτη να το γεμίσει. Να πάρει η ευχή! Του έλειπε πολύ. Το σπίτι του έμοιαζε πιο ήσυχο, πιο μοναχικό τις νύχτες. Δεν άντεχε καν να μένει εκεί μέσα. «Συνάντησα τη λαίδη Λαντσντάουν τις προάλλες στο Ρόγιαλ Τι Πάλας», του είπε η Γκρέις με τον ίδιο χαλαρό τρόπο που πετούσε τα χαρτιά της. Κι όμως, εκείνος, είχε ταραχτεί λες και η αδελφή του τον είχε τρυπήσει με ένα καυτό σίδερο. Ήθελε να μάθει κάθε λεπτομέρεια και ταυτόχρονα να ικετεύσει την Γκρέις να μην του πει τίποτα περισσότερο. «Απείλησε τη λαίδη Μπλάνφορντ με πιστόλι!» Πριν από μια βδομάδα, θα είχε βάλει τα γέλια, θα ένιωθε περήφανος για τις πράξεις της. Να πάρει! Δεν μπορούσε παρά να νιώσει ικανοποίηση για το θάρρος της. Ευχόταν να το είχε δει με τα μάτια του. «Μου φάνηκε εξίσου δυστυχισμένη μ’ εσένα», συνέχισε η Γκρέις. «Μια και δεν την έφερες εδώ απόψε, να υποθέσω ότι αυτό που είχατε τελείωσε;» Ενώ όλοι ήταν συγκεντρωμένοι στα χαρτιά που κρατούσαν, ήξερε ότι οι άλλοι στο τραπέζι –ο Λόβινγκτον, ο δούκας και η δούκισσα του Άβεντεϊλ, ο Τζέιμι, οι δίδυμες Σουίντλερ, και ο Ντρέικ– είχαν καταλάβει το θέμα της συζήτησης. «Αποφασίσαμε ότι δεν ταιριάζουμε». «Κρίμα. Τη συμπάθησα πολύ». Κοίταξε την αδελφή του. «Από δυο λόγια που ανταλλάξατε στο πάρκο;» «Όχι, ήπιαμε μαζί τσάι. Την κάλεσα να καθίσει στο τραπέζι μας. Μου ζήτησες να την καλωσορίσω και το έκανα» Αφού άνοιξε τα χαρτιά της, η Γκρέις μάζεψε τις μάρκες από το κέντρο του τραπεζιού μπροστά της, ψηλώνοντας ακόμα περισσότερο τον σωρό. Ήταν η πιο επιδέξια κλέφτρα απ’ όλους. «Θα το έκανα έτσι κι αλλιώς, όμως. Η λαίδη Μπλάνφορντ τής φέρθηκε απαίσια και δεν μου αρέσουν οι νταήδες».


Χαμογέλασε στη σκέψη της αδελφής του και της Τίλι μαζί. Θα έκαναν φοβερό δίδυμο. «Είμαι σίγουρος ότι θα έβαζε τη λαίδη Μπλάνφορντ στη θέση της και θα τακτοποιούσε το ζήτημα ικανοποιητικά». «Αναμφίβολα. Και πάλι, όμως, είναι πάντα ευχάριστο να ξέρεις ότι έχεις κάποιον στο πλευρό σου». Είχαν μοιράσει τα χαρτιά. Ο Ρέξτον είδε τα δικά του και αναστέναξε. Η Γκρέις σίγουρα θα κέρδιζε. Το πρόβλημα ήταν πως δεν τον ένοιαζε αν απόψε έχανε μια περιουσία, γιατί είχε ήδη χάσει το μοναδικό πράγμα που είχε σημασία: μια ζωή μαζί με την Τίλι.

∞ Έχοντας ήδη αγοράσει το εισιτήριό της για το ατμόπλοιο, η Τίλι ήξερε πως θα ήταν πίσω στη Νέα Υόρκη στο τέλος του μήνα. Παραδόξως δεν ήταν πια ενθουσιασμένη που θα άφηνε αυτή την πόλη και τους απαίσιους ανθρώπους της. Ίσως γιατί θα της έλειπε τόσο πολύ η Τζίνα. Και θα ανησυχούσε γι’ αυτήν. Ακριβώς όπως ανησυχούσε τώρα που η Τζίνα δεν μιλούσε με ενθουσιασμό με την προοπτική του αποψινού χορού. Καθόταν σαν άγαλμα στην τουαλέτα της ενώ η Άνι της έπιανε τα μαλλιά σε έναν περίτεχνο κότσο, που την έκανε να μοιάζει μεγαλύτερη και πιο σοφή. «Μακάρι να ξανασκεφτόσουν το ενδεχόμενο να έρθεις στον χορό», είπε η Τζίνα, κοιτάζοντας την αντανάκλαση της Τίλι στον καθρέφτη, παρότι καθόταν στην άλλη άκρη του δωματίου. Δεν συνήθιζε να βλέπει την αδελφή της να ετοιμάζεται για κάποια έξοδο, αλλά, γνωρίζοντας πως ο χρόνος τους μαζί ήταν λίγος, ένιωθε πως η κάθε στιγμή ήταν ακόμα πιο πολύτιμη. «Δεν θα βγει σε καλό». Απλώς θα αναζωπύρωνε την ελπίδα, την οποία θα έπρεπε να καταρρίψει με την αλήθεια: το παρελθόν της ήταν ακόμα πιο σκανδαλώδες από της μητέρας του Ρεξ κι έτσι τα παιδιά τους μπορεί να υπέφεραν ακόμα περισσότερο από εκείνον. Είχε σκεφτεί πολύ τις αποκαλύψεις του. Τα παιδιά ήταν όντως σκληρά και τα δικά τους θα ήταν λιγότερο αποδεκτά ακόμα και από την ίδια. «Διαφωνώ, Τίλι». Η Τζίνα γύρισε στην καρέκλα της και την κοίταξε, ενώ η υπηρέτριά της προσπαθούσε να τελειώσει το χτένισμα. «Τις τελευταίες πέντε μέρες είσαι χάλια. Τόσο λυπημένη, που δυσκολεύομαι να είμαι ευτυχισμένη κοντά σου». Χάρηκε για πρώτη φορά μετά την αποχώρηση του Ρέξτον από το σαλόνι της. «Είσαι ευτυχισμένη;» «Όχι βέβαια. Φεύγεις». «Το ήξερες πάντα ότι θα έφευγα». «Ήλπιζα ότι θα παντρευόμουν κάποιον που θα σε αποδεχόταν και θα έμενες», «Πιστεύεις ότι μπορεί να παντρευτείς τον Σομερντέιλ;» Η Τζίνα ανασήκωσε τους ώμους και αναστέναξε. «Δεν ξέρω. Τον συμπαθώ πολύ, αλλά το φλερτ είναι σαν να δοκιμάζεις σοκολατάκια, έτσι δεν είναι; Δεν ξέρεις αν έχεις φάει το καλύτερο μέχρι να δοκιμάσεις όλο το κουτί». Η Τίλι σηκώθηκε απότομα. «Δεν έχει καμία σχέση με τα σοκολατάκια. Μια κυρία δεν δοκιμάζει ένα ολόκληρο κουτί από… άντρες». «Τότε πώς ξέρεις;» Η Τίλι δεν ήταν σίγουρη πώς να της το εξηγήσει. Άρχισε να βηματίζει ανάμεσα στην ντουλάπα


και το κρεβάτι. «Το ξέρεις γιατί σε κάνει ευτυχισμένη όταν είναι μαζί σου, αλλά και όταν λείπει. Όταν είναι μαζί σου…» Σταμάτησε στο κρεβάτι και πέρασε το χέρι της από το περίτεχνο σκάλισμά του. «Ολόκληρο το σώμα σου είναι σαν να χαμογελά. Και θέλεις απεγνωσμένα να τον συναντήσεις μόνη για να σε φιλήσει». Το κρεβάτι της δεν έμοιαζε ποτέ τόσο μεγάλο, τόσο ψυχρό, τόσο αφιλόξενο από τότε που δεν περνούσε πια τις νύχτες της με τον Ρεξ. Κάθε βράδυ φοβόταν να ξαπλώσει κάτω από τα σκεπάσματα, να μείνει εκεί μόνη της, κοιτάζοντας το παράθυρο, την κουνουπιέρα, το σκοτάδι, νιώθοντας την απουσία του σαν πόνο στο στήθος. «Και όταν δεν είναι μαζί σου;» ρώτησε η Τζίνα. «Τότε εύχεσαι να ήταν». Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και δεν ξαφνιάστηκε καθόλου που η Τζίνα την πλησίασε. «Σου λείπει ο Ρέξτον, έτσι;» Τόσο πολύ, που δεν ήθελε καν να το σκέφτεται. «Θα χορέψεις μαζί του απόψε;» «Φαντάζομαι πως ναι. Είναι ο χορός της μητέρας του, οπότε μάλλον θα είναι εκεί». Θα είναι υπέροχος με τα βραδινά του ρούχα, ενώ θα μιλά με τις άλλες κυρίες, θα τους χαμογελά, θα τις φλερτάρει. Είχε τελειώσει μαζί της. Είχε προχωρήσει πολύ εύκολα. Ίσως μια μέρα να προχωρούσε κι εκείνη, παρότι δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της με κάποιον άλλο. Η Τζίνα έπιασε το χέρι της, το έσφιξε, σαν να ήξερε το μελαγχολικό μονοπάτι που ακολουθούσαν οι προδοτικές της σκέψεις. «Ήμουν μόλις δεκατριών όταν παντρεύτηκες τον Ντάουνι», της είπε η αδελφή της. «Ακόμα και στην αρχή, όταν σε έβλεπα μαζί του, σκεφτόμουν, “Η αγάπη δεν είναι και τόσο σπουδαίο πράγμα τελικά”. Νόμιζα πως η αγάπη έπρεπε να σε μεταμορφώνει και να σε γεμίζει χαρά. Άρχισα να σκέφτομαι πως ίσως δεν τη θέλω, πως ίσως θα ήμουν πιο ευτυχισμένη χωρίς αυτήν». «Τζίνα…» «Άφησέ με να τελειώσω», της είπε κοφτά, πιο απότομα από όσο είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν. «Θέλω να καταλήξω κάπου. Ξέρω ότι με θεωρείς αφελή και αθώα, και ίσως λίγο επιπόλαιη, γιατί αρνούμαι να πάρω τον κόσμο στα σοβαρά, αλλά σε παρακολουθούσα, Τίλι. Σε παρακολουθούσα να μεταμορφώνεσαι σε εκείνο το δυστυχισμένο πλάσμα που μου ήταν τόσο ξένο. Σπάνια χαμογελούσες πια, δεν γελούσες ποτέ. Χάρηκα όταν τον χώρισες, όταν δεν ήταν πια στην καθημερινότητά σου. Ένιωσα ότι έφυγε από πάνω σου ένα μεγάλο βάρος. Και σκέφτηκα: “Έκανε απλώς μια κακή επιλογή. Εγώ όχι. Θα διαλέξω μια αγάπη που θα με εξυψώνει”». «Τον Σομερντέιλ;» «Ίσως. Ή μπορεί και όχι. Γιατί τώρα σε έχω δει ερωτευμένη – και κυρίως έχω δει έναν άντρα ερωτευμένο μαζί σου. Ξέρω πως η αγάπη κάνει τα μάτια μιας γυναίκας να λάμπουν και έναν άντρα να λιώνει. Ξέρω πως κάνει τα βήματά σου ανάλαφρα, όταν τρέχεις σε μια άμαξα τα μεσάνυχτα για να σε οδηγήσει σε μια πονηρή βραδιά…» «Τζίνα, δεν έπρεπε να το μάθεις ποτέ αυτό». «Δεν ξέρω γιατί κοκκινίζεις. Δεν το βλέπεις; Μου έδειξες πώς είναι ο κόσμος που θέλω. Δεν θέλω απλώς να είμαι μέλος της αριστοκρατίας. Θέλω να βρω κάποιον που να με αγαπά όσο βαθιά σε αγαπά ο Ρέξτον – κάποιον που θα λατρεύω όσο τον λατρεύεις εσύ». «Δεν είμαι η κατάλληλη γι’ αυτόν. Χρειάζεται μια σύζυγο που να είναι ευπρόσδεκτη σε μια καταραμένη τσαγερί».


«Νομίζω πως το αντιμετώπισες με πολλή χάρη». Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και έκανε μια γκριμάτσα. «Αν και θα προτιμούσα να έχεις βγάλει το πιστόλι σου από την τσάντα. Σίγουρα θα ήθελε να δω την αδελφή του Ντάουνι να το βάζει στα πόδια. Δεν θα σου πρόβαλλε καμία αντίσταση». Η Τίλι χαμογέλασε. «Πράγματι». «Νομίζω πως ο Ρέξτον θα ήταν περήφανος για εσένα, Τίλι. Τι σημασία έχει τι λένε ή τι κάνουν οι άλλοι όταν έχεις ανθρώπους να σε αγαπούν;» «Οι πράξεις και τα λόγια των άλλων, όμως, δεν επηρεάζουν μόνο εμένα». Άγγιξε τρυφερά το μάγουλο της αδελφής της. «Επηρεάζουν και αυτούς που αγαπώ. Επηρεάζουν εσένα. Κοίταξε αυτή τη σεζόν. Θα έπρεπε να είσαι το επίκεντρο σε κάθε χορό, με τους επίδοξους συζύγους να συρρέουν κάθε απόγευμα στην πόρτα μας και τα λουλούδια να γεμίζουν την είσοδο του σπιτιού μας κάθε πρωί. Δεν συμβαίνει, όμως, τίποτα από όλα αυτά εξαιτίας μου». «Ίσως να μην είσαι εσύ ο λόγος που δεν έχω πολλούς θαυμαστές. Ίσως να φταίω εγώ. Ίσως να μην είμαι αξιαγάπητη». «Μη λες ανοησίες. Μην αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου. Όλοι οι λόρδοι θέλουν έναν διάδοχο, Τζίνα. Όταν φύγω, θα έχεις να διαλέξεις ανάμεσα σε δεκάδες άντρες. Απλώς μην τους δοκιμάσεις». Η Τζίνα χαμογέλασε πονηρά. «Ούτε καν ένα φιλί από τον καθέναν». «Σε καμία περίπτωση!» «Χωρίς εσένα εδώ, δεν ξέρω αν θα μπορώ να συγκρατηθώ και να φέρομαι σωστά». «Τότε θα προσλάβω έναν κηδεμόνα πριν φύγω». Κάποια κυρία μεγαλύτερης ηλικίας, με κοφτερό μάτι και κοφτερή γλώσσα, που θα κρατούσε τους κυρίους στη θέση τους. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και ξεπρόβαλε το κεφάλι μιας υπηρέτριας. «Ήρθε ο κύριος Χάμερσλι». «Πες στον θείο μου ότι θα είμαι κάτω σε ένα λεπτό», είπε η Τζίνα και έπειτα κοίταξε πάλι την Τίλι. «Είσαι σίγουρη πως δεν θα έρθεις;» «Είμαι σίγουρη». «Δεν μου αρέσει που τους αφήνεις να κερδίσουν». Σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήρε το σάλι και τη βεντάλια της, στράφηκε προς την πόρτα, σταμάτησε και κοίταξε την Τίλι. «Αφού ο Ρέξτον δεν μπορεί να έχει εσένα, ίσως αρκεστεί στην αδελφή σου». Η Τίλι ένιωσε λες και η Τζίνα είχε πιάσει ένα μαχαίρι και της το έχωσε στην καρδιά. «Δεν νομίζω ότι ταιριάζετε». «Μπορεί να έχεις δίκιο, αλλά, ό,τι κι αν νιώθεις τώρα, σκέψου πόσο χειρότερα θα είναι όταν διαβάσεις για τους αρραβώνες του στην εφημερίδα». «Είσαι μια μικρή μάγισσα». Η Τζίνα χαμογέλασε πλατιά. «Μπορεί. Σκέψου το, όμως, Τίλι». Δεν θα το σκεφτόταν – τον Ρέξτον με κάποια άλλη. Ήθελε να έχει την ευτυχία που του άξιζε. Ακόμα κι αν δεν ήταν μαζί της. Ακολούθησε την αδελφή της στη σκάλα, επαναλαμβάνοντας αυτό το θλιβερό τελετουργικό. Την είδε να κατεβαίνει, την υπηρέτριά της να την ακολουθεί ως κηδεμόνας, τον θείο της να χαιρετά την Τζίνα και έπειτα να της κάνει ένα νεύμα επιδοκιμασίας, και τους δυο τους να απομακρύνονται από το σπίτι. Χωρίς εκείνη, φυσικά.


Γύρισε στο δωμάτιό της και της κόπηκε η ανάσα βλέποντας ένα μοβ φουστάνι απλωμένο στο κρεβάτι της, με την πρόσκληση πάνω στο μπούστο. Η αδελφή της ήταν σατανική. «Ω Τζίνα». Σήκωσε προσεκτικά το φόρεμα σαν να περίμενε να της κάψει τα δάχτυλα. Ίσως θα έπρεπε να παραβρεθεί ώστε η Τζίνα –και ο Ρέξτον– να καταλάβει επιτέλους για ποιο λόγο ήταν αδύνατον να μείνει. Τι είχε να χάσει; Στο κάτω κάτω είχε ήδη χάσει τον άντρα που την ενδιέφερε.


Κεφάλαιο 22 Ο Ρέξτον είχε δίκιο. Στο σπίτι των γονιών του, το μεγάλο σαλόνι –αλλά και τα γύρω δωμάτια– ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων τριγύριζε ανάμεσά τους, ενώ άλλοι καλεσμένοι έβγαιναν στη βεράντα και στον κήπο. Του θύμιζε ένα μελίσσι που είχε παρακολουθήσει μαγεμένος ως μικρό αγόρι κάποτε. Μόνο που η αποψινή βραδιά δεν ήταν εξίσου διασκεδαστική. Είχε ζητήσει να γίνει ο χορός και έτσι ήταν υποχρεωμένος να μείνει στο σαλόνι και να συζητά ή να χορεύει πού και πού και με τις κυρίες. Ακόμα και εκείνος, όμως, είχε ανάγκη από ένα διάλειμμα. Ήταν η πρώτη στιγμή που είχε μείνει μόνος, χωρίς να συζητά με κάποιον. Έπινε τη σαμπάνια του και πάλευε να μη σκέφτεται την Τίλι. Πόσο θα ήθελε αυτή τη νύχτα μαζί της για να της δείξει ότι το παρελθόν μπορεί να ξεχαστεί – ή τουλάχιστον να μη συζητούν γι’ αυτό τόσο έντονα. Είχε δει την Τζίνα να καταφτάνει με τον θείο της και την καταραμένη την υπηρέτρια στη θέση του κηδεμόνα. Ήξερε, εξάλλου, ποιοι είχαν αποδεχτεί την πρόσκληση, γιατί τους ανήγγειλαν δυνατά στην κορυφή της σκάλας, πριν αρχίσουν να κατεβαίνουν σε εκείνη τη νύχτα που γι’ αυτόν μετατρεπόταν σταδιακά σε κόλαση. Δεν τον ενδιέφερε καμία συζήτηση, απλώς του θύμιζε τις αμέτρητες συζητήσεις που είχε κάνει με την Τίλι. Κάθε λέξη που είχαν ανταλλάξει είχε χαραχτεί στη μνήμη του. Καμία παρτενέρ στον χορό δεν τον ικανοποιούσε. Ενώ δεν είχε χορέψει ποτέ με την Τίλι, την είχε κρατήσει στην αγκαλιά του και κυριολεκτικά πονούσε από τη λαχτάρα να το ξανακάνει. Δεν μπορούσε να το συλλάβει ακριβώς: δεν θα ξαναμύριζε το άρωμά της, δεν θα την ξανακοίταζε στα μάτια, δεν θα άκουγε ξανά τη φωνή της. Δεν θα της έκανε ποτέ ξανά έρωτα. Ήταν πολύ πιθανόν να πέθαινε μόνος, μια και δεν μπορούσε να φανταστεί κάποια άλλη γυναίκα να του ξυπνά την επιθυμία, το πάθος. Τον είχε καταστρέψει. Ποτέ δεν θα ξανάβρισκε τον ενθουσιασμό του σε μια σχέση με κάποια άλλη γυναίκα. Ακόμα και η προετοιμασία για το αποψινό βράδυ ήταν μια επίπονη άσκηση, όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για τον μπάτλερ του. Ο Ρέξτον είχε να ξυριστεί από εκείνο το απόγευμα που βγήκε –μάλλον που όρμησε– έξω από το σπίτι της Τίλι. Μπορεί να μην έβαζε καν ξυράφι στο πρόσωπό του, αν ο μπάτλερ του δεν τον είχε προειδοποιήσει ότι έμοιαζε με άγριο θηρίο. Είχε περιποιηθεί τον εαυτό μου μόνο και μόνο γιατί δεν ήθελε να ανησυχήσει η μητέρα του, μιας και στην πραγματικότητα δεν έδινε δεκάρα για την εμφάνισή του ή για οτιδήποτε άλλο. «Πίνεις σαμπάνια;» Σκέφτηκε πως θα έπρεπε μάλλον να είναι ευγνώμων για τη διακοπή, αφού τον απάλλαξε από τις σκοτεινές του σκέψεις, και γύρισε να κοιτάξει τον αδελφό του. «Ήταν το μόνο που βρήκα». «Παλιά έμενες εδώ. Σίγουρα ξέρεις πού να βρεις κάτι καλύτερο». Ο Άντριου πήρε το ποτήρι του Ρέξτον κι άδειασε το αφρίζον περιεχόμενο στη γλάστρα της φτέρης εκεί κοντά. «Θα το κάψεις το φυτό». «Πάρε στη μητέρα ένα καινούριο». Ο Άντριου έβγαλε ένα φλασκί από την τσέπη του και γέμισε το ποτήρι με ένα κεχριμπαρένιο υγρό πριν το ξαναδώσει στον Ρέξτον. «Δείχνεις να χρειάζεσαι απεγνωσμένα κάτι πιο δυνατό».


Κούνησε καταφατικά το κεφάλι, ήπιε μια μεγάλη γουλιά ουίσκι και απόλαυσε το κάψιμο που ένιωσε. Ναι, αυτή η έντονη γεύση ήταν ό,τι χρειαζόταν, μια κλοτσιά που ίσως τον βοηθούσε να αντέξει όλη τη βραδιά. «Δεν συνηθίζεις να πηγαίνεις σε χορούς». «Είναι ο χορός της μητέρας. Εξάλλου, μου έκανε κήρυγμα για το πόσο σημαντική είναι η παρουσία μου, ενώ μου τόνισε ότι πρέπει να φροντίσω να νιώσει ευπρόσδεκτη η λαίδη Λαντσντάουν. Κατάλαβα, λοιπόν, περί τίνος πρόκειται. Συγγνώμη που τα πράγματα δεν πήγαν όπως σχεδίαζες για εσένα και τη λαίδη σου», είπε ο Άντριου. «Φαίνεται να σου αρέσει πολύ». Ο Ρέξτον παραλίγο να αρχίσει να απαριθμεί όλα τα προτερήματά της, αλλά ήξερε πως, αν ξεκινούσε, θα κρατούσε τον αδελφό του αιχμάλωτο για όλο το βράδυ, οπότε απλώς ανασήκωσε τους ώμους λες και η απογοήτευσή του δεν είχε καμία σημασία. «Ίσως γνωρίσω απόψε κάποια κατάλληλη για φλερτ». Σε καμία απολύτως περίπτωση. Δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι θα φλέρταρε κάποια κυρία στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον. «Πώς είναι η ηθοποιός σου;» Κοιτάζοντας μπροστά, ο Άντριου ήπιε μια γουλιά από το φλασκί του. «Χωρίσαμε». «Άρα δεν θα σε συναντήσω σύντομα στο θεωρείο μου». «Μπορεί και να το χρησιμοποιήσω. Πραγματικά δεν σε ενδιαφέρει η δεσποινίς Χάμερσλι;» «Καθόλου». Το ύφος του αδελφού τον ξάφνιασε και γύρισε να τον κοιτάξει. «Μη μου πεις ότι ενδιαφέρει εσένα». Ο Άντριου άλλαξε στάση. «Δεν μου φαίνεται κι άσχημη κι αυτές οι Αμερικανίδες είναι πολύ πιο τολμηρές από τα ρόδα της Αγγλίας». «Ο Σομερντέιλ της έχει δείξει το ενδιαφέρον του». Αν και, απ’ ό,τι ήξερε, την είχε επισκεφθεί μόνο μια φορά. «Δεν θα είναι ευτυχισμένη μαζί του». «Δεν το ξέρεις αυτό». Ο Άντριου γέλασε. «Ξέρω πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζεις». «Το καλό που σου θέλω να μην την πληγώσεις», τον προειδοποίησε ο Ρέξτον. «Νόμιζα πως δεν έχεις πια σχέσεις μαζί της». «Δεν είναι πια υπό την προστασία μου…» Να πάρει η ευχή! «Είναι υπό την προστασία μου. Ο θείος της είναι άχρηστος. Εξάλλου, φαίνεται πως η Γκρέις και οι φίλες της έχουν αναλάβει το ζήτημα και σκοπεύουν να της βρουν έναν κατάλληλο σύζυγο». «Και δεν θεωρείς ότι πληρώ τις προϋποθέσεις». «Μόνο αν νομίζεις ότι μπορείς να την αγαπήσεις». Ήπιε το ουίσκι του και άφησε στην άκρη το ποτήρι. «Να ξέρεις ότι θα την προειδοποιήσω για εσένα, όσο χορεύουμε». Ο Άντριου χαμογέλασε. «Θα την πείσω ότι είπες ψέματα, όταν χορέψω μαζί της μετά από εσένα». «Μιλάω σοβαρά, Άντριου. Ξέρω ότι δεν έχεις σκοπό να παντρευτείς, γι’ αυτό μείνε μακριά της». «Ένας χορός δεν βλάπτει». Είχε σκεφτεί το ίδιο το πρώτο βράδυ που χόρεψε μαζί της. Τον είχε οδηγήσει σε ένα αναπάντεχο ταξίδι. «Ο Ντρέικ με προειδοποίησε ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν πάντα όπως τα σχεδιάζουμε.


Μείνε μακριά της». Άφησε τον αδελφό του με αυτή τη συμβουλή και πήγε να ψάξει την Τζίνα. Τη βρήκε να συζητά και να ανταλλάσσει χαμόγελα και φιλοφρονήσεις με τρεις κυρίους, που έμοιαζαν να ενδιαφέρονται πραγματικά γι’ αυτήν. Τον είδε και χαμογέλασε. «Λόρδε». Ήταν ευγνώμων που περνούσε όμορφα, που τουλάχιστον η αποψινή βραδιά δεν θα πήγαινε χαμένη. Ήθελε να βρει την ευτυχία η Τζίνα και τον κατάλληλο σύζυγο. Ενώ συμπαθούσε τον Σομερντέιλ, δεν κατάφερε να μην αναρωτηθεί αν είχε δίκιο ο Άντριου. «Με συγχωρείτε, κύριοι, αλλά έχω την τύχη αυτός ο χορός να μου ανήκει». Μόλις έφτασαν στην πίστα, άρχισε να στριφογυρίζει μαζί της, προσπαθώντας να μη σκέφτεται πόσο θα ήθελε να κάνει το ίδιο με την αδελφή της. «Είσαι υπέροχη απόψε, ασύγκριτα όμορφη». «Είστε πολύ ευγενικός, αλλά ξέρω ότι δεν είμαι εγώ αυτή με την οποία θα θέλατε να χορέψετε. Λυπάμαι πάρα πολύ που δεν ήρθε. Προσπάθησα να την πείσω, αλλά δεν με άκουσε». «Δεν πειράζει. Δεν νομίζω να χωρά ακόμα έναν καλεσμένο αυτό το σπίτι». Αν και θα έδιωχνε ευχαρίστως πολλούς από αυτούς για να της κάνει χώρο – γεγονός που μάλλον θα υπονόμευε τον αρχικό του στόχο. «Πάντως νομίζω πως είναι ανόητη». Ίσως εκείνος να ήταν ο ανόητος, που δεν ήθελε να παντρευτεί νωρίτερα, που δεν ήταν εδώ όταν ήταν νεότερη, που δεν την είχε γνωρίσει πριν από τον Ντάουνι. Δεν ήθελε, όμως, να σκέφτεται τι θα μπορούσε να έχει συμβεί. Τι δεν θα συνέβαινε ποτέ. «Φαίνεται πως έχεις τραβήξει την προσοχή πολλών κυρίων απόψε». Το χαμόγελό της ανταγωνιζόταν τα άστρα. «Έχουν ζητήσει κάθε χορό μου. Ελπίζω να μην αποφασίσει κάποιος κύριος να με φλερτάρει σοβαρά, γιατί θα ήθελα να έχω μια ολόκληρη σεζόν σαν την αποψινή βραδιά. Έτσι ήταν και με την Τίλι. Όλοι ήθελαν να είναι μαζί της, να είναι φίλοι της… και μετά έπαψαν». «Εκείνοι χάνουν». Στο τέλος. Το ίδιο και αυτός. «Πήρε το εισιτήριό της για τη Νέα Υόρκη». Τόσο σύντομα; Σταμάτησε να γυρίζει στην πίστα σαν να είχε χτίσει μπροστά του έναν ολόκληρο τοίχο. Το ήξερε πως θα έφευγε φυσικά – τώρα, όμως, είχε έρθει η στιγμή… «Πότε;» «Στο τέλος της βδομάδας». Δεν είχε πολύ χρόνο. «Θα πας μαζί της;» «Όχι. Θα προσλάβει μια κηδεμόνα για εμένα κι εκείνη θα μείνει μόνη». Συνοφρυώθηκε. Όλη η χαρά που είχε νιώσει νωρίτερα είχε εξανεμιστεί. Σήκωσε το γαντοφορεμένο χέρι της και το φίλησε απαλά. «Μην ανησυχείς, μικρή. Δεν θα είναι μόνη». «Τι θα κάνετε;» Αυτό που έπρεπε να έχει κάνει εξαρχής. «Ματίλντα Πέιτζετ. Κόμισσα του Λαντσντάουν!» Η φωνή του αρχιθαλαμηπόλου αντήχησε στο δωμάτιο. Ο Ρέξτον θα έπαιρνε όρκο ότι την ένιωσε να δονείται μέσα του. «Τι είπε;» Κοίταξε το πάνω μέρος της σκάλας. Δεν ήταν ο μόνος. Η μουσική τελείωσε κι άρχισαν οι ψίθυροι, αλλά δεν τον ένοιαζε τίποτα. Τίποτα δεν είχε σημασία. «Ήρθε!» Η Τζίνα αναστέναξε και του έσφιξε το μπράτσο. «Ήρθε! Μου είπε ότι δεν θα ερχόταν».


Στεκόταν εκεί, μέσα στο μοβ φόρεμά της, κοιτάζοντας την αίθουσα. Τολμηρή, υπέροχη, περήφανη. Και έπειτα, η γυναίκα που αγαπούσε περισσότερο από οτιδήποτε στη ζωή του άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα.

∞ Δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο αγχωμένη και τρομοκρατημένη στη ζωή της. Αφού ανήγγειλαν το όνομά της, θα έπαιρνε όρκο πως στο δωμάτιο απλώθηκε τέτοια σιωπή, που μπορούσες να ακούσεις ακόμα και τον θόρυβο που θα έκανε μια καρφίτσα πέφτοντας στο πάτωμα. Όλοι έμειναν ακίνητοι. Κανείς δεν χόρευε πια. Η μουσική σταμάτησε. Καθησύχασε τον εαυτό της πως έφταιγε ότι είχε φτάσει πολύ αργά και οι άνθρωποι ξαφνιάστηκαν από την αργοπορία. Έπειτα, όμως, αντιλήφθηκε τους ψιθύρους, το μουρμουρητό. Είχε κάνει λάθος σίγουρα. Τεράστιο λάθος. Πρόσφατα, όμως, είχε κάνει ένα μεγαλύτερο. Τον είχε αφήσει να φύγει χωρίς να παλέψει. Άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα, παίρνοντας βαθιά ανάσα. Είχε κάνει μόλις τρία βήματα, όταν είδε τον Ρέξτον να ανεβαίνει τρία τρία τα σκαλιά με τα μακριά του πόδια και το διαβολεμένο του χαμόγελο που την έκανε να χαμογελάσει. Θεέ μου! Δεν είχε χαρεί ποτέ τόσο στη ζωή της που έβλεπε κάποιον, κι όχι γιατί δεν θα αντιμετώπιζε μόνη της το πλήθος, αλλά γιατί ήταν απλώς εκεί και έμοιαζε τόσο υπέροχος. Και τόσο χαρούμενος που την έβλεπε. Ίσως δεν τον είχε χάσει ακόμα. Έπειτα, όμως, σταμάτησε, ένα βήμα πιο κάτω. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να απλώσει τα δάχτυλά της και να χαϊδέψει το πιγούνι του, να παίξει με τα μαλλιά του, να τα ακουμπήσει στον ώμο του για να στηριχτεί. «Ήρθες», είπε χαμηλόφωνα και το βλέμμα του έπεσε στο πρόσωπό της κι έπειτα στα μάτια της, κοιτάζοντάς την έντονα σαν να δήλωνε ότι ήταν δική του. «Ναι, έτσι φαίνεται». «Γιατί;» Μια τόσο σύντομη, μια τόσο απλή λέξη για μια απίστευτα περίπλοκη ερώτηση με ακόμα πιο περίπλοκη απάντηση. Στο τέλος, όμως, είχε τόσα πολλά να εξηγήσει, που ξαφνικά συνειδητοποίησε πως δεν ήταν ούτε ο κατάλληλος χρόνος ούτε ο χώρος. «Γιατί ήθελα να έχω την ανάμνηση ενός βαλς μαζί σου». «Νομίζεις πως θα είναι μόνο ένα;» «Δεν ξέρω. Δεν είμαι καν σίγουρη ότι θα χορέψω έστω κι αυτό». «Φαίνεται πως συνεχώς κάνεις λάθος στις εκτιμήσεις σου για τους άντρες. Σου υπόσχομαι πως, όσο έχεις διάθεση, θα χορέψεις πολλά βαλς μαζί μου». Εκείνος είχε κάνει λάθος: για τον λόγο της παρουσίας της… Ήθελε να μπορεί να φύγει για την Αγγλία χωρίς πολλές τύψεις. Και ναι, το ήξερε, μπορεί έτσι οι τύψεις να ήταν λιγότερες, αλλά θα τη στοίχειωναν για πάντα. Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν νιώθεις τα βλέμματα;» «Δεν έχουν συνηθίσει σε τόση ομορφιά». Δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Τον κοίταξε περιφρονητικά. Δεν έλεγε την αλήθεια.


«Δεν ακούς τη σιωπή;» Η κίνησή του είχε κάνει το πλήθος να σωπάσει, αλλά ήξερε πως σύντομα οι ψίθυροι θα άρχιζαν ξανά. «Δεν πειράζει. Οι συζητήσεις τους είναι βαρετές. Κουνούσα απλώς το κεφάλι μου σε δέκα τουλάχιστον συζητήσεις, ακούγοντας τα ασήμαντα θέματά τους». «Ρεξ…» «Ας χορέψουμε το βαλς μας. Πρώτα, όμως, πρέπει να χαιρετήσουμε τους γονείς μου». Της πρόσφερε το μπράτσο του. Τύλιξε γύρω του το χέρι της, απολαμβάνοντας τη δύναμή του καθώς τη συνόδευσε στις ατέλειωτες σκάλες, που έφταναν μέχρι το καλογυαλισμένο πάτωμα, όπου σίγουρα κάποια στιγμή ο κόσμος θα άρχιζε πάλι να χορεύει. Για την ώρα, όμως, έμοιαζαν ικανοποιημένοι παρακολουθώντας απλώς το θέαμα που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια τους, καθώς πλησίαζε ένα από τα πιο ισχυρά και αγαπητά ζευγάρια σε ολόκληρη την Αγγλία. Άφησε το χέρι του Ρεξ και υποκλίθηκε. «Εξοχότατοι». «Καλή μου», είπε ευγενικά η δούκισσα του Γκρεϊστόουν, πιάνοντας το χέρι της Τίλι και σφίγγοντας τα δάχτυλά της. «Χαιρόμαστε πολύ που κατάφερες τελικά να έρθεις. Βλέπω ότι η άφιξή σου ικανοποίησε τον γιο μου κι αυτό μου δίνει μεγάλη χαρά». «Ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση». «Θα είχες δεχτεί κι άλλη νωρίτερα, αλλά είχαμε χρόνια να παραθέσουμε κάποιο χορό». «Αν χόρευα με κάποια άλλη πέρα από τη γυναίκα μου», είπε ο δούκας, «να είσαι βέβαιη ότι σύντομα θα βρισκόσουν στην αγκαλιά μου». «Τιμή μου. Δεν μπορώ να σας ευχαριστήσω αρκετά για την καλοσύνη σας». «Ανοησίες. Ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορούν οι άνθρωποι να μην είναι καλοί. Και τώρα, πηγαίνετε να χορέψετε το βαλς σας». Ο Ρεξ της έδωσε πάλι το χέρι του κι εκείνη το πήρε. Καθώς την οδηγούσε στην πίστα, ο κόσμος παραμέριζε, αν και δεν ήταν σίγουρη πως αυτό είχε να κάνει μαζί της ή με την αποφασιστικότητα στο πρόσωπό του. Όταν πλησίασαν τον εξώστη όπου βρισκόταν η ορχήστρα, είπε: «Ένα βαλς!». Είχε μόλις ακουστεί η πρώτη νότα όταν βρέθηκε στην αγκαλιά του. Την κρατούσε ανάρμοστα κοντά του, καθώς γλιστρούσαν πάνω στην πίστα. «Γιατί ήρθες;» τη ρώτησε. «Για να χορέψουμε ένα βαλς πριν φύγω». Με την άκρη του ματιού της, είδε τον δούκα και τη δούκισσα του Λόβινγκτον να ανεβαίνουν στην πίστα κι έπειτα τον Ντρέικ Ντάρλινγκ και τη σύζυγό του και μετά την Τζίνα και τον λόρδο Άντριου. Έπειτα, ο δούκας και η δούκισσα του Γκρεϊστόουν άρχισαν να κάνουν κύκλους αγκαλιά. «Μου είπες ότι ο πατέρας σου χάνει την όρασή του», του ψιθύρισε. «Τη χάνει. Αν τους παρατηρήσεις προσεκτικά, θα δεις ότι τον καθοδηγεί εκείνη. Αυτό είναι η αγάπη, Τίλι. Να αξιοποιείς όσο καλύτερα μπορείς μια δύσκολη κατάσταση, να κάνεις ό,τι μπορείς για να εξασφαλίσεις την ευτυχία του άλλου. Θέλεις να πας στη Νέα Υόρκη; Θα πας. Και θα έρθω κι εγώ μαζί σου». Ήταν έτοιμη να παρατηρήσει πιο προσεκτικά τους γονείς του, αλλά τα λόγια του την ανάγκασαν να γυρίσει και να τον κοιτάξει στα μάτια. «Εννοείς για επίσκεψη;» «Εννοώ για να ζήσω. Για να μεγαλώνω τα άλογα και τα παιδιά μου με τη γυναίκα που αγαπώ». Κούνησε το κεφάλι της.


«Μα θα κληρονομήσεις τον τίτλο του δούκα. Η ζωή σου είναι εδώ». «Η περιουσία μου είναι εδώ. Η ζωή μου είναι μαζί σου. Μπορώ να τη διαχειρίζομαι από τη Νέα Υόρκη. Θα το έκανα ακόμα και από τον Βόρειο Πόλο, αν χρειαζόταν». «Δεν μπορείς να τα εγκαταλείψεις όλα αυτά για εμένα». Τώρα χόρευαν γύρω τους οι περισσότεροι καλεσμένοι. «Δεν είναι δική μας απόφαση αυτό, Τίλι; Το αν θα είμαστε μαζί, αν είμαστε πιο ευτυχισμένοι μαζί παρά χωριστά; Οι άνθρωποι σε αυτή την αίθουσα που μας κοιτάζουν περιφρονητικά έχουν πραγματικά σημασία; Δεν με ενδιαφέρει αν έχω την έγκρισή τους ή όχι». Δάκρυα άρχισαν να καίνε τα μάτια της. «Δεν καταλαβαίνεις πώς θα είναι πραγματικά. Θα είναι πολύ χειρότερα από όταν ήσουν παιδί. Μη μου ζητάς να σε παρακολουθώ αμέτοχη να γίνεσαι δυστυχισμένος». «Σου ζητώ να σταθείς δίπλα μου και να με κάνεις ευτυχισμένο». Δεν χόρευαν πια. Είχε γονατίσει μπροστά της. «Παντρέψου με». Η μουσική είχε πάλι σταματήσει. Τα ζευγάρια είχαν πάψει να χορεύουν. «Έχεις τρελαθεί». «Έχω τρελαθεί για εσένα». «Μα η υπόληψή μου; Είμαι διαβόητη…» «Δεν με απασχολεί. Σε αγαπώ, με την καρδιά, με την ψυχή, με το κορμί μου. Θα πάω όπου μου πεις, όπου θα είσαι ευτυχισμένη». Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. «Σε αγαπώ τόσο πολύ. Φοβάμαι να σε αγαπώ τόσο πολύ». «Μη φοβάσαι. Όσο κι αν με αγαπάς, εγώ θα σε αγαπώ περισσότερο. Δεν θα είμαι ποτέ άπιστος. Θα πέφτω στο κρεβάτι κάθε βράδυ και θα σκέφτομαι τι μπορώ να κάνω ώστε να είσαι ακόμα πιο ευτυχισμένη την επόμενη μέρα». Είδε στα μάτια του την αλήθεια, την αφοσίωση, την πίστη του στο μέλλον τους. «Θα πηγαίνω στο κρεβάτι κάθε βράδυ με την ίδια σκέψη. Δεν θέλησα ποτέ στη ζωή μου κάτι περισσότερο από όσο θέλω να γίνω γυναίκα σου. Ναι, θα σε παντρευτώ». Σηκώθηκε όρθιος, χάιδεψε το πρόσωπό της και τη φίλησε τρυφερά. Έπειτα κοίταξε γύρω του, πήρε το χέρι της και το σήκωσε. «Συμφώνησε να γίνει γυναίκα μου!» ανακοίνωσε κι έπειτα έφερε τα δάχτυλά της στα χείλη του. «Δεν έχει γεννηθεί ποτέ πιο τυχερός άντρας στη γη». Ούτε πιο τυχερή γυναίκα, σκέφτηκε.

∞ Η Τίλι ξαφνιάστηκε από τα συγχαρητήρια και τις ευχές. Το περίμενε από την οικογένεια του Ρεξ και τη δική της, αλλά της έδωσαν τις ευχές τους και άνθρωποι με τους οποίους είχε χρόνια να μιλήσει. Δεν ήξερε αν είχαν συγχωρεθεί οι αμαρτίες της ή αν απλώς δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν να χάσουν την εύνοια μιας τόσο ισχυρής οικογένειας. Δεν είχε σημασία. Τίποτα από όλα αυτά δεν είχε σημασία. Ήταν παράξενο να συνειδητοποιεί σε ποιο βαθμό είχε επιτρέψει στις παλιές της επιλογές να επηρεάσουν τις πράξεις της, να την κάνουν να βλέπει τον εαυτό της μέσα από το πρίσμα της κοινωνίας, ενώ στην πραγματικότητα σημασία είχε μόνο πώς έβλεπε η ίδια τον εαυτό της. Δεν


είχε ντραπεί ποτέ για όσα είχε κάνει, αλλά είχε υποχωρήσει. Όχι πια. Ο Ρεξ την κρατούσε στην αγκαλιά του και τη στριφογύριζε στην πίστα, με το βλέμμα του καρφωμένο στο δικό της. «Δεν ξέρω αν έχω ξαναδεί άνθρωπο να μοιάζει τόσο ευτυχισμένος ή να χαμογελά τόσο πολύ», της είπε. «Η αγάπη το κάνει αυτό, έτσι δεν είναι; Η αγάπη δεν τα διορθώνει όλα στον κόσμο;» «Νομίζω πως αυτή την ανακάλυψη πρέπει να τη γιορτάσουμε ιδιωτικά. Τι θα έλεγες για μια σκανδαλώδη απόδραση μαζί μου;» «Ποια διαβόητη γυναίκα, αντάξια της φήμης της, θα αρνιόταν μια τέτοια πρόταση;» Είχε έρθει με τη δική της άμαξα, αλλά έφυγε με τη δική του. Μόλις έκλεισε πίσω τους η πόρτα της άμαξας, την τράβηξε στα γόνατά του και τη φίλησε με ενθουσιασμό. Της είχε λείψει τόσο πολύ: της έλειπε η παρουσία του, το πάθος του, η αφοσίωσή του. Πώς είχε διανοηθεί ότι μπορούσε να είναι ευτυχισμένη χωρίς να τον έχει στη ζωή της; «Θεέ μου! Κόντευα να τρελαθώ. Μου έλειπες τόσο πολύ», είπε βραχνά, περνώντας το στόμα του από τον λαιμό, τον ώμο της και πάλι πίσω. «Σου έλειψε το σεξ». «Ναι, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Πάντα ήταν διαφορετικά μαζί σου – πιο έντονα, πιο τρομακτικά, πιο απαιτητικά». Έγειρε πίσω το κεφάλι. «Τρομακτικά;» Άρχισε να βγάζει τις καρφίτσες από τα μαλλιά της, πετώντας τες στο πάτωμα της άμαξας. «Πάντα ανησυχούσα όταν έφευγες ότι μπορεί να μην ξαναγυρίσεις, ότι μπορεί να μη σου έδειξα ακριβώς πόσο πολύτιμη είσαι για εμένα. Δικαιολογημένη ανησυχία, αν κρίνουμε από τις τελευταίες μέρες και νύχτες». Τα μαλλιά της χύθηκαν γύρω της κι εκείνος έπιασε μια μεγάλη μπούκλα με το χέρι του. Πόσο λαχταρούσε να τη χαϊδέψουν πάλι τα χέρια του. Χάιδεψε το πρόσωπό του. «Ας κοιτάξουμε μπροστά από εδώ και πέρα και ας μη σκεφτόμαστε το παρελθόν». «Ας κοιτάξουμε μπροστά». Πήρε πάλι το στόμα της, που τόσο είχε ποθήσει. Η γλώσσα του γλίστρησε πάνω στη δική της και ήξερε ότι πολύ σύντομα θα γλιστρούσε κάπου αλλού, δημιουργώντας εκείνη την υπέροχη και μοναδική αίσθηση. Η άμαξα έκοψε ταχύτητα, έστριψε και σταμάτησε μπροστά στο σπίτι του. «Δεν θα ήταν ευγενικό εκ μέρους μου να μην αποχαιρετήσω την ερωμένη μου όπως της αξίζει», είπε πονηρά πριν κατέβει από την άμαξα. «Θα απογοητευόταν πράγματι, αν δεν είχε λίγο χρόνο μαζί σου πριν παντρευτείς», τον πείραξε καθώς τη σήκωσε στην αγκαλιά του για να την οδηγήσει στις σκάλες κι έπειτα μέσα στο σπίτι. Μόλις έφτασαν στο δωμάτιό του, την ακούμπησε στο χαλί και πήρε το στόμα της στο δικό του με απίστευτο πάθος, ενώ τα χέρια του άρχισαν να χαϊδεύουν το κορμί της. «Μου έλειψες. Με κατέστρεψες. Οι νύχτες χωρίς εσένα ήταν οι πιο μοναχικές της ζωής μου». «Δεν θα περάσεις ούτε μία μοναχική νύχτα από εδώ και μπρος». «Πότε θα παντρευτούμε;» «Το συντομότερο. Στο μεταξύ…» Παρά τα δεκάδες φιλιά, τα αγγίγματα, τα βλέμματα, πολύ σύντομα είχαν βγάλει ο ένας τα ρούχα του άλλου. Το κρεβάτι τούς φώναζε κι εκείνοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του. Έτρεξαν πάνω του και σύντομα έγιναν ένα σύμπλεγμα από ενωμένα πόδια και χέρια. Πώς μπορούσε να διανοηθεί ότι θα έβρισκε κάποιον άλλο στη Νέα Υόρκη ή οπουδήποτε


αλλού; «Δεν θέλω να πάω αμέσως στη Νέα Υόρκη», είπε καθώς το καυτό του στόμα δρόσιζε τον λαιμό της. «Θέλω να είμαι εδώ για την Τζίνα, θέλω να τη βοηθήσω να βρει κάποιον που να της αξίζει». Ανασηκώθηκε, την κοίταξε. «Όπως θέλεις». Πέρασε τα δάχτυλά της από τα μαλλιά του. «Δεν ήταν και τόσο άσχημα τελικά στον χορό». «Μεγάλο κομπλιμέντο για την πρότασή μου». Γέλασε. Θεέ μου! Τον αγαπούσε, αγαπούσε τα πειράγματά του. «Αυτό το κομμάτι ήταν υπέροχο. Όχι, εννοούσα τον κόσμο. Μου έδωσαν περισσότερα συγχαρητήρια απ’ όσα περίμενα. Ίσως πρέπει να ζούμε την κάθε μέρα ξεχωριστά». «Θα κάνουμε ό,τι θέλεις». Της χαμογέλασε πονηρά. «Και μια και είπα θα κάνουμε…» Κύλησε πάνω της, την κράτησε σφιχτά κι έπειτα γύρισε πάλι, ώστε να τη φέρει από πάνω του. «Κάποτε μου είπες ότι ήθελες να είμαι ο σκλάβος σου». Άπλωσε τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του. «Κάνε με ό,τι θέλεις». Έμοιαζε τόσο υπέροχος ξαπλωμένος εκεί, στο έλεός της, δίνοντάς της την ελευθερία να κάνει ό,τι ήθελε. «Ήμουν μια διαφορετική γυναίκα τότε». Έσκυψε, πέρασε τη γλώσσα της από τη θηλή του, απόλαυσε το βογκητό του. «Ήθελα τον έλεγχο, νόμιζα πως τον χρειαζόμουν». Ρούφηξε τη μυτερή κορυφή της. Εκείνος μούγκρισε. «Μαζί σου, δεν τον χάνω ποτέ. Είμαστε ίσοι στο κρεβάτι. Ίσοι έξω από αυτό. Σε αγαπώ, Ρεξ, περισσότερο απ’ όσο νόμιζα ότι θα μπορούσα ποτέ να αγαπήσω κάποιον». Με ένα ζωώδες γρύλισμα, πήρε το στόμα της στο δικό του, χώνοντας ταυτόχρονα το μόριό του εκεί που ανήκε. Κραύγασε από χαρά, από την αίσθηση που ένιωσε κλείνοντας μέσα της το μόριό του, που ήταν δικός της ενώ την έκανε δική του. Ήταν καταπληκτικός ο τρόπος που, ακόμα κι όταν έπαιρνε, της έδινε. Την έκανε να νιώθει δυνατή, σίγουρη. Έσβηνε κάθε αμφιβολία. Τα υπέροχα χέρια του έπιασαν τα στήθη της, τσίμπησαν τις θηλές της. Διέτρεξε την πλάτη της, ανασηκώθηκε ελαφρά και πέρασε τη γλώσσα του από τις κορυφές του, χαϊδεύοντάς τες, κάνοντάς τη να πλημμυρίσει από απόλαυση. Τέντωσε πίσω την πλάτη της και άρχισε να τον ιππεύει όσο πιο γρήγορα μπορούσε – ένιωθε την ένταση να συσσωρεύεται μέσα της… μέσα του. Τα χέρια του σφίχτηκαν γύρω της καθώς το στόμα του εξερευνούσε το δικό της, κρατώντας τα χείλη της αιχμάλωτα, ακριβώς όπως αιχμαλώτισε την καρδιά της. Θα είχαν μια ολόκληρη ζωή να το κάνουν αυτό – να κινούνται συγχρονισμένα, να αναζητούν μαζί την ηδονή, μια ζωή γεμάτη κραυγές, βογκητά και ανάρμοστες επικλήσεις στον Θεό. Της άρεσε τόσο όταν της έλεγε πονηρά λόγια σαν διεφθαρμένος, ανακαλύπτοντας νέες, ανεξερεύνητες πτυχές της έκστασης. Την έκανε να νιώθει λες και όσα βίωνε μαζί της δεν τα είχε βιώσει ποτέ με άλλη, πως, παρά τις γνώσεις του στο θέμα των γυναικών, μπορούσε ακόμα να τον εκπλήξει, να τον αιφνιδιάσει. Να τον ικανοποιήσει, να τον ευχαριστήσει, να τον κάνει τόσο χαρούμενο που ήταν εκείνη η γυναίκα στην αγκαλιά του, στο κρεβάτι του. Την τράβηξε κοντά του με μια κραυγή, τη γύρισε ανάσκελα και βρέθηκε πάνω της, κοιτάζοντάς τη σαν να ήταν η άγκυρά του στην τρικυμία. «Ούρλιαξε για εμένα, Τίλι». «Κάνε με να ουρλιάξω, λόρδε μου». Το βαθύ του γέλιο αντήχησε γύρω της ενώ την εμβόλιζε με πείσμα και αποφασιστικότητα.


Εκείνη έχωσε τα δάχτυλά της στο δέρμα του, τύλιξε τα πόδια της γύρω από τους γοφούς του και τον κράτησε όσο πιο σφιχτά μπορούσε όσο κορυφώνονταν οι αισθήσεις και την έστελναν στο βασίλειο της κατακλυσμιαίας απόλαυσης. Ούρλιαξε όντως – γι’ αυτόν, για τον εαυτό της, για τη χαρά που πλημμύρισε το σώμα της. Την ακολούθησε, δίνοντας τις τελευταίες σίγουρες και βαθιές ωθήσεις, κι έπειτα τέντωσε την πλάτη του και φώναξε το όνομά της, πριν καταρρεύσει πάνω της, νοτίζοντάς τη με τον ιδρώτα του, και ακουμπώντας το μέτωπό του στο δικό της. «Δεν θα ζήσουμε πολλά χρόνια», είπε ξέπνοα γελώντας κι έδωσε ένα φιλί στη μύτη και στο πιγούνι της. «Αν κάνω έρωτα μαζί σου όσο συχνά σκοπεύω, το πιθανότερο είναι να πεθάνω». «Ναι, αλλά σκέψου τι ζωή θα έχεις ζήσει ως τότε». «Την καλύτερη, Τίλι. Σου το υπόσχομαι. Είτε εδώ, στην Αγγλία, είτε στη Νέα Υόρκη, θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να εξασφαλίσω ότι θα ξυπνάς κάθε πρωί χαρούμενη που με βρίσκεις στο κρεβάτι σου». Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα ήταν πάντα χαρούμενη που θα τον έβρισκε στο κρεβάτι της, που θα τον είχε στη ζωή της. Τέσσερα χρόνια αργότερα Ο δεύτερος γάμος της ήταν τόσο καλύτερος από τον πρώτο, που καμιά φορά η Τίλι σκεφτόταν ότι ο γάμος της με τον Ντάουνι δεν ήταν μια απόλυτη καταστροφή, αφού την είχε οδηγήσει στον Ρεξ. Ενώ καθόταν πλάι του στο κτήμα του Έπσομ Ντονς, ανάμεσα στην οικογένειά του και τη δική της, δεν θα μπορούσε να νιώσει πιο ευτυχισμένη ή πιο ικανοποιημένη. «Λαίδη Ρέξτον, πού να ποντάρω;» τη ρώτησε ο Μπέρτι, ο πρίγκιπας της Ουαλίας, καθώς περνούσε από δίπλα της. Όπου κι αν πήγαινε, οι άνθρωποι τη χαιρετούσαν με ευγένεια και σεβασμό. Υπήρχαν και κάποιοι που είχαν κολλήσει σε παλιές ιστορίες, αλλά, από τη στιγμή που θεωρούσε φίλες της κάποιες από τις συζύγους των πιο σημαντικών οικογενειών, αδιαφορούσε για όποιον την περιφρονούσε. Ήξερε πως δεν υπήρχε τίποτα που να μην μπορεί να αντιμετωπίσει μαζί με τον Ρεξ. «Αν θέλετε να κερδίσετε, μεγαλειότατε, τότε στοιχηματίστε στον Διαβόητο». «Μήπως είστε λίγο προκατειλημμένη;» «Πάρα πολύ», τον διαβεβαίωσε. Γέλασε και στράφηκε στον άντρα που τον ακολουθούσε. Είπε κάτι και ο νεαρός έφυγε τρέχοντας. «Θεέ μου! Ελπίζω να κερδίσει ο επιβήτοράς μας», είπε χαμηλόφωνα ο Ρεξ, «αλλιώς σε λίγα χρόνια μπορεί να μην έχουμε τίτλο να κληρονομήσουμε». «Πώς να μην κερδίσει όταν είναι απόγονος του Μαύρου Διαμαντιού και της Ξανθής Κυρίας;» «Έρχεται», της είπε περήφανα, σκύβοντας κάτω από το γείσο του καπέλου της για να της δώσει ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο για καλή τύχη. Κοίταξε τον Διαβόητο. Ήταν υπέροχος, με το γυαλιστερό μαύρο τρίχωμά του. Περίμενε μπροστά στην πύλη της εκκίνησης. Το τριών ετών άλογό τους δεν είχε πολλές πιθανότητες να κερδίσει στον πρώτο του αγώνα. Αυτό, όμως, ήταν αναμενόμενο, μιας και ο Ρεξ δεν είχε επιτρέψει σε κανέναν, πέρα από όσους έμεναν στο Κίνγκσμπρουκ, να δουν το άλογο να τρέχει. Η Τίλι είχε την αίσθηση πως ακόμα και οι υπηρέτες είχαν βάλει στοιχήματα. Ήλπιζε να μην παραιτηθούν όλοι από τις θέσεις τους, όταν θα κέρδιζαν. Εκείνη και ο Ρεξ περνούσαν τον περισσότερο χρόνο τους στο Κίνγκσμπρουκ και πήγαιναν


σπάνια στο Λονδίνο, αν και πλέον ένιωθε άνετα να κυκλοφορεί στην πόλη και να παραβρίσκεται στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, όπου τους προσκαλούσαν. Αγαπούσαν, όμως, και οι δύο τόσο πολύ τα άλογα, που ήταν πιο ευτυχισμένοι περνώντας εκεί τις μέρες τους ή ακόμα και συχνά βοηθώντας στην εκπαίδευσή τους. Η αλήθεια, πάντως, ήταν πως, αν είχε τον Ρεξ στο πλάι της, ήταν παντού ευτυχισμένη. Και παντού ένιωθε σαν στο σπίτι της. Είχαν πάει στη Νέα Υόρκη. Δεν ήταν όπως τη θυμόταν – ή ίσως είχε αλλάξει η ίδια τόσο πολύ, που δεν ένιωθε πια όπως κάποτε. Σίγουρα πάντως χάρηκε που ανάγκασε όσους περιφρονούσαν τη μητέρα της να της απευθύνονται χρησιμοποιώντας τον τίτλο της. Είχε συναντήσει ακόμα και τον Άνσον. Ήταν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος που είχε δει ποτέ και δυσκολεύτηκε να πιστέψει ότι κάποτε είχε εναποθέσει τις ελπίδες της για ευτυχία πάνω του. Καλύτερα να ήταν η ίδια υπεύθυνη για τη δική της ευτυχία, να κάνει ό,τι μπορεί για να την αποκτήσει, να είναι με έναν άντρα που δεν ένιωθε να απειλείται από την ανεξάρτητη φύση της, που την ενθάρρυνε και ήταν περήφανος γι’ αυτήν. «Ο Διαβόητος δεν φαίνεται να ενοχλείται από τον θόρυβο του πλήθους», είπε στον άντρα της. Της χαμογέλασε. «Αν και τόσο μικρός, δείχνει πολύ σίγουρος. Ξέρει ότι θα κερδίσει». «Το ελπίζω, για το καλό σου. Θα χάσεις μια μικρή περιουσία, σε αντίθετη περίπτωση». «Μην ανησυχείς. Παντρεύτηκα μια κληρονόμο. Έχει τα μέσα να με φροντίσει, αν χρειαστεί». Γέλασε και πέρασε το χέρι της γύρω από τον λαιμό του. Δεν είχε ακόμα αγγίξει ούτε μια πένα. Κι όμως, δεν θεωρούσε πια πως η κληρονομιά της ήταν δική της, αλλά και των δύο. Ό,τι είχαν ανήκε και στους δύο. Μοιράζονταν κάθε πτυχή της ζωής τους. Έκανε τον γάμο που πάντα ονειρευόταν. Την ώρα που ο Διαβόητος έφτασε στη γραμμή της εκκίνησης, η Τίλι πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα τα πάει περίφημα», της είπε ο Ρεξ. Το πιστόλι αντήχησε στον αέρα. Από τη μια ήθελε να κλείσει τα μάτια της και από την άλλη δεν άντεχε να μη βλέπει. Το άλογό τους ήταν υπέροχο ανάμεσα στα άλλα. Οι μύες του τεντώνονταν και… Άρχισε να τρέχει μέχρι που έφτασε στην τρίτη θέση. Έπειτα, όταν άρχισε να βλέπει τη γραμμή του τερματισμού, έβαλε τα δυνατά του και προσπέρασε τα άλλα άλογα σαν να ήταν ακίνητα. Η Τίλι ούρλιαζε την ώρα που ο Διαβόητος πέρασε πρώτος τη γραμμή, αφήνοντας πολύ πίσω του τα υπόλοιπα άλογα. «Κερδίσαμε!» φώναξε ο Ρεξ και έπειτα την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε με τον ίδιο ενθουσιασμό που επέδειξε ο Διαβόητος φτάνοντας πρώτος στο τέρμα. Παλιότερα μπορεί να κοκκίνιζε, αλλά είχε συνηθίσει πια να τη φιλά δημόσια και όσοι τους ήξεραν το περίμεναν. Ο μαρκήσιος του Ρέξτον ήταν τρελά ερωτευμένος με τη γυναίκα του και δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να δείχνει στην ίδια, αλλά και στον κόσμο, πόσο τη λάτρευε. Όταν την άφησε, έσφιξε το χέρι των αδελφών και των γαμπρών του και αγκάλιασε τις νύφες του και την αδελφή του. Η Τίλι αγκάλιασε την Τζίνα. «Χαίρομαι τόσο πολύ που ήρθες σήμερα». «Δεν θα το έχανα με τίποτα». Ο Ρεξ πέρασε το χέρι του γύρω από την Τίλι και την τράβηξε κοντά του. «Έλα, λαίδη μου. Πάμε να ευχαριστήσουμε τον νικητή μας, τι λες;» Του χαμογέλασε. «Έχουμε κι άλλο νικητή στον δρόμο». Συνοφρυώθηκε.


«Η Ξανθή Κυρία δεν έχει συνέλθει ακόμα από το τελευταίο πουλάρι που γέννησε. Δεν βλέπω πώς…» Σταμάτησε, κοίταξε την κοιλιά της κι έπειτα την κοίταξε στα μάτια. «Εσύ;» Έγνεψε καταφατικά και συγκράτησε την κραυγούλα που ήθελε να βγάλει. Του το κρατούσε μυστικό εδώ και λίγο καιρό, περίμενε την κατάλληλη στιγμή. «Περιμένω επιτέλους παιδί». Το χαμόγελό του ήταν τόσο τρυφερό και γεμάτο αγάπη, που την έκανε να νιώσει απίστευτα ευτυχισμένη. Μετά από τόσο καιρό, είχε ακόμα τον τρόπο να την κάνει να νιώθει χαρούμενη και νέα, να της δείχνει χωρίς λόγια πως δεν υπήρχε τίποτα πιο πολύτιμο στη ζωή του εκτός από αυτήν. «Με εσένα για μητέρα, σίγουρα θα είναι νικητής – ή νικήτρια». Έσκυψε το κεφάλι και την ξαναφίλησε. Απόλαυσε τον τρόπο που έκλεινε προστατευτικά τα χέρια του γύρω της, που έδειχνε χωρίς λόγια πόσο πολύτιμη ήταν γι’ αυτόν. Ήταν, όμως, δίκαιο, γιατί ένιωθε το ίδιο και εκείνη για εκείνον. Είχε κολλήσει τα κομμάτια της ραγισμένης της καρδιάς και θα την είχε για πάντα δική του.


Επίλογος - Από το Ημερολόγιο του Μαρκήσιου του Ρέξτον Πάντα ήθελα να παντρευτώ μια γυναίκα που δεν μπορούσε κανείς να της προσάψει το παραμικρό. Όπως ο πατέρας μου, όμως, ανακάλυψα πως αυτό που ήθελα δεν ήταν αυτό που χρειαζόμουν. Αυτό που χρειαζόμουν ήταν η Τίλι, πάντα και για πάντα. Η αγάπη που της έδειξε τελικά η αριστοκρατία δεν είχε προηγούμενο. Η συμπάθεια και η συμπόνια της απέναντι σε όποιον αντιμετώπιζε δυσκολίες ήταν μοναδική. Ο κόσμος μας άλλαζε και πολλοί στρέφονταν σ’ εκείνη για να τους δείξει τον δρόμο. Το διαζύγιο γινόταν όλο και πιο συχνό φαινόμενο και, παρότι δεν ήταν πλήρως αποδεκτό, οι άνθρωποι έδειχναν μεγαλύτερη συμπάθεια σε όσους είχαν ακολουθήσει αυτή την επιλογή. Ο Διαβόητος έγινε πρωταθλητής στην Αγγλία, αλλά και στο εξωτερικό. Εκείνος, με τη σειρά του, γέννησε κι άλλους μελλοντικούς πρωταθλητές. Το ίδιο και η Τίλι. Τα παιδιά μας ήταν το καμάρι και η χαρά μας. Έκαναν τη ζωή μας πλουσιότερη. Στο οικογενειακό κτήμα, καθόμασταν στον κήπο και τα βλέπαμε να παίζουν στο καρουσέλ, με τα γέλια τους να αντηχούν, ανακατεμένα με τα γέλια των ξαδελφιών τους. Καθώς τα παιδιά μας προχωρούσαν προς την ενηλικίωση, οι ξύλινες φιγούρες περίμεναν ακίνητες την επόμενη γενιά. Ο άνεμος, ο ήλιος και η βροχή άφηναν πάνω τους τα σημάδια τους. Όταν ευλογηθήκαμε με εγγόνια, η Τίλι κι εγώ σταθήκαμε στον κήπο και παρατηρούσαμε τους εργάτες να λύνουν το καρουσέλ, ώστε να μπορέσουν να το επιδιορθώσουν και να το ξαναβάψουν, να το κάνουν να μοιάζει όπως παλιά. «Θα τους ζητήσεις να μας φέρουν τα μηνύματα που είχαμε κρύψει στο άλογο;» με ρώτησε. «Όχι, δεν νομίζω. Αν τα βρουν, άσ’ τους να πλάσουν τις δικές τους ιστορίες. Κι αν όχι, τότε ίσως να τα ανακαλύψουν σε εκατό χρόνια από τώρα. Θυμάσαι τι έγραψες;» Γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε. «Εσύ θυμάσαι τι έγραψες;» με ρώτησε. «Θυμάμαι». «Θα σου πω αν μου πεις». «Να στρίψουμε ένα νόμισμα για να δούμε ποιος θα ξεκινήσει;» Γέλασε. Τα χρόνια μου είχαν γεμίσει με το γέλιο της. «Όχι, γιατί χρησιμοποιείς μόνο τα νομίσματα που έχεις για να κλέβεις». Έβγαλε τα μαλλιά από το πρόσωπό μου. «Έγραψα: “Μακάρι να τον είχα αγαπήσει πρώτη”. Εσύ τι έγραψες;» «“Μακάρι να την είχα αγαπήσει πρώτος”». Έπιασα το πρόσωπό της με τα χέρια μου και κοίταζα τα γαλάζια βάθη των ματιών της, νιώθοντας να την ερωτεύομαι ακόμα μια φορά. Την ερωτευόμουν διαρκώς. «Αυτό που έχει σημασία, όμως, Τίλι, είναι πως τελικά αγαπηθήκαμε». Έπειτα τη φίλησα όπως το κάνω τόσα χρόνια, με την καρδιά και την ψυχή και όλο μου το είναι.